1902.01.21
2,222 rows · 17,023 words · 169 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3
τῆς 21 Ἰανουαρίου 1902.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγγέλλω ὑμῖν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12 τῆς 12 Νοεμβρίου 1901 ἐγγράφου του ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν Αὐτῷ παραίτησιν τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Γ. Θεοτόκη Κυβερνήσεως, καὶ νὰ διορίσῃ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμην, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν κ. Κ. Τοπάλην, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν κ. Ν. Τριανταφυλλᾶκον, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν κ. Α. Μομφερρᾶτον, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Φωκ. Νέγρην, καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Γ. Κόρπαν. Μετὰ λύπης, κύριοι Βουλευταί, ἀγγέλλω ὑμῖν τὸν θάνατον τοῦ βουλευτοῦ Κερκύρας Ν. Καλοσγούρου. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ θανάτου τοῦ συναδέλφου, ἔσπευσε νὰ καταθέσῃ στέφανον ἐπὶ τῆς σοροῦ αὐτοῦ καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὰ συλλυπητήρια τῆς Βουλῆς εἰς τὴν οἰκογένειάν του. (Ἐπιδοκιμασίαι). Μετὰ λύπης ἐπίσης ἀγγέλλω ὑμῖν τὸν θάνατον τοῦ Προέδρου τῆς Κρητικῆς Βουλῆς Α. Σκαλίδου. Ἐπὶ τῆς σοροῦ αὐτοῦ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐπίσης κατέθηκεν ἐξ ὀνόματος αὐτῆς στέφανον. (Ἐπιδοκιμασίαι). Παρακαλῶ τὰ μέλη τῶν τμημάτων Γʹ καὶ Ϛʹ, ὅπως συνέλθωσιν αὔριον τὴν 3 ὥραν μ. μ. ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν Καρδίτσης καὶ Κερκύρας. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, κατὰ τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἐκλογὴ τῶν διαρκῶν Ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 10 λεπτὰ τὴν συνεδρίασιν, ὅπως ἑτοιμασθῶσι τὰ ψηφοδέλτια.
§2Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ζητήματος;
§4Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ζητήσει ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογῆς;
§6Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἀναγγελίας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἐκλογήν.
§8Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρὸ τῆς ἐκλογῆς.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Πρόκειται τώρα περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§10Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν ζητῶ τὸν λόγον, καὶ θὰ ὁμιλήσω. Θὰ ἴδητε δὲ περὶ τίνος θὰ ὁμιλήσω.
§11Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτος ὡμιλήσατε σεῖς, κύριε Πρόεδρε, περὶ διαφόρων ἀντικειμένων. Δὲν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὸν λόγον.
§12Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρὸ παντὸς ἔργου πρώτιστον ἐπιβάλλεται καθῆκον ἡμῖν ἡ ἐξέτασις τῆς γενομένης ἀναγγελίας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ἐνώπιον αὐτῆς ἐμφανιζομένου Ὑπουργείου. Ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν πρὸ παντὸς, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Βασιλέως εἶναι καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ), ἂν τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διώρισεν ὁ Βασιλεὺς, ἀπολαύῃ τῆς εἰκαζομένης πλειονοψηφίας τῆς χώρας (θόρυβος).
§13ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ παύσουν αἱ διακοπαί.
§14ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς, ἡ χώρα ἡμῶν ἐπὶ 38 ἔτη ἐκυβερνήθη ὑπὸ τῶν πολιτικῶν της ἀνδρῶν, οἵτινες ἔσονται αἱ ἱστορικαὶ μεγάλαι φυσιογνωμίαι, καταβαλόντων πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως καθορίσωσι παρ’ ἡμῖν ἱστορίαν τοῦ κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεσθαι, ὡς ἐνόησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν Ὑπουργῶν. Ἐνόησε δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας γιγνομένην καθ’ ὑπόδειξιν ἔμμεσον αὐτῆς καὶ ἄμεσον τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ συνεχίσωμεν τὴν κοινοβουλευτικὴν ταύτην ἱστορίαν, ἢ ἂν ἐπιχειρῶμεν τὴν διακοπὴν ταύτης διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ νέου Ὑπουργείου, περὶ οὗ ἐγένετο ἡμῖν ἡ ἀναγγελία ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δύο μεγάλα κόμματα, διαγωνιζόμενα μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἐκυβέρνων κοινοβουλευτικῶς τὴν χώραν ἡμῶν, ἀλλ’ ὁ ἐπελθὼν θάνατος τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, ἐνῷ παρέλυσε τὰς δυνάμεις τοῦ κόμματος ἐκείνου (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ), συνεπέφερε καὶ τὴν ἀδράνειαν τοῦ ἑτέρου κόμματος. Τῆς ἀδρανείας ταύτης ἐπωφεληθέντες, μετέβαλον τοὺς φανεροὺς ἀγῶνας, ἀγῶνας πρὸς οὓς ὀργᾷ ὁ λαὸς, εἰς σκοτεινοὺς, οἵτινες εἶχον μὲν εὐγενῆ τὸν σκοπὸν, ἀλλ’ ὕποπτον παρὰ πολλοῖς τὴν προαίρεσιν, καὶ παρεσκεύασαν τὸν πόλεμον. Ἀλλ’ ἂν τὰ δύο κόμματα ὑπῆρχον ἐν ἐνεργείᾳ, πόλεμος δὲν θὰ ἐγίνετο. Διότι ἐν τῷ ἰδίῳ συμφέροντι τῶν κοινοβουλευτικῶν κομμάτων ἔγκειται ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ εὐημερία τοῦ Κράτους, μεθ’ οὗ καὶ ταῦτα συμπροάγονται καὶ συλλαμπρύνονται. Διὰ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν ἠλπίσαμεν, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ θύελλα ἐκπορευθεῖσα ἀπὸ πάσης ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς ψυχῆς ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς ἀναστηλώσεως τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν Εὐαγγελιστῶν καὶ Ἀποστόλων ἀνήρπασε... καὶ εὐτύχημα εἶναι, ὅτι μόνον ἕνα Μητροπολίτην καὶ μίαν Κυβέρνησιν ἀνήρπασε. Βεβαίως ὁ Μητροπολίτης δὲν παρῃτήθη, ἀλλ’ ἐξεβιάσθη εἰς παραίτησιν· ἀλλὰ καὶ ἡ παραίτησις αὕτη δὲν ἐγένετο νομίμως, κατὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Κανόνας. Καὶ ὅμως οὐδεὶς θ’ ἀποτολμήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐπανόδου τοῦ Μητροπολίτου ἐπὶ τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον. Κατελύθη ὁ Μητροπολίτης δυνάμει δικαιώματος ἐπαναστάσεως· διότι τὸ ἐξ αὐτῆς δίκαιον ἀνεγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἀνεγνώρισε καὶ ὁ Βασιλεύς. Ἀλλ’ εἰς τὸ αὐτὸ δίκαιον ὑπέκυψε καὶ ἡ πρώην Κυβέρνησις. Μετὰ τοιαῦτα γεγονότα προσέρχεται νέον Ὑπουργεῖον ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ, ἂν ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἐξετάσω, ἂν ἐδικαιοῦτο κοινοβουλευτικῶς ὁ κ. Πρωθυπουργός, αὐτὸς προσκληθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐντολὴν σχηματισμοῦ Ὑπουργείου, δὲν θὰ ἐξετάσω, ἂν, καταρτίσας Ὑπουργεῖον, ὤφειλε, προσερχόμενος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρῶτον νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας καὶ εἶτα νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐξετάσω μόνον, ἂν δύναται τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, προσερχόμενον ἐνώπιον τοιαύτης Βουλῆς, νὰ λάβῃ τὸ βάπτισμα ἀληθοῦς κοινοβουλευτικότητος. Ἀλλὰ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ νῦν Ὑπουργεῖον, μίαν μόνον πολιτικὴν ἐμφάνισιν ἔσχε κατὰ τὴν λήξασαν τριετίαν ἐν τῇ ἐνεστώσῃ Περιόδῳ τῆς Βουλῆς διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς ἐζητεῖτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἀποδοκιμασία τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἕνεκα τῶν τελευταίων πασιγνώστων συμβάντων. Καὶ ἡ πρότασις ἐκείνη ἀποτέλεσμα ἔφερε τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀληθῶς ἡ πλειονοψηφία παρέσχε τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο μὲν ἐν τῇ Βουλῇ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐγένετο δεκτὴ ἐκ παραγόντων ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὑφισταμένων. Ἐγένετο δεκτὴ ἐπὶ τῆς θρησκευτικῆς ἐξεγέρσεως, εἰς ἣν αὐτὴ ἡ ἰδία ὑποκύψασα ἡ τότε Κυβέρνησις, ἀνεγνώρισε ταύτην.
§15Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν λούστρων!
§16Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦσαν λοῦστροι (θόρυβος).
§17ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρώτην φορὰν τὴν ἐν Ἑλλάδι ἐξέγερσιν συνεμερίσθη ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμός. Πρώτην φορὰν ὁμοφώνως ἐξεδηλώθη ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν τῷ ζητήματι τῶν ἀγώνων του ὑπὲρ πίστεως καὶ τῶν θρησκευτικῶν του παραδόσεων (θόρυβος).
§18Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι ὡς ἀντιπρόσωπος ἀνήκων εἰς ἐπαρχίαν. 5,000 ἄνθρωποι ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις οὐδόλως ἀντιπροσωπεύουν τὸν λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν.
§19Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Τότε δὲν ἔπρεπε νὰ φύγητε, κύριε Πετροπουλάκη, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Δὲν θὰ ἐφεύγετε, ἂν δὲν ἦτο ὅλος ὁ λαὸς (θόρυβος).
§20Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀπὸ τοῦ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τοῦ τελευταίου Ἕλληνος ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς ἐζήτησε τὴν ἀπομάκρυνσιν καὶ τοῦ Μητροπολίτου καὶ τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε, κύριε Γουναράκη, νὰ σᾶς διακόπτουν.
§22ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ νὰ μὴ ἐπιτρέπω τὰς διακοπάς, κύριε Πρόεδρε, ἢ σεῖς νὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν;
§23Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ λαὸς δὲν συνεμερίσθη... (θόρυβος).
§24ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁ λαὸς τόσον ὁμοφώνως συνεμερίσθη τὴν ἐξέγερσιν, ὥστε ἀνήρτησε καὶ τὴν εἰκόνα Ἰωακεὶμ τοῦ Γʹ ἐν τοῖς καταστήμασι τῶν λαϊκῶν τάξεων, ὡς ζῶσαν διαμαρτυρίαν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀπετόλμησαν ν’ ἀλλάξουν τὴν πίστιν του...
§25Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ (παρακαθήμενος, ὡς γραμματεὺς, παρὰ τὸν Πρόεδρον). Ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§26ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (στρεφόμενος πρὸς τὸ Προεδρεῖον). Κύριε ὑποπρόεδρε, βεβαίως δὲν θ’ ἀνακληθῶ ἐγὼ παρὰ σοῦ εἰς τὴν τάξιν.
§27Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του (θόρυβος).
§28ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἔλεγον, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ παραγόντων ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὑφισταμένων, καὶ ἐπήνεγκε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνατροπῆς τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἴτε ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ ἐπῆλθεν ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως, ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα ταύτης εἶναι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πλέον πολιτικὴν ὕπαρξιν ἡ πλειονοψηφία, ἥτις διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν συνεταύτισε τὴν τύχην της μετὰ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπολείπεται, ἵνα ὁ λαὸς δι’ ἐκλογῶν ὑποδείξῃ ἐκείνους, οἵτινες ἐμπρέπουν ὡς Κυβέρνησις τῆς χώρας. Εἶναι ἀνάγκη ἐθνική, εἶναι ἀνάγκη παγιώσεως μιᾶς τάξεως πραγμάτων, ὅπως ἀποφασίσωμεν τέλος πάντων, πῶς ἐννοοῦμεν εἰλικρινῶς νὰ κυβερνώμεθα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος. Ὑπάρχει πράγματι διπλοῦς τρόπος Κυβερνήσεως συνταγματικῆς. Ὑπάρχει τὸ κυρίως συνταγματικὸν πολίτευμα, ὑπάρχει καὶ τὸ συνταγματικὸν–κοινοβουλευτικόν. Ἀλλ’ ὅπως ἡμεῖς κρίνωμεν τὰ γενόμενα διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ νέου Ὑπουργείου, ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν σαφῆ ἰδέαν τῶν διαφόρων ἐννοιῶν, τῆς ὑπαρχούσης μεγίστης διαφορᾶς εἰς ἀποτελέσματα μεταξὺ τοῦ συνταγματικῶς μόνον καὶ τοῦ συνταγματικῶς–κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεσθαι. Ἐν τῷ καθαρῶς συνταγματικῷ πολιτεύματι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι παθητική· δικαιοῦται μὲν νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ Ὑπουργὸν διοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται νὰ δέχηται μόνον Ὑπουργὸν τῆς ἐκλογῆς τῆς προσωπικῆς τοῦ Βασιλέως. Ἡ Βουλὴ οὐδόλως δικαιοῦται νὰ κρίνῃ οἱανδήποτε κυβερνητικὴν μεταβολὴν, ἥτις μόνον ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος συντελεῖται καὶ ἥτις Κυβέρνησις μόνη ἀπέναντι τοῦ Ἡγεμόνος ὑπέχει πολιτικὰς εὐθύνας. Ἀλλ’ ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἡ πλειονοψηφία εἶναι ἐνεργητικὴ, εἶναι παραγωγικὴ δύναμις τῶν ὑπευθύνων κυβερνητῶν τῆς χώρας, ἀλλ’ ὑπευθύνων ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἐνδείκνυνται οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὸν διορισμόν των ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὑπ’ αὐτῆς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ὅστις διὰ τῆς ἐνδείξεως τῶν Ὑπουργῶν συγκυβερνᾷ μετὰ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς πλειονοψηφίας ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ὑπάρχει καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῆς πλειονοψηφίας τοῦ σεβασμοῦ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, τοῦ ἐντολέως, ὅταν κατὰ προφανῆ τρόπον ἐν εἰδικῇ περιπτώσει κατ’ αὐτῆς ἐκδηλῶται αὕτη· ἐκδηλοῦται δὲ κατ’ αὐτῆς, ὅταν ἐκδηλῶται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία ὑπέδειξε καὶ ἥτις παρῃτήθη τῆς ἀρχῆς. Ποῖον εἶναι ὠφελιμώτερον ἐκ τῶν δύο αὐτῶν συστημάτων, δὲν πρόκειται νῦν νὰ ἐξετασθῇ, οὐδὲ δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἀπολύτως. Ἴσως πολλοὶ παρ’ ἡμῖν, οἱ ὁποῖοι ἀπολύτως κρίνουσι τὰ τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐξ αὐτῶν ἀποτελέσματα συγκρίνουσι πρὸς τὴν τελειότητα, ἀπελπισθέντες ἐξ αὐτοῦ, ζητοῦσι μεταβολήν. Ἀλλ’ ἂς τὸ εἴπουν καθαρά. Εἶναι μία γνώμη αὐτή. Ἂς τὸ εἴπουν μετὰ θάρρους καὶ παρρησίας. Ἀλλὰ διὰ τῶν γενομένων κατὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ νέου Ὑπουργείου ἀτυχῶς ἀντιγράφουσι τὸν Βασιλέα τῆς Δανίας. Ὁ Βασιλεὺς τῆς Δανίας, εἰς σύγκρουσιν προελθὼν μετὰ τῆς Βουλῆς, ἀπαιτούσης τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ μετελθούσης μέσα πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, μετ’ ἀγῶνας πολλοὺς ἐπέτυχεν, ὅπως ὁ λαὸς ταχθῇ παρὰ τὸ πλευρόν του καὶ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν του περὶ τοῦ τρόπου τῆς κυβερνήσεως τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ἐν Δανίᾳ, οὐδέποτε ὑπῆρξε κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Μετὰ παρρησίας ὅμως καὶ θάρρους ἀπεκρούσθη ἡ ζητηθεῖσα μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἀπεκρούσθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τηροῦντος τὸ καθεστὼς συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἀλλ’ ἂν ἡμεῖς οὕτω κοινοβουλευτικῶς ἐνοήσαμεν διὰ τῆς ἱστορίας τῶν τελευταίων χρόνων νὰ κυβερνηθῶμεν, εἶναι δυνατόν, μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ τέως Ὑπουργείου, γενομένην ἕνεκα τῶν κατὰ Νοέμβριον συμβάντων, Ὑπουργείου τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας μετὰ τὰ συμβάντα ἐκεῖνα, πλειονοψηφίας, ἥτις παραμένει εἰσέτι ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι τὴν θέλησιν αὐτοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ φρονῶμεν, ὅτι ὑπάρχει πλέον πλειονοψηφία, ὅτι ὑπάρχει Βουλή; (Διακοπαὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως, Κύριοι, διὰ τοῦ πλάσματος ἐξηγοῦμεν τὰ πολιτικὰ φαινόμενα. Κατὰ πλάσμα ἀντιπροσωπεύομεν τὸν λαὸν ἐνταῦθα. Ἀλλὰ τὸ πλάσμα, ἀνάγκη ὂν ἐν τῷ δημοσίῳ βίῳ, προσεγγίζει εἰς τὴν ἀλήθειαν. Τὸ πλάσμα δὲν εἶναι εἰκονικότης, ἥτις νῦν εἰσάγεται ὡς νέον στοιχεῖον ἐν τῷ πολιτεύματι. Εἴχετε ὄντως τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίζετε, ἀπωλέσατε ταύτην (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἰκονικῶς παραχωρεῖτε τὴν ἀριθμητικὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε πολιτικῶς, διὰ νὰ συντηρήσητε τοὺς ὑποκαταστάτας ὑμῶν, τὸ νέον Ὑπουργεῖον. Δὲν ἔχετε πλέον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, διότι, ἂν εἴχατε ταύτην, θὰ ἐκυβερνᾶτε σεῖς αὐτοὶ τὴν χώραν. Εἶναι δ’ ἀπορία, πῶς δύνασθε νὰ παράσχητε ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου σεῖς αὐτοὶ στερεῖσθε. Ἂν τοὐλάχιστον ἡ πλειονοψηφία, ἥτις παρεῖχε τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς μετὰ τὰ συμβάντα εἰς τὴν τέως Κυβέρνησιν, ἀπεδέχετο ἐκ τῶν ὑστέρων τὰ γενόμενα, λύουσα τὸν κομματικὸν δεσμὸν καὶ τὸν πνευματικὸν σύνδεσμον, τὸν παραγόμενον ἐκ τῆς κοινότητος τῶν ἰδεῶν πρὸς τὴν παραιτηθεῖσαν Κυβέρνησιν, καὶ προσήρχετο εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας αὐτοῦ, τότε δὲν θὰ ἐξέλειπε μὲν κυρίως τὸ ἄτοπον, ἀλλὰ θὰ ἐξηγνίζετο ἡ προαίρεσις. Ἀλλὰ ἡ πλειονοψηφία ὑμῶν — καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν σας — δὲν διελύθη εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους εἰς τὴν πρώτην κομματικὴν ἀτυχίαν, παραμένει δὲ πιστὴ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι σᾶς διευθύνουν...
§29ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Παραμένομεν.
§30ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ νὰ παραμείνητε. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς τιμῆς, ἣν ἐκζητεῖτε διὰ τὴν ἐμμονήν σας ταύτην, ἔχετε καὶ τὴν ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν, νὰ συμμερισθῆτε τὴν τύχην τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως καὶ νὰ συνεκλείψητε καὶ σεῖς (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ), σεβόμενοι τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἀπεβάλετε τὴν ἐμπιστοσύνην... Γελᾶτε, ἀλλὰ τάχιστα σεῖς πρῶτοι θὰ μετανοήσητε διὰ τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν παρέχετε εἰς διακωμῴδησιν τοῦ πολιτεύματος. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν σεῖς, οἱ ἐκ τοῦ λαοῦ ἐκπορευόμενοι, διαρκῶς ν’ ἀκολουθήσητε τὴν τακτικήν σας τὴν ἐνεστῶσαν, ἥτις προώρισται νὰ φέρῃ ἄνδρας ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας, ὧν καὶ τὰς ἰδέας καὶ τὰ φρονήματα ἀγνοεῖτε, — διότι ἐπὶ τριετίαν νῦν οὐδεμίαν παρέσχον ἡμῖν οὗτοι εὐκαιρίαν νὰ μάθωμεν ταύτας, — ἄνδρας μὴ διαγωνιζομένους πολιτικῶς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀδιαφόρους πρὸς τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, μὴ ἐκζητοῦντας νὰ λάβωσι τὴν αἴγλην καὶ τὴν πολιτικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν μόνος ὁ λαὸς προσδίδει, ἄνδρας, οἵτινες καὶ ὑμῖν αὐτοῖς, τοῖς ὑποστηρικταῖς των, οὐδεμίαν ἐμπνέουσι πεποίθησιν.
§31ΠΕΡΡΟΣ....
§32ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁμιλήσατε δυνατώτερα, διὰ ν’ ἀναγράφωνται καὶ αἱ ἰδικαί σας γνῶμαι εἰς τὰ πρακτικά. Ἀλλὰ τὸ πολιτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγκαθίσταται παρ’ ἡμῖν διὰ τῶν γενομένων, ἐνῷ δὲν εἶναι κοινοβουλευτικόν, δὲν εἶναι οὐδὲ καθαρῶς συνταγματικόν. Εἶναι σύστημα ἰδιόρρυθμον, ἀναιροῦν τὰς εὐθύνας. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο θὰ διατηρῶνται μὲν τὰ κόμματα καὶ ὁ κομματικὸς βίος, ὅστις εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ οὐσία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ὑπὸ παρηλλαγμένην ἔννοιαν, κόμματα οὐχὶ τῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, κόμματα οὐχὶ ἐκπορευόμενα ἐξ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐν ἀνάγκῃ ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτὸν τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογὴ νὰ ἐκβιάζηται μεταξὺ αὐτῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός, καὶ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου συντελεῖται ἡ συμπαιγνία τῆς συμπράξεως τῆς πλειονοψηφίας μετὰ τοῦ Ὑπουργείου. Τοιαύτην γνώμην ἔχων περὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐμφανισθέντος πρὸ ἡμῶν Ὑπουργείου, τοιαύτην γνώμην περὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις καὶ μετὰ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν παρέσχεν εἰς τὴν παραιτηθεῖσαν Κυβέρνησιν, ἐξακολουθεῖ καὶ νῦν ἔτι συνδεδεμένη στενῶς πρὸς τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὴν μέλη, φρονῶ, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ ἀδυνατεῖ κοινοβουλευτικῶς νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε ἐργασίαν, καὶ ὅτι μία καὶ μόνη ὑπολείπεται λύσις, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἔκκλησις πρὸς τὸν λαὸν, ὅστις καὶ μόνος δικαιοῦται νὰ ὑποδείξῃ τοὺς ἄνδρας, οἵτινες θ’ ἀναλάβουν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§33Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πρότασίς τις δὲν ὑπεβλήθη, κύριε Πρόεδρε. Νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν.
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως.
§35Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω διατὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ζητοῦν νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἤρξατο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλα μᾶλλον ἐπείγοντα θέματα, τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς.
§36ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν ὑπέβαλε πρότασιν ὁ κύριος Γουναράκης.
§37Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτής, ὅστις εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε πρότασις, δι’ αὐτὸ δ’ ἐζήτησε νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις, ἐνόμισεν, ὅτι τοιαῦτα ζητήματα ἔρχονται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καταλήγουν καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξεν οὗτος. Τίς εἶπεν ὅμως, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Γουναράκη θὰ ἔληγε συζήτησις, ἡ ὁποία ἔθιξεν ὕψιστα ζητήματα συνταγματικὰ, ἡ ὁποία ἦτο καταγγελία παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος; Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι μετὰ ἑξήκοντα ἐτῶν συνταγματικὸν βίον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συζητῶμεν περὶ συνταγματικῶν παραβάσεων, καὶ νὰ βλέπωμεν κατὰ τρόπον ἀλλόκοτον στρεβλούμενον τὸ πολίτευμα. Δὲν θέλω νὰ θίξω πρόσωπα, ἀλλ’ ὑπεράνω τῶν κομμάτων καὶ τῶν προσώπων κεῖνται τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, ἐπειδὴ δὲ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν πάντες ἔχομεν συμφέρον νὰ λειτουργῇ εὐρύθμως τὸ πολίτευμα, ὅπερ καθιέρωσεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1863, καθῆκον ἔχομεν πάντες νὰ ἐρευνήσωμεν τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ νὰ ἴδωμεν, ἂν πράγματι ἐξακολουθῇ λειτουργοῦν τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο, ἂν ὑπάρχῃ τάσις ἐπιβουλῆς κατ’ αὐτοῦ, ἢ τὰ τελούμενα σήμερον ἐκφεύγουν τῆς τροχιᾶς τῆς διαγραφομένης ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἀντίκεινται εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας, ἡ ὁποία ἐννοεῖ νὰ κυβερνᾶται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πολιτεύματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἤρθη διὰ τῆς πράξεως, ἥτις ἐγένετο τῇ 11 Νοεμβρίου, διὰ τοῦ διορισμοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, οὐ μόνον διὰ τοῦ διορισμοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑτέρων παραβάσεων τοῦ ἑξηκοστοῦ ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται πᾶσα Κυβέρνησις, ὅπως ἐντὸς διμηνίας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑποβάλλῃ εἰς αὐτὴν τὸν Προϋπολογισμόν. Δὲν ὑπάρχει δὲ συγγραφεὺς καὶ ἑρμηνευτὴς τοῦ Συντάγματος παρ’ ἡμῖν, ὁ μὴ ἀνομολογῶν, ὅτι ἡ μὴ ὑποβολὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν εἶναι παράβασις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως, ἂν κανονικῶς ὑπεβλήθη ἢ θὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ἂν συνταγματικῶς θὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμός, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλω λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω ἀποδείξει εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Σύρου, ὅτι ἐσφάλλετο, ὅτε διέκοπτε τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς πρὸ μικροῦ· εἶναι δ’ ἄπορον τοῦτο, διότι οὗτος μετὰ ζήλου μελετᾷ τὰ συνταγματικὰ ζητήματα. Εὑρισκόμεθα ἀπὸ δύο μηνῶν ἐν ἐκρύθμῳ καταστάσει, διότι ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἢ τῆς παραιτήσεως αὐτῆς ἐδημοσιεύθη τὸ Β. Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἐγένετο καὶ ἡ δημοσίευσις Διατάγματος, δι’ οὗ διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ἡγεμὼν κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ διορίζῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, διότι ὑπάρχουν συνταγματιολόγοι, οἵτινες ἀμφισβητοῦσιν ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασι τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῖς συντηρητικωτέροις αὐτῶν κρατεῖ ἡ δοξασία, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ συνταγματικὴ καὶ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις προτοῦ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ προτοῦ λάβῃ παρ’ αὐτῆς τὴν συνταγματικὴν ἀναγνώρισιν. Ἀντὶ νὰ προσέλθῃ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον αὐτῆς, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τὴν συνταγματικὴν ἀναγνώρισιν, διακόπτει τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ 40 μὲν ἡμέρας διὰ τοῦ Διατάγματος, παρατείνει δὲ τὴν διακοπὴν ταύτην διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἑορτῶν ἐπὶ τριάκοντα ἔτι ἡμέρας, καὶ μόλις σήμερον, ἀφοῦ προσεγγίζει τὸ συνταγματικὸν τρίμηνον, παρουσιάζεται αἰχμάλωτος τῆς πλειονοψηφίας καὶ μὴ ἔχουσα ἰδίαν ὕπαρξιν καὶ ἰδίαν δύναμιν, ὅπως κινηθῇ κἄν, ἀλλ’ ἀναμένουσα νὰ ποδηγετῆται ἀπὸ τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν αὐτὴν, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν, διὰ καθαρῶς προσωπικοὺς ἢ κομματικοὺς λόγους. Διὰ τοῦτο εἴδομεν τὸ περιεργότατον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν τὰ πολιτικὰ ἡμῶν χρονικὰ, δηλ. τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶς, ἀντιτιθέμενον εἰς τὰς οἰκονομικὰς γνώμας πρὸς τὸν ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, μόλις τολμήσαντα νὰ μεταδώσῃ τὰς γνώμας του ἐπὶ τοῦ συνταχθέντος Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, διότι εἶδε τὸν δορυκτήτορα συνοφρυούμενον, καὶ πτύσσων ἐσίγησε, μὴ δυνηθεὶς νὰ ἐκφράσῃ τὰς γνώμας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πέρυσιν ὑπεστήριξεν ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Καὶ ἂν αὐτὸ ἦτο τὸ μόνον κακὸν, θὰ ἦτο προσωπικὸν ζήτημα αὐτοῦ. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι παρατηροῦνται τάσεις τινὲς, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται, ὅπως τὸ πολίτευμα παύσῃ λειτουργοῦν κατὰ τοὺς ὅρους, οὓς ἔθεσεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν παρατηρεῖται τοῦτο· ἐξεδηλώθη κυρίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐξέπιπτε τῆς ἀρχῆς, ὅτε ἐξεδηλώθησαν αἱ πρῶται ὕποπτοι τάσεις, ὅτε ἠγέρθη ἡ πρώτη ἐπίβουλος χεὶρ ἐπὶ τῶν φιλελευθέρων τῆς χώρας θεσμῶν. Σήμερον, ἂν οὕτως ἐξακολουθήσουν βαίνοντα τὰ πράγματα, ἂν ἐνθαρρυνθῶσιν αἱ περίεργοι αὗται ἐνέργειαι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐργασία αὕτη τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν, ἡ ἀπεργαζομένη τὴν εὐτέλειαν τῶν χαρακτήρων, θέλομεν καταλήξει νὰ ἴδωμεν, ὅτι πᾶς ἀγὼν κοινοβουλευτικὸς θὰ μεταπηδήσῃ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης εἰς τὰ μαγειρεῖα δὲν γνωρίζω τίνος ἀνακτόρου...
§38ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τί εἶναι αὐτά!
§39ΕΤΕΡΟΙ (ὡσαύτως). Κύριε Πρόεδρε!
§40Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν θὰ κανονίσῃ κανεὶς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλω ὁμιλήσει. Θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐλευθέρως. Μὴ σᾶς ταράττουν αἱ ἀλήθειαι. Ὁμιλῶν οὕτως, ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρομαι ποσῶς, ἂν διαλυθῇ ἢ ὄχι ἡ Βουλὴ, ἐνδιαφέρομαι ὅμως, ὅπως πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι τῆς χώρας λειτουργῶσιν ἐντὸς τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον διαγράφει τὸ πολίτευμα. Διότι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παραφθείρεται τὸ πολίτευμα, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ὑπολογίσῃ, ποῦ θέλομεν σταματήσει. Παρετηρήθη δὲ, Κύριοι, ὅτι πανταχοῦ, ὅπου ἤρξατο ἡ ἐπιβουλὴ κατὰ τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων, ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν παρουσιάσθη, διὰ τοῦ τρόπου τῆς βαθμιαίας ἀφαιρέσεως δικαιωμάτων, διὰ τῆς βαθμιαίας ἀφαιρέσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ἕως ὅτου ἢ μετέβαλον τὸ πολίτευμα οἱ ἐπιβουλευθέντες αὐτὸ, ἢ ἐσαρώθησαν ὑπὸ ἐπαναστάσεως. Οὐδὲν πλειότερον ἔπραξεν ὁ Κάρολος Ιʹ τῆς Γαλλίας ἢ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ ἔθνος Ὑπουργοὺς τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀρεσκείας, Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀντετίθεντο πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον πολιτικὴν ὑπόστασιν ἐν τῇ χώρᾳ, τοὺς ὁποίους δὲν ὑπεδείκνυεν ὁ λαὸς, ἀλλὰ γνωρίζομεν ποῖα ἦσαν τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτείας τῆς ἀτυχοῦς ἐκείνης Δυναστείας· ἀκριβῶς δὲ, ὅπως περιφρουρήσωμεν τὴν Βασιλείαν, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὡς ὁρατὸν σημεῖον τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, πρέπει νὰ ἀποτρέψωμεν αὐτὴν ἀπὸ τοιούτων προσωποληπτικῶν ἀναμίξεων καὶ τοιούτων τολμημάτων, πρέπει νὰ συμβουλεύσωμεν αὐτὴν πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ δώσωσι συμβουλὴν, νὰ ἀπόσχῃ αὐτῶν, ὅπως καταστῇ ὠφέλιμος καὶ σεβαστὴ ἐν τῇ χώρᾳ· διότι ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα προΐστανται σήμερον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὁποῖα τιμῶ, τὰ πράγματα θὰ προχωρήσωσιν ἀπὸ τοῦ κακοῦ εἰς τὸ χειρότερον, καὶ τότε θὰ παραστῶμεν εἰς τὸ ἀξιοθρήνητον θέαμα, νὰ βλέπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπεικονίζει θαυμασίως ὁ μέγας ἱστορικὸς τῶν νέων χρόνων, ὁ Μακώλεϋ, ὅστις λέγει, ὅτι τοιαύτην ἀναίδειαν εἶχον, ὥστε οὐδέποτε ᾐσθάνθησαν τὸ αἴσθημα τῆς αἰδοῦς εἰς τὰς παρειὰς αὐτῶν. Σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα βεβαίως εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην· ἀλλ’ ἂν οὕτως ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ἂν δοθῇ τὸ δικαίωμα, ἵνα ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ παραβιάζηται, ἀναντιρρήτως θέλομεν καταλήξει εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας κατέληξαν ἐν Ἀγγλίᾳ, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὸν ἱστορικὸν, ὃν προανέφερα, οὐδέποτε ᾐσθάνθησαν τὸ αἴσθημα τῆς αἰδοῦς βάφον τὰς παρειάς των. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πῶς παραβιάζεται ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς;
§42ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πῶς παραβιάζεται ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει Βουλὴ σήμερον; (γέλως). Ὅτε τὰ πολιτικὰ πράγματα περιῆλθον εἰς ὃ σημεῖον εἴδομεν, πρὸ δύο δὲ μηνῶν ἐξηναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχαιρε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος, νὰ παραιτηθῇ, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διὰ τῆς παραιτήσεως αὐτῆς κατέδειξεν, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, κατέδειξεν οὕτω, ὅτι ἦτο ἀνίκανος νὰ διοικῇ πλέον τὴν χώραν, καταστᾶσα δὲ ἀνίκανος νὰ διοικῇ αὐτὴν, καίτοι ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, κατέδειξεν, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ· διότι, ἂν εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, καὶ ἂν ἐγνώριζεν, ὅτι παρὰ τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν παρῄτησεν ἐνταῦθα, ἐνισχύετο καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ, ὅπως αὐτὸς διοικῇ τὴν χώραν, δὲν θὰ ἦτο τόσον ἁπλοῦς νὰ παραδώσῃ τὴν ἀρχὴν, καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ εἰς αὐτὴν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Καλαβρύτων· ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι εὑρέθη ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, δι’ αὐτὸ ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Καὶ ὡς ἐδῶ μὲν ἔπραξε νομιμοφρόνως. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι κανονικὸν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκφεύγει τῶν συνταγματικῶν ὁρίων, εἶναι, ὅτι ὑπέδειξεν εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἀντικαταστήσασαν τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτὸν, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις, διαδεχομένη τὴν τέως ὑπὸ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ἓν εἶχε καθῆκον, νὰ ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς, ὅπως ὑποδείξῃ ὁ λαὸς ποίους ἐπιθυμεῖ νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν, καὶ οὐχὶ νὰ παρασκευάσῃ αὐτὸς τὸν τερατώδη σύνδεσμον, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ οὐχὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, οὐδὲ τῆς Δυναστείας, ἀλλὰ τὰ καθαρῶς ἀτομικά του συμφέροντα, διακωμῳδῶν τὸ πολίτευμα. Αὐτὴ ἦτο ἡ ὁδὸς, ἣν ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ ὁ Ἡγεμὼν, οὐχὶ δὲ νὰ γένηται συμπράκτωρ τῆς πολιτικῆς κωμῳδίας, καὶ ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὴν διακανόνισιν τῶν κομματικῶν συμφερόντων οἱασδήποτε πολιτικῆς φατρίας. Ὁ Βασιλεὺς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ὅπως εὑρέθη καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις, ἀλλὰ τότε ἔσπευδε ταυτοχρόνως νὰ δημοσιεύσῃ, ἀντὶ τοῦ Διατάγματος τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως αὐτῆς· διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξεφράσθη κατὰ θυελλώδη τρόπον τὸ κοινὸν φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἀντέκειτο εἰς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις μέχρι τοῦδε διῴκει τὴν χώραν, ἡ Κυβέρνησις ἀπώλεσε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὴν Βουλή, ἡ δὲ παράτασις τοῦ βίου αὐτῆς ἐπὶ 3 ἢ 4 μῆνας εἶναι περιφρόνησις τῆς λαϊκῆς θελήσεως παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὀφείλουν νὰ μὴ ἀγνοῶσιν, ὅτι πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ πηγάζουσιν ἐκ τῆς θελήσεως μόνου τοῦ λαοῦ. Οὗτος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ὁρίσῃ, πῶς θέλει καὶ παρὰ ποίων θέλει νὰ διοικηθῇ· ἂν ἐπιθυμῇ νὰ διοικηθῇ διὰ Κυβερνήσεως ἀκροβατῶν, ἢ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Συντάγματος, ἢ κατὰ τὸν τρόπον ἐκεῖνον, ὃν ὑπέδειξε μία ἐπανάστασις, ἥτις ἐσάρωσεν ἐντεῦθεν μίαν Δυναστείαν, καὶ καθιέρωσε τὸ ὑπάρχον πολίτευμα. Ἀντὶ τῆς εὐθείας ταύτης ὑπέδειξε πρὸς τὸν Ἡγεμόνα ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἕνα ἀντικαταστάτην, καὶ εὑρισκόμεθα ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἔχομεν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔχει ὡς θέλησιν τὰς θελήσεις καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ διὰ βοῆς καὶ λιθοβολισμῶν ἐκδιωχθέντος ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως Ὑπουργείου. Αὕτη εἶναι ἡ ἀκροβατικὴ πολιτική, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς Κοινοβούλιον, οὐδὲ εἰς Ἡγεμόνας, δὲν ἁρμόζει εἰς ἄνδρας πολιτικούς· εἶναι πολιτική, ἡ ὁποία ἁρμόζει μόνον εἰς σχοινοβάτας τῶν ἱπποδρομίων. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς, χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὅταν τις ὁμιλῇ ἐντεῦθεν μετὰ ὀξύτητος, δὲν πρέπει οὔτε νὰ παραξενεύησθε, οὔτε νὰ δυσφορῆτε· διότι ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τῶν θεσμῶν ἐκείνων, δυνάμει τῶν ὁποίων ὑπάρχομεν ὡς πολιτευόμενοι. Δὲν ἀγωνιζόμεθα, ὅπως προκαλέσωμεν ταραχάς, οὐδ’ ὅπως ἐξεγείρωμεν τὸν λαόν, ἀλλ’ ὅπως ἐπαναφέρωμεν τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος ἐκεῖ, ὁπόθεν ἐξέφυγε, καὶ προλάβωμεν ἐξεγέρσεις, αἵτινες δὲν γνωρίζομεν ποῖον θὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι εἰκὼν, ἣν παρουσιάζει ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἥτις ἁρμόζει μετὰ γεγονότα τοιαῦτα, συνταράξαντα ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν. Ἄλλη ἔπρεπε νὰ ἦτο ἡ Βουλή, ἥτις ὤφειλε νὰ συνεδριάζῃ ἐνταῦθα σήμερον. Ἀνεγνώσαμεν ὅμως εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, καθ’ ἃς δὲν πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, διότι θὰ διαταραχθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ἢ δὲν θὰ λυθῶσι τὰ μεγάλα ἐξωτερικὰ ζητήματα, ἢ δὲν θὰ ψηφισθῶσι περίφημα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω τίς παρεσκεύασε καὶ τίς θὰ εἰσαγάγῃ. Καὶ ὅλα ταῦτα λέγονται μετ’ ἀφελείας, ὡς νὰ ἀποτείνωνται πρὸς νήπια, καὶ ὡς νὰ μὴ κατανοῶσιν οἱ ἀκούοντες, ὅτι ὑπὸ τὰς φράσεις ταύτας κρύπτονται τὰ ταπεινότερα προσωπικὰ συμφέροντα. Εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν γνωρίζω τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ παράτασις τοῦ βίου αὐτῆς.
§43ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι! ὄχι! Δὲν εἴμεθα εἰς τὴν τελευταίαν.
§44Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν σας, τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς διαλύσεως θὰ δημοσιευθῇ, διότι Βουλή, ἥτις ὑφίσταται παρὰ τὴν ἐκπεφρασμένην γνώμην τοῦ ἔθνους, οὐδὲν ἄλλο ἀντιπροσωπεύει ἢ τὰς ἀτομικάς μας γνώμας. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι κάθησθε ἐπὶ ῥόδων, ἀπατᾶσθε. Μὴ πιστεύσητε οὔτε σεῖς, οὔτε οἱοιδήποτε ἄλλοι, ὅτι θὰ ἐπιτραπῇ αὐτὴ ἡ σκαιὰ διακωμῴδησις τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Θὰ εὕρητε ἐδῶ τὴν μειονοψηφίαν ἀντιτασσομένην καὶ συζητοῦσαν, ὅπως ἐξαναγκάσῃ ὑμᾶς νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν ὁδὸν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξετράπητε. Καταλαμβάνω, ὅτι τρέμετε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐδεμίαν διάθεσιν ἔχετε νὰ λογοδοτήσητε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διότι γνωρίζετε ποία θὰ ἦναι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ.
§45ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Θὰ τὴν ἴδωμεν!
§46Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅταν θὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐκλογαί, δὲν γνωρίζω πόσους ἐξ ὑμῶν θὰ ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω ἐνταῦθα. Ὀφείλετε νὰ ὑποστῆτε τὴν τύχην αὐτὴν ἀπὸ τῆς σήμερον, διότι, ὡς εἶπον, ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν συμφερόντων κεῖνται τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας· νομίζω μάλιστα, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τὰ δύο κόμματα ὀφείλουν νὰ ἐφάπτωνται, ἵνα μὴ μετατεθῶσιν οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες καὶ ἡ πρὸς πρόοδον ἅμιλλα τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης εἰς ἕτερα στάδια. Διότι δὲν θὰ ἦναι τότε ἀνάγκη τῆς οἰκονομολογικῆς σοφίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ὅπως γείνῃ Ὑπουργὸς, οὐδὲ τῆς ὀξυνοίας τοῦ κυρίου ἐκ Κερκύρας, ὅπως ὑποδεικνύηται ὡς Πρωθυπουργός· ἀρκεῖ ὀλίγη αὐλοκολακεία καὶ πλειοτέρα αὐλοδουλεία πρὸς τοῦτο. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν περιῆλθον τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐφάνησαν ζηλότυπα τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα παρέσχον εἰς αὐτὰ ἀγῶνες πολιτικοὶ καὶ αἱματηραὶ ἐπαναστάσεις. Οὕτω κρινομένη ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὑφίσταται διὰ μεθόδων ταχυδακτυλουργικῶν. Ἡ δὲ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπάρχουσα, ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία δὲν δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκείνους, οἵτινες χαίρουσι τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς· διότι, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐκφράζῃ τοιαύτην γνώμην, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἔχει ἐλευθέραν τὴν βούλησιν, τότε ὀφείλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἀνωμολόγησαν διὰ τῆς παραιτήσεως, ὅτι δὲν ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ διοικήσωσι τὴν χώραν, καὶ διὰ τοῦτο ἐμπιστεύονται τὴν διοίκησιν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ἡ Βουλὴ ἐκείνη παραπαίει, δὲν σοβαρεύεται, δὲν σωφρονεῖ. Ὅ,τι γίνεται σήμερον, γίνεται πρὸς βάρος τῆς Βουλῆς καὶ ἀμφοτέρων τῶν μεγάλων πολιτικῶν κομμάτων, διότι, ἂν καθιερωθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ εὑρισκώμεθα συχνὰ πρὸ τοιούτων παραδόξων καὶ παρὰ φύσιν δεσμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι, καὶ ἂν ἡ πλειονοψηφία δὲν σωφρονῇ, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ὑπέρτατον καθῆκον νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος, ἔχει καθῆκον νὰ χαλιναγωγῇ ἐκείνους, οἵτινες σύρονται ἀχαλίνωτοι καὶ οἱ ὁποῖοι ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζωσι ποῦ νὰ κρατηθῶσι. Καθῆκον ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ σταματήσῃ ἐπὶ τέλους τὴν χεῖρα, ἥτις τείνει νὰ παραβιάσῃ τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας, διότι, ἂν δὲν πράξῃ τοῦτο, πραγματικῶς θὰ ἦναι ἀναξία τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς αὐτὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§47Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προκαλούμενος, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, θεωρῶ καθῆκον νὰ ἀπαντήσω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ἡ σιωπή μου νὰ ἐξηγηθῇ ὡς σιωπηρὰ ἐπιδοκιμασία τῶν νέων συνταγματικῶν θεωριῶν, ἃς σήμερον ἠκούσαμεν ἐξενεχθείσας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§48Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀγνώστων θεωριῶν;
§49Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχῶς ἀγνώστων, καὶ θὰ τὸ ἴδωμεν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ συνταγματικῶς πολιτεύεσθαι ἔχει τὰς ἀρχάς του ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς Συντάγμασιν, ἀλλ’ ἔχει καὶ ὅρους ἢ ἀρχὰς, αἵτινες, καίτοι δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ Συντάγματι, εἶναι οὐχ ἧττον παραδεδεγμέναι γενικῶς μεταξὺ τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν. Τοῦ Ἀγγλικοῦ π. χ. Συντάγματος οἱ ἄγραφοι ὅροι δὲν εἶναι κατ’ οὐδὲν ἐλάσσονες τῶν διατάξεων τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος τῶν γραπτῶν...
§50Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι καθόλου γραπτοί.
§51Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γραπτὸν Σύνταγμα δὲν ὑπάρχει; Λάθος ἔχετε.
§52Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅλον ἄγραφον.
§53Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει καὶ τὸ γραπτὸν καὶ οἱ ἄγραφοι αὐτοῦ ὅροι ἢ ἀρχαί. Οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι γραπταὶ διατάξεις Ἀγγλικοῦ Συντάγματος λέγουσί τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἱστορικῶς ἀκριβές. Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ ὅρος ὁ κοινοβουλευτικὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον πᾶν Ὑπουργεῖον δεῖται πρὸς τῇ ἐμπιστοσύνῃ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸν ὅρον τοῦτον εἰς οὐδὲν Σύνταγμα, καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, θὰ εὕρητε ῥητῶς ἀναγεγραμμένον. Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς συγγραφεὺς, οὐδὲ καμμία Βουλὴ θὰ τὸν ἀρνηθῇ, ὡς ἀπαραίτητον μεταξὺ τῶν ὅρων τοῦ συνταγματικῶς πολιτεύεσθαι. Ὁ ὅρος οὗτος ὑπάρχει καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅρου αὐτοῦ, εἰς ἡμᾶς εἰσήχθησαν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄγνωστοι ἀληθῶς εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα. Εἶναι πανταχοῦ ἀλλαχοῦ ἄγνωστος ὁ ὅρος τοῦ δικαιώματος τοῦ Βουλευτοῦ, ὅπως ἐν πάσῃ στιγμῇ φέρῃ τὴν ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Τοῦ ὅρου δὲ τούτου τ’ ἀποτελέσματα οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὡς ἐπιβλαβέστατα. Ἕτερος ὅρος, ἄγνωστος ἀλλαχοῦ, ὀλέθριος ἐπίσης, νέος δὲ παρ’ ἡμῖν — καίτοι οὐχὶ πολὺ νέος — εἶναι ὁ τῆς ἀπαρτίας, ἰσοδυνάμου καὶ ταυτιζομένης μὲ τὴν πλειονοψηφίαν· διότι μόνον παρ’ ἡμῖν εἰσήχθη ὡς ὅρος κοινοβουλευτικὸς, ὅτι Ὑπουργεῖον ἀπολαμβάνον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ παρίσταται ἐκεῖ, εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, ἐὰν δὲν ἔχῃ καὶ ἀπαρτίαν! Μᾶς ἀρκοῦσι, κύριοι Βουλευταὶ, αὐτοὶ οἱ δύο ὅροι, νομίζω, ὥστε νὰ μὴ θελήσωμεν ἐπὶ ἐπιδεινώσει τῆς καταστάσεως νὰ προστεθῇ καὶ τρίτος, διότι ἕως τώρα ἐκ τῶν δύο αὐτῶν ὅρων οὐδὲν ἐκαρπώθη βεβαίως τὸ ἔθνος ὠφέλιμον. Ὁ καινοφανὴς οὗτος ὅρος εἶναι ὁ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Ὑπουργείου ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἢ ὑπὸ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, καὶ δὲν ἠξεύρω ὑπὸ ποίας ἄλλας ἐκφράσεις, δι’ ὧν ἀπεθεώθη σήμερον ἡ λαϊκὴ θέλησις.
§54ΦΩΝΑΙ (ἀριστερόθεν). Δικαίως.
§55Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. οὐχὶ ἐν τῷ μέτρῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀπεθεώθη ἀπὸ τοῦ βήματος σήμερον· διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λεχθῇ σαφῶς καὶ νὰ γείνῃ παραδεκτὸν, ὅτι ὑπὸ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, — ὅπως ὑπὸ ὅλα τὰ Συντάγματα — ὅσον καὶ ἂν ἦναι σεβαστὴ ἡ λαϊκὴ θέλησις, οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχει ὁ λαὸς, εἰμὴ μόνον νὰ ψηφίζῃ τοὺς Βουλευτάς.
§56Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§57ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἆ! ἆ!
§58Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδαμοῦ εἶναι ἀναγεγραμμένη ἄλλη ἀνάμιξις τοῦ λαοῦ εἰς τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας, διότι ὁ λαὸς δὲν δικαιοῦται οὐδὲ εἰς ἐπιδοκιμασίαν ἢ ἀποδοκιμασίαν τῶν νομοθετημάτων, οὐδὲ εἰς ἐπιδοκιμασίαν ἢ ἀποδοκιμασίαν τοῦ σχηματισμοῦ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως νὰ προβαίνῃ.
§59Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τί λέγει;
§60ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι;
§61Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, ὅπως καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, εἶναι δικαιώματα ἀναμφισβήτητα, εἶναι δικαιώματα ἱερὰ, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι καμμίαν ἔννομον συνέπειαν, οὐδὲ κῦρος νομικὸν, ἔννοιάν τινα οἱανδήποτε τοῦ imperium, τὸ ὁποῖον ζητοῦσι σήμερον οἱ ἀγορεύσαντες νὰ δώσωσιν εἰς τὴν δῆθεν λαϊκὴν θέλησιν, ὁπουδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν αὕτη ἤθελεν ἐκδηλωθῇ. Τὰ συλλαλητήρια, αἱ διαδηλώσεις, αἱ ἀναφοραὶ, αὐτὰ ὅλα τείνουσι βεβαίως εἰς ἐπηρεασμὸν τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ σημείου, ὑφ’ ὃ παρεστάθησαν ἐπισήμως σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ μεγάλαι ἐξουσίαι τοῦ Κράτους δὲν εἶναι μόνον ἡ βασιλικὴ καὶ ἡ νομοθετικὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ λαϊκὴ θέλησις, ὑπάρχει ἄβυσσος, καθιστῶσα τὸ νέον δόγμα ἀντισυνταγματικὸν καὶ ὀλέθριον. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§62Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ πρώτη ἐξουσία εἶναι ἡ τοῦ λαοῦ· ἐκεῖθεν ἀπορρέουσι πᾶσαι.
§63Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορρέουσιν αἱ ἐξουσίαι πᾶσαι ἀπὸ τοῦ λαοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ὥρισε τὸ Σύνταγμα, ὄχι καθ’ ὃν τρόπον ὑποστηρίζετε ὑμεῖς.
§64ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Πολὺ ὀρθά.
§65Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητεῖται σήμερον ἡ συνταγματικὴ ὑπόστασις τῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς ἡ ἔλλειψις τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιτρέπει τοιαύτην ἀνώμαλον συζήτησιν.
§66Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ ψηφίσωμεν τὴν ὑμετέραν πρότασιν, διὰ ν’ ἀπαλλαγῶμεν ἀπ’ αὐτήν!
§67Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως τώρα ἦτο καὶ εἶναι γενικῶς γνωστόν, ὅτι δύο εἶναι οἱ ὅροι τῆς συνταγματικότητος μιᾶς Κυβερνήσεως· πρῶτος καὶ κύριος ὁ διορισμὸς τοῦ Ὑπουργείου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δεύτερος δὲ ἡ πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς. Διατὶ, τούτων τῶν δύο στοιχείων ὑπαρχόντων σήμερον, προκαλεῖται συζήτησις καὶ ὑποστηρίζεται πρότασις περὶ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ Ὑπουργείου; Μήπως οἱ Ὑπουργοὶ σήμερον δὲν ἔχουσιν ἐκ τῶν προτέρων δεδηλωμένην τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας ὑπὲρ ἑαυτῶν; Ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ζήτημα, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς μετέχοντα τῆς ἐννοίας τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡττήθη ἡ Κυβέρνησις; Ἀλλ’ ὅταν τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα ὑπάρχωσι, τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ὑπάρχουσαν ἢ μὴ ὑπάρχουσαν, οὐδὲ συνταγματικῶς ὀρθὸν εἶναι, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ τὴν ἐπικαλῆταί τις, ὡς ἀπαραίτητον στοιχεῖον τῆς συνταγματικότητος τῆς Κυβερνήσεως...
§68Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ τὴν καταστείλητε, νὰ μὴ τὴν ἀφήσητε νὰ ἐγερθῇ, νὰ μὴ ὑποκύψητε. Ἀφοῦ ὑπεκύψατε εἰς τὴν θέλησιν αὐτήν... Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§69Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω, ἂν ὑπεκύψαμεν ἢ ὄχι.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§71Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπως βλέπετε, ὁ διακόπτων φίλος μου κύριος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, τὸ μεταβάλλει. Ἐνῷ ἔλεγε πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ καθιστᾷ τὴν Κυβέρνησιν ἀντισυνταγματικὴν, ἔρχεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ζητεῖ νὰ δώσῃ λόγον ἡ Κυβέρνησις ἡ πεσοῦσα, διατὶ δὲν κατέστειλε τὴν λαϊκὴν ἐξέγερσιν.
§72Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Φυσικά! Τὴν ἀνεγνώρισε.
§73Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχει αὐτὸ πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν ἐξέτασιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος, τὴν ὁποίαν θεωρεῖτε ὡς ὑφισταμένην ἐκ τῆς ἐλλείψεως δῆθεν τῆς λαϊκῆς θελήσεως ὑπὲρ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου;
§74Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅτε ἀπεδέχθη ὁ Βασιλεὺς τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργείου, ἀνεγνώρισε τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ.
§75ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἆ! ἆ!
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§77Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω τινὰ περὶ τῆς λαϊκῆς αὐτῆς θελήσεως, οὐχὶ διότι ἀνεγνώρισε δῆθεν αὐτὴν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, οὐδὲ διότι φαντάζομαι, ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε νὰ εὑρεθῇ Βουλή, ἡ ὁποία νὰ θεωρήσῃ ὡς ὅρον συνταγματικὸν τὴν ὁπωσδήποτε ἐκδήλωσιν τῆς τοιαύτης θελήσεως διὰ τὸν διορισμὸν τῶν Ὑπουργείων, ἀλλὰ διότι ἡ τοιαύτη λαϊκὴ πανελλήνιος θέλησις δὲν ἐξεδηλώθη παντάπασι. Διότι, ἐκτὸς τῆς ἐξεγέρσεως ἐν Ἀθήναις, εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους εἴδομεν ἐπελθοῦσαν οἱανδήποτε διαδήλωσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς πεσούσης.
§78ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§79Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἐν Ἀθήναις γενομένη ἐξέγερσις, δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ ἀρχὴν καὶ σκοπὸν εἶχε τὸ αἴσθημα τὸ θρησκευτικόν, ὅπερ ἄλλοι ἐξεμεταλλεύθησαν, μετατρέψαντες κατόπιν εἰς μερικὴν ἐκδήλωσιν φρονήματος πολιτικοῦ; Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν γενομένων ἐν Ἀθήναις, διότι, ἐπαναλαμβάνω, θεωρῶ πρᾶγμα ὀλέθριον καὶ ἀντισυνταγματικὸν καὶ νὰ συζητῆται κἄν ἡ ἐκδήλωσις τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ὡς στοιχεῖον ἀπαραίτητον εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν Κυβερνήσεων. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλοίμονον! Δημοκρατία!
§81Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς ὑπεστήριξε καὶ ἄλλο νέον καὶ ἄγνωστον δόγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον μειοψηφοῦν κόμμα ἐν τῇ Βουλῇ, καλούμενον νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ὀφείλει νὰ μὴ δεχθῇ, εἰμὴ μόνον λαμβάνον εἰς χεῖρας τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως! (πρὸς τὸν κ. Βελλιανίτην). Αὐτὸ εἴπετε.
§82Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ καλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, καὶ ἡ Κυβέρνησις αὕτη ὤφειλε νὰ παραστῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀμέσως, ὅπως λάβῃ τὴν συνταγματικὴν ἀναγνώρισιν, ἢ ὤφειλε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν.
§83Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ εἶναι, μὲ τὴν προσθήκην ἤδη, ὅτι ἐπιβάλλετε μίαν ὑποχρέωσιν εἰς τὸ νεοδιοριζόμενον Ὑπουργεῖον, ἡ ὁποία οὐδαμοῦ εἶναι ἀναγεγραμμένη, καὶ δὲν εἶναι πάντοτε ἐφικτή· διότι, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τοῦ Ὑπουργείου γίνεται ἀπούσης τῆς Βουλῆς, δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖτε· καὶ τότε ὀφείλετε νὰ δεχθῆτε, ὅτι ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν λαμβάνει, ἀπούσης τῆς Βουλῆς τὸ βάπτισμα τῆς ἀναγνωρίσεως, μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατυπώσεως, ἣν ἀπαιτεῖτε, θὰ κυβερνᾶται ὁ τόπος ὑπὸ Ὑπουργείου ἀντισυνταγματικοῦ! Ἰδοὺ ἡ νέα θεωρία! (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ).
§84ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§85Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τὸ νέον τοῦτο δόγμα ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω, ποῦ τὸ εὑρίσκουν στηριζόμενον, εἴτε ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, εἴτε ἐν οἱῳδήποτε ἄλλῳ Συντάγματι ἢ συγγράμματι, πραγματευομένῳ περὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἐν οἷς νὰ ὁρίζηται, ὅτι ἡ μειονοψηφία πρέπει διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς νὰ λαμβάνῃ παρὰ τοῦ Βασιλέως τὸν διορισμὸν καὶ διὰ τῆς ἄλλης τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς.
§86Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§87Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ μᾶς κάμνετε διδασκαλίαν συνταγματικοῦ δικαίου...
§89Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὤ! παρακαλῶ! Δὲν ἀξιῶ νὰ κάμω οὐδενὸς τὸν διδάσκαλον.
§90Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. ... ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ λύσητε μίαν ἀπορίαν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Καλαβρύτων κ. Πρωθυπουργοῦ ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς πρὸ δύο ἐτῶν καὶ ἑπτὰ μηνῶν, ἀφοῦ διῴκησε δύο ἔτη. Ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπῆρξε νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ διοικῶν τὰ τῆς πατρίδος ὁ κ. Ζαΐμης, καὶ ἀπεδοκίμασε τὴν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης πορείαν αὐτοῦ διὰ τῶν ἐκλογῶν τῶν γενομένων τότε. Νομίζετε, ὅτι εἶναι συνταγματικὸν καὶ ἐπιτρεπόμενον, νὰ λαμβάνῃ ὁ Βασιλεὺς τοιούτους ἀνθρώπους, ἀποδοκιμασθέντας ὑπὸ τοῦ λαοῦ, — ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ αὐτὴν τὴν γνώμην, — νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν: «ἐὰν δὲν ὑποστηρίξητε τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, θὰ σᾶς διαλύσω, καὶ ἐπειδὴ εὑρίσκεσθε ἐν τῇ δυσμενείᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ ὑποστῆτε τὸν κλονισμόν»;
§91Κ. ΖΩΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν τὸ δεχόμεθα.
§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ. Αὐτὴ εἶναι γνώμη μου...
§93Κ. ΖΩΤΟΣ. Σεβαστὴ ἡ γνώμη σας.
§94Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατόπιν δύνασθε νὰ μὲ ἀντικρούσητε. (Πρὸς τὸν κ. Βοκοτόπουλον). Λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ λύσητε αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§95Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως. Πρῶτον ἐπ’ αὐτοῦ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐπιμένετε ἢ ἔχετε τὴν πολιτικὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ ἐκλογῇ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ δι’ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον εἰς πάντας τοὺς ἀσχολουμένους εἰς αὐτὰ τὰ θέματα, ὅτι ἡ λεγομένη ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑπῆρξε κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἃς ἐνήργησε τὸ Ὑπουργεῖον Ζαΐμη.
§96ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Πῶς δὲν ὑπῆρξεν;
§97Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ποίαν ἐπαγγελίαν ἐξελέγητε σεῖς;
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§99Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐξελέγην ἁπλῶς ὡς Τρικουπικός.
§100ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς λοιπὸν παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν αὐτὴν τοῦ λαοῦ;
§101Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἐντολὴν, ῥητὴν ἢ σιωπηράν. Ὡς Τρικουπικὸς ἐξελέγην, καὶ ὡς τοιοῦτος διατελῶ.
§102ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑποστηρίζετε τοὺς ἀντιθέτους!
§103Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι ὑπάρχει ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ, βεβαίως δὲν παρακολουθοῦσι τὴν πολιτικὴν ἐπιστήμην.
§104Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ ἐξελέγεσθε ἄνευ αὐτῆς;
§105Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐρωτᾷ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, εἶναι συνέπεια τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς εἶναι πάντοτε ἐλεύθερος νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ὅπως αὐτὸς ἤθελε κρίνει συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος, εἰς τὰς ἑκάστοτε πολιτικὰς μεταβολάς. Ὀφείλει μόνον νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του λόγον περὶ τῆς ψήφου του, χωρὶς νὰ δεσμεύηται ὑπὸ ἀνυπάρκτου ἐντολῆς. Τὴν δὲ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως δὲν δικαιούμεθα νὰ κρίνωμεν.
§106ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ ὑπῆρξε νὰ μὴ κυβερνήσῃ ὁ κ. Ζαΐμης. Ἄλλως ὁ λαὸς θὰ ἐψήφιζε τοὺς φίλους αὐτοῦ, καὶ δὲν θὰ εἴχετε τὴν τιμὴν νὰ ἦσθε σεῖς ἐδῶ.
§107Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν νέαν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν συνάδελφος ἔθεσεν, ὅτι δηλαδὴ τὸ κόμμα τὸ μειονοψηφοῦν, ἐρχόμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, διότι καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς περιστέλλει καὶ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ὑπουργῶν αὐτοῦ περιορίζει. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, πρέπει πρωτίστως ν’ ἀπονείμωσιν ἑκάστῳ τὸ ἴδιον. Διότι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ἀπόλυτον εἶναι καὶ πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ, ὅπως ἐκλέγῃ τοὺς Ὑπουργούς του καὶ ἐκ τῆς μειονοψηφίας καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἀπόλυτον εἶναι, νὰ παρέχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἐκεῖ, ὅπου ἤθελε κρίνει, ὅτι συμφέρον ἐθνικὸν εἶναι νὰ τὴν παράσχῃ. Περιορίζει δὲ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς τὸ ὑποστηριχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βελλιανίτου. Ὑποθέσατε, ὅπως συμβαίνει ἤδη καὶ δύναται νὰ συμβῇ πολλάκις, συμβαίνει δὲ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ ἓν κόμμα, ἀλλ’ ἀπὸ δύο ἢ πλείονα, συμπίπτοντα ὅμως εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐρωτῶ, οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, συνιστῶντες τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, θὰ περιορίσωσι τὸ δικαίωμα αὐτῆς νὰ ἐξακολουθήσῃ παρέχουσα ἐπὶ ἐκείνων τῶν νομοθετημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα νομίζει, ὅτι δέον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς, ἐρωτῶ, δύνανταί ποτε νὰ θεωρηθῶσιν ὡς εὐλαβούμενοι τὰς προνομίας τῆς Βουλῆς; Ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τὸ παρὸν ἐζήτει καὶ ἐλάμβανε τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως ἀπὸ τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Ποίαν δικαιολογίαν θὰ εἶχε, περιστέλλον οὕτω καὶ μηδενίζον τὸ δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας;
§108ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Τὴν δικαιολογίαν, ὅτι τὸ κόμμα τὸ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐζήτησε ν’ ἀποδοκιμασθῆτε σεῖς.
§109Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν συγχίζει τὰ ζητήματα περὶ ἀρχῶν μὲ τὰ ζητήματα τῶν δράσεων καὶ τῶν ἀντιδράσεων τῶν κομμάτων ἐν τῇ Βουλῇ· διότι τί πρὸς τὴν ἀρχήν, τὴν ἀπαράβατον, καθ’ ἣν τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ᾖ συνταγματικῶς συγκεκροτημένον, πρέπει ν’ ἀπολαμβάνῃ μόνον τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ τε Βασιλέως καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς; Τί πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν αἱ μεταξὺ τῶν κομμάτων ἐν τῷ παρελθόντι διαφωνίαι εἰς ἓν ἢ πλείονα ζητήματα; Ἐν τῷ σχηματισμῷ τῆς πλειονοψηφίας εἶναι ἄνευ σημασίας τὰ αἴτια, ἅτινα παράγουσι τὴν κοινὴν συνεργασίαν. Ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑπαγορεύσῃ ταύτην τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Διότι περὶ τούτου μόνον ὀφείλουσι νὰ δώσωσι λόγον, ἐπερχομένων ἐκλογῶν. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἶναι τὸ ἔσχατον ὅριον, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ καταφεύγῃ ὁ Βασιλεύς, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὴν διαταραχθεῖσαν ἁρμονίαν τῶν μεγάλων τοῦ Κράτους ἐξουσιῶν. Ἀποφεύγεται δὲ καὶ δὲν προκαλεῖται ἡ τοιαύτη διατάραξις ἐκ τῆς συνεργασίας τῶν κομμάτων. Καὶ διὰ τοῦτο σήμερον οὐδαμῶς διεταράχθη ἡ ἁρμονία μεταξὺ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως...
§110ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγένετο ἐπανάστασις.
§111Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπανάστασις, ὡς τὴν ἀποκαλεῖτε, δύναται νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιχείρημα κομματικόν, ἀλλ’ ὡς ἐπιχείρημα πολιτικὸν οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν. Ὅταν δεχθῶμεν λοιπὸν τὴν ἀρχὴν, τὴν συνταγματικῶς ἄγνωστον ἀληθῶς καὶ νέαν, τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν, περιορίζομεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς...
§112ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἄγνωστος ἀρχή;
§113Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἐπιβάλλοντες ὅπως ἡ μειονοψηφία, ἀναλαμβάνουσα τὴν Κυβέρνησιν, διαλύῃ τὴν Βουλήν, πρόθυμον ὅμως νὰ συμπράξῃ μετ’ αὐτῆς. Διότι μόνον ἐὰν λείψῃ ἡ ἀναγνώρισις τῆς Βουλῆς, δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ λαμβάνῃ τὴν διάλυσιν αὐτῆς.
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ποίαν ἀρχὴν ἐτήρησεν ὁ Τρικούπης;
§115Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς.
§116Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν θεωρίαν τῆς δεδηλωμένης, τὴν ὁποίαν σεῖς ἔρχεσθε ν’ ἀναιρέσητε.
§117Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παντελῶς. Διότι ἡ δεδηλωμένη σήμερον εἶναι ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου. Δὲν ἤμην διατεθειμένος, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ προκληθεὶς, ἐπαναλαμβάνω, ἠθέλησα, δι’ ὅσων εἶπον, νὰ ἐκτελέσω καθῆκον σχετιζόμενον μὲ τὰς πολιτικάς μου πεποιθήσεις, νὰ μὴ θεωρηθῶ δηλαδὴ, ὅτι σιωπήσας παρεδέχθην ὁπωσδήποτε ἀρχὰς νέας, ἀρχὰς ἀγνώστους, ἐπιβλαβεστάτας δὲ εἰς τὴν χώραν ὑπὸ συνταγματικὴν ἔποψιν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§118ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συζητοῦμεν περὶ τῆς συνταγματικότητος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος, ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὕτη τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἐπιτροπῶν;
§119Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μετὰ τ’ ἀναπτυχθέντα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Παξῶν δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος, παρελθὼν εἰς τὸ βῆμα καὶ δηλώσας, ὅτι ἐσκόπει ν’ ἀναιρέσῃ καινὰς συνταγματικὰς θεωρίας, παραδόξως κατέληξε ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸς οὗτος ὄντως καινὰς καὶ παραδόξους συνταγματικὰς θεωρίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου εἶπεν ἡμῖν, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ, ἡ θέλησις δηλονότι τοῦ ἔθνους, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἀσκῇ ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ φρονήματος τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους ὡς ὅρος συμβάλλων εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸ ἐν γένει πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, ὅτι ὁ λαός, διὰ τῆς ψήφου αὑτοῦ ἐκλέγων τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτοῦ καὶ καταρτίζων οὕτω τὴν Βουλὴν, ἀπεκδύεται παντὸς δικαιώματος, ὑποκαθισταμένης τῆς Βουλῆς εἰς τὰ κυριαρχικὰ αὑτοῦ δικαιώματα. Ἀλλ’ ἡ θεωρία αὕτη, διατυπωθεῖσα ὡς διετυπώθη, ἀποτελεῖ ἄρνησιν αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ ὁποίου πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, πρωτίστως δὲ καὶ ἀμέσως πηγάζει ἐκ τοῦ ἔθνους ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Τὸ δὲ ἔθνος, παρέχον διὰ τῆς ψήφου αὑτοῦ ἐντολὴν τοῖς ἐκλεγομένοις ἀντιπροσώποις του, παρέχει ταύτην ὑπὸ τὸν ἐξυπακουόμενον ὅρον τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν ἐντολοδόχων, ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει οὗτοι ἔπαυον ἐκπληροῦντες τὴν ἐντολὴν ὑφ’ ὃ πνεῦμα ἐδόθη αὐτοῖς. Αὕτη ἐστὶν ἡ κυρία καὶ θεμελιώδης βάσις τοῦ Συντάγματος. Ταύτης δ’ ἀναιρουμένης, τὸ Σύνταγμα καταρρέει, καὶ οὕτως ἀποδεικνύεται οὐ μόνον καινὴ καὶ παράδοξος ἡ θεωρία τοῦ ἐκ Σύρου συναδέλφου, ἀλλὰ καὶ θεμελιωδῶς ἀντισυνταγματική. Ἐπίσης ἀντισυνταγματικὴν ἐξήνεγκε θεωρίαν, κακίσας τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἐδημιούργησε καινὴν θεωρίαν, τὴν θεωρίαν τῆς μὴ ἀπαρτίας, δεχόμενος ὅτι ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἰς τὴν Βουλὴν νὰ νομοθετῇ καὶ νὰ παρέχῃ νόμιμον κῦρος εἰς Κυβέρνησιν τῆς χώρας, μὴ οὖσα ἐν ἀπαρτίᾳ, λησμονῶν τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὑτῆς. Ἑπομένως, ἀξιῶν ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ μὴ ὑποβάλληται ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας ἐν ᾧ χρόνῳ ἡ Βουλὴ προφανῶς διατελεῖ ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ, ἀξιοῖ νὰ μὴ ἐπιτελῶμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, καὶ νὰ συναινῶμεν εἰς τὴν παραβίασιν τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, συντελοῦντες οὕτω καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν κατάλυσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὔτε συναινοῦμεν, οὔτε θέλομέν ποτε συναινέσει εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, καίτοι γνωρίζων, ὅτι αἰτία παραγωγὸς τῶν συζητουμένων ζητημάτων εἶναι τὰ αἱμοσταγῆ γεγονότα τῆς ὁδοῦ Κοραῆ, ἐν τούτοις ἐπιμελῶς ἀπέφυγε νὰ ἐρευνήσῃ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, ἀρκεσθεὶς νὰ δείκνυται, ὅτι πιστεύει καὶ αὐτὸς, ὅτι ἀπετέλουν ἐκδήλωσιν ἔντονον προσβληθείσης θρησκευτικῆς πεποιθήσεως καὶ οὐδὲν πλέον. Τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ὑπῆρξαν ἀποτέλεσμα τῆς ἀπογοητεύσεως διὰ τὴν κακὴν διοίκησιν τῆς χώρας καὶ διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς τότε Κυβερνήσεως, περιαγαγούσης διὰ τῆς ἀνικανότητός της εἰς κίνδυνον καὶ αὐτὴν τὴν ἱερὰν θρησκείαν ἡμῶν, ἣν δικαίως θεωροῦμεν ὡς τὸ παλλάδιον τῆς ἐθνικῆς σωτηρίας. Οὕτω τὰ τραγικὰ ἐκεῖνα γεγονότα ἀπετέλεσαν ἀναμφισβήτητον ἐκδήλωσιν ἀποδοκιμασίας τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, οὐ μόνον διότι οὐδὲν ἐξ ὅσων αὕτη ἐπηγγέλθη ἔπραξε κατὰ τὴν τριετίαν, ἀλλὰ καὶ διότι πολλὰ κακὰ ἐπήνεγκεν εἰς τὴν χώραν διὰ τῆς ἀνεπαρκείας της. Ἐδυσφόρησεν ὁ λαὸς τὰ μέγιστα, βλέπων ὅτι, καίτοι τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἐψήφιζε νομοθετήματα, τῶν ὁποίων ἡ χρησιμότης δεδηλωμένως ὑπὸ τῆς χώρας εἶχεν ὑποδειχθῆ, ἀλλὰ καὶ παρ’ αὐτῆς τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀνεγνωρίζετο, ἐν τούτοις αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἐπιμελῶς ἀπέφυγε τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων τὴν ἐφαρμογήν. Ὁ λαὸς εἶχε περιστῇ καὶ διατελεῖ ἔτι εἰς ἀπόγνωσιν, βλέπων ὅτι οὐδεμία μεταβολὴ ἐπῆλθε τοῦ οἰκτροῦ συστήματος τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, οὔτε τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους οἰκονομικῶς διοικεῖται, οὔτε τοῦ ὀλεθρίου πνεύματος, ὑφ’ ὃ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη. Βλέπων ὁ λαός, ὅτι ἀγόμεθα εἰς οἰκονομικὸν ὄλεθρον, βλέπων ὅτι διὰ τῶν ἐκβιαστικῶν μέτρων ὅλον σχεδὸν τὸ χρῆμα, ἀποστραγγιζόμενον ἐκ τῶν ἐργαζομένων καὶ παραγωγικῶν τάξεων τῆς χώρας, μετεφέρετο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα ἐκεῖθεν διανέμηται διὰ ποικίλων ἐννόμων τρόπων τοῖς εὐνοουμένοις τῆς τότε Κυβερνήσεως, βλέπων δικαιοσύνην ἀπονεμομένην κατὰ τρόπον θέτοντα εἰς ἀμφιβολίαν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τῆς ζωῆς καὶ τῆς τιμῆς, βλέπων τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ τεταγμένα πρὸς ἀσφάλειαν αὐτοῦ καὶ τῆς περιουσίας του καὶ τῆς τιμῆς του, αὐτὰ ταῦτα νὰ διαπράττωσι πολὺ χείρονα τῶν κακοποιῶν στοιχείων, καθ’ ὧν ἐτάχθησαν, αὐτὰ ταῦτα τοὺς νόμους περιφρονοῦντα καὶ πανταχοῦ τὴν διαφθορὰν εἰσάγοντα, βλέπων ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀντὶ νὰ καταστέλλῃ τὰς παρεκτροπὰς ἐκείνας, —τί λέγω;—τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖνα, τοὐναντίον ἐκάλυπτεν αὐτὰ, εἴτε ἐξ ἀνεπαρκείας ἢ ἀνικανότητος, εἴτε ἐνδίδουσα εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς συναλλαγῆς, καὶ εὑρὼν τὴν ἀφορμὴν τῆς τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἱεροσύλου διαστροφῆς, ἐξηγέρθη. Καὶ ἐξηγέρθη, ἀποδοκιμάσας τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ὑπὲρ πάντα δ’ ἄλλον γνωρίζει ὁ κύριος τέως Πρωθυπουργός, κατὰ τίνα τρόπον ἐξεδηλώθη ἡ ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ λαοῦ ἐμφωλεύουσα ἀγανάκτησις, κατὰ τίνα δὲ τρόπον διετυπώθη ἡ ἀποδοκιμασία τῆς οἰκτρᾶς πολιτικῆς του. Ἂς ἀναμνησθῇ τῆς κραυγῆς τοῦ λαοῦ ἐν τῇ ὁδῷ Πανεπιστημίου κατὰ τὴν αἱματοκυλισθεῖσαν ἡμέραν τῆς 8ης Νοεμβρίου, καὶ τότε ἂς εἴπῃ, ἂν ἡ κραυγὴ ἐκείνη τοῦ λαοῦ, ἡ πλήρης ὀδύνης καὶ ἀγανακτήσεως, δὲν ἦτο κραυγὴ ἀποδοκιμασίας κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς πλειονοψηφίας, ἣν ἐξεπροσώπει ὡς Πρωθυπουργός, καὶ ἣν ἐκπροσωπεῖ ἔτι ὡς ἀρχηγὸς αὐτῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον φρονοῦμεν, ἑρμηνεύοντες τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἐκείνην θέλησιν τοῦ ἔθνους, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ἔχει πλέον τὸ κῦρος, ἵνα ψηφίζῃ νόμους, δὲν ἔχει τὸ κῦρος, ἵνα δίδῃ Κυβέρνησιν εἰς τὴν χώραν. Ὅτι δὲ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια τῆς ἐκδηλωθείσης θελήσεως τῆς χώρας, οὐδ’ αὐτὸς ὁ τέως Πρωθυπουργὸς τὸ ἠμφισβήτησε τότε, οὐδὲ τὸ Στέμμα ἡρμήνευσεν ἄλλως αὐτήν. Δὲν ἐξετάζω τί λέγει ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς καὶ τέως Πρωθυπουργός, διότι οἱ λόγοι δὲν δύνανται ν’ ἀποτελῶσι κρείττονα ἀπόδειξιν τῶν πράξεων. Ὑποβαλόντος τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Στέμμα, τούτου δ’ ἀποδεχθέντος αὐτὴν, ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ νόμιμον, τὸ συνταγματικὸν, τῆς ὀρθῆς ἀντιλήψεως τοῦ πνεύματος τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ λαοῦ. Οὕτω καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε καὶ τὸ Στέμμα ἀνεγνώρισαν, ὅτι ἡ ἐκδηλωθεῖσα θέλησις τοῦ λαοῦ ἀπετέλει ἀποδοκιμασίαν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀπετέλει ἀποδοκιμασίαν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀπετέλει καὶ ἀποτελεῖ ἀνάκλησιν τῆς ἐντολῆς πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἀνακαλουμένης δὲ τῆς ἐντολῆς τῆς πλειονοψηφίας, ἀναγκαίως θεωρεῖται ἀνακεκλημένη ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ταύτην ἐντολὴ, διότι ἡ πλειονοψηφία ἐστί, κυρίως εἰπεῖν, ἡ Βουλή. Πῶς δύναται λοιπὸν πλειονοψηφία, τῆς ὁποίας ἡ ἐντολὴ ἀνεκλήθη, τῆς ὁποίας τὸ κῦρος ἤρθη, νὰ παρουσιάζηται σήμερον, συντεταγμένη ὡς ἦτο, ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀρχηγὸν, ἐμπνεομένη ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ὀλεθρίου πολιτικοῦ πνεύματος, πανηγυρικῶς καταδικασθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐξεγερθέντος κατ’ αὐτῆς λαοῦ, νὰ ἔρχηται σήμερον καὶ νὰ λέγῃ: «χορηγῶ εἰς τὴν χώραν Κυβέρνησιν, ἀποτελουμένην ἀπὸ ἄλλα μὲν πρόσωπα, ἐντεταλμένην ὅμως νὰ συνεχίσῃ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν πολιτικὴν τὴν καταδικασθεῖσαν διὰ τοῦ αἵματος τοσούτων ἐντίμων πολιτῶν, τοσούτων ἀθώων ὑπάρξεων»; Πόθεν ἠρύσθητε τὸ νέον τοῦτο δικαίωμα, νὰ ἀναθέτητε εἰς ἄλλους τὴν διαχείρισιν πολιτικῆς τοσούτῳ πανηγυρικῶς, τοσούτῳ τραγικῶς καταδικασθείσης; Δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι καὶ διὰ τῆς ψήφου του ἔτι ὁ λαὸς θέλει κυρώσει τὴν ἐξενεχθεῖσαν καταδικαστικὴν ἀπόφασίν του κατὰ τῆς ἐθνοβλαβοῦς πολιτικῆς σας, καὶ θέλετε τότε πεισθῆ, ὅτι τὰ τραγικὰ γεγονότα τῆς ὁδοῦ Κοραῆ δὲν ὑπῆρξαν ἐκδηλωτικὰ μόνον τῆς προσβληθείσης θρησκευτικῆς πεποιθήσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἀποδοκιμαστικὰ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ τέως Κυβέρνησις ἐφήρμοσε, περιαγαγοῦσα τὴν χώραν εἰς κατάστασιν ὄντως ὀδυνηρὰν, ὑφ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν τὴν ἐξετάσητε ἔποψιν. Γεννᾶται ἤδη τὸ ζήτημα: ἐπετρέπετο εἰς οἱανδήποτε καθεστηκυῖαν ἀρχὴν νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν ταύτην νὰ στηρίξῃ ἐπὶ τῆς Βουλῆς τῆς καταδικασθείσης; Βεβαίως ὁ Βασιλεὺς ἔχει, κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς· ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς, ἐνασκῶν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, διότι διορισμὸς Ὑπουργῶν, μὴ ἐκπροσωπούντων τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ἀποτελεῖ πρᾶξιν, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ οὔτε οὐσιαστικῶς, οὔτε καὶ τυπικῶς σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα. Καὶ τότε ἡ τοιαύτη τοῦ Βασιλέως θέλησις, οὑτωσὶ ἐκδηλουμένη, παρέχει ἀφορμὴν νὰ πιστεύηται, ὅτι Συνταγματικὸς Βασιλεὺς ἐκδηλοῖ προτιμήσεις καὶ συμπαθείας πρὸς πολιτικὰ κόμματα, καὶ ἀναγκαίως ἀντιπαθείας πρὸς ἄλλα. Ἀλλ’ οἱ σύμβουλοι αὐτοῦ ὤφειλον νὰ τὸν ἀποτρέψωσιν ἀπὸ τῆς λίαν ἐπικινδύνου ταύτης ὁδοῦ, διότι ἡ ὁδὸς αὕτη ἄγει εὐθέως πρὸς μέγιστα δεινὰ διά τε τὴν χώραν καὶ τὴν Δυναστείαν. Εἰς χρόνους, καθ’ οὓς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἦν ἄγνωστον, προτιμήσεις καὶ συμπάθειαι μοναρχῶν, καὶ δὴ ἀπολυταρχικῶν, ἐπήνεγκον δεινὰ διὰ τὴν χώραν καὶ κινδύνους διὰ τὸν Θρόνον. Ὅτε ὁ Ἰουστινιανὸς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐξεδήλωσε τὴν προτίμησίν του ὑπὲρ τῶν Κυανῶν (Βενέτων), καὶ ἑπομένως τὴν ἀντιπάθειάν του διὰ τοὺς Πρασίνους, παρήχθη ἡ φοβερὰ ἐκείνη στάσις τοῦ Νίκα, ἐξ ἧς ἡ Κωνσταντινούπολις ὑπέστη μεγάλας καταστροφὰς, ὁ δὲ Ἰουστινιανὸς μετὰ τῆς αὐτοκρατείρας Θεοδώρας διέτρεξαν τὸν ἔσχατον κίνδυνον, διασωθέντες ὡς ἐκ θαύματος διὰ τῆς στρατηγικῆς μεγαλοφυΐας τοῦ Βελισαρίου. Ἑρρῖκος ὁ Ϛʹ τῆς Ἀγγλίας, ἐκδηλώσας τὴν προτίμησίν του ὑπὲρ τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐξεπροσώπει ὁ δοὺξ τοῦ Σομμερσὲ, προεκάλεσε τὸν δεινὸν ἐμφύλιον σπαραγμὸν, τὸν γνωστὸν ἐν τῇ Ἱστορίᾳ ὑπὸ τὸ ὄνομα τῶν δύο ῥόδων, καθ’ ὃν ἐφονεύθη ὁ εὐνοούμενος τοῦ Βασιλέως δοὺξ τοῦ Σομμερσὲ, καὶ ὁ Ἑρρῖκος Ϛʹ ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ πάντας τοὺς ὅρους, τοὺς προταθέντας ὑπὸ τοῦ δουκὸς τῆς Ὑόρκης, ἀφοῦ ὑπέστη τελείαν ταπείνωσιν, καὶ ἡ χώρα μέγιστα δεινά. Δυστυχία εἰς τὰς χώρας, εἰς τὰς ὁποίας τὰ διδάγματα τῆς Ἱστορίας περιφρονοῦνται ὑπὸ τῶν κυβερνώντων αὐτάς! Ἐν νεωτέροις χρόνοις ὁμοίας φύσεως περιστατικὰ ἐπήνεγκον τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Κάρολος ὁ Ιʹ τῆς Γαλλίας, τὸν ὁποῖον ὑπέμνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς, ἐκδηλώσας τὰς συμπαθείας του ὑπὲρ τοῦ Πολινιὰκ, καὶ τούτου τὰς γνώμας ἀκούων, ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸν Θρόνον καὶ ν’ ἀπέλθῃ δίκην δραπέτου ἐκ τῆς Γαλλίας. Οἱ συμβουλεύοντες τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, οἱ καὶ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων αὐτοῦ ὑπέχοντες, ἀνίκανοι δ’ ὅλως τὰς συνεπείας τῶν ἀσυνέτων πράξεων, ἃς συμβουλεύουσι, νὰ προλάβωσι καὶ ματαιώσωσιν, ὀφείλουσι πολὺ νὰ προσέχωσι τὸν νοῦν, δίδοντες γνώμας καὶ συμβουλὰς, καὶ ἰδίᾳ ν’ ἀποφεύγωσι, τὴν ἐκ συμπαθείας ἠθικὴν ἐπίδρασίν των ἐπὶ τῶν γνωμῶν τοῦ Στέμματος νὰ διευθύνωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἐπὶ βλάβῃ τῆς χώρας καὶ τῆς Δυναστείας. Ἔχουσι δὲ τὸ καθῆκον ν’ ἀποτρέπωσι τὸ Στέμμα ἀπὸ συνταγματικὰς ἐκτροχιάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προκαλέσωσιν ὀλεθρίας συνεπείας καὶ διὰ τὴν χώραν καὶ διὰ τὸ Στέμμα. Οὐδεὶς ἔχει ῥητὰς καὶ σαφεῖς ἀποδείξεις περὶ τοῦ τίς συνεβούλευσε τὸ Στέμμα νὰ μὴ χορηγήσῃ εἰς τὴν σχηματισθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ Κυβέρνησιν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, Βουλῆς καταδικασθείσης ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ ἀπολεσάσης τὸ κῦρος αὑτῆς, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι ὁ δοὺς τὴν τοιαύτην συμβουλὴν εἶναι ὁ τέως Πρωθυπουργός. Καὶ οὕτω δὲν ἠρκέσθη ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἰς τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν εἰς τὴν χώραν διὰ τῆς ἀβούλου πολιτικῆς του, διὰ τῆς ἀνεπαρκείας του, διὰ τῆς ἀνοχῆς του εἰς τὴν τῶν νόμων καθαίρεσιν, τὴν ἀπὸ τριετίας καθ’ ἑκάστην γιγνομένην ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῶν διαφόρων τοῦ Κράτους ὑπηρεσιῶν, ὡς ἀπεδείξαμεν διὰ τῆς ἀνακοινώσεως εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένων περιστατικῶν, καὶ διὰ τὸ μὴ ἔχειν τὴν χεῖρα στιβαρὰν τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἀναγκασθεὶς νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, διὰ τῶν συμβουλῶν του πρὸς νέα δεινὰ ἐξωθεῖ ταύτην. Ἔλαβεν ὁ τέως Πρωθυπουργὸς θέσιν καὶ στάσιν Πολινιὰκ, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, μήπως καὶ αἱ συμβουλαὶ τούτου φέρωσι τὰς αὐτὰς συνεπείας, ἃς ἔφεραν καὶ αἱ συμβουλαὶ τοῦ Πολινιὰκ εἰς τὸν Κάρολον Ιʹ. Οὐδεὶς, κύριοι Βουλευταὶ, δύναται νὰ κακίσῃ μετὰ λόγου τοὺς ἀναδεχθέντας τὴν ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως, ἵνα σχηματίσωσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι αὐτὸ ἀφεώρα αὐτοὺς, ἀφεώρα τὴν κρίσιν αὐτῶν, καὶ ἐὰν κακῶς ἔκριναν τὰς περιστάσεις, θέλουσιν ὑποστῆ τὰς συνεπείας, ἐὰν καλῶς ἔκριναν αὐτὰς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι προσέφεραν ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ βάθει τῆς συνειδήσεώς του νὰ μὴ κρίνῃ, ὅτι κακῶς ἔκριναν τὰς περιστάσεις, δεχθέντες νὰ ὑποστηριχθῶσι παρὰ πλειονοψηφίας τεταγμένης ὑπὸ ἴδιον ἀρχηγὸν, πλειονοψηφίας τοσούτῳ πανηγυρικῶς ἀποδοκιμασθείσης, τελείως καταδικασθείσης ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, καὶ ἰδίᾳ, ὅτι κακῶς ἔκριναν τὰς περιστάσεις, δεχθέντες πρωτίστως νὰ συνεχίσωσι πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν οὐ μόνον ὁ ἐξεγερθεὶς λαὸς ἀπεδοκίμασε, καὶ χάριν τῆς μεταβολῆς τῆς ὁποίας καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κοραῆ καὶ τῆς ὁδοῦ Πανεπιστημίου ἔρρευσεν, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν καὶ οἱ συνεχίσαντες τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀναλαβόντες νὰ συνεχίσωσι τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ἀπεδοκίμασαν καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν καὶ διὰ τῶν λόγων τῶν καὶ διὰ τῆς ψήφου των. Ἐὰν εἶχον ἰδίαν πολιτικήν, ἐὰν ἐχάραττον ἰδίας πολιτικῆς ὁδὸν, καὶ κατώρθουν ν’ ἀγάγωσιν αὐτὴν εἰς πέρας, εὖγε! θὰ ἔλεγον αὐτοῖς. Ἀλλὰ δεχθέντες νὰ βαδίσωσιν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἣν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προεχάραξεν, ἔπραξαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι συνταγματικὴ, ἔπραξαν πρᾶξιν ἀναιροῦσαν ἄρδην τὴν τριετῆ ἐν τῇ Βουλῇ πολιτείαν αὐτῶν. Ἰδοὺ τὸ ἔκτροπον τῆς παρούσης κοινοβουλευτικῆς καταστάσεως. Καὶ τὸ ἔκτροπον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μεγάλους κινδύνους διὰ τὸ ἔθνος, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔκρινε καθῆκον εὐθὺς ἀμέσως νὰ καταγγείλῃ, καὶ ὑποδείξῃ καὶ τῇ Κυβερνήσει καὶ ἐκείνοις, οἵτινες διευθύνουσι τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν βαρεῖαν εὐθύνην, ἣν ἀναλαμβάνουσι, θέλοντες νὰ συνεχίσωσι πολιτικὴν, ἣν τοσούτῳ τραγικῶς ἀπεδοκίμασεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Εὔχομαι δὲ, ἵνα μὴ ἡ ἀσύνετος αὕτη τῆς Κυβερνήσεως πρᾶξις προκαλέσῃ περιστάσεις δεινοτέρας ἐκείνων καὶ μὴ ἐπέλθῃ ἀποδοκιμασία δευτέρα ὑπὸ περιστάσεις τραγικωτέρας ἀκόμη. Ἐὰν ὄντως ἡ πλειονοψηφία ἦναι πεπεισμένη, ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι τὸ κῦρος αὐτῆς παρὰ τῷ λαῷ ὑφίσταται, ὡς ὅτε ἐξελέγη, διατὶ ἀποστέργει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Διατὶ δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ κύρους αὐτῆς; Ἡ Βουλὴ αὕτη ἐντὸς ὀλίγου φθάνει εἰς τὸ κατὰ νόμον τέρμα αὐτῆς. Διατὶ μετὰ πείσματος ἀγωνίζεσθε εἰς τὴν συγκράτησιν τῆς φθινούσης ζωῆς της; Κύριοι Βουλευταὶ, κατερχόμενος τοῦ βήματος, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ὅτι πολιτευόμενος τῆς θέσεως καὶ τῆς περιωπῆς τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐμελέτησε καὶ δὲν ἀντελήφθη καλῶς οὔτε τῆς χώρας τὴν κατάστασιν, οὔτε τοῦ ἔθνους τὴν συνείδησιν, ὅτι, ἀφοῦ διὰ τῆς τριετοῦς αὐτοῦ πολιτείας δὲν ἀπέδειξε τὴν ἀναγκαίαν τῆς χειρὸς στιβαρότητα πρὸς τὸ διοικεῖν τὴν χώραν, ἀφοῦ ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας του πολλὴν ἐπέφερε βλάβην εἰς τὰ θετικὰ συμφέροντα τῆς χώρας, δὲν ἔρχεται τοὐλάχιστον νὰ ὁμολογήσῃ τὸ πεπλανημένον τῆς πολιτικῆς του, ἀλλὰ πεισματωδῶς ταύτην μεταβιβάζει εἰς τὴν νῦν Κυβέρνησιν, εἰς ἥν, ὡς ἐδήλωσε κατὰ τὴν συνέλευσιν τῶν φίλων του ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, ἔδωκεν ἐντολὴν, οὐδὲ κατὰ κεραίαν νὰ ἐκκλίνῃ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θὰ ἐπικροτήσω τὴν Κυβέρνησιν τὴν νῦν, ἐὰν ἴδω αὐτὴν ἐγκαταλείπουσαν τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης πλειονοψηφίας, καὶ χαράττουσαν ἄλλην πορείαν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐξακολουθεῖ βαδίζουσα τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς πονῶν τὴν χώραν ταύτην ὀφείλει νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§120ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ἀληθῶς ἀξιοθαύμαστον τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον ὡδήγησε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν μέχρι τῆς Βουλῆς. Ἐκ ποίου ὑφάσματος ἐπλάσθη ὁ ὑπουργικὸς χιτὼν, τὸν ὁποῖον περιεβλήθησαν οἱ νέοι Ὑπουργοὶ, ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς τὴν μεγαλοπρεπῆ αἴθουσαν τῆς Πολιτείας, εἶναι γνωστὸν, καὶ θὰ ἠδίκουν, Κύριοι, ἐμαυτὸν, θὰ ἠδίκουν καὶ τὴν νοημοσύνην ὑμῶν, ἐὰν ἐπειρώμην νὰ τὸ καταδείξω ἐκ τῆς θέσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἂν ἦναι γνωστὴ ἡ προέλευσίς των, δὲν εἶναι ὅμως γνωστὰ τὰ μέσα καὶ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνῆλθεν αὖθις ἐντὸς τριετίας εἰς τὴν ἀρχὴν, ἵνα συνεχίσῃ τὴν ἐκπεσοῦσαν καὶ καταδικασθεῖσαν πολιτικὴν ὑπὸ τὴν μᾶλλον πανηγυρικὴν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Τὰ μέσα ταῦτα καὶ οἱ ὅροι οὗτοι δὲν πρέπει νὰ μένωσι, Κύριοι, ἄγνωστα· ἡ ἄγνοια ἄγει πρὸς τὴν πλάνην, καὶ ἡ πλάνη εἶναι ὁ μεγαλείτερος ἐχθρὸς τῆς προόδου. Ἔχομεν δὲ καθῆκον νὰ καταδείξωμεν τὴν ἀληθῆ φύσιν τῶν κυβερνητῶν, οἱ ὁποῖοι παρενετέθησαν εἰς τὸ παρελθὸν, παρεντίθενται δὲ καὶ ἤδη ἐμπόδιον εἰς τὴν φυσιολογικὴν ἐξέλιξιν τῆς πολιτικῆς κινήσεως τῆς χώρας, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην Κυβερνήσεως εἰλημμένης ἐκ τῶν σπλάγχνων αὐτῆς. Δὲν θὰ ἐπιμείνω ἐγώ, Κύριοι, εἰς μακρὰς θεωρίας, ἐξετάζων, ἂν τὸ λαμβάνειν τὰς Κυβερνήσεις ἐκ τῆς τάξεως τῶν πολιτευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντιπροσωπεύουν τίποτε, οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε πέραν αὐτῆς, ἀλλὰ μόνον διότι συμπεθερεύουσι πρὸς τοὺς ἐκπεπτωκότας, τῶν ὁποίων προτίθενται νὰ συνεχίσωσι τὴν ἐν πᾶσι κακοδιοίκησιν καὶ νὰ ἐφαρμόσωσι τὰς ὀλεθρίας ἀρχὰς, ὡς πιστοὶ δοῦλοι... (θόρυβος).
§121Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν. (Ἀντεγκλήσεις).
§122ΧΟΙΔΑΣ. Εἶπον, ὅτι ἤλθατε νὰ συνεχίσητε τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων σας.
§123ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν «ὡς πιστοὶ δοῦλοι». Δὲν ἁρμόζει εἰς ὑμᾶς νὰ μεταχειρίζησθε τοιαύτην φράσιν.
§124ΧΟΙΔΑΣ. Πρὸ πάντων δὲν θὰ μὲ διδάξητε ὑμεῖς, τί ἁρμόζει.
§125ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὴν παρατήρησιν σᾶς κάμνω.
§126ΧΟΙΔΑΣ. Καμμίαν παρατήρησιν δὲν δέχομαι.
§127Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι πάντες, ἐὰν ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§128ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν θὰ ἐξετάσω, εἶπον, ἐὰν τοῦτο εἶναι πρᾶξις συνταγματικὴ, ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας πρέπει νὰ φιλοδοξῶσιν οἱ ταχθέντες νὰ φρουρήσωσι τὴν πιστὴν καὶ αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ Καταστατικοῦ ἡμῶν νόμου, ἢ ἀντίκειται ἄντικρυς πρὸς τὰ διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἐνδελεχοῦς καὶ μακρᾶς κοινοβουλευτικῆς συνηθείας καθιερωθέντα καὶ ἀποτελεῖ αὐτόχρημα ἐγχείρημα κατὰ τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ θὰ διατυπώσω ἣν ἔχω γνώμην διὰ γενικῶν γραμμῶν. Μόνον ἀπὸ τῶν πηγῶν τῶν πραγμάτων θ’ ἀνασύρω τὰ συμπεράσματά μου, ἵνα καταδείξω ὑμῖν τὴν κατάστασιν, ἥτις ἐδημιουργήθη εἰς βάρος ἑνὸς λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ θέλησις περιεφρονήθη καὶ περιφρονεῖται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν διαφέρει πολὺ τῆς αὐταρχίας, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν ἐφαντάσθησαν οἱ σκεφθέντες, ἀντὶ τοσούτων ἀγώνων καὶ θυσιῶν, νὰ δώσωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ πολίτευμα, ὅπερ μᾶς διέπει. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ μὴ διαλαλῆται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ἀλήθεια, ὅταν ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους ἐπιτάσσωσι τοῦτο. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ σιωπὴ εἰς τινας περιστάσεις εἶναι χρυσός· ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ σιωπή, μὲ ὅλην τὴν χρυσοφόρον αὐτῆς λάμψιν, ἄγει εἰς τὴν ἀπώλειαν. Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀναστείλωμεν, ἐφ’ ὅσον ἠμποροῦμεν, τὴν τάσιν ταύτην πρὸς τὴν ἀπώλειαν, ἄλλως συνυπέχομεν ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῖς κακοῖς, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν. Εἶναι περίεργος ἡ ἀξίωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἀντισυνταγματικῶς ἐλθοῦσα καὶ ἀντισυνταγματικῶς ὑπάρξασα μέχρι σήμερον, δύναται νὰ παρατείνῃ τὸν ἀντισυνταγματικὸν βίον της, συνθηκολογοῦσα πρὸς τοὺς ἐκπεπτωκότας. Δὲν ἐξετάζω, ἐὰν οἱ φίλοι τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προτίθενται ἀληθῶς νὰ περιβάλωσι διὰ τῆς φιλοστοργίας αὐτῶν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπὶ τίσιν ὅροις θὰ πράξωσι τοῦτο: Ὀφείλω ὅμως νὰ διακηρύξω ἐντεῦθεν, ὅτι πλειονοψηφία πεσοῦσα καὶ καταδικασθεῖσα ὑπὸ τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀναθέματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ... (θόρυβος).
§129Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰπέτε, ὑπὸ τὰς εὐχὰς καὶ τὰς εὐλογίας.
§130Α. ΧΟΙΔΑΣ. ... εἰς στιγμὴν δεινῆς ἐξεγέρσεως, δὲν δύναται πλέον νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν εἰς τὴν χώραν. Ἄλλως, Κύριοι, φερόμεθα ἀκατάσχετοι πρὸς συνταγματικὴν ἐξάρθρωσιν, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ δὲν εἶναι μόνοι ὑπεύθυνοι οἱ ἐννοοῦντες νὰ ζήσωσιν ἐν τῇ Κυβερνήσει διὰ συνεταιρισμοῦ πρὸς πλειονοψηφίαν καταδεδικασμένην ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ ἀπολέσασαν τὸ συνταγματικὸν αὐτῆς κῦρος. Ἴσως νὰ φαίνωνται περίεργα, Κύριοι, ταῦτα εἰς Κυβέρνησιν ἐθισθεῖσαν νὰ μεταπηδᾷ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν διὰ τοῦ παραθύρου, καὶ νὰ σύρῃ ὅπως–ὅπως τὴν ὕπαρξίν της. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἄρῃ τοὺς λόγους τῆς ἐκτροχιάσεως, καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν εὐκοσμίαν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος. Ἠμπορεῖ, Κύριοι, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ καλῆται Κυβέρνησις Ζαΐμη, ἢ ὅπως ἄλλως θέλει, ἠμπορεῖ νὰ εὑρισκώμεθα ἀντιμέτωποι μιᾶς προσωπικῆς μεταβολῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως· οὐδεὶς ὅμως ἐκ τῶν εἰδότων τὰ πράγματα ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν μετήλλαξεν εἰς κανὲν σημεῖον, καὶ ὅτι οἱ προχειρισθέντες εἰς Ὑπουργοὺς, καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζομεν πάντες, ἦλθον νὰ συνεχίσωσιν ἐν πᾶσι μετὰ πίστεως τὴν πολιτικὴν καὶ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐκπεπτωκότων, μεθ’ ὧν συνδέονται διὰ τῶν δεσμῶν τῆς αὐτῆς καταγωγῆς, καὶ μετὰ τῶν ὁποίων συνειργάσθησαν πάντοτε ἐν κρυπτῷ, διατρανοῦντες τὴν ἀλληλεγγύην εἰς τὰς περιστάσεις τῶν κρίσεων καὶ τῶν κινδύνων. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ παρέτεινε τὸν βίον αὐτῆς μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν δεινὴ λαϊκὴ λαῖλαψ τὴν ἐσάρωσε, δὲν ὀφείλεται τοῦτο μόνον εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις ἀναφανδὸν καὶ μετὰ θάρρους παρεῖχεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἀλλ’ ὀφείλεται ἐξ ἴσου καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες, καίτοι κατὰ τὸ φαινόμενον καθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρέσχον ὅμως τὴν μυστικὴν ὑποστήριξίν των εἰς αὐτὴν, λαμβάνοντες τὰς ἐπιταγὰς ἐκεῖθεν, ἀφ’ ὅπου ἤδη ἔλαβε ταύτας καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας.
§131Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι νομιμόφρονες.
§132Α. ΧΟΙΔΑΣ. Μάλιστα· νομοταγεῖς... Καὶ διὰ τῆς μυστικῆς ὑποστηρίξεως τῆς εὐαριθμοτάτης ὁμάδος, ἡ ὁποία κατέχει σήμερον τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, κατώρθωσεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις νὰ παρατείνῃ τὸν βίον αὑτῆς μέχρις ἐσχάτων, ἵνα κατεργασθῇ ἐν ἀνέσει ὅλα, ὅσα κατειργάσθη ἐν τῇ διοικήσει.
§133Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας.
§134Α. ΧΟΙΔΑΣ. Ὑποθέτω, ἀφοῦ δὲν ἀντιπροσωπεύω τὴν ἰδικήν σας αὐτὴν τὴν στιγμήν. Τὰ ὁποῖα ἐκορύφωσαν τὴν ἀγανάκτησιν καὶ δυσφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε εἰς τὴν πρώτην παρουσιασθεῖσαν περίστασιν νὰ ἐξεγερθῇ σύσσωμος καὶ νὰ ἐκδιώξῃ ἐκ τοῦ ἱεροῦ τεμένους τῆς Πολιτείας τοὺς μιάναντας καὶ καταρρυπάναντας αὐτὸ διὰ πολιτείας αὐτόχρημα ἐχθρᾶς πρὸς τὸν λαὸν, ὠφελίμου δὲ μόνον εἰς τὸ κόμμα καὶ τοὺς φίλους αὐτῶν. Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν ἤρθη, ἀφ’ ἧς τὸ περίφημον πρόγραμμα, μὲ τὸ ὁποῖον ὑπεξῄρεσαν τὴν ψῆφον αὐτοῦ κατὰ τὰς παρελθούσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς, εἰς στιγμὴν σπανίας ψυχικῆς ἐκστάσεως, μετεβλήθη ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως εἰς ῥάκος κατ’ αὐτὸ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς διοικήσεώς της, καὶ ἀντὶ χρηστῆς καὶ δικαίας διοικήσεως ἐγκατέστησεν αὕτη ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν τὴν κακοδιοίκησιν εἰς ὅλα τὰ σημεῖα αὐτῆς, ὑπὸ τὴν ἀγριωτέραν μορφὴν, ἀντὶ δὲ οἰκονομιῶν καὶ φειδοῦς, ὡς ὑπεσχέθη, καὶ περισυλλογῆς, κατεσπατάλησε μετὰ καταπληττούσης τόλμης τὸ ἱερὸν χρῆμα τοῦ πενομένου λαοῦ εἰς ἔργα πολυτελῆ καὶ περιττὰ, ἵνα εὐχαριστήσῃ τοὺς φίλους πρὸς συγκράτησιν τῆς σαλευομένης πλειονοψηφίας. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμνηστεύσῃ ὁ λαὸς Κυβέρνησιν, ἥτις, ἀνελθοῦσα ἐπὶ τὴν ἀρχὴν μὲ ἓν πρόγραμμα βαυκαλιστικῶν, ἀλλ’ ἀπατηλῶν μεταρρυθμίσεων, οὐδεμίαν ἐξ αὐτῶν ἐπραγματοποίησεν, ἀλλ’ ἔπραξεν ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα, οἷά εἰσιν ἡ διοικητικὴ διαίρεσις, ἡ αὔξησις τῶν Πρωτοδικείων, ἡ αὔξησις τῶν φόρων εἰς βαθμόν, ὁ ὁποῖος δικαίως ἔχει ἐξαγριώσει τὸν λαόν.
§135Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ηὔξησαν οἱ φόροι.
§136Α. ΧΟΙΔΑΣ. Πόθεν τὰ 115 ἑκατομμύρια, καὶ ἡ νομοθέτησις μέτρων αὐτόχρημα καταδυναστευτικῶν πρὸς εἴσπραξιν αὐτῶν; Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ ὁ ἀπατηθεὶς λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅτε εἶδε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς αὐξάνοντας τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ δεκάδας καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, ἵνα κάμωσι παροχὰς εἰς τοὺς φίλους των καὶ πλουσίας δωρεὰς ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ἡ οἰκονομικὴ θύελλα ἐμαίνετο εἰς τὰς τάξεις τῶν πολιτῶν, καὶ ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ τάξις εἶχον ὑποστῆ τὴν τρομακτικωτέραν παραλυσίαν. Καὶ ἔκτοτε τὸ δημόσιον φρόνημα, Κύριοι, ἐξεδηλώθη θαρραλέον καὶ κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον πλαστογραφήσεως. Ἀλλ’ οἱ ἐν τῷ κρυπτῷ φίλοι καὶ ὑποστηρικταὶ δὲν ἐθεώρουν ἀκόμη τότε συμφέρουσαν τὴν ἐποχὴν, ὅπως ἀκολουθήσωσι τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος ἔκτοτε, διότι ὑπελόγιζον εἰς τὴν ἀνταπόδοσιν, εἰς ἣν καὶ ἤδη στηρίζουσι πάσας τὰς ἐλπίδας τῆς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν διατηρήσεώς των. Καὶ ἐνῷ ἀποτελοῦσι τὴν μειονοψηφίαν τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ Βουλὴ σήμερον καὶ πλειονοψηφία δὲν ὑπάρχουσι κατὰ νόμον, μετὰ τὴν λαϊκὴν κατ’ αὐτῆς ἐξέγερσιν, ἐν τούτοις, προσδοκῶντες νὰ παρατείνωσιν ἀκόμη ἀντισυνταγματικῶς τὸν βίον αὐτῶν, ἔμειναν μέχρι σήμερον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀντὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ ζητήσωσι νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὗτινος τὸ φρόνημα καὶ τὴν θέλησιν οὐδαμῶς ἐκπροσωποῦσι σήμερον ἐνταῦθα. Ἐὰν, Κύριοι, ἦσαν ἄλλοι, ἐὰν δὲν κατήγοντο ἐκ τῆς αὐτῆς γαστρὸς πρὸς τοὺς ἐκπεπτωκότας, ἐὰν δὲν συνέδεεν αὐτοὺς τὸ ἁμαρτωλὸν παρελθὸν καὶ τὸ παρόν, δὲν θὰ παρίστατο ὁ κόσμος ἔκθαμβος πρὸ τοῦ θεάματος κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν σημεῖον ἔδειξε μέχρι σήμερον, οὔτε θὰ δείξῃ, τὴν ἰδίαν αὐτῆς ὑπόστασιν... Ποῦ εἶναι τὸ πρόγραμμά σας; ποῦ εἶναι τὰ νέα διοικητικὰ καὶ οἰκονομικὰ μέτρα σας; Ἀντεγράψατε πιστῶς τὸν ἐκτρωματικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος οἰκονομολόγου, μὲ ὅλα αὐτοῦ τὰ ἕλκη, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἔρρηξε κραυγὴν ὀδύνης ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ θέλετε νὰ μᾶς διοικήσητε μὲ αὐτόν! Υἱοθετήσατε ὅλας τὰς πράξεις τῶν προκατόχων σας, καὶ ἐκείνας ἀκόμη, καθ’ ὧν βοᾷ ἐπωδύνως ἡ χώρα, καὶ τὰς ἀνακηρύσσετε ὡς εὖ καὶ καλῶς ἐχούσας. Δὲν ἐτολμήσατε νὰ μεταβάλητε οὔτε ἕνα λίθον τοῦ προσωπικοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον ἀνήγειρεν ἡ δυὰς τῶν πεσόντων, καὶ διοικούμεθα μὲ τὰ ἴδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐκληροδότησαν ἐκεῖνοι, μὲ τὴν αὐστηρὰν διαταγὴν νὰ μὴ θίξητε οὐδέν. Καὶ τοιουτοτρόπως καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν ἡ διοίκησις τῶν ἐκ Κερκύρας καὶ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτῶν ἐξακολουθεῖ δι’ ὑμῶν ἡ αὐτὴ, σπείρουσα τὸν ὄλεθρον καὶ κορυφοῦσα τὴν ἀγανάκτησιν.
§137Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν τὴν ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. Θεοτόκης, καὶ παρακαλῶ νὰ παύσουν αὐτὰ τὰ ἀστεῖα, «ἡ δυὰς» κτλ. Ἕνα ἀρχηγὸν εἶχε καὶ ἔχει τὸ κόμμα ἡμῶν, καὶ αὐτὸν ἀναγνωρίζει.
§138ΧΟΙΔΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ ἐπὶ τούτῳ δήλωσις, προερχομένη παρ’ ὑμῶν, εἶναι σεβαστὴ καὶ τὴν ἀποδέχομαι. Οὕτως ὅμως ἐθεωρεῖτο.
§139Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαμαρτυρία ἔχει καὶ ἐσωτερικὸν λόγον. Δὲν ἀφεώρα εἰς ὑμᾶς.
§140ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὰ οἰκογενειακά των δὲν ἐπεμβαίνομεν.
§141ΧΟΙΔΑΣ. .. Καὶ ὑποκρίνεσθε, μολονότι δὲν πιστεύω νὰ τολμήσητε νὰ τὸ εἴπητε καθαρὰ, ὅτι εἶσθε ἄλλοι, ἐνῷ εἶσθε σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστῶν ἐκείνων! Τολμᾶτε νὰ λέγητε, ὅτι εἶσθε Κυβέρνησις διάφορος πρὸς τὴν ἐκπεπτωκυῖαν, ἐνῷ ἤλθατε διὰ συναλλαγῆς πρὸς ἐκείνην, ἐνῷ ἐκλιπαρεῖτε αὐτὴν, ἀποδεδοκιμασμένην ἤδη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐκδιωχθεῖσαν ἔξω τῆς ἀρχῆς διὰ στάσεως αἱματηρᾶς, εἰς ἣν αὕτη διὰ τῆς πολιτείας της ὤθησε τὸν λαὸν, ἐκλιπαρεῖτε αὐτὴν νὰ σᾶς στηρίξῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν διὰ πλειονοψηφίας ἐρειπιώδους, ἣν ἀπεγύμνωσεν ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος! Τολμᾶτε νὰ λέγητε ἀνερυθριάστως, ὅτι δὲν εἶσθε αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, αὐτὸς ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἐνῷ μᾶς διοικεῖτε μὲ τὸ πρόγραμμα αὐτῶν, καὶ μὲ τὰς ἰδέας αὐτῶν, καὶ μὲ τὰ πρόσωπα αὐτῶν, πιστοὶ ἀντιγραφεῖς τῆς διοικήσεώς των, ἥτις μετέβαλε τὴν Ἑλλάδα εἰς ἐρείπια, καὶ ἐπτώχυνε τὸν λαὸν, καὶ περιήγαγε τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν εἰς κατάστασιν ἀναρχίας, ὑπὸ μίαν φρικαλέα εἰκόνα, οἷαν οὐδέποτε ἄλλοτε παρέστησεν ἡ Ἑλλάς! Δὲν εἶσθε λοιπὸν ἄλλοι, ἀλλ’ εἶσθε προϊὸν ἐκείνης, καὶ προέρχεσθε ἐκ τοῦ αὐτοῦ φυράματος, καὶ ἤλθετε νὰ συνεχίσητε τὴν ἀποδοκιμασθεῖσαν πολιτικήν της, ὡς τὴν συνεχίζετε ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἀφ’ ἧς μετεπηδήσατε εἰς τὴν ἐξουσίαν. Τοιοῦτοι ὅμως ὄντες, δὲν δύνασθε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ μείνητε ἐν τῇ ἀρχῇ, χωρὶς νὰ ἐμφανισθῆτε ἐνώπιον τῶν ἐντολέων σας, διότι σήμερον μόνον οὗτοι ἔχουσι τὸν λόγον, καὶ αὐτοὶ θὰ δώσωσι τὴν μέλλουσαν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Τὸ πλάσμα, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ πλειονοψηφία τοῦ κ. Θεοτόκη συνεκράτει αὐτὸν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, κατεστράφη κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς λαϊκῆς ἐξεγέρσεως, καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ στάσεως ἦρε τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην του, καὶ ἔκτοτε πλειονοψηφία δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ἐξακολουθῆτε ἀμβλυωποῦντες πρὸς τοῦτο, εἶσθε ἄξιοι τοῦ ἐλέους ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγκατέλειψαν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πολιτεύεται μόνον συνταγματικῶς, εἰς τὴν θέλησιν δὲ τοῦ Συντάγματος οὐδεμία ἄλλη θέλησις δύναται ν’ ἀντιταχθῇ. Ἄλλως πράττοντες, εἶσθε ἀντισυνταγματικοὶ κυβερνῆται, εἶσθε παράνομοι καὶ νόθοι, καὶ διαχειρίζεσθε τὴν ἐξουσίαν αὐταρχικῶς, ὡσανεὶ οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα κατελύθησαν. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτω νομίζητε, εἴπετέ το τοὐλάχιστον καθαρὰ, ὅπως τὸ γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως τὸ μάθωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μόνον συνταγματικῶς θέλουσι νὰ κυβερνῶνται. Δὲν πιστεύω, ὅτι εἶσθε ἱκανοὶ νὰ ὑποτιμήσητε τοὺς λόγους τούτους. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι νομοταγὴς καὶ μακρόθυμος· ἀλλὰ δὲν πρέπει αἱ ἀρεταὶ αὗται τοῦ λαοῦ νὰ ὑποτιμῶνται τοσοῦτον, ὥστε νὰ θεωρῆται ἐντελῶς ἀναίσθητος πρὸς ὅλα τὰ περὶ αὐτὸν συμβαίνοντα. Τὸ αἴσθημα τῆς μακροθυμίας, τὸ νομοταγὲς αἴσθημα ἁρμόζει εἰς γενναίους καὶ ὑπερηφάνους λαούς. Ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ τιμῶσι καὶ περιέπωσι τὰ αἰσθήματα ταῦτα, Μὴ μιμηθῆτε καὶ ἐν τούτῳ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ἥτις ἐν τῷ ζητήματι τοῦ Εὐαγγελίου ἐπεδείξατο τὴν μεγαλειτέραν ἀσυνεσίαν, καὶ ἐξώθησε τὸν λαὸν εἰς στάσιν, τὴν ὁποίαν κατόπιν ἔγνω νὰ καταπνίξῃ ἐν τῷ αἵματι. Ἐστὲ νομιμόφρονες, ὅπως εἴμεθα πάντες, καὶ ἀπέλθετε ἐκεῖ, ὁπόθεν ἤλθατε, διότι ἡ διοίκησις τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ μὲ τοὺς νέους φρικώδεις φόρους της, μὲ τὴν ἀγρίαν καταδίωξιν καὶ ἀπογύμνωσιν τῶν πολιτῶν, μὲ τὴν τερατώδη καὶ ὀλεθρίαν στρεμματικὴν φορολογίαν της, μὲ τὰς σπατάλας της, μὲ τὰς δωρεάς της, μὲ τὸν ἐξ 115 ἑκατομμυρίων Προϋπολογισμόν της, μὲ τὴν ἐν πᾶσι πολυτέλειαν, μὲ τὴν καθόλου παραλυσίαν, ἣν ἐδημιούργησεν ἐν τῷ Κράτει, καὶ ἰδίᾳ ἐν τῷ ζητήματι τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας, μὲ τὴν προσωπικὴν συναλλαγὴν, ἡ διοίκησις αὕτη, ἣν ἠσπάσθητε καὶ ἐφαρμόζετε καὶ σεῖς κατὰ πάντα, εἶναι ἀποκεκηρυγμένη ὑπὸ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος.
§143Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως τις τῶν κυρίων Ὑπουργῶν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ;
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Βουλευτά.
§145Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ, κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ τοῦ ἐκ Σύρου ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι συντρέχουσιν οἱ δύο ἀπαραίτητοι ὅροι, ὅπως τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον θεωρῆται κατὰ τύπους καὶ συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικόν. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο. Οὐδὲν τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἢ ἀντικοινοβουλευτικὸν παρουσιάζει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις κατὰ τύπους. Ἀλλὰ περὶ τύπων καὶ θεωριῶν πρόκειται σήμερον; Ἰδοὺ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ συζητήσωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ ἤμεθα εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς μας. Πῶς καὶ πόθεν ἐγεννήθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις; Ἡ ἱστορία εἶναι, ὅσῳ λυπηρὰ, τόσῳ καὶ γνωστή. Μετὰ τὴν πάνδημον λαϊκὴν ἐξέγερσιν τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου, ἡ πρώην ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ παραιτήσῃ τὴν ἀρχὴν, καίτοι εἶχε δεδηλωμένην ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ λαοῦ κατάλυσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὁ Βασιλεὺς ἐκάλεσε τὸν κύριον ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴν καὶ τῷ ἀνέθηκε τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν σήμερον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς μόλις 12 ἢ 13 ψήφους ἠρίθμει ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο ὁ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐνδεδειγμένος νὰ κληθῇ κατὰ προτίμησιν, ὅπως σχηματίσῃ Κυβέρνησιν. Καὶ ὅμως ἐκλήθη καὶ ἐσχημάτισεν Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου τὴν σύστασιν πρὸ μικροῦ μᾶς ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς Ὑπουργοὺς εἶναι ἀπόλυτον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐρευνήσωμεν μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας, ἂν ὑπῆρχον καὶ τίνες ὑπῆρχον λόγοι, ἐπιβάλλοντες εἰς τὸ Στέμμα νὰ καταδηλώσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς πολιτικὸν κόμμα ἀριθμοῦν μόλις 14 ψήφους καὶ ἐμφαντικῶς ἀποδοκιμασθὲν ὑπὸ τοῦ λαοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 7 Φεβρουαρίου 1899. Ἐκ τῶν ὑστέρων βλέπομεν, ὅτι εἶχε προεξασφαλισθῆ καὶ ἡ συνδρομὴ καὶ ὑποστήριξις τῆς ἐκ τοῦ κόμματος τούτου σχηματισθείσης Κυβερνήσεως ὑπὸ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίας, ἥτις ὑπεστήριζε τὴν ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην Κυβέρνησιν, οὕτω δὲ καταλήγομεν εἰς τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅτι ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Στέμματος ἀπέρρευσεν ἡ σύμπραξις τῶν δύο πολιτικῶν κομμάτων, ἤτοι τοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει μικροσκοπικοῦ κόμματος ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην, καὶ τοῦ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως μεγάλου κόμματος ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην. Εὑρισκόμεθα οὕτω πρὸ τοῦ ἀσυνήθους καὶ σχεδὸν πρωτοφανοῦς ἐν τῇ πολιτικῇ φαινομένου, ὅτι ἓν πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, μένει ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑποστηρίζει Ὑπουργεῖον προερχόμενον ἐκ τῆς ἐσχάτης μειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἐρωτῶ: τίνες οἱ σπουδαῖοι καὶ σοβαροὶ λόγοι, οἵτινες ἐπιβάλλουν τὴν παράδοξον ταύτην σύμπραξιν καὶ ἀδελφοποίησιν; Ὑπάρχουν ἀληθῶς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἓν ἢ καὶ περισσότερα πολιτικὰ κόμματα δύνανται νὰ συμπράξουν μετὰ τοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει πολιτικοῦ κόμματος, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αὗται εἶναι σπανιώταται, καὶ συνδέονται πάντοτε μετ’ ἐκτάκτων πολιτικῶν γεγονότων. Τοιαῦται ἦσαν αἱ περιστάσεις, καθ’ ἃς τὸ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος πολιτικὸν κόμμα, ὅπερ διετήρει τὴν ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίαν, ὑπεστήριζε τὸ ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην Ὑπουργεῖον μετὰ τὸν πόλεμον. Τότε οἱ Τοῦρκοι ἦσαν ἀκόμη εἰς τὴν Λαμίαν, καὶ ἐπεβάλλετο εἰς τὸ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὸν κόμμα νὰ μὴ προκαλέσῃ ὑπουργικὴν κρίσιν, ἐν ὅσῳ ὁ ἐχθρὸς ἦτο ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ ὑπὸ παραπλησίας συνθήκας παρατηροῦμεν ἐνίοτε, ὅτι πολιτικά τινα κόμματα συμπράττουν μετὰ τοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει πολιτικοῦ κόμματος χάριν ἐξυπηρετήσεως ὑψηλῆς τινος πολιτικῆς ἀρχῆς. Διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ συμβαίνει πολλάκις νὰ συμπράττουν πολιτικὰ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως κόμματα μετὰ τοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει πρὸς ἀποσόβησιν κινδύνων τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλὰ σεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἴπατέ μοι, ποίαν ὑψηλὴν πολιτικὴν ἀρχὴν θέλετε νὰ ἐξυπηρετήσητε διὰ τῆς συμπράξεως καὶ τῶν ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν σας; Δείξατέ μας, ποῖα εἶναι τὰ ἐν τῇ πολιτικῇ σημεῖα, ἐν οἷς ὑπάρχει κοινότης πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ πολιτικῶν ἀρχῶν μεταξύ σας; Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, ὅτε κατελύθη σχεδὸν δι’ ἐπαναστάσεως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, οὐδὲν κοινὸν ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν συμπραττόντων σήμερον καὶ προσπαθούντων νὰ διατηρήσωσι τὴν ἐξουσίαν δύο πολιτικῶν κομμάτων. Τὸ ἓν μάλιστα τῶν κομμάτων τούτων, τὸ ἐν τῇ Κυβερνήσει, συνέπραττε καὶ συνειργάζετο μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς μετὰ τῶν λοιπῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ἀνατροπὴν τῆς ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην Κυβερνήσεως, ἣν ἐθεώρουν ὡς ὑπεύθυνον διὰ τὰ λυπηρὰ συμβεβηκότα καὶ τὴν αἱματοχυσίαν τῆς 8ης Νοεμβρίου. Τίνες λοιπὸν εἶναι οἱ ὑψηλοὶ καὶ πατριωτικοὶ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν ἤδη τὴν ἀδελφοποίησιν αὐτῶν τῶν δύο κομμάτων; Ἐκ τίνος πολιτικῆς ἀρχῆς ὁρμώμενοι ἔδωκαν πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας οἱ ἀποτελοῦντες τὰ κόμματα ταῦτα πολιτικοὶ ἄνδρες, καὶ πρὸ πάντων οἱ ἡγέται αὐτῶν; Ὑπάρχουν οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι πολιτικὸν κόμμα σημαίνει ἄθροισμα ἀνθρώπων συνεταιριζομένων, ὅπως ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὴν κοινωνίαν πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν, καὶ ὅτι οὐδὲν κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ πολιτικοῦ κόμματος καὶ ἠθικῆς πολιτικῆς. Τοῦτο ὑπεστήριξαν ἀνέκαθεν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἐπιμόνως ὑποστηρίζοντες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιζητοῦσι νὰ ὑποσκάψωσι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὰ θεμέλια τοῦ διέποντος ἡμᾶς πολιτεύματος. Καὶ οὐδένα ἐξ ἡμῶν λανθάνει, ὅτι ὅλα τὰ δεινὰ, ὅσα ὑπέστημεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν ὑφιστάμενοι, ἀποδίδονται εἰς τὰ πολιτικὰ κόμματα. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι οἱ ἐν τῇ σημερινῇ Κυβερνήσει πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ οἱ ὑποστηρικταὶ αὐτῶν ἐμφοροῦνται τοιούτων ἰδεῶν καὶ σκέψεων περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω τὴν ἀνησυχίαν καὶ τοὺς φόβους μου, ὅτι διὰ τῆς ἐκτρόπου ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας συνεννοήσεως καὶ συμπράξεώς των δίδουσιν ἰσχυρὰ ὅπλα πρὸς τοὺς φανεροὺς καὶ κρυφίους ἐχθροὺς τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, ὧν ἄνευ πᾶσα ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ πρόοδος ἀποβαίνει ἀδύνατος. Πολιτικὸν κόμμα δὲν σημαίνει ἄθροισμα ἀνθρώπων ἐπιδιωκόντων διὰ παντὸς μέσου τὴν διατήρησιν τῆς ἀρχῆς ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ καὶ ἐπὶ βλάβῃ καὶ ζημίᾳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ σημαίνει ὁμάδα πολιτικῶν ἀνδρῶν, κύριον σκοπὸν ἔχουσαν τὴν ἐπικράτησιν τῶν πολιτικῶν αὐτῆς ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, δικαιοῦμαι καὶ πάλιν νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ ἐν τῇ Κυβερνήσει πολιτικὸν κόμμα καὶ τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως συμμαχικὸν κόμμα, καὶ νὰ εἴπω πρὸς αὐτούς: ποῖαι εἶναι αἱ κοιναὶ πολιτικαὶ ἀρχαὶ καὶ γνῶμαι, τὰς ὁποίας διὰ τῆς συμπράξεώς σας ζητεῖτε νὰ ἐφαρμόσητε ἐν τῇ ἀρχῇ; Σεῖς ἕως χθὲς ἦσθε ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτων πολιτικῶν φρονημάτων, καὶ τοῦτο κεῖται ἐκτὸς πάσης ἀντιρρήσεως, ἀφοῦ ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, καθ’ ἃ ἐκυβέρνα τὸ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας κόμμα, τὸ ἕτερον, τὸ ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην, ἦτο ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Πῶς λοιπὸν τώρα παρίστασθε ἐν συμπνοίᾳ καὶ ὁμοφωνίᾳ καὶ ταυτότητι πολιτικῶν ἰδεῶν; Ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου Βουλευτὴς, ὅτι, καὶ ἂν μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν κομμάτων ὑπῆρχον ἄλλοτε ἐλαφραί τινες διαφωνίαι περὶ ζητήματα ἐπουσιώδη, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ὅπως μὴ ἦναι ἐπιτετραμμένη ἡ τωρινὴ σύμπραξις αὐτῶν. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, πρόκειται περὶ ἐπουσιωδῶν καὶ ἀσημάντων διαφωνιῶν, ἢ πρόκειται περὶ θεμελιωδῶν καὶ ῥιζικῶν μεταξὺ τῶν δύο τούτων κομμάτων διχογνωμιῶν ἔν τε τῇ κυβερνήσει καὶ τῇ διοικήσει; Τὸ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας πολιτικὸν κόμμα εἶχε δημοσιεύσει, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πρόγραμμα πολιτικὸν πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Φεβρουαρίου 1899, διὰ τοῦ προγράμματος δὲ τούτου ἡ τότε ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην Κυβέρνησις ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἀντικοινοβουλευτική, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ κατηγγέλλετο ὡς παραβλάψασα καὶ ζημιώσασα εἰς τὰ καίρια τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ ὡς ἐργασθεῖσα ἐπίτηδες καὶ πράξασα πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν πρὸς ματαίωσιν πάσης βελτιώσεως τῶν τῆς Πολιτείας πραγμάτων. «Μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον», ἔγραφε τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ ὑπὸ τὸν κύριον Θεοτόκην πολιτικοῦ κόμματος, «μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ ἔπρεπε νὰ καταστῇ τὸ πρώτιστον καὶ ζωτικώτατον τῶν ζητημάτων, ἔπρεπεν ἡμέρα μία νὰ μὴ παρέλθῃ, χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ ἀναδιοργανώσεως καὶ ἀνασυντάξεως αὐτοῦ. Δυστυχῶς ἡ ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην Κυβέρνησις ἐτράπη ἀντίθετον ὁδόν, οὕτως ὥστε τὸ ἐκ τοῦ πολέμου ὄνειδος συνεπληρώθη μετὰ τὸν πόλεμον, μεθ’ ὃν ἐπὶ ἔτος ἤδη καὶ ἐπέκεινα οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν, ἐγένετο εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐκ τῶν ὑστέρων δὲ κρίνων τις, ἀναγκάζεται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἔκτοτε οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν ἢ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τοῦ ὀνείδους τοῦ ἡττηθέντος στρατοῦ μας, καὶ νὰ παραστήσῃ αὐτὸν ὡς ἀνάξιον κρείττονος τύχης. Ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἀντὶ νὰ προβῶμεν πάραυτα εἰς τὴν ἀναγκαίαν μεταρρυθμιστικὴν καὶ ἀνορθωτικὴν ἐργασίαν, κατετρίψαμεν πολυτιμότατον χρόνον ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα ἔτους εἰς τὴν διαπόμπευσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ μας καὶ εἰς τὴν ματαίωσιν πάσης βελτιώσεως αὐτῶν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, πρὸς δὲ εἰς τὴν ὑπονόμευσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Καὶ εἰς τοῦτο τείνουν αἱ παροχαὶ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς πρὸς τοὺς παρουσιαζομένους ὡς φίλους της, δηλαδὴ εἰς τὴν διάσπασιν καὶ ἐκμηδένισιν πάσης πολιτικῆς μερίδος ἐν Ἑλλάδι, ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ὅτι διὰ τῆς ἐκμηδενίσεως τῶν πολιτικῶν κομμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ καὶ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς καὶ ἀπροσκόπτως τὸ πολίτευμα.» Αὐταὶ, Κύριοι, εἶναι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ πολιτικὸν κόμμα τοῦ κ. Θεοτόκη περὶ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ κ. Ζαΐμη. Καὶ ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουν τώρα, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπουσιωδῶν καὶ ἀσημάντων μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων διαφωνιῶν! Ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην μικρὸν πολιτικὸν κόμμα ποίας ἰδέας εἶχε μέχρι πρὸ μικροῦ περὶ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ κ. Θεοτόκη; Ἀναγνώσατε τὴν πρότασιν, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 10 Νοεμβρίου ὁ πολιτικὸς φίλος τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ τὸ μάθητε. Διὰ τῆς προτάσεως ἐκείνης ἐζητήθη ἡ ἀποδοκιμασία τῆς ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην Κυβερνήσεως, ὡς ἀποτυχούσης ἐν τῇ διοικήσει, καὶ πρὸ πάντων ὡς κυρίως ὑπευθύνου διὰ τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως καὶ τὴν αἱματοχυσίαν τῆς 8 Νοεμβρίου. Καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μεγαλειτέρα ἀντίθεσις πολιτικῶν γνωμῶν καὶ ἰδεῶν ἀναμέσον τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην καὶ τοῦ κόμματος τοῦ ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην; Πῶς λοιπὸν τὰ δύο ταῦτα κόμματα συμπράττουν καὶ ζητοῦν νὰ διατηρηθοῦν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι διὰ τοιούτων ἀκόσμων συμπράξεων ἐξευτελίζονται καὶ ἐκμηδενίζονται οἱ πολιτικοὶ χαρακτῆρες, ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ἐθνικῇ ζημίᾳ; Δὲν πρόκειται πλέον περὶ συμπράξεως δύο πολιτικῶν κομμάτων πρὸς ἐξυπηρέτησιν πολιτικῶν ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν, ἀλλὰ περὶ συνεταιρισμοῦ πρὸς διατήρησιν τῆς ἀρχῆς καὶ κάρπωσιν τῶν ἐκ ταύτης κομματικῶν ὠφελειῶν, συνεταιρισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύνατό τις ἴσως νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς εἶδός τι κομματικοῦ συνδικάτου, σκοπὸν ἔχοντος νὰ ἀποκλείσῃ ἐκ τοῦ πεδίου τῶν πολιτικῶν ἀγώνων πᾶσαν ἄλλην πολιτικὴν μερίδα, ἐπιδιώκουσαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὰς ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας ἰδέας καὶ γνώμας αὐτῆς. Τοιοῦτον φέρει πολιτικὸν καὶ ἠθικὸν χαρακτῆρα τῶν δύο τούτων πολιτικῶν κομμάτων ὁ συνασπισμὸς, ἐξ οὗ παρήχθη καὶ δι’ οὗ συγκρατεῖται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ ὅστις ὀφείλεται, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Στέμματος. Πολλῶν καὶ ἀνεπανορθώτων δεινῶν ἐγένετο ἡμῖν πρόξενος ὁ πόλεμος· ἀλλ’ ἡ μεγαλειτέρα συμφορὰ ἡμῶν εἶναι, ὅτι δὲν ἐστάθημεν ἱκανοὶ νὰ λάβωμεν σωτήριον ἐκ τῶν παθημάτων δίδαγμα. Πάντες, ἀπὸ τοῦ Βασιλέως μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου, ἐλέγομεν, ὅτι μετὰ τὸν ἀτυχῆ καὶ καταστρεπτικὸν πόλεμον ἔπρεπε ν’ ἀλλάξωμεν δρόμον, ὅτι ἔπρεπε νὰ βαπτισθῶμεν εἰς νέαν κολυμβήθραν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαινίσωμεν περίοδον νέου ἐθνικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου. Καὶ ὅμως ἀπεδείξαμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν ἀποδεικνύοντες, ὅτι εἴμεθα ἀδιόρθωτοι. Τίνες ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν καθ’ ὅλον τὸ ἀπὸ τοῦ πολέμου μέχρι σήμερον χρονικὸν διάστημα; Ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἐκυβέρνησε τὸ πρῶτον Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην, ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη ἐκυβέρνησε τὸ ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην Ὑπουργεῖον, δηλαδὴ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐν συνδυασμῷ ἐξακολουθοῦσι κυβερνῶντες καὶ σήμερον. Εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐβελτιώθη, ἀλλὰ καὶ ἐχειροτέρευσεν ἡ κατάστασίς μας κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη; Εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ εὐσυνείδητος πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις θ’ ἀρνηθῇ τὴν μεγάλην ταύτην ἀλήθειαν; Τὴν εἰκόνα τῆς πρώτης ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην Κυβερνήσεως μᾶς τὴν ἔδωκεν, ὡς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ τῶν σὺν αὐτῷ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Φεβρουαρίου. Ἡ εἰκὼν δὲ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Θεοτόκη παρίσταται πρὸ τῶν ὀμμάτων πάντων ἡμῶν ὑπὸ τὰ ζοφερώτερα καὶ ἀπελπιστικώτερα τῶν χρωμάτων. «Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, ἔγραφεν ὁ κ. Θεοτόκης, εἶναι συμβόλαιον μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ ἔχει καταστῆ ὑψίστη ἐθνικὴ ἀνάγκη. Ἐὰν ὁ λαὸς περιβάλῃ ἡμᾶς διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του, θὰ τὸ ἴδῃ ταχέως πραγματοποιούμενον». Οὔτε ταχεῖα ὅμως, οὔτε βραδεῖα ἐγένετο πραγματοποίησις τοῦ συμβολαίου τούτου μεταξὺ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οὐδεμία, ἀπολύτως οὐδεμία τῶν ἐν τῷ προγράμματι ἐπαγγελιῶν ἐπραγματοποιήθη ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη. Τί ἔπραξαν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ; Ποῖα μέτρα ἔλαβον ὑπὲρ τῆς διοικήσεως; Κατὰ τί ἐβελτίωσαν τὰ τῆς δικαιοσύνης; Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον διὰ τοῦ προγράμματός των, ὅτι ἔπρεπε μία ἡμέρα νὰ μὴ παρέλθῃ, χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ ἀναδιοργανώσεως καὶ ἀνασυντάξεως τοῦ στρατοῦ, αὐτοὶ ἀφῆκαν νὰ παρέλθουν δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, καθ’ ἃ ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν, χωρὶς νὰ κάμουν τίποτε ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅμως πληρώνομεν εἴκοσιν ἑκατομμύρια δραχμὰς κατ’ ἔτος διὰ τὸν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατόν. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ κάμνωμεν λόγον περὶ στρατοῦ. Ἔχομεν ἀξιωματικοὺς καὶ στρατηγοὺς χωρὶς στρατιώτας. Ἕνα λόχον ἐὰν θελήσῃ τις νὰ παρατάξῃ πλήρη, δὲν θὰ τὸ κατορθώσῃ...
§146ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ πταίει ὁ στρατολογικὸς νόμος.
§147ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἰς τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ κυρίου Θεοτόκη ἦτο ἀναγεγραμμένη καὶ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ ἡ σύνταξις ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§148ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω, ἂν ἠδύνατο οἱονδήποτε κόμμα νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ ἄνευ χρημάτων.
§149ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἴπατε πρὸ μικροῦ, ὅτι πταίει ὁ στρατολογικὸς νόμος. Ἀλλ’ εἴτε πταίει ὁ στρατολογικὸς νόμος, εἴτε πταίει ἡ ἔλλειψις καταλλήλου ὀργανισμοῦ περὶ τοῦ στρατοῦ, εἴτε πταίει ἡ ἔλλειψις χρημάτων, ἓν εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδεμία σοβαρὰ σκέψις καὶ ἐνέργεια ἐγένετο περὶ βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ ἐπὶ πέντε σχεδὸν ἔτη μετὰ τὸν πόλεμον. Ἐξηκολούθησε καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ πρὸ τοῦ πολέμου ὀλέθριον σύστημα τῆς ἐνόχου ἀδιαφορίας καὶ ἀβελτηρίας, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ δαπανῶμεν διὰ στρατὸν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις, ἵνα καταρτίσωμεν στρατὸν ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του, πρέπει νὰ παύσωμεν δαπανῶντες ματαίως ὅσα δαπανῶμεν. «Διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην», ἔγραφε τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Θεοτόκη, «διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην ζητοῦσι πάντες ἐν Ἑλλάδι τὴν σήμερον. Διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην ἐζήτησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρὰ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὴν τελευταίαν περιοδείαν του ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν δυσμικὴν Στερεὰν Ἑλλάδα. Διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην ὑπεσχέθη εἰς τὸν λαὸν ὁ Βασιλεύς». Ἀλλὰ ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ διοίκησίς σας, καὶ ποῦ ἡ δικαιοσύνη σας; Ηὐξήσατε τοὺς νομοὺς, ἵνα ἐξοικονομήσητε πρόσωπα, καὶ ἐπεβαρύνατε τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ ματαίας δαπάνας, ἀλλὰ βελτίωσις τῆς διοικήσεως οὐδεμία ἐπῆλθε. Μάρτυς τούτου ἀψευδὴς εἶναι ἡ ἀξιοθρήνητος ἀληθῶς κατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Ἀσπαίρει ὁ λαὸς ὑπὸ τοὺς ὄνυχας τῆς ἀναρχίας, καὶ δὲν παρέρχεται ἡμέρα, χωρὶς νὰ ἴδωμεν ἀναγραφομένας εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνθρωποκτονίας καὶ ἐκβιάσεις καὶ ἀπαγωγὰς καὶ βασάνους ἐκ μέρους χωροφυλάκων καὶ ἀστυφυλάκων καὶ ἀστυνόμων. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ἀπαριθμήσῃ τις ἀκριβῶς τὰς ἀνθρωποκτονίας τοῦ ἀμέσως προηγουμένου ἔτους, θὰ εὕρῃ, ὅτι ἐφονεύθησαν πολὺ περισσότεροι τῶν ἐν τῷ πολέμῳ φονευθέντων. Ἴσως ὁ ἀριθμὸς εἶναι τριπλάσιος. Οἱ λῃστοφυγόδικοι ἵδρυσαν κράτος ἐν κράτει, καὶ παριστάμεθα πρὸ τοῦ κωμικοῦ, ἀλλὰ καὶ θλιβεροῦ θεάματος, καθ’ ὃ εἷς τοιοῦτος λυμαίνεται ἀπὸ μακροῦ χρόνου τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ζητοῦσι δὲ, πρὸς ἐξευτελισμὸν τῆς ἐξουσίας, νὰ τὸν συλλάβωσιν ἐν Ἀθήναις, εἰς τὰς οἰκίας τῶν συνταγματαρχῶν! (ἱλαρότης).
§150Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν ἀντιθέτων.
§151ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς ἐκ τῶν πρώτων ὅρων τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τοῦ κυρίου Θεοτόκη ἦτο καὶ ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς δι’ ἀστυνομίας καθαρῶς διοικητικῆς, μὲ ἰδίαν ἱεραρχίαν καὶ πειθαρχίαν. Τοῦτο ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ κ. Θεοτόκη ὡς ἀπαραίτητον καὶ διὰ λόγους δημοσίας τάξεως, καὶ διὰ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατεύματος, ἀφοσιούμενοι ἐν αὐταῖς εἰς τὸ κύριον καὶ ἀποκλειστικόν των ἔργον. Καὶ ὅμως ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία μένει ἀκόμη, καίτοι ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν περὶ καταργήσεως αὐτῆς νόμον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ ἐξηρτήθη δυστυχῶς ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ γνωρίζετε ὅλοι, ὁποῖα ὄργια καὶ ὁποῖα ἀνοσιουργήματα διαπράττονται ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἀθλίου τούτου ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος. Περὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲ τί νὰ εἴπω; Ἀρκεῖ νὰ ὑπενθυμίσω πρὸς ὑμᾶς τὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον σχετικὴν συζήτησιν, καθ’ ἣν σᾶς ἀπέδειξα δι’ ἐπισήμων πληροφοριῶν, ὅτι μόνον εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα τῶν Πρωτοδικείων Πατρῶν, Μεσολογγίου καὶ Πύργου ὑπῆρχον περατωμέναι μὲν ἀπὸ τοὺς ἀνακριτὰς ποινικαὶ ὑποθέσεις, ἀλλ’ ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν Εἰσαγγελέων πρὸς ἔκδοσιν βουλευμάτων πόσαι; Τριάκοντα τρεῖς χιλιάδες! Σᾶς εἶπον τότε καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης πολλὰ τὰ λυπηρὰ, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν ταχύτητα τῆς ἀπονομῆς αὐτῆς. Ἀλλὰ ποῖος τὰ ἤκουσεν; Ἡ πρώην Κυβέρνησις εὗρεν, ὅτι ἀντὶ πάσης ἄλλης σοβαρᾶς καὶ σπουδαίας μερίμνης περὶ Δικαιοσύνης προτιμότερον ἦτο ν’ αὐξήσῃ τὰ Πρωτοδικεῖα, διὰ νὰ λάβωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδωμεν καὶ Πρωτοδικεῖον εἰς τὸ Καρπενῆσι, πρὸς ἐξευτελισμὸν καὶ ταπείνωσιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου! (Ἐπιφωνήσεις ἐκ τῆς δεξιᾶς: Ἆ! ἆ!).
§152Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος.
§153ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεῖ νὰ ἐπισείσητε καθ’ ἑνὸς δικαστοῦ τὸ φάσμα τῆς μεταθέσεως εἰς Καρπενῆσι, καὶ θὰ τὸν ἴδητε καμπτόμενον, ἂν ἔχῃ λόγους νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἡ ἀπειλή σας δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ. Τοιαύτη ἐν ἀσθενεῖ σκιαγραφίᾳ ὑπῆρξεν ἡ πορεία τῶν δύο μετὰ τὸν πόλεμον Κυβερνήσεων· ὡς ἐπιστέγασμα δὲ τῆς πορείας αὐτῆς ἐπηκολούθησαν τὰ φοβερὰ τοῦ Νοεμβρίου συμβεβηκότα. Εἴτε ἐξ ἀβουλίας, εἴτε ἐξ ἐνόχου ἀδιαφορίας τῆς ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην Κυβερνήσεως ἐν τῷ ἐξόχως ἐθνικῷ ζητήματι τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ χώρα ἐσπρώχθη μέχρι τοιαύτης λαϊκῆς ἐξεγέρσεως, ὥστε σοβαρῶς ἠπειλήθη ἡ ἀνατροπὴ τῶν πάντων. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλης ἀπόψεως αἱ δύο αὗται μετὰ τὸν πόλεμον Κυβερνήσεις ἐγένοντο πρόξενοι μεγάλης ἐθνικῆς ζημίας. Μὴ θελήσασαι νὰ βαδίσωσι τὴν ὁδὸν, ἣν ἐνεδείκνυον αἱ μετὰ τὰς φοβερὰς ἐθνικὰς δοκιμασίας μας περιστάσεις, παρέστησαν δυστυχῶς καὶ τὸν Βασιλέα ἄλλα λέγοντα καὶ ἄλλα πράττοντα· πολλὰς μὲν καὶ ὡραίας δίδοντα ὑποσχέσεις, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐξ αὐτῶν ἐκπληροῦντα. Τί εἶπε καὶ τί ὑπεσχέθη, κύριοι Βουλευταί, ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν μικρὸν μετὰ τὸν πόλεμον ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Στερεὰν περιοδείαν του; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰς Βασιλικὰς ἐπαγγελίας. Ἔλεγεν ὁ Βασιλεὺς ἐν Γυθείῳ τῇ 28 Ἀπριλίου 1898: «Τώρα κατενόησα, ὅτι ὁ λαὸς ζητεῖ τὴν ἀποκήρυξιν τοῦ παρελθόντος, καὶ θὰ ἐμποδίσω πᾶσαν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι ἀντιβαίνει εἰς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, ἔστω καὶ μὲ θυσίαν τοῦ Θρόνου.» Ἐν Καλάμαις ἔλεγεν: «Ἀντελήφθην, ὅτι ὁ λαὸς ἀποστρέφεται τὸ παρελθόν. Συμφώνως λοιπὸν μὲ τὰς ἰδέας τοῦ λαοῦ θὰ προσπαθήσω πάσῃ θυσίᾳ νὰ ἀνορθώσω τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους.» Ἐν Σπάρτῃ ἔλεγε: «Θὰ καταβάλω ὅσας δύναμαι προσπαθείας πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Νὰ κτυπηθῇ ἡ συναλλαγή, αὐτὸ εἶναι συμφέρον καὶ τοῦ ἔθνους καὶ ἰδικόν μου.» Ἐν Πάτραις ἔλεγεν: «Ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἀνθίσταται πάντοτε εἰς τὰ κόμματα. Ἐγὼ τὴν Δικαιοσύνην τὴν ἐννοῶ ὑψηλὰ, πολὺ ὑψηλὰ, διότι τότε μόνον τὸ Κράτος δύναται νὰ εὐτυχήσῃ. Μεγάλη προσοχὴ πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν Δικαιοσύνην.» Ἐν Μεσολογγίῳ ἔλεγε: «Ὁπόθεν διῆλθον, παρὰ πάντων ἤκουσα, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν, καὶ γενικὴ μοὶ ἐξεδηλώθη ἀπαίτησις νὰ παύσῃ αὕτη. Ὁ λαὸς δὲν ὑποφέρει πλέον αὐτήν. Τὸ κατ’ ἐμέ, θὰ πράξω πᾶν ὅ,τι ἐκ τοῦ Συντάγματος δύναμαι, ὅπως εἰσέλθῃ ἡ Πολιτεία εἰς τὴν ὁδὸν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ λαὸς καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους ἐπιτάσσουν νὰ εἰσέλθῃ.» Ταῦτα ἔλεγε καὶ τοιαύτας ἐπαγγελίας ἔδιδεν ὁ Βασιλεὺς κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1898. Ἔκτοτε παρῆλθον τέσσαρα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνησαν χωριστὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κυβερνῶσι σήμερον μαζύ. Ποία ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτῶν ἐξετελέσθη; Ποία ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ὁ Βασιλεὺς ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἐξεπληρώθη; Οὐδεμία! Καὶ ὅμως, ὅταν ὁμιλοῦν οἱ Βασιλεῖς, οἱ λαοὶ κρατοῦν σημειώσεις. Ἔλεγεν ὁ Βασιλεὺς, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκηρύξωμεν τὸ παρελθὸν, καὶ ἐν τούτοις ἐπετράπη εἰς ἀμφοτέρας τὰς Κυβερνήσεις, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, νὰ συνεχίσωσι τὸ παρελθόν, καὶ νὰ τὸ ὑπερβῶσιν ἐν πολλοῖς κατὰ τὴν ἐν πᾶσι κακοδιοίκησιν καὶ τὴν ἔλλειψιν ἀληθοῦς καὶ ἐθνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ὁ Βασιλεὺς ἔλεγεν, ὅτι θέλει τὴν Δικαιοσύνην ὑψηλὰ, πολὺ ὑψηλὰ, καὶ ὅμως ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταθέτῃ πρὸς τιμωρίαν καὶ ἐν μέσῳ τοῦ ἔτους τοὺς δικαστὰς, διότι δὲν ἤθελον νὰ ὑποκύψουν εἰς ὑπερφιάλους κομματικὰς ἀξιώσεις! Θὰ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως τὰς σκανδαλώδεις ἐκ Πατρῶν μεταθέσεις, περὶ ὧν ὡμίλησα ἐν εὐρείᾳ περὶ τῆς Δικαιοσύνης συζητήσει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον· δύναμαι δὲ νὰ σᾶς προσθέσω σήμερον, ὅτι τρεῖς δικασταὶ μετετέθησαν ἐκ Πατρῶν βραδύτερον, διότι ἐν ὡρισμένῃ ποινικῇ δίκῃ ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ συζήτησις ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῇ, ἐπὶ τῷ νομίμῳ λόγῳ, ὅτι εἶχε ζητηθῆ ἡ ἀναίρεσις τοῦ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα, δι’ ὧν ἡ Δικαιοσύνη ἵσταται ὑψηλὰ, πολὺ ὑψηλά; Ἀλλ’ εἶναι καιρὸς νὰ ἐρωτήσω, διατὶ τὸ Στέμμα ἐξακολουθεῖ ἐπιδαψιλεῦον τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς κυβερνητικὸν καθεστὼς, ὅπερ εἶναι συνέχεια τοῦ προηγουμένου; Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι τὸ ἀληθὲς, τὸ μέγα ζήτημα, ὅπερ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ σύντονον τὴν προσοχὴν τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Ἂς παραμερίσωμεν τὰ μικρὰ καὶ ψευδῆ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τείνουν ν’ ἀπορροφήσουν πᾶσαν ἰκμάδα ἐθνικῆς ζωῆς καὶ δράσεως. Ὑπάρχουν ἀκόμη οἱ φρονοῦντες καὶ ἐπιμόνως ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία μένει ἐν παθητικῇ ἀδρανείᾳ, ἕνεκα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, καὶ ὅτι ὅλα τὰ κακὰ ὀφείλονται εἰς αὐτὸν τὸν ἐπικατάρατον κοινοβουλευτισμόν. Οἱ ταῦτα λέγοντες καὶ ὑποστηρίζοντες, ἢ πλανῶνται οἰκτρῶς, ὅπερ ἀπίθανον, ἢ θέλουν ν’ ἀποπλανῶσι τοὺς ἄλλους ἐκ ταπεινῶν καὶ ἀντιπατριωτικῶν ὑπολογισμῶν. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ, ὅτι εἶμαι ἐντὸς τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ δικαίου, δὲν ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀναδράμω εἰς πολὺ παλαιὰν ἐποχὴν, ἀλλὰ περιορίζομαι ἐντὸς τῆς τελευταίας δεκαετίας. Κατὰ τὸ ἔτος 1892 διηύθυνε τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους ἡ ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην Κυβέρνησις, ἥτις ἀνεδείχθη σχεδὸν διὰ παμψηφίας ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ διετήρει κραταιὰν ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίαν. Ἀλλὰ μίαν καλὴν πρωΐαν ὁ Βασιλεὺς παρήγγειλε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν ἀδοκήτως, νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν της· ἐπειδὴ δὲ αὕτη, ὡς ἔχουσα τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, δὲν ἔσπευσε νὰ παραιτηθῇ, ὁ Βασιλεὺς ἔπαυσε τοὺς τότε Ὑπουργοὺς, καὶ διώρισεν ἄλλους. Μεταξὺ τῶν παυθέντων τότε ἦτο καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην. Ἰδοὺ καὶ τὸ Βασιλικὸν πρὸς τὸν λαὸν κήρυγμα, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκαν τότε οἱ νέοι Ὑπουργοὶ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐδικαιολογεῖτο ἡ παῦσις τῶν παλαιῶν: «Ἡ. Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, ἀνώτατος κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐπόπτης τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, μορφώσας ἐκ πολλῶν καὶ σπουδαίων λόγων τὴν γνώμην, ὅτι ἡ τέως Κυβέρνησις, καίτοι ὑπεστηρίζετο ὑπὸ πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ προϊσταμένη τῶν κοινῶν ἄνευ βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἔπαυσε τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν ταύτην Ὑπουργοὺς, καὶ ἀνέθηκεν ἡμῖν τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, συμφωδὰ ταῖς διατάξεσι τοῦ Συντάγματος καὶ τοῖς κοινοβουλευτικοῖς ἐθίμοις.» Βραδύτερον ἡ Κυβέρνησις Τρικούπη ἐνόμισεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Κράτος ἡ ἐξεύρεσις καὶ συνομολόγησις μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐπικειμένης πτωχεύσεως, ὅτε δὲ ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου ἐπετεύχθη ἐν Λονδίνῳ, καὶ δὲν ἔμενε παρὰ νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις, δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος πρὸς τοῦτο νόμου, ὁ Βασιλεὺς διεφώνησε, καὶ ἡ Κυβέρνησις Τρικούπη ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ, καίτοι εἶχε πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ.
§154ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἦτο συνημμένον τὸ δάνειον καὶ ἐψηφισμένον ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§155ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διατὶ ἐματαιώθη;
§156ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ.
§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§158ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλω διασαφήσει τὸ πρᾶγμα. Ὑπῆρχε προεψηφισμένον τὸ δάνειον ὑπὸ τῆς Βουλῆς μετ’ ἀνωτάτου ὅρου. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφισθέντος ἐκείνου νόμου ἤρξαντο διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἀπέληξαν ἐν Λονδίνῳ εἰς συμφωνίαν μεθ’ ὁμάδος, συμφωνίαν, ἣν συνετέλεσεν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, τότε δὲ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκεῖ εὑρισκόμενος ἐπὶ τούτῳ. Ἡ συμφωνία αὕτη προέκειτο νὰ μετατραπῇ εἰς ὁριστικὴν, ἀφοῦ ἡ ὁμὰς ὑπέγραφεν αὐτὴν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνταῦθα, ἀπαντῶσα εἰς τὸν ἐκεῖ εὑρισκόμενον συνάδελφον, τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδήλου, ὅτι ἀποδέχεται αὐτήν. Ἡ δὲ Κυβέρνησις ἦτο πρόθυμος ν’ ἀποδεχθῇ τὴν συμφωνίαν· ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ἐφρόνει, ὅτι, ἔχουσα ἤδη τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ ἐπιτυχοῦσα τὸ δάνειον, ὁποῖον μετὰ κοπιωδεστάτην ἐργασίαν καὶ μεθ’ ὑπερνίκησιν μεγάλων δυσκολιῶν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς συμφωνίας τῆς ἐν Λονδίνῳ τελεσθείσης, ὤφειλε νὰ πείσῃ, ἠθέλησε δὲ νὰ πείσῃ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὅτι ἤρκει ὁ ἤδη προεψηφισμένος νόμος. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν ὥραν παρὰ τῷ Ἄνακτι ἐπεκράτησε δισταγμὸς, μὴ συνέφερε, καίπερ ὑπαρχούσης ἤδη δεδηλωμένης τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς, νὰ ἐρωτηθῇ αὕτη ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀπέναντι δὲ τῆς ἐπανειλημμένης ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκδηλώσεως τῆς τοιαύτης προτιμήσεως τοῦ Ἄνακτος, προετίμησεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ περισσότερον εἰς τὴν γνώμην, ἣν αὐτὸς ἠσπάζετο μετὰ πεποιθήσεως, παρατήρησε δὲ μόνον ὅπου ἔδει, ὅτι ἐφοβεῖτο, μήπως, ἂν ἐζητεῖτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέαν ψῆφον ἐκεῖνο, ὅπερ μετὰ τοσούτου κόπου καὶ ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν κρίσις χρηματική, καὶ ἰδίως χρυσοῦ, ὑπῆρχεν ἐν Εὐρώπῃ, ἂν ἐκεῖνο, τὸ οὕτως ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ ἐπιτευχθέν, ἐζητεῖτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέαν ψῆφον τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς παρομαρτούσης ἀνάγκης προθεσμίας διὰ τὴν σύγκλησιν, συγκρότησιν καὶ ἀπόφασιν, μήπως ἡ ὁμὰς δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὴν τοιαύτην αἴτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἐκδηλώσεως τῶν δισταγμῶν τοῦ Στέμματος ἐνόμισεν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, προκειμένης ὑποθέσεως τόσον ἐκτάκτου σημασίας, δὲν ἔπρεπεν ἄλλως νὰ ἐπιμείνῃ, καὶ τηλεγραφήσας εἰς Λονδῖνον προέτεινε τὴν τοιαύτην περὶ νέας ψήφου τῆς Βουλῆς ἰδέαν διὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κερκύρας, τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν ὁμάδα. Ἀλλ’ ἡ ὁμὰς ἀπήντησεν: «Ἔχετε νόμον· ἐὰν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν δὲν ἀποφασίσητε νὰ ὑπογράψητε ὁριστικῶς τὴν σύμβασιν, θεωροῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς λελυμένους ἀπὸ πάσης πρὸς ὑμᾶς ὑποχρεώσεως». Τὸ τηλεγράφημα, οὕτως ἔχον, ἔφθασεν ἐνταῦθα· ἀλλ’ οὐδόλως συνετέλεσεν εἰς μεταβολὴν τῶν πεποιθήσεων, αἵτινες ἐκράτουν παρὰ τῷ Στέμματι. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τούτοις ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ παραιτήσῃ τὴν ἀρχήν.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§160ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, ἐνῷ ἐπεκύρωσε κατὰ κεραίαν πάνθ’ ὅσα εἶπον, εὗρε τρόπον νὰ στηριχθῇ ἐπὶ πραγμάτων, ἅτινα ἐγὼ δὲν εἶπον, ἵνα εἴπῃ αὐτὸς ὅσα εἶπεν ἀνακριβῆ. Ἀλλ’ εἶναι εὐτύχημα, ὅτι ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἔλαβε τὸν λόγον, καίτοι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἵνα ἐπικυρώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λεχθέντων ὑπ’ ἐμοῦ, καίτοι οἱ λόγοι μου δὲν εἶχον ἀνάγκην ἐπικυρώσεως. Εἶναι εὐτύχημα, ὅτι ἔσχεν ἀφορμὴν νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι ἐπιστοποίησεν, ὅτι αὐτὸς, ἀναχωρῶν ὡς ἐντολοδόχος τότε τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς Λονδῖνον, ἐζήτησε νὰ φωτισθῇ, λαμβάνων παρ’ αὐτῆς ὁδηγίας, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἄνακτος ἐβεβαίωσεν ἀπαντήσασα, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἤθελον διεξαχθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἤδη ἐψηφισμένου καὶ κεκυρωμένου νόμου, καὶ ὅτι ἐκ τούτου δὲν ἤθελε παρασταθῆ ἀνάγκη ὑποβολῆς τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει ἀνεχώρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, ὡς Ὑπουργὸς, ἔχων πιθανότητα ἐπιτυχίας ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι· διότι ἄνευ τῆς βάσεως ταύτης ἦτο περιττὸν ν’ ἀναχωρήσῃ. Μετέβη, διεπραγματεύθη, συνωμολογήθη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς ὁμάδος συμφωνία, προσυπεγράφη, καὶ ταύτην οὗτος ἀνεκοίνωσε τηλεγραφικῶς ἐνταῦθα, ὅπου ἤδη ἀπό τινος χρόνου εἶχον ἐμφανισθῆ δισταγμοί, οὓς ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, διατρίβων ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ. Ὅτε δ’ ἐβεβαιώθη ἡ συμφωνία καὶ ἀνηγγέλθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας διὰ τηλεγραφήματος, ὅπερ ἐν ἀντιγράφῳ ἔχω εἰς χεῖράς μου, τότε ἠρωτήθη παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ τότε,—ἔχοντος ὑπ’ ὄψει τοὺς ἐκδηλωθέντας δισταγμοὺς, καὶ μὴ θέλοντος, λόγῳ τοῦ ἐκτάκτου τῆς ὑποθέσεως, νὰ μὴ πράξῃ πᾶν τὸ καθ’ ἑαυτὸν πρὸς πλήρωσιν τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Βασιλέως,—ἂν δύναται νὰ περιμένῃ ἡ ὁμὰς μέχρις οὗ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις, ἡ διὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας δοθεῖσα, ἔλεγεν, ὅτι ἡ ὁμὰς ἠξίου νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, εἰ δ’ ἄλλως ἤθελε θεωρήσει ἑαυτὴν λελυμένην πάσης ὑποχρεώσεως, δι’ οὓς λόγους ἀκριβῶς ὁ κύριος Βουλευτὴς Κερκύρας ἐξέθηκεν. Ὄτε τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐλήφθη, ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, ὁ ἀποστείλας αὐτὸ, δὲν ἦτο ἐνταῦθα. Ἀνεκοινώθησαν τὰ πάντα εἰς τὸ Στέμμα, καὶ ἐδείχθη αὐτῷ, ὅτι τὸ δάνειον ἔμελλε ν’ ἀποτύχῃ ἐκ τούτου τοῦ λόγου· μετὰ δὲ τὴν δήλωσιν τοῦ Στέμματος, ὅτι ἐμμένει εἰς τοὺς δισταγμοὺς, — καὶ ταῦτα γινώσκω ὡς Ὑπουργὸς καὶ συνάδελφος τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας, — ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς τοῦ Στέμματος, ἠναγκάσθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ παραίτησιν. Ποίαν ἄλλην λέξιν ἠθέλατε νὰ μεταχειρισθῶ; «ἠναγκάσθη» ὑπὸ τῶν πεποιθήσεων τοῦ Στέμματος, αἵτινες ἀντέκειντο εἰς τὰς πεποιθήσεις τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Βεβαίως τὸ Στέμμα εἶχε δικαίωμα νὰ ἔχῃ πεποιθήσεις, καὶ εἰς τοῦτο οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει· ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχον πεποιθήσεις ἰδίας, εἶχε καθῆκον νὰ παραιτηθῇ.
§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§162ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συντομωτάτην παρατήρησιν. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας εἶπεν, ὅτι ὡς ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν ὅρων καὶ τῆς ἐπιδεινώσεως ἐγεννήθησαν δισταγμοί. Πιθανόν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι οὗτοι οἱ δισταγμοὶ δὲν διήρκεσαν, καὶ ὅτι ἐξηκολούθησεν οὗτος ἐργαζόμενος ὑπὸ τὰς ἐντεῦθεν ὁδηγίας, καὶ συνεφώνησε καὶ ὑπέγραψε. Τοῦτο ὡμολόγησε, καὶ εἶναι βέβαιον. Οἱ δισταγμοὶ ἄρα, οἱ ἐπικρατήσαντες λόγῳ τῆς ἐπιδεινώσεως τῶν ὅρων, διελύθησαν, καὶ οὕτως ὑπεγράφη ἡ συμφωνία.
§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγένετο ἡ συμφωνία, ὄχι ὑπεγράφη.
§164ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγένετο. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐγένετο ἡ συμφωνία. Ἐπὶ τοῦ πρώτου τούτου νομίζω, ὅτι δὲν ὑπολείπεται ἀφορμὴ διαφορᾶς γνώμης. Διελύθησαν οἱ δισταγμοὶ, καὶ ἐγένετο ἡ συμφωνία. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν ἔπειτα προστεθέντων λίαν ἀορίστως ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μετὰ τοσαύτης πεποιθήσεως ἠτένιζεν εἰς τὴν γενομένην συμφωνίαν, ὥστε εἰς τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ἀπέστειλε τελευταῖον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπέμενε παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, λέγων ὅτι μέγα εἶχε συμφέρον τὸ Κράτος, ἡ γενομένη συμφωνία νὰ τύχῃ τῆς Κυβερνητικῆς ὑπογραφῆς καὶ κατασταθῇ σύμβασις.
§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ἐγὼ ἐφρόνουν τοῦτο.
§166ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν παρετήρησα οὐσιώδη διαφωνίαν μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων ἐξ Ἀττικῆς καὶ Κερκύρας Βουλευτῶν. Ἀμφότεροι κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Τρικούπη παρῃτήθη ἐξ αἰτίας τῆς διαφωνίας ἢ τῶν ἐνδοιασμῶν τοῦ Βασιλέως διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς περὶ τοῦ δανείου συμβάσεως ἐντὸς τῆς ὑπὸ τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἔκδοσιν καὶ πραγματοποίησιν αὐτοῦ ταχθείσης διορίας. Αἱ λέξεις δὲν μεταβάλλουν τὰ πράγματα. Καὶ ἤδη ἐπανέρχομαι εἰς τὸ σημεῖον, ἔνθα μοὶ ἐγένετο ἡ διακοπή. Μετά τινα χρόνον, καθ’ ὃν παρενέπεσεν ἡ Κυβέρνησις Σωτηροπούλου, ἐπανῆλθεν ὁ Τρικούπης εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ πολὺς καιρὸς δὲν παρῆλθε, καὶ ἠναγκάσθη ἐκ δευτέρου νὰ παραιτηθῇ, ἕνεκα διαφωνίας πρὸς τὸ Στέμμα διὰ τὸ γνωστὸν ἐπεισόδιον τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως. Κατόπιν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἥτις καὶ αὐτὴ ἐπαύθη ἕνεκα τῶν τοῦ πολέμου, ἅτινα ἀποτελοῦσιν ἰδιαίτερον θέμα συζητήσεως, καὶ τώρα εὑρισκόμεθα πάλιν πρὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν διατήρησίν της ὀφείλει, ὡς εἶπον, εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Στέμματος. Ἡ σειρὰ τῶν γεγονότων τούτων ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν μένει ἐν ἀδρανείᾳ ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία, ὡς διϊσχυρίζονται οἱ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ πολέμιοι. Ἑπομένως τὸ ζήτημα εἶναι, ὄχι ἂν δρᾷ ἢ ἂν δὲν δρᾷ ὁ Βασιλεὺς, ἀλλ’ ἂν ἡ δρᾶσις, ἥτις εἶναι ἀναμφισβήτητος, ἐγένετο καὶ ἐξακολουθῇ νὰ γίνηται μετὰ σκοπιμότητος καὶ πρὸς ἀποτελεσματικὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν ὄχι μόνον δὲν ἀποκρούει, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλει, ὡς ὅρον ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἐναρμόνιον λειτουργίαν αὐτοῦ, τὴν σώφρονα καὶ περιεσκεμμένην δρᾶσιν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Τὴν ῥήτραν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς βασιλεύει καὶ δὲν κυβερνᾷ, κρίνω ὡς μὴ ἔχουσαν καμμίαν ἔννοιαν ἐν τῇ στενῇ τοῦ γράμματος ἑρμηνείᾳ αὐτῆς. Ὁ Βασιλεὺς δὲν κυβερνᾷ βεβαίως, ἀλλ’ ὡς ἀνώτατος ἐπόπτης τῆς εὐρύθμου καὶ ἀπροσκόπτου λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐπιβλέπῃ, ὅπως μὴ ἡ λειτουργία αὕτη τελῆται πλημμελῶς, ὁπότε κατ’ ἀνάγκην ἐπέρχεται ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν ἐπὶ μεγίστῃ ἐθνικῇ ζημίᾳ. Τοιούτων ἐμφορούμενος ἀνέκαθεν ἰδεῶν καὶ πεποιθήσεων περὶ τῆς ἀγαθοποιοῦ καὶ ἐθνωφελοῦς δράσεως τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμολογήσω μεθ’ ἁπάσης μὲν τῆς πρὸς τὸ Στέμμα ὀφειλομένης εὐλαβείας, ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλης τῆς παρρησίας, μεθ’ ἧς πρέπει νὰ ὁμιλῶσι τοῦ ἔθνους οἱ ἀντιπρόσωποι, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε δρᾶσις τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, ἥτις ἐνιαχοῦ ἐγένετο ἴσως καὶ ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα, δὲν ἐπήνεγκε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐδικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν. Καὶ ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ ῥηθῇ ἀπεριφράστως ἡ ἀλήθεια. Πρέπει νὰ πραγματοποιηθοῦν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε καὶ ἐπηγγέλθη κατὰ τὴν περιοδείαν του ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν ἐθνικὴν Μεγαλειότητα. Πρέπει ν’ ἀποκηρύξωμεν τὸ παρελθὸν καὶ ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος ἐνδεικνυομένην ὁδόν. Ἂν μὴ τοῦτο γείνῃ, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ σκεφθῇ ὁ λαὸς περὶ τῆς τύχης του, διότι δὲν ὑποφέρει πλέον αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Διατὶ ἀποφεύγετε νὰ ἐρωτήσητε τὸν λαὸν διὰ τῶν ἐκλογῶν, ἀπὸ ποίους θέλει νὰ κυβερνηθῇ; Καὶ εἶναι τοῦτο ἐπιτακτικῶς ἐπιβεβλημένον, διότι τὴν μὲν πρώτην Κυβέρνησιν ὑπὸ τὸν κύριον Ζαΐμην ἀπεδοκίμασεν ὁ λαὸς ἐμφαντικώτατα κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Φεβρουαρίου, τὴν δὲ Κυβέρνησιν τὴν ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην κατέλυσε δι’ ἐξεγέρσεως, ἥτις ἔβαψε μὲ ἄφθονον αἷμα τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν. Λέγετε, ὅτι δὲν συμφέρει ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, διότι θὰ ζημιωθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι προφάσεις. Ἄς ἀφήσωμεν τὰ προσχήματα καὶ τ’ ἀνάξια σοβαρῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν περικαλύμματα, καὶ ἂς εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζει πλέον ὅλος ὁ κόσμος. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἀποφεύγετε τὰς ἐκλογὰς ἐκ τοῦ φόβου μήπως ἡττηθῆτε μὲν σεῖς κατὰ κράτος, νικήσῃ δὲ τὸ ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην πολιτικὸν κόμμα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὡς γνωρίζετε, δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην πολιτικοῦ κόμματος, ἀλλ’ ἂν ὁ λαὸς θέλῃ καὶ πάλιν νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ κόμμα τοῦτο, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις σοβαρῶς δύναται νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τάξῃ τὴν θέλησιν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ; Πολλοὺς καὶ μεγάλους περικλείει κινδύνους ἡ τακτικὴ, ἣν ἀκολουθοῦμεν, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἐγκαταλείψωμεν, ἐν ὅσῳ εἶναι καιρός. Δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀμοιβαία δυσπιστία, ἥτις διὰ τοιαύτης πορείας βάλλει βαθείας ῥίζας ἀναμέσον τοῦ λαοῦ καὶ ἀναμέσον τῆς Δυναστείας, καὶ ἥτις δύναται μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀμοιβαῖον μῖσος, ἀλλὰ καὶ ἀρχίζει ὁ λαὸς νὰ διατίθηται δυσμενῶς κατ’ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας. Ἐὰν μὴ μετ’ ἀποφασιστικότητος καὶ ἄνευ ἐπιφυλάξεων ἀλλάξωμεν δρόμον, αἱ συνέπειαι θὰ ἦναι πολὺ δυσάρεστοι, πρῶτοι δὲ θὰ τὰς αἰσθανθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι μὲν τὴν δύναμιν, δὲν ἔχουσιν ὅμως τὴν θέλησιν νὰ τὰς ἀποτρέψουν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεόδωρος Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 45′ μ.μ.)