1901.01.09
2.208 στίχοι · 16.818 λέξεις · 229 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
τῆς 9 Ἰανουαρίου 1901.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Σύλλογος «πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων» δι’ ἐγγράφου αὑτοῦ ἐκφράζει τὰς ἐνθέρμους εὐχαριστίας του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ διὰ τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος νόμου παραχωρουμένῃ ταχυδρομικῇ ἀτελείᾳ τῶν βιβλίων τοῦ Συλλόγου. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: αʹ) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου Φάρων καὶ Φανῶν τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 962.20. βʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 3,000. γʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 6,450. δʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου Φάρων καὶ Φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 2,357.80. εʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 1,450,544.71 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων δραχ. 506,426.87 ἐκ τῶν εἰς αὐτὸν ἀναγεγραμμένων. Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 156–160). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§2ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς χθὲς ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς προκηρύξεις διαγωνισμῶν πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων καὶ πάντα τὰ Β. Διατάγματα περὶ διορισμοῦ τοιούτων, διότι ἐν αὐτοῖς ἤθελεν εὕρει τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς οἱ ὑπότροφοι οὗτοι διορίζονται, τὸν σκοπόν, δι’ ὃν διορίζονται, καὶ τοὺς πόρους, ἐξ ὧν θέλει πορίζεσθαι ἡ Διοίκησις τὰ ἔξοδα πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Πάντα τὰ σχετικὰ ταῦτα Β. Διατάγματα, τὰ ἐκδοθέντα κατὰ τὴν ἐμὴν ὑπουργίαν, κατετέθησαν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὴν 22 Δεκεμβρίου λήξαντος ἔτους· μάλιστα δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς παρέλαβε ταῦτα μεθ’ ἑαυτοῦ.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§4ΣΤΑΗΣ. Κατ’ ἀσφαλεῖς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές. Οὐδὲ μοὶ ἐδόθησαν, οὐδὲ τὰ ἔλαβον.
§6ΣΤΑΗΣ. Τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα σᾶς τὰ ἔδωκα ἐγὼ αὐτὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω Διατάγματα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἰδίως εἰς τόσον ψηλαφητὰ πράγματα πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν ἀκριβείᾳ.
§8ΣΤΑΗΣ. Τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν οἷς ἐδημοσιεύθησαν τὰ Διατάγματα ταῦτα, τὰ παρελάβετε ὑμεῖς παρ’ ἐμοῦ.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ εἶμαι Βουλευτὴς, τὰ λαμβάνω, καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ μοὶ τὰ δώσητε ὑμεῖς. Ἐζήτησα νὰ καταθέσητε τὰ Διατάγματα.
§10ΣΤΑΗΣ. Κατέθηκα τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐπικεκυρωμένα, τὰ περιέχοντα τὰ Β. Διατάγματα τὰ αἰτηθέντα. Οὐδεμία δὲ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν πρωτοτύπων καὶ τῶν δημοσιευθέντων. Ἀναφέρεται δὲ καὶ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τῆς 22 Δεκεμβρίου ἐπὶ λέξει, ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, κατέθηκε τὰ Β. Διατάγματα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τοὺς διαγωνισμοὺς καὶ τὴν ἀποστολὴν ὑποτρόφων εἰς τὴν Εὐρώπην.» Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι δὲν κατέθηκα καὶ τὰ Β. Διατάγματα, τὰ ἐκδοθέντα ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου κυρίου Εὐταξία, καὶ ταῦτα καταθέτω σήμερον.
§11Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ περὶ διορισμοῦ τὰ κατεθέσατε;
§12ΣΤΑΗΣ. Ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν μόλις προχθὲς, τὴν 5 Ἰανουαρίου· ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ καταθέσω.
§13Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἄλλα προηγούμενα;
§14ΣΤΑΗΣ. Ὄχι. Τὸ κατατεθὲν φύλλον εἶναι τῆς 16 Δεκεμβρίου. Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ «κατατεθῇ κατάλογος τῶν δήμων, ἐν οἷς ᾠκοδομήθησαν κτίρια δημοτικῶν σχολείων, καὶ πόσα ἐν ἑκάστῳ δήμῳ». Καὶ ὁ πίναξ οὗτος κατετέθη πρὸ πολλοῦ εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας βουλευτοῦ κ. Μαρκέτου· νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸν πίνακα αὐτὸν, ἂν, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐτυπώθη, παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ μοὶ δοθῇ. Αἱ σχέσεις ἐν τῇ Βουλῇ γίνονται δημοσίᾳ· ὥστε πάντες λαμβάνουσι γνῶσιν αὐτῶν.
§16ΣΤΑΗΣ. Ἐπίσης ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πληροφορία, «ποῖα δι’ ἕκαστον τῶν ὑποτρόφων κληροδοτήματα ὡρίσθησαν». Εἶπον καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ὡρίσθησαν ὡρισμένα κληροδοτήματα, οὔτε γενικὰ, οὔτε εἰδικὰ, διὰ τοὺς εἰς τὴν Ἑσπερίαν τελευταῖον ἀποσταλέντας ὑποτρόφους, διότι πρὸς συντήρησιν αὐτῶν θὰ χρησιμεύσωσιν οἱ τόκοι, οἱ μὴ διατεθέντες μέχρι τοῦδε, τῶν γενικῶν καλουμένων κληροδοτημάτων, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω μετ’ ὀλίγον. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ λόγοι, οἱ πείσαντες τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ἐπιτρέπεται ὁ διορισμὸς ὑποτρόφων ἄνευ νόμου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀντὶ νὰ ἐρωτήσῃ ἐμὲ, ἠδύνατο νὰ συμβουλευθῇ ἑαυτόν. Διότι θ’ ἀνεπόλει τοὺς λόγους, τοὺς πείσαντας αὐτὸν, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1877, νὰ ὑπογράψῃ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ διωρίζετο ὑπότροφος, δαπάναις τῶν αὐτῶν κληροδοτημάτων, νέος πολὺ οἰκεῖος αὐτῷ. Ὡς γνωστόν, τὰ ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κληροδοτήματα διαιροῦνται ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας εἰς κληροδοτήματα εἰδικὰ καὶ εἰς κληροδοτήματα γενικά. Ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἡ διαίρεσις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι γενικὰ κληροδοτήματα, ὡς ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, σημαίνει κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ὡρισμένον τινὰ σκοπόν· δὲν ὑπάρχουσι δὲ τοιαῦτα κληροδοτήματα ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὑπάρχουσί τινα «ὑπὲρ τῶν σχολείων ἐν γένει», ἢ «ὑπὲρ τοῦ ἔθνους», ἢ «ὑπὲρ ἐκπαιδευτικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων», ἀλλ’ εἶναι ἀνάξια λόγου, διότι τὸ τοῦ Σ. Ξανθοπούλου «ὑπὲρ τοῦ ἔθνους» ἔχει κεφάλαιον 592 δραχμῶν, τὸ τοῦ Ι. Ποντίκη «πρὸς ὄφελος Ὀρφανοτροφείου» ἔχει κεφάλαιον 850 δραχμῶν, τὸ τοῦ Κ. Τσιροπούλου «ὑπὲρ τῶν σχολείων ἐν γένει» ἔχει κεφάλαιον 17,959 δραχμῶν, τὸ τοῦ Ι. Τσακούλη «ὑπὲρ ἐκπαιδευτικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων» ἔχει κεφάλαιον 6796 δραχμῶν. Βλέπετε ὅμως, ὅτι καὶ ταῦτα δὲν εἶναι ἀόριστα, ἢ γενικὰ, ὡς τὰ ἐχαρακτήρισαν. Ἐν τούτοις πάντα τὰ ἄλλα κληροδοτήματα, δέκα καὶ ὀκτὼ τὸν ἀριθμὸν, ἔχουσιν ὡρισμένους εἰδικοὺς σκοποὺς, καθωρισμένους ἐν ταῖς διαθήκαις. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων διαιρεῖ τὰ κληροδοτήματα ταῦτα εἰς εἰδικὰ καὶ γενικά· καὶ εἰδικὰ μὲν καλεῖ τὰ ἔχοντα ὡρισμένον σκοπὸν καὶ προσδιορίζοντα τὸν τόπον, ἐξ οὗ πρέπει νὰ κατάγωνται οἱ ὑπότροφοι, γενικὰ δὲ τὰ ἔχοντα ὡρισμένον μὲν σκοπόν, ἀλλὰ μὴ ὁρίζοντα τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς τῶν ὑποτρόφων. Κατέθηκα πρό τινος εἰς τὴν Βουλὴν, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Δεληγεώργη, σχετικὸν σημείωμα, ὅπερ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη τὴν 21 Δεκεμβρίου εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πρώτων, τῶν εἰδικῶν, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου περιλαμβάνει τὰ ἑξῆς πέντε κληροδοτήματα· τὸ τοῦ Κ. Βελλίου, τὸ τοῦ Ν. Κρήτσκη, τὸ τοῦ Σ. Σακελλαρίου, τὸ τοῦ Νεοφύτου ἀρχιμανδρίτου, καὶ τὸ τῆς Σοφίας Κβοστόβας, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι προωρισμένον πρὸς ἐκπαίδευσιν ὀρθοδόξων νεανίδων καὶ ἑνὸς μοναχοῦ. Ταῦτα ἐθεώρησεν ὡς εἰδικὰ καὶ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν τὴν 8 Μαΐου 1880 ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, πάντα δὲ τὰ ἄλλα ὡς γενικά. Νόμος καθορίζων τὰ τῆς διαθέσεως τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων, πάντοτε συμφώνως πρὸς τὰς διαθήκας, δὲν ὑπάρχει. Σχεδὸν πάντες οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην τοιούτου νόμου. Μάλιστα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατὰ τὸ 1877 πρὸς τὸ 1878, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ ὑπεσχέθη καὶ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 20 Ἰουλίου 1877 «περὶ κανονισμοῦ τῶν ὑποτροφιῶν» τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νόμου. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δὲν κατώρθωσε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1877 ὑπέσχετο πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα, καίτοι κατ’ ἐπανάληψιν διηύθυνε τὰ κοινὰ, καὶ διηύθυνε μάλιστα καὶ πλειονοψηφίας, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιψήφισιν οἱουδήποτε νόμου. Ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ μνησθέντος Β. Διατάγματος, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνεγνώριζεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἰσοζύγιον μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν κληροδοτημάτων. Ἂν δ’ ἀνατρέξωμεν εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἐξεδόθη Βασ. Διάταγμα περὶ ὑποτροφιῶν κατὰ τὴν 10 Αὐγούστου τοῦ 1872 ὑπὸ τοῦ Δ. Σ. Μαυροκορδάτου, Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δι’ οὗ «οὐδεμία ἐπετρέπετο νὰ χορηγηθῇ ὑποτροφία, πρὶν ἢ δι’ οἰκονομιῶν συμπληρωθῶσι τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων, καὶ ἀποδοθῇ αὐτοῖς ὅ,τι ἐξ αὐτῶν ἐδαπανήθη». Βραδύτερον ὅμως τὸ Διάταγμα τοῦτο ἀνεκλήθη δι’ ἑτέρου Διατάγματος ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κυρίου Δ. Ράλλη.
§17Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων δὲν εἶχον ποτὲ θιχθῆ.
§18ΣΤΑΗΣ. Ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη ἐν τῷ Β. Διατάγματι τῆς 20 Ἰουλίου 1877 «περὶ κανονισμοῦ τῶν ὑποτροφιῶν» ἐξάγεται, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἰσοζύγιον μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν τῶν κληροδοτημάτων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς περικοπῆς, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ, — ἡ περικοπὴ δὲ αὕτη εἶναι τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Διατάγματος τῆς 10 Αὐγούστου 1872 — ἀποδεικνύεται, ὅτι τὰ κεφάλαια εἶχον θιχθῆ. Τὴν ἔκρυθμον δὲ ταύτην κατάστασιν ἐζήτησε νὰ βελτιώσῃ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 8 Μαΐου 1880 «περὶ κληροδοτημάτων καὶ ὑποτροφιῶν». Ἀναμφιβόλως δὲ θὰ ἠδύνατό τις νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς ἐνώπιον εἰδικοῦ Δικαστηρίου, διότι οὗτοι οὐδὲν εἶχον δικαίωμα νὰ θίξωσι κεφάλαια, ὧν μόνον οἱ τόκοι διὰ διαθηκῶν ὡρίσθησαν δι’ ὡρισμένους σκοπούς· ἀλλὰ τοῦτο οὐ τοῦ παρόντος. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ 1877 ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, περιωρίσθη εἰς τὸ ν’ ἀπαγορεύσῃ τὰς ὑποτροφίας ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ μηνιαῖα βοηθήματα διὰ τοὺς ὑποτρόφους τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, τῶν Γυμνασίων καὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Ζήτημα γεννᾶται, ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἀποκλείσῃ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἀπὸ τὰς ὑποτροφίας, διότι τὰ κληροδοτήματα γενικῶς περὶ ἐκπαιδεύσεως σκοποῦσι, δὲν ὁρίζουσι δὲ τὰς διαφόρους βαθμίδας τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ διορίσῃ τοὺς ὑποτρόφους. Ὥστε τὸ Διάταγμα τοῦτο, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι περιεῖχε καὶ νομοθετικὰς διατάξεις. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται συζήτησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, εἶναι, νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὸ 1877, διέθεσε τοὺς τόκους πάντων τῶν κληροδοτημάτων πρὸς ὑποτροφίας, ἄνευ μάλιστα διαγωνισμοῦ, παρὰ τὸ Διάταγμα τῆς 9)21 Φεβρουαρίου 1842 «περὶ τῶν προσόντων τῶν διοριζομένων ὑποτρόφων». Τὸ Διάταγμα τοῦτο μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἑπομένως αἱ ἐξετάσεις τῶν ζητούντων νὰ λάβωσι σύνταξιν ὑποτροφίας πρέπει νὰ κανονισθῶσι τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ φανερώνωνται ὄχι μόνον αἱ γνώσεις, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐφυΐα τῶν νέων»· ἅτινα σαφῶς δηλοῦσιν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ διορίσῃ ὑποτρόφους ἄνευ διαγωνισμοῦ. Κατ’ ἐπανάληψιν δὲ διωρίσθησαν, εἴτε ἀπὸ τῶν γενικῶν, εἴτε ἀπὸ τῶν εἰδικῶν κληροδοτημάτων, ὑπὸ διαφόρων Ὑπουργῶν ὑπότροφοι ἄνευ διαγωνισμοῦ, ἔχω δὲ πρόχειρον Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1877, δι’ οὗ ἀπεστέλλετο εἰς Παρισίους ὁ Τάκης Φαρμακόπουλος, ἵνα σπουδάσῃ ὡς ὑπότροφος ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Κρήτσκη. Διήρκεσε δὲ ἡ ὑποτροφία αὐτοῦ ἀπὸ πρώτης Σεπτεμβρίου 1877 μέχρι τοῦ 1882, μὲ μηνιαῖον μισθὸν 300 δραχμῶν, διεκοπεῖσα δὲ ἕνεκα κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ἐπανελήφθη τὸ 1884 μέχρι τοῦ 1885. Συνέβη μάλιστα καὶ τὸ παράδοξον, νὰ πληρωθῇ, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων βιβλίων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, τὸ ποσὸν τῶν 4320 δραχμῶν διὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν εἶχε διακοπῆ ἡ ὑποτροφία του. Βλέπετε ἑπομένως, ὅτι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις διώριζον ὑποτρόφους ἄνευ διαγωνισμοῦ, ἐνῷ, κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς 21 Φεβρουαρίου 1842, τὸ ἔχον ἰσχὺν νόμου, δὲν ἐπιτρέπεται ὑποτροφία ἄνευ διαγωνισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1877, καίτοι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς διὰ τοῦ Διατάγματος, τοῦ ὁποίου πρὸ μικροῦ ἐμνήσθην, ἐκανόνισε τὰ τῶν ὑποτροφιῶν ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις, Γυμνασίοις καὶ τῷ Πανεπιστημίῳ, δὲν ἐπῆλθε πλήρης τάξις καὶ ἀποκατάστασις μεταξὺ ἐσόδων καὶ δαπανῶν τῶν γενικῶν καὶ εἰδικῶν κληροδοτημάτων· δι’ ὃ κατὰ τὴν 8 Μαΐου τοῦ 1880, ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγορεύετο πᾶσα ὑποτροφία «ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων». Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνεγνώριζεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα — κατὰ τὴν ἐμὴν δὲ γνώμην, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν — νὰ διαθέσῃ τοὺς τόκους τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων ὑπὲρ ἐκπαιδευτικῶν σκοπῶν, πάντοτε συμφώνως ταῖς διαθήκαις τῶν δωρητῶν, καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρχε πρὸς τοῦτο ἀνάγκη νόμου. Ἔκτοτε εὐτυχῶς οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας ἐλησμόνησαν τὰ κληροδοτήματα, τὰ καλούμενα γενικά. Διεχειρίζοντο δὲ μόνον τὰ ἐν τῷ Διατάγματι τῆς 8 Μαΐου 1880 ὡς εἰδικὰ θεωρηθέντα, ἅτινα καὶ πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, ἤτοι τὸ τοῦ Βελλίου, τοῦ Κρήτσκη, τοῦ Σακελλαρίου, τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν Νεοφύτου ἀρχιμανδρίτου, καὶ τὸ τῆς Σοφίας Κβοστόβας. Ζητήσας δὲ νὰ κανονίσω τὰ τῶν κληροδοτημάτων, εὗρον, κατ’ ἐπίσημον πληροφορίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, «περισσεύματα ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων, ἀνερχόμενα εἰς πεντακοσίας καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν». Ἐννοεῖται ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη μὲ κατέπληξε, καὶ ὑπέθεσα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν 519,174 δραχμαὶ νὰ προέρχωνται ἐκ τόκων οἱονδήποτε κληροδοτημάτων. Ἐζήτησα ἑπομένως νὰ ἐξετασθῶσι μᾶλλον ἐπισταμένως τὰ πράγματα, ἐπιστώθη δὲ, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δραχμῶν 519,174 ποσὸν 325,562 ἀνῆκεν εἰς κεφάλαια διαφόρων κληροδοτημάτων ἐκ μετοχῶν κληρωθεισῶν καὶ μὴ ἀντικατασταθεισῶν. Ἐζήτησα, ἐννοεῖται, τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὰ κεφάλαια τῶν σχετικῶν κληροδοτημάτων. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου ἔμεινε ποσὸν 193,612 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον προήρχετο ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν καλουμένων κληροδοτημάτων, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποχρεοῦται νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως νέων συνῳδὰ ταῖς διαθήκαις. Ἐμελέτησα τὰς διαθήκας, πᾶσαι δ’ ἔχουσι, μετὰ μικρῶν παραλλαγῶν, ἐκπαιδευτικοὺς σκοπούς. Ἐὰν ἐξαιρέσητε τὸ κληροδότημα τῶν ἀδελφῶν Ζωσιμᾶ, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον ὑπὲρ ἐκπαιδεύσεως τῶν τέκνων τῶν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος πεσόντων, τὰ λοιπὰ ἔχουσι γενικὸν σκοπὸν ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἡ διαθήκη Ζωσιμᾶ ἐγένετο κατὰ τὸ 1829, ἀπέβλεπεν ἑπομένως εἰς τὰ τέκνα τῶν ἀγωνισαμένων ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας κατὰ τὸ 1821. Ἐπειδὴ δὲ τοιαῦτα σήμερον δὲν ὑπάρχουσιν, οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοί, ἀπὸ τοῦ 1877, διαθέτουσι τοὺς τόκους τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Ζωσιμᾶ ὑπὲρ ἐκπαιδεύσεως Ἑλληνοπαίδων...
§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐμελετήσατε, εἴπετε, τὰς διαθήκας· ἀλλὰ αἱ διαθῆκαι ὑπάρχουσι;
§20ΣΤΑΗΣ. Τὰ πρωτότυπα αὐτῶν ἐπυρπολήθησαν εἰς τὴν πυρκαϊὰν τοῦ οἰκείου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Σώζεται μόνον ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀειμνήστου πατρός σας κατὰ τὸ 1870, ὡς Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπίσης ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τοῦ Δ. Ν. Φανδρίδου, τμηματάρχου τοῦ Λογιστηρίου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δημοσιευθεῖσα ἐν τῷ Παραρτήματι τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 Φεβρουαρίου 1894, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρίσκονται ἀποσπάσματα τῶν διαθηκῶν.
§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, γνωρίζων, ὅτι ἐκάησαν ταῦτα. Ἀλλ’ εἶναι καλόν, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ λάβῃ ἀντίγραφα τῶν διαθηκῶν, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τοιαῦτα, εἴτε ἐκ τῶν Συμβολαιογραφείων, εἴτε ἐκ τῶν Προξενείων, ἢ τῶν Πρωτοδικείων, διότι εἶναι πολὺ λυπηρὸν νὰ ὑπάρχωσι τόσα κολοσσιαῖα κεφάλαια, χωρὶς νὰ ὑφίστανται οἱ τίτλοι.
§22ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, καὶ θὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν εἶναι πραγματοποιήσιμος. Ἐν τῷ τμήματι τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ὑπάρχουσι καὶ πρωτότυπα διαθηκῶν τινων.
§23Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Τὰ πρωτότυπα μένουσιν ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν.
§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ δημοσίας διαθήκης, δὲν εἶναι δυνατόν.
§25ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται περὶ ἰδιωτικῶν διαθηκῶν. Ὁπωσδήποτε, θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης. Ἐγὼ ἑπομένως εὗρον ὑπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ποσὸν 200,000 περίπου δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ διαθέσω ὑπὲρ ἐκπαιδευτικῶν σκοπῶν. Ἡ μέση παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἐπαγγελματικὴ κπαίδευσις εἶναι τελείως παρημελημέναι. Ἐθεώρησα δὲ ἐπιβεβλημένον μοι καθῆκον νὰ διαθέσω τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς μόρφωσιν τοῦ διδακτικοῦ ἐκείνου προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ θέσῃ τὰς βάσεις τῆς ἀναδιοργανώσεως ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς κάκιστα λειτουργούσης μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς τελείως ἐλλειπούσης βιοτεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐδημοσίευσα δὲ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως προκήρυξιν διαγωνισμοῦ, ὅπως σταλῶσι τέσσαρες διδάκτορες τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου εἰς τὸ Ἀνώτατον Ἐκπαιδευτήριον τῆς Γαλλίας (École Normale Supérieure), ἐξ ὧν οἱ δύο νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ Φιλολογικὸν τμῆμα, ὁ τρίτος εἰς τὸ Μαθηματικὸν καὶ ὁ τέταρτος εἰς τὸ Φυσικόν. Ὁ διαγωνισμὸς διεξήχθη ἐν πάσῃ δικαιοσύνῃ καὶ αὐστηρότητι ὑπὸ τῶν ἐξεταστῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πάντες καθηγηταὶ διακεκριμένοι τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ἐπέτυχον δὲ οἱ διδάκτορες τῆς Φιλολογίας Α. Ἀδαμαντίου καὶ Γ. Συρῖγος, ὁ Γ. Ρεμοῦνδος, διδάκτωρ τῶν Μαθηματικῶν, καὶ ὁ Κ. Βέης, διδάκτωρ τῶν Φυσικῶν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς κατηγορίας ταύτης ἐνόμισα, ὅτι ἀπόλυτος ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ μορφωθῇ προσωπικὸν τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἵδρυσιν ἐμπορικῶν καὶ βιοτεχνικῶν Σχολῶν. Προεκήρυξα ἑπομένως δεύτερον διαγωνισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐκαλοῦντο πάντες οἱ ἔχοντες δίπλωμα τοῦ Μαθηματικοῦ ἢ Φυσικοῦ τμήματος τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, ἵνα ὑποστῶσι διαγωνισμὸν εἰς τὰ μαθήματα, ἅτινα ἐδιδάχθησαν ἐν ταῖς Σχολαῖς αὐτῶν. Ὁ διαγωνισμὸς διεξήχθη ὑπὸ ἁρμοδίων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἐν αὐστηρότητι, νομιμότητι καὶ δικαιοσύνῃ, ἄνευ οὐδενὸς παραπόνου. Ἐπέτυχον δὲ ἕξ, οἱ ἑξῆς: Ὁ Γ. Ραζῆς, διδάκτωρ τῶν Φυσικῶν, ὅπως ἀποσταλῇ εἰς τὸ Neuchâtel τῆς Ἐλβετίας πρὸς ἐκμάθησιν τῶν ἐμπορικῶν· ὁ Ἐπ. Παπαστρᾶτος, διδάκτωρ τῶν Φυσικῶν, εἰς Λειψίαν, ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ· ὁ Ἡρ. Παπακώστας, ἐπίσης διδάκτωρ τῶν Φυσικῶν, εἰς τὴν Βενετίαν, ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ· ὁ Γ. Γιαβάσης, διδάκτωρ ἐπίσης τῶν Φυσικῶν, εἰς Στοκχόλμην, ἵνα διδαχθῇ τὴν χειροτεχνίαν, τὴν ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις πρὸ πάντων διδασκομένην· ὁ Μ. Γεωργαντῆς, διδάκτωρ τῶν Φυσικῶν, εἰς Ἑλβετίαν, ἵνα σπουδάσῃ τὴν σιδηροτεχνίαν, καὶ ὁ Σ. Κῦρος, διδάκτωρ τῶν Μαθηματικῶν, εἰς Γερμανίαν, ἵνα σπουδάσῃ τὴν βιοτεχνίαν. Οἱ ἀποσταλέντες — λέγω δὲ οἱ ἀποσταλέντες, διότι συνήφθησαν τὰ συμβόλαια, καὶ ἀνεχώρησαν διὰ τὴν Ἑσπερίαν, — ἐπέτυχον μετὰ διαγωνισμὸν δημοσίᾳ, διότι ἐφρόνουν, ὅτι μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τῆς 9/21 Φεβρουαρίου 1842 ἐπιτρέπεται ὁ διορισμὸς ὑποτρόφων ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων...
§26Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀποσταλέντες εἶναι αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε;
§27ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ἐστάλησαν ἕτεροι δύο, ἀριστοῦχοι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, κατόπιν δημοσίου διαγωνισμοῦ, εἰς Γερμανίαν, οἱ Δ. Λάμψας καὶ Ν. Ἐξαρχόπουλος, ἵνα ἀκολουθήσωσι τὰ παιδαγωγικὰ τῆς μέσης κυρίως ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἰένῃ τῆς Γερμανίας. Ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ ἐστάλησαν οἱ τέσσαρες πρῶτοι εἰς τὸ Ἀνώτατον ἐν Παρισίοις Διδασκαλεῖον (École Normale Supérieure).
§28Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτοὶ θὰ ἦναι ἀκροαταί;
§29ΣΤΑΗΣ. Ἐπετύχομεν διὰ τῆς εὐμενοῦς συνδρομῆς τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσαχθῶσιν ὡς τακτικοὶ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς ταύτης. Τὰς διαπραγματεύσεις περὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὸ ἀνώτατον τοῦτο τῆς Γαλλίας ἐκπαιδευτήριον ὑποτρόφων Ἑλλήνων εἶχεν ἐπιχειρήσει ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας...
§30Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον καταλήξει ἔκτοτε αἱ συνεννοήσεις εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα.
§31ΣΤΑΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶχον λήξει αἱ συνεννοήσεις.
§32Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀπεδέχθη τοὺς ὅρους ἡμῶν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἔκτοτε δ’ ἐκηρύχθη διαγωνισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς θέτετε. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν δύνανται νὰ διατεθῶσι τὰ γενικὰ κληροδοτήματα πρὸς τοῦτο, δὲν προέβην εἰς τὸν διαγωνισμόν.
§33ΣΤΑΗΣ. Εἶναι πιθανόν· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν...
§34Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εὕρητε μάλιστα καὶ ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ εὐχαριστήριον πρὸς τὸν μεσολαβήσαντα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις κύριον Ὠμόλ.
§35ΣΤΑΗΣ. Ὄχι μόνον εὐχαριστήριον ἀπάντησιν δὲν εὗρον, ἀλλ’ οὐδὲν σχετικὸν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐξωδίκως ἔλαβον τὰς πληροφορίας, περὶ ὧν ἐποιησάμην λόγον.
§36Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἦναι οἰκότροφοι, θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις.
§37Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γείνωσι δεκτοὶ ὑφ’ οὓς ὅρους οἱ Γάλλοι ὑπήκοοι.
§38ΣΤΑΗΣ. Θὰ γείνωσιν ἐσωτερικοὶ μαθηταί, ἐπειδὴ τὸ ἀνώτατον τοῦτο ἐκπαιδευτήριον δὲν δέχεται ἢ ἐσωτερικοὺς μαθητὰς, καὶ οἱ ἡμέτεροι ὡς τοιοῦτοι θὰ εἰσέλθωσι.
§39Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκεῖ δὲν δέχονται ἢ μετὰ διαγωνισμόν.
§40ΣΤΑΗΣ. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐποιήσατο ἐξαίρεσιν, χάριν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἄλλως τε οἱ ἡμέτεροι ὑπότροφοι εἶναι διδάκτορες τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, ἐνῷ ἐκεῖ εἰσέρχονται κατόπιν διαγωνισμοῦ οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦτο ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, εὐμενῶς φερομένη, ἀπεδέχθη αὐτοὺς ἄνευ διαγωνισμοῦ. Ἡ Ἑλληνικὴ δὲ Κυβέρνησις ἐξέφρασεν ἤδη τὰς εὐχαριστίας της.
§41Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτοὶ ἴσως ἀγνοοῦσι τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν.
§42ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, διότι ἐγένετο διαγωνισμὸς καὶ ἐν τοῖς Γαλλικοῖς, οἱ δὲ καθηγηταὶ ἐβεβαίωσαν, ὅτι οἱ περὶ ὧν πρόκειται ὑπότροφοι ἔχουσιν ἐπαρκεῖς γνώσεις τῆς Γαλλικῆς γλώσσης, ἵνα ἀκολουθήσωσι τὰ μαθήματα.
§43Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο ἐγένετο, ὅπως γίνεται πάντοτε.
§44ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἔχω ἐνδείξεις πρὸς παραδοχὴν τῆς γνώμης σας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν εἶναι ἀκριβές, ἐν διαστήματι ὀλίγων μηνῶν θὰ δυνηθῶσι, διδάκτορες ὄντες τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, νὰ παρακολουθήσωσι τὰ μαθήματα. Ἐπαναλαμβάνω ἐν ὀλίγοις, ὅτι, ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τῶν τόκων τῶν γενικῶν καλουμένων κληροδοτημάτων, ἠκολούθησα πᾶν ὅ,τι οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ εἶχον καθιερώσει. Ἀλλ’ ἔπραξα καί τι πλέον· δὲν ἐπέτρεψα ν’ ἀποσταλῶσιν οἱοιδήποτε, φίλοι τοῦ κόμματος, ἢ εὐνοούμενοί μου, ἀλλὰ προεκήρυξα διαγωνισμὸν δημοσίᾳ, ὡς ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν κειμένων διατάξεων. Οὕτω δὲ ἀπεστάλησαν εἰς Ἑσπερίαν οἱ ἄριστοι τῶν διδακτόρων τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, οἱ ὑποσχόμενοι πλήρη ἐπιτυχίαν τοῦ ἱεροῦ αὐτῶν σκοποῦ, ὃν ὥρισαν οἱ ἀείμνηστοι εὐεργέται τοῦ ἔθνους.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις, ἣν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διαιρεῖται εἰς δύο τμήματα· τὸ πρῶτον, ἐὰν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ συστήσῃ ὑποτροφίας ἄνευ νόμου, καὶ τὸ δεύτερον, ἐὰν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ διαθέτῃ δι’ ὑποτροφίας τοὺς τόκους τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργός, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἔκρινε καλὸν νὰ θέσῃ ὑπὸ κατηγορίαν ἐμέ. Ἐὰν ἡ ἐπερώτησίς μου εἶχε σκοπὸν νὰ θέσῃ ὑπὸ ἐξέτασιν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα, καὶ καθ’ ἣν ἐκεῖνος ὑπέχει εὐθύνην, ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ θέσῃ ὑπὸ ἐξέτασιν τὸν Ὑπουργὸν τοῦ 1877. Ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν ἁρμόζει εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν καλὴν πίστιν, οὔτε εἰς τὴν εὐπρέπειαν, διότι ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ ἀναγγείλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀπευθύνῃ αἰτίασιν, ἵνα μὴ θέτῃ ἕνα τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν εἰς ἀνικανότητα νὰ ἀποκρούσῃ τὴν αἰτίασιν, ἀφοῦ δὲν ἐγνώριζεν, ἵνα πορισθῇ τὰς πρὸς τοῦτο ἀναγκαίας πληροφορίας. Ἐγὼ εὐτυχῶς ἐνθυμοῦμαι τὰ πράγματα, καὶ θέλω ἀπαντήσει ἀμέσως. Τὰ τῶν ὑποτροφιῶν διαιροῦνται εἰς δύο χρονικὰς περιόδους· εἰς τὴν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος τοῦ 1880, ὅπερ προεκάλεσεν ὁ μακαρίτης ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ εἰς τὴν μετὰ τοῦτο περίοδον. Κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, τὴν πρὸ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1880, οἱ ὑπότροφοι διωρίζοντο τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀνεξετάστως, ἄνευ οὐδεμιᾶς βασάνου, ἀλλὰ κατὰ μόνας τὰς πεποιθήσεις τῶν Ὑπουργῶν, παρ’ ὧν προσδιωρίζοντο καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο εἰς τοὺς ὑποτρόφους. Ὅτε κατὰ τὸ 1877 ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εὗρον ἀληθῶς κεφάλαια ἐκ κληροδοτημάτων ἐλαττωθέντα, διότι εἶχον διατεθῆ οὐ μόνον οἱ τόκοι, ἀλλὰ καὶ κεφάλαια κληροδοτημάτων εἰς τὰς χορηγίας ὑποτρόφων. Ἐγνώριζον τότε, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ καταργήσω τὰς ὑποτροφίας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ ὑπότροφοι ἤθελον ἐγείρει δίκας ἐπὶ ἀποζημιώσει κατὰ τοῦ Δημοσίου, προβάλλοντες τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποκτήσει· προέβλεπον δ’ ὅτι ἤθελεν ὑποχρεωθῇ τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημίωσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο προσέφυγον, ὅπως ἀναπληρώσω τὰ ἐκ τῶν κεφαλαίων δαπανηθέντα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀρχικῶς, εἰς περιορισμὸν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ὑποτρόφους, ἐξισώσας τὰ διδόμενα ποσὰ εἰς ὑποτροφίας ἐν τοῖς σχολείοις, καὶ εἰς τὰς ὑποτροφίας ἐν τοῖς Γυμνασίοις, καὶ εἰς τὰς ὑποτροφίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἔκρινα δὲ καὶ κατ’ οὐσίαν τοῦτο δίκαιον, διότι, ἐὰν αἱ ὑποτροφίαι ἐσκόπουν νὰ παράσχωσι τὰ μέσα τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τοὺς διοριζομένους ὑποτρόφους, τὰ μέσα ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἦναι διὰ πάντας ἴσα, καὶ ἑπομένως νὰ λαμβάνῃ ἕκαστος τὸ αὐτὸ ποσὸν, καὶ οὐχὶ ἄνισον, κατὰ τὴν ἀρέσκειαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Εὐτυχῶς, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐζημιώθησαν ἐκ τούτου, οὐδεὶς ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὄντος ὑποχρέου εἰς ἀποζημίωσιν. Διώρισα δὲ καὶ ἐγὼ ἀληθῶς δύο ὑποτρόφους, ἀλλὰ τῇ προτάσει καὶ τῇ συστάσει τοῦ πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου, διότι οὗτοι εἶχον διαπρέψει εἰς τὰς φυσικοχημικὰς καὶ μαθηματικὰς ἐπιστήμας. Εἷς ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ κ. Δαμβέργης, ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὁ ἄλλος ὁ κ. Τάκης Φαρμακόπουλος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς συγγενικοὺς δεσμοὺς, οἵτινες μὲ συνδέουσι μετὰ τοῦ διορισθέντος τότε κυρίου Φαρμακοπούλου, διὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐποιησάμην χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπὲρ συγγενοῦς· εἶναι ὅμως πολὺ μικρὸς, ἵνα ἀναβλέψῃ πρός με, εἶναι μικρὸν τὸ ἀνάστημα αὐτοῦ, καὶ πρέπει νὰ θέσῃ πέδιλα, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωσι κάτωθεν πολὺ πάχος. Ἀλλ’ ἐγκατέλιπε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπρόβαλον, ἵνα καταστήσῃ προσωπικὴν τὴν συζήτησιν. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ ὑποτρόφους; Μετὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1880 δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, διότι τὸ Διάταγμα ἀναγνωρίζει, ὅτι αἱ ὑποτροφίαι πρέπει νὰ χορηγῶνται διὰ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ τὸ 1880 οὐδένα ἐνθυμοῦμαι Ὑπουργὸν, προβάντα εἰς διορισμὸν ὑποτρόφων ἄνευ νόμου. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπεθύμουν νὰ πέμψω τινὰς εἰς τὴν Εὐρώπην, ἵνα σπουδάσωσι τὴν δασολογίαν καὶ δασοκομίαν καὶ ἄλλας γνώσεις συναφεῖς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν δασῶν, ἀλλ’ ἐπρότεινα νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπερ ψηφισθὲν ἐγένετο νόμος, καὶ μόνον μετὰ τοῦτο προέβην εἰς διορισμὸν ὑποτρόφων. Ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπρότεινε νόμον, ἵνα λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ ὑποτρόφους διὰ τὰς γεωργικὰς ἐπιστήμας. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζει, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ ὑποτρόφους, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νομίζει, ὅτι αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Γνωρίζετε εἶδός τι μαλακίου, τὸ ὁποῖον, διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὰ δίκτυα τῶν ἁλιέων, θολώνει τὰ ὕδατα...
§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ σουπιά
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ἦτο, ὡς ἐὰν εἶχον ἐρωτήσει αὐτὸν περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ, ἤτοι ποῖα μαθήματα θέλουσι σπουδάσει, ἢ ἂν γνωρίζουσι Γαλλικὰ οἱ διορισθέντες ὑπότροφοι. Ἐγὼ δὲν ἀπηύθυνα παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ διαγωνισμοῦ, οὔτε ἀπέδωκα αἰτίασίν τινα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τοῦτο. Οἱ διαγωνισμοὶ δὲν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ θέματος τῶν ὑποτροφιῶν, ἀλλ’ ὁ τρόπος τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ὑποτρόφους. Πρὸ τοῦ 1880 δὲν ὑπῆρχε κανονισμός τις τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς, εἶχον δὲ τὰ περὶ τούτου ἀφεθῆ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὸ 1880 ὅμως, διὰ τοῦ ἐκδοθέντος τότε Διατάγματος, ἀνεκηρύχθη, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων. Τοῦτο τὸ πρῶτον μέρος, τοῦτο δὲ παρέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς, προκηρύσσων διαγωνισμοὺς πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων ἄνευ νόμου κανονίζοντος τὰ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς, ἀντὶ ν’ ἀπολογηθῇ διὰ τοῦτο, κατηγόρησεν ἐμοῦ, ὅτι κατὰ τὸ 1877, ὅτε προεκάλεσα Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἀπηγορεύθη νὰ διορίζωνται τοῦ λοιποῦ ὑπότροφοι εἰς τὰς δημοτικὰς σχολὰς, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ πράξω τοῦτο, ἐνῷ ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, εἶχον δικαίωμα, ἀλλ’ εἶχον καὶ τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ ἐπιβάλω εἰς ἐμαυτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ διορίζω ὑποτρόφους εἰς δημοτικὰ σχολεῖα. Ἦτο δ’ ἡ πρᾶξίς μου αὕτη λογικὴ, καὶ οἱ διάδοχοί μου δὲ, ἂν εἶχον ἐπιβάλει εἰς ἑαυτοὺς τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν, καὶ εἶχον ἐφαρμόσει τὸ αὐτὸ μέτρον, ἤθελον πράξει καλῶς. Οὐδ’ ἐκώλυε τοῦτο τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἤθελε νὰ διορίσῃ ὑποτρόφους εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ὑπολαμβάνων ὅτι εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Βασιλέα Διάταγμα, ὅπως καταργηθῇ τὸ προηγούμενον. Ἀλλὰ διατὶ ἐφρόνουν, καὶ φρονῶ ἔτι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διορίζωνται ὑπότροφοι εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα; Διότι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι κοινὴ εἰς ὅλους, ἐκ τῶν μαθημάτων δὲ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγάγῃ τις οὔτε τὰ ἔξοχα προτερήματα, οὔτε τὰς ἄλλας πνευματικὰς ἀρετὰς, αἵτινες ἐπέβαλλον τὸ καθῆκον τῆς προτιμήσεως τοῦ διορισθησομένου προσώπου. Ἐὰν δὲ τὰς ὑποτροφίας καθιστᾷ ἀναγκαίως συμφέρον τι τοῦ Κράτους, συμφέρον τι τῆς Διοικήσεως πρὸς παρασκευὴν προσώπων εἰδικῶν, ἐχόντων γνώσεις εἰδικὰς, δὲν ἤθελε βεβαίως ἐκλέξει τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀπὸ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ὑποτροφιῶν. Ἐπειδὴ δὲ καὶ περὶ κληροδοτημάτων ἐγένετο ὡσαύτως λόγος, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ συζητήσω τὰ περὶ τούτων αὔριον, διότι θέλω προσκομίσει ὅλα τὰ περὶ τούτου σχετικὰ ἔγγραφα. Φρονῶ δ’ ὅτι τὰ κληροδοτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προορίζουσι πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀφέθησαν εἰς τὸ Κράτος, τὰ κληροδοτήματα ταῦτα πρέπει νὰ ἐκτελῶνται αὐστηρῶς καὶ ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον· ὡς πρὸς δὲ τὰ κληροδοτήματα, ἐν οἷς δὲν ὁρίζεται τοιοῦτος εἰδικὸς σκοπὸς, ἢ ὁ ὁρισθεὶς ἐν αὐτοῖς ἐξέλιπεν, ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ πλέον, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ προσδιορίζωσιν τὸν σκοπὸν αὐτῶν, ὑποκαθιστῶντες τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἐγκρίνουσι. Τὸ κληροδότημα τῶν Ζωσιμαδῶν π. χ. ἀφέθη ὑπὲρ τῶν υἱῶν τῶν πεσόντων κατὰ τὸν πόλεμον· υἱοὶ πεσόντων κατὰ τὸν πόλεμον δὲν ὑπάρχουσι πλέον, ἀλλ’ ἐκ τούτου οὐδὲν πορίζεται δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην εἰς τὴν γνώμην τοῦ διαθέτου. Ἀλλὰ περὶ τούτων θέλω ὁμιλήσει αὔριον.
§48ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπιφυλάττομαι αὔριον ν’ ἀπαντήσω ἐν ἐκτάσει εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Ὀφείλω ὅμως ἀμέσως νὰ ἀναιρέσω τινὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων. Ἔχω μάλιστα ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδόλως ἐσκόπουν νὰ φέρω ἐνώπιον αὐτῆς κατηγορούμενον τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ νὰ ἀναγνώσω Βασιλικὸν Διάταγμα, ἐκδοθὲν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ κατὰ τὸ 1877, τὸ ὁποῖον διώριζεν ὑποτρόφους ἐν Παρισίοις δαπάναις τῶν εἰδικῶν κληροδοτημάτων. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲ, κακῶς τοῦτο ἐγένετο, διότι διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1842, Διατάγματος περιέχοντος διατάξεις νομοθετικὰς, ὡρίζετο, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὁ διορισμὸς ὑποτρόφων ἄνευ διαγωνισμοῦ. Μετὰ τοιαύτην ῥητὴν διάταξιν, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς εἶχε δικαίωμα νὰ διορίσῃ ὑπότροφον ἄνευ διαγωνισμοῦ, τῇ συστάσει δὲν γνωρίζω τίνος ὑφισταμένης ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀνέφερα τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὡς εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἀναφέρω, δὲν ἔχω δὲ σκοπὸν νὰ φέρω κατηγορούμενον τὸν ἀξιότιμον κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Ἐντύπωσιν ὅμως μοὶ προὐξένησεν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ συγκρίνῃ τὸ ἐμὸν ἁμάρτημα, τὸ ἀνύπαρκτον, πρὸς τὸ ἑαυτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι παμμέγιστον. Ἐὰν ἄλλος τις ἐνταῦθα ἰσχυρίζετο τοιαῦτά τινα, σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποδοκιμάσει αὐτόν. Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 8 Μαΐου 1880 δὲν εἶναι Διάταγμα νομοθετικόν, ἢ νομοτελεστικόν, ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδιδόμενον. Εἶναι Διάταγμα ἀναγόμενον εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ δυνάμενον ἑπομένως ν’ ἀνακληθῇ. Ὀρθῶς ἄρα ἀνεκλήθη. Τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος ἐκείνου ἐπέβαλεν ἡ ἀνάγκη, μετὰ τὴν πάροδον τῆς ὁποίας δὲν εἶχε σκοπὸν ὑπάρξεως. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν δὲν ὑπῆρχον τόκοι διαθέσιμοι, εἰς οὐδένα Ὑπουργὸν ἐπετρέπετο ἡ χρῆσις τῶν κληροδοτημάτων. Εὐθὺς ὅμως ὡς τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων ἀποκατεστάθησαν, ἀποδοθέντος εἰς αὐτὰ ποσοῦ 325,000 δραχμῶν, ἐπεβάλλετο, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἡ χρῆσις τῶν ἐκ τῶν κληροδοτημάτων τούτων τόκων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν διαθηκῶν. Ἄξιον δὲ παρατηρήσεως εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος φρονεῖ, ὅτι οὐδὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσω τὸ Διάταγμα τῆς 8 Μαΐου 1880, συγχρόνως ἰσχυρίζεται, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ἀνακαλέσω τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀπαγορεύσει τὰς ὑποτροφίας εἰς μαθητὰς δημοτικῶν σχολείων!
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1880 γενικὸν εἶναι, ἢ εἰδικόν;
§50ΣΤΑΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς τὸ δώσω, ἵνα λύσητε τὴν ἀπορίαν σας.
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ γνωρίζω· ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἀπαντήσητε.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἀνεκάλεσε διὰ Διατάγματος.
§53ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἀνεκάλεσα διὰ Διατάγματος, ὡς εἶχον δικαίωμα.
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πῶς ἔχει τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ ἀνεκαλέσατε τὸ προηγούμενον;
§55ΣΤΑΗΣ. Τὸ Διάταγμα τῆς 8 Μαΐου 1880 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 1. Ἀπὸ τῆς 31 Ἰουλίου ἐ. ἔ. μέχρις οὗ νομοθετικῶς κανονισθῶσι τὰ περὶ προορισμοῦ καὶ διαχειρίσεως τῶν δι’ ὑποτροφίας ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ ὑπαγομένων κληροδοτημάτων, παύουσιν αἱ ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων χορηγούμεναι ὑποτροφίαι, ἐξαιρέσει τῶν συνεπείᾳ διαγωνισμοῦ χορηγηθεισῶν. Ὡς πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἄνευ προηγουμένου διαγωνισμοῦ σπουδάζοντας ὑποτρόφους, ἡ ἀνωτέρω παῦσις ἐπέρχεται ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. Εἰς αὐτοὺς χορηγοῦνται καὶ αἱ δαπάναι τῆς εἰς Ἑλλάδα ἐπανόδου. Ἄρθρον 2. Τὰ κληροδοτήματα, τὰ γνωστὰ ὑπὸ τὸ ὄνομα εἰδικὰ κληροδοτήματα, θέλουσιν ἐξακολουθεῖ δαπανώμενα ἕκαστον κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ διαθέτου κανονισθέντα. Τοιαῦτα ἰδίως θεωροῦνται τὰ τῶν ἀειμνήστων Κωνσταντίνου Βελλίου, Νικολάου Κρήτσκῃ, Σ. Σακελλαρίου, Νεοφύτου ἀρχιμανδρίτου ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Σοφίας Κβοστόβας. Δι’ εἰδικωτέρου Διατάγματος κανονισθήσονται βραδύτερον οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους χορηγοῦνται αἱ ἐκ τῶν κληροδοτημάτων τούτων ἀπορρέουσαι ὠφέλειαι καὶ αἱ ἀντιστοιχοῦσαι ὑποχρεώσεις, τηρουμένης πάντοτε τῆς εἴτε ῥητῆς, εἴτε ἐξ ἀναμφισβητήτων γεγονότων προκυπτούσης ἐκ τοῦ συνόλου τῆς διαθήκης θελήσεως τοῦ διαθέτου.» Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ν’ ἀνακαλέσῃ ἀναμφιβόλως, εὐθὺς ὡς ἤθελον ἀποκατασταθῆ τὰ κεφάλαια καὶ ὑπάρξωσι τόκοι διαθέσιμοι. Ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, πάντες οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην νὰ κανονισθῶσι νομοθετικῶς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων. Ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς οὗτος πρέπει νὰ ὁρισθῇ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν διαθηκῶν.
§56Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅταν δὲν προβλέπῃ ἡ διαθήκη τὸν σκοπόν;
§57ΣΤΑΗΣ. Πᾶσαι αἱ διαθῆκαι προβλέπουσι τὸν σκοπὸν τῆς διαθέσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε ἐκπαιδευτικός. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπαναφέρῃ τὸν λόγον, εἶμαι πρόθυμος νὰ λάβω καὶ ἐγὼ πάλιν αὐτὸν, καὶ ἀναπτύξω μίαν πρὸς μίαν τὰς διαθήκας· οὕτω δὲ καὶ πάλιν θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν τῷ δικαίῳ, καὶ ἐκεῖνος ἐν τῷ ἀδίκῳ.
§58Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§60ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§61Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Νὰ μάθῃ ὁ ἐξ Αἰγίου Βουλευτής... (θόρυβος).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, προηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργός.
§63Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Πταίει ὁ κύριος Ζαΐμης, ὁ ὁποῖος τὸν ἔφερεν Ὑπουργόν. Κανεὶς ἄλλος.
§64Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποδέχομαι ὅλας τὰς μομφὰς τοῦ κ. Πλατούτσα· τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ μὲ ἐπαινέσῃ ποτὲ (ἱλαρότης).
§65ΣΠ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος ἀξιότιμον συνάδελφον ἐγὼ δι’ ὕβρεων δὲν θὰ ἀπαντήσω, ἀλλὰ θὰ ὑπενθυμίσω πράξεις αὐτοῦ κατὰ τὴν βραχεῖαν ὑπουργίαν του, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ ἠδύναντο νὰ φέρωσιν αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου (αἴσθησις), διότι ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον διὰ πράξεων αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἶναι κολάσιμοι.
§66Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμιλῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ μὴ ἀναφέρων τὰς πράξεις, εἶναι συκοφάντης.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὴ διακόπτετε.
§68ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, πᾶν ὅ,τι ἔπραξα κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐμῆς ὑπουργίας ἐστηρίζετο πάντοτε ἐπὶ τῶν νόμων καὶ ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία χορηγεῖ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἀγνοῶ, ἐὰν ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ὅτε, ἴσως παραπλανώμενος, μετέφερε τὸ Διδασκαλεῖον Ἀθηνῶν ἀπὸ τοῦ καταστήματος, εἰς ὃ ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἐλειτούργει, εἰς οἰκίαν, ἡ ὁποία μόνον ὡς ὀρνιθὼν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ.
§69Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§70ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐξετάσω τὰ ἐκπαιδευτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος διεπραγματεύθη, διότι ὑπέθεσεν ἑαυτὸν ὑποχρεωμένον νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἅτε διατελέσας ἐπὶ μίαν διμηνίαν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι ἄλλως τε γνωστὸν, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀξίωσιν ἀναμορφωτοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἢ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐγὼ, ὀλίγα τινὰ ἐκ πείρας γνωρίζων, διετύπωσα ἐν νομοσχεδίοις. Κατὰ παράδοξον ὅμως συγκυρίαν, ὑποστηρικτὴς μᾶλλον ἔνθερμος τῶν ἐμῶν νομοσχεδίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄλλος, ἐκτὸς τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος κυρίου Βουλευτοῦ· διότι ὁ κ. συνάδελφος εἶπε καὶ ἀνέπτυξεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην μορφώσεως διδακτικοῦ προσωπικοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· περὶ αὐτοῦ δὲ προβλέπουσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Θὰ λυπηθῶ δὲ, ἐὰν ἡ Βουλὴ, ἐλλείψει χρόνου, δὲν συζητήσῃ αὐτά.
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ἐγκαταλελειμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§72ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ, ἐγκαταλελειμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μεταβάλῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀναμφιβόλως, κύριε Πρόεδρε, τὰ δύο ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑποβληθέντων παρ’ ἐμοῦ, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Διδασκαλείου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ περὶ σχολείου αὐτῆς εἶναι ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ τεθῇ ἡ πρώτη βάσις τῆς ἀναμορφώσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀφοῦ ἐξύμνησε τοὺς λαβόντας φροντίδα ὑπὲρ βελτιώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, λησμονήσας πάντα ταῦτα, ἐτράπη εἰς κατηγορητήριον καὶ εἰς ἄλλα θέματα, ἀνάξια τῆς περιωπῆς αὐτοῦ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ νὰ κατατεθῶσιν ἐπισήμως αἱ διαταγαὶ, ἵνα τότε ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως, ὡς ἔπραξε κατ’ ἐπανάληψιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἐξ ἐνέδρας ἦλθε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ μαθητοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πράγματι καθ’ ὁδὸν μοὶ ἔκαμε ποτὲ λόγον, περὶ μαθητοῦ, κατὰ τοῦ πατρὸς τοῦ ὁποίου τρέφει μῖσος ἄσπονδον. Εἶναι δὲ αἶσχος...
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μὴ μεταχειρίζησθε τοιαύτας φράσεις.
§74Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν δὲν τὸν ἀνακαλεῖτε εἰς τὴν τάξιν!
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου, ὅπως καὶ δι’ ὑμᾶς.
§76ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀποφάσεις τῶν συλλόγων τῶν καθηγητῶν εἶναι ἀνέκκλητοι, οὐδὲν δὲ δικαίωμα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὴν ἀνάκλησιν αὐτῶν.
§77Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀκούομεν, κύριε Πρόεδρε, τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργός.
§78ΣΤΑΗΣ. Ὁ μεγαλείτερος ταραξίας εἶναι ὁ κ. Βουλευτής. Ἂς ἡσυχάσῃ, ἵνα ἀκούσῃ.
§79Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ διακόψητε, κύριε Βουλευτά.
§81Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ ζητήσω νὰ πράξητε κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ὅ,τι ἐπράξατε κατ’ ἐμοῦ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔπραξα. Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν ἐφήρμοσα ἐφ’ ὑμῶν τὸν Κανονισμὸν, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ σᾶς περιορίσω εἰς τὸ θέμα — διότι ἐξήλθετε τοῦ θέματος, καὶ προεκαλέσατε τὴν κατάστασιν ταύτην.
§83ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλε διαταγὴν πρὸς τὸν Σύλλογον τῶν καθηγητῶν, τὸ Ὑπουργεῖον πᾶσαν ἀναφορὰν μαθητοῦ ὑποχρεοῦται νὰ διαβιβάζῃ πρὸς τὸν οἰκεῖον γυμνασιάρχην ἢ σχολάρχην, ὁ δὲ Σύλλογος τῶν καθηγητῶν εἶναι ὁ μόνος φέρων τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐνεργείας· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν, τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ ἀνάκλησιν ἀποφάσεως Συλλόγου. Ἐὰν ὑπεβλήθη εἰς ἐμὲ τοιαύτη ἀναφορὰ, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ νὰ διαβιβάσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ νὰ διατάξω τὸν Σύλλογον τῶν καθηγητῶν, νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰ κείμενα. Ἂς ἀναμένῃ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ κατατεθῇ ἡ διαταγή, ἵνα ἴδῃ καὶ μελετήσῃ αὐτὴν, τότε δὲ νὰ συζητήσῃ. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς τὴν μακρὰν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ περὶ ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὲν θὰ συζητήσω τὰς μελέτας καὶ τοὺς θησαυρούς, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ αὐτοῦ ἀνεκάλυψε καὶ ἔφερεν εἰς Ἀθήνας, συλλέξασα ἀπὸ τὰς Ἰνδίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν ἀγνώστους ἐκπαιδευτικὰς μεθόδους. Δι’ ὄνομα Θεοῦ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλέσατε νὰ μὴ ἐπανέρχωνται πλέον τοιαῦτα θέματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ εἰς βάρος αὐτῆς ἀκούωνται περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν ὅσα ἠκούσθησαν. Ἡ πρώτη τυχοῦσα Βιβλιοθήκη δύναται νὰ χορηγήσῃ πληροφορίας περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, τῶν λειτουργουσῶν ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, χωρὶς νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ ἐκστρατεύσωμεν εἰς τὸ Τρανσβαὰλ, ἢ τὸ Ἀφγανιστὰν, ἢ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλαχοῦ, ἵνα λάβωμεν τὰς γνώσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας. Ἄλλως τε, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς δαπάναις τοῦ κληροδοτήματος Δωρίδου, τοῦ ὁποίου κληροδοτήματος οἱ τόκοι εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς συντήρησιν αὐτῆς. Ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τότε πρέπει ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ φῶτα, περὶ ὧν ὡμίλησεν, ἵνα συζητήσωμεν.
§84Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ λαβὸν χώραν γεγονὸς μοὶ φαίνεται τὰ μάλα συνταγματικόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρῃτήθη δὲ καὶ ἀπῆλθε τοῦ Ὑπουργείου. Διεδέχθη αὐτὸν μετά τινα διαλείμματα ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτής, οὗτος δὲ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, κατέχων τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα, πλὴν αὐτοῦ, νὰ ἀναδιφήσῃ, εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ὅτε διῴκει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, περιέπεσεν εἰς παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν Ποινικὸν νόμον ὡς ἀξιόποινοι, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶπεν, ὅτι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἔπραξεν, ἦσαν ἱκαναὶ νὰ παραπέμψωσιν αὐτὸν ἐνώπιον εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ὅταν τοιαῦτα λέγῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἕκαστος συνάγει, ὅτι, ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ προκατόχου του κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, ἐπληροφορήθη ἐκ τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι μέλος κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργείου, τὸ κοινοβουλευτικὸν δὲ Ὑπουργεῖον εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ προσέτι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἰσηγεῖται τὰ τῆς πλειονοψηφίας, τυγχάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· ἑπομένως οἱ λόγοι του δὲν εἶναι λόγοι ἁπλοῦ Βουλευτοῦ. Ἂν τις ἄλλος ἀπηύθυνε πρὸς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τοιαύτην αἰτίασιν, βεβαίως ἡ αἰτίασις δὲν ἤθελεν ἔχει σημασίαν· ἀλλ’ ὅταν Ὑπουργὸς ἀπευθύνῃ τοιαύτην αἰτίασιν, πράττει πρᾶξιν σπουδαιοτάτην, τῆς ὁποίας συνέπεια εἶναι, ἢ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἀναιρούσας τὴν αἰτίασιν, ἣν ἀπηύθυνεν, ἢ νὰ συνενοηθῇ μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ εἰσαγάγῃ πρότασιν περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Αἱ πλειονοψηφίαι διαχειρίζονται τὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς· εἰς οὐδένα δ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ποιῆται κατάχρησιν τῆς δυνάμεως τῆς πλειονοψηφίας, καὶ νὰ ἀπειλῇ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ὅτι θέλει προτείνει τὴν παραπομπήν των εἰς δίκην. Ἐὰν λέγῃ, ὅτι ταῦτα ἔπραξαν πράξεις ἀξίας ποινικῆς καταδιώξεως, ὀφείλει νὰ φέρῃ κατηγορητήριον, νὰ φέρῃ πρότασιν πρὸς σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἢ καὶ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς· ἄλλως πάντα τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἤθελον ὑπόκεινται εἰς τὰς ἀπειλὰς ἑκάστου μέλους τῆς πλειονοψηφίας, καὶ δὴ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ σοβαρόν, — δὲν εἶναι προσωπικόν, εἶναι συνταγματικόν, εἶναι κοινοβουλευτικόν, — διότι, ἐννοεῖται, οὐδεὶς στέργει ν’ ἀφήσῃ τὴν ὑπόληψιν αὑτοῦ ἐκτεθειμένην εἰς τὴν διάκρισιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Ὅταν δὲ ὁ Ὑπουργὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος περιβάλλεται μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, ἀναγνωρίζῃ, ὅτι ἐπράχθησαν πράξεις ἀξιόποινοι, καὶ δὲν κρύπτῃ τοῦτο, ἀλλὰ τὸ ἐξαγγέλλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὀφείλει νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορητήριον, ἢ ἄλλως πρέπει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἀναιρούσας ὅσα εἶπε. Διὰ τοῦτο ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν, ἢ νὰ δοθῶσι τοιαῦται ἐξηγήσεις τῆς φράσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατηγορητήριον κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ.
§86ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Φαίνεται, ὅτι ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτει καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλουν, δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος ν’ ἀκούσῃ, τί εἶπον. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι κατόπιν ἐρεύνης τῶν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου ἐγγράφων ἐπείσθην, ὅτι ὁ ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διέπραξε πράξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ φέρωσιν αὐτὸν ἐνώπιον εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ τῆς μεταφορᾶς τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν εἰς οἰκίαν ὅλως ἀκατάλληλον. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἐξετάσω καὶ τὰ ἐπίσημα κείμενα, καὶ νὰ προσαγάγω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ περίπτωσις παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον, ἔστω βέβαιος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι δὲν θὰ ὀκνήσῃ ἡ πλειονοψηφία νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς.
§87Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀναμένω.
§88ΣΤΑΗΣ. Θὰ ἐξετάσω ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου, καὶ θὰ καταθέσω πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐὰν εὑρίσκωνται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶσθε ὑπόχρεως νὰ τὰ φέρητε.
§90ΣΤΑΗΣ. Οἱ ἐρεθισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ. Ἄν, ἔλεγον, ἐξαχθῇ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι διέπραξεν, ὡς Ὑπουργός, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας πρᾶξιν ζημιώσασαν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, θὰ προσαγάγω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ θὰ ζητήσω ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὑπέδειξεν· ἂν ὅμως τοὐναντίον πεισθῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν καὶ γραφὲν δημοσίᾳ, θὰ σπεύσω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές.
§91Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ εἴπητε τότε.
§92Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§93ΣΤΑΗΣ. Εἶναι βεβαιωμένον τὸ γεγονός, ὅτι τὸ Δημόσιον ὑπέστη ζημίαν ἐκ τῆς τοιαύτης μεταφορᾶς τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν. Θὰ ἐξετασθῇ μόνον, ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη, ἡ ζημιώσασα τὸ Δημόσιον, ἐπιφέρῃ καὶ ποινικὴν εὐθύνην.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον μετὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπέ τινα περὶ τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ἀπήγγειλε κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας. Εἶπον, ὅτι εἶπέ τινα, διότι ὅσα εἶπε δὲν ἔχουσιν ἔννοιαν. Ἀλλ’ εἴτε ἔχουσιν ἔννοιαν, εἴτε δὲν ἔχουσιν ἔννοιαν, τὸ ζήτημα εἶναι συνταγματικόν, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο προβάλλω πρὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἑπομένως, ἐν ᾗ περιπτώσει αὔριον εἴκοσι μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς δὲν προβάλωσι πρότασιν περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπὼν ταύτην τὴν στιγμὴν, νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διὰ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας τάξιν· διότι, ἂν δὲν ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις, ἂν ἡμεῖς ἀπειλώμεθα μὲ πρότασιν παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον ὑπὸ παντὸς Ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ Κοινοβούλιον· ἡμεῖς δὲ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ μένωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Διὰ τοῦτο ποιοῦμαι ἔκκλησιν ἐνώπιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν διαταραχθεῖσαν μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας τάξιν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Περρωτὴς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§96ΠΕΡ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων Ἀλαγονίας τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν. Τὰ δημοτικὰ ταῦτα σχολεῖα εὑρίσκονται ἐν κακῇ καταστάσει, ἕνεκα δὲ τῆς καταστάσεως ταύτης οἱ διδάσκαλοι μετὰ τῶν μαθητῶν ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγωσιν εἰς τοὺς ναοὺς, οἵτινες οὕτω μετεβλήθησαν εἰς διδακτήρια. Ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὸ κτίριον, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι κληροδότημα Ἀλαγονίου, ὀνόματι Δημάκη, τοῦ κληροδοτήματος δὲ τούτου τὰ εἰσοδήματα προωρίσθησαν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ δήμου Ἀλαγονίας. Διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ταύτην δὲν ἐξοδεύονται πλέον τῶν 5,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἐνῷ τὸ κτίριον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης φέρει πρόσοδον πλέον τῶν 20,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο ἡ ἀνέγερσις τῶν σχολείων τούτων βεβαίως κατὰ προτίμησιν πρέπει νὰ γείνῃ ἐν τῷ δήμῳ Ἀλαγονίας. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὁποίας καὶ δικαία εἶναι, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς αὐτόν. Ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Δημάκη συνεστήθη Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ πολλοὶ νέοι ἐξεπαιδεύθησαν καὶ ἐγένοντο χρησιμώτατοι ἔν τε τῇ κοινωνίᾳ, ὡς ἔμποροι καὶ βιομήχανοι, καὶ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὑτῶν πατρίδι. Ἐν γένει δὲ οἱ ὀρεσίβιοι οὗτοι κάτοικοι τοῦ Ταϋγέτου ἐγένοντο οἱ φιλονομώτεροι πολῖται τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν.
§97Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου βεβαίως εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω τι, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθῇ ἡ εἰς ἀποστρατείαν παραπομπὴ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀξιωματικοῦ. Ἀλλ’ ἄλλο τι προὐτιθέμην νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· δυστυχῶς ὅμως δὲν εἶναι παρών. Ὡς ἐπανειλημμένως εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, αἱ χάριτες ἀπονέμονται μόνον ἐπὶ ταῖς συστάσεσι τῶν οἰκείων Δικαστηρίων τῶν συνέδρων. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ταῦτα ὑπέβαλον συστάσεις πρὸς ἀπονομὴν χαρίτων μόνον εἰς τοὺς καταδίκους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπενεμήθη ἡ χάρις, ἢ ἂν ὑπάρχῃ σύστασις καὶ ὑπὲρ ἄλλων καταδίκων, πρὸς οὓς δὲν ἀπενεμήθη τοιαύτη· διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ σύστασις ὑπὲρ πολλῶν καταδίκων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τότε ἐποιήσατο ἐκλογήν, ἐκλέξας ὅσους αὐτὸς ἤθελεν, ἵνα προκαλέσῃ ὑπὲρ αὐτῶν τὴν χάριν· ἤτοι πράττει ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθυμοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν, ἤτοι τὴν αὐθαίρετον ἐκλογὴν τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων, διότι κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ βασιλικοῦ τούτου δικαιώματος πρέπει νὰ τηρῆται πλήρης ἰσότης, ἵνα ἐξασφαλίζηται ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπονέμεται ἡ χάρις. Ἡ παράκλησίς μου αὕτη παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως παράσχῃ τὴν ζητουμένην πληροφορίαν.
§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος. Κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, ἡ Ναξία σμύρις διατίθεται διὰ τῆς ἐλευθέρας προσχωρήσεως παντὸς αἰτοῦντος νὰ ἀγοράσῃ. Τελευταῖον ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν προτάσεις, ὅπως ἐπὶ πέντε ἔτη παραχωρήσῃ τὴν σμύριδα ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν συμφέροντες. Τὸ ποσὸν τὸ μέχρι τοῦδε διατεθὲν μόνον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὑπερέβη τοὺς 6,000 τόννους, κατὰ τὰ προηγούμενα ὅμως ἔτη ἔμενε κάτω τῶν 5,000 τόννων· ἡ δὲ τοιαύτη τοῦ ἔτους τούτου ὑπέρβασις ἐκρίθη ὡς προελθοῦσα ἀπὸ ἐκτάκτους τινὰς βιομηχανικὰς ἀνάγκας ἐν Ἀμερικῇ. Ἡ προσφορὰ φαίνεται προερχομένη ἀπὸ συνδικάτον ἐξ Ἀμερικῆς, ὑπὸ τοῦ ὁποίου προυτάθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως αὐτὸ παραλαμβάνῃ ἐτησίως 20,000 τόννους τοὐλάχιστον, ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ, νὰ παραλαμβάνῃ δὲ αὐτὴν οὐχὶ ἐκ Σύρου, ἀλλ’ ἐκ τινος ὅρμου τῆς Νάξου, ὥστε νὰ ἀπαλλάσσηται τὸ Δημόσιον καὶ τῶν ἐξόδων τούτων τῆς μεταφορᾶς. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν ἐδήλωσεν, ὅτι διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃ τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῶν ἀποτελούντων τὸ συνδικάτον, καὶ ἐπειδὴ μετὰ εἴκοσιν ἢ τριάκοντα ἡμέρας πιθανὸν νὰ μὴ ἐργάζηται ἡ Βουλή, τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον διαγράφει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέσῃ τὴν Ναξίαν σμύριδα. Τοὺς ὅρους τούτους θέλω ἀναπτύξει, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταθέσητε καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα φωτισθῶμεν πρὶν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος;
§101ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, διότι ἡ Ναξία σμύρις ὑπάγεται εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, καὶ οὐδὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τὰ διανεμηθέντα σήμερον ἀντίτυπα νομοσχεδίων περιελήφθη καὶ νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου τοῦ 1891 περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ὑπεβλήθη· ἐπρόκειτο χθὲς νὰ τὸ ὑποβάλω, ἀλλὰ δὲν τὸ ὑπέβαλον· τὸ εἶχον στείλει εἰς τὸ Τυπογραφεῖον, ἵνα ἐκτυπωθῇ, καὶ ἡ διανομὴ αὐτοῦ γένηται ταχύτερον, κατὰ λάθος δὲ διενεμήθη. Ἐγένετο δὲ καὶ ἕτερον λάθος, ὅτι δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,—διότι καὶ αὕτη εἶναι ἀναγκαία, τοῦ νομοσχεδίου τούτου κανονίζοντος καὶ διατυπώσεις ἀναγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο. — Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταθέτω σήμερον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς δι’ ἐπερωτήσεώς του ᾐτήσατο νὰ κατατεθῇ ὑπ’ ἐμοῦ «πίναξ δεικνύων τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐξεκαθάρισεν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος τοῦ ἔτους 1898–1899, καὶ πῶς τοῦτο διετέθη». Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 161–162).
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ποσὸν τῶν 7000 τόννων Ναξίας σμύριδος βεβαίως εἶναι μεγαλείτερον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐπωλήθησαν μέχρι τοῦδε· ἀλλὰ κατὰ μίαν περίοδον χρόνου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ διώκουν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγένοντο προτάσεις πρὸς πώλησιν καὶ μεγαλειτέρων ποσῶν· ἠναγκαζόμην ὅμως νὰ περιορίσω τὴν πώλησιν, καὶ νὰ μὴ δίδω μεγάλα ποσὰ σμύριδος εἰς τὸ ἐμπόριον, ἕως ἂν γένηται δυνατὸν ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ ἀνάμιξις μετὰ τῆς Ναξίας σμύριδος τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει νῦν πληροφορίας, καὶ τίνας, περὶ τῆς καταναλώσεως τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ ἂν ἐλήφθησαν μέτρα πρὸς ἀποκλεισμὸν τῆς τοιαύτης ἀναμίξεως ἐν τῷ μέλλοντι.
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας δὲν εὑρίσκονται εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκοντο πρό τινων ἐτῶν. Ἡ καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον κατανάλωσις τῆς σμύριδος ἀνήρχετο εἰς 20,000 τόννους ἐτησίως, ἐξ ὧν 15,000 τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ 5,000 τῆς Νάξου. Ἡ σμύρις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὡς ἦτο ἑπόμενον, — διότι ἦτο κατωτέρας ποιότητος — ἐπωλεῖτο εἰς κατωτέρας τιμὰς τῶν τιμῶν τῆς Ναξίας. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατεβάλλετο ὄντως ἀξιέπαινος προσπάθεια, περὶ ἧς ἐποιήσατο μνείαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅπως μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἀνάμιξις τῆς σμύριδος τῆς Νάξου μετὰ τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Εἶχε μάλιστα πρὸς τοῦτο ληφθῆ, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τὸ μέτρον, ἵνα διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων ἀποστέλλῃ εἰς τὰς ἀγορὰς, ὅπου καταναλίσκεται σμύρις, ποσόν τι ἀνάλογον Ναξίας σμύριδος, ὅπως πάντες οἱ καταναλωταὶ δύνανται ἐκ τοῦ ἀποθέματος ἐκείνου νὰ ἀγοράζωσι. Πάντα τὰ ληφθέντα μέτρα ἀπεδείχθησαν ἐν τῇ πράξει ἀνεπαρκῆ, διότι τὸ ἐμπόριον ἐπενόει πάντας τοὺς συνδυασμοὺς, οἵτινες ὑπηγορεύοντο ἐκ τοῦ συμφέροντός του, καὶ κατώρθου εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως νὰ ἀναμιγνύηται ἡ σμύρις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μὲ τὴν σμύριδα τὴν Ναξίαν. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ σμύρις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἐβελτιώθη, διότι οἱ ἐμπορευόμενοι τὴν σμύριδα ἐκείνην ἐνόησαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ βελτιώσωσι τὴν ποιότητα. Εἴτε λοιπὸν ἐκ τῆς ἐπιμελείας αὐτῶν, εἴτε ἐκ τοῦ ὅτι μετεβλήθη ἡ ποιότης τῶν ὀρυχείων, κατωρθώθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ σμύρις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας νὰ μὴ καθυστερῇ τῆς Ναξίας, καὶ νὰ πωλῆται καὶ αὕτη εἰς ἣν τιμὴν πωλεῖται ἡ Ναξία, δηλ. πρὸς 4 λίρας καί τινα σελλίνια, δηλ. πρὸς φράγκα 120.50. Τὸ ὀλιγώτερον μέρος ἐπωλεῖτο πρὸς μόνον 80 φράγκα. Ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ἐπειδὴ ὑπῆρχε περίπου ἡ αὐτὴ τιμὴ εἰς τὰ δύο εἴδη τῆς σμύριδος, καὶ ἐπειδὴ πάντοτε ὑπάρχει ὑπεροχὴ εἰς τὴν σμύριδα τὴν Ναξίαν ἐν τῇ βιομηχανίᾳ ἐν Ἀμερικῇ, ἐπροτίμησαν τὴν σμύριδα τῆς Νάξου, καίτοι εἶχε συνομολογηθῆ σύμβασις μετ’ ἐμπόρων ἐμπορευομένων τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, νὰ παραλαμβάνωσι κατ’ ἔτος 8,500 τόννους πρὸς 4 λίρας τὸν τόννον· οὐχ ἧττον ἕτερον συνδικάτον ἄλλης πόλεως Ἀμερικανικῆς ἐπρομηθεύθη περίπου 2,000 τόννους σμύριδος τῆς Νάξου, καὶ δι’ αὐτὸ ἀνῆλθεν ἡ κατανάλωσις εἰς 6,400 τόννους περίπου κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ οὐδεμία ὑπάρχει βεβαιότης, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν κατανάλωσιν, οὐδεμία δ’ ἐπίσης δύναται νὰ ὑπάρξῃ βεβαιότης, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ μέτρου τῆς περιστολῆς τῆς ἐξαγωγῆς, ἢ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς τιμῆς τῆς σμύριδος, νὰ κατορθώσωμεν νὰ μὴ γίνηται ἡ ἀνάμιξις, καίτοι τὸ συμφέρον τοῦ ἐμπορίου τοῦτο ὑπαγορεύει, καίτοι, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοιαύτη ἀνάμιξις δὲν ἐπῆλθε. Συνδικάτον λοιπὸν πόλεως Ἀμερικανικῆς ἄλλης παρὰ τὴν πόλιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας τὸ συνδικᾶτον συνωμολόγησε σύμβασιν διὰ 5 ἔτη διὰ τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὑπέβαλε τοὺς ὅρους, οὓς ἀνήνεγκον προηγουμένως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ πολλοῦ τὰς προτάσεις ταύτας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν, ἀνεκοίνωσε δὲ ταύτας καὶ εἴς τινα ἐκ Σμύρνης, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑποβάλει προτάσεις, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν, ἀνεκοίνωσεν ὡσαύτως καὶ εἰς τοὺς προξένους ἐν Ἀμερικῇ, ἵνα λάβωσι καὶ ἐκεῖνοι γνῶσιν, καὶ δοθῇ προσφορὰ μεγαλειτέρα, εἰ δυνατόν, ἐκείνης. Ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν ἀρκετοῦ χρόνου ἐνόμισε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως τῇ συγκαταθέσει αὐτῆς ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ τιμῇ προέλθῃ εἰς σύμβασιν, ἐξασφαλίζουσαν τὴν ἐπὶ πενταετίαν κατανάλωσιν ποσοῦ ὑπερβαίνοντος τὸ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη πωληθέν.
§105Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει φόβος, μετὰ τὸ τέλος τῆς πενταετίας νὰ εὑρεθῇ εἰς τὰς ἀγορὰς μέγα ἀπόθεμα;
§106ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον αὐτὸν τὸν φόβον δὲν ἔχομεν, διότι πωλοῦμεν εἰς τὴν τιμὴν τὴν ἀνωτέραν, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ πωληθῇ ἡ σμύρις. Δὲν ὑπάρχει φόβος, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπόθεμα, ἢ, καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἀπόθεμα, θὰ ἦναι ἐλάχιστον. Ὁ ἀντιπρόσωπος δὲ τοῦ συνδικάτου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὰς προτάσεις, φαίνεται μεμελετημένος· ὑποθέτω δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἤρχετο ἐξ Ἀμερικῆς νὰ ἀγοράσῃ τοσοῦτον ποσὸν, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ καταναλώσῃ αὐτό.
§107Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Γουναράκη, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ περιθάλψεως τῶν παθόντων ἐν μεταλλείοις, μεταλλουργείοις καὶ ἑτέροις ἐργοστασίοις» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 163).
§109Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς εἶχον σκοπὸν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς σημείου τοῦ εὐρέος θέματος, ὅπερ ἔθιξεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, διότι τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν ἐγένετο λόγος ὑπὸ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν εὑρίσκετο ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ θέμα δὲ τοῦτο, τὸ εἰδικὸν, νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τύχῃ ἀπαντήσεως εἰδικῆς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἅτε μὴ ἀναγόμενον μήτε εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ, μήτε εἰς τὰς πράξεις τὰς διεξαγομένας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς προεκάλεσε τότε τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9 τῆς διακηρύξεως, καθ’ ὃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἐπιφυλάσσεται τὸ δικαίωμα, ὅπως διευκολύνῃ τοὺς τυχὸν μὴ δυνηθησομένους νὰ μετάσχωσι τῆς πλειοδοσίας, νὰ διαθέσῃ ἢ κρατήσῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πλειοδοσίας ποσόν τι ὑπὲρ τῶν μὴ μετασχόντων, ὅπερ ὡρίζετο εἰς 4,000,000. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν, ἀντὶ δυνητικῆς, νὰ ὁρίσῃ τὸ ἄρθρον ὑποχρεωτικὴν τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐπιστήσας τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου τούτου τοῦ ἄρθρου, ἐπείσθην, ὅτι τὸ δυνητικὸν κεῖται, οὐχὶ διότι ἡ Τράπεζα δὲν θεωρεῖ ἑαυτὴν ἠθικῶς ὑπόχρεων, ὅπως κρατήσῃ ὑπὲρ τῶν μὴ μετασχόντων τῆς δημοπρασίας τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ ὅπως μείνῃ ἐλευθέρα ἀπέναντι τῶν μελλόντων νὰ μετάσχωσι τῆς δημοπρασίας, νὰ δύναται πρὸς αὐτοὺς, οἵτινες θέλουσι προσφέρει ὡρισμένην τιμὴν διὰ τὸ ὅλον, νὰ εἴπῃ: «κρατῶ 4,000,000, ὅπως διαθέσω αὐτὰ ὑπὲρ τῶν ἄλλων βιομηχάνων». Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὠφέλιμον πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν βιομηχάνων τούτων, καθόσον τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν πολλῶν ἐργοστασιαρχῶν, οἵτινες δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ μετάσχωσι τῆς δημοπρασίας. Τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν εἶναι πλείονα τῶν εἴκοσι καὶ ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ, 4,000,000 δὲ ὑπὲρ 20 ἢ 30 καταστημάτων, ὧν τινα πρώτης τάξεως, εἶναι τροφοδοσία ἀνεπαρκής. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, οὗτινος ἡ ἔγκρισις εἶναι ἀπαραίτητος, προκειμένης δημοπρασίας ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ, νὰ προνοήσῃ, ὥστε τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων νὰ θελήσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ ἐπεκτείνῃ μέχρις ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, ὅτε ἴσως θέλουσιν ἔχει οὗτοι ἐξευρημένον τὸν τρόπον, πλειοδοτοῦντες, ν’ ἀποκτήσωσι ποσὸν ἐπαρκὲς εἰς τροφοδότησιν τῶν καταστημάτων αὐτῶν.
§111Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§113ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχω τὸν λόγον. Δὲν δύνασθε νὰ μοὶ τὸν ἀφαιρέσητε.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ τὸν λάβητε, ἐὰν θέλητε νὰ παραβῆτε τὸν Κανονισμόν.
§115ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ζητῶ τὸν λόγον κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν εἴχομεν εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅτε ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω.
§116Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουσιν οἱ ἐπερωτῶντες, δὲν δύνασθε νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§117Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐὰν τὸ πυροτέχνημα, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτε τὸ πρῶτον ἐγεννήθη τὸ ζήτημα περὶ ἐκποιήσεως τοῦ παρακρατήματος, ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Γουναράκης, ἐπέτυχεν, ἐγένετο τοῦτο, διότι τὸ ἔναυσμα ὑπῆρχεν ἐν τῇ διακηρύξει, ἣν ἐξέδωκεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Ἤδη διαβεβαιοῦμεν τοὺς ἀγωνιζομένους νὰ ματαιώσωσι τὸν πλειστηριασμόν, ὅτι δὲν εἶναι πρόσφορος ὁ καιρὸς δι’ ἐπανάληψιν τοιούτων πειραμάτων, διότι δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν ἡμεῖς ταῦτα. Ἔρχονται ὁ κ. ἐκ Καρυστίας Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς καὶ λέγουσι: «διατὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια δὲν ἀναβιβάζετε εἰς 10 ἑκατομμύρια;» Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, ἐὰν ἤθελεν ἐπιτρέψει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ 4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦνται ἐν τῇ διακηρύξει, νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβον μέρος ἐν τῇ δημοπρασίᾳ, τότε εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται διὰ τῆς συμβάσεως νὰ κερδίσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, νὰ τὸ ἀπολέσῃ, καὶ νὰ μείνῃ μὲ κενὰς τὰς χεῖρας. Καὶ τότε ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; Θὰ ἔλθωσι τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐργοστασιάρχαι νὰ δώσωσι χρήματα εἰς τοὺς πενομένους σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς πρὸς καλλιέργειαν; Ἀλλὰ ἀφ’ ὅτου ἡ πρώτη διακήρυξις, κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Γουναράκη, τῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνεστάλη, ἤτοι ἀπὸ τῆς 14 παρελθόντος Δεκεμβρίου μέχρι σήμερον, τί ἔπραξαν τὰ 33 ἐργοστάσια, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας; Δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ συνεννοηθῶσι καὶ προσέλθωσιν εἰς τὸν συναγωνισμόν, προκειμένου προσεχῶς νὰ γείνῃ ἡ πλειοδοσία τοῦ παρακρατήματος;
§118ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Σᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. Καλογερόπουλος.
§119ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν ἡμεῖς, ἵνα διὰ τοῦ ἱδρῶτος τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν τροφοδοτηθῶσι τὰ ἐργοστάσια ταῦτα, ἀφοῦ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα προώρισται νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, καὶ μόνον ταύτας.
§120Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§121Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν περιμένει νὰ τῷ ὑπενθυμίσητε, ἵνα ἀπαντήσῃ. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἐγένετο συζήτησις ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἕνεκα ἀσθενείας, δὲν εὑρισκόμην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐπανέρχεται νῦν ἡ συζήτησις, ἀλλὰ δὲν ἔχω πρόχειρα τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναμαι νὰ στηριχθῶ, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, μὴ ἀπαντῶν ταύτην τὴν στιγμήν, ἐπιφυλάσσομαι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, ἴσως αὔριον, νὰ δώσω τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις.
§122Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀλλ’ αὔριον, τέλος πάντων.
§123Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὔριον. Θὰ σοῦ κάμωμεν καὶ κανὲν συμβόλαιον;
§124Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὄχι. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἀπάντησιν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Α. Καρτάλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τοῦ κατ’ ὀκᾶν καπνοῦ παρεχομένου σιγαροχάρτου». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 164). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος.
§126Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐηρεστήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ υἱοθετήσῃ ἓν νομοσχέδιον, ἀφορῶν τὸ Γυμνάσιον Μεσσήνης. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ καμμία συζήτησις. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον θ’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§128Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἀντιβασιλείας».
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ δίδετε τὸν λόγον;
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν προαίρεσιν νὰ φέρω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Βασιλέως. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὅμοιον, ἀπαράλλακτον, πρὸς πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἔτος, καὶ ψηφίζονται ὑπ’ αὐτῆς. Ὁ Βασιλεὺς ἀνεχώρησεν ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπῆλθεν, εἶναι σκοπὸς ἐκδηλῶν τὴν εὐλάβειαν τοῦ Ἡγεμόνος, τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τὴν μεγάλην γυναῖκα, τὴν καθημένην ἐπὶ περιλάμπρου θρόνου...
§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ὁ Βασιλεὺς μεταβαίνει εἰς Κέρκυραν.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πηγαίνει εἰς Ἀγγλίαν;
§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε εἶναι ἐν τῷ Κράτει;
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον σκοπὸν νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι πάντες οἱ νόμοι προβάλλουσι δύο τινά· εἴτε τὴν ἀνάθεσιν τῆς Ἀντιβασιλείας εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον, εἴτε τὴν ἀνάθεσιν δικαιωμάτων τινῶν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐπὶ τούτου ἤθελον ἐκφράσει τὴν εὐχὴν, νὰ προτιμᾶται πάντοτε ἡ Ἀντιβασιλεία ἀπὸ τῆς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀναθέσεως δικαιωμάτων τινῶν τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἐν Ἑλλάδι, δὲν ὑπάρχει ἀφορμή, ἵνα προβάλω τὴν εὐχὴν ταύτην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχει ὑποβληθῆ τροπολογία τῶν κ. κ. Λομβάρδου, Στεφάνου, Ῥώμα...
§140Κ. ΑΡ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συνεχωνεύθη εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ κείμενον;
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνεγνώσθη ἀκόμη. Παρακαλῶ. Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πέρρου...
§145Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Συνεχωνεύθη ἐν μέρει.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε παραιτεῖσθε αὐτῆς;
§147Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Μάλιστα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη.
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἀπουσιάζοντος. Θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω παρατηρήσει, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἄρθρου τούτου, δύο τινὰ, ὧν τὸ δεύτερον ἀνάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 2, ὅπως μὴ λάβω τὸν λόγον μετὰ ταῦτα. Εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀποτελουμένην ἐκ τεσσάρων προτάσεων, καὶ εὐαρέστως βλέπω, ὅτι τὰς δύο τῶν τεσσάρων ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὑτῆς...
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίας, παρακαλῶ; Διὰ νὰ γνωρίζωμεν.
§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπεδέχθη καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὑτῆς τὰς ἐν τοῖς ἄρθροις 3 καὶ 5 τροπολογίας μου αὐτολεξεί. Ὥστε αἱ τροπολογίαι κατὰ τοῦτο ἐγένοντο δεκταί. Ἀλλ’ ὑπολείπεται ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τροπολογία, δι’ ἧς προτείνεται, ὅπως μετὰ τὴν τελευταίαν λέξιν «ἀποφάσεως» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἀρχομένην ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς λήξεως τῆς ποινῆς». Διὰ τῆς προσθήκης ταύτης ζητεῖται ἀκριβῶς νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος, ἀφ’ οὗ ἄρχεται ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις· ὁρίζεται δὲ ὡς χρόνος ἐνάρξεως τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ἡ στιγμὴ τῆς λήξεως τῆς ποινῆς.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπεδέχθητε καὶ τοῦτο;
§156ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφοῦ καὶ τοῦτο ἐγένετο δεκτὸν, δὲν μοὶ μένει νὰ παρατηρήσω ἄλλο τι ἢ μόνον ἐπὶ τοῦ προτελευταίου ἄρθρου. Ὁ νόμος λέγει ἐν ἄρθρῳ 8: «Πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». Ἡ γενικὴ αὕτη διάταξις ἔχει τὴν δύναμιν νὰ καταργήσῃ τὰς διατάξεις περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ πᾶσαν ἄλλην τυχὸν ἀλλαχοῦ εὑρισκομένην. Διὰ τοῦτο προενόησα ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου ν’ ἀντικαταστήσω τὸ ἄρθρον «πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται», ζητῶν νὰ τεθῇ οὕτω: «Πᾶσα διάταξις τῶν νόμων ͵ΒΡΙΑʹ τοῦ ἔτους 1892, ͵ΒΥΙΖʹ τοῦ ἔτους 1896 καὶ ͵ΒΨΕʹ τοῦ ἔτους 1900, ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται». Διότι ἡ γενικὴ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου καταργεῖ ὁλόκληρον τὴν περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως νομοθεσίαν, τὴν κειμένην. Τὸ κακὸν ἐγένετο ἤδη ἐν ἄλλῳ νομοθετήματι φορολογικῷ, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν γνωρίζω σήμερον, ἂν εἶναι εὐχαριστημένος.
§158ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχεν ἄλλον λόγον ἐκεῖ.
§159ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅταν ἔλθωμεν ἐκεῖ, θὰ εἴπωμεν καὶ περὶ τούτου.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§161ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τούτου τὸν λόγον. Ἐνταῦθα βλέπω ἀκριβῶς, ὅτι ἐγένετο τροπολογία, σκοπὸν ἔχουσα νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, ἣν ὑπέβαλον· ἀλλὰ ὁ σκοπὸς οὕτω δὲν ἐπιτυγχάνεται, διότι ἐνταῦθα λέγεται, ὅτι ἐκτελεῖται ἡ ἄδεια πορείας «ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ποινῆς καὶ τῆς ἐξόδου τοῦ καταδικασθέντος ἐκ τῆς φυλακῆς». Ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπάρξῃ ἐκτέλεσις, καταναλίσκεται ὁ χρόνος ὁ ὡρισμένος διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν; Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, βεβαίως δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν καταναλίσκεται, ἐνῷ, ὡς εἶχεν ἡ τροπολογία, ἡ ὑπ’ ἐμοῦ προταθεῖσα, ὡρίζετο ἡ ἀφετηρία τῆς ἐνάρξεως τοῦ χρόνου τούτου, διότι ἐλέγετο, ὅτι ἄρχεται ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς λήξεως τῆς ποινῆς. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν τὴν προταθεῖσαν, καλὸν εἶναι νὰ διατυπωθῇ τὸ πρᾶγμα εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐγερθῶσι νέαι ἀμφισβητήσεις. Γνωρίζουσι δὲ πάντες ἐνταῦθα, ὅτι ἀμφισβητήσεις τῆς ἀρχῆς ἔφθασαν ἄλλοτε μέχρι τοῦ νὰ παρατείνηται ἀορίστως ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, διότι οὐδέποτε ἦτο ὡρισμένη ἡ ἔναρξις αὐτῆς.
§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, νομίζω, ὅτι δὲν ἀποβαίνει τόσον ἐνοχλητικὴ εἰς τοὺς ὑποβληθέντας εἰς αὐτὴν, ὥστε νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ τις νὰ προστατεύσῃ τοὺς ὑποβαλλομένους εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ὅταν σὺν τῇ ἐπιτηρήσει τῇ ἀστυνομικῇ συμπαρομαρτῇ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτοπίσεως ἢ τοῦ προσδιορισμοῦ ὡρισμένης διαμονῆς, τότε βεβαίως ἀποβαίνει ἐνοχλητικὴ, καὶ θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἂν ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἀφίνομεν νὰ συμβαδίζῃ ἄνευ ὅρων ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις μετὰ τῆς ἐκτοπίσεως, μετὰ δὲ τὸν καθορισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκτοπίσεως, θὰ ἤθελον ν’ ἀφήσωμεν ὅπως ἦτο καὶ πρὶν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται αὕτη ἢ ἐπὶ τῶν ἐξ ὑποτροπῆς ὑποπεσόντων εἰς τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 1. Ἐάν τις ὑποπέσῃ ἁπλῶς εἰς μίαν τῶν παραβάσεων τῶν νόμων περὶ καπνοῦ καὶ περὶ μονοπωλίων, δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύει τοσαύτην κακίαν καὶ μοχθηρίαν καὶ περιφρόνησιν τῶν νόμων, ὥστε νὰ θέλωμεν νὰ τιμωρήσωμεν τὸν παραβάτην καὶ διὰ τοῦ ἐκτοπισμοῦ, δηλ. νὰ θέλωμεν νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ μέτρα, ὅσα ὁ νόμος ὑπαγορεύει κατ’ ἀνθρώπων, οἵτινες συνήθισαν πλέον νὰ ζῶσι διὰ τῶν παραβάσεων τῶν λαθρεμπορικῶν εἴτε τῶν νόμων περὶ καπνοῦ, εἴτε τῶν ἄλλων μονοπωλίων, καὶ ὅτι πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ σπεύσῃ νὰ τὸν ἀπομονώσῃ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον ἢ ὁσάκις πρόκηται περὶ ἀνθρώπου ὑποπεσόντος τοὐλάχιστον καὶ δευτέραν φορὰν εἰς τὰς παραβάσεις ταύτας. Δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ δεχθῇ, ὅπως τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἡ περίπτωσις αὕτη, ὅτι μόνον κατὰ τῶν ἐξ ὑποτροπῆς ὑποπεσόντων εἰς τὰς παραβάσεις αὐτὰς τοῦ ἄρθρου 1 ἐφαρμόζεται τὸ μέτρον τοῦ ἐκτοπισμοῦ. Ἄν δ’ οὕτω πως ἤθελε γείνῃ δεκτὸν νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ νόμου, θὰ ἤμην διατεθειμένος, αὐστηρότερον νὰ ἐνασκῶμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἐπιτηρήσεως, δηλαδὴ οὐ μόνον ἐν τῷ δήμῳ αὐτοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ διαμένῃ — ἅπερ ἀποβαίνει ἐνίοτε ἀστεῖον, διότι καταντᾷ νὰ μὴ ἦναι ποινὴ, — ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ ἐκτείνωμεν ἔτι περισσότερον. Ἐὰν δὲν θέλωμεν ν’ ἀφήσωμεν ἀπολύτως τὸ δικαίωμα εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν νὰ προσδιορίζῃ ὡρισμένον τόπον, εἰς ὃν μόνον νὰ ἐπιτρέπηται νὰ παραμένῃ, ἂς τὸ περιορίσωμεν, ἀλλ’ ἂς ψηφίσωμεν τὸ δικαίωμα ὁλόκληρον· ἂς μὴ εἴπωμεν, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ μόνον δὲν δύναται νὰ διαμένῃ, ἐνῷ πολλάκις ὁ παρακείμενος δῆμος καὶ τὸ χωρίον, ἐν ᾧ διαμένει, εἶναι τόσον πλησίον τοῦ δήμου του, ὥστε ἀποβαίνει ἡ ἀπαγόρευσις μικρᾶς σημασίας. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν τὸν προσδιορισμόν, διότι βεβαίως δὲν παρέχει πάντοτε ἐπαρκεῖς τὰς ἐγγυήσεις, ἃς ἐπὶ ποινῶν παρέχει ἡ δικαστικὴ ἀρχή. Ὁ λόγος, ὅτι πρόκειται περὶ φόρων καὶ ζημιῶν τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι δικαιολόγησις. Ἀντὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ Νομάρχης προσδιορίζει, ποῦ πρέπει νὰ μεταβῇ ἢ μὴ μεταβῇ ὁ παραβάτης τοῦ νόμου, τιμωρούμενος, ἂς ὁρίσωμεν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι τοῦτο προσδιορίζει ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις. Διατὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν δικαστὴν μᾶλλον, ὅστις ἔλαβε γνῶσιν ὅλων τῶν γεγονότων, ὅστις ἐξετίμησεν αὐτὰ, ὅστις ἐπέβαλε τὴν ποινὴν, ἐπέβαλε τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, διατὶ νὰ μὴ δώσωμεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ, ἂν καὶ ποῦ ἐπί τινα καιρὸν πρέπει νὰ διαμένῃ, ἢ ποῦ δὲν πρέπει νὰ διαμένῃ ὁ παραβάτης; Ὁ δικαστὴς ἐγνώρισε καλλίτερον τοῦ Νομάρχου τὸν παραβάτην. Εἴτε τὸν ἕνα τρόπον ἀποκλείσωμεν, εἴτε τὸν ἄλλον, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἀσφάλεια, ὅταν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ διὰ τῆς ἀποφάσεως πρόκηται νὰ ὁρίσῃ τοῦτο, ἤτοι τοὺς τόπους, εἰς οὓς δὲν δύναται νὰ μεταβῇ, ἢ ἔνθα ὀφείλει νὰ διαμένῃ ὁ παραβάτης. Τότε ὁ Νομάρχης δύναται μόνον νὰ ἐκδίδῃ, ὡς ὁρίζει τὸ δεύτερον ἐδάφιον, τὴν ἄδειαν τῆς πορείας. Δι’ ὃ προτείνω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δέον νὰ ὁρίζῃ τὰ τῆς ἐκτοπίσεως, νὰ μὴ τὰ ὁρίζῃ δὲ ἡ μετὰ βεβαίωσιν, ὅτι ἐξ ὑποτροπῆς ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ κατεδικάσθη, καί, ἀντὶ νὰ τὸ περιορίσωμεν εἰς μόνον τὸν δῆμον, νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν εἰς μεγαλειτέραν περιφέρειαν, ἤτοι νὰ ἀφεθῇ τὸ μέτρον, ὡς σήμερον ἐφαρμόζεται, διότι φέρει μεγάλα ἀποτελέσματα. Ἂν ἦναι αὐστηρόν, κολάζεται ὅμως, διότι μετὰ ὑποτροπὴν θὰ ἐπιβάλληται ἐφεξῆς, καὶ θὰ ἐπιβάλληται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Δικαστηρίου, οὐχὶ ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Οὕτω θὰ ἔχωμεν νομοθεσίαν, ἥτις, ἐνῷ δὲν θὰ ἦναι τόσον αὐστηρὰ, ὅπως σήμερον, θὰ ἦναι ὅμως μεστὴ πρακτικῶν ἀποτελεσμάτων κατὰ τῆς λαθρεμπορίας, καὶ θὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα, δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀρνεῖται, ὅτι ἔφερε τὸ μέτρον μέχρι τοῦδε εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν λαθρεμπόρων ἐν τῷ καπνῷ καὶ τοῖς ἄλλοις μονοπωλίοις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀποδεχθῇ τὸ μέτρον, θέλω ὑποβάλει τροποποίησιν τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2, ὡς ἑξῆς: «Διαρκούσης τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαμένωσιν οἱ ἐπὶ ταῖς εἰρημέναις παραβάσεσι καθ’ ὑποτροπὴν καταδικασθέντες ἐντὸς τοῦ νομοῦ, ἐξ οὗ κατάγονται, ἢ τῆς περιφερείας τοῦ δήμου, ἐν ᾧ ἐξετελέσθη ἡ παράβασις, οὐδ’ ἐν τοῖς τόποις, οὓς ῥητῶς ὥρισεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου.» (Ἀντιρρήσεις ἐκ δεξιῶν καὶ θορυβώδεις διάλογοι).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§164ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ θορυβεῖσθε, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸν αὐτό. Δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ διαμένῃ ἐντὸς τοῦ νομοῦ, ἢ δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ διαμένῃ ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δήμου, ἔνθα ἐξετελέσθη ἡ παράβασις. Δὲν εὑρίσκω τοῦτο τοσοῦτον αὐστηρόν, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξέγερσιν Βουλευτῶν. Ἀφοῦ θὰ τὴν ὁρίζῃ ἑκάστοτε ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι βαρὺ τὸ μέτρον.
§165ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον τῆς ἐπικρατήσεως τῆς γνώμης τοῦ ν’ ἀπαγορεύηται ἡ διαμονὴ τοῦ καταδικασθέντος ἐν ᾧ τόπῳ κατεδικάσθη. Αἱ διατάξεις περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ εἶναι αὐστηραί, ἀλλὰ δὲν περιλαμβάνουσι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκτοπίζῃ. Ὁ Ποινικὸς Νόμος τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν ἐθέσπισε μόνον ὅταν ὁ καταδικασθεὶς ἦναι ἐπικίνδυνος, καὶ ὥρισε νὰ εἰδοποιῆται ἡ ἀστυνομία· ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπαγορεύσῃ τῷ ὑπὸ ἐπιτήρησιν τὴν διαμονὴν ἐν ὡρισμένῳ τόπῳ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι, καὶ ὅτε συνετάχθη ὁ Ποινικὸς Νόμος, ἀπεδίδετο μεγίστη σημασία εἰς τὸ νὰ περιορίζῃ τὴν διαμονὴν εἰς μίαν πόλιν, καὶ νὰ μὴ ἀπαγορεύῃ αὐτὴν εἰς ὅλον τὸ ἄλλο Βασίλειον, διότι τοιοῦτο σύστημα δὲν ἀπέχει πολὺ τῆς ἐξορίας. Σήμερον ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ ὁρισθῇ τόπος διαμονῆς.
§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§167ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁρισθῇ τόπος διαμονῆς ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται νὰ ὁρισθῇ τοιοῦτον. Ἐρωτῶ, ὑπὸ τίνος θὰ ὁρισθῇ; Ὁ Νομάρχης δὲν δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτην διαταγήν. Πρέπει νὰ διακρίνωμεν δύο ποινάς· τὴν τοῦ νὰ ἀποκλείηταί τις νὰ μεταβῇ εἰς ὡρισμένην τοῦ Κράτους διοικητικὴν περιφέρειαν, καὶ τὴν τοῦ νὰ ὁρίζηται εἰς τὸν καταδικασθέντα ἡ περιφέρεια, εἰς ἣν δέον νὰ διαμένῃ. Δὲν ὑπάρχει νόμος, ὅστις νὰ ὁρίζῃ τόπον διαμονῆς. Ἂν θέλητε νὰ ὁρίζῃ τὸν τόπον ὁ Νομάρχης, διατυπώσατέ το ἐν τῷ νόμῳ. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ, ποῖος εἶναι ὁ τόπος τῆς καταγωγῆς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὰς συζητήσεις αἵτινες ἐγένοντο ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ μακαρίτου Χοϊδᾶ, ὡς βουλευτοῦ Κραναίας. Εἰς αὐτὰς δύνανται οἱ θέλοντες νὰ ἴδωσιν, ὁπόσον ἐλαστικὸς εἶναι ὁ ὅρος οὗτος, ὅστις, ἀντιγραφεὶς ἐκ τοῦ Συντάγματος, θὰ γεννήσῃ πολλὰς ἀμφιβολίας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ἂν ὁ νόμος ἐννοεῖ τὸν τόπον τῆς γεννήσεως, ἢ τὸν τῆς πολιτογραφήσεως.
§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἐπεβάλλετο μόνον ἐν ὑποτροπῇ, διότι τοῦτο κυρίως ἐθεωρήθη ὀρθόν. Ἀλλ’ ἂν σήμερον θελήσητε νὰ εἰσαγάγητε τὴν ὑποτροπήν, θὰ ἔχητε αὔξησιν τοῦ λαθρεμπορίου, διότι εἶναι ἄπειρα τὰ τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται οἱ λαθρέμποροι· σήμερον μὲν διαπράττει τὸ λαθρεμπόριον ὁ ἴδιος ὁ λαθρέμπορος, αὔριον δέ, ἵνα μὴ ἐκ νέου συλληφθῇ καὶ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς ὑποτροπῆς, ὑποκαθίστησι τὸν υἱόν του, εἶτα τὸν ὑπηρέτην του, καὶ κατὰ σειρὰν εὑρίσκει ἕτερα πρόσωπα, διότι λείπει ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις. Ἄνευ λοιπὸν τῆς ἐκτοπίσεως, ἥτις ἐμπνέει φόβον εἰς τὸν λαθρέμπορον, ἡ λαθρεμπορία θὰ λάβῃ τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου σπουδαίως ἐλαττουμένας. Τὴν ἁπλῆν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν δὲν λαμβάνουσιν ὑπὸ σημείωσιν οἱ λαθρέμποροι. Μόνον ἡ ἐκτόπισις τοὺς φοβίζει. Ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν μεταβάλλει τὰ κείμενα, καθόσον καὶ μέχρι τοῦδε ὁ καταδικαζόμενος εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν ἐξετοπίζετο κατ’ ἀπόφασιν τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου, ὅστις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ τὸν τόπον τῆς διαμονῆς τοῦ ἐκτοπιζομένου. Τὸ ζήτημα ἐπίσης τῆς καταγωγῆς οὐδεμίαν ἐνέχει σπουδαιότητα, διότι θεωρεῖται ἤδη λελυμένον, πᾶσα δὲ περὶ τούτου συζήτησις παρέλκει.
§169Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀρχή, ὅτι οἱ λίαν αὐστηροὶ νόμοι συντελοῦσιν εἰς τὴν μὴ ἐφαρμογὴν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο πολλαχοῦ καὶ πολλάκις ἐρρήθη, ὅτι οἱ αὐστηρότατοι τῶν νόμων δὲν εἶναι καὶ οἱ βέλτιστοι. Γνωρίζομεν ἐκ τῆς Ἱστορίας, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ κατηγορία κατὰ τῶν νόμων τοῦ Δράκοντος, αὕτη εἶναι, ὅτι ὑπῆρξαν δυσεκτέλεστοι, ὡς ἐκ τῆς αὐστηρότητος αὐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο λέγων, δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ περιπέσωμεν καὶ εἰς τὸ ἀντίθετον σύστημα, τοῦ νομοθετεῖν νόμους ἐπιεικεστάτους. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελε νὰ ἦναι σύμφωνον πρὸς τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ ἐπιγράφηται: «Νομοσχέδιον περὶ προστασίας τῶν λαθρεμπόρων». Ἴσως φανῇ παράδοξον, ὅτι Βουλευτὴς, μὴ ἀνήκων εἰς τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα, κινδυνεύει νὰ γένηται ἀντιδημοτικὸς ἀπέναντι τῶν λαθρεμπόρων. Ἀλλ’ ἐγὼ ποτὲ δὲν ἐζήτησα τὰς ψήφους τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων. Ἐγὼ λέγω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργοῦνται τὰ συντελοῦντα εἰς αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νόμου, τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, νὰ σημειώσῃ, τί θέλει εἰσπράξει, ὅταν οὕτω μεταβληθῶσιν οἱ νόμοι περὶ λαθρεμπορίας. Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου αἱ εἰσπράξεις θέλουσι καταπέσει. Διότι ἐμπαίζομεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νομοθετοῦντες οὕτως, ἐπισείοντες δῆθεν τὸ φόβητρον τῆς ποινῆς κατὰ τῶν λαθρεμπόρων, ὅταν λέγωμεν πρὸς τὸν λαθρέμπορον: «δύνασαι νὰ ἐνεργῇς τὸ λαθρεμπόριον ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ θέλεις μετατοπίζεσθαι εἰς Πειραιᾶ, ὁπόθεν καθ’ ἑκάστην δύνασαι νὰ ἀνέρχησαι, καὶ νὰ γευματίζῃς μετὰ τῆς οἰκογενείας σου ἐν Ἀθήναις.» Τί λέγει τὸ ἄρθρον; (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 2. Διαρκούσης τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαμένωσιν οἱ ἐπὶ ταῖς εἰρημέναις παραβάσεσι καταδικασθέντες εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου τῆς καταγωγῆς καὶ τῆς κατοικίας αὐτῶν καὶ τῶν τυχὸν ἐπὶ συναυτουργίᾳ ἢ συνεργίᾳ συγκαταδικασθέντων, οὐδ’ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου, ἐν ᾧ ἐξετελέσθη ἡ παράβασις.» Λοιπὸν ἐξετελέσθη παράβασις ἐν Ἀθήναις; Αὐτὸς θέλει δηλώσει, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ κατοικήσῃ ἐν Πειραιεῖ. Ἐξετελέσθη παράβασις ἐν Μενιδίῳ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν; Ὁ λαθρέμπορος θέλει δηλώσει, ὅτι θέλει νὰ κατοικῇ ἐν Καλυβίοις τῆς Χασιᾶς τοῦ δήμου Φυλῆς, δηλ. εἰς ἀπόστασιν τριῶν τετάρτων τῆς ὥρας ἀπὸ Μενιδίου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἐπειδὴ τάχα εὑρισκόμεθα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους, νὰ προσφέρωμεν, δίκην δώρου τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, αὐτὸν τὸν μποναμᾶν εἰς τοὺς λαθρεμπόρους τοῦ Βασιλείου. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ὑποστηριχθῇ, εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῆς ποινῆς, εἶναι ἡ ἐλάττωσις τοῦ χρόνου τῆς ἐκτοπίσεως· διότι βεβαίως εἶναι ἀπελπιστικὸν καὶ ἀπάνθρωπον νὰ ἐκτοπίζηταί τις, λαθρέμπορος ἔστω, ἀλλὰ καὶ οἰκογενειάρχης, ἐκ τοῦ τόπου τῆς κατοικίας αὐτοῦ ἐπὶ δύο ἔτη εἰς μέρος ἀπώτατον. Περιορίσατε λοιπὸν τὸν χρόνον τῆς ἐκτοπίσεως ὅσον θέλετε, περιορίσατε αὐτὸν εἰς 5, εἰς 6 μῆνας. Νομίζετε, ὅτι εἶναι μικρὰ τιμωρία καὶ μικρὰ ζημία δι’ οἱονδήποτε, ν’ ἀπομακρύνητε αὐτὸν ἐκ τῆς κατοικίας αὐτοῦ ἐπὶ 5 καὶ 6 μῆνας; Περιορίσατε λοιπὸν τὸν χρόνον τῆς ἐκτοπίσεως, ἐκτείνατε ὅμως τὴν ἀπόστασιν τῆς ἐκτοπίσεως, ἐὰν δὲν θέλητε νὰ παίζητε. Ἐὰν θέλητε βεβαίως νὰ καταστρέψητε τοῦ νόμου τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα δι’ αὐτῆς τῆς χάριτος, ἣν παρέχετε εἰς ὅλους τοὺς λαθρεμπόρους τοῦ Βασιλείου, τότε νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον νὰ εἴπητε τὸ ἑξῆς: «Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν λαθρέμπορον νὰ διαμένῃ ἐν τῇ συνοικίᾳ τῆς πόλεως, ἐν ᾗ διέπραξε τὴν λαθρεμπορίαν». Καὶ τότε, ἂν διέπραξε τὴν λαθρεμπορίαν εἰς τὴν Πλάκαν, δύναται νὰ κατοικήσῃ εἰς τοῦ Ψυρρῆ! Τότε τὸ νομοθέτημα ὑμῶν ἤθελεν ἔχει τοὐλάχιστον τὴν ἀρετὴν τῆς τόλμης καὶ τῆς εἰλικρινείας. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι βεβαίως ὁ κείμενος νόμος εἶναι αὐστηρός, καὶ ὡς αὐστηρός, δυσκόλως παρὰ τῶν δικαστῶν ἐφαρμόζεται. Καταστήσατε αὐτὸν ἐπιεικέστερον, ἐλαττώσατε τὸν χρόνον τῆς ἄλλης αὐτῆς ἐξορίας, τῆς ἐκτοπίσεως. Ποτὲ ὅμως, Κύριοι, μὴ ἐλαττώσητε τὴν ἀπόστασιν τῆς ἐκτοπίσεως, διότι τότε βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιγράψητε τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν: «Νομοσχέδιον περὶ προστασίας τῆς λαθρεμπορίας».
§170ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§171Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τελευταία παρατήρησις, ἣν προέβαλεν ὁ κύριος συνάδελφος, εἶναι βεβαίως ὀρθή, ὅτι τουτέστι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ποσότης τις τοῦ λαθρεμπορεύματος, ἧς κάτω νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἐκτόπισις. Διότι ἐξαίφνης δι’ ἓν πακέτον καπνοῦ, διὰ μικράν τινα ποσότητα, βεβαίως ἀπάνθρωπον εἶναι, ὁ νομοθέτης καὶ ὁ δικαστὴς νὰ ἐπιβάλλωσι βαρυτάτην ποινήν. Ἀλλά, Κύριοι, εἰς ὅσα ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ παρετήρησεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀντιπαρατηρῶ ἐγὼ τὰ ἑξῆς. Ἐπὶ εἴκοσι καὶ ἐπέκεινα ἔτη ἐξήσκησα τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου ἐν Ἀθήναις, ἴσως δὲ πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων γνωρίζουσιν, ὅτι δὲν ἤμην ἐκ τῶν δικηγόρων ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὴν μικροτέραν πελατείαν· συνέβη δὲ καὶ δύο κακουργήματα νὰ ὑπερασπίσω ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν, συνέβη καὶ εἴκοσι πλημμελήματα νὰ ὑπερασπίσω ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν. Ἤδη δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν δικηγόρον, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ θέλω εἶπει ἀμέσως, τὸ λέγω, ἵνα προσφέρω θυμίαμα εἰς τοὺς δικαστάς· οὐδὲ εἶναι τῶν ἐμῶν ἐπιτιδευμάτων τὸ κολακεύειν. Ἐν τούτοις δύναμαι μετὰ πλείστης παρρησίας νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐκ τῶν χιλιάδων ποινικῶν δικῶν, ἃς ὑπερήσπισα, ἐκ τῶν χιλιάδων αὐτῶν κατηγορουμένων, καὶ ἐνόρκως δύναμαι νὰ βεβαιώσω, οὐδεὶς ἀθῷος κατεδικάσθη. Λέγω δὲ τοῦτο πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, ἧς ἡ ὑπόληψις πολλάκις διεσύρθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι δυνατὸν μάλιστα νὰ κατηγορήσῃ τις τὴν ἐπιείκειαν τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν ἐνίοτε, ἥτις καὶ αὕτη δὲν εἶναι ἀξία κατηγορίας τόσον εὐκόλως. Βεβαίως ὅμως δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ δικασταὶ ἡμῶν καταδικάζουσιν ἀθῴους ἀνθρώπους...
§172Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἀπροσεξίας.
§173Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι ἐξ ἀπροσεξίας κατεδικάσθη τις ὡς λαθρέμπορος, ἐκ πλάνης. Ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς ἀπονομῆς τῆς βασιλικῆς χάριτος.
§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! ἆ!
§175Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως. Ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐκ πλάνης κατεδικάσθη τις, ὑπάρχουσιν ὅλα τὰ μέσα, ὧν δυνάμει δύναται ὁ καταδικασθεὶς νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυγὴν τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ ποινῆς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπιμένω εἰς ὅ,τι εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον βεβαίως πρέπει νὰ γένηται κατ’ ἀρχὴν δεκτόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ γένηται δεκτὸν ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους: νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ βαρεῖαι ποιναί· νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐλαχίστη ποσότης, ἧς κάτω δὲν θέλει ἐπιτρέπεσθαι ἡ ἐκτόπισις. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐκτόπισιν, ἀπαγορεύοντες τὴν διαμονὴν τοῦ λαθρεμπόρου ἐντὸς τῶν δημοτικῶν μόνον περιφερειῶν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν, Κύριοι, καταστρώσητε τὸν χάρτην τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τραπέζης, θέλετε ἴδει, ὅτι αἱ περιφέρειαι τῶν δήμων εἰσὶ μικρόταται. Θέλετε ἴδει, ὅτι πολλάκις τὸ χωρίον, τὸ εἰς τὰ σύνορα τοῦ δήμου, ἀπέχει τοῦ χωρίου τοῦ ἄλλου δήμου μόνον 5 ἢ 10 λεπτὰ τῆς ὥρας. Νομίζετε, ὅτι θέλετε ἔχει ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅτι θέλετε προστατεύσει τὸν δημόσιον θησαυρὸν διὰ τοιούτου νομοσχεδίου; Πολλοῦ γε καὶ δή. Οἱ λαθρέμποροι θέλουσι διαιτᾶσθαι ἐν ταῖς οἰκίαις αὑτῶν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς εἰσαγαγόντας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅταν γένηται νόμος τοῦ Κράτους, ζητῶν τοὺς πίνακας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὧν μνείαν ἐποιησάμην ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου· οὗτοι δὲ θέλουσι καταδείξει, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον θρασεῖαν πάλιν ὕψωσε τὴν κεφαλήν.
§176ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οὐδεμία ὑπερβολὴ εἶναι ἐπιτετραμμένη, προκειμένου περὶ συζητήσεως νομοσχεδίων δικαστικῶν, πολλῷ δ’ ἧττον ὑπερβολαὶ ποιητικαί. Τῆς ἐκτοπίσεως τὸ κακὸν διὰ τὸν καταδικαζόμενον δὲν εἶναι, ὅτι διανύει ἀπόστασιν μικροτέραν ἢ μεγαλειτέραν. Εἶναι, ὅτι καταστρέφεται τὸ ἐπάγγελμά του, ἂν ἔχῃ τοιοῦτον· διότι, ὅταν πρόκηται περὶ ἀνθρώπου μὴ ἔχοντος κανὲν ἐπάγγελμα, τότε ἡ διαμονὴ εἶναι ἀδιάφορος. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσητε ἕνα χωρικόν, ὁ ὁποῖος δυνατὸν νὰ ὑπέπεσεν εἰς ἓν οἱονδήποτε ἔγκλημα, ἐὰν ἐκδιώξητε αὐτὸν ἐκ τοῦ χωρίου του, ἔστω καὶ εἰς γειτονικὸν χωρίον, ἀπέχον ὀλίγον, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀπομακρύνητε αὐτὸν τῆς καλύβης καὶ τῶν κτημάτων του, τότε καταστρέφετε αὐτόν. Ἐὰν ὑποθέσητε ἕνα ἐπαγγελματίαν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐν Ἀθήναις μόνιμον ἐγκατάστασιν, καὶ πελατείαν, καὶ κύκλον ἐργασίας, καὶ ὑποχρεώσητε αὐτὸν νὰ ἐργασθῇ εἰς τὸν Πειραιᾶ, δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ ἐργασθῇ, διότι καταστρέφετε ὅλην τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχε πρὸς βιοπορισμόν. Λοιπὸν δὲν ἔγκειται εἰς τὴν ἀπόστασιν, τὴν μείζονα ἢ ἐλάσσονα, τὸ κακόν. Ὅταν δὲ ὁ νόμος λέγῃ διαμονὴν, καὶ ὅταν ὁ νόμος, ὡς κατωτέρω, τιμωρῇ αὐστηρῶς τὴν παράβασιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, τουτέστι τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπηγορεύθη τῷ παραβάτῃ νὰ διαμένῃ, τότε ἡ ποινὴ εἶναι καὶ μεγάλη καὶ ἐπιβλαβεστάτη· διότι τὸ νὰ μένῃ εἰς τὸν Πειραιᾶ εἶναι μικρόν· ἀλλὰ τὸ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ καταδικασθῇ εἰς τριπλασίαν ποινήν, καὶ μείζονα ἔτι, ἐν περιπτώσει ὑποτροπῆς νέας, νομίζω, ὅτι ψηφίζετε ποινὰς δρακοντείους, γεννώσας μῖσος πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτοῦ, παρατηρῶ ὅτι, ἀφοῦ ἐξαιρέσωμεν τὰς καταδίκας εἰς ἀστυνομικὴν ποινὴν, ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι αὐτοὶ ἔχουσι τοιαύτας συνεπείας, ἂν περιορίσωμεν τὴν ποινὴν εἰς ἀστυνομικὴν τοιαύτην, καὶ εἴπωμεν, ὅτι εἰς αὐτὰς δὲν ἐπιβάλλεται ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, περιλαμβάνεται αὐτὴ περίπου ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν θέλει ὁ κ. συνάδελφος. Διότι, ὅταν ὑποθέσητε, ὅτι εἶναι τόσον μικρὰ ἡ πρᾶξις, τὸ Δικαστήριον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἂν ἐπιβάλῃ εἰς τὸν παραβάτην ποινὴν μὴ ἀστυνομικὴν, ἀλλ’ ἐπανορθωτικήν, θὰ τῷ ἐπιβάλῃ καὶ μίαν ἐκτόπισιν, δύναται τότε κατὰ πρώτην φορὰν νὰ τὸν τιμωρήσῃ ἐλαφρῶς δι’ ἀστυνομικῆς ποινῆς. Ταῦτα νομίζω, ὅτι δικαιολογοῦσι τὴν ἐξαίρεσιν, ἣν κάμνει τὸ νομοσχέδιον ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ. Δὲν εἶναι ἀκριβές, οὕτω γενικῶς λεγόμενον, τὸ πολλάκις ἀκουσθὲν, ὅτι «οὐδέποτε τὰ Δικαστήρια καταδικάζουσιν ἀθῷον». Ἐκ σφάλματος πολλάκις καταδικάζωσιν ἀθῴους. Ἡ χάρις δὲν δύναται νὰ ἀνορθώσῃ τὸ κακόν, μάλιστα δ’ ὅταν τὰ Ποινικὰ Δικαστήρια καταδικάζουσιν εἰς ποινὰς μικρᾶς, οἷαι εἶναι αἱ ἐπανορθωτικαὶ ποιναί· ἀλλ’ οὐδὲ εἶναι ἱκανοὶ ὅλοι νὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ Θρόνου, διὰ νὰ ζητήσωσι τὴν χάριν. Δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι εἶναι πολλαὶ καταδίκαι καὶ εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν, οὐχὶ ἐπιβεβαιωτικαὶ διαπράξεως ἀδικήματος ἀξίου ποινῆς, διότι καὶ ἐν τῷ Κακουργοδικείῳ πολλάκις κατεδικάσθησαν ἀθῷοι, καὶ ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ οὐχὶ σπανίως. Ἀληθὲς εἶναι τὸ παράδειγμα, ὅπερ εἶπέ τις, ὅτι πολλάκις τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα δημιουργοῦσι παραβάσεις τοῦ νόμου τοῦ περὶ σιγαροχάρτου, διὰ νὰ ἔχωσι τὴν ἐκ τούτου ὠφέλειαν. Μήπως τὰ λαθρεμπόρια δὲν δημιουργοῦνται πολλάκις ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα περιλαμβάνουσιν ἐν τῇ εὐθύνῃ ἀνθρώπους ἔχοντα περιουσίαν, ὥστε νὰ δύνανται ἐκ τούτων νὰ εἰσπράξωσι τὸ ἀναλογοῦν τοῖς καταγγελεῦσι; Τοῦτο εἶναι συνηθέστατον. Δὲν ἠξεύρω, πῶς οἱ ὑπάλληλοι ἐφέροντο, ὅτε ὁ κ. συνάδελφος εἰργάζετο· σήμερον ὅμως, δυστυχῶς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, καὶ πολλάκις βλέπομεν θύματα εἴτε ὀργάνων τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς, εἴτε καὶ τῆς ἀπροσεξίας τῶν Δικαστηρίων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμέν τι περισσότερον, μάλιστα δὲ διὰ τὸ περὶ ὑποτροπῆς κατωτέρω λεγόμενον.
§177ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ψηφίζωνται τοιαῦτα νομοσχέδια, πρὸ παντὸς ἐξετάζεται τὸ τελεσφόρον τῶν διατάξεων τῶν προτεινομένων. Καὶ ἂν ἐξετασθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὠφελείας, ἣν θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ψηφίζεται, βεβαίως ἡ παρατήρησις τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου ἀποδεικνύεται ὀρθή· διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, περιορισθείσης τῆς περιφερείας, δὲν θὰ ὑπάρξῃ τελεσφόρος ἡ διάταξις, ἡ σκοπὸν ἔχουσα νὰ καταστείλῃ τὴν λαθρεμπορίαν. Βεβαίως εἰς ἡμᾶς τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει δὲν ἐναπόκειται νὰ ἐπιδιώξωμεν βελτιώσεις εἰς τὸν νόμον, ὅταν μάλιστα αὗται ἔχωσι χαρακτῆρα ἐπιτάσεως τῆς αὐστηρότητος αὐτοῦ· ἀλλὰ βεβαίως ἔχομεν καθῆκον νὰ καταδείξωμεν τὰς ἐλλείψεις, καὶ πρὸ πάντων ἔχομεν καθῆκον νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, περὶ τῶν αὐτῶν θεμάτων νὰ ὑπάρχωσι πολλὰ διαφέροντα πρὸς ἄλληλα νομοθετήματα. Ἔχομεν ἤδη ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ διαφορὰν ἀπὸ τοῦ κορμοῦ, ἀπὸ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ Ποινικοῦ περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, διαφορὰν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων· διότι τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν τὴν ἐπεκτείνομεν ἐπὶ περιπτώσεων, αἵτινες εὐλόγως προκαλοῦσι τὴν ἐπιείκειαν τοῦ νομοθέτου. Ἀλλ’ ἔχομεν διαφοράν, καθιερουμένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἀπέναντι νόμου, ὃν ἐψηφίσαμεν πέρυσι, καὶ ἐψηφίσαμεν αὐτὸν μετὰ τοῦ αὐτοῦ πνεύματος ἐπιεικείας, πηγαζούσης ἐκ τῆς συνειδήσεως καὶ τῶν αἰσθημάτων τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τὰ αἰσθήματα καὶ τὴν συνείδησιν τῶν ἐπαρχιῶν. Ἂν ἠθέλομεν, παραλαμβάνοντες ἀπὸ τοῦ νομοθετήματος, ὅπερ πέρυσι περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ἐπὶ ζωοκλοπίας ἐψηφίσαμεν, παραλαμβάνοντες τὴν διάταξιν ἐκεῖθεν, νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὴν ἐνταῦθα, ἠθέλομεν εὕρει, ὅτι καὶ τελεσφορώτερα ἠθέλομεν διατάξει, ἤθελον δ’ ἐκλίπει καὶ ἐκεῖνοι οἱ δισταγμοὶ καὶ οἱ κίνδυνοι, οὓς ὑπέδειξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας πρὸ ὀλίγου, εἰπὼν, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ὁρίζηται, τί ἐστὶ καταγωγὴ, ὅπερ ἀληθῶς εἶναι οὐχὶ δύσκολον, ἀλλ’ ἀδύνατον. Τί ἐψηφίσαμεν πέρυσι, τῇ προτάσει μου, προτάσει, ἣν ἀπεδέξατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ἐγένετο νόμος, περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ἐπὶ ζωοκλοπίας; Ἐψηφίσαμεν τὰ ἑξῆς: «Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὁριζόμενοι εἰς τὸν καταδικασθέντα τόποι διατριβῆς ἐκλέγονται πάντοτε ἔξω τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ οὗτος κατοικεῖ καὶ ἐν ᾗ διεπράχθη τὸ ἀδίκημα». Διεγράψαμεν παντελῶς τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς. Ποίαν σημασίαν ἔχει ὁ τόπος τῆς καταγωγῆς; Ποῦ διεπράχθη τὸ πλημμέλημα ἢ τὸ κακούργημα; Διεπράχθη ἐν Ἀθήναις; Ἐκεῖθεν πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῇ ὁ δράστης. Τί σημαίνει ἡ ἀπομάκρυνσις ἐκ τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς αὐτοῦ, ὅτε ἡ πρᾶξις ἐγένετο ἐν Ἀθήναις; Γίνεται δωρεὰν πίεσις καὶ καταστροφὴ τῶν πολιτῶν. Κατάγομαι π. χ. ἐκ Καλαμῶν, καὶ διαπράττω πρᾶξιν ἐν Ἀθήναις· ἐκ τῶν Ἀθηνῶν πρέπει νὰ ἐκτοπισθῶ. Τί πρὸς τὰς Ἀθήνας αἱ Καλάμαι; Ἐδῶ ἔχω τοὺς συμπράκτορας, τοὺς συναιτίους· ἐντεῦθεν πρέπει νὰ ἐκτοπισθῶ· αἱ Καλάμαι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναφέρωνται. Τὰ τῆς καταγωγῆς ἄρα πρέπει νὰ διαγραφῶσιν. Ἄν δὲ διαγραφῶσι τὰ τῆς καταγωγῆς, καὶ παραδεχθῆτε, οὐχὶ ὡς ἔχει ὁ κύριος νόμος, τὴν ἐπαρχίαν, ἀλλ’ ὡς πέρυσιν ἐψηφίσαμεν τὰ κατ’ αὐτὴν ἐν τῷ νόμῳ περὶ ζωοκλοπίας, τότε ἔχετε συνδυασμένην ἐν τῷ προσήκοντι μέτρῳ τὴν αὐστηρότητα μετὰ τῆς ἐπιεικείας, καὶ ὁρίζετε τόπον διατριβῆς ἔξω τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ διεπράχθη τὸ ἀδίκημα, καὶ μακρὰν τῶν ὁρίων αὐτῆς· διότι ὁ ὅρος ἔξω τῆς ἐπαρχίας, αὐτὸς καθ’ ἑαυτόν, δὲν εἶναι εἰς τὸν σκοπὸν ἐπαρκὴς, ὅτε ἡ πρᾶξις ἐτελέσθη παρὰ τὰ σύνορα δύο ἐπαρχιῶν. Ὀρθὸν ἄρα νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ ἐκτόπισις γίνεται ἔξω τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ ἐτελέσθη ἡ πρᾶξις, καὶ ἐν τόπῳ μακρὰν τῶν ὁρίων αὐτῆς εὑρισκομένῳ. Ἄν ταῦτα οὕτως ὁρισθῶσιν, ἡ διάταξις θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα κρείττονα ἢ ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει.
§178Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω μόνον. Νομίζω, ὅτι ὁ λόγος, ἐξ οὗ ὁρμώμεθα, ἵνα μεταβάλλωμεν τοὺς νόμους, εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος. Λαμβάνομεν τὰς ἐξαιρέσεις ἐνίοτε, ὅσαι πάντοτε διεγείρουν τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν, ὁσάκις αὗται ζωηρότερον καταγγέλλονται διὰ τοῦ Τύπου, καὶ αὐτὰς λαμβάνομεν ὡς ὁδηγὸν καὶ ὡς δικαιολόγησιν, ὅπως μεταβάλωμεν τὸν νόμον. Εἶπον πρίν, ἀναγνωρίζων καὶ ἐγὼ τὴν αὐστηρότητα τῶν διατάξεων περὶ ἐκτοπισμοῦ, ὅτι τοὐλάχιστον ἔπρεπεν, ἀφοῦ τὸ Δικαστήριον βεβαιώσῃ, ὅτι καθ’ ὑποτροπὴν τιμωρεῖ τινα λαθρέμπορον, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινὴν, τὴν βεβαίως βαρεῖαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκάλυψεν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου περίστασιν, ἥτις, ὑποθέτω, εἶναι μεμονωμένη. Βεβαίως ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἵτινες ἐπαγγέλλονται τὸν λαθρέμπορον ἀντὶ χρημάτων, ἐπιβάλλοντες καὶ εἰς τοὺς ὑπηρέτας των ἢ ἄλλους νὰ διαπράττωσι τὰς πράξεις τῆς λαθρεμπορίας, νὰ φυλακίζωνται, νὰ τίθενται ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, νὰ ἐκτοπίζωνται, καὶ αὐτοὶ νὰ ἀπολαμβάνωσι τὰ πολλὰ κέρδη. Πλὴν δὲν νομίζω, ὅτι ἡ περίστασις αὕτη εἶναι τοσοῦτον γενικὴ, ὥστε νὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς νομοθέτην ὡς λόγος τροποποιήσεως τοῦ νόμου, καὶ ἀνατροπῆς διατάξεων, αἱ ὁποῖαι, ἀπὸ πολλῶν χρόνων ἰσχύουσαι, ἀπέδειξαν, ὅτι τόσον βαρύτερον πρέπει νὰ ἐπιπίπτῃ ὁ νόμος ἐναντίον τῶν λαθρεμπόρων, ὅσον περισσότερον βεβαιοῦται, ὅτι καθ’ ὑποτροπὴν ὑποπίπτουσιν εἰς τὴν λαθρεμπορίαν. Ἐννοῶ νὰ εὑρίσκῃ τις τὰς διατάξεις περὶ ἐκτοπίσεως αὐστηρὰς, προκειμένου περὶ τῶν πρώτην φορὰν λαθρεμπορευσάντων ἢ τῶν πρῶτον ἅπαξ διὰ λαθρεμπορίαν τιμωρηθέντων. Ἀλλ’ ἐπιείκεια ἢ ἰσότης τιμωρίας μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν καθ’ ὑποτροπὴν λαθρεμπόρων εἶναι ἀδικαιολόγητος. Γίνονται βεβαίως καταχρήσεις ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Εἶπον πολλάκις, ὅτι διὰ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐλπίζουν ἐκ τῶν ἀμοιβῶν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, συλλαμβάνουσιν ἐνίοτε ἀθῴους πράγματι πολίτας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι συνείδησιν τῆς παραβάσεως, παρουσιάζουσιν ὅμως τὰ ἐξωτερικὰ φαινόμενα τῆς λαθρεμπορίας, φέρουν αὐτοὺς εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ταῦτα καταδικάζουν πολλάκις πολίτας μὴ ἐνόχους ἀληθῶς. Ταῦτα γίνονται ἐνίοτε. Ἀλλὰ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὑπάρχουν ἐν Ἑλλάδι Πλημμελειοδικεῖα, ἅτινα καθ’ ἡμέραν προσαγομένους παραβάτας καὶ ἐκ τοιούτων κακοήθων συμφερόντων καὶ ἐκ τοιαύτης ἀθλιότητος τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, τοὺς τιμωροῦσι, θὰ ἦτο ὑπερβολή. Καὶ δυνάμεθα μὲν νὰ ὑποβάλλωμεν ταῦτα τὰ ἄτοπα ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ διεγείρωμεν τὴν ὀργὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ τὰ θεωρῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὡς αἰτίας, ἵνα μεταβάλωμεν τὴν νομοθεσίαν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἂς προσπαθήσωμεν μᾶλλον νὰ ἔχωμεν καλλίτερα ὄργανα διοικήσεως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει πολλὰς βελτιώσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς ποινῆς, δίκαιον θὰ ἦτο, ἄν, ἀφοῦ μάλιστα λέγεται, ὅτι γίνεται τοσαύτη κατάχρησις, ἐτίθετο ὡς ὅρος τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς αὐτῆς ἡ ὑποτροπή. Οὕτω, ἐνῷ δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον, ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησε, νὰ ἴδωμεν δηλαδὴ ὀργανιζομένας συμμορίας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν ἄλλους, ἵνα ὑφίστανται τὰς τιμωρίας, — διότι, ὅταν οἱ τοιοῦτοι ἐκτοπίζωνται, ἀραιότεροι θὰ γείνουν, καὶ δυσκολώτερον θὰ εὑρίσκωνται, — ἀφ’ ἑτέρου καθιστῶμεν τὴν ποινὴν τοῦ ἐκτοπισμοῦ εὐλογωτέραν, διότι τὴν ἐπιβάλλομεν μόνον εἰς τοὺς ὑποτροπιαστὰς λαθρεμπόρους. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαία ἔποψις τοῦ θέματος, ὅπερ συζητοῦμεν, αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πρακτική. Δι’ αὐτὸ ἐπανέλαβον τὸν λόγον μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἡ δικαιοτέρα μεταρρύθμισις, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν περὶ καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου.
§179ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὀλίγας παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω, συνεπείᾳ τῶν ἀγορεύσεων τῶν προλαλησάντων, διότι φρονῶ, ὅτι οἱ προλαλήσαντες ἐστηρίχθησαν εἰς ἐπιχειρήματα ἐπισφαλῆ, λησμονήσαντες τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ κειμένου. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι πρῶτος ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἰσήγαγεν ὡς πρόσθετον ποινὴν τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν δι’ ἁπλῆς διατάξεως, ἀνενεχθεὶς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Τὸν νόμον αὐτὸν ἀπεμιμήθησαν κατόπιν καὶ ὁ νόμος ὁ περὶ καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου καὶ ὁ νόμος περὶ μονοπωλίου· διὰ τοῦτο μέχρι τοῦδε ἡ διάταξις περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ἐφηρμόσθη ἐπὶ παραβάσεων τῶν νόμων τούτων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ Ποινικοῦ, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἐφάνη βαρεῖα, διότι νόμοι φορολογικοὶ ἐδανείσθησαν διάταξιν ποινικὴν, ἔχουσαν ὑπ’ ὄψιν διάπραξιν κακουργημάτων ἢ πλημμελημάτων, ἀλλὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον διαπραττομένων, ὥστε οἱ δρᾶσται αὐτῶν νὰ καθίστανται ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἀλλὰ τοιαύτην διάκρισιν ἰδίως ἐπὶ πλημμελημάτων, ὅπως ποιεῖται ὁ Ποινικὸς Νόμος, δὲν ἠδύναντο τὰ Δικαστήρια νὰ ἐφαρμόσουν καὶ ἐπὶ τῶν παραβατῶν τῶν φορολογικῶν νόμων, διότι, ὡς δὲν ἀγνοοῦσιν οἱ προαγορεύσαντες, αἱ παραβάσεις τῶν φορολογικῶν νόμων εἶναι παραβάσεις τυπικαί· οὔτε δολία προαίρεσις ἐξετάζεται, οὔτε σκοπός· ἀρκεῖ, ὅτι ὁ δράστης παρέβη διάταξιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου, ὥστε νὰ θεωρῆται ὑπεύθυνος τῆς πράξεως ἐκείνης, καὶ νὰ ἐπισύρῃ καθ’ ἑαυτοῦ τὰς συνεπείας τῆς παραβάσεως. Διὰ τοῦτο καὶ αἱ ποιναὶ, αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τοὺς παραβάτας τῶν φορολογικῶν νόμων, αἱ ποιναὶ αἱ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἐπιβαλλόμεναι, φαίνονται βαρεῖαι, καὶ ἐπισύρουσι τὴν ἀποτροπίασιν τῆς κοινῆς συνειδήσεως, διότι ὁ παραβάτης τοῦ φορολογικοῦ νόμου τιμωρεῖται διὰ τριπλασίας ποινῆς, ἐναντίον πάσης δικαιοσύνης, διότι τιμωρεῖται διοικητικῶς, ποινικῶς καὶ προσθέτως δι’ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως. Ὅπως δὲ σήμερον ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἐφαρμόζεται, ἔχει αὕτη τοῦτο τὸ ἀποτρόπαιον, ὅτι ὁ Ποινικὸς Νόμος, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένας περιπτώσεις, εἰδικὰς περιπτώσεις κατὰ τὴν διάπραξιν κακουργημάτων ἢ πλημμελημάτων, ὑπὸ τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας ὁρίζει, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποκλείσῃ τὸν καταδικασθέντα ἀπὸ τῆς διαμονῆς εἰς τόπους τινάς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἄρθρον ἀντεγράφη ἐκ Γαλλικοῦ κειμένου τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὁ τόπος εἶναι μετάφρασις τῆς Γαλλικῆς λέξεως localité, τὸ ὁποῖον σημαίνει ἐντοπισμόν τινα, τόπον περιωρισμένον, διότι ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, ἅπαξ ἀπαγγελθεῖσα, ἐκτελεῖται πλέον ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν. Ὁ περιορισμὸς οὗτος ἔχει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ δράστης τοῦ ἀδικήματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, διαμένων ἐν τόποις τισί, τουτέστι βεβαίως ἐν τῷ τόπῳ τῆς διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος, διότι δύναται νὰ προκαλέσῃ ἐκεῖ ἀντεκδικήσεις καὶ νέα ἀδικήματα. Ἀλλ’ ὁ λαθρέμπορος, ὁ παραβάτης τῶν περὶ καπνοῦ καὶ περὶ μονοπωλίων νόμων, κατὰ τί δύναται νὰ ἦναι ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν; Δύναται νὰ ἦναι ἐπικίνδυνος, ἂν ἦναι ἐξ ἐπαγγέλματος λαθρέμπορος, ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ διέπραξε τὸ λαθρεμπόριον, ἀλλ’ οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος λαθρέμποροι ἀντιπροσωπεύουσι μεταξὺ τῶν καταδικασθέντων ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ ἴσως τὸ ἓν πέμπτον, πάντες δὲ οἱ λοιποὶ εἶναι παραβάται ἀσυνείδητοι, ἵνα εἴπω οὕτω, τῶν φορολογικῶν νόμων, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, Κύριοι, τὰ πρωτόκολλα, τὰ συντασσόμενα ἐπὶ παραβάσει τῶν φορολογικῶν νόμων, συντάσσονται ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, ὑπ’ ὄψιν ἐχόντων τὸ κέρδος, τὸ συμφέρον, διότι θὰ διανεμηθῶσι τὴν ἐπιβληθησομένην χρηματικὴν ποινὴν εἰς τὸν λαθρέμπορον. Ἰδίως αἱ παραβάσεις τῶν νόμων περὶ μονοπωλίων τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τοῦ καπνοῦ εἶναι πολλάκις προκεκλημέναι· καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἷς τῶν προλαλησάντων κ. συναδέλφων διηγεῖτο, εἶναι συνηθέστατον, τὸ νὰ ῥίπτωσι δηλ. εἰς τοὺς παντοπώλας φυλλάδια σιγαροχάρτου, καὶ νὰ παρουσιάζηται κατόπιν ὁ ἀστυφύλαξ, νὰ ζητῇ νὰ κάμῃ τσιγάρο, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸν παντοπώλην δῆθεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ κατάστασις· εἶναι καὶ ἡ κακὴ ἔννοια, τὴν ὁποίαν τὰ Δικαστήρια ἀποδίδουν, σχετικῶς πρὸς τὰ λαθρεμπόρια, εἰς τὸν ὅρον τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ συντάσσονται πρωτόκολλα, συλλαμβανομένων τῶν δῆθεν παραβατῶν, διότι κατέχουσιν εἰς τὰ ἐργαστήρια αὐτῶν ἢ τὰς οἰκίας ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ μὴ διῆλθον διὰ τοῦ Τελωνείου, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα πλέον διέλαθον τὴν προσοχὴν τῆς ἀρχῆς, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν κατανάλωσιν, καὶ ἐν τούτοις οἱ κάτοχοι κατηγοροῦνται ὡς λαθρέμποροι. Ὑπάρχουσι πλεῖστα παραδείγματα. Ἐγὼ δὲ ἐν τῇ πρακτικῇ, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀδιακόπως κατεξανιστάμην ἐναντίον αὐτῆς τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ τελωνοφύλακες, τοῦ νὰ συλλαμβάνωσιν ἐντὸς τῶν καταστημάτων ζακχάρεις καὶ καφέδες, ὡς δῆθεν ἐκ λαθρεμπορίας προερχομένους, καὶ οἱ κάτοχοι τούτων πολλάκις κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὰ Δικαστήρια. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως πολλάκις ἐξήγειρε τὴν κοινὴν συνείδησιν· διὰ τοῦτο καὶ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον περιορίζει μὲν τὰς περιπτώσεις τῆς ἐφαρμογῆς, ἀφαιροῦν τὰ πταίσματα, περιορίζει δὲ καὶ τὴν κλίμακα τῆς διαρκείας τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκτοπίζωνται οἱ καταδικαζόμενοι, δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Δραγούμην, ὑποστηρίζοντα, ὅτι δύναται ἐδῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ψηφισθὲν ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ ζωοκλοπῆς, διότι ἄλλαι αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι τῆς ζωοκλοπῆς· ἡ ζωοκλοπὴ ἐνασκεῖται ἐν ὅλῃ τῇ περιφερείᾳ τῆς ἐπαρχίας, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη ὁ ζωοκλέπτης νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξασκεῖ τὴν ζωοκλοπήν. Ὅλοι δὲ γινώσκομεν, ὅτι ἡ ζωοκλοπὴ εἰς ἐπαρχίας τινὰς εἶναι ὠργανωμένη, καὶ ἐνασκεῖται εἰς μεγάλας περιφερείας. Ἀλλὰ διαφέρει, προκειμένου περὶ λαθρεμπορίου. Καὶ πρὶν εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις διὰ Διατάγματος ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ τὰς ἐπαρχίας τῆς καταγωγῆς καὶ τῆς διαπράξεως, ἀπὸ τὰς ὁποίας νὰ ἐκτοπίζῃ τοὺς λαθρεμπόρους. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια τῆς ἐπαρχίας ποία εἶναι; Ὡς διοικητικὴ περιφέρεια δὲν ὑπάρχει πλέον· μόνον ὡς ἐκλογικὴ περιφέρεια ὑφίσταται, καὶ δὲν ὑπάρχουν ὡρισμένα τὰ ὅρια τῆς ἐπαρχίας. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι πάρα πολὺ μεγάλη ἡ περιφέρεια τῆς ἐπαρχίας, καὶ ἀρκεῖ ἡ ἔκτασις τοῦ δήμου τῆς καταγωγῆς.
§180Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὰς γενομένας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν μικράν τινα τοῦ ἄρθρου τροποποίησιν, ἤτοι τὴν διαγραφὴν τῆς λέξεως «καταγωγῆς», διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὰς ἀμφισβητήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται συνήθως, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὸ ὑπάρχον κείμενον τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὴν κατοικίαν καὶ ὡς πρὸ τὸν τόπον τῆς ἐκτελέσεως· νὰ προσθέσωμεν δὲ καὶ τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁμόρου νομοῦ. Ἤτοι: «Διαρκούσης τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς καταδικασθέντας νὰ διαμένωσιν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ νομοῦ, ἐν ᾧ ἐξετελέσθη ἡ παράβασις, καὶ ἐν τῷ ὁμόρῳ αὐτοῦ.»
§181ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅμοροι εἶναι πολλοί.
§182Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ὅρος τοῦ «ὁμόρου» νομοῦ ἔχει μεγάλην ἔκτασιν, καὶ εἶναι πολὺ αὐστηρὰ ἡ διάταξις διὰ τὰς μικρὰς νήσους.
§183ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ διάταξις εἶχε λόγον τινὰ, νὰ ἀπαγορεύσῃ εἴς τινα νὰ ἀσκῇ τὸ ἐπιτήδευμα, προκειμένου μάλιστα περὶ κλοπῆς· ἀλλὰ προκειμένου περὶ λαθρεμπορίας, ἡ ποινὴ, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τὸν καταδικασθέντα, εἶναι ἡ ζημία αὐτὴ τῆς ἐκτοπίσεως ἀπὸ τῆς ἕδρας τῶν ἐργασιῶν του, τῶν κτημάτων τῆς οἰκογενείας του. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὡς ποινὴ ἡ ἐκτόπισις πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ πέραν τοῦ δήμου τοῦ καταδικαζομένου.
§184Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§185Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δύο κατοικίας, μίαν τὸν χειμῶνα καὶ μίαν τὸ καλοκαῖρι. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἀναγραφῇ ἀορίστως, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς καταδικασθέντας νὰ διαμένωσιν ἐν τῷ δήμῳ τῆς κατοικίας αὐτῶν, θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν ἡ Διοίκησις ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος.
§186Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θεωρῶ καλλίτερον νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει.
§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς μείνῃ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§188Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γείνῃ μόνον τροποποίησις τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2, ὡς ἑξῆς: «Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν διατελοῦντα νὰ ἐκλέξῃ τόπον διαμονῆς ὅπου δὲν ἑδρεύει ἀστυνομικὴ ἀρχή.»
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§190ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ λάβωμεν, παρακαλῶ, τοὺς ὅρους τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ὡς τοὺς ἔχει ὁ κοινὸς Ποινικὸς Νόμος, ὅτι δηλ. δι’ ἑκάστην μετάβασιν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον ἀπαιτεῖται δήλωσις εἰς τὴν ἀστυνομίαν κλπ.;
§191ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως. Ἡ διάταξις εἶναι ἀντιγραφὴ τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§192ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐννοεῖτε λοιπὸν παράβασιν, καὶ ἂν δὲν ἐμφανισθῇ μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἀστυνομίαν ὁ ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν διατελῶν;
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§194ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι πάρα πολύ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ἄνευ ἀντιρρήσεως)
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§196Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χρῄζει συμπληρώσεως τὸ ἄρθρον, διότι ἔχει παραλειφθῆ ἡ μνεία τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4, καὶ ἐσημειώθη μόνον τὸ ἄρθρον 2. Δεύτερον πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ἐπὶ παραβάσει τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως. Νὰ διατυπωθῇ λοιπὸν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐφαρμόζονται εἴς τε τοὺς νῦν διατελοῦντας ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν καὶ εἰς τοὺς καταδικασθέντας ἐπὶ παραβάσει αὐτῆς. Αἱ δὲ τῶν ἀνωτέρω ἄρθρων 2, 3 καὶ 4 διατάξεις ἰσχύουσιν, ὡς πρὸς αὐτοὺς, διὰ τὸ ὑπολειπόμενον διάστημα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὁριζομένου ἐλαχίστου ὁρίου τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως.»
§197Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς τροποποιηθὲν ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Βοκοτοπούλου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λεβαδείας κ. Λάππα, καθ’ ἣν προστίθεται τρίτη παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν λῆψιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως ὑποχρεοῦται ὁ ἁρμόδιος Νομάρχης, ἐπὶ ποινῇ προστίμου 200 δραχμῶν, ἐπιβαλλομένῃ παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, νὰ ἐκδώσῃ τὴν περὶ πορείας ἄδειαν τοῦ καταδικασθέντος.»
§199Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§201ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν διατύπωσιν, ἣν ἔχω ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου· ἤ, ἐὰν δὲν θέλῃ τὴν διατύπωσιν ταύτην, νὰ ὁρίσῃ οὕτω: «Πᾶσα διάταξις, ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν ἐν αὐτῷ παραβάσεων, καταργεῖται.»
§202Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ὡς διατυποῦται ἐν τῇ τροπολογίᾳ τοῦ κ. Δραγούμη.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 8 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα διάταξις τῶν νόμων ΒΡΙΑʹ τοῦ ἔτους 1892, ΒΥΙΖʹ τοῦ ἔτους 1896 καὶ ͵ΒΨΕʹ τοῦ ἔτους 1900, ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§204Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν Δέσποιναν χήραν τοῦ ἀποθανόντος ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κανάρη», ὅστις τοσαύτας προσήνεγκεν εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ τῆς 21 Μαρτίου 1898 περὶ διαθέσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 7,500,000 διὰ διαφόρους χορηγίας εἰς παλινοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλούς». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου».
§206Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰργάσθην ἰδιαιτέρως, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας μου ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ πολλάκις ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ συναλλαγὴ εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἐμποδίζει πᾶσαν πρόοδον, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐζήτησε διὰ διαφόρων νομοσχεδίων νὰ περιστείλῃ αὐτὴν, ἤτοι ἐδήλωσεν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀπήλλαξε τὸν στρατὸν τῆς συναλλαγῆς, ὡς ἐπίσης, ὅτι διὰ τοῦ νέου ταχυδρομικοῦ νόμου ἀπήλλαξε τῆς συναλλαγῆς καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, θέλω προσπαθήσει καὶ ἐγὼ νὰ ἀπαλλάξω τῆς συναλλαγῆς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καταθέτω δὲ ἐγγράφως τὰς τροπολογίας μου. Δι’ αὐτῶν ἀφίνω τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ὡς ἔχουσιν· ἐκ δὲ τοῦ ἄρθρου 3 διαγράφω τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, καὶ ἀντικαθιστῶ αὐτὸ διὰ τοῦ ἑξῆς: «Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ συντάσσει κατάλογον τῶν ἀπαλλακτέων ἀμπέλων τοῦ φόρου τοῦ 1900, ἰδιαιτέρως δι’ ἕκαστον δῆμον». Καὶ τοῦτο πρὸς συντομίαν τῶν προθεσμιῶν. Μετὰ ταῦτα, ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 4, προτείνω ἕτερον, ἐν ᾧ ὁρίζεται ἡ διαδικασία τῆς τοιχοκολλήσεως, τῶν ἐνστάσεων, τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐνστάσεων καὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ἀπαλλακτέων ἀμπέλων, κατὰ τὰ παραδεδεγμένα διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῶν οἰκοδομῶν. Ἐν ἄρθρῳ 5 προβλέπω ποινὰς διὰ τοὺς δημοσίους ἢ δημοτικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς μὴ ἐκτελοῦντας τὸ καθῆκόν των, ὅπερ βεβαίως ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ οὕτω τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου γίνονται 6 καὶ 7. Διὰ τῶν τροπολογιῶν τούτων περιορίζεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀφίεται δὲ ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις εἰς Ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ τὸν Νομάρχην, τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸν Εἰρηνοδίκην· συντομεύονται δὲ καὶ αἱ προθεσμίαι τὰ μέγιστα, πρὸς εὐκολίαν τῶν τε πολιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Νέγρη θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 165) (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον, καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταβολῆς τῆς δικαιοδοσίας ἐνίων Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων».
§209Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§210ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ.
§211ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§212Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γείνῃ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου μεταβάλλεται ἡ δικαιοδοσία ἐνίων Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων, καλὸν θὰ ἦτο...
§213Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι Ἐφετείων.
§214Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔστω... Ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως, ἐὰν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον ἱδρυθῶσι τὰ 4 νέα Πρωτοδικεῖα, ὡς λέγεται, ἐπειδὴ τὸ τῆς Εὐρυτανίας θὰ ἔχῃ λίαν περιωρισμένην δικαιοδοσίαν, ὑπάρχει δὲ προαίρεσις καὶ ἐπιθυμία δύο δήμων τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος, τῶν δήμων Τυμφρηστοῦ καὶ Ὁμιλαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπέχουσι πολλὰς ὥρας τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου των, ἔχουσι δὲ καὶ δημοψηφίσματα ἕτοιμα νὰ ὑποβάλωσιν, ἤθελον, λέγω, παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκολλήσῃ τοὺς δύο αὐτοὺς δήμους εἰς τὸν νομὸν Εὐρυτανίας, διότι τὸ Πρωτοδικεῖον αὐτοῦ μὲ 9 μόνον δήμους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς σκέπτηται σοβαρῶς περὶ λειτουργίας τοῦ Δικαστηρίου Εὐρυτανίας, βεβαίως πρέπει νὰ προσκολλήσῃ εἰς αὐτὸ καὶ τοὺς δήμους Τυμφρηστοῦ καὶ Ὁμιλαίων τῆς Φθιώτιδος.
§215Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν Τίς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5 νομοσχεδίου τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§217ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τοῦτο τώρα, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν τροποποίησιν τῆς δικαιοδοσίας τῶν Δικαστηρίων. Πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίας, ἃς πιθανὸν νὰ ἐγκρίνῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐπηρεάζονται δι’ αὐτοῦ πολλὰ συμφέροντα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔστω. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§219Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ προταχθῇ τὸ περὶ συντάξεως τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων.
§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεβλήθη αἴτησις, καὶ ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ αὐτοῦ διὰ τὴν αὔριον.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ τῆς Θεσσαλίας». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§222ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἀρκεῖ πλέον.
§223Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ 7ον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἡ δεξαμενὴ θὰ κατασκευασθῇ διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τῆς νήσου.
§224ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Νὰ ᾖναι ὅμως αὐτὸ τὸ τελευταῖον.
§225Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι! Νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ περὶ ἀρδεύσεως τῆς πεδιάδος τῆς Κορινθίας.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς δεξαμενῆς εἰς τὸ χωρίον Βαθὺ τοῦ δήμου Ταφίων τῆς νήσου Λευκάδος διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τῆς νήσου ταύτης». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§227Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ περὶ ἀρδεύσεως τῆς Κορινθίας τώρα.
§228ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, (Ὥρα 10 μ. μ.)