1901.01.13
1.786 στίχοι · 13.868 λέξεις · 123 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
τῆς 13 Ἰανουαρίου 1901.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 65,400». Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 195). Ὁ Δημήτριος Κ. Πλατὴς, ἰατρὸς ἐκ Σικίνου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφέρει, ὅτι τὸ ἐν Σικίνῳ ἐκλεχθὲν οἰκόπεδον πρὸς ἀνέγερσιν διδακτηρίου δημοτικοῦ σχολείου εἶναι ἀκατάλληλον ὑπὸ ὑγιεινὴν ἔποψιν, διότι παράκειται τοῦ Νεκροταφείου· συνιστᾷ δὲ τὴν ἐκλογὴν ἄλλου οἰκοπέδου, ἀφοῦ οἰκοπέδων ἀφθονεῖ ἡ πόλις.
§2Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς ταύτης εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καθόσον πρόκειται τὸ σχολεῖον ἐκεῖ νὰ γείνῃ παραπλεύρως τοῦ Νεκροταφείου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἡ ὑγιεινὴ καὶ ἡ ἠθικὴ δὲν ἐπιτρέπει.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§4ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Θὰ ἀπευθύνω μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Σήμερον τὴν 11 ὥραν π. μ. ὁ ἀξιωματικὸς Ἀντωνιάδης ἔδειρεν ἀνηλεῶς τὸν συμπολίτην μου Ροβέρτον Κοκκινόπουλον. Ὁ συμπολίτης μου οὗτος εἶχε συλληφθῆ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, δὲν γνωρίζω διὰ ποίαν πρᾶξιν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄσχετον. Ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἶναι, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνθυπολοχαγὸς καὶ ὀνομάζεται Ἀντωνιάδης, ἔδειρε τὸν Ροβέρτον Κοκκινόπουλον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀφῆκεν αὐτὸν ἡμιθανῆ. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβωσι μέτρα αὐστηρότατα πρὸς τιμωρίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου.
§5Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πολὺς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐγένετο λόγος χθὲς περὶ συντάξεων. Νομίζω ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν θὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῶν προσώπων, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, νὰ λάβῃ τοιαύτην καὶ περὶ τριῶν ἢ τεσσάρων ὁπλαρχηγῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν τελευταῖον ἡμῶν ἀτυχῆ πόλεμον συνέτρεξαν οὐκ ὀλίγον τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, καὶ οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν, πολλὰς ὑπηρεσίας παρασχόντες, κατεστράφησαν δὲ καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι τὰς περιουσίας αὐτῶν, ὡς Θεσσαλῶν, ἐν Θεσσαλίᾳ κειμένας, κατέστρεψεν ὁ τουρκικὸς στρατός. Ὑποβάλλω καὶ ἐγγράφως τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§6Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν σύστασιν ταύτην τοῦ κ. συναδέλφου.
§7Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύστασις αὕτη.
§8ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ συνιστῶμεν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§9Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τὴν χήραν τοῦ μακαρίτου πολιτευτοῦ Ἀθανασίου Ροντήρη.
§10Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι τῆς κυβερνητικῆς ἐπικουρίας, πρέπει νὰ ἀναφέρωνται ὀνομαστὶ, ὅπως ἀνεφέρθησαν οἱ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν συσταθέντες. Οἱ ὁπλαρχηγοὶ ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1877 εἶναι τόσοι, ὅσον ἴσως τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους.
§11Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Οἱ περιλαμβανόμενοι εἰς τὴν σύστασίν μου εἶναι ὀλίγοι, ὁ Γ. Νταβέλης, ὁ Ἀναστ. Παπατζιμόπουλος, ὁ Γ. Ἀρκούδας καὶ ὁ Ν. Νταλαμίτσας. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι δικαιότατον νὰ ψηφισθῇ, διότι ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ὑπηρετοῦντες ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπουργικοῦ γραφέως.
§12ΦΙΛ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δοθῇ, εἰ δυνατὸν, σύνταξίς τις εἰς τὴν χήραν τοῦ Ἰωάννου Παπαζαφειροπούλου, διατελέσαντος Βουλευτοῦ Μαντινείας καὶ Ὑπουργοῦ.
§13ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν ἁπάντων τῶν ἀποβιωσάντων Βουλευτῶν.
§14Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει ἐν Ὕδρᾳ οἰκογένεια ἀξία παντὸς σεβασμοῦ, ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἐλευθερίου Μπουντούρη· ὑπάρχει ἡ χήρα αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ὀγδοηκοντοῦτις περίπου, καὶ ἡ ὁποία στερεῖται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπεβλήθη ἀναφορὰ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ συνέστησα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς οἰκογενείας ταύτης. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν τὴν σύστασίν μου, καὶ παρακαλῶ, ὅπως εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν σωρείαν τῶν συντάξεων ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς οἰκογενείας τοῦ Ἐλευθερίου Μπουντούρη. Ἀλλ’ ἐκτὸς ταύτης ὑπάρχει καὶ ἄλλη οἰκογένεια ἐν Ὕδρᾳ, ἡ οἰκογένεια Δ. Τσαμαδοῦ, ἀποτελουμένη ἀπὸ τέσσαρας ἀγάμους θυγατέρας, αἱ ὁποῖαι οὔτε σύνταξιν ἔχουσιν, οὔτε κτήματα, οὔτε ἄλλην περιουσίαν, καὶ εἶναι σκληρὸν νὰ βλέπῃ τις τὰς οἰκογενείας τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες τὰ πάντα ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἐθυσίασαν, νὰ πένωνται σήμερον καὶ νὰ στερῶνται, καὶ ἐνῷ ἀφειδῶς χορηγοῦμεν εἰς ἄλλους ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀστόργως ἐγκαταλείπομεν ἀκριβῶς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ περιθάλψωμεν, καὶ οἵτινες, λόγῳ τῶν θυσιῶν των, δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσι τοῦτο παρ’ ἡμῶν. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀπονείμῃ συντάξεις, ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Μπουντούρη καὶ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Τσαμαδοῦ.
§15ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἡ οἰκογένεια τοῦ μακαρίτου Κατσικογιάννη...
§16Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γείνῃ μία πρότασις, κύριε Πρόεδρε, δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας, ἵνα μὴ χρονοτριβῶμεν! (ἱλαρότης).
§17ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ ἀποβιώσας συνταγματάρχης Κατσικογιάννης ἦτο υἱὸς ἀγωνιστοῦ, ἔχοντος βαθμὸν συνταγματάρχου ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος. Ἡ σύζυγός του λαμβάνει σύνταξιν μικροτάτην, δραχμὰς 112 κατὰ μῆνα. Συλλογισθῆτε λοιπὸν μίαν χήραν, ἡ ὁποία εἶχεν ὅλα τὰ ἀγαθὰ, ὅτε ἔζη ὁ σύζυγός της, σήμερον νὰ στερῆται ἐπαρκῶν μέσων. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ καὶ περὶ αὐτῆς πρόνοια.
§18Γ. ΡΩΜΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ κάμω μίαν σύστασιν, ἡ ὁποία ἐλπίζω νὰ γένηται δεκτὴ παρ’ ὅλης τῆς Βουλῆς, ὑπὲρ τῆς νύμφης τοῦ Γερο–Κολοκοτρώνη, τῆς Κολλίναινας, ὀγδοηκοντούτιδος, ἡ ὁποία πένεται.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια! βέβαια!
§20Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὴν ληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀπόφασιν, ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, περὶ χορηγίας χιλίων δραχμῶν, λόγῳ ἀποζημιώσεως, εἰς ἕκαστον τῶν Βουλευτῶν, τῶν προσελθόντων εἰς τὴν λήξασαν ἔκτακτον Σύνοδον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ προσῆκον νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 225,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900».
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 196).
§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Νέγρης προώρως μέν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, προέβαλε παρατήρησίν τινα, ἢ ἀπορίαν, περὶ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν χορηγίαν ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Παρετήρησε τουτέστιν, ὅτι ἡ ζητουμένη πίστωσις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν Δυνάμεων δανείου φαίνεται ἀνωτέρα τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τοῦ δανείου τούτου ποσοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν, τὴν κοινοποιηθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν τριῶν προστατίδων Δυνάμεων δανείου, ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι ὁ τόκος ὑπολογίζεται, ἢ μᾶλλον πληρώνεται ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Καὶ ἑτέραν ὅμως ἐπερώτησιν ἢ ἀπορίαν προέβαλεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὑποστηριχθεὶς καὶ ὑπὸ ἑτέρων μελῶν τῆς Βουλῆς. Προκειμένου περὶ τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος, ἰσχυρίσθη ἐντεῦθεν,—ἦλθον δὲ εἰς ἐπικουρίαν αὐτοῦ κατόπιν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ ἕτεροι,—ὅτι ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον, τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὄχι τὸ πράγματι ἐξαχθὲν ποσὸν σταφίδος, ἀλλὰ καὶ τὸ παρακρατηθέν. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἐπεφυλάχθην νὰ ἀπαντήσω. Εἶμαι ὑποχρεωμένος σήμερον νὰ δώσω τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸ πάντων εἰς τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ὑπέλαβον, ὅτι ὄντως τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε φόρον καὶ ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀποταμιεύσεως, δηλ. ἐπὶ τοῦ παρακρατήματος. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν ἔντυπον, ἡ ὁποία δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς καταστάσεως δὲ ταύτης ἐξάγεται, ὅτι τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε τὸν φόρον τῶν τεσσάρων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος ποσοῦ σταφιδοκάρπου. Ἑπομένως δὲν ὡρμήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ πνεῦμα ταμιευτικόν. Ἀλλὰ μήπως μόνον κατὰ τὸ σταφιδικὸν ἔτος 1898 ἐγένετο τοῦτο; Καὶ κατὰ τὸ 1899 τὸ αὐτὸ ἐγένετο. Ἐκ τῆς καταστάσεως, ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ τῆς ὁποίας δύνασθε πάντες νὰ λάβητε γνῶσιν, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐξήχθησαν 257,851,114 λίτραι ἑνετικαί· ἐπ’ αὐτῶν δ’ ἐπεβλήθη ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἀπομένει πάντοτε τὸ ζήτημα, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἡρμηνεύθη ὁ νόμος, ὡς πρὸς τὴν ἐνεργηθεῖσαν παρακράτησιν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους 1899. Κατὰ τὰ τέσσαρα προηγούμενα ἔτη τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε 15% ἐπὶ μόνου τοῦ καθαροῦ ἐξαγομένου ποσοῦ· ἀρξαμένου ὅμως τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους 1899, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἠξίωσεν, ὅτι δὲν πρέπει οὕτω νὰ ὑπολογίζηται ἡ παρακράτησις, διότι, ὅταν τὸ Δημόσιον ἢ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κρατῇ 15% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐξαγομένου, ὑποτίθεται, ὅτι παρουσιάζονται τὰ 100, καὶ ἐπὶ τῶν 100 κρατεῖ τὰ 15, ἑπομένως ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν 85, καὶ ὄχι ἐπὶ τῶν 100. Ἐγὼ χθὲς ἀνεμνήσθην, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἶχον ζητήσει τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν θέλω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀνακοινῶ πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος, ἐπεφυλάχθην σήμερον νὰ δώσω τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρωτότυπον τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, εἰς ὃ ἐτέθη τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπεδέξατο τὴν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διδομένην ἑρμηνείαν. Τὸ Δημόσιον οὐδὲν εἶχε συμφέρον, διότι πρόκειται περὶ παρακρατήματος εἰσαγομένου εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ διατιθεμένου ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Τὸ Δημόσιον, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἐφορολόγησε μόνον τὸ πρᾶγμα τὸ ἐξαγόμενον. Οὐδεὶς δὲ μέχρι τοῦδε ἠμφισβήτησε τὴν ἑρμηνείαν τὴν δοθεῖσαν· τὸ πρῶτον χθὲς ἠμφισβητήθη αὕτη. Ἐλέχθη μάλιστα, ὅτι ἐγὼ ἀφῄρεσα ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν 144,000 δραχμάς. Δὲν ἠξεύρω δὲ, ἂν, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας, καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῶσιν...
§23Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ ἑκατομμυρίου, οὔτε ἔφθασα εἰς τόσον μέγα ποσόν.
§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω πράγματι, ὅτι ὡμιλήσατε περὶ ποσοῦ δυναμένου νὰ καταστήσῃ τὴν Τράπεζαν ἀνίκανον νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ δίδετε νῦν τὴν ἐξήγησιν ταύτην, παραδέχομαι αὐτήν. Ὅτε τὸ πρῶτον ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἑρμηνείας, τῆς διδομένης εἰς τὸν νόμον, (καθόσον οὗτος εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν) προεκάλεσα τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἀπέναντι γνώμης, ἡ ὁποία ὑπεστηρίζετο ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, ἐνόμισα, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ δώσω ἄλλην ἑρμηνείαν, καίτοι εἶχον ἐκ τοῦ νόμου τοιοῦτον δικαίωμα. Ἐπειδὴ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἐσχηματίσθη γνώμη, ὅτι ἐσφαλμένη ἦτο ἡ δοθεῖσα ἑρμηνεία, ὑπέλαβον, ὅτι ἐπεβάλλετο καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου, διότι ἑρμηνευτικὸς νόμος ἤθελεν ἔχει ὡς συνέπειαν τὰς χρηματικὰς ἐπιστροφὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένωνται.
§25Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ ἐξαγωγῆς 100 θὰ πληρώσῃ 15;
§26ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Διότι μέχρι τοῦδε, ἐν ὅσῳ ὑπῆρχε παρακράτησις, τὸ 15% ἦτο πράγματι 17.24% περίπου. Ὅτε ἡ παρακράτησις περιωρίσθη εἰς 10%, καθ’ ὃ σύστημα ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, ἀνήρχετο ἡ παρακράτησις ἐπὶ τοῦ πράγματι ἐξαγομένου ποσοῦ εἰς 11.11%. Ἐὰν τὸ ὑποβαλλόμενον σήμερον νομοσχέδιον μεταβληθῇ εἰς νόμον, ἀπὸ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ θὰ λαμβάνηται ἐπὶ τοῦ πράγματι ἐξαγομένου ποσοῦ τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως, τὸ διὰ τοῦ νόμου ὡρισμένον. Νομίζω, ὅτι οὕτω καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς δυσχερείας, εἰς ἣν ἡ Βουλὴ περιῆλθεν ἐκ τῶν διαφόρων γνωμῶν, τῶν προβληθεισῶν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀπεικονίζει τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου;
§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἔδωκεν ἀντίθετον γνώμην. Τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οἵτινες ἔγνων τοὺς πίνακας τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899, παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσωσι καὶ τὰς δύο ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἃς σήμερον καταθέτω, τὰς ἐκδοθείσας δυνάμει τοῦ νόμου περὶ σταφιδοκάρπου, διότι ἐκ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν θέλουσι πεισθῆ, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἔλαβε τὸν ἐκ δραχμῶν τεσσάρων φόρον, εἰμὴ μόνον ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος ποσοῦ.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ ἀναγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοὺς ἐξαχθέντας ἀριθμούς;
§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἐὰν τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε τὸν ἐκ δραχμῶν τεσσάρων φόρον ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος μόνον ποσοῦ, ἢ ὄχι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 197).
§32Φ. ΝΕΓΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἐμέμφθην αὐτοῦ, ὡς παρέχοντος πράγματα εἰς τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδέποτε ἐμέμφθην αὐτοῦ· δὲν εἶχον ἄλλως τε τοιοῦτον δικαίωμα. Ἐγὼ ἀπηύθυνα παρατήρησιν φιλικωτάτην, νὰ μὴ ὑποβάλλῃ ἑαυτὸν εἰς κόπους ἀκαίρους καὶ ἀσκόπους· πρὸ παντὸς δὲ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μὴ προκαλῇ ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις ἀκαίρους...
§34ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ἀντίθετον ἀπεδείχθη.
§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπέδειξα, ὅτι τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον δῆθεν ἀνεκαλύψατε, ὡς πρὸς τὴν ζητουμένην ἀκύρωσιν κατὰ ἑξήκοντα φράγκα εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ δημοσίου χρέους, αὐτὸ δὲν ἦτο λάθος, διότι ἐκ τῆς καταστάσεως ἐξάγεται, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου ποσοῦ. Αὐτὸς δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι τὸ ποσὸν δὲν κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πραγματοποιηθέντος, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βεβαιωθέντος κεφαλαίου· ἐνταῦθα δὲ τὸ πραγματοποιηθὲν ἦτο ἀνώτερον. Ἐπίσης ἀνακριβῆ ἦσαν καὶ ὅσα ἰσχυρίσθη ὡς πρὸς τὸν σταφιδόκαρπον τοῦ 1899. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ἐπεκαλέσθη αὐτὰ καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελε προσέξει εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν εἰσηγητήριον, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι γίνεται λόγος περὶ σταφιδοκάρπου, ἐκτὸς τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς Ἑπτανήσου. Ἐὰν εἰς τοῦτο προσεῖχε, θὰ παρῃτεῖτο τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ἐγὼ ἀνέγραψα ἀριθμοὺς ἐσφαλμένους. Νομίζω, ὅτι, ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἤκουσεν ἡ Βουλή, ἓν μόνον ἐγένετο κατάδηλον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀσχολεῖται εἰς ἀνασκαφὰς ἀσκόπους, καὶ γίνεται παραίτιος ἀσκόπων συζητήσεων, εἰς ἃς δαπανᾷ ἡ Βουλὴ χρόνον.
§36Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προσῆκον εἶναι, ὅταν βεβαιῶται λάθος τι, νὰ ὁμολογῆται παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς αὐτό. Ὁμολογῶ, ὅτι ὑπεπέσαμεν εἰς λάθος, ὅτε, λαβόντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἐκθέσει τοῦ ὁποίου ἀναγράφονται τὰ ποσὰ τῶν ἐσοδειῶν καὶ τῶν ἐξαχθέντων ποσῶν ἑκάστης ἐσοδείας σταφίδος, εἴδομεν, ὅτι πράγματι τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφέντα ἦσαν μικρότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῷ σημειώματι, τὸ ὁποῖον κατέθεσεν, ἀναφέρει, καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῶν εἰσέπραξε τὸν φόρον τῶν τεσσάρων δραχμῶν. Παρετηρήσαμεν, ὅτε ἐδόθη ἡμῖν ὁ νόμος, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου ὅλων τῶν ἄλλων μερῶν, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου. Πράγματι ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ἤδη καταστάσεων ἐξάγεται, ὅτι τὸ ποσὸν, ὅπερ δηλοῦται τὸ μὲν 1898 εἰς λίτρ. 246,016,767, τὸ δὲ 1899 εἰς 222,992,191, παριστᾷ τὸν σταφιδόκαρπον τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου. Εἰς τὰς καταστάσεις τῆς σήμερον ἀναφέρεται, ὅτι ἐξήχθη σταφιδόκαρπος ἀπὸ 6 Αὐγούστου 1898 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1898 λίτραι 230,478,000, καὶ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1899 μέχρι 5 Αὐγούστου 1899 λίτραι 90,000,000 περίπου, τὸ ὅλον 320,000,000 περίπου, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὸ ἄλλο ποσὸν, ἀποτελοῦσι σύνολον, οἷον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὥστε, ἐὰν προστεθῇ καὶ ὁ καρπὸς τῆς Ἑπτανήσου, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν, ἐφ’ οὗ ἐλήφθη ὁ φόρος. Ὡς πρὸς τοῦτο πλανηθέντες, ἐφθάσαμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἰσεπράχθη ἐπὶ τοῦ παρακρατηθέντος ποσοῦ. Λέγω δὲ παρακρατηθέντος, διότι ἐπρόκειτο περὶ ποσοῦ ἀναγεγραμμένου, καὶ μέλλοντος ἑπομένως νὰ φορολογηθῇ. Οὐδέποτε ὅμως ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔδωκε τοιαύτας διαταγὰς ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα ἄλλως νὰ ἐξηγήσωμεν τὸ περιπλέον ποσὸν ἢ ἐξηγοῦντες αὐτὸ ὡς παρακράτημα. Ἑπομένως, ὡς πρὸς αὐτὸ, εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι τὴν ὀρθὴν καὶ νόμιμον ἠκολούθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διάταξιν, φορολογήσας μόνον τὸ ἐξαχθὲν, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ παρακρατηθέν.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν ἔχω ν’ ἀπευθύνω, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι καθηγηταὶ εἶναι διωρισμένοι καὶ διδάσκουσιν εἰς τὰς τέσσαρας γυμνασιακὰς τάξεις τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου, καὶ πόσοι καθηγηταὶ, σχολάρχαι καὶ διδάσκαλοι διδάσκουσιν εἰς τὰς προσηρτημένας εἰς αὐτὸ τρεῖς τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου.
§38Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τοιαύτην ἐπερώτησιν ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ πρὸ μηνὸς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ, καίτοι παρῆλθε πολὺς καιρὸς, ὁ Ὑπουργὸς δὲν ηὐδόκησε νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Ἐζήτησα πληροφορίας, σχετιζομένας πρὸς ὁλόκληρον τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ ἰδίως περὶ τῶν Γυμνασίων τῶν Ἀθηνῶν καὶ περὶ τῶν ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν διδασκόντων καθηγητῶν. Ὑπενθυμίζω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ὁποίας θέλω προβῆ, διαιρεῖται εἰς τρία μέρη. Πρῶτον εἰς τὰ οἰκοδομήματα τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων, δεύτερον εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κληροδοτημάτων, καὶ τρίτον εἰς τὸν διορισμὸν ὑποτρόφων. Ἐγένετο καὶ ἄλλοτε λόγος, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διέταξε ῥητῶς, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ οἰκοδομὴ τῶν διδακτηρίων τῶν τρίτης τάξεως δήμων, τὸ Ὑπουργεῖον, οὐ μόνον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ νῦν ὑπάρχοντος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, προέβη εἰς τὴν οἰκοδομὴν σχολείων δήμων δευτέρας τάξεως, ἐνῷ δὲν εἶχον ἔτι οἰκοδομηθῆ τὰ διδακτήρια ἐν τοῖς δήμοις τρίτης τάξεως. Ἐζήτησα τότε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ κατάλογον τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα ᾠκοδομήθησαν ἐν τοῖς δήμοις τρίτης τάξεως καὶ ἐν τοῖς δήμοις δευτέρας τάξεως, τὸν κατάλογον δὲ τοῦτον κατέθηκεν ὁ Ὑπουργός. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ κατάλογος δὲν ἀνταποκρίνεται ἀκριβῶς εἰς τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα, — διότι παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ διακρίνῃ τὰ σχολεῖα, τῶν ὁποίων ἡ οἰκοδομὴ διετάχθη ἐπὶ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, καὶ τὰ σχολεῖα, τῶν ὁποίων διετάχθη ὑπὸ τοῦ ὑπάρχοντος Ὑπουργοῦ· κατετέθη δὲ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογος ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως, ἐξ οὗ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρκέσθη νὰ καταθέσῃ κατάλογον μόνον τῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα οἰκοδομοῦνται ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ, — ἀλλ’ ἐκ τοῦ καταλόγου τούτου συνάγω, ὅτι οὐ μόνον διετάχθη ἡ οἰκοδομὴ διδακτηρίων ἐν τοῖς δήμοις δευτέρας τάξεως πρὶν ἢ οἰκοδομηθῶσι διδακτήρια ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις τρίτης τάξεως, ἀλλὰ καὶ ὅτι αἱ οἰκοδομαί, τῶν ὁποίων ἔναρξις ἐγένετο, δὲν γνωρίζω δὲ ἂν ἐτελείωσαν, ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως ἀνέρχονται εἰς σχολεῖα 69, ἐνῷ ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως ᾠκοδομήθησαν ἢ διετάχθη ἡ οἰκοδομὴ μόνον 39 σχολείων. Ὥστε οὐ μόνον δὲν ἐξετελέσθη ἡ διάταξις τοῦ νόμου, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ μὴ διαταχθῇ ἡ οἰκοδομὴ διδακτηρίων ἐν τοῖς δήμοις δευτέρας τάξεως, εἰμὴ ἀφοῦ περατωθῇ ἡ ἐν τοῖς δήμοις τρίτης τάξεως, ἀλλὰ διετάχθησαν οἰκοδομαὶ καὶ ἐν τοῖς δήμοις δευτέρας τάξεως, καὶ μάλιστα σχολείων πολὺ περισσοτέρων ἀπὸ τὰ σχολεῖα, τῶν ὁποίων διετάχθη ἡ οἰκοδομὴ ἐν τοῖς δήμοις τρίτης τάξεως. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι σαφής, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ἑπομένως παρεβάθη κατὰ τοῦτο ὁ νόμος. Ἀλλ’ οὕτως ἔχομεν σειρὰν παραβάσεων νόμου· ἔχομεν παράβασιν, διότι δὲν ἐξετελοῦντο αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων· ἔχομεν παράβασιν, διότι, ἐνῷ ἀνεγνώρισεν ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἐξετελοῦντο αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, καὶ ἀπεφήνατο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ αὐτὰς, ὁ Ὑπουργὸς ἀφῆκεν ἀνεκτελέστους πάσας τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, καὶ περιωρίσθη νὰ ἐκτελῇ μόνας τὰς μετὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὑποβαλλομένας· ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τρίτην παράβασιν ἐπὶ τῆς οἰκοδομῆς τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων. Εἶναι λυπηρὸν νὰ ἀνακαλύπτωμεν παραβάσεις τῶν νόμων καὶ ἐν τῇ πολιτείᾳ τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν φύλακες τῶν νόμων καὶ ἐπιτηρηταὶ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, ὀφείλοντες νὰ ὁδηγῶσι ταῦτα, ἵνα μὴ ἐκτρέπωνται εἰς τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, καὶ ἐκτρεπόμενα δὲ εἰς αὐτὰς, νὰ τὰ τιμωρῶσι. Τί λοιπὸν νὰ εἴπωμεν, ὅταν καὶ αὐτὰ τὰ Ὑπουργεῖα παραβαίνωσι τοὺς νόμους; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέβη καὶ ἑτέραν διάταξιν τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ νόμου περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον παρέχει εἰς τοὺς δήμους πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν προϋπολογισμῶν αὐτῶν, ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καταβάλλονται εἰς τοὺς δήμους ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ ἐκ κεφαλαίου εἰδικοῦ, τὸ ὁποῖον σχηματίζεται ἐν τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ, ἀποτελούμενον «ἐκ τῶν τόκων τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου κληροδοτημάτων, τῶν μὴ ῥητῶς καθωρισμένων εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς, εἴτε διὰ τῶν διαθηκῶν, εἴτε διὰ προγενεστέρων νόμων ἢ Β. Διαταγμάτων» καὶ «ἐξ εἰσφορᾶς τῶν ἱερῶν Μονῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ κληροδοτήματα, τὰ μὴ προσδιωρισμένα εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς, διαθέτει αὐτὸς εἰς διορισμοὺς ὑποτρόφων, καὶ διαθέτει οὐχὶ μόνον τὰ μὴ προσδιωρισμένα εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προώρισεν, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς κεφάλαιον, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλουσι πληρώνεσθαι τὰ βοηθήματα εἰς τοὺς δήμους, οἵτινες δὲν ἐπαρκοῦσιν ἐκ τῶν πόρων αὐτῶν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἀνέμιξε καὶ πάντα τὰ κληροδοτήματα τῶν διαφόρων κατηγοριῶν κατὰ τρόπον ἀκατανόητον. Ἐάν τις ἀναγνώσῃ τὰς διαθήκας, τῶν ὁποίων ἀντίγραφα εὑρίσκει ἔν τινι λογιστικῷ ἐλέγχῳ, συνταχθέντι ὑπό τινος γραμματέως τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὡς καὶ ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν κληροδοτημάτων, καὶ τῇ μελέτῃ, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν ἄλλοτε ὁ μακαρίτης Δημήτριος Λεβίδης, θέλει εὑρεῖ, ὅτι τὰ κληροδοτήματα διαιροῦνται πραγματικῶς εἰς γενικὰ καὶ εἰδικά· καὶ τὰ μὲν εἰδικὰ κληροδοτήματα προορίζονται εἰς ποικίλους σκοποὺς, τὰ δὲ γενικὰ, εἴτε ἀφίνονται εἰς τὸ ἔθνος, εἴτε προορίζονται εἰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συνετάσσοντο αἱ διαθῆκαι, ἐξέλιπον ὅμως ἔκτοτε. Τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν κληροδοτημάτων εἰς γενικὰ καὶ εἰδικὰ ἀπεδέχθησαν Ὑπουργοὶ προκάτοχοι τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ. Εἶχε δὲ γείνῃ τότε ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος συγκεχυμένως, διότι κατέταξαν ὡς γενικὰ κληροδοτήματά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν τοιαῦτα, περιέλαβον δὲ ὡς εἰδικὰ καί τινα, τὰ ὁποῖα ἦσαν εὐκρινῶς γενικά. Οὕτω, παραδείγματος χάριν, τὸ κληροδότημα τῶν Ζωσιμαδῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1882 συνίστατο εἰς 65 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰς 1278 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων καὶ εἰς 48,700 δραχ. ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ, κατὰ δὲ τὸ 1893 εἰς τὰς 65 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰς δραχμὰς 157,085 ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ, τὸ κληροδότημα, λέγω, τῶν Ζωσιμαδῶν προωρίσθη ὑπ’ αὐτῶν, ἵνα οἱ τόκοι αὐτοῦ δαπανῶνται «πρὸς βοήθειαν τῆς ἀνατροφῆς τῶν ὀρφανῶν τέκνων τῶν ἐν ταῖς ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος μάχαις πεσόντων Ἑλλήνων». Ἀλλὰ ἡ γενεὰ τῶν ἀγωνιστῶν παρῆλθεν ἤδη, παρῆλθε δὲ καὶ ἡ γενεὰ τῶν υἱῶν αὐτῶν· ἑπομένως δὲν ὑπάρχουσι πλέον καὶ αἱ ἀνάγκαι, πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων προσδιώριζεν ὁ διαθέτης τὸ κληροδότημα. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ προσδιορίσῃ εἰς ποίαν ἀνάγκην πρέπει νὰ διατίθηνται οἱ τόκοι αὐτοῦ, διότι τὸ Κράτος μόνον ἠδύνατο ν’ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς μὴ ὑπάρξεως πλέον τῶν ἀναγκῶν, διὰ τὰς ὁποίας προωρίζοντο οἱ τόκοι τοῦ κληροδοτήματος. Ἀλλὰ τοῦ κληροδοτήματος τούτου, τὸ ὁποῖον κατεστάθη πλέον ἀδιάθετον, ἕως οὗ διὰ νόμου προσδιορισθῇ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως αὐτοῦ, ἐλάμβανον τοὺς τόκους καὶ ἀνεμίγνυον αὐτοὺς ἐν τῷ γενικῷ κορβανᾷ μετὰ τῶν τόκων ἄλλων κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον προορισθῆ ὑπὸ τῶν διαθετῶν, ἵνα διατίθηνται εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ὑποτρόφων. Τοιαῦτα κληροδοτήματα εἶναι πολλά. Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τῆς Ρεγγίνας Ρογκότη, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1882 συνίστατο εἰς 239 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων καὶ εἰς δραχ. 6100 ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ, εἶχε δὲ προορισθῆ ὑπὸ τῆς διαθέτιδος, ἵνα οἱ τόκοι αὐτοῦ διατίθηνται πρὸς ἐκπαίδευσιν δύο νέων εἰς τὰς ὡραίας τέχνας· ἀλλὰ καὶ τοὺς τόκους αὐτοῦ ἀνέμιξαν κατὰ τὸ παρελθὸν μετὰ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα προωρίζοντο πρὸς ἐκπαίδευσιν ἐν γένει μαθητῶν. Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Μητροπολίτου Φθιώτιδος Ἰακώβου, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν μικροῦ ποσοῦ, διότι κατὰ τὸ 1882 συνίστατο εἰς δρ. 2473.95 μόνον, κατὰ δὲ τὸ 1893 ἀνήρχετο εἰς δρ. 3165, κατατεθειμένας ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, προωρίζετο ὅμως ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τοῦ Γυμνασίου Λαμίας. Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Ἰγνατίου Μπούτη, τὸ ὁποῖον προσδιωρίζετο ἀποκλειστικῶς «πρὸς ὄφελος τῆς νεολαίας τοῦ σχολείου τοῦ χωρίου Σταμνᾶ τοῦ δήμου Ὠλενείας», ἐλάχιστον ὅμως, διότι κατὰ τὸ 1882 συνίστατο εἰς δραχ. 296 καὶ λεπ. 85, κατὰ δὲ τὸ 1893 εἰς δραχ. 378 καὶ λεπ. 40. Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Ι. Ποντίκη, τὸ ὁποῖον προσδιωρίζετο ὑπὲρ τοῦ Ὀρφανοτροφείου Αἰγίνης, μικροῦ μὲν ποσοῦ, διότι κατὰ τὸ 1893 συνίστατο εἰς δραχ. παλαιὰς 850, κατατεθειμένας ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἔπρεπε νὰ παρεκκλίνῃ ἀπὸ τοῦ σκοποῦ ὑπὲρ τοῦ Ὀρφανοτροφείου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁρίσει ὁ διαθέτης αὐτοῦ. Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Σπ. Μανωλοπούλου, συνιστάμενον κατὰ τὸ 1893 εἰς δρ. 4,218 καὶ λεπ. 56, οἱ τόκοι τοῦ ὁποίου προωρίζοντο νὰ χρησιμεύωσι «διὰ νὰ μισθοδοτῆται εἷς διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος νὰ διδάσκῃ εἰς τὸ σχολεῖον Συβίστας τοῦ δήμου Φενεοῦ τῆς Κορινθίας»· οὐδὲ τοῦτο δ’ ἔπρεπε ν’ ἀναμιχθῇ μὲ τὰ ὑπὲρ ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει μαθητῶν ὁριζόμενα κληροδοτήματα. Τοιοῦτον εἶναι τὸ τοῦ Σωτ. Ἀντωνίου, τὸ ὁποῖον ὡρίσθη «πρὸς διατήρησιν νοσοκομείου καὶ σχολείου εἰς τὴν πρωτεύουσαν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν», συνιστάμενον κατὰ τὸ 1893 εἰς παλαιὰς δραχμὰς 12,000, κατατεθειμένας ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ. Τοιοῦτον εἶναι τὸ τοῦ Κλήμεντος Διαμαντίδου, τὸ ὁποῖον προωρίζετο ὑπὲρ σχολείου ἐν Βαμβακοῦ τοῦ δήμου Οἰνοῦντος τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, καὶ ἀπετελεῖτο ἀπὸ δραχμὰς 35,023.84. Τοιοῦτον ἦτο τὸ κληροδότημα τοῦ Ἰωάννου Τσακούλη «ὑπὲρ τῶν φιλανθρωπικῶν καὶ ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων», συνιστάμενον κατὰ τὸ 1893 εἰς δραχμὰς παλαιὰς 6796.64. Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Νικολάου Νεγρεπόντη, συνιστάμενον κατὰ τὸ 1893 εἰς δραχ. νέας 12,996 καὶ λεπ. 85, προωρισμένον «ὑπὲρ τῶν ἐν Ἀθήναις ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων», οὐχὶ δὲ ὑπὲρ συντηρήσεως ὑποτρόφων. Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Δημ. Δωρίδου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1882 συνίστατο εἰς 15 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς 356 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων καὶ εἰς 174 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων φράγκων, κατὰ δὲ τὸ 1893 εἰς 24 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς 346 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων, καὶ εἰς δραχ. 266,500, κατατεθειμένας ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ τόκοι προωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ διαθέτου, ἵνα διανέμωνται «εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις δημόσια καθιδρύματα ἐξ ἴσου, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Ἀθανασίου Σταγειρίτου, συνιστάμενον κατὰ τὸ 1893 εἰς δραχ. 2,446.58, καὶ τὸ ὁποῖον προωρίζετο «νὰ μένῃ κληρονομία τοῦ Ὀρφανοτροφείου». Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Σπυρίδωνος Σακελλαρίου, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς μίαν οἰκίαν ἐν Τεργέστῃ, τῆς ὁποίας τὰ εἰσοδήματα «κατὰ τρία τέταρτα θέλει τὰ δίδει (ἡ Κυβέρνησις) εἰς πληρωμὴν δύο διδασκάλων ἑλληνικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν μαθημάτων τοῦ εἰς Λειβάρτζιον ἑλληνικοῦ σχολείου», καὶ «τὸ κληροδοτηθὲν μετὰ τὸν θάνατον τῆς συζύγου (τοῦ διαθέτου) ἓν τέταρτον τῶν εἰσοδημάτων τῆς ἐν Τεργέστῃ οἰκίας του εἰς ἕνα ὑπότροφον, διοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ψωφίδος ἐκ τριῶν τῶν ἀπορωτέρων νέων τοῦ χωρίου Λειβαρτζίου, προτεινομένων ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Ψωφίδος». Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Σταμ. Βουδούρη, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς δρ. 50 μόνον, αἵτινες «θέλει δίδονται αἰωνίως εἰς τὸ Ὀρφανοτροφεῖον» τὸ ἐν Ναυπλίῳ. Τοιοῦτον εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Βαρβάκη, ἐκ τοῦ ὁποίου ἑκατὸν χιλιάδες ῥουβλίων ὡρίζετο νὰ δαπανηθῶσιν εἰς οἰκοδομὴν Λυκείου, 40,000 δὲ πρὸς ἀγορὰν βιβλίων καὶ ὀργάνων ἀναγκαίων εἰς τὴν διδασκαλίαν, 10,000 δὲ εἰς ἀγορὰν ἐπίπλων, αἱ ὑπόλοιποι δὲ 550,000 νὰ κατατεθῶσιν ἐπὶ τόκῳ πρὸς μισθοδοσίαν τῶν διδασκάλων καὶ συντήρησιν τοῦ Λυκείου, ὅσα δὲ περισσεύσωσι «νὰ μεταχειρισθῶσιν εἰς ἀπολύτρωσιν αἰχμαλώτων ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν καὶ εἰς βοήθειαν πτωχῶν ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν». Τὸ ὁποῖον ὅμως διῄρεσαν, καὶ τρία μὲν δέκατα διαθέτουσιν εἰς ὑποτρόφους, ἑπτὰ δὲ δέκατα εἰς συντήρησιν τοῦ Λυκείου.
§40Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦ μακαρίτου Βαρβάκη διῃρέθη διὰ νόμου εἰς 7 δέκατα καὶ 3 δέκατα; Ἡ διαθήκη δὲν λέγει.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διῃρέθη εἰς ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω. Ἐγὼ κατὰ τὸ 1877 εὗρον οὕτω διῃρημένα τὰ ἔσοδα τοῦ κληροδοτήματος· ἑπομένως διῃρέθη εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχήν.
§42Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε διὰ νόμου εἶναι, οὔτε διὰ τῆς διαθήκης.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κληροδοτημάτων ἐπὶ τὸ μέλλον. Δὲν θέλει δὲ ἀποκαταστήσει τὴν τάξιν, ἂν ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνεκαινίασε καὶ ἐφαρμόζει, διότι εἶναι σύστημα πλημμελές, διότι διαθέτει πρὸς ἀποστολὴν ὑποτρόφων κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον προορισθῆ ὑπὸ τῶν διαθετῶν εἰς τοιοῦτον σκοπόν. Τοῦ κληροδοτήματος τῶν ἀδελφῶν Ζωσιμᾶ ἡ διαθήκη προώρισεν, ἵνα οἱ τόκοι δαπανῶνται «πρὸς βοήθειαν τῆς ἀνατροφῆς τῶν ὀρφανῶν τέκνων τῶν ἐν ταῖς ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος μάχαις πεσόντων Ἑλλήνων». Ἀλλὰ τοιαῦτα τέκνα δὲν ὑπάρχουσι πλέον. Τί λοιπὸν δέον γενέσθαι; Νὰ προσδιορισθῇ διὰ νόμου, εἰς ποίας οἱ τόκοι τοῦ κληροδοτήματος τούτου πρέπει νὰ διατίθηνται ἀνάγκας. Ἀνῆλθον δὲ μετὰ τῶν μερισμάτων οἱ τόκοι τοῦ κληροδοτήματος κατὰ τὸ 1893 ἐκ τῶν μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς δραχμὰς 8,775, θέλει δὲ πάντοτε αὐξάνει τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι αὗται ὑπερετιμήθησαν. Ὑπάρχει καὶ ἓν μικρότατον κληροδότημα ἐκ παλαιῶν δρ. 86 καὶ λεπτῶν 70 τοῦ Γεωργίου Καρτσιώτη, καὶ ἓν ἕτερον τοῦ Σ. Ξανθοπούλου ἐκ δραχ. παλαιῶν 592 καὶ λεπ. 67. Καὶ τούτων τῶν δύο πρέπει ὡσαύτως διὰ νόμου νὰ προσδιορισθῇ εἰς ποίας ἀνάγκας θέλουσι διατίθεσθαι οἱ τόκοι. Τὰ δὲ εἰδικὰ κληροδοτήματα, ὅσα προσδιορίζονται δι’ ἄλλους σκοποὺς, πλὴν τοῦ σκοποῦ τῆς συντηρήσεως μαθητῶν, πρέπει νὰ διατεθῶσι πρὸς τοὺς σκοποὺς, οὓς αἱ διαθῆκαι ὥρισαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως προέβη εἰς διορισμοὺς ὑποτρόφων! Καὶ οἱ διορισμοὶ ὑποτρόφων ἐγένοντο διὰ Β. Διατάγματος! Προὐκάλεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 28 Σεπτεμβρίου 1900, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη τὸ ἀπὸ 8 Μαΐου 1880 Βασ. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ μακαρίτου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶχεν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἐπιθυμοῦντες νὰ συντελέσωμεν, ὅπως τὰ ὑπὸ φιλογενῶν ἀνδρῶν ὑπὲρ τῆς παιδείας κληροδοτηθέντα καὶ ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου εὑρισκόμενα ποσὰ διατεθῶσιν ὅσον οἷόν τε συμφώνως πρὸς τὴν βούλησιν τῶν γενναίων δωρητῶν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, μέχρις οὗ διὰ νόμου κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ τούτου. Ἀκούσαντες τὴν γνώμην τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν...» Τὸ μέτρον ἦτο ἀναγκαῖον καὶ λογικόν. Λογικόν, διότι ἔπρεπε διὰ νόμου νὰ κανονισθῇ ἡ διαχείρισις τῶν κληροδοτημάτων· ἀναγκαῖον, διότι ἡ διαχείρισις ἐγίνετο οὕτως ἀτασθάλως, ὥστε πολλάκις ἐξωδεύθησαν ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν κληροδοτημάτων, καὶ τὰ κεφάλαια αὐτὰ ἀνεπληρώθησαν μόνον διὰ τῆς ἐγκρατείας περὶ τὸν διορισμὸν ὑποτρόφων, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε τὸ Διάταγμα τοῦ 1880. Ἐὰν ἤθελον σᾶς δώσει νύξιν τινὰ περὶ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν διορισμῶν τῶν ὑποτρόφων, ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι ἀκριβὴς τυγχάνει ὁ χαρακτηρισμὸς, τὸν ὁποῖον ἔδωκα, ὀνομάσας τὴν διαχείρισιν ἀτάσθαλον. Κατὰ τὸ 1877, ὅτε ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εὗρον, ὅτι εἶχον διορισθῆ ὑπότροφοι ὑπὸ Ὑπουργοῦ, διατελέσαντος τοιούτου ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας καὶ εἴκοσιν ἡμέρας, 141, καὶ εἶχον δαπανηθῆ δι’ αὐτοὺς δραχ. 22,308· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος τρεῖς μῆνας καὶ 28 ἡμέρας πέντε ὑπότροφοι, καὶ δαπανηθῆ δραχ. 8,400· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἓξ μῆνας καὶ ἐννέα ἡμέρας ὀκτὼ ὑπότροφοι, καὶ δαπανηθῆ δραχμαὶ 6720· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἐπὶ δέκα πέντε μῆνας καὶ δέκα ἡμέρας εἶχον διορισθῆ τριάκοντα τρεῖς ὑπότροφοι, καὶ δαπανηθῆ δραχ. 15,840· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἐπὶ ἓν ἔτος εἶχον διορισθῆ 109 ὑπότροφοι, καὶ δαπανηθῆ δρ. 67,140· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἐπὶ τέσσαρας μῆνας καὶ 24 ἡμέρας εἶχον διορισθῆ ὑπότροφοι 54, καὶ δαπανηθῆ δραχμαὶ 43,200· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ 28 ἡμέρας εἶχον διορισθῆ ὑπότροφοι 64, καὶ δαπανηθῆ δραχ. 29,640· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας καὶ εἴκοσιν ἓξ ἡμέρας εἶχον διορισθῆ ὑπότροφοι τέσσαρες καὶ δαπανηθῆ δραχ. 4,920· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ 27 ἡμέρας εἶχον διορισθῆ 36 ὑπότροφοι, καὶ δαπανηθῆ δραχμαὶ 18,200· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἐπὶ ἓξ μῆνας καὶ 13 ἡμέρας εἶχον διορισθῆ ὑπότροφοι 274, καὶ δαπανηθῆ δρ. 162,300.
§44Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι διώρισαν.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοὺς ἔχω. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀνακοινώσω τὰ ὀνόματα αὐτῶν, διότι δὲν ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα ἵνα ἐγκαλέσω Ὑπουργοὺς, τινὲς τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουσι πλέον ἐν τῇ ζωῇ, οὐδὲ νὰ γένωμαι κατήγορος. Παριστῶ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον περιέλθει τὰ πράγματα πρὸ τοῦ 1877. Ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἐπὶ 13 μῆνας καὶ 15 ἡμέρας εἶχον διορισθῆ δώδεκα ὑπότροφοι, καὶ δαπανηθῆ δραχμαὶ 25,560· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ δύο μῆνας εἶχον διορισθῆ 18 ὑπότροφοι, καὶ δαπανηθῆ δραχμαὶ 15,900· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἐπὶ πέντε μῆνας καὶ 18 ἡμέρας εἶχον διορισθῆ 11 ὑπότροφοι, καὶ δαπανηθῆ δραχ. 14,880· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἓν ἔτος καὶ τέσσαρας μῆνας εἶχον διορισθῆ 36 ὑπότροφοι, καὶ δαπανηθῆ δραχ. 49,080· ὑπὸ Ὑπουργοῦ διατελέσαντος ἑπτὰ μόνον ἡμέρας εἶχον διορισθῆ 4 ὑπότροφοι, καὶ δαπανηθῆ δραχμαὶ 4,200. Καὶ οὕτω συνέβη, ὥστε ἀπὸ τῆς 26 Ἰουνίου 1864 μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1877, ὅτε ἐκλήθην ἐγὼ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον, ἤτοι ἐπὶ ἔτη δέκα καὶ τρία, νὰ δαπανηθῶσι δραχ. 494,440 εἰς ὑποτρόφους. Εὗρον δὲ κατὰ τὸ 1877 διωρισμένους ὑποτρόφους εἰς διάφορα ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα 71, εἰς τὸ Ἀρσάκειον 36, καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 16. Πλὴν τούτου ὅμως, ὑπῆρχον ὑπερβάσεις εἰς τὰς δαπάνας. Παραδείγματος χάριν, εὗρον ὑπέρβασιν δραχ. 124,000 εἰς τὸ κληροδότημα τοῦ Βαρβάκη διὰ τὸ Βαρβάκειον Λύκειον, τὸ τότε ὑπάρχον, δηλαδὴ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κεφαλαίων· προσεπάθησα δὲ ν’ ἀποκαταστήσω τὴν τάξιν, ἀλλὰ διὰ μέτρων πολὺ περιωρισμένων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπῆρχε Διάταγμα τοῦ 1865, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπετρέπετο νὰ διορίζωνται ὑπότροφοι εἰς τὰς ἀνωτάτας τάξεις τῶν δημοσίων ἑλληνικῶν σχολείων, εἰς τὰ δημόσια Γυμνάσια, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἰς τὸ Πολυτεχνεῖον, εἰς τὴν Ριζάρειον Σχολὴν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν· προσέτι δὲ ὑπότροφοι ἐξωτερικαὶ καὶ ἐσωτερικαὶ τοῦ Ἀρσακείου. Ἀλλ’ εὗρον διωρισμένους ἑκατοντάδας τινὰς καὶ ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις! Ὁ σκοπὸς τῆς ὑποτροφίας βεβαίως δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ διορισμοῦ ὑποτρόφων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ νῦν, τὸ μέτρον μου τοῦτο εὗρεν, ἵνα κατακρίνῃ προχθές, καὶ ἔκρινεν ἄτοπον, ὅτι ἀπηγόρευσα εἰς τὸ μέλλον τὸν διορισμὸν ὑποτρόφων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις· ἀλλὰ κακῶς ἐσκέφθη, ταῦτα εἰπὼν, διότι οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι εἶχον δικαίωμα, διὰ τοῦ Διατάγματος, ὅπερ προεκάλεσα, νὰ ἐπιβάλω εἰς ἐμὲ αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ διορίζω ὑποτρόφους ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις· τοῦτο δὲ ἦτο ἄλλως σύμφωνον μὲ τὸ Διάταγμα τοῦ 1865. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε Διάταγμα τοῦ 1842, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι παρέβην αὐτὸ, καὶ ὅτι αὐτὸ εἶχε νομοθετικὴν δύναμιν, διότι ἐξεδόθη πρὸ τοῦ Συντάγματος. Δὲν γνωρίζει δυστυχῶς ὁ Ὑπουργὸς, ποῖα διακριτικὰ ἔχουσιν οἱ νόμοι, ποῖα δὲ τὰ Διατάγματα, τὰ πρὸ τοῦ 1843 ἐκδοθέντα. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1842 οὐδὲ κἄν τυγχάνει δεδημοσιευμένον διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· ἡμεῖς, οἱ ἐκδόται τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας, εἴχομεν ἀνακαλύψει αὐτὸ ἐν τοῖς ἀρχείοις καὶ παραλαβόντες ἐδημοσιεύσαμεν διὰ τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας· ἀλλ’ οὐδὲ κἄν ἀνέγνω τὸ Διάταγμα, περὶ οὗ ὁ λόγος, διότι τοῦτο οὐδὲν περιλαμβάνει ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Ὑπουργός. Ἰδοὺ τὸ κείμενον αὐτοῦ: «Ἡ Γραμματεία θέλει ἐπιθεωρήσει τὴν πρότασίν της κατὰ τὰς ἐφεξῆς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ φυλάττωνται εἰς τὴν διανομὴν τῶν τοιούτων συντάξεων· αὗται δὲ εἶναι: ἡ ἔνδεια, ἡ ἐπιμέλεια, ἡ εὐφυΐα, ἡ χρηστοήθεια καὶ αἱ πατρικαὶ ἐκδουλεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἀρχαὶ θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι τοιουτοτρόπως, ὥστε μεταξὺ τῶν ἐνδεῶν νὰ προτιμῶνται οἱ ἱκανώτεροι, καὶ μεταξὺ τούτων πάλιν οἱ ἐπιμελέστεροι. Μεταξὺ δὲ τῶν λοιπῶν, οἵτινες κατὰ τὴν ἀνωτέρω διάκρισιν ὑπάρχουσιν ἰσοβάθμιοι, θέλουσι προτιμηθῆ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων οἱ γονεῖς ἔχουσι περισσοτέρας ἐκδουλεύσεις...»
§46ΡΙΚΑΚΗΣ. Τίνες εἶναι ὑπογεγραμμένοι;
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδείς· οὔτε Ὑπουργὸς, οὔτε γραμματεύς.
§48ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι οὔτε Διάταγμα.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς περιελάβομεν αὐτὸ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Νομοθεσίᾳ, ἵνα συμπληρώσωμεν τὴν ἱστορίαν τῶν κυβερνητικῶν μέτρων ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐχὶ δὲ διότι τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶχεν οἵαν δήποτε ἄλλην ἀξίαν. Ἐν τῷ Διατάγματι, ὅπερ προεκαλέσαμεν τὴν 20 Ἰουλίου τοῦ 1877, περιελάβομεν ἀληθῶς τὴν διάταξιν, ὅτι «οὐδεὶς τοῦ λοιποῦ διορίζεται ὑπότροφος, εἴτε ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων, εἴτε δημοσίᾳ χορηγίᾳ, ἐν σχολείοις τῆς πρώτης ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι ἐν σχολείοις δημοτικοῖς...» Ἀλλὰ ἐξεθήκαμεν ἐν τῇ μετὰ τοῦ Διατάγματος ὑποβληθείσῃ πρὸς τὸν Βασιλέα αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπειθον ἡμᾶς περὶ τοῦ εὐλόγου τῆς διατάξεως ταύτης. «Ἄν ἡ ἀπονομὴ τῶν ὑποτροφιῶν» (ἐγράφομεν τότε πρὸς τὸν Βασιλέα δι’ αὐτῆς) «ἔχῃ λόγον τὴν παροχὴν τῶν μέσων τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν ἔξοχον εὐφυΐαν καὶ τὴν τελείαν δεκτικότητα τῆς μαθήσεως, ἡ ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις ἐκπαίδευσις ἀποτελεῖ στάδιον πρόωρον, καθ’ ὃ οὐδὲν τῶν φυσικῶν τούτων εὐεργετημάτων δύναται νὰ διαγνωσθῇ· ἂν δ’ ἔχῃ λόγον τὴν προστασίαν τῶν οἰκογενειῶν, προσενεγκουσῶν εἴτε κατὰ τὸν μέγαν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα ἐξόχους ὑπηρεσίας καὶ θυσίας, εἴτε μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων διακεκριμένας ὑπηρεσίας, τὸ Κράτος προσελθέτω κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον ἐπίκουρον τῶν ἀξίων τῆς εὐμενείας του ταύτης τοιούτων οἰκογενειῶν, ἐπιφυλαχθήτω δὲ νὰ συνδράμῃ αὐτὰς πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων των, ἀφοῦ ταῦτα περατώσωσι τὸ πρῶτον τοῦτο στάδιον τῆς ἐκπαιδεύσεώς των, τὸ τῆς στοιχειώδους...» Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὴν εὐγένειαν τῆς προαιρέσεως, ἐξ ἧς ἐτράπη ὁ Ὑπουργὸς οὗτος εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς πρὸ 22 ἐτῶν ἐμῆς ὑπουργίας. Ἂν ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1877 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1878, ὅτε διετέλουν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νὰ κανονίσω τὰ τῶν ὑποτροφιῶν διὰ νόμου, ποῦ τάχα τότε εὑρίσκετο ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς καὶ δὲν ἔβλεπε ποῖαι ἦσαν αἱ περιστάσεις τοῦ χρόνου ἐκείνου, καὶ ἂν αὗται καθίστων πιθανὸν, ὅτι ἤθελεν ἑλκύσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ νὰ προταχθῇ τότε πρὸς συζήτησιν; Μόλις κατωρθώθη ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Διδασκαλείου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάγκη ἦτο ἐπιτακτική, διότι ἀμαθεῖς καὶ ἀνίκανοι ἦσαν τότε οἱ δημοδιδάσκαλοι, ἔπρεπε δὲ πρὸ παντὸς νὰ μορφώσωμεν διδασκάλους. Καὶ διὰ νὰ κατορθωθῇ καὶ αὐτοῦ τοῦ τόσον λυσιτελοῦς καὶ κατεπείγοντος νομοσχεδίου ἡ συζήτησις, ἐδέησε νὰ καταβληθῶσι πολλοὶ κόποι, καὶ ν’ ἀνταγωνισθῶ καὶ πρὸς τοὺς ἐμοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ προτίμησιν ἐπὶ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ εἶχον προβάλει· κατ’ ἐκεῖνον δὲ τὸν χρόνον πᾶσα ἡ κοινωνία περὶ ἑνὸς μόνον ἐμερίμνα, περὶ τῆς στάσεως, ἣν ἔμελλε νὰ ἀποδεχθῇ ὡς προτιμητέαν ἡ Ἑλλάς, τοῦ Ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου ἐπικηρυχθέντος τότε, καὶ περὶ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἐφ’ ἃς ἔμελλε νὰ τραπῇ. Ἀλλὰ μετὰ τὸ 1880 προσῆκον ἦτο νὰ ληφθῇ μέτρον, ὅπως κανονισθῶσι διὰ νόμου τὰ τῶν ὑποτροφιῶν· ἐν ὅσῳ δὲ δὲν κατορθωθῇ τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς διορισμὸν ὑποτρόφων πρὸς πλήρωσιν ὡνωμολογημένων ἀναγκῶν, ὀφείλει νὰ προκαλῇ εἰδικὸν νόμον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νόμου, ἵνα προβῇ εἰς τὰ περὶ διορισμοῦ ὑποτρόφων ληφθέντα μέτρα, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ καταβληθῶσι τὰ χρήματα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου· ἀλλ’ ἂν ὁ διὰ νόμου κανονισμὸς τῶν ὑποτροφιῶν ἔχῃ λόγον τινά, ἡ ratio legis αὐτοῦ εἶναι ἡ πρόληψις τῶν καταχρήσεων, ὁ περιορισμὸς τῶν ἀρχόντων ἀπὸ τοῦ νὰ προβαίνωσιν εἰς πράξεις χαριστικὰς, εἴτε ἕνεκα νεπωτισμοῦ ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων, εἴτε πρὸς πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν· ἑπομένως καὶ ἂν διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου Ταμείου πληρώνωνται οἱ διοριζόμενοι ὑπότροφοι, καὶ ἂν διὰ τόκων τῶν κληροδοτημάτων, ὁ αὐτὸς κίνδυνος ὑπάρχει· τοῦτον δὲ μόνον ὁ διὰ νόμου κανονισμὸς τῶν ὑποτροφιῶν δύναται νὰ προλάβῃ. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἀνησυχεῖ μόνον περὶ τῆς διαθέσεως εἰς ὑποτροφίας τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου Ταμείου, οὐχὶ δὲ περὶ διαθέσεως εἰς αὐτὰς τῶν τόκων κληροδοτημάτων· διὰ τοῦτο προέβη ἄνευ νόμου προκηρύξας διαγωνισμὸν πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων. Καὶ ἐνῷ ταῦτα εἶπεν εἰς ἡμᾶς, προεκήρυξεν ὅμως διαγωνισμὸν καὶ πρὸς ἀποστολὴν ὑποτρόφων διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου Ταμείου· ὑπέλαβε δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς νόμον αὐτοτελῆ, καὶ εὑρὼν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 δύο πιστώσεις, ὑπὸ τὰς παραγράφους 6 καὶ 8 τοῦ κεφαλ. 13, ἑκατέραν ἐκ δραχμῶν 4,800, πρὸς ἀποστολὴν ὑποτρόφων πρὸς σπουδὴν παιδαγωγικῶν καὶ τεχνικῶν μαθημάτων, προὐκάλεσε Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰρημένων πιστώσεων, καὶ προεκήρυξε διαγωνισμούς. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τοῦ Βασ. Διατάγματος τῆς 5 Ὀκτωβρίου 1900, τὸ ὁποῖον αὐτὸς εἶχε προκαλέσει, προεκήρυξε διαγωνισμὸν πρὸς ἀποστολὴν τεσσάρων ὑποτρόφων ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου Ταμείου, — διότι ἐν τῷ Διατάγματι ἀναφέρεται, ὅτι τοῦτο ἐξεδόθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου μνημονευθεισῶν πιστώσεων, καίτοι αἱ πιστώσεις αὗται προσδιωρίσθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς διορισμὸν δύο μόνον καὶ ὄχι τεσσάρων ὑποτρόφων, — μετὰ 20 ἡμέρας προὐκάλεσε νέον Β. Διάταγμα, τῆς 26 Ὀκτωβρίου, δι’ οὗ ἀνεκάλεσε τὸ μνημονευθὲν Β. Διάταγμα τῆς 5 Ὀκτωβρίου· ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν δὲ τῶν ὑποτρόφων, δὲν ἐμνημόνευσε πλέον τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐμνημόνευσεν ἄλλου Διατάγματος, ἐκδεδομένου τὴν 28 Σεπτεμβρίου 1900, περὶ τοῦ ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων διορισμοῦ ὑποτρόφων. Τοσαύτη σύγχυσις σπανίως ἐπέρχεται ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν ἀνθρώπων, ὅση κατέλαβε τὴν κεφαλὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦ πρώτου Διατάγματος, τοῦ ἀνακληθέντος, διετάσσετο ἡ ἀποστολὴ ὑποτρόφων πρὸς ἐκμάθησιν τῆς Γαλλικῆς φιλολογίας καὶ τῆς ἐκπαιδευτικῆς μεθόδου, καὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν καὶ πρακτικὴν ἄσκησιν εἰς τὰ ἐμπορικὰ καὶ βιοτεχνικὰ μαθήματα· διὰ δὲ τοῦ Διατάγματος τῆς 26 Ὀκτωβρίου, τοῦ ἀνακαλοῦντος τὸ πρῶτον, διετάσσετο ἡ ἀποστολὴ ὑποτρόφων διὰ τὰ παιδαγωγικὰ καὶ τεχνικά, ἤτοι μουσικήν, ἰχνογραφίαν καὶ χειροτεχνίαν· ἐξέδωκε δὲ καὶ προκήρυξιν, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 24,462 τῆς 7 Δεκεμβρίου 1900, διὰ τῆς ὁποίας προσδιώριζε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποτρόφων, διὰ μὲν τὰ παιδαγωγικὰ εἰς δύο, διὰ τὴν ἰχνογραφίαν εἰς ἕνα, οὐδένα δὲ διὰ τὴν χειροτεχνίαν καὶ τὴν μουσικήν. Διὰ ταύτης δ’ ἀνήρεσεν ἑτέραν προγενεστέραν προκήρυξιν διαγωνισμοῦ, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 17,879 ἀπὸ 5 Ὀκτωβρίου 1900, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ὑπότροφοι, διὰ μὲν τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν καὶ φιλολογίαν καὶ διὰ τὴν ἐκπαιδευτικὴν καθ’ ὅλου μέθοδον προσδιωρίζοντο τέσσαρες, πρὸς ἐκπαίδευσιν δὲ μαθημάτων ἐμπορικῶν τρεῖς, καὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν καὶ πρακτικὴν ἄσκησιν εἰς βιοτεχνικὰ μαθήματα ἕτεροι τρεῖς. Καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποτρόφων, καὶ τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ διδαχθῶσιν, ἀνάγκη εἶναι διὰ νόμου νὰ προσδιορίζωνται, ὡς καὶ πᾶσαι αἱ συναφεῖς λεπτομέρειαι, οὐ μόνον πρὸς πρόληψιν καταχρήσεων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Ζῶμεν ἐν κοινωνίᾳ, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, ἀπέκτησε τὸ ἐλάττωμα ν’ ἀρέσκηται ν’ ἀκούῃ κρίσεις ἐπαινετικὰς, εἴτε ψόγους· ἐντεῦθέν τινες, ἵνα τυγχάνωσι τοῦ ἐπαίνου καὶ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν πολλῶν, ποθοῦσι νὰ φαίνωνται, ὅτι νέα τινά, ἄγνωστα μέχρι τοῦδε καὶ κενά, ἐπινοοῦσι καὶ πράττουσι, λυσιτελῆ καὶ ὠφέλιμα, ἀναζητοῦσι δὲ ὀνόματα καινοφανῆ καὶ μὴ ἐγνωσμένους ὅρους, οὗτος μὲν τὴν βιοτεχνίαν, ἄλλος τὴν χειροτεχνίαν, καὶ ἄλλος ἕτερον. Ἀλλὰ τίνων ἔχομεν ἡμεῖς ἀνάγκην, πῶς καὶ διὰ τίνα σκοπὸν πρέπει νὰ ἱδρύσωμεν Σχολὰς, ἐν αἷς νὰ διδάσκωνται τὰ ὠφέλιμα, καὶ νὰ πορίζωνται τὰς χρησίμους γνώσεις, ταῦτα πάντα πρέπει ν’ ἀποτελῶσι μέρος συστήματος ἐκπαιδευτικοῦ, συντελοῦντος εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς διανοίας καὶ τὴν μόρφωσιν τοῦ λαοῦ· τὸ σύστημα ὅμως τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀφίηται εἰς τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν νὰ συντάσσῃ, προκαλῶν ἓν Διάταγμα, καὶ ἀνακηρύσσων δι’ αὐτοῦ ὡς ἀνακάλυψιν γνώσεις, τὰς ὁποίας οὐδὲ κἄν ἐννοεῖ, αἵτινες δ’ ἐκπλήσσουσι τοὺς ἁπλουστέρους, οἵτινες πρώτην φορὰν ἀκούουσιν αὐτάς. Πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲ οἱ ἀποστελλόμενοι ἀφίνονται ἄνευ ἐπιτηρήσεώς τινος, οὐδὲ σπουδάζουσι κἄν, πλανώμενοι ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι τῆς Εὐρώπης, εἰς ἃς μεταβαίνουσι πρὸς σπουδήν. Εἶχον κληθῆ ποτε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνασκήσω ἐπιτήρησίν τινα ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες εἶχον σταλῆ εἰς Παρισίους, ἵνα σπουδάσωσιν· ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ, πρέσβυς τυγχάνων, εἶχον μόνον ἕνα γραμματέα καὶ δύο θαλαμηπόλους διὰ τὴν ἀτομικήν μου ὑπηρεσίαν, καὶ οὐδεμίαν ἠδυνάμην νὰ ἀσκήσω ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκείνῃ πόλει τῶν Παρισίων, παρεκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τοῦ καθήκοντος ἐκείνου· ζητηθεὶς δὲ παρ’ αὐτοῦ, τῷ ἐπρότεινα τὴν γνώμην, ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ εἰσαχθῶσιν οἱ χάριν σπουδῶν μεταβάντες ἐκεῖ ἀξιωματικοὶ ἐν τοῖς συντάγμασι τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ, ἐν οἷς ἤθελον τῷ ὄντι ἐκπαιδευθῆ. Ἀποδεχθέντος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν γνώμην μου ταύτην, ἐφρόντισα νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ συντάγματα τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ οἱ εἰρημένοι ἀξιωματικοί, καὶ εἰσήχθησαν: ὁ ἀποθανὼν ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ Καρατζᾶς εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ Mets, οἱ δύο ἀδελφοὶ Σμολένσκη εἰς τὸ ἐν Vincennes σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ, ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ Διονύσιος Νοταρᾶς εἰς τὸ ἐν Montpellier σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι μοὶ συνέβη νὰ ἔλθω εἰς συνάφειαν μετ’ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον οὐδόλως εἶχε πρότερον σπουδάσει τι, μεταβὰς καὶ διαμείνας χάριν σπουδῶν δύο ἔτη, ἀλλ’ ἐπανῆλθε, μὴ μαθὼν οὐδὲ τὴν γλῶσσαν! Οὐδὲ πρέπει ν’ ἀφίνωνται ἄνευ ἐπιτηρήσεως οἱ ἀποστελλόμενοι εἰς τὴν Εὐρώπην, ἵνα σπουδάσωσιν εἴτε διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου, εἴτε ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων. Ὅθεν οὐ μόνον παράνομον κρίνω, ἀλλὰ καὶ μὴ ἀποδεκτὸν, τὸ μέτρον τοῦ διορισμοῦ ὑποτρόφων ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων, πρὶν ἢ νόμος προσδιορίσῃ τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα στέλλονται, ἵνα διδαχθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου ἐκπαιδευτικοῦ. Τὴν γνώμην αὐτὴν εἴχομεν ἡμεῖς πάντοτε· διὰ τοῦτο δὲ καὶ κατὰ τὸ 1890 ὁ ἀποθανὼν ἤδη φίλος μου Πετρίδης ὑπέβαλε νομοσχέδιον πρὸς ἀποστολὴν ὑποτρόφων νέων εἰς Εὐρώπην, ὅπως σπουδάσωσιν, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς καθηγηταὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατετάσσετο τελευταῖον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀγορεύων τὴν 15 Μαρτίου ὁ ἀποθανὼν φίλος μου, συνίστα εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι καὶ ὁ προτείνας φίλος μου καὶ ἐγὼ εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι τὰ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ὡς πρὸς τὰς κυρίως γραμματικὰς γνώσεις, εἶχον ἐν πενίᾳ καὶ ἀπορίᾳ, ἂν δ’ ἤθελον κενωθῆ ἐκ θανάτου δύο ἢ τρεῖς θέσεις ἐγνωσμένων καθηγητῶν, ἤθελον εὑρεθῆ ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐν ταῖς Ἀθήναις μὴ ἔχουσα καθηγητὰς, ἵνα διδάξωσι τὴν Ἑλληνικὴν φιλολογίαν. Καὶ ἡ χειροτεχνία καὶ ἡ βιοτεχνία εἰσὶ γνώσεις ἀναγκαῖαι· ἀλλὰ ἀναλογίζομαι, ποῖον ὄνειδος δι’ ἡμᾶς, ἂν ἤθελε συμβῆ νὰ μὴ ἔχωμεν τοὺς διδάξοντας τὴν φιλολογίαν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Συνοψίζω λοιπὸν τὰς παρατηρήσεις μου εἰς ταῦτα, ὅτι παρεβάθη τὸ ἄρθρον 60 τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου τοῦ 1895, διότι τὰ ἐκ τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προωρίζοντο ὑπ’ ἐκείνου διὰ νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διετέθησαν πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων· ὅτι παρεβάθη ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι εἰσήχθησαν μεταξὺ τῶν οἰκοδομουμένων κατὰ προτίμησιν δημοτικῶν σχολείων καὶ σχολεῖα δήμων βʹ τάξεως, καὶ μάλιστα τὰ οἰκοδομούμενα τοιαῦτα ὑπερέβησαν τὸν ἀριθμὸν τῶν οἰκοδομουμένων σχολείων τῶν δήμων γʹ τάξεως· ὅτι παρανόμως προεκηρύχθησαν διὰ Β. Διαταγμάτων διαγωνισμοὶ πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων πρὶν ἢ διὰ νόμου κανονισθῶσι τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων καὶ τὰ τῶν ὑποτροφιῶν· δὲν πρέπει δὲ νὰ ἐπιτραπῇ ἄνευ εἰδικοῦ προορισμοῦ νὰ προβῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς διορισμὸν ὑποτρόφων.
§50ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκεν ἀφορμήν, ἵνα εἴπω ὀλίγα τινά, δι’ ὧν θέλει δειχθῆ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπῆρξε σύμφωνος καὶ πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὰς διαθήκας τῶν ἀοιδίμων δωρητῶν. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ δύο ἕτερα ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο λόγον, καὶ νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδόλως παρεβάθη ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 60 αὐτοῦ, ἐδαφίῳ πρώτῳ, ὁρίζει, ὅτι «τὸ ἐκ τῶν τόκων τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου κληροδοτημάτων, τῶν μὴ ῥητῶς καθωρισμένων εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς, εἴτε διὰ τῶν διαθηκῶν, εἴτε διὰ προγενεστέρων νόμων ἢ Βασ. Διαταγμάτων ποσὸν» διατίθεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κληροδοτημάτων ὑπάρχει μὴ ἔχον καθωρισμένον εἰδικὸν σκοπὸν διὰ τῶν διαθηκῶν. Ἐκ τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν, δύο ὁμολογουμένως, τὸ τοῦ Σ. Ξανθοπούλου, ἐκ δρ. 592 καὶ λεπτῶν 67, καὶ τὸ τοῦ Γ. Καρτσιώτου, ἐκ δραχ. 86 καὶ λεπτῶν 70, εἶναι προωρισμένα ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, χωρὶς νὰ ᾖναι καὶ ὡρισμένος ὁ εἰδικὸς αὐτῶν σκοπός.
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφίνετε καὶ τρίτον, τὸ τοῦ Κ. Τσιροπούλου, ἐκ δραχ. 17,959, ὅπερ εἶναι γενικόν.
§52ΣΤΑΗΣ. Τὸ τοῦ Τσιροπούλου, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ, ἐκ δραχμῶν 17,959, ἔχει ὡρισμένον σκοπὸν, διότι, κατὰ τὴν διαθήκην, εἶναι προωρισμένον «ὑπὲρ τῶν σχολείων ἐν γένει».
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδώσατε, καὶ τὸ τοῦ Τσιροπούλου εἶναι μεταξὺ τῶν καθ’ ὑμᾶς γενικῶν κληροδοτημάτων.
§54ΣΤΑΗΣ. Τὸ σημείωμα ἴσως εἶναι ἐσφαλμένον. Ἀλλὰ «γενικὰ κληροδοτήματα» εἶναι ὅρος τῆς ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος δὲν σημαίνει, ὅτι τὰ κληροδοτήματα δὲν ἔχουσι καθωρισμένον σκοπόν. Ἑπομένως μόνον δύο κληροδοτήματα ὑπάρχουσιν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τῶν ὁποίων τὸ σύνολον τῶν κεφαλαίων ἀνέρχεται εἰς 679 δραχμὰς καὶ 37 λεπτά, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῶσιν ὡς ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν ἄρθρῳ 60 ὁρίζει...
§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νομοθέτης λοιπόν, νομίζετε, ἦτο τόσον ἁπλοῦς;
§56ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου νὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ νομοθέτου ἐκείνου. Ἐγὼ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσω τὰ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ἐὰν ὑπάρχουσι τοιαῦτα μὴ ἔχοντα καθωρισμένον σκοπὸν ὑπὸ τῶν διαθηκῶν. Ἐπαναλέγω, ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦτα μόνον δύο. Δὲν δύναται ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἄνευ εὐθύνης, ἄνευ παραβάσεως τῶν διαθηκῶν, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι παράβασις νόμου, νὰ διαθέσῃ τοὺς τόκους τῶν κληροδοτημάτων, εἴτε εἰδικῶν, εἴτε γενικῶν, ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ ὥρισεν ἐν ἄρθρῳ 60.
§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύο κατηγορίαι: γενικὰ καὶ εἰδικά. Ὁ νομοθέτης εἶχεν ὁρίσει τὰ γενικὰ κληροδοτήματα.
§58ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριε Βουλευτὰ, ἐὰν ὁ νομοθέτης εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰ γενικὰ κληροδοτήματα. Σᾶς κατέθηκα σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι γενικὰ κληροδοτήματα, ἤτοι ἄνευ ὡρισμένου σκοποῦ, δὲν ὑπάρχουσιν ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἢ μόνον δύο, ἀνάξια λόγου, διότι τὸ τρίτον, ὡς παρετήρησα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, κακῶς ἐσημειώθη, τὸ τοῦ Τσιροπούλου. Ἡ διαίρεσις εἰς γενικὰ καὶ εἰδικὰ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἐγένετο ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν...
§59Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Ὑπουργέ; Ποία ὑπηρεσία, ποίου Ὑπουργείου, ἐχαρακτήριζεν ὡς εἰδικὰ καὶ γενικὰ κληροδοτήματα τὰ ἑκάστοτε ἀναφερόμενα ἐν τῇ Βουλῇ;
§60ΣΤΑΗΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ λογιστικὸν τμῆμα.
§61ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ποῖα ἐξ αὐτῶν τῶν κληροδοτημάτων μέχρι τοῦδε ἐχαρακτήριζεν ὡς γενικά;
§62ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἀνέφερα καὶ πάλιν μετ’ ὀλίγον θὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς.
§63Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑμεῖς ποῖα θεωρεῖτε;
§64ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἄνευ ὡρισμένου σκοποῦ εἶναι δύο· πάντα δὲ τὰ λοιπὰ ἔχουσιν εἰδικοὺς σκοπούς. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ, ἀναφέρων τὰ διάφορα κληροδοτήματα, ἔκαμεν ἑρμηνείας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς διαθήκας· διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων κληροδοτημάτων ἀνέφερε καὶ τὸ τῶν ἀδελφῶν Ζωσιμᾶ, ὡς ἀναγόμενον ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰ γενικὰ κληροδοτήματα.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· εἶναι εἰδικὸν τὸ κληροδότημα αὐτό.
§66ΣΤΑΗΣ. Δὲν μὲ ἠκούσατε. Ὑμεῖς εἴπετε, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ θεωρεῖ ὡς γενικόν.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἑνώνοντες τοὺς τόκους τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Ζωσιμᾶ μετὰ τῶν τόκων τῶν ἄλλων κληροδοτημάτων, τῶν προωρισμένων εἰς ὡρισμένους εἰδικοὺς σκοποὺς, πράττουσι παράβασιν τῆς διαθήκης.
§68ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἔπραξε τοῦτο· ἄρα οὐδεὶς παρέβη τὴν διαθήκην. Ἀνεφέρατε καὶ ἄλλα τινὰ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι ὡρισμένον σκοπὸν, καὶ τὰ ὁποῖα οὐδὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν ἐθεώρησε ποτὲ ὡς γενικά· διότι ἀνεφέρατε τὸ κληροδότημα τοῦ Δωρίδου, τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν θεωρεῖ γενικὸν κληροδότημα, ἀλλ’ εἰδικόν, διότι ἐν τῇ διαθήκῃ ἀναφέρεται, ὅτι αὐτὸ εἶναι προωρισμένον διὰ συνδρομὰς ὑπὲρ τῶν ἐν Ἀθήναις δημοσίων καθιδρυμάτων καὶ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κρατεῖ λογαριασμὸν ἴδιον τῶν κληροδοτημάτων, καὶ τοῦτο διαιρεῖ τὰ κληροδοτήματα εἰς εἰδικὰ καὶ γενικά· θεωρεῖ δὲ κυρίως εἰδικὰ κληροδοτήματα τὰ ἑξῆς: τὸ τοῦ Βελλίου, τὸ τοῦ Κρήτσκη, τὸ τοῦ Σπ. Σακελλαρίου, τὸ τοῦ Νεοφύτου Ἀρχιμανδρίτου, τὸ τῆς Σοφίας Κθυστόβας, τὸ τοῦ Ἰωάν. Βαρβάκη· γενικὰ δὲ θεωρεῖ πάντα τὰ λοιπά. Ἀλλ’ ἡ διαίρεσις αὕτη, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἶναι ἐσφαλμένη, διότι ἐκ τῶν διαθηκῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι πάντα τὰ κληροδοτήματα ταῦτα ἔχουσι καθωρισμένον εἰδικὸν σκοπόν. Σᾶς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τὸ χάος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκοντο τὰ κληροδοτήματα ταῦτα πρὸ τοῦ 1877. Ἐγὼ ἐσημείωσα 1400 ὑποτρόφους, τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁποίων ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, διότι ἀνέφερεν, ὅτι 518 ἦσαν μόνον εἰς τὰ διάφορα ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα τῆς Ἑλλάδος, 204 εἰς τὸ Ἀρσάκειον, 68 εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καὶ οὕτω καθεξῆς· ἀνέφερε δὲ καὶ τὰ ποσά, ἃ διετίθεντο ὑπὲρ αὐτῶν. Εὐτυχῶς εἰς τὴν ὁμολογουμένως ἀτάσθαλον αὐτὴν κατάστασιν, ὡς τὴν ὠνόμασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἔθηκε τέρμα τὸ Διάταγμα τῆς 8 Μαΐου 1880 τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ὑπῆρχεν ἡ αὐτὴ κατάστασις· εὗρον δὲ σημείωμα, διὰ τῆς χειρὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ γεγραμμένον κατὰ τὸ 1877, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι καλὸν εἶναι τέλος πάντων νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην· ἐξέδοτο δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τὸ Διάταγμα τοῦ 1877, ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ ὁποίου (πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ὑπέσχετο ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι ἤθελεν ὑποβάλει νόμον εἰς τὴν Βουλὴν, ὃν ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποβάλῃ, ὡς ἠκούσατε πρὸ μικροῦ, ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων τῶν κατὰ τὸ 1878, κατὰ τὸ 1880 καὶ κατὰ τὸ 1885, ὅτε διηύθυνε τὰ κοινὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.)
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1880 δὲν ἤμην Ὑπουργός...
§70ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὸ 1890... Εὐτυχῶς ὅμως, ὡς εἶπον, ἔθηκε τέρμα τὸ Β. Διάταγμα τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη εἰς τὴν ἀτάσθαλον ταύτην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν παρίστα καὶ ἀπεικόνιζε πιστῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐνώπιον ὑμῶν, ἐσκόπουν νὰ καταδείξω ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν, προσάγων Β. Διατάγματα, τὰ ὁποῖα παρανόμως ἐξεδόθησαν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων διωρίσθησαν ὑπότροφοι ἀντὶ 300 δραχ. κατὰ μῆνα δεκάδες ἔν τε τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Κατὰ τὴν γνώμην δὲ διακεκριμένου νομομαθοῦς, εἶναι ὑπόχρεοι οἱ ἐκδόντες τὰ τοιαῦτα Β. Διατάγματα Ὑπουργοί, ἐάν ποτε ἤθελεν ἐγερθῇ ἀγωγὴ κατ’ αὐτῶν, νὰ ἐπιστρέψωσι τὰ χρήματα ταῦτα, διότι δὲν ἦσαν χρήματα δαπανώμενα ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων, ἀλλ’ ἦσαν χρήματα δαπανώμενα ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτῶν, ὡς ἐξάγεται ἐξ ἐπισήμων λογαριασμῶν. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως ἀφορᾷ τὰ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας. Ἐγὼ ὁμολογουμένως εὗρον ἐν ἰσχύϊ τὸ Διάταγμα τῆς 8 Μαΐου τοῦ 1880, καὶ τὸ κατήργησα· εὐτυχῶς δὲ, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς σήμερον δὲν ἀνεῦρε τὴν ἐνέργειαν ταύτην παράνομον· ἑπομένως νομίμως ἐνήργησα καὶ ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας μου, καταργήσας τὸ Διάταγμα τοῦ 1880 δι’ ἄλλου Διατάγματος. Ἐναπομένει τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐδικαιοῦτο ὁ Ὑπουργὸς νὰ διαθέσῃ τὰ ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων χρήματα, καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ διέθεσα αὐτά. Κατόπιν μακρᾶς ἀλληλογραφίας μετὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κατωρθώθη, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, νὰ λάβῃ ἐπίσημον ἔγγραφον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον εἶναι κατατεθειμένον ἤδη ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐξ οὗ ἐγγράφου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων ὑπῆρχον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως 519,174 δραχμαί. Ἐπειδή, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, τὸ ποσὸν τοῦτο μοὶ ἐφάνη ὑπέρογκον, ἐζήτησα νὰ βεβαιωθῇ λεπτομερῶς, τίνα ἐκ τῶν ποσῶν τούτων ἀνῆκον εἰς τὰ κεφάλαια τῶν διαφόρων κληροδοτημάτων, οὕτω δὲ ἐδείχθη, ὅτι ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου ποσὸν 286,121 δραχμῶν καὶ 71 λεπτῶν ἀνῆκεν εἰς τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς τόκους. Μετοχαὶ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000, ὡς καὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἀνήκουσαι εἰς κληροδοτήματα καὶ κληρωθεῖσαι ἢ ἐξοφληθεῖσαι, ἔμενον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἢ καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν, χωρὶς ν’ ἀντικατασταθῶσιν, ἐθεωροῦντο δὲ ὡς τόκοι τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐπέμεινα εἰς τὴν διάκρισιν καὶ τὸν καθορισμὸν τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν τόκων, οὕτω δὲ ἐξηκριβώθη, ὅτι ποσὸν 286,121 δραχμῶν ἀνῆκεν εἰς διάφορα κληροδοτήματα· ἕκαστον δὲ τῶν κληροδοτημάτων ἔλαβεν ἤδη τὸ ἀνῆκον αὐτῷ ποσόν. Οὕτω εἰς τὰ κεφάλαια τῶν ἀοιδίμων ἀδελφῶν Ζωσιμᾶ ἀπεδόθησαν 183,000 δραχμαί. Ἐναπομένει δέ, ὡς πραγματικῶς προερχόμενον ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν καλουμένων κληροδοτημάτων, ποσὸν διαθέσιμον δραχ. 233,051.21. Ἔχω καὶ ἀντίγραφον τοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη πρὸ ἡμερῶν, καὶ μόλις χθὲς ὑπέγραψα τὸ καθαρόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐπιστώθη ἡ μερὶς ἑκάστου τῶν κληροδοτημάτων διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα. Τοῦτο δὲ τὸ πρῶτον ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ...
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τοιοῦτον πίνακα κατατεθειμένον, κύριε Ὑπουργέ;
§72ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ πινάκων.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πίνακα, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς δεικνύῃ, τί ἀποτελεῖ σήμερον τὸ κεφάλαιον, καὶ τί ἀπεχωρίσθη διὰ τοὺς τόκους ὅλων τῶν κληροδοτημάτων.
§74ΣΤΑΗΣ. Ἔχω τοιοῦτον πίνακα λεπτομερῆ, καὶ θὰ καταθέσω αὐτὸν, ἵνα τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι σύμφωνον καὶ πρὸς τὸν Λογιστικὸν Νόμον.
§76Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ 1882 ἐδημοσιεύθη εἷς τοιοῦτος πίναξ πολὺ καλός.
§77ΣΤΑΗΣ. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς κεφάλαια... Εἶναι σπουδαῖον ὁμολογουμένως θέμα, καὶ εὐλόγως, φρονῶ, θὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τὸ κεφάλαιον τοῦ κληροδοτήματος Κ. Βελλίου σήμεραν ἀνέρχεται εἰς 340,000 δραχμάς. Εἶναι 85 μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αἱ ὁποῖαι ἀπαρτίζουν τὸ κεφάλαιον τοῦτο.
§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸς πόσον ὑπολογίζετε τὰς μετοχάς;
§79ΣΤΑΗΣ. Πρὸς 4,000 δραχμάς. Τὸ κεφάλαιον τοῦ κληροδοτήματος Κρήτσκη εἶναι 360,000 δραχμαί· ἀποτελεῖται δ’ ἐκ μετοχῶν 90 τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμητε σύγκρισιν μὲ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχετε πρὸ ὑμῶν, διότι ὑπάρχουσι διαφοραὶ, τὰς ὁποίας εὕρομεν, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν κληροδοτημάτων. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἔχετε πρὸ ὑμῶν, εἶναι τοῦ 1882.
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τὰ καταστρώσητε εἰς ἕνα πίνακα.
§81ΣΤΑΗΣ. Εὐχαρίστως. Τὸ τοῦ Σ. Σακελλαρίου, ὅπερ ἀποτελεῖ μία οἰκία ἐν Τεργέστῃ, ἀποφέρουσα ἐτήσιον εἰσόδημα 4,500 περίπου δραχμῶν. Τὸ τοῦ Βαρβάκη ἔχει κεφάλαιον 2,373,080 δραχμῶν, ἐτήσιον δ’ εἰσόδημα 106,000. Τὸ τοῦ Μπόζου ἔχει κεφάλαιον δρ. 240,000, ἤτοι 60 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ τοῦ Δωρίδου ἔχει κεφάλαιον δραχμῶν 556,000, καὶ ἐτήσιον εἰσόδημα δραχμῶν 26,000 περίπου, ἔχει δὲ προρισμὸν τὴν συνδρομὴν τῶν δημοσίων καθιδρυμάτων, ὡς καὶ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ ἄδεια, ἵνα ἡ ἱδρυθησομένη δημοσία Ἐμπορικὴ Σχολὴ συντηρῆται ἐκ τῶν τόκων τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Τὸ κληροδότημα τῶν ἀδελφῶν Ζωσιμᾶ, τὸ ὁποῖον εἶναι «ὑπὲρ τῶν ὀρφανῶν τέκνων τῶν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος πεσόντων» προωρισμένον, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει κεφάλαιον 65 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι κεφάλαιον 260,000 δραχμῶν, καὶ δίδουσιν ἐτήσιον εἰσόδημα 9,500 δραχμῶν.
§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πῶς εἶναι ἡ φράσις τῆς διαθήκης; «ὑπὲρ τῶν ὀρφανῶν τῶν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος πεσόντων», ἢ «ὑπὲρ τῶν ὀρφανῶν τῶν ἀγωνιστῶν»;
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ διαθήκη: «πρὸς βοήθειαν τῆς ἀνατροφῆς τῶν ὀρφανῶν τέκνων τῶν ἐν ταῖς ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος μάχαις πεσόντων».
§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε δὲν εἶναι μόνον ἐκείνου τοῦ χρόνου· ἀνάγεται εἰς πάντας τοὺς πεσόντας ἐν πολέμῳ ὑπὲρ πατρίδος.
§85ΣΤΑΗΣ. Ἡ διαθήκη ἐγένετο ἐν Μόσχᾳ τῇ 16 Μαΐου 1829.
§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐγράφη. Τὸ νόημα τῆς διαθήκης παρεξηγήθη, διότι ἐγράφη καὶ ὑπεστηρίχθη ἄλλοτε, ὅτι ἀφεώρα μόνον τοὺς πεσόντας κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα.
§87ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἄλλα κληροδοτήματα μετ’ ὀλίγον ἔρχονται ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τῶν ὁποίων τὰ κεφάλαια εἶναι σπουδαιότατα. Ἔχομεν ἄλλα ἕξ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα εἴτε δὲν ἐκαθαρίσθησαν, εἴτε δὲν ἔληξεν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν οἱ διαθέται ὥρισαν, ἵνα τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Μεταξὺ τῶν ἕξ αὐτῶν κληροδοτημάτων εἶναι τὸ τοῦ Ἰωάννου Δομπόλη, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον πρὸς ἵδρυσιν ἐν ἔτει 1906 Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ κατάθεσις ὑπάρχει ἐν τῇ Ρωσσικῇ Αὐτοκρατορικῇ Τραπέζῃ. Ἀρχικῶς ἦσαν ῥούβλια 255,072· σήμερον τὸ ποσὸν τοῦτο μετὰ τῶν τόκων αὐτοῦ εἶναι περίπου φράγκα χρ. 5,000,000, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ τὸ 1906 θὰ τεθῇ εἰς διαταγήν μας.
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ 1905.
§89ΣΤΑΗΣ. Θὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκληστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὴν 1 Ἰανουαρίου 1906. Λέγω πάντα ταῦτα, ἵνα καταδείξω, ὅτι τὰ κεφάλαια, τὰ ὑπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι σπουδαῖα, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωσι πολλοὺς τόκους, τοὺς ὁποίους, ἂν κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα διαθέσωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, βεβαίως δὲν θὰ ἐξυπηρετήσωμεν οὐδὲ σκοποὺς ἐθνικοὺς, οὐδὲ τὰς ἐπιθυμίας τῶν διαθετῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμον Βουλευτὴν, καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ κατάλληλον νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ τῆς διαθέσεως τῶν πόρων τῶν κληροδοτημάτων. Καταγίνομαι, τῇ βοηθείᾳ ἁρμοδίων νομομαθῶν, πρὸς σύνταξιν σχετικοῦ νομοσχεδίου. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐπερατώθη ἡ ἐργασία μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς.
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀναστέλλετε ἐν τῷ μεταξύ;
§91ΣΤΑΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ πάντα τὰ κληροδοτήματα, διότι ὑπάρχουσι διαθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι καθορίσει τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσητε τὰ ἀφορῶντα τὴν διαθήκην Κρήτσκῃ, ἧς σκοπὸς εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις νέων καταγομένων ἐκ Ζαγορᾶς, Σπετσῶν, Ὕδρας καὶ Πελοποννήσου; Αἱ διατάξεις τῶν διαθηκῶν εἶναι ἱεραὶ καὶ ἀπαράβατοι. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα κληροδοτήματα, ὑπὲρ ἐκπαιδευτικῶν πάντοτε σκοπῶν, τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὴν γνώμην νομομαθῶν, εἶναι ἐλεύθερος νὰ διαθέσῃ, ὡς αὐτὸς σκοπιμώτερον νομίζει. Αὐτὸ δὲ τοῦτο ἔπραξα καὶ ἐγώ...
§92Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ 1880 εἶχε σταματήσει ἡ ἐφαρμογή.
§93ΣΤΑΗΣ. Διότι κατὰ τὸ 1880 τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων ἦσαν εἰς παθητικὴν κατάστασιν, τουτέστι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἶχε χρεώσει τὰ κεφάλαια, διότι, δυστυχῶς, ἐξ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Ταμείου καταβάλλονται πᾶσαι αἱ δαπάναι, τὸ δὲ Δημόσιον, ἐννοεῖται, πάντοτε ηὐπόρει, καὶ ἠδύνατο νὰ πληρώνῃ τὰ ἑκάστοτε ἐκδιδόμενα χρηματικὰ ἐντάλματα ὑπὲρ προσώπων διοριζομένων ὅλως ἀκανονίστως, ἴσως δὲ καὶ ἀδίκως. Τὰ κεφάλαια οὕτω κατὰ τὸ 1880 ἦσαν κατὰ πολὺ ἠλαττωμένα. Ὀρθῶς ἄρα τὸ Διάταγμα τοῦ 1880 διέταξε τὴν μὴ ἐπὶ πλέον διάθεσιν χρημάτων εἰς βάρος τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων· εὐτυχῶς δὲ, οἱ ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον Ὑπουργοὶ δὲν παρέβησαν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο. Οὕτω διὰ τῶν τόκων εἰκοσαετίας ἀνεπληρώθησαν τὰ δαπανηθέντα κεφάλαια, καὶ προσέτι ἐπερίσσευσε ποσὸν δραχμῶν 333,000 ἐκ τῶν τόκων. Τὸ ποσὸν τοῦτο, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διέθεσα, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν διαθηκῶν, ὑπὲρ ἐκπαιδεύσεως Ἑλληνοπαίδων. Ἐπροτίμησα δὲ νὰ σταλῶσιν εἰς Ἑσπερίαν, κατόπιν διαγωνισμοῦ, δώδεκα διδάκτορες τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, φιλόλογοι, μαθηματικοὶ καὶ φυσικοὶ, ὡς καὶ πρὸ ἡμερῶν ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν συστήματος εἶναι ἐπείγουσα· ἀλλὰ τοιαύτην ῥιζικὴν μεταβολὴν ἄνευ εἰδικῶν ἀνδρῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιχειρήσωμεν. Ἔσπευσα ἑπομένως ν’ ἀποστείλω τοὺς ἁρμοδίους εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ κέντρα τῶν μᾶλλον προηγμένων Κρατῶν, ἵνα μορφώσωμεν ἱκανὸν διδακτικὸν προσωπικὸν πρὸς ἵδρυσιν σχολείων ἐμπορικῶν καὶ βιοτεχνικῶν, καὶ προετοιμάσωμεν τοὺς μέλλοντας νὰ θέσωσι τὰς βάσεις τῆς παιδαγωγικῆς καὶ διδακτικῆς μορφώσεως τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως...
§94Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς πόσα ἀνέρχεται ἡ ἐτησία δαπάνη;
§95ΣΤΑΗΣ. Ἐπρόκειτο νὰ ἀποστείλω δώδεκα διδάκτορας, ἀλλ’ ἐστάλησαν μόνον 10, πρὸς 350 δραχμὰς ἕκαστος κατὰ μῆνα· ἄρα ἐτησία δαπάνη 42,000 δραχμῶν, εἰς ἃς δέον νὰ προστεθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως εἰς Εὐρώπην τῶν ὑποτρόφων καὶ τῆς ἐπανόδου, ἀνὰ 500 δραχμὰς δι’ ἕκαστον. Οἱ ἕτεροι δύο ἐκ τῶν ὑποτρόφων, οἱ εἰς Γερμανίαν ἀποσταλέντες πρὸς ἐκμάθησιν τῆς παιδαγωγικῆς καὶ τῆς διδακτικῆς μεθόδου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀπεστάλησαν δαπάναις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν ἀνάφερα, τῆς 9 Φεβρουαρίου 1842, δὲν ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τούτοις ἐν τῇ συλλογῇ τῶν νόμων περὶ μέσης καὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως εὗρον τὸ Διάταγμα τοῦτο. Εἶχον δὲ καθῆκον νὰ ἐνεργήσω συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, προκειμένου νὰ διορισθῶσιν ὑπότροφοι, διότι, κατὰ τὴν γνώμην νομομαθῶν, τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶναι νομοθετικόν.
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κανονιστικόν.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἤδη γνωστὸν εἰς τὸν νομικὸν κόσμον, ὅτι ἐκ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδίδοντο ἐπὶ τῆς πρώτης Δυναστείας, πρὸ τοῦ 1843, θεωροῦνται ἔχοντα νομοθετικὴν ἰσχὺν τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὴν δὲ πρώτην περίοδον καὶ ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐδημοσιεύθησαν δὲ ὑπὸ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχουσιν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ, τὰ ὁποῖα οὔτε Διατάγματα δὲν εἶναι, εἶναι ἥσσονα Διαταγμάτων, διότι κανονίζουσι θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν χρῄζουσι κανονισμοῦ διὰ Β. Διατάγματος, ἀρκοῦσι δὲ ὑπουργικαὶ διαταγαὶ πρὸς κανονισμὸν αὐτῶν. Κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς Βασιλείας ὑπῆρχε σπάνις ἐπιστημονικῶν γνώσεων, οὐδὲ τὰ γράμματα εἶχον διαδοθῆ πανταχοῦ, ὑπῆρξαν δὲ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον καλῶς τὰ τῆς διοικήσεως, οὐδὲ τοὺς νόμους, καὶ πολλάκις ἔπειθον τὸν Βασιλέα νὰ γράφῃ τὴν ὑπογραφήν του ἐπὶ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχρηζον Βασιλικῆς ὑπογραφῆς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ δημοτικοῦ τμήματος εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς τινα ὑπουργικὸν σύμβουλον, ἢ τμηματάρχην, ὅστις, ποιητὴς γνωστός, ἐτύγχανεν ὅμως ἐν παχυλῇ ἀγνοίᾳ τῶν νόμων. Οὗτος, ἐξετάσας δημοτικὴν ἐκλογὴν, ἐνεργηθεῖσαν ἐν Μεγάροις, εἰσηγήσατο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον γνώμην ἀκυρωτικὴν, καὶ ὄντως ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπορρῖψαν τὰς κατὰ τοῦ ἀκύρου αὐτῆς προταθείσας ἐνστάσεις· ἀλλ’ ὅτε διετάχθη ἡ νέα ἐκλογὴ, ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφοραὶ κατὰ τῆς ἀκυρωτικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου, τοῦτο δὲ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναφορῶν ἐκείνων, ἠκύρωσε τὴν ἀκυρωτικὴν ἀπόφασίν του, ἐξέδωκε νέαν, ἐπικυρώσασαν τὴν ἀκυρωθεῖσαν ἐκλογὴν, καὶ διώρισε Δήμαρχον ἕνα τῶν ἐκ τῆς προακυρωθείσης ἐκλογῆς ἀναδειχθέντων ὑποψηφίων.
§98ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἔχω κανένα λόγον ν’ ἀμφισβητήσω τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Γόρτυνος κυρίου Βουλευτοῦ· ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, εἶναι γνώμη νομομαθῶν. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ξένον τῆς προκειμένης συζητήσεως. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ἐὰν παρηνόμησα κατὰ τὴν ἐνέγειάν μου πρὸς διάθεσιν τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων. Ἀλλ’ ἐὰν πάντες οἱ πρὸ τοῦ 1880 Ὑπουργοὶ διώριζον νομίμως τοὺς ὑποτρόφους, κατὰ μείζονα λόγον ἐγὼ δὲν παρηνόμησα, διότι δὲν ἀπέστειλα ὑποτρόφους εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ τῇ συστάσει τῶν φίλων, ἀλλ’ ἀπέστειλα ὑποτρόφους, τοὺς ὁποίους ἐξελέξατο ἐπιτροπὴ, συγκροτηθεῖσα ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου· οὐδὲ ἀνέμιξα, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Γόρτυνος κύριος Βουλευτὴς, τὰ κληροδοτήματα κατὰ περίεργόν τινα τρόπον, ἀλλὰ τοὐναντίον, κατὰ τὸ μικρὸν διάστημα τῆς ὑπουργίας μου, κατώρθωσα νὰ καθαρίσω αὐτὰ, καὶ ν’ ἀποδώσω δραχμὰς 280,000 εἰς τὰ τῶν κληροδοτημάτων κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἄλλος προκάτοχος Ὑπουργὸς εἶχε διασπαθήσει, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ μείνωσιν ἄθικτα, κατὰ τὰς ἱερὰς διατάξεις τῶν διαθετῶν.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου ἢ ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίαν περὶ τοῦ τίς διήρεσε τὰ κληροδοτήματα εἰς γενικὰ καὶ εἰδικά. Συνάγω ἐκ πασῶν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔχω, ὅτι οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἔλαβε τὴν πρόνοιαν ταύτην, ἀλλὰ τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν χειρογράφῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι γεγραμμένον ἀπὸ τοῦ 1877 ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τότε τὸ τμῆμα τοῦ λογιστικοῦ κ. Λυκάκη, ἐν ᾧ ἀναγράφονται τὰ ἔσοδα τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1876 καὶ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1877, ἀναφέρονται ὡς γενικὰ κληροδοτήματα τὰ τῶν Ζωσιμαδῶν, τοῦ Μπόζου, τοῦ Βαρβάκη, τῆς Ρεγγίνας Ρογκότη, τοῦ Ζαλόνσκη, τῆς Σοφίας Κβοστόβας καὶ διαφόρων ὑπὲρ σχολείων καὶ μαθητῶν, ἐνῷ καὶ τὸ τῶν Ζωσιμαδῶν δὲν εἶναι γενικὸν, ὡς προωρισμένον πρὸς βοήθειαν τῆς ἀνατροφῆς τῶν ὀρφανῶν τέκνων τῶν κατὰ τὸν ἀγῶνα πεσόντων ἀγωνιστῶν, καὶ τὸ τοῦ Βαρβάκη, κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος προωρισμένον εἰς τὴν οἰκοδομὴν, διασκευὴν καὶ συντήρησιν Λυκείου, καὶ τὸ τῆς Ρεγγίνας Ρογκότη, προωρισμένον εἰς ἐκπαίδευσιν δύο νέων Ἑλλήνων εἰς τὰς ὡραίας τέχνας, καὶ τὸ τῆς Σοφίας Κβοστόβας, προωρισμένον πρὸς ἀνατροφὴν ἐνδεῶν νεανίδων τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος. Πρέπει δὲ ὄντως νὰ διακριθῶσι τὰ κληροδοτήματα, τὰ προοριζόμενα δι’ ὡρισμένους σκοποὺς ἢ ὡρισμένας κατηγορίας καὶ ὡρισμένους τόπους, ἀπὸ τὰ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα προωρίσθησαν διὰ μαθητάς. Ὡσαύτως τὰ κληροδοτήματα ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἢ ὑπὲρ σχολείων κλπ. δὲν δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωνται μὲ τὰ κληροδοτήματα τὰ προωρισμένα πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων. Εὐτυχῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως σήμερον ἀνήρεσε τὴν πληροφορίαν, ἣν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν προχθές, ὅτε καὶ τὸ κληροδότημα τῶν Ζωσιμαδῶν ἐχαρακτήριζε γενικόν. Τὸ ἕτερον δ’ ἄγγελμα αὐτοῦ, ὅτι τὰ ποσὰ τῶν κεφαλαίων τῶν κληροδοτημάτων, τὰ κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου δαπανηθέντα, ἀποκατέστησεν ἤδη, δὲν εἶναι ἄγγελμα ὑπηρεσίας τινὸς προσφάτου, διότι πρὸς τοῦτο ἔμενον ἄθικτα ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ τὰ χρήματα, δι’ ὧν εἶπεν, ὅτι ἀντικατέστησε τὸ κεφάλαιον τῶν ὅσα εἶχον δαπανηθῆ, καὶ πρὸς τοῦτο εἶχον ἀποτεθῆ ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ, ἵνα συμπληρώσωσιν εἰς τὸ κατὰ τὰς διαθήκας ἀρχικὸν ποσὸν τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων, ὅσα κατὰ παράβασιν τῶν διαθηκῶν εἶχον ἐλαττωθῆ.
§100Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§102Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσω. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν ὥραν, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, πρέπει μᾶλλον νὰ ἀναβάλω δι’ αὔριον. Ἐπιφυλάσσομαι λοιπὸν αὔριον νὰ εἴπω, ὅσα θέλω νὰ εἴπω.
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν. Αὔριον εἶναι Κυριακή.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν Δευτέραν. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἐπιτρέπῃ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἐξακολουθήσω.
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὐχαρίστως. Μάλιστα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος.
§107ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν εἶναι ἡ τρίτη ἢ ἡ τετάρτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀναγκάζομαι μετὰ πολλῆς στενοχωρίας νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία κατέστη ἀφόρητος...
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ἄλλου θέματος;
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος, κύριε Βουλευτά;
§110ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας κατηνάλωσε καὶ γνώσεις καὶ εὐφυΐαν, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ οἰκοδομηθῶσι κατὰ προτίμησιν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῶν δήμων τρίτης τάξεως, ἀλλὰ νὰ οἰκοδομῶνται ἀναμὶξ μετὰ σχολείων τῶν δήμων τῆς δευτέρας τάξεως· ἀλλ’ ὅλα, ὅσα εἶπεν, ἥρμοζον νὰ λεχθῶσι πρὸς ὑποστήριξιν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπροτείνετο νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἐν ὅσῳ ὅμως ὁ νόμος εἶναι γεγραμμένος, καὶ τοσοῦτον σαφὴς, ὅσον αὐτὸς, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ζητήσῃ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ νόμος ἔχει ἀλλοίαν ἔννοιαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σαφῶς τὸ γράμμα αὐτοῦ προτείνει· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸς διαφόρων ἑρμηνειῶν, διότι σαφεστάτη καὶ εὐκρινὴς ἐκδηλοῦται ἐκ τοῦ γράμματος ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 76 αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸν ἐγκεκριμένον τύπον μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν διδακτηρίων, ἢ ἡ κατὰ τοιοῦτον τύπον οἰκοδομὴ νέων διδακτηρίων, γίγνεται τὸ πρῶτον ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων τρίτης τάξεως, μετὰ τὴν πλήρωσιν δὲ τῶν ἀναγκῶν τῶν διδακτηρίων ἐν αὐτοῖς, γίγνεται ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων βʹ τάξεως, ὅταν δὲ πληρωθῶσι καὶ αἱ ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως ἀνάγκαι, γίγνεται ἡ μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων διδακτηρίων, ἢ ἡ οἰκοδομὴ νέων, ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων αʹ τάξεως.» Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ζητήσητε ἑρμηνείαν, οὔτε λογικὴν οὔτε γραμματικήν. Ἑπομένως οἱ διατάξαντες τὴν οἰκοδομὴν σχολείων ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως πρὸ τῆς οἰκοδομῆς σχολείων ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως βεβαίως ἐνεφορήθησαν ἀπὸ καλοῦ σκοποῦ, ἀλλὰ παρέβησαν τὸν νόμον, οὐδ’ ἐπετρέπετο αὐτοῖς νὰ τὸν παραβῶσιν, ἔπρεπε δὲ, ὡς ὁ νόμος ἔχει, οὕτω νὰ ἐκτελεσθῇ· ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν ἀναγκαίαν τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, ὤφειλε νὰ ἑτοιμάσῃ νομοσχέδιον, διὰ νὰ μεταβάλῃ αὐτόν. Εἶναι δὲ ἀσυγχώρητον, ὁσάκις ἡμεῖς νομίζωμεν, ὅτι διάταξις νόμου τινὸς δὲν εἶναι ὀρθὴ ἢ συμφέρουσα, νὰ παραβαίνωμεν τὸν νόμον. Αὐτὸ εἶναι ἀσυγχώρητον. Ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι ἐνομοθετήθη κακῶς, ἂς προτείνουν νόμον μεταβάλλοντα τὸ κείμενον· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἰσχύων νόμος, πρέπει νὰ τηρῆται. Τοῦτο εἶναι ἡ ἠθικωτέρα διδασκαλία, ἣν ἔχομεν νὰ δώσωμεν πρὸς τὸν λαόν· ἡμεῖς δὲ, οἱ ταχθέντες εἰς ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ὀφείλομεν νὰ τηρῶμεν αὐτούς. Ἐπὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν, ὡς πρεσβύτερος ἐγὼ, νὰ μὴ ἐκτείνῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ. Εἶναι ὑπερβολικὸν νὰ ἀναζητῶμεν νὰ μάθωμεν καὶ νὰ ὑπολογίζωμεν, μετὰ πόσα ἔτη θέλομεν ἔχει κτίρια δημοτικῶν σχολείων· διότι, ἂν ἀποθαρρυνώμεθα ἀπὸ τὸν μακρὸν χρόνον, οὐδέποτε θέλομεν τολμήσει νὰ ἀρχίσωμεν. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ Κράτος εἶχε πρὸ τριάκοντα ἑπτὰ ἐτῶν Προϋπολογισμὸν 23 ἑκατομμυρίων, πρὸ ἐτῶν δὲ 22 Προϋπολογισμὸν 44 ἑκατομμυρίων. Οὐδὲ πρέπει νὰ παραβάλλωμεν τὸ Κράτος ἡμῶν πρὸς μεγάλα Κράτη, πρὸ αἰώνων συσταθέντα καὶ ἀπὸ αἰῶνος ἐργαζόμενα καὶ προβαίνοντα, διότι οὕτω πράττομεν ἀδίκημα. Ἡ πνευματικὴ πρόοδος ὁσημέραι συντελεῖται καὶ παρ’ ἡμῖν· πρέπει μόνον νὰ συμπληρώσωμεν τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν πρόοδον αὐτῆς. Μὴ δειλιᾶτε ἐκ τοῦ μικροῦ πληθυσμοῦ, μηδ’ ἀπελπίζεσθε, ὅτι οὐδέποτε θέλουσι συντελεσθῇ τὰ κτίρια. Μήπως ἡ Γαλλία ἐντὸς βραχέος χρόνου κατώρθωσε νὰ οἰκοδομήσῃ πανταχοῦ δημοτικὰ διδακτήρια; Μέχρι πρὸ μικροῦ ἀκόμη τὰ διδακτήρια αὐτῆς δὲν ἦσαν πλήρη, οὐδ’ ὑπῆρχον τοιαῦτα πανταχοῦ· ἂν δ’ εἶχε προοδεύσει κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀνάπτυξιν, ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις πολὺ ὑπελείπετο. Ἐπεσκέφθην πρό τινος σχολεῖον ἀρρένων ἐν τῷ δήμῳ Πειραιῶς ἑξατάξιον, καὶ ἀπῆλθον ἐκεῖθεν πλήρης εὐχαριστήσεως καὶ ἐλπίδων, διότι εἶδον διδακτήριον τελειότατον καὶ ἄριστα λειτουργοῦν. Τίς ἐφαντάζετο κατὰ τὸ 1890, ὅτι μετὰ δέκα ἔτη τοιαῦτα ἤθελον ἀνεγερθῆ καὶ ἐνταῦθα διδακτήρια; Καὶ ἀλλαχοῦ δὲ τῆς χώρας ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἐπαρκῆ. Πρὸ πάντων ἐκτελεῖτε τοὺς νόμους, καὶ καταδηλώνετε εἰς τὸν λαὸν τὴν πρὸς αὐτοὺς εὐλάβειάν σας. Συνιστῶ δὲ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἐκτελῶσι πιστῶς τοὺς νόμους, καὶ ἐὰν δὲν κρίνωσιν αὐτοὺς ὀρθοὺς ἢ πλήρεις· ἂν δὲ κρίνωσιν αὐτοὺς μὴ ὀρθοὺς, ὀφείλουσι νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ζητῶσι τὴν βελτίωσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἡ βελτίωσις αὕτη δὲν νομοθετηθῇ, πρέπει νὰ ἐκτελῶσι πιστῶς τῶν νόμων τὰς διατάξεις.
§113ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ καθησυχάσω τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, δίδων πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς καταστάσεως τῶν διδακτηρίων εἰς τοὺς δήμους τρίτης τάξεως. Τὰ κτίρια τῶν διδακτηρίων σχεδὸν πάντα ἐκτελοῦνται, κατ’ ἐπισήμους πληροφορίας, ἃς ἔχω ἐνταῦθα καὶ θέλω καταθέσει· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ τυπωθῶσιν. Ἐκ τούτων ἐξάγεται πόσα εἶναι τὰ κτίρια τῶν σχολείων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δημόσια καὶ ἰδιωτικά. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι 1922, ἐξ ὧν 809 εἶναι δημόσια καὶ 1113 ἰδιωτικά. Ἐκ τούτων εἰς δήμους γʹ τάξεως εἶναι διδακτήρια δημοτικὰ ἐν ὅλῳ 82, ἐξ ὧν 24 δημόσια, καὶ 58 ἰδιωτικά. Εἰς δήμους βʹ τάξεως διδακτήρια ἐν ὅλῳ 1450, ἐξ ὧν 650 δημόσια, καὶ 800 ἰδιωτικά. Καὶ εἰς δήμους αʹ τάξεως διδακτήρια ἐν ὅλῳ 390, ἐξ 135 δημόσια, καὶ 255 ἰδιωτικά. Ἑπομένως ἡ διάταξις, ἣν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τουτέστιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατασκευὴ κτιρίων δημοτικῶν σχολείων εἰς δήμους βʹ τάξεως, πρὶν ἢ συμπληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῶν διδακτηρίων τῶν τῆς γʹ τάξεως δήμων, ἐτηρήθη. Καταθέτω σημείωμα, ἐν ᾧ ἐμφαίνεται πόσα καὶ ποῖα κτίρια κατεσκευάσθησαν ὑπὸ τῶν προκατόχων μου, καὶ πόσα καὶ ποῖα παρ’ ἐμοῦ. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ καὶ αὐτό.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 198).
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἔχωμεν, ἂν οὐχὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, πίνακα τῶν διδακτηρίων, ἅτινα ὑπάρχουσιν εἰς ἅπαντας τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, μετὰ διακρίσεως τίνα ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπισκευῆς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων, ὅπως προσαρμοσθῶσιν εἰς τὸν τύπον τὸν ἐγκεκριμένον, καὶ τίνα ὄχι; Διότι ὑπάρχουσι δῆμοι, οἵτινες κατώρθωσαν, εἴτε ἐξ ἰδίων πόρων, εἴτε ἐκ δωρεῶν, νὰ ἔχωσιν οἰκοδομήματα σχολείων ἄξια ἐκτιμήσεως, ἀνάλογα πρὸς τὸ τοῦ Πειραιῶς. Γνωρίζω δήμους ἀγροτικοὺς μικροὺς, γʹ τάξεως, ὡς ὁ τῆς Ἐλευσῖνος, ὅπου τὰ δημοτικὰ σχολεῖα κατεσκευάσθησαν μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας. Ὑπάρχουσι καὶ σχολεῖα, ἅτινα κατεσκευάσθησαν ἐκ δωρεῶν, ὡς π. χ. τὸ τοῦ χωρίου Ἀμαρουσίου ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Μελᾶ, τὸ τοῦ δήμου Σαλαμῖνος καὶ ἄλλων. Ταῦτα πάντα ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν, ὅπως κατανείμωμεν καταλληλότερον τὴν δαπάνην. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ παρασκευασθῇ ἡ μελέτη αὕτη καὶ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ ἔτι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πεισθῇ, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, δὲν ἐπιτρέπει ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁμιλεῖ περὶ διδακτηρίων γʹ τάξεως δημοτικῶν σχολείων, καὶ οὐχὶ γραμματοδιδασκαλείων. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν εἶπεν, ὅτι ᾠκοδομήθη γραμματοδιδασκαλεῖον, διότι ἐκρίθη τοῦτο ἀναγκαῖον ὡς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου. Κλίνω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, πρὶν ἐξαντληθῇ πᾶσα μέριμνα περὶ ἄλλων σχολείων, δὲν πρέπει νὰ καταβάλληται μέριμνα περὶ γραμματοδιδασκαλείων, διότι ἄλλως ἐνεργοῦμεν παρὰ τὸν νόμον. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονῇ, ὅτι ἄλλως πρέπει νὰ διορθωθῶσι τὰ πράγματα, ἂς φέρῃ νόμον, κανονίζοντα τὰ περὶ τούτου.
§116Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ὀλίγας λέξεις θέλω εἴπει ἐπί τινος τῶν ζητημάτων, τῶν ἀναφυέντων ἐκ τῆς προκειμένης συζητήσεως. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης συζητήσεως ἀπεδείχθη τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς περὶ τῶν κληροδοτημάτων. Εἶναι δὲ δίκαιον τὸ ἐνδιαφέρον, πρῶτον μέν, ἵνα τιμήσωμεν τὴν μνήμην τῶν ἐθνικῶν τούτων εὐεργετῶν, ἔπειτα δὲ ἕνεκα τοῦ σκοποῦ, ὃν ἔχουσι τὰ ἐθνικὰ ὄντως κληροδοτήματα. Ἐν τούτοις περὶ τῶν κληροδοτημάτων δὲν εἶναι πλήρεις αἱ γνώσεις τῆς Βουλῆς, διότι σπανίως οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προσεκόμισαν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας περὶ τούτων πληροφορίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1882 ἔτος κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμά τι περὶ κληροδοτημάτων ἀτελέστατον, ὅπερ ἔχω μὲν—ἰδού!—(ἐπιδεικνύει αὐτὸ), δὲν φέρει ὅμως ὑπογραφὴν οὔτε Ὑπουργοῦ, οὔτε ἄλλου δημοσίου ὑπαλλήλου. Εἶναι ἐκ δέκα μόνον σελίδων, ἀτελέστατον. Κατὰ τὸ 1887 ἔτος κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν ἔτι ἀτελέστερον σημείωμα, τοῦτο (ἐπιδεικνύει καὶ αὐτό). Μετὰ ταῦτα, ἐν ἔτει 1888, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Μανέτας κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμά τι, φέρον τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ, «περὶ τῆς καταστάσεως τῶν κληροδοτημάτων κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1887», ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι δυστυχῶς ἀτελές. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι δι’ αὐτοῦ ὁρίζεται ἓν ἕκαστον τῶν κληροδοτημάτων, ἂν εἶναι γενικὸν ἢ εἰδικόν, καὶ σημειοῦται ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Διαιρεῖ λοιπὸν τὸ σημείωμα τὰ κληροδοτήματα εἰς γενικὰ καὶ εἰδικά. Καὶ ὁρίζει ὁ τότε Ὑπουργός, τίνα εἰσὶ τὰ γενικὰ καὶ τίνα τὰ εἰδικά. Ἀλλὰ περὶ τῆς διαιρέσεως τῶν κληροδοτημάτων ὑπάρχει καὶ ἄλλη πηγὴ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ὅτε κατὰ τὸ 1870 ἔτος ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸν ἐμὸν πατέρα Δημήτριον Ν. Λεβίδην, Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, νὰ ἐξελέγξῃ τὰ μέχρι τότε ἀνεξέλεγκτα κληροδοτήματα, καὶ νὰ τακτοποιήσῃ αὐτὰ, τὰ κληροδοτήματα διῃρέθησαν ὑπ’ ἐκείνου εἰς τὰς ἑξῆς κατηγορίας: «αʹ) Ἀνάλυσις τῶν κεφαλαίων, ὧν οἱ τόκοι διατίθενται διὰ τὴν ἐν γένει ἐκπαίδευσιν». Ἀναφέρεται δὲ τίνα εἰσὶ τὰ κεφάλαια καὶ τὰ κληροδοτήματα ταῦτα. «βʹ) Ἀνάλυσις τῶν μήπω περιελθόντων εἰς τὴν Ἑλλάδα κληροδοτημάτων. Καὶ γʹ) «Ἀνάλυσις τῶν δωρεῶν καὶ εἰσφορῶν, τῶν διαθετέων μετὰ τῶν τόκων αὐτῶν εἰς ὡρισμένα ἀντικείμενα». Ἑπομένως ὁ ἔχων τὴν περιέργειαν νὰ μάθῃ, τίνα εἰσὶ τὰ εἰδικὰ κληροδοτήματα καὶ τίνα τὰ γενικὰ, ἐκτὸς ὅτι δύναται νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ συναδέλφου κ. Μανέτα, ὡς Ὑπουργοῦ ἄλλοτε τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δύναται νὰ μελετήσῃ καὶ ταύτην τὴν περὶ κληροδοτημάτων πολυσέλιδον καὶ εἰδικὴν μελέτην τοῦ ἐμοῦ πατρὸς, δημοσιευθεῖσαν ἐν ἰδίῳ τεύχει κατὰ τὸ 1870 ἔτος. Μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἔχομεν σπουδαιοτάτας τινὰς ἐκθέσεις καὶ σπουδαιοτάτους τινὰς πίνακας, κατατεθέντας κατὰ διαφόρους ἐποχὰς εἰς τὴν Βουλήν, οὗτοι ὅμως ἀφορῶσιν εἰδικῶς τὸ Τριανταφυλλίδειον κληροδότημα, εἰσὶ δὲ ἐν ὅλῳ 16. Σπουδαιοτάτη δὲ πασῶν τῶν περὶ Τριανταφυλλιδείου κληροδοτήματος ἐκθέσεων εἶναι ἡ συγγραφεῖσα ὑπὸ τοῦ Ζαφειρίου Ι. Ζαφειροπούλου, ὑπουργικοῦ γραμματέως, καὶ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1894 ἔτος, δημοσιευθεῖσα δὲ καὶ ἐν ἰδίῳ τεύχει. Περὶ τοῦ Τριανταφυλλιδείου λοιπὸν κληροδοτήματος πολλαὶ πληροφορίαι κατετέθησαν κατὰ τὴν μακρὰν περίοδον τῶν εἴκοσιν ἐτῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἃς ηὐτύχησα νὰ ἔχω συγκεντρωμένας ἐν τῷ τεύχει, ὅπερ ἔχω ἀνὰ χεῖρας. Μετὰ τὰς στατιστικὰς ταύτας πληροφορίας ἐδημοσιεύθη ἡ ἔκθεσις τοῦ τμηματάρχου κ. Φανδρίδου κατὰ τὸ 1894 ἔτος, ἥτις τῷ ὄντι εἶναι καὶ αὐτὴ ἀξία λόγου. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Φανδρίδου εἶναι κατὰ τὸ σύστημα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶς τῆς πρώτης περὶ κληροδοτημάτων ἐκθέσεως, τῆς συνταχθείσης ὑπὸ τοῦ Δημητρίου Ν. Λεβίδου κατὰ τὸ 1870 ἔτος, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον. Εἶναι πολυτιμοτέρα ἡ ἔκθεσις Φανδρίδου ὅμως κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ χριστιανὸς αὐτὸς ἐφρόντισεν ἐν τῷ τεύχει τούτῳ νὰ δημοσιεύσῃ ἀποσπάσματα τῶν διαθηκῶν τῶν ἀειμνήστων ἐκείνων ἐθνικῶν εὐεργετῶν. Καὶ ὀνομάζω αὐτὸν χριστιανόν, διότι συνέβη μετὰ ταῦτα νὰ πυρποληθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἐκ τοῦ πυρὸς νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τοὺς οὐρανοὺς ὡς καπνὸς ὅλαι αἱ διαθῆκαι τῶν ἀειμνήστων ἐκείνων ἀνδρῶν, ὧν τὸ περιεχόμενον ἄλλως δυσκόλως, ἢ καὶ ποσῶς δὲν ἠθέλομεν γνωρίζει...
§117Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἀντίγραφα.
§118ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Ἑπομένως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1894 ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία οὐδὲν γνωρίζει περὶ τῆς καταστάσεως τῶν κληροδοτημάτων. Παρακαλῶ ἄρα θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πρῶτον μὲν νὰ καταγείνῃ, ἵνα, εἰ δυνατὸν, συγκεντρώσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἢ ἀλλαχοῦ, ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ πυρποληθῇ ἐκ νέου τὸ Ὑπουργεῖον, ἀντίγραφα ὅλων τῶν διαθηκῶν τῶν ἀοιδίμων αὐτῶν εὐεργετῶν τοῦ ἔθνους· ἔπειτα δὲ, ἐὰν βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, — θεωρῶ δὲ καὶ ἐγὼ τοῦτο ἀδύνατον, — ἵνα κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον καταρτίσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἀκριβῆ τῆς λογοδοσίας καὶ τῆς καταστάσεως ἑκάστου τῶν κληροδοτημάτων, εἴτε γενικὰ ταῦτα καλοῦνται, εἴτε εἰδικὰ, εἴτε ὅπως δήποτε. Διότι ἤθελε τῷ ὄντι εἶσθαι ἀπορίας ἄξιον, ἐνῷ τοσαύτην στοργὴν, καὶ δικαίως, δεικνύομεν περὶ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου θησαυροῦ, νὰ διατελῶμεν ἐπὶ ἑξαετίαν ὅλην ἐν ἀγνοίᾳ τῆς καταστάσεως τῶν κληροδοτημάτων. Εἶναι δὲ τὰ ποσὰ τῶν κληροδοτημάτων σήμερον βεβαίως σημαντικώτατα. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον κληροδότημα, τὸ τοῦ Δομπόλη, κατατεθειμένον ἐν τῇ Αὐτοκρατορικῇ Ἐμπορικῇ Τραπέζῃ τῆς Ρωσσίας, ὅπερ, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, ὅστις ἐγένετο κατὰ τὸ 1870 ἔτος ὑπὸ τοῦ ἐμοῦ πατρὸς, θέλει ἀνέλθει μετὰ πέντε ἔτη, ἤτοι τῇ 1 Ἰανουαρίου 1906, ὅτε καὶ παραδοθήσεται τῷ Ἑλληνικῷ Δημοσίῳ, εἰς 6,000,000 δραχμὰς καὶ ἐπέκεινα. Θέλει δὲ χρησιμεύσει τοῦτο εἰς ἀνέγερσιν τοῦ «Καποδιστριανοῦ Πανεπιστημίου» ἐν Ἀθήναις, ἢ «ὅπου τότε ἤθελεν εἶσθαι ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος», κατὰ τὸ γράμμα τῆς ἐμπνευσμένης ἐκείνης διαθήκης. Ἴσως δὲ, Κύριοι, δὲν εἶναι περιττὸν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκεται ἐνίοτε ἡ δημοσία ὑπηρεσία, ὥστε κατὰ τὸ 1870 ἔτος, κατὰ τὴν ἐπίσημον ταύτην ἔκθεσιν περὶ κληροδοτημάτων τοῦ 1870 ἔτους, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τελείως ἠγνόει τὰ τοῦ κληροδοτήματος τούτου, ἔπρεπε δὲ νὰ γένηται ἡ ἐργασία αὕτη, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἵνα γνωσθῇ καὶ τὸ κληροδότημα καὶ ἡ διαθήκη καὶ ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κεφαλαίου μέχρι τοῦ 1906 ἔτους, ὡς ἠκούσατε. Ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι μεταξὺ τῶν πολλῶν φακέλων, οἵτινες ἐστάλησαν εἰς τὸν Δημήτριον Ν. Λεβίδην πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν κληροδοτημάτων, εὑρέθη καὶ ποντικοφαγωμένος τις φάκελος, ἐν ἐλεεινῇ καὶ ἀθλίᾳ καταστάσει, ὅστις περιεῖχε τὸν ἐθνικὸν τῷ ὄντι αὐτὸν θησαυρὸν τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν τοῦ ἀειμνήστου Δομπόλη. Τέλος πάντων ἐπῆλθε τάξις τις ὁμολογουμένως. Ἡ ἔκθεσις τοῦ 1870 ἔτους καὶ ἡ μετὰ ταῦτα τοῦ κ. Φανδρίδου διέχυσαν τοσοῦτον φῶς, ὥστε ἕκαστος προχείρως ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ τὰ κατὰ τὸν ἐθνικὸν τοῦτον θησαυρόν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1894 ἔτους, Κύριοι, οὐδεὶς γνωρίζει τὴν κατάστασιν ἑνὸς ἑκάστου κληροδοτήματος, τὴν ληψοδοσίαν, ἵνα εἴπω τὴν λογιστικὴν λέξιν, ἑνὸς ἑκάστου κληροδοτήματος. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ὅπως ἀναθέσῃ εἰς εἰδικόν τι πρόσωπον, εἰς πρόσωπον ἀνεγνωρισμένης ἱκανότητος, τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον—διότι κατὰ ταύτην βεβαίως εἶναι ἀδύνατον—πίνακας λεπτομερεῖς περὶ τῆς καταστάσεως ἑκάστου τῶν κληροδοτημάτων, τόσον τῶν παλαιῶν, ὅσον καὶ τῶν νεωτέρων.
§119Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ, ἡ δὲ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη καὶ νὰ ὁμιλῇ ἀκόμη καὶ νὰ ἀκούῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν ἐμὴν γνώμην. Δύο κατηγγέλθησαν ὑπερβάσεις, κύριε Πρόεδρε, τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἡ πρώτη ἀφορᾷ τὴν ἀνέγερσιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν κτιρίων, ἡ δευτέρα ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν τῶν κληροδοτημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, κατηγγέλθη, ὡς ἀποτελοῦσα παράβασιν, ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς οἰκοδομὴν διδακτηρίων εἰς δευτέρας τάξεως δήμους, πρὶν ἢ περατωθῶσι τὰ διδακτήρια ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις, ὡς θέλει ὁ νόμος. Μολονότι τοσαύτη ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως διϊστάμενος πρὸς ἐκείνους, οἵτινες, κατ’ ἐμὲ, ὑποστηρίζουσι τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου. Ἐν ᾧ ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι εἰς πάσας τὰς κώμας καὶ τὰς πρωτευούσας τῶν γʹ τάξεως δήμων πρέπει πρῶτον νὰ ἀνεγερθῶσι διδακτήρια, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν φαίνεται συμμεριζόμενος τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι φρονεῖ, ὅτι, ὅπου ὑπάρχουσι μόνον γραμματοδιδασκαλεῖα, ἐκεῖ δὲν ὑποχρεοῦται νὰ οἰκοδομήσῃ διδακτήρια, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τύπος κτιρίων γραμματοδιδασκαλείων. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε καὶ σήμερον ἐξηγήθη, ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη τοῦ νόμου περὶ ἰδιαιτέρου τύπου κτιρίου γραμματοδιδασκαλείου δὲν ἐσκόπει ἄλλο ἢ τοῦτο, νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ δηλονότι ἡ συντήρησις γραμματοδιδασκαλείων ὡς κατάστασις μόνιμος καὶ κανονικὴ ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει τοῦ Κράτους· διότι, ἂν ἐλάμβανε πρόνοιαν ὁ νόμος, ὄχι μόνον περὶ συντηρήσεως αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ οἰκοδομῆς νέων κτιρίων γραμματοδιδασκαλείων προσέτι, τοῦτο προφανῶς θὰ ὑπεδήλου ὁ νόμος. Ἀλλὰ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα δὲν εἶναι τύπος σχολείων μόνιμος καὶ καθιερωμένος μετὰ τῶν ἄλλων ἐν τῷ νόμῳ· τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα εἶναι μία ἀνάγκη, ἐπιβαλλομένη σήμερον, λόγῳ τῆς ἐλλείψεως δημοδιδασκάλων, ἢ λόγῳ τῆς ἐλλείψεως μέσων ἐπαρκῶν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ τῶν δήμων. Οὕτως ἔχουσι σχολεῖα καὶ διδασκάλους πληρωνομένους ὀλιγώτερον. Προφανῶς ὅμως ὁ νόμος, κανονίζων τὰ τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἐνόησεν, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι νῦν γραμματοδιδασκαλεῖα, καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἢ τοιαῦτα μόνον, πρέπει ν’ ἀνεγερθῶσι διδακτήρια, ὡς καὶ διὰ τὰ ἄλλα δημοτικὰ σχολεῖα, διότι ὁ νόμος ἐννοεῖ, καὶ τὸ Κράτος ἐπιθυμεῖ, νὰ προβαίνῃ καθ’ ἡμέραν εἰς ἀντικατάστασιν τῶν γραμματοδιδασκαλείων διὰ δημοτικῶν σχολείων. Ἀφοῦ ἑπομένως τὰ μέσα ὑπάρχουσι, — καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπάρχουσιν, ὅπως ἀνεγερθῶσι διδακτήρια δημοτικῶν σχολείων ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις, — πρέπει νὰ ἀνεγερθῶσι καὶ ὅπου λειτουργοῦσι προσωρινῶς γραμματοδιδασκαλεῖα, καὶ νὰ προτιμηθῶσι παντὸς ἄλλου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἰς τὰς πρωτευούσας καὶ τὰς κώμας, ὅπου ὑπάρχει ὁ ἀριθμὸς, ὁ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀπαιτούμενος πρὸς ὕπαρξιν γραμματοδιδασκαλείων, πρέπει ν’ ἀνεγερθῶσι διδακτήρια, ἀφοῦ ὁ νόμος ῥητῶς τὸ ἐπιτάσσει. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὅμως τοῦ νόμου τούτου ἀνεῦρον ἀδικήματα, καὶ ἐζήτησαν ἕνεκα τούτου τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου. Τὰ ἀδικήματα τὰ εὑρίσκουν εἰς τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ προηγοῦνται τὰ διδακτήρια τῶν τρίτης τάξεως δήμων, ὑπολείπονται ἄνευ διδακτηρίων οἱ δευτέρας τάξεως δῆμοι, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη ἐπίσης εἶναι κατεπείγουσα, ὅπως καὶ τῶν τρίτης τάξεως. Ἀλλ’ ὡς καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη, σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο ἡ θεραπεία πρῶτον τῶν κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν· ὁ νόμος παρετήρησεν, ὅτι ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις, οἵτινες, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καὶ ὀλίγον πληθυσμὸν ἔχουν καὶ πτωχοὶ εἶναι, δὲν ὑπάρχουν ἔστω καὶ τὰ μικρὰ οἰκήματα, εἰς ἃ νὰ δύνανται ἀνθρωπίνως νὰ ἐγκατασταθῶσι τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Πρέπει ὅθεν κατὰ προτίμησιν ταῦτα νὰ κατασκευασθῶσι. Δὲν εἶναι δὲ καὶ τόσα ταῦτα, ὥστε νὰ φοβῆταί τις, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ διατεθῶσιν ἐκ τῶν πόρων, οὓς ὁ νόμος ὥρισε πρὸς κατασκευὴν σχολείων, θὰ ἐξαντληθῶσιν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε δὲν θὰ ὑπολειφθῶσιν, ἵνα κατασκευασθῶσιν, ἢ μετὰ μακρὸν χρόνον, τὰ τῶν δευτέρας τάξεως δήμων. Ὁ νόμος ἐπρόσεξε κυρίως εἰς τὴν κατεπείγουσαν ἀνάγκην τοῦ νὰ ὑπάρχῃ ἓν οἴκημα μὲ στέγην καὶ πάτωμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ δύνανται οἱ μαθηταὶ νὰ διέρχωνται τὰς ὥρας τῆς διδασκαλίας. Καὶ τοιαῦτα ὅμως οἰκήματα, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τοὺς πλείστους τῶν γʹ τάξεως δήμων, εἴτε πρωτευούσας, εἴτε κώμας. Λοιπὸν καὶ διὰ τὸν λόγον τὸν ὑγιεινὸν πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν διδακτηρίων οἱ πτωχότεροι δῆμοι, δηλ. οἱ γʹ τάξεως. Τοῦτο εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγκη, δευτερεῦον δὲ, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀνάγκης, τὸ νὰ προτιμῶμεν τὴν βελτίωσιν, ἣν εἰσάγουσιν εἰς τὴν διδασκαλίαν κτίρια οἰκοδομούμενα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς σχολικῆς οἰκοδομικῆς, ἂν συμφώνως πρὸς αὐτὴν ἀληθῶς ἐσχεδιάσθησαν. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον εἶναι ἡ προστασία καὶ προφύλαξις τῆς ὑγείας τῶν μαθητῶν, πολὺ δὲ περισσότερον ὠφελοῦν καὶ συντελοῦν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν μαθητῶν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ σχολείου θεωρῶ τὴν καθαριότητα παρὰ τὴν ἀπόκτησιν κτιρίων, προσφορωτέρων διὰ τὴν διδασκαλίαν. Ἡ καθαριότης δὲ τοσοῦτον ἀμελεῖται καὶ περιφρονεῖται οὐ μόνον ἐν τοῖς διδακτηρίοις, ἀλλὰ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς δημοσίοις καταστήμασιν, ὥστε δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ πλειστάκις ὡς ματαιοπονίαν τὴν δαπάνην πολλῶν χρημάτων πρὸς ἀνέγερσιν πολυτελῶν κτιρίων, κατὰ κανόνας δὲν ἠξεύρω τίνας, χωρὶς νὰ τηρῆται ὁ πρῶτος καὶ ἀναγκαιότατος κανὼν, ἡ καθαριότης. Εἰσαγάγετε εἰς τὰ διδακτήρια σήμερον, τὰ οἱαδήποτε ἐν Ἑλλάδι, εἴτε δημόσια, εἴτε ἰδιωτικὰ, εἰσαγάγετε καθαριότητα πλήρη καὶ καθημερινὴν, καὶ θὰ ἴδητε, πόσον δι’ αὐτῆς τῆς καθαριότητος καὶ μόνης θὰ συντελέσητε εἰς τὴν εὐεξίαν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν τάξιν καὶ τὰς ἄλλας ἀρετὰς τῶν μαθητῶν. Δὲν πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν παρ’ ἡμῖν μεγάλην σημασίαν καὶ θαυματουργὸν δύναμιν ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν κατασκευὴν κτιρίων σχολικῶν, ὅπως δὲν πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν μεγάλην σημασίαν πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν κατασκευὴν Δικαστηρίων. Ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι εἰς τοιαύτην ἁπλοϊκότητα προβαίνουν, ὥστε νὰ ὑποστηρίζωσιν, ὅτι, ἐὰν ἀνεγερθῶσι μέγαρα Δικαστηρίων, θὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην καλλιτέραν. Ἀλλ’ ὅταν τὸ περιεχόμενον δὲν ἀξίζῃ, οὐδὲν ὠφελεῖ τὸ περιέχον. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνωμεν τὰ ὅρια, καὶ νὰ καταδικάζωμεν τοῦ νόμου τὴν μέριμναν ὑπὲρ τῶν γʹ τάξεως δήμων, προβάλλοντες τὰ δικαιώματα τῶν βʹ τάξεως, οἵτινες εὐκολώτερον δύνανται νὰ εὑρίσκωσιν οἰκήματα διὰ σχολεῖα. Ἡ ἀνάγκη τῶν πρώτων εἶναι μᾶλλον ἐπείγουσα. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ μεταρρύθμισις, ἔπρεπε νὰ γείνῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὁρίζηται κατὰ δήμους, ἀλλὰ νὰ ὁρίζηται κατὰ πληθυσμόν...
§120Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, 30 Βουλευταὶ εἶναι μόνον εἰς τὴν αἴθουσαν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ;
§122Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 40′ μετὰ μεσημβρίαν).