1902.01.22
1,960 rows · 15,308 words · 98 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4
τῆς 22 Ἰανουαρίου 1902.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεόδωρος Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§2Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῶν οἰκείων τμημάτων τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν Κερκύρας καὶ Καρδίτσης.
§3Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Νὰ κάμωμεν τὰς ἐπιτροπὰς, καὶ ἔπειτα νὰ συζητήσωμεν.
§4Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν τμημάτων ἐπὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν Καρδίτσης καὶ Κερκύρας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπεβλήθησαν ἀκόμη.
§6ΘΕΟΔ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὰ γνωστὰ ὑμῖν γεγονότα, κύριοι Βουλευταὶ, ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ παραιτηθῇ, καίτοι τὴν δεδηλωμένην τῆς Βουλῆς ἔχουσαν ὑπὲρ ἑαυτῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν νῦν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἐσχημάτισεν ἐκ τῆς Βουλῆς. Τὰ γεγονότα ταῦτα, τόσον ἁπλᾶ καθ’ ἑαυτὰ, ἤγειραν τὴν συζήτησιν, ἣν ἠκούσατε. «Ποία ἡ ἀνάγκη, ἢ τίς ὁ κίνδυνος ὁ μέγας τῆς χώρας», ἐρωτᾷ ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Παπαγιαννακόπουλος, «ὅστις ἠνάγκασεν ὑμᾶς νὰ ὑποστηρίξητε τὴν Κυβέρνησιν ταύτην;» Οὐδεὶς κίνδυνος, κύριε Βουλευτὰ, οὐδεμία ἀνάγκη. Ἁπλῶς μόνον συνάντησις γνωμῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας τὰς κατεπειγούσας, ὅπως ψηφισθῶσι νομοσχέδια ὑπὲρ τῆς χώρας αὐτῆς, ἡ ἐξέτασις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ ἡ ἀποτροπὴ ἀπὸ τῆς χώρας τοῦ προώρου ἐκλογικοῦ σάλου. Βεβαίως ἡ χώρα θὰ ὑποστῇ τὸν ἐκλογικὸν σάλον, ἀλλὰ κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν τὸ Σύνταγμα τὴν καλεῖ. Ὅλοι δ’ ὑμεῖς, οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἡ καλλιτέρα ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι νὰ σεβώμεθα τὴν πλειονοψηφίαν καὶ νὰ φροντίζωμεν, ἵνα ἡ Βουλὴ διανύῃ τὸν κανονικὸν αὐτῆς χρόνον, διότι τοιουτοτρόπως μαρτυρεῖται ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Αἱ δὲ συχναὶ διαλύσεις καταδεικνύουσί τι τὸ ἔκτροπον καὶ τὸ νοσηρὸν ἐν τῷ πολιτεύματι. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μηδὲν ἀπέναντι ἐκείνου, ὃ ἠκούσαμεν, ὅτι σεῖς δηλ. ὅλοι δὲν εἶσθε πλέον ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε ἐκπροσωπεῖτε τὰς ἐπαρχίας σας, καὶ μένετε ἐνταῦθα πολὺ κακῶς. Διατί; Διότι μία ὀχλαγωγία σᾶς κατέλυσε. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ καθιερώσωμεν πρὸς ἐπίρρωσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ νέον παράγοντα αὐτοῦ, τὴν ὀχλαγωγίαν! Ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, ὅτι τοῦ λοιποῦ, ἐὰν αἱ θεωρίαι αὗται ἰσχύσωσι καὶ ὑψωθῶσιν εἰς δόγμα, ὅπως ὅλαι ἐκεῖναι, δι’ ἃς θὰ ὁμιλήσω μετ’ ὀλίγον, μία διαδήλωσις ἐν Ἀθήναις ἢ εἴς τινα ἐπαρχίαν θὰ ἀρκῇ διὰ νὰ λέγητε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν: «φύγετε! πηγαίνετε εἰς τὴν δουλειά σας! ὁ λαὸς σᾶς κατέλυσε!»
§7Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατί ἐφύγατε;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ὁ ἀγορεύων δὲν δέχεται διακοπάς.
§9Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω λεπτομερέστερον τὸν νέον παράγοντα, νὰ ἐξετάσω τὸ βάραθρον, εἰς ὃ ἀπροσέκτως ὠθοῦμεν καὶ πολίτευμα καὶ χώραν. Θέλω νὰ παρακαλέσω τοὺς ὑποστηρίζοντας τὰς τοιαύτας θεωρίας, νὰ λάβωσι τὸν κόπον νὰ ψυχολογήσωσιν ὀλίγον ἐπὶ τοῦ λαοῦ τοῦ κοπιῶντος καὶ ἐργαζομένου, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ἀργοῦ καὶ θεσιθήρα, διὰ νὰ ἴδωσιν, ὅτι σὺν τῇ ἀπογοητεύσει, τὴν ὁποίαν ἀπὸ πολλοῦ ἔχει αἰσθανθῆ διὰ τὸ πολίτευμα, αἰσθάνεται σήμερον καὶ τὸ δέος, τὸν φόβον.
§10ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διὰ τὴν καταδολίευσιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§12Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐκτὸς τῆς ἀπογοητεύσεως, αἰσθάνεται τὸν φόβον πρὸς πολίτευμα, τὸ ὁποῖον θάλπει καὶ ἐνισχύει τὴν ἀταξίαν...
§13ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πολίτευμα ἐνισχύει τὴν ἀταξίαν;
§14Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Χειριζόμενον καθ’ ὃν τρόπον χειρίζεται.
§15ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον χειρίζεται;
§16Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Ἠκούσατε τὴν ἐμπορικὴν τάξιν καὶ τὴν βιομηχανικὴν ὑπὸ ποίου δέους κατελήφθη, ὅτε ἠγγέλθη ἐν ταῖς ἐφημέρισι καὶ πανταχοῦ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐσκόπει νὰ καλέσῃ τὸν λαὸν εἰς βοήθειαν διὰ τοὺς εὐγενεῖς συνταγματικοὺς ἀγῶνάς της. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἀπογοήτευσιν, ἣν προεκαλέσαμεν ἡμεῖς, ἧς εἴμεθα ὑπαίτιοι. Ὅτι δὲ ὁ λαὸς καὶ οἱ πάντες ἔχουσιν ἀπογοητευθῆ, τὸ γνωρίζετε, καὶ εἶναι λυπηρόν, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ τὸ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Πρέπει ὅμως νὰ λεχθῇ μίαν φοράν. Ἀναγνώσατε τὰς ἐφημερίδας, προκειμένου περὶ τῆς Βουλῆς. Τί βλέπετε ἐν αὐταῖς; Σαρκασμοὺς, εἰρωνείας, ἐπιτιμήσεις, σήμερον εἰς τὴν μίαν, αὔριον εἰς τὴν ἄλλην, ἀδιακρίτως, ἐναντίον τῶν Βουλευτῶν. Ἠκούσατε ἐν τοῖς καφενείοις, ἐν τῇ ἀγορᾷ, πανταχοῦ, ἀνθρώπους συζητοῦντας; Ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ εἴμεθα οἱ δαίμονες τοῦ ὀλέθρου καὶ τῆς κακοδαιμονίας τῆς χώρας!...
§17ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν τὸ λέγει ὁ κόσμος.
§18Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δυστυχῶς ναί.
§19Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκεῖνοι, οἵτινες φέρουν σκέψεις τοιαύτας, εἶναι οἱ ὑπονομεύοντες τὸ Σύνταγμα, καὶ περὶ αὐτῶν θέλομεν ὁμιλήσει.
§20Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δύνασθε νὰ μὲ διαδεχθῆτε. Ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅπου τὰ πάθη, αἱ ἔριδες, τὰ μίση σιγῶσι, μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ μοὶ εἴπητε εἰλικρινῶς, τί ἀκούετε περὶ ἡμῶν; Εἶναι ἀπογοητευμένοι ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν χειριζόμεθα τὸ πολίτευμα, διότι πρέπει νὰ διαστείλωμεν τὸ πολίτευμα ἀπὸ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν χειριζόμεθα τοῦτο. Οὕτω δὲ τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν ἀντλεῖ πραγματικῶς τὴν ἰσχύν του ἐκεῖθεν, ὅθεν ὅλα τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα, δηλαδὴ ἐκ τοῦ λαοῦ. Διότι ἀπεγοητεύσαμεν τὸν λαόν, σήμερον δὲ ζητοῦμεν νὰ τοῦ ἐμπνεύσωμεν καὶ φόβον. Τὸ πολίτευμα, Κύριοι, θέλομεν ὑπηρέτην τῶν ὀρέξεών μας, τῶν ἰδιοτροπιῶν μας, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ τὸ γελωτοποιοῦμεν· διότι, παρακαλῶ, εἴπετέ μοι, ὁποίαν ἐντύπωσιν κάμνει εἰς τὸν λαὸν τὸ παιζόμενον ἐδῶ παιγνίδι; Ἐξαφανιζόμεθα καὶ ἀναφαινόμεθα, καὶ πάλιν ἐξαφανιζόμεθα, ὅπως καὶ πάλιν ἀναφανῶμεν. Ἂς μοὶ εἴπωσιν οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἐντολῆς, ἐὰν εἰς τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβον, ὑπάρχει καὶ τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ψυχαγωγίας...
§21ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαιότατα, ὅταν πρόκηται ν’ ἀποσοβήσωμεν κινδύνους.
§22Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Πέρυσιν ἐπρόκειτο ν’ ἀποσοβήσητε κινδύνους; προπέρυσι; πάντοτε; Ἐν τῷ πολιτεύματι ἔγκειται τοῦτο;
§23ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τότε ἐνθυμηθῆτε ὁποίας ὑπηρεσίας προσέφερεν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐλησμονήσατε τὰς περιστάσεις αὐτάς.
§24Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἠκολουθήσαμεν μέθοδον τοιαύτην.
§25Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐκτὸς ὅταν ἔγκηται εἰς τὸ κόμμα.
§26Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ποτέ! Εἶπον λοιπὸν, Κύριοι, ἐὰν εἰς τὴν ἐντολὴν, ἣν ἐλάβετε, συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς ψυχαγωγίας, τὸ ὁποῖον παίζετε ἐδῶ μέσα...
§27Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα ἀμύνης.
§28Θ. ΖΑΙΜΗΣ. .. εἶναι τοῦτο σεβασμὸς πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους καὶ τὴν πλειονοψηφίαν; Κατὰ περίεργον δὲ τρόπον τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑψώθη εἰς δόγμα, καὶ ἐπιτιμῶσιν ἐκείνους, καὶ ἄλλοτε καὶ χθὲς ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οἱ ὁποῖοι, καθήμενοι ἐκεῖ, δὲν ἀπεφάσισαν ποτὲ, καὶ λόγῳ καθήκοντος καὶ λόγῳ ἀξιοπρεπείας, νὰ γείνωσι συμπαίκτορες. Ἐθεωρήθησαν ἐκεῖνοι, καὶ ἐλέχθη περὶ αὐτῶν, ὅτι εἶναι μετημφιεσμένοι, διότι ἐξετέλουν τὴν ἐντολὴν αὑτῶν θρησκευτικῶς καὶ μετὰ σεβασμοῦ, καὶ δὲν ἠξίωσαν νὰ γείνωσι συμπαίκτορες πρὸς βλάβην τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς χώρας. Ναὶ, Κύριοι, πρὸς βλάβην τῆς χώρας, διότι, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὑποβοηθῇ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ ἔργα της, ἐξασθενεῖ αὐτὴν καὶ τὴν παραδίδει ἔρμαιον εἰς τὴν πίεσιν τῆς πλειονοψηφίας. Ποῦ δὲ τότε ἡ ἀναγκαία διὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἐγκράτεια; Οἴχεται εἰς βάρος τῆς διοικήσεως τῆς χώρας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι πταίομεν ἡμεῖς, καὶ ὅτι καλῶς θὰ πράξωμεν νὰ διορθώσωμεν τὰ ἡμαρτημένα, νὰ σεβασθῶμεν τοῦ λοιποῦ τὸ πολίτευμα καὶ ν’ ἀφήσωμεν νὰ λειτουργῇ, ὡς ὀφείλει νὰ λειτουργῇ. Μὴ ζητῶμεν δὲ, τὰ ἰδικά μας σφάλματα νὰ τὰ ῥίπτωμεν εἰς ἄλλους. Μὴ ζητῶμεν νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν δυσπιστίαν εἰς τὸν λαὸν κατὰ τοῦ Βασιλέως· διότι τοῦτο εἶναι ὀλέθριον, νὰ θέτητε ἀντιμέτωπον τὸν λαὸν κατὰ τοῦ Βασιλέως. Εὐτυχῶς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, δὲν περνοῦν αὐτά. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν τῇ νοημοσύνῃ του γνωρίζει τίνες οἱ αἴτιοι, καὶ ἐνθυμεῖσθε, τί εἶπεν εἰς τὸν Βασιλέα του, ὅταν οὗτος τὸν ἐπεσκέφθη. Δὲν ἀπέδειξε δυσπιστίαν πρὸς τὸν Ἄνακτα, ἀλλ’ εἶπε πρὸς αὐτὸν νὰ δράσῃ, κτυπῶν τὴν συναλλαγήν. Αὐτὴ εἶναι μομφὴ καθ’ ἡμῶν ἐδῶ μέσα...
§29Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ λέγετε σεῖς.
§30Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ ἐξετάζω, τί εἶπεν ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει νοημοσύνην. Εἰς τὸν Βασιλέα του ὁ λαὸς τότε, Κύριοι, ἠτένισε τὸν εὐλαβῆ τηρητὴν τοῦ Συντάγματος, τὸν ἔντιμον ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἐνόησε νὰ τηρήσῃ τὸν ὅρκον του. Ἐὰν δὲ συνέβη πολλάκις ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος νὰ οἰακοστροφήσῃ ἐπιτηδείως, συνταγματικῶς ὅμως πάντοτε, διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν χώραν ἀπὸ μεγάλων κακῶν, — καὶ γνωρίζετε τὰς περιστάσεις αὐτὰς, — τοῦτο δὲν σημαίνει, Κύριοι, ὅτι πρέπει ν’ ἀποσπασθῇ κραυγὴ ὀδύνης ἐξ ἡμῶν. Διότι διεσταυρώθησαν ἢ ἐματαιώθησαν τὰ φιλόδοξα ἡμῶν σχέδια, δὲν σημαίνει ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀσχάλλωμεν καὶ νὰ παραπονώμεθα, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας.
§31Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ποῖα φιλόδοξα σχέδια;
§32Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καλλίτερον νὰ μὴ σᾶς τὰ εἴπω.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§34Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μὴ μὲ βιάζετε νὰ τὸ εἴπω, διότι δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν. Ἄς παύσωμεν πλέον, Κύριοι, νὰ ἐξαποστέλλωμεν ἀνέμους δυσπιστίας κατὰ τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀνέμους ἐκ τῶν ὁποίων, ἂν εἶχε τὴν ἀνοησίαν ὁ λαὸς νὰ μᾶς πιστεύσῃ, θὰ εἶχε νὰ θερίσῃ δεινὰς τρικυμίας. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνστίκτως αἰσθάνεται, ὅτι Θρόνος καὶ Πατρὶς εἶναι τόσον ἀρρήκτως πλέον συνδεδεμένα, ὥστε εὐλαβεῖται καὶ σέβει καὶ ἀγαπᾷ ἐξ ἴσου καὶ τὰ δύο, εἰς ἡμᾶς δὲ, οἱ ὁποῖοι τῷ λέγομεν «οἱ θεσμοί σου κινδυνεύουν», μὲ τὸ γλυκὺ καὶ εἶρον αὐτοῦ μειδίαμα ἀπαντᾷ: «μὲ ἐπροκόψατε, καλοθεληταί μου!» (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§35Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυριακούλης Π. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.
§37ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Παρ’ ὅλην τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἠκούσατε, καὶ ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν γαλήνην ἐν τῇ διαταραχθείσῃ συνειδήσει τοῦ τόπου, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι ἀπό τινος χρόνου λαμβάνουσι παρ’ ἡμῖν χώραν γεγονότα τοσοῦτον παράδοξα καὶ τοσοῦτον ἔκτροπα, ὥστε ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐρευνήσωμεν, πρὸς τίνα σκοπὸν γίγνονται πάντα ταῦτα· ἀναγκαζόμεθα πρὸ πάντων νὰ ἐρωτήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ ἐρωτήσωμεν δὲ καὶ ὑμᾶς, ὑπάρχει τάχα παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὑπὸ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς λέξεως ταύτης; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ, τί ἐπὶ τέλους εἶναι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Διότι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι συνταγματικὰ καὶ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα εἶναι ἐκεῖνα, ἔνθα ἡ τελευταία λέξις, ἡ δεσπόζουσα δηλονότι γνώμη, ἀνήκει εἰς τὸν τόπον, μετὰ λύπης δὲ παρατηροῦμεν, ὅτι ἀπό τινος παρ’ ἡμῖν ἡ τελευταία λέξις ἀνήκει εἰς πάντα ἄλλον, ἐκτὸς τοῦ τόπου. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Παρατηροῦμεν δ’ ἐπὶ πλέον, ὅτι ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος συντελεῖται ἡ διακωμώδησις τῶν θεσμῶν, ὡς δὲ πολὺ ὀρθῶς παρετήρησάν τινες τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες χθὲς ὡμίλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πάντα ταῦτα ἐγένοντο εἰς βάρος τοῦ τόπου. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀπέτυχε κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, νομίζω, νὰ τὸ βεβαιώσωμεν ἡμεῖς. Τὸ βεβαιοῖ ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πάνδημος ἡ κοινὴ γνώμη. Τὸ βεβαιοῦσι καὶ αὐτὰ τὰ ὄργανα τοῦ Τύπου, τὰ ὁποῖα μέχρι τινὸς ἐφαίνοντο φίλα φρονοῦντα πρὸς τοὺς τότε κυβερνῶντας. Καὶ δὲν ἀπέτυχον μόνον διότι οὐδεμίαν τῶν ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας τοσοῦτον πομπωδῶς ἔδιδον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐτήρησαν· δὲν ἀπέτυχον μόνον διότι πάντες μονονουχὶ οἱ νόμοι ἔφερον τὸν τύπον καὶ τὸ σῆμα τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος, κατεδείχθησαν δὲ ὄχι μόνον ἐπιζήμιοι, ἀλλὰ καὶ ἀνεφάρμοστοι. Ἀπέτυχον κυρίως καὶ πρωτίστως, διότι δὲν διῴκησαν καλῶς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι πολὺς ἄλλοτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ νέων νόμων, περὶ νόμων μεταρρυθμιστικῶν, περὶ νόμων περιοριστικῶν τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλὰ κατὰ πόσον ἐπραγματοποιήθησαν αἱ πάνδημοι αὗται ἐπαγγελίαι, κατὰ πόσον μετερρυθμίσθησαν τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα, κατὰ πόσον περιωρίσθη ἡ συναλλαγή, ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνητε, θὰ κρίνῃ δὲ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν κληθῇ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τῆς πολιτείας τῶν τότε καὶ τῶν νῦν κυβερνώντων. Πολὺς ὡσαύτως ἐγένετο τότε λόγος καὶ περὶ ἀνεξαρτήτων, ὁ δὲ χορὸς τῶν περιφήμων τούτων ἀνεξαρτήτων κατέκλυσεν ὄχι μόνον τὰς πόλεις, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ χωρία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ὑπὸ τὸ εὐφρόσυνον δὲ τοῦτο προσωπεῖον καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συγχύσεως, ἣν φυσικῶς παρήγαγον αἱ μεγάλαι συμφοραὶ τοῦ πολέμου, ἐξελέγησαν οὐκ ὀλίγοι τοιοῦτοι. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἄνευ κομμάτων, καὶ ἂν ἡ ἀναίρεσις τῶν κομμάτων δὲν εἶναι ταυτοχρόνως ἀναίρεσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐρωτῶ μόνον ὑμᾶς, ποῦ εὑρίσκονται καὶ τί ἐγένοντο οἱ περίφημοι οὗτοι ἀνεξάρτητοι, οἵτινες ἐπρόκειτο ὁριστικῶς πλέον νὰ λυτρώσωσι τὸν τόπον ἀπὸ τῆς κακοδαιμονίας, ἥτις μαστίζει αὐτόν; Ποῦ εὑρίσκονται, δὲν γινώσκω. Ἕν μόνον γινώσκω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν κατάστασις οὐδόλως ἐβελτιώθη. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι μᾶς ἔφεραν καί τινας νόμους, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν μεταρρυθμιστικὴν αὑτῶν ὑπόστασιν. Ἀλλ’ εἶχον τάχα ἀνάγκην τοῦ νόμου περὶ Πρωτοδικείων, ὅπως βελτιωθῶσι τὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ μὴ παριστάμεθα θεαταὶ ἀσέμνων ἀπειλῶν περὶ ἐκτοπίσεως ἀνωτάτων λειτουργῶν τοῦ Κράτους τὴν παραμονὴν ἀκριβῶς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς; Εἶχον τάχα ἀνάγκην τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, νόμου σπατάλης καὶ νόμου πολυτελείας, ὅπως διοικήσωσι καλῶς; Εἶχον ἀνάγκην τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ὅπως πληρωθῶσι τὰ κενὰ τῆς ἀμύνης; ἢ μήπως τοῦτο ἐγένετο ὅπως ἐκτοπισθῇ ὁ ἄξων τῶν μετακινήσεων καὶ παροχῶν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὑπευθύνου, εἰς τὸ Γενικὸν Ἀρχηγεῖον, τὸ ἀνεύθυνον; Εἶχον τάχα ἀνάγκην τοῦ νόμου περὶ σιδηροδρόμου Λαρίσης, ὅπως διαιωνισθῇ διὰ τῆς σοφῆς ἐπινοήσεως τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νόμου ἡ κατασκευὴ τῆς σπουδαιοτέρας ἀρτηρίας τῆς διεθνοῦς ἡμῶν συγκοινωνίας; Εἶχον τέλος πάντων ἀνάγκην τοῦ νόμου περὶ Ἀστυνομίας καὶ Χωροφυλακῆς, ὅπως τὸ ἔρεισμα τῆς διοικήσεως, τὸ σπουδαιότερον δῶρον τοῦ Κράτους πρὸς τὸν πολίτην, ἀπέναντι τῶν μεγάλων αὐτοῦ θυσιῶν, ἡ δημοσία ἀσφάλεια, μὴ περιέλθῃ εἰς τὸ οἰκτρὸν καὶ ἐλεεινὸν τοῦτο σημεῖον, τὸ ὁποῖον εὐλόγως προκαλεῖ τὴν βδελυγμίαν τοῦ κοινοῦ; Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, ἐπιτραπείτω ἡμῖν νὰ ὑπομνήσωμεν ἐνταῦθα, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἐνομίσαμεν ἀναγκαίαν τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἐξουσίας ἀνεξαρτήτου καὶ ἀνευθύνου ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ἔνθα ὑπεύθυνοι δέον νὰ ὦσι μόνον οἱ ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς Ὑπουργοί· αὐτοὶ δὲ τότε ἔδιδον πολλάκις λόγον περὶ πράξεων, τὰς ὁποίας οὔτε εἶχον ἐκτελέσει, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἐγνώριζον. Διὰ νὰ ἐπανέλθῃ λοιπὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἡ πρωτοβουλία ἐκεῖ, ὅπου καὶ ἡ εὐθύνη, ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ ὄντως κατηργήθη. Διὰ τίνος δὲ ἀντικατεστάθη; Ἀντικατεστάθη, ὡς γνωστὸν, διὰ τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι πολλοὶ τότε καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τῷ Τύπῳ ἐξήνεγκον τὴν γνώμην καὶ τὸν φόβον, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς ἤθελε μοιραίως συνεπιφέρει καὶ τὸν θάνατον τοῦ ἀστυνομικοῦ θεσμοῦ. Καὶ ὅμως ὁ θεσμὸς δὲν κατέρρευσεν ἐν ταῖς χερσὶν ἡμῶν. Διατί; Τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ μεγάλου κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγέτης τυγχάνει ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῶν συναδέλφων ἡμῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἀδίκως, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, κατηγοροῦνται. Τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Οὐδεὶς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπέμενε τότε, ὅπως τοποθετηθῇ ὡρισμένον πρόσωπον ἐν ὡρισμένῃ θέσει. Καὶ ὁ θεσμὸς ἐσώθη. Καὶ ὁ θεσμὸς ἐξῆλθεν ἀλώβητος ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν. Δὲν ἐξῆλθεν ὅμως ἀλώβητος ἐκ τῶν χειρῶν τῶν διαφόρων καὶ ποικίλων Κυβερνήσεων, αἵτινες ὡς μόνον λόγον τῆς ὑπάρξεώς των ἰσχυρίζοντο ὅτι ἔχουσι τὸν ἀμείλικτον κατὰ τῆς συναλλαγῆς πόλεμον! Ἔκτοτε, εἶναι ἀληθὲς, ἐπεκράτησαν νέαι σκέψεις καὶ νέαι ἰδέαι. Ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅπως οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ κύριον αὐτῶν ἔργον, εἰς τὰς τάξεις δηλονότι τοῦ στρατοῦ, ἀσχολούμενοι ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἀσκήσεις αὐτοῦ. Μολονότι δὲ οὐδὲν ἐκ τούτων εἴδομεν ἀκόμη, εὐχόμεθα ὁλοψύχως, ἵνα αἱ σκέψεις αὗται τελεσφορήσωσι, καθόσον εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Ἠθέλησα μόνον διὰ τῆς παρεκβάσεως ταύτης νὰ παραστήσω εἰς ὑμᾶς, ὅτι οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουσιν οἱ πολλοὶ καὶ νέοι νόμοι, ἢ δὲν ἔχουσι τόσην σημασίαν, ὅσην ἔχει ἡ ἀκριβὴς καὶ εἰλικρινὴς ἐφαρμογὴ καὶ ἐκτέλεσις τῶν ὑφισταμένων νόμων, ὅσην σημασίαν πρὸ πάντων ἔχει ἡ ἀγαθὴ προαίρεσις τῶν Ὑπουργῶν. Τοιαύτην δ’ ἀγαθὴν προαίρεσιν ἐκ μέρους τῶν χθὲς καὶ τῶν σήμερον Ὑπουργῶν σχεδὸν οὐδαμοῦ βλέπομεν. Διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀριθμήσωμεν ἐνταῦθα τὰς ἀναριθμήτους ἀκολασίας τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, αἵτινες καθ’ ἑκάστην πληροῦσι τὰς στήλας πασῶν τῶν ἐφημερίδων; Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναφέρωμεν τὴν ληστείαν τῆς Λαρίσης, ἢ τὰ ἐπεισόδια τῆς Τριπόλεως καὶ τῆς Βλαχοκερασιᾶς, ἢ τὰς σκηνὰς τῆς Χαλκίδος, ἢ τὰ ἀνδραγαθήματα τοῦ Πανοπούλου; Τί πρῶτον καὶ τί ὕστερον ν’ ἀναφέρωμεν; Σειρὰ μακρὰ καὶ ἀτελεύτητος διοικητικῶν ὑπερβασιῶν κατεδείκνυεν, ὅτι οἱ χαλινοὶ εἶχον ἐκφύγει τῶν χειρῶν τῶν τότε κυβερνητῶν, καὶ ὅτι πλήρης ἀναρχία ἐπεκράτει τότε ἐν τῷ τόπῳ. Εἶναι τέλος πάντων ἀνάγκη ν’ ἀναφέρωμεν τὴν ἀκατονόμαστον ἀδιαφορίαν καὶ ἀπρονοησίαν τῶν ἀρχῶν ἐν τῷ ζητήματι τοῦ Εὐαγγελίου, ἥτις ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν βδελυρὰν αἱματοχυσίαν τῆς 8 Νοεμβρίου, καὶ ἐτερμάτισε τὸν ἁμαρτωλὸν βίον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης; Καὶ οὕτως ἔπεσεν, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς λαϊκῆς ὀργῆς, Κυβέρνησις, ἥτις, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Στέμματος, δὲν διηρμήνευε πλέον τὸ φρόνημα τοῦ τόπου. Καὶ ἦλθε Κυβέρνησις, ἥτις πολὺ ὀλιγώτερον διερμηνεύει τὸ φρόνημα τῆς χώρας. Ποῦ βλέπετε λοιπὸν τὴν κανονικὴν καὶ εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος ἐν πᾶσι τούτοις; Καὶ ἐὰν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν δὲν ἐκλήθη ἡ μείζων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει μερὶς, τοῦτο οὐδόλως ἐνοχλεῖ ἡμᾶς, καθόσον οὐδὲ πρὸς στιγμὴν ἐσκέφθημεν νὰ διαμφισβητήσωμεν εἰς τὸ Στέμμα τὸ ἀπόλυτον, ὅπερ ἔχει, δικαίωμα τοῦ παύειν καὶ διορίζειν τοὺς Ὑπουργούς. Οὐδὲ διενοήθημέν ποτε νὰ ἐλέγξωμεν τὸ Στέμμα, διότι ποιεῖται χρῆσιν τῶν λοιπῶν αὑτοῦ προνομιῶν. Παρὰ τῇ προνομίᾳ ὅμως τῆς διαλύσεως κεῖται καὶ ἡ προνομία τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ δὲ τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς φαίνεται ἐκ πρώτης ἀπόψεως μέτρον ἠπιώτερον τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, εἶναι ὅμως ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ καὶ βαρύτερον καὶ τραχύτερον τοῦ μέτρου τῆς διαλύσεως. Διότι διὰ τῆς διαλύσεως ὁ Βασιλεὺς ποιεῖται φιλόφρονα ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαόν, ὅπως φωτισθῇ περὶ τοῦ ἀληθοῦς αὐτοῦ φρονήματος· διὰ τῆς διακοπῆς ὅμως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅταν μάλιστα αὕτη γίνηται ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος καὶ ὅταν δὲν ἄγῃ εὐθὺς πρὸς τὰς κάλπας, δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ἀναστέλλεται ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Ἐν γένει δὲ πᾶσα πρᾶξις εἴτε τῆς βασιλικῆς, εἴτε τῆς νομοθετικῆς, εἴτε τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις σκοπὸν ἔχει τὴν ἀναστολὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐλέγχου, εὐλόγως δύναται νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι ἄγει πρὸς τὴν νοθείαν τοῦ πολιτεύματος. Τὴν νοθείαν δὲ ταύτην τοῦ πολιτεύματος θὰ ἠδυνάμεθα ἐπὶ τέλους νὰ παρίδωμεν, ἐὰν ἐβλέπομεν προκύπτουσαν ὠφέλειάν τινα, ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην. Ὅταν ὅμως βλέπωμεν τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα χειροτερεύοντα κατὰ πολύ, βαίνοντα δὲ κατὰ κρημνῶν, δικαιούμεθα, νομίζω, νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἀνησυχίαν ἡμῶν διὰ τὸν ἐκτροχιασμὸν τοῦτον τοῦ πολιτεύματος, κρούοντες ἐγκαίρως τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ἐγκαίρως δὲ καὶ τὸν κώδωνα τῶν εὐθυνῶν. Εἰκάζομεν, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοί, καὶ οἱ πρώην καὶ οἱ νῦν, θέλουσι δώσει λόγον τῶν πράξεών των. Ἀλλ’ εἴτε δώσωσι λόγον, εἴτε δὲν δώσωσι λόγον, ἡμεῖς φρονοῦμεν ἀδιστάκτως, ὅτι καιρὸς εἶναι πλέον νὰ λήξῃ ἡ ἐπώδυνος αὕτη περίοδος τοῦ ἀτελευτήτου μαρτυρολογίου, τὸ ὁποῖον ἀπό τινος χρόνου ὑφίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Λέγομεν δὲ ταῦτα, οὐχὶ διότι ζητοῦμεν τὴν ἐξουσίαν. Ζητοῦμεν ἁπλῶς τὴν νόμιμον ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ. Ζητοῦμεν τὴν ταχεῖαν καὶ πάνδημον αὐτοῦ ἐτυμηγορίαν, ἵνα ἴδωμεν, τέλος πάντων, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, ὅπως τοῦ λοιποῦ μὴ ταλαιπωρῆται καὶ μὴ ἐμπαίζηται λαὸς τὰ μάλα φιλόνομος καὶ ἄξιος βελτίονος τύχης. Ζητοῦμεν, ἑνὶ λόγῳ, τὴν ἐπαναφορὰν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος, καὶ σᾶς λέγομεν: Ἔχετε τὸ θάρρος; Καταλύσατε τὸ πολίτευμα, ἢ διαλύσατε τὴν Βουλήν! Ἄλλως συντελεῖτε, ὡς προεῖπον, εἰς τὴν νοθείαν τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ αὐτὴν ὀφείλετε εὐλαβῶς νὰ ὑποβάλητε εἰς τὸ Στέμμα. Ὄχι! δὲν τυγχάνουσι φίλοι τῆς Βασιλείας, ἀλλ’ ἀμείλικτοι αὐτῆς πολέμιοι, ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἔχουσι γνώμην ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, ὡς καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποκρύπτουσι τὴν ἀλήθειαν ἀπ’ αὐτῆς, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες κολακεύουσι. Φίλοι εἰσὶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι γνώμην, φίλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν κολακεύουσι, φίλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐρρωμένως ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας! Τοιοῦτοι φίλοι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, τῶν ὁποίων ἡ συντηρητικότης βεβαίως δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ. (Χειροκροτήματα).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ τμήματα τῆς Βουλῆς Γʹ καὶ Ϛʹ ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν Κερκύρας καὶ Καρδίτσης. Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 1 καὶ 2). Ὁ κύριος Κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§39Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, τοῦ κ. Θ. Ζαΐμη, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, συζήτησις τοιαύτης σπουδαιότητος νὰ ἐξακολουθήσῃ ἄνευ ἐκκαθαρίσεως τῶν βάσεων αὐτῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ, ἡ ἐκφρασθεῖσα ὅπως τελευταῖον ἐξεφράσθη...
§40Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Περὶ ὀχλαγωγίας ὡμίλησα.
§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑμεῖς μετεχειρίσθητε τὴν λέξιν ὀχλαγωγίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὰ γενόμενα. Ἐὰν πράγματι τὰ γενόμενα πρὸ δύο μηνῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν τὴν παραίτησιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, προῆλθον ἐξ ὀχλαγωγίας ἀναξίας νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἥτις ἤθελεν εἰσαγάγει μίαν ἀρχὴν ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ, διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐνόμισεν, ὅτι, καίπερ ἔχων τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὤφειλεν ἀπέναντι ἁπλῆς ὀχλαγωγίας νὰ δώσῃ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ. Βεβαίως δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸ κόμμα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἁρμόδιος εἶναι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας· καὶ ὄχι μόνον ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἐπιβαλλόμενον, χάριν εὐλαβείας πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις ὑποστηρίζει αὐτὸν, νὰ ἀνακοινώσῃ, διατὶ τὴν γνώμην αὐτὴν, τὴν ἐκφρασθεῖσαν παρὰ τοῦ λαοῦ ἐναντίον αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεώς του, ἐθεώρησε σεβαστὴν, τὴν ἐθεώρησεν ἐπιβάλλουσαν εἰς αὐτὸν, καίπερ ἔχοντα τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀρχῆς καὶ τεθῇ οὕτως ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὁ φίλος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν πράγματι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας καὶ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἦναι σύμφωνοι μὲ τὰς γνώμας, τὰς ἐκφρασθείσας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι ὀχλαγωγία ἦτο ἡ ἐξέγερσις τοῦ λαοῦ τῆς πρωτευούσης, πρέπει νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ, ποία ἦτο ἡ ἀφορμὴ τῆς παραιτήσεώς του καὶ τῆς συστάσεως εἰς τὸ Στέμμα, ὅπως ἀναθέσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν σήμερον ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν. Γεννᾶται ἀμέσως ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἀφορμὴ εἶναι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κατέκρινεν· ἡ συναλλαγή. Ἡ συναλλαγὴ οὐχὶ Βουλευτοῦ πρὸς Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τῆς πλειονοψηφίας ὁλοκλήρου πρὸς Κυβέρνησιν. Συναλλαγὴ δὲ τοιαύτη, ὥστε νὰ καθιστᾷ δυσχερῆ τὴν εἰλικρινῆ καὶ ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ πολιτευθῇ τις, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του μόνον τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, νὰ πολιτευώμεθα ἀποτελεσματικῶς, ὑποστηρίζοντες καὶ ἐξυπηρετοῦντες τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Πρέπει τότε νὰ ὑποταχθῶμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν συναλλαγὴν, οὐχὶ πλέον τὴν κεκρυμμένην τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ τὴν φανερὰν τῶν ὁμάδων. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ· νομίζω ὅμως, ὅτι ἔχει καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας πρῶτος καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δεύτερος νὰ ἐκθέσουν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους παρῃτήθη ὁ μὲν, ἦλθε δὲ εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ δέ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι εὐλαβὴς πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ ἀνακοίνωσις τῆς μεταβολῆς τῆς κυβερνητικῆς δι’ ἑνὸς ἐγγράφου, ἀποσταλέντος πρὸ δύο περίπου μηνῶν εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ὑπὸ τούτου ἀνακοινωθέντος εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίσωμεν ἀκριβῶς τὰ πράγματα καὶ τοὺς λόγους τῆς ἐπελθούσης μεταβολῆς, διότι τότε μόνον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ ζήτημα ἐν τῇ πραγματικῇ αὐτοῦ ἐρεύνη, χωρὶς ν’ ἀναβιβάζηται, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ νῦν, ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἶναι τακτικὸν ν’ ἀναβιβασθῇ. Τότε θὰ ζητήσωμεν, τίς εὐθύνεται: ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐσεβάσθη τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ καὶ παρῃτήθη, ἢ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἠθέλησε διὰ συναλλαγῆς γενναιοτέρας νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα; Ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζομεν ἐπισήμως τοὺς λόγους τῆς ἐπελθούσης μεταβολῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ μείνωμεν ἀσφαλῶς ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν κοινοβουλευτικῶν, ἀναγκαζόμενοι ν’ ἀνεύρωμεν ἀλλαχοῦ τὰς εὐθύνας...
§42Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας εὐθύνας ζητεῖτε;
§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσω ἐνώπιον Εἰρηνοδικείου, θὰ ἀπήντων. (Διακοπαί).
§44Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοιαύτην γλῶσσαν ἐγὼ δὲν ἀπαντῶ.
§45Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλὰ κάμνετε. Αἱ εὐθῦναι εἶναι πολιτικαὶ καὶ ἠθικαί, δὲν εἶναι εὐθῦναι ποινικαί. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ συζήτησις ἐν τῇ πληρότητι καὶ τῇ σοβαρότητι αὐτῆς, ὀφείλουσι ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς ἐκθέσουν ἀκριβῶς τοὺς λόγους τῆς ἐπελθούσης μεταβολῆς καὶ τὰς βάσεις τῆς συμπράξεως αὐτῶν.
§46ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, προκειμένου περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνηγγέλθη πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι παρατήρησις βασιζομένη ἐπὶ τῆς γνώσεως τῶν γενομένων μέχρι τοῦδε. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐγώ, ἀτόπως φερόμενος καὶ τρόπον τινὰ δεικνύων μικρὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν Βουλήν, ἔγραψα πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἀνακοινώσῃ τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἐνῷ ὤφειλον ἐγὼ αὐτὸς νὰ πράξω τοῦτο. Λέγω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀγνοεῖ τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν γενόμενα. Ἐγώ, ὀρθῶς ποιῶν καὶ ἀκολουθῶν τὰ παραδεδεγμένα, ἔγραψα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ παρεκάλεσα νὰ ἀναγγείλῃ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν δεικνύει δὲ τοῦτο οὔτε ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλήν, οὔτε παράλειψίν τινα ἐκ μέρους μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἤγειρε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς χθὲς ἀνεμένομεν, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησεν εὐθύνας. Ἐζήτησεν εὐθύνας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ἐζήτησεν εὐθύνας καὶ παρ’ ἐμοῦ, ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Παρ’ ἐμοῦ ἐζήτησε βεβαίως πολιτικὰς εὐθύνας, οὔτε ὑπέλαβον, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλως...
§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ παρὰ τοῦ πρώην.
§48ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. .. Ἐζήτησε δὲ νὰ διαφωτίσω αὐτὸν περὶ τῶν πρὸ δύο μηνῶν τελεσθέντων. Περιορίζομαι εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ ἐμέ. Ἡ Α. Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς μὲ προσεκάλεσε τῇ 11 Νοεμβρίου καὶ μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ἡ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν της, μοὶ ἀνέθηκε δὲ τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον πρὸς τὸν τόπον ν’ ἀποδεχθῶ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέλαβον δὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ὠφείλομεν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαίαν, ὅπως παρασκευασθῶμεν καὶ γνωρίσωμεν τὰ τῆς ὑπηρεσίας ζητήματα, δυνηθῶμεν δὲ νὰ παρασκευάσωμεν καὶ νομοθετήματά τινα, ἐγένετο, λέγω, ἡ παρατήρησις, ὅτι ὀφείλομεν, πρὶν προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον τῆς διακοπῆς, νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἐρρήθη μάλιστα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται χρῆσις τῆς προνομίας ταύτης τοῦ Στέμματος, ἢ τῆς ἑτέρας προνομίας, τῆς ἀναβολῆς, ἂν προηγουμένως δὲν εἶχε δοθῇ ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχουσι τὰ πράγματα οὕτω παρ’ ἡμῖν. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα Κυβέρνησις σχηματισθεῖσα ἐκ τῆς μειονοψηφίας προέβη εἰς τὴν χρῆσιν τῆς προνομίας τῆς ἀναβολῆς, ἢ εἰς χρῆσιν τῆς προνομίας τῆς διακοπῆς, χωρὶς προηγουμένως νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἕν τοιοῦτον παράδειγμα, τὸ νεώτερον, διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐμὴν πρωθυπουργίαν κατὰ τὸ 1898 συμβάντων, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο τότε περὶ μὴ ὁμαλῆς καταστάσεως, ἓν τοιοῦτον παράδειγμα εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου κατὰ τὸ 1892 γενομένη διακοπὴ τῆς Βουλῆς...
§49ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸς διέλυσε τὴν Βουλήν.
§50ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1870 ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης, ὁ ὁποῖος διεδέχθη τὴν Κυβέρνησιν Ζαΐμη κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον, ἀνέβαλε τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, πρὶν δὲ συνέλθῃ ἡ Βουλή, παρῃτήθη, καὶ διεδέχθη αὐτὸν ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος. Ὥστε ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι Κυβέρνησις, σχηματισθεῖσα ἐκ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναβολῆς, χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ προηγουμένως εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐὰν ἔτι τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ἤκουσα ἐξαγγελλόμενον ἐντεῦθεν, ἦτο ὀρθόν, ἂν τουτέστιν ὤφειλε πᾶσα Κυβέρνησις, σχηματιζομένη ἐκ τῆς μειονοψηφίας, νὰ παρουσιάζηται εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς, ὅτι ἠθέλομεν τύχει τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πλειονοψηφούσης ἐν τῇ Βουλῇ μερίδος...
§51Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καθόλου.
§52ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως. Ἀφοῦ δὲ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἁπλοῦ τύπου. Κατηγορήθημεν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ὅτι παρουσιαζόμεθα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄγνωστοι ὄντες εἰς τὸν τόπον, ὅτι οὔτε ἰδέας ἔχομεν, οὔτε πρόγραμμα. Τοῦτο ἠκούσαμεν καὶ κατὰ προηγουμένας Συνόδους, ἀλλ’ ἐσιωπήσαμεν, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτοχειροτονήτους τιμητὰς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. (Εὖγε! εὖγε!). Ἀλλ’ εἴτε θεωρεῖτε σεῖς τὰς ἰδέας ἡμῶν μεγάλας, εἴτε θεωρεῖτε αὐτὰς μικρὰς, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἀγνοῇ, ὅτι ἔχομεν ἰδέας καὶ ὅτι ἐξηγγείλαμεν αὐτὰς κατὰ τρόπον ἐπισημότατον. Ὑπάρχει ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τὸ ὑπόμνημα ἡμῶν πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1898, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτυλίσσεται πλῆρες τὸ πρόγραμμα τῆς πολιτικῆς ἡμῶν μερίδος.
§53ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐπεδοκίμασεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§54ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐξηγγείλαμεν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου κατὰ τὸ ἔτος 1899, ἐν μηνὶ Μαρτίῳ. Ὥστε ἔχομεν τὰς ἰδέας μας. Σεῖς δύνασθε νὰ μὴ τὰς παραδέχησθε· τοῦτο εἶναι δικαίωμά σας, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ τὰς παραδεχθῆτε. Ἠρωτήθημεν πρὸς τούτοις, τί κοινὸν ἔχομεν ἡμεῖς μετὰ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀπαντῶμεν, ὅτι ἔχομεν πολλὰς κοινὰς ἰδέας, καὶ οὐδεμίαν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κρυβῶμεν, οὔτε νὰ ἐνεργήσωμέν τι κρύφα. Πολιτευόμεθα μετὰ παρρησίας, πολιτευόμεθα χωρὶς νὰ φοβώμεθα οὐδένα. (Εὖγε! εὖγε!). Ἔχομεν κοινὰς ἰδέας πολλὰς μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, καὶ ἀρκεῖ νὰ ἔχωμεν τὰς αὐτὰς ἰδέας, ὅπως συνεργασθῶμεν. Ἔχομεν τὰς αὐτὰς ἰδέας ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλή, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ λειτουργῇ τὸ πολίτευμα. (Εὖγε! εὖγε!). Ἔχομεν κοινὰς ἰδέας, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ βελτιωθῶσι τὰ τῆς διοικήσεως, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσι, καὶ ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι μόνον διὰ νομοθετικῶν μέτρων δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Ἰδοὺ αἱ κοιναὶ ἰδέαι ἐπὶ μεγάλων θεμάτων, αἱ ὁποῖαι μᾶς συνδέουσι πρὸς τὴν πολιτικὴν μερίδα τὴν ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ προγράμματος ἡμῶν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, ὡς ἤκουσα πρὸ μικροῦ, δὲν ἐπεδοκίμασεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐκ τοῦ προγράμματος ἐκείνου τί θέλομεν φέρει κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον; Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωμεν ὅσα τότε ὑπεσχέθημεν, διότι ὁ χρόνος δὲν ἐπέτρεψεν ἡμῖν ν’ ἀναθεωρήσωμεν ὅλα τὰ νομοθετήματα τὰ τότε, ἀλλὰ θέλομεν φέρει μέτρα, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, θέλομεν προτείνει τὴν ἵδρυσιν Ὑπουργείου Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας, θέλομεν φέρει μέτρα πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, θέλομεν φέρει μέτρα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν διὰ τῆς νομοθετήσεως τοῦ κτηματολογίου, θέλομεν φέρει μέτρα ὑπὲρ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων, νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, καὶ ὅ,τι ἄλλο ἐπέτρεψεν εἰς ἡμᾶς ὁ βραχὺς χρόνος νὰ παρασκευάσωμεν. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον, ὅτι τὸ νῦν γινόμενον, ὅτι τουτέστι μία μερὶς μεγάλη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διατελεῖ ὑποστηρίζουσα ἑτέραν μικρὰν, εἶναι γεγονὸς πρωτοφανές. Τὸ γεγονὸς δὲν εἶναι πρωτοφανές. Ἐν ἔτει 1870 ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη παρητήθη, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ, καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην διεδέχθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου. Ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ἐμειονοψήφει ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, καὶ τότε τὸ κόμμα τοῦ ἐμοῦ πατρὸς, συγκείμενον ἐξ 65, ἴσως καὶ πλειόνων Βουλευτῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν ᾗ ἡ ἀπαρτία ἀπετελεῖτο ἐξ 95 Βουλευτῶν, ὑπέγραψε πρωτόκολλον, καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κουμουνδούρου ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τοῦτο ἔπραξε. Καὶ οὐδένα ὅρον ἔθεσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ὡς καὶ σεῖς (δεικνύει τὴν δεξιὰν) οὐδένα ὅρον ἐθέσατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν νῦν, διότι δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ ἔχητε δούλους, ἡμεῖς δὲ δὲν ἀναγνωρίζομεν κυρίους. Εἶσθε φιλελεύθεροι καὶ εὐγενεῖς ἄνδρες, καὶ ἀπετάθητε πρὸς ἄνδρας ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Δὲν μᾶς ἐθέσατε ὅρους, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐντελῶς ἐλεύθεροι· ἀλλ’ ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν ὁμοιότης ἰδεῶν, καὶ οὕτω θὰ συμβαδίσωμεν καὶ θὰ συνεργασθῶμεν, καὶ ἓν μόνον θὰ ὑποσχεθῶμεν πρὸς ὑμᾶς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησαν τότε οἱ ἑξήκοντα πέντε ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον. Ἐζήτησαν τότε ἀγαθὴν καὶ ἀμερόληπτον διοίκησιν, ταύτην δὲ ὑποσχόμεθα ὑμῖν ἀνεπιφυλάκτως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐξετροχιάσθη ἡ συζήτησις, Κύριοι, καὶ ἦλθεν ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ πρέπει νὰ ᾖναι. Ἀλλὰ διατὶ ἐπενέβη ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτής; Διότι ᾐσθάνετο, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον διεξήγετο ἡ συζήτησις, κατεστρέφετο τὸ ζήτημα δι’ ὑμᾶς, διότι καθ’ ὃν τρόπον διεξήγετο ἡ συζήτησις κατεστρέφοντο αἱ ἐλπίδες ὑμῶν, καὶ ἠθέλησεν, ἐννοῶν τὰς ζημίας, ἃς τοιαύτη συζήτησις ἤθελεν ἀναγκαίως ἐπιφέρει εἰς τὸ κόμμα, εἰς ὃ ἀνήκει, ἠθέλησε, λέγω, ἀπευθύνων ἐρωτήσεις εἴς τε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς ἐμὲ, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν της.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ διστάζω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, καὶ θέτων τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τεθῇ, λέγω, ὅτι πρῶτον ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεως τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως; Δεύτερον: εἶναι συνταγματικὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων; Τρίτον: ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάσισε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν; Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, ἅτινα ἔπρεπε νὰ προκληθῶσιν, ἀλλ’ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ἵνα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸ ζήτημα λάβῃ δημοκοπικήν τινα τροπὴν, καὶ ἀκούομεν παρὰ καθηγητοῦ, ὅστις δὲν εἶναι εὐτυχῶς καθηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, θεωρίας, ἃς οὐδὲν Κοινοβούλιον ποτὲ ἤκουσε...
§58Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§59Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Διότι ἠκούσαμεν, ὅτι, ἐκτὸς δύο ἐξουσιῶν, ἃς ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα, ἐκτὸς τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς, ὑπάρχει καὶ τρίτη, καὶ ἡ τρίτη αὕτη ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ τῆς λαϊκῆς ἐξεγέρσεως, καὶ ἡ τρίτη αὕτη εἶναι ἐξουσία, ἥτις ἐξασκεῖται εἰς τοὺς δρόμους διὰ τῶν προπηλακισμῶν, διὰ τῶν ὕβρεων, διὰ τῶν ὀνειδισμῶν καὶ τῶν ἐπιθέσεων. Ἐξανίσταμαι κατὰ τῆς θεωρίας ταύτης, διότι, ἂν γείνῃ δεκτὴ, ἂν παραδεχθῆτε ἐκτὸς τῶν δύο παραγόντων, οἵτινες πρέπει ν’ ἀποτελῶσι τὴν ὕπαρξιν κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅτι ὑπάρχει καὶ τρίτος παράγων, ὁ ἐκ τοῦ δρόμου προερχόμενος καὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς συναντώμενος, τότε δὲν ὑπάρχει πλέον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παρ’ ἡμῖν· διότι, ἂν σήμερον οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ὑπῆρξαν οἱ μεταχειρισθέντες τὰ μέσα ταῦτα, ὅπως καταρρίψωσιν ἡμᾶς ἐκ τῆς ἀρχῆς, αὔριον εἶναι δυνατὸν ἄλλοι νὰ μιμηθῶσι τὸ ἀπαίσιον αὐτῶν παράδειγμα. Εὔχομαι βεβαίως νὰ μὴ εὑρεθῶσιν ἄλλοι, διανοούμενοι, ἵνα τὸ παράδειγμα τοῦτο μιμηθῶσι. Τὸ εὔχομαι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς χώρας καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Παρητήθη ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν παρητήθη ὑποκύψασα εἰς τὰς ὀχλαγωγίας, αἵτινες ἀπετέλεσαν τὸ τελευταῖον στάδιον τῶν διαδηλώσεων τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου, καὶ αἵτινες οὐδὲν κοινὸν ἔχουσι μὲ τὰς φοιτητικὰς διαδηλώσεις, διότι περὶ ὀχλαγωγιῶν πρόκειται, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης. Δὲν ὑπέκυψεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ὀχλαγωγίας, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν εὑρέθη, ἵνα ἐν τῷ τόπῳ ἐπικρατήσῃ ἡ τάξις. Ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις, ἀλλ’ ἵνα ἐπανέλθῃ, ἔπρεπε νὰ γείνῃ χρῆσις μέσων, ἅτινα ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσι καὶ ἄλλας αἱματηρὰς συγκρούσεις. Ὅπως εἶχον τὰ πράγματα, ἡ ἐπαναφορὰ τῆς τάξεως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἢ διὰ τῆς πατάξεως τῆς ὀχλαγωγίας καὶ τῆς ἀταξίας, οἱ δὲ ἄνθρωποι τῆς ἀταξίας ἤθελον παρασταθῆ ὡς θύματα τοῦ Εὐαγγελίου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εἰλικρινῶς οἱ φοιτηταὶ ἠγωνίσθησαν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθησαν ἄλλοι πρὸς πολιτικοὺς σκοποὺς καὶ ὅπως φέρωσι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν. Μὴ ἐπιθυμοῦσα δὲ ταῦτα πάντα ἡ Κυβέρνησις, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ, καὶ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν της, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ πτῶσίς της ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῆς τάξεως. Οὗτοι εἶναι, Κύριοι, οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεως. Ἐνομίσαμεν, ὅτι, οὕτω πράττοντες, οὕτω πολιτευόμενοι, εἰργαζόμεθα ὑπὲρ τῆς χώρας, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ θυσιάσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, καίτοι ἀπολαμβάνοντας τῆς ἐμπιστοσύνης μεγάλης πλειονοψηφίας. Δὲν παρητήθημεν· ὑπεκύψαμεν εἰς ἐκδηλώσεις φρονήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀντιθέτου πρὸς ἡμᾶς. Ἐὰν τοιοῦτον ὑπῆρχε φρόνημα γενικὸν, δὲν θὰ ἤμεθα ἐδῶ, καὶ δὲν θὰ εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν τὸν λόγον ἐν ὀνόματι τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Πράττομεν τοῦτο σήμερον, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐξακολουθεῖ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο ξένος τῶν διαδηλώσεων ἐκείνων, οἱ πολῖται οἱ ἥσυχοι, αἱ ἐργατικαὶ τάξεις οὐδαμῶς ἔλαβον μέρος εἰς τὰς διαδηλώσεις, αἵτινες κατὰ τὸ τελευταῖον στάδιον αὐτῶν διεσάλευσαν τὴν τάξιν· ἡ ἡσυχία δὲ τῶν ἐπαρχιῶν ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην στηρίζομεν εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διῳκήσαμεν τὴν χώραν. Ἠκούσαμεν πολλάκις τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐντεῦθεν καθ’ ἡμῶν ἐξηνέχθησαν, καὶ πάντα τὰ τετριμμένα, τὰ ὁποῖα χιλιάκις ἐπανελήφθησαν, καὶ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἀκούσωμεν ταῦτα καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπαναλαμβανόμενα. Πολλάκις μᾶς εἶπον καὶ ἐπανέλαβον σήμερον: «τί ἔγεινε τὸ πρόγραμμα ὑμῶν; ποῖα μέτρα ἐφηρμόσατε; τί ἐκάμετε κατὰ τὸ τριετὲς διάστημα, καθ’ ὃ ἐκυβερνήσατε τὴν χώραν;» Ἀλλ’ ἐλησμόνησαν οἱ Κύριοι, οἵτινες λέγουσι ταῦτα, ὅτι τὰ πολιτικὰ προγράμματα δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος· ἐλησμόνησαν ὅτι πρῶτον καθῆκον ἡμῶν, ἀναλαβόντων τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, ἦτο νὰ ἐξετάσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Εἰς τοῦτο κυρίως ἠσχολήθημεν. Προσεπαθήσαμεν νὰ θέσωμεν βάσεις οἰκονομικὰς, ἐπιτρεπούσας τὴν πρόοδον, χωρὶς τὸ παράπαν ν’ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους πλὴν ἑνὸς, περὶ οὗ μετ’ ὀλίγον θ’ ἀσχοληθῶμεν. Ἄνευ αὐξήσεως φόρων κατωρθώσαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ Κράτους, διότι διεχειρίσθημεν τρεῖς χρήσεις, ἐξ ὧν ἡ πρώτη κατέληξε μὲ περίσσευμα 5 ἑκατομμυρίων, ἡ δευτέρα, μὲ ὅλας τὰς ἀνωμαλίας, τὰς ἐκ τῆς ἐνσκήψεως τοῦ περονοσπόρου προελθούσας, κατέληξεν εἰς περίσσευμα 2 ἑκατομμυρίων, καὶ ἡ τρίτη, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζομένη ἡ τῶν νόμων αὐστηρὰ ἐκτέλεσις καὶ ἡ ἐπιμελὴς τῶν φόρων εἴσπραξις, θέλει καταλήξει εἰς περίσσευμα 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων. Ἀπέναντι τοιούτων ἀναμφισβητήτων ἀποτελεσμάτων, ἐνῷ καθῆκον ἔχομεν νὰ συγχαρῶμεν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι παρεσκευάσαμεν οἰκονομικὸν ἔδαφος, ἐφ’ οὗ σταθερῶς βασιζόμενοι δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς χώρας. Ταῦτα ἐπράξαμεν ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικά. Ἀλλ’ ὡμίλησαν καὶ περὶ αὐξήσεως φόρων· ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι εἷς καὶ μόνος φόρος ηὔξησε, καὶ εἶναι οὗτος ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ.
§60Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ αἱ μεταρρυθμίσεις δὲν εἶναι αὔξησις;
§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ηὐξήσαμεν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, ἵνα παρασκευάσωμεν μέσα, ἐπιτρέποντα τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, χωρὶς νὰ διαταραχθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· καὶ ἐχλεύαζον ἡμᾶς, ὅτι προὐτάθη παρ’ ἡμῶν ἡ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ αὔξησις, λέγοντες, ὅτι διὰ ταύτης ἠθέλομεν μειώσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς καταναλώσεως. Βεβαίως ὁ νόμος περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἔφερεν ἐλάττωσίν τινα τῆς καταναλώσεως, ἀλλ’ ὀλίγος παρῆλθε χρόνος, καὶ ἡ κατανάλωσις ἐπανῆλθεν εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκετο πρὸ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, καὶ σήμερον ἔχομεν κατατεθειμένας εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 3,600,000 δραχμὰς πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ ἐκδοθέντος δανείου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Μελιγαλᾶ καὶ τοῦ ἐκδοθησομένου πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, κατ’ ἔτος δὲ θέλουσι κατατίθεσθαι εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον 2,500,000 δραχμαί. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης μὲ διέκοψεν, εἰπών: «καὶ αἱ μεταρρυθμίσεις δὲν εἶναι αὔξησις;» Αἱ μεταρρυθμίσεις, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, δὲν ἀποτελοῦσιν αὔξησιν φόρων· αὗται ἐγένοντο, ὅπως παύσῃ ἡ διαφορὰ μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων, ὅπως πάντες οἱ πολῖται καταβάλλωσι τοὺς φόρους, ὅπως φορολογικὴ ἰσότης ἐπικρατήσῃ μεταξὺ τῶν πολιτῶν. Ἄν νομίζητε, ὅτι διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων, αἵτινες ἐγένοντο, ἐπεβαρύναμεν τὸν λαόν, τότε δὲν σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν γνώμην ὑμῶν ταύτην. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσι: «παρελύσατε τὰ πάντα! δὲν ὑπάρχει πλέον διοίκησις! πλήρης ἐπικρατεῖ ἀναρχία! δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη! δὲν ὑπάρχει δημοσία ἀσφάλεια!» Ἀλλά, Κύριοι, μήπως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ δὲν ἠκούσαμεν πάντοτε τὰς Ἀντιπολιτεύσεις τὰ αὐτὰ ἑκάστοτε ἐπαναλαμβανούσας; Τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν δύνανται νὰ ἐξετασθῶσιν ἀπολύτως, ἀλλὰ σχετικῶς, καὶ ἐὰν σχετικῶς ἐξετάσωμεν ταῦτα, θέλομεν εὕρει, ὅτι ἡ διοίκησις ἡμῶν ὑπῆρξε καλλιτέρα, ὅτι αὕτη δὲν ὑπῆρξε κομματική, ὅτι τὴν δικαιοσύνην ἐσεβάσθημεν, ὅτι εἰς τὸ προσωπικὸν δὲν ἐγένοντο μεταβολαί, αἵτινες ἄλλοτε ἐγένοντο, ὅτι εἰς τὰς προαγωγὰς οὐδέποτε κομματικοὶ λόγοι ἐξήσκησαν ἐπιρροήν τινα. Ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἐπράξαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, καὶ οὐδέποτε ἄλλοτε ἐγένοντο ἐπὶ τῆς διοικήσεως δραστηριώτεραι καταδιώξεις τῶν κακοποιῶν στοιχείων· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν ἐπίκρισιν καὶ τὴν κατὰ τῶν Κυβερνήσεων ἐπίθεσιν τάσις πρὸς ὑπερβολικὴν παράστασιν τῶν κακῶν, νομίζουσι δέ τινες, ὅτι ἡ ὑπερβολὴ αὕτη ἀποφέρει κέρδος τι πολιτικόν, χωρὶς νὰ ἐννοῶσιν, ὅτι αἱ ὑπερβολαὶ αὗται ἐκθέτουν τὴν χώραν καὶ βλάπτουν τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις συζητοῦνται καθ’ ἑκάστην ζητήματα, δυνάμενα νὰ ἐκθέσουν τὴν χώραν, συζητούμενα μάλιστα μετὰ τοσαύτης ὑπερβολῆς. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ἄλλα ἐπικρατοῦν. Κοινοβούλιον καὶ Τύπος εἰς τοιαύτας συζητήσεις ἀσχολοῦνται καθ’ ἑκάστην, χωρὶς οὐδόλως νὰ σκεφθῶσιν, ἐὰν τοιαῦται συζητήσεις δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθησαν εἰς ταῦτα οἱ κατήγοροι ἡμῶν· προέβησαν ἔτι περαιτέρω καὶ εἶπον: «τί ἐπράξατε περὶ ναυτικοῦ καὶ περὶ στρατοῦ; καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐξωτερικὴ ὑμῶν πολιτική;» Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ τελευταίου ζητήματος. Ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ὑπῆρξεν ἀγαθή, ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Εὕρομεν κατάστασιν, καὶ ἕνεκα τοῦ πολέμου, μὴ εὐχάριστον οὔτε ἐν Κωνσταντινουπόλει, οὔτε ἀλλαχοῦ· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι παρεδώσαμεν κατάστασιν λίαν διάφορον εἰς τοὺς ἡμετέρους διαδόχους. Ὡς πρὸς τὸ ναυτικόν, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ προκαλέσαντες τὸν νόμον περὶ τοῦ Ταμείου τοῦ στόλου πρὸς βελτίωσιν τοῦ ναυτικοῦ; Καὶ δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δὲν ὑπῆρξε λίαν ὠφέλιμος; Πότε εἴδατε τοὺς ναύτας, τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὑπαξιωματικοὺς πλειότερον ἐργασθέντας ἢ κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν; Ἡ ἄρνησις τῆς ἀληθείας ταύτης εἶναι καιρία βλάβη κατὰ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Ἀλλὰ λέγουσι πρὸς ἡμᾶς: «περὶ στρατοῦ τί ἐπράξατε;» Προκειμένου περὶ στρατοῦ, πρέπει νὰ ἔχητε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι οὐδὲν σπουδαῖον δύναται νὰ διαπραχθῇ, ἐν ὅσῳ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας δὲν βελτιωθῶσι. Καὶ ὑπεστήριξα πρὸ ὀλίγου, ὅτι ταῦτα ἐβελτιώθησαν, καὶ ὅτι παρεσκευάσαμεν ἔδαφος, ἐφ’ οὗ βασιζόμενοι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν πρόοδον τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, νὰ κατορθώσωμεν τοῦτο. Πρόοδος στρατιωτικὴ ἄνευ δαπάνης εἶναι ἀδύνατος. Πᾶσα τοῦ στρατοῦ βελτίωσις ἀπαιτεῖ αὔξησιν δαπανῶν· τοῦτο ἀείποτε ὑπεστήριξα. Ὁ στρατὸς, ὅπως ἔχει σήμερον, οὔτε στρατὸς εἰρήνης εἶναι, οὔτε στρατὸς πολέμου, καὶ τοῦτο διότι δὲν ἔχομεν ἱκανὸν ἀριθμὸν ἀνδρῶν, ὥστε νὰ ἐπιδιώξωμεν τελεσφόρως τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ ἐν καιρῷ εἰρήνης, ὅπως παρασκευάσωμεν αὐτὸν πρὸς ἄμυναν τῆς χώρας ἐν καιρῷ πολέμου. Ἀλλὰ μεταρρυθμιζομένου τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ὅπως ἐπιτευχθῇ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατιωτῶν, θὰ παραστῇ ἀνάγκη μείζονος δαπάνης, καὶ ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν μείζονα ταύτην δαπάνην, εἰργάσθημεν πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα, ἐνῷ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ἐργασία ἡμῶν ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς, παρέχουσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὰ περισσεύματα ἔσονται διαρκῆ, καὶ ὅτι παρεσκευάσαμεν ὄντως οἰκονομικὸν ἔδαφος ἐπιτρέπον τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παρεσκευάσαμεν, καὶ τὰ ὁποῖα ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἐπιτευχθῇ ἡ βελτίωσις τῶν τοῦ στρατοῦ. Ταῦτα ἐπράξαμεν, καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων ἡμῶν στηριζόμενοι, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν διαφόρων ῥητόρων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δῆθεν δὲν ἀντιπροσωπεύομεν τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, δὲν ἔχονται ἀληθείας. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν ἔλθωσιν αἱ ἐκλογαὶ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μάθῃ τὰ παρ’ ἡμῶν πραχθέντα, ὅταν ἀκούσῃ τὴν ἀλήθειαν, θέλει, ἐπὶ ταύτης στηριζόμενος, ὑποστηρίξει ἐκείνους, οὓς τοσοῦτον κατηγορεῖτε, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς χώρας, εἶναι δ’ ἄξιοι τῆς αὐτῆς ἐμπιστοσύνης καὶ οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἀδιαφοροῦντες εἰς τὰς ἀπειλὰς καὶ τοὺς προπηλακισμοὺς, ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὰς τάξεις των, ἀποδείξαντες καὶ χρηστότητα χαρακτῆρος καὶ σταθερότητα πεποιθήσεων. Μετέβησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἀντελήφθησαν τοῦ φρονήματος τῶν συμπολιτῶν των, εἶδον τί σκέπτονται οἱ συμπολῖταί των, καὶ ἐπανῆλθον πιστοὶ εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν.
§62Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΕΚ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ.
Τρέμουσιν ὅλοι πρὸ τῆς διαλύσεως.
§63ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). (εἰρωνικῶς) Τρέμομεν! τρέμομεν!
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δείξατέ μοι, ποῖοι ἐγκατέλιπον τὰς τάξεις των. Τοὺς βλέπω εἰς τὰς θέσεις των. Δὲν νομίζετε, ὅτι συντελεῖ εἰς τοῦτο ἡ ἀντίληψις τῶν φρονημάτων καὶ τῶν αἰσθημάτων τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν; Ταῦτα, Κύριοι, εἶπον, ὅπως ἀπαντήσω ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ἀκούομεν ἐπαναλαμβανόμενον ἀπὸ χθὲς μέχρι τῆς ἑσπέρας ταύτης, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὰς καθ’ ἡμῶν ἀπευθυνθείσας κατηγορίας, ὅπως δικαιολογήσω ἀφ’ ἑτέρου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι παρῃτήθημεν τῆς ἀρχῆς, ὅπως διὰ τῆς παραιτήσεως ἡμῶν ἐξασφαλίσωμεν τὴν τάξιν, καὶ οὐχὶ διότι συνησθάνθημεν, ὅτι καθ’ ἡμῶν ἐξηγέρθη τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τῶν παρ’ ἡμῶν πραχθέντων ἐρειδόμενοι, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξακολουθοῦμεν ἀντιπροσωπεύοντες τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἡ πεποίθησις αὕτη δικαιολογεῖ τὴν ἐπιθυμίαν ἡμῶν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Καὶ τώρα, Κύριοι, φθάνω εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα. Εἶναι συνταγματικὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων; Ἐγώ, Κύριοι, δύο ὅρους γινώσκω καὶ μόνους, οἵτινες παρ’ ὅλων τῶν ἀσχολουμένων περὶ τὰ συνταγματικὰ θεωροῦνται ἀναγκαῖοι πρὸς ὕπαρξιν συνταγματικῆς Κυβερνήσεως, καὶ οἱ ὅροι οὗτοι εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Στέμματος καὶ ἡ ὑποστήριξις τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἔχει τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἄρα συνταγματικώτατος κυβερνήτης.
§66ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως.
§67Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσα καὶ ἂν εἴπητε, δὲν δύνανται νὰ διασαλεύσωσι τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἀναμφισβητήτου τούτου γεγονότος. Ἐγώ, Κύριοι, δύο μόνον ἀρχὰς ἀναγνωρίζω· τὸν Βασιλέα ἀφ’ ἑνός, τὴν Βουλὴν ἀφ’ ἑτέρου. Τρίτην ἀρχὴν δὲν παραδέχομαι. Τὰς ὀχλαγωγίας, τὰς διαδηλώσεις καὶ τὰς λαϊκὰς ἐξεγέρσεις δὲν τὰς θεωρῶ συντελούσας εἰς τὴν συνταγματικότητα τῶν Κυβερνήσεων. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Συνταγματικὴ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής: «Πῶς ἡ πλειονοψηφία ὑμῶν ὑποστηρίζει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν; Διατὶ ὑποστηρίζει ταύτην;» Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, φθάνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τρίτου ζητήματος. Ἀπὸ χθὲς ἠκούσαμεν θεωρίας τινὰς περὶ ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, θεωρίας τινὰς περὶ σχέσεων, αἱ ὁποῖαι συνάπτονται μεταξὺ Βουλευτῶν καὶ λαοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἐνῷ, Κύριοι, οὐδέποτε θέλω ταχθῆ ὑπὲρ τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, νομίζω ὅτι οὐδὲν ἕτερον εἶναι αὕτη ἢ ἄρνησις τῆς ἐλευθερίας. Λέγω ὅτι τὰ παρ’ ἡμῖν συμβαίνοντα οὐδόλως δικαιολογοῦσι κἄν τὴν θεωρίαν, ἣν ὑπεστήριξαν οἱ ὑπὲρ τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς ἀγορεύσαντες. Παρ’ ἡμῖν βλέπομεν, — καὶ ἔχω παραδείγματα πρὸ ἐμοῦ, καὶ ζητῶ τὴν ἄδειαν, ὅπως κάμω χρῆσιν τῶν παραδειγμάτων αὐτῶν, — βλέπομεν τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν μεταπίπτοντα ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος εἰς τὴν ἀριστεράν...
§68Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. τὸν βλέπομεν λαμβάνοντα μέρος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, τὸν βλέπομεν ὑπηρετοῦντα ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν αὐτοῦ, τὸν βλέπομεν ἔπειτα ἐγκαταλείποντα τὸ κόμμα, εἰς ὃ εἶχε ταχθῆ, καὶ ἀνακηρυσσόμενον ἀρχηγὸν τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ)· διὰ τῆς ἀνακηρύξεως δὲ ταύτης ἐχαρακτήριζε βεβαίως ὡς ὀπισθοδρομικοὺς ἐκείνους, μεθ’ ὧν πρὸ μικροῦ συνειργάζετο. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Τὸ προοδευτικὸν ἐκεῖνο κόμμα τὸ εἴδομεν ἀναπτυσσόμενον ἐν τῷ νῷ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἀλλὰ βεβαίως μὴ προοδεῦον κατ’ ἀριθμόν. Ἐστράφη δεξιά, ἐστράφη ἀριστερά, εἶδε μόνον ὀπαδὸν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καρυστίας βουλευτὴν κ. Δούνην (γέλωτες), καὶ ἐσκέφθη, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ καταρτίσῃ Κυβέρνησιν, ἐκτὸς ἐὰν ἀνελάμβανεν αὐτὸς μὲν τὴν διεύθυνσιν τῶν τεσσάρων Ὑπουργείων καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας Βουλευτὴς τῶν ἑτέρων τριῶν, καὶ τότε ἐσκέφθη: «ἐγκαταλείπω τὴν ἀρχηγίαν, καὶ τάσσομαι ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ.» (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν). Εἶναι ἀλήθεια, Κύριοι, ἢ εἶναι ἐπιχειρήματα, ἅτινα φέρω χάριν συζητήσεως; Καὶ εἴδομεν ἕτερον Βουλευτὴν, ἐπίσης μεγάλην κατέχοντα θέσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐκλεγέντα βεβαίως οὐχὶ ὑπὸ τὴν σημαίαν τὴν Δηλιγιαννικὴν, ἀλλὰ πολέμιον ἄσπονδον τῆς σημαίας ἐκείνης, ἐκεῖνον, ὃν οἱ ἐκλογεῖς ὡς τοιοῦτον ἐψήφισαν, συνεργαζόμενον μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἠσθένει, καὶ διοικοῦντα κἄπως τὸ κόμμα ἐκεῖνο κατὰ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἐργασίας αὐτοῦ.
§70Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀρχηγὸς κόμματος! Διαμαρτύρομαι. (Γέλωτες).
§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ὅτε, λέγω, ταῦτα συνέβαινον, ἐνόμισαν, Κύριοι, οἱ Βουλευταὶ οὗτοι, οἱ μεγάλην ἔχοντες θέσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτι ἔδει νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ἕδραν αὑτῶν καὶ νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων των, ὅπως ζητήσωσι νέον χρῖσμα ὑπὲρ τῶν νέων αὐτῶν ἰδεῶν! Τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη. Ἀλλ’ ὁμιλοῦσι καὶ περὶ πίστεως εἰς τὰ προγράμματα, καὶ ἐνῷ ταῦτα λέγουσι, βλέπομεν ἕτερον Βουλευτὴν μετὰ σθένους—μετὰ σθένους πάρα πολὺ δυνατοῦ ἴσως—ἐπιτιθέμενον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ Βουλευτὴς οὗτος εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐξετέθη ὡς Ζαϊμικός...
§72ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Εἶναι ἐσφαλμένον.
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὕτω λέγουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι περὶ τούτου δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην.
§74ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε, εἶναι ἐσφαλμένη ἡ πληροφορία σας.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα, Κύριοι. Ἐπιτακτικὴ λοιπὸν ἐντολὴ δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν οὐδείς ποτε ἐδέχθη. Ἀλλὰ διατὶ γίνεται λόγος περὶ ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς; Αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1899 διεξήχθησαν κυρίως μεταξὺ Δηλιγιαννικῶν καὶ Τρικουπικῶν· οἱ πρῶτοι ἡττήθησαν, οἱ δεύτεροι ἐπέτυχον. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξεδήλωσε τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τοὺς μὲν, καὶ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας κατεδίκασε τοὺς δέ. Τί ὁμιλεῖτε λοιπὸν περὶ ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς; Δὲν ἐννοεῖτε ὅτι, ἐὰν ταύτην παραδέξησθε, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐντολὴ ἐδόθη ἡμῖν, ὅπως ἐμποδίσωμεν ὑμᾶς, ἵνα ἀναλάβητε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν; Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν: «ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπιτακτικῆς ταύτης ἐντολῆς, διατὶ ὑποστηρίζετε τὴν Κυβέρνησιν Ζαΐμη;» Ὑποστηρίζομεν ταύτην, Κύριοι, διότι, ἐὰν ἐπέσαμεν θύματα ὀχλαγωγίας, δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ στεφθῇ ἡ ὀχλαγωγία αὕτη ὑπὸ ἐπιτυχίας· νομίζομεν, ὅτι ἐπέμβασις τῆς ὀχλαγωγίας ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι καταστροφὴ τοῦ παντός· θέλομεν δὲ τὰ πάντα πράξει, ὅπως ἡ ὀχλαγωγία μὴ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεδίωξεν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, φρονοῦμεν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἐπισπεύσωμεν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Τὸ συμφέρον τῆς χώρας ἀπαιτεῖ νὰ μὴ ἐπέλθῃ διακοπὴ εἰς τὸ ἔργον, ὅπερ ὑπὸ αἰσίους ἤρξατο οἰωνούς. Ἡ παροῦσα χρῆσις, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ βαίνουσα τακτικῶς, σπουδαῖα, ὡς εἶπον, θέλει δώσει περισσεύματα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκλογαὶ παρεμβληθῶσιν, αἱ περὶ αὐτῆς προβλέψεις δὲν θέλουσι πραγματοποιηθῆ. Ἄλλως τε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ Προϋπολογισμὸν προσεγγίζοντα ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτοῦ γραμμαῖς πρὸς τὸν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, παρασκευασθέντα, ἐὰν ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὰ παρ’ ἡμῶν παρασκευασθέντα νομοσχέδια, καὶ ἄλλα, περὶ ὧν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο μνείαν, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἀρχὴν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν παραδεχόμεθα, ποῖον ἔχομεν λόγον, ἵνα ματαιώσωμεν ταῦτα πάντα, καὶ ἐπιδιώξωμεν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Ἀλλ’ ἐνῷ οὐδένα ἔχομεν πρὸς τοῦτο λόγον, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν, ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ χώρα εἰς τὴν γαλήνην, ἥτις μόνη ἐπιτρέπει τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἐλευθέραν καὶ ἀνεπηρέαστον ἔκφρασιν τῆς γνώμης αὐτῆς. Ἀλλὰ λέγουσιν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν: «ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς ὑμᾶς, διότι δὲν ὑπηρετήσατε τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, δὲν ἀντιπροσωπεύετε τὸ φρόνημα αὐτοῦ.» Ἀλλὰ, Κύριοι, ἠρωτήσατέ ποτε ἡμᾶς, ποία εἶναι ἡ γνώμη ἡμῶν περὶ ὑμῶν; (γέλωτες). Ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι, ὅτι ἡ ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας ἀνάρρησις ὑμῶν θὰ ἦναι ἡ καταστροφὴ τῆς χώρας. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Λέγομεν ταῦτα, διότι ἀναπολοῦμεν τὸ παρελθόν. Τρὶς μέχρι τοῦδε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔφερεν ὑμᾶς πανισχύρους εἰς τὴν ἀρχὴν, ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἐπιδειχθείσης ὑμῖν ἐμπιστοσύνης ὑπῆρξεν ἡ καταστροφὴ τῆς χώρας. Εἶσθε ἐλεύθεροι, Κύριοι, νὰ ἔχητε οἱανδήποτε θέλετε ἰδέαν περὶ ἡμῶν, ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν μετὰ τοσαύτης αὐστηρότητος κρίνετε ἡμᾶς, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν τὰς ἰδικάς μας περὶ ὑμῶν ἰδέας, καὶ αἱ ἰδικαί μας ἰδέαι εἶναι κατὰ πάντα ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἰδικάς σας, καὶ θέλομεν πράξει πᾶν ὅ,τι δυνάμεθα, ἵνα ἐμποδίσωμεν ὑμᾶς, ὅπως ἐπιβληθῆτε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ, παρὰ τὰς ἀπειλὰς ὑμῶν, ἡμεῖς θέλομεν ἐξακολουθήσει ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων προεκλήθη χθὲς ἡ συζήτησις, ἥτις ἐξακολουθεῖ εἰσέτι, εἶναι φύσεως σπουδαιοτάτης, ἑπομένως θέματα σοβαρώτατα. Ἀλλ’ ὅμως πρὸ μικροῦ ἐζήτησαν νὰ ἀνακουφίσωσιν ἡμᾶς ἀπὸ τὸ βάρος τῆς τοιαύτης τῶν θεμάτων σοβαρότητος διὰ παραστάσεων ἱλαρῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκίνησαν τὸν γέλωτα τοῦ Βουλευτηρίου (εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν), καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἱλαρότητος ταύτης, ἐνθαρρυνθέντες ἀπὸ τὸν γέλωτα τῶν Βουλευτῶν, ὑπέλαβον, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀγορεύσωσι κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτόλμησαν, οὐδ’ ἔτι καὶ νῦν τολμῶσι ν’ ἀτενίσωσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν, προσφυγόντες ἔκτοτε καὶ κρυπτόμενοι ὄπισθεν ἐκείνων, οἵτινες προσῆκεν οὐχὶ νὰ ἀποκρύπτωσι καὶ σώζωσιν, ἀλλὰ νὰ στιγματίσωσι καὶ πατάξωσιν αὐτούς! Καὶ ἐτόλμησαν πρὸ μικροῦ νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡμεῖς κατεστρέψαμεν τὸν τόπον, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ κυρίως καταστροφεῖς τοῦ τόπου! Διατὶ δὲν ἐτολμήσατε νὰ ἐργασθῆτε, νὰ ἐνισχύσητε τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, νὰ βοηθήσητε αὐτὴν διὰ ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ γείνῃ γνωστὸν, τίνες εἶναι οἱ καταστροφεῖς τοῦ τόπου; (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα. Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).
§78ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ (πρὸς τὴν δεξιάν). Εἶσθε προδόται!
§79Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν διεκόψαμεν τὸν κύριον Θεοτόκην. Ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὀφείλει νὰ μὴ διακόπτῃ.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§81Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ταράσσει ἡ ἀλήθεια!
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἔνθα κάθηνται τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἀνήκει καὶ Ὑπουργὸς αὐτοῦ, ὅστις παρεσκεύασεν ἀτμάκατον καὶ ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν αὐτῆς διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ καύσῃ τὸν τουρκικὸν στόλον (!), καὶ ἐφώπλισεν αὐτὴν διὰ τῶν χρημάτων τῆς τότε συσταθείσης Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ὁποίων οὐδ’ ἐδόθη ὑπό τινος λογαριασμὸς εἰσέτι. Καὶ τολμῶσι νὰ εἴπωσιν, ὅτι κατεστρέψαμεν ἡμεῖς τὸν τόπον, ἡμεῖς, οἵτινες ἐσώσαμεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν περιπετειῶν, εἰς τὰς ὁποίας φιλαρχία φαύλη καὶ ἔνοχος, ἀφροσύνη δὲ καὶ τυφλὸς φανατισμός, λησμονήσας πᾶν καθῆκον, πᾶσαν πατριωτικὴν ἰδέαν, ὡς ἂν ἦτο ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος, προέβη μέχρι πράξεων προδοτικῶν, ζητήσας ν’ ἀνάψῃ τὴν πυρκαϊάν! Ἡμεῖς δὲν ἐπεκηρύξαμεν τὸν πόλεμον· ἐκήρυξεν αὐτὸν καθ’ ἡμῶν ἡ γείτων Αὐτοκρατορία, διότι ὑπέλαβεν, ὅτι προεκλήθη εἰς αὐτόν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελεν ὑποληφθῆ, ὅτι προεκλήθη παρ’ ἡμῶν, προεκλήθη διότι σεῖς ἐσυστήσατε τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρίαν, σεῖς δι’ αὐτῆς ἐπεδόθητε εἰς ἐπιχειρήσεις ἄφρονας, σεῖς δὲν ἐδιστάσατε νὰ ἐκμεταλλευθῆτε τὴν ἱερὰν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης, σεῖς, φαῦλοι ἔμποροι ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐξηγείρατε διὰ ψευδολογιῶν καὶ διὰ πλαστογραφημένων εἰδήσεων τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ καὶ τὰ φιλοπάτριδα αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα θερμαίνουσι πάντοτε τὴν καρδίαν αὐτοῦ, διὰ νὰ ὠθήσητε τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου ὠθήσατε αὐτά. Ἡμεῖς πολλάκις προετείναμεν νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τοῦ πολέμου, καὶ προεκαλέσαμεν τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἔρευναν τῶν τοῦ πολέμου, τῶν κατ’ αὐτὸν καὶ τῶν μετ’ αὐτόν, πρὸς ἀναζήτησιν τῆς ἀληθείας. Προεκαλέσαμεν τὴν σύστασιν αὐτῆς ὅτε προΐστατο τοῦ Ὑπουργείου αὐτὸς ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὅστις ὑπούλως τὸ πρῶτον ἐπολέμησε τὴν πρότασιν ταύτην, ἐξηναγκάσθη δὲ εἶτα νὰ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, ἀλλ’ ἀποδεχθεὶς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀντέπραττεν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, καὶ παρεκώλυεν αὐτὰς, ἀρνούμενος νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας, ἃς κατεῖχεν ἐν τοῖς ἀρχείοις τῶν Ὑπουργείων. Προεκαλέσαμεν καὶ ἐζητήσαμεν τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὅτε κατηρτίσθη ἡ νέα Βουλὴ κατὰ τὸ 1899, ὅτε συνεστήθη τὸ ὑπὸ τὸν ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ τότε οἱ Ὑπουργοὶ παρεκώλυον τὰς ἐργασίας αὐτῆς, μηδεμίαν παρέχοντες αὐτῇ πληροφορίαν, ὁ δὲ Πρόεδρος αὐτῆς, ὅστις ἐτύγχανε καὶ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τῆς συστησάσης τὴν ἐπιτροπὴν, προσεπάθησε νὰ ματαιώσῃ αὐτήν. Καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος, καὶ ὁ ἐκ Καλαβρύτων Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἐκ Κερκύρας, ὡς ἂν εἶχον προσυνεννοηθῆ, ἢ ὡς ἂν ἐξετέλουν τὸ αὐτὸ σχέδιον, προσεπάθησαν νὰ περικαλύψωσι καὶ οὐχὶ ν’ ἀποκαλύψωσι τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἐνῷ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἐζήτει παρ’ αὐτῶν ἔγγραφα ἐκ τῶν ἀρχείων τῶν Ὑπουργείων, αὐτοὶ οὐδεμίαν ἔδιδον εἰς αὐτὴν πληροφορίαν, ἄγνωστον δ’ εἶναι, τί ἐγένοντο καὶ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τῶν παρὰ τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς γενομένων ὀλίγων ἐξετάσεων. Τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, Πρωθυπουργὸς τυγχάνων, ἔλεγεν, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν αἰτήσεων τῆς ἐπιτροπῆς: «Ἡμεῖς πάντες ἐπταίσαμεν· ἂς τ’ ἀφήσωμεν νὰ κοιμηθῶσιν.» Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἀφήσει αὐτὰ νὰ κοιμηθῶσι. Θέλει ἔλθει ἡμέρα, ὅσον καὶ ἂν ζητῆτε ν’ ἀπωθήσητε αὐτὴν, θέλει ἔλθει ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι πάντα ἀποκαλυφθῆ, οὐχὶ διὰ νὰ ζητήσωμεν ποινικὰς εὐθύνας, — διότι τίς οἶδεν, ἄν τινα τῶν ἐγκλημάτων σᾶς ἐκείνων δὲν παρεγράφησαν, — ἀλλὰ διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ποίους πρέπει νὰ στιγματίσῃ ὡς αἰτίους τῶν δυστυχημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέκυψεν ἡ ἀτυχὴς αὕτη χώρα. Λυπηρὸν, ὅτι τοιαύτην ἔδωκε τροπὴν εἰς τὴν συζήτησιν ὁ πρώην Πρωθυπουργός. Ἡ διοίκησις τοῦ ὑπ’ ἐκεῖνον Ὑπουργείου δὲν ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τῆς σήμερον· τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τῆς σήμερον ἦτο ἡ νόθευσις τῆς λειτουργίας τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀναίρεσις τῆς βάσεως αὐτοῦ, ἡ παραποίησις τῶν ἐννοιῶν αὐτοῦ, διότι ταῦτα ἐπέσκηψαν εἰς τὸν δυστυχῆ τόπον διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργείου Θεοτόκη, διὰ τοῦ μετ’ αὐτὴν σχηματισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου καὶ διὰ τῆς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον Θεοτόκη παρέχει εἰς τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, ὅπως τοῦτο παρασταθῇ ἀπολαμβάνον κατὰ τύπους τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Περὶ ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς εἷς μόνον Βουλευτὴς ὡμίλησεν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὁ ὁποῖος, ἀσχολούμενος εἰς τὰς ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Σύρου δικηγορικὰς ὑποθέσεις του, ἐλαχίστην γνῶσιν ἔχει τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν. Περὶ ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς οὐδόλως προέκειτο, οὐδὲ ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ἀναγράφουσα τοιαύτην, οὐδὲ προέβαλέ τις τὴν ἐξ ἐπιτακτικῆς δῆθεν ἐντολῆς ὑποχρέωσιν τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ δὲν προέβαλε μόνον τοῦτον τὸν παραλογισμὸν ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος. Ἔλεγε προσέτι, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶμεν τὴν βεβαίωσιν τῆς ἀπαρτίας. Καὶ ἠρώτα ἡμᾶς χθές: «Ποία διάταξις τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπαρτία;» Ἠγνόει, ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 56, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζῃτήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς.» Λοιπὸν, ἀφοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ συζητῇ καὶ ἀποφασίζῃ, ἂν δὲν παρίστανται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, δὲν ἔχομεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τὸ δικαίωμα νὰ φροντίζωμεν, ἵνα τηρῆται ἡ διάταξις αὕτη αὐτοῦ, νὰ μὴ καλπονοθεύηται, ἑπομένως νὰ ἐξετάζωμεν ἑκάστοτε, ἐὰν παρευρίσκεται τοσοῦτος ἀριθμὸς Βουλευτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ ζητῶμεν νὰ βεβαιώνηται τοῦτο, ἐν αἰθούσῃ μάλιστα, οἵα ἡ τοῦ Βουλευτηρίου τούτου, ἐν ᾗ κατὰ δυστυχίαν ἐλάβομεν ἀφορμὰς κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἀνεγράφοντο πάντοτε πιστῶς τὰ ἐν αὐτῇ συμβαίνοντα; Ἡ διοίκησις τοῦ Ὑπουργείου τοῦ παραιτηθέντος θέλει γείνῃ ἀντικείμενον ἐρεύνης, καὶ δι’ αὐτῆς θέλει βεβαίως ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε ἐκυβερνήθη, καὶ ἡ χώρα οὐδέποτε διῳκήθη κατὰ τρόπον τοιοῦτον, καθ’ ὃν ἐκυβερνήθη καὶ διῳκήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Ὅτε πρὸ μικροῦ ἠγόρευεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὁ συνάδελφος τοῦ ἐνεστῶτος Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὡμίλει περὶ διοικήσεως καὶ ἀσφαλείας, ἐνεθυμήθην τὴν περιγραφὴν τῆς καταστάσεως τῆς Ἀλγερίας, ἣν πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς Γαλλίας ἀφηγεῖτο κατὰ τὴν 24 Ἰανουαρίου 1845 ὁ στρατάρχης Bugeaud. «Ἐν Ἀλγερίᾳ», ἔλεγεν ὁ στρατάρχης, ὅστις εἶχε πολεμήσει καὶ νικητὴς καταλάβει αὐτὴν στρατιωτικῶς, «ὁ λαὸς δὲν φοβεῖται τόσον, ὅσον θέλουσι νὰ παραστήσωσι, τὴν στρατοκρατίαν (le regime du sabre), τὰ ἀντικείμενα δὲ, τὰ ὁποῖα ἰδίως τὸν ἀπασχολοῦσι, δὲν εἶναι αἱ πολιτικαὶ ἐγγυήσεις, οὐδὲ αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ ἀσφάλεια. Ἡ βεβαιότης, ὅτι θέλει ἔχει τὴν κεφαλήν του ἐπὶ τῶν ὤμων του, ὡς καὶ τὰς κεφαλὰς τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῶν, ὅτι θέλει δύνασθαι νὰ συγκομίζῃ τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἔσπειρεν, ἡ βεβαιότης αὕτη προηγεῖται πασῶν τῶν θεωριῶν περὶ ἐλευθερίας.» Τοιαῦτά τινα δὲν ἔλεγε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος τοῦ ἐνεστῶτος Πρωθυπουργοῦ; «Τί μεριμνᾶτε περὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων; Ὁ λαὸς διψᾷ ἀσφάλειαν, ποθεῖ δικαιοσύνην, ζητεῖ ἐνίσχυσιν εἰς τὰς ἐργασίας του.» Βεβαίως πάντα ταῦτα λείπουσι, καὶ διὰ τοῦτο συνεβούλευεν ὁ συνάδελφος νὰ παραιτήσωμεν τὰς περὶ τοῦ Συντάγματος μερίμνας ἡμῶν, καὶ νὰ τραπῶμεν εἰς τὰς περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ μελέτας. Εἰς τοιαύτην ἀληθῶς κατάστασιν μᾶς ἤγαγε τὸ ἐπὶ τριετίαν διοικῆσαν τὴν χώραν Ὑπουργεῖον τοῦ ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ. Καὶ ὑπάρχει ἀσφάλεια εἰς τοὺς πολίτας, ὑπάρχει δικαιοσύνη τιμωροῦσα τὰ ἐγκλήματα, τὴν ἀσέβειαν καὶ τὴν ἀναίρεσιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, τὴν διαρπαγὴν τῆς περιουσίας αὐτῶν; Καὶ ἐσώθη νόμος ἰσχύων, ἱστάμενος εἰς τοὺς πόδας του; Οἱ εἰσπράκτορες τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν καταπιέζουσι τοὺς πολίτας, ἐκβιάζοντες αὐτοὺς νὰ πληρώνωσι πλείονα τῶν ὀφειλομένων; Οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπηρέται δὲν κρατοῦσιν ἐν τοῖς κρατητηρίοις τοὺς πολίτας δέκα καὶ εἴκοσι πολλάκις ἡμέρας, ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως ἢ φυλακίσεως; Εἰς τὴν ἐξέτασιν τούτων θέλομεν πάντως προβῆ προσεχῶς, ἐὰν συμβῇ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ ἐξακολουθήσωσι· τότε θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐρεύνης αὐτῶν τῶν ζητημάτων, θέλει δὲ τότε πεισθῆ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρξεν ἐπιτήρησις ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἐν γένει, οὐδὲ φροντὶς περὶ τιμωρίας τῶν ἐγκλημάτων. Ποία ὑπῆρξε, φέρ’ εἰπεῖν, ἐπιτήρησις τῶν ταμιῶν ἐπὶ τῶν εἰσπρακτόρων, ὅτε οὗτοι ἐπίεζον τοὺς κατοίκους καὶ ἐλάμβανον χρήματα πλείονα τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν πολιτῶν; Ποία ὑπῆρξεν ἐπιτήρησις ἐπὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὅτε, ὡς προχθὲς συνέβη ἐν τῷ δήμῳ Παΐων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, χωροφύλακες ἔκλειον τὰς γυναῖκας τῶν πολιτῶν καὶ προσεπάθουν ν’ ἀτιμάσωσιν αὐτάς; Ποίαν καὶ ποῦ οἱ προϊστάμενοι τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς ἐπεχείρησαν καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων, καὶ ἰδίως τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἢ τῆς ἀστυνομίας; Εἰς ποίας προέβησαν ἐνεργείας, ὅτε μηνύσεις καὶ καταγγελίαι κατέκλυσαν τὰ γραφεῖα αὐτῶν; Διὰ τοῦτο πάντα τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, μάλιστα δ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φέρουσι σπάθην περὶ τὴν ὀσφὺν, πάντα αὐτὰ ἔπραττον ὅ,τι ἂν ἐβούλοντο, διότι ἦσαν βέβαια, ὅτι οὐδεὶς ἤθελε καταδιώξει αὐτὰ διὰ τὰς παρανόμους, πολλάκις δὲ καὶ ἐγκληματικὰς πράξεις αὐτῶν. Ἡ ἀτιμωρησία δ’ αὐτὴ ἐπέφερε τὴν ἐξάρθρωσιν τῆς διοικήσεως, τὴν παραλυσίαν, τὴν ἀναρχίαν. Καὶ διατὶ ταῦτα; ἐντρέπομαι νὰ τὸ εἴπω· διότι οὕτως ἤθελον οἱ κατ’ ἐπαρχίας τοπάρχαι, νὰ μείνωσιν ἀτιμώρητοι αἱ πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐξετρέποντο τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, διότι ἐξετρέποντο εἰς αὐτὰς τῇ εἰσηγήσει αὐτῶν τούτων τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, οἵτινες κατεστάθησαν ἀληθεῖς τοπάρχαι. Καὶ ἠπείλουν οἱ τοπάρχαι, ὅτι θέλουν ἐγκαταλίπει τὸ Ὑπουργεῖον, ἂν ἔπραττεν ἄλλως. Δὲν ἀνέγνωτε ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι Ὑπουργὸς ἐν συνεντεύξει μετὰ τῶν δημοσιογραφικῶν reporters ἔλεγε: «Τί νὰ πράξωμεν; Θέλετε νὰ πέσωμεν;» Εἶπον, ὅτι προσεχῶς, ἐὰν ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, θέλομεν ἐφελκύσει τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων, θέλομεν προβάλει πρὸ αὐτῆς διακόσια καὶ πλέον θέματα, καὶ θέλομεν ζητήσει τὴν ἐξέτασιν ἑκάστου αὐτῶν, οὐχὶ βεβαίως μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ ζητήσωμεν πολιτικὰς εὐθύνας, διότι πολιτικὴν εὐθύνην πλέον δὲν ὑπέχουσιν οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας Ὑπουργείου, ἀφοῦ ἐξέπεσαν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ διὰ νὰ ζητήσωμεν τὴν τιμωρίαν ἐκείνων τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως καὶ ἐκείνων τῶν ὀργάνων τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα, παραβαίνοντα τὸ καθῆκόν των, ἠνέχθησαν νὰ ἀναιρεῖται παρανόμως ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τῶν πολιτῶν, νὰ ὑβρίζηται ἡ οἰκογενειακὴ τιμὴ αὐτῶν, νὰ παραβιάζηται τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας των, ν’ ἁρπάζωνται τὰ κτήνη καὶ ἡ περιουσία των. Ἐὰν δὲ ἤθελον ἀποκαλυφθῆ καὶ πράξεις ἐπάγουσαι ποινικὴν εὐθύνην, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλομεν ἔχει τὸ θάρρος καὶ ποινικὰς νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας, ὅταν εἰς τοῦτο θέλῃ προκαλέσει ἡμᾶς ἡ ἔρευνα τῆς πολιτείας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ ἔρευνα τῆς διοικήσεως, ὡς ἔλεγον πρὸ μικροῦ, δὲν ἦτο τὸ θέμα τῶν συζητήσεων τούτων· τὸ θέμα τῶν συζητήσεων τούτων προσδιώρισεν ἄριστα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ὅτε ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐγγράφου τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, καὶ ὁ σχηματισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ἡ Βουλή, ἐὰν ἐσιώπα, ἤθελε δηλώσει διὰ τῆς σιωπῆς της, ὅτι εὕρισκεν ἅπαντα τὰ γενόμενα καλῶς ἔχοντα· ἐπειδὴ ὅμως δὲν εὕρισκεν αὐτὰ τοιαῦτα, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ· μόνον δ’ ἡ ἀμάθεια, ὅπου τυχὸν αὕτη ὑπάρχει, ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο· εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μάθῃ, πῶς καὶ διατὶ κατέλιπε τὴν ἀρχὴν τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, πῶς καὶ διατὶ ἀποκατεστάθη ἀντ’ αὐτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποκατεστάθη. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὁ συνάδελφος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν δὲν ἔλεγεν ὀρθὰ, ὅτε ὡμίλει περὶ τῆς καταστάσεως τῆς διοικήσεως, ἦτο συγγνωστὸς, καὶ εἶχε πολλὴν συνάφειαν μετὰ τοῦ στρατάρχου Bugeaud, ἐξιστοροῦντος τὴν κατάστασιν τῆς Ἀλγερίας· διότι, ἂν ὁ στρατάρχης ἦτο συνῳκειωμένος μὲ τὸ ξίφος, ὅπερ εἶχεν ἀνηρτημένον περὶ τὴν ὀσφὺν, καὶ μὲ τὴν μάχαιραν, καὶ ὁ ἀγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὡς χειρουργὸς, εἶναι συνῳκειωμένος μὲ τὴν μάχαιραν. Ὡς ὁ στρατάρχης ἔλεγε περὶ τῶν Ἀλγερίνων, ὅτι δὲν ἐμερίμνων περὶ πολιτικῶν καὶ δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλὰ περὶ τοῦ πῶς νὰ διασώζωσι τὴν κεφαλήν των ἐπὶ τῶν ὤμων των, καὶ ὁ ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος τοῦ Πρωθυπουργοῦ συνεβούλευε τὴν Βουλὴν νὰ παύσῃ ἀσχολουμένη περὶ τοῦ Συντάγματος, διότι πρὸ τούτου ἀνάγκη εἶναι ν’ ἀσφαλίσῃ τοὺς πολίτας, ἵνα διασώζωσι τὰς κεφαλὰς ἐπὶ τῶν ὤμων των. Ἀλλὰ παρεμόρφωνεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὴν ἀλήθειαν, διέστρεφε τὴν ἀκριβολογίαν, καὶ ἐξύβριζε τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁμιλῶν περὶ ὀχλαγωγιῶν, καὶ χαρακτηρίζων ὡς ὀχλαγωγίας τὰς διαδηλώσεις τῶν φοιτητῶν· καὶ οὐ μόνον ὕβριζον αὐτοὺς, χαρακτηρίζαντες ὡς ὀχλαγωγίας τὰς διαδηλώσεις των, ἀλλὰ καὶ ἐσυκοφάντουν αὐτοὺς καὶ ἐξύβριζον, παριστῶντες αὐτοὺς ὡς ὄργανα τῶν πολιτευομένων. Ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι διὰ τῆς ἐφημερίδος «Πρωΐας» ἀπὸ τοῦ Μαρτίου μηνὸς κατηγγέλλομεν τὴν ἐπιχείρησιν τῶν μεταφράσεων τοῦ Εὐαγγελίου ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὰς παραδόσεις, καὶ συνεβουλεύομεν τοὺς ὑπευθύνους ν’ ἀπόσχωσιν ἔργου τοιούτου. Τότε, ἡμέρας τινὰς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἄρθρων τῆς «Πρωΐας», μὲ ἐπεσκέφθη κατ’ οἶκον σεβαστὸν πρόσωπον, καὶ μοὶ ἀνεκοινώθη ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι τὰ ἄρθρα τῆς «Πρωΐας» ἀνεγνώσθησαν, καὶ ἐπείσθησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐκ τῶν δημοσιευθέντων, ὅτι δ’ ἕνεκα τούτου ἐγκατέλιπον τὴν ἐπιχείρησίν των· ἑπομένως ὅτι προσῆκε νὰ μὴ ἀνησυχῶ πλέον, διότι δὲν ἤθελε συντελεσθῆ ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ ἀνακοίνωσις ὅμως αὕτη ἀπεδείχθη ἤδη, ὅτι δὲν ἦτο ἀληθὴς, ἀλλ’ ἐσκόπει μόνον νὰ ἡσυχάσῃ ἡμᾶς. Καὶ ὄντως ἡμεῖς ἤμεθα ἐντελῶς ἥσυχοι, πεποιθότες ὅτι ἐγκατελείφθη ἀληθῶς τῶν Εὐαγγελίων ἡ μετάφρασις, ἂν δ’ ὑπῆρξε σκοπὸς τῆς μεταφράσεως αὐτῶν ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως, ὁ σκοπὸς ἐγκατελείφθη. Ἀλλὰ τελευταῖον, ὅτε ἐπῆλθον τὰ ἀκούσματα τῆς διανομῆς τῶν μεταφράσεων τοῦ Εὐαγγελίου πανταχοῦ, ἠγέρθη ἡ φοιτητικὴ νεολαία, οὐχὶ παρακινουμένη ὑπό τινος πολιτικοῦ, ἀλλ’ ὠθουμένη ὑπὸ τοῦ εὐλαβοῦς αἰσθήματος πρὸς τὴν θρησκείαν, τοῦτο δὲ τὸ αἴσθημα εἶχεν ἀναπτυχθῆ ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, ἐν ταῖς οἰκογενείαις των ὑπὸ τῶν πατέρων των. Οὐδεὶς δὲ δύναται, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ὑβρίσῃ, νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ὀχλαγωγίας τὰς διαδηλώσεις τῶν φοιτητῶν. Ἀλλ’ οὐδὲ τὰς διαδηλώσεις τῶν πολιτῶν πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ὀχλαγωγίας, ὁσάκις τοιαῦται ἔλαβον χώραν. Τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, μάλιστα τὸ παρ’ ἡμῖν, βεβαίως δὲν ἀναγράφει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, ἀναγράφει ὅμως ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως, ὡς παραλλήλως ἀναγράφει ἐν ἄρθρῳ 14 τὸ δικαίωμα ἑκάστου νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως διὰ τοῦ τύπου τοὺς στοχασμούς του, ἀμφότερα δὲ τὰ δικαιώματα ταῦτα τῶν πολιτῶν σκοποῦσι τὴν προστασίαν καὶ διάσωσιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Ἐν ταῖς κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμέναις χώραις ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ πολιτειακοῦ οἰκοδομήματος ἐτάχθη φρουρὸς τῶν συμφερόντων τούτων ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία, ἐπισκοποῦσα τὴν λειτουργίαν τῶν διαφόρων πολιτειακῶν ἐξουσιῶν καὶ προσερχομένη ὡς τιμητὴς τῆς λειτουργίας τῶν ἐξουσιῶν τούτων καὶ ἐπιμελητὴς ἄοκνος, ἵνα συντηρῇ τὴν ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν ἁρμονικὴν καὶ εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὅταν παραβαίνωνται οἱ νόμοι καὶ ἀθετῶνται τὰ ἀπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων πηγάζοντα δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ὅταν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ἀναγράφουσαι τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, περιϋβρίζωνται, καὶ λεηλατῶνται τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἀπὸ τὸν τελευταῖον χωροφύλακα ἢ ἐνωμοτάρχην, οἱ πολῖται, συνερχόμενοι εἰς συλλαλητήρια καὶ ἐκδηλοῦντες τὸ φρόνημα αὐτῶν, προσέρχονται βοηθοὶ τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, ἵνα φωτίσωσι τὸν Ἡγεμόνα, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθηκε τὸ Σύνταγμα ἐξουσίας καὶ δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐνάσκησις δύναται ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν εἰλικρινῆ λειτουργίαν τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, νὰ διασώσῃ δὲ τὴν ἔννομον τάξιν καὶ τὰ ἐκ τῆς διαστροφῆς τῆς τοιαύτης λειτουργίας ἐξωθούμενα εἰς πραγματικοὺς κινδύνους συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Μεγάλας δ’ ὄντως ἐξουσίας καὶ μέγιστα δικαιώματα τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, κατ’ ἀντιγραφὴν Συνταγμάτων ἄλλων Κρατῶν, ἐνεπιστεύθη εἰς τὸ Στέμμα· οὐδεμία δ’ ἄλλη ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ὕπαρξις περιεβλήθη μὲ τοσαῦτα δικαιώματα καὶ μὲ τοσαύτην δύναμιν, δι’ ὅσης τυγχάνουσι περιβεβλημένοι οἱ ἡγεμόνες τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλῶσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ διαλύωσι πρὸ τοῦ τεταγμένου χρόνου τὴν Βουλὴν, ὁσάκις τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιβάλλῃ τὴν διάλυσιν αὐτῆς. Ἐὰν αἱ πολλαὶ καὶ μεγάλαι ἀσχολίαι τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ Θρόνου δὲν ἤθελον καθιστᾷ αὐτῷ εὐχερὲς νὰ ἐπισκοπῇ πανταχοῦ, ἢ ἐὰν τυχὸν οἱ τεταγμένοι νὰ πληροφορῶσιν αὐτὸν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, δὲν φωτίζωσιν αὐτὸν ἐπαρκῶς ἢ εἰλικρινῶς, ἐὰν δὲν φθάνωσι μέχρι τοῦ Θρόνου αἱ περὶ τῶν βασάνων καὶ τῶν ἀδικιῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἰδήσεις καὶ πληροφορίαι, αἱ κατὰ τῶν παρεκτροπῶν καὶ παραβιάσεων, τὰς ὁποίας τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως διαπράττουσι κατ’ αὐτοῦ, φωναὶ, τότε θέλουσιν ἀκουσθῆ τὰ συλλαλητήρια τοῦ Βόλου ἢ τῶν Πατρῶν, τῶν Καλαμῶν ἢ τῶν πόλεων τοῦ Αἰγαίου, τῆς Τριπόλεως ἢ τῶν νήσων τοῦ Ἰονίου, καὶ θέλει φωτισθῆ ὁ Βασιλεὺς καὶ κρίνει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματός του, καὶ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ Θρόνου, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ πολιτεύματι, ὡς καὶ τὰ δικαιώματα τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν δικαστῶν καὶ τῶν Εἰσαγγελέων, καὶ αὐτὰ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, κατ’ εὐφημισμὸν λέγονται δικαιώματα, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν εἶναι καθήκοντα. Ἑπομένως, ἐὰν ἀνάγκη ἐνδεικνύῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἡ διάλυσις αὐτῆς ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, διότι, ἂν ἐγκαίρως δὲν γένηται εἰς τὸ Ἡγεμονικὸν τοῦτο δικαίωμα ἡ προσφυγὴ, θέλουσι ζημιωθῆ τὰ εἰρημένα συμφέροντα, ἢ θέλει ζημιωθῆ ἡ ἔννομος τάξις. Διὰ τοῦτο τὸ δικαίωμα τῶν πολιτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου νὰ ἐκδηλώνωσι διὰ συλλαλητηρίων τὸ περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης φρόνημά των οὐδ’ ἡ φωνὴ τοῦ ἰατροῦ, ὅστις τυγχάνει Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, οὐδ’ αἱ κραυγαὶ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας θέλουσι δυνηθῆ ν’ ἀναστείλωσιν, ὅσον καὶ ἂν διαστρέφωσι τὴν ἀλήθειαν, χαρακτηρίζοντες ὑβριστικῶς ὡς ὀχλαγωγίαν τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν πολιτῶν. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν Ὑπουργοὶ, οἵτινες καὶ τότε παρίστανον τὰς τοιαύτας τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος ἐκδηλώσεις ὡς ὀχλαγωγίας, καὶ οἵτινες διὰ τοιούτων παραστάσεων ἐπλάνων τότε σεβαστὸν Ἡγεμόνα, ὅστις ἐπίστευε τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους. Ἦλθεν ὅμως ἡμέρα, καθ’ ἣν δὲν ἠδύνατο ὁ δυστυχὴς Ἡγεμὼν οὐδὲ ν’ ἀποβιβασθῇ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν Ἀθηνῶν.
§83Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ἡ κατάστασις αὕτη;
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐγένοντο ὑπαινιγμοὶ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι αὐτὴ ἐποιήσατο μνείαν διαδηλώσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα προκαλέσῃ αὐτὰς, οἱ ὑπαινιγμοὶ οὗτοι ἀποκαλύπτουσι τὴν τιμὴν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις εἶναι πιστὴ φρουρὸς τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς εὐνομίας τῆς χώρας. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰς ἐπικρατείας ἐκείνας, ἐν αἷς ἤθελεν ἐκλίπει ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἡ ἐπὶ τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν δικαστηρίων, καὶ ἐν αἷς ἐξ ἐναντίας καθίσταται ἀμφίβολον, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἦναί τις ἐν ἀσφαλείᾳ, ἢ, καθ’ ἃ ἔλεγεν ὁ στρατάρχης Bugeaud ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Γαλλίας, νὰ ἔχῃ τὴν κεφαλήν του ἐπὶ τῶν ὤμων του, ὡς ἐν Ἀλγερίᾳ, νὰ ἦναι κύριος τῶν κτηνῶν του καὶ τῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων του, ἢ νὰ ἔχῃ πᾶσαν ἀσφάλειαν τῆς τιμῆς του καὶ τῆς οἰκογενείας του! Εἶπον πρὸ μικροῦ περὶ ἐκτρόπων συμβεβηκότων ἐν Στρεζόβῃ τοῦ δήμου Παΐων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Παρεκάλεσα τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς «Πρωΐας» νὰ δημοσιεύσῃ τὰς πρός με ἐπισταλείσας καταγγελίας αὐτῶν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις λάβῃ γνῶσιν τῶν καταγγελθέντων, καὶ ἐξετάσῃ ταῦτα, καὶ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἓν συμβεβηκός. Διακόσια ὅμως ἄλλα εἰσὶν ἀναγεγραμμένα ἐν δελτίοις, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις μελετᾷ, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ αὕτη τὸ καθῆκόν της. Καὶ ἐπεφάνη πρὸ μικροῦ ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὁ πρώην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμιλῶν περὶ οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ περὶ διοικήσεως καὶ δικαιοσύνης, καὶ περὶ στρατοῦ. Ἐτόλμησε μάλιστα περὶ στρατοῦ νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅσα ἠμφισβήτει καὶ ἠρνεῖτο, ὅτε ἡ Ἀντιπολίτευσις προέβαλλεν αὐτὰ ταῦτα, καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸς οὗτος ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἀνήγγελλε, κομπάζων, εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ προσεκαλεῖτο ξένος ὀργανωτὴς τοῦ στρατοῦ ἐξ ἄλλης χώρας, καθ’ ὃν χρόνον ἐβεβαίου, εἶχε τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὑπῆρχε Κράτος τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὀργανωτὴν τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγραφε μάλιστα καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν δι’ ἔξοδα τῶν ὀργανωτῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Καὶ δὲν προεβλέπετε τότε, ὅτι πιθανὸν ἦτο νὰ εὕρητε κεκλεισμένας τὰς θύρας, καὶ ὅτι τοιαύτας δίδοντες εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ἐξεθέτετε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους; — Ἴσως δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναφέρω τὰ περὶ τούτων, ἀλλ’ ὠφέλιμον εἰς τὸ Κράτος εἶναι νὰ μὴ ἐνθαρρύνωνται πλέον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἀκολουθοῦσιν, ἀπὸ τοιαύτας κομπορρήμονας ψευδολογίας.—Καὶ μετὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη εἴχετε τὸ θάρρος νὰ μᾶς ἀναγγείλητε, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπάρχουν γλαῦκες, ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ πῶς ἠλπίζετε, ὅτι θὰ εἴχετε χρήματα ἱκανὰ, καὶ ὅτι δὲν σᾶς ἔλειπέ τι ἄλλο ἢ νὰ σπεύσητε νὰ συγκεντρώσητε πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἁρπάζοντες τὰ δικαιώματα καὶ λεηλατοῦντες τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἀρχῆς, εἰς ἣν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους εἶχον συγκεντρώσει τὴν διαχείρισιν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπροτείνατε τὸν νόμον, δι’ οὗ ἀνετίθετο ἡ τοιαύτη ἐξουσία εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος, ἐκθέτοντες οὕτως εἰς καταφανῆ κίνδυνον τὸ γόητρον τοῦ Διαδόχου καὶ τὴν ἐπ’ αὐτὸν πεποίθησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Μᾶς ἐλέγετε τότε: «Ἰδοὺ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ὅστις πρόκειται νὰ ὀργανώσῃ καὶ νὰ βελτιώσῃ τὸν στρατόν.» Ὅτε δὲ σᾶς ἐλέγομεν νὰ σταματήσητε, νὰ εὐλαβηθῆτε τὴν συνταγματικὴν θέσιν τῆς Α. Ὑψηλότητος, καὶ νὰ ἀποβλέψητε εἰς τὴν παρασκευασθεῖσαν δι’ αὐτὸν ὑψηλὴν θέσιν, διότι δὲν ὑπάρχουσι χρήματα, καὶ οὐδὲν ἄνευ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται, ὑμεῖς δὲν ἐπείθεσθε. Ἀλλ’ ἤλθετε νῦν καὶ μᾶς προβάλλετε, ὅτι δὲν ἔχετε χρήματα διὰ νὰ ὀργανώσητε τὸν στρατόν. Καὶ ἠλπίζετε, ὅτι θέλετε ἔχει, ἢ σᾶς ἦτο ἀδιάφορον, τί ἤθελε συμβῆ μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη, περὶ ἑνὸς δὲ μόνου ἡμιλλᾶσθε νὰ σπεύσητε, περὶ τοῦ πῶς νὰ ἦσθε ἀρεστοὶ εἰς τὸν Βασιλέα ἢ εἰς τὸν Διάδοχον! Καὶ πῶς ἠθέλετε δυνηθῆ νὰ ἐκπαιδεύσητε τὸν στρατόν, ἀφοῦ δὲν ἠδύνασθε νὰ προβῆτε εἰς σχηματισμὸν μεγάλων μονάδων, καὶ εἰς πλήρεις καὶ τακτικὰς ἀσκήσεις αὐτῶν; Καὶ πῶς ἠθέλετε δυνηθῆ καὶ μεγάλας μονάδας νὰ σχηματίσητε καὶ ἀσκήσεις αὐτῶν νὰ πραγματοποιήσητε, ἀφοῦ δὲν εἴχετε χρήματα; Καὶ ἄνευ χρημάτων δὲν ἠδύνασθε οὐδὲ στρατιώτας καὶ ἐφέδρους νὰ συγκεντρώσητε, οὐδὲ στελέχη ἐπαρκῆ νὰ σχηματίσητε. Καὶ ἄνευ χρημάτων δὲν ἠδύνασθε νὰ ἔχητε ὅπλα τοσούτου ἀριθμοῦ, ὅσον ἀπῄτουν αἱ τοιαῦται συγκεντρώσεις, διότι ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα. Καὶ ἄνευ χρημάτων δὲν ἠδύνασθε νὰ οἰκοδομήσητε κατὰ πᾶσαν στρατιωτικὴν περιφέρειαν μίαν τοὐλάχιστον ἀποθήκην ὁπλισμοῦ, καὶ ἑτέραν ἀποθήκην ἱματισμοῦ, καὶ ἕτερον εὐρύχωρον οἰκοδόμημα, ἵνα ἐν αὐτῷ στρατωνίζωνται οἱ συγκεντρωθησόμενοι πρὸς ἀσκήσεις ἄνδρες, στρατιῶται ἢ ἔφεδροι. Καὶ ἐλέγετε περὶ ἀνανεώσεως τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ περὶ προμηθείας ὅπλων τελειοτέρου συστήματος, ἐλπίζοντες ὅτι θέλουσι πιστεύσει τὰς μετὰ ἀναιδοῦς τόλμης τοιαύτας διαδόσεις ὑμῶν οἱ πολῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διότι ὑπελογίζετε, ὅτι οἱ δυστυχεῖς γεωργοὶ καὶ ποιμένες, οἱ ἐπιτηδευματίαι καὶ οἱ βιομήχανοι, οἱ ἔμποροι καὶ αἱ ἄλλαι τάξεις τῶν πολιτῶν, αἱ ἀσχολούμεναι εἰς τὰ ἔργα των καὶ ἀποτελοῦσαι τὴν παραγωγικὴν ἐργασίαν τῆς χώρας, δὲν λαμβάνουσι καιρὸν νὰ ἐξελέγξωσι τὰς ἀποπλανητικὰς αὐτὰς κομπορρημοσύνας σας, οὐδὲ θέλουσιν ἀξιώσει νὰ μάθωσι πόσα διὰ πάντα ταῦτα ἀπαιτοῦνται χρήματα, καὶ ὅτι θέλουσι σᾶς πιστεύσει. Ἐὰν ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ 147 ἢ 150 χιλιάδες ὅπλων Γκρᾶ κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1897, ἤτοι κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου, τώρα δὲν ὑπάρχουσιν ἴσως τόσα, ὅσα ἀναποφεύκτως ἀπαιτοῦνται διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐν ὑπηρεσίᾳ στρατοῦ, διότι δυστυχῶς διηρπάγησαν κατὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους ὑποχωρήσεις τοῦ στρατοῦ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1897· ἂν δὲ θελήσωμεν ν’ ἀγοράσωμεν ὅπλα νέου συστήματος, διὰ ν’ ἀσκήσωμεν τὴν ἐφεδρείαν, ἔχομεν ἀνάγκην 200 ἢ 250 ἢ καὶ 300 χιλιάδων ὅπλων, ἂν δὲ ἕκαστον τούτων τιμᾶται ἀντὶ 100 φράγκων, ἔχομεν ἀνάγκην 20, 25 ἢ 30 ἑκατομμυρίων διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἐκπλήσσομαι δὲ διὰ τὴν τόλμην, μεθ’ ἧς ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἠδυνήθη νὰ ὁμιλήσῃ εἰς ἡμᾶς πρὸ μικροῦ περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ βελτιώσεως αὐτοῦ, καὶ νὰ μᾶς διδάξῃ νὰ στρέψωμεν τὰς περὶ τούτων ἐλπίδας ἡμῶν εἰς τὸν στρατολογικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον, τρία ἤδη ἔτη κυβερνῶν, ἐλησμόνησε, τώρα δὲ προσδοκᾷ, ὅτι θέλει παρασκευάσει ἡ σοφία τοῦ νέου Ὑπουργείου! Μήπως ἀρκοῦσι στρατιῶται μολύβδινοι ἢ εἰκόνες κανονιοστοιχιῶν, ἵνα δημιουργηθῇ δι’ αὐτῶν στρατός; Καὶ πῶς θέλομεν προμηθευθῆ πυρομαχικά, ἢ κτήνη, ἢ πραγματικὰς κανονιοστοιχίας, διὰ τὰς ὁποίας πολλὰ ὡσαύτως ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀπαιτοῦνται; Μὴ τολμησάτω τις πλέον νὰ πλανᾷ τὸν λαὸν, λέγων, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀντικείμενον τοῦ προγράμματος τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Ἐν ὅσῳ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ δὲν ἔχετε ἐξασφαλίσει 10–15 ἑκατομμύρια περίσσευμα κατ’ ἔτος, διὰ νὰ δυνηθῆτε ἐντὸς 6 ἢ 7 ἐτῶν νὰ καταρτίσητε καὶ παρασκευάσητε στρατὸν, ἀπατᾶτε τὸν λαὸν, λέγοντες ὅτι δύνασθε νὰ ὀργανώσητε τὸν στρατόν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα εἰσὶν ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Ἠναγκάσθην ὅμως νὰ τραπῶ ἐπὶ τὴν παρέκβασιν, διότι εἶδον, ὅτι ἐχειροκρότει τὸ πλῆθος τῆς πλειονοψηφίας τὸν Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, καὶ ἐνόμιζεν, ὅτι παρείχετο αὐτῷ ἀφορμὴ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τοὺς λόγους τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας καὶ προϊσταμένου τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Λέγω «τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας», ἀλλὰ μή τις ὑπολάβῃ, ὅτι ἐννοῶ τὸν ἐνεστῶτα Πρωθυπουργόν. Ἀληθῶς πανταχοῦ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας λέγεται καὶ τυγχάνει ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν δύο διαφόρους μορφὰς διὰ τὰ ἔργα ταῦτα, ἔχομεν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἴδιον, καὶ ἔχομεν καὶ εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας ἕτερον. Εἶναι φαινόμενον συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, μεθ’ ὅλας τὰς βεβαιώσεις, ἃς ἠκούσατε, περὶ τῆς ταυτότητος τῶν φρονημάτων, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο τούτων συνταγματικῶν φωστήρων, τὰς ὁποίας βεβαιώσεις ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὁ καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνήγγειλεν εὐφροσύνως εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἡ ταυτότης τῶν φρονημάτων αὕτη δὲν ὑπῆρχε πρὸ χρόνου, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, τοῦ ὁποίου ἦτο Ὑπουργὸς ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ἀπέστεργε νὰ ἴδῃ ἐκλεγόμενον τὸν Θείῳ ἐλέει γενόμενον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη Πρωθυπουργὸν Βουλευτὴν τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἀλλ’ οὔτε Βουλευτὴν Καλαβρύτων, ὅτε κατηργήθη ἡ περιφέρεια τοῦ νομοῦ ὡς περιφέρεια ἐκλογική, οὐδ’ ὅτε ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο κατηγορεῖτο ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ κόμματος τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἐν οἷς κατελέγετο ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ἂν ὄχι ὡς προδίδον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, βεβαίως ὅμως ὡς μὴ ἐξυπηρετοῦν αὐτά. Ἀλλὰ σήμερον σᾶς ἐβεβαίου ὁ νέος Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς ταυτότητος τῶν φρονημάτων, ἐνῷ πρό τινων ἑβδομάδων ἐπίλεκτον μέλος τοῦ κόμματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον κατ’ εὐτυχῆ σύμπτωσιν μετεβλήθη εἰς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ, λέγω, αὐτὸ τὸ ὄργανον τοῦ κόμματος τοῦ Ζαΐμη προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν πολιτείαν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, μεθ’ οὗ ταυτότης φρονημάτων συνδέει τὸν νέον Πρωθυπουργόν! (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως ταυτότητα φρονημάτων πρὸς τὸν νέον Πρωθυπουργὸν ἀνήγγελλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτε ἐκήρυσσε διὰ τοῦ πρὸς αὐτὸν προγράμματός του, ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ νέος Πρωθυπουργὸς, ὅστις διεδέχθη αὐτὸν πρὸ μικροῦ, ἦτο πολιτεία ἐπονείδιστος, καὶ ὀνειδιστικὴ καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ!
§85Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἀναγνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, συμβαίνει εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ὑπὸ ἀπόλυτον κυβερνητικὸν σύστημα, νὰ κρύπτηται ἢ νὰ στρεβλῶται ἡ ἀλήθεια ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι φιλελεύθερα πολιτεύματα καὶ κοινοβουλευτικὰ συστήματα, τὸ ψεῦδος εἶναι ὄλεθρος τῆς χώρας, πολέμιον δὲ τοῦ Θρόνου καὶ τῆς νομίμου τάξεως. Ἀλλ’ ἔχομεν τάχα Κοινοβούλιον, ἀφοῦ ἐν αὐτῷ ἡ πλειονοψηφία μεταποιεῖται ἀπὸ πλειονοψηφίας ἐχούσης ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Θεοτόκην, ὅστις ἀπεκήρυσσεν ὡς ἐπονείδιστον τὴν πολιτείαν τοῦ Ὑπουργείου Ζαΐμη, εἰς πλειονοψηφίαν ὑποστηρίζουσαν τὸν διάδοχον αὐτοῦ Ζαΐμην, ὅστις διὰ τῶν φίλων του παρεκάλει τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὸν Πρωθυπουργὸν Θεοτόκην; Καὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι δὲν παραβαίνουσι τὸ Σύνταγμα, ὅτι δὲν ἐμπαίζουσι τοὺς θεσμοὺς, ὅτι δὲν λοιδοροῦσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀλλάσσοντες οὕτω προσωπεῖα! Παραπλήσιόν τι τάχα δὲν ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1874, ὅτε ἐπειράθησαν νὰ παραστήσωσιν ὡς Βουλὴν ἀριθμὸν Βουλευτῶν μὴ παριστῶντα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τὴν Βουλήν; Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἠδυνήθη τότε νὰ ἀνθέξῃ, κατεκρημνίσθη δὲ καὶ αὐτὴ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁδηγήσει αὐτὴν εἰς τοιοῦτον ὀλίσθημα· ὅτε δ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκλήθη νὰ ἐκλέξῃ τοὺς Βουλευτὰς, οὐδεὶς τῶν Στηλιτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἠδυνήθη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας περιβεβλημένος ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὀφείλομεν τῳόντι χάριν εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅστις ἐγκαίρως διέγνω τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν παρεσκεύαζον τότε οἱ Σύμβουλοι αὐτοῦ, καὶ ἔσπευσε νὰ σώσῃ τὴν τάξιν, καὶ νὰ ἀσφαλίσῃ τὸν Θρόνον — διότι καὶ ὁ Θρόνος ἐκλονίζετο κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. — Καὶ κατὰ τὸ 1861 ὑπῆρξε πλειονοψηφία πλήρης ἐν τῇ Βουλῇ, ὑποστηρίζουσα τὸ Ὑπουργεῖον, εὐπειθὴς καὶ εὐλαβὴς ὄχι μόνον πρὸς τὸ Στέμμα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς παντοίους θεράποντας αὐτοῦ, καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς σταυλίτας τῶν βασιλικῶν σταύλων. Ἀνεγίνωσκον τὰ πρακτικὰ τῆς Γερουσίας, καὶ εὗρον ἐν αὐτοῖς λόγον ἐν τῇ Γερουσίᾳ τοῦ ἀειμνήστου Χρηστίδου, ὁ ὁποῖος κατήγγελλε τὴν εἰκονικότητα τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν νοθείαν αὐτοῦ, καὶ ἔλεγε πρὸς τοὺς Ὑπουργούς: «Σπεύσατε νὰ προκαλέσητε τὴν διόρθωσιν τῶν πραγμάτων ἄνωθεν, διότι, ἂν δὲν τὴν προκαλέσητε ἄνωθεν, θέλει αὕτη ἐπέλθει κάτωθεν.» Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὅστις ἐτύγχανε Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐμυκτήριζε τὸν γηραιὸν Γερουσιαστὴν, τὸν ἀοίδιμον Χρηστίδην, καὶ ἔλεγε πρὸς αὐτὸν, ὅτι παραλογίζεται. Ἀλλ’ οἱ κίνδυνοι ἐπῆλθον, ἡ διόρθωσις δὲν ἐπῆλθεν ἄνωθεν, ἐπῆλθε δὲ κάτωθεν, καὶ ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ Βουλὴ καὶ Γερουσία καὶ Θρόνος ἀνετράπησαν καὶ κατεστράφησαν. Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ, ἐν ὅσῳ εἰσέτι ζῶ, νὰ ἴδω ὁμοίας σκηνὰς ἐν τῇ πατρίδι μου. Ἀπὸ νεότητος συνήθισα νὰ σέβωμαι τοὺς νόμους, καὶ ὁσάκις τὸ Κράτος μοὶ ἀνέθηκε νὰ φροντίζω περὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν, ἠσχολούμην νὰ τοὺς ἐκτελῶ εὐσυνειδήτως, ὅτε δὲ θύελλαι ἐν τῇ χώρᾳ, εἴτε ἐσωτερικαὶ, εἴτε ἐξωτερικαὶ, καθίστων δύσκολον καὶ κινδυνώδη τὴν διαχείρισιν τῶν πραγμάτων, ἐγὼ εὑρέθην ὑπηρέτης τῆς τάξεως, ὑπέρμαχος τοῦ καθεστῶτος καὶ ὑποστηρικτὴς εὐλαβὴς τῆς Βασιλείας τῆς πατρίδος μου. Ὅτε ἐσυκοφαντεῖτό ποτε, κατὰ τὸ 1846, ὁ Θιέρσος, φίλος αὐτοῦ τὸν συνεβούλευεν, ἐπειδὴ τὰ περὶ αὐτοῦ λεχθέντα εἶχον περιέλθει εἰς τὴν δημοσιότητα, νὰ διαψεύσῃ τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας εἶχον ἐκτοξεύσει κατ’ αὐτοῦ. Ὁ Θιέρσος ἀπεκρίθη αὐτῷ: «Φίλε μου, ἐγὼ ὁμοιάζω πρὸς παλαιὸν ἀλεξιβρόχιον (un vieux parapluie)· ἔχουσι χυθῆ τόσαι βροχαὶ ἐπὶ τοῦ ἀλεξιβροχίου τούτου, ὥστε ὀλίγαι σταγόνες οὐδὲ καλὸν μοὶ κάμνουν πλέον, οὐδὲ κακόν.» Καὶ ἐγὼ ἔχω ἐπὶ τῆς ῥάχεως, ἂν ὄχι τὰ μεγάλα κατορθώματα τοῦ Θιέρσου, ἂν ὄχι τὴν ἔξοχον ἱκανότητα αὐτοῦ, ἔχω ἐπὶ τῆς ῥάχεως ὅμως 58 ἔτη ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων πραγμάτων, καὶ δὲν περιμένω νὰ σχηματισθῇ ἡ περὶ ἐμοῦ γνώμη ἐκ τῆς γνώμης τοῦ Βουλευτοῦ Κερκύρας, πολλῷ δὲ ἧσσον ἐκ τῶν γνωμῶν τούτων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐπειδὴ δὲ ὡμίλησα περὶ Θιέρσου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω καί τι συμβεβηκὸς τοῦ βίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἦλθεν εἰς τὴν μνήμην. Κατὰ τὸ 1846, πρὸ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ὡς συμβαίνει καὶ ἐν Ἀθήναις νὰ διαδίδωνται φῆμαι ποικίλαι, καὶ ἐν Παρισίοις διεδόθη φήμη τις περὶ λόγων τοῦ Βασιλέως, ἐχόντων ἀντικείμενον τὸν Θιέρσον. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὰ διαδοθέντα τελευταῖον ἐν Ἀθήναις εἶναι ψευδῆ ἢ ἀληθῆ, ἐλπίζω δὲ, ὅτι μᾶλλον εἰσὶ ψευδῆ, ἐφ’ ὅσον ἀνάγονται εἰς λόγους τοῦ Βασιλέως περὶ ἐμοῦ, εὐπειθοῦς πολίτου εἰς τοὺς νόμους, ὑπηρετήσαντος τῆς πατρίδος μεγάλα καὶ πολυειδῆ συμφέροντα, εὐλαβῶς δὲ πάντοτε προσενεχθέντος εἰς τὸ Στέμμα τῆς πατρίδος. Ἐὰν αἱ φῆμαι, αἱ ὁποῖαι διεδίδοντο περὶ τοῦ Θιέρσου ἐν Παρισίοις, ἦσαν ἀληθεῖς, ὡσαύτως δὲν γνωρίζω· γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὁ Θιέρσος, καίτοι δὲν ἦτο νέος, δὲν ἠδυνήθη νὰ καταστείλῃ τὸν ἐρεθισμὸν τῶν νεύρων του· ὅτε δ’ ἤκουσε λεγόμενον, ὅτι δῆθεν ὁ Βασιλεὺς Λουδοβῖκος Φίλιππος εἶπεν, ὅτι ὁ Θιέρσος εἶναι ministre impossible, ὁ Θιέρσος ὠργίσθη, καὶ ἔγραψε προκήρυξιν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐκλογικὸν πρόγραμμα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅτε ὁ Γκιζῶτος ἔμαθε ποῖα τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο περιεῖχε, — καὶ ὁ Γκιζῶτος ἦτο τότε Πρωθυπουργὸς — ἔπεμψε πρὸς τὸν Θιέρσον, βεβαιῶν αὐτόν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Λουδοβῖκος Φίλιππος οὐδέποτε εἶπεν ὅσα εἶχον λεχθῆ, ὅτι εἶχεν εἰπεῖ. Ἀλλὰ καὶ φίλοι τοῦ Θιέρσου, οἷοι ὁ Duvergier de Hauranne, ὁ de Remusat, ὁ Maleville, ἔσπευσαν νὰ προτρέψωσι καὶ νὰ ἐπιμείνωσιν, ἵνα ἐμποδίσωσι τὸν Θιέρσον ἀπὸ τοῦ νὰ δημοσιεύσῃ τὴν προκήρυξίν του ἐκείνην, ἡ ὁποία μάλιστα εἶχε τυπωθῆ. Ὁ Θιέρσος ἔγραφεν ἐν τῇ προκηρύξει ἐκείνῃ: «Εἶχον τὴν ὑπερηφάνειαν νὰ ὑποστηρίζω τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ ὅτε ἔπραττον τοῦτο ἐπὶ ζημίᾳ μου. Τὴν ὑπερηφάνειαν ταύτην εἶχον καὶ θέλω ἔχει καὶ εἰς τὸ μέλλον... Ἐγνώριζον καλῶς, ὅτι ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος τείνει νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐπιρροὴν τῆς ἀνευθύνου Βασιλείας, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Μὲ ὀνομάζουσιν (ἔλεγεν ὁ Θιέρσος) ministre impossible δηλαδὴ Ὑπουργὸν, ὅστις εἶναι ἀδύνατον νὰ κληθῇ εἰς τὴν ἀρχήν. Δὲν γνωρίζω, τί φρονεῖ ὁ Βασιλεύς· ἀλλ’ ἐὰν φρονῇ ὁ Βασιλεὺς αὐτό, τὸ ὁποῖον διεδόθη ὅτι εἶπεν ὁ Βασιλεύς, ὑποθέτω, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι αἰώνιοι, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἦναι αἰώνιοι οὐδὲ οἱ Ὑπουργοὶ οἱ μετ’ αὐτούς· ἐὰν δέ ποτε ἤθελεν ἔλθει ἡμέρα, ἵνα ῥιφθῇ ἓν βλέμμα εὐμενείας καὶ ἐπ’ ἐμέ, τὸν ταπεινὸν ὑπήκοον τοῦ Βασιλέως, καὶ τότε θὰ ὑπάγω εἰς τὸν Βασιλέα νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἔπαυσα νὰ λέγω. Νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω» ἔλεγεν ὁ Θιέρσος «νὰ συνιστῶ, ἵνα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος γίνηται ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ὅπως μὴ εὐρύνωνται ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ μεγάλα καὶ ποικίλα δικαιώματα τοῦ Θρόνου, διότι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετέθη ἡ διαχείρισις αὐτῶν, εἶναι ἀνεύθυνος, εὐρύνωνται δὲ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπονεμηθέντα δικαιώματα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, διότι αὐτοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι.» Ἀλλὰ βεβαίως δὲν διενοήθη τις ἐν τῇ Γαλλίᾳ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐλαττώσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα δημιουργήσῃ νέαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία βεβαίως θέλει διαχειρίζεσθαι ἀνευθύνως τὴν ἐξουσίαν. Ἡμεῖς — ὁμολογῶ καὶ βεβαιῶ τοῦτο μετ’ εὐφροσύνης τῆς ψυχῆς μου — πάντες οἱ μὴ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην, καὶ πάντες οἱ μὴ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ὑπὸ τὸν Βουλευτὴν Καλαβρύτων, καὶ πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἐσχηματίσθη τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, λιποτάκται γενόμενοι, προσῆλθον εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, ὁμολογῶ, ὅτι ἔχομεν τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ τὸ αὐτὸ φρόνημα. Ἡ γνώμη ἡμῶν καὶ τὸ φρόνημα ἡμῶν εἶναι, ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, ὡς ἔχει νῦν, δὲν εἶναι πιστὴ, οὐδὲ εἰλικρινής. Τί ἐστί, Κύριοι, σύμπραξις κομμάτων; Ἐγὼ δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἀλλ’ ὁ ὑπέροχος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅτε ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ 1878 νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ἢ μόνον σχετικὴν πλειονοψηφίαν, ἐδυσκολεύετο δ’ ἕνεκα τούτου νὰ δεχθῇ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἦλθε πρὸς ἐμὲ, καὶ ἐζήτει νὰ συμπράξω μετ’ αὐτοῦ, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἔχω πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν. Διατί; Διότι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τῷ λεγομένῳ Οἰκουμενικῷ, εἶχεν ὁ Κουμουνδοῦρος τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἐγὼ περὶ τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ μετέλθῃ κατὰ τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον. Ἐπειδὴ δὲ τῳόντι εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην, ἔλαβον τὸν πῖλόν μου καὶ μετέβην ν’ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τῶν Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα μοὶ εἶχον προταθῆ. Ὑπῆρχε σημεῖον καταφανὲς, περίλαμπρον, πρὸς τὴν λάμψιν τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρχεν ὀφθαλμὸς, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ μείνῃ κεκλεισμένος, ἡ ἐλπὶς, ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Αὐτὴν ἐσκόπει τὴν ἐλπίδα νὰ καλλιεργήσῃ καὶ ταύτην προσεπάθει νὰ καταστήσῃ ὑπαρκτὴν ὁ σχηματισμὸς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο οὐδὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ, παραλύσαν καὶ διαλυθὲν, τὸ Κράτος ἔμενεν ἄνευ Κυβερνήσεως, οὐδεὶς δ’ εἶχεν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, ἵνα σχηματίσῃ τοιαύτην καὶ κυβερνήσῃ. Δὲν εἶχεν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ὁ ὑπέροχος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὁ Κουμουνδοῦρος, ἀλλὰ δὲν εἶχεν οὐδ’ ὁ ἀείμνηστος Θρασύβουλος Ζαΐμης, ἀλλὰ δὲν εἶχεν οὐδ’ ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης, ἀλλὰ δὲν εἶχεν οὐδ’ ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, πολλῷ δ’ ἧσσον δὲν εἶχον ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶχον μόνον ἕνδεκα φίλους. Ἀλλὰ, τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις· καὶ οὐ μόνον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν τότε οὐδ’ ἡ Βουλὴ νὰ διαλυθῇ. Ποῖος ἤθελε τολμήσει νὰ ζητήσῃ ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὥραν οἱ Ρῶσσοι ἔμελλον νὰ διαβῶσι τὸν Αἷμον; Ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργῶμεν ἐκλογὰς, καθ’ ἣν ὥραν ἅπας ὁ Ἑλληνισμὸς, ὁ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ κατὰ μείζονα λόγον ὁ ἐντὸς τοῦ Βασιλείου, προσεδόκα, ὅτι τὸ μέγα αὐτὸ συμβεβηκὸς τῆς συρράξεως τῆς μεγάλης Ρωσσικῆς Αὐτοκρατορίας μὲ τὴν Τουρκίαν ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν διὰ ν’ ἀποκτήσῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς ὠφέλημά τι; Ἦτο λοιπὸν ἀδύνατον νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις, ἐγὼ δὲ ὤφειλον νὰ ὑποτάξω τὴν ἐμὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ ὑπηρετήσω ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου πάντοτε γεραίρω τὴν μνήμην. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἕνδεκα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἐγίνετο ἰδιορρύθμως. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐντὸς δεκαετίας 8 φορὰς διελύθη ἡ Βουλή, ἐνῷ, ἂν ἐπρόκειτο νὰ διανύσῃ ἑκάστη τὴν περίοδον τοῦ βίου, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα προσδιώρισε δι’ αὐτὴν, ἀντὶ τῶν δέκα ἐτῶν ἔπρεπε νὰ παρέλωσι 32 ἔτη, διὰ νὰ διανύσωσιν αἱ Βουλαὶ τὸν βίον των. Καὶ ὅμως ὀκτάκις διελύθη ἡ Βουλή. Τότε, ὁμολογῶ, — δὲν σκοπῶ δὲ νὰ ἐπιβαρύνω διὰ μομφῆς οὐδένα τῶν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην συνταγματικῶς δρώντων, — τότε συνέβαινον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὡς παραδείγματα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, συνέβη δὲ νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος ἄνευ Βουλῆς ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας, ὅτε δ’ ἐπήρχετο ἡ ὥρα τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, συνέβαινε νὰ φεύγωσιν οἱ Ὑπουργοὶ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, διότι δὲν εἶχον τὴν πλειονοψηφίαν. Ἀλλὰ τὰς ἀνωμαλίας ταύτας ἐξωμάλυνεν ὁ βαρὺς κύλινδρος τῆς δεδηλωμένης, τὸν ὁποῖον ἔσυρεν ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὸ 1875 ἐν τῷ Βασιλικῷ του λόγῳ, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ, ὅστις ἦτο ὁ ἡγέτης καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ κυρίου Δραγούμη. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἦτο ὀπαδὸς τῆς Σχολῆς τῆς δεδηλωμένης, ἱδρύετο δὲ τότε ἡ Σχολὴ τῆς δεδηλωμένης τοσοῦτον ἀπόλυτος, ὥστε ἐγὼ, καίτοι διεμαρτυρόμην κατὰ τῶν τότε διαδραματιζομένων, ἠναγκάσθην νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς Σχολῆς τῆς ἀπολύτου δεδηλωμένης, προτείνας τὸν περιορισμὸν αὐτῆς, ὡς εἶχεν ἱδρυθῆ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου τῇ προτάσει τοῦ Τρικούπη. Κατὰ τὴν ἱδρυθεῖσαν τότε Σχολὴν τῆς ἀπολύτου δεδηλωμένης, οὐδεὶς ἐπετρέπετο νὰ κληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν εἶχεν ἐνδείξεις, εἴτε ἐκ τῆς δι’ ἐκλογῶν καταδηλωθείσης πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴτε ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δ’ ἰσχυρίσθην, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ τὸ ἀπόλυτον, καὶ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸ Στέμμα τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ ὅντινα θέλει, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ὁ καλούμενος, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν δεδηλωμένην, ζητῇ ἀμέσως τὴν ἀναγνώρισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς, συγκαλουμένης καὶ δηλούσης εἰς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ Τρικούπης ἐτήρησε τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ, ὁσάκις ἐκλήθην ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, δὲν ἀνῆλθον, εἰμὴ μετὰ ἐκδήλωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὸ 1875 δὲν ὑπῆρξε παράδειγμα Πρωθυπουργοῦ, ὅστις δὲν ἦτο ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς· ὅτε δὲ τὸ κόμμα τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη ὑπισχνεῖτο νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, ὁ Κουμουνδοῦρος δὲν εἶχε μὲν ἀπόλυτον, ἀλλὰ σχετικὴν πλειονοψηφίαν, συνεπλήρου δὲ αὐτὸν ἡ ὑποστήριξις τοῦ Ζαΐμη. Ἀλλ’ ὁ Ζαΐμης ὑπεστήριζε τὸν Κουμουνδοῦρον, εἰ καὶ ἀπετέλει ἕτερον κόμμα, διότι ὑπῆρχε κοινὸν σημεῖον συμπράξεως, τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου. Καὶ ὁ Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ Ζαΐμης εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῆς λύσεως τοῦ Λαυρεωτικοῦ ζητήματος. Ὅσοι δὲ κατορθώσωσι νὰ μάθωσι τὴν ἱστορίαν τοῦ δημοσίου βίου τῆς Ἑλλάδος — διότι οἱ σήμερον συμπράττοντες ἀκόμη δὲν γνωρίζουσιν αὐτὴν — θέλουσι μάθει, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ Λαυρεωτικὸν συνεκίνει τότε ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν συνεκίνει μόνον τοὺς πληθυσμοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ συνεκίνει καὶ δύο μεγάλας Δυνάμεις, αἵτινες συνεννοοῦντο, ἵνα ἐπιτεθῶσι κατὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκβιάσωσιν αὐτὴν, ὅπως ὑποτάξωσιν αὐτὴν εἰς τὰ κελεύσματα αὐτῶν. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἔλαβεν οἱανδήποτε λύσιν τὸ Λαυρεωτικὸν ζήτημα, ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης ἐχωρίσθη ἀπὸ τὸν Κουμουνδοῦρον, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ διὰ ψηφοφορίας ἔρριψε τὸν Κουμουνδοῦρον, καὶ ἐγένετο αὐτὸς Πρωθυπουργός. Ἡμεῖς, Κύριοι, φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν διερμηνεύει τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· δὲν ἔχομεν δὲ αὐθαίρετον γνώμην περὶ τούτου, οὐδὲ ὡδηγήθημεν ἀπὸ τὰ ταπεινὰ καὶ εὐτελῆ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα μόνη ἡ φιλαρχία δύναται νὰ ὑποδείξῃ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἐὰν εἴχομεν φιλαρχίαν, ἐὰν ἐζητοῦμεν ν’ ἀποκτήσωμεν ὅπως–ὅπως τὴν ἀρχὴν, ἠδυνάμεθα νὰ τὴν ἀποκτήσωμεν διὰ πολλῷ ὀλιγωτέρων θυσιῶν ἀπὸ ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ἑαυτοὺς οἱ διὰ τῆς σημερινῆς συμπράξεως ἐμπορευόμενοι τὴν πολιτικήν. Φρονοῦμεν πεποιθότως καὶ εἰλικρινῶς, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς χώρας, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς νομίμου τάξεως, —ἡ δὲ νόμιμος τάξις περιλαμβάνει τὰ συμφέροντα πάντων τῶν ἐν Ἑλλάδι διοικούντων καὶ διαχειριζομένων δημόσιον ὑπούργημα, — φρονοῦμεν, ὅτι ἀναγκαίως πρέπει νὰ προσκληθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ν’ ἀποφήνηται ποίαν ἔχει γνώμην, ἐκλέγων τοὺς ἀντιπροσώπους του, οἱ ὁποῖοι θέλουσι διερμηνεύσει αὐτήν. Πανταχοῦ, καὶ πρωτίστως ἐν Ἀγγλίᾳ, οὐδέποτε ἀφίνουσι τὰς Βουλὰς μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς τριετίας, ἵνα λειτουργῶσιν, ἀλλὰ σπεύδουσι νὰ διαλύσωσιν αὐτὰς ἐγκαίρως, καταδηλοῦντες οὕτω ποίαν εὐλάβειαν ἔχουσι πρὸς τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου τὰς ἐκδηλώσεις οὐδεὶς ἐκεῖ τολμᾷ ν’ ἀποκαλέσῃ ὀχλαγωγίας. Δὲν πρέπει νὰ ἐνθυμίσω, ὅτι πρὸ μικροῦ ἔξοχος πολιτικὸς ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα βεβαίως θέλει ἀναγράψει ἡ σύγχρονος ἱστορία μετ’ εὐφημιῶν, ὁ μαρκήσιος Σώλσβαρυ, προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκάλεσε τοὺς ἐκλογεῖς, ἵνα στείλωσι νέους ἀντιπροσώπους. Ἀλλ’ ἡμεῖς κυρίως ἔχομεν καὶ ἄλλους λόγους, ὄχι θεωρητικοὺς, ὄχι λόγους ἀφῃρημένους, ὄχι λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀσαφῶν κειμένων ἑρμηνεία, ἔχομεν λόγους συνταγματικοὺς, λόγους πολιτικῆς χρηστότητος, λόγους συνταγματικῆς ἠθικῆς. Ἐθαύμασα τὴν εὐφυΐαν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις διενοήθη νὰ μετασκευάσῃ τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ νὰ παρασκευάσῃ τὰ θρανία, ἐπὶ τῶν ὁποίων προωρίζοντο νὰ καθήσωσιν οἱ Ὑπουργοί. Ἡ νέα διασκευὴ παριστᾷ τοὺς Ὑπουργοὺς κεχωρισμένους καὶ ἀπ’ ἐκείνην τὴν πτέρυγα καὶ ἀπ’ αὐτὴν (ἱλαρότης). Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, — καὶ τὸ λέγω ἐπὶ τιμῇ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος — ὅτι, ἀφ’ ἧς τὸ Ὑπουργεῖον ἐσχηματίσθη, ὁ ἀριθμὸς τῶν φίλων αὐτοῦ ηὔξησε διὰ τῆς λιποταξίας μόνον 15. Δὲν ἐτράπησαν τὰ πλήθη καὶ αἱ ὁμάδες νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν, ἀλλ’ ἠναγκάσθησαν νὰ ζητῶσι νὰ βιώσωσι διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Ἐθαύμασα ὅμως, ὅτε ἀνεγίνωσκον ἐν ταῖς ἐφημερίσι τὰς προσαγορεύσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῆς πλειονοψηφίας, πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πτέρυγα ἐκείνην. Σοβαρὰ τάχα θέματα, γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἰδέαι φαειναὶ φιλοπατρίας καὶ χρηστότητος ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ Ὑπουργεῖον; Ἠκούσατε, τί ἔλεγεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας πρὸς τοὺς φίλους του, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν πρότασίν του; Ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ Ὑπουργεῖον, διότι οἱ φίλοι τοῦ κόμματός του δὲν θὰ ζημιωθῶσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των, ἀφοῦ δὲν θέλει παύσει τὸ νέον Ὑπουργεῖον τοὺς φίλους αὐτῶν. Δὲν ἀνέγνωτε πρὸ μικροῦ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι εἷς τῶν Ὑπουργῶν τοῦ νέου Ὑπουργείου οὐ μόνον ἐπετιμήθη διότι προέβη εἰς προτάσεις προσωπικῶν μεταβολῶν, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ καὶ ἀνυπόγραφα Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ἠθετοῦντο οἱ ὅροι τῆς συμφωνίας, τὴν ὁποίαν συνῆψαν μετὰ τῆς πλειονοψηφίας; Ἰδοὺ διατὶ ἡμεῖς φρονοῦμεν πεποιθότως, ὅτι πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κληθῇ, ἵνα στείλῃ νέους ἀντιπροσώπους. Ὁ Βουλευτὴς ὅμως ἐκ Κερκύρας μᾶς προανήγγειλεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ δυνηθῶμεν διὰ τῶν νέων ἐκλογῶν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι θὰ κατακλύσῃ τὴν αἴθουσαν τὸ πλῆθος τῶν φίλων αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν θέλει ἀποσταλῆ. Τὸ συμβεβηκὸς πρέπει νὰ εὐκρεστῇ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας. Καὶ μᾶς παρουσιάζει ἑαυτὸν λησμονοῦντα τὸ συμφέρον του, καὶ προσπαθοῦντα νὰ διατηρηθῇ ἡ Βουλή, ἐνῷ, ἂν διελύετο, ἤθελεν ὁ λαὸς ἀποστείλει αὐτῷ φίλους ἑκατὸν πεντήκοντα, ἢ διακοσίους. Ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονῇ ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ὅτι τὴν Βουλὴν τοῦ 1861 διεδέχθη Συντακτικὴ Συνέλευσις, εἰς ἣν ἐπὶ τῶν δακτύλων ἐμετροῦντο τὰ μέλη τῆς Βουλῆς ἐκείνης· ἂς μὴ λησμονῇ, ὅτι τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τοῦ 1875 διεδέχθη Βουλή, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐξελέχθη ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἦσαν ὀπαδοὶ τοῦ αὐταρχικοῦ ἀνδρὸς τῆς Ὕδρας, πρὸς τὸν ὄγκον καὶ τὸ ἀνάστημα τοῦ ὁποίου δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀτενίσῃ ὁ κ. Θεοτόκης. Ἂν μάλιστα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὡς διδάγματα ἐκλάβῃ τὰς ἐπαγγελίας τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας διὰ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἐκ πόσων τυπογραφικῶν φύλλων ἀπετελεῖτο, καὶ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ τὴν τριετῆ, ἀκούσῃ δὲ τὰς φωνὰς τῶν ποιμένων καὶ τῶν γεωργῶν καὶ τῶν ἄλλων, τῶν ἐχόντων δοσοληψίας μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τῶν καταδιωκομένων ἀπὸ τοὺς τοπικῶς ἰσχύοντας φίλους τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τὰς γοερὰς κραυγὰς αὐτῶν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἴσως στέρξῃ νὰ στείλῃ τὸν κ. Θεοτόκην ἐκ νέου εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ οἱ φίλοι αὐτοῦ δὲν θέλουσιν ὑπερβαίνει τὴν δεκάδα. Ἄν δὲ ἡμεῖς ἔχωμεν τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, ἂν τὸ φρόνημα τοῦτο δὲν κατισχύσῃ ἐν ταῖς σκέψεσι τοῦ Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ἵνα προτείνῃ εἰς τὸ Στέμμα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ἐπιμείνῃ ἡ πλειονοψηφία καὶ οἱ ἡγήτορες αὐτῆς νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι νομίζομεν, ὅτι ἐξέπεσαν ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι δυνηθῶμεν, διὰ νὰ παρακωλύσωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τοιαύτης ἀντισυνταγματικῆς καὶ δολερᾶς ἐργασίας.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§89ΕΤΕΡΟΙ. Πέντε μόνον λεπτά.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν δέχηται ὁ ἀγορεύων.
§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλή...
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 καὶ 28′ μ. μ.)
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§94Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, ὁ δὲ κύριος Δραγούμης θὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ μακρόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον;
§95Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Δραγούμην θὰ ἀγορεύσωσι καὶ ἄλλοι.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. (Ὁ κ. Δραγούμης ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα).
§97ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ μέλλων νὰ ἀγορεύσῃ ἐπιθυμῇ νὰ ἀναβάλωμεν, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.(Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ.μ.)