1901.01.11
1,650 rows · 12,428 words · 166 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
τῆς 11 Ἰανουαρίου 1901.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ., παρόντων 134 Βουλευτῶν, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτελῶν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀπηύθυνα πρὸς τοὺς Προέδρους τῶν νομοθετικῶν σωμάτων τῆς Ἀγγλίας τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, συμμεριζομένη τὸ ἄμετρον πένθος τοῦ μεγαλόφρονος Ἀγγλικοῦ ἔθνους ἐπὶ τῷ θανάτῳ τῆς Βασιλίσσης Βικτωρίας, ἐνετείλατό μοι νὰ διαβιβάσω Ὑμῖν τὰ ἀπὸ βάθους καρδίας συλλυπητήριά της, καὶ νὰ διατρανώσω πρὸς τὰς Ἀγγλικὰς Βουλὰς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, οὗ ἐτάχθην ἀντιπρόσωπος, μετ’ εὐγνωμοσύνης πάντοτε θὰ ἀναμιμνήσκηται τοῦ ὀνόματος τῆς πολυκλαύστου Ἀνάσσης, ἥτις τοσαύτην ἐπεδείξατο πρὸς αὐτὸν στοργὴν καὶ εὐμένειαν καθ’ ἁπάσας τὰς δυσχερεῖς αὐτοῦ περιστάσεις. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ν Μπουφίδης.» Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Ἀδαμόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου». Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 167) Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀκυρώσεως καὶ χορηγίας πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900». Καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 168). Οἱ ἐν Πειραιεῖ ἔμποροι ὑποβάλλουσιν ἀναφοράν, παραπονούμενοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φαρμακείων, καὶ ἐξαιτούμενοι νὰ ἐπιτραπῇ αὐτοῖς ἡ χονδρικὴ πώλησις ἀπαρασκευάστων φαρμακευτικῶν ὑλῶν. Ἡ ἐν Μονάχῳ Ἑλληνικὴ κοινότης ἀπηύθυνεν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, παρακαλοῦσα νὰ ψηφισθῇ πίστωσις πρὸς ἀγορὰν τῶν ἔργων τοῦ ἀποβιώσαντος Ἕλληνος ζωγράφου Νικολάου Γκύζη. Ἀναφέρει, ὅτι ἐγένοντο προτάσεις ἐκ μέρους τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀγορὰν τῶν ἔργων αὐτῶν, ἀλλ’ οἱ κληρονόμοι ἐσταμάτησαν. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἐπιτροπὴ φοιτητῶν τῆς Φαρμακευτικῆς ὑπέβαλεν ἀναφοράν, δι’ ἧς ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῇ τοῦ περὶ φαρμακείων νομοσχεδίου.
§2ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φαρμακείων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Νικόλαος Παναγιώτου, ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ Οἰκονομικοῦ, ὑποβάλλει ἀναφοράν, παραπονούμενος, ὅτι δὲν ἐνηργήθη μήνυσίς του, διαβιβασθεῖσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, κατ’ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ χορηγητοῦ τοῦ ἄρτου τοῦ στρατοῦ.
§4Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ ὑπόθεσιν ἀρκετὰ σπουδαίαν καὶ σοβαράν, διότι πρόκειται περὶ μηνύσεως ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, ὑποβληθείσης πρὸ πολλοῦ, κατὰ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν ἐπὶ καταχρήσεσι μεγίσταις, καθ’ ὃν χρόνον ἐγίνοντο αἱ προπαρασκευαὶ τοῦ πολέμου. Ὁ ἀξιωματικὸς λέγει, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος νὰ ὑποστῇ πᾶσαν καταδίωξιν, ἐὰν δὲν ἀποδείξῃ πᾶν ὅ,τι ἀναφέρει ἐν τῇ μηνύσει του. Ἀναφέρει, ὅτι ἔγειναν γεγονότα ἔκτροπα· ἀξιωματικοὶ ἀνώτεροι, εἰς τοὺς ὁποίους ἦτο ἐμπεπιστευμένη ἡ διατροφὴ τῶν στρατιωτῶν, ἐφρόντισαν μόνον νὰ γεμίσωσι τὰ βαλάντιά των. Ὁ ἀνώτερος ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ διεβίβασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν μήνυσιν, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδὲν ἐγένετο. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί γίνεται ἡ μήνυσις; Ἡ πρᾶξις αὕτη χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς 2 Νοεμβρίου 1898, καὶ δέον νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐνέργεια πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, ἐὰν οἱ καταγγελλόμενοι ἀποδειχθῶσι τοιοῦτοι· ἄλλως, νὰ καταδιωχθῇ ὁ μηνυτής.
§5Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ διὰ τῆς μηνύσεως τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ καταγγελθέντα.
§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ περὶ τῶν ὀφειλῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων. Ὑπάρχει ὀφειλή τις πρὸς τὸν Ἐρνέστον Τσίλλερ ἐκ δραχμῶν 24,000, περὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἀπόφασις τελεσίδικος. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδήλωσεν, ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ποσόν, ἐλλείψει χρημάτων. Διὰ τοῦτο ἀνεγράφη πίστωσις μεγαλειτέρα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὴν ὀφειλήν, ἥτις, ὡς εἶπον, βασίζεται ἐπὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος ἐζήτησε πρὸ ἡμερῶν νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξήλεγξε τὴν κατάστασιν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν ταύτην. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀνατολικῆς Τηλεγραφικῆς Ἑταιρείας πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 8 τῆς ἀπὸ 10 Δεκεμβρίου 1884 μετὰ τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας συμβάσεως». Ἐπίσης σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Γενικῆς Ἰταλικῆς ἀτμοπλοΐας τῶν ἡνωμένων ἑταιρειῶν Florio e Rubattino». Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδων μεταξὺ τῶν ὁδῶν Σίνα καὶ Διδότου πρὸς ἀνέγερσιν ξενῶνος ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς». Πρόκειται περὶ δωρεᾶς γενομένης ὑπὸ τοῦ δήμου εἰς τὴν Γαλλικὴν Σχολὴν, τὴν ὁποίαν αὕτη ἀπεδέχθη, ἐκφράσασα καὶ τὰς εὐχαριστίας αὑτῆς. Ὁ δῆμος, ἕνεκεν ἀνεπαρκείας μέσων, δὲν ἐξετέλεσε τὴν προσενεχθεῖσαν καὶ ἀποδεχθεῖσαν δωρεὰν, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ προβῶμεν εἰς ἐξομάλυνσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπειδὴ ἐκεῖ ὑπάρχουσιν οἰκόπεδα ἰδιόκτητα, πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἀλλὰ τούτου μὴ κατορθωθέντος, δὲν ἐπετεύχθη ἡ ἀνέγερσις τοῦ ξενῶνος, ἐνῷ ἡ Σχολὴ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενομένης δωρεᾶς, προέβη εἰς ἀνάληψιν ὑποχρεώσεων πρὸς ξένους, τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ ξενίσῃ ἐν τῷ ξενῶνι, καὶ ἠναγκάσθη νὰ παραχωρήσῃ δωμάτια ἴδια αὑτῆς πρὸς τοὺς ξένους. Ὅτε ἐγένετο ἡ δωρεὰ, ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ὅπως τὸ σχέδιον ὄπισθεν τῆς Σχολῆς τροποποιηθῇ. Ἀνηγγέλθη τοῦτο εἰς τὴν Σχολὴν, καὶ ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐλέγετο, ὅτι τοῦτο γίνεται, ὅπως χορηγηθῇ χῶρος ἐπαρκὴς εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, εὑρέθη ὅτι ἡ Σχολὴ ἐπρόκειτο νὰ καταβάλῃ 85,000 δραχμὰς, ὅπως γείνῃ ἡ πλατεῖα. Ἐπρόκειτο δηλ. περὶ δωρεᾶς, ἡ ὁποία δὲν εἶχε μεγάλην ἀξίαν, ἐνῷ ἡ Γαλλικὴ Σχολὴ ἔδιδεν ἄλλην ἑρμηνείαν εἰς τὴν δωρεὰν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἐν τούτοις, γενομένου τοῦ σχεδίου, δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ κύριοι τῶν οἰκοπέδων οὔτε νὰ οἰκοδομήσωσιν, οὔτε ν’ ἀποζημιωθῶσιν. Ἐπῆλθε λοιπὸν συμφωνία μὲ τὴν Σχολὴν, ὅπως περιορίσῃ τὸν χῶρον, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην, καὶ πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν αὐτοῦ ὑποβάλλω ἤδη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ διευθετήσεως τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων χειμάρρου Κυρᾶς Λαγκάδι». Ἕτερον σχέδιον νόμου «περὶ παροχῆς ἀδείας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν τοιχοκολλήσεων καὶ διαφημίσεων». Ὡσαύτως σχέδια νόμου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ Σωφρονείου Πτωχοκομείου μετὰ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων Κεφαλληνίας». Ὡσαύτως σχέδιον νόμου «περὶ ἐτησίας ἐπιχορηγήσεως δραχ. 15,000 ὑπὸ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Φιλιατρῶν πρὸς συντήρησιν ἐν Φιλιατροῖς Γυμνασίου ἢ Ἐμπορικῆς Σχολῆς».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 169–175).
§8Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν) Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 5,800». Ὑποβάλλω ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς τακτοποίησιν τῆς γενομένης μετατροπῆς τοῦ δανείου τοῦ ἡνοποιημένου, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ λογιστικὴ τακτοποίησις τῶν ἀκυρωθεισῶν ὁμολογιῶν τῶν παλαιῶν δανείων. Τοιαύτη πίστωσις εἶχε χορηγηθῆ διὰ νόμου κατὰ τὸ 1898, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα δὲν ἠδυνήθη ἐντὸς τῆς χρήσεως ταύτης νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν νέων ὁμολογιῶν πρὸς τὰς ἀκυρωθείσας τῶν παλαιῶν δανείων· ἀναγκαίως δὲ πρέπει νὰ χορηγηθῇ ἡ πίστωσις αὕτη, ὅπως ἡ τακτοποίησις γένηται.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ δαπάνης γενομένης;
§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 55,000». Λαμβάνω ὡσαύτως τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως μηνιαίας ἐκ δραχμῶν 200 εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη, πρώην Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ Ὑπουργοῦ.
§11Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Εἶναι δίκαιον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 176–179).
§13Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ Λακεδαίμονος ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Φικιώρης ἐζήτησε πίνακα τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καταγγελθεισῶν πράξεων κατὰ τῶν ἀστυνόμων ἐν γένει. Τὸν πίνακα τοῦτον, καταρτισθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων, καταθέτω. Εἰς ἀπάντησιν δὲ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος περὶ Πιστωτικῆς Τραπέζης, σχετικῶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι ἐκ τῆς προόδου τῆς ἀνακρίσεως ἀπεδείχθη, ὅτι ἐνείχετο πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὑπήγετο εἰς τὴν εἰδικὴν δοσιδικίαν. Ἀπεστάλη λοιπὸν ἡ δικογραφία εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας θὰ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§14Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ παροχῆς ἀδείας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς ἀνομολόγησιν συμβάσεως μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Λυσσιατρείου Παμπούκη».
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 180).
§16Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑποβάλλω καὶ τὰ παρὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Σκουζὲ ζητηθέντα ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ λοχαγοῦ Δ. Διαμαντοπούλου.
§17Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθητε ὅτι θὰ ὑποβάλητε, περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ στρατοῦ, θὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην;
§18Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ ὑποβληθῇ.
§19ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). (Ὅρα Παράρτημα).
§20Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§21Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ κύριον ζήτημα, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐσημείωσε πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅτε ἐγὼ προσωρινῶς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω αὐτό· ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ πράγματα ἐξωγκώθησαν. Λαμβάνω δὲ τὸν λόγον, ἵνα ἐκπληρώσω καὶ ἓν καθῆκον πρὸς συνάδελφον, τὸν ὁποῖον διεδέχθην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Πολὺς θόρυβος ἐγένετο τῷ ὄντι ἄλλοτε περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ Διδασκαλείου Γαργαρέτας. Ὅτε ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, τὸ ζήτημα τοῦτο εὗρον πραγματικῶς φλέγον. Ἡ δημοσιογραφία ἐκινήθη ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐκείνων, ὧν ἐγκατελείφθη ἡ οἰκία, ἵνα ἐνοικιασθῇ ἑτέρα, καὶ τὰ πράγματα παρίσταντο τοσοῦτον τραχέα, ὥστε ἠναγκάσθην νὰ μελετήσω τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἔφθασα εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐσημείωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ ἐν πρώτοις ἐλέχθη, ὅτι, ἐνῷ ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας Γαργαρέτας εἶχε προτείνει εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων νὰ ἐκμισθώσῃ τὴν οἰκίαν ἀντὶ 300 δραχμῶν, βλέπομεν αἰφνιδίως τὴν αὐτὴν οἰκίαν ἐνοικιαζομένην ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀντὶ 550 δραχ. Ὑπῆρξε λοιπὸν διαφορὰ ποσοῦ, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη, Κύριοι, εὐκόλως ἐξηγεῖται. Ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς ἦτο, διότι, ἐνῷ διὰ τὸν δῆμον Ἀθηναίων ἄλλοι ἦσαν οἱ ὅροι τῆς ἐνοικιάσεως τῆς οἰκίας πρὸς χρῆσιν δημοτικοῦ σχολείου, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ἰδιοκτήτης ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανήσῃ χιλιάδας δραχμῶν πρὸς βελτίωσιν, τροποποίησιν καὶ ἐπαύξησιν τοῦ χώρου τῆς οἰκίας, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς Διδασκαλεῖον. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀναλάμβανεν ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ἐκ τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβάλλετο. Ἀλλ’ ἐσημειώθη ἐνταῦθα τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλε τὸ ζήτημα εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον, ἵνα δοθῇ ἡ γνώμη, ἐὰν δύναται νὰ λυθῇ ἡ μίσθωσις. Καὶ τί μὲ τοῦτο; Βεβαίως πᾶς Ὑπουργὸς, καὶ ὁ προκάτοχος ἐμοῦ, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον, ἀφοῦ ἐγένετο τοσοῦτος θόρυβος. Ἔπρεπε νὰ παραληφθῇ ἡ οἰκία, καὶ νὰ γείνῃ ἡ παράδοσις κατόπιν ἐπισταμένης ἐρεύνης καὶ κατόπιν γνωμοδοτήσεως περὶ τῶν νομικῶν ὅρων τοῦ μισθωτηρίου συμβολαίου. Δὲν βλέπω τὴν μεγάλην σημασίαν τοῦ γεγονότος τούτου. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον ἆρά γε ὑπῆρχον δύο συμβόλαια, ἓν συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκμισθοῦται ἡ οἰκία ἀντὶ 550 δραχμῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου, καὶ ἓν συμβόλαιον ἀντὶ 450 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου νὰ ὑπογράψῃ ὁ ἰδιοκτήτης; Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἁπλούστατον. Διὰ τὸν λόγον, ὅτι, μετὰ τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο, μετὰ τὴν μορφὴν, ἡ ὁποία ἐπερρίπτετο κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἐδολιεύθησαν τὸν Ὑπουργόν, συνεζητεῖτο, ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ ἡ μίσθωσις, καὶ ὁ ἰδιοκτήτης παρεκλήθη καὶ ἐπείσθη νὰ προβῇ εἰς ὑποχώρησίν τινα ὡς πρὸς τὸ μίσθωμα. Ὁ νομικὸς σύμβουλος, ὁ ὁποῖος ἠρωτήθη, ἔδωκε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ μίσθωσις εἶναι τετελεσμένη, καὶ ἂν τὸ Δημόσιον ἐνήγετο, ἐκινδύνευε νὰ ἀπολέσῃ τὴν δίκην ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ἐπροτίμησε νὰ ἀποφύγῃ τὴν δίκην, καὶ ὑπεχώρησεν εἰς ἐλάττωσιν μικρὰν τοῦ ἐνοικίου. Ἔμενε δὲ καὶ ζήτημά τι ἐκκρεμὲς κατὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐὰν ἐξετέλεσεν ὅλας αὐτοῦ τὰς ὑποχρεώσεις· καὶ ἐπειδὴ ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ στηριχθῇ ἐκεῖ, καὶ νὰ προσβάλῃ τὴν μίσθωσιν, ἐπροτίμησεν ὁ ἰδιοκτήτης νὰ καταβιβάσῃ τὸ μίσθωμα. Αὐτοὶ, Κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι τῆς διαφορᾶς τοῦ μισθώματος, ἣν ἠθέλησαν νὰ μεταχειρισθῶσιν ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ προκατόχου μου. Θέλετε δὲ νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, ἅτινα ἔλαβον τὴν τιμὴν ἐνώπιον ὑμῶν νὰ ἐκθέσω; Ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διὰ ποῖον λόγον ὁ δῆμος Ἀθηναίων σήμερον ἐνοικιάζει τὴν αὐτὴν οἰκίαν, ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων κ. Προφαντοπούλου, ἀντὶ 450 δραχμῶν, ἐνῷ ἄλλοτε κατέβαλλε δραχμὰς 300 μόνον; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐπῆλθον αἱ τροποποιήσεις καὶ βελτιώσεις, τὰς ὁποίας προηγουμένως ἐσημείωσα, καὶ δι’ ἃς ὁ ἰδιοκτήτης πολλὰ ἐδαπάνησεν. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ ἐτάραξε τὴν δημοσιογραφίαν, καὶ ἀπησχόλησε καὶ τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον. Τὸ ζήτημα ἐδημιουργήθη μᾶλλον, διότι τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως διέφυγε φράσις, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν ἐσκέπτετο νὰ εἴπῃ, καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν, ἀνέλαβε νὰ ἐξάρῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον, βεβαίως καὶ αὐτὸς σήμερον πείθεται, ὅτι ἦτο ἀνάξιον κἄν ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις κατηγορίας ἐναντίον Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τοῦ ὁποίου πάσας τὰς πράξεις ἀνεξαιρέτως, ὡς διάδοχος αὐτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐγὼ εὗρον ἀψόγους. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Στάης, καταντᾷ καὶ γελοῖον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς μομφὴν ἐναντίον ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις εἰργάσθη ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς ἐποχὴν δυσκολωτάτην καὶ εἰς πολιτικὰς περιστάσεις ἀνωμαλωτάτας καὶ ἐπικινδύνους. Καὶ εὑρέθη λοιπὸν ἡ πρᾶξις μιᾶς ἐνοικιάσεως σχολείου, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς λόγος βαρείας κατηγορίας ἐναντίον Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐν Κυβερνήσει, ἥτις εὗρε τὰς ἡνίας τῆς ἐξουσίας ἐρριμμένας εἰς τοὺς δρόμους, ἐν Κυβερνήσει, ἥτις ἔλυσε τὰ δυσκολώτερα ἐθνικὰ ζητήματα, καὶ ἡ ἱστορία περὶ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης θὰ σημειώσῃ πρὸς ἔπαινόν της πράξεις, οἷαι ὑπῆρξαν ἡ ἐκκένωσις τῆς Θεσσαλίας, τὰ πολεμικὰ δάνεια καὶ αἱ μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον συνθῆκαι, ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κρήτης, καὶ πολλαὶ ἄλλαι, τὰς ὁποίας διενήργησε καὶ διεξήγαγε χωρὶς διαφήμησιν, χωρὶς θόρυβον, μετὰ μεγάλης ἱκανότητος καὶ ἐπιτυχῶς! Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἠδίκησεν ἑαυτὸν δι’ ἀκαίρου καὶ ἀδίκου ἐπιθέσεως. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι μετενόησε, διότι ἐλύπησε τοιοῦτον συνάδελφον.
§22Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν, τὴν ἀναγομένην κυρίως εἰς τὴν μίσθωσιν τῆς οἰκίας, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς Διδασκαλεῖον, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἀπέδειξεν, ὅτι οὐδὲ σκιὰ μομφῆς δύναται νὰ ἐγερθῇ κατ’ αὐτοῦ. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσαγάγῃ τὸ μισθωτικὸν συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτον ἐμισθώθη ἡ οἰκία τοῦ Κωστοπούλου, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς Διδασκαλεῖον, καὶ τὸ μισθωτικὸν ἐπίσης συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δεύτερον ἐμισθώθη ἡ αὐτὴ οἰκία, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς Διδασκαλεῖον. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσαγάγῃ τὴν διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας διέταξε τὸν σύλλογον τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐν Αἰγίῳ Γυμνασίου νὰ μετεξετάσωσι τὸν μαθητήν, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη διαταγή, — διότι ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, — νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ τί ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔλαβε χώραν.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις, ἣν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρήγαγε συζήτησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐσκόπει ὁ ἀπευθύνας τὴν ἐπερώτησιν. Ἤθελον ὀνομάσει τὴν παρεμπεσοῦσαν ταύτην συζήτησιν ἀδόκητον, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς εἶναι πολὺ ἐλαφρός. Ἐπεθύμουν νὰ τὴν χαρακτηρίσω ὡς ἔκτροπον, ἀλλ’ ἀποφεύγω τοῦτο, διὰ νὰ μὴ συνδυάσω τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον μὲ τὸν χαρακτηρισμόν, ὁ ὁποῖος ἁρμόζει εἰς τὴν τροπὴν ταύτην, ἣν ἔδωκεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Εὐλόγως δ’ ἠδυνάμην νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶπον, διότι ἡ συζήτησις ἡ παρεμπεσοῦσα παριστᾷ τὸν ἐπερωτώμενον ἐπερωτῶντα, καὶ ἀνατρέπει τοὺς ὅρους τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, ὅπερ ἀναιρεῖ καὶ τὸν σκοπὸν τῶν ἐπερωτήσεων, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἐπέτρεψε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ὁ σκοπὸς τῶν ἐπερωτήσεων ἐξυπηρετεῖ δημόσια συμφέροντα, διότι δι’ αὐτοῦ ζητοῦσιν οἱ Βουλευταὶ πληροφορίας παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως ἐξετάζωσι τὰς πράξεις αὐτῶν, ἀνευρίσκωσι τὰς παραλείψεις αὐτῶν, καὶ διαφωτίζωνται καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ τὸ κοινόν, ἂν ἐτηρήθησαν οἱ νόμοι, ἂν δημόσια συμφέροντα ἐξυπηρετήθησαν, ἢ ἂν παρεβάθησαν οἱ νόμοι, ἢ ἐζημιώθησαν δημόσια συμφέροντα. Ἀλλὰ ποῖον σκοπὸν ἔχει ὁ Ὑπουργός, ἐπερωτῶν Βουλευτήν; Ἔχει ἀντικείμενον τὴν εὐθύνην τοῦ Βουλευτοῦ; ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπιζητήσῃ εὐθύνην παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ; Ἡ εὐθύνη εἶναι πολλαπλῆ· καὶ οἱ Βουλευταὶ εὐθύνονται, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη αὐτῶν εἶναι εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν ὄχι πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξελέξαντο αὐτοὺς Βουλευτάς. Τὴν εὐθύνην αὐτὴν παράγει ἡ ἔρευνα τῶν πράξεων αὐτῶν, ἥτις γίνεται ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς φωτισμὸν τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶναι τοιαύτη. Ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν εἶναι πολιτική, ἢ ποινική. Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη ἀκολουθεῖ τοὺς Ὑπουργούς, καὶ εἶναι ἀδιάσπαστος ἀπὸ αὐτούς, ἐν ὅσῳ αὐτοὶ διαχειρίζωνται μερίδα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἀνέθηκεν εἰς αὐτούς· ἀλλ’ ὅταν αὐτοὶ ἀπέλθωσι τῆς ἀρχῆς, ὅταν ἐγκαταλίπωσι τὴν διαχείρισιν τῆς μερίδος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτοὺς, τότε ἡ πολιτικὴ εὐθύνη αὐτῶν παύει, καὶ ὑφίσταται μόνον ἡ ποινικὴ εὐθύνη, ἥτις ὑφίσταται ἐντὸς ὡρισμένης χρονικῆς διαρκείας, διότι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένου ὑπ’ αὐτοῦ χρόνου, καὶ ἡ ποινικὴ αὐτῶν εὐθύνη παραγράφεται. Τίνα σκοπὸν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἐκτρέψας τὴν συζήτησιν ταύτην, τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν μετέτρεψεν εἰς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας, πρώην Ὑπουργόν; Τίνα σκοπὸν εἶχεν ἡ ἐπερώτησις αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ; Εἶχε σκοπὸν νὰ ζητήσῃ πολιτικὴν εὐθύνην παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας; Ἀλλ’ οὗτος δὲν εἶναι πλέον Ὑπουργός. Ἡ ἐπιζήτησις πολιτικῆς εὐθύνης παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ἔχει σκοπὸν τὴν ἀποκάλυψιν πράξεως ἐπιζημίου εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὴν ἀποκάλυψιν παρανομίας, ἡ ὁποία ἐπράχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Πρὸς ποῖον σκοπὸν ἐπιζητεῖται ἡ πολιτικὴ εὐθύνη; Διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀρνηθῇ πλέον τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὸν Ὑπουργόν, τοῦ ὁποίου ἐξελέγχονται αἱ πράξεις παράνομοι, ἢ ἐπιζήμιοι εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλὰ ποίαν ἐμπιστοσύνην ἔχει ἡ Βουλὴ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας; Δὲν χρήζει τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, διότι δὲν διαχειρίζεται τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν ἢ μόνον τὴν δοθεῖσαν αὐτῷ ὑπὸ τῶν ἐκλογέων βουλευτικὴν ἐντολήν. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐσκόπει ποινικὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἀλλ’ οἱ Βουλευταὶ ἀπευθύνουσι κατηγορίας κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, οὐχὶ δὲ οἱ Ὑπουργοὶ κατὰ τῶν Βουλευτῶν· οἱ Βουλευταὶ δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναβιβάζονται εἰς τὸ ἀξίωμα τῶν Ὑπουργῶν, ὀφείλουσι πρὸ παντὸς νὰ ἦναι καλῆς πίστεως, καὶ νὰ ἦναι σεμνοί, ἀμφότερα δὲ ταῦτα περιορίζουσι τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν· ἡ σεμνότης πρὸ πάντων περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ νὰ ζητῶσι ποινικὴν εὐθύνην παρὰ Ὑπουργῶν προκατόχων των. Ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι Ὑπουργὸς προκάτοχος πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ποινικὴν εὐθύνην, νὰ ζητηθῇ λόγος ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων παρ’ αὐτοῦ, οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι φίλους Βουλευτὰς, καὶ ἂν τὴν γνώμην τῶν Ὑπουργῶν ἔχωσι καὶ οἱ φίλοι των Βουλευταί, οὗτοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπερωτῶσι τὸν Ὑπουργὸν, ὁ Ὑπουργὸς καταθέτει τὰ ἔγγραφα, οἱ Βουλευταὶ ἐξετάζουσιν αὐτὰ, καὶ πείθονται, ἂν πρέπει νὰ συστήσωσιν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ἢ ἂν πρέπει νὰ συστήσωσιν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἡ Βουλὴ παραπέμψῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, ἢ μὴ παραπέμψῃ τὸν πρώην Ὑπουργὸν εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς κατηγορεῖ τὸν κ. Βουλευτὴν, τὸν προκάτοχον αὐτοῦ! Αὐτὸ εἶναι μοναδικὸν φαινόμενον! Ὁ Ὑπουργὸς εἶναι μέλος τῆς πλειονοψηφίας, καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας μετὰ τῶν Ὑπουργῶν ἔχουσι κοινότητα φρονήματος, κοινότητα ἰδεῶν, καὶ ἑπομένως ἀποτελοῦσιν ἓν ὀργανικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ὁμαλῶς, ἐρρύθμως. Δὲν ὑπῆρχε Βουλευτής τις τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα προτείνῃ τὴν σύστασιν εἴτε ἀνακριτικῆς, εἴτε ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, συμμορφούμενος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, συνεννοούμενος μετ’ ἄλλων 19 Βουλευτῶν, ὅπως διεξαχθῶσι πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, καὶ ἦλθεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τὸ βῆμα, αὐτὸς νὰ ὁμιλῇ περὶ ποινικῆς εὐθύνης, περὶ ποινικῶν Δικαστηρίων κατὰ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἂν δὲν εἶχε τὸν σκοπὸν τοῦτον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὡς αὐτὸς παριστᾷ σήμερον, ὅτι δὲν εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ ζητήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, ὡς πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τότε ποῖον εἶχε σκοπὸν, εἰς τοιαύτας ἐκτραπεὶς ἐκδρομάς; Ἐσκόπει νὰ ἀπειλήσῃ ἢ νὰ δυσφημήσῃ τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, ἢ νὰ ὑβρίσῃ αὐτόν; Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα, ὑπὸ τὴν τοιαύτην ἰδιότητά των, νὰ ἀπευθύνωσι κατηγορητήρια· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι δικαιώματα, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ ἀπειλῶσιν, ὅτι θὰ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα συμβαίνουσι τοιαῦτα παρατράγῳδα! Δεκάκις ἀπειλαὶ ἐξεστομίσθησαν κατὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι θέλουσι διαλύσει αὐτήν. Τοιαῦται ἀπειλαὶ δὲν εἶναι ἄτοποι; Ἡ ἀπειλὴ ἐνασκήσεως δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ ἀπειλοῦντες, ἀποτελεῖ ψυχολογικὴν βίαν κατ’ ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἀπευθύνονται αἱ ἀπειλαὶ, ἡ δὲ ψυχολογικὴ βία εἶναι ἡ ἀναίρεσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, σκοπεῖ νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ Βουλευταὶ, νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ πράττωσι κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν ἰδέας. Ὑπουργὸς δ’ ἀπειλῶν Βουλευτὴν, πολεμεῖ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Βουλευτοῦ, εἶναι δὲ ἀνάξιος νὰ ἦναι Ὑπουργός...
§24Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφοβήθην.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὑμᾶς, οὐδὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο ὡμίλησα περὶ συνταγματικοῦ ζητήματος, οὐχὶ δὲ περὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἔκτροπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραττε χθὲς ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ διέκοψα τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον ταῦτα, καὶ ποιοῦμαι νέαν ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι δὲν εἶναι μόνον εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, δὲν εἶναι μόνον ὁ πρῶτος σύμβουλος τοῦ Στέμματος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ κοσμήτωρ τῶν συναδέλφων του, πρῶτος αὐτὸς ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· δὲν ἐπιτρέπεται δ’ εἰς αὐτὸν ν’ ἀνέχηται τὴν τοιαύτην τακτικὴν εἰς οὐδένα τῶν Ὑπουργῶν, ὀφείλει δὲ νὰ συμβουλεύῃ καὶ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ καθῆκον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαταράσσουσι τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετράπη, ἠναγκάσθη δὲ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας νὰ ζητήσῃ νὰ ἀναιρέσῃ τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνοντο πρὸς αὐτόν, τὸ ὁποῖον δὲν προσεδόκων ὅτι ἤθελε πράξει, διότι ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ τὴν συζήτησιν ἐκεῖ, ὅπου ἀσέμνως καὶ ἀνοικείως ἐτέθη ὑπὸ τῆς παρεκτροπῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Δὲν εἶχε καθῆκον νὰ ἀναιρέσῃ αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀτόπως καὶ ἐκτρόπως ἀπηυθύνοντο πρὸς αὐτόν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ προβάλωσιν αἰτιάσεις κατ’ αὐτοῦ, ὤφειλον νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· ὅταν δ’ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἐτηροῦντο, τότε ἐκαλεῖτο ὁ Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ. Πάντων τούτων τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ χαθῇ πολὺς χρόνος, νὰ παραμεληθῇ ἡ ἀρχικὴ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν εἶχον προτείνει, καὶ νὰ ματαιωθῇ ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον προετιθέμην. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθήσω τὴν τροπήν, τὴν ὑπὸ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Ὑπουργοῦ δοθεῖσαν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα, ἡ ὥρα εἶναι ὀγδόη, καὶ ἐμείναμεν τέσσαρας ὥρας συζητοῦντες ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἐκτρόπως συνεζητεῖτο, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναβάλω τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν αὔριον. Ἐπικαλοῦμαι δὲ πάντοτε τὴν κοσμητείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν προσήκει κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν νὰ ἔχωμεν τοιαύτας ἐκτροπὰς, οὐδ’ εἶναι αὕτη ἡ πρώτη ἐκτροπή. Ἠκούσατε νὰ ὁμολογῆται δημοσίᾳ ἡ διεστραμμένη ἐκτέλεσις νόμων τοῦ Κράτους, ἠκούσατε νὰ ὁμολογῆται δημοσίᾳ ἡ ἀθέτησις διατάξεων νόμων. Τὴν αὐτὴν δὲν μετῆλθεν ἄσεμνον τακτικὴν ὁ Ὑπουργὸς οὗτος καὶ τότε, ὅτε ἐξηλέγχοντο αἱ παράνομοι αὗται πράξεις αὐτοῦ; Τὰ ζητήματα ἐκεῖνα ἔλυσε τότε ἡ κοσμητεία τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦτο ταύτην ἐπεκαλέσθην καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν περίπτωσιν.
§26Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν στιγμήν, παρακαλῶ, νὰ κάμω μίαν ἀναγγελίαν. Τὰ πρακτικὰ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Ψαρῶν ἐλήφθησαν εἰς τὸ Γραφεῖον. Παρακαλῶ τὰ μέλη τοῦ τρίτου τμήματος τῆς Βουλῆς νὰ συνέλθωσιν αὔριον τὴν 10ην ὥραν π. μ. πρὸς προεξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Ὁρίστε, κύριε Βουλευτά.
§28Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 451,016.65.» Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχ. 3,000». Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 181–182). Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§31Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μολονότι, Κύριοι, ἐζητήθη ἡ κατάθεσις ἐγγράφων, νομίζω καθῆκόν μου εὐθὺς ν’ ἀποκρούσω ὅσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερε. Γνωρίζω τὴν εὐχέρειαν, ἣν περὶ τὸ λέγειν ἔχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅταν μάλιστα ὁμιλῇ περὶ συμφερόντων ἀτόμων, μετὰ τῶν ὁποίων συνδέεται διὰ στενωτάτης συγγενείας, ὅπως ἤδη πρὸς τὸν παθόντα· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὴν εὐχέρειαν αὐτὴν παρασύρουσι παντοειδεῖς σκέψεις. Τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν καθηκόντων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ 7 μῆνας ἀπέφυγον νὰ προκαλέσω καὶ μίαν κἄν βασιλικὴν χάριτα, Τὸ εὐκολώτερον ἔργον διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι νὰ μὴ προκαλῇ χάριτας· ἀλλὰ μετεπείσθην ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων αἰτήσεων, αἵτινες ἐγένοντο καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, μετεπείσθην, διότι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ἐζήτουν ν’ ἀπονεμηθῶσι χάριτες· καὶ ὅτε ἐγὼ, ὑπεραμυνόμενος, ἔλεγον, ὅτι ἀπαιτοῦνται διατυπώσεις, καὶ διατυπώσεις ὡρισμέναι, ἐνθυμοῦμαι τὸν φίλον Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, ἀπόντα ἤδη, ὅστις μοὶ ἔλεγε: «Δὲν θέλομεν οὔτε γνωμοδοτήσεις, οὔτε ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων· ἔχομεν πεποίθησιν εἰς σᾶς. Σκεφθῆτε, μελετήσατε τὰ ἔγγραφα, καὶ προκαλέσατε χάριτας»...
§33ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Δὲν ὡμίλει ἀπολύτως περὶ χαρίτων.
§34Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀπολύτως ὡμίλει, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἀπολύτως, ὥστε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι μᾶλλον πεπειραμένος, ἐνθυμοῦμαι, τί μοὶ εἶπε: «Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, ὅταν δώσωμεν χάριτας, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον ζητοῦσι ταύτας, θὰ μᾶς αἰτιῶνται». Ἕνεκα τούτων ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ προβῶ. Καὶ πῶς προέβην; Προέβην λίαν μεμετρημένως. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξαν, ὅτι ἡ χάρις εἶναι δικαίωμα συνταγματικὸν τοῦ Στέμματος· ὑπέχω τὴν εὐθύνην ὁλόκληρον διὰ τὰς χάριτας, αἱ ὁποῖαι ἀπενεμήθησαν, καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιον θὰ προσαγάγω καὶ τὸν κατάλογον τῶν χαρίτων καὶ τὰς δικογραφίας, καὶ οὐδεμίαν χάριν θέλετε εὕρει ὑπερβαίνουσαν τὰ δύο ἔτη. Ὅλαι σχεδὸν αἱ χάριτες, αἱ δοθεῖσαι, ποικίλουσιν ἀπὸ 2 μέχρις 6 μηνῶν, καὶ ὀλίγισται εἶναι αἱ ἄνω τῶν δύο ἐτῶν.
§35Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ προσαγάγητε συγκριτικὸν πίνακα.
§36Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅταν προσαχθῇ τοιοῦτος πίναξ, θὰ ἴδητε πόσου χρόνου χάριτες ἐδόθησαν.
§37Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδόθησαν καὶ τριῶν ἐτῶν.
§38ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐν ἀνάγκῃ, δύνανται νὰ δοθῶσι καὶ 10 ἐτῶν.
§39Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι σπάνιον. Καὶ εἰς τίνας ἐδόθησαν; Αἱ χάριτες δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρεῖς κατηγορίας· εἰς χάριτας, δοθείσας κατόπιν πιστοποιητικῶν ἰατρῶν, βεβαιούντων ὅτι ὁ κατάδικος, περὶ οὗ ἐπρόκειτο, ἀφεύκτως θ’ ἀπέθνησκεν, ἐὰν δὲν τῷ ἐδίδετο χάρις· ἐγὼ δὲ δὲν ἠρκέσθην εἰς τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν κατὰ τόπους ἰατρῶν, ἀλλὰ τῇ παρακλήσει μου διετάχθη εἰδικὸς ἰατρὸς, πρὸς ὃν εἶχον πληρεστάτην πεποίθησιν, ὁ κ. Μανοῦσος, ὅστις ἐπεσκέφθη τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ προέβην εἰς χάριτας ὑπὲρ τῶν σοβαρῶς νοσούντων· δεύτερον εἰς χάριτας, αἵτινες ἐδόθησαν, συνεπείᾳ τῆς ἐπανειλημμένης ἐπιθυμίας τῆς Βουλῆς, εἰς τοὺς καταδίκους ἐκείνους, ὧν ἡ προφυλάκισις συνυπολογιζομένη συμπληροῖ τὴν ποινὴν, αὗται δὲ εἶναι χάριτες, αἵτινες ἔπρεπε νὰ δοθῶσι πρὸ πολλοῦ, καὶ ἐδόθησαν ἤδη ἀνεξαρτήτως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως. Παρακαλῶ δὲ πάντας, εἴτε ἐν τῇ πλευρᾷ ταύτῃ τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐν ἐκείνῃ κάθηνται, νὰ ὀνομάσωσι κατάδικον, τοῦ ὁποίου ἡ προφυλάκισις συνυπολογιζομένη συνεπλήρου τὴν ποινὴν, ὅστις δὲν ἐξῆλθε διὰ χάριτος τῶν φυλακῶν.
§40Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ὁ Σάββας.
§41Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ περὶ αὐτοῦ ἐλήφθη πρόνοια.
§42ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς μεμφθῶ διὰ τοῦτο.
§43Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἅμα γίνεται τοιαύτη αἴτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος κατάδικος, εὐθὺς προκαλεῖται Διάταγμα. Διετάχθησαν οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ ἀναφέρωσι, πόσοι μέχρι τῆς πρώτης Ὀκτωβρίου τοιοῦτοι κατάδικοι ὑπῆρχον ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ ἔχομεν μόνον τὸν πίνακα τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν. Δὲν περιεμένομεν ὅμως καὶ τῶν ἄλλων τοὺς πίνακας, ἀλλὰ προέβημεν εἰς τὰς χάριτας. Τρίτη τάξις χαρίτων εἶναι...
§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κυριαζῆς εἰς ποίαν τάξιν ἀνήκει;
§45Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ τρίτη τάξις τῶν χαρίτων στηρίζεται εἴτε εἰς ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, εἴτε εἰς γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Οὐδεμία χάρις ἀπολύτως ἐδόθη, μολονότι ἐδόθησαν ἄλλοτε ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ἢ τοῦ Δικαστηρίου. Ἀναγνώσατε τὰς ἐκθέσεις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἴδητε, ἐὰν ὑπάρχει χάρις, ἥτις νὰ μὴ στηρίζηται εἰς γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ ὅμως μὲ αἰτιῶνται, ὅτι ἔδωκα τὰς χάριτας ἕνεκα συναλλαγῆς! Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδικωτάτη αἰτίασις, εἶναι αὐτή. Ὁμολογῶ δὲ καὶ τοῦτο, πρὸς τιμὴν τῶν φίλων ἡμῶν, ὅτι, ὁσάκις, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μελετῶν δικογραφίαν τινὰ, ἀπεφάνθην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ χάρις, οὐδεὶς ἐπέμεινε. Βεβαίως ὑπάρχουν κατάδικοι ἄλλοι, εἰς οὓς ἔπρεπε νὰ δοθῇ χάρις, καὶ δὲν ἐδόθη,—καὶ ἀπαντῶ διὰ τούτου εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ.— Ὑπάρχουν συστάσεις τῶν Δικαστηρίων καὶ δι’ ἄλλους καταδίκους, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ζητήσητε τὰ πάντα ἀπὸ ἐμέ. Μεταξὺ τῶν δικογραφιῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχουσι καὶ θὰ ὑπάρχωσι συστάσεις τῶν Δικαστηρίων. Αἱ δικογραφίαι αὗται πρέπει νὰ μελετηθῶσι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν πρόκηται νὰ δοθῇ χάρις. Ἐὰν δὲν ἐδόθη ἀπὸ τοὺς κατὰ καιρὸν Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως δὲν πταίει ὁ σήμερον Ὑπουργός. Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ τόσον ἔκαμε πάταγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἀπολύτως δὲν ἐγνώριζον, τίς εἶναι οὗτος ὁ Κυριαζῆς. Ἐπανειλημμέναι αἰτήσεις αὐτοῦ ἤρχοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, παραπονουμένου, ὅτι ἐδικάσθη ἀδίκως καὶ αὐστηρότατα. Ἐκ τούτου ἐζητήθη ἡ δικογραφία καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὁ κ. συνάδελφος διηγήθη τὰ τῆς διαδικασίας, ἣν ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μόνον τὴν ἀπόφασιν. Τὰ ἄλλα εἶναι ἐκτὸς τῆς δικαιοδοσίας τῆς ἰδικῆς μου...
§46Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅμως ἐντὸς τῆς δικογραφίας.
§47Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τί βλέπετε ἐκ τῆς ἀποφάσεως; Τὸν κατηγορούμενον ὑπερήσπιζον δύο συνάδελφοι διακεκριμένοι, οἱ κύριοι Κροκιδᾶς καὶ Γουναράκης. Εἶχεν εἰσαχθῆ ἡ ὑπόθεσις μετὰ δευτέραν ἀνακοπὴν, καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐζήτησαν ἀπὸ τὸ Δικαστήριον νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ, διότι ὁ κατηγορούμενος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἕνεκα νόσου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτήν. Τὸ δὲ Δικαστήριον, σκεφθὲν, ἀφοῦ ἐξήτασε μάρτυρας, παρεδέχθη, ὅτι τοῦτο τῳόντι ἦτο ἀδυναμία διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς δίκης. Συνηθέστατα τὰ Δικαστήρια παραδέχονται καὶ δευτέραν ἀνακοπήν, ἐνίοτε δὲ καὶ τρίτην, ὅταν πείθωνται, ὅτι ἐξ ἀδυναμίας ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐνεφανίσθη. Τώρα, ἐὰν τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν ἐπείσθη, καλῶς ἢ κακῶς, ἀπὸ τοὺς ἐξετασθέντας μάρτυρας, εἰς ποίαν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπάγεται τοῦτο; Εἶδον εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅτι ὁ Κυριαζῆς εἶναι οἰκογενειάρχης, βιομήχανος ἐν Πειραιεῖ, καὶ κατεδικάσθη δι’ ἀπρομελέτητον τραῦμα. Ἀναγινώσκω τὴν ἀπόφασιν. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Ἐκ τοῦ σκεπτικοῦ τῆς ἀποφάσεως ἐξάγεται, ὅτι ἀπεδείχθη ἐκ τῆς διαδικασίας, ὅτι τὸ τραῦμα ἦτο ἀπρομελέτητον, προελθὸν συνεπείᾳ διαπληκτισμοῦ. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ ἐργοστασιάρχης οὗτος κατεδικάσθη ἐπὶ τούτῳ εἰς ἓξ μηνῶν φυλάκισιν, καὶ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐγνωμοδότησεν, ὅτι ἡ ποινὴ ἦτο αὐστηρὰ, καὶ ἔπρεπε νὰ μετριασθῇ εἰς τὸ ἥμισυ. Καὶ ἐγένετο ὀλιγώτερον τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀφοῦ τοῦ ἐχαρίσθησαν μόνον 70 ἡμέραι; Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις, δι’ ἣν μὲ αἰτιῶνται, ὅτι κατέστρεψα τὴν Δικαιοσύνην, ὅτι ἔδωκα χάριτας εἰς κακούργους, εἰς ληστάς! Ὁμιλῶ μετὰ συγκινήσεως, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ἣν σᾶς εἶπον, προκειμένου περὶ χαρίτων. Προκειμένου περὶ οἱασδήποτε χάριτος, ἀναγινώσκω πρῶτον τὴν δικογραφίαν, καὶ ἀφοῦ σχηματίσω πεποίθησιν, ὑποβάλλω εἶτα παράκλησιν πρὸς τὸν Βασιλέα περὶ χάριτος. Τοσοῦτον δὲ μικρὸν πρᾶγμα ἤδη παρεστάθη ὥς τι μέγα, ὥστε νὰ μὲ κάμῃ νὰ ἀπορῶ. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω, εἰμὴ, ὅτι ἔχω τὴν πεποίθησιν τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός μου, καὶ ὅτι, προκειμένου περὶ χαρίτων, εἶμαι φειδωλός, φειδωλότατος, ἀπέναντι οἱουδήποτε.
§48Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν δὲν εἶχεν ἀντίθετον γνώμην περὶ τῆς χάριτος ταύτης, καὶ ἂν ἐπανειλημμένως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἠνώχλουν, ὅπως ἀπονεμηθῇ χάρις, δὲν τοὺς ἀπέπεμψε, καὶ ἂν εἶτα δὲν ἐξεβιάσθη, ἵνα δώσῃ χάριν (Θόρυβος). Ὀφείλω ὅμως νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν· ὅτι, ὅ,τι εἶπον περὶ τοῦ Βουλευτοῦ Λοκρίδος, τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς. Εἶναι ἐντελῶς ξένοι τῆς ὑποθέσεως. Σχετίζονται μόνον κατὰ τὸ ὄνομα.
§49ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἤμην μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Γουναράκη ὑπερασπιστὴς τοῦ κατηγορουμένου Κυριαζῆ, ἐπὶ πλέον δὲ ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἵτινες, ἐρωτηθέντες παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἡ χάρις ἦτο δεδικαιολογημένη πληρέστατα, καὶ ὅτι ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ ἦτο καὶ διὰ τὴν πρᾶξιν καὶ διὰ τὸν πράξαντα αὐστηροτάτη. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἐκ Μεγαρίδος κ. συνάδελφος ἐζήτησε τὴν δικογραφίαν, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ ἔλθῃ ἡ δικογραφία, διότι ἐπείσθην, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη, οὐχὶ ὑπὸ τὸ πρῖσμα, ὑφ’ ὃ διηγήθη αὐτὴν ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἀκρίβειαν, ἥτις προέκυψε καὶ θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς δικογραφίας, θὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀγανάκτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ προέρχεται ἐκ τῆς στενῆς συγγενείας, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ παθόντος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἄνθρωπος ἐργοστασιάρχης ὑπέπεσεν εἰς ἀδίκημα, εἰς ὃ δύναται πᾶς τις ἐξ ἡμῶν νὰ ὑποπέσῃ, χωρὶς νὰ παύσῃ νὰ ἦναι ἔντιμος ἄνθρωπος καὶ χρηστὸς πολίτης. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ καταστραφῇ καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς, καὶ νὰ κλεισθῇ εἰς τὰς φυλακάς, διὰ νὰ σωφρονισθῇ μὲ φυλάκισιν ἐπὶ πλέον 60 ἡμερῶν; Θ’ ἀναγκασθῶ νὰ εἴπω περιστατικὰ, ἀποκλείοντα πᾶσαν ἰδέαν ἐγκλήματος ἐκ προμελέτης...
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου.
§51ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συζητήσωμεν, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, καὶ ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν ἀποζημίωσιν· νομίζω δὲ, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι παράκαιρος, διότι προκαταλαμβάνομεν οὕτω τὴν γνώμην τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Ἐν τούτοις ἐπιμένω, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, νὰ προσαχθῇ ἡ δικογραφία, διὰ νὰ ἴδητε, πῶς ἐχαρακτηρίσθη ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ὁ Κυριαζῆς κατεδικάσθη εἰς φυλάκισιν 6 μηνῶν. Ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀπόπειρα φόνου ἐν ἀρχῇ. Καὶ πῶς ἐνήργησεν ἡ Δικαιοσύνη, καθ’ ἧς παραπονεῖται ὁ κ. Βουλευτής; Τὴν ἑπομένην τῆς πράξεως ἐξεδόθη κατασχετήριον. Ὅτε δὲ προσῆλθεν εἰς τὸν κ. Γουναράκην ὁ μηνυθεὶς, ἐξεπλάγη ὁ κ. συνάδελφος, διότι εἶδεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τραυματισμοῦ ἀπρομελετήτου.
§52Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τὴν δικογραφίαν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ χάρις αὕτη δὲν προῆλθεν ἐκ συναλλαγῆς, ἀφοῦ ὑπάρχῃ ἡ ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τόσαι ἄλλαι συστάσεις. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ μομφὴ, ἥτις ἀποδίδεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, εἶναι ἀστήρικτος.
§53Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§54ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν χαρίτων δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι φρονῶ, ὅτι πρόκειται ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως ἀπόδειξις ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, περιέχονται αἱ ἐκθέσεις, αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτουσι πάνθ’ ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε, καὶ ἑαυτοῦ ὑπεραμυνόμενος καὶ τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον θίγει ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος. Ἐγὼ δι’ ἕν παρεμπῖπτον ζήτημα ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκάκισε τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπεν, ἐξ ἐπιεικείας ἐπιμέμπτου, ἀκόμη δὲ καὶ ἐκ πλάνης νομικῆς, ἐδέχθη ἀνακοπὴν κατὰ τῆς ἀποφάσεως, ἥτις ἀπέρριπτε τὴν ἀνακοπὴν τοῦ ἀπουσιάσαντος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς δίκης κατηγορουμένου, καὶ ἐπεκύρου τὴν προηγουμένην ἀπόφασιν. Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἰσχυριζομένου, ὅτι τὸ Δικαστήριον τοῦτο ἐπλανήθη, ἐπικαλουμένου τὰς γνώμας πάντων τῶν ἐνταῦθα νομικῶν συναδέλφων, καὶ ὑποστηρίζοντος, ὅτι ἡ δευτέρα ἀπόφασις ἦτο κατ’ ἀντιμαλίαν. Ἐὰν θέλητε αὐτὴν κατ’ ἀντιμολίαν, τότε δὲν θὰ ἐπεκύρου αὕτη τὴν προηγουμένην ἀπόφασιν, ἀλλὰ, δικάζοντος κατ’ οὐσίαν τοῦ Δικαστηρίου, θὰ ἐπεβάλλετο νέα ποινή. Ἄρα εἶναι κατ’ ἐρήμην. Καὶ οἱ δικασταὶ βεβαίως οὐδόλως ἔπταισαν, οὔτε παρηνόμησαν, δεχθέντες τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ ἀνεξελέγκτῳ κρίσει των. Τοὐλάχιστον ἐγὼ, ὡς νομικὸς, δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου· εἶπον δὲ τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἵνα ἀποκρουσθῇ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν οὗτος ἐξήνεγκε. (Διάλογοι).
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ἀπευθύνει παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν αἱ δημοσιευθεῖσαι τελευταῖον χάριτες ἀπενεμήθησαν συνεπείᾳ συστάσεως τῶν Δικαστηρίων ὑπὲρ τῶν καταδίκων, πρὸς οὓς ἀπενεμήθησαν, καὶ προσέτι, ἂν αὐταὶ καὶ μόνον αἱ συστάσεις Δικαστηρίων ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου, ἢ ἂν καὶ πλὴν τῶν συστάσεων τούτων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἀπενεμήθησαν αἱ δημοσιευθεῖσαι χάριτες, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι συστάσεις ὑπὲρ καταδίκων, πρὸς οὓς δὲν ἀπενεμήθη χάρις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μοὶ ἀπήντησε καταφατικῶς, ὅτι πλὴν τῶν χαρίτων, αἵτινες ἀπενεμήθησαν συνεπείᾳ συστάσεως Δικαστηρίων, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι κατάδικοι, ὑπὲρ ὧν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου συστάσεις Δικαστηρίων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μοὶ φαίνεται προσῆκον, διότι κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων κρατεῖ ἡ διακριτικὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰς ταύτην δὲ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ καταδηλοῖ δυσπιστίαν ἡ καθιερωθεῖσα ἀξίωσις νὰ προϋπάρχῃ σύστασις Δικαστηρίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ αὐτὸν νὰ διατάξῃ νὰ συνταχθῇ κατάλογος τῶν καταδίκων ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν συνέστησαν τὰ Δικαστήρια ἀπονομὴν χάριτος, καὶ πρὸς οὓς δὲν ἀπενεμήθη εἰσέτι χάρις, μετὰ σημειώσεως τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν ἐκτίει ἕκαστος τῶν καταδίκων τούτων, καὶ τοῦ ἐγκλήματος, διὰ τὸ ὁποῖον κατεδικάσθη.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λάππας ἔχει τὸν λόγον.
§57ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπουσιάζει.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Βιτάλη.
§60Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν καὶ πάλιν νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, διότι εἶναι ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἤθελον σᾶς ἀπασχολήσει. Ἐπρόκειτο διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως· ἐπειδὴ δὲ προχθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἦτο ἀπησχολημένος μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴν, δὲν ἠθέλησα νὰ παρεξηγηθῶ, ὅτι κάμνω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην διὰ νὰ τοῦ ἐπιτεθῶ. Ἐνθυμεῖσθε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ἔφερε τὸ ζήτημα τῆς Μονῆς Μυκόνου, ὅτι ἐγένετο ἡ δημοπρασία κακῶς. Λοιπὸν, διὰ νὰ μὴ ἀναμασῶ τὰ αὐτὰ, ἐζημιώθη ἡ Μονή. Ἔμενον εἰς τὴν Μονὴν ἀκόμη, ἐκτὸς τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεθηκεύθησαν, πρόβατά τινα, ὡς καὶ ζῷα, τὰ ὁποῖα μεταφέρουσι τοὺς μοναχοὺς εἰς τὰ κτήματα διὰ τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν.
§61Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἴπετε «πρόβατα καὶ ζῷα»;
§62Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ζῷα. Δηλαδὴ ἡμιόνους, ἵππους καὶ τὰ λοιπὰ ἐννοῶ. Εἰς τὸν στρατὸν μία λέξις ὑπάρχει.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, διότι προκαλεῖτε διαλογικὴν συζήτησιν.
§64Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὰ λείψανα λοιπὸν αὐτὰ τῶν προβάτων καὶ ἡμιόνων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐνόμισε καλὸν νὰ πωλήσῃ καὶ αὐτά. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι καὶ οἱ μοναχοὶ αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι, καὶ θέλουσι νὰ ἔχωσι μίαν ἀσχολίαν. Ἀνεξαρτήτως δὲ τούτου, καὶ τὰ ζῷα εἶναι μέσα καλλιεργείας τῶν κτημάτων, διὰ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ὁποίων οἱ μοναχοὶ βοηθοῦσι πολλοὺς πτωχούς. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τοῦτο, πολλῷ μᾶλλον, καθόσον δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει καὶ νόμος πρὸς τοῦτο· ὑποθέτω μᾶλλον, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος, διότι δὲν εἶδον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ αὐτὸ σύστημα δι’ ὅλας τὰς Μονάς. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θ’ ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγήν του ταύτην, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐξηγέρθη ὅλη ἡ κοινὴ γνώμη ἐν Μυκόνῳ καὶ ἐναντίον μου, διότι δὲν παριστῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι.
§65ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον... Ἀπών. Ὁ κ. Πετραλιᾶς.
§67ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὰς ἡμέρας αὐτὰς οἱ ἔμποροι Πύργου διατελοῦσιν εἰς ἀναστάτωσιν ἕνεκα ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Λετρίνων, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων τῶν διὰ τοῦ λιμένος Κατακώλου εἰσαγομένων. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἀντίκειται εἰς νόμον προϋπάρχοντα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ τοιαύτης φορολογίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καί, ἂν πράγματι οὕτως ἔχῃ, νὰ διατάξῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λετρίνων καὶ τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐκείνου, τοῦ ὅλως ἀδικαιολογήτου, πρὸς καθησύχασιν τῶν ἐξεγερθέντων πολιτῶν.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπεβλήθησαν πράγματι παράπονα κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, καὶ ἐζήτησα τηλεγραφικῶς νὰ μοὶ ἀποσταλῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν φαίνεται τόσον σπουδαῖον, ὅσον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής· διότι ὑπάρχει μὲν ὁ νόμος τοῦ 1850, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι δὲν δύνανται ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων διὰ θαλάσσης νὰ ἐπιβληθῶσιν ἄλλοι φόροι, ἐκτὸς ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος αὐτὸς μνημονεύει, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἔχομεν τὸν τελευταῖον νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς τοὺς δήμους τὴν αὔξησιν τῶν δημοτικῶν δασμῶν κατὰ 1%, χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν ἐν τούτοις ὑποβληθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ μελετήσω τὴν ὑπόθεσιν, τότε θὰ δυνηθῶ νὰ δώσω τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§70Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως παραγγείλῃ τὸν νομομηχανικὸν Λακωνικῆς νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπίστρωσιν τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ Γυθείου εἰς θέσιν «Παπᾶ Βρύσις» διὰ σκύρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἕτοιμα ἐπὶ τῆς ὁδοῦ· διότι εἶναι ἄδικον, τὸ τμῆμα αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ τὰς 30,000 δραχμαί, νὰ μένῃ ἄχρηστον ἕνεκα ἐλλείψεως τῆς ἐπιστρώσεως τῶν σκύρων, καὶ νὰ ἀναγκάζωνται οἱ καρραγωγεῖς καὶ οἱ ἁμαξηλάται νὰ σταματῶσιν ἐκεῖ, καὶ νὰ μεταφέρωσιν ἀπέναντι τὰ φορτία διὰ ζώων. Παρακαλῶ μάλιστα, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅπως ἡ ἐργασία αὕτη τῆς ἐπιστρώσεως τῶν σκύρων μὴ γείνῃ διὰ δημοπρασίας, ἀλλὰ δι’ ἡμερομισθίων ἐργατῶν, πρὸς ταχυτέραν ἀποπεράτωσιν, ἀφοῦ ἡ δαπάνη δι’ αὐτήν, ὡς μὲ πληροφοροῦσι, δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 500 δραχμάς.
§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἔχῃ οὕτω, μάλιστα.
§72Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βουρβούρων περὶ ὁρίων διαμφισβητουμένων μεταξὺ τοῦ χωρίου ἐκείνου καὶ τοῦ χωρίου Ἀραχώβης τοῦ δήμου Οἰνοῦντος. Τὴν ἀναφορὰν ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος κ. Βοζίκης, προσπαθήσας νὰ πείσῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ δίκαιον εἶνε ὑπὲρ τῶν συνεπαρχιωτῶν του κατοίκων Βουρβούρων, καὶ ὅτι οὗτοι ἀδικοῦνται ὑπὸ τῶν ἐμῶν συνεπαρχιωτῶν, τῶν κατοίκων Ἀραχώβης τοῦ δήμου Οἰνοῦντος. Τότε δὲν ἤμην παρών, καὶ δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης· ἀλλὰ κατόπιν, μαθὼν ταῦτα, ἐζήτησα καὶ ἔλαβον ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὰς ὁποίας ἂν ἐζήτει ἀκριβέστερον καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, πιστεύω ὅτι δὲν ἤθελε προβῆ εἰς ὑποστήριξιν τοιαύτης ἀναφορᾶς, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὑπεστήριξεν αὐτὴν ἐκ ψευδῶν παραστάσεων τῶν συνεπαρχιωτῶν του.
§73ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§74Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κυρίως δὲν πρόκειται περὶ τῶν ὁρίων δύο μόνων χωρίων, τῶν χωρίων Βουρβούρων καὶ Ἀραχώβης, ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν οἱ συνεπαρχιῶταί μου, ἀλλὰ περὶ τῶν ὁρίων δύο ὁλοκλήρων νομῶν, τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας καὶ τοῦ νομοῦ Λακεδαίμονος, ἐν τῷ σημείῳ ἐκείνῳ. Ἀπ’ αἰώνων, ἀπὸ τουρκοκρατίας ἔτι, τὸ ὅριον Ἀραχώβης ἐξικνεῖτο μέχρι τοῦ ποταμοῦ τῶν Βουρβούρων...
§75Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ Βουλὴ θὰ λύσῃ τὰ ζητήματα αὐτά, κύριε συνάδελφε;
§76Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἀκούσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐργασθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἂν δὲ σεῖς δὲν θέλητε νὰ τὰ ἀκούσητε, εἶσθε ἐλεύθερος. Ἐγὼ ὅμως ἔχω καθῆκον νὰ τὰ εἴπω, ὑποστηρίζων ἐντεῦθεν τὰ δίκαια τῶν συνεπαρχιωτῶν μου, καὶ ἀποκρούων τὴν κατὰ τοῦ δικαίου αὐτῶν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Βουρβούρων. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ἀπὸ τουρκοκρατίας ἔτι τὸ ὅριον τῆς Ἀραχώβης ἐξικνεῖτο μέχρι τοῦ ποταμοῦ Βουρβούρων, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει τὸ ὅριον οὐ μόνον μεταξὺ τῶν χωρίων αὐτῶν καὶ τῶν δήμων Οἰνοῦντος καὶ Πάρνωνος, ἀλλὰ καὶ τῶν νομῶν Λακεδαίμονος καὶ Ἀρκαδίας. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1850 ἢ 1851 ἤρισαν μεταξύ των οἱ ἐνοικιασταὶ Λακεδαίμονος καὶ Κυνουρίας περὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ τότε τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τοὺς ἁρμοδίους Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους νὰ μεταβῶσιν ἐπὶ τόπου, καὶ μετὰ τῶν οἰκείων Δημάρχων νὰ κανονίσωσι τὰ ὅρια. Μετέβησαν δὲ οὗτοι, καὶ ἐκανόνισαν αὐτά, ὡς ἦσαν πρότερον, ὁρίσαντες καὶ πάλιν ὡς ὅριον τὸν ποταμὸν τῶν Βουρβούρων. Μετά τινα ἔτη ἤρξαντο οἱ κάτοικοι τῶν Βουρβούρων νὰ ἀγοράζωσι κτήματα ἐν τῇ περιφερείᾳ Ἀραχώβης παρὰ τῶν Ἀραχωβιτῶν, καὶ ἔκτοτε ἐγεννήθη εἰς αὐτοὺς ἡ ἰδέα, ὅπως διὰ τῆς ἀγορᾶς τῶν κτημάτων συμμεταβάλωσι καὶ τὰ ὅρια τοῦ δήμου. Ἐπέτυχόν ποτε, κατὰ τὸ 1889 νομίζω, δι’ ἐπιτηδείων ἐνεργειῶν νὰ παραπλανήσωσι τὸν τότε Ὑπουργὸν, καὶ νὰ ἀκυρώσῃ οὗτος μίαν διάταξιν ἀστυνομικὴν τοῦ ἀστυνόμου Οἰνοῦντος, ἀπαγορεύουσαν τὴν βόσκησιν καὶ τὴν ξύλευσιν ἐν ταῖς θέσεσιν αὐταῖς, ὡς ὑπαγομέναις δῆθεν εἰς τὸ ὅριον τῶν Βουρβούρων, καὶ ὡς ὄντος ἀναρμοδίου τοῦ ἀστυνόμου Οἰνοῦντος· ἀλλ’ ἐξηκολούθησε καὶ ἐξακολουθεῖ ἔτι ἡ φορολογία νὰ γίνηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὸ 1850 γενομένου ὑπὸ τῶν Ἐφόρων κανονισμοῦ τῶν ὁρίων, καὶ ἑπομένως αἱ θέσεις ἐκεῖναι θεωροῦνται καὶ ὑπάγονται πράγματι εἰς τὸ ὅριον τοῦ χωρίου Ἀραχώβης τοῦ δήμου Οἰνοῦντος. Τελευταῖον οἱ κάτοικοι τῶν Βουρβούρων ἐνόμισαν, ὅτι ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς ὑπουργικῆς διαταγῆς, τῆς ἀκυρωσάσης τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν τοῦ ἀστυνόμου Οἰνοῦντος δύνανται ν’ ἀποκτήσωσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν θέσεων αὐτῶν, καὶ ἤρξαντο νὰ ξυλεύωνται εἰς τὸ ἐκεῖ δάσος, καταστρέψαντες αὐτό, καὶ νὰ βόσκωσιν ἐκεῖ τὰ ποίμνιά των· ἀλλὰ τοῦτο ἡ κοινότης Ἀραχώβης, μὴ ἐννοοῦσα ποτὲ βεβαίως νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων της, δὲν ἐπέτρεψε, καὶ φυλάττει τὸ μέρος ἐκεῖνο δι’ ἰδίων δασοφυλάκων. Ἐξέδοτο δὲ καὶ ὁ Δασάρχης Λακεδαίμονος διαταγὴν, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται ἡ βόσκησις καὶ ξύλευσις ἐκεῖ. Τὴν ἀπαγορευτικὴν ταύτην διαταγὴν τοῦ Δασάρχου ζητοῦσιν ἤδη διὰ τῆς ἀναφορᾶς των νὰ ἄρωσιν οἱ κάτοικοι Βουρβούρων. Ὅθεν ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ γνωρίσω πᾶσαν τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐν γνώσει προβῶσιν εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Βουρβούρων, καὶ μὴ ἀποπλανηθῶσι καὶ πάλιν ἐκ παραστάσεων τῶν ἐνδιαφερομένων, εἴτε γραπτῶν, εἴτε προφορικῶν. Πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, πειθόμενος εἰς τὴν ἀλήθειαν ταύτην, δὲν θέλει ἐπιμείνει ὑποστηρίζων τοιαύτην ἀναφοράν. Τὸ δὲ Πλημμελειοδικεῖον τῆς Σπάρτης, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπετέθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς διὰ τὰς τιμωρίας, τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν εἰς τοὺς παραβάντας τὴν εἰρημένην ἀστυνομικὴν διάταξιν, ἔπραξε λίαν ὀρθῶς καὶ νομίμως, διότι πράγματι αἱ ἀπαγορευθεῖσαι θέσεις, εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὑπάγονται εἰς τὸ ὅριον Ἀραχώβης...(Ἀνυπομονησία ἐκ δεξιῶν. Φωναί: «καλά!, καλά!»). Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Σεῖς τὴν δουλιά σας τὴν κάμνετε, μεταβαίνοντες εἰς τὰ Ὑπουργεῖα· ἐγὼ τὴν κάμνω ἐδῶ (Θόρυβος). Ἔχω καθῆκον ἐντεῦθεν νὰ κάμω τὰς δεούσας παραστάσεις πρὸς τοὺς Ὑπουργούς. Περατῶν τὸν λόγον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εἰς τὸ μέλλον μὴ τοποθετῶσιν εἰς τὸν δῆμον Οἰνοῦντος οὔτε εἰρηνοδίκας οὔτε ἀστυνόμους καταγομένους ἐκ Κυνουρίας, διότι οὗτοι, ἐνδιαφερόμενοι διὰ τοὺς κατοίκους Βουρβούρων, παραβαίνουσιν οὐχὶ σπανίως τὰ καθήκοντά των, καὶ παραδίδουσιν εἰς τοὺς Βουρβουραίους ἕρμαιον τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν κατοίκων Ἀραχώβης. Συνιστῶ δὲ πρὸς τούτοις εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως κατὰ τὴν ἐνέργειάν του ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ συμβόλαια, δι’ ὧν οἱ κάτοικοι Βουρβούρων ἠγόρασαν κτήματα παρὰ τῶν Ἀραχωβιτῶν, ἐν τοῖς ὁποίοις θέλει ἰδεῖ, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦσιν, ὅτι αἱ θέσεις ἐκεῖναι ὑπάγονται εἰς τὸ ὅριον Ἀραχώβης, καὶ διὰ τοῦτο καὶ μετέγραψαν τὰ συμβόλαιά των εἰς τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν τοῦ δήμου Οἰνοῦντος. Ἀπόδειξις τρανοτάτη αὐτὴ ἡ ἰδία ὁμολογία αὐτῶν ἐν τοῖς συμβολαίοις, καὶ ἡ μεταγραφὴ τούτων εἰς τὸν δῆμον Οἰνοῦντος.
§77ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐδῶ τὸ στάδιον τῆς ἀναπτύξεως τῶν δικαίων εἴτε τῶν Ἀραχωβιτῶν, εἴτε τῶν Βουρβουραίων. Ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου, διὰ νὰ παρακαλέσω τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ζητήματος, καὶ λύσωσι τοῦτο κατὰ τὸ δίκαιον. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὡς ἀκριβέστατα, ὅσα ἐγὼ, κατὰ πληροφορίας τῶν συμπολιτῶν μου, εἶπον, ὅπως δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὅσα αὐτὸς εἶπε. Τὸ ζήτημα, ὡς τὸ ἐπανέφερεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφος, ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ δύο χωρία, τὰ γειτονικὰ, εὑρίσκονται εἰς διηνεκεῖς ἔριδας. Ταύτας τὰς ἔριδας, παρεκάλεσα τοὺς ἁρμοδίους κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσι μέτρα, ὅπως ἄρωσιν ἐγκαίρως, διότι καὶ τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας βλάπτονται, καὶ ἡ δημοσία τάξις, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, διαταράσσεται, διότι καθ’ ἑκάστην ἔχομεν, ἕνεκα τῶν ἐρίδων αὐτῶν, πλημμελήματα καὶ ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας καὶ τῶν Ἀραχωβιτῶν καὶ τῶν Βουρβουραίων. Τοῦτο ἐζήτουν νά γείνῃ. Ἂς ἑνώσῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος τὴν σύστασίν του, νὰ παρακαλέσωμεν ὁμοῦ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ζητήματος ταχέως, καὶ ἐπιλύσωσιν αὐτὸ, πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων.
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαραλέξης ἔχει τὸν λόγον.
§80ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ ἐν Κάρδιφ ἄμισθος γενικὸς πρόξενος, ὁ ἄρτι μετατεθεὶς ὡς τοιοῦτος εἰς τὸ ἐν Ἀμβέρσῃ Γενικὸν ἄμισθον Προξενεῖον, ἔχει τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.
§81Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑπὸ τοῦ νέου νόμου, ὡς γνωρίζετε, ὡρίσθησαν προσόντα διὰ τοὺς ἀμίσθους προξένους. Μεταξὺ τῶν προσόντων τούτων εἶναι καὶ ἡ δεκκετὴς ἐγκατάστασις εἰς τὴν πόλιν, ἐν ᾗ ἑδρεύει ἡ Προξενικὴ ἀρχή. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου, ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, ἂν ἡ διάταξις θέλῃ ἐφαρμοσθῆ καὶ ἐπὶ τῶν ὑπηρετούντων κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐδήλωσα, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν, οἱ διατελοῦντες εἰς τὴν ἄμισθον ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ παυθῶσι, καὶ ὅτι οἱ εὑρισκόμενοι τότε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δύνανται νὰ μείνωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Τούτου ἕνεκα ὀρθῶς ἐγένετο ἡ μετάθεσις τοῦ γενικοῦ προξένου ἐκ Κάρδιφ.
§82ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Ὁ οὕτω μετατεθεὶς εἶχε παυθῆ· δὲν ἦτο ἐν ὑπηρεσίᾳ, διότι τὸ Προξενεῖον τοῦ Κάρδιφ ἐγένετο ἔμμισθον.
§83Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸ Προξενεῖον τοῦ Κάρδιφ ἔπαυσε νὰ ἦναι ἄμισθον, μετετέθη διὰ Διατάγματος ὁ τέως ἐκεῖ πρόξενος εἰς Ἀμβέρσαν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§85ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἂν δὲν προέκειτο περὶ νομοσχεδίου, ὅπερ φοβοῦμαι, ὅτι, ἂν δὲ ὑπέβαλλον σήμερον, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἐγκαίρως ὑπ’ ὄψιν. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει ὑπάρχει δυσχέρεια νὰ υἱοθετηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἤδη ὑποβάλλω τοῦτο, προτάσσων καὶ ὀλίγας λέξεις. Τὰς ἡμέρας ταύτας μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ σκεφθῶ περὶ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἑλλήνων, καὶ πάντων, ὅσοι ἔχουσιν ἐπιθυμίαν, προσερχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ζητῶσι τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ὅπως ἀποφύγωσιν ἄλλας ἀλλαχοῦ ὑποχρεώσεις, μὴ συναδούσας πρὸς τὰ αἰσθήματα αὐτῶν. Ὡς ἔχει ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, μόνον μετὰ παρέλευσιν διετίας ἢ τριετίας ἀπὸ τῆς δηλώσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ τις τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Ἀλλὰ τοῦτο, διὰ τὰ πρόσωπα, περὶ ὧν ὡμίλησα, εἶναι πρόσκομμα ἀνυπέρβλητον, καὶ ἐνόμισα, ὅτι, χωρὶς νὰ τολμήσωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν ἰσχύσαντα, καθ’ ἃ ἐπετρέπετο ἡ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος πολιτογράφησις, ἂν πράξωμεν τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ συμβιβάζει τὰ πράγματα, εὑρισκόμεθα μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου νόμου, ὅστις, ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος εἰσαχθεὶς, ἐψηφίσθη. Ἰδοὺ πῶς διετύπωσα τὸ νομοσχέδιον: «Εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου προστίθεται δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὧδε: «Καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν ἐν τῇ προηγουμένῃ παραγράφῳ διοριῶν ἐπιτρέπεται ἡ διὰ Β. Διατάγματος πολιτογράφησις τοῦ ἀλλοδαποῦ, ὅστις, μετὰ τὴν δήλωσιν, κατοικήσας ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ἓξ μῆνας καὶ ἔχων τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν, θελήσῃ νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐπιβεβλημένων ἢ ἐπιτρεπομένων ὑποχρεώσεων, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ ἰσχύοντος στρατολογικοῦ νόμου.» Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀποφανθῇ γνώμην.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 183).
§87Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ σημείωμα τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσεκόμισεν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος ἀπὸ τοῦ 1898, καὶ κατὰ τίνα τρόπον διετέθη τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκεν ἀπάντησιν, εἰς τὴν ὁποίαν λέγει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Ἐκ τούτου βλέπομεν, ὅτι τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ ἀναλογοῦν αὐτῷ ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου ἔσοδον τοῦ 1898, ἔλαβε καὶ 1,030,000 δραχ. ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἐσοδείας τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1899, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξεποιήθη ἀκόμη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξήγησε τὸν λόγον, δι’ ὃν εἰσέπραξεν ἔσοδον μὴ ἔτι ὀφειλόμενον, διότι πρὶν ἐκποιηθῇ ὁ καρπὸς δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον τῶν τεσσάρων δραχμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι οὔτε ἐν τῷ νόμῳ ἀναγράφεται τοιοῦτον δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ νόμος κατέστησε τὸ Δημόσιον μέχρι τοῦ 1898 κύριον, ὅπως ἐκποιῇ τὸν σταφιδόκαρπον. Ἀπὸ τοῦ 1899 ὅμως καὶ ἐντεῦθεν παρέδωκε τὴν διαχείρισιν καὶ τὸν κανονισμὸν τοῦ τρόπου τῆς ἐκποιήσεως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Μὴ γενομένης πωλήσεως, τὸ Δημόσιον δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ, εἴτε εἰς εἶδος, εἴτε καὶ εἰς ἀντίτιμον εἰς χρήματα, ἐκ προηγουμένης ἐσοδείας. Τοῦτο ἀπέκτησε σπουδαιότητα ἕνεκα τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς ἐγένετο. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, πιεζομένη, ὅπως εὕρῃ χρήματα, προέβη εἰς δάνεια, τὰ ὁποῖα ἦτο ἀναγκαῖον νὰ γείνωσι πρὸς ἀγορὰν θεϊκοῦ χαλκοῦ, καὶ ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς ἐκποίησιν τοῦ παρακρατήματος καὶ εἰς παραχωρήσεις, αἵτινες ὑπέβαλον τὴν Τράπεζαν εἰς μεγάλας ζημίας. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦ 1,030,000 δραχμῶν ἠδύνατο νὰ περιέλθῃ νῦν εἰς χεῖρας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Τράπεζα, μὴ πιεζομένη ἐκ τῶν αὐτῶν ἀναγκῶν, δὲν ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς ἃς ὑπεβλήθη ζημίας. Διὰ τοῦτο ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξηγήσῃ, διατὶ προέβη εἰς τὴν προαφαίρεσιν, ἄνευ δικαιώματος, τοῦ ποσοῦ τοῦ 1,030,000 δραχμῶν, ὅπερ ἔφερεν εἰς στενοχωρίαν τὴν Τράπεζαν, καὶ ἀνάγκαζε αὐτὴν νὰ θέσῃ ὅρους δημοπρασίας κατὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ σταφιδοκάρπου, οἵτινες θὰ ζημιώσωσι καὶ αὐτὴν καὶ πλῆθος βιομηχάνων. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον μοὶ φαίνεται ἄπορον τοῦτο, ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐβεβαίου πρό τινων ἡμερῶν ἐνταῦθα, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἐλλείψει χρημάτων καὶ ἐν ἀδυναμίᾳ συνομολογήσεως δανείου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὑπέκυψεν εἰς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως. Ἀλλ’ ἰδού, ὅτι χρήματα ὑπάρχουν. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ τοὺς φοβεροὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας, ἰδίως τοῦ δώρου τῶν 240,000 δραχμῶν διὰ δάνειον ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ὅπερ πρόκειται ὁ ἀγοραστὴς μόνον διὰ τέσσαρας μῆνας νὰ χορηγήσῃ, καὶ μάλιστα οὐχὶ ἐξ ἰδίων, ἀλλ’ ἐκ τῶν προκαταβαλλομένων ἁπλῶς ἐκ τοῦ τιμήματος διὰ συμψηφισμοῦ. Καὶ ἵνα ἐξηγηθῶ καλλίτερον...
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀναβάλλομεν αὐτὸ τὸ ζήτημα; (Θόρυβος).
§89Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠδυνάμην νὰ τὸ ἀναβάλω, ἂν ἦτο δεκτικὸν ἀναβολῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐγείρεται κραυγὴ κατὰ τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας, καὶ κατὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων πολλῶν οἰνοπνευματοπαραγωγῶν, διὰ τοῦτο ἔφερα τὸ ζήτημα, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐθεώρησεν ἐπεῖγον τὸ ζήτημα, παρατηρήσας, ὅτι, ἂν ἀνεβάλλετο, ἤθελεν ἐπέλθει ζημία. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἀπαντῶ τὸ πρῶτον εἰς τοιαύτην ἐπερώτησιν, διότι ἀπήντησα καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἐπὶ ὁμοίας ἐπερωτήσεως. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι, κατὰ τὰ πρότερον κρατοῦντα νόμιμα, ἐξεπίπτοντο ἐκ τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν ἐξαγωγὴν ἐγγείου φόρου 4 δραχμαὶ, καὶ ἀντ’ αὐτῶν παρεδίδετο εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτούσιος καρπὸς 15% ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου. Ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ κερδοσκοπήσῃ τὸ Δημόσιον, ὁ σχετικὸς νόμος καθώρισεν, ὅτι, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς ἀποταμιεύσεως καὶ τὸ ἐκ δραχμῶν 4 τμῆμα τοῦ νομίμου ἐγγείου φόρου, εἰς ὃ δὲν ὑπεβλήθη ὁ ἐξαχθεὶς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν σταφιδόκαρπος, τὸ πλεόνασμα, ἐὰν ὑπάρχῃ, θὰ διατεθῇ πρὸς σκοποὺς ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Κατὰ τὸ 1899 συνέστη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα διὰ νόμου, καθ’ ὃν, ἀντὶ τῶν τεσσάρων δραχμῶν τοῦ ἐγγείου φόρου, εἰσπράττει 15% ἐκ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου, ὀφείλει ὅμως ἡ Τράπεζα νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸν ἐκ δραχ. 4 ἔγγειον φόρον ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου. Κατὰ τὴν αὐστηρὰν τοῦ νόμου ἑρμηνείαν, ὁσάκις παρουσιάζηται πρὸς ἐξαγωγὴν σταφιδόκαρπος, ὁ τελώνης δικαιοῦται νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὴν πληρωμὴν τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ἀνθ’ ὧν αὕτη εἰσέπραξε καὶ ἀπεταμίευσεν εἰς τὰς ἀποθήκας της σταφιδόκαρπον ἀνάλογον πρὸς 15% ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου. Δὲν ἐκρίναμεν ἡμεῖς εὔλογον νὰ βιάσωμεν τὴν Τράπεζαν, ἐν τῇ ἀρχῇ μάλιστα τῆς συστάσεώς της, ὅπως καταβάλῃ ἀπὸ τῆς ἐξαγωγῆς τὸν ἐκ δραχ. 4 ἔγγειον φόρον, καὶ ἐπετρέψαμεν αὐτῇ νὰ εἰσπράττῃ τὸ 15%. Ὅτε ὅμως ἐξεκαθαρίσθη τὸ προϊὸν τοῦ παλαιοῦ παρακρατήματος, τὸ Δημόσιον εἶχε νὰ λάβῃ ἀπὸ ἔγγειον φόρον ἓν ἑκατομμύριον δρ. Εἶχε δὲ λάβει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀπὸ τὸ πλεόνασμα ἐκκαθαρίσεως τοῦ σταφιδοκάρπου 1,500,000 δρ. Ἐξ αὐτοῦ τὸ Δημόσιον ἐκράτησεν, ἢ μᾶλλον συνεψήφισεν, ὅ,τι ἐδικαιοῦτο λαμβάνειν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἀνεξαρτήτως τῆς διαθέσεως τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς ἀποταμιευθέντος σταφιδοκάρπου, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἤθελεν εἰσπράξει ἐκ τῆς ἐκποιήσεως αὐτοῦ, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸν ἐκ δραχ. 4 ἔγγειον φόρον ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ποσοῦ σταφιδοκάρπου. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ἐφρόντιζε νὰ εἰσπράξῃ τὸ ὑπὸ τῆς Τραπέζης ὀφειλόμενον εἰς τὸ Δημόσιον ποσὸν ἐκ τῶν χρημάτων, ἅτινα ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐκ τιμήματος τοῦ παλαιοῦ παρακρατήματος. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται στοργὴν πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ προστατεύει αὐτὴν, διότι ἀναγνωρίζει εἰς τὸ ἵδρυμα αὐτὸ τὴν μεγάλην χρησιμότητα αὐτοῦ. Σημειωτέον δὲ, ὅτι τὸ ἀποδοθὲν εἰς τὴν Τράπεζαν χρηματικὸν ποσὸν εἶναι ἀρκετὸν νὰ θεραπεύσῃ τὰς πολυειδεῖς ἀνάγκας, εἰς ἃς αὕτη εὑρίσκεται σήμερον.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§92Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ διακόψωμεν;
§93ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ, ἀναβάλλω δι’ αὔριον. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν. Θὰ ἔχητε μόνον τὴν καλωσύνην, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγγράψητε κύριον πρῶτον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, τότε βεβαίως αὔριον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§97ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φαρμακείων.
§98ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἂν θὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, θὰ παρακαλέσω νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κ. Κανάρη. Ἄλλως, θὰ παρακαλέσω νὰ τεθῇ αὔριον πρῶτον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας δραχ. 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου».
§100ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ φαρμακευτικόν, κύριε Πρόεδρε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συναινεῖ ἡ Βουλή.
§102ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προεξοφλεῖτε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς!
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φαρμακείων νόμων» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§104Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§106Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ ἀναπτύξω τὴν πρότασίν μου, ἐκτὸς ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποσχεθῇ, ὅτι θὰ τεθῇ αὔριον μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀπὸ τῆς 15 Δεκεμβρίου ὑπεβλήθη τροποποιημένον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις συνέστη κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀναγνωρισθείσης τῆς ἀνάγκης αὐτοῦ. Ἀνεγράφη δὲ τὴν ἐπιοῦσαν τρίτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ τὴν 21 καὶ 22 Δεκεμβρίου κατῆλθε τέταρτον, τὴν 23 πέμπτον, τὴν 27 ἕκτον, τὴν 3 Ἰανουαρίου δέκατον τρίτον, τὴν 4 δέκατον πέμπτον...
§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ περάσῃ.
§108Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Αὔριον, ἂν δὲν προταχθῇ, θὰ ἐπανέλθω.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας δραχ. 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου»;
§110Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε δὲν δυνάμεθα μετὰ ἐργασίαν 6 ὡρῶν νὰ συζητήσωμεν αὐτό. Ἢ νὰ ἀναβληθῇ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καὶ νὰ συζητήσωμεν ἄλλα νομοσχέδια, ἢ νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, εἶχεν ἀρχίσει ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ διεκόπη, διότι ἐζητήθησαν πληροφορίαι τινές. Τὰς πληροφορίας ταύτας πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὑπέβαλον, ἐγένετο δὲ καὶ ἡ διανομὴ τῶν πινάκων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Λοιπὸν δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἀναβάλλωνται τὰ νομοσχέδια αὐτά. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ νομοσχεδίου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, νομίζω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι νὰ ὁμιλήσωσι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, δύνανται νὰ ἀναβάλωσι διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§112Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι προσήγαγεν ὅλας τὰς πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Ἐγὼ τὴν 9 Δεκεμβρίου τὸν εἶχον παρακαλέσει νὰ προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ πρώην οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ Σταυράκη ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι σχετικὴ ἡ ἔκθεσις αὕτη πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, περὶ παραχωρήσεως δηλαδὴ 3,000,000 δραχμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Ἐν τούτοις, καίτοι ὑπέμνησα ἐπανειλημμένως εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν τὴν παράκλησίν μου ἐκείνην, δὲν προσήγαγε τὴν ἔκθεσιν. Τώρα ἴσως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐρωτήσει: «τίνα σχέσιν ἔχει ἡ ἔκθεσις αὕτη;» Τοῦτο εἶναι ἔργον ἐμόν.
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§114Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, δηλαδή, ἂν διὰ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρατηθῇ ἡ Ἑταιρεία, ὥστε νὰ μὴ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀκριβῶς, ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἔχει πολὺ τὸ ἐνδιαφέρον ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα. Πῶς πρέπει νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ἡ Βουλή, ὅτι θὰ συγκρατηθῇ ἡ Ἑταιρεία διὰ τῆς παροχῆς τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, ὥστε νὰ μὴ χάσωμεν τὰ χρήματα αὐτά; Ἐὰν ἴδωμεν ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ὅτι ἡ Διεύθυνσις, ἡ ὁποία διέπει τὰ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, εἶναι ἀναξία πίστεως, δύνασθε τότε νὰ ἐμπιστευθῆτε εἰς αὐτὴν τὰ τρία ἑκατομμύρια; Ἐκ τῆς ἐκθέσεως θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ νῦν Διευθυντὴς τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ὑπῆρξε καὶ Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης τῆς Πιστωτικῆς ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Δυνάμεθα μετὰ τοῦτο νὰ χορηγήσωμεν, ἄνευ φόβου ἐλαττωματικῆς διαχειρίσεως, τὰ 3,000,000 δραχμῶν, ἀφοῦ γνωρίζομεν τί ἐγένετο μὲ τὴν Πιστωτικήν; Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐχάθησαν 2,100,000 δραχμαὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου εἰς τὴν Πιστωτικήν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μάθωμεν, πῶς ἐχάθησαν αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια. Ἐχάθησαν ἐκ τυχαίου τινὸς γεγονότος, ἢ ἐχάθησαν ἐξ ἀδεξιότητος, ἢ ἐκ δόλου, ἢ ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου τῆς Διευθύνσεως; Καὶ ἂν πεισθῶμεν, ὅτι ἐχάθησαν αὐτὰ τὰ δύο ἑκατομμύρια ἕνεκα κακῆς διευθύνσεως, τότε πῶς εἰς τὴν αὐτὴν Διεύθυνσιν θέλετε νὰ ἐμπιστευθῶμεν ἄλλα τρία ἑκατομμύρια, διὰ νὰ συγκρατήσωμεν δῆθεν τὴν Ἑταιρείαν, ἐνῷ οὐδεμία πλέον ὑπάρχει ἐλπίς, ὅτι δύναται αὕτη νὰ συγκρατηθῇ; Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ σχετικὴ ἡ ἔκθεσις περὶ Πιστωτικῆς Τραπέζης, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ παύσωμεν λέγοντες ἑκάστοτε, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, δὲν πειράζει, ἂν γείνῃ αὕτη καὶ ἄνευ συζητήσεως, ἀφοῦ μένῃ ἡ δευτέρα καὶ τρίτη ἀνάγνωσις· διότι συμβαίνει νὰ μὴ ἔχῃ τις καιρὸν, ἢ νὰ μὴ ᾖναι παρὼν νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν. Διὰ τοῦτο ἐμμένω εἰς τὴν παράκλησίν μου, καὶ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολήν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας ὑποστηρίζεται ὑπὸ δέκα;
§116Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§118Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§119ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβάλωμεν.
§120ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἐπὶ μίαν ὥραν τοὐλάχιστον θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν.
§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δύναμαι νὰ κάμω μίαν δήλωσιν, ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ νομοσχέδιον θὰ τεθῇ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχητε ὅλην τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσητε ἐπ’ αὐτοῦ.
§122ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅταν ἐπὶ νομοσχεδίου τοιούτου, προκειμένου περὶ σωτηρίας τῆς Ἑταιρείας τῆς σπουδαιοτέρας σιδηροδρομικῆς ἀρτηρίας ἐν Ἑλλάδι, ζητῆτε νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὴν ἑνδεκάτην ὥραν τῆς νυκτός...
§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί νὰ κάμωμεν λοιπόν; Νὰ μᾶς εἴπητε ὑμεῖς.
§124ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει ἄλλη Βουλή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐργάζωνται οἱ Βουλευταὶ πλέον τῶν τεσσάρων ὡρῶν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε εἰς τὰς 10 εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§126ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἂς ἐξακολουθήσῃ λοιπὸν ἡ συζήτησις μέχρι διαρρήξεως τῶν κρανίων! Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ συζητήσω.
§127Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ διακόψωμεν τότε, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας προτείνει νὰ διακόψωμεν, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν...
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι! ὄχι!
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. Τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται εἰς τὸ ἑξῆς.
§131Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἷς συμβιβασμὸς δύναται νὰ γείνῃ, κατὰ τὴν γνώμην μου. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ διακόψωμεν, ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ εἰσέλθωμεν αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀμέσως, ἄνευ ἐπερωτήσεων.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό. Ὡς ἀρχὴν δὲν τὸ δεχόμεθα.
§133Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων δὲν ἔχει συζήτησιν, νὰ προτάξωμεν αὐτό.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ αὐτοῦ.
§135ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ, ἵνα ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου γείνῃ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς, ἀναβάλλω διὰ τὴν αὔριον.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι...
§137Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου μάλιστα, αἱ ὁποῖαι ἴσως δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ προσαγάγῃ σχετικάς τινας πληροφορίας. Βλέπω δηλαδή, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ λεγομένου δανείου τῶν 3,000,000, τίθεται ὡς ὅρος νὰ προτιμηθῇ ἡ διὰ μέρους αὐτοῦ ἐξόφλησις τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, τῶν κυμαινόντων. Βλέπω δέ, ὅτι ἓν δάνειον τοιοῦτον κυμαῖνον εἶναι τὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἄλλο δάνειον εἶναι τὸ τῆς Τραπέζης τοῦ κ. Σκουζέ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, οὕτω πως ἐννοεῖ νὰ συγκρατήσωμεν τὴν Ἑταιρείαν; Νὰ δώσωμεν δηλαδὴ ἡμεῖς χρήματα, διὰ νὰ πληρωθῇ ἡ Τράπεζα τοῦ κ. Σκουζέ, ἡ ὁποία μετέχει ἴσως κατὰ πολλὰς χιλιάδας μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα; Ἐὰν ὀφείλῃ ἡ Ἑταιρεία εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν Σκουζέ, βεβαίως ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοί, διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη τῆς Ἑταιρείας πρὸς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Σκουζέ. Διὰ τοῦτο δέον νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἕτερον, τὸ ὁποῖον μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἄν, λέγει ἡ σύμβασις, δὲν προκύπτουν κέρδη, ὥστε ἐκ τῶν 50%, τῶν ἐκχωρουμένων εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ πληρώνηται τὸ ἐκ δραχμῶν 180,000 χρεωλύσιον καὶ ὁ τόκος τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τότε χρεώνει τὸ Δημόσιον τὴν Ἑταιρείαν. Τοῦτο εἶναι κάπως ἀστεῖον! Λέγετε πρὸς τὸν ὀφειλέτην σας: «Ἄν δὲν ἠμπορῇς νὰ μοῦ πληρώνῃς τοὺς τόκους, σὲ χρεώνω». Καὶ αὐτὸ λέγεται ἀσφάλεια! Γίνεται ὅμως λόγος καὶ περὶ ἀσφαλείας. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἀσφάλεια αὕτη; Ὀλίγον τροχαῖον ὑλικόν, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς δύο ἀτμαμάξας καί τινα φορτηγὰ βαγόνια! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ Δημόσιον διὰ τὰ τρία ἑκατομμύρια; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὑποθέτω, ὅτι μένουσι τόσα κενὰ εἰς τὴν σύμβασιν, ὥστε θὰ δεχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος ἐπιμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετήσῃ ὡριμώτερον τὸ ζήτημα, καὶ νὰ δώσῃ τὰς προσηκούσας ἐξηγήσεις κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§139ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, καίτοι δὲν εὐκαίρησα νὰ συμπληρώσω τὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μελέτας μου, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ συμπληρώσω αὐτὰς, ὅτε καὶ θὰ λάβω τὸν λόγον, οὐχ ἧττον δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ δηλώσω, ὅτι ἔφθασα εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῶ, ὅτι εἶναι λίαν πιθανὴ ἡ διὰ τῆς ἐπικουρίας, ἣν προτείνει ἡ Κυβέρνησις, ὁριστικὴ σωτηρία τῆς Ἑταιρείας, νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο κυροῖ σύμβασιν, ὀφείλω ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς μελέτην τι, ὅπερ, μοὶ φαίνεται, δύναται ἐπωφελῶς ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους νὰ ἐξετασθῇ πρὸς τροποποίησιν, καὶ ἐπιφυλάσσομαι, ἂν ἄλλο τι προκύψῃ ἐκ τῆς περαιτέρω μελέτης, νὰ ὑποβάλω τοῦτο ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως μελετηθῇ καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκθέτω σήμερον ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον, ὅτι ἀποτελεῖ πρότασιν πρὸς ἐξέτασιν, μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις τῆς συμβάσεως, αὐξάνουσα τὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐγγυήσεις, καὶ ἀσφαλίζουσα περισσότερον αὐτὸ κατὰ τῶν κινδύνων, οἵτινες πάντως ἐπικρέμανται, προκειμένου περὶ τοιούτου τυχηροῦ μέχρι τινὸς συμβολαίου. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ μετ’ ἐμοῦ ἐνταῦθα τὴν σειρὰν, καθ’ ἣν θέλουσι γίνεσθαι αἱ πράξεις, αἱ ἐπὶ τῇ καταβολῇ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, ἅτινα θέλομεν δώσει. Ἐκ τῆς πρώτης δόσεως τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἶναι ὡρισμένον, ὅτι θέλει τελεσθῆ ἡ ἐξόφλησις ἁπάντων τῶν κυμαινόντων ἐσωτερικῶν χρεῶν καὶ τῶν ποσῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους, 700,000 ἐν ὅλῳ, καὶ 300,000, αἵτινες θέλουσι δαπανηθῆ ὡς κεφάλαιον κινήσεως· τὸ ὅλον 1,000,000. Ἐκ τῆς δευτέρας δόσεως θέλει τελεσθῆ ἡ ἐξόφλησις τῶν ἐξωτερικῶν κυμαινόντων χρεῶν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δρ. Ἐκ τῆς τρίτης δόσεως θέλουσιν ἐκτελεσθῆ τὰ ἑπόμενα· πρῶτον, πρόσκτησις τροχαίου ὑλικοῦ, ἀξίας δραχ. 500,000· δεύτερον, κατασκευὴ λιμενικῶν ἔργων ἐν Ναυπλίῳ· τρίτον, κατασκευὴ ἐργοστασίου ἐπισκευῶν ἐν Τριπόλει, καὶ τέταρτον, βελτίωσις τῶν σταθμῶν καὶ ἀποθηκῶν ἐνταῦθα τε καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐν ὅλῳ ἓν ἑκατομμύριον. Ἐκ τῆς τρίτης ταύτης καταθέσεως θέλει προκύψει τι, ὅπερ θέλει ἀποτελέσει ἐγγύησιν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, θέλει προκύψει τροχαῖον ὑλικὸν 500,000 δραχμῶν, ὅπερ θέλει ἐξασφαλίσει τὸ δανεῖζον Δημόσιον διὰ ποσὸν δρ. 500,000. Ἐπιπροσθέτως δὲ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης ἀποκτᾷ ἐγγύησιν ὁμοίαν ἐκ τοῦ κινητοῦ ὑλικοῦ, τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη ἀπὸ τοῦ 1898, κατὰ τὸ ἄρθρον ὄγδοον τῆς συμβάσεως. Ὥστε ἔχομεν 500,000 ἐκ τῶν προσκτηθησομένων ὑλικῶν, ἀλλὰ μετὰ τριετίαν καὶ τὴν ἀξίαν, ἣν ἴσως ἦτο καλὸν νὰ γνωρίζωμεν, τοῦ ὑπάρχοντος κινητοῦ ὑλικοῦ, ὅπερ ἀπὸ τοῦ 1898 ἀνήκει εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ δύο ὁμοῦ ἀποτελοῦσιν ἐγγύησιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ μὲν ὑπάρχον τροχαῖον ὑλικὸν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας εἶναι εἰς χεῖρας ἡμῶν, ἀποτελοῦν ἐγγύησιν, τὸ ἕτερον ὅμως θὰ ἔλθῃ εἰς ἐγγύησιν τὸ τρίτον ἔτος· καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ κίνδυνοι δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν νὰ προληφθῶσιν. Εἶναι δὲ δυνατὸν πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ἔτους νὰ ἦναι κατατεθειμένα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δανείσωμεν. Ἐρωτῶ: δὲν ὑπάρχει τρόπος, τὸ συμβησόμενον κατὰ τὸ τρίτον ἔτος νὰ ὁρισθῇ, ὅτι θέλει ἐκτελεσθῆ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος; Ἂν τὸ γενησόμενον κατὰ τὸ τρίτον ἔτος ἦναι δυνατὸν νὰ γένηται κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, θέλομεν ἔχει τὸ καλὸν, ὅτι ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους βελτιοῦται ἡ κατάστασις τῆς Ἑταιρείας· ἀλλὰ δεύτερον ἀγαθὸν ἔρχεται, ὅτι εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους θὰ ἔχωμεν ἁπτὴν τὴν ἐγγύησιν τῶν 500,000. Καὶ θέλει ἐρωτήσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τίνα τρόπον ζητῶ τοῦτο. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, λέγομεν, ὅτι θὰ πληρωθῶσιν δραχ. 700,000, καὶ ὅτι ἐκ τῶν 700,000 δραχμῶν αἱ 430,000 θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν κυμαινόντων χρεῶν. Λοιπὸν αἱ 400,000 ἢ 430,000 δραχμαὶ θέλουσι χρησιμοποιηθῆ εἰς πληρωμὴν ἄμεσον τῶν κυμαινόντων χρεῶν. Ἐρωτῶ: τὰ καταστήματα, ἅτινα ἐδάνεισαν τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ἆρά γε δὲν ἔχουσιν ὑποχρεώσεις, ὅπως, διευκολύνοντα καὶ ταῦτα τὸ ἔργον, ἐπιτρέψωσι ν’ ἀποκτηθῇ ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους ἀσφάλεια τῆς ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους; Τὸ ἓν τῶν καταστημάτων τούτων εἶναι ἰδιωτικὸν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ παρ’ αὐτοῦ θυσίας, ἃς αὐτὸ ἐξ ἑαυτοῦ θεωρεῖ ἐπιβλαβεῖς· ἀλλὰ τὸ κατάστημα τοῦτο τὸ ἰδιωτικὸν ἔχει κατὰ σύμπτωσιν ἐν τῇ Ἑταιρείᾳ καὶ συμφέροντα ἄλλα, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἔχει δανεισμένον· ἀποτεινομένη πρὸς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, ἀποτείνεται πρὸς μέτοχον τῆς Ἑταιρείας, ἣν πρόκειται νὰ σώσωμεν. Τὸ κατάστημα, ὅπερ εἶναι δανειστὴς, καὶ ἔχει συμφέρον νὰ λάβῃ τὸ χρῆμα τοῦτο ὡς μέτοχος, ἔχει συμφέρον νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ δάνειον τοῦτο· πέποιθα δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο τὸ συμφέρον ἐπικαλούμενος, θέλει δυνηθῆ διὰ τοῦ μέσου τούτου νὰ ἐπιτύχῃ ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ κυμαίνοντος πρὸς αὐτὸ χρέους, ὅπως τὸ χρῆμα διατεθῇ εἰς ἀγορὰν τροχαίου ὑλικοῦ. Τὸ ἕτερον κατάστημα ἔχει βεβαίως ὑποχρέωσιν, καὶ ὀφείλει ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ προσενεχθῇ ἐπίκουρον. Τὸ ἕτερον κατάστημα εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἥτις εἰς πάντα τὰ ζητήματα, ἅτινα ἐνδιαφέρουσιν εἰς τὸ Κράτος, εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐνδιαφέρηται καὶ αὐτή· οἷον δὲ καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὅπως παρεμβῇ ὑπὲρ τοιούτου ἔργου συγκοινωνίας τῆς Πελοποννήσου, ἀνάλογον ὑποχρέωσιν, κατά τι μικροτέραν, ἔχει καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Δὲν θὰ ζητηθῇ μέγα τι παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις τοσαῦτα παρὰ τοῦ Δημοσίου σωρηδὸν ἔλαβε δείγματα εὐνοίας καὶ προστασίας, δικαίας ἄλλως. Ὀφείλει δὲ αὕτη νὰ δεχθῇ νὰ διατρέξῃ τὸν ἀσήμαντον κίνδυνον, τὸν ἐκ τῆς ἀναβολῆς, ἀφοῦ ἐγγυητὴς εἶναι τὸ Δημόσιον, καὶ νὰ ἀναβάλῃ τὴν λῆψιν τοῦ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντος μέρους τοῦ κυμαίνοντος χρέους, ὅπερ ἐπὶ τῇ ἀναβολῇ ταύτῃ θέλει δαπανηθῆ ὁλόκληρον πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, καὶ συντρέχουσα οὕτω εἰς βελτίωσιν τῶν τῆς Ἑταιρείας, καὶ συντελοῦσα, ὅπως παρασχεθῇ εἰς τὸ Κράτος ἐγγύησις μεγαλειτέρα διὰ τὸ δάνειον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς, μελετήσας τὴν πρότασιν, νομίσῃ, ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τοιοῦτόν τι ἀποτέλεσμα, παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ ἐν καιρῷ εἰς ἡμᾶς τὸ πόρισμα τῆς περὶ τούτου συνεννοήσεως.
§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυσκολία δὲν ὑπάρχει νὰ ἔλθω εἰς συνεννόησιν μὲ τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅπως ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιδίωξις καὶ ἐπιτυχία αὐτοῦ εἶναι ἐπιδείνωσις τῆς καταστάσεως, διότι διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν κυμαινόντων χρεῶν ἔχομεν τὴν οἰκονομίαν τῶν τόκων τούτων, ἐνῷ διὰ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύετε, θέλετε νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν πληρωμὴν 50,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος διὰ τὸν τόκον τοῦ ἑκατομμυρίου, χωρὶς νὰ ἐπιφέρωμεν οἰκονομίαν ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν χρεῶν τῶν κυμαινόντων, καὶ ἑπομένως ὠφέλειαν ἐκ τῆς οἰκονομίας, ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς μὴ πληρωμῆς τῶν τόκων. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἡ ἐξόφλησις τῶν κυμαινόντων χρεῶν. Διότι τὰ κυμαίνοντα ταῦτα χρέη παρέχουσι τόκον· ἑπομένως, ἐὰν τὸ πρῶτον ἔτος ἐξοφλήσητε ἑνὸς ἑκατομμυρίου κυμαίνοντα χρέη, οὐδόλως βαρύνετε τὴν Ἑταιρείαν, διότι εἰς τὸν ἰσολογισμὸν αὐτῆς δὲν θ’ ἀναγράφηται τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀναγράφεται πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων, ἐνῷ ἡ ἀγορὰ τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ βοηθήσῃ τὴν κίνησιν τοῦ σιδηροδρόμου, δὲν θὰ φέρῃ τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν θέλει ἔχει κατ’ ἀνάγκην ἐκ τῆς πληρωμῆς χρεῶν κυμαινόντων. Ἑπομένως τὸ πρῶτον ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον δίδεται, οὐδόλως βαρύνει τὴν κατάστασιν τῆς Ἑταιρείας, διότι ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἦναι μὲν ὑποχρεωμένη ἡ Ἑταιρεία νὰ πληρώσῃ δι’ αὐτὸ 5%, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου θὰ οἰκονομήσῃ τόκον, ὁ ὁποῖος κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἦναι ἀνώτερος τῶν 5%. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου διδομένη λύσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται, ἐὰν θέλωμεν νὰ βοηθήσωμεν τὴν Ἑταιρείαν. Ἡ δὲ ὑποδειχθεῖσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς λύσις, ἐνῷ δίδει εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀγορασθῇ, δίδει ὅμως καὶ δάνειον, ἐπιβαρυνόμενον μὲ τὸ ποσὸν τοῦ τόκου τοῦ ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἀγορὰν τοῦ ὑλικοῦ.
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε τῷ ὄντι τοιαύτη, ὥστε πάντες νὰ πεισθῶσιν, ὅτι οὕτως ἔχει ἐν τῷ ἄρθρῳ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν ἀπάντησιν, ὀφείλεται εἰς τὴν ἐμὴν παράλειψιν νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου...
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ χαρισθῶσιν οἱ τόκοι;
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι τὰ καταστήματα τὰ ἐνδιαφερόμενα, ὅπως σώσωσι τὸ χρῆμα αὑτῶν,—διότι πρόκειται περὶ σωτηρίας τοῦ χρήματος—αὐτὰ ὀφείλουσι νὰ ὑποστῶσι καὶ θυσίας τινὰς, τοιαύτη δὲ θυσία εἶναι ἡ μετάθεσις, ἣν ζητῶ, τῆς πληρωμῆς εἰς τὸ τρίτον ἔτος ἀπὸ τοῦ πρώτου, ἀφοῦ ἔχουσι τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐδὲν κινδυνεύουσι νὰ ἀπολέσωσιν. Ἀλλὰ καὶ θυσία δευτέρα ζητεῖται, οὐχὶ δωρεὰ τοῦ τόκου, ἀλλὰ ἐλάττωσις τοῦ τόκου. Διότι ἀκούω, ὅτι ὁ τόκος, ὅστις πληρώνεται ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας, εἶναι 8%. Ἀλλ’ ὅταν ἀσφαλίζηται εἰς τοὺς δανειστὰς ἡ πληρωμὴ τοῦ χρήματος διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Δημοσίου, ὁ δὲ τόκος, ὁ συνήθης διὰ τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, ἦναι 5% μόνον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὑπερφίαλος ἡ ἀξίωσις τοῦ Κράτους καὶ τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τὸ Κράτος, ὅπως θυσιάσωσι τὰ δύο ταῦτα καταστήματα μέρος τι τοῦ σήμερον λαμβανομένου τόκου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, προκειμένου περὶ 430,000 δραχμῶν, ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη τῆς Ἑταιρείας ἤθελεν εἶναι 20 ἢ 22 χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθῶς ἀνάξιον λόγου, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναξίας λόγου ταύτης θυσίας θέλομεν ἀποκτήσει τὸ σπουδαῖον ἐκεῖνο ἀγαθὸν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα, καὶ ἀφοῦ φθάσῃ εἰς συμπεράσματα, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι ἡ προτεινομένη λύσις δὲν εἶναι σαθρὰ, νὰ προτείνῃ ταύτην εἰς τὰ δύο καταστήματα.
§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ προσαγάγῃ σημείωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταβολῆς τῆς δικαιοδοσίας ἐνίων Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων».
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§148ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀρκεῖ δι’ ἀπόψε.
§149Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι. Νὰ ψηφισθῇ.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§151ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὥρα ἤδη νὰ ψηφίζωμεν νομοσχέδια προσωπικά. (Θόρυβος).
§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλο προσωπικὸν καὶ ἄλλο τοπικοῦ συμφέροντος. Ὅταν ὁ νόμος ἐπιβάλλῃ, ὅπως τοπικά τινα συμφέροντα κανονισθῶσι διὰ νόμου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἡ Βουλὴ νὰ ἀρνηθῇ τὴν συνδρομήν της πρὸς ἐπίλυσιν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, ἐὰν μὲν ἀναγνωρίσητε ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τοπικοῦ συμφέροντος προσωπικὰ συμφέροντα, δικαιοῦσθε νὰ πολεμήσητε αὐτὰ ἀπολύτως· ἐὰν ὅμως γνωρίζητε, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ὑδραγωγείου, νομίζετε ὅτι εἶναι προσωπικόν; Ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς Γεωργικῆς Σχολῆς Λαρίσης, νομίζετε ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου προσωπικοῦ;
§153ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν γεωργίαν δὲν εἶναι οὔτε προσωπικὸν, οὔτε τοπικόν.
§154Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῖα εἶναι λοιπὸν τὰ προσωπικά; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ τῆς Θεσσαλίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει πρότασιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ λήξασα ἔκτακτος Σύνοδος τῆς Βουλῆς διήρκεσεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἠναγκάσθησαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ παραμένωσιν ἐν Ἀθήναις, ὑποβαλλόμενοι εἰς μεγάλας χρηματικὰς δαπάνας, καὶ ὅτι ἡ χορηγουμένη αὐτοῖς ἐπιχορήγησις εἶναι ἀνεπαρκὴς, εὔλογον κρίνει, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ δι’ ἐκτάκτους δαπάνας ἑκάστου τῶν κυρίων Βουλευτῶν δραχμὰς χιλίας (1000).»
§157ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τί εἶναι αὐτό; Δὲν ἀκούομεν τίποτε! (θόρυβος).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε, διὰ νὰ ἀκούητε. Ὅταν θορυβῆτε, βεβαίως δὲν ἀκούετε. Εἶναι πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ περὶ πληρωμῆς δραχμῶν χιλίων εἰς ἕκαστον Βουλευτήν. (Διάλογοι).
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, κύριε Πρόεδρε.
§160ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τί νομοσχέδιον εἶναι αὐτό; Δὲν ἀντιλαμβανόμεθα. (Θόρυβος).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προσέχητε. Τὸ ἀνέγνωσα δίς. Προτείνεται τὸ κατεπεῖγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος καὶ διάλογοι).
§163ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀντιλαμβανόμεθα, τί ψηφίζομεν. (Θόρυβος).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συνάψεως δανείου πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατὰ τὴν Βοιωτίαν Μονῆς τοῦ ὁσίου Λουκᾶ καὶ πρὸς κατασκευὴν ἁμαξιτοῦ, ἀγούσης εἰς τὴν Μονὴν ταύτην». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 40′ μετὰ μεσημβρίαν).