1901.01.20
2,880 rows · 22,092 words · 327 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
τῆς 20 Ἰανουαρίου 1901.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδων μεταξὺ τῶν ὁδῶν Σίνα καὶ Διδότου πρὸς ἀνέγερσιν ἐκπαιδευτικοῦ παραρτήματος ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς». Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 245). Ἡ Βασιλικὴ Εὐαγγέλου Σπανοῦ δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ ν’ ἀπονεμηθῇ χάρις εἰς τὸν σύζυγόν της.
§2Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε συνεστήσαμεν ὁμοίαν ἀναφοράν. Εἴκοσιν ὁλόκληρα ἔτη ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς σήπεται εἰς τὰς φυλακάς. Εἰσῆλθε νέος, καὶ εἶναι γέρων· εἶναι κατεστραμμένος καὶ τὴν ὑγείαν καὶ τὴν περιουσίαν. Παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ἡ Κυβέρνησις.
§3ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§5Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι εὐχάριστον νὰ ἔρχωνται ζητήματα περὶ χάριτος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ οἱ πολῖται, οἱ ἐνδιαφερόμενοι, καὶ οἱ Βουλευταὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, διότι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, δὲν δίδεται ἡ δέουσα προσοχὴ διὰ τὴν τύχην ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος κατεδίκασε, καὶ οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν καὶ ἀπὸ τὴν Πολιτείαν νὰ ἔχωσιν ἀπαιτήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν. Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐπανέρχεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ σύζυγος τῆς ἀναφερομένης, ἐκτελέσας ἔγκλημα λῃστείας ἐν Τουρκίᾳ, καὶ ἀμνηστευθεὶς ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου, συνελήφθη ἐν Ἑλλάδι, καὶ κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης· μένει δ’ εἰς τὰς φυλακὰς πλέον τῶν εἴκοσιν ἐτῶν· ἐγήρασεν ἐν αὐταῖς, καὶ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ζήτημα, ἂν ἦτο νόμιμος ἡ καταδίκη του, διότι δι’ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ ἠμνηστεύθη ὁ αὐτουργὸς, ἔπειτα δὲ εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ πρᾶξίς του θεωρεῖται ἠμνηστευμένη, ἠδύνατο ἴσως ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης νὰ προτείνῃ μερικὰ ἐλαφρυντικὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Μ’ ὅλα ταῦτα κατεδικάσθη εἰς τὴν ποινὴν αὐτήν. Ὁ γέρων αὐτὸς, καθὼς μανθάνω, καὶ ὡς βλέπω ἐκ τῆς ἀναφορᾶς, ἐγήρασεν ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ κατέστη ἐντελῶς ἀνίκανος, ὁ δὲ θάνατος πλησιάζει νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον. Νομίζετε ὅτι ἡ ἐπιείκεια, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ παρακολουθῇ πάντοτε τὴν Δικαιοσύνην, ἡ Βασιλικὴ χάρις, ἡ ὁποία ἀπεδόθη ὡς μέγα προνόμιον, διὰ νὰ διορθώνῃ καὶ μετριάζῃ τὴν αὐστηρότητα τῆς Δικαιοσύνης, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην λίαν δεδικαιολογημένως; Ἀλλὰ, διότι αὐτὸς εἶναι ξένος, διότι δὲν ἔχει ἴσως τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἄλλοι, διότι κατὰ τὴν συνήθειαν δὲν ἔχει προστάτας, οἵτινες νὰ κρούσωσι τὴν θύραν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ νὰ παρακαλέσωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, πρέπει νὰ λησμονηθῇ! Οὔτε τὸν γνωρίζω, οὔτε ἠξεύρω ποῖος εἶναι, οὔτε πόθεν κατάγεται, ἀλλὰ τοῦτο γνωρίζω μόνον, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος προσέφερε δι’ ἐθνικοὺς σκοποὺς τὰς ὑπηρεσίας του, καὶ σήμερον λησμονηθεὶς κινδυνεύει ν’ ἀποθάνῃ ἐν τῇ φυλακῇ. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίας ὑπηρεσίας προσέφερε;
§7Κ. ΔΟΥΝΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Σᾶς ἐρωτῶσι, ποίας ὑπηρεσίας προσέφερε (θόρυβος).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δούνη, ἡσυχάσατε παρακαλῶ. (Ψιθυρισμοί).
§9Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, προκειμένου περὶ Βασιλικῆς χάριτος, θὰ προσθέσω ἀκόμη δύο λέξεις. Πληροφοροῦμαι, ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ρίου κρατεῖται κατάδικος, καταδικασθεὶς εἰς δέκα ἐτῶν δεσμὰ, ὅτι διήνυσεν ἤδη τὰ ὀκτὼ ἔτη καὶ δύο μῆνας, ὅτι εἶναι φθισικὸς, κατὰ βεβαίωσιν τῶν ἰατρῶν, ὅτι μένει ἀναμεμιγμένος μετὰ τῶν λοιπῶν καταδίκων, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦνται ἐκ τῆς νόσου ταύτης, ἐὰν ἕως τώρα δὲν κατωρθώθη νὰ μεταδοθῇ τὸ νόσημα καὶ εἰς αὐτούς. Μετ’ ὀλίγον, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν ἰατρῶν, πρόκειται νὰ ἀποθάνῃ. Ὑπὲρ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ καμμία πρόνοια; Εἶναι υἱὸς ἀγωνιστοῦ, διότι ὁ στρατηγὸς Χαρμπίλιας εἶναι γνωστός. Τί μανθάνω; ὅτι, ἐνῷ πολλάκις ὑψώσαμεν φωνὴν ὑπὲρ τῶν καταδίκων, τῶν ὁποίων ἡ προφυλάκισις δὲν συνεψηφίσθη εἰς τὴν ποινὴν, καὶ ὑπεσχέθησαν, ὅτι θὰ ὑποβάλωσι Διάταγμα χάριτος, ὑπεβλήθη μὲν Διάταγμα, καὶ ὑπεγράφη, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθη εἰσέτι.
§10Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀληθές.
§11Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τοῦτο ἔμαθον σήμερον. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν ἔχῃ τοιαῦτα Διατάγματα, ἀμέσως νὰ τὰ βγάλῃ ἀπὸ τὸ συρτάρι, διὰ νὰ ἐξέλθωσιν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν φυλακήν.
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος τοσαύτην πεῖραν ἔχει τῶν κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων καὶ τῶν δικαιωμάτων κυρίως τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃ νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν περὶ χαρίτων, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἀσχολῆται περὶ τοιούτων ζητημάτων, ὅταν γινώσκωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος εἶναι προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Βασιλεύς.
§13Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἂν πρόκειται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου...
§15Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δύο λέξεις εἶπον.
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύο λέξεις προκαλοῦσιν ἑκατὸν δύο λέξεις, καὶ τότε φθάνομεν πλέον εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν, οἱ κύριοι Βουλευταὶ ν’ ἀποφασίσωσιν, ἐπί τινας ἡμέρας ἀκόμη νὰ ἐργασθῶσι, νὰ λάβωσι δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐργασία τότε μόνον θὰ ἦναι τελεσφόρος, ἂν ἀποφασίσωμεν, προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεων, νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ ἐκείνων μόνον, αἱ ὁποῖαι εἶναι τόσον ἐπείγουσαι, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῶσιν. Ὀλίγισται ἡμέραι ἀκόμη ἀπομένουσιν διὰ τὰς ἐργασίας τῆς παρούσης Συνόδου. Ἑπομένως θέλω παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ θίγωσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπείγοντα, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι λογικὸν νὰ θίγωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἀπόλυτον, ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ κατὰ τὸ ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νομοσχέδιά τινα νὰ ψηφισθῶσιν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν θὰ παραταθῶσι πέραν τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος, καὶ ὅτι, ἂν καταναλίσκεται ὁ χρόνος τῶν συνεδριάσεων εἰς ἀπεράντους συζητήσεις καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ κατὰ τὴν τρίτην ὥραν τῆς πρωΐας, θὰ ἦναι ἀδύνατον, ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ ἐπιβαλλομένη, νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς τὸ διάστημα τῶν πέντε ἢ ἓξ ἔτι συνεδριάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ θέλει δυνηθῆ νὰ ἐργασθῇ.
§17Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐπερώτησιν δὲν ἔκαμα, οὔτε ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ξένα τῆς ἁρμοδιότητός της ἐντελῶς.
§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ξένα εἶναι.
§19Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Χθὲς κατηναλώθησαν δύο ὧραι περὶ ἑνὸς καταλόγου ἐκλογικοῦ, δὲν ἠξεύρω τίνος δήμου, καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤκουε, χωρὶς νὰ κάμῃ καμμίαν παρατήρησιν (ἱλαρότης). Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ἔκαμα γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἄνθρωπος, καταδικασθεὶς καὶ μένων εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δυνάμενος νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἀπονομὴν χάριτος, ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησίς του. Νομίζω ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔκαμα, εἶναι νομιμώτατον καὶ ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων μου.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§21Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, πρῶτος ἐγὼ ἐπανειλημμένως συνέστησα νὰ κανονισθῇ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ἐκανονίζετο, ὡς εἶπον πρὸ ἡμερῶν, ὡρισμένῃ ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐτελείωνον αἱ ἐπερωτήσεις, θὰ εἴχομεν προχωρήσει.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεκάλεσα ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἵνα μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη χθὲς — δὲν ἠξεύρω κατὰ ποίαν ὥραν — εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν ἠξεύρω κατὰ ποίαν ὥραν, διότι, ὅταν ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις αἴρωνται αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, αἱ δὲ συζητήσεις λαμβάνωσι τὸν ἤρεμον καὶ νομοθετικὸν χαρακτῆρα καὶ γίνωνται καθαρῶς συζητήσεις νομοθετικαὶ, νομίζω πρέπον νὰ τίθεται ἓν ὅριον, μέχρι τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλὴ, διότι ἄλλως αἱ ἐργασίαι αὐτῆς μεταβάλλονται εἰς εἰκονικάς· ἡμεῖς δὲ νομίζομεν, ὅτι δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συμπράττωμεν εἰς εἰκονικὰς ἐργασίας. Εἶναι δὲ εἰκονικαὶ ἐργασίαι αἱ μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ὅταν ἐρχώμεθα ἐνταῦθα τὴν τετάρτην ὥραν, ἀπερχώμεθα τὴν ὀγδόην, ἐπανερχώμεθα τὴν ἐνάτην, καὶ ἐξακολουθῶμεν συζητοῦντες μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, δυνάμεθα νὰ ἐργαζώμεθα καὶ ν’ ἀντέχωμεν. Τὸ πέραν τῆς ὥρας ταύτης εἶναι χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ οὔτε ἡ σκέψις, οὔτε ἡ κρίσις. Ἑπομένως μεταβάλλονται αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ ταῦτα ὑπέθετον, ὅτι δὲν ἤθελεν εἰσέλθει ἡ Βουλὴ χθὲς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ δὲν ἔμεινα μέχρι τέλους, μέχρι πρωΐας, διὰ νὰ φέρω παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ δὲν φρονῶ μὲν καὶ νῦν, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται ἤθελον εἰσακουσθῆ, ἀλλ’ εἶχον καθῆκον νὰ τὰς ἀνακοινώσω, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εἶχον τὴν βεβαιότητα, ὅτι δὲν ἤθελον ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν. Ταύτας λοιπὸν ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω σήμερον, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ἴσως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν θέλῃ νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἢ ἂν θέλῃ νὰ μάθῃ τέλος πάντων, ποίαν γνώμην ἔχομεν περὶ τοῦ θέματος τούτου. Εἶχε ψηφισθῆ πίστωσις 110 χιλιάδων δραχμῶν διὰ νὰ μεταποιηθῇ τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ὡς Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν, εἰς Νοσοκομεῖον. Ὑπεβλήθη πρό τινων ἡμερῶν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ ἔγκρισις προϋπολογισμῶν, οἱ δὲ προϋπολογισμοὶ ἀνέρχονται εἰς δρ. 185,000, δηλαδὴ ὑπερβαίνουσι τὴν πίστωσιν. Τοῦτο δηλοῖ, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 110 χιλιάδων δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν μεταποίησιν τοῦ Νοσοκομείου, ἀλλὰ θέλει χρησιμεύσει, ὅπως ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία, θέλουσι δ’ ἐξακολουθεῖ καὶ τὰ ἑπόμενα ἔτη νὰ ζητῶνται πιστώσεις. Καὶ ἀπόκειται μὲν εἰς τὰς ἑπομένας Συνόδους, ὅταν ὑποβληθῶσι νομοσχέδια τοιαῦτα, νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν στέργει σύστημα τοιοῦτον, ὅπερ ἀποπλανᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐκπλήσσομαι καὶ ἐκ τῶν λεπτομερειῶν· διότι βλέπω, ὅτι ζητεῖται πίστωσις δραχμῶν 32,000 διὰ νὰ οἰκοδομηθῇ τὸ Διευθυντήριον τοῦ Νοσοκομείου, καὶ ἑτέρα πίστωσις δραχ. 41,658 διὰ νὰ οἰκοδομηθῶσι τὰ δωμάτια, ἐν οἷς θέλουσι διαμένει οἱ νοσοκόμοι. Δύνασθε νὰ στέρξητε τοιαύτην σπατάλην; Δαπάνη δραχμῶν 41,658 διὰ νὰ οἰκοδομηθῶσι τὰ δωμάτια, ἐν οἷς θέλουσι διαμένει οἱ νοσοκόμοι! Δαπάνη δραχμῶν 32,000 διὰ νὰ οἰκοδομηθῇ Διευθυντήριον τοῦ Νοσοκομείου! Εἰς ποῖον Νοσοκομεῖον τῆς Εὐρώπης γίνονται τοιαῦται δαπάναι;
§23Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ πιστώσεις αὗται, ἢ μᾶλλον οἱ προϋπολογισμοί, εἶχον συνταχθῆ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης 260 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐδαπανήθη ἡ πίστωσις τῶν 110 χιλιάδων διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, τὸ 1900. Νῦν συμπληροῦμεν τὰ οἰκοδομήματα διὰ τῆς δαπάνης 140 χιλιάδων.
§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχεν ἐγκριθῆ προϋπολογισμός;
§25Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ πόσον ποσόν;
§27Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. 260,000.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχεν εἰσαχθῆ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν διὰ 260,000;
§29Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι εἰς τὴν Βουλήν· εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄ! εἰς τὰ χαρτιὰ τοῦ Ὑπουργείου!
§31Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ ἡ πίστωσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ὁλόκληρος, καὶ τὰ οἰκοδομήματα αὐτὰ νὰ κατασκευασθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους, διῃρέσαμεν τὴν πίστωσιν εἰς δύο τμήματα, καὶ τὸ μὲν ἐδαπανήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὸ δὲ δαπανηθήσεται κατὰ τὸ ἐνεστώς.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο τακτικόν. Ὅταν ζητῆται πίστωσις ὡρισμένη, ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ οἰκοδόμημα, ἡ Βουλὴ ὑπολαμβάνει εὐλόγως, ὅτι διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης θέλει συντελεσθῆ τὸ ἔργον.
§33Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι παράνομον. Ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νόμος, περιλαμβάνων προϋπολογισμὸν τοῦ οἰκοδομήματος τούτου, ἀλλ’ ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, χωρὶς νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ἐδαπανήθησαν 110 χιλιάδες, ὁ χθὲς δὲ ψηφισθεὶς ἀφορᾷ ἐπιπρόσθετον ἔργον.
§34Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ἐξακολούθησις συμπληρωματική.
§35Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ μετατροπὴ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς Νοσοκομεῖον θέλει προκαλέσει δαπάνην πλησιάζουσαν τὰς 400,000;
§36Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900.
§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἔχομεν νόμον, καθ’ ὃν δὲν δύναται νὰ γείνῃ δημόσιον ἔργον ἀπαιτοῦν δαπάνην ὑπερβαίνουσαν τὰς 10,000 ἄνευ εἰδικοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κτιρίου.
§38Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπεβλήθη καὶ ἐψηφίσθη νόμος.
§39Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπετε, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν διαφόρους προϋπολογισμοὺς δημοσίων ἔργων, οἵτινες ἀνήρχοντο εἰς δρ. 2,000,000 περίπου, ἀπέναντι δὲ τῶν ἔργων τούτων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ περιλαμβάνεται πίστωσις μόνον 300,000, τὸ δὲ 1,700,000 δὲν θὰ δαπανηθῇ ἐντὸς τοῦ 1901. Ὑπάρχουσι διακρίσεις θεμελιώδεις μεταξὺ νόμου καὶ προϋπολογισμοῦ περὶ κατασκευῆς ἔργου καὶ προϋπολογισμοῦ παρέχοντος τὴν πίστωσιν. Πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰδικὸς νόμος πρὸς κατασκευὴν τοῦ Βʹ Νοσοκομείου. Ἄνευ τούτου ἡ πίστωσις ἡ χορηγηθεῖσα δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ.
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὡς ἀντελήφθην ἐξ ὅσων ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπείσθην, ὅτι νόμος περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου, περὶ οὗ πρόκειται, ἐπὶ πιστώσεσι διδομέναις. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ἐψηφίσθη· τοῦτο δὲ ἀντίκειται εἰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΒΣΛΗʹ, τοῦ τροποποιήσαντος τὸν Λογιστικόν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πίστωσις, ἥτις ἐψηφίσθη χθές, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ. Ὁ νόμος ὁ Λογιστικός, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀπαιτεῖ δι’ οἱονδήποτε ἔργον ἀξίας ἀνωτέρας τῶν 10,000 δραχμῶν νὰ ὑποβάλληται ὁλόκληρος ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ καὶ ψηφίζηται, μετὰ δὲ τοῦτο ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου νὰ στηρίζωνται αἱ πιστώσεις, εἴτε διδόμεναι ἐν τῷ γενικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, εἴτε παρεχόμεναι δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ Διαταγμάτων. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, πρέπει νὰ διευκρινήσῃ τὸ ζήτημα, διότι ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις δὲν ἦτο ἐπαρκής. Αἱ πέρυσι ψηφισθεῖσαι δαπάναι ἀφορῶσιν εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ χθὲς ψηφισθέντος νόμου νὰ δαπανήσῃ, μετὰ τὰς γενομένας ἐξηγήσεις πρόδηλον γίνεται, ὅτι θὰ δαπανήσῃ ἐναντίον διατάξεων κειμένων νόμων σταθερῶν.
§41Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς, εἰς αὐτὸν δὲ ἀντίκειται ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ Λογιστικὸς νόμος ῥητῶς λέγει: «Πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ, σιδηροδρόμου, δημοσίου καταστήματος κτλπ. ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, ἐγκρίνων τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ὁλικῆς δαπάνης, ἢ τὸν συμπληρωματικὸν προϋπολογισμὸν.» Πρέπει λοιπὸν νὰ συνοδεύηται μὲ τακτικὸν προϋπολογισμὸν τῆς ὁλικῆς δαπάνης, διότι ἄλλως ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ διὰ πᾶν δημόσιον ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται προϋπολογισμὸς, καὶ νόμον περὶ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης, διότι ἄλλως δὲν θὰ γνωρίζῃ ποῦ θὰ φθάσῃ.
§42Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἴσως δὲν ἐγενόμην καταληπτός. Σχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ Βʹ Νοσοκομείου συνετάχθη· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ διαγράμματος συνετάχθη καὶ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, ὅστις καὶ ἐψηφίσθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δι’ εἰδικοῦ νόμου, καὶ ἐνεκρίθη ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν προεβλέπομεν πρὸς κατασκευὴν τοῦ οἰκοδομήματος. Τὴν πίστωσιν δὲν ὑπερέβημεν. Ἤδη ἀπαιτεῖται ἡ συμπλήρωσις τοῦ οἰκοδομήματος, διότι συνετάξαμεν νέον προϋπολογισμὸν, καὶ ζητοῦμεν δι’ εἰδικοῦ νόμου τὴν πίστωσιν αὐτὴν τῶν 140,000 δραχμῶν.
§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητεῖτε τὴν ἐπέκτασιν τῆς δαπάνης.
§44Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ζητοῦμεν τὴν συμπλήρωσιν τῶν οἰκοδομημάτων δι’ εἰδικῆς πιστώσεως.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι νομοσχέδιον ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ διὰ κατασκευὴν τῶν ἔργων· ἔχει ἀνάγκην νέας πιστώσεως.
§46Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος παρεῖχε τὸ δικαίωμα τῆς οἰκοδομῆς καὶ τῆς ἐγκρίσεως, παρεῖχε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς πιστώσεως.
§47ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βιομήχανος Ἀνδρέας Μάστρακας, κάτοικος Πειραιῶς, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ νὰ τῷ ἐπιτραπῇ ἡ ἀτελὴς ἐξαγωγὴ σύκων, διεσκευασμένων κατὰ τὴν Σμυρναϊκὴν μέθοδον, μέχρι ποσοῦ 1500 ἕως 2000 στατήρων.
§49Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§50Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, κύριε Πρόεδρε.
§51Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ὑπεσχέθην νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας εἶχεν ἐπερωτήσει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ζήτημα τουτέστι τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐγέννησεν ἀρκετὰς δυσχερείας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, καὶ πολλαὶ γνῶμαι ἐξηνέχθησαν ἐπὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ πρεσβυτέρου καὶ τῶν κατόπιν ἀδελφῶν. Δὲν εἶναι παράδοξον, ἐὰν ἐγεννήθησαν αἱ τοιαῦται ἀμφιβολίαι, διότι ἔγκειται εἰς αὐτὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἡ ἀμφιβολία. Καὶ πρῶτον ἡ γνώμη τοῦ νομικοῦ συμβούλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία ἐφαίνετο ὀρθὴ καὶ ἀλάθητος, ἀποπλήγει εἰς συμπέρασμα παράδοξον, διότι, ἐνῷ πρόκειται περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἀπολήγει εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ νεωτέρου υἱοῦ τῆς χήρας. Ἐξηγοῦμαι. Κατὰ τὸν νόμον, ἀπαλάσσονται (ἀναγινώσκει) «ὁ μόνος ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν υἱῶν γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης ἢ ὁ μόνος ἔγγονος ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐγγόνων μάμμης ἐν χηρείᾳ διατελούσης, μὴ ἐχούσης δὲ οὔτε υἱὸν οὔτε γαμβρόν. Ἂν κατὰ τὰς ἀνωτέρω περιστάσεις ὁ πρεσβύτερος τῶν ἀδελφῶν τύχῃ ὢν τυφλός, ἢ φέρῃ ἀνίατον σωματικὴν βλάβην, καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἢ ἂν ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, (αὐτὸ εἶναι προσθήκη· εἰς τὸ Γαλλικὸν δὲν ὑπάρχει) ἀπαλλάσσεται ὁ ἀμέσως ἑπόμενος ἀδελφὸς, ὑπαγομένου δὲ καὶ τούτου εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὁ μετ’ αὐτὸν, καὶ οὕτω καθεξῆς.» Δὲν λέγει, ὅτι ἀπαλλάσσεται καὶ ὁ δεύτερος· ἀπαλλάσσεται ὁ ἑπόμενος, ἐὰν ὁ πρῶτος ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν. Τί ἐντεῦθεν συμπεραίνει ὁ νομικὸς σύμβουλος; Ὅτι, ὄντος ἐγγάμου τοῦ πρεσβυτέρου καὶ μὴ δυναμένου νὰ παράσχῃ τὴν ἀπαιτουμένην βοήθειαν πρὸς τὴν χήραν μητέρα, ἀπαλλάσσεται ὁ δεύτερος. Ὁ πρῶτος ἄρα πρέπει νὰ προσέλθῃ εἰς τὸν στρατόν...
§52ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τότε θὰ κατατάσσηται καὶ ὁ τυφλός.
§53Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα. Ἐγὼ θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Τώρα λέγω τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβούλου. Ἀπαλλάσσεται λοιπὸν, κατ’ αὐτὸν, ὁ δεύτερος ἔγγαμος, καὶ ἑπομένως ὁ πρῶτος δὲν ἀπαλλάσσεται. Τούτου δὲ ὑπαγομένου εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ἀπαλλάσσεται ὁ ἑπόμενος, καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρι τοῦ τελευταίου. Ἄρα ἀπαλλάσσεται ὁ τελευταῖος καὶ οὐχὶ ὁ πρῶτος. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐπειδὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου ὁρίζει ὡρισμένως τὸν πρεσβύτερον υἱὸν μητρὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, νομίζω, ὅτι οὗτος δέον ν’ ἀπαλλαγῇ, εἴτε εἶναι ἔγγαμος, εἴτε δὲν εἶναι ἔγγαμος...
§54Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὡς πρεσβύτερος.
§55Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὡς πρεσβύτερος υἱός. Ἐὰν δὲ τύχῃ ὢν ἔγγαμος, ἀπαλλάσσεται καὶ ὁ δεύτερος, λέγω ἐγώ.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§57Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἂν καὶ οὗτος τύχῃ ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ἀπαλλάσσεται καὶ ὁ τρίτος, ἀπαλλάσσεται καὶ ὁ τέταρτος, ἀπαλλάσσεται καὶ ὁ πέμπτος, διότι τότε θὰ ἴδωμεν τὸ παράδοξον φαινόμενον καὶ τὸ ἄδικον κοινωνικῶς, πέντε τέκνα τῆς αὐτῆς χήρας μητρὸς ν’ ἀπαλλαχθῶσι διὰ τὸν αὐτὸν σκοπὸν, διὰ νὰ συνδράμωσι τὴν χήραν μητέρα αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀπαλλάσσεται πάντως ὁ πρεσβύτερος, εἴτε τύχῃ ὢν ἔγγαμος, εἴτε μὴ, ἀπαλλάσσεται δὲ καὶ ὁ κατόπιν, ἐὰν ἦναι ἔγγαμος ὁ πρεσβύτερος υἱός. Ἡ ἀπαλλαγὴ λοιπὸν ἰσχύει μόνον δι’ ἕνα. Ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ δεύτερος ἀποκτήσῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, αὐτὸς ὑποβάλλεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 42· ἐκλιπόντων τουτέστι τῶν λόγων τῆς ἀπαλλαγῆς, προσέρχεται εἰς τὸν στρατὸν, ὅπως ὑπηρετήσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου.
§58ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι ὁ νόμος εἶναι ῥητός.
§59Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁσηνδήποτε βαρύτητα καὶ ἂν ἔχῃ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ νομικοῦ συμβούλου, ἡ γνώμη αὕτη ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, ἀντίκειται δὲ εἰς τὸν νόμον καὶ τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 33 λέγει κατηγορηματικῶς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλλάσσονται τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν εἰρήνῃ... γʹ) ὁ μόνος ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν υἱῶν γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἢ ὁ μόνος ἔγγονος, ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐγγόνων μάμμης ἐν χηρείᾳ διατελούσης, μὴ ἐχούσης δὲ οὔτε υἱὸν, οὔτε γαμβρόν. Ἄν κατὰ τὰς ἀνωτέρω περιστάσεις ὁ πρεσβύτερος τῶν ἀδελφῶν τύχῃ ὢν τυφλός, ἢ φέρῃ ἀνίατον σωματικὴν βλάβην, καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἢ ἂν ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἀπαλλάσσεται ὁ ἀμέσως ἑπόμενος ἀδελφός, ὑπαγομένου δὲ καὶ τούτου εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὁ μετ’ αὐτὸν, καὶ οὕτω καθεξῆς.» Ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ὅλη ἡ σειρὰ τῶν υἱῶν τῆς χήρας ἀπαλλάσσεται, διότι, ὅταν ἔχῃ ἡλικίαν ὁ τελευταῖος πρὸς κλήρωσιν, ὁ πρεσβύτερος υἱὸς βεβαίως εἶναι παρήλιξ.
§60Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν πρόκειται ν’ ἀπαλλάσσωνται τὸ ἴδιον ἔτος, ἀλλ’ ἐκ περιτροπῆς.
§61ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄλλη ἡ διάταξις τοῦ νόμου, κύριε συνάδελφε, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναλαμβάνηται τὸ εὐεργέτημα τοῦτο, ἀλλ’ ἅπαξ μόνον θὰ ἀσκηθῇ. Ὁ νόμος λοιπὸν ἀφομοιοῖ πρὸς πρεσβυτέρους ἀδελφοὺς τοὺς υἱοὺς τῆς χήρας ἐκείνης, τῆς ὁποίας τὰ πρεσβύτερα τέκνα ἀποτελοῦσιν ἰδίαν οἰκογένειαν. Τὸ συμπέρασμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὁ πρῶτος συμβαίνῃ νὰ ἦναι ἔγγαμος, ἀπαλλάσσεται ὁ δεύτερος, ὄχι ὅμως καὶ ὁ τρίτος, ἐνῷ ὁ νόμος δὲν ποιεῖται διάκρισιν, εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἠκολούθησε μέχρις ἐσχάτων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐγκυκλίων εἶχεν ἑρμηνεύσει τὸν νόμον συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην αὐτήν. Ἀλλ’ ἐσχάτως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 25940 ἐγκυκλίου τῆς 24 Μαρτίου 1900 πρὸς τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια διέταξε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Περὶ ἀπαλλασσομένων κληρωτῶν... Ἀκούσαντες καὶ τὴν γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Δικαστικοῦ Συμβούλου, γνωρίζομεν ὑμῖν, πρὸς ἄρσιν ἀμφιβολιῶν, ὅτι ἀπαλλάσσεται ὁ μόνος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, καίτοι ὢν ἔγγαμος. Ἐπίσης ἀπαλλάσσεται καὶ ὁ τελευταῖος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἐὰν ἦναι ἔγγαμος· δὲν ἀπαλλάσσεται δὲ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἐὰν ἦναι ἔγγαμος καὶ ἔχῃ μικροτέρους ἀδελφούς. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 83467 τῆς 25 Αὐγούστου π. ἔτους ἐγκύκλιος ἡμῶν καθὼς καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 20246 τῆς 29 Μαρτίου 1896 καταργοῦνται.» Καὶ διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ἀνακαλεῖ τὰς προγενεστέρας ἐγκυκλίους. Ἐπὶ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης προκειμένου ν’ ἀποφανθῶσι τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια, τὰ μὲν πολιτικὰ μέλη αὐτῶν, ἤτοι ὁ Νομάρχης καὶ ὁ δικαστὴς, διεφώνησαν πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἐγκυκλίου του, εἰς ἅπαντα τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τῇ Ἀρκαδίᾳ· ἀλλὰ τὰ στρατιωτικὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, διότι λαμβάνουσι μέρος εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον δύο ταγματάρχαι καὶ εἷς στρατιωτικὸς ἰατρὸς, καίτοι ἀνεγνώριζον τὸ ἐσφαλμένον τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, δὲν ἐτόλμων ὅμως νὰ ἐξενέγκωσι γνώμην ἐναντίαν αὐτῆς, διότι βεβαίως ἤθελεν ἐπέλθει τιμωρὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τῶν ὑποδεεστέρων του, τῶν ἀπειθούντων εἰς τὴν ἐγκύκλιον ταύτην. Ἐὰν λάβητε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετήσητε τὸ γράμμα τοῦ νόμου, θέλετε ἴδει, ὅτι πρεσβύτερος υἱὸς τῆς χήρας ἀπαλλάσσεται. Ἐὰν δὲ οἱ πρεσβύτεροι ὅλοι συμβαίνῃ νὰ ἦναι ἔγγαμοι, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἦναι ἔγγαμοι, καὶ διὰ νὰ κληρῶται ὁ τελευταῖος, βεβαίως εἶναι παρήλικες, πρέπει τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ ἐνασκῆται ἐπὶ τοῦ τελευταίου. Τοιαύτην ἑρμηνείαν ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, νὰ δώσητε εἰς τὸν νόμον, καὶ νὰ διατάξητε νὰ ἀνακληθῇ ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, συμφώνως πρὸς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ ποιήσητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐδηλώσατε, ὅτι μετὰ ὤριμον μελέτην ἐσχηματίσατε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§62Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν συμφωνεῖτε καὶ σεῖς, ὅτι ὁ πρεσβύτερος ἀπαλλάσσεται, εἴτε ἔγγαμος εἶναι, εἴτε ἄγαμος;
§63ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν αὐτὸς ἀπαλλαχθῇ, ἐρχόμεθα εἰς τὸν δεύτερον. Ὑποθετέον, ὅτι ὁ δεύτερος εἶναι ἔγγαμος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν νομίζετε, ὅτι αὐτὸς θὰ ὑπηρετήσῃ.
§65ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί;
§67ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ὁ νόμος τὸ θέλει, ἀφοῦ λέγει ὅτι, ὅταν ὁ πρεσβύτερος ὀρφανὸς ἀποτελῇ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἀπαλλάσσεται ὁ ἑπόμενος, χωρὶς νὰ ποιῆται διάκρισιν μεταξὺ ἐγγάμου καὶ ἀγάμου.
§68Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ εὐεργέτημα ἀποβλέπει μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπέρχεται ἡ ἀπαλλαγὴ, διότι ἀδελφὸς τοῦ κληρωτοῦ ἀπέθανεν ἐν τῷ στρατῷ.
§69ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδεχόμενον ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἦναι ὀρθὴ κατὰ θεωρίαν, ἀλλὰ δεῖται νομοθετικῆς κυρώσεως, διότι, ὅπως ἔχει ὁ νόμος, οἱ ὀρφανοὶ αὐτοὶ πρέπει πάντως νὰ ἀπαλλαχθῶσιν, εἴτε ἔγγαμοι, εἴτε ἄγαμοι. Ἀλλὰ τί σᾶς λέγει ὁ δικαστικὸς σύμβουλος; Ἐπειδὴ εἶναι ἔγγαμος ὁ ὀρφανὸς, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν, δὲν δύναται νὰ προστατεύσῃ τὴν μητέρα, διότι ὅλην τὴν ἀφοσίωσίν του προσείλκυσεν ἡ νέα οἰκογένεια, τὴν ὁποίαν ἀπετέλεσεν, ἐνῷ τοιαύτην διάταξιν δὲν ἔχει ὁ νόμος.
§70Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅταν φθάσητε εἰς τὸν δεύτερον, καὶ ὁ δεύτερος δὲν ἦναι ἔγγαμος, πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ αὐτός· δὲν ἔχετε ἀνάγκην πλέον νὰ μεταβῆτε εἰς ἄλλον. Διὰ ποῖον λόγον νὰ μεταβῆτε εἰς ἄλλον;
§71ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ὁ νόμος.
§72Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ὁ πρεσβύτερος υἱὸς χήρας ἀπαλλάσσεται, εἴτε ἔγγαμος εἶναι, εἴτε ἄγαμος. Ἐρχόμεθα εἰς τὸν δεύτερον. Ὁ δεύτερος πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ, διότι δὲν δύναται νὰ παράσχῃ τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ ὁ νόμος.
§73ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Τοιαύτην τινὰ γνώμην ὑποστηρίζει ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ἡ ὁποία ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι ὀρθὴ ὡς θεωρία, ἀλλὰ ἐκ τοῦ νόμου δὲν προκύπτει. Ὁ νόμος ἀξιοῖ νὰ ἀπαλλάσσωνται οἱ πρεσβύτεροι ὀρφανοὶ, εἴτε ἔγγαμοι, εἴτε ἄγαμοι· ἄν δ’ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἦναι ἔγγαμος, καὶ κατὰ συνέπειαν ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, κληροῦται ὁ δεύτερος, καὶ ὅταν κληρῶται ὁ δεύτερος, βεβαίως ὁ πρῶτος εἶναι παρήλιξ, καὶ πρέπει νὰ ἀπαλλαχθῇ καὶ ὁ δεύτερος.
§74Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τότε δὲν λύομεν τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῆς χήρας, ἀλλὰ νομοθετοῦμεν μίαν νέαν ἀπαλλαγήν. Τότε ὅλοι οἱ ἔγγαμοι υἱοὶ μιᾶς χήρας ἀπαλλάσσονται. Ἐκεῖ καταντῶμεν.
§75ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ νόμος. Ὁ νόμος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν κατὰ τὰς ἀνωτέρω περιστάσεις ὁ πρεσβύτερος τῶν ἀδελφῶν τύχῃ ὢν τυφλὸς, ἢ φέρῃ ἀνίατον σωματικὴν βλάβην, καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἢ ἂν ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἀπαλλάσσεται ὁ ἀμέσως ἑπόμενος ἀδελφὸς, ὑπαγομένου δὲ καὶ τούτου εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὁ μετ’ αὐτὸν, καὶ οὕτω καθεξῆς.» Ποία ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἀναγκάζει τὸν δεύτερον υἱὸν, ὅπως λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὑπηρετήσῃ; Ὅλοι ἀπαλλάσσονται, ἂν οἱ πρὸ αὐτῶν ἀποτελῶσιν ἰδίαν οἰκογένειαν. Οὕτως ὁρίζει ὁ νόμος.
§76Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἅπαξ.
§77Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἐνίσχυσις τοῦ γάμου αὐτό.
§78Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ σχετικὴ ἐγκύκλιος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἀπέναντι τοῦ καθαροῦ γράμματος τοῦ νόμου. Ὡς πρὸς τὴν ἐξήγησιν τοῦ πρώτου μέρους, τὴν ὁποίαν τὴν στιγμὴν ταύτην ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τουτέστι τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐντελῶς σύμφωνος, ὅτι δηλ. ὁ πρεσβύτερος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης πάντως ἀπαλλάσσεται, εἴτε εἶναι ἔγγαμος, εἴτε ἄγαμος. Ἐὰν ὅμως αἱ αὐταὶ περιστάσεις τύχωσιν εἰς τὸν ἀμέσως ἑπόμενον υἱὸν, ἐὰν δηλαδὰ οὗτος ἔτυχε νὰ πάσχῃ ἐξ ἀνιάτου νοσήματος, ἢ ἔτυχε νὰ ἦναι ἔγγαμος, ἡ ἀπαλλαγὴ μεταβιβάζεται εἰς τὸν ἀμέσως ἑπόμενον τρίτον, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐὰν ὁ νόμος ἀπαλλάσσῃ πολλοὺς, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν νόμον· ἐφ’ ὅσον ὅμως ἰσχύει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἡ ἑρμηνεία ἡ λογικὴ εἶναι αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τὴν στιγμὴν ταύτην δίδω, καὶ νομίζω, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ στρατολογικοῦ νόμου.
§79Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μόνον ἐὰν συγχρόνως πρέπῃ νὰ ὑπηρετήσωσι πολλοὶ υἱοὶ μιᾶς χήρας, δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις αὕτη. Ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι ἡ περίπτωσις αὕτη, τὸ ἄρθρον δὲν φέρει καμμίαν δυσκολίαν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος... Δι’ ὀλίγων σᾶς παρακαλῶ.
§81Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§82Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅτι ὁ νόμος ἐννοεῖ νὰ ἀπαλλάσσηται ὁ τῆς χήρας γυναικὸς υἱὸς, εὐθὺς ὡς βεβαιωθῇ, ὅτι οἱ πρὸ αὐτοῦ ἀδελφοὶ εἶναι ἔγγαμοι, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὅτε συνεζητεῖτο ἐνταῦθα ὁ νόμος, ὁ τελευταῖον τροποποιήσας τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου ΑΦΚΗʹ, ἐγὼ ἔφερα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ κατέδειξα τὸ ἄτοπον τοῦ νομοθετήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τότε ἐζητεῖτο ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, καὶ εἶπον πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν κ. Ν. Σμόλενιτς, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος πάντες θὰ καταδολιευθῶσι τὸν νόμον, καὶ τοῦ ἑνὸς υἱοῦ μετὰ τὸν ἄλλον νυμφευομένου, πάντες θὰ ἀποφύγωσι τὴν στράτευσιν. Καὶ εἰς ταῦτα πάντα σύσσωμος ἡ μερὶς, ἡ περὶ τὴν τότε Κυβέρνησιν, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ὅτι δηλ. σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο ἡ ἐνίσχυσις τοῦ γάμου. Κατόπιν λοιπὸν τῶν τοιούτων ἐξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίσθη ὁ περὶ οὗ πρόκειται νόμος, δὲν γνωρίζω, τίνα ἰσχὺν καὶ θέσιν δύνανται νὰ ἔχωσιν αἱ ἄλλως τε δίκαιαι γνῶμαι σήμερον τοῦ τε κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν κ. νομικοῦ συμβούλου. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σήμερον ἔχει, κατ’ ἐμὲ, ἀρκετὰ καλὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ καὶ ἐγὼ ἔχω καὶ σέβομαι. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν κυρίων νομικῶν συμβούλων, ἐν σχέσει μάλιστα πρὸς τὸν στρατολογικὸν νόμον, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ κυριώτεροι στρεβλωταὶ τοῦ νόμου, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν δυσεφάρμοστον τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶχε τὸ 1887, ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη, ἦτο νόμος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἤγειρεν ἐν τοῖς μέλεσι τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων. Ἵνα δὲ πεισθῆτε κατὰ πόσον οἱ κύριοι νομικοὶ σύμβουλοι, ὡς εἰσηγηταὶ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς κατ’ ἔφεσιν δικαζούσης τὰ στρατολογικά, πιέζοντες τὰς συνειδήσεις των, προκαλοῦσιν ἔκδοσιν ἀποφάσεων ἐπὶ στρατολογικῶν ἀντικειμένων, ἀντικειμένων εἰς τὸν νόμον, καὶ πρὸς ἀλλήλας ἀντιφασκουσῶν, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω τι, τὸ ὁποῖον διατηρῶ ἀκόμη εἰς τὴν μνήμην μου. Ἐν Φθιώτιδι ἠγέρθη τὸ ἑξῆς ζήτημα πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, οἱ παραλειφθέντες ἐγγράφονται εἰς τὸ δεξιὸν τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος τῆς πρώτης μετὰ τὴν ἀνακάλυψίν των κληρώσεως, στερούμενοι οὕτω τοῦ εὐεργετήματος τοῦ κλήρου, τὸ ὁποῖον εἶναι πιθανὸν νὰ τοῖς δώσῃ ἀριθμὸν τοιοῦτον, τοῦ ὁποίου τυχόντες αὐτοί, εἶναι δυνατὸν νὰ προσκληθῶσιν ὡς διαθέσιμοι, συνεπῶς δὲ ν’ ἀποφύγωσι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καταβάλλοντες 150 δραχμάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ τιμωρία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέφυγον ν’ ἀναφέρωσιν ὅτι παρελείφθησαν ἐκ τοῦ στρατολογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου των, καθ’ ὃ ἔτος ὤφειλον νὰ κληρωθῶσι. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς δύο δήμους τῆς Φθιώτιδος ὑπῆρχον ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ δεξιῷ τοῦ στρατολογικοῦ πίνακος περὶ τοὺς εἴκοσι, μεταξὺ δὲ αὐτῶν, συμφώνως πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον, τέσσαρες ἢ πέντε ἐζήτησαν τὴν ἀπαλλαγήν των, λόγῳ ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἔπρεπε κατὰ νόμον νὰ κληρωθῶσιν, ὑφίσταντο λόγοι, ἐπιτρέποντες τὴν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἀπαλλαγήν των, οἱ λόγοι δὲ καὶ τῶν τεσσάρων ἐκείνων ἀκριβῶς ἦσαν, ὅτι ἐτύγχανον ὄντες πρῶτοι ὀρφανοὶ πατρός. Τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ τότε, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ φυλλάδιόν τι, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸν τίτλον «ὁδηγίαι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου», ἀπέρριψε τὰς αἰτήσεις τῶν τεσσάρων ἐκείνων εἰς τὸ δεξιὸν ἐγγεγραμμένων, εἰπόν, ὅτι, ἵνα ἐπέλθῃ ἀπαλλαγή, ἔπρεπεν ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς νὰ ὑφίστατο ὄχι ὅτε αὐτοὶ ἔπρεπε κατὰ νόμον νὰ κληρωθῶσιν, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ κλήρωσις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγκαίως, κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ νόμου, ἔλαβον καὶ αὐτοὶ μέρος. Ὅτε αὐτοὶ εἶδον τὴν ἀπόρριψιν τῶν αἰτήσεών των, πάντες ὑπέβαλον ἔφεσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τὴν κατ’ ἔφεσιν δικάζουσαν, καὶ συγκειμένην, ὡς πάντες γινώσκετε, ὑπὸ τμηματαρχῶν ἀξιωματικῶν καὶ νομικῶν συμβούλων. Τί ἐγένετο, νομίζετε; Οἱ δύο μὲν ἐκ τῶν παραπονουμένων δι’ ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἀπηλλάγησαν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὡς νόμιμον τὴν αἴτησιν αὐτῶν, ζητούντων ν’ ἀπαλλαγῶσι, λόγῳ, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον διήνυον τὸ 22 ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ ὤφειλον νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τοὺς στρατολογικοὺς καταλόγους, διετέλουν ἐν καταστάσει, ἡ ὁποία ἐπέτρεπε τὴν ἀπαλλαγήν αὐτῶν, οἱ δὲ δύο ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι τοὺς αὐτοὺς λόγους εἶχον ἀπαλλαγῆς, ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς ἐκαλοῦντο νὰ ὑπηρετήσωσιν. Ἐκ τούτου λοιπὸν καὶ πολλῶν ἄλλων λαμβάνων ἀφορμήν, νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ ἐπαναλάβω τὴν πολλάκις ἀπευθυνθεῖσαν ἐντεῦθεν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μὴ ἐπὶ πλέον ἀμελήσῃ, ἀλλὰ σπεύσῃ νὰ τακτοποιήσῃ τὸν στρατολογικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος, πιστεύσατέ με, διὰ τῶν ἑκάστοτε ἐκδιδομένων διαταγῶν καὶ Διαταγμάτων, καὶ διὰ τῶν ὁδηγιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη μένουσιν ἐν ἰσχύϊ παρὰ τοῖς Στρατολογικοῖς Γραφείοις, κατέστη ῥάκος. Δὲν ὑπάρχει πλέον νόμος στρατολογικός! Ἕκαστον Στρατολογικὸν Συμβούλιον, καλούμενον νὰ κρίνῃ ἐπὶ στρατολογικῶν ὑποθέσεων, σταματᾷ καὶ δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ. Ἂν θελήσῃ ἓν τῶν μελῶν αὐτοῦ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἕτερον σοφιστικὸν μέλος τοῦ Συμβουλίου ἀντιτάσσει εἰς αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, καὶ κλονίζει τὴν πεποίθησιν τοῦ ὑπὲρ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου ἐκφρασθέντος, διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι ὁπωσδήποτε ἀσαφές. Ἕτερον μέλος ἔρχεται καὶ λέγει: «Δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι ὑπάρχει διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ὁποία λύει ἄλλως τὸ ζήτημα» Καὶ οὕτω βλέπετε ἀντιφάσεις, μὴ ἐπιτρεπομένας ὄχι εἰς Στρατολογικὰ Συμβούλια, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ μικρότερα σωματεῖα, τὰ συγκείμενα ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὔτε ἄκρῳ δακτύλῳ ἥψαντο τῶν νόμων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σπεύσῃ, κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ μεταξὺ τῆς παρούσης καὶ τῆς προσεχοῦς Συνόδου τῆς Βουλῆς, νὰ ἑτοιμάσῃ νέον στρατολογικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐρχομένη ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, ὅπως τοῦ λοιποῦ ἔχωμεν νόμον. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἤγειρε σήμερον τὴν συζήτησιν ταύτην, φρονῶ, ὅτι ἡ καθαρὰ ἐξήγησις τοῦ ἐδαφίου ἐκείνου εἶναι, ὅτι ὁ μὲν πρῶτος θ’ ἀπαλλαγῇ, ὡς πρωτότοκος, ἢ ὡς πρῶτος ὀρφανός, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει αὐτὸς μετὰ τὴν ἀπαλλαγήν του νυμφευθῇ, βεβαίως θ’ ἀπαλλαγῇ καὶ ὁ δεύτερος, ἂν δὲ καὶ ὁ δεύτερος μετὰ τὴν ἀπαλλαγήν του νυμφευθῇ, θ’ ἀπαλλαγῇ καὶ ὁ τρίτος, καὶ θὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τότε εἶχον εἰπεῖ, καὶ εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὴν διαβεβαίωσιν τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς γίνεται πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ γάμου.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἁπλῶς θέλω νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τοῦτο, ὅτι ὑπαρχούσης τοιαύτης ἀσαφείας, οἵα καταδηλοῦται ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τῶν διαφόρων ἀποφάσεων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς δι’ ὁδηγιῶν λύσεις, ἀλλ’ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔλθῃ νομοθέτημα, ὅπως κανονισθῇ σαφῶς καὶ ἄνευ ἀμφιβολιῶν τὸ ζήτημα, διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι πεπερασμένος καὶ παροδικός, καὶ δυνατὸν αὔριον ἄλλος Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, καὶ ἢ νὰ ἀπαλλάσσῃ ὀλιγωτέρους, ἢ νὰ ἀπαλλάσσῃ περισσοτέρους. Αὕτη ἡ ἀνισότης δὲν ἐπιτρέπεται, καὶ διὰ τοῦτο συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὸ ταχύτερον νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὴν διάταξιν, ὅπως πρὸς πάντας ᾖ ἠσφαλισμένη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.
§84Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, δι’ ὃν σκέπτεται νὰ ἀκυρώσῃ τὸν πίνακα, τὸν καταρτισθέντα κατόπιν ἐξετάσεων διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ἐν Ἄρτῃ συντάγματος. Περὶ τούτου ἐγένετο λόγος, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐβεβαίωσεν, ὅτι θέλει ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους.
§85Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι τοὺς πίνακας αὐτοὺς δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ἔρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· τηροῦνται εἰς τὴν Μεραρχίαν. Ἑπομένως θὰ ζητήσω πληροφορίας, καὶ θὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι ἔμποροι Πύργου παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐπιβληθέντος δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τῶν εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων διὰ τοῦ λιμένος Κατακώλου.
§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§88Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Περὶ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ ὁρίσητε σήμερον, ὅπως γείνῃ ἡ συζήτησις.
§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θέλω ν’ ἀποφύγω τὴν συζήτησιν· βεβαίως δ’ αὕτη πρέπει νὰ γείνῃ ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως. Θὰ παρεκάλουν ὅμως, ὅπως ἀναβάλωμεν διὰ μίαν ἡμέραν τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος, τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην, διότι χθὲς παρετάθη ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς τετάρτης ὥρας τῆς πρωΐας, καὶ θὰ ἦτο ἴσως ἐπιθυμητὸν νὰ εἰσέλθωμεν σήμερον ταχύτερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§90ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Ἐν πρώτοις, κύριε Πρόεδρε, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὑπάρχει, ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης ὑπουργίας αὐτοῦ ἐκδοθὲν, Βασιλικὸν Διάταγμα, ἀφορῶν εἰς τὸ ζήτημα τῶν δημοτικῶν φόρων ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων· εἶναι δὲ τοῦτο τὸ Διάταγμα τῆς 23 Δεκεμβρίου 1900, κατὰ τὸ ὁποῖον «προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνεκρίθη νὰ παραταθῇ ἡ διάρκεια τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω ὑπὸ τοῦ δήμου Λετρίνων ἐπιβεβλημένων φόρων κλπ.» Ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, βεβαίως τὴν ἐπιδοκιμάζω. Εἶναι ζήτημα ὅμως, ἐὰν θέλει ἐπιτευχθῇ αὕτη, καθόσον πρόκειται διὰ παρακλήσεως τοῦ Νομάρχου νὰ πεισθῇ ὁ Δήμαρχος Λετρίνων, ἵνα ἄρῃ τὴν φορολογίαν ταύτην. Ἐλπίζει πράγματι ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ τὸ κατορθώσῃ;
§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐλπίζω.
§92ΧΑΡ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχει λοιπὸν νομικὴν βάσιν ἡ φορολογία. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία, καὶ ὄχι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν πρέπει ἡ φορολογία αὕτη νὰ ἐπιβληθῇ ἐφέτος. Διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ, καὶ ὅταν εἰδικὸς νόμος ἐπιτρέψῃ τοῦτο, ἂς φορολογήσῃ. Νόμος ἐγένετο ἐπίσης ὅτε ὁ φόρος τῆς σταφίδος ἀπὸ λιμενικοῦ ηὔξησε καὶ ὑπὲρ τοῦ δήμου κατὰ μίαν δραχμὴν τὴν χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν.
§93Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου «περὶ ἐπιτηρήσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων καὶ μεταλλουργείων καὶ περὶ προστασίας τῶν ἐργατῶν». Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν αὔριον. Ὡσαύτως ὑποβάλλω τροπολογίας ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως πρὸς τοὺς ἐκ δυστυχημάτων ἐν μεταλλείοις κλπ. παθόντας ἐργάτας».
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἥ τε πρότασις νόμου καὶ αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Νέγρη θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 246–247).
§95Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ δὲν διενεμήθη ἔτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως.
§96Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τώρα θὰ διανεμηθῇ.
§97Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τῷ ἐζήτησα.
§98ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω ταύτας, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μελετήσητε αὐτάς, καὶ ἂν τυχὸν τὰς εὕρητε ἐλλιπεῖς, νὰ μὲ εἰδοποιήσητε, ἵνα τὰς συμπληρώσω.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Μιχ. Στελλάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τοῦ τέλους τῶν ἐν τοῖς ταμιευτηρίοις καταθέσεων». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 248)
§100Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, διότι πρόκειται περὶ δικαστικοῦ σκανδάλου. Ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν εὐαρεστῆται, ποῖος ἦτο ὁ λόγος, ὁ παρακινήσας αὐτὸν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἀνακριτοῦ παρὰ τοῖς ἐν Ναυπλίῳ πλημμελειοδίκαις κ. Ρωμάνου, τοῦ ἀκεραιοτάτου καὶ ἱκανοῦ τούτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ. Ἐπιμένω δὲ εἰς τὴν παράκλησίν μου ταύτην, διότι ἔλαβον ἐπιστολὴν φίλου μου ἐκ Ναυπλίου, ἐξ ἧς μανθάνω, ὅτι γενικὴ ἐπικρατεῖ ἐν Ναυπλίῳ καὶ ἐν Ἄργει ἰδέα, ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ κ. Ρωμάνου ἀπὸ τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων ἐπῆλθε κατόπιν τῆς ἐνεργείας τοῦ ἀνακριτοῦ τούτου εἰς ὑπόθεσίν τινα ποινικὴν, τῆς ὁποίας τ’ ἀποτελέσματα εὑρέθησαν ἐναντία πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ρωμᾶνος, ἐκτελῶν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του, δὲν ἔλαβε ποσῶς ὑπ’ ὄψιν, ἐφ’ ᾧ ἦτο ἄξιος συγχαρητηρίων, καὶ οὐχὶ ἀπολύσεως, ἥτις, ἐπερχομένη ὡς ἐπῆλθε, καταρρίπτει τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς κέκληται νὰ ὑπερασπίσῃ. Μέχρι τινὸς ἐδίσταζον νὰ παραδεχθῶ τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ ἤδη δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω μετὰ πόνου, ὅτι τὸ παραδέχομαι ὡς ἀληθές, διότι σήμερον ἐπληροφορήθην, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχουσι Διατάγματα ὑπογεγραμμένα, διὰ τῶν ὁποίων ἀπομακρύνονται πολλὰ δικαστικὰ πρόσωπα ἐκ Ναυπλίου διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. Ἐπὶ τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Ρωμάνου ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πρότασιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, διότι δὲν πιστεύω ποτέ, ὅτι ὁ κ. Πρωτοπαπᾶς, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται εἷς τῶν ἱκανωτέρων καὶ ἐντιμοτέρων καὶ αὐστηροῦ καθήκοντος ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑποβάλει τοιαύτην πρότασιν· τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου θὰ εἶχε μᾶλλον σύστασιν αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ κ. Ρωμάνου.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Κριεμάδης κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: 1) τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιάτρου κ. Μανούσου περὶ τῆς ὑγείας τοῦ καταδίκου Βασιλείου Μπατάλα, καὶ 2) πίνακα, διαλαμβάνοντα τὰ ὀνόματα τῶν κρατουμένων εἰς τὰς φυλακὰς καὶ καταδικασθέντων δι’ ἐγκλήματα διαπραχθέντα, ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸ τῆς ἐν ἔτει 1881 προσαρτήσεως αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπὸ ποίας ἐποχῆς κρατεῖται ἕκαστος τούτων.» Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§102Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανειλημμένως παρεστάθη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἐπανειλημμένως οὗτος ἀνεγνώρισε καὶ τὸ ἐπεῖγον καὶ τὸ χρήσιμον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συνετάχθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον ὑπὸ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, κατὰ δὲ τὴν τρέχουσαν Σύνοδον ἐπεξειργάσθη ὑπὸ ἄλλης ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας πρόεδρος ἦτο ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἔλαβον μέρος οἱ κύριοι Δραγούμης, Στεφάνου καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, προσέτι δὲ καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅπερ ἔχετε σήμερον 28ον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανειλημμένως διεβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν ἔμελλε νὰ ἀναγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο Ἔκτοτε κυμαίνεται μεταξὺ τῶν ἀριθμῶν 3 καὶ 75 τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἤδη φέρει τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν 28.
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθὼς βλέπετε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον διὰ τρίτην ἀνάγνωσιν. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἐπείγοντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφισθῶσιν εἰς πρώτην ἢ δευτέραν ἀνάγνωσιν. Βεβαιῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι μεταξὺ ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν ψήφισιν θὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον.
§104Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα τὰ νομοσχέδια εἶναι μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητηθῶσι.
§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ τοῦτο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ψηφισθῶσιν 97 νομοσχέδια, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου εἴπομεν, ὅτι ἡ διάρκεια τῆς Συνόδου ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ πλέον τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος. Περὶ τούτου οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γείνῃ. Ἑπομένως θὰ ψηφισθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖα, καὶ μεταξὺ τούτων θεωροῦμεν καὶ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας.
§106Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιώσητε τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν θὰ ἦναι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρὸ τῆς συμβάσεως τοῦ σιδηροδρόμου;
§107Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§108Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν παθόντων ἐργατῶν μεταλλείων καὶ μεταλλουργείων ἤρχετο ἀμέσως μετὰ τὸ τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Σήμερον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι δέκατον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἶναι δέκατον ἔνατον. Πολὺ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ τὸ ἀφήσῃ εἰς τὴν θέσιν, ἣν εἶχε προχθές, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος συμφέροντα κοινωνικὰ, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀφορώντων καλλωπισμοὺς καὶ ἄλλας τοπικὰς ἀνάγκας.
§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν παρατηρήσητε, θὰ ἴδητε, ὅτι μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα νομοσχέδια εἰς πρώτην ἢ δευτέραν ἀνάγνωσιν, τὰ ὁποῖα μάλιστα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν θὰ προκαλέσωσι πολλὴν συζήτησιν. Προκειμένου δὲ περὶ ὀλίγων ἔτι συνεδριάσεων, ἐὰν προτάξωμεν τὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ ἡ Βουλὴ ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀποφύγω τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε, καὶ τὸ ὁποῖον συνεζητήθη ἤδη διὰ μακρῶν, πρῶτον θὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ ἀμέσως εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἢ ἂν πρέπει νὰ γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα τοῦτο μελετήσῃ αὐτὸ καὶ ὑποβάλῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν. Τὸ ζήτημα τοῦτο θέλομεν συζητήσει· ὑπόσχομαι δὲ, ὅτι θέλω προτάξει τὸ νομοσχέδιον εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων. Ἑπομένως πιστεύω, ὅτι αἱ ἀνησυχίαι ὑμῶν δὲν ἔχουσι λόγον.
§110Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέγα μέρος τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας κατήρτισεν Ἑταιρείαν ἐξευγενιστικὴν καὶ ἐκπολιτιστικὴν «πρὸς προστασίαν τῶν ζῴων». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου νὰ συναινέσῃ εἰς ψήφισιν νομοσχεδίου περὶ αὐτῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σύγκειται ἐκ δύο στίχων, καὶ εἶναι σύμφωνον πρὸς ὅλας τὰς νομοθεσίας τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν θὰ ὑπάρξῃ συζήτησις.
§111Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προστατεύσωμεν τοὺς ἀνθρώπους, καὶ θέλετε νὰ προστατεύσωμεν τὰ ζῷα; (ἱλαρότης)
§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὅπως ψηφισθῶσι νομοσχέδιά τινα, καλλίτερον θὰ ἔπραττον νὰ μὴ συζητῶσιν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι κατὰ τὸν τρόπον, ὃν ἀκολουθοῦμεν, περισσότερον χρόνον χάνομεν. Τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ἐνδιαφέρονται, βεβαίως θὰ ψηφισθῶσι, καὶ πρὸς τοῦτο θ’ ἀναγραφῶσιν εἰς κατάλληλον θέσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων.
§113Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ εἴπω τινὰ περὶ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὲρ τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐζητήθη νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ζώων, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὁμιλήσῃ τις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς ἀνθρώπους.
§114Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὅλα τὰ σπουδαῖα νομοσχέδια εἶναι ἐρριμμένα τελευταῖα, ὡς εἶναι τὰ φέροντα τὸν ἀριθμὸν 90 καὶ 91 καὶ ἀφορῶντα τὴν ναυτιλίαν, τὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος, κύριε Πρόεδρε. Αὐτὰ πρέπει νὰ προταχθῶσι, καὶ ὄχι τὰ νομοσχέδια περὶ προστασίας τῶν ζώων, περὶ βιβλιοφίλων κλπ.
§115Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου, διατὶ δὲν διενεμήθη τὸ περὶ ἐκτελέσεως νομοσχέδιον (θόρυβος).
§116Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Θὰ διανεμηθῇ σήμερον ἢ αὔριον.
§117Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μὲ ἐπρόλαβεν ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος, εἰς ὃν ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι σήμερον διανέμεται. Ἐν τούτοις ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι ἐβράδυνε τόσον πολὺ ἡ τύπωσις καὶ διανομὴ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲ ἀρκεῖ νὰ διανεμηθῇ. Ἐὰν θεωρῇ τοῦτο σπουδαῖον ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει νὰ προτάξῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ παραταθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφισθῇ. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους...
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε ἐπ’ αὐτοῦ.
§119Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νὰ ἀναγραφῇ.
§120Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι τοιαύτη ἡ σπουδαιότης τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§122Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι βιάζεσθε, διὰ νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τῶν 3,000,000.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§124Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ προστεθῇ ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ εἰς τὰ ἀτελῆ τῆς κλάσεως 69, μετὰ τὸν «ὀρείχαλκον (πάφιλαν)», καὶ ὁ «χαλκὸς χρήσιμος πρὸς καψύλια εἰς φύλλα», χάριν ἐνισχύσεως τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας.
§125Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις.
§126Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπίσης εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, μετὰ τὰς λέξεις «καψύλια ὅπλων» νὰ προστεθῇ «καὶ δυναμίτιδος».
§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ τροποποιήσεις καὶ προσθήκας ἀτελειῶν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακριβώσωμεν τ’ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικά. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ δεχθῶ, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀτελείας, εἶναι, εἰς τὸ ζʹ ἐδάφιον, μετὰ τὸ «καψύλια ὅπλων», νὰ προστεθῇ «καὶ δυναμίτιδος». Ὅλα τὰ ἄλλα θὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσιν.
§128ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ προτείνω ἀτελείας, διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ καμμία ἀτέλεια· τοὐναντίον μάλιστα θὰ προτείνω νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τέλος εἴδη ἀτελῆ.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ παραδεχθῶ τίποτε.
§130ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς λέγει καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει, προτίθεται νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν. Περιέχει ὅμως ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ, εἰς τὴν κλάσιν 180 τοῦ δασμολογίου, προσθήκην, ὅτι τὰ εἰς ὑπερδιπλάσιον σχῆμα τῶν συνήθως εἰσαγομένων πίλων πιλήματά εἰσιν ἀτελῆ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου, τοῦ ὑπερδιπλασίου σχήματος, καὶ πέραν δὲν ἀπαιτεῖται ἐργασία ἀξία λόγου. Ἐκ τούτου θὰ πηγάσῃ τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ μὴ προστατεύῃ τὸ νομοσχέδιον τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι δὲν πρέπει τὰ τοιαῦτα πιλήματα νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τῆς κλάσεως 180 τοῦ δασμολογίου, ὡς διατυποῦται; Διὰ τοῦτο ὀρθότερον εἶναι νὰ τεθῇ ἡ ἐξαίρεσις τῆς κλάσεως 180 οὕτω: «καὶ εἰς ὑπερδιπλάσιον σχῆμα τῶν συνήθως εἰσαγομένων πίλων, πλὴν τῶν ἐκ τριχῶν κονίκλων, λαγωῶν καστόρων καὶ λοιπῶν ἀγρίων ζώων». Τοῦθ’ ὅπερ συμπίπτει καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τῆς κλάσεως 209.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ δεχθῶ καμμίαν μεταβολήν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν ἐδαφίῳ ζʹ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΡΝΗʹ τῆς 13 Φεβρουαρίου 1893 περὶ προσωρινῆς ἀτελείας πρώτων ὑλῶν ἐπὶ ἐξαγωγῇ αὐτῶν μεταπεποιημένων εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν δηλωθεισῶν ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, τῶν κειμένων ἐντὸς ὁρίων δάσους». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων νόμων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λίαν συντόμως θέλω ὑποβάλει τροπολογίαν, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν, ὥστε, ἂν τυχὸν παραδέχηται τὰ ἐν αὐτῇ, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην της. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 3. Μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ καταλόγου ὁριστικοῦ, ὁ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους παραιτῶν τὸ ἐπάγγελμα, ἢ μεταβάλλων αὐτὸ καὶ ἐπιδιδόμενος εἰς ἄλλο, ὅπερ συνεπάγεται φόρον ἐλάσσονα, ἀπαλλάσσεται τοῦ φόρου κατὰ τὴν ἑπομένην ἑξαμηνίαν», (ἐνῷ κατὰ τὸν κείμενον νόμον μόνον τὸ ἑπόμενον ἔτος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαχθῇ) «ἢ ὑποβάλλεται εἰς τὸν κατώτερον φόρον, τὸν ἀντιστοιχοῦντα εἰς τὸ νέον ἐπάγγελμα, ἂν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑξαμηνίας ταύτης ἐπιδώσῃ τὴν προσήκουσαν δήλωσιν, κατὰ τὰ ἄρθρα 3 τοῦ νόμου ͵ΒΦϞΔʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 καὶ 1 τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΒʹ τῆς 24 Μαρτίου 1900. Ὁμοίαν δήλωσιν ὑποβάλλει καὶ ὁ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους μεταλλάσσων τὸ ἐπάγγελμα πρὸς ἄλλο, ὑποκείμενον εἰς ἴσον φόρον, ὅτε ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἀναγράφει ἁπλῶς ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς ἀδείας τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολήν». (Τοῦτο ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ). «Ὁ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους θέλων νὰ διακόψῃ τὴν ἐν τῇ περιφερείᾳ, δι’ ἣν ἡ ἄδεια, ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος, ἵνα μετέλθῃ αὐτὸ ἢ ἄλλο ἐν ἄλλῳ μέρει τοῦ Κράτους, ὑποβάλλων δήλωσιν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς νέας ἑξαμηνίας, ἀπαλλάσσεται δι’ αὐτὴν τοῦ φόρου, ὑποβαλλόμενος εἰς φορολογίαν ἐν τῇ νέᾳ φορολογικῇ περιφερείᾳ, εἰς ἣν μετήγαγε τὸ ἐπιτήδευμα αὑτοῦ, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων». (Διότι ἄλλως περιορίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου νὰ διακόψῃ τὸ ἐπάγγελμα αὑτοῦ ἐν μιᾷ πόλει καὶ μεταβῇ εἰς ἄλλην). Τοῦτο εἶναι τὸ ἄρθρον 3, κατὰ τὴν τροπολογίαν μου, μετὰ τῆς ἐν τέλει αὐτοῦ καταργητικῆς διατάξεως. Προτείνω δὲ καὶ ἄρθρον 4, ὅπερ σκοπὸν ἔχει νὰ προειδοποιῇ τὸν καθυστεροῦντα τὸν φόρον πρὶν ἢ παρεμποδίσῃ αὐτῷ τὴν ἐργασίαν, νὰ προειδοποιῇ δὲ τελεσφόρως, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ παραπονεθῇ κατόπιν, ὅτε ἐπέρχεται ἡ παρεμπόδισις· διότι, ὅπως σήμερον γίνεται, ἡ παρεμπόδισις ἐκτελεῖται χωρὶς αὐτὸς νὰ ἔχῃ κἂν γνῶσιν τῆς ἀφετηρίας, ἀφ’ ἧς τρέχει ἡ προθεσμία τῶν δέκα ἢ δεκαπέντε ἡμερῶν, αἵτινες παρέχονται πρὸς τοῦτο εἰς αὐτόν. Τὸ ἄρθρον 4 ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 4. Μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς καταστάσεως ὁριστικοῦ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου ͵ΒϚΛΔʹ συμπληρωματικοῦ καταλόγου, ὁ κατὰ νόμιμον ἔκθεσιν τῆς ἀρχῆς ἄνευ δηλώσεως ἀσκῶν ἐπιτήδευμα, ὡσαύτως δὲ καὶ ἐκ τῶν ἐχόντων ἄδειαν ὁ μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς νομίμου πρὸς καταβολὴν προθεσμίας μὴ καταβαλὼν τὴν ληξιπρόθεσμον δόσιν τοῦ φόρου, ὑποβάλλονται εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΑΥΙΓʹ τῆς 1 Ἀπριλίου 1887 πρόσθετον 20%, ἐπιφυλασσομένων καὶ τῶν ἐν ἄρθροις 12 καὶ 18 τοῦ νόμου ͵ΒϚΛΔʹ περὶ τόκου καὶ ποινῶν ὡρισμένων. Ἐν περιπτώσει δὲ καθυστερήσεως καὶ τῆς ἑπομένης δόσεως, παρεμποδίζονται διοικητικῶς τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος, μέχρις οὗ καταβάλωσιν ὅλον τὸ ὀφειλόμενον ποσόν. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΒʹ καταργεῖται. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου γίνεται 5.» Τοιαῦται εἶναι αἱ τροπολογίαι. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ μελετηθῶσι, καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ εἴπητε γνώμην.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 249). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοριῶν τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων διὰ τὸ 1900 ἔτος δόσεων τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ ἔτους 1899». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχεν ἐπιτραπῆ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τὸ 1899;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ λείπει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἦτο εἰς τὴν Βουλὴν ἄγνωστον, ὅτι εἶχεν ἐπιτραπῆ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ 1899.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριε Δηλιγιάννη, ὅτι εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμεν αὐτὴν τὴν δήλωσιν.
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχε δηλώσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔκαμεν αὐτό.
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι τὸ 1899 ἐφηρμόσθη ὁ παλαιὸς νόμος τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ὅστις διαφέρει τοῦ νομοθετηθέντος φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ 1900.
§145ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπληρώθη.
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα λέγει τὸ συζητούμενον ἄρθρον 1 «ἐν αἷς ἐπαρχίαις ἔπαθον ἐκ τοῦ περονοσπόρου αἱ ἄμπελοι καὶ αἱ σταφιδάμπελοι;»
§147ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ ἦναι τυπογραφικὸν λάθος, κ. Πρόεδρε.
§148Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐφηρμόσθη τὸ 1899, διότι δὲν ἐγένοντο αἱ διατυπώσεις καὶ ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ὁ νόμος. Ἑπομένως διὰ νέου νόμου εἶχε παραταθῆ ἡ προθεσμία. Ἀλλὰ παράτασις πληρωμῆς φόρου μὴ βεβαιωθέντος κατὰ τὸν νέον νόμον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ τὸ 1899, παράτασις δὲ πληρωμῆς φόρου ἐμμέσου ἐπὶ τοῦ παραχθέντος οἴνου, τοῦ πωλουμένου κατὰ τὸν καταργηθέντα νόμον, εἶναι πάλιν ἀδύνατος. Ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν λεπτομερεστέρας τινὰς πληροφορίας. Διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 φαίνεται ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 1 εἶναι τυπογραφικὸν λάθος, διότι λέγει τὸ ἄρθρον 2: «Ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις ἡ πληρωμὴ τῶν καθυστερουμένων δόσεων τοῦ τιμήματος παραχωρηθεισῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν τοῦ ἔτους 1900 θέλει ἐνεργηθῆ εἰς δύο δόσεις...» καὶ τὰ λοιπά.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐπικυροῖ (ἀναγινώσκει): «Ὁ δὲ καθυστερῶν φόρος τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ ἔτος 1899...» κλπ.
§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας.
§153ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι βεβαίως τυπογραφικὸν λάθος, διότι λέγει ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου: «καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ ἔτους 1899 ἐν ταῖς παθούσαις ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐπαρχίαις.» Γνωστόν, ὅτι ὁ περονόσπορος ἔκαμε τὰς καταστροφὰς τὸ 1900, ὄχι τὸ 1899. Εἶναι τυπογραφικὸν λάθος.
§154Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λάθους, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ τυπογραφικὸν λάθος ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 2. Αὔριον θὰ ἔχητε πληροφορίας. Νομίζω δέ, ὅτι ὁ τίτλος δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι πρόκειται περὶ λάθους, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφορᾷ ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι πέρυσιν ἔπαθον ἐκ τοῦ περονοσπόρου.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἐπίσης κυροῖ, ὅτι δὲν εἶναι λάθος.
§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ λάθους.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις, ὑποχρεωθεῖσα ἐκ καθήκοντος νὰ μεριμνήσῃ κατὰ τὸ ἐφικτὸν ὑπὲρ τῆς ἀνακουφίσεως τῶν ζημιωθέντων φορολογουμένων ἐκ τοῦ ἐνσκήψαντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων ἐπαρχιῶν τινων τοῦ Κράτους περονοσπόρου, διέταξε τὴν ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν ἐν αὐταῖς ὀφειλομένων δόσεων.»
§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὔριον θὰ σᾶς εἴπω.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 ἐκ δραχ. 60,000».
§161Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκολούθως καὶ ἐγώ.
§163Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἔχει τι τὸ ἀνώμαλον ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίων περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος χθὲς ἐψηφίσθη, τὸν ὁποῖον ἀκόμη δὲν εἴδομεν, τοῦ ὁποίου τὸ περιεχόμενον ἀκόμη δὲν γνωρίζομεν, διότι, ὅπως ἐψηφίσθη, βεβαίως αἱ λεπτομέρειαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν παρόντων Βουλευτῶν, πολλῷ δ’ ὀλιγώτερον τῶν ἀπόντων. Δὲν ἐδημοσιεύθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901.
§164Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀκόμη οὔτε τὰ πρακτικά.
§165Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐψηφίσθη, ὅπως εἶπον, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐλλείψεις εἰς τὰς προβλέψεις τῶν δαπανῶν, ὥστε ἔρχονται νομοσχέδια ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Ἐκτὸς δὲ τούτου, πλέον παράξενος τῆς ὑποβολῆς τοιούτων νομοσχεδίων μοὶ ἐφάνη καὶ ἡ ὑποβολὴ πρό τινων ἡμερῶν δηλώσεως περὶ ἀδείας κατατάξεως δαπανῶν — δὲν ἔχω μαζύ μου τὴν δήλωσιν ταύτην — ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ ἤδη ψηφισθέντι. Τοῦτο ἀνέφερα ὡς ζήτημα ἄξιον προσοχῆς. Δὲν εἶναι βεβαίως καλόν, δὲν εἶναι τακτικὸν νὰ ἔρχωνται τόσον ἀμέσως, τόσον ταχέως διαψεύσεις τῆς ἀκριβείας τῶν ἀναγραφομένων ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς. Ἀλλ’ εἰδικώτερον ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ὑπάρχει ὡρισμένη συμφωνία μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Συμαίων δυτῶν, οἵτινες ἀσχολοῦνται «διὰ τὴν ἀνέλκυσιν τῶν ἐν τῷ παρὰ τὰ Ἀντικύθηρα βυθῷ τῆς θαλάσσης κατακειμένων ἀρχαιοτήτων», καὶ ἥτις συμφωνία καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως «δι’ ἀποζημίωσιν ἰδιοκτητῶν καὶ εὑρετῶν ἀρχαίων». Διότι, ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη συμφωνία, ἤθελε προηγηθῆ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διατί δὲν προεβλέπετο; Ἐὰν θέλητε, σταματῶ διὰ νὰ λάβω τὴν πληροφορίαν ταύτην πρὶν ἢ προχωρήσω.
§166ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὄχι· προχωρήσατε. Θὰ ἀπαντήσω κατόπιν.
§167Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ νὰ μὴ χάνωμεν καιρόν. Διατὶ τάχα δὲν δίδετε πληροφορίαν τώρα, ἵνα γνωρίζω;
§168ΣΤΑΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον προῆλθεν εἰς συμφωνίαν μετὰ τῶν Συμαίων δυτῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι αὕτη εἶναι προκαταρκτική, διότι οἱ προσελθόντες πρός με δύο πλοίαρχοι δύται ἐδήλωσαν, ὅτι γνωρίζουσιν ἀρχαιότητας εὑρισκομένας εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, πλησίον ἑλληνικῆς νήσου. Ὁ εἷς τῶν δύο πλοιάρχων μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ δηλώσῃ τὸ μέρος, εἰς ὃ εὑρίσκονται αἱ ἀρχαιότητες, ἐὰν ἀπεδέχετο ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν. Ἐγνώρισα εἰς αὐτοὺς, ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὁ τῆς 24 Ἰουλίου 1899 ΒΧΜϚʹ «περὶ ἀρχαιοτήτων», ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τοῦ ἀνακαλυπτομένου ἀρχαίου ἀνήκει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ κτήματος ἐν ᾧ εὑρίσκονται τὰ κινητὰ ἀρχαῖα. Ὁ αὐτὸς νόμος ὁρίζει, ὅτι ὁ ὑποδείξας ἀρχαῖα λαμβάνει ἀμοιβὴν, ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς συνδρομῆς, ἣν παρέσχεν ὁ ὑποδείξας. Συμφώνως ταῖς διατάξεσι ταύταις ὑπέγραψα ἔγγραφον, παρὰ τὴν γνώμην μάλιστα τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον παρέδωκα πρὸς τοὺς δύο Συμαίους πλοιάρχους, οἱ ὁποῖοι, ἀποδεχθέντες τὰς προτάσεις μου, ὑπέδειξαν τὸν τόπον, ἔνθα εὑρίσκονται αἱ ἀρχαιότητες. Ἤδη δὲ ἐργάζονται ἐν Ἀντικυθήροις πρὸς ἀνέλκυσιν τῶν ἀρχαιοτήτων. Εὐτυχῶς τὰ ἀνακαλυφθέντα εἶναι μεγάλης ἀξίας, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀρχαιοτήτων, θέλει καθορίσει ἡ Ἀρχαιολογικὴ ἐπιτροπή. Πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμου ΒΧΜϚʹ ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πίστωσις. Ἐν τῷ ψηφισθέντι προϋπολογισμῷ ὑπάρχει τοιαύτη 30 χιλιάδων δραχμῶν. Διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης ἐκπληροῦνται αἱ ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εὑρίσκει, ὅτι μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἀρχαίων τῶν Ἀντικυθήρων ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ, ζητοῦμεν συμπληρωματικὴν πίστωσιν δραχμῶν 30,000. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἀγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον πρὸ μικροῦ, γνωρίζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι καὶ ἄλλα ἀρχαῖα ἀνειλκύσθησαν παρὰ τὰ Ἀντικύθηρα.
§169Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ βυθῷ πάντοτε.
§170ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὰς πληροφορίας δὲ, τὰς ὁποίας ἔχομεν, σωρεία τοιούτων ὑπάρχει ἐν τῷ βυθῷ τῆς θαλάσσης.
§171ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγουσιν ὅτι εἶναι ἐφθαρμένα ἐντελῶς.
§172ΣΤΑΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔλθητε νὰ ἴδητε τὸ θαυμάσιον ἄγαλμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα καλῆς τέχνης. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀνελκυσθὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ «Σύρῳ», τῷ εὑρισκομένῳ ἐν Ἀντικυθήροις χάριν τῶν ἀρχαιολογικῶν τούτων ἐρευνῶν, ἄλλο ἄγαλμα, ἀρίστης, ὡς λέγουσι, τέχνης.
§173Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Κένταυρος;
§174ΣΤΑΗΣ. Ὁ Κένταυρος εἶναι ἐκ μαρμάρου. Τὸ δὲ ἄγαλμα τοῦτο εἶναι χαλκοῦν, εἰς ἑπτὰ δυστυχῶς τεμάχια. Ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου, μεταβὰς ἐκεῖσε, ἐπληροφόρησε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι εἶναι τέχνης θαυμασίας.
§175Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Σύμπλεγμα;
§176ΣΤΑΗΣ. Ἁπλοῦν ἄγαλμα χαλκοῦν· φαίνεται δὲ, ὅτι εἶναι τὸ πρῶτον ἐν τῷ κόσμῳ χαλκοῦν ἄγαλμα μεγέθους φυσικοῦ καὶ τέχνης ἀρίστης. Εὑρέθησαν δὲ μέχρι σήμερον καὶ τρία ἄλλα ἀγάλματα χαλκᾶ μικροῦ μεγέθους, περὶ τῆς ἀξίας τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν πληροφορίας. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πίστωσις 30 χιλιάδων, ἡ ὁποία καὶ ἄλλοτε εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ δὲν εἶχε πραγματοποιηθῆ. Σήμερον, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, θὰ πραγματοποιηθῇ καὶ αὕτη ἕνεκα τῆς κατασκευῆς τῆς περιφερικῆς ὁδοῦ τῆς Ἀκροπόλεως, τὴν ὁποίαν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, τῇ συστάσει μου, κατασκευάζει. Εἶναι δὲ ἀνάγκη πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ τῶν περὶ αὐτὴν ἀνασκαφῶν ν’ ἀγορασθῇ κτῆμά τι περὶ τὴν Ἀκρόπολιν.
§177Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἀμοιβὴ εἶχεν ὁρισθῆ ὡρισμένως, ἀλλὰ, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν πρόκειται περὶ ἀμοιβῆς συμφώνως μὲ τὸν ἰσχύοντα νόμον, καὶ ἑπομένως ἡ ἀμοιβὴ θὰ στηριχθῇ εἰς τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῶν ἀνελκυομένων ἀγαλμάτων, ἡ πληροφορία εἶναι πλήρης. Ἐπεθύμουν, ἂν ἠδύνατο ὁ κύριος Ὑπουργὸς, εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ κάμῃ πληρεστέραν ἀνάπτυξιν, τίνας γαίας προβλέπει, ὅτι θ’ ἀποζημιώσῃ, τίνα κτήματα θ’ ἀποζημιώσῃ διὰ τὴν δημοσίαν ὁδὸν τὴν περὶ τὴν Ἀκρόπολιν.
§178ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ταύτην τὴν στιγμήν. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§179ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν αὐτό;
§180ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκεινται δύο ἔκτακτοι ἀνάγκαι. Ἡ μία τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τούτων εἶναι ἡ ἀνέλκυσις ἐκ τοῦ βυθοῦ ἔργων τέχνης ἀρχαίας, ἀγαλμάτων καὶ ἄλλων ἀρχαιολογικῶν καλλιτεχνημάτων, καὶ ἡ μεταφορὰ καὶ τοποθέτησις αὐτῶν. Δευτέρα ἔκτακτος ἐργασία εἶναι ἡ διαρρύθμισις τῶν περὶ τὴν Ἀκρόπολιν μερῶν. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις εἶναι ἀτελής. Ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν σαφεστέραν γνῶσιν τῶν μελλόντων γενέσθαι. Οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἄνδρες πολιτικοί. Δὲν ἕπεται, ὅτι ἔχουσι φιλολογικὰς γνώσεις, ἂν πρόκηται περὶ φιλολογικῶν ζητημάτων, ἢ ἀρχαιολογικὰς, ἂν πρόκηται περὶ ἀρχαιολογίας, ἢ ἄλλας ἐπιστημονικὰς γνώσεις, ἂν πρόκηται περὶ ἐπιστημονικῶν γνώσεων. Περὶ τῶν μερῶν τῶν περὶ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ τῆς συνεχείας τῶν περὶ τὴν Ἀκρόπολιν μερῶν μετὰ τῶν ἄκρων τῆς πόλεως ὑπάρχουσι πολλὰ σχέδια. Πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ σχέδιον τοιοῦτον; Πρόκειται, φέρ’ εἰπεῖν, νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ὁδὸς Ἀθηνᾶς μέχρι τῆς Πύλης τῆς Ἀγορᾶς λεγομένης, μέχρι τῆς Στοᾶς τοῦ Ἀττάλου καὶ τῶν μερῶν ἐκεῖ; Πρόκειται μόνον νὰ γείνῃ περιμετρικὴ ὁδὸς, ἁμαξιτὴ, πέριξ τῆς Ἀκροπόλεως, καὶ πρόκειται νὰ ἀγοράσωμεν γαίας, τὰς ὁποίας ἤθελε καταλάβει τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ; Πρόκειται νὰ γείνωσιν ἀνασκαφαὶ διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὰς ἐργασίας τὰς ἀρχαιολογικὰς πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς Βασιλείου Στοᾶς; Πρόκειται περὶ τῆς πρό τινων ἐτῶν γενομένης ἀποκαλύψεως ἐρειπίων τῶν ἀρχαίων συνοικισμῶν περὶ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ τὴν Πνύκα; Δὲν ἔχομεν καμμίαν πληροφορίαν. Ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα νὰ δώσωμεν πᾶσαν συνδρομήν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, εἶναι πρῶτον, ἐπὶ μὲν τῶν περὶ τὴν Ἀκρόπολιν μερῶν τί πρόκειται νὰ γείνῃ; Πρόκειται νὰ γείνῃ περιμετρικὴ ὁδὸς χάριν περιπάτου, ἢ χάριν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν; Διότι, ἂν πρόκειται νὰ γείνῃ περιμετρικὴ ὁδὸς χάριν περιπάτου, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἂν ὅμως πρόκηται νὰ γείνωσιν ἀρχαιολογικαὶ ἐργασίαι, προθύμως θέλομεν συνδράμει· ἀλλὰ ζητῶ νὰ μάθω, ποῖαι ἐργασίαι πρόκειται νὰ γείνωσιν. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ μᾶς δώσῃ.
§182ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην. Θὰ λάβω πληροφορίας, καὶ θὰ σᾶς δώσω.
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους γνωρίζομεν, ὅτι ἐψηφίσθη πίστωσίς τις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἀρχαιολογικὰς ἀνάγκας. Ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι 30,000 δραχμῶν. Αὐτὴ θὰ χρησιμεύσῃ διὰ συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Αἱ ἀνασκαφαὶ γίνονται δαπάνῃ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Παρακαλῶ νὰ ἔχωμεν πληροφορίαν, εἰς ποῖον μέρος γίνονται αἱ ἀνασκαφαὶ αὗται δαπάνῃ τοῦ Ὑπουργείου; Ἐὰν δὲ δὲν διατίθενται διὰ τοιαύτας δαπάνας, παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς τίνας ἀνάγκας διατίθενται.
§185ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ἀναγεγραμμένη πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει ὡρισμένον σκοπόν, ὃν ὁ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμος καθορίζει οὐχὶ δι’ ἀνασκαφάς, ἀλλὰ πρὸς ἐξαγορὰν ἀρχαιοτήτων.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε παρακαλῶ νὰ συμπληρώσητε τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα, ὅπως γένηται εἰς ἡμᾶς γνωστόν, πόσα ἐδαπανήθησαν ἐκ τῆς κατὰ τὸ 1900 ψηφισθείσης πιστώσεως δι’ ἀγορὰν ἀρχαιοτήτων, καὶ πόσα ἔμειναν ὀφειλόμενα εἰς τοὺς πωλήσαντας ἀρχαιότητας.
§187ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐξ ὅσων γνωρίζω, ὁ νόμος ΒΧΜϚʹ ἐπέβαλε βάρη εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως ἀποζημιοῖ τοὺς εὑρέτας ἀρχαιοτήτων, ἢ τοὺς ἰδιοκτήτας, ὥρισε δὲ ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀποτιμᾷ τὰς ἀρχαιότητας. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀρχαιότητες εἰσέτι, περὶ ὧν ἡ Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι χρήσιμοι διὰ τὸ Μουσεῖον, καὶ πρόκειται τοῦτο ν’ ἀγοράσῃ αὐτάς. Ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν δὲ τῶν 30 χιλ. δραχμῶν, ὑπάρχει νόμος, καθ’ ὃν τὰ κτήματα τὰ περιέχοντα ἀρχαιότητας ὑπόκεινται εἰς τὸν νόμον τῆς καταλήψεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι πρόκειται καὶ περὶ τῆς περιφερικῆς ὁδοῦ τῆς Ἀκροπόλεως. Τότε ὅμως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅτι διὰ τὴν ὁδὸν ταύτην πρέπει νὰ δαπανήσῃ το Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ οὐχὶ τὸ τῆς Παιδείας, διότι τὰ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ πρέπει νὰ κανονισθῶσι κατὰ τοὺς νόμους περὶ ὁδοποιΐας τῶν πόλεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, ἡ πρότασις νόμου «περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου»).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὰς ἀγάμους θυγατέρας τοῦ Σπυρίδωνος Γ. Καραϊσκάκη».
§189Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Τὰς 500 δραχμὰς, ἃς δίδει εἰς τὴν οἰκογένειαν Σπυρ. Γ. Καραϊσκάκη, νὰ διανείμῃ εἰς τὴν χήραν καὶ τὰς τρεῖς θυγατέρας ἐξ ἴσου, ἢ κατά τι περισσότερον εἰς τὴν χήραν.
§190ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τὸ ἥμισυ τῆς συντάξεως ἀνήκει εἰς τὴν χήραν, τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὰ τέκνα. Ὅταν ἀποθάνῃ ἡ χήρα, τί θὰ πάρουν τὰ τέκνα; (Θόρυβος).
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δικαιοδοσία ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς συντάξεις δὲν εἶναι εὐρεῖα, καὶ πρέπει ν’ ἀφίνωμεν ἐπὶ τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν ἐλευθερίαν.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι. (Παρατεθείσης μιᾶς κάλπης ἐπὶ τραπέζης πρὸ τοῦ βήματος, γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ραδινοῦ καὶ Γ. Καπετανάκη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 132, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Εὑρέθησαν εἰς τὸ Ναὶ ψῆφοι 127, εἰς τὸ Ὄχι 5. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§194Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, νὰ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα, παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία ν’ ἀποφασίζῃ ἑκάστοτε ὅ,τι θέλει, δὲν εἶναι ὅμως ὑποχρεωμένη νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασίν της. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§196Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§198Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· καὶ θὰ ὑποβάλλω τοιαύτην ἀνὰ πέντε λεπτά.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶνε δικαίωμά σας. Παρακαλῶ νὰ ἔλθητε ὡς ψηφολέκτης.
§200Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ἐγένετο ἤδη ψηφοφορία, καὶ ἦσαν παρόντες 132, πῶς δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία;
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ νὰ τὸ εἴπητε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν ἔνστασιν.
§202Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀντὶ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀπειλὴ, ἡ ὁποία προεβλήθη, καλλίτερον νὰ διακόψωμεν τώρα, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§203Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συνεδριάζωμεν ὑπὸ τὸ κράτος ἀπειλῶν. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Παπαδιαμαντοπούλου καὶ Ἀλεξ. Κασσαβέτη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 125. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας δραχμῶν 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου». Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον.
§207Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§209Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ ζήτημα πλησιάζει νὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω σήμερον, εἶναι, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα ἐπεκαλέσθη προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, στηρίζονται ἐπὶ ὑποθέσεων. Κατὰ τοῦτο διαφέρει ἡ γνώμη ἡ ἐμὴ τῆς γνώμης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ ὑποθέσεις του ὅλαι, αἱ ὁποῖαι ἀπολήγουν εἰς βασίμους ἐλπίδας, στηρίζονται εἰς τὸ ὅτι ἡ Ἑταιρεία θὰ δυνηθῇ νὰ βελτιώσῃ τὰ κατ’ αὐτὴν, ἐγὼ δὲ ἐξ ἐναντίας πιστεύω, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ τῆς Ἑταιρείας, εἶναι ἀδύνατον νὰ βελτιωθῶσι τὰ κατ’ αὐτὴν καὶ μὲ τὴν παροχὴν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν προχθὲς εἰς ὅσα εἶπον, διϊσχυρίσθη, ὅτι ὁ ὅρος, καθ’ ὃν θὰ πληρωθῶσι κατὰ προτίμησιν ἐκ τοῦ πρώτου ἑκατομμυρίου τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια τῆς Τραπέζης, ἐπειδὴ, λέγω, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐπέμεινεν εἰς τὸν ὅρον τοῦτον, διὰ τὸν λόγον, ὅτι θέλει νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Ἑταιρείαν ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἐξ αὐτῶν τόκων, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 28,000 δραχμὰς, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Μένει εἰς ἐμὲ ἡ ἀπορία, διατὶ καὶ ἡ Τράπεζα Σκουζὲ καὶ ἡ Ἐθνικὴ δὲν θέλουν νὰ ἔλθουν εἰς ἐπικουρίαν τῆς Ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου, μὴ ἐπιμένουσαι νὰ λαμβάνουν τόκους ἐπαχθεῖς, καὶ μὴ ζητοῦσαι νὰ πληρωθοῦν ἀμέσως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι φοβεῖται, μήπως ἐπιδιώξωσιν αἱ δύο αὗται Τράπεζαι τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑταιρείας, ἢ μήπως ζητήσωσι τόκον 8 καὶ 9%. Καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν ἐπιβαρύνουν οὔτε μὲ 7 οὔτε μὲ 8%, ἀλλ’ ὀφείλουν ν’ ἀφήσουν τὰ χρήματά των, εἰ δυνατὸν, ἄτοκα ἐπὶ τρία ἔτη, ἢ νὰ περιορισθοῦν νὰ λάβουν τόκον μόνον 4%. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀπέμενεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἐλπὶς, ὅτι διὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ 1,500,000 δραχμῶν θὰ ἠγοράζετο ὑλικὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ εἴχομεν πραγματικήν τινα ἐγγύησιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἀκόμη. Δὲν εἶναι δυνατὸν, τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, νὰ δοθῇ, ὅπως περιορισθῇ τὸ πάγιον ἐξωτερικὸν δάνειον; Ἴσως μοὶ ἀντιταχθῇ, ὅτι οἱ δανεισταὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρωθοῦν πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας· πιστεύω ὅμως, ὅτι, ἂν παρασταθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ δυσχερὴς κατάστασις τῆς Ἑταιρείας, δὲν θὰ δυσκολευθοῦν νὰ δεχθοῦν τὸ ποσὸν αὐτὸ πρὸ τῆς διορίας, καὶ οὕτως ἀπαλλάσσομεν τὴν Ἑταιρείαν ἀπὸ τόκον, ὅστις μὲ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος ἀνέρχεται εἰς 8%. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς αὐτὸ, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην του, ὅτι πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ πληρωθοῦν τὰ κυμαίνοντα ἐσωτερικὰ δάνεια τῆς Τραπέζης Σκουζὲ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ καταβλητέου εἰς εἶδος φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου».
§211ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα λέγονται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, ὡς εἶναι συντεταγμένον. Διότι τί ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον; ὅτι, ἐπειδὴ, λέγει, διὰ τῆς ἑρμηνείας, ἥτις ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἣν παρεδέχθη ὁ Ὑπουργὸς, «μεταβάλλεται καὶ αὐξάνει τὸ κατὰ νόμον ὑπὸ Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καθ’ ἕκαστον ἔτος ὁριζόμενον ποσοστὸν τοῦ εἰς εἶδος φόρου, καὶ ἵνα καταπαύσῃ ἐπὶ τὸ μέλλον πᾶσα ἄλλη ἑρμηνεία, ἐκρίναμεν ἀναγκαῖον νὰ προκαλέσωμεν εἰδικὸν ἐπὶ τούτῳ νομοθέτημα». Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀγορεύσας, εἶπεν, ὅτι δὲν προέτεινε νόμον ἑρμηνευτικὸν, διότι ὁ νόμος ὁ ἑρμηνευτικὸς ἤθελον ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, καὶ ἤθελον ἐκ τούτου γεννηθῇ περιπλοκαί. Ἐν τούτοις ὅμως προτείνει νόμον ἑρμηνευτικὸν, ὡς ἔχει διατετυπωμένον ἀορίστως τὸ νομοσχέδιον, καίτοι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει λέγει, ὅτι ἐπὶ τὸ μέλλον οὕτω πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος. «Πῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον; (ἀναγνώσκει): «Ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κατὰ § βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου τῆς 15 Ἰουνίου 1899 «περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης» καταβλητέου εἰς εἶδος φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου γίνεται ἐπὶ τοῦ καθαρῶς ἐξαγομένου ποσοῦ.» Τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ ἑρμηνεία γενικὴ καὶ ἀπόλυτος τοῦ κειμένου νόμου; Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι γενικὴ ἑρμηνεία καὶ ἀπόλυτος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναδράμῃ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ νομικὸν καὶ εἰς τὸ παρελθόν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ νὰ ἐννοηθῇ, καὶ εἶπε μάλιστα, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νόμου εἶναι δεκτικὸν δύο ἑρμηνειῶν, καὶ τῆς ἑρμηνείας, ἥτις ἐδόθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἥν ἀποδέχεται τέλος πάντων καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῆς ἑρμηνείας, ἥτις ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ὅσοι παρηκολούθησαν τὰς συζητήσεις περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅσοι ἀνέδραμον εἰς αὐτὰς, εὑρίσκουσιν ὅτι αἱ ἐξηγήσεις, αἵτινες ἐδόθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἔδωκαν οἱ νομικοὶ σύμβουλοι. Ἀνέδραμον εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ εὗρον, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐξ ἀφορμῆς τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἱστορήσαντος τὰ τοῦ πρώτου νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, ὃν ἐκεῖνος εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρεδέχθη σχεδὸν κατὰ λέξιν ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶχεν ἐκθέσει περὶ τοῦ παλαιοτέρου νόμου. Καὶ ὁμιλῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ψηφιζομένου τότε, παρεδέχθη, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου ὁμοίας καὶ ἀπαραλλάκτου πρὸς τὴν τοῦ παρελθόντος, περὶ φορολογίας εἰς εἶδος. Τοῦτο εἶπε ῥητῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἦτο ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ὃν ἐκεῖνος εἶχεν εἰσαγάγει. Τοῦτο παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συζητῶν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγένετο νόμος, ὅτι ἀπετέλει τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ ἰδίου αὐτοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ θέλων δύναται νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὰς σελίδας 728 καὶ 756 τοῦ τεύχους τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» τῆς Αʹ Συνόδου τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου, ὅπως ἀναγνώσῃ ταῦτα. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ὡμολόγησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπὶ τούτων ἐστήριξε τὸ νομοσχέδιόν του, ἐνῷ ταῦτα εἶπεν, ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν ἔννοιαν τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν μετέβαλλε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ σήμερον καὶ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον καὶ μετ’ αὐτὸ ἄλλοι ἡρμήνευσαν τὸν νόμον ἀντιθέτως, ἔρχεται νὰ ἑρμηνεύσῃ τοῦτον ἐπὶ τὸ μέλλον, καὶ ὄχι ἐπὶ τὸ παρελθόν; Τὸ νομοσχέδιον βεβαίως πρέπει νὰ ψηφισθῇ, καταργουμένης πάσης δυσχερείας ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει. Τοῦτο δὲ κατορθοῦται, ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περιλάβωμεν δὲ εἰς τὸ τέλος τοῦ μόνου αὐτοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς: «Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μέχρι τοῦδε γενομένου ὑπολογισμοῦ τοῦ εἰρημένου φόρου κυροῦνται.» Λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐδῶ ἰδιαιτέρως, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, ἀλλὰ θέλω ἀποδείξει, ὅτι εἶναι δυνατόν. Διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐκ πλάνης ἐγένετο ἡ ἑρμηνεία αὕτη, καὶ ὅπου ὑπάρχει πλάνη, ἔχομεν παραδείγματα ἀναγνωρίσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πλάνης. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα, ἀνατρέχοντες μέχρι τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Ἀλλ’ ἐν τῷ θέματι τούτῳ οὐδεὶς καλεῖ ἡμᾶς νὰ πράξωμεν ὅ,τι λέγει, διότι ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἐνδιαφερόμενοι εἶναι τὸ Κράτος καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Ἀλλά, προκειμένου περὶ τοῦ Κράτους, οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος, διότι ῥητῶς τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἐν ἄρθρῳ 37 λέγει, ὅτι «οὔτε ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, οὔτε οἱ μέτοχοι αὐτῆς, οὔτε τρίτος τις δικαιοῦται εἰς ἀπαίτησιν ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν μεταβληθῇ διὰ νόμου οἱαδήποτε διάταξις τοῦ παρόντος». Πρὸς τὸ Δημόσιον ἄρα οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος. Ἐρχόμεθα ἐνταῦθα διὰ τῆς διατάξεως, ἥτις προτείνεται νὰ τεθῇ, νὰ καλύψωμεν τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἥτις, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι παραγωγῶν, ἀξιούντων ὅτι κακῶς ἐφορολόγησεν αὐτούς. Τοῦτο εἶναι ἴσως ἀπίθανον, ἀλλὰ καλλίτερον νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως ἀπομακρύνωμεν καὶ αὐτὸν τὸν ἀπίθανον κίνδυνον ἀπ’ ἐκείνων, δι’ οὓς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε, τὸ νομοσχέδιον τὸ ἑρμηνευτικὸν νὰ ἦναι νομοσχέδιον ἑρμηνευτικὸν ἐπὶ τὸ μέλλον, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τὸ παρελθόν.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§213Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ δοθεῖσα κατὰ τὴν μέχρι σήμερον ἐφαρμογὴν, εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἑρμηνεία τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Ὁ νόμος διατάσσει, ὅτι ἐπὶ χιλίων λιτρῶν λαμβάνονται 150, ἐπὶ 100 λιτρῶν λαμβάνονται 15, διότι ἐν πάσῃ γλώσσῃ τοῦτο σημαίνει ἡ ἔκφρασις αὕτη· ἐκ τῶν 100 λιτρῶν νὰ λαμβάνωνται 15, καὶ νὰ μένωσιν 85. Ἀλλὰ βεβαίως τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὀρθῶς διατετυπωμένον, διότι, ὡς ἔχει, εἶναι καθαρῶς ἑρμηνευτικὸν νομοσχέδιον. Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν «ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ καταβλητέου εἰς εἶδος φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου γίνεται ἐπὶ τοῦ καθαρῶς ἐξαγομένου ποσοῦ», σημαίνει, ὅτι τὴν ἔννοιαν ταύτην ἀποδίδει εἰς τὴν σημερινὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Δίδον τὸ νομοσχέδιον τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, εἰς τὴν ἰσχύουσαν διάταξιν, βεβαίως ἔχει ἑρμηνευτικὸν χαρακτῆρα, καὶ δι’ ἑρμηνευτικοῦ χαρακτῆρος ἀφίνει τὸ πεδίον ἐλεύθερον εἰς ὅλας τὰς δυσχερείας, εἰς ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἐγείρωσιν οἱ σταφιδοκτήμονες. Νομίζω ὅτι, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης τοιαύτης δυσχερείας, ὀφείλομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ τὸ συντάξωμεν καλλίτερον, καὶ νὰ εἴπωμεν ἁπλούστατα: «Ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κατὰ τὴν § βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΒΦΠΓʹ νόμου τῆς 17 Ἰουνίου 1899 «περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης» καταβλητέου εἰς εἶδος φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου γίνεται ἐπὶ τοῦ καθαρῶς ἐξαγομένου ποσοῦ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου». Ἅμα θέσητε «ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου», ἐξηγεῖτε, ὅτι γίνεται ἐλάττωσις τοῦ φόρου.
§214ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐπίστευον, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἤθελεν ὑπερθεματίσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἠθέλησε μὲν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τοιαύτην τινὰ ἔννοιαν εἶχεν ὁ νόμος, ἀλλ’ ὀρθότερον σκεφθεὶς, καὶ ἀκούσας τὴν συζήτησιν, ἀνεγνώρισε καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἓν εἶδος mea culpa, καὶ ἠθέλησε νὰ διορθώσῃ τὴν ὑπάρχουσαν ἀτέλειαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ἄλλο τι: ὅτι, ἀντὶ τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιάδα ἐξαγομένου καρποῦ, εἰσάγομεν καὶ ἡμεῖς φόρον εἰς εἶδος πρὸς 15%, ὅτι δ’ ἐκ τούτων θὰ κρατήσῃ τὸ μὲν Κράτος τὰς τέσσαρας δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, τὸ δὲ ὑπόλοιπον θ’ ἀφήσῃ εἰς τοὺς παραγωγούς. Ἀλλὰ δὲν δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι, ὅταν εἰσπράττωμεν τέσσαρας δραχμὰς τὴν χιλιάδα, λογαριάζομεν ἐπὶ μεγαλειτέρου ποσοῦ, ὅπως ἔχωμεν τὰς τέσσαρας δραχμάς. Ἐπὶ τῶν 1000 λιτρῶν τῶν στρογγύλων εἰσπράττομεν 4 δραχμὰς, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ εἰσπράττωμεν τὰς τέσσαρας δραχμὰς αὐτουσίους, εἰσπράττομεν τὸ ἰσότιμον εἰς καρπὸν, καὶ καρπὸν ὄχι τόσον, ὅσος θ’ ἀφήσῃ τέσσαρας δραχμὰς, ἀλλὰ τόσον, ὅσος δύναται νὰ δώσῃ τέσσαρας δραχμὰς, ἂν ἀφήσῃ δὲ καὶ περίσσευμα, ὅπερ, ἀφοῦ κρατήσῃ τὰς 4 δραχμὰς, θὰ δώσῃ εἰς τοὺς παραγωγούς. Ἰδοὺ αὐτολεξεὶ, τί ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τότε: «Ἡ Πολιτεία λέγει πρὸς αὐτοὺς (τοὺς παραγωγούς): «Ἐκ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε κατεβάλλετε, ἀντικαθιστῶ ἓν ποσοστὸν τεσσάρων δραχμῶν διὰ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως αὐτοῦ.» Ἰδοὺ λοιπὸν τὰ πράγματα καθαρά. Διατὶ νὰ μεταχειριζώμεθα πάντοτε τὴν λέξιν παρακράτησιν;... Σήμερον ὅμως δὲν πρόκειται περὶ παρακρατήσεως, πρόκειται περὶ φορολογίας, φορολογίας ὅμως, ἥτις χρησιμοποιεῖται ὅπως ὅλοι οἱ φόροι, ἀλλ’ εἰδικώτερον ἐνταῦθα τὸ πλεονάσον τυχὸν τοῦ φόρου διατίθεται ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες εἰσφέρουσιν αὐτὸν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν τεσσάρων δραχμῶν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς.» Λοιπόν, προκειμένου περὶ φόρου, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλη σκέψις, καὶ κακῶς οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ἀπεφάνθησαν, ὡς ἀπεφάνθησαν, καὶ κακῶς ὁ κ. Ὑπουργός, μὴ ἐνθυμηθεὶς ὅσα εἶπεν, ἐδέχθη νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ φόρος καθ’ ὃν τρόπον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι νομίμως ἐγένετο. Ὁ ἀναγινώσκων δὲ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν βλέπει, ὅτι τὸ πρᾶγμα τοῦτο σχεδὸν ὁμολογεῖται, σήμερον δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐρχόμεθα νὰ προνοήσωμεν περὶ τρόπου ἄρσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τοιαύτης πλάνης. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἀντιθέτων πλευρῶν εἶναι μόνον ἐν τούτῳ, ὅτι τοῦτο μὲν τὸ σύστημα λέγει τὰ πράγματα καθαρὰ, τὸ δὲ ἄλλο, τὸ τῶν κ. Ὑπουργῶν, δὲν ὁμολογεῖ καθαρά. Ὁμολογοῦσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι μεταβάλλεται ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ἐπειδὴ δὲ μεταβάλλεται ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, καὶ κακῶς τοιαῦτα μέχρι τοῦδε ἐγένοντο, ζητοῦσι νὰ ἑρμηνεύσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἐπὶ τὸ μέλλον. Ταῦτα, οὕτω λεγόμενα, εἶναι βεβαίως ἀσυμβίβαστα. Δὲν δύνασθε νὰ διακρίνητε ἑρμηνείαν διὰ τὸ μέλλον, ἑρμηνείαν διὰ τὸ παρελθὸν, ἑρμηνείαν διὰ τὸ παρόν· ἀλλ’ ὀφείλετε ν’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι τὰ κατὰ πλάνην γενόμενα, ἐπειδὴ παρήγαγον ἐκ καλῆς πίστεως ἀποτελέσματα, ἅτινα, ἐὰν ἀκυρωθῶσι, θέλουσι φέρει συντάραξιν, πρέπει νὰ ἐπικυρωθῶσι. Τοιοῦτόν τι ἐγένετο πολλάκις διὰ νόμων, οἵτινες, μετὰ τὴν εἴσπραξιν φόρων μεταβαλόντες τὰ πράγματα, οὐχ ἧττον ἐδέχθησαν, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα δὲν ἦσαν ἀποδοτέα. Τοιοῦτόν τι προτείνω νὰ γείνῃ καὶ σήμερον, καὶ νὰ τεθῇ δευτέρα διάταξις, λέγουσα καθαρῶς καὶ ἄνευ ἐπεξηγήσεων καὶ αἰτιολογιῶν περιοριζουσῶν τοῦ νόμου τὴν δύναμιν. Νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις αὕτη: «Τ’ ἀποτελέσματα τοῦ μέχρι τοῦδε γενομένου ὑπολογισμοῦ τοῦ εἰρημένου φόρου κυροῦνται.» Ποῖος ὁ μέλλων νὰ διαμαρτυρηθῇ; Τὸ Δημόσιον ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἄρθρον 37. Ἀλλ’ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θὰ προστατευθῇ διὰ τῆς τοιαύτης δηλώσεως. Καὶ οὕτω φθάνομεν ἀπ’ εὐθείας καὶ ἄνευ περιστροφῶν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα.
§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§216Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀληθῶς ὑπάρχει διαφορὰ εἰς ἀποτελέσματα, ἂν τὰ 15% τοῦ εἰς εἶδος φόρου, ὅστις εἰσπράττεται ἀντὶ τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ἃς κατὰ χιλιόλιτρον ἐκπίπτει τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, εἰσπράττωνται ἐπὶ τοῦ πράγματι ἐξαχθέντος ποσοῦ, ἢ ἐπὶ τοῦ προσαχθέντος εἰς ἐξαγωγὴν ποσοῦ μεῖον 15%. Ἂν εἰσπράττωνται ἐπὶ τοῦ πράγματι ἐξαχθέντος ποσοῦ, τότε τὸ ἐξαχθὲν ποσὸν μετὰ τοῦ παρακρατήματος ἀποτελοῦσι σύνολον 115. Ἂν τὸ παρακράτημα λαμβάνηται ἐκ τῶν πρὸς ἐξαγωγὴν 100, τότε πράγματι θὰ ἐξαχθῶσι μόνον 85, καὶ ταῦτα μετὰ τοῦ παρακρατήματος ἀποτελοῦσι σύνολον 100. Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει θὰ ἦναι μεγαλείτερον τὸ ἐξακτέον ποσὸν σταφίδος, καὶ μικρότερον σχετικῶς τὸ παρακράτημα. Ἐν τῇ δευτέρᾳ θὰ ἦναι μικρότερον τὸ ἐξακτέον ποσὸν, καὶ μεγαλείτερον σχετικῶς τὸ παρακράτημα. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ὁ εἰς εἶδος φόρος ὁρίζεται ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ, καὶ δύναται νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς διπλῆν ἑρμηνείαν, ἀδιάφορον δὲ, ἂν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν προσάγωνται τὰ δελτία, ἐκδιδόμενα ἤδη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέστησεν, ὁποία ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁμολογῶ, ὅτι πρὸ τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ τῆς 17 Ἰουνίου 1899 δὲν ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐλαμβάνετο τὸ 15% ἐπὶ τοῦ πράγματι ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν σταφιδοκάρπου. Ἑπομένως, ἐὰν γεννᾶται σήμερον ζήτημα, γεννᾶται ἐπὶ τῶν ἐσοδειῶν τοῦ 1899 καὶ 1900. Ἐπὶ τῶν ἐσοδειῶν αὐτῶν ἐνόμιζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξε, ζητήσας νὰ εἰσπράξῃ ἐπὶ μεγαλειτέρου ποσοῦ. Ἤδη τί σκοποῦμεν; οὐχὶ τὸ γενόμενον νὰ μεταβάλωμεν, ἀλλ’ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ κανονίζωμεν, ὅτι θὰ λαμβάνωμεν τὸ 15% ἐπὶ τοῦ πράγματι ἐξαγομένου. Τί θὰ γείνῃ ὅμως τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1899 καὶ 1900 κακῶς ἐλήφθη; Διότι πρὸ τοῦ 1899 δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, καθόσον ὁ παλαιὸς νόμος ἐφηρμόσθη ὀρθῶς. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τῶν δύο ἐσοδειῶν, καὶ δύναταί τις νὰ φέρῃ τὴν ἀντίρρησιν, ἣν ἔφερεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Λοιπὸν ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνομολογοῦμεν, ὅτι κακῶς ἐφορολογήθη, εἶναι φόβος περιπλοκῶν; Βεβαίως ὁ νόμος ἀπαλλάττει τὸ Δημόσιον πάσης εὐθύνης δι’ οἱανδήποτε ἐκ τοῦ νόμου ζημίαν· ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθοῦν τοιαῦται ἀπαιτήσεις. Λοιπὸν πρέπει νὰ μείνωσι τὰ πράγματα οὕτως ἐκκρεμῆ, καὶ νὰ δύνανται νὰ εὕρωσιν ὑποστήριξιν αὗται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει; Ἀνάγκη νὰ θεραπευθῇ τοῦτο· καὶ δύο τρόποι θεραπείας ὑπάρχουσιν. Ἢ θὰ τεθῇ ὅ,τι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινεν, ἢ ὅ,τι ἐπρότεινεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι δηλαδὴ ἐντεῦθεν εἰς τὸ μέλλον θέλει ἐφαρμόζεσθαι τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν αὐτὸ διὰ τὸ μέλλον, τί θὰ γείνῃ δι’ ἐκεῖνα τὰ ἔτη, περὶ ὧν εἶπον; Διὰ τῆς καταργήσεως τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐκλείπει πᾶσα λαβὴ πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, ἥτις ἐδόθη. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι διὰ τῆς ἀπααλείψεως τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως οὐδεμία παρερμηνεία τοιαύτη ἀπειλεῖται, δύναται νὰ τὸ δεχθῇ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀσφαλές.
§217Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν «γενήσεται»;
§218Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ «ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου» εἶναι καθαρόν.
§219Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ σαφέστερον θὰ ἦτο, νὰ τεθῇ.
§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ εἶμαι σύμφωνος, καὶ ἡ συζήτησις εἶναι μᾶλλον ἀναδρομικὴ, πρὸς ἀποφυγὴν ὅλων αὐτῶν τῶν δυσκολιῶν καὶ παρατάσεως τῆς συζητήσεως, ἂς δεχθῶμεν τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Βλέπετε, ὅτι θυσιάζω τὴν γνώμην μου, πρὸς ἀποφυγὴν δυσκολιῶν. Θυσιάσατε καὶ σεῖς τὴν ἰδικήν σας.
§221Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω τὴν θεωρίαν τὴν φορολογικὴν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὅσα λέγω, καὶ τῆς ὁποίας τὴν μᾶλλον ἐφηρμοσμένην ἀνάπτυξιν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ φόρος λαμβάνεται ἐκ τοῦ φορολογητέου εἴδους, καὶ ἑπομένως καὶ ἐκ τῆς σταφίδος. Ἀπόδειξις πρακτικὴ τοῦ φορολογικοῦ τούτου ἀξιώματος εἶναι, ὅτι καὶ ἐν τῇ σταφίδι τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι τῆς Πελοποννήσου καὶ τῶν ἄλλων μερῶν, ὑπάρχει διάκρισις τῆς φορολογίας, διότι ὑπάρχει διάκρισις καὶ τοῦ εἴδους. Ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τῆς διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου τὴν γνώμην μου, ὡς ἀπορρέουσαν ἐκ τῶν πραγμάτων, νομίζω ἐπιβαλλομένην. Διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι σήμερον κανονίζομεν ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ κ. ἐκ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ πράττομέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφηρμόσθη προηγουμένως, καὶ δὲν εἶναι σύμφωνον οὔτε μὲ τὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, οὔτε μὲ τὰς τῶν νόμων, οὔτε μὲ τὰς διατάξεις τὰς φορολογικὰς ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἐρχόμεθα νὰ εἴπωμεν: «Κύριοι σταφιδοκτήμονες, ἐλάβομεν παρ’ ὑμῶν 1½% πλειότερον τοῦ ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου· ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἀδίκως ἐλάβομεν τοῦτο, καὶ ἐρχόμεθα διὰ νόμου νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι τὸ κρατοῦμεν, καὶ δὲν σᾶς τὸ ἐπιστρέφομεν». Τοιαύτη διάταξις δὲν εἶναι ὀρθή, οὔτε δικαία, οὔτε συνταγματική. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἡ ἀληθὴς, ἡ ὀρθὴ, ἡ ἐπιβαλλομένη μέχρι σήμερον, καὶ ἐρχόμεθα οὐχὶ νὰ δώσωμεν ἑρμηνείαν ἄλλην, ἀλλὰ νὰ καθιερώσωμεν μίαν τοιαύτην ἀλήθειαν, καὶ νὰ πράξωμεν μίαν ἁρπαγήν. Ἐρχόμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἐλαμβάνομεν ὡς παρακράτημα, διότι τὸ ἐλαμβάνομεν ἀδίκως. Ἐὰν δ’ ἠλαττοῦτο κατὰ 4 δραχμὰς ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, ὅτε ἐγένετο ἀνάπτυξις τοῦ ζητήματος, πολὺ ἀπεφύγομεν νὰ εἴπωμεν «φόρος», διότι εἴχομεν τὸν φόβον μιᾶς μεγάλης Δυνάμεως, ἡ ὁποία, ὅτε κατεβίβασε τὸν φόρον τὸν εἰσαγωγικὸν ἐπὶ τῆς σταφίδος ἡμῶν, ἐδήλωσε διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν της ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ αὐτῆς, τῷ τῆς Ἀγγλίας, ὅτι δὲν θὰ διατηρήσῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς, ἐπωφελουμένη τῆς ἐλαττώσεως ταύτης, θελήσῃ νὰ αὐξήσῃ τὸν ἐξαγωγικόν της φόρον. Ἔχοντες τὴν τοιαύτην δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἀπεφύγομεν νὰ χαρακτηρίσωμεν τοῦτο ὡς φόρον. Ὅτι δὲ δὲν εἶναι φόρος, ἀλλὰ παρακράτησις, τὸ ἐξηγεῖ ὁλόκληρος ἡ θεωρία τοῦ παρακρατήματος, θεωρία ἀναμφισβητήτως, ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, σόλοικος, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ πρωτίστου προϊόντος τῆς Ἑλλάδος ἐπιβαλλομένη. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο. Περὶ τούτου δὲ δὲν πρόκειται σήμερον. Σήμερον δὲν ἑρμηνεύομεν τὸν νόμον, διότι, ἂν ἡρμηνεύομεν τὸν νόμον, κυροῦντες τὰ γενόμενα κατὰ τὸ παρελθὸν, θὰ ἐπράττομεν ἀδίκημα, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πράξωμεν τοιοῦτον. Ἀφοῦ ἡ ἰσχύουσα ἑρμηνεία εἶναι φορολογικῶς ὀρθή, διατὶ νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτὴν ὡς σφαλεράν; Ὅταν δὲ τὴν σήμερον διδομένην ἑρμηνείαν θεωρῶμεν ὡς ὀρθὴν, πράττομεν ἀδίκημα πρὸς τοὺς καταβαλόντας πλέον ἐκείνου, ὅπερ ὤφειλον. Ἐλαττοῦντες τὸ 15% αὐτὸ εἰς 13%, πρέπει ἁπλούστερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ἐλαττοῦσα τὸ ποσοστὸν, ἐφαρμόζεται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου. Λοιπὸν, θέτοντες τὰς λέξεις «γενήσεται, ἐπὶ τοῦ καθαρῶς ἐξαγομένου ποσοῦ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου», δηλοῦμεν ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔχει ἑρμηνευτικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’ εἶναι τροποποίησις οὐσιαστικὴ τοῦ ἰσχύοντος νόμου.
§222ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἀνάγκη νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδομεν, πρέπει νὰ δοθῇ οὐχὶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρακράτημα, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς τέσσαρας δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὁ νέος νόμος κρίνει ὅτι θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παρουσιαζομένου κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν γίνεται τὸ παρακράτημα. Ὥστε ἡ αὐτὴ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία δίδεται καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρακρατούμενον εἰς εἶδος, ἡ αὐτὴ πρέπει νὰ δοθῇ καὶ διὰ τὰς τέσσαρας δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι κρατοῦνται ἐκ τοῦ ἐξαγομένου.
§223ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Περὶ τούτου δὲν ὑπῆρξεν ἀμφιβολία.
§224ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀκριβῶς ἐξηγῶν τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ὅτι ἔπρεπε νὰ κρατηθῇ τὸ παρακράτημα ἐπὶ τοῦ καθαρῶς ἐξαγομένου ποσοῦ, λύει καὶ τὸ ζήτημα τῶν τεσσάρων δραχμῶν. Φρονῶ ὅτι ἡ μόνη λύσις, ὅπως μὴ ἔχωμεν δυσκολίαν, εἶναι αὕτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 250). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀνατολικῆς Τηλεγραφικῆς Ἑταιρείας πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 8 τῆς ἀπὸ 10 Δεκεμβρίου 1884 μετὰ τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας συμβάσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γεν. Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Γενικῆς Ἰταλικῆς Ἀτμοπλοΐας ἡνωμένων Ἑταιρειῶν «Florio-Rubattino» συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§226ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «Ἑλληνιστὶ καὶ Γαλλιστί».
§227Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς διαγραφῶσι.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφονται.
§229Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Ἤθελον ζητήσει μίαν πληροφορίαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως. Τὸ ἄρθρον 6 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν ἡ εἰρημένη Ἑταιρεία συνομολογήσῃ μεταγενεστέρως μετὰ Ἑλληνικῶν ἢ ξένων ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν, ἀνεγνωρισμένων ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, σύμβασιν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐνεργῶνται μεταξὺ αὐτῶν ἀνταλλαγαὶ πρὸς μεταφορὰν χρηματοδεμάτων, ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιβατῶν, ἀδιακρίτως τῆς προελεύσεως αὐτῶν, ἐσωτερικῆς ἢ ἐξωτερικῆς, συμφωνεῖται ἀπὸ τοῦδε...» κλπ. Ἡ λέξις «ἐσωτερικῆς» μοὶ ἐγείρει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν συμβαλλομένην, τῆς Frorio-Rubattino, καὶ ἡ ἀκτοπλοΐα.
§230Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά!
§231Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δι’ αὐτὸ ἐζήτησα ἐξηγήσεις. Τὴν ὑπόνοιαν ταύτην ἐπὶ μᾶλλον ὑποστηρίζει διάταξις περιεχομένη εἰς ἑτέραν σύμβασιν, ἥτις δὲν ἀνεγράφη ἀκόμη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλ’ ἥτις διενεμήθη, εἰς τὴν σύμβασιν τὴν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας τοῦ Λόϋδ. Ἐκεῖ καθαρῶς ὁρίζεται, ὅτι παραχωρεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας εἰς ὡρισμένους λιμένας.
§232ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐνισχύει καὶ τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως, δι’ οὗ προσδιορίζονται αἱ παραχωρήσεις ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν. Εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, δίδεται ἐλευθερία πλήρης εἰς ἐσωτερικὰ ταξείδια.
§233Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν δὲν ὑπάρχῃ ἡ ἔννοια αὕτη, νὰ δηλωθῇ.
§234Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια αὕτη, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ. Διότι ὁρίζεται ἐν τῇ συμβάσει, εἰς ποίους λιμένας δύνανται νὰ προσεγγίζωσι τὰ ἀτμόπλοια τῆς «Florio-Rubattino».
§235Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῆς «Florio-Rubattino»;
§236Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§237Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§238ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγει «ἐντὸς τῶν ἀνωτέρω προσδιορισθέντων Ἑλληνικῶν λιμένων».
§239Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Τὰ ταξείδια, τὰ ὁποῖα ἡ «Florio Rubattino» κάμνει, εἶναι γνωστά. Διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς «Florio-Rubattino» οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ κανονίζομεν ὅ,τι γίνεται ἀπὸ ἐτῶν. Γινώσκετε, ὅτι ἡ «Florio-Rubattino» ἐκτελεῖ ταξείδια μέχρι Γυθείου καὶ Πατρῶν...
§240Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ μεταξὺ Πατρῶν καὶ Πειραιῶς.
§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν ὑπάρχει γραμμὴ μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Πατρῶν. Ὑπάρχει γραμμὴ μεταξὺ Γυθείου–Κερκύρας–Πατρῶν.
§242Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει γραμμὴ Πειραιῶς–Πατρῶν– Κερκύρας–Brindisi.
§243Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως, ἐκ Πειραιῶς. Λοιπὸν κανονίζονται τὰ περὶ τῶν πλόων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐκτελεῖ ἡ «Florio-Rubattino», πῶς θέλει ἐξακολουθήσει ἐκτελοῦσα αὐτούς. Δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ εἰς αὐτὴν παραχώρησις νέα· πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰ ὀφειλόμενα παρ’ αὐτῆς λόγῳ φαρικῶν τελῶν, διότι αὐτὰ δὲν εἶχον κανονισθῆ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην σύμβασιν, θέλομεν ἐξετάσει, συζητοῦντες τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ποίας παραχωρήσεις κάμνομεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Λόϋδ, καὶ ἀπέναντι ποίων ἀνταλλαγμάτων προβαίνομεν εἰς τὰς παραχωρήσεις ταύτας. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν σήμερον δὲν ψηφίσωμεν τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκεινται, θέλει μείνει ἡ Ἑλλὰς ἄνευ συγκοινωνίας μετὰ τῆς Εὐρώπης, διότι ἡ μόνη γραμμή, ἡ ὁποία λειτουργεῖ τακτικῶς, ἡ τῶν Πατρῶν, αὕτη διεκόπη, καθόσον ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἐλάμβανεν ἀποζημίωσιν 60,000, ἐδήλωσεν, ὅτι ἄνευ καταβολῆς 120 χιλιάδων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συγκοινωνίαν, τὴν ἐκτελουμένην ὑπ’ αὐτῆς ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος. Διὰ τῶν συμβάσεων τούτων τί ἐπιτυγχάνομεν; Θὰ ἔχωμεν τέσσαρας φορὰς τὴν ἑβδομάδα συγκοινωνίαν μεταξὺ Βρενδησίου καὶ Πατρῶν, καὶ ἑπομένως ἐνομίσαμεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος ἐξασφαλισθῇ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς συμβάσεως. Ἐὰν ἔχητε παρατηρήσεις, νὰ τὰς ἐπιφυλάξητε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§244Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν· καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον οὐδεὶς ἀποδοκιμάζει. Ἂν ἐπρόκειτο μάλιστα διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης νὰ καθιερωθῇ τὸ δικαίωμα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρείας «Florio-Rubattino», ὅπως διατηρήσῃ τὴν γραμμὴν αὐτὴν, θὰ ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ πάσης προθυμίας ἤθελον ψηφίσει. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι συντεταγμένη κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα μόνον τὸν σκοπὸν αὐτὸν, διότι περὶ τῆς γραμμῆς Brindisi-Πατρῶν διὰ Κερκύρας γίνεται λόγος ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον αὐτοῦ, οὐχὶ ὡς γραμμῆς περιοριστικῆς, ἀλλ’ ὡς γραμμῆς ὑποχρεωτικῆς. Ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα τοῦτο ἐνισχύει τὴν ὑπόνοιάν μου, διότι ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρεία τοῦ «Florio-Rubattino» νὰ διατηρῇ τὴν γραμμὴν μεταξὺ Βρενδησίου–Κερκύρας–Πατρῶν, δι’ ἄλλας ὅμως γραμμὰς δὲν ὑποχρεοῦται, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων ὅρων τῆς συμβάσεως ἐξάγεται, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτας. Δύναται νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν ἀκτοπλοΐαν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6, δύναται καὶ ἐσωτερικῶς ὁθενδήποτε νὰ λαμβάνῃ ἐμπορεύματα, οἱαδήποτε αὕτη ἐγκρίνῃ, καὶ νὰ τὰ μεταβιβάζῃ εἰς ἄλλους Ἑλληνικοὺς λιμένας.
§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις σας κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὅτε θὰ ὑποβάλω καὶ τὴν εἰδικὴν σύμβασιν.
§246Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ. Ἡ ἐξασφάλισις τῆς γραμμῆς Πατρῶν, Κερκύρας καὶ Βρενδησίου ἐνδιαφέρει καὶ ἐμέ, ὅσον καὶ πάντα ἄλλον Ἕλληνα. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλὰ τὸ ὅλον αὐτῆς τῆς συμβάσεως μοὶ ἐνεποίησε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐν γένει ἡ σύναψις αὐτῆς ἀφίνει ἐλευθέραν τὴν Ἑταιρείαν τὴν Ἰταλικὴν νὰ μεταχειρισθῇ ἀκτοπλοΐαν πρὸς βλάβην τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας· δι’ ἡμᾶς δὲ, τοὺς ἔχοντας τὴν ἀπαίτησιν ἀναπτύξεως τῆς ἐθνικῆς ναυτιλίας, βεβαίως εἶναι ἐπιβλαβὲς τοῦτο. Ἀλλὰ περὶ τούτων, ὡς εἶπον, εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§247ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, διότι ὄχι μόνον ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ἐκ τῶν ἀνωτέρω εἰρημένων δὲν ὁρίζονται λιμένες, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 καὶ 8 περιέχονται διατάξεις, ἐξ ὧν ἀναντιρρήτως συνάγεται, ὅτι ὑπάρχει ἐλευθέρα ἡ παραλαβεὶ ἐντὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ, διότι ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ 7 ὑπάρχει ἡ τελευταία παράγραφος, ἥτις καὶ εἰς ἐμὲ φαίνεται ἀναξιοπρεπὴς, ἔχουσα οὕτω: «Εἰς τοὺς ἐσωτερικοὺς λιμένας ὑποχρεοῦται ἡ ῥηθεῖσα Ἑταιρεία νὰ χορηγῇ εἰσιτήριον ἐπὶ ἐκπτώσει 50% διὰ πάντας τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, δωρεὰν δὲ καὶ ἐν τῇ πρώτῃ θέσει εἰς τοὺς Βουλευτὰς, εἰς δὲ τοὺς ταχυδρομικοὺς καὶ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους ἐπίσης δωρεὰν καὶ εἰς θέσεις ἀναλόγους τοῦ βαθμοῦ των». Τοῦτο εἶναι προφανὲς, ὅτι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, διότι βεβαίως οὔτε οἱ ταχυδρομικοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι θέλουσι λαμβάνει διὰ τὸ ἐξωτερικὸν εἰσιτήριον, οὔτε οἱ Βουλευταὶ ἤθελον λαμβάνει διὰ τὸ ἐξωτερικὸν εἰσιτήριον. Πρόκειται ἄρα περὶ ἀκτοπλοΐας. Τὸ δὲ ἑπόμενον ἄρθρον κυροῖ ἔτι μᾶλλον τὴν ἰδέαν ταύτην· διότι τί ἀπαγορεύεται ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ; Δὲν ἀπαγορεύεται, ὡς συνήθως ἐν ταῖς τοιαύταις συμβάσεσι, νὰ λαμβάνωσιν ἐπιβάτας, ἀλλ’ «ἀπαγορεύεται ῥητῶς εἰς τοὺς πλοιάρχους τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἐν λόγῳ Ἑταιρείας, ὁσάκις προσορμίζωνται εἰς τοὺς ἀνωτέρω προσδιορισθέντας Ἑλληνικοὺς λιμένας, ὡς καὶ εἰς τοὺς πράκτορας αὐτῆς, νὰ δέχωνται ἀλληλογραφίαν, ἐκτὸς τῶν ταχυδρομικῶν φακέλων, ἐξαιρέσει, ἐννοεῖται, τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν πρακτόρων τῆς Ἑταιρείας καὶ τῶν φακέλων τῆς διπλωματικῆς καὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἰταλίας.» Λοιπὸν ἡ μόνη ἀπαγόρευσις, ἥτις ἐπιβάλλεται, εἶναι ἡ τῆς παραλαβῆς ἀλληλογραφίας, ἀπ’ ἐναντίας δὲ δὲν ὑπάρχει καὶ ῥητὴ διάταξις ἀπαγορεύσεως παραλαβῆς δεμάτων.
§248Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ φέρωμεν ἀντίρρησιν διὰ τὸν ἑξῆς βάσιμον λόγον. Νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον ὁλόκληρον τὸ Ἰταλικὸν ἔθνος ποῖον ἐνθουσιασμὸν ἔδειξε... (Φωναί: ἄ! ἄ! ἄ!) Παρακαλῶ. Αἱ μικραὶ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας θέλετε νὰ φέρωμεν, οὐδὲν ἄλλο θ’ ἀποδείξωσι παρὰ ὅτι καταγινόμεθα εἰς μικροσυμφέροντα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ φέρῃ ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Βʹ μεταρρυθμίσεως τῆς περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Λαυρίου εἰς Ἀθήνας συμβάσεως καὶ κατασκευῆς ἄλσους ἐν Κηφισιᾷ».
§250Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ δύο λέξεις. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς συμβάσεως· εἶμαι μάλιστα ὑπὲρ αὐτῆς. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ὦμεν ὑπερβολικοὶ, ψηφίζοντες τοιαύτας συμβάσεις. Εὑρίσκω δὲ τὴν ὑπερβολὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 12, ὅπερ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἴσως ἀναγκάζει τινὰ, καὶ ἄκοντα, νὰ κηρυχθῇ κατὰ τῆς συμβάσεως. Διότι μέχρι τοῦδε ἡ ὑπάρχουσα Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς ἐλειτούργει δυνάμει τῆς ἀπὸ 2 Μαΐου 1882 ἔτους συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1882 ἔτους ΑΜΖʹ νόμου. Ἤδη ἀληθῶς ἡ Ἑταιρεία ὑποβάλλεται εἰς δαπάνην ἀρκούντως σημαντικὴν διὰ τὴν κατασκευὴν ἄλσους κλπ. ἐν Κηφισιᾷ. Ἀλλὰ βεβαίως ἀπέναντι αὐτῆς τῆς δαπάνης λαμβάνει ἀντάλλαγμα, τὸ διὰ τῆς συμβάσεως τῇ Ἑταιρείᾳ παρεχόμενον, καθ’ ὃ τὸ Δημόσιον δικαιοῦται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ Σιδηροδρόμου ὁποτεδήποτε θελήσῃ, μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1920 ἔτους. Ἀλλὰ τίς λόγος τώρα ἀναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως, δηλαδὴ τὸ μονοπώλιον αὐτόχρημα αὐτῆς τῆς συγκοινωνίας; Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 12 «ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ πρὸ τοῦ 1921 (χιλιοστοῦ ἐννεακοσιοστοῦ εἰκοστοῦ πρώτου ἔτους) τὴν κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς ἢ τροχιοδρομικῆς γραμμῆς, ἑνούσης ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τὰς Ἀθήνας μετὰ τοῦ Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς». Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, Κύριοι, ὅτι, ὅτε κατὰ παρελθοῦσάν τινα Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐπὶ ἄλλης ἴσως Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον ἐπὶ τῆς παρούσης, ἀλλὰ συγκεκροτημένης κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐγὼ ἠγόρευσα ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ πείσωμεν τὴν «Ἑταιρείαν τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων», ὅπως συντελεσθῇ ἡ συγκοινωνία διὰ τροχιοδρόμου Ἀθηνῶν–Χαλανδρίου– Ἀμαρουσίου–Κηφισιᾶς, ἓν τῶν νῦν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἁπλοῦς Βουλευτὴς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καίπερ μὴ φίλα φρονῶν ἐμοὶ, ὑπερηκόντισεν ὅμως τὰς ἐμὰς περὶ τούτου συστάσεις. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. ἐκ Κυθήρων συνάδελφος ἠγόρευσε διὰ μακρῶν ἐντεῦθεν καὶ μετὰ πολλῆς ἐπιμονῆς αʹ) περὶ τοῦ ὅτι ἡ συγκοινωνία διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Κηφισιᾶς–Ἀθηνῶν δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, εἶναι ἀτελεστάτη, ἐν σχέσει πρός τε τὸν πληθυσμὸν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῆς Κηφισιᾶς καὶ τοῦ Ἀμαρουσίου, καὶ βʹ) περὶ τοῦ ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις πρωτοβούλως νὰ ἐργασθῇ, ὅπως ἡ συγκοινωνία ἐνισχυθῇ διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν γραμμῶν καὶ τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Κηφισιὰν διὰ Χαλανδρίου καὶ Ἀμαρουσίου. Εἶναι τοῦτο ἀκριβές, ἢ δὲν εἶναι; Τὰ πρακτικὰ ἂς μαρτυρήσωσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, εὐτυχῶς πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν κατοικοῦσι καὶ κατὰ τὸ θέρος ἢ διαμένουσιν ἐν Ἀθήναις, ἢ ἐπισκέπτονται αὐτάς. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν– Κηφισιᾶς ἐπαρκεῖ ταῖς ἀνάγκαις τῶν κατοίκων Κηφισιᾶς, Ἀμαρουσίου, Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ θέρος; Πολλοῦ γε καὶ δή. Ἐκεῖ, Κύριοι, ἐπιβιβάζουσιν ἡμᾶς δίκην φορτίου, δίκην ἀψύχου ὄγκου, πρὸ πάντων κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ τὰς ἑορτάς· πολλάκις κινδυνεύει τις νὰ πέσῃ ἐκ τῶν κλιμάκων τῶν βαγονίων· ἀναμὶξ πάντες· οὔτε χῶρος πρὸς τοποθέτησιν μικροῦ τινος ἀντικειμένου· ἀσφυξία, φωναὶ, ὕβρεις, διαμαρτυρίαι, ἀηδὴς βραδύτης, σύγχυσις, ἀληθὲς μαρτύριον! Καὶ ἐνῷ μεταβαίνομεν εἰς τὴν Κηφισιὰν, ἢ τὸ Ἀμαρούσιον, ἵνα ἀπολαύσωμεν τῶν θελγήτρων τῆς φύσεως, τῆς δρόσου τοῦ τόπου, βαπτιζόμεθα ἐν λουτρῷ ποικίλης ἀηδίας, πρὸ πάντων κατερχόμενοι ἐξ Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ μόνη γραμμὴ, ἡ ἑνοῦσα τὰς Ἀθήνας μὲ τὴν Κηφισιὰν καὶ τὸ Ἀμαρούσιον διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου, δὲν εἶναι πλέον ἐπαρκὴς διὰ τὸν πληθυσμὸν τοῦ ἄστεως, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων· τοῦτο δὲ εἶναι καὶ ἡ ἐλαφρυντικὴ περίστασις ὑπὲρ τῶν διευθυνόντων τὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἐφ’ οἷς πρὸ μικροῦ ἀναμφισβητήτοις ἐξέθηκα. Ἑπομένως ἡ μονοπωλία τῆς συγκοινωνίας, ἣν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 12 τῆς συμβάσεως, εἶναι ἀδίκημα πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ὡς πρὸς τὰ τῆς συγκοινωνίας πρὸς τὰς ἐκεῖσε ἐξοχὰς, δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο μεγάλα τμήματα. Τὸ ἓν εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ βόρειον μέρος ἐκτεινόμενον, ἤτοι πρὸς τὴν πλατεῖαν Ὁμονοίας, Νεάπολιν, Βάθειαν, Πατήσια κλπ., τὸ δὲ ἕτερον, τὸ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς μεσημβρίαν καὶ ἀνατολὰς ἐκτεινόμενον, ἤτοι πρὸς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, Κολωνάκι, Μητρόπολιν, Πλάκαν κλπ. Ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ κατοικοῦντες πρὸς αὐτὰ τὰ μεσημβρινὰ καὶ ἀνατολικὰ μέρη τῆς πόλεως, βεβαίως ὑποβάλλονται εἰς ὑποχρέωσιν ἐπαχθεστάτην, ἀναγκαζόμενοι νὰ ἐκκινῶσιν ἐκ τῆς Πλάκας, ἐκ τῆς Μητροπόλεως, ἐκ τοῦ Λυκαβητοῦ, ἐκ τῆς ὁδοῦ Κηφισιᾶς, ἐκ τοῦ Βατραχονησίου, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν πλατεῖαν Λαυρίου, πρὸς μετάβασιν εἰς Ἀμαρούσιον καὶ Κηφισιάν· δαπανῶσι δηλ. περίπου τοσαύτην ὥραν, ἵνα ἀπὸ τῶν οἰκιῶν αὑτῶν φθάσωσιν εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου, ὅσην ἴσως, ἵνα φθάσωσιν ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Ἀμαρούσιον καὶ Κηφισιάν. Ὅταν μάλιστα, Κύριοι, περὶ τὸ μεσονύκτιον κατερχώμεθα ἐκ τῆς Κηφισιᾶς καὶ τοῦ Ἀμαρουσίου, καὶ φθάνωμεν εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου, κατάκοποι ἐκ τῆς ἐκδρομῆς, ἂν τυχὸν δὲν εὕρωμεν ἅμαξαν, ἀνιαρώτατον εἶναι τὸ μεταβαίνειν πεζῇ εἰς τὴν οἰκίαν, τὴν εὑρισκομένην πρὸς τὰ ἐντεῦθεν μέρη τῆς πόλεως. Ἀποβάλλομεν αὐτόχρημα ὅ,τι ἐκερδίσαμεν, ἐκδραμόντες εἰς τὴν ἐξοχήν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ σύμβασις ἤθελεν ἔχει καλῶς, ἂν ἔλειπεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12, ἡ καθιεροῦσα τὸ μονοπώλιον τῆς συγκοινωνίας. Πλὴν τούτων, ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον καὶ ἄλλοτε· ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Χαλανδρίου, ἐνῷ οἰκοῦσιν εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν, θεωροῦνται δὲ καί εἰσι καθαρῶς Ἀθηναῖοι, διαμένουσιν ἐκτὸς πάσης συγκοινωνίας πρὸς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Οἱ κάτοικοι Χαλανδρίου πέρυσι δι’ ἀναφορᾶς αὑτῶν πρὸς τὴν «Ἑταιρείαν τῶν Τροχιοδρόμων», δι’ ἐμοῦ, ὡς ἀντιπροσώπου αὐτῶν, δοθείσης, προσεφέρθησαν νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ ὡρισμένας ἡμέρας ἕκαστος πρὸς στρῶσιν τῆς γραμμῆς, ἐὰν αὕτη ἤθελε διέλθει ἐκ Χαλανδρίου πρὸς τὸ Ἀμαρούσιον· καὶ ἔτι πλέον, οἱ κάτοικοι Χαλανδρίου προσεφέροντο νὰ δώσωσιν ἄνευ ἀποζημιώσεως τὰ τυχὸν ὑπὸ τῆς γραμμῆς καταληφθησόμενα γήπεδα αὑτῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραξαν καὶ οἱ κάτοικοι Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς, δι’ ὁμοίων ἀναφορῶν, ἐπιδοθεισῶν ἐπίσης ὑπ’ ἐμοῦ τῇ «Ἑταιρείᾳ τῶν Τροχιοδρόμων». Καὶ ἰδοὺ διατί κυρίως. Ἡ συγκοινωνία, ἡ παρεχομένη εἰς τὴν Κηφισιὰν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου, χρησιμεύει διὰ πολλοὺς τῶν ἐν Κηφισιᾷ κατοίκων καὶ διὰ τοὺς παραθερίζοντας, διὰ πλείστους ὅμως τῶν ἐκεῖ κατοικούντων χωρικῶν εἶναι λίαν ἐλαττωματική. Διότι σήμερον, ὅτε οἱ εὔποροι ἠγόρασαν ὅλα τὰ γήπεδα τῆς Κηφισιᾶς, ἔνθα ἄλλοτε ὑπῆρχον χωρικαὶ κατοικίαι, οἱ χωρικοί, πιεζόμενοι ἐκ τῶν ἀναγκῶν, καὶ πωλήσαντες, λέγω, τὰ γήπεδα αὑτῶν ταῦτα καὶ τὰς οἰκίας, ἀνῆλθον πρὸς τὰ ὑψηλὰ μέρη τοῦ χωρίου, πρὸς τὸ Κεφαλάρι, τὰ Ἁλώνια κλπ. Ἀναγκάζονται δὲ τοιουτοτρόπως, εἴτε ἐν καιρῷ θέρους, εἴτε κατὰ τὸν χειμῶνα, νὰ ἐκκινῶσιν ἐκ τῶν ἄκρων αὐτῶν τοῦ χωρίου, ἵνα κατέλθωσι καὶ ἐπιβιβασθῶσιν εἰς τὸν σιδηρόδρομον· χρειάζονται ¼ περίπου ὥρας πρὸς τοῦτο. Τὸ σχέδιον δὲ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Τροχιοδρόμου ἦτο, νὰ ἐκκινῇ ὁ συρμὸς ἐκ μέρους τινὸς τῶν Ἀθηνῶν περὶ τὰ Ἀνάκτορα, νὰ διέρχηται διὰ Χαλανδρίου, συνδέων τοῦτο πρὸς τὰς Ἀθήνας, ἐκεῖθεν νὰ προχωρῇ εἰς Ἀμαρούσιον, πρὸς τὸ ἀνατολικὸν μέρος τοῦ χωρίου, ἔνθα πολλαὶ οἰκίαι χωρικῶν, καὶ δι’ Ἀμαρουσίου νὰ φθάνῃ εἰς Κεφαλάρι τῆς Κηφισιᾶς, διερχόμενος διὰ τῶν Ἁλωνίων κλπ., ἔνθα σήμερον κατοικοῦσιν οἱ χωρικοί. Οὕτως ἠθέλομεν ἔχει καὶ τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἠθέλομεν ἀποκτήσει δύο ὁδοὺς διὰ τοὺς εἰς Κηφισιὰν καὶ Ἀμαρούσιον μεταβαίνοντας, μίαν διὰ τοῦ τροχιοδρόμου καὶ ἑτέραν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ὅτι ἡ μετάβασις ἤθελεν εἶσθαι καὶ πᾶσιν ἀνετωτέρα. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὸν περιορισμόν, τὸν καθιερούμενον διὰ τῆς συμβάσεως, ἄτοπον καὶ ἐπιζήμιον ἅμα. Ὑποθέτω δέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει καταβάλει ὅλα τὰ μέσα, ἅτινα διαθέτει, ὅπως πείσῃ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὸ μονοπώλιον τῆς συγκοινωνίας, ὅταν μάλιστα ἡ συγκοινωνία διὰ τῆς ἐν λόγῳ Ἑταιρείας δὲν ἐξυπηρετῆται ὡς πρέπει. Ἐγὼ οὐδένα ἔχω λόγον νὰ κηρυχθῶ κατὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς· ἐξ ἐναντίας πρός τε τοὺς διευθύνοντας αὐτὴν καὶ πρὸς τὸ προσωπικὸν τῆς Ἑταιρείας ἐν γένει εὑρίσκομαι εἰς ἀρίστας σχέσεις, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς παρέσχε καὶ παρέχει εἰς τὸ κοινὸν ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὦμεν ὑπερβολικοί, καὶ νὰ φέρωμεν διὰ τῶν ὑπερβολῶν ζημίας ἔν τε τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἐν ᾧ δυνάμεθα, ἐμμένοντες εἰς τὰ καθεστῶτα, νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον δικαιοῦται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου ὁποτεδήποτε θελήσῃ, μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1920 ἔτους, τῆς Ἑταιρείας ὡς ἀντάλλαγμα μελλούσης νὰ κατασκευάσῃ τὸ ἄλσος. Οὕτω ψηφίζομεν τὴν σύμβασιν ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἄλλως, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀνθίσταμαι. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρατηρῶ καὶ ἕτερόν τι· δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅ,τι καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἐμβαδοῦ τῶν οἰκοπέδων Κηφισιᾶς, ὅτι εἶναι αὐτόχρημα πλουτοκρατικόν. Περὶ τούτου θέλω ἀγορεύσει διὰ μακρῶν καὶ ἐπιμόνως, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε· διότι ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου περὶ τοῦ ἐμβαδοῦ τῶν ἐν Κηφισιᾷ γηπέδων κατὰ τὴν πρώτην τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν παρέλειψα πολλά, ὅπως ἀνακοινώσω αὐτὰ κατὰ τὴν δευτέραν. Ἀλλὰ παρατηρῶ καὶ ἐνταῦθα, ἐν τῇ περὶ ἄλσους συμβάσει πλουτοκρατικάς τινας διατάξεις. Καλοσυνηθίσαμεν! Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οὐχὶ πρὸ πολλοῦ ἐφωτιζόμεθα διὰ τοῦ ἐλαίου, ἐφθάσαμεν μετ’ ὀλίγον εἰς τὸ πετρέλαιον, ἔπειτα προεβιβάσθημεν εἰς τὸ φωταέριον, τώρα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν χωρὶς ἠλεκτρικὸν φῶς. Τοῦτο εἶναι εὐτύχημα. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ὀπισθοδρομικῶν. Ἀλλὰ διατί, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς ἐν Κηφισιᾷ, νὰ περιορίσωμεν αὐτὸ ἐντὸς τοῦ ἤδη ἐγκεκριμένου σχεδίου τῆς ῥυμοτομίας τῶν καλλωπιστικῶν ἔργων, καθὰ ἀναφέρει ἡ σύμβασις; Διατί, ἀφοῦ δὲν θὰ ἦναι μεγάλη ἡ δαπάνη, νὰ μὴ φθάσῃ ὁ φωτισμὸς οὗτος καὶ πέραν τοῦ Πλατάνου ὀλίγον, ἐντὸς τοῦ χωρίου; Ὁ Πλάτανος ἀπὸ τοῦ χωρίου τῆς Κηφισιᾶς ἀπέχει ὀλίγα μέτρα. Διατὶ ὑμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ καλλωπιστικὸν μέρος τῆς Κηφισιᾶς, νὰ ἀπαιτῆτε φωτισμὸν ἠλεκτρικόν, οἱ ἀτυχεῖς δὲ χωρικοί, ἢ καὶ οἱ μὴ χωρικοί, ἀλλὰ μετρίας περιουσίας ἄνθρωποι, οἱ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἀλλαχόθεν κατὰ τὸ θέρος ἐντὸς τοῦ χωρίου παραθερίζοντες, νὰ φωτίζωνται διὰ λυχνιῶν τῆς Δημαρχίας, αἵτινες μάλιστα, καθ’ ἣν ὥραν χρειάζονται, δηλαδὴ περὶ τὸ μεσονύκτιον, εἰσὶν ἐσβεσμέναι; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ὅπως ὁ ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὸ χωρίον.
§251ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς τὸ θέμα, ὅπερ ἔθιξεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, σχετίζεται πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα ἐσκόπουν νὰ εἴπω περὶ δύο ἰδίως ἄρθρων τῆς συμβάσεως. Παρατηρῶ, ὅτι κατὰ κανόνα, ὅταν ἀποφασίζωμεν περὶ ἔργων, ἅτινα καταλαμβάνουσι δημοτικὰς ὁδούς, οὐδέποτε σκεπτόμεθα περὶ τῶν δήμων, ὅτι κύριοι τῶν δημοτικῶν ὁδῶν εἶναι οἱ δῆμοι. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα καὶ τοὺς δήμους, ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ προτείνει νομοσχέδια, ὀφείλει νὰ φροντίζῃ, οὐ μόνον ὑπὲρ τοῦ Κράτους νὰ λαμβάνῃ ἀνταλλάγματα, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν δήμων. Ἐν ἄρθρῳ 10 λέγεται: «Ἡ ἄδεια πρὸς κυκλοφορίαν τῶν συρμῶν διὰ τῆς ἐγκατεστημένης γραμμῆς μέχρι τῆς παρὰ τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας ἑτέρας μικρᾶς πλατείας θέλει ἐξακολουθήσει ἰσχύουσα διὰ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1921, χιλιοστοῦ ἐννεακοσιοστοῦ εἰκοστοῦ πρώτου ἔτους.» Ἡ ἄδεια αὕτη μᾶλλον φέρει χαρακτῆρα ἀνοχῆς. Κατ’ ἀνοχὴν παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἄδεια νὰ ἐκτείνῃ τὰς γραμμὰς αὑτῆς μέχρι τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας, καὶ κατ’ ἀνοχὴν ὡρίσθη, ὅτι τοῦτο θέλει ἐξακολουθήσει μέχρις οὗ ἐνασκηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς. Ὅταν τοιαῦτα παραχωρῶμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, μήπως ἔχει τι νὰ λάβῃ εἰς ἀντάλλαγμα καὶ ὁ δῆμος, οὗτινος ἡ ὁδὸς πάσχει ἕνεκα τῆς τοιαύτης διαρκοῦς δουλείας, διότι καὶ οἱ ἑκατέρωθεν βλάπτονται, καὶ ὁ δῆμος δὲν ἔχει πλήρη τὴν χρῆσιν τῆς ὁδοῦ. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ὑφισταμένη ἤδη λειτουργία τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸν δῆμον κάποιον ἀντάλλαγμα. Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 11, καθ’ ὃ ἡ «Ἑταιρεία δύναται, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐγκατάστασις πρὸς ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν ἐπαρκεῖ, νὰ παρέχῃ φωτισμὸν εἰς τοὺς φανοὺς τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ὁδῶν, ἢ εἰς ἰδιώτας, συμφώνως ταῖς τιμαῖς, εἰς ἃς παρέχουσι τὴν ἐγκατάστασιν καὶ τὸν ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν αἱ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουσαι ἠλεκτρικαὶ Ἑταιρεῖαι, ὑποχρεουμένης τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς νὰ δεχθῇ τὸν κατώτερον ὅρον τῆς τιμῆς.» Κατὰ τοῦτο ἡ Ἑταιρεία οὐ μόνον οὐδὲν δίδει ἀντάλλαγμα εἰς τὸν δῆμον, ἀλλ’ ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράζῃ τὸν φωτισμόν, ἐνῷ ἔδει νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ παραχωρῇ τοῦτον δωρεάν· διότι ὁ δῆμος, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὑποχρεοῦται καὶ παραχωρεῖ τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς πλατείας. Τοῦτο κρίνω ἄδικον. Ὁ δῆμος τῶν Ἀθηνῶν δὲν εἶναι πλούσιος, ὥστε νὰ δύναται νὰ παραβλέψῃ τοιαῦτα ἀγαθά, ἡ δὲ δαπάνη τῆς Ἑταιρείας ἀπέναντι τῶν κερδῶν, ἅτινα ἐν τούτῳ λαμβάνει, εἶναι ἐλαχίστη. Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας, ὅπως ὑποχρεωθῇ αὕτη νὰ φωτίζῃ πάσας τὰς ὁδοὺς τῆς Κηφισιᾶς δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Τρίτον, ὅπερ ἔχω νὰ προσθέσω, — τοῦτο δὲ ὑπὲρ τοῦ χωρίου — εἶναι, ὅτι τὸ χωρίον εὑρίσκεται ἐν δυσχερείαις ἕνεκα τῆς ὁριστικῆς ἐγκαταστάσεως τῆς ἐκκλησίας αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅπως ἀξιώσῃ, ἵνα συντελέσῃ εἰς καλλωπισμὸν τῆς πλατείας τῆς ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησία εἶναι τὸ μόνον μνημεῖον τοῦ χωρίου, ἡ δὲ πλατεία αὐτῆς θέλει ἀποβῆ τὸ κύριον αὐτοῦ κέντρον. Ἀφοῦ τοιαύτη κατεβλήθη μέριμνα περὶ τόσων ἄλλων, καλὸν ἤθελον εἶναι, ἂν ἐγίνετο καὶ τις πρὸς καταρτισμὸν τῆς πλατείας τῆς ἐκκλησίας πρόνοια.
§252Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§253ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εὐρύτερον ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἀφοῦ δυνηθῶ νὰ ἀσχοληθῶ ἐπ’ αὐτῆς τελείως, ὡς εἶναι ἄξιον νὰ πράξῃ τις. Ἐκ τῆς προχείρου ἀναγνώσεως, τῆς ἐνταῦθα γενομένης, ἠρύσθην τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ περιωρισμένα ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ θέματος, ἅτινα πρὸ ὀλίγου προέβαλον· ἀλλ’ ἀκριβῶς αἱ ἀπαντήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἐπιβάλλουσιν ὑποχρέωσιν νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως παρατηρήσω, ὅτι ὅσα εἰς ἀπόκρουσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν προαγορευσάντων εἶπε δὲν μοὶ ἐφάνησαν πειστικά. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πραχθῇ ἐπράχθη, καὶ πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐπετεύχθη, δὲν πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπερφιάλους ἀπαιτήσεις. Καὶ κατ’ ἀρχὴν ἔχει δίκαιον. Οὐδὲν πρέπει νὰ πράττωμεν τὸ πιεστικὸν τῶν Ἑταιρειῶν, τῶν μὴ δυναμένων νὰ ὑποστῶσιν ἀνταγωνισμὸν, διότι τὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἔτι καὶ σήμερον τόσον ἀνεπτυγμένα, ὥστε ἡ ἅμιλλα νὰ μὴ φέρῃ καταστροφήν· δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν πράγματα ὑπερβολικὰ, ὧν παραχωρουμένων, δύναται νὰ ἐπέλθῃ γονάτισμα καὶ πτῶσις τῶν Ἑταιρειῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, προκειμένου νὰ δοθῇ αὕτη ἡ ἀσφάλεια εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι ἐπὶ 20 ὅλα ἔτη δὲν θέλει ἐνοχληθῆ ὑπὸ κινδύνου ἐξαγορᾶς, καὶ παραχωρουμένης ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῆς ἐλευθερίας δικαιωματικῶς ἐφεξῆς, μετ’ ἀπαγορεύσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς γραμμῆς ἐκείνης, ἧς ἡ Ἑταιρεία ποιεῖται νῦν κατ’ ἀνοχὴν χρῆσιν ἀπὸ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας μέχρι τοῦ παλαιοῦ σταθμοῦ, δὲν ἐμφανίζεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ σκέψις, ὅτι ὁλόκληρον ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς πόλεως ἔπαθεν ἐκ τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως, τῆς προσωρινῆς, ἥτις ἐγένετο ἄλλοτε χαριστικῶς εἰς τὴν Ἑταιρείαν; Δὲν πείθεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, προκειμένου νὰ δώσῃ δικαίωμα πλέον εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἐπὶ 20 ἔτη νὰ διέρχωνται αἱ ἁμαξοστοιχίαι αὐτῆς ἐπ’ ἐκείνης τῆς γραμμῆς, δίκαιον εἶναι νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία, καὶ πρὸς τὸ καλὸν τῆς πόλεως καὶ σωτηρίαν τῶν οἰκιῶν τῶν ἐν τῷ σχεδίῳ, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐκολίαν τῆς συγκοινωνίας, ἥτις μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς καταντᾷ σήμερον μακροτάτη, (διότι, ὡς εἶναι ἡ γραμμὴ κεχαραγμένη, φθάνει σχεδὸν μετὰ μίαν ὥραν εἰς Κηφισιὰν ὁ σιδηρόδρομος, εἰς 3 τέταρτα κανονικῶς, εἰς 50 λεπτὰ ἐνίοτε, ἐνῷ καλὴ ἅμαξα φθάνει εἰς μίαν ὥραν) δὲν πείθεται, λέγω, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ χαράξῃ κατ’ εὐθεῖαν τὴν γραμμὴν, μὴ διερχομένην διὰ τοῦ παλαιοῦ σταθμοῦ, πρὸς τὰ Πατήσια, νὰ διασχίσῃ ὁ σιδηρόδρομος τὰ Πατήσια, καὶ ἐκεῖθεν νὰ φθάσῃ εἰς τὸ Ἡράκλειον, οἰκονομουμένων οὕτω τριῶν ἢ τεσσάρων χιλιομέτρων;
§254Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§255ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§256Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ πρῶτος τῶν ὅρων, τὸν ὁποῖον εἴχομεν θέσει, ἦτο ἀκριβῶς αὐτὸς, ἀλλ’ ἀπεκρούσθη ἀπολύτως ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας. Καὶ ἕτερος ὅρος ἐτέθη ἀκριβῶς διὰ τὴν ὁδὸν Γʹ Σεπτεμβρίου ἐπ’ ἐλπίδι ἐπιτυχοῦς ἀνταλλάγματος, ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία παρέστησεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διορθώσῃ τὴν γραμμὴν, διότι τὸ συμφέρον της θὰ τὸ ἐπιβάλῃ, ὅταν τὰ μέσα αὐτῆς βελτιωθῶσιν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀδύνατον σήμερον, ἐν ᾗ καταστάσει τὰ κατ’ αὐτὴν ἔχουσι, νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Προσεπαθήσαμεν, ἀλλὰ δὲν ἐπετύχομεν.
§257ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ φοβοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει ἀρκοῦσαν γνῶσιν τῆς εὐαρέστου τῆς Ἑταιρείας καταστάσεως, οὐδὲ ᾐσθάνθη καλῶς τὸ ἀλγοῦν μέρος τῆς Ἑταιρείας, διότι ἔχει καὶ εὐρωστίαν ἡ Ἑταιρεία, ἔχει καὶ τὸ ἀλγοῦν μέρος. Εὐρωστίαν ἔχει, ὅτε ἤδη ἔχει εἰσόδημα 7%. Καὶ τὸ ἀλγοῦν μέρος τῆς Ἑταιρείας εἶναι, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχει ἤδη 7% ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς μερίζεται τὰ κέρδη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμει τῆς τελευταίας συμβάσεως, τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος καὶ ἐχούσης σήμερον ἰσχὺν νόμου, ἥτις ἀνεβίβασεν εἰς 7% τὸ τέως ὡρισμένον 2 ἢ 3%. Λοιπὸν ἔχει τὸν φόβον ἡ Ἑταιρεία, ὅτι, ἂν δὲν ἰσχύσῃ νέα σύμβασις, θ’ ἀναγκασθῇ, βάλλουσα κάτω τὰ βιβλία αὑτῆς, νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον μέρος τῶν κερδῶν. Τοῦτο εἶναι βεβαίως τὸ σημεῖον, εἰς ὃ πονεῖ ἡ Ἑταιρεία. Ἔχει καὶ ἄλλο σημεῖον, εἰς ὃ πονεῖ ἡ Ἑταιρεία, ἔχει τὸν φόβον τῆς ἐξαγορᾶς. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἤκουσα τυχαίως ἐν συνομιλίᾳ μετὰ συμβούλου τῆς Ἑταιρείας νὰ γίνηται λόγος περὶ τῶν δύο τούτων παθημάτων, ἅτινα ᾐσθάνετο ὁ σύμβουλος πολὺ βαθέως, διότι, ὡς σύμβουλος τῆς Ἑταιρείας, εὐλόγως ἐκήδετο τῶν συμφερόντων τῆς Ἑταιρείας...
§258Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πρῶτον ἐξακολουθεῖ.
§259ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πρῶτον δὲν ἐξακολουθεῖ, καὶ θέλω ἀποδείξει τοῦτο διὰ προχείρου ἐξετάσεως· τὸ δεύτερον θεραπεύεται ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας. Τὸ πρῶτον θὰ ἐξακολουθήσῃ, ἀλλὰ θεραπεύεται καὶ τοῦτο, ἐν μέρει τουλάχιστον, ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως, ὅπερ ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ λέγει (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τυχὸν τόκων καὶ πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ δαπανηθησομένου ποσοῦ τῶν 600,000 δραχμῶν ἐπιτρέπεται τῇ Ἑταιρείᾳ νὰ κρατῇ ἐκ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων αὐτῆς δραχ. 30,000 κατ’ ἔτος ἐπὶ 20 ἔτη.» Δηλαδὴ εἰς τὰ ἀκαθάριστα θὰ προστεθῶσι καὶ 30,000 δραχμαὶ, αἵτινες φυσικὰ θὰ ληφθῶσιν ἐκ τοῦ μετὰ τοῦ 7% κέρδους.
§260Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ, πρὸς Θεοῦ! Ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων θὰ λάβῃ τὰς 30,000 δραχμάς.
§261Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄρα θὰ ἐλαττώσῃ τὰ καθαρά.
§262ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἁπλούστατα. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Θὰ ἐλαττωθῇ ἡ καθαρὰ πρόσοδος.
§263Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι θὰ λάβῃ περισσότερα, ἢ ὅτι θὰ δώσῃ ὀλιγώτερα εἰς τὸ Δημόσιον.
§264ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Ἐὰν σήμερον ἔχῃ καθαρὰ κέρδη 7%, τὸ 1% δὲν τὸ κερδίζει ἐπὶ τῶν 30,000 ἐπὶ εἰκοσαετίαν; Ἄρα σπουδαία παροχὴ, ἀνακουφίζουσα τὴν Ἑταιρείαν, καὶ ἐπιθέτουσα βάλσαμον εἰς τὰς πληγὰς αὐτῆς. Δὲν λέγω, ὅτι εἶμαι ἐναντίος· ἐγὼ δὲν εἶμαι οὐδὲ καὶ ἐναντίον τῆς συμβάσεως κατ’ ἀρχήν.
§265Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τοῦτο, παρακαλῶ νὰ ἐξακριβωθῇ· διότι λέγετε 30,000. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι πρόκειται νὰ προβῇ εἰς δαπάνην, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἀποσβεσθῇ· λοιπὸν ἐκ τῆς δαπάνης αὐτῆς θὰ προκύψῃ ἀναγκαίως αὔξησις κερδῶν· ἐκ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς τῶν κερδῶν δὲν θὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον.
§266ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ὅλα αὐτὰ τὰ γνωρίζω.
§267Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρόκειται νὰ μὴ ἐλαττωθῇ τὸ κέρδος τῶν 7% διὰ τῶν 30,000, τῶν παρεχομένων.
§268Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§269ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναγνωρίζω, καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τῆς συμβάσεως· ἀλλὰ λέγω, ὅτι εἴχετε σημεῖα, ἐφ’ ὧν στηριζόμενοι περισσότερον, διότι καλλίτερον ἠθέλετε ἀντιληφθῆ τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἑταιρείας, ἠδύνασθε νὰ ἀξιώσητε παραχωρήσεις. Καὶ δὲν εἶναι ὑπερφίαλος ἡ ἀξίωσις, προκειμένου περὶ χρήσεως δημοτικῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν, νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου. Διότι — παρακαλῶ — συνεζητήσατε μετὰ τῆς Ἑταιρείας καὶ ἀντηλλάξατε, τὸ Κράτος καὶ ἡ Ἑταιρεία, ὠφελείας ἀμοιβαίας, κέρδη ἀμοιβαῖα· ἀλλ’ ὁ δῆμος πῶς ἐγένετο ἐκ μέσου ἀνάρπαστος, καὶ ἔμεινεν ἔξω παντὸς κέρδους; Ὁ δῆμος δὲν εἶναι ἀπόσπασμα τοῦ Κράτους, ἔχων τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους καὶ δικαιούμενος εἰς αὐτήν; Καὶ ἔπρεπε μηδεμία κἂν λέξις νὰ τεθῇ ὑπὲρ τοῦ δήμου, ὅστις παραχωρεῖ ἓν μέρος τοῦ ἐδάφους τῆς γραμμῆς εἰς τὴν Ἑταιρείαν; Παραχωρεῖ ἓν χιλιόμετρον ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, εἰς τὰ Πατήσια ἴσως μάλιστα πλέον τοῦ χιλιομέτρου. Καὶ ποίαν πρόνοιαν ζητοῦμεν ὑπὲρ τοῦ δήμου; Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας τοῦ φωταερίου καὶ τοῦ δήμου δὲν ὑπῆρχε συμφωνία νὰ διέρχωνται διὰ τῶν ὁδῶν τῆς πόλεως οἱ σωλῆνες. Ναί, ἀλλ’ ἐζυγίσθησαν τὰ παρεχόμενα καὶ τὰ ἀντιπαρεχόμενα, καὶ εὑρέθη ὅτι συνέφερεν εἰς τὸν δῆμον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν παραχώρησιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τί παρέχεται τῷ δήμῳ; Οὐδέν. Ἀλλὰ καὶ τί προτείνει ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ δοθῇ ἀντάλλαγμα; Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ διόρθωσις τῆς συγκοινωνίας, τῆς ἐντὸς τῆς πόλεως, κατ’ εὐθεῖαν μέχρι τῆς ἐκ Πατησίων ἐξόδου, ἆρά γε δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑταιρεία, ἀφοῦ ἐγκαθιστᾷ τὸν φωτισμὸν δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς εἰς τὴν Κηφισιάν, νὰ φωτίσῃ καὶ τὰς ὁδοὺς τῆς Κηφισιᾶς; Λυποῦμαι, ἀναγκαζόμενος νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἔχομεν τὰς παραχωρήσεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις εἰς βάρος τοῦ δήμου ποιεῖται, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιπαροχῆς.
§270Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν τῆς Κηφισιᾶς; Δὲν κατεσκευάσθησαν διὰ δαπάνης τοῦ δήμου. Τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατεσκευάσθησαν αἱ ὁδοὶ, τὸ ἐπλήρωσαν τὰ ἔξοδα τοῦ καλλωπισμοῦ. Καὶ τώρα καὶ πέρυσι, καὶ κατὰ τὰ 1899, 1898 καὶ 1897, ἐπειδὴ τὰ χρήματα τοῦ καλλωπισμοῦ εἶχον διατεθῆ κατὰ τὸ 1893 δι’ ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, δὲν ὑπῆρχον δὲ πλέον διαθέσιμα ποσὰ, αἱ ὁδοὶ ἐπιδιωρθοῦντο διὰ συνεισφορᾶς τῶν παραθεριζόντων πολιτῶν, ἐσχηματίσθη δὲ πρὸς τοῦτο ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀκόμη. Ταῦτα λέγω περὶ τῶν ὁδῶν τῶν δημοτικῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ὑφίστανται βλάβην, καὶ ἐν αἷς μάλιστα καὶ αὐταὶ αἱ δενδροφυτεῖαι δὲν συντηροῦνται δαπάνῃ τοῦ δήμου. Ὡς πρὸς τὴν ὁδὸν Γʹ Σεπτεμβρίου, θὰ ηὐχόμην νὰ εἶχον ἐπ’ αὐτῆς οἰκόπεδον, διότι ἐκ τούτου μεγάλως ἐκεῖ ὑπερετιμήθησαν τὰ οἰκόπεδα, καὶ κατεσκευάσθησαν μεγάλαι οἰκοδομαί.
§271ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔχουσιν ὀρθῶς. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ νομίσῃ, ὅτι αἱ ὁδοὶ, αἱ κατασκευασθεῖσαι δι’ ἐπιχορηγήσεως τῆς Ἑταιρείας, κατεσκευάσθησαν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας. Ὑπὸ τοῦ Κράτους κατεσκευάσθησαν, ὅπερ, συναλλαχθὲν μετὰ τῆς Ἑταιρείας, ἀπῄτησε προκαταβολὴν ὑπὲρ τῶν ὁδῶν τούτων, προνοῆσαν τότε ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Τοιαύτη ἐγένετο ἡ πρόνοια τοῦ Κράτους· ἐδαπάνησε διὰ τῆς Ἑταιρείας ὑπὲρ τῶν ὁδῶν τῆς Κηφισιᾶς, ἀλλ’ ἡ δαπάνη ἐγένετο ὑπὲρ τοῦ δήμου, καὶ ἑπομένως αἱ ὁδοὶ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐπὶ τῶν δημοτικῶν τούτων ὁδῶν θὰ ζητηθῇ ὁ φωτισμὸς διὰ χρήματος διδομένου ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας εἰς ἀντάλλαγμα τῶν παραχωρήσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ζητοῦμεν νὰ δοθῇ ἀντάλλαγμα ἀνάλογον ἐκείνου, ὅπερ ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κατὰ τὸ 1891, ὅτε συνωμολογήθη ἡ σήμερον ὑπάρχουσα σύμβασις. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ ἀξίωσις, διότι δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν πυκνὸν φωτισμὸν, ἀλλὰ τοσοῦτον, ὥστε νὰ διέρχηταί τις ἀκινδύνως τὰς ὁδοὺς τῆς Κηφισιᾶς.
§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1891 ὑπῆρχε διαθέσιμον κεφάλαιον 300,000 δραχμῶν περίπου, διότι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν καὶ τὰς δενδροφυτείας καὶ τὰς ἀποζημιώσεις δὲν ἐδαπανήθησαν πέραν τῶν 200,000 δραχμῶν. Τότε διενοήθημεν νὰ ἐγκαταστήσωμεν ἠλεκτρικόν, καὶ ἐγένετο ἔναρξις συνεννοήσεως, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχον οἱ στέργοντες νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐγκατάστασις ἀπῄτει δαπάνην μόνον πρὸς φωτισμὸν τοῦ ἄλσους 60,000–70,000 φράγκων χρυσῶν. Ἀλλὰ διὰ μεγαλειτέραν ἐγκατάστασιν, διὰ νὰ φωτίζωνται αἱ ὁδοὶ καὶ αἱ οἰκίαι, ἀπαιτεῖται πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἀνῆλθεν εἰς μίαν δραχμὴν καὶ ἑβδομήκοντα λεπτά.
§273ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω τοῦτο. Ἔχω ὅμως εἰς τὴν ἀνάμνησίν μου, ὅτι παρ’ αὐτοῦ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ σιδηροδρόμου ἤκουσα νὰ γίνηται λόγος, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐγκατασταθῇ φωτισμὸς διὰ φωταερίου, ἢ δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, δαπάνῃ 40,000 δραχμῶν. Πιθανὸν νὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν λῆψιν τοῦ φωτὸς ἐξ Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἤκουσα τοῦτο. Ὅταν δ’ ἐγκατασταθῇ παρὰ τῆς Ἑταιρείας ὁ τοιοῦτος φωτισμὸς, νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἀδείας τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἐν Κηφισιᾷ παρέχεται εὐκαιρία εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ πωλῇ ἠλεκτρικὸν φῶς εἰς τοὺς κατοίκους.
§274Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν πληρώνουν τὴν ἐγκατάστασιν.
§275ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πάντες οἱ πλούσιοι τῆς Κηφισιᾶς θὰ ζητήσωσιν ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν, διότι, καθ’ ὃν τρόπον φωτίζονται, δαπανῶσι πολὺ περισσότερα τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Τοῦτο ζητῶ,—καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω, ὅπως παρατείνηται ἡ συνεδρίασις,—ζητῶ νὰ καταβληθῇ πρόνοια, ἵνα ἐπέλθῃ συνεννόησις μετὰ τῆς Ἑταιρείας, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ὑπ’ αὐτῆς ἡ παραχώρησις, ὥστε νὰ φωτισθῶσιν οὕτω δωρεὰν αἱ ὁδοὶ τῆς Κηφισιᾶς.
§276ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὅτε ἡ Ἑταιρεία αὕτη συνέστησε τὸν σταθμὸν παρὰ τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας, τότε μετέβαλε τὴν πλατεῖαν τοῦ Κυριακοῦ σχεδὸν εἰς ἀποθήκας, ῥίπτουσα ἐκεῖ τὰ λιπάσματα, τὰ μάρμαρα καὶ ἄλλα χρειώδη αὐτῆς, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ δι’ αὐτῆς, ἥτις ἦτο μία ἐκ τῶν καλλιτέρων πλατειῶν, οὔτε κάρρον, κατὰ δὲ τὸν Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατοικήσωσιν παρ’ αὐτὴν ἄνθρωποι, διότι ἕνεκα τῶν λιπασμάτων ἦτο ἀδύνατος ἡ ἐκεῖ παραμονὴ αὐτῶν. Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διελθὼν ἡμέραν τινὰ ἐκεῖθεν, καὶ ἰδὼν τὴν κατάστασιν ἐκείνην, διέταξε νὰ παύσῃ τὸ κακὸν, καὶ ἡ Ἑταιρεία μετέφερεν ἐκεῖθεν τὰς μηχανὰς κλπ., ἀλλὰ δὲν ἐξήγαγε τὰς σιδηρᾶς ῥάβδους, καὶ ἑπομένως ἀπειλεῖται ἡ πλατεῖα νὰ περιέλθῃ πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ περὶ τούτου πρόνοιαν, καθὼς καὶ περὶ δενδροφυτεύσεως τῆς εἰρημένης πλατείας, διότι ἐν τῇ συμβάσει δὲν περιλαμβάνεται τοῦτο.
§277Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ διέταξα τότε, ὡς εἴπετε, τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς πλατείας, καὶ ἂν ἡ αὐτὴ κατάστασις ἐπαναληφθῇ, τὸ αὐτὸ θὰ διατάξω, διότι ἡ Ἑταιρεία οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τὴν πλατεῖαν εἰς ἀποθήκας.
§278Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Προσεδόκων, Κύριοι, ὅτι ἤθελε γείνῃ μακρὰ συζήτησις ἐπὶ ἄλλου συναφοῦς νομοσχεδίου, ἀλλὰ δυστυχῶς παρατηρῶ, ὅτι, ἐνῷ διϋλίζομεν τὸν κώνωπα, καταπίνομεν τὴν κάμιλον! Διότι, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως 3,000,000 δραχμῶν εἰς χρεωκόπον Ἑταιρείαν, ὀφείλουσαν 45,000,000 δραχμὰς, δι’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι διὰ τῆς χορηγήσεως τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων θὰ ἠδύνατο νὰ ζήσῃ, ὅτε, λέγω, συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, οὐδεὶς ἐκ τῶν λογάδων τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του καὶ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἤδη, προκειμένου περὶ συμβάσεως, δι’ ἧς καθορίζεται οὐχὶ τὸ προνόμιον, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης, ἀλλὰ διὰ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος, εὑρισκόμενον εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐξαγοράσῃ αὐτὸ τὸν σιδηρόδρομον, καὶ μὴ παρουσιασθείσης ἄλλης Ἑταιρείας νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, κατ’ ἀνάγκην παρατείνει τὸ προνόμιον, οἱ χειρισταὶ τοῦ λόγου οἱ δόκιμοι, καὶ μάλιστα ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἐπετέθησαν σκιαμαχοῦντες κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἁπλῶς παρατείνει ἐπί τινα ἔτη τὸ προνόμιον, ὅπερ ἔχει ἡ Ἑταιρεία, τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Λαυρίου. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι διαβιοῦμεν ἐν Ἀθήναις, γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία διὰ τὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Κηφισιᾶς συγκοινωνίαν, ἐνῷ κατὰ τὸ θέρος δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ὄντως εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, κατὰ τὸν χειμῶνα ὑφίσταται πολλὰς τὰς ζημίας. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία μόνον διὰ τῆς γραμμῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Λαυρίου δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν κατώρθωσεν ἡ Ἑταιρεία αὕτη διὰ τῆς διαχειρίσεως αὑτῆς, τῆς συνετῆς καὶ τιμίας, νὰ ἀποδίδῃ εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς, εἰς οὓς δυστυχῶς δὲν καταλέγομαι, μέρισμα 7%...
§279Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Οὔτε 2% δὲν δίδει.
§280ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πιθανόν. Δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἐναντίαν γνώμην, ἀφοῦ τὸ λέγετε σεῖς... Ἐὰν κατώρθωσε τοῦτο, πρέπει νὰ ἐνταφιάσωμεν αὐτήν, καὶ δι’ αὐτὸ συζητοῦμεν, ἐὰν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν θίγει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου; Ἡ σύμβασις ἁπλῶς παρατείνει ἐπὶ εἰκοσκετίαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καίτοι διαφωνεῖ ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προέλθῃ εἰς συμφωνίας μετὰ τῆς Ἑταιρείας, ὥστε νὰ μὴ καρπῶται διὰ τῆς συμβάσεως τὸ μονοπώλιον τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ἀθηνῶν–Κηφισιᾶς, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ συναγωνισμός. Μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν δέον νὰ ὑπάρχῃ συναγωνισμὸς ἐν ταῖς γραμμαῖς, οὐχὶ ὅμως καὶ μεταξὺ Κηφισιᾶς καὶ Ἀθηνῶν, διότι ὁ πληθυσμὸς τῶν περιχώρων εἶναι ἐλάχιστος, συγκριτικῶς πρὸς τὸν τοῦ Πειραιῶς, καὶ ἡ κίνησις μόνον κατὰ τὸ θέρος παρουσιάζεται εἰς τὴν γραμμὴν Ἀθηνῶν–Κηφισιᾶς, ἐνῷ ἡ τοῦ Πειραιῶς εἶναι διαρκής.
§281Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἐξωραϊσθῇ ἡ Κηφισιὰ ἄνευ δαπάνης τοῦ Δημοσίου. Διὰ τὴν Κηφισιὰν ἐδαπανήθη μέχρι τοῦδε πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν· ἂν δὲ προστεθῇ καὶ ἄλλη δαπάνη διὰ τὸν ἐξωραϊσμὸν αὐτῆς, οὐχὶ ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, βεβαίως θὰ ἦναι εὐχάριστον καὶ διὰ τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν καὶ διὰ τοὺς ἔχοντας ἐπαύλεις ἐκεῖ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ λυπεῖ, εἶναι, ὅτι, ἐνῷ πρὸς τὸ βόρειον μέρος τῶν Ἀθηνῶν καλλωπίζεται ἡ πόλις καὶ ἐξωραΐζεται, πρὸς τὸ μέρος τῆς θαλάσσης, ὁπόθεν ὅλοι οἱ ξένοι ἔρχονται εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, τίποτε ἄλλο δὲν βλέπουσιν οὗτοι, παρὰ ἀκαθαρσίας καὶ ἀθλιότητας. Ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκεται ὁ Πειραιεύς, ὁ ὁποῖος εἰσάγει εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον 15,000,000 δραχμάς, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι τὸ Νέον Φάληρον, εἰς ὃ ἐρρίφθησαν δέκα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἐκβουλκωθῇ ὁ τόπος χάριν τῆς ὑγείας τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἐκεῖ δὲν γίνεται τίποτε! Εὐτυχῶς, ὁ Θεὸς δὲν ἔρριψεν ἐφέτος πολλὰ νερά, ὥστε νὰ φέρουν πλημμύρας καὶ καταστροφάς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἔγειναν τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα προσέφερεν ὁ δῆμος Πειραιῶς 600,000 δραχμὰς, ὑπεσχέθη δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ 3,000,000, ὥστε νὰ διευθετηθῇ ὁ Κηφισὸς καὶ ὁ Ἰλισσός; Ἐπ’ αὐτῶν οὐδεμία ἐγένετο ἐργασία. Εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἐλυπήθη καὶ τοὺς Πειραιεῖς καὶ τὰς κατοικούσας εἰς τὸ Νέον Φάληρον ὑπερδιακοσίας οἰκογενείας, καὶ δὲν ἐγένετο καμμία πλημμύρα, ὅπως ἐπιφέρῃ τελικὴν καταστροφήν. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ φέρῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας ἡ Κυβέρνησις.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν σχέσιν ἔχει αὐτὸ μὲ τὸ νομοσχέδιον;
§283Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Χωρὶς νὰ περιμείνω τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, σᾶς λέγω ἀμέσως, ὅτι ἤδη πρόκειται περὶ τῆς συζητουμένης συμβάσεως· δὲν πρόκειται γενικῶς, ὡς νομίζετε, περὶ ἔργων καλλωπισμοῦ.
§284Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παραδέχομαι τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐλήφθη πρόνοια πέρυσιν ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διὰ τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα;
§285Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα ἐμελετήθησαν καὶ ἐδημοπρατήθησαν, τὴν δὲ ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἀνέλαβε τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Πειραιῶς. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα; νὰ διευθετήσωμεν τὴν κοίτην τοῦ Ἰλισσοῦ καὶ τοῦ Κηφισοῦ; Τὴν ἐργασίαν ἀνέλαβεν ἱκανὸς ἐργολάβος, καὶ πιστεύω, ὅτι θέλει περατώσει αὐτὴν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος. (Θορυβώδεις διάλογοι).
§286Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον τοῦτο προηγουμένως.
§288Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξηγήσῃ τὸ σχέδιον τῆς ῥυμοτομίας τῶν καλλωπιστικῶν ἔργων τῆς Κηφισιᾶς. Εἶναι τὸ γενικὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει καὶ τὸ χωρίον τῆς Κηφισιᾶς;
§289Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι τὸ τοῦ 1890 καὶ 1891.
§290Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν περιλαμβάνει καὶ τὸ χωρίον.
§291Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν περιλαμβάνει.
§292Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔξω τοῦ σχεδίου εἶναι;
§293Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως ἔξω.
§294Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα δὲν ἔχει τεχνικὴν σημασίαν.
§295Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχει τεχνικὴν σημασίαν, διότι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τῆς Κηφισιᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ στέρξωσι νὰ ῥυμοτομηθῇ τὸ χωρίον των. Ἐγὼ ἐν Ἀμαρουσίῳ παρεκάλεσα νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ῥυμοτομήσω τινὰς ὁδούς, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Τοιουτοτρόπως καὶ ἐν τῷ χωρίῳ τῆς Κηφισιᾶς· ἀλλ’ ὁ γενόμενος ἐξοχικὸς συνοικισμὸς τῆς Κηφισιᾶς εἶναι ἐκτὸς τοῦ χωρίου.
§296Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς συμβάσεως, κύριε ἐξ Ἄρτης Βουλευτά. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει ἐν § βʹ: «Τὸν χῶρον τοῦτον ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ φυτεύσῃ, καὶ ἐγκαταστήσῃ ἐν αὐτῷ ἑστιατόριον, καφενεῖον, θέατρον, διάφορα περίπτερα κλπ., ὡς ἐπίσης καὶ ἐργοστάσιον πρὸς παραγωγὴν ἠλεκτρισμοῦ διὰ τὸν φωτισμὸν τοῦ τε ἄλσους καὶ τῶν πέριξ αὐτοῦ ὁδῶν, τοῦ σταθμοῦ καὶ τοῦ συνοικισμοῦ Κηφισιᾶς, τοῦ περιλαμβανομένου ἐντὸς τοῦ ἤδη ἐγκεκριμένου σχεδίου τῆς ῥυμοτομίας τῶν καλλωπιστικῶν ἔργων Κηφισιᾶς, κατὰ τὸ ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν ἐγκριθὲν γενικὸν σχέδιον.»
§297Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλάβετε τὴν φράσιν περὶ καλλωπιστικοῦ σχεδίου ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. Ἀλλ’ ἡ ἰδία φράσις ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, καὶ περιορίζεται ἡ δρᾶσις τῆς Ἑταιρείας, ὡς πρὸς τὸν φωτισμὸν, εἰς μόνον τὸ καλλωπιστικὸν σχέδιον, ἐνῷ ὑπάρχει γενικὸν σχέδιον τῆς Κηφισιᾶς, καὶ τὸ γενικὸν σχέδιον τοῦτο ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τοῦ χωρίου. Ἐντὸς δὲ τοῦ σχεδίου τούτου περιλαμβάνεται καὶ ἡ πλατεῖα τῆς ἐκκλησίας, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης. Ἡ πλατεῖα τῆς ἐκκλησίας, περιλαμβάνεται εἰς τὸ γενικὸν σχέδιον τῆς Κηφισιᾶς. Ἀναφέρω τοῦτο διὰ νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἐπιφυλάσσομαι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Ἑταιρεία ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναδέχεται νὰ δαπανήσῃ, ἀλλὰ μὲ ἐπληροφόρησε πρόσωπον ἁρμόδιον, ὅτι ὑπάρχει μελέτη περὶ κατασκευῆς ὀχετῶν ἐν Κηφισιᾷ, καὶ ὅτι, κατὰ τὴν μελέτην ταύτην, μὲ δαπάνην 70 χιλιάδων περίπου δραχμῶν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἐργασία, ἐξασφαλίζουσα ἐξ ἑνὸς τῶν μεγαλειτέρων κινδύνων, τοὺς ὁποίους πάντοτε, ὁσάκις ἦλθε λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ Κηφισιᾶς, πάντες ἀνεγνωρίσαμεν.
§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῦ ὑπάρχει ἡ μελέτη;
§299Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Μοὶ εἶπε πρόσωπον εἰδικόν. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, καὶ τὸ ζήτημα τῶν ὀχετῶν καὶ τὸ ζήτημα τῆς πλατείας τῆς Ἐκκλησίας νὰ μελετηθῇ, διότι τὸ σχέδιον ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον διενεμήθη, παριστᾷ ἐργασίαν, ἡ ὁποία, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκτελέσεώς της, βεβαίως δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ ἢ μικρὸν μέρος τοῦ ὅλου τῶν 600 χιλιάδων δραχμῶν, διότι ἐν τῷ σχεδίῳ τούτῳ οἰκοδομαὶ, αἵτινες ἀπαιτοῦσι καὶ τὰς κυριωτέρας δαπάνας, εἶναι ἐλάχισται.
§300Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζετε πόσον;
§301Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω μελέτην τινὰ κάμει. Ἀλλὰ λέγω, ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν, ὡς πρὸς τὰ ἔργα. Λοιπὸν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ ποσῷ τῶν 600 χιλιάδων αἱ δύο αὐταὶ ἐργασίαι, ἤθελεν εἶναι λίαν εὐεργετικόν.
§302Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖαι ἐργασίαι;
§303Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν ὀχετῶν.
§304Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὴν ἐργασίαν τῶν βόθρων καὶ τῶν ὀχετῶν νὰ τὴν κάμητε σεῖς καὶ ἐγὼ, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἰδιοκτῆται ἐκεῖ, καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν νὰ μᾶς κάμῃ τοὺς βόθρους.
§305Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἂν τὸ μέρος τῶν ὀχετῶν, τὸ βαρῦνον τὸν δῆμον, κατασκευάζηται διὰ δαπάνης 70 χιλιάδων δραχμῶν, τότε ἡ ἰδική μου καὶ ἡ ἰδική σας προσφορὰ θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα.
§306Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖοι ὀχετοὶ κατασκευάζονται δι’ 70 χιλιάδων;
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφίνετε εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τὰ περὶ βόθρων; (ἱλαρότης).
§308Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐφιστῶ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ συνάμα εἰς τὰς λέξεις «καλλωπιστικοῦ σχεδίου».
§309Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφίνετε εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν;
§311Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι. Θέλω εἴπει ὀλίγας λέξεις ἀκόμη· καὶ ἵνα μὴ εἴπω αὐτὰς κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, τὰς λέγω τώρα. Ἐνῷ λοιπὸν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης γίνεται νέα ἀνανέωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς «Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς» ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ὅπερ δικαιοῦται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου ὁποτεδήποτε θελήσῃ, μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1920 ἔτους, οὐδὲν τῶν ἐν τῇ πρώτῃ ἀγορεύσει μου καταδειχθέντων ἐλαττωμάτων τῆς διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Ἀμαρουσίου–Κηφισιᾶς συγκοινωνίας αἴρεται, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον πάντα διὰ τοῦ καθιερωμένου μονοπωλίου συγκοινωνίας παγιοῦνται. Καὶ κατὰ πρῶτον πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συγκοινωνίας μόνον Ἀθηνῶν, Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς, ἀλλὰ καὶ περὶ περὶ συγκοινωνίας κυρίως Ἀθηνῶν–Λαυρίου. Ἐνῷ δὲ πρόκειται περὶ συγκοινωνίας Ἀθηνῶν–Λαυρίου, περιφερόμεθα διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ λεκανοπεδίου τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα λάβωμεν τὴν εἰς Λαύριον, ἀπ’ Ἀθηνῶν διὰ καμπύλης εἰς Πατήσια, καὶ ἀπὸ Πατησίων διὰ μείζονος καμπύλης εἰς Ἡράκλειον, ὁμοιάζοντες μὲ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν, ὃν βεβαίως εἶναι ὥρα πλέον νὰ βελτιώσωμεν, πρὸς τοὺς ἀρχαίους ἐκείνους ἁμαξηλάτας τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς πρὸ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, οἵτινες, ὅτε ἤθελον νὰ ἐκτελέσωσιν ἀγώγιόν τι ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ, ἔφερον βόλταν ὅλην τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, φωνάζοντες: «Ὑπάρχει ἄλλος διὰ τὸν Πειραιᾶ;».
§312Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔβαζαν καὶ ντελάλην!
§313Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως. Ἐν τῇ νῦν ἐποχῇ τῆς ἄκρας συγκοινωνίας καὶ τῆς ἄκρας ταχύτητος αὐτὸς ὁ σιδηρόδρομος, ὁ μονοπωλιακὸς, ὡς θέλετε αὐτὸν τώρα, μοὶ ἐνθυμίζει τοὺς ἀρχαίους ἐκείνους φουστανελλοφόρους ἁμαξηλάτας τῶν Ἀθηνῶν, οἵτινες κατεγίνοντο ἀδιακόπως εἰς αὐτὴν τὴν ἄγραν πελατῶν, διερχόμενοι ἐξ ὅλων τῶν τμημάτων τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα κατέλθωσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ! Αὐτὸ δὲ τὸ ἐλάττωμα τῆς συγκοινωνίας τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαυρίου, μετὰ καὶ πλείστων ἄλλων, ἔρχεται σήμερον νὰ ἀνανεώσῃ καὶ νὰ παγιώσῃ, καὶ μάλιστα διὰ μονοπωλίου συγκοινωνίας, ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις. Δὲν πιστεύω εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου νὰ ὑπάρχῃ σιδηρόδρομος, ὅστις, προκειμένου νὰ ἑνώσῃ δύο σημεῖα, μακρὰν ἀλλήλων κείμενα, ἀντὶ νὰ βαίνῃ κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο, μετὰ μικρᾶς ἔστω παρεκκλίσεως, νὰ ἐκτελῇ ὅλην αὐτὴν τὴν περιφερικὴν ἐργασίαν διὰ Πατησίων καὶ Ἡρακλείου, ἵνα φθάσῃ ποῦ; Εἰς τὸ Λαύριον! Δηλαδὴ, ἀντὶ νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τῶν Ἀνακτόρων, καὶ διὰ τῆς λεωφόρου Κηφισιᾶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἁμαξιτὴν ὁδὸν, τὴν φέρουσαν διὰ τῶν Μεσογείων εἰς Λαύριον, αὐτὸς τί ἐπιχειρεῖ, παρακαλῶ; Ἐκκινεῖ, ὡσεὶ προτιθέμενος νὰ μεταφέρῃ ἡμᾶς πρὸς τὴν Ἐλευσῖνα, καὶ αἴφνης στρέφεται, ἵνα μεταβῇ ποῦ; Εἰς τὸ Λαύριον!! Τοιοῦτον σοβαρὸν ἐλάττωμα τῆς συγκοινωνίας ἡμεῖς δὲν φροντίζομεν νὰ διορθώσωμεν! Ἀπ’ ἀρχῆς μάλιστα ἐγὼ εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι κακῶς καθωρίσθησαν τὰ τῆς συγκοινωνίας διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἐνθυμηθῆτε τὸ ἑξῆς κυρίως· ὅτι ὁ πρῶτος σταθμὸς τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ ἐν Ἀθήναις ἦτο ποῦ, Κύριοι; Εἰς τὸ ἄκρον τῆς συνοικίας, τῆς λεγομένης Κασίδας! Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἐπεστρέφομεν ἐκ Κηφισιᾶς, ἢ ἐξ Ἀμαρουσίου, τῇ 11ῃ ἢ τῇ 12ῃ τῆς νυκτὸς, κατεβάλλομεν τρεῖς ἢ τέσσαρας δραχμὰς εἰς τὴν ἅμαξαν, ἵνα φέρῃ ἡμᾶς εἰς τὴν πόλιν. Καὶ ὅτε ἠρχόμεθα τῇ μεσημβρίᾳ ἐκ τῶν χωρίων αὐτῶν, πολλάκις συνέβαινε νὰ ὁδεύσωμεν πεζῇ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐν μέσῳ καύσωνι, διότι δὲν εὑρίσκομεν ἅμαξαν ἐν τῷ ἀποκέντρῳ ἐκείνῳ μέρει. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διατὶ ὁ σταθμὸς ἐγένετο ἐν ἐκείνῃ τῇ ἐρημίᾳ, ἡμίσειαν ὥραν μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν· ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο ἦτο μέγα ἁμάρτημα. Τοῦτο ἀληθῶς ἐθεραπεύθη μετὰ ταῦτα, διότι καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ θεραπευθῇ· ἀλλ’ οὐδεμία ἔκτοτε ἐργασία ἐγένετο, ἵνα καὶ ἄλλοι κακοὶ ὅροι τῆς συγκοινωνίας αὐτῆς θεραπευθῶσιν. Ἐρχόμεθα λοιπὸν σήμερον νὰ μεταβάλωμεν τὰς συμβάσεις αὐτάς, καὶ ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ πατήσωμεν ἐπὶ τέλους τὸν πόδα πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ νὰ δώσωμεν αὐτῇ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φενακιζώμεθα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ συμφέρον, ὅταν ζητῇ νὰ λάβῃ παράτασιν τῆς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ἐξαγορᾶς, διότι βεβαίως δὲν ἐννοεῖ νὰ πράξῃ ἔργον εὐποιΐας, ἐννοεῖ νὰ ὠφεληθῇ· ἐρχόμεθα λοιπὸν, λέγω, σήμερον ἡμεῖς, καὶ φαινόμεθα εὐμενέστατοι πρὸς τὰ αἰτήματα τῆς Ἑταιρείας, πρὸς ζημίαν ὅλων τῶν κατοίκων, ζημίαν μέλλουσαν νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη! Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, ἐὰν μελετήσωμεν ἀκόμη περισσότερον τὴν σύμβασιν, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἀποκτᾷ ἀρκοῦντα προνόμια ἡ Ἑταιρεία καὶ πλείστας ὠφελείας, τινὰς μάλιστα καὶ κεκαλυμμένως. Π. χ. ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τί ἀναγράφεται; «Πᾶσα εἴσπραξις, προερχομένη ἐκ τοῦ ἄλσους, τῶν ἐν αὐτῷ κτιρίων καὶ ἐγκαταστάσεων καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ, θὰ προστίθηται εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Σιδηροδρόμου κλπ.» Λοιπὸν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ εἰσπράξεων ἐκ κτιρίων, ἐγκαταστάσεων καὶ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, καὶ εἰσπράξεων προερχομένων ἐκ τοῦ ἄλσους. Τί εἶναι αἱ εἰσπράξεις, αἱ προερχόμεναι ἐκ τοῦ ἄλσους; Μήπως, ἵνα εἰσέλθῃ τις εἰς τὸ ἄλσος, θὰ καταβάλλῃ δικαίωμα εἰσόδου;
§314Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὄχι.
§315Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀποκτᾷ τοσαῦτα δικαιώματα ἡ Ἑταιρεία, ποῦ εἶναι, παρακαλῶ, τὸ τιμολόγιον;
§316Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ δικαίωμα εἰσόδου εἰς τὸ ἄλσος.
§317Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί εἶναι τότε τὸ: «πᾶσα εἴσπραξις, προερχομένη ἐκ τοῦ ἄλσους, τῶν ἐν αὐτῷ κτιρίων καὶ ἐγκαταστάσεων»; Τὸ θέατρον εἶναι κτίριον, ὡς ἔχει δὲ τὸ ἄρθρον, δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία θὰ δικαιοῦται νὰ θέσῃ κιγκλίδας περὶ τὸ ἄλσος, καὶ νὰ ζητῇ δικαιώματα εἰσόδου.
§318Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ λέγω, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει. Πῶς ἐπιμένετε, ὅτι τὸ ἔχει;
§319Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τώρα, ὅτε ἐξηγεῖτε, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα, μάλιστα. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴχομεν, εἰ δυνατὸν, μίαν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑταιρείας κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν. Ἤκουσα νὰ λέγωσιν, ὅτι τὰ κέρδη αὐτῆς εἶναι περὶ τὰς 65–70 χιλιάδες δραχμῶν· ἀλλὰ τοιούτου κέρδους ὑπάρχοντος ἐπὶ κεφαλαίου 200,000 δραχμῶν, δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι τόσον δύσκολον πρᾶγμα νὰ εὑρεθῶσιν ἐπιχειρηματίαι, ἐξαγοράζοντες τὸν σιδηρόδρομον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσιν, ἐὰν δοθῇ δημοσιότης εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι βεβαίως τὸ κοινὸν ἀγνοεῖ τὰ γινόμενα ἐδῶ.
§320Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε, ὅτι ἡ ἐξαγορὰ γίνεται τόσον εὐκόλως καὶ ἁπλῶς, ὡς τὸ λέγετε; Γίνεται ὑπολογισμός, βασιζόμενος ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἑπτὰ τελευταίων ἐτῶν, ἢ τοῦ τελευταίου ἔτους, ἂν αἱ εἰσπράξεις τούτου ἦναι ἀνώτεραι ἐκείνων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τούτων ὑπολογίζεται τὸ ὀφειλόμενον τῇ Ἑταιρείᾳ κατ’ ἔτος δι’ ὅλα τὰ ἔτη τοῦ προνομίου της, τουτέστι διὰ 80 περίπου ἔτη, ἢ καταβάλλεται αὐτῇ τὸ κεφάλαιον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ χρόνου μέχρι τῆς λήξεως τοῦ προνομίου, συγκεφαλαιουμένης τῆς προσόδου πρὸς 7%.
§321Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Τροχιόδρομος Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων, ἐὰν πρόκηται νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸς τὴν ἀποκλειστικὴν συγκοινωνίαν Ἀθηνῶν–Κηφισιᾶς–Ἀμαρουσίου–Χαλανδρίου, ἀντὶ οιουδήποτε ποσοῦ δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ τὸν σιδηρόδρομον. Ἀλλὰ περὶ τούτου πρώτην φορὰν σήμερον γίνεται εὐρύτερος δημοσίᾳ λόγος· οὐδὲν περὶ τούτων γνωρίζει τὸ κοινόν· μόνον κατ’ αὐτὴν τὴν συνεδρίασιν ἐχύθη ὀλίγον φῶς. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, αἱ ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐνδεικνυόμεναι.
§322Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θὰ καταθέσω ὅλας τὰς πληροφορίας, ἃς ζητεῖτε, τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑταιρείας. Θὰ καταθέσω καὶ σημείωμα περὶ τοῦ ποσοῦ, μέχρις οὗ ἤθελεν ὑποχρεωθῇ τὸ Κράτος νὰ δώσῃ, ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σιδηροδρόμου, εὑρίσκομαι εἰς διαπραγματεύσεις μετ’ αὐτῆς πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ δι’ ἠλεκτρισμοῦ φωτισμοῦ, καὶ πολλὰς δυσκολίας συναντῶ. Μὴ νομίζετε τὰ πράγματα εὔκολα. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐπιτύχῃ τις τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους θέλει. Ὅλα, ὅσα λέγετε, εἶναι ὀρθά, ἀλλ’ ὄχι καὶ εὔκολα. Δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀλλάξωμεν τὰς γραμμὰς τῆς Κηφισιᾶς, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν ὅλας τὰς ἀνωφερείας, διότι τότε πρέπει νὰ κατασκευάσωμεν νέον σιδηρόδρομον διὰ δαπάνης τοῦ Κράτους. Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας, τότε θέλετε πεισθῆ περὶ τῆς ἀξίας τῆς συμβάσεως.
§323ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ διασαφήσῃ τι, διότι, κατὰ τὴν σύμβασιν, τὸ πλέον ἑνὸς ποσοῦ ἐκ τῶν κερδῶν θὰ διανέμηται μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Κράτους. Στηρίζομαι εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ὅταν φθάσῃ τὸ ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου τὰ κέρδη θὰ διανέμωνται, παρατηρῶ ἐν ἄρθρῳ 6, ὅτι γεννῶνται ἀμφιβολίαι. Θὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑταιρείας, καὶ ὑπολογίζομεν ποσὸν 30,000 κατ’ ἔτος, τουτέστιν ἐπὶ 20 ἔτη 600,000 δραχμάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τὸ ποσὸν, πέραν τοῦ ὁποίου ἡ Ἑταιρεία εἶναι ὑπόχρεως νὰ διανέμῃ μετὰ τοῦ Δημοσίου· φθάνομεν δὲ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ τὰ ἔργα ταῦτα. Διότι τὸ ποσὸν τῶν 600,000 δραχμῶν θὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καθότι θὰ πληρωθῇ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ πλὴν τούτου παρατηρῶ, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ ἄλσους γίνεται λόγος. Ἀλλὰ τὰ εἰσοδήματα ἐκ τοῦ ἄλσους καὶ ἐκ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς θὰ προστίθενται εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου. Διὰ τὰς δαπάνας δ’ ἐπίσης ὁρίζονται ἄλλα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν χρεωλυτικὴν τοῦ δανείου ἐξόφλησιν. Ἀλλ’ ὁ ἠλεκτρισμὸς πέραν τοῦ ἄλσους θὰ ἔχῃ εἰσοδήματα, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπολογίζηται εἰς ἐκείνας τὰς εἰσπράξεις τῆς Ἑταιρείας, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἔχῃ δικαίωμα τὸ Δημόσιον, ἐνῷ κατὰ τὰ ἐν τῇ συμβάσει ἡ δαπάνῃ τῆς ἐγκαταστάσεως τοιούτου ἠλεκτρικοῦ καταστήματος, ὅσον καὶ ἂν γείνῃ μεγάλη, θὰ βαρύνῃ τὸ Δημόσιον. Ἑπομένως αἱ εἰσπράξεις, αἱ γενησόμεναι εἰς τὸ ἄλσος ἐξ ἠλεκτρικοῦ φωτός, τὸ ὁποῖον θὰ δίδῃ ἀρκετὸν εἰσόδημα, δὲν θὰ ὑπολογίζωνται ὡς εἰσπράξεις τῆς Ἑταιρείας. Ἡ ἐπιχείρησις αὕτη εἶναι ἐπωφελὴς διὰ τὴν Ἑταιρείαν, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται νὰ γείνωσι ξενοδοχεῖα — καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιούτων ἡ Κηφισιὰ — καφενεῖα κλπ., τὰ ὁποῖα θὰ συγκεντρώνωσι κόσμον πολύν. Ὀρθὴ ἡ ἀρχή, ὅπως εὐκολυνθῇ ἡ συγκοινωνία διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ φθάνωμεν εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον, καθιστῶντες τὰ πράγματα ἐπωφελῆ διὰ τὴν Ἑταιρείαν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου.
§324Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀναχωρεῖ ἐκ μιᾶς ἀνακριβείας, ἐξ ἧς προβαίνει εἰς συμπεράσματα, διότι λέγει, ὅτι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον κατασκευάζει κλπ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Διότι ἡ σύμβασις τί λέγει; Λέγει ὅτι ἐκ τῶν ἀκαθαρίστων κερδῶν ἀφαιροῦνται 30,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος. Αἱ 30,000 ἀντιπροσωπεύουσι τὸν τόκον τῶν 600,000. Δεύτερον, ἐὰν προαφῃροῦντο ἐκ τῶν καθαρῶν κερδῶν, καὶ ἐὰν τὸ Κράτος εἶχε συμμετοχὴν εἰς τὰ κέρδη, θὰ συνέβαλλεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν 30,000 δραχμῶν κατ’ ἀναλογίαν τῆς συμμετοχῆς του· ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν καταβάλλει. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, ἐννοεῖται, ὅτι πᾶν κέρδος τῆς Ἑταιρείας θὰ καταλογισθῇ εἰς τὰ ἔξοδα αὐτῆς. Ἐὰν δὲν ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἀκριβῶς δὲν ἐγένετο, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ ἀποκτῶμεν διὰ δαπάνης τῆς Ἑταιρείας, διότι αὐτὴ καταβάλλει. Δὲν θὰ ἀποκλείηται λοιπὸν καμμία εἴσπραξις αὐτῆς. Ὥστε θὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον καὶ ἐκεῖνα τὰ κέρδη, περὶ τῶν ὁποίων λέγετε. Εἶναι ὑποχρεωτικά. Ὅταν τὸ Κράτος λαμβάνῃ μέρος τῶν κερδῶν τῆς Ἑταιρείας, θὰ λαμβάνῃ τοῦτο, ὁποθενδήποτε καὶ ἂν προέρχωνται ταῦτα.
§325ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι αἱ 30,000 δὲν ἀναλογοῦν πρὸς τὸν τόκον μόνον, διότι τόκος 3% δὲν εἶναι συνήθης, ἀλλὰ 3½ ἕως 4%.
§326Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε μὲ 5%; (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 50′ μετὰ μεσημβρίαν).