1902.01.30
1,988 rows · 15,557 words · 142 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
τῆς 30 Ἰανουαρίου 1902.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Σύμβουλοι τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης Τσουδερὸς, Βορεάδης καὶ Κούντουρος μοὶ ἀπέστειλαν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κύριον γραμματέα νὰ ἀναγνώσῃ.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Ἀθήνας. Κύριε Πρόεδρε. Ἀλγεινοτάτην ἐντύπωσιν ἐνεποίησαν αἱ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 τρέχοντος ἐκσφενδονισθεῖσαι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ ἀσεβεῖς καὶ πάντως ἀναληθεῖς ἰδέαι περὶ τῆς παρ’ ἡμῖν Ἡγεμονικῆς Αὐλῆς. Ἂν καὶ πιστεύομεν, ὅτι, πλὴν τοῦ ἐκστομίσαντος ταύτας ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Λεβίδου, οὐδεὶς ἄλλος τῶν ἀξιοτίμων ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἦτο δυνατὸν νὰ συλλάβῃ, πολὺ δὲ πλειότερον νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ διαφύγωσι τοιαῦται ἰδέαι, αἵτινες καὶ ἀναληθεῖς, ὡς εἶναι, ἐξωτερικευόμεναι οὕτω, καταφέρουσι τραῦμα κατὰ τῶν τιμαλφῶν συμφερόντων τῆς Κρήτης καὶ τοῦ ὅλου ἔθνους, οὐχ ἧττον θὰ παρεβαίνομεν ἐπιβεβλημένην ὑποχρέωσιν καὶ ἱερὸν καθῆκον, ἂν μὴ διεμαρτυρόμεθα διὰ τοῦ μᾶλλον ἐπισήμου τρόπου ἐξ ὀνόματος τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ κατὰ τῆς εἰς τὸν λατρευτὸν αὐτοῦ Ἄρχοντα καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν του ἀντανακλώσης δεινῆς ὕβρεως, καὶ δὲν ἐσπεύδομεν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ἵνα ἐν ὀνόματι τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐνεργήσητε νὰ ἀντηχήσῃ ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ περιβόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ἡ σφοδρὰ αὕτη, ἀλλὰ πατριωτικὴ διαμαρτυρίας ἡμῶν φωνή. Ὁ λαοφιλὴς καὶ ὄντως πατριώτης βασιλόπαις, κύριε Πρόεδρε, πρὸς ὃν πάντων τῶν Κρητῶν τὰ ὄμματα δικαίως εἶναι ἐστραμμένα, ὡς πρὸς ἄγκυραν ἐθνικῆς ἡμῶν ἰσχύος, ὃν ἐν στιγμῇ φοβερᾶς ἐθνικῆς κρίσεως ἀπέστειλεν ἡμῖν ἡ Θεία Πρόνοια, ἵνα θέσῃ τέρμα εἰς αἰωνίας καταστροφὰς καὶ δεινὰς, καὶ ὁδηγήσῃ τέλος τὴν Νῆσον εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς μητρὸς αὑτῆς Ἑλλάδος, πιστὸς μέχρι θρησκευτικῆς εὐλαβείας καὶ ἀφοσιώσεως εἰς τὴν ἱερὰν ἀποστολήν του, δὲν ἔπαυσεν ἐργαζόμενος ἀόκνως πρὸς ἐπιτυχίαν αὐτῆς, πιστῶς διερμηνεύων παρὰ τοῖς ἰσχυροῖς τῆς γῆς τὰ ἀληθῆ φρονήματα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Τελευτῶντες, κύριε Πρόεδρε, βεβαιοῦμεν τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ὅτι ἡ ἀθορύβως τελουμένη ἐθνικὴ ἐργασία καὶ ἡ δημοσία τάξις, ἡ ἐπανειλημμένως ἐπισπάσασα τὸν θαυμασμὸν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, εἰσὶ τοσοῦτον τοῖς πᾶσι γνωστὰ, ὥστε ἀληθῶς ἄπορον, πῶς εὑρέθη Ἕλλην Βουλευτὴς παρέχων πίστιν εἰς πληροφορίας σφαλερὰς, ἀποφεύγων δὲ τὴν μελέτην ἐπὶ τῶν γεγονότων, καὶ ἀδικῶν τὴν ἐθνικὴν ἐργασίαν Ἡγεμόνος λατρευτοῦ τοῦ λαοῦ, ἐκτιμῶντος δεόντως τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ τοὺς παρ’ αὐτῷ ἐθνοπρεπῶς ὑπηρετοῦντας. Δέξασθε, κύριε Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξόχου ὑπολήψεως ἡμῶν, μεθ’ ἧς διατελοῦμεν. Οἱ σύμβουλοι τοῦ Ἡγεμόνος Τσουδερὸς, Βορεάδης, Κούντουρος.»
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εὖγε! εὖγε!
§4Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰς Κρήτην εἶχε κατέλθει τὸ ἄγημα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως καὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, θετικῶς γνωρίζω, ὅτι σκέψις εἶχε γείνῃ παρὰ φιλοπατρίδων ἀνδρῶν, ἀξιωματικῶν, κατελθόντων ἵνα πολεμήσωσιν ὑπὲρ τῆς Μεγαλονήσου, ἵνα ὁ κ. Κούντουρος, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ, συλληφθῇ ὡς ἀντιπράττων εἰς τοὺς πόθους τοὺς ἱεροὺς τῆς Κρήτης.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί εἶναι αὐτά!
§6Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τοιοῦτον ἔγγραφον λίβελλον.
§7ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ παντὸς προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς δηλώσεως, δι’ ἧς κατάρχομαι τῆς ἀγορεύσεώς μου, δηλῶν, ὅτι οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ζητήματος, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ παραδεχθῶ. Ὁποῖαι ἦσαν αἱ πληροφορίαι τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, δὲν γνωρίζω. Ἤκουσα ὅτι εἶχε πληροφορίας, ἤκουσα ὅτι ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐστήριξε γνώμην· βεβαίως δὲ, ὅπως Βουλευτὴς Ἕλλην ἐκφράσῃ γνώμην περὶ ἐθνικοῦ ζητήματος ὑψίστης σημασίας, εἶχε πληροφορίας, ἐφ’ ὧν ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, δι’ ὃ ὀφείλω νὰ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρίας, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐδέχθη ν’ ἀναγνώσῃ εἰς ἡμᾶς ἔγγραφον, προερχόμενον ἀπὸ Κυβερνήσεως, ἐπιτιμητικὸν Βουλευτοῦ Ἕλληνος. Δυνατὸν οἱ γράψαντες ταῦτα, ἅτινα ἀνεγνώσθησαν, νὰ ἔχωσιν ἀκράδαντον πεποίθησιν περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς γνώμης αὐτῶν, — ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἐξετάσω σήμερον τὰς γνώμας αὐτῶν, ὅπως δὲν θὰ ἐξετάσω οὐδὲ περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῶν γνωμῶν, ἃς ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς, — ἀλλὰ δὲν δέχομαι, καὶ οὐδεὶς Βουλευτὴς δέχεται, ἡ Κυβέρνησις οἱουδήποτε Κράτους νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα, αὐτὴ ν’ ἀπαντᾷ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ συναινῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν ἐγγράφου ἐπιτιμητικοῦ κατὰ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, ἀσκοῦντος τὸ καθῆκον αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ παρεξηγηθῶ, διότι οὐδὲν μὲ συνδέει μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ μὲ ἐγείρει τὸ αἴσθημα τοῦ Ἕλληνος Βουλευτοῦ καὶ ἡ ἰδέα, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀναβαίνωμεν τὸ βῆμα, λέγοντες μετὰ θάρρους τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ μὴ ἀνεχόμενοι ἐπιτιμήσεις παρ’ οὐδενός. Ὀφείλομεν λόγον μόνον εἰς τὴν ἡμετέραν συνείδησιν, εἰς τὸν Θεόν, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἀναγνωσθὲν τὸ τηλεγράφημα τοῦτο.
§8Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑβριστικώτατον, τὸ ὁποῖον εἶναι λίβελλος, ὡς πολὺ ὀρθῶς ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, κατ’ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν ἔγγραφον τοιοῦτον ν’ ἀποσταλῇ πρὸς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγένετο τὸ σφάλμα ν’ ἀποσταλῇ, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος. Ἀλλ’ ὅταν τοιαῦτα ἔγγραφα, ἐστερημένα τῆς στοιχειώδους ἁβρότητος, ἀπευθύνωνται εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ῥίπτωνται ἀνεξετάστως ἐν μέσῳ τῆς Βουλῆς, ἀναπόδραστον εἶναι νὰ προκαλῶσι συζητήσεις, καὶ τὴν συζήτησιν ταύτην ἔπρεπεν ἡμεῖς ν’ ἀποφύγωμεν, ἀκριβῶς δι’ οὓς λόγους ἀναφέρει τὸ ἀναγνωσθὲν ἔγγραφον. Ἀλλ’ ὅταν δὲν κρατῇ ἡ φρόνησις καὶ ἀποστέλλωνται τοιαῦτα τηλεγραφήματα, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Κουντούρου, ἐγκωμιάζεται δὲ οὗτος ἐνταῦθα, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς τὴν κατάθεσιν τοῦ ἄλλοτε γενικοῦ προξένου ἐν Κρήτῃ κ. Γεννάδη καὶ φέρῃ αὐτὴν ἐνταῦθα. Ἡ κατάθεσις αὕτη ἐλήφθη ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὅτε αὕτη συνεδρίαζε κατὰ τὸ ἔτος 1898· ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐνταῦθα ἡ κατάθεσις ἐκείνη τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, τότε θὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, πρὸς ἣν τόσον ἰταμῶς ἀπευθύνεται ὁ κ. Κούντουρος, τί οὗτος ἔπραττε κατ’ ἐποχήν, καθ’ ἣν ἄλλοι ἠγωνίζοντο πραγματικῶς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς Κρήτης· τότε θὰ δειχθῇ, ποῖοι εἰργάζοντο πραγματικῶς ὑπὲρ τῆς Κρήτης, καὶ ποῖοι ἀντετίθεντο εἰς τὰ συμφέροντα αὐτῆς καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἕνωσίν της μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§9Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὸ προβληθὲν ζήτημα, διότι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη, δὲν ἔχει ἄλλον σκοπόν, εἰμὴ νὰ ἐξηγήσῃ τὸ πνεῦμα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, καὶ ὄχι τὴν πρόθεσιν νὰ προσβάλῃ τὸν κ. Βουλευτήν, οὔτε νὰ ἐπεμβῶσιν οἱ κύριοι Σύμβουλοι εἰς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Ἠθέλησαν νὰ ἐξηγήσωσι τὰ φρονήματα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῶν συκοφαντιῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὰς πληροφορίας εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, καὶ ὁ κ. συνάδελφος διεβίβασεν εἰς τὴν Βουλήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Κουντούρου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὔτε ἡ κατάθεσις τοῦ κ. Γεννάδη, οὔτε οἱαδήποτε ἄλλη πληροφορία δύναται νὰ κλονίσῃ τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Κούντουρος, ὡς πατριώτης καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπαναστατικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὕψωσε πρώτη τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως ἐπὶ τῶν Λευκῶν Ὀρέων. Ὁ Κούντουρος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκράτησε τὴν σημαίαν ἀπὸ τοῦ 1896, καὶ ὁ ὁποῖος κατώρθωσεν, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, μὲ ὅλας τὰς ἀντενεργείας τῶν Προξενείων, καὶ ἀπέναντι τῆς ὑποστηριζομένης ἰδέας τῶν μεταρρυθμίσεων, νὰ μένῃ μέχρι τέλους εἰς τὰ ὄρη καὶ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπῆλθεν ἐν Κρήτῃ. Δι’ αὐτὸ ὁ Πρίγκηψ, ὅτε κατῆλθεν εἰς Κρήτην, ἐθεώρησεν, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸν ἔπρεπε ν’ ἀποταθῇ, ὅστις ἐξακολουθεῖ νὰ ἀγωνίζηται ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν πόθων μὲ πλήρη αὐταπάρνησιν καὶ πατριωτισμόν.
§10Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ μείνῃ ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Δραγούμης. Δὲν πρόκειται οὐδὲ ἁρμόζει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ Κούνδουρος καὶ οἱ ἄλλοι Σύμβουλοι εἶναι πατριῶται, ἢ ὄχι. Τοῦτο τίθεται ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι, ἐὰν προσῆκεν, ἢ μὴ, ν’ ἀνακοινώσῃ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον εἰς αὐτήν, κατὰ Βουλευτοῦ, οὗτινος ἀποδοκιμάζεται ἡ γνώμη ἐπὶ ὡρισμένου ζητήματος. Νομίζω, ὅτι ὀρθῶς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀνακοινωθῇ τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ λίβελλος, βεβαίως ὅμως εἶναι ἀτόπως συντεταγμένον. Ἠδύναντο, ἐὰν ἤθελον, νὰ συντάξωσιν ἓν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διαβεβαιώσωσι τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων καὶ τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὅτι οὐδεὶς οὐδέποτε θὰ εὑρεθῇ Κρὴς ν’ ἀντιστρατευθῇ εἰς τοὺς πόθους τῆς ἑνώσεως. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχωνται ὑπὸ τύπον τιμητοῦ νὰ ἐλέγξωσι Βουλευτὴν διὰ τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ γνώμην, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι αὕτη, τότε τὸ πρᾶγμα μεταβάλλει ὄψιν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνακοίνωσις, διότι οἱ Βουλευταὶ δὲν ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον διὰ τὰς γνώμας αὐτῶν.
§11Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἀνεκοινώθησαν, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἔπρεπε τοιοῦτον ἔγγραφον νὰ ἀναγνωσθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι λογοκρισία εἰς τὰ λεγόμενα καὶ τὰς σκέψεις τῶν Βουλευτῶν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, ὁθενδήποτε καὶ ἂν ἔρχηται, ὑπάρχει καὶ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου ἄρθρον ῥητὸν, τὸ 21, λέγει: «Ἀρχομένης τῆς συνεδρίας, ὁ Πρόεδρος ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ διαγγέλματα, προτάσεις, ὑπομνήματα καὶ λοιπὰ ἔγγραφα. Ἔγγραφα ἀνώνυμα ἢ λοίδωρα δὲν ἀνακοινοῦνται.» Ὁ χαρακτηρισμὸς εἶναι σαφής. Ἐὰν ἦναι ἀπηγορευμένον ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ ἀνακοινῶνται ἔγγραφα λοίδωρα ἢ ἀνώνυμα, ἀφορῶντα τὴν ὑπόληψιν ἢ τὸ ὄνομα ἀτόμου, πολὺ μᾶλλον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνακοινῶνται τοιαῦτα διὰ τὰ λεγόμενα ὑπὸ Βουλευτοῦ ἐνταῦθα. Διὰ τοῦτο προτείνω, συμφωνῶν μετὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων, ἵνα τηρηθῇ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ μὴ καθιερωθῇ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἐπακόλουθα εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§12ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀκριβῶς τὸ 21 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ἤθελον ἐπικαλεσθῆ καὶ ἐγὼ, ὅπως ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ, διότι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς τὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν παντὸς ἐγγράφου ὑποβαλλομένου αὐτῷ, πλὴν τῶν ἀνωνύμων ἢ λοιδώρων. Ἑπομένως δέον νὰ ἐξετασθῇ, ἂν τὸ περὶ οὗ πρόκειται τηλεγράφημα εἶναι λοίδωρον, ἵνα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κακίσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἀνακοίνωσιν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν εἶναι λοίδωρον τὸ τηλεγράφημα τοῦτο. Ἐγὼ μάλιστα φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ χαρῶμεν χαρὰν μεγάλην, ὅτι τοιοῦτον τηλεγράφημα ἐστάλη ἐκ Κρήτης· διότι, ἂν τοὐναντίον ἤθελε συμβῆ, ἔπρεπε πάντως νὰ λυπηθῶμεν. Ἐὰν μετὰ προσοχῆς ἀναγνώσητε τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, οὐδὲν ἄλλο θέλετε ἀνακαλύψει ἢ σφοδρὰν διαμαρτυρίαν, μετ’ ἀγανακτήσεως ἐκπεφρασμένην, κατὰ τῆς μομφῆς τῆς ἀποδοθείσης εἰς τοὺς ἐν Κρήτῃ ὑπό τινος τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Ἡ Κρητικὴ Κυβέρνησις διαμαρτύρεται κατὰ τῆς μομφῆς, ὅτι ὑφίσταται ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ ὅτι ἐνεργεῖ ὑπούλως κατὰ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ὁμὰς ἀνθρώπων, ἢ καὶ εἷς μόνος τοιοῦτος, ἐν Κρήτῃ. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκηται ἐν Κρήτῃ παρὰ τῷ Ἁρμοστῇ Αὐλὴ ἐργαζομένη κατὰ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πόθων; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνικῶν πόθων τοῦ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ ἤθελεν ἀνεχθῆ τὴν ὕπαρξιν τοιούτων ἀντεθνικῶν ὀργάνων; Ἀλλ’ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ἐν ἁπάσῃ τῇ μεγαλονήσῳ. Μία κυριαρχεῖ ἐν Κρήτῃ γνώμη, μία εὐχὴ, εἷς πόθος, ὁ πόθος τῆς ἑνώσεως. Οὕτως ἐχόντων τῶν ἐκεῖ πραγμάτων, τίς ἤθελεν ἔχει τὸ ὑπεράνθρωπον σθένος ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ὁμοθύμου γνώμης τῶν γενναίων Κρητῶν; Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ «Κήρυξ» τῆς Κρήτης, ὁ ὁποῖος διερμηνεύει τὰ φρονήματα διακεκριμένου πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἐν αὐτῇ, διακηρύττει, ὅτι οὐδὲ εἷς Κρὴς ὑπάρχει μὴ ποθῶν καὶ μὴ ἐργαζόμενος ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως. Τοιαύτης οὔσης τῆς ἐν Κρήτῃ καταστάσεως, εἶναι ἡμῖν ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφράζωμεν ἐνταῦθα τοιούτους ἀντεθνικοὺς ὑπαινιγμοὺς, καὶ νὰ δίδωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ δικαίαν ἀφορμὴν καὶ ἐπιχειρήματα εἰς τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ παριστῶσιν αὐτὸν διῃρημένον; Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐπαναλέγω, οὐ μόνον πρέπει νὰ χαρῶμεν διὰ τὴν ἀνδρικὴν διαμαρτυρίαν τῶν διακεκριμένων ἀνδρῶν, — περὶ ὧν ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἄρτι περὶ αὐτῶν ὁμιλήσας νὰ ἔχω ἀλλοίαν γνώμην τῆς ἰδικῆς του, — ἀλλὰ καὶ νὰ παύσωμεν ἐξαγγέλλοντες γνώμας, εἴτε ἐνταῦθα εἴτε ἀλλαχοῦ, ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα.
§13ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι συμφέρον, τὸ ζήτημα τοῦτο περὶ Κρήτης νὰ λήξῃ ἕως ἐδῶ. Ἐὰν ἐπιμείνῃ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, θὰ καταντήσωμεν, οὔτε πολὺ οὔτε ὀλίγον, εἰς ἐμφύλιον πόλεμον. Νὰ κατηγορῶμεν Κυβέρνησιν, οὕτως ἀρρήκτως συνδεδεμένην πρὸς τὴν Ἑλλάδα, νομίζω ὅτι εἶναι σφάλμα μέγα. Ὑποβάλλω λοιπὸν πρότασιν νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις, καὶ νὰ λήξῃ τὸ ζήτημα ἕως ἐδῶ.
§14ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶναι εὐπρεπῶς συντεταγμένον, δηλώσατέ το: διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεώς σας.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον...
§16ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλώσατέ το, καὶ εἶναι ἀρκετὴ ἡ δήλωσίς σας, διὰ νὰ παύσωμεν.
§17Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐν παντὶ ζητήματι δέον νὰ ἐξετάζηται ἡ οὐσία, καὶ οὐχὶ ὁ τύπος. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Λεβίδης διακρίνεται ἐπὶ θερμῇ συζητήσει, ἐπὶ ὁρμητικῇ ῥητορείᾳ. Ὅ,τι ἐξήνεγκε, τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα ἐγνωσμένης παρὰ πᾶσιν ἡμῖν φιλοπατρίας· ἐὰν δὲ ἐκ Κρήτης ἐδόθη μία ἀπάντησις, προῆλθε μία διαμαρτυρία, ἐκ τῆς αὐτῆς αἰτίας προῆλθεν. Ἤκουσα τὴν φράσιν ξενικὴ Κυβέρνησις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τῆς Κρήτης ἡ Κυβέρνησις εἶναι Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ὅτι προῆλθεν ἐξ ἀδελφῶν. Οὐδεμία ὑπάρχει διάκρισις. Μήπως νομίζετε, ὅτι μόνον τὸ ἐλεύθερον Κράτος ἀποτελεῖ τὴν Ἑλλάδα ὅλην; Ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τοῦ ἐλευθέρου Κράτους καὶ τῆς Κύπρου, τῆς Κρήτης, τῆς Σάμου, τῆς Μακεδονίας κλπ.; Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους; Τί μᾶς διαιρεῖ; Ἐὰν ἐπῆλθε μία διαμαρτυρία ἐξ ἀδελφικῆς Κυβερνήσεως, πρέπει τοῦτο νὰ μᾶς ἐξάψῃ, καὶ νὰ θεωρήσωμεν τὸ ἔγγραφον λοίδωρον; Ἐὰν τὸ ἔγγραφον ἔχῃ ἀτελείας τυπικὰς, πρέπει νὰ μὴ θεωρηθῇ κατ’ οὐσίαν ὡς ἔγγραφον περιέχον προσβλητικόν τι. Ἴσως εἶναι ἀπειρία τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἀνέγνωσε τὸ ἔγγραφον τοῦτο (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς), ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπειρία δὲν ἔχει τι τὸ κακόν.
§18ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπειρία.
§19Κ. ΖΩΤΟΣ. Εἶναι ἐκτίμησις τοῦ κ. Προέδρου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, ὅτε ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα καὶ τὸ ἀνέγνωσα, δὲν εὗρον ἀληθῶς, συμβουλευθεὶς τὸν Κανονισμὸν, ὅτι τοῦτο εἶναι λοίδωρον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι οὔτε ἀνώνυμον. Εἶδον πράγματι, ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶχε σφοδρότητά τινα, ἴσως ἐκ παρερμηνείας τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶχον καθῆκον, ὅτε ἔλαβον ἔγγραφον ἀπὸ τὴν Κρητικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις Κρητικὴ Κυβέρνησις εἶναι Ἑλληνικὴ, ν’ ἀνακοινώσω τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Οὐδεμίαν ὑστεροβουλίαν εἶχεν ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§21Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ προσθέτω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι πᾶν ὅ,τι προέρχεται ἐκ Κρήτης εἶναι ὡς νὰ προέρχηται ἐκ τῆς Ἑλλάδος, ἐξ ἑνὸς τμήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς ἑνότητος, ἐν τῇ οὐσίᾳ μᾶλλον τοῦ πράγματος, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὴν συζήτησιν λήξασαν.
§22Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δεχθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὡς ἀπάντησιν εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα.
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ λαμβάνοντα χώραν ἐν τῇ Βουλῇ διαταράσσουσι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὴν ἁρμονίαν τῶν σχέσεων τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν οἱ ὑπογεγραμμένοι ἐν τῇ ἀναγνωσθείσῃ ἀναφορᾷ πρὸς τὴν Βουλὴν εἶναι πάντες οἱ Σύμβουλοι τοῦ Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης, ἢ μόνον τινὲς ἐξ αὐτῶν, ὡς δὲν γνωρίζω, ἐὰν οἱ Σύμβουλοι τοῦ Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης εἶναι περιβεβλημένοι διὰ τῆς αὐτῆς δυνάμεως καὶ ἐξουσίας, δι’ ἧς εἰσὶ περιβεβλημένοι ἐν πολιτείαις κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμέναις οἱ Ὑπουργοί. Ἐὰν οἱ ἀναφερόμενοι Σύμβουλοι εἶναι ὄντως Ὑπουργοὶ τοῦ Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης καὶ ἔχωσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα Ὑπουργῶν, ὤφειλον νὰ μεταβιβάσωσι τὰς σκέψεις αὑτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, οὐδεμίαν δὲ σχέσιν ἔχουσι, κατὰ τοὺς ἁπανταχοῦ ἰσχύοντας κανόνας, μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· ἐὰν δὲ οἱ Σύμβουλοι τοῦ Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης, οἱ ὑπογεγραμμένοι ἐν τῇ ἀναγνωσθείσῃ ἀναφορᾷ, ἦναι οὐδὲν ἄλλο ἢ ἁπλοῖ πολῖται τῆς Κρήτης, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἀνηνέχθησαν πρὸς τὴν Βουλὴν ἰδιότητα, ὤφειλον βεβαίως νὰ ἀπευθυνθῶσι πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μόνον ἀφοῦ ἐλάμβανον τὴν ἄδειαν τοῦ Ἁρμοστοῦ. Πᾶσαν ὅμως παρατήρησιν, ἣν εἶχον νὰ ἀπευθύνωσιν ἐπὶ λόγων λεχθέντων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ ὑπό τινος ῥήτορος, ὤφειλον νὰ ἀπευθύνωσι διὰ τῆς δημοσιογραφίας, διότι, ὡς Ὑπουργοί, οὐδὲν εἶχον δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ἐν ᾗ ἀγορεύουσιν οἱ Βουλευταὶ ἐλευθέρως, πολλῷ δὲ ὀλιγώτερον δὲν εἶχον δικαίωμα τοιοῦτον ὡς πολῖται, ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι παρακεχωρημένον εἰς τοὺς πολίτας τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ ἵνα ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν λόγους γραπτοὺς, διαψεύδοντες ἢ ἐπικρίνοντες τοὺς ἀγορεύοντας Βουλευτὰς, ἀλλὰ καταγγέλλοντες παραβάσεις νόμων, ἢ πράξεις τῆς Διοικήσεως ζημιούσας τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἡ σύγχυσις εἶναι καταφανὴς, καὶ μάλιστα, ἀφοῦ οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἁρμοστείας, τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὁποίων φέρει ἡ ἀναγνωσθεῖσα ἀναφορὰ, δὲν εἶναι οὐδὲ κἄν Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ ἐλάσσονα διαχειρίζονται ἐξουσίαν. Τοιοῦτοι δὲ λειτουργοὶ τῆς Ἁρμοστείας τῆς Κρήτης, τοιαύτην διαχειριζόμενοι ἐξουσίαν, ἐπικρίνοντες καὶ ἀποδοκιμάζοντες τὰ ὑπὸ Βουλευτοῦ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἐπιφέρουσι μόνον σύγχυσιν, ἀλλὰ μεταβάλλουσι τὴν Πολιτείαν τῆς Ἑλλάδος εἰς Πύργον Βαβυλῶνος (un tour de Babel) δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ἀνεχθῶμεν, ἵνα τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἡ λειτουργία κατασταθῇ Πύργος Βαβυλῶνος. Καὶ τοῦτο προκειμένου περὶ τῆς Κρήτης, τῆς ὁποίας ἡ πολιτικὴ ὑπόστασις εἶναι ἔτι ἀσαφής, καὶ πάντες εὐχόμεθα καὶ προσδοκῶμεν νὰ ἴδωμεν τέλος πάντων νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν ὡς τάχιστα σαφῆ καὶ σαφεστάτην αἱ διαχειριζόμεναι τὰ τῆς Κρήτης Μεγάλαι Δυνάμεις· ἡ δὲ δυστυχῶς κρατοῦσα ἔτι ἀσάφεια ἐνδέχεται νὰ παραγάγῃ ἀφορμὰς εἰς γνώμας ἢ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διαταράξωσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη τῶν πραγμάτων κατάστασις ἐπιβάλλει προσοχὴν καὶ εἰς τοὺς ἐν Κρήτῃ καὶ εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι, ὁσάκις ἐξετάζωνται τὰ τῆς Κρήτης. Ἐὰν ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλάδος ἔχωσι δικαίωμα οἱ Βουλευταὶ νὰ ἀγορεύωσιν ἐλευθέρως καὶ ἀνευθύνως ἐπὶ παντὸς ζητήματος, οἱ Σύμβουλοι τῆς ἐν Κρήτῃ Ἁρμοστείας οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος ἀναφορὰς, ἵνα ἀναιρέσωσιν ἢ ἐπικρίνωσι τὰ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν λεχθέντα.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη, πρέπει νὰ διακρίνωμεν δύο τινά: τοὺς τύπους καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς τύπους, εἶναι πολὺ πιθανὸν, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθαί· ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τύπους, εἶναι πιθανὸν, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τοῦ ἑτέρου ὡσαύτως ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθαί. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν καλῶς τὸ ἔγγραφον, θέλομεν ἴδει, ὅτι κακίζει πρὸ παντὸς τοὺς δόντας τὰς πληροφορίας εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, διότι λέγει, ὅτι ἐπὶ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν ἐβάσισεν ὅσα ἀνέφερεν ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κύριος Βουλευτής. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τῶν τύπων, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, πρέπει νὰ θεωρηθῇ δευτερεῦον, ὑπάρχει καὶ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, καὶ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας εἶναι ἡ διαμαρτυρία κατὰ τῶν λεχθέντων ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης. Δύναται δὲ ἡ Βουλὴ ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην, νὰ λησμονήσῃ τὰς παρατυπίας, καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ συζητοῦσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἐγὼ, Κύριοι, περιορίζομαι νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου, ὅτι διαμαρτυρία προῆλθεν ἐκ Κρήτης κατὰ τῶν λεχθέντων ἐν τῇ Βουλῇ.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠθέλομεν πάντως κακῶς διερμηνεύσει τὰ φρονήματα ἡμῶν, ἐὰν ἐλαμβάνομεν ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσωμεν χαρὰν, διὰ τίνα λόγον; Διότι εἷς ἢ πλείονες τῶν Συμβούλων τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ ἐδήλωσαν, ὅτι ἀποδέχονται τὸ ἐθνικὸν φρόνημα. Ἀλλ’ ἡ δήλωσις αὑτῶν αὕτη, καὶ ἡ βεβαίωσις ὅτι εἰλικρινῶς πιστεύουσιν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ, εἰμὴ πιστὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς Κρὴς, καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς Ἕλλην, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς, Ἕλληνες ὄντες, καὶ διατελοῦντες πάντες πιστοὶ ὑπηρέται τῆς πολιτικῆς τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἴμεθα ἄξιοι συγχαρητηρίων, ἀλλ’ ἐκτελοῦμεν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὡς Ἕλληνες. Ἡ οὐσία δὲν δύναται πάντως, εἰμὴ νὰ ᾖναι ὁ σκοπὸς ὁ ἐθνικὸς, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κρήτη ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ὡς σκοπὸν τῆς πολιτικῆς αὑτῶν καὶ τῶν σκέψεων αὑτῶν. Περὶ τοῦ σκοποῦ τούτου ἡμεῖς δὲν κρίνομεν, ὅτι πρέπει ἢ συμφέρει ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὰς προαιρέσεις τῶν ἐν Κρήτῃ, ἂν καὶ ἠδυνάμεθα νὰ παραπονεθῶμεν, ὅπερ παρελείψαμεν νὰ πράξωμεν, ὅταν μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἁρμοστείας, ἐλθόντα ἐν Ἀθήναις, παρελογίζοντο, ὀνειδίζοντες τὸ κρατοῦν ἐν Ἑλλάδι πολίτευμα, καὶ προαγγέλλοντες, ὅτι οἱ Κρῆτες δὲν θέλουσιν ἀποδεχθῆ τὴν ἕνωσιν, εἰμὴ, ἐὰν ἡμεῖς δεχθῶμεν τὸ πολίτευμα τὸ ἐν Κρήτῃ κατασταθέν. Ἡμεῖς δὲν ἠξιώσαμεν ἀπαντήσεως μωρολογήματα τοιαῦτα, καὶ περιεφρονήσαμεν αὐτὰ, διότι εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ Κρὴς, ὁ ὁποῖος παρεπλανήθη τοσοῦτον, ὁ ὁποῖος ἠσέβησε τοσοῦτον εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του, οὗτος θέλει ἀποτελεῖ μίαν μονάδα, τὴν ὁποίαν θέλει ἀποκηρύξει ἅπας ὁ Κρητικὸς λαός. Ἡ πολιτεία τῆς Ἑλλάδος εἶναι μόνιμος καὶ ἡ αὐτὴ, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῆς εἶναι εἷς, ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἡμεῖς, ἂν δὲν στέργωμεν, δὲν παρεπονέθημεν ὅμως, οὐδὲ προεκαλέσαμεν τὴν προσοχήν τινος διὰ τὴν ἐγκατασταθεῖσαν ἐν Κρήτῃ κατάστασιν, ἀφοῦ τὰ ἐκεῖ γινόμενα παρεστάθησαν ὡς προπαρασκευάζοντα τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ τῆς Κρήτης καὶ τῆς Ἑλλάδος· δὲν εἴχομεν δὲ κρίνει ποτὲ ἡμᾶς αὐτοὺς ἐστερημένους τοῦ δικαιώματος τῆς ἐρεύνης τῶν Κρητικῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν ἐν Κρήτῃ ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀξιῶμεν ἀληθῆ εὐλάβειαν πρὸς τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος, ἥτις τυγχάνει μάλιστα μήτηρ τῆς εὐγενοῦς Μεγαλονήσου, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ μὴ νομίζωσιν, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀντιλέγωσι πρὸς τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λεγόμενα διὰ γραπτοῦ λόγου, οἷα εἶναι ἡ ἀναγνωσθεῖσα ἀναφορά. Οἱ πολῖται Ἕλληνες, ἂν ἔχωσι παράπονα, ἀναφέρονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ζητοῦντες, ἵνα τακτοποιηθῶσι τὰ τακτοποιήσεως δεόμενα· ἀλλ’ οὐδ’ αὐτοὶ ἀπέκτησαν ἔκ τινος διατάξεως τὸ δικαίωμα νὰ γράφωσι λόγους γραπτοὺς ὑπὸ τύπον ἀναφορᾶς, δι’ ὧν νὰ ἀναιρῶσιν, ἢ ν’ ἀποδοκιμάζωσιν, ἢ καὶ νὰ ὀνειδίζωσι τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ἀγορεύσαντας ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως οἱ λόγοι οὗτοι αὐτῶν οἱ γραπτοὶ ἀναγινώσκωνται ἐν τῇ Βουλῇ.
§27Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μολονότι ὤφειλον νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἅτινα εἶχον ἐν νῷ, ὅτε ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀλλ’ ἅτινα δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ διατυπώσω μετὰ τῆς αὐτῆς ἀκριβείας, μεθ’ ἧς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ σεβαστὸς ἀρχηγός μου, ὀφείλω ὅμως νὰ διαμαρτυρηθῶ ὡς Κρὴς, εὑρισκόμενος ἐνταῦθα, ὅτι εὑρέθησαν Κρῆτες, ἐλάχιστα ἀγωνισθέντες ὑπὲρ τῆς Κρήτης καὶ ἐπ’ ἐσχάτων συμμετασχόντες εἰς τοὺς ἀγῶνας αὐτῆς, νὰ ἀπευθύνωσι παρατηρήσεις ὄχι πρὸς τὸ ἄτομον, ὄχι πρὸς τὸν ῥήτορα, τὸν ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, ὅπερ ἐπὶ μίαν καὶ πλέον ὥραν ἠκροάσθη τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κυρίου Λεβίδου, χωρὶς νὰ διακόψῃ τοῦτον οὔτε διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, οὔτε διά τινος τῶν μελῶν αὐτῆς, ἥτις, ἐὰν ἤθελεν ἀκούσει τι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀνάρμοστον πρὸς τὸ βῆμα τοῦτο, ἢ ἐπιζήμιον πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τύχην τῆς Κρήτης, δὲν ἤθελε ποτὲ ἀφήσει ἀπαρατήρητον. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ δεχθῶ, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἔγγραφον ἀπεστάλη οὕτως ἀναρμοδίως πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐν γνώσει τούτου, ἀλλὰ μᾶλλον, ὅτι οἱ Κρῆτες, μὲ τὰ ὅπλα εἰς χεῖρας ἀγωνισθέντες ἐπὶ μακρὸν χρόνον, δὲν ἔσχον τὴν πεῖραν, ἥτις ἀπαιτεῖται περὶ τὸν χειρισμὸν τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, οὐδὲ περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν φράσεων τῶν πολιτικῶν, λησμονοῦσι δ’ ὅτι, ἐὰν οἱ πόθοι ἑνοῦσιν ἡμᾶς, μᾶς χωρίζουσιν οἱ τύποι· λησμονοῦσιν, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀπευθυνθῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· πάντα ταῦτα λησμονοῦσιν ἐκ τοῦ πόθου τῆς ταχυτέρας πραγματώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἑνώσεως· κρίνω δὲ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι πολλάκις ἐλέχθη ἐντεῦθεν. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον φίλον κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ μὴ πικραίνηται καθόλου διὰ τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ τηλεγράφημα, ἀλλὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι οἱ ἀγῶνές του οἱ πολιτικοὶ, ἡ ἔντιμος πορεία του τῷ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ παρίδῃ, ἐάν τις φράσις ὑπῆρξεν ἀκατάλληλος, καὶ ἡ Βουλὴ, ἀποδεχομένη, ὅτι λάθος μόνον ἁπλοῦν ἐγένετο ὑπὸ τῶν πεμψάντων τὸ τηλεγράφημα, νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας της.
§28Α. ΡΙΚΑΚΗΣ...
§29Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα αὐτὰ γίνονται, διότι τινὲς ἐπιθυμοῦσι νὰ φαίνωνται Κρητικώτεροι τῶν Κρητῶν ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ἐνθυμῶνται, ὅτι εἴμεθα ὅλοι καὶ ἀντιπρόσωποι τῆς Κρήτης ἐνταῦθα.
§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ εἴκοσιν ἀκριβῶς ἔτη. Ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία μου, βεβαίως δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἱστορήσω· δύναμαι ὅμως νὰ καυχηθῶ, ὅτι οὐδεμία ὁθενδήποτε ἐπιρροὴ ἴσχυσε νὰ μεταβάλῃ τὰ φρονήματά μου περί τε τῆς ἐσωτερικῆς καὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος. Παρέστην νεαρὸς μαχητὴς τοῦ λόγου ἐνταῦθα, ὅτε διηύθυνε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ὁ ἰσχυρὸς ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτής, καὶ ἡ ῥητορικὴ ἐκείνου εὐγλωττία καὶ ὁ μέγας ἀριθμὸς καὶ τὸ ἐμπνευσμένον τῶν φίλων, οὓς ἔσυρεν ὄπισθεν αὑτοῦ, οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νὰ μεταβάλωσι τὰ περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνου φρονήματά μου. Ἂς γράφωσιν οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Αὐτοῦ Βασιλικῆς Ὑψηλότητος τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ ὅ,τι ἂν περὶ ἐμοῦ θέλωσι. Καθ’ ἣν ὅμως ἐποχὴν ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, κατελθόντες εἰς Κρήτην μετὰ τοῦ ἀγήματος, κατεδίωκον τὸν Κούντουρον εἰς τὰ Σφακιά, ἵνα συλλάβωσιν αὐτόν, ὡς προδίδοντα τὸν ἀγῶνα, ἐγὼ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, ἔπραττον πᾶν ὅ,τι ἠδυνάμην ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς μεγαλομάρτυρος νήσου. Δὲν θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Ρικάκη· καὶ δὲν ἀπαντῶ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι αὐτὸς ἐπαγγέλλεται κατ’ ἀποκοπὴν τὸν προστάτην, αὐτός, τῆς Δυναστείας καὶ τῶν μελῶν τῆς Δυναστείας, ὡσανεὶ πάντες ἡμεῖς οἱ ἄλλοι εἴμεθα ἀντιδυναστικοί· καὶ διὰ τοῦτο τώρα πιστεύω, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ πρό τινων ἡμερῶν μοὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι ἐζήτησε νὰ φονεύσωσι τὴν ἐν Παλαιῷ Φαλήρῳ στρουθοκάμηλον, εἶναι ὀρθὸν, διότι, πιστὸς ὁ κύριος Ρικάκης καὶ μόνος ὑπήκοος τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, ἐνόμισεν, ὅτι καὶ ἡ στρουθοκάμηλος θὰ ἦτο ἀντιδυναστική. Ἑπομένως περὶ τῶν λόγων τοῦ κυρίου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου ἐγὼ ἐντελῶς ἀδιαφορῶ· γνωρίζω ἄλλως, τίνας ἰδέας ἔχουσι περὶ αὐτοῦ ἐν Κρήτῃ. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς ὃ θέλω νὰ ἐπιμείνω καὶ ἐπιμένω, καταστρέφων τὸν λόγον, εἶναι τὸ ἑξῆς· Ὅτε ἐγὼ ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν ἠγόρευον πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ νῦν καὶ ἡ πρώην, διατὶ δὲν ἔσπευσεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ διαμαρτυρηθῇ, ἐὰν ἐξεφέροντο λόγοι ἀσεβεῖς, ἢ ἔστω ἀναληθεῖς; Τίνες εἰσὶν οἱ ἀσεβεῖς ἐκεῖνοι λόγοι, οἵτινες ἐξηνέχθησαν; Τί εἶπον ἐγώ, παρακαλῶ; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω αὐτό, ἵνα ἀκούσωσιν οἱ Κρῆτες τοῦτο, οὓς ἐζήτησαν νὰ ἐξαπατήσωσιν οἱ συκοφάνται. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὐχὶ Κρῆτες, ἀλλ’ ἄνθρωποι κατελθόντες ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἰς Κρήτην, λέγοντες ὅτι ἐκφράζουσι δῆθεν τὰς γνώμας τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ, προκαλοῦσι τοιαῦτα σκάνδαλα καὶ τοιοῦτον ἐρεθισμὸν ἐν Κρήτῃ, ὥστε, ὡς ἐξάγεται ἐξ ἐπιστολῶν, ἃς ἐκεῖθεν ἔχω, καὶ ὧν μίαν φέρω μετ’ ἐμοῦ.... Μία φωνή. Ἀναγνώσατέ την.
§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Θέλετε νὰ τὴν ἀναγνώσω;
§32ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§33ΛΕΒΙΔΗΣ. .. οἱ κατελθόντες ἐξ Ἑλλάδος καὶ ἀποτελέσαντες τὴν κλίκαν ὄπισθεν τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ παραστῶμεν ἴσως μάρτυρες σκηνῶν, ἃς πάντες ἀπευχόμεθα. Οὐδὲ ἐγὼ λοιπόν, οὐδὲ ἄλλος τις εἴμεθα οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὰ γενόμενα ἐκεῖ προέρχονται ἐκ Κρητῶν. Ἄλλοι εἰσὶν οἱ πιστοποιήσαντες (ἐλθόντες μάλιστα καὶ ἐνταῦθα) καὶ ἐν Κρήτῃ καὶ ἐδῶ, ὅτι δῆθεν ὑπάρχει ἐν Κρήτῃ κόμμα, ὅπερ εἶναι ἀνθενωτικόν. Ἡμεῖς διαμαρτυρόμεθα, καὶ διαμαρτύρεται ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς τύπος καὶ ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν Ἑλληνικὴ ψυχὴ, δὲν εἶναι δυνατὸν Ἕλλην, γινώσκων τοὺς μακραίωνας ἀγῶνας τῶν Κρητῶν, νὰ πιστεύσῃ ποτὲ, ὅτι εὑρέθη ἔστω καὶ εἷς μόνον ἀληθὴς Κρὴς, δυνάμενος νὰ ἦναι κατὰ τῆς Ἑνώσεως. Ταῦτα, Κύριοι, ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἔλεγον δὲ ταῦτα, γινώσκων καὶ τὸν ἔντιμον χαρακτῆρα τοῦ κ. Βενιζέλου, ὃν οὐδὲ ἐξ ὄψεως γνωρίζω, οὐδὲ εἰς ἀλληλογραφίαν μετ’ αὐτοῦ διατελῶ. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐλάμβανον γνῶσιν τῶν ἐκεῖθεν ἐρχομένων ἐγγράφων, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἄλλοι κατεδιώκοντο παρὰ τῶν ἐκεῖ ἀποσταλέντων στρατευμάτων ἡμῶν, ὡς κατὰ τοῦ ἀγῶνος ἐργαζόμενοι, ὁ Βενιζέλος ἀπηύθυνεν ἔγγραφα πρὸς τοὺς Προξένους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ πρὸς τὸν Ἀρχινύαρχον τῶν στόλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων πλήρη ἐξάρσεως φιλοπατρίας, ἔγγραφα πλήρη διπλωματικῆς δεινότητος, ὧν ὅμοια δύσκολον εἶναι νὰ γραφῶσιν ἀκόμη καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κύριος Βενιζέλος, ἀνὴρ ὅστις ἔδρασεν, αὐτὸς καὶ οἱ πρόγονοι αὐτοῦ, ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Κρήτης καὶ τῆς ἑνώσεως, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἄλλοι νὰ κρύπτωνται ὄπισθεν τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος καὶ νὰ διαδίδωσιν, ὅτι ὁ ἀνὴρ αὐτὸς, ὁ φιλόπατρις, ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι κατὰ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης. Αὐτὰ εἶναι τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος. Καὶ αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, ἅτινα μοὶ γράφουσιν οἱ Κρῆτες καὶ περὶ ὧν ἴσως ἔλθῃ στιγμὴ νὰ γένηται μακρὸς λόγος. Ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τοὺς κυρίους ἐκείνους τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἔδει ν’ ἀναλάβωσι τὴν ὑπεράσπισίν μου· εὐχαριστῶ δὲ καὶ πάλιν αὐτούς. Λέγω ὅμως, ὅ,τι ἂν μετέσχον τῆς συζητήσεως, μετέσχον, διότι ἔπρεπε νὰ λάβω μέρος, ἀφοῦ τοιαύτας διαστάσεις ἔλαβεν. Ἐὰν ἡ συζήτησις δὲν ἐλάμβανε διαστάσεις τοιαύτας, ἐγὼ ἤθελον περιορισθῆ εἰς τὰς δύο ἐκείνας λέξεις, ὅτι εἰς τοιοῦτον λίβελλον, παρὰ τοιούτου προσώπου προερχόμενον, ἀπαξιῶ ν’ ἀπαντήσω.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων προσῆλθον πρός με καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐχὴν, ὅπως στέρξῃ ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ κατὰ τὴν ΙΓʹ Βουλευτικὴν Περίοδον ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα τὸν δῆμον Ἀθηναίων. Ἡ Κυριακούλα χήρα τοῦ ἐφίππου χωροφύλακος Γεωργίου Πετράκου ἢ Περιφανάκη δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ νὰ τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Λεβίδης κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Ἐπερωτῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἰδίᾳ δὲ τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν: Αʹ) Ἄν συνεπείᾳ τῶν παρ’ ἑκάστου αὐτῶν ἐκδοθεισῶν ἐγκυκλίων κατεσχέθησαν ἀπαγορευθέντα Εὐαγγέλια. Βʹ) Πόσα παρ’ ἑκάστης Ἀρχῆς (τὸ ὄνομα τῆς Ἀρχῆς), πότε ὡρισμένως, καὶ τίνος ἰδίᾳ μεταφράσεως, καὶ τίνος ἐκδότου, καὶ ἐν τίνι μέρει. Γʹ) Νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τῶν Ἀρχῶν, δι’ ὧν ἀναγγέλλονται αἱ τυχὸν γενόμεναι κατασχέσεις. Δʹ) Ἄν ἐξηφανίσθησαν τὰ κατασχεθέντα, καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο ἡ ἐξαφάνισις. Νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις περὶ ἑκάστης τῶν ἐξαφανίσεων.»
§35ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ζήτημα ζωτικώτατον, Κύριοι συνάδελφοι, ζήτημα ἐξόχως ἐνδιαφέρον τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐνταῦθα, κατέστη ἀπό τινος τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μεγαλοπόλεως–Σπάρτης–Ξηροκαμπίου. Τὸ ὕψος δὲ τοῦ ἐνδιαφέροντος ἡμῶν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ πανηγυρικῶς, οὕτως εἰπεῖν, διετρανώθη πρὸ μικροῦ διὰ πανδήμων ἐν Σπάρτῃ συλλαλητηρίων καὶ διαδηλώσεων, διὰ σχετικῶν ψηφισμάτων καὶ τηλεγραφικῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀναφορῶν τῶν διαφόρων ἐκεῖ Συλλόγων καὶ συντεχνιῶν, ἔτι δὲ δι’ ἐντόνων διαμαρτυριῶν τοῦ ἐγχωρίου τύπου. Πλὴν μέχρι τοῦ νῦν ἀγνοεῖται τὸ ἀποτέλεσμα τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν, ποικίλαι δὲ καὶ ἀντιφατικαὶ ἐκυκλοφόρησαν κατ’ αὐτὰς φῆμαι περὶ τῆς πορείας καὶ τῆς τύχης τοῦ τόσον ἐνδιαφέροντος ἡμᾶς ζητήματος τούτου· καὶ κατὰ τὰς μὲν τούτων, τὰς καὶ σπουδαιοτέρας, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐλπίζει, καὶ ἐπηγγέλθη μάλιστα, αἰσίαν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, κατὰ τὰς δὲ, τοὐναντίον συναντᾷ δυσυπερβλήτους ἐπὶ τούτῳ δυσχερείας, ἐξ οὗ καὶ εὐλόγως κορυφοῦται ἡ ἀνησυχία τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν. Ἐπιτακτικὸν ἐντεῦθεν μοὶ ἐπιβάλλεται καθῆκον νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ ἡμῖν ἐπίσημον πληροφορίαν περὶ τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἀνήχθη μέχρι τοῦδε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἰδίως δὲ, ἐὰν προέβη εἰς σχετικήν τινα συνεννόησιν μετὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς σιδηροδρομικῆς Ἑταιρείας, καὶ ποίαν ἐμόρφωσεν ἀσφαλῆ γνώμην, διὰ νὰ κανονίσῃ οὕτως ἐν ἐπιγνώσει δι’ ἡμῶν καὶ ἡ Λακεδαίμων τὴν θέσιν καὶ τὰς σχέσεις της ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Περιορίζομαι ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἀπεκδεχόμενος εὔνουν τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§36ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὴν χρησιμότητα τοῦ σιδηροδρόμου Λεονταρίου–Σπάρτης καὶ τῆς προεκτάσεως αὐτοῦ, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ οἱ κύριοι ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφοι ὡμίλησαν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ταύτης, καὶ πάντες συνωμολογήσαμεν, ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἡ κατασκευὴ αὐτῆς, ἡ ὁποία προώρισται νὰ συνδέσῃ τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος πρὸς τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος· ὀφείλω ὅμως νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχομεν δύο ζητήματα ἐκκρεμῆ, τὴν γραμμὴν Λεονταρίου–Σπάρτης καὶ τὴν γραμμὴν ἀπὸ Κυπαρισσίας μέχρι Φιλιατρῶν καὶ Γαργαλιάνων, τὴν μέλλουσαν νὰ ἑνώσῃ καὶ τὴν Πυλίαν μετὰ τῆς Τριφυλίας. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς τελευταίας ταύτης γραμμῆς πρωτίστως, καὶ μὴ συνταυτίσῃ τὴν τύχην τῆς μιᾶς πρὸς τὴν ἄλλην, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ γραμμὴ Λεονταρίου νὰ στοιχίσῃ τόσον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ βαστάσῃ ὁ προϋπολογισμὸς τὰ βάρη ἀμφοτέρων. Ἂν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν παροχὴν τῶν μέσων πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, πρέπει νὰ προτιμήσῃ τὴν τῆς Τριφυλίας, διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἡ Ἑταιρεία προθυμοποιεῖται νὰ ἀναλάβῃ ἀμφοτέρας τὰς γραμμὰς, μὲ τὴν παρατήρησιν νὰ προτάξῃ τὴν μίαν, δηλ. τὴν συντομωτέραν, διότι πλησίον αὐτῆς ἔχει ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐγκαταστάσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ οὐ μόνον ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ἣν χθὲς ὑπέβαλον, ἀλλὰ καὶ νὰ καταθέσῃ, εἰ δυνατὸν, τὰς μελέτας τῆς γραμμῆς τῆς προεκτάσεως ἀπὸ Κυπαρισσίας μέχρι Γαργαλιάνων, μετὰ τῶν σχετικῶν διαγραμμάτων, διότι ἡ μελέτη ἐγένετο ἐπὶ παρακτίας γραμμῆς, μὴ ἐξυπηρετούσης τὰ συμφέροντα τῶν χωρίων τῆς Τριφυλίας, ἐνῷ πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλην διεύθυνσιν, χάριν ὅλων τῶν κατοίκων τῶν δήμων Ἐράνης καὶ Πλαταμώδους. Ἡ παράκτιος γραμμὴ διευκολύνει μόνον τὴν Ἑταιρείαν, διότι δὲν θὰ δαπανήσῃ πολλά, καὶ διότι, συνδέουσα μόνον πόλεις, ἐξυπηρετεῖ κατὰ τὴν κρίσιν της τὰ συμφέροντα αὐτῆς διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων, ἐνῷ ἡ ὑποδεικνυομένη θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας. Διὰ ταῦτα καταθέτω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§37Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔχουσιν οὕτως: Ἡ Ἑταιρεία τῶν Πελοποννησιακῶν σιδηροδρόμων ἐδήλωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μετ’ ὀλίγους μῆνας θὰ ἦναι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ παραδώσῃ ἀποπερατωμένην τὴν γραμμὴν Μελιγαλᾶ–Κυπαρισσίας–Πύργου, ὑπεδήλωσε δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς γραμμῆς ταύτης εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Μελιγαλᾶ–Φιλιατρῶν καὶ ἄλλων σημείων. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ψηφισθεῖσαν σύμβασιν ἐξεφράσθη ἡ εὐχὴ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διετυπώθη ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων γραμμῶν πρέπει νὰ ἦναι ἡ γραμμὴ Σπάρτης, καὶ εἶπεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι καὶ περὶ ταύτης τῆς γραμμῆς πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ ὑποβάλῃ προτάσεις. Ἡ Ἑταιρεία δὲν ὑπέβαλεν ὡρισμένην πρότασιν περὶ τούτου. Εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον εὑρίσκονται τὰ πράγματα.
§38ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, κοινὴν τοῦ λαοῦ αὐτῆς ἐπιθυμίαν καὶ θέλησιν διερμηνεύων, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιμείνῃ παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἵνα αὕτη ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης. Ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς ταύτης, ἥτις εἶναι ὁ μέγιστος πόθος τῶν κατοίκων τῆς Λακεδαίμονος, θέλει ἐξυπηρετήσει οὐ μόνον τὴν παραγωγήν, τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν μιᾶς τῶν πλουσιωτάτων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀρχαιολογικὸν κόσμον, ὅστις ἀποφεύγει, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας, νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ μνημεῖα τῆς ἐνδόξου Σπάρτης, πρὸς μεγίστην ζημίαν, ὑπὸ ἔποψιν πλουτολογικήν, τοῦ τόπου. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ σκεφθῇ, ὅτι σκοπὸς τῆς συγκοινωνίας δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν συμφερόντων τῶν Ἑταιρειῶν, ὅταν μάλιστα αὗται ἐκ τοῦ Κράτους πλουτίζωσι καὶ ἐνισχύωνται, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν συμφερόντων αὐτοῦ τοῦ Κράτους, ὅπερ πρέπει νὰ προνοῇ περὶ τῆς κατ’ ἀναλογίαν παροχῆς τῶν εὐεργετικῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας εἰς ἁπάσας τὰς ἐπαρχίας αὐτοῦ, καὶ ἰδίως εἰς ἐκείνας, αἵτινες, ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς θέσεώς των, στεροῦνται τοιαύτης.
§39ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα πιέσεως τῆς Ἑταιρείας, κύριε συνάδελφε· εἶναι ζήτημα δαπάνης, εἶναι ζήτημα βάρους, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ὁ προϋπολογισμός, διότι ἀμφότεραι αἱ γραμμαὶ θὰ στοιχίσωσι περὶ τὰ 14 ἑκατομμύρια, καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν δύναται νὰ ὑποφέρῃ τὸ βάρος τῶν τοκοχρεωλυσίων.
§40ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ γείνῃ μόνον ἡ γραμμὴ Λεονταρίου–Σπάρτης.
§41ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γραμμὴ Κυπαρισσίας–Πύλου δὲν εἶναι γραμμὴ νέα, εἶναι παραφυὰς προϋπαρχούσης γραμμῆς. Πρόκειται περὶ ἔργου οὐχὶ αὐτοτελοῦς, ἀλλὰ περὶ ἔργου κατ’ ἀνάγκην καὶ φυσικὴν συνέπειαν ἐπιβαλλομένου. Ἐγὼ εὔχομαι, Κύριοι, νὰ συντελεσθῇ ἡ γραμμὴ Σπάρτης– Λεονταρίου καὶ ὅλον τὸ σύμπλεγμα τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Στερεᾶς· ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν συγχρόνως.
§42Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43Δ. ΓΙΔΑΣ. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε διατάξει τὴν κατασκευὴν ἀρτοποιείου στρατιωτικοῦ ἐν Βελεστίνῳ διὰ λόγους καθαρῶς στρατιωτικούς, καὶ διότι ἀναγνωρίζει τὴν στρατιωτικὴν ἀξίαν τοῦ Βελεστίνου. Τὸ ἔργον ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν, τὸ ἀνέλαβεν ὁ ἐργολάβος, καὶ μετέβη οὗτος πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ· ἀλλ’ ἠμποδίσθη, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ μεταφέρῃ τὸ ἀρτοποιεῖον ἐκτὸς τῆς κωμοπόλεως τοῦ Βελεστίνου, καίτοι ὁ δῆμος Βελεστίνου προθυμοποιεῖται νὰ χορηγήσῃ οἰκόπεδον κατάλληλον ἐντὸς τῆς κωμοπόλεως καὶ πλησίον τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐπειδὴ ἡ ἵδρυσις τοῦ ἀρτοποιείου πρόκειται νὰ εὐεργετήσῃ καὶ τὴν κωμόπολιν τοῦ Βελεστίνου, ἥτις τόσα ὑπέστη κατὰ τὸν πόλεμον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ μεταθέσῃ τὸ ἀρτοποιεῖον, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ κατασκευασθῇ τοῦτο, εἰ δυνατόν, ἐντὸς τῆς κωμοπόλεως.
§44Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς ἡ ἵδρυσις ἀρτοποιείου, χρησίμου ὁμολογουμένως, ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ εἰς δημοπρασίαν τὸ ἔργον ἐξετέθη, καὶ ἡ ἐργασία ἐπρόκειτο ν’ ἀρχίσῃ, ἀλλ’ ἕνεκα παραστάσεων γενομένων ὑπὸ τῆς ἐκεῖσε Μεραρχίας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ μηχανικοῦ, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ μελετηθῇ περισσότερον οὐχὶ ἡ ἵδρυσις ἀρτοποιείου, ἀλλ’ ὁ τόπος ὁ καταλληλότερος, ἐν ᾧ ὤφειλε νὰ ἱδρυθῇ. Διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶ δὲ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν οὔτε νὰ ἀπορρίψω τὰς παραστάσεις τῶν ἀρχῶν τούτων, οὔτε ἡ ὑπηρεσία νὰ ὑποπέσῃ εἴς τι σφάλμα, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ συστήσω πολυμελῆ ἐπιτροπήν, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Μεράρχου καὶ ἑτέρων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ μηχανικοῦ, οἱ ὁποῖοι νὰ μελετήσωσι τὸ ζήτημα καὶ βεβαιώσωσιν, ἂν τὸ μέρος, ὅπου εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ ἀνεγερθῇ τὸ ἀρτοποιεῖον, εἶναι τὸ καταλληλότερον καὶ τὸ οἰκονομικώτερον, διότι παρεστάθη, ὅτι τὸ μέρος, ὅπου ἐπρόκειτο ν’ ἀνεγερθῇ, ἀπέχει τοῦ σιδηροδρόμου 20 καὶ πλέον λεπτὰ τῆς ὥρας, ἑπομένως ἡ μεταφορὰ τῶν ἄρτων ἐπρόκειτο νὰ γίνηται διὰ κάρρων καὶ ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέφερον δαπάνην, ἥτις δύναται νὰ προληφθῇ διὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἀρτοποιείου ὅσῳ τὸ δυνατὸν πλησιέστερον τοῦ σιδηροδρόμου. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ ἐγκαταλείψεως τοῦ ἔργου, ἀλλὰ περὶ ἀνεγέρσεως αὐτοῦ εἰς καταλληλοτέραν θέσιν.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει φόβος, ὅτι ἡ ἀναστολή, τὴν ὁποίαν διετάξατε, θὰ γεννήσῃ δικαιώματα ἀποζημιώσεως εἰς τὸν ἐργολάβον; Μοὶ φαίνεται δὲ παράδοξον, πῶς προσδιωρίσθη ὁ τόπος τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἀρτοποιείου χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τῆς Μεραρχίας Λαρίσης, ἡ ὁποία ἦτο ἁρμοδιωτέρα νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τούτου.
§46Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε θετικὰς πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι ὅλαι αἱ σχετικαὶ εὐκολίαι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν οἰκοδόμησιν τοῦ κτιρίου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἀτμομύλου ἐν Βελεστίνῳ ἐζήτησε νὰ παράσχῃ δωρεὰν τὸ οἰκόπεδον πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ κτιρίου, παρακειμένως ὅμως τοῦ ἀτμομύλου του, ἀλλὰ τοῦτο ἡ τότε Κυβέρνησις ἔκρινεν οὐχὶ ὠφέλιμον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἀτμομύλου, διότι ἀναντιρρήτως οὗτος εἶχε τὰς ἀπαιτήσεις του, καὶ αὗται ἦσαν, ὡς εἰκάζω, τὰ σιτηρὰ νὰ ἀλέθωνται εἰς τὸν ἀτμόμυλόν του, τὸν μόνον ἄλλως τε ὑπάρχοντα ἐκεῖ. Ἡ Κυβέρνησις ἔκρινε καλὸν ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸν δῆμον Βελεστίνου, ἵνα πληροφορηθῇ, ἂν οὗτος διέθετεν οἰκόπεδον δημοτικόν, τὸ ὁποῖον νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀνέγερσιν ἐν τῇ πόλει τοῦ ἀρτοποιείου, καθόσον θὰ ἦτο εὐκολωτέρα ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ κατοικία τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀρτοποιείου. Οὐχ ἧττον ἔμενεν ἓν ζήτημα ἀκόμη ἄλυτον, τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς. Καὶ διὰ μὲν τὸ οἰκόπεδον, ἀληθῶς εὑρέθη τοιοῦτον καὶ προσεφέρθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τοῦ δήμου δωρεάν· ὅσον δὲ διὰ τὸ ζήτημα τῆς μετακομίσεως τῶν σιτηρῶν καὶ ἀλεύρων, ὁ διευθυντὴς τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, προσελθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, προσεφέρθη νὰ κατασκευάσῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων ἰδίαις δαπάναις γραμμήν, ἐξυπηρετοῦσαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀρτοποιείου, τουτέστι διὰ τῶν ἁμαξῶν τῆς Ἑταιρείας νὰ μεταφέρηται ὁ σῖτος καὶ τὰ ἄλευρα ἢ ὁ ἄρτος πρὸς διανομὴν εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Θεσσαλικῆς χώρας. Ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ λοιπὸν διαβεβαιώσει καὶ τῇ λύσει τοῦ ζητήματος ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ οἰκοδομήσῃ τὸ ἀρτοποιεῖον ἐν Βελεστίνῳ, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν πρὸς οὐδένα, διότι δύνανται τὰ σιτηρὰ νὰ ἀλέθωνται εἰς τὸ Βελεστῖνον, δύνανται ὅμως νὰ ἀλεσθῶσι καὶ εἰς τὸν Βόλον, διότι τοῦτο θὰ ἦναι ἀποτέλεσμα δημοπρασίας, καὶ ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος ἤθελε προσφέρει τὴν κατωτέραν τιμήν, ἤθελεν ἀναλάβει τὴν ἄλεσιν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀπεδέχθημεν τὴν οἰκοδόμησιν τοῦ ἀρτοποιείου εἰς τὸ Βελεστῖνον, καὶ ὄχι ἐκτὸς τῆς πόλεως.
§47Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἀνεζήτησα ν’ ἀνεύρω διαβεβαίωσιν τοιαύτην τοῦ διευθυντοῦ τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, ὅπως ἀπαλλαγῶ πάσης περαιτέρω ἐνεργείας, καὶ κυρίως τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εὗρον τοιαύτην διαβεβαίωσιν. Οὐχ ἧττον μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ, θέλω ἀποταθῆ εἰς τὸν διευθυντὴν τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, καὶ ἂν οὗτος δέχεται, λίαν εὐχαρίστως θέλω ἀποδεχθῇ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὥρισεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§48Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ μὴ προτιμηθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀρτοποιείου παρὰ τὸν ἀτμόμυλον· διότι ὡς πρὸς τὸ ἄλεσμα θὰ προκαλῆται πάντοτε διαγωνισμός, τὸ δ’ ἄλεσμα θὰ μεταβάλληται κατὰ τὰς ἐσοδείας.
§49Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε παρακαλῶ, Κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ μικρὸν ὑμᾶς ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μὲν τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἔχει γενικώτερον χαρακτῆρα, διότι ἀποβλέπει εἰς τὸ προϊὸν τῆς νήσου ταύτης καὶ θίγει τὸ ἐν γένει ἐμπόριον τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων. Δὲν σᾶς λανθάνει, πιστεύω, ὅτι τὸ ἔλαιον τῶν Παξῶν εἶναι τὸ ἄριστον τῶν ἐλαίων τῆς Ἀνατολῆς, περὶ τούτου δὲ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του τὴν ἔκθεσιν τοῦ προξένου Μεσσήνης, ὡς καὶ τὴν τοῦ γενικοῦ προξένου Πετρουπόλεως, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ ἔλαιον τοῦτο ἔχει ἀποκτήσει εἰς τὰς ἀγορὰς ἐλαίου ἐν Εὐρώπῃ τὴν καλλιτέραν θέσιν μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν ἐλαίων, εἶναι δὲ ἐφάμιλλον πρὸς τὰ ἄριστα τῆς Εὐρώπης. Λέγουν δ’ οἱ πρόξενοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ἐκθέσεις των, ὅτι τὸ ἔλαιον τῶν Παξῶν ζητεῖται κυρίως εἰς τὴν Ρωσσίαν, ὅπου χρησιμοποιεῖται διὰ τὴν καῦσιν εἰς τὰς κανδήλας. Διὰ νὰ φθάσῃ τὸ ἔλαιον τοῦτο εἰς τὴν περιωπήν, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον, βεβαίως συντελεῖ καὶ τὸ ἔδαφος τῶν Παξῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι πετρῶδες, ἀλλὰ κυρίως προέρχεται ἐκ τῆς ἐπιμεμελημένης συλλογῆς τῶν ἐλαιῶν, καὶ τῆς ἐκτάκτου κατεργασίας αὐτῶν. Οὕτω τὸ ἔλαιον τῶν Παξῶν, ἕνεκεν τῆς φυσικῆς ποιότητος καὶ τῆς κατεργασίας αὐτοῦ, κατωρθώθη νὰ διαφημισθῇ καθ’ ὅλας τὰς χώρας, ὅπου καταναλίσκεται Ἑλληνικὸν ἔλαιον, καὶ ὅπου μέγαν διεξάγει συναγωνισμὸν πρὸς τὰ ἔλαια τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως. Ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου παρατηρεῖται καταδολίευσίς τις, μία πλαστογράφησις, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ προϊόντος τούτου, διότι ἔμποροι κερδοσκόποι, Ἕλληνες καὶ ξένοι, μηδόλως μεριμνῶντες περὶ τοῦ κακοῦ, ὅπερ πράττουσιν, εἰς εὐτελὲς δὲ καὶ προσωρινὸν ἀποβλέποντες κέρδος, φορτώνουσιν ἔλαια ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὡς λόγου χάριν τῆς Κερκύρας, τῆς Λευκάδος κλπ., τῶν ὁποίων ἡ ποιότης εἶναι πολὺ κατωτέρα, καὶ τὸ παρουσιάζουσιν ὡς ἔλαιον τῶν Παξῶν, ἐπιγράφοντες εἰς βαρέλια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὑπάρχει τὸ ἔλαιον τοῦτο, τὴν σφραγῖδα «Oglio di Paxo», δηλαδὴ «ἔλαιον Παξῶν», καὶ τὰ ἀποστέλλουσιν εἰς τὴν Ρωσσίαν, εἰς Ταϊγάνιον καὶ Μόσχαν. Εἶχον ἤδη ἐκεῖθεν ἐπιστολὰς, διὰ τῶν ὁποίων οἱ γράφοντες μοὶ ἀναφέρουσιν, ὅτι τὰ ἔλαια τῆς ἐπαρχίας μου ἤρχισαν νὰ παραφθείρωνται, ὅτι εἰσάγονται εἰς αὐτὰ ξένα ἔλαια καὶ ξέναι οὐσίαι, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἤρχισε δυσπιστία τις διὰ τὸ προϊόν τῆς νήσου, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ μόνον προϊόν, τὸ ὁποῖον παράγει. Ἐνῷ δὲ, Κύριοι, ἐφέτος οὐδὲ ῥανὶς ἐλαίου ἐξήχθη ἐκ Παξῶν, σήμερον ὑπάρχουσιν ἐν Ρωσσίᾳ χιλιάδες βαρελῶν, ὡς ἐκ Παξῶν δῆθεν προερχομένων, τῶν ὁποίων ὅμως τὸ περιεχόμενον πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ἔλαιον Παξῶν. Οὕτως ἡ φήμη, ἡ ὁποία ἀπεκτήθη δι’ ἐργασίας πολλῶν ἐτῶν, καταστρέφεται, καὶ φόβος εἶναι, ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ πάθῃ τὸ ἡμέτερον προϊόν ὅ,τι ἔπαθον ἕτερα προϊόντα Ἑλληνικὰ, τὰ ὁποῖα ἔπαυσαν καταναλισκόμενα εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς ἀγοράς. Ἂν ἦναί τι, τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὰ Ἑλληνικὰ προϊόντα, εἶναι ἡ καταδολίευσις αὕτη. Ἐνθυμεῖσθε, ποῖοι ἀγῶνες διεξήχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς καταδολιεύσεως τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρίστη ποιότης, ἣν παράγει ἡ Ἑλλάς. Τότε ἐψηφίσθη νόμος περὶ σημάτων, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἀπέφερε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶντο. Διότι ἐξακολουθεῖ ἀκόμη, νομίζω, ἡ παραποίησις, καὶ ἴσως ὁ βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Παναγιωτόπουλος γνωρίζει, ὅτι καὶ σταφὶς τῆς ἐλεεινοτέρας ποιότητος πωλεῖται ἀκόμη εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὡς σταφὶς Βοστίτσης. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν μάλιστα τοσαύτη ποιότης καρποῦ εἰσήχθη καὶ φέρεται ὡς σταφὶς τῆς Βοστίτσης, ὥστε ἀπεκλείσθη σχεδὸν ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐκείνῃ ἡ κατανάλωσις τῆς σταφίδος Αἰγίου, διότι ἠγέρθη δυσπιστία ὡς πρὸς τὴν ποιότητα αὐτῆς. Ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συνέβη μὲ τὸ προϊόν τῆς ἐπαρχίας Αἰγίου, συμβαίνει σήμερον καὶ μὲ τὸ ἔλαιον τῶν Παξῶν. Τὸ ἔλαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὕρισκε τιμὴν λαμπρὰν καὶ προθύμους τοὺς καταναλωτὰς αὐτοῦ, διατρέχει τὸν κίνδυνον σήμερον νὰ μὴ ζητηθῇ, καὶ ἤδη ἤρξαντο νὰ γράφωσιν οἱ ἐκεῖθεν ἔμποροι, ὅτι τὸ ἔλαιον τῶν Παξῶν δὲν χαίρει πλέον τὴν φήμην, τὴν ὁποίαν ἔχαιρεν ἄλλοτε, διότι νοθεύεται, ἐνῷ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὰ ἔλαια τὰ φερόμενα ὡς ἔλαια Παξῶν εἶναι ἔλαια ἄλλων ἐπαρχιῶν, μόνον δὲ διὰ τῆς δολιεύσεως παριστάνονται ὡς τοιαῦτα. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν καταδολίευσιν ταύτην. Ὁ νόμος τῶν σημάτων καὶ τῶν σφραγίδων δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ περιορίσῃ τὸ κακόν. Διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ παραποίησις αὕτη, καὶ τὸ προϊόν τοῦτο, τὸ μόνον προϊόν τῆς ἐπαρχίας μου, δυσφημισθῇ, θὰ παύσῃ ἔχον ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν ἐλαίων τὴν ἀξίαν καὶ τὴν ζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει μέχρι τοῦδε. Βεβαίως ἡ ἅμιλλα καὶ ὁ συναγωνισμὸς εἰς τὸ ἐμπόριον ἐπιβάλλεται, καὶ θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἐὰν οἱ ἐμπορευόμενοι τὰ ἔλαια, οἱ βιομήχανοι, οἱ κατεργαζόμενοι αὐτὰ, ἐπεδίδοντο εἰς τὴν ἐξεύρεσιν μέσων, εἰς τὴν τελειοποίησιν τῶν μηχανημάτων αὐτῶν, ὅπως παρουσιάσωσι τελειοτέραν καὶ ἐκλεκτοτέραν ποιότητα ἐλαίων. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοιαύτη ἐργασία βιομηχανικὴ δὲν γίνεται, ἐφ’ ὅσον ἡ περισυλλογὴ τῶν ἐλαιῶν δὲν γίνεται μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιμελείας, μεθ’ ἧς γίνεται εἰς τοὺς Παξοὺς, ἐφ’ ὅσον τὰ μηχανήματα αὐτὰ δὲν εἶναι τῆς τελειότητος τῶν μηχανημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν ἤδη ἡμεῖς ἐν Παξοῖς, — διότι εἰσήγαγον ἤδη καὶ διϋλιστήρια καὶ ἀτμοπιεστήρια οἱ φίλοι μου ἀδελφοὶ Ἀνεμογιάννη, — δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἄλλους δι’ ἥκιστα ἐντίμων μέσων νὰ προσπαθῶσι νὰ κερδίσωσιν, ἐπωφελούμενοι τῆς φήμης ἐξαιρέτου ἑλληνικοῦ προϊόντος. Ἐπεθύμουν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἔχω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι νομίζω, ὅτι, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ σημάτων, πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἄλλος τρόπος, ὁ ὁποῖος νὰ περιστείλῃ τὸ κακὸν τοῦτο. Ἴσως ὑπάρχουσι τρόποι τινές. Ἐγὼ ἀτομικῶς ἔγραψα ἤδη εἰς τὰς ἐφημερίδας τῶν πόλεων ἐκείνων, ὅπου καταναλίσκεται τὸ ἔλαιον Παξῶν, ὅτι τὰ ἀποστελλόμενα ἐξ Ἑλλάδος ἔλαια κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὡς ἔλαια Παξῶν δὲν προήρχοντο ἐκ τῆς νήσου ταύτης, διότι ἠγοράσθησαν μὲν πολλὰ, ἀλλ’ οὐδὲ ῥανὶς ἐξήχθη ἀκόμη ἐξ αὐτῶν· ἀλλ’ ἡ ἀτομική μου ἐνέργεια δὲν ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καθῆκον ἔχει νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ περιστείλῃ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται, διότι ἄλλως θὰ ἴδωμεν νὰ πάθῃ καὶ τὸ ἔλαιον Παξῶν ὅ,τι ἔπαθον οἱ οἶνοι τῆς Κύμης καὶ τῆς Λευκάδος καὶ ἡ σταφὶς τοῦ Αἰγίου, δηλαδὴ θὰ καταστραφῇ ἡ φήμη, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε τὸ ἔλαιον τῶν Παξῶν. Παρακαλῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§50Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§51ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἐποιήσατο λόγον ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ἔλαβε τελευταῖον, ὡς ἐξ ἐνεργειῶν, ἃς δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἐντελῶς ἐστερημένας προθέσεως κερδοσκοπικῆς, ἐν Πειραιεῖ χαρακτῆρα σκανδάλου. Διακόσιοι καπνοπῶλαι κατεδιώχθησαν ὡς παραβάται τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ ἀστυνόμος κατώρθου, πέμπων πρὸς αὐτοὺς ὑπηρέτην τῆς ἀρχῆς καὶ ζητῶν, νὰ λαμβάνῃ ἓν ἢ δύο σιγάρα, — ἐν Πειραιεῖ αὐτὸ — καὶ γνωρίζετε τοῦτο ὑμεῖς κάλλιστα, κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐν Πειραιεῖ κατοικῶν...
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέβη αὐτὸ ἐν Πειραιεῖ.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ἤνοιγον αὐτοὶ μικρὸν δέμα καπνοῦ, καὶ ἔδιδον πρὸς τὸν ἀστυφύλακα τὸ ζητούμενον σιγάρον ἐκ φιλοφροσύνης πρὸς τὸν ἀξιωματικόν, ἔξωθεν παραμονεύοντα. Ἀμέσως πρωτόκολλον! Καὶ διακόσια τοιαῦτα πρωτόκολλα συνετάχθησαν ἐν Πειραιεῖ! Ἐνταῦθα, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἡ διοικητικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διέκρινε τὸ τέχνασμα πολὺ κριτικώτερον ἢ ὅ,τι ἔπραξε τὸ Δικαστήριον, διότι, ἐνῷ εἰς τὸ Δικαστήριον οἱ δικασταὶ, σπεύσαντες καὶ πλανηθέντες, ἔφθασαν νὰ καταδικάσωσι πλῆθος καπνοπωλῶν ἐντίμων εἰς τριήμερον καὶ πενθήμερον φυλάκισιν καὶ νὰ προσθέσωσι καὶ τὴν διάταξιν περὶ ἐκτοπίσεως, — φαντασθῆτε καὶ αὐτὴν τὴν ἐκτόπισιν! — τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ ἐκεῖ σύμβουλοι, ἰδόντες τὴν σωρείαν τῶν ἐφέσεων, αἵτινες μετὰ τὴν καταδίκην εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔκριναν ἀφαλῶς, ὅτι προέκειτο περὶ κερδοσκοπίας, καὶ ἔθηκαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατὰ μέρος, ὅπως συζητηθῶσιν, ὑποθέτω, αἱ ὑποθέσεις ἐπὶ τέλους πᾶσαι συλλήβδην ὑπὲρ πάντων τῶν ἐκκαλούντων. Τὸ πρόστιμον τὸ ἐπιβληθὲν εἰς αὐτοὺς εἶναι διακόσιαι ἢ καὶ πλείονες δραχμαί...
§54Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τριακόσιαι.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου θέλει λάβει ὁ καταγγείλας. Ὑπολογίσατε, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ διακοσίων τί θέλει εἰσπράξει ὁ διὰ τοιοῦτον λόγον καταγγείλας. Τοῦτο ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε, ὥστε τὰ ἐνταῦθα ἀναγγελθέντα ὑφ’ ἡμῶν νὰ συστηθῶσιν ἰδιαιτέρως ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις θέλει εὕρει τρόπον διὰ καταλλήλων ὁδηγιῶν, ἀλλ’ ἴσως καὶ διὰ νομοθετικῆς τινος ἐπεμβάσεως, νὰ ἄρῃ τὸν κίνδυνον αὐτὸν, ὅστις ἐπικρέμαται καθ’ ἁπάντων τῶν καπνοπωλῶν τοῦ Κράτους, νὰ θεωρηθῶσι λαθρέμποροι, διότι οἱ ὑπηρέται τῆς Ἀρχῆς ἀπεδείχθησαν μὴ εἰλικρινεῖς ἐκτελεσταὶ τοῦ καθήκοντος.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῇ αὐτό.
§57ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς ἦναι βέβαιοι οἱ κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ καταβληθῇ ἡ μεγαλειτέρα προσοχὴ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ τούτου.
§58Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Δὲν ἀπαιτεῖται ἁπλῶς προσοχή. Οὔτε, νομίζω, ἀπαιτεῖται μόνον ἑρμηνεία. Διότι δυστυχῶς οὐχὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου οἱ δικασταὶ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὑπερβαλλόντως τυπικοὶ, καὶ δύνανται ἐνίοτε νὰ καταδικάσωσιν ἀδικαιολογήτως ὅλως διόλου, νομίζοντες ὁπωσδήποτε, ὅτι αὐτὸ ἐπιβάλλεται ῥητῶς ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, μὴ ἔχοντες δ’ ἄλλως γνῶσιν τῶν τοιούτου εἴδους πραγμάτων, καὶ ὑπολαμβάνοντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν πράγματι νὰ ὑπῆρξε παράβασις ἐγκληματική. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον. Εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἑρμηνεῦον ἀκριβῶς τὸ πρᾶγμα, ὅπως λείψωσιν ἐν τῷ μέλλοντι αἱ τελευταῖαι πραγματικῶς τεράστιαι καταδίκαι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς.
§60ΑΧΙΛ. ΧΟΙΔΑΣ. Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἀνέφεραν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, ὅτι συνέβη ἤδη ἐν Πειραιεῖ, συμβαίνει ἀλλαχοῦ ἀπὸ πολλοῦ. Ἐν Πάτραις οὐχὶ πρὸ πολλῶν μηνῶν σωρεία καπνοπωλῶν καὶ ἄλλων ἐπιτηδευματιῶν, οἵτινες πωλοῦσι συγχρόνως καὶ καπνὸν, εἰσήχθησαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ ἐτιμωρήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, περὶ οὗ πρόκειται. Διὰ τοῦτο προσθέτω καὶ ἐγὼ τὰς παραστάσεις μου εἰς τὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ διατάξεις αὗται τοῦ νόμου μένουσιν ἄνευ ἐπισήμου ἑρμηνείας, δεδικαιολογημένως τὰ Δικαστήρια προβαίνουσιν εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν καταγγελλομένων. Διὰ νὰ παύσῃ λοιπὸν τὸ ἄτοπον, ἀπαιτεῖται νομοθετικὴ πρόνοια, ἣν ἐλπίζω, μετὰ τὰ λεχθέντα, ὅτι θὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ εἶχον ζητήσει τὸν λόγον δι’ ἕτερον ζήτημα. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου κατηγγέλθη ὁ ἀστυνόμος Δύμης ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Μπρούμας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ βιαιοπραγίας, τὰς ὁποίας ἐνήργησε κατὰ διαφόρων χωρικῶν ἔν τινι χωρίῳ τοῦ δήμου Δύμης. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς καταγγελίας τοῦ Θρασυβούλου Ραφτακοπούλου κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Μπρούμα, τὰς ὑποβληθείσας πρὸς αὐτοὺς κατὰ τὸν Ἰούνιον παρελθόντος ἔτους, πρὸς δὲ καὶ πληροφορίας περὶ τῆς ἐνεργείας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπ’ αὐτῶν, καὶ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρίτσας.
§62Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀδίκημά τι, προσγενόμενον εἰς τέσσαρας ὑπαξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, μὲ ἀναγκάζει ν’ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν. Κατὰ τὰ συνήθη, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος νὰ ἐνεργηθῇ διαγωνισμὸς πρὸς εἰσαγωγὴν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ Σχολεῖον ὑπαξιωματικῶν. Ὁ διαγωνισμὸς οὗτος ἐνεργήθη ὑπὸ τῶν παρὰ τοῖς διαφόροις σώμασιν ἐπιτροπῶν, καὶ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν γραπτῶν τῶν διαγωνισθέντων ὑπὸ τῆς ἐλεγκτικῆς λεγομένης ἐπιτροπῆς τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε νὰ παρουσιασθῶσιν οἱ ἱκανώτεροι κριθέντες ἐκ τῶν διαγωνισθέντων ὑπαξιωματικῶν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, ἡ ὁποία, ἐνεργήσασα τὰς ἐξετάσεις συμφώνως πρὸς τὰ Βασ. Διατάγματα, τὰ κανονίζοντα τὰ τῶν ἐξετάσεων, ὑπέβαλεν ἐπὶ τέλους τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων τούτων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον, ἀντὶ νὰ κυρώσῃ τὸν πίνακα, ἠκύρωσεν αὐτόν, καὶ διέταξε τὴν ἐπανάληψιν τοῦ διαγωνισμοῦ ἐνώπιον ἄλλης ἐπιτροπῆς, συγκροτηθείσης τότε. Ἡ διαταγὴ δὲ τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς ἠκυρώθη ὁ πίναξ καὶ διετάχθη ἡ ἐπανάληψις τοῦ διαγωνισμοῦ, ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ δὲν ὑπεβλήθησαν ἡμῖν παρὰ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων διὰ τὸ Σχολεῖον ὑπαξιωματικῶν ὁμοῦ μετὰ τῶν πρακτικῶν τῶν προφορικῶν ἐξετάσεων καὶ τὰ δελτία, ἐν οἷς ἐσημειοῦτο ἡ παρ’ ἑκάστου μέλους τῆς ἐπιτροπῆς δοθεῖσα τοῖς ἐξεταζομένοις βαθμολογία, συμφώνως τοῖς ἄρθροις 52 καὶ 32 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 16 Φεβρουαρίου τοῦ 1899, ὡς ἐκ τούτου δὲ κατέστη ἀδύνατος ὁ παρ’ ἡμῶν ἔλεγχος τῶν προφορικῶν ἐξετάσεων, παρετηρήθησαν δὲ ἀνωμαλίαι κατὰ τὴν βαθμολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀκυροῦμεν τὰς γενομένας ἐξετάσεις, καὶ διατάσσομεν τὴν ἐκ νέου ἐξέτασιν τῶν διὰ τὴν Σχολὴν ὑποψηφίων...» κλπ. κλπ. Ἀναγινώσκων τις τὴν διαταγὴν ταύτην, θέλει καταληφθῇ βεβαίως ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀνεκάλυψέ τι ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν ἐξετάσεων σπουδαῖον, καὶ διὰ τοῦτο, καλῶς πρᾶξαν, ἠκύρωσεν αὐτάς. Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν ἔχει οὕτω, καὶ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ ἀκύρωσις εἶναι ἄδικος, καὶ ὅτι συνεπῶς ἐκ τῆς ἀδίκου ταύτης ἀκυρώσεως καὶ τῆς ἄνευ νομίμου τινὸς λόγου ἐπαναλήψεως τῶν ἐξετάσεων ἐνώπιον ἄλλης ἐπιτροπῆς τέσσαρες ἐκ τῶν διαγωνισθέντων ὑπαξιωματικῶν προφανῶς ἠδικήθησαν, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν πρῶτον διαγωνισμὸν μεταξὺ τῶν 23 διαγωνιζομένων, λαβόντων πάντων ἀνεξαιρέτως βαθμοὺς ἐπιτυχίας, κατέλαβον ἐν τῷ πίνακι ἀριθμοὺς μεταξὺ τῶν πρώτων δώδεκα, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὸ Σχολεῖον, κατὰ τὸν δεύτερον διαγωνισμόν, καθ’ ὃν καὶ οἱ 23 πάλιν διαγωνιζόμενοι ἔλαβον βαθμοὺς προβιβασίμους, οὕτως εἰπεῖν, κατέλαβον ἐν τῷ πίνακι ἀριθμοὺς κάτω τῶν δώδεκα, καὶ συνεπῶς ἀπεκλείσθησαν, εἰσελθόντων εἰς τὸ Σχολεῖον ἄλλων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν πρῶτον διαγωνισμὸν δὲν θὰ εἰσήρχοντο. Τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, ἐλύπησε πολὺ τοὺς ἀδικηθέντας ἐκείνους ὑπαξιωματικούς, εἷς δ’ ἐκ τούτων δὲν ἐδίστασε νὰ ὑποβάλῃ παράπονα κατὰ τῆς τοιαύτης τοῦ Ὑπουργείου ἐνεργείας, καὶ τὰ παράπονά του ταῦτα, φθάσαντα εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ὑπεβλήθησαν ὑπ’ αὐτῆς εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπως τοῦτο εὐρύτερον ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν· τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως, χαρακτηρίσαν τὴν κανονικὴν ταύτην τοῦ ὑπαξιωματικοῦ πρᾶξιν ὡς παράβασιν οὐ μόνον τῶν κανονισμῶν, ἀλλὰ καὶ ἄρθρων, τὶς οἶδε τίνων, τοῦ Στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου, παρέπεμψε τὸν ἀνενεχθέντα ὑπαξιωματικὸν ἐπὶ ἐξυβρίσει ἢ ἐπὶ συκοφαντία ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, τὸ ὁποῖον ὅμως εὐτυχῶς, πεισθὲν ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, ὅτι εἰς οὐδὲν ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος ὑπέπεσε πταῖσμα, ἠθώωσεν αὐτὸν παμψηφεί. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν τὸ Στρατοδικεῖον καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν, ἀθωῶσαν τὸν ὑπαξιωματικὸν ἐκεῖνον, οὔτε δικαίωμά τι ἀναγνωρίζω εἰς ἐμαυτόν, ὅπως ἐξελέγξω ἀποφάσεις αὐτοῦ. Ἐγώ, ὡς Βουλευτής, ἔχω οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐλέγχω τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, καὶ εἰς τοῦτο ἀκριβῶς θέλω περιορισθῆ. Τὸ καθῆκον δὲ τοῦτο ἐκπληρῶν, δύναμαι, νομίζω, νὰ εἴπω, ὅτι κακῶς πράξας ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς ἠκύρωσεν, ὡς ἠκύρωσε, τὸν διαγωνισμόν, καὶ ἐνῷ ἅπαξ ὁπωσδήποτε τὸν ἠκύρωσε, κακῶς καὶ πάλιν πράξας, δὲν ἔσπευσε νὰ δώσῃ διέξοδόν τινα εἰς τὴν οὕτω περιπλακεῖσαν ταύτην ὑπόθεσιν, καὶ τοιαύτην, ὥστε καὶ πᾶν παράπονον νὰ ἐκλίπῃ καὶ ἡ ὑπηρεσία κατ’ οὐδὲν νὰ παραβλαβῇ. Ἠκυρώθη, ὡς εἶπον, ὁ πρῶτος πίναξ, καὶ ἐπεκυρώθη ὁ δεύτερος, ὁ καταρτισθεὶς ὑπὸ τῆς νέας ἐπιτροπῆς. Ποία ἦτο ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων πινάκων, ὡς πρὸς τὴν βαθμολογίαν γενικῶς; Οὐδεμία, κατ’ ἐμέ, διότι καὶ ἐν τῷ πρώτῳ καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ πίνακι ἅπαντες οἱ διαγωνιζόμενοι ὑπαξιωματικοὶ φέρονται λαβόντες βαθμοὺς προβιβασίμους, συνεπῶς καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα ἐπιτροπὴ εὗρον τοὺς 23 ἐκείνους ὑπαξιωματικοὺς ἱκανούς. Ποῖον λοιπὸν ἦτο τὸ αἴτιον τῆς ἀκυρώσεως τοῦ πίνακος; Ἡ σειρά, καθ’ ἣν συμφώνως πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς βαθμολογίας ἐνεγράφησαν ἐν τῷ πίνακι οἱ 23 ὑπαξιωματικοί. Τουτέστιν οἱ κατὰ τὸν πρῶτον διαγωνισμὸν καταλαβόντες τοὺς ἀριθμοὺς 6, 8, 10 καὶ 11, παραδείγματος χάριν, κατὰ τὸν δεύτερον ἔλαβον τοὺς ἀριθμοὺς 13, 14, 15 καὶ 16. Ἀλλὰ τοιαύτη τις διαφορὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρατηρηθῇ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀμφοτέρους τοὺς διαγωνισμοὺς ἐνήργει ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ἀκόμη ἡμέραν, διότι, ὡς πάντες ἐννοεῖτε, ἡ βαθμολόγησις ἑνὸς ἐξεταζομένου εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς διαθέσεως κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξετάσεως τοῦ τε ἐξεταζομένου καὶ τοῦ ἐξετάζοντος. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς αἰτιολογίας τῆς ἀκυρώσεως εἶναι, ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁμοῦ μετὰ τῶν πρακτικῶν τῶν προφορικῶν ἐξετάσεων καὶ τὰ δελτία, ἐν οἷς ἐσημειοῦτο ἡ παρ’ ἑκάστου μέλους τῆς ἐπιτροπῆς δοθεῖσα τοῖς ἐξεταζομένοις βαθμολογία, συμφώνως τοῖς ἄρθροις 52 καὶ 32 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 16 Φεβρουαρίου 1899· πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὡς λέγει ἡ διαταγὴ ἐκείνη, κατέστησεν ἀδύνατον τὸν ἔλεγχον τῶν ἐξετάσεων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου. Δύο ἄρθρα τοῦ Β. Διατάγματος, κατὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, παρεβίασεν ἡ ἐπιτροπή· τὸ 32 καὶ τὸ 52. Ἀλλ’ ἐκ τούτων τὸ πρῶτον, ἤτοι τὸ 32, ἐτέθη, μοὶ φαίνεται, κακῶς ἐν τῇ αἰτιολογίᾳ τῆς ἀκυρώσεως, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν μερικῶν ἐξετάσεων, τὴν ὁποίαν κανονίζουσιν ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ ἐν λόγῳ Διατάγματος, ἀπὸ τοῦ 23 μέχρι τοῦ 48, συμπεριλαμβανομένου· τὸ δὲ δεύτερον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἀκυρωτικὴ διαταγὴ ἐπικαλεῖται, ἤτοι τὸ 52, ἀφορῶν πράγματι εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐξετάσεων ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, εἶναι τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑποψήφιοι μαθηταὶ ἐξετάζονται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς προφορικῶς καὶ ἐγγράφως ἐφ’ ἁπάντων τῶν ἀντικειμένων τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 16, ἐξαιρέσει τῶν ἀσκήσεων καὶ τῶν διαφόρων κανονισμῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὧν ἐξετάζονται μόνον προφορικῶς, καὶ τοῦ ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ ἀντικειμένου, μὴ ἐξεταζομένου. Ἀποκλείονται τῶν περαιτέρω ἐξετάσεων οἱ μὴ λαβόντες τὰ 7/10 τοὐλάχιστον τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς ἱκανότητος εἰς τὰς πρακτικὰς ἀσκήσεις, ὡς καὶ οἱ ἕνεκεν ἀσθενείας ἢ οἱουδήποτε κωλύματος μὴ δυνηθέντες νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὰς οἱουδήποτε μαθήματος ἐγγράφους ἐξετάσεις τὰς καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν καὶ ὥραν ἐνεργουμένας.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς εἴδετε, κύριοι Βουλευταί, δὲν ὁμιλεῖ περὶ ὑποβολῆς τῶν δελτίων, ἐν οἷς ἕκαστον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς βαθμολογεῖ ἕκαστον τῶν ἐξεταζομένων ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἐκ τούτου, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν διαβεβαίωσιν ἐμοῦ, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα τῆς 16 Φεβρουαρίου 1899 μετὰ τοῦ ἐν πολλοῖς τροποποιήσαντος αὐτὸ Διατάγματος τῆς 7 Ἰουνίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους δὲν ὑποχρεοῖ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος δελτία, δύνασθε νὰ ἔχητε πεποίθησιν, ὅτι ἡ τότε ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν προέβη εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐξετάσεων οὐχὶ ἐπισταμένως μελετήσασα τὸ ζήτημα, καὶ τοιουτοτρόπως ἠδίκησε τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐκείνους, χάρις μάλιστα εἰς ὑποτιθεμένην παράλειψιν τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὲ, δὲν ὑπάρχει, διότι, ἂν πράγματι ὑπῆρχε, βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ τιμωρήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν εὗρεν, ἀλλ’ ἔπλασε τὸν λόγον, ὃν ἐν τῇ ἀκυρωτικῇ διαταγῇ ἀναγράφει ὡς λόγον ἀκυρώσεως. Ἄν, Κύριοι, αἱ πληροφορίαι μου ὦσιν ἀκριβεῖς, δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν οἱ ἐν λόγῳ ὑπαξιωματικοὶ σκληρῶς ἠδικήθησαν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ εὕρῃ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ δίκαια παράπονα τῶν ὑπαξιωματικῶν νὰ θεραπευθῶσι, χωρὶς νὰ παραβλαβῶσι δικαιώματα ἄλλων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ αὐτοὶ οἱ ἀδικηθέντες δὲν θὰ ἐπιθυμῶσι βεβαίως. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ οἰκονομήσῃ δικαίας ἀπαιτήσεις. Πρὸ ἐτῶν εὐρύτατος ἐγένετο λόγος περὶ ἑνὸς ἐγγάμου ὑπαξιωματικοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὸ σχολεῖον, καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ὁποίου κατήγγειλεν ὁ πρῶτος τότε ἐπιλαχών. Τὸ Ὑπουργεῖον τότε, ἰδὸν τὸ δίκαιον τοῦ παραπονουμένου, καὶ μὴ θέλον ν’ ἀδικήσῃ καὶ τὸν ἔγγαμον ἐκεῖνον, ἀλλ’ ἱκανὸν ὑπαξιωματικόν, διέταξε τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τοῦ παραπονεθέντος. Ἄλλοτε πάλιν, ἐνῷ ὡρίσθη νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Σχολεῖον 25 μόνον ὑπαξιωματικοὶ, καὶ συνεπῶς ἐκλήθησαν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων τὸ διπλάσιον, ἤτοι πεντήκοντα, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος ἢ τὸ Διάταγμα, μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ πίνακος ἐγερθέντων ὁμοίων παραπόνων καὶ ληφθέντος ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Σχολεῖον πλείονες, τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν εἰσαγωγὴν δεκαπέντε εἰσέτι ὑπαξιωματικῶν, καίτοι ἐκ τούτου ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγείρωσιν ἀξιώσεις τριάκοντα ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ κληθῶσι καὶ αὐτοὶ ἐνώπιον τῆς γενικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ διπλασίου τῶν εἰσαχθέντων. Σήμερον τοιοῦτον παράπονον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ, διότι ὑπὸ τῆς ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς μόνον 23 ἐκρίθησαν ἱκανοὶ, ὅπως ἐξετασθῶσιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῶν γενικῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, καὶ οἱ 23 οὗτοι διαγωνισθέντες καὶ ἐνώπιον τῆς πρώτης καὶ ἐνώπιον τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς ἀπέδειξαν τὴν ἱκανότητά των, λαβόντες βαθμοὺς προβιβασίμους. Ἂν λοιπὸν εἰσαχθῶσι καὶ οὗτοι εἰς τὸ Σχολεῖον, τοῦτο οὐδένα βλάπτει, ἐνῷ μάλιστα εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὸ πεζικὸν σήμερον χηρεύουσι τόσαι θέσεις, ὥστε, καὶ πεντήκοντα ἂν εἰσήγοντο εἰς τὸ Σχολεῖον ἐπὶ πλέον, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν θὰ ἐπήρκει, ὅπως πληρώσῃ τὰ κενὰ ἐν τῷ πεζικῷ, ἰδίως μετὰ τρία ἔτη, ὅτε τὰ κενὰ ταῦτα θὰ ὦσι πολὺ περισσότερα. Ἐξέθηκα, Κύριοι, τὴν ὑπόθεσιν, ὡς ἔχει αὕτη κατὰ τὰς πληροφορίας μου, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰσὶν ἀκριβεῖς, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κύριος Ὑπουργὸς θέλει σπεύσει νὰ μελετήσῃ ταύτην καὶ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἐπανορθωθῇ, θὰ λυπήσῃ οὐ μόνον τοὺς ἀμέσως ἀδικηθέντας τέσσαρας ὑπαξιωματικούς, ἀλλὰ πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καὶ θὰ γνωρίσωσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν προσεγένετο εἰς ἐκείνους τὸ ἐν λόγῳ ἀδίκημα.
§63Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν γνώμην ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§64Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ βεβαίως ἀπευθύνεται πρὸς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν ἀκύρωσιν τοῦ πίνακος τῶν ὑποψηφίων πρὸς εἰσαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν Σχολήν, καὶ τὰ κατόπιν πάντα δὲν ἀφορῶσι βεβαίως τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§65Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὄχι.
§66Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν 12 Νοεμβρίου, καθ’ ἣν ἐποχὴν πάντες οἱ ἐπιτυχόντες καὶ εἰς τὸν πίνακα ἐγγεγραμμένοι ὑποψήφιοι ὑπαξιωματικοὶ εἶχον εἰσέλθει εἰς τὴν Σχολήν. Ἀληθὲς εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, ὅτι ἐγένοντο ἐξετάσεις πρὸς εἰσαγωγὴν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν, καθ’ ὃν χρόνον γίνονται κατ’ ἔτος αὗται, καὶ ὅτι ὁ πίναξ, ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἠκυρώθη· ἀλλὰ ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι τῆς ἀκυρώσεώς του, δὲν εἶμαι βεβαίως ἁρμόδιος νὰ γνωρίζω.
§67Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τοὺς ἀναφέρει ἡ διαταγὴ ὡρισμένως.
§68Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ δευτέρου πίνακος—τουτέστι μετὰ τὴν ἀνανέωσιν τῶν ἐξετάσεων καὶ τὴν κατάρτισιν τοῦ πίνακος—εἰσῆλθεν εἰς τὴν Σχολὴν ὁ ἀριθμὸς ἐκεῖνος, ὅστις εἶχε προκηρυχθῆ δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰσῆλθον τότε 12, νομίζω, τὸν ἀριθμόν. Μετά τινας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ παραλαβῆς τῆς διευθύνσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ ὑπεβλήθησαν παράπονα διάφορα, πάντοτε ἱεραρχικῶς, ὑπαξιωματικῶν τεσσάρων, οἵτινες ἐφρόνουν, ὅτι ἀδικοῦνται. Ὄντως ἐξήτασα τὰ παράπονα αὐτῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἠδυνάμην ἐκ τοῦ νόμου νὰ προβῶ εἰς καμμίαν διόρθωσιν, διότι ὁ νόμος ῥητῶς ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Σχολὴν τὸν ἀριθμὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει προσδιορισθῆ, καὶ κατὰ σειρὰν ἐπιτυχίας. Τότε ἐσκέφθην, ὅτι, διὰ νὰ ἐπιμένωσιν οἱ τέσσαρες ἐκεῖνοι ὑπαξιωματικοί, καὶ οὐχὶ καὶ ἄλλοι—διότι ἦσαν καὶ ἄλλοι ἐπιλαχόντες— διὰ νὰ ἐπιμένωσι, λέγω, εἰς παράπονα, τὰ ὁποῖα, κατ’ αὐτούς, ἦσαν δικαιότατα βεβαίως ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἀφορμή, ἥτις νὰ τοὺς παρακινῇ εἰς τοῦτο, τουτέστι θὰ ἐφρόνουν, ὅτι κατεπατήθη τὸ δίκαιόν των, καὶ διὰ τοῦτο ἐσκέφθην πρὸς στιγμὴν νὰ εἰσαγάγω καὶ τοὺς τέσσαρας εἰς τὴν Σχολήν. Ἐὰν δὲ πραγματικῶς μετὰ τὸν δωδέκατον ἀριθμὸν ἤρχοντο κατὰ σειρὰν οἱ τέσσαρες αὐτοί, οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ προκαλέσω Διάταγμα περὶ εἰσαγωγῆς καὶ τούτων εἰς τὴν Σχολὴν, διότι καὶ ἄλλοτε εἶχον εἰσέλθει ἐπὶ πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις εἶχε προσδιορισθῆ διὰ τὴν Σχολήν. Ἀτυχῶς ὅμως εἷς ἐξ αὐτῶν ἦτο δέκατος πέμπτος, ὁ ἕτερος δέκατος ὄγδοος καὶ ὁ ἄλλος ἐντελῶς τελευταῖος. Ἔδει ἑπομένως νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Σχολὴν τὸ διπλάσιον τοῦ ἀριθμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε προκηρυχθῆ δι’ ἐγκυκλίου, καὶ ἐνταῦθα ἦτο ἡ δυσκολία. Ἐὰν ἤθελέ τις μοὶ εἴπει: «διατὶ καὶ οἱ ἄλλοι δώδεκα νὰ μὴ εἰσαχθῶσι, προκειμένου νὰ διορθώσῃς τὸ κακόν;» βεβαίως θὰ ἔδιδον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι μετὰ πεντάμηνον φοίτησιν τῶν λοιπῶν ὑπαξιωματικῶν δὲν ἠδύναντο νὰ παρακολουθήσωσι τὰ μαθήματα. Τοῦτο μὲ ἠνάγκασε νὰ μὴ προβῶ εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, ἐὰν ὑπῆρξεν ἀδίκημα.
§69ΑΡΙΣΤ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἤδη γεννᾶται τὸ ζήτημα, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ θεραπευθῇ τὸ κατὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων ἀδίκημα, ἀφοῦ δὲν θεραπεύεται δι’ ἄλλου τινὸς μέσου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον καὶ νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ ὡρισμένως εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, διότι αὐτοί, ὅτε τὸ πρῶτον ἐξητάσθησαν, ηὐδοκίμησαν καὶ ἐπέτυχον, ἡ ἀκυρώσασα δὲ τὰς ἐξετάσεις διαταγὴ δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα τοῦ νόμου, ἑπομένως πολὺ δεδικαιολογημένως οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ παραπονοῦνται. Τὰ παράπονά των δ’ ἐξέθηκαν καὶ εἰς ἐμέ. Ἐγὼ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ μεταβῶ πρότερον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα τὰ δίκαια παράπονα τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ δίκαιον αὐτῶν, καὶ ὅτι ἐλπίζει εἰς τὸ μέλλον νὰ τὸ θεραπεύσῃ, ἀλλὰ δὲν βλέπω πῶς θὰ θεραπευθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, κατὰ τίνα τρόπον. Ἐνταῦθα γεννᾶται προφανέστατον ἀδίκημα κατ’ αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι νομοθετικῶς πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ σπεύσῃ νὰ θεραπεύσῃ οὕτω τὰ παράπονα τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν.
§70Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν δύναταί τις νὰ διαγωνισθῇ, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν δευτέραν τάξιν οὐχὶ τοῦ Σχολείου ὑπαξιωματικῶν, ἀλλὰ τοῦ τῶν Εὐελπίδων. Προκειμένου σήμερον περὶ προφανῶς ἀδικηθέντων ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, δύναται, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τούτους νὰ παρακολουθήσωσιν ὡς ἀκροαταὶ τὰ μαθήματα τῆς πρώτης τάξεως τοῦ Σχολείου ὑπαξιωματικῶν, νὰ ὑποστῶσι μετὰ τῶν ἄλλων τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις, καὶ ἂν μὲν κριθῶσιν ἱκανοὶ, νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν τάξιν, ἂν δὲ κριθῶσιν ἀνίκανοι, νὰ μείνωσιν εἰς τὴν πρώτην τάξιν, χωρὶς νὰ ὑποστῶσι καὶ ἄλλας εἰσιτηρίους ἐξετάσεις. Δὲν μοὶ φαίνεται δίκαιον νὰ πεταχθοῦν εἰς τοὺς δρόμους τέσσαρες ὑπαξιωματικοὶ, καὶ νὰ ἔχωσι πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ λέγωσιν, ὅτι ἠδικήθησαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας σκανδαλωδῶς· καὶ λέγω σκανδαλωδῶς, διότι βεβαίως δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ χαρακτηρίσῃ ἀδικαιολογήτως ὡς παράνομον ἢ παράτυπον τὴν ἐργασίαν ἐπιτροπῆς ἐκ πέντε ἀξιωματικῶν συγκειμένης, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ τιμωρήσῃ αὐτὴν διὰ τὴν παρατυπίαν της. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Ὑπουργεῖον ἠκύρωσε τὰς ἐξετάσεις, δὲν εἶναι ἀόριστοι, ὡς νομίζει ὁ νῦν κ. Ὑπουργός· ἡ διαταγὴ τῆς ἀκυρώσεως ἀναφέρει ὡρισμένως τοὺς λόγους τῆς ἀκυρώσεως, ὡς σπουδαιότερον δὲ τούτων τὴν μὴ ὑποβολὴν τῶν δελταρίων, ἐν οἷς ἕκαστον μέλος ἐβαθμολόγησεν ἕκαστον τῶν ἐξεταζομένων. Ἐνῷ ὅμως ἐν τῇ διαταγῇ ἐκείνῃ σαφῶς ἀναφέρεται ὁ λόγος τῆς ἀκυρώσεως, ὁ λόγος οὗτος εἶναι καθ’ ὅλα ἀβάσιμος, διότι οὐ μόνον τὰ ἄρθρα 32 καὶ 52 τοῦ Διατάγματος, τὰ ὁποῖα ἡ διαταγὴ ἐπικαλεῖται, δὲν προβλέπουσι τὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Β. Διατάγματος, ὡς ἔχει τροποποιηθῇ διὰ τοῦ ἀπὸ 7 Ἰουνίου 1899 ἑτέρου τοιούτου, ὡρισμένως λέγει, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ὑποβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν μόνον τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν βαθμολογίας, ὃν ἕκαστος τῶν διαγωνιζομένων ἔλαβεν, ὅπερ καὶ ἔπραξεν ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦτο, φαίνεται, δὲν ἐτιμωρήθη. Ἂς μελετηθῇ λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ μέτρον ὑπὲρ τῶν εἰρημένων ὑπαξιωματικῶν.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν, μοὶ ἐφάνησαν κατὰ τοῦτο ἀτελεῖς, καθόσον δὲν μᾶς ἐφώτισαν, ποίαν ἔχει γνώμην ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ὁ προκάτοχος Ὑπουργός, ὅτε ἠκύρωσε τὰ πρακτικὰ τοῦ διαγωνισμοῦ, τοῦ γενομένου διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἀνεῦρεν ἀπόφασιν, ἑπομένως δὲν γνωρίζει, ἐὰν τὰ παράπονα εἶναι βάσιμα καὶ ἂν παρεβάθησαν οἱ νόμοι κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, ἤτοι ἂν νομίμως ἢ παρανόμως ἠκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τοῦ γενομένου διαγωνισμοῦ. Τὸ θέμα ἔχει σοβαρότητα ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν παριστᾷ τὸ συμφέρον τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἐζημιώθησαν, ἐφ’ ὅσον παριστᾷ, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ἀμερόληπτος καὶ εὐθεῖα καὶ ἴση πρὸς πάντας. Γνωρίζετε δέ, ὅτι ἡ πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ βάσιν ἔχει τὴν εὐθύτητα καὶ τὸ ἀμερόληπτον τῆς διοικήσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν τὴν εἰρημένην πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ, κατατιθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§72Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Προεκλήθην ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Φθιώτιδος νὰ ἀναφέρω, ποῖα μέτρα ἐσκεπτόμην νὰ λάβω, καὶ συνεστήθη νὰ λάβω μέτρα τινά. Προκειμένου περὶ τῆς ἀκυρώσεως, γνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶχον ἀνὰ χεῖρας τὴν ἔγγραφον διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἧς ἠκυρώθησαν αἱ ἐξετάσεις, τὴν ὁποίαν ἀπήτησε νῦν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαταγὴν ταύτην καὶ τὴν διαταγὴν τῶν ἐξετάσεων.
§73Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα ἐξ ἀρχῆς ὡς ἔδει. Προκειμένου περὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἔδει νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τοῦ σχετικοῦ φακέλου· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μετάσχωμεν ἡμεῖς πάντες τῆς συζητήσεως ἄνευ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν ὑπόθεσιν; Ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος δὲν περιωρίσθη νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ προέβη καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἐποιήσατο δὲ καὶ κατηγορητήριον, χωρὶς οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ γινώσκῃ περὶ τίνος πρόκειται, οὐδ’ ἡμεῖς νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσωμεν. Δι’ αὐτὸ πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ γείνῃ ἡ συζήτησις, καὶ δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπαντήσωμεν καὶ δικαιολογηθῶμεν, ἐὰν πρὸς τοῦτο ὑπάρξῃ ἀνάγκη. Τότε δὲ θ’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἐγένετο παρανομία τις ἢ αὐθαιρεσία, ἢ τοὐναντίον τὰ γενόμενα ὀρθῶς καὶ νομίμως ἐγένοντο.
§74Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἕν παράπονον θὰ ἐκφράσω κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ἐνῷ χθὲς ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, ὅπως τυπωθῇ ἡ διακήρυξις τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας πρὸς κατασκευὴν λιθοκτίστου δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιησάμην λόγον, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ἀπεδέχθη, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος ὡσαύτως, καὶ ὁ πρακτικογράφος ἀναφέρει τοῦτο ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἐν τούτοις ἡ τύπωσις δὲν ἐγένετο. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὄντως διέταξε τὸ Τυπογραφεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν τύπωσιν ταύτην, καὶ διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐξετελέσθη ἡ διαταγή του.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον κατέθεσε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ νὰ τυπωθῇ, εἶναι ἓν σχέδιον προκηρύξεως, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ἴδιος, ἦτο δὲ καὶ ἀνυπόγραφον. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην βεβαίως νὰ διατάξω τὴν τύπωσιν τῆς διακηρύξεως ταύτης ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παρέχῃ τὴν ἄδειαν ταύτην, βεβαίως θέλω ἀμέσως διατάξει τὴν τύπωσιν.
§76Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, καὶ οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὡς πληροφορία.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ μοὶ δίδῃ τὴν ἄδειαν, βεβαίως θέλω διατάξει τὴν τύπωσιν καὶ τὴν διανομήν.
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 24).
§80Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§81Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἀπαντῶ, ὅτι, καθ’ ἣν ἔχω καθιερώσει τάξιν, ἔπρεπε νὰ λάβω τὰ πρακτικὰ σήμερον, ἵνα ζητήσω τὰς σχετικὰς πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου. Ὑποθέτω δέ, ὅτι πολὺ ταχέως θὰ τὰς λάβω, ἵνα τὰς ἀνακοινώσω.
§82Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν ἀμφέβαλλον, ὅτι θὰ ἔπραττε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς φιλοτιμίας τοῦ ὑπαλλήλου σας, νομίζω ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ σπεύσητε πάραυτα ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ δικαιολογήσητε αὐτόν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§84ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀκριβεῖς, κατὰ τὴν δημοπρασίαν τοῦ φόρου τῶν ὠνίων τοῦ δήμου Ἀγρινίου συνέβησαν ἔκτροπα. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε γνῶσιν τῶν γενομένων, ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ λάβει γνῶσιν αὐτῶν, παρακαλῶ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, καὶ διδάξῃ τοὺς ἁρμοδίους νὰ σέβωνται τοὺς νόμους. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔλαβε γνῶσιν, ἢ δὲν ἦναι πρόχειρος νὰ ἀπαντήσῃ, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοπρασιῶν, μιᾶς ἢ δύο, διότι φρονῶ ὅτι ἐγένοντο δύο δημοπρασίαι, ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων τοῦ δήμου Ἀγρινίου, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ ἐν καιρῷ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος.
§85Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἔκαμε λόγον περὶ τοῦ θέματος τούτου ὁ ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος.
§86Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν Νομάρχην τηλεγραφικῶς, καὶ ὑποθέτω, ὅτι αὔριον θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ ἀνακοινώσω αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§87ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα μόνον δὲν θ’ ἀποδείξῃ τίποτε· θὰ ἦναι μία ὑπεράσπισις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ Νομάρχης.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως αʹ) περὶ ἀγορᾶς τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων τοῦ Ἰωάννου Στεφάνοβικ Σκυλίτση καὶ βʹ) περὶ δανείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς πληρωμὴν τοῦ τιμήματος αὐτῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§90Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορήσῃ, εἰ δυνατὸν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν Βουλὴν, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ κτήματα ταῦτα ἤθελον διατεθῆ δι’ ἐνοικιάσεως, ὁποία τις ἐνοικίασις θέλει γείνῃ, ἐπειδὴ ἐγένετο σκέψις περὶ μονοετοῦς ἢ πολυετοῦς ἐνοικιάσεως.
§91Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμία σκέψις ἐγένετο, διότι, κατὰ τὴν σύμβασιν, ἔχομεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῶμεν τὰς ὑπαρχούσας ἐνοικιάσεις, αἵτινες λήγουσι τὸ 1903. Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦναι νὰ μὴ ὑπερβῶμεν τὸ ὅριον τοῦτο.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι τροπολογίαι τοῦ κυρίου Καραστεργίου καὶ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη.
§93ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως καὶ ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν σήμερον, εἶναι προσωρινὰ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ προσωρινὸν τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ὅπως διοικηθῶσι τὰ κτήματα ταῦτα, μέχρις οὗ δυνηθῇ αὕτη νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν κτημάτων τούτων νομοθετήματα. Ἡ σκέψις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης ἦτο νὰ ληφθῇ μέτρον προσωρινὸν διὰ τὸν γεωργικὸν χρόνον 1901–1902. Γνωστὸν ὅμως, ὅτι ὁ γεωργικὸς χρόνος δύναται νὰ λήξῃ πρὸ τῆς προσεχοῦς Συνόδου τῆς Βουλῆς, ὥστε θὰ εὑρεθῶμεν βεβαίως, ἐὰν τὴν διάταξιν ταύτην δεχθῶμεν, ὡς εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ἐπί τινα χρόνον ἄνευ οὐδενὸς μέσου διοικήσεως τῶν κτημάτων τούτων. Ὡς ἐκ τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, νὰ ἦναι δὲ βέβαιος, ὅτι λίαν προσεχῶς θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα περὶ τῆς ὁριστικῆς διαθέσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεώς του, τὸ ἀφορῶν τὴν προσθήκην νέου ἄρθρου 4, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸ πνεῦμα τῆς προτάσεώς του· παρακαλῶ ὅμως αὐτὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ πρότασις αὕτη διατυπωθῇ οὕτω (ἀναγινώσκει): «Προστίθεται ἄρθρον 5, ἔχον οὕτω: Μετὰ τὴν ἀνάληψιν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τῶν ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἐπιστρεφομένων χρημάτων κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου ΙΙΙ τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως καὶ συμψηφισμὸν πρὸς αὐτὸ τῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου γενομένων δαπανῶν πρὸς διοίκησιν καὶ καλλιέργειαν τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ παρόντος νόμου κτημάτων, τὸ ὑπόλοιπον κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἐντόκως, κανονιζομένου νομοθετικῶς τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως αὐτοῦ.» Εἶναι ἀκριβῶς, ὡς θέλει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Τὸ δὲ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου γίνεται 6.
§94Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ παύει ὁ τόκος ἐπὶ τῶν χρημάτων αὐτῶν, εὐθὺς ὡς γείνῃ ὁ συμψηφισμός; Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὴν Τράπεζαν ἓν ποσὸν ἐτησίας ἢ ἑξαμηνιαίας δόσεως, κατὰ τὴν σύμβασιν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐξακολουθεῖ νὰ κατέχῃ ἡ Τράπεζα, πληρώνουσα μόνον 2% μέχρι τέλους τῆς περιόδου. Λοιπὸν ἐννοεῖται, ὅτι ὁ συμψηφισμὸς γίνεται εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους.
§95ΝΕΓΡΗΣ. Μετὰ τὴν ἀνάληψιν παρὰ τοῦ Δημοσίου τοῦ ὑπολοίπου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσιν ὅσα ἔχει νὰ λάβῃ ἡ Τράπεζα, τὸ Δημόσιον θὰ συμψηφίσῃ ὅλας τὰς δαπάνας αὑτοῦ, καὶ τὸ ὑπόλοιπον διὰ νέας συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης θὰ καταθέσῃ παρ’ αὐτῇ.
§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ μένον εἰς χεῖρας τῆς Τραπέζης.
§97Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ἰδέα, ὅτι διὰ νέας συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης θὰ γένηται ὁ συμψηφισμὸς τοῦ περιπλέον πρὸς τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὸ Δημόσιον, δὲν προσθέτει τίποτε, διότι θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Τραπέζης. Ὑποχρεωτικῶς τὸ χρηματικὸν τοῦτο ποσὸν θὰ μένῃ εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀποφέρον τόκον 2% μέχρι τῆς ἀναλήψεως αὐτοῦ.
§98ΝΕΓΡΗΣ. Μέχρι τῆς λήξεως τοῦ ἔτους.
§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, μέχρι τῆς ἀναλήψεως. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ πρόθεσις νὰ ἐπωφεληθῇ τὸ Δημόσιον τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον πληρώνει εἰς τὴν Τράπεζαν, δηλ. τοῦ 5%, ἄλλως πως ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχον σπουδαιότητα, διότι πιστεύω, ὅτι εἰλικρινῶς τὰ κτήματα ταῦτα ἠγοράσθησαν, ὅπως διατεθῶσιν εἰς τοὺς χωρικούς· δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ κάμῃ μίαν κερδοσκοπικὴν πρᾶξιν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀκριβὴς ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι κτήματά τινα ἐνοικιασμένα κατὰ τριετίαν, πρέπει νὰ δεχθῇ ὁ Ὑπουργός, ὅτι ἡ ἐνοικίασις αὕτη ἡ μερικὴ πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογία, ὅπως παρακωλυθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς διανομῆς τῶν γαιῶν καὶ διὰ τὰ μὴ ἐνοικιασμένα κτήματα· διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ πραγματικοῦ σκοποῦ τῆς ἀγορᾶς τῶν κτημάτων.
§100ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς ἑτέρας τροπολογίας τοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ. Λίαν δικαίως προτείνει ὁ κύριος Βουλευτής, ὅπως εἰς τὸ μέλλον κανονίζωνται τὰ τῆς διοικήσεως διὰ προϋπολογισμοῦ ὅσον ἐνδέχεται λεπτομεροῦς. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, πρόκειται ἤδη περὶ προσωρινῶν ὅλως ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν. Ὥστε παρακαλῶ νὰ ἔχῃ ὑπομονὴν μέχρι τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ὅτε ὅλα θέλουσι κανονισθῆ κατὰ τὴν βούλησιν αὐτοῦ, ἴσως καὶ ὁριστικώτερον ἀκόμη.
§101Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, οὕτως ἑρμηνεύεται παρὰ τῆς Βουλῆς, αἱ δὲ διαβεβαιώσεις τῶν εἰσηγητῶν Ὑπουργῶν δὲν δύνανται νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, οὐδὲ οἱ πόθοι οἱ ἐνδόμυχοι, τοὺς ὁποίους ἔχουσιν. Ἡμεῖς συζητοῦμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς καὶ διαθέσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν, κανονίζει ἀπολύτως, ἄνευ περιορισμοῦ, τὰ τῆς διοικήσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ νομίζει, ὅτι πρέπει ἀπέναντι αὐτῆς τῆς γενικῆς διατάξεως νὰ προτείνῃ τὸ μέτρον, ὅπως μετὰ τὴν πάροδον τοῦ πρώτου ἔτους τοῦ γεωργικοῦ, τὸ ὁποῖον παραδέχομαι καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν κανονισμὸν διὰ προϋπολογισμοῦ δημοσιευομένου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγκρινομένου παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑποβληθῇ τῇ Βουλῇ καὶ ψηφισθῇ ἕτερος ὁριστικὸς κανονισμὸς περὶ διοικήσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ἄν αὔριον ἡ Κυβέρνησις σπεύσῃ εἰς τὴν διανομὴν, θὰ προβῇ εἰς αὐτὴν, μὴ περιοριζομένη ἐκ τοιούτου κανονισμοῦ.
§102ΝΕΓΡΗΣ. Τὰ κτήματα αὐτὰ τὰ λαμβάνομεν ὅλως διόλου αἰφνιδίως· μήτε ἐπροφθάσαμεν νὰ μελετήσωμεν τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ μᾶς ἀφήσητε ὀλίγον καιρόν. Σήμερον νὰ παρουσιάσωμεν προϋπολογισμὸν εἶναι ἀδύνατον.
§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ κάμητε σεῖς προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον νὰ κυρώσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§104Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ὑπάρχῃ κανονισμὸς τις καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν 100,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας παραχωρεῖ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον. Δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τὸ ἑξῆς· νὰ ὑποχρεώσωμεν διὰ προσθήκης ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διαχειρίζηται καὶ δαπανᾷ τὸ ποσὸν συμφώνως τῷ νόμῳ ΒΡΞΔʹ τῆς 13 Φεβρουαρίου τοῦ 1893 περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διότι ἐκεῖ ἀναφέρονται αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπιτρέπει προκαταβολὰς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διοίκησιν δημοσίων κτημάτων, ὅπως καθ’ ὡρισμένον τρόπον, τὸν ὁποῖον κανονίζει ἐν δυσὶν ἄρθροις, γίνηται ἡ διαχείρισις καὶ ἡ λογοδοσία καὶ ἡ δαπάνη τῶν ποσῶν αὐτῶν, διότι, ὡς γνωρίζετε, διὰ νὰ δοθῇ προκαταβολὴ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πέραν τῶν 2,000 δραχμῶν δὲν εἶναι δυνατόν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρέπεται, ἵνα πέραν τῶν τριῶν χιλιάδων δαπανᾷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ διοικήσει τῶν κτημάτων αὐτῶν. Τώρα δὲν λέγετε, ἂν τοῦτο θὰ γίνηται ἐν τῇ διοικήσει τῶν ὅλων κτημάτων ἢ ἑνὸς ἑκάστου κτήματος, ὅπερ ἔπρεπε νὰ διευκρινισθῇ, διότι ἑκάστη διοίκησις ἑκάστου κτήματος ἐκ τῶν εἴκοσι ἓξ θὰ ἔχῃ ἰδίαν διοίκησιν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν ἐπεμβαίνω. Ἄν ἤθελεν ἑρμηνευθῆ, ὅτι οὐχὶ δι’ ἕκαστον τῶν κτημάτων, ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ κτήματα προκαταβολὴν ἀνωτέραν τῶν τριῶν χιλιάδων δὲν δύναται νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἦτο ἀσφαλέστερον, καὶ θὰ ἦσαν μεγαλείτεραι αἱ ἐγγυήσεις. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὕτω τὸ ἐννοῶ· ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τῷ λογιστικῷ περιορισμός τις, ὁ ὁποῖος θὰ ἐδυσκόλευε τὴν διοίκησιν. Ὁ περιορισμὸς εἶναι ὁ ἑξῆς· ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ χορήγησις ἄλλων τριῶν χιλιάδων δραχμῶν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὶν δαπανηθοῦν αἱ πρῶται τρεῖς χιλιάδες καὶ δοθῇ λόγος δι’ αὐτάς. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρέπει καὶ πέραν τῶν τριῶν χιλιάδων προκαταβολήν· ἀλλ’ ἐφαρμόζεται ἆρά γε ὁ περιορισμὸς, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν τοῖς νόμοις, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ νέα προκαταβολὴ καὶ πέραν τῶν τριῶν χιλιάδων δραχμῶν πρὶν δοθῇ τῆς πρώτης ὁ λογαριασμός; Πάντα ταῦτα νομίζω, ὅτι κανονίζονται ἐν τῷ νόμῳ ΒΡΞΔʹ, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, καὶ καλὸν εἶναι εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ νὰ ἀναφερθῇ ἡ Βουλὴ διὰ προσθήκης κατωτέρω τοῦ ἄρθρου, ὅπως προφυλαχθῇ τὸ δημόσιον χρῆμα, ἂν τυχὸν θὰ ὑπάρξῃ κίνδυνός τις ἀτάκτου διαχειρίσεως, προφυλαχθῇ ἀπὸ πᾶσαν παρεκτροπὴν μὴ σύμφωνον πρὸς τοὺς νόμους. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχει πρόχειρον τὸν νόμον αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θὰ ἐνθυμεῖται τὸν νόμον τοῦτον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1893 καὶ μετερρύθμισε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἰδίως τὰ ἀφορῶντα τὰς προκαταβολὰς ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων κτημάτων. Νομίζω, ὅτι αὐταὶ εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ἀσφάλειαι αἱ πλέον εὐκταῖαι ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν.
§105ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Ἂν θέλητε, προσθέσατε εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου: «τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.»
§106Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι κανονικόν, πρὸ πάντων εἰς διαχείρισιν κοινῶν, ἡ σύνταξις προϋπολογισμοῦ, ἥτις προφυλάττει καὶ χρησιμεύει ὡς ἀσπὶς ἀκριβῶς καὶ διὰ τοὺς Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ κοινά. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καθοδηγεῖ τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν μελέτην τῶν δαπανῶν καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Βεβαίως τὸ γεωργικὸν ἔτος ἤρξατο ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου 1901 καὶ θὰ λήξῃ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1902, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ εἰσαχθῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον προϋπολογισμὸς διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ γεωργικοῦ τούτου ἔτους, διότι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ δύο εἰδῶν δαπάνας, δαπάνας ἁπλῶς διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν χωρίων δι’ ἐπιστασίαν καὶ μισθοδοσίας, καὶ δαπάνας χορηγίας σπόρου, χορηγίας προκαταβολῶν εἰς τοὺς γεωργούς, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας των καὶ συντηρηθῶσι· διότι ὑπάρχουσι καὶ χωρία, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τὰ πρὸς τροφήν των ἀναγκαῖα, καὶ τοῦτο γινώσκω ἐξ ἰδίας πείρας. Νομίζω, ὅτι οὐδεμία δυσκολία ἀπολύτως δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν σύνταξιν τοιούτου προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Βεβαίως θὰ ἦτο δυσκολία μεγαλειτέρα, ἂν ἡ Βουλὴ ἀπῄτει νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν ὁ προϋπολογισμός, ἀλλ’ οὐδεὶς προτείνει τοῦτο· ἀλλὰ τὸ νὰ μελετηθῇ ἐκ τῶν προτέρων τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς, τοῦτο δὲν εἶναι δύσκολον.
§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς λόγος δισταγμοῦ παρὰ τῇ Κυβερνήσει ὑπάρχει, ὅπως δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἐφαρμοζομένην καὶ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος. Πρόκειται τὸ Κράτος νὰ διοικήσῃ περιουσίαν, ἣν διὰ τοῦ συμβολαίου τοῦ συναφθέντος ἀποκτᾷ, νὰ διοικήσῃ περιουσίαν, ἥτις, ἀποκτωμένη ὑπὸ τοῦ Κράτους, παρέχει εἰς αὐτὸ κεφάλαιον, παρέχει εἰς αὐτὸ εἰσόδημα, εἰσόδημα βέβαιον. Μέχρις οὗ τὸ Κράτος φθάσῃ εἰς τὴν ποθητὴν ἡμέραν τῆς διανομῆς τῶν κτημάτων τούτων εἰς τοὺς γεωργούς, εἶναι ἐνδεδειγμένον, ὅτι τὴν περιουσίαν ταύτην, τὴν ἐξ 26 κτημάτων ἀποτελουμένην, πρέπει νὰ διοικῇ δι’ αὐτῶν τῶν πόρων τῆς περιουσίας αὐτῆς, διότι οἱ πόροι τῆς περιουσίας εἶναι τοσοῦτοι, ὥστε ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, καταλείποντες καὶ περίσσευμα. Τί ἄλλο ἐνδεικνύεται, ὅτι πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; τί ἄλλο ἐνδεικνύεται, ὅτι πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή; Νὰ καταρτίσωσιν εἰδικὸν ταμεῖον ἐνταῦθα, εἰδικὴν διοίκησιν μετ’ εἰδικοῦ ταμείου ἐντελῶς κεχωρισμένου ἀπὸ τῶν ἄλλων πόρων τοῦ Κράτους, νὰ πράξωσί τι ἀνάλογον ἐκείνου, ὅπερ πράττεται ἐν τῇ Ζαππείῳ Ἐπιτροπῇ, ἥτις διοικεῖται ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ τοῦ σήμερον Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν διατυπώσητε τὰ τῆς διοικήσεως τῆς περιουσίας οὕτω, θέλετε ἔχει ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλει ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐντελῶς κεχωρισμένην τὴν διαχείρισιν τῶν κτημάτων τούτων. Ὁδηγούμενοι δὲ ἐκ τῶν ἤδη ἐνδεδειγμένων λόγῳ τῆς διοικήσεως, τῆς ἐξακολουθούσης ἀπὸ ἐτῶν, τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ζαππείου, ἐπὶ 13 κτημάτων ὁμοίας φύσεως πρὸς τὰ ἐνταῦθα ἀγοραζόμενα, θέλετε δυνηθῆ νὰ κανονίσητε ἀμέσως ἀπὸ τοῦ πρώτου μηνὸς τὰ τῆς διοικήσεως καὶ μετὰ πάσης ἀσφαλείας, ὁρίζοντες ἐν προϋπολογισμῷ, ὃν διὰ τὸ σύνολον τῆς διοικήσεως θέλετε καταστρώσει, ὁρίζοντες κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Τὰ κεφάλαια τῶν ἐσόδων εἶναι ἀνάξιον τοῦ κόπου νὰ ἐπιμείνῃ τις λέγων πῶς πρέπει νὰ ὁρισθῶσι, διότι θέλουσι ταῦτα εὐκόλως ὁρισθῇ. Ἀλλὰ τὰ κεφάλαια διὰ τὰ ἔξοδα ὁρισθήσονται κατὰ τὰ κτήματα· 26 κτήματα 26 κεφάλαια· ἐντὸς δὲ τῶν κεφαλαίων θὰ ἔχητε ἄρθρα καὶ ἐδάφια. Ἐὰν ἀκολουθηθῇ τὸ παράδειγμα τὸ δοθὲν κατὰ τὴν παράληψιν τῶν κτημάτων τῆς Ζαππείου Ἐπιτροπῆς ὑπό τε τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε καὶ ὑπὸ τῶν ἐπιτρόπων τῶν διοικούντων τὴν περιουσίαν ταύτην, ἐὰν τὸ παράδειγμα τοῦτο ἀκολουθηθῇ, ἡ διοίκησις τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ γενήσεται οἰκονομικωτάτη, ὅπως δὲν ἐγίνετο βεβαίως, ὅτε ἀνῆκον ταῦτα εἰς τὸν ἀοίδιμον Στεφάνοβικ. Τὸ παράδειγμα τῆς Ζαππείου Ἐπιτροπῆς, ὅπερ καὶ ταύτην τὴν ὥραν ἔχετε ἐξακολουθοῦν ὅπως ἀπ’ ἀρχῆς ἐδόθη, δεικνύει, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι εἰς θέσιν νὰ διοικῇ τὰ κτήματα ταῦτα, ἐφ’ ὅσον θὰ μείνωσιν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, πολὺ οἰκονομικώτερον παντὸς ἄλλου ἰδιοκτήτου. Ἔχοντες δὲ τὴν πεῖραν τὴν κεκτημένην, δὲν θέλετε δυσκολευθῆ ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου νὰ καταρτίσητε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ διοικήσητε τὰ κτήματα ταῦτα ἀσχέτως πρὸς τὰ ἄλλα ἔσοδα τοῦ Κράτους, νὰ καταρτίσητε τὸ ταμεῖον τὸ ἰδιαίτερον, ἐντὸς αὐτοῦ νὰ κινηθῆτε, νὰ δαπανήσητε ὀλίγα, καὶ νὰ μείνωσι καὶ εἰς τὸ Κράτος περισσεύματα.
§108Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς σχεδὸν εἰσῆλθεν εἰς τὴν σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τῳόντι ἐν τῇ σκέψει τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρχεν, ὅπως ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ μὴ αὐξήσωσιν οἱ πόροι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ χρησιμεύσωσι ταῦτα πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ἐξηγοράσθησαν. Διὰ τοῦτο ἔχομεν κατὰ νοῦν νὰ ἐφαρμόσωμεν διὰ Β. Διατάγματος τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν κτημάτων Ζάππα καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς.
§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ἐπικαλεῖσθαι τόσον συχνὰ τὴν ἐπικουρίαν Β. Διατάγματος δὲν εἶναι πολὺ σύμφωνον πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Τὰ πάντα διὰ Β. Διατάγματος! Ἐγὼ, ὅστις σπεύδω νὰ ἴδω ψηφιζομένην ταύτην τὴν σύμβασιν καὶ τὸν νόμον, διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι ὠφελιμώτατα εἰς τὴν χώραν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρὸς αὐτὸ τὸ ἀγαθόν, ὅπερ ἐπιδιώκομεν πάντες ἀπὸ κοινοῦ, θὰ ἦτο ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ 24 ὥρας, ὥστε νὰ συνταχθῇ τὸ ἄρθρον κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκομεν, νὰ διατυπωθῇ τὸ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἰδιαιτέρας διοικήσεως ἐν τῷ νόμῳ, καὶ μόναι αἱ λεπτομέρειαι ν’ ἀφεθῶσιν εἰς τὸ Β. Διάταγμα. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ὡρίμως ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι αὐτὴ αὔριον θὰ εὑρίσκηται ἐν δυσχερείᾳ. Δὲν ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβολῆς, ἀλλὰ ἁπλῆν γνώμην.
§110Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ κύρια ἔχουσι κανονισθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου· ὅτι δὲ οὐδεμία θὰ προκύψῃ δυσχέρεια, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡμεῖς ἀπεδέχθημεν τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης. Ἡ πρόθεσις λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅπως τὰ πράγματα κανονισθῶσιν οὕτως. Ἐὰν δὲ ἀποδεχθῶμεν συγχρόνως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὰ λοιπὰ κανονίσῃ διὰ Β. Διατάγματος ὁμοίως πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς Ζαππείου Ἐπιτροπῆς. Δὲν βλέπω δὲ κανένα λόγον, ὅπως ἀναβάλωμεν.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην δὲν ἔχει κανὲν δίδαγμα ἐκ τῆς πείρας, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὁδηγήσει αὐτὸν πρὸς σύνταξιν νομοθετικῶν μέτρων, τῶν ὁποίων τὴν ψήφισιν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι ὀρθή. Διὰ τοῦτο βεβαίως, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ διατάξῃ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ συνταχθῇ διὰ τὰς δαπάνας τὰς ἀναποφεύκτους τοῦ γεωργικοῦ τούτου ἔτους, δὲν δυσκολεύομαι νὰ στέρξω εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὸ γεωργικὸν τοῦτο ἔτος. Ἀλλὰ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἑπομένου γεωργικοῦ ἔτους εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου νόμος, διότι τότε θέλει ἔχει πλέον τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὁδηγήσει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα συντάξῃ καὶ προβάλῃ τοῦτον.
§113Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἄνευ μνείας ἐν τῷ νόμῳ· διότι, ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἰσχύουσι μόνον κατὰ τὸ γεωργικὸν τοῦτο ἔτος, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θέλει ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σπεύσῃ νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὰ πράγματα θέλουσιν ἀφεθῆ, καὶ θέλουσι κατ’ ἀνάγκην ἐκτελεῖσθαι αἱ διατάξεις αὗται καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συναχθῶσι τὰ πορίσματα τῆς πείρας πρὸ τοῦ ἔτους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τρίτου ἰσχύουσι μόνον διὰ τὸ γεωργικὸν τοῦτο ἔτος, διότι κατὰ τὸ ἑπόμενον τὰ περὶ τούτου θέλουσι κανονισθῆ διὰ νόμου.
§115Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἄδειαν, κ. Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μὴ τεθῇ περιορισμὸς ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ τρέχοντος ἔτους, νομίζω, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐζήτησα νὰ παραπέμψῃ τὸν νόμον τοῦτον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τῶν προκαταβολῶν, ἀναπληροῦσιν ἐν μέρει τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ἐκείνου λέγει (ἀναγινώσκει): «Διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, προκαλουμένων ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κανονίζονται ὁ τρόπος τῶν προκαταβολῶν καὶ τῆς τακτοποιήσεως αὐτῶν, ἡ προθεσμία, ἧς ἐντὸς δέον νὰ τακτοποιηθῶσι, καὶ ὁρίζονται οἱ ὑπάλληλοι, οἱ καθιστάμενοι ὑπόλογοι διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων πρὸς τακτοποίησιν τῶν προκαταβολῶν. Ἡ προθεσμία αὕτη δὲν δύναται νὰ ᾖ μακροτέρα τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, εἰς ἣν ἀνήκει τὸ ἔξοδον.» Ὥστε δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἐλευθερία. Ἐὰν λοιπὸν τεθῇ ὁ περιορισμὸς αὐτός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δαπανᾷ συμφώνως μὲ τὸν νόμον αὐτὸν τοῦ 1893, οὐδεὶς φόβος καὶ οὐδεμία ἀνάγκη ἄλλων περιορισμῶν.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ οὐδεμία δαπάνη θὰ γίνηται, ἂν δὲν τηρῶνται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§117Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ προαγορεύσαντες δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Θέλουσι νὰ θέσωσι περιορισμὸν εἰς τὸ ποσὸν τῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λόγῳ δαπανῶν διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων, καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν ἐφαρμογὴν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς θέτουσι τοιούτους περιορισμοὺς εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κτημάτων, ὥστε νὰ γεννηθῶσι δυσχέρειαι ἀνυπέρβλητοι. Ἀναγνωρίζουσιν οἱ κύριοι προαγορεύσαντες, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἰδιοκτῆται ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅτι, ὅταν ἔρχηται ἡ ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ, δὲν περιμένουσιν οἱ θερισταὶ ἐντάλματα καὶ ἀποφάσεις ἐπιτροπῶν καὶ λογιστικὰς διατυπώσεις, διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ ἡμερομίσθιά των, διότι ἀνὰ χιλιάδας κατὰ Κυριακὴν οἱ θερισταὶ περιμένουσι τὴν πληρωμήν των, καὶ πρέπει αὕτη νὰ γείνῃ αὐθημερόν. Οὔτε ὅταν οἱ χωρικοὶ λαμβάνωσιν ἀνάγκην σπόρου ἢ τροφῆς, εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ λογιστικοῦ νόμου νὰ δίδωνται αἱ τοιαῦται, ἀνεγνωρισμέναι ἀνέκαθεν ὡς ὑποχρεώσεις τοῦ ἰδιοκτήτου, παροχαί. Πρέπει νὰ δώσωμεν πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διοικῇ τὰ κτήματα, διότι, ὅταν ἔρχηται ἡ ἀφορία, ὅταν παρουσιάζηται ἐπείγουσά τις ἀνάγκη, ὅταν πένωνται οἱ χωρικοὶ καὶ ἔρχωνται καὶ ζητῶσιν ἄρτον ἀπὸ τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν διοίκησιν τῶν κτημάτων, εἶναι ἀδύνατον, εἶναι σκληρὸν νὰ περιμένωσιν ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐντάλματα, ἐκ τῶν ἀτελευτήτων διατυπώσεων τῆς γραφειοκρατίας ἐξαρτώμενα. Καὶ γνωρίζομεν, Κύριοι, τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία βαδίζει ὡς χελώνη. Οἱ διοικοῦντες μεγάλα κτήματα ἐν Θεσσαλίᾳ, μὲ ὅλην τὴν ἐλευθερίαν, ἥτις τοῖς παρέχεται, πολλάκις δὲν κατορθοῦσι νὰ μὴ χωλαίνῃ ἡ διοίκησις αὐτῶν. Φαντασθῆτε τί θὰ συμβῇ μὲ τὰς αἰωνίας ἀναβολὰς εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων. Πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πλήρη ἐλευθερίαν νὰ μεταχειρίζηται ὅσας πιστώσεις θέλει. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 100,000 δραχμῶν εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κτημάτων, διότι οὐδὲ διὰ θεριστικὰ θὰ ἐπαρκέσῃ.
§118Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ εἰς δύο λεπτὰ δὲν δύναμαι νὰ διατυπώσω ἄλλως τὸ ἄρθρον. Προτιμῶ τὴν ἀναβολήν.
§119Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ προκαλήσαντος, ὅτι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ διοίκησις τῶν κτημάτων αὐτῶν, εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετος, διότι ἡ Κυβέρνησις δύναται διὰ Διαταγμάτων, ὁσάκις ἐγκρίνῃ, νὰ προκαλῇ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐπρότεινεν ὁ κ. Ὑπουργός;
§121Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς ἐδέχθημεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὡς τὴν εἶχε διατυπώσει χθές, καὶ οὐδὲν περιπλέον. Ἂν δὲν θεωρῇ ἡ Βουλὴ ἀρκετὸν τοῦτο, παρακαλοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δέχεται τὸ Ὑπουργεῖον τὴν πρότασιν περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ πρώτου γεωργικοῦ ἔτους;
§123Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀσπάζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ τὴν διατύπωσιν δὲν δύναμαι νὰ τὴν κάμω οὕτως εἰς δύο λεπτά.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά· αὔριον.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προτείνει ὁ κύριος Ὑπουργός;
§126Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις υἱοθετεῖ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὡς ἔχει διατυπωθῆ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ προτιμᾷ νὰ ἀναβληθῇ, ἂς ἀποφανθῇ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη ἔχει ὡς ἑξῆς: Νὰ προστεθῇ ἐδάφιον βʹ εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἑξῆς: «Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, αἱ δαπάναι γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ, συντασσομένου δι’ ἕκαστον τῶν μὴ ἐκμεμισθωμένων κτημάτων χωριστὰ, ἐγκρινομένου δὲ καθ’ ἕκαστον ἔτος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δημοσιευομένου διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ τρίτον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου...
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ διατυπωθῇ νομοθετικῶς αὔριον.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§130Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου, ὅτι χορηγεῖται «διὰ τὸ τρέχον γεωργικὸν ἔτος».
§131Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, δεχόμεθα τὸ τρέχον γεωργικὸν ἔτος.
§132Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ τρέχον γεωργικὸν ἔτος, διότι καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ γεωργικοῦ ἔτους, τὸν Ὀκτώβριον, ἔχετε ἀνάγκην δαπάνης διὰ τὸν σπόρον. Ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, ἔχει καλῶς.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὡς ἄρθρον 5 θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου προταθέν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 6. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ δωδεκατημόρια.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902 ζητουμένων πιστώσεων καὶ περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς ἰδίας χρήσεως».
§136ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν δωδεκατημόρια, παρατηρῶ καὶ ἐφέτος, ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐκείνη ἡ παρατηρουμένη ἀπό τινων ἐτῶν ῥοπὴ τῶν Κυβερνήσεων, νὰ ζητῶσιν ἀορίστους ἀδείας παρὰ τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ πιστώσεων. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ζητεῖται νὰ ψηφίσωμεν, ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ δευτέρῳ, ὅτι ἡ ζητουμένη πίστωσις ὁρίζεται διὰ δύο μῆνας· ἀλλὰ προκειμένης εἰσπράξεως ἐσόδων τὸ νομοσχέδιον ἀκολουθεῖ τὴν παλαιὰν τακτικὴν, τὴν ἀπὸ τοῦ 1897 καθιερωθεῖσαν, καὶ ἔρχεται ἀπαράλλακτα, ὅπως καὶ τὰ Διατάγματα, ζητοῦν ἀπεριόριστον ἄδειαν «μέχρις οὗ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός». Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἐδίστασαν, ἀλλ’ εἶπον: «πιθανὸν μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας νὰ μὴ ἔχωμεν τὸν Προϋπολογισμόν· λοιπὸν ἂς ἔχωμεν ἐλευθερίαν, διακεκομμένης τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ταύτης δὲ μὴ οὔσης διαλελυμένης, μὴ ψηφισθέντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἂς ἔχωμεν ἐλευθερίαν νὰ εἰσπράττωμεν φόρους». Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ πολιτεύματος, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ζητοῦντες ἄδειαν νὰ δαπανήσωσι διὰ δύο μῆνας, πρέπει νὰ ζητήσωσι καὶ ἄδειαν εἰσπράξεως διὰ δύο μῆνας. Πρὸ δύο ἐτῶν, ὅτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπερ προεκάλεσε μακρὰν συζήτησιν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι εἶπεν, ὅτι τὰ λεγόμενα δὲν ἔπειθον αὐτόν, ὅπως ἐπενέγκῃ τοιαύτην μεταβολὴν, ἐν τούτοις τὴν μεταβολὴν παρεισήγαγε διὰ διαρρυθμίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἰς τὸν νόμον ΒΦΞΛʹ τοῦ 1899. Τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ δεχθῇ καὶ σήμερον ὁ νῦν Ὑπουργός.
§137ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δεχόμεθα τὴν προσθήκην.
§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε, ἵνα μὴ λαμβάνω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, παρατηρῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ μνημονευθῇ καὶ εἰδικὸν ταμεῖον, ὅπερ ἔχει τὰ αὐτὰ καὶ τὸ τῶν Φάρων δικαιώματα, ἵνα μνημονευθῇ, ἤτοι τὸ Ταμεῖον τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν).
§139Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ Ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως δίδωνται εἰς αὐτὸ τακτικῶς ὅσα δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑϠΟʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν».
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου ἀντίρρησις.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ.)