1901.01.23
4,863 rows · 37,692 words · 357 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
τῆς 23 Ἰανουαρίου 1901.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 25′μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Σμύρνης διὰ τηλεγραφήματός του ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ὅπως ἀναδιορισθῇ ὁ ἀπολυθεὶς γραμματεὺς τοῦ ἐκεῖ Προξενικοῦ Δικαστηρίου. Διάφοροι πολῖται Ναυπάκτου τηλεγραφικῶς ἀναφέρουσιν, ὅτι τὸ ἐκλεχθὲν αὐτόθι οἰκόπεδον πρὸς οἰκοδόμησιν διδακτηρίου δημοτικοῦ σχολείου εἶναι ἀκατάλληλον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ συνιστῶσι τὴν ἐκλογὴν ἑτέρου οἰκοπέδου. Διάφοροι κάτοικοι τοῦ χωρίου Γιαννίτσης τοῦ δήμου Καλαμῶν ἀπέστειλαν αἴτησιν πρὸς τὴν Βουλὴν, ζητοῦντες τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ὑλοτόμων. Διάφοροι δημόται τοῦ δήμου Ἀβίας τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς δικαιωμάτων πρὸς τὸ Δημόσιον, εἰς ἃ ὑπὸ τῶν δασικῶν ἀρχῶν παρανόμως ὑποβάλλονται.
§2Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Γιαννίτσης τοῦ δήμου Καλαμῶν, οἵτινες ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ δίκαιον. Οὗτοι, συμμορφούμενοι πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων, ἐπλήρωσαν τὸν φόρον αὐτῶν ὡς ὑλοτόμοι, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ὑλοτομίας, καίτοι ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ δίκαιον. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου Ἀβίας. Γνωρίζετε, ὅτι διὰ νόμου αἱ ἐπαρχίαι Οἰτύλου καὶ Γυθείου ἀπαλλάσσονται τῆς φορολογίας τῶν ξυλανθράκων καὶ γαιανθράκων· ἐν τούτοις αὐτοὶ καταδιώκονται, ὅπως καταβάλωσι τὸν φόρον τοῦτον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κατάδικος Κ. Β. Παπαϊωάννου δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ νὰ χαρισθῇ αὐτῷ ὁ χρόνος τῆς ὑποδικίας, οὗτινος ὑπολογιζομένου, ὁ αἰτῶν συμπληροῖ τὴν ποινὴν τῆς καταδίκης του.
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκεῖνος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὑπέβαλον σύστασιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι δικαιοτάτη.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κατάδικος Γκουντῆς Γκουντελόπουλος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐνέργεια πρὸς ἀποφυλάκισιν τοῦ υἱοῦ του Γεωργίου, κρατουμένου ἐν ταῖς τουρκικαῖς φυλακαῖς Σερβίων. Ὁ Π. Κανταρτζῆς δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ ἐτησία πίστωσις ἐκ δραχμῶν δισχιλίων πρὸς ἔκδοσιν τῆς πρωτοτύπου μελέτης του ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀρχεῖα τῆς καθαρᾶς καὶ ἐφηρμοσμένης φυτολογίας». Ἡ Ἀγλαΐα χήρα Λαζάρου Τομπάζη δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς της.
§6ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Πατρῶν, ἀπευθυνόμενον καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐκ μέρους πολλῶν πολιτῶν, ἐφιστώντων τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πατρῶν περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ κατασκευαζομένου ἀρκτικοῦ λιμενοβραχίονος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔλαβον τοιοῦτον τηλεγράφημα.
§8ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Λάθος τι θὰ συμβαίνῃ· διότι ἐν τῷ τηλεγραφήματι σημειοῦσθε ὡς ἀποδέκτης.
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ δὲν ἔλαβον.
§10ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Πρῶτον παρακαλῶ, ὑπεβλήθη ὑμῖν, κύριε Ὑπουργὲ, ἀπόφασις τοιαύτη τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς;
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§12ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ὅταν σᾶς ὑποβληθῇ, παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὰς συστάσεις τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ τηλεγραφήματι καὶ τὰς παρατηρήσεις μου. Φαίνεται, ὅτι ἐξακολουθοῦν αἱ ἁμαρτίαι τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου. Εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἐμπορίου ἐν Πάτραις, Κύριοι, εἶναι καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ λιμένος, ὅστις ἐγένετο δυσανάλογος πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ λιμένος. Ἐπεβάρυναν δὲ τὸ λιμενικὸν Ταμεῖον μὲ φόρους, καὶ δὴ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ λιμένες Σύρου καὶ Πειραιῶς δὲν εἶχον τοιούτους· σήμερον δὲ δὲν δύνανται πλέον νὰ τοὺς ἐλαττώσουν, ἕνεκα τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνέλαβε τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον. Ἀφοῦ τέλος πάντων ἐγένετο τὸ λάθος ἐκεῖνο, ἀντὶ νὰ σταματήσουν, ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐλάττωσις τῶν λιμενικῶν τελῶν, ἐξακολουθοῦσι νὰ ῥίπτωσι χρήματα εἰς τὴν θάλασσαν, κατασκευάζοντες ἀρκτικοὺς λιμενοβραχίονας, ὡς εἰ μὴ ἀρκεῖ εἰς τὴν κίνησιν τοῦ λιμένος τὸ ὑπάρχον τμῆμα αὐτοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὶν ἀποφασίσῃ, νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ δαπανηθῶσι χρήματα ἀσκόπως.
§13Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις, συμφώνως τῇ δηλώσει, ἣν ἐποιήσατο, ὑπέβαλε, πολὺ δικαίως, νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν Καραϊσκάκη καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῆς, νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τοῦ κανονισμοῦ ἀπονομῆς συντάξεως καὶ εἰς ἄλλας οἰκογενείας, δικαιουμένας νὰ τύχωσι τῆς ἀρωγῆς τῆς Πολιτείας, ἕνεκα τῶν ἐκδουλεύσεων αὐτῶν, καὶ συμπεριλάβῃ καὶ τὸ ὄνομα τῆς σεβαστῆς χήρας τοῦ μακαρίτου Ἀθανασίου Κυβερνήτου Πετιμεζᾶ, ὅστις, ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν καὶ πλέον πολιτευόμενος, ἐγκατέλιπε τὴν σύζυγον αὐτοῦ ἐν ἀπορίᾳ, οὐδὲν λαμβάνουσαν ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Τὴν κατάστασιν αὐτῆς ἐκτιμήσασα ἡ ὑπὸ τὸν σεβαστὸν κ. Δηλιγιάννην Κυβέρνησις, εἶχεν ὑποβάλει ἄλλοτε νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἐκ 200 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον καὶ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην μόνον ἀνάγνωσιν ἕνεκα ἀπροόπτων περιστάσεων, αἵτινες ἐπήνεγκον τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου, καὶ ἡ Βουλὴ πᾶσα θ’ ἀποδεχθῇ αὐτήν.
§14Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Εὐτυχήσας νὰ συνεργασθῶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ τοῦ μακαρίτου Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὰς ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἡ χήρα αὐτοῦ δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὴν ἀρωγὴν τῆς Πολιτείας. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὰς παρακλήσεις μου μὲ τὰς τοῦ προαγορεύσαντος, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλας οἰκογενείας, μὴ λησμονήσῃ καὶ τὴν χήραν τοῦ μακαρίτου Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ, ἥτις ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀρωγῆς τῆς Πολιτείας.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καθῆκον ἔχω νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς συζύγου τοῦ μακαρίτου Ἀθανασίου Κυβερνήτου Πετμεζᾶ. Πάντες, ὅσοι κατὰ τὰς παρελθούσας Περιόδους ὑπῆρξαν Βουλευταὶ, ἀναμιμνήσκονται τὸ εὐθαρσές, τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὴν φωνὴν τοῦ ἀνδρός. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἔργον καὶ δικαιοσύνης καὶ καθήκοντος νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς συζύγου τοῦ ἀλησμονήτου τούτου πολιτευτοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ προβαίνω νὰ συστήσω εἰς τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν θυγατέρα ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος μετέσχε τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος καὶ ὑπῆρξεν εἷς τῶν ἱερολοχιτῶν. Ὁμιλῶ περὶ τῆς θυγατρὸς τοῦ μακαρίτου Δημητρίου Χοϊδᾶ, ἀδελφῆς τοῦ ἄλλοτε συναδέλφου ἡμῶν Ρόκκου Χοϊδᾶ, καὶ ταύτην συνιστῶ εἰς τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως.
§16Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριοι, ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς ἀρχαίας ῥητορικῆς, εἰσέρχομαι ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ θέμα τοῦ λόγου μου, καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐρωτῶ τοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς νομικοὺς ἄνδρας, ἐρωτῶ πάντα πεφωτισμένον ἄνθρωπον, ἐρωτῶ πρωτίστως καὶ τελευταῖον αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι νόμιμος ὁ διορισμὸς τοῦ ὑποστρατήγου κ. Βάσου, ὡς ἀναπληρωτοῦ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα γενικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ; Δύο εἰσὶ, Κύριοι, οἱ νόμοι, οὓς ξηρῶς θέλω ἐξετάσει, χωρὶς νὰ προσπαθήσω νὰ χρωματίσω τὸν λόγον μου, διότι τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἐκ τῶν νόμων τούτων ἀντλοῦνται, εἰσὶ τοσοῦτον ἰσχυρὰ καὶ τοσοῦτον ἐκ τῶν νόμων φυσικῶς ἀπορρέουσιν, ὥστε νομίζω, ὅτι πᾶς χρωματισμὸς λόγου εἶναι περιττός. Ὁ πρῶτος νόμος, ὃν ἐξετάζομεν, εἶναι ὁ τοῦ 1875 ἔτους, ὑπὸ στοιχ. ΦΜʹ, τῆς 11 Νοεμβρίου «περὶ μὴ διορισμοῦ ἐντοπίων ὑπαλλήλων εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐξ ὧν κατάγονται οὗτοι ἢ ἐξασκοῦσι τὰ πολιτικὰ αὑτῶν δικαιώματα, ἢ ἐζήσκησαν ταῦτα κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη, ἢ ἔλαβον σύζυγον». Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου φέρει: «Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ κατὰ τὴν τελευταίαν βουλευτικὴν ἐκλογὴν ἐκτεθέντες ὡς ὑποψήφιοι Βουλευταί, δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἐξετέθησαν. Ἐξαιροῦνται οἱ ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπηρετοῦντες.»
§17Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ποίου ἔτους εἶναι ὁ νόμος αὐτός;
§18Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦ 1875 ἔτους. Ὡς παρατηρεῖτε, ὁ νόμος οὗτος δὲν ἀφορᾷ ἰδίως καὶ μόνον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀξιωματικῶν ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων, ἢ λειτουργῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι νόμος, ἀφορῶν πάντας τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ λειτουργούς, καὶ δὴ καὶ τοὺς ἀξιωματικούς. Διαιρεῖται δὲ ὁ νόμος κατὰ κατηγορίας προσώπων, ὑπηρετούντων τὸ Κράτος, καὶ τὸ ἄρθρον 3 ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, τὰ ἀποτελοῦντα τὸ σύνολον τῶν ἀξιωματικῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ λοιπόν, κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, ἀποκλείονται τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ ἐξετέθησαν, καὶ ὑπὸ τὰς περιπτώσεις, ἃς τὸ ἄρθρον 3 διαγορεύει. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐξαιρεῖ τοῦ γενικοῦ κανόνος τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπηρετοῦντας. Ἐρωτᾶται, Κύριοι, κατὰ πρῶτον: ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀνήκει εἰς τὴν σφαῖραν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας; Ἀναμφισβητήτως ναί. Εἶναι μάλιστα, μετὰ τὰς θέσεις, τὰς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ γενικωτέρα κεντρικὴ ὑπηρεσία, εἶναι γενικωτέρα κεντρικὴ ὑπηρεσία τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Προέδρου τῶν Στρατοδικείων.
§19Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ.
§20Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Διότι ὑπάρχουσι δύο Στρατοδικεῖα, πολλάκις δὲ ὑπῆρξαν καὶ τρία· ἑπομένως ἡ δικαιοδοσία καὶ ἡ ἁρμοδιότης ἑκατέρου τῶν Στρατοδικείων δὲν ἐκτείνεται ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἡ ἐξουσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ ἐκτείνεται ἐπὶ ὅλης τῆς περιφερείας τῆς χώρας Εἶναι λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία αὕτη μία γενικὴ καὶ ἀδιαίρετος δι’ ὅλον τὸ Κράτος ὑπηρεσία κεντρική. Ὡς τοιαύτη, φυσικῷ τῷ λόγῳ εἶναι ἡ γενικωτέρα καὶ κεντρικωτέρα πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν, μετὰ τὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Μετὰ τὴν σύντομον ταύτην εἰσαγωγὴν ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τοῦ δευτέρου νόμου. Καὶ εἶναι οὗτος ὁ τοῦ 1882 ἔτους, ὑπὸ στοιχεῖον ϠΞΒʹ, τῆς 15 Μαΐου. Ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νόμου εἶναι: «περὶ τῶν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐκτιθεμένων ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ». Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τούτου λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ λαβόντες τὴν κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα ἄδειαν ἀξιωματικοὶ, εἴτε ἀνεκηρύχθησαν ὑποψήφιοι, εἴτε μὴ, εἴτε ἐξελέχθησαν Βουλευταὶ, εἴτε μὴ, δὲν δύνανται νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς οὐδεμίαν ὀργανικὴν θέσιν τῶν ἐν τῷ νομῷ, εἰς ὃν ἀνήκει ἡ ἐπαρχία, δι’ ἣν ἔλαβον τὴν ἄδειαν, σωμάτων, καταστημάτων ἢ ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, οὔτε νὰ σταλῶσι, διαρκοῦντος τοῦ αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἐν τῷ εἰρημένῳ νομῷ λόγῳ ὑπηρεσίας.» Μήπως, Κύριοι, διὰ τοῦ μεταγενεστέρου τούτου νόμου κατηργήθη ἡ εἰδικὴ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1875 ἔτους περὶ τῶν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, ὅπερ θέλω ἐξετάσει, ἐπικαλούμενος τὴν ἐπιεικῆ ὑμῶν ἀνοχήν. Κατὰ τὴν γνώμην, ἣν τολμῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω, ἡ εἰδικὴ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1875 περὶ τῶν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν οὐδαμῶς διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου τοῦ 1882 κατηργήθη. Διατί; Διότι ὁ νόμος τοῦ 1882 εἶναι νόμος γενικὸς διὰ τοὺς ἐκτιθεμένους εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἀξιωματικούς, εἶναι νόμος ἀφορῶν ἐν γένει τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς αἰτοῦντας τὴν λεγομένην συνταγματικὴν ἄδειαν πρὸς τὸ ἐκτεθῆναι εἰς τὰς ἐκλογάς. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τοῦ 1882 οὐδαμῶς καταργεῖ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τοῦ 1875, οὐδὲ δημιουργεῖ νέαν κατάστασιν πραγμάτων. Καὶ ἂν ἄρα ὁ νόμος τοῦ 1882 δὲν ἦτο νόμος, ἐν ᾧ ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ ἐγκαταστρώσῃ καὶ ἄλλας διατάξεις, πλὴν τῶν τοῦ νόμου τοῦ 1875, περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐκτιθεμένων εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, βεβαίως ὁ νόμος τοῦ 1882 ἐπερίττευεν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νομοθέτης τοῦ 1882 ἔτους ἠθέλησε νὰ ἔχωμεν νόμον ὁμιλοῦντα γενικῶς περὶ τῶν ἐκτιθεμένων εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἀξιωματικῶν, ἵνα ὁ νόμος οὗτος ᾖ τέλειος καὶ ὁλομερὴς, ὁ νομοθέτης ἐγκατέστρωσε καὶ τὴν διάταξιν περὶ τῆς ἀνικανότητος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἀναλαβεῖν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ νομῷ, ἐν ᾧ ἡ ἐπαρχία, εἰς ἣν ἐξετέθησαν, περιλαμβάνεται. Ἡ μόνη ἄρα καινοτομία, ἣν ὁ δεύτερος νόμος ἐπήνεγκεν, εἶναι, ὅτι ἐπεξέτεινε τὴν ἀνικανότητα, τὴν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1875, πρὸς ἀνάληψιν στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὁρίσας, ἀντὶ τῆς ἐπαρχίας, τὸν νομόν. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ὁ νέος νόμος τοῦ 1882 ἔτους δὲν δημιουργεῖ ὅλως νέον δίκαιον, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῶς ἀνακεφαλαίωσις τῆς οὐσίας προϋπάρχοντος δικαίου, τοῦ δικαίου τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νόμου τοῦ 1875 ἔτους μετὰ ἀνεξαρτήτων ὅλως πρὸς τὸ ζήτημα τροπολογιῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν, Κύριοι, ὁ νόμος τοῦ 1882 εἶναι γενικὸς περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν λαβόντων συνταγματικὴν ἄδειαν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν δι’ αὐτοῦ νὰ καταργηθῇ εἰδικὴ διάταξις τῶν προηγουμένων νόμων σιωπηρῶς· διότι γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνευτικῆς «εἰδικαὶ διατάξεις οὐδόλως εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῶσι σιωπηρῶς διὰ γενικῶν». Λοιπὸν ἡ εἰδικὴ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1875, καθ’ ἣν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ δύνανται νὰ ὑπηρετῶσιν ἀξιωματικοὶ, λαβόντες συνταγματικὴν ἄδειαν, οὐδόλως κατηργήθη σιωπηρῶς διὰ τῶν γενικῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1882. Ἐκτὸς ὅμως ὅλων αὐτῶν, ὡς θέλετε παρατηρήσει, ὁ νόμος τοῦ 1882 δὲν φέρει ἀκροτελεύτιον διάταξιν, καθ’ ἣν «πᾶσα διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται». Ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη βεβαίως νὰ ἀναφέρῃ τοῦτο, διότι τὸ νέον δίκαιον καταργεῖ τὸ προϋπάρχον καὶ ἀντιβαῖνον. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐξαιρετικῆς διατάξεως τοῦ προϋπάρχοντος δικαίου, βεβαίως αὕτη, ἥτις ἐστὶν ἡ τοῦ νόμου τοῦ 1875, δὲν ἠδύνατο νὰ καταργηθῇ διὰ τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1882. Τοιουτοτρόπως ἡ ἐξαιρετικὴ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1875 ἰσχύει, καὶ ὡς τοιαύτη συμπολιτεύεται τῇ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου τοῦ 1882. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς λάβωμεν τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἐπαχθεστέραν ἔποψιν ὡς πρὸς τὸν συζητοῦντα τὸ θέμα. Ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1882 ἔλεγε ῥητῶς, ὅτι «πᾶσα διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται». Ἐρωτᾶται: ὁ νόμος τοῦ 1875 ἀντιβαίνει τῷ νόμῳ τοῦ 1882; Ὁ νόμος τοῦ 1882 ὁμιλεῖ ἐν γένει διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, δηλαδὴ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν. Ὁμιλῶν δὲ τοσοῦτον γενικῶς, δὲν ἐδύνατο πάλιν νὰ καταργήσῃ εἰδικὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1875, καὶ ἂν ῥητῶς ἔλεγε «πᾶσα διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται». Οὐδὲ ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου τοῦ 1882 ἔτους, ἀφοῦ δὲν ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸ γράμμα, ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ εἰδική, τοῦ 1875. Διατί; Ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1875; Ὅτι τοσοῦτον σπουδαῖαί εἰσιν αἱ θέσεις τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ὥστε ἀπέναντι τῆς προστασίας τῆς ἐλευθέρας ἐκφράσεως τῆς πολιτικῆς βουλήσεως τῶν ἐκλογέων τῆς ἐπαρχίας βεβαίως δὲν πρέπει νὰ δεσμεύωμεν τὴν αὐτόβουλον καὶ ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν περὶ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου. Ἰδοὺ ὁ λόγος τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1875, ὅστις λόγος βεβαίως, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τοῦ 1882, δὲν ἀναιρεῖται. Διότι, ἐὰν κατὰ τὸ 1875 ἔτος ὁ νομοθέτης ἐνόμισεν, ὀρθῶς καὶ δικαίως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεσμεύωμεν τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, προκειμένου περὶ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ὡς πρὸς ἣν οἱ δύο Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ μὴ δεσμεύωνται, ἵνα ἐκλέγωσιν αὐτοβούλως καὶ ἐλευθέρως ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, δι’ ὧν δύνανται νὰ δώσωσι τὴν ὤθησιν καὶ τὴν κίνησιν καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν τοῦ Κράτους, ἵνα ὅ τε κατὰ γῆν καὶ ὁ κατὰ θάλασσαν στρατὸς ἐλευθέρως, ἐπωφελῶς καὶ ὀρθῶς κινῆται καὶ λειτουργῇ, ὁ λόγος οὗτος, Κύριοι, ἐὰν ὑφίστατο κατὰ τὸ 1875 ἔτος, ἐπίσης καὶ ἔτι μᾶλλον ὑφίστατο καὶ κατὰ τὸ 1882, ὅτε ὁ στρατὸς ἦτο καὶ πολυαριθμότερος. Ἀλλὰ, Κύριοι, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐξετάζωμεν μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς νομικῶς τὸ ζήτημα, καὶ νὰ παραλληλίζωμεν καὶ νὰ ἑρμηνεύωμεν τοὺς νόμους, ὅταν βοηθὸν καὶ συμπράκτορα εἰς τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν ἔχωμεν αὐτὴν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν; Ὅτε ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης ἐκαλεῖτο ὡς Πρόεδρος τοῦ ἐν Ἀθήναις Στρατοδικείου, ἵνα διευθύνῃ τὴν δίκην τοῦ συνταγματάρχου κ. Χρήστου Βότσαρη, δὲν εἶχεν ἤδη ἐκτεθῆ ὡς ὑποψήφιος Βουλευτὴς ἐν Ἀττικῇ δὶς; Δὲν εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔφερεν αὐτὸν ἐνταῦθα, ἵνα προεδρεύσῃ τοῦ Στρατοδικείου; Ὅτε μετὰ ταῦτα ἄλλη δίκη ἐνεφανίσθη, ἡ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Δ. Φωτοπούλου καὶ τοῦ ταγματάρχου κ. Ἀρ. Κόρακα, πάλιν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις δὲν διώρισε Πρόεδρον τοῦ ἐν Ἀθήναις Στρατοδικείου τὸν ὑποστράτηγον κ. Σμολένσκην; Ὁ κ. Κόρακας μάλιστα εἶναι καὶ ἐκλογεὺς ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων! Καὶ τρίτον, ὅτε ἄλλη δίκη, ἡ τοῦ ταγματάρχου κ. Τσακανίκα, ἀπῄτει τὴν παρὰ τοῦ ὑποστρατήγου κ. Σμολένσκη προεδρίαν τοῦ Στρατοδικείου, αὐτὴ πάλιν αὕτη ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐκάλεσε τὸν ὑποστράτηγον Πρόεδρον τοῦ Στρατοδικείου ἐν Ἀθήναις; Ἡ θέσις Προέδρου Στρατοδικείου ἐν Ἀθήναις δὲν εἶναι κεντρική; Δὲν ἑδρεύουσιν ἆρά γε τὰ Στρατοδικεῖα ἐν μέσῳ τῶν Ἀθηνῶν; Πῶς ἐπιτρέπεται, ἵνα λάβῃ μέρος ὁ ὑποστράτηγος ὡς Πρόεδρος αὐτῶν, προκειμένου δὲ περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἠγέρθη αἴφνης ἡ ἀνικανότης, ἡ δῆθεν ἐκ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου τοῦ 1882; Ἀλλ’ ἐκτὸς, Κύριοι, τῆς πρακτικῆς, ἣν ἀπαρεγκλίτως ἠκολούθησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, ἔχομεν καὶ αὐτὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ θέλω ἐπικαλεσθῆ πρὸς τοῦτο τὴν ὑμετέραν μνήμην. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι κατὰ παρελθοῦσάν τινα ἐποχὴν, οὐχὶ πολὺ τῆς παρούσης ἀπέχουσαν, ἐπηρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι παρὰ τίνος συναδέλφου, πῶς ἐπέτρεψεν, ἵνα ἀξιωματικός τις τῆς χωροφυλακῆς, ὑποψήφιος ἄλλοτε βουλευτὴς ἐν Ἀττικῇ, Καστρησιάδης τὸ ἐπώνυμον, μετάσχῃ ὡς μέλος ἐξεταστικῆς τινος ἐπιτροπῆς τῶν ἐνωμοταρχῶν, νομίζω, ἑδρευούσης ἐν Ἀθήναις. Εἶναι οὕτω;
§21ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σφοδρὰ ἠγέρθη συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν παρῆλθον εὐτυχῶς πολλοὶ μῆνες ἔκτοτε. Ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν) ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠγέρθη, ἵνα ἀμυνθῇ, καὶ ἐνθυμεῖσθε, τί εἶπεν· ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξετάζουσα τοὺς ἐνωμοτάρχας, ἑδρεύει μὲν ἐν Ἀθήναις, δὲν θέλει ὅμως ἐξετάσει μόνον Ἀθηναίους ἢ Ἀχαρνεῖς ἐνωμοτάρχας· αὐτὴ εἶναι Ἐπιτροπὴ δι’ ὅλους τοὺς ἐνωμοτάρχας τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως ὁ ἀξιωματικὸς κ. Καστρησιάδης ὀρθῶς καὶ νομίμως, καίτοι εἶχεν ἐκτεθῆ ἄλλοτε ὡς ὑποψήφιος Βουλευτὴς ἐν τῇ Ἀττικῇ, «ὀρθῶς καὶ νομίμως», ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, «μετέχει τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι τὰ ἔργα τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀφορῶσι μόνον τοὺς ἐνωμοτάρχας τοὺς ἐκ τῆς Ἀττικῆς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐνωμοτάρχας ὅλου τοῦ Κράτους». Ταῦτα ἔλεγε τότε ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ τότε συνέπιπτε νὰ καλῆται ὡς Πρόεδρος τοῦ Στρατοδικείου καὶ ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης, ὡς πρὸ μικροῦ ἠκούσατε, καὶ ἐπιβοηθητικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπεραμυνόμενος τῆς ὑποθέσεως Καστρησιάδου, εἶπεν: «Ἐδῶ, Κύριοι, ἔχομεν καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ἣν καὶ ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης, ὁ πολιτευθεὶς ἐν Ἀττικῇ, δύναται νὰ ἦναι Πρόεδρος τοῦ Στρατοδικείου, διότι ἡ θέσις αὕτη εἶναι γενική, εἶναι κεντρική». Ὡς Πρόεδρος λοιπὸν τῶν Στρατοδικείων κάμνει, ἵνα εἴπω οὕτως, ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης, καὶ ἵνα διαδεχθῇ τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ προσωρινῶς, εἶναι τοσοῦτον τέλος πάντων ἀνίκανος, τοσοῦτον οἱ νόμοι ἐξεγείρονται ἐναντίον τοῦ τοιούτου διορισμοῦ; Παντάπασι, Κύριοι, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, εἰσέρχομαι εἰς τὴν σφαῖραν καὶ ἄλλων ἐπιχειρημάτων. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου «περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ» λέγει, ὅτι «τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, ἀπουσιάζοντα, ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος τῶν μεράρχων». Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ αὐτοῦ νόμου λέγει, ὅτι «πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». Καὶ ἂν λοιπὸν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1882 περὶ τῶν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐκτιθεμένων ἀξιωματικῶν ἀντίκειται τῷ νόμῳ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ μεταγενεστέρου τούτου νόμου, καθ’ ὃ «πᾶσα διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται», δὲν κατηργήθη τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τοῦ 1882; Βεβαίως, Κύριοι, καὶ ἀναμφισβητήτως. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις: «Δὲν ἔχεις δίκαιον, διότι ὁ νόμος τοῦ 1882 εἶναι εἰδικός». Ἀλλὰ τότε καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1900 ἔτους περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀκόμη εἰδικώτερος τοῦ νόμου τοῦ 1882, διότι ὁ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ νόμος ἔρχεται καὶ δημιουργεῖ νέαν ὅλως τάξιν πραγμάτων ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ τῆς χώρας. Ἄλλως, δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἀκοπώτερον καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, προκειμένου μάλιστα περὶ νέου νόμου, νόμου πρὸ ὀλίγων μόλις μηνῶν ἰσχύσαντος. Ὅτε ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἰσηγουμένης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐψηφίζετο, ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν, ὅτι, ἐν περιπτώσει κωλύματος ἢ ἀπουσίας τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ἀρχαιότερος τῶν μεράρχων ἦν ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι δίκαιά εἰσιν ὅσα σήμερον λέγει, ὅτι τουτέστιν ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης, ὡς πολιτευθεὶς ἐν Ἀττικῇ, δὲν ἐδύνατο νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, διατὶ, πρὸς ἀποφυγὴν ἀμφιβολιῶν καὶ παρεξηγήσεων, ἐν τῇ διατάξει τῇ ἀκροτελευτίῳ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δὲν προσέθετε: «τηρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ περὶ τῶν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐκτιθεμένων ἀξιωματικῶν νόμου τοῦ 1882 ἔτους»; Ἰδοὺ καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα, ἐξ οὗ δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ τεκμαιρώμεθα, ὅτι οὐδαμῶς ὑπῆρχεν ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ νομοθέτου τοῦ 1900 ἔτους ἡ ἰδέα, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ἤθελεν ἰσχύει ὁ νόμος τοῦ 1882, ὁ ἀποκλείων δῆθεν, κατὰ τὰς ἰδέας τοῦ Ὑπουργείου, τοὺς πολιτευθέντας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ. Ἀλλὰ δεδόσθω πρὸς στιγμήν, ὅτι ὁ ὑποστράτηγος κύριος Σμολένσκης δὲν ἐδύνατο ἀληθῶς νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον. Διατὶ τάχα δὲν εἰσηγεῖτο νόμον ἡ Κυβέρνησις, συνεδριαζούσης πρὸ τοσούτου χρόνου τῆς Βουλῆς, ἵνα κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο; Πάντες, ψηφίζοντες τὸν νόμον τοῦ 1900 ἔτους περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπίστευον καὶ ἐφρόνουν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ἤθελεν ἐξέλθει τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, ἢ ὅπως δήποτε ἤθελε κωλυθῆ, νόμῳ καὶ δικαιώματι Γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἔδει νὰ ἦναι ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης. Διατὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀνταποκρινομένη εἰς αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς αὐτὴν τὴν γενικὴν βούλησιν τοῦ λαοῦ, ἐκπροσωπουμένην διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διατὶ πρὸς τοῖς νόμοις, οὓς κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας εἰσάγει περὶ ἄλσους καὶ τοιούτων ἄλλων ζητημάτων, οὐχὶ πρωτίστης καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης, διατὶ δὲν εἰσηγεῖτο νόμον, καθ’ ὃν νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν φυσικὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὅστις μετὰ τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον εἶναι ὁ κ. Σμολένσκης, νὰ ἡγηθῇ τοῦ στρατοῦ τούτου; Μήπως ὑπῆρξαν ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου λόγοι, πείσαντες, ὅτι ἔσχατος πάντων διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνταῦθα ἐπιτρέψατέ μοι, ἵνα γενικώτερόν πως πραγματευθῶ τὸ θέμα τοῦτο. Ἔχομεν δύο κατηγορίας νόμων, τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκλογικῶν νόμων, καὶ τὴν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ νόμος, ὁ περὶ ἀξιωματικῶν λαμβανόντων συνταγματικὴν ἄδειαν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀφορᾷ τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τῆς πολιτικῆς βουλήσεως τῶν ἐκλογέων μιᾶς καὶ μόνης ἐπαρχίας, τῆς τῆς Ἀττικῆς. Ἐὰν λόγος ὑπάρχῃ, οὗ ἕνεκεν ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης ἔδει νὰ μὴ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ὁ λόγος οὗτος εἶναι, ἵνα μὴ ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος αὑτοῦ ὁ κ. Σμολένσκης ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς βουλήσεως τῶν ἐκλογέων τῆς Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς στενῆς καὶ ἐντετοπισμένης ταύτης ἰδέας ἔχομεν καὶ γενικωτέραν καὶ ὑψηλοτέραν καὶ εὐγενεστέραν μέριμναν, ἥτις ὤφειλε νὰ διέπῃ τὰς περὶ τούτου σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχομεν τὴν Διοίκησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἔχομεν ἀπέναντι πεπαλαιωμένου νόμου, ἰσχύοντος βεβαίως κατὰ τὰ ἄλλα, τοῦ νόμου τοῦ 1882 ἔτους, τὰς νεαρὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τοῦ ἐκτεινομένου ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους, ἔχομεν διατάξεις νόμου ἀφορῶντος ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα, τὸ συνδεόμενον ἀρρήκτως πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ τε Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους. Καὶ ἵνα μὴ δῆθεν ἐπηρεασθῇ ἡ πολιτικὴ βούλησις τῶν ἐκλογέων τῆς Ἀττικῆς δι’ ἐκλογὰς, αἵτινες δὲν ἠξεύρομεν μάλιστα καὶ πότε θέλουσιν ἐνεργηθῆ, ἀπέναντι, λέγω, τῆς στενῆς, τῆς ἐντετοπισμένης καὶ ταπεινῆς ταύτης ἀπόψεως, περιεφρονήσατε τὴν γενικωτέραν ἄποψιν τῆς Διοικήσεως ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τῆς παρηγόρου ταύτης ἐλπίδος τοῦ ἔθνους, τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως ἢ τῆς ἀναβελτιώσεως καὶ τῆς ἀναδημιουργίας οὗτινος ἠκούσαμεν τοσούτους εὐγλώττους λόγους παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν, καθ’ ἣν δύο θεσμοθεσίαι ἀντιπαρατάσσονται δῆθεν καὶ συγκρούονται δῆθεν, ἡ θεσμοθεσία, ἡ ἀφορῶσα τὴν δῆθεν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τῆς πολικῆς βουλήσεως ὀλίγων ἐκλογέων τῆς Ἀττικῆς, καὶ ἡ θεσμοθεσία, ἡ ἀφορῶσα τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐξελθόντος, ὡς φιλοτιμοῦνται νὰ παραστήσωσι, τετρωμένου μετὰ τὸν πόλεμον, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κατὰ μέρος τιθεμένη τὴν γενικὴν ταύτην ἀνάγκην, παραμερίζουσα τὰ γενικὰ ταῦτα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἅτινά εἰσι καὶ συμφέροντα ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἔλαβεν εἰς χεῖρας τὸ μικροσκόπιον, ἢ μᾶλλον τὸ τηλεσκόπιον, ἔσπευσε νὰ ἀνεύρῃ νόμον, πρὸ ὀκτωκαίδεκα ἐτῶν ψηφισθέντα, καὶ ἀμφιβόλου κύρους τέλος πάντων ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἵνα ἀποκλείσῃ τὸν ὑποστράτηγον κ. Σμολένσκην τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, αὐτὸν τὸν νόμιμον καὶ φυσικὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, κωλυομένου ἢ ἀπόντος τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Οὕτω κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἐξετάζονται οἱ νόμοι καὶ τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους! Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει δίκαιον. Διατὶ εὐθὺς ὡς ἀνεχώρησεν ἐκ τοῦ Κράτους ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, διατὶ εὐθὺς ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔθηκεν εἰς διαθεσιμότητα τὸν ὑποστράτηγον κ. Σμολένσκην; Διατὶ, οὕτως ἐνεργήσας, ἀφῆκε τὸν ἀρχαιότερον τῶν ὑποστρατήγων νὰ λαμβάνῃ διαταγὰς καὶ νὰ διοικῆται παρὰ νεωτέρου, ἐναντίον ὅλων τῶν κανόνων τῆς πειθαρχίας, τῆς πειθαρχίας τῆς ἀπὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ μέχρι τῶν Ζουλοῦ ἐκτεινομένης; — διότι καὶ παρὰ τοῖς βαρβάροις αὐτοῖς θέλετε ἀπαντήσει, ὅτι γελοῖον ὅλως χαρακτηρίζεται, ὁ κατώτερος ν’ ἀπευθύνῃ διαταγὰς πρὸς τοὺς ἀνωτέρους! Ἐπράξατε τοῦτο, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, κατὰ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ἣν ποσῶς δὲν κωλύομαι νὰ εἴπω, πολὺ μικρὰν ἰδέαν ἔχετε περὶ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας ὑμεῖς προσωπικῶς. Ἀπεδείξατε τοῦτο, ὅτε κατὰ τὸν πόλεμον, τοῦ ἐχθροῦ ἔχοντος τὸν πόδα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἐμοιράζετε, ὅπως οἱ παππάδες εἰς τοὺς μάγγες τὰ κόλλυβα, τὰς ἀδείας εἰς ὅλους, τοὺς στρατιώτας τοὺς ἐν πολέμῳ ἀκόμη εὑρισκομένους. Ἀπεδείξατε, ὅτι δὲν ἔχετε πλήρη καὶ ὁλομερῆ τὴν ἰδέαν τῆς πειθαρχίας, ὅτε εἰσηγεῖσθε τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ταχθέντες ὑμεῖς, ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὰς διαταγὰς καὶ τὴν διοίκησιν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ὅστις, οὐχὶ ὡς τοιοῦτος, ἀλλ’ ὡς στρατιωτικὸς, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ ἀνώτατος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, καθ’ ὅλα ὑποτεταγμένος τῷ Ὑπουργείῳ. Ἀλλ’ ὅταν ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, χρονολογίας, ἃς συνέλεξα, θέλετε ἴδει, ὅτι αὗται, ὅπως αἱ ἀριθμητικαὶ πράξεις, εἰσὶ τοσοῦτον πειστικαὶ, ὥστε ἀπέναντι αὐτῶν βεβαίως οὐδαμῶς δύναται ν’ ἀπολογηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὴν 8 ὑπερμεσοῦντος μηνὸς Ἰανουαρίου ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης διέμενεν ἐν Ἀθήναις, ἐμφανισθεὶς δὲ πρὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐδήλωσεν αὐτῷ, ὅτι τῇ 11 Ἰανουαρίου ἤθελεν ἀναχωρήσει εἰς Μεσολόγγιον, ἕδραν τῆς Μεραρχίας. Ἀλλὰ μίαν ἡμέραν πρότερον, ἤτοι τῇ 10 Ἰανουαρίου, ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος εὐηρεστήθη νὰ δεχθῇ τὸν ὑποστράτηγον εἰς ἀκρόασιν, ἐπέτρεψε δὲ αὐτῷ, ὡς Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, νὰ παρατείνῃ τὴν διαμονὴν αὐτοῦ ἐν Ἀθήναις μέχρι τῆς πρωΐας τῆς 15 Ἰανουαρίου. — Τὴν χρονολογίαν ταύτην παρακαλῶ νὰ σημειώσητε καλῶς. — Ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης ἀνακοινοῖ τοῦτο τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν, συναινέσαντι καὶ δεχθέντι τὴν γνώμην τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπισημότατα πλέον ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ ὑποστράτηγος ἤθελε διαμείνει ἐν Ἀθήναις μέχρι τῆς πρωΐας τῆς 15 Ἰανουαρίου. Ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, ὡς γνωστὸν, ἀνεχώρησε τῇ 13 Ἰανουαρίου, τῇ δὲ 15 τῷ πρωΐ ὁ ὑποστράτηγος ἀνεχώρησεν εἰς Μεσολόγγιον. Εὐθὺς ὡς ἔφθασεν εἰς Μεσολόγγιον ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης, ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εὑρίσκεται ἐκεῖ, διοικῶν τὴν Μεραρχίαν, ὅτι δέ, ὡς ἀρχαιότερος μέραρχος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λαμβάνῃ διαταγὰς παρὰ νεωτέρου. Ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ταύτην ἀνακοίνωσιν τοῦ μεράρχου οὐδὲν ἀπήντησε. Τότε, τῇ 16 Ἰανουαρίου, τῇ ἑπομένῃ δηλαδὴ, δι’ ἑτέρας τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς, ὁ κ. ὑποστράτηγος ἀναφέρει τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι ἐξακολουθεῖ διοικῶν τὴν Μεραρχίαν. Ὁ Ὑπουργὸς τοιουτοτρόπως ἀπαντᾷ τηλεγραφικῶς πρὸς τὸν μέραρχον καὶ αὐθημερὸν, νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους ὑπηρεσίας. Ἐνταῦθα θέλομεν ὀλίγον, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, γλεντήσει μὲ τὸ μικρὸν αὐτὸ φυλλάδιον (δεικνύει τὸν Κανονισμόν, τὸν δημοσιευθέντα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ). Εἶπον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸν ὑποστράτηγον κ. Σμολένσκην νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους ὑπηρεσίας. Δευτέραν ἐρώτησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν: Εἴχετε περὶ τούτου τὴν πρότασιν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ὡς Γενικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ; Καὶ ἐν τῇ διαταγῇ ταύτῃ περὶ τοῦ ἐλθεῖν τὸν ὑποστράτηγον κ. Σμολένσκην εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους ὑπηρεσίας, ἀνεφέρετε τοὺς εἰδικοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐκαλεῖτε αὐτὸν ἐνταῦθα; Βεβαίως δὲν δύνασθε ν’ ἀπαντήσητε καταφατικῶς, διότι οὔτε τὸ μὲν, οὐδὲ τὸ ἕτερον ἐν τῇ διαταγῇ ἔχετε. Καὶ ὅμως τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀμφότερα ταῦτα ἐπέβαλλεν. Ὁ δὲ Κανονισμὸς οὗτος ἐπέχει τάξιν νόμου, διότι ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 11 αὐτοῦ διέταξε τὴν ἔκδοσιν τοῦ Κανονισμοῦ. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ μικρὸν φυλλάδιον ἐπέχει τάξιν νόμου. Τί λέγω; Εἶναι νόμος, κατὰ παραπομπὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδοθεὶς ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Κανονισμοῦ τί λέγει; (ἀναγινώσκει): «Ἀπομάκρυνσις ἀξιωματικοῦ ἢ ἀνθυπασπιστοῦ εἰς οἱανδήποτε θέσιν ἀπαγορεύεται, πλὴν τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων καὶ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἢ ἀπαιτουμένων πρὸς ἐφαρμογὴν τούτων, ὁπότε ἐνεργεῖται κατὰ τὰς διατάξεις αὐτῶν, τῇ προτάσει πάντοτε τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐπιτρέπεται προσωρινὴ ἀπόσπασις ἢ προσκόλλησις διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν ἐπειγούσῃ καὶ ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ». Καὶ ἡ πρότασις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει. Ἡ πρᾶξις ἄρα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι παράνομος, ἄντικρυς ἀντιβαίνουσα εἰς ἐπιτακτικὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐξακολουθεῖ: «Ἐν τῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου δέον νὰ ὁρίζηται ἡ προκαλοῦσα ταύτην ἀνάγκη, ἧς ἐκλιπούσης, ὁ ἀξιωματικὸς ἢ ἀνθυπασπιστὴς δέον νὰ ἐπανέρχηται εἰς τὴν θέσιν του». Καὶ τὴν μνείαν λοιπὸν τῆς ἀνάγκης παρελείψατε, παρὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Εἰς τὸ παρὰ τὸν νόμον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως, κατὰ τοὺς νόμους τῆς αὐστηρᾶς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, οὓς ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης καλῶς γνωρίζει, ἔδει νὰ ὑπακούσῃ· ἀλλ’ ἔδει νὰ ὑπακούσῃ, ἀπαλλαττόμενος καὶ τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ παραβάσει τοῦ νόμου. Καὶ διὰ τοῦτο ἐτηλεγράφησε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν αὐθημερὸν, ἤτοι τῇ 16 Ἰανουαρίου, ὅτι ἔρχεται μὲν εἰς Ἀθήνας συνεπείᾳ διαταγῆς, παρακαλεῖ ὅμως ν’ ἀπαλλαχθῇ πάσης ἐκ τούτου εὐθύνης. Ἰδοὺ πῶς διοικοῦνται τὰ τοῦ στρατεύματος κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀναμορφώσεως τοῦ στρατοῦ! Ἀλλὰ τῇ 16 Ἰανουαρίου ἔχομεν ληφθεῖσαν καὶ διαταγὴν τοῦ ὑποστρατήγου κ. Βάσου, διοικοῦντος, ὡς ἀναπληρωτοῦ τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ, τὸν στρατὸν, δι’ ἧς ὁ ὑποστράτηγος κ. Βάσος ἐπιτάσσει τὸν ἔτι ἐν Μεσολογγίῳ μέραρχον ὑποστράτηγον κ. Σμολένσκην, τὸν ἀρχαιότερον αὐτοῦ, νὰ ἐκτελέσῃ διαταγήν τινα αὐτοῦ. Καὶ δὲν πιστεύω οὐδαμοῦ τοῦ Νέου Κόσμου, τῆς Ἀμερικῆς, καὶ οὐδαμοῦ τῆς Εὐρώπης, οὐ μόνον κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν μεσαίωνα ἀκόμη, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς βαρβαρότητος, νὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν ὑπηρεσίαν κατωτέραν ἐν τῷ κέντρῳ Κράτους τινὸς, ἐκδίδουσαν διαταγὰς πρὸς ἀνωτέρους! Εἶναι μοναδικὸν τὸ παράδειγμα τοῦτο, καὶ τονίζω τὴν λέξιν, ἵνα ἀκουσθῇ εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ Κόσμου, καὶ εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς τοῦ Κόσμου, ὅτι ἔπρεπε νὰ διοικῇ τὸν στρατὸν ἀρχαῖος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατεύματος, ἵνα ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ παριστάμεθα πρὸ τοιούτου ἀπαισίου ἀληθῶς διὰ τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν θεάματος! Καὶ ὅτε τέλος πάντων εἰς τὰς τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τοῦ ὑποστρατήγου ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντα, καὶ ἐδημιουργεῖτο οὕτως ἀνώμαλος ὑπηρεσιακὴ κατάστασις, δυναμένη νὰ ἐπιδράσῃ καὶ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, ὁ ὑποστράτηγος τῇ 17 Ἰανουαρίου ἠναγκάσθη νὰ ἀπευθύνῃ ἀναφορὰν πρός τε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἧς ἀπεξεδύετο τῶν συνεπειῶν, τῶν ἐκ τῆς ἐκτρόπου ταύτης καταστάσεως δημιουργουμένων. Τότε λοιπόν, Κύριοι, καὶ μόνον, δηλ. τῇ 17 Ἰανουαρίου, ἐκοινοποιήθη αὐτῷ τὸ περὶ διαθεσιμότητος Βασιλικὸν Διάταγμα. Ἕκαστος, Κύριοι, φυσικῷ τῷ λόγῳ, θέλει ὑποθέσει, ὅτι, ἵνα ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ ἔκτροπος καὶ ἀντικανονικὴ κατάστασις, φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ εἶχε λησμονήσει νὰ προκαλέσῃ Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ τῆς εἰς διαθεσιμότητα τάξεως τοῦ ὑποστρατήγου κ. Σμολένσκη. Διότι, ἂν δὲν εἶχε λησμονήσει τοῦτο, τίς ὁ λόγος, παρακαλῶ, οὗ ἕνεκεν ἐπὶ πέντε ὅλας ἡμέρας ἀφῆκε νὰ βασιλεύῃ ἔκρυθμος, ἀντικανονικὴ τοιαύτη κατάστασις; Ἀλλὰ, δυστυχῶς διὰ τὸν τόπον ἡμῶν, τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν οὕτω. Διότι τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ τῆς εἰς διαθεσιμότητα τάξεως τοῦ ὑποστρατήγου ἔχει ἡμερομηνίαν 12 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 13 Ἰανουαρίου. Καὶ ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὰς χρονολογίας, καὶ πρὸ πάντων εἰς ἐκείνην τὴν ταλαίπωρον χρονολογίαν, ἐφ’ ἧς ἐπέστησα τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, ἵνα σαφηνίσω ἀκριβέστερον τὰ πράγματα. Τὸ Διάταγμα δημοσιεύεται τῇ 13 Ἰανουαρίου. Ἀλλὰ τῇ 13 ὁ ὑποστράτηγος εἶναι ἐν Ἀθήναις· εἶχε λάβει τὴν ἄδειαν, ὡς ἠκούσατε, παρὰ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος νὰ παραμείνῃ μέχρι καὶ τῆς πρώτας τῆς 15. Τῇ 14 Ἰανουαρίου αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ὑποστράτηγος εὑρίσκεται ἐν Ἀθήναις, γνωρίζει δὲ ταῦτα πάντα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, ἐμφανισθεὶς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ὁ ὑποστράτηγος, ὡς ἠκούσατε, εἶχε δηλώσει, ὅτι θέλει μείνει ἐν Ἀθήναις μέχρι τῆς πρώτας τῆς 15. Δὲν ἦτο ἄνθρωπος ἀγνώστου διαμονῆς· ἡ διαμονὴ αὐτοῦ ἦτο γνωστοτάτη. Διατὶ δὲν ἐκοινοποίουν αὐτῷ τὸ Διάταγμα περὶ τῆς εἰς διαθεσιμότητα τάξεως αὐτοῦ; Ἀνέγνων που χθές, Κύριοι, ἔν τινι τῶν ἐφημερίδων, ἧς τὸν εἰδικὸν περὶ τούτου συντάκτην δὲν κατηγορῶ, διότι πιθανὸν νὰ μὴ κατέγεινεν εἰς τὰ τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, ὅστις, οἱονεὶ θριαμβεύων, χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλεγε: «Καὶ δὲν ἤξευρεν ὁ ὑποστράτηγος, ὅτι τὸ Διάταγμα περὶ διαθεσιμότητος αὐτοῦ ἦτο δημοσιευμένον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς 13 τοῦ μηνός; Διατὶ νὰ ἀναχωρήσῃ τῇ 15 εἰς Μεσολόγγιον;» Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι ἄξιον πολλῆς ἀκροάσεως, διότι πρῶτον οὐδείς ἐστὶν ὑπόχρεως νὰ ἀναγινώσκῃ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὡς πάντες μὲν ὑμεῖς γνωρίζετε, ὀφείλει δὲ νὰ μάθῃ καὶ ὁ νεαρὸς συντάκτης ἐκείνης τῆς ἐφημερίδος, διὰ τῆς ἁπλῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως οὐδεὶς τῶν ὑπαλλήλων ὀφείλει ἢ δύναται νὰ μετακινηθῇ, καὶ πρὸ πάντων στρατιωτικός, ἂν δὲν λάβῃ καὶ τὴν προσωπικὴν περὶ τούτου κοινοποίησιν. Διότι, μάλιστα ἐν τοῖς τελευταίοις τούτοις χρόνοις εἴδομεν, ὅτι ὑπῆρξαν φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν οἷς ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος διετάσσετο νὰ παρίσταται εἰς τρία ἢ καὶ τέσσαρα μέρη τοῦ Κράτους συγχρόνως· αὐτὸ δὲ μόνον εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν, νομίζω, ἐπετράπη παρὰ τοῦ Παντοκράτορος. Ἄν τοιαύτας γνώμας παρεδεχόμεθα, ἠθέλομεν ἔχει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαλλήλους συγκρουομένους πρὸς ἀλλήλους καὶ τρέχοντας, ὡς οἱ δαιμονισμένοι, πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις τοῦ Κράτους. Εὐθὺς λοιπὸν ὡς εἰς τὸν ὑποστράτηγον κ. Σμολένσκην ἐκοινοποιήθη τῇ 17 Ἰανουαρίου τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Διάταγμα, μετὰ τὴν παραζάλην αὐτὴν, τὴν προσβάλλουσαν τὴν πειθαρχίαν ἐπὶ πέντε ἡμέρας, οὗτος ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσῃ αὐτό. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ τὸ Βασιλικὸν τοῦτο Διάταγμα εἶναι, ὡς ἔλεγον οἱ Ρωμαῖοι, nullum, μηδέν! Τὸ Βασιλικὸν τοῦτο Διάταγμα εἶναι ὡς ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ ἄκυρον καὶ μὴ ὂν, εἶναι nullum, ἐπαναλαμβάνω, ἀνυπόστατον! Δευτέρα λοιπὸν αὐτὴ παραβίασις, ἢ καὶ τρίτη καὶ τετάρτη, τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ! Εἶπον τρίτη καὶ τετάρτη, διότι παραβίασις τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ἦτο ἡ ἀνάμιξις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἰς τὰ τῆς χωροφυλακῆς, διότι παραβίασις τοῦ νόμου τούτου, ὡς πολλοὶ τοὐλάχιστον διατείνονται, εἶναι ἡ τιμωρία τῶν ἐννέα λοχαγῶν, χωρὶς νὰ προκληθῇ ἡ γνώμη τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο, τὸ τελευταῖον, δὲν δύναμαι νὰ ἐπιμείνω, διότι δὲν μοὶ ἔμεινε καιρὸς νὰ μελετήσω ἐπισταμένως τὸ ζήτημα. Παράνομον λοιπὸν καὶ μὴ ὂν, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ οὐσίαν, τὸ Διάταγμα τῆς εἰς διαθεσιμότητα τάξεως τοῦ ὑποστρατήγου. Διατί; Ἕνεκα πάλιν αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου βιβλιαρίου. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ῥηθέντος Κανονισμοῦ, τοῦ ἐπέχοντος ἰσχὺν νόμου, λέγει: «Πᾶσα τοποθέτησις ἢ μετάθεσις ἀξιωματικοῦ εἰς οἱανδήποτε ὀργανικὴν θέσιν, ἢ προβλεπομένην ὑπὸ ἰσχυόντων νόμων, ἐνεργεῖται διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, στηριζομένῃ ἐπὶ προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.»
§23Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει καὶ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἰδοὺ τὸ Διάταγμα (ἀναγινώσκει): «Προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει... καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1941 ἐ. ἔ. ἔκθεσιν τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν. Τίθεμεν εἰς διαθεσιμότητα τὸν ὑποστράτηγον Σμολένσκην Κωνσταντῖνον κλπ.» Τί ἔγεινε, παρακαλῶ, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἡ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου; Ἀλλ’ ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης, πρὸ τῆς παραδόσεως τῆς Μεραρχίας εἰς τὸν μετ’ αὐτὸν συνταγματάρχην κ. Χρῆστον Βότσαρην, ὑπέβαλε τῷ Ὑπουργείῳ ἀναφορὰν ταχυδρομικῶς, δι’ ἧς ἐζητεῖτο, ἵνα ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἤτοι τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, παρεκάλει, λέγω, τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τῆς ἀναθέσεως διοικήσεως Μεραρχίας. Ὅτε δὲ πλέον ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα, ἔστω καὶ δι’ ἀκύρου καὶ οὐδεμίαν σημασίαν ἔχοντος καὶ οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἔχοντος Βασιλικοῦ Διατάγματος, τότε ἀπέστειλεν ὁ ὑποστράτηγος τὸ πολυθρύλητον ἐκεῖνο τηλεγράφημα πρός τε τὸν Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἐκφράζων τὰς εὐχαριστίας αὐτοῦ πρὸς ἀμφοτέρους. Εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ περιεχομένου τοῦ τηλεγραφήματος τούτου τοῦ εὐχαριστηρίου, ὡς ὅλως ἰδιωτικοῦ, βεβαίως ἐγὼ δὲν θέλω ἀναδεχθῆ τὸν ἀγῶνα νὰ εἰσέλθω. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, προφανέστατα, τολμηρότατα καὶ σκαιότατα παρεβιάσθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διορισθέντος νεωτέρου μεράρχου, ἵνα διοικήσῃ τὴν ἀνώτερον αὐτοῦ. Παρεβιάσθη ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας. Παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι, διότι τὸ Διάταγμα περὶ διαθεσιμότητος δὲν ἐκοινοποιήθη, ὡς ἔδει, ἀμέσως τῷ μεράρχῳ, καὶ τοιουτοτρόπως παρέστημεν εἰς τὸ οἰκτρὸν θέαμα τοῦ ἐπὶ πέντε ἡμέρας κλονισμοῦ τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ στρατῷ. Παρεβιάσθη ὁ νόμος, διότι μετεκαλέσατε ἕνα μέραρχον ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ χωρὶς νὰ ἀναφέρητε εἰδικῶς τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐκαλεῖτε αὐτὸν εἰς Ἀθήνας δι’ ὑπηρεσίαν. Παρεβιάσατε τὸν νόμον, διότι ἐδημοσιεύσατε Διάταγμα περὶ διαθεσιμότητος τοῦ ὑποστρατήγου, χωρὶς νὰ προκαλέσητε τὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, κυβερνᾶτε τὴν χώραν ἀπὸ πολλοῦ, καὶ ἐνῷ ὑπεσχέθητε, ὅτι θέλετε ἀναδημιουργήσει τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, καταγίνεσθε εἰς προσωπικὰς καὶ ταπεινὰς ἐργασίας, περικυκλωθέντες ὑπὸ ὡρισμένης κλίκας, καὶ γινόμενοι δυστυχῶς ὄργανα αὐτῆς! Ἐφέρατε προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲν περὶ στρατοῦ προνοοῦντα, ἐφέρατε προϋπολογισμὸν παροχῆς μισθῶν καὶ τροφῆς, καὶ οὐδὲν ἄλλο. Οὐδὲν προενοήσατε οὔτε περὶ νέου ὁπλισμοῦ, οὔτε περὶ γενικῶν γυμνασίων, οὔτε περὶ προμηθειῶν πρὸς ὕπαρξιν ἀληθῆ καὶ ἀποτελεσματικὴν αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅλην τὴν ἐργασίαν ὑμῶν καὶ ὅλην τὴν μέριμναν ὑμῶν καταβάλλετε, ἵνα τυπικῶς μόνον διοικῆτε τὸν δυστυχισμένον τῷ ὄντι Ἑλληνικὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἄλλη παράβασις κειμένου νόμου, ἡ τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΡΟΗʹ τῆς 7 Μαρτίου 1851 «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ». Ἡ παράγραφος δευτέρα τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου τούτου λέγει: «Ἡ διαθεσιμότης εἶναι ἡ εἰδικὴ κατάστασις τῶν στρατηγῶν κλπ. τῶν διαμενόντων προσκαίρως ἄνευ θέσεως». Ἵνα λοιπὸν τεθῇ τις εἰς διαθεσιμότητα, δέον νὰ ἦναι στρατηγὸς καὶ νὰ διαμένῃ προσκαίρως ἄνευ θέσεως. Ἀλλ’ ὁ ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης διετέλει ἐν τῇ θέσει τοῦ μεράρχου ἐν Μεσολογγίῳ. Τίνα νόμον ἀκολουθοῦντες, ἐθέσατε αὐτὸν εἰς διαθεσιμότητα; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι καὶ εἰς δικηγόρον τετάρτης τάξεως ἂν ἐμφανισθῇ ὁ ὑποστράτηγος, καὶ ἐναγάγῃ τὸ Δημόσιον, τὸ Δημόσιον θέλει ὑποστῆ ζημίας; — αἵτινες ὅμως οὐδέποτε εἴδομεν νὰ καταβάλλωνται παρὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, πέποιθα, ὅτι ταχέως δὲν θέλει ἀποθάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπιτρέψατε δὲ, Κύριοι, ἵνα, καταστρέφων τὸν λόγον, ἀφηγηθῶ ὑμῖν ἀνέκδοτον ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς Γαλλίας, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς Λουδοβίκου τοῦ ΙΔʹ. Ὁ Λουβωὰ ἐπὶ πέντε καὶ εἴκοσιν ἔτη διηύθυνε τὰ στρατιωτικὰ πράγματα τῆς Γαλλίας, ἦτο δὲ τοσοῦτον μέγας πολιτικὸς, τοσαῦτα εἶχε κατορθώσει ὑπέρ τε τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς Γαλλίας, ὥστε στρατάρχαι, οἷον ὁ Κονδὲ, ὁ Τυρρὲν, ὁ Λυξεμβοὺργ, δὲν εὕρισκον ἐνώπιον αὐτοῦ χάριν, διότι καὶ εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν ἀνεμιγνύετο. Ἡ μακρὰ αὐτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπηρεσία, αἱ νίκαι τῆς Γαλλίας εἶχον καταστήσει αὐτὸν τοσοῦτον σεβαστὸν, ὥστε οὐδεὶς ἐτόλμα ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς νὰ ἀντείπῃ. Αὐτῷ ὀφείλονται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ, οὓς μετὰ ταῦτα ἄλλα Κράτη ἀντέγραψαν. Αὐτὸς πρῶτος εἰσήγαγε τὴν στρατιωτικὴν στολὴν εἰς τὰ στρατεύματα τῆς Γαλλίας, l’ un forme, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ στρατὸς ἕνα εἶχεν ἀρχηγὸν, τὸν Βασιλέα. Αὐτὸς πρῶτος ἵδρυσε στρατιωτικὰς Σχολὰς, αὐτὸς τὰ στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα. Ἦτο μοναδικὸς εἰς τὸ τροφοδοτεῖν καὶ συγκαλεῖν πολλὰς στρατιὰς συγχρόνως, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ ἡ Γαλλία ἐπλήρωσε τὴν Οἰκουμένην διὰ τῆς φήμης τῶν στρατῶν αὐτῆς. Ἡ μακρὰ καὶ εὐδόκιμος αὐτοῦ ὑπηρεσία, τὸ κῦρος, ἡ φήμη, ἡ εἰς ἑαυτὸν πεποίθησις ἐνέτειναν τὸ φύσει ὀργίλον τοῦ χαρακτῆρος. Ἡμέραν τινὰ ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Λουδοβίκου, οὗτινος τὸν αὐταρχικὸν χαρακτῆρα πάντες γνωρίζετε, διότι αὐτὸς εἶπεν «ἐγώ εἰμι τὸ Κράτος», ἐκλήθη, λέγω, ὑπὸ τοῦ Λουδοβίκου, ἵνα συμμελετήσωσι καὶ συνεργασθῶσι. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ αἱ γυναῖκες τῶν Βασιλέων παρίσταντο, φαίνεται, ἐνίοτε εἰς τὰς τοιαύτας ἀσχολίας. Ἀπὸ λόγου εἰς λόγον ὁ θυμώδης Ὑπουργὸς ἐξάπτεται ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ Βασιλέως, καὶ, οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον, ῥίπτει τὸ χαρτοφυλάκιον χαμαὶ πρὸ τῶν ποδῶν τοῦ Λουδοβίκου. Ὁ Μονάρχης, λησμονήσας κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτι ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ ἦναι ὁ πρῶτος τῶν gentilhommes, ὕψωσε τὴν ῥάβδον, ἵνα κτυπήσῃ τὸν Ὑπουργόν. Ἡ γυνὴ τοῦ Βασιλέως ἐπεμβαίνει καὶ σώζει τὴν κεφαλὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ τοῦ νὰ θραυσθῇ, ἐξάγει δ’ αὐτὸν τῆς αἰθούσης. Γενόμενος κύριος ἑαυτοῦ ὁ Λουδοβῖκος, μεταπέμπεται τῇ ἑπομένῃ τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις καὶ ἐμφανίζεται πρὸ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ ἡ ὄψις τοῦ Λουβωὰ ἐδείκνυεν ἄνδρα ἑτοιμοθάνατον. Ὁ Βασιλεὺς ἐνόησε τὴν κατάστασιν τοῦ ἀτυχοῦς Ὑπουργοῦ, καὶ παρακαλεῖ αὐτὸν ν’ ἀπέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν, ἵνα ἀναπαυθῇ. Τῇ αὐτῇ ἑσπέρᾳ ὁ μέγας τῆς Γαλλίας Ὑπουργὸς ἀπέθανε. Διεδέχθη αὐτὸν ὁ υἱὸς αὐτοῦ, εἰκοσιπενταετὴς τὴν ἡλικίαν καὶ μετὰ πολλῶν προσόντων· ὁ δὲ Γουλιέλμος, ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας ἔλεγε: «Παραδόξους ὀρέξεις ἔχει ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας! ἐξέλεξεν ὡς φίλην γραΐαν γυναῖκα, καὶ ὡς Ὑπουργὸν νέον!» Ἀλλ’ ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, καὶ λαμβάνοντες τὸ Διάταγμα τοῦτο εἰς χεῖρας, ἐρωτήσωσι τὸν Ὑπουργόν: «Πῶς, κύριε Ὑπουργὲ, ἐξηπάτησας ἡμᾶς, καὶ ἔλαβες τὴν ὑπογραφὴν ἡμῶν, καὶ ἔθηκας Γενικὸν Διοικητὴν τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων ἐναντίον τοῦ νόμου;», βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θέλει πετάξει τὸ χαρτοφυλάκιον πρὸ τῶν ποδῶν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, οὐδὲ ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς, οὐδ’ ἡ Αὐτοῦ Βασιλικὴ Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ὑψώσωσι τὰς ῥάβδους, ἵνα θραύσωσι τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Βεβαίως δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θέλει ἀπέλθει εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, ἵνα ἀποθάνῃ. Διὰ τοῦτο εἶπον πρὸ ὀλίγων στιγμῶν, ὅτι οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει, μήπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποθάνῃ ταχέως. Κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας διοικούμεθα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ὑπὸ Ὑπουργῶν δεικνυόντων μεγάλην χριστιανικὴν ἀνοχήν. Μήπως ἀπέθανεν ὁ οὐχὶ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτε ἐπετιμᾶτο ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἢ μήπως ἀπέθανεν ἡ ῥεδεγκότα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε ὑφίστατο ἐπανειλημμένα μαρτύρια ἐκ τῶν τραβηγμάτων τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§25Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς, Κύριοι, παρὰ τὰ εἰθισμένα, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλαβε τὸν λόγον πρὶν ἢ ἐπερωτήσῃ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀναπτύξει ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἡ Βουλὴ κατ’ ἀνάγκην ἐδέχθη τὴν ἀπόφασίν του· πρὸς τοῦτο δὲ ἦτο καὶ παρεσκευασμένος νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐν τούτοις ἐγὼ εἶμαι ὑπόχρεως ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος. Καίτοι, δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὰ ἔγγραφα, ὧν ἐμνήσθη, ἐν τούτοις θ’ ἀναφέρω ταῦτα χωρὶς νὰ ἦμαι εἰς θέσιν καὶ νὰ τὰ παρουσιάσω ταύτην τὴν στιγμήν. Καὶ ἐν πρώτοις ἐπηρώτησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διατὶ ὁ ἀρχαιότερος τῶν διοικητῶν τῶν μεραρχιῶν, ὁ ὑποστράτηγος Σμολένσκης, δὲν ἀντικατέστησε τὸν ἀπόντα Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου· πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῆς παρανομίας δῆθεν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἤρξατο ἀπὸ τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, καὶ ἀνέφερε διάταξιν τοῦ νόμου τούτου, ὑποστηρίξας, ὅτι αὕτη ἔδει νὰ ἔχῃ καὶ ἐνταῦθα ἰσχύν. Ποία δὲ εἶναι ἡ διάταξις αὕτη; ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἀποδυόμενοι εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ νομῷ ἢ τῇ ἐπαρχίᾳ, εἰς ἣν ἐξετέθησαν, πλὴν τῶν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπηρετούντων· καὶ φρονεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἶναι κεντρικὴ ὑπηρεσία. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις δὲν εἶναι κεντρικὴ ὑπηρεσία, διότι πρὸ αὐτῆς ὑπάρχει ἑτέρα ἀρχή, ἥτις εἶναι κεντρικὴ ὑπηρεσία, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐν συνδυασμῷ, λέγει, τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1882, κατὰ τὸν ὁποῖον πᾶς ἀξιωματικός, ἀποδυόμενος εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, δὲν δύναται νὰ λάβῃ θέσιν ὀργανικὴν ἐν τῷ νομῷ, ἐν ᾧ ἐπολιτεύθη, οὐδὲ νὰ κληθῇ εἰς ὑπηρεσίαν, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἰσχύει, καθόσον ὁ νόμος τοῦ 1900 εἶναι μεταγενέστερος. Τὴν γνώμην του δὲ ταύτην ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς δι’ εὐφραδοῦς ὁμιλίας. Τὴν γνώμην ταύτην δύναται νὰ ἔχῃ πᾶς τις, καὶ ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἢ τοιαύτην γνώμην, ἡ Κυβέρνησις ὅμως ὀφείλει νὰ ᾖναι πιστὴ εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἐξαίρεσιν περὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς αὐτὴν τὴν δῆθεν παράβασιν, —ἥτις θὰ ἦτο ἀληθὴς παράβασις, ἂν τὸ ἐναντίον ἐφηρμόζετο, ἐὰν τουτέστι, μεθ’ ὅλην τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1882, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε τάξει τὸν ἐν τῷ νομῷ πολιτευθέντα ὡς Γεν. Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, — ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἔδωσε τὸ παράδειγμα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῶν, διότι, προκειμένου περὶ τῆς δίκης τοῦ συνταγματάρχου Μπότσαρη, ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης ἔλαβε μέρος εἰς τὸ Δικαστήριον. Ἀληθῶς ἔλαβε μέρος, καὶ τοῦτο, διότι ἡ τοῦ Δικαστηρίου ἐνέργεια ἐγέννησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀμφιβολίαν, ἂν ἠδύνατο νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν Διοίκησιν ἐν γένει, καὶ ἂν ὁ νόμος περὶ ἐκλογῶν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην περίστασιν. Ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης δὲν διωρίσθη Πρόεδρος τοῦ διαρκοῦς Στρατοδικείου· ἐπρόκειτο περὶ δίκης ἐξαιρετικῆς, ἀπαιτούσης ἴδιον προσωπικὸν διὰ τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ, ἀπαιτούσης τρεῖς στρατηγοὺς καὶ δύο συνταγματάρχας· ἐπειδὴ δὲ πάντοτε οἱ στρατηγοὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι τρεῖς, ἀναγκαίως ἐπεβάλλετο νὰ ἐρωτήσωμεν τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἂν ἠδύνατο εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην δίκην νὰ λάβῃ μέρος ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης, τὸ δὲ Συμβούλιον δι’ ἐκθέσεως ἠτιολογημένης εἶπεν, ὅτι ἠδύνατο μόνον νὰ λάβῃ μέρος, ἀλλὰ μετὰ τὸ πέρας τῆς δίκης ὤφειλε πάραυτα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν διαθεσιμότητα, ἵνα ἐκτελεσθῶσι τὰ τοῦ νόμου· καὶ τοῦτο εἶναι ἀκριβές, εἶναι ἐνίσχυσις τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ δίκαιον μόνον δύναται νὰ κατισχύσῃ. Οὐδεμία λοιπὸν ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὀρθῶς ἑρμηνεύουσα τὸν νόμον, καὶ τηροῦσα αὐτὸν ἀπαρεγκλίτως, ἀπέκλεισε τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τὸν στρατηγὸν Σμολένσκην. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς ταῦτα· ἐξακολουθῶν ν’ ἀπαριθμῇ τὰς δῆθεν παραβάσεις, ἦλθε καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς κοινοποιήσεως τῆς διαταγῆς καὶ τῆς συντάξεως τοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς ἀναλήψεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἰς τὸν στρατηγὸν Σμολένσκην, ἀναντιρρήτως δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρέωσις ἢ νὰ τάξῃ αὐτὸν εἰς διαθεσιμότητα, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἄλλην ὑπηρεσίαν, θέτουσαν αὐτὸν ὑπὸ τὰς διαταγὰς νεωτέρου του· τὸ νὰ τεθῇ δὲ ὁ ἀξιωματικὸς εἰς διαθεσιμότητα, εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ διαθεσιμότης εἶναι κατάστασις τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ στρατηγοῦ καὶ συνταγματάρχου, τοῦ προσκαίρως ἄνευ θέσεως ὄντος, καὶ βεβαίως ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης προσκαίρως ἦτο ἄνευ θέσεως, ἀφοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἡ διαθεσιμότης, κύριε Βουλευτὰ, δὲν εἶναι τοποθέτησις ἀξιωματικοῦ, εἶναι κατάστασις ἀξιωματικοῦ, καὶ διὰ τοῦτο τὰ Διατάγματα λέγουσι «τίθεμεν εἰς διαθεσιμότητα», καὶ οὐχὶ «τοποθετοῦμεν». Ἡ διαθεσιμότης εἶναι κατάστασις, ὡς εἶναι ἡ ἀργία καὶ ἡ ἀπόταξις· δὲν εἶχε δ’ ἀνάγκην ὁ Ὑπουργὸς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὅπως τάξῃ τὸν στρατηγὸν εἰς διαθεσιμότητα, διότι οὐδέποτε ὁ ἀξιωματικὸς τίθεται εἰς ἀργίαν ἢ διαθεσιμότητα διὰ προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς αὐτὸ καὶ μόνον ὁ κ. Βουλευτής· ἐξήτασε καὶ ἕτερον ζήτημα, ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα· ὡμίλησε καὶ περὶ τῶν ἀδειῶν, τῶν χορηγηθεισῶν. Ἀλλ’ αὗται ἀποτελοῦσιν ἴδιον θέμα, καὶ δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ ἐξετάσωμεν, διατὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔκρινε λυσιτελὲς τὸ μέτρον τῆς χορηγήσεως ἀδειῶν, καίτοι δὲν ἐχορήγησε ταύτας εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, οὐδὲ αὐθαιρέτως. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα τοῦτο, ὡς σχετιζόμενον πρὸς πλεῖστα ἄλλα ἀντικείμενα. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς, θέλων νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ψέγει αὐτὴν, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῇ, διότι ἐφήρμοσε τὸν νόμον, ἀποδεικνύων οὕτως ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸς αὐτὸν κατὰ τὸ 1896, ὅτε διετέλει Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ διενήργησε τὰ γνωστὰ τέρατα καὶ σημεῖα ἐν τῷ Ναυτικῷ, ὅτε ὑπολογισταὶ καὶ δόκιμοι διῴκουν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτι αἱ ναυτικαί του γνώσεις ἦσαν κατώτεραι τῶν νομικῶν. Τὸ Διάταγμα λοιπὸν τῆς διαθεσιμότητος τοῦ στρατηγοῦ Σμολένσκη συνετάχθη κατὰ τοὺς κανόνας, καὶ ἐκοινοποιήθη ἐμπροθέσμως, διότι τὴν 13 Ἰανουαρίου ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ λέγει ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι ὁ στρατηγὸς δὲν ἔλαβεν ἐγκαίρως τὸ Διάταγμα, ὅτι μεταβὰς εἰς Μεσολόγγιον δὲν ἐγνώριζε τί συμβαίνει, ὅτι ἔλαβε διαταγὴν ὑπογεγραμμένην παρὰ νεωτέρου του. Τὸ Διάταγμα ἐκοινοποιήθη πρὸς αὐτὸν βραδύτερον, διότι τηλεγραφικὴ διαταγὴ διεβιβάσθη πρὸς τὸν στρατηγὸν νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, φυσικὸν δὲ ἦτο νὰ διαβιβασθῇ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν ἀρχαιότερον ὑποστράτηγον, τὸν μήπω ἀναλαβόντα τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, διότι πρὸς αὐτὸν, τεθέντα εἰς διαθεσιμότητα, ὤφειλε ν’ ἀποταθῇ προσωπικῶς, καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐκλήθη λοιπὸν, καὶ ὤφειλε νὰ δεχθῇ τὴν διαταγὴν καὶ προσέλθῃ εἰς Ἀθήνας, ὅπως κοινοποιηθῇ προσωπικῶς εἰς αὐτὸν ἡ τοποθέτησίς του εἰς τὴν διαθεσιμότητα. Ἀληθῶς ἀπήντησε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν ταύτην, «ἀντικειμένην πρὸς τὸ Διάταγμα περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως», καὶ τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κοινοποιήσῃ πρὸς αὐτὸν τὸ Διάταγμα τῆς διαθεσιμότητος ἐν Μεσολογγίῳ. Πάντα ταῦτα συνέβησαν ἐντὸς τῶν κεκανονισμένων προθεσμιῶν· λυποῦμαι δ’ ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν ἔχω προχείρους τὰς διαταγὰς, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ὁποίων ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν ἐξεδόθησαν αὗται. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξε, μὴ ἀναθέσασα τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς ἀξιωματικὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἐπιτάσσει τὴν μὴ ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας ἐν τῷ νομῷ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς δίκας, εἰς ἃς οὗτος ἔλαβε μέρος, ἐπαναλέγω, ὅτι διαθέσιμοι ἀξιωματικοὶ διορίζονται δικασταὶ, καὶ νῦν ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ κ. Στροῦμπος, διατελῶν ἐν διαθεσιμότητι, ἔλαβε μέρος ὡς δικαστής.
§26Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ. Εἴχετε τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν στρατηγὸν, μετὰ τὰς ἐνεργείας ταύτας, τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήσατε ἀντιπειθαρχικὸν, καὶ τί ἐνηργήσατε ἐπ’ αὐτοῦ;
§27Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ, διότι προσκρούει πρὸς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν.
§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ ἐκφέρητε γνώμην, θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅμως νὰ καταθέσητε τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή.
§29Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνέφερε καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ ὑπομοιράρχου κ. Καστρησιάδου, ὁ ὁποῖος, καίτοι διετέλεσεν ὑποψήφιος βουλευτὴς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς, ἐν τούτοις διωρίσθη μέλος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐνωμοταρχῶν.
§30Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Καστρησιάδης βεβαίως διωρίσθη,— δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ἀπὸ ἐμὲ, ἢ ἀπὸ ἄλλον, —ἀλλ’ ἐγὼ δὲν διετέλουν ἐν γνώσει, ὅτι εἶχε πολιτευθῆ ἐν Ἀθήναις· ἐν τούτοις προέβην τότε εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ.
§31Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κ. Καστρησιάδου ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅτι δι’ ἐπερωτήσεώς μου ἔφερα τὸ ζήτημα, ὑμεῖς δὲ ἀπηντήσατε καὶ ἐθεωρήσατε νόμιμον τὴν ἐνέργειαν· ὅτε δὲ παρετήρησα πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἐὰν ἐπιτραπῇ νὰ ἐξακολουθῇ ἐργαζόμενος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τοῦτο θὰ γεννήσῃ λόγον ἀκυρότητος τῶν ἐξετάσεων, σεῖς ἀνεγνωρίσατε τοῦτο.
§32Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν τὸ ἀνεγνώρισα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τότε, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, τὸν ἀπήλλαξα.
§33Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὁσάκις ὁ ἀγαπητός μου φίλος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης λαμβάνει τὸν λόγον, προσέχω μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεγόμενα. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην· χαίρω δὲ πολὺ, ὅτι ἀνεκίνησεν ἓν τόσον σπουδαῖον ζήτημα, ὡς ὁ ἴδιος ἐχαρακτήρισεν αὐτό. Ἐγὼ θέλω ἐκφράσει τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ὅπερ καὶ οἴκοθεν ἐννοεῖται. Ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Σμολένσκη, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω· ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: «Ἐκ Μεσολογγίου. «Κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν Στρατιωτικῶν. Ἀθήνας. «Ἐκτελέσας τὴν διαβιβασθεῖσαν διαταγὴν, εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἀπηλλάξατε δυσαρέστου θέσεως, σεῖς αὐτοὶ, οἵτινες Ὑπουργοὶ Κυβερνήσεως προγενεστέρας ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ πατρὶς εἶχεν ἀνάγκην ἐμοῦ, ἀπεφασίσατε τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγήν μου εἰς ὑποστράτηγον διὰ τὰς λαμπρὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας μου ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, καθ’ ἃ διαλαμβάνει σχετικὸν Βασιλικὸν Διάταγμα. «Κ. Σμολένσκης.» Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο μοὶ ἔκαμε τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν εἰς ὅλους ἔκαμεν. Ἀκούσας, Κύριοι, τὸν προαγορεύσαντα ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ἀνεμνήσθην τοῦ ἑξῆς, συμβάντος εἰς τὰς ἀρχαίας Ἀθήνας. Ὁ Ἀλκιβιάδης, διὰ νὰ γίνεται κουβέντα καὶ λόγος περὶ αὐτοῦ, ἔκοψε τὴν οὐρὰν τοῦ...
§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὴν οὐράν του.
§35Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν οὐρὰν τοῦ σκύλλου του.
§36Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Αὐτὸ τὸ ἀφῆκα νὰ τὸ εἰπῆτε σεῖς (ἱλαρότης) Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτε τὸ ἤκουσα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Λεβίδην, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωρίζετε, ἐχρημάτισε καὶ Ὑπουργὸς, καὶ μάλιστα ἐν καιρῷ πολέμου, τῶν Ναυτικῶν, εἶναι τὸ λεχθὲν παρ’ αὐτοῦ, ὅτι ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς καὶ πλέον οὔ. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐχρημάτισα Ὑπουργὸς, γνωρίζω, ὅτι ἡ Α. Υ. εἶναι υἱὸς τοῦ Βασιλέως, εἶναι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, φυσικῶς καὶ νομίμως, εἶναι ὁ μέλλων Βασιλεὺς, καὶ ὡς ἐκ περισσοῦ εἶναι καὶ γαμβρὸς ἐπ’ ἀδελφῇ τοῦ κραταιοῦ Αὐτοκράτορος Γουλιέλμου. Αὐτὸς εἶναι ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, οὐδὲν ἄλλο ἢ «guarda e passa».
§37Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον τοῦτο.
§38Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τὸ εἴπατε. Τὸ ἤκουσεν ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§39Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι...
§40Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὄχι; Ἀφοῦ εἴπατε ὄχι, ἐτελείωσεν. Ἐγὼ βεβαίως δὲν δύναμαι, τὸ ὁμολογῶ, νὰ ἀντεπεξέλθω κατὰ τῆς νομικῆς δεινότητος καὶ τῆς ῥητορικῆς εὐφραδείας τοῦ κ. Λεβίδου, ὁ ὁποῖος πράγματι εἶναι καὶ γλωσσομαθέστατος, μελετᾷ δὲ καὶ εἶναι ἄξιος τῆς ὑπολήψεώς μου, καὶ ἐὰν διὰ τῆς ψήφου μου ἠδυνάμην νὰ τὸν κάμω Ὑπουργὸν, ἀπόψε θὰ τὸν ἔκαμνα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύναμαι νὰ τὸν κάμω οὔτε γραφέα (γέλωτες). Ὡς πρὸς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἀναλάβω ἐγώ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πειστικώτατα, καὶ ὡς ἐμπρέπει εἰς τὴν θέσιν του, εἶπεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπεν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Λεβίδην, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ὅλους τοὺς παραμένοντας ἐν Ἀθήναις ἐπ’ ἀδείᾳ ἀξιωματικοὺς, ἀλλὰ μόνον τὸ Φρουραρχεῖον γνωρίζει ὅλους τοὺς ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους ἀξιωματικοὺς, πότε ἔρχονται, καὶ πότε ἀναχωροῦν. Αὐτὸ δύναμαι ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω, καὶ πιστεύω νὰ μὲ εὐγνωμονῆτε δι’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔμαθα, κύριε Λεβίδη. Ὡς πρὸς τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ἄκυρα ὁ κ. Βουλευτὴς, πιθανὸν κατὰ τὸν Μεσαιῶνα τὰ Ρωμαϊκὰ Διατάγματα νὰ μὴ εἶχον κῦρος. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, διότι δὲν ἀνέγνωσα Ρωμαίους συγγραφεῖς. Τὰ Διατάγματα ὅμως ἐν Ἑλλάδι ἔχουν καὶ παραέχουν κῦρος, ἐπὶ τῆς παρούσης μάλιστα Κυβερνήσεως. Περὶ τῶν Γάλλων στρατηγῶν καὶ στραταρχῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κ. συνάδελφος ἀνέφερεν, ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι οὔτε Γαλλικὰ γνωρίζω, οὔτε περὶ αὐτῶν ποτε ἠσχολήθην, διότι πάντοτε ἐφρόντιζα νὰ μανθάνω, τί γίνεται εἰς τὸν τόπον μου, τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικρατείαν, — διότι ἐγὼ, ὡς γνωστὸν, τὴν Ἑλλάδα δὲν τὴν ὠνόμασα ἀκόμη Βασίλειον, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος ἐδέχθη καὶ ἀνέλαβε τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ἦναι Πρωθυπουργὸς ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς ἀξιότιμος κ. Θεοτόκης καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ σεβαστός μοι καὶ ἀξιότιμος κ. Σιμόπουλος, πιστεύω νὰ γείνῃ Βασίλειον. Αὕτη εἶναι ἡ ταπεινή μου γνώμη. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ βιάζεται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα ψηφίσῃ τὰ ἐπείγοντα νομοσχέδια, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἐπεκτείνω τὸν λόγον. (Χειροκροτήματα).
§41ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκω ἐν τῇ ἀπαντήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τι τὸ δεδικαιολογημένον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέφερε τὸ παράπονον, ὅτι ἐτέθη πρὸς αὐτὸν ἡ ἐπερώτησις καὶ συνεζητήθη ἄνευ ἄλλης εἰδοποιήσεως, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ κομίσῃ ἐνταῦθα τὸν φάκελον, ὅστις ἤθελε παράσχει εἰς αὐτὸν τὰ ὅπλα, τὰ χρήσιμα πρὸς τελείαν ἀπάντησιν· προσέθηκε δὲ, ὅτι ὁπωσδήποτε λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ θέματος ἀναγκάζεται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ἀτελῆ ἐξ ἀνάγκης, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐγγράφων. Φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἀδικαιολόγητος ἡ Βουλὴ, ἐὰν θελήσῃ νὰ παράσχῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν προσήκοντα χρόνον, ὅπως καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐντὸς τῆς αὔριον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἐὰν τὰ ἔγγραφα ταῦτα προσκομισθῶσιν, θέλουσι παράσχει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν πρόχειρα πάντα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ἐπαρκῆ, ὡς ἐλπίζω, ὅπως ἀντικρούσῃ ἐπαρκέστερον τὰ λεχθέντα· ἐν ταὐτῷ δὲ θέλει δοθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ εὐκαιρία νὰ ἐξετάσῃ ταῦτα, ἀντιτάξῃ δὲ καὶ αὕτη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν, ἢ, ἐὰν πεισθῇ ἐκ τῶν ἐγγράφων, σιωπήσῃ. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον φρονῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι δεδικαιολογημένον, καθόσον εἶμαι διατεθειμένος, τὸ ἔδαφος τῆς συζητήσεως νὰ ἐπεκτείνω περισσότερον ἢ ὅσον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πρὸ ὀλίγου ἔπραξεν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τις μόνον νὰ παρατηρήσῃ τὸ γενόμενον ἄνωθεν, ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς τὸν στρατηγὸν τὸν μέραρχον, ἀλλ’ ἔχει νὰ παρατηρήσῃ, καὶ μετὰ μεγίστης προσοχῆς, τὸ κάτωθεν, ἀπὸ τοῦ στρατηγοῦ πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, τελεσθέν. Τὰ δύο ταῦτα γεγονότα εἶναι ἀλληλένδετα, καὶ ἐν τοιαύτῃ σχέσει πρὸς ἄλληλα, ὥστε πάντως ἀμφότερα ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν μετὰ προσοχῆς, διότι ταῦτα τὰ ἀλληλένδετα θέλουσιν ὁδηγήσει ἡμᾶς, ἵνα θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῆς σαθρᾶς καταστάσεως, ἥτις ἐπλάσθη διὰ τὴν πειθαρχίαν, ἀφ’ ὅτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπελάβετο τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἔθεσεν ἐπ’ αὐτοῦ κεφαλήν, ἥτις τείνει πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν. Θέλομεν ἴδει ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θέλομεν ἴδει ἔπειτα, ἂν τὰ ἀποτελέσματα τῶν πράξεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀποτελοῦσι διασάλευσιν τῆς πειθαρχίας, καὶ ἐν περιπτώσει τοιαύτῃ, ἐὰν ὑπάρχει ἐνοχή τις ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ διασαλεύσει, καὶ ὁποῖον τὸ μέτρον τῆς εὐθύνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ ζητοῦντος νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον ἐκεῖ, ὅπου τυχὸν ἡ πειθαρχία προσεβλήθη. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων θεμάτων ἐγὼ βεβαίως θέλω ὁμιλήσει, ὡς ἔχων γνώμην ὡρισμένην, — εἰς τοῦτο δὲ συνετέλεσε καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, — νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ πᾶσα θέλει ἔχει κατὰ καθῆκον πλῆρες τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως θελήσῃ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζητήσεως. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς καταθέσῃ ὄχι μόνον τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος πρὸ ὀλίγου ἐπεκαλέσθη, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ὧν νύξιν ἔδωκε πρὸ μικροῦ ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, ζητήσας νὰ προσαχθῇ ἓν τούτων ἐνταῦθα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἤκουσα ὅτι εἶπεν, ὅτι ταῦτα σχετίζονται οὕτω πρὸς τὴν πειθαρχίαν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐκθέσῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὰ μυστήρια τῆς πειθαρχίας, φοβούμενος, μήπως ἐκ τούτου αὐτὴ κλονισθῇ. Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔδωκε τὴν τοιαύτην ἀπάντησιν πρό τινος χρόνου εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ὅστις ἔθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζητήματα πολὺ σπουδαιότερα, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνωτάτης Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον ν’ ἀντιτάξῃ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν τὴν ἔνστασιν τῶν μυστηρίων τῆς πειθαρχίας καὶ τοῦ κινδύνου τῆς διαταράξεως αὐτῆς. Ἐκεῖ δὲ πρόκειτο περὶ ὁλοκλήρου σώματος ἀξιωματικῶν, ἀνήκοντος εἰς τὸ μέγιστον σῶμα τοῦ στρατοῦ, ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἐγίνετο ἔλεγχος, μὴ λήξας μάλιστα μέχρι σήμερον ἕνεκα τῆς παρούσης στενοχωρίας τῶν ὀλίγων ὑπολειπομένων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Πῶς ἐκεῖ δὲν ἐγένετο ἡ τοιαύτη ἀπάντησις, ἐνταῦθα δὲ, προκειμένου περὶ ἑνὸς ἀνδρός, περὶ μιᾶς ἁπλῆς πράξεως, πῶς ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τῆς σιωπῆς, ἵνα μὴ ἐλέγξῃ ἡ Βουλὴ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ; Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σπεύσῃ ἐν δευτέρᾳ σκέψει νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ὧν ἡ κατάθεσις ὀφείλετε τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν κατώρθωσε νὰ ἐμποδίσῃ, ὅπως ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ τὸ κυρίως προσβάλλον τὴν πειθαρχίαν ἔγγραφον, τὸ κυρίως μηδενίζον τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, μὴ δημοσιευθῇ. Ἀφοῦ ἐκείνου τὴν δημοσίευσιν δὲν κατώρθωσε νὰ ἐμποδίσῃ ἐν τῇ δημοσιοσιογραφίᾳ, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δύναται ν’ ἀρνηθῇ νὰ εἴπῃ ἐνταῦθα ἐρωτώμενος, — ἀφοῦ μάλιστα ὀπαδὸς τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνωσε τὸ τηλεγράφημα, — ν’ ἀρνηθῇ νὰ εἴπῃ, ἂν τὸ τηλεγράφημα εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τοῦ τηλεγραφήματος εἶχε καθῆκον νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ λεγόμενον δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι τοιοῦτο τηλεγράφημα δὲν ἔλαβεν. Ἂν δὲ, ἀναγνωσθὲν ὑπὸ ὀπαδοῦ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν διέψευσεν αὐτό, τοῦτο δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἀκριβὲς ἦτο τὸ ὑπὸ τοῦ ὀπαδοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα, ὅπερ ἀληθῶς ἀποτελεῖ προσβολὴν κατὰ τῆς πειθαρχίας. Ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐγὼ προτείνω, ἵνα δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν εἰς αὔριον, ὅτε θέλω λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος. Καὶ τότε βεβαίως ὀλίγα πράγματα θὰ λείψωσιν εἰς ἡμᾶς, ὅπως μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα, ὅπερ ἐγέννησεν ἡ πολιτεία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ στέρξῃ ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, θέλω θίξει καὶ τὸ θέμα, ὅπερ ἔθηκεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, καὶ τότε ἐλπίζω, ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ προέλθω εἰς ἀπόκρουσιν τῶν ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων, καὶ συντελέσω εἰς τὸ νὰ καταβληθῇ ἡ ἄμυνα, ἣν ἐκεῖθεν ἤντλησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§42Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὀφείλω πάλιν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὴν ἀναφορὰν τοῦ στρατηγοῦ δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ἐν ὅσῳ αὕτη εἶναι ἀντικείμενον ὑπηρεσιακὸν, καὶ εἰς οὐδένα δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἡ κατάθεσις αὐτῆς. Μόνον τὰς διαταγὰς, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν πρὸς τὸν στρατηγόν, θὰ καταθέσω.
§43Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατόπιν τῆς συστάσεως, ἣν ἐποιήσατο ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δραγούμης, καὶ ἐγὼ θ’ ἀναβάλω δι’ αὔριον τὴν ὁμιλίαν μου.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν σκοπῇ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ν’ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησιν, εἶναι δικαίωμά του.
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ προσαχθῶσι καὶ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔκρινεν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖα, ὅπως ἀντεπεξέλθῃ νικηφόρως κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Λεβίδου. Δι’ αὐτὸ δὲ ἀναβάλλω εἰς αὔριον.
§46Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀπήντησα νικηφόρως πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς.
§47Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§48Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μολονότι, κύριοι Βουλευταί, τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ κατακριθῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ἐξ ἀπροόπτου φέρω ἐπερώτησιν, χωρὶς νὰ ζητήσω προηγουμένως ἔγγραφα σχετικὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς θὰ ὁμιλήσω, ἐν τούτοις εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ πράξω τοῦτο, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως μοὶ ὀφείλει πολλὰς ἀπαντήσεις ἐπὶ ἄλλων ἐπερωτήσεών μου, καὶ δὲν ηὐδόκησε, δυστυχῶς, μέχρι τοῦδε νὰ μοὶ δώσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ οὐδεμίας ἐξ αὐτῶν. Εἶμαι διὰ τοῦτο ἠναγκασμένος νὰ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν τῆς σημερινῆς ἐπερωτήσεώς μου, εὐελπιστῶν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν ταύτην, καθόσον τὸ θέμα εἶναι ἄξιον προσοχῆς. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸ ἡμερῶν, ὅτε συνεζητήθη ἐνταῦθα τὸ ζήτημα περὶ τῶν κληροδοτημάτων, τῶν γενικῶν καὶ εἰδικῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγνώρισεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι σκέπτεται νὰ ἀποστείλῃ εἰς Εὐρώπην ἐκ τούτων ὑποτρόφους πρὸς ἐκπαίδευσιν εἰς τεχνικὰ μαθήματα καὶ εἰς τὸ μάθημα τῆς παιδαγωγικῆς. Ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως οὐδεμίαν ἔφερα ἀντίρρησιν, διότι πράγματι ἡ ἀποστολὴ νέων πρὸς ἐκπαίδευσιν εἶναι λυσιτελὴς καὶ ὠφέλιμος· διότι, ἐὰν πράγματι σκεπτώμεθα νὰ τρέψωμεν ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον τὰ πράγματα τῆς καθ’ ἡμᾶς ἐκπαιδεύσεως, βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην ἀνδρῶν ἐκπαιδευομένων προσηκόντως καὶ εὐρύτερον ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐνεργήσας τὸν διαγωνισμόν, ἐλησμόνησε καὶ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ ἐκείνου ἐξέδωκε, καὶ τὰς γενικὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ, προκειμένου ν’ ἀποστείλῃ νέους, ἵνα ἐκπαιδευθῶσι καὶ καταρτισθῶσιν ἐπὶ τὸ ἀρτιώτερον, ὅπως χρησιμεύσωσιν ἐν Ἑλλάδι πρὸς διδασκαλίαν τεχνικῶν μαθημάτων καὶ παιδαγωγικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὸν διαγωνισμὸν τοῦτον πρὸς ἀποστολὴν ὑποτρόφων εἰς τὴν Ἑσπερίαν ἐξέδωκε τὸ ἀπὸ 26 Ὀκτωβρίου 1900 Β. Διάταγμα, ἐν τῷ ὁποίῳ καθορίζεται ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς τοῦ διαγωνισμοῦ, οἱ καθηγηταί, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι μέρος ἐν αὐτῷ, καὶ ἐν γένει τὰ καθέκαστα τῆς διεξαγωγῆς τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἐν ἑτέρῳ δὲ ἄρθρῳ τοῦ Διατάγματος καθορίζονται τὰ μαθήματα, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἀποσταλησόμενοι ὑπότροφοι θὰ διαγωνισθῶσι· ταῦτα δὲ εἶναι Ἑλληνικὴ Φιλολογία καὶ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, Λογικὴ καὶ Παιδαγωγική. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν, ἐὰν τοὺς δύο τούτους σπουδαίους ὅρους τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέγραψε καὶ ἐκύρωσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, ἐὰν τοὺς ὅρους αὐτοὺς ἠσφάλισε διὰ τοῦ διαταχθέντος διαγωνισμοῦ. Ὁ διαγωνισμὸς διετάχθη, διωρίσθησαν δὲ πρὸς διεξαγωγὴν αὐτοῦ δύο καθηγηταὶ, ὁ κ. Λάμπρος καὶ ὁ κ. Παπαμάρκος. Ἀλλ’ ὁ κ. Λάμπρος δύναται μὲν νὰ ἦναι ἐκ τῶν κρατίστων καθηγητῶν τοῦ μαθήματος τῆς ἱστορίας, τὸ ὁποῖον διδάσκει ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ εἶναι πράγματι τοιοῦτος, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς εἰδικὸς διὰ τὸ μάθημα τῆς Ἑλληνικῆς φιλολογίας, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ὁρίζει ἐν τῷ Διατάγματι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ εἰδικοῦ καθηγητοῦ. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἐν τῇ Σχολῇ τῇ Φιλοσοφικῇ, διδάσκουσι 14 καθηγηταὶ ἁρμοδιώτατοι, ἐξ ὧν ἠδύνατο νὰ ἐκλέξῃ τοὺς εἰδικῶς δυναμένους νὰ ἐξετάσωσι τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὁρίζει ἐν τῷ Διατάγματι, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ εἰδικὸς καθηγητής. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ κ. Λάμπρος ἐκπληροῖ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Διατάγματος; Παραλείπω τὸν κύριον Παπαμάρκον, ὁ ὁποῖος, ἀγνοῶ πῶς ἐπλάσθη καθηγητὴς τῆς Παιδαγωγικῆς. Ὁ κύριος Παπαμάρκος εἶναι γνωστὸς ὡς καθηγητὴς τῶν Ἑλληνικῶν μαθημάτων, ἀλλ’ οὐδέποτε ὡς καθηγητὴς ἀνωτέρας μορφώσεως παιδαγωγικῆς, οἷον βεβαίως ἀπήτει καὶ ὁ διορισμὸς αὐτοῦ ἐν τῷ διαγωνισμῷ. Διώρισε τὸν κ. Παπαμάρκον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, λησμονήσας, ὅτι ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀνεγνώρισε καὶ διώρισεν εἰδικοὺς καθηγητὰς διακεκριμένους τῆς Παιδαγωγικῆς, τὸν κ. Ζαγκογιάννην καὶ τὸν κ. Παπαδόπουλον, ἄνδρας ἱκανωτάτους καὶ εἰδικωτάτους διὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ μαθήματος τούτου. Διατὶ δὲν ἀνέθηκεν εἰς τούτους τὴν ἐξέτασιν τοῦ μαθήματος τῆς Παιδαγωγικῆς; Νομίζω, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ῥητῶς παρέβη τὸ Διάταγμα. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐνῷ ὤφειλε, κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Διατάγματος, νὰ διορίσῃ τρεῖς καθηγητὰς μέλη τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸν διαγωνισμὸν, παρέλειψε νὰ σεβασθῇ καὶ τὴν οὐσιώδη ταύτην διάταξιν, ἥτις θὰ ἐξησφάλιζε τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀμερόληπτον ἐκτίμησιν τῶν γνώσεων τῶν εἰς τὸν διαγωνισμὸν προσελθόντων. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ τριμελὴς ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, κύριε Ὑπουργέ; Δύο μόνον γνωρίζω, καὶ δύο μόνον ἔλαβον μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν. Διατὶ ἀφῃρέσατε μίαν οὐχὶ τυχαίαν ἐγγύησιν παντὸς διαγωνισμοῦ, ἀπαιτοῦντος τριμελῆ τοὐλάχιστον ἐπιτροπήν; Ἀλλὰ καὶ εἰς ἑτέραν παράλειψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέπεσε, καταρτίσας τὰ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ διαγωνισμοῦ τούτου· διότι, ἐνῷ ἐν τῷ Διατάγματι καθορίζεται νὰ ὁρισθῇ εἰδικὸς καθηγητὴς διὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ μαθήματος τῆς Γαλλικῆς, ἢ τῆς Γερμανικῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέλειψε νὰ ὁρίσῃ τοιοῦτον εἰδικόν, οἱ δὲ ἐξετασθέντες νέοι παρὰ τοῦ κ. Παπαμάρκου, ἢ τοῦ κ. Λάμπρου, βεβαίως δὲν ἔτυχον τῆς προσηκούσης ἐκτιμήσεως ἐν τῷ μαθήματι τούτῳ, διότι ὁ κ. Λάμπρος δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τὰ Γαλλικὰ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔχει εἰδικότητα πρὸς ἐξέτασιν τοῦ μαθήματος τούτου, οὐδὲ κῦρος, ὅπως καταστήσῃ τὴν ἀπόφασίν του ἄψογον. Ἀφοῦ δὲ ῥητῶς ἐν τῷ Διατάγματι ὁρίζεται νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰδικοὶ καθηγηταὶ τῆς Γερμανικῆς ἢ Γαλλικῆς, διατὶ παρελείψατε τοῦτο; Νομίζω, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς γενικῶς, ὡς διενηργήθη, διενηργήθη ἥκιστα ἐπωφελῶς· δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχὴ, ἡ ὁποία βεβαίως πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τοὺς διαγωνισμοὺς, μάλιστα δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀφοῦ οἱ διαγωνιζόμενοι προωρίσθησαν νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Ἑσπερίαν πρὸς εὐρυτέραν σπουδὴν, καὶ ἐπανερχόμενοι θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως, χρῃζούσης μερίμνης σπουδαίας παρὰ τῆς Πολιτείας. Ἐν τῷ διαγωνισμῷ τούτῳ ἔλαβον μέρος κάλλιστοι νέοι, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν ν’ ἀποχωρήσωσιν ἐν τῷ μέσῳ, διότι οἱ κύριοι τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, δὲν γνωρίζω πῶς ἑρμηνεύσαντες τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ ὑποψήφιοι ὑπότροφοι πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν φιλολογίαν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἔδωσαν λίαν περιωρισμένην ἔννοιαν, ἐξετάσαντες μόνον Γραμματολογίαν. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ φιλολογίᾳ καὶ γλώσσῃ μόνον ἡ Γραμματολογία περιλαμβάνεται; Ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθησαν ν’ ἀποχωρήσωσιν οἱ πλείονες τῶν προσελθόντων, ἀφήσαντες τὸ στάδιον ἐλεύθερον εἰς τοὺς εὐνοουμένους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκρίθησαν ὡς ἐπιτυχόντες. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ἀκυρώσῃ τὸν διαγωνισμὸν τοῦτον, ἂν θέλῃ πράγματι νὰ βελτιώσῃ τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἡμῖν διὰ τῆς ἀποστολῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν νέων μὲ πλήρη ἐφόδια ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως. Διότι εἶναι λυπηρὸν ν’ ἀπογοητεύωμεν νέους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ ὑποστῶσι διαγωνισμὸν, εὑρίσκουσι δὲ διαγωνισμὸν μὴ σπουδαίως διεξαγόμενον παρὰ καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐτάχθησαν νὰ ἐξετάσωσιν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, ὡς κατηρτίσθη, εἶναι ἐντελῶς ἄκυρος, διότι εἰς αὐτὴν ἔλαβον μέρος δύο μόνον πρόσωπα. Ἐρωτῶ δὲ, ἂν ὑπῆρχεν ἰσοψηφία, τί θὰ ἐγίνετο; Διὰ τοῦτο τὸ Διάταγμα ἠθέλησε τὴν Ἐπιτροπὴν τριμελῆ. Ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν ἀπομακρυνθέντων τοῦ διαγωνισμοῦ, καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ἀκυρώσῃ τὸν γενόμενον διαγωνισμὸν, ἂν τῷ ὄντι σπουδαίως σκέπτηται νὰ βελτιώσῃ τὴν παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσιν, καὶ οὕτω μόνον θὰ δυνηθῇ νὰ πείσῃ φιλοτίμους νέους, ὅτι, προσερχόμενοι εἰς διαγωνισμὸν, μόνον ἐπὶ τῆς ἰδίας ἀξίας καὶ ἱκανότητος πρέπει νὰ στηρίζωνται.
§49ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καίτοι δὲν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας νὰ καταθέσω τὸ πρακτικὸν τῶν ἐξετάσεων καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπείας, οὐχὶ τῆς διμελοῦς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ τῆς τριμελοῦς, ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, διὰ νὰ καθησυχάσω αὐτόν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ συσταθεῖσα ἦτο τριμελὴς, διότι εἰς αὐτὴν ἔλαβε μέρος καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Λάμπρος, ὁ ἄλλοτε Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἁρμοδιώτατος νὰ κρίνῃ, τίνες ἐκ τῶν διαγωνιζομένων ἦσαν οἱ κατάλληλοι, ὅπως ἐπιδοθῶσιν εἰς σπουδὰς παιδαγωγικάς. Ἐπίσης, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἁρμοδιώτατος ἦτο ὁ Διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου, ἀνὴρ παιδαγωγικὸς καὶ αὐστηρὸς, ἐπίσης δὲ καὶ τὸ τρίτον μέλος ὁ κ. Κάλφιος, ὁ ἀποσταλεὶς παρὰ τοῦ κ. Ρετσίνα, ὡς Δημάρχου Πειραιῶς, εἰς Παρισίους, ἵνα ἀσχοληθῇ εἰδικῶς εἰς τὰ τεχνικὰ μαθήματα, τὰ διδασκόμενα ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις. Ἡ τριμελὴς αὐτὴ Ἐπιτροπὴ ἐξήτασε καὶ τὰ παιδαγωγικὰ μαθήματα καὶ τὰ τεχνικὰ μαθήματα. Ὁ διαγωνισμὸς διεξήχθη ἐν πλήρει τάξει καὶ νομιμότητι, καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ ἀποκλεισθέντες ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν παρεπονέθησαν, διότι τὰ παράπονα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν πρὸς ἐμὲ ἐγγράφως, εἶναι δὲ ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέφερε σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, δὲν εἶναι ἄξια προσοχῆς· οὐδ’ ἀπεκλείσθησάν τινες, διότι εἷς μόνον ἀπεσύρθη, καὶ ἔμειναν ἑπτὰ οἱ διαγωνιζόμενοι, οὓς ἡ Ἐπιτροπὴ θεωρεῖ πάντας ἱκανοὺς, διακρίνει ὅμως δύο μεταξὺ αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἐγὼ οὔτε κατ’ ὄψιν γνωρίζω, ἔμαθον ὅμως, ὅτι εἶναι ἀριστεῖς τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, καὶ διακρίνονται ἐν τοῖς γράμμασιν. Ὁ εἷς, νομίζω, εἶναι ὁ καθηγητὴς τοῦ Γυμνασίου Πειραιῶς κ. Λάμψας, ὁ δ’ ἕτερος εἶναι καὶ αὐτὸς καθηγητὴς, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμοῦμαι ταύτην τὴν στιγμήν.
§50Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τίνα ἡλικίαν ἔχουσι;
§51ΣΤΑΗΣ. 24 ἐτῶν.
§52Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀληθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὀρθῶς παρετήρησεν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴν, ὅτι, προκειμένου περὶ παραπόνων, ἔδει νὰ ζητηθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἀγωνοδίκου Ἐπιτροπῆς τῶν ἐξετασθέντων καὶ αἱ γενόμεναι παρ’ αὐτῶν καταγγελίαι, ἂν ὑπῆρξαν τοιαῦται. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας δὲν ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν παραπόνων τῶν διδακτόρων, οἵτινες ἀπέτυχον εἰς τὰς ἐξετάσεις αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξήτασεν αὐτὸ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος, ὅτι αἱ ἐξετάσεις δὲν διενηργήθησαν συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Διατάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ Ἐπιτροπὴ τριμελὴς ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ὅπως ἐξετάσῃ τοὺς μέλλοντας νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Ἑσπερίαν διδάκτορας πρὸς ἐκμάθησιν τῆς παιδαγωγικῆς. Ἐκ τῶν τριῶν μελῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἐπιτροπήν, τὰ δύο μέλη ὁμολογουμένως, εἰ καὶ μὴ εἰδικά, ἐν τούτοις κέκτηται τὰ προσόντα ἐκεῖνα, ὥστε οὐδεὶς δύναται νὰ μεμφθῇ αὐτούς· ἀλλὰ τὸ τρίτον μέλος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τὸ πρόσωπον τοῦτο πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ εἰδικὸν διὰ τὴν ἐξέτασιν διδακτόρων, μελλόντων νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Ἑσπερίαν· ἴσως ἦτο ἁρμόδιον διὰ τὸν ἕτερον διαγωνισμόν, τὸν περὶ ἀποστολῆς διδακτόρων πρὸς ἐκμάθησιν τεχνικῶν μαθημάτων...
§53ΣΤΑΗΣ. Εἷς διαγωνισμὸς ἐνηργήθη.
§54Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. .. ὡς ἐσκοπεῖτο νὰ ἐνεργηθῇ τοιοῦτος διαγωνισμὸς πρὸς ἀποστολὴν δύο διδακτόρων πρὸς ἐκμάθησιν τεχνικῶν μαθημάτων. Διὰ τοὺς μέλλοντας νὰ ἐξετασθῶσιν εἰς τοιαῦτα μαθήματα ἔδει ἡ Ἐπιτροπὴ ν’ ἀπετελεῖτο ὑπὸ ἀνδρῶν εἰδικῶν, τεχνικῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν παιδαγωγικὴν ἔπρεπε νὰ σχηματίσητε Ἐπιτροπὴν ἐκ τριῶν μελῶν, πρὸς τοῦτο ἁρμοδίων, ὄχι νὰ προσθέσητε εἰς αὐτὴν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἱκανότητα εἰς τεχνικὰ μαθήματα, ἵνα δώσῃ τὴν ψῆφόν του πρὸς ἀποστολὴν διδακτόρων χάριν παιδαγωγικῆς. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν οἱ τύποι, συμφώνως τῷ Διατάγματι, καὶ ἑπομένως αἱ ἐξετάσεις εἶναι ἄκυροι. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἤκουσα, ὅτι ἐγένοντο παράπονα καὶ κατὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐξετάσεως, καὶ ἑπομένως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, καθὼς καὶ τὰς καταγγελίας τῶν ἀποτυχόντων...
§55ΣΤΑΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν ἀπέτυχε κανείς.
§56ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔστω. Τῶν λαβόντων ἥττονα βαθμὸν ἐκείνων, οἵτινες ἐκρίθησαν ἄξιοι νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Ἑσπερίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη, διότι, ὡς ἤκουσα, καὶ ἄλλα ἔκτροπα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἐξέτασιν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν θέλω νὰ διαλάβω σήμερον· τότε δὲ θὰ ἔχωμεν ἀσφαλέστερον ἔδαφος νὰ κρίνωμεν, ἂν ὁ διαγωνισμὸς ἐγένετο δικαίως καὶ συμφώνως τῷ Διατάγματι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ζητήσω πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγομένας εἰς τὸ θέμα, ὅπερ θέλομεν συζητήσει ἀπόψε ἢ αὔριον, τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου, ὅπως δυνηθῶ νὰ συμπληρώσω τὰς μελέτας μου. Τὰς πληροφορίας ταύτας εἶχον ζητήσει προφορικῶς, ἀλλ’ ἴσως δὲν ἀντελήφθη τοῦ αἰτήματός μου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατέθεσε αὐτάς. Ζητῶ δὲ τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς κατὰ τὸ ἔτος 1900 εἰσπράξεις καὶ δαπάνας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου γενικῶς, εἰδικῶς δέ: 1) τὰς τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, μετὰ διακρίσεως τῆς ἐπὶ τῶν καθαρῶν εἰσπράξεων ἀναλογίας τοῦ Δημοσίου· 2) τὰς τῆς γραμμῆς Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων· 3) τὰς τῆς γραμμῆς Πύργου– Ὀλυμπίων. Παρακαλεῖται προσέτι νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ Ἑταιρεία τῶν εἰρημένων σιδηροδρόμων ἐπήρκεσεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐκ δραχμῶν 2,600,000 ἐσωτερικοῦ δανείου (1898) ἐκ τῶν εἰσπράξεων αὐτῆς καὶ τοῦ μεριδίου, ἢ ἠναγκάσθη νὰ συμπληρώσῃ τὰς καταβολὰς (1899 καὶ 1900) ἐκ τῆς ἀναλογίας τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων Μύλων– Καλαμῶν, καὶ μέχρι τίνος ὡρισμένου ποσοῦ. Ὡσαύτως παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὁποία ἡ ἀξία τοῦ ἐν ἄρθρῳ 8 τῆς συμβάσεως ὑπεγγυημένου ὑλικοῦ, τοῦ νῦν ὑπάρχοντος, τριῶν ἀτμαμαξῶν καὶ 20 φορτηγῶν ἁμαξῶν (βαγονίων).»
§59Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλὴν διὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ὕδρας...
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ἀπάντησιν σᾶς λέγω, ὅτι, μόλις ἐκάματε προχθὲς τὴν ἐπερώτησιν, ἀμέσως ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν Νομάρχην, ὅπως μὲ πληροφορήσῃ, ποῖα μέτρα ἔλαβε κατὰ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται νὰ συνέλθωσιν εἰς συνεδρίασιν, καὶ διὰ τῆς ἀπουσίας των ματαιοῦσι τὴν ἀπαρτίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· ἀναμένω δὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Νομάρχου εἰς τὴν τηλεγραφικὴν διαταγήν μου.
§61Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐπὶ πέντε κατὰ συνέχειαν συνεδριάσεις δὲν προσῆλθον, καὶ ἕνεκα τούτου ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις τοῦ Συμβουλίου. Δὲν ἐνεργήσατε τίποτε, καὶ ἐκ τούτου ἀπεθρασύνθησαν, καὶ ἐματαίωσαν καὶ προχθὲς τὴν συνεδρίασιν. Δὲν ἐκάματε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐνθαρρύνητε τοὺς ἐκεῖ δημοσίους ὑπαλλήλους· διότι ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ ἀστυνόμος περιήγαγον δίσκον, —εἰρωνευόμενοι τὸν Δήμαρχον καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, —ὅπως συλλέξουν βοηθήματα διὰ τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν καθαριότητα, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ τοὺς ἀμείψητε, διότι μετὰ ζήλου ἔκαμον τὸν φανοκόρον καὶ τὸν ὁδοκαθαριστήν.
§62Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀναγκάζομαι δὲ εἰς τοῦτο διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς εὑρίσκονται περὶ τὸ πέρας αὐτῶν. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἐβεβαίωσε φόρους ἐπικαρπίας διὰ τὸ 1896 ὅλως ἐκτρόπως, χωρὶς νὰ κοινοποιηθῶσιν εἰς τοὺς φορολογουμένους τὰ πρωτόκολλα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ φόρος αὐτός. Ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος παρεδέχθη τὸ δίκαιον τῆς παρακλήσεώς μου· ἐν τούτοις, ἀντὶ νὰ διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως τῶν καθ’ ὧν τὰ πρωτόκολλα, ἐξακολουθεῖ νὰ γίνηται αὕτη ἐντόνως. Μάλιστα εἷς ἔμπορος, ὁ ὁποῖος οὔτε κτήματα ἔχει, οὔτε γεωργὸς εἶναι, καταδιώκεται αὐστηρῶς. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μου, καὶ νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἐφορίας νὰ σταματήσωσι τὴν καταδίωξιν.
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ μοὶ στείλητε σημείωσιν.
§64Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Παρεκλήθην ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Δολιανῶν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Ἐν τῷ δήμῳ Δολιανῶν, καίτοι εἶναι δῆμος τρίτης τάξεως, τὰ ἐκπαιδευτήρια εἶναι εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. Ἀφοῦ ἤρξατο ἡ ἀνέγερσις διδακτηρίων ἐν τοῖς δήμοις δευτέρας τάξεως, βεβαίως ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ ἀνέγερσις τοιούτων ἐν τοῖς δήμοις τῆς τρίτης τάξεως. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἀποδειχθῇ, ἂν ἔχω δίκαιον, ἢ ὄχι. Ἂν δὲ πράγματι τὰ ἐκπαιδευτήρια τοῦ δήμου Δολιανῶν εἶναι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ διατάξῃ τὴν κατὰ προτίμησιν ἀνέγερσιν τῶν διδακτηρίων ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ.
§65ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω ἐπερώτησιν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἀπὸ δέκα καὶ πλέον ἡμερῶν εἶχον ἑτοίμην, ἀλλὰ δὲν κατέθεσα, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι καὶ τῇ εὐχῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναρρωνύων ἤθελε προσέλθει εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ἀφ’ ἑνὸς προσεγγίζομεν εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν θὰ ἔχωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐνταῦθα κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σχετικὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα γενικῆς διοικήσεως, ἀπασχολεῖ δὲ πολὺ τὸν ἐμπορικὸν κόσμον. Εἶναι ἐγκύκλιος περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν ἐγγράφων, διότι προστίθεται ὑπέρμετρος φορολογία εἰς τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγὰς, τὸ χείριστον δὲ εἶναι, ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον γίνεται, δὲν βασίζεται εἰς τὸν νόμον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Παξῶν κ. Θ. Βελλιανίτης κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τοῦ ὑπὸ τουρκικοῦ τορπιλλοβόλου βυθισθέντος πλοίου τοῦ πλοιάρχου Μιχαὴλ Βλαχοπούλου, ὡς καὶ εἰς τίνας ἐνεργείας προέβη ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ εἰρημένου πλοιάρχου παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως.»
§67ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μὲ πληροφορήσῃ, διὰ τίνος ἀριθμοῦ διαταγῆς καὶ πότε ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας περὶ κατασκευῆς σχολείου Θηλέων, καὶ ἐπ’ ὀνόματι τίνος ἐργολάβου, ἐν τῷ δήμῳ Νάξου.
§68Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§69Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺς καιρὸς, ἀφ’ ὅτου παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ δώσῃ πληροφορίας, ἐὰν καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε κατὰ τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἀνέλαβε δυνάμει συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ νόμου, τὴν κατασκευὴν τροχιοδρόμου ἐν Πάτραις. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη ὤφειλεν ἐντὸς 18 μηνῶν νὰ ἐγκαταστήσῃ δύο ὡρισμένας γραμμάς. Ἐν τούτοις οἱ 18 μῆνες παρῆλθον, καὶ δὲν κατεσκεύασε τὰς γραμμὰς ταύτας. Τίνα μέτρα ἔλαβεν ὁ κύριος Ὑπουργός; Ἐκήρυξε τὴν Ἑταιρείαν ταύτην ἔκπτωτον, ἢ δὲν τὴν ἐκήρυξε; Νομίζω ὅτι θὰ ἦναι ἤδη εἰς θέσιν νὰ δώσῃ πληροφορίας.
§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν, διότι δυστυχῶς ἐλησμόνησα νὰ ζητήσω πληροφορίας· οὐδεμία δὲ ἀναφορὰ μοὶ ὑπεβλήθη. Θὰ ζητήσω πληροφορίας, καὶ αὔριον θ’ ἀνακοινώσω ταύτας.
§71ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐδόθη παράτασις εἰς τὴν Ἑταιρείαν.
§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω.
§73Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἀποτείνω πρὸς αὐτὸν οὐχὶ ἐπερώτησιν βεβαίως, ἀλλὰ σύστασίν τινα, ὅπως προκαλέσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ ζητήματος σκανδαλωδεστάτου, ὅπερ μοὶ κατηγγέλθη παρὰ προσώπων, εἰς ὧν τὸ ἀξιόπιστον δὲν ἔχω λόγους νὰ μὴ πιστεύω. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως, προσέχων εἰς τὴν καταγγελίαν, ἣν θέλω ὑποβάλει καθ’ ὑπηρεσίας ὡρισμένης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνακοινώσῃ τῷ ἀξιοτίμῳ συναδέλφῳ αὐτοῦ τὰ λεχθησόμενα, καὶ εὐαρεστηθῇ αὔριον νὰ καταθέσῃ ἔγγραφά τινα, ὧν τὴν κατάθεσιν καὶ ἐγγράφως θέλω ζητήσει. Εἰμὶ δ’ ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω διὰ τῆς Βουλῆς τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω, καίτοι ὑπάρχει ἐργασία πολλὴ ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καθόσον εἶναι γνωστὸν, ὅτι μετά τινας ἡμέρας περατοῦνται αἱ συνεδριάσεις ἡμῶν, καὶ βεβαίως ζήτημα τοιοῦτον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ καταγγελθῇ ἐπισήμως καὶ δημοσίᾳ. Γνωρίζετε, Κύριοι, τὸν νόμον, καθ’ ὃν οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ἐπιτηδευματίαι ὑποχρεοῦνται εἰς χαρτοσήμανσιν τῶν βιβλίων αὐτῶν. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπεδείχθη δυσεκτέλεστος, διότι φαντάζεσθε μικροεπιτηδευματίαν τινὰ, ἐμπορίσκον τινὰ, ὑποχρεούμενον νὰ κρατῇ σχεδὸν ὅλα τὰ βιβλία τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου!...
§74Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ δὲν δύναται.
§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως, ἐνῷ δὲν δύναται. Ὑποθέσατε ἕνα τῶν πραγματευτῶν, οὓς οἱ Ρωμαῖοι ἀπεκάλουν circitores, περιάκτας, ὑποχρεούμενον κατὰ πᾶν βῆμα νὰ διακόπτῃ τὴν πορείαν αὐτοῦ, ἵνα ἀνοίγῃ τὰ ἐμπορικὰ βιβλία, καὶ σημειοῖ τὰς πράξεις αὐτοῦ τὰς ἐμπορικὰς (!) ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν αὐτῶν βιβλίων, ἅτινα πρέπει νὰ ᾖναι καὶ χαρτοσημασμένα! Ἀνέκαθεν λοιπὸν ὁ νόμος αὐτὸς ἐκρίθη δυσμενῶς παρὰ τῶν φορολογουμένων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπετήρει αὐστηρῶς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ἐὰν αὐστηρῶς ἐπετηρεῖτο ἡ ἐκτέλεσις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἔπρεπεν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορῇ τοὺς φορολογουμένους, ὅτι ὑπάρχει ὁ νόμος αὐτὸς, ὃν οἱ φορολογούμενοι δέον νὰ τηρῶσι. Καὶ βεβαίως μὲν οἱ νόμοι ὑποτίθεται, ὅτι εἰσὶ γνωστοὶ, ἑκάστοτε ὅμως βλέπομεν εἰδοποιήσεις τῶν ὑπηρεσιῶν, ὑπομιμνησκουσῶν τοῖς φορολογουμένοις τὴν ὕπαρξιν νόμων τινῶν, καὶ τὴν ἀνάγκην συμμορφώσεως πρὸς αὐτούς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως οὐδεμίαν εἰδοποίησιν ἐδημοσίευσεν ἡ σχετικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπ’ ἐσχάτων, Κύριοι, ὡς μοὶ καταγγέλλεται, διότι ἐγὼ βεβαίως ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, οὔτε νὰ βεβαιώσω τοῦτο, τὰ πρόσωπα ὅμως, τὰ καταγγέλλοντά μοι τὴν πρᾶξιν, εἰσὶν ἀνώτερα πάσης ὑπονοίας ὅτι προτίθενται συκοφαντίαν, πρό τινος, λέγω, χρόνου, Κύριοι, δύο ὑπάλληλοι τοῦ Ταμιακοῦ Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν συνέταξαν κατάλογον ὅλων τῶν φορολογουμένων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου, τοῦ τηρεῖν ἐμπορικὰ βιβλία χαρτοσημασμένα, καὶ ἀφοῦ ἐμελέτησαν τὸν κατάλογον τοῦτον, περιέχοντα ὀνόματα φορολογουμένων, ὧν τινες μὲν ἐξετέλεσαν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἄλλοι δὲ δὲν ἐξετέλεσαν αὐτὰς, συνηλλάχθησαν πρὸς πρόσωπόν τι, ὅπερ ἄλλοτε ὑπηρέτει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς κλητὴρ (εἶναι χωροφύλαξ ἀπόστρατος), ὅπερ δὲ ἀπέλυσεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1897 ἔτους δι’ ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν πρὸς τὰ καθήκοντα δημοσίου ὑπηρέτου...
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§77Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἰωάννης Παναγᾶκος.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄ! ἄ!
§79Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι γνωστὸς ὑμῖν. Συνεννοήθησαν λοιπὸν πρὸς αὐτὸν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Τμήματος τοῦ Ταμιακοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρέδωκαν αὐτῷ τὸν πίνακα τῶν φορολογουμένων, τῶν τε παραβάντων τὸν νόμον καὶ τῶν μὴ παραβάντων αὐτόν. Αὐτὸς ὁ Παναγᾶκος ἔτυχε νὰ ᾖναι πενθερὸς τοῦ ἑτέρου τῶν ῥηθέντων ὑπαλλήλων...
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζονται οἱ ὑπάλληλοι;
§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἀναφέρω εἰσέτι τὰ ὀνόματα αὐτῶν δημοσίᾳ. Ἐγὼ δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεως θέλω ἀνακοινώσει τὰ ὀνόματα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ δύο οὗτοι ὑπάλληλοι, ὧν, ὡς εἶπον, ὁ ἕτερος εἶναι γαμβρὸς τοῦ Παναγάκου, παρέδωκαν τοὺς πίνακας αὐτοὺς τῷ Παναγάκῳ, ὅστις κατήγγειλε τοὺς πλείστους τῶν εἰρημένων ἐμπόρων καὶ ἐπιτηδευματιῶν. Ἀλλ’ ὁ Παναγᾶκος, ἐπειδὴ κατὰ τοὺς νόμους, οὓς ἐπ’ ἐσχάτων νομοθετοῦμεν, εἶναι μεριδιοῦχος μετὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ πρόστιμον, ὡς καταγγελεὺς αὐτῶν τῶν παραβάσεων, ἀνεκοίνωσε τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν νομίμως, ὅτι, ὡς καταγγείλας τὴν παράλειψιν τῆς χαρτοσημάνσεως τῶν βιβλίων, εἶναι φυσικῷ τῷ λόγῳ δικαιοῦχος εἰς τὸ νόμιμον ποσόν. Ἐν τούτοις ἡ ἐξέλεγξις τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσημάνσεως τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων ἐβράδυνεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Παναγιωτίδης, ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου, διὰ λόγους, οὓς δὲν γνωρίζω, ἴσως ἐκ τῆς πολλῆς ὑπηρεσίας, ἐπεβράδυνε τὴν ἐξέλεγξιν τῶν βιβλίων τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καὶ ἑπομένως ὁ Παναγᾶκος δὲν ἀπελάμβανε τῆς εὐτυχίας νὰ καρπωθῇ ἀμέσως τὸ ποσὸν, ὅπερ θέλετε μετ’ ὀλίγον ἀκούσει. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ Δημόσιον φαίνεται, ὅτι δὲν ἔσπευδε νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ τοῦ κυρίου τὸ μέγα ποσὸν τῶν προστίμων, ἃ οὗτος ἠξίου, ὁ Παναγᾶκος ἀπηύθυνεν αἴτησιν θεραπείας κατὰ τοῦ Δημοσίου, δι’ ἧς ἐζήτει, οὔτε πολλὰ οὔτε ὀλίγα, 300,000 δραχμάς! (αἴσθησις). Ὅτε, ὡς μοὶ καταγγέλλεται, οἱ παρασκευάσαντες τὴν ὅλην αὐτὴν ὑπόθεσιν ὑπάλληλοι τοῦ Ταμιακοῦ Τμήματος εἶδον, ὅτι ἡ Αὐτοῦ Ἐξοχότης προβαίνει λίαν θαρραλέως καὶ στερρῷ τῷ ποδὶ, κοινοποιῶν καὶ αἴτησιν θεραπείας κατὰ τοῦ Δημοσίου, φοβηθέντες μήπως ἐνθυλακώσῃ αὐτὸς τὰς 300,000 δραχμὰς, καὶ μετὰ ταῦτα εἴπῃ αὐτοῖς τὸ γνωστὸν «vou lez vous quinze sous;», τί πράττουσι; Προβαίνουσιν εἰς ἀπειλὰς κατὰ τοῦ Παναγάκου, καὶ κατορθοῦσι νὰ γένωνται κομισταὶ γραμματίων, ἐν οἷς φαίνεται ὁ Παναγᾶκος ὀφειλέτης αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθησαν ἕως ἐδῶ. Ἰδοὺ τὸ ἐκπληκτικόν: Δυνάμει, κύριε Πρωθυπουργὲ, αὐτῶν τῶν γραμματίων, τῶν φερόντων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Παναγάκου, ὁ γαμβρὸς αὐτοῦ καὶ ὁ συναυτουργὸς, ἤτοι οἱ ῥηθέντες ὑπάλληλοι τοῦ Ταμιακοῦ Τμήματος, κατέσχον εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου τὸ ποσὸν, δι’ ὃ εἶχεν ἐκδώσει γραμμάτια ὁ Παναγᾶκος ὑπὲρ αὐτῶν.
§82Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε ἐντὸς τοῦ νόμου.
§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. Ὁμολογῶ, ὅτι λυποῦμαι, καταγγέλλων τοιαύτην πρᾶξιν· εὔχομαι δὲ νὰ μὴ ἦναι ἀληθής. Ἐὰν ἦναι ἀληθὴς, ὄντως πρέπει τις νὰ ἐκπλαγῇ. Δὲν λέγω, ὅτι εὐθύνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τούτοις, ἐὰν ταῦτα οὕτως ἔχωσι· πολλοῦ γε καὶ δή! Φυσικῷ τῷ λόγῳ, παντάπασι δὲν εὐθύνεται. Λυπηρὸν εἶναι ὅμως, ἐν μέσῳ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τελεσιουργῶνται τοιαῦτα ἐγκλήματα.
§84Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Παναγᾶκος δὲν εἶναι κλητὴρ τῆς Βουλῆς τώρα.
§85Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Λέγεται. Αὐτὸς ἄλλοτε ἀπελύθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὡς πρὸ μικροῦ ἠκούσατε.
§86Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἀπαντήσῃ.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐπὶ τοῦ παρόντος. Θὰ ἐξετάσω.
§88Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ: Αʹ) νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος, ὁ περιέχων τὴν καταγγελίαν τοῦ Ἰωάννου Παναγάκου κατὰ τῶν ἐν Ἀθήναις καταστηματαρχῶν διαφόρων ἐπαγγελμάτων, ὡς παραβατῶν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐν τῇ τηρήσει τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, ἡ αἴτησις θεραπείας τοῦ ἰδίου καὶ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸν μηνυτὴν τοῦ νομίμου μερίσματος. Βʹ) Νὰ κατατεθῇ πίναξ, ἐμφαίνων ὀνομαστικῶς καὶ κατὰ ποσὰ τοὺς καταγγελθέντας ὑπὸ τοῦ εἰρημένου Παναγάκου καταστηματάρχας, τοὺς καταδικασθέντας καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας. Γʹ) Νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος, ὁ περιέχων τὰ ἔγγραφα τῆς κατασχέσεως, τῆς γενομένης εἰς χεῖρας τῶν ταμιῶν τῶν ἐπαρχιακῶν εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν, ὡς τρίτων, ἐπὶ τῆς ποσότητος τῆς ὀφειλομένης ἐκ προστίμων κλπ. εἰς τὸν μηνυτὴν Ι. Παναγᾶκον ὑπὸ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ. Δʹ) Νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἐὰν οἱ ὡς πιστωταὶ ἐν τῇ συντηρητικῇ κατασχέσει παριστάμενοι διατελοῦσιν ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τίνα θέσιν ἕκαστος. Εʹ) Προσέτι, ἐὰν ὁ μηνυτὴς Ἰω. Παναγᾶκος διετέλεσέ ποτε ὑπάλληλος ἢ δημόσιος ὑπηρέτης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πότε, καὶ διὰ τίνα λόγον ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ νὰ προσκομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν φάκελον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν τυχὸν ἀπόλυσιν αὐτοῦ.
§89Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν, παρακαλῶ. Κατὰ τί ὠφελεῖται ὁ Παναγᾶκος, ἀφοῦ οἱ κατάλογοι τῶν καθυστερούντων, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ παρουσιασθέντες, εὑρέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐκεῖθεν τοὺς ἔλαβε;
§90Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εὑρέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, λέγετε. Ἠκούσατε ὅμως, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὁ Παναγᾶκος κατήγγειλε, καὶ ὡς καταγγείλας δῆθεν ἐξ ἰδίας γνώσεως, ζητεῖ τὰς 300,000 δραχμάς.
§91ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ, διὰ τίνα λόγον, ἐνῷ χηρεύουσι θέσεις ἀνθυπασπιστῶν, δὲν προβαίνει εἰς τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγκεκριμένου πρὸς τοῦτο πίνακος τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ὁπλοστασίου, ἀφοῦ μάλιστα ἡ περὶ τούτου πρότασις τῆς Διευθύνσεως ἐγένετο δεκτή, ἐπίκειται δὲ ἡ ἀκύρωσις τοῦ πίνακος μετά τινας ἡμέρας αὐτοδικαίως, ἂν δὲν γείνωσιν οἱ κατ’ αὐτὸν προβιβασμοί;
§92Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον θέμα, σᾶς πληροφορῶ ἀμέσως, ὅτι οἱ πίνακες θὰ ἰσχύουν, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλοι. Διὰ Β. Διατάγματος παρετάθη ἡ ἰσχὺς τῶν πινάκων μέχρις οὗ καταρτισθῶσι νέοι πίνακες, καὶ ἑπομένως οἱ ἀναγεγραμμένοι ἐν τοῖς πίναξι καὶ ἔχοντες θέσιν θὰ προβιβασθῶσι.
§93Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐγκύκλιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν πρώτων ὀρφανῶν, περὶ ὧν ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα αὐτόν, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ.
§94Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῇ ἐπερωτήσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τῇ προταθείσῃ σήμερον ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Σκουζέ, γίνεται μνεία ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς δὲ ἠδυνήθην νὰ συναγάγω ἐξ ὅσων ἤκουσα, διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ἐπιβάλλεται φόρος, ὅστις δὲν ἐπεβλήθη διὰ νόμου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἵνα ἡ ἐγκύκλιος αὕτη κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§97Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει νομοσχέδιον ἀφορῶν τὸ Γυμνάσιον Μεσσήνης, ὅπερ οὐδεμίαν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ, δύναται νὰ προταχθῇ.
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὸ προτάξωμεν αὔριον.
§99ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὰς ἀγάμους θυγατέρας τοῦ Σπ. Γ. Καραϊσκάκη.
§100Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἔλθῃ μὲ τὴν σειράν του. Εἶναι περιττὸν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι ἴσον ἐνδιαφέρον ἔχω καὶ ἐγώ, καὶ ἴσως ἀνώτερον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων νόμων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπὶ τῶν δύο ἄρθρων.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ θεωρῶ λίαν ὠφέλιμον, προτείνω νὰ προστεθῶσι δύο ἄρθρα. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔχει πεῖραν πασῶν τῶν λεπτομερειῶν τῶν νόμων περὶ ἐπιτηδευμάτων, δὲν ἤθελον προσκρούσει εἰς δυσκολίας περὶ τὴν παραδοχὴν αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν προσέξῃ εἰς τὰ ὀλίγα, ἅτινα θέλω εἴπει πρὸς ὑποστήριξιν τῶν τροπολογιῶν μου, θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι γίνονται ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν τε ἐπιτηδευματιῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Ἐνῷ θέλουσιν ἀνακουφισθῆ οἱ ἐπιτηδευματίαι καὶ θέλει χαλαρωθῆ ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ἐξακολουθήσῃ εἰσπρᾶττον μετὰ περισσοτέρας ἴσως ἀκριβείας καὶ ὀλιγωτέρων γογγυσμῶν. Ὅπως ἔχει τὸ κείμενον τῶν δύο νόμων περὶ ἐπιτηδευμάτων, τοῦ 1899 καὶ τοῦ 1900, ἐντὸς τοῦ ἔτους μόνον ὁ θάνατος καὶ ἡ πτώχευσις ἐπηρεάζει τὰς ἐτησίας ὑποχρεώσεις. Ἐὰν ἐπέλθῃ θάνατος ἢ πτώχευσις διαρκοῦντος τοῦ ἔτους, τότε κανονίζεται ἀναλόγως τοῦ χρόνου τοῦ διαρρεύσαντος ὁ πληρωτέος φόρος. Ἀλλ’ ἐὰν διαρκοῦντος τοῦ ἔτους ὁ ἐπιχειρήσας νὰ ἐμπορευθῇ καὶ δηλώσας παρατηρήσῃ μετὰ 2 ἢ 3 μῆνας, ὅτι καταστρέφεται, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἀσκῶν τὸ ἐπιτήδευμα αὑτοῦ, καὶ ἀναγκασθῇ ἕνεκα τούτου, ἀπολέσας ἤδη τὸ κεφάλαιον, ἢ μέγα μέρος αὐτοῦ, νὰ κλείσῃ τὸ κατάστημά του, διὰ τίνα λόγον νὰ μὴ ἐπιτρέπηται αὐτῷ νὰ δηλώσῃ ἐγκαίρως τοῦτο, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὴν Ἀρχὴν εἰς ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας; Ἐν ἄλλοις λόγοις, ἀντὶ νὰ ἦναι τὸ φορολογικὸν ἔτος διαρκὲς ὁλόκληρον; διατὶ νὰ μὴ κατασταθῇ ἑξαμηνιαῖον σήμερον, ὅτε κατατέμνεται ὁ φόρος εἰς τριμηνίας; Ἐὰν τοῦτο γείνῃ ἀποδεκτὸν, οὐδόλως θέλει ζημιωθῆ τὸ Δημόσιον, διότι βεβαίως παρὰ πτωχευσάντων, ὅ,τι καὶ ἂν πράξῃ, δὲν θέλει εἰσπράξει, τὸν φόρον, καὶ ἡ ὑστέρα περὶ πτωχευσάντων πρόνοια σπανίως χρησιμεύει, διότι ὀλίγον φροντίζει τὸ Δημόσιον νὰ παρακολουθῇ τὰς πτωχεύσεις.
§105Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Καὶ ἂν τὰς παρακολουθῇ, εἶναι ἀδίκημα.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δεύτερον ἐλάττωμα τῶν κειμένων νόμων εἶναι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπ’ αὐτῶν ἡ ἀλλαγὴ τοῦ φόρου εἰς ἐκείνους, οἵτινες μεταβάλλουσιν ἐπάγγελμα διαρκοῦντος τοῦ ἔτους. Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τοὺς μικροὺς ἐπιτηδευματίας, καὶ εἶναι δι’ αὐτὸ τοῦτο σπουδαιότατον. Ἐπιχειρεῖ τις νὰ μετέλθῃ ἐπιτήδευμα, παρατηρεῖ ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνει, καὶ θέλει νὰ μεταβάλῃ ἐπάγγελμα· ἐὰν μετέλθῃ ἐπάγγελμα ὑποβαλλόμενον εἰς μείζονα φόρον, ὁ νόμος δίδει εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα καὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσῃ τοῦτο, καὶ φορολογεῖται ἐντὸς τοῦ ἔτους διὰ μείζονος φόρου· ἐὰν τοὐναντίον μετέλθῃ ἐπάγγελμα ὑπαγόμενον εἰς ἐλάσσονα φόρον, ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει αὐτῷ ἐντὸς τοῦ ἔτους ν’ ἀπαλλαχθῇ τῆς διαφορᾶς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν κατορθωθῇ νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ δηλώσῃ οὗτος ἐγκαίρως καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τὴν μεταβολὴν, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ περιορισθῇ ἀναλόγως ὁ φόρος, ὁ εἰς αὐτὸν ἐπιβαλλόμενος. Τρίτη περίπτωσις, ἥτις καθιστᾷ τοὺς δύο ἄλλους περιορισμοὺς καταφανεστέρους, εἶναι ἡ ἑξῆς περίπτωσις. Καὶ ἐν ταύτῃ ὁ νόμος ὁ κείμενος δὲν ἐπιτρέπει ν’ ἀποφανθῇ τις ὑπὲρ τοῦ πολίτου. Μετέρχεταί τις ἐπάγγελμα ἐν Ἀθήναις, καὶ ἀναγνωρίζει μετά τινα χρόνον, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ, ἀλλὰ πληροφορεῖται, ὅτι ἐν Τριπόλει ἢ ἐν Λαυρίῳ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα ἐπὶ κέρδει. Δὲν ἐπιτρέπεται αὐτῷ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλην πόλιν, ἐλαττουμένου τοῦ φόρου τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας. Διότι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευματιῶν καὶ τὰ συμπαρακολουθοῦντα αὐτὸν, κατ’ ἀνάγκην ἐπιβάλλουσι περιορισμοὺς εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν τοῦ πολίτου, εἰς οὗ τὴν ἐλευθερίαν κατὰ κανόνα ὀφείλεται προστασία, καὶ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται μείζονες περιορισμοὶ ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖοι, ἵνα δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος δίκαιον φόρον. Ἐάν τις, πειθόμενος ὅτι δὲν δύναται ἐνταῦθα ἐπωφελῶς νὰ ἐμπορευθῇ, μεταφέρῃ τὸ ἐμπόριον αὑτοῦ εἰς Τρίπολιν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας, διατὶ νὰ μὴ ἀπαλλαχθῇ τῆς ὑποχρεώσεως εἰς πληρωμὴν τοῦ ἐνταῦθα φόρου καὶ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐκεῖ φόρου, ὅστις, λόγῳ τοῦ πληθυσμοῦ, εἶναι κατώτερος ἐκείνου, ὃν ἐνταῦθα πληρώνει; Ἰδοὺ τρίτη περίπτωσις, ἐν ᾗ νομίζω, ὅτι θέλει ἀποδώσει δικαιοσύνην ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν διατύπωσιν, ἣν ἔχω ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου. Τῆς προτάσεώς μου ἐγκρινομένης, οὐδεὶς θέλει ζημιωθῆ, διότι ἀπὸ μὲν τῶν πτωχευσάντων οὐδὲν θέλει δυνηθῆ νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος, ἀπὸ δὲ τῶν μεταφερόντων τὸ ἐπιτήδευμα εἰς ἄλλην πόλιν θέλει εἰσπράξει τὸν ἀνάλογον φόρον, καὶ ἐκ τῶν ἄλλων, οἵτινες ἐντὸς τοῦ ἔτους ὑποβιβάζουσι τὸ ἐπάγγελμα εἰς ἄλλο, ὑποκείμενον εἰς ἐλάσσονα φόρον, πάλιν θέλει λάβει τὴν ἀντίστοιχον καταβολήν. Γινώσκω δὲ καλῶς, ὅτι ἡ τοιαύτη μεταρρύθμισις θέλει ἐλαττώσει τοὺς γογγυσμοὺς, οὓς προκαλεῖ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων. Αὕτη εἶναι ἡ μία τροπολογία, ἥτις διατυποῦται ὡς ἄρθρον 3, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε αὐτὴν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν θίγει τι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προκαλέσουν τοὺς δισταγμοὺς τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ καταλόγου ὁριστικοῦ, ὁ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους παραιτῶν τὸ ἐπάγγελμα, ἢ μεταβάλλων αὐτὸ καὶ ἐπιδιδόμενος εἰς ἄλλο, ὅπερ συνεπάγεται φόρον ἐλάσσονα, ἀπαλλάσσεται τοῦ φόρου κατὰ τὴν ἑπομένην ἑξαμηνίαν, ἢ ὑποβάλλεται εἰς τὸν κατώτερον φόρον, τὸν ἀντιστοιχοῦντα εἰς τὸ νέον ἐπάγγελμα, ἂν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑξαμηνίας ταύτης ἐπιδώσῃ τὴν προσήκουσαν δήλωσιν, κατὰ τὰ ἄρθρα 3 τοῦ νόμου ͵ΒΦϞΔʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 καὶ 1 τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΒʹ τῆς 24 Μαρτίου 1900. Ὁμοίαν δήλωσιν ὑποβάλλει καὶ ὁ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους μεταλλάσσων τὸ ἐπάγγελμα πρὸς ἄλλο, ὑποκείμενον εἰς ἴσον φόρον, ὅτε ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἀναγράφει ἁπλῶς ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς ἀδείας τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολήν. Ὁ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους θέλων νὰ διακόψῃ τὴν ἐν τῇ περιφερείᾳ, δι’ ἣν ἡ ἄδεια, ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος, ἵνα μετέλθῃ αὐτὸ ἢ ἄλλο ἐν ἄλλῳ μέρει τοῦ Κράτους, ὑποβάλλων δήλωσιν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς νέας ἑξαμηνίας, ἀπαλλάσσεται δι’ αὐτὴν τοῦ φόρου, ὑποβαλλόμενος εἰς φορολογίαν ἐν τῇ νέᾳ φορολογικῇ περιφερείᾳ, εἰς ἣν μετήγαγε τὸ ἐπιτήδευμα αὑτοῦ, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων. Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ͵ΒΦϞΔʹ καὶ ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΒʹ καταργοῦνται.» Μετὰ τοῦτο ἔρχεται τὸ ἄρθρον 4 τῆς τροπολογίας μου, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 4. Μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς καταστάσεως ὁριστικοῦ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου ͵ΒΦϞΔʹ συμπληρωματικοῦ καταλόγου, ὁ κατὰ τὴν νόμιμον ἔκθεσιν τῆς ἀρχῆς ἄνευ δηλώσεως ἀσκῶν ἐπιτήδευμα, ὡσαύτως δὲ καὶ ἐκ τῶν ἐχόντων ἄδειαν ὁ μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς νομίμου πρὸς καταβολὴν προθεσμίας μὴ καταβαλὼν τὴν ληξιπρόθεσμον δόσιν τοῦ φόρου, ὑποβάλλονται εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ᾼΥΠʹ τῆς 1 Ἀπριλίου 1887 πρόσθετον 20%, ἐπιφυλασσομένων καὶ τῶν ἐν ἄρθροις 12 καὶ 18 τοῦ νόμου ͵ΒΦϞΔʹ περὶ τόκου καὶ ποινῶν ὡρισμένων. Ἐν περιπτώσει δὲ καθυστερήσεως καὶ τῆς ἑπομένης δόσεως, παρεμποδίζονται διοικητικῶς τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος μέχρις οὗ καταβάλλωσιν ὅλον τὸ ὀφειλόμενον ποσόν. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΒʹ καταργεῖται. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου γίνεται 5.» Ἰδοὺ τί συμβαίνει κατὰ τὸν κείμενον νόμον. Ἐὰν ὁ δηλῶν, ὅτι ἐπιτηδεύεται ἐπιτήδευμά τι ἦναι ἐν παραβάσει, ἀποδεικνύεται ἡ παράβασις αὕτη δι’ ἐκθέσεως τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ἥτις δὲν κοινοποιεῖται πρὸς αὐτὸν, ἀλλὰ πέμπεται εἰς το Ὑπουργεῖον. Δεκαπέντε ἡμέρας μετὰ τὴν παραλαβὴν τῆς ἐκθέσεως ὑπὸ τῆς ἀνωτέρας ἀρχῆς ἔχει αὕτη τὸ δικαίωμα νὰ παρεμποδίσῃ τὸν ἐξασκοῦντα τὸ ἐπιτήδευμα. Ὁ καθ’ οὗ ἡ ἔκθεσις οὐδεμίαν λαμβάνει εἰδοποίησιν ἢ γνῶσιν, ὅπως ἀνενεχθῇ παραπονούμενος, ἢ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον. Ἡ ἄλλη περίπτωσις εἶναι, ὅτε ὁ ἐπιτηδευματίας ἐδήλωσε μὲν, ἀλλ’ ὅτε ἔρχεται ἡ δευτέρα δόσις, δὲν προσέρχεται, ὅπως πληρώσῃ. Σήμερον ἡ δευτέρα δόσις εἶναι ἡ δευτέρα τριμηνία, καὶ δι’ αὐτὴν δύναται νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος ἡ ἀρχή. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν νὰ φθάνωμεν εἰς τὰ ἄκρα διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ καταστήματος, ἢ τῆς σφραγίσεως αὐτοῦ, ἄνευ εἰδοποιήσεώς τινος σπουδαίας, ἥτις νὰ ἀναγκάσῃ τὸν ἔμπορον νὰ σκεφθῇ ὡρίμως καὶ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου; Φθάνομεν εἰς ἐφαρμογὴν διατάξεως, πρώτην φορὰν εἰσαχθείσης, κατὰ τρόπον αὐστηρότατον, ἐνῷ δυνάμεθα, μεταχειριζόμενοι ἄλλην ὑπόμνησιν, ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάγκην ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης. Καὶ λέγω, ἀντὶ νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸ 20%, ὁ ἐπιτηδευματίας κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους, διότι δὲν ἐπλήρωσε τὸν φόρον, νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς πληρωμὴν τοῦ 20% ἀμέσως μετὰ τὴν πρώτην παράβασιν, ὅταν καθυστερήσῃ μίαν ἐκ τῶν τριμηνιῶν. Τὸ 20% κατὰ τὴν τριμηνίαν δὲν θέλει καταστρέψει τὸν ἔμπορον, ἀλλὰ θέλει εἶναι σπουδαιοτάτη ὑπόμνησις, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ οὕτω συμπεριφερόμενος, θέλει ἴδει τὸ κατάστημά του κλειόμενον. Λοιπὸν ἅμα τῇ λήξει τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν δὲν ἐπλήρωσεν, ἐπέρχεται ἡ ἐπιβολὴ τοῦ 20%, καὶ ἂν παρέλθῃ ἡ δευτέρα τριμηνία, τότε ἄνευ ἄλλης εἰδοποιήσεως παρεμποδίζεται τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος. Ταύτας τὰς διατάξεις συνιστῶ ὡς λίαν ὠφελίμους πρὸς ἐξανάγκασιν εἰς καταβολὴν δι’ ἁπλῆς ἀπειλῆς. Ἡ διάταξις αὕτη, ὡς ἔχει, δὲν εἶναι δυσάρεστος εἰς τοὺς φορολογουμένους ἐκείνους, οἵτινες μετέρχονται τὸ ἐπιτήδευμα μετὰ προθέσεως νὰ ἐξασκήσωσιν αὐτὸ συνεχῶς, καὶ θέλουσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν πείθηται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κατ’ οὐδὲν θέλουσι παραβλαβῆ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν τροπολογιῶν τούτων, καὶ δεχθῇ τὴν πρότασιν, οἱ ἐπιτηδευματίαι κατὰ τῆς τοιαύτης ἐπιδιώξεως τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου οὐδὲν θέλουσιν ἔχει εὔλογον παράπονον.
§107Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι, ἂν ἦτο παρὼν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει μεγάλην πεῖραν, ἄνευ δισταγμῶν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὰς δύο τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλεν. Ἐγὼ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἂν εὑρίσκετο παρὼν ὁ συνάδελφός μου, ἤθελεν ἀπορρίψει τὰς τροπολογίας ταύτας, καὶ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ πράξω καὶ ἐγώ. Διότι τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ νὰ δώσῃ εὐκολίαν τινὰ εἰς τοὺς φορολογουμένους ἐπιτηδευματίας· αἱ τροπολογίαι ὅμως τοῦ κ. Βουλευτοῦ σκοποῦσι νὰ εἰσαγάγωσι νέαν διαρρύθμισιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι διὰ τῆς πρώτης τροπολογίας θέλει νὰ γενικεύσῃ εἰς ὅλα τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις καὶ τὰς πρωτευούσας τὸ διαιρετὸν τοῦ φόρου. Ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1867 καὶ ἐντεῦθεν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἦτο διαιρετὸς ὁ φόρος οὗτος, εἰς δὲ τὰ ἄλλα μέρη, τὰς μὴ πρωτευούσας νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, ἀδιαίρετος. Τώρα τί λέγει ὁ κ. Βουλευτής; Λέγει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται τοῦτο εἰς ὅλα τὰ μέρη, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν νὰ ἐπέρχηται ἀλλαγή. Αὕτη εἶναι ἡ οὐσία τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι τότε δὲν ἔχομεν ὡρισμένον φόρον, οὔτε ἡ ὑπηρεσία θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβληθῶσιν, ὅπως ἐξακριβῶνται ἐκεῖνα τὰ γεγονότα, περὶ ὧν εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ πρώτη τροπολογία δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτή. Ἡ δευτέρα τροπολογία ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτή, διότι σήμερον οἱ κατάλογοι τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καθίστανται ὁριστικοὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὀλίγα θὰ εἴπω, ἵνα δηλώσω τὴν λύπην μου διὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴν τῶν τροπολογιῶν μου. Δὲν ἐπίστευον ποτέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε παραδεχθῆ τὴν δευτέραν τούτων. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὡς ἐκ τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ πολιτεύεται, δὲν γινώσκει τὰ καθέκαστα νόμου μὴ ἐφαρμοζομένου ἐκεῖ. Εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ τροπολογία μου ἀντίκειται εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου, διότι διαιρεῖ εἰς ἑξάμηνα διαστήματα τὰς δηλώσεις. Ἐνταῦθα πρόκειται οὐχὶ περὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῶν πόλεων καὶ χωρίων, τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 3,000 ψυχῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῶν πόλεων, εἰς ἃς ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ὁ τροπολογούμενος. Δὲν εὑρίσκω δὲ λόγον, διατί νὰ μὴ διαιρεθῇ εἰς ἑξάμηνα διαστήματα. Μήπως τὸ ἔτος ἔχει τι τὸ καβαλιστικόν, καὶ φοβεῖσθε νὰ διαιρέσητε αὐτό; Τὸ ἔτος εἰς πολλὰς περιστάσεις ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ νόμῳ θίγεται, ὅταν π. χ. πρόκηται περὶ πτωχεύσεως ἢ θανάτου, διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη. Ἐφ’ ὅσον συμβαίνουσι γεγονότα ἀντιστοιχοῦντα κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν πτώχευσιν καὶ τὸν θάνατον, δηλ. μεταβολὴ ἐπαγγέλματος, ἢ μετάθεσις τοῦ ἐπαγγέλματος εἰς ἕτερον τόπον, οὐδεὶς λόγος διακρίσεως τούτου ἀπὸ τῶν ἄλλων ὑπάρχει, ἵνα τιμωρῶνται οἱ παθόντες καὶ εἰς τὴν μεταβολὴν ἀναγκασθέντες διὰ πληρωμῆς καὶ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν οὐχὶ ὅλως ἀδικαιολόγητος εἶναι ἡ ἀπόρριψις τῆς δευτέρας τροπολογίας μου, εἶναι ὅμως ἀδικαιολόγητος ἡ τῆς πρώτης. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἂν ἐπείσθη, νὰ δεχθῇ τὴν θυσίαν τῆς δευτέρας τροπολογίας μου, καὶ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρώτην.
§109Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ψηφιζόμενον, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων πληρώνεται εἰς τέσσαρας δόσεις. Ἡ πρώτη δίδεται ἅμα τῇ ἐπιδόσει τῆς δηλώσεως, αἱ λοιπαὶ κατὰ τρίμηνον· ἅμα δὲ τῇ παρελεύσει τῆς πρώτης τριμηνίας, καθίσταται ἀπαιτητὴ ἡ δευτέρα δόσις, καὶ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα συλλήψεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχει τοῦτο τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον, ὅπως ἐξαναγκάζῃ τὸν φορολογούμενον νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, πρὸς τί ἡ διοικητικὴ παρεμπόδισις τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός του; ἵνα παραστῶμεν πάλιν μάρτυρες τῶν φαινομένων ἐκείνων, καθ’ ἃ ἐβλέπομεν τὴν ἀστυνομίαν σφραγίζουσαν τὰ διάφορα καταστήματα δι’ ἱσπανικοῦ κηροῦ; Ἔχετε τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν γενικὸν νόμον περὶ εἰσπράξεων διαθέτετε.
§110Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνων ἀφορμὴν καὶ ἐκ τῆς περιπτώσεως τῆς ἀνακοινωθείσης σήμερον ἀναφορᾶς ἐκ τοῦ χωρίου Γιαννίτσης τοῦ δήμου Καλαμῶν. Ἐν τῷ χωρίῳ αὐτῷ οἱ ἐπιτηδευματίαι ὑλοτόμοι ἐτέλεσαν τὰ τοῦ νόμου, ἀλλὰ κωλύονται εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Δὲν εἶναι δίκαιον τότε οὗτοι ν’ ἀπαλλάσσωνται τοῦ φόρου;
§111Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὰ βουνὰ δὲν πληρώνουσι τίποτε. Μόνον οἱ ἐν ταῖς πόλεσι πληρώνουσιν. Οἱ ὑλοτόμοι δὲν ἐργάζονται εἰς τὰς πόλεις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοριῶν τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων διὰ τὸ 1900 ἔτος δόσεων τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ ἔτους 1899 ἐν ταῖς παθούσαις ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐπαρχίαις».
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐζητήθη πληροφορία, περὶ τίνος φόρου ἀμπέλων πρόκειται. Δηλῶ, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τοῦ 1899, ὅστις δὲν εἰσεπράχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως)
§114Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν τραυματιῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
§115Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν ταύτην.
§116Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ προτείνω νὰ προταχθῶσι τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 ἐκ δραχμῶν 60,000».
§118ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπεσχέθην εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος νὰ δώσω πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὰς δύο πιστώσεις. Ἡ πρώτη, ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ κεφάλ. 9 ἄρθρ. 10 ἐδάφ. αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἡ τῶν 30,000 δραχμῶν, κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ἦτο ἀναγεγραμμένη διὰ δρ. 20,000. Ἐκ ταύτης ἐδαπανήθη τὸ ἥμισυ ποσὸν εἰς ἀγορὰν ἀρχαίων, κατὰ τὸν νόμον ΒΧΜϚʹ τοῦ 1899. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου ἐπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δαπάνας σημαντικάς. Οὕτως ὁ κ. Ι. Π. Λάμπρος προσήγαγε, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, πρὸς ἀγορὰν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τὰ ἀρχαῖα, τὰ εἰς τὴν κατοχὴν αὐτοῦ, ἅτινα ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξετίμησεν ἀντὶ 84,000 δραχμῶν. Ἐκ τούτων τὰ χρήσιμα διὰ τὰ Μουσεῖα ἐξετίμησεν ἀντὶ 56,000, ἑπομένως, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ὁ κ. Ι. Π. Λάμπρος πρέπει νὰ λάβῃ 28,000, ἤτοι τὸ ἥμισυ. Ἴσως ὅμως διά τινος συνδυασμοῦ νὰ περιορισθῇ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ἥμισυ. Καὶ ἄλλαι συλλογαὶ πωλητῶν ἀρχαίων εὑρίσκονται ἤδη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἐπιτροπῆς, ὧν ἕνεκα θὰ προκληθῇ δαπάνη ἐκ τοῦ κεφαλαίου, περὶ οὗ πρόκειται. Καὶ διὰ τὰ ἐξ Ἀντικυθήρων ἀρχαῖα θ’ ἀπαιτηθῇ δαπάνη, τὴν ὁποίαν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὁρίσω, διότι εἶναι ἔργον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὀφείλονται δὲ εἰς διαφόρους καὶ ἄλλα μικρὰ ποσά. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν, τὴν πίστωσιν τῶν 30,000 δραχμῶν ν’ ἀναβιβάσῃ εἰς 100,000. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ κεφαλαίου 9.
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἂν δὲν θέλητε νὰ δυσχεράνητε τὴν τύχην τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο νὰ ψηφισθῇ μὲν αὐτό, ἀλλ’ αὔριον νὰ εἰσαγάγητε ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν 70,000 δραχμῶν.
§120ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ πρῶτον ποσόν. Ἑπομένως δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτήν, εἰς τὴν τρίτην δὲ ἀνάγνωσιν νὰ εἰσαγάγωμεν τροπολογίαν. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ζητουμένης πιστώσεως ἔχω νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀγορᾶς οἰκοπέδων διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς περιφερικῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ περὶ ἀγορᾶς κτημάτων δι’ ἀνασκαφὰς, δι’ ὧν κτημάτων θὰ διέλθῃ καὶ ἡ ὁδὸς, καὶ μάλιστα κτημάτων, ἀπὸ πολλῶν χρόνων καταληφθέντων χάριν ἀρχαιολογικῶν σκοπῶν, χωρὶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἀποζημιώσεως τῶν κτημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ἀρχαιολογικοὶ τόποι. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει καὶ τὴν δευτέραν ταύτην πίστωσιν.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν εἴχετε τὴν καλωσύνην, ἠθέλετε μᾶς φωτίσει περισσότερον, ἐὰν συνετάσσετε κατάλογον τῶν οἰκοδομῶν, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀγορασθῶσι, καὶ κατάλογον τῶν οἰκοδομῶν, αἱ ὁποῖαι ἠγοράσθησαν ἤδη.
§122ΣΤΑΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ λύσῃ τὴν ἀπορίαν σας. Ἡ Γερμανικὴ Σχολὴ προέβη εἰς ἀνασκαφὰς μεσημβρινοδυτικῶς τῆς Ἀκροπόλεως ὑπὸ τὸν κ. Δαῖρπφελδ· οἱ τόποι ἐκεῖνοι κατελήφθησαν αὐθαιρέτως· ὡς γινώσκετε δὲ,—καὶ γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι γινώσκετε ἀκριβῶς τὰ τοιαῦτα,—δὲν ἐφηρμόσθη τὸ Β. Διάταγμα, τὸ καθορίζον τὰ τῆς ἐκτιμήσεως καὶ ἐξαγορᾶς τῶν ἀρχαιολογικῶν τούτων τόπων, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἤθελε νὰ εὑρεθῇ εἰς ὁμοίαν περίστασιν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀρχαιολογικῶν τόπων τῶν περὶ τὸ Στάδιον. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γερμανικοῦ Ἰνστιτούτου ἐποιήσατο ἔναρξιν τῶν εἰρημένων ἀνασκαφῶν, δὲν κατετέθη τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἐπιτροπὴ ὥρισε διὰ τὰ γήπεδα, διότι ἔπρεπε, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας, ν’ ἀποδεχθῶσιν αὐτὸ οἱ ἰδιοκτῆται, ἵνα μὴ ὑποβληθῇ καὶ πάλιν τὸ Δημόσιον, μετὰ τὴν προσφυγὴν αὐτῶν εἰς τὰ Δικαστήρια, εἰς ἀποζημιώσεις, ὅπως συνέβη διὰ τὰ πρὸ τοῦ Σταδίου γήπεδα, διὰ τὰ ὁποῖα ἴσως ποτὲ ἀναγκασθῇ τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ ποσὸν πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν. Οὕτως ἐγένοντο αἱ ἀνασκαφαί, χωρὶς νὰ κηρυχθῶσιν οἱ τόποι ἀρχαιολογικοὶ καὶ νὰ καταβληθῇ τὸ τίμημα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἢ ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Καὶ ἤδη οἱ ἰδιοκτῆται ζητοῦσιν ἢ τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἢ νὰ ἐπιτραπῇ αὐτοῖς νὰ πωλήσωσιν αὐτά.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας ταύτας κ. Δαῖρπεφλδ γνωρίζω, ὅτι εἶχεν ἐπιχειρήσει ἀνασκαφὰς εἰς δύο μέρη πρὸς μεσημβρίαν τῆς Ἀκροπόλεως, πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐρειπίων ἀρχαίας πόλεως προϊστορικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον κατοικήσει εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν γαιῶν τούτων καὶ περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν αὐτῶν;
§124ΣΤΑΗΣ. Καὶ αὐτῶν.
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Δαῖρπφελδ εἶχεν ἀγοράσει γήπεδα ἰδίαις δαπάναις ἐκεῖ κατωτέρω, παρὰ τὸ Θησεῖον, καὶ ἐνήργησεν ἀνασκαφὰς ὡσαύτως ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῇ, πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς Βασιλείου Στοᾶς. Ἐννοεῖτε ἀποζημίωσιν τοῦ κ. Δαῖρπφελδ διὰ ν’ ἀγοράσητε παρ’ αὐτοῦ τὰς γαίας ταύτας;
§126ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ σᾶς δώσω καὶ περὶ τοῦ θέματος τούτου λεπτομερεῖς πληροφορίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δι’ ἧς προτείνεται ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ ἐκ δραχ. 60,000 εἰς 100,000, καὶ ἡ σχετικὴ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπεβλήθησαν. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 251 καὶ 252). Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖ ἡ πρότασις, ὅτι μόνον ἀπέναντι πραγματικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ πρέπει νὰ γένηται ἡ παραχώρησις αὕτη, καὶ ἑπομένως, ἂν ἤθελε παρουσιασθῆ τις, ὅστις, ἐπικαλούμενος τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, ἤθελεν εἴπει «ἐγὼ ἀπαλλάττομαι», δὲν θὰ ἀπήλαυε τῆς παραχωρήσεως ταύτης;
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ἀπαντῶ. Τὸ νομοσχέδιον ῥητῶς λέγει, ὅτι πρέπει ὁ ζητῶν νὰ πολιτογραφηθῇ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν, εἴτε λόγῳ ὑποχρεώσεως ἐκ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, δηλαδὴ ὡς κληρωτὸς, ἂν ἔχῃ τοῦ κληρωτοῦ τὴν ἡλικίαν, εἴτε ὡς ἐθελοντὴς, ἀλλὰ πάντως νὰ καταταχθῇ.
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἑπομένως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἁπλῶς ἐπικαλεσθῆ λόγον ἀπαλλαγῆς τοῦ νόμου, δὲν περιλαμβάνεται.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται μόνον περὶ ἐκείνου, ὅστις ἔχει ὑποχρέωσιν ἅμα τῇ πολιτογραφήσει νὰ ὑπηρετήσῃ, καθόσον ἄλλο δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Ἄρα πρέπει νὰ ἔχῃ ἡλικίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ ὑποχρεῶται ἀμέσως εἰς στράτευσιν.
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ στρατεύσιμος ἡλικία ἔχει ἀρχὴν καὶ λῆξιν.
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἑνδεκαετίας. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοιά μου.
§135ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Μέχρι τοῦ 30 ἔτους.
§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μέχρι τοῦ 32.
§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποκτήσῃ τὸ εὐεργέτημα τοῦ προτεινομένου νόμου ἐκεῖνος, ὅστις δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ ἐπικαλεῖται ἐξαίρεσιν ἢ ἀπαλλαγὴν κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους.
§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐννοῶ ἀκριβῶς τοῦτο, κύριε Πρόεδρε.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ ταῦτα νὰ μὴ διατυπωθῶσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ;
§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν ἐν τῇ προηγουμένῃ παραγράφῳ διοριῶν ἐπιτρέπεται ἡ διὰ Β. Διατάγματος πολιτογράφησις τοῦ ἀλλοδαποῦ, ὅστις μετὰ τὴν δήλωσιν, κατοικήσας ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ἕξ μῆνας καὶ ἔχων τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν, θελήσῃ νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐπιβεβλημένων ἢ ἐπιτρεπομένων ὑποχρεώσεων συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ ἰσχύοντος στρατολογικοῦ νόμου.» Θέλει τις νὰ πολιτογραφηθῇ Ἕλλην, ὁμογενὴς ἢ ἀλλογενὴς, ἔχων ἡλικίαν μέχρι 32 ἐτῶν· προσέρχεται ἐνταῦθα δηλῶν, ἐγκαθίσταται· παρέρχονται ἕξ μῆνες· ὀφείλει νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν, εἴτε λόγῳ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐκ τοῦ νόμου, τῆς ἀναγκαστικῆς στρατεύσεως, εἴτε καὶ ὡς ἐθελοντής, διότι εἰς τὸν Ἕλληνα ἐπιτρέπεται νὰ καταταχθῇ καὶ ὡς ἐθελοντής. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι, ὅταν τις προσέρχηται, ἵνα ὑπηρετήσῃ τὴν Ἑλλάδα, πρέπει νὰ ἦναι δεκτὸς πάντοτε, ἀλλ’ ἰδίως μάλιστα ὅταν ἦναι ὁμογενής.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσον;
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τρία ἔτη, ἢ ὅσα λέγει ὁ νόμος εἰδικῶς.
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ἐν τῇ τρίτῃ ἀναγνώσει νὰ προσέξωμεν, εἶναι ἡ διατύπωσις. Πρὶν ἢ λάβῃ τις τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ ὑποχρεώσεως. Ἡ ἔννοιά σας εἶναι, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ αἰτοῦντος, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας του τὰ προσόντα, ὅπως καταταχθῇ, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως καταταχθῇ. Ὅταν ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα διασκευάσωμεν τὸ ἄρθρον, δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία.
§144Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐννοεῖ ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου νὰ ψηφίσωμεν διάταξιν, ἀντικειμένην εἰς τὸν νόμον περὶ στρατολογίας; Διότι ὁ νόμος περὶ στρατολογίας ὁρίζει τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν ἄγοντα τὸ 30ὸν ἢ 32ον ἔτος τῆς ἡλικίας του νὰ ὑπηρετήσῃ; Δὲν δύναται νὰ πολιτογραφηθῇ, ἐὰν δὲν ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ ὁ ἔχων ἡλικίαν 32 ἐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ καταταχθῇ;
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν εἰδικὴν διάταξιν τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§146Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐφεδρείαν.
§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἔννοιά μου εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 18 μέχρι τοῦ 21 ἔτους γίνονται δεκτοὶ ἐθελονταί. Λοιπὸν οὕτω, προκειμένου περὶ ἐθελοντῶν, ἀπὸ τοῦ 18 μέχρι τοῦ 21 ἔτους· προκειμένου περὶ ἄλλων, κατὰ τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν, κατὰ τὸ 21 ἔτος συμπεπληρωμένον, ἔπειτα δὲ πάλιν μέχρι τοῦ 32 ἔτους, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος. Δὲν μεταβάλλεται ὁ νόμος.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τῆς προτάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδων μεταξὺ τῶν ὁδῶν Σίνα καὶ Διδότου πρὸς ἀνέγερσιν ξενῶνος ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται).
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο μόνον. Εἶμαι ὑπὲρ πάσης παραχωρήσεως, γινομένης κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν Γαλλικὴν Σχολὴν, ἥτις εἶναι καὶ ἡ ἀρχαιοτάτη καὶ περιφανεστάτη τῶν Σχολῶν τῶν ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ εἰς πάσας τὰς ξένας Σχολὰς, αἵτινες παρέχουσι μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἐπιστήμην, εἶναι δὲ καὶ ἄλλως ὠφέλιμοι εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται νὰ κηρύξωμεν ὡς δημοσίας ἀνάγκης γήπεδον, ὅπερ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ξενὼν, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἂν ἐπείσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, προκειμένου περὶ ξενῶνος τῆς Σχολῆς, δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοιοῦτόν τι, δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνω.
§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄλλη λέξις, ἡ ὁποία νὰ δείξῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον ἔχει, εἶμαι προθυμότατος νὰ δεχθῶ αὐτήν.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. «Παράρτημα τῆς Σχολῆς».
§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖον σκοπὸν ἔχει ἡ Γαλλικὴ Σχολή. Ἡ Γαλλικὴ Σχολὴ, βασιζομένη εἰς προσφορὰν, ἡ ὁποία ἐγένετο αὐτῇ, καὶ τὴν ὁποίαν ἡρμήνευσεν, ὅτι ἐγένετο δωρεὰν, ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις ἀπέναντι ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι Σχολὰς ἐδῶ, ὡς π. χ. τὸ Βέλγιον, νὰ δεχθῇ εἰς τὴν Σχολὴν τοὺς ἐκ Βελγίου προερχομένους μαθητάς. Τώρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετήσῃ τούτους ἐν τῇ Σχολῇ· σήμερον τὸ πράττει, διότι εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν, ἐλπίζουσα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὴν νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ κτίρια αὐτῆς.
§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. «Πρὸς ἀνέγερσιν ἐκπαιδευτικοῦ παραρτήματος», δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν.
§154Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅπως θέλετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν «ἐκπαιδευτικοῦ παραρτήματος».
§155Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἁπλῶς «παραρτήματος», διότι δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προσθέτου κτιρίου, ὅπερ θὰ ἐγείρῃ ἡ Σχολή.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ νόμου γενικοῦ, κανονίζοντος πότε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται διὰ Διατάγματος αὐτῆς νὰ κηρύξῃ ἀπαλλοτριώσιμον ἰδιοκτησίαν ἕνεκα ἀρχαιολογικῶν ἐρευνῶν, βεβαίως ἀπῃτεῖτο νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ γενικοῦ νόμου, πρόκειται περὶ εἰδικοῦ νόμου, ὁ δὲ εἰδικὸς οὗτος νόμος γίνεται, διότι ἡ Κυβέρνησις, εἴτε διότι εἶχεν ἀναληφθῆ ὑποχρέωσις, εἴτε διότι ἐξεδηλοῦτο ἐπιθυμία, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, ἢ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, παραχωροῦντες τὰ γήπεδα· ἐπειδὴ δὲ τὰ γήπεδα εἶναι ἰδιόκτητα, ἕπεται, ὅτι δημοσία ἀνάγκη ἀπαιτεῖ νὰ παραχωρήσωμεν ταῦτα, ἤτοι νὰ προσενέγκωμεν τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρει ξενῶνα.
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φοβοῦμαι τὸ προηγούμενον.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεὶς κίνδυνος ἀφοῦ ἡ παραχώρησις γίνεται ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης· δημοσία ἀνάγκη εἶναι ἡ παραχώρησις γηπέδου, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Γαλλικὴν Σχολὴν πρὸς οἰκοδομὴν ξενῶνος.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀντὶ «ξενῶνος» νὰ τεθῇ «ἐκπαιδευτικοῦ παραρτήματος».
§160Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον νομίζω, ὅτι παραλείπει τὸ σπουδαιότερον. Ἀπαλλοτριοῦται μὲν δυνάμει τοῦ νόμου ἡ ἰδιωτικὴ αὕτη ἔκτασις, ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς δοθῇ δι’ αὐτοῦ καὶ ἡ ἄδεια νὰ παραχωρήσητε αὐτὴν εἰς τὴν Γαλλικὴν Σχολήν. Τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω, εἰς τὸ τέλος νὰ προστεθῇ: «καὶ ἡ παραχώρησις αὐτῶν εἰς τὴν Γαλλικὴν Σχολήν.»
§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Πολὺ ὀρθῶς.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀντὶ «ξενῶνος» τίθεται «ἐκπαιδευτικοῦ παραρτήματος». Ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου προστίθενται αἱ λέξεις «καὶ ἡ παραχώρησις αὐτῶν εἰς τὴν Γαλλικὴν Σχολήν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.)
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀνατολικῆς Τηλεγραφικῆς Ἑταιρείας πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 8 τῆς ἀπὸ 10 Δεκεμβρίου 1884 μετὰ τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας συμβάσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γεν. Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Γενικῆς Ἰταλικῆς Ἀτμοπλοΐας Ἡνωμένων Ἑταιρειῶν «Florio-Rubattino» συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως».
§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως ταύτης, αἵτινες παραχωροῦσιν εἰς τὴν Ἰταλικὴν ταύτην Ἑταιρείαν τὴν ἐσωτερικὴν ἀκτοπλοΐαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεφυλάχθη νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Περιμένω τὰς ἐξηγήσεις ταύτας πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς γνώμης μου ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης.
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθὼς γινώσκει ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἄρτης, διὰ τῆς ἀπὸ 3 Μαΐου 1889 ὑφισταμένης μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς συνθήκης παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τῆς συνθήκης ταύτης «ὡς πρὸς τὴν ἀκτοπλοΐαν συνεφωνήθη μεταξὺ τῶν δύο ὑψηλῶν συμβαλλομένων μερῶν, ὅτι τά τε ἱστιοφόρα καὶ ἀτμοκίνητα πλοῖα ἑκατέρου Κράτους δύνανται νὰ μετέρχωνται τὸ ἀκτοπλοϊκὸν ἐμπόριον μεταξὺ πάντων τῶν λιμένων τοῦ ἑτέρου ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως καὶ ἄνευ ἀποτίσεως δικαιωμάτων ἄλλων ἢ ἀνωτέρων τῶν καταβαλλομένων ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων πλοίων». Λοιπὸν ὑπαρχούσης τῆς συνθήκης ταύτης δὲν παραχωροῦμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως δικαιώματα ἀκτοπλοΐας· πρόκειται μόνον νὰ κανονίσωμεν παρελθὸν, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἀκανόνιστον. Ἡ Ἑταιρεία Florio-Rubattino, χωρὶς νὰ ἔχῃ ταχυδρομικὴν σύμβασιν, — διότι πρέπει νὰ διακρίνωμεν σύμβασιν ἀκτοπλοϊκὴν καὶ σύμβασιν ταχυδρομικὴν — ἔκαμνε ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἀπηλλάσσετο τῶν φαρικῶν τελῶν. Πρόκειται λοιπὸν νὰ κανονισθῇ ἡ κατάστασις αὕτη τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὑπῆρχε χωρὶς νὰ πληρώνῃ τίποτε ἡ Ἑταιρεία. Ὅπως παραχωρήσωμεν τοῦτο, ἐζητήσαμεν ἀνταλλάγματα, ἅπερ ἐδόθησαν ἡμῖν. Ἀπέναντι τῶν ἀνταλλαγμάτων τούτων ἐκανονίσαμεν τὸ παρελθὸν καὶ κανονίζομεν καὶ τὸ μέλλον διὰ συμβάσεως ταχυδρομικῆς. Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ παραχωρήσεως δικαιωμάτων ἀκτοπλοΐας. Ἔχει καὶ ἡ Ἰταλία ἐν Ἑλλάδι, ὡς καὶ ἡμεῖς ἐν Ἰταλίᾳ, δικαίωμα ἀκτοπλοΐας.
§168Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰσχύει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμοιβαιότητος.
§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας τοῦ Αὐστριακοῦ Λόϋδ συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως».
§171Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§172Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παροχὴ τοιούτων προνομίων εἰς ἀτμόπλοια ξένης ἐθνικότητος ὑποθέτω, ὅτι περιέχει τι τὸ στενόχωρον, εἰς τὸ στενόχωρον δὲ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ προσοχὴ αὕτη νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία ὑποστηρίξεως διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῇ καὶ αὕτη νὰ ἐπιδεικνύῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν τοὐλάχιστον εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχῃ τακτικὴν συγκοινωνίαν. Σύστασιν ποιοῦμαι πρὸς τοῦτο, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀπέναντι τόσων ἀγώνων δαπανῶν, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν, ἀξίζει νὰ προβῶμεν καὶ εἰς μικρὰν ἔτι δαπάνην χάριν τοῦ ζητήματος τούτου.
§173Κ. ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, εἰ δυνατόν, πείσῃ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην νὰ προσεγγίζωσι τὰ ἀτμόπλοιά της καὶ εἰς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον, ὅστις, ὑπαγόμενος εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, δὲν ἔχει καμμίαν συγκοινωνίαν πρὸς τὴν Κέρκυραν. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ἀτμόπλοιον τῆς γραμμῆς ταύτης θὰ προσεγγίζῃ εἰς Λευκάδα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ πεισθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ εἰσέρχηται τὸ ἀτμόπλοιόν της καὶ εἰς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον.
§174Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου λέξεις «Ἑλληνιστὶ καὶ Γαλλιστί».
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφονται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ καταβλητέου εἰς εἶδος φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου».
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένης προσθήκης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων».
§180Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῶσιν αἱ πόλεις, ἐν ταῖς ὁποίαις πρόκειται νὰ οἰκοδομηθῶσι τὰ δικαστικὰ καταστήματα;
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει «ἐν αἷς πόλεσιν ἑδρεύει Ἐφετεῖον ἢ Πρωτοδικεῖον».
§182Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ τῶν πόλεων, ἔνθα ὑπάρχουσι δικαστικὰ καταστήματα, ὡς ἐν Λαρίσῃ, Κερκύρᾳ, Κεφαλληνίᾳ, Σπάρτῃ, Κυπαρισσίᾳ.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§184Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης τοῦ μακαρίτου Ἀνδρέου Συγγροῦ, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἐκεῖ ὑπάρχει περιορισμός. Ἐὰν ἐκεῖ ὁρίζηται, ποῦ ἀκριβῶς θὰ κατασκευασθῶσι τὰ δικαστικὰ καταστήματα, τότε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἄρθρου ἰδιαιτέρου. Ἐὰν ὅμως τοιοῦτος περιορισμὸς δὲν ὑπάρχῃ, τότε πρέπει διὰ τοῦ νόμου νὰ καθορισθῇ, καὶ νὰ μὴ ἀφεθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν πόλεων εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ἣν δὲν ἔχω πεποίθησιν, καίτοι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν ἀμεροληψίαν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σαφέστερος καθορισμός, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ κατασκευασθῶσι τὰ δικαστικὰ καταστήματα.
§185Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ διαθήκη τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ ὁρίζει, ὅτι ἐγκαταλείπει 3,000,000 δραχμάς· 1,500,000 διὰ νὰ δαπανηθῶσι πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων καὶ δημοτικῶν σχολείων, καὶ 1,500,000 πρὸς ἀνέγερσιν φυλακῶν. Ἀλλὰ περὶ δημοτικῶν σχολείων δὲν πρόκειται ἤδη. Ἀπομένει καθαρῶς κληροδότημα 1,500,000 δραχμῶν πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων, οὐδεὶς δὲ περιορισμὸς γίνεται. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος, δὲν ἔχει οὕτω, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ ἀνεγείρῃ δικαστικὰ καταστήματα ἐκεῖ, ὅπου ἑδρεύουσι Πρωτοδικεῖα καὶ Ἐφετεῖα, καὶ οὕτως αἱ πόλεις εἶναι ὡρισμέναι. Ἀφαιροῦμεν τὴν πρωτεύουσαν, τῆς ὁποίας τὸ δικαστικὸν κατάστημα ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον νὰ ἀνεγείρῃ, καὶ τὰς πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσι δικαστικὰ καταστήματα, ὡς ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ Θεσσαλίᾳ, ἐκτὸς τῆς Ἄρτης, καὶ ἐν Κυπαρισσίᾳ καὶ Σπάρτῃ, καὶ οὕτω τὸ κληροδότημα ἀρκεῖ διὰ τὰ ἄλλα μέρη.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§187Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἦτο καλὸν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν πόλεων, ἐν αἷς ὑπάρχουν δικαστικὰ καταστήματα, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ κατασκευασθῶσι τοιαῦτα, καὶ τῶν πόλεων, ἐν αἷς θὰ κατασκευασθῶσι.
§188Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μολονότι ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ ἐγερθῶσι καταστήματα ὅπου ἑδρεύουσι Πρωτοδικεῖα καὶ Ἐφετεῖα, ἐν τούτοις, πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας, διότι πιθανὸν νὰ εὑρεθῇ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ μίαν ἡμέραν τὰ ἐναντία, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «ἐν αἷς πόλεσιν ἑδρεύει Ἐφετεῖον ἢ Πρωτοδικεῖον», προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα· οἰκοδομοῦνται δέ».
§189Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§190Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μετὰ λύπης βλέπω, ὅτι δὲν γίνεται λόγος περὶ τῶν δικαστικῶν καταστημάτων τῶν νέων Πρωτοδικείων. Τοῦτο δὲν ἐξηγεῖται ἄλλως, παρ’ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ λειτουργήσωσι τὰ συσταθέντα νέα Πρωτοδικεῖα.
§191Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης) Ὄλα τὰ Πρωτοδικεῖα περιλαμβάνονται.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «καὶ δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα· οἰκοδομοῦνται δέ», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§193Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ καταβληθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃ ἡ «ἀνέγερσις τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω 3 καὶ 4 ἄρθρα δικαστικῶν καταστημάτων γενήσεται ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίων, ἐγκριθησομένων, μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τὰ περὶ δημοσίων ἔργων κεκανονισμένα». Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι, ὁσάκις πρόκειται περὶ δημοσίων κτιρίων, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ σχέδια, ἅτινα καταρτίζονται παρὰ τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις νομίζω, ὅτι οὐδέποτε ἐδικηγόρησεν εἰς Ἀθήνας, νὰ λάβῃ τὸν κόπον αὔριον νὰ μεταβῇ οὐχὶ εἰς κατάστημα δικαστικόν, ὅπερ θέλει κτισθῇ, δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν ἀπόκεντρον ἐπαρχίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἰς τὸ ἐν μέσαις Ἀθήναις δικαστικὸν κατάστημα, ἐν ᾧ συνεδριάζουσι τὰ Στρατοδικεῖα. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι πολλοὶ τοῖχοι τοῦ καταστήματος αὐτοῦ, καίπερ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν κτισθέντος, εἰσὶν ἑτοιμόρροποι, ἐν οὐδενὶ δὲ δωματίῳ αὐτοῦ ὑπάρχουσι θῆκαι ἐντὸς τῶν τοίχων δι’ ἀρχεῖα, ἀλλὰ χρησιμοποιοῦνται πρὸς τοῦτο τὰ πανάρχαια καὶ ἱστορικὰ ἐκεῖνα ντουλάπια! Τὸ κατάστημα τοῦτο, τὸ ἐγερθὲν ἐν μέσαις Ἀθήναις, θέλετε ἴδει, ὅτι εἶναι ἀποτρόπαιον, τερατῶδες! Ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἄνωθεν τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων ὑπάρχουσιν ἄλλα δημόσια γραφεῖα, ὅταν δὲ ἀγορεύῃ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, ἢ οἱ συνήγοροι τῶν κατηγορουμένων, νομίζει τις, ὅτι εὑρίσκεται εἰς παλαιὰς Χάβρας τῶν Ἑβραίων! Καὶ ὅταν ἐν μέσαις Ἀθήναις ἔχωμεν νὰ παρουσιάσωμεν τοιαῦτα ἐκτρωματικὰ δημόσια γραφεῖα, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν διαγωνισμῶν καὶ προκηρύξεων καὶ σχεδίων τῶν δημοσίων ἔργων. Διότι τέλος πάντων, ἀφοῦ εὑρέθη ὁ ἀείμνηστος ἀνήρ, ὁ καταπλημμυρήσας τὸν Ἑλληνισμὸν διὰ δωρεῶν καὶ κληροδοτημάτων, ἃς φροντίσωμεν, τοὐλάχιστον χάριν τῆς μνήμης τοῦ ἐξόχου αὐτοῦ πολίτου, νὰ δαπανήσωμεν δεόντως τὸ πολύτιμον αὐτοῦ χρῆμα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ὅπως ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῶν σχεδίων τῶν δημοσίων ἔργων, ἵνα μὴ ἴδωμεν σπειρόμενα καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἀντίγραφα τοῦ κτιρίου τοῦ Στρατοδικείου Ἀθηνῶν.
§194ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοιαύτην διατύπωσιν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὥστε νὰ ἦναι ὑπόχρεως νὰ κάμῃ ἓν κατάστημα, περιλαμβάνον ὅλα τὰ Δικαστήρια, Πρωτοδικεῖα, Ἐφετεῖα, Κακουργιοδικεῖα, Εἰρηνοδικεῖα. Τοιαύτη διάταξις ἠδύνατο νὰ λείψῃ, τὸ μὲν διότι εἶναι ἀδύνατον σχεδὸν ἐν ἑνὶ καταστήματι νὰ λειτουργῶσι τρεῖς ἢ τέσσαρες αἴθουσαι Δικαστηρίων, τὸ δὲ διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ πολὺν χρόνον, καὶ διὰ τοῦτο θὰ κατασκευασθῇ κατάστημα δύσχρηστον καὶ ἀπαιτοῦν δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 200,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν ὁ Ὑπουργὸς, ὥστε ἀντὶ ἑνὸς νὰ κάμῃ δύο κλπ. Ἀλλὰ παρατηρῶ καὶ ἄλλο οὐσιῶδες· ὅτι, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ περὶ ἀκροατηρίων τοῦ Εἰρηνοδικείου, περὶ ἀρχειοφυλακείων δὲν προβλέπει, ἐνῷ ὅλα τὰ καταστήματα πάσχουσιν ἔλλειψιν τοιούτων. Τοῦτο δὲ ὁσημέραι καθίσταται ἀναγκαιότατον, ἀποδεικνῦον τὴν ἀνάγκην τῆς εὐρύνσεως τῆς ἐργασίας τῶν γραφείων. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν δικαστικῶν ἀρχείων, διότι πράγματι δὲν ἔχομεν τοιαῦτα. Τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μέγα ἀρχεῖον παλαιὸν, ὡς τὰ Πρωτοδικεῖα Ἀθηνῶν, Ναυπλίου κλπ., ἀναγκάζονται νὰ ἔχωσι μεγάλας αἰθούσας ἰδιαιτέρας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ ἡ περὶ τούτων μέριμνα εἶναι οὐσιώδης.
§195Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἤθελον νὰ δηλώσω, ὅτι εὑρίσκω ὀρθοτάτην τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Λεβίδου. Εἶναι καλὸν, ὅταν καταρτίζηται οἱονδήποτε δημόσιον κατάστημα, νὰ καταρτίζηται προσηκόντως· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐγγυᾶται τὸ καλὸν τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ ἡ τήρησις τῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Βεβαίως δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε ἀνέγερσιν δικαστικοῦ καταστήματος, ἐὰν δὲν τηρήσῃ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Δὲν ἀναφέρεται βεβαίως τοῦτο, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι δι’ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος πρόκειται ἁπλῶς νὰ ὁρίσῃ, κατὰ τίνα τρόπον θὰ δαπανηθῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ποσὸν πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος, ὅτι διὰ τοιούτου νόμου εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῇ σιωπηρῶς ἡ διάταξις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, λέγοντος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεγερθῇ κατάστημα, ἐὰν δὲν ὑποβληθῶσι τὰ κατ’ αὐτὸ ἀπαιτούμενα σχεδιαγραφήματα. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγραφῇ τοιούτου εἴδους διάταξις, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐννοεῖ ποσῶς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἥτις ἀναγκαίως, ὡς γενικὸς νόμος, ἐφαρμόζεται ἐπὶ ὅλων τῶν καταστημάτων.
§196Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀναγράφεται δαπάνη δι’ ἀνέγερσιν ἑκάστου Ἐφετείου δραχμῶν 200,000. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Λαρίσῃ καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν Ναυπλίῳ γείνωσι τοιαῦτα, —διότι ὁ νόμος δὲν ἐξαιρεῖ—τότε τὸ ποσὸν θὰ καταναλωθῇ εἰς τὰ 5 αὐτὰ Ἐφετεῖα, καὶ ἑπομένως διὰ τὰ ἄλλα μέρη δὲν θὰ μείνῃ τίποτε.
§197Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ προστεθῇ «ὅπου δὲν ὑπάρχουσι καταστήματα».
§198Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καλὸν θὰ ἦτο, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν, νὰ καταβιβασθῇ ἀπὸ 200,000 δραχ. εἰς 150,000.
§199Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ καταστῇ δυσχερὴς ἡ ἀνέγερσις ὅλων τῶν καταστημάτων, ἐὰν θελήσωμεν διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ διαθέτης, νὰ κατασκευάσωμεν ὅλα τὰ δικαστικὰ καταστήματα, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ εἰς ἃ δικαιοῦνται αἱ διάφοροι πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ μὴ κατασκευασθῶσιν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος ὅλα, ἀλλὰ τινὰ, ἅτινα ἐπαρκῆ οὕτω καὶ εὐπρεπῆ νὰ κατασκευασθῶσι, παρὰ νὰ κατασκευασθῶσι καταστήματα ἀνεπαρκῆ, διὰ νὰ τηρήσωμεν τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἄνευ βάσεως ἀσφαλοῦς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. 200,000 δραχμαὶ δι’ ἕκαστον Ἐφετεῖον, καὶ 120,000 δι’ ἕκαστον Πρωτοδικεῖον. Ποῦ στηρίζεται ὁ συντάξας τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ὁρίσας οὕτω τὰ ποσά; Ἐὰν ἐξετάσητε καλῶς, καὶ θελήσητε νὰ κατασκευάσητε καταστήματα δικαστικὰ, τὰ ὁποῖα ν’ ἀνταποκρίνωνται ἔστω καὶ εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, πιθανὸν, διὰ νὰ κατασκευάσητε Ἐφετεῖα, Πρωτοδικεῖα, Εἰσαγγελίας, Πλημμελειοδικεῖα καὶ Εἰρηνοδικεῖα, νὰ μὴ ἐπαρκῇ τὸ ποσόν· καὶ τότε; Θὰ φέρωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ μεταβάλῃ τὰ σήμερον ὁριζόμενα, καὶ θὰ προσδιορίσῃ ἄλλα ποσά. Καλλίτερον λοιπὸν νὰ ἀπηλείφετο ὁ ὅρος περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ δαπανηθησομένου. Ἂς ὁρισθῇ μόνον, ὅτι θὰ γείνωσι καταστήματα, τὰ ὁποῖα θὰ περιλαμβάνωσιν Ἐφετεῖα, Πρωτοδικεῖα κλπ. Τὸ δὲ ποσὸν, ὅταν θὰ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς μετὰ τῶν σχεδιαγραμμάτων, τότε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὸ μεταβάλῃ. Ἀλλὰ σήμερον, ὑποβάλλοντες ὅλας τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅλα τὰ καταστήματα εἰς τὸν αὐτὸν κανόνα, πράττομέν τι ἀδύνατον. Διὰ τοῦτο καλὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν ὁρισμὸν τοῦ ποσοῦ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι τοῦτο ἐμβάλλει εἰς ὅλους ἐλπίδας, ὅτι θ’ ἀνεγερθῶσι καταστήματα εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτῶν.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναμαι νὰ διακόψω πρὸς στιγμὴν τὴν συζήτησιν, διὰ ν’ ἀνακοινώσω ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων εἰς τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ἀπηύθυνα αὐτῷ κατ’ ἐντολὴν ὑμῶν. Ἡ ἀπάντησις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τῷ κυρίῳ Προέδρῳ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Ἐξοχώτατε. Λαμβάνω τὴν τιμήν, ἵνα ἀνακοινώσω Ὑμῖν, ὅτι ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος, καὶ ὅτι τοῦτο ἀνεγνώσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων. Ἐκφράζων εὐχαριστίας πρὸς τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα καὶ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων διὰ τὰ θερμὰ αὐτῆς συλλυπητήρια ἐπὶ τῷ θανάτῳ τῆς σεπτῆς ἡμῶν Ἀνάσσης, μετὰ τιμῆς ἀγγέλλω Ὑμῖν, ὅτι, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κατεχωρίσθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι αὐτῆς. Τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος εὐπειθέστατος θεράπων Ἄλσμπουρυ.» Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§201Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη, ἣν ἐξέφερεν ὁ κ. Φλογαΐτης, ὅτι ἐφαρμόζεται ὁ λογιστικὸς νόμος καὶ ἐπὶ τῶν καταστημάτων τῶν κατασκευαζομένων ἐκ χρημάτων μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ Δημόσιον, δὲν εἶναι καθ’ ὅλα ἀσφαλής. Ἀσφαλέστερον θὰ ἦτο, ἐὰν θέσωμεν διάταξιν, ὅτι ἐφαρμόζεται ἐνταῦθα ὁ λογιστικὸς νόμος, καθ’ ὃν ὅλων τῶν κτιρίων τούτων πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδια καὶ προϋπολογισμοὶ τῆς δαπάνης. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι πρακτικὸν ν’ ἀφήσωμεν οἱανδήποτε ἐπαρχίαν ἀδιακρίτως ν’ ἀποκτήσῃ ἐκ χρημάτων τοῦ κληροδοτήματος τὰ καταστήματα ταῦτα. Ἀπ’ ἐναντίας τὸ ποσὸν πρέπει νὰ κατανεμηθῇ κατ’ ἀναλογίαν τῆς πραγματικῆς ἀνάγκης τῶν ἐπαρχιῶν. Δὲν ἔχομεν τὰ ἀπαιτούμενα χρήσιμα οἰκοδομήματα, δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ θέλωμεν καὶ πολυτέλειαν διὰ τὰ ἐγερθησόμενα. Ὅπου κατεσκευάσθησαν πολυτελῆ, εἶναι ὀλιγώτερον χρήσιμα, παρὰ τὰ κατασκευασθέντα κατὰ τρόπον πρακτικόν. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀναλογοῦσιν εἰς ἕκαστον τῶν κτιρίων αὐτῶν, θὰ ἔχωμεν, ὅταν θὰ ἔχωμεν τὸν κατάλογον, ὃν θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργός, περὶ τοῦ τίνα εἰσὶ τὰ καταστήματα, ἅτινα πρέπει νὰ κατασκευασθῶσιν. Ὅταν ἔχωμεν τὸν κατάλογον τοῦτον, κατ’ ἀναλογίαν ὀφείλομεν νὰ κατανείμωμεν τὸ ποσόν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν πανταχοῦ καταστήματα. Γνωρίζετε, ὅτι ἀπὸ εἰκοσαετίας γίνονται ἐν τῇ Βουλῇ προτάσεις περὶ κατασκευῆς καταστημάτων, καὶ οὐδὲν ἐπράχθη. Σήμερον ἔχομεν ποσόν, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν κατασκευὴν ὅλων τῶν Δικαστηρίων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις· ἀνάγκη ἑπομένως δι’ αὐτοῦ νὰ κατασκευασθῶσι ταῦτα.
§202Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεσχέθη, ὅτι καὶ εἰς τὴν Σῦρον θὰ κάμῃ δικαστικὰ καταστήματα, εἰς τὴν μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γυθείου διαλογικὴν συζήτησιν εἶπεν, ὅτι θὰ κάμῃ μόνον ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσιν Ἐφετεῖα.
§203Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅπου δὲν ὑπάρχουσι δημόσια καταστήματα.
§204Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐν Σύρῳ ὑπάρχει δημοτικὸν κατάστημα. Παρακαλῶ νὰ ὁρισθῶσι διὰ τοῦ νόμου τὰ ὀνόματα τῶν πόλεων, ἐν αἷς θ’ ἀνεγερθῶσι καταστήματα Δικαστηρίων.
§205Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν αἱ δαπάναι, αἵτινες καθωρίσθησαν ὡς ἀνώτατος ὅρος, εἶναι ἀποτέλεσμα προηγουμένης μελέτης, διότι τὰς θεωρῶ ἀνεπαρκεῖς.
§206ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνέγερσις δικαστικῶν καταστημάτων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, τὰ σήμερον δὲ διδόμενα ἐνοίκια διὰ τὰ κατασκευασθησόμενα δικαστικὰ καταστήματα δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὡς τόκοι καὶ χρεωλύσιον δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ συνομολογήσῃ πρὸς ἀνέγερσιν καὶ τῶν ὑπολοίπων δικαστικῶν καταστημάτων καὶ Εἰρηνοδικείων.
§207Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σκοπὸς τοῦ ἀειμνήστου διαθέτου, ὅστις ἐκληροδότησε ποσὸν πρὸς ἵδρυσιν δικαστικῶν καταστημάτων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἶναι ἅγιος, διότι βεβαίως ἀντελήφθη εἰς ποῖα χοιροστάσια ἑδρεύει ἡ Δικαιοσύνη. Ἀρίστη δὲ εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, εἰσαγαγούσης τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Καίτοι συμφωνῶ πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι τὸ συζητούμενον ἄρθρον καὶ τὰ συναφῆ αὐτῷ, ὡς διατυποῦνται, ἀντίκεινται εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον, ἢ μᾶλλον εἰς τὸν κατὰ τὸ 1894 ψηφισθέντα νόμον, τὸν τροπολογοῦντα τὸν λογιστικόν, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατασκευὴ δημοσίου κτιρίου, οὗτινος ἡ ἀξία εἶναι ἀνωτέρα τῶν 10,000 δραχμῶν, ἄνευ ψηφίσεως εἰδικοῦ νόμου...
§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δικαστικὰ καταστήματα δὲν θὰ γείνωσι δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου.
§209Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου τὰ χρήματα τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσαχθῇ ἰδιαίτερος προϋπολογισμὸς καὶ σχέδια, ὅπως ἐπὶ τούτων κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἂν πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς οἰκοδομῆς, ἢ ὄχι. Ἀλλὰ παραλείπω τοῦτο, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ πρακτικὸν μέρος. Ἐὰν μείνωσι τὰ ἄρθρα ὡς ἔχουσι, βεβαιωθῆτε, ὅτι θέλει καταβροχθισθῇ ἡ περιουσία αὕτη, χωρὶς ν’ ἀποκτήσωμεν δικαστικὰ καταστήματα. Ὁ κ. Λεβίδης διεξετραγῴδησε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν κατασκευάζονται τὰ δημόσια καταστήματα ἐν Ἀθήναις. Θὰ συνεχίσω τὰς παραστάσεις διὰ τὰ δημόσια ἔργα τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Κατ’ ἀρχὰς οἱ μηχανικοὶ καταγίνονται εἰς μελέτας, κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὁποίων μέγα μέρος τοῦ προωρισμένου διὰ τὰ ἔργα χρηματικοῦ ποσοῦ ἐνθυλακώνουσι λόγῳ ὁδοιπορικῶν· κατόπιν ἐκθέτουσι τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν, οἱ δ’ ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν ἰδιαιτέραν κοινωνικὴν τάξιν καὶ εὑρίσκονται εἰς στενωτάτας πρὸς τοὺς μηχανικοὺς σχέσεις, προσέρχονται εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ μειοδοτοῦσι 35 ἕως 50% ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ. Ὁ ἐργολάβος, ὁ ἀναλαμβάνων τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, πλουτίζει, καὶ ὁ μηχανικὸς λαμβάνει μέρος εἰς τὰ κέρδη (θόρυβος). Μὴ γελᾶτε! Θὰ φέρω παραδείγματα ἐκ τῆς Σπάρτης. Καὶ ὁ ἐργολάβος ὠφελεῖται καὶ ὁ μηχανικός. Γίνεται δὲ τοῦτο διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἀπροβλέπτων δαπανῶν. Πρὶν ἀρχίσῃ ὁ ἐργολάβος τὴν κατασκευὴν, ὁ μηχανικὸς λέγει, ὅτι δὲν προέβλεψε τὴν δεῖνα ἐργασίαν· δηλαδὴ, προκειμένου π. χ. περὶ γεφυρῶν καὶ ὁδῶν, ἐκτίθεται τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν ἐπὶ τῇ βάσει ποσοῦ δρ. 200,000· μειοδοτεῖ ὁ ἐργολάβος, καὶ κατακυροῦται εἰς αὐτὸν ἀντὶ 75,000· ἔπειτα τὸ ἔργον, διὰ τῶν ἀπροβλέπτων δαπανῶν κλπ., κοστίζει εἰς τὸ Δημόσιον 300 ἢ 400 χιλιάδας, καὶ ὅμως δὲν ἔχετε οὔτε γέφυραν, οὔτε ὁδόν. Πρό τινων ἐτῶν ἐπεσκέφθην τὴν Σπάρτην, καὶ ἐκεῖθεν κατέβην εἰς Ἅγιον Ἰωάννην μετὰ φίλων μου, — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐκεῖ μεταβάντων. — Καθ’ ὁδὸν συνηντήσαμεν δύο γεφύρας, κατασκευασθείσας διὰ δαπάνης δρ. 100,000 ἴσως, ἀλλ’ ἵνα διαβῆτε αὐτὰς, πρέπει ν’ ἀναρριχηθῆτε εἰς τὸ μέγα ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον κεῖνται. Ταξειδεύων εἰς Τρίπολιν ἀπὸ Σπάρτης, εἶδον πόσον καλὴ εἶναι ἡ ὁδὸς, ἣν κατεσκεύασεν ἡ Γαλλικὴ Ἀποστολὴ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Βουρλιάν· ἀλλ’ ἀπὸ Βουρλιᾶς μέχρι Σπάρτης ἔχετε ἀθλιεστάτην ὁδόν. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, ἂν δὲν τροποποιηθῇ, θὰ συντελέσῃ, ὅπως ἡ περιουσία τοῦ Συγγροῦ ἐξατμισθῇ. Προτείνω λοιπὸν, τὰ μὲν σχέδια νὰ ἐγκρίνωσιν οἱ μηχανικοί, ἀλλὰ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν δημοπρασίαν καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου ν’ ἀναθέσητε εἰς πρόσωπα δικαστικά. Βεβαίως ταῦτα δὲν ἔχουσι μηχανικὰς γνώσεις, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν οἰκοδομῶν δύνανται ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐπιβλέπωσιν ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος τὸν μηχανικὸν ἐκεῖνον, ὅστις, ἕνεκα τῆς τοιαύτης ἐπιβλέψεως, θὰ εὑρίσκηται ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου. Ἐνθυμηθῆτε τὰς ἰδιαιτέρας συνεννοήσεις τῶν μηχανικῶν μετὰ τῶν ἐργολάβων, οἱ ὁποῖοι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι εὑρίσκονται εἰς στενωτάτας σχέσεις μὲ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐν Τριπόλει, ὁσάκις ἀποστέλλεται ἀνώτατος μηχανικὸς, τὴν πρώτην ὑποδοχὴν ἔχει παρὰ τῶν ἐργολάβων, καὶ ἐν ὅσῳ μένει ἐν Τριπόλει, μετ’ αὐτῶν συναναστρέφεται. Πῶς θέλετε λοιπὸν ὁ μηχανικὸς ἐκεῖνος νὰ ἐπιβλέψῃ τοὺς ἐργολάβους, καὶ ἀξιώσῃ τὴν πιστὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἀφοῦ καθ’ ἑκάστην εἶναι μαζύ των εἰς γεύματα καὶ εἰς τὸν περίπατον; Βλέπω συμπολίτας μας ἐργολάβους, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως ἐνοχλοῦσι τοὺς κ. Βουλευτὰς, ἕνεκα τῶν σχέσεών των. Ἄλλοτε διετάχθη ἡ ἀνακαίνισις τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ ἰδιαιτέρου μου δήμου, καὶ, κατὰ τὴν διακήρυξιν, ἔπρεπε νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς ξυλείας τῆς ὑπαρχούσης, ἀλλὰ ταύτην, καλλίστης ποιότητος, ἔκλεψαν οἱ ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι συνεννοήθησαν μετὰ τῶν μηχανικῶν. Διὰ τοῦτο θέλω νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, ὅπως καὶ ἡ ἐπίβλεψις τῆς δημοπρασίας καὶ τοῦ ἔργου καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων ἀνατίθηται εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου.
§210Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 βλέπετε, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῆς παραλαβῆς τοῦ ἔργου.
§211ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ὅταν κτισθῇ. Ἀλλ’ ἐγὼ ζητῶ τὴν ἐπίβλεψιν παρὰ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω τινὰ εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Παρ’ ἡμῖν κρατεῖ ἀπό τινος ἓν περίεργον σύστημα· ὁμιλοῦμεν περὶ ἀνικάνων δικαστῶν, καὶ εὑρίσκομεν ἀνικάνους ὅλους τοὺς δικαστάς· ὁμιλοῦμεν περὶ φαύλων ἀστυνόμων, καὶ λέγομεν ὅτι φαῦλοι εἶναι πάντες οἱ ἀστυνόμοι· ὁμιλοῦμεν περὶ μηχανικῶν, καὶ λέγομεν, ὅτι πάντες κάμνουσι καταχρήσεις. Νομίζω, ὅτι ταῦτα εἶναι ὑπερβολαί· διότι, ἐὰν ὑπάρχωσι κλέπται μηχανικοί, ὑπάρχουσι καὶ ἐντιμότατοι· ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀνίκανοι δικασταί, ὑπάρχουσι καὶ ἱκανώτατοι. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ μανία τοῦ γενικεύειν δὲν εἶναι καλὴ, διότι ἀπογοητεύονται οἱ ὑπάρχοντες ἔντιμοι καὶ ἱκανοί. Τίς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ Σάουρωτ, τοῦ Τριανταφυλλίδου, μηχανικῶν; Δὲν εἶναι, Κύριοι ὀρθὸν, ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ κηρύττωμεν πάντας κλέπτας. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι παρ’ ἡμῖν τὰ δημόσια ἔργα ἐκτελοῦνται κακῶς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἕνεκα ἐλλείψεως ἐπιβλέψεως, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ὅπερ εἶναι καὶ ἡ κυρία αἰτία, ἕνεκα τοῦ συστήματος τῆς δημοπρασίας. Ὄταν ἔχητε προϋπολογισμὸν ἑνὸς ἔργου, καὶ ἐκθέτητε αὐτὸ εἰς δημοπρασίαν, καὶ βλέπητε, ὅτι παρουσιάζεται μειοδότης προσφέρων 40%, ὀλιγώτερον, ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ καλῶς τὸ ἔργον; Ἀλλ’ ἀλλοίμονον εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ μὴ δεχθῇ προσφορὰν 40% ἐπὶ ἔλαττον τῆς ἐν τῇ διακηρύξει τῆς δημοπρασίας ὁρισθείσης! Ἐν τῇ Βουλῇ θὰ τῷ εἴπωσιν, ὅτι ἐθυσίασε τὰ δημόσια συμφέροντα, διότι, ἐνῷ εἶχε προσφορὰν 40% ἐπὶ ἔλαττον, ἔδωκε τὸ ἔργον εἰς τὸν προσενεγκόντα 20%· διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγκρίνει τὴν προσφορὰν τῶν 40%, μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι τὸ ἔργον κακῶς θὰ ἐκτελεσθῇ. Ὁ νόμος πταίει.
§213Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάντοτε οἱ ἐργολάβοι ἔχουν συνεννόησιν μὲ τὸν μηχανικὸν διὰ προσθήκην προσθέτων ἔργων.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, διότι δύναμαι νὰ σᾶς φέρω 50 ἔργα ὁδοποιΐας, ἐκτελεσθέντα μὲ ἔκπτωσιν 40%, ὅπου οὐδὲν ἐπιπρόσθετον ἔργον ἐγένετο. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπεστήριξεν ἄλλοτε, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν προσφορὰν τοῦ μεγαλειτέρου μειοδότου, καὶ ἠγέρθησαν πολλοὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐνθυμοῦμαι τὸν μακαρίτην Σωτηρόπουλον, οἵτινες εἶπον, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν δημοπρασίαν ὁ Ὑπουργός. Διὰ τοῦτο δὲν διατείνομαι, ὅτι ὅλοι οἱ ὑπηρετοῦντες δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των· ὑπάρχουσι πλεῖστα ἔργα, τελεσθέντα ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν ὑπαλλήλων, τὰ ὁποῖα εἶναι θαυμάσια. Δὲν γνωρίζω, τί συνέβη μὲ τὴν γέφυραν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Ἴσως ἐδόθη ὕψος μέγα εἰς αὐτὴν, ἵνα δ’ ἔρχωνται τὰ ὕδατα, καὶ πιθανὸν νὰ ἤθελεν ὑψωθῆ καὶ ἑκατέρωθεν ἡ ὁδός. Πρέπει νὰ ἴδῃ τις ὅλα ταῦτα, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν. Ταῦτα εἶπον, διότι ἐκ καθήκοντος, ὡς προϊστάμενος αὐτοῦ τοῦ κλάδου, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκφέρωνται κατηγορίαι καθ’ ἑνὸς κλάδου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἄνευ διακρίσεως προσώπων.
§215ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπελάθετο γεγονότος, περὶ οὗ ὡμίλουν πρὸ ὀλίγου. Ὅτε ἐπὶ δύο ἔτη περίπου διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχον τὴν τύχην νὰ ἐργάζηται παρ’ αὐτῷ ἡ Γαλλικὴ ἀποστολή. Πάντα τὰ παρατηρούμενα ἐνταῦθα ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, καθόσον μάλιστα τότε πλεῖστα δημόσια ἔργα ἐξετελοῦντο, καὶ ἔβλεπον τὸ ἐπικίνδυνον διὰ τὰ δημόσια ἔργα τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐργασιῶν, ὥστε πάντοτε διὰ κακῶς γενομένων προϋπολογισμῶν καὶ διὰ μεγάλης προθυμίας πρὸς μειοδοσίαν κατήντων πολλάκις νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα 35, 40, 45% ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προϋπολογισθέντος· τοῦτο δὲ καὶ ἕνεκα προβλέψεως προσθέτων πιστώσεων. Συνεβουλεύθην τότε καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν Γαλλικήν. Καὶ ἡ μὲν τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηρεσίας γνώμη εὑρέθη σύμφωνος κατὰ τοῦτο πρὸς τὴν Γαλλικήν· ἀλλὰ λίαν πεφωτισμένη ἦτο ἡ γνώμη τῆς Γαλλικῆς ὑπηρεσίας, ὑφ’ ἧς ἐλάμβανον τὴν συμβουλὴν νὰ τολμήσω νὰ ἐφαρμόσω ἐνταῦθα τὸ γινόμενον ἐν Γαλλίᾳ, δηλαδὴ νὰ προκαλῶ δημοπρασίαν δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν, καὶ νὰ μὴ ὑποχωρῶ εἰς τὰς μετέπειτα γινομένας μειοδοσίας, ἐκτὸς ἂν ἐπειθόμην, ὅτι ὑπῆρχε σπουδαῖος λόγος πρὸς τοῦτο, πρᾶγμα, ὅπερ ἔμενεν ἀποκείμενον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἔχων λοιπὸν ἐν τῇ προκηρύξει τὸν ὅρον τῆς ἐλευθέρας κυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως, ἠσφαλιζόμην καὶ προέβαινον συστηματικῶς εἰς τοιαύτας δημοπρασίας. Ἡ περίστασις, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἦτο ἔργον τι ἐν Πελοποννήσῳ, δι’ ὃ προσηνέχθη μετὰ τὴν δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων δημοπρασίαν μειοδοσία 12%, καὶ ἔσχον τὸ θάρρος νὰ ἀπορρίψω αὐτὴν καὶ ἐπικυρώσω τὴν δημοπρασίαν. Ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος, βουλευτὴς Τριφυλίας, ἔλαβε τότε ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος ἀπολύτως, ἔχω δὲ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη εἰς ὅσα ἀπαντήσας εἶπον. Ἤμην ἕτοιμος νὰ προσαγάγω καὶ τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ προσήγαγον εὐθὺς τὰς νομικὰς ἀποδείξεις, διότι εἶχον ἤδη γνωμοδότησιν καὶ τοῦ νομικοῦ συμβούλου τοῦ Ὑπουργείου, εἶχον δὲ καὶ εἰδικῶς ἐγὼ αὐτὸς μεμελητημένον τὸ ζήτημα, εἶχον δὲ τὴν δύναμιν νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἀπηγορεύετο ἡ τοιαύτη ἐνέργεια, καὶ οὕτως ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ ἀπέληξεν εἰς σιωπὴν, δηλ. εἰς ἀναγνώρισιν, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ψεκτόν. Καὶ τόσον ἤμην βέβαιος, ὥστε ἐξηκολούθησα καὶ ἐφ’ ὅσον ἔτι χρόνον ἔμεινα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ ἓν ἔτος περίπου, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἐφαρμοζόμενον τοιοῦτο τὸ σύστημα. Τακτικῶς διὰ τοιούτων μειοδοσιῶν προέβαινον εἰς τὴν παραχώρησιν δημοσίων ἔργων· οὐδ’ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μεταμεληθῶ, καὶ ἤθελον συμβουλεύσει πάντα, ὅστις διαχειρίζεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ τολμήσῃ νὰ χαράξῃ ἐπὶ τὸ μέλλον τοιαύτην ὁδὸν, νὰ προχωρήσῃ, μὴ φοβούμενος, ἂν αὔριον ψέξωσιν αὐτὸν, ὅτι ἐγένοντο προσφοραὶ 15% ἢ 12% ἐπὶ ἔλαττον, καὶ δὲν ἐδέχθη αὐτάς. Δὲν ἐδέχθη αὐτάς, διότι ἦσαν ἐνσφράγιστοι προσφοραί· ὅστις ἤθελεν, ἂς ἤρχετο τιμίως ἐκεῖ νὰ δώσῃ προσφορὰν, βέβαιος ὅτι, ἂν αὕτη ἦτο καλλιτέρα, ὁ Ὑπουργὸς ἤθελε δεχθῇ αὐτήν. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν παρόδῳ εἰσήγαγεν ἐνταῦθα, καὶ εὐχαριστῶ, διότι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀλλ’ εἶχον σκοπὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον, νὰ ὁμιλήσω, ὅπως ὑποστηρίξω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας. Βλέπω, ὅτι ἐπεκράτησεν ἐν τῇ πλευρᾷ ταύτῃ ἡ ἰδέα, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ χρῆμα εἶναι ἰδιωτικὸν ἐκ κληροδοτήματος, διὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν αὐτὸ ἄλλως ἢ κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς ἰσχύοντας, προκειμένου περὶ δημοσίων ἔργων, γινομένων ἐκ δημοσίου χρήματος. Ἂν προέκειτο περὶ ἱδρύματος ἤδη γενομένου κατὰ διαθήκην τοῦ διαθέτου, καὶ ἔχοντος αὐτοτελῆ ὕπαρξιν καὶ αὐτοτελῆ διοίκησιν, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, οὐδὲν θὰ εἶχον νὰ εἴπω, διότι τότε βεβαίως οἱ κανονισμοὶ τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου ἤθελον ἐφαρμοσθῆ, ἐπόπτης δὲ θὰ ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο ἢ ἐμπίστευσιν τοῦ χρήματος τοῦ ἰδιωτικοῦ εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου, ὅπως τὸ Κράτος διὰ τοῦ χρήματος τούτου ἐκτελέσῃ ἔργα, ἅτινα ἄλλως ἔπρεπε διὰ δημοσίου χρήματος νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἐνταῦθα τὸ χρῆμα παρεδόθη εἰς τὸ Κράτος, ὅπως τὸ Κράτος ἀναμίξῃ αὐτὸ μετὰ τοῦ ἰδίου αὑτοῦ χρήματος, φροντίζον μόνον νὰ δαπανήσῃ αὐτὸ ὁλόκληρον εἰς τοὺς σκοποὺς, οἵτινες ἐνδιαφέρουσιν εἰς τὸν διαθέτην. Εἶναι προφανὲς, ὅτι τὸ Κράτος, διαχειρίζον τὸ χρῆμα τοῦτο, ὀφείλει νὰ διαχειρισθῇ αὐτὸ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους· εἶναι προφανὲς, ὅτι τὸ Κράτος, δαπανῶν τὸ χρῆμα εἰς τὰ ὡρισμένα κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου δημόσια ἔργα, εἶναι ὑπόχρεων νὰ δαπανήσῃ αὐτὸ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ἀλλ’ οἱ κείμενοι νόμοι δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνοι, εἰς οὓς ἀναφέρεται τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ ἄρθρῳ 5, δηλ. οἱ νόμοι οἱ περὶ δημοσίων ἔργων. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονῇ, ὅτι εἶναι τόσον ἐλεύθερος νὰ διαχειρισθῇ τὸ χρῆμα τοῦτο, αὐτὸς καὶ ἡ ὑπ’ αὐτὸν Κυβέρνησις, ἄνευ ὑποτάξεως εἰς τοὺς νόμους τοὺς κειμένους, διατί ὑποβάλλει πάντα τὰ τελεστέα εἰς τοὺς νόμους τοὺς κειμένους περὶ τῶν δημοσίων ἔργων; Ὑποβάλλει πάντα, διότι αἰσθάνεται, ὅτι διαχειρίζεται δημόσια χρήματα πρὸς δημοσίους σκοποὺς, καὶ αἰσθάνεται, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ μεγάλη ἡ εὐθύνη αὐτοῦ, ἂν δὲν ἐτήρει τοὺς νόμους καὶ τοὺς κανονισμοὺς περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα αἰσθάνηται οὕτω, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ αἰσθανθῇ, ὅτι καὶ αὐτὸς ἔχει τὴν εὐθύνην τὴν νομικὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν εὐθύνην τὴν ἠθικὴν, ἐὰν δὲν καταβληθῇ φροντὶς, ὥστε τὰ κατασκευασθησόμενα ἔργα νὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ τὸν ἀσφαλέστατον τῶν τρόπων. Ἀλλ’ ὁ ἀσφαλέστατος τῶν τρόπων εἶναι ἐκεῖνος, ὃν ὁρίζει ὁ λογιστικὸς νόμος, ὡς μάλιστα ἐτροποποιήθη ἐν ἔτει 1894, διότι λέγει ὁ λογιστικὸς νόμος, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν εἶναι ἄλογα ὄντα, εἰς ἃ παρουσιάζονται πρὸς τήρησιν ἁπλοῦ τύπου νομοσχέδια, ὅπως ἀνεγερθῶσιν ἀνάκτορα, ἢ καταρτισθῶσι κῆποι, ἢ οἱαδήποτε ἄλλα δημόσια ἔργα, ἢ ὁδοί, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὄντα λογικὰ, ἔχοντα ἐκ τῆς ἐντολῆς αὐτῶν δικαίωμα ἐξελέγξεως, μελέτης καὶ ψηφίσεως μετὰ μελέτην, ἐξ ἧς ἐξελέγξεως καὶ μελέτης πηγάζει ἡ ἄδεια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα. Ἂν ταῦτα εἶχον ὅπως ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονεῖ, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς ἡμᾶς, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ πράξῃ ἄλλο τι ἢ νὰ παραλάβῃ τὸ χρῆμα καὶ δαπανήσῃ. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τοῦτο· παρέλαβε τὸ χρῆμα, ἔδωκεν αὐτὸ εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ζητεῖ παρ’ ἡμῶν τὴν ἄδειαν. Ἀλλ’ ὅταν ζητῇ παρ’ ἡμῶν τὴν ἄδειαν, πρέπει ν’ ἀποταθῇ εἰς ἡμᾶς, ἔχοντας ἀκέραια τὰ δικαιώματα ἡμῶν· καὶ λέγομεν πρὸς αὐτόν, ὅτι ὁ λογιστικὸς νόμος παρέχει αὐτῷ τὸ δικαίωμα καὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ πρὸς ἡμᾶς προϋπολογισμοὺς καὶ διαγράμματα, διότι πρόκειται περὶ ἔργων ἀξίας ἄνω τῶν 10,000 δραχμῶν, ὥστε νὰ δυνηθῇ καὶ παρ’ ἡμῶν νὰ λάβῃ εὐσυνειδήτως καὶ μετὰ γνώσεως τὴν ἄδειαν, ἣν ζητεῖ, ὅπως δαπανήσῃ ἀγνοῶ πόσας χιλιάδας. Τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν βλέπω δὲ λόγον διακρίσεως μεταξὺ τῶν ἔργων τούτων καὶ τῶν ἔργων, ὧν ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τοὺς προϋπολογισμούς, προσαχθέντας ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἂν δὲν συμφωνήσῃ εἰς τοῦτο, ἐὰν δὲν προσκγάγῃ εἰς ἡμᾶς τοιούτους προϋπολογισμοὺς καὶ τοιαῦτα σχέδια, ἐγὼ ἔχω γνώμην, ὅτι ὀφείλομεν νὰ καταψηφίσωμεν νομοσχέδια οὕτω προσαγόμενα πρὸς ἡμᾶς.
§216Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐννοῇ, δι’ ὅσων διατάσσει, νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, χωρὶς νὰ προσέλθῃ πλέον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν δαπάνης καὶ σχέδια πρὸς κατασκευὴν τῶν καταστημάτων, τότε ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας εἶναι ὀρθὰ καὶ δίκαια. Ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ νὰ παρακάμψῃ τὸν λογιστικὸν νόμον καὶ τὸν μεταρρυθμίσαντα τοῦτον νόμον τοῦ 1894, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ διανείμῃ τὸ ποσὸν τοῦ κληροδοτήματος, τὸ προορισθὲν διὰ δικαστικὰ καταστήματα, κατά τινας κανόνας, οὓς θέτει, καὶ καθ’ οὓς πρέπει νὰ οἰκοδομηθῶσι τὰ δικαστικὰ καταστήματα εἰς τὰς ἕδρας τῶν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα. Ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς δαπάνης, ὅταν δὲ ἀποφασισθῇ νὰ οἰκοδομηθῇ ἐν ὡρισμένῳ τόπῳ δικαστικὸν κατάστημα, τότε θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ σχέδιον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν ἑνὸς ἑκάστου δικαστικοῦ καταστήματος. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 5, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ, ὅπως καὶ αὐτὸς παρεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν δικαστικῶν καταστημάτων· διότι ἐπὶ τέλους οἱ δικασταί, ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐκεῖνοι, δι’ οὓς γίνονται τὰ δικαστικὰ καταστήματα καὶ οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ ἐργάζωνται ἐν αὐτοῖς καὶ θὰ συνεδριάζωσιν· ἐν τούτοις οὐδαμῶς λαμβάνει μέρος εἰς τὰ σχέδια ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§217Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ ἄρθρον 5 θὰ προστεθῇ.
§218ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν καλὸν θὰ ἦτο, ἂν μετὰ γνωμοδότησιν μόνον αὐτοῦ ἐνέκρινεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ σχέδια, διότι ὀλιγώτερον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἠξεύρει ὁ μηχανικὸς τὰ τῶν ἀναγκῶν ἑκάστου Δικαστηρίου. Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦτο νὰ προστεθῇ ὅτι «ἡ ἀνέγερσις τῶν δικαστικῶν καταστημάτων γενήσεται ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου, ἐγκριθησομένου μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων» κλπ.
§219Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ δεχόμεθα.
§220Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ συμφώνως μὲ τὸν λογιστικὸν νόμον. (Διάλογοι).
§221Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ δέχεσθε αὐτό; Τέλος πάντων εἰπέτε τὴν γνώμην σας.
§222Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδῶ ἔρχεται εἰδικὸς νόμος, κανονίζων ἄλλως τὰ πράγματα ἢ ὡς τὰ κανονίζει ὁ λογιστικὸς νόμος. Δὲν ἀποφαίνομαι ὁριστικῶς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου ὅτι πρόκειται περὶ κληροδοτημάτων,— τὸν ὁποῖον ἀντέκρουσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς —πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰσάγεται νόμος εἰδικός, ὅστις κανονίζει ἄλλας διατυπώσεις καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις ἢ τὰς τοῦ λογιστικοῦ νόμου· νομίζει δὲ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ὅταν ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ ὁρίζηται τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ποσοῦ, μέχρι τοῦ ὁποίου δύναται νὰ φθάσῃ ἡ δαπάνη, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ, ὅταν ὁρίζηται ἐν τῷ νόμῳ ὁ τόπος, ἐν τῷ ὁποίῳ θ’ ἀνεγερθῇ τὸ δικαστικὸν κατάστημα, ὅταν λαμβάνωνται ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας καὶ ὑμεῖς ἀνεπτύξατε καὶ ἡμεῖς εὐχερῶς δεχόμεθα, ὅτι τὰ σχέδια θὰ γείνωσιν ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν τὴν ἀνέγερσιν καὶ παραλαβὴν τῶν δικαστικῶν καταστημάτων θὰ ἐπιβλέπωσι τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, ὁ Πρόεδρος καὶ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐταὶ εἶναι ἀρκοῦσαι ἐγγυήσεις. Τὸ νὰ περιμένωμεν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀκόμη, διὰ νὰ φέρωμεν καὶ τὸ σχέδιον τῶν δικαστικῶν καταστημάτων,—διότι τίποτε ἄλλο δὲν ὑπολείπεται, καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἓν σχέδιον θὰ γείνῃ δι’ ὅλα τὰ δικαστικὰ καταστήματα,—νὰ περιμένωμεν, λέγω, ἐπὶ ἓν ἔτος, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ Βουλή, ἐνῷ ἔχομεν τὰ χρήματα ἕτοιμα, ἵνα ἀρχίσωμεν τὴν κατασκευὴν, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι παραπολύ. Σημειώσατε δέ, ὅτι ἔχομεν καὶ προηγούμενον, ἔχομεν τὸ προηγούμενον τῆς κατασκευῆς τῶν δημοτικῶν σχολείων.
§223ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅλως διόλου διαφορετικόν.
§224Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον, μοὶ φαίνεται, ὅτι δύνανται νὰ σᾶς πείσωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ σχέδιον τῆς κατασκευῆς τῶν δικαστικῶν καταστημάτων. Ἀρκοῦσιν ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνομεν.
§225ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εὑρίσκω βεβαίως τὸν λόγον τοῦ νόμου τούτου. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν θεωρίαν, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ γείνωσιν αἱ διατυπώσεις, αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὰ ἄλλα δημόσια ἔργα, ἐὰν τοιοῦτό τι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ, ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο ἐντελῶς περιττός. Ὁ νόμος αὐτὸς πρόκειται νὰ καθιερώσῃ ἴδιόν τινα τρόπον ταχυτέρας κατασκευῆς τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, ἀσφαλέστερον, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐν τῷ μέλλοντι χρήσιμον. Διὰ τοῦτο ὁρίζει, ὅτι δὲν δύναται ἡ δαπάνη νὰ ὑπερβῇ, προκειμένου μὲν περὶ καταστημάτων περιλαμβανόντων Πρωτοδικεῖον καὶ Ἐφετεῖον, τὰς 200,000 δραχμὰς, προκειμένου δὲ περὶ καταστημάτων Πρωτοδικείων, τὰς 120,000. Βεβαίως δι’ αὐτὰ θὰ γείνῃ δημοπρασία. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον παραπέμπει εἰς τὰ περὶ δημοσίων ἔργων, ἐδῶ δὲ καθιεροῖ καὶ ἐπιτήρησιν δικαστικῶν προσώπων. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἤμεθα ἀσφαλέστεροι, ὅτι τὰ καταστήματα θὰ κατασκευασθῶσι καλλίτερον ἢ ὅπως συνήθως γίνονται τὰ δημόσια ἔργα ἐν Ἑλλάδι. Ἡ ὑπεράσπισις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ μηχανικοῦ σώματος ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς μελέτας καὶ εἰς συζητήσεις εὐρείας περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἰδικῶν μας ἔργων. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ κατακρίνωμεν τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν ἐν συνόλῳ, καὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἔντιμοι ἄνθρωποι μεταξὺ αὐτῶν.
§226Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶπον.
§227ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρομεν ποῦ σφάλλει. Εἰς τὴν νομοθεσίαν βεβαίως δὲν σφάλλει· ἀλλὰ τὴν διαφορὰν τὴν ἀπότομον τῆς ποιότητος τῶν δημοσίων ἔργων, τῶν ὑφισταμένων σήμερον, δύναται νὰ κρίνῃ τις, ἐὰν ἴδῃ τὰ ἐπὶ Κυβερνήτου κατασκευασθέντα καταστήματα, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον διατηροῦνται, ὡς καὶ τὰ ἐπὶ Ὄθωνος κατασκευασθέντα, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν μέγαν ἀριθμόν, δηλ. τὰ 90 ἑκατοστά, τῶν ἔργων τῶν κατασκευαζομένων ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηρεσίας. Ποῦ χωλαίνει ἡ Ἑλληνικὴ ὑπηρεσία, δὲν γνωρίζω. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀκόμη, ὅτι οἱ ἐργολάβοι προτείνουσι μειοδοτοῦντες πολὺ μεγάλας ἐλαττώσεις, ὑποδεικνύει τὴν πεποίθησιν τῶν ἐργολάβων, ὅτι θὰ ἔχωσι τοιαύτην προστασίαν, ὥστε νὰ κατασκευάσωσι τὸ ἔργον κατὰ τοσοῦτον ὀλιγωτέρας ἀξίας. Τὸ Στρατοδικεῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής· ὅλα τὰ καταστήματα τὰ κατασκευασθέντα, ὅλα ἐν γένει, πλὴν ἐξαιρέσεων ἐλαχίστων, εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν.
§228ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ ὅσα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἄδικος εἶναι καὶ οὐχὶ πρέπουσα ἡ συλλήβδην ἐπίκρισις καὶ καταδίκη ὅλου τοῦ σώματος τοῦ μηχανικοῦ διὰ τὰ ἐν γένει τελούμενα ἔργα...
§229ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ βλέπητε ὅ,τι βλέπομεν ἡμεῖς, διὰ νὰ λέγητε, ἂν εἶναι πρέπουσα ἢ ὄχι, ἀφοῦ κλέπτουν ἐμπρός μας!
§230ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὡς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, φυσικὰ εἰς ἕν πολυμελὲς σῶμα θὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄνθρωποι μὴ ἀκριβῶς, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν, ἐκτελοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται ἀκριβῶς, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε, περὶ νόμου εἰδικοῦ, ὥστε δὲν θὰ ὑποβληθῶσι τὰ δι’ αὐτοῦ τελεσθησόμενα ἔργα εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἰδίως προκειμένου περὶ δημοσίων ἔργων, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἑξῆς· ὅτι οἱ μηχανικοί, καὶ ἐν γένει οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅσοι δὲν φαίνονται ἀκριβεῖς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας των, πράττουσί τι, τὸ ὁποῖον δὲν φέρει μὲν τὸν τύπον τῆς καταχρήσεως, ἀλλὰ βεβαίως ἀποβαίνει εἰς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐξηγοῦμαι δι’ ὀλίγων. Προβλέπεται π. χ. ἓν ἔργον δι’ 100,000 δραχμάς, καὶ κατόπιν χορηγοῦνται διὰ προσθέτων προϋπολογισμῶν συμπληρωματικαὶ δαπάναι, αἵτινες ἀναβιβάζουσι τὸ ἔργον εἰς τὸ διπλάσιον καὶ τὸ τριπλάσιον. Ἐὰν δὲ αὐτὰ ἐγίνοντο καὶ γίνονται ἐν μέσαις Ἀθήναις, ὅπου ἡ κεντρικὴ ἐπίβλεψις εἶναι αὐστηροτάτη, φαντάζεσθε τί θὰ γίνηται ἐν ἀπομεμακρυσμέναις ἐπαρχίαις, ὅπου, σχετικῶς πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ μέλλων νὰ θεωρήσῃ τὰς καταστάσεις, θὰ ᾖναι ἁπλοῦς ὑπεύθυνος συντάκτης. Καὶ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῶν τοιούτων καταχρήσεων, διότι ἔχομεν παραδείγματα ἐν μέσαις Ἀθήναις, ὅτι δημόσια κτίρια ὑπερέβησαν πέραν τοῦ τριπλασίου τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τῶν συμπληρωματικῶν, ἀναπληρωματικῶν, προσθέτων καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κτίρια ἐγένοντο, καὶ ὅτε τελείως ἐξηντλήθη ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἠρώτησαν τὸν ἀρχιτέκτονα, πῶς δὲν ἤρκεσαν τὰ χρήματα, εὑρέθη, ὅτι δὲν εἶχον προβλεφθῆ θύραι, δὲν εἶχον προβλεφθῆ πατώματα.
§231ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἴθουσαι χοροῦ.
§232ΣΚΟΥΖΕΣ. Εὑρέθη, ὅτι δὲν εἶχον προβλεφθῆ τοιαῦτα στοιχειώδη πράγματα, καὶ ἑπομένως ὑπερέβαινον κατὰ τὸ τριπλάσιον τὸ προϋπολογισθὲν ποσόν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα, ὥστε νὰ τίθηται εἷς φραγμὸς εἰς τὰς τοιαύτας — ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις —καταχρήσεις, ἢ παραβάσεις. Καὶ δύναται νὰ τεθῇ φραγμός, ὅταν κανονισθῇ, εἴτε νομοθετικῶς, εἴτε διοικητικῶς, νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ ὁ νομομηχανικὸς ἢ ἀρχιτέκτων, ὁ ὁποῖος ποιεῖται τοιαύτας παραβάσεις, νὰ ἦναι ὑπεύθυνος, καὶ οὐ μόνον νὰ μὴ λαμβάνῃ τὴν ἀμοιβήν, ἥτις τῷ ἀνήκει, ἀλλὰ νὰ ἦναι ὑπεύθυνος καὶ εἰς ἀποζημίωσιν, καὶ νὰ ὑπόκηται καὶ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Μὴ φανῇ δὲ εἰς ὑμᾶς τόσον πρωτότυπος ἡ ἰδέα, διότι καὶ εἰς τὴν ἀρχαιότητα τοῦτο εἶχεν ἐφαρμοσθῆ, ὡς ὁ Βιτρούβιος ἀναφέρει, εἰς ποινὰς δηλαδὴ ὑπεβάλλοντο οἱ ἀρχιτέκτονες, οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα παραπτώματα ἔπραττον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ πρὸς πρόληψιν τοιούτων ζημιῶν ἐκ μέρους τῶν μηχανικῶν καὶ τῶν ἐργολάβων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἀφορώσης εἰς τὴν ἀνέγερσιν τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν τῇ παραλίᾳ Καλαμῶν καὶ περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος τούτου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πωλήσεως τῆς Ναξίας σμύριδος».
§235Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι τοῦτο χρήζει πλειοτέρας μελέτης. Τὸ ζήτημα τῆς ἐκποιήσεως τῆς σμύριδος παρ’ ἡμῖν ἐμελετήθη πολλάκις· δὲν εἶναι δὲ ζήτημα ἐκποιήσεως ἑπτὰ ἢ δέκα χιλιάδων τόννων Ναξίας σμύριδος· εἶναι ζήτημα ἐκποιήσεως πολλῶν δεκάδων χιλιάδων τόννων. Ἀλλὰ πρὸς ἐπίτευξιν τούτου ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἐξορύξεως καὶ μεταφορᾶς, διότι λύοντες αὐτὸ θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ πολεμήσωμεν τὴν σμύριδα τῆς Ἀνατολῆς καὶ ὅλου τοῦ κόσμου, διότι βεβαίως πρὸς τὴν σμύριδα τῆς Νάξου δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ ἄλλη σμύρις. Ἄν ἡμεῖς βελτιώσωμεν τὰ μέσα τῆς ἐξορύξεως καὶ τῆς μεταφορᾶς τῆς σμύριδος ἀπὸ τὰ ὀρυχεῖα εἰς τὴν θάλασσαν, βεβαίως θὰ δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν αὐτὴν εἰς τιμὰς πολὺ κατωτέρας καὶ μετ’ ὠφελείας πολὺ μεγαλειτέρας ἀφ’ ὅ,τι σήμερον γίνεται. Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσθέτει εἰς τὴν τιμὴν τῆς σμύριδος, εἶναι ἡ δυσχέρεια περὶ τὴν ἐξόρυξιν ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ μεταφορὰ αὐτῆς ἐκ τῶν ὀρυχείων εἰς τὴν θάλασσαν, ἥτις καὶ δυσχερεστάτη εἶναι καὶ ἐπικίνδυνος. Κινδυνεύει ἡ ζωὴ τῶν μεταφερόντων σμύριδα ἀνὰ πᾶσαν μεταφοράν, καὶ τοῦτο καθιστᾷ δυσχερεστέραν καὶ δαπανηροτέραν τὴν μεταφοράν. Ταῦτα ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀναλάβει τὴν Ναξίαν σμύριδα ἐν εἴδει μονοπωλίου, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, δὲν θὰ ἔχῃ συμφέρον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν χρῆσιν αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ τὴν χρησιμοποιῇ πρὸς βελτίωσιν τῶν ἄλλων σμυρίδων τοῦ κόσμου, ὅπως παρουσιάζεται ἐκ στατιστικῆς, ἣν ἐποιησάμην κατὰ τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μελέτας μου· διότι, ἐνῷ ἡμεῖς ἐπωλοῦμεν 5 ἑκατομμύρια σμύριδος, ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ κατηναλίσκοντο 20 ἑκατομμύρια σμύριδος, ἥτις ἐπωλεῖτο ὡς Ναξία σμύρις, διότι ἀνεμίγνυον τὴν Ναξίαν σμύριδα μὲ τὴν Σμυρναϊκὴν, καὶ τὴν ἐπώλουν ὡς Ναξίαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ μάλιστα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται, ὅτι ἐμελέτησε πλειότερον τὸ ζήτημα, ἀπουσιάζει.
§236Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§237ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, συντάσσομαι μετὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ ἐπαναγάγῃ ἡμᾶς εἰς σύστημα ἤδη καταδεδικασμένον, καταδεδικασμένον ὑπὸ τῆς πλευρᾶς, ἧς ἡγεῖτο ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, καταδεδικασμένον ὑπὸ τῆς πλευρᾶς, ἧς ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καταδεδικασμένον δηλαδὴ ὑπὸ συμπολιτεύσεων καὶ ἀντιπολιτεύσεων πασῶν τῶν Βουλῶν τῶν τελευταίων χρόνων. Ὁ μὲν ἀείμνηστος Τρικούπης ὑπέβαλε νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, καὶ δοκιμαστικῶς ἐγένετο ἐργασία ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτους, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος παραπλησίαν ἠκολούθησε πορείαν, κατὰ δὲ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐγένετο καὶ ἐξακολουθεῖ γινομένη ἡ διάθεσις τοῦ προϊόντος τούτου κατὰ τὰς προτάσεις τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν δύο τούτων δοκιμαστικῶν διαθέσεων ὑπῆρξεν ὠφέλιμον, καὶ ὁ ἀνατρέχων εἰς τὰς μελέτας τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς θέλει ἴδει, ὅτι καὶ οἱ ξένοι τὸ νέον σύστημα ἔκρινον, ὅτι εἶναι ἄξιον νὰ παρακολουθηθῇ. Ἀλλ’ ἀπέναντι τούτων ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπανέφερε τὸ ἀρχαῖον σύστημα συμπεπληρωμένον, διότι τοὐλάχιστον τὸ πρώην σύστημα ἴσχυεν ὑπὲρ Ἑλλήνων, ἐνῷ ἐνταῦθα πρόκειται νὰ δώσωμεν τὰ δικαιώματα ταῦτα εἰς τὴν Ἀμερικήν. Εἶναι γνωστὸν, τί συνέβαινεν ἐν Σύρῳ ὑπὸ τὴν ἐργολαβικὴν διαχείρισιν τοῦ μακαρίτου Βαφειαδάκη. Ἐπὶ δεκαετίαν τότε ἐμισθοῦτο εἰς τὸν Βαφειαδάκην ἡ σμύρις, καὶ μετὰ τὴν δεκαετίαν ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα ἐφ’ ὅλον τοῦτο τὸ δεκαετὲς διάστημα καθίστατο πλέον κύριος τοῦ πεδίου, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐφρόντιζε νὰ ἔχῃ τὰς ἀποθήκας αὐτοῦ πλήρεις, καὶ οὕτως οὐδεὶς εἶχε συμφέρον νὰ πλειοδοτήσῃ, ἐκ φόβου συναγωνισμοῦ πρὸς τὸ ἀπόθεμα τοῦ Βαφειαδάκη. Καὶ οὕτως ὁ Βαφειαδάκης ἐπεβάλλετο ὡς κατ’ ἀνάγκην κύριος τῆς ἐπιχειρήσεως. Τοῦτο θὰ συμβαίνῃ καὶ σήμερον, διότι καὶ τὰ μέσα θὰ ἦναι πλείονα, προκειμένου ξένου κεφαλαιούχου. Οὕτω θέλομεν παραχωρήσει εἰς ξένους τὴν σμύριδα, οἵτινες, παραλαμβάνοντες αὐτὴν, θέλουσι πληρώσει τὰς ἀποθήκας αὐτῶν ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ὅταν θελήσωμεν ν’ ἀποταθῶμεν εἰς νέους ἀγοραστὰς, οὗτοι δὲν θέλουσι προσέλθει, διότι παρεμπίπτει ἡ Ἑταιρεία, ἡ ἔχουσα ἤδη τὴν ἐπιχείρησιν καὶ πλήρεις τὰς ἀποθήκας αὐτῆς. Εἶμαι λοιπὸν διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐναντίος τῆς προτεινομένης διευθετήσεως τοῦ ζητήματος, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, νὰ μελετήσῃ ἐκ νέου ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα, καὶ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ διάλειμμα τὸ μεταξὺ τῶν δύο Συνόδων, νὰ παρασκευασθῇ, καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον νὰ προσαγάγῃ νομοσχέδιον κάλλιον μεμελετημένον. Ἄν τις προσέξῃ μόνον εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἔχομεν ἐνταῦθα, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἀντὶ οὐδενὸς σπουδαίου ἀνταλλάγματος ποιούμεθα τὴν παραχώρησιν ταύτην εἰς ξένους κερδοσκόπους· διότι, ἂν παρατηρήσητε τοὺς ἀριθμοὺς, θέλετε ἴδει, ὅτι, ἐνῷ τὸ 1896 διεθέσαμεν 3135 τόννους, τὸ 1900 διεθέσαμεν 6390· δηλαδὴ ἐν διαστήματι πενταετίας ἐδιπλασιάσθη ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ὀρυκτοῦ, ἡ ὠφέλιμος εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀντίστοιχοι εἶναι καὶ οἱ ἀριθμοὶ τῶν φράγκων, ἅτινα εἰσεπράξαμεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ διπλασιασμοῦ τῆς ἐξαγωγῆς...
§238Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοῦτο συνετέλεσεν ἡ ἐν Σύρῳ παράδοσις.
§239ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τί ἐμποδίζει νὰ ἐξακολουθῇ γινομένη ἡ παράδοσις ἐν Σύρῳ; Διατὶ ν’ ἀφήσωμεν τὸ σύστημα; Ποία ἡ βία νὰ παραδώσωμεν τὸ ὀρυκτὸν ἀντὶ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἥτις πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν; Διότι ἡ διαφορὰ εἶναι 700 τόννοι μόνον ἀπ’ ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, ὅπερ νῦν διαθέτομεν. Καὶ ἀμφιβάλλετε, ὅτι, ἄν ἐντὸς πενταετίας ἐδιπλασιάσθη ἡ ἐξαγωγὴ τῶν τόννων, ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἐντὸς πέντε ἄλλων ἐτῶν οἱ 6,300 τόννοι θὰ ἀνέλθωσι εἰς 7,000; Καὶ ποία ἡ βία νὰ μισθώσωμεν τὸ προϊὸν ἡμῶν εἰς τοὺς ξένους; Μήπως, ὡς σήμερον ἔχουσι τὰ πράγματα, ὑφιστάμεθα σπουδαῖόν τινα διαγωνισμόν; Ἡ σμύρις ἡ Ναξία εἶναι ἡ πρώτη ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ποιότης τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἶναι ἀνεγνωρισμένως πολὺ κατωτέρα, καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἡμετέρας, ἐν σχέσει πρὸς τὴν τιμὴν τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ προτιμᾶται ἡ τῆς κατωτέρας ποιότητος Ἑλληνικὴ σμύρις τῆς καλλιτέρας ποιότητος τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον, ἔχοντες τοιοῦτον μονοπώλιον, νὰ παραδώσωμεν αὐτὸ εἰς Ἑταιρείαν, ἥτις θὰ μετέρχηται τὸ σύστημα τοῦ παλαιοῦ ἐργαλάβου, θὰ ἀθροίζῃ πολὺ προϊὸν, καὶ διὰ τοῦ ἀποθέματος τούτου, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς νέας ἐνοικιάσεως, θ’ ἀναγκάζῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδώσῃ τὴν σμύριδα ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς αὐτὴ θέλει, ἀπομακρυνομένων τῶν ἄλλων ἐνοικιαστῶν ὡς ἐν ἥττονι πρὸς αὐτὴν θέσει; Διὰ τοῦτο νομίζω ἀναβλητέαν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἐπί τινας μῆνας, ὅπως ἔχωμεν τότε προτάσεις στηριζομένας ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ χρόνου, ὅστις θέλει διαρρεύσει ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς διευθετήσεως τῆς ὑποθέσεως ἐπὶ τὸ κρεῖττον.
§240Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§241Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ τρίτος ὅρος λέγει: «Ἡ παραδοτέα εἰς τὸν ἀγοραστὴν σμύρις θέλει περιλαμβάνει πάντα τὰ τεμάχια, οἱουδήποτε μεγέθους, ἐξαιρουμένων τῶν ἐχόντων βάρος κατώτερον τῶν 1600 χιλιογράμμων καὶ τῶν προφανῶς περιεχόντων ἀνάμικτον μαρμαρυγιακὸν σχιστόλιθον ἢ μαρμαρυγίαν, ἢ ἀσβεστόλιθον». Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει, οἷος δήποτε καὶ ἂν ἦναι ἐκεῖνος, εἰς ὃν πρόκειται νὰ πωλήσωμεν σμύριδα, νὰ θέσωμεν τοιοῦτον ὅρον, διότι θὰ δώσῃ ἀφορμὴν προδήλως εἰς ὑπεκφυγὰς καὶ εἰς περιπλοκὰς εἰς σπουδαίας διαφωνίας.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀνεβλήθη ἤδη.
§243ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς συστήσω νὰ μελετήσητε καὶ τὸ ζήτημα τῆς τριβῆς τῆς σμύριδος, καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμίσθωσιν, νὰ φροντίσητε νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ συστήσῃ καὶ ἓν ἐργοστάσιον τριβῆς τῆς σμύριδος, καὶ κατασκευῆς τῶν διαφόρων ἐργαλείων βιομηχανίας, τῶν διὰ σμύριδος κατασκευαζομένων.
§244Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΒʹ τοῦ 1897 περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§246Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχω μόνον μίαν λέξιν νὰ εἴπω. Ἐνῷ εἰς τὴν ἔκθεσιν ὁμιλεῖτε καὶ περὶ βιβλίων, ἐν τούτοις δὲν φαίνεται ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι διατίθεται ἄλλο ποσὸν ὑπὲρ αὐτῶν ἢ μόνον διὰ τὰ δίδακτρα καὶ δι’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν σπουδῶν των 200 φράγκα. Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ τὰ δίδακτρα θὰ καταβάλλωνται ἐκ τῶν 200 φράγκων, οὐδὲν θὰ ὑπολείπηται διὰ βιβλία. Αὐξήσατε τοὐλάχιστον τὸ ποσὸν εἰς 250 φράγκα.
§247Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου βελτιοῦται ἡ θέσις τῶν ὑποτρόφων αὐτῶν· παρατείνεται ὁ χρόνος τῶν σπουδῶν των, δίδεται δὲ εἰς αὐτοὺς καὶ μεγαλείτερον ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, «περὶ τῆς δι’ ἐνοικιάσεως διαθέσεως τοῦ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΒʹ τοῦ 1892 δημοσίου ἐσόδου».
§249Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Αἱ ἐνοικιάσεις τῶν δημοσίων προσόδων, αἵτινες ἔχουσι σχέσιν μετὰ τοῦ κοινοῦ, εἶναι πανταχοῦ καταδικαστέαι. Φαντασθῆτε ἐνοικιαστὴν ἐνοικιάζοντα τὸν φόρον τῆς εἰσόδου τῶν θεάτρων, καὶ φαντασθῆτε ὁποία θὰ ἐπιβάλληται πίεσις τοῦ ἐνοικιαστοῦ τούτου ἐπὶ τῶν προσώπων ἐκείνων, ἅτινα θὰ εἰσέχωνται εἰς τὰ θέατρα. Αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων τῶν ἐμμέσων ἐν γένει, δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ἐνοικίασιν τῶν φόρων αὐτῶν· ἡ ἐνοικίασις τῶν φόρων τούτων εἶναι πανταχοῦ καταδικαστέα. Ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι λίαν προκεχωρηκυῖα, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος· παρακαλῶ ὅμως τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§250Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅταν ἀναγκαζώμεθα νὰ μεταχειριζώμεθα μέσα τόσον δρακόντεια πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ μάλιστα κατ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι καὶ ἄφθονα τὰ μέσα, ἐπιτρέπεται νὰ μεταχειρισθῶμεν καὶ ὀλίγην πίεσιν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς προσόδου τῆς προερχομένης ἐξ ἀνθρώπων, οἵτινες διασκεδάζουσι.
§251Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημένοι οἱ φόβοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐναντίος τῶν ἐνοικιάσεων τῶν φόρων, αἱ ὁποῖαι εἶναι καταπιεστικαὶ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου φρονῶ, ὅτι θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, χωρὶς νὰ ἐπιβάλληται πίεσις ἐπὶ τῶν θεατῶν. Ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ ἔχῃ ἀπέναντι αὐτοῦ τὸν ἐργολάβον, μετὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἔρχηται εἰς συμφωνίας, χωρὶς οὐδεμία σχέσις νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν θεατῶν. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀποκρούσῃ τις τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ τοὐναντίον ὑπόσχεται βελτίωσιν τοῦ σημερινοῦ συστήματος. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι, εἶναι τοῦτο· μήπως ἐν τῇ ἐνοικιάσει περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀτέλεια τῶν ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν σκοπῶν γιγνομένων παραστάσεων· τὴν κατάργησιν ταύτην δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις.
§252Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀπαραίτητον, διότι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦτο γίνονται πᾶσαι αἱ καταχρήσεις.
§253Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας θέτετε ἐνταῦθα, τὰς καταργούσας καὶ τὴν ἀτέλειαν τοῦ νόμου διὰ τὰς ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν σκοπῶν παραστάσεις, συναυλίας ἢ χοροὺς, ὡς ὁ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δοθεὶς χορός, ἰδιωτικὸς ὅλως, ὑπὲρ τοῦ «Ἀσύλου τῶν ἀνιάτων», καὶ ἐξ οὗ εἰσεπράχθησαν περὶ τὰς 10,000 δραχμαὶ, θέλουσιν ὑπαχθῆ καὶ οὗτοι εἰς τοῦ ἐνοικιαστοῦ τὴν δικαιοδοσίαν. Ἤθελεν οὕτω ὁ ἐνοικιαστὴς οὗτος παρουσιασθῆ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ χοροῦ αὐτοῦ εἰς τὴν οἰκίαν τῆς κυρίας καὶ τοῦ κ. Παπούδωφ, οἵτινες παρεχώρησαν τὴν οἰκίαν αὑτῶν ὑπὲρ τοῦ φιλανθρωπικοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, ἀξιῶν νὰ καταβληθῇ αὐτῷ ὁ φόρος. Ἴσως διὰ τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ καθορισθῇ ποῖα εἶναι τὰ καθαρῶς φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, καὶ ποῖα δὲν εἶναι, ν’ ἀποκλεισθῶσι τὰ φιλολογικὰ καὶ τὰ ἄλλα ἰδιωτικὰ μᾶλλον, καὶ νὰ μείνωσι τὰ καθαρῶς φιλανθρωπικά· ἀλλ’ ἡ διάταξις τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν τοιούτων φρονῶ ὅτι δέον νὰ μείνῃ.
§254Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πράττομεν ἔργον ἄξιον τῆς φροντίδος, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν διὰ τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου. Νομίζω ὅτι παραδεχόμενοι σύστημα βάρβαρον, ὅπως εἰσπράξωμεν ποσὸν σχεδὸν ἀσήμαντον ἀπέναντι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ εἰσπράξωμεν, ἀδικοῦμεν ἐν γένει τὸ ζήτημα τῶν προσόδων ἡμῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, βεβαίως ἡ εἴσπραξις εἶναι ὑπερβολικὴ, διότι οὕτω καταργοῦμεν πᾶσαν ἐργασίαν τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων.
§255Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάττομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν δευτέραν συζύτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 253).
§257Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀληθῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτε κατ’ ἀρχὰς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Σταυροπούλου ὑπεβλήθη, ὡς πρότασις νόμου, τροποποίησις διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἀληθῶς ἐπίστευον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἤθελε τύχει τόσον εὐμενοῦς κρίσεως, ὥστε νὰ υἱοθετηθῇ παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, διότι, καίτοι ἀπὸ τοῦ 1899 εἶδε τὸ φῶς ἐν τῇ Βουλῇ, ἔκτοτε οὐδέποτε πλέον ἀνεφάνη, ἐγκατελείφθη δὲ τελείως, διότι πράγματι οὐδεμίαν ἔχει δικαιολογητικὴν βάσιν. Προκειμένου δὲ περὶ τροποποιήσεως οὐσιωδῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἀπορῶ, πῶς οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲν συνώδευσαν δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦτο, ἵνα καταδειχθῶσι τοὐλάχιστον αἱ σπουδαῖαι ἀνάγκαι, αἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν μεταρρύθμισιν τῶν περὶ προφυλακίσεως περιπτώσεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἀλλ’ ὄχι μόνον αἰτιολογικὴ ἔκθεσις δὲν παρακολουθεῖ τοῦτο, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰσήγησις ἁπλῆ ἐγένετο παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἢ τῶν εἰσηγησαμένων τὴν μεταρρύθμισιν ταύτην, ἀφοῦ διὰ τούτου θίγονται κυριώτατα συμφέροντα κοινωνικὰ, καὶ ἐκζητεῖται ἡ διόρθωσις διατάξεων ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἰσχυουσῶν. Καὶ ἂν μὲν ἐπὶ πάσης σχέσεως προσῆκον εἶναι μετὰ συνέσεως καὶ προσοχῆς νὰ ἐπιλαμβανώμεθα νομοθετήσεως, μετὰ μείζονος προσοχῆς καὶ φόβου, δύναταί τις εἰπεῖν, ἀνάγκη νὰ προβαίνωμεν εἰς τροποποιήσεις ὑφισταμένων ποινικῶν διατάξεων, πολὺ δὲ περισσότερον, ὅταν πρόκηται νὰ χορηγήσωμεν μείζονας ἐλευθερίας εἰς ἐγκληματίας, περιορίζοντες τὴν χεῖρα τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς περιστολῆς τῶν περὶ προφυλακίσεως περιπτώσεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἐν τούτοις τοιαύτας τροποποιήσεις ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ υἱοθετήσῃ ἄνευ ἐπισταμένης ἐξετάσεως...
§258Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὰς υἱοθέτησα.
§259Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ προτίμησις, ἧς ἔτυχεν ἡ πρότασις νόμου αὕτη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀποδεικνύει, ὅτι ἐκρίθη παρ’ ὑμῶν ὡς μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται νὰ ψηφισθῇ, διότι νομίζετε, ὅτι διὰ τοιούτων μεταρρυθμίσεων θὰ ἀνορθώσητε τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἤδη, συμφέρει νὰ περιορισθῇ τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 236 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας δικαίωμα τοῦ ἀνακριτοῦ, τοῦ προφυλακίζειν τὸν ἐγκληματίαν; Ὡς ἔχει παρ’ ἡμῖν ἡ κοινωνικὴ κατάστασις, μὲ λαὸν, ὅστις ἀκόμη δὲν ἀνεπτύχθη τελείως, ὅστις εἰσέτι δὲν ἔχει πλήρη συναίσθησιν οὔτε τῶν δικαιωμάτων του, οὔτε τῶν ὑποχρεώσεών του, μὲ ἀστυνομικὸν σύστημα ἀτελὲς, μὲ ὄργανα τῆς Διοικήσεως μὴ εὑρισκόμενα εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, μὲ δημοσίαν ἀσφάλειαν πολλαχῶς διασαλευομένην ἑκάστοτε, εἶναι φρόνιμον νὰ ζητῶμεν νὰ χορηγήσωμεν μείζονα εὐεργετήματα εἰς τοὺς κατηγορουμένους; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐπιζητοῦντες δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὴν Δικαιοσύνην, οὐδὲ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ περιστείλωμεν τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ ἀνακριτοῦ, δὲν προσεκόμισε γνωμοδοτήσεις τῶν διαφόρων Δικαστικῶν Συμβουλίων ἢ τῶν Εἰσαγγελέων; ἢ διατὶ δὲν προσήγαγε στατιστικοὺς πίνακας, ἐξ ὧν νὰ ἐμφαίνηται, ὅτι ἀληθῶς οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Δικαιοσύνης καταστρατηγοῦσι τὰς περὶ προφυλακίσεως διατάξεις τοῦ ἄρθρου 236 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ ὅτι πράγματι ἐπιβάλλεται ἡ μεταρρύθμισις, τὴν δὲ ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καθιστᾷ ἐπιτακτικὴν καὶ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας; Οὕτως ὡς μόνη δικαιολογία παρουσιάζονται σήμερον αἱ διαμαρτυρίαι ἐνίων συναδέλφων κατὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἰδίᾳ δὲ κατὰ τῶν ἀνακριτῶν, ὅτι ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ περὶ προφυλακίσεως δικαιώματός των ἐπὶ πλημμελημάτων ἐποιήσαντο κατάχρησιν, διασταλτικῶς ἑρμηνεύοντες τὰς περὶ προφυλακίσεως διατάξεις· ἀλλὰ, μεθ’ ὅλας τὰς μεμονωμένας ταύτας διαμαρτυρίας, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, ὅτι αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις ἐφῃρμόζοντο πλημμελῶς, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν κατηγορουμένων, ἢ καὶ τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ μεμονωμένα παραδείγματα, ἀβασανίστως ἄλλως τε γενόμενα πιστευτὰ, εἶναι ἀρκετὰ, αὐτὰ καὶ μόνα, νὰ πείσωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν ποινικὰς διατάξεις; Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κρίνω ἐπάναγκες νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν ἑκάστοτε κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐκφερομένων ἐντεῦθεν αἰτιάσεων...
§260Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αἰτιάσεων κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§261Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενεσιουργὸς αἰτία τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· δυσπιστία πρὸς τὴν ἀνακριτικὴν ἀρχὴν, ὡς μὴ ἐφαρμόζουσαν προσηκόντως τὰς περὶ προφυλακίσεως σχετικὰς διατάξεις, δυσπιστία πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια, ὡς μὴ ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκόν των, ὡς διατάσσοντα τὴν προφυλάκισιν τοῦ κατηγορουμένου ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει.
§262ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διαμαρτυρόμεθα.
§263Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱ δικασταὶ, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των, μεθ’ ὅλην δὲ τὴν ἀστοργίαν καὶ ἀδιαφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο ἡ Πολιτεία καὶ ὡς πρὸς τὰς τοποθετήσεις τῶν δικαστῶν καὶ ὡς πρὸς τὰς προαγωγὰς, νομίζω, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλάδος ἐκπληροῖ γενικῶς τὸ καθῆκόν του, ἐν σχέσει πάντοτε πρὸς τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἰσήχθησαν ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δυνατὸν ἦτο νὰ μὴ εἰσήγοντο, ἀλλ’ ὁμιλῶ γενικῶς περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστῶν, οἵτινες, μεθ’ ὅλας τὰς κοινωνικὰς ἀτελείας μας καὶ τοὺς ποικίλους ἐπηρεασμοὺς, καὶ φιλόπονοι εἶναι, καὶ ἀφατριάστως ἐνασκοῦσι τὰ ὑψηλά των καθήκοντα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον. Προκειμένου δὲ περὶ ἀνακριτῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιμελεστέρα ἐκλογὴ τῶν ἀνακριτῶν θὰ ἄρῃ καὶ τὰς μονομερεῖς αἰτιάσεις συναδέλφων τινῶν κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἀνακριτῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ γενικοὶ λόγοι ἐπέβαλον τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοσχεδίου...
§264ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§265ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδὲν ὅριον ὑπάρχει εἰς τὸ κακὸν τῶν προφυλακίσεων.
§266Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Γνωρίζω τὰς ἀντιρρήσεις σας, εἰς τὰς ὁποίας προσκρούει ἡ γνώμη μου· τοῦτο ὅμως δὲν θὰ μὲ ἐμποδίσῃ νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν πεποιθήσει φρονῶ περὶ τῶν προτεινομένων ὡς πρὸς τὴν προφυλάκισιν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀσκόπους. Ἂν ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἢ καὶ τὸ Συμβούλιον, προβαίνῃ ἐνίοτε εἰς διασταλτικὰς ἑρμηνείας τῶν περὶ προφυλακίσεως διατάξεων τοῦ ἄρθρου 236 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τοῦτο, ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι ἐνεργεῖ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκ καλῆς προθέσεως, πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως, διαταρασσομένης πολλάκις, πρὸς περιορισμὸν τοῦ ἐγκλήματος, πρὸς ταχεῖαν τιμωρίαν τοῦ κατηγορουμένου. Διότι μὴ λησμονῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ βραδεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν εἶναι εἷς τῶν κυριωτέρων λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ Ποινικὴ Δικαιοσύνη δὲν παρέχει πλήρη τὴν εὐεργετικὴν αὑτῆς ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἡμετέρας κοινωνίας. Ἔγκλημα τιμωρούμενον, ὡς συνήθως συμβαίνει, μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, οὔτε τὸν κατηγορούμενον σωφρονίζει, οὐδ’ ἐπὶ τῆς κοινωνίας ἐπιδρᾷ σωφρονιστικῶς· ἡ παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως διατασσομένη προφυλάκισις τοῦ κατηγορουμένου, ἐπισπεύδουσα τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως, ὠφέλιμος ἀποβαίνει καὶ εἰς τὸν κατηγορούμενον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν· ποινὴ δ’ ἐπιβαλλομένη μετὰ πάροδον πολλοῦ χρόνου, ἀντὶ νὰ ὠφελῇ, ζημίαν ἐπιφέρει. Ἡ ἐγκληματικότης καὶ δι’ ἄλλων μέσων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ταχείας τιμωρίας δύναται ἐπιτυχῶς νὰ καταπολεμηθῇ. Δὲν προσήκει οὕτω νὰ δυσπιστῶμεν εἰς τὰς ἀνακριτικὰς ἐνεργείας, ὅταν αὗται ἐκ καλῆς προαιρέσεως προέρχωνται.
§267Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε δύο λέξεις; Ἐγὼ βεβαίως δὲν ὡρμήθην ποτὲ εἰς ὅ,τι ὑποστηρίζω ἐκ δυσπιστίας πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, οὐδ’ ἔχει σχέσιν τινὰ πρὸς τὴν καλὴν ἢ κακὴν πολιτείαν τῶν δικαστῶν ὁ περιορισμὸς τῆς προφυλακίσεως. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἐπῆλθον κατὰ τὸ 1868 διὰ νεωτέρου νόμου περὶ προφυλακίσεως τοιαῦται μεταβολαὶ, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται προφυλάκισις ποτὲ ἐπὶ πλημμελήματι μὴ συνεπάγοντι διετῆ φυλάκισιν, καὶ ἐκτὸς τούτου ἐπιτρέπεται πάντοτε ἀπόλυσις δι’ ἐγγυήσεως, ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου ἡ νεωτέρα ποινικὴ δικονομία λέγει, ὅτι ἐπὶ παντὸς ἀδικήματος δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀπόλυσις δι’ ἐγγυήσεως, εἶχον δυσπιστίαν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν; Ὅσον καὶ ἂν ἦναι καλοὶ οἱ ἀνακριταὶ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιτρέπηται διὰ πᾶν ἀδίκημα προφυλάκισις.
§268Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει δίκαιον, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἐπικρατοῦσιν ἐκεῖ· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία εἶναι ἔθνη περιελθόντα εἰς τὸ ὕψος τοῦ πολιτισμοῦ των, ὅτι αἱ ἐλευθερίαι τῶν λαῶν ἐκείνων στηρίζονται ἐπὶ τῆς λαϊκῆς μορφώσεως τελείως· εἶναι παραδεδεγμένη δὲ ἀρχὴ παρὰ τοῖς ποινικολόγοις, ὅτι, ὅσον λαός τις εἶναι ἀποκατεστημένος ἐν κοινωνικῇ μορφώσει, κατὰ τοσοῦτον δυνατὸν εἶναι ἄνευ ζημίας νὰ χορηγῶνται μείζονα προνόμια εἰς τοὺς κατηγορουμένους. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, ἐφ’ ὅσον ἔχετε λαὸν εὑρισκόμενον εἰσέτι εἰς τὰ σπάργανα τοῦ πολιτισμοῦ, λαὸν δυστυχῶς ἀκόμη καὶ πολιτειακῶς καὶ κοινωνικῶς σχεδὸν ἀκατάρτιστον, δίδετε ἐλευθερίας εἰς τὸν κατηγορούμενον, περιστέλλοντες τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐπὶ κινδύνῳ νὰ διασαλευθῇ ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια. Ἐπί τινα ἔτη, πρὶν ἢ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐχρημάτισα ἀνακριτής, γνωρίζω δὲ ἐκ τῆς μικρᾶς μου πείρας, ὅτι, ἂν χορηγήσητε μείζονας ἐλευθερίας εἰς τοὺς κατηγορουμένους, ἡ δημοσία ἀσφάλεια, εἰς τὰ μεγάλα ἰδίως κέντρα καί τινας ἐπαρχίας, ὅπου ἡ ἐγκληματικότης εἶναι ἀνεπτυγμένη, ὅπου ἡ λωποδυσία, ἡ ζωοκλοπὴ καὶ τὰ κατὰ τῆς ζωῆς ἀδικήματα ἐπιπολάζουσι, βεβαίως θέλει συγκλονισθῆ. Ἄν ταῦτα εἴχετε ὑπ’ ὄψιν, βεβαίως δὲν ἠθέλετε καταφέρεσθαι κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, ἂν οὗτος, ἐκ τοιαύτης ἀγαθῆς προθέσεως ὁρμώμενος, ἐξετίμησε τὰ πράγματα, προβὰς εἰς τὴν προφυλάκισιν τοῦ λωποδύτου, ἢ τοῦ ζωοκλέπτου, ἔστω καὶ ἂν διασταλτικῶς ἐφήρμοσε τὰς σχετικὰς περὶ προφυλακίσεως διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἡμεῖς αὐτοὶ πρό τινος χρόνου διὰ βοῆς δὲν ἐψηφίσαμεν νόμον, ἐπιβάλλοντα αὐστηροτέρας ποινὰς κατὰ τῆς ζωοκλοπῆς, κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου κλπ.; Εἶναι λυπηρὸν, νομίζω, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἀσχολώμεθα, πῶς νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς φιλησύχους πολίτας, τὴν ἔννομον τάξιν, προβαίνομεν ἐν σπουδῇ εἰς περιστολὴν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνακριτοῦ, ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως. Καὶ ἐνῷ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων παρ’ ἡμῖν εἶναι τοιαύτη, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συγκρινώμεθα μὲ Κράτη καὶ μὲ κοινωνίας, τῶν ὁποίων οἱ πολῖται ἐδιδάχθησαν καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις των ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, ἐγνώρισαν δὲ νὰ σέβωνται τοὺς νόμους; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν διαπράττωνται παρεκτροπαὶ παρὰ τῶν ἀνακριτῶν, διατασσόντων τὴν προφυλάκισιν ἐνίοτε ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει ταύτην, νομίζετε, ὅτι τὸ κακὸν θὰ θεραπευθῇ, ψηφιζομένου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Ἡ ῥιζικὴ θεραπεία τοῦ κακοῦ ἀλλαχοῦ πρέπει ν’ ἀναζητηθῇ, καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Ἄν γίνωνται παρεκτροπαὶ,—καὶ δυνατόν τινες τούτων, τῶν καταγγελθεισῶν, νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς ἀκριβείας—τὸ πλημμελὲς ἔγκειται εἰς τὸ ἀκατάλληλον τῶν ἀνακριτῶν. Ἄν θέλωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν δικαίαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἂν θέλωμεν νὰ διατάσσηται ἡ προφυλάκισις ὅπου καὶ ὅταν ὁ νόμος ἐπιβάλλῃ ταύτην, ἂς ἐκλέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐσυνειδήτους, πεπειραμένους καὶ ἱκανοὺς ἀνακριτάς. Ἀναμφισβητήτως δὲ ἐκεῖ, ὅπου τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς Δικαιοσύνης εἶναι καλὰ, καὶ αἱ προφυλακίσεις θὰ διατάσσωνται προσηκόντως. Μὴ λησμονῆτε δὲ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀνακριτοῦ βασίζεται ἐπὶ τῆς εὐσυνειδησίας καὶ ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ. Δυστυχῶς ὅμως, οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς Δικαιοσύνης οὐδεμίαν σαφῆ γνῶσιν φαίνεται ὅτι ἔχουσι τούτων, οὐδ’ ἐσκέφθησαν σπουδαίως περὶ βελτιώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἰδίως δὲ τοῦ ἀνακριτικοῦ, παρ’ οὗ καὶ μόνου ἐγὼ ἀναμένω ῥιζικὴν θεραπείαν τῶν καταγγελλομένων ἐνίοτε παραβάσεων τῶν περὶ προφυλακίσεως περιπτώσεων...
§269Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Προχθὲς δὲν ἔφερα νομοσχέδιον;
§270Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐθέσατε ἐν αὐτῷ διατάξεις, δεικνυούσας ὅτι οὐδεμίαν ἰδέαν ὀρθὴν καὶ σαφῆ ἔχετε περὶ ἀνακριτῶν καὶ περὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν, ἀφοῦ θεωρεῖτε ἱκανοὺς διὰ τὴν σπουδαιοτέραν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀνακριτοῦ, τοὺς πρωτοεισάκτους ἐν τῷ κλάδῳ καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς κοινωνικῆς ἢ δικαστικῆς πείρας δικαστικοὺς παρέδρους. Ἄν πλημμελῶς πως διεξάγηται σήμερον ἡ ἀνακριτικὴ ὑπηρεσία, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διότι δὲν γίνεται κατάλληλος ἐκλογὴ τῶν ἀνακριτῶν, οἵτινες ὑψίστην διεξάγουσιν ὑπηρεσίαν, διότι ἐξ αὐτῶν ἐξαρτᾶται οὐ μόνον ἡ ζωή, ἡ περιουσία, ἡ τιμὴ τοῦ πολίτου, ἀλλὰ καὶ πρὸ παντὸς ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ ἐγκληματήσαντος, ἀφοῦ ταύτην δύναται νὰ δεσμεύσῃ ἄτεχνος ἢ ἐπιπόλαιος ἔρευνα τῆς πράξεως. Ἀλλὰ ἡ Πολιτεία οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδωκεν, ὅπως μορφώσῃ καὶ φέρῃ εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως τοὺς ἀνακριτάς, ἵνα οὗτοι διατάσσωσι τὴν προφυλάκισιν ἐκεῖ, ὅπου πραγματικῶς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης ἐπιβάλλει, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐμπνεύσωσι τῇ κοινωνίᾳ τὴν εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῶν πεποίθησιν, ὅτι αὗται προέρχονται ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης. Βεβαίως παρεκτροπαί τινες διαπραττόμεναι θὰ παύσουν εὐθὺς ὡς εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀνακριτικοῦ εἰσαχθῶσι πρόσωπα ἔχοντα πεῖραν δικαστικὴν καὶ γνῶσιν τῶν κοινωνικῶν πραγμάτων. Τί περιμένετε, ὅταν ὁ ἀνακριτὴς ἐνεργῇ εἴτε ἐξ ἀπειρίας, εἴτε ἐκ κακῶς ἐννοουμένου ὑπηρεσιακοῦ ζήλου, ἐξαπτομένου ἔστιν ὅτε εἴτε ἐξ ἰδιοσυγκρασίας πλημμελοῦς, εἴτε ἐκ τῆς νεαρᾶς ἡλικίας, εἴτε ἐκ προκαταλήψεως ὀλεθρίας διὰ τὴν Δικαιοσύνην; Ταῦτα πάντα θὰ ἐκλείψωσιν, ἂν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀνακριτοῦ διορίσωμεν δικαστὰς πεπειραμένους καὶ ἔχοντας ἐπαρκῆ δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἐκλογὴν δὲ τούτων ἀναθέσωμεν οὐχὶ εἰς τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργόν, πολλαχῶς ἐπηρεαζόμενον, ἀλλ’ εἰς αὐτὰ τὰ Συμβούλια τῶν Ἐφετῶν, ἔχοντα ἀκριβῆ γνῶσιν καὶ τοῦ ποιοῦ καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν δικαστῶν, τοὺς κατὰ τὸν τρόπον δὲ τοῦτον διοριζομένους ἀμείψωμεν δι’ ἐπαρκοῦς ἐπιμισθίου. Οὕτω φρονῶ, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις ῥιζικὴ τοῦ κακοῦ, οὐχὶ δὲ διὰ τῆς τροποποιήσεως τῶν περὶ προφυλακίσεως ἰσχυουσῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Σεῖς δὲ οἱ ἴδιοι, οἱ διαμαρτυρόμενοι σήμερον κατὰ τῶν ἀνακριτῶν, θέλετε πεισθῆ καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν προτεινομένων, ὅτι οὐχὶ τὸ ἄρθρον 236 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἀλλὰ τὰ ὄργανα τῆς ἀνακριτικῆς ἐξουσίας, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι ἀκατάλληλα, συντελοῦσιν εἰς τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ γεννῶσιν ἀφορμὰς παραπόνων...
§271Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ διατάσσηται προφυλάκισις καὶ διὰ τὰ πλημμελήματα; Τότε πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, διότι καὶ σήμερον δὲν τὴν ἐπιτρέπει.
§272Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ μείνουν αἱ διατάξεις ὡς ἔχουσι, διότι, ὡς ἐξέθηκα, τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ μείζονα εὐεργετήματα εἰς τοὺς ἐγκληματίας θεωρῶ ἐπιβλαβῆ γενικῶς διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς κοινωνίας, ἂν γίνωνται παρεκτροπαί τινες ὡς πρὸς τὴν προφυλάκισιν, τοῦτο συμβαίνει ὡς ἐκ τοῦ ἀκαταλλήλου τοῦ ἀνακριτοῦ. Βελτιώσατε τὸ σῶμα τῶν ἀνακριτῶν, καὶ θὰ παύσωσι καὶ τὰ παράπονα διὰ τὴν πλημμελῆ ἐφαρμογὴν τῶν περὶ προφυλακίσεως διατάξεων. Ἀλλὰ τέλος διατὶ τὰς αὐθαιρεσίας ἢ παρεκτροπὰς τῶν ἀνακριτῶν δὲν περιστέλλει ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἐποπτεία τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν; Μήπως ἐφρόντισεν ἡ Πολιτεία διὰ τῶν ὀργάνων της νὰ ἐνασκῇ τὸν προσήκοντα καὶ αὐστηρὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἀνακριτῶν; Ποῖαι διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἢ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον τῶν ἀνακριτῶν, αὐστηρῶς ἐφηρμόσθησαν; Πόσους καὶ ποίους ἀνακριτὰς ἐτιμώρησαν τὰ Συμβούλια, ἢ ὁ Ὑπουργὸς, ἀσκῶν καὶ οὗτος πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐκ τοῦ νόμου, διὰ πλημμελῆ ἑρμηνείαν τῶν περὶ προφυλακίσεως διατάξεων; Καὶ ὅταν κοιμῶνται οἱ νόμοι καὶ ἀδιαφορῶσι τὰ ὄργανα τῆς ἐποπτείας καὶ τοῦ ἐλέγχου, πταίουν αἱ περὶ προφυλακίσεως διατάξεις, ὧν ἐπιζητοῦμεν τὴν μεταρρύθμισιν; Καὶ οὕτω νομίζομεν, ὅτι θὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν; Ἐφ’ ὅσον δὲν προνοήσωμεν περὶ καλῆς ἐκλογῆς ἀνακριτῶν καὶ περὶ ἐνασκήσεως τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐποπτείας, αἱ παρεκτροπαί τινων ἀνακριτῶν, αἵτινες ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν θὰ ἐκλείψουν. Οὐδὲ ὠφελεῖ ὁ περιορισμὸς τῶν περιπτώσεων τῆς προφυλακίσεως· διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἀνακριτής, ἐὰν φρονῇ, εἴτε λόγῳ τῆς πράξεως αὐτῆς, εἴτε λόγῳ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξετελέσθη ἡ πρᾶξις, ὅτι διαβλέπει ἐν τῷ κατηγορουμένῳ ἐγκληματικὴν τάσιν, δὲν θὰ κωλυθῇ νὰ διατάξῃ τὴν προφυλάκισιν ἐκ τοῦ ψηφιζομένου ἤδη περιορισμοῦ τῶν περιπτώσεων, ἀπαγγέλλων κατηγορίαν ἐπὶ κακουργήματι, ἀφοῦ αἱ πλεῖσται τῶν διδομένων μηνύσεων χαρακτηρίζουσι τὴν πρᾶξιν ὡς κακούργημα. Διὰ τούτου ἐννοῶ, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἐκ τῆς καλῆς ποιότητος τοῦ ἀνακριτοῦ, ἡ συνείδησις τοῦ ὁποίου δὲν ὑποβάλλεται εἰς νόμους καὶ περιορισμοὺς, ὡς φρονεῖτε. Ἐπιζητήσατε συνεπῶς καλοὺς χαρακτῆρας νὰ εἰσαγάγητε εἰς τὴν ὑψηλὴν τῳόντι θέσιν τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ θὰ ἔχητε ἀκριβῆ καὶ ἀμερόληπτον τοῦ καθήκοντος ἐκπλήρωσιν· θέσατε τούτους ὑπὸ διαρκῆ καὶ αὐστηρὸν ἔλεγχον, καὶ θὰ ἔχητε δικαίας προφυλακίσεις, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ δίκαιον. Πρὶν λάβωμεν τοιαῦτα μέτρα ῥιζικὰ, πρὶν ἐφαρμόσωμεν τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον, ὡς αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας κελεύουσι, μὴ ἐπιζητεῖτε ἐλάττωσιν τῶν περιπτώσεων τῆς προφυλακίσεως, διότι, δεσμευομένων τῶν χειρῶν τοῦ ἀνακριτοῦ, εἶναι κίνδυνος μέγας νὰ αὐξήσῃ ἡ ἐγκληματικότης, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κοινωνίας.
§273Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καταχρήσεις πολλαὶ καὶ μακροχρόνιοι περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων περὶ προφυλακίσεως καὶ περιφρόνησις ἀσεβὴς πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου προεκάλεσαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο...
§274ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε!
§275ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. τὸ ὁποῖον οὐχὶ πρὸ μικροῦ, ἀλλὰ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἀπαιτεῖ ἡ κοινωνία. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐκ τούτου δεδικαιολογημένον, ἐὰν δὲ λαμβάνω τὸν λόγον, πράττω τοῦτο οὐχὶ διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ἀλλὰ διὰ νὰ προσπαθήσω νὰ συμπληρώσω καὶ βελτιώσω αὐτὸ πρὸς τὴν ὁδὸν, πρὸς ἣν ἐτράπη. Δὲν θὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, τοὺς ἠθικοὺς ἢ φιλανθρωπικούς, οἵτινες δικαιολογοῦσι τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τοὺς λόγους τοῦ συμφέροντος τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἐθνικοῦ συνάμα, ὅπως καταπαύσῃ ὁλοτελῶς, ἢ κἄν περιορισθῇ, ἡ κατάχρησις, ἥτις κρατεῖ. Ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν δαπανῶνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς προφυλακισμένους, ἑκατομμύρια δὲ ἡμερῶν ἐθνικῆς ἐργασίας ἀπόλλυσι τὸ ἔθνος ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν προφυλακισμένων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς φυλακὰς ἀδιακόπως καθείργονται καὶ φθείρονται.
§276Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἡ ἄδηλος λεγομένη φορολογία τοῦ λαοῦ.
§277ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐλόγως ὑπελόγισαν εἰς ἑκατομμύρια ἡμερῶν ἐργασίας ἀπολλυμένης τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, διετίμησαν τὴν ἀξίαν τῶν ἡμερῶν αὐτῶν, καὶ ἔφθασαν, μολονότι δὲν γίνεται ἀλλαχοῦ ἡ κατάχρησις τῆς προφυλακίσεως ἡ παρ’ ἡμῖν, εἰς ποσὰ ἑκατομμυρίων δραχμῶν ζημίας, ἥτις ἐπιγίνεται οὐχὶ μόνον ἕνεκα τῆς κανονικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δικαιώματος τῆς προφυλακίσεως. Ὑπὸ δύο μορφὰς παρουσιάζεται ἡ κατάχρησις αὕτη, εἴτε διότι ὁ δικαστὴς, ἐπωφελούμενος τῶν διατάξεων τοῦ νόμου πέραν τοῦ δέοντος, προφυλακίζει, εἴτε διότι προφυλακίζει μακρότερον χρόνον τοὺς ὑποκειμένους εἰς προφυλάκισιν. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως προνοεῖ περὶ τῆς μιᾶς περιπτώσεως, πῶς δηλαδὴ νὰ περιορίσῃ τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ δικαστὴς δύναται νὰ προφυλακίζῃ. Περὶ τῆς ἄλλης καταχρήσεως, ἣν ποιεῖται ὁ δικαστὴς, διατηρῶν προφυλακισμένους μακρότερον χρόνον ἢ ὅσον πρέπει τοὺς ὑπὸ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ὑποβληθέντας κατηγορουμένους, περὶ αὐτῆς οὐδεμίαν λαμβάνει πρόνοιαν. Διὰ τοῦτο θέλω ὑποβάλει πρότασιν, λυποῦμαι δὲ ὅτι ὑποβάλλω αὐτὴν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ εἰς ὥραν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ σπεύδει. Ἡ διάταξις εἶναι εἰλημμένη ἐκ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, καὶ οὐδόλως δεῖται πολλῆς συζητήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφισθῇ. Τὰ ἄρθρα, ἐφ’ ὧν θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὰ 207, 208 καὶ 237. Ἐπὶ τοῦ 207, ὡς ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ τελευταίου σχεδίου, ἰδοὺ τίνα παρατήρησιν φέρω. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οἱ μονίμως κατοικοῦντες ἐντὸς τοῦ Βασιλείου καὶ ἔχοντες ἱκανὰ ἀκίνητα κτήματα, ἢ μετερχόμενοι βιομηχανίαν, φυλακίζονται, διαρκούσης τῆς προδικασίας, μόνον ἐπὶ κακουργήματι, ἐπὶ δὲ πλημμελήματι εἰς μόνον τὰς ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ 208 ὡρισμένας περιπτώσεις». Θεωρῶ ἀδικιολόγητον νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν δικαστὴν ἡ προφυλάκισις καὶ ἐπὶ πλημμελημάτων κατὰ τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 208, καὶ προτείνω νὰ τεθῇ ἡ φράσις «δύνανται νὰ φυλακισθῶσι», διότι τὸ ἄρθρον 208 περιέχει περιπτώσεις δικαιολογούσας οὐχὶ νὰ ἐπιβληθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πλημμελημάτων, ἀλλὰ νὰ σκεφθῇ ὁ δικαστὴς, ἂν πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ αὐτήν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τῷ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὰς καθ’ ἑκάστην περιπτώσεις αὐτὰς, καὶ νὰ προφυλακίζῃ, ἢ μή. Τί ὁρίζει τὸ ἄρθρον 208; Τὸ ἄρθρον 208 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει διαφόρους περιπτώσεις κατηγορουμένων, καθ’ ὧν ἐπὶ πλημμελήματος ἐπιβάλλεται ἡ προφυλάκισις. Ποῖαι αὗται; Ἡ πρώτη ἀφορᾷ ἀνθρώπους, οἵτινες ἐτιμωρήθησαν ἤδη ἅπαξ μὲ ποινὴν ἄνω τῆς φυλακίσεως ἑνὸς μηνός· ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, ὡς ἤδη ἐτροποποιήθη ἡ πρώτη περίπτωσις τοῦ κειμένου ἄρθρου, ἡ τιμωρία αὕτη τῆς ἑνὸς μηνὸς φυλακίσεως δὲν δικαιολογεῖ τὴν προφυλάκισιν τοῦ κατηγορουμένου· δὲν τὴν δικαιολογεῖ ἰδίως, διότι ἡ περίπτωσις αὕτη δὲν προσέχει τοὐλάχιστον εἰς τὴν πρᾶξιν, δι’ ἣν ἔχει τις τιμωρηθῆ μὲ τὴν ποινὴν αὐτὴν τῆς μηνιαίας φυλακίσεως, καὶ εὑρίσκων ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τῆς πράξεως ἐπίφοβον τὸν κατηγορούμενον, θέλει τὴν προφυλάκισιν, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν ζητεῖ, διότι, ἀνεξαρτήτως τοῦ εἴδους τοῦ πλημμελήματος, ἔχει τιμωρηθῆ ἅπαξ μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς ὁ κατηγορούμενος. Τοιαύτη ἐπιβάρυνσις δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου εὔλογος. Αὕτη μόνον δικαιολογεῖ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν δικαστὴν τὴν ἐξουσίαν, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ τὴν διατάξῃ, οὐχὶ ὅμως, ὅπως ἀπὸ τοῦδε τὴν διατάξῃ ὁ νόμος. Ἐπιβάλλεται ἡ προφυλάκισις, τρίτον, κατ’ ἀλλοδαπῶν. Παραλείπω τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ἥτις ἀφορᾷ τοὺς τιμωρηθέντας ἤδη ἐπὶ ἀγυρτείᾳ, διότι, ἂν πρόκηται περὶ ἀνθρώπου, ὅστις δὲν κατοικεῖ ἐντὸς τοῦ Βασιλείου, καὶ δὲν ἔχει μόνιμον κατοικίαν, δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὁ δικαστὴς νὰ μὴ τὸν ὑποβάλῃ εἰς προφυλάκισιν. Οἱ τοιοῦτοι συνήθως οὔτε ἀκίνητα ἔχουν, οὔτε βιομηχανίαν τινὰ ἀσκοῦσι, κατὰ τὸ ἄρθρον 207. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ ἐδάφιον 3 «κατ’ ἀλλοδαπῶν»· ἀλλὰ διατὶ νὰ τὸ θεωρήσῃ ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸν δικαστὴν περίπτωσιν ὁ νόμος; Διατὶ νὰ μὴ τὸ ἀφήσῃ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ; Ὅλοι οἱ ἀλλοδαποὶ δὲν εἶναι ἄξιοι προφυλακίσεως ἐπὶ πλημμελημάτων. Τὸ ἐδάφιον 4 «κατὰ τῶν ὑπόπτων ἑνὸς τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 133, 236, 239,241, 244, 245, 373, 388, 398, 404, 405, 407, 410, 412 καὶ 421 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀναφερομένων πλημμελημάτων, μόνον καθ’ ὅσον ὑπάρχει φόβος ἐντεύξεως μετ’ ἄλλων συναιτίων κτλ.» περιλαμβάνει περιπτώσεις πολλῶν πλημμελημάτων, ἐξ ὧν τινα σπουδαῖα, ὡς τὸ κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προστατεύωνται κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ τὸν νῦν ἐν τῷ νόμῳ. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς προτείνω ὡς ἑξῆς νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον: «Ἄρθρον 1. Τὰ ἄρθρα 207, 208, 236, 261, 262, ἐδάφιον αʹ καὶ 432 ἐδάφιον αʹ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀντικαθίστανται οὕτω: «Ἄρθρον 207. Οἱ μονίμως κατοικοῦντες ἐντὸς τοῦ Βασιλείου καὶ ἔχοντες ἱκανὰ ἀκίνητα κτήματα, ἢ μετερχόμενοι βιοποριστικόν τι ἔργον, φυλακίζονται, διαρκούσης τῆς προδικασίας, μόνον ἐπὶ κακουργήματι, ἐπὶ δὲ πλημμελήματι δύνανται νὰ φυλακισθῶσιν εἰς μόνας τὰς ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένας περιπτώσεις.» «Ἄρθρ. 208. Ἐπὶ πλημμελήματι δύναται νὰ διαταχθῇ προφυλάκισις: 1) κατ’ ἀνθρώπων, οἵτινες κατεδικάσθησαν ἤδη ἅπαξ ἐπὶ κακουργήματι, ἢ ἐπὶ πλημμελήματι, εἰς ποινὴν φυλακίσεως ἀνωτέραν τοῦ μηνός· 2) κατ’ ἀλλοδαπῶν, ἐφ’ ὧν δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 207· 3) κατὰ τῶν ὑπόπτων ἑνὸς τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 133, 236, 239, 241,244, 245, 373, 388, 398, 404, 405, 407, 410, 412 καὶ 421 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀναφερομένων πλημμελημάτων. Κατὰ τὰς ἐν τῇ προηγουμένῃ παραγράφῳ περιπτώσεις ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τοῦ κατηγορουμένου ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν προσωρινῶς, ἂν ἡ ἀπειλουμένη κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ τῷ πλημμελήματι ποινὴ δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ δύο ἔτη φυλακίσεως, καὶ ἂν κατοικῇ ἐν Ἑλλάδι, δὲν κατεδικάσθη δ’ ἤδη ἐπὶ κακουργήματι, ἢ ἐπὶ πλημμελήματι, εἰς πλέον τοῦ ἔτους φυλάκισιν. Ἡ προσωρινὴ αὕτη ἀπόλυσις γίνεται ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει τοῦ κατηγορουμένου, ὅπως παραστῇ κατὰ πάσας τὰς ἀνακριτικὰς πράξεις καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ἅμα ζητηθείς. Ἡ ἀπόλυσις αὕτη δὲν κωλύει τὸν ἀνακριτὴν κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως νὰ ἐκδώσῃ νέον ἔνταλμα κατὰ τοῦ προσωρινῶς ἀπολυθέντος, ὁσάκις νέαι καὶ βαρεῖαι περιστάσεις καθιστῶσιν αὐτὴν ἀναγκαίαν. Ἄν ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ παρόντος ἄρθρου φρονῇ ὁ ἀνακριτής, ὅτι ἡ προφυλάκισις πρέπει νὰ παραταθῇ πέραν τῶν πέντε ἡμερῶν, ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν. Παρελθόντος μηνὸς ἀπὸ τῆς προφυλακίσεως, χωρὶς νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, ὁ προφυλακισθεὶς ἀπολύεται προσωρινῶς, ἐκτὸς ἂν τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἀκρόασιν τοῦ κατηγορουμένου, ἤθελεν ἀποφανθῆ, ὅτι τὸ δημόσιον συμφέρον ἀπαιτεῖ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς προφυλακίσεως. Ἡ ἀπόλυσις ἐπιβάλλεται κατὰ τὸ τέλος ἑκάστου τῶν ἑπομένων μηνῶν, ἐφ’ ὅσον τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν δὲν διέταξε τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῆς κατὰ τὰ ἀνωτέρω.» «Ἄρθρον 236. Ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις δὲν συγχωρεῖται: 1) ἐπὶ κακουργημάτων· 2) ἐπὶ τῶν καταδικασθέντων ἤδη ἐπὶ κακουργήματι· 3) ἐπὶ ἀνθρώπων, οἵτινες, τυχόντες πρότερον προσωρινῆς ἀπολύσεως, κατεδικάσθησαν ἐκ νέου ἐπὶ πλημμελήματι, ἢ ἄφησαν νὰ καταπέσῃ ἡ ἐγγύησις, κληθέντες καὶ ἄνευ εὐλόγων κωλυμάτων, καθιστώντων τὴν ἐμφάνισίν των ἀδύνατον, μὴ προσελθόντες ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἢ τοῦ Δικαστηρίου.» Τὸ ἄρθρον 208 εἶναι διάταξις τοῦ Βελγικοῦ νόμου, ὅστις, καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ ἀνακριτὴς ἐξέδωκεν ἔνταλμα φυλακίσεως ἐπὶ πλημμελήματι σοβαρῷ καὶ ἐξαιρετικῆς φύσεως, ἀπαιτεῖ ἐπὶ τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ καὶ ἐντὸς προθεσμίας 5 ἡμερῶν νὰ ἀποφαίνηται τὸ Συμβούλιον· ἀλλ’ ἡ πρότασις, ἣν ὑπέβαλα, καὶ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, περιέχει πλείστας ἐγγυήσεις. Ἀπαιτεῖ, εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς, ἂν δὲν περατοῦται ἡ ἀνάκρισις καὶ δὲν ἀπολύηται ὁ προφυλακισθεὶς, ὅπως τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐπικυροῖ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς φυλακίσεως, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν κατηγορούμενον. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν δικαστὴν τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς προφυλακίσεως, ἐκτὸς ὅταν πρόκηται περίπτωσις, ἣν προβλέπει ὁ νόμος, ὅπως προκληθῇ ἀπόφασις περὶ τῆς προφυλακίσεως τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλ’ ἡμεῖς δυνάμεθα, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κακουργήματα, νὰ μὴ καινοτομήσωμεν, διότι σήμερον αἱ περιστάσεις δὲν τὸ ἐπιτρέπουν. Ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ τὰ κακουργήματα ἐπιβάλλομεν τὴν ἀπόλυτον προφυλάκισιν ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς ἔχομεν σήμερον, ἐπὶ τῶν πλημμελημάτων, ὅταν πρόκηται περὶ ἐνόχου, ἁπλῶς ὑποτιθεμένου, καὶ διὰ πρᾶξιν, δι’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τῷ ἐπιβάλωμεν ποινὴν πέραν τῶν δύο ἐτῶν, ὅταν οὗτος κατοικῇ ἐν Ἑλλάδι καὶ δὲν ἐτιμωρήθη διὰ προηγουμένας πράξεις, ἐπ’ αὐτῶν πρέπον εἶναι καὶ δίκαιον νὰ ὑποχρεῶται ὁ ἀνακριτὴς νὰ τὸν ἀπολύῃ προσωρινῶς, οὐχὶ δ’ ἐπὶ ἐγγυήσει. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἐλάχιστα εἶναι τὰ πλημμελήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ποινὴ ἄνω τῶν δύο ἐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν βλέπω τὸ πλῆθος τῶν περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσι φόβον, ὅτι πληθὺς μεγάλη προφυλακιστέων θέλει ὠφεληθῆ ἐκ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον. Μετὰ θάρρους λοιπὸν, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ νομοθετήσῃ τὸ μέτρον, διότι περιορίζει σπουδαίως τὴν αὐθαιρεσίαν ἢ τὴν ἀμέλειαν τῶν ἀνακριτῶν, διότι εἰσάγει καινοτομίαν εὐεργετικὴν, ἀλλ’ ὑπὸ ἐγγυήσεις τοιαύτας, ὥστε δὲν ὑπάρχει φόβος, ὅτι θέλομεν ἴδει πολλαπλασιαζόμενα τὰ ἐγκλήματα. Τοὐναντίον, ὅσον περισσότερον θελήσωμεν νὰ σεβασθῶμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, τόσον περισσότερον θέλομεν περιορίσει τὰ ἐγκλήματα, εἰς ἅτινα φέρει ἡ φυγοδικία, ἡ μήτηρ σήμερον τῆς λῃστείας, διότι οἱ φυγόδικοι, οὓς πολλαπλασιάζει ἰδίως ἡ φυγοδικία, εἶναι ἡ τροφὸς τῶν λῃστῶν καὶ τῶν λῃστρικῶν πράξεων, αἵτινες σήμερον λυμαίνονται τὴν χώραν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 236 ἀναγκαίαν φέρω μεταβολὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὴν ἑξῆς: «Ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις δὲν συγχωρεῖται 1)... 2) ἐπὶ τῶν καταδικασθέντων ἤδη ἐπὶ κακουργήματι». Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει τῆς παραλείψεως ταύτης.
§278Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν δὲν ἦναι καταδεδικασμένος ἐπὶ κακουργήματι, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, ἐὰν θέλῃ, νὰ τὸν ἀπολύσῃ προσωρινῶς, ἢ ὄχι.
§279ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικόν.
§280ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει τις καταδικασμένος ἐπὶ κακουργήματι, ἀλλὰ προφυλακισμένος ἐπὶ πλημμελήματι. Αὐτὸν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀπολύσῃ ὁ ἀνακριτὴς, ὡς λέγεται καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 208.
§281ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἐξυβρίσεως ἂς δύναται ὁ δικαστὴς νὰ τὸν ἀπολύῃ.
§282ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ τρίτη περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 236 εἶναι (ἀναγινώσκει): «ἐπὶ ἀνθρώπων, οἵτινες, τυχόντες πρότερον προσωρινῆς ἀπολύσεως, κατεδικάσθησαν ἐκ νέου ἐπὶ πλημμελήματι, ἢ ἄφησαν νὰ καταπέσῃ ἡ ἐγγύησις, κληθέντες καὶ ἄνευ εὐλόγων κωλυμάτων, καθιστώντων τὴν ἐμφάνισίν των ἀδύνατον, μὴ προσελθόντες ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἢ τοῦ Δικαστηρίου.» Ἐπειδὴ προσέθεσα τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακριτοῦ νὰ τὸν ἀπολύῃ προσωρινῶς μετὰ 5 ἡμερῶν φυλάκισιν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ προσέλθῃ, ὁσάκις κληθῇ, ἔθεσα καὶ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, αἱ τροποποιήσεις, ἃς ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω, χωρὶς νὰ θέλω καὶ νὰ ζητήσω ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ γίνονται τὴν τελευταίαν ὥραν, καὶ δὲν ἔχετε τὸν καιρὸν νὰ μελετήσητε αὐτάς.
§283Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι δὲν δύναμαι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ δεχθῶ τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ῥιζικαὶ, ἄνευ τῆς συνεννοήσεως μὲ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ χωρὶς κἄν νὰ ἦναι αὗται διανεμημέναι εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅσην πεποίθησιν καὶ ἂν ἔχω εἰς αὐτάς.
§284Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ κάμω μίαν πρότασιν, κύριε Πρόεδρε. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, πράγματι εἶναι ἄξιαι προσοχῆς. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου.
§285ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§286ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς τὴν πρότασιν αὐτὴν θ’ ἀποκρούσω.
§287Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν πρότασιν, καὶ ὑμεῖς δύνασθε νὰ τὴν ἀντικρούσητε. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ δεχθῆτε, ὅπως τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι καὶ διανεμηθῶσιν, ἵνα ἤμεθα εἰς θέσιν αὔριον νὰ τὰς συζητήσωμεν μετὰ μελέτην. Τοῦτο, νομίζω, ἐπιβάλλεται, ἂν σκοποῦμεν μετὰ σοβαρότητος νὰ ἐπιλαμβανώμεθα τῆς συζητήσεως τοιούτων θεμάτων.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ παρὰ 10 ἄλλων.
§289Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἴμεθα 10.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§291Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν ὑποστηρίζω τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο ὑπὸ ἐπιτροπῆς συγκειμένης ἐκ συναδέλφων πεπειραμένων, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἐγένετο ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ. Ἐγὼ ὅμως θεωρῶ, ὅτι περισσότερον ἔπρεπε νὰ προβῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ῥιζικωτέρας νὰ φέρῃ τροποποιήσεις πρὸς προστασίαν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Τὸ ἄρθρον 2 07 εἶναι ἀντίγραφον τοῦ ἰσχύοντος ἄρθρου 207. Τροποποιήσεις μόνον τινὲς γίνονται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 208. Ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἄρθρων 214 καὶ 215, ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐτῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἐφάνη, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου κατηργήθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν κατηργήθησαν αἱ διατάξεις αὗται, καὶ ἠδύναντο νὰ συμπεριληφθῶσι, διότι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 208, περιέχουσι ποινὰς, αἵτινες εἶναι ἐλαφρότεραι τῶν ἄρθρων 214–219. Ἡ τροποποίησις ἡ σπουδαιοτέρα γίνεται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 236. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ ἐδάφια τῶν ἄρθρων 208 καὶ 236 περιέχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔδιδον ἀφορμὴν εἰς μεγάλας καταχρήσεις. Ἐπετρέπετο, παραδείγματος χάριν, εἰς τὸν ἀνακριτὴν, ὅταν ἐθεώρει ὕποπτον φυγῆς τὸν κατηγορούμενον, νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν αὐτοῦ, πολλοὺς δὲ διατελοῦντας ἐν φυλακῇ, κατηγορουμένους ἐπὶ πλημμελήματι, οἱ ἀνακριταὶ ἐφυλάκιζον, μόνον ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι ἦσαν ὕποπτοι φυγῆς. Ἐπίσης ἐπὶ τῶν ἀγυρτῶν. Εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀγυρτῶν περιλαμβάνονται πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσι τοσοῦτον ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἀλλ’ ὀρθῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἠξίωσε διὰ τὴν προφυλάκισιν τῶν ἀγυρτῶν νὰ ὑπάρχῃ προηγουμένη καταδίκη, διότι πρέπει νὰ ᾖναι βεβαιωμένον δικαστικῶς, ὅτι ὑπῆρξε καταδίκη ἐπὶ ἀγυρτείᾳ, διὰ νὰ διαταχθῇ ἡ προφυλάκισις τοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ πλημμελήματι. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 236 τοῦ νομοσχεδίου ἔφερε παρατηρήσεις ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι «ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις δὲν συγχωρεῖται: 1) ἐπὶ κακουργημάτων 2) ἐπὶ ἀνθρώπων, οἵτινες, τυχόντες πρότερον προσωρινῆς ἀπολύσεως, ἐτιμωρήθησαν ἐκ νέου ἐπὶ πλημμελήματι». Τὸ παλαιὸν ἄρθρον 236 περιεῖχε τοιαύτας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔδιδον πολλάκις ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις, καὶ ὀρθῶς τὰ ἐδάφια 3, 4, 5 καὶ 6 ἀπεκόπησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, περιωρίσθησαν δὲ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐκεῖνοι μόνον, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον προσωρινῆς ἀπολύσεως καὶ ἐτιμωρήθησαν ἐκ νέου ἐπὶ πλημμελήματι, δύνανται νὰ προφυλακισθῶσιν. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θὰ φέρω πολλὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· θὰ ηὐχόμην ὅμως, εἰς τὸ μέλλον, ἀφοῦ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ μελετηθῶσι νεώτεραι ποινικαὶ νομοθεσίαι, ὡς π. χ. ἡ τοῦ Βελγίου, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος...
§292ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· εἰς τὴν ἐρχομένην Σύνοδον.
§293ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. διὰ τὸν λόγον, ὅτι καὶ ἐπὶ κακουργημάτων καὶ ἐπὶ πλημμελημάτων εἶναι καλὸν, χάριν τῆς προστασίας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν προσωρινὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει. Διὰ μὲν τὰ πλημμελήματα νὰ ᾖναι τοῦτο δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου, νὰ δύναται νὰ ἐμφανίζηται ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου αὐτοπροσώπως, ὅπως ἐπιτρέπει ὁ Βελγικὸς νόμος, μετὰ τοῦ συνηγόρου του, καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν ἀπόλυσίν του, ν’ ἀποφυλακίζηται δὲ ἐπὶ ἐγγυήσει· ἐπὶ δὲ κακουργημάτων νὰ μὴ ἦναι μὲν δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ νὰ ἀνατίθηται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου, καὶ νὰ διατάσσηται ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις ἐπὶ καταβολῇ ἐγγυήσεως. Πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ εἰσαγάγωμεν νόμους ἐπιτρέποντας ν’ ἀποφυλακίζωμεν τοὺς κατηγορουμένους ὄχι μόνον κατὰ τὸν χρόνον τῆς προδικασίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς καταδίκης, διότι εἰς τὰς νεωτέρας νομοθεσίας, ὅπου ἐγεννήθησαν πολλάκις τὰ αὐτὰ ζητήματα, ἀπολύεται ὄχι μόνον ὁ προφυλακιστέος, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη, ὑπὸ ὅρους λίαν πρακτικούς. Σήμερον δηλαδὴ, κατὰ τὰς νομοθεσίας πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἐάν τις καλῆς κοινωνικῆς τάξεως ὑποπέσῃ εἰς πλημμέλημα, οὗτος, καὶ ἕνεκα τῆς κοινωνικῆς αὑτοῦ τάξεως, καὶ ἕνεκα τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη, δὲν φυλακίζεται, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου δικαιοῦται νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἔνοχον: «Τὸ Δικαστήριον σὲ κατεδίκασεν εἰς 6 μηνῶν φυλάκισιν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐκτελέσῃς τὴν ποινήν. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑποπέσῃς εἰς νέον πλημμέλημα, τότε θ’ ἀποτίσῃς καὶ τὴν παλαιὰν ποινὴν καὶ τὴν νέαν, ἄνευ δικαιώματος συγχωνεύσεως τῶν ποινῶν». Τοιούτους νόμους εὔχομαι νὰ μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου.
§294Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καλλίτερον νὰ μὴ εἰσαχθῶσι τοιαῦτα νομοσχέδια παρ’ ἡμῖν.
§295ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Νὰ μελετηθῶσι κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ ἀργῇ ἡ Βουλὴ, ἵνα εἰσαχθῶσι μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον. Γνωρίζετε Κύριοι, μέχρι ποίου σημείου ἔφθασεν ἡ ἔλλειψις προστασίας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας παρ’ ἡμῖν; Νὰ διατάσσῃ ὁ ἀνακριτὴς τὴν σύλληψιν καὶ μεταγωγὴν τοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ πλημμελήματι — καὶ ἔχομεν παραδείγματα — εἰς Ἀθήνας, ἐνῷ κατὰ κανόνα εἰς πᾶν πλημμέλημα, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται προφυλάκισιν ἐν ταῖς περιπτώσεσι τοῦ ἄρθρου 236, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταγωγὴ τοῦ συλληφθέντος ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς συλλήψεως αὐτοῦ, ἢ ἀλλαχοῦ, εἰς Ἀθήνας, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται ἡ ἀρχὴ νὰ κρατήσῃ ἐκεῖ τὸν κατηγορούμενον, ἐκτὸς ἐὰν ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀπαιτῇ τὸ ἐναντίον. Ἀλλὰ βλέπομεν σήμερον καὶ εἰς πταίσματα συμβαῖνον ὅ,τι εἶπον· ἐγὼ εἶδον διὰ πταῖσμα συρόμενον ἐκ Πατρῶν κατηγορούμενον εἰς Ἀθήνας, καὶ ὅτε ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ὁ ἀνακριτὴς, ἔμεινεν ἐνεὸς, διότι δὲν ὑπῆρχε σχεδὸν πρᾶξις ἀξιόποινος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἴσως εἰς τὸ ἄρθρον 236 ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἡ προσθήκη, ὅτι ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἐπὶ ἐγγυήσει, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ δύναταί τις νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι ἐπιτρέπει τὸ ἄρθρον 236 τὴν προσωρινὴν ἀπόλυσιν μόνον ἐπὶ πλημμελημάτων, καὶ δὲν ἐπιτρέπει αὐτὴν ἐπὶ κακουργημάτων. Μίαν ἀπορίαν μόνον ἔχω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἐνῷ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ προφυλακίσεως, εἰς τὸ ἄρθρον 432 παρεισάγονται νέα ζητήματα, περὶ τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων.
§296ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνώμη τοῦ κ. Καλογεροπούλου.
§297ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἦτο ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλὰ διὰ νὰ ψηφισθῶσιν αἱ εὐεργετικαὶ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, θυσιάζω καὶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, καὶ διότι νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ εὐρύτερον τὰ τῆς προστασίας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας.
§298Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω· καὶ ἰδοὺ διατί. Πρῶτον ἔχουσιν ὑποβληθῆ διάφοροι τροπολογίαι, δεύτερον τόσα ἐλέχθησαν ἀπὸ βήματος τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς δύο αὐτῆς παρελθούσας Συνόδους διὰ τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι χώραν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, καὶ τόσα παράπονα ἐγένοντο, ὥστε εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς νομοσχέδιον, ὅπερ ἐπεξειργάσθη καὶ ἐμελέτησε μία πολυμελὴς ἐπιτροπή...
§299ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἐπιτροπαί.
§300Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. .. ἐκ διακεκριμένων Βουλευτῶν καὶ δικηγόρων, δὲν εἶναι πλῆρες, ὥστε ν’ ἀνταποκρίνηται πλήρως εἰς τὸν σκοπόν. Νομοθετοῦντες τοιαύτας ἐλαχίστας τροποποιήσεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας κατὰ τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα, ἀποδεικνύομεν ὅτι δὲν θέλομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν οὐδ’ ἐλαχίστας ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἄλλα Κράτη πρὸ 40 καὶ 50 ἐτῶν ἐνομοθέτησαν.
§301Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι διάφορος ἡ κατάστασις ἐκεῖ.
§302ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καλλίτερος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι δὲν ἔχομεν ἐξ ἐπαγγέλματος κακούργους.
§303Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καθ’ ἑκάστην παραπονούμεθα, ὅτι ὄχι μόνον οἱ Ἕλληνες πολῖται προφυλακίζονται ἀναιτίως, ἀλλὰ καὶ ἡ προφυλάκισις αὐτῶν παρατείνεται ἐπὶ 8 καὶ 10 μῆνας. Ἡ σπουδαιοτέρα ἔλλειψις, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι, ὅτι δὲν τάσσει προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ τὸ Συμβούλιον ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ...
§304ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεζητήθη τοῦτο διὰ μακρῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν.
§305Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι δυνατόν, διότι ἀλλαχοῦ ἐγένοντο τοιαῦται τροποποιήσεις, καὶ ἐγένοντο, κύριε Μπακόπουλε, ἠξεύρετε ποῦ; ἐγένοντο ἐκεῖ, ὅπου ἡ στατιστικὴ ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις διήρκεσε πλέον τοῦ μηνὸς, ἐνῷ ἐδῶ ἔχομεν παραδείγματα, καὶ σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι κατηγορούμενοι μένουσιν ἐν προφυλακίσει ἐπὶ 5 καὶ 6 μῆνας, καὶ ὕστερον ἀπαλλάσσονται. Φρονῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἢ πρέπει νὰ γείνωσιν ἀποδεκταὶ αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι, καὶ ἰδίως ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἢ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι εἶναι ἐντροπὴ σήμερον νὰ ψηφίζωμεν τοιαῦτα νομοσχέδια.
§306ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι νὰ ψηφισθῇ.
§307ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Συντάσσομαι οὐχὶ ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ προλαλήσαντος ἐκ Κορίνθου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Τῷ ὄντι ἡ μεταρρύθμισις, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι πολὺ πενιχρά· εἶναι πολὺ πενιχρὰ καὶ λόγῳ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, καὶ διότι σήμερον αἱ νομοθεσίαι ἄλλων Κρατῶν εἶναι πολὺ πλήρεις...
§308ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς διεμαρτύρεσθε εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§309ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅταν ἔχωμεν ξένας νομοθεσίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἰσχύουσι μὲν παρ’ ἡμῖν ἀκόμη, ὡς μὴ ὑπάρξασαι ὅτε ἡ ἡμετέρα δικαστικὴ νομοθεσία ἐγένετο, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀποτέλεσμα παρατηρήσεων, καὶ ἐδοκιμάσθησαν διὰ πείρας μακρᾶς καὶ ὑπὸ πολλῶν πληθυσμῶν, ἐκεῖναι εἶναι ἡ καλλιτέρα πηγὴ πρὸς νομοθεσίαν. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι πενιχροῦ. Θὰ ηὐχόμην βεβαίως νὰ ἦτο πλῆρες, καὶ νὰ ἐγίνετο ἀναθεώρησις ῥιζικωτέρα τῆς Δικονομίας, διότι αἱ γενόμεναι μικραὶ αὐτῆς τροποποιήσεις φαίνεται ὅτι ἐλάχιστα ἀποτελέσματα θὰ φέρωσιν, ἴσως δὲ φέρωσι καὶ καταχρήσεις τινὰς, καὶ θέλομεν ἴδει, ὅτι εἶναι πιθανὸν, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ τῆς Ἀστυνομίας περί τινος ἐπὶ κλοπῇ κατηγορουμένου διὰ μικρὰν πρᾶξιν, νὰ καταδικάζηται, πρὸς δικαιολογίαν μᾶλλον τῆς προφυλακίσεως, εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπρεπε νὰ καταδικασθῇ οὐδ’ εἰς ὀκτὼ ἡμερῶν φυλάκισιν. Τὸ πνεῦμα, τὸ κρατοῦν, τῆς προφυλακίσεως εἶναι τόσον μέγα, ὥστε φοβοῦμαι, ὅτι ὁ νόμος, ὄχι μόνον δὲν θὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς περιστολῆς τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν προφυλακίσεων ἐπὶ φυγοδικίᾳ κλπ., ἀλλ’ ὅτι θὰ φέρῃ ἴσως καὶ εἰς καταχρήσεις. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω γενικῶς, οὐδὲ εἶναι καιρὸς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἡ τοῦ Βελγικοῦ νόμου τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, νὰ ἐγίνετο δεκτὴ, διότι αὐτὴ ἀποτελεῖ μίαν ἔκφρασιν γνώμης ἐπιστημονικῆς. Θέλω προσέτι παρατηρήσει, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μνεία ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐπηρεάζει τοὺς νόμους περὶ ζωοκλοπῆς καὶ καπνοῦ.
§310ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει.
§311ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν τὸ λέγει... Καὶ περὶ παραβάσεων λαθρεμπορικῶν καὶ ἄλλων, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἡ προφυλάκισις εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ οὐχὶ δυνητική. Ὁ νόμος αὐτὸς ἀποτελεῖ τροποποίησιν τῶν ἄρθρων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, οἱ νόμοι ἐκεῖνοι εἶναι εἰδικοί.
§312Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐκεῖ εἶναι δυνητική.
§313ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐδῶ ὑπάρχει μεγάλη σύγχυσις. Καμμία προφυλάκισις δὲν εἶναι ὑποχρεωτική. Καὶ ὅτε ἐπὶ κακουργημάτων λέγει ὁ νομοθέτης, ὅτι ὁ κατηγορούμενος προφυλακίζεται, δυνητικὸν εἶναι καὶ ἐκεῖ τὸ λεγόμενον, διότι τὸ πᾶν ἀνατίθεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῶν κακουργημάτων τὸ ἔδαφος εἶναι ὁλόκληρον παραδεδομένον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐπὶ δὲ τῶν πλημμελημάτων εἶναι περιεσταλμένον. Ὁ κανὼν ἐπὶ κακουργημάτων εἶναι ἡ προφυλάκισις. Ἀλλ’ ὁ ὅρος «προφυλακίζεται» εἶναι πάντοτε δυνητικός.
§314ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι δὲν εἶναι δυνητικός, προκειμένου περὶ κακουργημάτων.
§315ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς δύνανται νὰ μὴ τὸν προφυλακίσωσι.
§316ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ τὸν θεωρῶσι τότε ὕποπτον. Δὲν δύνανται νὰ τὸν παραπέμψωσιν ἐπὶ κακουργήματι καὶ νὰ μὴ τὸν προφυλακίσωσι. Τὸ ἄρθρον 207 τῆς Δικονομίας κατὰ τοῦτο δυστυχῶς δὲν τροποποιεῖται, καὶ εἶναι ὑποχρεωτικόν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς νόμους περὶ λαθρεμπορίας, περὶ καπνοῦ καὶ ζωοκλοπῆς, ὁ κ. συνάδελφος λησμονεῖ, ὅτι ἐγένετο κανὼν ὑποχρεωτικὸς ἡ προφυλάκισις ὅλων, διότι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα μὴ προφυλακιζομένου σήμερον. Τὸ δυνητικὸν ἐκεῖνο τοῦ νόμου, συνεπείᾳ δὲν γνωρίζω ποίας ἐνεργείας, ἢ ποίας πνευματικῆς καταστάσεως, κατέστη σήμερον ὑποχρεωτικόν.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§318Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 1 νὰ γείνωσιν αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις. Μετὰ τὰς ἐν τῷ πρώτῳ καὶ δευτέρῳ στίχῳ λέξεις «καὶ 432 ἐδάφ. αʹ» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Ὡσαύτως ἐν στίχῳ δεκάτῳ τετάρτῳ, μετὰ τὰς λέξεις «καὶ 421» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». Καὶ ἐν τῷ ἕκτῳ στίχῳ, συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δεληγεώργη, μετὰ τὰς λέξεις «ἐπὶ δὲ πλημμελήμασι» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «δύνανται νὰ φυλακισθῶσι».
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· Θὰ προστεθῶσι. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπάρχουσι πολλαὶ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι, κατόπιν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐννοεῖται ὅτι ἀποσύρονται.
§320ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τοῦ κατ’ ὀκᾶν καπνοῦ παρεχομένου σιγαροχάρτου».
§322Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, αὐξάνονται κατὰ 80 μόνον τὰ κατ’ ὀκᾶν καπνοῦ φύλλα σιγαροχάρτου, δηλ. προστίθενται δύο φύλλα σιγαροχάρτου εἰς ἕκαστον κυτίον καπνοῦ. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἀρκετὸν τὸ σιγαρόχαρτον, καὶ οὕτως αὐξανόμενον. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἄλλος λόγος εἶναι ἱκανὸς νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἑξῆς. Εἰς ἕκαστον κυτίον δέκα δραμίων, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρέχονται 26 μόνον φύλλα σιγαροχάρτου, εἶναι ὅμως γνωστὸν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς καπνοπώλας νὰ πωλῶσι καὶ κυτία πέντε δραμίων, τὰ ὁποῖα θὰ περιέχωσι 13 φύλλα σιγαροχάρτου· καὶ ἕως ἐδῶ τὰ πράγματα βαίνουσι καλῶς. Ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πωλῶσι καὶ κυτία 2½ δραμίων. Εἰς αὐτὰ τὰ κυτία πόσα φύλλα θὰ θέσωσιν; ἓξ, ἢ ἓξ καὶ ἥμισυ. Ἐκ τούτου δηλοῦται, ὅτι εἰς ἕκαστον κυτίον δέκα δραμίων ὁ ἐπιβαλλόμενος ἀριθμὸς φύλλων σιγαροχάρτου πρέπει νὰ ἦναι πολλαπλάσιος τοῦ 4, ἤτοι εἰς ἕκαστον κυτίον δέκα δραμίων νὰ ἦναι 28 φύλλα σιγαροχάρτου, ἢ μᾶλλον 32 τοιαῦτα, καὶ εἰς ἑκάστην ὀκᾶν 1120, ἢ κάλλιον 1280. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ἀναπληροῦντα τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνάδελφόν του, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, καὶ αὔριον, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, νὰ ἐπενεχθῇ ἡ δέουσα τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τὸν κανονισμὸν αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαίου καὶ λογικοῦ, τὸ ὁποῖον ὅμως πρέπει πρῶτον νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου.
§323Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν, δι’ ἧς ζητῶ νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν φύλλων σιγαροχάρτου, διότι ὁμολογουμένως ὁ ἀριθμὸς τῶν 26 φύλλων δὲν ἐξαρκεῖ, ὅπως καταναλωθῇ ὅλος ὁ καπνὸς, ὁ ἐν τῷ κυτίῳ τῶν δέκα δραμίων. Ἂν διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα δὲν γείνῃ τοῦτο, διὰ τὰ Θεσσαλικὰ καπνὰ πρέπει νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, διότι τὰ καπνὰ τῆς Θεσσαλίας εἶναι ἐλαφρὰ, καὶ καταλαμβάνουσι περισσότερον χῶρον, καὶ ἑπομένως ἔχουσιν ἀνάγκην περισσοτέρων φύλλων σιγαροχάρτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΨΜΖʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1900, καὶ περὶ προσδιορισμοῦ νέων τελῶν διὰ τὴν μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων».
§325Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν μετ’ ἄλλων συναδέλφων ἐκ Θεσσαλίας, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦμεν, ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου, καὶ ὄχι ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου. Δεύτερον ζητοῦμεν, ὅπως τὸ ποσοστὸν ἐπὶ τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ ἥμισυ, διότι, ἂν διατηρήσωμεν τὸ 1%, θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις 25,000 δραχμῶν, ὑπολογιζομένων εἰς 2,500,000 τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων, ὅπερ εἶναι ὑπερβολικὸν διὰ τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ψηφίζομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§326Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακκλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Καρτάλη αἱ λέξεις «ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου 1900» ἀντικαθίστανται διὰ τῶν λέξεων «ἀπὸ τῆς 1 Αὐγούστου 1900». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐνταῦθα, κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καρτάλη, ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ, ἀντὶ τῶν λέξεων «1%,» τίθεται «½%». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ τῆς Θεσσαλίας».
§328Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Σχολὴ ἡ Γεωργικὴ συνιστᾶται κατὰ μέγα μέρος ἐκ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, καὶ κατὰ μέρος ἐκ χρημάτων τοῦ Δημοσίου. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι δύσκολον νὰ ἱδρυθῇ Σχολὴ, ὡς τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ, ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ διδάξῃ ἐν τῇ Σχολῇ. Ὡς εἶναι γνωστὸν, προσωπικὸν διδακτικὸν διὰ γεωργικοὺς σταθμοὺς δὲν ὑπάρχει. Κατὰ τὸν νόμον περὶ γεωργικῶν σταθμῶν, εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ ἱδρύσῃ 26 σταθμοὺς, ὅσοι οἱ νομοί· σήμερον δὲ λειτουργοῦσι μόνον 6 ἢ 7. Δύο καθηγηταὶ ὑπῆρχον, οἱ ὁποῖοι ἐκ διαφόρων λόγων ἀπῆλθον· ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι στερούμεθα διδακτικοῦ προσωπικοῦ σήμερον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐκπαιδεύονταί τινες ἐν Εὐρώπῃ, ἀλλ’ οὗτοι ἢ θὰ ἐπανέλθωσι μετὰ ἔτη, ἢ, ὅταν ἐπανέλθωσιν, ἄλλαι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους θέλουσιν ἀποσπάσει αὐτούς. Λοιπὸν θὰ συνεβούλευον τὴν Κυβέρνησιν, νὰ θεωρήσῃ ὡς περίπτωσιν τοῦ κληροδοτήματος Ἀβέρωφ τὴν μόρφωσιν καθηγητῶν, καὶ ζητήσῃ νὰ ἐπιτραπῇ, ὅπως ἀποσταλῶσι καὶ ἐκπαιδευθῶσι διὰ τὴν Σχολὴν ἀκριβῶς τὴν Γεωργικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀβέρωφ ἐπεθύμησε νὰ ἱδρυθῇ ἐν Λαρίσῃ, καὶ δαπάναις τοῦ κληροδοτήματος τόσοι νέοι, ὅσοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς Σχολῆς, λαμβανόμενοι διὰ διαγωνισμοῦ. Τὸ κληροδότημα, κατὰ τὴν διαθήκην, ἀποτελεῖται ἀπὸ 4/80 τῆς περιουσίας, καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς ἡ διαθήκη: «Ἀφίνω εἰς τὸ ἔθνος μου τέσσαρα μερίδια, τὸ δ’ ἐκκαθαρισθησόμενον ποσὸν κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα τὸ μὲν ἥμισυ δαπανηθῇ πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς σχολῆς ἐν Λαρίσῃ, ἢ ὅπου κρίνῃ κατάλληλον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ μείνῃ κατατεθειμένον εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τόκῳ, ὅστις θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς συντήρησιν αὐτῆς». Νομίζω, ὅτι κάλλιστα δύναται τὸ ἥμισυ τοῦ κληροδοτήματος νὰ συντηρήσῃ πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν νέων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκπαιδευθῶσιν ἐν Εὐρώπῃ ἤδη, ὅπως διδάξωσιν, ἐπανερχόμενοι, ὡρισμένον χρόνον ἐν τῇ Σχολῇ τῆς Λαρίσης. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων ἐγκαταστάσεως τῆς Γεωργικῆς Σχολῆς. Οὕτω δύναται, ἂν ᾖναι ἀνάγκη, ν’ ἀγοράσῃ ἀπὸ τοῦδε τὰς γαίας, δύναται νὰ προβῇ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα κατέχει, καὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα διαθέτει, εἰς τὸ νὰ παρασκευάσῃ τὰ γεωπονικὰ ἔργα τοῦ σχολείου, νὰ προβῇ εἰς τὴν οἰκοδομὴν κτιρίων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει διὰ τοῦ κληροδοτήματος νὰ προνοήσῃ διὰ τὴν μόρφωσιν τῶν καθηγητῶν, καὶ καθηγητῶν τελείως μεμορφωμένων διὰ τὴν διδασκαλίαν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Λέγει τὸ ἄρθρον: «Ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου θέλουσιν ἀγορασθῆ περὶ τὰ τρισχίλια στρέμματα συνεχομένων γαιῶν καλλιεργησίμων, ἐν αἷς ἱδρυθήσεται ἡ Σχολὴ» κλπ. Πρῶτον πρέπει νὰ ὁρισθῇ «ἐκ τοῦ ἡμίσεος κεφαλαίου», διότι, κατὰ τὴν διαθήκην, ἐκ τοῦ ἡμίσεος κληροδοτήματος διατάσσεται νὰ ἱδρυθῇ ἡ Σχολή, διὰ δὲ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος νὰ συντηρῆται ἡ Σχολή. Ἑτέραν ἀνάγκην παρατηρῶ τὴν ἑξῆς· ὅτι πρέπει ὄχι μόνον νὰ ἱδρυθῇ ἡ Σχολὴ καὶ ν’ ἀγορασθῶσιν αἱ γαῖαι, νὰ κατασκευασθῶσι τὰ κτίρια καὶ αἱ κατοικίαι ἀνθρώπων καὶ ζῴων, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνηται καὶ ἐργασία συντηρήσεως, διότι πρέπει ἐκ τῶν εἰσοδημάτων οὐ μόνον νὰ συντηρῆται τὸ προσωπικόν, ἀλλὰ νὰ καλύπτηται καὶ μέρος τῶν ἄλλων δαπανῶν τῆς Σχολῆς, πρέπει δὲ νὰ περισσεύῃ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἕν μέρος διὰ τὸ κινητὸν κεφάλαιον, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἀδύνατον νὰ διεξαχθῇ ἐργασία γεωργικὴ καὶ κτηνοτροφική. Αὗται ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν διδασκαλίαν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους καὶ τὰς πρακτικὰς ἐφαρμογάς. Δυνατὸν αὗται ν’ ἀφίνουν μικρὸν εἰσόδημα εἰς τὴν Σχολὴν, ἀλλὰ τὸ εἰσόδημα δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς, οὐδ’ εἶναι βέβαιον. Αὐτὰς τὰς δαπάνας πόθεν θὰ εὕρῃ ἡ Σχολή; Ἂν δαπανήσῃ τὸ ἥμισυ πρὸς ἵδρυσιν τῆς Σχολῆς, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ διατηρήσῃ διὰ τὴν συντήρησιν τῆς Σχολῆς, θὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος εἰς τὴν ἀνάγκην ἐξ ἰδίων νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας, καὶ καλὸν νὰ προϋπολογίσῃ ταύτας πρὶν ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς ἱδρύσεως τῆς Σχολῆς, διότι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους εἶναι ἀναπόφευκτοι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Γεωπονικοῦ Χημείου παρὰ τῷ ἐν Ἀθήναις Γεωργικῷ Σταθμῷ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωπικοῦ τῶν γεωργικῶν ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–7 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§332ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τὰ καθήκοντα τοῦ λογιστοῦ καὶ γραφέως τὰ ἀναθέτετε εἰς ἀποφοίτους τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν. Ἔχει τοῦτο καλῶς· ὑπάρχει ὅμως τὸ Γεωργικὸν σχολεῖον τῆς Βυτίνης καὶ ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦσιν ἤδη γραφεῖς λογισταί. Ὑποβάλλω τροπολογίαν, καθ’ ἣν οἱ ὑπηρετοῦντες σήμερον εἰς αὐτὰς τὰς θέσεις δύνανται νὰ διορίζωνται.
§333Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διευθετήσεως τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων χειμάρρου «Κυρᾶς Λαγκάδι». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§335ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Φθάνει πλέον, κύριε Πρόεδρε.
§336ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§337Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἐκ δυστυχημάτων ἐν μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις παθόντας ἐργάτας» παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§338Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ εἶναι σπουδαῖον νομοσχέδιον, ὅπερ θὰ προκαλέσῃ εὐρεῖαν συζήτησιν, δύναται ν’ ἀναβληθῇ, ὅπως τεθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀρδεύσεως τῶν πεδίων τῶν δήμων Κορινθίων, Σικυῶνος καὶ Νεμέας», ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 206).
§340ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§341Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ θὰ συζητηθῇ. Δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε. (Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης).
§342ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔφυγεν, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα σχετιζόμενα μὲ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἤδη συζητεῖται, καὶ δὲν κατέθεσε, διότι δὲν εὗρεν αὐτά. Ἐζήτησα ταῦτα διὰ ῥητῆς ἐπερωτήσεως γραπτῆς. Ἐπεθύμουν, ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχω, νὰ τὸν ἐρωτήσω: κατέθεσεν ἢ δὲν κατέθεσεν αὐτά; ἔχει ἢ δὲν ἔχει αὐτὰ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου; Διότι, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου συνδυαζομένου μὲ σπουδαιότατα συμφέροντα ὑμῶν αὐτῶν, κύριοι Βουλευταί, οἵτινες ζητεῖτε τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἐδήλωσα καὶ ἐν τῇ προηγουμένῃ συζητήσει, ὅτι ἐγὼ μὲν συμφέροντα δὲν ἔχω, καὶ ἂν ἀγωνίζωμαι, ἀγωνίζομαι ὑπὲρ τῆς ἑνότητος τῆς νομοθεσίας, χάριν τοῦ δημοσίου πλούτου, τὸν ὁποῖον ἀγνοοῦσιν οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ χαθῇ καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τοὺς συμπολίτας σας· σεῖς δὲ ὀφείλετε ταῦτα νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, καὶ κάλλιον νὰ μελετήσητε, τί ζητεῖτε, διότι τὸ νομοσχέδιον δεικνύει, ὅτι οἱ συντάξαντες αὐτὸ ἠγνόουν ὅτι ὑπάρχει νόμος περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ λιμνῶν, ὅστις κανονίζει πάντα τὰ ζητήματα, καὶ ὅστις δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν θελήσῃ νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως, νὰ δύναται νὰ συνάψῃ οἱανδήποτε σύμβασιν μετὰ τῶν ἀναλαμβανόντων τὴν ἀποξήρανσιν, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ὅρων, οὓς ὁ νόμος αὐτὸς τάσσει εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ παραχωρήσῃ καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀποξηρανθησομένης ἐκτάσεως, καὶ κάρπωσιν μέχρις ἑκατὸν ἐτῶν ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος αὐτῆς, καὶ χρησιμοποίησιν τῶν ὑδάτων καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ὁ ἀναλαμβάνων τὴν ἐπιχείρησιν θελήσῃ. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποχρέωσις οὐδεμία ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἀναλαμβάνοντας τὴν ἐπιχείρησιν, τὸ δὲ ὕδωρ ὅλον καὶ τῆς πηγῆς τῶν Κιονίων καὶ ὅλων τῶν ἄλλων πηγῶν πρόκειται νὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτούς, παρέχεται δὲ καὶ δικαίωμα ἐμπράγματον ἐπ’ αὐτοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνταποδόσεως. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν πολλὰ καὶ ἄλλα πράγματα οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Οὕτω διὰ τοῦ νομοσχεδίου οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Στυμφαλίας, οἱ ἔχοντες γαίας περὶ τὴν λίμνην, δὲν ἀποκτῶσι δικαίωμα ἀρδεύσεως τῶν γαιῶν αὐτῶν τούτων διὰ τῶν ὑδάτων αὐτῶν, ἅτινα ῥέουσιν ἐντὸς τῆς λίμνης· ὅταν δὲ ὁ μέλλων νὰ διοχετεύσῃ αὐτὰ διὰ τῆς σήραγγος πράξῃ τοῦτο καὶ λάβῃ τὰ ὕδατα, αἱ γαῖαι ἐκεῖναι μένουσιν ἀνάρδευτοι, καὶ χάνουσι πᾶν δικαίωμα ἐπὶ τῶν ὑδάτων τούτων. Ἐπίσης αἱ γαῖαι τῆς Σκοτεινῆς, κείμεναι ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας Ἄργους, θέλουσι πάθει τὸ ἴδιον πάθημα, καὶ θὰ μείνωσιν ἀνάρδευτοι. Ὅταν τοῦτο ἐννοηθῇ, τότε ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κορινθίας θὰ ἐννοήσῃ ποίαν ὑπηρεσίαν παρέσχε καὶ εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς τοὺς συμπολίτας του.
§343Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σᾶς ἐνδιαφέρει;
§344ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μ’ ἐνδιαφέρει διὰ τὸ παράλογον τοῦ σχεδιάσματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ζητεῖτε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· μὲ ἐνδιαφέρει διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ τόπου, διότι οἱ δικαιοῦχοι ἔχουν δικαίωμα ν’ ἀντισταθῶσι· μὲ ἐνδιαφέρει διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅπερ οὐ μόνον χάνει, ἀσκόπως δωρουμένην, τὴν περιουσίαν του, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀποζημιώσεις θὰ ὑποβληθῇ· μὲ ἐνδιαφέρει, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ ἐκστρατεύσωσιν ἄλλοι κατὰ τῶν Φενεατῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου διοχετεύεται ὅλον τὸ ὕδωρ τῆς Στυμφαλίας διὰ τῶν σηράγγων Σοῦρι καὶ Πράθι, αἵτινες σήμερον εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ. Τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ νομοσχεδίου κρατεῖ τὸ δικαίωμα, ἵνα τὸ ὕδωρ τὸ διοχετευθησόμενον χρησιμοποιήσῃ ὡς ὕδωρ πόσιμον τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ἀθηναίων· ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο; Ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ ὕδωρ εἰς Στυμφαλίαν εἰσρέει οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς πηγῆς τῶν Κιονίων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν τῆς Δούσιας καὶ ἐκ τῶν τῆς Λαύκας; Ἀγνοεῖ, ὅτι ὅλα τὰ ὕδατα ταῦτα, ὅσον πολλὴ καὶ ἂν ἦναι ἡ ποσότης αὐτῶν, δύνανται νὰ διοχετευθῶσι, καὶ πρέπει νὰ διοχετευθῶσι, μόνον διὰ τῶν δύο συνεχῶν ἐκείνων σηράγγων, ἵνα ἀποξηρανθῇ ἡ Στυμφαλία; Ἀγνοεῖ, ὅτι μόνον τὸ ὕδωρ τῆς πηγῆς Κιονίων εἶναι πόσιμον, τὰ δὲ ἄλλα μόνον ὡς κινητήριος δύναμις, ἢ πρὸς ἄρδευσιν γαιῶν, δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι, καὶ ὅτι, ὅταν τὰ ἄλλα ἐκεῖνα ὕδατα διοχετευθῶσι διὰ τῶν σηράγγων, δὲν μένει τρόπος διοχετεύσεως τῶν ποσίμων ὑδάτων τῆς πηγῆς Κιονίων, καὶ οὕτως ἀπόλλυται τὸ μέσον τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τούτων εἰς Ἀθήνας ἢ ἀλλαχοῦ; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῷ ἔδωκε τὴν πληροφορίαν, ὅτι δύναται διὰ σωλήνων νὰ διέλθῃ διὰ τῆς σήραγγος τὸ ὕδωρ Κιονίων! Ἡ πληροφορία αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν γνωρίζει οὔτε τὰς διαστάσεις τῆς σήραγγος ἐκείνης, ἧς τὸ πλάτος εἶναι μόνον 0,80 τοῦ μέτρου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔλθῃ τὸ ὕδωρ τοῦτο τῶν Κιονίων, τότε τὸ ἀπομένον ὕδωρ τῆς Δούσιας τῆς Λαύκας, τῶν ὄμβρων δὲν ἀρκεῖ οὔτε πρὸς ἄρδευσιν τῶν γαιῶν τῆς Στυμφαλίας ἐν ὥρᾳ θέρους καὶ ξηρασίας, καὶ ἐν χειμῶνι ἔτι, διότι αἱ κοῖται τῶν χειμάρρων ἐκείνων εἶναι πολὺ χαμηλότεραι τῶν ἀρδευσίμων γαιῶν τῆς Στυμφαλίας. Οὐδένα σκοπὸν βλέπω εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ τὴν ἄγνοιαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐσχεδίασαν τὸν νόμον τοῦτον. Τὸ ὕδωρ τῆς Στυμφαλίας, τὸ μὲν τῶν Κιονίων πηγάζει ὀλίγον ὑψηλότερον τῆς λεκάνης αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ καὶ τὰ ἄλλα, ἐξερχόμενα τῶν σηράγγων, καταπίπτουσιν ἀπὸ 20 μέτρων ὕψους καὶ ἐκεῖ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς καθόδου των, διότι ἡ Στυμφαλὶς εἶναι εἰς ὕψος ἀνώτερον τῶν 400 μέτρων ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης, καὶ τὸ ὕδωρ αὐτῆς δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς κινητήριος δύναμις εἰς 10 ἢ 12 σημεῖα, πρὸς ὠφέλειαν τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι δύνανται διὰ τῆς δυνάμεως αὐτῆς καὶ 5 καὶ 6 ἐργοστάσια νὰ συστήσωσιν εἰς ἕκαστον τῶν σημείων τῆς καταπτώσεως τοῦ ὕδατος. Διὰ τοῦ συστήματος δὲ τούτου, διὰ τῆς διοχετεύσεως δηλ. τῶν ὑδάτων ἀσκόπως, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ οἱονδήποτε σημεῖον, ἵνα χρησιμοποιηθῇ ἡ δύναμις αὕτη. Ἀλλὰ σᾶς παρατηρῶ καὶ ἄλλο· ἡ πρὸς ἄρδευσιν χρῆσις τῶν ὑδάτων αὐτῶν διὰ τὴν Νεμέαν καὶ Κορινθίαν καὶ Περαχώραν οὐ μόνον εἶναι ἄνευ ὠφελείας, διότι μέχρι τοῦδε αἱ πεδιάδες αὗται ἀνθοῦσιν ἄνευ ὑδάτων, ἀλλὰ καὶ ἀδύνατον νὰ ἀναβῇ τὸ ὕδωρ εἰς τὴν κυρίως Περαχώραν, καὶ προσέτι ἡ πρὸς τοιαύτην ἄρδευσιν χρῆσις αὐτῶν θὰ γεννήσῃ καὶ ἔριδας, καὶ ἀδικεῖ τὴν μεγάλην πεδιάδα τῆς Ἀργολίδος, τὴν ἄνυδρον πεδιάδα, τὴν πολυδίψιον, ὡς ὀνομάζει αὐτὴν ὁ Ὅμηρος, καὶ ἥτις ἠδύνατο νὰ γείνῃ μεγάλου πλούτου παραγωγός, ἂν ἡ Ἀργολικὴ ἠρδεύετο διὰ τῶν ὑδάτων αὐτῶν, ἐνῷ οὐδόλως ὠφελεῖ τὰς μὴ ἐχούσας ὑδάτων ἀνάγκην γαίας τῆς κοιλάδος Νεμέας καὶ τὰς σταφιδούχους γαίας τῆς Κορίνθου. Ἄν δὲ πάλιν τὸ ὕδωρ χρησιμοποιηθῇ εἰς Νεμέαν, θὰ κατασωτεύηται, καὶ δὲν θὰ μείνῃ ὕδωρ νὰ καταβῇ ἀλλαχοῦ, ὅπου εἶναι ἀνάγκη, ἐνῷ ἡ Νεμεατικὴ γῆ, κατάφυτος οὖσα ἐξ ἀμπελώνων, δὲν ἔχει ὑδάτων χρείαν, καὶ θὰ στερηθῶσιν αὐτοῦ αἱ δεόμεναι πολυδιψεῖς γαῖαι, πρὸς βλάβην τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐκτὸς τούτου, ἡ κοίτη τοῦ Ἀσωποῦ, ἥτις διέρχεται κατὰ τὸ πλάτος μόνον διὰ τῶν γαιῶν τῆς Νεμέας, εἶναι πολὺ βαθεῖα, καὶ τὸ ὕδωρ δέον νὰ ἀνυψῶται διὰ μηχανημάτων, ἵνα ἀρδεύῃ αὐτὰς, ὅπερ βεβαίως δὲν θὰ γείνῃ, διότι δὲν θὰ ἱκανοποιῆται ἡ πρὸς ἀνύψωσιν δαπάνη. Ἄν δὲ θελήσητε νὰ μεταβάλητε ἢ ν’ ἀνυψώσητε τὴν κοίτην, θ’ ἀπαιτηθῶσι δαπάναι ὑπερβαίνουσαι τὴν ἀξίαν τῶν γαιῶν τῆς Νεμέας. Ταῦτα, ἐλάχιστα μόνον ὄντα ἐξ ὅσων δύνανται νὰ λεχθῶσι, ταῦτα μόνον εἶπον, ἵνα καταδείξω τὸ ἀμελέτητον, τὸ ἀπρονόητον, τὸ οὐ μόνον ἀνωφελές, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὲς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ, γενόμενον πρὸς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων καὶ συμφερόντων, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἦναι οἷον εἶπον. Ἐὰν ψηφίσητε αὐτὸ, ὡς ἔχει, εὔχομαι νὰ μὴ μετανοήσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐζήτησαν, καὶ ὅσοι θέλουν ψηφίσει αὐτό. Πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν ἐπείσθη, θὰ πεισθῇ, ὅτι κακὰς ὑπηρεσίας προσέφερε καὶ εἰς τοὺς φίλους του καὶ εἰς ἑαυτὸν, τοιαῦτα κατασκευάσματα υἱοθετῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποσπάσεως τῆς κτηματικῆς περιοχῆς τῆς διαλελυμένης Μονῆς Αὐγοῦ ἀπὸ τοῦ δήμου Ναυπλιέων καὶ προσαρτήσεως αὐτῆς εἰς τὸν δῆμον Διδύμων».
§346ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπαράδεκτον, διότι, καὶ ἐὰν ἡ κτηματικὴ ἔκτασις τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως, τῆς ἐπιλεγομένης καὶ Μονῆς Αὐγοῦ, ἥτις εἰς τὰ σύνορα μεταξὺ τῶν ἐπαρχιῶν Ἑρμιονίδος καὶ Ναυπλίας, καὶ ἂν ἦτο μία ἑνιαία κτηματικὴ ἔκτασις, καὶ οὐχὶ πολλαὶ, πάλιν ἡ ἀπόσπασις τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πολλὰς χιλιάδας στρεμμάτων, ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας καὶ ἡ προσκόλλησις αὐτῆς εἰς τὸν δῆμον Διδύμων, ἀποτελοῦντα μέρος τῆς ἐπαρχίας Ἑρμιονίδος, δὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἔστω καὶ διὰ νόμου. Πολὺ πλέον, ἀφοῦ ἡ ἔκτασις τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς ἐκείνης δὲν εἶναι εἰς τὰ σύνορα τῶν δύο ἐπαρχιῶν, τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπαράδεκτον. Ἐὰν ἡ κτηματικὴ περιουσία τῆς διαλυθείσης ἐκείνης Μονῆς ἦναι μία ἑνιαία καὶ κεῖται εἰς τὰ σύνορα, ἀπαραδέκτως πάλιν εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, διότι, κατὰ τὸν πάγιον νόμον τοῦ 1845 περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἄρθρον 13, «ἡ περιφέρεια ἑκάστης ἐπαρχίας διαιρεῖται, ὡς ὡρίσθη διὰ τοῦ ἀπὸ 3/15 Ἀπριλίου 1833 Β. Διατάγματος καὶ διὰ μεταγενεστέρων ἀποφάσεων, πᾶσα δὲ κατὰ τοῦτο μεταβολὴ δὲν θέλει γίνεσθαι, εἰμὴ διὰ νόμου, προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομαρχιακοῦ ἢ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου.» Προτοῦ λοιπὸν ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Βουλή, κατὰ τὸν πάγιον νόμον τοῦ 1845, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν γνωμοδότησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἢ νῦν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Τὴν διάταξιν ταύτην σχολιάζων ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐν τῷ συγγράμματί του περὶ Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας, παρατηρεῖ ὀρθῶς, ὅτι ἡ προηγουμένη γνωμοδότησις τῶν τοιούτων Συμβουλίων εἶναι διὰ τὸν νομοθέτην ἀπαράδεκτος, διότι πρέπει νὰ διαφωτίσῃ αὐτὸν ποῖα τὰ τοπικὰ αἴτια, τὰ δικαιολογοῦντα τὴν τοιαύτην ἀλλοίωσιν τῶν ὁρίων καὶ τὴν μεταβίβασιν ἐκτάσεως γῆς ἀπὸ μιᾶς ἐπαρχίας εἰς ἄλλην, καὶ ποῖα συμφέροντα τοπικὰ ἢ γενικὰ ὑπαγορεύουσι τοῦτο. Ἄνευ τοιαύτης τῶν Συμβουλίων προηγουμένης γνωμοδοτήσεως, ὁ νόμος διατάσσει νὰ μὴ γίνηται μεταρρύθμισις ὁρίων ἐπαρχιῶν. Δὲν εἶναι δὲ δύσκολον, ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ, εἰσαχθέντος τούτου παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτοῦ, δέχεται καὶ προκαλεῖ ἡ Κυβέρνησις (ἡ κανονίζουσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ τῆς πλειονοψηφίας) τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, δύναται, λέγω, καὶ ὀφείλει μάλιστα νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις προηγουμένως τὴν γνωμοδότησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν, ἢ μᾶλλον τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ ἴδωμεν, ποῖοι λόγοι ὑπαγορεύουσι τὴν τοιαύτην μεταβολήν. Διότι, ἐὰν ἀρχίσῃ τὸ σύστημα τῆς ὑπὸ Βουλευτοῦ, ἀνήκοντος εἰς κόμμα κατέχον τὴν ἐξουσίαν, προτάσεως νόμου, σκοπούσης τὴν ἁρπαγὴν παρὰ τῆς γείτονος ἐπαρχίας γαιῶν ἢ ἐκτάσεων, ἀνηκουσῶν ταύτῃ, θὰ ἔχωμεν πολλὰ τὰ δυσάρεστα. Διὰ τοῦτο εἶδον μετὰ πολλῆς μου χαρᾶς τὴν πρότασιν νόμου, τὴν γενομένην παρὰ Βουλευτοῦ, περὶ προσθήκης τῆς Ἀμαλιαπόλεως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου, ἐγκαταλειφθεῖσαν, διότι δὲν ὑπῆρχε γνωμοδότησις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιλάβηται τῆς ψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ παραβῇ τὸν νόμον τοῦ 1845, ὃν ἐψήφισεν ἡ πρώτη Βουλή. Γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουσί τινες φρονοῦντες, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον εἶναι παντοδύναμον, καὶ ὅτι καὶ νόμους δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ, καὶ τὰς ὑπὸ τῆς Βουλῆς τεθείσας διατάξεις. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη θεωρία δὲν εἶναι δι’ ἐμὲ ἀπολύτως ὀρθή, οὐδὲ συντελεῖ εἰς τιμὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ἂν τοῦτο, ἢ μέλη αὐτοῦ δύνανται νὰ παραβιάζωσι τοὺς νόμους, οὓς αὐτὸ τίθησι. Τοιαύτη θεωρία ὑποστηρίζω, ὅτι φέρει εἰς πολλὰ ἄτοπα, καὶ θὰ προκαλέσῃ πλείονα ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἔκτασις τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως, ὡς θ’ ἀποδείξῃ ὁ συνάδελφός μου, δὲν εἶναι εἰς τὰ σύνορα τῆς ἐπαρχίας Ἑρμιονίδος, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι μεταξὺ τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς καὶ τοῦ δήμου Διδύμων ὑπάρχει ἔκτασις ἄλλη, μὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν κτηματικὴν περιουσίαν τῆς Μονῆς τῆς Μεταμορφώσεως ἢ Αὐγοῦ, νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη προσκόλλησις εἶναι καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀδύνατον νὰ γείνῃ, ἄνευ τῆς προσκολλήσεως καὶ τῶν ἐκτάσεων τῶν μεταξὺ τῶν κτημάτων τούτων, ἅτινα εἶναι πλείονα καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐπαρχίας Ἑρμιονίδος. Διὰ τοῦτο ζητῶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν, νὰ προσαγάγῃ τὰ σχεδιαγράμματα τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς Αὐγοῦ καὶ τῶν συνόρων, τῶν χωριζόντων τὸν δῆμον Διδύμων ἀπὸ τοὺς γείτονας δήμους, καὶ δὴ τὸν δῆμον Ναυπλιέων, νὰ προκαλέσῃ δὲ τὴν τῶν ἁρμοδίων Συμβουλίων γνώμην, τὴν δυναμένην νὰ φωτίσῃ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ἂν εἶναι ἀναγκαία ἡ προτεινομένη αὐτῷ μεταβολὴ ὁρίων.
§347ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§348ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ὑφίστανται νόμῳ, καὶ δύνανται νὰ λειτουργήσωσιν ὅταν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ὑφίσταται λοιπὸν λόγος ἀδυναμίας νομικῆς, ὡς φαίνεται θέλων νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτής, δικαιολογῶν, διατὶ δὲν ὑπάρχει γνωμοδότησις. Τὸ θέλει ὁ νόμος, ἢ ὄχι; Ἐὰν τὸ θέλῃ, πῶς θὰ δικαιολογηθῇ ἡ μὴ τήρησις τούτου; Ἀλλ’ ἐγὼ παρατηρῶ καὶ τὸ ἄλλο ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ τὸ ὁποῖον ἐν μέρει συνομολογεῖ καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ περιοχὴ αὕτη δὲν εἶναι εἰς τὰ σύνορα...
§349ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἀκριβῶς εἰς τὰ σύνορα. Μεταξὺ τῆς περιοχῆς αὐτῆς καὶ τοῦ δήμου Διδύμων δὲν μεσολαβοῦσιν ἰδιωτικαὶ κτήσεις, ὑπαγόμεναι εἰς ἄλλον δῆμον.
§350ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν μεταξὺ τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς καὶ τοῦ δήμου Διδύμων μεσολαβῶσιν ἄλλαι ἐκτάσεις (καὶ μεσολαβοῦσιν, ὡς θὰ εἴπῃ ὁ συνάδελφος ἐκ Ναυπλίου, ἀφοῦ τὰ κτήματα τῆς Μονῆς εἶναι πολλὰ τεμάχια μακρὰν τῶν ὁρίων), εἰς ποῖον Κράτος θὰ εὕρῃ τις τὴν τοιαύτην διοικητικὴν διαίρεσιν δήμου, ἔχοντος δικαίωμα ἐπὶ ἐκτάσεως κειμένης εἰς τὸ κέντρον ἄλλου δήμου, ἄλλης ἐπαρχίας; Ποῦ ἠκούσθη, εἷς δῆμος νὰ ἔχῃ εἰς τὴν περιοχήν του μίαν ἔκτασιν, ὑπαγομένην διοικητικῶς εἰς ἄλλον δῆμον, ὡς π. χ. ὁ δῆμος Πειραιῶς νὰ περιλαμβάνῃ εἰς τὴν διοικητικήν του περιφέρειαν τὴν πέραν τοῦ Βασιλικοῦ κήπου, ἢ τὴν ὄπισθεν τῶν στρατώνων τοῦ Πυροβολικοῦ ἔκτασιν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ δῆμος, ἔχων δικαιοδοσίαν ἐπὶ ἐκτάσεως ἄλλου δήμου; Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνει συχνὰ ὁ συνάδελφος, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συμφερόντων, διότι οὐδὲν ζημιοῦται τὸ Ναύπλιον. Ἐὰν τὸ Ναύπλιον εἶχε τοιαῦτα, θὰ ἐθυσίαζεν αὐτά· ἀλλ’ ἂν αὐτὸς δὲν ἔχῃ συμφέρον, διατὶ τὸ ζητεῖ; Συμφέρον δὲν ἔχει ὁ δῆμος Ναυπλίου, διότι ἡ ἔκτασις τῆς Μονῆς ἐκείνης, τῆς διαλελυμένης, ἐν συνόλῳ καὶ ὁμοῦ ἐνοικιαζομένη, καθὸ ἐξαιρεθεῖσα ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς δηλώσεως ἐκ μέρους ἰδιωτῶν, ἐνοικιάζεται διὰ δημοπρασίας εἰς ποιμένας τῆς Μαντινείας. Δημοπρασία γινομένη ἐν Ναυπλίῳ ἐξασφαλίζει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσὸν ἱκανὸν διὰ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον. Ἀλλ’ ἂν ἡ δημοπρασία μέλλῃ νὰ γείνῃ ἐν Κρανιδίῳ, βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ συναγωνισμόν, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ. Τοῦτο ζητεῖ τάχα ὁ κ. Βουλευτής; Τὰς ἐκτάσεις ταύτας, ὡς εἶπον, ἐνοικιάζουσι ποιμένες, ἰδίως ἐκ Βαλτετσίου, καὶ ἐγκαθίστανται ἐν αὐταῖς, καὶ ζῶσιν, ὡς γνωρίζετε ὅτι ζῶσιν οἱ ποιμένες. Ποῖαι σχέσεις συνάπτονται μετὰ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Διδύμων ὑπ’ αὐτῶν, ὥστε οἱ κάτοικοι αὐτοῦ νὰ ἔρχωνται εἰς τὸ Ναύπλιον; ποῖαι συναλλαγαί; Αὐτοὶ ἔχουσι σχέσεις πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ γείτονος μέρους, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει πρὸς βόσκησιν τῶν ποιμνίων, μετὰ τῶν δήμων Μινώας, Δρυόπης, Ἀσκληπιείου, Ναυπλιέων κλπ. Ποία ἀνάγκη ὑπάρχει λοιπὸν νὰ γείνῃ τοιαύτη προσκόλλησις, δὲν εὑρίσκω. Κολακεύομαι νὰ ἐλπίζω, ὅτι δὲν εἶναι στιγμιαία φιλοδοξία τοῦ συναδέλφου, ἡ ὠθήσασα αὐτὸν νὰ προτείνῃ τοιαύτην πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα δείξῃ, ὅτι κἄτι ἔκαμεν. Ἤλπιζα νὰ ἔχῃ φιλοδοξίαν εὐρυτέραν, καὶ πιστεύω νὰ μὴ κατελήφθη ἀπὸ τὴν ῥουσφετολογικὴν ἐκείνην φοράν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοὺς νόμους, ἀνοίξασα καὶ τῆς Βουλῆς τὰς πύλας εἰς τοιαύτην δίψαν.
§351ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω καλῶς τὸ μέρος, διότι, ὡς δικηγόρος, εἶχον μεταβῆ ἄλλοτε ὡς πληρεξούσιος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ὅπως λάβω προσωρινὰ μέτρα. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα ὁρίων. Ὁ νομοθέτης καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1834, ἡ καθορίσασα τὰ ὅρια, ἐκανόνισεν αὐτὰ σοφώτατα, διότι ὡς γραμμὴν ἔλαβε τὴν μισγάγκειαν τοῦ ὄρους τῶν Διδύμων καὶ τοῦ ὄρους Αὐγοῦ. Τὸ ζήτημα δὲν ἀφορᾷ τοὺς ὁμόρους δήμους τῶν δύο ἐπαρχιῶν, διότι πρόκειται περὶ τόπου ἀκατοικήτου, χρησιμεύοντος ὡς χειμερινὴ ἐνδιαίτησις ποιμένων τῆς Ἀρκαδίας. Ἡ περιφέρεια τῆς Μονῆς δὲν εἶναι αὐτοτελὴς καὶ ἑνιαία· ἀποτελεῖται ἐκ πολλῶν τμημάτων, κειμένων εἰς διάφορα σημεῖα τοῦ δήμου Ναυπλιέων· ἓν μάλιστα τούτων συνορεύει πρὸς τὰ κτήματα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ εἰς Ἴρια. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ νόμος, οὗτος ἔσται ἀνεφάρμοστος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαγάγητε εἰς τὸν δῆμον Διδύμων τόσα τμήματα βοσκησίμων γαιῶν αὐτοτελῆ, ἐν τῷ μέσῳ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν καὶ ἐκτάσεις ἰδιωτικαὶ, διεσπαρμέναι εἰς τρεῖς διαφόρους δήμους; Διότι σημειώσατε, ὅτι καὶ εἰς τοὺς δήμους Ἀσκληπιείου καὶ Δρυόπης ὑπάρχουσι κτήσεις τῆς Μονῆς τοῦ Αὐγοῦ. Ὁμολογουμένως, ὡς ὀρθῶς παρετήρησε καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, ἡ περιοχὴ τῆς Μονῆς αὐτῆς δὲν συνορεύει ἀμέσως πρὸς τὸν δῆμον Διδύμων. Ἡ Μονὴ τοῦ Αὐγοῦ κεῖται ἐπὶ τῆς πρὸς τὸν δῆμον Ἀσκληπιείου πλευρᾶς τοῦ ὄρους Αὐγοῦ, ὡς καὶ ἐκ τοῦ γεωγραφικοῦ χάρτου ἐμφαίνεται, συνορεύει δὲ καὶ πρὸς τὸν δῆμον Δρυόπης· ἑπομένως φυσικώτερον θὰ ἦτο, ἡ Μονὴ νὰ ὑπήγετο εἰς τὸν δῆμον Ἀσκληπιείου τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας, ὅπου καὶ ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις θὰ ἦτο ἀμεσωτέρα· διότι πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Ἀσκληπιείου, τὸ Λιγουριὸ, ὅπου ὑπάρχει ἕδρα ἀστυνομίας, ἡ συγκοινωνία εἶναι εὐκολωτέρα ἢ πρὸς τὸ Κρανίδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται ὁ δῆμος Διδύμων. Οὐδεὶς λοιπὸν ὑπάρχει λόγος ἀποσπάσεως ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας καὶ προσκολλήσεως εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν. Ἄλλως τε ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ἐπὶ τόπου, ποῖον ἐκ τῶν τμημάτων, τῶν ἀποτελούντων τὴν Μονὴν Αὐγοῦ, συνέχεται πρὸς τὸν δῆμον Διδύμων, καὶ δύναται νὰ ἑνωθῇ μετ’ αὐτοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο ἐνταῦθα, ἀφοῦ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν γνωρίζει ποῦ κεῖνται τὰ κτήματα τῆς Μονῆς, ἐκ τίνων μερῶν ἀποτελοῦνται, καὶ ποῖα τὰ νέα ὅρια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τεθοῦν μεταξὺ τῶν δύο δήμων; Τὰ ζητήματα ἄλλως τῶν ὁρίων τῶν δήμων, ἐξ ὧν βρίθει τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀκανθώδη. Πολλαχοῦ τοῦ Κράτους ὑφίστανται διενέξεις μεταξὺ ὁμόρων δήμων περὶ ὁρίων, καὶ ἐν τούτοις πρὸς διακανονισμὸν αὐτῶν οὐδέποτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀνεμίχθη, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν συζητοῦνται ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ δι’ ἐπιτοπίου μελέτης καὶ ἐξετάσεως τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Μεταξὺ δήμων τινῶν τῆς Μεσσήνης, τοῦ δήμου Ἄριος, νομίζω, καὶ τοῦ δήμου Ἀριστομένους, ἀπὸ πολλοῦ ὑπάρχει ἔρις περὶ ὁρίων καὶ συγκρούσεις ἐγένοντο, καὶ ἐν τούτοις οὐδέποτε ἐγένετο σκέψις νομοθετικῆς λύσεως. Ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, εἰς οὗ τὴν ἐπαρχίαν ὑπήγοντο οἱ ἐρίζοντες δῆμοι, ἦτο Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐγνώριζε τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας του. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ὑπάρχον εἶναι τὸ φυσικώτερον ὅριον τῶν δύο δήμων, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ ὅριον τῶν δύο ἐπαρχιῶν. Σημειώσατε, ὅτι ὁ νομὸς Ἀργολίδος εἶναι ὁ τὸ πρῶτον νομοθετηθεὶς νομὸς τοῦ Κράτους, ἑπομένως τοσοῦτον ἐπιμελῶς ὁροθετήθη, ὥστε οὐδεμία παρουσιάζεται δυσχέρεια ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου μάλιστα ἐλήφθησαν ὡς βάσις τὰ ἀρχαῖα φυσικὰ ὅρια, διότι ἀνέκαθεν ἡ Μονὴ τοῦ Αὐγοῦ ὑπήγετο ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὸν Μητροπολίτην Ναυπλίας, ἐνῷ τὸ χωρίον Διδύμων, καὶ ἐκκλησιαστικῶς καὶ διοικητικῶς ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κάτω Ναχαγὲ, ὑπήγετο εἰς τὸν Ἐπίσκοπον τοῦ Δαμαλᾶ. Ἀλλαχοῦ ἔγκειται τὸ ζήτημα· δὲν πρόκειται περὶ ὁρίων· τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Οἱ κάτοικοι τῶν Διδύμων εἶναι στενοχωρημένοι, διότι δὲν τοῖς ἐπετράπη νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας τῆς διαλελυμένης Μονῆς Αὐγοῦ, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον, ἐσκέφθησαν δὲ διὰ τῆς μεθόδου ταύτης, τῆς δῆθεν διευθετήσεως τῶν ὁρίων, νὰ ἐπιτύχωσι τοῦτο· ἤγειραν ἀξιώσεις, προέβησαν εἰς διαπράξεις κατοχῆς τῶν γαιῶν τῆς Μονῆς, κατὰ μίαν τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ μετέβην, ὡς πληρεξούσιος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, πρὸς προστασίαν δικαιωμάτων ἀπειλουμένων ὑπὸ τῶν κατοίκων Διδύμων. Ἀναμφισβητήτως ὁ ἔντιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος ἐκ χρηστοῦ ὅλως συνειδότος ὑπέβαλε τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν, ἥτις ὅμως ἀποβαίνει ἀσύμφορος εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι δὲ ἄλλως καὶ κατὰ φύσιν ἀνεφάρμοστος καὶ ἄσκοπος. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ὁλόκληρος ἡ παραλία τῆς Ἀργολικῆς, ἀπὸ τοῦ Ναυπλίου μέχρι τῶν ὁρίων τῆς Σολυγείας, χρησιμεύει ὡς χειμερινὸν ἐνδιαίτημα τῶν ποιμένων τῆς Ἀρκαδίας· εἰς ταύτην δὲ περιλαμβάνονται καὶ αἱ κτήσεις τῆς Μονῆς Αὐγοῦ, αἵτινές εἰσι βοσκαὶ μισθούμεναι κατ’ ἀνάγκην ὑπὸ ποιμένων Ἀρκάδων, οἵτινες τὸ θέρος μεταφέρουσι τὰ ποίμνιά των εἰς τὰς ὀρεινὰς αὑτῶν βοσκάς. Οἱ ποιμένες δὲ οὗτοι, μετὰ τοῦ Ναυπλίου συναλλασσόμενοι, οὐδένα ἔχουσι λόγον νὰ χωρισθῶσι τοῦ δήμου Ναυπλιέων, τοῦθ’ ὅπερ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον δὲν συμφέρει, διότι ἐν ἐνδεχομένῃ προσαρτήσει τῶν κτήσεων τούτων εἰς τὸν δῆμον Διδύμων εἶναι κίνδυνος νὰ διεγερθῶσι πλεονεκτικαὶ ἐπιθυμίαι τῶν Διδυμιωτῶν ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἀπολαμβάνοντος ἤδη ἐκ τῶν γαιῶν τούτων μίσθωμα δεκακισχιλίων δραχμῶν ἐτησίως. Ἄλλως τε δὲν νομίζω ὀρθὸν, καθεστὼς ἐπὶ ἑβδομήκοντα ὅλα ἔτη κρατοῦν νὰ μεταβληθῇ ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνη, ἄνευ οὐδεμιᾶς γνώσεως τῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν ἀμφιβόλου κύρους. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος, ἂν μελετήσῃ καλλίτερον τὰ πράγματα, θὰ πεισθῇ, ὅτι ζητεῖ ἀδύνατα, πάντως δ’ ἀνωφελῆ εἰς τοὺς χωρικοὺς τῶν Διδύμων, ὧν τὸ θετικὸν συμφέρον δὲν εἶναι ἡ δημοτικότης τοῦ Αὐγοῦ, ἀλλὰ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Ἴσως ἡ ὀνομασία τοῦ Αὐγοῦ πλανᾷ τινας, ὅτι αἱ κτήσεις τῆς Μονῆς ἀποτελοῦσί τι ἑνιαῖον, ὅπερ δίκην ἀληθινοῦ αὐγοῦ δύναται εὐκόλως νὰ ῥοφηθῇ· ἀλλὰ, δυστυχῶς διὰ τοὺς κατοίκους τῶν Διδύμων, ἡ Μονὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλὰ αὐγὰ δυσχώνευτα, πρὸς τοῦτο δὲ βεβαίως συντελεῖ καὶ ἡ εἰς τὸν δῆμον Ναυπλιέων ὑπαγωγὴ αὐτῆς (ἱλαρότης), ἥτις ἐμποδίζει τοὺς κατοίκους τῶν Διδύμων νὰ ἐπιτύχωσι δι’ ἄλλης μεθόδου ὅ,τι δὲν ἐπιτρέπεται αὐτοῖς, δηλαδὴ νὰ ἀποκτήσωσι γαίας ἀνηκούσας εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον, ὧν ἡ δήλωσις δὲν ἐπιτρέπεται.
§352Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρέμβω ἑκουσίως μεταξὺ τῶν δύο ἀντιδίκων, τῶν συζητούντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Αὐτὴ ἡ μακρὰ συζήτησις, ἡ ἐπὶ τοσαύτην ὥραν διεξαγομένη, ἀποδεικνύει τὴν σοφίαν τοῦ νομοθέτου τοῦ 1845 ἔτους. Ὁ νομοθέτης τοῦ 1845 προεῖδεν, ὅτι ἐπικίνδυνον καὶ δυσχερὲς ἤθελεν εἶσθαι, τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ ζητημάτων τοπικοῦ συμφέροντος, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τοῦ τόπου. Ἐκτὸς τούτου, ἀπόδειξις, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοσοῦτον σαφὲς, ὡς ἔπρεπεν, εἶναι, ὅτι τοῦ νομοσχεδίου, ἀποτελουμένου ἐκ 4 ἢ 5 γραμμῶν, ἀντιθέτως τῶν συνήθως γινομένων, προτάσσεται εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, προσπαθοῦσα νὰ πείσῃ περὶ τοῦ προσφόρου τῆς τοιαύτης μεταβολῆς, καὶ κατέχουσα ὁλόκληρον σελίδα. Καὶ ἡ μακρὰ ἔκθεσις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ καὶ ἡ μακρὰ ἑκατέρωθεν συζήτησις ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ 1845 ἔτους ἐζήτησεν ὀρθῶς τὴν πεφωτισμένην γνώμην τοῦ τόπου, μεθ’ ἣν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία θέλει ἐκφέρει τὴν ἑαυτῆς γνώμην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐκ συστήματος ἀντετάχθην πάντοτε καὶ θέλω ἀντιταχθῆ κατὰ πάσης ἀποπείρας πρὸς μεταβολὴν τοῦ δημοτικοῦ ἢ τοῦ ἐπαρχιακοῦ καθεστῶτος· διότι, ἂν ἡ παροῦσα Βουλὴ ἐπιζητῇ σήμερον μεταβολὴν τῶν ὁρίων τῆς ἐπαρχίας, ἢ δήμου τινὸς, ἄλλη Βουλὴ, ὁρμωμένη ἴσως, οὐχὶ ὡς ἡ παροῦσα, ἐκ πνεύματος φατριαστικοῦ, ἐκ πνεύματος τοπικῶν πολιτικῶν συμφερόντων, δύναται νὰ καταστήσῃ τὸ ἐπαρχιακὸν καθεστὼς χάρτην ἄγραφον. Οὐδὲ εἶναι λόγος, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἡ λειτουργία τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἐπειδὴ ἐνταῦθα ἐξασκοῦμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅτι τὰ πάντα δυνάμεθα νὰ τροποποιῶμεν, διότι ὑπάρχουσι καὶ θεσμοὶ, οὓς δὲν δυνάμεθα τόσον εὐκόλως νὰ ἀνατρέψωμεν.
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου...
§354Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δέκα). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακκλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§356Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε. Ἡ ὥρα εἶναι 2½ (θόρυβος). Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 15′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).