1902.01.24
3.264 στίχοι · 25.246 λέξεις · 258 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
τῆς 24 Ἰανουαρίου 1902.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν παρατηρῶ, ὅτι κακῶς σημειοῦται, ὅτι ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ νὰ διακόπτηται ἡ συνεδρίασις τὴν 8 καὶ ἐπαναλαμβάνηται τὴν 9 μ. μ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐπρότεινε μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἰς οὐδεμίαν προῆλθεν ἀπόφασιν· διότι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα, ἐγὼ ἤθελον ζητήσει τὸν λόγον, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ πλέον αὐτὰς τὰς μεταμεσονυκτίους συνεδριάσεις.
§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καθὼς ἀντελήφθην ἐγὼ, τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτω. Μεταξὺ τῶν προτεινάντων, ὅπως διακοπῇ χθὲς τὸ ἑσπέρας καὶ ἐξακολουθήσῃ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἤμην καὶ ἐγώ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγερθεὶς εἶπεν, ὅτι, καθ’ ὃ σύστημα προχωροῦμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις ταχέως, καὶ ἐπρότεινεν, ὅπως ἀποφασίσωμεν ἀπὸ τῆς αὔριον, δηλαδὴ ν’ ἀποφασίσωμεν σήμερον.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ κατὰ λέξιν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ν’ ἀποφασίσωμεν σήμερον, ὅπως διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν τὴν 8 ὥραν καὶ συνεχίζωμεν αὐτὴν ἀπὸ τῆς 9. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑποβληθεῖσα γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ συζητήσωμεν αὐτὴν, βεβαίως ἔχομεν πολλὰς κατ’ αὐτῆς ἀντιρρήσεις.
§5Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω ἐγώ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Καραπάνου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατόπιν αἰτήσεως πολλῶν Βουλευτῶν, ἐζήτησε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, καὶ ἀπὸ αὔριον, δηλαδὴ ἀπὸ σήμερον, νὰ κάμνωμεν διακοπὴν τὴν 8 ὥραν, καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 9. Ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ ἐνῷ ἅπαντες εἶχον ἐγερθῆ πρὸς ἀναχώρησιν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔκαμε τὴν ἑξῆς δήλωσιν: «Ἡμεῖς δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν».
§6Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε τὴν πρότασίν του, ἡ δεξιὰ πτέρυξ εἶχεν ἐγερθῆ πρὸς ἀναχώρησιν. Τότε ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπέμνησεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. «Μάλιστα», εἶπεν ὁ προεδρεύων κ. ἀντιπρόεδρος, καὶ μετὰ τοῦτο ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν.
§7Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ καὶ πάλιν, ὅτι ἡ ἀντίληψις τοῦ Προεδρείου κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πότε δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν: «Ἡμεῖς δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.»
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ διευθύνων τὴν συνεδρίασιν χθὲς ἐνδέχεται ν’ ἀντελήφθη οὕτω τῶν λόγων μου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅταν βεβαιώνωμεν τὰς πράξεις ἡμῶν, δὲν πρέπει ν’ ἀναγκαζώμεθα νὰ ὑπενθυμίζωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ παρὼν καὶ συμβολαιογράφος. Δὲν θέλομεν δὲ αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην συμβολαιογράφου, ἐὰν πιστῶς συντάσσωνται τὰ πρακτικά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπρότεινεν ἀληθῶς, ὅτι στέργει εἰς τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως χθές, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ἀπὸ τῆς αὔριον ἡ συνεδρίασις νὰ διακόπτηται τὴν 8ην καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνηται κατὰ τὴν 9ην. Οὐδεὶς προεκλήθη πρὸς ψηφοφορίαν, οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν Βουλευτῶν ἦσαν ἕτοιμοι νὰ φύγωσιν, ὅτε ἐγὼ ἀπετάθην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ εἶπον: «Κύριε Πρόεδρε, νὰ σημειωθῇ, ὅτι δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.» Ὁ κ. Πρόεδρος ἔσεισε τὴν κεφαλὴν, καὶ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον, ἐὰν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ διακόπτηται ἡ συνεδρίασις, ἀλλὰ πρόκειται νὰ βεβαιώσωμεν, ἐὰν χθὲς ἀπεφασίσθη τοῦτο, ἢ εἶναι πεπλανημένη ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Προέδρου, ἢ τοῦ πρακτικογράφου, καὶ ἑπομένως ἐν τοῖς πρακτικοῖς οὐχὶ ἀκριβῶς ἐγράφη, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη περὶ αὐτοῦ.
§9Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον χθὲς τὴν πρότασιν νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν κατὰ συνέπειαν παρηκολούθησα τὰ κατόπιν γενόμενα μετὰ προσοχῆς, διότι ἤθελον νὰ ἴδω, τί θ’ ἀποφασισθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου ἐκείνης. Τοσοῦτον δ’ ἐπρόσεχον, ὥστε ἀντελήφθην ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, ὁ κ. Βιτάλης, εἶπέ τι, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἐγερθῶ καὶ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ τὸ ἐπαναλάβῃ. Ἤκουσα ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ εἴπομεν ὅλοι: «αὔριον, αὔριον.» Οὔτε ὁ κύριος Πρόεδρος ἠρώτησε τὴν Βουλὴν, οὔτε ἡ Βουλὴ προέβη εἰς ἀπόφασίν τινα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου, καὶ εἶναι εἰλικρινὴς καὶ καθαρά· δὲν πρόκειται δὲ ἐγὼ νὰ φέρω ἀντίρρησιν κατὰ παννυχίδων, διότι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντέχουν εἰς τὰς παννυχίδας. Τί ἐλέχθη ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὁμολογῶ ἀληθῶς, ὅτι δὲν ἤκουσα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην, εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς οὐδεμίαν προῆλθεν ἀπόφασιν. Τοῦτο δὲ βεβαιῶ, διότι προσεῖχον πολύ.
§10Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, ὑπέβαλον χθὲς τὴν πρότασιν, ἀπὸ τῆς σήμερον νὰ γίνηται διακοπὴ τὴν 8ην ὥραν, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 9ην, διότι ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι πολλοὶ εἶναι ἐγγεγραμμένοι καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ ὁμιλήσωσιν. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἦτο ἑτοίμη πρὸς ἀναχώρησιν, ὁλόκληρος ὅμως ἡ Βουλὴ, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, — εἶναι δὲ ζήτημα ἀντιλήψεως τοῦτο, — ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἶπε: «μάλιστα, μάλιστα.» Τοσοῦτον δὲ ἐθεωρήθη βέβαιον, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ «μάλιστα, μάλιστα» ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου, ὥστε ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Σύρου κ. Βιτάλης, ὁ ὁποῖος ἦτο ἕτοιμος νὰ ὑποβάλῃ ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἠμποδίσθη ἀπὸ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ἀλλ’ ὑπέβαλε μίαν ἄλλην πρότασιν, νὰ ὁρίσωμεν τὸ τέρμα τῆς συνεδριάσεως. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ λαμβάνει τοιαύτας ἀποφάσεις τοιούτῳ τρόπῳ.
§11ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἐπὶ προτάσεως Ὑπουργοῦ ἢ Βουλευτοῦ, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπαγγείλῃ οὗτος τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προέτεινε τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἠρώτησεν αὐτὴν, καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις αὐτῆς, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔφερεν ἀντιρρήσεις. Ἡ συνεδρίασις χθὲς ἐλύθη, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι πρωτοφανῆ ὅσα ἀκούομεν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διορθώσῃ τὰ πρακτικά.
§12Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα παρεξηγήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰλικρινῶς ἠθέλησε ν’ ἀφηγηθῇ τὰ γεγονότα, δι’ ὅσων εἶπεν. Ἀλλ’ οὕτως ἐγένοντο ἀντιληπτὰ παρ’ ὅλης τῆς Βουλῆς; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Ἐκ τῆς ἀφηγήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ ἦτο διάφορος τῆς τῶν ἄλλων. Διότι παρέστησεν, ὅτι ἐπὶ τῆς προτάσεώς του ἤκουσεν ἰαχὴν, ὁμοφωνίαν γενικήν. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἀντελήφθη καλῶς, διότι ὑπῆρξε ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν συνεφώνησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεκτείνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς εἰς τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας. Ἡ πρότασίς του, ἔχουσα τόσην σημασίαν, ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ ὑπεράνω πάσης ἀντιλήψεως κεῖνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, ἡ ἀποστολὴ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι μόνον ἱστορικὴ, ὅπως χρησιμεύσωσι ταῦτα εἰς ἐποχὰς μελλούσας. Φέρετε αὐτὰ, διὰ νὰ ἴδητε, ἐὰν ἐφηρμόσθη ὁ Κανονισμὸς, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τοιοῦτόν τι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ ἔχομεν τὰ πρακτικά.
§14ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος. Λέγω μόνον, ὅτι ἐγὼ ἀνεχώρησα ἐντεῦθεν μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀφοῦ ὅμως τόσαι ἀντιρρήσεις ἐγείρονται, καὶ ὑπάρχει ἀμφιβολία, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά. Δυνάμεθα δὲ σήμερον, τὴν πρότασιν, ἣν χθὲς ἔφερεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ συζητήσωμεν, καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὰ πρακτικὰ θὰ διορθωθῶσιν. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις;
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. (Ἐνταῦθα προσελθόντες οἱ βουλευταὶ Καρδίτσης Ἀπόστολος Βασαρδάνης καὶ Κερκύρας Ν. Τριβόλης ὀμνύουσιν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§18Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαταχθῇ ἡ κατάσχεσις τοῦ Εὐαγγελίου αὐτοῦ, διότι εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀναθεματισθῶσιν. Εἶναι τῆς Βιβλικῆς Βρεττανικῆς Ἑταιρείας.
§19ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρέπει ν’ ἀποδοκιμασθῇ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τὸ πρωτότυπον κείμενον.
§21Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει, ἐὰν δὲν ἦναι τὸ πρωτότυπον.
§22Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ Εὐαγγέλιον αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ μετάφρασις, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται ἡ Ἀγγλικανικὴ Ἐκκλησία. Εἶναι πρωτότυπον, ἐκδοθὲν ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ ἢ Λονδίνῳ.
§23Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πότε σκέπτεται νὰ καταθέσῃ τὴν σύμβασιν περὶ τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, διότι ἔφθασεν ἡ 5 Φεβρουαρίου.
§24ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόλις καταρτισθῇ τὸ Σῶμα διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν.
§25Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλον χθές. Νὰ διακόπτωμεν εἰς τὰς 8 καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰς 9.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται.
§27Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Μὴ βιάζεσθε. Ἀπὸ τῆς 31 Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους διετάχθη τὸ ἄνοιγμα τῶν θυρῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ συνάθροισις ἡμῶν ἐνταῦθα, ὅπως ἐπιληφθῶμεν τῶν βουλευτικῶν μας καθηκόντων. Πάντες δὲ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα μετὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς τυπικῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου αἱ πύλαι τοῦ Κοινοβουλίου ἔμειναν κεκλεισμέναι, ὅτε ἐπῆλθον τὰ γεγονότα τῆς 8ης Νοεμβρίου, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ καιροῦ ἐκείνου παρῃτήθη, ἀνέλαβε δὲ τὴν ἐξουσίαν ἡ ὑφισταμένη, ἥτις ὡς πρώτην μέριμναν αὑτῆς εἶχε τὸ κλείσιμον τῶν θυρῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν ἔληξε τῇ 22 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, καὶ ἀπὸ τότε μέχρι τῆς παρελθούσης Δευτέρας καὶ πάλιν αἱ πύλαι τοῦ Κοινοβουλίου ἔμειναν κεκλεισμέναι ἐξ ὑπαιτιότητος οὐχὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τῶν συμμάχων, τῶν διευθυνόντων τὴν πλειονοψηφίαν. Μόλις δὲ κατωρθώθη ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ διεξάγεται συζήτησις ἐπὶ τόσον σοβαροῦ θέματος, οἱ διευθυνταὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, θέλουσι νὰ πιέσωσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς, ὧν ἡ παρουσία δὲν εἶναι πολὺ εὐχάριστος εἰς τοὺς κυβερνῶντας, διότι ἄλλως δὲν ἤθελον σπεύσει νὰ ζητήσωσι τὰς παννυχίδας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς στοιχειώδους ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ νὰ κλείσωσι πάλιν τὰς θύρας.
§28Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ποῖος ὁ λόγος;
§29ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ ἐπὶ 3 ἕως 6 μῆνας. Δὲν ἔχομεν ἢ 3 μόνον ἡμέρας ἐνταῦθα, καὶ προτείνονται παννυχίδες. Τίς δύναται ν’ ἀνθέξῃ ἐπὶ 3 ἢ 6 μῆνας ἐργαζόμενος νυχθημερόν, ὅπως συζητήσῃ τὰ σπουδαῖα νομοσχέδια, ἅτινα προανήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Δὲν φαίνεται εἰς ὑμᾶς ἀρκοῦσα ἐργασία νομοθετικὴ ἀπὸ τῆς 4 ἢ ἀπὸ τῆς 2 ἢ 1 μ. μ. μέχρι τῆς 8 ἢ 9, ὥστε νὰ μὴ διανυκτερεύωμεν;...
§30Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομοθετικὴ ὅμως.
§31ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Καὶ τὰ ἄλλα νὰ τὰ ἀφήσωμεν, διότι τὰ ἄλλα σᾶς ταράττουν, διότι σέβεσθε τὴν πλειονοψηφίαν, ἣν δὲν ἔχετε, οὔτε θ’ ἀτενίσητε... Πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν ἠρέμα καὶ σοβαρῶς, καὶ οὐχὶ βεβιασμένως νὰ νομοθετῶμεν καὶ ἀποφαινώμεθα περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ θεωρεῖ, καὶ εἶναι, σοβαρά. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, ἐὰν θέλῃ. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ἀνεπαρκῆ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐργάζεται ἡ Βουλή, ἂς μεταβληθῇ ἡ ὥρα τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων· διότι ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον πόσοι ἀπώλεσαν τὴν ὑγείαν καὶ τὴν ζωὴν ἀκόμη.
§32Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Οὐδείς.
§33ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον ἠσθένησαν, ἀλλὰ καὶ ἀπέθανον ἐκ τῶν παννυχίδων πολλοὶ συνάδελφοι.
§34Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἀντέχουσιν εἰς τὰς νυκτερινὰς συνεδριάσεις, οὔτε διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῶ νόσον ἐκ τῆς παραμονῆς εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς ὥρας ταύτας, οὔτε ἡ παράτασις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μετὰ τὸ μεσονύκτιον θέλει μὲ ἐμποδίσει νὰ λάβω τὸν λόγον, ὁσάκις θελήσω. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ τὸ γινόμενον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἤτοι νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς 4 μετὰ μεσημβρίαν, καὶ νὰ παρατείνῃ τὰς συνεδριάσεις μέχρι τῆς ἑπομένης πρωΐας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παριστάμεθα ἄλλοτε εἰς συνεδριάσεις 48 καὶ 56 ὡρῶν, καὶ τότε πλεῖστοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἠσθένησαν, καὶ ἄλλοι μετεπέμφθησαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον. Τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ, ὄχι μόνον διὰ τὸν κίνδυνον τῆς ὑγείας τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους οὐσιαστικωτέρους, ἀφορῶντας εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, ἥτις πρέπει νὰ γίνηται ἐνταῦθα μετὰ περισσοτέρας σοβαρότητος. Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἶπον, ὅτι ἡ ἐργασία, ὅπως διεξάγεται ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ ἀδιάλειπτος παράτασις τῶν συνεδριάσεων ἐπὶ πολλὰς ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις προσεπάθει νὰ εὕρῃ ἐξηντλημένην τὴν Βουλήν, ὅπως ὑφαρπάσῃ τὰ νομοσχέδια, δὲν εἶναι ἐργασία σοβαρά. Τὰ νομοσχέδια ἕνεκεν τούτου καθίστανται ἀτροφικὰ νομοθετήματα, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων βλέπομεν αὐτὰ νόμους μὴ δυναμένους νὰ ἐφαρμοσθῶσι. Διότι οὔτε πραγματικὴ μελέτη ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, οὔτε ἐργασία ἐξηκριβωμένη ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ γίνηται. Τοιαύτη δὲ ἀνωφελὴς καὶ ἐπιζήμιος εἶναι ἡ ἐν τῇ Βουλῇ ἐργασία. Πῶς εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ συμβῇ ἄλλως; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῶμεν ἐργαζόμενοι ἐπὶ 48 ὥρας, χωρὶς νὰ ἀμβλυνθῇ ἡ ἀντίληψις ἡμῶν; Καὶ βλέπομεν τὸ περιεργότατον καὶ ἀξιοθρήνητον θέαμα Βουλευτῶν κοιμωμένων, Ὑπουργῶν κοιμωμένων, ἐκείνων ἀκριβῶς, τῶν ὁποίων τὰ νομοσχέδια συζητοῦνται, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσωσι ποῖαι τροπολογίαι ἐγένοντο καὶ ποῖαι μεταβολαὶ ἐπῆλθον εἰς τὰ νομοσχέδιά των. Τοιαύτη ἐργασία θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ; Ἀλλὰ τοιαύτη ἐργασία εἶναι παρῳδία νομοθετικῆς ἐργασίας. Δι’ ὃ παρακαλῶ καὶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὰς κωμῳδίας ταύτας, διότι θὰ καταρτίσωμεν μὲν νόμους, ἀλλὰ δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ τοὺς ἐφαρμόσωμεν, ὡς πολλάκις συνέβη, διότι ἦσαν νόμοι ψηφισθέντες ὑπὸ ῥεγχόντων ἀνθρώπων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, πῶς εἶναι δυνατόν, Βουλὴ, ἡ ὁποία ἐπὶ 40 ἡμέρας δυνάμει Β. Διατάγματος καὶ ἐπὶ 30 ἄλλας ἡμέρας δυνάμει τῶν ἑορτῶν, ἤτοι ἐπὶ 70 ὅλας ἡμέρας δὲν εἰργάσθη, νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας της ἐντὸς 15 ἡμερῶν; Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐργασθῶμεν καὶ θέλωμεν σοβαρῶς νὰ ἐργασθῶμεν, ἂς μεταβάλωμεν τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων· εἶναι ἀρκετὸν τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς 2 μ. μ. μέχρι τῆς 8 ἢ τῆς 9· εἶναι 6 ὁλόκληροι ὧραι, καὶ ὅταν ἐπὶ 6 ὁλοκλήρους ὥρας συνεδριάζωμεν, νομίζω, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι ἀρκετὸς, ὅπως καὶ τὰ ὑποβληθησόμενα νομοσχέδια ψηφισθῶσι, καὶ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιασθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, συζητηθῶσιν, ἐνασκηθῇ δὲ καὶ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων.
§35Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πλειονοψηφία βεβαίως ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Οὕτω θὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἐπιδειχθῇ, ὅτι εἶναι φιλόπονος καὶ ἐργατική. Οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, οἱ μὴ γινώσκοντες τὰ ἐντὸς αὐτῆς γινόμενα, εὔκολον νὰ πιστεύσωσι τοῦτο, ἀλλ’ ἀδίκως θὰ τὸ πιστεύσωσιν. Ἀληθῶς ἐν τῇ ἐργασίᾳ, ἡ ὁποία προκαλεῖται διὰ τὸν μετὰ τὴν 9ην ὥραν χρόνον τῆς συνεδριάσεως, ἡ Συμπολίτευσις οὐδὲν βάρος πρόκειται νὰ λάβῃ, ἀλλ’ ὅλον τὸ βάρος τῆς ἐργασίας πρόκειται νὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι αὐτὴ μόνη διεξάγει τὰς συζητήσεις. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ἡ μέχρι τοῦδε διεξαγομένη συζήτησις, καθ’ ἣν ἐλάχιστοι ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἔλαβον μέρος. Ἐκτὸς τούτου παρατηρῶ, ὅτι ἀκαίρως καὶ προώρως ὑποβάλλεται ἡ πρότασις. Ἂν εἴχομεν ἐνώπιόν μας ἡμερησίαν διάταξιν μὲ πολλὰ νομοσχέδια καὶ χρόνον ἐλάχιστον μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῶν ἑορτῶν, θὰ ἐνόουν τὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦσαν νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν τὴν βάσανον ἡ Βουλὴ καὶ νὰ συνέρχηται καὶ μετὰ τὴν 9ην ὥραν, ἵνα ἐξακολουθῇ τὰς ἐργασίας της. Ἀλλὰ νὰ ζητῇ σήμερον νὰ καταστήσῃ ὥραν τακτικὴν τῶν ἐργασιῶν της τὴν 9ην ἑσπερινὴν, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον. Ἂς περιμένῃ τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβληθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἅτινα πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ, ὥστε νὰ φανῇ, ὅτι ἕνεκα τῶν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται ἐν ἀρχῇ, δὲν ὑπολείπεται χρόνος, καὶ τότε δύναται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ν’ ἀποφασίσῃ νὰ συνέρχηται καὶ μετὰ τὴν 9ην· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης νὰ ζητῇ ὡς τακτικὸν μέτρον τοῦτο, φρονῶ, ὅτι εἶναι ὅλως ἄτοπον. Ἐὰν θέλῃ νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος, ὅπερ εἶναι ἐκκρεμὲς, τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποβάλῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη. Τὸ νὰ ψηφίσωμεν ὅμως ἀπὸ τοῦδε, ὅτι καθιστῶμεν τακτικὴν πλέον ὥραν συνεδριάσεων καὶ τὸν μετὰ τὴν 9ην χρόνον, καὶ ἐπ’ ἀόριστον χρόνον, τὸ θεωρῶ οὔτε δίκαιον οὔτε ὀρθόν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν θέλῃ, νὰ περιορίσῃ τὴν πρότασιν περὶ τῆς διακοπῆς, μόνον ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος.
§36ΑΛ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς παραδεχόμεθα τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ, καὶ προτείνομεν, ὅπως ἡ συνεδρίασις διακόπτηται τὴν 8ην, καὶ ἐπαναλαμβάνηται τὴν 9ην, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτου ἰσχύῃ προσωρινῶς μέχρι τῆς λήξεως τῆς ἐκκρεμοῦς πολιτικῆς συζητήσεως.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς χθὲς διακοπείσης συζητήσεως. Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§38Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ἔλαβον τὸν λόγον, οὐχὶ ἵνα συζητήσω ἐπὶ τοῦ φλέγοντος ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ 3 ἤδη ἡμέρας ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι οἱ θεσμοὶ οὐδένα κίνδυνον διατρέχουν, καὶ δι’ αὐτὸ θεωρῶ περιττὸν νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἐπὶ τριάκοντα ἔτη πολιτεύομαι, καὶ μὲ ἐλαχίστας διακοπὰς παρευρίσκομαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα αὐτὸ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἤκουον, ὅτι οἱ θεσμοὶ κινδυνεύουν, ἀλλ’ οἱ θεσμοὶ εὐτυχῶς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔπαθον τίποτε, καὶ οὐδένα κίνδυνον διέτρεξαν, διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχῃ τὸν συνταγματικώτερον Βασιλέα, διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχῃ Βασιλέα εὔορκον, ὅστις τηρεῖ ἐπὶ 37 ἤδη ἔτη τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκε...
§39ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴχετε πάντοτε αὐτὴν τὴν γνώμην;
§40Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐρωτᾶτε.
§41ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐπαινῆται ὁ Βασιλεὺς ἐνταῦθα, δύναται ἄλλος νὰ εὑρεθῇ νὰ ἀντικρούσῃ τὸν κ. Βουδούρην, καὶ δὲν πρέπει τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως νὰ ἀναμιγνύηται ἐδῶ.
§42Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ φέρετε ἐπὶ τοῦ τάπητος τὴν δρᾶσιν τοῦ Βασιλέως, διότι, ἂν τὴν φέρητε, ἀναγκάζετε τοὺς ἀντιπάλους νὰ ἀναμιγνύωσιν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος, κατὰ τοὺς θεσμοὺς, δὲν φέρεται εἰς συζήτησιν.
§43Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, τί ἄλλο γίνεται ἐπὶ τρεῖς ἤδη ἡμέρας ἐδῶ, παρὰ νὰ φέρηται ἐπὶ τοῦ τάπητος ὁ Βασιλεύς; Ἀλλὰ δὲν θὰ ὁμιλήσω, Κύριοι, περὶ τῶν θεσμῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν γνώμην μου, οἱ θεσμοὶ στέκουν εἰς τὴν θέσιν των, καὶ οὐδένα κίνδυνον διατρέχουν.
§44Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διατί; Δὲν μᾶς ἐξηγεῖτε νὰ τὸ μάθωμεν καὶ ἡμεῖς;
§45Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶπον, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου οἱ θεσμοὶ οὐδένα κίνδυνον διατρέχουν. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης, τὸν ὁποῖον, σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι, καὶ σέβομαι προσέτι, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὀλίγα ἔτη μεγαλείτερός μου (γέλως).
§46Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι ἐπὶ 30 ἔτη πολιτεύεσθε· δὲν ἦσθε καὶ 30 ἐτῶν τότε; (γέλως).
§47Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἤμην 24. Ἐγώ, Κύριοι, θὰ ὁμιλήσω ἱστορικῶς· θὰ ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην ὅλων σας τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων 20 κοινοβουλευτικῶν ἐτῶν, καὶ θὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Δραγούμης τὴν δεδηλωμένην τὴν ἐνόει πάντοτε ὡς μονοπώλιον ἰδικόν του. Ἡ δεδηλωμένη ἦτο καλή, ὅταν τὸν ὠφέλει πολιτικῶς· ἡ δεδηλωμένη ἦτο κακὴ, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ὠφελήσῃ τοὺς ἀντιπάλους του. Ὁ κύριος Δραγούμης, ὡς γνωρίζετε, ἦτο ἓν τῶν δρώντων προσώπων τῆς πολιτικῆς μερίδος, εἰς ἣν εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω. Καὶ ἄρχομαι, Κύριοι, τῆς ἱστορίας τῶν τελευταίων 20 κοινοβουλευτικῶν ἐτῶν, παρακαλῶ δὲ τὸν σεβαστὸν φίλον, τὸν ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμον Βουλευτὴν κύριον Δηλιγιάννην, τὸν ὁποῖον, ὅλοι ὑμεῖς γνωρίζετε, (ἐκεῖνος δὲ πλειότερον παντὸς ἄλλου) πόσον σέβομαι, νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσῃ ποσῶς. Κύριοι, τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, τοῦ μακαρίτου Χαριλάου Τρικούπη ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν ἐν ἔτει 1882. Ἦτο ὁ μακαρίτης Τρικούπης καὶ πρότερον Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν. Διῴκησε τὴν χώραν ἐπὶ 5 σχεδὸν ὁλόκληρα ἔτη. Ὁ κ. Δραγούμης εὕρισκε τότε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἦτο ὁ λαμπρότερος Βασιλεὺς, ἦτο ὁ συνταγματικώτερος Βασιλεὺς, ἦτο ὁ εὐθύτερος Βασιλεύς. Ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἐθεώρει, ὅτι ἡ ὑποστήριξις, ἡ ὁποία ἐδίδετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἦτο βλαβερὰ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι, ἀφοῦ ἐξήντλησε πᾶν μέσον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως καταρρίψῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἀπεχώρησε τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ ἔκαμε μίαν δευτέραν Βουλὴν ἀπέναντι τῆς Χρυσοσπηλαιωτίσσης. Ἐπῆλθον αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1885, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν μὲ μεγάλην πλειονοψηφίαν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἕνεκα τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων ἐξωτερικῶν περιστάσεων ἔμεινεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μόνον ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, παραιτηθεῖσα ἕνεκα τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγένετο τότε, καὶ ἀνέλαβε πάλιν τὴν ἐξουσίαν τὸ ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη προεδρευόμενον κόμμα.
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· ἦλθεν ὁ Βάλβης.
§49Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ὁ Βάλβης, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὴν ἀνελάβομεν ἡμεῖς. Ποῖος ὑπέδειξε τὸν Βάλβην, διὰ νὰ γείνῃ ἡ γέφυρα αὐτή; Τώρα εἶναι περιττόν... Τότε ἦσαν λαμπρὰ τὰ πράγματα. Τώρα ὁ Ζαΐμης γίνεται γέφυρα, καὶ ἡμεῖς τὸν ὑποστηρίζομεν· τώρα οἱ θεσμοὶ κινδυνεύουν! Λοιπὸν ἦλθεν ὁ Βάλβης εἰς τὴν ἐξουσίαν, μετὰ ὀκτὼ δὲ ἡμέρας συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγὴν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) περὶ τοὺς ἑξήκοντα Βουλευταὶ, μετέστησαν δὲ εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιάν). Ἦλθε τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μὲ Ὑπουργὸν τὸν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Δραγούμην. Ὁ Βασιλεὺς συνταγματικώτατος! ὁ Βασιλεὺς λαμπρὸς ἄνθρωπος! ὁ Βασιλεὺς αὐστηρὸς φύλαξ τῶν θεσμῶν! οἱ θεσμοὶ ἐπήγαιναν λαμπρά! Ἐλάβομεν τὴν ἐξουσίαν ἡμεῖς! Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, πρὸς τιμὴν τοῦ Βασιλέως ἔδωσε καὶ χορὸν ἐν τῷ οἴκῳ του, εἰς τὸν ὁποῖον παρευρέθη καὶ ὁ Βασιλεύς. Ἔρωτες καὶ ἐνθουσιασμὸς μὲ τὸν Βασιλέα! ὅλα λαμπρά! Ἐπῆλθεν ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ἡ ἄνοδος εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης ἐνόμισεν, ὅτι νόμοι τινές, ψηφισθέντες παρὰ τῆς Βουλῆς τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, ἔπρεπε νὰ καταργηθοῦν, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια πρὸς κατάργησιν αὐτῶν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὴν κατάργησιν, καὶ κατηργήθησαν ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν Βουλευτῶν, ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ὁ τῆς εὐρείας περιφερείας. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα τοὺς ψηφισθέντας νόμους πρὸς κύρωσιν, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσεν αὐτούς. Τότε δὴ τότε! «Ὁ Βασιλεὺς καταστρέφει τὸ Σύνταγμα! ὁ Βασιλεὺς καταστρέφει τὴν Ἑλλάδα! καταστρέφει τὸν τόπον!» Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ὑπεστήριζε τὴν Κυβέρνησιν τῆς δεδηλωμένης, τὸ δόγμα τοῦ κ. Δραγούμη· ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη εἶχεν ὄχι μόνον τὴν δεδηλωμένην, ἀλλὰ καί τι περιπλέον. Κατὰ συνέπειαν τί ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα; ἐζητήσαμεν νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τοὺς νόμους, νὰ ῥίψῃ δηλαδὴ τὴν δεδηλωμένην, καὶ ἐπειδὴ ὁ Βασιλεὺς ἐπεκύρωσε τοὺς νόμους, δι’ αὐτὸ ἐκινήθη ὁ πόλεμος κατὰ τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ὁ αἴτιος τῆς καταστροφῆς παντὸς καλοῦ ἐν τῷ τόπῳ. Τότε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐλησμόνησε τὴν δεδηλωμένην, διότι τότε δὲν τὸν συνέφερεν ἡ δεδηλωμένη, τότε ἡ δεδηλωμένη ἐξυπηρέτει τὸ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ κόμμα. Μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους, ὑπεχρεώθη εἰς παραίτησιν...
§50ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐπῆγε τὸ φράγκο 1 καὶ 72.
§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. Καὶ ἐπειδὴ δὲν συγκατετέθη νὰ παραιτηθῇ, τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀπελύθη, καὶ ἀπελύθη ἔχον τὴν δεδηλωμένην. Καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐνθυμοῦμαι, ὅτι συνῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἔδωκε ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐνθυμοῦμαι, ὅτι διαδήλωσις ἐκ χιλιάδων ἀνθρώπων διήρχετο τὴν ὁδὸν Σταδίου, βαδίζουσα πρὸς τὰ Ἀνάκτορα. Ὁ κ. Δραγούμης τὴν ἐλησμόνησε τότε τὴν δεδηλωμένην, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐξῆλθεν ὑπερασπιστὴς αὐτῆς, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας, ἔχων παρὰ τὸ πλευρόν του τὸν Κοσονᾶκον, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς 150 ψηφοφόρων του, ἐβάδιζεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος κατέλυε τὴν δεδηλωμένην! Λοιπόν, σᾶς ἐρωτῶ: εἶχον δίκαιον, ὅτε εἶπον, ὅτι τὴν δεδηλωμένην τὴν θέλει ὁ κύριος Δραγούμης, ὅταν ἐξυπηρετῇ τὸ πολιτικόν του συμφέρον; Καὶ προχωρῶ. Ἦλθε τότε ὁ Κωνσταντόπουλος, καὶ ἐνήργησε τὰς ἐκλογάς, καὶ ὁ κύριος Δραγούμης ἐχειροκρότει εἰς τὴν κατάργησιν τῆς δεδηλωμένης! Αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι ἔφεραν καὶ πάλιν τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις Τρικούπη, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ πάλιν γίνεται Ὑπουργὸς ὁ κύριος Δραγούμης, καὶ τότε ὅλα ἦσαν λαμπρά! Ὁ Βασιλεὺς συνταγματικώτατος, ὁ Βασιλεὺς πιστὸς θεματοφύλαξ τῶν νόμων, ὁ Βασιλεὺς εὔορκος, ὁ Βασιλεὺς πιστὸς τηρητὴς τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐπῆλθον τὰ γεγονότα τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔδωκε τὴν παραίτησίν της, καὶ ἐκλήθη ὁ ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος κ. Νικόλ. Δηλιγιάννης νὰ καταρτίσῃ Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἔλαβον μέρος δύο ὑπασπισταὶ τοῦ Βασιλέως. Τότε δὴ τότε! Ὁ Βασιλεὺς καταδολιεύεται τὸ πολίτευμα! καταδολιεύεται τοὺς θεσμούς! θέλει μὲ τοὺς ὑπασπιστάς του νὰ διοικῇ τὴν Ἑλλάδα! Ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἔφερε τὸν ἀνεψιόν του Πρωθυπουργόν, διὰ νὰ προετοιμάσῃ τὴν ἄνοδόν του εἰς τὴν ἐξουσίαν! Αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι ἔφεραν πανίσχυρον τὸν ἐκ Γόρτυνος πολιτευτήν, ὁ ὁποῖος, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσω πρὸς τιμήν του, εἶχε τὴν τύχην νὰ ἔρχηται πάντοτε διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἐκλογέων. Λοιπὸν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης, καὶ μίαν τῶν ἡμερῶν ὁ Βασιλεὺς ἐνόμισεν, ὅτι δύνανται τὰ στήθη τοῦ κ. Δηλιγιάννη νὰ φέρουν τὸ παράσημον τοῦ Μεγαλοσταύρου, καὶ ἔδωκε, πολὺ καλὰ πράξας, τὸν Μεγαλόσταυρον εἰς τὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη τὴν πατρίδα του. Ἀλαλαγμὸς καὶ χαλασμὸς Κυρίου! Καὶ ἦλθε τὸ νέον ἔτος, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔστειλε δύο βάζα εἰς τὸν κύριον Δηλιγιάννην. Θρῆνος καὶ κοπετός! Ὁ Βασιλεὺς συνώμοσε μετὰ τοῦ Δηλιγιάννη νὰ μᾶς καταστρέψῃ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους! Ἐπέρχεται ὁ πόλεμος, καὶ τότε ἐγένετο ἡ φοβερὰ ἐπίθεσις ἐναντίον τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, εἰς τὴν ὁποίαν δηλῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔλαβον μέρος.
§52Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Δὲν ἀνεμίχθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν.
§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
§54Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὡμίλησεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία.
§55Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ Δηλιγιάννης κατέστρεψε τὴν Ἑλλάδα! Ὁ Βασιλεὺς κατέστρεψε τὴν Ἑλλάδα! Ὁ Βασιλεὺς ἔστειλε τὸν Βάσσον εἰς τὴν Κρήτην, καὶ ἔδωσεν ἀφορμὴν τοῦ πολέμου ὁ Δηλιγιάννης!
§56Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνες τὰ ἔλεγον αὐτά;
§57Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὰ ἔλεγον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι.
§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐλέγετε σεῖς.
§59Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι ἐγώ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε, οὔτε θὰ εἴπω, ὅτι ὁ Δηλιγιάννης κατέστρεψε τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ πολέμου, διότι τὸν πόλεμον οὔτε ὁ Βασιλεύς, οὔτε ὁ Δηλιγιάννης, οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸν ἤθελεν, ἀλλὰ τὸν ἤθελεν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος; τὸ ὁποῖον ἐσηκώθη εἰς τὸ ποδάρι, καὶ ἐζήτει τὸν πόλεμον.
§60ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος παρέσυρε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος;
§61Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶναι πολὺ πρόσφατος ἡ ἱστορία, ὥστε νὰ μὴ μεταβάλλωνται αἱ συνεδριάσεις, αἱ λαβοῦσαι χώραν κατὰ τὸ 1896. Εἶναι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, καὶ δύναται πᾶς τις νὰ ἴδῃ ἐκεῖ, ἂν ἅπαν τὸ ἔθνος ἦτο, ὅπως λέγετε, ὑπὲρ τοῦ πολέμου, ἢ μᾶλλον τὸ ἔθνος ἦτο ἐναντίον τοῦ πολέμου, καὶ ὅτι ὑπῆρξαν καί τινες, οἵτινες δολίως ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἐπιπολαιότητα ὀλίγων ἀνθρώπων διὰ νὰ καταλάβωσι τὴν ἐξουσίαν.
§62Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πασίγνωστα «Ζήτω ὁ πόλεμος!» ἐφώναζον εἰς τὰς ἐπαρχίας, μηδὲ τῆς ἰδικῆς σου ἐπαρχίας ἐξαιρουμένης,—διότι δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Λιμπρίτης, ὅτι εἰς τὸ «Ζήτω ὁ πόλεμος» πρωτηγωνίστησαν πρὸ παντὸς οἱ Θεσσαλοί.
§63Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὄχι! ὄχι! Διαμαρτύρομαι ἐν ὀνόματι τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Εἶναι βλασφημία! Ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας ὄχι μόνον δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀπέκρουε δι’ ὅλων του τῶν δυνάμεων, διότι προεμάντευε τὰ ἀποτελέσματα. Ἐγὼ τότε ἐξέδιδον ἐφημερίδα ἐν Λαρίσῃ, καὶ εἶχον τὸ θάρρος νὰ γράφω κατὰ τοῦ πολέμου. Κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς Μελούνας, ἔγραφον «παύσατε!», διότι ἐγνώριζον, ποῦ ἠθέλομεν καταλήξει. Καὶ ὅμως εἰς τὸν Ἀθηναϊκὸν τύπον ὑβριζόμην!
§64Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (πρὸς τὸν κ. Βουδούρην). Ἄν ἠθέλατε νὰ μάθητε τὴν ἀλήθειαν, ἔπρεπε ν’ ἀφήσητε τὴν ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐργασθῇ.
§65Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη...
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι ἡ παραίτησις, ἀλλ’ ἡ ἀντικατάστασις, ἡ παῦσις.
§67Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπῆλθεν ἡ ἀντικατάστασις Διεδέχθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ὀλίγους μῆνας. Κατόπιν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τὸ διεδέχθη τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον παρέμεινεν ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος περίπου, καὶ κατόπιν, μετὰ τὰς ἐκλογὰς, ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τὸ ὑπὸ τὸν κύριον Θεοτόκην κόμμα. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τὸ ὑπὸ τὸν μακαρίτην Τρικούπην κόμμα εὑρέθη ἄνευ ἀρχηγοῦ. Ἤρξαντο ἐνέργειαι καὶ ἐργασίαι πρὸς ἀνάδειξιν ἀρχηγοῦ, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ πέρας, διότι πολλοὶ ἦσαν οἱ ἐπιδιώκοντες τὴν ἀρχηγίαν.
§68ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οὐδεὶς ἄξιος. Διὰ τοῦτο τὸν διεδέχθησαν δύο.
§69Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τότε ἓν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα διῄρεσαν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, ἦτο καὶ τὸ ζήτημα τῆς δεδηλωμένης. Ὁ μὲν ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἐνόει τὴν δεδηλωμένην δι’ ὅλους, ἐνόει, ὅτι ἡ δεδηλωμένη ἔπρεπε νὰ ἦναι δι’ ὅλα τὰ κόμματα καὶ ὄχι μονοπώλιον μόνον δι’ ἡμᾶς· ὅταν δηλ. ἡμεῖς ἔχωμεν τὴν δεδηλωμένην, νὰ ἦναι σεβαστὴ, ὅταν δὲ τὴν ἔχῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, τότε νὰ μὴ ἦναι σεβαστή. Εἷς τῶν λόγων λοιπὸν, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπῆλθε διάστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς πρὸς τὸν κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, ἦτο καὶ τὸ ζήτημα τῆς δεδηλωμένης. Τότε ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην, ἡ ὁποία εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ἔχῃ μεταξὺ τῶν μελῶν της καὶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Οἰτύλου κ. Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λοκρίδος βουλευτὴν κ. Εὐταξίαν. Ἡ παρουσία αὕτη τῶν δύο τούτων κυρίων Βουλευτῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει ἔκαμεν, ὥστε ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ ἐπὶ εἰκοσκετίαν ὑπηρετήσαντες τὸν Τρικούπην, νὰ ὀνομασθῶμεν νόθοι Τρικουπικοί, διότι ἐδέχθημεν νὰ συνεργασθῶμεν μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Εὐταξία, καὶ ὡς συνεργαζόμενοι μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Εὐταξία δὲν ἤμεθα γνήσιοι Τρικουπικοί, δὲν ἐμένομεν πιστοὶ εἰς τὰς ἀρχάς μας, εἰς τὸν ἀρχηγόν μας. Ἐπῆλθε τότε πλήρης ἡ διάστασις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν: ἔμεινεν αὐτὸς πιστὸς εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ μακαρίτου ἀρχηγοῦ μας; Νομίζω ὅτι περαίνων χθὲς τὸν λόγον του εἶπεν, ὅτι συνδρᾷ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ὅταν ἐφθάσαμεν νὰ ἴδωμεν τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν προσερχόμενον καὶ συνδρῶντα μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν...
§70Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ τοὺς ἄλλους ὅλους.
§71Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. καὶ ἐναγκαλιζόμενον τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, τότε, Κύριοι, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐναγκαλισθῆτε ὅλους, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς κατηγορήσῃ.
§72Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γαρουφαλιᾶς.
§74Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύο λέξεις. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐγγράφω.
§76Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔπρεπε, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀφήσητε νὰ ἔλθωσι προσωπικὰ ζητήματα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν, διὰ νὰ μὴ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ, Κύριε.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐνέγραψα, κύριε Κουμουνδοῦρε. (Ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
§79Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Γαρουφαλιᾶ, ἀφήσατε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος. (Ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς κατέρχεται).
§80Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπανελήφθη, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπεκηρύχθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη, διότι ἐν αὐτῇ δύο μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἀντίθετα πρὸς τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἔλαβον μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, μὲ τοὺς ὁποίους ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος, διὰ νὰ συγκεντρώσωμεν τὸ κόμμα, ἐδήλωσαν ὅτι ἀκολουθοῦσι τὴν πολιτικὴν ἐκείνην. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἦτο λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἄλλους νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ὅταν τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑπεστήριζον, τὰς υἱοθέτουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν. Εἶχον γνώμην ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων, τὴν ὁποίαν καὶ διετύπωσα εἰς νομοσχέδιον, καὶ προσεκαλούμην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶχε πλειονοψηφίαν, καὶ ἐπίστευον ὅτι αἱ γνῶμαί μου ἐκεῖναι ἤθελον γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἤθελον κυβερνηθῆ τὰ τοῦ στρατοῦ ἀγαθώτερον. Τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον μοὶ ἐπέβαλλε νὰ δώσω τὸ χέρι μου πρὸς τὸν ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτὴν, μὲ τὸν ὁποῖον οὐδὲν ἐχώριζε τὸν πατέρα μου κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐὰν οἱ λοιποὶ συνεργάται εἶχον δώσει ἀφορμὰς πικρὰς καὶ δυσκρέστους πρὸς τὸν ἐμὸν πατέρα, εἰς ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον. Ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἔδωσα τὸ χέρι μου, καμμίαν προσωπικὴν ἀφορμὴν δὲν εἶχε μὲ ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου φέρω τὸ ὄνομα...
§81Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε οἱ ἄλλοι.
§82Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος διακόπτων με λέγει, ὅτι οὔτε οἱ ἄλλοι ἔδωσαν ἀφορμὴν πρὸς τὸν ἐμὸν πατέρα. Ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος διαψεύδῃ τοσοῦτον κατηγορηματικῶς ἓν τόσον μέγα παρελθὸν καὶ τὸ ἀπαρνῆται, ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ πράξεις ἐκεῖναι τότε κατὰ τοῦ πατρός μου ἦσαν ψευδεῖς καὶ συκοφαντικαὶ, καὶ σήμερον, ὅτε παρῆλθεν ὁ ἀνταγωνισμὸς, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐζήτουν νὰ καταλάβωσι τὴν ἀρχὴν, καὶ νὰ θέσωσιν ἐκποδὼν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος εἶχε συνδέσει τὴν ὕπαρξίν του μὲ μεγάλας πράξεις πρὸς τὸν τόπον, καὶ ἦτο δύσκολον νὰ τὸν ἀνατρέψωσιν ἄλλως, ἐγὼ ἀποδέχομαι τὴν δήλωσιν ταύτην, ὡς ἱκανοποίησιν τῆς μνήμης τοῦ πατρός μου, καὶ τὸν συγχωρῶ. Νομίζω, ὅτι ἕκαστος πολίτης Ἕλλην, ὅταν προσκαλῆται νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα, γενναιότητος ὑπερτάτης πράττει ἔργον, καθήκοντος πατριωτισμοῦ μεγίστου, νὰ παρίδῃ τὰ πάντα, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν πρόσκλησιν, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα, νὰ προσφέρῃ εἰς αὐτὴν τὴν μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν. Καὶ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσία, ὅταν δυνηθῇ τις νὰ φέρῃ τὸ Κράτος εἰς σημεῖον δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ ὡς πρὸς τὸν στρατόν. Διότι εἰς τὴν πατρίδα θὰ δώσῃ δόξαν καὶ τιμὴν καὶ θ’ ἀποκαταστήσῃ τὰ δίκαια αὐτῆς ὁ στρατὸς ἐκεῖνος. Ὁ ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ ταῦτα, θὰ κρατήσῃ μεγάλην σελίδα καὶ χρυσῆν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς πατρίδος αὐτοῦ, ὅπως ἐκράτησεν ὁ Καρνώ, ὁ ὁποῖος ὠργάνωσε τὸν Γαλλικὸν στρατόν. Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι μομφῆς, οὔτε ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος, οὔτε ἐγὼ, ἐὰν συνηντήθημεν πρὸς ἄλλους, μετὰ τῶν ὁποίων ἤμεθα διῃρημένοι ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν, αἱ ὁποῖαι ὅμως εἶχον ἐκλείψει. Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀνέλαβε τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κόμματος τοῦ Τρικούπη, ἐχάραξεν ἰδίαν πολιτικήν. Παρῆλθε πλέον τὸ κόμμα τοῦ Τρικούπη, καὶ αἱ ἰδέαι τοῦ Τρικούπη ἔσβυσαν μετ’ αὐτοῦ. Ἐὰν ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα, ὅπως οἱ θαυμασταὶ αὐτοῦ ἑκάστοτε διατυμπανίζουσιν εἰς τὰ ὦτά μας, θέλει ἔλθει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν, καὶ θὰ λάβωμεν μέρος εἰς αὐτὴν, καὶ θ’ ἀποδείξωμεν, ποίας ὑπηρεσίας παρέσχεν ὁ Τρικούπης εἰς τὴν πατρίδα. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἱστορικὸν τὸ πρόσωπον καὶ ἱστορικαὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ, ἐπιτρέπεται νὰ συντρέξωμεν τὴν ἱστορίαν, καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς ἱστορικοὺς αὐτῆς τὴν ἀλήθειαν, ἵνα καὶ ἐκείνη μάθῃ αὐτὴν καὶ οὗτοι γνωρίσωσι, τί νὰ γράψωσι.
§83Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἴσως δὲν θὰ ἐλάμβανον, κύριοι Βουλευταὶ, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐὰν πρόκλησίς τις δὲν ἐγίνετο ἀπὸ προχθὲς ὑπό τινος τῶν ἀγορευσάντων ῥητόρων. «Δὲν πρόκειται περὶ συναλλαγῆς ἑνὸς Βουλευτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρόκειται περὶ συναλλαγῆς ὁλοκλήρου τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν», ἐβροντοφώνει προχθὲς καὶ ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπάνος. «Δανείζετε τὴν πλειονοψηφίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καταβιβάζοντες πᾶσαν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν, ἠθικὴν», ἐκραύγαζε χθὲς μετὰ πάσης τῆς ἐντάσεως τῶν πνευμόνων καὶ τοῦ λάρυγγός του ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτής. Εὐλόγως ἡ πλειονοψηφία ἠγανάκτησε καὶ ἐταράχθη, ἐν τῇ ταραχῇ δὲ αὐτῶν ἀξιότιμα μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἔσπευσαν νὰ ἐκδηλώσωσι τὴν ἀγανάκτησίν των κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εὗρον δεδικαιολογημένον· καὶ δὲν εὗρον τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ἐκδηλώσεως τῆς ἀγανακτήσεώς των δεδικαιολογημένον, διότι ἐπίστευον, ὅτι ἐγνώριζεν ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας τὸν ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, καὶ πιστεύων τοῦτο, ἐφρόνουν, ὅτι ὤφειλε νὰ σταθμίσῃ καὶ τὸ βάρος καὶ τὸ ποσὸν τῆς ὕβρεως ἀναλόγως τῆς πολιτικῆς σοβαρότητος τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἐξεστόμισε τὴν ὕβριν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ ὕβρις αὕτη νὰ ἐκστομισθῇ ἐκ μέρους τοιούτου ἀνδρὸς, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ βροντοφωνήσωμεν εἰς ἐπήκοον πάντων, καὶ ὑμῶν, τῶν ἐνταῦθα εὑρισκομένων, καὶ τῶν ἔξω: «Κάτω τὸ προσωπεῖον! κάτω τὰ προσχήματα καὶ ἰδίως κάτω ἡ λεοντῆ τοῦ κυρίου Καραπάνου!» (Διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, ἀφήσατέ τα αὐτά.
§85Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατε, παρακαλῶ, τὸν κ. Γαρουφαλιᾶν νὰ ὑβρίζῃ.
§86ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὑβρίζω κανένα· ἀντεπεξέρχομαι κατὰ τῶν ἀπευθυνθεισῶν καθ’ ἡμῶν ὕβρεων. Φρονῶ δέ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι ἐπίκαιρος πλέον ἡ στιγμή, ἵνα καὶ ἡμεῖς παραστήσωμεν εἰς τὸν ἀτυχῆ Ἑλληνικὸν λαόν, τοὺς πόθους τοῦ ὁποίου καὶ τὰ εὐγενῆ ἰδεώδη ἱκανῶς ἐκμεταλλεύονταί τινες πολιτικοὶ, νὰ παραστήσωμεν, λέγω, εἰς αὐτὸν γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν καὶ στυγνὴν τὴν πραγματικότητα, καὶ ἀποκαλύψωμεν τὴν μορφὴν ἑκάστου ἡμῶν ἄχρουν καὶ ἐντελῶς ἀψιμυθίωτον. Πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πῶς λαλεῖτε ὑμεῖς ἐνταῦθα, καὶ πῶς ἐργαζόμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα, ἐγκαρτεροῦντες πρὸς πραγμάτωσιν τῆς ἀποστολῆς μας, ταλαιπωρούμενοι καὶ προπηλακιζόμενοι καὶ ὑβριζόμενοι. Πρέπει νὰ μάθῃ καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι πάνθ’ ὅσα λέγονται ἐνταῦθα καὶ πράττονται εἶναι προϊόν τῆς πεποιθήσεώς σας, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ μέτρῳ τῆς ἀντιλήψεώς σας ἐσχηματίσατε, ἢ εἶναι ἀποκύημα πρόωρον ὡρισμένης φιλοδοξίας. Ἡ συζήτησις, ὡς γνωρίζετε, ἀντικείμενον καὶ θέμα κυρίως ἔχει τὴν συνταγματικότητα καὶ νομιμότητα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁμολογουμένως ἡ συζήτησις ἐξετράπη καὶ ἐπὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς, καὶ τοῦτο ἴσως εἶναι ἀντικείμενον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὑπῆρξεν εἰς τὴν Βουλὴν λίαν εὐάρεστον, διότι ὁμολογουμένως μᾶς ἐδόθη ἀφορμὴ ν’ ἀκούσωμεν καὶ σοβαρὰς ἀγορεύσεις. Ἠκούσαμεν τὴν σεμνὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, ἑνὸς τῶν ἠθικωτέρων στοιχείων τοῦ κόμματος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἐπίσης ἠκούσαμεν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἄλλοι, παρείσακτοι εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐξέτρεψαν τὴν συζήτησιν εἰς ὕβρεις καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, καὶ μᾶς ἀπεκάλεσαν ἐντεῦθεν βεβηλωτὰς τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, μᾶς κατηγόρησαν, ὅτι ἐτολμήσαμεν καὶ ἠθελήσαμεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων ἡμῶν. Καὶ ποῖος εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος τοιαῦτα καθ’ ἡμῶν εἶπεν; Εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἱερὸν καὶ ὅσιον ἔχει... (Διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν καὶ φωναί: Κάτω! κάτω!)
§87ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καταβιβάσατέ τον ἀπὸ τὸ βῆμα, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος).
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀνακαλέσατέ τον εἰς τὴν τάξιν.
§89Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Καραπάνος δὲν ζητεῖ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ ἀγορεύοντος εἰς τὴν τάξιν.
§90Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν ζητῶ τὴν ἀνάκλησιν, ἀλλὰ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀφήσῃ τὸν λαλοῦντα νὰ εἴπῃ ὅσα θέλει. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, δὲν ζητῶ οὔτε νὰ ἐμποδισθῇ, οὔτε ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν· ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, δὲν ἀναμιγνύομαι. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ τίποτε ἐξ αὐτῶν προσβλητικὸν δι’ ἐμέ.
§91ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντες ἐνταῦθα σεβασμὸν πρὸς τὰ πρόσωπα, ἰδίως δὲ πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διῴκησαν τὸν τόπον, καὶ πρέπει ν’ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν τὸν παρεκτραπέντα Βουλευτήν.
§92ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Θὰ ἔλθω, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος.
§93ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀνακαλέσητε πρῶτον τὰς ὕβρεις, κύριε Γαρουφαλιᾶ.
§94Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἐπιτραπῇ ποτὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ὑβρίσητε ἕνα Βουλευτήν.
§95ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Δὲν μᾶς ὑβρίσατε χθὲς σεῖς; δὲν μᾶς ὠνομάσατε βεβηλωτὰς τοῦ Εὐαγγελίου;
§96Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅσων λέγει ταύτην τὴν στιγμὴν ὁ κύριος συνάδελφος δηλοῖ, ὅτι θέλει νὰ ὑβρίζῃ. Ἂς ὑβρίζῃ λοιπὸν ὅσον θέλει, διὰ νὰ τελειώσῃ.
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§98Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ καθήκοντα ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, εἶναι χωριστὰ ἀπὸ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀγορεύοντος· ὁ ἀγορεύων δὲν ἐνόησεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ ὅσα εἶπεν, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑμεῖς ἀπέναντι τοῦ ἀγορεύοντος, καὶ ἔχετε καθῆκον ν’ ἀνακαλέσητε αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν. Σπεύσατε νὰ ἐκτελέσητε τὸ καθῆκόν σας.
§99ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὕβρισα κανένα· ἀπέκρουσα μόνον τὰς κατηγορίας καὶ τὰς καθ’ ἡμῶν ὕβρεις (θόρυβος). Δὲν ἐνόουν νὰ ὑβρίσω.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς ὕβρεις.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ ὑβρίσῃ κανένα.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤκουσα μετὰ λύπης τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔδωκεν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Ὁ ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι ὁ Βουλευτής, ὁ ὁμιλήσας χθές, «οὐδὲν ἱερὸν καὶ ὅσιον ἔχει», καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ὁ ἀγορεύων δὲν ἐνόει νὰ ὑβρίσῃ δι’ ὅσων εἶπε!
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ ἀγορεύων ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ ὑβρίσῃ διὰ τῶν λόγων του· ὄχι ὅτι ἐγὼ ἔδωσα τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τοὺς λόγους του.
§104ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τότε νὰ δεχθῆτε καὶ σεῖς νὰ διαγραφοῦν ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς χθὲς αἱ λέξεις «βεβήλωται τοῦ Εὐαγγελίου.»
§105ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιμένει εἰς τὴν φράσιν του. Δὲν ἔχετε καθήκοντα νὰ ἐκτελέσητε;
§106ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Δὲν εἶχον πρόθεσιν νὰ ἐξυβρίσω. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§107ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκάλεσε.
§109ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Πρὸς νόμιμον ὕπαρξιν συνταγματικῆς Κυβερνήσεως τοῖς πᾶσιν εἶναι γνωστόν, ὅτι δύο ὅροι ἀπαιτοῦνται, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς. Πᾶς τρίτος ὅρος εἶναι βεβαίως παράνομος καὶ παρείσακτος. Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως ἐδόθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ὑπολείπεται ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ αὕτη περιβάλλει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι πλέον συνταγματική· ζήτημα ἀντισυνταγματικότητος δὲν ἔχομεν. Ἀλλὰ σεῖς, οἱ ὁποῖοι, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον, ἐπισπεύδετε τὴν διάλυσιν, —καὶ περὶ τούτου θὰ ἐξηγηθῶ ἀργότερον...
§110ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ σᾶς ξεφορτωθῶμεν.
§111ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἀκριβῶς... Ἀλλὰ σεῖς ἐν τῇ συζητήσει τοῦ θέματος προβαίνετε καὶ μέχρι τοῦ σημείου ἀκόμη νὰ κακίσητε καὶ τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα, διατὶ δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς...
§112Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τίς ἐκάκισε τὸν Βασιλέα;
§113ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Δι’ ὑπαινιγμῶν... Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο εἶναι ἀπόλυτον...
§114ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς ἀνελάβετε τὴν ὑπεράσπισιν; Ἀλλοίμονον!
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§116ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. .. Ὁσάκις ὁ Βασιλεὺς ἤθελε κρίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι λόγοι σπουδαῖοι, ἵνα μεταχειρισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, πᾶσα ἐπίκρισις τῆς γνώμης τοῦ Βασιλέως εἶναι πλέον ἀνευλαβής. Ἄλλως αἱ συχναὶ διαλύσεις τῆς Βουλῆς, ὡς γνωρίζετε πάντες, εἶναι καταστρεπτικαὶ διὰ τὸν τόπον. Ὑπῆρξε δ’ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συχνὴ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐθεωρεῖτο ὡς πραξικόπημα τοῦ Βασιλέως, καὶ ἐκ τούτου μάλιστα ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ περιβοήτου «Τίς πταίει». Ἀλλὰ μᾶς ἐρωτᾶτε ἑκάστοτε: «διατὶ δὲν θέλετε τὴν διάλυσιν;» Τολμῶ, Κύριοι, νὰ σᾶς ἐκθέσω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω ἀτομικῶς, ἵνα μὴ θέλω τὴν διάλυσιν ἀμέσως. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὡς Βουλευταί, ἔχομεν καθῆκον νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι τὴν ἐξυπηρέτησιν σπουδαίων ἀναγκῶν καὶ συμφερόντων τοῦ Κράτους, ὡς λ. χ. τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως», καὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε χθὲς εἰς ἡμᾶς. Διατὶ δὲν θέλετε νὰ ἐργασθῶμεν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, πρὸς ἐπιψήφισιν τῶν τοιούτων νομοσχεδίων, καὶ ἔπειτα νὰ ἀτενίσωμεν τὸν λαὸν καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς; Ποῖοι λόγοι σπουδαῖοι εἶναι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν ἄμεσον τὴν διάλυσιν;
§117ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε θὰ διαλυθῶμεν ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων; Τότε ψηφίζομεν.
§118ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Μάλιστα, διὰ ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν λαὸν καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς· σεῖς μὲ τὴν κωλυσιεργίαν, καὶ ἡμεῖς μὲ τὰ ἔργα.
§119ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα δὲν δέχεσθε;
§120ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ εὐχαρίστως δέχομαι· δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ δεχθῶ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ ὑμᾶς, διατὶ ἐπισπεύδετε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Ἐπισπεύδετε τὴν διάλυσιν, μὲ τὸν πόθον καὶ τὴν ἰδέαν νὰ ἔλθητε τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ ἀναθέσητε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε τὸ εἶχε, καὶ ἤθελε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ λαοῦ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἐκρύπτετο.
§121Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Προκληθεὶς ὑπὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Πρωθυπουργοῦ, λαμβάνω καὶ πάλιν τὸν λόγον, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ᾐσθάνθην τὴν ἀνάγκην νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς πρώτης ἀγορεύσεώς μου, ἡ ὁποία, ἀτύχημα δι’ ἐμὲ ὑπῆρξεν, ἂν δὲν ἐγένετο καταληπτή, ὡς ἠδύνατό τις νὰ νοήσῃ καὶ ἐξ ἄλλων ἀπαντήσεων εἰς αὐτὴν καὶ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ τοῦ νῦν κατελθόντος τοῦ βήματος. Ἐκεῖνος μόνον ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ πολιτικὰς εὐθύνας παρὰ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, ὅστις ἐπίστευεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν αὐτὸ ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ νὰ λάβῃ τὴν κοινοβουλευτικότητα διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἐγώ, ὁρμώμενος ἐκ τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς ἰδέας,— ἥτις ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ἰδικήν σας (δεικνύει τὴν δεξιὰν), —ὅτι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, καὶ ἂν λάβῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας, δὲν γίνεται κοινοβουλευτικόν, συνεπὴς ὑπῆρξα, ὅπως πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας τῆς Βουλῆς, πρὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν, ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, προτάξω τὸ ζήτημα τῆς ἀντικοινοβουλευτικότητος αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον ἡ συζήτησις ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ἐγίνετο ἐπὶ ζητήματος οὕτω τεθέντος, οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς μετέσχον τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ᾐσθάνοντο τὴν ἀνάγκην νὰ παρέμβωσι, καὶ ἐπωφελήθησαν σανίδος σωτηρίας, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἔρριψε, ζητήσας πολιτικὰς εὐθύνας παρὰ τοῦ νῦν καὶ τοῦ πρώην Ὑπουργείου. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, οὕτω τεθέντος, ὡς συνέφερεν αὐτοῖς, ἀπήντησεν ὅ τε νῦν καὶ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ὅστις προέταξε τῆς ἀγορεύσεώς του αἰτιολογίαν, εἰπὼν, ὅτι νῦν, ὅτε ὀρθῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα, λαμβάνει τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐξακολουθῶ ἀντιτασσόμενος κατὰ τῆς τοιαύτης ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων, διότι περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται, ὅτι, καὶ ἂν λάβῃ τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐνεστώσης Βουλῆς, δὲν μεταβάλλεται εἰς κοινοβουλευτικόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ συζητούμενον ὑφ’ ἡμῶν. Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ ζητήματος θεμελιώδους, οὐσιωδεστάτου, ζητήματος περὶ πολιτεύματος, τελείως θὰ ἐσιώπων, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ γνωστὸν εἶναι, ὅτι καὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἤμην διατεθειμένος νὰ ἀπόσχω. Ἀλλὰ ἐνόμισα, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐξηκολούθουν νὰ παραμένω μεταξὺ ὑμῶν, ὡς Βουλευτής, θὰ παρέβαινον ἐπιτακτικὸν καθῆκον πρὸς τοὺς ἐκλέξαντάς με, πρὸς τὸν λαὸν αὐτόν, ἂν οὕτως ἔπραττον. Οὔτε ἐκ ζωηρότητος χαρακτῆρος, οὔτε ἐκ φιλοδοξίας τινὸς ἠθέλησα νὰ πρωτοστατήσω ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἔλαβον πρῶτος τὸν λόγον ἐκ καθήκοντος καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, χωρὶς οὐδένα ἄλλον ν’ ἀντιπροσωπεύω, χωρὶς παρ’ οὐδενὸς νὰ λάβω ἐντολήν. Καὶ διατὶ οὕτως ᾐσθάνθην τὸ καθῆκον τοῦτο; Διότι βάσις τοῦ προγράμματός μου, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκα ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων τοῦ Πειραιῶς δι’ ἀγορεύσεώς μου, δημοσιευθείσης πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ γνωσθείσης ὑπὸ τοῦ λαοῦ τῆς Ἀττικῆς, ὅστις ἐξέλεξέ με Βουλευτὴν, καθ’ ὃν τρόπον μὲ ἐξέλεξεν, ἐστερημένον πάσης συνήθους πολιτικῆς προπαρασκευῆς, ἄνευ ἐφοδίων κομματικῶν, ἄνευ πολιτικῆς τινος ὑποστηρίξεως, βάσις, λέγω, τοῦ προγράμματός μου ὑπῆρξεν ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς μου εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἔλεγον εἰς αὐτοὺς τότε, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα στηρίζεται ἐπὶ δύο μεγάλων στύλων, τῆς Μοναρχίας καὶ τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἔλεγον εἰς αὐτούς: «τιμᾶτε καὶ ἀγαπᾶτε τὸν Βασιλέα ἡμῶν, τιθέμενοι παρ’ αὐτῷ ὑπὲρ τοῦ ἀγαθοῦ τῆς πατρίδος, ἀλλὰ ποτὲ μὴ λησμονήσητε ἑαυτοὺς, ποτὲ μὴ παρίδητε τὴν πολιτικὴν σημασίαν ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι τῆς λαϊκῆς θελήσεως». Ἡ ἁρμονία καὶ ἡ συνεργασία τῶν δύο αὐτῶν παραγόντων, καθ’ ἣν ἔννοιαν ἐξέθετον εἰς αὐτοὺς, ἀπεργάζεται τὸν μόνον παρ’ ἡμῖν τρόπον τῆς εἰρηνικῆς κυβερνήσεως τῆς χώρας. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, ὡς ὤφειλον, τὸ πρῶτον εἰσελθὼν ἐν τῇ Βουλῇ, εἶπον καὶ ἐνώπιον ὑμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ἐπανέλαβον καὶ προχθές, κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ζητήματος. Καὶ ἐνῷ τότε, πρὸ τριετίας, ἔλεγον ταῦτα πρὸ ὑμῶν, οὐδεμία προεβλήθη διαμαρτυρία, μετ’ ἀπορίας δὲ εἶδον, — διότι ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου καὶ ν’ ἀνομολογήσω τὴν εὐμένειαν, μεθ’ ἧς πάντοτε, ἐπιεικῶς κρίνουσα, ἠκροᾶτο τῶν λόγων μου ἡ Βουλή, — πῶς ἐπῆλθε τοιαύτη μεταβολὴ μεταξὺ ὑμῶν, ὥστε νὰ ἐγείρητε σεῖς (δεικνύει τὴν δεξιὰν) διαμαρτυρίας κατὰ ἰδεῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε ἠκούσατε ἐντεῦθεν. Διὰ τοῦτο ὑπέθεσα, ἢ ὅτι παρενοήθην, ἢ ὅτι ἡ διαμαρτυρία ἄλλον εἶχε λόγον, ἄσχετον πρὸς τὰς ἰδέας καθ’ ἑαυτάς, ὧν ἡ κατίσχυσις παράγει κινδύνους κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑποσκάπτουσι τὴν ὑπόστασιν τοῦ πολιτεύματος, ὡς νοεῖται παρ’ ἡμῶν. Διότι εἴπετε πολλοὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) εἰς ἐμέ, καὶ σήμερον ἔτι ὑπὸ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου κατηγγέλθην, πῶς ἐγὼ, μὲ πρόγραμμα ἀνεξάρτητον εἰσελθὼν εἰς τὴν Βουλήν, ἔλαβον μέρος εἰς κομματικὸν ἀγῶνα, ἔλαβον μέρος εἰς κόμμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, οὐδέποτε ἐνόησα τὴν ἰδέαν τῆς ἀνεξαρτησίας ὡς ἐννοοῦσι ταύτην ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν εἰς σποδὸν νὰ μεταβάλωσι τὰ κόμματα, διὰ νὰ διευκολύνωνται εἰς τὰ ἐγχειρήματά των· τὴν ἀνεξαρτησίαν ἐνόησα ὡς πραγματοποιῶ ταύτην, τὴν ἐνόησα, ἐπιστάσης ἀνάγκης, νὰ τεθῶ παρὰ τὸ πλευρὸν συναγωνιστῶν καὶ συναγωνισθῶ μετ’ αὐτῶν ὑπὲρ κατισχύσεως τῶν ἰδεῶν μου. Ἀλλ’ εἰς τὴν συνεργασίαν ταύτην μὲ ἔφεραν τὰ πράγματα, καὶ ὄχι ὑπολογισμοί· διὰ τὴν συνεργασίαν ταύτην δὲν ἐζήτησα ἀνταλλάγματα, τῆς συνεργασίας ταύτης δὲν προηγήθησαν οἱαιδήποτε συμφωνίαι καὶ ὁμιλίαι. Βεβαίως θὰ παράσχω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις θέλω νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν, ἀλλὰ θὰ διατηρήσω ἐν τῇ ἀνεξαρτησίᾳ τῶν ἰδεῶν μου καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Καὶ ἂν, ταχθεὶς παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Δηλιγιάννη ἢ τοῦ Δεληγεώργη, ἢ οἱουδήποτε ἄλλου, ἤθελον πεισθῆ, ὅτι μετέβαλον οὗτοι τὰς ἰδέας περὶ τοῦ πολιτεύματος, αἵτινες ἑνοῦσιν ἡμᾶς πρὸς κοινὴν ἐργασίαν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δι’ ὅλων μου τῶν δυνάμεων ὡς πολέμιος θ’ ἀντιταχθῶ καὶ κατ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ τί ἀντετάχθη, Κύριοι, καθ’ ὅσων συντόμως ἠθέλησα νὰ ἐκθέσω ὑμῖν ἐν τῇ προχθεσινῇ μου ἀγορεύσει ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων; Ὁμολογῶ, ὅτι δι’ εἶδός τι ζητημάτων ἀπαιτεῖται κοινοβουλευτικὴ πεῖρα, ἧς στεροῦμαι. Κατενόησα τοῦτο ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου μου, ὅστις μακρὰν εἰσαγωγικὴν ἱστορίαν ἠναγκάσθη νὰ προτάξῃ τῶν ἰδεῶν του, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ἐνώπιον ὑμῶν. Καὶ νῦν ἐλπίζω, ὅτι ἐγένετο ἡ προπαρασκευὴ τῶν πνευμάτων, ὅπως ἐνταῦθα, ἂν ὄχι πείσωμεν ἀλλήλους, ἀλλὰ τοὐλάχιστον συνεννοηθῶμεν πρὸς ἀλλήλους. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν διεμαρτύροντο κατὰ τῶν ἐκφράσεών μου, καὶ ἠπόρουν, τί παθὼν ἐγὼ ἀνεκήρυττον ἐνταῦθα, ὅτι «δὲν ὑπάρχει πλέον Βουλή, δὲν ὑπάρχει πλειονοψηφία», καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν ἐγκύρως νὰ συζητῶμεν ἐνταῦθα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει πλέον Βουλή. Ἀλλά, Κύριοι, τὴν ἐξωτερικὴν νομιμότητα τῆς ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς πλειονοψηφίας οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐξωτερικῆς νομιμότητος, τῶν τύπων, δηλαδὴ τῆς μορφῆς, ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ τοῦ περιεχομένου, ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ τῆς οὐσίας. Παρὰ τοῖς κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασιν ἡ οὐσία τῆς νομίμου ὑπάρξεως εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ πρὸς ὑμᾶς. Φρονῶν δ’ ἐγώ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἰδικάς σας ἰδέας, ὅτι μετὰ τὰ πανδήμως συντελεσθέντα γεγονότα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησε καὶ ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἐκφράζετε πλέον τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, κατ’ ἀναγκαίαν συνέπειαν ἀνεκήρυττον, ὅτι εἶναι ἀκατανόητον δι’ ἐμὲ Βουλὴ καὶ πλειονοψηφία κοινοβουλευτική, ἄλλην θέλησιν ἔχουσα πρὸς τὴν ἀντιθέτως ἐκδηλωθεῖσαν θέλησιν τοῦ λαοῦ, εἰς ἣν ὑπέκυψε καὶ ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς ἐλάλησε καὶ εἶπεν, ὅτι ἀνεδέχθη τὴν ἐντολὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἐσχημάτισεν Ὑπουργεῖον, καὶ ὅτι νῦν ἐμφανίζεται πρὸ τῆς Βουλῆς, φρονῶν, ὅτι, ἂν λάβῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας, λαμβάνει τὴν κοινοβουλευτικότητα. Ὁ ἀξιότιμος κύριος πρώην Πρωθυπουργὸς διετύπωσε τὸ αὐτὸ πρᾶγμα σαφέστερον, καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς: «Δύο παράγοντες εἶναι ἀναγκαῖοι πρὸς ὕπαρξιν κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργείου· ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας. Τρίτον παράγοντα (εἶπε) δὲν ἀναγνωρίζω. Ἔχει τὸ νῦν Ὑπουργεῖον τὸν διορισμὸν τοῦ Βασιλέως, θὰ ἔχῃ καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἄρα εἶναι κοινοβουλευτικόν.» Δὲν ἀντιφρονῶ πρὸς ταῦτα ἀπολύτως, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ἀνέμενον σαφεστέρας ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν παραγόντων αὐτῶν, ἐξηγήσεις, αἵτινες καὶ μόναι ἠδύναντο νὰ λύσωσι τὴν ὑπάρχουσαν διαφορὰν τῶν γνωμῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ διακρίνωμεν, τί ἐστὶ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ τί συνταγματικὸν ἁπλῶς πολίτευμα, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συνεννοηθῶμεν. Διότι εἶναι ἐνδεχομένη καὶ ὑπάρχει παρὰ πολλοῖς ἡ σύγχυσις τῶν δύο αὐτῶν ἐννοιῶν. Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, οἱ μικροὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἅπαντα τὰ Κράτη τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης, πλὴν τῆς Γερμανίας καὶ Αὐστρίας, τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεσθαι παρέλαβον ἐκ τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἐφήρμοσαν αὐτὸ ἀναλόγως τῆς πολιτικῆς του ἱστορίας ἕκαστον καὶ τῆς κοινωνικῆς του συνθέσεως, ἀλλὰ πάντοτε ἔχουσιν ἕνα ὅρον συγκυρίας, κατὰ πρῶτον λόγον τὸ πολίτευμα τῆς Ἀγγλίας, καὶ κατὰ δεύτερον τὸ πολίτευμα τοῦ Βελγίου. Ἡ ἔννοια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος δὲν ἔγκειται ἐν τοῖς γραπτοῖς νόμοις, ἀλλ’ ἐν τοῖς ἀγράφοις ἐθίμοις, καθοριζομένοις καὶ τηρουμένοις ἁπανταχοῦ διὰ τῆς πίστεως εἰς αὐτὰ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν Βασιλέων. Βεβαίως πλὴν τῶν ἐθίμων τούτων ὑπάρχουσι καὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, κοιναὶ καὶ διὰ τὸ καθαρῶς συνταγματικὸν πολίτευμα. Ποῖον εἶναι λοιπὸν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Ἰδοὺ τί διδάσκεται ὡς γιγνόμενον πράγματι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐναντίας γνώμης ἐν Ἀγγλίᾳ· ὁ Βασιλεὺς πράγματι δὲν δύναται πλέον, συμφώνως πρὸς τὴν προσωπικὴν αὑτοῦ συμπάθειαν ἢ ἀντιπάθειαν, νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς του. Δὲν εἶναι βεβαίως ἠναγκασμένος δυνάμει ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἢ δυνάμει διατάξεως νόμου τινός, ἀλλ’ εἶναι δυνάμει τοῦ ἐθίμου, ὅπως προηγουμένως προσέλθῃ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἐναντία γνώμη. Κατὰ ταῦτα, νομικῶς δύο ὅροι ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ Ὑπουργεῖα: ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ πλειονοψηφία. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ πλειονοψηφία ἀπαιτοῦνται καὶ διὰ τὸ καθαρῶς συνταγματικὸν πολίτευμα, ὡς ἀμέσως θὰ ἴδωμεν. Ἀλλὰ ποῦ τότε ὑπάρχει ἡ διαφορά; Συνταγματικῶς, Κύριοι, πολιτεύονται μόνον ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ, οὐχὶ ἐν Οὑγγαρίᾳ, ὅπου ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀνέφερα προχθὲς ἀγορεύων καὶ τὴν Δανίαν, ὡς συνταγματικῶς μόνον καὶ οὐχὶ κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένην. Καὶ εἶναι δυστύχημα, Κύριοι, μέγα δυστύχημα, διότι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν εἶναι ἠναγκασμένος τις τὴν γνώμην του αὐτὴν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν δημόσιον βίον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀγωνιζόμεθα καὶ ὀφείλομεν ν’ ἀγωνιζώμεθα μετὰ πάσης ἐλευθερίας, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ συγκαλύπτῃ καὶ μετὰ μεγάλης προσοχῆς νὰ ἐξαγγέλλῃ ἢ καὶ νὰ παρασιωπᾷ, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων. Καὶ εἶπέ τις εἰς ἐμέ: «Διατὶ νὰ ἀναφέρῃς τὴν Δανίαν;» Ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ, διότι εἶναι τὸ μόνον μικρὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς. Ἡ σύγκρισις δὲ ἡμῶν πρὸς τὴν Δανίαν εἶναι διδακτικωτέρα ἢ πρὸς τὴν μεγάλην Γερμανίαν. Ποῖον εἶναι λοιπὸν τὸ καθαρῶς συνταγματικὸν πολίτευμα; Κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα τῆς Ἀγγλίας κρίνοντες, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα τὸ ἀνευρίσκομεν εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ διάσημος Bluntschli, μηδεμιᾶς ὑπαρχούσης ἀντιθέτου γνώμης (ἀναγινώσκει): «Αὐτὴ ἡ ἐντελῶς ἀλλοία κατάστασις τῶν πραγμάτων ἐν Γερμανίᾳ καθιστᾷ ἀδύνατον εἰς τὰ Γερμανικὰ Κράτη τὰς Κυβερνήσεις διὰ τῶν Ὑπουργῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν, τὴν κυρίαν διεύθυνσιν τοῦ Κράτους νὰ ἐγκαταλίπωμεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν Ὑπουργῶν; Οἱ Γερμανοὶ Ὑπουργοὶ προσλαμβάνουσι τὸ κῦρος τῆς ἐντολῆς των ἀπὸ τοῦ Ἡγεμόνος, οὐχὶ ἀπὸ τῆς Βουλῆς. Βεβαίως εἶναι εὐκταῖον νὰ ἔχωσι συγχρόνως καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς οἱ Ὑπουργοὶ, καὶ ὄχι τὴν δυσπιστίαν αὐτῆς ἐναντίον των. Εἰς σοβαρὰν καὶ διαρκῆ δυσπιστίαν δὲν δύνανται νὰ ἀντίσχωσιν... Ὅλη ἡ πολιτικὴ μηχανὴ τείνει εἰς τοῦτο, τὴν ἁρμονίαν τῶν διαφόρων παραγόντων νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ εἷς νοήμων Ἡγεμών...» Κατὰ ταῦτα, παρατηρεῖται, ὅτι καὶ παρὰ συνταγματικοῖς Κράτεσιν ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῶν δύο παραγόντων, ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τοῦ διορισμοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνάγκη πλειονοψηφίας, ἄνευ τῆς ὁποίας οὔτε Προϋπολογισμὸν δύναται νὰ λάβῃ ἓν Ὑπουργεῖον, καὶ συνταγματικῶς ἁπλῶς, οὔτε νὰ συνεργασθῇ νομοθετικῶς μετὰ τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅμως ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένων χωρῶν καὶ τῶν συνταγματικῶς μόνον κυβερνωμένων. Διότι παρ’ ἐκείναις τὴν διεύθυνσιν τὴν πολιτικὴν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους ἔχουσιν οἱ Ὑπουργοὶ, παρὰ δὲ ταῖς συνταγματικαῖς τὴν διεύθυνσιν τὴν πολιτικὴν ἔχει ὁ Ἡγεμών. Ἡμεῖς πάντες ἰσχυριζόμεθα καὶ λέγομεν, ὅτι εἴμεθα κοινοβουλευτικοί. Οὕτω παριστῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, καίτοι ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ: «ἡ Γερμανία ἆρά γε, ἡ Δανία, κακῶς κυβερνῶνται διὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος;» Ἐκ τοιαύτης ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων, δὲν θὰ ἦτο ἄπορον, ἂν ἐβλέπομέν τινας ἀναλαμβάνοντας, ἀλλὰ μετὰ παρρησίας, τὴν σημαίαν τῆς συνταγματικότητος, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν αὕτη ἐνασκεῖται ἐν Γερμανίᾳ καὶ Δανίᾳ. Οὗτοι ἠδύναντο καὶ ὀπαδοὺς νὰ ἔχωσιν, ἀλλὰ θὰ εἶχον καὶ πολεμίους, ὄχι ἐκείνους κυρίως, οἵτινες θὰ εἶχον προτίμησίν τινα θεωρητικὴν ὑπὲρ ὡρισμένου εἴδους πολιτεύματος, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν καὶ πιστεύουν, ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ τὴν τάξιν, διὰ τὴν πρόοδόν της, διὰ τὴν δυναστείαν της αὐτήν, ἕνεκα τοῦ χαρακτῆρος τῶν κατοίκων, ἕνεκα τῆς ἱστορίας αὐτῆς, οὐδὲν ἄλλο προσιδιάζει πολίτευμα ἢ μόνον τὸ κοινοβουλευτικόν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν διαιρέσεων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καθ’ ἣν τὴν πολιτικὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας ἔχουσιν οἱ Ὑπουργοὶ, ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ὑπεύθυνοι, καὶ ὄχι ὁ Ἡγεμὼν, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ ὑπεύθυνοι παρὰ συνταγματικῶς κυβερνωμένοις Κράτεσιν, ἐρωτῶμεν, ἐν τῇ εἰδικῇ περιπτώσει, περὶ ἧς ἡμεῖς συζητοῦμεν, διὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ νῦν Ὑπουργείου ἐτηρήθησαν αἱ ἀρχαὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Ἐδῶ προβάλλει, Κύριοι, ὁ τρίτος παράγων, — ἂς εἴπωμεν οὕτω — τὸν ὁποῖον ἠρνήθη ὁ κύριος πρώην Πρωθυπουργός, τὸν ὁποῖον δὲν ὑπελόγισεν ὁ νῦν ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργός, ὁ δὲ τρίτος παράγων εἶναι ἡ λαϊκὴ θέλησις, ἥτις προσδίδει καὶ συντηρεῖ τὴν πολιτικὴν σημασίαν τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς Βουλῆς, ἥτις δὲ, καθισταμένη ἐναντία πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἐν καθαρῶς συνταγματικοῖς Κράτεσι, δὲν ἔχει σημασίαν διὰ τὴν ἔννοιαν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἥτις λαϊκὴ θέλησις, καθισταμένη ἐναντία πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἐν κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασιν, ἔχει τόσην σημασίαν, ὥστε νὰ ἀναιρῇ τὴν οὐσίαν αὐτῆς τῆς πλειονοψηφίας, νὰ ἀφαιρῇ ἀπ’ αὐτῆς τὴν πολιτικὴν σημασίαν. Διότι παρὰ τοῖς συνταγματικοῖς ἁπλῶς Κράτεσι δὲν συγκυβερνᾷ καὶ ὁ λαὸς μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλὰ παρὰ τοῖς κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι συγκυβερνᾷ καὶ ὁ λαὸς μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος. Παρ’ αὐτοῖς ἔχει πολιτικὴν σημασίαν μεγίστην ἡ λαϊκὴ θέλησις, καὶ καθίσταται παράγων, ὑπολογιζόμενος εἰς τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς ἀπολύσεις τῶν Ὑπουργῶν, οἷς ἀνατίθεται ἡ πολιτικὴ διεύθυνσις τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Βεβαίως ἡ λαϊκὴ αὕτη θέλησις πρέπει καθ’ ὡρισμένον τρόπον καὶ χρόνον νὰ ἐκδηλῶται, διὰ νὰ κέκτηται τὴν πολιτικήν της σημασίαν, καὶ οὕτως ἐκδηλοῦται ἐν ταῖς συνήθεσι περιστάσεσιν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἔκτακτοι περιστάσεις, καθ’ ἃς καὶ ἄνευ τοῦ ὡρισμένου τρόπου καὶ χρόνου ἂν ἐκδηλῶται ἡ λαϊκὴ θέλησις, δὲν ἀποβάλλει τὴν πολιτικήν της σημασίαν καὶ τὸν πρὸς αὐτὴν σεβασμόν. Ἂν δὲ δι’ οἱονδήποτε λόγον ἤθελεν ἐξεγερθῆ ἐκτάκτως σύσσωμος ὁ λαὸς, ἐκδηλῶν ὡρισμένως τὴν θέλησίν του, τότε προδήλως θὰ διεκινδυνεύομεν καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους, ἂν δὲν ὑπεκύπτομεν εἰς τὴν θέλησίν του...
§122Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§123Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ὅμως δὲν εἴμεθα σύμφωνοι.
§124Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐντελῶς. Εἰς τὴν ἐκτίμησιν διαφέρομεν, εἰς τὰ πράγματα εἴμεθα σύμφωνοι.
§125Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κ. πρώην Πρωθυπουργὸς δὲν ἀνεγνώριζε τὸν παράγοντα αὐτὸν, τὸν τρίτον. Ἄλλο βεβαίως εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν ὀχλαγωγία ἦτο, ἢ γενικὴ ἐξέγερσις τοῦ λαοῦ, ἡ αἰτία τῆς παραιτήσεως τοῦ πρώην Ὑπουργείου καὶ ὁ διορισμὸς τοῦ νέου. Ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δύναταί τις νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του. Τὸ ἀναμφισβητήτως ὅμως προκῦπτον εἶναι, ὅτι ὑπάρχει καὶ τρίτος παράγων παρὰ τοῖς κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι, παράγων πολιτικός, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναί τις καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ὡς ὑπηνίχθη ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργός, διὰ ν’ ἀνακηρύξῃ τὸν πολιτικὸν αὐτὸν παράγοντα, τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ὡς συμπληροῦντα καὶ χαρακτηρίζοντα τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· διότι καὶ μαθητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου θὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ὁ τρίτος παράγων, ἡ λαϊκὴ θέλησις, καὶ ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν ἐκδηλουμένη, πασιδήλως ἀναιρεῖ τελείως τὴν πολιτικὴν σημασίαν πάσης πλειονοψηφίας, ἥτις ἄνευ αὐτῆς βεβαίως εἶναι κοινοβουλευτικῶς ἀνύπαρκτος. Ἀλλ’ ἐνῷ ῥητῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργός: «ἐγὼ δύο γνωρίζω στοιχεῖα πάσης συνταγματικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις· ἐγὼ δὲν γνωρίζω τρίτον», ἐν τούτοις ἀλλαχοῦ, ἐξαναγκαζόμενος ἐκ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνώτερα τῶν ἐπιχειρημάτων πρὸς παράκαμψιν τῶν δυσχερειῶν, τί λέγει; Ἰδοὺ αὐτολεξεὶ τί εἶπεν: «...Ἄλλως, εἴχομεν τὴν πεποίθησιν πάντοτε, ὅτι κατὰ τὰ διαδραματισθέντα τελευταίως δὲν ἀντεπροσωπεύετο τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι, ἂν οὕτως εἶχε, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα ἐδῶ σήμερον, οὐδὲ θὰ ἠκούομεν τὰς παρακελεύσεις, τὰς ὁποίας μᾶς κάμνετε ἀπὸ χθές». Ταῦτα τί ἀποδεικνύουσιν, εἰμή, ὅτι καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ ὑπάρχει ὁ τρίτος παράγων, πρὸς ὕπαρξιν κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως;
§126Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§127Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν φαίνεται νὰ ἤμεθα σύμφωνοι, κύριε Μπουφίδη.
§128ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ διακόπτετε!
§129Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διὰ νὰ ὁμιλῇ ὁ κ. Μπουφίδης, εἶναι τοῦτο ἀπόδειξις, ὅτι δυσχέρειά τις ὑφίσταται. Δὲν ὁμιλεῖ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε. Θὰ ἀντελήφθη κἄποιον κίνδυνον διὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς πλειονοψηφίας, διὰ νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Τὸν γνωρίζω τὸν κ. Μπουφίδην.
§130Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κινδυνόμετρον!
§131ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Γουναράκη, μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τὰς διακοπάς.
§132Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διὰ τὸν κύριον Μπουφίδην θὰ κάμω ἐξαίρεσιν. Δὲν ἠμπορῶ. Ἐνῷ λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι δύο θέλει παράγοντας, τὸν Βασιλέα καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἀφ’ ἑτέρου ἀναγκάζεται ν’ ἀναγνωρίσῃ μετὰ σεβασμοῦ καὶ μάλιστα ὑποταγῆς πρὸς αὐτὸν, καὶ τὸν τρίτον παράγοντα, καὶ νὰ εἴπῃ: «ἐγώ, ἂν ἐξεδηλοῦτο μία λαϊκὴ ἐξέγερσις ἐναντίον μου, δὲν θὰ παρεκαθήμην ἐνταῦθα.» Ἀλλ’ ἐκτιμῶντες ἡμεῖς τὰ γενόμενα, τί λέγομεν; ὅτι ταῦτα δὲν ἀπετέλουν ὀχλαγωγίαν, ἀλλὰ γενικὴν καὶ ὁμόφωνον ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ. Ὅτε δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ τὰς ὕβρεις καὶ τοὺς προπηλακισμοὺς δὲν θεωρεῖ αὐτὸς ὡς ἔκφρασιν θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἂν ὑπενόει ἐμὲ ὡς ταῦτα χαρακτηρίσαντα λαϊκὴν ἐξέγερσιν, τὰ πρὸ τῆς οἰκίας αὐτοῦ συντελεσθέντα, ἐδικαιούμην νὰ θεωρήσω ἐμαυτὸν ὡς ὑβρισθέντα, διότι τὰ πρὸ τῆς οἰκίας αὐτοῦ συντελεσθέντα ἀποδοκιμάζει πᾶς ἔντιμος ἄνθρωπος, πᾶς χρηστὸς πολίτης, καὶ δὲν ὑπάρχει πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις δὲν συνεμερίσθη, ὄχι τὴν λύπην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ἀλλὰ τὴν γενικὴν θλῖψιν διὰ τὰς ἀξιοκατακρίτους παρεκτροπὰς τῆς κοινωνικῆς ὑποστάθμης κατ’ ἀνδρὸς, ὅστις ἐκυβέρνησε τὸν τόπον καὶ μεταβάλλων τὰς ἰδέας του πάλιν θὰ κυβερνήσῃ αὐτόν. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουσι ταῦτα πρὸς τὴν ἐξέγερσιν τὴν λαϊκὴν ὑπὲρ ὡρισμένου ἀντικειμένου καὶ ἐξ ὡρισμένων ἀφορμῶν καὶ αἰτίων, τὴν ἐξέγερσιν τὴν συντελεσθεῖσαν πρὸ τῶν γενομένων παρεκτροπῶν; Ἡ ἐξέγερσις, ἡ μόνον ἐκδηλωθεῖσα ἐν Ἀθήναις διὰ 50,000 ἀνθρώπων, πρὸς τίνα σκοπὸν ἐγένετο, καὶ κατὰ τίνος ἀπηυθύνετο; Ἀπηυθύνετο ἀκριβῶς κατ’ ἐκείνων, οἵτινες, ἀδιαφορήσαντες τελείως, δὲν ἐμερίμνησαν ἐγκαίρως νὰ ἱκανοποιήσωσι τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τοῦ λαοῦ, καταργοῦντες τὰς μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου, αἵτινες ἐνεγράφοντο καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς προγράμμασι τῶν δημοτικῶν καὶ τῶν ἑλληνικῶν ἔτι σχολείων, ὅπου διδάσκονται τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ γράμματα...
§133ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Μεταπεφρασμένον Εὐαγγέλιον ἀπὸ πότε ἔχει εἰσαχθῆ εἰς τὰ ἑλληνικὰ καὶ δημοτικὰ σχολεῖα;
§134Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περικοπαὶ μόνον Εὐαγγελίου μετὰ παραφράσεως.
§135Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Σᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ σᾶς ἔλεγον ἄλλο τι. Ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐκλείπει διότι καὶ ἐπὶ ἄλλων Κυβερνήσεων ἠθέλετε καταδείξει, ὅτι τὸ αὐτὸ ἐγένετο. Διότι ἐπὶ τέλους δὲν πρόκειται νῦν νὰ ἐξετασθῇ, κατὰ πόσον εἶχε δίκαιον ἢ ἄδικον ὁ λαὸς νὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο. Σεῖς ἀμφισβητεῖτε τὴν ἐξέγερσιν τὴν λαϊκήν. Ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι αὕτη καὶ ὑπῆρξεν ἀναμφισβήτητος καὶ ἐγένετο καθ’ ὑμῶν. Ὁ λαὸς, οὕτως ἐξεγερθεὶς καθ’ ὑμῶν καὶ μόνον, δύναται νὰ πλανᾶται,—ἐπλανήθη δ’ ὁμολογουμένως πολλάκις ὁ λαὸς, — ἀλλ’ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑπολογίσῃ αὐτὸν πλανώμενον· οὐδείς ποτε εἶπεν εἰς αὐτόν: «ἐγὼ θὰ πράξω ἐναντίον τῆς θελήσεώς σου, θὰ πράξω ἐναντίον ταύτης, διότι πλανᾶσαι». Αὐτὸς εἶναι ἄξιος τῆς τύχης του. Οὐδεὶς ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ κυρίου του, περὶ τοῦ ἐντολέως του. Μίαν ἔχομεν ὑποχρέωσιν, νὰ διαφωτίζωμεν τὸν λαὸν, νὰ προσπαθῶμεν νὰ μεταπείθωμεν αὐτὸν, νὰ διδάσκωμεν ἔτι αὐτὸν, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὴν ἐκδηλουμένην θέλησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως καταδείκνυται τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ νέου Ὑπουργείου. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ἑνώσεως τῆς πλειονοψηφίας, ὡς κόμματος, μετὰ τοῦ νῦν Ὑπουργείου, ἀφοῦ, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐξετασθὲν τὸ ζήτημα, τελείως ἀνεπτύχθη ὑπὸ τῶν πολλῶν ἀγορευσάντων περὶ τούτου. Θέλω μόνον νὰ πιστοποιήσω, ὅτι ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην τῆς ἑνώσεως, μάλιστα ἐν χώραις κοινοβουλευτικαῖς, ἔνθα οὐχὶ δύο μεγάλα, ἀλλὰ πλειότερα ὑπάρχουσι κόμματα. Ἀλλὰ τὴν ἕνωσιν, διὰ νὰ μὴ ἀφίσταται αὕτη τῆς κοινοβουλευτικότητος, ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη ἔχει ἀείποτε ἀγαθὴν τὴν προαίρεσιν, καὶ καθωρισμένον τὸν σκοπὸν, σκοπὸν ἑνὸς πολιτικοῦ συμφέροντος τῆς χώρας. Ὑπεδηλώθη ἐντεῦθεν, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο κατεδείχθη πρόσχημα. Διότι, ἂν ἡ Βουλὴ διελύετο, θὰ παρείχετο ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς Κυβέρνησιν, ἣν θὰ ὑπεδείκνυε διὰ τῶν ἐκλογῶν ὁ λαὸς, εἰς Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικήν. Οὐδὲν ἄλλο πολιτικὸν συμφέρον τῆς χώρας μέγα προεβλήθη ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως ταύτης. Ἀπ’ ἐναντίας ὁ πραγματικὸς χαρακτὴρ τῆς γενομένης ἑνώσεως, ὁ ἀντικοινοβουλευτικὸς, καταδείκνυται ἐκ προδήλων τεκμηρίων. Διότι ἡ γενομένη ἕνωσις οὐ μόνον δὲν ἀποβλέπει εἰς πολιτικὸν σκοπόν, ἀλλ’ ἀντίκειται καὶ εἰς αὐτὸ τὸ πρόδηλον κομματικὸν συμφέρον τῆς πλειονοψηφίας. Βεβαίως δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον ἡ ἐξέτασις τοῦ ἀληθοῦς κομματικοῦ συμφέροντος τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐρευνῶ τὸ συμφέρον τοῦτο, διότι καὶ αὐτὸ ἀκόμη θυσιάζεται ὑπὲρ ἀντικοινοβουλευτικοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ γενομένη ἕνωσις τῆς πλειονοψηφίας μετὰ τοῦ Ὑπουργείου. Καθ’ ὅσον πολλὰ κόμματα μορφοῦνται καὶ προάγονται ἐν τῇ Βουλῇ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τῶν γνωμῶν, εἶναι ταῦτα καλὰ ἢ κακὰ, κατὰ τὰς περιστάσεις. Ἀλλ’ ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, παρ’ ᾧ δύο ὑπάρχουσι μεγάλα ἀντίπαλα κόμματα, κυβερνῶντα ἐναλλὰξ τὴν χώραν, οὐδεὶς τῶν ἀρχηγῶν αὐτῶν ἔχει τὸ συμφέρον, ὅπως αὐτὴ κατασκευάζῃ νέα κόμματα. Ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης τὴν κατασκευὴν τοιούτων κομμάτων, καθιστώντων δυσχερὲς καὶ ἀδύνατον πολλάκις τὸ κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεσθαι, ἤλεγξε, γενομένην ἐξ αὐτῆς τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Ἄνακτος, καὶ ἐφυλακίσθη διὰ τοῦτο. Μεῖζον εἶναι τὸ ἀτύχημα νῦν, ὅτε ἕν τῶν μεγάλων κομμάτων συντρέχει εἰς τὴν κατασκευὴν μεγάλων προσκομμάτων πρὸς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ποῖος δὲ εἶναι ὁ ἀντικοινοβουλευτικὸς σκοπὸς τῆς ἑνώσεως; Ἐδηλώθη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, μὴ ἀναγνωρίζοντος πλέον, ὡς ὤφειλε κοινοβουλευτικῶς νὰ πράττῃ, τὸ ἀντίπαλον κόμμα, ἀλλ’ εἰπόντος ἐν τῇ ἀγορεύσει του: «ἡμεῖς ἐπλάσαμεν τὴν ἕνωσιν ταύτην οὐχὶ δι’ ἄλλον σκοπὸν, ἢ ὅπως ἐξοντώσωμεν τὸ ἀντίπαλον κόμμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν...»
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τίς εἶπε τοιαῦτα;
§137Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι τόσον ἀπίστευτον ὅτι ἐλέχθησαν, ὥστε καὶ σεῖς ἀμφισβητεῖτε ταῦτα, διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν. Ἰδοὺ αὐτολεξεί, τί εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργός: «Ἡμεῖς νομίζομεν,—καὶ δὲν ἀνατρέχομεν ἵνα σχηματίσωμεν τὴν ἰδέαν ταύτην εἰς τὸ παρελθὸν—ὅτι τὸ ἔργον σας εἶναι καταστρεπτικὸν διὰ τὸν τόπον, καὶ τὸ ἔργον σας αὐτὸ θὰ τὸ παρεμποδίσωμεν δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων. Διὰ τοῦτο θὰ φροντίσωμεν παντὶ σθένει νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐπάνοδόν σας.» (Θόρυβος). Βεβαίως ταῦτα δύνανται νὰ λεχθῶσι, καὶ λέγονται πολλάκις κατὰ τὸν διαγωνισμὸν τὸν πολιτικὸν τῶν κομμάτων, ἀλλὰ λέγονται πρὸς τὸ ἕτερον τῶν μεγάλων κομμάτων, πρὸς τὸ ἀντίπαλον κόμμα, ὑπὸ ἕνα καὶ μόνον ὅρον, ὅπως οἱ λέγοντες διατηρήσωσιν αὐτοὶ τὴν ἀρχὴν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι αὐτοὶ, καὶ οὐχὶ οἱ ἀντίπαλοί των, θὰ πράξωσι τὰ βελτίω εἰς τὸν τόπον. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς κοινοβουλευτικὸν Κράτος νὰ λέγωνται κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶναι οἱ ἀναγκαῖοι ἀντικαταστάται αὐτῶν, ἀποχωρούντων τῆς ἀρχῆς. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, οἵτινες διακηρύττετε ταῦτα, δὲν γεννᾶται καὶ μέγας κίνδυνος, διότι ἀναβαλλομένων τῶν ἐκλογῶν ἀναβάλλεται μόνον ἐπὶ μικρὸν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ θὰ κριθῇ ἡ πολιτική σας αὕτη. Ἀτυχῶς, δι’ ὅσων πράττετε καὶ λέγετε, γεννᾶτε ὑπόνοιαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἔχετε ἐνίσχυσιν εἰς τὰς ἐνεργείας ταύτας, πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν ἀποβλεπούσας. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν προσφέρετε ἐπωφελεῖς ὑπηρεσίας εἰς τὸ Στέμμα. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§138Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ προσπαθήσω, Κύριοι, νὰ μὴ ἐπανέλθω εἰς τὰς αὐτὰς ἐπόψεις, ὑφ’ ἃς ἐξήτασαν οἱ προλαλήσαντες τὰ ζητήματα, ἅτινα γεννᾷ ὁ σχηματισμὸς τοῦ νέου Ὑπουργείου. Θὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ἥτις εἶναι ἡ πλέον οὐσιώδης καὶ ἡ πλέον ἐγγὺς εἰς τὰ αἴτια τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπικρίνομεν. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀνῆλθεν εἰς τὰ πράγματα τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, δὲν εἶναι βεβαίως ἐπαινετός, καὶ δὲν εἶναι ἐπαινετός, διότι συνεδέθη πρὸς τὴν διατήρησιν τοῦ πρώην καθεστῶτος, ὅπερ μετὰ δύο καὶ ἡμίσεος ἐτῶν ἀποτυχίαν ἐν τῇ διοικήσει πάντες ἠλπίζομεν ὅτι ἔληξε διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου. Ἂν καὶ κατὰ πόσον ἀπέτυχε τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, δὲν δύναται νὰ κριθῇ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, ἐν ᾗ τὴν πλειονοψηφίαν ἀποτελοῦσιν αὐτοὶ οἱ συνεργάται καὶ συνυπεύθυνοι τῆς διοικήσεως, ἧς ἐτάχθησαν οἱ ἐλεγκταὶ καὶ οἱ τιμωροί. Οὐδ’ εἶναι ἀπόδειξις τῆς καλῆς διοικήσεως τοῦ τόπου καὶ τοῦ ὑπὲρ τῆς πρώην Κυβερνήσεως πνεύματος τοῦ λαοῦ ὅ,τι προχθὲς ἐπεκαλεῖτο ὁ Πρόεδρος αὐτῆς. Ἐπεκαλεῖτο τὸν ἀριθμὸν τῶν φίλων του, ὅστις μένει καὶ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας ὁ αὐτός, καὶ τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς οὗτοι ἐπανῆλθον ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν των, ἵνα ὑποστηρίξωσι καὶ τὴν νέαν Κυβέρνησιν, βεβαιώσαντες, ὅτι παρά ποτε ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ὅτι δὲν φοβοῦνται τὰς ἐκλογάς. Δὲν ὑπωπτεύετο ποσῶς, ταῦτα λέγων ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ὅτι ἠδύνατό τις ν’ ἀπαντήσῃ αὐτῷ, ὅτι οἱ φίλοι αὐτοῦ Βουλευταὶ εἶναι οἱ μετ’ αὐτοῦ ἐξακολουθοῦντες ἀκόμη νὰ διοικῶσι τὰς ἐπαρχίας των καὶ ὑπὸ τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, ὅτι ἔσπευσαν εἰς Ἀθήνας, ἵνα διατηρήσωσιν ἑαυτοὺς ἐν τῇ διοικήσει αὐτῶν, ὑποστηρίζοντες αὐτό, καὶ ὅτι φυσικὸν εἶναι καὶ οἱ ἐκλογεῖς αὐτῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὡς αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, νὰ ἦναι εὐχαριστημένοι. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀποτυχίας ἢ μὴ τῆς πρώην Κυβερνήσεως καλλίτερον παντὸς ἄλλου γνωρίζει ὁ λαός, ὅστις δὲν περιμένει ἐκ τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς νὰ φωτισθῇ περὶ τούτου. Ἀλλ’ οὐδὲν ὠφελεῖ δυστυχῶς ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μόνη πρὸς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων, ἄνευ τῆς συνεργασίας τοῦ Στέμματος. Ἐνδιαφέρει ἑπομένως πολὺ ἡ περὶ τῆς διοικήσεως τῆς πρώην Κυβερνήσεως γνώμη τοῦ Στέμματος, καὶ ἐπὶ τούτου θὰ ζητήσω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως δυνατὸν νὰ μοὶ ἀπευθυνθῇ ἡ παρατήρησις, ὅτι συζήτησις περὶ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν πράξεων τοῦ Ἡγεμόνος ἐν τῇ Βουλῇ δὲν προσήκει, ἀφοῦ εὐθῦναι ἐπ’ αὐταῖς μόνον παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐπιτρέπεται νὰ ζητῶνται, οὐχὶ δὲ παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὰς ἀμφιβολίας, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης ταύτης. Ἀληθῶς τὸ Σύνταγμα κηρύττει ἀνεύθυνον τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, ὑπευθύνους δὲ μόνον τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλ’ ὡς λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν τὸ πολίτευμα, τοσοῦτον διεστράφησαν οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς καθιερώθη ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, καὶ ἑπομένως τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Ἡγεμόνος, ὡς ἀχώριστος ἀπὸ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης θεσμὸς, ὥστε δὲν διστάζω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι οὐδέτερος τούτων ὑφίσταται πλέον παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολλοῦ. Ποῖαι εἶναι αἱ φοβεραὶ συνέπειαι καταστάσεως πραγμάτων, ἐν ᾗ δὲν ὑπάρχουν ὑπεύθυνοι ποσῶς, ἢ ὑπεύθυνος εἶναι ὁ Ἡγεμὼν, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ δείξω ὑμῖν. Συμφέρον ὅλων εἶναι ν’ ἀρθῶσι τὰ αἴτια, ἅτινα ἐξηφάνισαν τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, ἢ ἅτινα δύνανται νὰ φέρωσιν εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Ἡγεμόνος, διότι ἄλλως θέλει ἀποβῆ ἀθεράπευτος ἡ κακὴ κατάστασις, ἐν ᾗ ζῶμεν, ἢ θὰ περιέλθωμεν εἰς ταραχώδη πολιτικὸν βίον, ἐξ οὗ ἄδηλον τί θὰ ἐξέλθῃ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα. Ὅταν δὲ ῥητῶς τοῦτο λέγῃ τὸ Σύνταγμα παρ’ ἡμῖν, αἱ γνῶμαι περὶ ἠθῶν καὶ πρακτικῆς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἀγγλίᾳ, ὡς ἄλλως ῥυθμίζοντος τὰ κατ’ αὐτὴν ἢ ὅπως ἄλλαι τοῦ Συντάγματος ἡμῶν διατάξεις, οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογήν. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν ῥητὰς γραπτὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἡ δὲ πρακτικὴ δὲν δύναται ν’ ἀναπτύσσηται ἢ ἐντὸς τῶν ὅρων αὐτῶν. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ συντακτικὴ ἐξουσία ὑπάρχει ἀδιαλείπτως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δηλ. τῷ Στέμματι καὶ ταῖς δυσὶ Βουλαῖς, ὅπερ ἐν πάσῃ στιγμῇ δύναται νὰ κανονίζῃ ὡς θέλει τὰ τοῦ πολιτεύματος. Παρ’ ἡμῖν ῥητῶς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐδόθη τῷ Βασιλεῖ, καὶ οὐχὶ τοῖς Βουλευταῖς. Τῇ Βουλῇ ἐδόθη μόνον νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχειν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ προσώπῳ τῶν Ὑπουργῶν. Ὀρθῶς ἔπραξε τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀπονεῖμαν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Βασιλέα, ὀρθῶς δ’ ἔπραξε διαπλάσαν τὸν Βασιλέα τοιοῦτον, ὁποῖον θέλει αὐτὸν τὸ Σύνταγμα· ἐξέλεξεν αὐτὸν ἐκ ξένης Βασιλικῆς οἰκογενείας, οὕτω δὲ οὐδένα ἔχει ἐν τῷ τόπῳ προηγούμενον δεσμόν. Κατέστησεν αὐτὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὥστε οὐδὲν ἔχει ν’ ἀπαιτήσῃ ἀνώτερον ἀξίωμα. Ἠθέλησεν αὐτὸν ἰσόβιον καὶ κληρονομικόν, ὥστε οὐδεμίαν φοβεῖται ἀφαίρεσιν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Ἐχορήγησεν εἰς αὐτὸν τέλος, ὅσον αἱ δυνάμεις τοῦ Κράτους ἐπέτρεπον, ἀνωτέραν ἐπιχορήγησιν, ἵνα μὴ εὑρίσκηται εἰς στενοχωρίας. Τοιοῦτος Ἡγεμὼν, ἐνασκῶν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἣν ἐκ τοῦ ἔθνους ἔλαβεν, εἵπετο ἀναγκαίως ν’ ἀσφαλίζῃ τὴν μονιμότητα καὶ τὴν ἀμεροληψίαν ἐν τῇ ἐξασκήσει αὐτῆς, ἣν ἀπαιτεῖ ἀναγκαίως τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἄνευ εὐθύνης ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τοσοῦτον μεγάλης ἐξουσίας δὲν ἠδύνατο ν’ ἀφεθῇ ὁ Βασιλεύς. Ἀντὶ τοῦ Βασιλέως ὅμως, οὗτινος αἱ εὐθῦναι ἠδύναντο ἐκ βάθρων νὰ διαταράττωσι τὴν Πολιτείαν, ἐτέθησαν αἱ εὐθῦναι τῶν Ὑπουργῶν· τοὺς Ὑπουργοὺς διορίζει καὶ παύει ὁ Βασιλεύς, οὐδεὶς δὲ πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἄμεσος ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν περιορισμός. Εἴτε τοὺς Ὑπουργοὺς ἑπομένως λαμβάνει καθ’ ὑπόδειξιν τῆς Βουλῆς, εἴτε κατ’ ἰδίαν ἐκλογὴν ὁ Βασιλεύς, ὀφείλει νὰ διατηρῇ αὐτοὺς ὑπευθύνους ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Μόνον οὕτως ὑπάρχει συνταγματικῶς τὸ ἀνεύθυνον αὐτοῦ, πᾶσα δ’ ἀνοχὴ αὐτοῦ καὶ σύμπραξις, ὅπως ματαιῶται ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, συνεπάγεται τὸ ὑπεύθυνον τοῦ Ἡγεμόνος. Ἐν κοινοβουλευτικῇ Πολιτείᾳ καθῆκον τοῦ Βασιλέως εἶναι νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς τὰς Κυβερνήσεις, εἴτε τῶν πλειονοψηφιῶν εἶναι αὗται, εἴτε ἄλλαι, ὅπως νοθεύωσιν, ἢ μειῶσιν, ἢ ἐντελῶς ἐξαφανίζωσι τὴν εὐθύνην αὐτῶν δι’ ἐκνόμων μέσων, ἐνώπιον τῶν Βουλῶν. Τοιοῦτον μέσον, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος τῶν κυβερνώντων, εἶναι ἡ συμμετοχὴ τῶν Βουλῶν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἣν εἶναι κεκλημέναι νὰ ἐλέγχωσι. Τοιαῦται Βουλαὶ εἶναι συνάμα αὐταὶ καὶ ἐλεγχόμενοι καὶ ἐλέγχοντες, καὶ εὐθύνη ὑπουργικὴ εἶναι κενὴ λέξις ἐν μέσῳ τοιούτων Βουλῶν. Ἀλλ’ ἡ νόθευσις αὕτη καὶ ἐξαφάνισις τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης διὰ τῆς συμμετοχῆς τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διοίκησιν δὲν εἶναι δυνατὴ ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ Στέμματος. Ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ Ἡγεμόνος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδίδηται ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας, ὡς γίνεται παρ’ ἡμῖν. Τοιαύτη διοίκησις δὲν εἶναι μόνον μεροληπτικὴ, καὶ ἑπομένως ἄδικος καὶ ἐναντία εἰς τὴν ἀποστολὴν καὶ τὸ ὕψος τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀνατρεπτικὴ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Ἰδοὺ διατὶ ἐτόλμησα νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι παρ’ ἡμῖν, ὡς λειτουργεῖ τὸ πολίτευμα σήμερον, ἄνευ δηλαδὴ ὑπουργικῆς εὐθύνης, καὶ τοῦτο τῇ θελήσει τοῦ Ἡγεμόνος, ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως δὲν ὑπάρχει. Αἱ ἐμφιλοχωρήσασαι τῇ ἀνοχῇ τοῦ Βασιλέως κακαὶ ἕξεις δὲν εἶναι λόγος, ὅπως ἐξακολουθήσωσι, διότι ὑπ’ αὐτὰς ἀδύνατος ἡ εὐνομία καὶ ἡ εὐημερία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἑπομένως διὰ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ ἐκλίπωσιν. Ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ θέσῃ καὶ τηρήσῃ ἀπαρεγκλίτους κανόνας. Ἐν ἀνάγκῃ καθῆκον καὶ δικαίωμα ἔχει νὰ προσφεύγῃ καὶ εἰς τὴν ἀποπομπὴν τῶν Ὑπουργῶν του, ὅταν βεβαιωθῇ, ὅτι παραβιάζουσιν αὐτούς. Ἂν δ’ ὑπάρχωσι Βουλαὶ ἐπιμένουσαι ἀπέναντι Ἡγεμόνος ἀπροσωπολήπτου νὰ ὑποστηρίζωσιν ἐκεῖνα μόνον τὰ Ὑπουργεῖα, ὅσα παραδίδουσιν αὐταῖς, ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ὑποστηρίξεώς των, τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν των, δὲν πρέπει νὰ διστάζῃ ἐπὶ τέλους νὰ τὰς διαλύῃ. Ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ εἰς τοῦτο σύμφωνον καὶ τὸν λαὸν καὶ τὸν τύπον. Ἡ ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης, ὅσον καὶ ἂν ἐνταθῇ, οὐδέποτε δύναται νὰ ἐκταθῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν ἐξαφάνισιν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ἥτις εἶναι θεμελιώδης βάσις τοῦ πολιτεύματος. Οἱ ὀπαδοὶ αὐτῆς δὲν δύνανται νὰ ἐννοοῦν, ὅτι ἡ δεδηλωμένη καὶ διοικεῖ, διότι εἶναι τότε ἐναντία ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Εἴτε ἐπὶ ἀρχῶν συναντῶνται τὰ μέλη μιᾶς δεδηλωμένης πλειονοψηφίας, εἴτε περὶ πρόσωπον, εἰς οὗ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν πεῖραν ἐμπιστεύονται πρὸς καθοδήγησιν τοῦ κόμματος ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἢ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, οὐδόλως εἶναι αὐτοῖς ἐπιτετραμμένον αὐτοὶ νὰ διεξάγωσι τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, εἴτε καὶ ν’ ἀναμιγνύωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς αὐτήν. Εἰς τὸν Ἡγεμόνα ἀπόκειται νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται αἱ Βουλαὶ εἰς τὴν διοίκησιν, ἧς αὐτὸς προΐσταται. Ἀφίνων νὰ ἀναμιγνύωνται, μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἐρωτῶμεν σήμερον, ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἐνέργειαι τοῦ Στέμματος κατὰ τὰ γεγονότα, ἅτινα ἀπὸ ἡμερῶν συζητοῦμεν. Οὐδόλως ἐπεθύμουν νὰ πράξω τοῦτο. Ἄν ᾖναι ἄτοπον, πρῶτος ἐπιθυμῶ νὰ παύσῃ ἡ ἀνάμιξις αὕτη τοῦ Στέμματος εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις. Ἀλλὰ διὰ νὰ παύσῃ, πρέπει τὸ Στέμμα ἀδιαλείπτως νὰ ἐργάζηται μετὰ πάσης αὐτοῦ τῆς δυνάμεως καὶ ἐπιρροῆς ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως μὴ ἐπιτρέπωσι συμμετοχὴν τῶν πλειονοψηφιῶν εἰς τὴν διοίκησιν, διότι τότε οὔτε αἱ Ἀντιπολιτεύσεις, οὔτε δι’ αὐτῶν οἱ πολῖται ἔχουσι πρός τινα νὰ ἀπευθυνθῶσιν ἀδικούμενοι. Ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων ὁρμώμενος, θὰ ἐξετάσω τὰ γενόμενα κατὰ τὴν τελευταίαν ὑπουργικὴν μεταβολήν. Κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον Ὑπουργεῖον ἔχον μεγάλην πλειονοψηφίαν παρῃτήθη, τὸ δὲ Στέμμα ἀπεδέχθη τὴν παραίτησιν αὐτοῦ. Διατί; Ἀπώλεσε τάχα τὴν εὔνοιαν τοῦ Βασιλέως, καίτοι ἀπελάμβανε τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς; Ἄν θελήσωμεν νὰ ἐρωτήσωμεν περὶ τῆς προσωπικῆς τοῦ Ἡγεμόνος εὐνοίας πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν, ἄνευ περαιτέρω ἐρεύνης δύναταί τις ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι αὕτη οὐδόλως εἶχε μειωθῆ. Τὸ Στέμμα, ὡς γνωστὸν, δύο τινὰ παρ’ ἡμῖν ζητεῖ παρὰ τῶν Κυβερνήσεών του· πρῶτον νὰ κατορθώνουν νὰ διατηροῦν διὰ παντὸς τρόπου πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, εἰς τοῦτο δ’ ὁμολογουμένως παρέχει ἄφθονον τὴν ὑποστήριξιν αὐτοῦ, καὶ δεύτερον νὰ ᾖναι πρὸς αὐτὸ εὐχάριστοι. Εἰς ἀμφότερα ταῦτα, ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἐντελῶς ἀνταπεκρίθη τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας. Ἡ εὐγνωμοσύνη μάλιστα τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τούτοις ἐμφαντικώτατα εἶχεν ἐκδηλωθῆ πρό τινος καιροῦ. Ἐνθυμεῖσθε, τί εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, ἀπερχόμενος τῆς Ἑλλάδος εἰς Εὐρώπην, κατὰ τὸ τελευταῖον αὑτοῦ ταξείδιον, πρὸς τὸν ἔντιμον Πρωθυπουργὸν ἐκ Κερκύρας, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν διεψεύσθη: «Ἐπὶ τόσα ἔτη, καθ’ ἃ βασιλεύω ἐν Ἑλλάδι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶσθε ὁ μόνος κοινοβουλευτικὸς Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν μοὶ ἐπροξενήσατε κατὰ τὸ διάστημα τῆς πρωθυπουργίας σας οὐδεμίαν λύπην ἢ στενοχωρίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ βίος μου ὑπῆρξε λίαν εὐχάριστος.» Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι ταῦτα ὄντως ἐρρήθησαν· ἀλλ’ ἐγράφησαν εἰς ἐφημερίδας, καὶ παρ’ οὐδενὸς διεψεύσθησαν.
§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζετε, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ διαψεύδω πᾶν ὅ,τι γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας; Πρῶτον ἐγὼ δὲν τὰ γνωρίζω.
§140Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι τὰ τοιαῦτα πρέπει νὰ διαψεύδωνται (θόρυβος).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἠκούσαμεν, οὔτε τί εἶπεν ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, οὔτε τί εἶπεν ὁ ἀγορεύων.
§143Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ν’ ἀκούσωμεν, τί εἶπεν ὁ πρώην Πρωθυπουργός.
§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπεν, ὅτι δὲν νομίζει ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διαψεύδῃ πᾶν ὅ,τι γράφεται ἐν ταῖς ἐφημερίσι, θέλων νὰ ἐννοήσῃ ἴσως, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ τοιαῦτα σπουδαῖα πολιτικὰ συμβάντα, τοιοῦτοι λόγοι τοῦ Βασιλέως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ν’ ἀφίνῃ νὰ πιστεύωνται, ἂν δὲν ἐλέχθησαν. Ἡ ἐξαιρετικὴ εὔνοια Ἡγεμόνος πρὸς Πρωθυπουργὸν δὲν εἶναι μικρὰ δύναμις καὶ μικρὸν ἐφόδιον αὐτοῦ ἐν κοινοβουλευτικῷ Κράτει. Ὅτε τὸ εἶδον δ’ ἀναγραφόμενον ἐν ἐφημερίδι, ὡς ἡ «Ἡμέρα» τῆς Τεργέστης, τὸ ἐπίστευσα ἔτι περισσότερον.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι γνωστοὶ οἱ δεσμοὶ τῆς ἐφημερίδος ταύτης.
§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ διαψεύδω τὰ γραφόμενα.
§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δικαίωμά σας.
§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οὔτε καθῆκον, οὔτε δικαίωμα ἔχω.
§149Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἔχετε καθῆκον, ἀφοῦ πρόκειται περὶ λόγων τοῦ Βασιλέως, ἀφορώντων οὐ μόνον ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ ἄλλους πρὸ ὑμῶν Πρωθυπουργοὺς ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐν Ἑλλάδι.
§150Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἄν ἐλέχθησαν.
§151Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν δὲν ἐλέχθησαν.
§152Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐξ ἁβρότητος πρὸς τὸν Ἡγεμόνα.
§153ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως.
§154ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τοὺς ἄλλους.
§155ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοῶ ὁποῖον μέγα πολιτικὸν κέρδος ἔχει τις νὰ μὴ τὰ διαψεύδῃ. Ἀλλ’ ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον νὰ τὰ διαψεύσῃ, δὲν συμφωνῶ. Διὰ τοῦτο ἀπορῶ, πῶς ἐπιμένει ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργός. Ἐγὼ δὲν πιστεύω, εἰς τὸν πολιτικὸν ὑμῶν βίον νὰ εἴχετε σπουδαιότερα πολιτικὰ συμβάντα. Ἀλλ’ ἔστω, τὰ διαψεύδει σήμερον.
§156ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι· δὲν τὸ εἶπε.
§157Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπεν, ὅτι δὲν τὰ διέψευσε, διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διαψεύδῃ ὅσα γράφονται· ἄρα θεωρεῖ, ὅτι δὲν ἦσαν ἀληθῆ.
§158ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὄχι· δὲν εἶπεν αὐτό.
§159Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἂς κρίνῃ ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ πρώην Πρωθυπουργός.
§160ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν τὰ διαψεύδει.
§161Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδὲν γνωρίζω νὰ ἔπραξεν ἢ παρέλιπεν ὁ πρώην Πρωθυπουργός, ὅπερ νὰ δυσηρέστησε τὸν Ἡγεμόνα καὶ νὰ ἐπηρέασεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ. Ἄν ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπῆρξεν εὐχάριστος τῷ Στέμματι κατὰ τὸ διάστημα τῆς πρωθυπουργίας του, ἀφ’ ἑτέρου τὸ Στέμμα ἀφειδῆ καὶ ἀπεριόριστον παρέσχε τὴν ὑποστήριξιν αὑτοῦ τῷ Ὑπουργείῳ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν ἀρχῇ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου ὑπὸ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ Στέμματος, ὡς ἐγράφη τότε ἐν τῷ Τύπῳ, ἵνα οἱ Ὑπουργοὶ δικαιολογῶσι δι’ ἐκθέσεων τὰς διαφόρους μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ, ἀλλ’ ἡ εὔκολος αὕτη στενοχωρία τῶν Ὑπουργῶν δὲν διήρκεσεν ἢ ὀλίγας μόνον ἡμέρας. Ἔκτοτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰργάσθη ὑπερανθρώπως, καὶ κατώρθωσε τῳόντι νὰ ὑποστηρίζηται ἐν τῇ Βουλῇ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας φίλων, τῇ συμπράξει τοῦ Στέμματος. Λοιπὸν τὴν προσωπικὴν εὔνοιαν, ἣν εἰς τὸν Ἡγεμόνα ἐμπνέουν ὑπὲρ τοῦ Πρωθυπουργοῦ οἱ ἐράσμιοι τρόποι καὶ ἡ προσπάθεια αὐτοῦ, ὅπως καθιστᾷ διὰ παντὸς τρόπου εὐχάριστον τὸν βίον εἰς τὸν Βασιλέα, ἐκέκτητο ὁμολογουμένως ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κερκύρας. Ἐρωτᾷ τις ὅμως εὐλόγως: ἀλλ’ εἶχεν ἆρά γε ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἐμπνεομένην εἰς τοὺς Βασιλεῖς εὔνοιαν, δηλαδὴ τὴν ἀγάπην, ἣν πρέπει νὰ αἰσθάνηται πᾶς Ἡγεμὼν πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν, ὅστις διὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Βασιλείου ἠσφάλισεν εὐνομίαν καὶ εὐημερίαν εἰς πάντας τοὺς ὑπηκόους αὑτοῦ; Δὲν ἀρκεῖ ἀληθῶς ἐπὶ διοικήσεως Κρατῶν ἡ ἐκτίμησις τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλὰ πρέπει καὶ τὰ ἔργα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὃν οὗτος ἔθετο ἐπὶ κεφαλῆς τῆς διοικήσεως, νὰ δικαιολογῶσι τὴν διατήρησιν αὐτοῦ ἐν τῇ ἀρχῇ. Οὐδ’ εἶναι δικαιολογία ἡ ὑποστήριξις τῆς πλειονοψηφίας, ὅταν ὁ Ἡγεμὼν συμπράττῃ, ὅπως αὕτη καταρτίζηται παρ’ ἡμῖν. Ὁ Ἡγεμὼν εἶναι πάντοτε ὁ ἀπεριόριστος ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅταν δὲ δέχηται, ὅπως αἱ πλειονοψηφίαι τῶν Βουλῶν ὑποδεικνύωσιν αὐτῷ τοὺς Ὑπουργοὺς, αἱ πλειονοψηφίαι αὗται δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως συγκροτῶνται καὶ συντηρῶνται διὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἣν παραιτεῖ εἰς τὰς χεῖρας τῶν Βουλευτῶν, διότι τοῦτο εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ὀλίγη δίδεται ὑπὸ τοῦ Στέμματος προσοχὴ εἰς τὰ πράγματα, δηλ. εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς διοικήσεως τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν πλειονοψηφιῶν. Ἀφ’ ἧς ἐγὼ πολιτεύομαι, δηλ. ἀπὸ τοῦ 1882, πλὴν δύο περιόδων, καθ’ ἃς δὲν ἐξελέγην Βουλευτὴς, δὲν ἐνθυμοῦμαι περίπτωσιν ν’ ἀπεμάκρυνε τὸ Στέμμα Κυβερνήσεις διὰ λόγους κακῆς διοικήσεως. Μίαν μόνον ἐνθυμοῦμαι, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1892, δι’ ἀνεπάρκειαν δῆθεν τῶν μέτρων τῆς τότε Κυβερνήσεως πρὸς ἀποσόβησιν τῶν οἰκονομικῶν στενοχωριῶν τοῦ Κράτους, ὡς ἐδικαιολόγησε τότε τὴν ἀπόφασιν αὑτοῦ τὸ Στέμμα.— Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι συγχρόνως, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἀποδεχθῆ καὶ ὑποβάλει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετικὰ μέτρα, ἅτινα ἠσφάλιζον αὐτῇ μέσα ἀρκοῦντα εἰς εὕρεσιν τριπλασίου ἢ τετραπλασίου ποσοῦ ἐκείνου, οὗτινος εἶχεν ἀνάγκην τὸ δημόσιον ταμεῖον. — Ἐξαιρέσει τῆς περιπτώσεως αὐτῆς οὐδεμίαν ἐγὼ γινώσκω ἄλλην, καθ’ ἣν τὸ Στέμμα ν’ ἀπεμάκρυνε τῶν δημοσίων Κυβέρνησιν δι’ ἀποτυχίαν ἐν τῇ διοικήσει, ὅπερ θὰ ἦτο διδακτικώτατον καὶ ὠφελιμώτατον. Πιθανὸν Κυβερνήσεις νὰ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παραιτηθῶσιν, ἀλλ’ οὐδεμίαν γνωρίζω ἀπομακρυνθεῖσαν τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος διὰ κακὴν διοίκησιν, καίτοι αὕτη ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπῆρξε κακὴ ἢ ἄστοχος. Ἀφοῦ δὲ τοιαῦτα παραδείγματα δὲν ἔχομεν τοῦ ἡμετέρου Ἡγεμόνος, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοιαύτην ἀποδοκιμασίαν ν’ ἀποδώσῃ τις τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀπορῶν δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ: καὶ πῶς τὸ Στέμμα ἐν Ἑλλάδι δὲν αἰσθάνεται ἐλαττουμένην τὴν εὔνοιαν αὑτοῦ πρὸς τὰς Κυβερνήσεις, ὅταν αὗται, ἐπὶ μακρὸν διοικήσασαι, κακῶς διῴκησαν καὶ ἀπέτυχον; Καὶ τί ἄρα κωλύει τὸν Βασιλέα καὶ δὲν βλέπει ἢ δὲν αἰσθάνεται τὴν κακὴν διοίκησιν τοῦ Βασιλείου αὑτοῦ, καὶ ποῖα ἐλλείπουσιν αὐτῷ ἐκ τοῦ πολιτεύματος μέσα, ὅπως μὴ ἀφίνῃ τὰς Κυβερνήσεις ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ κακοδιοικῶσιν αὐτό; Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Στέμμα νὰ ἀγνοῇ, οὐδ’ ἀγνοεῖ τὴν ἀθλίαν διοίκησιν τοῦ Βασιλείου, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον στερεῖται τῶν μέσων, ὅπως μὴ ἐπιτρέπῃ τὸ κακὸν, τὸ συστηματικὸν καὶ συνεχὲς δηλονότι κακὸν, ἐν τῇ διοικήσει. Λαμβάνω ἓν ἐκ τῶν μεγαλειτέρων κακῶν, ἐξ ὅσων λυμαίνονται τὸν τόπον ἀπὸ μακρῶν χρόνων, τὴν ἔλλειψιν δημοσίας ἀσφαλείας. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοῇ τὸ Στέμμα, ὅτι οὐδέποτε ἐπεκράτησε τοιαύτη παρ’ ἡμῖν ἀπὸ 38 ἐτῶν; ὅτι, μάλιστα, ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον αὕτη περισσότερον ἐλαττοῦται καθ’ ὅλον τὸ Κράτος; Εἴτε ἐν τοῖς νόμοις, εἴτε ἐν τοῖς προσώποις ἐνέκειντο καὶ ἔγκεινται οἱ λόγοι, δι’ οὓς δὲν εἶδεν ἀκόμη ὁ τόπος οὗτος πλήρη τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, εὐλόγως ἀπορεῖ τις, πῶς ἐπὶ 38 ἔτη τὸ Στέμμα δὲν κατώρθωσεν, οὔτε τῶν νόμων τὰς ἀτελείας, οὔτε τῶν προσώπων τὴν ἀνεπάρκειαν νὰ ἐπιμείνῃ νὰ θέσῃ ἐκποδὼν, καὶ πῶς δὲν ἠσφαλίσθη παρ’ ἡμῖν τὸ στοιχειῶδες ἐκεῖνο ἀγαθὸν, ὅπερ αὐτὸ καὶ μόνον προάγει τοὺς λαοὺς, καὶ ἄνευ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἐργασία, εἴτε τοῦ Κράτους, εἴτε τῶν ἰδιωτῶν, ὑπὲρ εὐημερίας τῆς κοινωνίας δύναται νὰ φέρῃ ὅσα πρέπει νὰ φέρῃ ἀγαθά; Εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀφίνωνται ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας ἐπὶ μακρὸν χρόνον Κυβερνήσεις, αἵτινες οὐδ’ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴν ἀσφάλειαν τῶν κατοίκων κατορθοῦσι ν’ ἀσφαλίσωσι; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ δημοσία ἀσφάλεια ἐν Κράτει, ἐν ᾧ τοὺς ἀστυνόμους καὶ τοὺς εἰρηνοδίκας πάντας καὶ τὰς Ἀρχὰς πάσας τοποθετεῖ καὶ μετακινεῖ ἡ κομματικὴ πολιτική; Ὑπάρχει μεγαλειτέρα αἰτία διασαλεύσεως τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἢ ἡ μεροληπτικὴ διαχείρισις τῆς διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας, ἣν ἐπιτρέπει τὸ Στέμμα εἰς τὰς Κυβερνήσεις πρὸς συντήρησιν τῶν πλειονοψηφιῶν ἐν τῇ Βουλῇ; Ἡ προκάτοχος μάλιστα Κυβέρνησις οὐ μόνον διὰ τῶν ὑπαρχόντων εἰς χεῖρας αὐτῆς μέσων δὲν κατώρθωσε ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν τάξιν, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσων ἠθέλησε νὰ βελτιώσῃ ἠστόχησεν. Ἐνῷ ὤφειλε νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰς δυνάμεις πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως, ἠλάττωσεν αὐτὰς, διότι ἔθετο εἰς ἐνέργειαν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἄνευ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων περὶ χωροφυλακῆς καὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τὸ καθῆκον καὶ τὸ ἔργον ἀναγκαίως εἶναι νὰ συγκεντροῖ ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονα ἀριθμὸν ἀνδρῶν διὰ τὰς ἀσκήσεις. Ἐν τούτοις τοιοῦτον καθεστὼς δημοσίας ἀσφαλείας ἐκ παντὸς τρόπου διατηρεῖται διὰ τῆς τοιαύτης μεταβολῆς τῶν τοῦ στρατοῦ. Ἕτερον ἐκ τῶν πολλῶν κακῶν, ὅσα τὸ Στέμμα ὤφειλε καὶ ἠδύνατο ν’ ἀποτρέψῃ, ἢ κἄν νὰ περιορίσῃ, διότι καθ’ ἡμέραν ἔβλεπεν αὐτὸ ἐξογκούμενον καὶ ἀπειλοῦν καταστροφὰς, ἦτο ἡ σπάταλος οἰκονομικὴ διοίκησις τοῦ Κράτους. Καθ’ ἡμέραν ἐξωγκοῦντο τὰ χρέη αὐτοῦ καὶ οἱ φόροι, καθ’ ἡμέραν κατηγγέλλοντο ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἡ σπατάλη καὶ ἡ ἀταξία τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐξάντλησις αὐτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ. Οὐδεμία ὅμως θέλησις ἀντετάχθη κατὰ τῶν τάσεων αὐτῶν, αἵτινες ἤγαγον τὸ Κράτος εἰς τὴν πτώχευσιν καὶ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον. Πολὺ ὀλιγώτερον δύναται νὰ θεωρηθῇ ἄγνωστον τῷ Στέμματι τὸ ἕτερον μέγα κακὸν, ἡ ἀπὸ μακροῦ χρόνου κακὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, ἥτις εἰς τοσαύτας ἔφερε τὸ Κράτος συμφοράς. Καὶ μετ’ αὐτὰς οὐδεμία ἐπετεύχθη λύσις τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος· ὅσα ἐπρότεινεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις πρὸς τοῦτο μέσα ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκῆ, καὶ θὰ ἀποδειχθῶσι μέχρι τέλους τοιαῦτα, ἐν ὅσῳ ἐμμένομεν εἰς τὰς προταθείσας ὑπ’ αὐτῆς δῆθεν μεταρρυθμίσεις. Ἡ ἵδρυσις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δὲν ἀρκεῖ. Ἀπαιτεῖται μεγαλείτερος ἀριθμὸς στρατοῦ, ὃν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, μετὰ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, οἵας ἐνομοθετήσαμεν τῇ προτάσει τῆς ὑπὸ τὸν κύριον Βουλευτὴν Κερκύρας Κυβερνήσεως. Οὐδὲ διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων, οἷα εἶπεν ὅτι εἶχε παρασκευάσει, θὰ καταστῇ ποτε δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἕνεκα ἀνυπερβλήτων οἰκονομικῶν δυσκολιῶν...
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπευθύνω παρατήρησιν, ἂν πρόκηται νὰ διακόψωμεν, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν ἀργότερα.
§163ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν.
§164Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀρχίσας, παρακαλῶ νὰ μὴ διακόψω. Δὲν πρόκειται ἄλλως νὰ παρατείνω ἐπὶ πολὺ ἀκόμη τὸν λόγον. Ὅσα εἶπον ἀρκοῦσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ Στέμμα δὲν ἀγνοεῖ τὰ μεγάλα τῆς διοικήσεως κακὰ, ὅσα ἀπὸ καιροῦ ζητοῦσι θεραπείαν καὶ δὲν εὑρίσκουσιν αὐτήν. Ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἔργον τοῦ Βασιλέως εἶναι ν’ ἀσχολῆται, πῶς νὰ πράξῃ τὸ καλόν, ἢ πῶς νὰ θεραπεύσῃ τὰ κακά. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, εἶναι ἔργον τῆς κοινῆς γνώμης, ἔργον τοῦ Τύπου, ὅστις καθ’ ἡμέραν περισσότερον φωτίζει καὶ φωτίζεται ὑπ’ αὐτῆς, καὶ ὠθεῖ εἰς τὴν πρόοδον, εἶναι ἔργον τῶν παντοειδῶν ἱδρυμάτων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας. Ἡ χώρα ἐπαρκεῖ εἰς τοῦτο. Ἔργον ὅμως καὶ καθῆκον τοῦ Στέμματος εἶναι νὰ ἐμποδίζῃ τὸ κακόν, ὅπερ συστηματικῶς διαπράττουσιν οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοῦ, ἢ νὰ ὑποστηρίζῃ αὐτοὺς μόνον εἰς ἐργασίαν ὑπὲρ ἀμερολήπτου καὶ αὐστηρᾶς καὶ προοδευτικῆς διοικήσεως. Ὁσάκις δὲ εἰλικρινῶς πείθεται, ὅτι οὗτοι δὲν ἐκπληροῦσι τὴν θέλησιν αὐτοῦ ταύτην, ἢ ὅτι παραδίδουσι τὴν διοίκησιν εἰς τοὺς φίλους αὐτῶν, ἵνα διατηρηθῶσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν πρέπει νὰ διστάζῃ ν’ ἀποπέμπῃ αὐτούς, εἴτε κοινοβουλευτικοὶ ὑπῆρξαν οὗτοι, εἴτε μή. Ἂν ἡ Βασιλεία δὲν θέλῃ νὰ ἐργάζηται, ὅπως ἐμποδίζῃ τὸ κακὸν τῆς κοινοβουλευτικῆς διοικήσεως, ὅπερ λυμαίνεται τὸν τόπον, παραγνωρίζει τὴν κυριωτάτην αὐτῆς ἀποστολὴν, ἢ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους. Ἂν αἱ πλειονοψηφίαι ἀνθίστανται εἰς ἐργασίαν τοιαύτην τοῦ Ἡγεμόνος, ἀμερολήπτως καὶ σταθερῶς ἀσκουμένην, ἀδύνατον ἔσται νὰ διατηρηθῶσι καὶ ἐπιζήσωσιν εἰς τοῦ Βασιλέως ἢ τοῦ ἔθνους τὴν θέλησιν. Ὁ τόπος ἀρκετὰ ἔπαθε καὶ πάσχει· πρὸ παντὸς δὲ διψᾷ δι’ εὐνομίαν καὶ τάξιν, καὶ εἶναι πρόθυμος πᾶσαν νὰ παράσχῃ ὑποστήριξιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν πρὸς τοῦτο. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν τὸ Στέμμα, ὅταν συμβῇ νὰ ᾖναι ἐκ τῶν Ὑπουργῶν αὐτοῦ εὐχαριστημένον, ἡ δὲ πλειονοψηφία ὑποστηρίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον, νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσέχῃ πῶς τοῦτο διοικεῖ, ἢ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ διοίκησις τοῦ τόπου. Οὕτως ἀφίνει νὰ παρέρχηται ἡ τετραετία, ἕως οὗ ὁ λαὸς ἐν νέαις ἐκλογαῖς ἀποστείλῃ ἄλλην Βουλὴν καὶ ἄλλην Κυβέρνησιν, δηλαδὴ ἄλλην νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐκτὸς ἂν πρὶν τῆς τετραετίας ἄλλη αἰτία ἀναγκάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ παραιτηθῇ. Τοῦτο βεβαίως εἶναι τελεία παραίτησις τοῦ Στέμματος ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς συνταγματικῆς λειτουργίας αὐτῶν. Τοιαύτη αἰτία ἐτάραξε τὸν βίον τῆς ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην Κυβερνήσεως, καὶ ἤγαγεν αὐτὴν εἰς παραίτησιν, καίτοι διετήρει ἐν τῇ Βουλῇ τὴν πλειονοψηφίαν. Ὅσοι προσέχουσιν εἰς τὰ πράγματα καὶ ἔβλεπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ἀποτύχει ἐν τῇ διοικήσει, ἀνέμενον, ὅτι τὸ Στέμμα ἤθελε σπεύσει νὰ μεταβάλῃ τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τὴν παραίτησιν αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦτο κομματική, εἶχε δὲ κατέλθει ὡς κόμμα εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1899 μὲ πρόγραμμα εὐρὺ, ὅπερ εἶχε περιλάβει πάντας τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως· ἐκ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ οὐδὲν ἢ ἀνάξιον λόγου μέρος μόνον εἶχεν ἐφαρμόσει, εἰ καὶ ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος καὶ μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἐξ ὅσων εἶχε πράξει ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, πᾶς τις ἐπείθετο, ὅτι, καὶ περισσότερον χρόνον παραμένουσα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, οὐδὲν καλλίτερον ἤθελε πράξει. Ἂν διὰ νόμων ηὔξησε τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων, οὔτε ὅμως περισσεύματα, ὅσα ἠδύνατο, ἄφησεν, οὔτε καὶ ἐχρησιμοποίησεν αὐτὰ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν μεγάλων ἀναγκῶν τῆς χώρας, ἢ τὴν βελτίωσιν τῶν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κακῶν καὶ ἄλλων ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας. Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν ἐν συνεντεύξει μετά τινος ἐφημερίδος, ὅτι αὐτὸς ἔπραξε τὸ καθ’ ἑαυτόν, αὐξήσας διὰ νέων νόμων καὶ αὐστηρᾶς καταδιώξεως τὰς εἰσπράξεις, ἀλλ’ ἂν ηὔξησαν ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὰ ἔξοδα, δὲν πταίει αὐτός, διότι δὲν ἦτο Πρωθυπουργός...
§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἐφημερὶς ἦτο αὕτη;
§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς· τὸ «Ἄστυ», ἢ ἡ «Ἀκρόπολις».
§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ψεῦδος.
§168Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν τὸ ἐπίστευσα, καὶ εὐχαριστοῦμαι, ὅτι σᾶς ἔδωκα ἀφορμήν...
§169Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κοινὴ ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν δι’ ὅλας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως.
§170Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τούτοις τὸ Στέμμα ἠθέλησε καὶ μετὰ τὴν παραίτησιν νὰ διατηρήσῃ ὑπὸ ἄλλα πρόσωπα τὴν παραιτηθεῖσαν Κυβέρνησιν, εὗρε δὲ πρὸς τοῦτο τὴν ἐνεστῶσαν. Κατὰ τοῦτο ὁ σχηματισμὸς τοῦ νέου Ὑπουργείου εἶναι ἀξιοκατάκριτος. Βεβαίως, κληθεὶς ἀπὸ τὸν Ἡγεμόνα, ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἠδύνατο, ἀφοῦ τὸ ἐθεώρει ἀναγκαῖον, ν’ ἀναλάβῃ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως. Ὤφειλεν ὅμως κληθεὶς νὰ δηλώσῃ εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅτι ἡγεῖται μειονοψηφίας, καὶ ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ πάντως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τύχῃ ὑποστηρίξεως. Ἠδύνατο νὰ δοκιμάσῃ, ἀλλὰ δοκιμή, ἣν δὲν θὰ συνώδευεν ἡ ὑποστήριξις τοῦ Στέμματος διὰ τῶν προνομιῶν αὐτοῦ, περιττὸν ἦτο νὰ γείνῃ. Ἀλλ’ ἡ ἐξασφάλισις τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πλειονοψηφίας, ὑπὸ τὸν ὅρον ἡ νέα Κυβέρνησις νὰ διατηρήσῃ τῆς πρώην κακῆς διοικήσεως τὸ καθεστὼς, οὔτε ἐπετρέπετο αὐτῇ, οὔτε συμφέρον εἰς τὸν τόπον ἦτο.
§171Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διόλου.
§172Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὕτω διεσώθη καὶ ἐξακολουθεῖ ὑπὸ τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον τὸ κακὸν καθεστὼς, ὅπερ ἐπολέμησεν ὁ Πρωθυπουργός. Τὴν διατήρησιν ὅμως τοιούτου καθεστῶτος πρὸ πάντων δὲν ἤθελεν ὁ τόπος· καὶ τὸ ἐξεδήλωσεν. Ὁμιλῶν προχθὲς ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐξηγῶν διατὶ παρῃτήθη, εἶπεν ὅτι, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, ἦτο ἀνάγκη καὶ ἄλλων θυμάτων, καὶ ἄλλα θύματα δὲν ἤθελε. Δίκαια ἔπραξε, μὴ θελήσας τοῦτο καὶ παραιτηθείς, ἀλλὰ τοῦτο διότι ἔβλεπεν, ὅτι ὁ τόπος δὲν ἦτο ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅτι πανταχοῦ ὁ λαὸς ἦτο διατεθειμένος κατ’ αὐτοῦ. Ἄν ὁ τόπος ἦτο ὑπὲρ αὐτοῦ, οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε παραιτηθῆ, οὔτε ὁ Βασιλεὺς ἤθελε δεχθῆ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, ἀφοῦ τὸν ηὐνόει πάντοτε. Ὅταν τις ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ λαοῦ, θύματα ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῆς νομιμότητος πρέπει νὰ προσφέρῃ, ὅταν ἦναι ἀνάγκη, καὶ οὐδεὶς ἐκ τούτου κίνδυνος. Τὸ Στέμμα καλῶς ἐπίσης ἔπραξε, μὴ ἐπιμεῖναν διὰ θυμάτων νὰ διατηρηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐνδείξεων ὁδηγούμενον, ὤφειλεν οὐδὲ κἄν νὰ σκεφθῇ νὰ διατηρήσῃ τὸ πρώην καθεστώς. Ἄν ἐνόμιζε συμφερώτερον εἰς τὸν τόπον νὰ καλέσῃ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Καλαβρύτων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ὑπεστήριζεν αὐτόν, ὤφειλεν εἰς τὸν λαὸν ν’ ἀποταθῇ δι’ ἐκλογῶν καὶ ζητήσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῆς μελλούσης Κυβερνήσεως. Ὅ,τι ἔγεινε, δὲν ἦτο τοῦτο· ὅ,τι ἔγεινεν, εἶναι ἀπόρροια προσωπικῶν λόγων καὶ συνδυασμῶν, ἀνώμαλον καὶ ἀξιοκατάκριτον...
§173Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶσθε κατὰ τῆς δεδηλωμένης· διότι εἴπατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὤφειλε νὰ καλέσῃ τὴν μειονοψηφίαν καὶ νὰ τῆς δώσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς· ἄρα εἶσθε κατὰ τῆς δεδηλωμένης.
§174Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ «ἄρα» αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ βάλητε εἰς τὴν τσέπην σας, ἄλλως θὰ ὡμοίαζε τὸ «ῥάβδος ἐν γωνίᾳ, ἄρα βρέχει»... Βεβαίως αἱ πλειονοψηφίαι τῶν Βουλῶν ὑποδεικνύουν εἰς τὸ Στέμμα τὰς Κυβερνήσεις, ἃς κρίνουν τὰς καταλληλοτέρας, ὁ δὲ Βασιλεὺς, ἐφ’ ὅσον συμμερίζεται τὴν γνώμην αὐτῶν, ἀποδέχεται αὐτάς. Ἀλλ’ εἴτε αἱ πλειονοψηφίαι διεσπάσθησαν, εἴτε ὁ Βασιλεὺς ἔπαυσεν ἐμπιστευόμενος Κυβέρνησίν τινα, δύναται νὰ καλέσῃ καὶ μειονοψηφίας, αἵτινες, ἂν δὲν ὑποστηριχθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀπευθύνονται ἀμέσως πρὸς τὸν λαὸν δι’ ἐκλογῶν. Πρὸ παντὸς ὅμως ὁ Βασιλεὺς δὲν πρέπει νὰ ἀνέχηται, ὅπως αἱ πλειονοψηφίαι διοικῶσι, καὶ τοιαῦται πλειονοψηφίαι ἀναβιβάζωσι καὶ καταβιβάζωσι τὰς Κυβερνήσεις. Ὅταν ἐπιτρέπητε εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ καθίστανται οἱ τοπάρχαι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των, καὶ πρὸς τοῦτο θέτετε πάντας τοὺς ὑπαλλήλους ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν, τότε οὔτε ἀμερόληπτον διοίκησιν ἔχετε, οὔτε ἀμερόληπτον ἐξέλεγξιν τῶν Ὑπουργῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ὡς ἀμερόληπτος ἀρχηγὸς τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ὁ Βασιλεὺς, καὶ ἀπ’ αὐτοῦ μόνον πρέπει νὰ ἐκπορεύηται καὶ ὑπ’ αὐτοῦ ἐνδελεχῶς νὰ ἐπιτηρῆται ἡ διοίκησις, ὅπως ἦναι ἀφατρίαστος· ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον εἶμαι ὑπὲρ τῆς δεδηλωμένης, καὶ οὕτω τὴν θεωρῶ εὐεργετικὴν τῷ τόπῳ καὶ σύμφωνον τῷ πολιτεύματι. Εὑρίσκων ὅτι ἡ διατήρησις τῆς διοικήσεως, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, κατὰ παραβίασιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος ἐπλάσθη καὶ πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ λειτουργεῖ, θεωρῶ τὸν σχηματισμὸν πρὸς τοῦτο τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως κατακριτέον. Ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ παύσῃ διὰ νέων ἐκλογῶν. Οὐδεὶς ἡμῶν ἀρέσκεται εἰς ἐκλογὰς, αἵτινες ἀναστατώνουν τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ τὸ κακὸν, ὅπερ θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν, ἀναβάλλοντες τὰς ἐκλογὰς, εἶναι πολὺ μικρότερον τοῦ κακοῦ, ὅπερ διατηροῦμεν. Τὸ γενόμενον σφάλμα πρέπει νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ ταχύτερον διὰ νέων ἐκλογῶν Οὕτω θέλει ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ Στέμματος εἶναι ἀγαθοποιός.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν ἐπὶ μίαν ὥραν.
§176ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 40′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ρέπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§179ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς περίεργοι αἱ φάσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ διεξαγομένη συζήτησις. Τέσσαρες ἡμέραι παρῆλθον, τέσσαρας φάσεις παρήλλαξε. Θὰ ἤμην ἐπίσης ἀκριβὴς, ἐὰν ἔλεγον: ὅσοι οἱ ὁμιλήσαντες ἐξ ὀνόματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τόσαι καὶ αἱ ἐκτεθεῖσαι συνταγματικαὶ θεωρίαι! Τὰς θεωρίας τῆς μιᾶς ἡμέρας ἐσάρωνον αἱ θεωρίαι τῆς ἑπομένης, ἕως οὗ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀρξαμένη τοῦ ἀγῶνος διὰ τῆς σφοδρᾶς καὶ δριμείας ἐκείνης ἐπιθέσεως τῶν πρώτων ἀγορευσάντων, ἐπιθέσεως διασαλπιζούσης τὴν ἀπὸ θεμελίων διασάλευσιν τῶν θεσμῶν, ἔφθασεν ἀπόψε εἰς τὸ ἁπαλὸν συμπέρασμα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὅτι κακῶς τέλος πάντων πράττει ἡ Κυβέρνησις, στέργουσα νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς παρούσης πλειονοψηφίας. Ἀληθῶς, Κύριοι, τὰ ἐκτεθέντα συνταγματικὰ δόγματα εἶναι ἱκανῶς παράδοξα. Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἔχομεν νὰ ἀνησυχῶμεν παντάπασιν ἐξ αὐτῶν, κατόπιν τοῦ σαρώματος, τὸ ὁποῖον ἔπαθον ἀπὸ μέρους Βουλευτῶν καὶ πάλιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὁ ἀγορεύσας τὴν ἑσπέραν ταύτην, διετύπωσε τὸ καινοφανὲς δόγμα, τὸ πρώτην φορὰν ἀκουόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, περὶ τοῦ ὑπευθύνου τοῦ Βασιλέως, δόγμα ἀποκρουόμενον ὑπὸ πάντων ἐνταῦθα καὶ ὑπὸ τῆς ἄλλης Ἀντιπολιτεύσεως, συνοδευόμενον μάλιστα ἀπὸ τὰς παρεπομένας θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν, εἶπον κατ’ ἐμαυτόν: ἀφοῦ πάντες οἱ ἡγέται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συμπράττουσιν εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, ἄρα διετέλουν ἐν γνώσει τῶν θεωριῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, καὶ κατὰ τούτων ἴσως τῶν θεωριῶν ἐπικαλοῦνται τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡμῶν ἁπάντων ὑπὲρ τῶν κινδυνευόντων θεσμῶν! (ἱλαρότης). Εἶπον τὸ περὶ ὑπευθύνου τοῦ Βασιλέως δόγμα πρωτάκουστον. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι κἄν ἀνάγκη ν’ ἀσχοληθῇ τις ἐπ’ αὐτοῦ· διότι βεβαίως οὐδεὶς ὑπάρχει ἄλλος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ὑποστηρίζων τὸ ὑπεύθυνον τοῦ συνταγματικοῦ Βασιλέως, οὐδεὶς ὁ θεωρῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ συζητῆται ἡ πολιτεία τοῦ συνταγματικοῦ Βασιλέως. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τῶν θεωριῶν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου Ἀσχέτως πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ λειτουργῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, οὐδεὶς βεβαίως ὑπάρχει δεύτερος, ἀποδεχόμενος τὸ ἀπόλυτον τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου περὶ τοῦ ἀνευθύνου τοῦ συνταγματικοῦ Βασιλέως καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ ὑπεισέρχηται εἰς τὴν διοίκησιν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Βεβαίως, Κύριοι, ὑπάρχουσι πολλὰ τὰ κακῶς ἔχοντα ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἔχουσι δὲ ἐπέλθει ἀποτελέσματα τοιαῦτα ἐκ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἡμῶν διοικήσεως, ὥστε ἔχουσιν ὁπωσδήποτε κλονίσει τὴν πίστιν τῆς χώρας ἐπὶ τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλ’ ὅτε ἐθεσπίσθη τὸ δόγμα τοῦ ἀνευθύνου Συνταγματικοῦ Βασιλέως, ὅτε ἐτέθησαν τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας τῶν Συνταγματικῶν Βασιλέων, ὅτε κατεστάθησαν τὰ πολιτεύματα τὰ κοινοβουλευτικά, εἶχον ὑπ’ ὄψιν γνωστὴν εἰς πάντας ἀλήθειαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε Βασιλεὺς κληρονομικὸς νὰ γνωρίζῃ ὅσα γνωρίζει ἓν Κοινοβούλιον, ἀποτελούμενον ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἑνὸς λαοῦ. Ἐλέχθη μάλιστα παρά τινος περὶ τοῦ Συνταγματικοῦ Βασιλέως καὶ ὅτι ὁ γεννώμενος εἰς τὰ Ἀνάκτορα μανθάνει τόσον πολὺ νὰ διοικῇ, ὅσον μανθάνει τις γεωργίαν εἰς τὸν Παράδεισον! Διὰ τοῦτο κατεστάθησαν τὰ Κοινοβούλια, τὸ δὲ ἀνεύθυνον, ἵνα διασώζηται ἄθικτος ἡ ἀνωτάτη τοῦ πολιτεύματος ἀρχή. Καὶ ταῦτα μὲν δὲν νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ μᾶς ἐνδιαφέρωσι σήμερον, εἴμεθα ὅμως ὑποχρεωμένοι ν’ ἀντικρύσωμεν οὐχὶ ἓν μόνον ἔδαφος, διότι δὲν πατεῖ ἐπὶ ἑνὸς μόνου ἐδάφους ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παρακολουθήσωμεν πάντας τοὺς ἀπὸ μέρους αὐτῆς ἀγορεύσαντας, ἄρα καὶ νὰ προσέξωμεν εἰς τὰς θεωρίας ἑνὸς ἑκάστου. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν θὰ ἐκπληρωθῇ ἡ εὐχὴ τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, ὅπως τῆς προσεχοῦς βουλευτικῆς περιόδου ἡ ἔναρξις κηρυχθῇ διὰ βασιλικοῦ λόγου, οὔτε τίνες θὰ ἦναι οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ λόγου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἠδύνατο ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἦναι ἥσυχος, ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη ἐπαναλήψεως τοῦ δόγματος, τὸ ὁποῖον πρὸ 27 ἐτῶν ἔθηκεν εἰς τὰ βασιλικὰ χείλη ὁ συντάκτης τοῦ «τίς πταίει!» Ἄλλου λόγου βεβαίως θὰ ἦτο ἀνάγκη, ἐκείνου διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκαλεῖτο οὐχὶ ἡ Βασιλεία, ἵνα ὁμολογήσῃ ὁμολογίαν πίστεως εἰς τὸ δόγμα τῆς δεδηλωμένης, ἐφ’ ὅσον ἐνδεικνύει αὕτη τὰς Κυβερνήσεις· θὰ ἦτο ἀνάγκη ἐκείνου τοῦ λόγου, δι’ οὗ θὰ ἐκαλεῖτο ἡ Βουλή, ἵνα αὐτὴ ὁμολογήσῃ ὁμολογίαν πίστεως εἰς τὸ πολίτευμα, ἵνα κληθῇ αὕτη νὰ ἐπανέλθῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξετροχιάσθημεν τυπικῶς καὶ οὐσιαστικῶς. Ἐν ἐκτροχιασμῷ τελοῦμεν ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν, ἐν ἐκτροχιασμῷ συζητοῦμεν καὶ σήμερον ἀκόμη. Ἀλλὰ διατὶ συζητοῦμεν; Ζητεῖται λόγος παρὰ τοῦ Βασιλέως, διατὶ δὲν ποιεῖται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς; Ἢ ζητεῖται λόγος παρὰ τῆς πλειονοψηφίας, διατὶ παρέχει τὴν συνδρομὴν αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Τὸ πρῶτον εἶναι ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι εἶναι ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Τὸ δεύτερον εἶναι ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δώσωμεν εἰς οὐδένα ἐδῶ λόγον, διατὶ ἀκολουθοῦμεν τοιαύτην ἢ τοιαύτην πορείαν ἐν τῇ Βουλῇ (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὕτω θέλομεν, οὕτω πράττομεν, ἐν τῷ δικαιώματι ἡμῶν, ὡς Βουλευτῶν. Λόγον ὀφείλομεν μόνον πρὸς τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν, καὶ τὸν λόγον θὰ δώσωμεν πρὸς αὐτοὺς, ὅταν ὁποτεδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε τερματισθῇ ὁ βίος τῆς Βουλῆς ταύτης (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀκούομεν ὅμως κραυγὰς περὶ κινδύνου τῶν θεσμῶν! Ὀρθῶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς, πρῴην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν: «καὶ πότε ἔλειψαν αἱ περὶ θεσμῶν κραυγαὶ ἐνταῦθα;» Δὲν ἀνατρέχω οὐδ’ ἐγὼ εἰς χρόνους παλαιοτέρους. Λαμβάνω ἀφετηρίαν τὸν σταθμὸν, τὸν ὁποῖον καθώρισε χθὲς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης, τὸ 1875, καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐφ’ ὅσον ἐξικνεῖται ἡ μνήμη του, ποσάκις δὲν ἤκουσε λόγους, ποσάκις δὲν ἤκουσε κραυγὰς, ποσάκις δὲν ἤκουσεν ἐπικλήσεις περὶ μεγάλων κινδύνων τῶν θεσμῶν! Οἱ θεσμοὶ ἐκινδύνευον κατὰ τὸ 1892, ὅτε ἐπαύετο ἡ τότε Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἂν καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἔβλεπε τότε κινδυνεύοντας τοὺς θεσμοὺς ἐκ τῆς τοιαύτης παραγνωρίσεως τῆς δεδηλωμένης γνώμης τοῦ ἔθνους, ὤφειλε καὶ αὐτὸς καὶ πάντες οἱ τοῦτο φρονοῦντες, οὐχὶ νὰ ἐκφράζωσιν ἐν τοῖς ἰδιαιτέροις αὐτῶν γραφείοις τὴν τοιαύτην τυχὸν ἰδέαν των, ἀλλὰ νὰ προσέλθωσι δημοσίᾳ κήρυκες τοῦ κινδύνου καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τὴν ἀρωγὴν τοῦ ἔθνους. Δὲν ἐγένετο ὅμως τοῦτο. Οἱ θεσμοὶ ἐκινδύνευον καὶ τὸ 1893, ὅτε, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, εἶχε καταρτισθῆ Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Σωτηρόπουλον, τῇ συμπράξει καὶ τοῦ κ. Ράλλη, ἥτις δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἔδει νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ τὸ χρῖσμα αὐτῆς, ὡς ἠξίου ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὡς ἠξιοῦτο καὶ διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Κατὰ τοῦ ἐπιχειρήματος δὲ τῆς τοιαύτης ἀντισυνταγματικότητος, ἥτις ἀποδίδεται καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀνέμενον καὶ ἀναμένω ν’ ἀκούσω τὸν εὔγλωττον κ. Ράλλην διαμαρτυρόμενον. Ὅτε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἥτις ἐκυρώθη διὰ Β. Διατάγματος, πάντες ἐκραύγαζον τότε κατὰ τῆς τοιαύτης πράξεως, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἠθετοῦντο νενομοθετημέναι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ ἔδει κατὰ μείζονα λόγον νὰ παρουσιασθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀμέσως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅμως ἐπὶ 6 μῆνας ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔμεινεν εἰς τὰ πράγματα—οὐχὶ κακῶς—χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀναμένω τὸν κύριον Ράλλην ν’ ἀποκρούσῃ τὰς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης παρομοίας κατηγορίας. Ἀνέμενον ὅμως νὰ ἴδω καὶ τὸν ἕτερον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, τὸν κ. Δραγούμην, ἀπαντῶντα εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι μετὰ τοῦ βίου τῆς τέως Κυβερνήσεως ἔληξε καὶ ἡ ἐντολὴ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἀνέμενον τοῦτο, ἐνθυμούμενος τὸ παράδειγμα τοῦ 1886. Δὲν γνωρίζω πῶς μίαν ἑσπέραν μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐγένετο ἡ μετάστασις 80 ἢ 90 Βουλευτῶν ἀπὸ τῆς τότε Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην· ἀλλ’ ἂν ὑπῆρξε Βουλή, ἥτις ἔλαβε κατηγορηματικὴν, ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν, αὕτη ἦτο ἡ Βουλὴ τῆς 7 Ἀπριλίου. Ἦλθεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἵνα ἀφαιρέσῃ τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ἄρα καὶ ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ κ. Δραγούμη, ἀλλ’ ὅτε μετέστησαν οἱ 80 ἢ 90 ἐκεῖνοι Βουλευταὶ κομισταὶ τοῦ χαρτοφυλακίου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν εἶπε πρὸς αὐτοὺς, οὔτε ἄλλος τις: «ὑπάγετε πρὸς τοὺς ἐντολεῖς ὑμῶν, καὶ καταθέσατε τὴν ἐντολήν σας, διότι ἔληξεν αὕτη μετὰ τοῦ βίου τῆς Κυβερνήσεως»· δὲν εἶπε τοῦτο ὁ κ. Δραγούμης, ἀλλ’ ἐδέχθη λίαν προθύμως τὸ χαρτοφυλάκιον! Ἐνθυμεῖσθε δὲ, τί ἔπραξεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τὴν ἄνοδον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Τότε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας καὶ περὶ ὁρισμοῦ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ὁ γνωστὸς νόμος περὶ μὴ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου ἀδείας εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, νομοθετήματα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων σύμπασα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐβόα, ὅτι καὶ πάλιν ἐκλονίζοντο τὰ θεμέλια τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησε κανεὶς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἐξεπροσώπει τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ διὰ τὴν ψήφισιν τοιούτων τοὐλάχιστον μεγάλων νομοθετημάτων, οὔτε ἐθεωρήθη ἐπιβεβλημένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος εἰδικὴ πρὸς τοῦτο ἐντολή. Σήμερον, ὅτε δὲν γνωρίζει κἄν ἡ Ἀντιπολίτευσις, τί θὰ ψηφίσωμεν, ὑποστηρίζει ὅτι ἀπαιτεῖται εἰδικὴ ἐντολὴ, διότι λήξαντος τοῦ βίου τῆς Κυβερνήσεως ἔληξε καὶ ὁ βίος τῆς Βουλῆς! Ἀληθῶς λίαν πρωτότυπος ἡ θεωρία. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1875 οὐδέποτε ἔπαυσαν αἱ ὑπὲρ τῶν θεσμῶν κραυγαί. Ἀλλ’ ἔκτοτε προσεφύησαν παράσιτοι ἰδέαι εἰς τὸν κορμὸν τοῦ πολιτεύματος, ἐκμυζῶσαι αὐτὸν, κατατρώγουσαι αὐτὸν, ὡς σάραξ. Καὶ πολλαὶ μὲν ἄλλαι ἤνθησαν καὶ ἐξήνθησαν, ἀλλ’ ἀτυχῶς προσεπάγη εἰς τὸν κορμὸν τοῦ Συντάγματος ἀπὸ δεκαπενταετίας ἡ ἐκτροπωτέρα τῶν παρασίτων ἰδεῶν, τὸ περίφημον δόγμα τῆς κωλυσιεργίας, τὸ ὁποῖον κρατεῖ καὶ σήμερον, ἐναντίον δὲ τοῦ ὁποίου ἠγωνίζετο ἄλλοτε καὶ ὁ ὑπερμαχῶν νῦν κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Καὶ ὅταν κατηγορῶσιν ἡμῶν ἀντισυνταγματικότητα, ὅτι παρέχομεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ εἰδικῆς ἐντολῆς τοῦ λαοῦ, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω πρὸς τοὺς ὑποστηρικτὰς τοῦ δόγματος ἐκείνου: τεθῆτε σεῖς πρῶτον ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος, καὶ τότε ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ὁ τροχὸς τῆς πλειονοψηφίας. Θέλετε τὸ πολίτευμα ἄρτιον καὶ ἀκέραιον σεῖς; Ἀλλ’ ἀπὸ δύο καὶ τριῶν ἐτῶν σᾶς βλέπομεν τώρα, σᾶς εἴδομεν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ δεκαπέντε ἐτῶν ἀφαιροῦντας τὸν ἕτερον τῶν τροχῶν τῆς Βουλῆς, θέτοντας αὐτὸν ὑπὸ μάλης καὶ μεταβαίνοντας εἰς τὸ ἀντιβουλευτήριον, ἔνθα ἀναμένετε νὰ ἴδητε τὸν ἐκτροχιασμὸν τῆς μονοτρόχου πλέον Βουλῆς, ὡς ἀναμένουσι νὰ ἴδωσι τὸν ἐκτροχιασμὸν σιδηροδρομικῆς ἁμαξοστοιχίας οἱ θέτοντες λίθους ἐπὶ τῶν σιδηρῶν αὐτῆς ῥάβδων! (ἐπευφημίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλ’ ἐνῷ ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν λόγον, διατὶ ὑποστηρίζομεν τὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦσι καὶ παρὰ τοῦ Στέμματος λόγον, διατὶ δὲν διαλύει τὴν Βουλήν! Ὁ κ. Γουναράκης ἐγένετο εἰσηγητὴς τῆς ἐκτρόπου ἰδέας περὶ διηνεκοῦς συμπράξεως εἰς τὰς δύο ἐξουσίας καὶ τρίτης, τῆς λαϊκῆς. Ἀλλ’ ἤκουσα τὴν θεωρίαν ταύτην μεταρρυθμιζομένην, τὸ ὁμολογῶ, ἐπὶ τὸ λογικώτερον, διότι τελευταῖον διετυπώθη ὡς ἔπρεπε, διετυπώθη ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀκούῃ ὁ Βασιλεὺς, ἵνα κανονίζῃ ἐν τῷ δικαιώματί του τὰ τοῦ βίου τῆς Βουλῆς. Μᾶς παρέπεμψαν ὅμως εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ μᾶς εἶπον, ὅτι ἐκεῖ δὲν περιμένουσι κἄν νὰ ἐκπνεύσῃ ἡ βουλευτικὴ περίοδος, ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐκπνεύσῃ αὕτη καλεῖται ὁ λαὸς, ἵνα ἐκδηλώσῃ τὸ φρόνημά του. Ποῖα ὅμως τὰ ἤθη τὰ πολιτικὰ ἐκεῖ, ποῖα δ’ ἐνταῦθα; Ἐκεῖ ὀνομάζεται καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις «Ἀντιπολίτευσις τοῦ Βασιλέως», καὶ ἡ Κυβέρνησις «Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως», ἐνῷ ἐδῶ;... Ἐκεῖ δὲν διασύρεται τὸ Βασιλικὸν ὄνομα, οὔτε ζητοῦνται εὐθῦναι παρὰ τοῦ Στέμματος, οὔτε λέγονται ὅσα ἠκούσαμεν τὴν πρώτην ἡμέραν ἐνταῦθα λεγόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τῆς Βασιλείας. Ἐκεῖ, ὅταν διασαλεύηται ἡ δημοσία τάξις, δὲν διερεθίζεται ὁ λαὸς ὑπὸ τῶν Ἀντιπολιτεύσεων, ἀλλὰ τάσσονται ἅπαντες ὑπὲρ τοῦ νόμου, καὶ αἱ Ἀντιπολιτεύσεις περὶ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀγωνιζομένην νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον. Ἐκεῖ, ὅταν πέσωσι λόγῳ δημοσίας τάξεως οὐχὶ 5 καὶ 15, ἀλλὰ καὶ 205 καὶ ὁσαδήποτε θύματα, δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συσσωρεύουσι τὰ πτώματα εἰς τοὺς πόδας τῶν ὑπουργικῶν ἐδωλίων, ἵνα ἐπ’ αὐτῶν πατήσαντες ἀνέλθωσιν εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα (ἐπιδοκιμασία ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐκεῖ ὑπάρχουσι καὶ πολλοὶ τρόποι εἰλικρινοῦς ἐκδηλώσεως τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν παράδοξον ἀντίφασιν, εἰς ἣν περιέπεσάν τινες τῶν προαγορευσάντων. Ὅτε ἔλεγον πρὸς αὐτοὺς, ὅτι ἡ ἐξέγερσις τῆς 8 Νοεμβρίου ἦτο πολιτικὴ, «οὐχὶ», ἀπήντων διαμαρτυρόμενοι, «ἦτο θρησκευτική»! Καὶ ὅτε ἠρωτῶντο: «τίς ἡ σχέσις λοιπὸν μεταξὺ ἐξεγέρσεως ἐκ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως;» ἀπήντων: «ἡ ἐξέγερσις ἐγένετο, ἵνα καταλύσῃ τὸν βίον τῆς Κυβερνήσεως»! Ἐγὼ τὸ πιστεύω, διότι τοῦτο ἐσκόπουν οἱ ἀναμιχθέντες εἰς αὐτήν. Δὲν ἐπίστευον ὅμως, οὔτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἐξέγερσις προκληθεῖσα ἐκ φανατισμοῦ θρησκευτικοῦ, τὸν ὁποῖον ἴσως κατ’ ἄλλην συζήτησιν ἴδωμεν κατὰ πόσον ἦτο δικαιολογημένος, δὲν ἐπίστευον, ὅτι εἰς ἐξέγερσιν τοιαύτην ἤθελον ἀναμιχθῆ τὰ κόμματα, οὔτε ἐφανταζόμην, ὅτι ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν συνδρομὴν τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, ἵνα ῥίψωσι τὴν Κυβέρνησιν! Μή τοι σᾶς χωρίζουσι θρησκευτικαὶ πεποιθήσεις; Μήπως ἠπείλησε τὴν χώραν εἰσβολὴ αἱρέσεων καὶ ἐτάχθη ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ αὐτῶν; Μήπως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπροστάτευσε τὴν θρησκείαν ἡμῶν; Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἐκδήλωσις τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ περὶ Εὐαγγελικῶν μεταφράσεων πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Κατέκριναν δὲ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν ἀντίφασιν τῆς ὑφεστώσης Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐκλήθη ἡ τέως Κυβέρνησις ν’ ἀπολογηθῇ κατὰ τῶν ἀποδιδομένων εἰς αὐτὴν κατηγοριῶν, ἐψήφισαν καὶ οὗτοι τὴν πρότασιν περὶ ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ νῦν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὅτι ἄρα εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν ἡ πολιτικὴ τῆς νῦν Κυβερνήσεως πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Ἀλλ’ ἡ ἀντίφασις ὑπῆρχεν ἀλλαχοῦ. Ἤκουσέ τις ἐξ ὑμῶν ἐδῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην λεγόμενον ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον Βουλή; Ἢ ἐζητεῖτο ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν; Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε Βουλή, τί ἐζητεῖτο ἡ ψῆφος αὑτῆς, ἀφοῦ, κατὰ τὸν νῦν ἰσχυρισμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶχε καταλυθῆ ἡ Κυβέρνησις, ἄρα καὶ ἡ Βουλὴ μετ’ αὐτῆς; Καὶ τί ἐχρησίμευε τότε ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης;
§180Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν παραίτησιν.
§181ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ τότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι γνωστὸν ἐκ τοῦ προτέρου τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἠθέλετε. Ἀλλὰ τότε ἦσαν καὶ οἱ ἀγνοοῦντες ἴσως ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως — καὶ εὐλόγως ἀγνοοῦντες, καθόσον πάντες σχεδὸν ἡμεῖς ἠγνοοῦμεν, — ὁποῖος ἆρά γε συνδυασμὸς θὰ ἐπεδιώκετο πρὸς καταρτισμὸν τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως. Μὴ ὄντος δὲ γνωστοῦ ὁποῖος συνδυασμὸς θὰ ἐπεδιώκετο, βεβαίως δὲν συνέφερε κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἐξοφληθῇ ἡ Βουλή· ἡ Βουλὴ τότε ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ. Καὶ ἀπηυθύνθητε πρὸς αὐτὴν ὡς ὑπάρχουσαν, ὡς ζῶσαν, ὡς ἔχουσαν δικαιώματα ζωῆς. Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἐξώφλησεν ἡ Βουλή! Ἐξώφλησε, διότι ἐκλήθη ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ὁ νῦν Πρωθυπουργός! (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἠκούσθη καὶ ἄλλη μομφὴ ἐναντίον καὶ τῆς προκατόχου καὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, καὶ τῶν τότε καὶ τῶν νῦν Ὑπουργῶν, ἡ μομφὴ τῆς κολακείας τῆς Βασιλείας. «Μὴ κολακεύετε τὴν Βασιλείαν», μᾶς ἔλεγεν ἐν μέτρῳ γλώσσης ἀληθῶς ἐπαινετῆς ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής· «μὴ κολακεύετε τὴν Βασιλείαν. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ὀφείλουσι νὰ λέγωσι πρὸς αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐκεῖνοι ἀγαπῶσι τὴν Δυναστείαν, ὅσοι λέγουσι πρὸς αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν.» Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, τί θέλει εἴπει ἡ κοινοβουλευτικὴ ἡμῶν ἱστορία περὶ κολακείας τῶν συγχρόνων πολιτικῶν ἀνδρῶν πρὸς τὸν Βασιλέα, οὔτε ἐξετάζω, κατὰ πόσον βλάπτει ἡ κολακεία ἡ διὰ λόγων, ἢ καὶ διά τινων ὑποχωρήσεων ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως. Γνωρίζω ὅμως πόσον βλάπτει ἄλλη τις ἀδυναμία ἀπέναντι τῶν Βασιλέων, γνωρίζω πόσον βλάπτει ἡ ὑποχώρησις τῶν Κυβερνήσεων ἐν στιγμαῖς κρισιμωτάταις μέχρι τοῦ νὰ παρακάθηνται εἰς τὰ συμβούλια τῶν Ὑπουργῶν αὐτῶν καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Βασιλέως· γνωρίζω πόσον βλάπτει, διότι ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης συμπράξεως, ἐν κρισίμοις ἰδίως περιστάσεσιν, εἶναι, μετὰ τὸ πέρας αὐτῶν, ἐὰν τὰ πράγματα ἀποβῶσιν ἀτυχῆ, νὰ ἐπιρρίπτωνται αἱ εὐθῦναι ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἁρμόζει νὰ ἐπιρρίπτωνται! Νὰ μὴ κολακεύωμεν τὴν Βασιλείαν; Ἀπαντῶ: Μὴ κολακεύετε πρὸ πάντων τὸν λαὸν (εἰρωνικὰ ἐπιφωνήματα ἐξ ἀριστερῶν). Ναί! μὴ φαίνεσθε πρόθυμοι νὰ κολακεύητε πᾶσαν ἀδυναμίαν τοῦ λαοῦ, πᾶσαν αὐτοῦ ἐπιθυμίαν, πᾶσαν ἔκνομον ἐνέργειαν. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἵτινες θέλουσι νὰ τηρῶσι τολμηρὰν καὶ παρρησιαστικὴν γλῶσσαν πρὸς τὸν Βασιλέα, ὀφείλουσι πρωτίστως νὰ τηρῶσι γλῶσσαν αὐστηρὰν καὶ εἰλικρινῆ πρὸς τὸν λαὸν, καὶ ὅταν βλέπωσιν αὐτὸν ἐξεγειρόμενον κατὰ τῆς τάξεως, ὀφείλουσι νὰ τὸν συμβουλεύωσι νὰ ὑπείκῃ εἰς τὸν νόμον, καὶ ὅταν βλέπωσιν αὐτὸν ἀπειθοῦντα πρὸς τὰς Ἀρχὰς, ὀφείλουσι καὶ νὰ τὸν διατάττωσι νὰ ὑπείκῃ εἰς τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦρος τοῦ νόμου.
§182Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν ἔχῃ δίκαιον, ἐξεγειρόμενος διὰ τοιοῦτον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξηγέρθη προχθές;
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχίαν, παρακαλῶ.
§184ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ ἀκούω καὶ πάλιν ψιθύρους περὶ ἀντισυνταγματικότητος. Ἀλλὰ ποῦ λοιπὸν ἡ ἀντισυνταγματικότης; Ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, ὑπαρχούσης τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ὑπαρχούσης καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, εἰπέτε μας, ποῦ τὸ ἀντισυνταγματικόν; Καὶ ἀπηντήσατε: «τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἔγκειται εἰς τὴν σύμπραξιν τῆς πλειονοψηφούσης ὁμάδος μὲ τὸ κόμμα τῆς Κυβερνήσεως!» Δὲν γνωρίζω, τὸ ὁμολογῶ, νὰ ὁμιλῇ κανὲν Σύνταγμα περὶ συνταγματικότητος ἢ ἀντισυνταγματικότητος εἰς τὴν σύμπραξιν τῶν κομμάτων· σᾶς εἶπεν ὅμως προχθὲς εἰδικώτατος ἐνταῦθα Βουλευτὴς, ὁ κύριος Φλογαΐτης, πῶς χαρακτηρίζονται αἱ συστάσεις τῶν κομμάτων πρὸς ἀποφυγὴν μιᾶς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ πῶς χαρακτηρίζονται αἱ συστάσεις πρὸς ἐπιθέσεις ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τῆς ἁρπαγῆς τῆς ἐξουσίας...
§185Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶπεν, ὅτι τὰ γενόμενα εἶναι ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς, καὶ τὸν ἐχειροκροτήσατε!
§186ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁμιλεῖτε καὶ περὶ πολιτικῆς ἠθικῆς; Σᾶς ἀπαντῶ.
§187Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι εἰς ἐμὲ, εἰς τὸν κύριον Φλογαΐτην.
§188ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ καὶ φθάνω εἰς τὸ ἔδαφος, ἔνθα μὲ φέρετε. Ποία πολιτικὴ ἠθικὴ ἐπιτρέπει τὴν σύμπραξιν τοῦ κ. Δραγούμη, τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ τῶν ἄλλων ὑμῶν ἐκεῖ, ὧν αἱ ἀρχαί, καὶ αὐταὶ αἱ συνταγματικαί, συγκρούονται, ὅσον βλέπομεν;
§189Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἄλλο τὰ ἄτομα, καὶ ἄλλο τὰ κόμματα.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὑρίσκετε αὐτὸ κακόηθες; Σᾶς ἐρωτῶ.
§191ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπόν;
§193ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ πῶς εὑρίσκετε σεῖς κακόηθες τὴν σύμπραξιν τῆς πλειονοψηφίας μὲ τὴν Κυβέρνησιν;
§194ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Βεβαίως.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ ἡ σύμπραξις εἶναι!
§196ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ τότε ἡ ἰδία νομίζετε, ὅτι εἶναι ἡ θέσις ἐκείνη μὲ ἐκείνην; (δεικνύει τὰς δύο πτέρυγας). Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω λοιπὸν καὶ λέγω: ἂν ἦναι ἐπίψογος ἡ σύμπραξις δύο κομμάτων, τῶν ὁποίων τὰ σημεῖα τῆς συμπράξεως φαίνονται πάντοτε εἰς ταυτότητα ἰδεῶν, εἰς θετικὰ μέτρα τῆς Βουλῆς, μέτρα ὡρισμένα, τὰ ὁποῖα θὰ ἴδητε ἐδῶ, τότε τί εἶναι ἡ σύμπραξις ὑμῶν, οἵτινες εἶσθε ἀντιθέτων ἀρχῶν; (Θόρυβος ἀριστερόθεν).
§197Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποίας γνώμας εἴχετε πρὶν περὶ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων; (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§199ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ θορυβεῖτε, τὸ ἐπαναλαμβάνω: Εἶναι ἐπίψογος ἡ σύμπραξις δύο κομμάτων, τῶν ὁποίων τὰ σημεῖα ταυτότητος τῶν ἀρχῶν, τῶν ὁποίων ἐπὶ τέλους τὸ ἔδαφος τῆς συμπράξεως ἐκτείνεται φανερὰ καὶ καταφαίνεται εἰς νομοθετήματα, καὶ δὲν εἶναι ἐπίψογος ἡ σύμπραξις κομμάτων, διακρινομένων διὰ τόσον ῥιζικῶς ἀντιθέτων πρὸς ἄλληλα ἀρχῶν, χάριν μόνον ἐκπορθήσεως τῆς ἀρχῆς; καὶ δὲν εἶναι ἐπίψογος, ὅταν οὐδὲν ἄλλο βλέπωμεν ἔδαφος συμπράξεως ἐπὶ κοινῶν ἀρχῶν, πλὴν τῶν ἀφανῶν ἐκείνων ἐλατηρίων; Καὶ εἴπατέ μοι, ἂν αἱ ἀρχαὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ εἶναι καθ’ ὅλα σύμφωνοι μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἀρχαὶ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐκ Γόρτυνος! Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, τοῦ ὁποίου εὐλαβοῦμαι καὶ ἐκτιμῶ τὰς γνώμας, διότι ἐπιβάλλει τὴν ἐκτίμησιν ταύτην καὶ ἡ μελέτη τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ ἱστορίας, ἔφερε χθὲς ἐνταῦθα μετὰ τῶν βίβλων τῶν Ἀγγλικῶν καὶ μεγάλας μορφὰς Ἑλλήνων πολιτικῶν, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς Κυβερνήσεως ταύτης. Ἀλλ’ ὅτε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς προεκάλει τὴν πτέρυγα ταύτην νὰ τῷ εἴπῃ, ἄν τις βλέπῃ σημεῖόν τι ἀντιφάσεως τῆς νῦν πορείας του πρὸς τὴν ἄλλοτε, εἶπον κατ’ ἐμαυτόν: βεβαίως ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶχε στρέψει τὴν ὥραν ἐκείνην τὴν μορφὴν τοῦ Τρικούπη πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἀλλὰ δὲν τὴν εἶχε στρέψει πρὸς ἑαυτόν, διότι, ἐὰν τὴν ἔστρεφε πρὸς ἑαυτόν, ἴσως ἡ συνείδησις τοῦ πατριωτικοῦ καθήκοντος, τὴν ὁποίαν ἔχει βεβαίως μεγίστην καὶ ἀκεραιοτάτην ὁ κ. Βουλευτής, ἴσως αὐτὴ ἀπήλειφε σήμερον ἀπὸ τῆς μνήμης του τὴν ἱστορίαν καὶ τὰ γεγονότα τῆς διαστάσεως πρὸς τὸ ἄλλο ἐκεῖνο κόμμα, καὶ ἴσως εὔκολος ἦτο ἡ σύμπραξις ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ· ἀλλ’ ἐὰν ἔβλεπε τὴν μορφὴν ἐκείνην κατὰ πρόσωπον, βεβαίως οἱαδήποτε συνείδησις καθήκοντος δὲν ἤθελεν ἐπικρατήσει πρὸς τοιαύτην σύμπραξιν, διότι ἡ μορφὴ ἐκείνου ἤθελε τῷ εἴπει: «ὀπίσω!», ὅταν μεταβαίνῃ εἰς τὸ ἀντιβουλευτήριον, ἔνθα σφυρηλατεῖται τὸ δόγμα τῆς κωλυσιεργίας, καθ’ οὗ ἐμαρτύρει καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἰς τὸ παρελθόν. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ ὁμιλεῖτε κατόπιν τούτων περὶ ταυτότητος ἀρχῶν τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ταυτότητος, ἥτις ἐπιτρέπει τὴν σύμπραξιν, καὶ ἀρνεῖσθε ταυτότητα ἀρχῶν, φαινομένων, φανερουμένων εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλει κληθῆ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν!
§200ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πότε ἐγένετο ἡ συμφωνία αὕτη;
§201ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Τώρα.
§202ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια;
§203ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ εἶπον, Κύριοι, τί ἀπομένει ἐξ ὅλων τῶν σαρωθέντων ἐπιχειρημάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Τὸ ἀντισυνταγματικόν. Διατὶ ἀντισυνταγματικόν; Διότι θεωροῦσι λήξαντα τὸν βίον τῆς παρούσης Βουλῆς! Ἀνέφερον παραδείγματα, ἀναγόμενα εἰς ἐπιφανῆ μέλη τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως, παραδείγματα, καθ’ ἃ εὑρέθη λήξασα ἡ ἐντολὴ ἄλλων Βουλῶν εἰς παρομοίας περιστάσεις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ πάλιν: καὶ τίνες εἶσθε σεῖς, οἵτινες ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐκβιάσητε τὸ Στέμμα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως; Καὶ τί ἐκπροσωπεῖτε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦτε νὰ σᾶς ἀκούσῃ τὸ Στέμμα, διότι λέγετε, ὅτι ἡ πλειονοψηφία αὐτὴ δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ ἐθνικὸν φρόνημα;
§204Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους ἀντιπροσωπεύομεν. Ἐὰν τολμᾶτε, ζητήσατε τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ. (Ἐπιφωνήσεις ἐκ δεξιῶν: Ἆ! ἆ!). Θὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς καὶ θ’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων.
§205ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἀμυνόμεθα σήμερον ὑπὲρ τοῦ βουλευτικοῦ ἡμῶν βίου. (Ἆ! ἆ! ἆ! ἐξ ἀριστερῶν). Τὸ λέγω, ναί! Καὶ ἂν δὲν σᾶς ἀρκῇ ὅ,τι εἶπεν ὁ ἔντιμος κύριος τέως Πρωθυπουργός, καὶ ἂν δὲν σᾶς ἀρκῶσιν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκε καὶ ὧν ἕνεκα ἡ πλειονοψηφία ἀκολουθεῖ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, προσθέτω καὶ ἐγώ: Ἀμυνόμεθα ἡμεῖς ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐκτροχιάζετε... (Εἰρωνικαὶ ἐπιφωνήσεις ἐξ ἀριστερῶν. — Φωναὶ ἐκ δεξιῶν: Λαμπρὰ, λαμπρά!). Ἀμυνόμεθα, ναί, ἡμεῖς ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας ἐφ’ ὅσον αὐτὴ ὑπάρχει...
§206ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκχωροῦντες τὴν ἀρχήν!
§207ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. .. Ἀμυνόμεθα ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἀμυνόμεθα ὑπὲρ τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, εἰς τὰς ὁποίας θέλετε καὶ ἐκεῖ νὰ φθάσητε διὰ νὰ τὰς ἐκβιάσητε, ἀμυνόμεθα ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐκεῖνο καθορίζει μίαν ἑκάστην ἐξουσίαν, καὶ ἂν σεῖς κατωρθώσατε ἐπὶ ἔτη πολλὰ νὰ καταστρέψητε τὸν ἕτερον τροχὸν τῆς Βουλῆς, ἂν κατωρθώσατε νὰ διανοίξητε χάσμα εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολίτευμα διὰ τοῦ περιφήμου ἐκείνου δόγματος...
§208ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ποίου δόγματος;
§209ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τοῦ δόγματος, τοῦ μὴ ἀναγνωρίζοντος μήτε πλειονοψηφίαν, μήτε Βουλήν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξουσία δὲν εἶναι ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀριστεράν).
§210ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Βεβαίως.
§211ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μήπως ἐστενοχωρήθητε, διότι δὲν ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις τῆς Στυμφαλίας;
§212ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἴχετε ἀναμείνει πρῶτον νὰ ἀκούσητε καὶ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος.
§213Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ καταργήσητε τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τότε μόνον ἐκάμαμεν κωλυσιεργίαν, καὶ ἐσώθη ὁ νόμος οὗτος.
§214ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αἱ οἰκίαι τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς θὰ περιήρχοντο ἤδη εἰς τὰ κιβώτια τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν, ἐὰν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας.
§215ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ μήπως μόνον ἐκεῖ ἐκωλυσιεργήσατε; Μήπως μόνον ἐκεῖ ἀρχίζει ὁ βίος τοῦ δόγματός σας; Καὶ πότε καὶ ἐπὶ τίνος δὲν ἐκωλυσιεργήσατε καὶ δὲν θὰ κωλυσιεργῆτε; Ἀλλ’ ἂν εἴχετε τὴν δύναμιν νὰ καταστρέψητε τὸν ἕτερον τροχόν, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ περισώσωμεν ὅ,τι ἀπομένει ἐκ τοῦ πολιτεύματος, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἀμυνθῶμεν, ἵνα μὴ διευρυνθῇ τὸ χάσμα ἐκεῖνο μέχρις οὗ καταπίῃ ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα.
§216ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐνθυμήσου τὸ ἔτος 1896 καὶ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τὰ οἰκόπεδα τοῦ Πειραιῶς.
§217ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχω γνῶσιν οὔτε περὶ οἰκοπέδων, οὔτε περὶ οὐδενὸς ἄλλου τοιούτου.
§218ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς ὑπομιμνήσκω τὰ μέτρα.
§219ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Σᾶς παραπέμπω νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Δραγούμης!
§220ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἦτο βουλευτὴς ὁ κ. Δραγούμης τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τὸν κ. Στάην νὰ ἐρωτήσητε.
§221ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ ἀκούσωμεν μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως τὸν κ. Ἀλεξάκην, ἂν ἀνέλθῃ τὸ βῆμα! (ἱλαρότης).
§222ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς τὰ λέγω. Πολὺ ἔξυπνα ἐφέρθη ὁ κ. Χατζηπέτρος! (γέλωτες).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, σᾶς παρακαλῶ.
§224ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Θὰ φέρωμεν νομοσχέδιον διὰ τὰς Μονάς!
§225ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ ἂν ὑμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, εἴχετε τὴν δύναμιν νὰ καταστρέψητε, ὡς ἐξακολουθεῖτε νὰ καταστρέφητε, τὸν δεύτερον τροχὸν τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἂν ὑμεῖς διακηρύττητε, ὅτι θέλετε πράξει πᾶν ὅ,τι δύνασθε, ὅπως ἐπιτύχητε τοὺς σκοπούς σας, διακηρύττομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι θὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι δυνάμεθα, ἵνα ματαιώσωμεν τὰς προσπαθείας ὑμῶν, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὸ πολίτευμα καὶ εἰς τὸν τόπον, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιβραβευθῶσι τοιοῦτοι ἀγῶνες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§226Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ πολυτελὲς καὶ ἐπιβάλλον τῆς τε συνεδριάσεως ταύτης, ὡς καὶ τῶν προηγουμένων, αἱ μακραὶ καὶ ἐμβριθεῖς συζητήσεις ἐξ ἑκατέρας τῶν πτερύγων, αἱ περικυκλοῦσαι τὴν Πατρίδα ἡμῶν ἐξωτερικαὶ περιστάσεις, τὸ πραξικόπημα, τὸ ἐκτελεσθὲν παρὰ δυανδρίας, ἧς τὸ ἓν μὲν τῶν μελῶν ἐγκατέλειψε δῆθεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, τὸ ἕτερον δὲ ἀνέλαβε δῆθεν αὐτὴν, ταῦτα πάντα, Κύριοι, ἐξεγείρουσι τὴν ψυχὴν καὶ πάντων μὲν καὶ ἐμοῦ ἐπίσης. Καὶ ἂν κατὰ σύμπτωσιν λόγοι ὑγείας δὲν μοὶ ἐπέτρεπον νὰ λάβω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸν λόγον, καθῆκον ὅμως πρὸς τὰς ἰδέας μου, καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα, καθῆκον ἰδίᾳ πρὸς τὸν λαὸν, ὃν ἔχω τὴν τιμὴν ἐπὶ ἱκανὰ ἤδη ἔτη ν’ ἀντιπροσωπεύω, ταῦτα πάντα, λέγω, ἐξαρπάζουσι καὶ τὴν ἐμὴν ψυχὴν, καὶ ἀναγκάζουσί με, ἄκοντα καὶ μὴ δυνάμενον νὰ καταλάβω τὸ βῆμα, νὰ ἀμυνθῶ καὶ ἐγὼ ὑπέρ τε τῶν ἰδεῶν τούτων καὶ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας, οὓς πολλάκις εἰρωνεύθητε, ἐνῷ οὐδὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ μυκτηρίσητε. Πολλὰ ἠκούσθησαν ἀληθῶς τὰ σπουδαῖα κατὰ τὰς μακρὰς καὶ φωταυγεῖς ταύτας συζητήσεις, καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι, ὅπως ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, εἰς ἣν καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, πολλαὶ ἠκούσθησαν σοφαὶ καὶ φιλοπάτριδες γνῶμαι, τοιουτοτρόπως καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως ἠκούσθησάν τινες ἀλήθειαι. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους, ἐγὼ εἰσέρχομαι ἀμέσως εἰς τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων. Καὶ θέλω θέσει λοιπὸν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῆς πληγῆς, καὶ ἀδιαφορῶ, ὅσῳ καὶ ἂν ὀλολύζωσιν οἱ ἄξιοι τῆς θέσεως, ἐν ᾗ ἐτέθησαν, τῆς θέσεως τῶν πολιτικῶς κατηγορουμένων. Ἠκούσθησαν ὅμως ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ παράβολα ἀληθῶς ἐπιχειρήματα καὶ πρωτότυποι τῳόντι κοινοβουλευτικαὶ θεωρίαι. Ἠκούσθησαν ἰδέαι αὐτὸ τοῦτο ἀναιροῦσαι ἱστορίαν, πρὸ τριῶν μόλις ἐτῶν συντελεσθεῖσαν. Ἠκούσαμεν π. χ. μεταξὺ τῶν ἄλλων, μετὰ μακρὰν σιωπὴν, δὲν γνωρίζω πόσων δεκαετηρίδων, ἠκούσαμεν τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Πρωθυπουργοῦ, βεβαιοῦντος, ὅτι οὐδὲν ἀπολύτως διαιρεῖ αὐτὸν πρὸς τὸν ἐκ Κερκύρας ἡγέτην τῆς Συμπολιτεύσεως. Τοσοῦτον παράδοξος μοὶ ἐφάνη ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ὥστε, δυσπιστῶν εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἀκοῆς μου, ἠρώτησα τὸν παρ’ ἐμοὶ καθήμενον ἀγαπητὸν συνάδελφον, ἐὰν ὀρθῶς ἀντελήφθην τῶν λόγων. Καὶ κατὰ τί, ἔλεγεν ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, διαφωνοῦμεν τάχα πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν; Μήπως ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δέον νὰ συντελῆται ἡ ἐργασία τοῦ Κοινοβουλίου; Μήπως ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δέον νὰ κυβερνᾶται ἡ χώρα; Καὶ ἂν ὡς πρὸς τὸν τρόπον ἰδίᾳ, καθ’ ὃν δέον νὰ ἐργάζηται τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ἂν ὡς πρὸς τὰς μεθόδους, καθ’ ἃς δέον νὰ κυβερνᾶται καὶ νὰ διοικῆται ἡ χώρα, ἂν κατὰ συναμφότερα ταῦτα, ἔλεγεν, ὦμεν σύμφωνοι, δὲν εἶναι ἀνάξιον λόγου νὰ συζητῶμεν περὶ μικρῶν τινων καὶ ἀσημάντων λεπτομερειῶν; «Minima non curat Praetor», ἔλεγον οἱ Ρωμαῖοι· «περὶ τῶν ἐλαχίστων δὲν φροντίζει ὁ Πραίτωρ.» Ἴδωμεν ὅμως, Κύριοι, ἐξ ὀλίγων παραδειγμάτων, συλλεγέντων ἐκ τῆς νωποτάτης ἱστορίας τοῦ ἔθνους, ἐὰν ἀληθεύωσιν οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Πρωθυπουργοῦ. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, πανηγυρικάς τινας συνεδριάσεις, γενομένας μόλις πρὸ τριῶν ἐτῶν ἔν τινι τῶν δωματίων ἐκείνων τοῦ Βουλευτηρίου, ὅτε ἐξηλέγχετο ἡ ἐκλογὴ τῶν Καλαβρύτων. Ἐνθυμοῦμαι τὸν πρόεδρον τοῦ τμήματος ἐκείνου, ὃν ἡ ἀσθενὴς ὅρασίς μου δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ διακρίνω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι τὸν ἐκ Λεβαδείας ἐμφανιζόμενον ἤδη κ. συνάδελφον (ὁ κ. Μπουφίδης εἰσέρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν), πρόεδρον τοῦ τμήματος τοῦ ἐξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων Πρωθυπουργοῦ καὶ τότε, καὶ ἡ ἔξαλλος ἐκείνη καὶ ἐνθουσιώδης πλειονοψηφία τοῦ τμήματος, οἰστρηλατουμένη ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, ἐζήτει μονονοὺ τὴν κεφαλὴν ἐπὶ πίνακι τοῦ καὶ τότε κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὅσοι ἀνέγνωσαν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας ἐπὶ Ἰακώβου τοῦ Βʹ, ἐνθυμοῦνται τὸν ἀπηνέστατον καὶ ἀγριώτατον Τζέφφρεϋ, Ἀρχιδικαστὴν du banc de la cour du Roi, ὡς ἔλεγον, ἄνθρωπον, ὅστις ποτὲ δὲν εἶχε συμβουλευθῆ τὴν ἐπιείκειαν, ἀλλ’ ἐφήρμοζε πάντοτε τὸν αὐστηρότατον νόμον. Εἰς πολλὰς χιλιάδας ἀριθμοῦνται οἱ εἰς θάνατον παρ’ ἐκείνου καταδικασθέντες, καὶ εἰς πολλὰς δεκάδας χιλιάδων, γυναῖκες καὶ ἄνδρες, οἱ τὴν ποινὴν τῆς μαστιγώσεως ὑποστάντες. Εἶχεν ἀναγάγει εἰς σύστημα, ὅμοιον περίπου πρὸς τὸ τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως, τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀπένεμε τὴν δικαιοσύνην. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἔν τινι βιβλίῳ, περιέχοντι τὰς προσωπογραφίας τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἐποχῆς Ἰακώβου τοῦ Βʹ, ὅτι ἡ φυσιογνωμία τοῦ Τζέφφρεϋ ὡμοίαζε πολὺ πρὸς τὴν τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ (ἱλαρότης).
§227Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ συνηγόρησα πάντοτε, δὲν κατεδίκασα γυναῖκα.
§228Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Συνήθιζε πάντοτε, σὺν τῇ ἐκδόσει τῆς ἀποφάσεως αὑτοῦ περὶ τῆς ἐπιβλητέας ποινῆς, νὰ ὁδηγῇ λεπτομερῶς καὶ τὸν ἐκτελεστὴν τοῦ νόμου, κατὰ τίνα τρόπον ὤφειλε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ποινήν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνεγίνωσκόν ποτε ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Ἱστορίᾳ, ὅτι, προκειμένου περὶ κυρίας τινός, καταδικασθείσης εἰς τὴν ποινὴν τῆς μαστιγώσεως, συνεβούλευσε τὸν δήμιον, ἐπειδὴ ἦτο ψῦχος κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων, νὰ φροντίσῃ καλῶς νὰ μαστιγώσῃ αὐτὴν μέχρις αἵματος, ὅπως, φαίνεται, μὴ κρυώσῃ ἡ κυρία. Ἐνώπιον τοῦ Ἀρχιδικαστοῦ ἐκείνου ἡ ἀπολογία τῶν κατηγορουμένων δὲν εὕρισκε θέσιν. Ἡ εὐγλωττοτάτη τοῦ συνηγόρου ὑπεράσπισις δὲν ἠδύνατο νὰ καταστείλῃ τὴν βιαίαν ἐπίθεσιν τῶν χειρῶν καὶ τῆς γλώσσης τοῦ Τζέφφρεϋ! Τοιοῦτόν τινα δικαστὴν παρίστα ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, ὅτε προήδρευε τοῦ τμήματος τοῦ ἐξελέγχοντος τὴν ἐκλογὴν τῶν Καλαβρύτων (ἱλαρότης). Ὅτε δὲ ὡμίλουν οἱ ἐκεῖθεν ἐν τῷ τμήματι (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ ἐζήτουν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης, ὁ ἀπηνὴς καὶ ἄγριος φρουρὸς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου μετεβάλλετο αἰφνιδίως εἰς χαρίεντα συνεταῖρον ἐκείνων. Ἐνθυμοῦμαι ἀτυχῆ τινα νεανίαν, προπεφυλακισμένον διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ συναδέλφου κ. Καρτάλη, τὸν κ. Τσίμαν, ὅστις εὐγλώττως (καὶ λυποῦμαι ἐκ ψυχῆς διὰ τὴν θέσιν, ἐν ᾗ εἰσέτι ἀτυχῶς διατελεῖ) εὐγλώττως καὶ μετὰ πολλῆς εὐφυΐας προσέβαλε τὴν ἐκλογὴν Καλαβρύτων. Ἀλλ’ ἡ εὐγλωττία ἐκείνου ἦν περιττὴ, διότι συνήγορος τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς φανατικώτατος ἐτύγχανεν ὢν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, ὁ πρόεδρος τοῦ τμήματος. Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἄλλην φυσιογνωμίαν, ἣν δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐὰν βλέπω ἐνταῦθα, τὸν κ. ἐκ Θήρας Βουλευτήν. Αὐτὸς μοὶ ἐνεθύμιζε, Κύριοι, Ἀββᾶν τινα Μακάριον, οὗτινος τὸ ὄνομα συνήντησα ἐν τῇ «Πατρολογίᾳ» τοῦ Migne. Ὁ Ἀββᾶς αὐτὸς κατεδίκασε ποτε ἑαυτὸν εἰς ἕξ μηνῶν αὐστηρὰν ποινήν· διατὶ νομίζετε; Διότι κώνωψ τις, ἐνοχλῶν αὐτὸν κατὰ τὸν τράχηλον, ὑπέστη διὰ τῆς χειρὸς τοῦ Ἀββᾶ τὸν θάνατον! (γέλωτες). Καὶ ὁ Ἀββᾶς ἐκεῖνος τῆς Θήρας, κρατῶν ἐν τῷ τμήματι δύο κονδυλοφόρους, τὸν ἕνα διὰ τῆς δεξιᾶς καὶ τὸν ἕτερον διὰ τῆς ἀριστερᾶς χειρὸς, καὶ ἔχων ἔκ τινος τῶν χαρτοπωλείων τῆς πόλεως ἐμπορικόν τι κατάστιχον, κατὰ τὸ σύστημα τῆς Διπλογραφίας κεχαρακωμένον, καὶ φέρων τὰς διόπτρας, συνέταττε τὸ δοῦναι καὶ λαβεῖν τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ φθάνων εἰς τὸν ἀπολογισμὸν, κατὰ τὴν διπλογραφικὴν πάντοτε μέθοδον καταρτισθέντα, προσεκόμιζεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν ταύτην (δεικνύει τὸ τεῦχος τῶν ἐκθέσεων τῶν τμημάτων περὶ τῶν ἐκλογῶν), δι’ ἧς, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, ἐζήτει ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν τοῦ καὶ τότε ἐκ Καλαβρύτων κ. Πρωθυπουργοῦ: «Τὸ τμῆμα οὕτως, ἔγραφεν, ἐσχημάτισε πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Καλαβρύτων ἐνεργήθη ὑπὸ ἀφόρητον ψυχολογικὸν ἐκβιασμὸν, ἐνεργήθη ὑπὸ τοσαύτας καὶ τοιαύτας κυβερνητικὰς ἐπεμβάσεις, ἐνασκηθείσας διὰ τοῦ διορισμοῦ τοσούτων Καλαβρυτινῶν ὑπαλλήλων καὶ κατ’ αὐτὸ ἔτι τὸ στάδιον τὸ ἐκλογικόν, διὰ τῆς καθόδου πολλῶν ἐκ τούτων εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὅπως ψηφοφορήσωσι τὸν ἐπιτυχόντα συνδυασμόν, διὰ τῆς συστάσεως σχολείων καὶ τηλεγραφείων, διὰ τῆς τελέσεως, προκηρύξεως, ἢ μελέτης τοσούτων καὶ ταυτοχρόνως δημοσίων ἔργων καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ὥστε νὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ἐκπροσωπῇ τὸ ἀληθὲς καὶ γνήσιον φρόνημα αὐτῆς. Καὶ ὄντως, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐνεργηθεῖσαν τὴν ἐκλογὴν ἐν Καλαβρύτοις, δὲν δύναται τὸ τμῆμα νὰ θεωρῇ ὡς γνησίαν, ὡς ἐκλογὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς ἐλευθέρας καὶ ἀνεπηρεάστου βουλήσεως τοῦ Καλαβρυτινοῦ λαοῦ» (σελὶς 82 τεύχους).
§229ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;
§230ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ εἰσηγητὴς κ. ἐκ Θήρας Βουλευτής.
§231Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ποῖοι ἀπετέλουν τὸ τμῆμα τοῦτο;
§232ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Δύναμαι ἐπὶ παραδείγματι ν’ ἀναφέρω ὑμῖν τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν καὶ βουλευτὴν Κυθήρων κ. Στάην, ὅστις εἶναι ὑπογεγραμμένος ὑπὸ τὴν ἔκθεσιν. «Τὸ τμῆμα ἐν τέλει, συνεπέραινεν ἡ ἔκθεσις, σταθμῖσαν πάντα τὰ ἀνωτέρω, καὶ πεισθὲν ἐξ αὐτῶν πάντων, ὅτι ἡ κατὰ τὴν 7ην Φεβρουαρίου 1899 διεξαχθεῖσα ἐν Καλαβρύτοις ἐκλογὴ εἶναι ἐκλογὴ νόθος, καθ’ ὃ γνήσιον τέκνον τῆς συναλλαγῆς, λαμβάνει τὴν τιμὴν διὰ ψήφων 13 κατὰ 1, καὶ 5 ἐπιφυλακτικῶν, νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς,... οὕτω παρανόμως ἐνεργηθείσης, ὥστε νὰ προκαλῇ τὴν φρίκην καὶ τὴν ἀγανάκτησιν...» (Σελ. 83–84 τεύχους).
§233Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἦσθε μέλος τότε σεῖς; Καὶ τίνα γνώμην εἴχετε;
§234ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀκυρωτικωτάτην. Καὶ ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσω, ἵνα ὑπομνήσω ἁπλῶς εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τότε γενόμενα. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ μάθω, θέλετε λάβει μετ’ ἐμὲ τὸν λόγον;
§235ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Θὰ ἴδω.
§236ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως ἐν τῷ τμήματι ἐκηρύχθην κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Μοὶ εἶχε κάμει τὴν τιμὴν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μοὶ δώσῃ θέσιν πλησίον αὑτοῦ· καίτοι δὲ ἤμην καὶ ἐγὼ ἀκυρωτικός, ἐχρησίμευον ὅμως, ἵνα καταστέλλω τὴν ὁρμὴν καὶ τὴν βίαν τοῦ Ἄγγλου Ἀρχιδικαστοῦ! Ἀλλ’ ὢ τοῦ θαύματος καὶ τοῦ θεάματος ἀκόμη! Μετὰ τὴν σύνταξιν καὶ τὴν δημοσίευσιν τῆς τοιαύτης ἐκθέσεως, ὁποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς; Ἡ πλειονοψηφία ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογήν! Καὶ ἐκεῖνος, ὅστις εἶχεν ἀνέλθει ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα συμπληρώσῃ ὅ,τι τυχὸν εἶχε παραλείψει κατὰ τῆς ἐκλογῆς, ἦτο ὁ ἐκ Θήρας Βουλευτής. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐφόρει μαῦρα χειρόκτια, ὡς οἱ δήμιοι, νομίζω, τοῦ ΙϚʹ αἰῶνος, ὅτε ἐζήτει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἀπὸ τοῦ βήματος.
§237Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐξετέλει τὴν ἐντολήν σας.
§238ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἵνα μὴ ὑπάρξῃ μοναδικὸν τὸ παράδειγμα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὑπενθυμίζω φυσιογνωμίαν τετελευτηκότος ἀγαθωτάτου γέροντος, ὃν ὁ Θεὸς ἂς ἀναπαύσῃ, ὅστις, ἐνθυμοῦμαί ποτε, ὅτι μοὶ ἐνεποίησε περίεργον ἐντύπωσιν, ἴσως διότι πρὸ μικροῦ τότε εἶχον εἰσέλθει εἰς τὴν Βουλήν. Εἶχεν ἀγορεύσει ὁ μακαρίτης κατὰ νομοσχεδίου, εἰσαχθέντος παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, φίλου αὐτοῦ πολιτικοῦ. Καὶ ἐνῷ ἐπὶ πολλὰς μάλιστα ὥρας ἐπετίθετο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ ταῦτα ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου! Καὶ ὁ κ. ἐκ Θήρας Βουλευτὴς καὶ ἡ μεγάλη καὶ σοβαρὰ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, μετὰ τοιοῦτον Κατιλινιακὸν κατηγορητήριον κατὰ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, ἐπεκύρουν αὐτήν! Καὶ τότε—ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ βεβαίως—μεταξὺ τῶν ὀλίγων ἀγορευσάντων κατὰ τοῦ κύρους τῆς παρανομωτάτης τῶν ἐκλογῶν ἐν τῇ νεωτέρᾳ Ἱστορίᾳ τῆς Ἑλλάδος εἷς ἤμην καὶ ἐγώ. «Ὡς ἔνορκος δικαστής, ἔλεγον, εἰς οὐδένα ἄλλον ὀφείλω λόγον, εἰμὴ εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν Πατρίδα μου, καὶ κηρύσσομαι κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, οὐχὶ μόνον διὰ τὰς πολλὰς καὶ παντὸς εἴδους παρανομίας, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἐν Καλαβρύτοις κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἀλλὰ κυρίως, ἵνα διδαχθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες μεταχειρίζονται οὕτως ἀτόπως τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος, ἀντικοινοβουλευτικῶς κυβερνῆται τῆς χώρας γιγνόμενοι, ἀκόμη δ’ ἵνα διδαχθῶσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποστέλλουσιν αὐτοὺς ἐνταῦθα, ἔχοντας τὴν τόλμην νὰ παρακάθηνται ἐδῶ, ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη ὀφείλει τέλος πάντων νὰ ἀναλάβῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, καὶ νὰ ἐξαποστείλῃ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς εἰς τὴν ἐκλογικὴν τρικυμίαν, ἵνα οὐχὶ ὡς Πρωθυπουργοὶ καὶ ὡς Ὑπουργοὶ δοκιμάσωσι τὴν τύχην αὐτῶν. Καὶ ἐὰν τυχὸν ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Πρωθυπουργός, ἐνεργῶν ὡς τοιοῦτος τὰς ἐκλογάς, ἐκλεχθῇ καὶ πάλιν Βουλευτής, παρακαλῶ τὸν μέλλοντα νὰ ἡγῆται τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου ἀπὸ τοῦδε νὰ δεσμεύσῃ ἑαυτὸν διὰ δηλώσεως, χάριν τοῦ ἔθνους, ὅτι θέλει ἀποστείλει τὸν κύριον Βουλευτὴν Καλαβρύτων εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ ἐκ νέου, ἵνα διδαχθῇ καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἀποστέλλοντες αὐτὸν ἐνταῦθα, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ᾖναι ἀνώτερος τοῦ Κοινοβουλίου ἐν Ἑλλάδι.» (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀλλ’ ἵνα ἔχητε πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν γνωμῶν τῶν τότε καὶ τῶν νῦν Κυρίων αὐτῶν, ἵνα δυνηθῆτε ὀρθῶς νὰ ἐκτιμήσητε τά τε γενόμενα καὶ τὰ τεκταινόμενα κατὰ τοὺς ἐσχάτους τούτους χρόνους, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσω καὶ ἄλλα σύντομα κείμενα, ἐξ ὧν θέλετε σχηματίσει ὁλομερῆ καὶ πεφωτισμένην γνώμην περὶ τῆς εἰκόνος, ἣν ὑποζωγραφίζω ὑμῖν: «Ὁ νέος Ζαΐμης, ἔλεγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ἐκ Θήρας εἰσηγητὴς κ. Μαρκεζίνης κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, ὁ νέος Ζαΐμης, εὑρὼν ἐκ πατρικῆς προνοίας κλειστὴν τὴν θύραν τῆς ἐπεμβάσεως ἐν τοῖς τμήμασι τοῖς ἐκλογικοῖς, ἠθέλησε ν’ ἀνοίξῃ νέαν θύραν, καὶ διέταξεν ἐφόδους κατὰ τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ, ὑπὸ ἄλλο πρόσταγμα, ὑπὸ τὸ πρόσταγμα τῆς νομιμότητος, ὑπὸ τὸ πρόσταγμα τῆς εὐθύτητος, ὑπὸ τὸ πρόσταγμα αὐτόχρημα τῆς ὁσιότητος κατὰ τὰς ἐκλογάς». (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Περιόδου ΙΕʹ, Συνόδου Αʹ, σελὶς 20, στήλη αʹ, ἔτους 1899). Καὶ κατωτέρω ὁ κ. εἰσηγητὴς ἔλεγεν: «Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς (ὁ κ. Ζαΐμης) ἀπὸ 18 Νοεμβρίου 1898 διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 190 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἐτόλμησε — καὶ λέγω ἐτόλμησε, διότι θὰ σᾶς ἐξηγήσω τοὺς λόγους, — ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ ὑπόμνημα πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανόνιζε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ διοικῆται εἰς τὸ μέλλον τὸ Κράτος, ἐὰν θὰ διοικῆται ὑπ’ αὐτοῦ. Δι’ ὅλων τῶν γραμμῶν τοῦ μακροῦ τούτου ὑπομνήματος διήκει τὸ πνεῦμα τῆς ἀντισυναλλαγῆς. Σᾶς ἔλεγε λοιπόν, ὅτι μόνον ἡ ἀντισυναλλακτικὴ μέθοδος εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ σώσῃ τὸν τόπον. Φαίνεται ὅμως, τί ἐνόει, ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνήργησεν εἰς τὰ Καλάβρυτα» (αὐτόθι. σελ. 32, στήλη αʹ). Καὶ οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλὰ προσέθετε: «Βλέπετε λοιπόν, ὅτι, ἐνῷ ἔρχεται ὁ κ. Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης καὶ λέγει εἰς τὸν ἐπίλογον αὐτοῦ εἰς τὸν Βασιλέα: «Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ Ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος θέλει ἔχει τοῦτο τοὐλάχιστον τὸ ἀγαθόν, ὅτι κατέστησεν ἡμᾶς συνετωτέρους, καὶ ὅτι τὰ ἐκ πικρᾶς πείρας διδάγματα παρέσχον ἡμῖν τὴν δύναμιν νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀτελειῶν, αἵτινες, ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑφιστάμεναι, ἐγένοντο καταφανέστεραι εἰς τὰς δεινὰς τῆς Πατρίδος περιστάσεις», ἐνῷ γράφει ταῦτα διὰ τῆς μιᾶς χειρός, διὰ τῆς ἑτέρας ἀπονέμει πᾶν δώρημα τέλειον εἰς τοὺς Καλαβρυτινούς.» (αὐτόθι, στήλη αʹ καὶ βʹ). Καὶ ἐν τέλει ὁ κ. Μαρκεζίνης προσέθετε: «Τοιοῦτον κυβερνήτην ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀποδοκιμάσῃ ὁ ἑλληνικὸς λαός. (Εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).» (Αὐτόθι, σελὶς 33, στήλη βʹ.) Ταῦτα, Κύριοι, ἔλεγεν ὁ κύριος ἐκ Θήρας Βουλευτής, συμπληρῶν ἴσως δι’ εὐγλώττου ἀγορεύσεως ἐντεῦθεν τὴν οὐχὶ ἀτελῆ, ἀλλὰ καὶ τελειοτάτην μάλιστα ἔκθεσιν τοῦ τμήματος. Ἠρώτησα πρὸ μικροῦ τὸν κύριον συνάδελφον, ἐὰν θέλῃ λάβει τὸν λόγον, διότι, ὢν βέβαιος, ὅτι, λαμβάνων αὐτὸν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, δὲν θέλει ἐμφανισθῆ ἐπὶ τοῦ βήματος, ὡς οἱ δήμιοι ἄλλου αἰῶνος, φέρων χειρόκτια μαῦρα εἰς τὰς χεῖρας, ἔφερα μετ’ ἐμοῦ ἐκ τῆς οἰκίας μου ἓν ζεῦγος χειροκτίων, χρώματος γκρὶ–πὲρλ, ἵνα δωρήσω αὐτὰ τῷ κ. Μαρκεζίνῃ, μέλλοντι τώρα νὰ ἐγκωμιάσῃ τὸν κ. ἐκ Καλαβρύτων Πρωθυπουργόν. Αὐταί, Κύριοι, εἰσὶν αἱ κοιναὶ ἰδέαι, ἃς ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς καὶ Πρωθυπουργὸς ἔχει πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, αὐτή ἐστὶν ἡ ὁμοιότης τῶν πράξεων καὶ τῶν προγραμμάτων τῶν Κυρίων αὐτῶν, αὐτός ἐστὶν ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἐνόμισεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς καὶ Πρωθυπουργὸς, ὅτι οὐχὶ τὴν ἄβυσσον, ἀλλ’ ἀβαθές τι ῥυάκιον ἠδύνατο νὰ ὑπερπηδήσῃ, ὅπως ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) μεταβῇ εἰς αὐτὴν (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν). Διαφωνία πλήρης καὶ ῥιζικωτάτη μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. σήμερον Πρωθυπουργοῦ, τοὐλάχιστον ἐν τοῖς λόγοις, τοὐλάχιστον ἐν τοῖς κειμένοις, τοὐλάχιστον ἐν ταῖς ἀγορεύσεσι, ταῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκτοξευομέναις. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔλεγον, ὅτι, καίτοι πολλὰς καὶ ποικίλας γνώμας ἤκουσα ἐκφερομένας ἔνθεν τε καὶ ἐκεῖθεν κατὰ τὴν μακρὰν καὶ σοβαρὰν ταύτην συζήτησιν, ἠπόρησα ὅμως, ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. νῦν Πρωθυπουργοῦ, μετὰ χριστιανικῆς ὄντως ἁπλότητος βεβαιοῦντος, ὅτι οὐδὲν διαιρεῖ αὐτόν τε καὶ τὸ κόμμα αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἰδεῶν τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριε Πρωθυπουργέ, οὐδὲν διαιρῇ ὑμᾶς ἀπ’ ἐκείνων, διατὶ λοιπὸν ἐχρησιμεύσατε ὡς εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως περὶ μομφῆς κατὰ τῆς ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην Κυβερνήσεως; Ὡμιλήσατε, κύριε Πρωθυπουργέ, περὶ τοῦ προγράμματος ὑμῶν κατὰ τὸ 1898 ἔτος· ἀλλ’ ἀντὶ ἡμεῖς ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸ πρόγραμμα ὑμῶν ἐκεῖνο, ἰδοὺ ὅτι πρὸ ὀλίγων μόλις στιγμῶν ἀπήντα εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς μέλος ἔγκριτον τῆς πλειονοψηφίας, ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς, μεθ’ ἧς λέγετε σήμερον, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἔχετε κοινὰς καὶ τὰς ἰδέας καὶ τὰ φρονήματα. Ἀφίνω, ὅτι τὸ πρόγραμμα ὑμῶν ἐκεῖνο οὐδόλως εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ σήμερον ὑπ’ ὄψιν εἴτε παρ’ ἡμῶν, εἴτε παρὰ τῶν ἐντολέων ἡμῶν, ἀφοῦ πανηγυρικῶς, καὶ αὐθαδῶς, δύναμαι νὰ εἴπω, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὰς ἐκλογὰς Φεβρουαρίου τοῦ 1899 ἔτους ἀπεδοκίμασεν αὐτὸ, καὶ ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸν τρίτον καὶ τελευταῖον ἰσχυρισμὸν τοῦ νῦν κυρίου Πρωθυπουργοῦ, εἰπόντος, ὅτι οὐσιωδέστατος λόγος, οὗ ἕνεκα τὴν ἀρχὴν κατέλαβεν, εἶναι, ὅτι οὐδένα ὅρον ἡ πλειονοψηφία ἔταξε δῆθεν αὐτῷ κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν τε κυβερνητικῶν καὶ τῶν διοικητικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀνασύρω τὴν αὐλαίαν τάπιδα, νὰ παραβιάσω ἐλαφρᾷ καὶ ἠρέμῳ τῷ τρόπῳ τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας, καὶ νὰ ὁδηγήσω ὑμᾶς ἀκροποδητὶ εἰς τὰς εὐρείας αἰθούσας τοῦ πρώην κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτοῦ, ἐν αἷς ἐτελεῖτο, οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἡ πρωτότυπος ἐκείνη συνέλευσις τοῦ κόμματος, ἣν μάλιστα προενόησαν νὰ καταστήσωσι καὶ πάγκοινον, δημοσιεύοντες τὰς εὐγλώττους καὶ χαριεστάτας ἐκείνας καὶ ἀντισυναλλακτικωτάτας συζητήσεις διὰ πάντων τῶν φύλλων τῆς δημοσιογραφίας τῆς πρωτευούσης. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁμηρικοί, οὕτως εἰπεῖν, διάλογοι, τοὐλάχιστον λόγῳ ἀφελείας, ἐγένοντο ἐν ταῖς αἰθούσαις τοῦ πρώην κ. Πρωθυπουργοῦ μεταξὺ αὐτοῦ καί τινων φίλων αὐτοῦ, συζητούντων περί τε τοῦ τρόπου καὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν μέσων, δι’ ὧν ὁ νέος Πρωθυπουργὸς θέλει κωλύεσθαι νὰ θέτῃ τὴν ἀντισυναλλακτικὴν αὑτοῦ χεῖρα, τὴν ἀπονέμουσαν ὅμως πᾶν δώρημα τέλειον, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἐπὶ τῆς τοπικῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν, ἑκάστης τῶν ἐπαρχιῶν ἑκάστου Βουλευτοῦ, φίλου τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι πρὸς κρούσματά τινα ἀντιπειθαρχικὰ πρὸς τὸ κόμμα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, τὴν ὅλως οἰκογενειακὴν, ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ πρώην ἀντέτασσε τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ποτὲ δὲν θέλει τολμήσει ὁ νέος Πρωθυπουργὸς νὰ ταράξῃ τοὺς κύκλους τῶν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων τῶν φίλων τῆς μερίδος αὑτοῦ. Καὶ ἐνῷ ταῦτα, Κύριοι, διεσαλπίζοντο καὶ πανηγυρικῶς ἐτελοῦντο, καὶ διὰ πάντων τῶν φύλλων τῆς πρωτευούσης ἐδημοσιεύοντο καὶ ἀπεκρυσταλλοῦντο, ἠκούομεν προχθὲς τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, βεβαιοῦντος μετὰ στόμφου πάντοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἄ! αὕτη οὐδένα ὅρον ἔθηκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὑτοῦ! Τὸ θέαμα, Κύριοι, εἶναι ἀληθῶς πρωτότυπον! Τὸ θέαμα ἀληθῶς, ἐνῷ δύναται νὰ προκαλέσῃ τὰ δάκρυα τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος, δύναται συγχρόνως νὰ προκαλέσῃ καὶ τὸν γέλωτα αὐτῆς. Εἶναί τι, ὡς λέγουσιν οἱ φιλόλογοι, ὀξύμωρον ἐν τῇ πολιτικῇ, εἶναι φαινόμενον κοινοβουλευτικὸν τὸ ἤδη ἀπὸ τῆς 11 Νοεμβρίου ἐνώπιον ἡμῶν ἐκτυλισσόμενον. Ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐγένετο καὶ διαδραματίζεται, εἶναι τὸ σκανδαλωδέστατον τῶν ἁπανταχοῦ γῆς κοινοβουλευτικῶν θεαμάτων, ἐνῷ ἰδίᾳ, Κύριοι, ἐστὶν ἡ περίληψις τῆς δράσεως, τῆς διὰ τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, ἐπὶ ἑπτὰ καὶ τριάκοντα ἔτη, ἐφ’ ᾗ εὐθύνονται βεβαίως οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοί. Εἶναι σταθμὸς τῆς ἱστορίας τῆς κοινοβουλευτικῆς, πρὸ τοῦ ὁποίου θέλει σταματήσει ἡ γραφὶς τοῦ μέλλοντος νὰ συντάξῃ αὐτὴν, ἀφ’ ἧς ἐξεθρονίσθη τῆς Ἑλλάδος ὁ πρῶτος ἐκεῖνος Βασιλεὺς, ὁ Ὄθων. Εἶναι σταθμὸς τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας τῆς χώρας ἡμῶν, ἀφοῦ ἀντιμέτωπος θέλει ἐξετασθῆ ἡ συνταγματικὴ ἱστορία τῆς προηγουμένης Μοναρχίας. Καὶ ἡ γραφὶς τοῦ μεγάλου ἱστορικοῦ, ὅστις ποτὲ θέλει συντάξει τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ἀφ’ ἧς βασιλεύεται, ὁ κάλαμος ἐκείνου τοῦ καλλιτέχνου θέλει σταθῆ ἐπὶ πολὺ, ἵνα συγκρίνῃ τὴν τότε ἐπὶ τῆς ἐκθρονισθείσης Μοναρχίας κοινοβουλευτικὴν κατάστασιν πρὸς τὴν σήμερον ἐξελισσομένην. Ὤ! θέλει εὕρει, ὅτι τὸ Στέμμα ἐκεῖνο, τὸ εὐγενὲς, ὅπερ, μετὰ τριάκοντα ἐτῶν βασιλείαν, ἐξεδιώκετο λὰξ καὶ πὺξ ἐκ τῆς χώρας ταύτης, ἣν ἠγάπησε καὶ ἐλάτρευεν, ἵνα ἀποθάνῃ μακρὰν αὐτῆς ἐν μαύρῃ πικρίᾳ, θέλει, λέγω, σταματήσει ἡ γραφὶς τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ἵνα σκεφθῇ καὶ κρίνῃ, ἂν ἐπὶ τῆς Μοναρχίας ἐκείνης, ἣν τὸ ἔθνος, ἀγανακτῆσαν ἐπὶ τέλους, κατέλυσεν, ἐξετελέσθησάν ποτε τηλικαῦτα τερατώδη ἀνοσιουργήματα ἐναντίον τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τῆς χώρας, οἷα σήμερον τελεσιουργοῦνται διὰ τῶν ὑπευθύνων τούτων Κυβερνήσεων! Ἂν δὲν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας μου, ἀνέγνων ὅμως τὴν ἱστορίαν τὴν κοινοβουλευτικὴν τῆς πατρίδος ἡμῶν, καὶ πραξικόπημα κατὰ τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν δύναμαι νὰ εὕρω μεῖζον καὶ ἐπικινδυνωδέστερον τοῦ πρό τινος συντελεσθέντος. Καὶ ὅμως ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος, ὅστις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, εἶχε μεγάλας ἀρετὰς, ἀλλὰ καὶ μεγίστας κακίας, ἐξεβλήθη τῆς χώρας ταύτης, καὶ ἀπέθανεν ἐν τῇ γῇ τῶν πατέρων αὑτοῦ, ξένος ἴσως πλέον ἐκεῖ, χαρακτηρισθεὶς καὶ ὡς τύραννος! Καὶ θούρια ᾄσματα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡμεῖς οἱ μαθηταὶ τῶν Γυμνασίων ἐψάλλομεν ἐπὶ τῇ ἐξώσει τοῦ τυράννου! Καὶ δὲν εὑρέθη ἀκόμη σπιθαμὴ γῆς ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἵνα μετακομισθῶσι καὶ ταφῶσιν ἐδῶ τὰ ὀστᾶ ἐκείνου, τοὐλάχιστον ἡ καρδία, ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἣν ἠγάπησε πλειότερον τῆς πατρίδος αὑτοῦ ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος Μονάρχης. Τί λέγουσιν οἱ ἐπιζῶντες πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ πῶς κρίνουσι τὴν δικαιοσύνην τοῦ ἔθνους, ὅταν ἐκεῖνο μὲν τὸ Στέμμα ἐχαρακτήρισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὡς τυραννόφρον καὶ ἀπολυταρχικόν, μετὰ τούτων δὲ τῶν ὑπευθύνων Συμβούλων τοῦ Στέμματος προσπαθῇ νὰ συζήσῃ ἴσως ἡ εὐγενὴς καὶ ἐκ τῶν κόλπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἄλλοτε ὁμολογουμένως ἐξελθοῦσα πλειονοψηφία; Ἔχετε ἡ πλειονοψηφία ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ὅμιλον τῶν ἀδελφῶν καὶ συμπεθέρων τούτων; (ἱλαρότης). Ὑμεῖς, ἡ πλειονοψηφία, λέγετε, ὅτι ἔχετε ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτούς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἵνα μοὶ ἀπαντήσῃ: «Ἔχετε ὑμεῖς ἐμπιστοσύνην, κύριοι Ὑπουργοὶ, εἰς ἐκείνους τοὺς Κυρίους;» (δεικνύει τὴν δεξιάν). Καὶ ἂν κύριον, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Καλαβρύτων καὶ Πρωθυπουργέ, ἐγερθῇ τὸ ὑψηλὸν ἀνάστημα τοῦ κυρίου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, τὸ περικυκλούμενον ὑπὸ τηλικαύτης πλειονοψηφίας, καὶ εἴπῃ πρὸς ὑμᾶς: «Ἀφοῦ ἡμεῖς ἔχομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς σέ, μετάδος τὴν ἐμπιστοσύνην σου καὶ σὺ εἰς ἡμᾶς, καὶ παραχώρησον ἡμῖν, παρακαλοῦμεν, ἐπί τινας τοὐλάχιστον ἑβδομάδας, τὴν Κυβέρνησιν», ἐγέρθητι, κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ εἰπὲ εἰλικρινῶς, ἂν δὲν θέλῃς πάλιν μετὰ τῶν ἀδελφῶν καὶ συμπεθέρων τραπῆ πρὸς τὸ ὄρος (δεικνύει τὴν ἄνω ἀριστεράν). (Ἱλαρότης). Εἶναι, λοιπὸν, Κύριοι, συνταγματικὴ κωμῳδία ἡ παιζομένη ἐπὶ τοσαύτας ἤδη ἑβδομάδας ἔν τε τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους ὅλου. Εἶναι κωμῳδία, ἀξία τῆς χώρας ἐκείνης, ἧς τοὺς Πρωθυπουργοὺς καὶ τοὺς κυβερνήτας διορίζουσι τὰ παρασκήνια τοῦ Γιλδίζ. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶναι Κυβέρνησις οὐχὶ κοινοβουλευτικὴ, οὐχὶ ἀπορρέουσα ἐκ τῆς γνώμης τοῦ ἔθνους. Εἶχε μάλιστα τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους ἐναντίον αὐτῆς κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1899 ἔτους. Εἶναι Κυβέρνησις μὴ ἀπολαύουσα ἀληθῶς καὶ τιμίως τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἐξεμισθώθησαν ἀντὶ τῶν ὑπουργικῶν χαρτοφυλακίων ἀγαθοί τινες κατὰ τὰ ἄλλα ἄνδρες καὶ συνάδελφοι, ἵνα ἀποτελέσωσιν ὅμιλον, ὅμιλον ἐμπαίζοντα καὶ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν χώραν...
§239Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα σας.
§240Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§241Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἰδική μου ὅμως ἰδέα εἶναι διάφορος.
§242Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε σεῖς ἰδέας; (θόρυβος).
§243Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ὑπῆρχε τότε ζήτημα.
§244Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νομίζετε, ὅτι ὁμιλεῖτε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς σας, διὰ νὰ τοὺς παρασύρητε;
§245Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ ἔλεγον, ὅτι ἡ τοιαύτη τῆς Κυβερνήσεως παράστασις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι ἡ περίληψις τῆς δράσεως τῆς ἐπὶ ἔτη ἑπτὰ καὶ τριάκοντα τοῦ Στέμματος, τῆς δράσεως τοῦ Στέμματος, ἐνασκουμένης βεβαίως πάντοτε κατὰ τὰ συνταγματικὰ νόμιμα διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν ἀπέστη τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αὐτὸς συνεβούλευσε τὴν Α. Μεγαλειότητα νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, ἐὰν ἐδέχθη, ἡγούμενος αὐτὸς τηλικαύτης καὶ τοιαύτης πλειονοψηφίας, νὰ ὑποκατασταθῇ εἰς τὴν θέσιν ἐφέδρου Πρωθυπουργοῦ, παρακοιμωμένου Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἦσαν οἱ παρακοιμώμενοι τῶν Βυζαντινῶν ἡμῶν Αὐτοκρατόρων (ἱλαρότης), ἐὰν, λέγω, ταῦτα ἔπραξεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ὡς ἰσχυρίζεται, ἕνεκα τῆς ὀχλαγωγίας, ὡς ὠνόμασε τὰ γενόμενα, τῆς λαβούσης χώραν κατὰ τὴν 8 Νοεμβρίου, ἤδη, ὅτε αἱ ὀχλαγωγίαι ἔπαυσαν, διατὶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν προσκαλεῖτε τὸν συνάδελφον ὑμῶν, καὶ χάριν τέλος πάντων δικαιοσύνης, πρὸς ὃν μάλιστα καὶ δὲν διαφωνεῖτε, ὡς ἐβεβαιώσατε, ν’ ἀναλάβῃ πάλιν τὴν πρωθυπουργίαν; Δὲν θέλετε ζημιωθῇ τίποτε. Ἀφ’ ἑνὸς αἱ ἰδέαι ὑμῶν κοιναί. Ἰδέα λοιπὸν ζημία οὐδεμία. Ἀφ’ ἑτέρου λέγετε, ὅτι δὲν ἤλθετε χάριν τῆς συναλλαγῆς. Ἄλλως καὶ οἱ Κύριοι ἐβεβαίωσαν, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν λαβόντων τὰ δῶρα τῆς πλειονοψηφίας θέλει μετακινηθῆ. Ἐὰν ταῦτα ὦσιν ἀληθῆ, ἐὰν αἰτία τῆς ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς ἀρχῆς ὑπῆρξαν αἱ ὀχλαγωγίαι, διατὶ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δεικνύεσθε ἐπίσης τζέντλεμαν πρὸς τὸν κ. πρώην Πρωθυπουργὸν, ἵνα παραδώσητε τὰς ἕδρας ταύτας, ἃς μάλιστα ἐφροντίσατε καὶ τοσοῦτον καταφανεῖς νὰ καταστήσητε ἐν τῇ αἰθούσῃ; Δοκιμάσατε, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, ἂν τολμᾶτε, νὰ κάμητε ἓν βιζαβὶ πρὸς τὸν κύριον ἐκ Καλαβρύτων Πρωθυπουργὸν, ἵν’ ἀλλάξητε, ὅπως εἰς τὴν κόντρ–ντὰς, τὴν ἐξουσίαν. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ὑμῖν, ὅτι ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων τότε μόνον Βουλευτὴς, σύνοφρυς καὶ κεκυφὼς, καὶ ἀκολουθούμενος πιστῶς καὶ κατὰ πόδας ὑπὸ τῶν κυρίων ἀδελφῶν καὶ συμπενθέρων, θέλει ἀμέσως τραπῆ τὴν πρὸς τὰ ἐδώλια ἡμῶν ἄγουσαν. Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀμοιβαία ἐμπιστοσύνη ὑμῶν, αὐτή ἐστὶν ἡ ἀληθὴς ἐξέτασις τῆς κοινοβουλευτικῆς ὑμῶν ὑποστάσεως· εἶναι ψευδὴς καὶ ἀντισυνταγματικὴ ὑπόστασις, εἶναι μὴ οὖσα καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴ, καὶ πρέπει τις νὰ ἔχῃ πεφραγμένα διὰ τῶν δύο χειρῶν τὰ ὦτα, καὶ κεκλεισμένους σφιγκτῶς τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἵνα μὴ ἀντιλαμβάνηται, ὅτι αὐτή ἐστὶν ἡ ἀληθὴς θέσις τῶν πραγμάτων, αὐτά εἰσι τὰ ἀληθῶς κατὰ τὰς ἀπαισίας ἐκείνας ἡμέρας σκευωρηθέντα καὶ φιλοτεχνηθέντα. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ ὀχλαγωγίαι δὲν πρέπῃ νὰ καταρρίπτωσι τὰς Κυβερνήσεις, διατὶ ὑμεῖς παρητήθητε; Ἵνα μὴ συμβῶσι καὶ ἄλλοι φόνοι, ὡς ἐλέγετε! Ἀλλὰ διατὶ σήμερον πλέον δὲν περιβάλλεσθε πάλιν τὴν τήβεννον τὴν πρωθυπουργικὴν, ἀλλ’ ἐδανείσατε αὐτὴν τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, δι’ ὃν, λόγῳ τῆς διαφορᾶς τοῦ ἀναστήματος, εἶναι πολὺ μεγάλη; Ἠπόρει ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ δὲν ἐδύνατο νὰ διακρίνῃ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ζητήματος, διότι ἔλεγεν: «Ἀφοῦ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἔχει μεταδώσει τὴν ἐμπιστοσύνην Αὑτοῦ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει μεταδώσει τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, τίνες ἄρα ἄλλοι ὅροι ἀπαιτοῦνται, ἵνα ὑφίσταται Κυβέρνησις κοινοβουλευτική;» Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκ τοῦ δευτέρου ἐπιχειρήματος ἀρχόμενος, λέγω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία πολὺ ἀδικεῖ ἑαυτὴν, λέγουσα καὶ μὴ πιστεύουσα, ὅτι μετέδωκε τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Δὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη τῆς πτέρυγος ὑμῶν πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Ἠθέλομεν ἀδικήσει ὑμᾶς, ἐὰν ἐφαινόμεθα παραδεχόμενοι καὶ πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὑμεῖς ἐμπιστεύεσθε τοὺς Κυρίους αὐτοὺς, ἵνα κυβερνήσωσι συνταγματικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς τὴν χώραν, τοὺς Κυρίους αὐτοὺς, οὓς δι’ εὐγλώττων ἀγορεύσεων καὶ πολυσελίδων ἐκθέσεων παριστᾶτε οὐ πρὸ πολλοῦ ὡς αὐτουργοὺς ἐπονειδίστου συναλλαγῆς κατὰ τὰς ἐκλογάς. Δὲν ἔχει λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία ὑμῶν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Ἀλλ’ εὑρίσκεσθε ἐν καταστάσει ἀνάγκης, πιστεύετε δὲ, ὅτι ὠφελεῖσθε ἐκ τῆς διατηρήσεως τῆς παρούσης Βουλῆς. Δὲν ἔχετε ἄρα ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ νομίζετε, ἴσως καὶ δικαίως, ὅτι πρέπει νὰ φοβῆσθε τὴν διάλυσιν, εὑρίσκεσθε ὑπὸ ψυχολογικὴν βίαν, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς βίας ταύτης, ἧς ἕνεκα δὲν τολμᾶτε νὰ ἐμφανισθῆτε πρὸ τῶν ἐκλογέων, εἶναι ἡ πρόσκλησις εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν παρόντων Ὑπουργῶν. Ἀδικεῖτε μάλιστα καὶ τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, πιστεύοντες, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τοὺς παρόντας Ὑπουργούς. Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς Ὑπουργοὺς γεννηθέντας ἐκ τῆς μειονοψηφίας τῆς μειονοψηφίας. Οὔτε ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς Κυβέρνησιν τοιαύτην, ἥτις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὤφειλε νὰ προσφύγῃ εἰς τὰς ἐκλογάς. Αὐτή ἐστὶν ἡ ἀληθὴς θεωρία καὶ ἡ ἀληθὴς διάληψις τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, καθ’ ἣν «ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς». Βεβαίως τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς ἔστιν ὕψιστον καὶ ἀναφαίρετον· ἀλλὰ παρὰ τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο ἵσταται καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἔθνους, τὸ διὰ τῆς Βουλῆς, τοῦ ὑποστηρίζειν ἢ μὴ ὑποστηρίζειν τοὺς ὑπευθύνους Συμβούλους τοῦ Στέμματος. Τὸ δικαίωμα μάλιστα τοῦτο, ἡ προνομία αὕτη τοῦ ἔθνους, ἡ διὰ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς σήμερον κρατούσας ἰδέας καὶ ἐν πράγματι, ἐστὶν ἰσχυροτέρα τῆς βασιλικῆς προνομίας τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς. Διότι ἐπὶ τέλους ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀποπέμπῃ ἑκάστοτε τοὺς μὴ ἀρέσκοντας αὐτῇ Ὑπουργούς. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀληθὴς καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ ὑπόστασις τῆς συνταγματικῆς διατάξεως περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Βασιλέως τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς. Ἡ θεωρία δὲ αὕτη δὲν προστατεύει μόνον τῆν ἐλευθερίαν τῶν λαῶν· εἶναι θεωρία, ἐξ ἴσου ἀσφαλίζουσα τὴν ὕπαρξιν τῶν Στεμμάτων καὶ τὴν ἀγάπην τῶν Βασιλέων ὑπὸ τῶν λαῶν. Εἶναι, Κύριοι, ὡς λέγουσι, μηχανισμὸς σοφὸς ὁ βασιζόμενος ἐπὶ τῶν δύο τούτων μεγάλων ἐξουσιῶν, ἐπὶ τῶν δύο τούτων μεγάλων δυνάμεων, λαοῦ καὶ Βασιλείας. Καὶ ὑπὸ τὴν θεωρίαν ταύτην, οὑτωσεὶ ἔχουσαν καὶ οὑτωσεί ἐφαρμοζομένην, διατηροῦνται ἀλώβητα καὶ ἱερὰ καὶ ἀκέραια τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ διατηροῦνται ἱερὰ καὶ ἀλώβητα καὶ ἀκέραια καὶ ἀπαράγραπτα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Καὶ εὐθὺς ὡς θελήσητε ἐλάσσονα, ἢ μείζονα δύναμιν νὰ προσδώσητε εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, οἱ Θρόνοι ἐν Κράτει Συνταγματικῷ ἴσως ἀδικοῦνται· ἀλλὰ καὶ εὐθὺς ὡς θελήσητε ν’ ἀπονείμητε μείζονα δύναμιν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος ἐκείνης, ἣν ἔχει, οἱ Θρόνοι συντρίβονται. Καὶ μάρτυς ἡ ἱστορία τῶν τελευταίων χρόνων οὐ μόνον ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Δυναστείας τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος Ὄθωνος. Καὶ ἐκεῖνος διὰ τῶν ὑπευθύνων Συμβούλων αὑτοῦ ἠθέλησε νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ Σύνταγμα ὅπως ἡ πλειονοψηφία σήμερον ἑρμηνεύει αὐτό. Ἀλλ’ ἐξαίφνης, πρωΐαν τινὰ ἐγερθείς, εὑρέθη μακρὰν τῆς τόσον παρ’ αὐτοῦ φιληθείσης χώρας, καὶ δὲν εὑρέθη οὔτε μία φωνή, ἵνα ἀμυνθῇ ὑπὲρ τοῦ φιλοπάτριδος ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ ἀντισυνταγματικωτάτου Βασιλέως, καὶ δὲν εὑρέθη οὔτε μία λόγχη νὰ ὑπερασπίσῃ αὐτόν. Εἷς μόνον ἀτυχὴς ἀξιωματικὸς ἐφονεύθη περί τινα ἀποβάθραν τοῦ Πειραιῶς, τολμήσας ν’ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως κατὰ τοῦ ἐπαναστατήσαντος λαοῦ. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔσπευδον, ἀσπαζόμενοι τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ πρῶτοι μεταξὺ πάντων οἱ εὐνοούμενοι καὶ οἱ αὐλικοί. Ἀπεμονώθη ὁ ἀτυχὴς Μονάρχης ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς, καὶ ἐγκατελίμπανε τὸ πολεμικὸν πλοῖον τῆς πατρίδος αὑτοῦ καὶ ἡμῶν, ἵνα ἐπιβιβασθῇ εἰς πλοῖον Δυνάμεως ξένης, ξένος πλέον καὶ αὐτός! Ἐνθυμοῦμαι γέροντά τινα συγγενῆ μου, ἐπισκεφθέντα μετά τινα ἔτη τὸν ἀτυχῆ φουστανελλοφόρον ἀκόμη Ἡγεμόνα εἰς τὴν Βαυαρίαν, πρὸς ὃν ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς εἶπεν: «Οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν μου μοὶ εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι οὕτως ἐπεθύμει νὰ κυβερνᾶται ὁ Ἑλληνικὸς λαός.» Καὶ ὅμως, Κύριοι, τὰ παθήματα τῶν Βασιλέων ποτὲ δὲν ἐχρησίμευσαν ὡς διδάγματα οὔτε εἰς τοὺς Βασιλεῖς, οὔτε εἰς τοὺς κυβερνήτας τῶν λαῶν. Παρήλθον, Κύριοι, εὐτυχῶς ἀνεπιστρεπτὶ, αἱ ἐποχαὶ ἐκεῖναι, καθ’ ἃς ἴσχυον τὰ δόγματα τοῦ «ἐλέῳ Θεοῦ» Βασιλέως τῆς χώρας. Παρήλθον οἱ βάρβαροι καιροὶ, καθ’ οὓς οἱ λαοὶ ἐθεωροῦντο κτήματα τῶν Ἡγεμόνων. Παρήλθον οἱ ὀπισθοδρομικοὶ καιροὶ, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοὺς φιλελευθέρους καὶ μεγαλοπράγμονας λαοὺς, τῶν Συνταγματικῶν Μοναρχιῶν, καὶ εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ σταματήσωμεν τὴν φορὰν τῶν λαῶν, ὅπως καὶ τῶν μεγαλοπρεπῶν ποταμῶν. Εἶναι ἀδύνατον τὸν Κοινοβουλευτισμὸν ν’ ἀντικαταστήσωμεν διὰ τῆς Συνταγματικῆς Μοναρχίας πάλιν. Ἐνθυμήθητε τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, ἀναλαμβάνων ποτὲ τὴν προεδρίαν τῆς Βουλῆς, ἔλεγεν: «Ἡ Ἑλλὰς ἐπιθυμεῖ νὰ κυβερνᾶται καὶ θέλει κυβερνᾶσθαι κοινοβουλευτικῶς». Ἔλεγε τότε ἀλήθειαν καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι, εἰλικρινῶς καὶ ἀφωσιωμένως ἐμπνευσμένος, ἀνήκων εἰς μέγα κόμμα πολιτικὸν τοῦ τόπου, δὲν εἶχε τὸν μὲν τῶν ὀφθαλμῶν ἐστραμμένον πρὸς τὰ ἐκεῖ, τὸν δ’ ἕτερον πρὸς τὰ ἐνταῦθα, ὡς παραβλώψ. Ἦτο πιστὸν τέκνον τοῦ κόμματος, ἀπήλαυε πάσης τιμῆς παρὰ τοῦ Ἡγέτου τοῦ κόμματος καὶ παρὰ τοῦ κόμματος αὐτοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ἐξήνεγκε τὰς ἁγίας ἀληθῶς ἐκείνας λέξεις ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ φιλαρχία, οὐχὶ τὸ εὐγενὲς πάθος τῆς ἐννόμου φιλοδοξίας, πολλάκις τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας οἰστρηλατήσασα, ἠνάγκασε νὰ ἐξέλθωσι τῆς μεγάλης, τῆς εὐρείας, τῆς ἀκινδύνου καὶ ἐθνικῆς ὁδοῦ, καὶ νὰ προσπαθῶσι διὰ τῶν ἀτραπῶν, τῶν σκοτίων καὶ ἐπικινδύνων καὶ ἀποκρύφων, νὰ φθάσωσι καὶ καταλάβωσι τὴν ὡραίαν κορυφὴν τῆς Πολιτείας, τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, αἰτία τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὑπῆρξαν αἱ ὀχλαγωγίαι, ὡς ὠνόμασε τὰ γενόμενα ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, διατὶ δὲν κατεστέλλετε αὐτάς; Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς σοβαρὸν κυβερνήτην νὰ ἐνασκῇ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τοῦ κυβερνᾷν τὴν χώραν, ἐφ’ ὅσον οἱ ὀχλαγωγοὶ ἐπιτρέπουσι. Δὲν εἶναι ἄρνησις τάχα τοῦτο πάσης ἰδέας Κυβερνήσεως; Δὲν εἶναι ἄρνησις τῆς ἱκανότητος ὑμῶν, ὡς πολιτικῶν ἀνδρῶν τοῦ τόπου, δημιουργημάτων τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου; Δὲν ἐνόησεν ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἂν ἀπέστη τῆς ἀρχῆς ἕνεκα ὀχλαγωγίας, ὡς λέγει, καθιέρωσε κακὸν προηγούμενον τῇ δυσμοίρῳ ταύτῃ χώρᾳ; Ἂς λέγῃ ὅμως ὅσα θέλει. Ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ἐστὶν εὐγλωττοτέρα πάντοτε τῶν τε λόγων καὶ τῆς περιβολῆς αὐτῶν. Ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ἄρα εἶναι, ὅτι ἀπέστη τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶδε σαλευόμενον τὸ ἔδαφος ἐπικινδύνως ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων εἶναι, ὅτι ὡς ἀφορμῆς ἁπλῶς ἐπελάβετο ἀτόπων ἴσως τινῶν σκηνῶν, γενομένων πρὸ τοῦ οἴκου αὐτοῦ, ἵνα μὴ δηλώσῃ τὴν ἀληθῆ αἰτίαν τῆς παραιτήσεως, ἥτις ἦν ἡ ἐξέγερσις τοῦ ἔθνους ὅλου, καὶ οὐχὶ μόνου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ ἐλευθέρου. Διότι ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καὶ ἀπὸ τῶν Πατριαρχείων τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας, καὶ ἀπὸ πανταχοῦ, ἔνθα ὁμιλεῖται ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ πιστεύεται ὁ Χριστός, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς διαμαρτυρίαι καὶ ψηφίσματα καὶ συλλαλητήρια καὶ ἀναφοραὶ ἤρξαντο κατακλύζουσαι τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου. Καὶ ἔβλεπε λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι, ἂν δὲν ἔσπευδε νὰ καταθέσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἑκουσίως, ἤθελε δι’ ἄλλου τρόπου ἀναγκασθῆ νὰ παραιτηθῇ. Εἶχεν ἐξεγερθῆ ἄρα τὸ ἔθνος οὐ μόνον ἐκ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς καθολικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκλονίσθη ἡ δημοσία ἀσφάλεια, καὶ ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἵνα μὴ εἴπω ἐν κινδύνῳ, εὑρίσκεται καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα κυρίως ὁ ὕπαιθρος πληθυσμός. Ἐν τῇ Μακεδονίᾳ οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ δολοφονοῦνται ὑπὸ ἀτίμων συμμοριῶν Βουλγαρικῶν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κύπτει ὑπὸ τὸ βάρος ἐπαχθῶν φόρων καὶ ἀνίσου καὶ μὴ μεθοδικῆς φορολογίας, ἵνα αὐτοχειροτονῶνται στρατηγοὶ καὶ ναύαρχοι οἱ φυγάδες τοῦ πολέμου. Εἶχεν ἐξεγερθῆ τὸ ἔθνος, διότι οὐδεμίαν τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως εἶδε πληρουμένην, διότι εἶχε πιστεύσει, ὀρθῶς καὶ δικαίως, ὅτι πᾶν ζήτημα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔβλεπεν, οὕτως εἰπεῖν, μετὰ ἐπιδεικτικῆς ἀφελείας. Τί πρὸς αὐτὴν, ἂν ἔν τινι ξενοδοχείῳ γείτονος κωμοπόλεως, ἐν γεύματι δοθέντι παρὰ Ὑπουργοῦ πρὸς Βασιλόπαιδα, δὲν ἐλαμβάνετο ἡ προσήκουσα πρόνοια, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ σεμνὴ καὶ εὐπρόσωπος παράστασις τοῦ τε Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν συνδείπνων ἐν γένει; Τί πρὸς αὐτὴν, ἂν συντρώγῃ δημοσίᾳ μετὰ προσώπων, μετά τινων ἐκ τῶν ὁποίων μόλις ἐπιτρέπεται νὰ συντρώγῃ ἐν οἴκῳ ἰδιωτικῷ; Τί πρὸς αὐτὴν, ἂν ἐν τῷ ξενοδοχείῳ ἐκείνῳ, τῷ πολυανθρώπῳ καὶ διεθνεῖ, ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, κεκλημένοι ἐν τῷ ὑπουργικῷ αὐτῷ γεύματι, ὑφίσταντο προσωρινὴν ἐλάττωσιν τοῦ γοήτρου αὑτῶν, χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν αὐτοὶ ἔπταιον; Τί πρὸς αὐτοὺς (δεικνύει τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς), ἂν ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία καὶ ἡ στρατιωτικὴ τέλος πάντων ἀξιοπρέπεια κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχον ἐκλείψει; Τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν ἡ αἴγλη μέλους σεπτοῦ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας πρὸς στιγμὴν ἠμαυροῦτο; Τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν ὁ κ. Μουρούζης, ἀμυνόμενος, ὡς λέγουσιν, ἐξέφερεν ὕβρεις δεινὰς ἐναντίον μέλους σεπτοῦ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας; Τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο σπουδαῖον! Μὴ χάνεσθε! Ἔσπευδον εἰς τὰ τηλέφωνα τοῦ ξενοδοχείου, ἵνα εἰδοποιήσωσι τὸν Τύπον, Θεὸς φυλάξοι! μὴ γένηται γνωστὸν δημοσίᾳ, ὅ,τι ἐγένετο γνωστὸν εἰς πεντακοσίους ἐκεῖ συνδείπνους! Καὶ ἐφρόντιζον, προσπαθοῦντες νὰ κατευνάσωσι τὴν ὀργὴν μέλους εὐγενεστάτης Ἑλληνικῆς οἰκογενείας, νὰ λύσωσι τὰ ζητήματα διὰ συμβιβασμοῦ, οἱ ἀντισυναλλακτικοὶ, ζητήματα, ἅτινα ὤφειλε νὰ λύσῃ ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη τῆς χώρας. Τί πρὸς αὐτοὺς, ἐὰν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἐλάμβανον χώραν σκηναὶ μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν ἀπρεπεῖς καὶ σκανδαλώδεις, ἃς διεσάλπιζε τῇ ἑπομένῃ ὁ Τύπος; Τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, μετὰ ἑβδομήκοντα ἐτῶν δημόσιον βίον, ἠναγκάζετο νὰ φορέσῃ τοὺς πίλους καὶ νὰ ὑψώσῃ τὰς ῥάβδους κατὰ Ὑπουργοῦ; Καὶ τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν ὁ Ὑπουργὸς ὕψωνεν ἐπίσης κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου τὴν ῥάβδον; Τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν διὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐστέλλοντο εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν διαπρεπεῖς καὶ ἔντιμοι ἀξιωματικοὶ ἀδίκως, ἐνῷ ἄλλοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἱππεύσωσιν οὔτε ὄνους, διατηροῦνται ἀκόμη ἐν τῷ στρατεύματι; (γέλωτες).
§246ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Καὶ προβιβάζονται ἀκόμη!
§247Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν ἐξέθετον τὴν αἴγλην καὶ τὸ γόητρον τῆς Αὐτοῦ Βασιλικῆς Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου; Τί ἂν παρίστων ἡμῖν, ὅτι διὰ τῶν εἰσφορῶν δημοδιδασκάλων τινῶν καὶ τῶν μαθητῶν, δὲν γνωρίζω τίνος δημοτικοῦ σχολείου τίνος πολίχνης τῆς Θεσσαλίας, ἐβουλεύοντο νὰ ναυπηγήσωσι πολυδυνάμους στόλους; Τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν, ὁσάκις ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ἀπεδήμει, καὶ μετὰ ταῦτα ἐπανέκαμπτεν, ἐφρόντιζον νὰ βεβαιώσωσι ποτὲ μὲν, ὅτι θέλει φέρει ἡμῖν τοὺς ἀρχιστρατήγους ὅλων τῶν στρατιωτικῶν χωρῶν τῆς Εὐρώπης, ἵνα ὀργανώσωσι τὸν ἀδιακόπως ἀπὸ τοῦ 1864 ἔτους ὀργανούμενον στρατὸν, ποτὲ δὲ, ὅτι θέλει φέρει ἡμῖν ὁριστικῶς πλέον αὐτὴν τὴν φορὰν τὴν αἱματόφυρτον Κρήτην; Γελασθεὶς καὶ ἐγὼ ἐσχάτως, ἐξῆλθον εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου κατὰ τὴν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐπάνοδον τοῦ Ἄνακτος, ἵνα ἴδω ὄπισθεν τῆς Α. Μεγαλειότητος φερομένην τὴν Κρήτην, καὶ εἶδον ἐν ἁμάξαις τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου! (γέλωτες). Τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν, Κύριοι, ἐν Κρήτῃ, ἐκ τῆς Ἑλλάδος κατελθοῦσα, ἐγκατέστη κλίκα Αὐλικὴ, ἥτις, εὔχομαι νὰ μὴ ἀληθεύσωσιν αἱ προρρήσεις, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ἐξ ἐπιστολῶν, ἃς ἐκεῖθεν ἔχω, ὅτι θέλει προκαλέσει τὸν ἐμφύλιον ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ σπαραγμόν; Τί πρὸς αὐτοὺς, ἂν ἡ Αὐλὴ τῆς Κρήτης εἶναι ἄξιον ἀπόσπασμα τῆς Αὐλῆς τῶν Ἀθηνῶν; (Ψιθυρισμοί). Ναί! Καὶ εἶναι περιττὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ τσὶ–τσὶ–τσὶ νὰ ἀπαντᾶτε. Τολμήσατε νὰ ὁμιλήσητε. Εἶναι γνωστὰ τὰ τεκταινόμενα ἐν Κρήτῃ, ἐφ’ ὧν ὑμεῖς ὠφείλετε νὰ ἔχητε γνώμην. Εἶναι γνωστὸν, τίνες ἠγόρασαν ὄργανα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ τύπου διὰ χρημάτων πολλῶν, ἵνα παριστάνωσι καθ’ ἕκαστον ἔτος, ὀλίγῳ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἡμῶν, ὅτι ἡ Κρήτη θέλει ἑνωθῆ μετ’ οὐ πολὺ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀρκεῖ νὰ μὴ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος νὰ βωβαθῇ, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι πᾶσα ἄλλη ἐνέργεια ἐγίγνετο ἢ ἡ πρὸς ἄμεσον ἕνωσιν τῆς Κρήτης πρὸς τὴν Ἑλλάδα! (Ἐντύπωσις ζωηροτάτη). Ἀλλὰ θέλει ἔλθει βεβαίως ἡμέρα, καθ’ ἣν πάντα ταῦτα ἀποκαλυφθήσονται, καὶ τότε εἰς τὰ ψεύδη θέλει ἀπαντήσει ἡ ἐτυμηγορία τοῦ τε ἐλευθέρου καὶ τοῦ δούλου Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Δὲν παρῃτήθητε λοιπὸν, Κύριοι, ἕνεκα τῆς ὀχλαγωγίας, ἀλλὰ διότι, ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης, ἣν ἐγὼ ἀτέχνως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεζωγράφισα, ἠσθάνθητε ἡφαίστειον καῖον ὑπὸ τοὺς πόδας ὑμῶν. Οὔτε ἦτο ὀχλαγωγία τὸ λαβὸν χώραν. Θέλουσιν ἀπαντήσει οἱ ἐκλογεῖς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ὅταν τέλος πάντων ἐμφανισθῆτε πρὸ αὐτῶν. Καὶ δὲν γνωρίζω πολιτικὸν ἄνδρα τῆς Ἀττικῆς ἀναμιχθέντα εἰς τὰ τότε γενόμενα. Ἡ ἐξέγερσις ἦτο ἔμπνευσις τοῦ λαοῦ, ἦτο ἄμυνα αὐτοῦ, οὐχὶ μόνον ὑπὲρ τῆς Θρησκείας, — ἤθελεν εἶσθαι ἀτελὴς ἡ ἐξέγερσις — ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐθνισμοῦ αὐτοῦ! (Ἐπιδοκιμασίαι). Εἴδομεν, ὅτι ἐν μέσαις Ἀθήναις οἱ Ἱεράρχαι, καίτοι ἔπραξάν τι, δὲν εἶχον τὸ σθένος ὅμως νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τ’ ἀποφασισθέντα ἐμπράκτως καὶ ἀποτελεσματικῶς. Εἴδομεν, ὅτι οἱ Βασιλικοὶ Ἐπίτροποι παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ ἐφοβοῦντο μὴ προσκρούσωσιν εἰς τὰς κλίμακας τῶν Ἀνακτόρων! Εἶδεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι ἐναλλὰξ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔκυπτον τὴν κεφαλὴν, καὶ ἔφευγον ἀπέναντι ὑπερφιάλων ἀπαντήσεων, ἐμπνεομένων ἔστω ἐκ καλῆς πίστεως. Εἶδεν ὁ λαὸς, ὅτι ἐκινδύνευεν ἡμέραν τινὰ νὰ ἐξυπνήσῃ, καὶ νὰ εὑρεθῇ πρὸ Σχίσματος τῆς αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὰ Πατριαρχεῖα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῶν Ἱεροσολύμων, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντυχείας. Εἶδεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι τὸ Σχῖσμα τὸ ἐκκλησιαστικὸν, ὡς ἀποτέλεσμα ἄμεσον καὶ ἀκαριαῖον ἤθελε φέρει τὸ Σχῖσμα τὸ ἐθνικὸν, περὶ οὗ καὶ προέκειτο, ὅπερ δὲ καὶ ἐσκευωρεῖτο. Εἶδεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι, ὅ,τι ἐσεβάσθησαν οἱ πατέρες ἡμῶν, οἱ ἐν τῇ δουλείᾳ, ἐπὶ τετρακόσια ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1638, ἐπὶ τῆς Τουρκικῆς κατακτήσεως, ὑμεῖς ἦσθε ἕτοιμοι νὰ παρίδητε καὶ νὰ μυκτηρίσητε! Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια λοιπὸν τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τί λέγω τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Τοῦ ἔθνους τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἐλευθέρου καὶ δούλου. Καὶ μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 ἔτους, τὰ συντελεσθέντα ἄθλια γεγονότα, ἡ ἔνοχος ἀδράνεια τῶν ἔκτοτε κυβερνησάντων τὴν χώραν, ἡ πανηγυρικὴ ἔλλειψις παντὸς σχεδίου μεμελετημένου καὶ πάσης προνοίας ἀποτελεσματικῆς καὶ φιλοπάτριδος, ἡ ἀμέλεια ἡ πλήρης περὶ πάντα τὰ ἀφορῶντα τήν τε στρατιωτικὴν καὶ τὴν ναυτικὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου, ἡ ὀλιγωρία ἡ ἐξοργίζουσα τῶν κυβερνώντων πρὸς ἐξέγερσιν καὶ ἀνύψωσιν τέλος πάντων τοῦ ἴσως καταπεπτωκότος φρονήματος τοῦ ἔθνους, πάντα ταῦτα, λέγω, Κύριοι, εἶχον πείσει ἴσως καὶ τὴν ἔσω καὶ τὴν ἔξω Ἑλλάδα καὶ τοὺς φίλους τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτι τὸ ἔθνος τοῦτο ἴσως ἐγένετο ἔθνος ἐκφύλων, ὅτι τὸ ἔθνος τοῦτο ἦτο ἔθνος ἰδιωτῶν, καὶ οὐχὶ πολιτῶν πλέον. Πάντας εἶχε καταλάβει καὶ ναρκώσει ὁ ἀπελπισμὸς περὶ τοῦ μεγάλου μέλλοντος τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Καὶ ἂν οὐχὶ ἄλλο, Κύριοι, εἰς τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ εἰς τὸν λαὸν τῶν δύο τούτων πόλεων κυρίως, Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὀφείλομεν τὴν διάλυσιν τῶν ἀπαισίων τούτων πεποιθήσεων καὶ τὴν ἐξαφάνισιν αὐτῶν. Διότι ἡ ἐξέγερσις τῶν δύο τούτων πόλεων, ἡγουμένου τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ παρακολουθήσασα ἀγανάκτησις καὶ ἀναστάτωσις πολλῶν ἄλλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, καὶ τῆς ἔσω καὶ τῆς ἔξω, ὁ ἐνθουσιασμὸς ὑπὲρ τῆς μιᾶς καὶ ἀδιαιρέτου Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ὑπὲρ τῆς μιᾶς καὶ ἀδιαιρέτου Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, καὶ ὑπὲρ τῆς μιᾶς καὶ ἀδιαιρέτου ἐλευθέρας καὶ δούλης Πατρίδος, πάντα ταῦτα ἔπεισαν, ὅτι ἐσφαλμέναι ἦσαν αἱ ἀπαίσιαι ἐκεῖναι ἰδέαι, καθ’ ἃς ἔκφυλοι πλέον κατοικοῦσι τὴν ἀτυχῆ ταύτην χώραν. Καὶ ἂν οὐχὶ ἄλλο, ἡ ἐξέγερσις ἐκείνη τοῦ ἔθνους καὶ ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο τὸ πρῶτον μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον μέγα ἱστορικὸν γεγονὸς, τὸ τιμῶν τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν. Ἰδοὺ διατὶ κατεπέσατε, ἰδοὺ διατὶ παρῃτήθητε, ἰδοὺ διατὶ, φοβούμενοι νὰ προσέλθητε ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, εὕρετε τοὺς Κυρίους τούτους, τοὺς κατὰ τὰ ἄλλα ἀξιοτίμους ἄνδρας, καὶ ἐσχηματίσατε τὸν κυβερνητικὸν τοῦτον ὅμιλον, τὸν διακωμῳδοῦντα καὶ τὴν χώραν καὶ τὸ πολίτευμα ἡμῶν. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαρσέντης.
§249ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης εἶναι κατόπιν ἐγγεγραμμένος, καὶ ἀκολούθως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§251Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰργάσθη ἐπὶ ἀρκετὰς ὥρας. Ἡ Βουλὴ ἠκροάσθη τοσούτους ῥήτορας, καὶ εὑρίσκεται ἤδη ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τῶν ἀγορεύσεων αὐτῶν, ἀλλ’ εὑρίσκεται συγχρόνως καὶ κεκοπιακυῖα, καὶ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν ταύτην. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως;
§253ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§254Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὴν πρότασίν μου περὶ ἀναβολῆς τὴν ὑποστηρίζουσι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§255ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχωσί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀγορεύσωσιν αὔριον, ἡμεῖς εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναβολήν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν, αὔριον νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις.
§256ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον θὰ ἴδωμεν.
§257ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς σᾶς εἰδοποιοῦμεν, ὅτι αὔριον θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὴν περάτωσιν τῆς συζητήσεως.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 καὶ 40′ τῆς νυκτός).