1901.01.12
2,488 rows · 19,521 words · 205 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
τῆς 12 Ἰανουαρίου 1901.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐλάβομεν ἀκόμη τὰ πρακτικὰ τῆς 39ης συνεδριάσεως, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἔχωμεν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω. Θὰ ἐρωτήσω τὸ γραφεῖον.
§3ΝΕΓΡΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, παρατηρῶ, ὅτι, ἐνῷ μᾶς ἐδόθη τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἀπαιτουμένης ὁλικῆς ἢ συμπληρωματικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων ὁδοποιΐας ἐκ δραχ. 2,073,172.38», δὲν μᾶς ἐδόθη καὶ ἡ κατάστασις, ἡ ἀναφερομένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὥστε κακῶς ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον, ἐν ὅσῳ, δὲν ἔχομεν τὴν κατάστασιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ φροντίσω καὶ περὶ τούτου. Τὸ τρίτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς Ψαρῶν. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ χορηγίας πιστώσεων δραχ. 55,000 τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δραχ. 5,800 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δραχ. 451,016.65 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, 3,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ 58,769,695 τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 184–189). Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Ἀδαμόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ παρατάσεως διορίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐν τῷ νομῷ Καρδίτσης». Καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 190). Κύριοι Βουλευταί, ἐπειδὴ, ὡς βλέπετε, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι πρῶτα δύο νομοσχέδια προσωπικὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφισθῶσι διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν συναινῇ, νὰ προχωρήσωμεν ἀμέσως εἰς αὐτὰ, διότι θὰ καταναλώσωμεν τέσσαρας ὁλοκλήρους ὥρας.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ γείνωσιν αἱ ἐπερωτήσεις.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ εἶχον νὰ κάμω μίαν μικρὰν ἐπερώτησιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἦναι δυνατὸν, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἀπαιτοῦνται τέσσαρες ὧραι διὰ τὰ δύο.
§10Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δίκαιον ἔχετε. Ἀλλὰ αἱ ἐπερωτήσεις τί θὰ γείνουν;
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μετὰ ταῦτα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τὴν ἐξαίρεσιν αὐτήν.
§13ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§14Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἕκαστος Βουλευτὴς, ἐὰν ἔχῃ ἐπερώτησιν, δύναται νὰ τὴν ὑποβάλῃ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§16Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ μὲ ἐγγράψητε, κύριε Πρόεδρε, διὰ μετὰ ταῦτα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν θὰ γείνωσιν αἱ ἐπερωτήσεις. Νὰ προσκομισθῶσιν αἱ κάλπαι διὰ τὴν ψηφοφορίαν. (Παρατίθεται μία κάλπη ἐπὶ τραπέζης πρὸ τοῦ βήματος).
§18Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γείνωσι δύο ψηφοφορίαι, ἀντὶ νὰ χάσωμεν τέσσαρας ὥρας διὰ τὰς δύο, νὰ γείνωσι καὶ αἱ δύο μαζύ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς θέλει ἡ Βουλή;
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Νὰ γείνουν καὶ αἱ δύο μαζύ.
§22Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἦναι δύο κάλπαι. Ἕκαστος, ἂν θέλῃ, νὰ ψηφίσῃ εἰς τὴν μίαν, ἢ τὴν ἄλλην.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Νὰ προσκομισθῇ καὶ ἄλλη μία κάλπη.
§24Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶναι μυστικὴ ἡ ψηφοφορία. Ἑπομένως θὰ δίδῃ ὅπου θέλῃ ἕκαστος. (Παρατίθεται καὶ ἑτέρα κάλπη ἐπὶ τῆς τραπέζης).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν Δέσποιναν χήραν τοῦ ἀποθανόντος ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κανάρη». Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη».
§26Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φέρω τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω, διότι δὲν εὑρίσκω, ὅτι ὑπάρχει ἀναλογία. Ὅταν τὸ Κράτος κρίνῃ δίκαιον νὰ ἀπονείμῃ σύνταξιν, πρέπει νὰ τηρῇ τὰς ἀναλογίας· τὰς ἀναλογίας δὲ κανονίζει ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν κοινωνικὴν θέσιν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν προσώπων. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ μικρὰ ἡ σύνταξις τῆς χήρας Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ αὐξηθῇ εἰς τριακοσίας δραχμάς.
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, θέλω τολμήσει νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων· ἐπειδὴ δὲ, συναινέσει τῆς Βουλῆς, προκαλεῖται συζήτησις ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν νομοσχεδίων ὁμοῦ, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ ἀμφοτέρων. Καίτοι δὲ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐκφράζεται, κατὰ τὰ κείμενα, διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, ἐγὼ δὲν διστάζω φανερῶς νὰ δηλώσω τὴν ἐμὴν ψῆφον. Ἡ ἐμὴ λοιπὸν ψῆφος ἔσεται ὑπὲρ τῆς ἀπονομῆς συντάξεως τόσον εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κανάρη, ὅσον καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποθανόντος βουλευτοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη, διότι φρονῶ, ὅτι, ὅταν ἄνδρες ὑπηρέτησαν περιφανῶς τὴν πατρίδα, αἱ δὲ οἰκογένειαι αὐτῶν ἔχουσιν ἀνάγκην ὑλικῆς ὑποστηρίξεως, τὸ Κράτος καθῆκον ἔχει νὰ προσέρχηται εἰς τὴν ἐπικουρίαν ταύτην. Ἐὰν μάλιστα ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἐν τοῖς ἀληθέσιν αὐτοῦ ὅροις, ἡ ὑπὲρ τῆς χήρας τοῦ ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κανάρη σύνταξις δὲν ἀπονέμεται ἕνεκα τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρὸς αὐτῆς, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ μεγάλου ὀνόματος καὶ τῶν ὑψίστων καὶ ἡρωϊκῶν κατορθωμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν, ἃς ὁ πυρπολητὴς Κανάρης προσέφερε κατὰ τὸν ἱερὸν ἡμῶν ἀγῶνα τῇ πατρίδι. Δὲν λέγω, ὅτι ὁ ἀντιναύαρχος Μιλτιάδης Κανάρης δὲν ὑπηρέτησεν ἐντίμως καὶ ἐπωφελῶς τὴν πατρίδα. Πολλοῦ γε καὶ δή! Ἦτο ἀξιωματικὸς καὶ πεπαιδευμένος καὶ ἔντιμος· ἦτο πολίτης χρηστός, ἀνώτερος πάσης οἱασδήποτε ἐπηρείας. Ἀλλὰ ὦμεν δίκαιοι, Κύριοι, καὶ εἴπωμεν τέλος πάντων τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν ὁ ἀντιναύαρχος Μιλτιάδης Κανάρης δὲν ἔφερε τὸ μέγα αὐτὸ τοῦ ἐνδόξου πατρὸς ὄνομα, βεβαίως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἤθελε παράσχει σύνταξιν πρὸς τὴν χήραν ἐκείνου. Διότι τῷ ἀντιναυάρχῳ Μιλτιάδῃ Κανάρη ἐπίσης ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἰσότιμοι καὶ ἰσάξιοι κατά τε γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν, οἵτινες ἐπίσης καὶ ἀκριβῶς ὡς ἐκεῖνος ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα. Καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ ταῖς οἰκογενείαις αὐτῶν δὲν ἀπένειμε σύνταξιν. Διατί; Διότι δὲν ἔφερον τηλικοῦτον ὄνομα. Δὲν ἐπιζητῶ, ἄπαγε, τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐντυπώσεως, ἣν τὸ νομοσχέδιον προαιρεῖται νὰ παραγάγῃ ἐπί τε τῶν ψυχῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, διότι ἐγὼ προέλαβον νὰ εἴπω, ὅτι φανερῶς θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς ἀπονομῆς συντάξεως τῇ τε χήρᾳ τοῦ ἀντιναυάρχου Μιλτ. Κανάρη, ὡς καὶ τῇ οἰκογενείᾳ τοῦ ἀποθανόντος βουλευτοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη. Θέλω ὅμως νὰ καταδείξω, ὅτι ἡ ἀφορμὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ κατ’ ἀλήθειαν ἔμπνευσις τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν Κανάρη, εἶναι, ὅτι διὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἐκδηλώσῃ τιμὴν εἰς τὸ ἔνδοξον ὄνομα τῆς οἰκογενείας. Ἐὰν μάλιστα ἐξήρτητο ἐκ τῆς ἐμῆς γνώμης, ἐγὼ δὲν ἤθελον παντάπασι διστάσει νὰ προτείνω, ὅτι καὶ εἰς τοὺς ἐγγόνους αὐτοὺς τοῦ ἀειμνήστου πυρπολητοῦ, ἐὰν καὶ αὐτοί, ὁ μὴ γένοιτο, ἐδέοντο ὑλικῆς τινος ἐπικουρίας, τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ παράσχῃ βοήθειαν. Διότι τὰ τρόπαια τοῦ γηραιοῦ μετὰ ταῦτα ναυάρχου, τοῦ πυρπολητοῦ τοῦ 1821, ἦσαν τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα, ὥστε καὶ πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων ἂν παρεῖχε τὸ Κράτος εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ, εἰς τοὺς υἱοὺς καὶ τοὺς ἐγγόνους καὶ τοὺς δισεγγόνους, βεβαίως δὲν ἤθελεν ἐπαρκῶς ἀμείψει τὰ ἡρωϊκὰ κατορθώματα τοῦ περικλεοῦς ἐκείνου ναύτου. Ἀλλ’ ἤθελον ἐλαττώσει βεβαίως τὰ τρόπαια ἐκεῖνα καὶ τὴν ἔνδοξον ἱστορίαν τοῦ πυρπολητοῦ τοῦ μεγάλου ἡμῶν ἀγῶνος, περιγράφων ἐγὼ ταῦτα πάντα, ὅταν ἡ Ἱστορία σύμπαντος τοῦ κόσμου πρὸ τοῦ θάρρους τοῦ Κανάρη, πρὸ τῆς τόλμης, πρὸ τῆς τύχης καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων ἔμεινεν ἔκπληκτος. Καὶ ἡ ποίησις καὶ ὁ πεζὸς λόγος μετὰ θαυμασμοῦ ἠτένισαν πρὸς τὸ πρόσωπον ἐκείνου. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι, Κύριοι, ὅτι, διδόντες τὴν ψῆφον ἡμῶν ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀφορῶμεν οὐχὶ εἰς τὸν ἀντιναύαρχον Μιλτιάδην Κανάρην, ἀλλ’ εἰς τὸ εὐκλεὲς ὄνομα αὐτοῦ. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ, σύνταξιν ἀπονέμουσα πρὸς τὴν χήραν τοῦ ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κανάρη, πράττει τι ἔκτροπον. Λέγω ὅμως, ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ὦμεν δίκαιοι, πράγματι δικασταὶ, — διότι ὡς δικασταὶ ψηφίζομεν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην — ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι οἰκογένειαι, ἔχουσαι τὰ αὐτὰ καὶ ἔτι μείζονα βεβαίως προσόντα. Ἐὰν ὁ πατὴρ τοῦ ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κανάρη, ὁ ἀτρόμητος πυρπολητής, παριστᾷ μίαν τῶν πρώτων φυσιογνωμιῶν κατὰ τὸν ἱερὸν ἡμῶν ἀγῶνα, πολὺ μεγαλειτέρας, Κύριοι, — πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν τόλμην νὰ ὁμολογήσωμεν, — πολὺ λαμπροτέρας φυσιογνωμίας ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν, τὴν τοῦ πανελληνίου στρατάρχου τῆς Ρούμελης, τοῦ ἀειμνήστου Καραϊσκάκη, τὴν τοῦ πρώτου τῶν ναυάρχων τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ἀειμνήστου Ἀνδρέου Μιαούλη, τὴν τοῦ μεγάλου στρατάρχου τῆς Πελοποννήσου, τοῦ ἀειμνήστου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Ἂν δὲ ἐντίμως καὶ εἰλικρινῶς ὑπηρέτησε τὸ Κράτος ὁ ἀντιναύαρχος Μιλτιάδης Κανάρης, — τοῦθ’ ὅπερ οὐδεὶς ἀρνεῖται, — μήπως ὁ ὑποστράτηγος Σπυρίδων Καραϊσκάκης, ὁ υἱὸς τοῦ στρατάρχου τῆς Ρούμελης, δὲν ὑπηρέτησεν ἐπίσης ἐντίμως καὶ εἰλικρινῶς τὸ Κράτος; Ὅταν λοιπὸν, παρέχοντες συντάξεις, ἂν ἐμβαθύνωμεν καὶ εἰλικρινῶς ἐξετάσωμεν τὰς ψυχὰς ἡμῶν καὶ τὰς συνειδήσεις, παρέχομεν αὐτὰς ἕνεκα τῶν μεγάλων ἀγώνων καὶ τῶν ἐνδόξων τροπαίων τῶν πατέρων αὐτῶν τῶν ὀνομάτων, διατὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀπονέμουσα τὴν σύνταξιν ταύτην, δὲν θέτει καὶ μίαν κάλπην ἐκεῖ, ὡς ἐν παραδείγματι, ὑπὲρ τῆς χήρας τοῦ ὑποστρατήγου Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη, καθὼς καὶ ὑπὲρ πολλῶν ἄλλων;
§31Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν μικρὰν διασάφησιν;
§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, ὄχι. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἅλυσιν ὁλόκληρον μεγάλων ὀνομάτων τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος, τόσον στρατιωτικῶν, ὅσον καὶ πολιτικῶν, ὧν αἱ οἰκογένειαι ἀκριβῶς πένονται. Ἐξέλεξα τὰ ὀλίγα ταῦτα ὀνόματα, διότι ἀναμφισβητήτως ὑπερέχουσιν ὅλων τῶν ἄλλων. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως καὶ ἐκεῖ, ὑπὸ τοὺς πρόποδας τῆς Ἀκροπόλεως, πρὸ τριάκοντα καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν, γραῖάν τινα ῥακένδυτον, ἣν ἡμεῖς τότε οἱ μαθηταὶ τοῦ Γυμνασίου κατὰ τὰς ἁγίας ἡμέρας ἐπεσκεπτόμεθα, ἀφίνοντες ἐκεῖ ὀβολούς τινας, οὓς ὡς μαθηταὶ ἐδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν πρὸ τοῦ σεπτοῦ ἀληθῶς ἐκείνου βωμοῦ, ἐνθυμοῦμαι τὴν χήραν τοῦ στρατάρχου τῆς Ρούμελης Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου, ἥτις ἀπέθανεν ἔρημος καὶ σκοτεινὴ ἐν τρώγλῃ, λαμβάνουσα βοήθημα ἑξηκοντάδραχμον κατὰ μῆνα! (αἴσθησις). Τί ἠθέλησα, Κύριοι, διὰ τούτων νὰ εἴπω; Πρῶτον μὲν νὰ δηλώσω τὴν ἐμὴν ψῆφον. Ἐὰν ὅμως δὲν θέλωμεν νὰ μυκτηρισθῶμεν, — διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις, — ἐὰν δὲν θέλωμεν καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς νὰ θεωρηθῶμεν ἀδικοῦντες, — διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις, — ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὰ ζητήματα ταῦτα, νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ἣν ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, νὰ ἐξετάσῃ δεύτερον τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἣν ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, ἵνα μάθῃ, ὅτι, πλὴν τοῦ πυρπολητοῦ Κανάρη, ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι, πολιτικοί τε καὶ στρατιωτικοί, ἄνδρες τοῦ ἔθνους, οἵτινες, ἂν οὐχὶ πλειότερον, βεβαίως ὅμως ὅσον καὶ ἐκεῖνος ὑπηρέτησαν τὸ ἔθνος, καὶ ἐμεγαλούργησαν, αἱ δὲ οἰκογένειαι αὐτῶν ἀτυχῶς ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ τύχωσι παρὰ τῆς Πολιτείας ἀρωγῆς, διότι, ἀκριβῶς εἰπεῖν, πένονται. Καὶ ἐὰν, Κύριοι, ἐκτείνω τὸν λόγον, ὀλίγας τάχα ὑπηρεσίας, ὡς ἐν παραδείγματι, παρέσχεν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὁ ἀείμνηστος Τιμολέων Φιλήμων; Ἡ ἀδελφὴ αὐτοῦ — δὲν εἶναι αἰσχύνη διὰ τὴν εὐγενῆ δεσποινίδα νὰ εἴπω τοῦτο, διότι τοιαύτη πενία εἶναι ἔξοχος τιμὴ, — ἡ ἀδελφὴ ἐκείνου πένεται. Ἀληθῶς κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη εἰς πρώτην μόνον ἀνάγνωσιν, καὶ εἶτα ἐγκατελείφθη. Καὶ ὅμως ὁ Τιμολέων Φιλήμων ἦτο εἷς τῶν ἀρχαίων ἐκείνων δημοσιογράφων, οἵτινες ἐκλέϊσαν τὴν ἐθνικὴν δημοσιογραφίαν. Δὲν ὑπῆρξε ζήτημα ἐθνικὸν ἀληθῶς, καθ’ ὃ νὰ μὴ ὕψωσε τὴν εὔγλωττον φωνὴν αὐτοῦ, καὶ ἀείποτε ἐπρωτοστάτησεν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, εἴτε ὅτε, νέος ἔτι, ἐδημοσιογράφει ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἐπίσης δημοσιογραφοῦντος πατρὸς αὐτοῦ, εἴτε ὅτε, ἀνὴρ γενόμενος, αὐτοβούλως διεχειρίσθη τὸν δημοσιογραφικὸν κάλαμον. Οὐδείς ποτε θέλει τολμήσει νὰ εἴπῃ περὶ ἐκείνου, ὅτι ἐπώλησε τὸν ἱερὸν τῆς δημοσιογραφίας κάλαμον ἀντὶ χρημάτων. Ἀλλὰ μήπως ἐκείνῳ τῷ ἀειμνήστῳ ἀνδρὶ δὲν ὀφείλομεν καὶ τὴν ὡραίαν καὶ πολύτιμον αὐτὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς; Δὲν θέλω νὰ μηκύνω τὸν λόγον, καὶ ζητῶ συγγνώμην, ἐὰν ἐποιησάμην κατάχρησιν τῆς ἀνοχῆς, ἣν ἐπιεικῶς παρέχετέ μοι. Ἀλλὰ τὸ πάθος, τὸ κυριεῦον τῆς ψυχῆς μου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ κατὰ τῆς ἀδικίας, ὑπὲρ τῆς ἀληθείας καὶ κατὰ τοῦ ψεύδους, ἂς θεωρηθῇ ὡς λόγος συγγνώμης τῆς παρατάσεως τῆς ἀγορεύσεώς μου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμή, ἵνα ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ ἐμβριθῶς καὶ δικαίως τὸ ζήτημα. Βεβαίως θέλομεν προσέλθει πρὸ τῶν τεθεισῶν καλπῶν, καὶ ὡς πρὸ ἱεροῦ βωμοῦ θέλομεν δώσει τὴν λευκὴν ψῆφον ἡμῶν ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀειμνήστων τούτων ἀνδρῶν, ὑπὲρ ὧν τὰ νομοσχέδια προβάλλονται. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ἐξεγερθῇ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις καθ’ ἡμῶν, ὡς ἀδικούντων, ἐὰν δὲν θέλωμεν, αἱ ψυχαὶ τῶν ἀειμνήστων ἐκείνων ἀνδρῶν, ὧν αἱ οἰκογένειαι παρορῶνται, νὰ καταρῶνται ἡμῶν, ὡς ἀδικούντων, ἐὰν δὲν θέλωμεν, αἱ συνειδήσεις τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, τῶν ἐν τῇ πενίᾳ τηκομένων σήμερον, νὰ ἐξεγείρωνται μετ’ ἀγανακτήσεως καθ’ ἡμῶν, ὡς ἀνθρώπων ἀδίκων, παρακαλῶ καὶ ἱκετεύω ἅμα τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον, ἀλλ’ αὔριον, εἰ δυνατόν, — ἤθελον εἴπει ἴσως σήμερον, ἐὰν δὲν ἀντέκειτο τοῦτο τῷ Κανονισμῷ, — νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως ἀπονεμηθῇ σύνταξις καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐπίσης δικαιοῦνται νὰ ἔχωσιν ἐκεῖ κάλπην.
§33Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω ἐπίσης περὶ ἐκείνων, περὶ ὧν λίαν εὐγλώττως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος εἶπε, διότι αἱ αὐταὶ ἰδέαι μοὶ ἐπῆλθον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέγνωσε τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια. Τὴν στιγμὴν ταύτην βεβαίως δὲν ψιφίζομεν νομοσχέδια συντελοῦντα εἰς περίθαλψιν χηρῶν, ὧν οἱ σύζυγοι προσέφεραν ὑπηρεσίας ἐκτάκτους εἰς τὸ ἔθνος, ἀλλὰ τιμῶμεν δι’ αὐτῶν τὰ ὀνόματα, ἅτινα φέρουσιν αὗται, καὶ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς προσέφεραν εἰς τὸ ἔθνος οἱ ἀρχηγοὶ τῶν οἰκογενειῶν τούτων. Τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, εἶναι κτήματα ἐθνικά· δὲν προτίθεμαι δὲ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ πλέξω τὸ ἐγκώμιον τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκλέϊσαν τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν, ὅπως συστήσω τὴν ἀπονομὴν συντάξεων εἰς τοὺς ἀπογόνους αὐτῶν. Ἁπλῶς ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δέον νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀειμνήστου ὑποστρατήγου Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη· ἠδυνάμην δὲ νὰ εἴπω, ὅτι μείζων εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἔδει νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ ὑποστρατήγου Καραϊσκάκη καὶ τῶν τέκνων αὐτῆς, ἢ ἐκείνη, ἡ ὁποία καλεῖ ἡμᾶς περὶ τὴν κάλπην τῆς συντάξεως τῆς Κυρίας Κανάρη, ὑπὲρ ἧς θέλω βεβαίως καὶ ἐγὼ ψηφίσει. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Κράτος δέον νὰ περιθάλπῃ τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν τῶν μεγάλων ἀγωνιστῶν· ἀλλ’ ἡ ἀπονομὴ συντάξεως δέον νὰ ᾖναι δικαία. Διότι, ἂν ἐλάμπρυνε τὸν ἀγῶνα ὁ δαυλὸς τοῦ πυρπολητοῦ Κανάρη, ἀναμφισβητήτως τὰς σελίδας τῆς ἡμετέρας Ἱστορίας λαμπρύνουν οἱ ἀγῶνες, τοὺς ὁποίους διεξήγαγεν ὁ στρατάρχης τῆς Ρούμελης, ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης. Πολλοὶ βεβαίως ἐδοξάσθησαν, ἀγωνιζόμενοι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος καὶ ἐν τῇ πρώτῃ ὁρμῇ τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης παρέλαβε τὴν Ἑλλάδα πεπτωκυῖαν, κατὰ τὴν ἐποχὴν δ’ ἐκείνην ἀπὸ τῆς δράσεως αὐτοῦ ἐξηρτήθησαν πᾶσαι αἱ ἐλπίδες τοῦ ἀγωνιζομένου ἔθνους· ἅμα δ’ ὡς ἀνέλαβε τὴν ἀρχηγίαν, ἐξεκαθάρισεν ἀπὸ τὴν αἰγυπτιακὴν λώβην τὴν ἑλληνικὴν ἀτμόσφαιραν, καὶ ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ξίφος τοῦ ἀδαμάστου στρατάρχου ἀπέδωσεν ἐλευθέραν τὴν πατρίδα κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅτε ἦλθεν ἐν τῇ Βουλῇ ἡ σύστασις περὶ ἀπονομῆς συντάξεως πρὸς τὴν χήραν τοῦ ἀειμνήστου Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη, δὲν εἴδομεν τὴν συγκίνησιν, τὴν καταλαβοῦσαν σήμερον τὴν Βουλήν, καὶ δὲν εἴδομεν νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ σύνταξις ἐκείνη. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐπέστη πλέον ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἡ Πολιτεία δέον νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς χήρας τοῦ υἱοῦ τοῦ ἐνδόξου στρατάρχου τῆς Ρούμελης. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω πλειότερα, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐξήντλησεν ἤδη τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἑνόνω μετὰ τοῦ κ. συναδέλφου τὴν φωνήν μου, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἤδη περὶ τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀειμνήστου ὑποστρατήγου Καραϊσκάκη. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς συστάσεως ταύτης, πιστεύω, ὅτι θὰ ἔχω σύμφωνον σύμπασαν τὴν Βουλήν.
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§35Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μετὰ τὰς τόσον εὐφραδεῖς καὶ τόσον ὡραίας ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι, διότι πράγματι ἐξηντλήθη τὸ θέμα. Ἐπὶ ἑνὸς μόνον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Καραϊσκάκη ἔπρεπε νὰ δοθῇ σύνταξις καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη λόγον σπουδαιότατον, τὸν ὁποῖον δὲν εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι ὁ Καραϊσκάκης εἶναι ὁ μόνος ἀρχιστράτηγος τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, καὶ ἡ πτῶσις αὐτοῦ καὶ ὁ θάνατός του ἐπέφεραν τὴν ἅλωσιν τῆς Ἀκροπόλεως, ἡ ὁποία θὰ ἠλευθεροῦτο παρ’ αὐτοῦ, ἐὰν ἐκεῖνος δὲν ἐφονεύετο ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Εἶναι λοιπὸν εἷς λόγος περισσότερος, ἵνα ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τὴν χήραν τοῦ ὑποστρατήγου Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη, διότι ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία δὲν ἀναφέρει ἕτερον ἀρχιστράτηγον, φονευθέντα ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ ἐν τῷ πεδίῳ τῆς μάχης.
§36Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη, κύριε Πρόεδρε, ὑπὲρ τῆς ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη.
§37Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ταῦτα εἶπον, ἵνα ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου, καὶ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§38Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προσθέτω δύο λέξεις εἰς ὅσα ἐλέχθησαν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων. Τὸ δοθὲν ἐπίδομα εἰς τὴν χήραν Καραϊσκάκη δὲν προκύπτει ἀπὸ τὸν δημόσιον πλοῦτον, ἀλλὰ προκύπτει ἀπὸ τὴν περιουσίαν τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη, ὁ ὁποῖος ἐκληροδότησεν ὅλην τὴν περιουσίαν του εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ἀφῆκε τοὺς ἀπογόνους του ἐν τῇ πενίᾳ. Δὲν πρέπει ὅθεν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐπίδομα τῶν τριακοσίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη, καὶ τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὁ κ. Εὐταξίας, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εἶχε διακόψει, ἀλλ’ εὑρέθη πάλιν γόνος μεγάλης οἰκογενείας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος, ἐπὶ 10 μόλις ἡμέρας διατελέσας Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐπανέδωκε τὸ ἐπίδομα τοῦτο εἰς τὴν χήραν Καραϊσκάκη. Τὸ ἐπίδομα ὅμως τοῦτο χρησιμεύει μόνον διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ υἱοῦ τοῦ Καραϊσκάκη, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ ἐρχόμενον ἔτος νὰ ἀναχωρήσῃ, καὶ τότε ἡ οἰκογένεια μένει μὲ 160 δραχμὰς τὸν μῆνα. Λοιπὸν δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θέλει ἐπινεύσει, πολὺ δὲ περισσότερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, ὡς Ρουμελιώτης, αἰσθάνεται πολὺ καλὰ, ὅτι μίαν ἡμέραν ὁ πατήρ του, οἱ συγγενεῖς του καὶ ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία του ἐπολέμησαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Καραϊσκάκη, ὅτε οὗτος κατετρόπωσε τοὺς Τούρκους εἰς τὴν Ἀράχωβαν.
§39Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ προαγορεύσαντες, οἱ ὁποῖοι ἀνέφεραν τὸ ὄνομα τοῦ Καραϊσκάκη ὡς πεσόντος ἐν τῇ μάχῃ, ἔπρεπε νὰ ἀναφέρωσι καὶ ὀνόματα ἄλλων ἐπίσης μεγάλων ἀνδρῶν τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ μειοῦται ἡ ἀξία αὐτῶν. Ἔπρεπε νὰ ἀναφέρωσι πρωτίστως τὸ ὄνομα τοῦ ἡρωϊκῶς ἐν Μανιακίῳ πολεμήσαντος Παπαφλέσσα, ὁ ὁποῖος προέταξε τὸ στῆθος αὑτοῦ κατὰ τῶν ὀρδῶν τοῦ Ἰμπραὴμ, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, Ὑπουργὸς ὤν. Καὶ ὅμως ἀκόμη τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ κεῖνται ἐκτεθειμένα, διότι ἡ πατρὶς δὲν ἐφρόντισε νὰ περισυλλέξῃ αὐτὰ καὶ ἀνεγείρῃ μνημεῖον εἰς τὸν ἥρωα Παπαφλέσσαν. Ἐπίσης ἡ οἰκογένεια τῶν Μαυρομιχαλέων ἔσχε τρία θύματα ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν μαχῶν· ἐν Καρυστίᾳ ἔπεσεν ὁ εἷς, καὶ ἀλλαχοῦ οἱ ἕτεροι. Ἐπίσης ἔπεσεν ὁ Ἀναγνωσταρᾶς ἐν Ναυκρίνῳ, ὢν Ὑπουργὸς καὶ οὗτος. Ὁ δὲ λεοντόκαρδος Νικηταρᾶς; ἥρως πραγματικός! Ὥστε, ἐὰν πρόκηται νὰ δοθῇ σύνταξις ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀνέφεραν οἱ προλαλήσαντες, πρέπει νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς πατρίδος. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω χάριν τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον διὰ τῶν συστάσεών σας θέλετε νὰ καταπατήσητε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν...
§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ συζήτησις πρέπει νὰ λήξῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, νὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν πράγματι προτίθεται, κατόπιν τῶν ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας τοῦ ὑποστρατήγου Καραϊσκάκη καὶ ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος, νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἡ Βουλή. Ἐὰν δὲ δὲν θέλῃ νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην της ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, καὶ προτείνω, ὅπως τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, καὶ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἵνα συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ παρέχεται σύνταξις εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος.
§42Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ παρὰ τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐγένετο λόγος διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη, τοῦ υἱοῦ τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ τῆς Ἑλλάδος. Σήμερον λοιπὸν ἐμμένομεν μόνον εἰς τὸ ὄνομα τοῦτο. Ἐὰν ἡ οἰκογένεια τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος εἶναι ἀξία βοηθείας, — καὶ βεβαίως εἶναι ἀξία βοηθείας, — τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἄλλην ἡμέραν θὰ συζητήσωμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ περιορισθῇ μόνον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ν’ ἀποφασίσῃ.
§43Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζω ἄριστα, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς Βουλευτὰς νὰ φέρωσι πρότασιν δαπάνης, γνωρίζω ὅμως ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται εἰς Βουλευτὰς νὰ συστήσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναπτυχθείσας γνώμας περὶ τῆς οἰκογενείας τοῦ Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη καὶ τῆς οἰκογενείας τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος, καὶ ἐν γένει περὶ τῶν εἰς ἀναλόγους περιστάσεις εὑρισκομένων οἰκογενειῶν, καὶ φροντίσῃ περὶ τῆς περιθάλψεως αὐτῶν διὰ προτάσεως περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς αὐτὰς, ἀναλόγου πρὸς τὰς ἀνάγκας των καὶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς χορηγηθείσας εἰς τὸ ἔθνος. Τὴν πρότασιν ταύτην προτείνω, ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες, ὅπως ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ μεταβάλῃ εἰς ἀπόφασιν.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ τὸ ἀποδέχεται.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας νὰ διατυπωθῇ.
§49Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ συστάσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ συστάσεως ἐκ μέρους ὑμῶν, τὴν ὁποίαν σύστασιν πολλοὶ ἀποδέχονται, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ καὶ σκεφθῇ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ προσήκοντα μέτρα.
§51Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον, ὅτι γνωρίζω τὸν περιορισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα εἰς τοὺς Βουλευτὰς, καὶ ἐν γνώσει τοῦ περιορισμοῦ τούτου ποιοῦμαι τὴν πρότασιν, — ὄχι σύστασιν ἁπλῆν, ἥτις νὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς προερχομένη ἐξ ἑνὸς ἢ πλειόνων Βουλευτῶν, ἀλλὰ σύστασιν προερχομένην ἐκ πάσης τῆς Βουλῆς. — Ἐγὼ νομίζω, ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν γνώμην ταύτην· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν οἱ ἀμφιβάλλοντες, ἐζήτησα νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θὰ εἰπῇ πρότασις συστάσεως; Εἶναι σύστασις. Διατυπώσατε ἐγγράφως τὴν πρότασίν σας.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐζήτησεν, ὅπως ἡ σύστασις, ἣν προτείνει, ὑποβληθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς, δηλαδὴ ἀποτελέσῃ σύστασιν τῆς Βουλῆς.
§54Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἰδοὺ πῶς διετυπώθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης καὶ ἐμοῦ ἡ πρότασις: «Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀντιστρατήγου Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη καὶ εἰς τὰς ἀδελφὰς τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος καὶ ἄλλων οἰκογενειῶν.»
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τοῦ Μίληση.
§56Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ πέρυσιν εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς ἡμᾶς τοιαύτη πρότασις, ἀλλ’ ἀπέτυχε· καὶ ἐφέτος ἐπανέρχεται. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἀποτύχῃ καὶ πάλιν, εἶναι περιττή. Ἀλλὰ πρέπει ἡ πρότασις νὰ διαιρεθῇ, διότι δὲν εἶναι ὁμοία ἡ θέσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Καραϊσκάκη μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος. Βεβαίως καὶ ὁ Τιμολέων Φιλήμων προσέφερεν ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τὸ ὄνομα τοῦ Καραϊσκάκη εἶναι ἀθάνατον, ὡς εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Μιαούλη καὶ τοῦ Κανάρη. Δὲν δύναται λοιπὸν παρὰ ἡ πρότασις νὰ διαιρεθῇ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τοιαύτη πρότασις, διότι προτείνει προσθήκην δαπάνης εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ὑποκαθιστᾷ τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ γνώμην εἰς τὴν γνώμην τῶν Βουλευτῶν. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀντιτάξω τὴν ἐμὴν γνώμην, ἔστω καὶ ἂν δὲν γείνῃ δεκτὴ (θόρυβος). Ἐκεῖνο, ὅπερ εἴπετε, δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἡ πρότασις περιέχει ἁπλῆν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ ὡρισμένων προσώπων, καὶ λάβῃ περὶ αὐτῶν τὴν αὐτὴν πρόνοιαν, ἣν ἔλαβε καὶ περὶ τῶν δύο, ὧν τὰ νομοσχέδια ψηφίζομεν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀπονομῆς συντάξεως.
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Βουλὴ συμβουλεύει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ. Τοῦτο δὲ ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν προτείνει ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσωμεν συντάξεις ὡρισμένας, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ θέσητε τὴν πρότασιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ποῦ βλέπετε ψῆφον, ἥτις θέλει ὑποχρεώσει τὴν Κυβέρνησιν;
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ θετικὸν τῆς ἐκφράσεως «νὰ μεριμνήσῃ». Δύναται νὰ διατυπωθῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἦναι ἐπιτακτικός.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀντικαταστήσητε ἐπὶ τῆς ἕδρας ὑμῶν τὸν δικηγόρον Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας, ὅστις, ἂν ἤθελε συζητήσει ταῦτα ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἤθελεν εἴπει ταῦτα, ἅτινα λέγομεν καὶ ἡμεῖς.
§63Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἡ γνώμη ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἦτο ὀρθή, ἤθελε μᾶς φέρει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι παρανομεῖτε εἰς ἑκάστην σύστασιν, διότι καθ’ ἡμέραν γίνονται συστάσεις ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐξ ἀναφορῶν περὶ περιθάλψεως ἢ ὑποστηρίξεως ἀτόμων διαφόρων πρὸς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα. Ἡ σύστασις μόνον πρέπει νὰ ἔχῃ ὡρισμένην ἔννοιαν, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν λογικὴν αὐτῆς βάσιν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιμονή σας, νὰ μὴ θέλητε νὰ διατυπώσητε τὴν πρότασιν συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἀγορεύσεώς σας...
§65Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία λέξις δὲν ἐρεθίζει τὰ νεῦρά σας, διὰ νὰ τὴν διατυπώσω;
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασιν συμφώνως πρὸς τὴν ἀγόρευσίν σας, ἵνα μὴ περιέχῃ ἐντολὴν ἐπιτακτικὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ λέξις «μεριμνήσῃ» δὲν εἶναι ἐπιτακτική· ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐναντία, ὅπως δοθῇ ἡ περίθαλψις. Δὲν λέγω, ὅτι ἀφεύκτως πρέπει ν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀποδίδετε εἰς τὴν πρότασίν σας, ἦναι αὕτη, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ ἐπιμένοντες εἰς τὴν πρότασίν σας ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔννοιαν, δεικνύετε, ὅτι ἐγὼ ἔχω δίκαιον, διότι σεῖς θέλετε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν δαπάνην, ἥτις ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ προταθῇ ὑπὸ Βουλευτοῦ.
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρὸ μιᾶς ὥρας εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέγνωσε τὰ δύο νομοσχέδια. Ἐπὶ τούτων ὡμίλησαν διάφοροι Βουλευταί, οἵτινες ὑπέβαλον τὴν εἰρημένην πρότασιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, καὶ νὰ παρεμβληθῇ ἑτέρα πρότασις; Ἰδοὺ ἡ πρώτη καταπάτησις τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς ὁποίας ἔνοχος εἶναι — πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν — ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐστερήθημεν τῶν φώτων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἰδού, ὅτι σήμερον μᾶς δεικνύει, ὅτι εἶναι παρών, καὶ δὲν παρέρχεται συνεδρίασις, χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως. Ἡ συζήτησις ἀπέδειξεν, ὅτι ὑπάρχει γενικὴ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς ἄνευ διακρίσεως κόμματος, ὅπως συντάξεις τινὲς ἀπονεμηθῶσιν εἰς ἄλλας οἰκογενείας, καὶ οὕτως ἐξήλθομεν τοῦ θέματος. Ἡ Κυβέρνησις, παρακολουθοῦσα τὰς γενομένας συζητήσεις, θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκδηλωθείσας γνώμας. Ἀλλὰ εἶναι δυνατόν, ἀπέναντι ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει πᾶσαν πρότασιν τοιαύτην, ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ; Διότι ποία ἡ ἔννοια τῆς συστάσεως, γενομένης δεκτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὑποχρεωτικὴν ἔννοιαν; Οὐδεμία. Πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι σοβαρῶς συζητοῦμεν, καὶ σύστασιν μετὰ ψηφοφορίαν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεως νὰ δεχθῇ. Ἂν δὲν ἦναι ὑπόχρεως, τί ἄλλο εἶναι ἡ σύστασις; Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ δηλώσῃ, ὅτι θεωρεῖ καθῆκον αὑτῆς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας, καὶ ἐξετάσῃ, κατὰ τίνα τρόπον δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν ἐκδηλωθέντα πόθον. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης θέλει ἡσυχάσει, καὶ θέλει μᾶς ἐπιτρέψει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§70Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ ἀσθένεια μὲ ἠμπόδισε νὰ ἐπωφεληθῶ καὶ ἐγὼ κατά τι ἐκ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Λυποῦμαι διὰ τοῦτο· λυποῦμαι δὲ ἰδίως, διότι ἡ ἀπουσία μου μὲ ἐστέρησε τῆς εὐχαριστήσεως καὶ τῆς ὠφελείας τοῦ ν’ ἀκούσω τὰς εὐγλώττους γνώμας τοῦ τε κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ἡμῶν· λυποῦμαι, διότι δὲν ἔτυχε καὶ ἐγὼ νὰ φωτισθῶ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν, ὅπως μεταβάλω ἢ τροποποιήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως· λυποῦμαι, διότι, καίτοι ἔχων γνώμην περὶ τῆς μὴ εὐαρέστου καταστάσεως αὐτῶν, δὲν ἐφωτίσθην ἐκ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω, ὅτι ἀνέπτυξαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ὑποτίθεται εἰρωνεία.
§73Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σήμερον ὅμως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐφώτισα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διόλου!
§75Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν ἐφώτισα, διότι, ἐὰν προέβην εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, προέβην, διότι ἐζήτουν, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλώσῃ, ποίαν γνώμην ἔχει, κατόπιν τῆς γενομένης συζητήσεως καὶ τῶν ἀναπτυχθεισῶν γνωμῶν περὶ τῆς οἰκογενείας Καραϊσκάκη, τῆς οἰκογενείας Φιλήμονος καὶ τῶν λοιπῶν οἰκογενειῶν, τῶν παρασχουσῶν ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἔθνος. Ἡ δὲ πρότασίς μου ἐφώτισεν αὐτὸν, καὶ τὸν ἐφώτισε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ ὅτι τὴν σύστασιν ταύτην ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Τοιαύτην γνώμην ἐκφράσαντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως, ἐπειδὴ ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκπεφρασμένη, ὅτι ἡ σύστασις ἐγένετο, ὅτι ἡ σύστασις αὕτη θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως ἀποβαίνει περιττὴ πᾶσα ἄλλη πρότασις. Ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἐφωτίσθη, καὶ ὅτι ἐξετέλεσεν ἓν καθῆκον, κατόπιν τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεώς μου.
§76Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἐφώτισε τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ, ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς ἄτομον, δηλῶ, ὅτι μήτε μὲ ἐφώτισε ποτὲ, μήτε θὰ μὲ φωτίσῃ, μήτε εἶναι ἱκανὸς νὰ μὲ φωτίσῃ.
§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δύναταί τις μήτε νὰ ἐπιθυμήσῃ, μήτε νὰ σκεφθῇ, μήτε νὰ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον νὰ φωτίσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.
§78Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐγκύπτω εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, οὐδὲ τοῦ Κανονισμοῦ· ἑπομένως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω, ἂν ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ εἶναι νόμιμος, ἢ μή. Νομίζω ὅμως, ὅτι πάντα ταῦτα ἠδύνατο νὰ ἦναι ἀπόψε περιττὰ, καὶ νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία διὰ τὴν σύνταξιν τῶν προσώπων, περὶ ὧν προνοοῦσι τὰ δύο ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια· αὔριον δὲ ἠδύνατο ὁ κ. ἐξ Ἄρτης, Βουλευτὴς, ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος ἤθελε, νὰ φέρῃ παρομοίαν πρότασιν δι’ ἄλλους. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριε Πρόεδρε, ὁ στρατηγὸς Καραϊσκάκης πόσα ἔτη εἶναι ἀφ’ ὅτου ἀπεβίωσε;...
§79Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐλευθέρα.
§80Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐννοῶ τὸν Σπῦρον Καραϊσκάκην, καὶ οὐχὶ τὸν Γεώργιον... Πόσα ἔτη εἶναι ἀφ’ ὅτου ἀπεβίωσεν ὁ Φιλήμων; Δὲν ὑπῆρχε τότε Βουλή;
§81Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγένετο πρότασις καὶ τότε.
§82Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη καὶ νομοσχέδιον.
§83Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι δὲν ἀπεφάσισαν, ἡ σημερινὴ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ.
§84Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Παρακαλῶ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔπρεπε νὰ τὸ μάθῃ ὁ κόσμος; Δὲν ἤρκουν δύο ἔτη, διὰ νὰ φέρῃ πρότασιν ὁ κ. Καραπᾶνος περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν;
§85Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ τοιαῦται συντάξεις ἀπονέμονται εἰς οἰκογενείας τεθνεώτων· ὅτε δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Σπυρίδων Καραϊσκάκης καὶ ὁ Τιμολέων Φιλήμων ἔζων.
§86Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀπόψε ἀναδειχθεὶς πατριωτισμὸς τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ ἠδύνατο νὰ περιμένῃ μίαν ἡμέραν ἀκόμη, ἀφοῦ ἐπὶ δύο ἔτη ἐπερίμενε. Πέρυσιν ἐγὼ ὡμίλησα διὰ τὴν χήραν Καραβαγγέλη, ὅτε εἶχον ἀποθάνει καὶ ὁ Μίλησης καὶ ὁ Καραϊσκάκης, οὐδεμίαν ὅμως ὑπέβαλα τοιαύτην πρότασιν (θόρυβος).
§87Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον, μετ’ ἀπορίας μάλιστα, ἀπηύθυνεν ὁ κύριος ἐξ Ἀγυιᾶς συνάδελφος, πρέπει ἀμέσως, πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις· καὶ τὴν ἀπάντησιν ταύτην δίδω ἐγώ. Δὲν εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη, τοῦ υἱοῦ τοῦ μεγάλου Καραϊσκάκη, δὲν ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ. Ὅσοι παρεκάθηντο ἐνταῦθα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, θὰ ἐνθυμοῦνται βεβαίως ὅσα, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Σπυρίδων Καραϊσκάκης ἀπέθνησκεν, εἶπεν ὁ τότε βουλευτὴς Κερκύρας κ. Σέχος, ὅστις, ἐν συντριβῇ καρδίας ἀγγείλας εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι στιγμαὶ μόνον ζωῆς ὑπελείποντο εἰς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, ἔκρινεν ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὸν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι, ἐκείνου ἐκλιπόντος, καὶ τῆς συντάξεως μειουμένης, ἡ οἰκογένειά του ἤθελε περιστῆ εἰς δεινὴν θέσιν, οὕτως ὥστε νὰ στερῆται κυριολεκτικῶς καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπαρκοῦς εἰς αὐτὴν ἄρτου, καὶ συνέστησεν, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῶν ἀπογόνων τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη σύνταξίν τινα ἀνάλογον. Πολλοὶ τῶν τότε Βουλευτῶν ἐπεδοκίμασαν τὴν πρότασιν ἐκείνην τοῦ κ. Σέχου, μεταξὺ δὲ τούτων καὶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν παρέλειψα νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ ἐγγοναὶ τοῦ μεγάλου Καραϊσκάκη ἐδικαιοῦντο νὰ τύχωσι τῆς προστασίας τῆς Πολιτείας διὰ τῆς ἀπονομῆς εἰς αὐτὰς συντάξεως, καὶ διὰ τὸν πρόσθετον ἀκόμη λόγον, ὅτι ὁ υἱὸς ἐκείνου καὶ πατὴρ αὐτῶν Σπυρίδων Καραϊσκάκης, ὅτε, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Βασιλείου τούτου, πάντες, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, οἱ συντελέσαντες εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς γωνίας ταύτης ἐλάμβανον ὡς ἀμοιβὴν τῶν ὑπηρεσιῶν των διαφόρους καὶ πάντοτε μεγάλας ἐκτάσεις δημοσίων κτημάτων, εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει νὰ λάβῃ παρομοίαν ἀμοιβήν. Ἡ Βουλὴ λοιπόν, πρὶν ἢ ἀκόμη ὁ Σπυρίδων Καραϊσκάκης κλείσῃ διὰ παντὸς τοὺ ὀφθαλμούς του, ἀποδεχθεῖσα τὴν γενομένην τότε πρότασιν, ἐξέφρασε τὴν πρὸς τὸ μέγα ὄνομα τοῦ 1821 εὐγνωμοσύνην της· καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις βεβαίως θὰ ἔπραττε τὸ καθ’ ἑαυτήν, ἂν δὲν ἐπήρχοντο τὰ τοῦ πολέμου, κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ ὁποίου ὁ Καραϊσκάκης ἀπέθανεν, ἴσως ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν διεξαγωγὴν αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ παροῦσα γενεὰ ἠκύρωσε καὶ κατεσπίλωσε τὴν ἱστορίαν τῆς γενεᾶς, εἰς ἣν καὶ ὁ πατήρ του ἀνῆκε, τὴν πρωτίστην μεταξὺ αὐτῆς λαβὼν θέσιν. Καὶ ἄλλοτε λοιπόν, καὶ ὄχι νῦν τὸ πρῶτον, ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἀπογόνους τοῦ Καραϊσκάκη, ἀλλὰ δὲν ἀπενεμήθη αὕτη ἕνεκα ἐκτάκτων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπερρόφησαν τὴν τότε Κυβέρνησιν. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. ἐξ Ἀγυιᾶς συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἐκ τούτων, ἐλπίζω, θέλει πεισθῆ, ὅτι ὅ,τι εἶπε δὲν ἦτο ἀκριβές. Καὶ νῦν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Διὰ τίνα λόγον, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἀπορεῖ διὰ τὴν ἐπιμονὴν, τὴν ὁποίαν δεικνύουσι Βουλευταί τινες ἐν τῇ συστάσει των, ὅπως ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ υἱοῦ τοῦ Καραϊσκάκη; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὰ εἴπω ἐγὼ καθαρά. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὰς ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τοῦ Μίληση καὶ Φιλήμονος γενομένας συστάσεις, καίτοι ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ὁ Μίλησης καὶ ὁ Φιλήμων ἀνώτεροι ὑπῆρξαν τοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη, εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ὁποίου παρέχεται σήμερον σύνταξις, καὶ ἐρωτῶ: ὑπάρχει τις ὁ πιστεύων, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Κανάρη εἶναι ἀνώτερον τοῦ τοῦ Καραϊσκάκη; Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις πιστεύων τοῦτο· τοὐναντίον μάλιστα, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅσοι ἐμελέτησαν τὴν ἱστορίαν τῶν χρυσῶν ἐκείνων ἑπτὰ ἐτῶν τῆς πατρίδος μας, ἔχουσι σχηματίσει τὴν γνώμην, ὅτι μέγας μὲν ἦτο ὁ πυρπολητὴς Κανάρης, μέγιστος δὲ ὁ στρατάρχης Καραϊσκάκης· καὶ ἐν ᾧ μεταξὺ τοῦ μεγάλου καὶ τοῦ μεγίστου ὑπάρχει διαφορὰ ὑπὲρ τοῦ μεγίστου, διατὶ τάχα ἐν τῇ συντάξει νὰ ὑφίσταται οὐχὶ πλέον διαφορά, ἀλλ’ εὔνοια τοῦ μεγάλου, καὶ παραγκώνισις τοῦ μεγίστου; Τὴν παροχὴν συντάξεων ἀπονεμομένων εἰς οἰκογενείας προσώπων ἱστορικῶν, θεωρῶ, κύριοι Βουλευταί, ἔνδειξιν τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης τοῦ ἔθνους πρὸς τὰ πρόσωπα, χάριν τῆς ἱστορίας τῶν ὁποίων γίνεται ἡ ἀπονομή. Τούτου δ’ οὕτως ἔχοντος, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις πρέπει ἀμέσως νὰ δεχθῇ ὅ,τι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐπροτείνατε, καὶ νὰ θέσῃ παρὰ τὴν κάλπην τῆς κυρίας Κανάρη τὴν τῆς οἰκογενείας τοῦ Καραϊσκάκη, προτείνουσα, ἵνα εἰς αὐτὴν ἀπονεμηθῇ σύνταξις ἀνωτέρα τῆς εἰς τὴν κυρίαν Κανάρη ἀπονεμομένης· διότι τοῦτο μόνον πράττουσα ἠδύνατο νὰ πείσῃ ἡμᾶς πάντας, ὅτι ἀναλόγως τῶν ὑπηρεσιῶν ἀμείβει ἕκαστον, ἐν ᾗ περιπτώσει, ὡς ἐγὼ νομίζω, τιμῆς πρὸς τὸν πενθερὸν ἔννοιαν ἔχει ἡ πρὸς τὴν κυρίαν Κανάρη ἀπονεμομένη σύνταξις. Ἔχει ὅμως ἡ ἀπονεμομένη σύνταξις τὴν ἔννοιαν τῆς τιμῆς πρὸς τὸν Κανάρην; ἢ ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς περιθάλψεως αὐτῆς ταύτης τῆς κυρίας Κανάρη, ἡ νόμιμος σύνταξις τῆς ὁποίας, ὡς συζύγου τοῦ ὑποναυάρχου Μιλτιάδου Κανάρη, υἱοῦ τοῦ μεγάλου Κανάρη, δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς; Ἂν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἡ Κυβέρνησις ἀπονέμῃ τὴν ἐκ πεντακοσίων δραχμῶν μηνιαίαν σύνταξιν εἰς τὴν νύμφην τοῦ μεγάλου Κανάρη, τὴν βεβαιῶ, ὅτι κακῶς πράττει, μὴ σπεύδουσα ν’ ἀπονείμῃ ἴσην, ἂν ὄχι ἀνωτέραν, εἰς τὴν νύμφην τοῦ μεγίστου Καραϊσκάκη, τὴν σύζυγον καὶ τὰ θήλεα ὀρφανὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, τοῦ ὑποστρατήγου Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη. Πᾶν ὅ,τι εἶπον, Κύριοι, δὲν τὸ εἶπον ἀχθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἀποκρούσω τὴν πρότασιν περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν Κανάρη· δηλῶ μάλιστα ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ὁπωσδήποτε θέλω ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς. Τοῦτο ὅμως δὲν μὲ ἐμποδίζει καὶ νὰ διαμαρτύρωμαι κατὰ τοῦ παραγκωνισμοῦ, οὗ ἀξίαν κρίνει ἡ Κυβέρνησις τὴν οἰκογένειαν τοῦ Καραϊσκάκη, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὤφειλε, κατ’ ἐμέ, νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ἐγκαίρως καὶ εἰς τρόπον ὥστε οὔτε ἀφορμὴν νὰ δώσῃ νὰ γένηται ἐνταῦθα τόσος λόγος, οὔτε νὰ ἐπιτρέψῃ εἴς τινα νὰ προτείνῃ, ὅτι — ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν — ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν κυρίαν Κανάρη, ὀλιγώτερον ἀξίαν περιθάλψεως τὴν οἰκογένειαν τοῦ Καραϊσκάκη, ἢ μᾶλλον τὴν αἴγλην τοῦ μεγάλου στρατάρχου Καραϊσκάκη ὠχριῶσαν πρὸ τῆς λάμψεως τῶν πυρπολικῶν φλογῶν τοῦ Κανάρη.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἤδη ἡ ψηφοφορία.
§89Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀπέσυρεν ὁ κ. Καραπᾶνος.
§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἀποσύρω, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι προηγήθη ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θέλει γραφῆ εἰς τὰ πρακτικά. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Πλατούτσα καὶ Π. Δ. Πετρίδου, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 155, καὶ εἷς ἠρνήθη νὰ ψηφοφορήσῃ. Ὑπὲρ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν Δέσποιναν χήραν τοῦ ἀποβιώσαντος ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κ. Κανάρη» ἐψήφισαν 124, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου 31. Ὑπὲρ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη» ἐψήφισαν 119, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου 36. Ἑπομένως ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ἐγένοντο δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν εἰς πρώτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται εἶτα τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, καὶ γίνεται δεκτόν. Ἐπίσης ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, καὶ γίνεται δεκτόν.)
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λάππας ἔχει τὸν λόγον.
§95Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Δαυλίδος τοῦ δήμου Χαιρωνείας τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, δι’ ἧς οὗτοι ἐκθέτουσιν, ὅτι εἶχον καλέσει, συνεπείᾳ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τὸν νομομηχανικὸν Βοιωτίας κ. Ἀποστολόπουλον, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς σύνταξιν σχεδιαγραμμάτων διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου. Τὰ σχεδιαγράμματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν ἐπ’ ἀμοιβῇ 300 δραχμῶν, ἀπεστάλησαν διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 4161 καὶ 4883 ἐπισήμων ἐγγράφων τῆς Νομαρχίας Βοιωτίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου· ἀλλ’ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, γενομένης ἐξετάσεως, δὲν κατωρθώθη νὰ τὰ εὕρωσιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι. Ὑποβάλλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν θερμῶς, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν εὑρεθῶσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος σχεδιαγράμματα, διὰ τὰ ὁποῖα, ὡς προεῖπον, οἱ ἀναφερόμενοι ἐπλήρωσαν δραχμὰς 300, νὰ διαταχθῇ ὁ νομομηχανικὸς Βοιωτίας νὰ συντάξῃ νέα σχεδιαγράμματα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φαρμακείων νόμων». Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Γ. Ραδινὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιθεωρητοῦ τῆς γεωργίας». Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 191–192). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§97Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ κατατάξεως τῶν διπλωματούχων μηχανικῶν τῆς ἐν Ἀθήναις Σχολῆς τῶν μηχανουργῶν τοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου εἰς τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ κελευστοῦ μηχανικοῦ». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐπειγούσης ἀνάγκης, καὶ ὡς τοιοῦτον τὸ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καθ’ ἑκάστην ἀραιοῦται, διότι πολλοὶ τῶν ἐχόντων συμπεπληρωμένην ὑπηρεσίαν πρὸς ἀπονομὴν αὐτοῖς συντάξεως δυστυχῶς ἀποχωροῦσιν. Ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια, ὅπως κατατάξωμεν μηχανικοὺς εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ εὑρεθῶμεν ἄνευ μηχανικῶν, καὶ θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ μετακαλέσωμεν ξένους μηχανικοὺς μὲ μισθοὺς ἁδροτάτους.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 193).
§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δι’ ἐπερωτήσεως ᾐτήσατο νὰ κατατεθῇ σημείωμα, ἐνδεικνῦον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ ἐπιβληθέντος ἐπιπροσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων. Τὸ σημείωμα τοῦτο ὑποβάλλω. Δὲν ἐγένετο ὅμως εἰσέτι ἡ κατάθεσις, διότι αἱ εἰσπράξεις τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου δὲν ἐλήφθησαν, καὶ τηλεγραφικῶς ἀναμένονται αἱ εἰσπράξεις τῶν διαφόρων καπνοκοπτηρίων, ὅπως ἐξακριβωθῇ τὸ ποσὸν καὶ γένηται ἡ κατάθεσις. Κατὰ τὸ σημείωμα, κατηναλώθη τὸ 1900 ποσὸν ὀκάδων καπνοῦ 1,151,771, εἰσεπράχθησαν δὲ δρ. 8,542,296, καὶ ἐκ σιγαροχάρτου 2,637,123, τὸ ὅλον δραχ. 11,179,419. Ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑπεγγύων προσόδων θ’ ἀποδοθῶσιν 7,060,000 δραχμαί, ἀναλογοῦσαι πρὸς 1,017,000 ὀκάδας καπνοῦ, καὶ 2,921,738 δραχ. ἐκ σιγαροχάρτου, ἤτοι θ’ ἀποδοθῶσιν ἐν ὅλῳ δραχ. 9,981,378, καὶ θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν 1,198,041 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων, μόνον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ καπνοῦ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 65,400». Ἐπειδὴ δὲ συνεπληρώθησαν πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν χορηγίαν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1900, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σύνολον τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεων. Τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη πίστωσις ἀναπληρωματικὴ «διὰ μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἔξοδα ἐν γένει» ἐκ δραχμῶν 23,163. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐζητήθη πίστωσις διὰ ποσὸν δραχ. 451,016. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐζητήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 944,117. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐζητήθη πίστωσις δραχ. 58,000. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δραχ. 5,800. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ σήμερον ὑπεβλήθη, ἐζητήθη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 65,400. Καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πίστωσις δραχμῶν 6,450. Ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 1,553,946. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8 τρέχοντος μηνὸς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον δὲν ἀφορᾷ κυρίως εἰς χορηγίαν νέας πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς, διότι δι’ αὐτοῦ προτείνεται συνάμα ἡ ἀκύρωσις ἑτέρας πιστώσεως, κεχορηγημένης διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἐκ δραχμῶν 133,130. Αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν ἔχουσι λόγους νὰ ὑποβάλωσι νέας αἰτήσεις πρὸς χορηγίαν πιστώσεων. Οὕτω τὸ ποσὸν τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων δὲν θέλει ὑπερβῆ τὰ 2,000,000.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 194).
§101Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐκτὸς τῆς δηλώσεώς σας, ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰ δύο ἑκατομμύρια αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, ὑπῆρχε καὶ δήλωσις, ὅτι θὰ μείνωσιν 6,400,000 δρ. ἀδιάθετοι πιστώσεις. Ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, παρατηροῦμεν, ὅτι ἐλαττοῦνται τὰ ποσὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐν μὲν τῷ δημοσίῳ χρέει, διότι ἀφαιρεῖται πίστωσις δρ. 500,000, ἐν δὲ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξαλείφεται σχεδὸν ἡ πίστωσις ἡ ἀναπληρωματική, διότι μένει ποσὸν ἀδιαθέτου πιστώσεως ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου· ὥστε, ἂν χωρίσωμεν τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων ἐκ τῶν ἀναπληρωματικῶν, θὰ ἔχωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐπὶ πλέον τῶν ὅσας ἐδηλώσατε 1,800,000 δρ. περίπου διὰ τὸ δημόσιον χρέος καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, αἱ διδόμεναι καὶ μὴ συμψηφιζόμεναι μὲ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, θὰ ἐλαττώσωσι τὸ ποσὸν τῶν 6,400,000, ἐκ τῶν ὁποίων 2,000,000 ἐπρόκειτο νὰ ζητήσητε διὰ πιστώσεων. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ σύγχυσις, λέγω, ὅτι πιστώσεις ἀδιάθετοι μένουσιν 6,400,000 δραχμαί, ὡς ἐδηλώσατε. Ἂν δὲ μείνωσιν αἱ πιστώσεις αἱ ἀναπληρωματικαί, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, ἄσχετοι μὲ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, εἶναι 3,000,000, ἅτινα ὑποβιβάζετε, συμψηφίζοντες ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις μὲ ἀδιαθέτους. Ἑπομένως τὸ σύνολον τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000, καὶ οὐχὶ 2,000,000, ὡς εἴχετε δηλώσει.
§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε ἐδήλωσα, ὅτι ὑπολογίζω πιστώσεις ἀδιαθέτους ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1900 δρ. 6,400,000, οὐδεμίαν ὑπελόγισα ἔκπτωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἶπον, ὅτι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, θὰ ὑπάρξωσι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ δραχ. 700,000. Κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἐζητήθη ἀκύρωσις πιστώσεως δραχ. 1,515,200, καὶ χορηγία νέας ἐκ δρ. 1,382,070· ὥστε ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἐκ δραχ. 133,130. Ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα κεφάλαια πιστώσεων, ἐφ’ ὧν εἶναι πιθανόν, κατὰ τὰς κρίσεις τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ὑπάρξῃ πλεόνασμα ἀδιάθετον. Συγχίζετε δύο πράγματα, συγχίζετε τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1900 πρὸς τὸ ποσὸν τῶν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀπομενουσῶν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἀδιαθέτων πιστώσεων. Εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1900, εἶπον, ὅτι 114 ἑκατομμύρια δρ. εἶναι αἱ πιστώσεις αἱ χορηγηθεῖσαι, κατὰ πᾶσαν δὲ πιθανότητα, θὰ αἰτηθῶσιν ἀκόμη πιστώσεις δύο ἑκατομμυρίων, ἤτοι τὸ ὅλον δραχμαὶ 116,000,000. Ἐξ αὐτῶν ὑπολογίζω ἀδιαθέτους πιστώσεις δραχ. 6,400,000, ἑπομένως πιστώσεις πραγματοποιηθησομένης δραχ. 110,000,000. Ὑπολογίσας δὲ ἀφ’ ἑτέρου δρ. 112,000,000 εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1900, εἶπον ὅτι θὰ ὑπάρξῃ πλεόνασμα, ἢ πάντως θὰ ὑπάρξῃ ἰσοζύγιον. Εἰς πρώτην εὐκαιρίαν θὰ ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας νεωτέρας, ὡς πρὸς τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1900, τὰ ὁποῖα ἀποτελέσματα θὰ παράσχωσι τεκμήριον βάσιμον, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1900 θὰ καταλήξῃ πάντως εἰς ἰσοζύγιον.
§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως θὰ ἦναι εὐχάριστον νὰ πεισθῶμεν περὶ τούτου· ἀλλ’ ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἀναιρεῖται ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός· διότι ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ λάβῃ, κατ’ ἀνώτατον ὅρον, δραχ. 2,000,000· ἑπομένως αἱ δαπάναι θὰ ἀνέλθωσιν ἀπὸ 114 ἑκατομμύρια εἰς 116 ἑκατομμύρια. Ἐξ αὐτῶν τῶν 116 ἑκατομμυρίων θ’ ἀφαιρεθῶσι τὰ 6,400,000, αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, διότι εἴτε τὰ συμψηφίζητε μὲ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, εἴτε τὰ ἀφαιρῆτε ἐκ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ αὐτό. Αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖτε παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀνέρχονται εἰς τρία περίπου ἑκατομμύρια, καὶ ὄχι εἰς 1,500,000· καὶ τοῦτο ἤθελον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, θὰ πεισθῇ, ὅτι ἀνέρχονται εἰς 3,000,000 δρ. αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, καὶ θ’ ἀναβιβάσωσι τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς 117,000,000, καὶ ὄχι εἰς 116,000,000, διότι εἰς 3,000,000 καὶ πλέον ἀνέρχονται αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις διὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων. Ἀλλὰ συνάμα ἀνακοινοῦτε ἁπλῶς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἔχητε καὶ 1,500,000 δραχ. ἀδιαθέτους πιστώσεις ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τοῦτο τὸ ποσὸν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸ σύνολον τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Ἐὰν ἀφαιρέσητε αὐτὰ ἐκ μιᾶς ἑκάστης ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καὶ ἐλαττώσητε ἑκάστην ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν σχετικῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, δὲν δύνασθε πλέον νὰ ἀφαιρέσητε καὶ τὸ σύνολον τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ἐκ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Τὸ σύνολον τῶν ἐψηφισμένων δαπανῶν, τὸ σύνολον τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐκτάκτων διὰ νόμου ἐπιτραπεισῶν θὰ ἀνέλθῃ εἰς 117,000,000, διότι, ὡς εἶπον, 114,000,000 ἐψηφίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ 3,000,000 εἶναι αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, 6,400,000, ἢ 7,000,000. Τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζομεν ἡμεῖς θετικῶς, τὸ βεβαιοῦτε ὑμεῖς, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ διαψεύσωμεν, μολονότι ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλωμεν, διότι ἐζητήσαμεν ἐπανειλημμένως πληροφορίας, καὶ δὲν μᾶς ἐδώσατε τοιαύτας. Ἡ μόνη πληροφορία, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδετε, εἶναι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἔχῃ 3,000,000 δραχ. ἀδιαθέτους πιστώσεις· περὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων δὲν περιέχεται τι ἐν τῇ ἀγορεύσει σας. Λοιπὸν εἰς 117,000,000 θὰ ἀνέλθῃ τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἐκ τῶν 117 ἑκατομμυρίων θὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Πόσον εἶναι τοῦτο, δὲ δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν, διότι δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα τὰ πιθανά. Ὅταν ὑποβάλητε ταῦτα, τότε θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον θὰ ἐλαττωθῶσι τὰ 117 ἑκατομμύρια.
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ ἀπαντήσω διὰ μακρῶν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι συνεπληρώθησαν ἤδη πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλήν, περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων αἰτεῖται ἡ χορηγία πιστώσεων δραχ. 1,553,946. Προσέθηκα, ὅτι, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, εἶχον δηλώσει, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ποσότητος μὴ ὑπερβαινούσης τὰ 2,000,000. Συμπληρωθέντων ἤδη τῶν νομοσχεδίων, εἶπον, ὅτι νομίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρξα ὑπερβολικὸς εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ποσοῦ τῶν πιστώσεων τῶν ἀναπληρωματικῶν· ὁ ἀξιότιμος ὅμως Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς πίστωσιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ὑπέλαβεν, ὅτι ἐν τῷ ὑπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον ἐποιησάμην περὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων κατὰ τὸ 1900, περιελήφθη καὶ ἡ ζητηθεῖσα τελευταίως διὰ τὸ δημόσιον χρέος· ἀπήντησα, ὅτι, ὅτε ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ὑπολογισμούς μου, οἱ ὁποῖοι ἐστηρίζοντο εἰς τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα, δὲν περιελαμβάνετο ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπαναλαμβάνω, προτείνεται ἡ χορηγία πιστώσεως ἐκ δρ. 1,382,070, καὶ ἀκύρωσις πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1,515,200· ἄρα προτείνεται κυρίως ἐλάττωσις πιστώσεως ἐκ δραχ. 133,130. Ἐπειδὴ ὅμως ἐδήλωσα, ὅτι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον τότε γείνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι, ἀνελεύσονται εἰς 700,000 δραχμάς, ὑπάρχει μία διαφορά. Ἀλλὰ πάντοτε τὰ κεφάλαια τῶν τοιούτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν...
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 133,130 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον τῶν ἤδη ζητουμένων;
§106ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκύρωσις προτείνεται 1,515,200 δρ. Ἄρα ὑφίσταται πλεόνασμα δραχ. 133,130. Ὡς πρὸς τοῦτο παρετήρησα, ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι 700,000 δραχ. τὸ ἀδιάθετον ποσόν· πάντως ὅμως, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχουσιν ἕτερα κεφάλαια καὶ ἄρθρα πιστώσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἀδιάθετον ποσὸν 700,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν, ὅτι προτείνομεν σήμερον πρόσθεσιν πιστώσεως 1½ ἑκατομμυρίου...
§107Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 1,800,000.
§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προεβλήθησαν αὐξήσεις 1½ ἑκατομμυρίου, καὶ ἐξηγήθησαν σαφῶς οἱ λόγοι. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐπαναλαμβάνει τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀκυρωτέων πιστώσεων! Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουσιν οὐσιαστικὴν αὐτὰ πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον κυρίως ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν; Ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν ἐγνώρισα, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων καὶ διὰ νόμων, αἱ πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἀνῆλθον εἰς 114,000,000. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θέλουσι προστεθῆ 2,000,000. Σήμερον προστίθεται 1½ ἑκατομμύριον. Μετέδωκα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ὑπολογισμούς μου, καθ’ οὓς θὰ ἔχωμεν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἀδιαθέτους πιστώσεις 6,400,000 δραχμῶν. Ὑπολογίσας δὲ τὰς εἰσπράξεις εἰς 112,000,000, κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1900 πιθανώτατα θ’ ἀφήσῃ πλεόνασμα, πάντως δὲ θὰ κλείσῃ εἰς ἰσοζύγιον. Πρὸς τί ὅλη αὐτὴ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν εἶναι 1½ ἑκατομμύριον, ὅτι εἶναι 3,000,000 αἱ πιστώσεις, καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν εἶναι 116,000,000, ἀλλὰ 117,000,000 δραχμαί; Δὲν ἐννοῶ τὸν σκοπὸν τῆς τοιαύτης συζητήσεως. Ὅταν ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν τὰ εἰς χορηγίαν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἀφορῶντα νομοσχέδια, ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀποδείξω καὶ λεπτομερέστερον τὴν δήλωσιν, ἣν ἐποιησάμην εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1900 θὰ παρουσιάσῃ περίσσευμα.
§109Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὸ γενικὸν τοῦτο ζήτημα δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποιεῖται σύγχυσιν. Ἡ σύγχυσις δὲ εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου του ἀκριβῶς—ἔχω ἐνώπιόν μου τὸ νομοσχέδιον—τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ πίστωσιν δραχ. 1,382,070. Τὴν πίστωσιν αὐτὴν θὰ τὴν λάβῃ καὶ θὰ τὴν προσθέσῃ εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὥστε τὴν πίστωσιν αὐτὴν, ἣν μοιραίως λαμβάνει, θὰ τὴν προσθέσῃ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ· θὰ προσθέσῃ 1,382,070 δραχμὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Συνάμα ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν πιστώσεων ὑφισταμένων ἤδη καὶ αἵτινες θὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι. Αἱ πιστώσεις αὗται ἀνῆλθον εἰς 1,515,200 δραχμάς· ὑποθέτω δὲ, ὅτι περιλαμβάνονται εἰς τὰ 6,400,000 δραχ. τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς σύνολον τῶν τοιούτων πιστώσεων. Ἐὰν ἑπομένως περιλαμβάνωνται εἰς τὸ σύνολον, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συγχυσθῶσι καὶ νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῷ εἰδικῷ τῆς πιστώσεως ταύτης. Ὑπάρχουσι πιστώσεις δραχ. 1,382,070, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ ὡς πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ὑπάρχει κατηγορία ἀδιαθέτων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι μέρος τῶν 6,400,000 δραχμῶν. Ὥστε ἀναμφισβητήτως—καὶ ὅταν θὰ ἴδῃ τὴν πίστωσιν ταύτην ἀναγραφομένην ὁ κ. Ὑπουργός, θέλει πεισθῇ—τὸ σύνολον τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τοῦ 1900 θέλει ἀνέλθει κατὰ 3,000,000 καὶ ἄνω ἐπὶ πλέον τῶν ἀναγραφεισῶν πιστώσεων ἐν τῷ ψηφισθέντι Προϋπολογισμῷ, καὶ ἑπομένως, ἐπειδὴ 114,000,000 δρ. εἶναι αἱ ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸ σύνολον αὐτῶν θέλει ἀνέλθει εἰς 117,000,000 καὶ πλέον. Θέλει δὲ πεισθῆ πάλιν ἐκ τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ἐν τοῖς λογιστικοῖς βιβλίοις, ὅτι 1,515,200 δραχμαὶ τῶν ἀκυρουμένων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θέλουσιν ἀποτελέσει μέρος τῶν 6,400,000 δραχμῶν περίπου, τὰς ὁποίας ὑπελόγισεν ὡς ἀδιαθέτους πιστώσεις. Τοῦτο ἤθελον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ἵνα τοῦτο παραδεχθῇ τις, δὲν χρειάζεται, νομίζω, νὰ ἦναι τόσον δεινὸς λογιστής, ὡς εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀρκεῖ μόνον νὰ θέλῃ νὰ προσέξῃ, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν λογικὴν παρατήρησιν, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι 117,000,000 δρ. καὶ πλέον θέλομεν ἔχει δαπάνας ψηφισθείσας διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, καὶ 6,400,000 δραχ. θὰ ἔχωμεν, κατὰ τὰς δηλώσεις του, ἀδιαθέτους πιστώσεις. Εἰς δὲ τὰ 6,400,000 θὰ περιλαμβάνωνται καὶ αἱ δραχ. 1,515,200 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τοῦτο ἂς ὑπολογίσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ θέλει ἴδει, ὅτι δὲν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξέρχηται τῶν λογιστικῶν κανόνων, ἀλλ’ ὅτι ὁ ἴδιος ποιεῖται σύγχυσιν, θέλων νὰ συγχίσῃ τὴν εἰδικὴν κατάργησιν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καὶ νὰ ἐπιμείνῃ καὶ εἰς τὰ 6,400,000 τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν.
§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον. Μίαν μόνην παρατήρησιν ποιοῦμαι, ὅτι ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἀποτελέσμασιν οὐδὲν γίνεται μοιραίως, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής· γίνονται ὅλα ἐξ ὑπολογισμῶν καὶ ἐκ μερίμνης ἐνδελεχοῦς. Ἐλπίζω, ὅτι ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει θὰ ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ θέματος τούτου, διατελῶ δὲ πεπεισμένος, ὅτι κατ’ αὐτὴν θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὅπως ἠπατήθη εἰς τὰς προβλέψεις του ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, οὕτως ἀπατᾶται καὶ εἰς τὰς τῆς χρήσεως τοῦ 1900.
§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠπατήθην.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε πεντάκις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ πέμπτη φορά.
§113Φ. ΝΕΓΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ὁσάκις ἐγένοντο προτάσεις περὶ νομοθετήσεως τοῦ συστήματος τῆς παρακρατήσεως, ἀπέφυγα ν’ ἀποφήνωμαι γνώμην. Ἀλλ’ ὅτε αἱ περιστάσεις τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν κατεστάθησαν τοσοῦτον δυσχερεῖς, ὥστε ἐξηγέρθη τὸ φρόνημα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ πανταχοῦ, ὑπέλαβον, ὅτι ἡ περίοδος ἐκείνη μοὶ παρεῖχεν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν οἱ παρελθόντες χρόνοι δὲν μοὶ εἶχον παράσχει. Ἀληθῶς κατὰ τὸ 1890 εἶχον παρακαλέσει φίλον μου νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο φόρος ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος μιᾶς δραχμῆς κατὰ πᾶσαν χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν, ἐνόμιζον δὲ, ὅτι διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ἤθελε συγκεφαλαιωθῇ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου τούτου ἐπί τινα ἔτη, θὰ ἠδυνάμην νὰ κατορθώσω νὰ συστηθῇ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἤθελεν ἀναλάβει τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς τοῦ προϊόντος καὶ ὑπὲρ τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ. Ἀφοῦ δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἠναγκάσθην τότε νὰ ἐγκαταλίπω, διότι δὲν ἐφάνη ἡ Βουλὴ διατεθειμένη νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ, ἐζήτησα νὰ ὠφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας, ἵνα πορισθῶ κεφάλαια τοιαῦτα ὑπὲρ τοῦ εἰρημένου σκοποῦ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ τότε βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας κύριος Βαλσαμάκης ἐζήτει νὰ μεταβάλωμεν τὴν φορολογίαν τῆς ἐξαγομένης σταφίδος, εἰσπράττοντες τὸν φόρον εἰς εἶδος καὶ ὄχι εἰς χρήματα, ὅπως παράσχωμεν εὐκολίαν εἰς τοὺς παραγωγοὺς, τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Βαλσαμάκη ἔλαβον ὡς βάσιν μικτοῦ τινος συστήματος, καὶ ἀπεδέχθην μὲν αὐτὴν, κατὰ τέσσαρας μόνον δραχμὰς στέρξας νὰ μειώσωμεν τὸν φόρον, τὸ ποσὸν ὅμως τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἐμέλλομεν νὰ λάβωμεν ὡς ἰσότιμον τῶν τεσσάρων δραχμῶν, καθ’ ἃς ἠλαττώσαμεν τὸν φόρον κατὰ χιλιάδα, προσδιώρισα ἀνώτερον τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν, ὅπως τὸ περισσεῦον ποσὸν χρησιμεύσῃ ὡς κεφάλαιον πρὸς σύστασιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· ὅτε δὲ συνέταξα καὶ εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον, τοιοῦτον εἶχον σκοπόν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχεν ἀναγράψει μετὰ τῶν ἐσόδων ὅλον τὸ ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος προϋπολογιζόμενον ποσὸν, ἄνευ μειώσεως αὐτοῦ κατὰ τὰς τέσσαρας δραχμὰς, δὲν ἀνέγραψα ποσὸν ἐσόδου.
§115Φ. ΝΕΓΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω πρωτίστως νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, διότι παρεμβὰς ἐν τῷ θέματι προέβαλε τὴν ἐπερώτησιν πρὸς ἐπανόρθωσιν ἀδικήματος, κατ’ αὐτὸν, γενομένου. Τὸ ἀδίκημα αὐτὸ, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, εἶναι διττόν· πρῶτον, ὅτι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἀποδώσω εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὸ ὑπόλοιπον, τὸ εἰς αὐτὴν ἀνῆκον, ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἔτους 1898, ἐκράτησα τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλόμενον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ 1899. Διὰ τὸ δεύτερον, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 144,000, ἐστηρίχθη εἰς ὑπολογισμοὺς ἐσφαλμένους. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, δὶς ἤδη παρέσχον εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, καὶ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ τὰς ἐπαναλάβω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν φαίνεται εἰσέτι πεισθεὶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος ἐξ ὅσων ἔδωκα ἐξηγήσεων, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω τοῦτο, ὅτι τὸ κεφάλαιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ παρακρατήματος, ἀφοῦ ἐξ αὐτοῦ ἀφαιρεθῇ καὶ ἀποδοθῇ εἰς τὸ Δημόσιον ὁ ἐκ δραχμῶν τεσσάρων ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου. Δὲν ἠδύνατο δὲ ποτὲ ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου νὰ θεωρηθῇ κεφάλαιον τῆς Τραπέζης. Τὸ Δημόσιον, ὅταν πράγματι ἐξάγηται σταφιδόκαρπος, δικαιοῦται νὰ ζητῇ ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὴν καταβολὴν τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ἀφοῦ ἡ Τράπεζα ἔλαβεν ἤδη εἰς εἶδος αὐτὸν ἐκ 15% ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος ποσοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ γίνεται κατὰ πᾶσαν στιγμήν· ἐγένετο μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινός· π. χ. ἡ Τράπεζα ἡ Σταφιδικὴ εἶχε πωλήσει ἐν τῷ μεταξὺ ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ 1899 ἓν ποσόν, ἐκ τοῦ ἀντιτίμου δὲ τούτου ἀπέδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον μέρος τῆς ἐξ ἐγγείου φόρου ὀφειλῆς της. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡς πρὸς τὸ 1898 θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ τὰ μέχρι τότε κρατοῦντα, τουτέστιν, ὅτι ἡ διάθεσις τοῦ παρακρατήματος γενήσεται ὡς ἐγένετο καὶ διὰ τὸν ἕτερον σταφιδόκαρπον τοῦ παρακρατήματος, καὶ θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὰ αὐτῇ ἀνήκοντα, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ θέμα, διότι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νόμου ἦτο ἐκκαθαρισμένη ἡ ἀπαίτησις τοῦ Δημοσίου, ὑπελείπετο δὲ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ προϊόντος τῆς παρακρατήσεως, ἥτις ἐγένετο μεταγενεστέρως. Δὲν δύναμαι δὲ ἄλλως νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐνδιαφέρεται ὀλιγώτερον τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Τὸ Συμβούλιον δὲ οὐδὲν παράπονον προέβαλεν. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα. Μέχρι τοῦ ἔτους 1898 ἡ παρακράτησις ἐγίνετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος, οὗτινος ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής· ὁ λογαριασμὸς θὰ ἐγίνετο ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξήγετο. Ἀλλ’ ὅτε ὁ νόμος, ὁ νῦν κρατῶν, μετέβαλε τὰ περὶ τούτου, καὶ ἀπέδωκεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ παρακράτημα, τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης προέβαλε τὴν ἑξῆς ἀπορίαν: Ἡ παρακράτησις πρέπει νὰ ὑπολογίζηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὡρισμένου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προώρισται πρὸς ἐξαγωγήν, καὶ τοῦ ὁποίου μέρος κρατεῖται; Ἐπὶ παραδείγματι, πρόκειται νὰ ἐξαχθῇ σταφιδόκαρπος 1,000,000 λιτρῶν· ἐκ τούτου θὰ κρατήσῃ 15% λόγῳ φόρου, ἤτοι 150,000; τουτέστιν αἱ 150,000 θὰ συνυπολογίζωνται μετὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 850,000; Οἱ ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως ἐνδιαφερόμενοι εἶπον, ὅτι ἡ λύσις αὕτη εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Ἠναγκάσθημεν δὲ νὰ ὑποκύψωμεν, παραδεχθέντες τὴν γνώμην τῆς Τραπέζης. Λοιπόν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ λογαριάσωμεν τὸν φόρον, τὸν ἐλογαριάσαμεν ἐπὶ τοῦ συστήματος, καθ’ ὃ ἐφηρμόσθη ἡ παρακράτησις...
§117ΝΕΓΡΗΣ. Ἄλλο τὸ ἕν, ἄλλο τὸ ἄλλο.
§118ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι τὸ αὐτό. Ὅτε εἰσέπραξεν οὐχὶ 15%, ἀλλὰ 17%, ἐννοεῖται, ὅτι τὸν αὐτὸν λογαριασμὸν ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. (Διαλογικὴ συζήτησις). Ἐξηγοῦμαι σαφέστερον. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἰσπράττει 15% ἐπὶ 1,000,000, ἐὰν ἐξήχθη σταφιδόκαρπος 850 χιλιάδων λιτρῶν, διότι τὸ κρατηθὲν ποσὸν ἐξ 150,000 συνυπελόγιζε μετὰ τῶν 850,000. Οὕτως ἐφηρμόσθη ὁ νόμος κατὰ τὸ 1899. Ἄν ἐφηρμόσθη κακῶς, εἶναι ἕτερον θέμα.
§119Φ. ΝΕΓΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§120Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διευκρινίσωμεν, ἵνα συζητήσωμεν σαφέστερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσέπραξε ποσὸν ἐξ ἐκποιήσεως παρακρατήματος, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ. Καὶ ἰδοὺ, πῶς τοῦτο συνέβη. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898. Τὸ παρακράτημα τοῦ 1898 περιελάμβανεν εἰς εἶδος καὶ τὰς 4 δραχμὰς τοῦ φόρου καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης τῆς Σταφιδικῆς. Πρέπει τοῦτο νὰ ἐκποιηθῇ, ἵνα λάβῃ τὸ μὲν Δημόσιον τὰς 4 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Προκειμένου λοιπὸν περὶ ἐκποιήσεως τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898, δικαίωμα εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ παρακρατήματος μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνελόγει, ἂν ἐλάμβανε 4 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον ἐπὶ ποσοῦ σταφίδος ἐξαχθέντος· οὕτω δὲ καὶ ὑπολογίζω. Ἐξήχθη ποσὸν 279,963,244 λιτρῶν. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπολογίζω 4 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, καὶ εἴσπραξιν ἑπομένως δραχ. 1,119,852.97. Τῇ προσθήκῃ δὲ τῶν ἐξόδων ἀποθηκῶν δρ. 153,269.34, τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε τὸ ὅλον δρ. 1,273,122.31. Περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφισβήτησις δύναται νὰ ὑπάρξῃ.
§121Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ὁ κ. Νέγρης ἔχει ἀμφισβήτησιν.
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἀντιτίμου τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898, τὸ ὁποῖον ἀνῆλθεν εἰς 42,979,702 λίτρ., μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸ Δημόσιον λόγῳ φόρου 4 δρ. καὶ ἐξόδων ἀποθηκῶν, λαμβάνει τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ὃν ἀναλογεῖ νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1899, τὸ ὁποῖον ὅμως, καὶ κατὰ τὴν λογικὴν καὶ κατὰ τὸν νόμον, δὲν δύναται νὰ εἰσπράξῃ ἢ ὅταν ἤθελεν ἐκποιηθῇ τὸ παρακράτημα τοῦ 1899, ὅπερ δὲν εἶχεν ἀκόμη πωληθῆ. Ἐρωτᾶται λοιπόν: ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898 ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπὶ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1899, ὅπερ ἀκόμη δὲν ἐπωλήθη; Ὑποστηρίζω, ὅτι τοιαύτη ἀφαίρεσις εἶναι ἀδικαιολόγητος, μὴ στηριζομένη εἰς τὸν νόμον. Τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ὅτι ταῦτα μετήλλαξαν μὲ τὸν νέον νόμον περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης· δὲν εἶναι πλέον τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει καὶ ἀποθηκεύει, εἶναι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία εἰσπράττει. Ἀπὸ τοῦ 1899 εἰσέπραξε καὶ τὸ παρακράτημα καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τὸ Δημόσιον· ἄρα αὐτὸ δύναται εὐθὺς νὰ τὸ λάβῃ. Ἀλλὰ πᾶς τις ἐννοεῖ, ἀφοῦ διὰ νόμου τὸ Δημόσιον ἐδέχθη νὰ εἰσπράττῃ τὸν φόρον αὐτὸν τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ὅτι, οἱοσδήποτε καὶ ἂν κατέχῃ τὸν εἰς εἶδος φόρον, τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὸ εἰς χρῆμα ἀντίτιμον αὐτοῦ ἢ ἀφοῦ πωληθῇ τὸ εἶδος αὐτό. Πρὸ τῆς πωλήσεως λαμβάνον χρήματα, δὲν εἰσπράττει προδήλως τὸν φόρον εἰς εἶδος. Δὲν ἐπιτρέπει μάλιστα ὁ νόμος νὰ γίνεται ἰδιαιτέρα καὶ χωριστὴ πώλησις. Δὲν δύναται δηλαδὴ τὸ Δημόσιον νὰ εἴπῃ: «ἀναλογεῖ εἰς ἐμὲ τόσον ἐκ τοῦ παρακρατήματος· πωλῶ αὐτὸ χωριστὰ, καὶ εἰσπράττω»· διότι ἤθελε γεννηθῆ τοιουτοτρόπως διαγωνισμὸς μεταξὺ Τραπέζης καὶ Δημοσίου· ἤθελον πωλεῖ ἀμφότεροι χωριστὰ ὅ,τι θ’ ἀνελόγει ἑκάστῳ, καὶ τὸ παρακράτημα ἤθελε φθάσει εἰς ἐξευτελισμένην τιμήν. Ὁ νόμος διὰ τοῦτο συμφερώτερον ἐθεώρησε νὰ πωλῆται τὸ ὅλον, καὶ μετὰ τὴν πώλησιν αὐτοῦ νὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον τὸ ποσὸν, τὸ ἀνῆκον αὐτῷ. Ἠδύνατο βεβαίως ἡ Τράπεζα νὰ προσφέρῃ ἄλλην εὐκολίαν εἰς τὸ Δημόσιον· δηλ. ἐκ τῶν πρώτων χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράττῃ ἐκ τοῦ παρακρατήματος, νὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον τὸν φόρον. Ἄλλο ὅμως τοῦτο, καὶ ἄλλο νὰ λαμβάνητε ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν δικαιοῦσθε ἀκόμη, διότι δὲν ἐπωλήθη καὶ δὲν ἐγένετο χρήματα. Καθαρῶς ὁ νόμος ἀπηγόρευσε τοῦτο. Διότι τί λέγει τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου; (ἀναγινώσκει): «Τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀποτελεῖ τὸ καθαρὸν προϊὸν τοῦ ἀντὶ φόρου ἢ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ εἰσπραττομένου σταφιδοκάρπου, μετὰ τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ἀπόδοσιν τοῦ ἐκ δραχμῶν τεσσάρων κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν ἐγγείου φόρου ἢ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθη ὁ εἰς εἶδος ἔγγειος φόρος ἢ ἐξαγωγικὸς δασμός». Ὥστε καθαρῶς λέγει ὁ νόμος, ὅτι δικαιοῦται νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸ τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ παρακρατήματος τοῦ ἔτους ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκε, τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον. Λοιπὸν δὲν ἠδύνατο ἐπὶ ἀντιτίμου τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898 νὰ εἰσπράξῃ δικαίωμα πρὸς 4 δραχ. τὸ χιλιόλιτρον καρποῦ ἐξαχθέντος κατὰ τὸ 1899 καὶ ἀνήκοντος εἰς τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1899. Τὸ παρακράτημα τοῦ 1899 ὀφείλει τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ παρακρατήματος τῆς χρήσεως τοῦ 1899, καὶ οὐχὶ τὸ παρακράτημα τοῦ 1898. Δὲν εἶναι δὲ ἀδιάφορον, κύριε Πρόεδρε, τοῦτο, διότι, ὡς πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ ἐλέχθη καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, συχνάκις ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εὑρίσκεται εἰς μεγάλας ἀνάγκας, τοσαύτας μάλιστα ἀνάγκας, ὥστε ὁ ἴδιος ἔλεγε προχθές, ὅτι δὲν θεραπεύονται καὶ δι’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ ποσοῦ τοῦ 1,030,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον προαφῄρεσε τὸ Δημόσιον, αἱ πολλαπλαῖ ἀνάγκαι τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀπέδιδε τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ ἐλάμβανεν ἡ Τράπεζα, δὲν θὰ εἶχεν αὕτη ἀνάγκην τοῦ 1,000,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δανεισθῇ ἀπὸ τοὺς μέλλοντας ἀγοραστὰς τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δηλ. οἱ σταφιδοκτήμονες, νὰ πληρώσουν εἰς τοὺς εὐτυχεῖς ἀγοραστὰς τοῦ παρακρατήματος καὶ δῶρον 240,000 δραχμῶν. Ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἠδύνατο, τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ 1,030,000 δραχμῶν, τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν Τράπεζαν, νὰ τὸ ἀφήσῃ εἰς αὐτὴν, καὶ νὰ τὴν ἀπαλλάξῃ τῆς ἀνάγκης νὰ προσφύγῃ εἰς τοιούτους δανειστὰς, οἱ ὁποῖοι πρὸς τῷ τόκῳ λαμβάνουσι διὰ προμήθειαν δρ. 240,000 ἐπὶ 1,000,000 δραχμῶν, οὐ μόνον δὲν τὸ ἔπραξεν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐβοήθησεν αὐτὴν νὰ πραγματοποιήσῃ ἀνθρωπινώτερον δάνειον. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπὶ τοιούτου δανείου, διὰ 4 μῆνας χορηγουμένου πρὸς τόκον 5%, λαμβάνουν τοιαύτην προμήθειαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ πραγματικὸν τὸ δάνειον αὐτό. Πολλοὶ ἴσως νομίζουσι, — καὶ ἀπορῶ, πῶς σιωπῶσιν οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, — πολλοί, λέγω, νομίζουσιν, ὅτι πρόκειται πράγματι περὶ δανείου, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ δανείου. Παρουσιάζεται ὡς δάνειον ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ ν’ ἀποκλείσῃ τὸν συναγωνισμὸν καὶ δικαιολογήσῃ τὴν προμήθειαν τὴν τερατώδη τῶν 240,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ. Τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ χορηγηθῇ, ὡς εἶπον, διὰ 4 μῆνας, ἀρχομένους ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοπρασίας· ἑπομένως πρόκειται νὰ διαρκέσῃ, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι λαμβάνεται κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρίου, Φεβρουάριον, Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον, 4 μῆνας. Τὸ δάνειον αὐτὸ ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ δανείζοντες βαθμηδὸν νὰ συμψηφίσωσι πρὸς τὰς δόσεις τοῦ ἀντιτίμου τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸν ὁποῖον θ’ ἀγοράσωσι, δηλ. τῶν 44,000,000 λιτρῶν. Ἑπομένως, ἀκριβῶς εἰπεῖν, δὲν εἶναι δάνειον, ἀλλὰ τὸ ἀντίτιμον τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅπερ διενεμήθη εἰς πολλὰς μηνιαίας δόσεις, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν. Ἀντὶ νὰ τὸ προκαταβάλουν, προεξοφλοῦντες, κατὰ τὸ σύνηθες, ἐπὶ προσθέτῳ ἔστω τόκῳ, ὅστις δὲν θὰ ὑπερέβαινεν ἐπὶ 4 μῆνας τὰς 20,000 δραχμὰς, μετέβαλον τὴν προεξόφλησιν εἰς δάνειον μὲ τόκον 5% καὶ προμήθειαν 240,000 δραχμῶν, ἤτοι 72%, καὶ τὸ ὅλον 77%. Ταῦτα δὲν θὰ συνέβαινον, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδεικνύετο ἀκριβὴς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, διότι θὰ ἀπήλλαττεν ἀπὸ πολλοὺς πειρασμοὺς τοὺς κυρίους συμβούλους τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οἱ ὁποῖοι, περικυκλούμενοι ὑπὸ ἀναγκῶν, καὶ πιεζόμενοι ὑπὸ ἀπαιτήσεων, ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τοὺς ὅρους, εἰς οὓς ὑπέκυψαν. Νομίζω μάλιστα, ὅτι τὸ Κράτος εἰς τοιαύτην περίστασιν, προκειμένου περὶ χορηγίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ἢ ἔστω καὶ μεγαλειτέρου ποσοῦ, ἐπὶ 4 μῆνας, ὅπως διευκολυνθῇ Τράπεζα, ἥτις εἶναι σχεδὸν Τράπεζα τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἵδρυσε διὰ νόμου ἐξαιρετικοῦ, Τράπεζα, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν καὶ περιθάλπομεν διὰ τόσων μέσων, ὤφειλε νὰ τὴν βοηθήσῃ, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον τὸ Δημόσιον, ὅτι δὲν θὰ ζημιωθῇ. Ἂν δὲν ἤθελεν ἢ δὲν ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ τὸ Δημόσιον χρήματα προσωρινῶς, ὡς εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἃς ἠγγυᾶτο δι’ ἓν δάνειον εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικήν. Ἐλέχθη προχθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν οἱ σύμβουλοι τῆς Τραπέζης τῆς Σταφιδικῆς νὰ πείσωσι τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν δάνειον, διότι δῆθεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπῄτει ἀσφάλειαν ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ἤτοι νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πωλῇ καὶ αὐτὴ τὸν σταφιδόκαρπον, ἀντὶ νὰ τὸν πωλήσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Τέλος, καὶ ἂν ἐζήτει καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ χορηγήσῃ, τὸ Δημόσιον εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσφέρῃ τὴν ἐγγύησίν του εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τοὺς 4 μῆνας, καὶ νὰ διασώσῃ ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὰς 240,000 δραχμάς. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν φρονῶ, ὅτι εἶναι καιρὸς, τὸ Κράτος νὰ σώσῃ τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὰς ζημίας αὐτὰς, παρεμβαῖνον καὶ ἐπιτυγχάνον τὴν χορήγησιν ἑνὸς δανείου ὑπὸ ὅρους ἀνθρωπινωτέρους, διότι εἶναι ἐντροπὴ, ἓν κατάστημα, οἷον ἡ Τράπεζα ἡ Σταφιδικὴ, νὰ μὴ δύναται, μὲ τόσας ἀσφαλείας, ἃς παρέχει, νὰ εὕρῃ διὰ 4 μῆνας δάνειον 1,000,000 δραχμῶν, ἀλλὰ νὰ προσφέρῃ προμήθειαν 240,000 δραχ. δι’ αὐτό. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ τὸ 15% ἐπὶ ἄλλου ποσοῦ ἢ ἐπὶ τῶν 100, οὐχὶ δὲ ἐπὶ τῶν 100 καὶ 15. Οὐδέποτε ἀπήντησα τὴν ἐναντίαν ἑρμηνείαν ἢ μόνον εἰς παίγνια. Εἶναι πρωτοφανές, νὰ λέγῃ τις, ὅτι τὸ 10 ἢ 15 ἢ 20% δὲν ἐννοεῖται ἐπὶ τῶν ἑκατὸν, ἀλλ’ ἐννοεῖται ἐπὶ τῶν 85!
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραλίπωμεν τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὡς καὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐπέλθει, ἂν δὲν ἤθελον ἐκτελεσθῆ ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τῶν νόμων. Ἐπειδὴ δ’ ἔχομεν δύο νόμους, ἕνα μὲν τὸν περὶ ἐλαττώσεως κατὰ τέσσαρας δραχμὰς τοῦ εἰς χρήματα φόρου, τὸν ὁποῖον νόμον ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἀπὸ τοῦ 1895, ὅστις δ’ ἐξετελέσθη κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896, 1897, 1898, καὶ ἕτερον νόμον, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1899, πρέπει νὰ διατρέξωμεν τὰς δύο ταύτας χρονικὰς περιόδους, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, τί διατάσσει ὁ εἷς νόμος, καὶ πῶς ἐξετελέσθη, καὶ τί διατάσσει ὁ ἕτερος νόμος, καὶ πῶς καὶ οὗτος ἐξετελέσθη. Κατὰ τὸν πρῶτον νόμον, ἀναντιρρήτως δὲν ὑπάρχει δισταγμὸς, ὅτι ἡ φορολογία ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ εἰσπράττεται ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου. Τοιοῦτον ἦτο τὸ φορολογικὸν ἐπὶ τῆς σταφίδος σύστημα, εἴτε ὡς τέλος ἐξαγωγικὸν ἤθελε θεωρηθῆ, εἴτε ὡς ἔγγειος φόρος, εἰσπραττόμενος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ σταφιδοκάρπου, ἤτοι ἐλαμβάνετο τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου προσδιοριζόμενον ποσὸν εἰς εἶδος ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος, ὅπως ἐξ αὐτοῦ πορισθῶμεν τὰς τέσσαρας δραχμὰς τοῦ φόρου, ἃς ἀφήκαμεν εἰς τὸν φορολογούμενον, διὰ νὰ εὐκολύνωμεν αὐτὸν, καὶ τὸ ὑπόλοιπον διαθέσωμεν ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν τῆς σταφίδος, καθ’ ὃν ἤθελε προσδιορίσει τρόπον εἰδικὸς νόμος περὶ τούτου. Διὰ τοῦτο εἶχε προσδιορισθῆ ποσὸν 15% ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ. Τὸ 15% ἐλαμβάνετο ὡς φόρος εἰς εἶδος, συμπληρωματικὸν τοῦ εἰς χρήματα, ὡς ἀνέφερε τὸ ἄρθρ. 2 τοῦ νόμου ͵ΒΤΘʹ τοῦ 1895· περιέχει ὅμως δύο κατηγορίας κρατήσεων· κράτησιν ποσοῦ ἰσοτίμου τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ὅπως ἀποζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, καὶ ποσὸν ἄλλο προσέτι. Οὕτως ἡ κράτησις ὑπερέβαινε τὴν ἀξίαν τοῦ φόρου, προώριζε δὲ τὴν πρόσθετον φορολογίαν, ἵνα διατεθῇ πρὸς ὄφελος τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Διὰ τοῦτο τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, ὅπερ τὸ Δημόσιον εἶχε δικαίωμα, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895, νὰ λαμβάνῃ, προσδιωρίσθη εἰς 15%. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τῆς σταφίδος εἰσήγετο εἰς ἀποθήκας, καὶ ἐπώλει τὸ Δημόσιον, ἵνα πορισθῇ τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων δραχμῶν τοῦ φόρου καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα αὐτοῦ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἔμενε διαθέσιμον, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς ὠφέλειαν ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ποτὲ, ὅτι ὁ νόμος ἐσκόπει νὰ μὴ φορολογήσῃ μόνον τὸ ποσὸν τὸ ἐξαχθέν, ἀλλὰ νὰ φορολογήσῃ καὶ τὸ κρατηθὲν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, τὸ προοριζόμενον διὰ τὰς 4 δραχμὰς, ἤτοι ποσὸν παραληφθὲν ἀντὶ φόρου εἰς εἶδος, συμπληρωματικὸν τοῦ εἰς χρήματα, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, διότι τότε ὁ νόμος ἤθελεν εἶσθαι ἐχθρικὸς εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἐνῷ ἐσκόπει νὰ εὐκολύνῃ αὐτούς. Παρέσχε τὴν εὐκολίαν εἰς τὸν φορολογούμενον νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον εἰς χρήματα, ἀλλὰ ὀλιγώτερον τοῦ ὀφειλομένου παρ’ αὐτοῦ ποσοῦ φόρου κατὰ τέσσαρας δραχμάς· ἀλλ’ ἐὰν τὸ Δημόσιον ἤθελεν ὑπολογίσει τὸν φόρον τῶν τεσσάρων δραχμῶν οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος πρὸς πώλησιν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τὸ ἰσότιμον πρὸς τὰς τέσσαρας δραχμὰς, τότε δὲν ἤθελε παρέχει εὐκολίαν εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἀλλ’ ἤθελεν ἐπιβαρύνει αὐτοὺς διὰ μεγαλειτέρου ποσοῦ φόρου. Εἰς πόρισμα ἀληθῶς παράλογον καταλήγει τοιαύτη ἑρμηνεία, ἂν οὕτως ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος, ἐνῷ τὸ γράμμα αὐτοῦ εἶναι ῥητὸν καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφιβολίας. «Ὁ ἐξαγόμενος σταφιδόκαρπος», λέγει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τοῦ 1895, «ὑποβάλλεται εἰς φόρον, καταβλητέον εἰς εἶδος, συμπληρωματικὸν τοῦ εἰς χρήματα. Ὁ εἰς εἶδος οὗτος φόρος ὁρίζεται εἰς 15% ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ...». Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνώσῃ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἑρμηνείας αὐτοῦ, καὶ προσέτι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσπραττομένου φόρου. Μοὶ ἐφάνη ἐν τούτοις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἀνεγίνωσκε τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἀπήγγειλε μετά τινος τόνου τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐκεῖνος περιεῖχεν, ὅτι «ὁ εἰς εἶδος οὗτος φόρος ὁρίζεται εἰς 15% ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ», ὡς ἂν ἐσκόπει νὰ δώσῃ εἰς τοῦτο ἔννοιαν μεταβάλλουσαν τοὺς ἰσχύοντας φορολογικοὺς νόμους ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς φορολογίας. Ἀλλὰ νόμος τροποποιῶν νόμον ὑπάρχοντα πρέπει νὰ ἦναι καθαρὸς καὶ λάμπων ὡς ἥλιος, διότι οἱ φόροι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται εὐκρινῶς καὶ σαφῶς. Ὁ νόμος λοιπὸν τοῦ 1899 δὲν ἐπέβαλε φόρον πρόσθετον εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ εἰσπράξῃ. Ἂν δὲ τυχὸν ὑπάρχῃ δισταγμός τις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καλὸν εἶναι νὰ συζητήσωμεν αὔριον εὐρέως περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου τοῦ 1895 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1899, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ νόμος ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀποδίδομεν εἰς αὐτόν. Πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως νόμου, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα πάντες σύμφωνοι, διότι ἄλλως μειοῦται τὸ κῦρος τοῦ νόμου. Λοιπὸν, ἂν στέργῃ νὰ συζητήσωμεν αὔριον τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου τοῦ 1899, στέργομεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλὰ τώρα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου πρέπει νὰ τὰ χωρίσωμεν, διότι, ἂν θίξωμεν πάντα ταῦτα τὰ θέματα, θέλει ἐπέλθει σύγχυσις, καὶ ἐνδέχεται νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν παράβασιν τῶν νόμων.
§124ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις ἐκαθάρισεν ἐντελῶς τὰς ἰδέας. Ἔχομεν τὸ διπλοῦν τοῦτο γεγονὸς, ὅτι εἰσεπράχθη ὁ φόρος τῶν τεσσάρων δραχμῶν τὴν χιλιάδα ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος καρποῦ σταφίδος τοῦ ἔτους 1898, εἰσεπράχθη δὲ ἀκριβῶς τὸ ποσὸν, ὅπερ ὁ νόμος ὁρίζει. Εἰσεπράχθη λοιπὸν ὁ φόρος τοῦ 1898 πρὸς 4 δραχμὰς τὴν χιλιάδα ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος ποσοῦ, καὶ ὁ εἰσπραχθεὶς οὗτος φόρος, τὸ ἀντίτιμον τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν τὴν χιλιάδα, εἰσήχθη εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, καταλογισθὲν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ 1900. Εἰσεπράχθη ὁ αὐτὸς φόρος τεσσάρων δραχμῶν τὴν χιλιάδα, ὁ εἰς εἶδος εἰσπραττόμενος, καὶ εἰσήχθη τὸ ἀντίτιμον εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, καὶ κατελογίσθη εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1899, καὶ εἰσεπράχθη ὁ φόρος οὗτος, μὴ πωληθέντος τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1899, ἀλλ’ ἐκ χρήματος, ὅπερ ὑπῆρχεν εἰς τὰς χεῖρας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ προηγουμένου ἔτους ὑπῆρχε χρῆμα, ὅπερ ἤρκει νὰ καλύψῃ τὸν φόρον τοῦ 1899, καὶ τὸ παρακράτημα τοῦτο παρελήφθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ εἰσήχθη εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἐξοφληθέντος παντὸς λογαριασμοῦ πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι καθαρόν. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, ἂν ὁ νόμος ἀντέκειτο; Καὶ ὁ νόμος ἀντίκειται, διότι ὁρίζει, ὅτι ἐκ τοῦ πωλουμένου παρακρατήματος τοῦ ἔτους ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον 4 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, τὸ ποσὸν δηλονότι, ὅπερ ἀπεκόπη ἐκ τοῦ εἰς χρήματα φόρου. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀνάληψις, ἂν δὲν ὑπῆρχε συμφωνία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα οὐδεμίαν προέβαλεν ἀντίρρησιν εἰς τὴν ἀνακοινωθεῖσαν εἰς αὐτὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου, νὰ κρατήσῃ ἐκεῖθεν τὸν φόρον τοῦ 1899. Ἂν ὄντως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν προέβαλεν ἀντίρρησιν, ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὑπάρχουσα ἕνεκα τῆς ἀντιθέτου διατάξεως τοῦ νόμου, αἴρεται τῇ συναινέσει τοῦ ἐνδιαφερομένου. Τὸ Κράτος δὲν εἶχε, κατὰ τὸν νόμον, δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ παρακρατήματος τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν πώλησιν τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1899, ὅπως ἐκεῖθεν εἰσπράξῃ τὸν φόρον. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἀπετείνετο τὸ Κράτος, ὅτε ἀντελήφθη τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ κρατήσῃ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐκ προτέρας πωλήσεως χρημάτων τὸ ποσὸν τοῦ ἔτους 1899, οὐδεμίαν ἀντέταξεν ἀντίρρησιν· καὶ ὅπως μὴ φέρῃ ἀντίρρησιν ἡ Τράπεζα, ἥτις ὑπεραμύνεται τῶν συμφερόντων αὐτῆς τε καὶ τῶν μετόχων αὐτῆς μετὰ ζήλου ὑπερβολικοῦ ἐνίοτε, ὑποτίθεται, ὅτι εὗρέ τι, ὅπερ ἀντεσήκου τὴν ἐκ τοιαύτης προκαταβολῆς ζημίαν, διότι τοιαύτη προκαταβολὴ, ἄνευ ἀπιστίας πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοκτημόνων, ἅτινα διαχειρίζεται ἡ Τράπεζα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, χωρὶς ἡ Τράπεζα νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου, εἰς ὃ προκατέβαλλε τὸν φόρον, τὸν τόκον τὸν διάμεσον. Πῶς ἡ Τράπεζα συνῄνεσεν εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην, τὴν ὁμολογουμένως μὴ σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουργοῦ; Διότι ἔλαβεν ἀντάλλαγμα, καὶ τὸ ἀντάλλαγμα εἶναι ἡ σιωπὴ τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Τραπέζης, νὰ φορολογῇ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ 100, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ 115. Δηλαδὴ ἡ πρᾶξις εἶναι ἐπιτηδεία. Ὁ Ὑπουργὸς εἶχεν ἀνάγκην νὰ εἰσπράξῃ τὸ χρῆμα, νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸ ἐγκαίρως, ὅπως δυνηθῇ νὰ καταλογίσῃ αὐτὸ εἰς τὸ ἔτος 1899, καὶ καταστήσῃ τὸ ἔτος τοῦτο ἐν ἰσοζυγίῳ καὶ μετὰ περισσεύματος. Εἶχεν ἀνάγκην νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν τυπικὴν ἐμφάνισιν τοῦ προϋπολογισθέντος ἰσοζυγίου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχῃ τὸ χρῆμα εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους διὰ τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον. Ἀφῆκε λοιπὸν εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ λάβῃ τόκον, μάλιστα δὲ καὶ μεθ’ ὑπερβολῆς ἐκ τοῦ τοιούτου πρὸς 115 ὑπολογισμοῦ, καὶ αὐτὸς ἐκράτησε τὸ χρῆμα. Ἡ Τράπεζα, χαίρουσα διότι ἔλαβε καὶ τὸν τόκον καὶ τὸ περιπλέον, οὐδεμίαν ἀντέταξεν ἀντίρρησιν· καὶ τοῦτο οὕτως ἐγένετο. Ὁ ζῆλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων συμφερόντων εἶναι βεβαίως ἀξιέπαινος· ἡ ὑπερβολὴ τοῦ ζήλου δὲν ὑπῆρξε σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον, ἀλλ’ ἡ συναίνεσις ἐκάλυψε πᾶσαν διαμαρτυρίαν τοῦ ἔχοντος δικαίωμα. Κατὰ ταῦτα, ἡμεῖς ἐνταῦθα οὐδὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν. Ἐκεῖνο, ἐφ’ οὗ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐγείρωμεν φωνὴν διαμαρτυρίας, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ὅπως ἐκτελεσθῇ ἡ τοιαύτη συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο, ἐγένετο χρῆσις ἐπιπροσθέτου φορολογίας, ἐκείνης, ἥτις ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ 100 εἰς 115. Ὁ τοιοῦτος ὑπολογισμὸς φαίνεται ὅτι ἔχει τὴν ὁριστικὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. «Ἀφοῦ θέλει ἡ Τράπεζα νὰ ὑπολογίζῃ οὕτως, ὑπολογίζω καὶ ἐγὼ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καὶ εἰσπράττω καὶ ἐγὼ εἰς τὸ ἑξῆς περισσότερα.» Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται· ὅτι, ἂν προκατέβαλεν ἡ Τράπεζα εἰς τὸ Ταμεῖον, καὶ προκατέβαλεν ἐλπίζουσα τόκον, κακῶς προκατέβαλε, λαμβάνουσα τὸν τόκον ἀπὸ τῶν φορολογουμένων· ὁ φορολόγος οὕτως ὠφελεῖται ἀπὸ τοῦ φορολογουμένου· ἂν δὲ ἐξακολουθήσωμεν οὕτω, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ καταβάλλῃ φόρον καὶ ὁ ἀνύπαρκτος σταφιδόκαρπος. Διότι ὑποθέσατε, ὅτι ἔχομεν ἐσοδείαν τριακοσίων ἑκατομμυρίων λιτρῶν, καὶ τὸ ἀσύνηθες τοῦτο, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀδύνατον, καὶ τὰ 300 ἑκατομμύρια νὰ ἐξαχθῶσιν· ἐπὶ τῶν τριακοσίων τούτων ἑκατομμυρίων, κατὰ τὴν μέθοδον τῆς Τραπέζης, πρέπει νὰ πληρωθῇ φόρος ὡς ἐπὶ 345. Δηλαδὴ θὰ πληρωθῇ φόρος διὰ πρᾶγμα ἀνύπαρκτον. Λοιπὸν ἡ εἰς ἄτοπον ἀπαγωγὴ ἀναγκάζει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ὀρθὸν, εἰς τὸ νόμιμον. Ὀφείλει, κατὰ ταῦτα, νὰ διατάξῃ ἀμέσως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐφεξῆς παύσῃ ὁ τοιοῦτος ὑπολογισμός. Καὶ τὰ μὲν τοῦ παρελθόντος ὁριστικῶς ἐξεκαθαρίσθησαν, διότι ἐπληρώθη τὸ 1899 ἐξ ἀποθέματος χρημάτων, ὅπερ δὲν ὤφειλεν ἀμέσως τὴν πληρωμὴν ταύτην· ἐξεκαθαρίσθη ὁπωσδήποτε. Εἰς τὸ ἑξῆς τοιαύτη περίπτωσις δὲν θέλει ἐμφανισθῆ, τὸ δὲ γενόμενον, εἶναι ζήτημα, ἂν εἶναι τόσον μεγάλης ἀξίας πρᾶγμα, ὥστε νὰ ἐπιμένωμεν περισσότερον συζητοῦντες. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὸ ἤδη ἐπὶ πλέον παρακρατηθὲν, φρονῶ, ὅτι ὀφείλει ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ, ὥστε τοῦτο νὰ ἐπαναχθῇ ἐκεῖ, ὅπου ἀνήκει, καὶ ν’ ἀπαγορεύσῃ ἐφεξῆς εἰς τὴν Τράπεζαν, τοιοῦτόν τινα ὑπολογισμὸν νὰ ποιῆται πρὸς παρακράτησιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῆς, ν’ ἀπαγορεύσῃ δὲ καὶ εἰς ἑαυτὸ τὸ Δημόσιον εἴσπραξιν ὑπεράνω τῶν τεσσάρων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου. Ταῦτα ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω.
§125Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Νέγρης κατελόγισεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἕτερον παράπτωμα, ὅτι εἰσπράττει τὰς τέσσαρας δραχμὰς ἐπὶ μεγαλειτέρου ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη, ἐνῷ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ εἰσπράττῃ 4 δραχμὰς ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος ποσοῦ μόνον· ἑπομένως εἰσπράττει μεγαλείτερον ποσόν. Δὲν εἶχεν ὅμως πρόχειρα τὰ μέσα, ὅπως βεβαιώσῃ καὶ ἐπισήμως, ὅτι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα. Αὐτὸ θέλω ἤδη πράξει· θέλω δηλ. ἐκ τῶν ἐπισήμων στοιχείων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς χεῖρας ἡμῶν, βεβαιώσει, ὅτι μικρότερον ποσὸν ἐξήχθη, ὅτι δὲ ἐπὶ μεγαλειτέρου ποσοῦ εἰσέπραξε φόρον τὸ Δημόσιον καὶ κατὰ τὸ 1898 καὶ κατὰ τὸ 1899. Διότι, ὡς εἶπον, ἐκ τοῦ 1899 εἶχε προαφαιρέσει τὸ ἀναλογοῦν τῷ Δημοσίῳ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898. Κατὰ τὸ 1898 εἰσεπράχθησαν αἱ 4 δρ. ἐπὶ ποσοῦ 279,963,244 λιτρῶν, ἐνῷ ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 βεβαιοῦται, ὅτι κατὰ τὸ 1898 ἐξήχθησαν μόνον λίτραι 246,016,767, δηλ. εἰσέπραξε φόρον ἐπὶ 33,946,477 λιτρῶν περισσότερον ἢ ὅσον εἶχε δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ. Ἤδη ἐννοεῖ τις, διατὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ τὸ ἀποδώσῃ δῆθεν εἰς ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν νόμον δίδει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὅπερ δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θὰ εὑρίσκῃ συμφέρον, διότι οὐδὲν ὠφελεῖται. Αὐτὴ εἶναι Ἑταιρεία ταμιευτική, καὶ μόνον προσέχει, πῶς νὰ δώσῃ ὀλιγώτερα εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ παρακρατήματος, διὰ νὰ τῇ μείνουν περισσότερα. Ἡ ἀπάντησις ἡ ἔγγραφος, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι, ὅτι παρεκράτησε κατὰ τὸ 1898 ποσὸν δρ. 1,119,851.97 ἐπὶ 279,963,244 λιτρῶν, ἐνῷ ὁ ἐξαχθεὶς σταφιδόκαρπος...
§126Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι μέχρι τοῦ 1898 τὰ πράγματα ἐκανονίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει φόρου δραχμῶν τεσσάρων ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐξαχθέντος. Κατὰ τὸ 1899 μετεβλήθησαν τὰ περὶ τούτου, ἤτοι ὁ φόρος ὑπελογίζετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐξαχθέντος ποσοῦ καὶ τοῦ κατ’ ἀναλογίαν παρακρατουμένου ποσοστοῦ.
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 42,979,702 λιτρῶν σταφίδος παρακρατήματος, αἵτινες ἐξεποιήθησαν, εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,614,718.46· προσθέσατε καὶ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 25,750.70, τὸ εἰσπραχθὲν ἐν τοῖς Τελωνείοις ἐξ ἰσοτίμου ἀντὶ φόρου εἰς εἶδος διὰ τὰ κάτω τῶν 100 λιτρῶν ποσὰ, καὶ εὑρίσκετε δραχ. 2,640,469.16 ἐν ὅλῳ. Τώρα τί λέγει ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφῃρέθησαν, κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου τοῦ 1899, ὁ ἀνήκων τῷ Δημοσίῳ φόρος τῶν τεσσάρων δραχ. κατὰ χιλιάδα ἐπὶ ἐξαχθεισῶν λιτρῶν 279,963,244 τῆς ἐσοδείας τοῦ 1898 δρ. 1,119,852.97, καὶ τὰ ἔξοδα τῶν ἀποθηκῶν δραχ. 153,269.34, ἐν ὅλῳ δρ. 1,273,122.31. Ὑπόλοιπον εἰς πίστωσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δραχ. 1,367,344 85.» Αὐτὰ εἰσεπράξατε. Λοιπὸν εἰσεπράξατε περιπλέον.
§128ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα ἐκ τῶν προτέρων, ἔτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1898, πᾶν ὅ,τι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰς δηλώσεις μου εἶναι ἐσφαλμένον.
§129Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ 1899 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισε ποσὸν 257,727,840 λιτρῶν, ἐξήχθησαν δὲ 222,992,000 μόνον.
§130Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§131Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἀναπτύσσων τὰ τοῦ συστήματος τῆς παρακρατήσεως, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὴν γνώμην του τὴν ἀρχικὴν, πρὸς ἣν ἡμεῖς ἀντετάχθημεν πάντοτε. Φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι περίστασις νὰ μεμψιμοιρῇ τις κατὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐξ ἐναντίας πειθόμεθα, ὅτι, μεθ’ ὅλα τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς ἀνθρωπίνης προνοίας, ἡ Τράπεζα θὰ εὐδοκιμήσῃ, ἐάν τις κρίνῃ ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἢ αὔριον θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ παρακρατήματος. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ξένον πρὸς τὴν τωρινὴν συζήτησιν. Σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, παρακρατήσασα τὸ χρηματικὸν ποσόν, τὸ ὀφειλόμενον εἰς αὐτὴν, εἰς ἔτος, καθ’ ὃ δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ τὸ λάβῃ, ἔπραξε κακῶς ἢ καλῶς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου παρεδέχθη, ὅτι ἐγένετο διὰ τούτου ἡ Κυβέρνησις πρόξενος κακοῦ εἰς τὴν Τράπεζαν. Διαφωνῶ πρὸς αὐτόν. Τὸ ποσὸν 1,100,000 δραχμῶν περίπου, ὅπερ εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ νὰ τὸ εἰσπράξῃ, δὲν θὰ προσεπόριζεν ὠφέλειάν τινα τῇ Τραπέζῃ, ἔστω καὶ ἂν κατεβάλλετο πρὸς αὐτήν, ἀφοῦ θ’ ἀνελαμβάνετο κατόπιν ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ παρακρατήματος. Ἐρωτῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, κατὰ τί θὰ ὠφελεῖτο ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰσέπραττε προώρως τὰ ὀφειλόμενα αὐτῇ; Μήπως τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ, ἐὰν δὲν ἐκρατεῖτο ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὸ 1898, θὰ ἠδύνατο ἡ Τράπεζα νὰ τὸ διαθέσῃ κατὰ βούλησιν, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνάψῃ δάνειον πρὸς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν, ἐὰν εἶχεν ἀνάγκην τοιούτου; Θὰ εἶχε σήμερον τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον, προκαταβολικῶς νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τὸ ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ παρακρατήματος.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην πρὸ τοῦ χρόνου αὐτοῦ, ἐὰν τὸ Δημόσιον δὲν εἰσέπραττε τὸ ποσὸν τοῦτο.
§133ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ εἰσπράξῃ νῦν, ὅπερ ἄγει εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα.
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ νόμος δὲν λέγει τοῦτο.
§135ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον γίνεται δημοπρασία τοῦ παρακρατήματος, ἡ δὲ Τράπεζα θὰ εἰσπράξῃ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ. Ἀπὸ σήμερον λοιπὸν, ἐρωτῶ, γεννᾶται, ἢ οὔ, τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ τὸ Δημόσιον;
§136ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναλόγως.
§137ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαίωμά του. Οὐδεμία λοιπὸν ὠφέλεια θὰ προέκυπτε διὰ τὴν Τράπεζαν. Ὥστε ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως δὲν βλάπτεται αὕτη. Τώρα, ἐὰν οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς συνήφθη ἢ συναφθήσεται τὸ δάνειον, εἶναι βαρεῖς καὶ ἐπιβλαβεῖς διὰ τὴν Τράπεζαν, τοῦτο ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην ἀφ’ ἑνὸς τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐγκρίνει τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας. Ἀπορεῖ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, διατὶ σιωπῶσιν οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ἔχει ἄδικον· διότι, ὅτε ἐγνώσθη, ὅτι προεκηρύχθη ἡ δημοπρασία ὑπὸ ὅρους ἀποκλείοντας πάντα συναγωνισμὸν, ἐγὼ πρῶτος καὶ ἄλλοι συνάδελφοι διεμαρτυρήθημεν, καὶ ἐπείσαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ δημοπρασία αὕτη νὰ γείνῃ, καὶ ἐματαιώθη· ἐδόθη δὲ καιρὸς ἑνὸς μηνὸς, διὰ νὰ προκηρυχθῇ ἄλλη δημοπρασία, καὶ προσέλθωσι πολλοὶ πρὸς συναγωνισμόν. Τώρα τί θέλετε νὰ κάμωμεν, ἀφοῦ αἱ ἀνάγκαι τῆς Τραπέζης εἶναι ἐπιτακτικαί; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπεισε τὸ Συμβούλιον νὰ προβῇ ἐγκαίρως εἰς ἐκποίησιν τοῦ παρακρατήματος, τοῦτο ἀφορᾷ ἄλλας εὐθύνας. Εὐθὺς ὅμως, ὡς τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, καὶ ἡ Τράπεζα ἔχῃ ἀνάγκην ἐπιτακτικὴν χρημάτων διὰ θειϊκὸν χαλκὸν καὶ δάνεια, ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβωμεν εὐθύνην, προσβάλλοντες τὴν δημοπρασίαν. Ἐὰν οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἐγένετο ἡ δημοπρασία, εἶναι ἀσύμφοροι, τοῦτο ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ αὐτὰ θὰ ἐξετασθῶσι βραδύτερον. Δὲν ἐννοῶ νὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι ὁ παράδοξος ἐκεῖνος ὑπολογισμὸς, ὁ γιγνόμενος ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατουμένου σταφιδοκάρπου, εἶναί τι τερατῶδες. Βλέπω ἀληθῶς, ὅτι παριστάμεθα ἀπὸ χρόνου τινὸς θεαταὶ οἰκτροῦ θεάματος ἐν τῇ Βουλῇ. Ψηφίζομεν νόμους εἰς τὴν μίαν Σύνοδον, καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἀσχολούμεθα νὰ τοὺς ἑρμηνεύσωμεν! Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτε ἐπὶ ἡμέρας πολλὰς συνεζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ὀρθῆς τοῦ νόμου τούτου ἑρμηνείας, ἵνα πείσωμεν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἔγκειται τοῦτο ἐν τῇ ἀτελείᾳ τῶν νόμων, ἢ ἐν τῇ ἀτελείᾳ ἡμῶν, οἵτινες, καίπερ βλέποντες, ὅτι τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι σαφές, δὲν θέλομεν νὰ τὸ παραδεχθῶμεν; Καὶ εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπιτετραμμένον νὰ διαφωνῇ τις ἐπὶ τῆς ἐννοίας καὶ ἐξηγήσεως τοῦ νόμου τοῦ 1899, ὅστις λέγει 15%; Καὶ ἐν τίνι μεθόδῳ τοῦ συλλογίζεσθαι δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι πρέπει τὸ 15 νὰ γείνῃ 17; Καὶ πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠνέχθη τὴν τοιαύτην παράλογον ἐξήγησιν; Τοῦτο πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν, καὶ νὰ κάμῃ τὰς προσηκούσας τοῖς ἁρμοδίοις παρατηρήσεις. Ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, μήπως ἡ ὑπηρεσία ἐπηρεάσθη ἐκ πνεύματος ταμιευτικοῦ, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἀπηγόρευσε τοιαύτην φορολογίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπέβαλε καὶ τὴν ὑπεστήριξε. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ μετὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ παρακρατήματος, ὁπότε θὰ ἐξετασθῇ ἡ εὐθύνη ἐκείνων, οἵτινες ἐπραγματοποίησαν τὴν δημοπρασίαν.
§138Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω ἐν ὀλίγοις ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν, ὅστις ὑπηνίχθη ὀφειλομένας εὐθύνας περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου...
§139ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπηνίχθην.
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα τῆς εὐθύνης... Ὀφείλω καὶ νῦν, ὡς καὶ ἄλλοτε, νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι, ἀφ’ ἧς εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Τραπέζης εἰσήχθη σταφιδόκαρπος, συνέστησα εἰς τὸ Συμβούλιον τὴν ἔγκαιρον αὐτοῦ διάθεσιν. Ὅτε δὲ εἶχεν ὑποβληθῆ πρότασις οἰνοπνευματοποιῶν περὶ ἀγορᾶς 5,000,000 λιτρῶν ἀντὶ 160 δραχμῶν τὴν χιλιάδα, τὴν αἴτησιν αὐτῶν ἔστειλα δι’ ἐγγράφου, συνιστῶν αὐτὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, ὅπως ἀποδεχθῇ ταύτην, οὐχὶ ἄνευ δημοπρασίας, ἀλλὰ μετὰ δημοπρασίαν. Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον ἀπήντησεν, ὅτι φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ πωλήσῃ τὸ παρακράτημα πρὸς 300 δραχμὰς, καὶ ἑπομένως νὰ φανῇ μᾶλλον χρήσιμον εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω τι, διότι ὁ νόμος δὲν μοὶ παρέχει ἄλλο δικαίωμα ἢ τὸ τῆς ἐγκρίσεως. Ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ προμηθείας, δοθείσης εἴς τινα Τράπεζαν, ἀνερχομένης εἰς 240,000 δραχμὰς, ἥτις θεωρεῖται ὡς προμήθεια δι’ ἓν δάνειον 1,000,000. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι ἐδόθη τοιοῦτον ποσὸν πρὸς χορηγίαν δανείου ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν βραδύτητα τῆς διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, εὑρέθη πρὸ διλήμματος· ἢ ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους, οἵτινες προετείνοντο ἐκ μέρους τοῦ συλλόγου τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, συμπραττούσης καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἢ ἔπρεπε νὰ προτιμήσῃ μίαν ἄλλην δημοπρασίαν, καὶ ἀποδεχθῇ οἱονδήποτε ποσὸν ἤθελε κατ’ αὐτὴν προσενεχθῆ. Μετὰ πολλὰς ἐρεύνας κατέληξεν εἰς τὸ ν’ ἀποδεχθῇ τοὺς ὅρους τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, οἵτινες εἶχον συμπράξει μετὰ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, οὐχὶ πρὸς παροχὴν τοῦ δανείου, ἀλλὰ πρὸς διευκόλυνσιν τῆς πωλήσεως ἀντὶ προμηθείας δραχμῶν 240,000. Δὲν εἶναι τοῦτο τόκος δανείου, εἶναι ἔκπτωσις τοῦ προσενεχθέντος τιμήματος κατὰ 5%, ἔκπτωσις χορηγουμένη εἰς ἀγοραστὰς, καὶ σκοποῦσα τὴν διευκόλυνσιν αὐτῶν. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὑπῆρχε μία συνεννόησις πνεύματος ταμιευτικοῦ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοιούτου πνεύματος ἠθέλησε νὰ θέσῃ εἰς πίστωσιν τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1899 τὸν φόρον, ὅστις προήρχετο ἐκ τῆς παρακρατήσεως. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὡς καὶ πᾶσαν τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ δὲν μὲ ὡδήγησε πνεῦμα ταμιευτικόν. Ἡ φορολογία ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1899, τὰ δὲ ἀφορῶντα εἰς τὴν κράτησιν ταύτην ἐγένοντο ἀντικείμενον συζητήσεως κατὰ Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον τοῦ 1900. Δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ, ἂν τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὑπέβαλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐρώτημα ἐπὶ τούτῳ ἐνωρίτερον. Ὅτε ἐξέδωκε τοῦτο ἀπόφασιν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, καὶ ἑτέραν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1900, εἶχεν ἤδη διατεθῆ τὸ παρακράτημα τοῦ 1898. Ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον, εὗρον, ὅτι δὲν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὸ τίμημα τοῦ παλαιοῦ παρακρατήματος, χωρὶς νὰ κρατήσω ἐξ αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὅ,τι τοῦτο ἐδικαιοῦτο λαμβάνειν παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἄλλως τε, ὅτε ὑπέβαλον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, καὶ παρεκλήθην ἀπό τινα Βουλευτὴν, — δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ ποῖον — ὑπελόγισα ὁλόκληρον τὸν φόρον τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου. Δὲν ἀπέκρυψα δὲ τὴν γνώμην, ἣν ἔκτοτε εἶχον, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ σταφιδόκαρπον εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, χωρὶς νὰ εἰσπράττῃ τὸν φόρον. Ἐνταῦθα, ὡς ἔλεγον καὶ πρότερον, ἡ Τράπεζα ἐκ τοῦ παρακρατήματος εἶχεν εἰσπράξεις δύο ἑκατομμυρίων· κατὰ τὸ 1900 εἰσήχθη νέος σταφιδόκαρπος τοῦ ἔτους 1900. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἐκράτησα τὸν φόρον τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ 1900, ἀλλὰ τὸν τοῦ 1899. Ὁ τοῦ 1900 ὀφείλεται. Ἐὰν ἐκράτουν καὶ αὐτὸν, ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ παράπονον, οὐχὶ νόμιμον, ἀλλὰ στηριζόμενον εἰς τὸ ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι εὐπορώτερον τῆς Τραπέζης, καὶ ἠδύνατο νὰ μὴ ζητῇ κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τῆς ἐξαγωγῆς νὰ πωλῆται ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὁ σταφιδόκαρπος, ὅπως λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον τὸν ἐκ δραχμῶν τεσσάρων ἔγγειον φόρον, διότι, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, κεφάλαιον τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι παρὰ ὅ,τι πλεονάζει. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἐδῶ διατρέχει κίνδυνον τὸ Δημόσιον. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ παρακρατήματος μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1898, εἶχον βάσιν τὰς τέσσαρας δραχμὰς φόρον ἔγγειον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Ἂν ἀνεγράφη ἄλλο τι, ἦτο λάθος τυπογραφικόν. Οὐδεμία περὶ τούτου ὑπάρχει ἀμφιβολία. Τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει δώσει ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν μοὶ παρέχει τὴν εὐκολίαν νὰ ἀπαντήσω, διότι ἀναγράφει μόνον τὸ ποσὸν τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου καὶ οὐχὶ τὸ ποσὸν τοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Τραπέζης ἀποταμιευθέντος. Ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει λάθος τι, εἶναι εὐχερὴς ὁ ἔλεγχος. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἓν μόνον γινώσκω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ διαταγή, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους. Μέχρι τοῦ 1898 οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα. Ἀπὸ τοῦ 1899, τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἄλλην κρατούσης τάξιν περὶ τὸ παρακράτημα, ἔπρεπε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀκολουθήσῃ αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκα. Κατὰ τῆς ἑρμηνείας ταύτης, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεὶς ἤγειρε παράπονον. Οὐδεὶς σταφιδοκτήμων ἢ σταφιδέμπορος παρεπονέθη διὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ἀπὸ τῆς 5 Ὀκτωβρίου τοῦ 1899 μέχρι τοῦδε. Ἂν ὑπεβάλλετο τοιοῦτο παράπονον, ἤθελον ἐξετάσει, καὶ, ἂν ἤθελον πεισθῆ, ὅτι δὲν ἔπρεπεν οὕτω νὰ γένηται, ἤθελε κανονισθῆ ἄλλως. Δοθείσης ἀφορμῆς τὴν ἑσπέραν ταύτην, βεβαίως θέλω ζητήσει τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἤθελον προβάλει τὴν παροῦσαν ἐπερώτησιν, ἂν δὲν μοὶ ἐφαίνετο, ὅτι ἔχει χαρακτῆρα κατεπείγοντος, ἀφοῦ μάλιστα δὲν προκαλεῖ καὶ συζήτησιν, ἴσως δὲ οὐδὲ ἀπάντησιν. Εἶναι μόνον ἐπερώτησις περιέχουσα πληροφορίας, ἢ διδοῦσα νύξεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ἀποκρινόμενος πρὸ μιᾶς ἢ δύο ἑβδομάδων πρός τινα ἐπερώτησιν Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, ἐποιήσατο ἀνακοινώσεις περὶ τῶν σχέσεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, ἥτις ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ–Λαρίσης. Κατὰ τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας, προέκυψεν ἀφορμὴ ἢ εὐκολία εἰς νεωτέρας συνεννοήσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας. Ἐπειδὴ αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις δὲν καθίστων εὔκολον τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, τοῦ ὁποίου γίγνεται μνεία ἐν τῇ συμβάσει, ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν καὶ τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι ἀνεγράφησαν ἐν τῇ συμβάσει, ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ μεσολαβοῦν χρονικὸν διάστημα, ὅπως ἄρξωνται ἐργασίαι καὶ κατασκευασθῇ τμῆμά τι, τὸ πρῶτον τῆς γραμμῆς, ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Θήβας, μετὰ διακλαδώσεως εἰς Χαλκίδα. Ἀλλὰ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ὑπῆρξε διαφωνία, διότι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Ἑταιρείαν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης προέτεινον ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπελήφθη, ὅτι περιέγραφον ἢ ἐμείουν τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ διὰ τῆς συμβάσεως ἀνωμολογημένα καὶ παρακεχωρημένα εἰς αὐτήν. Ὁ δισταγμός, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, μοὶ ἐφάνη εὔλογος, καὶ μολονότι εἶχον ἐπιθυμίαν νὰ ἔβλεπον ἀρχομένην τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἔστω καὶ τοῦ τμήματος αὐτοῦ, — διότι πρὸς κατασκευὴν τοῦ τμήματος τούτου τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἐγὼ εἶχον μεριμνήσει, καὶ ἐθεώρουν αὐτὸ λίαν χρήσιμον καὶ εἰς τὴν συγκοινωνίαν καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, — ἐλυπήθην, διότι διεκόπησαν αἱ διαπραγματεύσεις, διεκόπησαν δὲ διὰ τὸν λόγον, τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπον, τὴν ὀρθότητα ἀναγνωρίζω, τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθέντα. Σήμερον ὅμως ἀνέγνων ἔν τινι ἐφημερίδι συνδιάλεξιν, interview, καὶ ὑποθέτω, ὅτι συνδιαλεγόμενος εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας, διότι μνημονεύει ἡ ἐφημερὶς τὸ ὄνομα τοῦ κ. Γεωργιάδου. Κατὰ τὴν συνδιάλεξιν ταύτην, ἐζητήθη ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας, ἵνα, ἂν μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1902, μέχρι τοῦ ὁποίου ὑπετίθετο, ὅτι ἤθελον τελειώσει τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς τοῦ τμήματος ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Θήβας μετὰ διακλαδώσεως εἰς Χαλκίδα, δὲν προέβαινεν ἡ Ἑταιρεία εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ὅτι τότε ὑπελείπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ, ἂν ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου εἶναι δεδικαιολογημένη καὶ τότε ὑπὸ τῶν τότε κρατουσῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ἐν ᾧ τὴν αἵρεσιν ταύτην ἀπεδέχθη, ὡς λέγει, ὁ κ. Πρωθυπουργός, αὐτοὶ ἐζήτουν νὰ μὴ ἐξαρτηθῇ ἡ κρίσις ὑπὸ μόνης τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ὑπὸ διαιτησίας, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ γνωμῶν καὶ ἄλλων, ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, σωματείων ἢ ἀτόμων· προσδιώριζαν δὲ πρὸς τοῦτο τραπεζιτικά τινα καταστήματα. Ἡ ἀξίωσις αὕτη βεβαίως ἀφῄρει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται αὐτή, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑταιρεία δὲν ἔστεργε νὰ ἐκδώσῃ, ἢ ἂν αἱ γενικαὶ οἰκονομικαὶ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεπον ἀκόμη τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου εἶναι πρᾶξις ἐνδιαφέρουσα οὐ μόνον τοὺς ἐργολάβους, ἀλλὰ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ ἀποτυχία τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου οὐ μόνον δὲν ἤθελε παράσχει τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια πρὸς ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς, ἀλλ’ ἤθελε μειώσει καὶ τὴν περὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους δημοσίαν γνώμην, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ὀρθῶς ποιοῦσα, ἐζήτει νὰ μὴ ἐλαττωθῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Ἀλλὰ σήμερον ἀναγινώσκω, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρείας δὲν ζητοῦσι πλέον περαιτέρω ἄλλην ἑρμηνείαν, δὲν ζητοῦσιν, ἵνα τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως μεταδώσωσι καὶ εἰς ἄλλα σωματεῖα ἢ ἄτομα, ἀλλ’ ὅτι ἀρκοῦνται εἰς μίαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει προφορικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι θέλει ζητήσει πληροφορίας ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἤθελεν, ἵνα σχηματίσῃ γνώμην περὶ τοῦ δυνατοῦ ἢ μὴ δυνατοῦ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὁμὰς ἐζήτησεν, ὅπως, ἀντὶ αἱ ἀσφαλεῖς πληροφορίαι (dûment renseigné) ἐξαρτηθῶσιν ἀπὸ τῆς μονομεροῦς κρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, ζητηθῇ ἡ γνώμη περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀγορῶν ἀμερολήπτων καὶ ἁρμοδίων προσώπων, ὑποδεικνυομένων ἐκ τῶν προτέρων ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὁμάδος». Ἕνεκα τῆς ἀξιώσεως ταύτης ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ τῶν διαπραγματεύσεων. Ἀλλὰ, κατὰ τὴν δημοσιευομένην συνέντευξιν, «τὴν τοιαύτην τροπολογίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουσεν. Ἡμεῖς ἐν τούτοις» — ἐξακολουθεῖ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας — «χάριν τῆς ἀμέσου ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν, παρῃτήθημεν τῆς ἀξιώσεως ταύτης· ἀποδεχόμενοι δὲ αὐτὸ τὸ κείμενον τῆς ἀρχικῆς διατυπώσεως τῆς Κυβερνήσεως, παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προστεθῇ μόνον εἰς τὸ dûment renseigné, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν προβλεπομένην τυχὸν περίπτωσιν θὰ ἐστήριζε τὴν ἀπόφασίν της περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν γνώμην τῶν ἐπισήμων Τραπεζῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἐπιφορτισμένων τὴν ὑπηρεσίαν.» Ἑπομένως ἐπεζήτησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ μόνη αὐτὴ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα.
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει πλέον ἀπόλυτον δικαίωμα, ἀφοῦ αὐτοὶ ἤθελον νὰ στηρίξῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπόφασίν της εἰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ ἐλάμβανεν ἐξ ὡρισμένων Τραπεζῶν.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτοὶ ἠξίουν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἦτο κύριος ν’ ἀποφήνηται, ἀλλὰ προηγουμένως ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων.
§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε ὁ περιορισμὸς ἦτο πλήρης.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω, ὅτι ἔχετε δίκαιον. Ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ δημοσίευσις αὕτη ἐνδεικνύει προαίρεσιν τροποποιήσεως τοῦ ὅρου αὐτοῦ· διότι ἐγκαταλείπουσα τὴν πρώτην πρότασιν, καὶ προβάλλουσα ἄλλην, ἡ ὁποία φαίνεται ἠπιωτέρα, ἴσως ἔχει τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀφήσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πλήρη, νὰ μὴ ἀμφισβητήσῃ τι, ἀλλὰ μόνον νὰ ἀρκεσθῇ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πληροφορηθῇ καλῶς περὶ τούτου· οὕτως ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀνεκοίνωσα μόνον ταῦτα, ἵνα δώσω ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσητε ὑμεῖς τὴν ὑπόθεσιν.
§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς αὐτό. Ὡς βλέπει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἡ ἀφήγησις εἶναι ἀκριβεστάτη μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς διακοπῆς, διακοπῆς, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἀφοῦ ἡ Ἑταιρεία εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον δώσει.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, τὸ ὁμολογεῖ αὐτό.
§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶχεν ἀποδεχθῆ, μετὰ δύο ἡμέρας, κατόπιν ἐπιμονῆς ἑνὸς τῶν τραπεζιτῶν, καὶ κατόπιν τηλεγραφήματος παρ’ αὐτοῦ ἀπευθυνθέντος πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑταιρείας, οὗτοι ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν δύνανται πλέον νὰ παραδεχθῶσι τὰ συμπεφωνημένα, καὶ ἐζήτουν τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐθεώρουν ὡς τὸν σπουδαιότερον ὅρον τῶν νέων διαπραγματεύσεων, καὶ τότε διεκόπησαν αἱ διαπραγματεύσεις. Ἔκτοτε ῥητὴ πρότασις δὲν ὑπεβλήθη εἰς ἐμέ. Ἀλλά, κατὰ τὸ σύστημα τῶν διαπραγματεύσεων εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὑπεδείχθη: «ἂν τοιοῦτόν τι ἤθελε προταθῆ, ἤθελε γείνῃ δεκτόν;» Ὑπὸ τοιοῦτον τύπον ἦλθεν ἡ πρότασις...
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μετὰ τὴν διακοπήν.
§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ μετὰ τὴν διακοπήν. Ἐδήλωσα λοιπὸν ῥητῶς, ὅτι οὐδένα ἤθελον δεχθῆ περιορισμὸν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς νὰ πληροφορηθῇ δεόντως πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ. Προσθέτω, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπετέλει διὰ τοὺς μετ’ αὐτῆς συναλλασσομένους τὴν ἀσφάλειαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐλάμβανε τὰς δεούσας πληροφορίας, διότι ἐν τῇ ἐκδόσει τοῦ δανείου δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ συμφέροντος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουσι τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλὰ πρόκειται κυρίως καὶ περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ἡ ἐπιτυχία τοῦ δανείου ἀφορᾷ κυρίως τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, καὶ οὐδεμία Κυβέρνησις ἤθελε ποτὲ ἐπιμείνει εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἂν ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐλάμβανεν, ἐπείθετο, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἤθελε φθάσει εἰς κακὰ ἀποτελέσματα, διότι ἡ ζημία δὲν θὰ ἦτο μόνον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὸ ἔργον, ἀλλὰ θὰ ἦτο ζημία πολὺ μεγαλειτέρα διὰ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Ἔλεγον, Κύριοι, εἰς τοὺς μετ’ ἐμοῦ συναλλασσομένους: «Ὑμεῖς δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ συμφέρον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως οἱαδήποτε Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ πρέπει νὰ ἔχῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀσφαλίζει ὑμᾶς πληρέστατα· διατὶ θέλετε, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς δύο Τραπέζας, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ἔκδοσις θὰ ἦτο δυνατὴ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 40 τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως, δηλαδὴ μὲ ἔκδοσιν ὀγδοήκοντα τοῖς ἑκατόν;»—διότι ἡ Ἑταιρεία, ὡς γινώσκετε, ἀνέλαβε πρὸς 80% μὲ 5% ἐπὶ πραγματικοῦ κεφαλαίου.—Διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς οἱανδήποτε Τράπεζαν, καὶ νὰ μὴ φοβηθῇ, ὅτι ἡ Τράπεζα αὕτη θὰ εἶχε μόνον ὑπ’ ὄψει τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρείας;
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠμφισβήτησα τὴν ὀρθότητα αὐτοῦ.
§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἔφθασαν αἱ διαπραγματεύσεις, καὶ τότε τὰς διέκοψα, καὶ ἐδήλωσα, ὅτι τὰς θεωρῶ ἐντελῶς διακεκομμένας. Νομίζω ἄλλως τε, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἑξῆς· ὅτι αἱ ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐφαίνοντο διόλου μὴ δεδικαιολογημέναι, διότι ἐπρόκειτο διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς συμβάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε συναινέσει, ὅπως ἤδη ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπρόκειτο, λέγω, νὰ παραχωρήσωμεν παράτασιν προθεσμίας· διότι, ἐνῷ διὰ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως ἡ Ἑταιρεία ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα ὅλα τοῦ σιδηροδρόμου ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος τεσσάρων ἐτῶν, διὰ τῆς νέας συμβάσεως παρεχωρεῖτο εἰς αὐτὴν προθεσμία μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1902 πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πρώτου τμήματος Θηβῶν–Χαλκίδος,— πρώτου τμήματος ὄχι τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως, διότι ἡ ἀρχικὴ σύμβασις ὡς πρῶτον τμῆμα ἐθεώρει τὸ τμῆμα ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Δαδίου, μὲ τὴν διακλάδωσιν τῆς Χαλκίδος· ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου δὲν ἤθελε λάβει χώραν πρὸ τῆς προθεσμίας ταύτης, ὑπελογίζοντο αἱ προθεσμία πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ὅλου ἔργου ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκδόσεως τοῦ δανείου, καὶ ἑπομένως ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ πραγματικὴ παράτασις· ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ δάνειον ἤθελεν ἐκδοθῇ κατὰ τὸ πέρας τῆς πρώτης ταύτης προθεσμίας, ἐδίδετο μία παράτασις δύο ἐτῶν σχεδόν. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι, ἐνῷ τοιαῦται παρεμβάλλονται δυσκολίαι ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας, ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἑξῆς· ὅτι λογικῶς δὲν δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι αἱ ἐχθροπραξίαι ἐν Τρανσβὰλ ἤθελον ἐξακολουθήσει εἰσέτι ἐπὶ δύο ἔτη· διότι, ἂν δὲν διαρκέσωσιν ἐπὶ δύο ἔτη, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ 6 μῆνας ἀκόμη, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἕξ μηνῶν ἤρχιζεν ἡ προθεσμία τῶν τριῶν μηνῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ Ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅπως εὕρωμεν συμφέρον εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς δευτέρας συμβάσεως, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Τρανσβὰλ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ἤρξατο τρέχουσα ἡ προθεσμία τῶν τριῶν μηνῶν, καὶ ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη θέλει παραταθῆ ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη, τὸ ὁποῖον δὲν μοὶ φαίνεται ἐντὸς τῶν ὑποθέσεων τῶν λογικῶν. Ἂν δὲ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δύναται ν’ ἀποδεχθῇ παράτασιν τῆς καταστάσεως ἐκείνης ἐπὶ δύο ἔτη, καὶ μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς δευτέρας συμβάσεως θὰ εὑρεθῶμεν κατὰ τὴν λῆξιν τῶν δύο ἐτῶν—ὅτε θὰ πρόκηται περὶ ἐκδόσεως τοῦ δανείου—ἀπέναντι τῶν δυσκολιῶν, τὰς ὁποίας ἡ παράτασις τῆς καταστάσεως ἤθελε γεννήσει, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι ἑτέρας παρατάσεως. Ὅλα ταῦτα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκει, ὅτι καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν, ἐπιμένουσα εἰς τὸν τεθέντα παρ’ αὐτῆς ὅρον.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπέκρινα τὴν Κυβέρνησιν.
§154Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προεκλήθην νὰ δηλώσω, τί ἤθελον πράξει, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὸν ὅρον τοῦτον. Ἀλλὰ ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἦτο καθῆκον ἰδικόν μου νὰ δηλώσω τι, πρὶν ἢ λάβω ῥητὴν πρότασιν περὶ τούτου· διότι, καθ’ ὅσον παρέρχονται αἱ ἡμέραι, τὰ πράγματα δύνανται νὰ ἀλλάξωσι. Δὲν ἠξεύρω, μετὰ 8 ἢ 10 ἡμέρας εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Τρανσβαάλ. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐκφράσω γνώμην, πρὶν ἢ ὑποβληθῶσι νέαι προτάσεις. Ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἀπὸ ἐμέ, ποίαν ἀπόφασιν θέλω λάβει, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἡ Ἑταιρεία ἐπανέλθει εἰς τὰ συμπεφωνημένα. Ὅταν ἔλθῃ ὁριστικὴ πρότασις, θὰ σκεφθῶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔδωσα.
§155ΠΕΡ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν Δήμαρχος, ἀναχωρῶν ἀπὸ τὸν δῆμόν του καὶ μεταβαίνων εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἢ ἁπλῶς, παραδίδων τὸ γραφεῖόν του εἰς τὸν πάρεδρον, νὰ εἰδοποιῇ μόνον περὶ τούτου τὸν Νομάρχην.
§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀδείας. Ἀρκεῖ ἁπλῆ εἰδοποίησις πρὸς τὸν Νομάρχην, ἐὰν πρόκηται περὶ διαμονῆς ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ. Ἐὰν πρόκηται περὶ ἐγκαταστάσεως, ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ὡς βλέπετε, εἶναι ζήτημα πραγματικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ λύσω ἀπολύτως.
§157ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀπουσίας ὀλίγων ἡμερῶν.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ νόμος ὥρισεν ἀναπληρωτὰς τοῦ Δημάρχου.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπαιτεῖται πάντοτε νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν Νομάρχην. Δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν ἕδραν του ἄνευ εἰδοποιήσεως. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζω τὰ καθέκαστα τῆς ἐρωτήσεώς σας, ἵνα ἀποφανθῶ.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὑπάρχει διάταξις· ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, εἶναι λειτουργὸς τοῦ δήμου, εἰς ὃν ἀνατίθενται καὶ καθήκοντα ὑπαλλήλου· ἂν δὲ παραβῇ ταῦτα τὰ καθήκοντα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, τιμωρεῖται. Αὐτὸς ἔχει ἀναπληρωτὴν, ὅστις ἐν περιπτώσει ἀπουσίας ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, ἔχει δὲ μόνον καθῆκον νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ὅτι ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν θέσιν του, καὶ ὅτι ἐκάλεσε τὸν ἀναπληρωτήν του, ἵνα ἀναλάβῃ αὐτήν.
§161ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀπουσίας δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν. Ταῦτα ἠρώτησα, διότι ὁ κ. Νομάρχης Μεσσηνίας εἰς τοὺς φίλους μου Δημάρχους, μεταβαίνοντας εἰς Καλάμας, ἐπιβάλλει πρόστιμον, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐφωράθησαν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ.
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τώρα, ὅτε ἐξεφράσατε καθαρώτερον τὴν γνώμην σας, θὰ ζητήσω πληροφορίας· διότι εἶναι ἄπορον, πῶς ἐπιβάλλει πρόστιμον, ἀφοῦ αὐτοὶ ἐπρόκειτο ν’ ἀπουσιάσωσιν ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας.
§163Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, διότι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων προτίθεται νὰ προβῇ εἰς προαγωγὰς νομομηχανικῶν καὶ μηχανικῶν, ἐθεώρησα καλὸν νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ταύτας. Πρὸ ἡμερῶν ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κύριος Κρίτσας ἔκαμε λόγον περὶ ὑδραυλικῆς ἀσβέστου, πωληθείσης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς ἐργολάβον τινὰ, καὶ ἐκάκισε τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἐπώλησε τὴν ἄσβεστον ἐπὶ μικρᾷ τιμῇ. Ἀλλὰ τοῦτο, ὡς ἄσχετον πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, τὸ παρέρχομαι. Συμβαίνει ὅμως σκανδαλῶδές τι, διότι, ἐνῷ προεκηρύχθη δημοπρασία, καὶ ἐγένετο αὕτη, καὶ ἐνεκρίθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἐργολάβου, καὶ κατέθεσεν οὗτος τὸ τίμημα, ὁ νομομηχανικὸς ἐν γνώσει παρέλαβεν ἄσβεστον ἐκ τῆς ἀποθήκης τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐπώλησε πρὸς ἰδιώτας, ἀσχέτους πρὸς τὸν ἐργολάβον. Τὸ Δημόσιον ἔχει ἀποθήκην ἐν Ἁγίᾳ Μαρίνῃ, καὶ ἄσβεστον ἐντὸς αὐτῆς, ἐναπομείνασαν ἐκ τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης· ὁ νομομηχανικὸς τὴν ἐπώλησε πρὸς 85 λεπτὰ τὸν στατῆρα, ἀλλὰ τὰ ἐκ τῆς πωλήσεως χρήματα ἀγνοῶ τί ἐγένοντο, καὶ ἂν εἰσῆλθον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ νομομηχανικὸς τὴν 7 Ἰανουαρίου 1900 δι’ ἐγγράφου του ἐβεβαίωσε τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ὅτι ὑπῆρχον 1820 στατῆρες ἀσβέστου ἐν τῇ ἀποθήκῃ ταύτῃ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἐβεβαίωσε τὴν ἀξίαν. Ἔστειλε πρὸς τὸν Ταμίαν ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀνήγγειλεν, ὅτι πρόκειται νὰ λάβῃ 1547 δραχμὰς, καὶ 40 ἔτι δραχμὰς διὰ φόρον ὑπερημερίας. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἦσαν γνωστὰ εἰς τὸν μηχανικὸν, καὶ ὤφειλεν οὗτος νὰ παραδώσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ἀσβέστου, παρέδωκεν ἐπὶ ἔλαττον 2450 ὀκάδας, ἃς εἶχε πωλήσει τὴν 17 Ἰανουαρίου 1900 εἰς τὸν ἐργολάβον τοῦ λιμένος Στυλίδος καὶ εἴς τινα ἄλλον. Πλὴν τούτου, ὑπάρχει καὶ καταγγελία ἐκκρεμὴς κατὰ τοῦ μηχανικοῦ, ἐφ’ ἧς οὐδὲν ἐνηργήθη. Δι’ αὐτῆς καταγγέλλεται, ὅτι ὁ μηχανικὸς ἐν συναλλαγῇ μετά τινος ἐργολάβου ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον περὶ τὰς 40,000 δραχμάς. Ἡ καταγγελία ἐδόθη τῇ 12 Ἰανουαρίου 1900. Ὁ νομομηχανικὸς οὗτος ὀνομάζεται Βασίλειος Σαδούκας. Ἐν τῇ καταγγελίᾳ ἀνεφέρετο, ὅτι ἐν γνώσει τοῦ μηχανικοῦ τούτου ὁ ἐργολάβος τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Λαμίας εἰς Καρπενήσιον ἔλαβε σκῦρα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα διὰ τὸν σιδηρόδρομον, καὶ τὰ ἐτοποθέτησεν εἰς ὡρισμένας θέσεις ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἔνθα κατεμέτρησεν αὐτά· ἀλλὰ μετά τινα χρόνον ἐνήργησε νὰ μὴ γείνῃ δημοπρασία, καὶ ὁ αὐτὸς ἐργολάβος μετέφερεν αὐτὰ εἰς ἄλλο μέρος τῆς ὁδοῦ, καὶ κατεμέτρησεν ἐκ δευτέρου τὰ ἴδια σκῦρα· τοῦτο δ’ ἐγένετο καὶ ἐκ τρίτου. Ἐπίσης ὁ αὐτὸς μηχανικὸς κατεσκεύασεν οἴκημα, ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ τὴν τοποθέτησιν τῆς μηχανῆς τοῦ σιδηροδρόμου ἐν Ἁγίᾳ Μαρίνῃ, καὶ ἐνῷ τὰ ἔργα τὰ ὑπερβαίνοντα τὰς 10,000 δραχμάς, κατὰ τὸν νόμον, ἀπαιτεῖται νὰ ἐκτελῶνται διὰ δημοπρασίας, αὐτὸς παρέλιπε τοῦτο, καὶ τὸ οἴκημα, μόλις κατεσκευάσθη, κατέπεσεν, αὐτὸς δέ, δικαιολογούμενος, λέγει, ὅτι προῆλθεν ἡ πτῶσις ἐκ θεομηνίας! Κατὰ τοῦ νομομηχανικοῦ τούτου ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ Νομάρχου Εὐρυτανίας, διότι ὁ νομομηχανικὸς οὗτος, διαταχθεὶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου νὰ παραλάβῃ συντελεσθείσας ἐργασίας ἐπὶ μιᾶς γεφύρας τοῦ ποταμοῦ Ἀγαλιανοῦ, ὥρισε δαπάνην δραχ. 19,000, τὴν ὁποίαν κατόπιν ἐπιτροπὴ, σταλεῖσα ἐπίτηδες, ἠλάττωσε κατὰ 4,000 δραχ. Πάντες δ’ ἐβεβαίωσαν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς ζημίαν 15,000 δραχμῶν. Ταῦτα ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐν Λαμίᾳ Εἰσαγγελέως περὶ τοῦ ἀξιοτίμου αὐτοῦ νομομηχανικοῦ.
§164Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἐπείγουσαν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἡ ὑπόθεσις ἔχει ὡς ἑξῆς. Συμπολίτης μου εὐϋπόληπτος μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι εἰς τὴν δημοπρασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Θήρᾳ διὰ τὴν κατασκευὴν δεκατεσσάρων διδακτηρίων δημοτικῶν σχολείων, προσῆλθεν εἷς μόνον μειοδότης, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου καὶ κατεκυρώθη ἡ δημοπρασία ἀντὶ ποσοῦ 300,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ συναγωνισμός, διότι ἕνεκα ἐλλείψεως συγκοινωνίας δὲν ἠδυνήθησαν οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐργολάβοι νὰ μεταβῶσιν ἐκ Σύρου. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἔμαθον σήμερον παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἡ δημοπρασία αὕτη δὲν ἐπεκυρώθη εἰσέτι, καὶ ἐπειδὴ ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ συμπολίτας μου ἐργολάβους νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν θὰ διατάξῃ νέαν δημοπρασίαν, εἰς ἣν αὐτοὶ εἶναι πρόθυμοι νὰ προσέλθωσιν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ δηλώσῃ τοῦτο.
§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ δημοπρασία, πρέπει προηγουμένως νὰ γείνωσι νέαι προσφοραί. Ἄλλως ἔχει εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς, διότι πιθανὸν κατὰ τὴν νέαν δημοπρασίαν νὰ μὴ προσέλθωσι νέοι μειοδόται.
§166ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἀσφαλεῖς πληροφορίας ἐκ τοῦ προχείρου· ἀλλ’ ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὅπως λέγετε, τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἴτησιν νέας προσφορᾶς.
§167Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πολὺ καλά.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν: «Αἱ μετὰ τὸν νόμον ͵ΒΤΟΒʹ τοῦ 1896 συνομολογηθεῖσαι ἐργολαβίαι εἰς μόνην τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν ἀπέβλεπον, ἢ καὶ εἰς τὴν μεταφορὰν καὶ τὴν παράδοσιν τοῦ ἅλατος; «Ποία ἡ εἰς τὴν καλλιέργειαν καταλογιζομένη δαπάνη καὶ ποία ἡ εἰς τὴν μεταφορὰν καὶ τὴν παράδοσιν; «Πόσα ἐκ τῶν ἐν ἔτεσι 1898 καὶ 1899 εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἅλατος 2,467,985 καὶ 2,481,157 ἀνήκουσιν εἰς τὰς Ἰονίους ἐπαρχίας, τὰς ἀγοραζούσας τὸ ἅλας ἀντὶ 5 λεπτῶν μόνον;» Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§169Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνέστη, ὅπως μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐκ δυστυχημάτων ἐν μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις παθόντων ἐργατῶν. Ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς ἐξεδηλώθη πρὸ καιροῦ, ὅπως ἡ πρότασις νόμου αὕτη συζητηθῇ πρὸ πάσης ἄλλης. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συναινέσῃ, ἵνα σήμερον ἢ αὔριον προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις αὕτη.
§170Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος περὶ τούτου, καὶ εἶπον, ὅτι, κατὰ τὰ συμπεφωνημένα, ἡ πρότασις νόμου αὕτη θ’ ἀναγραφῇ αὔριον μεταξὺ τῶν πρώτων ἢ πρώτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν ἔχῃ δυσκολίαν, νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀπὸ τῆς αὔριον, ἢ τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, γίνηται διακοπὴ περὶ τὴν 8ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 9ην, διότι, ὡς βλέπετε, δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ἐργασθῶμεν νομοθετικῶς, τὸ δὲ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων, τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ ἡ Βουλή, ὅπως νομίζει ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐνασκήσῃ, οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ περιορίσῃ.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον ἓν πρᾶγμα ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ διστάζωμεν, ὁ προσδιορισμὸς τοῦ τέλους τῆς συνεδριάσεως· διότι νὰ μένωμεν μέχρι τῆς 3ης ἢ 4ης ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον, βεβαίως δὲν εἶναι εὔκολον. Ἐγὼ λέγω, νὰ ἐργαζώμεθα μέχρι τοῦ μεσονυκτίου.
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ μένωμεν μέχρι τῆς 3ης μετὰ τὸ μεσονύκτιον, οὐδὲ ἐνόουν, παρακαλέσας ὑμᾶς νὰ ἐπανερχώμεθα μετὰ τὰς 8, νὰ παρατείνωμεν τὴν συνεδρίασιν τόσον πολύ. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν περὶ τὴν πρώτην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον λύωμεν τὴν συνεδρίασιν, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴμεθα πλησίον.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν.
§175Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν συζητῶμεν μέχρι τῆς ὀγδόης ἢ ἐνάτης ὥρας, εἶναι ἀρκετὴ ἐργασία· ἑπομένως εἶναι περιττὴ ἡ διακοπή.
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Λέγω, ὅτι ὅλοι γνωρίζετε, βασιζόμενος εἰς τὴν ἐπιθυμίαν, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται ἑκάστοτε περὶ προτάξεως νομοσχεδίων τινῶν. Ἄρα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πανταχόθεν ζητεῖται νὰ προταχθῶσι, καλὸν εἶναι νὰ συζητηθῶσιν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν θὰ ψηφισθῶσιν ἢ δὲν θὰ ψηφισθῶσιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐνάρξεως τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας περὶ τὴν 11ην ὥραν τῆς νυκτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα θὰ συζητηθῶσιν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ παρατείνῃ τὰς συνεδριάσεις της ἐπ’ ἄπειρον. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι βιάζουσι τοὺς κ. Βουλευτάς, ὅπως μετὰ δεκαπέντε ἢ εἴκοσιν ἡμέρας ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ ἑπομένως θὰ ἦτο καλόν, ὅπως ἐντὸς τοῦ χρόνου τούτου προσπαθήσωμεν νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, παρὰ πάντων θεωροῦνται ἄξια συζητήσεως.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην πάντων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, — ἴσως καὶ ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διερμηνεύσω, — λέγων, ὅτι εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ παράσχωμεν τὴν συνδρομήν μας, ὅπως ψηφισθῶσι νομοσχέδιά τινα, ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσιν εἶσθαι μόνον νομοσχέδια κοινῆς ὠφελείας, γενικοῦ συμφέροντος· διότι μεταξὺ τῶν ὀγδοήκοντα καὶ δύο ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχουσί τινα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δώσωμεν τὴν συνδρομήν μας· ἀλλὰ διὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀναντιρρήτως ἀφορῶσι δημόσια συμφέροντα, βεβαίως θέλομεν συμπράξει. Διὰ τοῦτο ἐπεθυμοῦμεν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ἡ ἡμερησία διάταξις νὰ διερρυθμίζετο κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἀλλ’ ἔργον ἰδικόν μας δὲν εἶναι ἡ διαρρύθμισις τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Γινώσκετε κάλλιστα, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ἐμὸν δικαίωμα νὰ ἐμποδίσω τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων ἢ προτάσεων νόμου, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα βεβαίως καθῆκον κυρίως ἔχομεν, ἵνα πρωτίστως ἀσχοληθῶμεν περὶ νομοσχεδίων γενικοῦ συμφέροντος. Ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ χθές, ἀπαντῶν εἰς παρατήρησιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐγένετο, ὑπάρχουσι καί τινα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι μὲν τοπικοῦ συμφέροντος, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς· διότι, ἂν ὁ νόμος ἀπαιτῇ, διὰ νὰ γείνῃ ὑδραγωγεῖόν τι ἐν τινι δήμῳ, νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ;
§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τούτου ἴσως ἔχομεν διάφορον γνώμην κατ’ ἀρχήν. Δὲν ἀντιλέγομεν παντάπασιν, ἵνα τὰ ἔσοδα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας διατίθενται εἰς ἀνάγκας ὑδρεύσεως ἐν ἐκείνοις τοῖς δήμοις, ἐν τοῖς ὁποίοις δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη κατασκευῆς ὁδῶν, διότι κατεσκευάσθη ἤδη ὅλον τὸ δίκτυον τῶν ὁδῶν· ἀλλ’ ἐν τοῖς δήμοις, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην κατασκευῆς ὁδῶν, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας καὶ διαθέσωμεν αὐτὰ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, ἵνα, φέρ’ εἰπεῖν, κατασκευασθῇ ὑδραγωγεῖον, νομίζω ὅτι ἀναιροῦμεν τὸν προορισμὸν τῶν χρημάτων, χάριν τοῦ ὁποίου εἰσήνεγκον τὰ χρήματα ταῦτα οἱ φορολογούμενοι. Ποιοῦμαι τὴν διαστολὴν ταύτην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι διαστολὴ προερχομένη ἐκ σκέψεων πολιτικῶν, ἢ ἐκ συμφέροντος τούτου ἢ ἐκείνου, ἀλλ’ εἶναι διαστολὴ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ νόμου.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις, ὅτι, ἐὰν ἔργα ὁδοποιΐας ἦναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπιχειρηθῶσιν ἔν τινι δήμῳ, εἶναι προτιμότερον νὰ ἐκτελεσθῶσι ταῦτα τὰ ἔργα, καὶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς ὑδραγωγείου. Βεβαίως ἡ παρατήρησις αὕτη πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν λέγω, ὅτι ἓν νομοσχέδιον δύναται νὰ φαίνηται τοπικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ νὰ ἦναι χρήσιμον. Παραδείγματος χάριν, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Μουστοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυνουρίας ἐκ δραχμῶν 160,000»...
§181ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πίστωσις αὕτη ἐψηφίσθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀντίρρησις δὲν ὑπάρχει περὶ ταύτου. Ἐξ ἐναντίας, ἤμην καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν προτεινάντων καὶ συστησάντων τὸ ἔργον· ὑπάρχει μόνον παρατήρησις, ὅτι αἱ μελέται πρέπει νὰ ἦναι σοβαραὶ καὶ σπουδαῖαι, ἵνα μὴ ἀρχίσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν ἔργου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐμελετήθη δεόντως. Τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐγένοντο καὶ ἄλλοτε δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀπέτυχον. Τώρα ὑπάρχουσιν οἱ προβάλλοντες τὸ ἐρώτημα: «πῶς θέλομεν διακρίνει, ἐὰν εἶναι αἱ μελέται σπουδαῖαι;» Πολλάκις συνάγει τις γνώμην ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἰργάσθησαν εἰς τὰς μελέτας. Ἐὰν π.χ. λάβητε ὡς βάσιν μελέτας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ 1896 ὑπὸ μηχανικοῦ, ἀποσταλέντος παρ’ ἡμῶν, ἐν τῇ Κυβερνήσει τυγχανόντων, αἱ μελέται αὗται μοὶ ἐφάνησαν, ὅτι δὲν ἦσαν πλήρεις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προέβημεν εἰς ἐκτέλεσιν. Τὸ ἔργον εἶναι ὄντως κατεπεῖγον, καὶ εὐκταῖον εἶναι νὰ γένηται, ἀλλὰ νὰ ἐκτελεσθῇ.
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἐὰν πρόκειται περὶ νομοσχεδίων, καθ’ ὧν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίδρασίς τις, δύναται διὰ συμβιβαστικῆς λύσεως ἑκατέρωθεν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ψήφισις αὐτῶν, ἢ καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἐν ἀνάγκῃ. Δὲν ἔδωσα δὲ, νομίζω μέχρι τοῦδε δείγματα ἐπιμονῆς, ὅταν ὑποβάλλωνται λόγοι, πείθοντες, ὅτι ἓν ζήτημα πρέπει ν’ ἀναβληθῇ.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία, ἤθελον σᾶς ἀναφέρει παράδειγμά τι ἰδιωτικόν. Μοὶ ἐστάλησαν ἄλλοτε 70,000 δραχμαὶ, διὰ νὰ φροντίσω νὰ κατασκευασθῇ ὑδραγωγεῖον ἔν τινι πόλει, ἀλλ’ ὑπ’ εὐθύνην μου· ἐστηρίχθην δὲ εἰς μελέτας τοῦ νομομηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑποβάλει περὶ τοῦ ἔργου μελέτας καὶ προϋπολογισμὸν δαπάνης. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ δωρητὴς ἀνέθηκε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ὑπὸ τὴν ἐμὴν εὐθύνην, ὤφειλον νὰ βεβαιωθῶ καλῶς περὶ τῆς σπουδαιότητος τῶν μελετῶν τούτων. Ὅθεν παρεκάλεσα τὸν κύριον Σούλην νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ τὸ ἔργον. Καὶ μετέβη μὲν ὁ κ. Σούλης, ἐπανῆλθε δὲ συμβουλεύων νὰ μὴ ὁδηγηθῶμεν ὑπὸ τῶν μελετῶν ἐκείνων, διότι ἡ πίεσις τοῦ ὕδατος εἶναι μεγαλειτέρα, καὶ οἱ σωλῆνες δὲν θέλουσιν ἀνθέξει, θέλει δὲ ἀποβῆ ματαία ἡ δαπάνη. Ἑπομένως ἠναγκάσθημεν νὰ προβῶμεν εἰς νέας μελέτας.
§185Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ μίαν σύστασιν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω· ὅτι, διὰ νὰ διεξάγηται καλλίτερον ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, καλλίτερον θὰ ἦτο, ἐὰν ἡ ἡμερησία διάταξις συνετάσσετο ὀλιγώτερον ἐπαναστατικῶς. Λέγω ἐπαναστατικῶς, διότι οὐδὲν σχεδὸν μένει ἐν τῇ σειρᾷ αὐτοῦ ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Βλέπομεν καθ’ ἑκάστην νομοσχέδια, ἅτινα ἦσαν εἰς τὴν πρώτην σειρὰν εἰς βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν, νὰ μεταφέρωνται τὴν ἑπομένην εἰς τὸ τέλος, καὶ νὰ ἐπανέρχωνται πάλιν ἐκ τοῦ τέλους εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους οὐδεὶς δύναται νὰ ἦναι ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσῃ ἐν παραδείγματι ἐπὶ 87 νομοσχεδίων. Ἂν κατώρθωσέ τινα ἐξ αὐτῶν νὰ μελετήσῃ, καὶ νὰ δύναται νὰ συζητήσῃ, ἀδύνατον νὰ ἐμελέτησεν ὅλα, καὶ νὰ ἦναι ἱκανὸς, ἀφοῦ τὴν μεσημβρίαν λάβῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπὶ τῶν τελευταίων, ἅτινα αἰφνιδίως ἐγένοντο πρῶτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἡ κατὰ σειρὰν συζήτησις εὐκολύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ γίνηται τοιαύτη ἀναστάτωσις τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι οὕτω μεγαλειτέραν αἰσθάνεται στενοχωρίαν ἡ Βουλὴ, καλουμένη νὰ συζητήσῃ χωρὶς νὰ ἦναι παρεσκευασμένη, καὶ πιθανὸν νὰ παρεμβάλλῃ διὰ τοῦτο προσκόμματα.
§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ μὴ λησμονήσητε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις ἡ σημερινὴ ἔλαβεν ἄλλην διατύπωσιν, διότι προηγήθησαν κατ’ ἀνάγκην αἱ πιστώσεις. Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 3 ἕως 11 νομοσχέδια ἀφορῶσιν εἰς πιστώσεις.
§187ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς μείνωσιν αὐτὰ ἐν τῇ ἰδίᾳ σειρᾷ καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον.
§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐννοεῖται. Πάντοτε καθιερώθη τὸ σύστημα, ἵνα αἱ πιστώσεις προηγῶνται τῶν ἄλλων νομοσχεδίων.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναί τινες πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι τῷ ὄντι δὲν δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν· ἀλλ’ εἶναι ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν.
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν λέγω τὸ ἐναντίον· ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ πιστώσεων, πρέπει αὗται νὰ κανονισθῶσιν. Ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, ἀδιάφορον ἐὰν παραταθῇ ἡ συζήτησις. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις. Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ἐπί τινων ἐξ αὐτῶν θὰ γείνῃ συζήτησις. Ἀλλ’ ὅλον τὸ ζήτημα, νομίζω, ἐξαρτᾶται ἐκ τούτου· ἐὰν κατορθωθῇ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ὀλίγον ἐνωρίτερον, ὅλα αὐτὰ θὰ κανονισθῶσι· διότι ἐπὶ τέλους, — καὶ τὸ ἐδείξαμεν εἰς πολλὰς περιστάσεις — ὅταν ἀναφυῶσι δυσκολίαι ἐπί τινος νομοσχεδίου, καὶ ζητηθῇ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναβολήν, ὅταν λόγοι σπουδαῖοι δικαιολογῶσι τὴν ἀναβολὴν ταύτην.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ αὔριον λοιπὸν θὰ διακόπτωμεν εἰς τὰς 8.
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀπὸ τῆς Δευτέρας.
§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγραφῇ αὔριον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ χθὲς ὑπέβαλον, καὶ ὅπερ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη σήμερον, «περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου».
§194ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν διοίκησιν, τὰ ὑπηρεσιακά, ὀρθὸν εἶναι νὰ προτάξητε, καὶ μάλιστα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν προβλέπεται συζήτησις. Ὅταν προταχθῶσι τὰ γενικοῦ συμφέροντος, τὰ συνδεόμενα μὲ τὸν Προϋπολογισμόν, τότε βεβαίως τὰ περὶ πιστώσεων πρέπει νὰ προηγῶνται πάντοτε, κατόπιν τὰ τοπικοῦ συμφέροντος, καὶ κατόπιν τὰ προσωπικοῦ συμφέροντος. Θὰ εὐκολυνθῇ οὕτω πολὺ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, διότι ἐκ τῶν προτέρων ἀποφασίζεται, ἐπὶ τίνων νομοσχεδίων θὰ ὑπάρχωσιν ἀντιρρήσεις, καὶ ἡ Κυβέρνησις εὐκόλως βλέπει, ποῦ δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἀντιρρήσεις, καὶ ἐκεῖ σταματᾷ. Ἐὰν τοιουτοτρόπως κανονισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς θὰ διευκολυνθῇ μεγάλως.
§195Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀντελήφθην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ ἐννέα δέκατα ἐξ ἡμῶν θέλομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπέμενον εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀφορμὴ, ὅπως γείνῃ περὶ τούτου ψηφοφορία ἐκείνην τὴν ἡμέραν, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ συναινέσῃ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐδήλωσα καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσι, πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναβάλλονται αἱ δόσεις ἐν Θεσσαλίᾳ, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας 3,000,000 δραχμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα βεβαίως πρέπει νὰ συζητηθῶσι. Τὰ νομοσχέδια τῶν πιστώσεων κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ψηφισθῶσι. Ὑπεβλήθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐργατῶν μεταλλείων καὶ μεταλλουργείων. Δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ αὐτό; Εἶναι ἑτοίμη ἐπίσης ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως». Δὲν θὰ συζητηθῶσιν ἀφ’ ἑτέρου νομοσχέδιά τινα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Βεβαίως ἕκαστος ἀριθμὸς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἢ ἓν μόνον νομοσχέδιον. Λοιπὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ λέγωμεν ἑκάστοτε, νὰ τεθῇ πρῶτον τὸ δεῖνα νομοσχέδιον. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ τις νομίζων, ὅτι καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίων, μὴ συζητοῦντες καὶ μὴ ψηφίζοντες οὐδέν.
§197Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον...
§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν παραπονοῦμαι ἐναντίον οὐδενός, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ ἐγένετο πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ φθάσωμεν μέχρις αὐτῆς τῆς ὥρας ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἑνὸς Βουλευτοῦ ἔφερε κατ’ ἀνάγκην τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἄλλου· ἔλαβε μίαν ἀνάπτυξιν ἡ συζήτησις, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ὥραν ταύτην. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἐὰν αὔριον γεννηθῇ ἓν ἄλλο ζήτημα, καὶ πάλιν φθάσωμεν εἰς τὴν ἑνδεκάτην ὥραν, εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ προτάξεως νομοσχεδίων. Τί νὰ προτάξωμεν;
§199Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὸν καθορισμόν, ὅπως διακόπτωμεν τὴν ὀγδόην ὥραν, εἴμεθα διατεθειμένοι ἀπὸ αὔριον νὰ εἰσερχώμεθα ἐνωρὶς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§200ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι νομοσχέδιά τινα, εἴτε τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, εἴτε γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, τῶν ὁποίων ἡ χρησιμότης εἶναι ἀναμφισβήτητος. Ἓν τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι καὶ τὸ «περὶ ἀδείας διαθέσεως εἰς ἔργα δημωφελῆ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τῶν δήμων Ναυπλιέων καὶ Μινώας τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας χρημάτων»...
§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τώρα περὶ νομοσχεδίων καὶ περὶ προτάξεως τούτου ἢ ἐκείνου.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί θέλει ἡ Βουλή;
§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ αὔριον μετὰ τὴν διακοπὴν νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§204ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἀπὸ αὔριον.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 50′ μετὰ μεσημβρίαν).