Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Γ› Sitting 2

1901.11.10

4,042 rows · 30,241 words · 1 table · 311 turns

Date
1901.11.10
Presidency
Θ. ΡΕΤΣΙΝΑ
Period
ΙΕ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1906)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2

τῆς 10 Νοεμβρίου 1901.

(Σάββατον).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 20′ π. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀντιπροέδρων, τῶν γραμματέων, τοῦ κοσμήτορος τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τοῦ ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης.

§2Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐξηγήσῃ ἡμῖν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Βουλὴ περιφρουρεῖται ἀπὸ ὅλον τὸν στρατόν, ἐνῷ δὲν ἔχει ἀνάγκην ἢ τῆς φρουρήσεως τοῦ λαοῦ. Παρακαλῶ καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξηγήσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἡ Βουλὴ περιφρουρεῖται ἀπὸ ὅλον τὸν στρατὸν τῶν Ἀθηνῶν.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος.

§4Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συζητοῦμεν μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς παρατάξεως τοῦ στρατοῦ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, τῶν προθαλάμων καὶ τοῦ προαυλίου.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἢ καταρτισθῇ τὸ Σῶμα δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις.

§6Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς φρουρήσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἔφερε τὸ ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ καθαρισθῇ τὸ προαύλιον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοὺς στρατιώτας. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους νὰ περιφρουρῆται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀπὸ στρατόν, ἐνῷ δὲν διατρέχει κίνδυνον. Ἂς ὁρίσῃ τὸν στρατὸν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς ὁδούς, ὅπου οἱ μπράβοι της ἐφόνευσαν τοὺς πολίτας. Ἐντὸς τῆς Βουλῆς οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσέλθῃ.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ στρατιῶται εἶναι εἰς τὸ προαύλιον· δὲν ὑπάρχει ἑτέρα θέσις δι’ αὐτούς.

§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, ἵνα μᾶς ἀπαγορεύσητε τὸν λόγον, ὅστις δὲν ἐπιτρέπεται πρὶν καταρτισθῇ τὸ Σῶμα. Πρόκειται περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς συνεργαζόμεθα ἐδῶ, βασιζόμενοι εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὗ ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι χαίρομεν τὴν ἐμπιστοσύνην. Πρὸς τί συνήθροισαν ἐνταῦθα τὰ στρατεύματα ξηρᾶς καὶ θαλάσσης; Πρὸς τί ἡ στρατιωτικὴ κατάληψις τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τόσου στρατοῦ, ὃν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μισθοδοτεῖ, ἵνα ὑπερασπίζηται τοὺς νόμους, τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας; Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ στρατεύματα πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς τοὺς στρατῶνάς των. Τὴν φρούρησιν τῆς τάξεως καλλίτερον παντὸς ἄλλου τηρεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ἀπόδειξις ἡ χθές, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐκράτησεν ἐντὸς τῶν στρατώνων τὸν στρατὸν καὶ οὐδαμοῦ ἐφαίνετο ἴχνος ἐξουσίας· ὑπῆρξε παραδειγματικὴ τάξις εἰς πᾶσαν τὴν πόλιν.

§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, ἀπαθῶς συζητούμενον, δύναται νὰ λυθῇ. Ἡ Βουλή, κατὰ τὸ Σύνταγμα, συνεδριάζει δημοσίᾳ. Ἀλλὰ κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν πολὺ ἀπέχει τοῦ συνεδριάζειν δημοσίᾳ. Εἶδον ἰδίοις ὄμμασιν, εἴδετε δὲ καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅτι τὰ θεωρεῖα κατελήφθησαν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, παρὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Λυποῦμαι δὲ, διότι εἰς τὸ πρῶτον βῆμα ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐγένεσθε θῦμα παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Οὐσιωδῶς λοιπὸν ἐξετάζων τὸ ζήτημα, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν συνεδριάζει δημοσίᾳ, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ προχθὲς δὲ, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τὰ θεωρεῖα ἦσαν ὑπερπλήρη πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως. Ἡ Βουλὴ δὲν συνεδριάζει δημοσίᾳ, διότι οὐδεὶς εἰσέρχεται ἐλευθέρως, ὅταν περιβάλληται αὕτη, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ἔντιμος προαγορεύσας, ὑπὸ τοσούτου στρατοῦ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Ἐγὼ αὐτὸς ἐκινδύνευσα νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ προαύλιον, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ γραμματέως μου, διότι αἱ θύραι ἐφρουροῦντο, αἵ τε ἔμπροσθεν καὶ αἱ ὄπισθεν. Διὰ τοῦτο ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ πιστοποιήσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν συνεδριάζει δημοσίᾳ, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις πιστεύῃ, ὅτι κινδυνεύει ἡ δημοσία τάξις, δὲν πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂς τοποθετήσῃ τὸν στρατὸν μακρὰν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ λαὸς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τα ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀκούσῃ τὰ ἐνταῦθα μέλλοντα νὰ συζητηθῶσιν, ἅτινα βεβαίως θέλουσι συζητηθῆ ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ καὶ ἐν πάσῃ δικαιοσύνῃ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἐφαρμόσητε τοὺς κειμένους νόμους, ὑμεῖς, ὅστις ἐστὲ ὁ φρούραρχος τῆς Βουλῆς. Διατάξατε ἁρμοδίως καὶ δεόντως τὴν ἀπέλασιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ἐκ τοῦ προαυλίου.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ στρατὸς μένει ἐν τῇ πλατείᾳ.

§11Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὃ γέγονε, γέγονε· τὰ θεωρεῖα κατελήφθησαν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, καὶ ἐπληρώθησαν ἀκροατῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ τοὺς ἀποδιώξῃ, ἀλλὰ διατάξατε νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ θύραι καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἴσοδος εἰς πάντας.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§13Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μολονότι, κύριοι Βουλευταὶ καὶ κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ἡ Βουλὴ προεκλήθη κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι πρὶν ἢ καταρτισθῇ τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη τοῖς Βουλευταῖς ἡ συζήτησις, μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ ὡμίλησαν πολλοὶ, ἐπιτρέπεται καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προκληθέντος ζητήματος...

§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὁμιλεῖτε σεῖς;

§15Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁμιλῶ, κύριε συνάδελφε, δηλῶν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἡ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ὀφείλεται εἰς ἐμέ· ἐπειδὴ δὲ δὲν θέλω νὰ καταστῇ προηγούμενον, δι’ αὐτὸ ἐποιησάμην τὴν δήλωσιν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἤθελον προκαλέσει τὴν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ προεκλήθη ἡ συζήτησις, δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα εἴπω, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία προεκλήθη, δὲν ἔχει τὸν τόπον της. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ τήρησις τῆς εὐταξίας τῆς Βουλῆς ἀνήκει εἰς τὸν Πρόεδρον. Δικαίωμα ἑπομένως τοῦ Προέδρου εἶναι νὰ λάβῃ οἱαδήποτε νομίζει μέτρα, ζητῶν τὴν ἐκτέλεσιν τούτων ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κρίνει ἀναγκαῖα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως ἐν τῇ Βουλῇ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς ὑποβάλλεται περὶ τούτου ἐρώτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν.

§16ΑΣΗΜ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἰς τὸν Πρόεδρον ὑποβάλλεται.

§17Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ οἷα ἔλαβε μέτρα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ἐνήργησεν ἐν τῷ ἀπολύτῳ δικαιώματί του, ὅπερ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, οὐδὲ νὰ ἐλέγξῃ· οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ συμβουλεύσῃ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ λάβῃ τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα μέτρα, διότι εἶναι κύριος ν’ ἀκούσῃ ἢ νὰ μὴ ἀκούσῃ τὴν συμβουλήν.

§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ἦναι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον.

§19Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν ἦναι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, λέγει ὁ κ. Βουλευτής. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τίνα σημασίαν ἔχει ἡ παρατήρησις αὕτη. Ὁ ἀσκῶν δικαιώματα ἐν ὀνόματι νόμου καὶ κατὰ τὸν νόμον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ παραβάτης τοῦ νόμου, ἐξ οὗ ἀπορρέουσι τὰ δικαιώματά του. Ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀσκεῖ ἀπόλυτον δικαίωμα, λαμβάνων οἷα αὐτὸς νομίζει ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις αὕτη, ἀφοῦ ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι ταῦτα τὰ μέτρα ἔπρεπε νὰ λάβητε.

§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὰ ἔλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τὰ μέτρα αὐτά.

§21Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐκαλέσατε τὸ ναυτικὸν ἐκ Πειραιῶς; Ἐξηγηθῆτε.

§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροέδρων, γραμματέων κλπ. δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πλέον τῆς ἡμισείας ὥρας. Ὥστε προχωροῦντες θὰ φθάσωμεν ἀμέσως εἰς τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε προηγουμένως ὁ κ. Βουλευτής. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. (Παρατίθενται ἐπὶ τοῦ βήματος δύο ψηφοδόχοι κάλπαι). Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κύριοι Χοϊδᾶς καὶ Χατζηπέτρος. (Προσέρχεται ὁ κ. Χατζηπέτρος). Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.

§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡμεῖς δὲν λαμβάνομεν μέρος εἰς τοιαύτην ψηφοφορίαν.

§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνομεν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ γεγονότος τῆς προχθές. Ἐὰν ἠσέβησεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀσεβήσῃ καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ. Θέλομεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, διότι νομίζομεν προέχον αὐτὸ καὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροέδρων καὶ γραμματέων. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§26ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ γείνῃ ψηφοφορία. (Θόρυβος).

§27Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδεχόμενον ἡ γνώμη, ἣν ἔχομεν, νὰ ἦναι ἐσφαλμένη καὶ ἐναντία τοῦ Κανονισμοῦ. Τοῦτο θὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή.

§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς.

§29Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἔχει τώρα δικαίωμα ἡ Βουλή. (Θόρυβος).

§30Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ τῆς εὐταξίας τῆς Βουλῆς ἀνήκουσιν εἰς αὐτήν...

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρξατο ἤδη ἡ ψηφοφορία.

§32Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἔχω τὸν λόγον, δὲν δύνασθε νὰ μοὶ τὸν ἀφαιρέσητε. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.

§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὐτὸ εἶναι κωμῳδία!

§34ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν, κύριε Πρόεδρε· ἐξευτελίζετε τὴν θέσιν σας! (Θόρυβος).

§35Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει Βουλευτὴς ζητῶν τὸν λόγον, δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσητε.

§36ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν ἔκθεσμον αὐτὴν ψηφοφορίαν.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ 5 λεπτὰ θὰ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.

§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνιστῶ εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου εἶναι ζήτημα συνταγματικὸν, καὶ ὅτι ὅταν ὑπάρχῃ τις ζητῶν νὰ ἀγορεύσῃ, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ἐμποδίσῃ τὸν λόγον.

§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ὁ ἀμφισβητῶν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου πρέπει νὰ μένῃ σεβαστὴ, ἀλλὰ οὐδεὶς ἐπίσης δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ὁμιλήσῃ ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας.

§40ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡ ψηφοφορία ἤρξατο βιαίως.

§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἐζήτησε τὸν λόγον, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος εἶπεν «ἄρχεται ἡ ψηφοφορία», καὶ ἤρξαντο ἐκφωνούμενα τὰ ὀνόματα τῶν ψηφοφορησάντων Βουλευτῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ.

§42ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐκλήθησαν οἱ Βουλευταὶ κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν, ἀλλὰ προηγήθη ἡ ἐκφώνησις τῶν ὀνομάτων τῶν Βουλευτῶν Ἄργους.

§43Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κατὰ σειρὰν ἐκλήθησαν ὅλοι.

§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἦναι συγκεχυμένον τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Καρυστίας ἐζήτησε τὸν λόγον μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας, δὲν εἶναι συγκεχυμένον, ὅτι κατέληξα εἰς ῥητὴν πρότασιν, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν κατὰ τὸν Κανονισμὸν δέον πρῶτον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροέδρων καὶ γραμματέων, ἢ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ φλέγοντος ζητήματος.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία πρότασις δύναται νὰ συζητηθῇ ἢ ψηφισθῇ πρὶν ἢ τὸ Σῶμα καταρτισθῇ.

§46Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου.

§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὀρθή.

§48Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα αὐτό.

§49Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος στηρίζεται εἰς τὴν γνώμην του, ὅτι ἤρξατο ἡ ψηφοφορία, ἐκ τούτου καὶ μόνου, ὅτι ἐκομίσθησαν αἱ κάλπαι;

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρξατο καὶ ἡ ψηφοφορία.

§51Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἰδοὺ καὶ τὰ ψηφοδέλτια.

§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος.

§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὰ γιγνόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, καθόσον ὑποθέτω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία χθὲς δι’ ἐπιτροπῆς προσεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἔλθῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἡ ὁποία κατηγόρησε τῆς Κυβερνήσεως ὅτι φυγομαχεῖ, ἔχει συμφέρον νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ ὅσον τάχιστα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, δι’ ὃ ἐκλήθημεν χθές. Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, τὴν ὁποίαν κατηναλώσαμεν εἰς ζητήματα, ἅτινα οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν, διότι, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ἀναμφισβήτητον τοῦ Προέδρου δικαίωμα εἶναι νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα κρίνει κατάλληλα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ὡς πρὸς δὲ τὸ δεύτερον, ἀναμφισβήτητον ἐπίσης εἶναι, ὅτι καθιερώθη ὑπὸ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, ὅτι πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Προεδρείου οὐδεμία συζήτησις γίνεται, ἠδυνάμεθα, ἐξακολουθοῦντες τὴν ψηφοφορίαν, νὰ εἴχομεν τελειώσει αὐτήν. Ἐν τούτοις ἐπὶ ὥραν ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις αὕτη. Μήπως ἔχωμεν σκοπὸν μετὰ τὴν ἐκλογὴν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν; Ἐὰν θέλητε, συζητήσατε ἄνευ ἀναβολῆς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ, καὶ σήμερον εἰς ὑμᾶς θέλομεν εὐρέως ἀπαντήσει. Συμφέρον ὅμως ἔχετε καὶ ὑμεῖς, ὡς καὶ ἡμεῖς, νὰ μὴ φέρωμεν ζητήματα δευτερεύοντα, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαίου ζητήματος, ὅπερ πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ σήμερον τὴν Βουλήν.

§54Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προβῶμεν λοιπόν.

§55Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει πλάνη εἰς τὴν ἰδέαν τὴν ἐκτεθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως δὲν εἶναι ὁ Κανονισμός, ὅστις ἀπαιτεῖ τὴν κατάρτισιν τοῦ Προεδρείου πρὸ τῆς συζητήσεως οὐσιαστικοῦ ζητήματος. Ἔθιμον ἐφηρμόσθη ἐπὶ πολύ, ἀλλ’ ἁπλοῦν ἔθιμον, τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ θεωρήσῃ ὑποχρεωτικόν, ὅσον εἶναι ὁ Κανονισμός. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ σεβασθῇ τὸ ἔθιμον τοῦτο, οὐδαμῶς ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως οὐσιαστικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ ζητήματος ἁπλῆς τάξεως. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν ὑπὸ τὴν πίεσιν στρατιωτικῆς δυνάμεως...

§56ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὐδεμία ὑπάρχει πίεσις.

§57Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Ἐὰν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, τῆς τοποθετημένης ἐν τῇ Βουλῇ, ἧς τὴν ὕπαρξιν ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἠρνήθητε, καὶ εἴπετε κατ’ ἀρχήν, ὅτι ἀγνοεῖτε, ἂν ὑπάρχει στρατὸς ἐν τῷ περιβόλῳ.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐντὸς τῆς Βουλῆς.

§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡμεῖς ἀντελήφθημεν, ὅτι δὲν ἐγνωρίζετε τὴν ὕπαρξιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως εἰς τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ συζητῇ περιεζωσμένη ὑπὸ στρατοῦ; Οὐδεμία γίνεται συζήτησις οὐσιαστικοῦ ζητήματος. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν, οὔτε φρόνιμον, ἐν ταῖς ἡμέραις, ἃς διερχόμεθα, νὰ γεννῶνται τοιαῦτα ζητήματα. Ἐκτὸς τούτου, ἐπὶ τοῦ βήματος ὑπάρχει εἷς μόνον Ψηφολέκτης.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσεκάλεσα καὶ ἄλλον, ἀλλὰ δὲν προσῆλθε.

§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσέτι οἱ Βουλευταὶ Αἰγιαλείας δὲν ἐκλήθησαν νὰ ψηφίσωσι, καίτοι προηγοῦνται τῶν τοῦ Ἄργους.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλήθησαν.

§63Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν ἤκουσα τὸ ὄνομά μου, ἀλλ’ εἶχον ζητήσει καὶ τὸν λόγον, καὶ νομίζω ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.

§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως.

§65Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§66Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ὑπάρχει πρότασις, κύριε Πρόεδρε.

§67Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις, κ. Πρόεδρε. Εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ.

§68Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μᾶς ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τέλος πάντων, ἀφοῦ ὁμιλεῖτε περὶ Κανονισμοῦ.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖτε ὅτι εἶναι κατηρτισμένον τὸ Σῶμα;

§70Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω, Κύριοι, νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα.

§71Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ὑπομιμνήσκω τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι σεῖς ἔχετε τὴν διεύθυνσιν τῆς εὐταξίας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς.

§72ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀφήσατέ το αὐτό.

§73Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπὸ τὸ κράτος τῶν τοιούτων μέτρων δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της. Ὑμεῖς ὀφείλετε νὰ ἐρωτήσητε, ἂν ἡ Βουλὴ σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ περιφρουρήσητε αὐτὴν διὰ στρατευμάτων. Αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν ἐλύθη, καὶ δέον νὰ προηγηθῇ, ἐκτὸς ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν μαρτύρων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν μέτρων αὐτῆς, τῶν τόσον ἀσυνέτων, ἀπέστειλεν εἰς τὸν Ἅδην, τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις παρέστη ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ εἰσπράττουσα τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ διὰ νὰ φονεύῃ τὸν λαόν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἔχῃ τὸ θάρρος, ἂς τὸ φέρῃ ἀμέσως. Ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀντιπροέδρων καὶ γραμματέων δὲν παρακωλύεται.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἶχεν ἤδη περατωθῆ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐκλογὴ καὶ θὰ εἶχεν ἀρχίσει ἡ συζήτησις ἡ πολιτική.

§75Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἰς καμμίαν ἐποχὴν στρατὸς δὲν παρέστη εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὸν περίβολον· δὲν εἶναι εἰς τὴν Βουλήν.

§77Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς, ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ περιφρουρήσητε ὑμᾶς αὐτοὺς, διότι ἔχετε τὴν συνείδησιν τεταραγμένην ἀπέναντι τοῦ λαοῦ.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ δεχθῶ πᾶσαν πρότασιν· ἀλλ’ ἐπιμένω, ὅτι πρέπει τὸ Σῶμα νὰ καταρτισθῇ πρῶτον.

§79Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ τὸ εἴπητε σεῖς, κύριε Πρόεδρε.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσῃ ἡ ψηφοφορία.

§81Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος.

§82Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι ἐντελῶς κατηρτισμένον μόνον μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, τῶν ἀντιπροέδρων καὶ τῶν γραμματέων, εἶναι ὀρθὴ, καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν· ἀλλὰ θ’ ἀντιπαρατηρήσω τὸ ἑξῆς, ὅπερ ἔθιξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφός μου, ὅτι τοῦτο βεβαίως πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ τῆς ὁμαλῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ὅταν ὅμως συμβαίνῃ μία ἔκτακτος περίστασις, ἡ γνώμη, ὅτι τὸ Σῶμα δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς καμμίαν συζήτησιν, διότι δὲν ἐξελέγησαν οἱ ἀντιπρόεδροι καὶ οἱ γραμματεῖς, νομίζω, ὅτι εἶναι πεπλανημένη. Τὸ Σῶμα, εὐθὺς ὡς ἐτελείωσεν ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν καὶ κατηρτίσθη, δύναται νὰ προβῇ εἰς πᾶσαν συζήτησιν περὶ παντὸς ἀντικειμένου, καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἔχῃ Πρόεδρον. Θὰ προεδρεύσῃ ὁ ἀρχαιότερος, ἐν περιπτώσει ἐκτάκτου περιστάσεως. Σήμερον λοιπὸν τῷ ὄντι προκύπτει μία ἔκτακτος συζήτησις, ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς ἐν τῇ Βουλῇ. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, εἶσθε ὁ φρούραρχος, ὁ τηρητὴς τῆς τάξεως. Εἰς ἄλλα Κοινοβούλια διορίζεται εἰδικὸς φρούραρχος· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τὰ καθήκοντα τοῦ φρουράρχου τὰ ἐκτελεῖτε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε. Λοιπὸν προκαλεῖσθε ν’ ἀποφανθῆτε ἐπὶ τούτου: Ὑμεῖς ἐζητήσατε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν προσέλευσιν αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατιωτῶν; καὶ διατὶ τὴν ἐζητήσατε; Ποῖος κίνδυνος ὑπάρχει; Αὐτὰ ἐλέχθησαν ἐπαρκῶς παρὰ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τῶν προλαλησάντων, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν ὀρθῶς ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο, καὶ ὑμεῖς νὰ δηλώσητε, πῶς προεκλήθη αὐτὴ ἡ παράταξις ἡ στρατιωτική. Καὶ ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐπιδοκιμάσῃ, βεβαίως ἡ μειονοψηφία δὲν δύναται νὰ κάμῃ καμμίαν παρατήρησιν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, χωρὶς νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις, ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία αἰφνιδίως. Ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν πρώτων τοῦ καταλόγου μετὰ τοῦ κυρίου Παναγιωτοπούλου, καὶ δὲν ἠκούσαμεν τὸ ὄνομά μας. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ θεωρῶ ἄτοπον, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις ἡ γενομένη, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ἄλλης προτάσεως, τὴν ὁποίαν μετ’ ἄλλων Βουλευτῶν ὑπεβάλομεν, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἂν ὀρθῶς ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο.

§83Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι θὰ καταναλώσωμεν εἰς μάτην πολὺν χρόνον, συζητοῦντες περὶ τοῦ παραδεκτοῦ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ. Τὸν χρόνον τοῦτον νομίζω πρακτικώτερον καὶ συντελεστικώτερον διὰ τὴν ταχυτέραν ἐνέργειαν τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων νὰ καταναλώσωμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου.

§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν τέλος πάντων, κύριε Πρόεδρε.

§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλετε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν. Ὑπάρχει μία πρότασις.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ν’ ἀφήσητε νὰ προχωρήσωμεν.

§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος θέματος;

§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠμφισβητήθη, ἂν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου.

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω δικαίωμα πρὶν ἢ καταρτισθῇ τὸ Προεδρεῖον.

§91Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§92Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοσαύτην ὥραν, Κύριοι, γίνεται συζήτησις, καὶ πολλάκις παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶναι νομίμως κατηρτισμένον, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν δὲν δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν οὐδεμιᾶς ἄλλης προτάσεως. Ἐνταῦθα ἔχω τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Κανονισμοῦ διαγράφει τὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προεδρείου. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ποῦ τοῦ Κανονισμοῦ εὑρίσκει, ὅτι οὐδεμία ἄλλη πρότασις καὶ οὐδεμία ἄλλη συζήτησις δύναται νὰ προηγηθῇ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Προεδρείου;

§93ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶναι!

§94Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ποῦ εἶναι; Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν Σύνοδον διὰ ψηφοδελτίων καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκ τῶν ἰδίων αὑτῆς μελῶν ἕνα Πρόεδρον, τρεῖς ἀντιπροέδρους, ἕνα κοσμήτορα καὶ τέσσαρας γραμματεῖς...»

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι!

§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ βεβαίως. Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς οὐδὲν καθορίζει ἐξ ὅσων ὑμεῖς λέγετε οὔτε τὴν ὥραν τῆς ἐκλογῆς κανονίζει, οὐδὲ ἀπαγορεύει τὴν πρόταξιν ἑτέρας συζητήσεως.

§97Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἑρμηνεία περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Προεδρείου πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως ἐκυρώθη διὰ μακροῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐθίμου.

§98Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἂς ἀφήσωμεν τὰ ἔθιμα, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ. Κατ’ αὐτόν, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις, ἀπαγορεύουσα ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προταθείσης προτάσεως, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶναι νομίμως κατηρτισμένον τὸ Προεδρεῖον, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν πρὸ τῆς καταρτίσεως αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη τοσάκις παρὰ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν πρέπει νὰ προηγηθῇ τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τῶν λαβόντων χώραν προχθὲς αἱματηρῶν γεγονότων, ἢ πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προεδρείου, εἶναι τὸ ὀρθὸν, διότι εἶναι ζήτημα ἀφιέμενον εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς αἱματηρὰς σκηνὰς τῆς προχθές, ἢ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, λέγει αὐτό. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν ν’ ἀφήσητε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐμποδίσω τὴν ψηφοφορίαν· ἠθέλησα μόνον νὰ ἀμυνθῶ ὑπὲρ τοῦ Κανονισμοῦ.

§101Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ζητήσατε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποφανθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τέλους. (Θόρυβος).

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ καὶ ἕτερος ψηφολέκτης, ὁ κ. Ροδόπουλος ἢ ὁ κ. Καπετανάκης, ἵνα τελειώσωμεν τὴν ψηφοφορίαν, καὶ ἀμέσως νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα. (Προσέρχεται ὁ κ. Καπετανάκης).

§103Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλῶ ὅτι δὲν θὰ ψηφίσω, θεωρῶν οὐχὶ χρήσιμον ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ νὰ καταναλίσκηται ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς εἰς περιττά. (Γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Κανονισμοῦ, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Γ. Καπετανάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 143, ἐξ ὧν 27 ἠρνήθησαν ψῆφον...

§105ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Λάθος, λάθος.

§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι εἴμεθα ὅλοι παρόντες.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξελέγησαν ἀντιπρόεδροι οἱ κύριοι Ν. Λεωνίδας, βουλευτὴς Σπετσῶν, διὰ ψήφων 114, Α. Πλατῆς, βουλευτὴς Φθιώτιδος, διὰ ψήφων 107, καὶ Γ. Οἰκονομόπουλος, βουλευτὴς Καλαμῶν, διὰ ψήφων 106. Γραμματεῖς ἐξελέγησαν οἱ κύριοι Ἀλέξ. Κασσαβέτης, βουλευτὴς Βόλου, Γ. Λυμπερόπουλος, βουλευτὴς Μεσσήνης, Γ. Ραδινός, βουλευτὴς Τρικκάλων, καὶ Γερ. Φίλιππας, βουλευτὴς Λευκάδος, διὰ ψήφων 113 ἕκαστος. Κοσμήτωρ τῆς Βουλῆς ἐξελέγη ὁ κ. Ἠλίας Μαυρομιχάλης διὰ ψήφων 113. Ἔφορος δὲ τῆς Βιβλιοθήκης ὁ κ. Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης διὰ ψήφων 113. Εὑρέθησαν δὲ καὶ δύο λευκὰ ψηφοδέλτια.

§108Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§109Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις προμηνύεται μακρὰ, νομίζω ὀρθὸν νὰ ζητήσητε τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, ἵνα δύνασθε ν’ ἀναπληρωθῆτε, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη.

§110ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατί; Ὄχι!

§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.

§112Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον ἀρνεῖσθε. Ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ καταλίπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τὴν ἕδραν, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψητε τὴν συνεδρίασιν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντιπρόεδρος.

§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως. Νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικά.

§114Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Προκειμένου νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, ἔχομεν ἐνστάσεις. Ἑπομένως θὰ παρελκυσθῇ τὸ ζήτημα, διότι ἐγὼ δὲν δέχομαι, ὅτι δὲν ἐψηφοφόρησα· ἐγὼ ἠρνήθην ψῆφον.

§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντες ἠρνήθημεν.

§116Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς θέλει σημειωθῇ ὅ,τι εἶπεν ὁ βουλευτὴς κ. Παναγιωτόπουλος, καὶ τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς ὅλους ὑμᾶς.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται).

§118Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν, δύο ζητήματα, προκαλέσαντα εὐρυτάτην συζήτησιν, παρελείφθησαν τελείως ἐξ αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Παπαδιαμαντοπούλου, ἀφορῶσαν τὸν λόγον τῆς συγκεντρώσεως τοσούτου στρατοῦ ἔξωθεν τῆς Βουλῆς, ἠγέρθη ἕτερον ζήτημα ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεγαρίδος. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ προταχθῇ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροέδρων καὶ γραμματέων ἡ συζήτησις τοῦ φλέγοντος ζητήματος, τοῦ προκαλοῦντος τὸ ἐνδιαφέρον ἁπαξαπάσης τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐζητήσαμεν δὲ νὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην μας, καὶ εὐθὺς ἐζήτησε νὰ τεθῶσιν αἱ κάλπαι καὶ ἄρξηται ἡ ψηφοφορία. Τὸ ἄλλο ζήτημα, τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ποιεῖται μνείαν τὸ ἀναγνωσθὲν πρακτικὸν, ἢ δὲν ἐκτίθησιν αὐτὸ ἀκριβῶς, εἶναι, ὅτι ὄχι 20 ἢ 27 ἠρνήθησαν ψῆφον, ἀλλ’ ἠρνήθησαν ψῆφον ἅπαντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι. Δὲν γνωρίζω, τί θὰ πράξωσιν οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἐγὼ δηλῶ, ὅτι ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, καὶ ἠρνήθην ψῆφον.

§119ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀνεγράφη καὶ ἀνακρίβειά τις, ὅτι οἱ κύριοι ἀντιπρόεδροι, οἱ γραμματεῖς κλπ. ἐξελέγησαν δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἀποτελεῖται ἀπὸ 118, οἱ ἀντιπρόεδροι δὲ, οἱ γραμματεῖς κλπ. ἔλαβον ὀλιγωτέρας. Αὐτὸ νὰ καθορισθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν παρόντων, καὶ οὐχὶ ἀπολύτως.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγράφεται: ὁ ἀριθμός.

§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γείνωσιν οὐσιώδεις διορθώσεις εἰς τὰ πρακτικὰ, νομίζω, ὅτι πρέπει νῦν μὲν νὰ ἐπικυρωθῶσι, νὰ τυπωθῶσι δὲ εἶτα καὶ διανεμηθῶσι κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἑτέρα ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν δὲν ὑπάρχει. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ μετὰ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν τῶν ἐπαρχιῶν Καρδίτσης καὶ Κερκύρας. Παρακαλοῦνται τὰ ἁρμόδια τμήματα νὰ συνέλθωσι πρὸς ἐξέλεγξιν αὐτῶν. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;

§123ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος διετύπωσε πρότασιν νὰ προβῶμεν πρὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἄλλο.

§124Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἐδήλωσεν ἤδη, τί ζητεῖ ἡ Βουλή· νομίζω ὅμως, ὅτι καθῆκον τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δώσῃ τὰς προσηκούσας πληροφορίας περὶ τῶν συμβάντων χθὲς καὶ προχθὲς εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ποῖον λόγον ἐφονεύθησαν τόσοι συμπολῖται ἡμῶν, διὰ τίνα λόγον ἐτραυματίσθησαν τόσοι πολῖται, συνελθόντες ἡσύχως, ὅπως ἐκδηλώσωσι τὸ φρόνημα αὐτῶν. Καὶ ἀφοῦ τοιαύτη ἦτο ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας κυρίου Βουλευτοῦ, ῥητῶς καὶ ἀπεριφράστως ζητοῦντος πληροφορίας περὶ ὅλων τούτων, ἔρχεται τώρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἐρωτᾷ, ἐὰν ζητεῖ τις τὸν λόγον! Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ γεγονότων τοσοῦτον ἐκτάκτων πρώτη τὸν λόγον ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐλθοῦσα χθὲς, ἀπέστειλεν ἐπιτροπὴν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦσα νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ παράσχῃ οἵας ἔχει οὗτος πληροφορίας συλλέξει, καὶ σήμερον ἀνέμενεν ἡ Βουλὴ καὶ μετ’ αὐτῆς σύμπασα ἡ Ἑλλὰς νὰ πληροφορηθῇ, τίνος ἕνεκεν ἐταράχθη ἡ χώρα, τίνος ἕνεκεν ἐσφαγιάσθησαν τέκνα τοῦ λαοῦ εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς πρωτευούσης, οὐδὲν ἕτερον ζητοῦντα ἢ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀληθείας τῆς ἐκτροχιασθείσης Ἐκκλησίας.

§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν εἰς χεῖρας ἡμῶν βεβαίως τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ὧν εἴχομεν ἀνάγκην, ἵνα ὑψώσωμεν κατηγορίαν ἐπὶ δολοφονίᾳ πολιτῶν τῆς πόλεως ταύτης ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, ὀργάνων τῆς ἐξουσίας λαβόντων πρὸς τοῦτο διαταγάς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι χάριν τῆς τακτικωτέρας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητήσεως εἶναι ἀνάγκη πρώτη ἡ Κυβέρνησις νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν προχθὲς λαβουσῶν χώραν αἱματηρῶν σκηνῶν. Αἱ πληροφορίαι βεβαίως, ἃς ἡμεῖς ἔχομεν, θέλουσι μείνει μέχρι τέλους τῆς συζητήσεως ἀκράδαντοι καὶ ἀκλόνητοι. Ἀλλ’ ἐπίσημοι πληροφορίαι εἰσὶν ἐκεῖναι, ἃς ἔχει εἰς χεῖρας αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις. Περὶ τῆς ἀληθείας ὅμως αὐτῶν βεβαίως ἡμεῖς ἐπιφυλασσόμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι γνωρίζομεν ὅτι ἐνηργήθη συλλογὴ πληροφοριῶν, ἵνα πιστοποιηθῇ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀνάγκη τῆς ἐνασκήσεως βίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ὅταν τὸ ζήτημα συζητηθῇ, θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι τὴν βίαν ἐνήσκησεν ἡ Κυβέρνησις ἄνευ αἰτίας καὶ ἄνευ λόγου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τακτικώτερον, συντελεστικώτερον καὶ κοινοβουλευτικώτερον ἅμα ἔσται, ἐὰν πρῶτον ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις τυγχάνει νὰ ἦναι καὶ Πρωθυπουργὸς, ἀπολογηθῇ, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχει, ἐπὶ τῇ μεγάλῃ εὐθύνῃ, ἣν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, οὐ μόνον ὁ ἐλεύθερος, ἀλλὰ καὶ ὁ δοῦλος, ἐπιρρίπτει κατὰ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς. Καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀπαντήσῃ περὶ τῶν λαβόντων χώραν, καὶ ἐξηγήσῃ αὐτά, θέλει ζητηθῆ λόγος καὶ εὐθύνη οὐχὶ μόνον διὰ τὰς σκηνὰς, ὧν ὁλόκληρος ἡ πόλις παρέστη μάρτυς προχθὲς ἐν τῇ κεντρικωτάτῃ τῶν ὁδῶν τοῦ Ἄστεως, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ διὰ ποῖον λόγον, ἤδη ἀπὸ δύο ἐτῶν, δὲν ὕψωσε τὴν φωνὴν αὑτῆς, καὶ δὲν ἔθηκε τὴν χεῖρα αὑτῆς ἐναντίον τῆς ἀνοσίου καὶ ἀνιέρου ἀποπείρας μεταφράσεως τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν Εὐαγγελίου. Διότι καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται, ὡς θέλω ἐν καιρῷ ἀποδείξει. Διπλῆ ἄρα ἔσται ἡ συζήτησις, ἐφ’ ᾗ θέλει ζητηθῆ εὐθύνη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἴσως μάλιστα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ταῖς μεταφράσεσι τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι μείζων τῆς δευτέρας, διότι εἶναι ἡ ἀφορμὴ καὶ ἡ αἰτία τῶν ἀποτροπαίων σκηνῶν τῆς ὁδοῦ Κοραῆ. Νομίζω, ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην πολλῶν συναδέλφων, ζητῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ θέσῃ τάξιν εἰς τὴν συζήτησιν, ἵνα μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς ἀπαθείας, μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινοῦς ἐξετάσεως τῶν πραγματικῶν γεγονότων ἐπιληφθῶμεν συναμφοτέρων τῶν ζητημάτων.

§126Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπαντᾷ εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν ἐξ Αἰγιαλείας καὶ Ἀττικῆς Βουλευτῶν, ἀπευθύνω εἰς αὐτὴν ἐπερώτησιν, εἰς ἣν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως. Ζητῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἰδίᾳ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, διὰ ποῖον λόγον τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην ἔλαβον ἔκτακτα στρατιωτικὰ μέτρα καὶ συνεκέντρωσαν τόσον στρατὸν εἰς τὰς ὁδοὺς, καὶ πρὸς τί μετεκάλεσαν ἐκ Πειραιῶς ὅλους τοὺς πεζοναύτας, συγκεντρωθέντας ἐκ τῶν πλοίων. Νὰ ἐξηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις σαφῶς, ἐὰν ὥπλισε τὰ στρατεύματα μὲ φυσίγγια, καὶ ἐὰν διέταξε νὰ πυροβολήσωσι κατὰ τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τίνα λόγον ἠμπόδισε τὸν λαὸν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου νὰ πορευθῇ ὅπου ἤθελε, ἵνα ὑποβάλῃ τὰ αἰτήματά του, καὶ ποῖα τὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν τὰ αἱματηρὰ ἀποτελέσματα.

§127Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Νὰ ὑποβληθῇ ἐγγράφως ἡ ἐπερώτησις.

§128Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν. Δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολὴν ἡ ἀπάντησις.

§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἔχει νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὰ ἀτυχῆ συμβάντα οὐδὲν ἕτερον τὰ ὄργανα αὐτῆς ἐξετέλεσαν ἢ λυπηρὸν καθῆκον, ὅπερ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὰ ἀπέναντι τῆς στάσεως, ἣν διαδηλωταί τινες ἔλαβον. Καθῆκον ἔχω νὰ εἴπω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πᾶσαν προσπάθειαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατέβαλεν, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ στρατοῦ. Ὅταν δὲ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ τοσοῦτον ἐπισήμους, ὥστε καὶ αἱ ἐπισήμως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθησόμεναι δὲν δύνανται νὰ μετατρέψωσι ταύτας, ὅταν, λέγω, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων, οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, τότε ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπιτελέσει τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ πληροφορίαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἐσφαλμέναι, οὐδεμίαν δὲ θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθεώρησεν ὡς οὐσιῶδες. Νομίζω, ὅτι ἡ τάξις τῆς συζητήσεως εἶναι αὐτή. Σεῖς κατηγορεῖτε ἡμᾶς. Κατηγορήσατε λοιπόν. Εἰς τὴν κατηγορίαν σας θέλομεν ἀπαντήσει. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐκδηλωθῇ ἡ ἐλαχίστη ἐπιδοκιμασία ἢ ἀποδοκιμασία, θὰ διατάξω ἀμέσως τὴν ἐκκένωσιν τῶν θεωρείων.

§131ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς τοὺς ἐθέσατε ἐκεῖ ἐπάνω.

§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκτελέσητε τοῦτο.

§133ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην. Ἔχετε τὰ στρατεύματα.

§134Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις περιμένει νὰ διατυπωθῇ κατ’ αὐτῆς κατηγορία ὡρισμένη, διὰ νὰ ἐγερθῇ καὶ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ μεγίστου τούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐπὶ τοῦ τάπητος καὶ συνταράσσει τὴν συνείδησιν οὐ μόνον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἡ Κυβέρνησις δὲν αἰσθάνεται, ὅτι τὰ προχθὲς τελεσθέντα οὕτως ἢ ἄλλως—δὲν εἰσέρχομαι, βλέπετε, εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως—εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖα καὶ σοβαρά, συγκινήσαντα τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ κόσμου, ὥστε ν’ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ περιμένει νὰ διατυπωθῇ κατηγορία διὰ ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ ὡρισμένου ζητήματος, ὑποβαλλομένου αὐτῇ; Τοῦτο μὲ κινεῖ εἰς ἀπορίαν, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω τὸ ἐλατήριον, ὅπερ κινεῖ οὕτω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐὰν δὲν ἦναι ἀναλγησία, ἣν πρὸς τιμὴν αὐτοῦ δὲν παραδέχομαι ποσῶς.

§135Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατηγορία δὲν ἀπηυθύνθη κατ’ οὐδενός. Ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν, ἣν εἶπεν, ὅτι θὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὴν ὑπέβαλεν ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία παρίσταται ἐνταῦθα ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὑπεύθυνος δι’ ὅλας τὰς πράξεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν προχθὲς ἐν Ἀθήναις, θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Τότε, μετὰ τὴν ἀπάντησιν, θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν γνώσει νὰ κρίνῃ, ἐπικρίνουσα, ἢ ἐπιδοκιμάζουσα, ἢ σιωπῶσα τέλος. Πρὶν ἢ τοῦτο γείνῃ, δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μεταβάλλων τὴν ἐπερώτησιν εἰς κατηγορίαν, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ εἰς κατηγορίαν πρὶν ἢ αὕτη ἀναπτυχθῇ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν στιγμὴν ταύτην λέγει προκαταβολικῶς, ὅτι δὲν θέλει νὰ πιστεύσῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἢ εἶδεν, ἢ ἐγράφησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐρχομένη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ζητήσῃ εὐθύνας, ἂν τοιαῦται ὑπάρχουν, ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον, πρὶν προβῇ περαιτέρω, νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἐκπληροῦσα ἐπίσης καθῆκον, βοηθήσῃ διὰ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀνεπισήμως μόνον καὶ ἀτελῶς γνωρίζομεν ὅτι συνέβησαν, καὶ μᾶς εἴπῃ τὰς αἰτίας καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν συνέβησαν. Τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι διετάχθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ δὲν διετάχθησαν ταῦτα, πόθεν προῆλθεν ἡ πρώτη ἀφορμὴ κλπ. Ἐκ τούτων θὰ σχηματίσωμεν γνώμας, καὶ θὰ συζητήσωμεν, ἡ δὲ συζήτησις πιθανώτατα θὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα καὶ ψηφοφορίαν. Ἄνευ τούτου, ἄτοπον εἶναι νὰ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀκούσῃ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκτιθέμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ εἰς αὐτὰ πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀκριβῆ, δὲν δύναται νὰ περιβάλῃ μέχρι τῆς ἀκριβείας ἐκείνης, ἣν δίδει τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως, στηριζομένης ἐπὶ ἐπισήμων ἐκθέσεων καὶ διαταγῶν. Ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις δὲν δύναται νὰ ἦναι σπουδαία καὶ σκόπιμος, καὶ μόνον ἴσως θὰ θέσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ καταγγέλλῃ ταῦτα ὡς ἀνακριβῆ. Ἐπὶ ἀνεπαρκῶν πληροφοριῶν συζήτησις θὰ δώσῃ χώραν εἰς πολυπλόκους καὶ ἀτελευτήτους συζητήσεις, ἃς ἔχουν συμφέρον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφύγωσιν. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις, ὡς διαχειριστὴς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εὐθυνομένη διὰ τὰ συμβάντα τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἐπερωτηθεῖσα παρὰ Βουλευτοῦ, νὰ ἐκθέσῃ ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ νὰ δείξῃ ἡμῖν, ἂν εὐθύνεται ἢ ὄχι. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θὰ ἦναι ἀκριβὴς καὶ ἐπίσημος, θὰ δυνηθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ, ἡ κανονικὴ σειρὰ τῶν πραγμάτων. Ἀπορῶ δὲ, διατὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ μηκύνῃ, δι’ ὅσων λέγει, τὴν συζήτησιν, καὶ δὲν ἔρχεται εἰλικρινῶς νὰ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ εὑρεθῶμεν πιθανῶς σύμφωνοι, ἢ θὰ διαφωνήσωμεν. Ἄλλως θέλομεν ἐκθέτει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ πράγματα ὡς ἕκαστος ἀντελήφθη ἢ ἐπληροφορήθη αὐτά· καὶ δὲν θὰ ἦναι διὰ τοῦτο ἀξιόμεμπτος, ἀλλὰ θὰ φέρῃ εἰς κυκεῶνα τοιαύτη συζήτησις, ἐξ οὗ ἀδύνατον ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ ἐξέλθωμεν καὶ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα.

§136Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως προκαλέσωσι τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν περιμένομεν. Εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διαταγαὶ ἐδόθησαν αὐστηρόταται, ἵνα πᾶσα καταβληθῇ σύνεσις πρὸς ἀποφυγὴν αἱματοχυσίας, πρὸς ἀποφυγὴν δράσεως τοῦ στρατοῦ. Εἶπον, ὅτι ἀληθῶς, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατεβάλομεν, τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶχον τοιαύτας διαταγὰς, δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς ἐπιθέσεως, ἥτις κατ’ αὐτῶν ἐγένετο, εὑρέθησαν εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ κάμωσι χρῆσιν τῶν ὅπλων. Ἀλλὰ θέλει ἀποδειχθῇ ἐπισήμως, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν τραυμάτων καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν φόνων δὲν προῆλθον ἐκ στρατιωτικῶν σφαιρῶν. Ἐκ τῶν νεκροψιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ τῶν ἰατρικῶν ἐξετάσεων θέλει ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ σφαῖραι, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν εἰς τὰ τραύματα, ἦσαν σφαῖραι ῥεβόλβερ μικρᾶς ὁλκῆς, ἥτις δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν τῶν ῥεβόλβερ τῶν ἀστυφυλάκων. Θέλει ἀποδειχθῇ, ὅτι, ὅτε ἐγένετο χρῆσις τῶν ὅπλων, ὁ στρατὸς περιωρίζετο πυροβολῶν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν φόνων προέκυψαν ἐκ κοινῶν ῥεβόλβερ. Ὅταν δ’ ἐξετάσητε τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ στρατὸς, ἵνα κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε, καὶ τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἡ αἰτία τῶν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐκράτει ἀπὸ τῆς παρελθούσης Δευτέρας μέχρι τῆς χθές, θέλετε ἴδει, ὅτι ὁ στρατὸς ὑβρίσθη, ὅτι προεπηλακίσθη, ὅτι ὁ στρατὸς ἐτραυματίσθη, καὶ τὰ ἠνέχθημεν ὅλα. Ἀλλὰ πρὶν κάμητε τὴν ἐξέτασιν ταύτην πρέπει νὰ ἐξετάσητε ποία ἡ πρώτη αἰτία καὶ ποῖαι αἱ μεταγενέστεραι αἰτίαι. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω ταῦτα πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κηρύττουσιν, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὐτῶν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μείνωσιν ἀμετάτρεπτοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τυπικῶς τὰς πληροφορίας ταύτας, ἐνῷ βασιζόμενοι ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν αὐτοὶ, ἀνέλαβον νὰ κατηγορήσουν ἡμᾶς. Λέγομεν ἡμεῖς, ὅτι κατεβάλομεν πᾶσαν ἀνθρωπίνην προσπάθειαν, ὅτι ἡ ὑπομονὴ ἡμῶν ὑπερέβη τὰ ὅρια, ὅτι οὐδεμία ἴσως ἄλλη Κυβέρνησις...

§137ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὑπερέβητε σεῖς τὰ ὅρια.

§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. ἤθελεν ἀνεχθῆ, ὡς ἡμεῖς, ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας τὴν ἔκτροπον αὐτὴν κατάστασιν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα μᾶς ἀποκαλεῖτε δολοφόνους! — διότι ἡ λέξις αὕτη ἐρρίφθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ—καὶ ὄχι μόνον μᾶς ἀποκαλεῖτε δολοφόνους, ἀλλὰ ἐλάβετε καὶ τὸ θάρρος νὰ ἔλθητε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι εἴμεθα δολοφόνοι! (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν θὰ κατέλθω ἐγὼ νὰ ὑπερασπισθῶ κατὰ τῆς κατηγορίας ταύτης. Μόνον ὅταν ἔλθητε ἐπὶ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ μᾶς ἐπιδείξητε τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν στηρίζετε τὴν κατηγορίαν ταύτην, τότε μόνον θὰ ἀπαντήσω, ἐξετάζων καὶ πῶς ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, πόθεν ἀνεπτύχθη, εἰς ποίου χεῖρας κατὰ πρῶτον περιέπεσεν, ἵνα καταλήξῃ εἰς τὸ λυπηρὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐὰν αἰσθάνησθε σεῖς, τὸ αἰσθάνομαι περισσότερον ἐγώ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§139Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀπεκαλέσαμεν ὑμᾶς δολοφόνους. Ἀπεκάλεσαν ὑμᾶς δολοφόνους τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ὑμῶν· ἀπεκάλεσεν ὑμᾶς δολοφόνους ὁ Τύπος, ὅστις ὑπεστήριξε τὰ ζητήματα, ἅτινα ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε· ἀπεκάλεσαν ὑμᾶς δολοφόνους τὰ ἔγγραφα τῶν Ἀρχῶν ὑμῶν. Ἀλλ’ ἔχω εἰς χεῖράς μου, Κύριοι, περὶ τούτου καὶ ἐφημερίδα, ἥτις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἔδιδε χεῖρα βοηθείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχω εἰς χεῖράς μου ἐφημερίδα, ἥτις πρώτη ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν. Ἰδοὺ τίνες δίδουσι τὸν χαρακτηρισμὸν, οὗ πρὸ μικροῦ ἐμνημονεύσατε (ἀναγινώσκει): «Τινὲς ἰσχυρίζονται, ὅτι πρῶτος ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς Εὐάγγελος Σγουρὸς ἔσυρε τὸ περίστροφόν του καὶ ἐπυροβόλησεν». («Ἀκρόπολις» τῆς 9ης Νοεμβρίου, σελὶς γʹ, στήλη γʹ).

§140ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ψευδέστατον!

§141ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀληθέστατον! (θόρυβος).

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.

§143Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. (ἐξακολουθεῖ). «Ἀλλ’ ἡ μάχη εἶχε γενικευθῆ πλέον. Ἀπὸ τῶν παραθύρων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀστυφύλακες μὲ τὰ ῥεβόλβερ ἤρχισαν πυροβολοῦντες κατὰ τοῦ κόσμου, τοῦ εὑρισκομένου εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ». («Ἀκρόπολις», αὐτόθι).

§144ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ψεύδη! (θόρυβος)

§145Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι ψεύδη, κύριε Πρόεδρε, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς Εἰσαγγελίας ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες τοιαύτην στυγερὰν κατηγορίαν ἀπηύθυναν κατὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν ἀρκεῖ νὰ φωνασκῶσιν ἐνταῦθα ὅτι εἶναι ψεύδη, πρέπει καὶ νὰ τὸ ἀποδεικνύωσι διὰ τῆς νομίμου ἐνεργείας αὐτῶν.

§146ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ Εἰσαγγελία ἔχει εὐρύτατον στάδιον δράσεως δι’ αὐτὰς τὰς διαδόσεις, καὶ μετὰ τὴν ἀνάκρισιν θὰ δοθῶσι πλεῖστα στοιχεῖα ποινικῆς καταδιώξεως.

§147ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιμένετε ὅτι δὲν ἐπυροβόλησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν; (Θόρυβος).

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.

§149Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. (ἐξακολουθεῖ). «Εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ἄγνωστον πῶς, κἄποιος ἀνακαλύπτει ἕνα ἐνωμοτάρχην τῆς ἀστυφυλακῆς μετημφιεσμένον». («Ἀκρόπολις», αὐτόθι).

§150ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ψευδέστατον! (Θόρυβος).

§151ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλουσι νὰ πνίξωσι τὴν συζήτησιν, διότι δὲν τοῖς συμφέρει, κύριε Πρόεδρε.

§152Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἀνάξια σοβαρᾶς συζητήσεως αὐτά! Νὰ φέρητε ἔγγραφα.

§153ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Σεῖς ὀφείλετε νὰ δώσητε τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν. Ἔγγραφα ἐπίσημα ἐζητήσαμεν νὰ προσκομίσῃ ἡ Κυβέρνησις.

§154Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐφημερίδας δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν. (Θόρυβος).

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπω νὰ διακόπτῃ. Ἔχετε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε, καὶ ἀπαντήσατε κατόπιν.

§156Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. (ἐξακολουθεῖ). «Ὁ ἀστυφύλαξ Σγουρὸς, περὶ τοῦ ὁποίου λέγεται ὅτι ἐπυροβόλησε πρῶτος, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι ἐφόνευσεν ἕνα, ἀπομονοῦται, περικυκλοῦται καὶ κινδυνεύει νὰ διαμελισθῇ... Ὁ ἀστυφύλαξ τοῦ Νομάρχου κ. Καρατζᾶ παρ’ ὀλίγον νὰ ὑποστῇ τὸν Λύντσειον νόμον. Τὸν εἶδον πυροβολοῦντα καὶ φονεύοντα. («Ἀκρόπολις», αὐτόθι). Ἀλλὰ ζητοῦσι, Κύριοι, παραδόξως νὰ ἀνατραπῶσι τὰ πράγματα, καὶ ἡμεῖς, οἵτινες δὲν εἴμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει, νὰ προσκομίσωμεν ἐπίσημα ἔγγραφα! Αὐτὸ μοὶ ἐνθυμίζει παλαιόν τινα Βουλευτὴν, ὅστις ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκείνης τῆς πλευρᾶς (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν), ὁσάκις ἐγίνετο συζήτησις, ἔλεγε: «Τὰ ἔγγραφα! τὰ ἔγγραφα!» Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς ἰσχυρίσθην, ὅτι, ἂν θέλητε ἀπαθῶς, ἀμερολήπτως, ἐμβριθῶς νὰ τεθῶσι τὰ ζητήματα, ὑμεῖς ἔχετε τὸ καθῆκον νὰ παρουσιάσητε τὰ ἔγγραφα, ἅτινα τώρα ζητεῖ ὁ ἀγαπητὸς φίλος μου καὶ ἐξ Ὕδρας Βουλευτής. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ παρουσιάσωμεν ἔγγραφα. Παραδόσατε τὰ Ἀρχεῖα τῆς Διοικήσεως εἰς ἡμᾶς, καὶ τότε ἴσως δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τοιαῦτα ἔγγραφα. Ἡμεῖς ἔχομεν ὅ,τι ἔγραψε κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν ὁ Τύπος, ὁ φίλα ὑμῖν φρονῶν. Ὡς πρὸς τοιοῦτο βεβαίως ζήτημα, αἱ πρῶται ἐντυπώσεις τῆς κοινῆς γνώμης πάντοτε ἀπεδείχθησαν αἱ ἀληθέστεραι καὶ ἀσφαλέστεραι. Τίνα ἄλλα ἔγγραφα δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν; Ἰατροὶ χθὲς τὴν ἑσπέραν μὲ ἐπεσκέφθησαν εἰς τὴν οἰκίαν μου, καὶ μὲ προσεκάλεσαν νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον, ἵνα ἴδω, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν τραυματισθέντων ἔφερον τὰς σφαίρας τῶν ῥεβόλβερ ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω. Πόθεν αἱ σφαῖραι αὗται ἐβάλλοντο; Δὲν εἶναι ἀρκοῦσα ἀπόδειξις, οὐχὶ βεβαίως πρὸς ἔκδοσιν ἀποφάσεως καταδικαστικῆς, ἀλλὰ πρὸς ἔγερσιν κατηγορίας, καθ’ ἧς ὀφείλετε νὰ ἀπολογηθῆτε; Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ ἐφημερίς. Ἐὰν ἀναγνώσω καὶ ἄλλας, ἐχθρικῶς πρὸς ἡμᾶς ἐπίσης διακειμένας, ὅπερ ὅμως παραλείπω, βεβαίως θέλει ὑψωθῇ εἰς μέγα κατηγορίας οἰκοδόμημα ὁλόκληρος ἡ βαρύνουσα ὑμᾶς εὐθύνη. Ἀλλ’ ὅταν συλλέγω τὰ γεγονότα οὕτω πῶς, ὅταν ἔχω μάρτυρας τὰ τραύματα, ὅταν ἔχω τὴν διεύθυνσιν τῶν σφαιρῶν, καὶ ἡ διεύθυνσις τῶν σφαιρῶν δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ἕκαστον πόθεν αὗται ἐβλήθησαν, νομίζετε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν ὑμᾶς, ἰσχυριζομένους, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωμεν ἡμεῖς ἐπίσημα ἔγγραφα, ἵνα ὑμεῖς ἀπαντήσητε; Ὑπάρχουσι γεγονότα τινὰ τοσοῦτον εὔγλωττα, τοσοῦτον μαρτυροῦντα, τοσοῦτον ζῶντα, ὥστε οὐδεὶς ὑποχρεοῦται νὰ κατέλθῃ εἰς λεπτομερείας. Ἀπορῶ δέ, πῶς ὑμεῖς πρὸ πάντων, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐσπεύσατε, ἀπὸ τῆς χθὲς ἀκόμη, νὰ δώσητε λόγον τῶν πράξεων ὑμῶν, τῶν πράξεων, αἵτινες ἐξετελέσθησαν τῇ ἐντολῇ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, διότι πρὸς ὑμᾶς στρέφω τὸν λόγον, ὡς ὑπέχοντα τὴν μείζονα εὐθύνην, ὡς ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἐρωτῶ ὑμᾶς, τίς ἀνάγκη ἦτο νὰ ἔλθωσιν ἐκ Πειραιῶς ἀγήματα ναυτικά; Ἢ ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῶν ναυτικῶν ἀγημάτων, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ συνοδεύωνται ταῦτα ὑπὸ τῆς Μουσικῆς τοῦ Ναυτικοῦ; (θόρυβος). Ποία ἀνάγκη ἦτο νὰ συνοδεύωνται τὰ ἀγήματα ὑπὸ τῶν νεκροφόρων ἁμαξῶν; Ὑμεῖς ἐδώσατε ἐπαναστατικὴν ὄψιν εἰς τὴν πόλιν!

§157Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τῆς δεκαπέντε κουμπουριαῖς ἐναντίον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ οἱ ἀστυφύλακες τὰς ἔρριψαν; (θόρυβος)

§158Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, πρόκειται περὶ ἁπλῆς τινος ἐπερωτήσεως, καὶ διακόπτει ὁ κύριος ἐξ Ἄργους Βουλευτής; Ἐχύθη αἷμα Ἑλληνικόν, ἢ δὲν ἐχύθη; Διατὶ δὲν περιμένει ὁ κύριος ἐξ Ἄργους Βουλευτὴς νὰ ἀκούσῃ τί θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνει κατ’ αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος; Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστήσητε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ βάρος κατηγορίας, νὰ παύσῃ διακόπτουσα κατὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διακόπτει, διὰ νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ παραχθῇ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου.

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάμουν ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες.

§160Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ποῖοι λόγοι προεκάλουν τὴν τοιαύτην ἐπέμβασιν κατὰ τῶν διαδηλωτῶν; Οἱ διαδηλωταὶ ἀπηύθυνον ἀπειλὰς κατὰ τῆς Βασιλείας; κατὰ τῆς Κυβερνήσεως;

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε νὰ τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων.

§162Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν, ποία ἦτο ἡ ἀνάγκη τῶν νεκροφόρων ἁμαξῶν, τῶν ἁμαξῶν διὰ τοὺς τραυματίας, ἃς ὡδήγουν ἐπιδεικτικῶς, διὰ μέσου τῶν λεωφόρων τῶν Ἀθηνῶν, τὰ ναυτικὰ ἀγήματα ὑμῶν; Ἢ προέκειτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς περὶ στυγεροῦ καὶ μεμελετημένου ἐγκλήματος, ἢ ἐκωμῳδοποιήσατε τὰς Ἀρχὰς τῆς Πολιτείας. Ἦλθον οἱ συμπολῖταί μου εἰς τὴν οἰκίαν μου, οἱ μὲν ἐξηγριωμένοι, οἱ δὲ καγχάζοντες ἐπὶ τῷ μωρῷ καὶ κωμικῷ θεάματι τῶν ὁδηγουμένων ἐκ τοῦ Πειραιῶς ἀγημάτων, ἐχόντων ἐπὶ κεφαλῆς τὴν Μουσικὴν, καὶ ὄπισθεν τὰ φορεῖα διὰ τοὺς νεκροὺς, οὓς πρόκειτο νὰ παρατάξητε ἐν δεκάδι ἐντὸς τοῦ ναοῦ τῆς Μητροπόλεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατηγορία, ἣν ἀπευθύνομεν καθ’ ὑμῶν. Εἶναι κατηγορία ἐπὶ δολοφονίᾳ, ἣν ὑμεῖς μὲν δὲν διεπράξατε, ἐξετέλεσαν ὅμως τὰ ὄργανα ὑμῶν, οὐχὶ δὲ ὁ στρατός. Ἐξετέλεσαν αὐτὴν οἱ θεσιοθῆραι, οὓς εἴχετε συμμαζεύσει εἰς τὰ παράθυρα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Οὐδὲ λαμβάνω ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν τὸ πιστοποιητικὸν τῶν διαφόρων θεσιθηρῶν καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. (Χειροκροτήματα).

§163ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Δυστυχῶς ἀρχίζουν αἱ ὑπογραφαὶ ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου. Τοσαύτη ἦτο ἡ πίεσις!

§164Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἀπηυθύναμεν καθ’ ὑμῶν κατηγορίαν, ἀπηυθύναμεν αὐτὴν διὰ τῆς φωνῆς ἡμῶν, ἐκπροσωπούσης τὸ φρόνημα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐ μόνον τοῦ ἐλευθέρου, ἀλλὰ καὶ τοῦ δούλου. Ἐρευνήσατε τίνες ἦσαν οἱ συγκροτοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν θέλετε ἴδει οὔτε Μωραΐτας, οὔτε Ρουμελιώτας, οὔτε Νησιώτας πολλούς. Θέλετε ἴδει τὰ τέκνα τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης, θέλετε ἴδει τὰ τέκνα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῶν δούλων Νήσων, τῆς Κρήτης. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, καὶ τῆς ἐλευθέρας καὶ τῆς δούλης, μία ἐγείρεται φωνὴ, καὶ ἡ φωνὴ εἶναι αὕτη, ὅτι ὀφείλετε λόγον ἐπὶ ταῖς πράξεσι τῶν ὀργάνων ὑμῶν, ἅτινα, ἐναντίον τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ἐδολοφόνησαν ἀθώους πολίτας, ἐκφράζοντας ἐν ἡσυχίᾳ τὰ φρονήματα αὐτῶν. Κατηγοροῦμεν ὑμᾶς διὰ τὰς κωμικὰς ἐκείνας συμπυρσοκροτήσεις τῶν ἀγημάτων τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, αἵτινες δὲν ἐπιτρέπονται νὰ γίνωνται ἐνώπιον ἐλευθέρων λαῶν. Τί ἐξελάβετε τοὺς πολίτας; Ὡς μωρὰ παιδία; Τί ἐξελάβετε ὅλα τὰ πλήθη ἐκεῖνα τοῦ λαοῦ; Ὡς δειλὰς γυναῖκας; Τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα ὑμῖν εἰς ἐκπυρσοκροτήσεις καὶ εἰς ὁμοβροντίας ψευδεῖς; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι ταῦτα ἐξεγείρουσι τοὺς καγχασμοὺς, ἀλλ’ ἐξεγείρουσι καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν λαῶν; Ἤμην ἐν τῇ οἰκίᾳ συγγενοῦς μου, ὅτε ἤκουσα τὰς ἐκπυρσοκροτήσεις ταύτας, καὶ κάτωθεν τῆς οἰκίας πλῆθος λαοῦ ἐξεμάνη, διότι πρὸς στιγμὴν ἐπίστευσε—καὶ δικαίως—ὅτι τὰ πυρὰ ταῦτα διηυθύνοντο κατὰ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Τίς ἐδύνατο, μακρὰν ὀλίγον εὑρισκόμενος, κατ’ ἐκείνην τὴν κρίσιμον στιγμὴν νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι αἱ ἐκπυρσοκροτήσεις διηυθύνοντο εἰς τὸν ἀέρα, ἀφοῦ ἀπὸ τῆς πρωΐας εἶχε δημοσιευθῆ καὶ τοιχοκολληθῆ ἔγγραφον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ὅτι διὰ τῆς βίας ἤθελε διαλύσει τὰ Συλλαλητήρια, ἂν ταῦτα ἀπεμακρύνοντο τοῦ Πανεπιστημίου; Καὶ τὰ Συλλαλητήρια εἶχον ἐξέλθει τῆς πλατείας τοῦ Πανεπιστημίου.

§165Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ διαταγήν.

§166Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς: «Κατὰ διαταγήν».

§167Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλεῖ ὁ κ. Στάϊκος, ὅταν λέγῃ (ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς πρὸς τὸν Πρύτανιν): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι πρὸς πρόληψιν διαταράξεως τῆς τάξεως διετάχθην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβω πρόνοιαν, ὥστε οἱ κ. κ. φοιτηταὶ νὰ μένωσιν ἀνενόχλητοι καὶ ἐλεύθεροι, ἐφ’ ὅσον συσκέπτονται καὶ συζητοῦσιν ἐντὸς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ περιβόλου του, ἀπολύτως δὲ νὰ μὴ ἐπιτρέψω τὴν ἀνὰ τὴν πόλιν περιφορὰν μεγάλων ὁμάδων διαδηλωτῶν, εἴτε ἐκ φοιτητῶν, εἴτε ἐξ ἄλλων πολιτῶν. Τοὐναντίον δὲ πᾶσαν τοιαύτην ἀπόπειραν θέλω παρεμποδίσει καὶ διὰ τῆς βίας, ποιούμενος χρῆσιν τῶν ὑπ’ ἐμὲ στρατιωτικῶν δυνάμεων». Καὶ ὅμως, μετὰ τὴν διαταγὴν ταύτην, εἴδομεν τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἀξιωματικούς τινάς τοῦ ἱππικοῦ κρατοῦντας ἐκ τῶν βραχιόνων τοὺς σημαιοφόρους τῆς φάλαγγος τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὁδηγοῦντας αὐτοὺς ἐκ τῶν στύλων τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς, ὡς ἐν γάμῳ καὶ ἐν πομπῇ, εἰς τὰ προπύλαια τοῦ Πανεπιστημίου! Καὶ μέχρις ἐκεῖ τὰ πράγματα ἔβαινον εἰρηνικῶς. Τὸ Συλλαλητήριον τῶν φοιτητῶν ἐξέδωκε ψήφισμα, ὅπερ δημοσιεύουσι πᾶσαι αἱ ἐφημερίδες, καὶ μετὰ τὸ ψήφισμα ἡ μεγάλη ἐκείνη διαδήλωσις ἔβαινε πρὸς διάλυσιν, καὶ ἤρξατο διαλυομένη. Τὰ κύματα τοῦ λαοῦ ἐχύνοντο εἰς τὰς διαφόρους παρόδους τῆς Πλατείας τοῦ Πανεπιστημίου. Μέγα μέρος λαοῦ κατήρχετο τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ὅτε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πυροβολισμοὶ μετημφιεσμένων ἀστυφυλάκων καὶ μπράβων τῆς Κυβερνήσεως ἔρριψαν κάτω καὶ ἐφόνευσαν τὰ πρῶτα θύματα πρὸ τοῦ πεζοδρομίου. Μετάβητε νὰ ἴδητε ἀκόμη ἐκεῖ τὸ αἷμά των.

§168ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ τὰς σφαίρας!

§169Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μετάβητε εἰς τὸ Πολιτικὸν Νοσοκομεῖον νὰ ἴδητε τὴν διεύθυνσιν τῶν σφαιρῶν τῶν ῥεβόλβερ ἐπὶ τῶν τραυμάτων. Ἐὰν ἔχητε ἀνάγκην ὀλίγων στιγμῶν, ἵνα πράξητε τοῦτο, καὶ μετὰ ταῦτα ν’ ἀπαντήσητε, ἡμεῖς βεβαίως νομίζω, Κύριοι, ὅτι συναινοῦμεν νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ πέντε λεπτὰ τὴν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε ἐπίσημα ἔγγραφα, μὴ ζητεῖτε νὰ φέρωμεν ἡμεῖς ἐπισήμους πράξεις. Ὑμεῖς ἐστὲ ὑπεύθυνοι τῶν λαβόντων χώραν· ὑμεῖς ὀφείλετε ν’ ἀπολογηθῆτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§171Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω. Νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ θέλοντες.

§173Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§174Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Βεβαίως καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀπέδωσε τὴν ἐπωνυμίαν αὐτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ὅταν ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως θέτουν ὄπισθεν τῶν τοίχων τοῦ Πολιτικοῦ Νοσοκομείου, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σόλωνος, τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, ὡς ἐνέδρας κατὰ τῶν πολιτῶν, τί εἶναι αὐτό; Εἶναι δολοφονία ἢ ὄχι; Ἀντὶ νὰ ἦναι ὄπισθεν τῶν τοίχων τοῦ Νοσοκομείου, ἔπρεπε νὰ τὰ παρατάξουν εἰς τὰς πλατείας, ἵνα γνωσθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐμποδίσῃ πᾶσαν κίνησιν.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; (Διάλογοι)

§176Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ζητῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν συγκέντρωσιν τοῦ στρατοῦ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἰδίως νὰ ἐξηγήσῃ λεπτομερῶς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τοιαῦτα ἔκτακτα μέτρα πρὸς τήρησιν δῆθεν τῆς τάξεως ἐν Ἀθήναις, καὶ προκαλῶν αὐτὴν νὰ ἐξηγήσῃ, ποία ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσις τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως κατὰ τὰς ὥρας, καθ’ ἃς ἐγένοντο αἱ διαδηλώσεις. Ἔπρεπε λοιπὸν ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, καὶ νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, ποῖα περιστατικὰ ὑπῆρξαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὴν δημοσίαν δύναμιν νὰ πυροβολήσῃ κατὰ τοῦ λαοῦ, καὶ πῶς τέλος πάντων προεκλήθησαν τὰ αἱματηρὰ γεγονότα. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις διὰ μακροῦ καὶ ἐμπεριστατωμένου λόγου νὰ ἐκθέσῃ ὅλας τὰς λεπτομερείας τῶν γεγονότων ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤρξατο ἡ διαμαρτυρία τῶν φοιτητῶν κατὰ τῆς προσβολῆς τῆς θρησκείας, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐχύθη τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀντὶ τούτου, Κύριοι, μετὰ λύπης μου εἶδον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶντα, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ τῆς μεταθέσεως ἑνὸς γραμματέως Νομαρχίας, δι’ ὑπεκφυγῶν καὶ ἀοριστολογιῶν, ὅλως ἀναξίων τῆς περιστάσεως. «Οὕτως ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἠδύνατο νὰ πράξῃ! Αὐτὸ ἐνεδεικνύετο εἰς αὐτὴν ἐκ τῶν περιστάσεων! αὐτὸ ἔπραξε! Προσεπάθησε νὰ ἀποφύγῃ τὴν αἱματοχυσίαν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη!» Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀφειλομένη εἰς τὴν Βουλὴν ἐξήγησις; Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, κατὰ τὸ σύστημά του, ἀπὸ ἀμυνομένου γίνεται ἀμέσως κατήγορος, καὶ ἀπευθύνεται κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ῥίπτει ὑπαινιγμούς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις προεκάλεσε τὰς ταραχὰς, καὶ οὕτω κατηγορεῖ ἡμᾶς βεβαίως. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχουσι μόνον οἱ κατηγοροῦντες ἐδῶ, ἵνα ζητῶμεν ἀπολογίαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, καὶ μετ’ αὐτῶν ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ φωτισθῇ ἐπὶ τῶν συμβάντων καὶ ὄχι νὰ ζητήσῃ ἀπολογίαν. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἀπηύθυνα μομφὴν κατ’ αὐτῆς· ἐζήτησα μόνον πληροφορίας, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ὡς πολίτης ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν τάξιν, ὡς στοιχεῖον νομοταγὲς, ἀγαπῶν νὰ βλέπω τὴν πατρίδα μου ἀγαθῶς διοικουμένην καὶ ὄχι σπαρασσομένην ἐξ ἐμφυλίων σπαραγμῶν, καὶ παρεκάλεσα τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φωτίσωσιν ἡμᾶς καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἐπαρχίας περὶ τῶν λυπηρῶν συμβάντων, τὰ ὁποῖα κατετάραξαν τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ αὐτοί, ἀντὶ νὰ δώσωσι πληροφορίας, ἀποφεύγουσι τὴν ἐπιβαλλομένην ἐξήγησιν, καὶ ζητοῦσι νὰ ῥίψωσι τὴν εὐθύνην ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει. Σήμερον ἐν Ἀθήναις μία γνώμη ἐπικρατεῖ· ὅλοι φωνάζουσι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ὁ μᾶλλον ἀμερόληπτος παρατηρητὴς, ὁ μὴ φοβούμενος νὰ παρεξηγηθῇ διὰ τὰ πολιτικά του φρονήματα, βλέπει, ὅτι δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, καὶ παντοῦ ὁ λαὸς ὀνομάζει τὴν Κυβέρνησιν δολοφόνον! Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα ἀτομικὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μᾶς λέγει: «θὰ ἀμυνθῶ καὶ θ’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶμαι δολοφόνος». Τὸ ζήτημα εἶναι ὑπὲρ τὰ ἄτομα, ἀφορᾷ τὴν ἔννομον τάξιν ἐν τῷ Κράτει, καὶ θέλει ἐκ περιωπῆς ἐξετασθῆ. Κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους. Ὑπεράνω τοῦ προσώπου τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ παντὸς ἄλλου προσώπου ὑπάρχουσιν οἱ θεσμοὶ καὶ αἱ νόμιμοι ἐξουσίαι, ἃς ἔχομεν συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ διατηρήσωμεν ἀκεραίας καὶ σεβαστάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐνδιαφέρει ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἡ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορία, ὅτι ἐδολοφόνησε τὸν λαόν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, καταβιβάσασα αὐτὸ, ἠθέλησε νὰ τὸ παρουσιάσῃ ὡς ζήτημα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ· ἐνῷ δὲ ἐγὼ καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐζητήσαμεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ καὶ ἐκθέσῃ λεπτομερῶς ὁποία ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσις αὐτῆς, πόθεν ὡρμήθη εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, χωρὶς νὰ κατηγορήσωμεν αὐτῆς, αὕτη ἀπαντᾷ: «εἰς τί μᾶς κατηγορεῖτε διὰ ν’ ἀπολογηθῶμεν;» Δὲν κατηγοροῦμεν, ἀλλὰ ζητοῦμεν ἐξηγήσεις, διατὶ ἐδολοφονήθη ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης, καὶ ὀφείλετε νὰ ἀπαντήσητε, καὶ ὄχι νὰ μετέρχησθε πολιτικὰ τερτίπια εἰς τοιαύτας κρισίμους στιγμάς. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι θλίβομαι, βλέπων τὸν οἶκον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑβριζόμενον. Εἶναι ἀποτρόπαια ὅσα κατ’ αὐτοῦ ἐκστομίζονται...

§177Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν, διότι ὑβρίσθησαν καὶ ἐπροπηλακίσθησαν καὶ ἄλλοι προλαβόντες Πρωθυπουργοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀνώτερον τὸ ἀνάστημα τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ.

§178Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ κάμνουν ἐντύπωσιν οἱ ἐξευτελισμοὶ, οὓς ὑφίσταται ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, καθότι αἱ πρὸς αὐτὸν ὕβρεις ἀντανακλῶνται καὶ εἰς ἐκείνους, ὧν εἶναι σύμβουλος· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ἐξευτελίζηται ἀτιμωρητὶ ὁ σύμβουλος τοῦ Βασιλέως, ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν ἔννομον τάξιν, διὰ τὸ κῦρος τῆς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ ἐνδιαφερώμεθα. Μὴ θέλων δὲ νὰ δώσῃ οἱανδήποτε ἐξήγησιν, δίδει εἰς πάντα τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ζητεῖ νὰ ἀποφύγῃ τὸ φῶς καὶ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὑπέχει.

§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀναδρομή, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ συμβεβηκότος λαβόντος χώραν πρὸ 23 ἐτῶν, ἦτο ἀκατάλληλος. Ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν ἐκδηλώσεων αἵτινες τότε ἐγένοντο κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης ὠνόμαζεν Οἰκουμενικόν, ὥστε δὲν δύναται νὰ γένηται σύγκρισις. Τότε ὑπῆρχεν ὁ ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος, καὶ οἱ Ἕλληνες προσεδόκων, ὅτι ἐκ τοῦ πολέμου ἤθελε προκύψει τι ὠφέλιμον ὑπὲρ τοῦ ἔθνους· ἐνόμιζον δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε προβῆ εἰς πρᾶξίν τινα, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς προσεδόκα, ὅτι, ἂν παρεσκευάζετο στρατιωτικῶς καὶ ἀνεμιγνύετο εἰς τὸν πόλεμον, ἤθελε πάντως ἐπιτευχθῆ καλόν τι. Διαφωνίαι μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν ἐματαίωσαν πᾶσαν τοιαύτην ἐνέργειαν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔπεσε, παραλύσασα διὰ τῆς ἀπραξίας. Τὴν ἑπομένην ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, συνέπεσε δὲ νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ μέλος τοῦ τε Οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ μετ’ αὐτὸ σχηματισθέντος ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον. Τότε ἐπεχείρησαν ἀντίδρασιν πολιτικὴν, ἀλλ’ ἀντίδρασιν χυδαίαν, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ἀνὴρ βίαιος, ἀνήκων εἰς τὸν στρατόν. Ἡ ἀντίδρασις ἐκείνη ἔκρινε κατάλληλον τὴν περίστασιν, καὶ ἐπεχείρησε νὰ ἐξαφανίσῃ ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τὰ μέλη τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὸν Κουμουνδοῦρον, τὸν Ζαΐμην, τὸν Δεληγεώργην, τὸν Τρικούπην καὶ ἐμὲ, καὶ ἐπεχείρησαν διαδηλώσεις, καὶ ἔσπευσαν νὰ θραύσωσι τὰς ὑέλους τῶν παραθύρων ἡμῶν. Ἀλλὰ τὰ τότε γενόμενα ἔχουσί τι παραπλήσιον πρὸς τὰ σημερινά; Σήμερον πρόκειται περὶ αἰσθήματος, τὸ ὁποῖον ἤγειρε γενικὴν ἀγανάκτησιν, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἔπεσαν 10 ἢ 12 νεκροὶ, καὶ ἐτραυματίσθησαν 30 ἢ 40 πολῖται Ἕλληνες. Ὑπάρχει τι τὸ παραπλήσιον; Ἀληθῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπηνίξατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ διατυπώσῃ καλῶς, ἤτοι ὅτι αἱ σκηναὶ ἦσαν ὑποκινήματα πολιτικὰ, εἴτε τὸν ὑπαινιγμόν, ὃν ὑπεφήναντο ἄλλοι τινὲς, ὀφείλει νὰ βεβαιώσῃ ὁ Πρωθυπουργός· πρέπει ν’ ἀποκαλύψῃ, ποῖα πολιτικὰ κόμματα ὑπεκίνησαν τοὺς φοιτητὰς, ποῖοι συνέδραμον αὐτοὺς καὶ προεκάλεσαν διαδηλώσεις, ἢ προεκάλεσαν πυροβολισμοὺς κατὰ τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶμεν ἡμεῖς: εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς νόμοις, ἢ ἐν τοῖς κανονισμοῖς τῆς Χωροφυλακῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς βίας καὶ τῶν ὅπλων ἄνευ προειδοποιήσεως; ἢ νὰ διατάξῃ τοὺς μπράβους αὑτῆς καὶ τοὺς μισθωτοὺς νὰ πυροβολῶσιν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ προβάλῃ ὡρισμένα γεγονότα, καὶ ν’ ἀναφέρῃ ὡρισμένας πράξεις. Ἡμεῖς — καὶ δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω ἐν ὀνόματι πάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως — οὐδόλως ἀνεμίχθημεν εἰς τοιαῦτα θέματα· ἀπ’ ἐναντίας πρὸ τεσσάρων μηνῶν ἐφημερὶς, διὰ τῆς ὁποίας τὸ πολιτικὸν κόμμα, οὗ ἡγοῦμαι, ἐκδηλοῖ τὰ φρονήματά του, ἐδημοσίευσε δύο ἄρθρα κατὰ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, διότι ἐφρονοῦμεν καὶ φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ἔργον δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἱερὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας. Ἦλθε τότε πρὸς ἐμὲ ἀνώτερος ἱεράρχης καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐπιφορτισμένος νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ, ὅτι ἀνεγνώσθησαν τὰ ὑπὸ τῆς «Πρωΐας» δημοσιευθέντα ἄρθρα, καὶ ὅτι ἔπεισαν τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐγκαταλίπωσι τὸ ἔργον τῆς μεταφράσεως, πρέπει δὲ νὰ ἤμεθα ἥσυχοι. Ἔκτοτε ἡμεῖς ἐγκατελίπομεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ ὅτε ἐμάθομεν ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον μετεφράσθη καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διανεμηθῇ, ἐξεπλάγημεν, ἀλλ’ οὐδένα ἐποιησάμεθα λόγον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἀναδρομὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἦτο ἀκατάλληλος. Τότε ἐθραύσθησαν μὲν αἱ ὕελοι τῶν παραθύρων, μετῆλθον δὲ καὶ ἔργα βίας κατὰ τῆς οἰκίας τοῦ Κουμουνδούρου, ὡς μετῆλθον τοιαῦτα καὶ κατὰ τῆς ἐμῆς. Ἐὰν ἠμύνθη ὁ Κουμουνδοῦρος ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτοῦ οἴκῳ, τοῦτο ἔπραξεν, ὡς εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ πᾶς πολίτης· καὶ ἐγὼ δ’ ἤθελον πράξει τὸ αὐτὸ, ἂν ἤθελον τολμήσει βίαν κατὰ τῆς οἰκίας μου. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ἡ συζήτησις περιήχθη εἰς ἀταξίαν, εἶμαι δ’ εὐχαριστημένος, διότι τὴν ἀταξίαν αὐτὴν δὲν προεκάλεσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου προέβαλεν ἐπερώτησιν, ὡς εἶχε δικαίωμα, ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν προέβαλεν ἐπερώτησίν τινα, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου εἰς οὐδεμίαν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν ἀνήκει. Ἡμεῖς δὲν προεβάλομεν ἐπερώτησιν, διότι ἠθέλομεν ταπεινώσει ὑπόθεσιν τοσούτῳ μεγάλην, ἥτις δὲν ἀφορᾷ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, οὐδὲ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον· ἀφορᾷ τὴν τιμὴν, τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἦναι ἄξιοι οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, ἀφορᾷ τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ, ἀφορᾷ τὴν εὐρυθμίαν τῆς πρωτευούσης τοῦ Βασιλείου, πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐστραμμένα τὰ βλέμματα ἐκ πάσης χώρας Ἑλληνικῆς. Ὑπὲρ πάντα δ’ ἄλλον ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὀφείλομεν νὰ δείξωμεν τὸ ἐνδιαφέρον, νὰ διδάξωμεν τὸ πρῶτον καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Πρωθυπουργὸς, τὸ καθῆκον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ σπεύσῃ μάλιστα νὰ προσκαλέσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν διεπράχθησαν αἱ αἱματηραὶ σκηναὶ, καὶ ἐν τῇ αὐτῇ νυκτὶ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ν’ ἀφηγηθῇ τὰ γενόμενα, νὰ ἐκθέσῃ τοὺς κινδύνους, νὰ παραστήσῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, νὰ κατευνάσῃ τὴν ἐπανάστασιν, ἂν τοιαύτη ἐπέσκηψε, νὰ κατευνάσῃ τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι, ἀφοῦ ἐπείσθη, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ ἡ δημοσία τάξις, ὅτι ἐκινδύνευεν ἡ ἀσφάλεια τῶν θεσμῶν, ἠναγκάσθη νὰ μετέλθῃ τὴν βίαν. Ταῦτα προσεδοκῶμεν, ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο, οὐδὲ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, οὐδὲ τὴν ἐπιοῦσαν, τὴν χθές. Σήμερον δὲ προσελθὼν περιέμενεν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν δὲν προεβάλομεν ἡμεῖς, διότι περιεμένομεν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν διατρεξάντων, ὅπως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους φωτίσωσι τοὺς ἐντολεῖς των περὶ τῶν συμβαινόντων. Περιεμένομεν ν’ ἀκούσωμεν νὰ μᾶς εἴπῃ: «Ἐφονεύσαμεν πολίτας, διότι ἄλλως θὰ εἶχε φονευθῇ τὸ πολίτευμα. Τί προτιμότερον; Νὰ φονευθῶσι δέκα ἄτομα, ἢ νὰ φονευθῶσιν οἱ νόμοι καὶ τὸ πολίτευμα;» Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι κύριος νὰ σιωπήσῃ. Εἶναι κύριος νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς οὕτως ἐννοεῖ νὰ κυβερνᾷ. Ἀλλὰ ὁ τρόπος οὗτος δὲν εἶναι συνταγματικός. Διαψεύδετε τὰ πράγματα, τὰ συμβάντα; Διαψεύδετε, ὅτι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπυροβόλουν, καὶ ὅτι διὰ τῶν πυροβολισμῶν ἐκείνων ἐφονεύθησαν πολῖται; Ὁ βουλευτὴς κύριος Καζαμπάκας, σᾶς διαψεύδει. Ὁ κύριος Καζαμπάκας κατῴκει εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῶν «Ἀθηνῶν», τὸ κείμενον ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὸς σᾶς πληροφορεῖ, ὅτι σφαῖραι ἀλλεπάλληλοι ἐρρίπτοντο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τοῦ ξενοδοχείου τῶν «Ἀθηνῶν», ὥστε αὐτὸς ἠναγκάσθη νὰ παραλάβῃ τὴν σύζυγόν του καὶ τὰ τέκνα του, καὶ νὰ μεταφέρῃ αὐτὰ εἰς τὰ ἐνδότερα τοῦ ξενοδοχείου, ἡ δὲ ὑπηρέτρια αὐτοῦ, ἥτις δὲν ἠδυνήθη νὰ φύγῃ, διετρήθη τὸν πόδα ὑπὸ σφαίρας. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων δύναται ν’ ἀναιρέσῃ πάντα ταῦτα; Καὶ ἤλθομεν ἐδῶ μὲ ψευδῆ πιστοποιητικὰ, ὅμοια μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο εἰς τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος, νὰ διαψεύσωμεν πράγματα ἀληθῆ; Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἀξίωσιν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἂς ἐφαρμόσῃ ὁπωσδήποτε τὰ φρονήματά του καὶ τὰ καθήκοντά του. Ἐὰν δὲν τὰ ἐκτελέσῃ πλήρως, αὐτὸς θὰ ἦναι ὑπὸ τὸ βάρος τὸ μέγα, τὸ ἀφόρητον βάρος, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἔπεσαν θύματα ἀθῷοι πολῖται, καὶ ἐκακοποιήθησαν καὶ ἐφονεύθησαν μαθηταὶ, δηλ. ἡ εὐγενεστέρα τάξις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

§180ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἤμην παρὼν, καὶ εἶδον, ὅτι αἱ σφαῖραι ἐρρίπτοντο ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ, καὶ δὴ συμπολιτευόμενοι, ἦσαν παρόντες.

§181ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐρρίπτοντο, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὴν αὐτὴν ἰδέαν.

§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, Κύριοι, ἤθελον πράξει ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἐὰν ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὰ θλιβερὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μοὶ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε, πρὸ πάσης κρίσεως, πρὸ πάσης καταδίκης, περιμένει τὰς πληροφορίας ἐκείνας, ἄνευ τῶν ὁποίων ἐκινδύνευεν, ὅπως ἡ κρίσις αὐτῆς ᾖ ἄδικος, ὅπως ἡ ἀπόφασις αὐτῆς ἀποτελέσῃ μυσαρὰν συκοφαντίαν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔπραξε τοῦτο· ἐσχημάτισε τὴν γνώμην αὐτῆς, βασιζομένη ἐπὶ ἄρθρων ἐφημερίδων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄρθρων τῶν ἐφημερίδων ἦλθον νὰ καταγγείλωσιν ἡμᾶς ἐπὶ δολοφονίᾳ! Τί εἶπον οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε, Κύριοι; Ὁ μὲν Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς οὐδὲν ἕτερον ἐπιχείρημα ἔφερεν ἢ ἓν ἄρθρον ἐφημερίδος, καὶ εἶπεν, ὅτι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ μπράβοι, οἱ ἀστυφύλακες, ἐπλήγωσαν, ἐτραυμάτισαν, ἐφόνευσαν. Εἰς ταῦτα τί ἕτερον προσέθεσε: «Διατὶ ἐφέρατε τὰ ἀγήματα τὰ ναυτικά; Ἐφέρατε τὰ ἀγήματα, γράφει ἡ ἐφημερὶς, οἱ μπράβοι καὶ οἱ ἀστυφύλακες ἐφόνευσαν· ἄρα εἶσθε ἔνοχοι, εἶσθε δολοφόνοι!» Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος τί εἶπεν; Ἐπανέλαβε καὶ οὗτος, ὅτι ἦλθον τὰ ἀγήματα καὶ εἶπεν: «ἐνῷ ἐδηλώσατε, ὅτι στρατὸς δὲν ὑπῆρχεν, αἴφνης χιλιάδας στρατοῦ εἴχετε, ὅπως δολοφονήσητε τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν». Καὶ ἐκτὸς τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου οὐδὲν ἕτερον ἔφερε. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἀπαντῶν εἰς παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀμυνόμενος διὰ τὰς διαδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς ἄλλην ἐποχὴν, μὴ στέρξας δὲ, ἵνα ταύτας παραλληλίσῃ πρὸς τὰς χθὲς γενομένας ἐνώπιον τῆς οἰκίας μου, οὐδὲν ἕτερον εἶπεν ἢ ὅτι τότε εἶχεν ἐρεθισθῆ ὁ λαὸς ἐκ πνεύματος ἐθνισμοῦ καταπατουμένου, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ πνεύματος τούτου ἐξεγερθεὶς ὁ λαὸς προέβη εἰς διαδηλώσεις, καὶ ὠφελήθησαν ἄλλοι, ἀλλ’ ὠφελήθησαν, ὡς τοὺς ἐχαρακτήρισεν ὁ προλαλήσας, λωποδύται, ὅπως προβῶσιν εἰς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα προέβησαν. Ἀλλὰ ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγαυρίων ἐπὶ ὥρας πρὸ τῆς οἰκίας μου; Ποῖος ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος χθὲς ἐπειράθη νὰ μὲ φονεύσῃ; Ἦτο φοιτητής; Δὲν ἦτο φοιτητής, οὔτε τέκνον τοῦ λαοῦ· ἦτο δολοφόνος μυσαρὸς, ὁ ὁποῖος προσεπάθει ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν εἶναι δολοφόνος! ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι, καθ’ ὑμᾶς, δολοφόνος! Ἀλλὰ παρέλειψεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ ἑτέραν σκηνὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· παρέλειψε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι, τῆς Κυβερνήσεως ἀπαγορευσάσης τὰς διαδηλώσεις, ἀπεστάλη στρατὸς πρὸς συνάντησιν τῶν ἐκ Πειραιῶς ἐρχομένων, παρὰ τὴν ῥητὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, διαδηλωτῶν, καὶ ὅτι τοὺς ἐρχομένους ἐκ Πειραιῶς ἐδέχθη ὁ στρατὸς διὰ τῶν ὅπλων, καὶ πολλοὺς ἐφόνευσε.

§183ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Οὐδένα.

§184ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μόνον ἕνα ἐφόνευσεν ὁ στρατός.

§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν δύνασθε νὰ τὸ διαψεύσητε. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, δὲν θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ γεγονότα τῆς Πέμπτης, ἀλλὰ θὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν τὴν ἄδειαν, ἵνα ἀρχίσω τὴν ἐξιστόρησιν τῶν γεγονότων ἀπὸ τῆς Δευτέρας. Τί συνέβη, Κύριοι; Πρὸ πολλοῦ ἐφημερίς τις, τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐχαρακτήρισεν ὡς φίλα φρονοῦσαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς φίλα φρονοῦσαν πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν...

§186Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.

§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. ἐδημοσίευσε μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Τὴν μετάφρασιν ταύτην πρὸ 15 ἡμερῶν ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη εἶχε διακόψει· καὶ παρῆλθον 15 ὅλαι ἡμέραι, καὶ οὐδεὶς ἐσκέφθη περὶ τῆς μεταφράσεως ἐκείνης. Αἴφνης ἐξεγείρονται οἱ φοιτηταὶ, καὶ συνεπείᾳ τούτου ἔγγραφον συντάσσεται παρὰ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, καταγγέλλον τὴν μετάφρασιν ἐκείνην, καὶ ἡ ἐφημερίς, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐπετέθη κατὰ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἐπετέθη, ὡς διατείνονται οἱ φοιτηταὶ, —καὶ πιθανὸν τοῦτο νὰ ἦναι ἀκριβὲς—ἐπετέθη καὶ κατ’ αὐτῶν. Καὶ ἐνόμισαν, Κύριοι, οἱ φοιτηταὶ, ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ ζητήσωσι λόγον παρὰ τοῦ συντάκτου ἢ ἀρχισυντάκτου τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, καὶ ἐπορεύθησαν ἐν σώματι πολλοὶ, πλεῖστοι τὸν ἀριθμὸν, καὶ μετέβησαν εἰς τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης. Ὑπεράνθρωποι κατεβλήθησαν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, Κύριοι, προσπάθειαι ἐκ μέρους τῆς Ἀστυνομίας, ἵνα ἐμποδίσῃ, ὅπως τὰ πράγματα ἐκτραχυνθῶσι, προσπάθειαι πλεῖσται, αἵτινες εὐτυχῶς τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐπέτυχον. Ἀλλ’ ἐνῷ, Κύριοι, οἱ φοιτηταὶ ἀνέμενον, ὅπως τὴν ἐπαύριον δοθῇ αὐτοῖς ἱκανοποίησις παρὰ τῆς ῥηθείσης ἐφημερίδος, τοιαύτη ἱκανοποίησις δὲν ἐδόθη, καὶ τὴν πρωΐαν τῆς Τρίτης μετέβησαν ἐν σώματι καὶ ἀφῄρεσαν τὴν ἐπιγραφὴν τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης. Καὶ κατὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἡ ὁποία βεβαίως ἀπετέλει παράβασιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὡς προσβάλλουσα ξένην ἰδιοκτησίαν, παρίστατο ἡ δημοσία δύναμις, παρίσταντο κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τεσσαράκοντα ἀστυφύλακες, τριάκοντα στρατιῶται, καὶ ἡ δύναμις αὕτη, διοικουμένη παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, μὲ ὅλας τὰς νουθεσίας, μὲ ὅλας τὰς παρακλήσεις, δὲν ἐπέτυχεν, ἵνα ἡ κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἀπόπειρα μὴ συντελεσθῇ. Καὶ συνετελέσθη ἡ προσβολὴ τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ δὲ δύναμις ἡ δημοσία ἐθεᾶτο τὰ γενόμενα· ἀφῃρέθη ἡ ἐπιγραφὴ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, καὶ μετεφέρθη πρὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκεῖ δὲ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐθραύσθη καὶ ἐρρίφθη εἰς τὰς ὑπονόμους. Καὶ ἐκεῖθεν ἐτράπησαν οἱ φοιτηταὶ πρὸς ἑτέραν ἐφημερίδα, τὸ «Ἄστυ», παραπονούμενοι, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη εἶχε γράψει ἄρθρον, ἐπιδοκιμάζον τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ αἱ αὐταὶ σκηναὶ διεδραματίσθησαν καὶ ἐκεῖ· διεδραματίσθησαν δὲ παρουσίᾳ τῆς δημοσίας δυνάμεως, ἡ ὁποία, καίτοι παρεκάλεσε, καίτοι τὰ πάντα μετῆλθεν, ἵνα παρεμποδίσῃ ταύτας, δὲν ἐπέτυχε, καὶ ἠναγκάσθη νὰ μείνῃ ἡ δημοσία αὕτη δύναμις θεατὴς τῶν γιγνομένων! Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, Κύριοι, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ δημοσία δύναμις προεπηλακίσθη, ὑβρίσθη, καὶ οἱ ἱππεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν ταύτην, ἠναγκάσθησαν νὰ βαδίσωσι πρὸς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, ἀκολουθούμενοι παρὰ πλήθους, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἦτο πρὸς τοὺς ἱππεῖς τούτους εὐμενές. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, Κύριοι, ἐγένοντο ὑπὸ φοιτητῶν, ἐν ἐξάψει διατελούντων, διὰ μίαν ἰδέαν, ἡ δὲ ἰδέα εἶναι σεβαστὴ, ἡ ἰδέα εἶναι ἱερὰ, καὶ ἦτο δυνατὸν ταῦτα πάντα, αἱ παρεκτροπαὶ αὗται, νὰ λησμονηθῶσι χάριν τοῦ ἐλατηρίου, τὸ ὁποῖον τὴν νεολαίαν ἐκίνει. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι κατὰ τὰς δύο ἐκείνας σκηνὰς ἡ δημοσία δύναμις δὲν ἐτήρησεν ἀνεκτικότητα ἰώβειον, δὲν ὑπέστη ὕβρεις, προπηλακισμοὺς χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε. Ἦτο αὐτὸ τὸ ἔργον, Κύριοι, τῶν δολοφόνων; Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησεν ἐνταῦθα τὸ πρᾶγμα. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐπιγραφῶν τῶν ἐφημερίδων ἔρχεται ἕτερον γεγονός· καταλαμβάνεται ὑπὸ τῶν φοιτητῶν τὸ Πανεπιστήμιον. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἤκουσα νὰ γίνηται λόγος, εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπαινεθῇ; Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς Πρυτανείας, ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς Συγκλήτου, ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν καθηγητῶν, ἐναντίον τῆς θελήσεως παντὸς γραπτοῦ νόμου, νὰ καταλαμβάνηται δημόσιον κτίριον, περικλεῖον τοσοῦτον πλοῦτον, καὶ νὰ καταλαμβάνηται παρὰ φοιτητῶν, μὴ ἐχόντων βεβαίως πρὸς τοῦτο οὐδὲν δικαίωμα; Καὶ ἐνῷ ταῦτα συνέβαινον, τί ἔπραττον ἐγώ; Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζον, ὅτι οἱ φοιτηταὶ ἐκεῖνοι ἠλαύνοντο ὑπὸ ἰδέας, ὡς εἶπον, ἱερᾶς, ὅτι εἶχον ἰδεῶδες, τὸ ὁποῖον ἐκίνει αὐτοὺς, καὶ ὅτι ἑπομένως ἔπρεπεν, ὅσον ἦτο δυνατὸν, νὰ παραβλέψωμεν τὰς παρεκτροπὰς αὐτῶν, ἀποβλέποντες εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ ἐλατήριον, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἠλαύνοντο, ἦτο ἐλατήριον ἄξιον σεβασμοῦ, τί ἔπραττον ἐγώ; Προσεπάθουν ἐγὼ, ὁ πάντοτε ὑβρισθεὶς παρὰ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, προσεπάθουν, νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις πρὸς τοὺς φοιτητάς. Προσεπάθησα καὶ παρεκάλεσα, νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις εἰς τοὺς φοιτητάς· ἀπέστειλα τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ἀπέστειλα τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, παρακαλῶν ἵνα ἡ ζητηθεῖσα ἱκανοποίησις δοθῇ, ὅπως ἀρθῇ τὸ σκάνδαλον, καὶ ἡ ἱκανοποίησις τὴν ἐπαύριον ἐδόθη πλήρης. Ἀλλ’ ὅτε ἐδόθη ἡ ἱκανοποίησις, οἱ φοιτηταὶ, οἱ ὁποῖοι πρὸ τούτου ἔλεγον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ὑπεύθυνος διὰ τὴν προσβολὴν, τὴν εἰς αὐτοὺς γενομένην, οἱ φοιτηταὶ, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι πρὶν δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἱκανοποίησις δὲν ἤθελον ἐγκαταλείψει τὸ Πανεπιστήμιον, ἤγειραν δευτέραν ἀξίωσιν, ὅτι πρὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἤθελον ἐγκαταλείψει τὸ Πανεπιστήμιον. Καὶ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου; Γνωστὸν εἶναι τοῖς πᾶσι, καὶ γνωστὸν βεβαίως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅτι περὶ τοιούτων ζητημάτων μόνη ἁρμοδία εἶναι ἡ Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις ἐπανεπαύθη εἰς τοῦτο; Προέβη περαιτέρω. Προεκάλεσε τὴν γνώμην τῆς Συνόδου κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου ἐπὶ τῆς μεταφράσεως τῆς δημοσιευομένης ὑπὸ τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος....

§188ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τέλη Ὀκτωβρίου;

§189ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς 17 ἐγένετο ἡ ἀπόφασις.

§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὰς 17 Ὀκτωβρίου διὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου προεκλήθη ἡ γνώμη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Καθῆκον τοιοῦτο δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τῆς Συνόδου, καὶ καλῶς ἔπραξε. Δυστυχῶς ἡ Σύνοδος, καίτοι τὰς ἀποφάσεις της ἐξέδωκε, συνεδριάσασα τὴν 17 Ὀκτωβρίου, δὲν συνέταξε ταύτας, οὐδὲ ἀπέστειλε τότε ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἕνεκα τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Μητροπολίτου...

§191Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς βεβαιώσητε, ἐὰν πρὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς 17 Ὀκτωβρίου ὑπῆρξαν ἄλλαι ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κατὰ τὸ 1899, ἀπαγορεύουσαι τὰς μεταφράσεις;

§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπῆρξαν ὄχι ἀποφάσεις, ἀλλὰ δύο ἐπιστολαί, τὰς ὁποίας ἡ Σύνοδος εἶχε συντάξει κατὰ τὸ 1899 καὶ αἱ ὁποῖαι ἠσχολοῦντο περὶ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀλλὰ τῶν ἐπιστολῶν τούτων οὐδεμίαν γνῶσιν ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἱ ἐπιστολαὶ αὗται δὲν ἀνεκοινώθησαν τότε.

§193ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τότε δὲν ἀνεκοινώθησαν;

§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Καὶ θέλω ἐξετάσει μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης με εἰλικρινείας τὸ ζήτημα ἐκεῖνο. Μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου ἐγένετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐντολῇ τῆς Βασιλίσσης ὑπό τινος νέας Σωμάκη, ἀνεψιᾶς τοῦ μακαρίτου καθηγητοῦ Πανταζίδου, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν αὐτοῦ. Λυπηρὸν εἶναι, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠδύνατο καὶ ὤφειλε ν’ ἀποτρέψῃ τὴν μετάφρασιν ἐκείνην, δὲν τὸ ἔπραξε. Διότι, ἐὰν ἤθελε πράξει τὸ καθῆκόν του, οὐδὲν ἴσως ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ἤθελε συμβῆ. Ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα ἀδυναμίας χαρακτῆρος, εἴτε δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον, τὸ καθῆκον αὐτὸ δὲν ἐξετελέσθη...

§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἤθελεν ἡ Βασίλισσα.

§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἀλλὰ μαθοῦσα ἡ Σύνοδος, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς μεταφράσεως ἐκείνης, ἐδήλωσε διὰ τῶν ἐπιστολῶν ἐκείνων, ὅτι ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἐπιτρέπεται.

§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος ἔλεγεν, ὅτι αἱ μεταφράσεις δὲν ἐπιτρέπονται;

§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Σύνοδος τὸ ἔγραψε πρὸς τὴν Βασίλισσαν· ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐνῷ παρεστάθη πρὸς τὴν Βασίλισσαν, ὅτι αἱ μεταφράσεις δὲν ἐπιτρέπονται, εἶχε συγχρόνως παρασταθῆ εἰς αὐτὴν, ὅτι δὲν δύναται μὲν ἡ Σύνοδος νὰ ἐγκρίνῃ μετάφρασιν, ἀλλ’ ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχεν ἁμαρτία ἐν τῇ συντάξει τῆς μεταφράσεως ταύτης. Καὶ περὶ τῆς μεταφράσεως αὐτῆς οὐδόλως ἔλαβον γνῶσιν οἱ Ὑπουργοί, περὶ αὐτῆς οὐδεὶς ἐγένετο λόγος, καὶ ἑπομένως οὐδεμία ἐκ τούτου προεκλήθη ἐξέγερσις. Ὅτε ὅμως ἐδημοσιεύθη ἡ μετάφρασις τοῦ κ. Πάλλη εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἧς ἐποιήσασθε μνείαν, ἀνεμνήσθησαν τῆς μεταφράσεως ἐκείνης, καὶ ἀνεμνήσθησαν αὐτῆς κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, ὁμολογῶ, δὲν δύναται ἢ νὰ λυπήσῃ οἱονδήποτε, θέλοντα νὰ ἦναι δίκαιος ἔστω καὶ πρὸς ὑψηλὰ ἱσταμένους, διότι καὶ πρὸς αὐτοὺς καθῆκον ἔχει ὁ τίμιος ἄνθρωπος νὰ ἦναι δίκαιος. Ἠδύνατο, Κύριοι, νὰ προκληθῇ ἀποδοκιμασία πρὸς πᾶσαν μετάφρασιν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, γιγνομένην ἐναντίον τῶν παραδόσεων τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ πιστευθῇ καὶ διαδοθῇ, ὡς ἐπιστεύθη καὶ διεδόθη, ὅτι ἡ μετάφρασις ἐκείνη σκοπὸν εἶχε ν’ ἀλλάξῃ τὴν θρησκείαν τοῦ Ἕλληνος, ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν ἐθνισμὸν ἡμῶν, νὰ καταστήσῃ ἡμᾶς Σλαύους. Συνέπεια τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ἀσεβῶν τούτων διαδόσεων ἀναγκαία ὑπῆρξεν ἡ ἐξέγερσις τοῦ λαοῦ, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν τούτων προεκλήθησαν τὰ προχθεσινὰ συμβάντα, ἅτινα μετὰ θλίψεως πάντες ἀντελήφθημεν. Καὶ δυστυχῶς κατὰ τὴν τοιαύτην ἐξέγερσιν ἐλησμονήθη ἡ εὐλάβεια, ἡ ὀφειλομένη πρὸς τὴν Γυναῖκα ἐκείνην, ἡ ὁποία τὸν βίον διάγει παρὰ τὸ προσκεφάλαιον τῶν ἀσθενῶν, ἡ ὁποία τὸν καιρόν της διαθέτει βοηθοῦσα τοὺς δυστυχεῖς, καὶ ὑπέλαβον τὴν ὑψηλὴν δέσποιναν ἀξίαν, ἵνα προσπαθήσῃ ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν ἐθνισμὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ ὑποτάξῃ αὐτοὺς, δὲν ἠξεύρω εἰς ποίαν πολιτικήν· ἐλησμόνησαν τὸν βίον ὅλον τῆς Βασιλίσσης, καὶ τοῦτον λησμονοῦντες, ἐλησμόνησαν ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς, ἐὰν ὄχι ἄλλο, ὑπάρχει ἡ μητρικὴ φιλοδοξία, καὶ ὅτι ἐν τῇ μητρικῇ ταύτῃ φιλοδοξίᾳ θὰ ὀνειρεύηται τὸν υἱὸν αὑτῆς Βασιλέα μεγαλειτέρας Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν θὰ ὀνειρεύηται αὐτὸν ποτὲ κυβερνήτην Ρωσσικοῦ κυβερνείου. (Εὖγε! Εὖγε! παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ ἡ ἰδέα αὕτη ἐπέφερε τὴν ἐξέγερσιν, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐπῆλθε, καὶ ἥτις ἦτο πραγματική· τὴν ἀντελήφθημεν δὲ πάντες, διότι ἦτο εὔκολον εἰς οἱονδήποτε νὰ μεταβῇ εἰς μέρος τι τῆς πόλεως, καὶ νὰ ἴδῃ, ὅτι ἐπρόκειτο παντοῦ περὶ ἀμύνης ὑπὲρ τῆς θρησκείας. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ἡ περὶ αὐτῆς ἰδέα δὲν νομίζει ὅτι εἶναι ἐπίσης ἱερὰ, ὅσον ἐκείνη, ἥτις ὤθησε τὸν λαὸν κατὰ τὸ 1878; Τότε ἐνόμισαν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐθνισμοῦ, νῦν ἐνομίσθη ὅτι πρόκειται περὶ τῆς θρησκείας. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς θρησκείας, ἡ ἐξέγερσις μείζονα τὴν δύναμιν ἔχει, καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τὰ ἀντελήφθημεν πάντες. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ μέχρι τινὸς τὸ ζήτημα ἔμενεν ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν φοιτητῶν, καὶ ἡ δρᾶσις τοὐλάχιστον ἐγίνετο ὑπὸ μόνων τούτων, ἦλθε στιγμή, ὅτε ἄλλα στοιχεῖα ἀνεμίχθησαν· διότι, ἐνῷ οἱ φοιτηταὶ εἶχον δηλώσει, ὅτι ἤθελον ἀρκεσθῆ εἰς τὴν δήλωσιν τῆς ἐφημερίδος ἀφ’ ἑνὸς, ὅπως κανονισθῇ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν ζήτημα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅτι ἤθελον περιμείνει τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου, ὅπως ἐντελῶς λήξῃ τὸ ζήτημα, ὅπερ τοσοῦτον εἶχεν ἐρεθίσει αὐτοὺς, μετέβαλον γνώμην. Ὅτε ἡ Σύνοδος προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν αὑτῆς, ἐγὼ, ἐπ’ ἐλπίδι ταχυτέρου κατευνασμοῦ τῶν πνευμάτων, παρέλαβον τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Συνόδου, πρὶν ἢ καθαρογραφῇ κἄν, καὶ διεβίβασα πρὸς τὸν κ. Πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου, μὲ ῥητὴν ἐντολὴν ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτὴν πρὸς τοὺς φοιτητὰς, εὐελπιζόμενος, ὅτι διὰ τῆς ἀνακοινώσεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἥτις ἀπηγόρευε πᾶσαν οἱανδήποτε μετάφρασιν, καὶ ἣν αὐτοστιγμεὶ ἀνεκοίνωσα πρὸς πάσας τὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, παραγγέλλων αὐταῖς, ὅπως ἀμέσως προβῶσιν εἰς κατάσχεσιν οἱουδήποτε ἀντιτύπου οἱασδήποτε μεταφράσεως, οἱ φοιτηταὶ ἤθελον εὕρει πραγματοποιηθὲν τὸ ἰδεῶδες αὑτῶν καὶ ἤθελον ἡσυχάσει...

§199ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχουν ἔγγραφα περὶ αὐτῶν καὶ θὰ τὰ καταθέσητε;

§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.

§201ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰς ἐπιστολάς.

§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὗται δὲν εἶναι ἔγγραφα δυνάμενα νὰ ἀνακοινωθῶσιν· ἔκαμα δὲ χρῆσιν, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω περὶ αὐτῶν. Ἀνεκοίνωσα λοιπὸν τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλὰ δυστυχῶς αὕτη δὲν ἐκρίθη παρὰ τῶν φοιτητῶν ἐπαρκής· προῆλθε δὲ τότε ἐν τῷ μέσῳ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τοῦ ἀφορισμοῦ, καὶ ἐζητήθη παρὰ τῶν φοιτητῶν ὁ ἀφορισμὸς παντὸς συντάκτου μεταφράσεως ἢ παντὸς ποιοῦντος χρῆσιν τοιαύτης.

§203Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε; διότι ἀφήκατε κενόν τι εἰς τὴν ὁμιλίαν σας.

§204Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.

§205Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπετε, ὅτι πρὶν ἢ καθαρογραφῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου προέβητε ἀμέσως εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν αὐτῆς. Ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως, ὅτι ἡ μὲν ἀπόφασις ἐλήφθη τὴν 17 Ὀκτωβρίου, ἡ δὲ δημοσίευσις ἐγένετο τὴν 7 Νοεμβρίου. Δύνασθε νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ὑμετέρα ἀνακοίνωσις;

§206Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις, ὡς φαίνεται, ἐγένετο τὴν 17 Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ἡ Σύνοδος δὲν προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης.

§207Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος τί ἔπραττε;

§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δυστυχῶς, ὅπως εἶπον πρίν, ἀνεχώρησε μετά τινας ἡμέρας ὁ Μητροπολίτης, ἕνεκεν ἀσθενείας τῆς μητρός του, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, ἡ δὲ Σύνοδος ἐνόμισεν, ἕνεκα λόγων, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ ἐξ ὅσων πρὸς αὐτὴν εἶπον, ὅτι ἔπρεπεν ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Μητροπολίτου, καὶ ἑπομένως δὲν ἐγένετο ἡ ἀνακοίνωσις ἀκριβής, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐνόμισεν ἡ Σύνοδος, ὅτι ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς ἐκείνου δὲν θὰ εἶχε τὸ κῦρος, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη ἀπόφασις.

§209ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶχεν ὑπογράψει τὸ πρακτικόν;

§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶχεν ὑπογράψει.

§211Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἐὰν εἰς μίαν συνεδρίασιν γίνεται ἡ ἀπόφασις καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὑπογράφεται, εἶναι γνωστή;

§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀπόφασις αὕτη, ὅπως εἶπον, ἀνεκοίνωσα ταύτην πρὸς τὸν Πρύτανιν αὐτοστιγμεί. Ἐζήτησαν λοιπόν, Κύριοι, οἱ φοιτηταὶ τὸν ἀφορισμόν· ἀλλ’ ἐνῷ τὰ πνεύματα ἦσαν ἐν ἐξεγέρσει,—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πάντες ἀντελήφθητε τότε,—τί ἐπράχθη; Ἐτέθη εἷς λόχος ὑπὸ τὴν οἰκίαν, εἰς ἣν κατοικεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὑπῆρχον δὲ καί τινες ἱππεῖς. Παρεκλήθησαν δὲ οἱ φοιτηταί, ὅπως μείνωσιν ἐντὸς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἐγένετο γνωστὸν εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ περιβόλου τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως ποιήσωνται διαδήλωσιν, διότι δυστυχῶς ἡ ἐνέργεια τῆς προτεραίας ἔπρεπε νὰ ἐμβάλῃ ἡμᾶς εἰς ἀνησυχίαν. Καὶ μέχρι τινὸς οἱ φοιτηταὶ ὑπήκουσαν εἰς τὴν παράκλησιν τῶν ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀρχαὶ δὲν εἰσηκούοντο πλέον· καὶ τότε παρέστημεν μάρτυρες εἰς λίαν θλιβερὰ γεγονότα, Κύριοι. Παρέστημεν μάρτυρες εἰς τὸν λιθοβολισμὸν τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες οὐδεμίαν, ἀπολύτως οὐδεμίαν ἀντέταξαν ἐπίθεσιν, καὶ ἐπληγώθη ἀξιωματικός, καὶ ἐπληγώθησαν πολλοὶ ἱππεῖς· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, καὶ ὁ πληγωθεὶς ἀξιωματικὸς καὶ οἱ πληγωθέντες στρατιῶται εἶχον τὴν ψυχραιμίαν, ἵνα μηδεμίαν ἐπίθεσιν ἀντιτάξωσιν, νὰ ὑποστῶσι τὰ πάντα, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ τι ἀπευκταῖον. Ὑβρίζοντο, προεπηλακίζοντο στρατιῶται, ἀξιωματικοί, ἀρχαί, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν ἔπραξαν. Καὶ τὸ ἀπόγευμα, Κύριοι, παρουσιάσθη ὁ καθηγητὴς Καρολίδης, ὁ ὁποῖος, — καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, εἶχε ῥητῶς ἀπαγορευθῆ νὰ ἐξέλθωσιν οἱ φοιτηταὶ ἐκ τοῦ περιβόλου τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ τὸν κίνδυνον τῶν ἐπακολουθημάτων τῶν διαδηλώσεων, —παρεκάλεσε μετ’ ἐπιτροπῆς φοιτητῶν, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν Μητρόπολιν καὶ παραστήσωσι τὰ δίκαιά των εἰς τὸν Μητροπολίτην. Ἐπρόκειτο, ὡς εἶπον, περὶ ἀφορισμοῦ πλέον, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου δὲν ἐκρίθη ἐπαρκής. Καὶ ἐπετράπη εἰς αὐτοὺς ἡ μετάβασις. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἦσαν μόνον φοιτηταί, Κύριοι, ἦσαν καὶ ἄλλοι πολλοί, καὶ οἱ πολλοὶ ἐκεῖνοι δὲν ὡδηγοῦντο βεβαίως ὑπὸ τῶν ἰδεῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐνεφοροῦντο οἱ φοιτηταί, καὶ ἀταξίαι πολλαὶ ἐγένοντο παρὰ τὴν Μητρόπολιν, καὶ ἐζήτησαν ἐπιμόνως ἵνα ἐξέλθῃ εἰς τὸν ἐξώστην ὁ Μητροπολίτης· εἰσῆλθον δὲ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Μητροπόλεως, καὶ ἠναγκάσθη αὐτὸς ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς προσωπικῶς νὰ παρακαλέσῃ τοὺς φοιτητὰς ν’ ἀναχωρήσωσι, διὰ νὰ μείνῃ ἀντιμέτωπος μόνον ἀπέναντι τῶν ὁμάδων ἐκείνων, αἵτινες πᾶν ἄλλο ἢ εἰρηνικὸν σκοπὸν εἶχον. Εἴδομεν, Κύριοι, μετὰ τὰ τελεσθέντα τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ φρουρήσωμεν τὴν τάξιν ἄνευ ἐπαρκοῦς δυνάμεως. Δύναμις στρατιωτικὴ ὀλιγίστη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπάρχει διαθέσιμος ἐν Ἀθήναις, διότι ὑπάρχει δύναμις, ἀλλ’ εἶναι δύναμις ἀποτελουμένη ἀπὸ νεοσυλλέκτους, μόλις πρὸ μηνὸς καταταχθέντας. Καὶ ἐν ἐλλείψει δυνάμεως ἠναγκάσθημεν νὰ προστρέξωμεν εἰς τοὺς ναύτας, ὅπως ὑπάρχῃ δύναμίς τις, διότι ἐπληροφορήθημεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶχεν ἐξέλθει ἐκ τοῦ κύκλου τῶν φοιτητῶν, ἐκ τοῦ κύκλου ἀκόμη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ ἁγνῶν ἰδεῶν θρησκευτικῶν ὡδηγοῦντο, καὶ ὅτι πολλὰ ἄλλα στοιχεῖα, ἐπιδιώκοντα ἄλλους σκοποὺς, εἶχον ἀναμιχθῆ μετὰ τῶν φοιτητῶν, καὶ ἕνεκα τούτου ἦλθε τὸ ἄγημα ἐκεῖνο, τὸ ἀποτελούμενον οὐχὶ ἐκ χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἐκ πεντακοσίων μόνον ἀνδρῶν. Ἐλήφθη δὲ τὸ μέτρον τοῦτο, διότι εἶχεν ἀναγγελθῆ τὴν ἡμέραν τῆς Τετάρτης, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ μέγα συλλαλητήριον τὴν ἐπιοῦσαν εἰς τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός· ἦτο δὲ ἀσύνετον, ὅτε ἤκουέ τις, τί παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ἐλέγετο, ποῖαι ὕβρεις ἐξετοξεύοντο, ὅτε διέβλεπε ποῖοι σκοποὶ λανθάνοντες ὑπῆρχον, ἦτο, λέγω, ἀσύνετον νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὑπάρχῃ δύναμις ἀρκετὴ διὰ τὴν φρούρησιν τῆς τάξεως. Καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Πέμπτης; — καὶ ὁμιλῶν περὶ στρατοῦ περιλαμβάνω, ἐννοεῖται, καὶ τὸ ναυτικόν.—Εἶχεν ἐκδοθῆ ἀπὸ τὸ ἑσπέρας τῆς προτεραίας ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς διαταγή, ἡ ὁποία ἐτοιχοκολλήθη εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐλέγετο, ὅτι πλήρης ἐλευθερία ἀφίετο πρὸς συγκρότησιν τοῦ συλλαλητηρίου, τὸ μόνον δὲ, ὅπερ ἀπηγορεύετο, ἦτο ἡ ἐν σώματι μετάβασις εἰς τὸ συλλαλητήριον. Καὶ τοῦτο πρὸς ποῖον σκοπόν; ὅπως ἐμποδίσωμεν συνωστισμὸν εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, συνωστισμὸν καὶ διαδηλώσεις, τὰς ὁποίας οἱαδήποτε Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει, ὅσον εἶναι δυνατὸν, νὰ ἐμποδίζῃ. Διαταγαὶ εἶχον δοθῆ, Κύριοι, νὰ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία εἰς τὸ συλλαλητήριον, καὶ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας συνέσεως νὰ προσενεχθῶσιν οἱ φρουροὶ τῆς τάξεως στρατιῶται. Καὶ τὰς διαταγὰς ταύτας ἔδωκα, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰ συμβάντα τῆς προτεραίας. Ἀλλὰ καὶ ὅτε εἶδον τὴν ἐξέγερσιν κατὰ τῶν στρατιωτῶν καὶ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθησαν αὐτοὺς οἱ κατ’ αὐτῶν ἐπιτιθέμενοι — διότι ἡ ἐπίθεσις, οἱ λιθοβολισμοὶ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους διήρκεσαν, — συνέστησα καὶ πάλιν αὐτοῖς ὑπομονὴν καὶ σύνεσιν. Ἀπόδειξις δὲ τῶν συστάσεων ἐκείνων καὶ τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ διευθύνοντες τὸν στρατὸν, ὅπως ἀποφύγωσι πᾶν ἀπευκταῖον, εἶναι, ὅτι ἀπὸ τῆς πρωΐας ἐπέτρεψα, ἵνα αἱ παρ’ αὐτῶν δοθεῖσαι διαταγαὶ παροραθῶσι, διότι οἱ φοιτηταὶ ἐπέμενον νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ συλλαλητήριον ἐν σώματι, καὶ ἐπὶ τέλους ἐπετράπη καὶ τοῦτο, καὶ μετέβησαν οἱ φοιτηταὶ ἐν σώματι.

§213Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ ὁμοβροντίαν!

§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· πρέπει νὰ περιμείνητε ν’ ἀκούσητε. Ὑπῆρχε μία δύναμις ναυτικὴ πρὸ τοῦ ζαχαροπλαστείου Γιαννάκη, ἡ ὁποία διῳκεῖτο παρὰ τοῦ κυρίου Μπούμπουλη. Προσεπάθησε νὰ σταματήσῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους· τοῖς εἶπεν: «εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ περάσητε, ἀλλ’ ὄχι ἀπὸ ἐπάνω». Εἶδεν ὁ διευθύνων τὸ στρατιωτικὸν ἐκεῖνο σῶμα ῥαπιζόμενον ἐνώπιόν του λοχίαν, ὁ ὁποῖος εἰς τόσον βαμὸν θυμοῦ ἔφθασεν, ὥστε ἐξήγαγε τὸ ξίφος του. Εὐτυχῶς τὸ ἔθεσε πάλιν εἰς τὴν θήκην, καὶ ὁ λοχίας ἐκεῖνος ἠμποδίσθη νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ προεχώρησεν ἡ διαδήλωσις, χωρὶς νὰ γείνῃ οὐδὲ ἐκπυρσοκρότησις, οὐδὲ τίποτε, καὶ μετέβησαν εἰς τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός· ἐκεῖθεν δὲ πάλιν, ἀφοῦ τὸ συλλαλητήριον ἐτελείωσε, καὶ ἐναντίον τῶν ῥητῶν διαταγῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, εἶχον δοθῆ, ἐπετράπη, ὅπως ἐν σώματι ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν, καὶ ὅτε κατὰ τύχην συνήντησα κατὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν διαδηλωτῶν τὸν διοικητὴν κ. Στάϊκον καὶ ἀνήγγειλεν οὗτος εἰς ἐμέ, ὅτι εὐτυχῶς οὐδὲν ἀπευκταῖον συνέβη, συνεχάρην αὐτὸν καὶ τῷ εἶπον: «πρόσεξε, πρὸς Θεοῦ, ἵνα μὴ συμβῇ τίποτε μέχρι τέλους». Αὐταὶ ἦσαν αἱ διαταγαὶ, τὰς ὁποίας ἔλαβε. Καὶ πράγματι τὸ συλλαλητήριον ἔφθασε μέχρι τοῦ Πανεπιστημίου, χωρὶς ἀπευκταῖόν τι νὰ συμβῇ, καὶ οἱ φοιτηταὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, ἐχωρίσθησαν ἀπὸ τοὺς φοιτητὰς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἄλλα σχέδια εἶχον, καὶ ἄλλους σκοποὺς ἐπεδίωκον· καὶ δὲν ἔχω ἐγὼ νὰ ὁρίσω ποῖα σχέδια ἐπεδίωκον...

§215Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ συντεχνίαι, φαίνεται.

§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· διότι αἱ συντεχνίαι εἶχον ἀποχωρήσει πρὶν ἢ οἱ διαδηλωταὶ φθάσωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἀλλ’ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως πολιτικὸν κέρδος ἐπεδίωκον. Καὶ δὲν δύναται νὰ διέλθῃ τοῦ νοῦ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν συνηθίζω νὰ κατηγορῶ οὐδένα, ὅτι ὑποκίνησις τῶν ἀρχηγῶν ἢ τῶν πολιτευομένων τῶν ἐξεχόντων ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Δὲν λέγω τοῦτο, Κύριοι. Λέγω ὅμως, ὅτι τὰ στοιχεῖα ἀταξίας, τὰ ὁποῖα ἐπεδίωκον πᾶν ἄλλο ἢ τὴν πλήρη ἐπιτυχίαν τῆς ἰδέας, ἡ ὁποία εἶχε καταλάβει τοὺς φοιτητάς, ἠθέλησαν νὰ ὁρμήσωσιν, ὅπως μεταβῶσι καὶ πάλιν εἰς τὴν Μητρόπολιν. Καὶ τότε, Κύριοι, ἡ δύναμις ἡ στρατιωτικὴ ἀντέστη, καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς: «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διέλθητε»· καὶ τὸ εἶπεν ἅπαξ, τὸ εἶπε δὶς, τὸ εἶπε τρίς· καὶ δὲν προέβη εἰς πυροβολισμοὺς κατὰ τῶν διαδηλωτῶν, ἀλλὰ διετάχθη ἐπέλασις μιᾶς ἴλης ἱππικοῦ, ἡ ὁποία οὐδένα ἐτραυμάτισεν, οὐδένα ἐφόνευσε. Κατὰ τὴν ἐπέλασιν ἐκείνην ὑπεχώρησε τὸ πλῆθος· ἀλλὰ τὸ πλῆθος, ὑποχωρῆσαν πρὸς στιγμήν, ἐπανῆλθε, καὶ ἐπανῆλθεν ἄγριον, μὲ τὴν ἀπαίτησιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ δίοδος. Καὶ δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἤρχισαν οἱ λιθοβολισμοί, ἤρχισαν καὶ οἱ πυροβολισμοὶ κατὰ τῶν στρατιωτῶν. Καὶ τότε ποία διαταγὴ ἐδόθη; Διετάχθησαν οἱ στρατιῶται νὰ προβῶσιν εἰς πυρσοκροτήσεις δι’ ἀσφαίρων πυρῶν, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἐκ φόβου ἤθελον ὑποχωρήσει καὶ ἤθελον ἀπέλθει. Ἀλλὰ τότε, μᾶς λέγουσιν, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν οἱ μπράβοι, οἱ ἀστυφύλακες ἐπετέθησαν...

§217ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπυροβόλησαν.

§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φέρετε τὴν ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος. (Διακοπαὶ ἐξ ἀριστερῶν).

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ... Ἡμεῖς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν, εἶναι τοῦτο· ὅτι ἐδώσαμεν διαταγὴν ῥητὴν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως προβῇ ἀμέσως εἰς ἀνακρίσεις, ἵνα πιστωθῇ: ὑπῆρχον ἐπὶ τέλους ἄνθρωποι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὡπλισμένοι; ὑπῆρχον ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ πυροβολήσωσι καὶ νὰ φονεύσωσι;

§221Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοὺς εἶδον ἑκατὸν ἄνθρωποι.

§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν τοὺς εἶδον ἑκατὸν ἄνθρωποι, ἂς προσέλθωσιν οἱ ἑκατὸν ἄνθρωποι ἐπὶ τέλους εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἵνα πιστωθῇ τὸ πρᾶγμα, καὶ τότε, ἐὰν ἴδητε ἡμᾶς μὴ προβαίνοντας, θὰ ἔχητε δίκαιον.

§223ΠΕΡ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς τὸ ἔλεγον.

§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, λογικῶς νὰ ὑποθέσητε, ὅτι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μετῆλθεν ὅσα μέσα μετῆλθε, τὰ ὁποῖα ἀφηγησάμην ὑμῖν, ὅπως ἀποφύγῃ σύγκρουσιν, ὅπως ἀποφύγῃ αἱματοχυσίαν, ὅτι Κυβέρνησις τοιαύτη ἤθελεν ἀναθέσει εἰς μπράβους, ἵνα ἐπιτεθῶσι κατὰ τοῦ λαοῦ; Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι οἱ ἀντίπαλοι ὑμῶν, ἂν ὄχι ἄλλο, ἔχουσι λογικήν· καὶ ἐρωτῶ: οἱ τραυματισμοὶ, οἱ φόνοι, ἡ αἱματοχυσία ἠδύναντο νὰ ὠφελήσουν τὴν Κυβέρνησιν; Μήπως δὲν εἶχε τὴν συναίσθησιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οἱονδήποτε, ἔστω καὶ ἀτύχημα, ἂν ἤθελε συμβῆ, αὐτὴν ἤθελε βαρύνει, μὲ τὸ σύστημα μάλιστα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπεκράτησε, τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ; Ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι τοιαύτη Κυβέρνησις ἤθελεν ἔχει τοὺς μπράβους εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;

§225ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὰ ἐγένοντο.

§226Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν ἐγένοντο, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν.

§227Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τοιαύτας κατηγορίας· εἶσθε ὑπέρτερος τοιούτων κατηγοριῶν καὶ τοιούτων κατηγόρων. Εἶναι αἶσχος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν νὰ εὑρίσκωνται Ἕλληνες Βουλευταί, κατηγοροῦντες Ἕλληνας Ὑπουργοὺς ὡς δολοφόνους! Εἶναι αἶσχος!

§228Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἔχητε τοιαύτας πληροφορίας, παρακαλῶ προβῆτε εἰς ἀνακοινώσεις.

§229Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρέτρια τοῦ κ. Καζαμπάκα.

§230Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται πληροφορίαι, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ προβῆτε εἰς ἀνακοινώσεις.

§231Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον. Ἡ ὑπηρέτρια τοῦ κ. Καζαμπάκα εἶναι πληγωμένη εἰς τὸ στῆθος.

§232Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σήμερον τὸ εἴπετε, καὶ τὸ καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ δώσωμεν διαταγὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ πράγματος· ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ τοῦτο, τότε θέλει ἀποδειχθῇ τῇ ἀδείᾳ τίνος εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνοι, οὓς ὑμεῖς εἴπετε, καὶ τότε βεβαιωθῆτε, ὅτι οἱοσδήποτε ὑπέχει τὴν εὐθύνην θέλει δώσει λόγον τῆς πράξεώς του. Ἀλλὰ νὰ λέγητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, τοιαύτην ὑπομονὴν ἰώβειον ἐπέδειξε, νὰ λέγητε: «εἶσθε ὑπεύθυνοι τῶν πυροβολισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐρρίφθησαν», ὅταν ἀποδεικνύηται, ὅτι σφαῖραι ῥεβόλβερ κοινῶν ἦσαν αἱ περισσότεραι, καὶ ὄχι σφαῖραι ῥεβόλβερ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἀστυφύλακες, εἶναι πολὺ τολμηρόν, ἵνα μή τι περισσότερον εἴπω. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἐπαναλαμβάνω, ζήτημα εἶναι τοῦτο· ἂς ἐξετασθῇ· ἀφίνομεν εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν νὰ τὸ ἐξετάσωσι. Θὰ ἔχητε δὲ Εἰσαγγελίαν ἰδικήν σας, ὅταν δὲν θὰ ἤμεθα εἰς τὴν ἀρχήν· καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς θερμῶς, ἵνα ταύτην ἐπιφορτίσητε, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο καθαρίσῃ, διότι μὲ φθάνει ἡ θλῖψις, τὴν ὁποίαν δοκιμάζω, καὶ δὲν θέλω νὰ φέρω εἰς τὴν ράχιν μου καὶ τὸν τίτλον τοῦ δολοφόνου. (Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προφέρει τὰς τελευταίας λέξεις λίαν συγκεκινημένος).

§233Π. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐσκοτώθησαν οἱ ἄνθρωποι!

§234Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σᾶς ταράσσει αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε.

§235Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶσθε ἀνώτερος ἀνὴρ ἀπὸ πάντα ἄλλον περισσότερον.

§236Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ἀνώτερος αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀποδίδουσι. (Πολλαχόθεν ἐκ δεξιῶν ἀκούονται φράσεις παρόμοιαι. Ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς καὶ ἄλλοι ἐν μέσῳ τοῦ θορύβου προφέρουσι λέξεις κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).

§237ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Ἀκούονται λέξεις ἐνταῦθα, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται, διότι οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ φαντασθῇ περὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως... (Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δακρύει καὶ κλονίζεται ἐκ συγκινήσεως).

§238ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὅλους μᾶς ταράττει αὐτό. (Μεγάλη συγκίνησις καὶ εἰς τὰς δύο πτέρυγας. Πάντες σχεδὸν ὄρθιοι ζητοῦσι νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις)

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπὶ πέντε λεπτὰ ἡ συνεδρίασις. (Μετὰ διακοπὴν πέντε λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις, καταλαμβάνει δὲ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Λεωνίδας).

§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ μήπως, Κύριοι, ἡ ἀνεκτικότης ἡμῶν περιωρίσθη εἰς ταῦτα; Ἐξηκολούθησε, Κύριοι, ἡ κατάληψις τοῦ Πανεπιστημίου ὑπὸ τῶν φοιτητῶν, καὶ ἐνῷ προεκλήθημεν δι’ ἐγγράφου τῆς Συγκλήτου, ἵνα λάβωμεν μέτρα, διότι ἡ Σύγκλητος ὡμολόγησεν, ὅτι οὐδὲν πλέον ἠδύνατο ἐπὶ τῶν φοιτητῶν, εἰς οὐδὲν μέτρον προέβημεν, ἐλπίζοντες ὅτι ἡ σύνεσις ἤθελεν ἐπικρατήσει παρ’ αὐτοῖς. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τῆς Συγκλήτου, διότι καλὸν εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ γνῶσιν αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί γράφει ἡ Σύγκλητος (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Νοεμβρίου 1901. Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον. Ἡ Ἀκαδημαϊκὴ Σύγκλητος, ἔχουσα πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι διὰ τῆς ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐδόθη ὁριστικὴ λύσις εἰς τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, καὶ ὅτι ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῶν σημερινῶν δημοσιευμάτων ἐφημερίδος τινὸς, ἥτις, ὅπως διετείνοντο οἱ φοιτηταὶ, εἶχε προσβάλει αὐτοὺς, ἐδόθη πλήρης ἱκανοποίησις, καὶ ὅτι οὐδείς πλέον ὑπάρχει εὔλογος λόγος, ὅπως συνταράσσωνται οἱ φοιτηταὶ, καθ’ ἃ καὶ ἡ Πρυτανεία σήμερον προεκήρυξε, δηλώσασα, ὅτι πρέπει πάντες ἐν ἡσυχίᾳ ν’ ἀποσυρθῶσι πλέον εἰς τὰ ἴδια, πειθόμενοι εἰς τοὺς νόμους, ἀποφασίζει τὰ ἑξῆς: Ἐάν τινες φοιτηταὶ ἐπιμείνωσι, μετὰ πάσας τὰς προκηρύξεις καὶ νουθεσίας τοῦ Πρυτάνεως καὶ ἄλλων καθηγητῶν, εἰς τὰς ἀπὸ τριῶν ἤδη ἡμερῶν ὑφισταμένας ἀταξίας, ταράττοντες τὴν δημοσίαν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν τῆς πόλεως, ἐπειδὴ αἱ Πανεπιστημιακαὶ ἀρχαὶ οὐδὲν ἄλλο ἔχουσι μέσον κατασταλτικὸν τῆς ἀταξίας, νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὅσα μέτρα ἤθελε κρίνει σκόπιμα καὶ προσήκοντα πρὸς κατίσχυσιν τοῦ κράτους τοῦ νόμου.» Καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, Κύριοι, φέρει τὰς ὑπογραφὰς τοῦ Πρυτάνεως κ. Σακελλαροπούλου καὶ τῶν συγκλητικῶν Κόνσολα, Νικολαΐδου, Ζολώτα, Μητσοπούλου, Ἀποστολίδου, Ἀγγελοπούλου, Πεζοπούλου, Καραμήτσα. Καὶ ἐνῷ τοιοῦτον ἔγγραφον εἴχομεν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς οὐδὲν προέβημεν κατὰ τῶν φοιτητῶν, ἐλπίζοντες ὅτι ἡ σύνεσις ἐπὶ τέλους ἤθελεν ἔλθει εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἤθελον ἀνακτήσει ἐλευθερίαν σκέψεως καὶ ἐννοήσει ὅτι ἡ στάσις αὐτῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο μόνον, Κύριοι; Χθὲς ἐπὶ δίωρον, ὑπὸ τὴν οἰκίαν μου, ὄχι βεβαίως φοιτηταί, ὄχι ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὰ ποταπώτερα καὶ αἰσχρότερα στοιχεῖα ἐπὶ δύο, λέγω, ὥρας ὕβριζον, προεπηλάκιζον, εἰς οὐδένα ἐπέτρεπον τὴν ἔξοδον. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ διατάξω τὴν δημοσίαν δύναμιν νὰ ἄρῃ τὸ σκάνδαλον ἐκεῖνο; Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου φίλοι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο τὰς παρεκτροπὰς ταύτας νὰ παρεμποδίσωσι; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ὅπως ἀφῆκα ἐμαυτὸν ἔκθετον εἰς τὰς σφαίρας τῶν δολοφόνων, ἀφῆκα ἔκθετον καὶ εἰς τὰς προσβολὰς τὰς χθεσινάς. Καὶ καλοῦμαι σήμερον, Κύριοι, ἵνα ἀπολογηθῶ ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπολογίας ἐπιβάλλεται, διότι φαίνεται, δυστυχῶς, ὅτι τὰ πράγματα ἤδη ἤλλαξαν. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἄλλος κυβερνήτης, δυστυχῶς, εὑρέθη εἰς ὁμοίαν περίστασιν, καὶ ὁ κυβερνήτης ἐκεῖνος εὑρέθη πρὸ τοῦ ἀτυχοῦς συμβάντος, ἵνα ἡ δημοσία δύναμις φονεύσῃ πολίτας Ἕλληνας, καὶ ὁ κυβερνήτης ἐκεῖνος παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ υἱὸς ἐκείνου, ἵνα ἐκ τοῦ τάφου τὴν μεγάλην αὐτοῦ μορφὴν φέρω ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ ἔλεγεν ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος εἰς τὴν Βουλὴν ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἑσπέρας πολλαχόθεν ἦλθον πληροφορίαι πολλαὶ, ὅτι τὴν ἐπαύριον ἤθελον ἐπαναληφθῆ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, ὅτι ἄνθρωποί τινες, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν εὐγενῆ ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, ἤθελον νὰ τρέψωσι ταύτην πρὸς πολιτικὸν σκοπὸν, καὶ ὡς ἀπόδειξιν μοὶ ἔφερον τὸ ποιὸν τῶν ὁδηγούντων πρὸ πάντων τὰ παιδία τῶν ἀγυιῶν, τὰ ὁποῖα προηγοῦντο καὶ διέπραττον τὰ ἐγκλήματα, καὶ οἱ ὁδηγοῦντες, Κύριοι, ἦσαν ὕποπτοι καὶ ἔνοχοι ἄνθρωποι, ἀπὸ τὰς περιστάσεις ζητοῦντες νὰ κερδοσκοπήσωσιν, ἐπιπίπτοντες κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἢ κατὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, ἢ κατὰ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν.» «Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης», λέγει παρακατιὼν ὁ Κουμουνδοῦρος, «τὸ κίνημα ἔλαβε χαρακτῆρα ἐγκληματικόν. Καὶ δὲν ἐννοῶ ἐγὼ, Κύριοι, νὰ δώσω εἰς κανένα τὸ δικαίωμα, ἐκτὸς τοῦ Βασιλέως καὶ ὑμῶν, νὰ σκέπτηται περὶ τῶν καθεστώτων, νὰ σχηματίζῃ τὰς Κυβερνήσεις, πρὸ πάντων δὲ εἰς ἀνθρώπους τῶν ἀγυιῶν. Περὶ τὴν 2αν ὥραν τέλος πάντων ἤρχισαν αἱ συναθροίσεις· αἱ ἀρχαὶ καὶ ὁ στρατὸς εἶχον διαταγὴν νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, καὶ μόνον τὸν νόμον, καὶ τὸν ἐφήρμοσαν ἀκριβῶς· παρηγγέλθησαν νὰ διαλύσωσι τὰς συναθροίσεις, νὰ περιστείλωσι τοὺς ἀτακτοῦντας, καὶ τὸ ἔπραξαν. Ἀτυχῶς ἔπεσαν θύματα, ἀλλ’ αὐτοὶ πταίουσι.» Ταῦτα ἔλεγεν ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνήρ· ἀλλ’ ὅτε ἔλεγε ταῦτα, ἡ Ἀντιπολίτευσις σύσσωμος ἠγέρθη καὶ τῷ εἶπε: «Καλὰ ἔπραξες». Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις σήμερον δὲν λέγει ταῦτα· σᾶς εἶπον δὲ, τί λέγει περὶ ἡμῶν. Καὶ τώρα, Κύριοι, ἠκούσατε τὴν ἀπολογίαν μου, — ἐπειδὴ δυστυχῶς κατήντησα νὰ ἀπολογῶμαι. — Μὴ νομίσητε, ὅτι ἦλθον ἐδῶ, ἵνα ἀγωνισθῶ περὶ χαρτοφυλακίου· τὸ χαρτοφυλάκιον ἐγὼ θεωρῶ δυσβάστακτον καὶ ἀφόρητον βάρος. Ἦλθον σήμερον, ἵνα ἀμυνθῶ ὑπὲρ τῆς τιμῆς μου· κατέρχομαι δὲ τοῦ βήματος, πιστεύων ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι ἡ τιμή μου παρέμεινεν ἀλώβητος. (Εὖγε! εὖγε! καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).

§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ὑπέροχος ὄντως πολιτικὸς ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου ὁσάκις ἀναμιμνήσκομαι τὸ ὄνομα αἰσθάνομαι ἀληθῆ συντριβὴν ἐν τῇ καρδίᾳ, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξῃ τὰ ἔσχατα μέτρα τῆς ἐξουσίας, ὅπως ἀποκρούσῃ στάσιν καὶ ὄχι διαδηλώσεις, ὄχι παραστάσεις τῶν πολιτῶν, ὅτε τὴν ἐπιοῦσαν ἢ τὴν μετεπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διελύθη τὸ Οἰκουμενικὸν Ὑπουργεῖον καὶ ἐσχηματίσθη, κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1878, τὸ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον Ὑπουργεῖον, ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν παρεσκευάσθησαν καὶ ὠργανώθησαν διαδηλώσεις κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Οἰκουμενικοῦ, οἱ δὲ διαδηλωταὶ ἐξετράπησαν εἰς τὴν βίαν. Δὲν ἐτράπησαν εἰς δυσφημήσεις, εἰς ὕβρεις ἢ εἰς λοιδορίας κατὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, ἀλλὰ μετῆλθον βίαν καὶ κατὰ τῶν οἰκιῶν αὐτῶν, καὶ ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτῶν. Ὁ Κουμουνδοῦρος δὲν διέταξε νὰ φονεύσωσι τοὺς πολίτας, ἀλλ’ ἠνέχθη, καὶ ὅτε ἔδωσε διαταγὰς εἰς τὸν νῦν ἀποστρατευθέντα ἀντισυνταγματάρχην τοῦ πυροβολικοῦ, τὸν διακεκριμένον ἀξιωματικὸν κ. Γ. Κρεστενίτην, ἵνα ἐργασθῇ νὰ συντηρήσῃ τὴν τάξιν, ὁ κ. Γ. Κρεστενίτης ἠδυνήθη διὰ τῆς ἀξιοπρεποῦς καὶ ὄντως στρατιωτικῆς ἐνεργείας του νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς πολίτας, νὰ διαλύσῃ τὰς διαδηλώσεις, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν διαδηλώσεων ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν οὐδὲ ῥὶς πολίτου ἔπαθεν, οὐδεὶς ἐφονεύθη, οὐδεὶς ἐπληγώθη, καὶ ἡ τάξις διετηρήθη. Ἀλλὰ ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τῶν διαδηλώσεων ἐκείνων; Ἦτο ἡ ἀνατροπὴ τοῦ Ὑπουργείου. Πρὸς ποῖον σκοπόν; Ἵνα κληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνὴρ γνωστὸς ὡς χαρακτῆρος βιαίου, στρατιωτικὸς τὸ ἐπάγγελμα, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ βία ἦτο οἰκεία, νὰ σχηματισθῇ δὲ τοιουτοτρόπως Κυβέρνησις ἀντικοινοβουλευτική, ἡ ὁποία ἤθελε πάντως ἀναγκασθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν νέαν ἐκείνην Κυβέρνησιν. Φαντασθῆτε, Κύριοι, ἐνδεχομένην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὥραν οἱ Ρῶσσοι ἐμάχοντο ἐπὶ τῶν κορυφῶν τοῦ Αἵμου, καὶ ἠγωνίζοντο νὰ ὑπερβῶσι τὰς κορυφὰς αὐτοῦ, φαντασθῆτε, ἡ Ἑλλὰς νὰ ἤθελε καταδικασθῆ τότε νὰ ἀσχολῆται εἰς ἐκλογὰς, καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες αὐτῆς νὰ ἀγωνίζωνται καὶ προσπαθῶσιν, οὐχὶ πῶς ἡ Ἑλλὰς θέλει δυνηθῆ ν’ ἀποκτήσῃ δικαίωμά τι, ἵνα ἐλπίσῃ ἀπελευθέρωσιν χωρῶν ἑλληνικῶν, ἀλλὰ πῶς θέλουσι κατορθώσει νὰ γένωνται Βουλευταί. Καὶ ὄντως, τὴν ἐπιοῦσαν τῶν διαδηλώσεων, αἵτινες εἶχον ἀποτύχει, ἐπέμενόν τινες καὶ προεκάλουν χιλιάδας πολιτῶν ἐκ Πειραιῶς—δὲν γνωρίζω πόσας χιλιάδας.—Ὁ τότε ὑπασπιστὴς τοῦ Βασιλέως κ. Δ. Κριεζῆς ἦλθεν εἰς ἡμᾶς, συνεδριάζοντας ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, καὶ μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι, διερχόμενος διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τὴν ὁδὸν Πειραιῶς, εἶδε βαίνοντας πεζῇ ἐκεῖ τρεῖς χιλιάδας περίπου λαοῦ, καὶ αὐτοὺς εἶδεν ἐρχομένους ἵνα ῥίψωσι τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐγείρωσι Κυβέρνησιν νέαν, νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸ Στέμμα τοιαύτην, ὁποίαν περιέγραψα, ἥτις πάντως ἤθελε καταλήξει εἰς ῥῆξιν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ προσφύγει κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἠκούσαμεν μετὰ θλίψεως τὴν εἴδησιν, ὁ δὲ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, τοῦ ὁποίου ἡ καρδία ἦτο τῷ ὄντι μεγάλη καὶ ὁ ὁποῖος διεκρίνετο διὰ τὴν πολιτικὴν ἀνοχὴν, εἶπε πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἐπιζῶν ἔτι καὶ ὁ κ. Γεώργιος Μπούμπουλης: «Κύριοι, τί νὰ πράξωμεν;» Ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸν ὀργανισμὸν τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ ἀνέγνω τὴν διάταξιν αὐτοῦ, καὶ εἶπον: «Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ νὰ ἀργῇς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πρέπει νὰ τεθῇς ἐπὶ κεφαλῆς ἑνὸς λόχου στρατιωτῶν, νὰ ὑπάγῃς εἰς τὴν ὁδὸν Πειραιῶς, καὶ νὰ προσκαλέσῃς τοὺς πολίτας νὰ διαλυθῶσιν· ἐὰν δὲ τρὶς ἐπαναλάβῃς τὸ πρόσταγμα καὶ δὲν σὲ ὑπακούσωσι, νὰ προσενεχθῇς πρὸς αὐτοὺς ὡς εἰς στασιαστὰς καὶ νὰ διαλύσῃς αὐτούς». Τὴν γνώμην ταύτην ἀπεδέχθη ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος. Τοῦτο δ’ ἐγένετο. Ἐκινδύνευε λοιπὸν τότε ἡ ἀσφάλεια τῆς πόλεως, ἢ ἐπρόκειτο νὰ ἀσφαλίσωμεν τὸ σαρκίον ἡμῶν ὡς Ὑπουργῶν; Ἐκινδύνευε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ μείνῃ ἐκτὸς τοῦ νυμφῶνος, νὰ μὴ ἀποκτήσῃ οὐδὲν δικαίωμα, ἵνα ἴδῃ ἐλευθέραν Ἑλληνικήν τινα χώραν... Καὶ ἐφονεύθησαν τότε πόσοι, Κύριοι; Δύο μόνον ἄνθρωποι, εἷς δ’ ἐπληγώθη. Καὶ προχθὲς πόσοι ἐφονεύθησαν; Δεκατέσσαρες ἢ δεκαπέντε· καὶ μετέφεραν λάθρᾳ εἰς τὸ Νεκροταφεῖον δύο νεκροὺς τὴν νύκτα. Καὶ διατὶ ἐφονεύθησαν; Ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου; Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι ὑποβάλλει ἑαυτὸν εἰς τὸν ἔλεγχον, καὶ ἐζήτει νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του. Ἐλησμόνησεν ὁ Πρωθυπουργός, ὅτι οἱ κυβερνῶντες πίνουσι πολλὰς πικρίας καὶ διέρχονται δοκιμασίας καὶ συγκινήσεις. Ἄλλοι πρὸ ὑμῶν ὠνομάσθησαν προδόται τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπανήρχοντο εἰς τὸ Κράτος, φέροντες πρωτόκολλον τῆς Εὐρώπης, δι’ οὗ αὕτη ὑπέσχετο τὴν παραχώρησιν τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας, λαβοῦσα διὰ τῆς Συνθήκης τὸ δικαίωμα τῆς μεσολαβήσεως (droit de Mediation). Καὶ σεῖς δυσφορεῖτε! Ἂν ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἂν ἡ Ἀστυνομία καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἐδείκνυον ὅσην ὤφειλον ὑπομονὴν, δὲν θὰ συνέβαινον ὅσα συνέβησαν, διότι οἱ φοιτηταί, διότι οἱ πολῖται ἐνήσκουν ἡσύχως τὸ δικαίωμα αὑτῶν· ἂν ἔβλεπεν ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ αὐτοὺς ἀτακτοῦντας, καὶ διὰ τῆς πειθοῦς καὶ τῶν παρατηρήσεων δὲν ἠδύνατο νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τοὺς νόμους, τότε ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ τὴν βίαν. Τὸ γέρας τῶν κυβερνώντων δὲν εἶναι νὰ ζῶσιν ἀνέτως, δὲν εἶναι νὰ εὐφραίνωνται ἐν χλιδῇ καὶ ῥαστώνῃ, οὐδὲ νὰ τέρπωνται ἐν διασκεδάσεσι, καρπούμενοι τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐξουσίας· πολλάκις εὑρέθησαν κυβερνῆται, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀμοιβὴν ἀπήλαυσαν τὴν συκοφαντίαν, συκοφαντίαν ἀπαισίαν καὶ στυγερὰν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ, τοῦ ἐκεῖ καθημένου (δεικνύει τὸν κύριον Κ. Κουμουνδοῦρον), ὁ ὄντως ὑπέροχος ἀνήρ. Οἱ διαχειριζόμενοι τὴν δημοσίαν ἀρχὴν ὀφείλουσι νὰ διαχειρίζωνται ταύτην κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβαίνωσι τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἔταξαν διὰ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς. Τὴν βίαν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ μεταχειρισθῶσι μόνον ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ, καὶ καθ’ ἃ διαγράφουσιν οἱ νόμοι, καὶ ὅταν ἀπειλῆται ἀληθὴς κίνδυνος τῆς δημοσίας τάξεως. Καὶ ποίας ἐγγυήσεις ἔταξαν οἱ νόμοι; Οἱ στρατιωτικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους ἐνεργοῦσιν, ὀφείλουσι νὰ εἰδοποιῶσι τοὺς πολίτας, ὅτι θέλουσι πυροβολήσει κατ’ αὐτῶν, ἂν δὲν ὑπακούσωσιν. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπυροβόλησε καὶ ἐφόνευσε τοὺς φοιτητὰς καὶ τοὺς πολίτας; Ὁ Κερκυραῖος Εὐάγγελος Σγοῦρος, ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς, ὁ τεταγμένος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Ἀγορᾷ, μὴ ἔχων δ’ ἀφορμὴν διὰ τοῦτο νὰ παραπονεθῇ, ὡς ζημιούμενος ἕνεκα τούτου. Οὗτος ἐπυροβόλησε καὶ ἐφόνευσεν ἕνα φοιτητὴν καὶ ἕνα πολίτην. Τί ἔπραξε κατ’ αὐτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον; Ὁ ἀκόλουθος τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς, ὅστις ὑπῆρξε δυστυχῶς καὶ Βουλευτὴς ἄλλοτε ἐνταῦθα, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ὑπηρεσία ὡς Νομάρχου θέλει γενῆ μίαν ἡμέραν ἀντικείμενον ἐρεύνης, ὁ ἀκόλουθος αὐτοῦ ἀστυφύλαξ, πολιτικὰ ἐνδεδυμένος, διέπραξε φόνους. Δὲν σκοπῶ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ καταλαμβάνωσι τὸ Πανεπιστήμιον καὶ νὰ μεταποιῶσιν αὐτὸ εἰς ὀχυρὸν, εἰς φρούριον, καὶ νὰ καθιστῶσιν εἰς αὐτὸ φρουρούς. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θέλει ἐνασκεῖ τὴν ἀνατεθειμένην αὐτῇ ἐξουσίαν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, τί συνέβη κατὰ τὸ 1896 ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὅτε καὶ πολιτικοὶ καὶ ἐπιστήμονες, δυστυχῶς δὲ καὶ καθηγηταί, ἐτροφοδότουν τοὺς ὀχυρωθέντας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ φοιτητάς, καὶ ἔφερον εἰς αὐτοὺς ὅπλα! Ἀλλ’ ἔχετε σήμερον τοιοῦτόν τι δεδομένον ἀπὸ ἡμᾶς; Ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, ἡ δ’ ἐφημερίς, ἥτις διερμηνεύει τὰ φρονήματα ἡμῶν, ἔγραψε περὶ πάντων τούτων, καὶ κατεδήλωσεν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀτέλειά τις ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ πράξει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις μνείας καὶ ἀποφάσεως περὶ ἀφορισμοῦ, ἀλλ’ ἄλλαι ὑπάρχουσιν ἀτέλειαι. Ἀτέλεια, φέρ’ εἰπεῖν, εἶναι, ὅτι δὲν ἐφρόντισε νὰ περιλάβῃ τὴν ἐντολήν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τὴν πολιτικὴν ἀρχὴν τὴν ἀπόφασίν της, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν διάδοσιν τοῦ βιβλίου τούτου τῆς μεταφράσεως καὶ νὰ κατάσχῃ αὐτό· λυποῦμαι δὲ διότι ἐν τῇ Συνόδῳ ὑπάρχει Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, ὅστις ὑπῆρξε καὶ Ὑπουργὸς καὶ Βουλευτὴς καὶ ὅστις προσέτι τυγχάνει ἐκ τῶν νομομαθῶν. Οὕτως ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ ἤθελε προβῆ εἰς ἀπαγόρευσιν τῆς πωλήσεως καὶ χρήσεως τῶν βιβλίων αὐτῶν. Τὰ θρησκευτικὰ ζητήματα καὶ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα μεγάλα καὶ γενικὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ εἶναι λεπτότατα, καὶ μετὰ μεγάλης συνέσεως καὶ προσοχῆς πρέπει νὰ θίγῃ τις αὐτά. Ἀλλ’ ἂν ἐγεννήθησαν θρησκευτικὰ ζητήματα, ταῦτα δὲν ἤθελον γεννηθῆ, ἐὰν ἐπρολαμβάνοντο, οὐδὲ ἤθελον συνταραχθῆ οὕτως αἱ συνειδήσεις τῶν πολιτῶν. Εἰς τὴν οἰκίαν μου προσῆλθε γυνή, διαμαρτυρομένη ὅτι κινδυνεύει ἡ πίστις. Βεβαίως οἱ μὴ γνωρίζοντες γράμματα ἢ ἔχοντες πνευματικὴν ἀνάπτυξιν περιωρισμένην συγκινοῦνται ἐκ τοιούτων διαδόσεων, καὶ σπεύδουσι νὰ σώσωσι τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων των. Ἀλλὰ ποῦ ἐφονεύθησαν οἱ φοιτηταὶ καὶ οἱ πολῖται; Εἰς τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός; Παντάπασιν. Ἡ διαδήλωσις τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐγένετο μετὰ μεγάλης ἡσυχίας καὶ τάξεως. Οἱ διαδηλωταὶ μετὰ κοσμιότητος καὶ σοβαρότητος μετὰ τὸ συλλαλητήριον διελύθησαν εἰς ὅλας τὰς κεντρικωτέρας λεωφόρους τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου οὐδὲν συνέβη παράπτωμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπανῆλθον εἰς τὴν πόλιν, ἀφοῦ ἐτηρήθη πανταχοῦ ἡ τάξις, ἀφοῦ πολλοὶ ἐν ἡσυχίᾳ ἀπήρχοντο εἰς τὰς οἰκίας των, τότε, εὐθὺς ὡς παρέστη φέρων τις ἐπὶ ῥάβδου τὴν εἰκόνα τοῦ Πατριάρχου, ἠκολούθουν δὲ καὶ ἄλλοι καὶ διήρχοντο τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ἔβαινον δὲ οὐχὶ εἰς τὰ Ἀνάκτορα, οὐχὶ εἰς τὸν Μητροπολίτην, καὶ οὐδεὶς ὑπῆρχε κίνδυνος, οὐδ’ ἐπετρέπετο νὰ φαντασθῇ τις κινδύνους, ἐζήτησαν νὰ σταματήσωσι τοὺς κατερχομένους πρὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἐκεῖ δὲ κατὰ τοῦ πλήθους δὲν ἐπετέθη ὁ στρατὸς οὔτε τῆς ξηρᾶς οὔτε τῆς θαλάσσης, ἀλλ’ ἐπετέθη ὁ Εὐάγγελος Σγουρὸς, ὁ ὁποῖος εἶχε ταχθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀστυνομικοῦ φύλακος τῆς Ἀγορᾶς—καὶ γνωρίζετε τίς εἶναι ἡ ὑπηρεσία αὕτη.—Οὗτος ἐπυροβόλησε καὶ ἐφόνευσε δύο, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἦτο φοιτητής. Ἰδοὺ διατὶ ζητοῦμεν λόγον. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι σεῖς, ὁ Πρωθυπουργὸς, εἴτε οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ, διετάξατε δολοφονίας, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν ὑμᾶς, διατὶ ἠνέχθητε τὴν ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες σᾶς ὑπηρέτησαν ὡς μπράβοι, τολμηθεῖσαν ἐπίθεσιν διὰ τῶν περιστρόφων. Τὸ κυβερνᾷν εἶναι ἔργον ἐπαγόμενον ὑποχρεώσεις, οὐχὶ μόνον τοῦ καταστέλλειν τὰς πράξεις, ἀλλὰ καὶ προλαμβάνειν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τί ἐπράξατε, ἵνα προλάβητε τὰς διαδηλώσεις περὶ τῶν προκυψάντων ἢ διαδοθέντων κινδύνων τῆς θρησκείας; Τί ἐπράξατε, ἵνα προλάβητε πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν δὲν ὀνομάζω; τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου; Τί ἐπράξατε; — διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐμάθετε, ὅτι τοιούτων μεταφράσεων βιβλία διενεμήθησαν...

§243Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ Ἀρσάκειον.

§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Τί ἐπράξατε διὰ νὰ μεταβάλητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, εἶχε πρόσωπον σεπτὸν, εἰς τὸ ὁποῖον πάντες μετ’ εὐλαβείας προσβλέπομεν, καὶ νὰ πείσητε τὸ σεπτὸν ἐκεῖνο πρόσωπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τοιαύτην γνώμην; Ἐγὼ ἄλλοτε, λαβὼν τὴν ἄδειαν τοῦ Βασιλέως, συνεζήτησα μετὰ τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀνήγετο εἰς τὴν γενικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι εὗρον τὴν Βασίλισσαν πρόθυμον νὰ σεβασθῇ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ τὸ νομοσχέδιον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐγένετο νόμος. Σεῖς τί παραπλήσιον ἐπράξατε; Οἱ Ὑπουργοὶ ἐτάχθησαν νὰ ἦναι ἡ ἀσπὶς τοῦ Βασιλέως καὶ αὐτῆς τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας· σεῖς δ’ ἀφήσατε ἔκθετον τὴν σεπτὴν σύζυγον τοῦ Βασιλέως, καὶ ἀντὶ νὰ ταχθῆτε πρὸ αὐτῆς ὡς ἀσπὶς, προσεφύγατε εἰς τὸ ὄνομα τῆς Βασιλίσσης, μεταποιήσαντες τὸ σεπτὸν ὄνομα αὐτῆς εἰς ἀσπίδα, ἵνα κρυβῆτε ὑπ’ αὐτήν. Καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν μετασχηματίζετε τὰ ζητήματα καὶ προσπαθεῖτε ν’ ἀναβιβάσητε εἰς ζητήματα γενικὰ, ἵνα κινήσητε τὸ διαφέρον τῶν πολιτῶν. Ἡμᾶς ἄλλοτε μᾶς παριστᾶτε σεῖς, ὅτι εἰργαζόμεθα νὰ μεταποιήσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς Ρωσσικὸν Κυβερνεῖον, καὶ μᾶς ἐσυκοφαντεῖτε, καταγγέλλοντες ἡμᾶς εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν, ὅτι προδίδομεν τὸ Κράτος, ἐκτελοῦντες διαταγὰς καὶ παραγγελίας, ἐκ Βορρᾶ μεταβιβαζομένας εἰς ἡμᾶς. Καὶ εἰς ἡμᾶς τὰς ὕβρεις καὶ κατηγορίας ταύτας δὲν ἀπέδιδον οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ τὰς ἠκούομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· οὐδ’ ὑπερεβαίνομεν τὰ ὅρια τῆς νομίμου ἐνεργείας ἡμῶν, ἀμυνόμενοι ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι πρὸ παντὸς εἴμεθα Ἕλληνες, καὶ ὅτι ὀφείλομεν σέβας καὶ εὐγνωμοσύνην εἰς τὰς τρεῖς Μεγάλας εὐεργέτιδας Δυνάμεις, αἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ Βασιλείου καὶ ἐβοήθησαν ἡμᾶς εἰς πάσας τὰς περιστάσεις, ἀλλ’ ὅτι ἤμεθα Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, τεταγμένοι ἵνα μεριμνῶμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους. Καὶ τότε μετεποιήθη τὸ Πανεπιστήμιον εἰς ὀχύρωμα καὶ φρούριον. Ἀλλ’ ἐπεδράμομεν ἡμεῖς κατὰ τοῦ Πανεπιστημίου; Ὅταν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ἥρως καὶ ἔντιμος ἀξιωματικός, ὁ Δ. Μπαϊρακτάρης, ἔφιππος βαίνων ἐν τῷ μέσῳ τῶν διαδηλώσεων, ἐκτυπήθη ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πλήθους ὑπό τινος, καὶ σφαῖραι ἐσύριζαν εἰς τὰ ὦτά του, διέταξε τάχα τότε πῦρ; Ἐφονεύθη τις ὑπὸ τῆς δημοσίας δυνάμεως; Δεκατέσσαρας ἡμέρας ἐχρησίμευσε τὸ Πανεπιστήμιον ὡς φρούριον καὶ ὀχύρωμα, καὶ δὲν γνωρίζω ἐάν τις ὑμῶν τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν δὲν ἦτο τότε ἐν ἀγνοίᾳ τῶν γιγνομένων. Ἀλλὰ δὲν ἐπετρέψαμεν νὰ ῥίψωσι σφαίρας περιστρόφων κατὰ τῆς εὐγενοῦς νεότητος, διότι δὲν εἶναι ἀπίθανον, ἕνεκα ἀπειρίας, νὰ παρασυρθῇ, ὑπὸ εὐγενῶν ὅμως πάντοτε παροτρυνομένη ἰδεῶν. Ἡ νεότης δὲν φέρει τὸ ἐφόδιον τὸ μέγα τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως καὶ ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων, τὸ ὁποῖον δίδει ἡ πεῖρα. Διὰ τοῦτο διήλθομεν τὰς ἀγωνιώδεις ἐκείνας ἡμέρας χωρὶς νὰ χυθῇ οὐδὲ σταγὼν αἵματος. Τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων εἶναι, ὅτι ἐφονεύθησαν ἐν μέσαις Ἀθήναις, ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου, πολῖται καὶ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι δὲν εἶναι βέβαιον ἂν ἐφονεύθησαν δι’ ὅπλων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι ἀστυφύλακες ἐπυροβόλουν κατὰ τοῦ ξενοδοχείου τῶν «Ἀθηνῶν» ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀστυφύλακες μετημφιεσμένοι, φέροντες περίστροφα, συνελήφθησαν ὑπὸ φοιτητῶν καὶ παρεδόθησαν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς. Τί ἔπραξε περὶ αὐτῶν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς, βεβαίως δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ τίς οἶδεν, ἂν καὶ αὐτὸς δὲν ἀπέλυσεν αὐτοὺς, κακῶς βεβαίως ποιῶν· καὶ ἴσως ζητηθῇ παρ’ αὐτοῦ λόγος τῆς πράξεως ταύτης. Κύριοι, βεβαίως δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δείξῃ τὴν ἀνοχὴν, ἣν ἔδειξε μέχρι τοῦδε, ὅτε κατηγγέλλομεν εἰς αὐτὴν τὰς ἐκτρόπους τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων πράξεις, ὅτε διεδραματίζοντο τῆς Βλαχοκερασιᾶς τὰ θαύματα, ὅτε οἱ ἀστυνόμοι ἐφόνευον πολίτας ὡς ὀφειλέτας, εἰ καὶ οὗτοι οὐδὲν ὤφειλον εἰς τὸ ταμεῖον, ὅτε οἱ πολῖται ἔμενον ἔκθετοι καὶ εἰς τὴν διάκρισιν τῆς αὐθαδείας καὶ τῆς χυδαιότητος τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ἄτοπα πολὺ ἐκορυφώθησαν· ἀφοῦ δὲ σήμερον ἐφονεύθησαν δέκα, εἴκοσιν ἢ τριάκοντα πολῖται ἐν μέσαις Ἀθήναις, βεβαίως ἀπελπισία μᾶς καταλαμβάνει, καὶ εὐλόγως ἐρωτῶμεν, ἂν ὑπάρχει Σύνταγμα, ἀφοῦ διαρκῶς ὑπονομεύεται, ἀφοῦ διδάσκεται ἡ αὐθαιρεσία, ἡ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἀσέβεια, καὶ τῶν νόμων ἡ περιύβρισις, ἐνῷ οἱ πρόγονοι ἡμῶν ὑπεβλήθησαν εἰς μεγάλας θυσίας, ἵνα ἐξασφαλίσωσιν εἰς τοὺς ἀπογόνους των τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν καὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῶν.

§245ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ζητεῖ ἕτερος τῶν κυρίων Βουλευτῶν τὸν λόγον;

§247ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἤθελον ἀναβῆ τὸ βῆμα,—διότι σκοπὸν ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγα, φρονῶν ὅτι τὰ πρὸ μικροῦ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ καταβάντος τοῦ βήματος ἀντιπροσώπου τοῦ μείζονος μέρους τῆς μειονοψηφίας ἔθεσαν τὸ θέμα ἐπὶ τῆς ὀρθῆς θέσεως,—ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῆς φωνῆς μου μὲ ἀναγκάζει. Οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐφαντάσθη, εἰς οὐδενὸς τὸν νοῦν οὐδὲ πρὸς στιγμὴν ἦλθεν ἡ ἰδέα νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια πράγματα τῆς Ἑλλάδος τὴν ὕβριν, ἥτις τοσοῦτον συνεκίνησε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ νὰ καταβῇ τοῦ βήματος διακόψας τὸν λόγον εὐλόγως. Οὐδ’ ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τῆς ἰδέας, ἥτις προὐκάλεσε τὴν συγκίνησιν αὐτοῦ ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ὡμίλει πρὸς τὴν Βουλήν. Διότι, ἂν τοιαῦται λέξεις ἠκούσθησαν ἔξω, καὶ πότε δὲν ἠκούσθησαν, ὁσάκις ἐκ ταραχῶν προέκυψεν ἀτυχῶς χύσις αἵματος; Ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ τοιαῦται λέξεις, τοιαῦται γνῶμαι οὐδέποτε περὶ οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως ἐρρήθησαν. Ἐκεῖνο, δι’ ὃ νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία κατηγορίας ἡ Κυβέρνησις, εἶναι, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς ὑποθέσεως ταύτης, — ἥτις δὲν ἤρξατο μόνον ἀφ’ ὅτου ἤρξατο νὰ ἐξιστορῇ αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,— πρὸς τὰ ζητήματα, τ’ ἀναφυέντα περὶ τὸ θέμα, ὅπερ ἐξήγειρεν εἰς τοιαύτην παραφορὰν τὸ πλῆθος, αὐτὴ προσέβλεψε μετὰ μεγίστης ἀδιαφορίας, προσέβλεψεν εἰς αὐτὰ μὴ ἀγρυπνοῦσα, προσέβλεψε κοιμωμένη, νυστάζουσα. Διότι ἐφαίνοντο εἰς αὐτὴν ζητήματα ἀνάξια λόγου. Διότι ἴσως καὶ αὐτὴ ἐδείκνυεν ἐκεῖ, ὅπου, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ Μητροπολίτης ἔδειξεν ἀσύγγνωστον ἀδυναμίαν, ἴσως καὶ αὕτη κατείχετο ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ αἰσθήματος ἀδυναμίας καὶ δὲν ἐπεθύμησε νὰ ὁμιλήσῃ ἐγκαίρως. Τὸ θέμα, περὶ ὃ ἐστράφησαν τὰ γεγονότα τῶν τελευταίων ἡμερῶν, ἦτο βεβαίως τὸ σοβαρώτατον ὅσων ἦτο δυνατὸν λαὸς ἐλευθέρως ἐξετάζων τὰ πράγματα νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν, αὐτὸ τὸ θέμα τῆς θρησκείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τῆς θρησκείας τοῦ λαοῦ τῆς ἀπὸ καταβολῆς αὐτῆς συνδεδεμένης μετὰ τῆς ἐθνικότητος τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Διότι ἡ θρησκεία ἡ χριστιανικὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα παρεδόθη, καὶ διὰ τῆς Ἑλλάδος διωχετεύθη εἰς πάντας τοὺς λαοὺς, τοὺς σήμερον τὸν χριστιανισμὸν πρεσβεύοντας, διότι ἡ θρησκεία — αὐτὴ τὴν Ἑλλάδα ἔσωζε, καθ’ ὃν χρόνον οἱ Βυζαντινοὶ Αὐτοκράτορες, ἀποκρούοντες τὰς ἀλλεπαλλήλους τῶν βαρβάρων ἐφόδους, ἐγένοντο τὸ προπύργιον τῆς Εὐρώπης ἐναντίον τῆς Μουσουλμανικῆς εἰσβολῆς· διότι ἡ θρησκεία, — αὐτή, διασωθεῖσα καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα τῆς δουλείας εἰς τοὺς πατέρας ἡμῶν, ἡ θρησκεία, — αὐτή, μετὰ τῆς γλώσσης ἀρρήκτως ἡνωμένη, αὐτὴ ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς πατέρας ἡμῶν νὰ ἐγερθῶσι καὶ πατάξωσιν αὐτοὶ πρῶτοι τὴν Τουρκικὴν δεσποτείαν καὶ ὠθήσωσιν αὐτὴν εἰς τὸ σημεῖον, ἐν ᾧ βλέπομεν αὐτὴν σήμερον ταλαντευομένην καὶ ῥαπιζομένην ὑπὸ τούτου καὶ ἐκείνου. Περὶ τὴν θρησκείαν ἐστρέφοντο τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἐξηγέρθη ὁ κόσμος ὅλος. Ὅτε δὲ τοιαῦτα ζητήματα ἐτέθησαν, ὤφειλε ν’ ἀγρυπνῇ ἡ Κυβέρνησις· ὤφειλε νὰ βλέπῃ ὅ,τι ἡμεῖς οἱ ἁπλοῖ πολιτευόμενοι, οἱ ἁπλοῖ πολῖται ἐβλέπομεν, φοβούμενοι ὀλιγώτερα, ὄχι, δυστυχῶς, ὅσα καὶ ἐγένοντο. Διότι βεβαιῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγώ, ὅτε ἤκουσα τὸ κίνημα τῶν φοιτητῶν, καὶ εἶδον μετὰ ποίου τρόπου εὐγενὲς φρόνημα ὑπὸ εὐγενοῦς νεολαίας ἐξεδηλοῦτο, ὁμολογῶ ὅτι ᾐσθάνθην — καὶ ὁμολογῶ τοῦτο φανερὰ — ἀνακούφισιν· διότι εἶχον φθάσει μέχρι τῶν ὤτων μου λέξεις ἐκ τῶν κάτω λαϊκῶν στρωμάτων, τῶν ἁγνῶν μὲν, ἀλλ’ ἀμαθῶν, τῶν ἐν οἰκογενείᾳ χριστιανικῶς βιούντων, λέξεις δηλοῦσαι ὁποῖον δηλητήριον εἶχεν εἰσρεύσει εἰς τὰς ψυχὰς πάντων, ἰδίως ἐκείνων, οἵτινες δὲν δύνανται, καλῶς ἐξετάζοντες, νὰ κατανοήσωσι τὰ ζητήματα, ὡς ἡμεῖς, οἱ τυχόντες παιδεύσεως ἀνωτέρας, κατανοοῦμεν αὐτά. Καὶ ἠκούετο λεγόμενον, ἰδίως μάλιστα ὑπὸ γυναικῶν, ὅτι σκοπὸς ἐτέθη νὰ μεταβάλωσιν ἡμᾶς εἰς Φράγκους. Οὕτως ἔβλεπεν ὁ ἁπλούστερος λαὸς τὸ πρᾶγμα, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ ἀλλοιώσεως τοῦ Εὐαγγελίου, διότι ἀλλοίωσις τοῦ Εὐαγγελίου ἐπίστευον πάντες ὅτι ὑπῆρχεν ἐν τῇ μεταφράσει, κατὰ σχέδιόν τι, ὅπερ βεβαίως οὐδεὶς ἠδύνατο ἢ εἶχε τρόπον νὰ ὁρίσῃ. Λοιπὸν, ὅτε ἤκουσα ὅτι παρέλαβε καὶ ἐρρύθμισε τὸ ζήτημα ἡ φοιτητικὴ νεολαία, ᾐσθάνθην, εἶπον ἀνακούφισιν, διότι ἤλπιζον ὅτι ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐρχομένην εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς θεματοφύλακος πάσης Ἐκκλησιαστικῆς ὑποθέσεως, μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν τοιαύτην, ὁποίαν σήμερον ἐνταῦθα, μανθάνομεν ὅτι εἶχεν ἡ Σύνοδος προητοιμασμένην ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἐκδώσῃ καὶ δημοσιεύσῃ αὐτὴν ὑπογεγραμμένην, μετὰ παραγγελίας πρὸς τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς, ὅπως ἐκτελέσωσι τὸ εἰς αὐτὰς καθῆκον ἐπὶ τοιαύτῃ Συνοδικῇ ἀποφάσει. Ἀλλ’ ἐνῷ καιρὸν εἶχεν ὁλόκληρον τὸ δωδεκάωρον τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὁλόκληρον τὸ τῆς νυκτὸς, — καὶ εἴδομεν ὅτι ἡ ἀπαισία νὺξ τῆς Πέμπτης ἠδυνήθη, καταναλωθεῖσα εἰς ἐργασίαν, νὰ παραγάγῃ τὴν πρωίαν τὴν παραίτησιν τοῦ Μητροπολίτου, — διατὶ δὲν ἐγένετο ἀμέσως δυνατὴ ἡ ἔκδοσις τῆς ἀποφάσεως; Ἀλλὰ καὶ διατὶ δὲν ἐγένετο δυνατὴ πρὸ τῆς ἐξεγέρσεως καὶ τῆς ὑπὸ τῶν φοιτητῶν ἀναλήψεως τοῦ ζητήματος; Διατὶ δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν αὑτῆς πλήρης ἡ Ἱερὰ Σύνοδος; Διατὶ δὲν ἐφρόντιζεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εὑρίσκηται ἑτοίμη ἡ Σύνοδος, καὶ ἐρωτωμένη νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, καὶ ἀπάντησιν σαφῆ καὶ καθαράν; — Διότι λέγω, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύψω τὸ πρᾶγμα, αἰσθάνομαι δὲ μεγίστην λύπην, διότι ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τοῦτο, ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου δὲν ὑπῆρξε σαφὴς, καὶ ἡ ἀσάφεια αὐτῆς ἐγένετο εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων, δι’ οὓς ἐδέησεν ἐπὶ τέλους καὶ ὁ Μητροπολίτης νὰ παραιτηθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ. Ἂν ὁ συντάκτης τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ παίξῃ εἰς τὰς λέξεις, ἐν χρόνῳ μάλιστα, καθ’ ὃν τοιαῦτα παιγνίδια δὲν ἐπετρέποντο καὶ πᾶν λογοπαίγνιον ἦτο ἐπικίνδυνον, ἀλλ’ ἐξεδίδετο ἀπερίφραστος ἀπαγόρευσις, ἀπεφάσιζε δ’ ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ παρευθὺς διαταγὰς νὰ ἀποβάλωσιν ἀπὸ τῶν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς ἱδρυμάτων, ἐκπαιδευτικῶν καὶ ἄλλων καταστημάτων, τὰ βιβλία ἐκεῖνα, ἅτινα ἄνευ ἐγκρίσεως καὶ τῆς Συνόδου καὶ αὐτῆς, καθ’ ὑπέρβασιν δικαιωμάτων καὶ παράβλεψιν νόμων, ἐκυκλοφορήθησαν ἐκεῖ ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ πλέον, ἂν καὶ τοιαύτην, ὁσονδήποτε ἀτελὴς καὶ ἂν ἦτο, τὴν πρᾶξιν τῆς Συνόδου εἶχε φροντίσει ἀμέσως νὰ ἐκτελέσῃ, βεβαίως ἀπὸ τῆς Τρίτης θὰ ἐξημέρωνεν ἡμέρα γαλήνης καὶ ἁρμονίας. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐπράχθη, διότι ἐνόμισαν, ὅτι καὶ τὸ θέμα τοῦτο δύναται διὰ τῶν συνήθων συμβιβασμῶν, τοῦ γλυκέος τρόπου καὶ τῶν ἀναβολῶν νὰ διευθετηθῇ. Ἀλλὰ δὲν προέκειτο ζήτημα ἐκ τῶν διευθετουμένων κατὰ τοιοῦτον τρόπον· ἦτο ζήτημα ἀμέσου ἱκανοποιήσεως τῶν ἀξιώσεων τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, τῶν ἀξιώσεων συμπάσης τῆς Ἑλλάδος, καὶ τῆς ἔσω καὶ τῆς ἔξω, καὶ ὁρισμοῦ ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅτι τὸ ἱερὸν κείμενον, ὅπερ εὕρηται εἰς τοιοῦτον ὕψος, θὰ ἀφεθῇ νὰ παραμένῃ ἀσφαλῶς ἄθικτον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἐγκαίρως περὶ τούτων εἴχομεν μήνυμα ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Πατριάρχου, Ἕλληνος ἁγνοῦ καὶ σοφοῦ ἱεράρχου· ἀλλὰ καὶ ἡ εἰδοποίησις αὕτη ἔμεινε κεκρυμμένη μέχρι τῆς προχθές, ὅτε ηὐδόκησαν ἐπὶ τέλους ν’ ἀνακοινώσωσιν αὐτὴν διὰ τῶν ἐφημερίδων. Καὶ ἤκουσε βεβαίως καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ Κωνσταντινουπόλει πάντες, καὶ αὐτὸς ὁ πρέσβυς αὐτῆς, ἠδημόνουν καὶ ἠγανάκτουν διὰ τὰ γινόμενα ἐν Ἀθήναις, διότι ἐξέθετον εἰς κίνδυνον τὰς ἑλληνικὰς ἐλπίδας εἰς τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν. Καὶ ἀπέναντι τούτων τί ἐπράξατε; Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐξυπνήσῃ, ἡμιεξύπνησε. Τὰ πράγματα οὕτως εὐκόλως ἐννοεῖται ὅτι ἐδεινώθησαν. Βεβαίως αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον σκοπὸν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπῆλθεν· ἀλλ’ αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐδόθησαν ἐν τοῖς πλείστοις ἀσυνέτως, καίτοι ἐπεδίωκον συμβιβασμὸν, τῆς τάξεως ἀποκατάστασιν, καὶ ἐπαναφορὰν τῆς γαλήνης. Συνετὸν ἔργον ἦτο, συνετὴ πρᾶξις ἡ εἰς τὴν πόλιν εἰσαγωγὴ 500 ἀνδρῶν ὡραιοτάτου παραστήματος καὶ εὐτακτοτάτου βαδίσματος ἐν σώματι μετὰ τῆς μουσικῆς ἐπὶ κεφαλῆς; Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν φορείων. Ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἰσάγουσα εἰς τὴν πόλιν 500 ναύτας, ὑπὸ τὰ προστάγματα τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, περὶ οὗ εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἔχει καὶ πολὺ μαλακὸν χαρακτῆρα, — κατ’ ἐπιφάνειαν, ἔστω, — ὅτι, εἰσάγουσα τοὺς 500 τούτους ἄνδρας καὶ διάγουσα αὐτοὺς διὰ μέσου τῶν κυριωτάτων ὁδῶν τῆς πόλεως, ἤθελεν ἐμπνεύσει τρόμον εἰς τοὺς πολίτας. Ἀλλὰ μόνη ἡ ἐκ τούτων ἐντύπωσις, δὲν ἀρκεῖ, — ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις· — καὶ εἶπεν: «ἀφοῦ ἐφέραμεν ναύτας ἀπὸ τῶν θωρηκτῶν, τῶν τοσοῦτον δοξασθέντων κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἵνα ἐπηρεάσωμεν τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, τοῦ ἁπλοῦ, τοῦ εὐκόλως ταρασσομένου, πρέπει τὸ ἔργον νὰ παρασταθῇ πλῆρες. Ἄς δείξωμεν ὅτι, ἐὰν δὲν ἡσυχάσωσιν, ἐνταῦθα εἶναι τὰ φορεῖα, ἐφ’ ὧν θέλουσι τοποθετηθῆ. Ἄς δείξωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἀνδρείας αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τῶν παιάνων τῆς μουσικῆς ἐρχόμεθα νὰ σαρώσωμεν αὐτούς.» Ταῦτα ἀληθῶς εἶναι πράγματα μηδαμινά· ἀλλὰ δὲν αἰσθάνεσθε ποῖον αἴσθημα διὰ τοιαύτης ἐμφανίσεως ἐμποιεῖ ὁ στρατός; Ἐγὼ τὴν μουσικὴν εἶδον διερχομένην πρὸ τῆς οἰκίας μου, καὶ ἡ ἐντύπωσίς μου ἦτο, ὅτι ἐχλευαζόμεθα. Δὲν ἤκουσα ποτὲ εἰς οὐδὲν Κράτος εὐρωπαϊκὸν, πιθανώτατα δὲ καὶ εἰς οὐδὲν ἄλλο, ὅτι διαδηλώσεις διελύθησαν διὰ τῆς μουσικῆς. Ἡ μουσικὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι διαδήλωσις, καὶ ἐνταῦθα ἡ ἔννοια τῆς διαδηλώσεως ἦτο αὕτη: ἐρχόμεθα μετ’ ἐμβατηρίων νὰ σᾶς δείξωμεν, τί καὶ τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Ἄλλη σκέψις τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ὄχι ἀξία τοῦ κυβερνητικοῦ ὕψους, σκέψις, ἥτις δυστυχῶς ἐνεπνεύσθη εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς,— ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἰδέας,— σκέψις, ἥτις, καίτοι τὸ πρᾶγμα καθ’ ἑαυτὸ φαίνεται μηδαμινὸν, συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς τὰ ἀπαίσια ἀποτελέσματα, τὰ ἐπελθόντα ἐπὶ τῶν ὁδῶν Σταδίου καὶ Κοραῆ, ἔργα ἀπροσεξίας, ἀσυνεσίας ἀξίας κατακρίσεως. Δὲν ἐλέχθη μέχρι τοῦδε ἐνταῦθα τοῦτο, ὅπερ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι χαρακτηριστικόν. Ὅταν κινδυνεύῃ ἡ δημοσία τάξις, δὲν πιστεύω ὅτι εἰς ἄλλο μέρος γίνεται ὅ,τι ἐγένετο ἐνταῦθα· τὸ ὄργανον τῆς δημοσίας τάξεως, ὅπερ ἐν τῇ στολῇ πειθαρχεῖ, καὶ μετὰ τῆς στολῆς συμπεριβάλλεται καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ τηρῇ τὴν τάξιν, τὸ ὄργανον τοῦτο νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπικειμένης συγκρούσεως μετημφιεσμένον! Ὁ ἀστυνομικὸς κλητὴρ, ὁ φορῶν τὴν στολὴν, δὲν προβαίνει μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας καὶ ὁρμῆς εἰς ἔργα βίας καὶ πράξεις δολοφονικὰς, ὡς ἐνταῦθα συνέβη. Ἀλλ’ ὅτε δὲν φέρει στολὴν, ὅτε αἰσθάνεται, ὅτι κεκαλυμμένος ὑπὸ ἔνδυμα ἁπλοῦ πολίτου εἶναι συγκεχυμένος μετὰ τοῦ πολλοῦ λαοῦ, δυσκόλως διακρινόμενος, ὑπὸ τῶν πλείστων δὲ καὶ παντελῶς ἀγνοούμενος καὶ μὴ διακρινόμενος, ἔχει ἄδειαν καὶ εὐκολίαν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὰς ὁρμὰς αὐτοῦ, τὰς πολλάκις οὐχὶ ἡμέρους, παρὰ πολὺ δὲ συχνὰ καὶ ἀνειλικρινεῖς. Ὅπως δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐντὸς τοῦ πλήθους τῶν διαδηλωτῶν ὑπῆρχον καὶ ἄνθρωποι ἐπιδιώκοντες ἴδια τέλη, δὲν βλέπει ὅτι καὶ ἐν τῷ πλήθει τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τῆς τάξεως κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ ὑπῆρχον ἄνθρωποι ὁμοίου φυράματος, ἐπιδιώκοντες ἴδια τέλη, ἀντίθετα, καὶ κηδόμενοι τοῦ χαρτοφυλακίου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πολὺ περισσότερον ἢ ὅτι οὗτος ἐδήλωσεν ὅτι φροντίζει περὶ αὐτοῦ· διότι αὐτὸς μὲν δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ χαρτοφυλακίου, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οὓς κατωνόμασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἔχουσιν ἀπαραίτητον ἀνάγκην νὰ κατέχῃ τὸ χαρτοφυλάκιον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τοιοῦτοι ἄνθρωποι δυστυχῶς ὑπὸ πάσας τὰς Κυβερνήσεις, καὶ τὰς ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ τὰς ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, καὶ εἰς πάσας τὰς διαδηλώσεις καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις τάξεσι τῶν πολιτῶν, καὶ ἐν ταῖς τάξεσι τῶν ὑπηρετῶν τῆς ἀρχῆς, πάντοτε παρεισέρχονται. Ἀλλ’ ἡ ἱκανότης τῆς ἀρχῆς εἰς τοῦτο συνίσταται, οἱ διευθύνοντες τὴν ὅλην ὑπόθεσιν καὶ οἱ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν προϊστάμενοι τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς τάξεως, τὰ στοιχεῖα ταῦτα νὰ ἔχωσιν αὐστηρῶς ὑπὸ πᾶσαν ἐπιτήρησιν τελείως δεσμευμένα, ὥστε, ἂν τυχὸν συμβῇ παρεκτροπὴ, αὕτη νὰ περιορισθῇ, μονομερὴς, μικρὰ καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλαφροτάτη. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τί συνέβη; Συνέβη τὸ εἰς ἐμὲ ἀληθῶς ἀκατανόητον, διότι παρευρέθην ἐν Ἀθήναις ἄλλοτε, καὶ ὡς ἐθνοφύλαξ μετὰ τῶν ἄλλων συνειργάσθην καὶ μετέσχον τῶν πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως ἀγώνων κατὰ τὸν χρόνον τῶν Ἰουνιακῶν ἐν ἔτει 1863, ὅτε ἐπὶ ἡμέρας ἐγίνετο ἐμφύλιος ῥῆξις· ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου ἐκείνου, καθ’ ὃν καὶ τὸ τηλεβόλον ἐβρόντησε, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπαναστατικὴν ταραχὴν καὶ τὴν ἀταξίαν, μεθ’ ὅλην τὴν παράτασιν αὐτοῦ, δὲν ὑπῆρξαν τοσοῦτον ὀλέθρια· δὲν συνελέγησαν τόσοι πληγωμένοι καὶ νεκροὶ, ὅσοι μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς προχθὲς Πέμπτης ἔπεσαν ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν.

§248Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς καμμίαν μάχην τοῦ πολέμου μας δὲν ἐφονεύθησαν τόσοι.

§249ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τί τοῦτο ὀφείλεται καὶ εἰς τίνας; Εἰς τὰ ἀσυνέτως ὀργανωθέντα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν κακὴν διαχείρισιν τῆς ἐντολῆς, τῆς δοθείσης εἰς τοὺς ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐργαζομένους, οἵτινες, ἀκαίρως συζητοῦντες, ἐγκαίρως δὲν ἐφρόντισαν νὰ πράξωσι τὸ προσῆκον. Βεβαίως ὁ στρατὸς ἔδειξεν ὑπομονὴν, ἀνοχὴν ἱκανὴν, τιμῶσαν αὐτὸν, ἀνοχὴν τοιαύτην, ὁποίαν καλῶς πειθαρχῶν στρατὸς—ὁ ἡμέτερος μετρίως πειθαρχεῖ—ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἀντιτάξῃ. Καὶ πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι πάντα τὰ σώματα τοῦ τε στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἔπραξαν τὸ καθῆκον κατὰ τρόπον ὅσον ἦτο δυνατὸν ἠπιώτερον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτῶν ἐγένοντο παντὸς ἐπαίνου ἄξιοι. Ἀλλὰ τὸ ὅλον τῆς διευθετήσεως τῆς δυνάμεως, τὸ ὅλον τῆς ἐργασίας τῆς ἐξασφαλιστικῆς τῆς τάξεως ἦτο τεθειμένον ἐπὶ σαθρᾶς βάσεως, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν αὐτά. Δὲν δύναταί τις δὲ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις τὸ προσῆκον, ὅτε πολλαὶ φωναὶ κραυγάζουσι καὶ μαρτυροῦσιν, ὅτι ἀστυφύλακες ἐφόνευσαν τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν πολίτην κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, — πολίτην καὶ ὄχι λωποδύτην. Εὕρετε ἓν μόνον ὄνομα λωποδύτου μεταξὺ τῶν νεκρῶν, ὧν τινας χθὲς ἐνεταφιάσαμεν, ἓν μόνον μεταξὺ τῶν τραυματισθέντων. Ἔχομεν ὀνόματα τεχνιτῶν, μικρεμπόρων, γνωστῶν εἰς τὰς συνοικίας, ὀνόματα φοιτητῶν, ὀνόματα υἱῶν οἰκογενειῶν στρατιωτικῶν. Οὐδένα λωποδύτην...

§250Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Στεφανίδης ἦτο υἱὸς τοῦ Προέδρου τῶν σιγαροποιῶν ἐν Πειραιεῖ.

§251ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Διότι οἱ λωποδύται δὲν ἐκτίθενται εἰς τοιαῦτα ἔργα, εἰς τοιούτους κινδύνους· οἱ λωποδύται ἐν τοιαύταις ὥραις κρύπτονται ὄπισθεν τῶν φονευομένων, ἵνα λωποδυτήσωσιν, ἀλλὰ δὲν ἔρχονται κατέναντι τῶν ὅπλων οὔτε τοῦ στρατοῦ, οὔτε τῶν ἀκολούθων τοῦ κυρίου Νομάρχου. Καὶ ἔπειτα, μετὰ τὴν χύσιν τοῦ αἵματος, τί ἐγένετο; Τί ἐγένετο μετὰ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐκεῖνοι προεκάλεσαν ὁλόκληρον τὸ κακὸν, ὧν τὰ ὀνόματα εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν πολλάκις ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἀπήχησαν, καὶ ἐκ πολλῶν καὶ ἐξ ὀλίγων ὡρισμένων στομάτων προφερόμενα; Τί ἐγένετο κατ’ ἐκείνων, οὓς ἡ κοινὴ φήμη κατέδειξεν ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας ὡς στηρίξαντας τὰ νῶτα αὑτῶν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πυροβολήσαντας; Οὐδὲν ἄλλο ἠκούσαμεν, καίτοι συνελήφθησαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ εἷς ἢ δύο τῶν ἀνδρῶν τούτων καὶ παρεδόθησαν εἰς τὰς ἀρχὰς, ἢ ὅτι πρώτη πρᾶξις τῶν ἀρχῶν ἦτο νὰ ἀπολύσωσι τοὺς ἀνθρώπους τούτους. Καὶ δὲν ἦτο ἄξιον τὸ ζήτημα ἐξετάσεως ἢ τριημέρου κρατήσεως τῶν συλληφθέντων, ὅπως ἀκουσθῶσιν ὑπὸ τῆς ἀρχῆς αἱ καταγγελίαι καὶ αἱ μαρτυρίαι; Διαβεβαιῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μαρτυρίαι ἀνδρῶν ἀδιαφόρων καὶ πολιτῶν ἡσύχων ἀπέδειξαν, ὅτι ἀκόλουθοι τῶν ἀρχῶν ἐπυροβόλησαν ἐπανειλημμένως καὶ ἐφόνευσαν, ἀκόλουθοι τοῦ Νομάρχου, ἀκόλουθοι τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ καὶ τί θέλουσιν οἱ κλητῆρες τῆς ἀστυνομίας ὡς ἀκόλουθοι τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ὑπαλλήλου; διατὶ ἐνδύονται ἔνδυμα ἄλλο, παρὰ τὴν στολὴν τοῦ κλητῆρος; Τὸ ἔργον τῶν ἀστυφυλάκων εἶναι ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ φυλάττηται ἡ τάξις, ἐκεῖ, ὅπου, κατὰ τὴν νύκτα πρὸ παντός, ἀναζητοῦμεν ἀστυφύλακας, ἵνα καταφύγωμεν πρὸς αὐτοὺς ὅτε ἡ ἀσφάλεια ἡμῶν κινδυνεύει. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ καταλογισθῇ εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο, τὸ γενικῶς προχθὲς ὑπὸ Ἑλλήνων τε καὶ ξένων ἀναγνωρισθέν, ὅτι ὅπου ἔλειψεν ἡ ἀρχή, ἐκεῖ ἐτηρήθη πλήρης ἡ τάξις, καὶ ὅπου παρευρέθη ἡ ἀρχή, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖ συνεταράχθη μέχρι χύσεως αἵματος, καὶ πολλοῦ αἵματος, ἡ τάξις; Εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα ἀποτελέσματα τοιαύτης ἐνεργείας νὰ μὴ βαρύνωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ ταῦτα διὰ τὸ τελευταῖον στάδιον, τὸ αἱματηρόν, τῆς ὅλης ὑποθέσεως, τῆς συνεχομένης μετὰ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ὀρθῶς ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἀνήγαγε τὸ ζήτημα μέχρι χρόνων παρελθόντων, διότι ἀπὸ διετίας καὶ πλέον τὸ ζήτημα τοῦτο συνετάραξε καὶ συνταράττει ἔτι τὴν Ἑλληνικὴν συνείδησιν, καὶ πρέπει νὰ ἀναδράμῃ τις εἰς τὴν πηγήν, εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς πηγῆς, ἥτις ἔρρευσε, μεταβληθεῖσα ἐπὶ τέλους εἰς αἷμα. Πρὸ 2½ ἐτῶν ἐξ εὐσεβοῦς δικθέσεως σεπτοῦ προσώπου, ἀξίου τῆς εὐγνωμοσύνης ἡμῶν διὰ τὰ φιλάνθρωπα ἔργα, εἰς ἃ μετὰ ζήλου ὑπὲρ εὐαγῶν ἑλληνικῶν ἱδρυμάτων ἀφοσιοῦται, εἰς τοῦ προσώπου τούτου τοῦ σεπτοῦ τὸν νοῦν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον, ὡς ἔχει, δὲν εἶναι ἀρκούντως προσιτὸν πρὸς μελέτην ὑπὸ τῶν λαϊκῶν τάξεων. Φυσικὴ πλάνη εἰς γυναῖκα ὑψίστης περιωπῆς, ἥτις εἶναι μὲν Ἑλληνὶς τὴν καρδίαν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ Ἑλληνὶς τὴν καταγωγήν· διότι, ὅ,τι ἡμεῖς οἱ ἐκ γενετῆς Ἕλληνες γνωρίζομεν καὶ αἰσθανόμεθα, ἰδίως οἱ ἀναστρεφόμενοι μετὰ τῶν κατωτέρω τάξεων, καὶ μάλιστα τῆς ἀγροτικῆς, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν Βασίλισσαν νὰ ἀντιληφθῇ. Ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὁμιλῶν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν τὴν σημερινήν, εἰς οἱανδήποτε τάξιν, εἰς οἱονδήποτε χωρίον, ὅστις ἐν συνόλῳ δὲν ἔχει ἀντίληψιν τῶν ἀναγινωσκομένων, ὅτε ἀναγινώσκεται τὸ Εὐαγγέλιον, ὅστις δὲν ἐννοεῖ τὸ σύνολον ἑκάστου Εὐαγγελίου τῆς Κυριακῆς. Ἐρωτήσατε τὴν ἁπλουστάτην χωρικὴν ἐν οἱῳδήποτε χωρίῳ, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἐννοεῖ· ἐν δὲ τοῖς χωρίοις, — προσέξατε, Κύριοι, — ἐν τοῖς χωρίοις ἡ χρῆσις ἐκκλησιαστικῶν φράσεων ἐν τῇ ὁμιλίᾳ, ἡ περιστροφὴ τῆς ὁμιλίας περὶ ἐκκλησιαστικὰ θέματα εἶναι πολὺ συχνοτέρα ἢ ἐν ταῖς πόλεσι παρὰ τῇ ἀνεπτυγμένῃ τάξει. Οὐδὲν θέλω νὰ εἴπω περὶ τούτου, ὅπερ πάντες ἐνταῦθα γνωρίζομεν, διότι καθ’ ἡμέραν καὶ ἡμεῖς πράττομεν αὐτό, μὴ προσέχοντες, ὅτι μέγα μέρος τῆς φράσεως ἡμῶν ἐν ταῖς ὁμιλίαις εἶναι εἰλημμένον ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων καὶ τοῦ Εὐαγγελίου· ὅ,τι καὶ ἂν λέγωμεν ἐν ὥρᾳ ζωηρᾶς παραστάσεως τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, πάντοτε φράσιν τινὰ θὰ ἀντλήσωμεν εἴτε ἀπὸ ψαλμοῦ, εἴτε ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελίου, εἴτε ὁπόθεν ἄλλοθεν· γίνεται δὲ ἡ χρῆσις τῶν τοιούτων λέξεων καὶ φράσεων, ἀσυναισθήτως, πάντοτε κατὰ τὴν προσήκουσαν ὥραν καὶ ὅπου πρέπει. Τὸ «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» δὲν λέγει ἡ ἁπλουστάτη γυνὴ ἐν τῇ τυχούσῃ στιγμῇ, λέγει αὐτὸ καταλλήλως καὶ ὅτε ἐδιδάχθη ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας νὰ τὸ λέγῃ.

§252Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο μεταφράζεται, ὡς μανθάνω, διὰ τοῦ «νὰ μὲ θυμηθῇς κ’ ἐμένα, ἀφέντη, ὅταν ἔλθῃς εἰς τὰ πράμματα!» Τοιαύτη εἶναι ἡ μετάφρασις τοῦ Πάλλη, ἑνὸς ἀνοήτου ἀνθρώπου — διότι ἄλλο τι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω περὶ αὐτοῦ.

§253ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγετε, ὅτι οὕτω μετεφράσθη; Ἐπικαλεῖται τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ μνήμην τοῦ Κυρίου, «ὅταν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα», ὡσεὶ πρόκειται νὰ διορίσῃ αὐτὸν ἀστυφύλακα! Λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιον ὁ Ἕλλην ἐκ γενετῆς, ὁ τὰ εἰς τὴν γλῶσσαν ἀναγόμενα καλῶς γινώσκων, δὲν ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι εἶναι παρ’ ἡμῖν ἐπιδεκτικὸν μεταφράσεως. Ἡ μετάφρασις, καὶ ὅτε αὕτη γίνεται ἀπὸ εὐσεβεστάτου συνειδότος, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γεννήσῃ παρανοήσεις, ἀμφιβολίας καὶ διχασμοὺς γνωμῶν. Ἀλλ’ ἡ σεπτὴ Ἄνασσα, ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ πρὸς διδασκαλίαν τοῦ λαοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν. Ἀπετάθη καὶ δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, καὶ εἰς λαϊκοὺς καὶ εἰς κληρικούς, — λαϊκοὺς λέγων, ἔχω τὸν νοῦν εἰς καθηγητὰς τῆς Θεολογίας· κληρικοὺς λέγων, ἔχω τὸν νοῦν εἰς ἀρχιερεῖς. — Καὶ παρὰ λαϊκῶν καὶ παρὰ κληρικῶν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἤκουσεν ἀπάντησιν, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον εἶναι ἀμετάφραστον, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρηθῇ ἡ μετάφρασις αὕτη πρὸς Ἕλληνας. Ἀλλ’ ἡ πίστις εἶναι ἀνωτέρα τῶν τοιούτων παραστάσεων, καὶ ἡ Βασίλισσα ἔχει πίστιν, πίστιν εἰλικρινῆ, καὶ ἐπέμεινε· καὶ ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς τῆς Βασιλίσσης, ὁ μὲν σεβαστὸς ἱεράρχης, οὗτινος λυποῦμαι ὅτι τὸ ὄνομα ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ μεταχειρισθῶ, ὁ Μητροπολίτης, δὲν εἶχεν, ὡς ὡμολόγησεν αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶχε τὸ σθένος ν’ ἀπαγορεύσῃ πᾶσαν περὶ μεταφράσεως συζήτησιν, δὲν εἶχε τὸ σθένος νὰ εἴπῃ ὅ,τι ἄλλος ἱεράρχης, ἀρνηθεὶς ψῆφον, εἶπε: «τὸ ζήτημα τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἐκλήθησαν νὰ λύσωσιν αἱ γυναῖκες»· δὲν εἶχε τὸ σθένος, ὅπερ ἕτερος ἱεράρχης, ὁ ἀποθανὼν Κορινθίας, ὁ Σωκράτης Κολιάτσος, ὅστις, κληθεὶς νὰ συζητήσῃ καὶ κατ’ ἰδίαν τὸ ζήτημα, εἶπε: «Ζητῶ συγγνώμην, ὅτι ὀφείλω νὰ ἀπόσχω. Ἔχω τόσον ἀμετάτρεπτον πεποίθησιν, ὥστε πᾶσα περαιτέρω συζήτησις, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, μόνον κίνδυνον εἰς τὴν δεινῶς πάσχουσαν ὑγείαν μου δύναται νὰ φέρῃ». — Ἠσθένει ὑπὸ στηθάγχης, ἥτις καὶ ἔφερεν αὐτὸν ἔπειτα εἰς τὸν τάφον. — Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς παραστάσεις ταύτας ἐξηκολούθησεν ἡ ἐπιμονὴ εἰς διάδοσιν μεταφράσεως, ἣν βεβαίως ἂν ἐφαντάζετο ἡ ἐπιμένουσα, ὅτι ἤθελε φθάσει εἰς τ’ ἀποτελέσματα τὰ σημερινὰ, πρώτη ἤθελε παραμερίσει. Ἀλλὰ δὲν εὑρέθησαν, Κύριοι, ὅτε τὰ πράγματα εἰς τοιαύτην περιῆλθον ἀδιέξοδον δυσχέρειαν, δὲν εὑρέθησαν πρόθυμοι εἰς συμβουλὰς οὐδ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκ τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσεως αὐτῶν ἔχουσιν ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ συμβουλεύωσι καὶ νὰ ἀξιῶσι τὴν παραδοχὴν τῆς γνώμης αὐτῶν, ἢ ἄλλως νὰ καταλείπωσιν εἰς ἄλλους τὸ χαρτοφυλάκιον. — Καὶ ἐν τούτῳ, δὲν ἠξεύρω, ἂν αὐτὸς πρῶτος, ἀλλὰ βεβαίως ἔπταισε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔπταισεν ἢ διότι ἠδιαφόρησεν, ἢ διότι γνωρίσας τὸ πρᾶγμα, ὅμως δὲν εἶχε καὶ αὐτὸς τὴν δύναμιν, ἣν κατηγορεῖ τοῦ Μητροπολίτου, ὅτι δὲν εἶχε. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, ὅτι τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ τῆς θρησκείας ἐν Ἑλλάδι, καὶ εἰδικώτερον τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ τῆς θρησκευτικῆς διδασκαλίας, εἶναι ὑπεράνω τῆς δυνάμεως καὶ τῆς Βασιλείας καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ὁ Συνταγματικὸς χάρτης ἔθεσεν αὐτὰ ὑπεράνω. Ἐν τῇ συντάξει τῆς Πολιτείας ὑπάρχουσι τρεῖς ἐξουσίαι, ἡ νομοθετική, ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ δικαστική, συμπτυσσόμεναι ἐπιστημονικώτερον εἰς δύο, περὶ ὧν εἴμεθα συνηθισμένοι πάντοτε νὰ ὁμιλῶμεν. Ἀλλ’ ἐν τῷ Συντάγματι ὑπάρχει τεθειμένη καὶ ἄλλη ἐξουσία, αὕτη οὐχὶ πηγάζουσα ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ἀναγνωριζομένη ὑπὸ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, ἢ ἀπὸ τῶν Κανόνων πηγάζουσα ἐξουσία τῶν ἀρχιερέων, τῶν ἀποτελούντων τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἧς ἡ ἀπόσπασις ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐνεκρίθη δι’ εἰδικοῦ νόμου, ἣν αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα κατέστησε μόνην θεματοφύλακα παντὸς ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὰ καθαρῶς θρησκευτικὰ ζητήματα καὶ καθήκοντα, παντὸς ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν θρησκευτικὴν διδασκαλίαν,—καὶ τοῦ Εὐαγγελίου τὸ κείμενον εἶναι ἡ βάσις πάσης θρησκευτικῆς διδασκαλίας. — Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὅτε ἔρχεται ὁ δάκτυλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀπαγορεύει τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου δι’ οἱονδήποτε λόγον, εἴτε διότι ἡ μετάφρασις δὲν ἐπιτρέπεται ἀπολύτως, — πρᾶγμα, περὶ οὗ ἐγὼ δὲν θέλω συζητήσει, — εἴτε διότι δὲν συμφέρει, πᾶς τις, ἀπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου, ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ. Ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων δὲν ἐπιτρέπεται ἄρνησις ὑποταγῆς. Παράλειψις ὑποταγῆς ἤθελε συνεπιφέρει διαιρέσεις ἐσωτερικὰς, τὰς χειρίστας πασῶν τῶν διαιρέσεων, θρησκευτικὰς αἱρέσεις. Ἔλλειψις ὑποταγῆς ἤθελεν ἐπιφέρει διαιρέσεις ὄχι μόνον τοπικῶς ἐσωτερικὰς, ἀλλὰ καὶ ἐξωτερικὰς, διαιρέσεις μεταξὺ τῶν ἔσω, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἔσω καὶ τῶν ἔξω Ἑλλήνων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο διέφυγε τὴν προσοχὴν τῆς σεπτῆς Ἀνάσσης, ἥτις μετ’ εὐσεβοῦς αἰσθήματος ἐπεδόθη εἰς τὸ ἔργον. Καὶ δὲν εὑρέθη τις, Κύριοι, ὅστις νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ θέματος, δὲν εὑρέθη τις, ὅστις ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅπως ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν νὰ παρασταθῇ εἰς τὴν Βασίλισσαν, ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ἐξ εὐλαβοῦς πόθου ἐπιχειρούμενον, εἶναι ἔργον δυνάμενον νὰ συνεπαγάγῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ἐνταῦθα κεῖται ἡ μεγάλη εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἤθελον ἴσως ἐπιμείνει εἰς τοῦτο τόσον, Κύριοι, ἂν εὑρισκόμην ἀπέναντι ἄλλης Κυβερνήσεως. Διότι γνωρίζετε τί φρονῶ περὶ τῆς πορείας τῆς πολιτικῆς τῶν ἐντίμων ἀνδρῶν, οἵτινες κάθηνται εἰς τὰς θέσεις ταύτας. Φρονῶ περὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι, προκειμένου περὶ κυβερνήσεως τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, τὴν θεμελιώδη ἰδέαν, ἣν ὑπαγορεύει τὸ Σύνταγμα· φρονῶ περὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι θέλησιν καὶ δύναμιν νὰ περιορίσωσι τὰς ἐπιθυμίας τῶν τυχὸν φρονούντων συμφέρουσαν τὴν μεταβολὴν τῶν ἐπὶ καθαρῶς Συνταγματικοῦ πολιτεύματος κρατουσῶν ἀνέκαθεν παραδόσεων, δὲν ἔχουσι, λέγω, τὸ θάρρος νὰ ἐπιδιώξωσι τὸν περιορισμὸν τῶν τοιούτων ἰδεῶν, οὐχὶ ἁπλῶς ἀδιαφοροῦντες, ἀλλ’ ἐκ συστήματος, διότι φαίνεται εἰς αὐτοὺς τὸ πολίτευμα ὡς πολίτευμα—πῶς εἶπε πέρυσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; — «κατὰ τεκμήριον», ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦτο οὐδὲν ἄλλο γεννᾷ παρὰ τεκμήρια· ἐν ἄλλοις λόγοις, «ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκε μῦν». Τοιαῦται αἱ ἰδέαι, αἱ ὑπάρχουσαι παρὰ τοῖς σημερινοῖς Ὑπουργοῖς. Καὶ παρατηρήσατε ἐν παραπλησίῳ θέματι, ὑπὸ τοιαύτας ἰδέας, τί προκύπτει. Τὸ παράδειγμα εἶναι χαρακτηριστικόν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπέστησεν ἀρκετὰ τὴν προσοχὴν εἰς μέρος τι τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Προέκειτο περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀβερωφείου, καὶ ἠγέρθησαν ἀξιώσεις νὰ μὴ ἀφεθῇ ἐντελῶς ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους τὸ Ἀβερώφειον, ἀλλὰ νὰ παρεμβληθῇ καὶ πρόσθετός τις ἀρχὴ, διοικοῦσα κατ’ ἐπιφάνειαν ὑπευθύνως, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς ἀνεύθυνος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος—καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συγχαρῶ αὐτῷ ἐπὶ τούτῳ, διότι οὐδέποτε κατὰ τὸν μακρὸν αὐτοῦ βίον παρετήρησα, ὅτι εἶχε ῥοπὴν εἰς παράβλεψιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων — ἀντέταξεν, ἄρνησιν· ἀντέταξεν αὐτὴν πρὸς ἐκεῖνον, μεθ’ οὗ συνειργάζετο κατὰ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐκεῖνος, μεθ’ οὗ συνειργάζετο κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὡς εἰλικρινὴς Συνταγματικὸς καὶ σώφρων Βασιλεὺς, εἶπεν: «ἔχετε δίκαιον». Καὶ ὑπεχώρησαν αἱ ἀξιώσεις, αἱ ἐξ εὐλαβοῦς καὶ τότε προαιρέσεως προβαλλόμεναι.

§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἐξεπλήρωσα καθῆκον, προσπαθήσας νὰ πείσω τὴν Α. Μεγαλειότητα, καὶ ἡ Α. Μ. ἐπείσθη.

§255ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο λέγω· διότι εἴπετε καλῶς πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀσπὶς τῶν Βασιλέων εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ, εἶπε δὲ καὶ ὁ Γλάδστων ἄλλοτε, ὅτι, ἂν ἡ ἀσπὶς αὕτη δὲν ἦναι ἀρκετὰ μεγάλη, ὥστε νὰ καλύπτῃ ὅλον τὸ σῶμα τὸ Βασιλικὸν, καὶ τυχὸν ἡ κεφαλὴ ἐξέχῃ ὑπεράνω τῆς ἀσπίδος, τραυματίζεται ἡ κεφαλή. Κατ’ ἀντίθεσιν νῦν παρατηρήσατε τὰ γενόμενα ὑφ’ ἡμῶν αὐτῶν ἐνταῦθα. Πέρυσι παρ’ ὅλας τὰς ἐνταῦθα γενομένας ὑποδείξεις, τὰς εὐλαβεῖς,— διότι ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ πολλῆς στενοχωρίας ἀντετάχθησαν παρατηρήσεις εἰς τὸ πέρυσιν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀφ’ ἡμῶν μεταστάντος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰσαχθὲν νομοσχέδιον,—εἰσήχθη πάλιν νόμος περὶ φυλακῶν, ὁ περὶ τῶν γυναικείων φυλακῶν. Πάλιν αἱ αὐταὶ πεποιθήσεις ἐκράτουν ἀλλαχοῦ· πάλιν οἱ Ὑπουργοὶ εὑρίσκοντο ἀπέναντι ὁμοίων ἀξιώσεων. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοὶ δὲν εἶχον τὸ σθένος τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, οὐδὲ ἔδειξεν ἐκεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀκαμψίαν τοῦ αὐχένος καὶ τῆς κεφαλῆς, ἣν, ὡς εὐπατρίδης ἄξιος τοῦ ὀνόματος, ἔδειξε προχθές, ὅτε ἐπυροβολεῖτο. Ἐκεῖ ἔκυψε τὴν κεφαλήν, ἔκυψε τὴν κεφαλὴν καὶ ἐδέχθη καὶ παρήχθη κατασκεύασμα νόθον, καθ’ ὃ ἡ διοίκησις τῶν φυλακῶν τῶν γυναικείων μετρίως μὲν εἶναι τεθειμένη εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, λίαν περιωρισμένως, ἀληθῶς δ’ αἱ φυλακαὶ διοικοῦνται ὑπὸ τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος τῶν Κυριῶν...

§256Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὁ Λαμπάκης!

§257ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ὑπὸ ἄλλην μὲν ἐπιτροπὴν, ἥτις ὅμως ἔργῳ ἔχει ἔργα ἀμεριμνομερίμνης! Εἶναι δὲ εὐνόητον, ὅτι, ὅτε τὰ τοιαῦτα ἱδρύματα ἐξέρχονται τῶν χειρῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ταῦτα ἐνεργοῦνται πράξεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις οὐδὲ κἄν μανθάνει, ἐκτελοῦσα δὲ τὸ καθῆκον, ἂν ἐγνώριζε, δὲν ἤθελε βεβαίως ἐπιτρέψει. Καὶ τί συμβαίνει εἰς ταύτας τὰς φυλακάς; Εἰς τὰς φυλακὰς εἰσήχθη, — καὶ ἐπ’ αὐτοῦ γίνεται διδασκαλία — οὐχὶ ἐγκεκριμένον Εὐαγγέλιον, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον, δι’ ὃ ἐζητήθη μὲν ἔγκρισις, ἀλλ’ ἐλήφθη ἀπάντησις ἀρνητικὴ παρὰ τῶν Συνοδικῶν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς κανὲν ἵδρυμα ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῆς, (ἀλλὰ λέγω περισσότερον) εἰς κανὲν ἵδρυμα ἐκπαιδευτικὸν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς νὰ κυκλοφορῆται βιβλίον θρησκευτικὸν μὴ ἐγκεκριμένον ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εὐθύνη. Εὐθύνη θετικὴ καὶ ἀναμφίλεκτος, περὶ ἧς δὲν θὰ ἐγίνετο ἐνταῦθα λόγος, ἂν ἀκριβῶς δὲν ἀπετέλει ἡ περίπτωσις αὕτη ἓν ἐξ ἐκείνων τῶν στοιχείων, ἅτινα σωρευθέντα ἤγαγον τὰ πράγματα μέχρι τῶν σκηνῶν τῆς παρελθούσης Δευτέρας, μέχρι τῆς αἱματοχυσίας τῆς παρελθούσης Πέμπτης. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Νομίζω, ὅτι τὰ γενόμενα ἀποτελοῦσι δίδαγμα, ὅπερ καὶ ἡμᾶς ἐνταῦθα πάντας πρέπει νὰ φωτίσῃ, ὅπως μετὰ μείζονος δυνάμεως ἀντιτασσώμεθα εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις καταστρατηγήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἵνα καταστήσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς προσεκτικοὺς καὶ κατανοήσωσιν, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ Σύμβουλοι τοῦ Βασιλέως, ὅτι νοῦς τοῦ Βασιλέως εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ, καὶ ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐπέρχεται διαφωνία ῥιζικὴ μεταξὺ Βασιλέως καὶ Ὑπουργῶν, τῶν Ὑπουργῶν ἡ γνώμη πρέπει πάντοτε νὰ κρατῇ, τῶν Ὑπουργῶν ἡ γνώμη πρέπει νὰ ἐπιβάλληται. Τοῦτο εἶναι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ τοῦτο βεβαίως θέλει ὁ Βασιλεύς, διότι ὁ Βασιλεὺς θέλει τὸ ἀγαθόν. Τῶν Ὑπουργῶν ἡ γνώμη πρέπει νὰ λέγηται φανερὰ, πρέπει νὰ λέγηται μετὰ τοῦ μετώπου ὑψηλὰ, πρέπει νὰ ἐπικρατῇ, ἐκτὸς ἂν ἡ πεποίθησις παρὰ τῷ Βασιλεῖ ἐπικρατήσῃ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, δὲν εἶναι ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Οἱ δὲ Ὑπουργοὶ, ὅταν τὴν γνώμην αὑτῶν δὲν λέγωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅταν αἰσθάνωνται ὑπέρμετρον προθυμίαν νὰ μὴ ἀντιλέξωσιν, ὅσα καὶ ἂν ἔχωσιν ἄλλα προτερήματα, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι πλεονεκτήματα, καταβιβάζονται ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς αὑτῶν θέσεως, καὶ συντελοῦσιν, αὐτοὶ πρῶτοι κλαίοντες, εἰς τὰ ἀποτελέσματα τὰ αἱματηρὰ, ἅτινα σήμερον πάντες ἐνταῦθα θρηνοῦμεν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε.

§259Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δύο λέξεις.

§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριε Ὑπουργὲ, πλέον.

§261Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι δύο λέξεις μόνον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ἡ μουσικὴ καὶ τὰ φορεῖα πλέον κινδυνεύει νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι ἡ ἀφορμὴ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν.

§262ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Σχεδόν.

§263Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πρῶτον εὐχαριστῶ τὸν κ. Δραγούμην διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον μοῦ ἀπέδωκε, διότι μοῦ ἀρέσκει οἱ ἄνδρες αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα νὰ ἔχουν.

§264Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τοῦ βιαίου!

§265Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα. Κύριοι, αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ τῆς πρωτευούσης ἐθεώρησαν τὴν ὑπάρχουσαν στρατιωτικὴν δύναμιν ὡς ἀνεπαρκῆ διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Ἐζητήθη ἀπὸ ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἡ ἐνίσχυσις. Διέταξα τὸν ἀρχηγὸν τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας νὰ σχηματίσῃ ἓν ἄγημα ναυτικὸν ἐκ πεντακοσίων ἀνδρῶν, τὸ ὁποῖον νὰ στείλῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, τιθέμενον ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ἐγνώριζον, τί οἱ κανονισμοὶ οἱ ναυτικοὶ περιλαμβάνουσι, προκειμένου περὶ ἐξόδου ἀγήματος (ὅπερ ὁμολογουμένως δὲν ἐγνώριζον, καίτοι εἶμαι δύο ἔτη Ὑπουργὸς) — ἁμαρτία ὡμολογημένη...

§266Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία πταίει, ἡ ὁποία δὲν σᾶς τὸ εἶπε.

§267Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως πταίει ἡ ὑπηρεσία... Ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι οἱ κανονισμοὶ οἱ ναυτικοὶ λέγουν, ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξέρχεται ἄγημα ναυτικὸν, τὸ ἄγημα αὐτὸ συνοδεύεται παρὰ τῆς μουσικῆς, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη, καὶ παρὰ τῶν φορείων, ἐὰν τὸ ἐγνώριζον, δὲν πιστεύω νὰ ὑποπτεύσῃ τις ἐξ ὑμῶν, ὅτι θὰ ἤμην τόσον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ διατάξω νὰ συνοδεύσουν τὸ ἄγημα καὶ φορεῖα...

§268ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν τὰ εἴδετε;

§269Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἐγὼ δυστυχῶς, Κύριοι, αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἤμην ἀσθενὴς, διότι, ἐπανελθὼν ἐκ ταξειδίου, ἐκρυολόγησα καὶ ἤμην δύο ἡμέρας εἰς τὴν κλίνην μου, τὴν δὲ διαταγὴν ἔδωκα ἀπὸ τὸ δωμάτιόν μου. Ἀλλὰ κατόπιν, ὅτε ἦλθε τὸ ἄγημα, καὶ ἔμαθον, ὅτι μουσικὴ καὶ φορεῖα συνοδεύουσιν αὐτὸ, διέταξα ἀμέσως, ἡ μουσικὴ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πλοῖον, τὰ δὲ φορεῖα νὰ πᾶνε ’ς τὴ δουλιά των. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία τῶν φορείων καὶ τῆς μουσικῆς! Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄγημα. Τώρα δύο λέξεις ἀκόμη πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Δραγούμην, ὁ ὁποῖος μᾶς μέμφεται, ὅτι διὰ τῶν ἀσυνέτων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν, ἐπῆλθον αὐτὰ τὰ δυσάρεστα — τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως εἶναι δυσάρεστα. — Ὁ κ. Δραγούμης δὶς, ὡς Ὑπουργὸς, εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑποστῇ τοιαῦτα δυσάρεστα, διότι ὁ κύριος Δραγούμης ἦτο Ὑπουργὸς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὁποίας ἐγένοντο εἰς τὴν Ρόμβην αἱ συμπλοκαὶ, αἱ συγκρούσεις τῶν ἀποσπασμάτων μετὰ τῶν διαδηλωτῶν, καὶ ὁ φόνος τοῦ πολίτου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅτι ἐκηδεύθη πομπωδῶς.

§270Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εἰς τὴν Ρόμβην δὲν ἦσαν ἀποσπάσματα.

§271Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔπταιεν ὁ κ. Δραγούμης...

§272ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε εὑρισκόμην εἰς τὴν Πετρούπολιν.

§273Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἦσθε εἰς τὴν Πετρούπολιν, ὅτε εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, εἰς τὰ 1889, τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης ἐγερθείσης, ἐγένοντο διαδηλώσεις καὶ συμπλοκαὶ μετὰ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὁ φόνος τριῶν Κρητῶν ἔξωθεν τοῦ Πολιτικοῦ Νοσοκομείου. Δὲν σᾶς ἐμέμφθη κανεὶς, διότι οὐδεὶς θὰ ἦτο τόσον ἀνόητος νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐφρόντισε νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν.

§274Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφονεύθη εἷς ἐνωμοτάρχης τότε, καὶ οὐδεὶς πολίτης, — διὰ τὴν ἀκρίβειαν, — ὁ ἐνωμοτάρχης Ρεμοῦνδος.

§275Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ὑποθέτω, φίλε μου, ὅτι καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης ἦτο Ἕλλην πολίτης.

§276Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ζήτημα.

§277Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἐφονεύθη ὁ ἐνωμοτάρχης, ἐφονεύθη διότι ἐγένοντο συμπλοκαὶ κατὰ τὰς διαδηλώσεις· συνεπλάκησαν οἱ χωροφύλακες μὲ τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, διότι ἐγένοντο αἱ συμπλοκαί, ὡς οὐδεὶς διενοήθη νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ἡ ὁποία εἰς ἄλλην περίστασιν, ὑποστηρίζουσα τὴν τάξιν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξῃ τὴν διάλυσιν τῶν ἐρχομένων ἐκ Πειραιῶς, ὅτε ἔλαβον χώραν ἀρκετοὶ φόνοι.

§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§279Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλος τις τὸν λόγον, θὰ ὑποβάλω πρότασιν, ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως.

§280Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καπετανάκης ἔχει τὸν λόγον.

§282Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§283Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§284Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).

§285Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ περίστασις, καθ’ ἣν ἐφαρμόζεται τὸ σοφὸν λόγιον τῶν ἀρχαίων, ὅτι, ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος, μυρία ἕπονται, εἶναι ἡ περίστασις αὕτη. Ἐξ ἀρχῆς ἐδηλώσαμεν πρὸς τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι τὰ θύματα τῶν ἀπαισίων φόνων τῆς προχθὲς καὶ τὰ θύματα τῆς ἀνοχῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς φιλοτεχνουμένης ἤδη ἀπὸ τριετίας καὶ νῦν συντελεσθείσης μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἦσαν καὶ εἶναι συναφῆ καὶ συνάλληλα. Ἐὰν ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἐλάμβανε χώραν κατὰ τὸν δεδηλωμένον καὶ κεκρυμμένον ἅμα τρόπον, καθ’ ὃν συνετελέσθη, βεβαίως αἱ αἱματηραὶ καὶ ἄγριαι σκηναὶ τῆς προχθὲς δὲν ἤθελον μολύνει τὴν πόλιν. Ὁποία ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν ἐκ πλάνης βεβαίως ἐπιχειρησάντων τὴν μετάφρασιν εἰς γλῶσσαν χυδαίαν τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου; Τί ἔπραξεν, οὐχὶ κατὰ τὰς εἴκοσιν ἡμέρας, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτης μου, ἵνα ἀναστείλῃ τὸ κακόν, ἀλλὰ τί ἔπραξεν ἤδη ἀπὸ τοῦ 1899 ἔτους, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνεφάνη τὸ ζήτημα αὐθαδῶς εἰς τὸν ὁρίζοντα; Ἐλάβετε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, γνῶσιν, ὅτι ἡ σεπτὴ ἡμῶν Ἄνασσα, πλανωμένη ὡς πρὸς τοῦτο, τίς οἶδεν ἐκ τίνων κακῶν εἰσηγήσεων, ἐκάλεσε κατὰ τὸ 1899 ἔτος τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ἵνα συνεδριάσῃ μετ’ Αὐτῆς, παρόντων καὶ ξένων προσώπων ἐκεῖ, καὶ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου; Γνωρίζετε τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ πρωτάκουστον; Ἐμάθατε αὐτὸ ποτέ; Ὁ Βασιλικὸς ὑμῶν Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα καὶ καθῆκον, ἀνήγγειλεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης καὶ τέσσαρες ἄλλοι Ἱεράρχαι, μέλη τῆς Συνόδου, ἐκλήθησαν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, πρωτοβουλίᾳ καὶ παρούσης τῆς σεπτῆς Ἀνάσσης, καὶ ἐκεῖ μετ’ ἀλλοτρίων προσώπων, οὐδεμίαν σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὴν ὑπάτην Ἱεραρχίαν τοῦ Κράτους, συνεζήτουν θορυβωδῶς καὶ ἰσχυρογνωμόνως, ἐὰν πρέπει, ἢ μή, νὰ μεταφρασθῇ τὸ Εὐαγγέλιον; Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην παρίστατο καθηγητὴς τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, περὶ οὗ ὑπάρχουσι καταγγελίαι, ὅτι φρονεῖ τὰ τῶν Βουλγάρων;...

§286ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;

§287Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ὁ Φίλιππος Παπαδόπουλος... Γνωρίζετε, ὅτι παρίστατο ἐκεῖ εἷς θεολόγος τετάρτης τάξεως, ὁ κύριος Λαμπάκης; Ὅτι εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην παρίστατο ὁ μακαρίτης Πανταζίδης, ἑρμηνευτὴς ἄριστος τοῦ Ὁμήρου, ἀλλὰ κάκιστος τῶν Ἁγίων Γραφῶν; Ἐμάθατε τὰ λαβόντα χώραν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις; Γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὁ Σεβασμιώτατος Κωνσταντῖνος, ἔξαλλος ἐξ ὀργῆς, κτυπήσας τὴν ῥάβδον, ἠγέρθη καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ συζητῇ περὶ τοιούτων ἱερῶν ζητημάτων μετὰ γυναικῶν, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵστανται; Ταῦτα περιῆλθον εἰς γνῶσιν ἡμῶν τῶν ἐλαχίστων ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, τῶν μὴ ἐχόντων τὰ ὑπάλληλα ὄργανα τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν ἡμῶν, καὶ ὑμεῖς δὲν ἐγνωρίσατε τὰ ἀπαίσια σκάνδαλα ταῦτα; Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη ὑμῶν. Τίς ἐπέτρεψεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ καλέσῃ τοὺς Ἱεράρχας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας εἰς δωμάτια τῶν Ἀνακτόρων, ἵνα συνεδριάσωσιν, ἔστω καὶ ἀνεπισήμως, μετ’ ἀλλοτρίων προσώπων, οὐδεμίαν ἐχόντων σχέσιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κράτους; Ἰδοὺ διατί, ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος, μυρία ἕπονται, ὡς ἔλεγον οἱ σοφοὶ ἡμῶν πρόγονοι. Ἰδοὺ διατὶ αἱ Κυβερνήσεις σθεναρῶς πρέπει νὰ ἀμύνωνται κατὰ οὑτωσὶ καταπατουμένων δικαιωμάτων τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Διότι ἄλλως ἐπισύρουσι τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῶν ἀνευθύνων, διότι ἄλλως βλέπουσι τὰ ὀνόματα τῶν ἀνευθύνων καὶ τὰς τυχὸν ἱερὰς προθέσεις αὐτῶν διασυρομένας ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην ἄκραν τοῦ ἔθνους, συζητουμένας καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἡμιμαθῶν ἀνθρώπων, ὅπως καὶ ὑπὸ τῶν πεπαιδευμένων. Ποῖα μέτρα περὶ τούτου ἐλάβετε; Δὲν ὑπῆρχε Βασιλικὸς Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ἵνα ἀναγγείλῃ ὑμῖν ταῦτα; Δὲν ἐφοιτᾶτε εἰς τὰ Ἀνάκτορα; Δὲν ἀνεγινώσκετε ἐφημερίδας; Δὲν ὑπῆρχε τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα καλέσῃ τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθ’ ἑαυτόν; Γνωρίζετε, ὅτι μετὰ ταῦτα οἱ Ἱεράρχαι ἐκεῖνοι, κατελθόντες εἰς τὸ Συνοδικόν, συνέταξαν δύο ἀποφάσεις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ πρώην Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, ἐν αἷς ἀπεδοκίμαζον διαρρήδην πᾶσαν τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου μετάφρασιν; Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη ὑμῶν. Ἐγὼ βεβαιῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδὲν ἀναμένω ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν προσώπων περὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἐγὼ ἀμύνομαι ἐνταῦθα ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξεως, τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, ὑπὲρ τῆς πίστεως τῶν πατέρων μου, ὡς ἠμύνθην ἤδη ἀπὸ τοῦ 1899 ἔτους, ὅτε τὸ πρῶτον τὰ σκανδαλώδη ταῦτα καὶ ἀπαίσια καὶ ἀντεθνικὰ ζητήματα ἀνεφάνησαν. Τότε ἡ Δημοσιογραφία ἦτο ἥκιστα πεφωτισμένη ὡς πρὸς τὸ «ἐκκλησιαστικὸν», ὡς πρὸς τὸ «ἱστορικὸν» μέρος τοῦ ζητήματος. Ἐζήτησε διά τινος τῶν διευθυνόντων ἓν τῶν φύλλων αὐτῆς, ἵνα ἐκφέρω τὴν περὶ τούτου γνώμην μου, ἐπιεικῶς περὶ ἐμοῦ κρίνουσα. Διὰ μακρῶν ἀπὸ τοῦ 1899 ἔτους ἐπραγματεύθην λοιπὸν τὰ θέματα ταῦτα ἐν τοῖς «Καιροῖς», ὡς καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, πάντοτε ἐνυπογράφως. Τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τοῦ 1899 ἔτους ἐδημοσίευσα ἐν τεύχει, οὗτινος ἀντίτυπα ἱκανὰ ἔπεμψα πρὸς συναδέλφους ἑκατέρας τῶν πτερύγων. Ἤκουσα νὰ ζητῶσι τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσωσιν ἐπὶ τῆς ἀδρανείας τῆς Κυβερνήσεως τότε, καὶ διὰ τοῦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἵνα μὴ ἀναλάβω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, λέγω, ὅτι ἐν συνεντεύξει ἐπισήμῳ τῆς τότε καὶ νῦν Κυβερνήσεως διὰ τοῦ Τύπου ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οὐ μόνον δὲν ἐφρόνει, ὅτι ἀνόσια, ἀνίερος καὶ οὐχὶ ἐπιτετραμμένη εἶναι ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον μάλιστα ἔλεγεν, ὅτι ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου δύναται νὰ ἐπιτραπῇ.

§288ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποῖος Ὑπουργός;

§289Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχήν; Ποῖος ἦτο Ὑπουργός;

§290Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Ἰδού, Κύριοι, τὸ «Ἐμπρὸς» τῆς 3 Ὀκτωβρίου 1899 ἔτους. Ἡ συνέντευξις αὕτη οὐδέποτε διεψεύσθη· ἄρα ἔλαβε χώραν καὶ εἶναι ἐνταῦθα διατετυπωμένη (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ὑπουργεῖον — ἔλεγεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Εὐταξίας — οὐδεμίαν ἐπίσημον γνῶσιν περὶ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἔχει, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἰς ἣν δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ τὸ Ὑπουργεῖον! Ἐν τούτοις ἀνεπισήμως γνωρίζω τὰ ἑξῆς: Ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα, φρονοῦσα, ὅτι ὁ λαὸς δυσκόλως κατανοεῖ τὸ Εὐαγγέλιον, αἱ δὲ ὑπάρχουσαι μεταφράσεις τούτου συντελοῦσιν εἰς τὴν στρέβλωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος τῶν πολιτῶν καὶ δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς διαδόσεις περὶ εἰσαγωγῆς προτεσταντικῶν ἰδεῶν, ἀπετάθη πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἵνα, εἰ δυνατόν, αὕτη δώσῃ ἐπίσημον ἔγκρισιν εἰς μίαν ἀκριβῆ μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι θὰ εὑρίσκετο εἰς δυσχερῆ θέσιν ἀπέναντι τοῦ Πατριαρχείου. Ὅλως ἀνεπισήμως λοιπὸν ἐκτυποῦται ἤδη βιβλίον, ὅπερ ἐν ἡμικλάστῳ φέρει ἐπὶ τοῦ ἑνὸς μέρους τὸ ἐπίσημον κείμενον τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου τὴν μετάφρασιν αὐτῆς ἀκριβεστάτην. Τοῦτο θὰ κυκλοφορήσῃ εὐρέως πρὸς χρῆσιν τοῦ λαοῦ». Ταῦτα ἔλεγεν ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐν τῷ Καταστατικῷ νόμῳ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος (ἄρθρον Ϛʹ) τῆς 9 Ἰουλίου 1852 ἔτους ῥητῶς λέγεται (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἔχει τὸ καθῆκον νὰ παρευρίσκηται ἄνευ ψήφου εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ νὰ προσυπογράφηται εἰς ὅλα τὰ πρωτότυπα τῶν παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐκδιδομένων ἀποφάσεων, ἀναγομένων εἴτε εἰς τὰ ἐσωτερικὰ, εἴτε εἰς τὰ ἐξωτερικὰ αὐτῆς καθήκοντα». Καὶ δὲν εἶχε λοιπὸν λάβει ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν γνῶσιν τῶν δύο ἐκείνων πρακτικῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις στεντορείᾳ τῇ φωνῇ διεμαρτύρετο κατὰ πάσης οἱασδήποτε μεταφράσεως;

§291ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§292Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατόπιν.

§293ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ σᾶς ἀπαλλάξω κρίσεων.

§294Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ τελειώσω τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν μου.

§295ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ἠξεύρητε τὴν ἡμερομηνίαν τῆς ἐπιστολῆς τῆς Συνόδου, καὶ ἀκολούθως νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

§296Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου δὲν εἶχε λάβει γνῶσιν τῶν τοιούτων ἀποφάσεων τῆς Ἐκκλησίας; Καὶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ πλειότερον παντὸς ἄλλου περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἐντριβής, δὲν ἐγνώριζε τὴν πληθὺν ἐκείνην τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Συνόδων τοπικῶν καὶ Συνόδων γενικωτέρων, ἤδη ἀπὸ τετρακοσίων ἐτῶν, καθ’ ἃς ἐπανειλημμένως δι’ ἀφοριστικῶν γραμμάτων ἀπηγορεύετο πᾶσα οἱαδήποτε μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου; Δὲν ἐγνωρίζετε μεταξὺ ἄλλων, ὅτι κατὰ τὸ 1704 ἔτος Σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐπὶ Πατριάρχου Γαβριὴλ τοῦ ἀπὸ Χαλκηδόνος, ἀπεκήρυξεν ὡς ἀνόσιον πᾶσαν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου μετάφρασιν; Δὲν ἠξεύρατε τὸ κείμενον τῆς ἀφοριστικῆς ἐκείνης ἀποφάσεως; Δὲν ἐνεθυμήθητε, ὑμεῖς ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἀνήρ, ὁ υἱὸς ἱερέως, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ καὶ ὁ ἔχων ἢ εὑρίσκων που τὰ τοιαῦτα βιβλία ἀφανισμῷ παραδότω ἐν βάρει ἀργίας ἀσυγγνώστου καὶ ἀλύτου καὶ ἀφορισμοῦ τοῦ ἀπὸ Θεοῦ Παντοκράτορος», κατὰ τὸ ἀφοριστικὸν Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γαβριὴλ τοῦ ἀπὸ Χαλκηδόνος; Δὲν ἐνεθυμήθητε ὅλον αὐτὸ τὸ μακρόν, αὐστηρότατον, σοφώτατον καὶ ἐθνικώτατον ἔγγραφον τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, ἥτις ἀπηγόρευσε δι’ ἀκόμη αὐστηροτέρων φράσεων πᾶσαν θίξιν τῶν ἱερῶν ἐκείνων κειμένων; Καὶ ἂν βραδύτερον ἐλάβετε γνῶσιν τῶν δύο ἐκείνων πράξεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος, ἢ, ὡς θέλετε νὰ ἀπαντήσητε, ἐὰν βραδύτερον ἔλαβον χώραν αἱ πράξεις ἐκεῖναι τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δὲν ὠφείλετε ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτείνητε τὴν χεῖρα ὑμῶν, τὴν χεῖρα τῆς Ἀρχῆς καὶ τοῦ Νόμου, ἵνα ἐμποδίσητε, ὁθενδήποτε καὶ ἂν προήρχετο, πᾶσαν οἱανδήποτε ἱεροσυλίαν τῶν ἱερῶν ἡμῶν κειμένων, πᾶσαν οἱανδήποτε παράβασιν τῶν ἱερῶν Πράξεων Συνόδων τοπικῶν καὶ γενικωτέρων τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη ὑμῶν. Καὶ ἂν τὸ ζήτημα μετέχῃ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ καὶ ἐθνικοῦ χαρακτῆρος, πολὺ στενῶς βεβαίως συνδέεται καὶ πρὸς πολιτικὴν συζήτησιν, προκύπτουσαν ἐξ αὐτοῦ. Καὶ ἂν παρέστημεν μάρτυρες θλιβερῶν καὶ σπαρασσόντων τὴν καρδίαν γεγονότων προχθές, ὅτε τὸ αἷμα ἀθῴων πολιτῶν, ἐντίμων ἐργατῶν, φιλοπατρίδων φοιτητῶν ἔρρευσεν ἀδίκως καὶ ἀγρίως, ἴσως ἡ περίστασις αὕτη συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ διδάξῃ τέλος πάντων τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας ἅπαξ διὰ παντός, ἐκείνους πρὸ πάντων, οἵτινες φιλοδοξοῦσι, καὶ δικαίως, νὰ ἡγῶνται πλειονοψηφιῶν καὶ μειονοψηφιῶν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ὦσιν ἀνένδοτοι ἀπέναντι οἱασδήποτε παραβόλου ἀξιώσεως, ὅσον καὶ ἂν αὕτη προέρχηται ἐκ καλῆς πίστεως, ἢ ἐκ πλάνης. Ἀλλ’ ὑμεῖς καὶ τὸ κόμμα ὑμῶν ἀνέκαθεν ὑπεχωρήσατε. Ὑπεχωρήσατε ὅτε μοναστηριακὰ κτήματα ἐγίνοντο τιμάριον τῆς Α. Βασιλικῆς Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Ὑπεχωρήσατε ὅτε, κατὰ παράβασιν ῥητῶν καὶ αὐστηροτάτων Ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων, Ἐκκλησιαστικῶν ἀποφάσεων Ἱερῶν Συνόδων, ἐναντίον Ἀποστολικῶν Κανόνων, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, παρεχωρεῖτε μοναστηριακὰ κτήματα τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ἵνα νέμηται αὐτὰ ἡ Α. Βασιλικὴ Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου! Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τὰς φωταυγεῖς ἐκείνας συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε κυρίως εὔγλωττος τῆς Ἀχαΐας ἀντιπρόσωπος, ὁ ἀείμνηστος Ἀχιλλεὺς Γεροκωστόπουλος, σθεναρῶς, καὶ κατέχων τὸ ζήτημα ἐν πάσῃ τῇ ἐκτάσει αὐτοῦ, ἠμύνετο στεντορείως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἀποτρέψῃ τὴν πλειονοψηφίαν ὑμῶν ἀπὸ τοιαύτης ἀνοσίου, ἀντιχριστιανικῆς καὶ ἀνιέρου πράξεως. Ἀλλ’ ἡ φωνὴ τοῦ εὐγλώττου ἐκείνου ῥήτορος ἦτο ἀδύνατον νὰ πείσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῆς τότε πλειονοψηφίας. Τὰ μοναστηριακὰ κτήματα παρεδόθησαν διὰ νόμου τῇ Α. Βασιλικῇ Ὑψηλότητι, ὅστις βεβαίως δὲν εἶχεν ἀνάγκην αὐτῶν, οὐδὲ ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν, ἵνα ζήσῃ. Σᾶς ἐζήτησαν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀντὶ νὰ φωτίσητε τοὺς ἐκ πλάνης καὶ καλῆς πίστεως βεβαίως τοιαῦτα ζητοῦντας, ὑμεῖς ἐσπεύσατε νὰ καταστήσητε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸν πέμπτον τροχὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ζητήσωσιν ὑμᾶς, ὑμεῖς ἐστὲ πρόθυμοι νὰ τὸ παραχωρήσητε! Σᾶς ἠπείλησαν, ὅτι, ὅταν λήξῃ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, θέλουσι ζητήσει καὶ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ Ναυτικοῦ διὰ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ δὲν ἐτολμήσατε οὔτε λέξιν νὰ εἴπητε. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν πραγματοποιήσωσι τὰς προθέσεις αὐτῶν καὶ τὰς ἀπειλὰς, θέλετε καὶ εἰς ταύτας ὑποχωρήσει, ὡς καὶ εἰς οἱασδήποτε ἄλλας. Ἰδοὺ ποῦ εὑρίσκω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὴν εὐθύνην ὑμῶν· εὑρίσκω αὐτὴν εἰς τὸ ὅτι εὐθὺς, ὡς τοιαῦται ἀξιώσεις ὑπεβλήθησαν, δὲν ἀπεφασίσατε ὡρισμένως καὶ ἀνδρικῶς νὰ εἴπητε: «Σᾶς ἐδώσαμεν, κακῶς πράττοντες, τὰ κτήματα τῶν Μονῶν. Σᾶς ἐδώσαμεν, ὀλεθρίως πράξαντες, τὴν διεύθυνσιν τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καταστήσαντες ὑμᾶς ὑπευθύνους ἀπὸ ἀνευθύνων ἀρχόντων. Ἐξηγείραμεν ἐναντίον ὑμῶν θυέλλας ὅλων ἐκείνων τῶν ἀδικηθέντων ἀξιωματικῶν» — περὶ ὧν εὐρύτατος θέλει γείνει λόγος, ἐὰν εὕρωμεν ὑμᾶς καθημένους εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν. Σᾶς ἐζήτησαν ἐπὶ τέλους, καλῇ τῇ πίστει, — οὐδένα λόγον ἔχω νὰ μὴ συμφωνήσω τοῖς προαγορεύσασι περὶ τῶν ἀγαθῶν προθέσεων τῆς Α. Μ. τῆς σεπτῆς Ἀνάσσης, — σᾶς ἐζήτησαν ὅμως νὰ δώσητε Αὐτοῖς καὶ τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ ἀμέσως παρεχωρήσατε αὐτό! Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη ὑμῶν, ἰδοὺ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν ὑμῶν. Ὑμεῖς ἐζητεῖτε ἀνωδύνως νὰ διέρχησθε τὸν πρωθυπουργικὸν, ἢ τὸν ὑπουργικὸν βίον. Δὲν ἐνοήσατε, ὅτι ἐν μικροῖς πρὸ πάντων Κράτεσιν εἶναι μαρτύριον τὸ διευθύνειν τὰς δημοσίας ὑποθέσεις. Δὲν ἐνοήσατε, ὅτι εἰς πᾶν βῆμα ἐκινδυνεύετε νὰ πέσητε εἰς τὸν λάκκον. Λίαν ἀργὰ ᾐσθάνθητε τοῦτο, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι ἐσώθητε, ῥίπτοντες εἰς τοὺς σκύλλους τὸν Μητροπολίτην, τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας! Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη. Διατὶ, ἀφοῦ ἀνέκαθεν τοιαῦται, ἄντικρυς ἀντικείμεναι εἰς τὰ καθεστῶτα, τάσεις ἐξεδηλώθησαν, δὲν ἐζητήσατε νὰ προλάβητε τὸ κακόν; Διατὶ πικρῶς δὲν ἐμέμφθητε διὰ τῆς ἁρμοδίας ὁδοῦ, τουτέστι διὰ τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου, ἐκείνους τοὺς ἱεράρχας, οἵτινες, περιφρονοῦντες τὴν ἀξιοπρέπειαν αὑτῶν, ἀσεβοῦντες πρὸς τὸ σχῆμα αὐτῶν, πρὸς τὰς ἱερὰς παραδόσεις, πρὸς τὴν θεόθεν ἐντολὴν αὐτῶν, ἐτόλμησαν ν’ ἀνέλθωσιν εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ νὰ συνεδριάσωσι μετ’ ἀλλοτρίων ἀνθρώπων καὶ ξένων καὶ ἀμαθῶν περὶ τοσοῦτον ὑψηλοῦ καὶ ἱεροῦ ζητήματος; Διατὶ διὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ὅστις κατὰ νόμον ἀναγγέλλει ὑμῖν πάντα τὰ γιγνόμενα ἐν τῇ Συνόδῳ, ὅταν τὰ δύο πρακτικὰ ἐκεῖνα τοῦ 1899 ἔτους συνετάγησαν καὶ ὑπεγράφησαν παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Συνόδου, διατὶ δὲν ἐζήσατε ἀντίγραφα αὐτῶν, νὰ ἔχητε εἰς χεῖρας ὑμῶν ταῦτα; Διατὶ ἐπετρέψατε τὴν δημοσίευσιν τοῦ ἀνιέρου τούτου κειμένου (δεικνύει ἓν βιβλίον δεδεμένον), ὅπερ ἐδημοσιεύθη ἓν ἔτος μετὰ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας τῆς Συνόδου; Πῶς ἀφήσατε ἔκθετον τὴν σεπτὴν Ἄνασσαν, ἵνα θέσῃ τὴν ἔγκρισιν Αὐτῆς ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀνοσίου τούτου ἔργου, φέροντος: «Μερίμνῃ τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης τῶν Ἑλλήνων Ὄλγας ἐκδιδόμενα»; Πῶς δὲν ἠρωτήσατε τὴν Μεγαλειότητα Αὐτῆς, τίς φέρει τὴν εὐθύνην αὐτοῦ τοῦ ἀποτροπαίου ἔργου; Τίνες εἶναι οἱ μεταφρασταὶ αὐτοῦ; Διατὶ δὲν ὑπογράφουσι; Διατὶ κρύπτονται; Διατὶ φοβοῦνται; Δὲν ἐπιχειρῶ, Κύριοι, ν’ ἀναγνώσω ὑμῖν τεμάχια, ἅτινα θέλουσι προκαλέσει τὴν ἀηδίαν καὶ τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὸ κείμενον τοῦτο.

§297ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλοῦμεν.

§298Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διατὶ, παρακαλῶ, δὲν ἠρωτήσατε, πῶς ἐπετράπη, τὸ ὄνομα τῆς σεπτῆς Ἀνάσσης νὰ φέρηται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀποτροπαίου βιβλίου τούτου, οὗτινος οὐδεὶς ἔχει τὴν εὐθύνην; Τίς εἶναι ὁ συντάξας τὸν τρισέλιδον τοῦτον πρόλογον, τὸν ἄνευ ὑπογραφῆς; Τίς ἔχει τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ ἢ ἐν ἀρχῇ ἢ ἐν τέλει τοῦ ἀνοσίου τούτου βιβλίου; «—Πῶς, σεπτὴ Ἄνασσα,—δὲν εἶπεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἢ ὁ τότε, —ἀνεδέχθης τηλικοῦτον βάρος ἐναντίον ἀποφάσεων τετρακοσίων ὅλων ἐτῶν τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Ἐκκλησίας, ἐναντίον δύο νεαρῶν ἀποφάσεων τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου; Πῶς, Μεγαλειοτάτη, ἐδέχθης νὰ θέσῃς τὴν ἔγκρισίν Σου; Ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι αὐτοῦ τοῦ βιβλίου;» Εἶναι οἱ πλαστογραφήσαντες τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς χώρας!

§299Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει αἰσχρότητας μέσα!

§300Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες γράφουσιν ἀνευθύνως, ὅτι διαπράττουσι τὴν μετάφρασιν ταύτην, ἔχοντες σύμφωνον τὸν ἀοίδιμον Πατριάρχην τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους Γρηγόριον τὸν Εʹ, τὸν ἀπαγχονισθέντα ὑπὸ τῶν Τούρκων κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν. Ψεῦδος, Κύριοι! Παραχάραξις τῆς Ἱστορίας! Πλαστότης τῶν κειμένων! Τὸ ἐνδεικτικὸν ἐκεῖνο τοῦ Πατριάρχου ἡμῶν τοῦ 1820 ἔτους, τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, οὐδέποτε παρὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου ἀνεγνωρίσθη ὡς πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἦτο ἄδεια, δὲν ἦτο ἔγκρισις τῆς Συνόδου τῶν Πατριαρχείων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δὲν κατεχωρίσθη ἐν τῷ ἐπισήμῳ Κώδικι. Ἦτο ἔγγραφον ἁπλοῦν, ὅπερ ὁ ἀείμνηστος Ἱεράρχης ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ εἰς τοὺς αἰτοῦντας τοῦτο ἐπιμόνως τότε ἀρχηγοὺς τῶν Προτεσταντῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἵνα ἴσως ἀποφύγῃ τὴν δι’ αὐτῶν καθαίρεσιν ἀπὸ τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου, ὅπως πολλοὶ πρὸ ἐκείνου Πατριάρχαι. Δὲν ἔφερε λοιπὸν οὔτε τὴν προσυπογραφὴν τῶν Συνοδικῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οὔτε τὴν προσεπικύρωσιν τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καὶ συνελθοῦσα κατόπιν, μετὰ τὸν ἀπαγχονισμὸν τοῦ Πατριάρχου, ἡ Σύνοδος τῶν Πατριαρχείων ἐν Κωνσταντινουπόλει, δι’ ἀποφάσεως αὐτῆς, κατακεχωρισμένης ἐν τῷ Κώδικι τῶν Πατριαρχείων, ἐκήρυξεν ἔκθεσμον, ἄκυρον, ἀνυπόστατον καὶ μὴ ὂν τὸ ἐνδεικτικὸν ἐκεῖνο, ὅπερ διὰ τῆς βίας εἶχον ἀποσπάσει οἱ Προτεστάνται ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ σεπτοῦ ἐκείνου Ἱεράρχου. Καὶ ὅμως ψευδῶς ἐν τῷ προλόγῳ τοῦ ἀνοσίου τούτου βιβλίου βεβαιοῦται, ὅτι ὑπάρχει ἔγκρισις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1820 ἔτους «λαϊκῆς τοῦ Εὐαγγελίου μεταφράσεως», ἐνῷ καὶ τοὐναντίον ὑπάρχει ἀποκήρυξις ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1822 ἔτους τοῦ ἐνδεικτικοῦ ἐκείνου, τοῦ μὴ καταχωρισθέντος, ὡς εἶπον, ἐν τῷ Κώδικι τῶν Πατριαρχείων, καὶ καταδίκη τῆς λαϊκῆς μεταφράσεως, τῆς τότε γενομένης, ὡς καὶ πάσης ἄλλης προγεγενημένης ἢ μετὰ ταῦτα γενησομένης. Καὶ ἐνῷ πάντα ταῦτα ἐγνωρίζετε, ἢ τέλος πάντων ὠφείλετε νὰ γνωρίζητε, διὰ τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, διὰ τῆς ὑποχωρήσεως ὑμῶν, — διότι ἀνήκετε εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ «laisser faire, laisser aller», — ἐπετρέψατε, ἵνα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα καὶ ὁπουδήποτε ὁμιλεῖται ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ λατρεύεται ὁ Χριστός, καίωσιν ὡς πυραὶ συζητήσεις, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν σεπτῶν καὶ ὑψηλῶν ἐκείνων προσώπων, ὧν ἡ Πολιτεία ἔταξεν ὑμᾶς φρουροὺς καὶ προστάτας καὶ φύλακας. Ἰδοὺ, κύριε Πρόεδρε, ἡ εὐθύνη ὑμῶν. Ἐδῶ κεῖται ἡ ἀληθὴς θέσις τοῦ ζητήματος. Ὅλα τὰ ἄλλα εἰσὶν ἐπεισόδια, λυπηρὰ, αἱματηρὰ, προκαλοῦντα τὴν ἀγανάκτησιν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ βεβαίως ἐπεισόδια πάντοτε. Ἡ κυρία εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἔγκειται ἐκεῖ, εἰς τὴν ἀρχὴν, εἰς τὴν ὑποχώρησιν ὡς πρὸς τὴν μετάφρασιν, τὴν μερίμνη τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης γενομένην, εἰς τὸν ἐνδοτικὸν χαρακτῆρα τῶν κυβερνώντων ἀπέναντι ὑπερφιάλων ἀπαιτήσεων, ἐκ πλάνης βεβαίως ὁρμωμένων. Ἐὰν ἄρα τὸ ζήτημα, Κύριοι, ὅπερ ἐπὶ τοσαύτας ὥρας ἀπασχολεῖ σήμερον τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν ἄρα τὸ ζήτημα, οὗτινος ἕνεκα ἐβάφη τὸ ἔδαφος τῆς πόλεως διὰ τοῦ αἵματος ἀθῴων πολιτῶν καὶ μαρτύρων, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναφανῇ, εὔχομαι ὅμως ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ νὰ συντελέσῃ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ χαρακτῆρος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, τῶν δικαίως φιλοδοξούντων νὰ ἡγῶνται πολιτικῶν κομμάτων. Εὔχομαι, ἵνα τὸ τραγικὸν τοῦτο ζήτημα συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ πεισθῶσιν, ὅτι προσφέρουσι πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὸ Στέμμα, ὅτι προσφέρουσιν ὑπερτάτας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τὰ σεπτὰ μέλη τῆς Οἰκογενείας Αὐτοῦ, οὐχὶ ἂν πρὸ πάσης ἀπαιτήσεως, ὅσον αὕτη καὶ ἂν ἦναι οὐχὶ πρέπουσα, ὑποχωρῶσι καὶ κλίνωσι τὰς κεφαλὰς αὐτῶν μέχρι τῶν σκελῶν, ἀλλ’ ἂν ἐρρωμένως ἀνθίστανται, ἂν διδάσκωσιν, ἂν παρακαλῶσιν, ἂν ἱκετεύωσι, — διότι οὐδεμίαν καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν προαγορευσάντων ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, τὰ σεπτὰ μέλη τῆς Β. Οἰκογενείας, ἀκούοντα τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἐπὶ κειμένων βασιζομένην, οὐδαμῶς, λέγω, ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν θέλουσιν ἀναλαμβάνει τὴν βαρεῖαν εὐθύνην τῆς ἐπιμονῆς αὐτῶν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§301ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διακηρύττω, Κύριοι, μὲ τὸν ἐντονώτερον τρόπον, ὅτι ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐν ἔτει 1899, οὐδεμίαν ἔλαβον ἐπισήμως γνῶσιν τῆς ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης γενομένης παραφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ὡς ἰδιώτης, εἶχον λάβει γνῶσιν τῶν κατ’ αὐτὴν πολὺ πρὶν ἢ γείνω Ὑπουργὸς τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀνεκινήθη κατὰ τὸ ἔτος 1898, ὅτε ἄλλοι διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχουσιν οἱ νομίζοντες, ὅτι ἐγὼ κέκτημαι εἰδικότητά τινα περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἠρωτήθην ἔκτοτε ὑπό τινων μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁποίαν γνώμην εἶχον περὶ τοῦ πράγματος, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἐπληροφορήθην τὰ κατ’ αὐτὸ, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν τώρα νὰ ἐπανορθώσω ἀνακρίβειάν τινα τοῦ προαγορεύσαντος ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ἰσχυρίσθη οὗτος, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος συνῆλθε τότε ἐν τοῖς Ἀνακτόροις εἰς συνεδρίασιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἢ ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης, ἐκεῖ δ’ ἐκλήθη αὐτὴ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Α. Μ. γενομένην παράφρασιν, ἀλλ’ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶχε τὸ σθένος οὐ μόνον νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔγκρισιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀπαγορεύσῃ δι’ ἀποφάσεώς της πᾶσαν παράφρασιν ἢ μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐγὼ ὅμως δύναμαι, Κύριοι, νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ἀκριβῶς, ὡς σᾶς ἐξέθηκεν αὐτὸ ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Τοῦτο καθίσταται ἤδη καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ πρόδηλον· διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τις πολὺ ταπεινὴν γνώμην περὶ τῆς ἄκρας εὐλαβείας τῆς Α. Μ. πρὸς πᾶν ὅ,τι συνδέεται πρὸς τὴν ἱερὰν ἡμῶν θρησκείαν, ὅπως φαντασθῇ, ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, ὅτι ἦτο δυνατόν ποτε ἡ σεπτὴ ἡμῶν Ἄνασσα νὰ καλέσῃ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον εἰς συνεδρίαν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἢ ἐπὶ παρουσίᾳ Αὑτῆς. Πλὴν τούτου, πρέπει νὰ ἔχῃ τις πολὺ ταπεινὴν γνώμην καὶ περὶ τῶν ἱεραρχῶν, τῶν τότε ἀπαρτιζόντων τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως ἀποδεχθῇ, ὅτι αὐτοὶ ἐπελάθοντο ἐπὶ τοσοῦτον καὶ τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας καὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἱεροῦ αὐτῶν σωματείου, ὥστε νὰ συγκατατεθῶσιν εἰς τὸ νὰ συνεδριάσωσιν, ἐπανειλημμένως μάλιστα, ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, καθ’ ὃν τρόπον σᾶς ἀνέφερεν ὁ προαγορεύσας. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἀπίθανον, διὸ θὰ εὕρητε καὶ ὑμεῖς εὐλογοφανῆ τὴν ἐμὴν πληροφορίαν, καθ’ ἣν ἡ Α. Μ. παρεκάλεσε τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος Συνοδικούς, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὰ Ἀνάκτορα οὐχὶ ὡς σωματεῖον, ὡς Ἱερὰ δηλ. Σύνοδος, ἀλλ’ ὡς ἱεράρχαι ἁπλῶς τῆς Ἐκκλησίας, δυνάμενοι νὰ ἔχωσι πεφωτισμένην γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐκεῖ συσκεφθῶσι μετά τινων θεολόγων, ἐὰν ἦτο δυνατὸν μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, γινομένη κατὰ τρόπον ὅσον οἷόν τε ἀκριβέστερον, νὰ τύχῃ κύρους, περιβαλλομένη δι’ ἐκκλησιαστικῆς ἐγκρίσεως. Ἐγνώσθη μάλιστα τότε, ὅτι εἶχε μεταφράσει ἤδη τὸ Εὐαγγέλιον ἡ δεσποινίς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν μετάφρασιν ταύτην θ’ ἀνεθεώρει ἐπιτροπή, ἀπαρτιζομένη ἐξ ἀρχιερέων, θεολόγων καὶ ἄλλων λογίων, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ τύχῃ αὐτὴ εἶτα τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀλλὰ τὴν μὲν ἔγκρισιν ἀπέκρουσαν κατ’ ἀρχὴν πάντες οἱ Συνοδικοὶ ἀδιακρίτως, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐκηρύχθησαν καὶ κατὰ πάσης μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, οὐδεὶς δὲ συγκατετέθη νὰ μετάσχῃ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀνέλαβε ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν γενομένην μετάφρασιν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι πολὺς λόγος ἔγεινε τότε ἐν τῷ Τύπῳ περὶ τῆς τοιαύτης μεταφράσεως, ἐγράφησαν δὲ κατ’ αὐτῆς σφοδρὰ ἄρθρα, ἰδίᾳ ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος, ἐν ᾗ καὶ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἐδημοσίευσε μελέτην τινὰ περὶ τοῦ ζητήματος πολλοῦ λόγου ἀξίαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐκώλυσε τότε οὔτε τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἵνα ἐγκρίνῃ ἑτέραν παράφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου, ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα θρησκευτικοῦ Συλλόγου τῆς «Ἀναπλάσεως» καὶ ἐγκριθεῖσαν μάλιστα προηγουμένως καὶ ὑπὸ τοῦ τέως Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντίνου τοῦ Εʹ καὶ τῆς περὶ αὐτὸν Ἱερᾶς Συνόδου, οὔτε τοὺς περὶ τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν ἐκτύπωσιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος μεταφράσεως ὁμοῦ μετὰ τοῦ πρωτοτύπου κειμένου. Εἶχε δὲ ἤδη κοπάσει ὁ προκληθεὶς δι’ αὐτὴν δημοσιογραφικὸς σάλος, ὅτε ἐγὼ τῷ 1899 ἐκλήθην εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν διστάζω νὰ σᾶς δηλώσω ἀπροκαλύπτως, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος πάσης μεταφράσεως ἢ παραφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ δὴ οὐ μόνον ἐκ λόγων καθαρῶς θρησκευτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων ἐθνικῶν. Ἡ μετάφρασις αὕτη ἀπάδει, κατ’ ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην, πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς Ἐκκλησίας μας, καθ’ ἃς αὕτη ἀποδέχεται δύο πηγὰς τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας, τὴν Ἁγίαν Γραφὴν καὶ τὴν ἱερὰν παράδοσιν. Τὴν πρώτην συμπληροῖ καὶ ἑρμηνεύει αὐθεντικῶς ἡ δευτέρα. Ὁ Χριστὸς μικρὸν πρὸ τοῦ θανάτου αὐτοῦ εἶπε πρὸς τοὺς μαθητάς του: «Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν παρ’ ὑμῖν μένων· ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ Πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει πάντα, ἃ εἶπον ὑμῖν». (Ἰω. ιδʹ. 25 καὶ 26). Καὶ οἱ Ἀπόστολοι δὲ ἔγραφον πρὸς τοὺς πιστούς: «Τὰς παραδόσεις κατέχετε» (Αʹ. Κορ. ιαʹ. 2), «καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» (Βʹ. Θεσσαλ. βʹ. 15). Τί δὲ ἐνόουν οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς καὶ οἱ θεῖοι αὐτοῦ μαθηταί; ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον θὰ καθωδήγει τούτους καὶ τοὺς διαδόχους των ἐπισκόπους εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν καὶ εἰς τὴν ὀρθὴν κατανόησιν τῆς διδασκαλίας του· ὅτι οἱ μαθηταὶ δὲν ἠδύναντο ν’ ἀναγράψωσι πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις καὶ ταῖς ἐπιστολαῖς αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι πολλὰ ἐδίδαξαν μόνον προφορικῶς, ἡ δὲ προφορική των διδασκαλία παρέμεινεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς παράδοσις, ἣν διὰ τοῦτο ὀφείλουσι νὰ κατέχωσι καὶ κρατῶσιν οἱ πιστοί. Εἶναι πλάνη, Κύριοι, καὶ πλάνη μεγάλη, νὰ νομίζῃ τις, ὅτι ἡ Γραφὴ εἶναι θεόπνευστος κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε οὐ μόνον οἱ γράψαντες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀναγινώσκοντες αὐτὴν νὰ ἐμφορῶνται Πνεύματος ἁγίου καὶ νὰ κατανοῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἀπαντῶσαν καὶ μὴ ἀπαντῶσαν ἐν αὐτῇ. Πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν δὲν περιέχει μόνη ἡ Γραφή, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲ περιέχει αὐτὴ ταύτην, δὲν δύναται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ κατανοήσῃ αὐτὴν ἕκαστος. Τρανὴν ἀπόδειξιν τούτου παρέχει ἡμῖν αὐτὴ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία. Ἤδη κατὰ τοὺς πρώτους ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας αἰῶνας ἀνεφάνησαν πολλαὶ αἱρέσεις καὶ κακοδοξίαι. Τίς δὲ ἡ πρώτη καὶ κυρία τούτων αἰτία; ὅτι πολλοὶ τότε προετίμων ν’ ἀναγινώσκωσι καὶ ἑρμηνεύωσι τὴν Γραφὴν ἀφ’ ἑαυτῶν, χωρὶς δηλαδὴ νὰ ἔχωσιν εἰς τοῦτο γνώμονα καὶ ὁδηγὸν τὴν ἱερὰν παράδοσιν καὶ τὴν κατ’ αὐτὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῆς Γραφῆς. Οἱ τοιοῦτοι, ἐγκαταλελειμμένοι εἰς μόνας τὰς ἀσθενεῖς των δυνάμεις καὶ ἐστερημένοι τοῦ θείου φωτισμοῦ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, τοῦ ἐνεργοῦντος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διὰ τῆς ἱερᾶς παραδόσεως, δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ ὑποπέσωσιν εἰς πλάνας. Εἰς παραπλησίας πλάνας ὑπέπεσαν κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους καὶ οἱ Διαμαρτυρόμενοι, οἵτινες, ἀποσκιρτήσαντες ἐκ τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ἀπέρριψαν ὁμοῦ μετὰ τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα καὶ πᾶσαν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν, καὶ ἠρκέσθησαν εἰς μόνην τὴν Ἁγίαν Γραφήν. Ἐντεῦθεν προέκυψαν καὶ πᾶσαι αἱ κακοδοξίαι καὶ πολυσχιδεῖς αὐτῶν αἱρέσεις, αἵτινες πάλαι ποτὲ ἐπαύσαντο συνταράττουσαι τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν, ἀφ’ οὗ χρόνου ἐπεβλήθη εἰς πάντας τοὺς ὀπαδούς της τὸ κῦρος καὶ ἡ αὐθεντία τῆς ἱερᾶς παραδόσεως, ὡς δευτέρας πηγῆς τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἀληθείας. Τοιαύτας ἀρχὰς πρεσβεύουσα ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία, δὲν ἠδύνατό ποτε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς πάντας τοὺς πιστοὺς ἀδιακρίτως τὴν ἀνάγνωσιν τῆς Γραφῆς εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ ἐν αὐτῷ ἔτι τῷ πρωτοτύπῳ κειμένῳ, πολλῷ δ’ ἔλαττον ἐν μεταφράσει εἰς τὴν καθωμιλημένην ἢ δημοτικὴν λεγομένην γλῶσσαν. Εἶναι, Κύριοι, τὴν σήμερον ἀποδεδειγμένον, καὶ κεῖται πλέον ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος γλῶσσα ἡμῶν δὲν εἶναι σημερινὴ ἢ χθεσινή τις, οὐδὲ διεμορφώθη κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνας τῆς ὑποδουλώσεως τοῦ Γένους ἡμῶν ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν, ἀλλ’ ἀριθμεῖ ἤδη ὑπερχιλιετῆ βίον. Διατί λοιπὸν ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν δὲν ἐσκέφθη ποτὲ περὶ παραφράσεως ἢ μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, ἀφοῦ αὐτὴ, ὡς γνωστὸν, ἐπέτρεψε τὴν εἰς ξένας γλώσσας μετάφρασιν τῆς Γραφῆς, ὅπως ἀναγινώσκηται αὕτη ἐν τοῖς ναοῖς τῶν ἀλλογλώσσων λαῶν, τῶν ἐπιστραφέντων ὑπ’ αὐτῆς εἰς τὸν χριστιανισμόν; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι αὐτὴ τὴν εἰς τὴν δημοτικὴν ἡμῶν γλῶσσαν παράφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου οὐ μόνον ἀναγκαίαν καὶ ἐπωφελῆ δὲν ἐθεώρησε ποτὲ, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ περιττὴν καὶ ἐπιβλαβῆ ἐθεώρησεν. Ἡ γλῶσσα τῆς Γραφῆς, καὶ ἰδίᾳ τοῦ Εὐαγγελίου, ἀναγινωσκομένη καθ’ ἑκάστην σχεδὸν ἐν τοῖς ναοῖς καὶ ἐν πάσῃ ἱεροπραξίᾳ, ἔσχεν ἤδη μεγάλην ῥοπὴν ἐπὶ τὴν δημοτικὴν ἡμῶν γλῶσσαν. Ἀπὸ δισχιλίων σχεδὸν ἐτῶν ἔχει συζυμωθῆ μετ’ αὐτῆς καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως διὰ τῶν διαφόρων προσευχῶν καὶ ὕμνων, διὰ τῆς ὅλης λατρείας τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ἐν ᾗ ἐγκατοπτρίζεται ἡ γλῶσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Πρὸς τὴν γλῶσσαν ταύτην ἔχει ἐξοικειωθῆ ἀνέκαθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, οὕτως ὥστε νὰ ἐννοῇ τὴν σήμερον πᾶν ὅ,τι εὔληπτον καὶ εὐνόητον, νὰ μὴ ἐννοῇ δὲ μόνον τὰ φύσει δυσνόητα ἐν τῇ Γραφῇ. Ἀλλὰ πρὸς τί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ μετάφρασις ἢ παράφρασις αὐτῆς εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν; Μήπως δὲν ἐννοεῖ αὐτὸς λ. χ. τὸ ἀρχέτυπον κείμενον, ἀναγινώσκων ἐν αὐτῷ τὸ «Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαὰκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακὼβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ»; (Ματθ. αʹ. 2). Δὲν εἶναι περιττὴ διὰ τοῦτο πᾶσα μετάφρασις τῶν τοιούτων χωρίων; Τί δὲ θὰ τὸν ὠφελήσῃ ἡ μετάφρασις ἑτέρου χωρίου τοῦ Εὐαγγελίου, φύσει δυσνοήτου εἰς αὐτὸν, ὡς τὸ «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος»; (Ἰωάν. αʹ. 1). Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν μεταφρασθῶσι τὰ τοιαῦτα χωρία, ὁ πολὺς λαὸς δὲν θὰ ἐννοήσῃ αὐτά. Βεβαίως δὲ ἡ μετάφρασις εἶναι προωρισμένη οὐχὶ διὰ τοὺς θεολόγους καὶ τοὺς λογίους καθόλου, οἵτινες δύνανται νὰ ἐννοήσωσι κάλλιστα τὸ πρωτότυπον κείμενον, ἐν ἀνάγκῃ δὲ νὰ καταφεύγωσι καὶ εἰς τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ διὰ τὸν πολὺν λαόν. Καὶ δὲν καθίσταται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρόδηλον, ὅτι ὁ λαὸς οὗτος, ὅστις δὲν δύναται νὰ κατανοήσῃ ἄνευ ἑρμηνείας τὰ πλεῖστα τῶν χωρίων τῆς Γραφῆς, ἐν οἱᾳδήποτε μεταφράσει ἢ παραφράσει καὶ ἂν δοθῶσιν αὐτὰ εἰς χεῖράς του, θὰ τὰ παρεξηγήσῃ καὶ θὰ ὑποπέσῃ εἰς πλάνας πολλὰς, οὕτω δὲ θὰ καταντήσῃ θᾶττον ἢ βράδιον εἰς τὰς πάλαι κακοδοξίας καὶ αἱρέσεις τῶν πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἢ εἰς τὰς κακοδοξίας καὶ αἱρέσεις τῶν Διαμαρτυρομένων τῶν νεωτέρων χρόνων; Πλὴν ποῦ τότε ἡ ἑνότης ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ; Ἀλλὰ σὺν τῇ ἐκκλησιαστικῇ θὰ διεσαλεύετο τότε ἐκ βάθρων καὶ αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ἑνότης, ἧς ἡμεῖς ἔχομεν, εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε, τὴν σήμερον ἀνάγκην. Αἱ θρησκευτικαὶ διαιρέσεις καὶ τὰ σχίσματα εἶναι τὰ φοβερώτατα πάντων. Δι’ αὐτῶν θ’ ἀπεξενοῦντο πρὸς ἡμᾶς τέλεον οὐ μόνον διάφορα ἑτερογενῆ στοιχεῖα, συνδεόμενα νῦν πρὸς ἡμᾶς διὰ τῆς ταυτότητος τῆς πίστεως, ἀλλὰ κίνδυνος εἶναι νὰ ἐπίδωμεν διαμελιζόμενον καὶ ἀλληλοσπαρασσόμενον καὶ αὐτὸν τὸν γνήσιον καὶ ἀμιγῆ Ἑλληνισμόν. Τί δὲ ἄλλο θὰ ηὔχοντο πότε εἰς ἡμᾶς οἱ χείριστοι τῶν ἐχθρῶν μας, οἱ ἐποφθαλμιῶντες τὴν πατρῴαν ἡμῶν κληρονομίαν ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθόλου; Ἰδού, Κύριοι, διατί ἐγὼ τοὐλάχιστον τὴν καθιέρωσιν τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου παρ’ ἡμῖν καὶ τὴν διάδοσιν αὐτῆς παρὰ τῷ λαῷ θεωρῶ ἐπιζήμιον τὰ μάλιστα εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἑνότητα, ἐν μιᾷ λέξει θεωρῶ αὐτὴν ὡς ἐθνικὴν ἀφροσύνην. (Εὖγε! εὖγε!) Ἀλλ’ ὡς τοιαύτην θεωρῶ αὐτὴν καὶ ὑπ’ ἄλλην τινὰ ἔποψιν, τὴν ἑξῆς: Ἡ Θεία Πρόνοια ηὐδόκησε νὰ ἐκλέξῃ ὡς ὄργανον διαδόσεως τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Ἐν αὐτῇ ἐγένετο ἡ πρώτη καὶ αὐθεντικὴ μετάφρασις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἡ ἐπιλεγομένη τῶν Οʹ, ἧς ἐποιοῦντο χρῆσιν καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἐν τῷ κηρύγματι αὐτῶν. Ἐν αὐτῇ ἐγράφη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ πᾶσα ἡ Καινὴ Διαθήκη. Ἐν αὐτῇ ἐκηρύχθη ὁ Χριστιανισμὸς ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων εἰς πᾶσαν τὴν τότε οἰκουμένην. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐτάχθη οὕτως ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας θεματοφύλαξ τῆς θείας ἀληθείας. Αὐτὸ ἦτο τὸ καύχημα τῶν προγόνων ἡμῶν ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ χριστιανισμοῦ ἐμφανίσεως· αὐτὸ εἶναι ἔτι καὶ νῦν τὸ καύχημα ἡμῶν τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων, οἵτινες ἀξιοῦμεν, ὅτι εἴμεθα γνήσιοι ἐκείνων ἀπόγονοι. Δι’ αὐτὸ μᾶς ἐζήλευσαν καὶ μᾶς ζηλεύουσι πάντες οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ τῆς ὑφηλίου. Δι’ αὐτὸ ἐκινήσαμεν κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ τὰς συμπαθείας τῶν λαῶν τούτων κατὰ τὸν ἱερὸν ἡμῶν ἀγῶνα ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας. Δι’ αὐτὸ ἐλπίζομεν νὰ τύχωμεν τῆς ἐπικουρίας των καὶ ὅταν σημάνῃ ἡ ὥρα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀποκαταστάσεως. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι δι’ αὐτὸ τὸ ἐθνικόν μας καύχημα ἔχομεν κινήσει ἤδη καὶ τὸν φθόνον πολλῶν, οἵτινες, ὡς ὁ περιβόητος Φαλμεράϋερ, ἠθέλησαν νὰ μᾶς παραστήσωσιν ὡς οὐδὲν κοινὸν ἔχοντας πρὸς τοὺς πάλαι Ἕλληνας. Αὐτοὶ ἐφρόντισαν ν’ ἀποδείξωσι τοῦτο καὶ δι’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων καὶ διὰ τῆς διαφορᾶς τῆς καθωμιλημένης ἡμῶν γλώσσης πρὸς τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν τοῦ Εὐαγγελίου, περὶ ἧς ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι πάντη ἀκατάληπτος εἰς ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους Ἕλληνας. Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοὶ ἐρχώμεθα διὰ τῶν ἔργων ἡμῶν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι πράγματι δὲν ἐννοοῦμεν τὸ Εὐαγγέλιον ἐν τῇ ἀρχετύπῳ αὐτοῦ γλώσσῃ καὶ ἔχομεν ἀνάγκην μεταφράσεως αὐτοῦ διὰ τὸν λαὸν, τί πράττομεν οὕτω; Δὲν παρέχομεν τρανὴν ἀπόδειξιν εἰς τοὺς ξένους, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι ἡμεῖς νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην τῶν πατέρων μας, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ φέρωμεν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, ὅτι οὐδὲν κοινὸν ἔχομεν πρὸς τοὺς πάλαι Ἕλληνας; Δύνασθε, Κύριοι, νὰ φαντασθῆτε μείζονα ταύτης ἐθνικὴν ἀφροσύνην; (Εὖγε! εὖγε!). Ἰδοὺ διατί ἐγὼ ἤμην καὶ εἶμαι πάντοτε κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος πάσης μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, θεωρῶν αὐτὴν ὡς ἔγκλημα καθοσιώσεως κατὰ τε τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Ἀλλὰ καίτοι τοιαύτην γνώμην ἔχων, ἐρωτῶ, τί ἠθέλετε νὰ πράξω εἰς ἐπικράτησιν αὐτῆς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐν ἔτει 1899, ὅτε τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου τοὐλάχιστον, οὐδόλως ἀνεκινήθη; Μήπως εἶχον ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῆς; Ἀλλ’ εἰς τοῦτο παρενεβάλλετο εἰς ἐμὲ ὡς πρόσκομμα δυσυπέρβλητον αὐτὸς ὁ Καταστατικὸς Νόμος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Οὗτος ἐν μὲν τῷ Βʹ αὐτοῦ ἄρθρῳ ἀνακηρύττει ὡς ἀνωτάτην ἐν τῷ Βασιλείῳ ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν δὲ τῷ Ζʹ ἄρθρῳ, διαιρῶν τὰ καθήκοντα αὐτῆς εἰς ἐσωτερικὰ καὶ εἰς ἐξωτερικὰ, καθορίζει, ὅτι εἰς ἐκεῖνα, τὰ ἐσωτερικὰ αὐτῆς καθήκοντα, ἐνεργεῖ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, ἐν δὲ τῷ Θʹ ἄρθρῳ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ αὐτῆς καθήκοντα καταλέγει καὶ τὴν ἐπαγρύπνησιν αὐτῆς «εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν εἰς χρῆσιν τοῦ κλήρου καὶ τῆς νεολαίας ἔξωθεν τοῦ Βασιλείου εἰσαγομένων, εἴτε ἐν Ἑλλάδι δημοσιευομένων βιβλίων κλπ., ἅτινα πραγματεύονται περὶ ἀντικειμένων θρησκευτικῶν, καὶ ὁσάκις πληροφορηθῇ, ὅτι τὰ τοιαῦτα περιέχουσί τι ἐναντίον, ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἶναι βλαπτικὰ ἐκ τῆς χρήσεώς των ὡς πρὸς τὰ θεῖα δόγματα...τὰς ἱερὰς παραδόσεις...ζητεῖ τὴν σύμπραξιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀπαγόρευσιν τῆς χρήσεως αὐτῶν ἐν τοῖς σχολείοις κλπ.» Ἀλλὰ μοὶ ἐζητήθη παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν ὅσῳ ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς, ἡ τοιαύτη σύμπραξις πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου; Οὐχί. Τί ἠθέλετε λοιπὸν τότε νὰ πράξω ἐγώ, καθ’ ὃν χρόνον ἄλλως τε ὑπ’ οὐδενὸς εἶχεν ἀνακινηθῆ τοιοῦτο ζήτημα; Ἔπρεπε, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ τὸ δημιουργήσω ἐγὼ καὶ νὰ ἐπιβάλω τότε τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον; Ἀλλὰ ποῦ τότε ἴχνος τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς; Δὲν θὰ ἦτο δὲ καὶ ἄλλως ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια νὰ γεννήσω ἐγὼ ἄνευ ἀφορμῆς ἓν θρησκευτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἐπικινδύνους διαστάσεις δι’ αὐτὴν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ὡς νῦν; Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἀνεκινήθη παρ’ ἡμῖν, ἀφ’ ἧς ἤρξατο πρὸ δύο περίπου μηνῶν δημοσιευομένη ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» ἡ μετάφρασις τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ διατρίβοντος κ. Πάλλη...

§302Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸς βεβαίως ἐπιδιώκει καταχθονίους σκοπούς!

§303Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε. Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀνὴρ χρηστὸς καὶ φιλόπατρις, ὅστις ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος καὶ ἐξ εὐσεβοῦς τοῦ πόθου προέβη εἰς τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκ τῶν αὐτῶν δὲ ἐλατηρίων ὁρμωμένη καὶ ἡ «Ἀκρόπολις», ἀνέλαβε τὴν δημοσίευσίν της, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι, ὡς δι’ ἄλλων θρησκευτικῶν της δημοσιευμάτων, ἰδίᾳ δὲ διὰ τοῦ καθ’ ἑκάστην Κυριακὴν καταχωριζομένου εἰς αὐτὴν κηρύγματος, καὶ διὰ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος μεταφράσεως θὰ συνετέλει εἰς ἀναρρίπισιν τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν καὶ εἰς τὸν κ. Πάλλην καὶ εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» πλάνην μόνον, εἰς ἣν πρὸ αὐτῶν ὑπέπεσαν, ὡς θὰ ἴδωμεν βραδύτερον, καὶ Πατριάρχαι καὶ ἐνδημοῦσαι Σύνοδοι, ἐπ’ οὐδενὶ οὐδέποτε ὅμως λόγῳ δικαιούμεθα ν’ ἀποδώσωμεν καὶ σκοποὺς καταχθονίους! Δυστυχῶς ἡ μετάφρασις τοῦ κ. Πάλλη ἔγεινεν εἰς γλῶσσαν δημοτικήν, ἥτις εἶναί τι πλέον ἢ μαλλιαρὴ (ἱλαρότης), εἶναι αὐτόχρημα χυδαία. Τούτου δ’ ἕνεκεν ἐθεωρήθη αὐτὴ ὡς βεβήλωσις τοῦ ἱεροῦ κειμένου τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔκτοτε ἤρξατο ἐξεγειρομένη κατ’ αὐτῆς ἡ κοινὴ συνείδησις ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὴν οὕτω δὲ ἀναφθεῖσαν πυρὰν ἦλθε νὰ ἐπιχύσῃ ἔλαιον ἡ λήγοντος τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς δημοσιευθεῖσα εἴδησις, ὅτι αὐτὸς ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γʹ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Μητροπολίτην Ἀθηνῶν καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἧς ἐζήτει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην βεβήλωσιν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Ἀκριβῶς τότε εἶχε παράσχει ἡ νέα Σύνοδος τὴν διαβεβαίωσίν της ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνασκοῦντος τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἀκριβῶς δ’ ἔκτοτε ἄρχονται καὶ αἱ εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀπαισίαν τροπὴν, ἣν ἀπὸ τοῦ τέλους Σεπτεμβρίου ἔλαβε τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπεραπολογούμενος ἑαυτοῦ, ὡμολόγησεν, ὅτι ἀπέναντι τοῦ σοβαροῦ κινδύνου, ὃν εἶδεν οὕτως ἀναφαινόμενον διὰ τὴν ἡσυχίαν τῆς χώρας, δὲν ἔλαβε πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ κώλυμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου ἐκάλεσε τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἵνα μόλις τῇ 17 Ὀκτωβρίου συντάξῃ ἀπόφασιν, δι’ ἧς δῆθεν ἀπηγορεύετο πᾶσα μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου. Δυστυχῶς ὅμως, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, μόλις μονογραφηθείσης τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ Πρόεδρος αὐτῆς καὶ Μητροπολίτης ἀπῆλθεν αἴφνης εἰς Καλάβρυτα, ἐκεῖ δὲ παρέμεινεν ἥσυχος καὶ ἀνενόχλητος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τὰς δύο ἑβδομάδας, ἕως οὗ ἤρχισαν ἐν Ἀθήναις αἱ διαδηλώσεις τῶν φοιτητῶν. Τότε μόλις ἐπανῆλθεν ὁ Μητροπολίτης εἰς Ἀθήνας, καὶ ἀντιγραφεῖσα εἰς τὸ καθαρὸν καὶ ὑπογραφεῖσα ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου ἐδημοσιεύθη μόλις τῇ προτεραίᾳ τῶν αἱματηρῶν συμπλοκῶν τῆς ὁδοῦ Κοραῆ. Ἀλλὰ δυστυχῶς, κατὰ τὸν αὐτὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐθεωρήθη αὐτὴ ἐπαρκὴς ὑπὸ τῶν φοιτητῶν καὶ τοῦ λαοῦ, ἀξιούντων νὰ προβῇ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ εἰς ἀφορισμὸν οὐ μόνον τῶν ποιουμένων χρῆσιν τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ παντὸς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐνεχομένου εἰς αὐτήν. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀξιώσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔμεινε μὲ ἐσταυρωμένας τῆς χεῖρας, οἱονεὶ διαπορούμενος καὶ ἐρωτῶν ἡμᾶς, τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Παρέλιπε μόνον νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι, ὡς εἰς ἔσχατον μέτρον, προέβη εἰς τὴν ἐξαναγκασθεῖσαν παρκίτησιν τοῦ Μητροπολίτου— ἴσως διότι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπείσθη, ὅτι τὸ πυροτέχνημά του τοῦτο ἀπέτυχεν. Ἐγὼ, Κύριοι, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω νῦν εἰς τὴν ἀπαισίαν εἰκόνα τῆς πρωτευούσης ἀπὸ τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ἣν μὲ τόσον ζωηρὰ χρώματα σᾶς παρέστησαν ἄλλοι συνάδελφοι, καὶ ἧς αὐτόπται μάρτυρες εἶσθε πάντες ὑμεῖς. Δὲν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω τὸ παράπαν καὶ εἰς τὰς ἀποτροπαίους σκηνὰς τῆς ὁδοῦ Κοραῆ, καθ’ ἃς τόσοι Ἕλληνες πολῖται ἐφονεύθησαν ἢ ἐτραυματίσθησαν. Ἀποδέχομαι πληρέστατα τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι αἱ σκηναὶ ἐκεῖναι συνέβησαν παρὰ τὴν θέλησίν του, ὅτι δὲ αὗται ὑπὲρ πάντα ἄλλον θλίβουσι καιρίως αὐτὸν τὸν ἴδιον. Ἀλλ’ ἠδυνήθη, μεθ’ ὅλην τὴν ὁμολογίαν του ταύτην, νὰ ἀρνηθῇ τὰ ἀναντίλεκτα γεγονότα τῆς αἱματοχυσίας, τῆς ἐκρύθμου ἢ μᾶλλον τῆς ἐπαναστατικῆς καταστάσεως, ὑφ’ ἣν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Δευτέρας ἐξακολουθεῖ ἔτι καὶ νῦν διατελοῦσα ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους; Τὰ θλιβερὰ ὅμως ταῦτα γεγονότα εἶναι ἀποτελέσματα, ὧν πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν τὴν αἰτίαν, τὴν αἰτίαν δὲ ταύτην ἀνευρίσκομεν κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἐν αὐτῇ τῇ πολιτείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐξέθηκεν αὐτὴν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του. Σᾶς ὡμολόγησεν, ὅτι διεῖδε καὶ αὐτὸς ἐγκαίρως τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον ἐκ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, εἰς ἀποσόβησιν δ’ αὐτοῦ δὲν ἐδίστασε, παρὰ τὸν νόμον, νὰ καλέσῃ τὴν Σύνοδον διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεως, ἀπαγορευούσης πᾶσαν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐν τῇ τοιαύτῃ παρεμβάσει αὐτοῦ παρὰ τῇ Συνόδῳ εἴμεθα βεβαίως πάντες σύμφωνοι· διότι, προκειμένου περὶ ἀποφυγῆς κινδύνου, ὕψιστος νόμος εἶναι διὰ τὸν κυβερνῶντα χώραν τινὰ ἡ σωτηρία ταύτης, κατὰ τὸ πάλαι Ρωμαϊκὸν λόγιον. Ἀλλ’ ἐγένετο τῷ ὄντι ἐγκαίρως ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος παρέμβασίς του; Ὡς εἴδομεν, Κύριοι, ἤδη καὶ ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς, ὁ ἀναβρασμὸς ἐν τῇ χώρᾳ ἐπὶ τῇ μεταφράσει τοῦ Εὐαγγελίου, τῇ δημοσιευομένῃ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει», ἤρξατο ἤδη ἀπὸ τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ Σεπτεμβρίου, ἀφ’ ἧς ἐγνώσθη ἡ εἴδησις περὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου· διατὶ ὅμως, τότε τοὐλάχιστον, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐκάλεσε πάραυτα τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως; Διατὶ ἄφησε ν’ ἀπολεσθῇ πολύτιμος χρόνος τριῶν ὅλων ἑβδομάδων μέχρι τῆς 17 Ὀκτωβρίου; Δύναταί τις ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι, ἐὰν τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Σεπτεμβρίου ἢ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου ἐξεδίδετο ἡ σχετικὴ ἀπόφασις τῆς Συνόδου, θὰ κατηυνάζετο πάραυτα ἡ ἐξεγερθεῖσα ἤδη κοινὴ γνώμη; Πλὴν καὶ τῇ 17 Ὀκτωβρίου δὲν ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, ἡ δημοσιευθεῖσα μόλις τῇ 8 Νοεμβρίου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ καθ’ ἣν ἀπηγορεύθη καθόλου πᾶσα μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλ’ ἄλλη τις ἀπόφασις, καθ’ ἣν ἀπηγορεύετο μόνον ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Πάλλη. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, κατὰ πόσον ἡ τοιαύτη ἀπόφασις θὰ ἤρκει πλέον νὰ καθησυχάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἀλλὰ διατὶ καὶ τότε δὲν ἐφρόντισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ὅπως ἀντιγραφεῖσα καὶ ὑπογραφεῖσα ἡ ἀπόφασις εἰς τὸ καθαρὸν δημοσιευθῇ πάραυτα ὑπὸ τῆς Συνόδου; Διατὶ ἄφησεν ἔκτοτε νὰ παρέλθωσιν εἴκοσιν ὅλαι ἡμέραι μέχρι τῆς 8 Νοεμβρίου; Μᾶς εἶπεν ὅτι αἴτιος τούτου ἦτο ὁ Μητροπολίτης, ὅστις ἀνεχώρησεν εὐθὺς μετὰ τὴν 12 Ὀκτωβρίου εἰς Καλάβρυτα καὶ παρέμεινεν ἐκεῖ ἐπὶ τόσας ἡμέρας. Ἀλλὰ τίς φέρει καὶ διὰ τοῦτο τὴν πρώτην καὶ κυρίαν εὐθύνην; Αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι τίς ἄλλος ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Μητροπολίτην, ἵνα ἐγκαταλίπῃ τὴν θέσιν του ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς; Βεβαίως δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδεὶς Συνοδικὸς δύναται νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν πρωτεύουσαν, πολλῷ δ’ ἔλαττον ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, ἄνευ ἀδείας ταύτης, ἐγκρινομένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου. Ἀλλὰ περὶ τοῦ προϊσταμένου τοῦ Ὑπουργείου τούτου οὐδένα ποιοῦμαι λόγον, διότι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του οὐδεμίαν μνείαν ἔκαμεν αὐτοῦ, ὡμίλησε δὲ πάντοτε περὶ ἰδίας του ἐνεργείας καὶ εὐθύνης, προκειμένου καὶ περὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· διότι, ὡς φαίνεται, οὐδεμίαν αὐτοτέλειαν καὶ αὐτενέργειαν ἀναγνωρίζει εἰς αὐτόν. Ἐρωτῶ δὲ αὐτὸν, ἐὰν ἔδωκε τῳόντι ἄδειαν εἰς τὸν Μητροπολίτην, ὅπως ἀπέλθῃ καὶ παραμείνῃ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον εἰς Καλάβρυτα. Ἐὰν ναὶ, τότε αὐτὸς κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν εὐθύνεται διὰ τὴν τοιαύτην ἀπουσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου, ἥτις ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὰς πρώτας αἰτίας τῆς τόσον ἀπαισίας τροπῆς, ἣν ἔλαβεν ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀπῆλθεν ὁ Μητροπολίτης εἰς Καλάβρυτα αὐτογνωμόνως καὶ ἄνευ ἀδείας; καὶ πάλιν ἡ εὐθύνη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μένει ἀκεραία. Διατὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐκάλεσεν αὐτὸν πάραυτα εἰς ἀπολογίαν, οὐδὲ τὸν ἐξηνάγκασεν εἰς ἐπάνοδον, ἀπειλῶν ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ ἐγκαλέσῃ αὐτὸν ἐνώπιον τῆς ἱεραρχίας ἐπὶ αὐτοβούλῳ ἐγκαταλείψει τῆς θέσεώς του καὶ ἐπὶ ἀρνήσει ὑπηρεσίας; Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, καὶ ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, θὰ ἴδωμεν, ὅτι πρῶτος καὶ κύριος ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἀπαισίαν τροπὴν, ἣν ἔλαβε τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν ἐνήργει ἐγκαίρως καὶ δραστηρίως, θὰ κατώρθου βεβαίως τὰ πάντα νὰ προλάβῃ· ἐπιδείξας ὅμως πάντη ἀσύγγνωστον ὀλιγωρίαν καὶ ἀκηδίαν, συνετέλεσε, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ ἴσως καὶ αὐτὸς, εἰς τὴν ἔκρυθμον ἐκείνην κατάστασιν, ἥτις ἀριθμεῖ ἤδη τόσα θύματα καὶ κρατεῖ ἀνάστατον ἔτι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν μειοῦται τὸ παράπαν ἡ εὐθύνη του, μεθ’ ὅσην εἰλικρινῆ θλῖψιν καὶ ἂν ἐκφράζῃ νῦν ἐπὶ τοῖς γενομένοις. Ἡ εὐθύνη του αὕτη τοὐναντίον καθίσταται νῦν τόσῳ μείζων, ὅσῳ εἶχεν ὡς ἐκ περισσοῦ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ μὴ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὴν ἀπορίαν, εἰς ἣν περιέστη τελευταῖον, εὑρεθεὶς αἴφνης πρὸ τοῦ ἀδιεξόδου τῆς ἀξιώσεως τῶν φοιτητῶν καὶ τοῦ λαοῦ, ὅπως ἀφορίσῃ ἡ Σύνοδος πάντα ποιούμενον χρῆσιν τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἐνεχόμενον ὁπωσδήποτε εἰς αὐτήν. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι τὸν ἀφορισμὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου εὑρίσκω ὅλως ἄτοπον καὶ ἄδικον. Ἡ Ἐκκλησία ἀφορίζει τινὰ τότε καὶ μόνον, ὅταν βεβαιωθῇ, ὅτι αὐτὸς καὶ μετὰ τὴν ἐπίσημον καταδίκην τῆς πλάνης του ἐμμένῃ ἰσχυρογνωμόνως ἐν αὐτῇ. Ἀλλ’ ἐξηγγέλθη μέχρι τοῦδε πράγματι ἡ καταδίκη τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ὑπὸ τῆς Συνόδου; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, διότι ἡ δημοσιευθεῖσα προχθὲς ὡς δῆθεν ἀπόφασίς της οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ μόνον τὸ διατακτικόν της. Δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ αὐτὴ ἔγκυρος, ἐν ὅσῳ δὲν συνδημοσιεύεται καὶ τὸ διασκεπτικόν; Ἀλλὰ καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου οὔσης ἐγκύρου, πρέπει νὰ βεβαιωθῇ προηγουμένως, ὅτι οἱ ἔνοχοι τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἐμμένουσιν εἰς τὴν πλάνην. Ἐβεβαιώθη τοῦτο μέχρι τοῦδε; Οὐχί. Ἀλλὰ πῶς τότε θὰ δυνηθῇ ἡ Σύνοδος ν’ ἀφορίσῃ αὐτούς; Ἀφορισμὸς τοιοῦτος θὰ ἦτο καὶ ἄλλως ἀτοπώτατος καὶ ἀδικώτατος, καθόσον οἱ κηρυχθέντες νῦν ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ὑπέπεσαν αὐτοὶ πρῶτοι εἰς τὴν πλάνην ταύτην. Ἔχουσι νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν, ὡς ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις, τὰ παραδείγματα πολλῶν κατωτέρων καὶ ἀνωτέρων κληρικῶν καὶ Πατριαρχῶν ἔτι, πρὸς τούτοις δὲ καὶ θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, οἵτινες ἔχουσι κηρυχθῆ μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, διότι τὸ ζήτημα ταύτης δὲν εἶναι οὔτε σημερινὸν οὔτε χθεσινὸν, ἀλλ’ ἀνάγει τὴν ἀρχήν του εἰς τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ ΙϚʹ αἰῶνος. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν, Κύριοι, τοῦ αἰῶνος ἐκείνου ἤρξατο ἐπικρατοῦσα ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν τῶν καθολικῶν ἡ ἐπιρροὴ τῶν διαμαρτυρομένων Δυνάμεων. Εἰς τὴν προστασίαν τῶν Δυνάμεων τούτων, ἰδίᾳ τῆς Ὀλλανδίας, προσέφυγεν ὁ τότε Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κύριλλος ὁ Λούκαρις, ὅπως ἐξουδετερώσῃ οὕτω τὰς ἀντιδράσεις τῆς καθολικῆς προπαγάνδας, ἰδίᾳ τῶν Ἰησουϊτῶν. Ἀλλὰ τὴν προστασίαν των ταύτην ἐνόουν οἱ Διαμαρτυρόμενοι νὰ παράσχωσιν ἀντὶ τιμήματος μεγάλου, καθ’ ὃ ἐπεδίωκον αὐτοὶ τὴν προσέγγισιν τῶν Ἐκκλησιῶν των, καὶ ἰδίᾳ τῆς Καλβινικῆς, εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν διὰ τοῦ ἐκπροτεσταντισμοῦ ταύτης. Ὡς μέσον δὲ λυσιτελέστατον εἰς τὸν σκοπόν των ἐξέλεξαν, ὡς εἰκὸς, τὴν μετάφρασιν τῆς Καινῆς Διαθήκης εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν καὶ τὴν διάδοσιν αὐτῆς εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους. Ἡ μετάφρασις αὕτη, ἧς δὲν φαίνεται ἀμέτοχος καὶ αὐτὸς ὁ Κύριλλος Λούκαρις, ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἀρχετύπου κειμένου ἐξετυπώθη μὲν ἐν Γενεύῃ ἐπ’ ὀνόματι Μαξίμου τινὸς Καλλιπολίτου ἱερομονάχου, λήγοντος τοῦ ἔτους 1638, μετὰ θάνατον αὐτοῦ τε καὶ Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως, διενεμήθη δὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει μόλις ἐν ἔτει 1645, ὑπὸ τὸν τότε Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Παρθένιον Βʹ τὸν νέον, ὑπείκοντα καὶ τοῦτον εἰς τὴν ἐπήρειαν τῶν Διαμαρτυρομένων. Ἡ ἀνωτέρω μετάφρασις τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐξεδόθη τὸ δεύτερον ὑπὸ Σεραφεὶμ τοῦ Μιτυληναίου, ἀναθεωρηθεῖσα, τῷ 1703 ἐν Λονδίνῳ ἄνευ τοῦ ἀρχετύπου κειμένου. Ἡ ἔκδοσις αὕτη συνωδεύετο καὶ ὑπὸ προλόγου, ἐν ᾧ ὁ Σεραφεὶμ προβάλλεται πάντα σχεδὸν τὰ ὑπὲρ τῆς ἐκλαϊκεύσεως καὶ διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἐπιχειρήματα τῶν Διαμαρτυρομένων. Τρίτη ἔκδοσις αὐτῆς, ἀναθεωρηθεῖσα ὡσαύτως ὑπὸ Ἀναστασίου Μιχαὴλ τοῦ ἐκ Νιαούσσης τῆς Μακεδονίας τῷ 1710 ἐν Ἅλλῃ τῇ Σαξωνικῇ, ἐξετυπώθη τῷ 1810 ἐν Λονδίνῳ ὑπὸ τῆς ἐκεῖ Ἱερογραφικῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος ἤρξατο καὶ αὐτὴ ἡ ὁμόδοξος Ρωσσία ἐπιδεικνύουσα ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τῆς Γραφῆς εἰς τὴν δημοτικὴν ἡμῶν γλῶσσαν. Ἦτο ἆρά γε τοῦτο ἔμπνευσις προτεσταντική, καθ’ ἃ καὶ ἐξ ἄλλων τεκμηρίων Προτεσταντισμοῦ ἐν Ρωσσίᾳ ἐμφαίνεται, ὡς μαρτυρεῖ ἰδίᾳ καὶ αὐτὸ τὸ διδακτικὸν ἐγχειρίδιον τῆς Ἱερᾶς Κατηχήσεως, τὸ συνταχθὲν τότε ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Μόσχας Πλάτωνος; Ὅπως ποτ’ ἂν ᾖ, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ὁμοδόξου Δυνάμεως σχεδὸν ἐξεβιάσθησαν δύο Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι, Κύριλλος ὁ Γʹ καὶ αὐτὸς ὁ ἐθνομάρτυς Γρηγόριος ὁ Εʹ, εἰς τὸ νὰ συναινέσωσιν ὁ πρῶτος μὲν αὐτῶν προφορικῶς μόνον, ὁ δὲ δεύτερος διὰ βραχείας τινὸς ἐπιστολῆς, φερούσης προσωπικὸν ὅλως χαρακτῆρα, εἰς τὸ νὰ ἐκτυπωθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ ἀρχιμανδρίτου Ἱλαρίωνος, τοῦ μετὰ ταῦτα Μητροπολίτου Τυρνόβου, γενομένη μετάφρασις τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἐντεῦθεν δὲ παρενθαρρυνθέντες οἱ Διαμαρτυρόμενοι, ἐπεχείρησαν ἔκτοτε διαφόρους μεταφράσεις καὶ ἐκδόσεις τῆς τε Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, δι’ ὧν αὐτὸ τοῦτο κατέκλυσαν τὴν ἀλύτρωτον, μάλιστα δὲ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι τὰς ἑκάστοτε γενομένας μεταφράσεις τῆς Γραφῆς εἰς τὴν δημοτικὴν ἡμῶν γλῶσσαν ἀπέκρουσαν καὶ κατεδίκασαν ἐμμέσως ἢ ἀμέσως διάφοροι τοπικαὶ ἢ ἐνδημοῦσαι Σύνοδοι, Πατριάρχαι, κατώτεροι κληρικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. Ἐμμέσως ἀπέκρουσαν καὶ κατέκριναν αὐτὴν διὰ τῆς καταδίκης τῆς ὁμολογίας Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως, ἐν ᾗ συγκεκαλυμμένως πως φαίνεται ὑποστηριζομένη ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκλαϊκεύσεως καὶ διαδόσεως τῆς Γραφῆς, ὡς μόνης ἀσφαλοῦς πηγῆς τῆς πίστεως ἡμῶν, ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει τοῦ 1638 καὶ ἡ ἐν Ἰασίῳ τοῦ 1642 Σύνοδος, ἀμέσως δὲ καὶ ἀπεριφράστως ἡ ἐν Ἱεροσολύμοις Σύνοδος τοῦ 1672, ἡ ἐκδοῦσα τὴν ἀπολογίαν τοῦ Πατριάρχου Δοσιθέου. Κατ’ αὐτῆς ἐκηρύχθησαν ἀπροκαλύπτως καὶ οἱ Πατριάρχαι Γεράσιμος Ἀλεξανδρείας (1629), οἱ Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι Γαβριὴλ ὁ ἀπὸ Χαλκηδόνος (1704), Ἄνθιμος ὁ Γʹ (1823), Ἄνθιμος ὁ Δʹ καὶ Ἄνθιμος ὁ Εʹ, καταδικάσαντες συνοδικῇ διαγνώμῃ πᾶσαν μετάφρασιν τῆς Γραφῆς. Ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διὰ διακηρύξεως αὐτῆς, ἐκδοθείσης τῷ 1835, ἀπεκήρυξε μόνην τὴν μετάφρασιν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν γενομένην ὑπὸ Νεοφύτου Βάμβα ἐκ τῆς ἀγγλικῆς μεταφράσεως τοῦ Ἑβραϊκοῦ πρωτοτύπου, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν τῆς Καινῆς Διαθήκης. Κατὰ τῆς μεταφράσεως ἐπρωταγωνίστησαν καὶ διαπρεπεῖς κληρικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, οἷοι ὁ πολὺς Μελέτιος Συρίγος, Σαμουὴλ ὁ Κύπριος καὶ Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων, τελευταῖον δὲ καὶ ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, ἵνα ἄλλους πολλοὺς παραλίπω ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχουσιν οἱ ἐκ πλάνης ἢ ἐξ ἄλλων λόγων ἀνεχθέντες ἢ ἐπιδοκιμάσαντες τὴν μετάφρασιν τῆς Γραφῆς Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι, ὧν ἐμνημόνευσα πρότερον, προσέτι δὲ ὁ πρώην Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κωνσταντῖνος ὁ Εʹ μετὰ τῆς περὶ αὐτὸν Συνόδου καὶ ἡ ἐν Ἑλλάδι Ἱερὰ Σύνοδος, διὰ τῆς ἐγκρίσεως ὑπ’ αὐτῶν τῆς ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα Συλλόγου τῆς «Ἀναπλάσεως» δημοσιευθείσης παραφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τῆς Γραφῆς εἰς τὴν δημοτικὴν ἡμῶν γλῶσσαν ὑπερεμάχησαν ἐκθύμως καὶ οἱ ἀείμνηστοι Φαρμακίδης καὶ Βάμβας, καί τινες δὲ τῶν καθ’ ἡμᾶς θεολόγων, ὧν εἷς μάλιστα, ὡς ἐλέχθη, καὶ παρέπεισε καὶ ἐνεθάρρυνε τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν ἡμῶν εἰς τὴν ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Εἰ καὶ ἔχω δὲ, Κύριοι, ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι πάντες οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἐπλανήθησαν, ἔτι καὶ οἱ ἐπὶ τῶν δακτύλων μόλις μετρούμενοι Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι, — διότι, κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν, οὐδεὶς εἶναι ἀλάθητος, εἰμὴ μόνον τὸ σύνολον αὐτῆς, — οὐχ ἧττον δὲν νομίζω, ὅτι καθ’ ὅλων αὐτῶν πρέπει νὰ ἀπαγγελθῇ νῦν ἀφορισμὸς, πολλῷ δ’ ὀλιγώτερον κατ’ ἐκείνων, οἵτινες οὐχὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλὰ παραχθέντες ἐκ τοῦ παραδείγματος τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων κληρικῶν καὶ θεολόγων ὑπέπεσαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν πλάνην τούτων, κηρυχθέντες ὑπὲρ τῆς ἐκλαϊκεύσεως καὶ διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἀνὰ τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα. Εἶπον ταῦτα, Κύριοι, ὅπως ὑποβοηθήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ἐξεύρῃ διέξοδον ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου, πρὸ τοῦ ὁποίου ἔφθασε νῦν ἐν τῷ ζητήματι τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος. Μεθ’ ὅσα ἐξέθηκα μέχρι τοῦδε ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως ὅλως, ἐλπίζω νὰ συνομολογήσῃ καὶ αὐτὸς οὗτος μετ’ ἐμοῦ, ὅτι, ἐὰν ἐνήργει ἐγκαίρως καὶ δραστηρίως, καὶ πάντα τὰ ἄλλα θλιβερὰ γεγονότα θὰ προελαμβάνοντο, καὶ τὸ σεπτὸν ὄνομα τῆς Ἀνάσσης ἡμῶν δὲν θὰ διεσύρετο ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἔν τινι μερίδι τοῦ Τύπου καὶ ἀνὰ τὰς ἀγυιὰς καὶ τριόδους, οὐδὲ θὰ εὑρίσκετο νῦν αὐτὸς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς, ποιούμενος ἔκκλησιν εἰς τὰ μητρικά της αἰσθήματα. Πάντες, Κύριοι, ὅσοι τὴν Βασιλείαν ἐν Ἑλλάδι ὑπολαμβάνομεν ὡς τὸ Παλλάδιον τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, πάντες, ὅσοι διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ ἵσταται ὑψηλὰ ἡ Δυναστεία ἡμῶν, δὲν ἠδυνάμεθα ἢ νὰ φέρωμεν βαρέως τὴν τοιαύτην βεβήλωσιν τοῦ ὀνόματος τῆς Βασιλίσσης, καὶ τοῦτο τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ οἱ τεταγμένοι νὰ καλύψωσι τὸ βασιλικὸν ἀνεύθυνον διὰ τῆς ἰδίας τῶν εὐθύνης ἄφησαν αὐτὸ ἔκθετον ὅλως ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει. Ἡ ἐξέγερσις, Κύριοι, τοῦ λαοῦ κατὰ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, μεθ’ ὅλην τὴν ἄλλην ἔκρυθμον κατάστασιν, ἥτις ἐδημιουργήθη ὑπ’ αὐτὴν, μεθ’ ὅλα τὰ θλιβερὰ συμβάντα τῆς προχθεσινῆς ἰδίᾳ ἡμέρας, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ καὶ τὴν φαεινήν της ἄποψιν. Καὶ ἡ ἄποψις αὕτη εἶναι τὸ διατρανωθὲν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ βαθὺ θρησκευτικὸν συναίσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς ἡμᾶς τὰς χρηστοτέρας ἐλπίδας περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἀλλὰ καὶ τὸ συναίσθημα τοῦτο ἐπέπρωτο νὰ τρώσῃ καιρίως ἡ Κυβέρνησις, ὡς διὰ τῆς ἄλλης πολιτείας της, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς τελευταίας πράξεώς της, δι’ ἧς ἐνόμισεν, ὅτι θὰ καθησύχαζε τὴν ἐξεγερθεῖσαν θρησκευτικὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἡ ἐκβιασθεῖσα παραίτησις τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, περὶ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν ἀπολύτως ἐνόμισεν ἐπάναγκες ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω νῦν, κατὰ πόσον ἐπεβάλλετο καὶ εἶχε καταστῆ ἀναπόδραστος ἡ τοιαύτη παραίτησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ ἐξάρω ἐνταῦθα, εἶναι, ὅτι αὐτὴ, ὑποβληθεῖσα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ γενομένη ὑπ’ αὐτῆς ἀποδεκτὴ, εἶναι ἄκυρος. Ὁ Μητροπολίτης, Κύριοι, δὲν διορίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἁπλοῦς αὐτῆς ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἐκλέγεται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς, ὁσάκις ὁ Μητροπολιτικὸς Θρόνος πληροῦται δι’ ἐκλογῆς, τὸ δικαίωμα δὲ τῆς ἐγκρίσεως, ὁσάκις ἡ Σύνοδος γνωμοδοτεῖ περὶ μεταθέσεως εἰς αὐτὸν ἑνὸς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἐπισκόπων τοῦ Κράτους. Φυσικὸν ἐπακολούθημα τούτου εἶναι, ὅτι καὶ ὁ Μητροπολίτης, ὡς καὶ πάντες οἱ λοιποὶ ἐπίσκοποι τοῦ Κράτους, ἅτε ὑπαγόμενος εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Συνόδου, ὡς τῆς ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, εἰς αὐτὴν καὶ μόνην ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του, ἐὰν δὲ ἡ Σύνοδος εὕρισκε τοὺς λόγους, τοὺς ὑπαγορεύσαντας αὐτὴν, ἀποχρῶντας, καὶ ἐγνωμοδότει περὶ τῆς ἀποδοχῆς της, τότε καὶ μόνον ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν καὶ νὰ δημοσιεύσῃ τὸ σχετικὸν Διάταγμα. Ἀλλοίμονον, ἐὰν καθιεροῦτο ἡ ἀρχὴ, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐδικαιοῦτο ν’ ἀποδέχηται ἀπ’ εὐθείας τὰς παραιτήσεις τῶν ἐπισκόπων, ἐπιβάλλουσα μάλιστα αὐτὰς προηγουμένως εἰς τούτους, ὡς ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Ἡ Ἐκκλησία ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ οὕτω μίαν πρωΐαν, ὡς νῦν, ἄνευ Μητροπολίτου καὶ ἄνευ Ἱεραρχίας. Ἡ παραίτησις τοῦ Μητροπολίτου, γενομένη, ὡς ἐγένετο αὐτὴ, ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτὶ, χωρὶς νὰ λάβῃ τὸ παράπαν γνῶσιν αὐτῆς ἡ κατὰ Σύνταγμα (ἄρθρ. 2) διοικοῦσα τὴν Ἐκκλησίαν Σύνοδος, κατὰ δὲ τὸν Καταστατικὸν αὐτῆς Νόμον ἀνωτάτη ἐν τῷ Βασιλείῳ Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ, ἧς μάλιστα ὁ παραιτούμενος εἶναι ἰσόβιος Πρόεδρος, παραίτησις, λέγω, τοιαύτη εἶναι πάντη ἔκθεσμος καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἄκυρος. Καὶ δὲν θέλω μὲν νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐπαίχθη οὑτωσὶ κωμῳδία εἰς βάρος τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ τί ὠφελεῖ, Κύριοι, καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθῃ πλέον ὁ παραιτηθεὶς Μητροπολίτης εἰς τὸν θρόνον του; Ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ περιϋβρίσθη καὶ ἐξευτελίσθη διὰ τῆς τοιαύτης παραιτήσεως ὁ πρωθιεράρχης τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, κατεπατήθησαν δὲ καὶ οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ Κανόνες, ὧν τὴν ἀπαρασάλευτον τήρησιν ἐγγυῶνται τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Καταστατικὸς Νόμος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις διεσάλευσεν ἐκ βάθρων αὐτὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ἡμῶν πολίτευμα, θεωρήσασα ὡς μὴ ὑπάρχουσαν τὸ παράπαν τὴν ἀνωτάτην ἐκκλησιαστικὴν ἡμῶν ἀρχὴν, τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Τοῦτο οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον σημαίνει ἢ ὅτι διὰ τὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχει καθόλου Ἐκκλησία ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἀπετόλμησεν αὐτὴ τὸ τοιοῦτον ἀκριβῶς τὴν ἑσπέραν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν χάριν ἑνὸς θρησκευτικοῦ ζητήματος εἶχεν αἱματοκυλισθῆ ὁ λαὸς εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς πρωτευούσης. Δύνασθε, Κύριοι, νὰ φαντασθῆτε μείζονα ταύτης ἀπόνοιαν; Πάντα τὰ ἄλλα ὀλισθήματα τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἠδύνατό τις ἴσως νὰ παρίδῃ. Ἀδύνατον ὅμως νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο τόλμημά της. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁμολογῶ, ὅτι δι’ αὐτὸ καὶ μόνον θὰ ἠρνούμην ψῆφον ἀφέσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὑμεῖς, Κύριοι, ὅσοι σέβεσθε τὰ ἱερὰ καὶ ἀπαράγραπτα τῆς Ἐκκλησίας δίκαια, ὅσοι ἐπιθυμεῖτε νὰ ἴδητε αὐτὴν ἱσταμένην εἰς τὸ ὕψος, εἰς ὃ ἀνεβίβασαν αὐτὴν οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ Κανόνες, τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι ἡμῶν, ὅσοι δὲν θέλετε, ἐν μιᾷ λέξει, νὰ ἴδητε ἐγκαθιδρυόμενον παρ’ ἡμῖν τὸν Καισαροπαπισμὸν, θ’ ἀρνηθῆτε νῦν μετ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον, δι’ ἧς θὰ ἐπεκυροῦτο μόνον ἡ τοιαύτη ἀνίερος πρᾶξις τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).

§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον;

§305ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§306Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ, ἀποδοκιμάζουσα τὴν ἀδράνειαν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐν τῷ ζητήματι τῆς παραφράσεως καὶ κυκλοφορίας τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἐπιδειχθεῖσαν, ἀποδοκιμάζουσα ὡσαύτως καὶ τὴν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κοραῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην συμπεριφορὰν τῶν ὀργάνων τῆς Ἀρχῆς, ἧς ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὁ φόνος καὶ ὁ τραυματισμὸς πολυπληθῶν πολιτῶν, καὶ ἐκφράζουσα τὴν λύπην αὑτῆς ἐπὶ τοῖς γενομένοις, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις τοῦ κ. Πεταλᾶ, βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκδηλοῦσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Πεταλᾶ, ὡς ἀπωτέραν, θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πεταλᾶ λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Φ. Μοσχούλα καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Γεώργιος Κυριαζῆς ἀρν.Χαρίλαος Διγενόπουλος Ν
Ἀνδρέας ΠαναγιωτόπουλοςΟ Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν
Λεων. Μελετόπουλος Ο Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν
Εὐστάθ. Ρακόπουλος Ν Γεώργ. Λιδωρίκης Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
Εὐκλείδης Μπίστης Ν Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Δημοσθ. Καΐρης Ν Μιχαὴλ Στελλάκης Ο
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ο Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Κωνστ. Πλατούτσας Ν Γεώργιος Λύρας Ν
Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Ο Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ο Δημήτριος Τσᾶτσος Ν
Κωνστ. Κοττίκας Ν Δημήτριος Τσιτσάρας Ο
Ἰωάννης Καραπᾶνος Ο Κωνστ. Ζῶτος Ν
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ν Γεώργιος Χατζόπουλος Ο
Στέφανος Δραγούμης Ο Διονύσιος Στεφάνου Ν
Νικόλαος Λεβίδης Ο Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
Θεόδωρος Ρετσίνας Ν Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ο
Φωκίων Νέγρης Ο Γεώργ. Ρώμας Ν
Νικ. Γιαννηκώστας Ν Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης Ν Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Χαρίλ. Σπηλιώτης Ο
Θεόδωρ. Φλογαΐτης Ο Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Ο Πέτρος Αὐγερινὸς
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ο Χρῆστος Δαραλέξης Ο
Νικ. Γουναράκης Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο
Κωνστ. Σταυρόπουλος Ν Ἀθαν. Ἀθανασιάδης
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Ο Νικόλαος Δαούτης Ο
Ἀνδρέας Στρᾶτος Παναγ. Παπαχατζῆς Ν
Δημ. Καραγιάννης Ο Σπ. Ι. Μήλιος Ο
Ἀντώνιος Καρτάλης Ν Βασ. Μαρκεζίνης Ν
Κωνστ. Τοπάλης Ο Νικήτας Συνοδινὸς
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
Ἀργύριος Φιλιππίδης Ν Τηλέμαχος Δενδρινὸς Ν
Νικόλαος Παπαϊωάννου Ν Παναγ. Μαυροκέφαλος Ν
Δημήτριος Γίδας Ν Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
Νικόλαος Τσόγκας Ν Θεόδ. Ζαΐμης Ο
Νικόλαος Γουλιμῆς Ν Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ο
Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Ο Ὀδυσσεὺς Λαμπρόπουλος
Περ. Ἀλεξάκης Ο Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ο
Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Ἡρακλῆς Καλαμπάκας
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
Περικλῆς Περρωτῆς Ο Ἀθ. Κατριβᾶνος Ν
Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ν Ἠλίας Κοσσονᾶκος Ο
Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Ν Γ. Ἀναστασόπουλος Ο
Δημ. Τερτίπης Ν Γ. Νικολαΐδης Ο
Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Ν Κ. Τρικούπης Ν
Κωνστ. Ζωγλοπίτης Ο Λεων. Δεληγεώργης Ο
Γεώργ. Φραγκίδης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ἰωάν. Καζαμπάκας Ο Δ. Λυμπερόπουλος Ν
Σπυρ. Παπαποστόλου Ν Γ. Λυμπερόπουλος Ν
Περ. Μποῦτος Ν
Κωνστ. Σκραφιανός Ν Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος Ν
Γ. Χατζηνικολῆς Ν Ἀντ. Μάτσας Ν
Παναγ. Λεβέντης Ο Νικ. Κρίσπης Ν
Κ. Δούνης Ο Ι. Ναυπλιώτης Ν
Γεώργ. Μέρμηγκας Ν Ἐλευθ. Μυκώνιος Ο
Γεώργ. Κόρπας Ο Γεώργ. Σισμάνης
Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης Ν
Γεώργ. Θεοτόκης Γεώργ. Πλατανιώτης
Μιχαὴλ Θεοτόκης Ν Ἠλίας Ποταμιᾶνος Ο
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο
Γουλ. Σκάρπας Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
Βασίλ. Σαμοΐλης Ν Ἀθ. Πετσάλης Ο
Σπ. Ἀγάθος Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Νικόλ. Καλοσγοῦρος Ν Κυριακ. Π. ΜαυρομιχάληςΟ
Γ. Καπετανάκης Ο
Κ. Χρηστόπουλος Ν Φώτιος Μοσχούλας Ν
Παναγ. Δ. Πετρίδης Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
Σωτήρ. Κροκιδᾶς Ν Χαράλ. Κανελλόπουλος Ο
Σπ. Νοταρᾶς Ν Θᾶνος Μπασιᾶς
Περ. Μεντζελόπουλος Ν Παναγῆς Τυπάλδος Ν
Δημ. Δημητριάδης Θεόδ. Βελλιανίτης Ο
Ἄθως Ρωμᾶνος Ἀνάργ. Σιμόπουλος
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ο Πέτρος Μόρης Ν
Θεόδ. Μαρκέτος Ο Ἰωάν. Γ. Ροῦφος Ν
Σπ. Ε. Στάης Α. Παπαγιαννακόπουλος
Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ο
Παν. Χοντζόπουλος Ἀντ. Ρικάκης Ο
Νικ. Τσοῦχλος Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Ο
Χαρ. Κ. Βοζίκης Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
Θεόδ. Πέρρος Ν Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης Ν
Στέφ. Κοπανίτσας Ο Νικ. Μισυρλῆς
Γεώργ. Φικιώρης Ν. Καράπαυλος
Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν Γ. Ράλλης Ο
Βρασίδας Λεώπουλος Ο Σπ. Γκεντιλίνης Ν
Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ο Γερ. Ζερβὸς Ν
Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ν. Καραστέργιος Ο Νικόλαος Λεωνίδας Ν
Δημ. Πιπινόπουλος Ο Διομήδης Κυριακὸς
Ἰωάν. Γ. Λάππας Ο Α. Μαυρογορδᾶτος Ο
Νικ. Μπουφίδης Ν Α. Λαδόπουλος Ο
Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης Ο
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Α. Βιτάλης Ο
Γεράσιμος Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος
Ξενοφ. Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
Βασ. Βασιλειάδης Ο Κάρολος Βιτάλης Ο
Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ν
Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ο Γ. Κανούτας Ν
Παν. Μανέτας Ο Νικ. Ταρμπάζης Ν
Ἰωάν. Μπακόπουλος Ο Θεόδ. Κριεμάδης
Ἠλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ραδινὸς Ν
Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀπ. Ζάππας Ν
Θ. Σαρσέντης Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
Α. Πονηρόπουλος Ν Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Δ. Ἀναστασόπουλος Ο Ι. Τσιριμῶκος
Δ. Παπατσώρης Ν Δημ. Κρίτσας
Δ. Κατσᾶνος Ν Α. Πλατῆς Ν
Α. Σκαλτσοδῆμος Ο Νικ. Χατζῖσκος Ο
Ν. Τζανετόπουλος Ν Ν. Καλογερόπουλος Ν
Γ. Ροδόπουλος Ο Β. Βουδούρης
Θεόδ. Λιμπρίτης Ο Γ. Ἀβέρωφ Ο
Ι. Κουντουριώτης Ν Δ. Κριεζώτης
Νικ. Τσαμαδὸς Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ν
Παντελῆς Γκίκας Ο Κ. Μιλτ. Κανάρης Ν

§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 197, ἐκτὸς τῶν κ. Ὑπουργῶν, μὴ λαβόντων μέρος. Ἐκ τούτων 109 ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πεταλᾶ, 87 κατ’ αὐτῆς, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Πεταλᾶ ἐγένετο δεκτή.

§309Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας νὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 4 μετὰ μεσημβρίαν, διότι ἡ Βουλὴ κατηρτίσθη ἤδη, καὶ δύναται νὰ ὁρίσῃ τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων.

§310ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Δευτέραν εἰς τὰς 4 μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 καὶ 50′ μ. μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2
2τῆς 10 Νοεμβρίου 1901.
3(Σάββατον).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 20′ π. μ. ἀναγινώσκον-
5ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγου-
6μένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως
8εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀντιπροέδρων, τῶν γραμματέων, τοῦ
9κοσμήτορος τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τοῦ ἐφόρου τῆς Βιβλιο-
10θήκης.
11§2Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν
12κ. Πρόεδρον νὰ ἐξηγήσῃ ἡμῖν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Βουλὴ
13περιφρουρεῖται ἀπὸ ὅλον τὸν στρατόν, ἐνῷ δὲν ἔχει ἀνάγκην
14ἢ τῆς φρουρήσεως τοῦ λαοῦ. Παρακαλῶ καὶ τὴν Κυβέρνη-
15σιν νὰ ἐξηγήσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἡ Βου-
16λὴ περιφρουρεῖται ἀπὸ ὅλον τὸν στρατὸν τῶν Ἀθηνῶν.
17§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις πρὸ τοῦ
18καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος.
19§4Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συζητοῦμεν μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ
20ζήτημα τῆς παρατάξεως τοῦ στρατοῦ ἐντὸς τοῦ Βουλευτη-
21ρίου, τῶν προθαλάμων καὶ τοῦ προαυλίου.
22§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἢ καταρτισθῇ τὸ Σῶμα δὲν ἐπιτρέ-
23πεται συζήτησις.
24§6Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς φρουρήσεως τῆς
25Βουλῆς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἔφερε τὸ ζήτημα,
26ὅτι πρέπει νὰ καθαρισθῇ τὸ προαύλιον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοὺς
27στρατιώτας. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ
28ἔθνους νὰ περιφρουρῆται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀπὸ στρατόν,
29ἐνῷ δὲν διατρέχει κίνδυνον. Ἂς ὁρίσῃ τὸν στρατὸν ἡ Κυβέρ-
30νησις διὰ τὰς ὁδούς, ὅπου οἱ μπράβοι της ἐφόνευσαν τοὺς
31πολίτας. Ἐντὸς τῆς Βουλῆς οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσέλθῃ.
32§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ στρατιῶται εἶναι εἰς τὸ προαύλιον· δὲν
33ὑπάρχει ἑτέρα θέσις δι’ αὐτούς.
34§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν
35περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, ἵνα μᾶς ἀπαγορεύσητε
36τὸν λόγον, ὅστις δὲν ἐπιτρέπεται πρὶν καταρτισθῇ τὸ Σῶμα.
37Πρόκειται περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς συνερ-
38γαζόμεθα ἐδῶ, βασιζόμενοι εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Ἑλληνικοῦ
39λαοῦ, οὗ ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι χαίρομεν τὴν ἐμπιστοσύ-
40νην. Πρὸς τί συνήθροισαν ἐνταῦθα τὰ στρατεύματα ξηρᾶς
41καὶ θαλάσσης; Πρὸς τί ἡ στρατιωτικὴ κατάληψις τῆς Βου-
42λῆς, ὑπὸ τόσου στρατοῦ, ὃν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μισθοδοτεῖ,
43ἵνα ὑπερασπίζηται τοὺς νόμους, τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἀκε-
44ραιότητα τῆς χώρας; Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ στρα-
45τεύματα πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς τοὺς στρατῶνάς των.
46Τὴν φρούρησιν τῆς τάξεως καλλίτερον παντὸς ἄλλου τηρεῖ
47ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ἀπόδειξις ἡ χθές, ὅτε ἡ Κυβέρνη-
48σις ἐκράτησεν ἐντὸς τῶν στρατώνων τὸν στρατὸν καὶ οὐδα-
49μοῦ ἐφαίνετο ἴχνος ἐξουσίας· ὑπῆρξε παραδειγματικὴ τάξις
50εἰς πᾶσαν τὴν πόλιν.
51§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, ἀπαθῶς συζη-
52τούμενον, δύναται νὰ λυθῇ. Ἡ Βουλή, κατὰ τὸ Σύνταγμα,
53συνεδριάζει δημοσίᾳ. Ἀλλὰ κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν πολὺ
54ἀπέχει τοῦ συνεδριάζειν δημοσίᾳ. Εἶδον ἰδίοις ὄμμασιν, εἴ-
55δετε δὲ καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅτι τὰ θεωρεῖα κατελήφθησαν
56πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, παρὰ τὸν Κανονισμὸν
57τῆς Βουλῆς. Λυποῦμαι δὲ, διότι εἰς τὸ πρῶτον βῆμα ὑμῶν,
58κύριε Πρόεδρε, ἐγένεσθε θῦμα παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
59Οὐσιωδῶς λοιπὸν ἐξετάζων τὸ ζήτημα, λέγω, ὅτι ἡ Βου-
60λὴ δὲν συνεδριάζει δημοσίᾳ, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ προ-
61χθὲς δὲ, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς,
62τὰ θεωρεῖα ἦσαν ὑπερπλήρη πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριά-
63σεως. Ἡ Βουλὴ δὲν συνεδριάζει δημοσίᾳ, διότι οὐδεὶς εἰσ-
64έρχεται ἐλευθέρως, ὅταν περιβάλληται αὕτη, ὡς ὀρθῶς εἶ-
65πεν ἔντιμος προαγορεύσας, ὑπὸ τοσούτου στρατοῦ ξηρᾶς καὶ
66θαλάσσης. Ἐγὼ αὐτὸς ἐκινδύνευσα νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ προαύ-
67λιον, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ γραμματέως μου, διότι αἱ θύ-
68ραι ἐφρουροῦντο, αἵ τε ἔμπροσθεν καὶ αἱ ὄπισθεν.
69Διὰ τοῦτο ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ πιστοποιήσωμεν, ὅτι ἡ
70Βουλὴ δὲν συνεδριάζει δημοσίᾳ, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κανο-
71νισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι, ἂν
72ἡ Κυβέρνησις πιστεύῃ, ὅτι κινδυνεύει ἡ δημοσία τάξις, δὲν
73πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον αὐτῆς. Ἀλλ’
74ἂς τοποθετήσῃ τὸν στρατὸν μακρὰν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀφεθῇ
75ἐλεύθερος ὁ λαὸς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τα ἀκροατήρια τῆς Βου-
76λῆς, ἵνα ἀκούσῃ τὰ ἐνταῦθα μέλλοντα νὰ συζητηθῶσιν, ἅτινα
77βεβαίως θέλουσι συζητηθῆ ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ καὶ ἐν πάσῃ
78δικαιοσύνῃ.
79Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἐφαρ-
80μόσητε τοὺς κειμένους νόμους, ὑμεῖς, ὅστις ἐστὲ ὁ φρούραρ-
81χος τῆς Βουλῆς. Διατάξατε ἁρμοδίως καὶ δεόντως τὴν ἀπέ-
82λασιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ἐκ τοῦ προαυλίου.
83§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ στρατὸς μένει ἐν τῇ
84πλατείᾳ.
85§11Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὃ γέγονε, γέγονε· τὰ
86θεωρεῖα κατελήφθησαν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως,
87καὶ ἐπληρώθησαν ἀκροατῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ τοὺς ἀπο-
88διώξῃ, ἀλλὰ διατάξατε νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ θύραι καὶ νὰ ἐπι-
89τραπῇ ἡ εἴσοδος εἰς πάντας.
90§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
91§13Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μολονότι, κύριοι Βουλευταὶ καὶ κύριε
92Πρόεδρε, εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ἡ Βουλὴ προεκλήθη κατὰ
93παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι πρὶν ἢ καταρτισθῇ τὸ Προ-
94εδρεῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη τοῖς Βουλευταῖς ἡ συζήτη-
95σις, μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ ὡμίλησαν πολλοὶ, ἐπιτρέπεται καὶ
96εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προκληθέντος ζητήματος...
97§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὁμιλεῖτε σεῖς;
98§15Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁμιλῶ, κύριε συνάδελφε, δηλῶν ἐκ
99τῶν προτέρων, ὅτι ἡ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ὀφείλε-
100ται εἰς ἐμέ· ἐπειδὴ δὲ δὲν θέλω νὰ καταστῇ προηγούμενον,
101δι’ αὐτὸ ἐποιησάμην τὴν δήλωσιν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἤθελον προ-
102καλέσει τὴν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ προε-
103κλήθη ἡ συζήτησις, δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα εἴπω,
104ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία προεκλήθη, δὲν ἔχει τὸν τόπον της.
105Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ τήρησις τῆς εὐταξίας τῆς Βου-
106λῆς ἀνήκει εἰς τὸν Πρόεδρον. Δικαίωμα ἑπομένως τοῦ Προέ-
107δρου εἶναι νὰ λάβῃ οἱαδήποτε νομίζει μέτρα, ζητῶν τὴν ἐκ-
108τέλεσιν τούτων ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἡ ἐκ-
109τελεστικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τὰ μέτρα,
110τὰ ὁποῖα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κρίνει ἀναγκαῖα πρὸς τή-
111ρησιν τῆς τάξεως ἐν τῇ Βουλῇ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγ-
112μάτων, εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς ὑποβάλλεται περὶ τούτου
113ἐρώτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
114§16ΑΣΗΜ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἰς τὸν Πρόεδρον ὑποβάλλεται.
115§17Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐθεώ-
116ρησεν ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ οἷα ἔλαβε μέτρα πρὸς τήρησιν τῆς
117τάξεως, ἐνήργησεν ἐν τῷ ἀπολύτῳ δικαιώματί του, ὅπερ οὐ-
118δεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, οὐδὲ νὰ ἐλέγξῃ· οὐδεὶς δὲ δύ-
119ναται νὰ συμβουλεύσῃ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ λάβῃ τοιαῦτα ἢ
120τοιαῦτα μέτρα, διότι εἶναι κύριος ν’ ἀκούσῃ ἢ νὰ μὴ ἀκούσῃ
121τὴν συμβουλήν.
122§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ἦναι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον.
123§19Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν ἦναι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, λέ-
124γει ὁ κ. Βουλευτής. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τίνα ση-
125μασίαν ἔχει ἡ παρατήρησις αὕτη. Ὁ ἀσκῶν δικαιώματα ἐν
126ὀνόματι νόμου καὶ κατὰ τὸν νόμον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ
127παραβάτης τοῦ νόμου, ἐξ οὗ ἀπορρέουσι τὰ δικαιώματά του.
128Ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀσκεῖ ἀπόλυτον δικαίωμα, λαμ-
129βάνων οἷα αὐτὸς νομίζει ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα.
130Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καιρὸς εἶναι
131νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις αὕτη, ἀφοῦ ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι ταῦτα
132τὰ μέτρα ἔπρεπε νὰ λάβητε.
133§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὰ ἔλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τὰ
134μέτρα αὐτά.
135§21Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐκαλέσατε τὸ
136ναυτικὸν ἐκ Πειραιῶς; Ἐξηγηθῆτε.
137§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
138§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς ἐκλογῆς τῶν
139ἀντιπροέδρων, γραμματέων κλπ. δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ
140πλέον τῆς ἡμισείας ὥρας. Ὥστε προχωροῦντες θὰ φθάσωμεν
141ἀμέσως εἰς τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμί-
142λησε προηγουμένως ὁ κ. Βουλευτής.
143Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. (Παρατίθενται ἐπὶ
144τοῦ βήματος δύο ψηφοδόχοι κάλπαι).
145Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κύριοι
146Χοϊδᾶς καὶ Χατζηπέτρος. (Προσέρχεται ὁ κ. Χατζηπέτρος).
147Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
148§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡμεῖς δὲν
149λαμβάνομεν μέρος εἰς τοιαύτην ψηφοφορίαν.
150§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνομεν νὰ προταχθῇ
151ἡ συζήτησις τοῦ γεγονότος τῆς προχθές. Ἐὰν ἠσέβησεν ἡ
152Κυβέρνησις πρὸς τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀσε-
153βήσῃ καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ.
154Θέλομεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, διότι
155νομίζομεν προέχον αὐτὸ καὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροέδρων
156καὶ γραμματέων. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς
157κλήσεως.
158§26ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως
159νὰ γείνῃ ψηφοφορία. (Θόρυβος).
160§27Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδεχόμενον ἡ γνώμη, ἣν ἔχο-
161μεν, νὰ ἦναι ἐσφαλμένη καὶ ἐναντία τοῦ Κανονισμοῦ. Τοῦτο
162θὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή.
163§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ
164εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς.
165§29Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἔχει τώρα δικαίωμα ἡ Βουλή.
166(Θόρυβος).
167§30Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ τῆς
168εὐταξίας τῆς Βουλῆς ἀνήκουσιν εἰς αὐτήν...
169§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρξατο ἤδη ἡ ψηφοφορία.
170§32Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἔχω τὸν λόγον, δὲν δύνασθε νὰ
171μοὶ τὸν ἀφαιρέσητε. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.
172§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὐτὸ εἶναι κω-
173μῳδία!
174§34ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν, κύριε
175Πρόεδρε· ἐξευτελίζετε τὴν θέσιν σας! (Θόρυβος).
176§35Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει Βουλευτὴς ζητῶν τὸν
177λόγον, δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσητε.
178§36ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν ἔκθεσμον
179αὐτὴν ψηφοφορίαν.
180§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ 5 λεπτὰ θὰ δυνάμεθα νὰ συζητή-
181σωμεν.
182§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνιστῶ εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον
183τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι τὸ
184ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου εἶναι ζήτημα συνταγμα-
185τικὸν, καὶ ὅτι ὅταν ὑπάρχῃ τις ζητῶν νὰ ἀγορεύσῃ, οὐδεὶς
186ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ἐμποδίσῃ τὸν λόγον.
187§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ὁ ἀμφισβητῶν,
188ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου πρέπει νὰ μένῃ σεβαστὴ, ἀλλὰ
189οὐδεὶς ἐπίσης δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι δὲν δύναταί τις
190νὰ ὁμιλήσῃ ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας.
191§40ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡ ψηφοφορία ἤρξατο βιαίως.
192§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἐζήτησε τὸν λόγον,
193ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος εἶπεν «ἄρχεται ἡ ψηφοφορία», καὶ ἤρξαντο
194ἐκφωνούμενα τὰ ὀνόματα τῶν ψηφοφορησάντων Βουλευτῶν.
195Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ψηφοφορία
196πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ.
197§42ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐκλήθησαν οἱ Βουλευταὶ κατ’ ἀλφα-
198βητικὴν τάξιν, ἀλλὰ προηγήθη ἡ ἐκφώνησις τῶν ὀνομάτων
199τῶν Βουλευτῶν Ἄργους.
200§43Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κατὰ σειρὰν ἐκλήθησαν ὅλοι.
201§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἦναι
202συγκεχυμένον τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Καρυστίας
203ἐζήτησε τὸν λόγον μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας, δὲν
204εἶναι συγκεχυμένον, ὅτι κατέληξα εἰς ῥητὴν πρότασιν, ὅπως
205ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν κατὰ τὸν Κανονισμὸν δέον πρῶτον
206νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροέδρων καὶ γραμμα-
207τέων, ἢ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ φλέγοντος ζητήματος.
208§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία πρότασις δύναται νὰ συζητηθῇ ἢ
209ψηφισθῇ πρὶν ἢ τὸ Σῶμα καταρτισθῇ.
210§46Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου.
211§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὀρθή.
212§48Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα αὐτό.
213§49Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος στηρίζεται εἰς τὴν
214γνώμην του, ὅτι ἤρξατο ἡ ψηφοφορία, ἐκ τούτου καὶ μόνου,
215ὅτι ἐκομίσθησαν αἱ κάλπαι;
216§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρξατο καὶ ἡ ψηφοφορία.
217§51Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἰδοὺ καὶ τὰ ψηφοδέλτια.
218§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τὸ σῶμα τοῦ ἐγ-
219κλήματος.
220§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐν-
221νοῶ τὰ γιγνόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, καθόσον ὑποθέτω, ὅτι ἡ Ἀντι-
222πολίτευσις, ἡ ὁποία χθὲς δι’ ἐπιτροπῆς προσεκάλεσε τὴν Κυ-
223βέρνησιν, ἵνα ἔλθῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἡ ὁποία κατηγόρησε
224τῆς Κυβερνήσεως ὅτι φυγομαχεῖ, ἔχει συμφέρον νὰ προβῇ ἡ
225Βουλὴ ὅσον τάχιστα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, δι’
226ὃ ἐκλήθημεν χθές.
227Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, τὴν ὁποίαν κατηναλώσαμεν εἰς
228ζητήματα, ἅτινα οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν, διότι, ὡς πρὸς
229τὸ πρῶτον, ἀναμφισβήτητον τοῦ Προέδρου δικαίωμα εἶναι νὰ
230λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα κρίνει κατάλληλα πρὸς τήρησιν
231τῆς τάξεως, ὡς πρὸς δὲ τὸ δεύτερον, ἀναμφισβήτητον ἐπί-
232σης εἶναι, ὅτι καθιερώθη ὑπὸ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος,
233ὅτι πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Προεδρείου οὐδεμία συζήτησις
234γίνεται, ἠδυνάμεθα, ἐξακολουθοῦντες τὴν ψηφοφορίαν, νὰ εἴ-
235χομεν τελειώσει αὐτήν. Ἐν τούτοις ἐπὶ ὥραν ἐξακολουθεῖ ἡ
236συζήτησις αὕτη. Μήπως ἔχωμεν σκοπὸν μετὰ τὴν ἐκλογὴν
237νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν; Ἐὰν θέλητε, συζητήσατε
238ἄνευ ἀναβολῆς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ,
239καὶ σήμερον εἰς ὑμᾶς θέλομεν εὐρέως ἀπαντήσει. Συμφέρον
240ὅμως ἔχετε καὶ ὑμεῖς, ὡς καὶ ἡμεῖς, νὰ μὴ φέρωμεν ζητή-
241ματα δευτερεύοντα, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν
242τοῦ Προεδρείου, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συ-
243ζήτησιν τοῦ σπουδαίου ζητήματος, ὅπερ πρέπει ν’ ἀπασχο-
244λήσῃ σήμερον τὴν Βουλήν.
245§54Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προβῶμεν λοιπόν.
246§55Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει πλάνη εἰς τὴν
247ἰδέαν τὴν ἐκτεθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
248σεως. Βεβαίως δὲν εἶναι ὁ Κανονισμός, ὅστις ἀπαιτεῖ τὴν
249κατάρτισιν τοῦ Προεδρείου πρὸ τῆς συζητήσεως οὐσιαστικοῦ
250ζητήματος. Ἔθιμον ἐφηρμόσθη ἐπὶ πολύ, ἀλλ’ ἁπλοῦν ἔθι-
251μον, τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ θεωρήσῃ ὑποχρεωτι-
252κόν, ὅσον εἶναι ὁ Κανονισμός. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι
253ἡ Βουλὴ θέλει νὰ σεβασθῇ τὸ ἔθιμον τοῦτο, οὐδαμῶς ἐπρό-
254κειτο περὶ συζητήσεως οὐσιαστικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ
255ζητήματος ἁπλῆς τάξεως. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ
256δύναται νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν ὑπὸ τὴν πίεσιν στρατιωτι-
257κῆς δυνάμεως...
258§56ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὐδεμία ὑπάρχει πίεσις.
259§57Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... Ἐὰν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὸν κα-
260ταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς στρατιω-
261τικῆς δυνάμεως, τῆς τοποθετημένης ἐν τῇ Βουλῇ, ἧς τὴν
262ὕπαρξιν ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἠρνήθητε, καὶ εἴπετε κατ’ ἀρ-
263χήν, ὅτι ἀγνοεῖτε, ἂν ὑπάρχει στρατὸς ἐν τῷ περιβόλῳ.
264§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
265§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡμεῖς ἀντελήφθημεν, ὅτι δὲν ἐγνω-
266ρίζετε τὴν ὕπαρξιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως εἰς τὸν περί-
267βολον τῆς Βουλῆς. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ συζητῇ περι-
268εζωσμένη ὑπὸ στρατοῦ; Οὐδεμία γίνεται συζήτησις οὐσια-
269στικοῦ ζητήματος. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν, οὔτε φρόνιμον, ἐν
270ταῖς ἡμέραις, ἃς διερχόμεθα, νὰ γεννῶνται τοιαῦτα ζητή-
271ματα. Ἐκτὸς τούτου, ἐπὶ τοῦ βήματος ὑπάρχει εἷς μόνον
272Ψηφολέκτης.
273§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσεκάλεσα καὶ ἄλλον, ἀλλὰ δὲν προσ-
274ῆλθε.
275§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσέτι οἱ Βουλευταὶ Αἰγιαλείας δὲν
276ἐκλήθησαν νὰ ψηφίσωσι, καίτοι προηγοῦνται τῶν τοῦ Ἄρ-
277γους.
278§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλήθησαν.
279§63Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν ἤκουσα τὸ
280ὄνομά μου, ἀλλ’ εἶχον ζητήσει καὶ τὸν λόγον, καὶ νομίζω
281ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.
282§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως.
283§65Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
284§66Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προ-
285τάσεως. Ὑπάρχει πρότασις, κύριε Πρόεδρε.
286§67Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’
287ὄψιν ἡ πρότασις, κ. Πρόεδρε. Εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ.
288§68Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μᾶς ἀναγνώσητε τὸ ἄρ-
289θρον τοῦ Κανονισμοῦ τέλος πάντων, ἀφοῦ ὁμιλεῖτε περὶ Κα-
290νονισμοῦ.
291§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖτε ὅτι εἶναι κατηρτισμένον τὸ Σῶμα;
292§70Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω, Κύριοι, νὰ προη-
293γηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ ὁλό-
294κληρον τὴν Ἑλλάδα.
295§71Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ὑπομιμνήσκω τὸ ἄρ-
296θρον 87 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι σεῖς ἔχετε
297τὴν διεύθυνσιν τῆς εὐταξίας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι
298τῆς Βουλῆς.
299§72ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀφήσατέ το αὐτό.
300§73Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπὸ τὸ κράτος τῶν τοιούτων μέτρων δὲν
301δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της. Ὑμεῖς
302ὀφείλετε νὰ ἐρωτήσητε, ἂν ἡ Βουλὴ σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα
303νὰ περιφρουρήσητε αὐτὴν διὰ στρατευμάτων. Αὐτὸ τὸ ζή-
304τημα δὲν ἐλύθη, καὶ δέον νὰ προηγηθῇ, ἐκτὸς ἂν θέλῃ ἡ
305Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν μαρ-
306τύρων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν μέτρων αὐτῆς, τῶν
307τόσον ἀσυνέτων, ἀπέστειλεν εἰς τὸν Ἅδην, τὸ ζήτημα
308ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις παρέστη ἐν τῇ χώρᾳ
309ταύτῃ εἰσπράττουσα τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ διὰ νὰ φονεύῃ
310τὸν λαόν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπεν ὁ
311προλαλήσας, ἔχῃ τὸ θάρρος, ἂς τὸ φέρῃ ἀμέσως. Ἡ ἐκλογὴ
312τῶν ἀντιπροέδρων καὶ γραμματέων δὲν παρακωλύεται.
313§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἶχεν ἤδη περατωθῆ, κύριοι συνάδελ-
314φοι, ἡ ἐκλογὴ καὶ θὰ εἶχεν ἀρχίσει ἡ συζήτησις ἡ πολιτική.
315§75Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἰς καμμίαν ἐποχὴν στρατὸς δὲν παρέστη
316εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.
317§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὸν περίβολον· δὲν εἶναι εἰς τὴν
318Βουλήν.
319§77Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βου-
320λῆς νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς, ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ περιφρουρήσητε
321ὑμᾶς αὐτοὺς, διότι ἔχετε τὴν συνείδησιν τεταραγμένην ἀπέ-
322ναντι τοῦ λαοῦ.
323§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ δεχθῶ πᾶσαν πρότασιν· ἀλλ’ ἐπιμένω,
324ὅτι πρέπει τὸ Σῶμα νὰ καταρτισθῇ πρῶτον.
325§79Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ τὸ εἴπητε σεῖς, κύριε
326Πρόεδρε.
327§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσῃ ἡ ψηφοφορία.
328§81Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε,
329ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος.
330§82Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ
331Σῶμα εἶναι ἐντελῶς κατηρτισμένον μόνον μετὰ τὴν ἐκλο-
332γὴν τοῦ Προέδρου, τῶν ἀντιπροέδρων καὶ τῶν γραμματέων,
333εἶναι ὀρθὴ, καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν· ἀλλὰ θ’ ἀντι-
334παρατηρήσω τὸ ἑξῆς, ὅπερ ἔθιξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγια-
335λείας συνάδελφός μου, ὅτι τοῦτο βεβαίως πρέπει νὰ ἰσχύσῃ
336ἐπὶ τῆς ὁμαλῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ὅταν
337ὅμως συμβαίνῃ μία ἔκτακτος περίστασις, ἡ γνώμη, ὅτι τὸ
338Σῶμα δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς καμμίαν συζήτησιν, διότι
339δὲν ἐξελέγησαν οἱ ἀντιπρόεδροι καὶ οἱ γραμματεῖς, νομίζω,
340ὅτι εἶναι πεπλανημένη. Τὸ Σῶμα, εὐθὺς ὡς ἐτελείωσεν ἡ
341ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν καὶ κατηρτίσθη, δύναται νὰ προβῇ
342εἰς πᾶσαν συζήτησιν περὶ παντὸς ἀντικειμένου, καὶ ὅταν
343ἀκόμη δὲν ἔχῃ Πρόεδρον. Θὰ προεδρεύσῃ ὁ ἀρχαιότερος, ἐν
344περιπτώσει ἐκτάκτου περιστάσεως. Σήμερον λοιπὸν τῷ ὄντι
345προκύπτει μία ἔκτακτος συζήτησις, ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ
346στρατὸς ἐν τῇ Βουλῇ. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, εἶσθε ὁ φρού-
347ραρχος, ὁ τηρητὴς τῆς τάξεως. Εἰς ἄλλα Κοινοβούλια διο-
348ρίζεται εἰδικὸς φρούραρχος· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τὰ καθήκοντα
349τοῦ φρουράρχου τὰ ἐκτελεῖτε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε. Λοιπὸν
350προκαλεῖσθε ν’ ἀποφανθῆτε ἐπὶ τούτου: Ὑμεῖς ἐζητήσατε
351ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν προσέλευσιν αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
352στρατιωτῶν; καὶ διατὶ τὴν ἐζητήσατε; Ποῖος κίνδυνος ὑπάρ-
353χει; Αὐτὰ ἐλέχθησαν ἐπαρκῶς παρὰ τῶν προλαλησάντων
354συναδέλφων. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρη-
355σις τῶν προλαλησάντων, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή,
356ἂν ὀρθῶς ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο, καὶ ὑμεῖς νὰ δηλώσητε, πῶς
357προεκλήθη αὐτὴ ἡ παράταξις ἡ στρατιωτική. Καὶ ἂν ἡ
358πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐπιδοκιμάσῃ, βεβαίως ἡ μειονο-
359ψηφία δὲν δύναται νὰ κάμῃ καμμίαν παρατήρησιν. Ἀλλὰ
360πλὴν τούτου, χωρὶς νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις, ἤρχισεν ἡ
361ψηφοφορία αἰφνιδίως. Ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν πρώτων τοῦ κατα-
362λόγου μετὰ τοῦ κυρίου Παναγιωτοπούλου, καὶ δὲν ἠκούσα-
363μεν τὸ ὄνομά μας. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ θεωρῶ ἄτοπον, καὶ νο-
364μίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις ἡ γενομένη, ὅτι πρέπει
365νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ἄλλης προτάσεως, τὴν ὁποίαν
366μετ’ ἄλλων Βουλευτῶν ὑπεβάλομεν, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα,
367ἂν ὀρθῶς ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο.
368§83Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι θὰ κα-
369ταναλώσωμεν εἰς μάτην πολὺν χρόνον, συζητοῦντες περὶ τοῦ
370παραδεκτοῦ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας
371Βουλευτοῦ. Τὸν χρόνον τοῦτον νομίζω πρακτικώτερον καὶ
372συντελεστικώτερον διὰ τὴν ταχυτέραν ἐνέργειαν τοῦ ἐλέγ-
373χου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων νὰ καταναλώσωμεν εἰς τὸν
374καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου.
375§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν τέλος
376πάντων, κύριε Πρόεδρε.
377§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλετε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βου-
378λήν. Ὑπάρχει μία πρότασις.
379§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ν’ ἀφήσητε νὰ
380προχωρήσωμεν.
381§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.
382§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος θέματος;
383§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠμφισβητήθη, ἂν δύναται ἡ Βουλὴ
384νὰ προβῇ τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προ-
385εδρείου.
386§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω δικαίωμα πρὶν ἢ καταρτισθῇ τὸ
387Προεδρεῖον.
388§91Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
389§92Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοσαύτην ὥραν, Κύριοι, γίνε-
390ται συζήτησις, καὶ πολλάκις παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
391Βουλῆς, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶναι νομίμως κατηρτισμέ-
392νον, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν δὲν δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ
393εἰς τὴν συζήτησιν οὐδεμιᾶς ἄλλης προτάσεως. Ἐνταῦθα
394ἔχω τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Κανο-
395νισμοῦ διαγράφει τὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προεδρείου. Ἐπι-
396θυμῶ νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ποῦ τοῦ
397Κανονισμοῦ εὑρίσκει, ὅτι οὐδεμία ἄλλη πρότασις καὶ οὐδε-
398μία ἄλλη συζήτησις δύναται νὰ προηγηθῇ τοῦ καταρτισμοῦ
399τοῦ Προεδρείου;
400§93ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶναι!
401§94Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ποῦ εἶναι; Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρ-
402θρον 8 (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν Σύν-
403οδον διὰ ψηφοδελτίων καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκ τῶν
404ἰδίων αὑτῆς μελῶν ἕνα Πρόεδρον, τρεῖς ἀντιπροέδρους, ἕνα
405κοσμήτορα καὶ τέσσαρας γραμματεῖς...»
406§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι!
407§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ βεβαίως. Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς
408τῆς Βουλῆς οὐδὲν καθορίζει ἐξ ὅσων ὑμεῖς λέγετε οὔτε τὴν
409ὥραν τῆς ἐκλογῆς κανονίζει, οὐδὲ ἀπαγορεύει τὴν πρόταξιν
410ἑτέρας συζητήσεως.
411§97Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἑρμηνεία περὶ τοῦ καταρτισμοῦ
412τοῦ Προεδρείου πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως ἐκυρώθη διὰ
413μακροῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐθίμου.
414§98Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἂς ἀφήσωμεν τὰ ἔθιμα, καὶ ἂς ἔλ-
415θωμεν εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ.
416Κατ’ αὐτόν, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις, ἀπαγο-
417ρεύουσα ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προταθείσης προτά-
418σεως, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶναι
419νομίμως κατηρτισμένον τὸ Προεδρεῖον, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ
420νὰ συζητήσῃ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν πρὸ τῆς καταρτίσεως
421αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη τοσάκις παρὰ
422τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι πρέπει νὰ
423ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν πρέπει νὰ προηγηθῇ τὸ ζήτημα τῆς
424συζητήσεως τῶν λαβόντων χώραν προχθὲς αἱματηρῶν γεγο-
425νότων, ἢ πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προεδρείου, εἶ-
426ναι τὸ ὀρθὸν, διότι εἶναι ζήτημα ἀφιέμενον εἰς τὴν ἀπόφασιν
427τῆς Βουλῆς, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βου-
428λή, ἂν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς
429αἱματηρὰς σκηνὰς τῆς προχθές, ἢ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλο-
430γὴν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς.
431§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνε-
432γνώσατε, λέγει αὐτό. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν ν’ ἀφή-
433σητε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
434§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐμποδίσω τὴν
435ψηφοφορίαν· ἠθέλησα μόνον νὰ ἀμυνθῶ ὑπὲρ τοῦ Κανονισμοῦ.
436§101Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ζητήσατε τὴν γνώμην τῆς Βου-
437λῆς, ἵνα ἀποφανθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τέλους. (Θόρυβος).
438§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ καὶ ἕτερος ψηφολέ-
439κτης, ὁ κ. Ροδόπουλος ἢ ὁ κ. Καπετανάκης, ἵνα τελειώσω-
440μεν τὴν ψηφοφορίαν, καὶ ἀμέσως νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ πο-
441λιτικὸν ζήτημα. (Προσέρχεται ὁ κ. Καπετανάκης).
442§103Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλῶ ὅτι δὲν θὰ ψηφίσω,
443θεωρῶν οὐχὶ χρήσιμον ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ νὰ καταναλίσκη-
444ται ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς εἰς περιττά.
445(Γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, κατὰ τὸ
446ἄρθρον 62 τοῦ Κανονισμοῦ, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφο-
447λεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Γ. Καπετανάκη,
448καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
449§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 143, ἐξ ὧν 27 ἠρ-
450νήθησαν ψῆφον...
451§105ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Λάθος, λάθος.
452§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι εἴμεθα
453ὅλοι παρόντες.
454§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξελέγησαν ἀντιπρόεδροι οἱ κύριοι Ν. Λε-
455ωνίδας, βουλευτὴς Σπετσῶν, διὰ ψήφων 114, Α. Πλατῆς,
456βουλευτὴς Φθιώτιδος, διὰ ψήφων 107, καὶ Γ. Οἰκονομόπου-
457λος, βουλευτὴς Καλαμῶν, διὰ ψήφων 106.
458Γραμματεῖς ἐξελέγησαν οἱ κύριοι Ἀλέξ. Κασσαβέτης, βου-
459λευτὴς Βόλου, Γ. Λυμπερόπουλος, βουλευτὴς Μεσσήνης, Γ.
460Ραδινός, βουλευτὴς Τρικκάλων, καὶ Γερ. Φίλιππας, βου-
461λευτὴς Λευκάδος, διὰ ψήφων 113 ἕκαστος.
462Κοσμήτωρ τῆς Βουλῆς ἐξελέγη ὁ κ. Ἠλίας Μαυρομιχά-
463λης διὰ ψήφων 113. Ἔφορος δὲ τῆς Βιβλιοθήκης ὁ κ. Ἀλέξ.
464Μιλτ. Κανάρης διὰ ψήφων 113.
465Εὑρέθησαν δὲ καὶ δύο λευκὰ ψηφοδέλτια.
466§108Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
467§109Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ἐπειδὴ ἡ
468συζήτησις προμηνύεται μακρὰ, νομίζω ὀρθὸν νὰ ζητήσητε
469τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, ἵνα δύνασθε ν’ ἀναπληρω-
470θῆτε, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη.
471§110ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατί; Ὄχι!
472§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
473§112Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον ἀρνεῖσθε.
474Ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ καταλίπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τὴν
475ἕδραν, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψητε τὴν συν-
476εδρίασιν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντιπρόεδρος.
477§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως. Νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ
478πρακτικά.
479§114Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Προκει-
480μένου νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, ἔχομεν ἐνστάσεις.
481Ἑπομένως θὰ παρελκυσθῇ τὸ ζήτημα, διότι ἐγὼ δὲν δέ-
482χομαι, ὅτι δὲν ἐψηφοφόρησα· ἐγὼ ἠρνήθην ψῆφον.
483§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντες ἠρνήθημεν.
484§116Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς θέλει σημειωθῇ
485ὅ,τι εἶπεν ὁ βουλευτὴς κ. Παναγιωτόπουλος, καὶ τὸ ὁποῖον
486ἀναφέρεται εἰς ὅλους ὑμᾶς.
487§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγι-
488νώσκονται).
489§118Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην ἐκ τῆς
490ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν, δύο ζητήματα, προκαλέσαντα
491εὐρυτάτην συζήτησιν, παρελείφθησαν τελείως ἐξ αὐτῶν. Ἐν-
492θυμεῖσθε, ὅτι μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν
493κ. Παπαδιαμαντοπούλου, ἀφορῶσαν τὸν λόγον τῆς συγκεν-
494τρώσεως τοσούτου στρατοῦ ἔξωθεν τῆς Βουλῆς, ἠγέρθη ἕτε-
495ρον ζήτημα ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεγαρί-
496δος. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ προταχθῇ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντι-
497προέδρων καὶ γραμματέων ἡ συζήτησις τοῦ φλέγοντος ζη-
498τήματος, τοῦ προκαλοῦντος τὸ ἐνδιαφέρον ἁπαξαπάσης τῆς
499Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐζητήσαμεν δὲ νὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφος τῆς
500Βουλῆς ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ
501τὴν γνώμην μας, καὶ εὐθὺς ἐζήτησε νὰ τεθῶσιν αἱ κάλπαι
502καὶ ἄρξηται ἡ ψηφοφορία. Τὸ ἄλλο ζήτημα, τοῦ ὁποίου οὐδε-
503μίαν ποιεῖται μνείαν τὸ ἀναγνωσθὲν πρακτικὸν, ἢ δὲν ἐκτί-
504θησιν αὐτὸ ἀκριβῶς, εἶναι, ὅτι ὄχι 20 ἢ 27 ἠρνήθησαν ψῆ-
505φον, ἀλλ’ ἠρνήθησαν ψῆφον ἅπαντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι.
506Δὲν γνωρίζω, τί θὰ πράξωσιν οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἐγὼ
507δηλῶ, ὅτι ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, καὶ ἠρνήθην
508ψῆφον.
509§119ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἐν τοῖς πρακτι-
510κοῖς ἀνεγράφη καὶ ἀνακρίβειά τις, ὅτι οἱ κύριοι ἀντιπρόεδροι,
511οἱ γραμματεῖς κλπ. ἐξελέγησαν δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας.
512Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἀποτε-
513λεῖται ἀπὸ 118, οἱ ἀντιπρόεδροι δὲ, οἱ γραμματεῖς κλπ.
514ἔλαβον ὀλιγωτέρας. Αὐτὸ νὰ καθορισθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ
515τῶν παρόντων, καὶ οὐχὶ ἀπολύτως.
516§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγράφεται: ὁ ἀριθμός.
517§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γείνωσιν οὐ-
518σιώδεις διορθώσεις εἰς τὰ πρακτικὰ, νομίζω, ὅτι πρέπει νῦν
519μὲν νὰ ἐπικυρωθῶσι, νὰ τυπωθῶσι δὲ εἶτα καὶ διανεμηθῶσι
520κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
521§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
522Ἑτέρα ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν δὲν ὑπάρχει. Τὰ
523πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
524Ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ
525μετὰ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλο-
526γῶν τῶν ἐπαρχιῶν Καρδίτσης καὶ Κερκύρας. Παρακαλοῦνται
527τὰ ἁρμόδια τμήματα νὰ συνέλθωσι πρὸς ἐξέλεγξιν αὐτῶν.
528Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
529§123ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος διετύπωσε πρό-
530τασιν νὰ προβῶμεν πρὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν εἰς τὸ
531ζήτημα τὸ ἄλλο.
532§124Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἐδήλωσεν
533ἤδη, τί ζητεῖ ἡ Βουλή· νομίζω ὅμως, ὅτι καθῆκον τοῦ ἀξιο-
534τίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ προσέλθῃ
535ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δώσῃ τὰς προσηκούσας πληροφορίας
536περὶ τῶν συμβάντων χθὲς καὶ προχθὲς εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ,
537νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ποῖον λόγον ἐφονεύθησαν
538τόσοι συμπολῖται ἡμῶν, διὰ τίνα λόγον ἐτραυματίσθησαν τό-
539σοι πολῖται, συνελθόντες ἡσύχως, ὅπως ἐκδηλώσωσι τὸ φρό-
540νημα αὐτῶν. Καὶ ἀφοῦ τοιαύτη ἦτο ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου
541ἐξ Αἰγιαλείας κυρίου Βουλευτοῦ, ῥητῶς καὶ ἀπεριφράστως
542ζητοῦντος πληροφορίας περὶ ὅλων τούτων, ἔρχεται τώρα ὁ
543κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἐρωτᾷ, ἐὰν ζητεῖ τις τὸν λόγον!
544Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ γεγονότων τοσοῦτον ἐκτάκτων πρώτη
545τὸν λόγον ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις,
546ἐλθοῦσα χθὲς, ἀπέστειλεν ἐπιτροπὴν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον
547τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦσα νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς
548Βουλῆς καὶ παράσχῃ οἵας ἔχει οὗτος πληροφορίας συλλέξει,
549καὶ σήμερον ἀνέμενεν ἡ Βουλὴ καὶ μετ’ αὐτῆς σύμπασα ἡ
550Ἑλλὰς νὰ πληροφορηθῇ, τίνος ἕνεκεν ἐταράχθη ἡ χώρα, τίνος
551ἕνεκεν ἐσφαγιάσθησαν τέκνα τοῦ λαοῦ εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς πρω-
552τευούσης, οὐδὲν ἕτερον ζητοῦντα ἢ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν ὁδὸν
553τῆς ἀληθείας τῆς ἐκτροχιασθείσης Ἐκκλησίας.
554§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως,
555ἔχομεν εἰς χεῖρας ἡμῶν βεβαίως τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ὧν εἴ-
556χομεν ἀνάγκην, ἵνα ὑψώσωμεν κατηγορίαν ἐπὶ δολοφονίᾳ πο-
557λιτῶν τῆς πόλεως ταύτης ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς ἐξου-
558σίας, ὀργάνων τῆς ἐξουσίας λαβόντων πρὸς τοῦτο διαταγάς.
559Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι χάριν τῆς τακτικωτέρας ἐν τῷ Κοινοβου-
560λίῳ συζητήσεως εἶναι ἀνάγκη πρώτη ἡ Κυβέρνησις νὰ πλη-
561ροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν προχθὲς λαβουσῶν χώραν
562αἱματηρῶν σκηνῶν. Αἱ πληροφορίαι βεβαίως, ἃς ἡμεῖς ἔχο-
563μεν, θέλουσι μείνει μέχρι τέλους τῆς συζητήσεως ἀκράδαντοι
564καὶ ἀκλόνητοι. Ἀλλ’ ἐπίσημοι πληροφορίαι εἰσὶν ἐκεῖναι, ἃς
565ἔχει εἰς χεῖρας αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις. Περὶ τῆς ἀληθείας ὅμως
566αὐτῶν βεβαίως ἡμεῖς ἐπιφυλασσόμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι
567γνωρίζομεν ὅτι ἐνηργήθη συλλογὴ πληροφοριῶν, ἵνα πιστο-
568ποιηθῇ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀνάγκη τῆς ἐνασκήσεως βίας. Ἀλλ’
569ἡμεῖς, ὅταν τὸ ζήτημα συζητηθῇ, θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι τὴν
570βίαν ἐνήσκησεν ἡ Κυβέρνησις ἄνευ αἰτίας καὶ ἄνευ λόγου.
571Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τακτικώτερον, συντελεστικώτερον
572καὶ κοινοβουλευτικώτερον ἅμα ἔσται, ἐὰν πρῶτον ἡ Κυβέρ-
573νησις, διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις τυγχάνει νὰ ἦναι
574καὶ Πρωθυπουργὸς, ἀπολογηθῇ, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς
575ἔχει, ἐπὶ τῇ μεγάλῃ εὐθύνῃ, ἣν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς,
576οὐ μόνον ὁ ἐλεύθερος, ἀλλὰ καὶ ὁ δοῦλος, ἐπιρρίπτει κατὰ τῆς
577κεφαλῆς αὐτῆς.
578Καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀπαντήσῃ περὶ τῶν λαβόντων χώ-
579ραν, καὶ ἐξηγήσῃ αὐτά, θέλει ζητηθῆ λόγος καὶ εὐθύνη οὐχὶ
580μόνον διὰ τὰς σκηνὰς, ὧν ὁλόκληρος ἡ πόλις παρέστη μάρ-
581τυς προχθὲς ἐν τῇ κεντρικωτάτῃ τῶν ὁδῶν τοῦ Ἄστεως,
582ἀλλὰ ἀκόμη καὶ διὰ ποῖον λόγον, ἤδη ἀπὸ δύο ἐτῶν, δὲν
583ὕψωσε τὴν φωνὴν αὑτῆς, καὶ δὲν ἔθηκε τὴν χεῖρα αὑτῆς
584ἐναντίον τῆς ἀνοσίου καὶ ἀνιέρου ἀποπείρας μεταφράσεως τοῦ
585ἱεροῦ ἡμῶν Εὐαγγελίου. Διότι καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις
586εὐθύνεται, ὡς θέλω ἐν καιρῷ ἀποδείξει.
587Διπλῆ ἄρα ἔσται ἡ συζήτησις, ἐφ’ ᾗ θέλει ζητηθῆ εὐθύνη
588παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἴσως μάλιστα, κατ’ ἐμὴν γνώμην,
589ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ταῖς μεταφράσεσι τοῦ Εὐαγ-
590γελίου εἶναι μείζων τῆς δευτέρας, διότι εἶναι ἡ ἀφορμὴ καὶ
591ἡ αἰτία τῶν ἀποτροπαίων σκηνῶν τῆς ὁδοῦ Κοραῆ.
592Νομίζω, ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην πολλῶν συναδέλφων,
593ζητῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ θέσῃ τάξιν εἰς τὴν συζή-
594τησιν, ἵνα μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς ἀπαθείας, μεθ’ ὅλης τῆς
595εἰλικρινοῦς ἐξετάσεως τῶν πραγματικῶν γεγονότων ἐπιλη-
596φθῶμεν συναμφοτέρων τῶν ζητημάτων.
597§126Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπαντᾷ
598εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν ἐξ Αἰγιαλείας καὶ Ἀττικῆς Βου-
599λευτῶν, ἀπευθύνω εἰς αὐτὴν ἐπερώτησιν, εἰς ἣν εἶναι ὑπο-
600χρεωμένη νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως. Ζητῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν
601Βουλὴν, ἰδίᾳ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρα-
602τιωτικῶν, διὰ ποῖον λόγον τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην ἔλα-
603βον ἔκτακτα στρατιωτικὰ μέτρα καὶ συνεκέντρωσαν τόσον
604στρατὸν εἰς τὰς ὁδοὺς, καὶ πρὸς τί μετεκάλεσαν ἐκ Πειραιῶς
605ὅλους τοὺς πεζοναύτας, συγκεντρωθέντας ἐκ τῶν πλοίων.
606Νὰ ἐξηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις σαφῶς, ἐὰν ὥπλισε τὰ στρατεύ-
607ματα μὲ φυσίγγια, καὶ ἐὰν διέταξε νὰ πυροβολήσωσι κατὰ
608τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τίνα λόγον ἠμπόδισε τὸν λαὸν ἐκ τοῦ
609Πανεπιστημίου νὰ πορευθῇ ὅπου ἤθελε, ἵνα ὑποβάλῃ τὰ
610αἰτήματά του, καὶ ποῖα τὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπέφε-
611ραν τὰ αἱματηρὰ ἀποτελέσματα.
612§127Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Νὰ ὑποβληθῇ ἐγγράφως ἡ ἐπερώτησις.
613§128Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Καταθέτω ἔγγραφον ἐπε-
614ρώτησιν.
615Δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολὴν ἡ ἀπάντησις.
616§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις κατὰ
617τὴν στιγμὴν ταύτην ἔχει νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ
618τὰ ἀτυχῆ συμβάντα οὐδὲν ἕτερον τὰ ὄργανα αὐτῆς ἐξετέ-
619λεσαν ἢ λυπηρὸν καθῆκον, ὅπερ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὰ ἀπέ-
620ναντι τῆς στάσεως, ἣν διαδηλωταί τινες ἔλαβον. Καθῆκον
621ἔχω νὰ εἴπω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πᾶ-
622σαν προσπάθειαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατέβαλεν, ἵνα
623ἀποφύγῃ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ στρατοῦ. Ὅταν δὲ, ἐπὶ τῇ βά-
624σει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς
625Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ τοσοῦτον ἐπισήμους, ὥστε καὶ
626αἱ ἐπισήμως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθησόμεναι δὲν
627δύνανται νὰ μετατρέψωσι ταύτας, ὅταν, λέγω, ἐπὶ τῇ βάσει
628τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων, οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
629ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα δὲν εἶναι ἀκριβῆ,
630τότε ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπιτελέσει τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει,
631ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ πληροφορίαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶ-
632ναι ἐσφαλμέναι, οὐδεμίαν δὲ θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ εἰσέλθῃ
633εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθεώρησεν
634ὡς οὐσιῶδες.
635Νομίζω, ὅτι ἡ τάξις τῆς συζητήσεως εἶναι αὐτή. Σεῖς
636κατηγορεῖτε ἡμᾶς. Κατηγορήσατε λοιπόν. Εἰς τὴν κατηγο-
637ρίαν σας θέλομεν ἀπαντήσει. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
638§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐκδηλωθῇ ἡ ἐλαχίστη ἐπιδοκιμασία
639ἢ ἀποδοκιμασία, θὰ διατάξω ἀμέσως τὴν ἐκκένωσιν τῶν
640θεωρείων.
641§131ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς τοὺς ἐθέσατε ἐκεῖ ἐπάνω.
642§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκτε-
643λέσητε τοῦτο.
644§133ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην. Ἔχετε
645τὰ στρατεύματα.
646§134Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς ἡ Κυβέρνη-
647σις περιμένει νὰ διατυπωθῇ κατ’ αὐτῆς κατηγορία ὡρισμέ-
648νη, διὰ νὰ ἐγερθῇ καὶ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ μεγίστου τούτου
649ζητήματος, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐπὶ τοῦ τάπητος καὶ συντα-
650ράσσει τὴν συνείδησιν οὐ μόνον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος,
651ἀλλὰ καὶ τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἡ
652Κυβέρνησις δὲν αἰσθάνεται, ὅτι τὰ προχθὲς τελεσθέντα οὕ-
653τως ἢ ἄλλως—δὲν εἰσέρχομαι, βλέπετε, εἰς τὴν οὐσίαν τῆς
654ὑποθέσεως—εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖα καὶ σοβαρά, συγκινή-
655σαντα τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ κόσμου, ὥστε ν’ ἀπαντήσῃ,
656ἀλλὰ περιμένει νὰ διατυπωθῇ κατηγορία διὰ ν’ ἀπαντήσῃ
657ἐπὶ ὡρισμένου ζητήματος, ὑποβαλλομένου αὐτῇ; Τοῦτο μὲ
658κινεῖ εἰς ἀπορίαν, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω τὸ ἐλατήριον,
659ὅπερ κινεῖ οὕτω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐὰν δὲν ἦναι ἀναλ-
660γησία, ἣν πρὸς τιμὴν αὐτοῦ δὲν παραδέχομαι ποσῶς.
661§135Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατηγορία δὲν ἀπηυθύνθη κατ’
662οὐδενός. Ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἐπερώτη-
663σιν, ἣν εἶπεν, ὅτι θὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς,
664ἀλλὰ τὴν ὑπέβαλεν ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις,
665ἡ ὁποία παρίσταται ἐνταῦθα ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὑπεύ-
666θυνος δι’ ὅλας τὰς πράξεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν προχθὲς
667ἐν Ἀθήναις, θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ ἀπαντήσῃ
668ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Τότε, μετὰ τὴν ἀπάντησιν, θὰ ἦναι
669εἰς κατάστασιν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν γνώσει νὰ κρίνῃ, ἐπι-
670κρίνουσα, ἢ ἐπιδοκιμάζουσα, ἢ σιωπῶσα τέλος. Πρὶν ἢ τοῦτο
671γείνῃ, δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
672μεταβάλλων τὴν ἐπερώτησιν εἰς κατηγορίαν, νὰ εἴπῃ, ὅτι
673δὲν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ εἰς κατηγορίαν πρὶν ἢ αὕτη ἀνα-
674πτυχθῇ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν στιγμὴν ταύτην λέγει προ-
675καταβολικῶς, ὅτι δὲν θέλει νὰ πιστεύσῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα
676ἢ εἶδεν, ἢ ἐγράφησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐρ-
677χομένη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ζητήσῃ εὐθύνας, ἂν τοιαῦται
678ὑπάρχουν, ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον, πρὶν προβῇ περαι-
679τέρω, νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἐκπληροῦσα ἐπίσης
680καθῆκον, βοηθήσῃ διὰ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀνεπισήμως
681μόνον καὶ ἀτελῶς γνωρίζομεν ὅτι συνέβησαν, καὶ μᾶς εἴπῃ
682τὰς αἰτίας καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν συνέβησαν. Τότε θὰ ἴδω-
683μεν, ἂν πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι διετάχθησαν ὑπὸ τῆς
684Κυβερνήσεως, ἢ δὲν διετάχθησαν ταῦτα, πόθεν προῆλθεν ἡ
685πρώτη ἀφορμὴ κλπ. Ἐκ τούτων θὰ σχηματίσωμεν γνώμας,
686καὶ θὰ συζητήσωμεν, ἡ δὲ συζήτησις πιθανώτατα θὰ κατα-
687λήξῃ εἰς συμπέρασμα καὶ ψηφοφορίαν. Ἄνευ τούτου, ἄτοπον
688εἶναι νὰ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀκούσῃ παρὰ τῆς Ἀντιπολι-
689τεύσεως ἐκτιθέμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ εἰς
690αὐτὰ πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀκριβῆ, δὲν δύναται νὰ περιβά-
691λῃ μέχρι τῆς ἀκριβείας ἐκείνης, ἣν δίδει τὸ κῦρος τῆς Κυ-
692βερνήσεως, στηριζομένης ἐπὶ ἐπισήμων ἐκθέσεων καὶ διατα-
693γῶν. Ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις δὲν δύναται νὰ ἦναι σπουδαία
694καὶ σκόπιμος, καὶ μόνον ἴσως θὰ θέσωμεν τὸν κ. Πρωθυ-
695πουργὸν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ καταγγέλλῃ ταῦτα
696ὡς ἀνακριβῆ. Ἐπὶ ἀνεπαρκῶν πληροφοριῶν συζήτησις θὰ
697δώσῃ χώραν εἰς πολυπλόκους καὶ ἀτελευτήτους συζητήσεις,
698ἃς ἔχουν συμφέρον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφύγω-
699σιν. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις, ὡς διαχειριστὴς τῆς ἐκτελεστι-
700κῆς ἐξουσίας, εὐθυνομένη διὰ τὰ συμβάντα τῆς ἡμέρας ἐκεί-
701νης, ἐπερωτηθεῖσα παρὰ Βουλευτοῦ, νὰ ἐκθέσῃ ὡς ἔχουσι τὰ
702πράγματα, καὶ νὰ δείξῃ ἡμῖν, ἂν εὐθύνεται ἢ ὄχι. Μετὰ τὴν
703ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θὰ ἦναι ἀκριβὴς καὶ ἐπί-
704σημος, θὰ δυνηθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ φέρῃ τὴν γνώμην
705της. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ, ἡ κανονικὴ σειρὰ τῶν πραγ-
706μάτων. Ἀπορῶ δὲ, διατὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ
707μηκύνῃ, δι’ ὅσων λέγει, τὴν συζήτησιν, καὶ δὲν ἔρχεται εἰλι-
708κρινῶς νὰ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ εὑρεθῶ-
709μεν πιθανῶς σύμφωνοι, ἢ θὰ διαφωνήσωμεν. Ἄλλως θέλο-
710μεν ἐκθέτει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ πράγματα ὡς ἕκαστος
711ἀντελήφθη ἢ ἐπληροφορήθη αὐτά· καὶ δὲν θὰ ἦναι διὰ τοῦτο
712ἀξιόμεμπτος, ἀλλὰ θὰ φέρῃ εἰς κυκεῶνα τοιαύτη συζήτη-
713σις, ἐξ οὗ ἀδύνατον ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ ἐξέλθωμεν καὶ
714φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
715Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ἐπισή-
716μως ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα.
717§136Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα
718νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως προκαλέσωσι τὴν συζήτησιν,
719τὴν ὁποίαν περιμένομεν. Εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διαταγαὶ
720ἐδόθησαν αὐστηρόταται, ἵνα πᾶσα καταβληθῇ σύνεσις πρὸς
721ἀποφυγὴν αἱματοχυσίας, πρὸς ἀποφυγὴν δράσεως τοῦ στρα-
722τοῦ. Εἶπον, ὅτι ἀληθῶς, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁ-
723ποίας κατεβάλομεν, τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶχον τοιαύτας
724διαταγὰς, δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς ἐπιθέσεως, ἥτις κατ’ αὐτῶν
725ἐγένετο, εὑρέθησαν εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ κάμωσι
726χρῆσιν τῶν ὅπλων. Ἀλλὰ θέλει ἀποδειχθῇ ἐπισήμως, ὅτι
727τὰ πλεῖστα τῶν τραυμάτων καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν φόνων δὲν
728προῆλθον ἐκ στρατιωτικῶν σφαιρῶν. Ἐκ τῶν νεκροψιῶν, αἱ
729ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ τῶν ἰατρικῶν ἐξετάσεων θέλει ἀποδει-
730χθῇ, ὅτι αἱ σφαῖραι, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν εἰς τὰ τραύματα,
731ἦσαν σφαῖραι ῥεβόλβερ μικρᾶς ὁλκῆς, ἥτις δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ
732πρὸς τὴν τῶν ῥεβόλβερ τῶν ἀστυφυλάκων. Θέλει ἀποδειχθῇ,
733ὅτι, ὅτε ἐγένετο χρῆσις τῶν ὅπλων, ὁ στρατὸς περιωρίζετο πυ-
734ροβολῶν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν φόνων προέ-
735κυψαν ἐκ κοινῶν ῥεβόλβερ. Ὅταν δ’ ἐξετάσητε τὴν λυπηρὰν
736ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ στρατὸς, ἵνα κάμῃ ἐκεῖνο,
737τὸ ὁποῖον ἔκαμε, καὶ τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι
738ἡ αἰτία τῶν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ὅταν λά-
739βητε ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐκράτει ἀπὸ τῆς
740παρελθούσης Δευτέρας μέχρι τῆς χθές, θέλετε ἴδει, ὅτι ὁ
741στρατὸς ὑβρίσθη, ὅτι προεπηλακίσθη, ὅτι ὁ στρατὸς ἐτραυ-
742ματίσθη, καὶ τὰ ἠνέχθημεν ὅλα. Ἀλλὰ πρὶν κάμητε τὴν
743ἐξέτασιν ταύτην πρέπει νὰ ἐξετάσητε ποία ἡ πρώτη αἰτία
744καὶ ποῖαι αἱ μεταγενέστεραι αἰτίαι. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγ-
745κην νὰ εἴπω ταῦτα πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κηρύττουσιν,
746ὅτι αἱ πληροφορίαι αὐτῶν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μείνωσιν
747ἀμετάτρεπτοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τυπικῶς τὰς πληροφο-
748ρίας ταύτας, ἐνῷ βασιζόμενοι ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁ-
749ποίας ἔχουσιν αὐτοὶ, ἀνέλαβον νὰ κατηγορήσουν ἡμᾶς.
750Λέγομεν ἡμεῖς, ὅτι κατεβάλομεν πᾶσαν ἀνθρωπίνην προσ-
751πάθειαν, ὅτι ἡ ὑπομονὴ ἡμῶν ὑπερέβη τὰ ὅρια, ὅτι οὐδεμία
752ἴσως ἄλλη Κυβέρνησις...
753§137ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὑπερέβητε σεῖς
754τὰ ὅρια.
755§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ... ἤθελεν ἀνεχθῆ, ὡς ἡμεῖς, ἐπὶ τοσαύ-
756τας ἡμέρας τὴν ἔκτροπον αὐτὴν κατάστασιν. Καὶ μ’ ὅλα
757ταῦτα μᾶς ἀποκαλεῖτε δολοφόνους! — διότι ἡ λέξις αὕτη
758ἐρρίφθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ—καὶ ὄχι μόνον μᾶς ἀποκαλεῖτε
759δολοφόνους, ἀλλὰ ἐλάβετε καὶ τὸ θάρρος νὰ ἔλθητε ν’ ἀπο-
760δείξητε, ὅτι εἴμεθα δολοφόνοι! (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
761Δὲν θὰ κατέλθω ἐγὼ νὰ ὑπερασπισθῶ κατὰ τῆς κατηγο-
762ρίας ταύτης. Μόνον ὅταν ἔλθητε ἐπὶ τοῦ βήματος αὐτοῦ
763καὶ μᾶς ἐπιδείξητε τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν στηρίζετε τὴν κα-
764τηγορίαν ταύτην, τότε μόνον θὰ ἀπαντήσω, ἐξετάζων καὶ
765πῶς ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, πόθεν ἀνεπτύχθη, εἰς ποίου χεῖ-
766ρας κατὰ πρῶτον περιέπεσεν, ἵνα καταλήξῃ εἰς τὸ λυπηρὸν
767ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐὰν αἰσθάνησθε σεῖς, τὸ αἰσθάνομαι
768περισσότερον ἐγώ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
769§139Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀπεκαλέσαμεν ὑμᾶς δολοφό-
770νους. Ἀπεκάλεσαν ὑμᾶς δολοφόνους τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας
771ὑμῶν· ἀπεκάλεσεν ὑμᾶς δολοφόνους ὁ Τύπος, ὅστις ὑπεστή-
772ριξε τὰ ζητήματα, ἅτινα ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε· ἀπεκάλεσαν
773ὑμᾶς δολοφόνους τὰ ἔγγραφα τῶν Ἀρχῶν ὑμῶν. Ἀλλ’ ἔχω
774εἰς χεῖράς μου, Κύριοι, περὶ τούτου καὶ ἐφημερίδα, ἥτις ἐν
775τῷ ζητήματι τούτῳ ἔδιδε χεῖρα βοηθείας εἰς τὴν Κυβέρνη-
776σιν, ἔχω εἰς χεῖράς μου ἐφημερίδα, ἥτις πρώτη ἔδωκεν ἀφορ-
777μὴν εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν. Ἰδοὺ τίνες δίδουσι τὸν χα-
778ρακτηρισμὸν, οὗ πρὸ μικροῦ ἐμνημονεύσατε (ἀναγινώσκει):
779«Τινὲς ἰσχυρίζονται, ὅτι πρῶτος ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυ-
780λακῆς Εὐάγγελος Σγουρὸς ἔσυρε τὸ περίστροφόν του καὶ
781ἐπυροβόλησεν». («Ἀκρόπολις» τῆς 9ης Νοεμβρίου, σελὶς γʹ,
782στήλη γʹ).
783§140ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ψευδέστατον!
784§141ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀληθέστατον! (θόρυβος).
785§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
786§143Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. (ἐξακολουθεῖ). «Ἀλλ’ ἡ μάχη εἶχε γενι-
787»κευθῆ πλέον. Ἀπὸ τῶν παραθύρων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
788»Οἰκονομικῶν ἀστυφύλακες μὲ τὰ ῥεβόλβερ ἤρ-
789»χισαν πυροβολοῦντες κατὰ τοῦ κόσμου, τοῦ
790»εὑρισκομένου εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ». («Ἀκρόπολις», αὐτόθι).
791§144ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ψεύδη! (θόρυβος)
792§145Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι ψεύδη, κύριε Πρό-
793εδρε, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς Εἰσαγγελίας
794ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες τοιαύτην στυγερὰν κατηγορίαν
795ἀπηύθυναν κατὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν ἀρκεῖ νὰ
796φωνασκῶσιν ἐνταῦθα ὅτι εἶναι ψεύδη, πρέπει καὶ νὰ τὸ ἀπο-
797δεικνύωσι διὰ τῆς νομίμου ἐνεργείας αὐτῶν.
798§146ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ Εἰσαγγελία ἔχει εὐρύτατον στά-
799διον δράσεως δι’ αὐτὰς τὰς διαδόσεις, καὶ μετὰ τὴν ἀνάκρι-
800σιν θὰ δοθῶσι πλεῖστα στοιχεῖα ποινικῆς καταδιώξεως.
801§147ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιμένετε ὅτι δὲν ἐπυ-
802ροβόλησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν; (Θόρυβος).
803§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
804§149Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. (ἐξακολουθεῖ). «Εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ἄγνω-
805στον πῶς, κἄποιος ἀνακαλύπτει ἕνα ἐνωμοτάρχην τῆς ἀστυ-
806φυλακῆς μετημφιεσμένον». («Ἀκρόπολις», αὐτόθι).
807§150ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ψευδέστατον! (Θόρυβος).
808§151ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλουσι νὰ πνίξωσι τὴν συζήτησιν,
809διότι δὲν τοῖς συμφέρει, κύριε Πρόεδρε.
810§152Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἀνάξια σοβαρᾶς συζητή-
811σεως αὐτά! Νὰ φέρητε ἔγγραφα.
812§153ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Σεῖς ὀφείλετε νὰ δώσητε τὰ στοιχεῖα,
813τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν. Ἔγγραφα ἐπίσημα ἐζητήσαμεν νὰ
814προσκομίσῃ ἡ Κυβέρνησις.
815§154Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐφημερίδας δὲν λαμβάνομεν ὑπ’
816ὄψιν. (Θόρυβος).
817§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπω νὰ διακόπτῃ.
818Ἔχετε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε, καὶ ἀπαντήσατε κατόπιν.
819§156Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. (ἐξακολουθεῖ). «Ὁ ἀστυφύλαξ Σγουρὸς,
820»περὶ τοῦ ὁποίου λέγεται ὅτι ἐπυροβόλησε πρῶτος, καὶ
821»περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι ἐφόνευ-
822»σεν ἕνα, ἀπομονοῦται, περικυκλοῦται καὶ κινδυνεύει νὰ
823»διαμελισθῇ... Ὁ ἀστυφύλαξ τοῦ Νομάρχου κ.
824»Καρατζᾶ παρ’ ὀλίγον νὰ ὑποστῇ τὸν Λύντσειον νόμον.
825»Τὸν εἶδον πυροβολοῦντα καὶ φονεύοντα. («Ἀ-
826»κρόπολις», αὐτόθι).
827Ἀλλὰ ζητοῦσι, Κύριοι, παραδόξως νὰ ἀνατραπῶσι τὰ
828πράγματα, καὶ ἡμεῖς, οἵτινες δὲν εἴμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει,
829νὰ προσκομίσωμεν ἐπίσημα ἔγγραφα! Αὐτὸ μοὶ ἐνθυμίζει
830παλαιόν τινα Βουλευτὴν, ὅστις ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκείνης τῆς
831πλευρᾶς (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν), ὁσάκις ἐγίνετο συ-
832ζήτησις, ἔλεγε: «Τὰ ἔγγραφα! τὰ ἔγγραφα!»
833Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς ἰσχυρίσθην, ὅτι, ἂν θέλητε ἀπα-
834θῶς, ἀμερολήπτως, ἐμβριθῶς νὰ τεθῶσι τὰ ζητήματα, ὑμεῖς
835ἔχετε τὸ καθῆκον νὰ παρουσιάσητε τὰ ἔγγραφα, ἅτινα τώρα
836ζητεῖ ὁ ἀγαπητὸς φίλος μου καὶ ἐξ Ὕδρας Βουλευτής. Ἡ-
837μεῖς δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ παρουσιάσωμεν ἔγγραφα.
838Παραδόσατε τὰ Ἀρχεῖα τῆς Διοικήσεως εἰς ἡμᾶς, καὶ τότε
839ἴσως δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τοιαῦτα ἔγγραφα.
840Ἡμεῖς ἔχομεν ὅ,τι ἔγραψε κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν ὁ
841Τύπος, ὁ φίλα ὑμῖν φρονῶν. Ὡς πρὸς τοιοῦτο βεβαίως ζή-
842τημα, αἱ πρῶται ἐντυπώσεις τῆς κοινῆς γνώμης πάντοτε
843ἀπεδείχθησαν αἱ ἀληθέστεραι καὶ ἀσφαλέστεραι.
844Τίνα ἄλλα ἔγγραφα δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν; Ἰα-
845τροὶ χθὲς τὴν ἑσπέραν μὲ ἐπεσκέφθησαν εἰς τὴν οἰκίαν μου,
846καὶ μὲ προσεκάλεσαν νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Δημοτικὸν Νοσοκο-
847μεῖον, ἵνα ἴδω, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν τραυματισθέντων ἔφερον
848τὰς σφαίρας τῶν ῥεβόλβερ ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω. Πό-
849θεν αἱ σφαῖραι αὗται ἐβάλλοντο; Δὲν εἶναι ἀρκοῦσα ἀπό-
850δειξις, οὐχὶ βεβαίως πρὸς ἔκδοσιν ἀποφάσεως καταδικαστι-
851κῆς, ἀλλὰ πρὸς ἔγερσιν κατηγορίας, καθ’ ἧς ὀφείλετε νὰ
852ἀπολογηθῆτε;
853Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ ἐφημερίς. Ἐὰν ἀναγνώσω
854καὶ ἄλλας, ἐχθρικῶς πρὸς ἡμᾶς ἐπίσης διακειμένας, ὅπερ
855ὅμως παραλείπω, βεβαίως θέλει ὑψωθῇ εἰς μέγα κατηγορίας
856οἰκοδόμημα ὁλόκληρος ἡ βαρύνουσα ὑμᾶς εὐθύνη.
857Ἀλλ’ ὅταν συλλέγω τὰ γεγονότα οὕτω πῶς, ὅταν ἔχω
858μάρτυρας τὰ τραύματα, ὅταν ἔχω τὴν διεύθυνσιν τῶν σφαι-
859ρῶν, καὶ ἡ διεύθυνσις τῶν σφαιρῶν δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ἕκα-
860στον πόθεν αὗται ἐβλήθησαν, νομίζετε, κύριε Πρόεδρε τῆς
861Κυβερνήσεως, ὅτι δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν ὑμᾶς, ἰσχυρι-
862ζομένους, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωμεν ἡμεῖς ἐπίσημα ἔγ-
863γραφα, ἵνα ὑμεῖς ἀπαντήσητε;
864Ὑπάρχουσι γεγονότα τινὰ τοσοῦτον εὔγλωττα, τοσοῦτον
865μαρτυροῦντα, τοσοῦτον ζῶντα, ὥστε οὐδεὶς ὑποχρεοῦται
866νὰ κατέλθῃ εἰς λεπτομερείας. Ἀπορῶ δέ, πῶς ὑμεῖς πρὸ
867πάντων, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐσπεύσατε,
868ἀπὸ τῆς χθὲς ἀκόμη, νὰ δώσητε λόγον τῶν πράξεων ὑμῶν,
869τῶν πράξεων, αἵτινες ἐξετελέσθησαν τῇ ἐντολῇ τῆς ὑπευ-
870θύνου Κυβερνήσεως.
871Ἐρωτῶ ὑμᾶς, διότι πρὸς ὑμᾶς στρέφω τὸν λόγον, ὡς ὑπέ-
872χοντα τὴν μείζονα εὐθύνην, ὡς ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως
873καὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἐρωτῶ ὑμᾶς, τίς ἀνάγκη ἦτο νὰ ἔλ-
874θωσιν ἐκ Πειραιῶς ἀγήματα ναυτικά; Ἢ ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη
875τῶν ναυτικῶν ἀγημάτων, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ συνοδεύωνται
876ταῦτα ὑπὸ τῆς Μουσικῆς τοῦ Ναυτικοῦ; (θόρυβος). Ποία
877ἀνάγκη ἦτο νὰ συνοδεύωνται τὰ ἀγήματα ὑπὸ τῶν νεκρο-
878φόρων ἁμαξῶν; Ὑμεῖς ἐδώσατε ἐπαναστατικὴν ὄψιν
879εἰς τὴν πόλιν!
880§157Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τῆς δεκαπέντε κουμπουριαῖς ἐναν-
881τίον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ οἱ ἀστυφύλακες τὰς ἔρριψαν;
882(θόρυβος)
883§158Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, πρόκειται περὶ ἁ-
884πλῆς τινος ἐπερωτήσεως, καὶ διακόπτει ὁ κύριος ἐξ Ἄργους
885Βουλευτής; Ἐχύθη αἷμα Ἑλληνικόν, ἢ δὲν ἐχύθη; Διατὶ
886δὲν περιμένει ὁ κύριος ἐξ Ἄργους Βουλευτὴς νὰ ἀκούσῃ τί
887θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν
888ἀπευθύνει κατ’ αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος;
889Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστήσητε εἰς τὴν πλειονο-
890ψηφίαν, ἥτις εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ βάρος κατηγορίας, νὰ παύσῃ
891διακόπτουσα κατὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διακόπτει, διὰ
892νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ παραχθῇ
893ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου.
894§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάμουν ἀμφότεραι αἱ πτέ-
895ρυγες.
896§160Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν ἀξιότι-
897μον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
898Κυβερνήσεως, ποῖοι λόγοι προεκάλουν τὴν τοιαύτην ἐπέμ-
899βασιν κατὰ τῶν διαδηλωτῶν; Οἱ διαδηλωταὶ ἀπηύθυνον
900ἀπειλὰς κατὰ τῆς Βασιλείας; κατὰ τῆς Κυβερνήσεως;
901§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε νὰ
902τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων.
903§162Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν, ποία ἦτο ἡ ἀνάγκη τῶν
904νεκροφόρων ἁμαξῶν, τῶν ἁμαξῶν διὰ τοὺς τραυματίας, ἃς
905ὡδήγουν ἐπιδεικτικῶς, διὰ μέσου τῶν λεωφόρων τῶν Ἀθηνῶν,
906τὰ ναυτικὰ ἀγήματα ὑμῶν; Ἢ προέκειτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς περὶ
907στυγεροῦ καὶ μεμελετημένου ἐγκλήματος, ἢ ἐκωμῳδοποιή-
908σατε τὰς Ἀρχὰς τῆς Πολιτείας. Ἦλθον οἱ συμπολῖταί μου
909εἰς τὴν οἰκίαν μου, οἱ μὲν ἐξηγριωμένοι, οἱ δὲ καγχάζοντες
910ἐπὶ τῷ μωρῷ καὶ κωμικῷ θεάματι τῶν ὁδηγουμένων ἐκ τοῦ
911Πειραιῶς ἀγημάτων, ἐχόντων ἐπὶ κεφαλῆς τὴν Μουσικὴν,
912καὶ ὄπισθεν τὰ φορεῖα διὰ τοὺς νεκροὺς, οὓς πρόκειτο νὰ
913παρατάξητε ἐν δεκάδι ἐντὸς τοῦ ναοῦ τῆς Μητροπόλεως.
914Αὐτὴ εἶναι ἡ κατηγορία, ἣν ἀπευθύνομεν καθ’ ὑμῶν. Εἶναι
915κατηγορία ἐπὶ δολοφονίᾳ, ἣν ὑμεῖς μὲν δὲν διεπράξατε, ἐξ-
916ετέλεσαν ὅμως τὰ ὄργανα ὑμῶν, οὐχὶ δὲ ὁ στρατός. Ἐξετέ-
917λεσαν αὐτὴν οἱ θεσιοθῆραι, οὓς εἴχετε συμμαζεύσει εἰς τὰ
918παράθυρα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Οὐδὲ λαμβάνω
919ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν τὸ πιστοποιητικὸν τῶν διαφόρων θεσιθηρῶν καὶ
920ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. (Χειροκρο-
921τήματα).
922§163ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Δυστυχῶς ἀρχίζουν αἱ ὑπογραφαὶ ἐκ τῆς
923ὑπογραφῆς τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου. Τοσαύτη ἦτο ἡ
924πίεσις!
925§164Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἀπηυθύναμεν καθ’ ὑμῶν κατηγο-
926ρίαν, ἀπηυθύναμεν αὐτὴν διὰ τῆς φωνῆς ἡμῶν, ἐκπροσωπού-
927σης τὸ φρόνημα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐ μόνον
928τοῦ ἐλευθέρου, ἀλλὰ καὶ τοῦ δούλου. Ἐρευνήσατε τίνες ἦσαν
929οἱ συγκροτοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν
930θέλετε ἴδει οὔτε Μωραΐτας, οὔτε Ρουμελιώτας, οὔτε Νη-
931σιώτας πολλούς. Θέλετε ἴδει τὰ τέκνα τῆς Μακεδονίας καὶ
932τῆς Θράκης, θέλετε ἴδει τὰ τέκνα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῶν
933δούλων Νήσων, τῆς Κρήτης. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀποτελέσαντες
934τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Πανεπιστημίου.
935Ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, καὶ τῆς ἐλευ-
936θέρας καὶ τῆς δούλης, μία ἐγείρεται φωνὴ, καὶ ἡ φωνὴ εἶναι
937αὕτη, ὅτι ὀφείλετε λόγον ἐπὶ ταῖς πράξεσι τῶν ὀργάνων
938ὑμῶν, ἅτινα, ἐναντίον τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ἐδο-
939λοφόνησαν ἀθώους πολίτας, ἐκφράζοντας ἐν ἡσυχίᾳ τὰ φρο-
940νήματα αὐτῶν.
941Κατηγοροῦμεν ὑμᾶς διὰ τὰς κωμικὰς ἐκείνας συμπυρσο-
942κροτήσεις τῶν ἀγημάτων τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, αἵ-
943τινες δὲν ἐπιτρέπονται νὰ γίνωνται ἐνώπιον ἐλευθέρων λαῶν.
944Τί ἐξελάβετε τοὺς πολίτας; Ὡς μωρὰ παιδία; Τί ἐξελά-
945βετε ὅλα τὰ πλήθη ἐκεῖνα τοῦ λαοῦ; Ὡς δειλὰς γυναῖκας;
946Τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα ὑμῖν εἰς ἐκπυρσοκροτήσεις καὶ εἰς
947ὁμοβροντίας ψευδεῖς; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι ταῦτα ἐξεγείρουσι
948τοὺς καγχασμοὺς, ἀλλ’ ἐξεγείρουσι καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν
949λαῶν;
950Ἤμην ἐν τῇ οἰκίᾳ συγγενοῦς μου, ὅτε ἤκουσα τὰς ἐκ-
951πυρσοκροτήσεις ταύτας, καὶ κάτωθεν τῆς οἰκίας πλῆθος λαοῦ
952ἐξεμάνη, διότι πρὸς στιγμὴν ἐπίστευσε—καὶ δικαίως—ὅτι
953τὰ πυρὰ ταῦτα διηυθύνοντο κατὰ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν.
954Τίς ἐδύνατο, μακρὰν ὀλίγον εὑρισκόμενος, κατ’ ἐκείνην τὴν
955κρίσιμον στιγμὴν νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι αἱ ἐκπυρσοκροτήσεις δι-
956ηυθύνοντο εἰς τὸν ἀέρα, ἀφοῦ ἀπὸ τῆς πρωΐας εἶχε δημοσι-
957ευθῆ καὶ τοιχοκολληθῆ ἔγγραφον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωρο-
958φυλακῆς, ὅτι διὰ τῆς βίας ἤθελε διαλύσει τὰ Συλλαλητή-
959ρια, ἂν ταῦτα ἀπεμακρύνοντο τοῦ Πανεπιστημίου; Καὶ τὰ
960Συλλαλητήρια εἶχον ἐξέλθει τῆς πλατείας τοῦ Πανεπιστη-
961μίου.
962§165Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ διαταγήν.
963§166Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς: «Κατὰ
964διαταγήν».
965§167Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως
966ὁμιλεῖ ὁ κ. Στάϊκος, ὅταν λέγῃ (ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον τοῦ
967Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς πρὸς τὸν Πρύτανιν): «Λαμβάνω
968»τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι πρὸς πρόληψιν δια-
969»ταράξεως τῆς τάξεως διετάχθην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ
970»λάβω πρόνοιαν, ὥστε οἱ κ. κ. φοιτηταὶ νὰ μένωσιν ἀνενό-
971»χλητοι καὶ ἐλεύθεροι, ἐφ’ ὅσον συσκέπτονται καὶ συζητοῦ-
972»σιν ἐντὸς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ περιβόλου του, ἀπο-
973»λύτως δὲ νὰ μὴ ἐπιτρέψω τὴν ἀνὰ τὴν πόλιν περιφορὰν με-
974»γάλων ὁμάδων διαδηλωτῶν, εἴτε ἐκ φοιτητῶν, εἴτε ἐξ ἄλ-
975»λων πολιτῶν. Τοὐναντίον δὲ πᾶσαν τοιαύτην ἀπόπειραν
976»θέλω παρεμποδίσει καὶ διὰ τῆς βίας, ποιούμενος χρῆ-
977»σιν τῶν ὑπ’ ἐμὲ στρατιωτικῶν δυνάμεων». Καὶ ὅμως, μετὰ
978τὴν διαταγὴν ταύτην, εἴδομεν τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυ-
979νομίας καὶ ἀξιωματικούς τινάς τοῦ ἱππικοῦ κρατοῦντας ἐκ
980τῶν βραχιόνων τοὺς σημαιοφόρους τῆς φάλαγγος τοῦ Πανε-
981πιστημίου, καὶ ὁδηγοῦντας αὐτοὺς ἐκ τῶν στύλων τοῦ Ὀλυμ-
982πίου Διὸς, ὡς ἐν γάμῳ καὶ ἐν πομπῇ, εἰς τὰ προπύλαια τοῦ
983Πανεπιστημίου!
984Καὶ μέχρις ἐκεῖ τὰ πράγματα ἔβαινον εἰρηνικῶς. Τὸ Συλ-
985λαλητήριον τῶν φοιτητῶν ἐξέδωκε ψήφισμα, ὅπερ δημοσιεύ-
986ουσι πᾶσαι αἱ ἐφημερίδες, καὶ μετὰ τὸ ψήφισμα ἡ μεγάλη
987ἐκείνη διαδήλωσις ἔβαινε πρὸς διάλυσιν, καὶ ἤρξατο διαλυο-
988μένη. Τὰ κύματα τοῦ λαοῦ ἐχύνοντο εἰς τὰς διαφόρους πα-
989ρόδους τῆς Πλατείας τοῦ Πανεπιστημίου. Μέγα μέρος λαοῦ
990κατήρχετο τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ὅτε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰ-
991κονομικῶν πυροβολισμοὶ μετημφιεσμένων ἀστυφυλάκων καὶ
992μπράβων τῆς Κυβερνήσεως ἔρριψαν κάτω καὶ ἐφόνευσαν τὰ
993πρῶτα θύματα πρὸ τοῦ πεζοδρομίου. Μετάβητε νὰ ἴδητε
994ἀκόμη ἐκεῖ τὸ αἷμά των.
995§168ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ τὰς σφαίρας!
996§169Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μετάβητε εἰς τὸ Πολιτικὸν Νοσοκομεῖον
997νὰ ἴδητε τὴν διεύθυνσιν τῶν σφαιρῶν τῶν ῥεβόλβερ ἐπὶ τῶν
998τραυμάτων. Ἐὰν ἔχητε ἀνάγκην ὀλίγων στιγμῶν, ἵνα πρά-
999ξητε τοῦτο, καὶ μετὰ ταῦτα ν’ ἀπαντήσητε, ἡμεῖς βεβαίως
1000νομίζω, Κύριοι, ὅτι συναινοῦμεν νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ πέντε
1001λεπτὰ τὴν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε ἐπίσημα ἔγγραφα,
1002μὴ ζητεῖτε νὰ φέρωμεν ἡμεῖς ἐπισήμους πράξεις. Ὑμεῖς ἐστὲ
1003ὑπεύθυνοι τῶν λαβόντων χώραν· ὑμεῖς ὀφείλετε ν’ ἀπολο-
1004γηθῆτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
1005§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1006§171Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1007νήσεως.
1008§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω. Νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ
1009θέλοντες.
1010§173Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1011§174Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Βεβαίως καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος,
1012ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀπέδωσε τὴν ἐπωνυμίαν αὐτὴν
1013εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ὅταν ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως θέ-
1014τουν ὄπισθεν τῶν τοίχων τοῦ Πολιτικοῦ Νοσοκομείου, ἐπὶ
1015τῆς ὁδοῦ Σόλωνος, τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, ὡς ἐνέ-
1016δρας κατὰ τῶν πολιτῶν, τί εἶναι αὐτό; Εἶναι δολοφονία ἢ
1017ὄχι; Ἀντὶ νὰ ἦναι ὄπισθεν τῶν τοίχων τοῦ Νοσοκομείου,
1018ἔπρεπε νὰ τὰ παρατάξουν εἰς τὰς πλατείας, ἵνα γνωσθῇ,
1019ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐμποδίσῃ πᾶσαν κίνησιν.
1020§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; (Διάλογοι)
1021§176Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω
1022ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ζητῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις
1023ἐπὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν συγκέντρωσιν
1024τοῦ στρατοῦ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἰδίως νὰ ἐξηγήσῃ λεπτομε-
1025ρῶς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ
1026λάβῃ τοιαῦτα ἔκτακτα μέτρα πρὸς τήρησιν δῆθεν τῆς τάξεως
1027ἐν Ἀθήναις, καὶ προκαλῶν αὐτὴν νὰ ἐξηγήσῃ, ποία ὑπῆρξεν
1028ἡ δρᾶσις τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως κατὰ τὰς ὥρας, καθ’
1029ἃς ἐγένοντο αἱ διαδηλώσεις. Ἔπρεπε λοιπὸν ν’ ἀπαντήσῃ
1030ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, καὶ νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν ἀντι-
1031προσωπείαν τοῦ ἔθνους, ποῖα περιστατικὰ ὑπῆρξαν ἐκεῖνα,
1032τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὴν δημοσίαν δύναμιν νὰ πυροβολήσῃ
1033κατὰ τοῦ λαοῦ, καὶ πῶς τέλος πάντων προεκλήθησαν τὰ
1034αἱματηρὰ γεγονότα.
1035Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ὤφειλεν ἡ Κυ-
1036βέρνησις διὰ μακροῦ καὶ ἐμπεριστατωμένου λόγου νὰ ἐκ-
1037θέσῃ ὅλας τὰς λεπτομερείας τῶν γεγονότων ἀπὸ τῆς στιγ-
1038μῆς, καθ’ ἣν ἤρξατο ἡ διαμαρτυρία τῶν φοιτητῶν κατὰ τῆς
1039προσβολῆς τῆς θρησκείας, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐχύθη
1040τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1041Ἀντὶ τούτου, Κύριοι, μετὰ λύπης μου εἶδον τὸν κ. Πρόε-
1042δρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶντα, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ τῆς
1043μεταθέσεως ἑνὸς γραμματέως Νομαρχίας, δι’ ὑπεκφυγῶν καὶ
1044ἀοριστολογιῶν, ὅλως ἀναξίων τῆς περιστάσεως. «Οὕτως
1045»ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἠδύνατο νὰ πράξῃ! Αὐτὸ ἐνε-
1046»δεικνύετο εἰς αὐτὴν ἐκ τῶν περιστάσεων! αὐτὸ ἔπραξε!
1047»Προσεπάθησε νὰ ἀποφύγῃ τὴν αἱματοχυσίαν, ἀλλὰ δὲν
1048»ἠδυνήθη!» Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀφειλομένη εἰς τὴν Βουλὴν ἐξή-
1049γησις;
1050Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, κατὰ τὸ σύστημά του,
1051ἀπὸ ἀμυνομένου γίνεται ἀμέσως κατήγορος, καὶ ἀπευθύνε-
1052ται κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ῥίπτει ὑπαινιγμούς,
1053ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις προεκάλεσε τὰς ταραχὰς, καὶ οὕτω
1054κατηγορεῖ ἡμᾶς βεβαίως.
1055Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχουσι μόνον οἱ κατηγο-
1056ροῦντες ἐδῶ, ἵνα ζητῶμεν ἀπολογίαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν,
1057ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, καὶ μετ’ αὐτῶν ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς
1058λαὸς, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ φωτισθῇ ἐπὶ τῶν συμβάντων καὶ ὄχι
1059νὰ ζητήσῃ ἀπολογίαν. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὴν Κυβέρ-
1060νησιν, οὔτε ἀπηύθυνα μομφὴν κατ’ αὐτῆς· ἐζήτησα μόνον
1061πληροφορίας, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ὡς πολίτης ἐν-
1062διαφερόμενος διὰ τὴν τάξιν, ὡς στοιχεῖον νομοταγὲς, ἀγα-
1063πῶν νὰ βλέπω τὴν πατρίδα μου ἀγαθῶς διοικουμένην καὶ
1064ὄχι σπαρασσομένην ἐξ ἐμφυλίων σπαραγμῶν, καὶ παρεκά-
1065λεσα τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κύριον
1066Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φωτίσωσιν ἡμᾶς καὶ
1067τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἐπαρχίας περὶ τῶν λυπηρῶν συμβάν-
1068των, τὰ ὁποῖα κατετάραξαν τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους.
1069Ἀλλ’ αὐτοί, ἀντὶ νὰ δώσωσι πληροφορίας, ἀποφεύγουσι τὴν
1070ἐπιβαλλομένην ἐξήγησιν, καὶ ζητοῦσι νὰ ῥίψωσι τὴν εὐθύ-
1071νην ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει. Σήμερον ἐν Ἀθήναις μία γνώμη
1072ἐπικρατεῖ· ὅλοι φωνάζουσι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ὁ
1073μᾶλλον ἀμερόληπτος παρατηρητὴς, ὁ μὴ φοβούμενος νὰ πα-
1074ρεξηγηθῇ διὰ τὰ πολιτικά του φρονήματα, βλέπει, ὅτι δὲν
1075ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, καὶ παντοῦ ὁ λαὸς ὀνομάζει τὴν
1076Κυβέρνησιν δολοφόνον! Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα ἀτομικὸν τοῦ
1077κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μᾶς λέγει: «θὰ ἀμυνθῶ
1078καὶ θ’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶμαι δολοφόνος». Τὸ ζήτημα εἶ-
1079ναι ὑπὲρ τὰ ἄτομα, ἀφορᾷ τὴν ἔννομον τάξιν ἐν τῷ Κράτει,
1080καὶ θέλει ἐκ περιωπῆς ἐξετασθῆ. Κατηγορεῖται ἡ Κυβέρ-
1081νησις τοῦ Κράτους. Ὑπεράνω τοῦ προσώπου τοῦ νῦν Πρωθυ-
1082πουργοῦ καὶ παντὸς ἄλλου προσώπου ὑπάρχουσιν οἱ θεσμοὶ
1083καὶ αἱ νόμιμοι ἐξουσίαι, ἃς ἔχομεν συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ
1084διατηρήσωμεν ἀκεραίας καὶ σεβαστάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις
1085τοῦ ζητήματος, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐνδιαφέρει ὅλον τὸ
1086Ἑλληνικὸν ἔθνος ἡ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορία, ὅτι
1087ἐδολοφόνησε τὸν λαόν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, καταβιβάσασα
1088αὐτὸ, ἠθέλησε νὰ τὸ παρουσιάσῃ ὡς ζήτημα πολιτικοῦ ἀντα-
1089γωνισμοῦ· ἐνῷ δὲ ἐγὼ καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐζητήσαμεν,
1090ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ καὶ ἐκθέσῃ λεπτομερῶς ὁποία ὑ-
1091πῆρξεν ἡ δρᾶσις αὐτῆς, πόθεν ὡρμήθη εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα
1092ἔλαβε, χωρὶς νὰ κατηγορήσωμεν αὐτῆς, αὕτη ἀπαντᾷ: «εἰς
1093τί μᾶς κατηγορεῖτε διὰ ν’ ἀπολογηθῶμεν;» Δὲν κατηγο-
1094ροῦμεν, ἀλλὰ ζητοῦμεν ἐξηγήσεις, διατὶ ἐδολοφονήθη ὁ λαὸς
1095τῆς πρωτευούσης, καὶ ὀφείλετε νὰ ἀπαντήσητε, καὶ ὄχι νὰ
1096μετέρχησθε πολιτικὰ τερτίπια εἰς τοιαύτας κρισίμους στιγ-
1097μάς. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι θλίβομαι, βλέπων τὸν οἶκον τοῦ κ.
1098Πρωθυπουργοῦ ὑβριζόμενον. Εἶναι ἀποτρόπαια ὅσα κατ’
1099αὐτοῦ ἐκστομίζονται...
1100§177Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ
1101δὲν πρέπει νὰ σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν, διότι ὑβρίσθησαν καὶ
1102ἐπροπηλακίσθησαν καὶ ἄλλοι προλαβόντες Πρωθυπουργοί,
1103οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀνώτερον τὸ ἀνάστημα τοῦ νῦν Πρωθυπουρ-
1104γοῦ.
1105§178Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ κάμνουν ἐντύπωσιν οἱ ἐξευτε-
1106λισμοὶ, οὓς ὑφίσταται ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, κα-
1107θότι αἱ πρὸς αὐτὸν ὕβρεις ἀντανακλῶνται καὶ εἰς ἐκείνους,
1108ὧν εἶναι σύμβουλος· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ἐξευτελίζηται
1109ἀτιμωρητὶ ὁ σύμβουλος τοῦ Βασιλέως, ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν
1110ἔννομον τάξιν, διὰ τὸ κῦρος τῆς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ ἐνδια-
1111φερώμεθα. Μὴ θέλων δὲ νὰ δώσῃ οἱανδήποτε ἐξήγησιν, δίδει
1112εἰς πάντα τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ζητεῖ νὰ ἀποφύγῃ τὸ φῶς καὶ
1113τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὑπέχει.
1114§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίαν
1115εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀναδρομή, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ.
1116Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ συμβεβηκότος λαβόντος χώραν
1117πρὸ 23 ἐτῶν, ἦτο ἀκατάλληλος. Ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ
1118μεταξὺ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν ἐκδηλώσεων
1119αἵτινες τότε ἐγένοντο κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου, τὸ
1120ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης ὠνόμαζεν Οἰκουμενικόν, ὥστε
1121δὲν δύναται νὰ γένηται σύγκρισις. Τότε ὑπῆρχεν ὁ ῥωσσο-
1122τουρκικὸς πόλεμος, καὶ οἱ Ἕλληνες προσεδόκων, ὅτι ἐκ τοῦ
1123πολέμου ἤθελε προκύψει τι ὠφέλιμον ὑπὲρ τοῦ ἔθνους· ἐνό-
1124μιζον δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε προβῆ εἰς πρᾶξίν τινα,
1125ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς προσεδόκα, ὅτι, ἂν παρεσκευάζετο
1126στρατιωτικῶς καὶ ἀνεμιγνύετο εἰς τὸν πόλεμον, ἤθελε πάν-
1127τως ἐπιτευχθῆ καλόν τι. Διαφωνίαι μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν
1128ἐματαίωσαν πᾶσαν τοιαύτην ἐνέργειαν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔ-
1129πεσε, παραλύσασα διὰ τῆς ἀπραξίας. Τὴν ἑπομένην ἐσχη-
1130ματίσθη Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ ἀείμνηστος
1131Κουμουνδοῦρος, συνέπεσε δὲ νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ μέλος τοῦ τε
1132Οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ μετ’ αὐτὸ σχηματισθέν-
1133τος ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον. Τότε ἐπεχείρησαν
1134ἀντίδρασιν πολιτικὴν, ἀλλ’ ἀντίδρασιν χυδαίαν, τῆς ὁποίας
1135ἡγεῖτο ἀνὴρ βίαιος, ἀνήκων εἰς τὸν στρατόν. Ἡ ἀντίδρασις
1136ἐκείνη ἔκρινε κατάλληλον τὴν περίστασιν, καὶ ἐπεχείρησε
1137νὰ ἐξαφανίσῃ ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τὰ μέλη τῆς Οἰκου-
1138μενικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὸν Κουμουνδοῦρον, τὸν Ζαΐ-
1139μην, τὸν Δεληγεώργην, τὸν Τρικούπην καὶ ἐμὲ, καὶ ἐπε-
1140χείρησαν διαδηλώσεις, καὶ ἔσπευσαν νὰ θραύσωσι τὰς ὑέλους
1141τῶν παραθύρων ἡμῶν.
1142Ἀλλὰ τὰ τότε γενόμενα ἔχουσί τι παραπλήσιον πρὸς τὰ
1143σημερινά; Σήμερον πρόκειται περὶ αἰσθήματος, τὸ ὁποῖον
1144ἤγειρε γενικὴν ἀγανάκτησιν, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἔπεσαν
114510 ἢ 12 νεκροὶ, καὶ ἐτραυματίσθησαν 30 ἢ 40 πολῖται
1146Ἕλληνες. Ὑπάρχει τι τὸ παραπλήσιον; Ἀληθῶς ἐκεῖνο, τὸ
1147ὁποῖον ὑπηνίξατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ θάρ-
1148ρος νὰ διατυπώσῃ καλῶς, ἤτοι ὅτι αἱ σκηναὶ ἦσαν ὑποκι-
1149νήματα πολιτικὰ, εἴτε τὸν ὑπαινιγμόν, ὃν ὑπεφήναντο ἄλλοι
1150τινὲς, ὀφείλει νὰ βεβαιώσῃ ὁ Πρωθυπουργός· πρέπει ν’ ἀπο-
1151καλύψῃ, ποῖα πολιτικὰ κόμματα ὑπεκίνησαν τοὺς φοιτητὰς,
1152ποῖοι συνέδραμον αὐτοὺς καὶ προεκάλεσαν διαδηλώσεις, ἢ
1153προεκάλεσαν πυροβολισμοὺς κατὰ τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐρω-
1154τῶμεν ἡμεῖς: εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς νόμοις, ἢ ἐν τοῖς
1155κανονισμοῖς τῆς Χωροφυλακῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ
1156ποιήσηται χρῆσιν τῆς βίας καὶ τῶν ὅπλων ἄνευ προειδο-
1157ποιήσεως; ἢ νὰ διατάξῃ τοὺς μπράβους αὑτῆς καὶ τοὺς
1158μισθωτοὺς νὰ πυροβολῶσιν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ
1159προβάλῃ ὡρισμένα γεγονότα, καὶ ν’ ἀναφέρῃ ὡρισμένας πρά-
1160ξεις. Ἡμεῖς — καὶ δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω ἐν ὀνόματι πά-
1161σης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως — οὐδόλως ἀνεμίχθημεν εἰς τοιαῦτα
1162θέματα· ἀπ’ ἐναντίας πρὸ τεσσάρων μηνῶν ἐφημερὶς, διὰ
1163τῆς ὁποίας τὸ πολιτικὸν κόμμα, οὗ ἡγοῦμαι, ἐκδηλοῖ τὰ
1164φρονήματά του, ἐδημοσίευσε δύο ἄρθρα κατὰ τῆς μεταφρά-
1165σεως τοῦ Εὐαγγελίου, διότι ἐφρονοῦμεν καὶ φρονοῦμεν, ὅτι
1166τὸ ἔργον δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἱερὰς παραδόσεις τῆς
1167Ἐκκλησίας. Ἦλθε τότε πρὸς ἐμὲ ἀνώτερος ἱεράρχης καὶ μοὶ
1168εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐπιφορτισμένος νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ, ὅτι ἀνε-
1169γνώσθησαν τὰ ὑπὸ τῆς «Πρωΐας» δημοσιευθέντα ἄρθρα, καὶ
1170ὅτι ἔπεισαν τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐγκαταλίπωσι τὸ ἔργον τῆς
1171μεταφράσεως, πρέπει δὲ νὰ ἤμεθα ἥσυχοι. Ἔκτοτε ἡμεῖς
1172ἐγκατελίπομεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ ὅτε ἐμάθομεν ὅτι
1173τὸ Εὐαγγέλιον μετεφράσθη καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διανεμηθῇ,
1174ἐξεπλάγημεν, ἀλλ’ οὐδένα ἐποιησάμεθα λόγον.
1175Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἀναδρομὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
1176Ναυτικῶν ἦτο ἀκατάλληλος. Τότε ἐθραύσθησαν μὲν αἱ ὕε-
1177λοι τῶν παραθύρων, μετῆλθον δὲ καὶ ἔργα βίας κατὰ τῆς
1178οἰκίας τοῦ Κουμουνδούρου, ὡς μετῆλθον τοιαῦτα καὶ κατὰ
1179τῆς ἐμῆς. Ἐὰν ἠμύνθη ὁ Κουμουνδοῦρος ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτοῦ
1180οἴκῳ, τοῦτο ἔπραξεν, ὡς εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ πᾶς πο-
1181λίτης· καὶ ἐγὼ δ’ ἤθελον πράξει τὸ αὐτὸ, ἂν ἤθελον τολ-
1182μήσει βίαν κατὰ τῆς οἰκίας μου.
1183Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ἡ συζήτησις περιήχθη εἰς ἀταξίαν, εἶ-
1184μαι δ’ εὐχαριστημένος, διότι τὴν ἀταξίαν αὐτὴν δὲν προε-
1185κάλεσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου
1186προέβαλεν ἐπερώτησιν, ὡς εἶχε δικαίωμα, ἀλλ’ ἡ Ἀντι-
1187πολίτευσις δὲν προέβαλεν ἐπερώτησίν τινα, ὁ δὲ κ. Βου-
1188λευτὴς ἐκ Τυρνάβου εἰς οὐδεμίαν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν ἀνή-
1189κει. Ἡμεῖς δὲν προεβάλομεν ἐπερώτησιν, διότι ἠθέλομεν
1190ταπεινώσει ὑπόθεσιν τοσούτῳ μεγάλην, ἥτις δὲν ἀφορᾷ τὴν
1191Ἀντιπολίτευσιν, οὐδὲ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸ ἔθνος
1192ὁλόκληρον· ἀφορᾷ τὴν τιμὴν, τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἦναι
1193ἄξιοι οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, ἀφορᾷ τὴν τιμὴν τοῦ
1194στρατοῦ, ἀφορᾷ τὴν εὐρυθμίαν τῆς πρωτευούσης τοῦ Βασι-
1195λείου, πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐστραμμένα τὰ βλέμματα ἐκ
1196πάσης χώρας Ἑλληνικῆς. Ὑπὲρ πάντα δ’ ἄλλον ἡμεῖς, οἱ
1197ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὀφείλομεν νὰ δείξωμεν τὸ ἐνδια-
1198φέρον, νὰ διδάξωμεν τὸ πρῶτον καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ
1199Πρωθυπουργὸς, τὸ καθῆκον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ
1200σπεύσῃ μάλιστα νὰ προσκαλέσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς
1201τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν διεπράχθησαν αἱ αἱματηραὶ
1202σκηναὶ, καὶ ἐν τῇ αὐτῇ νυκτὶ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ν’ ἀφη-
1203γηθῇ τὰ γενόμενα, νὰ ἐκθέσῃ τοὺς κινδύνους, νὰ παραστήσῃ
1204τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν,
1205νὰ κατευνάσῃ τὴν ἐπανάστασιν, ἂν τοιαύτη ἐπέσκηψε, νὰ
1206κατευνάσῃ τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ ἀποδείξῃ,
1207ὅτι, ἀφοῦ ἐπείσθη, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ ἡ δημο-
1208σία τάξις, ὅτι ἐκινδύνευεν ἡ ἀσφάλεια τῶν θεσμῶν, ἠναγ-
1209κάσθη νὰ μετέλθῃ τὴν βίαν.
1210Ταῦτα προσεδοκῶμεν, ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο, οὐδὲ
1211τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, οὐδὲ τὴν ἐπιοῦσαν, τὴν χθές. Σήμε-
1212ρον δὲ προσελθὼν περιέμενεν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν δὲν
1213προεβάλομεν ἡμεῖς, διότι περιεμένομεν νὰ διαφωτίσῃ τὴν
1214Βουλὴν περὶ τῶν διατρεξάντων, ὅπως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ
1215ἔθνους φωτίσωσι τοὺς ἐντολεῖς των περὶ τῶν συμβαινόντων.
1216Περιεμένομεν ν’ ἀκούσωμεν νὰ μᾶς εἴπῃ: «Ἐφονεύσαμεν πο-
1217λίτας, διότι ἄλλως θὰ εἶχε φονευθῇ τὸ πολίτευμα. Τί προ-
1218τιμότερον; Νὰ φονευθῶσι δέκα ἄτομα, ἢ νὰ φονευθῶσιν οἱ
1219νόμοι καὶ τὸ πολίτευμα;»
1220Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι κύριος νὰ σιωπήσῃ. Εἶ-
1221ναι κύριος νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς οὕτως ἐννοεῖ νὰ κυβερνᾷ. Ἀλλὰ
1222ὁ τρόπος οὗτος δὲν εἶναι συνταγματικός. Διαψεύδετε τὰ
1223πράγματα, τὰ συμβάντα; Διαψεύδετε, ὅτι ἐκ τοῦ Ὑπουρ-
1224γείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπυροβόλουν, καὶ ὅτι διὰ τῶν πυ-
1225ροβολισμῶν ἐκείνων ἐφονεύθησαν πολῖται; Ὁ βουλευτὴς
1226κύριος Καζαμπάκας, σᾶς διαψεύδει. Ὁ κύριος Καζαμπά-
1227κας κατῴκει εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῶν «Ἀθηνῶν», τὸ κεί-
1228μενον ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐ-
1229τὸς σᾶς πληροφορεῖ, ὅτι σφαῖραι ἀλλεπάλληλοι ἐρρίπτοντο
1230ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τοῦ ξενοδοχείου
1231τῶν «Ἀθηνῶν», ὥστε αὐτὸς ἠναγκάσθη νὰ παραλάβῃ τὴν
1232σύζυγόν του καὶ τὰ τέκνα του, καὶ νὰ μεταφέρῃ αὐτὰ εἰς
1233τὰ ἐνδότερα τοῦ ξενοδοχείου, ἡ δὲ ὑπηρέτρια αὐτοῦ, ἥτις
1234δὲν ἠδυνήθη νὰ φύγῃ, διετρήθη τὸν πόδα ὑπὸ σφαίρας. Καὶ
1235νομίζετε, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου τοῦ
1236Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων
1237δύναται ν’ ἀναιρέσῃ πάντα ταῦτα; Καὶ ἤλθομεν ἐδῶ μὲ
1238ψευδῆ πιστοποιητικὰ, ὅμοια μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο
1239εἰς τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος, νὰ διαψεύσωμεν πράγματα ἀληθῆ;
1240Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἀξίωσιν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν. Ὁ κ.
1241Πρωθυπουργὸς ἂς ἐφαρμόσῃ ὁπωσδήποτε τὰ φρονήματά του
1242καὶ τὰ καθήκοντά του. Ἐὰν δὲν τὰ ἐκτελέσῃ πλήρως, αὐ-
1243τὸς θὰ ἦναι ὑπὸ τὸ βάρος τὸ μέγα, τὸ ἀφόρητον βάρος, ὅτι
1244ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἔπεσαν θύματα ἀθῷοι πολῖται, καὶ
1245ἐκακοποιήθησαν καὶ ἐφονεύθησαν μαθηταὶ, δηλ. ἡ εὐγενε-
1246στέρα τάξις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1247§180ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι
1248ἤμην παρὼν, καὶ εἶδον, ὅτι αἱ σφαῖραι ἐρρίπτοντο ἀπὸ τὸ
1249Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ
1250ἄλλοι Βουλευταὶ, καὶ δὴ συμπολιτευόμενοι, ἦσαν παρόντες.
1251§181ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε,
1252ὅτι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐρρίπτοντο, ἀλλ’
1253ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὴν αὐτὴν ἰδέαν.
1254§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, Κύριοι, ἤθε-
1255λον πράξει ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος,
1256ἐὰν ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὰ θλιβερὰ γεγονότα,
1257τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μοὶ ἐμπνεύσῃ
1258τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε, πρὸ πάσης κρίσεως, πρὸ πάσης
1259καταδίκης, περιμένει τὰς πληροφορίας ἐκείνας, ἄνευ τῶν
1260ὁποίων ἐκινδύνευεν, ὅπως ἡ κρίσις αὐτῆς ᾖ ἄδικος, ὅπως ἡ
1261ἀπόφασις αὐτῆς ἀποτελέσῃ μυσαρὰν συκοφαντίαν. Ἀλλὰ
1262δυστυχῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔπραξε τοῦτο· ἐσχημάτισε
1263τὴν γνώμην αὐτῆς, βασιζομένη ἐπὶ ἄρθρων ἐφημερίδων, καὶ
1264ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄρθρων τῶν ἐφημερίδων ἦλθον νὰ καταγ-
1265γείλωσιν ἡμᾶς ἐπὶ δολοφονίᾳ! Τί εἶπον οἱ ἀγορεύσαντες μέ-
1266χρι τοῦδε, Κύριοι; Ὁ μὲν Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς οὐδὲν ἕτε-
1267ρον ἐπιχείρημα ἔφερεν ἢ ἓν ἄρθρον ἐφημερίδος, καὶ εἶπεν,
1268ὅτι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ μπράβοι, οἱ
1269ἀστυφύλακες, ἐπλήγωσαν, ἐτραυμάτισαν, ἐφόνευσαν. Εἰς
1270ταῦτα τί ἕτερον προσέθεσε: «Διατὶ ἐφέρατε τὰ ἀγήματα
1271τὰ ναυτικά; Ἐφέρατε τὰ ἀγήματα, γράφει ἡ ἐφημερὶς, οἱ
1272μπράβοι καὶ οἱ ἀστυφύλακες ἐφόνευσαν· ἄρα εἶσθε ἔνοχοι,
1273εἶσθε δολοφόνοι!» Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη συζήτησις, τὴν
1274ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ δὲ ἀξιότιμος
1275Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος τί εἶπεν; Ἐπανέλαβε καὶ οὗτος,
1276ὅτι ἦλθον τὰ ἀγήματα καὶ εἶπεν: «ἐνῷ ἐδηλώσατε, ὅτι στρα-
1277τὸς δὲν ὑπῆρχεν, αἴφνης χιλιάδας στρατοῦ εἴχετε, ὅπως δο-
1278λοφονήσητε τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν». Καὶ ἐκτὸς τοῦ ἐπιχει-
1279ρήματος τούτου οὐδὲν ἕτερον ἔφερε. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
1280τυνος Βουλευτής, ἀπαντῶν εἰς παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκα-
1281μεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀμυνόμε-
1282νος διὰ τὰς διαδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς ἄλλην ἐπο-
1283χὴν, μὴ στέρξας δὲ, ἵνα ταύτας παραλληλίσῃ πρὸς τὰς χθὲς
1284γενομένας ἐνώπιον τῆς οἰκίας μου, οὐδὲν ἕτερον εἶπεν ἢ ὅτι
1285τότε εἶχεν ἐρεθισθῆ ὁ λαὸς ἐκ πνεύματος ἐθνισμοῦ καταπα-
1286τουμένου, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ πνεύματος τούτου ἐξεγερθεὶς ὁ
1287λαὸς προέβη εἰς διαδηλώσεις, καὶ ὠφελήθησαν ἄλλοι, ἀλλ’
1288ὠφελήθησαν, ὡς τοὺς ἐχαρακτήρισεν ὁ προλαλήσας, λωπο-
1289δύται, ὅπως προβῶσιν εἰς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα προέβησαν.
1290Ἀλλὰ ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγαυρίων ἐπὶ ὥρας
1291πρὸ τῆς οἰκίας μου; Ποῖος ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος χθὲς ἐπει-
1292ράθη νὰ μὲ φονεύσῃ; Ἦτο φοιτητής; Δὲν ἦτο φοιτητής, οὔτε
1293τέκνον τοῦ λαοῦ· ἦτο δολοφόνος μυσαρὸς, ὁ ὁποῖος προσεπά-
1294θει ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος.
1295Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν εἶναι δολοφόνος! ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι,
1296καθ’ ὑμᾶς, δολοφόνος!
1297Ἀλλὰ παρέλειψεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ ἑτέραν
1298σκηνὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· παρέλειψε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι, τῆς
1299Κυβερνήσεως ἀπαγορευσάσης τὰς διαδηλώσεις, ἀπεστάλη
1300στρατὸς πρὸς συνάντησιν τῶν ἐκ Πειραιῶς ἐρχομένων, παρὰ
1301τὴν ῥητὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, διαδηλωτῶν, καὶ ὅτι
1302τοὺς ἐρχομένους ἐκ Πειραιῶς ἐδέχθη ὁ στρατὸς διὰ τῶν
1303ὅπλων, καὶ πολλοὺς ἐφόνευσε.
1304§183ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Οὐδένα.
1305§184ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μόνον ἕνα ἐφόνευ-
1306σεν ὁ στρατός.
1307§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν δύνασθε νὰ τὸ διαψεύσητε.
1308Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος Βου-
1309λευτής.
1310Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, δὲν θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ γεγονότα
1311τῆς Πέμπτης, ἀλλὰ θὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν τὴν ἄδειαν, ἵνα
1312ἀρχίσω τὴν ἐξιστόρησιν τῶν γεγονότων ἀπὸ τῆς Δευτέρας.
1313Τί συνέβη, Κύριοι; Πρὸ πολλοῦ ἐφημερίς τις, τὴν ὁποίαν
1314δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐχα-
1315ρακτήρισεν ὡς φίλα φρονοῦσαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς φίλα
1316φρονοῦσαν πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν...
1317§186Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
1318§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ... ἐδημοσίευσε μετάφρασιν τοῦ Εὐαγ-
1319γελίου. Τὴν μετάφρασιν ταύτην πρὸ 15 ἡμερῶν ἡ ἐφημερὶς
1320ἐκείνη εἶχε διακόψει· καὶ παρῆλθον 15 ὅλαι ἡμέραι, καὶ
1321οὐδεὶς ἐσκέφθη περὶ τῆς μεταφράσεως ἐκείνης. Αἴφνης ἐξ-
1322εγείρονται οἱ φοιτηταὶ, καὶ συνεπείᾳ τούτου ἔγγραφον συν-
1323τάσσεται παρὰ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς πρὸς τὴν Ἱερὰν
1324Σύνοδον, καταγγέλλον τὴν μετάφρασιν ἐκείνην, καὶ ἡ ἐφημε-
1325ρίς, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ
1326Ἀττικῆς, ἐπετέθη κατὰ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἐπετέθη,
1327ὡς διατείνονται οἱ φοιτηταὶ, —καὶ πιθανὸν τοῦτο νὰ ἦναι
1328ἀκριβὲς—ἐπετέθη καὶ κατ’ αὐτῶν. Καὶ ἐνόμισαν, Κύριοι,
1329οἱ φοιτηταὶ, ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ ζητήσωσι λόγον παρὰ
1330τοῦ συντάκτου ἢ ἀρχισυντάκτου τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, καὶ
1331ἐπορεύθησαν ἐν σώματι πολλοὶ, πλεῖστοι τὸν ἀριθμὸν, καὶ
1332μετέβησαν εἰς τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης.
1333Ὑπεράνθρωποι κατεβλήθησαν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, Κύ-
1334ριοι, προσπάθειαι ἐκ μέρους τῆς Ἀστυνομίας, ἵνα ἐμποδίσῃ,
1335ὅπως τὰ πράγματα ἐκτραχυνθῶσι, προσπάθειαι πλεῖσται,
1336αἵτινες εὐτυχῶς τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐπέτυχον. Ἀλλ’ ἐνῷ,
1337Κύριοι, οἱ φοιτηταὶ ἀνέμενον, ὅπως τὴν ἐπαύριον δοθῇ αὐ-
1338τοῖς ἱκανοποίησις παρὰ τῆς ῥηθείσης ἐφημερίδος, τοιαύτη
1339ἱκανοποίησις δὲν ἐδόθη, καὶ τὴν πρωΐαν τῆς Τρίτης μετέβη-
1340σαν ἐν σώματι καὶ ἀφῄρεσαν τὴν ἐπιγραφὴν τῆς ἐφημερίδος
1341ἐκείνης. Καὶ κατὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἡ ὁποία βεβαίως
1342ἀπετέλει παράβασιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὡς προσβάλλουσα
1343ξένην ἰδιοκτησίαν, παρίστατο ἡ δημοσία δύναμις, παρίσταντο
1344κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τεσσαράκοντα ἀστυφύλακες, τριά-
1345κοντα στρατιῶται, καὶ ἡ δύναμις αὕτη, διοικουμένη παρὰ
1346τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, μὲ ὅλας τὰς νουθεσίας, μὲ
1347ὅλας τὰς παρακλήσεις, δὲν ἐπέτυχεν, ἵνα ἡ κατὰ τῆς ἰδιο-
1348κτησίας ἀπόπειρα μὴ συντελεσθῇ. Καὶ συνετελέσθη ἡ προσ-
1349βολὴ τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ δὲ δύναμις ἡ δημοσία ἐθεᾶτο τὰ
1350γενόμενα· ἀφῃρέθη ἡ ἐπιγραφὴ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, καὶ
1351μετεφέρθη πρὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκεῖ δὲ,
1352ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐθραύσθη καὶ ἐρρίφθη εἰς τὰς ὑπονόμους.
1353Καὶ ἐκεῖθεν ἐτράπησαν οἱ φοιτηταὶ πρὸς ἑτέραν ἐφημε-
1354ρίδα, τὸ «Ἄστυ», παραπονούμενοι, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη εἶχε
1355γράψει ἄρθρον, ἐπιδοκιμάζον τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγε-
1356λίου, καὶ αἱ αὐταὶ σκηναὶ διεδραματίσθησαν καὶ ἐκεῖ· διε-
1357δραματίσθησαν δὲ παρουσίᾳ τῆς δημοσίας δυνάμεως, ἡ ὁποία,
1358καίτοι παρεκάλεσε, καίτοι τὰ πάντα μετῆλθεν, ἵνα παρεμ-
1359ποδίσῃ ταύτας, δὲν ἐπέτυχε, καὶ ἠναγκάσθη νὰ μείνῃ ἡ
1360δημοσία αὕτη δύναμις θεατὴς τῶν γιγνομένων! Καὶ ὄχι μό-
1361νον τοῦτο, Κύριοι, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ δημοσία δύναμις προε-
1362πηλακίσθη, ὑβρίσθη, καὶ οἱ ἱππεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν
1363ταύτην, ἠναγκάσθησαν νὰ βαδίσωσι πρὸς τὴν πλατεῖαν τοῦ
1364Συντάγματος, ἀκολουθούμενοι παρὰ πλήθους, τὸ ὁποῖον βε-
1365βαίως δὲν ἦτο πρὸς τοὺς ἱππεῖς τούτους εὐμενές.
1366Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, Κύριοι, ἐγένοντο ὑπὸ φοιτητῶν, ἐν
1367ἐξάψει διατελούντων, διὰ μίαν ἰδέαν, ἡ δὲ ἰδέα εἶναι σε-
1368βαστὴ, ἡ ἰδέα εἶναι ἱερὰ, καὶ ἦτο δυνατὸν ταῦτα πάντα, αἱ
1369παρεκτροπαὶ αὗται, νὰ λησμονηθῶσι χάριν τοῦ ἐλατηρίου,
1370τὸ ὁποῖον τὴν νεολαίαν ἐκίνει. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴ-
1371πητε, ὅτι κατὰ τὰς δύο ἐκείνας σκηνὰς ἡ δημοσία δύναμις
1372δὲν ἐτήρησεν ἀνεκτικότητα ἰώβειον, δὲν ὑπέστη ὕβρεις, προ-
1373πηλακισμοὺς χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε. Ἦτο αὐτὸ τὸ ἔργον,
1374Κύριοι, τῶν δολοφόνων;
1375Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησεν ἐνταῦθα τὸ πρᾶγμα. Μετὰ τὴν
1376ἀφαίρεσιν τῶν ἐπιγραφῶν τῶν ἐφημερίδων ἔρχεται ἕτερον
1377γεγονός· καταλαμβάνεται ὑπὸ τῶν φοιτητῶν τὸ Πανεπιστή-
1378μιον. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη, περὶ τῆς
1379ὁποίας δὲν ἤκουσα νὰ γίνηται λόγος, εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία
1380πρέπει νὰ ἐπαινεθῇ; Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον,
1381ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς Πρυτανείας, ἐναντίον τῆς θελή-
1382σεως τῆς Συγκλήτου, ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν καθηγη-
1383τῶν, ἐναντίον τῆς θελήσεως παντὸς γραπτοῦ νόμου, νὰ κατα-
1384λαμβάνηται δημόσιον κτίριον, περικλεῖον τοσοῦτον πλοῦ-
1385τον, καὶ νὰ καταλαμβάνηται παρὰ φοιτητῶν, μὴ ἐχόντων
1386βεβαίως πρὸς τοῦτο οὐδὲν δικαίωμα;
1387Καὶ ἐνῷ ταῦτα συνέβαινον, τί ἔπραττον ἐγώ; Ἐγὼ, ὁ
1388ὁποῖος ἐγνώριζον, ὅτι οἱ φοιτηταὶ ἐκεῖνοι ἠλαύνοντο ὑπὸ ἰδέ-
1389ας, ὡς εἶπον, ἱερᾶς, ὅτι εἶχον ἰδεῶδες, τὸ ὁποῖον ἐκίνει αὐ-
1390τοὺς, καὶ ὅτι ἑπομένως ἔπρεπεν, ὅσον ἦτο δυνατὸν, νὰ παρα-
1391βλέψωμεν τὰς παρεκτροπὰς αὐτῶν, ἀποβλέποντες εἰς τοῦτο,
1392ὅτι τὸ ἐλατήριον, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἠλαύνοντο, ἦτο ἐλατή-
1393ριον ἄξιον σεβασμοῦ, τί ἔπραττον ἐγώ; Προσεπάθουν ἐγὼ,
1394ὁ πάντοτε ὑβρισθεὶς παρὰ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, περὶ ἧς
1395ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, προσεπάθουν, νὰ
1396δοθῇ ἱκανοποίησις πρὸς τοὺς φοιτητάς. Προσεπάθησα καὶ
1397παρεκάλεσα, νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις εἰς τοὺς φοιτητάς· ἀπέ-
1398στειλα τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ἀπέστειλα τὸν Δι-
1399ευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, παρακαλῶν ἵνα ἡ ζητηθεῖσα ἱκα-
1400νοποίησις δοθῇ, ὅπως ἀρθῇ τὸ σκάνδαλον, καὶ ἡ ἱκανοποίη-
1401σις τὴν ἐπαύριον ἐδόθη πλήρης. Ἀλλ’ ὅτε ἐδόθη ἡ ἱκανο-
1402ποίησις, οἱ φοιτηταὶ, οἱ ὁποῖοι πρὸ τούτου ἔλεγον, ὅτι ἡ Κυ-
1403βέρνησις δὲν ἦτο ὑπεύθυνος διὰ τὴν προσβολὴν, τὴν εἰς αὐ-
1404τοὺς γενομένην, οἱ φοιτηταὶ, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι πρὶν δοθῇ
1405εἰς αὐτοὺς ἱκανοποίησις δὲν ἤθελον ἐγκαταλείψει τὸ Πανε-
1406πιστήμιον, ἤγειραν δευτέραν ἀξίωσιν, ὅτι πρὸ τῆς ἀποφά-
1407σεως τῆς Συνόδου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως τοῦ
1408Εὐαγγελίου δὲν ἤθελον ἐγκαταλείψει τὸ Πανεπιστήμιον.
1409Καὶ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῆς μεταφράσεως τοῦ
1410Εὐαγγελίου; Γνωστὸν εἶναι τοῖς πᾶσι, καὶ γνωστὸν βεβαίως
1411εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅτι περὶ τοιούτων ζητημά-
1412των μόνη ἁρμοδία εἶναι ἡ Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος ἔχει τὸ δι-
1413καίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοι-
1414ούτων ζητημάτων. Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις ἐπανεπαύθη
1415εἰς τοῦτο; Προέβη περαιτέρω. Προεκάλεσε τὴν γνώμην τῆς
1416Συνόδου κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου ἐπὶ τῆς μεταφράσεως
1417τῆς δημοσιευομένης ὑπὸ τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος....
1418§188ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τέλη Ὀκτωβρίου;
1419§189ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς 17 ἐγένετο ἡ ἀπόφασις.
1420§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὰς 17 Ὀκτωβρίου διὰ τοῦ Β. Ἐπι-
1421τρόπου προεκλήθη ἡ γνώμη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Καθῆκον
1422τοιοῦτο δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε
1423νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τῆς Συνόδου, καὶ καλῶς ἔπραξε.
1424Δυστυχῶς ἡ Σύνοδος, καίτοι τὰς ἀποφάσεις της ἐξέδωκε,
1425συνεδριάσασα τὴν 17 Ὀκτωβρίου, δὲν συνέταξε ταύτας, οὐδὲ
1426ἀπέστειλε τότε ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἕνεκα τῆς ἀνα-
1427χωρήσεως τοῦ Μητροπολίτου...
1428§191Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς βεβαιώσητε, ἐὰν πρὸ τῆς
1429ἀποφάσεως τῆς 17 Ὀκτωβρίου ὑπῆρξαν ἄλλαι ἀποφάσεις τῆς
1430Ἱερᾶς Συνόδου κατὰ τὸ 1899, ἀπαγορεύουσαι τὰς μετα-
1431φράσεις;
1432§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπῆρξαν ὄχι ἀποφάσεις, ἀλλὰ δύο ἐπι-
1433στολαί, τὰς ὁποίας ἡ Σύνοδος εἶχε συντάξει κατὰ τὸ 1899
1434καὶ αἱ ὁποῖαι ἠσχολοῦντο περὶ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγ-
1435γελίου. Ἀλλὰ τῶν ἐπιστολῶν τούτων οὐδεμίαν γνῶσιν ἔλαβε
1436τὸ Ὑπουργεῖον. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἱ ἐπιστολαὶ αὗται δὲν
1437ἀνεκοινώθησαν τότε.
1438§193ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τότε δὲν ἀνεκοινώθησαν;
1439§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Καὶ θέλω ἐξετάσει μετὰ τῆς
1440χαρακτηριζούσης με εἰλικρινείας τὸ ζήτημα ἐκεῖνο. Μετά-
1441φρασις τοῦ Εὐαγγελίου ἐγένετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην,
1442ἐντολῇ τῆς Βασιλίσσης ὑπό τινος νέας Σωμάκη, ἀνεψιᾶς τοῦ
1443μακαρίτου καθηγητοῦ Πανταζίδου, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν
1444αὐτοῦ. Λυπηρὸν εἶναι, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν στιγ-
1445μὴν ἐκείνην ἠδύνατο καὶ ὤφειλε ν’ ἀποτρέψῃ τὴν μετάφρα-
1446σιν ἐκείνην, δὲν τὸ ἔπραξε. Διότι, ἐὰν ἤθελε πράξει τὸ κα-
1447θῆκόν του, οὐδὲν ἴσως ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ἤθελε
1448συμβῆ. Ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα ἀδυναμίας χαρακτῆρος, εἴτε δὲν γνω-
1449ρίζω διὰ ποῖον λόγον, τὸ καθῆκον αὐτὸ δὲν ἐξετελέσθη...
1450§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἤθελεν ἡ Βασίλισσα.
1451§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ... Ἀλλὰ μαθοῦσα ἡ Σύνοδος, ὅτι ἐπρό-
1452κειτο περὶ τῆς μεταφράσεως ἐκείνης, ἐδήλωσε διὰ τῶν ἐπι-
1453στολῶν ἐκείνων, ὅτι ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἐπι-
1454τρέπεται.
1455§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος ἔλεγεν, ὅτι αἱ μεταφρά-
1456σεις δὲν ἐπιτρέπονται;
1457§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Σύνοδος τὸ ἔγραψε πρὸς τὴν Βασί-
1458λισσαν· ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐνῷ παρεστάθη πρὸς τὴν Βασί-
1459λισσαν, ὅτι αἱ μεταφράσεις δὲν ἐπιτρέπονται, εἶχε συγχρό-
1460νως παρασταθῆ εἰς αὐτὴν, ὅτι δὲν δύναται μὲν ἡ Σύνοδος
1461νὰ ἐγκρίνῃ μετάφρασιν, ἀλλ’ ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχεν ἁμαρτία
1462ἐν τῇ συντάξει τῆς μεταφράσεως ταύτης. Καὶ περὶ τῆς μετα-
1463φράσεως αὐτῆς οὐδόλως ἔλαβον γνῶσιν οἱ Ὑπουργοί, περὶ
1464αὐτῆς οὐδεὶς ἐγένετο λόγος, καὶ ἑπομένως οὐδεμία ἐκ τού-
1465του προεκλήθη ἐξέγερσις.
1466Ὅτε ὅμως ἐδημοσιεύθη ἡ μετάφρασις τοῦ κ. Πάλλη εἰς
1467τὴν ἐφημερίδα, ἧς ἐποιήσασθε μνείαν, ἀνεμνήσθησαν τῆς
1468μεταφράσεως ἐκείνης, καὶ ἀνεμνήσθησαν αὐτῆς κατὰ τρόπον,
1469ὁ ὁποῖος, ὁμολογῶ, δὲν δύναται ἢ νὰ λυπήσῃ οἱονδήποτε,
1470θέλοντα νὰ ἦναι δίκαιος ἔστω καὶ πρὸς ὑψηλὰ ἱσταμένους,
1471διότι καὶ πρὸς αὐτοὺς καθῆκον ἔχει ὁ τίμιος ἄνθρωπος νὰ
1472ἦναι δίκαιος. Ἠδύνατο, Κύριοι, νὰ προκληθῇ ἀποδοκιμασία
1473πρὸς πᾶσαν μετάφρασιν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, γιγνομένην
1474ἐναντίον τῶν παραδόσεων τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας,
1475ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ πιστευθῇ καὶ διαδοθῇ, ὡς ἐπιστεύθη καὶ
1476διεδόθη, ὅτι ἡ μετάφρασις ἐκείνη σκοπὸν εἶχε ν’ ἀλλάξῃ τὴν
1477θρησκείαν τοῦ Ἕλληνος, ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν ἐθνισμὸν ἡμῶν,
1478νὰ καταστήσῃ ἡμᾶς Σλαύους.
1479Συνέπεια τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ἀσεβῶν τούτων διαδόσεων
1480ἀναγκαία ὑπῆρξεν ἡ ἐξέγερσις τοῦ λαοῦ, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος
1481τῶν ἰδεῶν τούτων προεκλήθησαν τὰ προχθεσινὰ συμβάντα,
1482ἅτινα μετὰ θλίψεως πάντες ἀντελήφθημεν. Καὶ δυστυχῶς
1483κατὰ τὴν τοιαύτην ἐξέγερσιν ἐλησμονήθη ἡ εὐλάβεια, ἡ
1484ὀφειλομένη πρὸς τὴν Γυναῖκα ἐκείνην, ἡ ὁποία τὸν βίον διά-
1485γει παρὰ τὸ προσκεφάλαιον τῶν ἀσθενῶν, ἡ ὁποία τὸν και-
1486ρόν της διαθέτει βοηθοῦσα τοὺς δυστυχεῖς, καὶ ὑπέλαβον
1487τὴν ὑψηλὴν δέσποιναν ἀξίαν, ἵνα προσπαθήσῃ ν’ ἀφαιρέσῃ
1488τὸν ἐθνισμὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ ὑποτάξῃ αὐτοὺς, δὲν ἠξεύρω
1489εἰς ποίαν πολιτικήν· ἐλησμόνησαν τὸν βίον ὅλον τῆς Βασι-
1490λίσσης, καὶ τοῦτον λησμονοῦντες, ἐλησμόνησαν ὅτι ἐν τῇ
1491καρδίᾳ αὐτῆς, ἐὰν ὄχι ἄλλο, ὑπάρχει ἡ μητρικὴ φιλοδοξία,
1492καὶ ὅτι ἐν τῇ μητρικῇ ταύτῃ φιλοδοξίᾳ θὰ ὀνειρεύηται τὸν
1493υἱὸν αὑτῆς Βασιλέα μεγαλειτέρας Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν θὰ
1494ὀνειρεύηται αὐτὸν ποτὲ κυβερνήτην Ρωσσικοῦ κυβερνείου.
1495(Εὖγε! Εὖγε! παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1496Καὶ ἡ ἰδέα αὕτη ἐπέφερε τὴν ἐξέγερσιν, ἡ ὁποία δυστυχῶς
1497ἐπῆλθε, καὶ ἥτις ἦτο πραγματική· τὴν ἀντελήφθημεν δὲ
1498πάντες, διότι ἦτο εὔκολον εἰς οἱονδήποτε νὰ μεταβῇ εἰς μέ-
1499ρος τι τῆς πόλεως, καὶ νὰ ἴδῃ, ὅτι ἐπρόκειτο παντοῦ περὶ
1500ἀμύνης ὑπὲρ τῆς θρησκείας. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Βουλευτὴν
1501ἐκ Γόρτυνος, ἡ περὶ αὐτῆς ἰδέα δὲν νομίζει ὅτι εἶναι ἐπί-
1502σης ἱερὰ, ὅσον ἐκείνη, ἥτις ὤθησε τὸν λαὸν κατὰ τὸ 1878;
1503Τότε ἐνόμισαν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐθνισμοῦ, νῦν ἐνο-
1504μίσθη ὅτι πρόκειται περὶ τῆς θρησκείας. Προκειμένου δὲ
1505περὶ τῆς θρησκείας, ἡ ἐξέγερσις μείζονα τὴν δύναμιν ἔχει,
1506καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τὰ ἀντελήφθημεν πάντες.
1507Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ μέχρι τινὸς τὸ ζήτημα ἔμενεν ἐντὸς
1508τοῦ κύκλου τῶν φοιτητῶν, καὶ ἡ δρᾶσις τοὐλάχιστον ἐγί-
1509νετο ὑπὸ μόνων τούτων, ἦλθε στιγμή, ὅτε ἄλλα στοιχεῖα
1510ἀνεμίχθησαν· διότι, ἐνῷ οἱ φοιτηταὶ εἶχον δηλώσει, ὅτι ἤ-
1511θελον ἀρκεσθῆ εἰς τὴν δήλωσιν τῆς ἐφημερίδος ἀφ’ ἑνὸς,
1512ὅπως κανονισθῇ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν ζήτημα, ἀφ’ ἑτέρου
1513δὲ, ὅτι ἤθελον περιμείνει τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου, ὅπως
1514ἐντελῶς λήξῃ τὸ ζήτημα, ὅπερ τοσοῦτον εἶχεν ἐρεθίσει αὐ-
1515τοὺς, μετέβαλον γνώμην. Ὅτε ἡ Σύνοδος προέβη εἰς τὴν
1516ἀπόφασιν αὑτῆς, ἐγὼ, ἐπ’ ἐλπίδι ταχυτέρου κατευνασμοῦ
1517τῶν πνευμάτων, παρέλαβον τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Συνό-
1518δου, πρὶν ἢ καθαρογραφῇ κἄν, καὶ διεβίβασα πρὸς τὸν κ.
1519Πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου, μὲ ῥητὴν ἐντολὴν ν’ ἀνακοι-
1520νώσῃ αὐτὴν πρὸς τοὺς φοιτητὰς, εὐελπιζόμενος, ὅτι διὰ τῆς
1521ἀνακοινώσεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἥτις ἀπηγόρευε πᾶ-
1522σαν οἱανδήποτε μετάφρασιν, καὶ ἣν αὐτοστιγμεὶ ἀνεκοίνωσα
1523πρὸς πάσας τὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, παραγγέλλων αὐταῖς,
1524ὅπως ἀμέσως προβῶσιν εἰς κατάσχεσιν οἱουδήποτε ἀντιτύ-
1525που οἱασδήποτε μεταφράσεως, οἱ φοιτηταὶ ἤθελον εὕρει
1526πραγματοποιηθὲν τὸ ἰδεῶδες αὑτῶν καὶ ἤθελον ἡσυχάσει...
1527§199ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχουν ἔγγραφα περὶ αὐτῶν καὶ θὰ
1528τὰ καταθέσητε;
1529§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
1530§201ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰς ἐπιστολάς.
1531§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὗται δὲν εἶναι ἔγγραφα δυνάμενα νὰ
1532ἀνακοινωθῶσιν· ἔκαμα δὲ χρῆσιν, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνα-
1533φέρω περὶ αὐτῶν.
1534Ἀνεκοίνωσα λοιπὸν τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Ἱερᾶς
1535Συνόδου, ἀλλὰ δυστυχῶς αὕτη δὲν ἐκρίθη παρὰ τῶν φοιτη-
1536τῶν ἐπαρκής· προῆλθε δὲ τότε ἐν τῷ μέσῳ ἕτερον ζήτημα,
1537τὸ ζήτημα τοῦ ἀφορισμοῦ, καὶ ἐζητήθη παρὰ τῶν φοιτητῶν
1538ὁ ἀφορισμὸς παντὸς συντάκτου μεταφράσεως ἢ παντὸς ποι-
1539οῦντος χρῆσιν τοιαύτης.
1540§203Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε; διότι
1541ἀφήκατε κενόν τι εἰς τὴν ὁμιλίαν σας.
1542§204Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.
1543§205Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπετε, ὅτι πρὶν ἢ καθαρογραφῇ ἡ ἀπό-
1544φασις τῆς Συνόδου προέβητε ἀμέσως εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν
1545αὐτῆς. Ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῆς
1546ἀποφάσεως, ὅτι ἡ μὲν ἀπόφασις ἐλήφθη τὴν 17 Ὀκτωβρίου,
1547ἡ δὲ δημοσίευσις ἐγένετο τὴν 7 Νοεμβρίου. Δύνασθε νὰ
1548πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγέ-
1549νετο ἡ ὑμετέρα ἀνακοίνωσις;
1550§206Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις, ὡς φαίνεται, ἐγένετο
1551τὴν 17 Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ἡ Σύνοδος δὲν προέβη εἰς τὴν
1552σύνταξιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης.
1553§207Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος τί ἔπραττε;
1554§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δυστυχῶς, ὅπως εἶπον πρίν, ἀνεχώ-
1555ρησε μετά τινας ἡμέρας ὁ Μητροπολίτης, ἕνεκεν ἀσθενείας
1556τῆς μητρός του, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, ἡ δὲ Σύνοδος
1557ἐνόμισεν, ἕνεκα λόγων, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ ἐξ ὅσων
1558πρὸς αὐτὴν εἶπον, ὅτι ἔπρεπεν ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ νὰ
1559ὑπάρχῃ καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Μητροπολίτου, καὶ ἑπομένως
1560δὲν ἐγένετο ἡ ἀνακοίνωσις ἀκριβής, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐνό-
1561μισεν ἡ Σύνοδος, ὅτι ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς ἐκείνου δὲν θὰ
1562εἶχε τὸ κῦρος, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη ἀπόφασις.
1563§209ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶχεν ὑπογράψει τὸ πρακτικόν;
1564§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶχεν ὑπογράψει.
1565§211Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἐὰν εἰς μίαν συνεδρίασιν γίνεται ἡ ἀπό-
1566φασις καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὑπογράφεται, εἶναι γνωστή;
1567§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ
1568ἀπόφασις αὕτη, ὅπως εἶπον, ἀνεκοίνωσα ταύτην πρὸς τὸν
1569Πρύτανιν αὐτοστιγμεί.
1570Ἐζήτησαν λοιπόν, Κύριοι, οἱ φοιτηταὶ τὸν ἀφορισμόν·
1571ἀλλ’ ἐνῷ τὰ πνεύματα ἦσαν ἐν ἐξεγέρσει,—πρᾶγμα τὸ ὁ-
1572ποῖον πάντες ἀντελήφθητε τότε,—τί ἐπράχθη; Ἐτέθη εἷς
1573λόχος ὑπὸ τὴν οἰκίαν, εἰς ἣν κατοικεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευ-
1574τὴς Ἀττικῆς, ὑπῆρχον δὲ καί τινες ἱππεῖς. Παρεκλήθησαν
1575δὲ οἱ φοιτηταί, ὅπως μείνωσιν ἐντὸς τοῦ Πανεπιστημίου,
1576καὶ ἐγένετο γνωστὸν εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμέ-
1577νον νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ περιβόλου τοῦ Πανεπιστημίου,
1578ὅπως ποιήσωνται διαδήλωσιν, διότι δυστυχῶς ἡ ἐνέργεια
1579τῆς προτεραίας ἔπρεπε νὰ ἐμβάλῃ ἡμᾶς εἰς ἀνησυχίαν. Καὶ
1580μέχρι τινὸς οἱ φοιτηταὶ ὑπήκουσαν εἰς τὴν παράκλησιν τῶν
1581ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀρχαὶ δὲν
1582εἰσηκούοντο πλέον· καὶ τότε παρέστημεν μάρτυρες εἰς λίαν
1583θλιβερὰ γεγονότα, Κύριοι. Παρέστημεν μάρτυρες εἰς τὸν
1584λιθοβολισμὸν τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες οὐδεμίαν, ἀπολύτως
1585οὐδεμίαν ἀντέταξαν ἐπίθεσιν, καὶ ἐπληγώθη ἀξιωματικός,
1586καὶ ἐπληγώθησαν πολλοὶ ἱππεῖς· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, καὶ ὁ
1587πληγωθεὶς ἀξιωματικὸς καὶ οἱ πληγωθέντες στρατιῶται εἶ-
1588χον τὴν ψυχραιμίαν, ἵνα μηδεμίαν ἐπίθεσιν ἀντιτάξωσιν,
1589νὰ ὑποστῶσι τὰ πάντα, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ τι ἀπευκταῖον.
1590Ὑβρίζοντο, προεπηλακίζοντο στρατιῶται, ἀξιωματικοί, ἀρ-
1591χαί, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν ἔπραξαν. Καὶ τὸ ἀπόγευμα,
1592Κύριοι, παρουσιάσθη ὁ καθηγητὴς Καρολίδης, ὁ ὁποῖος, —
1593καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, εἶχε ῥητῶς ἀπαγορευθῆ νὰ ἐξέλθωσιν
1594οἱ φοιτηταὶ ἐκ τοῦ περιβόλου τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ τὸν κίν-
1595δυνον τῶν ἐπακολουθημάτων τῶν διαδηλώσεων, —παρεκά-
1596λεσε μετ’ ἐπιτροπῆς φοιτητῶν, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς,
1597ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν Μητρόπολιν καὶ παραστήσωσι τὰ δί-
1598καιά των εἰς τὸν Μητροπολίτην. Ἐπρόκειτο, ὡς εἶπον, περὶ
1599ἀφορισμοῦ πλέον, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου δὲν ἐκρίθη
1600ἐπαρκής. Καὶ ἐπετράπη εἰς αὐτοὺς ἡ μετάβασις. Ἀλλὰ δυσ-
1601τυχῶς δὲν ἦσαν μόνον φοιτηταί, Κύριοι, ἦσαν καὶ ἄλλοι πολ-
1602λοί, καὶ οἱ πολλοὶ ἐκεῖνοι δὲν ὡδηγοῦντο βεβαίως ὑπὸ τῶν
1603ἰδεῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐνεφοροῦντο οἱ φοιτηταί, καὶ ἀτα-
1604ξίαι πολλαὶ ἐγένοντο παρὰ τὴν Μητρόπολιν, καὶ ἐζήτησαν
1605ἐπιμόνως ἵνα ἐξέλθῃ εἰς τὸν ἐξώστην ὁ Μητροπολίτης· εἰσῆλ-
1606θον δὲ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Μητροπόλεως, καὶ ἠναγ-
1607κάσθη αὐτὸς ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς προσωπικῶς νὰ
1608παρακαλέσῃ τοὺς φοιτητὰς ν’ ἀναχωρήσωσι, διὰ νὰ μείνῃ
1609ἀντιμέτωπος μόνον ἀπέναντι τῶν ὁμάδων ἐκείνων, αἵτινες
1610πᾶν ἄλλο ἢ εἰρηνικὸν σκοπὸν εἶχον.
1611Εἴδομεν, Κύριοι, μετὰ τὰ τελεσθέντα τὴν ἡμέραν ἐκεί-
1612νην, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ φρουρήσωμεν τὴν τάξιν ἄνευ ἐπαρ-
1613κοῦς δυνάμεως. Δύναμις στρατιωτικὴ ὀλιγίστη κατὰ τὴν
1614στιγμὴν ταύτην ὑπάρχει διαθέσιμος ἐν Ἀθήναις, διότι
1615ὑπάρχει δύναμις, ἀλλ’ εἶναι δύναμις ἀποτελουμένη ἀπὸ
1616νεοσυλλέκτους, μόλις πρὸ μηνὸς καταταχθέντας. Καὶ ἐν
1617ἐλλείψει δυνάμεως ἠναγκάσθημεν νὰ προστρέξωμεν εἰς τοὺς
1618ναύτας, ὅπως ὑπάρχῃ δύναμίς τις, διότι ἐπληροφορήθημεν,
1619ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶχεν ἐξέλθει ἐκ τοῦ κύκλου τῶν φοιτητῶν,
1620ἐκ τοῦ κύκλου ἀκόμη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ ἁγνῶν ἰδεῶν
1621θρησκευτικῶν ὡδηγοῦντο, καὶ ὅτι πολλὰ ἄλλα στοιχεῖα,
1622ἐπιδιώκοντα ἄλλους σκοποὺς, εἶχον ἀναμιχθῆ μετὰ τῶν
1623φοιτητῶν, καὶ ἕνεκα τούτου ἦλθε τὸ ἄγημα ἐκεῖνο, τὸ ἀπο-
1624τελούμενον οὐχὶ ἐκ χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἐκ πεντακοσίων
1625μόνον ἀνδρῶν. Ἐλήφθη δὲ τὸ μέτρον τοῦτο, διότι εἶχεν
1626ἀναγγελθῆ τὴν ἡμέραν τῆς Τετάρτης, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ
1627μέγα συλλαλητήριον τὴν ἐπιοῦσαν εἰς τοὺς στύλους τοῦ
1628Ὀλυμπίου Διός· ἦτο δὲ ἀσύνετον, ὅτε ἤκουέ τις, τί παρὰ
1629τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ἐλέγετο, ποῖαι ὕβρεις ἐξετοξεύοντο,
1630ὅτε διέβλεπε ποῖοι σκοποὶ λανθάνοντες ὑπῆρχον, ἦτο, λέ-
1631γω, ἀσύνετον νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὑπάρχῃ δύναμις
1632ἀρκετὴ διὰ τὴν φρούρησιν τῆς τάξεως. Καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ
1633ἐνέργεια τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Πέμπτης; — καὶ
1634ὁμιλῶν περὶ στρατοῦ περιλαμβάνω, ἐννοεῖται, καὶ τὸ ναυ-
1635τικόν.—Εἶχεν ἐκδοθῆ ἀπὸ τὸ ἑσπέρας τῆς προτεραίας ὑπὸ
1636τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς διαταγή, ἡ ὁποία ἐτοιχο-
1637κολλήθη εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐλέγετο,
1638ὅτι πλήρης ἐλευθερία ἀφίετο πρὸς συγκρότησιν τοῦ συλλα-
1639λητηρίου, τὸ μόνον δὲ, ὅπερ ἀπηγορεύετο, ἦτο ἡ ἐν σώματι
1640μετάβασις εἰς τὸ συλλαλητήριον. Καὶ τοῦτο πρὸς ποῖον σκο-
1641πόν; ὅπως ἐμποδίσωμεν συνωστισμὸν εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν
1642Ἀθηνῶν, συνωστισμὸν καὶ διαδηλώσεις, τὰς ὁποίας οἱαδή-
1643ποτε Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει, ὅσον εἶναι δυνατὸν, νὰ ἐμ-
1644ποδίζῃ. Διαταγαὶ εἶχον δοθῆ, Κύριοι, νὰ ἀφεθῇ πλήρης
1645ἐλευθερία εἰς τὸ συλλαλητήριον, καὶ μετὰ τῆς μεγαλει-
1646τέρας συνέσεως νὰ προσενεχθῶσιν οἱ φρουροὶ τῆς τάξεως
1647στρατιῶται. Καὶ τὰς διαταγὰς ταύτας ἔδωκα, ἔχων ὑπ’
1648ὄψει τὰ συμβάντα τῆς προτεραίας. Ἀλλὰ καὶ ὅτε εἶδον τὴν
1649ἐξέγερσιν κατὰ τῶν στρατιωτῶν καὶ τὸν τρόπον, μὲ τὸν
1650ὁποῖον μετεχειρίσθησαν αὐτοὺς οἱ κατ’ αὐτῶν ἐπιτιθέμε-
1651νοι — διότι ἡ ἐπίθεσις, οἱ λιθοβολισμοὶ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους
1652διήρκεσαν, — συνέστησα καὶ πάλιν αὐτοῖς ὑπομονὴν καὶ σύνε-
1653σιν. Ἀπόδειξις δὲ τῶν συστάσεων ἐκείνων καὶ τῆς ἐπιθυ-
1654μίας, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ διευθύνοντες τὸν στρατὸν, ὅπως
1655ἀποφύγωσι πᾶν ἀπευκταῖον, εἶναι, ὅτι ἀπὸ τῆς πρωΐας ἐπέ-
1656τρεψα, ἵνα αἱ παρ’ αὐτῶν δοθεῖσαι διαταγαὶ παροραθῶσι,
1657διότι οἱ φοιτηταὶ ἐπέμενον νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ συλλαλη-
1658τήριον ἐν σώματι, καὶ ἐπὶ τέλους ἐπετράπη καὶ τοῦτο, καὶ
1659μετέβησαν οἱ φοιτηταὶ ἐν σώματι.
1660§213Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ ὁμοβροντίαν!
1661§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· πρέπει νὰ περιμείνητε
1662ν’ ἀκούσητε. Ὑπῆρχε μία δύναμις ναυτικὴ πρὸ τοῦ ζαχα-
1663ροπλαστείου Γιαννάκη, ἡ ὁποία διῳκεῖτο παρὰ τοῦ κυρίου
1664Μπούμπουλη. Προσεπάθησε νὰ σταματήσῃ τοὺς ἀνθρώπους
1665ἐκείνους· τοῖς εἶπεν: «εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ περάσητε, ἀλλ’
1666ὄχι ἀπὸ ἐπάνω». Εἶδεν ὁ διευθύνων τὸ στρατιωτικὸν ἐκεῖνο
1667σῶμα ῥαπιζόμενον ἐνώπιόν του λοχίαν, ὁ ὁποῖος εἰς τόσον βα-
1668μὸν θυμοῦ ἔφθασεν, ὥστε ἐξήγαγε τὸ ξίφος του. Εὐτυχῶς
1669τὸ ἔθεσε πάλιν εἰς τὴν θήκην, καὶ ὁ λοχίας ἐκεῖνος ἠμπο-
1670δίσθη νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ προεχώρησεν ἡ διαδήλωσις, χωρὶς
1671νὰ γείνῃ οὐδὲ ἐκπυρσοκρότησις, οὐδὲ τίποτε, καὶ μετέβη-
1672σαν εἰς τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός· ἐκεῖθεν δὲ πάλιν,
1673ἀφοῦ τὸ συλλαλητήριον ἐτελείωσε, καὶ ἐναντίον τῶν ῥητῶν
1674διαταγῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, εἶχον δοθῆ, ἐπετρά-
1675πη, ὅπως ἐν σώματι ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν, καὶ ὅτε
1676κατὰ τύχην συνήντησα κατὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν διαδηλω-
1677τῶν τὸν διοικητὴν κ. Στάϊκον καὶ ἀνήγγειλεν οὗτος εἰς ἐμέ,
1678ὅτι εὐτυχῶς οὐδὲν ἀπευκταῖον συνέβη, συνεχάρην αὐτὸν καὶ
1679τῷ εἶπον: «πρόσεξε, πρὸς Θεοῦ, ἵνα μὴ συμβῇ τίποτε μέχρι
1680τέλους».
1681Αὐταὶ ἦσαν αἱ διαταγαὶ, τὰς ὁποίας ἔλαβε. Καὶ πράγ-
1682ματι τὸ συλλαλητήριον ἔφθασε μέχρι τοῦ Πανεπιστημίου,
1683χωρὶς ἀπευκταῖόν τι νὰ συμβῇ, καὶ οἱ φοιτηταὶ εἰσῆλθον εἰς
1684τὸ Πανεπιστήμιον.
1685Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, ἐχωρίσθησαν ἀπὸ τοὺς φοιτητὰς
1686ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἄλλα σχέδια εἶχον, καὶ ἄλλους
1687σκοποὺς ἐπεδίωκον· καὶ δὲν ἔχω ἐγὼ νὰ ὁρίσω ποῖα σχέδια
1688ἐπεδίωκον...
1689§215Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ συντεχνίαι, φαίνεται.
1690§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· διότι αἱ συντεχνίαι εἶχον ἀπο-
1691χωρήσει πρὶν ἢ οἱ διαδηλωταὶ φθάσωσιν εἰς τὸ Πανεπιστή-
1692μιον. Ἀλλ’ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως πολιτικὸν κέρ-
1693δος ἐπεδίωκον. Καὶ δὲν δύναται νὰ διέλθῃ τοῦ νοῦ ἐμοῦ, ὁ
1694ὁποῖος δὲν συνηθίζω νὰ κατηγορῶ οὐδένα, ὅτι ὑποκίνησις
1695τῶν ἀρχηγῶν ἢ τῶν πολιτευομένων τῶν ἐξεχόντων ἐπέφερε
1696τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Δὲν λέγω τοῦτο, Κύριοι. Λέγω ὅμως,
1697ὅτι τὰ στοιχεῖα ἀταξίας, τὰ ὁποῖα ἐπεδίωκον πᾶν ἄλλο ἢ
1698τὴν πλήρη ἐπιτυχίαν τῆς ἰδέας, ἡ ὁποία εἶχε καταλάβει
1699τοὺς φοιτητάς, ἠθέλησαν νὰ ὁρμήσωσιν, ὅπως μεταβῶσι καὶ
1700πάλιν εἰς τὴν Μητρόπολιν. Καὶ τότε, Κύριοι, ἡ δύναμις ἡ
1701στρατιωτικὴ ἀντέστη, καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς: «δὲν εἶναι δυνα-
1702τὸν νὰ διέλθητε»· καὶ τὸ εἶπεν ἅπαξ, τὸ εἶπε δὶς, τὸ εἶπε
1703τρίς· καὶ δὲν προέβη εἰς πυροβολισμοὺς κατὰ τῶν διαδηλω-
1704τῶν, ἀλλὰ διετάχθη ἐπέλασις μιᾶς ἴλης ἱππικοῦ, ἡ ὁποία
1705οὐδένα ἐτραυμάτισεν, οὐδένα ἐφόνευσε. Κατὰ τὴν ἐπέλασιν
1706ἐκείνην ὑπεχώρησε τὸ πλῆθος· ἀλλὰ τὸ πλῆθος, ὑποχωρῆ-
1707σαν πρὸς στιγμήν, ἐπανῆλθε, καὶ ἐπανῆλθεν ἄγριον, μὲ τὴν
1708ἀπαίτησιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ δίοδος. Καὶ δὲν περι-
1709ωρίσθη εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἤρχισαν οἱ λιθοβολισμοί, ἤρχισαν
1710καὶ οἱ πυροβολισμοὶ κατὰ τῶν στρατιωτῶν. Καὶ τότε ποία
1711διαταγὴ ἐδόθη; Διετάχθησαν οἱ στρατιῶται νὰ προβῶσιν
1712εἰς πυρσοκροτήσεις δι’ ἀσφαίρων πυρῶν, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι
1713οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἐκ φόβου ἤθελον ὑποχωρήσει καὶ ἤθε-
1714λον ἀπέλθει.
1715Ἀλλὰ τότε, μᾶς λέγουσιν, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰ-
1716κονομικῶν οἱ μπράβοι, οἱ ἀστυφύλακες ἐπετέθησαν...
1717§217ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπυροβόλησαν.
1718§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φέρετε τὴν ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος.
1719(Διακοπαὶ ἐξ ἀριστερῶν).
1720§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1721§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ... Ἡμεῖς
1722ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν, εἶναι τοῦτο· ὅτι ἐδώσαμεν δια-
1723ταγὴν ῥητὴν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως προβῇ ἀμέσως εἰς
1724ἀνακρίσεις, ἵνα πιστωθῇ: ὑπῆρχον ἐπὶ τέλους ἄνθρωποι εἰς
1725τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὡπλισμένοι; ὑπῆρχον ἄν-
1726θρωποι δυνάμενοι νὰ πυροβολήσωσι καὶ νὰ φονεύσωσι;
1727§221Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοὺς εἶδον ἑκατὸν ἄνθρωποι.
1728§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν τοὺς εἶδον ἑκατὸν ἄνθρωποι, ἂς
1729προσέλθωσιν οἱ ἑκατὸν ἄνθρωποι ἐπὶ τέλους εἰς τὴν Εἰσαγ-
1730γελίαν, ἵνα πιστωθῇ τὸ πρᾶγμα, καὶ τότε, ἐὰν ἴδητε ἡμᾶς
1731μὴ προβαίνοντας, θὰ ἔχητε δίκαιον.
1732§223ΠΕΡ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
1733μικῶν μᾶς τὸ ἔλεγον.
1734§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, λογικῶς
1735νὰ ὑποθέσητε, ὅτι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μετῆλθεν ὅσα μέσα
1736μετῆλθε, τὰ ὁποῖα ἀφηγησάμην ὑμῖν, ὅπως ἀποφύγῃ σύγ-
1737κρουσιν, ὅπως ἀποφύγῃ αἱματοχυσίαν, ὅτι Κυβέρνησις τοι-
1738αύτη ἤθελεν ἀναθέσει εἰς μπράβους, ἵνα ἐπιτεθῶσι κατὰ
1739τοῦ λαοῦ;
1740Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι
1741οἱ ἀντίπαλοι ὑμῶν, ἂν ὄχι ἄλλο, ἔχουσι λογικήν· καὶ ἐρω-
1742τῶ: οἱ τραυματισμοὶ, οἱ φόνοι, ἡ αἱματοχυσία ἠδύναντο νὰ
1743ὠφελήσουν τὴν Κυβέρνησιν; Μήπως δὲν εἶχε τὴν συναί-
1744σθησιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οἱονδήποτε, ἔστω καὶ ἀτύχημα,
1745ἂν ἤθελε συμβῆ, αὐτὴν ἤθελε βαρύνει, μὲ τὸ σύστημα μά-
1746λιστα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπεκράτησε, τοῦ
1747πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ; Ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑπο-
1748θέσητε, ὅτι τοιαύτη Κυβέρνησις ἤθελεν ἔχει τοὺς μπράβους
1749εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;
1750§225ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὰ ἐγένοντο.
1751§226Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν ἐγένοντο, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πρέ-
1752πει νὰ τιμωρηθῶσιν.
1753§227Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἀπαντᾶτε εἰς
1754τοιαύτας κατηγορίας· εἶσθε ὑπέρτερος τοιούτων κατηγοριῶν
1755καὶ τοιούτων κατηγόρων. Εἶναι αἶσχος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν
1756Βουλὴν νὰ εὑρίσκωνται Ἕλληνες Βουλευταί, κατηγοροῦντες
1757Ἕλληνας Ὑπουργοὺς ὡς δολοφόνους! Εἶναι αἶσχος!
1758§228Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἔχητε τοιαύτας πληροφορίας,
1759παρακαλῶ προβῆτε εἰς ἀνακοινώσεις.
1760§229Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρέτρια τοῦ κ. Καζαμπάκα.
1761§230Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται πληροφορίαι,
1762παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ προβῆτε εἰς ἀνακοινώσεις.
1763§231Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον. Ἡ ὑπηρέτρια τοῦ κ.
1764Καζαμπάκα εἶναι πληγωμένη εἰς τὸ στῆθος.
1765§232Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σήμερον τὸ εἴπετε, καὶ τὸ καθῆκον
1766ἡμῶν ἦτο νὰ δώσωμεν διαταγὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ πράγ-
1767ματος· ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ τοῦτο, τότε θέλει ἀποδειχθῇ τῇ
1768ἀδείᾳ τίνος εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
1769ἐκεῖνοι, οὓς ὑμεῖς εἴπετε, καὶ τότε βεβαιωθῆτε, ὅτι οἱοσδή-
1770ποτε ὑπέχει τὴν εὐθύνην θέλει δώσει λόγον τῆς πράξεώς του.
1771Ἀλλὰ νὰ λέγητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμ-
1772βάνω, τοιαύτην ὑπομονὴν ἰώβειον ἐπέδειξε, νὰ λέγητε:
1773«εἶσθε ὑπεύθυνοι τῶν πυροβολισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐρρίφθησαν»,
1774ὅταν ἀποδεικνύηται, ὅτι σφαῖραι ῥεβόλβερ κοινῶν ἦσαν αἱ
1775περισσότεραι, καὶ ὄχι σφαῖραι ῥεβόλβερ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
1776ἔχουσιν οἱ ἀστυφύλακες, εἶναι πολὺ τολμηρόν, ἵνα μή τι
1777περισσότερον εἴπω.
1778Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἐπαναλαμβάνω, ζήτημα εἶναι τοῦτο·
1779ἂς ἐξετασθῇ· ἀφίνομεν εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν νὰ τὸ ἐξε-
1780τάσωσι. Θὰ ἔχητε δὲ Εἰσαγγελίαν ἰδικήν σας, ὅταν δὲν θὰ
1781ἤμεθα εἰς τὴν ἀρχήν· καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς θερμῶς, ἵνα ταύ-
1782την ἐπιφορτίσητε, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο καθαρίσῃ, διότι
1783μὲ φθάνει ἡ θλῖψις, τὴν ὁποίαν δοκιμάζω, καὶ δὲν θέλω νὰ
1784φέρω εἰς τὴν ράχιν μου καὶ τὸν τίτλον τοῦ δολοφόνου. (Ὁ
1785κ. Πρωθυπουργὸς προφέρει τὰς τελευταίας λέξεις λίαν συγκε-
1786κινημένος).
1787§233Π. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐσκοτώθησαν οἱ ἄνθρωποι!
1788§234Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σᾶς ταράσσει αὐτὸ, κύριε
1789Πρόεδρε.
1790§235Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶσθε ἀνώτερος ἀνὴρ ἀπὸ
1791πάντα ἄλλον περισσότερον.
1792§236Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ἀνώτερος αὐτῶν τῶν
1793κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀποδίδουσι. (Πολλαχόθεν ἐκ δε-
1794ξιῶν ἀκούονται φράσεις παρόμοιαι. Ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς καὶ
1795ἄλλοι ἐν μέσῳ τοῦ θορύβου προφέρουσι λέξεις κατὰ τῆς Ἀντι-
1796πολιτεύσεως).
1797§237ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Ἀκού-
1798ονται λέξεις ἐνταῦθα, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται,
1799διότι οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ φαντασθῇ περὶ τοῦ κ. Προέδρου
1800τῆς Κυβερνήσεως... (Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δακρύει καὶ κλο-
1801νίζεται ἐκ συγκινήσεως).
1802§238ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὅλους μᾶς ταράττει αὐτό.
1803(Μεγάλη συγκίνησις καὶ εἰς τὰς δύο πτέρυγας. Πάντες σχε-
1804δὸν ὄρθιοι ζητοῦσι νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις)
1805§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπὶ πέντε λεπτὰ ἡ συνε-
1806δρίασις.
1807(Μετὰ διακοπὴν πέντε λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνε-
1808δρίασις, καταλαμβάνει δὲ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντι-
1809πρόεδρος κ. Ν. Λεωνίδας).
1810§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς παρακαλεῖται νὰ
1811συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
1812§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ μήπως, Κύριοι, ἡ
1813ἀνεκτικότης ἡμῶν περιωρίσθη εἰς ταῦτα; Ἐξηκολούθησε,
1814Κύριοι, ἡ κατάληψις τοῦ Πανεπιστημίου ὑπὸ τῶν φοιτητῶν,
1815καὶ ἐνῷ προεκλήθημεν δι’ ἐγγράφου τῆς Συγκλήτου, ἵνα
1816λάβωμεν μέτρα, διότι ἡ Σύγκλητος ὡμολόγησεν, ὅτι οὐδὲν
1817πλέον ἠδύνατο ἐπὶ τῶν φοιτητῶν, εἰς οὐδὲν μέτρον προέβη-
1818μεν, ἐλπίζοντες ὅτι ἡ σύνεσις ἤθελεν ἐπικρατήσει παρ’ αὐ-
1819τοῖς. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τῆς
1820Συγκλήτου, διότι καλὸν εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ γνῶσιν αὐτοῦ.
1821Ἰδοὺ τί γράφει ἡ Σύγκλητος (ἀναγινώσκει):
1822«Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Νοεμβρίου 1901.
1823»Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας
1824Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον.
1825» Ἡ Ἀκαδημαϊκὴ Σύγκλητος, ἔχουσα πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι
1826διὰ τῆς ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς
1827Συνόδου ἐδόθη ὁριστικὴ λύσις εἰς τὸ ζήτημα τῆς μεταφρά-
1828σεως τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, καὶ ὅτι ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῶν σημε-
1829ρινῶν δημοσιευμάτων ἐφημερίδος τινὸς, ἥτις, ὅπως διετείνον-
1830το οἱ φοιτηταὶ, εἶχε προσβάλει αὐτοὺς, ἐδόθη πλήρης ἱκανο-
1831ποίησις, καὶ ὅτι οὐδείς πλέον ὑπάρχει εὔλογος λόγος, ὅπως
1832συνταράσσωνται οἱ φοιτηταὶ, καθ’ ἃ καὶ ἡ Πρυτανεία σή-
1833μερον προεκήρυξε, δηλώσασα, ὅτι πρέπει πάντες ἐν ἡσυχίᾳ
1834ν’ ἀποσυρθῶσι πλέον εἰς τὰ ἴδια, πειθόμενοι εἰς τοὺς νόμους,
1835ἀποφασίζει τὰ ἑξῆς:
1836»Ἐάν τινες φοιτηταὶ ἐπιμείνωσι, μετὰ πάσας τὰς προ-
1837κηρύξεις καὶ νουθεσίας τοῦ Πρυτάνεως καὶ ἄλλων καθηγη-
1838τῶν, εἰς τὰς ἀπὸ τριῶν ἤδη ἡμερῶν ὑφισταμένας ἀταξίας,
1839ταράττοντες τὴν δημοσίαν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν τῆς πό-
1840λεως, ἐπειδὴ αἱ Πανεπιστημιακαὶ ἀρχαὶ οὐδὲν ἄλλο ἔχουσι
1841μέσον κατασταλτικὸν τῆς ἀταξίας, νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρ-
1842νησις νὰ λάβῃ ὅσα μέτρα ἤθελε κρίνει σκόπιμα καὶ προσή-
1843κοντα πρὸς κατίσχυσιν τοῦ κράτους τοῦ νόμου.»
1844Καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, Κύριοι, φέρει τὰς ὑπογραφὰς τοῦ
1845Πρυτάνεως κ. Σακελλαροπούλου καὶ τῶν συγκλητικῶν Κόν-
1846σολα, Νικολαΐδου, Ζολώτα, Μητσοπούλου, Ἀποστολίδου,
1847Ἀγγελοπούλου, Πεζοπούλου, Καραμήτσα.
1848Καὶ ἐνῷ τοιοῦτον ἔγγραφον εἴχομεν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς
1849οὐδὲν προέβημεν κατὰ τῶν φοιτητῶν, ἐλπίζοντες ὅτι ἡ σύνε-
1850σις ἐπὶ τέλους ἤθελεν ἔλθει εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἤθελον ἀνακτή-
1851σει ἐλευθερίαν σκέψεως καὶ ἐννοήσει ὅτι ἡ στάσις αὐτῶν δὲν
1852ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ.
1853Ἀλλὰ μήπως τοῦτο μόνον, Κύριοι; Χθὲς ἐπὶ δίωρον, ὑπὸ
1854τὴν οἰκίαν μου, ὄχι βεβαίως φοιτηταί, ὄχι ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ,
1855ἀλλὰ τὰ ποταπώτερα καὶ αἰσχρότερα στοιχεῖα ἐπὶ δύο,
1856λέγω, ὥρας ὕβριζον, προεπηλάκιζον, εἰς οὐδένα ἐπέτρεπον
1857τὴν ἔξοδον. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ δια-
1858τάξω τὴν δημοσίαν δύναμιν νὰ ἄρῃ τὸ σκάνδαλον ἐκεῖνο;
1859Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐκτὸς τοῦ Βουλευτη-
1860ρίου φίλοι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο τὰς παρεκτροπὰς ταύτας νὰ
1861παρεμποδίσωσι; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ὅπως ἀφῆκα ἐμαυτὸν
1862ἔκθετον εἰς τὰς σφαίρας τῶν δολοφόνων, ἀφῆκα ἔκθετον καὶ
1863εἰς τὰς προσβολὰς τὰς χθεσινάς.
1864Καὶ καλοῦμαι σήμερον, Κύριοι, ἵνα ἀπολογηθῶ ἐνώπιον
1865ὑμῶν, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπολογίας ἐπιβάλλεται, διότι φαί-
1866νεται, δυστυχῶς, ὅτι τὰ πράγματα ἤδη ἤλλαξαν. Εἰς ἄλ-
1867λην ἐποχὴν ἄλλος κυβερνήτης, δυστυχῶς, εὑρέθη εἰς ὁμοίαν
1868περίστασιν, καὶ ὁ κυβερνήτης ἐκεῖνος εὑρέθη πρὸ τοῦ ἀτυ-
1869χοῦς συμβάντος, ἵνα ἡ δημοσία δύναμις φονεύσῃ πολίτας
1870Ἕλληνας, καὶ ὁ κυβερνήτης ἐκεῖνος παρουσιάσθη ἐνώπιον
1871τῆς Βουλῆς, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ υἱὸς ἐκείνου, ἵνα ἐκ τοῦ
1872τάφου τὴν μεγάλην αὐτοῦ μορφὴν φέρω ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
1873Καὶ ἔλεγεν ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος εἰς τὴν Βουλὴν ταῦτα (ἀναγι-
1874νώσκει):
1875«Τὸ ἑσπέρας πολλαχόθεν ἦλθον πληροφορίαι πολλαὶ, ὅτι
1876τὴν ἐπαύριον ἤθελον ἐπαναληφθῆ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα,
1877ὅτι ἄνθρωποί τινες, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν εὐγενῆ ἀγανά-
1878κτησιν τοῦ λαοῦ, ἤθελον νὰ τρέψωσι ταύτην πρὸς πολιτικὸν
1879σκοπὸν, καὶ ὡς ἀπόδειξιν μοὶ ἔφερον τὸ ποιὸν τῶν ὁδη-
1880γούντων πρὸ πάντων τὰ παιδία τῶν ἀγυιῶν, τὰ ὁποῖα
1881προηγοῦντο καὶ διέπραττον τὰ ἐγκλήματα, καὶ οἱ ὁδηγοῦν-
1882τες, Κύριοι, ἦσαν ὕποπτοι καὶ ἔνοχοι ἄνθρωποι, ἀπὸ τὰς
1883περιστάσεις ζητοῦντες νὰ κερδοσκοπήσωσιν, ἐπιπίπτοντες
1884κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἢ κατὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, ἢ κατὰ
1885τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν.»
1886«Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης», λέγει παρακατιὼν ὁ Κου-
1887μουνδοῦρος, «τὸ κίνημα ἔλαβε χαρακτῆρα ἐγκληματικόν. Καὶ
1888δὲν ἐννοῶ ἐγὼ, Κύριοι, νὰ δώσω εἰς κανένα τὸ δικαίωμα,
1889ἐκτὸς τοῦ Βασιλέως καὶ ὑμῶν, νὰ σκέπτηται περὶ τῶν καθε-
1890στώτων, νὰ σχηματίζῃ τὰς Κυβερνήσεις, πρὸ πάντων δὲ εἰς
1891ἀνθρώπους τῶν ἀγυιῶν. Περὶ τὴν 2αν ὥραν τέλος πάντων
1892ἤρχισαν αἱ συναθροίσεις· αἱ ἀρχαὶ καὶ ὁ στρατὸς εἶχον δια-
1893ταγὴν νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, καὶ μόνον τὸν νόμον, καὶ
1894τὸν ἐφήρμοσαν ἀκριβῶς· παρηγγέλθησαν νὰ διαλύσωσι τὰς
1895συναθροίσεις, νὰ περιστείλωσι τοὺς ἀτακτοῦντας, καὶ τὸ ἔ-
1896πραξαν. Ἀτυχῶς ἔπεσαν θύματα, ἀλλ’ αὐτοὶ πταίουσι.»
1897Ταῦτα ἔλεγεν ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνήρ· ἀλλ’ ὅτε ἔλεγε
1898ταῦτα, ἡ Ἀντιπολίτευσις σύσσωμος ἠγέρθη καὶ τῷ εἶπε:
1899«Καλὰ ἔπραξες». Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις σήμερον δὲν λέ-
1900γει ταῦτα· σᾶς εἶπον δὲ, τί λέγει περὶ ἡμῶν.
1901Καὶ τώρα, Κύριοι, ἠκούσατε τὴν ἀπολογίαν μου, — ἐπειδὴ
1902δυστυχῶς κατήντησα νὰ ἀπολογῶμαι. — Μὴ νομίσητε, ὅτι
1903ἦλθον ἐδῶ, ἵνα ἀγωνισθῶ περὶ χαρτοφυλακίου· τὸ χαρτο-
1904φυλάκιον ἐγὼ θεωρῶ δυσβάστακτον καὶ ἀφόρητον βάρος.
1905Ἦλθον σήμερον, ἵνα ἀμυνθῶ ὑπὲρ τῆς τιμῆς μου· κατέρχο-
1906μαι δὲ τοῦ βήματος, πιστεύων ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι ἡ τιμή
1907μου παρέμεινεν ἀλώβητος. (Εὖγε! εὖγε! καὶ παρατεταμένα
1908χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
1909§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ὑπέροχος ὄντως πολιτικὸς
1910ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου ὁσάκις ἀναμιμνήσκομαι τὸ ὄνομα αἰσθά-
1911νομαι ἀληθῆ συντριβὴν ἐν τῇ καρδίᾳ, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγ-
1912κην νὰ διατάξῃ τὰ ἔσχατα μέτρα τῆς ἐξουσίας, ὅπως ἀπο-
1913κρούσῃ στάσιν καὶ ὄχι διαδηλώσεις, ὄχι παραστάσεις τῶν
1914πολιτῶν, ὅτε τὴν ἐπιοῦσαν ἢ τὴν μετεπιοῦσαν τῆς ἡμέρας,
1915καθ’ ἣν διελύθη τὸ Οἰκουμενικὸν Ὑπουργεῖον καὶ ἐσχη-
1916ματίσθη, κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1878, τὸ ὑπὸ τὸν ἀείμνη-
1917στον Κουμουνδοῦρον Ὑπουργεῖον, ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν
1918παρεσκευάσθησαν καὶ ὠργανώθησαν διαδηλώσεις κατὰ τῶν
1919μελῶν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Οἰκουμενικοῦ, οἱ δὲ διαδηλω-
1920ταὶ ἐξετράπησαν εἰς τὴν βίαν. Δὲν ἐτράπησαν εἰς δυσφη-
1921μήσεις, εἰς ὕβρεις ἢ εἰς λοιδορίας κατὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐκεί-
1922νων, ἀλλὰ μετῆλθον βίαν καὶ κατὰ τῶν οἰκιῶν αὐτῶν, καὶ
1923ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτῶν. Ὁ Κουμουνδοῦρος δὲν διέταξε νὰ
1924φονεύσωσι τοὺς πολίτας, ἀλλ’ ἠνέχθη, καὶ ὅτε ἔδωσε δια-
1925ταγὰς εἰς τὸν νῦν ἀποστρατευθέντα ἀντισυνταγματάρχην
1926τοῦ πυροβολικοῦ, τὸν διακεκριμένον ἀξιωματικὸν κ. Γ. Κρε-
1927στενίτην, ἵνα ἐργασθῇ νὰ συντηρήσῃ τὴν τάξιν, ὁ κ. Γ. Κρε-
1928στενίτης ἠδυνήθη διὰ τῆς ἀξιοπρεποῦς καὶ ὄντως στρατιω-
1929τικῆς ἐνεργείας του νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς πολίτας, νὰ δια-
1930λύσῃ τὰς διαδηλώσεις, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν διαδη-
1931λώσεων ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν οὐδὲ ῥὶς πολίτου ἔπαθεν,
1932οὐδεὶς ἐφονεύθη, οὐδεὶς ἐπληγώθη, καὶ ἡ τάξις διετηρήθη.
1933Ἀλλὰ ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τῶν διαδηλώσεων ἐκείνων;
1934Ἦτο ἡ ἀνατροπὴ τοῦ Ὑπουργείου. Πρὸς ποῖον σκοπόν;
1935Ἵνα κληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνὴρ γνωστὸς ὡς χαρακτῆ-
1936ρος βιαίου, στρατιωτικὸς τὸ ἐπάγγελμα, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ
1937βία ἦτο οἰκεία, νὰ σχηματισθῇ δὲ τοιουτοτρόπως Κυβέρ-
1938νησις ἀντικοινοβουλευτική, ἡ ὁποία ἤθελε πάντως ἀναγκα-
1939σθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ
1940οὐδεμίαν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν νέαν
1941ἐκείνην Κυβέρνησιν. Φαντασθῆτε, Κύριοι, ἐνδεχομένην περί-
1942πτωσιν, καθ’ ἣν ὥραν οἱ Ρῶσσοι ἐμάχοντο ἐπὶ τῶν κορυ-
1943φῶν τοῦ Αἵμου, καὶ ἠγωνίζοντο νὰ ὑπερβῶσι τὰς κορυφὰς
1944αὐτοῦ, φαντασθῆτε, ἡ Ἑλλὰς νὰ ἤθελε καταδικασθῆ τότε
1945νὰ ἀσχολῆται εἰς ἐκλογὰς, καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες αὐτῆς νὰ
1946ἀγωνίζωνται καὶ προσπαθῶσιν, οὐχὶ πῶς ἡ Ἑλλὰς θέλει
1947δυνηθῆ ν’ ἀποκτήσῃ δικαίωμά τι, ἵνα ἐλπίσῃ ἀπελευθέρω-
1948σιν χωρῶν ἑλληνικῶν, ἀλλὰ πῶς θέλουσι κατορθώσει νὰ
1949γένωνται Βουλευταί.
1950Καὶ ὄντως, τὴν ἐπιοῦσαν τῶν διαδηλώσεων, αἵτινες εἶχον
1951ἀποτύχει, ἐπέμενόν τινες καὶ προεκάλουν χιλιάδας πολιτῶν
1952ἐκ Πειραιῶς—δὲν γνωρίζω πόσας χιλιάδας.—Ὁ τότε ὑπα-
1953σπιστὴς τοῦ Βασιλέως κ. Δ. Κριεζῆς ἦλθεν εἰς ἡμᾶς, συνεδριά-
1954ζοντας ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, καὶ μᾶς ἀνήγγειλεν,
1955ὅτι, διερχόμενος διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τὴν ὁδὸν Πειραιῶς, εἶδε
1956βαίνοντας πεζῇ ἐκεῖ τρεῖς χιλιάδας περίπου λαοῦ, καὶ αὐτοὺς
1957εἶδεν ἐρχομένους ἵνα ῥίψωσι τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐγείρωσι Κυ-
1958βέρνησιν νέαν, νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸ Στέμμα τοιαύτην, ὁποίαν
1959περιέγραψα, ἥτις πάντως ἤθελε καταλήξει εἰς ῥῆξιν πρὸς
1960τὸ Κοινοβούλιον καὶ προσφύγει κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν διά-
1961λυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἠκούσα-
1962μεν μετὰ θλίψεως τὴν εἴδησιν, ὁ δὲ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦ-
1963ρος, τοῦ ὁποίου ἡ καρδία ἦτο τῷ ὄντι μεγάλη καὶ ὁ ὁποῖος
1964διεκρίνετο διὰ τὴν πολιτικὴν ἀνοχὴν, εἶπε πρὸς τοὺς Ὑπουρ-
1965γοὺς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἐπιζῶν ἔτι καὶ ὁ κ. Γεώρ-
1966γιος Μπούμπουλης: «Κύριοι, τί νὰ πράξωμεν;» Ἔλαβον
1967ἀνὰ χεῖρας τὸν ὀργανισμὸν τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ ἀνέγνω
1968τὴν διάταξιν αὐτοῦ, καὶ εἶπον: «Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρα-
1969τιωτικῶν, ἀντὶ νὰ ἀργῇς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πρέπει νὰ
1970τεθῇς ἐπὶ κεφαλῆς ἑνὸς λόχου στρατιωτῶν, νὰ ὑπάγῃς εἰς
1971τὴν ὁδὸν Πειραιῶς, καὶ νὰ προσκαλέσῃς τοὺς πολίτας νὰ δια-
1972λυθῶσιν· ἐὰν δὲ τρὶς ἐπαναλάβῃς τὸ πρόσταγμα καὶ δὲν σὲ
1973ὑπακούσωσι, νὰ προσενεχθῇς πρὸς αὐτοὺς ὡς εἰς στασιαστὰς
1974καὶ νὰ διαλύσῃς αὐτούς». Τὴν γνώμην ταύτην ἀπεδέχθη ὁ
1975ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος. Τοῦτο δ’ ἐγένετο.
1976Ἐκινδύνευε λοιπὸν τότε ἡ ἀσφάλεια τῆς πόλεως, ἢ ἐπρό-
1977κειτο νὰ ἀσφαλίσωμεν τὸ σαρκίον ἡμῶν ὡς Ὑπουργῶν; Ἐ-
1978κινδύνευε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ μείνῃ ἐκτὸς τοῦ νυμφῶνος,
1979νὰ μὴ ἀποκτήσῃ οὐδὲν δικαίωμα, ἵνα ἴδῃ ἐλευθέραν Ἑλλη-
1980νικήν τινα χώραν... Καὶ ἐφονεύθησαν τότε πόσοι, Κύριοι;
1981Δύο μόνον ἄνθρωποι, εἷς δ’ ἐπληγώθη. Καὶ προχθὲς πόσοι
1982ἐφονεύθησαν; Δεκατέσσαρες ἢ δεκαπέντε· καὶ μετέφεραν
1983λάθρᾳ εἰς τὸ Νεκροταφεῖον δύο νεκροὺς τὴν νύκτα. Καὶ διατὶ
1984ἐφονεύθησαν; Ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου;
1985Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι
1986ὑποβάλλει ἑαυτὸν εἰς τὸν ἔλεγχον, καὶ ἐζήτει νὰ καλύψῃ
1987τὴν εὐθύνην του. Ἐλησμόνησεν ὁ Πρωθυπουργός, ὅτι οἱ κυ-
1988βερνῶντες πίνουσι πολλὰς πικρίας καὶ διέρχονται δοκιμασίας
1989καὶ συγκινήσεις. Ἄλλοι πρὸ ὑμῶν ὠνομάσθησαν προδόται
1990τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπανήρχοντο εἰς τὸ Κρά-
1991τος, φέροντες πρωτόκολλον τῆς Εὐρώπης, δι’ οὗ αὕτη ὑπέ-
1992σχετο τὴν παραχώρησιν τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας,
1993λαβοῦσα διὰ τῆς Συνθήκης τὸ δικαίωμα τῆς μεσολαβήσεως
1994(droit de Mediation). Καὶ σεῖς δυσφορεῖτε! Ἂν ἡ στρα-
1995τιωτικὴ δύναμις, ἂν ἡ Ἀστυνομία καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωρο-
1996φυλακῆς ἐδείκνυον ὅσην ὤφειλον ὑπομονὴν, δὲν θὰ συνέ-
1997βαινον ὅσα συνέβησαν, διότι οἱ φοιτηταί, διότι οἱ πολῖται
1998ἐνήσκουν ἡσύχως τὸ δικαίωμα αὑτῶν· ἂν ἔβλεπεν ἡ στρα-
1999τιωτικὴ ἀρχὴ αὐτοὺς ἀτακτοῦντας, καὶ διὰ τῆς πειθοῦς καὶ
2000τῶν παρατηρήσεων δὲν ἠδύνατο νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ ὑποτα-
2001χθῶσιν εἰς τοὺς νόμους, τότε ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ τὴν
2002βίαν.
2003Τὸ γέρας τῶν κυβερνώντων δὲν εἶναι νὰ ζῶσιν ἀνέτως,
2004δὲν εἶναι νὰ εὐφραίνωνται ἐν χλιδῇ καὶ ῥαστώνῃ, οὐδὲ νὰ
2005τέρπωνται ἐν διασκεδάσεσι, καρπούμενοι τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐξου-
2006σίας· πολλάκις εὑρέθησαν κυβερνῆται, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀμοιβὴν
2007ἀπήλαυσαν τὴν συκοφαντίαν, συκοφαντίαν ἀπαισίαν καὶ στυ-
2008γερὰν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ, τοῦ ἐκεῖ
2009καθημένου (δεικνύει τὸν κύριον Κ. Κουμουνδοῦρον), ὁ ὄντως
2010ὑπέροχος ἀνήρ.
2011Οἱ διαχειριζόμενοι τὴν δημοσίαν ἀρχὴν ὀφείλουσι νὰ δια-
2012χειρίζωνται ταύτην κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οὐδ’
2013ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβαίνωσι τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἔτα-
2014ξαν διὰ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς. Τὴν βίαν ἐπιτρέπεται εἰς
2015αὐτοὺς νὰ μεταχειρισθῶσι μόνον ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ, καὶ
2016καθ’ ἃ διαγράφουσιν οἱ νόμοι, καὶ ὅταν ἀπειλῆται ἀληθὴς
2017κίνδυνος τῆς δημοσίας τάξεως.
2018Καὶ ποίας ἐγγυήσεις ἔταξαν οἱ νόμοι; Οἱ στρατιωτικοὶ,
2019οἱ ὁποῖοι ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους ἐνεργοῦσιν, ὀφείλουσι νὰ
2020εἰδοποιῶσι τοὺς πολίτας, ὅτι θέλουσι πυροβολήσει κατ’ αὐ-
2021τῶν, ἂν δὲν ὑπακούσωσιν. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις
2022ἐπυροβόλησε καὶ ἐφόνευσε τοὺς φοιτητὰς καὶ τοὺς πολίτας;
2023Ὁ Κερκυραῖος Εὐάγγελος Σγοῦρος, ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς
2024ἀστυφυλακῆς, ὁ τεταγμένος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν
2025ἐν τῇ Ἀγορᾷ, μὴ ἔχων δ’ ἀφορμὴν διὰ τοῦτο νὰ παραπο-
2026νεθῇ, ὡς ζημιούμενος ἕνεκα τούτου. Οὗτος ἐπυροβόλησε καὶ
2027ἐφόνευσεν ἕνα φοιτητὴν καὶ ἕνα πολίτην. Τί ἔπραξε κατ’
2028αὐτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον; Ὁ ἀκόλουθος τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς,
2029ὅστις ὑπῆρξε δυστυχῶς καὶ Βουλευτὴς ἄλλοτε ἐνταῦθα, τοῦ
2030ὁποίου ὅμως ἡ ὑπηρεσία ὡς Νομάρχου θέλει γενῆ μίαν ἡμέ-
2031ραν ἀντικείμενον ἐρεύνης, ὁ ἀκόλουθος αὐτοῦ ἀστυφύλαξ, πο-
2032λιτικὰ ἐνδεδυμένος, διέπραξε φόνους. Δὲν σκοπῶ νὰ ἰσχυρι-
2033σθῶ, ὅτι οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἔχουσι τὸ δικαίω-
2034μα νὰ καταλαμβάνωσι τὸ Πανεπιστήμιον καὶ νὰ μεταποιῶ-
2035σιν αὐτὸ εἰς ὀχυρὸν, εἰς φρούριον, καὶ νὰ καθιστῶσιν εἰς
2036αὐτὸ φρουρούς. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν νὰ
2037ὑπερβῇ τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θέλει ἐνασκεῖ τὴν ἀνατε-
2038θειμένην αὐτῇ ἐξουσίαν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, τί συνέβη κατὰ τὸ
20391896 ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὅτε καὶ πολιτικοὶ καὶ ἐπιστή-
2040μονες, δυστυχῶς δὲ καὶ καθηγηταί, ἐτροφοδότουν τοὺς ὀχυ-
2041ρωθέντας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ φοιτητάς, καὶ ἔφερον εἰς αὐ-
2042τοὺς ὅπλα! Ἀλλ’ ἔχετε σήμερον τοιοῦτόν τι δεδομένον ἀπὸ
2043ἡμᾶς;
2044Ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν διατή-
2045ρησιν τῆς τάξεως, ἡ δ’ ἐφημερίς, ἥτις διερμηνεύει τὰ φρονή-
2046ματα ἡμῶν, ἔγραψε περὶ πάντων τούτων, καὶ κατεδήλωσεν,
2047ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀτέλειά τις ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ πράξει
2048τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις μνείας καὶ ἀποφά-
2049σεως περὶ ἀφορισμοῦ, ἀλλ’ ἄλλαι ὑπάρχουσιν ἀτέλειαι. Ἀτέ-
2050λεια, φέρ’ εἰπεῖν, εἶναι, ὅτι δὲν ἐφρόντισε νὰ περιλάβῃ τὴν
2051ἐντολήν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τὴν πολιτικὴν ἀρ-
2052χὴν τὴν ἀπόφασίν της, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς νὰ ἀπα-
2053γορεύσῃ τὴν διάδοσιν τοῦ βιβλίου τούτου τῆς μεταφράσεως
2054καὶ νὰ κατάσχῃ αὐτό· λυποῦμαι δὲ διότι ἐν τῇ Συνόδῳ ὑπάρ-
2055χει Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, ὅστις ὑπῆρξε καὶ Ὑπουργὸς καὶ
2056Βουλευτὴς καὶ ὅστις προσέτι τυγχάνει ἐκ τῶν νομομαθῶν.
2057Οὕτως ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ ἤθελε προβῆ εἰς ἀπαγόρευσιν τῆς
2058πωλήσεως καὶ χρήσεως τῶν βιβλίων αὐτῶν.
2059Τὰ θρησκευτικὰ ζητήματα καὶ τὰ ζητήματα τὰ ἀφο-
2060ρῶντα μεγάλα καὶ γενικὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ εἶναι λε-
2061πτότατα, καὶ μετὰ μεγάλης συνέσεως καὶ προσοχῆς πρέπει
2062νὰ θίγῃ τις αὐτά. Ἀλλ’ ἂν ἐγεννήθησαν θρησκευτικὰ ζητή-
2063ματα, ταῦτα δὲν ἤθελον γεννηθῆ, ἐὰν ἐπρολαμβάνοντο, οὐδὲ
2064ἤθελον συνταραχθῆ οὕτως αἱ συνειδήσεις τῶν πολιτῶν. Εἰς
2065τὴν οἰκίαν μου προσῆλθε γυνή, διαμαρτυρομένη ὅτι κινδυ-
2066νεύει ἡ πίστις. Βεβαίως οἱ μὴ γνωρίζοντες γράμματα ἢ ἔχον-
2067τες πνευματικὴν ἀνάπτυξιν περιωρισμένην συγκινοῦνται ἐκ
2068τοιούτων διαδόσεων, καὶ σπεύδουσι νὰ σώσωσι τὴν θρησκείαν
2069τῶν πατέρων των.
2070Ἀλλὰ ποῦ ἐφονεύθησαν οἱ φοιτηταὶ καὶ οἱ πολῖται; Εἰς
2071τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός; Παντάπασιν. Ἡ δια-
2072δήλωσις τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐγένετο μετὰ μεγάλης ἡσυχίας
2073καὶ τάξεως. Οἱ διαδηλωταὶ μετὰ κοσμιότητος καὶ σοβαρό-
2074τητος μετὰ τὸ συλλαλητήριον διελύθησαν εἰς ὅλας τὰς κεν-
2075τρικωτέρας λεωφόρους τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου οὐδὲν συνέβη παρά-
2076πτωμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπανῆλθον εἰς τὴν πόλιν, ἀφοῦ ἐτηρήθη
2077πανταχοῦ ἡ τάξις, ἀφοῦ πολλοὶ ἐν ἡσυχίᾳ ἀπήρχοντο εἰς
2078τὰς οἰκίας των, τότε, εὐθὺς ὡς παρέστη φέρων τις ἐπὶ ῥάβδου
2079τὴν εἰκόνα τοῦ Πατριάρχου, ἠκολούθουν δὲ καὶ ἄλλοι καὶ
2080διήρχοντο τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ἔβαινον δὲ οὐχὶ εἰς τὰ Ἀνά-
2081κτορα, οὐχὶ εἰς τὸν Μητροπολίτην, καὶ οὐδεὶς ὑπῆρχε κίν-
2082δυνος, οὐδ’ ἐπετρέπετο νὰ φαντασθῇ τις κινδύνους, ἐζήτησαν
2083νὰ σταματήσωσι τοὺς κατερχομένους πρὸ τοῦ Ὑπουργείου
2084τῶν Οἰκονομικῶν· ἐκεῖ δὲ κατὰ τοῦ πλήθους δὲν ἐπετέθη ὁ
2085στρατὸς οὔτε τῆς ξηρᾶς οὔτε τῆς θαλάσσης, ἀλλ’ ἐπετέθη
2086ὁ Εὐάγγελος Σγουρὸς, ὁ ὁποῖος εἶχε ταχθῆ εἰς τὴν ὑπηρε-
2087σίαν τοῦ ἀστυνομικοῦ φύλακος τῆς Ἀγορᾶς—καὶ γνωρίζετε
2088τίς εἶναι ἡ ὑπηρεσία αὕτη.—Οὗτος ἐπυροβόλησε καὶ ἐφό-
2089νευσε δύο, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἦτο φοιτητής. Ἰδοὺ
2090διατὶ ζητοῦμεν λόγον.
2091Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι σεῖς, ὁ Πρωθυ-
2092πουργὸς, εἴτε οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ, διετάξατε δολοφονίας,
2093ἀλλ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν ὑμᾶς, διατὶ ἠνέ-
2094χθητε τὴν ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες σᾶς ὑπηρέτησαν
2095ὡς μπράβοι, τολμηθεῖσαν ἐπίθεσιν διὰ τῶν περιστρόφων. Τὸ
2096κυβερνᾷν εἶναι ἔργον ἐπαγόμενον ὑποχρεώσεις, οὐχὶ μόνον
2097τοῦ καταστέλλειν τὰς πράξεις, ἀλλὰ καὶ προλαμβάνειν. Ἀλλ’
2098ἐρωτῶ, τί ἐπράξατε, ἵνα προλάβητε τὰς διαδηλώσεις περὶ
2099τῶν προκυψάντων ἢ διαδοθέντων κινδύνων τῆς θρησκείας;
2100Τί ἐπράξατε, ἵνα προλάβητε πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν δὲν ὀνο-
2101μάζω; τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου; Τί ἐπράξατε; —
2102διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐμάθετε, ὅτι τοιούτων μετα-
2103φράσεων βιβλία διενεμήθησαν...
2104§243Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ Ἀρσάκειον.
2105§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Τί ἐπράξατε διὰ νὰ μετα-
2106βάλητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπεν ὁ Πρωθυπουρ-
2107γὸς, εἶχε πρόσωπον σεπτὸν, εἰς τὸ ὁποῖον πάντες μετ’ εὐ-
2108λαβείας προσβλέπομεν, καὶ νὰ πείσητε τὸ σεπτὸν ἐκεῖνο
2109πρόσωπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τοιαύτην γνώμην; Ἐγὼ
2110ἄλλοτε, λαβὼν τὴν ἄδειαν τοῦ Βασιλέως, συνεζήτησα μετὰ
2111τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀνήγετο
2112εἰς τὴν γενικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι εὗ-
2113ρον τὴν Βασίλισσαν πρόθυμον νὰ σεβασθῇ τοὺς νόμους τοῦ
2114Κράτους, καὶ τὸ νομοσχέδιον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
2115ἐγένετο νόμος.
2116Σεῖς τί παραπλήσιον ἐπράξατε; Οἱ Ὑπουργοὶ ἐτάχθησαν
2117νὰ ἦναι ἡ ἀσπὶς τοῦ Βασιλέως καὶ αὐτῆς τῆς Βασιλικῆς
2118Οἰκογενείας· σεῖς δ’ ἀφήσατε ἔκθετον τὴν σεπτὴν σύζυγον
2119τοῦ Βασιλέως, καὶ ἀντὶ νὰ ταχθῆτε πρὸ αὐτῆς ὡς ἀσπὶς,
2120προσεφύγατε εἰς τὸ ὄνομα τῆς Βασιλίσσης, μεταποιήσαντες
2121τὸ σεπτὸν ὄνομα αὐτῆς εἰς ἀσπίδα, ἵνα κρυβῆτε ὑπ’ αὐτήν.
2122Καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν μετασχηματίζετε τὰ
2123ζητήματα καὶ προσπαθεῖτε ν’ ἀναβιβάσητε εἰς ζητήματα
2124γενικὰ, ἵνα κινήσητε τὸ διαφέρον τῶν πολιτῶν. Ἡμᾶς ἄλ-
2125λοτε μᾶς παριστᾶτε σεῖς, ὅτι εἰργαζόμεθα νὰ μεταποιήσω-
2126μεν τὴν Ἑλλάδα εἰς Ρωσσικὸν Κυβερνεῖον, καὶ μᾶς ἐσυκο-
2127φαντεῖτε, καταγγέλλοντες ἡμᾶς εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν, ὅτι
2128προδίδομεν τὸ Κράτος, ἐκτελοῦντες διαταγὰς καὶ παραγ-
2129γελίας, ἐκ Βορρᾶ μεταβιβαζομένας εἰς ἡμᾶς. Καὶ εἰς ἡμᾶς
2130τὰς ὕβρεις καὶ κατηγορίας ταύτας δὲν ἀπέδιδον οἱ φοιτηταὶ
2131τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ τὰς ἠκούομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ·
2132οὐδ’ ὑπερεβαίνομεν τὰ ὅρια τῆς νομίμου ἐνεργείας ἡμῶν,
2133ἀμυνόμενοι ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι πρὸ παντὸς εἴμεθα Ἕλληνες,
2134καὶ ὅτι ὀφείλομεν σέβας καὶ εὐγνωμοσύνην εἰς τὰς τρεῖς Με-
2135γάλας εὐεργέτιδας Δυνάμεις, αἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὸν
2136σχηματισμὸν τοῦ Βασιλείου καὶ ἐβοήθησαν ἡμᾶς εἰς πάσας
2137τὰς περιστάσεις, ἀλλ’ ὅτι ἤμεθα Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως
2138τῶν Ἑλλήνων, τεταγμένοι ἵνα μεριμνῶμεν ὑπὲρ τῶν συμ-
2139φερόντων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους.
2140Καὶ τότε μετεποιήθη τὸ Πανεπιστήμιον εἰς ὀχύρωμα καὶ
2141φρούριον. Ἀλλ’ ἐπεδράμομεν ἡμεῖς κατὰ τοῦ Πανεπιστη-
2142μίου; Ὅταν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ἥρως καὶ ἔν-
2143τιμος ἀξιωματικός, ὁ Δ. Μπαϊρακτάρης, ἔφιππος βαίνων ἐν
2144τῷ μέσῳ τῶν διαδηλώσεων, ἐκτυπήθη ἐν τῷ μέσῳ τοῦ
2145πλήθους ὑπό τινος, καὶ σφαῖραι ἐσύριζαν εἰς τὰ ὦτά του,
2146διέταξε τάχα τότε πῦρ; Ἐφονεύθη τις ὑπὸ τῆς δημοσίας
2147δυνάμεως; Δεκατέσσαρας ἡμέρας ἐχρησίμευσε τὸ Πανεπι-
2148στήμιον ὡς φρούριον καὶ ὀχύρωμα, καὶ δὲν γνωρίζω ἐάν τις
2149ὑμῶν τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν δὲν ἦτο τότε ἐν ἀγνοίᾳ τῶν
2150γιγνομένων. Ἀλλὰ δὲν ἐπετρέψαμεν νὰ ῥίψωσι σφαίρας περι-
2151στρόφων κατὰ τῆς εὐγενοῦς νεότητος, διότι δὲν εἶναι ἀπίθα-
2152νον, ἕνεκα ἀπειρίας, νὰ παρασυρθῇ, ὑπὸ εὐγενῶν ὅμως πάν-
2153τοτε παροτρυνομένη ἰδεῶν. Ἡ νεότης δὲν φέρει τὸ ἐφόδιον
2154τὸ μέγα τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως καὶ ἐκτιμήσεως τῶν πραγ-
2155μάτων, τὸ ὁποῖον δίδει ἡ πεῖρα. Διὰ τοῦτο διήλθομεν τὰς
2156ἀγωνιώδεις ἐκείνας ἡμέρας χωρὶς νὰ χυθῇ οὐδὲ σταγὼν αἵ-
2157ματος.
2158Τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων εἶναι, ὅτι ἐφονεύθησαν ἐν
2159μέσαις Ἀθήναις, ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου,
2160πολῖται καὶ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι δὲν εἶναι βέ-
2161βαιον ἂν ἐφονεύθησαν δι’ ὅπλων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ
2162τῆς θαλάσσης, εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι ἀστυφύλακες ἐπυ-
2163ροβόλουν κατὰ τοῦ ξενοδοχείου τῶν «Ἀθηνῶν» ἀπὸ τοῦ
2164Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀστυ-
2165φύλακες μετημφιεσμένοι, φέροντες περίστροφα, συνελήφθη-
2166σαν ὑπὸ φοιτητῶν καὶ παρεδόθησαν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς
2167Χωροφυλακῆς. Τί ἔπραξε περὶ αὐτῶν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωρο-
2168φυλακῆς, βεβαίως δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ τίς οἶδεν, ἂν καὶ αὐ-
2169τὸς δὲν ἀπέλυσεν αὐτοὺς, κακῶς βεβαίως ποιῶν· καὶ ἴσως
2170ζητηθῇ παρ’ αὐτοῦ λόγος τῆς πράξεως ταύτης.
2171Κύριοι, βεβαίως δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δείξῃ
2172τὴν ἀνοχὴν, ἣν ἔδειξε μέχρι τοῦδε, ὅτε κατηγγέλλομεν εἰς
2173αὐτὴν τὰς ἐκτρόπους τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων πράξεις,
2174ὅτε διεδραματίζοντο τῆς Βλαχοκερασιᾶς τὰ θαύματα, ὅτε
2175οἱ ἀστυνόμοι ἐφόνευον πολίτας ὡς ὀφειλέτας, εἰ καὶ οὗτοι
2176οὐδὲν ὤφειλον εἰς τὸ ταμεῖον, ὅτε οἱ πολῖται ἔμενον ἔκθε-
2177τοι καὶ εἰς τὴν διάκρισιν τῆς αὐθαδείας καὶ τῆς χυδαιότη-
2178τος τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ἄτοπα
2179πολὺ ἐκορυφώθησαν· ἀφοῦ δὲ σήμερον ἐφονεύθησαν δέκα,
2180εἴκοσιν ἢ τριάκοντα πολῖται ἐν μέσαις Ἀθήναις, βεβαίως
2181ἀπελπισία μᾶς καταλαμβάνει, καὶ εὐλόγως ἐρωτῶμεν, ἂν
2182ὑπάρχει Σύνταγμα, ἀφοῦ διαρκῶς ὑπονομεύεται, ἀφοῦ διδά-
2183σκεται ἡ αὐθαιρεσία, ἡ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὰ συνταγ-
2184ματικὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἀσέβεια, καὶ τῶν νόμων ἡ
2185περιύβρισις, ἐνῷ οἱ πρόγονοι ἡμῶν ὑπεβλήθησαν εἰς μεγά-
2186λας θυσίας, ἵνα ἐξασφαλίσωσιν εἰς τοὺς ἀπογόνους των τὴν
2187ἐλευθερίαν αὐτῶν καὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῶν.
2188§245ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν, κύ-
2189ριε Πρόεδρε.
2190§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
2191Ζητεῖ ἕτερος τῶν κυρίων Βουλευτῶν τὸν λόγον;
2192§247ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἤθελον ἀναβῆ τὸ βῆμα,—διότι
2193σκοπὸν ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγα, φρονῶν ὅτι τὰ πρὸ μικροῦ λε-
2194χθέντα ὑπὸ τοῦ καταβάντος τοῦ βήματος ἀντιπροσώπου τοῦ
2195μείζονος μέρους τῆς μειονοψηφίας ἔθεσαν τὸ θέμα ἐπὶ τῆς ὀρ-
2196θῆς θέσεως,—ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῆς φωνῆς μου μὲ ἀναγ-
2197κάζει.
2198Οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐφαντάσθη, εἰς οὐδενὸς τὸν
2199νοῦν οὐδὲ πρὸς στιγμὴν ἦλθεν ἡ ἰδέα νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς
2200διαχειριζομένους τὰ δημόσια πράγματα τῆς Ἑλλάδος τὴν
2201ὕβριν, ἥτις τοσοῦτον συνεκίνησε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
2202νήσεως, ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ νὰ καταβῇ τοῦ βήματος δια-
2203κόψας τὸν λόγον εὐλόγως. Οὐδ’ ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2204Κυβερνήσεως νὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τῆς ἰδέας, ἥτις προὐκάλεσε
2205τὴν συγκίνησιν αὐτοῦ ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ὡμίλει πρὸς τὴν Βου-
2206λήν. Διότι, ἂν τοιαῦται λέξεις ἠκούσθησαν ἔξω, καὶ πότε
2207δὲν ἠκούσθησαν, ὁσάκις ἐκ ταραχῶν προέκυψεν ἀτυχῶς χύσις
2208αἵματος; Ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ τοιαῦται λέξεις, τοιαῦ-
2209ται γνῶμαι οὐδέποτε περὶ οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως ἐρρήθησαν.
2210Ἐκεῖνο, δι’ ὃ νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία κατηγορίας ἡ Κυβέρ-
2211νησις, εἶναι, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς ὑποθέσεως ταύ-
2212της, — ἥτις δὲν ἤρξατο μόνον ἀφ’ ὅτου ἤρξατο νὰ ἐξιστορῇ
2213αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,— πρὸς τὰ ζητή-
2214ματα, τ’ ἀναφυέντα περὶ τὸ θέμα, ὅπερ ἐξήγειρεν εἰς τοιαύ-
2215την παραφορὰν τὸ πλῆθος, αὐτὴ προσέβλεψε μετὰ μεγίστης
2216ἀδιαφορίας, προσέβλεψεν εἰς αὐτὰ μὴ ἀγρυπνοῦσα, προσέ-
2217βλεψε κοιμωμένη, νυστάζουσα. Διότι ἐφαίνοντο εἰς αὐτὴν
2218ζητήματα ἀνάξια λόγου. Διότι ἴσως καὶ αὐτὴ ἐδείκνυεν ἐκεῖ,
2219ὅπου, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ Μητρο-
2220πολίτης ἔδειξεν ἀσύγγνωστον ἀδυναμίαν, ἴσως καὶ αὕτη κα-
2221τείχετο ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ αἰσθήματος ἀδυναμίας καὶ δὲν ἐπε-
2222θύμησε νὰ ὁμιλήσῃ ἐγκαίρως.
2223Τὸ θέμα, περὶ ὃ ἐστράφησαν τὰ γεγονότα τῶν τελευταίων
2224ἡμερῶν, ἦτο βεβαίως τὸ σοβαρώτατον ὅσων ἦτο δυνατὸν λαὸς
2225ἐλευθέρως ἐξετάζων τὰ πράγματα νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν,
2226αὐτὸ τὸ θέμα τῆς θρησκείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τῆς θρη-
2227σκείας τοῦ λαοῦ τῆς ἀπὸ καταβολῆς αὐτῆς συνδεδεμένης
2228μετὰ τῆς ἐθνικότητος τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Διότι ἡ θρη-
2229σκεία ἡ χριστιανικὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα παρεδόθη, καὶ διὰ τῆς
2230Ἑλλάδος διωχετεύθη εἰς πάντας τοὺς λαοὺς, τοὺς σήμερον
2231τὸν χριστιανισμὸν πρεσβεύοντας, διότι ἡ θρησκεία — αὐτὴ τὴν
2232Ἑλλάδα ἔσωζε, καθ’ ὃν χρόνον οἱ Βυζαντινοὶ Αὐτοκράτορες,
2233ἀποκρούοντες τὰς ἀλλεπαλλήλους τῶν βαρβάρων ἐφόδους,
2234ἐγένοντο τὸ προπύργιον τῆς Εὐρώπης ἐναντίον τῆς Μου-
2235σουλμανικῆς εἰσβολῆς· διότι ἡ θρησκεία, — αὐτή, διασωθεῖσα
2236καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα τῆς δουλείας εἰς τοὺς πατέ-
2237ρας ἡμῶν, ἡ θρησκεία, — αὐτή, μετὰ τῆς γλώσσης ἀρρήκτως
2238ἡνωμένη, αὐτὴ ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς πατέρας ἡμῶν νὰ ἐγερ-
2239θῶσι καὶ πατάξωσιν αὐτοὶ πρῶτοι τὴν Τουρκικὴν δεσποτείαν
2240καὶ ὠθήσωσιν αὐτὴν εἰς τὸ σημεῖον, ἐν ᾧ βλέπομεν αὐτὴν
2241σήμερον ταλαντευομένην καὶ ῥαπιζομένην ὑπὸ τούτου καὶ
2242ἐκείνου.
2243Περὶ τὴν θρησκείαν ἐστρέφοντο τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἐξη-
2244γέρθη ὁ κόσμος ὅλος. Ὅτε δὲ τοιαῦτα ζητήματα ἐτέθησαν,
2245ὤφειλε ν’ ἀγρυπνῇ ἡ Κυβέρνησις· ὤφειλε νὰ βλέπῃ ὅ,τι ἡμεῖς
2246οἱ ἁπλοῖ πολιτευόμενοι, οἱ ἁπλοῖ πολῖται ἐβλέπομεν, φο-
2247βούμενοι ὀλιγώτερα, ὄχι, δυστυχῶς, ὅσα καὶ ἐγένοντο. Διότι
2248βεβαιῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγώ, ὅτε ἤκουσα
2249τὸ κίνημα τῶν φοιτητῶν, καὶ εἶδον μετὰ ποίου τρόπου εὐγε-
2250νὲς φρόνημα ὑπὸ εὐγενοῦς νεολαίας ἐξεδηλοῦτο, ὁμολογῶ
2251ὅτι ᾐσθάνθην — καὶ ὁμολογῶ τοῦτο φανερὰ — ἀνακούφισιν·
2252διότι εἶχον φθάσει μέχρι τῶν ὤτων μου λέξεις ἐκ τῶν κάτω
2253λαϊκῶν στρωμάτων, τῶν ἁγνῶν μὲν, ἀλλ’ ἀμαθῶν, τῶν ἐν
2254οἰκογενείᾳ χριστιανικῶς βιούντων, λέξεις δηλοῦσαι ὁποῖον
2255δηλητήριον εἶχεν εἰσρεύσει εἰς τὰς ψυχὰς πάντων, ἰδίως ἐκεί-
2256νων, οἵτινες δὲν δύνανται, καλῶς ἐξετάζοντες, νὰ κατανοή-
2257σωσι τὰ ζητήματα, ὡς ἡμεῖς, οἱ τυχόντες παιδεύσεως ἀνω-
2258τέρας, κατανοοῦμεν αὐτά. Καὶ ἠκούετο λεγόμενον, ἰδίως μά-
2259λιστα ὑπὸ γυναικῶν, ὅτι σκοπὸς ἐτέθη νὰ μεταβάλωσιν
2260ἡμᾶς εἰς Φράγκους. Οὕτως ἔβλεπεν ὁ ἁπλούστερος λαὸς τὸ
2261πρᾶγμα, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ ἀλλοιώσεως τοῦ Εὐαγγε-
2262λίου, διότι ἀλλοίωσις τοῦ Εὐαγγελίου ἐπίστευον πάντες ὅτι
2263ὑπῆρχεν ἐν τῇ μεταφράσει, κατὰ σχέδιόν τι, ὅπερ βεβαίως
2264οὐδεὶς ἠδύνατο ἢ εἶχε τρόπον νὰ ὁρίσῃ. Λοιπὸν, ὅτε ἤκουσα
2265ὅτι παρέλαβε καὶ ἐρρύθμισε τὸ ζήτημα ἡ φοιτητικὴ νεο-
2266λαία, ᾐσθάνθην, εἶπον ἀνακούφισιν, διότι ἤλπιζον ὅτι ἐντὸς
2267τῆς ἡμέρας ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐρχομένην εἰς
2268συνεννόησιν μετὰ τῆς θεματοφύλακος πάσης Ἐκκλησιαστι-
2269κῆς ὑποθέσεως, μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νὰ κατορθώσῃ νὰ
2270ἐκδώσῃ ἀπόφασιν τοιαύτην, ὁποίαν σήμερον ἐνταῦθα, μαν-
2271θάνομεν ὅτι εἶχεν ἡ Σύνοδος προητοιμασμένην ἀπὸ πολλῶν
2272ἡμερῶν, ἐκδώσῃ καὶ δημοσιεύσῃ αὐτὴν ὑπογεγραμμένην,
2273μετὰ παραγγελίας πρὸς τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς, ὅπως ἐκτε-
2274λέσωσι τὸ εἰς αὐτὰς καθῆκον ἐπὶ τοιαύτῃ Συνοδικῇ ἀποφά-
2275σει. Ἀλλ’ ἐνῷ καιρὸν εἶχεν ὁλόκληρον τὸ δωδεκάωρον τῆς
2276ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὁλόκληρον τὸ τῆς νυκτὸς, — καὶ εἴδομεν
2277ὅτι ἡ ἀπαισία νὺξ τῆς Πέμπτης ἠδυνήθη, καταναλωθεῖσα εἰς
2278ἐργασίαν, νὰ παραγάγῃ τὴν πρωίαν τὴν παραίτησιν τοῦ Μη-
2279τροπολίτου, — διατὶ δὲν ἐγένετο ἀμέσως δυνατὴ ἡ ἔκδοσις
2280τῆς ἀποφάσεως; Ἀλλὰ καὶ διατὶ δὲν ἐγένετο δυνατὴ πρὸ
2281τῆς ἐξεγέρσεως καὶ τῆς ὑπὸ τῶν φοιτητῶν ἀναλήψεως τοῦ
2282ζητήματος; Διατὶ δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν αὑτῆς πλή-
2283ρης ἡ Ἱερὰ Σύνοδος; Διατὶ δὲν ἐφρόντιζεν ἡ Κυβέρνησις νὰ
2284εὑρίσκηται ἑτοίμη ἡ Σύνοδος, καὶ ἐρωτωμένη νὰ δώσῃ ἀπάν-
2285τησιν, καὶ ἀπάντησιν σαφῆ καὶ καθαράν; — Διότι λέγω, καὶ
2286δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύψω τὸ πρᾶγμα, αἰσθάνομαι δὲ μεγί-
2287στην λύπην, διότι ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τοῦτο, ἡ ἀπόφα-
2288σις τῆς Συνόδου δὲν ὑπῆρξε σαφὴς, καὶ ἡ ἀσάφεια αὐτῆς
2289ἐγένετο εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων, δι’ οὓς ἐδέησεν ἐπὶ
2290τέλους καὶ ὁ Μητροπολίτης νὰ παραιτηθῇ καὶ ἡ Κυβέρνη-
2291σις νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ.
2292Ἂν ὁ συντάκτης τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι
2293ἠδύνατο νὰ παίξῃ εἰς τὰς λέξεις, ἐν χρόνῳ μάλιστα, καθ’ ὃν
2294τοιαῦτα παιγνίδια δὲν ἐπετρέποντο καὶ πᾶν λογοπαίγνιον
2295ἦτο ἐπικίνδυνον, ἀλλ’ ἐξεδίδετο ἀπερίφραστος ἀπαγόρευσις,
2296ἀπεφάσιζε δ’ ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ παρευθὺς διαταγὰς νὰ
2297ἀποβάλωσιν ἀπὸ τῶν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς ἱδρυμάτων,
2298ἐκπαιδευτικῶν καὶ ἄλλων καταστημάτων, τὰ βιβλία ἐκεῖνα,
2299ἅτινα ἄνευ ἐγκρίσεως καὶ τῆς Συνόδου καὶ αὐτῆς, καθ’ ὑπέρ-
2300βασιν δικαιωμάτων καὶ παράβλεψιν νόμων, ἐκυκλοφορήθη-
2301σαν ἐκεῖ ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ πλέον, ἂν καὶ τοιαύτην, ὁσον-
2302δήποτε ἀτελὴς καὶ ἂν ἦτο, τὴν πρᾶξιν τῆς Συνόδου εἶχε
2303φροντίσει ἀμέσως νὰ ἐκτελέσῃ, βεβαίως ἀπὸ τῆς Τρίτης θὰ
2304ἐξημέρωνεν ἡμέρα γαλήνης καὶ ἁρμονίας.
2305Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐπράχθη, διότι ἐνόμισαν, ὅτι καὶ
2306τὸ θέμα τοῦτο δύναται διὰ τῶν συνήθων συμβιβασμῶν, τοῦ
2307γλυκέος τρόπου καὶ τῶν ἀναβολῶν νὰ διευθετηθῇ. Ἀλλὰ
2308δὲν προέκειτο ζήτημα ἐκ τῶν διευθετουμένων κατὰ τοιοῦ-
2309τον τρόπον· ἦτο ζήτημα ἀμέσου ἱκανοποιήσεως τῶν ἀξιώ-
2310σεων τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, τῶν ἀξιώσεων συμπάσης τῆς
2311Ἑλλάδος, καὶ τῆς ἔσω καὶ τῆς ἔξω, καὶ ὁρισμοῦ ἅπαξ διὰ
2312παντὸς, ὅτι τὸ ἱερὸν κείμενον, ὅπερ εὕρηται εἰς τοιοῦτον
2313ὕψος, θὰ ἀφεθῇ νὰ παραμένῃ ἀσφαλῶς ἄθικτον ἐν τῇ πρω-
2314τευούσῃ τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
2315Καὶ ἐγκαίρως περὶ τούτων εἴχομεν μήνυμα ἐκ Κωνσταν-
2316τινουπόλεως, ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, τὴν ἐπιστο-
2317λὴν τοῦ Πατριάρχου, Ἕλληνος ἁγνοῦ καὶ σοφοῦ ἱεράρχου·
2318ἀλλὰ καὶ ἡ εἰδοποίησις αὕτη ἔμεινε κεκρυμμένη μέχρι τῆς
2319προχθές, ὅτε ηὐδόκησαν ἐπὶ τέλους ν’ ἀνακοινώσωσιν αὐ-
2320τὴν διὰ τῶν ἐφημερίδων. Καὶ ἤκουσε βεβαίως καὶ ἡ Κυ-
2321βέρνησις, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ Κωνσταντινουπόλει πάντες, καὶ αὐ-
2322τὸς ὁ πρέσβυς αὐτῆς, ἠδημόνουν καὶ ἠγανάκτουν διὰ τὰ γι-
2323νόμενα ἐν Ἀθήναις, διότι ἐξέθετον εἰς κίνδυνον τὰς ἑλληνι-
2324κὰς ἐλπίδας εἰς τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν.
2325Καὶ ἀπέναντι τούτων τί ἐπράξατε;
2326Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐξυπνήσῃ, ἡμιεξύπνησε.
2327Τὰ πράγματα οὕτως εὐκόλως ἐννοεῖται ὅτι ἐδεινώθησαν.
2328Βεβαίως αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον σκοπὸν τὸ
2329ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπῆλθεν· ἀλλ’ αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερ-
2330νήσεως ἐδόθησαν ἐν τοῖς πλείστοις ἀσυνέτως, καίτοι ἐπεδίω-
2331κον συμβιβασμὸν, τῆς τάξεως ἀποκατάστασιν, καὶ ἐπαναφο-
2332ρὰν τῆς γαλήνης. Συνετὸν ἔργον ἦτο, συνετὴ πρᾶξις ἡ εἰς
2333τὴν πόλιν εἰσαγωγὴ 500 ἀνδρῶν ὡραιοτάτου παραστήμα-
2334τος καὶ εὐτακτοτάτου βαδίσματος ἐν σώματι μετὰ τῆς
2335μουσικῆς ἐπὶ κεφαλῆς; Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν φορείων. Ἐνό-
2336μισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἰσάγουσα εἰς τὴν πόλιν 500 ναύ-
2337τας, ὑπὸ τὰ προστάγματα τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουρ-
2338γοῦ, περὶ οὗ εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἔχει καὶ πολὺ μαλα-
2339κὸν χαρακτῆρα, — κατ’ ἐπιφάνειαν, ἔστω, — ὅτι, εἰσάγουσα
2340τοὺς 500 τούτους ἄνδρας καὶ διάγουσα αὐτοὺς διὰ μέσου
2341τῶν κυριωτάτων ὁδῶν τῆς πόλεως, ἤθελεν ἐμπνεύσει τρόμον
2342εἰς τοὺς πολίτας. Ἀλλὰ μόνη ἡ ἐκ τούτων ἐντύπωσις, δὲν
2343ἀρκεῖ, — ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις· — καὶ εἶπεν: «ἀφοῦ ἐφέραμεν
2344ναύτας ἀπὸ τῶν θωρηκτῶν, τῶν τοσοῦτον δοξασθέντων κατὰ
2345τὰς ἡμέρας ταύτας, ἵνα ἐπηρεάσωμεν τὰ αἰσθήματα τοῦ
2346λαοῦ, τοῦ ἁπλοῦ, τοῦ εὐκόλως ταρασσομένου, πρέπει τὸ
2347ἔργον νὰ παρασταθῇ πλῆρες. Ἄς δείξωμεν ὅτι, ἐὰν δὲν ἡσυ-
2348χάσωσιν, ἐνταῦθα εἶναι τὰ φορεῖα, ἐφ’ ὧν θέλουσι τοποθε-
2349τηθῆ. Ἄς δείξωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν πε-
2350ποίθησιν ἐπὶ τῆς ἀνδρείας αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τῶν
2351παιάνων τῆς μουσικῆς ἐρχόμεθα νὰ σαρώσωμεν αὐτούς.»
2352Ταῦτα ἀληθῶς εἶναι πράγματα μηδαμινά· ἀλλὰ δὲν αἰ-
2353σθάνεσθε ποῖον αἴσθημα διὰ τοιαύτης ἐμφανίσεως ἐμποιεῖ ὁ
2354στρατός; Ἐγὼ τὴν μουσικὴν εἶδον διερχομένην πρὸ τῆς
2355οἰκίας μου, καὶ ἡ ἐντύπωσίς μου ἦτο, ὅτι ἐχλευαζόμεθα. Δὲν
2356ἤκουσα ποτὲ εἰς οὐδὲν Κράτος εὐρωπαϊκὸν, πιθανώτατα δὲ
2357καὶ εἰς οὐδὲν ἄλλο, ὅτι διαδηλώσεις διελύθησαν διὰ τῆς
2358μουσικῆς. Ἡ μουσικὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι διαδήλωσις, καὶ
2359ἐνταῦθα ἡ ἔννοια τῆς διαδηλώσεως ἦτο αὕτη: ἐρχόμεθα
2360μετ’ ἐμβατηρίων νὰ σᾶς δείξωμεν, τί καὶ τί δυνάμεθα νὰ
2361πράξωμεν.
2362Ἄλλη σκέψις τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ὄχι ἀξία τοῦ
2363κυβερνητικοῦ ὕψους, σκέψις, ἥτις δυστυχῶς ἐνεπνεύσθη εἰς
2364τοὺς Ὑπουργοὺς,— ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ εἰσηγη-
2365τὴς τῆς ἰδέας,— σκέψις, ἥτις, καίτοι τὸ πρᾶγμα καθ’ ἑαυτὸ
2366φαίνεται μηδαμινὸν, συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς τὰ ἀπαίσια
2367ἀποτελέσματα, τὰ ἐπελθόντα ἐπὶ τῶν ὁδῶν Σταδίου καὶ
2368Κοραῆ, ἔργα ἀπροσεξίας, ἀσυνεσίας ἀξίας κατακρίσεως. Δὲν
2369ἐλέχθη μέχρι τοῦδε ἐνταῦθα τοῦτο, ὅπερ ἐγὼ νομίζω, ὅτι
2370εἶναι χαρακτηριστικόν. Ὅταν κινδυνεύῃ ἡ δημοσία τάξις,
2371δὲν πιστεύω ὅτι εἰς ἄλλο μέρος γίνεται ὅ,τι ἐγένετο ἐν-
2372ταῦθα· τὸ ὄργανον τῆς δημοσίας τάξεως, ὅπερ ἐν τῇ στολῇ
2373πειθαρχεῖ, καὶ μετὰ τῆς στολῆς συμπεριβάλλεται καὶ τὸ
2374αἴσθημα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ὑποχρεώ-
2375σεως νὰ τηρῇ τὴν τάξιν, τὸ ὄργανον τοῦτο νὰ εἰσάγηται εἰς
2376τὸ κέντρον τῆς ἐπικειμένης συγκρούσεως μετημφιεσμένον!
2377Ὁ ἀστυνομικὸς κλητὴρ, ὁ φορῶν τὴν στολὴν, δὲν προβαίνει
2378μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας καὶ ὁρμῆς εἰς ἔργα βίας καὶ πρά-
2379ξεις δολοφονικὰς, ὡς ἐνταῦθα συνέβη. Ἀλλ’ ὅτε δὲν φέρει
2380στολὴν, ὅτε αἰσθάνεται, ὅτι κεκαλυμμένος ὑπὸ ἔνδυμα
2381ἁπλοῦ πολίτου εἶναι συγκεχυμένος μετὰ τοῦ πολλοῦ λαοῦ,
2382δυσκόλως διακρινόμενος, ὑπὸ τῶν πλείστων δὲ καὶ παντε-
2383λῶς ἀγνοούμενος καὶ μὴ διακρινόμενος, ἔχει ἄδειαν καὶ εὐ-
2384κολίαν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὰς ὁρμὰς αὐτοῦ, τὰς πολλάκις οὐχὶ
2385ἡμέρους, παρὰ πολὺ δὲ συχνὰ καὶ ἀνειλικρινεῖς. Ὅπως δὲ
2386ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐντὸς τοῦ πλήθους
2387τῶν διαδηλωτῶν ὑπῆρχον καὶ ἄνθρωποι ἐπιδιώκοντες ἴδια
2388τέλη, δὲν βλέπει ὅτι καὶ ἐν τῷ πλήθει τῶν ἐργαζομένων
2389ὑπὲρ τῆς τάξεως κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ ὑπῆρχον ἄνθρωποι ὁμοίου
2390φυράματος, ἐπιδιώκοντες ἴδια τέλη, ἀντίθετα, καὶ κηδόμε-
2391νοι τοῦ χαρτοφυλακίου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
2392πολὺ περισσότερον ἢ ὅτι οὗτος ἐδήλωσεν ὅτι φροντίζει περὶ
2393αὐτοῦ· διότι αὐτὸς μὲν δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ χαρτοφυλα-
2394κίου, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οὓς κατωνόμασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρ-
2395τυνος, ἔχουσιν ἀπαραίτητον ἀνάγκην νὰ κατέχῃ τὸ χαρτο-
2396φυλάκιον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τοιοῦτοι ἄνθρωποι δυστυχῶς
2397ὑπὸ πάσας τὰς Κυβερνήσεις, καὶ τὰς ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ τὰς
2398ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, καὶ εἰς πάσας τὰς διαδηλώσεις
2399καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις τάξεσι τῶν πολιτῶν, καὶ ἐν ταῖς τάξεσι
2400τῶν ὑπηρετῶν τῆς ἀρχῆς, πάντοτε παρεισέρχονται. Ἀλλ’ ἡ
2401ἱκανότης τῆς ἀρχῆς εἰς τοῦτο συνίσταται, οἱ διευθύνοντες τὴν
2402ὅλην ὑπόθεσιν καὶ οἱ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν προϊστάμενοι
2403τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς τάξεως, τὰ στοιχεῖα ταῦτα
2404νὰ ἔχωσιν αὐστηρῶς ὑπὸ πᾶσαν ἐπιτήρησιν τελείως δεσμευ-
2405μένα, ὥστε, ἂν τυχὸν συμβῇ παρεκτροπὴ, αὕτη νὰ περιο-
2406ρισθῇ, μονομερὴς, μικρὰ καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλαφροτάτη.
2407Ἀλλ’ ἐνταῦθα τί συνέβη; Συνέβη τὸ εἰς ἐμὲ ἀληθῶς
2408ἀκατανόητον, διότι παρευρέθην ἐν Ἀθήναις ἄλλοτε, καὶ ὡς
2409ἐθνοφύλαξ μετὰ τῶν ἄλλων συνειργάσθην καὶ μετέσχον τῶν
2410πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως ἀγώνων κατὰ τὸν χρόνον τῶν Ἰου-
2411νιακῶν ἐν ἔτει 1863, ὅτε ἐπὶ ἡμέρας ἐγίνετο ἐμφύλιος ῥῆ-
2412ξις· ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου ἐκείνου, καθ’ ὃν
2413καὶ τὸ τηλεβόλον ἐβρόντησε, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπαναστατικὴν
2414ταραχὴν καὶ τὴν ἀταξίαν, μεθ’ ὅλην τὴν παράτασιν αὐτοῦ,
2415δὲν ὑπῆρξαν τοσοῦτον ὀλέθρια· δὲν συνελέγησαν τόσοι πλη-
2416γωμένοι καὶ νεκροὶ, ὅσοι μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς προχθὲς
2417Πέμπτης ἔπεσαν ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν.
2418§248Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς καμμίαν μάχην τοῦ πολέμου
2419μας δὲν ἐφονεύθησαν τόσοι.
2420§249ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τί τοῦτο ὀφείλεται καὶ εἰς τίνας;
2421Εἰς τὰ ἀσυνέτως ὀργανωθέντα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, εἰς
2422τὴν κακὴν διαχείρισιν τῆς ἐντολῆς, τῆς δοθείσης εἰς τοὺς
2423ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐργαζομένους, οἵτινες, ἀκαίρως συζη-
2424τοῦντες, ἐγκαίρως δὲν ἐφρόντισαν νὰ πράξωσι τὸ προσῆκον.
2425Βεβαίως ὁ στρατὸς ἔδειξεν ὑπομονὴν, ἀνοχὴν ἱκανὴν, τιμῶ-
2426σαν αὐτὸν, ἀνοχὴν τοιαύτην, ὁποίαν καλῶς πειθαρχῶν στρα-
2427τὸς—ὁ ἡμέτερος μετρίως πειθαρχεῖ—ἔχει τὴν δύναμιν νὰ
2428ἀντιτάξῃ. Καὶ πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι πάντα τὰ σώ-
2429ματα τοῦ τε στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἐν τῇ περιπτώσει
2430ταύτῃ ἔπραξαν τὸ καθῆκον κατὰ τρόπον ὅσον ἦτο δυνατὸν
2431ἠπιώτερον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτῶν ἐγένοντο παντὸς ἐ-
2432παίνου ἄξιοι. Ἀλλὰ τὸ ὅλον τῆς διευθετήσεως τῆς δυνά-
2433μεως, τὸ ὅλον τῆς ἐργασίας τῆς ἐξασφαλιστικῆς τῆς τάξεως
2434ἦτο τεθειμένον ἐπὶ σαθρᾶς βάσεως, καὶ τὰ ἀποτελέσματα
2435ὑπῆρξαν αὐτά. Δὲν δύναταί τις δὲ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἔπραξεν
2436ἡ Κυβέρνησις τὸ προσῆκον, ὅτε πολλαὶ φωναὶ κραυγάζουσι
2437καὶ μαρτυροῦσιν, ὅτι ἀστυφύλακες ἐφόνευσαν τοῦτον ἢ ἐκεῖ-
2438νον τὸν πολίτην κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, — πολίτην καὶ
2439ὄχι λωποδύτην. Εὕρετε ἓν μόνον ὄνομα λωποδύτου μεταξὺ
2440τῶν νεκρῶν, ὧν τινας χθὲς ἐνεταφιάσαμεν, ἓν μόνον μεταξὺ
2441τῶν τραυματισθέντων. Ἔχομεν ὀνόματα τεχνιτῶν, μικρεμ-
2442πόρων, γνωστῶν εἰς τὰς συνοικίας, ὀνόματα φοιτητῶν, ὀνό-
2443ματα υἱῶν οἰκογενειῶν στρατιωτικῶν. Οὐδένα λωποδύτην...
2444§250Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Στεφανίδης ἦτο υἱὸς τοῦ Προέδρου
2445τῶν σιγαροποιῶν ἐν Πειραιεῖ.
2446§251ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... Διότι οἱ λωποδύται δὲν ἐκτίθενται εἰς
2447τοιαῦτα ἔργα, εἰς τοιούτους κινδύνους· οἱ λωποδύται ἐν τοι-
2448αύταις ὥραις κρύπτονται ὄπισθεν τῶν φονευομένων, ἵνα λω-
2449ποδυτήσωσιν, ἀλλὰ δὲν ἔρχονται κατέναντι τῶν ὅπλων οὔτε
2450τοῦ στρατοῦ, οὔτε τῶν ἀκολούθων τοῦ κυρίου Νομάρχου.
2451Καὶ ἔπειτα, μετὰ τὴν χύσιν τοῦ αἵματος, τί ἐγένετο; Τί
2452ἐγένετο μετὰ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐκεῖνοι προεκάλεσαν ὁλό-
2453κληρον τὸ κακὸν, ὧν τὰ ὀνόματα εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν πολ-
2454λάκις ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἀπήχησαν, καὶ ἐκ πολ-
2455λῶν καὶ ἐξ ὀλίγων ὡρισμένων στομάτων προφερόμενα; Τί
2456ἐγένετο κατ’ ἐκείνων, οὓς ἡ κοινὴ φήμη κατέδειξεν ἀπὸ
2457τῆς πρώτης ὥρας ὡς στηρίξαντας τὰ νῶτα αὑτῶν ἐπὶ τοῦ
2458Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πυροβολήσαντας; Οὐδὲν
2459ἄλλο ἠκούσαμεν, καίτοι συνελήφθησαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ εἷς ἢ
2460δύο τῶν ἀνδρῶν τούτων καὶ παρεδόθησαν εἰς τὰς ἀρχὰς,
2461ἢ ὅτι πρώτη πρᾶξις τῶν ἀρχῶν ἦτο νὰ ἀπολύσωσι τοὺς ἀν-
2462θρώπους τούτους. Καὶ δὲν ἦτο ἄξιον τὸ ζήτημα ἐξετάσεως
2463ἢ τριημέρου κρατήσεως τῶν συλληφθέντων, ὅπως ἀκουσθῶ-
2464σιν ὑπὸ τῆς ἀρχῆς αἱ καταγγελίαι καὶ αἱ μαρτυρίαι; Δια-
2465βεβαιῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μαρτυρίαι
2466ἀνδρῶν ἀδιαφόρων καὶ πολιτῶν ἡσύχων ἀπέδειξαν, ὅτι
2467ἀκόλουθοι τῶν ἀρχῶν ἐπυροβόλησαν ἐπανειλημμένως καὶ
2468ἐφόνευσαν, ἀκόλουθοι τοῦ Νομάρχου, ἀκόλουθοι τοῦ Εἰσαγ-
2469γελέως. Ἀλλὰ καὶ τί θέλουσιν οἱ κλητῆρες τῆς ἀστυνο-
2470μίας ὡς ἀκόλουθοι τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ὑπαλλήλου;
2471διατὶ ἐνδύονται ἔνδυμα ἄλλο, παρὰ τὴν στολὴν τοῦ κλη-
2472τῆρος; Τὸ ἔργον τῶν ἀστυφυλάκων εἶναι ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει
2473ἀνάγκη νὰ φυλάττηται ἡ τάξις, ἐκεῖ, ὅπου, κατὰ τὴν νύκτα
2474πρὸ παντός, ἀναζητοῦμεν ἀστυφύλακας, ἵνα καταφύγωμεν
2475πρὸς αὐτοὺς ὅτε ἡ ἀσφάλεια ἡμῶν κινδυνεύει. Καὶ εἶναι δυ-
2476νατὸν νὰ μὴ καταλογισθῇ εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο,
2477τὸ γενικῶς προχθὲς ὑπὸ Ἑλλήνων τε καὶ ξένων ἀναγνωρι-
2478σθέν, ὅτι ὅπου ἔλειψεν ἡ ἀρχή, ἐκεῖ ἐτηρήθη πλήρης ἡ τά-
2479ξις, καὶ ὅπου παρευρέθη ἡ ἀρχή, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ κ.
2480Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖ συνεταράχθη μέχρι χύ-
2481σεως αἵματος, καὶ πολλοῦ αἵματος, ἡ τάξις; Εἶναι δυνα-
2482τὸν τοιαῦτα ἀποτελέσματα τοιαύτης ἐνεργείας νὰ μὴ βα-
2483ρύνωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως;
2484Ἀλλὰ ταῦτα διὰ τὸ τελευταῖον στάδιον, τὸ αἱματηρόν,
2485τῆς ὅλης ὑποθέσεως, τῆς συνεχομένης μετὰ τῆς μεταφρά-
2486σεως τοῦ Εὐαγγελίου.
2487Ὀρθῶς ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἀνήγαγε τὸ ζήτημα μέχρι
2488χρόνων παρελθόντων, διότι ἀπὸ διετίας καὶ πλέον τὸ ζή-
2489τημα τοῦτο συνετάραξε καὶ συνταράττει ἔτι τὴν Ἑλληνι-
2490κὴν συνείδησιν, καὶ πρέπει νὰ ἀναδράμῃ τις εἰς τὴν πηγήν,
2491εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς πηγῆς, ἥτις ἔρρευσε, μεταβληθεῖσα ἐπὶ
2492τέλους εἰς αἷμα. Πρὸ 2½ ἐτῶν ἐξ εὐσεβοῦς δικθέσεως
2493σεπτοῦ προσώπου, ἀξίου τῆς εὐγνωμοσύνης ἡμῶν διὰ τὰ
2494φιλάνθρωπα ἔργα, εἰς ἃ μετὰ ζήλου ὑπὲρ εὐαγῶν ἑλληνι-
2495κῶν ἱδρυμάτων ἀφοσιοῦται, εἰς τοῦ προσώπου τούτου τοῦ
2496σεπτοῦ τὸν νοῦν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον, ὡς
2497ἔχει, δὲν εἶναι ἀρκούντως προσιτὸν πρὸς μελέτην ὑπὸ τῶν
2498λαϊκῶν τάξεων. Φυσικὴ πλάνη εἰς γυναῖκα ὑψίστης περιω-
2499πῆς, ἥτις εἶναι μὲν Ἑλληνὶς τὴν καρδίαν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ
2500Ἑλληνὶς τὴν καταγωγήν· διότι, ὅ,τι ἡμεῖς οἱ ἐκ γενετῆς
2501Ἕλληνες γνωρίζομεν καὶ αἰσθανόμεθα, ἰδίως οἱ ἀναστρεφό-
2502μενοι μετὰ τῶν κατωτέρω τάξεων, καὶ μάλιστα τῆς ἀγρο-
2503τικῆς, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν Βασίλισσαν νὰ ἀντιλη-
2504φθῇ. Ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὁμι-
2505λῶν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν τὴν σημερινήν, εἰς οἱανδήποτε
2506τάξιν, εἰς οἱονδήποτε χωρίον, ὅστις ἐν συνόλῳ δὲν ἔχει ἀντί-
2507ληψιν τῶν ἀναγινωσκομένων, ὅτε ἀναγινώσκεται τὸ Εὐαγ-
2508γέλιον, ὅστις δὲν ἐννοεῖ τὸ σύνολον ἑκάστου Εὐαγγελίου τῆς
2509Κυριακῆς. Ἐρωτήσατε τὴν ἁπλουστάτην χωρικὴν ἐν οἱῳδή-
2510ποτε χωρίῳ, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἐννοεῖ· ἐν δὲ τοῖς χωρίοις,
2511— προσέξατε, Κύριοι, — ἐν τοῖς χωρίοις ἡ χρῆσις ἐκκλησια-
2512στικῶν φράσεων ἐν τῇ ὁμιλίᾳ, ἡ περιστροφὴ τῆς ὁμιλίας περὶ
2513ἐκκλησιαστικὰ θέματα εἶναι πολὺ συχνοτέρα ἢ ἐν ταῖς πό-
2514λεσι παρὰ τῇ ἀνεπτυγμένῃ τάξει. Οὐδὲν θέλω νὰ εἴπω περὶ
2515τούτου, ὅπερ πάντες ἐνταῦθα γνωρίζομεν, διότι καθ’ ἡμέ-
2516ραν καὶ ἡμεῖς πράττομεν αὐτό, μὴ προσέχοντες, ὅτι μέγα
2517μέρος τῆς φράσεως ἡμῶν ἐν ταῖς ὁμιλίαις εἶναι εἰλημμένον
2518ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων καὶ τοῦ Εὐαγγελίου· ὅ,τι
2519καὶ ἂν λέγωμεν ἐν ὥρᾳ ζωηρᾶς παραστάσεως τῶν ἰδεῶν
2520ἡμῶν, πάντοτε φράσιν τινὰ θὰ ἀντλήσωμεν εἴτε ἀπὸ ψαλ-
2521μοῦ, εἴτε ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελίου, εἴτε ὁπόθεν ἄλλοθεν· γίνε-
2522ται δὲ ἡ χρῆσις τῶν τοιούτων λέξεων καὶ φράσεων, ἀσυναι-
2523σθήτως, πάντοτε κατὰ τὴν προσήκουσαν ὥραν καὶ ὅπου πρέ-
2524πει. Τὸ «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ
2525σου» δὲν λέγει ἡ ἁπλουστάτη γυνὴ ἐν τῇ τυχούσῃ στιγμῇ,
2526λέγει αὐτὸ καταλλήλως καὶ ὅτε ἐδιδάχθη ὑπὸ τῆς Ἐκκλη-
2527σίας νὰ τὸ λέγῃ.
2528§252Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο μεταφρά-
2529ζεται, ὡς μανθάνω, διὰ τοῦ «νὰ μὲ θυμηθῇς κ’ ἐμένα, ἀφέν-
2530τη, ὅταν ἔλθῃς εἰς τὰ πράμματα!» Τοιαύτη εἶναι ἡ μετά-
2531φρασις τοῦ Πάλλη, ἑνὸς ἀνοήτου ἀνθρώπου — διότι ἄλλο τι
2532δὲν δύναμαι νὰ εἴπω περὶ αὐτοῦ.
2533§253ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγετε, ὅτι οὕτω μετεφράσθη; Ἐπι-
2534καλεῖται τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ μνήμην τοῦ Κυρίου, «ὅταν ἔλθῃ
2535εἰς τὰ πράγματα», ὡσεὶ πρόκειται νὰ διορίσῃ αὐτὸν ἀστυ-
2536φύλακα!
2537Λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιον ὁ Ἕλλην ἐκ γενετῆς, ὁ τὰ εἰς
2538τὴν γλῶσσαν ἀναγόμενα καλῶς γινώσκων, δὲν ἠδύνατο
2539νὰ φαντασθῇ, ὅτι εἶναι παρ’ ἡμῖν ἐπιδεκτικὸν μεταφρά-
2540σεως. Ἡ μετάφρασις, καὶ ὅτε αὕτη γίνεται ἀπὸ εὐσε-
2541βεστάτου συνειδότος, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γεννήσῃ παρα-
2542νοήσεις, ἀμφιβολίας καὶ διχασμοὺς γνωμῶν. Ἀλλ’ ἡ σεπτὴ
2543Ἄνασσα, ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ πρὸς διδασκαλίαν τοῦ
2544λαοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀρχικὴν
2545ἰδέαν. Ἀπετάθη καὶ δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, καὶ εἰς λαϊκοὺς καὶ
2546εἰς κληρικούς, — λαϊκοὺς λέγων, ἔχω τὸν νοῦν εἰς καθηγη-
2547τὰς τῆς Θεολογίας· κληρικοὺς λέγων, ἔχω τὸν νοῦν εἰς ἀρχι-
2548ερεῖς. — Καὶ παρὰ λαϊκῶν καὶ παρὰ κληρικῶν μίαν καὶ τὴν
2549αὐτὴν ἤκουσεν ἀπάντησιν, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον εἶναι ἀμετά-
2550φραστον, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρηθῇ ἡ μετάφρασις αὕτη
2551πρὸς Ἕλληνας. Ἀλλ’ ἡ πίστις εἶναι ἀνωτέρα τῶν τοιούτων
2552παραστάσεων, καὶ ἡ Βασίλισσα ἔχει πίστιν, πίστιν εἰλικρινῆ,
2553καὶ ἐπέμεινε· καὶ ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς τῆς Βασιλίσσης,
2554ὁ μὲν σεβαστὸς ἱεράρχης, οὗτινος λυποῦμαι ὅτι τὸ ὄνομα ἦλ-
2555θεν ἐνταῦθα καὶ ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ μεταχειρισθῶ, ὁ
2556Μητροπολίτης, δὲν εἶχεν, ὡς ὡμολόγησεν αὐτὸς ὁ κ. Πρόε-
2557δρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶχε τὸ σθένος ν’ ἀπαγορεύσῃ
2558πᾶσαν περὶ μεταφράσεως συζήτησιν, δὲν εἶχε τὸ σθένος νὰ
2559εἴπῃ ὅ,τι ἄλλος ἱεράρχης, ἀρνηθεὶς ψῆφον, εἶπε: «τὸ ζήτημα
2560τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἐκλήθησαν νὰ λύσωσιν αἱ γυναῖκες»· δὲν
2561εἶχε τὸ σθένος, ὅπερ ἕτερος ἱεράρχης, ὁ ἀποθανὼν Κορινθίας,
2562ὁ Σωκράτης Κολιάτσος, ὅστις, κληθεὶς νὰ συζητήσῃ καὶ
2563κατ’ ἰδίαν τὸ ζήτημα, εἶπε: «Ζητῶ συγγνώμην, ὅτι ὀφείλω
2564νὰ ἀπόσχω. Ἔχω τόσον ἀμετάτρεπτον πεποίθησιν, ὥστε πᾶ-
2565σα περαιτέρω συζήτησις, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, μόνον κίνδυνον
2566εἰς τὴν δεινῶς πάσχουσαν ὑγείαν μου δύναται νὰ φέρῃ». —
2567Ἠσθένει ὑπὸ στηθάγχης, ἥτις καὶ ἔφερεν αὐτὸν ἔπειτα εἰς
2568τὸν τάφον. — Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς παραστάσεις ταύτας ἐξη-
2569κολούθησεν ἡ ἐπιμονὴ εἰς διάδοσιν μεταφράσεως, ἣν βεβαίως
2570ἂν ἐφαντάζετο ἡ ἐπιμένουσα, ὅτι ἤθελε φθάσει εἰς τ’ ἀπο-
2571τελέσματα τὰ σημερινὰ, πρώτη ἤθελε παραμερίσει. Ἀλλὰ
2572δὲν εὑρέθησαν, Κύριοι, ὅτε τὰ πράγματα εἰς τοιαύτην περι-
2573ῆλθον ἀδιέξοδον δυσχέρειαν, δὲν εὑρέθησαν πρόθυμοι εἰς συμ-
2574βουλὰς οὐδ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκ τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσεως
2575αὐτῶν ἔχουσιν ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ συμβουλεύωσι καὶ
2576νὰ ἀξιῶσι τὴν παραδοχὴν τῆς γνώμης αὐτῶν, ἢ ἄλλως νὰ
2577καταλείπωσιν εἰς ἄλλους τὸ χαρτοφυλάκιον. — Καὶ ἐν τούτῳ,
2578δὲν ἠξεύρω, ἂν αὐτὸς πρῶτος, ἀλλὰ βεβαίως ἔπταισε καὶ ὁ
2579κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔπταισεν ἢ διότι ἠδιαφόρη-
2580σεν, ἢ διότι γνωρίσας τὸ πρᾶγμα, ὅμως δὲν εἶχε καὶ αὐτὸς
2581τὴν δύναμιν, ἣν κατηγορεῖ τοῦ Μητροπολίτου, ὅτι δὲν εἶχε.
2582Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, ὅτι τὰ ἀναγόμενα
2583εἰς τὰ τῆς θρησκείας ἐν Ἑλλάδι, καὶ εἰδικώτερον τὰ ἀνα-
2584γόμενα εἰς τὰ τῆς θρησκευτικῆς διδασκαλίας, εἶναι ὑπεράνω
2585τῆς δυνάμεως καὶ τῆς Βασιλείας καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς
2586Κυβερνήσεως. Διότι ὁ Συνταγματικὸς χάρτης ἔθεσεν αὐτὰ
2587ὑπεράνω. Ἐν τῇ συντάξει τῆς Πολιτείας ὑπάρχουσι τρεῖς
2588ἐξουσίαι, ἡ νομοθετική, ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ δικαστική,
2589συμπτυσσόμεναι ἐπιστημονικώτερον εἰς δύο, περὶ ὧν εἴμεθα
2590συνηθισμένοι πάντοτε νὰ ὁμιλῶμεν. Ἀλλ’ ἐν τῷ Συντάγ-
2591ματι ὑπάρχει τεθειμένη καὶ ἄλλη ἐξουσία, αὕτη οὐχὶ πη-
2592γάζουσα ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ἀναγνωριζο-
2593μένη ὑπὸ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, ἢ ἀπὸ τῶν Κανόνων
2594πηγάζουσα ἐξουσία τῶν ἀρχιερέων, τῶν ἀποτελούντων τὴν
2595Διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἧς ἡ ἀπόσπασις
2596ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐνεκρίθη δι’ εἰδικοῦ νόμου,
2597ἣν αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα κατέστησε μόνην θεματοφύλακα
2598παντὸς ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὰ καθαρῶς θρησκευτικὰ ζητήματα
2599καὶ καθήκοντα, παντὸς ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν θρησκευτικὴν
2600διδασκαλίαν,—καὶ τοῦ Εὐαγγελίου τὸ κείμενον εἶναι ἡ βάσις
2601πάσης θρησκευτικῆς διδασκαλίας. — Τούτων οὕτως ἐχόντων,
2602ὅτε ἔρχεται ὁ δάκτυλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀπαγορεύει
2603τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου δι’ οἱονδήποτε λόγον, εἴτε
2604διότι ἡ μετάφρασις δὲν ἐπιτρέπεται ἀπολύτως, — πρᾶγμα,
2605περὶ οὗ ἐγὼ δὲν θέλω συζητήσει, — εἴτε διότι δὲν συμφέρει,
2606πᾶς τις, ἀπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦ τελευ-
2607ταίου πολίτου, ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ. Ἐπὶ τῶν θεμάτων τού-
2608των δὲν ἐπιτρέπεται ἄρνησις ὑποταγῆς. Παράλειψις ὑπο-
2609ταγῆς ἤθελε συνεπιφέρει διαιρέσεις ἐσωτερικὰς, τὰς χειρί-
2610στας πασῶν τῶν διαιρέσεων, θρησκευτικὰς αἱρέσεις. Ἔλ-
2611λειψις ὑποταγῆς ἤθελεν ἐπιφέρει διαιρέσεις ὄχι μόνον τοπικῶς
2612ἐσωτερικὰς, ἀλλὰ καὶ ἐξωτερικὰς, διαιρέσεις μεταξὺ τῶν
2613ἔσω, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἔσω καὶ τῶν ἔξω Ἑλλήνων.
2614Ἀλλὰ καὶ τοῦτο διέφυγε τὴν προσοχὴν τῆς σεπτῆς Ἀνάσ-
2615σης, ἥτις μετ’ εὐσεβοῦς αἰσθήματος ἐπεδόθη εἰς τὸ ἔργον.
2616Καὶ δὲν εὑρέθη τις, Κύριοι, ὅστις νὰ προκαλέσῃ τὴν προσο-
2617χὴν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ θέματος, δὲν εὑρέθη τις, ὅστις ν’ ἀπο-
2618ταθῇ πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅπως ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βου-
2619λευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν νὰ
2620παρασταθῇ εἰς τὴν Βασίλισσαν, ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ἐξ εὐλαβοῦς
2621πόθου ἐπιχειρούμενον, εἶναι ἔργον δυνάμενον νὰ συνεπαγάγῃ
2622ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ἐνταῦθα κεῖται ἡ μεγάλη εὐθύνη
2623τῆς Κυβερνήσεως.
2624Δὲν ἤθελον ἴσως ἐπιμείνει εἰς τοῦτο τόσον, Κύριοι, ἂν εὑ-
2625ρισκόμην ἀπέναντι ἄλλης Κυβερνήσεως. Διότι γνωρίζετε τί
2626φρονῶ περὶ τῆς πορείας τῆς πολιτικῆς τῶν ἐντίμων ἀνδρῶν,
2627οἵτινες κάθηνται εἰς τὰς θέσεις ταύτας. Φρονῶ περὶ τῶν κυ-
2628ρίων Ὑπουργῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι, προκειμένου περὶ κυβερνή-
2629σεως τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, τὴν θεμελιώδη ἰδέαν, ἣν
2630ὑπαγορεύει τὸ Σύνταγμα· φρονῶ περὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν,
2631ὅτι δὲν ἔχουσι θέλησιν καὶ δύναμιν νὰ περιορίσωσι τὰς ἐπι-
2632θυμίας τῶν τυχὸν φρονούντων συμφέρουσαν τὴν μεταβολὴν
2633τῶν ἐπὶ καθαρῶς Συνταγματικοῦ πολιτεύματος κρατουσῶν
2634ἀνέκαθεν παραδόσεων, δὲν ἔχουσι, λέγω, τὸ θάρρος νὰ ἐπι-
2635διώξωσι τὸν περιορισμὸν τῶν τοιούτων ἰδεῶν, οὐχὶ ἁπλῶς
2636ἀδιαφοροῦντες, ἀλλ’ ἐκ συστήματος, διότι φαίνεται εἰς αὐτοὺς
2637τὸ πολίτευμα ὡς πολίτευμα—πῶς εἶπε πέρυσιν ὁ κ. Πρόε-
2638δρος τῆς Κυβερνήσεως; — «κατὰ τεκμήριον», ὅτι τὸ πολίτευμα
2639τοῦτο οὐδὲν ἄλλο γεννᾷ παρὰ τεκμήρια· ἐν ἄλλοις λόγοις,
2640«ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκε μῦν». Τοιαῦται αἱ ἰδέαι, αἱ ὑπάρχου-
2641σαι παρὰ τοῖς σημερινοῖς Ὑπουργοῖς. Καὶ παρατηρήσατε ἐν
2642παραπλησίῳ θέματι, ὑπὸ τοιαύτας ἰδέας, τί προκύπτει. Τὸ
2643παράδειγμα εἶναι χαρακτηριστικόν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ Βουλὴ
2644ἐπέστησεν ἀρκετὰ τὴν προσοχὴν εἰς μέρος τι τῶν λόγων τοῦ
2645ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Προέκειτο περὶ ὀργανώ-
2646σεως τοῦ Ἀβερωφείου, καὶ ἠγέρθησαν ἀξιώσεις νὰ μὴ ἀφεθῇ
2647ἐντελῶς ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους τὸ Ἀβερώφειον,
2648ἀλλὰ νὰ παρεμβληθῇ καὶ πρόσθετός τις ἀρχὴ, διοικοῦσα
2649κατ’ ἐπιφάνειαν ὑπευθύνως, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς ἀνεύθυνος. Ὁ
2650κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος—καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συγχαρῶ
2651αὐτῷ ἐπὶ τούτῳ, διότι οὐδέποτε κατὰ τὸν μακρὸν αὐτοῦ
2652βίον παρετήρησα, ὅτι εἶχε ῥοπὴν εἰς παράβλεψιν τῶν συν-
2653ταγματικῶν διατάξεων — ἀντέταξεν, ἄρνησιν· ἀντέταξεν
2654αὐτὴν πρὸς ἐκεῖνον, μεθ’ οὗ συνειργάζετο κατὰ τὸ Σύνταγμα,
2655καὶ ἐκεῖνος, μεθ’ οὗ συνειργάζετο κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὡς
2656εἰλικρινὴς Συνταγματικὸς καὶ σώφρων Βασιλεὺς, εἶπεν: «ἔχετε
2657δίκαιον». Καὶ ὑπεχώρησαν αἱ ἀξιώσεις, αἱ ἐξ εὐλαβοῦς καὶ
2658τότε προαιρέσεως προβαλλόμεναι.
2659§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἐξεπλήρωσα καθῆκον,
2660προσπαθήσας νὰ πείσω τὴν Α. Μεγαλειότητα, καὶ ἡ Α.
2661Μ. ἐπείσθη.
2662§255ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο λέγω· διότι εἴπετε κα-
2663λῶς πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀσπὶς τῶν Βασιλέων εἶναι οἱ Ὑπουρ-
2664γοὶ, εἶπε δὲ καὶ ὁ Γλάδστων ἄλλοτε, ὅτι, ἂν ἡ ἀσπὶς αὕτη
2665δὲν ἦναι ἀρκετὰ μεγάλη, ὥστε νὰ καλύπτῃ ὅλον τὸ σῶμα
2666τὸ Βασιλικὸν, καὶ τυχὸν ἡ κεφαλὴ ἐξέχῃ ὑπεράνω τῆς ἀσπί-
2667δος, τραυματίζεται ἡ κεφαλή. Κατ’ ἀντίθεσιν νῦν παρατη-
2668ρήσατε τὰ γενόμενα ὑφ’ ἡμῶν αὐτῶν ἐνταῦθα. Πέρυσι παρ’
2669ὅλας τὰς ἐνταῦθα γενομένας ὑποδείξεις, τὰς εὐλαβεῖς,—
2670διότι ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ πολλῆς στενοχωρίας ἀντετάχθησαν
2671παρατηρήσεις εἰς τὸ πέρυσιν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀφ’
2672ἡμῶν μεταστάντος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰσαχθὲν
2673νομοσχέδιον,—εἰσήχθη πάλιν νόμος περὶ φυλακῶν, ὁ περὶ
2674τῶν γυναικείων φυλακῶν. Πάλιν αἱ αὐταὶ πεποιθήσεις ἐκρά-
2675τουν ἀλλαχοῦ· πάλιν οἱ Ὑπουργοὶ εὑρίσκοντο ἀπέναντι ὁ-
2676μοίων ἀξιώσεων. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοὶ δὲν εἶχον τὸ σθένος
2677τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, οὐδὲ ἔδειξεν ἐκεῖ ὁ κ. Πρό-
2678εδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀκαμψίαν τοῦ αὐχένος καὶ τῆς
2679κεφαλῆς, ἣν, ὡς εὐπατρίδης ἄξιος τοῦ ὀνόματος, ἔδειξε προ-
2680χθές, ὅτε ἐπυροβολεῖτο. Ἐκεῖ ἔκυψε τὴν κεφαλήν, ἔκυψε
2681τὴν κεφαλὴν καὶ ἐδέχθη καὶ παρήχθη κατασκεύασμα νόθον,
2682καθ’ ὃ ἡ διοίκησις τῶν φυλακῶν τῶν γυναικείων μετρίως μὲν
2683εἶναι τεθειμένη εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, λίαν περι-
2684ωρισμένως, ἀληθῶς δ’ αἱ φυλακαὶ διοικοῦνται ὑπὸ τῆς ἐν
2685Χριστῷ Ἀδελφότητος τῶν Κυριῶν...
2686§256Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὁ Λαμπάκης!
2687§257ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... ὑπὸ ἄλλην μὲν ἐπιτροπὴν, ἥτις ὅμως
2688ἔργῳ ἔχει ἔργα ἀμεριμνομερίμνης! Εἶναι δὲ εὐνόητον, ὅτι,
2689ὅτε τὰ τοιαῦτα ἱδρύματα ἐξέρχονται τῶν χειρῶν τῆς Κυβερ-
2690νήσεως, εἰς ταῦτα ἐνεργοῦνται πράξεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις οὐδὲ
2691κἄν μανθάνει, ἐκτελοῦσα δὲ τὸ καθῆκον, ἂν ἐγνώριζε, δὲν
2692ἤθελε βεβαίως ἐπιτρέψει. Καὶ τί συμβαίνει εἰς ταύτας τὰς
2693φυλακάς; Εἰς τὰς φυλακὰς εἰσήχθη, — καὶ ἐπ’ αὐτοῦ γίνε-
2694ται διδασκαλία — οὐχὶ ἐγκεκριμένον Εὐαγγέλιον, ἀλλ’ αὐτὸ
2695τὸ Εὐαγγέλιον, δι’ ὃ ἐζητήθη μὲν ἔγκρισις, ἀλλ’ ἐλήφθη ἀπάν-
2696τησις ἀρνητικὴ παρὰ τῶν Συνοδικῶν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε
2697καθῆκον νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς κανὲν ἵδρυμα ὑπὸ τὴν διοίκη-
2698σιν αὐτῆς, (ἀλλὰ λέγω περισσότερον) εἰς κανὲν ἵδρυμα ἐκ-
2699παιδευτικὸν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς νὰ κυκλοφορῆται βι-
2700βλίον θρησκευτικὸν μὴ ἐγκεκριμένον ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνό-
2701δου. Εὐθύνη. Εὐθύνη θετικὴ καὶ ἀναμφίλεκτος, περὶ ἧς δὲν
2702θὰ ἐγίνετο ἐνταῦθα λόγος, ἂν ἀκριβῶς δὲν ἀπετέλει ἡ περί-
2703πτωσις αὕτη ἓν ἐξ ἐκείνων τῶν στοιχείων, ἅτινα σωρευθέντα
2704ἤγαγον τὰ πράγματα μέχρι τῶν σκηνῶν τῆς παρελθούσης
2705Δευτέρας, μέχρι τῆς αἱματοχυσίας τῆς παρελθούσης Πέμπτης.
2706Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Νομίζω, ὅτι
2707τὰ γενόμενα ἀποτελοῦσι δίδαγμα, ὅπερ καὶ ἡμᾶς ἐνταῦθα
2708πάντας πρέπει νὰ φωτίσῃ, ὅπως μετὰ μείζονος δυνάμεως
2709ἀντιτασσώμεθα εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις καταστρατη-
2710γήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πρὸ παντὸς
2711ἵνα καταστήσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς προσεκτικοὺς καὶ κατανοή-
2712σωσιν, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ Σύμβουλοι τοῦ Βασιλέως, ὅτι νοῦς
2713τοῦ Βασιλέως εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ, καὶ ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐπέρ-
2714χεται διαφωνία ῥιζικὴ μεταξὺ Βασιλέως καὶ Ὑπουργῶν, τῶν
2715Ὑπουργῶν ἡ γνώμη πρέπει πάντοτε νὰ κρατῇ, τῶν Ὑπουρ-
2716γῶν ἡ γνώμη πρέπει νὰ ἐπιβάλληται. Τοῦτο εἶναι τὸ συν-
2717ταγματικὸν πολίτευμα, καὶ τοῦτο βεβαίως θέλει ὁ Βασιλεύς,
2718διότι ὁ Βασιλεὺς θέλει τὸ ἀγαθόν. Τῶν Ὑπουργῶν ἡ γνώμη
2719πρέπει νὰ λέγηται φανερὰ, πρέπει νὰ λέγηται μετὰ τοῦ με-
2720τώπου ὑψηλὰ, πρέπει νὰ ἐπικρατῇ, ἐκτὸς ἂν ἡ πεποίθησις
2721παρὰ τῷ Βασιλεῖ ἐπικρατήσῃ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, δὲν εἶναι
2722ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Οἱ δὲ Ὑπουργοὶ, ὅταν τὴν
2723γνώμην αὑτῶν δὲν λέγωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅταν αἰ-
2724σθάνωνται ὑπέρμετρον προθυμίαν νὰ μὴ ἀντιλέξωσιν, ὅσα καὶ
2725ἂν ἔχωσιν ἄλλα προτερήματα, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι πλε-
2726ονεκτήματα, καταβιβάζονται ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς αὑτῶν θέσεως,
2727καὶ συντελοῦσιν, αὐτοὶ πρῶτοι κλαίοντες, εἰς τὰ ἀποτελέ-
2728σματα τὰ αἱματηρὰ, ἅτινα σήμερον πάντες ἐνταῦθα θρηνοῦ-
2729μεν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
2730§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε.
2731§259Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δύο
2732λέξεις.
2733§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριε Ὑπουργὲ, πλέον.
2734§261Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι δύο
2735λέξεις μόνον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς
2736Βουλευτοῦ.
2737Ἡ μουσικὴ καὶ τὰ φορεῖα πλέον κινδυνεύει νὰ θεωρηθῇ,
2738ὅτι εἶναι ἡ ἀφορμὴ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα
2739ἔλαβον χώραν.
2740§262ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Σχεδόν.
2741§263Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πρῶτον εὐχαριστῶ τὸν κ. Δραγούμην
2742διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον μοῦ ἀπέδωκε, διότι μοῦ
2743ἀρέσκει οἱ ἄνδρες αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα νὰ ἔχουν.
2744§264Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τοῦ βιαίου!
2745§265Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
2746Κύριοι, αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ τῆς πρωτευούσης ἐθεώρη-
2747σαν τὴν ὑπάρχουσαν στρατιωτικὴν δύναμιν ὡς ἀνεπαρκῆ
2748διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Ἐζητήθη ἀπὸ ἐμὲ, ὡς Ὑπουρ-
2749γὸν τῶν Ναυτικῶν, ἡ ἐνίσχυσις. Διέταξα τὸν ἀρχηγὸν τῆς
2750Θωρηκτῆς Μοίρας νὰ σχηματίσῃ ἓν ἄγημα ναυτικὸν ἐκ πεν-
2751τακοσίων ἀνδρῶν, τὸ ὁποῖον νὰ στείλῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, τιθέ-
2752μενον ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρα-
2753τοῦ. Ἐὰν ἐγνώριζον, τί οἱ κανονισμοὶ οἱ ναυτικοὶ περιλαμ-
2754βάνουσι, προκειμένου περὶ ἐξόδου ἀγήματος (ὅπερ ὁμολογου-
2755μένως δὲν ἐγνώριζον, καίτοι εἶμαι δύο ἔτη Ὑπουργὸς) — ἁ-
2756μαρτία ὡμολογημένη...
2757§266Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία πταίει, ἡ
2758ὁποία δὲν σᾶς τὸ εἶπε.
2759§267Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως πταίει ἡ ὑπηρεσία... Ἐὰν
2760ἐγνώριζον, ὅτι οἱ κανονισμοὶ οἱ ναυτικοὶ λέγουν, ὅτι εἰς πᾶ-
2761σαν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξέρχεται ἄγημα ναυτι-
2762κὸν, τὸ ἄγημα αὐτὸ συνοδεύεται παρὰ τῆς μουσικῆς, ἐὰν
2763ὑπάρχῃ τοιαύτη, καὶ παρὰ τῶν φορείων, ἐὰν τὸ ἐγνώριζον,
2764δὲν πιστεύω νὰ ὑποπτεύσῃ τις ἐξ ὑμῶν, ὅτι θὰ ἤμην τόσον
2765ἁπλοῦς, ὥστε νὰ διατάξω νὰ συνοδεύσουν τὸ ἄγημα καὶ
2766φορεῖα...
2767§268ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν τὰ εἴδετε;
2768§269Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἐγὼ δυστυχῶς, Κύ-
2769ριοι, αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἤμην ἀσθενὴς, διότι, ἐπανελθὼν ἐκ
2770ταξειδίου, ἐκρυολόγησα καὶ ἤμην δύο ἡμέρας εἰς τὴν κλί-
2771νην μου, τὴν δὲ διαταγὴν ἔδωκα ἀπὸ τὸ δωμάτιόν μου. Ἀλλὰ
2772κατόπιν, ὅτε ἦλθε τὸ ἄγημα, καὶ ἔμαθον, ὅτι μουσικὴ καὶ
2773φορεῖα συνοδεύουσιν αὐτὸ, διέταξα ἀμέσως, ἡ μουσικὴ νὰ
2774ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πλοῖον, τὰ δὲ φορεῖα νὰ πᾶνε ’ς τὴ δου-
2775λιά των. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία τῶν φορείων καὶ τῆς
2776μουσικῆς!
2777Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄγημα.
2778Τώρα δύο λέξεις ἀκόμη πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ.
2779Δραγούμην, ὁ ὁποῖος μᾶς μέμφεται, ὅτι διὰ τῶν ἀσυνέτων
2780μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν, ἐπῆλθον αὐτὰ τὰ
2781δυσάρεστα — τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως εἶναι δυσάρεστα. —
2782Ὁ κ. Δραγούμης δὶς, ὡς Ὑπουργὸς, εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ
2783ὑποστῇ τοιαῦτα δυσάρεστα, διότι ὁ κύριος Δραγούμης ἦτο
2784Ὑπουργὸς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὁποίας ἐγέ-
2785νοντο εἰς τὴν Ρόμβην αἱ συμπλοκαὶ, αἱ συγκρούσεις τῶν
2786ἀποσπασμάτων μετὰ τῶν διαδηλωτῶν, καὶ ὁ φόνος τοῦ πο-
2787λίτου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅτι ἐκηδεύθη πομ-
2788πωδῶς.
2789§270Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εἰς τὴν Ρόμβην δὲν ἦσαν ἀποσπάσματα.
2790§271Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω,
2791ὅτι ἔπταιεν ὁ κ. Δραγούμης...
2792§272ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε εὑρισκόμην εἰς τὴν Πετρούπολιν.
2793§273Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἦσθε εἰς τὴν
2794Πετρούπολιν, ὅτε εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, εἰς τὰ 1889,
2795τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης ἐγερθείσης, ἐγένοντο διαδη-
2796λώσεις καὶ συμπλοκαὶ μετὰ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὁ φόνος
2797τριῶν Κρητῶν ἔξωθεν τοῦ Πολιτικοῦ Νοσοκομείου. Δὲν σᾶς
2798ἐμέμφθη κανεὶς, διότι οὐδεὶς θὰ ἦτο τόσον ἀνόητος νὰ μεμ-
2799φθῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐφρόντισε νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν.
2800§274Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφονεύθη εἷς ἐνωμοτάρχης
2801τότε, καὶ οὐδεὶς πολίτης, — διὰ τὴν ἀκρίβειαν, — ὁ ἐνωμο-
2802τάρχης Ρεμοῦνδος.
2803§275Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ὑποθέτω, φίλε μου,
2804ὅτι καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης ἦτο Ἕλλην πολίτης.
2805§276Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ζήτημα.
2806§277Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἐφο-
2807νεύθη ὁ ἐνωμοτάρχης, ἐφονεύθη διότι ἐγένοντο συμπλοκαὶ
2808κατὰ τὰς διαδηλώσεις· συνεπλάκησαν οἱ χωροφύλακες μὲ
2809τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ κατηγορήσῃ τὴν
2810Κυβέρνησιν ἐκείνην, διότι ἐγένοντο αἱ συμπλοκαί, ὡς οὐ-
2811δεὶς διενοήθη νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μακαρί-
2812του Κουμουνδούρου, ἡ ὁποία εἰς ἄλλην περίστασιν, ὑποστη-
2813ρίζουσα τὴν τάξιν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξῃ τὴν
2814διάλυσιν τῶν ἐρχομένων ἐκ Πειραιῶς, ὅτε ἔλαβον χώραν
2815ἀρκετοὶ φόνοι.
2816§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
2817§279Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλος τις τὸν λόγον, θὰ
2818ὑποβάλω πρότασιν, ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως.
2819§280Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2820§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καπετανάκης ἔχει τὸν λόγον.
2821§282Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2822§283Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2823§284Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρ-
2824τημα).
2825§285Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ περίστασις, καθ’ ἣν ἐφαρ-
2826μόζεται τὸ σοφὸν λόγιον τῶν ἀρχαίων, ὅτι, ἑνὸς ἀτόπου δο-
2827θέντος, μυρία ἕπονται, εἶναι ἡ περίστασις αὕτη. Ἐξ ἀρχῆς
2828ἐδηλώσαμεν πρὸς τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι τὰ
2829θύματα τῶν ἀπαισίων φόνων τῆς προχθὲς καὶ τὰ θύματα
2830τῆς ἀνοχῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς φιλοτεχνουμένης
2831ἤδη ἀπὸ τριετίας καὶ νῦν συντελεσθείσης μεταφράσεως τοῦ
2832Εὐαγγελίου ἦσαν καὶ εἶναι συναφῆ καὶ συνάλληλα. Ἐὰν ἡ
2833μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἐλάμβανε χώραν κατὰ τὸν
2834δεδηλωμένον καὶ κεκρυμμένον ἅμα τρόπον, καθ’ ὃν συνετε-
2835λέσθη, βεβαίως αἱ αἱματηραὶ καὶ ἄγριαι σκηναὶ τῆς προχθὲς
2836δὲν ἤθελον μολύνει τὴν πόλιν.
2837Ὁποία ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν
2838ἐκ πλάνης βεβαίως ἐπιχειρησάντων τὴν μετάφρασιν εἰς γλῶσ-
2839σαν χυδαίαν τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου; Τί ἔπραξεν, οὐχὶ κατὰ
2840τὰς εἴκοσιν ἡμέρας, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συμ-
2841πολίτης μου, ἵνα ἀναστείλῃ τὸ κακόν, ἀλλὰ τί ἔπραξεν
2842ἤδη ἀπὸ τοῦ 1899 ἔτους, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνεφάνη τὸ ζή-
2843τημα αὐθαδῶς εἰς τὸν ὁρίζοντα;
2844Ἐλάβετε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, γνῶσιν, ὅτι
2845ἡ σεπτὴ ἡμῶν Ἄνασσα, πλανωμένη ὡς πρὸς τοῦτο, τίς
2846οἶδεν ἐκ τίνων κακῶν εἰσηγήσεων, ἐκάλεσε κατὰ τὸ 1899
2847ἔτος τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ
2848Ἀνάκτορα, ἵνα συνεδριάσῃ μετ’ Αὐτῆς, παρόντων καὶ ξέ-
2849νων προσώπων ἐκεῖ, καὶ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως
2850τοῦ Εὐαγγελίου; Γνωρίζετε τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ πρωτά-
2851κουστον; Ἐμάθατε αὐτὸ ποτέ; Ὁ Βασιλικὸς ὑμῶν Ἐπί-
2852τροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα καὶ
2853καθῆκον, ἀνήγγειλεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Πανιερώτατος Μητροπολί-
2854της καὶ τέσσαρες ἄλλοι Ἱεράρχαι, μέλη τῆς Συνόδου, ἐκλή-
2855θησαν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, πρωτοβουλίᾳ καὶ παρούσης τῆς
2856σεπτῆς Ἀνάσσης, καὶ ἐκεῖ μετ’ ἀλλοτρίων προσώπων, οὐ-
2857δεμίαν σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὴν ὑπάτην Ἱεραρχίαν τοῦ
2858Κράτους, συνεζήτουν θορυβωδῶς καὶ ἰσχυρογνωμόνως, ἐὰν
2859πρέπει, ἢ μή, νὰ μεταφρασθῇ τὸ Εὐαγγέλιον; Γνωρίζετε,
2860ὅτι εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην παρίστατο καθηγητὴς τῆς
2861Ριζαρείου Σχολῆς, περὶ οὗ ὑπάρχουσι καταγγελίαι, ὅτι φρονεῖ
2862τὰ τῶν Βουλγάρων;...
2863§286ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
2864§287Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ὁ Φίλιππος Παπαδόπουλος... Γνω-
2865ρίζετε, ὅτι παρίστατο ἐκεῖ εἷς θεολόγος τετάρτης τάξεως,
2866ὁ κύριος Λαμπάκης; Ὅτι εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην παρί-
2867στατο ὁ μακαρίτης Πανταζίδης, ἑρμηνευτὴς ἄριστος τοῦ
2868Ὁμήρου, ἀλλὰ κάκιστος τῶν Ἁγίων Γραφῶν; Ἐμάθατε τὰ
2869λαβόντα χώραν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις; Γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἐπί-
2870σκοπος Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὁ Σεβασμιώτατος Κωνσταν-
2871τῖνος, ἔξαλλος ἐξ ὀργῆς, κτυπήσας τὴν ῥάβδον, ἠγέρθη καὶ
2872εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ συζητῇ περὶ τοιούτων ἱερῶν ζητη-
2873μάτων μετὰ γυναικῶν, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵστανται; Ταῦτα
2874περιῆλθον εἰς γνῶσιν ἡμῶν τῶν ἐλαχίστων ἀντιπροσώπων
2875τοῦ ἔθνους, τῶν μὴ ἐχόντων τὰ ὑπάλληλα ὄργανα τῆς
2876ἐξουσίας ὑπὸ τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν ἡμῶν, καὶ ὑμεῖς δὲν
2877ἐγνωρίσατε τὰ ἀπαίσια σκάνδαλα ταῦτα; Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη
2878ὑμῶν.
2879Τίς ἐπέτρεψεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ
2880καλέσῃ τοὺς Ἱεράρχας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας εἰς δω-
2881μάτια τῶν Ἀνακτόρων, ἵνα συνεδριάσωσιν, ἔστω καὶ ἀνεπι-
2882σήμως, μετ’ ἀλλοτρίων προσώπων, οὐδεμίαν ἐχόντων σχέ-
2883σιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κράτους;
2884Ἰδοὺ διατί, ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος, μυρία ἕπονται, ὡς ἔλε-
2885γον οἱ σοφοὶ ἡμῶν πρόγονοι. Ἰδοὺ διατὶ αἱ Κυβερνήσεις σθε-
2886ναρῶς πρέπει νὰ ἀμύνωνται κατὰ οὑτωσὶ καταπατουμένων
2887δικαιωμάτων τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Διότι ἄλλως ἐπι-
2888σύρουσι τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῶν ἀνευθύνων, διότι ἄλλως βλέ-
2889πουσι τὰ ὀνόματα τῶν ἀνευθύνων καὶ τὰς τυχὸν ἱερὰς προ-
2890θέσεις αὐτῶν διασυρομένας ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην ἄκραν
2891τοῦ ἔθνους, συζητουμένας καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἡμιμαθῶν ἀν-
2892θρώπων, ὅπως καὶ ὑπὸ τῶν πεπαιδευμένων.
2893Ποῖα μέτρα περὶ τούτου ἐλάβετε; Δὲν ὑπῆρχε Βασιλικὸς
2894Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ἵνα ἀναγγείλῃ ὑμῖν ταῦ-
2895τα; Δὲν ἐφοιτᾶτε εἰς τὰ Ἀνάκτορα; Δὲν ἀνεγινώσκετε ἐφη-
2896μερίδας; Δὲν ὑπῆρχε τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστι-
2897κῶν, ἵνα καλέσῃ τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον νὰ ἐνεργήσῃ τὰ
2898καθ’ ἑαυτόν; Γνωρίζετε, ὅτι μετὰ ταῦτα οἱ Ἱεράρχαι ἐκεῖ-
2899νοι, κατελθόντες εἰς τὸ Συνοδικόν, συνέταξαν δύο ἀπο-
2900φάσεις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ πρώην Μητροπολίτου Ἀ-
2901θηνῶν, ἐν αἷς ἀπεδοκίμαζον διαρρήδην πᾶσαν τοῦ Ἱεροῦ
2902Εὐαγγελίου μετάφρασιν; Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη ὑμῶν.
2903Ἐγὼ βεβαιῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
2904οὐδὲν ἀναμένω ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν προσώπων περὶ τὴν
2905διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἐγὼ ἀμύνομαι ἐν-
2906ταῦθα ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξεως, τοῦ Συντάγματος
2907καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, ὑπὲρ τῆς πίστεως τῶν πατέρων μου,
2908ὡς ἠμύνθην ἤδη ἀπὸ τοῦ 1899 ἔτους, ὅτε τὸ πρῶτον τὰ
2909σκανδαλώδη ταῦτα καὶ ἀπαίσια καὶ ἀντεθνικὰ ζητήματα
2910ἀνεφάνησαν. Τότε ἡ Δημοσιογραφία ἦτο ἥκιστα πεφωτισμένη
2911ὡς πρὸς τὸ «ἐκκλησιαστικὸν», ὡς πρὸς τὸ «ἱστορικὸν» μέρος
2912τοῦ ζητήματος. Ἐζήτησε διά τινος τῶν διευθυνόντων ἓν τῶν
2913φύλλων αὐτῆς, ἵνα ἐκφέρω τὴν περὶ τούτου γνώμην μου,
2914ἐπιεικῶς περὶ ἐμοῦ κρίνουσα. Διὰ μακρῶν ἀπὸ τοῦ 1899
2915ἔτους ἐπραγματεύθην λοιπὸν τὰ θέματα ταῦτα ἐν τοῖς «Και-
2916ροῖς», ὡς καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, πάντοτε ἐνυπο-
2917γράφως. Τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τοῦ 1899 ἔτους ἐδημοσίευσα ἐν
2918τεύχει, οὗτινος ἀντίτυπα ἱκανὰ ἔπεμψα πρὸς συναδέλφους
2919ἑκατέρας τῶν πτερύγων.
2920Ἤκουσα νὰ ζητῶσι τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσωσιν ἐπὶ τῆς
2921ἀδρανείας τῆς Κυβερνήσεως τότε, καὶ διὰ τοῦτο εὐθὺς ἐξ ἀρ-
2922χῆς, ἵνα μὴ ἀναλάβω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, λέγω, ὅτι ἐν
2923συνεντεύξει ἐπισήμῳ τῆς τότε καὶ νῦν Κυβερνήσεως διὰ τοῦ
2924Τύπου ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οὐ μό-
2925νον δὲν ἐφρόνει, ὅτι ἀνόσια, ἀνίερος καὶ οὐχὶ ἐπιτετραμμένη
2926εἶναι ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον
2927μάλιστα ἔλεγεν, ὅτι ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου δύναται
2928νὰ ἐπιτραπῇ.
2929§288ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποῖος Ὑπουργός;
2930§289Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχήν; Ποῖος ἦτο
2931Ὑπουργός;
2932§290Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Ἰδού, Κύριοι, τὸ «Ἐμπρὸς»
2933τῆς 3 Ὀκτωβρίου 1899 ἔτους. Ἡ συνέντευξις αὕτη οὐδέ-
2934ποτε διεψεύσθη· ἄρα ἔλαβε χώραν καὶ εἶναι ἐνταῦθα δια-
2935τετυπωμένη (ἀναγινώσκει):
2936«Τὸ Ὑπουργεῖον — ἔλεγεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλη-
2937σιαστικῶν κ. Εὐταξίας — οὐδεμίαν ἐπίσημον γνῶσιν περὶ τῆς
2938μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἔχει, διότι τοῦτο εἶναι δικαίω-
2939μα τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἰς ἣν
2940δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ τὸ Ὑπουργεῖον! Ἐν τούτοις ἀνεπι-
2941σήμως γνωρίζω τὰ ἑξῆς: Ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα, φρο-
2942νοῦσα, ὅτι ὁ λαὸς δυσκόλως κατανοεῖ τὸ Εὐαγγέλιον, αἱ
2943δὲ ὑπάρχουσαι μεταφράσεις τούτου συντελοῦσιν εἰς τὴν στρέ-
2944βλωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος τῶν πολιτῶν καὶ δί-
2945δουσιν ἀφορμὴν εἰς διαδόσεις περὶ εἰσαγωγῆς προτεσταντι-
2946κῶν ἰδεῶν, ἀπετάθη πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἵνα, εἰ δυνα-
2947τόν, αὕτη δώσῃ ἐπίσημον ἔγκρισιν εἰς μίαν ἀκριβῆ μετάφρα-
2948σιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ
2949πράξῃ τοῦτο, διότι θὰ εὑρίσκετο εἰς δυσχερῆ θέσιν ἀπέναντι
2950τοῦ Πατριαρχείου. Ὅλως ἀνεπισήμως λοιπὸν ἐκτυποῦ-
2951ται ἤδη βιβλίον, ὅπερ ἐν ἡμικλάστῳ φέρει ἐπὶ τοῦ ἑνὸς
2952μέρους τὸ ἐπίσημον κείμενον τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐπὶ δὲ
2953τοῦ ἑτέρου τὴν μετάφρασιν αὐτῆς ἀκριβεστάτην. Τοῦτο
2954θὰ κυκλοφορήσῃ εὐρέως πρὸς χρῆσιν τοῦ λα-
2955οῦ». Ταῦτα ἔλεγεν ὁ Ὑπουργός.
2956Ἀλλ’ ἐν τῷ Καταστατικῷ νόμῳ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
2957τῆς Ἑλλάδος (ἄρθρον Ϛʹ) τῆς 9 Ἰουλίου 1852 ἔτους ῥη-
2958τῶς λέγεται (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἔχει
2959τὸ καθῆκον νὰ παρευρίσκηται ἄνευ ψήφου εἰς ὅλας ἐν γένει
2960τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ νὰ προσυπογράφη-
2961ται εἰς ὅλα τὰ πρωτότυπα τῶν παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
2962ἐκδιδομένων ἀποφάσεων, ἀναγομένων εἴτε εἰς τὰ ἐσωτερικὰ,
2963εἴτε εἰς τὰ ἐξωτερικὰ αὐτῆς καθήκοντα». Καὶ δὲν εἶχε λοι-
2964πὸν λάβει ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν γνῶ-
2965σιν τῶν δύο ἐκείνων πρακτικῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις
2966στεντορείᾳ τῇ φωνῇ διεμαρτύρετο κατὰ πάσης οἱασδήποτε
2967μεταφράσεως;
2968§291ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
2969§292Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατόπιν.
2970§293ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ σᾶς ἀπαλλάξω κρίσεων.
2971§294Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ τελειώσω τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν μου.
2972§295ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ἠξεύρητε τὴν ἡμερομηνίαν
2973τῆς ἐπιστολῆς τῆς Συνόδου, καὶ ἀκολούθως νὰ ὁμιλῆτε περὶ
2974ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
2975§296Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησια-
2976στικῶν διὰ τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου δὲν εἶχε λάβει γνῶσιν τῶν
2977τοιούτων ἀποφάσεων τῆς Ἐκκλησίας; Καὶ πῶς ὁ κ. Ὑπουρ-
2978γός, ὁ πλειότερον παντὸς ἄλλου περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἐν-
2979τριβής, δὲν ἐγνώριζε τὴν πληθὺν ἐκείνην τῶν ἀποφάσεων
2980τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Συνόδων τοπικῶν
2981καὶ Συνόδων γενικωτέρων, ἤδη ἀπὸ τετρακοσίων ἐτῶν, καθ’
2982ἃς ἐπανειλημμένως δι’ ἀφοριστικῶν γραμμάτων
2983ἀπηγορεύετο πᾶσα οἱαδήποτε μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου;
2984Δὲν ἐγνωρίζετε μεταξὺ ἄλλων, ὅτι κατὰ τὸ 1704 ἔτος Σύν-
2985οδος ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐπὶ Πατριάρχου Γαβριὴλ τοῦ
2986ἀπὸ Χαλκηδόνος, ἀπεκήρυξεν ὡς ἀνόσιον πᾶσαν τοῦ ἱεροῦ
2987Εὐαγγελίου μετάφρασιν; Δὲν ἠξεύρατε τὸ κείμενον τῆς
2988ἀφοριστικῆς ἐκείνης ἀποφάσεως; Δὲν ἐνεθυμήθητε, ὑμεῖς ὁ
2989ἐκκλησιαστικὸς ἀνήρ, ὁ υἱὸς ἱερέως, ὅτι (ἀναγινώσκει):
2990«Ἀλλὰ καὶ ὁ ἔχων ἢ εὑρίσκων που τὰ τοιαῦτα βιβλία ἀφα-
2991νισμῷ παραδότω ἐν βάρει ἀργίας ἀσυγγνώστου καὶ ἀλύ-
2992του καὶ ἀφορισμοῦ τοῦ ἀπὸ Θεοῦ Παντοκράτορος»,
2993κατὰ τὸ ἀφοριστικὸν Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
2994Κωνσταντινουπόλεως Γαβριὴλ τοῦ ἀπὸ Χαλκηδόνος; Δὲν
2995ἐνεθυμήθητε ὅλον αὐτὸ τὸ μακρόν, αὐστηρότατον, σοφώτα-
2996τον καὶ ἐθνικώτατον ἔγγραφον τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐν Κων-
2997σταντινουπόλει Συνόδου, ἥτις ἀπηγόρευσε δι’ ἀκόμη αὐστη-
2998ροτέρων φράσεων πᾶσαν θίξιν τῶν ἱερῶν ἐκείνων κειμένων;
2999Καὶ ἂν βραδύτερον ἐλάβετε γνῶσιν τῶν δύο ἐκείνων πρά-
3000ξεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος, ἢ, ὡς θέλετε νὰ
3001ἀπαντήσητε, ἐὰν βραδύτερον ἔλαβον χώραν αἱ πράξεις ἐκεῖ-
3002ναι τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκ-
3003κλησιαστικῶν, δὲν ὠφείλετε ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρί-
3004ζητε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτείνητε τὴν χεῖρα ὑμῶν, τὴν χεῖρα
3005τῆς Ἀρχῆς καὶ τοῦ Νόμου, ἵνα ἐμποδίσητε, ὁθενδήποτε
3006καὶ ἂν προήρχετο, πᾶσαν οἱανδήποτε ἱεροσυλίαν τῶν ἱερῶν
3007ἡμῶν κειμένων, πᾶσαν οἱανδήποτε παράβασιν τῶν ἱερῶν
3008Πράξεων Συνόδων τοπικῶν καὶ γενικωτέρων τῆς Ἀνατολι-
3009κῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη ὑμῶν.
3010Καὶ ἂν τὸ ζήτημα μετέχῃ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ θρησκευ-
3011τικοῦ καὶ ἐθνικοῦ χαρακτῆρος, πολὺ στενῶς βεβαίως συν-
3012δέεται καὶ πρὸς πολιτικὴν συζήτησιν, προκύπτουσαν ἐξ αὐ-
3013τοῦ. Καὶ ἂν παρέστημεν μάρτυρες θλιβερῶν καὶ σπαρασσόν-
3014των τὴν καρδίαν γεγονότων προχθές, ὅτε τὸ αἷμα ἀθῴων
3015πολιτῶν, ἐντίμων ἐργατῶν, φιλοπατρίδων φοιτητῶν ἔρρευ-
3016σεν ἀδίκως καὶ ἀγρίως, ἴσως ἡ περίστασις αὕτη συντελέσῃ
3017εἰς τὸ νὰ διδάξῃ τέλος πάντων τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς
3018χώρας ἅπαξ διὰ παντός, ἐκείνους πρὸ πάντων, οἵτινες φιλο-
3019δοξοῦσι, καὶ δικαίως, νὰ ἡγῶνται πλειονοψηφιῶν καὶ μειονο-
3020ψηφιῶν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ὦσιν ἀνένδοτοι ἀπέναντι οἱασδή-
3021ποτε παραβόλου ἀξιώσεως, ὅσον καὶ ἂν αὕτη προέρχηται
3022ἐκ καλῆς πίστεως, ἢ ἐκ πλάνης.
3023Ἀλλ’ ὑμεῖς καὶ τὸ κόμμα ὑμῶν ἀνέκαθεν ὑπεχωρήσατε.
3024Ὑπεχωρήσατε ὅτε μοναστηριακὰ κτήματα ἐγίνοντο τιμά-
3025ριον τῆς Α. Βασιλικῆς Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Ὑπε-
3026χωρήσατε ὅτε, κατὰ παράβασιν ῥητῶν καὶ αὐστηροτάτων
3027Ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων, Ἐκκλησιαστικῶν ἀποφάσεων
3028Ἱερῶν Συνόδων, ἐναντίον Ἀποστολικῶν Κανόνων, ἐναντίον
3029τοῦ Συντάγματος, παρεχωρεῖτε μοναστηριακὰ κτήματα τοῦ
3030Μεγάλου Σπηλαίου, ἵνα νέμηται αὐτὰ ἡ Α. Βασιλικὴ Ὑψη-
3031λότης ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου! Ἐνθυμοῦμαι, Κύ-
3032ριοι, τὰς φωταυγεῖς ἐκείνας συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
3033ὅτε κυρίως εὔγλωττος τῆς Ἀχαΐας ἀντιπρόσωπος, ὁ ἀεί-
3034μνηστος Ἀχιλλεὺς Γεροκωστόπουλος, σθεναρῶς, καὶ κατέ-
3035χων τὸ ζήτημα ἐν πάσῃ τῇ ἐκτάσει αὐτοῦ, ἠμύνετο στεντο-
3036ρείως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἀποτρέψῃ τὴν πλειονο-
3037ψηφίαν ὑμῶν ἀπὸ τοιαύτης ἀνοσίου, ἀντιχριστιανικῆς καὶ
3038ἀνιέρου πράξεως. Ἀλλ’ ἡ φωνὴ τοῦ εὐγλώττου ἐκείνου ῥή-
3039τορος ἦτο ἀδύνατον νὰ πείσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῆς τότε πλειο-
3040νοψηφίας. Τὰ μοναστηριακὰ κτήματα παρεδόθησαν διὰ νόμου
3041τῇ Α. Βασιλικῇ Ὑψηλότητι, ὅστις βεβαίως δὲν εἶχεν ἀνάγ-
3042κην αὐτῶν, οὐδὲ ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν, ἵνα ζήσῃ.
3043Σᾶς ἐζήτησαν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ
3044ἀντὶ νὰ φωτίσητε τοὺς ἐκ πλάνης καὶ καλῆς πίστεως βε-
3045βαίως τοιαῦτα ζητοῦντας, ὑμεῖς ἐσπεύσατε νὰ καταστήσητε
3046τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸν πέμπτον τροχὸν τοῦ
3047Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
3048Ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ζητήσωσιν ὑμᾶς, ὑμεῖς ἐστὲ πρόθυμοι
3049νὰ τὸ παραχωρήσητε! Σᾶς ἠπείλησαν, ὅτι, ὅταν λήξῃ τὸ
3050ζήτημα τῆς Κρήτης, θέλουσι ζητήσει καὶ τὴν Γενικὴν Δι-
3051οίκησιν τοῦ Ναυτικοῦ διὰ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ Ναυτικοῦ,
3052καὶ δὲν ἐτολμήσατε οὔτε λέξιν νὰ εἴπητε. Καὶ δὲν ἀμφι-
3053βάλλω, ὅτι, ἂν πραγματοποιήσωσι τὰς προθέσεις αὐτῶν
3054καὶ τὰς ἀπειλὰς, θέλετε καὶ εἰς ταύτας ὑποχωρήσει, ὡς καὶ
3055εἰς οἱασδήποτε ἄλλας.
3056Ἰδοὺ ποῦ εὑρίσκω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὴν
3057εὐθύνην ὑμῶν· εὑρίσκω αὐτὴν εἰς τὸ ὅτι εὐθὺς, ὡς τοιαῦται
3058ἀξιώσεις ὑπεβλήθησαν, δὲν ἀπεφασίσατε ὡρισμένως καὶ ἀν-
3059δρικῶς νὰ εἴπητε: «Σᾶς ἐδώσαμεν, κακῶς πράττοντες, τὰ
3060»κτήματα τῶν Μονῶν. Σᾶς ἐδώσαμεν, ὀλεθρίως πράξαντες,
3061»τὴν διεύθυνσιν τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως,
3062»καταστήσαντες ὑμᾶς ὑπευθύνους ἀπὸ ἀνευθύνων ἀρχόντων.
3063»Ἐξηγείραμεν ἐναντίον ὑμῶν θυέλλας ὅλων ἐκείνων τῶν
3064»ἀδικηθέντων ἀξιωματικῶν» — περὶ ὧν εὐρύτατος θέλει γεί-
3065νει λόγος, ἐὰν εὕρωμεν ὑμᾶς καθημένους εἰς τὰ ἑδώλια τῶν
3066Ὑπουργῶν.
3067Σᾶς ἐζήτησαν ἐπὶ τέλους, καλῇ τῇ πίστει, — οὐδένα λόγον
3068ἔχω νὰ μὴ συμφωνήσω τοῖς προαγορεύσασι περὶ τῶν ἀγα-
3069θῶν προθέσεων τῆς Α. Μ. τῆς σεπτῆς Ἀνάσσης, — σᾶς ἐζή-
3070τησαν ὅμως νὰ δώσητε Αὐτοῖς καὶ τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέ-
3071λιον, καὶ ἀμέσως παρεχωρήσατε αὐτό! Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη
3072ὑμῶν, ἰδοὺ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν ὑμῶν.
3073Ὑμεῖς ἐζητεῖτε ἀνωδύνως νὰ διέρχησθε τὸν πρωθυπουρ-
3074γικὸν, ἢ τὸν ὑπουργικὸν βίον. Δὲν ἐνοήσατε, ὅτι ἐν μικροῖς
3075πρὸ πάντων Κράτεσιν εἶναι μαρτύριον τὸ διευθύνειν τὰς δη-
3076μοσίας ὑποθέσεις. Δὲν ἐνοήσατε, ὅτι εἰς πᾶν βῆμα ἐκινδυ-
3077νεύετε νὰ πέσητε εἰς τὸν λάκκον. Λίαν ἀργὰ ᾐσθάνθητε
3078τοῦτο, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι ἐσώθητε, ῥίπτοντες εἰς τοὺς σκύλ-
3079λους τὸν Μητροπολίτην, τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς,
3080τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας! Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη.
3081Διατὶ, ἀφοῦ ἀνέκαθεν τοιαῦται, ἄντικρυς ἀντικείμεναι εἰς
3082τὰ καθεστῶτα, τάσεις ἐξεδηλώθησαν, δὲν ἐζητήσατε νὰ προ-
3083λάβητε τὸ κακόν; Διατὶ πικρῶς δὲν ἐμέμφθητε διὰ τῆς
3084ἁρμοδίας ὁδοῦ, τουτέστι διὰ τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου, ἐκείνους
3085τοὺς ἱεράρχας, οἵτινες, περιφρονοῦντες τὴν ἀξιοπρέπειαν αὑ-
3086τῶν, ἀσεβοῦντες πρὸς τὸ σχῆμα αὐτῶν, πρὸς τὰς ἱερὰς παρα-
3087δόσεις, πρὸς τὴν θεόθεν ἐντολὴν αὐτῶν, ἐτόλμησαν ν’ ἀνέλ-
3088θωσιν εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ νὰ συνεδριάσωσι μετ’ ἀλλοτρίων
3089ἀνθρώπων καὶ ξένων καὶ ἀμαθῶν περὶ τοσοῦτον ὑψηλοῦ καὶ
3090ἱεροῦ ζητήματος; Διατὶ διὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ὅστις κατὰ
3091νόμον ἀναγγέλλει ὑμῖν πάντα τὰ γιγνόμενα ἐν τῇ Συνόδῳ,
3092ὅταν τὰ δύο πρακτικὰ ἐκεῖνα τοῦ 1899 ἔτους συνετάγησαν
3093καὶ ὑπεγράφησαν παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Συνόδου, διατὶ δὲν
3094ἐζήσατε ἀντίγραφα αὐτῶν, νὰ ἔχητε εἰς χεῖρας ὑμῶν ταῦτα;
3095Διατὶ ἐπετρέψατε τὴν δημοσίευσιν τοῦ ἀνιέρου τούτου κειμέ-
3096νου (δεικνύει ἓν βιβλίον δεδεμένον), ὅπερ ἐδημοσιεύθη ἓν ἔτος
3097μετὰ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας τῆς Συνόδου; Πῶς ἀφήσατε ἔκ-
3098θετον τὴν σεπτὴν Ἄνασσαν, ἵνα θέσῃ τὴν ἔγκρισιν Αὐτῆς
3099ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀνοσίου τούτου ἔργου, φέροντος: «Μερίμνῃ
3100τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης τῶν Ἑλλήνων Ὄλγας ἐκδιδό-
3101μενα»; Πῶς δὲν ἠρωτήσατε τὴν Μεγαλειότητα Αὐτῆς, τίς
3102φέρει τὴν εὐθύνην αὐτοῦ τοῦ ἀποτροπαίου ἔργου; Τίνες εἶναι
3103οἱ μεταφρασταὶ αὐτοῦ; Διατὶ δὲν ὑπογράφουσι; Διατὶ κρύ-
3104πτονται; Διατὶ φοβοῦνται;
3105Δὲν ἐπιχειρῶ, Κύριοι, ν’ ἀναγνώσω ὑμῖν τεμάχια, ἅτινα
3106θέλουσι προκαλέσει τὴν ἀηδίαν καὶ τὴν περιφρόνησιν πρὸς
3107τὸ κείμενον τοῦτο.
3108§297ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλοῦμεν.
3109§298Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διατὶ, παρακαλῶ, δὲν ἠρωτήσατε, πῶς
3110ἐπετράπη, τὸ ὄνομα τῆς σεπτῆς Ἀνάσσης νὰ φέρηται ἐπὶ
3111κεφαλῆς τοῦ ἀποτροπαίου βιβλίου τούτου, οὗτινος οὐδεὶς
3112ἔχει τὴν εὐθύνην; Τίς εἶναι ὁ συντάξας τὸν τρισέλιδον τοῦ-
3113τον πρόλογον, τὸν ἄνευ ὑπογραφῆς; Τίς ἔχει τὴν ὑπογρα-
3114φὴν αὐτοῦ ἢ ἐν ἀρχῇ ἢ ἐν τέλει τοῦ ἀνοσίου τούτου βιβλίου;
3115«—Πῶς, σεπτὴ Ἄνασσα,—δὲν εἶπεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν
3116Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἢ ὁ τότε,
3117—ἀνεδέχθης τηλικοῦτον βάρος ἐναντίον ἀποφάσεων τετρα-
3118κοσίων ὅλων ἐτῶν τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Ἐκκλησίας, ἐναντίον δύο
3119νεαρῶν ἀποφάσεων τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου; Πῶς, Μεγα-
3120λειοτάτη, ἐδέχθης νὰ θέσῃς τὴν ἔγκρισίν Σου; Ποῖοι εἶναι
3121οἱ ὑπεύθυνοι αὐτοῦ τοῦ βιβλίου;» Εἶναι οἱ πλαστογραφή-
3122σαντες τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς χώρας!
3123§299Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει αἰσχρότητας μέσα!
3124§300Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες γράφουσιν ἀνευθύ-
3125νως, ὅτι διαπράττουσι τὴν μετάφρασιν ταύτην, ἔχοντες σύμ-
3126φωνον τὸν ἀοίδιμον Πατριάρχην τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους
3127Γρηγόριον τὸν Εʹ, τὸν ἀπαγχονισθέντα ὑπὸ τῶν Τούρκων
3128κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν. Ψεῦδος, Κύριοι! Παραχάραξις τῆς
3129Ἱστορίας! Πλαστότης τῶν κειμένων! Τὸ ἐνδεικτικὸν ἐκεῖνο
3130τοῦ Πατριάρχου ἡμῶν τοῦ 1820 ἔτους, τοῦ μηνὸς Ἀπρι-
3131λίου, οὐδέποτε παρὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν τῆς Ἀνατολικῆς
3132Ὀρθοδόξου ἀνεγνωρίσθη ὡς πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἦτο
3133ἄδεια, δὲν ἦτο ἔγκρισις τῆς Συνόδου τῶν Πατριαρχείων τῆς
3134Κωνσταντινουπόλεως, δὲν κατεχωρίσθη ἐν τῷ ἐπισήμῳ Κώ-
3135δικι. Ἦτο ἔγγραφον ἁπλοῦν, ὅπερ ὁ ἀείμνηστος Ἱεράρχης
3136ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ εἰς τοὺς αἰτοῦντας τοῦτο ἐπιμόνως τότε
3137ἀρχηγοὺς τῶν Προτεσταντῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἵνα
3138ἴσως ἀποφύγῃ τὴν δι’ αὐτῶν καθαίρεσιν ἀπὸ τοῦ Πατριαρ-
3139χικοῦ Θρόνου, ὅπως πολλοὶ πρὸ ἐκείνου Πατριάρχαι. Δὲν ἔφε-
3140ρε λοιπὸν οὔτε τὴν προσυπογραφὴν τῶν Συνοδικῶν τῆς Κων-
3141σταντινουπόλεως, οὔτε τὴν προσεπικύρωσιν τῶν ἄλλων Πα-
3142τριαρχῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καὶ συν-
3143ελθοῦσα κατόπιν, μετὰ τὸν ἀπαγχονισμὸν τοῦ Πατριάρχου,
3144ἡ Σύνοδος τῶν Πατριαρχείων ἐν Κωνσταντινουπόλει, δι’
3145ἀποφάσεως αὐτῆς, κατακεχωρισμένης ἐν τῷ Κώδικι τῶν Πα-
3146τριαρχείων, ἐκήρυξεν ἔκθεσμον, ἄκυρον, ἀνυπόστατον καὶ μὴ
3147ὂν τὸ ἐνδεικτικὸν ἐκεῖνο, ὅπερ διὰ τῆς βίας εἶχον ἀποσπά-
3148σει οἱ Προτεστάνται ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ σεπτοῦ ἐκείνου
3149Ἱεράρχου.
3150Καὶ ὅμως ψευδῶς ἐν τῷ προλόγῳ τοῦ ἀνοσίου τούτου
3151βιβλίου βεβαιοῦται, ὅτι ὑπάρχει ἔγκρισις τῆς Ἱερᾶς Συνό-
3152δου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1820 ἔτους «λαϊκῆς τοῦ
3153Εὐαγγελίου μεταφράσεως», ἐνῷ καὶ τοὐναντίον ὑπάρχει
3154ἀποκήρυξις ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Κωνσταντινουπό-
3155λεως τοῦ 1822 ἔτους τοῦ ἐνδεικτικοῦ ἐκείνου, τοῦ μὴ κατα-
3156χωρισθέντος, ὡς εἶπον, ἐν τῷ Κώδικι τῶν Πατριαρχείων, καὶ
3157καταδίκη τῆς λαϊκῆς μεταφράσεως, τῆς τότε γενομένης, ὡς
3158καὶ πάσης ἄλλης προγεγενημένης ἢ μετὰ ταῦτα γενησο-
3159μένης.
3160Καὶ ἐνῷ πάντα ταῦτα ἐγνωρίζετε, ἢ τέλος πάντων ὠφεί-
3161λετε νὰ γνωρίζητε, διὰ τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, διὰ τῆς ὑποχω-
3162ρήσεως ὑμῶν, — διότι ἀνήκετε εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ «lais-
3163ser faire, laisser aller», — ἐπετρέψατε, ἵνα κατὰ τὴν
3164στιγμὴν ταύτην καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα καὶ ὁπουδήποτε
3165ὁμιλεῖται ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ λατρεύεται ὁ Χριστός,
3166καίωσιν ὡς πυραὶ συζητήσεις, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν σεπτῶν καὶ
3167ὑψηλῶν ἐκείνων προσώπων, ὧν ἡ Πολιτεία ἔταξεν ὑμᾶς φρου-
3168ροὺς καὶ προστάτας καὶ φύλακας.
3169Ἰδοὺ, κύριε Πρόεδρε, ἡ εὐθύνη ὑμῶν. Ἐδῶ κεῖται ἡ ἀλη-
3170θὴς θέσις τοῦ ζητήματος. Ὅλα τὰ ἄλλα εἰσὶν ἐπεισόδια,
3171λυπηρὰ, αἱματηρὰ, προκαλοῦντα τὴν ἀγανάκτησιν ἀπὸ ἄκρου
3172εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ βεβαίως ἐπεισόδια πάντοτε.
3173Ἡ κυρία εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἔγκειται ἐκεῖ, εἰς τὴν ἀρ-
3174χὴν, εἰς τὴν ὑποχώρησιν ὡς πρὸς τὴν μετάφρασιν, τὴν μερί-
3175μνη τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης γενομένην, εἰς τὸν ἐνδοτι-
3176κὸν χαρακτῆρα τῶν κυβερνώντων ἀπέναντι ὑπερφιάλων ἀπαι-
3177τήσεων, ἐκ πλάνης βεβαίως ὁρμωμένων.
3178Ἐὰν ἄρα τὸ ζήτημα, Κύριοι, ὅπερ ἐπὶ τοσαύτας ὥρας
3179ἀπασχολεῖ σήμερον τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν ἄρα τὸ ζήτημα,
3180οὗτινος ἕνεκα ἐβάφη τὸ ἔδαφος τῆς πόλεως διὰ τοῦ αἵμα-
3181τος ἀθῴων πολιτῶν καὶ μαρτύρων, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναφανῇ,
3182εὔχομαι ὅμως ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ νὰ συντελέσῃ τοὐλάχιστον
3183εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ χαρακτῆρος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν
3184τῆς χώρας, τῶν δικαίως φιλοδοξούντων νὰ ἡγῶνται πολι-
3185τικῶν κομμάτων.
3186Εὔχομαι, ἵνα τὸ τραγικὸν τοῦτο ζήτημα συντελέσῃ εἰς
3187τὸ νὰ πεισθῶσιν, ὅτι προσφέρουσι πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς
3188τὸ Στέμμα, ὅτι προσφέρουσιν ὑπερτάτας ὑπηρεσίας εἰς τὴν
3189Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τὰ σεπτὰ μέλη τῆς Οἰκογενείας
3190Αὐτοῦ, οὐχὶ ἂν πρὸ πάσης ἀπαιτήσεως, ὅσον αὕτη καὶ ἂν
3191ἦναι οὐχὶ πρέπουσα, ὑποχωρῶσι καὶ κλίνωσι τὰς κεφαλὰς
3192αὐτῶν μέχρι τῶν σκελῶν, ἀλλ’ ἂν ἐρρωμένως ἀνθίστανται,
3193ἂν διδάσκωσιν, ἂν παρακαλῶσιν, ἂν ἱκετεύωσι, — διότι οὐ-
3194δεμίαν καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν προαγορευσάντων ἀμφιβολίαν ἔχω,
3195ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, τὰ σεπτὰ μέλη τῆς Β. Οἰκογε-
3196νείας, ἀκούοντα τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἐπὶ κειμένων βασιζομένην,
3197οὐδαμῶς, λέγω, ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν θέλουσιν ἀναλαμβάνει
3198τὴν βαρεῖαν εὐθύνην τῆς ἐπιμονῆς αὐτῶν. (Εὖγε! εὖγε!
3199ἐξ ἀριστερῶν).
3200§301ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διακηρύττω, Κύριοι, μὲ τὸν ἐντονώ-
3201τερον τρόπον, ὅτι ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
3202ἐν ἔτει 1899, οὐδεμίαν ἔλαβον ἐπισήμως γνῶσιν τῆς ὑπὸ
3203τὴν προστασίαν τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης γενομένης παρα-
3204φράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ὡς ἰδιώτης, εἶχον λάβει γνῶσιν
3205τῶν κατ’ αὐτὴν πολὺ πρὶν ἢ γείνω Ὑπουργὸς τὸ ἔτος ἐ-
3206κεῖνο. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀνεκινήθη κατὰ τὸ ἔτος 1898, ὅτε
3207ἄλλοι διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐ-
3208πειδὴ δὲ ὑπάρχουσιν οἱ νομίζοντες, ὅτι ἐγὼ κέκτημαι εἰδι-
3209κότητά τινα περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἠρωτήθην ἔκτοτε
3210ὑπό τινων μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁποίαν γνώμην εἶχον
3211περὶ τοῦ πράγματος, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἐπληροφο-
3212ρήθην τὰ κατ’ αὐτὸ, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν τώρα νὰ ἐπανορθώσω
3213ἀνακρίβειάν τινα τοῦ προαγορεύσαντος ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττι-
3214κῆς Βουλευτοῦ.
3215Ἰσχυρίσθη οὗτος, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος συνῆλθε τότε ἐν
3216τοῖς Ἀνακτόροις εἰς συνεδρίασιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἢ ἐπὶ
3217παρουσίᾳ τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης, ἐκεῖ δ’ ἐκλήθη αὐτὴ
3218νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Α. Μ. γενομένην
3219παράφρασιν, ἀλλ’ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶχε τὸ σθένος οὐ μόνον νὰ
3220ἀρνηθῇ τὴν ἔγκρισιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀπαγορεύσῃ δι’
3221ἀποφάσεώς της πᾶσαν παράφρασιν ἢ μετάφρασιν τοῦ Εὐαγ-
3222γελίου. Ἐγὼ ὅμως δύναμαι, Κύριοι, νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι
3223τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ἀκριβῶς, ὡς σᾶς ἐξέθηκεν αὐτὸ ὁ ἔντιμος
3224συνάδελφος. Τοῦτο καθίσταται ἤδη καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ πρό-
3225δηλον· διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τις πολὺ ταπεινὴν γνώμην περὶ
3226τῆς ἄκρας εὐλαβείας τῆς Α. Μ. πρὸς πᾶν ὅ,τι συνδέεται
3227πρὸς τὴν ἱερὰν ἡμῶν θρησκείαν, ὅπως φαντασθῇ, ἔστω καὶ
3228πρὸς στιγμήν, ὅτι ἦτο δυνατόν ποτε ἡ σεπτὴ ἡμῶν Ἄνασσα
3229νὰ καλέσῃ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον εἰς συνεδρίαν ἐν τοῖς Ἀνα-
3230κτόροις ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἢ ἐπὶ παρουσίᾳ Αὑτῆς. Πλὴν
3231τούτου, πρέπει νὰ ἔχῃ τις πολὺ ταπεινὴν γνώμην καὶ περὶ
3232τῶν ἱεραρχῶν, τῶν τότε ἀπαρτιζόντων τὴν Ἱερὰν Σύνοδον,
3233ὅπως ἀποδεχθῇ, ὅτι αὐτοὶ ἐπελάθοντο ἐπὶ τοσοῦτον καὶ τῆς
3234ἰδίας ἀξιοπρεπείας καὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἱεροῦ αὐτῶν σω-
3235ματείου, ὥστε νὰ συγκατατεθῶσιν εἰς τὸ νὰ συνεδριάσωσιν,
3236ἐπανειλημμένως μάλιστα, ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, καθ’ ὃν τρό-
3237πον σᾶς ἀνέφερεν ὁ προαγορεύσας.
3238Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, εἶναι αὐτὸ καθ’
3239ἑαυτὸ ἀπίθανον, διὸ θὰ εὕρητε καὶ ὑμεῖς εὐλογοφανῆ τὴν
3240ἐμὴν πληροφορίαν, καθ’ ἣν ἡ Α. Μ. παρεκάλεσε τοὺς περὶ
3241ὧν ὁ λόγος Συνοδικούς, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὰ Ἀνάκτορα
3242οὐχὶ ὡς σωματεῖον, ὡς Ἱερὰ δηλ. Σύνοδος, ἀλλ’ ὡς ἱεράρ-
3243χαι ἁπλῶς τῆς Ἐκκλησίας, δυνάμενοι νὰ ἔχωσι πεφωτισμέ-
3244νην γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐκεῖ συσκεφθῶσι μετά
3245τινων θεολόγων, ἐὰν ἦτο δυνατὸν μετάφρασις τοῦ Εὐαγγε-
3246λίου, γινομένη κατὰ τρόπον ὅσον οἷόν τε ἀκριβέστερον, νὰ
3247τύχῃ κύρους, περιβαλλομένη δι’ ἐκκλησιαστικῆς ἐγκρίσεως.
3248Ἐγνώσθη μάλιστα τότε, ὅτι εἶχε μεταφράσει ἤδη τὸ Εὐ-
3249αγγέλιον ἡ δεσποινίς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος
3250τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν μετάφρασιν ταύτην θ’ ἀνεθεώρει
3251ἐπιτροπή, ἀπαρτιζομένη ἐξ ἀρχιερέων, θεολόγων καὶ ἄλλων
3252λογίων, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ τύχῃ αὐτὴ εἶτα τῆς ἐγκρί-
3253σεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀλλὰ τὴν μὲν ἔγκρισιν ἀπέκρου-
3254σαν κατ’ ἀρχὴν πάντες οἱ Συνοδικοὶ ἀδιακρίτως, τινὲς δ’ ἐξ
3255αὐτῶν, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐκηρύχθησαν καὶ κατὰ
3256πάσης μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, οὐδεὶς δὲ συγκατετέθη
3257νὰ μετάσχῃ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀνέλαβε ν’ ἀναθεωρήσῃ
3258τὴν γενομένην μετάφρασιν.
3259Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι πολὺς λόγος ἔγεινε τότε ἐν τῷ
3260Τύπῳ περὶ τῆς τοιαύτης μεταφράσεως, ἐγράφησαν δὲ κατ’
3261αὐτῆς σφοδρὰ ἄρθρα, ἰδίᾳ ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος, ἐν ᾗ καὶ ὁ
3262ἔντιμος προαγορεύσας ἐδημοσίευσε μελέτην τινὰ περὶ τοῦ
3263ζητήματος πολλοῦ λόγου ἀξίαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐκώλυσε
3264τότε οὔτε τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἵνα ἐγκρίνῃ ἑτέραν παρά-
3265φρασιν τοῦ Εὐαγγελίου, ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα θρη-
3266σκευτικοῦ Συλλόγου τῆς «Ἀναπλάσεως» καὶ ἐγκριθεῖσαν
3267μάλιστα προηγουμένως καὶ ὑπὸ τοῦ τέως Οἰκουμενικοῦ Πα-
3268τριάρχου Κωνσταντίνου τοῦ Εʹ καὶ τῆς περὶ αὐτὸν Ἱερᾶς
3269Συνόδου, οὔτε τοὺς περὶ τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν, ἵνα προ-
3270βῶσιν εἰς τὴν ἐκτύπωσιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος μεταφράσεως
3271ὁμοῦ μετὰ τοῦ πρωτοτύπου κειμένου. Εἶχε δὲ ἤδη κοπάσει
3272ὁ προκληθεὶς δι’ αὐτὴν δημοσιογραφικὸς σάλος, ὅτε ἐγὼ τῷ
32731899 ἐκλήθην εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκ-
3274κλησιαστικῶν.
3275Ἐγώ, Κύριοι, δὲν διστάζω νὰ σᾶς δηλώσω ἀπροκαλύ-
3276πτως, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος πάσης μεταφράσεως ἢ
3277παραφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ δὴ οὐ μόνον ἐκ λόγων
3278καθαρῶς θρησκευτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων ἐθνικῶν. Ἡ
3279μετάφρασις αὕτη ἀπάδει, κατ’ ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην,
3280πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς Ἐκκλησίας μας, καθ’ ἃς αὕτη ἀποδέ-
3281χεται δύο πηγὰς τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας, τὴν Ἁγίαν
3282Γραφὴν καὶ τὴν ἱερὰν παράδοσιν. Τὴν πρώτην συμπληροῖ
3283καὶ ἑρμηνεύει αὐθεντικῶς ἡ δευτέρα. Ὁ Χριστὸς μικρὸν πρὸ
3284τοῦ θανάτου αὐτοῦ εἶπε πρὸς τοὺς μαθητάς του: «Ταῦτα
3285»λελάληκα ὑμῖν παρ’ ὑμῖν μένων· ὁ δὲ παράκλητος, τὸ
3286»Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ Πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου,
3287»ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει πάντα, ἃ εἶπον
3288»ὑμῖν». (Ἰω. ιδʹ. 25 καὶ 26). Καὶ οἱ Ἀπόστολοι δὲ ἔγρα-
3289φον πρὸς τοὺς πιστούς: «Τὰς παραδόσεις κατέχετε» (Αʹ.
3290Κορ. ιαʹ. 2), «καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» (Βʹ. Θεσσαλ.
3291βʹ. 15). Τί δὲ ἐνόουν οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς καὶ οἱ θεῖοι αὐ-
3292τοῦ μαθηταί; ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον θὰ καθωδήγει τού-
3293τους καὶ τοὺς διαδόχους των ἐπισκόπους εἰς πᾶσαν τὴν
3294ἀλήθειαν καὶ εἰς τὴν ὀρθὴν κατανόησιν τῆς διδασκαλίας
3295του· ὅτι οἱ μαθηταὶ δὲν ἠδύναντο ν’ ἀναγράψωσι πᾶσαν
3296τὴν ἀλήθειαν ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις καὶ ταῖς ἐπιστολαῖς αὐ-
3297τῶν, ἀλλ’ ὅτι πολλὰ ἐδίδαξαν μόνον προφορικῶς, ἡ δὲ προ-
3298φορική των διδασκαλία παρέμεινεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς παρά-
3299δοσις, ἣν διὰ τοῦτο ὀφείλουσι νὰ κατέχωσι καὶ κρατῶσιν
3300οἱ πιστοί.
3301Εἶναι πλάνη, Κύριοι, καὶ πλάνη μεγάλη, νὰ νομίζῃ τις,
3302ὅτι ἡ Γραφὴ εἶναι θεόπνευστος κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε
3303οὐ μόνον οἱ γράψαντες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀναγινώσκοντες αὐτὴν
3304νὰ ἐμφορῶνται Πνεύματος ἁγίου καὶ νὰ κατανοῶσιν ἀφ’ ἑαυ-
3305τῶν πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἀπαντῶσαν καὶ μὴ ἀπαντῶ-
3306σαν ἐν αὐτῇ. Πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν δὲν περιέχει μόνη ἡ
3307Γραφή, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲ περιέχει αὐτὴ ταύτην, δὲν δύναται
3308εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ κατανοήσῃ αὐτὴν ἕκαστος. Τρανὴν
3309ἀπόδειξιν τούτου παρέχει ἡμῖν αὐτὴ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστο-
3310ρία. Ἤδη κατὰ τοὺς πρώτους ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκ-
3311κλησίας αἰῶνας ἀνεφάνησαν πολλαὶ αἱρέσεις καὶ κακοδοξίαι.
3312Τίς δὲ ἡ πρώτη καὶ κυρία τούτων αἰτία; ὅτι πολλοὶ τότε
3313προετίμων ν’ ἀναγινώσκωσι καὶ ἑρμηνεύωσι τὴν Γραφὴν ἀφ’
3314ἑαυτῶν, χωρὶς δηλαδὴ νὰ ἔχωσιν εἰς τοῦτο γνώμονα καὶ
3315ὁδηγὸν τὴν ἱερὰν παράδοσιν καὶ τὴν κατ’ αὐτὴν αὐθεντικὴν
3316ἑρμηνείαν τῆς Γραφῆς. Οἱ τοιοῦτοι, ἐγκαταλελειμμένοι εἰς
3317μόνας τὰς ἀσθενεῖς των δυνάμεις καὶ ἐστερημένοι τοῦ θείου
3318φωτισμοῦ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, τοῦ ἐνεργοῦντος ἐν τῇ
3319Ἐκκλησίᾳ διὰ τῆς ἱερᾶς παραδόσεως, δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ
3320ὑποπέσωσιν εἰς πλάνας.
3321Εἰς παραπλησίας πλάνας ὑπέπεσαν κατὰ τοὺς νεωτέρους
3322χρόνους καὶ οἱ Διαμαρτυρόμενοι, οἵτινες, ἀποσκιρτήσαντες ἐκ
3323τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ἀπέρριψαν ὁμοῦ μετὰ τοῦ πρω-
3324τείου τοῦ Πάπα καὶ πᾶσαν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν, καὶ
3325ἠρκέσθησαν εἰς μόνην τὴν Ἁγίαν Γραφήν. Ἐντεῦθεν προέ-
3326κυψαν καὶ πᾶσαι αἱ κακοδοξίαι καὶ πολυσχιδεῖς αὐτῶν αἱ-
3327ρέσεις, αἵτινες πάλαι ποτὲ ἐπαύσαντο συνταράττουσαι τὴν
3328Ἐκκλησίαν ἡμῶν, ἀφ’ οὗ χρόνου ἐπεβλήθη εἰς πάντας τοὺς
3329ὀπαδούς της τὸ κῦρος καὶ ἡ αὐθεντία τῆς ἱερᾶς παραδόσεως,
3330ὡς δευτέρας πηγῆς τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἀληθείας.
3331Τοιαύτας ἀρχὰς πρεσβεύουσα ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία, δὲν
3332ἠδύνατό ποτε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς πάντας τοὺς πιστοὺς ἀδιακρί-
3333τως τὴν ἀνάγνωσιν τῆς Γραφῆς εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ ἐν αὐ-
3334τῷ ἔτι τῷ πρωτοτύπῳ κειμένῳ, πολλῷ δ’ ἔλαττον ἐν μετα-
3335φράσει εἰς τὴν καθωμιλημένην ἢ δημοτικὴν λεγομένην γλῶσ-
3336σαν. Εἶναι, Κύριοι, τὴν σήμερον ἀποδεδειγμένον, καὶ κεῖται
3337πλέον ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος γλῶσ-
3338σα ἡμῶν δὲν εἶναι σημερινὴ ἢ χθεσινή τις, οὐδὲ διεμορ-
3339φώθη κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνας τῆς ὑποδουλώσεως τοῦ
3340Γένους ἡμῶν ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν, ἀλλ’ ἀριθμεῖ ἤδη
3341ὑπερχιλιετῆ βίον. Διατί λοιπὸν ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν δὲν
3342ἐσκέφθη ποτὲ περὶ παραφράσεως ἢ μεταφράσεως τοῦ Εὐαγ-
3343γελίου εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, ἀφοῦ αὐτὴ, ὡς γνωστὸν,
3344ἐπέτρεψε τὴν εἰς ξένας γλώσσας μετάφρασιν τῆς Γραφῆς,
3345ὅπως ἀναγινώσκηται αὕτη ἐν τοῖς ναοῖς τῶν ἀλλογλώσσων
3346λαῶν, τῶν ἐπιστραφέντων ὑπ’ αὐτῆς εἰς τὸν χριστιανισμόν;
3347Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι αὐτὴ τὴν εἰς τὴν δημο-
3348τικὴν ἡμῶν γλῶσσαν παράφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου οὐ μόνον
3349ἀναγκαίαν καὶ ἐπωφελῆ δὲν ἐθεώρησε ποτὲ, ἀλλὰ τοὐναν-
3350τίον καὶ περιττὴν καὶ ἐπιβλαβῆ ἐθεώρησεν.
3351Ἡ γλῶσσα τῆς Γραφῆς, καὶ ἰδίᾳ τοῦ Εὐαγγελίου, ἀνα-
3352γινωσκομένη καθ’ ἑκάστην σχεδὸν ἐν τοῖς ναοῖς καὶ ἐν πάσῃ
3353ἱεροπραξίᾳ, ἔσχεν ἤδη μεγάλην ῥοπὴν ἐπὶ τὴν δημοτικὴν
3354ἡμῶν γλῶσσαν. Ἀπὸ δισχιλίων σχεδὸν ἐτῶν ἔχει συζυμωθῆ
3355μετ’ αὐτῆς καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως διὰ τῶν διαφόρων προσ-
3356ευχῶν καὶ ὕμνων, διὰ τῆς ὅλης λατρείας τῆς Ἐκκλησίας
3357ἡμῶν, ἐν ᾗ ἐγκατοπτρίζεται ἡ γλῶσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
3358Πρὸς τὴν γλῶσσαν ταύτην ἔχει ἐξοικειωθῆ ἀνέκαθεν ὁ Ἑλ-
3359ληνικὸς λαὸς, οὕτως ὥστε νὰ ἐννοῇ τὴν σήμερον πᾶν ὅ,τι
3360εὔληπτον καὶ εὐνόητον, νὰ μὴ ἐννοῇ δὲ μόνον τὰ φύσει δυσ-
3361νόητα ἐν τῇ Γραφῇ. Ἀλλὰ πρὸς τί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ
3362μετάφρασις ἢ παράφρασις αὐτῆς εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν;
3363Μήπως δὲν ἐννοεῖ αὐτὸς λ. χ. τὸ ἀρχέτυπον κείμενον,
3364ἀναγινώσκων ἐν αὐτῷ τὸ «Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαὰκ,
3365Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακὼβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν
3366Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ»; (Ματθ. αʹ. 2). Δὲν εἶναι
3367περιττὴ διὰ τοῦτο πᾶσα μετάφρασις τῶν τοιούτων χωρίων;
3368Τί δὲ θὰ τὸν ὠφελήσῃ ἡ μετάφρασις ἑτέρου χωρίου τοῦ
3369Εὐαγγελίου, φύσει δυσνοήτου εἰς αὐτὸν, ὡς τὸ «ἐν ἀρχῇ ἦν
3370ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λό-
3371γος»; (Ἰωάν. αʹ. 1). Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν μεταφρασθῶσι
3372τὰ τοιαῦτα χωρία, ὁ πολὺς λαὸς δὲν θὰ ἐννοήσῃ αὐτά. Βε-
3373βαίως δὲ ἡ μετάφρασις εἶναι προωρισμένη οὐχὶ διὰ τοὺς
3374θεολόγους καὶ τοὺς λογίους καθόλου, οἵτινες δύνανται νὰ ἐν-
3375νοήσωσι κάλλιστα τὸ πρωτότυπον κείμενον, ἐν ἀνάγκῃ δὲ
3376νὰ καταφεύγωσι καὶ εἰς τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῆς Ἐκ-
3377κλησίας, ἀλλὰ διὰ τὸν πολὺν λαόν.
3378Καὶ δὲν καθίσταται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρόδηλον,
3379ὅτι ὁ λαὸς οὗτος, ὅστις δὲν δύναται νὰ κατανοήσῃ ἄνευ ἑρ-
3380μηνείας τὰ πλεῖστα τῶν χωρίων τῆς Γραφῆς, ἐν οἱᾳδήποτε
3381μεταφράσει ἢ παραφράσει καὶ ἂν δοθῶσιν αὐτὰ εἰς χεῖράς
3382του, θὰ τὰ παρεξηγήσῃ καὶ θὰ ὑποπέσῃ εἰς πλάνας πολ-
3383λὰς, οὕτω δὲ θὰ καταντήσῃ θᾶττον ἢ βράδιον εἰς τὰς πάλαι
3384κακοδοξίας καὶ αἱρέσεις τῶν πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστια-
3385νισμοῦ, ἢ εἰς τὰς κακοδοξίας καὶ αἱρέσεις τῶν Διαμαρτυρο-
3386μένων τῶν νεωτέρων χρόνων; Πλὴν ποῦ τότε ἡ ἑνότης ἐν
3387τῇ Ἐκκλησίᾳ;
3388Ἀλλὰ σὺν τῇ ἐκκλησιαστικῇ θὰ διεσαλεύετο τότε ἐκ
3389βάθρων καὶ αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ἑνότης, ἧς ἡμεῖς ἔχομεν,
3390εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε, τὴν σήμερον ἀνάγκην. Αἱ θρησκευ-
3391τικαὶ διαιρέσεις καὶ τὰ σχίσματα εἶναι τὰ φοβερώτατα πάν-
3392των. Δι’ αὐτῶν θ’ ἀπεξενοῦντο πρὸς ἡμᾶς τέλεον οὐ μόνον
3393διάφορα ἑτερογενῆ στοιχεῖα, συνδεόμενα νῦν πρὸς ἡμᾶς διὰ
3394τῆς ταυτότητος τῆς πίστεως, ἀλλὰ κίνδυνος εἶναι νὰ ἐπί-
3395δωμεν διαμελιζόμενον καὶ ἀλληλοσπαρασσόμενον καὶ αὐτὸν
3396τὸν γνήσιον καὶ ἀμιγῆ Ἑλληνισμόν. Τί δὲ ἄλλο θὰ ηὔ-
3397χοντο πότε εἰς ἡμᾶς οἱ χείριστοι τῶν ἐχθρῶν μας, οἱ ἐπο-
3398φθαλμιῶντες τὴν πατρῴαν ἡμῶν κληρονομίαν ἐπὶ τῆς Ἰλ-
3399λυρικῆς χερσονήσου καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθόλου; Ἰδού,
3400Κύριοι, διατί ἐγὼ τοὐλάχιστον τὴν καθιέρωσιν τῆς μετα-
3401φράσεως τοῦ Εὐαγγελίου παρ’ ἡμῖν καὶ τὴν διάδοσιν αὐτῆς
3402παρὰ τῷ λαῷ θεωρῶ ἐπιζήμιον τὰ μάλιστα εἰς τὴν ἐκκλη-
3403σιαστικὴν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν
3404ἑνότητα, ἐν μιᾷ λέξει θεωρῶ αὐτὴν ὡς ἐθνικὴν ἀφροσύνην.
3405(Εὖγε! εὖγε!) Ἀλλ’ ὡς τοιαύτην θεωρῶ αὐτὴν καὶ ὑπ’
3406ἄλλην τινὰ ἔποψιν, τὴν ἑξῆς:
3407Ἡ Θεία Πρόνοια ηὐδόκησε νὰ ἐκλέξῃ ὡς ὄργανον δια-
3408δόσεως τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσ-
3409σαν. Ἐν αὐτῇ ἐγένετο ἡ πρώτη καὶ αὐθεντικὴ μετάφρασις
3410τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἡ ἐπιλεγομένη τῶν Οʹ, ἧς ἐποιοῦντο
3411χρῆσιν καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἐν τῷ κηρύγματι αὐτῶν. Ἐν αὐτῇ
3412ἐγράφη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ πᾶσα ἡ Καινὴ Διαθήκη. Ἐν αὐτῇ
3413ἐκηρύχθη ὁ Χριστιανισμὸς ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων εἰς πᾶσαν
3414τὴν τότε οἰκουμένην. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐτάχθη οὕτως
3415ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας θεματοφύλαξ τῆς θείας ἀληθείας.
3416Αὐτὸ ἦτο τὸ καύχημα τῶν προγόνων ἡμῶν ἀπὸ τῆς πρώτης
3417τοῦ χριστιανισμοῦ ἐμφανίσεως· αὐτὸ εἶναι ἔτι καὶ νῦν τὸ
3418καύχημα ἡμῶν τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων, οἵτινες ἀξιοῦμεν,
3419ὅτι εἴμεθα γνήσιοι ἐκείνων ἀπόγονοι. Δι’ αὐτὸ μᾶς ἐζήλευ-
3420σαν καὶ μᾶς ζηλεύουσι πάντες οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ τῆς ὑφη-
3421λίου. Δι’ αὐτὸ ἐκινήσαμεν κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ τὰς συμ-
3422παθείας τῶν λαῶν τούτων κατὰ τὸν ἱερὸν ἡμῶν ἀγῶνα ὑπὲρ
3423ἀνεξαρτησίας. Δι’ αὐτὸ ἐλπίζομεν νὰ τύχωμεν τῆς ἐπικου-
3424ρίας των καὶ ὅταν σημάνῃ ἡ ὥρα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀπο-
3425καταστάσεως. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι,
3426ὅτι δι’ αὐτὸ τὸ ἐθνικόν μας καύχημα ἔχομεν κινήσει ἤδη
3427καὶ τὸν φθόνον πολλῶν, οἵτινες, ὡς ὁ περιβόητος Φαλμε-
3428ράϋερ, ἠθέλησαν νὰ μᾶς παραστήσωσιν ὡς οὐδὲν κοινὸν ἔχον-
3429τας πρὸς τοὺς πάλαι Ἕλληνας. Αὐτοὶ ἐφρόντισαν ν’ ἀπο-
3430δείξωσι τοῦτο καὶ δι’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων καὶ διὰ τῆς
3431διαφορᾶς τῆς καθωμιλημένης ἡμῶν γλώσσης πρὸς τὴν ἀρ-
3432χαίαν Ἑλληνικὴν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν τοῦ Εὐαγγελίου, περὶ
3433ἧς ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι πάντη ἀκατάληπτος εἰς ἡμᾶς
3434τοὺς νεωτέρους Ἕλληνας. Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοὶ ἐρχώμεθα
3435διὰ τῶν ἔργων ἡμῶν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι πράγματι δὲν ἐν-
3436νοοῦμεν τὸ Εὐαγγέλιον ἐν τῇ ἀρχετύπῳ αὐτοῦ γλώσσῃ καὶ
3437ἔχομεν ἀνάγκην μεταφράσεως αὐτοῦ διὰ τὸν λαὸν, τί πράτ-
3438τομεν οὕτω; Δὲν παρέχομεν τρανὴν ἀπόδειξιν εἰς τοὺς ξέ-
3439νους, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι ἡμεῖς νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἱερὰν
3440παρακαταθήκην τῶν πατέρων μας, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ
3441φέρωμεν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, ὅτι οὐδὲν κοινὸν ἔχομεν πρὸς
3442τοὺς πάλαι Ἕλληνας; Δύνασθε, Κύριοι, νὰ φαντασθῆτε μεί-
3443ζονα ταύτης ἐθνικὴν ἀφροσύνην; (Εὖγε! εὖγε!).
3444Ἰδοὺ διατί ἐγὼ ἤμην καὶ εἶμαι πάντοτε κατ’ ἀρχὴν ἐναν-
3445τίος πάσης μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, θεωρῶν αὐτὴν ὡς
3446ἔγκλημα καθοσιώσεως κατὰ τε τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ
3447ἔθνους ἡμῶν. Ἀλλὰ καίτοι τοιαύτην γνώμην ἔχων, ἐρωτῶ,
3448τί ἠθέλετε νὰ πράξω εἰς ἐπικράτησιν αὐτῆς, ὡς Ὑπουργὸς
3449τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐν ἔτει 1899, ὅτε τὸ ζήτημα τῆς
3450μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου τοὐ-
3451λάχιστον, οὐδόλως ἀνεκινήθη; Μήπως εἶχον ἐγὼ, ὡς Ὑ-
3452πουργὸς, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῆς; Ἀλλ’ εἰς
3453τοῦτο παρενεβάλλετο εἰς ἐμὲ ὡς πρόσκομμα δυσυπέρβλητον
3454αὐτὸς ὁ Καταστατικὸς Νόμος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκ-
3455κλησίας τῆς Ἑλλάδος. Οὗτος ἐν μὲν τῷ Βʹ αὐτοῦ ἄρθρῳ
3456ἀνακηρύττει ὡς ἀνωτάτην ἐν τῷ Βασιλείῳ ἐκκλησιαστικὴν
3457ἀρχὴν τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν
3458δὲ τῷ Ζʹ ἄρθρῳ, διαιρῶν τὰ καθήκοντα αὐτῆς εἰς ἐσωτερικὰ
3459καὶ εἰς ἐξωτερικὰ, καθορίζει, ὅτι εἰς ἐκεῖνα, τὰ ἐσωτερικὰ
3460αὐτῆς καθήκοντα, ἐνεργεῖ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀνεξαρτήτως τῆς
3461πολιτικῆς ἀρχῆς, ἐν δὲ τῷ Θʹ ἄρθρῳ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ αὐ-
3462τῆς καθήκοντα καταλέγει καὶ τὴν ἐπαγρύπνησιν αὐτῆς «εἰς
3463»τὸ περιεχόμενον τῶν εἰς χρῆσιν τοῦ κλήρου καὶ τῆς νεο-
3464»λαίας ἔξωθεν τοῦ Βασιλείου εἰσαγομένων, εἴτε ἐν Ἑλλάδι
3465»δημοσιευομένων βιβλίων κλπ., ἅτινα πραγματεύονται περὶ
3466»ἀντικειμένων θρησκευτικῶν, καὶ ὁσάκις πληροφορηθῇ, ὅτι
3467»τὰ τοιαῦτα περιέχουσί τι ἐναντίον, ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρό-
3468»πον εἶναι βλαπτικὰ ἐκ τῆς χρήσεώς των ὡς πρὸς τὰ θεῖα
3469»δόγματα...τὰς ἱερὰς παραδόσεις...ζητεῖ τὴν σύμπραξιν τῆς
3470»Κυβερνήσεως εἰς ἀπαγόρευσιν τῆς χρήσεως αὐτῶν ἐν τοῖς
3471»σχολείοις κλπ.» Ἀλλὰ μοὶ ἐζητήθη παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συν-
3472όδου, ἐν ὅσῳ ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς, ἡ τοιαύτη σύμπραξις πρὸς
3473ἀπαγόρευσιν τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου; Οὐχί. Τί
3474ἠθέλετε λοιπὸν τότε νὰ πράξω ἐγώ, καθ’ ὃν χρόνον ἄλλως
3475τε ὑπ’ οὐδενὸς εἶχεν ἀνακινηθῆ τοιοῦτο ζήτημα; Ἔπρεπε,
3476καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ τὸ δημιουργήσω ἐγὼ καὶ
3477νὰ ἐπιβάλω τότε τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον;
3478Ἀλλὰ ποῦ τότε ἴχνος τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς; Δὲν θὰ ἦτο
3479δὲ καὶ ἄλλως ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια νὰ γεννήσω ἐγὼ ἄνευ ἀφορ-
3480μῆς ἓν θρησκευτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λάβῃ
3481ἐπικινδύνους διαστάσεις δι’ αὐτὴν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ
3482ἀσφάλειαν, ὡς νῦν;
3483Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου
3484ἀνεκινήθη παρ’ ἡμῖν, ἀφ’ ἧς ἤρξατο πρὸ δύο περίπου μηνῶν
3485δημοσιευομένη ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» ἡ μετάφρασις τοῦ ἐν
3486Ἀγγλίᾳ διατρίβοντος κ. Πάλλη...
3487§302Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸς βεβαίως ἐπιδιώκει κατα-
3488χθονίους σκοπούς!
3489§303Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε. Δύναμαι νὰ σᾶς
3490διαβεβαιώσω, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀνὴρ χρηστὸς καὶ φιλόπατρις,
3491ὅστις ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος καὶ ἐξ εὐσεβοῦς τοῦ πό-
3492θου προέβη εἰς τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκ τῶν
3493αὐτῶν δὲ ἐλατηρίων ὁρμωμένη καὶ ἡ «Ἀκρόπολις», ἀνέ-
3494λαβε τὴν δημοσίευσίν της, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι, ὡς δι’
3495ἄλλων θρησκευτικῶν της δημοσιευμάτων, ἰδίᾳ δὲ διὰ τοῦ
3496καθ’ ἑκάστην Κυριακὴν καταχωριζομένου εἰς αὐτὴν κηρύγ-
3497ματος, καὶ διὰ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος μεταφράσεως θὰ συνε-
3498τέλει εἰς ἀναρρίπισιν τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος ἐν
3499Ἑλλάδι. Διὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν καὶ εἰς τὸν
3500κ. Πάλλην καὶ εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» πλάνην μόνον, εἰς
3501ἣν πρὸ αὐτῶν ὑπέπεσαν, ὡς θὰ ἴδωμεν βραδύτερον, καὶ
3502Πατριάρχαι καὶ ἐνδημοῦσαι Σύνοδοι, ἐπ’ οὐδενὶ οὐδέποτε
3503ὅμως λόγῳ δικαιούμεθα ν’ ἀποδώσωμεν καὶ σκοποὺς κατα-
3504χθονίους!
3505Δυστυχῶς ἡ μετάφρασις τοῦ κ. Πάλλη ἔγεινεν εἰς γλῶσ-
3506σαν δημοτικήν, ἥτις εἶναί τι πλέον ἢ μαλλιαρὴ (ἱλαρότης),
3507εἶναι αὐτόχρημα χυδαία. Τούτου δ’ ἕνεκεν ἐθεωρήθη αὐτὴ
3508ὡς βεβήλωσις τοῦ ἱεροῦ κειμένου τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔκτοτε
3509ἤρξατο ἐξεγειρομένη κατ’ αὐτῆς ἡ κοινὴ συνείδησις ἐν Ἑλ-
3510λάδι, εἰς τὴν οὕτω δὲ ἀναφθεῖσαν πυρὰν ἦλθε νὰ ἐπιχύσῃ
3511ἔλαιον ἡ λήγοντος τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς δημοσιευθεῖσα
3512εἴδησις, ὅτι αὐτὸς ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γʹ
3513ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Μητροπολίτην Ἀθηνῶν καὶ
3514τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἧς
3515ἐζήτει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην βεβήλωσιν τοῦ ἱεροῦ
3516Εὐαγγελίου. Ἀκριβῶς τότε εἶχε παράσχει ἡ νέα Σύνοδος
3517τὴν διαβεβαίωσίν της ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
3518ἐνασκοῦντος τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἀκριβῶς δ’ ἔκτοτε ἄρ-
3519χονται καὶ αἱ εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀπαισίαν
3520τροπὴν, ἣν ἀπὸ τοῦ τέλους Σεπτεμβρίου ἔλαβε τὸ ζήτημα
3521τῆς μεταφράσεως.
3522Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπεραπολογούμενος ἑαυτοῦ, ὡμο-
3523λόγησεν, ὅτι ἀπέναντι τοῦ σοβαροῦ κινδύνου, ὃν εἶδεν οὕτως
3524ἀναφαινόμενον διὰ τὴν ἡσυχίαν τῆς χώρας, δὲν ἔλαβε πρὸ
3525ὀφθαλμῶν τὸ κώλυμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ
3526Ἐπιτρόπου ἐκάλεσε τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἵνα μόλις τῇ 17
3527Ὀκτωβρίου συντάξῃ ἀπόφασιν, δι’ ἧς δῆθεν ἀπηγορεύετο
3528πᾶσα μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου. Δυστυχῶς ὅμως, κατὰ
3529τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, μόλις μονογραφηθείσης
3530τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ Πρόεδρος
3531αὐτῆς καὶ Μητροπολίτης ἀπῆλθεν αἴφνης εἰς Καλάβρυτα,
3532ἐκεῖ δὲ παρέμεινεν ἥσυχος καὶ ἀνενόχλητος ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
3533γείου περὶ τὰς δύο ἑβδομάδας, ἕως οὗ ἤρχισαν ἐν Ἀθήναις
3534αἱ διαδηλώσεις τῶν φοιτητῶν. Τότε μόλις ἐπανῆλθεν ὁ Μη-
3535τροπολίτης εἰς Ἀθήνας, καὶ ἀντιγραφεῖσα εἰς τὸ καθαρὸν
3536καὶ ὑπογραφεῖσα ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου ἐδημοσιεύθη μόλις
3537τῇ προτεραίᾳ τῶν αἱματηρῶν συμπλοκῶν τῆς ὁδοῦ Κοραῆ.
3538Ἀλλὰ δυστυχῶς, κατὰ τὸν αὐτὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
3539σεως, δὲν ἐθεωρήθη αὐτὴ ἐπαρκὴς ὑπὸ τῶν φοιτητῶν καὶ
3540τοῦ λαοῦ, ἀξιούντων νὰ προβῇ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ εἰς ἀφο-
3541ρισμὸν οὐ μόνον τῶν ποιουμένων χρῆσιν τῆς μεταφράσεως
3542τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ παντὸς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον
3543ἐνεχομένου εἰς αὐτήν. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀξιώσεως ὁ
3544κ. Πρωθυπουργὸς ἔμεινε μὲ ἐσταυρωμένας τῆς χεῖρας, οἱονεὶ
3545διαπορούμενος καὶ ἐρωτῶν ἡμᾶς, τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Παρέ-
3546λιπε μόνον νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι, ὡς εἰς ἔσχατον μέτρον, προέβη
3547εἰς τὴν ἐξαναγκασθεῖσαν παρκίτησιν τοῦ Μητροπολίτου—
3548ἴσως διότι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπείσθη, ὅτι τὸ πυροτέχνημά
3549του τοῦτο ἀπέτυχεν.
3550Ἐγὼ, Κύριοι, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω νῦν εἰς τὴν ἀπαι-
3551σίαν εἰκόνα τῆς πρωτευούσης ἀπὸ τῆς παρελθούσης Δευτέρας,
3552ἣν μὲ τόσον ζωηρὰ χρώματα σᾶς παρέστησαν ἄλλοι συνά-
3553δελφοι, καὶ ἧς αὐτόπται μάρτυρες εἶσθε πάντες ὑμεῖς. Δὲν
3554θέλω νὰ ἐνδιατρίψω τὸ παράπαν καὶ εἰς τὰς ἀποτροπαίους
3555σκηνὰς τῆς ὁδοῦ Κοραῆ, καθ’ ἃς τόσοι Ἕλληνες πολῖται
3556ἐφονεύθησαν ἢ ἐτραυματίσθησαν. Ἀποδέχομαι πληρέστατα
3557τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι αἱ σκηναὶ ἐκεῖναι
3558συνέβησαν παρὰ τὴν θέλησίν του, ὅτι δὲ αὗται ὑπὲρ πάντα
3559ἄλλον θλίβουσι καιρίως αὐτὸν τὸν ἴδιον. Ἀλλ’ ἠδυνήθη, μεθ’
3560ὅλην τὴν ὁμολογίαν του ταύτην, νὰ ἀρνηθῇ τὰ ἀναντίλεκτα
3561γεγονότα τῆς αἱματοχυσίας, τῆς ἐκρύθμου ἢ μᾶλλον τῆς
3562ἐπαναστατικῆς καταστάσεως, ὑφ’ ἣν ἀπὸ τῆς παρελθούσης
3563Δευτέρας ἐξακολουθεῖ ἔτι καὶ νῦν διατελοῦσα ἡ πρωτεύουσα
3564τοῦ Κράτους; Τὰ θλιβερὰ ὅμως ταῦτα γεγονότα εἶναι ἀπο-
3565τελέσματα, ὧν πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν τὴν αἰτίαν, τὴν αἰ-
3566τίαν δὲ ταύτην ἀνευρίσκομεν κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον
3567ἐν αὐτῇ τῇ πολιτείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐξέθηκεν αὐτὴν
3568αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του.
3569Σᾶς ὡμολόγησεν, ὅτι διεῖδε καὶ αὐτὸς ἐγκαίρως τὸν ἐπι-
3570κείμενον κίνδυνον ἐκ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως τοῦ
3571Εὐαγγελίου, εἰς ἀποσόβησιν δ’ αὐτοῦ δὲν ἐδίστασε, παρὰ τὸν
3572νόμον, νὰ καλέσῃ τὴν Σύνοδον διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου
3573εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεως, ἀπαγορευούσης πᾶσαν μετάφρασιν
3574τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐν τῇ τοιαύτῃ παρεμβάσει αὐτοῦ παρὰ τῇ
3575Συνόδῳ εἴμεθα βεβαίως πάντες σύμφωνοι· διότι, προκειμέ-
3576νου περὶ ἀποφυγῆς κινδύνου, ὕψιστος νόμος εἶναι διὰ τὸν κυ-
3577βερνῶντα χώραν τινὰ ἡ σωτηρία ταύτης, κατὰ τὸ πάλαι
3578Ρωμαϊκὸν λόγιον. Ἀλλ’ ἐγένετο τῷ ὄντι ἐγκαίρως ἡ περὶ ἧς
3579ὁ λόγος παρέμβασίς του; Ὡς εἴδομεν, Κύριοι, ἤδη καὶ ὡς εἶ-
3580ναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς, ὁ ἀναβρασμὸς ἐν τῇ χώρᾳ ἐπὶ
3581τῇ μεταφράσει τοῦ Εὐαγγελίου, τῇ δημοσιευομένῃ ἐν τῇ
3582«Ἀκροπόλει», ἤρξατο ἤδη ἀπὸ τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ
3583Σεπτεμβρίου, ἀφ’ ἧς ἐγνώσθη ἡ εἴδησις περὶ τῆς ἐπιστολῆς
3584τοῦ Πατριάρχου· διατὶ ὅμως, τότε τοὐλάχιστον, ἡ Κυβέρνη-
3585σις δὲν ἐκάλεσε πάραυτα τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἵνα προβῇ εἰς
3586τὴν ἔκδοσιν τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως; Διατὶ ἄφησε ν’ ἀπο-
3587λεσθῇ πολύτιμος χρόνος τριῶν ὅλων ἑβδομάδων μέχρι τῆς
358817 Ὀκτωβρίου; Δύναταί τις ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι, ἐὰν τὰς τε-
3589λευταίας ἡμέρας τοῦ Σεπτεμβρίου ἢ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ
3590Ὀκτωβρίου ἐξεδίδετο ἡ σχετικὴ ἀπόφασις τῆς Συνόδου, θὰ
3591κατηυνάζετο πάραυτα ἡ ἐξεγερθεῖσα ἤδη κοινὴ γνώμη;
3592Πλὴν καὶ τῇ 17 Ὀκτωβρίου δὲν ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, ἡ δη-
3593μοσιευθεῖσα μόλις τῇ 8 Νοεμβρίου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3594γὸς, καὶ καθ’ ἣν ἀπηγορεύθη καθόλου πᾶσα μετάφρασις τοῦ
3595Εὐαγγελίου, ἀλλ’ ἄλλη τις ἀπόφασις, καθ’ ἣν ἀπηγορεύετο
3596μόνον ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ.
3597Πάλλη.
3598Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, κατὰ πόσον ἡ τοιαύτη ἀπόφασις θὰ
3599ἤρκει πλέον νὰ καθησυχάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἀλλὰ διατὶ
3600καὶ τότε δὲν ἐφρόντισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ Βασι-
3601λικοῦ Ἐπιτρόπου, ὅπως ἀντιγραφεῖσα καὶ ὑπογραφεῖσα ἡ
3602ἀπόφασις εἰς τὸ καθαρὸν δημοσιευθῇ πάραυτα ὑπὸ τῆς Συν-
3603όδου; Διατὶ ἄφησεν ἔκτοτε νὰ παρέλθωσιν εἴκοσιν ὅλαι ἡμέ-
3604ραι μέχρι τῆς 8 Νοεμβρίου; Μᾶς εἶπεν ὅτι αἴτιος τούτου
3605ἦτο ὁ Μητροπολίτης, ὅστις ἀνεχώρησεν εὐθὺς μετὰ τὴν 12
3606Ὀκτωβρίου εἰς Καλάβρυτα καὶ παρέμεινεν ἐκεῖ ἐπὶ τόσας
3607ἡμέρας. Ἀλλὰ τίς φέρει καὶ διὰ τοῦτο τὴν πρώτην καὶ κυ-
3608ρίαν εὐθύνην; Αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι τίς ἄλλος ἦτο
3609δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Μητροπολίτην, ἵνα ἐγκαταλίπῃ
3610τὴν θέσιν του ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς; Βεβαίως δὲν ἀγνοεῖ
3611ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδεὶς Συνοδικὸς δύνα-
3612ται νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν πρωτεύουσαν, πολλῷ δ’ ἔλαττον ὁ
3613Πρόεδρος τῆς Συνόδου, ἄνευ ἀδείας ταύτης, ἐγκρινομένης ὑπὸ
3614τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου. Ἀλλὰ περὶ τοῦ προϊσταμένου
3615τοῦ Ὑπουργείου τούτου οὐδένα ποιοῦμαι λόγον, διότι καὶ
3616ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του οὐδεμίαν μνείαν ἔκα-
3617μεν αὐτοῦ, ὡμίλησε δὲ πάντοτε περὶ ἰδίας του ἐνεργείας
3618καὶ εὐθύνης, προκειμένου καὶ περὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑ-
3619πουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· διότι, ὡς φαίνεται, οὐδεμίαν
3620αὐτοτέλειαν καὶ αὐτενέργειαν ἀναγνωρίζει εἰς αὐτόν. Ἐρωτῶ
3621δὲ αὐτὸν, ἐὰν ἔδωκε τῳόντι ἄδειαν εἰς τὸν Μητροπολίτην,
3622ὅπως ἀπέλθῃ καὶ παραμείνῃ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον εἰς Καλά-
3623βρυτα. Ἐὰν ναὶ, τότε αὐτὸς κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν εὐθύ-
3624νεται διὰ τὴν τοιαύτην ἀπουσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Συνό-
3625δου, ἥτις ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὰς πρώτας αἰτίας τῆς τόσον ἀπαι-
3626σίας τροπῆς, ἣν ἔλαβεν ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ζήτημα τῆς μετα-
3627φράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀπῆλθεν ὁ Μητροπολίτης εἰς Κα-
3628λάβρυτα αὐτογνωμόνως καὶ ἄνευ ἀδείας; καὶ πάλιν ἡ εὐ-
3629θύνη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μένει ἀκεραία. Διατὶ
3630ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐκάλεσεν αὐτὸν πάραυτα εἰς ἀπο-
3631λογίαν, οὐδὲ τὸν ἐξηνάγκασεν εἰς ἐπάνοδον, ἀπειλῶν ἐν
3632ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ ἐγκαλέσῃ αὐτὸν ἐνώπιον τῆς ἱεραρ-
3633χίας ἐπὶ αὐτοβούλῳ ἐγκαταλείψει τῆς θέσεώς του καὶ ἐπὶ
3634ἀρνήσει ὑπηρεσίας;
3635Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, καὶ ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα,
3636θὰ ἴδωμεν, ὅτι πρῶτος καὶ κύριος ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἀπαι-
3637σίαν τροπὴν, ἣν ἔλαβε τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας τὸ
3638ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι ὁ κ. Πρω-
3639θυπουργός. Ἐὰν ἐνήργει ἐγκαίρως καὶ δραστηρίως, θὰ κα-
3640τώρθου βεβαίως τὰ πάντα νὰ προλάβῃ· ἐπιδείξας ὅμως
3641πάντη ἀσύγγνωστον ὀλιγωρίαν καὶ ἀκηδίαν, συνετέλεσε,
3642χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ ἴσως καὶ αὐτὸς, εἰς τὴν ἔκρυθμον ἐκείνην
3643κατάστασιν, ἥτις ἀριθμεῖ ἤδη τόσα θύματα καὶ κρατεῖ ἀνά-
3644στατον ἔτι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν μειοῦ-
3645ται τὸ παράπαν ἡ εὐθύνη του, μεθ’ ὅσην εἰλικρινῆ θλῖψιν
3646καὶ ἂν ἐκφράζῃ νῦν ἐπὶ τοῖς γενομένοις. Ἡ εὐθύνη του αὕτη
3647τοὐναντίον καθίσταται νῦν τόσῳ μείζων, ὅσῳ εἶχεν ὡς ἐκ
3648περισσοῦ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ μὴ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τοῦ βήμα-
3649τος τούτου καὶ τὴν ἀπορίαν, εἰς ἣν περιέστη τελευταῖον,
3650εὑρεθεὶς αἴφνης πρὸ τοῦ ἀδιεξόδου τῆς ἀξιώσεως τῶν φοι-
3651τητῶν καὶ τοῦ λαοῦ, ὅπως ἀφορίσῃ ἡ Σύνοδος πάντα ποιού-
3652μενον χρῆσιν τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἐνεχό-
3653μενον ὁπωσδήποτε εἰς αὐτήν.
3654Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι τὸν ἀφορισμὸν ἐπὶ τοῦ προ-
3655κειμένου εὑρίσκω ὅλως ἄτοπον καὶ ἄδικον. Ἡ Ἐκκλησία
3656ἀφορίζει τινὰ τότε καὶ μόνον, ὅταν βεβαιωθῇ, ὅτι αὐτὸς καὶ
3657μετὰ τὴν ἐπίσημον καταδίκην τῆς πλάνης του ἐμμένῃ ἰσχυ-
3658ρογνωμόνως ἐν αὐτῇ. Ἀλλ’ ἐξηγγέλθη μέχρι τοῦδε πράγματι
3659ἡ καταδίκη τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ὑπὸ τῆς
3660Συνόδου; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, διότι
3661ἡ δημοσιευθεῖσα προχθὲς ὡς δῆθεν ἀπόφασίς της οὐδὲν ἄλλο
3662εἶναι, εἰμὴ μόνον τὸ διατακτικόν της. Δύναται ὅμως νὰ θεω-
3663ρηθῇ αὐτὴ ἔγκυρος, ἐν ὅσῳ δὲν συνδημοσιεύεται καὶ τὸ δια-
3664σκεπτικόν; Ἀλλὰ καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου οὔσης ἐγ-
3665κύρου, πρέπει νὰ βεβαιωθῇ προηγουμένως, ὅτι οἱ ἔνοχοι τῆς
3666μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἐμμένουσιν εἰς τὴν πλάνην.
3667Ἐβεβαιώθη τοῦτο μέχρι τοῦδε; Οὐχί. Ἀλλὰ πῶς τότε θὰ
3668δυνηθῇ ἡ Σύνοδος ν’ ἀφορίσῃ αὐτούς;
3669Ἀφορισμὸς τοιοῦτος θὰ ἦτο καὶ ἄλλως ἀτοπώτατος καὶ
3670ἀδικώτατος, καθόσον οἱ κηρυχθέντες νῦν ὑπὲρ τῆς μετα-
3671φράσεως τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ὑπέπεσαν αὐτοὶ πρῶτοι εἰς τὴν
3672πλάνην ταύτην. Ἔχουσι νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν, ὡς
3673ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις, τὰ παραδείγματα πολλῶν κα-
3674τωτέρων καὶ ἀνωτέρων κληρικῶν καὶ Πατριαρχῶν ἔτι, πρὸς
3675τούτοις δὲ καὶ θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, οἵτινες ἔχουσι
3676κηρυχθῆ μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγε-
3677λίου, διότι τὸ ζήτημα ταύτης δὲν εἶναι οὔτε σημερινὸν οὔτε
3678χθεσινὸν, ἀλλ’ ἀνάγει τὴν ἀρχήν του εἰς τὸ πρῶτον ἥμισυ
3679τοῦ ΙϚʹ αἰῶνος.
3680Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν, Κύριοι, τοῦ αἰῶνος ἐκείνου ἤρξατο ἐπι-
3681κρατοῦσα ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν τῶν
3682καθολικῶν ἡ ἐπιρροὴ τῶν διαμαρτυρομένων Δυνάμεων. Εἰς
3683τὴν προστασίαν τῶν Δυνάμεων τούτων, ἰδίᾳ τῆς Ὀλλαν-
3684δίας, προσέφυγεν ὁ τότε Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κύριλ-
3685λος ὁ Λούκαρις, ὅπως ἐξουδετερώσῃ οὕτω τὰς ἀντιδράσεις
3686τῆς καθολικῆς προπαγάνδας, ἰδίᾳ τῶν Ἰησουϊτῶν. Ἀλλὰ
3687τὴν προστασίαν των ταύτην ἐνόουν οἱ Διαμαρτυρόμενοι νὰ
3688παράσχωσιν ἀντὶ τιμήματος μεγάλου, καθ’ ὃ ἐπεδίωκον
3689αὐτοὶ τὴν προσέγγισιν τῶν Ἐκκλησιῶν των, καὶ ἰδίᾳ τῆς
3690Καλβινικῆς, εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν
3691διὰ τοῦ ἐκπροτεσταντισμοῦ ταύτης. Ὡς μέσον δὲ λυσιτελέ-
3692στατον εἰς τὸν σκοπόν των ἐξέλεξαν, ὡς εἰκὸς, τὴν μετά-
3693φρασιν τῆς Καινῆς Διαθήκης εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν
3694καὶ τὴν διάδοσιν αὐτῆς εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους. Ἡ μετάφρα-
3695σις αὕτη, ἧς δὲν φαίνεται ἀμέτοχος καὶ αὐτὸς ὁ Κύριλλος
3696Λούκαρις, ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἀρχετύπου κειμένου ἐξετυπώθη
3697μὲν ἐν Γενεύῃ ἐπ’ ὀνόματι Μαξίμου τινὸς Καλλιπολίτου
3698ἱερομονάχου, λήγοντος τοῦ ἔτους 1638, μετὰ θάνατον αὐ-
3699τοῦ τε καὶ Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως, διενεμήθη δὲ ἐν Κων-
3700σταντινουπόλει μόλις ἐν ἔτει 1645, ὑπὸ τὸν τότε Οἰκουμε-
3701νικὸν Πατριάρχην Παρθένιον Βʹ τὸν νέον, ὑπείκοντα καὶ
3702τοῦτον εἰς τὴν ἐπήρειαν τῶν Διαμαρτυρομένων.
3703Ἡ ἀνωτέρω μετάφρασις τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐξεδόθη τὸ
3704δεύτερον ὑπὸ Σεραφεὶμ τοῦ Μιτυληναίου, ἀναθεωρηθεῖσα,
3705τῷ 1703 ἐν Λονδίνῳ ἄνευ τοῦ ἀρχετύπου κειμένου. Ἡ ἔκ-
3706δοσις αὕτη συνωδεύετο καὶ ὑπὸ προλόγου, ἐν ᾧ ὁ Σεραφεὶμ
3707προβάλλεται πάντα σχεδὸν τὰ ὑπὲρ τῆς ἐκλαϊκεύσεως καὶ
3708διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἐπιχειρήματα τῶν Διαμαρτυρο-
3709μένων. Τρίτη ἔκδοσις αὐτῆς, ἀναθεωρηθεῖσα ὡσαύτως ὑπὸ
3710Ἀναστασίου Μιχαὴλ τοῦ ἐκ Νιαούσσης τῆς Μακεδονίας
3711τῷ 1710 ἐν Ἅλλῃ τῇ Σαξωνικῇ, ἐξετυπώθη τῷ 1810 ἐν
3712Λονδίνῳ ὑπὸ τῆς ἐκεῖ Ἱερογραφικῆς Ἑταιρείας.
3713Ἀλλ’ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος ἤρξατο καὶ αὐτὴ
3714ἡ ὁμόδοξος Ρωσσία ἐπιδεικνύουσα ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς μετα-
3715φράσεως τῆς Γραφῆς εἰς τὴν δημοτικὴν ἡμῶν γλῶσσαν.
3716Ἦτο ἆρά γε τοῦτο ἔμπνευσις προτεσταντική, καθ’ ἃ καὶ
3717ἐξ ἄλλων τεκμηρίων Προτεσταντισμοῦ ἐν Ρωσσίᾳ ἐμφαίνε-
3718ται, ὡς μαρτυρεῖ ἰδίᾳ καὶ αὐτὸ τὸ διδακτικὸν ἐγχειρίδιον
3719τῆς Ἱερᾶς Κατηχήσεως, τὸ συνταχθὲν τότε ὑπὸ τοῦ Μητρο-
3720πολίτου Μόσχας Πλάτωνος; Ὅπως ποτ’ ἂν ᾖ, τὸ βέβαιον
3721εἶναι, ὅτι τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ὁμοδό-
3722ξου Δυνάμεως σχεδὸν ἐξεβιάσθησαν δύο Οἰκουμενικοὶ Πα-
3723τριάρχαι, Κύριλλος ὁ Γʹ καὶ αὐτὸς ὁ ἐθνομάρτυς Γρηγόριος
3724ὁ Εʹ, εἰς τὸ νὰ συναινέσωσιν ὁ πρῶτος μὲν αὐτῶν προφορι-
3725κῶς μόνον, ὁ δὲ δεύτερος διὰ βραχείας τινὸς ἐπιστολῆς, φε-
3726ρούσης προσωπικὸν ὅλως χαρακτῆρα, εἰς τὸ νὰ ἐκτυπωθῇ ἡ
3727ὑπὸ τοῦ ἀρχιμανδρίτου Ἱλαρίωνος, τοῦ μετὰ ταῦτα Μητρο-
3728πολίτου Τυρνόβου, γενομένη μετάφρασις τῆς Καινῆς Διαθή-
3729κης. Ἐντεῦθεν δὲ παρενθαρρυνθέντες οἱ Διαμαρτυρόμενοι,
3730ἐπεχείρησαν ἔκτοτε διαφόρους μεταφράσεις καὶ ἐκδόσεις τῆς
3731τε Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, δι’ ὧν αὐτὸ τοῦτο
3732κατέκλυσαν τὴν ἀλύτρωτον, μάλιστα δὲ τὴν ἐλευθέραν
3733Ἑλλάδα.
3734Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι τὰς ἑκάστοτε γενομένας μετα-
3735φράσεις τῆς Γραφῆς εἰς τὴν δημοτικὴν ἡμῶν γλῶσσαν ἀπέ-
3736κρουσαν καὶ κατεδίκασαν ἐμμέσως ἢ ἀμέσως διάφοροι τοπι-
3737καὶ ἢ ἐνδημοῦσαι Σύνοδοι, Πατριάρχαι, κατώτεροι κληρικοὶ
3738καὶ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. Ἐμμέσως ἀπέκρουσαν
3739καὶ κατέκριναν αὐτὴν διὰ τῆς καταδίκης τῆς ὁμολογίας Κυ-
3740ρίλλου τοῦ Λουκάρεως, ἐν ᾗ συγκεκαλυμμένως πως φαίνεται
3741ὑποστηριζομένη ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκλαϊκεύσεως καὶ διαδόσεως
3742τῆς Γραφῆς, ὡς μόνης ἀσφαλοῦς πηγῆς τῆς πίστεως ἡμῶν,
3743ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει τοῦ 1638 καὶ ἡ ἐν Ἰασίῳ τοῦ 1642
3744Σύνοδος, ἀμέσως δὲ καὶ ἀπεριφράστως ἡ ἐν Ἱεροσολύμοις
3745Σύνοδος τοῦ 1672, ἡ ἐκδοῦσα τὴν ἀπολογίαν τοῦ Πατρι-
3746άρχου Δοσιθέου. Κατ’ αὐτῆς ἐκηρύχθησαν ἀπροκαλύπτως
3747καὶ οἱ Πατριάρχαι Γεράσιμος Ἀλεξανδρείας (1629), οἱ Οἰ-
3748κουμενικοὶ Πατριάρχαι Γαβριὴλ ὁ ἀπὸ Χαλκηδόνος (1704),
3749Ἄνθιμος ὁ Γʹ (1823), Ἄνθιμος ὁ Δʹ καὶ Ἄνθιμος ὁ Εʹ,
3750καταδικάσαντες συνοδικῇ διαγνώμῃ πᾶσαν μετάφρασιν τῆς
3751Γραφῆς. Ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διὰ δια-
3752κηρύξεως αὐτῆς, ἐκδοθείσης τῷ 1835, ἀπεκήρυξε μόνην τὴν
3753μετάφρασιν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν γενομένην ὑπὸ Νεο-
3754φύτου Βάμβα ἐκ τῆς ἀγγλικῆς μεταφράσεως τοῦ Ἑβραϊκοῦ
3755πρωτοτύπου, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν τῆς Καινῆς Διαθήκης. Κατὰ
3756τῆς μεταφράσεως ἐπρωταγωνίστησαν καὶ διαπρεπεῖς κλη-
3757ρικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, οἷοι ὁ πολὺς Με-
3758λέτιος Συρίγος, Σαμουὴλ ὁ Κύπριος καὶ Οἰκονόμος ὁ ἐξ
3759Οἰκονόμων, τελευταῖον δὲ καὶ ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐ-
3760θνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, ἵνα ἄλλους πολλοὺς παραλίπω
3761ἐνταῦθα.
3762Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχουσιν οἱ ἐκ πλάνης ἢ ἐξ ἄλλων
3763λόγων ἀνεχθέντες ἢ ἐπιδοκιμάσαντες τὴν μετάφρασιν τῆς
3764Γραφῆς Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι, ὧν ἐμνημόνευσα πρότε-
3765ρον, προσέτι δὲ ὁ πρώην Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κωνσταν-
3766τῖνος ὁ Εʹ μετὰ τῆς περὶ αὐτὸν Συνόδου καὶ ἡ ἐν Ἑλλάδι
3767Ἱερὰ Σύνοδος, διὰ τῆς ἐγκρίσεως ὑπ’ αὐτῶν τῆς ὑπὸ τοῦ ἐν-
3768ταῦθα Συλλόγου τῆς «Ἀναπλάσεως» δημοσιευθείσης παρα-
3769φράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τῆς Γρα-
3770φῆς εἰς τὴν δημοτικὴν ἡμῶν γλῶσσαν ὑπερεμάχησαν ἐκθύ-
3771μως καὶ οἱ ἀείμνηστοι Φαρμακίδης καὶ Βάμβας, καί τινες δὲ
3772τῶν καθ’ ἡμᾶς θεολόγων, ὧν εἷς μάλιστα, ὡς ἐλέχθη, καὶ
3773παρέπεισε καὶ ἐνεθάρρυνε τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν ἡμῶν
3774εἰς τὴν ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς μετάφρασιν
3775τοῦ Εὐαγγελίου.
3776Εἰ καὶ ἔχω δὲ, Κύριοι, ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι πάν-
3777τες οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἐπλανήθησαν, ἔτι καὶ οἱ ἐπὶ τῶν δα-
3778κτύλων μόλις μετρούμενοι Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι, — διότι,
3779κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν, οὐδεὶς εἶναι ἀλάθητος, εἰμὴ μό-
3780νον τὸ σύνολον αὐτῆς, — οὐχ ἧττον δὲν νομίζω, ὅτι καθ’ ὅλων
3781αὐτῶν πρέπει νὰ ἀπαγγελθῇ νῦν ἀφορισμὸς, πολλῷ δ’ ὀλι-
3782γώτερον κατ’ ἐκείνων, οἵτινες οὐχὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας,
3783ἀλλὰ παραχθέντες ἐκ τοῦ παραδείγματος τῶν περὶ ὧν ὁ
3784λόγος ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων κληρικῶν καὶ θεολόγων ὑπέ-
3785πεσαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν πλάνην τούτων, κηρυχθέντες ὑπὲρ
3786τῆς ἐκλαϊκεύσεως καὶ διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἀνὰ τὸ ὀρ-
3787θόδοξον πλήρωμα.
3788Εἶπον ταῦτα, Κύριοι, ὅπως ὑποβοηθήσω τὸν κ. Πρόεδρον
3789τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ἐξεύρῃ διέξοδον ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου,
3790πρὸ τοῦ ὁποίου ἔφθασε νῦν ἐν τῷ ζητήματι τῆς μεταφρά-
3791σεως τοῦ Εὐαγγελίου ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος. Μεθ’ ὅσα ἐξέ-
3792θηκα μέχρι τοῦδε ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως ὅλως, ἐλπίζω
3793νὰ συνομολογήσῃ καὶ αὐτὸς οὗτος μετ’ ἐμοῦ, ὅτι, ἐὰν ἐνήρ-
3794γει ἐγκαίρως καὶ δραστηρίως, καὶ πάντα τὰ ἄλλα θλιβερὰ
3795γεγονότα θὰ προελαμβάνοντο, καὶ τὸ σεπτὸν ὄνομα τῆς
3796Ἀνάσσης ἡμῶν δὲν θὰ διεσύρετο ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἔν τινι
3797μερίδι τοῦ Τύπου καὶ ἀνὰ τὰς ἀγυιὰς καὶ τριόδους, οὐδὲ θὰ
3798εὑρίσκετο νῦν αὐτὸς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ
3799αὐτῆς, ποιούμενος ἔκκλησιν εἰς τὰ μητρικά της αἰσθήματα.
3800Πάντες, Κύριοι, ὅσοι τὴν Βασιλείαν ἐν Ἑλλάδι ὑπολαμβά-
3801νομεν ὡς τὸ Παλλάδιον τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, πάντες,
3802ὅσοι διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ ἵσταται ὑψηλὰ ἡ Δυναστεία ἡμῶν,
3803δὲν ἠδυνάμεθα ἢ νὰ φέρωμεν βαρέως τὴν τοιαύτην βεβήλω-
3804σιν τοῦ ὀνόματος τῆς Βασιλίσσης, καὶ τοῦτο τόσῳ μᾶλλον,
3805ὅσῳ οἱ τεταγμένοι νὰ καλύψωσι τὸ βασιλικὸν ἀνεύθυνον διὰ
3806τῆς ἰδίας τῶν εὐθύνης ἄφησαν αὐτὸ ἔκθετον ὅλως ἐν τῇ προ-
3807κειμένῃ περιπτώσει.
3808Ἡ ἐξέγερσις, Κύριοι, τοῦ λαοῦ κατὰ τῆς μεταφράσεως
3809τοῦ Εὐαγγελίου, μεθ’ ὅλην τὴν ἄλλην ἔκρυθμον κατάστα-
3810σιν, ἥτις ἐδημιουργήθη ὑπ’ αὐτὴν, μεθ’ ὅλα τὰ θλιβερὰ
3811συμβάντα τῆς προχθεσινῆς ἰδίᾳ ἡμέρας, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ
3812καὶ τὴν φαεινήν της ἄποψιν. Καὶ ἡ ἄποψις αὕτη εἶναι τὸ
3813διατρανωθὲν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ βαθὺ θρησκευτικὸν συν-
3814αίσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς
3815ἡμᾶς τὰς χρηστοτέρας ἐλπίδας περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἀλλὰ
3816καὶ τὸ συναίσθημα τοῦτο ἐπέπρωτο νὰ τρώσῃ καιρίως ἡ
3817Κυβέρνησις, ὡς διὰ τῆς ἄλλης πολιτείας της, καὶ δι’ αὐτῆς
3818τῆς τελευταίας πράξεώς της, δι’ ἧς ἐνόμισεν, ὅτι θὰ καθη-
3819σύχαζε τὴν ἐξεγερθεῖσαν θρησκευτικὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ.
3820Ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἡ ἐκβιασθεῖσα παραίτησις τοῦ Μητρο-
3821πολίτου Ἀθηνῶν, περὶ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν ἀπο-
3822λύτως ἐνόμισεν ἐπάναγκες ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
3823Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω νῦν, κατὰ πόσον ἐπεβάλλετο καὶ
3824εἶχε καταστῆ ἀναπόδραστος ἡ τοιαύτη παραίτησις. Ἐκεῖνο,
3825τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ ἐξάρω ἐνταῦθα, εἶναι, ὅτι αὐτὴ,
3826ὑποβληθεῖσα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ γενομένη
3827ὑπ’ αὐτῆς ἀποδεκτὴ, εἶναι ἄκυρος. Ὁ Μητροπολίτης, Κύ-
3828ριοι, δὲν διορίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἁπλοῦς
3829αὐτῆς ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἐκλέγεται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
3830Ἡ Κυβέρνησις ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς, ὁσά-
3831κις ὁ Μητροπολιτικὸς Θρόνος πληροῦται δι’ ἐκλογῆς, τὸ δι-
3832καίωμα δὲ τῆς ἐγκρίσεως, ὁσάκις ἡ Σύνοδος γνωμοδοτεῖ περὶ
3833μεταθέσεως εἰς αὐτὸν ἑνὸς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἐπισκόπων τοῦ
3834Κράτους. Φυσικὸν ἐπακολούθημα τούτου εἶναι, ὅτι καὶ ὁ
3835Μητροπολίτης, ὡς καὶ πάντες οἱ λοιποὶ ἐπίσκοποι τοῦ Κρά-
3836τους, ἅτε ὑπαγόμενος εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Συνόδου, ὡς
3837τῆς ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, εἰς αὐτὴν καὶ μόνην
3838ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του, ἐὰν δὲ ἡ Σύνοδος
3839εὕρισκε τοὺς λόγους, τοὺς ὑπαγορεύσαντας αὐτὴν, ἀποχρῶν-
3840τας, καὶ ἐγνωμοδότει περὶ τῆς ἀποδοχῆς της, τότε καὶ μό-
3841νον ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν καὶ νὰ δη-
3842μοσιεύσῃ τὸ σχετικὸν Διάταγμα. Ἀλλοίμονον, ἐὰν καθιε-
3843ροῦτο ἡ ἀρχὴ, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐδικαιοῦτο ν’ ἀπο-
3844δέχηται ἀπ’ εὐθείας τὰς παραιτήσεις τῶν ἐπισκόπων, ἐπι-
3845βάλλουσα μάλιστα αὐτὰς προηγουμένως εἰς τούτους, ὡς ἐγέ-
3846νετο καὶ ἐπὶ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Ἡ Ἐκκλησία
3847ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ οὕτω μίαν πρωΐαν, ὡς νῦν, ἄνευ Μητρο-
3848πολίτου καὶ ἄνευ Ἱεραρχίας.
3849Ἡ παραίτησις τοῦ Μητροπολίτου, γενομένη, ὡς ἐγένετο
3850αὐτὴ, ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτὶ, χωρὶς νὰ λάβῃ τὸ παράπαν
3851γνῶσιν αὐτῆς ἡ κατὰ Σύνταγμα (ἄρθρ. 2) διοικοῦσα τὴν
3852Ἐκκλησίαν Σύνοδος, κατὰ δὲ τὸν Καταστατικὸν αὐτῆς Νό-
3853μον ἀνωτάτη ἐν τῷ Βασιλείῳ Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ, ἧς μάλι-
3854στα ὁ παραιτούμενος εἶναι ἰσόβιος Πρόεδρος, παραίτησις,
3855λέγω, τοιαύτη εἶναι πάντη ἔκθεσμος καὶ κατ’ ἀκολουθίαν
3856ἄκυρος. Καὶ δὲν θέλω μὲν νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐπαίχθη οὑτωσὶ
3857κωμῳδία εἰς βάρος τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ τί ὠφελεῖ, Κύριοι, καὶ
3858ἂν δὲν ἐπανέλθῃ πλέον ὁ παραιτηθεὶς Μητροπολίτης εἰς τὸν
3859θρόνον του; Ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ περιϋβρίσθη καὶ ἐξευτε-
3860λίσθη διὰ τῆς τοιαύτης παραιτήσεως ὁ πρωθιεράρχης τῆς
3861Ἐκκλησίας ἡμῶν, κατεπατήθησαν δὲ καὶ οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ
3862Κανόνες, ὧν τὴν ἀπαρασάλευτον τήρησιν ἐγγυῶνται τὸ Σύν-
3863ταγμα καὶ ὁ Καταστατικὸς Νόμος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
3864Διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις διεσάλευσεν ἐκ βά-
3865θρων αὐτὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ἡμῶν πολίτευμα, θεωρήσασα ὡς
3866μὴ ὑπάρχουσαν τὸ παράπαν τὴν ἀνωτάτην ἐκκλησιαστικὴν
3867ἡμῶν ἀρχὴν, τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Τοῦτο οὐδὲν πλέον, οὐδὲν
3868ἔλαττον σημαίνει ἢ ὅτι διὰ τὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχει κα-
3869θόλου Ἐκκλησία ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἀπετόλμησεν αὐτὴ τὸ
3870τοιοῦτον ἀκριβῶς τὴν ἑσπέραν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν χάριν
3871ἑνὸς θρησκευτικοῦ ζητήματος εἶχεν αἱματοκυλισθῆ ὁ λαὸς
3872εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς πρωτευούσης. Δύνασθε, Κύριοι, νὰ φαντα-
3873σθῆτε μείζονα ταύτης ἀπόνοιαν;
3874Πάντα τὰ ἄλλα ὀλισθήματα τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζη-
3875τήματι τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἠδύνατό τις ἴσως
3876νὰ παρίδῃ. Ἀδύνατον ὅμως νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ ὡς πρὸς τὸ
3877τελευταῖον τοῦτο τόλμημά της. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁμολογῶ,
3878ὅτι δι’ αὐτὸ καὶ μόνον θὰ ἠρνούμην ψῆφον ἀφέσεως εἰς τὴν
3879Κυβέρνησιν Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὑμεῖς, Κύριοι, ὅσοι σέβεσθε
3880τὰ ἱερὰ καὶ ἀπαράγραπτα τῆς Ἐκκλησίας δίκαια, ὅσοι ἐπι-
3881θυμεῖτε νὰ ἴδητε αὐτὴν ἱσταμένην εἰς τὸ ὕψος, εἰς ὃ ἀνε-
3882βίβασαν αὐτὴν οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ Κανόνες, τὸ Σύνταγμα καὶ
3883οἱ νόμοι ἡμῶν, ὅσοι δὲν θέλετε, ἐν μιᾷ λέξει, νὰ ἴδητε ἐγ-
3884καθιδρυόμενον παρ’ ἡμῖν τὸν Καισαροπαπισμὸν, θ’ ἀρνηθῆτε
3885νῦν μετ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον, δι’ ἧς θὰ ἐπεκυ-
3886ροῦτο μόνον ἡ τοιαύτη ἀνίερος πρᾶξις τῆς πολιτικῆς ἐξου-
3887σίας κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
3888§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον;
3889§305ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3890§306Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὡς πόρισμα τῆς συζητή-
3891σεως ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν:
3892«Ἡ Βουλὴ, ἀποδοκιμάζουσα τὴν ἀδράνειαν τῆς Κυβερ-
3893νήσεως, τὴν ἐν τῷ ζητήματι τῆς παραφράσεως καὶ κυκλο-
3894φορίας τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἐπιδειχθεῖσαν, ἀποδοκιμάζου-
3895σα ὡσαύτως καὶ τὴν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κοραῆ κατὰ τὴν παρελ-
3896θοῦσαν Πέμπτην συμπεριφορὰν τῶν ὀργάνων τῆς Ἀρχῆς, ἧς
3897ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὁ φόνος καὶ ὁ τραυματισμὸς πολυπλη-
3898θῶν πολιτῶν, καὶ ἐκφράζουσα τὴν λύπην αὑτῆς ἐπὶ τοῖς γε-
3899νομένοις, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
3900§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις τοῦ κ. Πε-
3901ταλᾶ, βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς:
3902«Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ
3903Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκδηλοῦσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὑ-
3904τῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
3905ταξιν.»
3906Τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Πεταλᾶ, ὡς ἀπωτέραν, θὰ
3907θέσω εἰς ψηφοφορίαν.
3908Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πεταλᾶ λέγουσι
3909Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι.
3910(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
3911τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Φ. Μοσχούλα καὶ
3912Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτό-
3913κολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3914Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
3915Γεώργιος Κυριαζῆς ἀρν.Χαρίλαος Διγενόπουλος Ν
3916Ἀνδρέας ΠαναγιωτόπουλοςΟ Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν
3917Λεων. Μελετόπουλος Ο Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
3918Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν
3919Εὐστάθ. Ρακόπουλος Ν Γεώργ. Λιδωρίκης Ν
3920Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
3921Εὐκλείδης Μπίστης Ν Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
3922Δημοσθ. Καΐρης Ν Μιχαὴλ Στελλάκης Ο
3923Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ο Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο
3924Κωνστ. Πλατούτσας Ν Γεώργιος Λύρας Ν
3925Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Ο Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
3926Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ο Δημήτριος Τσᾶτσος Ν
3927Κωνστ. Κοττίκας Ν Δημήτριος Τσιτσάρας Ο
3928Ἰωάννης Καραπᾶνος Ο Κωνστ. Ζῶτος Ν
3929Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ν Γεώργιος Χατζόπουλος Ο
3930Στέφανος Δραγούμης Ο Διονύσιος Στεφάνου Ν
3931Νικόλαος Λεβίδης Ο Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
3932Θεόδωρος Ρετσίνας Ν Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ο
3933Φωκίων Νέγρης Ο Γεώργ. Ρώμας Ν
3934Νικ. Γιαννηκώστας Ν Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
3935Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης Ν Χρ. Στεφανόπουλος Ν
3936Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Χαρίλ. Σπηλιώτης Ο
3937Θεόδωρ. Φλογαΐτης Ο Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
3938Δημ. Γ. Ράλλης Ο Πέτρος Αὐγερινὸς
3939Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ο Χρῆστος Δαραλέξης Ο
3940Νικ. Γουναράκης Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο
3941Κωνστ. Σταυρόπουλος Ν Ἀθαν. Ἀθανασιάδης
3942Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Ο Νικόλαος Δαούτης Ο
3943Ἀνδρέας Στρᾶτος Παναγ. Παπαχατζῆς Ν
3944Δημ. Καραγιάννης Ο Σπ. Ι. Μήλιος Ο
3945Ἀντώνιος Καρτάλης Ν Βασ. Μαρκεζίνης Ν
3946Κωνστ. Τοπάλης Ο Νικήτας Συνοδινὸς
3947Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
3948Ἀργύριος Φιλιππίδης Ν Τηλέμαχος Δενδρινὸς Ν
3949Νικόλαος Παπαϊωάννου Ν Παναγ. Μαυροκέφαλος Ν
3950Δημήτριος Γίδας Ν Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
3951Νικόλαος Τσόγκας Ν Θεόδ. Ζαΐμης Ο
3952Νικόλαος Γουλιμῆς Ν Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ο
3953Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Ο Ὀδυσσεὺς Λαμπρόπουλος
3954Περ. Ἀλεξάκης Ο Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ο
3955Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Ἡρακλῆς Καλαμπάκας
3956Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
3957Περικλῆς Περρωτῆς Ο Ἀθ. Κατριβᾶνος Ν
3958Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ν Ἠλίας Κοσσονᾶκος Ο
3959Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Ν Γ. Ἀναστασόπουλος Ο
3960Δημ. Τερτίπης Ν Γ. Νικολαΐδης Ο
3961Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Ν Κ. Τρικούπης Ν
3962Κωνστ. Ζωγλοπίτης Ο Λεων. Δεληγεώργης Ο
3963Γεώργ. Φραγκίδης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
3964Ἰωάν. Καζαμπάκας Ο Δ. Λυμπερόπουλος Ν
3965Σπυρ. Παπαποστόλου Ν Γ. Λυμπερόπουλος Ν
3966 Περ. Μποῦτος Ν
3967Κωνστ. Σκραφιανός Ν Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος Ν
3968Γ. Χατζηνικολῆς Ν Ἀντ. Μάτσας Ν
3969Παναγ. Λεβέντης Ο Νικ. Κρίσπης Ν
3970Κ. Δούνης Ο Ι. Ναυπλιώτης Ν
3971Γεώργ. Μέρμηγκας Ν Ἐλευθ. Μυκώνιος Ο
3972Γεώργ. Κόρπας Ο Γεώργ. Σισμάνης
3973Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης Ν
3974Γεώργ. Θεοτόκης Γεώργ. Πλατανιώτης
3975Μιχαὴλ Θεοτόκης Ν Ἠλίας Ποταμιᾶνος Ο
3976Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο
3977Γουλ. Σκάρπας Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
3978Βασίλ. Σαμοΐλης Ν Ἀθ. Πετσάλης Ο
3979Σπ. Ἀγάθος Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
3980Νικόλ. Καλοσγοῦρος Ν Κυριακ. Π. ΜαυρομιχάληςΟ
3981 Γ. Καπετανάκης Ο
3982Κ. Χρηστόπουλος Ν Φώτιος Μοσχούλας Ν
3983Παναγ. Δ. Πετρίδης Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
3984Σωτήρ. Κροκιδᾶς Ν Χαράλ. Κανελλόπουλος Ο
3985Σπ. Νοταρᾶς Ν Θᾶνος Μπασιᾶς
3986Περ. Μεντζελόπουλος Ν Παναγῆς Τυπάλδος Ν
3987Δημ. Δημητριάδης Θεόδ. Βελλιανίτης Ο
3988Ἄθως Ρωμᾶνος Ἀνάργ. Σιμόπουλος
3989Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
3990Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ο Πέτρος Μόρης Ν
3991Θεόδ. Μαρκέτος Ο Ἰωάν. Γ. Ροῦφος Ν
3992Σπ. Ε. Στάης Α. Παπαγιαννακόπουλος
3993Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ο
3994Παν. Χοντζόπουλος Ἀντ. Ρικάκης Ο
3995Νικ. Τσοῦχλος Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Ο
3996Χαρ. Κ. Βοζίκης Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
3997Θεόδ. Πέρρος Ν Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης Ν
3998Στέφ. Κοπανίτσας Ο Νικ. Μισυρλῆς
3999Γεώργ. Φικιώρης Ν. Καράπαυλος
4000Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν Γ. Ράλλης Ο
4001Βρασίδας Λεώπουλος Ο Σπ. Γκεντιλίνης Ν
4002Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ο Γερ. Ζερβὸς Ν
4003Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
4004Ν. Καραστέργιος Ο Νικόλαος Λεωνίδας Ν
4005Δημ. Πιπινόπουλος Ο Διομήδης Κυριακὸς
4006Ἰωάν. Γ. Λάππας Ο Α. Μαυρογορδᾶτος Ο
4007Νικ. Μπουφίδης Ν Α. Λαδόπουλος Ο
4008Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης Ο
4009Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Α. Βιτάλης Ο
4010Γεράσιμος Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος
4011Ξενοφ. Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
4012Βασ. Βασιλειάδης Ο Κάρολος Βιτάλης Ο
4013Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ν
4014Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ο Γ. Κανούτας Ν
4015Παν. Μανέτας Ο Νικ. Ταρμπάζης Ν
4016Ἰωάν. Μπακόπουλος Ο Θεόδ. Κριεμάδης
4017Ἠλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ραδινὸς Ν
4018Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀπ. Ζάππας Ν
4019Θ. Σαρσέντης Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
4020Α. Πονηρόπουλος Ν Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
4021Δ. Ἀναστασόπουλος Ο Ι. Τσιριμῶκος
4022Δ. Παπατσώρης Ν Δημ. Κρίτσας
4023Δ. Κατσᾶνος Ν Α. Πλατῆς Ν
4024Α. Σκαλτσοδῆμος Ο Νικ. Χατζῖσκος Ο
4025Ν. Τζανετόπουλος Ν Ν. Καλογερόπουλος Ν
4026Γ. Ροδόπουλος Ο Β. Βουδούρης
4027Θεόδ. Λιμπρίτης Ο Γ. Ἀβέρωφ Ο
4028Ι. Κουντουριώτης Ν Δ. Κριεζώτης
4029Νικ. Τσαμαδὸς Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ν
4030Παντελῆς Γκίκας Ο Κ. Μιλτ. Κανάρης Ν
4031§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 197, ἐκτὸς τῶν
4032κ. Ὑπουργῶν, μὴ λαβόντων μέρος. Ἐκ τούτων 109 ἐψή-
4033φισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πεταλᾶ, 87 κατ’ αὐτῆς,
4034καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Πε-
4035ταλᾶ ἐγένετο δεκτή.
4036§309Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας νὰ
4037ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 4 μετὰ μεσημβρίαν, διότι ἡ Βουλὴ κατηρ-
4038τίσθη ἤδη, καὶ δύναται νὰ ὁρίσῃ τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων.
4039§310ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
4040§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Δευτέραν εἰς τὰς 4 μετὰ
4041μεσημβρίαν.
4042Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 καὶ 50′ μ. μ.).