Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Β› Sitting 38

1900.12.28

5,606 rows · 43,374 words · 8 tables · 387 turns

Date
1900.12.28
Presidency
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Period
ΙΕ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1905)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38

τῆς 28 Δεκεμβρίου 1900.

(Πέμπτη).

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;

§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. γραμματέα ν’ ἀναγινώσκῃ ὀλίγον βραδύτερον τὰ πρακτικά, διότι πολλάκις ἡ ταχεῖα ἀνάγνωσις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἀνάγνωσις. Ἐκ τούτου δ’ ἐγένοντο παράπονα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Ταῦτα διὰ τὸ μέλλον. Διὰ δὲ τὸ παρὸν παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ ἡ ὥρα. Πολλὴ γίνεται συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι καταναλίσκομεν μακρὸν χρόνον. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ γίνηται ἡ ἀνάλογος φειδὼ καὶ εἰς τὰ πρακτικά, ἐν οἷς διαβεβαιοῦται, ὅτι κατὰ τὴν 8 καὶ 55′ ἔληξεν ἡ συνεδρίασις, ἐνῷ πράγματι ἔληξε τὴν 9 καὶ 55′.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι λάθος τυπογραφικόν, καὶ θὰ διορθωθῇ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ κ. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.

§4Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι πανθομολογούμενον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὴν ἐλευθερίαν ὀφείλομεν εἰς τὰς φίλας καὶ προστάτιδας Δυνάμεις, ὄχι μόνον διὰ τὸν ἡρωϊσμὸν τῶν ἀνδρῶν τοῦ 1821 μέχρι τοῦ 1827, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀνδρείαν καὶ στρατηγικὴν ἱκανότητα τοῦ Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη καὶ λοιπῶν, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀνδρείαν τοῦ Κανάρη, Μιαούλη, Κουντουριώτου, Τομπάζη καὶ λοιπῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ μεγάλα καλλιτεχνικὰ ἔργα τῆς χώρας ἡμῶν. Τὰ ἔργα ταῦτα, ἀτυχῶς, εἶχον πολὺ παραμεληθῆ παρ’ ἡμῖν. Ἡ Κυβέρνησις, κρίνουσα, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτων, ὑπέβαλε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ νόμος τοῦ Κράτους ἐγένετο, δι’ οὗ συνέστησε τὸ τμῆμα τῆς Πινακοθήκης εἰς τὸ Μουσεῖον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου πολλὰ ἀγαθὰ δύνανται νὰ προέλθωσιν· οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι ἦτο περιττὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ὑφίσταται ὁ νόμος τῆς 10 Μαΐου 1834 περὶ συλλογῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ γίνεται μνεία περὶ Πινακοθήκης. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸν νόμον τοῦτον, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖαι εἰκόνες ἀνηρτήθησαν μέχρι τοῦδε εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο, καὶ ποῖαι ἐνέργειαι ἐγένοντο πρὸς συλλογὴν τοιούτων, διότι διὰ τοῦ νόμου τούτου διωρίσθη Διευθυντὴς εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο εἷς, ὁ ὁποῖος λαμβάνει 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου...

§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ὁ «εἷς» ὀνομάζεται Ἰακωβίδης, τιμῶν καὶ ἐν τῇ ξένῃ τὴν Ἑλληνικὴν καλλιτεχνίαν. Τοιοῦτοι δὲ ἄνδρες, κοσμοῦντες τὴν χώραν μας, δὲν ὀνομάζονται διὰ τοῦ εἷς.

§6Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνέφερα ὄνομα. Οὗτος οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ μόνον νὰ ἀναρτήσῃ ἐπὶ τῶν τοίχων τοῦ τμήματος ἐκείνου 50 εἰκόνας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποστείλει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ὁ μακαρίτης Στέφανος Ξένος, καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε χῶρος, ἐστάλησαν εἰς τὸ Μουσεῖον. Δὲν ἤρκει δὲ ὁ ἐκ 500 δραχμῶν μισθὸς, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἀλλὰ διωρίσθη καὶ γραμματεὺς αὐτοῦ, διότι δὲν γνωρίζει τὴν Ἑλληνικήν. Εἰς τὸν νόμον ὅμως ἐκεῖνον δὲν ἐψηφίσαμεν κονδύλιον καὶ διὰ γραμματέα· ἀλλ’ ἔπρεπε πάντως νὰ ἐξευρεθῇ εἷς τρόπος, ὅπως μισθοδοτηθῇ καὶ αὐτὸς, καὶ ὁ τρόπος ἐξευρέθη. Ἀείμνηστος ὁμογενὴς προσέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ποσὸν σπουδαῖον ἐκ γροσίων χρυσῶν, ἤτοι φλουριῶν, τοῦ ὁποίου οἱ τόκοι ἔδει νὰ διατίθηνται διὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα. Ἐκ τούτου παρανόμως δίδονται 200 δραχμαὶ κατὰ μῆνα εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Διευθυντοῦ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τῶν μέχρι τοῦδε ἐνεργειῶν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ τμήματος τούτου καὶ περὶ τοῦ ἐὰν μισθοδοτεῖται ὁ γραμματεὺς τοῦ Διευθυντοῦ ἐκ τοιούτου κληροδοτήματος, πρὸς ἄλλους σκοποὺς κληροδοτηθέντος· διότι εἶναι ἄδικον, τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐθνικοὶ εὐεργέται διαθέτουσι πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, νὰ διατίθηνται παρ’ ἡμῶν εἰς προσωπικὰς ἀνάγκας. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν φωνάζω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ διὰ τὰ κληροδοτήματα τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, τὰ ὁποῖα ἐν πολλοῖς διατίθενται εἰς ἄλλους σκοπούς, καὶ ὄχι εἰς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους προωρίσθησαν· δὲν εἶναι δὲ παράδοξον νὰ διατεθῇ καὶ ἐκ τούτων ἀρκετὸν ποσὸν εἰς τὸν διορισμὸν ἄλλου τινὸς γραμματέως. Ἀνακοινώσας ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας, ἵνα προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλου θέματος. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων παρετήρησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τινὲς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου του παραμένουσιν ἐνταῦθα, ἐνῷ εἶναι ἀλλαχοῦ διωρισμένοι. Μετ’ εὐχαριστήσεως δὲ ἤκουσα τότε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι, ἀφ’ ὅτου αὐτὸς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδεὶς ὑπάλληλος παρέμενεν ἐνταῦθα. Ἐπειδὴ πληροφοροῦμαι, ὅτι εἷς τῶν ὑπαλλήλων τούτων, ὁ κ. Ἰωσὴφ, ἀνήκων εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον Ἀλεξανδρείας, ὡς γραμματεὺς αὐτοῦ, παραμένει ἐνταῦθα, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐξακολουθεῖ παραμένων ἐνταῦθα, καὶ διὰ τίνα λόγον παραμένει. Ἐπειδὴ δὲ ἔμαθον ἐξωδίκως, ὅτι προπαρασκευάζεσθε νὰ ἀνατρέψητε τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ΒΨΗʹ προξενικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ τοῦτο, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς ὑμᾶς, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ κρατήσητε παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τὸν εἰρημένον ὑπάλληλον κύριον Ἰωσήφ, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἐὰν καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Διότι, ὡς ἀκούω, τοῦτο γίνεται, ἵνα παραμείνῃ ὁ κ. Ἰωσὴφ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τμηματάρχου, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμα λόγον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν. Ὁ τμηματάρχης ἐκεῖνος, ὡς γνωρίζετε...

§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς εἶναι ὁ ἄριστος τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων.

§8Κ. ΖΩΤΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Δὲν τὸν γνωρίζετε ἴσως.

§9Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω ποσῶς.

§10Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἐὰν τὸν ἐγνωρίζατε, δὲν θὰ ἐλέγετε αὐτά.

§11Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι ἄριστος.

§12Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Τὸ θέμα μας εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ τμηματάρχης αὐτὸς ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν, φυσικὰ δέ, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, πρέπει νὰ ἀλληλογραφῇ εἰς τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν τὴν γνωρίζει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλληλογραφῇ; Ἐζήτησα τὸν φάκελον τῶν ἐξετάσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ εἶδον, ὅτι οὐδὲν ἀπήντησεν! Ἐπαναλαμβάνω, δὲν τὸν γνωρίζω προσωπικῶς, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ Προξενικὸν Σῶμα ἐξηγέρθη ἐναντίον τῆς παρανομίας, διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ ὑποβάλω τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Βουλήν.

§13Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Διατὶ ὁμιλεῖτε περὶ παρανομίας, ἀφοῦ δὲν γνωρίζετε τὴν ὑπόθεσιν; Ἐγὼ οὐδεμίαν παρανομίαν διέπραξα, οὔτε θὰ διαπράξω.

§14Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐὰν εὐαρεστηθῆτε νὰ ἀπαντήσητε εἰς ὅσα εἶπον, θὰ μὲ ἀπαλλάξητε τοῦ κόπου νὰ προχωρήσω.

§15Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πληροφορίας θὰ σᾶς δώσω, ἀλλὰ περὶ παρανομίας μὴ ὁμιλεῖτε.

§16Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀναμένων τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα, σχετικὸν καὶ αὐτὸ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Πάντες γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατ’ αὐτὰς διεξήχθησαν ἐξετάσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων χηρευουσῶν. Ἀνέγνωσα χθὲς εἰς τὴν «Μικρὰν Ἐφημερίδα» μίαν ἀναφορὰν δριμυτάτην κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἐπιτρέψατε, παρακαλῶ, νὰ ἀναγνώσῃ ὁ κύριος Γραμματεύς, καὶ, εἰ δυνατόν, νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικά.

§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι!

§18ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττόν.

§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ Δημοσθένης εἶχε γραμματέα. Ἀνάγνωθι, γραμματεῦ! (γέλωτες).

§20Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ὅτε ἔκαμε μνείαν περὶ ἐμοῦ διὰ τὸν βαθμὸν τῆς κωλυσιεργίας μου, μὲ ἔκαμε τόσον μετριόφρονα, ὥστε λέγω περιληπτικῶς: Ὑμεῖς, ἐπειδὴ σᾶς ἐπῄνεσεν ὁ ἀρχηγός μου, κύριε Πρωθυπουργέ, βλέπω ὅτι εἶσθε ἀκράτητος! (γέλωτες). Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, κατεχωρίσθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὸ πρῶτον θέμα, περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὸ δεύτερον, περὶ τῶν ἐργασιῶν ἐν Μακεδονίᾳ, Γαλλιστὶ, ἐδόθη ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ γραφείου! Μάλιστα δὲ εἰς τὴν χθεσινὴν διατριβὴν εἶδον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε μέτρα αὐστηρότατα, διατάξας ἀνακρίσεις, καὶ πρόκειται νὰ ἀπολύσῃ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὄντως ἔλαβον ταῦτα χώραν, καὶ ἂν διέταξεν ἀνακρίσεις· ἂν δὲ δὲν διέταξε, διατὶ δὲν διέταξε τοιαύτας, ἀφοῦ ὁ Τύπος ἐπιτίθεται κατ’ αὐτοῦ; Ταῦτα, Κύριοι, ἔκρινα καθῆκον νὰ καταγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.

§21Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ πληροφορίαι, αἱ δοθεῖσαι πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, εἶναι ἀνακριβεῖς ἐξ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Προξενείου, ὅστις, πρὸ ἑνὸς μηνὸς διορισθεὶς, διαμένει ἐνταῦθα, ὅπως τῷ ἐπιτρέπει ὁ νόμος, ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἐκ τῶν ἀρίστων προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἐπέτυχεν ἐν διαγωνισμῷ, πρόκειται δὲ ἤδη νὰ διορισθῇ εἰς μίαν ἐκ τῶν θέσεων τῶν ὑποπροξένων, αἵτινες ἐδημιουργήθησαν διὰ τοῦ νέου νόμου, καὶ αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῶσι πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ του εἶναι ἕτοιμον, καὶ θέλει δημοσιευθῆ τὴν 1 Ἰανουαρίου.

§22ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ κυρίου Ἰωσὴφ ὁμιλεῖτε;

§23Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα.

§24ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ κάμῃ τιμὴν ὁ διορισμός του.

§25Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὡς τοιοῦτον τὸν γνωρίζω. Οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν διαγωνισθέντων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν διηγωνίσθη μετὰ τοσαύτης ἐπιτυχίας, μεθ’ ὅσης ὁ Κύριος οὗτος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας.

§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι γνωστότατος.

§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη.

§28Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸν τμηματάρχην κ. Παπαγεωργιάδην, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, εἶναι ἐπίσης γνωστὸν εἰς τοὺς πλείστους ἐκ τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ τοῦ προξενικοῦ κλάδου, ὅτι ἱκανώτερος ὑπάλληλος δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ὥστε βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς βοηθείας τοῦ γραμματέως ὑποπροξένου, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του.

§29Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐγνώρισα ἐν Σμύρνῃ προσωπικῶς τὸν κ. Παπαγεωργιάδην.

§30Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος ἐκ Σύρου Βουλευτὴς ἐνόμισε πρέπον ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιστολὴν, δημοσιευθεῖσαν ἔν τινι ἐφημερίδι. Τὴν ἐπιστολὴν ταύτην μοὶ ἀνεκοίνωσαν σήμερον τὴν πρωΐαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὴν διεβίβασα δὲ εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, παρακαλέσας νὰ μοὶ δοθῶσιν αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι, καίτοι εἶμαι πεπεισμένος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι πάντα τὰ γραφέντα εἶναι ἀνακριβῆ. Ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἀπετελεῖτο ἐκ καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ διὰ τὴν αὐστηρότητά των. Τοὺς πλείστους ἐξ αὐτῶν οὐδ’ ἐξ ὄψεως γνωρίζω, ἀλλ’ ἐζήτησα παρὰ τοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κυρίου Γεωργαντᾶ νὰ μοὶ ὑποδείξῃ αὐστηροτάτους καθηγητὰς, ὅπως ἐξετάσωσι τοὺς διαγωνιζομένους διὰ τὰς θέσεις τῶν γραμματέων ὑποπροξένων. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὑπάρχουσι πλεῖσται θέσεις κεναὶ, δὲν ὑπάρχουσι δὲ κατάλληλα πρόσωπα, ὅπως διορισθῶσι. Νῦν εἶχον ἀνάγκην ἓξ γραμματέων ὑποπροξένων, τρεῖς δὲ καὶ μόνοι ἐπέτυχον, θέλω δ’ ἀναγκασθῆ ἐκ τούτου νὰ ἀναβάλω ἐπὶ δύο ἔτι μῆνας τὴν σύστασιν Ὑποπροξενείων, ἐλλείψει προσώπων. Ἐὰν νομίζῃ τις, ὅτι, ἐνῷ εἶναι τόσον δύσκολον νὰ εὑρεθῶσι πρόσωπα πρὸς πλήρωσιν τόσων κενῶν θέσεων, εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν ἀδικίαι, ὅπως ἀποκλεισθῇ τις,—τίς οἶδε διὰ τίνα λόγον—ἡ σκέψις αὕτη μοὶ φαίνεται πάντη παράλογος. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς ζήτημά τι, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶχε τεθῆ, ἂν εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ νὰ ἐπιτρέψω εἰς διδάκτορας τῆς Νομικῆς, μὴ ἔχοντας τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν, ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀποκλείσω αὐτοὺς, καθόσον δὲν ἔχουσι τὰ ἐκ τοῦ νόμου προσόντα. Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νέου προξενικοῦ νόμου ὁρίζει, ὅτι, «ὅπως λάβωσι μέρος εἰς διαγωνισμὸν καὶ διορισθῶσι γραμματεῖς ἢ ὑποπρόξενοι, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ἐξάσκησιν δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ἐπὶ διετίαν»· ἡ ἐξάσκησις δὲ τοῦ ἐπαγγέλματος ἐπὶ διετίαν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀπαιτεῖ καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν τοῦ Ἀρείου Πάγου...

§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Φυσικά.

§32Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. .. Τρεῖς δὲ ἐκ τῶν ὑποβαλόντων αἰτήσεις, ὅπως διαγωνισθῶσι, δὲν εἶχον τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεκλείσθησαν. Οἱ Κύριοι δὲ οὗτοι νομίζουσιν, ὅτι, γράφοντες ὅσα ἔγραψαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, δύνανται νὰ παραστήσωσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς ἀδικήσαντα αὐτούς. Ἀλλ’ οὐδεμίαν σημασίαν δίδω εἰς τοιαύτας δημοσιεύσεις.

§33Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐγράφη τοὐναντίον, ὅτι εἰς μὴ ἔχοντας τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα, δηλαδὴ διετῆ δικηγορίαν, ἐπετράπη νὰ λάβωσι μέρος.

§34Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδεὶς μὴ ἔχων τὰ προσόντα ἔλαβε μέρος.

§35Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ «Μικρὰ Ἐφημερὶς» τὸ λέγει.

§36ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ποία εἶναι ἡ μικρά;

§37Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν διαβάζετε ἐφημερίδας;

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.

§39Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν διαμφισβητῶ, Κύριοι, τὴν ἱκανότητα τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος προξενικῶν ὑπαλλήλων, καὶ αὐτοῦ ἀκόμη, τὸν ὁποῖον κατηγοροῦσιν, ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν Γαλλικήν. Εἴδετε δὲ, ὅτι ἀπέφυγα καὶ νὰ ὀνομάσω αὐτούς. Δύναταί τις ὅμως νὰ ἦναι ἄριστος προξενικὸς ὑπάλληλος, καὶ νὰ ἔχῃ τὸ μειονέκτημα νὰ μὴ γνωρίζῃ μίαν ξένην γλῶσσαν, καὶ δύναται κάλλιστα ἡ ὑπηρεσία νὰ τὸν μεταχειρίζηται εἰς ἄλλην ἐργασίαν, ὡς συμβαίνει εἰς τὸν στρατόν. Ἔχομεν εἰς τὸν στρατὸν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι διὰ τὸ Ἐπιτελεῖον εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστοι, ἀλλὰ πολὺ χρήσιμοι δι’ ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως, κύριοι Βουλευταὶ, μὲ ἀδικεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἐγὼ, δι’ ὅσων εἶπον, ἠθέλησα νὰ κατηγορήσω προσωπικῶς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχω ἀφορμὴν κατ’ αὐτῶν, ἀλλ’ οὔτε κἄν προσωπικῶς τοὺς γνωρίζω. Ἀλλ’ ἡ παρανομία,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ καὶ πάλιν ἡ λέξις αὕτη—ἡ παράνομος δηλαδὴ προαγωγὴ, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸν ἕνα τῶν δύο αὐτῶν ὑπαλλήλων, εἰς τὸν τμηματάρχην, ἐπίσης δὲ ἡ παράνομος διαμονὴ τοῦ δευτέρου ὑπαλλήλου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ ἠνάγκασε νὰ φέρω τὸ ζήτημα, ἀφοῦ μάλιστα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης εἶχε δηλώσει, ὅτι «οὐδεὶς ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ παραμένει ἐν Ἀθήναις.»

§40Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Κριεμάδης, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταγγελθέντων ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ ὑλοτόμων, ὡς καὶ τῶν καταδικασθέντων καὶ τῶν ἀθωωθέντων ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Τρικκάλων. Ἐπίσης ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Σύρου βουλευτὴν κ. Βιτάλην, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ὡμίλησε περὶ τοῦ κληροδοτήματος Συγγροῦ, ὅτι τὸ κληροδότημα τοῦτο, ὅπως εἶναι γνωστὸν, ἀφορᾷ εἰς δύο σκοποὺς, εἰς ἵδρυσιν Δικαστηρίων καὶ εἰς ἵδρυσιν φυλακῶν. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἵδρυσιν Δικαστηρίων, ὑπεβάλομεν ἤδη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἵδρυσιν φυλακῶν, πρέπει νὰ προηγηθῶσι σχέδια φυλακῶν καὶ προϋπολογισμοὶ δαπάνης· μετὰ δὲ τὴν κατάρτισιν τῶν σχεδίων καὶ τῶν προϋπολογισμῶν δαπάνης θὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον σχετικὸν εἰς τὴν Βουλήν.

§41Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, σχετικῶς.

§42Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Δραγούμης εἶχεν ἀπευθύνει ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας παρεκαλεῖτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, «διὰ τίνας λόγους ἀπὸ μηνῶν διατηρεῖται προϊστάμενος τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς Ἀργοστολίου ἐντόπιος, ἐξ αὐτοῦ τοῦ δήμου Κρανίων.» Εἰς Ἀργοστόλιον πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐτοποθετήθη εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον εἷς ὑπολογιστὴς, ὀνόματι Κομποθέκρας. Ἐπειδὴ ὁ πατὴρ αὐτοῦ βαρέως ἠσθένει, παρεκλήθην νὰ τὸν προσκολλήσω εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Ἀργοστολίου, οὐχὶ ὡς προϊστάμενον, ἐννοεῖται, ἀλλ’ ὡς ὑπάλληλον τοῦ Λιμεναρχείου. Ὁμολογῶ, ὅτι ἤμην εἰς παντελῆ ἄγνοιαν, ὅτι ὁ ὑπολογιστὴς αὐτὸς ἦτο ἐντόπιος. Ὅτε ὁ Κομποθέκρας ἀπεστάλη εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Ἀργοστολίου, ἦτο προϊστάμενος τοῦ Λιμεναρχείου ἕτερος ἀξιωματικός· ἀλλ’ οὗτος μετὰ τινα καιρὸν μετετέθη, καὶ ἔμεινεν ὁ εἰρημένος ὑπολογιστὴς, ἐκπληρῶν τὰ καθήκοντα τοῦ λιμενάρχου. Ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ ὑπολογιστὴς αὐτὸς εἶναι ἐντόπιος, καὶ, κατὰ τὸν νόμον, δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἐκεῖ. Συνάμα ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι καὶ ἄλλος οἰκονομικὸς ἀξιωματικὸς ὑπηρέτει εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Ζακύνθου, καὶ μάλιστα ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κ. Κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Λεβίδου· ἐξηκολούθει νὰ ὑπηρετῇ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι συμβαίνουσιν ἐνίοτε τὰ λάθη αὐτά. Ἐγὼ ἔσπευσα νὰ μεταθέσω καὶ τοὺς δύο, δηλαδὴ καὶ τὸν ἐν Ἀργοστολίῳ ὑπηρετοῦντα καὶ τὸν ἐν Ζακύνθῳ, τοὺς ἐκάλεσα δὲ καὶ εἰς ἀπολογίαν, διότι, ἐνῷ, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ὤφειλον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ δηλώσωσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετῶσιν ἐκεῖ, σιωπηρῶς ἔμενον καὶ ὑπηρέτουν εἰς μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ νόμου. Ἀναμένω τὰς ἀπολογίας των, καὶ βεβαίως θὰ τιμωρηθῶσι καὶ οἱ δύο.

§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ συγχαίρω τὸν κύριον Ὑπουργὸν, διότι ἐξετέλεσεν αὐστηρῶς τὸ καθῆκόν του.

§44Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ συντάξεως τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἴσως δὲ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, τραυματίαι ἀξιωματικοὶ καὶ ὁπλῖται, καθιστάμενοι ἀνίκανοι πρὸς ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι καὶ πρὸς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν, εἶναι δίκαιον νὰ τύχωσι τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως. Νῦν ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐτραυματίσθησαν ἐν πολέμῳ, καὶ οἵτινες κατέστησαν ἀνίκανοι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν, ἢ καὶ ἀνωτέρου. Ἐννοεῖτε βεβαίως, ὅτι τούτους ἡ Ἐπιθεώρησις μετ’ οὐ πολὺ θὰ κρίνῃ ἀνικάνους νὰ παραμείνωσιν εἰς τὸν στρατὸν καὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ στάδιον αὐτῶν, καὶ ἴσως παραπέμψῃ αὐτοὺς καὶ εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ὅπως τεθῶσιν εἰς ἀπόταξιν, ἢ εἰς ἀποστρατείαν, ἐὰν ἔχωσι τὸ τῆς ἀποστρατείας δικαίωμα, ὡς μὴ δυναμένους νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ πλέον. Περὶ τούτων λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια.

§45Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Εἶναι γνωστὸν, ποῖοι καὶ πόσοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί;

§46Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀξιωματικοὶ τέσσαρες ἢ πέντε. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς.

§47Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρόκειται καὶ περὶ ὁπλιτῶν, κ. Ὑπουργέ;

§48Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ περὶ ὁπλιτῶν. Νῦν καταθέτω τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ ζητηθέντα ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς τιμωρηθέντας πειθαρχικῶς κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος. Ἐπίσης καταθέτω τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ κυρίου Φικιώρη, τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς τρεῖς διοικητὰς τῶν συνταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὴ ἐξέλθωσι τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα ταῦτα.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 122).

§50Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριῶν τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος περὶ ἑνὸς κληροδοτήματος, εὑρισκομένου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, τοῦ ὁποίου οἱ τόκοι προωρίζοντο πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν ὀρφανῶν τέκνων τῶν ὑπὲρ πατρίδος καὶ πίστεως πεσόντων ἐν πολέμῳ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τότε τῆς συζητήσεως ἐκείνης, καὶ ἂν προέβη εἰς διάβημά τι παρὰ τῷ συναδέλφῳ του, τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Παιδείας, δηλαδὴ, ὅπως τὸ κληροδότημα τοῦτο ἀποδοθῇ ἐκεῖ, ὅπου ἀνήκει. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.

§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.

§53ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὔριον.

§54Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εὐχαριστήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι, μετὰ δύο ἔτη ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ καὶ κατόπιν πολλῶν διαμαρτυριῶν μου, ἦλθε τέλος καὶ εἶπεν εἰς ἡμᾶς σήμερον, ὅτι διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν τῶν φυλακῶν ἀπαιτοῦνται σχέδια, καὶ ὅτι προτίθεται κατ’ αὐτὰς νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα μὲ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἀπεφάσισε, μετὰ δύο ἔτη, νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχέδια μὲ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ τὸν διευκολύνω, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ σχεδιαγράμματα, τὰ ὁποῖα ἔχει διὰ τὸ Λοιμοκαθαρτήριον τῆς Σύρου, καὶ διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ κατορθωθῇ, ὥστε μὲ δαπάνην δύο μόνον ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν τὸ Λοιμοκαθαρτήριον τοῦτο νὰ μετατραπῇ εἰς φυλακὰς ἀπομονωτικοῦ συστήματος, καὶ νὰ συμπεριλάβῃ 397 φυλακισμένους, διὰ τελειοτάτου ἀληθῶς συστήματος, ἐκπληροῦντος πληρέστατα τὸν σκοπόν. Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ Λοιμοκαθαρτήριον Σύρου εἶναι ἀρχαῖον κτίριον, κτισθὲν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν Βαυαρῶν, ἑπομένως στερεώτατον· κεῖται δὲ εἰς ὑγιεστάτην τοποθεσίαν. Τὸ κτίριον τοῦτο ἔχει καὶ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν πόλιν, διὰ νὰ μὴ φέρῃ οὐδεμίαν ἐνόχλησιν εἰς τοὺς φιλησύχους κατοίκους τῆς νήσου. Μὲ μικρὰν δὲ φρουρὰν δύνανται νὰ φρουρηθῶσιν οἱ φυλακισμένοι, ὡς ἐκ τοῦ καταλλήλου ἀρχιτεκτονικοῦ συστήματος τῆς οἰκοδομῆς καὶ τοῦ ἀσφαλοῦς τῆς θέσεως αὐτῆς. Εἶναι δὲ ἁμαρτία νὰ μένῃ ἀχρησιμοποίητον τοιοῦτον κτίριον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξωδεύθησαν ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, καὶ νὰ καταστρέφηται ὑπὸ τοῦ χρόνου. Ἀνεξαρτήτως τούτου, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ πᾶσα ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν ταύτην σύστασίν μου, διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ Σῦρος εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ Σῦρος ἔχει δυστυχῶς παρακμάσει, καὶ ὁπωσδήποτε ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως Κυβερνητικῆς, ἐκτὸς, λέγω, τούτου, καὶ ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς ἐξελέγετο βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἐπανειλημμένως, ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς ἦτο δημότης ἐγγεγραμμένος ἐκεῖ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ζῶν δὲ ἀκόμη, εἶχεν ἐκπεφρασμένην γνώμην, ὅπως μεταποιήσῃ τὸ κτίριον αὐτὸ εἰς φυλακὰς, διότι ὡς Λοιμοκαθαρτήριον εἶναι ἄχρηστον, ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ Δῆλος. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, καὶ θέλει τὸν εὐγνωμονεῖ ὁλόκληρος ἡ Σῦρος καὶ ἐγώ.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυκώνιος ἔχει τὸν λόγον.

§56ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν δικογραφίαν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Δημάρχου Τραγαίας καὶ τὴν καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς δὲν γνωρίζω διατὶ, δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον τοῦτο. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν ταύτην ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα.

§57Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δέν μοι ἀνεκοινώθη ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τοιοῦτόν τι.

§58ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω πρότασιν περὶ προσαγωγῆς τῆς δικογραφίας ταύτης.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.

§60Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πληροφοροῦμαι, ὅτι τὴν Φθιώτιδα καλύπτει ἀπό τινων ἡμερῶν χιὼν, ἡ ὁποία, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς τήξεώς της, θὰ μεταβληθῇ εἰς ὕδατα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπερπληρώσωσι τὴν κοίτην τοῦ Σπερχειοῦ καὶ, ἐκχειλίζοντα, θὰ κατακλύσωσιν ὁλόκληρον τὴν Λαμιακὴν πεδιάδα, καὶ θὰ ἐπενέγκωσι ζημίας ἀνυπολογίστους οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ἀναγνωρίζον τὴν ζημίαν τῶν κατοίκων, θέλει παραιτηθῆ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, διότι, ἐν περιπτώσει τοιαύτης ἐκχειλίσεως τοῦ ποταμοῦ εἰς τὸ σημεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα, ὁ Σπερχειὸς θὰ ἀλλάξῃ μονίμως κοίτην, καὶ τότε τὸ Δημόσιον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ κατασκευάσῃ γεφύρας νέας εἰς τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ νέα αὕτη κοίτη θὰ τάμῃ τὰς ὁδοὺς Λαμίας–Ἀταλάντης καὶ Λαμίας–Λεβαδείας, καὶ ἄλλα ἀκόμη τεχνικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτήσωσι δαπάνην ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Πρὸ πολλοῦ παρεκάλεσα τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· δυστυχῶς ὅμως, μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἔσχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μάθω, ὅτι ἐνήργησέ τι σχετικὸν, καίτοι καλῶς γινώσκει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη πρὸς πρόληψιν τοῦ κινδύνου τούτου δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 17 μόνον χιλιάδας δραχμῶν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον, παραβαλλόμενον πρὸς ἄλλας τοιαύτας δαπάνας, εἶναι μηδαμινὸν καὶ παντὸς λόγου ἀνάξιον. Τὸν παρακαλῶ καὶ πάλιν, νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν δαπάνην τῶν 17 αὐτῶν χιλιάδων δραχμῶν πρὸς κατασκευὴν τῶν προτεινομένων ἔργων, διότι ἄλλως—ἐπαναλαμβάνω—ἐκ τῆς ἀσυγγνώστου πλέον καταστάσης ἀδιαφορίας του καὶ ἐκ τῆς ἀναλγησίας του, οὐ μόνον μεγίστη ὑλικὴ ζημία θέλει προκύψει εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Φθιώτιδος, οἱ ὁποῖοι θὰ στερηθῶσιν, ἔστω καὶ δι’ ἓν ἔτος, τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀναμένουσι νὰ οἰκονομήσωσι τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας ἀνάγκας, εἰς ἃς περιέστησαν ἐκ τῶν καταστροφῶν τοῦ πολέμου καὶ τῆς πρωτοφανοῦς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀφορίας, οὐ μόνον τὸ Δημόσιον θὰ ὑποβληθῇ, ὡς εἶπον πρότερον, εἰς ὑπερόγκους δαπάνας, ὡς ἐκ τῆς ἀλλαγῆς τῆς κοίτης τοῦ Σπερχειοῦ, δαπάνας ἑκατονταπλασίας τῶν σήμερον πρὸς πρόληψιν ὅλων αὐτῶν προτεινομένων, ἀλλὰ καὶ ἄλλο μέγα κακὸν θέλει προκληθῆ, κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι χεῖρον καὶ τῶν ζημιῶν τῶν κατοίκων καὶ τῶν μεγάλων καὶ ἀδίκων δαπανῶν, εἰς ἃς τὸ Δημόσιον θέλει ὑποβληθῆ, τὸ κακὸν τουτέστι τῶν παντοίων πυρετῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς ἀναγεννήσεως τῶν ἑλῶν, θέλουσιν ἀναφανῆ, καὶ οἱ ὁποῖοι τίς οἶδε πόσας ὑπάρξεις θέλουσι καταστρέψει, τοῦ μικροβίου των εἰσχωροῦντος εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν κατοίκων τῆς Φθιώτιδος, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν εἶχον εὐτυχῶς ἀπαλλαγῆ αὐτῶν. Ἂν λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν λυπῆται τὸν δημόσιον πλοῦτον, ἂν δὲν συγκινῆται ἐκ τῆς πείνης, εἰς ἣν ἀφεύκτως θὰ περιπέσωσιν οἱ ἐκ τῆς πλημμύρας ἀπειλούμενοι κάτοικοι τῆς Φθιώτιδος, ἄν, λέγω, δι’ ὅλα ταῦτα ἀδιαφορῇ, ἂς μὴ ἀδιαφορήσῃ τοὐλάχιστον διὰ τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων ἐκείνων, καὶ ἂς φροντίσῃ, ὅπως αὕτη, δαπανῶντος τοῦ Κράτους τὰς δεκαεπτά αὐτὰς χιλιάδας δραχμῶν, διατηρηθῇ πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ οἱ Φθιῶται θὰ τὸν εὐγνωμονῶσι, καὶ τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς δαπάνας, εἰς ἃς ἀφεύκτως θὰ ὑποβληθῇ, ἂν τὰ πράγματα ἀφεθῶσιν εἰς τὴν τύχην των. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιτραπείτω μοι νὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς κ.κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργοὺς ὑποθέσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι μένουσιν εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων των ἀνενέργητοι ἀπὸ ἐτῶν ἤδη. Ὁ Δημήτριος Χρόνης, ἐκ τοῦ δήμου Ἡρακλειωτῶν τῆς Φθιώτιδος, ἐπλήρωσε διὰ φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν πλείονα τῶν ὀφειλομένων. Διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐπὶ πλέον τούτων καὶ ἀχρεωστήτως πληρωθέντων ὑπέβαλε διὰ τῶν ἐν Λαμίᾳ ἀρχῶν αἴτησιν πρὸ διετίας, καὶ ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς του ταύτης οὐδὲν ἐνεργήθη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατόπιν τῆς ὑποβληθείσης αὐτῷ κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον ἐπερωτήσεώς μου, νὰ διατάξῃ τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως δώσωσι τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἡ διαιώνισις τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ ἀφορμὴν ἐμπαιγμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου του. Ἡ ἑτέρα εἶναι ἡ ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1894 ὁ Δασάρχης Φθιώτιδος, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, προσεκάλεσε κοινότητάς τινας καὶ ἰδιώτας, ἔχοντας εἰς τὴν κατοχήν των δάση τινὰ τῆς Φθιώτιδος, νὰ διορίσωσιν ἰδιώτας δασοφύλακας. Οἱ ἰδιοκτῆται οὗτοι τῶν διαφόρων τούτων δασῶν ἀπέφυγον νὰ διορίσωσι τοὺς δασοφύλακας, καὶ ὁ Δασάρχης, τῇ ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπευθυνθείσῃ πρὸς αὐτὸν κατόπιν ἀναφορᾶς του, διὰ τῆς ὁποίας ἐκεῖνος παρίστα τὴν κατάστασιν τῶν δασῶν ἐπισφαλῆ, διώρισεν 7 τὸν ἀριθμὸν δασοφύλακας, οἱ ὁποῖοι, ὑπηρετήσαντες ἐπὶ 7 μῆνας ὁλοκλήρους, ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν 50, τὸν ὁποῖον ἐκανόνισε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔλαβον μέχρι σήμερον τίποτε. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τοῦ μισθοῦ, ὁ ὁποῖος καθιστερεῖται εἰς τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσῳ σοβαρόν· ἀλλ’ οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι, ζῶντες ἐν τῇ ἐρημίᾳ, εἶχον ἀνάγκην καὶ τῆς τροφῆς καὶ τοῦ μικροῦ ἐκείνου μισθοῦ, ὅπως ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς διαφόρους αὐτῶν ἀνάγκας· ἠναγκάσθησαν ἑπομένως νὰ προεξοφλήσωσι τοὺς μισθούς των εἰς διαφόρους ἐμπόρους. Ἔκτοτε δὲ οἱ ἔμποροι ἐκεῖνοι ζητοῦσι τὰ χρήματά των, καὶ οἱ δασοφύλακες ὑποβάλλονται οὐ μόνον εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ κεφαλαίου τούτου, καίτοι δὲν εἶχον λάβει αὐτὸ ὁλόκληρον παρὰ τῶν προεξοφλητῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ ἐπιτοκίων, καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς τίνας ἄλλας ὑποχρεώσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς πληρωμὴν αὐτοῦ τοῦ μικροῦ μισθοῦ εἰς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ζήτημα ἔχω, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔκρινα ὄχι ἄσκοπον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν Λαμίᾳ ὑπάρχει εἷς Γεώργιος Τσαπῆς, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰς τὴν κυριότητά του οἰκόπεδον ἐν τῇ πόλει τῆς Λαμίας, ζητήσας δὲ πρὸ ἐτῶν τὴν ἄδειαν, ἵνα οἰκοδομήσῃ, δὲν κατώρθωσε νὰ λάβῃ τοιαύτην παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, εἰπούσης πρὸς αὐτόν, ὅτι τὸ οἰκόπεδόν του ἐκεῖνο δὲν πρέπει νὰ οἰκοδομηθῇ, διότι πρὸ δύο ἐτῶν ὁ Νομάρχης ἐξεπόνησε σχέδιον, μεταρρυθμίζον τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς πόλεως. Ὁ ἰδιοκτήτης Τσαπῆς ὑπέβαλεν αἴτησιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν Λαμίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησεν ἄδειαν νὰ οἰκοδομήσῃ. Ἡ ἀστυνομία διηύθυνε τὸ ἔγγραφον αὐτό, κρίνουσα δικαίαν τὴν αἴτησιν τοῦ Τσαπῆ, πρὸς τὸν Νομομηχανικόν, ὁ δὲ νομομηχανικὸς διὰ τῆς ἀπὸ 18 Αὐγούστου 1899 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 218 ἀναφορᾶς του ὑπέβαλε τὴν ἀναφορὰν τοῦ Τσαπῆ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀπήντησεν. Ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ γραφείου τοῦ Νομομηχανικοῦ Λαμίας, διὰ νεωτέρου ἐγγράφου του, ὑπ’ ἀριθμὸν 1448 τῆς 11 Μαρτίου 1900, ἐζήτησε καὶ πάλιν πληροφορίας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· τουτέστιν, ἢ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ οἰκοδομήσῃ, ἢ νὰ γείνῃ ὅ,τι θὰ γείνῃ διὰ τὸ σχέδιον, ὥστε, καὶ ἂν τὸ οἰκόπεδον καταλάβῃ δημοσία τις ὁδὸς χαρασομένη, νὰ ἀποζημιωθῇ, καὶ νὰ μὴ ἀναγκασθῇ ν’ ἀκολουθήσῃ δικαστικὸν ἀγῶνα, ὃν ἤρξατο σχεδόν, ἐπιδοὺς πρό τινος αἴτησιν θεραπείας.

§61Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§62Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς παραδοθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ τὸ ἀπαγορεύει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις ἐγὼ ἐμπιστεύομαι ταῦτα εἰς χεῖρας ὑμῶν.

§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ νόμου, ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1896, ἀπεστάλησαν εἰς Γερμανίαν πρὸς ἐκπαίδευσιν 6 νέοι, διὰ νὰ γένωνται δασολόγοι, καθωρίσθη δὲ ἡ χρονικὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν των εἰς 2½ ἔτη. Πάντες οὗτοι, ἐκ διαγωνισμοῦ προσληφθέντες ὑπότροφοι, ηὐδοκίμησαν, ὑπεβλήθησαν δὲ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Σχολῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσεις, καθ’ ἃς εἰς τὰς ἐξετάσεις ἦλθον πάντοτε πρῶτοι. Ἐν τούτοις εἰς τὰς ἐκθέσεις ταύτας οἱ διευθύνοντες τὰς Σχολὰς, παρ’ αἷς φοιτῶσιν οἱ νέοι οὗτοι, ὑποβάλλουσι τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει, ἵνα ἐξέλθωσιν ἄρτιοι ἐπιστήμονες, νὰ μείνωσι 3 ἀκόμη ἔτη. Ἐκ τῶν 2½ ἐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὁρίσει ὁ νόμος, ἐδαπάνησαν 6 μῆνας πρὸς ἐκμάθησιν τῆς γλώσσης, ἀπαιτοῦνται δὲ ἕτεροι 6 μῆνες, ἵνα παραμείνωσιν ἐκεῖ μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν των. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, παρατεῖνον τὴν διάρκειαν τῶν σπουδῶν τῶν νέων τούτων ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ἕξ μῆνας ἀκόμη. Περὶ τούτου εἶχε προνοήσει νομοσχέδιον, ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Τὸ νομοσχέδιον ἀφεώρα συνάμα καὶ εἰς σύστασιν εἰδικῆς διοικήσεως τῶν δασῶν· ἐπειδὴ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη, ἐπείγει δὲ ἡ ψήφισις τῆς διατάξεως ταύτης, ἀπέσπασα ταύτην ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ χορηγεῖται εἰς τοὺς εἰρημένους ὑποτρόφους καὶ ποσὸν 300 φράγκων, λόγῳ ἐξόδων ἐπανόδου, συγχρόνως δὲ κανονίζονται καὶ τὰ δίδακτρα, ὡς καὶ τὰ τῆς θέσεώς των εὐθὺς ὡς ἐπανέλθωσιν ἐνταῦθα.

§64Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ...

§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν ἔδωκε διαταγὴν, παραγγέλλων τοὺς ταμίας, ὅπως ἐκβιάσωσι τοὺς δήμους. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μίαν ἐξέδωκε διαταγὴν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ πρὸς τοὺς ταμίας· νὰ ἐκτελέσωσι τὸν νόμον καὶ ἀναλογισθῶσι τὰς εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουσιν αὑτοὺς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἰσπράξωσι τὰ εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλόμενα. Τὰ Ταμεῖα δὲν δύνανται ν’ ἀποδώσωσι, κατὰ τὸν νόμον, χρήματα εἰς δῆμον, ἐὰν οὗτος ἦναι ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὑπῆρχεν ἀληθῶς ἄλλοτε διάταξις ἐν τῷ νόμῳ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδίδοντο 2,000 δραχμαὶ εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους ὡς προκαταβολή· ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη κατηργήθη καὶ ἐλήφθη ἑτέρα πρόνοια διὰ τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος προὐνόησεν, ὅπως τὸ Δημόσιον ἔρχηται ἀρωγὸν εἰς ἐκείνους τῶν δήμων, τῶν ὁποίων τὰ χρηματικὰ μέσα δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ἵνα ἔλθῃ ἀρωγὸν, ἀπῄτησε νὰ ἐπιβληθῇ δασμὸς, ἢ νὰ αὐξηθῇ ὁ ὑπάρχων μέχρι 3% ἐπὶ τῶν ὠνίων· καὶ ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῆ πάλιν, ὅτι οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν εἰσπράττουσιν ἐκ τοῦ ἐπιβληθέντος ἢ τοῦ αὐξηθέντος δασμοῦ τῶν ὠνίων ὅσα ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τότε τὸ Δημόσιον ἔρχεται ἀρωγόν. Τὸ Δημόσιον, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ, ἦλθεν ἀρωγὸν κατὰ ποσὸν 1,200,000 δραχμῶν. Τὸ μέτρον τοῦτο ἀνεκούφισε τοὺς ἀπόρους δήμους. Δὲν γινώσκω τί συμβαίνει εἰς τοὺς δήμους, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὅ,τι ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἶναι, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τῶν δήμων εἶναι καταφανὴς, ἀλλὰ δὲν δύναται διοικητικῶς νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία. Ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὸ ζήτημα ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ ἀπὸ τοῦδε τὸ προσῆκον νομοθέτημα, διότι πολλαὶ καὶ ποικίλαι παρουσιάζονται δυσκολίαι. Ἐν τῷ παρασκευασθέντι σχεδίῳ λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως οἱ δῆμοι ἔχωσι τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 123).

§67Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§68Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς ὅσα θέλω εἴπει. Ἐκτὸς τοῦ νόμου τοῦ 1895, ὁ ὁποῖος ἔχει κανονίσει τὰ πράγματα, ὡς ἐξέθηκαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, ἠκολούθησε καὶ ἕτερος νόμος κατὰ τὸ 1896, ὁ ὁποῖος ἐβελτίωσε τὸν νόμον τοῦ 1895, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν τὸν ἔχω ἐνταῦθα πρόχειρον. Οὗτος ὁ νόμος ὥριζεν, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οἱ δῆμοι δὲν ἐπλήρωνον τοὺς δημοδιδασκάλους, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ αὐτούς, χρεώνουσα τοὺς δήμους. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ πληρώνῃ ἐκ τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου Ταμείου τοὺς δημοδιδασκάλους, ὁσάκις οἱ δῆμοι ἀδυνατοῦσι νὰ πράξουν τοῦτο, καὶ οὕτως ἐγένετο μέχρι τοῦδε, καὶ ἐχρεώθησαν οἱ δῆμοι μὲ τὰ ποσὰ, περὶ ὧν πολλάκις ὡμίλησα· ἤτοι: μὲ 1,202,667 δραχμὰς διὰ τὸ 1897, μὲ 834,535 δραχμὰς διὰ τὸ 1898, μὲ 1,341,425.88 διὰ τὸ 1899. Βεβαίως δύναται ὁ Ὑπουργός, ἀφοῦ οἱ δῆμοι εἶναι χρεωμένοι, νὰ κρατήσῃ τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν· εἶναι δικαίωμά του. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μέχρις οὗ ληφθῇ τὸ μέτρον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐν συνεννοήσει τῶν τριῶν Ὑπουργείων, Ἐσωτερικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Παιδείας, περὶ διευθετήσεως τῶν προκαταβολῶν τούτων, δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἡ αὐστηρότης, ἣν δεικνύει σήμερον ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ πρέπει νὰ κρίνῃ οὗτος, ποῖοι δῆμοι δὲν εὑρίσκονται εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν, καὶ τούτους ν’ ἀφήσῃ χρεωμένους μὲ τὸ ἰσότιμον τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων.

§69ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ παρακλήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ τῷ ὑποβάλω. Κατὰ τὸν Ἐμπορικὸν Νόμον, συνάλλαγμα, μὴ πληρωνόμενον ἅμα τῇ λήξει, διαμαρτύρεται, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἄρχονται αἱ νόμιμοι συνέπειαι. Ὅταν πρόκηται περὶ συναλλαγματικῆς φερούσης τὸν τύπον «μετὰ μῆνας 3 ἢ 6 ἀπὸ τῆς σήμερον», τότε, κατὰ τὰ παραδεδεγμένα ἀπὸ τὸν Ἐμπορικὸν Νόμον, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, — διότι ὅλοι οἱ μῆνες λογίζονται 30 ἡμερῶν — ὅτι ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν λήγει, εἶναι ὡρισμένη. Ἀλλ’ ὅπως γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος διετέλεσεν εὐδόκιμος δικηγόρος, πολλαὶ συναλλαγματικαὶ δὲν φέρουσι τὸν τύπον τοῦτον, ἀλλὰ γίνονται «μεθ’ ἡμέρας 30 ἢ 60 ἢ 100», καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ μέχρι τοῦδε ἡ πρᾶξις ἐπεκύρωσε, καὶ τὰ Δικαστήρια εἶχον καθιερώσει κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, ὅτι εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἡμερῶν συνυπολογίζετο καὶ ἡ ἡμέρα τῆς ἐκδόσεως, ὥστε συναλλαγματικῆς, ἐκδοθείσης μεθ’ ἡμέρας 60, ἦτο γνωστὴ ἡ ἡμέρα τῆς λήξεως, καὶ ἑπομένως ἐγίνετο τὸ διαμαρτυρικόν, καὶ ἦτο ἐντὸς τοῦ νόμου ὁ κάτοχος. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου, καὶ ἐσχάτως, νομίζω, ἐξεδόθησαν, ἂν μὴ πολλαί, δύο ἢ καὶ τρεῖς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀντίθετα διατάξασαι· παρεδέχθησαν, ἀντὶ τῆς μέχρι τοῦδε ἰσχυσάσης πράξεως, καὶ παρὰ τῶν Δικαστηρίων ἐφαρμοσθείσης, ὅτι εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν 90 ἡμερῶν τῆς προθεσμίας τῆς συναλλαγματικῆς δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ ἡ ἡμέρα τῆς ἐκδόσεως· ὥστε φέρει κατὰ μίαν ἡμέραν ἐπιβράδυνσιν τῆς λήξεως τῆς συναλλαγματικῆς. Τὰ ἄτοπα, τὰ ἐκ τούτου προκύπτοντα, εὐκόλως ἐννοοῦνται. Διαμαρτύρεται ἡ συναλλαγματικὴ π. χ. τὴν 28 Δεκεμβρίου, ὁ κάτοχος κινεῖ τὴν ἀγωγήν του, καὶ ὅταν, μετὰ 1 ἢ 2 ἢ 3 ἔτη, φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τῆς δίκης, ὁ Ἄρειος Πάγος λέγει, ὅτι δὲν εἶχε καλῶς κινηθῆ ἡ ἀγωγή, διότι ἡ διαμαρτυρία δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὴν 28, ἀλλὰ τὴν 29 Δεκεμβρίου. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἔμποροι μοὶ παρεπονέθησαν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀρνεῖται νὰ δεχθῇ εἰς προεξόφλησιν συναλλαγματικάς, φερούσας αὐτὸν τὸν τύπον. Καὶ διατί; Διότι ἡ Τράπεζα ὀφείλει νὰ περιφρουρήσῃ τὰ συμφέροντα αὐτῆς, καὶ νὰ ᾖναι ἐντὸς τῶν τύπων. Μοὶ παρέστησαν δέ, ὅτι, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπέλθωσι κατόπιν, ἠναγκάσθη ἡ Τράπεζα νὰ κάμῃ δύο διαμαρτυρίας, μίαν τὴν ἡμέραν τῆς λήξεως, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένα, καὶ ἑτέραν τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ οὕτω παραδεδεγμένη ὡς νόμιμος ὑπὸ τῆς τελευταίας ἀποφάσεως καὶ νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἐὰν τοῦτο ἔχῃ ἀκριβῶς, ὅτι δηλ. τοῦτο πράττει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατ’ ἀνάγκην διὰ τὰς παρ’ αὐτῇ ὑπαρχούσας ἐκκρεμεῖς συναλλαγματικάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται διαρκῶς αὐτό, καὶ συναλλαγματικαὶ δὶς νὰ διαμαρτύρωνται, οὐχὶ μόνον διὰ τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν συνεπάγει διπλῆ διαμαρτυρία εἰς τὸν κομιστήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς δυσκολίας τὰς πολλάς, τὰς ὁποίας συνεπιφέρει. Μοὶ παρεπονέθησαν περὶ τούτου ἔμποροι καθ’ ὅλα ἀξιόπιστοι, οἵτινες, καίτοι πιστοῦχοι εἰς τοὺς καταλόγους τῆς Τραπέζης, ἔβλεπον συναλλάγματα, παρ’ αὐτῶν κομιζόμενα, μὴ γινόμενα δεκτά, διότι ἦσαν ἐκδεδομένα ὡς πληρωτέα «μεθ’ ἡμέρας 50 ἢ 60 ἢ 100». Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορηθῇ, πῶς ἔχει τὸ ζήτημα, ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἂν πληροφορηθῇ, ὅτι ταῦτα οὕτως ἔχουσι, τότε νὰ σκεφθῇ, τί δύναται νὰ γείνῃ, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀτόπων καὶ τῶν ζημιῶν, αἵτινες ἐπέρχονται εἰς τὸ ἐμπόριον...

§70Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀφοῦ ἔχετε ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου...

§71ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ νομολογία δὲν εἶναι νομοθεσία, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, πρὸ τῆς ἀμφιβολίας ταύτης, ἡ ὁποία ἠνάγκασεν, ὡς μοὶ παρεπονέθησαν ἔμποροι, τὴν Τράπεζαν νὰ ἀρνῆται τὴν προεξόφλησιν συναλλαγματικῶν τοιοῦτον φερουσῶν τύπον, δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἴδῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διοικητικῶς, διὰ τῆς ἀνωτέρας δικαστικῆς ἀρχῆς, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο,—ὅπως καὶ ἐγὼ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν,— δύναται, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης—καὶ τοῦτο θὰ ἦτο τὸ πρακτικώτερον—νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἐπειδὴ θὰ ἦναι καθαρῶς ὑπηρεσιακὸν καὶ οὐδὲν βάρος θὰ προσθέτῃ, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας θὰ διευκολύνῃ τὸ ἐμπόριον, δὲν θὰ ἀπαντήσῃ οὐδὲ πολλὰς συζητήσεις, οὐδὲ καὶ δυσκολίας πρὸς ψήφισιν. Διὰ τοιούτου νομοσχεδίου θὰ καθαρισθῇ τελείως τὸ ζήτημα, ἀπαλλαττομένης τῆς ἐμπορικῆς τάξεως ἐκ μιᾶς ἀμφιβολίας, ἡ ὁποία παρεμποδίζει τὰς δοσοληψίας.

§72Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, διότι βεβαίως διοικητικὴ πρόνοια δὲν δύναται νὰ ληφθῇ, προκειμένου περὶ δικαστικῆς ἐνεργείας, διότι αἱ πρωτόδικοι ἀποφάσεις δύνανται νὰ προσβληθῶσι διὰ τῶν νομίμων ἐνδίκων μέσων. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπασχολεῖ ὁμολογουμένως τὸν ἐμπορικὸν κόσμον, διότι καὶ τὰ Δικαστήρια δὲν ἔθεσαν φραγμόν, ἰδίως δὲ ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος εἶχε καθῆκον νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν διχογνωμίαν, τὴν ἐπικρατοῦσαν ὡς πρὸς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἐνεργείας τοῦ διαμαρτυρικοῦ, διὰ τοῦτο προστίθεμαι καὶ ἐγὼ εἰς τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν, οὕτως ὥστε νὰ καθαρισθῶσι τὰ χρονικὰ ὅρια τῆς ἐνάρξεως καὶ τῆς λήξεως τῶν προθεσμιῶν τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, ὡς πρὸς τὰς συναλλαγματικάς.

§73Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μᾶς λέγετε, ποῦ στηρίζεται ὁ Ἄρειος Πάγος; Ἀφοῦ λέγει ἡ συναλλαγματικὴ «ἀπὸ σήμερον», διατὶ νὰ μὴ ὑπολογίζηται τὸ «σήμερον»; Εἶναι ἐναντίον τοῦ γράμματος τῆς συμφωνίας.

§74Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ Ἄρειος Πάγος, δυστυχῶς, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ Δικαστήρια, θέλοντα νὰ ἐξοικονομήσωσιν εἰδικὰς περιστάσεις, ἴσως δικαιολογουμένας οὐσιαστικῶς, ἐδέχθησαν ὁτὲ μὲν τὴν μίαν λύσιν, ὁτὲ δὲ τὴν ἄλλην. Ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντεταλμένος νὰ θέτῃ τέρμα εἰς τὴν κρατοῦσαν ταύτην ἀμφιβολίαν περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, οὐδὲν ἔπραξε· καὶ ὄχι μόνον οὐδὲν ἔπραξεν, ἀλλὰ καὶ ἀποφάσεις ἀντιφατικὰς ἐξέδωκε περὶ τούτου. Διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ κῦρος τῶν συναλλαγῶν.

§75Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ὅ,τι ἐγὼ γινώσκω, εἶναι, ὅτι πάντοτε ἐθεωρήθη ὡς κανὼν τὸ ἑξῆς· ὅτι δηλ. αἱ προθεσμίαι τοῦ ἀστικοῦ δικαίου καὶ ἑπομένως καὶ αἱ τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου (διότι τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον εἶναι σύνολον ἐξαιρετικῶν διατάξεων τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ὑπαγορευομένων ὑπὸ τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς ἐμπορίας) λογίζονται ὡς προθεσμίαι 30 ἡμερῶν. Ὁ μὴν ἑπομένως, ὁ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ἀποτελεῖται ἀπὸ 30 ἡμέρας, καὶ οὐχὶ πλειοτέρας. Ἐν τῇ Δικονομίᾳ ὁρίζεται, ὅτι δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἡμέρα τῆς ἐπιδόσεως. Ὅθεν προθεσμία μηνὸς εἶναι προθεσμία τριάκοντα ἡμερῶν, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἔτι ἡμέρας, δηλονότι τριάκοντα μιᾶς ἡμερῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, γινώσκω, ὅτι οὐδέποτε ἠμφισβητήθη τοῦτο ἐν τῇ δικαστικῇ ἡμῶν πρακτικῇ. Ἀλλά, ἐὰν εἶναι βάσιμον, ὅτι ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπόφασίς τις νεωτέρα, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει τοιούτου εἴδους νομολογία, καλὸν εἶναι βεβαίως νὰ ὑποβληθῇ ἑρμηνευτικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα λύσις.

§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλαβον ἐπιστολὴν, δι’ ἧς ὁ ἐπιστέλλων μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία αὑτοῦ περιῆλθεν ἐν κινδύνῳ, ὑπὸ τῶν δημοσίων ἀρχῶν παρασκευασθέντι. Καὶ ὅτι μὲν εἶναι ἀληθῶς ἰδιοκτήτης τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναγγέλλει, ὅτι εὑρίσκονται ἐν κινδύνῳ, ὁ γράφων, βεβαιοῖ τοῦτο, διότι παρατάσσει ἐν τῇ ἐπιστολῇ του σωρείαν ἀριθμῶν παραχωρητηρίων τοῦ Δημοσίου, δι’ ὧν παρεχωρήθησαν πρὸς αὐτὸν οἱ ἀγροί· ἦσαν δὲ τὰ κτήματα ταῦτα τοῦ Δημοσίου, διότι ἀνῆκον εἰς Ὀθωμανούς, κατέχει δὲ ὁ γράφων τὰ κτήματα ταῦτα 60 περίπου ἔτη, ὡς βεβαιοῖ, διότι ἐκληρονόμησεν αὐτὰ παρὰ τοῦ πατρός του, μονογενὴς υἱὸς αὐτοῦ τυγχάνων. Ὅτι ὅμως τὰ κτήματα ταῦτα αὐτοῦ κινδυνεύουσι, δὲν ἔχω ἄλλην ἀλλαχόθεν πληροφορίαν, ἀλλ’ ἔχω παραστάσεις αὐτοῦ τούτου, ἰσχυριζομένου, ὅτι μακρὰν τῶν ἀγρῶν αὐτοῦ ὑπάρχει ἰχθυοτροφεῖον, τοῦ ὁποίου ὁ ἐνοικιαστὴς συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ κατορθώσῃ νὰ κατακλυσθῶσιν οἱ ἀγροὶ τοῦ γράφοντος διὰ τῶν ὑδάτων τοῦ ἰχθυοτροφείου, ὥστε νὰ καταλάβῃ αὐτοὺς, ὡς συνέχειαν τῆς περιφερείας τοῦ ἰχθυοτροφείου. Διὰ τοῦτο ἀπέφραξε τὰς τάφρους, δι’ ὧν διαρρέουσι τὰ ὕδατα, καὶ ἐπέχωσεν αὐτοὺς, ἵνα μὴ διαρρέωσι τὰ ὕδατα καὶ ἐκβάλλωσιν εἰς τὴν θάλασσαν. Τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ὡς μοὶ γράφει, ἠναγκάσθη ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ λάβῃ προσωρινὰ μέτρα, ὁ δὲ Εἰρηνοδίκης ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν ἀποδείξεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἰχθυοτροφείου εἶναι δικαιοδόχος τοῦ Δημοσίου, ἀνεφέρθη, φαίνεται, οὗτος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς προθέσεις τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ δικηγόρος τοῦ Δημοσίου τρεῖς μέχρι τοῦδε ὑπέβαλεν ἐφέσεις, καὶ πέντε αἰτήσεις παρατάσεως προθεσμίας, καθ’ ἃ μοὶ γράφει ὁ εἰρημένος φίλος μου. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, φαίνεται, ὅτι ἄνθρωπός τις ἐκ τῶν περὶ τοὺς Ὑπουργοὺς κατώρθωσε νὰ ἐκδοθῇ παρ’ αὐτῶν διαταγὴ, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἰχθυοτροφείου ἐστρατολόγησεν ἄνδρας ἀπό τε τὴν Πυλίαν καὶ ἀπὸ τὴν Τριφυλίαν, προσέτι δὲ καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας παρακειμένας ἐπαρχίας, καὶ τῇ ὑποστηρίξει αὐτῶν ἐπέχωσε τὰς τάφρους τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ κατέστρεψε τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ γράφων ταῦτα, εἶναι ἔντιμος, ἔχει δὲ ἀπόδειξιν, ὅτι τιμῶσιν αὐτὸν οἱ συμπολῖται αὐτοῦ, διότι εἶχον ἐμπιστευθῆ αὐτῷ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον καὶ τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι συμπολίτης αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔχει αὐτός, ἢ οἱ φίλοι αὐτοῦ, συμπαθείας πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν τοῦ ἰχθυοτροφείου· τοῦτο δ’ εἰς αὐτὸν ἀνήκει νὰ ἐξετάσῃ, ἵνα μὴ ὑπολαμβάνηται αὐτὸς ὡς προστάτης τοιούτων ἐκθέσμων πράξεων. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ δώσῃ διαταγὰς, νὰ μὴ ἀναμιγνύηται ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία εἰς ὑποθέσεις, αἵτινές εἰσιν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διότι ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν θέλει ἐπιφέρει κακὰ ἀποτελέσματα, βεβαίως δὲ ζημίας εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ὁ κύριος Μπόμπολας ἐκίνησεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ εὐλόγως ζητεῖ ἀποζημίωσιν· τὸ Δημόσιον δὲ θέλει πληρώσει δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν ἕνεκα τῆς συμπαθείας τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν.

§77ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον ἀναφορὰν τοῦ κ. Μπόμπολα...

§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Μπόμπολας μοὶ γράφει.

§79ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μὲ ἠξίωσεν ἀπαντήσεως. Μάλιστα παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ, διότι δὲν τὸν συμφέρει, ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν...

§80Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε.

§81ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει νὰ κάμῃ κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Μπόμπολας ἦτο Δήμαρχος, ἀλλ’ οὐχὶ φίλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.

§82Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τῆς ἐνεργείας τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν δὲν παρεπονέθη ὁ κ. Μπόμπολας.

§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν παρεπονέθη κατὰ τῆς ἐνεργείας τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ παρεπονέθη κατὰ τῶν ἐνεργειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐνέχονται οἱ περὶ τοὺς Ὑπουργούς. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναφέρω Ὑπουργόν.

§84Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω οὐδὲ ποῖος εἶναι ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἰχθυοτροφείου, οὐδὲ περὶ τίνος πρόκειται.

§85Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐκ Τριφυλίας ἕλκει τὸ γένος.

§86ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζετε ὅμως, ὅτι ὁ κ. Μπόμπολας εἶναι πρώην Δήμαρχος, καὶ δὲν εἶναι φίλος σας.

§87Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ αὐτό;

§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κατήγγειλαν, ὅτι φίλοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπενέβησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ ἀντίθετος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Μπόμπολας, ὁ κομματάρχης τῆς Πυλίας, καταδιώκεται μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ τοῦ ἀφαιρῆται ἡ περιουσία του παρανόμως.

§89Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδὲ τοὺς φίλους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁρίζετε, οὐδὲ τὸν ἐνοικιαστήν, ἐπαναλαμβάνω γνωρίζω· παραδέχεσθε δὲ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐξετέλεσε καὶ ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της. Ἐὰν δὲ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε πολλὰς ἐφέσεις ἢ πολλὰς αἰτήσεις, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.

§90ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπέτρεψαν ὅμως τὰ ὄργανα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παρεκτραπῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ ἔνοπλοι, καὶ νὰ καταστρέψωσι τὸ κτῆμα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ.

§91Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ πάλιν διαβεβαιῶ ὑμᾶς, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὑποθέσεως.

§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς οὐδεμίαν ἔχετε ἁρμοδιότητα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως· ἑπομένως εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδώσητε διαταγὴν ἐπίσημον. Ἀλλ’ ὁ γράφων λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημόσιον, χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὰς διαμαρτυρίας καὶ αἰτήσεις, ἃς ὑπέβαλον αὐτῷ, καὶ τοὺς τίτλους μου, οὓς ὑπέδειξα τῷ κ. Οἰκονομικῷ Ἐφόρῳ, καὶ ἐζητούμην νὰ ἐξετάσῃ προηγουμένως τὰ πράγματα ἐπισταμένως, καὶ μοὶ ἀποδώσῃ τὸ ἀνῆκον δίκαιον, παρ’ ἐλπίδα τὴν 9 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τηλεγραφικῶς τὸν ἐνταῦθα Ἔφορον καὶ κατέστρεψε δι’ ἐργατῶν του τινὰς τῶν ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἔτι ὑπαρχουσῶν τάφρων τῶν κτημάτων μου. Ἐν ᾧ δὲ ἀνέγνων ἀπάφασιν τοῦ Ὑπουργείου, ἀναγνωρίζουσαν τὸ δίκαιόν μου, παραδόξως τοῦτο διέταξε καὶ αὖθις τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Πυλίας, ὅστις, ἐπὶ κεφαλῆς χωροφυλάκων καὶ δεκάδων ἐργατῶν, στρατολογηθέντων ἐξ ἄλλης ἐπαρχίας, ἤτοι τῆς Τριφυλίας, ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ ἰχθυοτροφείου μετέβη τὴν 11 τρέχοντος μηνὸς εἰς τοὺς ἐν τῇ θέσει Πέρα Γιάλοβα ἀγρούς μου, ἀπέχοντας ἐκ τῶν ἀκτίνων τοῦ ἰχθυοτροφείου πλέον τῆς ἡμισείας ὥρας, καὶ κατέστρεψε τελείως τὰς ἐπὶ Τουρκοκρατίας ὑπαρχούσας τάφρους τῶν ἐκεῖ ἰδιοκτήτων σταφιδαμπέλων μου καὶ ἀγρῶν μου...»

§93Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἐξεδόθη διαταγή τις ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως ἐξεδόθη ἐπὶ παραστάσεσι διαφόροις ἢ ὡς παρίσταται ἡ ὑπόθεσις διὰ τῆς ἐπιστολῆς, τῆς ἀναγνωσθείσης. Ἐὰν κατετέθη ἀναφορά, ὡς λέγει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, τοῦ ἐνδιαφερομένου, καὶ ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ζητήσω νὰ μοὶ χορηγηθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι. Ἐπειδὴ ὅμως γίνεται λόγος περὶ τούτου ἐνταῦθα, θὰ διατάξω αὔριον τὰ προσήκοντα, ὅπως μηδεὶς στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του, διότι οὐδέποτε οὐδὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ ἄλλος τις Ὑπουργὸς εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβῃ τὴν ἰδέαν νὰ στερήσῃ ἕνα ἰδιώτην τῆς περιουσίας του χάριν οἱουδήποτε δημοσίου συμφέροντος.

§94Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κατὰ Ἰούλιον ἐ. ἔ. τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Λάκμωνος τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας ἐπέβαλε φόρον δημοτικὸν ξυλείας, τὸ δὲ περὶ τούτου ψήφισμα ἐνεκρίθη κατ’ Αὔγουστον ἐ. ἔ. Ἐν ᾧ δὲ ὁ φόρος οὗτος ἐνεκρίθη, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰσπρακτέος ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1900, συμπολίτης μού τις παραπονεῖται, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης Τρικκάλων ἐνέκρινεν ἐντάλματα ἐναντίον ἑνὸς ἐργοστασιάρχου καὶ ἑνὸς ξυλεμπόρου ἐν Πάτραις, διὰ τῶν ὁποίων ἐνταλμάτων ζητεῖται νὰ πληρώσωσι φόρον δημοτικὸν ξυλείας διὰ ξυλείαν ὑλοτομηθεῖσαν πρὶν ἢ ἐγκριθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τουτέστι διὰ ξυλείαν ὑλοτομηθεῖσαν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1899 μέχρι τοῦ Μαρτίου 1900, δηλαδὴ ὑλοτομηθεῖσαν τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας προτοῦ ἐγκριθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Παραπονεῖται λοιπὸν ὁ συμπολίτης μου ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐργοστασιάρχου καὶ τοῦ ξυλεμπόρου, τῶν ἐν Πάτραις, ἐνήργησε τὴν ὑλοτομίαν ταύτην, ὅτι τὰ ἐντάλματα ταῦτα εἶναι παράνομα, διότι τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ἐγκριθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου Νομάρχου, ἐφ’ ὅσον εἶναι φορολογικὸν, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Παρακαλεῖ λοιπὸν ἐμέ, ὅπως συστήσω πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ παράπονον τοῦτο, καὶ, εἰ δυνατόν, νὰ διατάξῃ τὸν κ. Νομάρχην νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων τούτων, διότι φρονεῖ, ὅτι καὶ ἡ παρὰ τούτου ἔγκρισις καὶ ἡ ἐκτέλεσις εἶναι παράνομος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, καὶ, ἂν ᾖναι ἀληθές, νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐνταλμάτων τούτων, καθόσον ἀληθῶς εἶναι παράνομα, ἀφοῦ τὰ φορολογικὰ δημοψηφίσματα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἀλλ’ ἤδη ἔρχομαι εἰς ἕτερον ζήτημα. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην, καταθέτων σημείωμα, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει ἀπὸ τῆς 25 Νοεμβρίου, περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον εἰσεπράχθη ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τῶν προωρισμένων διὰ τὴν μελέτην πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ. Κατὰ τὸ σημείωμα τοῦτο, «ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου ἐ.ἔ. μέχρι τῆς 16 τρέχοντος μηνὸς ἐκ μὲν τοῦ Τελωνείου Βόλου καὶ τῶν εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτοῦ ὑπαγομένων ὑποτελωνείων ὁ φόρος οὗτος ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 28,426.90, ἐκ δὲ τοῦ Τελωνείου Λαρίσης καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸ Τελωνείων εἰς δραχμὰς 196.25, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 28,623,15. Αἱ προβλέψεις ὅμως τῶν ἐμπόρων Βόλου ἦσαν ὅλως ἀλλοῖαι τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἀπάντησις αὕτη. Ἐκεῖνοι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ποσὰ θὰ ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα, καὶ ἑπομένως ἀνησυχοῦσι, καὶ ζητοῦσι νὰ ἴδωσι, μέχρι τίνος εἶναι δυνατὸν νὰ φθάνωσι τὰ ποσὰ ταῦτα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἀρτία, ὥστε νὰ μᾶς δώσῃ τὸ ἀκριβὲς ποσὸν τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντων. Μοὶ δίδει δὲ ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσω τοῦτο ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον διένειμαν πρὸς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτὰς τὰ μέλη τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου. Ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τούτου προκύπτει, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη εὐθὺς ὡς ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐνῷ ἐδημοσιεύθη τὴν 15 Ἀπριλίου ἐ. ἔ., ἡ εἴσπραξις μόλις ἤρχισε τὸν Ἰούλιον ἐ. ἔ., κατὰ δὲ τὸ τρίμηνον ἐκεῖνο διάστημα οὐδεμία εἴσπραξις, τοὐλάχιστον ἐν τῷ Τελωνείῳ Βόλου, ἐγένετο· ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν δεδομένα ἀσφαλῆ, ὥστε νὰ κρίνωμεν, ποῖον εἶναι τὸ ἀληθὲς ποσόν, τὸ εἰσπραχθησόμενον ἐν τοῖς Τελωνείοις ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Τοῦτο ὅμως ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον Βόλου νὰ διαμαρτυρηθῇ, καὶ νὰ θεωρήσῃ ὡς παράδοξον τὴν ἀπαίτησιν τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς Βόλου, ἡ ὁποία ἀξιοῖ νῦν, ὅτε τὰ ἐμπορεύματα ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Τελωνείου, νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ἐμπορικὸν κόσμον τοῦ Βόλου εἰς τὴν δι’ αὐτὰ πληρωμὴν φόρου· καὶ ὅταν ὑποχρεῶται ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τοῦ Βόλου, βεβαίως ὑποχρεοῦται ὁλόκληρον τὸ Θεσσαλικὸν ἐμπόριον. Ζητεῖ λοιπὸν ὁ Τελώνης νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ἐμπορικὸν κόσμον τοῦ Βόλου νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον διὰ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἤδη ἔλαβεν ἐκ τοῦ Τελωνείου, διὰ τὰ ἐμπορεύματα δηλαδή, τὰ ὁποῖα ἔλαβε κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Τελώνης Βόλου δὲν ἐνόει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου εἶναι δικαία, καὶ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, λαβοῦσα ἤδη γνῶσιν τοῦ παραπόνου τούτου, θέλει λάβει μέτρον, ὅπως κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον Βόλου νὰ συνέλθῃ καὶ συντάξῃ τὸ ὑπόμνημα, περὶ οὗ ὁ λόγος. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τούτου προκύπτει καὶ ἑτέρα πληροφορία, λίαν ὠφέλιμος, τὴν ὁποίαν συνιστῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο (ἀναγινώσκει) «ἡ Θεσσαλία ἐφορολογήθη ἤδη ἄλλοτε δι’ ὑδραυλικὰς μελέτας, γενομένας ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, καὶ εὑρισκομένας ἐν ἀντιγράφῳ, ὡς πληροφορούμεθα, εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου Θεοφάνους Πετροχείλου, τοῦ ἀναλαβόντος ἐν καιρῷ τὴν ἐργολαβίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας, ματαιωθεῖσαν κατόπιν». Ὁ Θεοφάνης Πετρόχειλος οὗτος εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἐργολάβων, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων κατεκυρώθησαν τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ ἐκτελέσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τούτου προκύπτει, ὅτι ἔχει εἰς χεῖράς του ἀντίγραφα τῶν σχεδιαγραμμάτων περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, τότε εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς περιστάσεως, λίαν εὐκολυνούσης τὸ πρᾶγμα· διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νέα μελέτη διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα εἶναι περιττὴ, καὶ ἑπομένως ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ὑφίσταται ὁ φόρος οὗτος θὰ ἐκλείψῃ, ἂν ἀληθῶς αἱ μελέται ὑφίστανται ἄρτιαι καὶ πληροῦσιν ὅλους τοὺς ὅρους τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς μελέτην τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων. Καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων παραπονεῖται ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου· παραπονεῖται, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων εἶναι τόσον βαρὺς, ὥστε ἔχει ἀποκλείσει πλέον τὸν συναγωνισμὸν πρὸς τὰς ἀγορὰς τῶν πέριξ τμημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἰσχυρίζεται, ὅτι τὸ ἐμπόριον Βόλου εὑρίσκεται ἐν ἥττονι μοίρᾳ ἀπέναντι τοῦ ἐμπορίου τῆς Φθιώτιδος, π. χ., τῆς Χαλκίδος, τῆς Σκοπέλου κλπ., καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον πλέον, ἕνεκα τῆς ἐπιβληθείσης ταύτης φορολογίας, νὰ συναγωνίζηται πρὸς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας· ὄχι δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἔμποροι τῶν μερῶν ἐκείνων, εἰσάγοντες τὰ ἐμπορεύματα αὑτῶν εἰς τοὺς πέριξ λιμένας, καὶ ἀπαλλαττόμενοι οὕτω τοῦ φόρου τούτου, κατόπιν εἰσάγουσιν αὐτὰ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ οὕτω συναγωνίζονται ἐπὶ ἀνίσοις ὅροις πρὸς τοὺς ἐμπόρους τοῦ Βόλου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐπιφέρουσι ζημίας μεγάλας. Καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων ὁμιλοῦσιν οἱ ἔμποροι Βόλου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσωσιν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τὸ ὑπόμνημα, καὶ νὰ λάβωσι μέτρον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀρθῶσι πᾶσαι αἱ δυσχέρειαι καὶ τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα συναποτελοῦσι τὸ παράπονον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου, τὸ ὁποῖον παράπονον δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπὸ τὴν ἁρμόζουσαν ἔποψιν, καὶ νὰ σπεύσῃ διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ διορθώσῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον διατυποῦται ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ.

§95Ν. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ σήμερον τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου, ἀναφέρον ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τρικκάλων, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, καὶ θὰ τὸ μελετήσῃ, διότι ἐξ αὐτοῦ πλεῖστα ὅσα θέλει συναγάγει συμπεράσματα, ὠφέλιμα καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους Βόλου. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ ἐπεβλήθη φόρος 2% ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων διὰ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ Τελωνείων καὶ ὑποτελωνείων ἐμπορευμάτων, ¼ τοῦ λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῶν σιτηρῶν καὶ ἀλεύρων, τῶν ἐκ τοῦ Τελωνείου Βόλου ἐξαγομένων, ἢ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μεταφερομένων, καὶ ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ ἐκ τοῦ αὐτοῦ Τελωνείου ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἢ μεταφερομένου εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Τὸ προϊὸν τοῦ φόρου τούτου προωρίσθη διὰ τὴν μελέτην τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας· ἀλλὰ τί ἀπέφερε μέχρι τοῦδε ὁ φόρος οὗτος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν. Ἐὰν πράγματι, Κύριοι, ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη φορολογία, δύο κακὰ θὰ προκύψωσιν· ἀφ’ ἑνὸς ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, διότι ἤδη πλεῖστα ἐμπορεύματα δὲν εἰσάγονται διὰ τοῦ λιμένος Βόλου, καὶ μετά τινα καιρὸν ὅλα τὰ ἐμπορεύματα δὲν θὰ εἰσάγωνται διὰ τοῦ λιμένος αὐτοῦ, καθόσον οἱ ἔμποροι, κερδοσκοποῦντες, εἰσάγουσι τὰ ἐμπορεύματα αὑτῶν εἰς ἄλλον λιμένα τοῦ Κράτους, καὶ ἐκεῖθεν τὰ εἰσάγουσιν εἰς Βόλον, ὡς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ μεταφερόμενα. Οὕτω δὲν θὰ εἰσπράττηται τίποτε μετά τινα χρόνον διὰ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προωρίσθη ὁ φόρος. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ζημιοῦνται καὶ αἱ ἐμπορικαὶ τάξεις, ἢ μᾶλλον νεκροῦται τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἰδίως τοῦ Βόλου, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι εἶναι ἡ μόνη πόλις, ἡ ὁποία ἔχει πρόοδον. Ἀλλὰ τὸ ὑπόμνημα δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας· διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐγένετο ἀκριβὴς μελέτη περὶ τούτων παρὰ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, καὶ τὸ Κράτος ἐδαπάνησεν οὐκ’ ὀλίγα, καὶ ἰδίως ἐκ τῆς εἰδικῆς φορολογίας. Τὰ σχετικὰ σχεδιαγράμματα ὑπάρχουσι παρὰ τῷ ἐργολάβῳ, τῷ ἀναλαβόντι τότε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος προσφέρεται νὰ δώσῃ τὰ σχεδιαγράμματα, οὕτω δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ λάβῃ ἀνάγκην νέας μελέτης, ἤ, ἂν λάβῃ ἀνάγκην, θὰ κάμῃ συμπληρωματικὴν μόνον τοιαύτην, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος δὲν θὰ δαπανήσῃ πολλά. Καλὸν λοιπὸν εἶναι νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος αὐτὸς, διότι ὁ τόπος πάσχει ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλὰ συνέπεια τούτου εἶναι καὶ ἕτερον ἄτοπον, τὸ ἄτοπον, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος οὗτος ἐδημοσιεύθη τὸν Ἀπρίλιον ἐ. ἔ., ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἤρχισε μετὰ τρεῖς μῆνας, διέταξε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς τελώνας καὶ ὑποτελώνας Θεσσαλίας νὰ εἰσπράξωσι τὸν φόρον ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου· ἀλλ’ οἱ εἰσαγαγόντες κατὰ τὸν μῆνα ἐκεῖνον καὶ κατὰ τοὺς δύο προηγουμένους ἐμπορεύματα τὰ εἰσήγαγον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ νόμου, καὶ ἐπλήρωσαν τὸν φόρον δυνάμει αὐτοῦ. Σήμερον δὲ οἱ τελῶναι καὶ οἱ ὑποτελῶναι ἐκδίδουσι προσκλήσεις εἰς τοὺς εἰσαγαγόντας τότε ἐμπορεύματα, ἵνα προσέλθωσι καὶ καταβάλωσι τὸν φόρον. Φαντάσθητε, ποία ζημία προκύπτει ἐντεῦθεν, διότι οἱ εἰσαγαγόντες ἐκανόνισαν τὰς ἐμπορικάς των σχέσεις μετὰ τρίτων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀρχικῶς καταβληθέντος δασμοῦ. Διὰ ταῦτα θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, τοὐλάχιστον διὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα, καὶ ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τοὺς κατ’ αὐτὸ εἰσαγαγόντας ἐμπορεύματα, διότι ἄλλως καταστρέφεται τὸ ἐμπόριον τοῦ Βόλου.

§96ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον χθὲς ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ διὰ τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι τῆς νέας Κουτσούφλιανης παραπονοῦνται, ὅτι δὲν παρεχωρήθησαν ἔτι εἰς αὐτοὺς αἱ γαῖαι πρὸς καλλιέργειαν, διότι δὲν ἐπερατώθη ἡ καταμέτρησις τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, ἵνα τοῖς δοθῇ, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον· ἐπειδὴ δὲ προβλέπουν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ σπείρωσιν ἐφέτος, διότι παρῆλθε πλέον ὁ καιρὸς, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· διότι, ἀφοῦ δὲν δύνανται οὔτε τὰς οἰκογενείας αὑτῶν νὰ συντηρήσωσι, πῶς θὰ δυνηθῶσι νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον;

§97Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀπὸ ἕξ ἤδη μηνῶν ὁ Δήμαρχος Σπαρτιατῶν προσεβλήθη δυστυχῶς ὑπὸ ἡμιπληγίας, καὶ ἔκτοτε διαμένει κλινήρης, μεθ’ ὅλας τὰς διαψεύσεις, τὰς ὁποίας δημοσιεύουσιν ἐν ὀνόματι αὐτοῦ εἰς τὰς ἐφημερίδας. Τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, ἵνα ζητήσωσι παρὰ τοῦ Νομάρχου νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ ἐνεργῆται ἡ ὑπηρεσία ὑπὸ τοῦ ἕκτου παρέδρου, εἰς ὃν ἀνετέθη αὕτη τῇ θελήσει τῶν οἰκείων τοῦ κ. Δημάρχου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ πρώτου, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος· ἀλλ’ ὁ κ. Νομάρχης, οὐδόλως λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν νόμιμον αἴτησιν τῶν δημοτικῶν συμβούλων, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου εἰς τὸν ἕκτον δημαρχικὸν πάρεδρον, ὡς ἀναπληρωτὴν τοῦ ἀνικάνου Δημάρχου. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Δημάρχου νὰ ἀναθέτῃ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου εἰς ὅντινα αὐτὸς θέλει, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἀναθέτῃ αὐτὴν εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ὥρισεν ὡς ἀναπληρωτὴν αὐτοῦ, ἀπόντος ἢ κωλυομένου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἐπιτακτικῶς διατάξῃ τὸν Νομάρχην, ἀμέσως νὰ προσκαλέσῃ τὸν πρῶτον δημαρχικὸν πάρεδρον, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου, ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται ὁ Δήμαρχος νὰ ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν, νὰ παύσῃ δὲ νὰ τιμωρῇ τοὺς συμβούλους, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀπειθοῦντες δὲν προσέρχονται εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ δὲν προσέρχονται διότι δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπακούωσιν εἰς πρόσκλησιν ἀναρμοδίου προσώπου. Μετὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον ὑπέβαλον, νὰ προσαγάγῃ τοὺς φακέλους, τοὺς ἀφορῶντας τὰς καταχρήσεις τοῦ ταμίου Κυριακοῦ. Δὲν θέλω διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης νὰ ἐξυπηρετήσω οὔτε προσωπικὸν, οὔτε κομματικὸν συμφέρον· θέλω μόνον νὰ ἐξετάσω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράττωνται τοιαῦται καταχρήσεις, χωρὶς νὰ ἔχωσι γνῶσιν οὔτε ἐπιθεωρηταὶ, οὔτε ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία. Πιστεύω, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποφεύγῃ ἐπὶ δύο ἤδη Συνόδους τὴν προσαγωγὴν τοιούτων ἐγγράφων. Καὶ τότε μὲν ἐδικαιολογήθη, ὅτι ἡ δικογραφία εὑρίσκετο ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς δίκης κατὰ τοῦ ὑπολόγου δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ προσάγωνται τὰ ἔγγραφα. Ἡ ἀποφυγὴ τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν δύναται νὰ δώσῃ ὑπονοίας, ὅτι γίνεται, ὅπως μὴ ἀποκαλυφθῶσιν ἔνοχοι καὶ ἄλλοι ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἄνευ τῶν ὁποίων μοὶ φαίνεται πολὺ δύσκολον νὰ διαπράττωνται τόσον μεγάλαι καταχρήσεις ἐν τοῖς Ταμείοις, καὶ νὰ ἀνακαλύπτωνται μετὰ πάροδον πολλῶν ἐτῶν· διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν βλέπω, τίνα λόγον ἔχουν οἱ ἐπιθεωρηταὶ καὶ τόσοι ἄλλοι ὑπάλληλοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἂν πρόκηται νὰ συμβαίνωσι τοιαῦται καταχρήσεις, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν οὗτοι εἴδησιν.

§98Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀνακριβές, ὅτι ἐγὼ ἀπέφυγον νὰ καταθέσω ἔγγραφα. Εἶπον τότε, ὅτι δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσι, διότι ἀπετέλουν δικογραφίαν ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον ποινικοῦ Δικαστηρίου δίκης, εὐθὺς δὲ, ὡς ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, θέλω τὰ καταθέσει.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.

§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ φέρω ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὅπως δήποτε ἐγὼ θέλω καταθέσει σημείωμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ζητήσω τὰς ἑπομένας πληροφορίας: αʹ) Πόσους καταδίκους δύναται νὰ περιλάβῃ τὸ Ἐφηβεῖον Ἀβέρωφ· βʹ) πόσους φύλακας ἔχει, ὡς καὶ πόσους τεχνουργούς, καὶ ποῖον μισθὸν λαμβάνουσιν οὗτοι· γʹ) πόσους θὰ περιλάβῃ τὸ παράρτημα· δʹ) ποῖον σωφρονιστικὸν σύστημα ἐφαρμόζεται εἰς τὸ Ἐφηβεῖον· εʹ) ποῖα ἐργοστάσια ἔχουν καταρτισθῆ ἐν τῷ Ἐφηβείῳ, καὶ ἂν ἐργάζονται πάντες οἱ κατάδικοι· στʹ) ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα ἐν γένει τοῦ Ἐφηβείου· ζʹ) ποῖα τὰ τυχὸν ἔσοδα τοῦ Ἐφηβείου σήμερον, καὶ ποῖα, κατὰ πιθανοὺς ὑπολογισμούς, ἐν τῷ μέλλοντι· ηʹ) τέλος, ποῖα τὰ ἠθικὰ ἐν γένει ἀποτελέσματα μέχρι τοῦδε τοῦ Ἐφηβείου. Θέλω ὅμως παρακαλέσει ὑμᾶς ἰδιαιτέρως, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἀποστείλητε, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, τὸ σημείωμα τοῦτο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶναι πιθανὸν νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἔχω δὲ ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν, καθόσον θέλω φέρει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι συνηθέστατα συμβαίνει, νὰ ζητῶμεν πληροφορίας παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀπαντῶσιν ὅτι δὲν ἔλαβον τὰς αἰτήσεις ἡμῶν, ἢ φέρουσι τὰς πληροφορίας, ὅταν ἄρχηται ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ καὶ ὅταν ἔχῃ λήξει ἡ συζήτησις, ὅτε καὶ ἐγὼ θεωρῶ ἄτοπον νὰ ἀρχίζουν ἐκ νέου.

§101Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν πρό τινων ἡμερῶν ἔφερεν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Χοϊδᾶς, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο μακρὸς λόγος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰ καθήκοντα τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος συμβιβάζονται πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, ἀναγκάζομαι νὰ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς σύστασιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Ἐν τῷ δήμῳ Πελλήνης τῆς ἐπαρχίας μου τυγχάνει δημοτικὸς σύμβουλος καὶ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Χωρέμης τις, ἐν ταυτῷ δὲ καὶ δικαστικὸς κλητήρ, μετερχόμενος τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο. Πρὸ μηνῶν ἔχει ὑποβληθῆ καταγγελία καὶ ἔκθεσις τῶν συμβάντων ἐκεῖ εἰς τὸν Νομάρχην Κορινθίας, καὶ ὁ Νομάρχης τὴν ἔκθεσιν ταύτην τῶν ἐκεῖ ἐνδιαφερομένων ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ, δὲν γνωρίζω διατὶ, μολονότι ἔκτοτε παρῆλθεν ἀρκετὸς καιρὸς, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐνήργησέ τι ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἐγὼ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, δηλῶ, ὅτι δὲν εἶμαι τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ αἱρετὸν ἀξίωμα, ἀλλὰ δύναται μόνον νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐχορήγησεν εἰς τὸν δικαστικὸν κλητῆρα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐπιθυμῶ, καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δείξῃ, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν νομιμοφροσύνῃ, ὅτι τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ τὰ αὐτὰ σταθμὰ ἔχει ἐπὶ ὅλων τῶν τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεων, καὶ διὰ τοῦτο ὑποχρεοῦται, συμφώνως πρὸς τὴν ἐκπεφρασμένην γνώμην του, νὰ παύσῃ τὸν Χωρέμην ἐκ τοῦ ἀξιώματος τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀόρατός τις χεὶρ ἐμποδίζει τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὸ νὰ ἐπισημοποιήσῃ τὴν πρᾶξίν του ταύτην διὰ τῆς ὑπογραφῆς του. Ἐν τούτοις ποιοῦμαι τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ, συμμορφούμενος πρὸς τὴν γνώμην του, νὰ παύσῃ τὸν δικαστικὸν τοῦτον κλητῆρα τῶν καθηκόντων τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου.

§102Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γνωστόν, κ. Πρόεδρε, κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1899 ἐψηφίσαμεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεκυρώθη σύμβασις μεταξὺ τοῦ δήμου Πατρέων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν καὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν ἀφ’ ἑτέρου περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τροχιοδρόμου ἐν Πάτραις. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία ἦτο ὑπόχρεως νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὐλάχιστον δύο γραμμὰς ἐντὸς 18 μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ, καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον σχεδὸν οἱ 18 μῆνες, ἐν τούτοις οὔτε ἔναρξιν τῆς ἐργασίας ἔκαμε. Νομίζω, ὅτι αἱ ἀνάδοχοι Ἑταιρεῖαι ἐξεχώρησαν τὸ ἔργον εἰς τὴν Ἑταιρείαν Thomson Huston, ἀλλὰ καὶ αὕτη οὐδὲν ἔπραξε. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία σκοπῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἢ ὄχι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν Ἑταιρείαν, διότι δυνητικὸς εἶναι ὁ περὶ τούτου ὅρος, ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον, κατ’ ἀνάγκην θὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος.

§103Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶχον καταθέσει πρὸ ἡμερῶν ἐπερώτησιν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποῦ εἰργάσθησαν τὰ συνεργεῖα, τὰ λειτουργοῦντα πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν αἰτήσεων κλπ. περὶ δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, καὶ πόσον καιρὸν εἰργάσθησαν εἰς ἕκαστον μέρος. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας. Πλὴν τούτου, κάμνω γνωστὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀδικίαν, διαπραττομένην παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας, περὶ τῆς ὁποίας βεβαίως δὲν ἔχει γνῶσιν· διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν εἶχε γνῶσιν τῆς ἀδικίας, ἤθελεν ἄρει αὐτήν. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῶν ἵππων τῶν κηπουρῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τοὺς ἵππους τούτους μεταχειρίζονται οἱ κηπουροὶ χάριν τῶν ἐργασιῶν τῶν κήπων, οἷον πρὸς κίνησιν τῶν μαγγανίων καὶ πρὸς μεταφορὰν τῶν προϊόντων αὐτῶν. Οὐχ ἧττον ὅλοι σχεδὸν οἱ κηπουροὶ κατηγγέλθησαν ὡς ἔχοντες ἀροτριῶντα κτήνη, καὶ ὅτι δὲν ἐδήλωσαν ταῦτα, καὶ οὕτως ἀπειλοῦνται μὲ πρόστιμον. Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο εἶναι καθαρὰ ἀδικία, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνων γνῶσιν αὐτῆς, θέλει σπεύσει νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν εἰρημένων κηπουρῶν ἀπὸ τοῦ προστίμου.

§104Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, σχετικῶς μὲ τὴν ἐπερώτησιν περὶ Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν τὰ κατέθεσεν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ καταθέσῃ, καὶ πότε θέλει τὰ καταθέσει.

§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς ἠσθένησεν ὁ Διευθυντής, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀναβάλω ἐπὶ μίαν ἡμέραν.

§106Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Εὐγήρου τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ τοῦ τόπου των ἔχει δικαίωμα νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν, στερουμένων καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, μοὶ γράφουσι νὰ ἐρωτήσω, τί ἐγένετο τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ κατασκευῆς δημοτικῶν ἔργων τῇ συνομολογήσει χρεωλυτικοῦ δανείου. Τὸ ψήφισμα τοῦτο διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς Ὀκτωβρίου, ἔκαμα δὲ λόγον περὶ αὐτοῦ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος ἐγκρίνῃ τὴν φιλάνθρωπον αὐτὴν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας μόνον δύνανται νὰ σωθῶσι πολλαὶ οἰκογένειαι, πάσχουσαι οἰκονομικῶς· ἀλλὰ δὲν ηὐτύχησα μέχρι τῆς ὥρας νὰ λάβω καμμίαν πληροφορίαν, ὅπως τὴν διαβιβάσω πρὸς τοὺς ἀναξιοπαθοῦντας συμπολίτας μου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος δώσῃ πέρας εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ μὴ μένωσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ μὲ τὴν προσδοκίαν ν’ ἀποθάνωσιν ἀπὸ τὴν πεῖναν, χωρὶς νὰ λάβωσι καμμίαν βοήθειαν. Ἐπίσης κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην εἶχον ὑποδείξει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὰ φιλάνθρωπα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ χορηγηθῇ βοήθεια καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν ἄλλων δήμων, οἱ ὁποῖοι πεινῶσι. Σήμερον ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν ἐκ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἀπολλωνίων, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ παριστῶσιν, ὅτι ἐκ τῶν τριακοσίων οἰκογενειῶν, τῶν κατοικουσῶν ἐν τῷ δήμῳ Ἀπολλωνίων, 18 μόνον οἰκογένειαι ἔχουσι τὸν ἄρτον των, αἱ δὲ λοιπαὶ εἶναι εἰς ἀπελπισίαν. Προφθάσατε λοιπὸν νὰ δώσητε βοήθειαν εἰς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀποθάνωσι τῆς πείνης. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπέδειξα, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἐκτέλεσιν δύνασθε νὰ διατάξητε, κύριε Πρωθυπουργέ, ἵνα ἔλθητε εἰς βοήθειαν, ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο μέτρον, σχετικῶς μὲ τὸ ὁποῖον ἔχω μίαν ἐπερώτησιν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Πρὸ μηνῶν περιῆλθε τὴν Λευκάδα μία ἐπιτροπή, συγκειμένη ἀπὸ τὸν Νομομηχανικὸν, τὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων καί τινα ἄλλον, πρὸς ἀνεύρεσιν οἰκοπέδων διὰ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργόν, ἵνα εὐαρεστούμενος μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν ἡ πρὸ μηνῶν περιοδεύσασα τὸν νομὸν Λευκάδος ἐπιτροπὴ εὗρε τοιαῦτα οἰκόπεδα, ἐὰν ὁ μηχανικὸς εἶχε διαταγὴν νὰ καταρτίσῃ τὰ κατὰ νόμον διαγράμματα καὶ προϋπολογισμούς, ἐὰν ἡ διαταγὴ αὕτη ἐξετελέσθη, καὶ ἂν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ πότε· διότι διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν δημοτικῶν σχολείων δύναται νὰ δοθῇ μία βοήθεια εἰς τοὺς πτωχοὺς ἐκείνους ἀνθρώπους. Ταῦτα παρακαλῶ, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, καὶ νὰ μὴ πιστεύητε, ὅτι ὁ δῆμος Εὐγήρου ἔχει ἀποθεματικὰ κεφάλαια, διότι δὲν εἶναι ἀληθές, καὶ τὸ διαψεύδω ἐπισήμως, διαβεβαιῶν, ὅτι καὶ ὁ δῆμος αὐτὸς εἶναι κατεστραμμένος, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι. Ἑπομένως μὴ ἀρνεῖσθε τὴν ἀπαιτουμένην βοήθειαν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πεινοῦν, καὶ μὴ θέλετε νὰ σημειωθῇ ἡ ἐποχὴ ὑμῶν ὡς ἐποχὴ λιμοῦ καὶ θανάτου!

§107ΑΧΙΛ. ΧΟΙΔΑΣ. Προκειμένου μετ’ ὀλίγον νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τῷ ὑπενθυμίσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ πολλοῦ ἐζήτησαν διάφοροι Βουλευταί, ὁ κ. Δραγούμης, ὁ κ. Σπηλιώτης καὶ ἐγὼ, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ τὰς καταθέσῃ, διότι βεβαίως θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.

§108Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ὑπενθυμίσω δύο παρακλήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Μίαν παράκλησιν, ὅπως καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοσίων ἔργων κ. Σούλη περὶ μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, καὶ ἑτέραν, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἂν, ἐκτὸς τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, ὑπάρχει καὶ ἄλλη, καὶ διατὶ καὶ αὐτὴ δὲν ἀνεγράφη, ἐὰν θὰ πληρωθῇ, καὶ πῶς θὰ πληρωθῇ, διότι μετ’ αὐτῶν συνδέονται σπουδαῖα συμφέροντα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν νομίζω ἀκόμη ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωμαι λόγον.

§109ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη πέρυσιν, οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1895, συμπεριλαμβανομένης, ἀπηλλάσσοντο τῶν προστίμων καὶ τῶν τόκων τῆς ὑπερημερίας, ἐὰν κατέβαλλον τὸ μέχρι δραχμῶν 100 χρέος των. Ὁ ὑποταμίας Σπάρτης ὅμως ἔχει ἄλλην γνώμην, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἰσπράττῃ, ὄχι μόνον τὸ κεφάλαιον τὸ ὀφειλόμενον, ἀλλὰ καὶ τοὺς τόκους ὑπερημερίας καὶ τὰ πρόστιμα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα, καὶ πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου φροντίσῃ ν’ ἀποδοθῶσι τὰ ἐπὶ πλέον εἰπραχθέντα χρήματα ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Παραδίδω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν δύο ἀντίγραφα τοιούτων γραμματίων εἰσπράξεως, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ παράνομος αὕτη ἐνέργεια.

§110ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς γενομένας κατὰ τὸ 1881 καὶ 1894 μελέτας περὶ ἀρδεύσεως τοῦ Κορινθιακοῦ καὶ τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου. Συγχρόνως θὰ παρακαλέσω πάλιν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει πρὸ ἡμερῶν, ὅπως καταθέσῃ πίνακα τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς διαφόρους δυνάμει τελεσιδίκων ἀποφάσεων.

§111ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Λεώπουλος, θὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς. Οἱ ὑποταμίαι, ὄχι μόνον ἐπισπεύδουν τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλόντων πρὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1895, ἀλλὰ καὶ ἐκτελέσεις ἀκόμη ἐνεργοῦσιν, ἐνῷ, κατὰ τὸν νόμον ΒΧΗΔʹ τῆς 24 Μαρτίου 1900, διὰ τὰ πρὸ τοῦ 1895 χρέη δὲν δύναται πλέον νὰ ἐκβιασθῇ ὁ ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου, διότι θὰ γείνῃ ἐκκαθάρισις αὐτῶν καὶ πληρωμὴ εἰς δόσεις, ἐκτὸς ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦ χρέους δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 100 δραχμάς. Ἐν τούτοις πλειστηριασμοὶ ἐνεργοῦνται, καὶ πολλῶν αἱ ἰδιοκτησίαι ἐξεποιήθησαν διὰ χρέη πρὸ τοῦ 1895.

§112Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ συστάσεις αὗται.

§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι τὸ κακὸν δὲν θέλει παύσει, ἐὰν δὲν διαταχθῇ διὰ νόμου, ὅτι τὰ ποσοστὰ τῶν εἰσπραττομένων ὑπὸ τῶν Ταμιῶν, εἰσπραττόντων μὴ ὀφειλόμενα, καταλογίζονται εἰς βάρος αὐτῶν, καὶ ἐπιστρέφονται. Διότι αὐτοὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ εἰσπράττωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα, ἀδιάφορον, ἂν εἰσπράττωσι νομίμως, ἢ ὄχι. Ἀποδίδεται μὲν μετὰ χρόνον, μετὰ παρέλευσιν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, εἰς τὸν πληρώσαντα τὸ εἰσπραχθὲν παρανόμως, ἀλλ’ ὁ Ταμίας καρποῦται τὸ ποσοστὸν τοῦ ἀχρεωστήτως πληρωθέντος, καὶ πρέπει βεβαίως νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε νὰ παύσῃ ἡ τοιαύτη κατάστασις.

§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπιστραφῶσιν αὐτὰ τὰ χρήματα; Θὰ ἐπιστραφῶσι δικαστικῶς;

§115Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διοικητικῶς. Ὅπου μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ, διέταξα τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων τὴν ἄμεσον, καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπαλλήλων. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Μπουφίδης).

§116Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δυνάμει τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, διὰ πᾶσαν ἐργασίαν τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δραχμῶν, πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μετὰ τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ ὑποβληθῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης. Ὑποβάλλω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἀφορᾷ τὴν ἀπόκτησιν ἀτμήρους βυθοκόρου, τὸ δ’ ἕτερον τὴν κατασκευὴν ἀποθηκῶν ἐξαρτισμοῦ τῶν πλοίων ἐν Ναυστάθμῳ. Ὑποβάλλω δὲ καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς δαπάνης τῶν ἔργων τούτων. Ἐπίσης ὑποβάλλω δύο προϋπολογισμούς, ὧν ὁ εἷς ἀφορᾷ εἰς τὴν κατασκευὴν ὑφάλου χαμουλκοῦ πρὸ τῶν νεωσοίκων τοῦ Ναυστάθμου, ὁ δ’ ἕτερος εἰς τὴν κατασκευὴν τμηματικῆς κατασκευῆς κρηπιδωμάτων ἐν τῷ λιμενίσκῳ τῶν συνεργείων τοῦ Ναυστάθμου.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα 124–125).

§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὡς καὶ τὰ πρό τινων ἡμερῶν ὑπ’ ἄλλου Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντα, ὡς παράρτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἀφορῶσιν εἰς θέματα σχετιζόμενα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πέρυσιν ἐγένετο οὕτω, καὶ ἐγένετο ἐνωρίτερον. Θὰ ἦτο ὀρθότερον, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ φροντίζωσιν, ὥστε, ὑποβαλλομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ συνυποβάλλωνται καὶ τὰ νομοσχέδια, οὕτω δὲ νὰ διέρχωνται καὶ ταῦτα τὸν ἔλεγχον ἐν ταυτῷ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πέρυσιν, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξηκολούθει ἐπεξεργαζομένη τὸν Προϋπολογισμόν, ἔσπευσαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ ὑπέβαλον τὰ νομοσχέδια, τὰ σχετιζόμενα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐγκαίρως. Πάντως ὅμως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εἰσαχθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὥστε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποφανθῶμεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν.

§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ἐπιστολὴν ἐκ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, κατὰ τὴν ὁποίαν 45 δημοτικῶν διδακτηρίων ἡ οἰκοδομὴ διετάχθη νὰ ἐκτελεσθῇ συγχρόνως, ἀλλ’ ἐπιτηροῦντες τεχνικοὶ ἄνδρες, μηχανικοί, ἢ ἀρχιτέκτονες, δὲν ὑπάρχουσιν. Ὁ Νομομηχανικὸς εἶναι ἐν ἀδείᾳ, δὲν ἠξεύρω δέ, ἐὰν ὑπάρχει ἐργοδηγός, ἡ δὲ οἰκοδομὴ εἶναι ἐγκαταλελειμμένη εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐργολάβων. Ἡ ἀθρόα οἰκοδομὴ διδακτηρίων ἐν ἑνὶ νομῷ καθιστᾷ ἀνεπαρκῆ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἐκεῖ ὑπάρχοντος ἑνὸς μηχανικοῦ, καὶ μάλιστα ἐν νομῷ, οἷος ὁ τῶν Κυκλάδων, ὅπου ἡ συγκοινωνία μεταξὺ τῶν νήσων εἶναι θαλασσία. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα αἱ οἰκοδομαὶ τῶν διδακτηρίων μὴ γίγνωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διότι θέλουσιν οἰκοδομηθῆ ἀκατάλληλοι διὰ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον οἰκοδομοῦνται.

§120Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο πρό τινος, καὶ καθ’ ἣν καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐπείσθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβαίνῃ...

§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πλανηθεὶς παρ’ ὑμῶν.

§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνεγνώσατε ὁ ἴδιος τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, ὅπερ λέγει ῥητῶς, ὅτι, πρὶν ἢ οἰκοδομηθῶσι πάντα τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἢ τῶν γραμματοδιδασκαλείων ἐν τοῖς γʹ τάξεως δήμοις, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν διδακτηρίων ἐν τοῖς βʹ τάξεως δήμοις, καὶ μετ’ αὐτὰ ἐν τοῖς αʹ τάξεως δήμοις. Αὐτὸ εἶναι τόσον σαφὲς καὶ καθαρὸν ἐν τῷ νόμῳ, ὥστε αὐτὸς ὁ Ὑπουργός, ἐγερθεὶς ἀπὸ τῆς θέσεώς του, εἶπεν, ὅτι πραγματικῶς δὲν εἶχε παρατηρήσει, ὅτι καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα ἐν τῷ νόμῳ ῥητῶς ἀναφέρονται ὡς ἀποτελοῦντα μέρος τῶν διδακτικῶν κτιρίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατασκευασθῶσι πρὶν κατασκευασθῶσι τοιαῦτα εἰς τοὺς βʹ καὶ αʹ τάξεως δήμους. Ἐν τούτοις, μολονότι δημοσίᾳ ἀνεγνώρισε τὸ τοιοῦτον, βλέπω ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως νὰ προκηρύσσηται δημοπρασία διὰ κατασκευὴν δημοτικῶν σχολείων βʹ τάξεως δήμων, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἀκόμη δῆμοι γʹ τάξεως, μὴ ἔχοντες τοιαῦτα, καὶ ζητοῦσι νὰ οἰκοδομηθῶσι. Λοιπὸν, ἢ πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὀρθῶς πράττει, ἀναγινώσκων ἡμῖν τὸν νόμον καὶ πείθων, ὅτι νομίμως ἐνεργεῖ, ἤ, ἐὰν ἄλλως ἔχῃ ὁ νόμος, ἀλλ’ αὐτὸς νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ τροποποιῆται τὸ ἄρθρον τοῦ κειμένου νόμου. Ἐνῷ ὅμως ὁ νόμος ῥητῶς ἀπαγορεύει ὅ,τι ὁ κύριος Ὑπουργὸς πράττει, νὰ ἐξακολουθῇ οὗτος διατάσσων τὴν κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων δευτέρας τάξεως δήμων, τοῦτο εἶναι καὶ παράνομον καὶ αὐθαίρετον.

§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀληθῶς, κατὰ τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν ὡμίλησε περὶ τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτής, ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον 68 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δι’ οὗ προσδιορίζονται οἱ δύο τύποι τῶν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ τύπος τοῦ διδακτηρίου τοῦ προσδιοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, καὶ ὁ τοῦ κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἢ γραμματοδιδασκαλείου. Ἐκ τῆς διατάξεως δὲ ταύτης καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν κτιρίων διὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Ἀλλὰ δὲν ἀνέγνωσεν ἐπισταμένως ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ σύνολον τοῦ νόμου, διότι, ἂν ἀνεγίνωσκε τοῦτο ἐπισταμένως, θὰ ἐπείθετο, ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀδίκῳ. Ἐκ τῆς ῥητῆς μάλιστα διατάξεως τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου ἐξάγεται, ὅτι ὁ Ἐπιθεωρητὴς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ εἰσηγητὴς πασῶν τῶν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ὑπαγομένων ὑποθέσεων, προτείνει τὴν κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις κατηρτίσθη συνῳδὰ τῷ ἄρθρῳ 69 κατὰ τὸ 1896, ὥρισε τοὺς τύπους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κατασκευάζονται τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων. Τύποι συνετάχθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν δύο παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ τοῦ πλήρους καὶ ὁ τοῦ κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἔχει τὰς ἑξῆς ὑποδιαιρέσεις: τετρατάξιον, διτάξιον καὶ μονοτάξιον. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν τύπων αὐτῶν, κατασκευάζονται τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν ἰσχύϊ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου. Οὐδέποτε δὲ κατεσκευάσθη κτίριον διὰ γραμματοδιδασκαλεῖον, καὶ ὁ Ὑπουργὸς δέ, ἐὰν ἐπεθύμει νὰ κατασκευασθῇ κτίριον διὰ γραμματοδιδασκαλεῖον, δὲν θὰ ἠδύνατο, διότι δὲν ὑπάρχει τύπος διὰ γραμματοδιδασκαλεῖον...

§124ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ τύπος τοῦ μονοταξίου.

§125ΣΤΑΗΣ. Ὁ τύπος τῶν διδακτηρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, εἶναι τριῶν εἰδῶν: τοῦ τετραταξίου, τοῦ διταξίου καὶ τοῦ μονοταξίου. Τὸ τελευταῖον τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ χωρητικότητα τοὐλάχιστον δι’ ἑβδομήκοντα μαθητὰς, ἐνῷ ὁ τοῦ γραμματοσχολείου χῶρος δύναται νὰ περιέχῃ μαθητὰς ἀπὸ δεκαπέντε μέχρις ἑβδομήκοντα. Διὰ ταῦτα, ἀφοῦ ἐπερατώθη ἡ κατασκευὴ τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων εἰς τοὺς δήμους τρίτης τάξεως, προέβημεν εἰς τὴν τῶν διδακτηρίων τῶν δήμων δευτέρας τάξεως.

§126Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὁμολογεῖ, ὅτι ὑπάρχει ἀληθῶς ἄρθρον ἐν τῷ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμῳ, ἐν ᾧ ῥητῶς λέγεται, ὅτι πρέπει πρὶν ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις νὰ κατασκευασθῶσι τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, καὶ ἔπειτα κατὰ σειρὰν ἐν τοῖς ἄλλοις δήμοις, τότε περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς, τὸ ἐπεκαλέσθη, ὅπως ἀνατρέψῃ ἢ μηδενίσῃ τὴν ῥητὴν καὶ σαφῆ ταύτην διάταξιν· ἢ μᾶλλον καθιέρωσε μέθοδον ἑρμηνευτικὴν καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἥτις πρέπει νὰ ἀπελπίζῃ τὰς Βουλὰς ἐν τῷ νομοθετικῷ αὐτῶν ἔργῳ. Εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἄρθρον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ διαγράφεται, πῶς προπαρασκευάζεται ἡ ἐπισκευὴ ἢ μετασκευὴ τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ ὅτι τοῦτο ὁμιλεῖ οὐχὶ περὶ γραμματοδιδασκαλείων, ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἐκ τούτου δὲ συνήγαγεν, ὅτι πρόκειται περὶ μόνον δημοτικῶν σχολείων, οὐχὶ δὲ καὶ γραμματοδιδασκαλείων. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν προκύπτει ποσῶς, ὅτι ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον νὰ παραλειφθῶσι, νὰ μὴ κατασκευασθῶσιν ἐν τοῖς δήμοις τῆς τρίτης τάξεως τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Διότι καὶ εἰς τὸν γνωρίζοντα ἁπλῶς νὰ ἀναγνώσῃ τοὺς νόμους καταφανὲς εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ἐπὶ τοῦ προκειμένου διὰ τῆς λέξεως δημοτικὰ σχολεῖα ἐν τοῖς διαφόροις ἄρθροις αὐτοῦ περιλαμβάνει καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, ἀφοῦ ἅπαξ ἐν ἀρχῇ τοῦ κεφαλαίου δι’ ἐπὶ τούτῳ ἄρθρου, τοῦ ἄρθρου 68, ῥητῶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὸν δεύτερον τύπον τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων ἀνήκουν οὐ μόνον τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἀλλὰ καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος ὤφειλε νὰ διατάξῃ κατὰ τίνα σειρὰν θὰ μετασκευασθῶσιν ἢ κατασκευασθῶσι τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων, ῥητῶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωσιν ἀπὸ τῶν τρίτης τάξεως δήμων, εἰς ταῦτα δὲ περιλαμβάνονται, κατὰ τὸ ἄρθρον 68 τοῦ νόμου, καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Δὲν ὑπάρχει πρὸς τοῦτο δυσχέρεια, διότι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐγκρίνει τοὺς τύπους, θὰ μεριμνήσῃ περὶ κατασκευῆς καὶ τύπου διὰ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Πρῶτον λοιπὸν δὲν δύναται τὸν νόμον νὰ ἑρμηνεύσῃ τις οὕτως· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀνωτέρα τοῦ νόμου ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἥτις εἶναι ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ νόμου ἐκπορευομένη. Ἀλλ’ ὡς παρετηρήθη πρὸ μικροῦ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν, δύνανται τὰ μονοτάξια νὰ ἦναι καὶ γραμματοδιδασκαλεῖα. Ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἑρμηνεύῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐνέπνευσε τὸν νομοθέτην, διατάξαντα ὅ,τι ὑποστηρίζω. Τὸν ἐνέπνευσεν ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἀπορώτεροι, καὶ συνήθως στεροῦνται παντελῶς τῶν προσφόρων οἰκημάτων διὰ δημοτικὰ σχολεῖα, σπεύσῃ τὸ Κράτος πρῶτον, καὶ ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὥρισε, κατασκευάσῃ ἐν αὐτοῖς τὰ διδακτήρια. Ἐν τοῖς δευτέρας τάξεως δήμοις καὶ ἐν τοῖς πρώτοις τάξεως τοιούτοις εἶναι πιθανώτερον, ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν εὐκολώτερον κτίρια, δυνάμενα νὰ χρησιμεύσουν ὡς δημοτικὰ σχολεῖα, ἢ ἐν τοῖς χωρίοις καὶ ταῖς κώμαις τῶν τρίτης τάξεως δήμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ καὶ πρακτικὴ ἰδέα, ἥτις ἐπέβαλεν ἐν τῇ σειρᾷ τῆς κατασκευῆς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοὺς δήμους τρίτης τάξεως, καὶ ἀπῄτησε νὰ προηγῶνται οὗτοι. Λοιπὸν καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἶναι, νὰ ἐξαντλήσῃ πρότερον τὰς ἀξιώσεις τῶν δήμων τρίτης τάξεως, καὶ εἶτα νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν κατασκευὴν τῶν τῆς δευτέρας καὶ πρώτης τάξεως δήμων. Ἀλλ’ ἐὰν φρονῇ ἄλλως, παρὰ ὅπως ὁ νομοθέτης τοῦ 1895, τότε πρέπει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει τότε ἀποφανθῇ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ἰσχύει, ἂς μὴ θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοιούτων ἑώλων ἐπιχειρημάτων νὰ παρακάμψωμεν τὸν νόμον, καὶ ἂς μὴ ζητῇ νὰ καταστήσῃ συνένοχον τοιαύτης καταργήσεως νόμου καὶ τὴν Βουλήν.

§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸν Ἐπιθεωρητήν. Τὸ ἄρθρον 40 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καθορίζει τὰ καθήκοντα τοῦ Νομαρχιακοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις τυγχάνει ὁ εἰσηγητὴς πασῶν τῶν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ὑπαγομένων ὑποθέσεων. Μεταξὺ τῶν καθηκόντων τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς ἐν τῷ ιδ ἐδαφίῳ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου: «Προκαλεῖ τὴν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Νομομηχανικοῦ συγγραφὴν τῶν ἀπαιτουμένων σχεδίων καὶ προϋπολογισμῶν διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων, τῶν προοριζομένων εἴτε διὰ κοινὸν, εἴτε διὰ πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον κλπ.» Πῶς λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν κτιρίων διὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ἐπιθεωρητὴς νὰ προκαλέσῃ τὸν Νομομηχανικὸν νὰ συντάξῃ τὸ σχέδιον καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς δαπάνης κτιρίων διὰ γραμματοσχολεῖα; Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὀρθῶς ὁ νομοθέτης δὲν ἐφρόντισε περὶ κατασκευῆς κτιρίων γραμματοδιδασκαλείων, διότι ταῦτα δὲν εἶναι μόνιμα σχολεῖα. Τοιαῦτα ὑφίστανται ὅπου ὑπάρχουσι μαθηταὶ 15 μέχρις 69, διότι, ὁπόταν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἀνέλθῃ εἰς 70, τὸ γραμματοδιδασκαλεῖον μετατρέπεται εἰς δημοτικὸν σχολεῖον. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ κατασκευασθῶσι κτίρια διὰ 15 μαθητάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα καταργοῦνται, καὶ συνιστῶνται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἀφοῦ πολλοὶ πληθυσμοὶ ἐν Ἑλλάδι εἶναι κινητοί.

§128Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὀλίγιστα μέρη.

§129ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν κατασκευάσωμεν σήμερον κτίρια διὰ γραμματοσχολεῖα, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ ἐγκαταλείψωμεν αὔριον, καὶ θὰ καταστρέψωμεν οὕτω τὸ κεφάλαιον, ὅπερ εἶναι προωρισμένον εἰς πλήρωσιν ἀνάγκης σπουδαιοτάτης τῆς Πολιτείας, οἵα εἶναι ἡ κατασκευὴ κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν νόμον κατὰ γράμμα, ὅστις ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ἐπιθεωρητὴν νὰ προκαλῇ τὸν Νομομηχανικὸν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν σχεδίων καὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ οὐχὶ τῶν γραμματοσχολείων. Δὲν ἔχει λοιπὸν δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν κτιρίων εἴτε γραμματοδιδασκαλείων, εἴτε δημοτικῶν σχολείων κλπ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀτέλειά τις, αὕτη ἔγκειται ἐν τῷ νόμῳ. Ἀλλοίμονον ὅμως, ἐὰν τὸ ποσόν, τὸ προωρισμένον διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, διατεθῇ πρὸς κατασκευὴν γραμματοδιδασκαλείων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ σκοπὸν εἶχε νὰ καταργήσῃ, καὶ ἡμεῖς δὲ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὡς σκοπόν!

§130Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§131ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ ἐπισήμως, ὅτι εἰς τοὺς δήμους τρίτης τάξεως κατεσκευάσθησαν πάντα τὰ ὑπολειπόμενα κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 44. Ὑπάρχουσι δῆμοι τρίτης τάξεως, οἵτινες κέκτηνται κτίρια δημοτικὰ κατάλληλα διὰ δημοτικὰ σχολεῖα· ἐν αὐτοῖς δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῶσι νέα κτίρια, ἀφοῦ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ἐκπληροῦσι τὸν προορισμόν των. Ἀλλ’ εἰς τοὺς δήμους τρίτης τάξεως, τοὺς ἐστερημένους τοιούτων κτιρίων, κατεσκευάσθησαν ἤδη 44, ἀφ’ ἧς ἐγὼ διατελῶ Ὑπουργός.

§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν χωρίων καὶ κωμῶν τρίτης τάξεως δήμων, οἵτινες δὲν ἔχουσι κτίρια διὰ δημοτικὰ σχολεῖα, βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, κατά τινα ἐξέτασιν, ἣν ἐποιησάμην εἰς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπάρχουσιν 92· ὥστε, ἂν κατεσκευάσθησαν 44, ὑπολείπονται ἀκόμη ἄλλα τόσα καὶ πλέον. Ὥστε, ὡς πρὸς τὰ διδακτήρια, ἀκόμη δὲν ἐξηντλήθη τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχουν ἐκ τοῦ νόμου οἱ τρίτης τάξεως δῆμοι. Ἀπορῶ δέ, πῶς ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς παραγνωρίζων τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἐκ τοῦ νόμου ἔχει, ὅπως κατὰ πρῶτον λόγον προτιμᾷ τὴν κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν τῆς τρίτης τάξεως δήμων. Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται, δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλῆται, διότι δὲν συμφωνοῦσι μὲ τὸν νόμον. Ἡμεῖς θὰ προσέξωμεν ἀκριβῶς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, τὴν ὁρίζουσαν τὴν σειρὰν τῆς κατασκευῆς τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων. Οὗτος λέγει ἐν κεφαλαίῳ Εʹ, «περὶ δημοτικῶν διδακτηρίων», ἄρθρῳ 68: «Τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων προσδιορίζονται ἐπὶ τοῦ παρόντος δύο τύποι, ὁ τοῦ διδακτηρίου τοῦ προοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, καὶ ὁ τοῦ διδακτηρίου τοῦ προοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ εἰς κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον ἢ γραμματοδιδασκαλεῖον». Ὥστε ὁ νόμος ἐξομοιοῖ τὰ διδακτήρια τοῦ κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ τοῦ γραμματοδιδασκαλείου. Μετὰ τοῦτο ἐπερχόμενον τὸ ἄρθρον 76, λέγει: «Ἡ κατὰ τὸν ἐγκεκριμένον τύπον μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν διδακτηρίων, ἢ ἡ κατὰ τοιοῦτον τύπον οἰκοδομὴ νέων διδακτηρίων, γίγνεται τὸ πρῶτον ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων τρίτης τάξεως, μετὰ τὴν πλήρωσιν δὲ τῶν ἀναγκῶν τῶν διδακτηρίων ἐν αὐτοῖς, γίγνεται ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων βʹ τάξεως, ὅταν δὲ πληρωθῶσι καὶ αἱ ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως ἀνάγκαι, γίγνεται ἡ μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων διδακτηρίων ἢ ἡ οἰκοδομὴ νέων ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων αʹ τάξεως.» Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν τοσοῦτον σαφῆ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, τρέχομεν ζητοῦντες ἐν τῷ νόμῳ φράσεις καὶ λέξεις, μὲ τὴν κακὴν πρόθεσιν νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν αὐτήν! Καὶ ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται τοῦτο; Τίνα δύναμιν ἔχει τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐν ἄλλοις ἄρθροις ὁ νομοθέτης σχετικῶς δὲν ἐπαναλαμβάνει τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα εἰδικῶς, ἀφοῦ ἅπαξ ὥρισε τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν γραμματοδιδασκαλείων σαφέστατα, καὶ ἀφοῦ ἐν τοῖς ἄλλοις ἄρθροις, ἅτινα ἐμνημονεύθησαν, δὲν φαίνεται θέλων νὰ καινοτομήσῃ ὁ νομοθέτης, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ταυτολογήσῃ πρὸς καινοτομίαν; Τὰ κείμενα διαστρέφονται· διότι τί καθιερώτερον ἢ ὅ,τι λέγεται ἐν τοῖς ἄρθροις, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινηθῶσι, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι καὶ ἐν τῇ μετασκευῇ τῶν διδακτηρίων πρέπει νὰ προβαίνωμεν ἀρχόμενοι ἀπὸ τῶν τρίτης τάξεως δήμων, καὶ ἀφοῦ περατώσωμεν αὐτὰ, νὰ προβαίνωμεν εἰς τὰ ἄλλα. Ἐὰν δὲ, ὅπως ὑποστηρίζω, ὑπάρχωσιν 92 κῶμαι καὶ χωρία δήμων γʹ τάξεως, δυνάμεναι νὰ ἔχωσιν ἐκ τοῦ νόμου σχολεῖα, θεωρῶ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ μετασκευασθῶσι πρὸ παντὸς ἄλλου ταῦτα. Δὲν δύναται δὲ ἡ δαπάνη νὰ ἦναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ πιστεύῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἀδικήσῃ τοὺς βʹ τάξεως δήμους· διότι, ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πιθανῶς δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 100,000 δραχμὰς, δαπανηθῇ δι’ αὐτὰ, δὲν εἶναι φόβος νὰ στερηθῶσιν οἱ βʹ τάξεως δῆμοι τῶν σχολείων αὑτῶν. Ἄλλως αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, καὶ περιτταὶ αἱ ἑρμηνεῖαι. Οἱ γʹ τάξεως δῆμοι, ὅλοι γινώσκομεν, ὅτι πάσχουσι τοιαῦτα διατηροῦσιν ἐλεεινὰ κτίρια σήμερον διὰ σχολεῖα, ὥστε, καὶ ἂν ὁ νόμος δὲν τὸ ἀπῄτει, ὤφειλε νὰ σπεύσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν πρῶτον αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργός.

§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ μιᾶς ἀμφιβολίας περιεπέσαμεν εἰς ἑτέραν. Ἡ πρώτη ἀμφιβολία ἦτο, ἂν, κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ὑποχρεωτικὴ κατὰ πρώτην σειρὰν ἡ οἰκοδομὴ διδακτηρίων ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως. Ἀπὸ ταύτης τῆς ἀμφιβολίας περιεπέσαμεν εἰς ἄλλην, ἂν πρέπει ἐκ τῶν πρὸς οἰκοδομὴν διδακτηρίων προωρισμένων χρημάτων νὰ οἰκοδομῶνται διδακτήρια καὶ διὰ γραμματοσχολεῖα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐβεβαίωσεν, ὅτι ᾠκοδομήθησαν πάντα τὰ διδακτήρια ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἀμφιβολίᾳ, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι οὔτε ταῦτα ἐξετελέσθησαν, ἐβεβαίωσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι 44 κατεσκευάσθησαν, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι δῆμοι γʹ τάξεως, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τοιαῦτα διδακτήρια. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι τῆς γʹ τάξεως, οἱ δῆμοι τῆς βʹ τάξεως, οἱ δῆμοι τῆς αʹ τάξεως, οἱ ὁποῖοι ᾠκοδόμησαν τὰ τοιαῦτα κτίρια, ᾠκοδόμησαν αὐτὰ κατὰ τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ εἶχον προμηθευθῆ, καὶ αὐτὰ εἶναι σχέδια ἐργολάβων καὶ τεκτόνων, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἢ ἐν τοῖς χωρίοις ἐκείνοις, κτίρια ἀτελῆ, μὴ ᾠκοδομημένα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς παιδαγωγικῆς, μὴ ὑγιεινά. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος διέταξεν, ὅπου ὑπάρχουσι τοιαῦτα διδακτήρια, νὰ μετασκευασθῶσιν εἰς διδακτήρια κατὰ τὸν τύπον, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ νὰ συνταχθῇ πίναξ τῶν δήμων, ἐν οἷς κατεσκευάσθησαν τὰ κτίρια ἐπὶ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀπέναντι δὲ ἑκάστου σχολείου νὰ ἀναγράψῃ τὴν δαπάνην, τὴν καταβληθεῖσαν διὰ τὰ οἰκοδομηθέντα ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως διδακτήρια. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀμφιβολίας ταύτης μεταβαίνω, καὶ ἄκων, εἰς ἄλλην ἀμφιβολίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶπεν, ὅτι περιῆλθεν εἰς ἀμφιβολίαν· ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν εἶχε δικαίωμα νὰ περιέλθῃ ὁ Ὑπουργὸς ἀπέναντι τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, διατάσσοντος, ὅτι οἰκοδομοῦνται πρῶτα τὰ διδακτήρια ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως. Πῶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται μεταξὺ τῶν διδακτηρίων καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα; Τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα εἶναι ἐξαίρεσις· ὅπου δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἀριθμὸς μαθητῶν, ἵνα συστηθῶσι δημοτικὰ σχολεῖα, συνιστῶνται γραμματοδιδασκαλεῖα· τοῦτο δὲ γίνεται εἰς τοὺς μικροὺς συνοικισμοὺς, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι πλείονες τῶν 15 μαθητῶν. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς μικροὺς συνοικισμοὺς, δι’ αὐτοὺς τοὺς 15 μαθητὰς, εἴχομεν καθῆκον νὰ συστήσωμεν δημοτικὰ σχολεῖα, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ 15 νεανίσκοι ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα πρὸς τοὺς περισσοτέρους. Τὰ γραμματοσχολεῖα ὅμως, συνιστώμενα, ἔχουσιν ἕνα σκοπὸν, νὰ μεταβληθῶσι τάχιον ἢ βράδιον εἰς δημοτικὰ σχολεῖα· δηλαδὴ, εὐθὺς ὡς συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, νὰ γείνωσι δημοτικὰ σχολεῖα. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς μαθητὰς ἐκείνους τῶν γραμματοσχολείων τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι καὶ οἱ τῶν δημοτικῶν σχολείων μαθηταί; Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδίσταζε, διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα, ὅπως οἰκοδομήσῃ ἐν δήμοις γʹ τάξεως καὶ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ γραμματοσχολεῖα, ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, καὶ ζητήσῃ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νόμου, καίτοι, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶχεν ἀνάγκην συμπληρώσεως, ὤφειλε δὲ νὰ ἐκδώσῃ διαταγὴν πρὸς τοὺς Ἐπιθεωρητὰς καὶ νὰ ἀναμνήσῃ εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλωσι τὰ περὶ τούτου εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ νὰ προσκαλέσωσιν αὐτὸ εἰς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀμφιβολία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ γραμματοσχολείων δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον· ὁ νόμος δὲν δίδει ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην ἀμφιβολίαν. Συνιστῶ δὲ εἰς αὐτὸν, διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῶν δήμων γʹ τάξεως νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου.

§134Ε. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἴπατε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ὅλα τὰ διδακτήρια τῶν δημοτικῶν σχολείων εἰς ὅλους τοὺς δήμους γʹ τάξεως κατεσκευάσθησαν. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι σχολεῖα τοῦ δήμου Νάξου, πρωτευούσης τῆς ὁμωνύμου ἐπαρχίας, δὲν ἐγένοντο· ὅτι τὸ σχολεῖον τῶν ἀρρένων ἦτο πλῆρες δημοτικόν, καὶ διετάξατε νὰ γείνῃ σχολεῖον διτάξιον. Πρὸς τούτοις θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διατάξητε τὸν Ἐπιθεωρητὴν νὰ ὑποβάλῃ ἀναφορὰν πρὸς κατασκευὴν τοῦ σχολείου τῶν θηλέων τοῦ δήμου Νάξου, ὁ ὁποῖος εἶναι δῆμος τρίτης τάξεως.

§135ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ δῆμος Νάξου εἶναι δῆμος γʹ τάξεως. Εἶναι ὅμως ἄξιον ἀπορίας, ὅτι, καίτοι πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ὑμῶν ἐπαρχίας, δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἐδημοπρατήθη ἡ κατασκευὴ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσατε πρὸ μικροῦ.

§136ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐγένετο ἡ δημοπρασία διὰ τὸ σχολεῖον τῶν ἀρρένων.

§137ΣΤΑΗΣ. Καὶ διὰ τὸ τῶν θηλέων.

§138Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§139ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δύο ἐπιχειρήματα ἐπεκαλέσθη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν νόμον. Τὸ ἓν εἶναι, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ προτείνῃ καὶ ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ἕτερον εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ τύπων τῶν διδακτηρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλὰ δὲν ὁμιλεῖ καὶ περὶ τόπου τῶν διδακτηρίων τῶν γραμματοσχολείων. Ἐὰν ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐπρότεινε τὸν τόπον, εἰς ὃν ἔπρεπε νὰ οἰκοδομηθῇ τὸ Δημοτικὸν σχολεῖον, ἢ τὴν μεταβολὴν, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ τὸ ὑπάρχον, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ νόμος δὲν προβλέπει περὶ τούτου· τοὐναντίον ὁ νόμος μεταχειρίζεται τὴν λέξιν «διδακτήρια», καὶ ἐννοεῖ οἱασδήποτε τάξεως σχολεῖα. Ἐὰν οἱ Ἐπιθεωρηταὶ δὲν ἐπρότειναν ἢ τὸν τόπον, ὅπου θὰ οἰκοδομηθῇ, ἢ τὴν μεταβολὴν, ἥτις ἔπρεπε νὰ γείνῃ εἰς τὸ διδακτήριον τῶν γραμματοσχολείων, αὐτὸ πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡς ἀφορμὴ νὰ ἐρωτήσῃ αὐτοὺς, διατὶ δὲν ἐξετέλεσαν, ἢ διατὶ δὲν ἐπρότειναν ὅ,τι ὁ νόμος διατάσσει, καὶ ὡς ἀφετηρία, ἵνα διδάξῃ αὐτοὺς, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν αὐτοὶ τῷ ἀποδίδουσιν. Ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ διδακτηρίων, καὶ περιλαμβάνει ἐν τῇ λέξει ταύτῃ τά τε δημοτικὰ σχολεῖα καὶ τὰ γραμματοσχολεῖα. Εἶναι δὲ ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ τοῦτο καὶ περὶ τῶν κατωτέρας τάξεως δήμων, διότι ὁ παῖς εἰς τὸ σχολεῖον θὰ ἴδῃ οἰκοδομὴν καλῶς διατεταγμένην, καὶ ἐκεῖθεν θ’ ἀρχίσῃ, ἐκ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ σχολείου καὶ τῆς ἐν γένει ἐν αὐτῷ διαίτης, νὰ λαμβάνῃ τὰς πρώτας ἐντυπώσεις τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ τῆς ἐξημερώσεως. Ἀφοῦ ὁ νόμος γενικῶς ὥρισεν, ὅτι πρέπει ὅλων τῶν χωρίων καὶ τῶν κωμῶν τὰ διδακτήρια νὰ οἰκοδομηθῶσι ταχύτερον, καὶ ὅτι τὰ διδακτήρια τῶν δήμων τρίτης τάξεως ἔδει ν’ ἀρχίσωσι νὰ κατασκευάζωνται πρῶτον, ἐνόησε νὰ διατάξῃ, ἵνα τὰ μικρότερα διδακτήρια προτιμηθῶσιν. Ἂν δὲ ταῦτα δὲν στεγάζωσι σήμερον, εἰμὴ 30 ἢ 40 μαθητὰς, εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ στεγάσωσιν αὔριον 70. Καὶ κατ’ ἐμὲ λοιπὸν, ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ὀρθή.

§140Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ νόμος σαφῶς, ὡς ἀνεγνώσθη, ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην τῆς οἰκοδομῆς καὶ τῶν γραμματοσχολείων, ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος προφανῶς προκύπτει ἐκ τοῦ ὅλου νόμου, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; Νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπάρχει, τῆς ἐλλείψεως διδακτηρίων· καὶ ἀπῄτησε καὶ ἐπέβαλεν ὡς πρώτην ἀνάγκην τὴν οἰκοδομὴν διδακτηρίων. Ἐπειδὴ δὲ οἱ δῆμοι αὐτοὶ, ὡς γνωστὸν, εἰσὶν ἄποροι, ἐπέβαλε τὴν ἀναγκαίαν διὰ δημοσίας δαπάνης οἰκοδομὴν τῶν διδακτηρίων. Εἰς ποίους δήμους κατὰ τοιοῦτον λόγον ἔπρεπε νὰ γένηται ἡ ἀρχή; Βεβαίως εἰς τοὺς ἔχοντας μεγαλειτέρας ἀνάγκας, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ δῆμοι τρίτης τάξεως. Εἰς ποῖα χωρία ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ κατασκευασθῶσι διδακτήρια; Ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσιν ὀλιγώτεροι κάτοικοι· καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι μαθηταὶ 15–40, γίνονται γραμματοσχολεῖα. Κατὰ συνέπειαν πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ ἂν ὁ νόμος δὲν τὸ ἔλεγεν, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ φροντὶς νὰ συμπληρωθῇ ὁ νόμος καὶ ληφθῇ πρόνοια περὶ κατασκευῆς αὐτῶν τῶν διδακτηρίων, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς πρὸ ὀλίγου ἀνεπτύχθη, οἱ 15 μαθηταὶ ἔχουσι τὸ αὐτὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι καὶ οἱ 70. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἔχοντες τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι μεγαλείτερον ἀριθμόν. Προφανῶς δὲ, ὄχι μόνον τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔννοια αὐτοῦ συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας ταύτης.

§141Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει, νομίζω, ἀμφιβολία περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου· οὐχ ἧττον, καίτοι ὁ νόμος εἶναι σαφὴς, ἐγὼ δὲν δύναμαι ἢ νὰ δεχθῶ ὡς λυσιτελέστερον ὅ,τι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως λέγει· διότι, ἐὰν ὀρθὸν εἶναι νὰ σκεπτώμεθα καὶ περὶ τῶν 15 μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, εἶναι ὀρθότερον νὰ σκεπτώμεθα πρωτίστως περὶ τῶν χιλιάδων νέων, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουσι τὴν κατασκευὴν τῶν ἐκπαιδευτηρίων, ὅπως παιδευθῶσιν ἐν αὐτοῖς κατὰ τρόπον τελειότερον· διότι, ἐὰν βραδύνωμεν, ἀναμένοντες τὴν κατασκευὴν τῶν γραμματοσχολείων, βλάπτομεν γενεὰν ἢ γενεὰς ἐκπαιδευτικάς, διότι μετὰ μίαν τετραετίαν παρέρχεται ἡ μία γενεὰ ἀπὸ τὸ σχολεῖον, καὶ ἔρχεται νέα. Ἀναμένοντες λοιπὸν νὰ κατασκευάσωμεν γραμματοσχολεῖα εἰς τὰς τελευταίας καὶ ἐλαχίστας κώμας, ἀφίνομεν ὅλους τοὺς δήμους βʹ τάξεως καὶ ὅλας τὰς κώμας τῶν δήμων βʹ τάξεως ἄνευ σχολείων. Ποίαν δὲ βλάβην ἔχει αὐτὸ, τὸ νὰ ἀναμένωσι δηλαδὴ τόσοι νέοι, ὅπως κατασκευασθῶσι τὰ διδακτήριά των, ἵνα ἐκπαιδευθῶσιν ἐν αὐτοῖς κατὰ τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν νὰ ἐκπαιδεύωνται, εἶναι προφανές. Ἡ ζημία, νομίζω, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ψηφισθῇ ταχέως, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἐκπαιδευτηρίων τῶν βʹ τάξεως δήμων, ἀφήσωμεν δὲ τὰ γραμματοσχολεῖα, καὶ μὴ περιμείνωμεν τόσον πολὺ περὶ τόσον ἐλαχίστου ἀριθμοῦ, ἐγκαταλείποντες τὸ πλεῖστον τοῦ ἀριθμοῦ τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, καὶ γινόμενοι αἴτιοι νὰ παρέρχηται ὁ χρόνος δι’ αὐτὴν ἐν ταῖς τρώγλαις καὶ ἐν διδακτηρίοις ὅλως διόλου ἀκαταλλήλοις.

§142Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς καλὴ καὶ ὀρθὴ ὑπὸ μίαν ἔποψιν, ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ λογικὴ, μάλιστα ὑπὸ τῶν πρεσβευόντων τὰς ἀρχὰς τοῦ κ. Ζαΐμη· ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς γνώμης ταύτης ἀντιτάσσεται ὁ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος, ὅστις ἀναφέρει ῥητῶς, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ κατασκευασθῶσι τὰ διδακτήρια τῶν δήμων γʹ τάξεως, καὶ κατόπιν νὰ κατασκευασθῶσι τὰ διδακτήρια τῶν δήμων αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἂν ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα, ἂν δηλαδὴ συμφέρει ἢ μὴ νὰ οἰκοδομηθῶσι τὰ διδακτήρια γʹ τάξεως, ἀναμφισβητήτως θέλει κλίνει ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς κατασκευῆς τῶν διδακτηρίων τῶν δήμων γʹ τάξεως.

§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ γραμματοδιδασκαλείων.

§144Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀδιάφορον. Καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα ἀκόμη δέον νὰ κατασκευασθῶσι, διότι ταῦτα ἐν τοῖς πλείστοις τῶν δήμων εἶναι τὰ μόνα σχολεῖα, ἔνθα διδάσκονται τὰ στοιχεῖα τοῦ λαοῦ. Ὁ νόμος ῥητῶς ἀναφέρει καὶ ταῦτα, διότι λέγει: «εἰς σχολεῖα δημοτικὰ ἢ γραμματοδιδασκαλεῖα». Ὥστε ὁ νομοθέτης ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν περίπτωσιν ταύτην. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι δηλαδὴ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, αἱ τάσεις αὐτοῦ σκοπὸν ἔχουσι νὰ καταργήσωσι τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, εἶναι ἀναμφίβολον. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὁ νόμος ἔταξεν, ὅπως τὰ γραμματοσχολεῖα καὶ τὰ μονοτάξια δημοτικὰ σχολεῖα ἔχωσιν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τύπον οἰκοδομῆς, οὕτως ὥστε, ὅταν οἱ δῆμοι ἔλθωσιν εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ φθάσωσιν, ὅταν ἀποκτήσωσιν ἐπαρκῆ τὰ οἰκονομικὰ μέσα, ὅπως μεταβάλωσι τὰ γραμματοσχολεῖα εἰς δημοτικὰ σχολεῖα, νὰ ἔχωσιν ἕτοιμον ἤδη τὸ διδακτήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε προηγουμένως ὡς γραμματοδιδασκαλεῖον. Ἀναμφισβήτητον λοιπὸν εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι δέον πρὸ πάντων νὰ κατασκευασθῶσι τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, νὰ κατασκευασθῶσι καὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα εἰς τοὺς γʹ τάξεως δήμους, καὶ κατόπιν νὰ ἄρξηται ἡ οἰκοδομὴ τῶν σχολείων τῶν δήμων βʹ τάξεως καὶ τῶν γραμματοσχολείων αὐτῶν.

§145Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Οὐδέποτε θὰ κατασκευάσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σχολεῖα δημοτικά, διότι εἶναι τόσον ἄθλια τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, ὥστε ἐπὶ δεκκαετίαν, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, δὲν θὰ τὰ ἔχωμεν κατασκευάσει. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀφήσωμεν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἑκατὸν μαθητὰς, ἄνευ κτιρίων, μέχρις οὗ κατασκευασθῶσι τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα;

§146Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι εἶναι ἄθλια τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα τῶν δήμων γʹ τάξεως δὲν ὑπερβαίνουσι βεβαίως τὰ τεσσαράκοντα, ἢ τὸ πολὺ τὰ πεντήκοντα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος.

§147ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). 590 γραμματοδιδασκαλεῖα ὑπάρχουν σήμερον.

§148Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. 590.

§149ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.

§150Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων τῶν ὑπαρχόντων εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων τῶν ὑπαρχόντων εἰς τοὺς δήμους βʹ ἢ αʹ τάξεως· πρόκειται περὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται εἰς τοὺς δήμους γʹ τάξεως, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ τεσσαράκοντα ἕως πεντήκοντα, ὡς εἶπον.

§151Κ. ΖΩΤΟΣ. Τριακόσια.

§152ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§153Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τριακόσια; Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ φέρῃ σημείωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐξ αὐτῆς θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ λέγω ἐνταῦθα, εἶναι ἀκριβές, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι 300 ἢ 590, ὡς λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀλλ’ εἶναι μόνον τεσσαράκοντα ἢ πεντήκοντα. Τὰ ὀλίγα ταῦτα διδακτήρια δέον νὰ κατασκευασθῶσι, προτιμωμένων τῶν ἀπόρων δήμων, ὅπου τὰ τέκνα τῶν χωρικῶν ἐκείνων τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι 10–15 ἢ 20–30 μαθητὰς, νὰ ἀπολαύσωσι τοῦ εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ νόμος τοῦ 1895. Ὡπωσδήποτε, κύριε Πρόεδρε, εἴτε εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη, εἴτε μὴ, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, δέον πρὸ πάντων νὰ τηρηθῇ ὁ νόμος, οὐδὲ πρέπει ἡμεῖς νὰ πράττωμεν ἀντίθετα τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι λογικωτέρα εἶναι ἡ ἐκφραζομένη γνώμη. Ἄν νομίζωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τηρηθῇ ὁ νόμος, ἂς φέρωσι νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ψηφίσῃ, τότε ἂς ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλουσιν. Ἀλλὰ προτοῦ γείνωσιν ὅλα ταῦτα, οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι νὰ παραφθείρωσι τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λάππας ἔχει τὸν λόγον.

§155Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθιστῶ γνωστὸν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ ἀστυνομεύων Εἰδυλλίας τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος, ὁλόκληρον συνοδείαν, ἀποτελουμένην ἀπὸ ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου καὶ ἀπὸ φυγοποίνους καταδικασθέντας μόνον εἰς τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν φυλάκισιν, ἔδεσε μίαν ἡμέραν καὶ τοὺς ἐκρέμασεν ὅλους (γέλωτες), ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν συνοδευόντων αὐτοὺς χωροφυλάκων Παπανικολάου καὶ Καραχάλιου! Κατεσκεύασε κρεμάλαν, καὶ τοὺς ἐκρέμασεν ὅλους ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους! Ἐφοβεῖτο μήπως δραπετεύσωσιν, ὡς διϊσχυρίζεται (αἴσθησις). Ταῦτα δὲ συνέβησαν, κύριε Πρωθυπουργέ, κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ ἀστυνόμου. Σᾶς παρακαλῶ θερμῶς, νὰ ζητήσητε πληροφορίας παρὰ τοῦ ἀστυνόμου, καὶ νὰ προβῆτε εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ ἀστυνομεύοντος.

§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως θὰ φροντίσω.

§157Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὀνομάζονται δὲ οἱ κρεμασθέντες Σταθᾶς ἢ Τσατάλας, Κωσταγιάννης, Καΐλης, καὶ ἄλλοι τινὲς, ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἀγνοῶ.

§158Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένοντο τὰ αὐτὰ παράπονα ἐκ μέρους δύο συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὴν αὐτὴν συνοδείαν. Τῷ ὄντι ὁ ἀστυνομεύων ἐκεῖ τοὺς ἐκακοποίησε καὶ τοὺς ἐκρέμασε. Παρακκλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ, καὶ νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα.

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§160Π. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§162Π. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Παρὰ συμπολίτου μού τινος, κύριε Πρόεδρε, ἐκ Φελλόης, παραχειμάζοντος ἐν Βαλκουβίνᾳ τοῦ δήμου Ἀκράτας, τοῦ Γ. Δ. Λυμπεροπούλου, ἔλαβον ἀναφοράν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀναφερόμενος παραπονεῖται, ὅτι ἐκακοποιήθη ἀγρίως ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας Ἀκράτας. Ἰδοὺ ἀκριβῶς περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ ἀστυνόμος, ὡς λέγει ὁ παραπονούμενος, ἔπεμψεν εἰς τὸ χωρίον Βαλκουβίναν τρεῖς χωροφύλακας, ὅπως συλλάβωσί τινα, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἔνταλμα τοῦ ἀνακριτοῦ Ναυπλίου περὶ βιαίας προσαγωγῆς. Οἱ χωροφύλακες, μεταβάντες εἰς Βαλκουβίναν, ἐμεθύσθησαν, καὶ ἔδεσαν τὸν συλληφθέντα, καὶ ἔτυπτον αὐτὸν διὰ τῶν ὑποκοπάνων τῶν τουφεκίων των, προσέτι δὲ διέταξαν τοὺς χωρικοὺς νὰ κλεισθῶσιν εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ δὲν ἐπέτρεπον αὐτοῖς νὰ μεταβῶσιν οὔτε εἰς τοὺς ἀγρούς των, οὔτε εἰς τὰς ἀμπέλους των, οὔτε ἀλλαχοῦ, συνάμα δὲ ὕβριζον βαναύσως καὶ τὰς γυναῖκας! (αἴσθησις). Ὁ ἀναφερόμενος μετὰ τοῦ διδασκάλου τοῦ χωρίου προσεπάθησαν νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἀκράταν, ὅπως παραστήσωσι τὴν κατάστασιν εἰς τὸν ἀστυνόμον, ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες ἀντελήφθησαν τοῦτο, καὶ ἐπυροβόλησαν κατ’ ἐπανάληψιν ἐναντίον αὐτῶν, οἵτινες οὕτως ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιστρέψωσιν. Ἐπὶ τέλους εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ Γ. Λυμπερόπουλος, ἠδυνήθη νὰ μεταβῇ εἰς Ἀκράταν, ἵνα παραπονεθῇ εἰς τὸν ἀστυνόμον. Ὁ ἀστυνόμος ἐκοιμᾶτο, καὶ ἐν ᾧ ὁ Λυμπερόπουλος ἀνέμενε τὴν ἀφύπνισιν αὐτοῦ, ἔφθασαν καὶ οἱ χωροφύλακες μετὰ τοῦ συλληφθέντος, ἰδόντες δὲ τὸν ἀναφερόμενον εἰς τὸ ἀστυνομικὸν γραφεῖον, καὶ ἐννοήσαντες περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἤρξαντο τύπτοντες αὐτόν· ἐν τῷ μεταξὺ ἐξύπνησεν ὁ ἀστυνόμος, ὅστις, χωρὶς νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν παθόντα οὔτε νὰ τῷ ὁμιλήσῃ, οὔτε νὰ τῷ ἐκθέσῃ τὰ παράπονά του, ἤρχισε καὶ οὗτος νὰ τὸν δέρῃ, συνάμα δὲ τὸν ἔκλεισεν εἰς ἕν ὑπόγειον, εἰς ἕν κατῶγι, ὅπου τὸν ἄφησεν ἀρκετὰς ὥρας. Μετὰ παρέλευσιν τεσσάρων ὡρῶν τὸν ἔφερεν εἰς τὸ γραφεῖόν του, καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ πολλῶν ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἀδίκως συνελήφθη, καὶ ἀδίκως ἐδάρη, καὶ ἀδίκως ἐκλείσθη εἰς τὸ κατῶγι ἐκεῖνο. Ἐν τούτοις διέταξε πάλιν νὰ τὸν κλείσουν εἰς τὸ κατῶγι, καὶ τὸν ἄφησεν ἐκεῖ μέχρι τῆς 8ης ἑσπερινῆς ὥρας. Ὁ ἀναφερόμενος περὶ πασῶν τούτων τῶν κακώσεων ὑπέβαλεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μήνυσιν ἐναντίον τοῦ ἀστυνόμου. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.

§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕως τώρα ὄχι.

§164Π. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Διὰ τοῦτο, καταθέτων τὴν ἀναφορὰν, παρακαλῶ αὐτὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ διατάξῃ τὰ δέοντα.

§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.

§166Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐντεῦθεν διὰ παραπόνων πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κατὰ τῆς ἀτασθάλου συμπεριφορᾶς ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ σήμερον ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, εὑρίσκω τὴν εὐκαιρίαν νὰ κάμω καὶ ἀπὸ τῆς Βουλῆς μίαν δήλωσιν, μίαν παρότρυνσιν πρὸς τοὺς Ἕλληνας πολίτας, τὴν ὁποίαν, ἐρωτηθείς ποτε, ὑπὸ τύπον συνεντεύξεως, παρὰ δημοσιογράφου, συντάκτου τῆς «Ἀκροπόλεως», ἔδωκα τὴν ἄδειαν νὰ γραφῇ εἰς τὸν Τύπον. Θεωρῶ ἀφιλοτίμους ἐκείνους τοὺς Ἕλληνας πολίτας, οἱ ὁποῖοι προσφεύγουσιν εἰς παράπονα πρὸς ἡμᾶς ἐδῶ, θεωρῶ ἀφιλοτίμους καὶ ἀναξίους συνταγματικῆς ἐλευθερίας τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δέχονται νὰ τύπτωνται καὶ νὰ δέρωνται καὶ νὰ ὑφίστανται τοιαύτας ἀτιμωτικὰς κακώσεις ἐκ μέρους ἀστυνομικῶν ἢ ἄλλων ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, παρὰ τὸ Σύνταγμα, παρὰ τοὺς νόμους, παρὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ἐπὶ τέλους! (ἐντύπωσις).

§167ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Τί νὰ κάμωσι;

§168Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμωσι; Νὰ λαμβάνωσι τὰ ὅπλα, νὰ ἐξεγείρωνται, καὶ νὰ ἀμύνωνται κατὰ τῶν ἀτιμώσεων, καὶ νὰ φονεύωσιν ἐκείνους τοὺς ἀστυνόμους, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται οὕτως αὐτοὺς, Ἕλληνας πολίτας! (Μεγίστη προσοχὴ τῆς Βουλῆς. Κωδωνοκρουσίαι Προέδρου). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε! Δὲν ἐννοῶ πρὸς τί ἡ κωδωνοκρουσία! Ἐννοεῖτε νὰ ἀνακόψητε τὸν λόγον μου;... Ναὶ, νὰ τοὺς ἐκδιώκωσιν ὡς κακούργους ἐκ τῶν χωρίων των, νὰ τοὺς φονεύωσιν ὡς σκύλλους, ὑποστηρίζοντες οὕτω τὰ δίκαιά των τὰ ἀνθρώπινα, τὰ δικαιώματά των τὰ πολιτικὰ καὶ συνταγματικὰ, καὶ δίδοντες ὕπαρξιν καὶ κύρωσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ῥητὰ ἄρθρα ἀνηγόρευσαν καὶ ἔθεσαν ὑψηλὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, τοῦ ὁποίου ῥητὰ ἄρθρα ἀπηγόρευσαν τὰς κακώσεις καὶ τὰς βασάνους. (Εὖγε! εὖγε!).

§169ΦΩΝΑΙ. Νὰ καταγγέλλωσι.

§170Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ καταγγέλλωσι, ποῦ; Ἀστεῖον! Καταγγέλλονται ἀκριβῶς αὐτοί, μετὰ τὰς τοιαύτας κακώσεις, μετὰ καὶ τὰς ἀτιμώσεις ἐνίοτε, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται, καταγγέλλονται «ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἀρχῆς»! Ἐὰν ἤρχετο ἐνταῦθα σημείωμα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, λαμβανόμενον ἐξ ὅλων τῶν Δικαστηρίων, θὰ ἐβλέπετε, ὅτι ἴσως τὸ τέταρτον, ἢ τὸ πολὺ τὸ πέμπτον ὅλων τῶν δικῶν εἶναι τοιαῦται «ἀντιστάσεις κατὰ τῆς ἀρχῆς», ἀντιστάσεις ὅμοιαι πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σήμερον παρέστησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κύριος Ζαΐμης! Διὰ τοῦτο λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τουλάχιστον, δραττόμενος αὐτῆς τῆς εὐκαιρίας, νὰ κηρύξω ἐντεῦθεν στεντορείως, ἵνα ἀκουσθῇ πανταχοῦ, ὅτι τοὺς μὲν πολίτας, τοὺς ἀνεχομένους νὰ γίνωνται εἰς τὴν ῥάχιν των αὐτὰ, θεωρῶ ἀφιλοτίμους καὶ ἀναξίους συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τὰ δικαιώματά των, παροτρύνω ἐντεῦθεν ἐπισήμως, νὰ λαμβάνωσι τὰ ὅπλα...

§171Η. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλὰ ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο, καὶ προστατεύει τοὺς φιλονόμους, οὐχὶ δὲ τοὺς χειροδικοῦντας, ἂν δὲν ἀμύνωνται ὑπὲρ ζωῆς ἢ ἁγνείας.

§172ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λαμβάνωσιν, ἐπαναλαμβάνω ἐγὼ, τὰ ὅπλα, καὶ νὰ φονεύωσιν ὡς σκύλλους τοὺς ἀστυνόμους καὶ τοὺς ἀστυφύλακας καὶ χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται αὐτὰς τὰς κακώσεις, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ ζωῆς καὶ ἁγνείας, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τιμῆς καὶ φιλοτιμίας, κυρίως ὅμως ἀμυνόμενοι ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος· διότι τὸ Σύνταγμα ὑποστηρίζουσι καὶ κυροῦσιν οἱ πολῖται, οἱ προβαίνοντες εἰς ἄμεσον θανάτωσιν ἐπὶ τόπου τῶν ἀγρίων αὐτῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα ἔλαβον παρὰ τῆς Πολιτείας τὸ ὅπλον, ἔλαβον τὴν δύναμιν τοῦ νόμου εἰς τὰς χεῖρας, διὰ νὰ κακουργῶσι κατὰ τὸν ἀτιμότερον τρόπον! (Εὖγε! εὖγε!).

§173ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀλλ’ ἂν συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέστησεν, ἤθελεν ἀνοίξει ἄλλο στάδιον ἐπερωτήσεων κατ’ ἄλλης Ἀρχῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς συνέστησε νὰ μὴ ἐξευτελίζηται· δηλαδὴ θ’ ἀρχίσουν αἱ ἐπερωτήσεις κατὰ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἤκουσα τὸν κύριον Βουλευτὴν παροτρύνοντα ἡμᾶς νὰ μὴ ἀπευθύνωμεν ἐπερωτήσεις κατὰ δικαστῶν.

§174Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι! Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ εἶπον νὰ μὴ ἐξευτελίζηται ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Δικαιοσύνη. Διαμαρτύρομαι.

§175ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ὅλοι, ὅσοι ἔλαβον ἀφορμὴν, γνωρίζουσιν, ὅτι τὰ Δικαστήρια εἶναι ἰδίως ὑπαίτια διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν. (Φωναὶ πολλαχόθεν: Μάλιστα, μάλιστα). Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ Δικαστήρια ἐξ ἀρχῆς ἐφήρμοζον τοὺς νόμους, καὶ ἐτιμώρουν τοὺς παρεκτρεπομένους ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους, σήμερον ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν θὰ εἶχεν ἐκπέσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὅπως ἐξέπεσεν. (Ἐπιδοκιμασίαι).

§176ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.

§177ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Οἱ ἀρειμάνιοι αὐτοὶ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὰ ἀστυνομικά των καθήκοντα, ἤρχισαν, ὄχι μόνον τύπτοντες, ὅπως κατετέθη σήμερον ἐνώπιόν σας, ἀλλὰ καὶ ὑβρίζοντες καὶ ἀτιμάζοντες τοὺς πολίτας· ὕστερον δὲ, συντάσσοντες καὶ μίαν ἔκθεσιν ἀντιστάσεως, τοὺς διευθύνουν δεσμίους εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Τὰ δὲ Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα καταφεύγουσιν, ἀδικούμενοι καὶ ὑβριζόμενοι οὕτω οἱ πολῖται, ἀπαλλάττουσι διαρκῶς τοὺς ἀστυνόμους, «χάριν τοῦ γοήτρου τῆς ἀστυνομίας»! ἢ ῥίπτουσιν εἰς τὸ ἀρχεῖον τὰς κατ’ αὐτῶν καταγγελίας. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ εἶναι καὶ δικηγόρος, εἶναι ἴσως ἁρμόδιος καὶ ἐξ ἰδίας πείρας νὰ σᾶς ἀναφέρῃ παραδείγματα. Συχνὰ συμβαίνει νὰ ἀθωῶνται οἱ ἀστυνόμοι, καὶ νὰ καταδικάζωνται οἱ πολῖται, οἱ ὑποστάντες τὰς βαναύσους ἐπιθέσεις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων.

§178Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο χρειάζεται νὰ λάβωσι τὸ ὅπλον οἱ πολῖται.

§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§180Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν; (Ἐγείρονται πλεῖστοι).

§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ θὰ πράξω ὅ,τι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἴπῃ. (Πάντες ἐγείρονται).

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετ’ ὀλίγην ὥραν, Κύριοι, θὰ ἐπανέλθωμεν.

§184Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον εἶχεν ὁ κύριος Κρίτσας.

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§186ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Δὲν εἰσήλθομεν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν; Τί κατάστασις εἶναι αὐτή! (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§187ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;

§188ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εἰσήλθομεν.

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη ὁ λόγος εἰς τὸν κύριον Δηλιγιάννην, καὶ ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. (Ὅλοι οἱ Βουλευταὶ εἶναι ὄρθιοι, φωνάζοντες).

§190ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν οἱ ἐγερθέντες νὰ ὁμιλήσωσι παρῃτήθησαν, ἄλλο ζήτημα. Ἀλλ’ ἤδη δύο εἶχον ἐγερθῆ, ἵνα ὁμιλήσωσι, καὶ δὲν δύνασθε νὰ κηρύξητε τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως, πρὶν ἢ δηλώσωσιν ὅτι παραιτοῦνται.

§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶχον ἀπὸ κανένα αἴτησιν.

§192Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγώ.

§193Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ ἐγώ.

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ δὲν ἐγένετο ἀντίρρησις καμμία.

§195ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Πότε; Ἔχετε λάθος. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).

§196ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἀφ’ ἑαυτοῦ κηρύσσητε, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τοῦτο οὐδὲν σημαίνει. Διότι πρὸς τοῦτο ἐρωτᾶται πάντοτε: «Ὑπάρχει ἄλλος τις νὰ ἀγορεύσῃ;» Καὶ πρέπει νὰ ἐρωτᾷ ὁ Πρόεδρος.

§197ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὂχι! ὄχι! Ποτὲ δὲν ἐρωτᾶται. (Διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).

§198ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι δύο συναδέλφους εἶδον ἐγερθέντας, ἵνα ὁμιλήσωσι.

§199ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσῃ ὁ Πρόεδρος, ἂν ἔχει τις τὸν λόγον.

§200Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος. Ἔξαψις καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).

§201ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐτελείωσε.

§202ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ποτέ! ποτέ!

§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος εἶχε δηλώσει, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...

§204ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κακῶς.

§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ... Ὁ κύριος Πρόεδρος εἶχεν εἴπει τοῦτο, καὶ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὅστις ἀνεκοίνωσε τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Μόλις ἐτελείωσε τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων. Περατωθείσης τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ὁ κ. Πρόεδρος ἐπανέλαβεν. «Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»...

§206ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὂχι! ὄχι!

§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἀγορεύσῃ, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἠγέρθη ἀπὸ τῆς θέσεώς του, διευθυνόμενος πρὸς τὸ βῆμα, καὶ τότε εἶπον ἐγώ: «Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ διακόψωμεν, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν;» Τώρα ἐγείρεται ζήτημα, ὅτι εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ὁ κύριος Κρίτσας καὶ ὁ κύριος Βιτάλης. Ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι ἐζητήθη ὁ λόγος, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἦτο εἰς τὴν ἕδραν του...

§208ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Πρότερον.

§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν χάνομεν τίποτε, ἂν οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον, ἀναβάλωσι διὰ τὴν αὔριον τὰς ἐπερωτήσεις των, ὅπως δυνηθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ ἀρχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, καὶ νὰ μὴ ὑποχρεωθῇ νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὰς ἕνδεκα, ὅτε εἶναι ἑπόμενον νὰ τελειώσουν αἱ ἐπερωτήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ αὔριον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ Πρόεδρος πρέπει νὰ ἐρωτᾷ: «Ζητεῖ τις τὸν λόγον;», τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἶναι εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, δὲν ἤκουσε πάντοτε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος; Ὁ Πρόεδρος δηλ. πάντοτε λέγει: «Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»;

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ εἶπον, «ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἰς τὸ μέλλον πρέπει νὰ καθιερωθῇ τὸ σύστημα νὰ ἐρωτᾷ, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν. Ἀλλὰ, νομίζω, διὰ σήμερον, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγείρονται, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐπερωτήσεις, νὰ τὰς ἀναβάλωσι δι’ αὔριον.

§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ παραιτηθῇ τοῦ λόγου, καὶ νὰ ἀναβάλῃ νὰ ἀγορεύσῃ αὔριον, ἐγὼ οὐδαμῶς ἀντιλέγω. Ἀλλ’ ἂν ὁ κύριος Κρίτσας δὲν παραιτῆται, παρακαλῶ νὰ μὴ γείνῃ καμμία παραχώρησις εἰς ἐμέ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διέλθω τὴν νύκτα ὅλην ἄγρυπνος, ἀφοῦ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσω νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Κρίτσας τοῦ λόγου.

§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅπως θέλετε.

§214Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Κρίτσας δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ τοῦ λόγου.

§215Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὄχι!

§216ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι! ὄχι!

§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.

§218ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ...

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν, κύριε Κρίτσα, ἀφοῦ ἔχετε τὸν λόγον...

§220ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Τὰ λεχθέντα ἐλέχθησαν, διότι ὑπῆρξε παρεξήγησις τοῦ κ. Προέδρου, ὅν, ἕνεκα τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ κατέχει, τιμῶ ἰδιαζόντως, ἀλλὰ διέφυγε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, ὅτι δύο τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἠγέρθησαν, καὶ ἐζήτησαν τὸν λόγον.

§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντελήφθην.

§222ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ἦτο δυνατὸν νὰ πλανηθῆτε, ὡς ἄνθρωπος. Δὲν ἀντελήφθητε· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ τὸ ὀρθόν, ὅπερ εἶπον πρὸ ὀλίγου. Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι ἐπὶ τῆς προεδρίας τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Βουδούρη, πάντοτε ἀπηυθύνετο ἡ ἐρώτησις εἰς τὴν Βουλήν: «Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;» Λέγω τοῦτο, ἵνα λείψωσιν αἱ παρεξηγήσεις.

§223Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἤμην παρὼν καθ’ ἣν στιγμὴν ἠγέρθη τὸ ζήτημα, ἂν εἰσήλθομεν, ἢ ὄχι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέχω νὰ κάμω λόγον περὶ αὐτοῦ. Ἔχω ὅμως νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς. Βεβαίως οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κάμνωσιν ἐπερωτήσεις, οἵας θέλουν καὶ ὅπως θέλουν, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἕτερον δικαίωμα, νὰ παρακαλέσωσι τοὺς ἀξιοτίμους ἡγέτας τῆς μειονοψηφίας, τῆς τε μείζονος καὶ τῆς ἐλάσσονος, νὰ παύσωσι τὰς φιλοφρονήσεις, καὶ ν’ ἀφήσωσι τὴν Βουλὴν, ὅταν ἦναι καιρὸς, νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἔχουσι βεβαίως ὄρεξιν νὰ παραμένωσιν ἐνταῦθα, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐργάζηται, καὶ νὰ ἀκούωσι μόνον ἐπερωτήσεις. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην τῶν φίλων του, ἂν ἀρέσκωνται εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Ὁ προορισμὸς τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι, νὰ συζητῇ ἐπὶ θεμάτων ἀναγομένων εἰς τὰ καθήκοντά του.

§224Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅτι, κύριε Πρόεδρε, τὸ γεγονὸς ἔλαβε χώραν, ὡς ἡμεῖς λέγομεν, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία... (θόρυβος). Ἂς παύσῃ τέλος πάντων αὐτὸς ὁ θόρυβος, κύριε Πρόεδρε. Καθῆκον θεωρῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφον, εἰπόντα πρὸ ὀλίγου, ὅτι οἱ πολῖται, οἱ προσφεύγοντες εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐκφράσωσι τὰ παράπονά των κατὰ τῶν ἀρχῶν, εἶναι ἀφιλότιμοι. Δὲν γνωρίζω, τῇ ἀληθείᾳ, κατὰ πόσον θεωρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀφιλοτίμους τοὺς συμπολίτας του, ἢ καὶ τοὺς Ἕλληνας ἐν γένει, ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν ὁποίων πολλάκις ἠγωνίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καταγγείλας εἰς τοὺς οἰκείους Ὑπουργοὺς ὑπερβάσεις καὶ παρεκτροπὰς διαφόρων ὀργάνων. Ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν ὅλως γνώμην, φρονῶν, ὅτι πρώτιστον τῶν Βουλευτῶν καθῆκον εἶναι, νὰ ὑποστηρίζωσιν ἐνταῦθα τοὺς πολίτας, ὁσάκις οὗτοι πράγματι ἀδικῶνται, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ἡ ὁποία θὰ πείσῃ, πιστεύω, τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι ἐβιάσθη εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν, ὃν ἔκαμε. Βλέπω ὅμως τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀγνοῶ διὰ τίνας λόγους, μὴ στέργουσαν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ τὴν Κυβέρνησιν πλειοδοτοῦσαν εἰς τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τούτῳ προκαλεῖ ἡ πλειονοψηφία, καὶ, ἵνα μὴ καὶ ἄλλην μίαν φορὰν ἀκόμη χαρακτηρισθῶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς κωλυσιεργὸς, ὡς ἐχαρακτηρίσθην καὶ ἄλλοτε, ὁμιλήσας ἐνταῦθα περὶ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ πολῖται ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοτικῶν φόρων, ὡς καὶ περὶ τῆς βραδύτητος τῆς παρατηρουμένης εἰς τὴν διαβίβασιν τῶν τηλεγραφημάτων, ἐπὶ τέλους δὲ καὶ περὶ τῆς δυστυχίας τῶν Καμαρινιωτῶν, ὑποτάσσομαι εἰς τὴν θέλησιν αὐτῆς, δηλῶν, ὅτι ἀναβάλλω δι’ αὔριον τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὸν κύριον συνάδελφον ἀπάντησιν, μὴ λησμονῶν ὅμως νὰ παρατηρήσω, κ. Πρόεδρε, ὅτι, ὅ,τι ἐγένετο, δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὐδὲ συμφέρον, οὐδὲ πρέπον εἰς ἡμᾶς ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτούς.

§225ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω αὔριον.

§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.).

§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καταλάβετε τὰς θέσεις σας. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀγορεύσαντες πολιτικοὶ φίλοι μου ἐξήτασαν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ εἰδικὴν ὄντως ἔποψιν. Ἠρεύνησαν, ἐὰν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἀναγραφόμενα ἔσοδα προϋπελογίσθησαν καὶ ἀνεγράφησαν ἀκριβῶς, καὶ ποῖαι ὑπάρχουσι πιθανότητες περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἀναγραφέντων ποσῶν, ὡς καὶ ἂν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντα ἔξοδα προϋπελογίσθησαν καὶ ταῦτα ἀκριβῶς, καὶ ἂν ὑπάρχουσι πιθανότητες, ὅτι θέλουσι δαπανηθῆ μόνον ταῦτα, ἢ ἂν αἱ ἀναγραφαὶ εἶναι ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἑπομένως θέλει προκύψει ἀνάγκη χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἐγὼ ἔκρινα, ὅτι ἦτο πλέον περιττὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσω τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σκοπῶν νὰ ἀποκριθῇ εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντας ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προσεπάθει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ τὰ ἔσοδα ἀκριβῶς προϋπελογίσθησαν καὶ ἀνεγράφησαν, καὶ τὰ ἔξοδα ἀκριβῶς προσδιωρίσθησαν, καὶ ὅτι αἱ προβλέψεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσι πᾶσαι καὶ ἄρτιαι καὶ ἀκριβεῖς, ἐγώ, ἐπὶ τῆς τοιαύτης γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν στηριζόμενος, καὶ ὑποθέτων, ὅτι θέλουσι πραγματοποιηθῆ πάντα ταῦτα, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβλεψε καὶ προϋπελόγισε, καὶ ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτοῦ καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων εἰσὶν ἀληθεῖς καὶ ἀκριβεῖς, προέβην εἰς ἑτέραν μελέτην· ἐξετάζω, ἂν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν χώραν ἡ κατάστασις αὕτη, τὴν ὁποίαν οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρασκευάζουσι. Παραβαλὼν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, τοῦ πρώτου ἔτους, καθ’ ὃ ἀνῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί, καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους 1900, ἤτοι τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς διοικήσεως αὐτῶν, καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἀρχομένου μετά τινας ἡμέρας ἔτους, τοῦ 1901, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν νῦν, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τελευταίου ἔτους, τοῦ πρὸ τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον διηνύσαμεν ὁμαλῶς, εὗρον καὶ παρέστησα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ 1899, μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν αὐξήσεων, αἵτινες ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ Κράτος, ἕνεκα τοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ συμβιβασμοῦ, διὰ τὰ ποσὰ τὰ προοριζόμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τῶν αὐξήσεων, αἵτινες ἐπῆλθον, ἕνεκα τῆς παραπομπῆς εἰς ἀποστρατείαν πολλῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῆς ἀπολύσεως πολλῶν ὑπαλλήλων, ὅτι, λέγω, τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους 1899, παραβαλλόμενα πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1896, ὑπερβαίνουσιν ἐκεῖνα κατὰ δραχ. 18,816,321.47· ὅτι ὡσαύτως τὰ ἔξοδα τοῦ 1900, παραβαλλόμενα πρὸς τὰ ἔξοδα τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1896, ὑπερβαίνουσιν αὐτὰ κατὰ δρ. 28,208,209.38, καὶ ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ 1901 καὶ ταῦτα ὑπερβαίνουσι τὰ πληρωθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ 25,865,459,98. Τὸ ἄθροισμα τῶν τριῶν τούτων ποσῶν, τὰ ὁποῖα παριστῶσι τὰ κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη δαπανηθέντα ἐπὶ πλέον, ἀνέρχεται εἰς 72,889,990.83. Ἑπομένως, ἐὰν κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸ 1900 καὶ κατὰ τὸ 1901 ὑπῆρχεν ἡ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν τοιαύτη, ὁποία ὑπῆρξε κατὰ τὸ 1896, ἠθέλομεν δαπανήσει ὀλιγώτερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα δαπανῶμεν νῦν, κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899 καὶ κατὰ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν 1900 καὶ 1901, κατὰ δραχ. 72,889,990.83. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνωμεν κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη αὐξήσεις τινὰς ἐξόδων, κατασταθείσας ἀναποφεύκτους, πρῶτον ἕνεκα τῆς διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐπιβληθείσης εἰς τὸ Κράτος αὐξήσεως τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πληρωνομένων κατ’ ἔτος, εἶτα δὲ καὶ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων, τὸ ποσὸν τῶν δύο τούτων αὐξήσεων ἀνέρχεται κατὰ τὰ τρία ἔτη εἰς 28,394,700.12, ἂν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν εἰρημένων ἀναποφεύκτων αὐξήσεων κατὰ τὰ τρία ἔτη ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ποσὸν τῆς συγκεφαλαιωθείσης ὁλικῆς αὐξήσεως κατὰ δραχ. 72,889,990.83, τῆς κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 γενομένης, ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων περιορίζεται εἰς 44,495,290.71, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον δαπανηθῆ κατὰ τὴν τριετίαν, ἂν καὶ κατ’ αὐτὴν διῳκούμεθα ὡς διῳκήθημεν κατὰ τὸ 1896. Ἀλλὰ καὶ οἱ διοικήσαντες κατὰ τὰ τρία εἰρημένα ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 καὶ ἔσοδα εἰσέπραξαν καὶ πρόκειται νὰ εἰσπράξωσι δραχ. 43,485,031.34 περισσότερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσπραχθῆ, ἂν καὶ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα τὸ Κράτος διῳκεῖτο ὡς εἶχε διοικηθῆ κατὰ τὸ 1896. Διὰ τοῦτο προέβην εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν δαπανῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας κατεστάθη ἀναγκαῖον νὰ νομοθετηθῇ ἡ τοιαύτη αὔξησις τῶν ἐσόδων· εὗρον δ’ ὅτι τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐδημιούργησαν οἱ νόμοι, οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον· οἱ νόμοι δ’ οὗτοι ἀποτελοῦσι τὸ σύστημα τὸ μεταρρυθμιστικόν, τὸ ὁποῖον προεκηρύχθη διὰ τοῦ προγράμματος τοῦ Ὑπουργείου. Δὲν ἐλησμονήθη ἔτι, ὅτι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον εἶχε δημοσιεύσει πρόγραμμα μεταρρυθμιστικόν. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἐφήρμοσεν ἅμα ἀνελθὸν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, καὶ προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους νόμους, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ κατὰ 44,495,290.71 δρ. αὔξησις τῶν ἐξόδων· μοὶ ἐπεβάλλετο δ’ ἕνεκα τούτου νὰ ἐξετάσω ἕκαστον τῶν νόμων τούτων, ἵνα ἀνεύρω ποῖον τῶν τοσοῦτον ὑπερόγκων τούτων ἐξόδων ἀντάλλαγμα οἱ νόμοι οὗτοι προσεπόρισαν εἰς τὸ Κράτος, ἢ εἰς τὴν χώραν. Ἠρξάμην οὕτω τῆς ἐρεύνης τῶν νόμων τούτων, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἐψήφισε καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσε κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς Περιόδου ταύτης, καὶ ἐξήτασα χθὲς τοὺς πλείστους, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην χθὲς ἀγορεύων νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως πάντων τῶν νόμων τούτων. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ συνεχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου, προβαίνων εἰς ἐξέτασιν καὶ τῶν ὑπολοίπων. Καὶ ὁ κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον ψηφισθεὶς ͵ΒΧΚʹ νόμος τῆς 7 Ἰουλίου 1899 περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ὑπαξιωματικῶν σπουδαζόντων ἐπήνεγκεν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, διότι τὰ δυνάμει αὐτοῦ καταλογιζόμενα πλέον εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν σπουδαζόντων ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ὑπαξιωματικῶν συνίστανται:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Εἰς μισθοὺς διδασκαλίας καὶ διοικήσεως δρ.25,320
Εἰς λιθογράφησιν μαθημάτων, ἔξοδα ἐφαρ-
μογῶν, γραφικὴν ὕλην, διδακτικὰ βιβλία, ἀγο-
ρὰν συγγραμμάτων καὶ περιοδικῶν » 8,000
Εἰς τροφὴν 110 μαθητῶν ὑπαξιωματικῶν » 60,390
Εἰς ἱματισμὸν μὴ προβλεπόμενον ὑπὸ τῆς
στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, οἷον ῥινόμακτρα, χει-
ρίδας κλπ » 1,100
Εἰς λεύκανσιν τῆς λινοστολῆς αὐτῶν » 8,640
Εἰς εἴδη καθαριότητος καὶ ῥαπτικὰ ἱματισμοῦ » 2,600
Εἰς θέρμανσιν » 3,000
Εἰς ἐπιτραπέζια εἴδη » 500
Εἰς ἐπιρραφὰς ζευγῶν καττυμάτων » 198
Εἰς ἐπιμίσθια θυρωρῶν » 840
Εἰς μισθοδοσίαν μαγείρου » 960
Εἰς ὁδοιπορικὰ μαθητῶν » 500
Εἰς εἰκοσάλεπτον ἡμερησίαν ἐπιχορήγησιν » 8,052
Εἰς ἔξοδα σχολείων ἐν τοῖς σώμασι καὶ
ἄλλα παραπλήσια ἔξοδα » 6,000

Καὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 πίστωσις δραχ. 126,100. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἀνέγραφε διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν πίστωσιν δραχ. 50,000 μόνον, καὶ, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1896, ἐδαπανήθησαν ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης μόνον δραχ. 36,935.05· ἤτοι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο κατὰ δραχ. 13,064.95. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1900 ἐκανονίσθησαν οὕτω τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ὥστε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἔξοδα συντηρήσεως τῶν ἐν τῇ Σχολῇ ὑπαξιωματικῶν ἀνεγράφησαν οὐχὶ πλέον 50,000 δραχμαί, ἀλλὰ δρ. 126,100, ἤτοι περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1896 δραχ. 76,100, περισσότερα δὲ τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 δραχ. 89,164.95. Ἡ περίοδος τοῦ χρόνου τῆς Αʹ Συνόδου καὶ τῆς μετ’ αὐτὴν συγκληθείσης ἐκτάκτου Συνόδου ἦτο περίοδος μεγαλοπρεπείας καὶ ἐλευθεριότητος· οἱ κυβερνῶντες κατὰ τὰς δύο ταύτας Συνόδους, ἔχοντες πεπληρωμένας τὰς χεῖρας χρυσοῦ, διένεμον δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ· δὲν ἐλησμόνησαν δὲ οὐδὲ τὴν χορηγίαν πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς διὰ διδακτικὰ βιβλία, καὶ προεκάλεσαν τὸν νόμον ΒΧΚϚʹ τῆς 29 Ἰουλίου 1899, καὶ ἀπένειμαν τὴν διὰ διδακτικὰ βιβλία χορηγίαν εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ τοῦ πεζικοῦ, καὶ τοῦ ἱππικοῦ, καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, καὶ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, καὶ τοῦ ὑγιειονομικοῦ σώματος, αὐξήσαντες οὕτω τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους κατὰ δραχ. 332,160. Οὕτω διετέθησαν:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Εἰς χορηγίαν τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν
ἀξιωματικῶν δρ. 7,200
Τῶν ἐν τῷ σώματι τοῦ μηχανικοῦ » 1,200
Τῶν ἐν τῷ σώματι τοῦ πυροβολικοῦ » 20,880
Τῶν ἐν τῷ σώματι τοῦ ἱππικοῦ » 21,480
Τῶν ἐν τῷ σώματι τοῦ πεζικοῦ 873 ἀξιωματικῶν » 209,520
Τῶν ἐν τῷ Ὑγιειονομικῷ κλάδῳ » 2,880
Τῶν ἐν τῇ Αὐλῇ ὑπασπιστῶν » 360
Τῶν ἐν τοῖς Ἀρχηγείοις » 2,160
Τῶν ἐν τοῖς Φρουραρχείοις » 2,160
Τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν φυλακῶν » 960
Τῶν ἐν τοῖς Στρατολογικοῖς Γραφείοις » 15,360
Τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης » 480
Τῶν ἐν τῇ Ὑγιειονομικῇ ὑπηρεσίᾳ 104 ἀξιωματικῶν » 24,960
Τῶν ἐν τῇ Οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ 82 ἀξιωματικῶν » 19,680
Τῶν ἐν τῇ Ἐκπαιδεύσει » 2,880
Τὸ ὅλον τῆς προστεθείσης διὰ τοῦ νόμου
τούτου δαπάνης δρ.332,160

Ἐν τῇ σπουδῇ, μεθ’ ἧς ψηφίζονται οἱ νόμοι ἐν τῇ Βουλῇ, σπουδῇ, ἡ ὁποία εἶναι τοσαύτη, ὅση εἶναι ἡ θέλησις καὶ ἡ γνώμη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, οἱ Βουλευταὶ δίδουσι τὴν ψῆφόν των ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων, μηδόλως ἐξετάζοντες τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων τ’ ἀποτελέσματα ἐπέρχονται· ὤφειλον δὲ νὰ ποιήσωμαι γνωστὰ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπὸν ὁ νόμος περὶ χορηγίας διδακτικῶν βιβλίων εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ηὔξησε τὰς δαπάνας κατὰ δρ. 332,160. Ἀλλ’ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἐκδοθεὶς κατόπιν ΒΧΛΘʹ νόμος τῆς 15 Ἰουλίου 1899 περὶ νέας ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς. Πρέπει ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου νὰ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὸ 1896 εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, ἐν τῇ ἀρχῇ τότε τυγχάνοντες, δύο νόμους, τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, οἵτινες ἀμφότεροι εἶχον τὸν αὐτὸν σκοπόν. Καὶ εἶχε μὲν αἰτιολογίαν ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας τὴν καταφανεῖσαν πλέον ἀνεπιτηδειότητα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ διὰ νὰ ἐκτελῶσιν ἔργα ἀστυνομικὰ, καταδειχθεῖσαν ἐκ τῆς καταχρήσεως τῆς ἀνατεθείσης εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίας, ἣν διεξῆγον μετὰ βίας καὶ τραχύτητος, ἀλλ’ ἐσκόπουν καὶ ὁ νόμος οὗτος καὶ ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς νὰ ἀπαλλάξωσιν, ὅσον εἶναι δυνατόν, ἀριθμόν τινα ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ ὑπηρεσιῶν ἀλλοτρίων τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ ἀποδώσωσιν αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας εἰς τὸν στρατόν, ὅπως κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἄσκησις τοῦ στρατοῦ ἐν μονάσιν ἀνωτέραις τῶν μονάδων, ἐν αἷς περιορίζεται νῦν ἡ ἐκπαίδευσις. Ἡ χωροφυλακή, κατὰ τοὺς ἰσχύοντας κατὰ τὸ 1896 νόμους, συνίστατο εἰς χωροφύλακας 3374 πεζοὺς καὶ ἐφίππους, εἰς ὑπαξιωματικούς, ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας 718, τὸ ὅλον 4092 ἄνδρας, χωροφύλακας καὶ ὑπαξιωματικούς· ὑπῆρχον δὲ καὶ ἀξιωματικοὶ 143. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 4092 ἀνδρῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς εἶχον ἀποσπασθῆ ὑπηρετοῦντες εἰς μὲν τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν χωροφύλακες 2886 καὶ ὑπαξιωματικοὶ 432, τὸ ὅλον 3318, εἰς δὲ τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν ἄνδρες 298 καὶ ὑπαξιωματικοὶ 52, ἐν ὅλῳ 350, καὶ εἰς τὴν φύλαξιν τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν ἄνδρες 131 καὶ ὑπαξιωματικοὶ 3, ἐν ὅλῳ 134. Οὕτως οἱ κατὰ τοὺς τότε ἰσχύοντας νόμους ὑπηρετοῦντες ἐκτὸς τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς εἰς ὑπηρεσίας ἄλλας, τὴν ἀστυνομικὴν, τὴν δασονομικὴν καὶ τὴν τηλεγραφικὴν, ἀνήρχοντο ἐν ὅλῳ εἰς 3802· μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δ’ αὐτῶν ἀπὸ τῆς κατὰ τὰ εἰρημένα δυνάμεως τοῦ σώματος ἐκ 4092 ἀνδρῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ὑπελείποντο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς μόνον 290 ἄνδρες. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη ὑπῆρχε κατὰ τοὺς ἰσχύοντας τὸ 1896 νόμους, διέφερεν ὅμως ἀπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο πράγματι τὰ τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, διότι, κατὰ κατάστασιν ἐπίσημον, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη τότε ὑπὸ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τμήματος τῆς χωροφυλακῆς, ἡ δύναμις τοῦ σώματος ἀνήρχετο οὐχὶ εἰς 4092, ἀλλ’ εἰς 4144 ἄνδρας, καὶ εἰς 627 ὑπαξιωματικούς, ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 4771. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἄνδρες, οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας καὶ εἰς τὴν τῶν τηλεγράφων καὶ εἰς τὴν δασονομικὴν, ἀνήρχοντο εἰς 3802, ἔμενον εἰς τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς ἄνδρες 969. Εὐλόγως θέλει προταθῆ ἡ ἐρώτησις: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διαφέρωσι τόσον πολὺ τὰ πράγματα ἀπὸ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς καὶ ὑπὸ τῶν νόμων ὁριζόμενα; Ἀλλὰ τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεσθε ὑμεῖς, ὅσοι ἀρέσκεσθε εἰς τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν τήρησιν τῶν νόμων, τὴν ἔκπληξιν ταύτην αἰσθάνομαι καὶ ἐγώ· δυστυχῶς ὅμως, ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν κρατοῦσα τάξις δὲν εἶναι πάντοτε τοιαύτη, ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι, ἵνα οἱ νόμοι τηρῶνται ἀπαρεγκλίτως, καὶ αἱ διατάξεις αὐτῶν ἐφαρμόζωνται κατὰ γράμμα καὶ κατ’ ἔννοιαν. Τοὺς δὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν ἀπεσπασμένους 350 ἄνδρας καὶ ὑπαξιωματικοὺς δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνακαλέσωμεν ἀπὸ τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν τότε, διότι εἴχομεν μὲν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ, εἶχε δὲ κατασταθῆ νόμος, δι’ οὗ εἴχομεν συστήσει δασονομικὸν σχολεῖον ἐν Βιτύνῃ, παρὰ τῷ Γεωργικῷ Σταθμῷ, σκοποῦν τοιαύτην τινὰ διδασκαλίαν τῆς δασολογίας καὶ δασοκομίας, ἱκανὴν νὰ παρασκευάζῃ φύλακας τῶν δασῶν, ἔχοντας τὰς ἀναγκαίας γνώσεις καὶ εἰδήμονας τοῦ ἔργου των, ἀλλ’ ἡ Σχολὴ αὕτη δὲν εἶχε παραγάγει εἰσέτι πλήρη τὰ ἀποτελέσματα, ὅσοι δὲ μαθηταὶ αὐτῆς εἶχον ἀπολυθῆ ἕως τότε δὲν ἤρκουν, ἵνα ἀναπληρώσωσι πανταχοῦ τὴν χωροφυλακήν· διὰ τοῦτο ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παρατείνωμεν τὴν διατήρησιν τῶν 350 χωροφυλάκων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ δασονομικῇ, ἕως οὗ συμπληρωθῇ ἀριθμὸς μαθητῶν ἀπολυθέντων τῆς Σχολῆς ἐπαρκὴς, ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀνακαλέσωμεν τοὺς χωροφύλακας, καὶ ν’ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς ἀπολυθέντας ἐκ τῆς Σχολῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν. Τοὺς εἰς τὴν φυλακὴν τῶν τηλεγράφων ἀσχολουμένους 134 ἄνδρας ἠδυνάμεθα ν’ ἀνακαλέσωμεν, διαρρυθμίζοντες ἄλλως τὰ τοῦ κλάδου τούτου· κατὰ τὸ 1891 μάλιστα εἶχον προτείνει νομοσχέδιον περὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, καὶ δι’ αὐτοῦ ἐκανόνιζον τὰ τῆς φυλακῆς τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀπήλλαττεν ἡμᾶς τῆς ἀνάγκης, ἵνα τηρῶμεν τοὺς χωροφύλακας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν. Ἀλλὰ τοὺς 3318 ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἠσχολοῦντο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, ἔπρεπε βεβαίως ν’ ἀνακαλέσωμεν, διὰ ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς· οὕτω πως ἡ δύναμις, ἡ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς χωροφυλακῆς, ἤθελε συμπληρωθῆ εἰς 4287, ἤτοι τοὺς ἀπὸ τῆς ἀστυνομίας ἀπολυθησομένους 3318, καὶ προσέτι τοὺς 969, οἱ ὁποῖοι ἔμενον· δι’ αὐτοῦ δ’ ἤθελεν ἀπαλλαγῆ ὁ στρατὸς ἀπὸ πολλῶν ἀλλοτρίων αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν, εἰς ἃς νῦν ἀσχολεῖται, ἠθέλομεν δ’ οὕτω κρατύνει τὰς τάξεις αὐτοῦ, ὅπως δύνηται νὰ ἐπιδοθῇ εἰς γυμνάσια ἐν μονάσι μεγαλειτέραις. Διὰ τοῦτο ἐπροτείναμεν τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ βελτιώσωμεν συγχρόνως καὶ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ ἐκαλεῖτο νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς ὁριζόμενα καθήκοντα, ἔπρεπε νὰ παρασκευάσωμεν αὐτὴν ἱκανωτέραν πρὸς τοῦτο, τὸ δὲ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησε μέχρι τοῦδε καὶ λειτουργεῖ εἰσέτι, τὸ σύστημα τῆς κατατάξεως εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἀνδρῶν ἐκ τοῦ σώματος τοῦ πεζικοῦ μετὰ τετράμηνον ἄσκησιν, εἶναι σύστημα πλημμελὲς, διότι οἱ εἰσαγόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι, ἵνα ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα τοῦ χωροφύλακος, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καθήκοντα στρατιώτου, ἀλλὰ καθήκοντα χωροφύλακος καὶ στρατιώτου, ἢ μᾶλλον καθήκοντα στρατιώτου καὶ πολίτου. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα τῆς στρατολογίας τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρεδέχετο ἐν μέρει τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν, αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀντέγραψαν καὶ ἐπρότειναν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί· καὶ ἐψηφίσθη μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τότε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀλλ’ ὅτε ἐμέλλομεν νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὸ εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν, ἐμελετήσαμεν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, καὶ ἐπείσθημεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι τὰ ὑπάρχοντα στελέχη τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἐπήρκουν, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς πυρὴν τοῦ σώματος, ἱκανὸς νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ὀργανικὴν συμπλήρωσιν τῆς χωροφυλακῆς, ἔπρεπε δὲ νὰ παρέλθωσι πολλὰ ἔτη, ἵνα παρασκευάσωσι στελέχη τοσαῦτα, ὅσα ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀπῃτεῖτο νὰ ἔχῃ. Διὰ τοῦτο δὲν ὑπεβάλομεν εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ, ἐὰν ἐκυροῦτο, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ δὲν προέβησαν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1899· ἐξεπλάγην ὅμως, ὅτε εἶδον, ὅτι ἔκριναν ἀναγκαῖον νὰ κηρύξωσιν ἐν ἰσχύϊ μόνην μίαν διάταξιν τοῦ νόμου, τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, ἵνα προβῶσιν εἰς μόνον τὸν διορισμὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, ὡς ἂν ὡς ἐπὶ δοκοῦ προσηλώνομεν μίαν κεφαλήν, ἥτις δὲν ἔχει οὔτε βραχίονας, οὔτε στέρνα, οὔτε πόδας. Ποία ἀνάγκη διοικήσεως, ποία ἀνάγκη, ὑπαγορευομένη ἀπὸ τὰ πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ μέτρα, ὑπηγόρευσε τὸ ἀληθῶς ἄξιον ἐκπλήξεως τοῦτο μέτρον, δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ, καὶ ἂν οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ὑφεστῶτες δὲν προέβησαν ἀμέσως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ὅλου τοῦ νόμου, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτόν, ἀπορῶ, πῶς δὲν εἶχε φωτίσει αὐτοὺς ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων, αὐτό, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπράξαμεν, προέβαλον δὲ τὸ νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν, πρὶν ἢ ἐξετάσωσιν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Καὶ ἀφοῦ ἐκύρωσαν τὸ νομοσχέδιον, ἀπορῶ, πῶς ἐξέλαβον, ὅτι ἁπλῆ τις διάταξις, ἥτις καταχωρίζεται ἐν τοῖς νόμοις, ἵνα χορηγηθῇ χρόνος τις εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ παρασκευάζῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, χρόνος ἑβδομάδων τινῶν, ἢ μηνὸς, πῶς ἐξέλαβον, λέγω, ὅτι ἐπετρέπετο αὐτοῖς νὰ ἑρμηνεύσωσι μετὰ τόσης εὐρύτητος τὴν τοιαύτην διάταξιν, ὥστε ν’ ἀφήσωσιν ἐπὶ δέκα ὀκτὼ ἤδη μῆνας ἀνεκτέλεστον, ἀργὸν τὸν νόμον τοῦτον, ἔχοντες ἥσυχον τὴν συνείδησίν των, ὅτι δὲν προσκρούουσιν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδὲ ὁ Βασιλεὺς αὐτός, οὔτε οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων! Ἀλλὰ, ἂν οἱ νόμοι δὲν ἦναι ἐκτελέσιμοι, διατὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐπεψήφισεν αὐτούς; διατὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσεν αὐτούς; διατὶ οἱ Ὑπουργοὶ προέβαλον αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διατὶ ὑπέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν; Ποίαν κατέστησαν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ τὴν λειτουργίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Τακτικὴ τοιαύτη εἶναι ἀληθὴς εἰρωνεία τῆς σοβαρότητος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἥτις ἐκδίδει νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ οἱ ὁποῖοι φυλάσσονται δεσμῶται ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Ὑπουργείων ἐπὶ δέκα καὶ ὀκτὼ ἤδη μῆνας. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἶναι εἰρωνεία τῆς σοβαρότητος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸ συμβεβηκὸς καταγγέλλει πάντως ἔλλειψιν προνοίας τῶν Ὑπουργῶν, ἀμάθειαν ἢ ἀνικανότητα· διὰ πάντα δὲ ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι ὑπεύθυνοι. Ἐν τῷ ψηφισθέντι καὶ διὰ τοῦ νόμου τῶν ἐξόδων κυρωθέντι Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 δὲν ἀνεγράφησαν πάντα τὰ ἔξοδα, ὅσα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμῷ. Ὁ νόμος περὶ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς εἶχεν ἐκδοθῆ τὸν Ἰούλιον τοῦ ἔτους 1899, ἑπομένως ὑπῆρχε τὸν Νοέμβριον τοῦ 1899, ὅτε συνέτασσον τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου, ὑπῆρχε καὶ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1900, ὅτε ἐψήφιζε τὸν Προϋπολογισμὸν ἡ Βουλὴ, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν Ὑπουργῶν, εἶχον δ’ οὗτοι ὑπ’ ὄψιν των κατ’ ἀμφοτέρας ταύτας τὰς περιπτώσεις καὶ ἠδύναντο νὰ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς ἀπῄτει. Καὶ ὅμως, ἐνῷ κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου τοῦ 1899, ὅτε εἰσῆγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἀνέγραψαν πίστωσιν δραχμῶν 3,056,000 διὰ τὴν μερικὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, ἀντὶ πιστώσεως δραχ. 5,022,856.50, ἣν προσῆκε νὰ ἀναγράψωσι διὰ τὴν πλήρη τοῦ νόμου ἐκτέλεσιν, ἐν τῷ ψηφισθέντι ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντι ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Προϋπολογισμῷ δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη πίστωσις ἐκ δρ. 3,056,000, ἀλλὰ πίστωσις ἐκ δραχ. 2,726,000. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν ἐξόδων τῆς χωροφυλακῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, βεβαίως θὰ ἐπῆλθε τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, τῇ εἰσηγήσει δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ· ἀλλ’ ἐν τοῖς πρακτικοῖς δὲν εὗρον σημείωσιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ φαίνηται, πῶς ἡ πίστωσις τῶν 3,056,000 δραχμῶν ἐμειώθη εἰς πίστωσιν δραχμῶν 2,726,000, ἤτοι ἐλάσσονα κατὰ δραχ. 330,000. Ὁ περιορισμὸς ὅμως οὗτος τῆς πιστώσεως ἐνδεικνύει τὴν ἔλλειψιν προαιρέσεως πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία, ἐὰν τότε ἐδεικνύετο διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης, τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τελεσθείσης, βεβαιοῦται ἤδη ὑπὸ τῶν πραγμάτων, διότι καὶ μέχρι τοῦδε, ὅτε ἀπέχομεν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1899 ἓν ἔτος, καὶ ἀπέχομεν ἀπὸ τὸν Μάρτιον τοῦ 1900 ἐννέα ἢ δέκα μῆνας, ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς πιστώσεως αὐτῆς δὲν ὑπῆρχεν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνεγράφετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 πίστωσις 3,056,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, εἶτα δ’ εὑρέθη ἐν τῷ κυρωθέντι Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένη πίστωσις μόνον δραχ. 2,726,000, οὔτε τὸ ἓν ποσὸν, οὔτε τὸ ἕτερον ἤρκει διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, διότι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τῆς χωροφυλακῆς ἀπαιτοῦνται δραχμαὶ 5,022,856.50. Βεβαίως, ἐξετάζων τις τὰς λεπτομερείας ταύτας, ἀπορεῖ, καὶ κατὰ πᾶν βῆμα διστάζει περὶ τοῦ σκοποῦ ἢ περὶ τῆς ἐννοίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ κεφαλῇ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐξετέλει τὰς μεταβολὰς ταύτας· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω ἔννοιαν μικροτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα βεβαιοῦσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε προαίρεσις ἐν τῇ εἰρημένῃ κεφαλῇ περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς. Ἐὰν λοιπὸν προῃροῦντο νὰ ἐκτελέσωσι τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν δραχ. 5,022,856.50, δηλαδὴ ποσὸν ὑπερβαῖνον τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀναγραφὲν κατὰ 2,296,856.50. Κατὰ τὸ 1896 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶχεν ἀναγραφῆ διὰ τὴν χωροφυλακὴν πίστωσις ἐκ δραχμῶν 2,050,000, δηλαδὴ ἐλάσσων τῆς ἀναγραφείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 κατὰ 1,006,000 δραχμάς· ἐὰν δὲ παραβάλητε τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, πρὸς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 5,022,856.50, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται πρὸς ἐκτέλεσιν πλήρη τοῦ νόμου, ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 2,972,856.50. Ἑπομένως τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἐκτελουμένου τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, θέλουσιν ἀναβιβασθῆ κατὰ δραχ. 2,972,856.50 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν γενομένην τὸ 1896 συζήτησιν τοῦ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθέντος τότε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μοὶ ἔλεγε τότε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄχρηστον καὶ μηδόλως ἐκπληροῦν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται. «Κατ’ ἐμὴν γνώμην», ἔλεγε τότε ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, «ἄνευ τοῦ ἀριθμοῦ 8,000 χωροφυλάκων εἶναι ἀδύνατον, μὲ ὁσηνδήποτε καὶ ἂν θελήσητε αὐστηρότητα καὶ οἰκονομίαν, πάσας ταύτας τὰς ὑπηρεσίας νὰ διοργανώσητε... Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσῃ ἡ χωροφυλακὴ πάσας ταύτας τὰς ὑπηρεσίας· νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν δὲν ἔχητε τὸν ἀριθμὸν τῶν 8,000, εἶναι ἀδύνατόν ποτε νὰ ἐπιτύχητε τοῦ σκοποῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀφορῶσι τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν πρόκειται». Ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν δύναμιν τῶν 5184 ἀνδρῶν, ἢ τῶν 5280 ἀνδρῶν, ἔκρινεν ἀνεπαρκῆ, ἠξίου δὲ νὰ ζητήσωμεν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ ὄχι κατὰ 1576 ἄνδρας καὶ ὑπαξιωματικούς, ἀλλὰ τόσους, ὅσοι ἀπῃτοῦντο, ἵνα ἀναβιβασθῇ ἡ δύναμις τοῦ σώματος εἰς 9,000, ἢ τοὐλάχιστον εἰς 8,500, νὰ ἀναβιβάσωμεν δὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐνωμοτιῶν ὄχι εἰς 222, ὅσας ἀνεγράφομεν ἐν τῷ συζητουμένῳ τότε νομοσχεδίῳ περὶ χωροφυλακῆς, οὐδὲ εἰς 240, ὅσας ἀνεγράφομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσηγάγομεν αὐτὸ, ἀλλ’ εἰς 400 ἐνωμοτίας. Συγκαταβαίνων δὲ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔστεργεν ἐν τέλει τοῦ λόγου του νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων εἰς 8,000, ὅσους πρὸ μικροῦ ἔλεγον ὑμῖν ὅτι ἐζήτει. «Ψηφίζοντες», ἔλεγε, «τὰ νομοσχέδια, ὡς ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ αὐξήσητε τὰς δαπάνας, θὰ ἀναστατώσητε καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, χωρὶς νὰ συντελέσητε τὴν προσήκουσαν καὶ ἐπιδιωκομένην στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας· οὕτω δὲ, ἀντὶ καλοῦ, θὰ γίνητε πρόξενοι κακοῦ.» Καὶ ὁ Βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ταῦτα, εἶναι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις τυγχάνει μέλος τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἀντέγραψε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ προέτεινεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ὁποῖον νομοσχέδιον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέμενεν, ἵνα ψηφισθῇ, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον νομοσχέδιον τὸ Ὑπουργεῖον τηρεῖ 18 ἤδη μῆνας φυλακισμένον, μόνην δ’ ἀπέσπασεν ἀπ’ αὐτοῦ μίαν διάταξιν, τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπαναφέρεται ἡ καταργηθεῖσα θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἔσπευσε νὰ διορίσῃ αὐτόν. Διὰ τοῦ ͵ΒΦϞΒʹ νόμου τῆς 29 Ἰουνίου 1899 ἡ κατὰ τὸν ͵ΒΥΕʹ νόμον τῆς 9 Ἀπριλίου 1896 νομοθετηθεῖσα εἰσφορὰ τῶν ναυτικῶν δήμων ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, τῶν 50 λεπτῶν ἐπὶ τῶν 100 δραχμῶν, τῶν εἰσπραττομένων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐν τοῖς εἰρημένοις δήμοις, ἀνεβιβάσθη εἰς δύο δραχμάς, ἤτοι ἐτετραπλασιάσθη. Οἱ ναυτικοὶ δῆμοι, κατὰ τὸν πίνακα, τὸν προσηρτημένον εἰς τὸν νόμον τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ναυτικῆς στρατολογίας, ἀνέρχονται εἰς 96. Ἐὰν ἀνεγίνωσκον τινῶν μόνον δήμων τὰ ὀνόματα, ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν οὐ μόνον νὰ εἰσφέρωσι δι’ ὑπηρεσίας ἀλλοτρίας τῆς ἰδίας αὐτῶν διοικήσεως, ἀλλ’ οὔτε νὰ συντηρήσωσιν ἑαυτοὺς, διότι τὰ πενιχρὰ ἔσοδα αὐτῶν δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν ἀνάγκας. Τὴν εἰσφορὰν ταύτην τῶν δήμων τούτων ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἀνεβίβασαν ἀπὸ 50 λεπτῶν εἰς 2 δραχ. ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἤτοι ἀντὶ ½% εἰς 2%. Ἀλλὰ καὶ ἡ εἰσφορὰ τῶν Λιμενικῶν Ταμείων, ἡ κατὰ τὸν νόμον τῆς 9 Ἀπριλίου 1896 προσδιωρισμένη εἰς 3%, ἀνεβιβάσθη εἰς 7% ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1899. Ἐκτὸς δὲ τῶν δύο τούτων μεταβολῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ τῶν Λιμενικῶν Ταμείων, ἥτις δύναται νὰ παραγάγῃ πρόσοδόν τινα, ἐπιβαρύνει αὐτὰ ὄχι εὐλόγως, διότι τὰ ὑπὸ τῶν Λιμενικῶν Ταμείων εἰσπραττόμενα ἐκ φόρων ἐπιβληθέντων σκοποῦσιν ὄχι τὴν προστασίαν τῶν ἐργατῶν τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ τὴν κατασκευὴν λιμενικῶν ἔργων, ἐκτός, λέγω, τῶν δύο τούτων μεταβολῶν, ἐπῆλθον διὰ τοῦ νόμου τούτου καὶ ἄλλαι μεταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐπήνεγκον αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν ᾼΡΟΗʹ νόμον τῆς 17 Ἀπριλίου τοῦ 1884, ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἀπῃτεῖτο νὰ ἦναι οἰκονομικὸς ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ, ἔχων βαθμὸν οὐδὲ κατώτερον τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ, οὐδὲ ἀνώτερον τοῦ φροντιστοῦ, ἀφίετο δὲ ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα ἐκλέγῃ τὸν Γραμματέα τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου μεταξὺ τῶν βαθμοφόρων, τῶν ἀνθυποφροντιστῶν, ὑποφροντιστῶν καὶ φροντιστῶν· ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1899 προσδιωρίσθη ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου νὰ ἦναι φροντιστὴς, ἀφῃρέθη δὲ ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ Γραμματέα ἀξιωματικὸν κατωτέρου βαθμοῦ, καὶ ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν ἡ ὑποχρέωσις νὰ διορίζῃ φροντιστήν. Τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν γνωρίζω ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, καὶ τιμῶ τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τὴν 2 Ἀπριλίου 1899, εἰσήγαγε δὲ τὸ νομοσχέδιον τὴν 17 Μαΐου 1899, δηλαδὴ μετὰ 44 ἡμέρας· ἦτο δὲ ἀδύνατον νὰ ἀντιληφθῇ ἐντὸς τόσον βραχέος διαστήματος τῆς καταστάσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, νὰ πεισθῇ, ὅτι ἀπῃτεῖτο, οὐχὶ ὑποφροντιστὴς ἢ ἀνθυποφροντιστὴς νὰ ἦναι ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ἀλλὰ φροντιστὴς, καὶ νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον. Τοσαύτας δ’ εἶχεν ἄλλας ἐργασίας, γενόμενος Ὑπουργὸς, ἐντὸς τῶν 44 τούτων ἡμερῶν, ὥστε βεβαίως δὲν ἔμενεν εἰς αὐτὸν καιρὸς, ἵνα ἐργασθῇ πρὸς παρασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἕνεκα ὅμως τῆς μεταβολῆς ταύτης, ἀπὸ δραχ. 160, ὅσαι ἐπληρώνοντο εἰς μισθὸν τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ, ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου ἀνεβιβάσθη εἰς 370, ὅσαι εἶναι ὁ μισθὸς τοῦ φροντιστοῦ, ἤτοι ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 210 κατὰ μῆνα, ἢ κατ’ ἔτος δραχ. 2,520. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου λαμβάνει οὐ μόνον τὸν μισθὸν τοῦτον, ἀλλὰ προσέτι καὶ ἐπιμίσθιον ἐκ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου 50 δραχ. κατὰ μῆνα. Καὶ οὕτως ἐν τῷ Ναυτικῷ Ἀπομαχικῷ Ταμείῳ ὑπάρχει καὶ ὁ Ταμίας αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἔχει τὸν βαθμὸν φροντιστοῦ, καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἔχει τὸν βαθμὸν τοῦ φροντιστοῦ, καὶ τὰ δύο μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς διοικούσης αὐτὸ, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἔχουσι βαθμὸν φροντιστοῦ· πέντε δ’ οὕτω βαθμοφόροι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ναυτικῷ Ἀπομαχικῷ Ταμείῳ, καὶ οἱ πέντε ἔχουσι βαθμὸν φροντιστοῦ· ἤτοι τὸ Κράτος δαπανᾷ δραχ. 22,200 διὰ συντήρησιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.

§229ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἀνέκαθεν τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ 4 μέλη, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, πλοίαρχον τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἀπὸ τρεῖς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, ἔχει δὲ καὶ ἕνα γραμματέα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἢ ὑποφροντιστὴς ἢ ἀνθυποφροντιστής. Ὁ ὑπάρχων νῦν Γραμματεὺς τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἶναι ὑποφροντιστὴς, διότι εἰς τὰς ἀνωτέρας θέσεις δύνανται νὰ ὑπηρετῶσι καὶ ἀξιωματικοὶ κατωτέρου βαθμοῦ, ὡς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε. Διὰ τοιοῦτον λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει ὡς Γραμματέα τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου τὸν ὑποφροντιστὴν Ἀνάργυρον Λεμπέσην.

§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δυνάμει τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος τελευταίου νόμου τοῦ 1899 δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ Γραμματέα τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἀξιωματικὸν ἔχοντα βαθμὸν κατώτερον τοῦ φροντιστοῦ.

§231ΑΛ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διάταξις.

§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως εἶναι ὑποχρεωτική. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸν νόμον (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 4. Τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ΑΡΟΗʹ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Γραμματεὺς οἰκονομικὸς ἀξιωματικὸς, φροντιστής.» Μέχρι τοῦδε, ἐὰν ὑπῆρχον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου τέσσαρες φροντισταὶ, καὶ ὁ Γραμματεὺς ἦτο ὑποφροντιστὴς ἢ ἀνθυποφροντιστὴς, τὸ πρᾶγμα ἦτο εὐλογώτερον· νῦν ὁ Γραμματεὺς ἐγένετο ἰσότιμος μὲ τὰ μέλη τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς, μὲ τὸν εἰσηγητὴν αὐτῆς· τοῦτο δὲ εἶναι καὶ ἀνώμαλον. Ἐμνήσθην τῶν περὶ τούτου, ὄχι διότι πρόκειται περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους κατὰ δραχ. 2,520, διότι τοῦτο εἶναι σταγὼν εἰς τὸν ὠκεανὸν τῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ἀπαριθμῶν τὰς γενομένας αὐξήσεις τῶν ἐξόδων, εὗρον καὶ τὴν αὔξησιν ταύτην μετὰ τῶν ἄλλων.

§233Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς πρὸς τὸν ἰσχυρισμόν σας, ὅτι ἕνεκα τῆς τοποθετήσεως ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἐπῆλθεν αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ διαφωνήσω· διότι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐτοποθετήθησαν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, εἶναι ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στόλον. Ὁ ἰσχυρισμός σας θὰ ἦτο ἀκριβής, ἐὰν ἕνεκα τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπήρχετο αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ τοιαύτη αὔξησις δὲν ἐπῆλθεν· οἱ τοποθετηθέντες οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον καὶ πρὶν ψηφισθῇ ὁ νόμος. Συνεπῶς οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ ἀνώτεροι τὸν βαθμόν, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐτοποθετήθησαν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, καὶ ἄνευ τῆς τοποθετήσεως αὐτῆς ἤθελον ἐξακολουθεῖ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στόλον μὲ τὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον εἶχον. Κατ’ ἀκολουθίαν, μὴ ἐπελθούσης αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν ἕνεκα τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, δὲν ἐπῆλθε καὶ αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους.

§234ΘΕΟΔ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ὑγιειονομικῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ὑπάρχει ὁ βαθμὸς, τὸν ὁποῖον ἕκαστος βαθμοφόρος ἔχει· ἀλλὰ πλὴν τοῦ βαθμοῦ ὑπάρχει καὶ ἡ θέσις, ἤτοι τὸ ἀνατιθέμενον εἰς αὐτὸν ἔργον, τὸ λεγόμενον Γαλλιστὶ «emploi». Ὅταν δ’ οἱ νόμοι δημιουργῶσιν ὑπηρεσίας, θέσεις, emploi, δημιουργοῦσι κατ’ ἀνάγκην καὶ προσθήκην βαθμοφόρου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατίθεται τὸ emploi. Καὶ τώρα μὲν ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦσθε ἠναγκασμένος νὰ προσθέσητε βαθμοφόρον, διότι ἔχετε περισσεύοντας βαθμοφόρους, ἀλλ’ αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἔχετε περισσεύοντα, δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἔχητε ἐν ἐνεργείᾳ, θέλετε δ’ ἔχει αὐτὸν διαθέσιμον· ἐὰν δὲ δὲν ἔχητε περισσεύοντας, εἶσθε ἠναγκασμένος νὰ αὐξήσητε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ προστεθῇ εἷς βαθμοφόρος διὰ τὴν θέσιν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω πόσα θέλει εἰσπράξει τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἀπὸ τὴν αὔξησιν εἰς 7% τῆς εἰσφορᾶς τῶν Λιμενικῶν Ταμείων· ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι — διότι ἀνέγνων τελευταῖον — τὴν γνώμην, ἣν εἶχεν ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὑμεῖς ἀπὸ χρόνων ἀνήκετε. Ἐν ἐκθέσει, ἣν εἰσῆγεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν 25 Ἰουνίου 1886, ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔγραφε ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ΡΚΘʹ τῆς 20 Δεκεμβρίου 1865 ἐπιβαλλόμενοι πρόσθετοι φόροι, προοριζόμενοι ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν προκυμαιῶν, φάρων, κρηπιδωμάτων, ἀποβαθρῶν καὶ τῶν εἰς ταύτας ἀγουσῶν ὁδῶν, κατατίθενται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἢ εἴς τινα τῶν ἐν Ἑλλάδι Τραπεζῶν. Ἑπομένως τὰ κεφάλαια τῶν Λιμενικῶν Ταμείων, διατεθέντα εἰς δάνειον μακροχρόνιον, ἐναντίον τοῦ νόμου, τὸ πατριωτικὸν δάνειον, τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1885,) δέον νὰ ἐπιστραφῶσιν, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς τὰ ἔργα, δι’ ἃ προωρίσθησαν, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην αἰσθάνονται πᾶσαι αἱ παράλιοι πόλεις.» Διὰ τούτου ἐζήτησε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν Βασιλέα, ἵνα ὑποχρεωθῇ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει παρὰ τῶν Λιμενικῶν Ταμείων. Καὶ τότε ἐπρόκειτο περὶ τοποθετήσεως κεφαλαίων, δὲν ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης κεφαλαίων. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη τοῦ ἀποθανόντος Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καίτοι κακῶς προεβάλλετο, προκειμένου περὶ τοποθετήσεως ἐν δανείῳ ἐθνικῷ κεφαλαίων τινῶν τῶν Λιμενικῶν Ταμείων, ἀπολύτως ὅμως ἦτο ὀρθή· διότι πρὸ παντὸς τὰ Κράτη πρέπει νὰ ἦναι καλῆς πίστεως πρὸς τοὺς πολίτας, ἐπειδὴ δὲ τὰ Κράτη ἀντιπροσωπεύουσιν αἱ Κυβερνήσεις, αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ ἦναι καλῆς πίστεως πρὸς τοὺς πολίτας· ὅταν δὲ καλῶσιν αὐτοὺς νὰ εἰσφέρωσιν ἐκ τῶν προσόδων των, ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας των, ἐκ τῆς περιουσίας των ποσοστὰ, ὡς εἰσφορὰν πρὸς σκοπὸν ὡρισμένον, δὲν ἐπιτρέπεται, τὰ εἰσενεχθέντα χρήματα νὰ διατεθῶσιν εἰς ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ εἰς μόνον τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήθησαν. Ἐπειδὴ δὲ οὕτω κρίνω, εὑρίσκω, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἑπομένως εὑρίσκω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους ἐνεργεῖ, δὲν ἐτήρησε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην πρὸς τοὺς φορολογουμένους καὶ ἐπὶ τῶν ὁδικῶν φόρων· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1867 προσεκάλεσε τοὺς πολίτας νὰ εἰσφέρωσιν ἐκ τῆς περιουσίας αὑτῶν, δηλαδὴ ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα παρῆγον ἐτησίως ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας των, ποσοστὰ, ἵνα διατίθηνται ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, διῄρεσε μάλιστα τὰ εἰσπραττόμενα εἰς τρία Ταμεῖα, εἰς Ταμεῖον ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, εἰς Ταμεῖον ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, καὶ εἰς Ταμεῖον δημοτικῆς ὁδοποιΐας, πρὸ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐτῶν ἐδήμευσε τὰ χρήματα ταῦτα· καὶ δὲν ἐδήμευσε μόνον τὰ ἕως τότε εἰσπεπραγμένα, ἀλλ’ ἐδήμευσε καὶ τὰ εἰς τὸ μέλλον εἰσπραττόμενα· ἐνῷ δὲ οἱ πολῖται εἰσφέρουσι χρήματα διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, τὰ χρήματα δαπανῶνται εἰς μισθοὺς ἀστυνόμων καὶ ἀστυφυλάκων. Ἤθελεν ἴσως μὲ ἐρωτήσει τις: «Διατὶ λοιπὸν ἐγένετο τοιοῦτόν τι κατὰ τὸ 1886, ὅτε τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα ἐτοποθέτησαν 18,000 δραχμὰς εἰς τὸ πατριωτικὸν δάνειον;» Βεβαίως ἐγὼ δὲν συνεβούλευσα, οὔτε προσεκάλεσα τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα νὰ πράξωσι τοῦτο· ἀλλὰ βεβαίως οὐδένα διέτρεχον κίνδυνον τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα νὰ ἀπολέσωσι τὰ κεφάλαιά των, οὐδὲ τὸ Κράτος ἦτο ἀνάξιον πίστεως, ἵνα ἀποδώσῃ εἰς αὐτὰ τὰ εἰς τὸ εἰρημένον δάνειον εἰσενεχθέντα κεφάλαιά των, ἐὰν ἤθελον ζημιωθῆ, — κεφάλαια μάλιστα τοσοῦτον μικρὰ — τὸ δάνειον δὲ ἤθελε πάντοτε ἐξοφληθῆ ὑπὸ τοῦ Κράτους. Δι’ ἑτέρου νόμου, τοῦ ͵ΒΧΙʹ τῆς 7 Ἰουλίου 1899, ἐδημιουργήθησαν δύο θέσεις ἱερέων ἐν τῷ στόλῳ, αἱ ὁποῖαι καὶ αὗται ἐπέφεραν αὔξησιν δαπάνης κατ’ ἔτος δραχ. 5,760. Καὶ δι’ ἄλλου νόμου, τοῦ ͵ΒΧΚΑʹ τῆς 10 Ἰουλίου 1899, ὠργανώθησαν τὰ τῆς Γυμναστικῆς, ἐπῆλθε δ’ ἕνεκα τούτου αὔξησις ἐξόδων κατ’ ἔτος δραχμῶν 132,500. Διὰ τῶν νόμων ͵ΒΦΟΖʹ τῆς 7 Ἰουνίου τοῦ 1899 καὶ ͵ΒΦΟϚʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 ἐπῆλθεν ἑτέρα αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι κατὰ τὸν πρῶτον νόμον δίδοται μηνιαῖον χορήγημα 1000 φράγκων εἰς ἕνα τῶν προσκολληθέντων εἰς τὴν ἐν Κρήτῃ ὑπηρεσίαν τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου, ὑπαγομένων δὲ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ὑπαλλήλων, κατὰ τὸν δεύτερον δὲ, δίδοται ὡσαύτως μηνιαία χορηγία 500 φράγκων εἰς ἑκάτερον τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, τῶν προσκολληθέντων ὡσαύτως εἰς τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, εἰς οὓς ἐπετράπη ἄδεια ἀπουσίας τριετοῦς. Τὰ οὕτω πληρωνόμενα κατὰ μῆνα δισχίλια φράγκα, ὑπολογιζόμενα πρὸς 1,65 ἕκαστον, φέρουσι κατὰ μῆνα δραχ. 3,300, ἤτοι κατ’ ἔτος 39,600 δραχμάς. Καὶ ἕτερος νόμος ἐπηύξησε κατὰ δραχμὰς 17,280 κατ’ ἔτος τὰ ἔξοδα, ὁ ͵ΒΦϞΔʹ νόμος τῆς 30 Ἰουνίου 1899, δι’ οὗ ἐδημιουργήθη καὶ δευτέρα Οἰκονομικὴ Ἐφορία πρώτης τάξεως ἐν Ἀθήναις ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἡ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς νέας ταύτης Ἐφορίας δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 19,080 κατ’ ἔτος· ἀφαιρουμένου ὅμως τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν ὑπάρχοντος καὶ νῦν εἰδικοῦ ὑπαλλήλου τῆς Ἐφορίας ἐκ δραχμῶν 1800, ὑπολείπεται αὔξησις ἐξόδων ἐκ δραχ. 17,280. Τὸ ἄθροισμα τῶν ποσῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ηὐξήθησαν τὰ ἐτήσια ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἀνέμνησα εἰς τὴν Βουλὴν χθὲς, καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω σήμερον, ἀνέρχεται εἰς 7,035,132.50· διὰ τοῦ ὀγκώδους δὲ τούτου ποσοῦ μᾶς ἐπρομήθευσαν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ τὰς περιφήμους μεταρρυθμίσεις, δι’ ὧν μᾶς ἐπροίκισαν διὰ τῶν 106 νόμων, τοὺς ὁποίους ἡ ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφία αὐτῶν ἐπεψήφισε κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἶπον, ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου καὶ κυρωθέντες ἐγένοντο νόμοι. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον ἐψηφίσθησαν 106 νόμοι, καὶ κατὰ τὴν ἔκτακτον ἐψηφίσθησαν 95, καὶ ἑπομένως οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὴν πρώτην καὶ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον νόμοι ἀνέρχονται εἰς 201. Καὶ ὑπάρχουσιν ἀκατανοήτως οἱ παραπονούμενοι, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς ἦτο βραδεῖα, ὅτι δὲν παρήγαγε περισσοτέραν νομοθετικὴν ἐργασίαν, οἱ κρίνοντες, ὅτι ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν καὶ ἐννέα ἡμερῶν, ἐφ’ οὓς διήρκεσεν ἡ ἔκτακτος Σύνοδος τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι περισσότεροι νόμοι, καὶ οὐχὶ μόνον 96, καὶ ὅτι ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν καὶ εἴκοσιν ἡμερῶν, ἐφ’ οὓς διήρκεσεν ἡ πρώτη τακτικὴ Σύνοδος τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσιν οὐχὶ μόνον 106 νόμοι, ἀλλὰ περισσότεροι. Ἐγὼ δὲν ἐκπλήσσομαι, τοιαῦτα ἀκούων ἢ ἀναγινώσκων, ἀλλὰ καταφρονῶ τοὺς λέγοντας ἢ γράφοντας τοιαύτας ἀκρισίας, τὰς ὁποίας ἀμάθεια καὶ μωρία πάντως ὑπαγορεύει, ἂν δὲν κινῇ αὐτοὺς ἡ κακὴ πίστις, ἢ ἡ ἐξαχρείωσις τῆς τοιαύτης δημοσιογραφίας. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νόμων, ὡς οὐχὶ ἅπαξ ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1892 δεκαετίαν τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ, ἐδωρήσατο εἰς τὴν χώραν ὀκτακοσίους ὀγδοήκοντα καὶ τρεῖς νόμους, τῶν ὁποίων τ’ ἀποτελέσματα ὡμολογήθησαν κατὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου τοῦ 1893, καθ’ ἣν ἐκηρύχθη ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους, νὰ ψηφίζωμεν καὶ μετὰ τὸν πόλεμον διακοσίους καὶ ἕνα νόμους, κατὰ τὰς δύο πρώτας Συνόδους, ἐκ τούτων δὲ οἱ πεντήκοντα νὰ ἔχωσι σκοπὸν μόνον νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔξοδα, μοὶ φαίνεται ἄξιον ἐκπλήξεως. Καὶ ἂν ὑπάρχωσιν οἱ μωροὶ, ἢ οἱ ἀσυνείδητοι, οἱ ὁποῖοι μέμφονται τῆς Βουλῆς, ὡς μὴ ψηφισάσης ταχύτερον τοὺς νόμους, βεβαίως οἱ συνετοὶ θέλουσι κρίνει ἀξίους περιφρονήσεως τοὺς τὰ τοιαῦτα βωμολοχοῦντας. Ἀνηγέρθη πολυτελέστατόν τι ἵδρυμα, προορισθὲν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ταχυδρομικὴν, τὴν τηλεγραφικὴν καὶ τὴν τηλεφωνικήν. Εἶπον πολυτελέστατον, διότι μετ’ ὀλίγον, ὅτε θὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, θ’ ἀποδείξω τὴν κενόφρονα καὶ ἀνωφελῆ πολυτέλειαν, δι’ ἧς διεκοσμήθη ἡ ὑπηρεσία τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ καὶ ἀνάλογον οἰκοδόμημα, ἵνα ἐγκατασταθῇ ἐν αὐτῷ ἡ εἰρημένη ὑπηρεσία· καὶ εὑρέθη ἡ ἀποτεφρωθεῖσα οἰκία τοῦ μακαρίτου Μελᾶ, καὶ ἐνωκιάσθη αὕτη διὰ 50 ἔτη, καὶ συνεφωνήθη ἐνοίκιον 38,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐν ἄλλοις χρόνοις δὲν διέκρινε τοὺς κυβερνῶντας τοσαύτη ἐλευθεριότης· ὑπῆρχεν ἐπὶ ἐκείνης τῆς στενῆς ὁδοῦ, τῆς συνδεούσης τὴν ὁδὸν Σταδίου μετὰ τῆς Λεωφόρου Πανεπιστημίου, γήπεδον, τὸ ὁποῖον ἠπειλεῖτο ὑπὸ τῶν τότε γειτόνων νὰ καταληφθῇ, ἐδαπανήθησαν δὲ 24,000 περίπου δραχμαί, καὶ ᾠκοδομήθη οἴκημα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ὡς στρατὼν διὰ τοὺς πυροσβέστας, ἀπηλλάγη δὲ οὕτω τότε τὸ Δημόσιον ἀπὸ πληρωμὰς ἐνοικίου εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν, ἐν ᾗ ἐστρατωνίζοντο οἱ πυροσβέσται. Τὸ οἰκοδόμημα ἐκεῖνο διεσκευάσθη κατόπιν διὰ δαπάνης οὐχὶ μικρᾶς, καὶ ἐγένετο κατάστημα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ κατάστημα τοῦτο θέλει καταληφθῆ βεβαίως μετὰ τὴν μεταφορὰν τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἐνοικιασθὲν μέγαρον ὑπὸ ἄλλης ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ βεβαίως οὐδὲν οἰκοδόμημα ἐν Ἀθήναις ἐμισθώθη, ἵνα ἐγκατασταθῇ ἐν αὐτῷ δημοσία τις ἀρχὴ ἐπὶ ἐνοικίῳ τοσοῦτον ἁδρῷ. Δὲν παραγνωρίζω, ὅτι τὸ οἰκοδόμημα εἶναι μέγα, καὶ ἡ θέσις, ἐν ᾗ κεῖται, εἶναι περίβλεπτος, καὶ δύναται εὐλόγως ὁ διαχειριζόμενος τὴν περιουσίαν ταύτην νὰ ἀπαιτῇ ἐνοίκιον καὶ 38,000 καὶ 40,000 καὶ 50,000 δραχμῶν· ἐπικρίνω ὅμως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμίσθωσαν τὸ οἰκοδόμημα αὐτὸ ἐπὶ ἐνοικίῳ 38,000 δραχμῶν δι’ ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ θεραπευθῇ διὰ δαπάνης μικροτέρας. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΝΘʹ τῆς 8 Ἀπριλίου 1900 ἐδημιούργησαν νέαν ἀνάγκην διὰ τὴν ἐγγύησιν ἐσόδου ἀκαθαρίστου τῆς κατασκευασθησομένης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Βόλου– Λεχωνίων μέχρι Μηλεῶν ἐκ δρ. 12,000 κατ’ ἔτος καὶ κατὰ χιλιόμετρον. Τοσοῦτον ποσὸν ἀκαθαρίστου ἐσόδου οὐ μόνον δὲν εἶναι πιθανόν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀδύνατον, ἐὰν ὑπολογίσωμεν, ὅτι τὰ ἔσοδα θέλουσι λαμβάνεσθαι κεχωρισμένως ἐκ τῆς γραμμῆς ταύτης, καὶ πιθανώτατα ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους θέλει ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πληρώνῃ τὸ ποσόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 12,000 κατ’ ἔτος. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς, ὑπὲρ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ αὐτῆς, διότι μία τῶν πρωτίστων ἀναγκῶν, πρὸ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσι πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι, εἶναι ὁ πολλαπλασιασμὸς καὶ ἡ βελτίωσις τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Οὐδόλως ἤθελον διστάσει νὰ συμβουλεύσω νὰ εἰσφέρωμεν τὴν συμβολὴν ἡμῶν εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἐξ 120 χιλιομέτρων, ἢ ἄλλου τινὸς οἱουδήποτε. Εἶπον δὲ ἄλλου τινὸς οἱουδήποτε, διότι πολλαὶ ἄλλαι γραμμαὶ χρησιμεύουσι λυσιτελέστερον καὶ σπουδαιότερον εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ὅταν δαπανῶμεν 44 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ματαίως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ οἰκονομήσωμεν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῆς βραχυτάτης ταύτης γραμμῆς, εἰσφέροντες ἐκ τῶν 44 ἑκατομμυρίων, νὰ μὴ λαμβάνωμεν δὲ τὸ θάρρος νὰ δίδωμεν νῦν τοιαύτην ἐγγύησιν; Ἤθελον ἐπικροτήσει πρῶτος τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν τὰ 44 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν καὶ θέλουσι δαπανηθῆ εἰς οἷας προωρίσθησαν ἀνάγκας, ἐὰν ἐδαπάνα αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις εἰς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων· διότι οὐδὲ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Κυπαρισσίας ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ κινδύνῳ τῆς πίστεως αὐτῆς, ὃν διῆλθεν ἤδη, διότι εὐτυχῶς ἐκαλύφθη κατὰ τὴν ἔκδοσιν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐκαλύπτετο, ἤθελε πάντως ζημιωθῇ τοῦ Κράτους ἡ πίστις· πάντως δ’ ἠθέλομεν ἀποφύγει τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ἔσοδον ὥρισεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐκτάκτων λογιστῶν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν αὐτὴν ἔκτακτον Σύνοδον ͵ΒΧϞΔʹ νόμου τῆς 24 Μαρτίου 1900, προσελήφθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ διαγραφὴν τῶν ὀφειλομένων εἰς αὐτὸ ἐκ διαφόρων φόρων, ἀνεγράφη πίστωσις 25,000 δραχμῶν· καθ’ ἃς δὲ κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίας, οἱ πλεῖστοι λογισταὶ διωρίσθησαν ἤδη· ἑπομένως καὶ ἕνεκα τούτου νέα αὔξησις δαπανῶν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸν μισθὸν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὸν μισθὸν τοῦ ὑποδιευθυντοῦ αὐτοῦ προσετέθησαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διὰ τοῦ ͵ΒΨΙΒʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900 καὶ ἔξοδα παραστάσεως 300 μὲν δραχ. κατὰ μῆνα ὑπὲρ τοῦ Διευθυντοῦ, 150 δὲ ὑπὲρ τοῦ ὑποδιευθυντοῦ· ἕνεκα δὲ τούτου αὔξησις 5,400 δραχμῶν ἐτησίως προσετέθη εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Καὶ δι’ ἄλλου νόμου, τοῦ ͵ΒΨΙΔʹ τῆς 31 Μαρτίου 1900, ἐτροποποιήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου ᾼΩΜϚʹ τῆς 30 Μαΐου 1890, ἀπονεμηθέντος τοῦ ναυτικοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου εἰς τὸν ἀρχιμουσικὸν τοῦ στόλου, ὅστις, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1890, εἶχε βαθμὸν σημαιοφόρου· οὕτω δὲ ὁ μισθὸς τοῦ ἀρχιμουσικοῦ θέλει αὐξηθῆ ἀπὸ δραχ. 110 εἰς δραχμὰς 150 κατὰ μῆνα, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 40· αὐξάνουσι δὲ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἐτησίως κατὰ δραχμὰς 480. Καὶ διὰ τοῦ ͵ΒΨΙϚʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900 ἐνεκρίθη, ἀντὶ δύο, τρεῖς νὰ προσληφθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στόλου ἱερεῖς· οὕτω δὲ αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 240 κατὰ μῆνα, καὶ ἐτησίως κατὰ δραχμὰς 2880. Διὰ τὴν ὑγιειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτικοῦ αὐξήσεις ἐξόδων ἐνομοθετήθησαν ὡσαύτως, διότι προσετέθησαν θέσεις ἑνὸς ἀρχιάτρου καὶ δύο ἐπιάτρων, ὧν ὁ μὲν ἀρχίατρος ἔχει μισθὸν δραχμῶν 450 κατὰ μῆνα, ἢ ἐτησίως δραχ. 5,400, ἑκάτερος δὲ τῶν δύο ἐπιάτρων μισθὸν δραχμῶν 316, ἢ ἐτησίως οἱ δύο δραχ. 7,584· ἑπομένως ἐτησία αὔξησις τῶν ἐξόδων κατὰ δραχμὰς 12,984. Καὶ δι’ ἑτέρου νόμου, τοῦ ͵ΒΨΞΔʹ τῆς 24 Μαΐου 1900, ἐνεκρίθη δαπάνη δραχμῶν 145,800, ἵνα γένηται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἐγκατάστασις ἠλεκτρικοῦ φωτός...

§235Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε; Ἡ πίστωσις αὕτη τῆς ἐγκαταστάσεως ἠλεκτρικοῦ φωτὸς δὲν ἐπραγματοποιήθη.

§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐμνημόνευσα τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων. Ἂν δ’ ἡ ἐγκατάστασις αὕτη δὲν ἐπραγματοποιήθη, δὲν θέλει τάχα πραγματοποιηθῆ;

§237Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οὔτε κατὰ τὸ 1901 θὰ πραγματοποιηθῇ.

§238Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνέκρινε νὰ ἐμφανισθῇ πάλιν μεριμνῶσα περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, δι’ ἄλλου νόμου, τοῦ ͵ΒΨΜΖʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1900, ἐσύστησεν ἐπιτροπήν, ἵνα σκεφθῇ περὶ αὐτῶν· δὲν παρέλιπεν ὅμως, ἀλλ’ ἔσπευσε μεταξὺ τῶν πρώτων νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ προσλήψεως ὑπαλλήλου τινὸς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, ὅπως οὗτος ἐκπληρώσῃ ἔργα γραμματέως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, καὶ ν’ ἀναγράψῃ ἐπιμίσθιον ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκ δραχμῶν 50 κατὰ μῆνα, αὐξανομένων καὶ ἕνεκα τούτου τῶν ἐξόδων κατὰ δραχ. 600. Προσθήκη ὡσαύτως δαπάνης ἐκ δραχ. 300,000 ἀνεγράφη, δυνάμει τοῦ ͵ΒΨΛΕʹ νόμου τῆς 10 Ἀπριλίου 1900, διὰ ὑδραυλικὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἐνεκρίθη νὰ διαπράξωσιν ἐπὶ τοῦ Θριασίου πεδίου. Καὶ διὰ τὴν μετασκευὴν τοῦ οἰκοδομήματος τῆς Σχολῆς τῶν Ὑπαξιωματικῶν, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς Βʹ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον, διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΙΑʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1900 ἐνεκρίθη νὰ δαπανηθῶσι δραχμαὶ 110,000. Καὶ ἑτέραν αὔξησιν ἐξόδων κατὰ δραχμὰς 330,980 ἐπήνεγκεν ὁ ͵ΒΨΗʹ νόμος τῆς 31 Μαρτίου 1900 διὰ τῶν μεταβολῶν, αἵτινες ἐνομοθετήθησαν δι’ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ, τοῦ βαθμοῦ, τῶν μισθῶν καὶ λοιπῶν ἐξόδων τῶν Προξενείων. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1896 βεβαιοῖ, ὅτι τὰ δαπανηθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1896 ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 2,195,572.95· ἐὰν δ’ ἀφαιρεθῶσιν ἐξ αὐτῶν δραχμαὶ 125,735.55, αἵτινες ἐξωδεύθησαν εἰς τροφὴν γυναικῶν καὶ παίδων Κρητῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον προσφύγει κατὰ τὰς σφαγὰς καὶ τοὺς ἐμπρησμοὺς τοῦ 1896 εἰς τὸ ἐν Χανίοις Ἑλληνικὸν Προξενεῖον, τὰ δαπανηθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1896 εἰς δραχμὰς 2,069,837.40. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἐζητήθησαν πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 2,424,122.58, ἤτοι περισσότεραι κατὰ δραχ. 354,285.18· διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲ τοῦ 1901 ζητοῦνται πιστώσεις δραχ. 2,613,978.36, ἤτοι πλείω τῶν ζητηθεισῶν κατὰ τὸ 1900 κατὰ δρ. 189,855.78, πλείω δὲ τῶν δαπανηθεισῶν κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 544,140.96. Καὶ λοιπὸν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ηὐξήσαμεν κατὰ ἥμισυ καὶ πλέον ἑκατομμύριον δρ. ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 μέχρι τοῦδε. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον διαλάμπει ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἡ διπλωματικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους· ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ κατά τινα περίοδον τοῦ βίου μου ὑπηρέτης διπλωματικὸς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ συνέπεσε νὰ γνωρίσω πάντα τὰ μέλη τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος, νὰ γνωρίσω δὲ καὶ πάντα τὰ μέλη τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ ὁποίου πολλάκις μοὶ εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ διοίκησις. Κατὰ μίαν περίοδον μάλιστα ἐκαλούμην νὰ ἐκτελέσω δυσχερῆ, δύσκολον καὶ πολυάσχολον ἐργασίαν, τὴν περίοδον τῶν ἐτῶν 1878 καὶ 1879 καὶ τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ 1880, τὴν ἐργασίαν δὲ ταύτην διεξῆγον μετὰ τῶν παρὰ ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσιν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως δὲ μετὰ τῶν διαπεπιστευμένων παρὰ ταῖς Κυβερνήσεσι τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας, καὶ παρὰ ταῖς Κυβερνήσεσι τῶν τριῶν τούτων Μεγάλων Δυνάμεων συνέπεσε νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύσωσι τότε τὴν Ἑλλάδα πρεσβευταὶ, ἀλλὰ γραμματεῖς Πρεσβειῶν ἐπιτετραμμένοι, οἱ κύριοι Νικόλαος Δηλιγιάννης ἐν Παρισίοις, Ἰωάννης Γεννάδιος ἐν Λονδίνῳ, καὶ Μιχαὴλ Παπαρρηγόπουλος ἐν Ρώμῃ. Βεβαιῶ δὲ, ὅτι οἱ τρεῖς οὗτοι, νεαροὶ τότε διπλωμάται, μετὰ τοσαύτης δεξιότητος, ζήλου καὶ ἀκριβείας ἐξετέλουν τὰς διδομένας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ὁδηγίας, ὥστε ἐπήρκεσαν πληρέστατα εἰς πάσας τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ χρόνου ἐκείνου· διὰ τοῦτο, ὅτε κατὰ τὸ 1885 ἐπανῆλθον εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, μετὰ πλήρους πεποιθήσεως προεκάλεσα τὴν προαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πρέσβεως. Ἀληθῶς ὑπηρέτησαν μετὰ πεφωτισμένου ζήλου, μετὰ ἐξόχου δὲ ἀκριβείας καὶ μετὰ φιλοπάτριδος ἁμίλλης, ἣν οὐδὲ νῦν ἔτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ λησμονήσω. Ἀλλ’ ὅτε διέτριβον, κατὰ τὸ 1878, ἐν Βερολίνῳ, καὶ εἶδον τὰ κατὰ τὴν Πρεσβείαν ἐκείνην, ὅτε ἐν ταῖς ἄλλαις μεγάλαις πρωτευούσαις, τὰς ὁποίας μετὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου ἐπεσκέφθην, εἶδον τὸ προσωπικὸν τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν, ἐπείσθην, ὅτι καθυστεροῦμεν κατὰ τὸν κλάδον τοῦτον τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν δ’ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πολλάκις εὑρίσκομαι πρὸ τῆς ἀπορίας, ἂν ὠφέλησαν, ἂν ἐχρησίμευσαν πρὸς βελτίωσιν τοῦ προξενικοῦ κλάδου αἱ ἐγγυήσεις, διὰ τῶν ὁποίων οἱ περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας νόμοι περιέβαλον τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ. Μήπως τυχὸν ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔδωκεν εἰς αὐτούς, ἐμείωσεν ἐν αὐτοῖς τὴν θερμότητα τῆς πρὸς ἰδίαν αὑτῶν βελτίωσιν ἁμίλλης, δι’ ἧς, ἄνευ τῶν εἰρημένων ἐγγυήσεων, ἤθελον προσπαθεῖ νὰ ἀσφαλίσωσι τὸ μέλλον αὑτῶν; Μήπως ἡ πεποίθησις, ἡ βεβαιότης, ὅτι μετὰ ὡρισμένας χρονικὰς περιόδους ἡ προαγωγὴ αὐτῶν θέλει μηχανικῶς ἐπέρχεσθαι, ὅτι οὐδὲν ἄλλο πρὸς τοῦτο συντελεῖ, εἰμὴ τοῦ χρόνου ἡ πάροδος, μήπως ἤμβλυνεν ἐν αὐτοῖς τὴν ὀξύτητα τῆς ἁμίλλης; Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, ἀναγκασθείς ποτε, ἕνεκα ψηφοφορίας ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐγκαταλίπω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀποχαιρετῶν τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου, ὡμολόγουν εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἀπηρχόμην φέρων εὐχαρίστους ἐνθυμίσεις περὶ αὐτῶν. Τάχα ἡ ἔλλειψις μισθῶν ἐπαρκῶν παρεσκεύασε τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἦναι τοιοῦτοι, ὁποῖοι εἶναι; Ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Σκουζὲς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν εἴχομεν πᾶσαν προθυμίαν νὰ εἰσφέρωμεν τὴν ἀσθενῆ ἡμῶν συμβολὴν πρὸς βελτίωσιν τοῦ κλάδου, καὶ μάλιστα ἔν τισι κέντροις, ἐν οἷς οἱ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχωσι τὴν συνήθη τῶν διπλωματῶν ἱκανότητα, ἀλλ’ ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ἔχωσι καὶ ὀφθαλμοὺς Ἄργου, καὶ δραστηριότητα οὐχὶ τὴν συνήθη· ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ὀλίγους εὗρον παρεσκευασμένους, καὶ τοὺς ὀλίγους δὲ γενικοὺς προξένους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν παρεσκευασμένους διὰ τοιαῦτα καθήκοντα, καὶ περὶ αὐτῶν ἀμφιβάλλω, ἂν δύνανται νὰ προταθῶσιν ὡς πρότυπα γενικῶν προξένων ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν ἐξόδων κατὰ 500,000 δρ. ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς παραμυθεῖ διὰ τῆς ἐλπίδος, ὅτι ηὔξησαν καὶ τὰ προξενικὰ τέλη, καὶ ὅτι ταῦτα θέλουσι καλύψει τὰ ἔξοδα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι κατὰ τὸ 1896 εἰσεπράχθησαν ἐκ τούτων δρ. 537,981.08, κατὰ δὲ τὸ 1901 προϋπολογίζονται, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι δρ. 660,000, ἤτοι δραχ. 122,018.92 περισσότεραι τῶν εἰσπραχθεισῶν κατὰ τὸ 1896. Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπιβαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 544,140.96. Τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν Προξένων μετέβαλεν ἰδίως ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, διαιρέσας τοὺς μισθοὺς εἰς μισθὸν βαθμοῦ, εἰς ἀποδοχὰς καὶ εἰς ἀποζημιώσεις, ἢ χορηγίας. Ἐὰν ἀθροίσητε τὰ προσδιοριζόμενα διὰ μισθοὺς βαθμῶν καὶ τὰ διὰ χορηγίας, θέλετε συναγάγει, ὅτι ἕκαστος γενικὸς πρόξενος λαμβάνει 1280 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Δὲν περιωρίσθη δὲ εἰς μόνην τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν γεν. προξένων· προέβη εἰς αὔξησιν καὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑποπροξένων καὶ τῶν ἁπλῶν προξένων, ἀλλὰ καὶ εἰς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνῷ τὸ προσωπικὸν τοῦτο ἤθελεν ἀρκεῖ, ὅσον τυγχάνει προσδιωρισμένον, ἐὰν εἰργάζετο· δυστυχῶς δὲ, δὲν ἐργάζεται, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οὐδὲ παρασκευάζεται δεόντως διὰ τὰ ἔργα αὑτοῦ. Ἐρωτήσατε ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ὑπουργικὸν γραμματέα, ἢ τμηματάρχην, ποῖα εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀπασχολῶσιν ἡμᾶς, ποία ἡ ἱστορία ἑκάστου τῶν ζητημάτων τούτων, ποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε μελέται, ἢ παρασκευαὶ, ἢ διαπραγματεύσεις πρὸς κανονισμὸν τῆς τύχης αὑτῶν, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὀλίγας ἐποιήσαντο περὶ τούτων μελέτας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ 1863 ἢ 1864, ὅτε ἐτύγχανον ἐπανειλημμένως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν εἶχε δὲ εἰσέτι ἐγκατασταθῆ ἡ Βασιλεία, καὶ ἀνώτατος ἄρχων ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ὅτι, λέγω, τότε ὁ πρέσβυς τῆς Τουρκίας μακαρίτης Φωτιάδης μὲ παρώτρυνε νὰ ἐνδώσω, ἵνα ἀναγνωρίσω ὡς ὀφειλὴν πρὸς τὴν Τουρκίαν 380,000 δραχμὰς πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὰ χωρία ἐκεῖνα τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, τὰ ὀνομαζόμενα Κάτω Χωρία. Ἠρεύνησα τότε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ εὗρον ἐν τοῖς ἀρχείοις φάκελον ὀγκώδη, σχηματισθέντα ἐπὶ τῆς πρώτης Βασιλείας, ὅτε καὶ τότε ἡ Τουρκία εἶχεν ἀπευθύνει τοιαύτην ἀξίωσιν. Κατὰ τὰ ἐν τῷ φακέλῳ τούτῳ ἔγγραφα, ὁ τότε Ἡγεμὼν εἶχε λάβει γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, εἶχε δ’ ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπ’ αὐτῆς, μετὰ ἐξέτασιν δὲ εἶχε κατασταθῆ βέβαιον, ὅτι τὰ Κάτω Χωρία τῶν Θηβῶν δὲν εἶχον πωληθῆ ὑπὸ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ εἶχον κυριευθῆ κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἑπομένως, ὅτι οὐδεμία ὠφείλετο ἀποζημίωσις. Διὰ τοῦτο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχεν ἀπευθύνει ἔκκλησιν πρὸς τὰς τρεῖς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἐκανόνισαν τὰ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· καὶ αἱ μὲν Κυβερνήσεις τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας εἶχον ἀποφανθῆ ὑπὲρ τῶν ἰσχυρισμῶν ἡμῶν, ἡ Ἀγγλικὴ ὅμως Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀποφανθῆ γνώμην. Ὁ εὐφυέστατος πρεσβευτὴς τῆς Τουρκίας εἶχε κρίνει τὴν περίστασιν κατάλληλον, καὶ προσεπάθησε νὰ λάβῃ ὑπόσχεσιν παρ’ ἡμῶν· ἀλλὰ ἐπέδειξα αὐτῷ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ ἔπαυσε πλέον ὁ μακαρίτης Φωτιάδης ἐπιμένων εἰς τὴν ἀξίωσίν του. Καὶ ὅμως μετά τινα ἔτη τὰ χρήματα ταῦτα ἐπληρώθησαν, ζητηθείσης τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως παρὰ τῆς Βουλῆς, ἣν αὕτη ἐψήφισε. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ποίαν συμβολὴν εἰσφέρουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπηρετοῦντες.

§239ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Κατὰ ποῖον ἔτος ἐπληρώθησαν;

§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἐρωτᾶτε περὶ προσώπων. Δὲν ἐπέστη ἔτι ἡ ὥρα, διὰ νὰ ἐγγίσω τὰς μετὰ τῆς ὁμόρου Αὐτοκρατορίας διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς συνομολόγησιν ἐμπορικῆς καὶ προξενικῆς συμβάσεως· ἐζήτησα δὲ μόνον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς χρονολογίας, πότε ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις, πότε δ’ ἐγένετο ἡ ἔκκλησις πρὸς τὰς Δυνάμεις· ταύτας δ’ ἔδωκεν ἤδη ὁ κ. Ὑπουργός. Κατέχω ὅμως ἐν τοῖς γραφείοις μου τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἐποιήσατο μέχρι τοῦδε δημοσίευσιν τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν λάβῃ τις ὡς ὁδηγὸν τὰ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντα, θέλει βεβαίως προσκόψει πρὸ παραλείψεως, ἢ πρὸ παραβάσεως, ἣν ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἔλθει ποτὲ καιρὸς νὰ ἐξελέγξωμεν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ διαπραγματεύσεων, δύναμαι νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅτι ἡ προσφυγὴ πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἐγένετο λίαν βραδέως, καὶ ὅτι, ἐὰν ἕνεκα τοῦ λόγου, ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ἀγορεύων ἐπρότεινε πρὸς δικαιολογίαν τῆς βραδύτητος ταύτης, ἐγένετο βραδέως ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν διαιτησίαν, τὰ ἐπελθόντα εἰς τὴν Εὐρώπην γεγονότα θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι παρῆλθε χρόνος πολλῷ καταλληλότερος τοῦ ἐνεστῶτος. Δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ἄνευ βλάβης τινὸς εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, νὰ εἴπω γνώμην περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤρξαντο, ἢ οἱ ὁποῖοι ἐπελάβοντο τῆς μερίμνης, ὅπως ἄρξωνται αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς ἐμπορικῆς καὶ προξενικῆς συμβάσεως. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ ἰδία αὐτῶν γνώμη ἤρκεσεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, ἢ ἐὰν ἄλλη γνώμη ἐπεκράτησεν, εἰς ἣν προσεχώρησαν οὗτοι· ἀλλὰ βεβαίως ἐχέφρων ἄνθρωπος, διορίζων πληρεξουσίους πρὸς διαπραγμάτευσιν, δὲν ἤθελε πράξει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ Ἑλλάς. Ἐγὼ συνέπεσε νὰ εὑρεθῶ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅτε ἐπεκηρύχθη ὁ πόλεμος ὑπὸ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἡ ἐμὴ πολιτικὴ δὲν ἦτο πολιτικὴ πολεμικὴ πρὸς τὴν Τουρκίαν. Καὶ ἐὰν οὐχὶ ἅπαξ μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία, ὅτε ἤμην ἐν τῇ ἀρχῇ, νὰ ἐνδείξω εἰς τὴν ὅμορον Αὐτοκρατορίαν, ὅτι ἐν πολλοῖς συμπίπτουσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, καὶ ὅτι ἔπρεπεν αὕτη νὰ μεταβάλῃ στάσιν πρὸς τὸν ἐν τῇ Αὐτοκρατορίᾳ αὐτῆς βιοῦντα Ἑλληνισμόν, δὲν ἐπῆλθεν ὅμως μεταβολή τις τῆς στάσεως αὐτῆς. Καὶ ἄλλοτε, ἐπὶ προκατόχων, τοιαῦται διαβεβαιώσεις εἶχον δοθῆ, καὶ μάλιστα πανηγυρικῶς, ἀλλ’ οὐδ’ αὗται εἶχον ἐπηρεάσει τὴν γείτονα Δύναμιν νὰ μεταβάλῃ στάσιν. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο δὲν ἤμην ὑπὲρ τῆς πολεμικῆς πολιτικῆς πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ἡ προσφιλὴς νῆσος, ἥτις ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ τελευταῖον, πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα· πρὸ 22 ἐτῶν μάλιστα ἰσχυρότατος πολιτικὸς ἐν τῇ Εὐρώπῃ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ Κρήτη ὡμοίαζε πρὸς ὥριμον καρπόν, ὅστις προσεχῶς ἔμελλε πάντως νὰ καταπέσῃ ἐκ τοῦ δένδρου· ἐν τούτοις παρῆλθον εἴκοσι καὶ δύο ἔτη, καὶ ἡ Κρήτη ἐβασανίζετο, καὶ ἠγωνία ἀκόμη, ὑπὸ πιέσεις χυδαιοτάτας καὶ ἀγρίας. Ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλον τοῦτο κατὰ τὸ 1896 δὲν προετρέψαμεν ἡμεῖς τὴν Κρήτην νὰ ἐπαναστατήσῃ, προσεπαθοῦμεν δὲ κατὰ τὰ συμβεβηκότα ἐν Κρήτῃ νὰ πείσωμεν τὴν Εὐρώπην, ἵνα ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Πύλης νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν ἐλευθερίας, ὅπως δυνηθῇ ἡ νῆσος καὶ οἰκονομικῶς νὰ ἀναπτυχθῇ, καὶ ὑπὸ τὰς ἄλλας ἐπόψεις νὰ βελτιωθῇ. Ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις προεκλήθη. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἡ Ἱστορία θέλει ἀπαγγείλει κρίσιν, ἀλλ’ ὅτε ἡ ἐπανάστασις ἐξερράγη, καὶ ὅτε τὰ κατ’ αὐτὴν συμβαίνοντα προῆγον εἰς κίνδυνον σφαγῆς δεκακισχιλίας ψυχὰς χριστιανῶν, σφαγῆς ὑπ’ αὐτῆς τῆς δημοσίας δυνάμεως τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ὑποκινουμένης, βεβαίως δὲν ἐπετρέπετο εἰς Κυβέρνησιν Ἑλληνικὴν νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, καὶ, ὑπὸ δέους μήπως παρεξηγηθῇ, ν’ ἀφήσῃ τοὺς ὁμοφύλους καὶ ὁμοθρήσκους εἰς τὴν σφαγήν. Τὰ γεγονότα ἐπεβλήθησαν εἰς ἡμᾶς παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεκίνησαν τὴν ἐπανάστασιν· διότι, ἂν αὕτη δὲν ὑπεκινεῖτο, δὲν ἤθελον προκύψει τοιαῦτα συμβεβηκότα. Καὶ ὑπεκινήθη, δυστυχῶς, παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνεδαύλιζον τὴν πυρκαϊὰν, τὴν ὁποίαν ἐξῆπτον τὰ ἐναύσματα, τὰ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἀποστελλόμενα εἰς τὴν Κρήτην. Ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ σύμπραξις τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ φυλῶν καὶ ἡ συνεννόησις αὐτῶν εἶναι χρησιμωτάτη διὰ πάσας τὰς φυλὰς ταύτας. Ἂν συνεννόησις ἡμῶν δὲν ἐπῆλθε μετὰ μιᾶς τούτων, ἥτις εἶχεν ἐνδείξει τοιαύτας διαθέσεις, αἰτία ἦτο ἐκείνη, οὐδ’ ἠδυνάμην νὰ συντελέσω, ἵνα ἡ συνεννόησις ἐκείνη καταρτισθῇ, ἀφοῦ αἱ βάσεις τῆς συνεννοήσεως ἐνεδείκνυον τὴν διάθεσιν αὐτῆς νὰ εἰσβάλῃ εἰς ἐσπευσμένον δρόμον, ὃν σπεύδει νὰ διανύσῃ, λησμονοῦσα τὰ καθήκοντα οὐ μόνον τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. (Εὖγε!). Ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος χωρίζει τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς ἀπὸ τῶν συμφερόντων τῶν ἄλλων φυλῶν. Ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς μεγάλου Κράτους ἔλεγε κατὰ τὸ 1878, ὅτι τὸ Κράτος ἐκεῖνο δὲν εἰργάζετο ὑπὲρ τοῦ Πανσλαυϊσμοῦ, ἀλλ’ οὐδ’ ὑπὲρ τοῦ Πανελληνισμοῦ, τοῦτο διδάσκει, ὅτι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Πανελληνισμοῦ δὲν θέλουσιν εὑρεῖ φωνὴν συνήγορον ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἔχει μεμετρημένας τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς, δὲν ἀγνοεῖ δὲ, ὅτι θεμελιώδης μεταβολὴ ἐν τῇ Ἀνατολῇ οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων φυλῶν θέλει ἐκθέσει ἐν κινδύνῳ, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς Ἑλληνικῆς. Συμπίπτουσι λοιπὸν ἐπὶ τὸ αὐτὸ τὰ συμφέροντα καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας. Διὰ τοῦτο οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνατολῇ πρέπει νὰ ὦσιν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι νὰ εἰσέπνευσαν μὲν τὸ μικρόβιον τῆς φιλοπατρίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐμόρφωσαν τὴν ψυχὴν αὑτῶν πρὸς τοῦτο, καὶ νὰ ἀπέκτησαν τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα αὑτῶν. Διότι δὲν ἀρκεῖ οὔτε ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος, οὔτε ἡ φιλοπατρία· ἀπαιτεῖται, οἱ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τασσόμενοι νὰ σπουδάζωσι τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, νὰ κατανοῶσι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, νὰ ἐρευνῶσι τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰ προτερήματα καὶ ἐλαττώματα τῶν ἀποτελούντων τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν ταῖς χώραις τῆς Ἀνατολῆς, καὶ νὰ πράττωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἷς Γενικὸς Πρόξενος ἄλλοτε εἶχε κατορθώσει, οὗ ἀναφέρομεν τὸ ὄνομα μετ’ εὐλαβείας, ὁ Βατικιώτης. Τοιαύτη πρέπει νὰ ἦναι ἡ συνείδησις τῶν καθηκόντων αὐτῶν· αὕτη ἀρκεῖ, οὐδὲ θέλει εὑρεθῆ ὑπάλληλος, ἔχων τὴν τοιαύτην συνείδησιν, διανοούμενος νὰ παραιτηθῇ διότι δὲν λαμβάνει μισθὸν μεγαλείτερον. Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν ἀναλόγους μισθοὺς, ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν εἶναι πλούσιον, διὰ ν’ ἀποζημιῶμεν διὰ χρημάτων τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτό. Ἀποζημίωσις δὲ κυριωτάτη τυγχάνει ἡ πεποίθησις, ἣν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ὑπάλληλος, ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὑτοῦ, καὶ ἡ τιμή, ἣν οἱ συμπολῖταί του ἀποδίδουσιν εἰς πάντα ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκόν του. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ ἐπειδὴ περὶ τούτου ὁ λόγος, δὲν πρέπει νὰ παραλίπω νὰ θίξω ἐπερώτησιν, ἣν εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Συνόδου, ὅτε ἠρώτησα αὐτόν, ἂν εἶχε σχηματίσει γνώμην, ὅτι τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα συμβιβάζεται μὲ τὰ ἔργα τοῦ ἀποσταλέντος εἰς Κωνσταντινούπολιν πληρεξουσίου τῆς Ἑλλάδος, ὅπως μετάσχῃ τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς συνομολόγησιν τῆς προξενικῆς καὶ ἐμπορικῆς συμβάσεως. Εἶχον μάλιστα ἐρωτήσει αὐτὸν καὶ περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνατεθῇ εἰς τὸν εἰρημένον πληρεξούσιον τῆς Ἑλλάδος, καὶ περὶ τῆς ἀποζημιώσεως, ἥτις ἐδίδετο εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκε τὰς πληροφορίας ταύτας, ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις εἶχε προτείνει εἰς τὸν Βασιλέα τὸ Β. Διάταγμα περὶ τοῦ διορισμοῦ ὡς πληρεξουσίου ἐν Κωνσταντινουπόλει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὁ προκάτοχος, λέγω, αὐτοῦ ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ δοθὲν εἰς τὸν εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀποσταλέντα πληρεξούσιον, προσδιώρισεν ὁδηγηθεὶς ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε δοθῆ κατὰ τὸ 1878 εἰς ἐμέ, Ὑπουργὸν τότε τῶν Ἐξωτερικῶν τυγχάνοντα, ὅτε ἀπῆλθον εἰς Εὐρώπην, ἵνα παρασταθῶ εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, συνέβη νὰ προσδιορίσω τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, μεταβάντα εἰς Εὐρώπην διὰ τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, νὰ προσδιορίσω τὸ ποσὸν αὐτὸς ἐγώ, διότι ἐγὼ τότε ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀπέλθω εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ προσδιώρισα ὄντως αὐτὸ εἰς ἑκατὸν ἑβδομήκοντα δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Ἀλλ’ ὁ τότε πληρεξούσιος τῆς Ἑλλάδος, ὅστις μετέβαινεν, ὡς πρῶτος ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, εἰς Βερολῖνον, ἔνθα εἶχε συγκληθῆ τὸ Συνέδριον, μετὰ τοῦ ἐν Βερολίνῳ διαπεπιστευμένου πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος κ. Α. Ρ. Ραγκαβῆ, ἐτύγχανε συγχρόνως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ἐν χαρτοφυλακίῳ, ὡς λέγουσιν, ὤφειλε δὲ νὰ μεταβῇ κατόπιν ἀπὸ τοῦ Βερολίνου εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ εἰς Παρισίους καὶ εἰς Πετρούπολιν καὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Αὐστρίας καὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἰταλίας, ἵνα καταθέσῃ εἰς τοὺς Ἡγεμόνας καὶ τὰς Κυβερνήσεις αὐτῶν, ὡς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, τὰ εὐγνώμονα σέβη τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ ζητήσῃ ὡσαύτως τὰς συμβουλὰς τῶν Κυβερνήσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ περὶ διαρρυθμίσεως τῶν βορείων ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ΙΓʹ πρωτοκόλλου τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Τὸ μακρὸν τοῦτο ταξείδιον προὐκάλει πάντως δαπάνας ἐκτάκτους, ὅσας τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ ἀξιοπρεπὴς παράστασις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἐπέβαλλεν. Ἀλλ’ ὁ ἀπεσταλμένος εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀπεστέλλετο μόνος καὶ ἄνευ συνοδίας τινὸς, δὲν περιεβάλλετο δι’ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως, εἰμὴ ὅτι ἔμελλε νὰ κατοικήσῃ ἔν τινι ξενοδοχείῳ, ἄνευ παραστάσεώς τινος· ἐδόθη δ’ εἰς αὐτὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη. Ἐὰν δὲν ἤμην διατεθειμένος νὰ ἐπικρίνω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη ὡς ἡμερησία ἀποζημίωσις εἰς τὸν ἀπεσταλμένον τῆς Ἑλλάδος εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ταῦτα, διότι εὗρον λίαν ἄστοχον τὴν παραβολὴν, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ προτείνας τὸν τοιοῦτον διορισμὸν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου προκάτοχος τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ, ἄστοχον δὲ τὴν ὁδηγίαν, ἣν ἐξ αὐτῆς ἔλαβεν, ὅτε προσδιώριζε τὸ ἐπίδομα, τὸ ὁποῖον ἔδιδεν εἰς τὸν πληρεξούσιον, τὸν ἀποσταλέντα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀγνοῶ, ἂν συνέβη ποτὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει νὰ πληρώσῃ 160 φιορίνια τὴν ἡμέραν εἰς ξενοδοχεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κατέλυσεν ἢ διέτριψε. Δὲν ὑπηρετοῦσιν ἑαυτοὺς ὅσοι δὲν θίγουσι μετὰ προσοχῆς θέματα τοιαῦτα, ὅταν ταῦτα ἀναφέρωνται εἰς πρόσωπα, ἔχοντα τὴν δύναμιν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ καταφρονῶσιν ὑπαινιγμοὺς παραπλησίους. Ἀλλὰ τὸ κύριον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον περιεστράφη ἡ ἐπερώτησις ἡ ἐμὴ, ἦτο τὸ συμβιβαστὸν ἢ ἀσυμβίβαστον τῶν ἔργων τοῦ πληρεξουσίου τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς ἰδιότητος τοῦ Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἀπεκρίθη, εἰπὼν, ὅτι δὲν κρίνει ἀσυμβίβαστα τὰ ἔργα ταῦτα, διότι, διορίζων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, διώριζεν αὐτὸν ἁπλῶς πληρεξούσιον. Ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα διωρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, δὲν γνωρίζω ἀληθῶς, διότι δὲν ἀνέγνων τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα· τὰ ἐπισκεπτήρια ὅμως αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνέγνων, δὲν ἐχαρακτήριζον αὐτὸν πληρεξούσιον, ἀλλὰ τὸν ἐχαρακτήριζον πληρεξούσιον Ὑπουργὸν (ἀναγινώσκει ἐπισκεπτήριον): «Ministre plénipotentiaire Délégué de Grèce». Ἐγνώριζον προσέτι, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ βραχείας τινὸς ἀποστολῆς, τῆς ὁποίας ἡ διάρκεια δὲν ἤθελε παραταθῆ πλέον τῆς μιᾶς ἢ τῶν δύο ἑβδομάδων, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ προσωρινῆς καὶ διαβατικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις ἀνετίθετο εἰς αὐτόν· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία διαρκεῖ δύο ἔτη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφαίνηταί τις, ὅτι δὲν παρεβάθη, ὅτι δὲν ἠθετήθη ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ὁ συντάκτης τοῦ Συντάγματος εἶχεν, ὅτε ἀνέγραφε τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν ἔργων τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὰ τοῦ ὑπαλλήλου; Διὰ ποῖον σκοπὸν ἀνεγράφη τὸ ἀσυμβίβαστον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος; Τὸ ἀσυμβίβαστον δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843· κατ’ αὐτὸ δὲ, οἱ Βουλευταὶ ἠδύναντο νὰ ἦναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Διατί; Διότι τὸ Σύνταγμα ἐσκόπει νὰ ἀπαγορεύσῃ δεσμοὺς, οἵτινες εὐκολύνουσι τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἀσκήσωσιν οἱ κυβερνῶντες ἐπὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν ἐκλέγουσι, καὶ ἀναθέτουσιν εἰς αὐτοὺς δημοσίας ὑπηρεσίας. Βεβαίως δὲν ὑπέθετεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ἕνεκα τοιούτου τινὸς λόγου, Βουλευτὴς νὰ μεταβάλῃ τὸ πολιτικόν του φρόνημα· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλῃ πολιτικὸν φρόνημα, διότι εἶναι καὶ οἱ Βουλευταὶ ἄνθρωποι, ἔχοντες πεποιθήσεις ἀρτίας, δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις χαριστική, οἱ δὲ νόμοι ἀπαγορεύουσι καὶ παρακωλύουσι πράξεις χαριστικὰς τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τοὺς φίλους αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπέ τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο σοβαρόν· ἰσχυρίσθη, ὅτι αὐτὸ δὲν ἐγένετο πρώτην φορὰν, καὶ ἀνέφερεν, ὅτι ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἶχε διορισθῆ ἀπὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου Πρόεδρος ἤμην ἐγώ, μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ σύνταξις τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, καὶ ὅτι ἐλάμβανε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του ταύτην ἀποζημίωσιν. Πραγματικῶς εὗρον, ὅτι διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 3 Μαΐου 1891 εἶχε συστηθῆ ἐπιτροπεία πρὸς σύνταξιν σχεδίου τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος· εἶχε δὲ τὸ Διάταγμα τοῦτο οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΑΠΝΕʹ νόμον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων.» (Δι’ αὐτοῦ ἐχορηγεῖτο πίστωσις δρ. 20,000 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς συστηθησομένης ἐπιτροπείας πρὸς σύνταξιν τοῦ Κώδικος.) «Προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν: Αʹ) Συνιστῶμεν ἐπιτροπείαν πρὸς σύνταξιν σχεδίου Ἀστικοῦ Κώδικος, διορίζομεν δὲ μέλη ταύτης τοὺς κυρίους Ξενοφῶντα Ψαρρᾶν, Ἀλκιβιάδην Κρασσᾶν, Ἰωάννην Εὐταξίαν, Διονύσιον Στεφάνου, Ἀχιλλέα Ἀγαθόνικον καὶ Ἰωάννην Α. Βαλαωρίτην, εἰς ὃν ἀνατίθεμεν τὰ καθήκοντα τοῦ Γραμματέως. Βʹ) Ἡ ἐπιτροπεία θέλει συνεδριάζει ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, θέλει δὲ περατώσει τὴν ἐργασίαν ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Διατάγματος. Γʹ) Μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, χορηγηθήσεται ἀμοιβὴ ἑκάστῳ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπείας ἐκ δραχμῶν δισχιλίων καὶ πεντακοσίων.» Ἐπειδὴ δὲ τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος δὲν συνετάχθη, οὐδεὶς ἔλαβε τὴν ἀποζημίωσιν τῶν δραχμῶν δισχιλίων καὶ πεντακοσίων, ἔμεινε δ’ ἡ πίστωσις ἀδιάθετος, μόνον δὲ δι’ ἔξοδα γραφείου ἐδαπανήθησαν, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, δραχμαὶ 543.80. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἤθελον λάβει τὴν ἐκ δισχιλίων καὶ πεντακοσίων δραχμῶν ἀμοιβήν, ἡ ἐργασία αὕτη οὐδόλως δύναται νὰ κριθῇ ὡς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ· εἶναι ὡς ἄν τις καλῆται νὰ προσφέρῃ τὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις αὑτοῦ εἰς ἔργον καθαρῶς ἐπιστημονικόν, καὶ ἀποζημιοῦται, ὡς ἤθελεν ἀποζημιωθῆ ὑπό τινος ἰδιώτου, ἐὰν ἐκαλεῖτο ὑπ’ αὐτοῦ εἰς συμβούλιον νομικὸν καὶ ἔδιδε τὴν γνώμην του ἐπὶ δικαστικῶν ὑποθέσεων. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 30 Νοεμβρίου 1899, ἤτοι πρὶν ἢ ἐπιψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κυρωθῶσι δὲ καὶ δημοσιευθῶσι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως οἱ τέσσαρες νόμοι περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. Ἑπομένως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 δὲν συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τούτων· ἀλλ’ ἐνῷ δὲν συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων νόμων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παλαιῶν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 εἶχεν ἀναγράψει πιστώσεις ἀνωτέρας τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἐνῷ, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο διὰ τὴν ταχυδρομικὴν, τὴν τηλεγραφικὴν καὶ τὴν τηλεφωνικὴν ὑπηρεσίαν δραχμαὶ 2,318,277.15, καὶ ἐνῷ, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897, εἶχον δαπανηθῆ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δραχ. 2,242,798.85, ἐνῷ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1898 τὰ ἔξοδα τῶν εἰρημένων ὑπηρεσιῶν εἶχον προσδιορισθῆ εἰς δραχμὰς 2,428,730, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 ἀνεβίβασεν αὐτὰ εἰς δραχ. 2,906,480, ἤτοι ἀνέγραψεν αὔξησιν δραχμῶν 588,202.85 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, δραχμῶν δὲ 663,681.15 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1897, καὶ δραχμῶν 477,750 ὑπὲρ τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1898. Ἀλλὰ τὰ ὕψη ταῦτα, εἰς τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1900 ἀνεβιβάσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ διὰ τὴν τηλεγραφικὴν, τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τὴν τηλεφωνικὴν ὑπηρεσίαν ἔξοδα, εἰσὶ χθαμαλὰ ἀπέναντι τοῦ ὕψους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεβίβασεν αὐτὰ ὁ ΒΨΞΗʹ νόμος τῆς 30 Μαΐου 1900. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, μόναι αἱ πρὸς μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ τῆς τηλεγραφικῆς, τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τῆς τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας δαπάναι ἀνέρχονται, ἂν ἀναγραφῶσι πᾶσαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἐκδοθέντων ἄρτι περὶ αὐτῶν νόμων, εἰς 2,148,000 δραχμὰς μόνον διὰ μισθοὺς προσώπων καὶ ὑπαλλήλων, ἐνῷ πάντα τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα διά τε τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ὑλικοῦ καὶ τὰ λοιπὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἀνῆλθον εἰς δραχ. 2,318,277.15, ἤτοι αἱ δαπάναι τοῦ προσωπικοῦ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1900 ἦσαν ἐλάσσονες τοῦ ὅλου τῶν κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων μόνον κατὰ δραχ. 170,277.15· ἂν δὲ εἰς τὸ ἀπαιτούμενον κατὰ τὸν νόμον ΒΨΞΗʹ τοῦ 1900 ποσὸν διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ ἐκ δραχμῶν 2,148,000 προστεθῶσιν αἱ δαπάναι διὰ τὰ ἐνοίκια, διὰ τὰ ἔξοδα τῶν γραφείων, διὰ τὰς μετακομίσεις τῶν ταχυδρομικῶν ἀνταποκρίσεων, διὰ τὴν μίσθωσιν καλωδίων, διὰ τὰ διεθνῆ ταχυδρομικὰ τέλη καὶ ἄλλα ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 7–16 τοῦ Κεφαλαίου 13 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἀναγραφόμενα, ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς 1,612,700, τὰ ἔξοδα ὅλα τῶν τριῶν τούτων ὑπηρεσιῶν, τὰ ἐν τῷ νόμῳ ἀναγραφόμενα, συγκεφαλαιοῦνται εἰς 3,760,700 δραχμὰς, ἤτοι πλείω τῶν κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων κατὰ δραχ. 1,442,422.85, τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1897 κατὰ δραχ. 1,517,901.15, τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1898 κατὰ δραχ. 1,331,970, καὶ τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1900 κατὰ δραχ. 854,220. Καὶ λέγω ὑμῖν ταῦτα περὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ γένωνται τώρα, ἐκτελουμένου τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐξόδων τούτων εἰσὶ καὶ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι νῦν, ἀλλὰ θέλουσι δαπανᾶσθαι ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ θέλουσι προστίθεσθαι κατὰ χρονικὰς περιόδους, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Οὕτω, κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου: αʹ) «ὁ μισθὸς τῶν προϊσταμένων τῶν Γραφείων 1) τοῦ τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν, τοῦ ταχυδρομικοῦ τμήματος, καὶ 2) τοῦ τῆς προεξελέγξεως, τοῦ τηλεγραφικοῦ τμήματος, αὐξάνει κατὰ δραχμὰς ὀγδοήκοντα, ἐὰν οὗτοι ἔχωσιν εἰκοσιπενταετῆ μὲν ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν, πενταετῆ δὲ συνεχῆ τοιαύτην ὡς προϊστάμενοι τῶν ῥηθέντων γραφείων»· ἤτοι κατὰ δραχμὰς 960 ἑκατέρου τούτων ἐτησίως. βʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον 27 τοῦ ἄρθρου 9, «εἰς τοὺς διευθύνοντας τοιαῦτα ταχυδρομικὰ γραφεῖα (δημοσίους ὑπαλλήλους, συμβολαιογράφους, ἢ ἰδιώτας ἐγγραμμάτους) χορηγεῖται κατὰ μῆνα ἀντὶ γραφικῶν ἐξόδων καὶ ἀποζημιώσεως ποσὸν δραχμῶν εἴκοσιν»· ἤτοι ἐτησίως ἑκάστῳ αὐτῶν ποσὸν δραχμῶν διακοσίων καὶ τεσσαράκοντα. γʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἄρθρου 10, ἐπιτρέπεται, ἵνα οἱ ἐν τῇ ταχυδρομικῇ ὑπηρεσίᾳ βοηθοὶ αʹ τάξεως ἐξακολουθήσωσι λαμβάνοντες τὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΑΚΓʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 προσδιοριζόμενον ὑπὲρ τῶν βοηθῶν τούτων μισθὸν τῶν δραχμῶν 150 κατὰ μῆνα, ἀντὶ τοῦ διὰ τοῦ νόμου τούτου ὁριζομένου δι’ αὐτοὺς μισθοῦ τῶν δραχμῶν 120 κατὰ μῆνα· ἑπομένως αὔξησις 30 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἤτοι ἐτησίως ἑκάστῳ αὐτῶν αὔξησις δραχμῶν 360. δʹ) Κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου, αὐξάνονται οἱ μισθοὶ τῶν βοηθῶν βʹ τάξεως, μετὰ διετῆ ἐν τῷ βαθμῷ των ὑπηρεσίαν, κατὰ δραχμὰς 10 μηνιαίως, καὶ καθ’ ἑτέρας ἀκόμη δέκα μετὰ παρέλευσιν δευτέρας διετίας. Εἶναι δὲ οἱ βοηθοὶ βʹ τάξεως 225. Τῶν βοηθῶν αʹ τάξεως μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν κατὰ δραχμὰς εἴκοσι μηνιαίως, καὶ καθ’ ἑτέρας εἴκοσι μετὰ παρέλευσιν δευτέρας πενταετίας. Εἶναι δὲ καὶ οἱ βοηθοὶ οὗτοι 275. Τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιστατῶν καὶ τηλεγραφητῶν βʹ τάξεως κατὰ δραχμὰς τριάκοντα μετὰ παρέλευσιν ὀκταετοῦς ὑπηρεσίας ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ καὶ δεκαεξαετοῦς ἐν συνόλῳ ὑπηρεσίας. Εἰσὶ δ’ οὗτοι 148. Τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιστατῶν καὶ τηλεγραφητῶν αʹ τάξεως ἐφάπαξ κατὰ δραχμὰς ἑξήκοντα μετὰ παρέλευσιν δεκαετοῦς μὲν ὑπηρεσίας ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, εἰκοσιπενταετοῦς δ’ ἐν συνόλῳ. Εἰσὶ δὲ καὶ οὗτοι 85. εʹ) Κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου, συνυπολογίζεται καὶ ὁ ἤδη διανυθεὶς χρόνος ὑπηρεσίας ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ καὶ ἐν συνόλῳ. Ἑπομένως τινὲς τῶν αὐξήσεων τούτων θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ κατ’ αὐτὸ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τοὐλάχιστον διὰ τοὺς βοηθοὺς βʹ τάξεως, ὧν ὁ μισθὸς αὐξάνει μετὰ διετίαν κατὰ δραχμὰς 10 κατὰ μῆνα, οἵτινές εἰσι 225, ἴσως καὶ διὰ τοὺς βοηθοὺς αʹ τάξεως, ὧν ὁ μισθὸς αὐξάνει μετὰ πενταετίαν κατὰ δραχμὰς 20 μηνιαίως, οἵτινές εἰσι καὶ οὗτοι 275. ϛʹ) Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου τούτου, «ὁ παρὰ τῇ Τηλεγραφικῇ Διευθύνσει Ἀθηνῶν καὶ ταῖς λοιπαῖς Διευθύνσεσι λογιστὴς λαμβάνει ἀμοιβὴν δεκαπέντε μὲν δραχμῶν, ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς τρεῖς χιλιάδας μηνιαίως, δύο δὲ δραχμῶν προσθέτως κατὰ χιλιάδα ἢ κλάσμα αὐτῆς, ἐὰν αἱ εἰσπράξεις ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ μῆνα.» Κατὰ τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 14, οἱ προϊστάμενοι τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν γραφείων αʹ καὶ βʹ τάξεως λαμβάνουσιν ἀμοιβὴν δραχμῶν δέκα κατὰ μῆνα. Κατὰ τὴν παράγραφον δὲ τετάρτην τοῦ ἄρθρου 14, ὁ παρὰ τῇ Τηλεγραφικῇ Διευθύνσει Ἀθηνῶν λογιστὴς, τηλεγραφητὴς αʹ τάξεως λαμβάνει αὔξησιν μισθοῦ κατὰ δραχμὰς 80 κατὰ μῆνα, ἐὰν ἔχῃ εἰκοσιπενταετῆ ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν καὶ πενταετῆ συνεχῆ ἐν τῷ βαθμῷ του. ζʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον ζʹ τοῦ ἄρθρου 16, «εἰς τοὺς προϊσταμένους τῆς ἐν Ἀθήναις Κεντρικῆς Ἀποθήκης καὶ τοῦ ἐν Πειραιεῖ παραρτήματος αὐτῆς χορηγοῦνται εἰς ἑκάτερον δραχμαὶ τεσσαράκοντα, λόγῳ ἀποζημιώσεως καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, ἄνευ λογοδοσίας»· ἤτοι εἰς ἀμφοτέρους ἐτησίως δραχμαὶ 960. Ἄρχεται δὲ ἡ αὔξησις ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. ηʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον θʹ τοῦ ἄρθρου 17, εἰς τοὺς ἔχοντας βαθμὸν τηλεγραφητοῦ αʹ ἢ βʹ τάξεως καὶ εἰς τοὺς βοηθοὺς αʹ ἢ βʹ τάξεως ὑπαλλήλους τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἐργοστασίου χορηγοῦνται αἱ αὐταὶ αὐξήσεις τοῦ μισθοῦ, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται καὶ εἰς τοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 12 ὁμοιοβάθμους αὐτῶν· εἰς δὲ τὸ κατώτερον προσωπικὸν ἀπονέμονται ὡσαύτως αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 33 ἀπονεμόμεναι αὐξήσεις εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ταχυδρομικῶν διανομέων. θʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον πέμπτην τοῦ ἄρθρου 32, οἱ ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταχυδρομείῳ Ἀθηνῶν καὶ τοῖς λοιποῖς ἀνταλλακτηρίοις Ταχυδρομείοις ταχυδρομικοὶ διανομεῖς διαιροῦνται εἰς δύο τάξεις· καὶ οἱ μὲν τῆς αʹ τάξεως λαμβάνουσι μισθὸν δραχ. 80 κατὰ μῆνα, οἱ δὲ τῆς βʹ δραχ. 60. Ἡμεῖς, ἀγνοοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν τοιούτων, ὑπελογίσαμεν τὸν μισθὸν εἰς δραχμὰς 80 ἑκατὸν μόνον ταχυδρομικῶν διανομέων. ιʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον 1 τοῦ ἄρθρου 33, οἱ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐμμίσθων παρὰ τοῖς ἀνταλλακτηρίοις ταχυδρομείοις διανομέων προαχθέντες ταξινόμοι λαμβάνουσιν αὔξησιν μισθοῦ μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἀνὰ δραχμὰς 20, ἕως ἂν ὁ μισθὸς αὐτῶν ἀπὸ 80 δραχμῶν ἀναβιβασθῇ εἰς 140. Κατὰ δὲ τὴν προτελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, ὁ μισθὸς τῶν ταχυδρομικῶν διανομέων αὐξάνει κατὰ πᾶσαν πενταετίαν κατὰ δραχμὰς 10, ἕως ἂν ἀναχθῇ εἰς δραχ. 120. ιαʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον αʹ τοῦ ἄρθρου 34, οἱ πρὸς συντήρησιν καὶ φύλαξιν τῶν τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν γραμμῶν τεταγμένοι λαμβάνουσιν ἀνὰ πᾶσαν πενταετίαν αὔξησιν τοῦ ἐκ δραχμῶν 60 μισθοῦ των κατὰ δραχμὰς 10 κατὰ μῆνα, ἕως ἂν ὁ μισθὸς αὐτῶν ἀναχθῇ εἰς δραχμὰς 100. Δὲν δύναμαι πάντως νὰ προσδιορίσω πόσον αἱ προσθῆκαι αὗται θέλουσιν αὐξήσει τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας· ἐπὶ τῇ βάσει ὅμως τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου, ὃν διήνυσαν, δύναμαι νὰ ὑπολογίσω, ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν αὐξήσεων τούτων θέλει ἀρχίσει ἀπὸ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἑπομένως δὲν θέλει ἀρκέσει διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, τὴν ταχυδρομικὴν, τὴν τηλεγραφικὴν καὶ τὴν τηλεφωνικὴν, μόνον τὸ ποσὸν τῶν 3,760,700 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνέφερα. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι, ὅσον περισσότεροι ὑπάλληλοι προστίθενται εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, ὅσον μεγαλείτεροι προσδιορίζονται οἱ μισθοὶ αὐτῶν, τόσον ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία θέλει εἶσθαι ταχυτέρα καὶ ἀκριβεστέρα, καίτοι, καὶ μετὰ τὰς γενομένας αὐξήσεις, ἀκούονται παράπονα εἴτε ἐπὶ τῇ μὴ ἀποδοχῇ καὶ μεταβιβάσει τῶν τηλεγραφημάτων, εἴτε ἐπὶ ἀτάκτῳ ἀποστολῇ ταχυδρομικῶν δεμάτων, εἴτε ἐπὶ ἄλλαις ἐλλείψεσιν. Ἀλλ’ εἶδον δι’ ἁμάξης εὐπρεπῶς μεταφερόμενα τὰ ταχυδρομικὰ δέματα, λαμβάνομεν δὲ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐν ἀσφαλείᾳ τὰ στελλόμενα ἐκεῖθεν ὀρνίθια· τῆς ὑπηρεσίας ὅμως ταύτης ἡ τακτοποίησις εἶναι τάχα ἡ ἀνάγκη, δι’ ἣν ἔπρεπε νὰ αὐξήσωσι τοσοῦτον τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους; Μήπως καὶ ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἔχωμεν ὄχημα καὶ κατοικίαν καλλιτέραν ἐκείνης, ἐν ᾗ κατοικοῦμεν; Ἀλλ’ οὐδεὶς ἤθελε μᾶς κρίνει συνετοὺς, ἐὰν ἠγοράζομεν ὄχημα καὶ ἵππους, καὶ ᾠκοδομοῦμεν πολυτελῆ κατοικίαν. Ἐὰν ἠθέλετε ἐξετάσει πρακτικῶς τὴν κατάστασιν ταύτην, ἠθέλετε μνησθῆ τοῦ ἀγρότου, ὅστις, ἐνῷ ἔχει ἀνάγκην ὀναρίου, ἵνα μεταβαίνῃ εἰς τὸν ἀγρόν του, δαπανᾷ ἀγοράζων πολυτελῆ σκεύη, καὶ ἀνεγείρων μέγαρα. Συντελοῦσι βεβαίως ταῦτα καὶ καθιστῶσι τὸν βίον ἄνετον ἢ εὐάρεστον, διότι παρέχουσι χλιδὴν καὶ εὐμάρειαν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλώμεθα εἰς δαπάνας μὴ ἀναποφεύκτως ἀναγκαίας, ἰδίως μάλιστα μετὰ τὸν πόλεμον, ὅστις μᾶς ἐδίδαξεν, ἂν οὐχὶ ἐπισήμως, ἀλλ’ ἰδίᾳ ἕκαστον ἡμῶν ὡς πολίτην, ὅτι ἔχομεν τοσαύτας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας οὐδὲ τὰ 44 ἑκατομμύρια ἤθελον θεραπεύσει, ἂν διετίθεντο φρονίμως καὶ συνετῶς. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ηὔξησαν κατὰ τὸ 1900, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, κατὰ δραχμὰς πεντακοσίας ὀγδοήκοντα καὶ πλέον χιλιάδας. Διατί; Ἀναφυλλίζων Διατάγματα, εὗρον διατὶ ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις· εὗρον σωρείαν Διαταγμάτων, δι’ ὧν συνεστήθησαν τριάκοντα τέσσαρα ταχυδρομεῖα καὶ 23 τηλεγραφικὰ γραφεῖα. Εὐχάριστον βεβαίως εἶναι νὰ συνιστᾷ τις ταχυδρομικὰ γραφεῖα ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ, εὐχαριστῶν τοὺς ἰδίους φίλους, νὰ συνιστᾷ τηλεγραφεῖα καὶ τηλεφωνεῖα. Ἀλλ’ αὐταί εἰσιν αἱ πρώτισται, αἱ ἐπικείμεναι, αἱ ἀναπόφευκτοι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους; Καὶ ἀφοῦ κατὰ 44 ἑκατομμύρια ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τρία ἔτη, ἔχετε τὴν περιέργειαν νὰ ἀκούσητε κατὰ πόσον ηὐξήθησαν οἱ ἀριθμοὶ τῶν ὑπαλλήλων; Ἀκούσατε. Προσετέθησαν δύο οἰκονομικοὶ ἔφοροι· ὁ εἷς αʹ τάξεως καί ὁ ἕτερος γʹ τάξεως...

§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Μειδιᾷ).

§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γελᾶτε; Ἀλλὰ ταῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα μειδιᾶτε, ηὔξησαν τὰ ἔξοδα κατὰ ἐννέα ἑκατομμύρια καὶ ἑπτακοσίας δέκα ὀκτὼ χιλιάδας δραχμῶν. Τρεῖς γραμματεῖς Ἐφορίας· ὁ εἷς αʹ τάξεως, ὁ ἕτερος βʹ καὶ ὁ τρίτος γʹ τάξεως. Εἷς πρωτοκολλητὴς Ἐφορίας, 26 Διευθυνταὶ ἀστυνομίας, 107 ἀστυνόμοι αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως.

§243Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προσετέθησαν 107 ἀστυνόμοι;

§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐξετελέσθη ὁ νόμος ἔτι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προσετέθησαν· εὐθὺς, ὡς ἐκτελέσητε τὸν νόμον, θέλουσι προστεθῇ οἱ 107 ἀστυνόμοι.

§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προσθέτετε καὶ τοὺς ἀστυφύλακας;

§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.

§247Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε κατ’ ἀνάγκην θ’ ἀφαιρέσητε τοὺς χωροφύλακας, τοὺς ὁποίους θὰ στείλωμεν εἰς τὰ σώματά των.

§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τούτους ὑπολογίζω, διότι εἰς τὴν ἀστυφυλακὴν κατετάξατε τάξιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἄχρηστοι εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν τοπικὴν, τὴν λεγομένην μικροπολιτικὴν, καὶ ὑπηρετοῦσιν αὐτήν.

§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοὺς ἔχετε καὶ εἰς τὸν νόμον τὸν ἰδικόν σας.

§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον βεβαίως αὐτούς.

§251Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε διατὶ τοὺς ῥίπτετε εἰς τὴν ῥάχιν μου;

§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν νόμων τῶν κυρωθέντων. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶχον προτείνει, δὲν τὸ ὑπέβαλον εἰς κύρωσιν.

§253Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπεβάλετε τὸν νόμον σας, ἵνα ψηφισθῇ, διότι ἀνεγνωρίζετε τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος. Ἐὰν αἱ περιστάσεις αἱ ἐθνικαὶ, ὡς εἴπετε, παρημπόδισαν ὑμᾶς νὰ ζητήσητε τὴν κύρωσιν τοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος νόμου, ἐγὼ εἶχον καθῆκον νὰ ἐπιζητήσω τὴν βελτίωσιν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος,

§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἰδικοῦ μου καὶ τοῦ ἰδικοῦ σας συστήματος.

§255Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων, κατὰ τὸν ἰδικόν σας νόμον, εἶναι περίπου ὁ αὐτὸς πρὸς τὸν ἀπαιτούμενον κατὰ τὸν τῇ πρωτοβουλίᾳ ἡμῶν ψηφισθέντα νόμον. Δὲν πιστεύω ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου ν’ ἀπαιτήσῃ ἀριθμὸν ἀστυφυλάκων ὑπερβαίνοντα πολὺ ἐκεῖνον, ὃν ἤθελεν ἀπαιτήσει ὁ παρ’ ὑμῶν προταθείς.

§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατά τινα προσεχῆ συνεδρίασιν θέλω σᾶς φέρει τὸν λογαριασμόν· καὶ σήμερον δὲ σᾶς δίδω λεπτομερεῖς περὶ τούτων πληροφορίας. Ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ προσετέθησαν: 1 Διευθυντὴς τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς μὴ στρατιωτικός, 26 διευθυνταὶ ἀστυνομίας αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως, 107 ἀστυνόμοι αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως, 210 ὑπαστυνόμοι αʹ καὶ βʹ τάξεως, 29 ἀστυΐατροι, 2314 ἀστυφύλακες, οἵτινες μετὰ τῶν ὑπαρχόντων 1800 θέλουσιν ἀποτελέσει τὸν ἀριθμὸν ἀστυφυλάκων 4114. Ἐν τῇ ἐκπαιδευτικῇ ὑπηρεσίᾳ: 1 Διευθυντὴς Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου, 4 γυμνασταί, 1 διδάσκαλος ὁπλομαχητικῆς ἐπὶ μισθῷ δραχ. 150, 1 ἐπιστάτης, 1 ὑπηρέτης, 1 ἰατρὸς ἐπὶ μισθῷ δρ. 150, 1 διευθυντὴς ἐν τῷ σχολείῳ τῶν γυμναστῶν ἐπὶ μισθῷ δραχμῶν 250, 3 γυμνασταί, 1 διδάσκαλος τῆς ὁπλομαχητικῆς, 1 ἐπιστάτης, 1 ὑπηρέτης, (ἓν ἐπιμίσθιον δραχ. 150, δύο ἐπιμίσθια δρ. 100,) 13 ἐπιθεωρηταί, 2 γραφεῖς, 1 κλητήρ, 1 ἰατρός, 1 γραμματεὺς αʹ τάξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, 1 γραφεὺς αʹ τάξεως ἐν αὐτῷ, 1 γραφεὺς βʹ τάξεως, 1 κλητὴρ τῆς Βιβλιοθήκης, 10 ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, 2 ἔφοροι ἀρχαιοτήτων, 1 ἔφορος τῆς Πινακοθήκης. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου: 2 ἀκόλουθοι ἐν αὐτῷ, 1 λογιστής, ὑπουργικὸς γραμματεὺς πρώτης τάξεως ἢ τμηματάρχης, 1 κλητὴρ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, 3 γραμματεῖς βʹ τάξεως ἐν τῷ Ἐμπορικῷ Γραφείῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, 1 γενικὸς πρόξενος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, 3 πρόξενοι, 1 καβάσης ἐν τῷ Γενικῷ Προξενείῳ τῆς Θεσσαλονίκης, 3 γραμματεῖς ἐν τοῖς Γενικοῖς Προξενείοις Ἰωαννίνων, Σμύρνης καὶ Βιτωλίων, 4 γραφεῖς ἐν τοῖς Γενικοῖς Προξενείοις Ἰωαννίνων, Καΐρου, Ἀλεξανδρείας καὶ Τεργέστης, 4 διερμηνεῖς (Σμύρνης, Ἱεροσολύμων, Ὀδησσοῦ καὶ Σκόδρας), 5 κλητῆρες (Σμύρνης, Κεττίγνης, Ὀδησσοῦ, Ταϊγανίου καὶ Σάμου), 6 γιασαξίδες (Καΐρου, Ἀλεξανδρείας, Χανίων, Ἱεροσολύμων, Τύνιδος καὶ Σκόδρας), 3 κλητῆρες ἐν τοῖς Προξενείοις Βατούμ, Κωνστάντζης καὶ Κάρδιφ, 10 ὑποπρόξενοι. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου: 4 Πρόεδροι Πρωτοδικῶν, 16 πρωτοδίκαι, 4 Εἰσαγγελεῖς, 4 ἀντεισαγγελεῖς, 4 γραμματεῖς, 12 γραφεῖς, 4 ἐπιστάται φυλακῶν, 4 φύλακες φυλακῶν, 4 ἰατροὶ φυλακῶν, 98 εἰρηνοδίκαι γʹ τάξεως, προαγόμενοι εἰς τὴν βʹ τάξιν, 98 γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων γʹ τάξεως, προαγόμενοι εἰς τὴν βʹ τάξιν. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἐσωτερικῆς Διοικήσεως: 10 Νομάρχαι, 10 γραμματεῖς Νομαρχίας, 10 πρωτοκολληταί, 5 γραφεῖς Νομαρχιῶν, 884 νομαρχιακοὶ σύμβουλοι, 45 τηλεγραφικοὶ βοηθοὶ βʹ τάξεως, 5 τμηματάρχαι αʹ τάξεως, 2 τμηματάρχαι βʹ τάξεως, 34 ταχυδρομικοὶ ἐπιστάται καὶ τηλεγραφηταὶ αʹ τάξεως, 46 τοιοῦτοι βʹ τάξεως, 58 βοηθοὶ ἢ γραφεῖς αʹ τάξεως, 47 τοιοῦτοι βʹ τάξεως τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, 174 βοηθοὶ αʹ καὶ βʹ τάξεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, 92 ἐπιστάται ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφηταὶ αʹ καὶ βʹ τάξεως, 7 ὑποδιευθυνταί, διευθυνταὶ καὶ ἐπιθεωρηταί, 576 διανομεῖς ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοί, καὶ φύλακες γραμμῶν, 5 τεχνῖται τοῦ ἐργοστασίου τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν: 10 μοίραρχοι χωροφυλακῆς, 1 ὑποστράτηγος ἢ συνταγματάρχης, 11 ἀντιμοίραρχοι, 2 ὑπομοίραρχοι, 3 ἀνθυπομοίραρχοι, 8 ὑπολοχαγοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ διαχειρισταί, 34 ἐνωμοτάρχαι αʹ ἢ βʹ τάξεως, 38 ὑπενωμοτάρχαι, 14 ἐνωμοτάρχαι αʹ ἢ βʹ τάξεως τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, 14 ὑπενωμοτάρχαι τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου: 1 ἀρχίατρος τοῦ Ναυτικοῦ, 2 ἐπίατροι, 3 ἱερεῖς ἐπὶ βαθμῷ καὶ μισθῷ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου: 1 τελώνης βʹ τάξεως, 1 τελώνης γʹ τάξεως, 3 ὑποτελῶναι, προαγόμενοι εἰς τελώνας γʹ τάξεως, 1 ὑποτελώνης, προαγόμενος ἀπὸ τῆς γʹ εἰς τὴν βʹ τάξιν, 6 τελωνοσταθμάρχαι, προαγόμενοι εἰς ὑποτελώνας γʹ τάξεως, 4 φύλακες, προαγόμενοι εἰς ὑποτελώνας γʹ τάξεως, 3 ἐλεγκταὶ Τελωνείων αʹ τάξεως, 2 ἐλεγκταὶ Τελωνείων, ὁ μὲν βʹ ὁ δὲ γʹ τάξεως, 4 γραμματεῖς, ὁ μὲν αʹ τάξεως, οἱ δὲ 3 γʹ τάξεως, 5 ἀποθηκάριοι διαφόρων τάξεων, 7 ὑπογραμματεῖς Τελωνείων (ἀντὶ τῶν 38 τούτων προστεθεισῶν θέσεων καὶ νομοθετηθέντων προβιβασμῶν κατηργήθησαν δύο θέσεις ἐλεγκτῶν, δύο θέσεις γραμματέων Τελωνείων, ἑνὸς ἀποθηκαρίου καὶ ἑνὸς βʹ τάξεως γραμματέως τῆς Διαμετακομίσεως), 2 ἔφοροι, ὧν ὁ εἷς αʹ τάξεως, ὁ δ’ ἕτερος γʹ τάξεως, 3 γραμματεῖς Ἐφορίας, ὧν ὁ εἷς αʹ τάξεως, ὁ ἕτερος βʹ τάξεως καὶ ὁ τρίτος γραμματεὺς Ἐφορίας γʹ τάξεως, 1 πρωτοκολλητὴς, 2 κλητῆρες, ὁ μὲν Ἐφορίας αʹ τάξεως, ὁ δὲ γʹ τάξεως, 1 ἔφορος βʹ τάξεως, προαχθεὶς εἰς ἔφορον αʹ τάξεως, 2 γραμματεῖς Ἐφορίας βʹ τάξεως, προαγόμενοι εἰς γραμματεῖς αʹ τάξεως, 1 πρωτοκολλητὴς βʹ τάξεως, προαγόμενος εἰς πρωτοκολλητὴν αʹ τάξεως. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν κτημάτων: 2 λογισταὶ βʹ τάξεως, 35 ὑπολογισταὶ αʹ καὶ βʹ τάξεως, 19 γεωμέτραι. Προσέτι ἔκτακτοι λογισταὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον, 13 ἐπιθεωρηταὶ οἰκονομικοὶ, 2 γραφεῖς, 1 κλητήρ. Καὶ οὕτω προσετέθησαν εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων 5295 θέσεις. Τοῦτο δὲ καταγγέλλει τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου. Ἡμεῖς, πρὸ τοῦ πολέμου, ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχέδια, δι’ ὧν κατηργοῦμεν 1208 θέσεις. Οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ, ἅμα κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐπρότειναν νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐδημιούργησαν 5295 νέας θέσεις. Καὶ κατηργήσαμεν: Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν 13 θέσεις, ἤτοι: 2 τμηματαρχῶν αʹ τάξεως, 2 γραμματέων αʹ τάξεως, ἑνὸς γραμματέως βʹ τάξεως, τριῶν γραφέων αʹ τάξεως, ἑνὸς γραφέως βʹ τάξεως, τεσσάρων οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἐν τῇ ταμιακῇ ὑπηρεσίᾳ κατηργήσαμεν 86 θέσεις· ἤτοι: 8 θέσεις γραμματέων Ταμείων, 12 θέσεις γραφέων Ταμείων αʹ τάξεως, 20 θέσεις γραφέων Ταμείων βʹ τάξεως, 40 δημοσίων εἰσπρακτόρων, 5 κλητήρων καὶ ἑνὸς πρωτοκολλητοῦ. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κατηργήθη μία θέσις, καὶ ἠλαττώθησαν αἱ ἔκτακτοι δαπάναι αὐτοῦ ἀπὸ 10,000 δραχμῶν εἰς 3,000. Ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ κατηργήθησαν 10 θέσεις, αἱ τῶν προστεθέντων λογιστῶν. Ἐν τῇ τελωνειακῇ ὑπηρεσίᾳ κατηργήθησαν 21 θέσεις· ἤτοι: 8 δεκαρχῶν τελωνοφυλακῆς, 6 ὑπογραμματέων Τελωνείων, καὶ 7 ἀποθηκαρίων καὶ ὑπαποθηκαρίων. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς χωροφυλακῆς κατηργήθησαν 4 θέσεις· ἤτοι: ἑνὸς ὑποστρατήγου ἢ συνταγματάρχου, 2 συνταγματαρχῶν καὶ ἑνὸς λοχαγοῦ. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατηργήθησαν 21 θέσεις· ἤτοι: ἑνὸς ὑποδιευθυντοῦ, τεσσάρων γραμματέων αʹ τάξεως, 11 γραφέων αʹ τάξεως, τεσσάρων γραφέων βʹ τάξεως καὶ ἑνὸς γραφέως γʹ τάξεως. Ἐν τῇ φορολογικῇ ὑπηρεσίᾳ κατηργήθησαν 38 θέσεις· ἤτοι: 9 κλητήρων Καπνεργοστασίων, 10 διευθυντῶν Καπνεργοστασίων, τεσσάρων ἐλεγκτῶν, 2 βοηθῶν, 10 κλητήρων γʹ τάξεως, ἑνὸς φύλακος τῶν ὀρυκτῶν τῆς Μήλου, ἑνὸς ἐλεγκτοῦ βʹ τάξεως ἐν Σύρῳ, ἑνὸς γραμματέως Διαμετακομίσεως. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου κατηργήθησαν 4 θέσεις· ἤτοι 2 γραφέων τῶν ἐν Κύπρῳ καὶ Ἱεροσολύμοις Προξενείων, καὶ 2 ἀκολούθων αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου κατηργήθησαν 8 θέσεις· ἤτοι: ἑνὸς γραμματέως βʹ τάξεως, ἑνὸς γραφέως βʹ τάξεως, ἑνὸς ὑπογραμματέως Ἀρείου Πάγου, τεσσάρων γραφέων Πρωτοδικῶν καὶ ἑνὸς ὑπογραμματέως ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Καρδίτσης. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου κατηργήθησαν 87 θέσεις· ἤτοι: ἑνὸς γραμματέως τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων, 20 τηλεγραφικῶν διανομέων γʹ τάξεως, ἑνὸς ἀρχιφύλακος τεχνίτου, ἑνὸς μηχανικοῦ βʹ τάξεως, 2 γραφέων βʹ τάξεως, ἑνὸς γραφέως δʹ τάξεως, 61 ὑπαλλήλων τοῦ γραφείου τῶν δημοσίων ἔργων διαφόρου βαθμοῦ. Ἐν τῇ αὐτῇ ὑπηρεσίᾳ κατηργήθησαν προσέτι θέσεις 910· ἤτοι: 10 ἐπιστατῶν, 50 ἀρχιοδοστατῶν, 120 ὁδοστατῶν αʹ τάξεως, 250 ὁδοστατῶν βʹ τάξεως καὶ 480 ὁδοστατῶν γʹ τάξεως. Καὶ ὅτε συνεζητοῦντο ἐν τῇ Βουλῇ τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν κατηργοῦντο αἱ θέσεις αὗται, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπετίμα ἡμᾶς εἷς τῶν τότε Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λέγων, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἦσαν ἀνάξια προσοχῆς, καὶ ματαία ἀπώλεια χρόνου, ὅτι δὲ ὠφείλομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ καταρτίσωμεν στρατόν. Καὶ ὁ Βουλευτής, ὁ ταῦτα λέγων, ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τότε, ὄχι ὅμως τώρα, διότι τώρα εἶναι Ὑπουργός, εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν...

§257Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολύ, κύριε Πρόεδρε;

§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ποῖα μοὶ ὑπολείπονται, ἵνα ἐξετάσω. Πρῶτον τὴν διοίκησιν, εἶτα τὴν ἐξέτασιν τῶν νόμων, τὴν ἔρευναν τῶν κληροδοτημάτων καὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, τὴν ἔρευναν τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, καὶ ἔχω...

§259Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τότε δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε, διότι καὶ ἡμεῖς δὲν ἀντέχομεν πλέον.

§260Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ βεβαίως εὐχαρίστως δέχομαι τὴν διακοπήν.

§261Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν πιστεύω ὅμως ἡ πλειονοψηφία νὰ θέλῃ νὰ ἀναγκάσῃ ἡμᾶς.

§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὅμως ἔχῃ ἄλλος τις νὰ ὁμιλήσῃ, ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω αὔριον τὴν σειράν μου.

§263Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον. (Ὁ κ. Δηλιγιάννης κατέρχεται τοῦ βήματος). (Ἐνταῦθα τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Λεωνίδας).

§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.

§265Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν δυνάμεθα τοιαύτην ὥραν νὰ συζητήσωμεν, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ κάμωμεν κατὰ τεκμήριον συζήτησιν· ἀλλ’ ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ κάμω κατὰ τεκμήριον συζήτησιν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εὐπρεπὲς εἶναι καὶ πρὸς τὸν ῥήτορα ἀκόμη, ἀφοῦ λέγει, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ διακόψωμεν, νὰ μὴ ἐπιμένῃ ἡ πλειονοψηφία νὰ καταπονήσῃ αὐτόν, καὶ νὰ διακόψωμεν.

§266Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε σεῖς.

§267ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακόψωμεν.

§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ ἐξακολουθήσω.

§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Δούνης.

§270ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὰς 12 νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν. Ἀρχίζομεν ἀπὸ τὰς 4½ μ. μ.

§271Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ γείνῃ καμμία συμφωνία, ὅταν εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἰς τὰς 10. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ὑμεῖς ἔχετε τὴν ἰδικήν σας ἰδέαν, ἡμεῖς ἔχομεν τὰς ἰδικάς μας ἰδέας. Ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἀρχίζῃ εἰς τὰς 10 καὶ νὰ τελειώνῃ εἰς τὰς 12. Εἰς κανὲν Κοινοβούλιον τοῦ κόσμου δὲν γίνεται αὐτό.

§272ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπιμένετε νὰ γείνῃ, δὲν γίνεται εἰς κανὲν Κοινοβούλιον.

§273Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ὑμεῖς ἀκολουθεῖτε τὰ ἐν Εὐρώπῃ συμβαίνοντα, ὡς τὰ ἀκολουθῶ καὶ ἐγώ. Σᾶς προκαλῶ νὰ μοὶ δώσητε ἓν παράδειγμα Κοινοβουλίου Εὐρωπαϊκοῦ, ὅταν συζητῆται ὁ Προϋπολογισμὸς, νὰ ἀρχίζῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ τὴν 10ην ὥραν.

§274ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς λέγω, τί ἔγεινε προχθὲς ἐν Γαλλίᾳ. Ἐν Γαλλίᾳ ἐζήτησαν δωδεκατημόρια, διότι δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ψηφίσουν τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου, ἐνῷ τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπέβαλον τὸν Φεβρουάριον τοῦ προηγουμένου ἔτους...

§275Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἀπαντᾶτε εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Ἡ ἐρώτησίς μου εἶναι ἄλλη.

§276ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν, ὅτι πολλάκις ὁλόκληροι συνεδριάσεις κατηναλώθησαν δι’ ἓν ζήτημα.

§277Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. 50 συνεδριάσεις γίνονται εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν διὰ τὸν Προϋπολογισμόν.

§278Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τοῦτο οὐδόλως εἶναι ἀκριβές.

§279ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι πρωτοφανὲς τὸ γινόμενον σήμερον· εἶναι πρωτοφανὲς, κύριε Πρόεδρε, νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν. Ἀπὸ τοῦ 1844, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Βουλή, οὐδέποτε ἐγένοντο συνεδριάσεις κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν.

§280Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι δά! (Θόρυβος).

§281ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω λέγων, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι μοναδικὸν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικά, ὅτι οὐδέποτε κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς 1ης τοῦ ἔτους συνεδρίασεν ἡ Βουλὴ, καίτοι ὑπῆρξαν Πρωθυπουργοὶ καὶ πλειονοψηφίαι πολὺ ἰσχυρότεραι τῆς σημερινῆς, καίτοι ὑπῆρχον νομοσχέδια πολὺ σπουδαιότερα... (Θόρυβος).

§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δεληγεώργη, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ γείνωσι συνεδριάσεις κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας.

§283ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἐξακολουθῶσιν αἱ συνεδριάσεις καὶ πέραν τῆς δωδεκάτης ὥρας τῆς νυκτός. Συμβαίνει πολλάκις αἱ ἐπερωτήσεις νὰ διαρκέσωσι καὶ πέραν τῆς ὀγδόης ὥρας. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐγένοντο διπλαῖ αἱ συνεδριάσεις, πρὸ τῆς ὀγδόης ὥρας καὶ μετὰ τὴν ὀγδόην μέχρι τῆς δωδεκάτης, διὰ νὰ ἐπαρκῇ ὁ χρόνος καὶ διὰ τὰς ἐπερωτήσεις καὶ διὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, ἀφοῦ ἐδαπανήθη ἀρκετὸς χρόνος διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἐπιμένωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τῆς πρωΐας — διότι βεβαίως αὐτὸ σημαίνει νὰ ἐπιμένητε νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ μετὰ τὰς 12.

§284Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὸν Κανονισμόν.

§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐμμένει εἰς τὴν ἀπόφασίν της.

§286ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ καθαρισθῇ τὸ πρᾶγμα. Τί ἐπιθυμεῖτε; Τί ἐπιθυμεῖ ἡ πλειονοψηφία; τί ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις;

§287ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§288ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦ βήματος κατῆλθε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δηλώσας, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναπαυθῇ πρὶν ἢ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν αὑτοῦ. Λέγων ταῦτα, ἐδήλωσεν, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τις ἄλλος, θέλων ἀντ’ αὐτοῦ νὰ ὁμιλήσῃ, εἶναι ἐλεύθερος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἥρπασε τὴν δήλωσιν ταύτην, ὡς εἰ προέκειτο περὶ προτάσεως, ἥτις ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Βουλήν, ἢ περὶ προτάσεως, ἥτις ἀφεώρα εἰς μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ· διότι ἐγὼ πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι, διακοπτομένης τῆς ἀγορεύσεως ἑνὸς ῥήτορος, καὶ ἀναβαλλομένης διὰ τοῦτο τῆς συζητήσεως, — διότι βεβαίως δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν κανεὶς δὲν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος...

§289ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βεβαίως.

§290ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Δὲν πιστεύω ὅτι θέλει ἡ Κυβέρνησις προβῆ εἰς τοῦτο, ὅπερ δὲν δέχεται χαρακτηρισμόν, δηλοῦντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ μὲν τὴν ὁμιλίαν αὑτοῦ, ἀλλ’ ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν αἰσθάνεται δυνάμεις πρὸς τοῦτο. Θέλει ἡ Κυβέρνησις τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§291Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὸ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ 10 ἡμέρας.

§292Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπὶ ἕνα μῆνα!

§293ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἦναι ὀλιγώτερον νευρική, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων. Καμμία Βουλὴ δὲν ἀφῄρεσεν ἀπὸ προϊσταμένου ὁλοκλήρου κόμματος τὸν λόγον.

§294ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν ἀφαιροῦμεν τὸν λόγον.

§295ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι μόνον ἀπὸ προϊσταμένου ὁλοκλήρου κόμματος, ἀλλ’ οὐδ’ ἀπὸ Βουλευτοῦ ἁπλοῦ. Ὅτε δὲ ἀνήρ, ὅστις ἐπὶ μακρὰ ἔτη διηύθυνε τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος, ἔρχεται καὶ λέγει: «Θὰ ἐξακολουθήσω τὴν ὁμιλίαν μου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἀπόψε»...

§296ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ.

§297ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ... Ὅτε, λέγω, τοιαύτην δήλωσιν ποιῆται εἷς Βουλευτής, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὁ πρῶτος τυχὼν Βουλευτής, θέλετε ἔλθει νὰ εἴπητε αὐτῷ: «ὄχι! σοῦ κλείομεν τὸ στόμα»; Διατί; Διότι, ἂν δὲν εὑρεθῇ ἄλλος ἕτοιμος καὶ θέλων ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ ἀγορεύσῃ, συμπλέκων τὸν λόγον αὑτοῦ πρὸς τὸν λόγον τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, ποῦ θέλετε προχωρήσει, παρακαλῶ; Θέλετε προχωρήσει εἰς τὸ νὰ εἴπητε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος: «Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἀγορεύσεώς σου· θέλομεν ψηφίσει τὸν Προϋπολογισμὸν ἀπόψε»! Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἄλλα ἐδήλωσε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, θέλῃ νὰ προβῇ εἰς τοῦτο, ἂς δοκιμάσῃ.

§298Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται, ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν ἀπειλὴν δὲν ἀπαντῶ, διότι δὲν τὴν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν φοβοῦμαι διόλου τὰς ἀπειλάς...

§299ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πολὺ ὀρθῶς.

§300Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον, εἶναι πρωτοφανές· διότι εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον τοῦ κόσμου, προκειμένου νὰ ἀγορεύσῃ ἀνήρ, οἷος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον ἤθελον εὕρει οἱ ὀπαδοί του ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ ἀρχηγὸς ὁμιλεῖ, ὅπως καταναλώσωσι τέσσαρας ὅλας ὥρας εἰς ἐπερωτήσεις. Ἡ ἱστορία ὅλων τῶν Κοινοβουλίων, καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας, διδάσκει, ὅτι τὰ κόμματα θεωροῦσιν, ὅτι πρώτιστον ἔχουσι καθῆκον, νὰ δεικνύωσι πάντοτε σεβασμὸν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτῶν, ὁ δὲ σεβασμὸς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν δεικνύεται κυρίως, ὅταν, ὁμιλοῦντος αὐτοῦ, δεικνύωσιν ὅλοι προσοχὴν εἰς ὅσα λέγει. Καὶ τότε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀρχίσῃ τὴν ὁμιλίαν του τὴν 10ην ὥραν, ὅπως καταπαύσῃ αὐτὴν τὴν 12ην, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο ν’ ἀρχίσῃ τὴν 5ην ὥραν, θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναπαυθῇ κατὰ τὴν διακοπὴν, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του μετὰ τὴν διακοπήν. Ἀλλ’ ἐνῷ διέκοψε τὴν ἀγόρευσίν του χθές, σήμερον ἐπὶ 4 ὥρας ἠκούομεν ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἄνευ ζημίας βεβαίως θὰ ἠδύναντο ν’ ἀναβληθῶσι διὰ τὴν ἐπιοῦσαν. Ὅταν λοιπὸν λέγητε, ὅτι πρωτάκουστον συμβαίνει, καλὸν θὰ ἦτο νὰ στραφῆτε πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὅπως ἴδητε, ὅτι τὰ πρωτάκουστα ἐκεῖθεν συμβαίνουσι. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε τοῦτο (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Δραγούμην). Ὑμεῖς ἐδηλώσατε τὸ Σάββατον, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγορεύσητε πρὸ τῆς Τετάρτης. Ἀλλὰ δὲν ἐγινώσκετε ποίας διαστάσεις θὰ λάβῃ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος· ἄρα θὰ ἦσθε ἕτοιμος ν’ ἀγορεύσητε...

§301ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ δὲν σᾶς ἐνδιαφέρει.

§302Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ ἐνδιαφέρει, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐκ τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου προεδρεύει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἔλαβον τὸν λόγον τέσσαρες Βουλευταὶ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει συνήθως κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ὑποθέτει ἡ Βουλὴ, ὅτι θὰ λάβητε τὸν λόγον ὑμεῖς, ὑποθέτει, ὅτι θὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὑποθέτει, ὅτι θὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ἄλλοι ἴσως, οἱ ὁποῖοι δυνατὸν νὰ ἔχωσι σκοπὸν νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἠξεύρατε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἤθελεν ἀρχίσει τὴν 10ην ὥραν καὶ ἤθελε παύσει τὸν λόγον του τὴν 12ην; Καὶ διατὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀγορεύσητε ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκουράσθητε;

§303Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἤμην ἀπὸ τῆς ἐνάτης ὥρας ἐδῶ.

§304Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ λέγω, πότε ἠρχίσατε.

§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πταίω ἐγώ· ἡ πλειονοψηφία.

§306Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε... Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἦτο παρὼν οὐδὲ κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἑπομένως δὲν ἐγίνωσκε ποίας διαστάσεις θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἀγόρευσίς του, πολὺ σπανίως δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην συνεχίζονται ἀγορεύσεις πλέον τῶν δύο συνεδριάσεων· ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἦναι παρεσκευασμένος...

§307ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολλάκις συνέβη.

§308Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἕν μόνον παράδειγμα ἔχομεν, κατὰ τὸ ὁποῖον εἷς ῥήτωρ ἠγόρευσεν ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις· καὶ τοιοῦτον παράδειγμα ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος πρώτην φορὰν, καὶ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος τότε Βουλευτής. Λοιπὸν λέγω, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀγορεύσωσι, δὲν λαμβάνουσι τὸν λόγον; Ἑπομένως μὴ ὁμιλεῖτε περὶ πρωτακούστων, καὶ κυρίως μὴ ἀπειλεῖτε, διότι ἡ πλειονοψηφία, τὴν ὁποίαν τόσον θεωρεῖ ἀνίσχυρον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὡς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ δείξῃ δεῖγμα τῆς δυνάμεώς της.

§309ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον, ὅτι ὑπῆρξαν ἰσχυρότεραι πλειονοψηφίαι καὶ Κυβερνήσεις.

§310ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως μὲ καταλαμβάνει ῥῖγος, ἀκούοντα τὰς ἀπειλὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως...

§311Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐμὲ δὲν με κατέλαβε ῥῖγος.

§312ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλον τὸ ῥῖγος τοῦτο θὰ ἀπαντήσω· διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει παραδόξους ἀξιώσεις, νὰ ἀπορῇ, πῶς, καίτοι ἐδήλωσα, ὡς εἶπεν, ὅτι θὰ ἤμην ἕτοιμος...

§313Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἤκουσα μὲ ταὐτιά μου.

§314ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἠκούσατε βεβαίως εἰς ἰδιαιτέραν ὁμιλίαν μου.

§315Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀρνεῖσθε, ὅτι μοὶ τὸ εἴπετε;

§316ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον καί τι περισσότερον, ὅτι θὰ ἦμαι ἕτοιμος, καὶ εἶμαι ἕτοιμος.

§317Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν λάβετε τὸν λόγον.

§318ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε ὀλίγον, καὶ νὰ μὴ ταράττησθε· διότι πρωτάκουστος εἶναι — καὶ τώρα μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν — ἡ ἀξίωσις νὰ λάβῃ τις τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσῃ μετὰ τὴν 2αν ὥραν ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου, διακοπτομένης τῆς ἀγορεύσεως ἑτέρου ῥήτορος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἤθελον νὰ ἐγνώριζον, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε δεχθῆ ἀντιστρεφομένην πρὸς αὐτὸν τὴν πρότασιν, νὰ διακόψῃ ἄλλος τὴν ἀγόρευσιν, καὶ ν’ ἀρχίσῃ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀγορεύῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας αὐτοῦ. Ταῦτα δὲν εἶναι σπουδαῖα· ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι καὶ εὐλαβῆ πρὸς ἐκείνους, πρὸς οὓς ὀφείλεται εὐλάβεια. Διότι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις εὐλάβειαν πρὸς ἕκαστον μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὀφείλει δὲ μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸ σύνολον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἂν ταῦτα ἐλέχθησαν μετὰ τόνου, δὲν ἐλέχθησαν βεβαίως, ἵνα ἀπειληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ὑποστῇ ὅ,τιδήποτε ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἐπιμείνῃ· ἀλλ’ ἡ ἠθικὴ βλάβη, ἣν ὑφίσταται ἡ Κυβέρνησις, μὴ αἰσθανομένη τὴν θέσιν καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῆς, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα παρὰ πᾶσαν ἄλλην βλάβην.

§319Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε ὀφείλω νὰ ἐπιφέρω μίαν διόρθωσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπελάβετο θέματος, ἀναγομένου εἰς τὰς σχέσεις μου μετὰ τῶν φίλων μου, ἐνεκάλεσε δὲ τοὺς φίλους μου. Ἀλλὰ ἡ ἔγκλησις αὕτη ἦτο ἄδικος, πρὸ πάντων δὲ ἡ ἔγκλησις αὕτη ἐγένετο ἄνευ δικαιώματος. Τὰς σχέσεις ἐμοῦ μετὰ τῶν φίλων μου οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ δυνάμενος νὰ ὀργανώσῃ ἢ κανονίσῃ, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὑψηλὰ, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Αἱ σχέσεις μου μετὰ τῶν φίλων μου εἶναι τοιαῦται, ὁποῖαι εὔχομαι νὰ ἦναι αἱ σχέσεις πάντων τῶν κομμάτων καὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὰ Βουλευτῶν. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔχω, ἵνα παραπονεθῶ κατὰ τῶν φίλων μου· ἐξ ἐναντίας ὀφείλω εἰς αὐτοὺς χάριν, διότι συμπράττω μετ’ αὐτῶν καὶ αὐτοὶ μετ’ ἐμοῦ ἐν συναδελφότητι. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἀνεχθῶσιν οἱ φίλοι μου νὰ ἀκούωσι τὰ τελούμενα βάσανα ὑπὸ τῶν ἀστυνόμων κατὰ τῶν πολιτῶν, χωρὶς νὰ σπεύσωσι νὰ παραπονεθῶσι καὶ νὰ κραυγάσωσιν, ὅπως ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα καταστείλῃ τοιαύτας ἀτασθάλους πράξεις; Ἠκούσατε, ὅτι ἐκρεμάσθησαν πολῖται ἀπὸ ἀστυνόμους, καὶ ἠθέλετε οἱ φίλοι μου νὰ σιωπήσωσι, καὶ νὰ μὴ προβάλωσιν ἐπερώτησιν; Ἠκούσατε, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία προσκόπτει πρὸ κωλυμάτων, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλει εἰς αὐτὴν ἡ Διοίκησις, φροντίζουσα νὰ θεραπεύῃ ταπεινὰ συμφέροντα τούτου ἢ ἐκείνου τῶν φίλων τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦναι ἐν δέοντι, ἐὰν τοῦ λοιποῦ δὲν ἀναμιγνύηται εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἐκτὸς αὐτοῦ κειμένων κομμάτων, διότι τὰς σχέσεις ταύτας ἁρμόδιοι νὰ κανονίζωσιν εἶναι μόνοι οἱ ἀποτελοῦντες τὰ κόμματα ταῦτα.

§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§321Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς γενομένας, ὀφείλει νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ συνεχίζων τὴν ἀγόρευσίν του, ἀναμφισβητήτως θὰ λάβω ἐγὼ τὸν λόγον· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω κατὰ ποίαν ὥραν θὰ τελειώσω.

§322ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγγράψητε, διὰ νὰ ὁμιλήσω αὔριον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§323Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Βελλιανίτη, ἐπιτρέπετε;

§324Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα.

§325ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ ἀπαντήσῃ εἴς τινας ἀπορίας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασα ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ πρώτη ἀπορία ἀφεώρα τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἠρώτων, διατὶ, ἀντὶ νὰ παραδώσῃ εἰς χεῖρας αὐτῆς, τῆς τοσαύτας ἐχούσης σήμερον ἀνάγκας, τὸ ἀντίτιμον τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898, ἐκράτησεν αὐτό;

§326Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ τοῦ θέματος τούτου οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως. Ἐὰν ἠθέλετε μὲ ἐρωτήσει πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἤθελον προθύμως ἀπαντήσει. Αὔριον, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω.

§327Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ εἰς ἄλλην ἀπορίαν μοὶ ὀφείλει ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργός.

§328Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μέμφησθε ἐμοῦ, λόγῳ ὅτι δὲν ἀπήντησα. Δικαίωμά μου εἶναι νὰ ἀπαντήσω ὁπόταν θέλω.

§329ΝΕΓΡΗΣ. Ὅτε, κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς ἀνέφερα, ὅτι ἔχετε 150,000 φράγκα ἀναγεγραμμένα ὡς ἀπρόβλεπτα ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, καὶ ὅτι ταῦτα φαίνονται ἀνήκοντα εἰς τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μοὶ ἀπηντήσατε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, καὶ ὅτι ἠθέλετε φέρει σημείωσιν, ὅπως ἀποδείξητε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Τὴν σημείωσιν ταύτην ὑπεσχέθητε, ὅτι θὰ φέρητε τὴν ἐπιοῦσαν. Ἔκτοτε παρῆλθον ἡμέραι πολλαὶ, καὶ ἀκόμη δὲν τὴν ἐφέρατε.

§330Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμένω νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά μου, ἵνα ἀπαντῶν ἀποδείξω, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν ἀνακριβείᾳ. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω ὅταν ὑμεῖς θέλητε. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἷς, οἱ δὲ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὲρ τοὺς δέκα.

§331ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἠδύνατο κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ταύτην τὴν ὥραν νὰ ἀπαντήσῃ.

§332Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος.

§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§334Φ. ΝΕΓΡΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Τὴν στιγμὴν ταύτην εὗρον τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε καταθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τῶν ἀπροβλέπτων ἐσόδων. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ παρὰ τῷ ἐν Λονδίνῳ τραπεζιτικῷ οἴκῳ Bleichröder τεθέντα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ τῶν καταβληθέντων παρ’ αὐτοῦ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1074, χρήσεως τοῦ 1898, χρηματικοῦ ἐντάλματος πρὸς πληρωμὴν τῶν κατὰ τὸ 1894 ληξάντων πιστοποιητικῶν τῶν μὴ πληρωθέντων 70% παραγραφέντα δὲ ὑπὲρ αὐτοῦ, ὡς μὴ ζητηθέντα, (εἰς χρυσὸν) 436,719.33 Ὁμοίως ὡς ἀνωτέρω 109,008.34 Ὁμοίως ὡς ἀνωτέρω 40,999.94 Κύριοι, τὸ κονδύλιον τῶν 436,719 φράγκων συμπληροῖ ἀκριβῶς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1898, σὺν τοῖς πληρωθεῖσι πιστοποιητικοῖς εἰς τοὺς παρουσιασθέντας δικαιούχους. Τὸ κονδύλιον τῶν 436,719 φράγκων ἐπεστράφη, ὡς ἀκυρωθέν, καὶ βεβαίως ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνῆκον εἰς τὸ ἠγγυημένον δάνειον, καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, καὶ ὄχι εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα, ὡς καὶ προηγουμένως ἀπέδειξα, ἕνεκα ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, ὁρίζοντος, ὅτι διὰ τοῦ ἠγγυημένου δανείου ἐπληρώνοντο τὰ πιστοποιητικὰ κατὰ τὸ 1898. Ἀλλὰ τί σημαίνουν τὰ «ὁμοίως ὡς ἀνωτέρω 109,008.34, ὁμοίως ὡς ἀνωτέρω 40,999.94», τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ σημειώσει, ἣν ἀνέγνωσα; Τὸ «ὁμοίως ὡς ἀνωτέρω» βεβαίως σημαίνει, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπιστροφῆς χρημάτων ὁμοίας φύσεως. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ ἀφορῶντα τὴν χρῆσιν τοῦ 1898 πιστοποιητικά, πληρωθέντα ἢ ἀκυρωθέντα, ἐκανονίσθησαν ἅπαντα ὡς ἀνωτέρω, δὲν δύναμαι νὰ συμπεράνω ἄλλο τι, εἰμὴ ὅτι πρόκειται ἤδη περὶ πιστοποιητικῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1899 βλέπομεν ἐν κεφαλαίῳ Ζʹ, ἄρθρῳ 1, ἀπέναντι προϋπολογισθέντων 914,117 φράγκων, πληρωθέντα 565,558 φράγκα, καὶ ἀδιάθετον πίστωσιν 348,558. Λοιπὸν τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ἀναγραφέν, δὲν δύναται ἢ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἀδιάθετον πίστωσιν τῶν 348,558. Ἀλλὰ τότε τὴν ἀδιάθετον ταύτην πίστωσιν, ἔστω καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ, ὁ κ. Ὑπουργὸς φέρει ὡς ἔσοδον τοῦ 1900. Πῶς θέλετε νὰ ὀνομάσωμεν τοῦτο; Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἀντιληφθῆτε τῆς πράξεως ταύτης. Ἀδιάθετος πίστωσις μιᾶς χρήσεως θεωρεῖται, κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἔσοδον τῆς ἑπομένης χρήσεως! Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοιαύτη πρᾶξις δὲν ἔχει ἀναγραφῆ ἐν γνώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠπατήθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας του, βεβαίως δὲ καὶ ἡ ὑπηρεσία του ἠπατήθη, διότι εἶναι ἀσύγγνωστον νὰ γίνεται τοιοῦτον σφάλμα. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ὅταν τοιαύτη ἐκφέρηται ὑπόνοια, ὤφειλεν ἀπὸ τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως νὰ φέρῃ τὴν ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργός.

§335Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 436,000 φράγκων, εἶπον ἤδη, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο προέρχεται ἐξ ἐπιστροφῆς τοῦ κατὰ τὸ 1898 πληρωθέντος ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν ποσοῦ τῶν φράγκων 918,000. Τὸ ποσὸν τῶν φράγκων 436,000 ἐπεστράφη τὸ 1900, ὡς μὴ πληρωθέν. Δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἢ ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀπροβλέπτων. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο καὶ διὰ τὰ ἄλλα ποσά, τῶν 109,008 φράγκων καὶ τῶν 40,999 φράγκων, διότι καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα προέρχονται ἀπὸ τόκους καταθέσεων κεφαλαίων τοῦ ἠγγυημένου δανείου κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899, καὶ ἀπὸ τόκους τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν γενομένων καταθέσεων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη 1898 καὶ 1899.

§336ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἶναι τόκοι. Τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν, βεβαιώνει ἄλλα, ὡς ἀνέγνωσα ὑμῖν. Ἂς μᾶς εἴπῃ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι κατὰ λάθος μᾶς ἔδωκε τὴν σημείωσιν ταύτην, καὶ θὰ ἦναι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ.

§337Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ συντάξας τὸν πίνακα ὑπάλληλος ἤθελε νὰ σημάνῃ τοῦτο, ὅτι προέρχονται ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων ἐκ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰ ἔγγραφα τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἄν τὰ θέλητε, ἀμέσως δύναμαι νὰ τὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλήν.

§338ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν ἐπιμένω, ὅτι εἶναι ἀνακριβὴς ἡ σημείωσις, ἣν εἴχετε καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν προηγουμένως.

§339Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε ποιάν τινα εὐλάβειαν εἰς τὰς καταστάσεις τὰς ἐπισήμους. Δὲν εἶναι, νομίζω, προσῆκον νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς Βουλευτὴς, διατελέσας μάλιστα Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ ἐκ τῶν ἐπισήμων καταστάσεων ἐξαγόμενά εἰσιν ἀνακριβῆ.

§340ΝΕΓΡΗΣ. Ὅτι ἠπατήθη ἡ ὑπηρεσία, εἶναι ἀναμφίβολον. Ἔλεγον ἤδη, Κύριοι, ὅτι τὸ 1898 δὲν ἄφησε τόκους ἐκ τοῦ ἠγγυημένου δανείου, εἰμὴ 28,253.40.

§341ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899, εἶπον.

§342ΝΕΓΡΗΣ. Προσέθεσε μετὰ ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρόκειται περὶ τόκων τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1899. Ἤδη τοῦτο εἶναι δυνατόν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι αἱ καταστάσεις σας εἶχον ἀνάγκην ἐξηγήσεων. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο τὸ ζήτημα. Ἤδη ἔρχομαι εἰς ἄλλην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὅτε ἠγόρευον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπαρουσίασε κατάστασιν τοῦ πετρελαίου, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνὰ χεῖρας, λησμονήσας, ὅτι πρὸ 15 ἡμερῶν εἶχε καταθέσει ἄλλην εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπαρουσίασε κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου ὁ κ. Ὑπουργὸς, παρουσιάζει τὰ ἑξῆς κονδύλια (ἀναγινώσκει): «Καταναλωθέντα κιβώτια πετρελαίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 151,914· κατὰ τὸν Νοέμβριον κατανάλωσις κιβωτίων 25,150· κατὰ τὸν Δεκέμβριον 24,475. Τὸ ὅλον 201,539.» Εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, κ. Ὑπουργέ; Τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἀνεγνώσατε, ὅτε ἠγόρευον ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν κατεθέσατε πρὸ 15 ἡμερῶν, ἢ πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος, τί λέγει; Μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἀντὶ 151,914 κιβωτίων, 161,814, ἤτοι κατὰ δέκα χιλιάδας περισσότερα· κατὰ μῆνα Νοέμβριον, ἀντὶ 25,150, κιβώτια 26,882· καὶ κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, ἀντὶ 24,475, κιβώτια 27,255. Καὶ οὕτως ἀνήρχοντο τὰ κιβώτια, κατὰ τὴν κατάστασιν ἐκείνην, εἰς 215,952, ἀντὶ 201,539. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐγὼ ἔχω ἐργασθῆ ἐπὶ τῆς πρώτης καταστάσεως, διότι δὲν εἶχον καιρὸν νὰ ἐργασθῶ ἐπὶ τῆς δευτέρας. Ἤδη παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποίαν ἐκ τῶν δύο προτιμᾶτε; Τὴν πρώτην, ἢ τὴν δευτέραν;

§343Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρατηρῶ, ὅτι ἡ πρώτη κατάστασις ἐστηρίζετο εἰς ὑπολογισμοὺς, διότι εἶχε συνταχθῆ κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον. Ἡ κατάστασις ἡ δευτέρα, ἤτοι τὸ δεύτερον σημείωμα, στηρίζεται ἀκριβῶς εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ἑπομένως τὸ σημείωμα τὸ τελευταῖον εἶναι ἀκριβὲς, ἐκτὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν κατανάλωσιν τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1899.

§344ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ, θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ παρακολουθήσῃ ἐπισταμένως τὰ πράγματα, ὅταν βλέπῃ ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος δύο καταστάσεις διαφορετικὰς, εὑρίσκεται εἰς δύσκολον θέσιν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἴσως μετανοήσητε, διότι προτιμᾶτε τὴν δευτέραν κατάστασιν. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ἐγὼ, συνεπὴς πρὸς ὅσα μᾶς ἀνεκοινώσατε, καὶ θεωρῶν ὡς καταναλωθησόμενον πετρέλαιον ἐντὸς τοῦ 1900 τὸ ποσὸν τῶν 215,952 κιβωτίων, εὗρον βεβαίως, ὅτι τὸ ἔσοδον θὰ ἦναι δρ. 6,478,560. Ἤδη, Κύριοι, ὅτε ἔχομεν κατανάλωσιν μόνον 201,259 κιβωτίων τὸ ἔτος, τὸ ἔσοδον ἐλαττοῦται εἰς δρ. 6,037,770. Ὥστε, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τοῦ 1900 δὲν παραλλάσσουν, διότι ἀνεγράφησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, τὰ ἔσοδα ἐλαττοῦνται κατὰ δρ. 430,790. Ὥστε, ἂν εὗρον προηγουμένως ἔλλειμμα διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 δραχ. 6,332,000, ἤδη τὸ ἔλλειμμα τοῦτο αὐξάνει κατὰ δρ. 440,790, δηλ. ἀνέρχεται εἰς 6,772,790 δραχμάς. Ἰδού, Κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δευτέρας καταστάσεως· δηλαδὴ τὸ ἔλλειμμα νὰ αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 440,790! Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἕτερον ζήτημα. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς κατέθεσε σημείωμα τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ 1899. Τοῦτο ἀνέγνων σήμερον. Καὶ τί βλέπω; Ἀδιάθετον πίστωσιν 50,000 δραχμῶν ἐξ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, ἀδιάθετον πίστωσιν 50,000 δραχ. ἐκ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Παρανομία φανερά! Ἐψηφίσαμεν νόμους κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἵνα τοὺς καταπατῶμεν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους! Ὁ νόμος ΒΨΜΕʹ «περὶ καταλογισμοῦ χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐκδοθέντων κατὰ τὸν νόμον ΒΚΕʹ τοῦ ἔτους 1892», ὡς ἐξέθεσα ὑμῖν ἄλλοτε, ἐχρησίμευσεν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς περιουσίας τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας· ἀλλ’ ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι τὸν νόμον αὐτὸν ἐψηφίσαμεν, ὅτε εἶχεν ἤδη συντελεσθῆ ἡ ἀφαίρεσις. Δὲν γνωρίζω, πῶς ἄλλως νὰ τὸ ὀνομάσω, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεταχειρισθῶ λέξεις βαρείας· ἀλλὰ δότε ὑμεῖς, Κύριοι, τὴν ὀνομασίαν, τὴν ὁποίαν θέλετε, εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην. Σήμερον ὅμως πρόκειται περὶ ἐλαχίστων κονδυλίων, 50,000 δραχμῶν, ἀφαιρεθεισῶν ἀπὸ τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ἑτέρων 50,000, ἀφαιρεθεισῶν ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὁ νόμος ΒΨΜΕʹ τῆς 8 Ἀπριλίου 1900 ὁρίζει ἐν ἄρθροις 3 καὶ 4, ὅτι εἰς χρέωσιν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900 ἐκδοθήσονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χρηματικὰ ἐντάλματα διὰ τὰ ἀνωτέρω ποσὰ τῶν 100,000 δραχμῶν εἰς πίστωσιν τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ νόμος ὁρίζει τοῦτο σαφῶς, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, πῶς, παρὰ τὸν νόμον, ἀφίνει τὰ ποσὰ ταῦτα ἀδιάθετα, πρὸς ὄφελος τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 κατὰ 100 χιλιάδας δραχμάς;

§345Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἀναγράφηται ποσόν τι ὡς προερχόμενον ἐξ ἀδιαθέτου πιστώσεως, δὲν ἐξάγεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἐξεδόθη ἔνταλμα· ἐξάγεται μόνον, ὅτι δὲν ἐγένετο πληρωμή.

§346ΝΕΓΡΗΣ. Πρὸς τί ἐξεδώσατε τὸ ἔνταλμα;

§347ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρα τὰ στοιχεῖα, ἵνα ἐν ἀκριβείᾳ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὑπῆρχον ἐκκρεμῆ προηγουμένως ἐκδοθέντα χρηματικὰ ἐντάλματα, ἅτινα δὲν ἐξωφλήθησαν, καθόσον δὲν ἐξετελέσθησαν ἀνάλογα ἔργα ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἐννοεῖται, ὅτι μὲ τοῦτο δὲν ζημιώνεται ἡ ἐπαρχιακὴ ὁδοποιΐα, διότι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει λαμβάνειν, θέλει τὸ λάβει, ἀναγραφομένης πιστώσεως ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν παρίσταται ἀνάγκη.

§348ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀνακριβὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ὑπουργός· διότι ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νόμου ῥητῶς ὁρίζεται, ὅτι διὰ τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐκδώσῃ ἐντάλματα ἐνῷ ῥητῶς, τοὐναντίον, τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 ὁρίζουν, ὅτι θὰ ἐκδίδωνται ἐντάλματα ὄχι διὰ τὰς γενομένας ἐργασίας, ἀλλὰ πρὸς ἀπόδοσιν τῶν 50,000 δρ. εἰς τὰ κεφάλαια τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας καὶ ἑτέρων 50,000 εἰς τὰ κεφάλαια τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι, ὅταν τοιαύτας πράξεις βλέπωμεν, δικαιούμεθα νὰ ἀπαιτῶμεν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ δικαιολογήσῃ τὰ γενόμενα. Καὶ μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος ΒΨΜΕʹ δὲν ἔδωσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ὑπάρχοντα κεφάλαια τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας· τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τῷ ἔδωσεν, εἶναι, εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ ἐκδίδῃ ἐντάλματα, μέχρις οὗ καταναλωθῶσι τὰ κεφάλαια ταῦτα, ἀλλ’ οὐδόλως ὁ νόμος οὗτος ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ ἐλαττώσῃ τὰ κεφάλαια ταῦτα. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἠλάττωσε διὰ μιᾶς εἰς τὸ ποσὸν, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ἤτοι κατὰ 573,000 δραχμάς! Ὡς σᾶς εἶπον, τὸ παρακράτημα τοῦ 1898 ἔχει ἐκκαθαρισθῆ, καὶ τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ὅ,τι ἀνῆκεν εἰς αὐτὸ ἐκ τῶν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, κατὰ τὴν φόρτωσιν, ἐκ τοῦ φόρου. Εἰσέπραξε δὲ, ὡς γνωρίζετε, ἐκ τούτου δραχ. 1,270,000 περίπου, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ὡς ἔσοδον τοῦ ἔτους 1900. Ἡ ἀναγραφὴ αὕτη εἶναι ἀκριβής· εἶναι μὲν ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ 1898, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν εἶχον ἐκκαθαρισθῆ κατὰ τὸ 1898, ἀναγράφονται κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐξεκαθαρίσθησαν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, βεβαίως ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ τὰ ποσὰ τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀντὶ νὰ παραδώσῃ ἀμέσως τὸ ἐκκαθαρισθὲν ποσὸν ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην, κατὰ τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου, κρατεῖ τοῦτο ἀπέναντι τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸ Δημόσιον ποσοῦ ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1899, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον δὲν ὤφειλε νὰ κρατήσῃ τὸ ἀνῆκον τῷ Δημοσίῳ ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ ἔτους 1899, εἰμὴ μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ παρακρατήματος τούτου. Εἶναι τοῦτο φροντὶς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἢ παραγνώρισις τῶν συμφερόντων αὐτῆς, καὶ παράβασις συγχρόνως τῶν σχετικῶν νόμων; Ἀνελογίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁποίαν οὕτως ἀναλαμβάνει εὐθύνην πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, τοὺς τοσαῦτα πάσχοντας τὴν στιγμὴν ταύτην; Ἀλλὰ τὸ 1899 ὄχι μόνον, Κύριοι, ὠφελήθη κατὰ δραχ. 886,000 ἐκ τοῦ παρακρατήματος, ἀλλ’ ὠφελήθη καὶ τὰς δραχμὰς 573,000, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησα προηγουμένως, μὲ τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ χρεωθῇ, ἀντὶ νὰ χρεωθῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι ταῦτα μόνον, τὰ ὁποῖα λείπουν ἀπὸ τὸ 1899; Εἰς προηγουμένην ἀγόρευσιν ἀνέφερα ὑμῖν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899, ἐὰν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν αἱ χρεώσεις συμφώνως μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, ἤθελεν ἀφήσει ἔλλειμμα δραχ. 1,800,000. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ποσὰ σημαντικὰ, ἅτινα παρελείφθησαν ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν εἰδῶν, ὧν τὰ ἔσοδα καταρτίζουσι τὰς ὑπεγγύους εἰς τὰ δάνεια ἡμῶν προσόδους. Καὶ πρῶτον, διὰ τὸ χαρτόσημον ἀναγράφονται αἱ ἑξῆς δαπάναι:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀντίτιμον χάρτου φρ. χρ. 48,400
Σφράγισις » » 80,000
Ταινίαι καπνοῦ » » 9,000
Περικαλύμματα δρ. 2,000
Μεταφορά » 5,000
Συναλλαγματικὴ διαφορὰ, πρὸς 1,50» 68,700
Ἐν ὅλῳ δραχ. 213,100

Ἀμοιβὴ τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων δρ. 130,000. Ἀλλὰ τὰς 130,000 δραχμὰς ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1900 ἀφίνει ὡς ἀδιάθετον πίστωσιν, ὥστε ἀληθῶς ὁ ἀπολογισμὸς δὲν ἀναγράφει ἢ μόνον 213,100 δραχ. Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀναγράφονται ἐπίσης παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ἥτις καὶ πληρώνει ταῦτα. Τί δὲ ἀναγράφει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἐν τοῖς πίναξι, τοῖς συνοδεύουσι τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς τοῦ 1899; Ἀναγράφει τὰ ἑξῆς δαπανηθέντα ποσά:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Διὰ χαρτόσημον δρ. 363,913.04
» » Τελωνείου Πειραιῶς» 63,075.54
» ταινίας καπνοῦ » 93,557.92
» σμύριδα » 1,547.91
Ἐν ὅλῳ δραχ.522,094.41

Ἤτοι δραχ. 308,994.41 περιπλέον τῶν ἀναγραφεισῶν δαπανῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899. Ὡς πρὸς τὸ σιγαρόχαρτον, ὁ Προϋπολογισμὸς παρουσιάζει τὰ ἑξῆς ποσά:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀγορὰ σιγαροχάρτου δρ.140,000
Συναλλαγματικὴ διαφορὰ » 70,000
Διασκευή » 220,000
430,000
Ἀφαιρεῖται ἀδιάθετος πίστωσις» 70,570
Ἐν ὅλῳ δρ.359,430

Ἄρα ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 παρουσιάζει δρ. 359,430, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἐπλήρωσε δρ. 479,753.68. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἐνταῦθα διαφορὰν ἐκ δρ. 120,323.68. Ὡς πρὸς τὸ ἅλας, ὁ Προϋπολογισμὸς παρουσιάζει προμήθειαν τῆς Ἑταιρείας τῆς Διαχειρίσεως δρ. 800,000.—

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀλλ’ ὁ ἀπολογισμὸς παρουσιάζει ἀδιά-
θετον πίστωσιν » 43,534.—
Ὑπολείπονται δρ.756,466.—
ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἐπλήρωσε » 820,356.85
Ἤτοι περιπλέον δρ. 63,890.85

Καὶ ἔρχομαι εἰς τὰ πυρεῖα. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀναγράφει τὰς ἑξῆς δαπάνας:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Προμήθεια πυρείων δρ.270,000.—
Διαφορὰ συναλλαγῆς δρ.135,000.—
Ἀμοιβὴ Ἑταιρείας Διαχειρίσεως » 48,000.—
Ἐν ὅλῳ » 453,000.—
Ἀφαιρῶ ἀδιάθετον πίστωσιν » 6,549.—
Καὶ μένουν δαπάναι » 446,451.—
Ἀπέναντι τῶν ἀναγραφομένων ὑπὸ
τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου » 465,088.81
Ἤτοι ἀναγράφονται ὀλιγώτερα ἐν
τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1899 » 18,637.81

Ἅπαντα ταῦτα, Κύριοι, συμποσοῦνται εἰς 511,845.94 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνεγράφησαν εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899. Καὶ ἐνταῦθα ἴσως δύναται ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι εἶπεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ 500,000 δραχ. πίστωσιν διὰ τὸ 1899. Ἐὰν παραδέχηται, ὅτι εἶναι αὕτη, τότε εἶμαι σύμφωνος· ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ ἄλλων δαπανῶν, —καὶ βεβαίως θὰ πρόκηται περὶ ἄλλων, διότι ἄφησεν ἐνταῦθα ἀδιαθέτους πιστώσεις, ὥστε δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν νοῦν τινος, ὅτι θὰ ἐζήτει νέας πιστώσεις ἐκεῖ, ὅπου ἀφίνει ἀδιαθέτους, —πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ δραχ. 500,000 ἀφορῶσιν ἄλλας μερίδας. Ὥστε ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς ὅσα εἶχον εὕρει εἰς προηγουμένην ἀγόρευσιν καὶ ταύτας τὰς δραχ. 511,845.94 καὶ ἐπὶ πλέον 100,000 ἐκ τῶν πιστώσεων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἃς κακῶς ἀνέγραψεν ὡς ἀδιαθέτους, ὡς προεῖπον. Εἰς ταύτας προσθετέον καὶ τὰς 500,000, ἃς θὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καὶ οὕτως ὑπερβαίνει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1899 τὰ 3,000,000 δραχ. Καὶ περιορίζω εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ἔλλειμμα, χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν οὐδὲ τὰς 886,306 δραχμὰς ἐκ τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος τοῦ 1898, αἵτινες κακῶς εἰσήχθησαν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, οὐδὲ τὰς 573,000 δραχμὰς, μὲ τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ χρεωθῇ τὸ 1899 ἐξ ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ὡς προεῖπον. Διότι, καὶ ἂν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν ταῦτα, θὰ ἐπεβάρυνον τὸν ἀπολογισμὸν, κατὰ συγκαιρίαν ἀτυχῆ, χωρὶς τὸ ἐκ τούτων ἔλλειμμα νὰ ὠφείλετο εἰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ ταῦτα εἶναι ὅσα εἶχον νὰ προσθέσω διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899. Περὶ τοῦ 1900 καὶ 1901 ὡμίλησα ἤδη ἐκτενῶς, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐξώγκωσα τ’ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ καὶ ὅτι εὑρίσκομαι κάτω τῆς πραγματικότητος. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εὗρον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1900 εἶναι δραχμαὶ 6,332,000, τὸ δὲ ἔλλειμμα τοῦ 1901 δραχ. 4,715,000. Καὶ ἐνταῦθα ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτόν. Ναὶ μὲν εἰσπράττονται καταπιεστικῶς τὰ ἔσοδα, ναὶ μὲν γογγύζει ὁ λαὸς, ἀλλ’ ἂς βεβαιωθῇ ὁ σεβαστὸς συνάδελφος, ὅτι τοῦτο δὲν προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι εἰσπράττονται περισσότερα σήμερον ἢ πρὸ δύο ἐτῶν. Βεβαίως δὲν εἰσπράττονται περισσότερα, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπιβάλλονται τὰ βάρη εἰς τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ Κράτους, συγχρόνως δὲ καὶ προκαταβάλλονται, ὅπερ καθιστᾷ αὐτὰ ἔτι βαρύτερα· διότι εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι μόνον οἱ ἀντίπαλοι τῆς Κυβερνήσεως ὑποβάλλονται εἰς τὰς πιέσεις, καὶ οὐχὶ οἱ φίλοι αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἀκούετε τοὺς γογγυσμοὺς αὐτῶν. Ὅπως δὲ ἀποδείξω, ὅτι αἱ εἰσπράξεις δὲν εἶναι εὐχάριστοι, θ’ ἀνατρέξω εἰς τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξεν ὅλον αὑτοῦ τὸ οἰκοδόμημα ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτε, ἀσθενοῦντος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ θὰ μᾶς ἀποδείξωσι διὰ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1900, μέχρι τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ὅτι τὰ ἔσοδα εἰσέρχονται, καὶ εἰσέρχονται ἀφθόνως εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω, ὄχι μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, νὰ προσέξῃ εἰς ὅσα θὰ εἴπω, καὶ θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι οἱ δέκα πρῶτοι μῆνες τοῦ 1900 ὑστεροῦσι τῶν δέκα ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ 1899 κατὰ ποσὰ σημαντικά. Καὶ δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως· θαῦμα ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐγίνετο ἄλλως, καὶ θαύματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ὑμεῖς. Μὲ τὴν δυστυχίαν, ἡ ὁποία μαστίζει τὸ ἔθνος, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καταπέσωσιν αἱ εἰσπράξεις· καὶ ἔρχονται οἱ ἀριθμοὶ, οἱ ὁποῖοι μετὰ τῆς ἀκριβείας ἐκείνης, ἥτις πανταχοῦ παρακολουθεῖ αὐτοὺς, ὅταν δὲν διαστρέφωνται, ἐπιβεβαιοῦντες δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐπέπεσαν ἐπὶ τοῦ ἔθνους κατὰ τὸ 1900. Κύριοι, τὸ 1900 παρουσιάζει, κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ εἰς χεῖρας, ἔσοδα ἐπὶ πλέον: ἐκ τοῦ φόρου τῆς σφαγῆς τῶν ζώων δραχμὰς 1,529,430, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δραχ. 880,631, ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν δραχ. 241,554· δηλαδὴ 2,651,616 ὑπὲρ τὰ ἔσοδα τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ 1899. Ἀλλ’ ἂς ἐμβαθύνωμεν ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν τούτων. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς σφαγῆς τῶν ζῴων, Κύριοι, δὲν διεφώνησα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ὅ,τι εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1899. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τὴν ἐμὴν, μέλλει ν’ ἀφήσῃ κατὰ τὸ 1900 ὅ,τι ἄφησε κατὰ τὸ 1899. Κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὁ φόρος οὗτος ὤφειλε ν’ ἀφήσῃ 200,000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον· ἀλλὰ τόσην ὀλίγην πεποίθησιν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν βεβαίωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν ἐπισήμως εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἀναγράψῃ περισσότερα ἔσοδα, ἕνεκα τῆς προόδου τῆς διηνεκοῦς τοῦ πληθυσμοῦ, ἀνέγραψε μόνον 100,000 δραχ. περισσότερα ἢ κατὰ τὸ 1900. Ὥστε βεβαίως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οὐδεμίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει πεποίθησιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ φόρου τούτου κατὰ 200,000 δρ. κατὰ τὸ 1900. Ἔρχομαι εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν. Ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὰ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδα θὰ ἀνέλθωσιν ἐντὸς τοῦ 1900 εἰς δρ. 3,000,000· δηλαδή, ὅτι θὰ ὑπερβῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1899 κατὰ δραχμὰς 224,000 ὡς ἔγγιστα. Ἀπέδειξα ὅμως ἐν τῇ ἐμῇ ἀγορεύσει, ὅτι ὁ φόρος οὗτος παρουσιάζει αὔξησιν βεβαίαν, ἀλλ’ ὡρισμένην, κατ’ ἔτος, καὶ ἡ αὔξησις αὕτη ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι τοῦ 1899 εἶναι 92,000 δραχ. κατ’ ἔτος· καὶ βεβαίως εἰς ἔσοδον τόσον κανονικὸν δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, εἰμὴ τὴν κανονικὴν ταύτην αὔξησιν. Ἀλλ’ ἂν ἐκ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων οὐδὲν θὰ εἰσπράξωμεν τὸ 1900 ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὸ 1899 εἰσπραχθέντων· ἂν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων παραδεχθῶμεν τὰς 100,000 δραχμὰς, ἃς εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ὡς αὔξησιν καὶ διὰ τὸ 1900· ἂν καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν παραδεχθῶμεν τὸ πολὺ αὔξησιν δραχ. 100,000, ἰδοὺ, ὅτι οἱ τρεῖς φόροι δὲν θὰ φέρωσι κατὰ τὸ 1900 ἢ μόνον 200,000 δραχ. ἐπὶ πλέον ἐν συνόλῳ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ 200,000 δραχμῶν· πρόκειται περὶ 2,651,616. Εἶναι λοιπὸν φανερὸν, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη τῶν δέκα μηνῶν δὲν χρεωστεῖται εἰς πρόοδον τῶν φόρων, ἀλλ’ εἰς εἴσπραξιν προκαταβολικήν. Κατὰ τὸ 1899, τοὺς δέκα πρώτους μῆνας, δὲν εἶχον εἰσπράξει τίποτε ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζῴων, εἶχον δ’ εἰσπράξει πολὺ ὀλιγώτερα ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ χρόνου πρὸς ἐφαρμογὴν πλήρη τοῦ νόμου περὶ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1899. Ἐπίσης τοῦ φόρου οἰκοδομῶν δὲν εἶχον ἑτοιμασθῆ οἱ κατάλογοι τὸ 1899, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε τὰς διαφορὰς ταύτας. Καὶ ἐξετάζω ἤδη τὰ ἀπρόβλεπτα, προκειμένου νὰ κάμωμεν τὴν παραβολὴν, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ αὐτῶν. Βεβαίως τὰ ἀπρόβλεπτα ἔσοδα δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς παραβολὴν δύο κανονικῶν χρήσεων. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τονίσω καὶ πάλιν ἐνταῦθα, ὅτι ἐν τοῖς ἀπροβλέπτοις ἀναγράφονται κονδύλια, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, καὶ νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον περὶ τούτων προηγουμένως. Δὲν θέλω ἐπίσης λάβει ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν παραβολὴν τὸ ποσὸν τῶν 1,273,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1900 ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898. Ἡ ἐγγραφὴ αὕτη ἐγένετο καλῶς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐσόδου ἐκτάκτου, ὅπερ δὲν θὰ παρουσιασθῇ πλέον. Τέλος κατὰ τὸ 1900 εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον ἐκ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων ὑπὲρ τῶν δήμων δραχμὰς 321,493. Τοῦτο δὲν εἶναι ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ηὐξήσαμεν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ κατὰ δραχ. 2,20 κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Κατὰ τὸ 1900 εἰσεπράχθη μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ποσὸν ἀντιστοιχοῦν πρὸς 883,476 ὀκάδας καπνοῦ. Ὁ νόμος ἤρχισε λειτουργῶν ἀπὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου, καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης εἶχον φορολογηθῆ ὀκάδες 305,574· ἄρα ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 577,992, αἵτινες πρὸς 2,20 δίδουσι δραχ. 1,271,384. Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἔσοδον τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι προωρισμένον δι’ εἰδικὸν σκοπὸν, καὶ βεβαίως ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν. Οὕτως ἅπαντα τὰ ἀφαιρούμενα συμποσοῦνται εἰς δραχ. 6,763,722.25, ὡς ἑξῆς:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1,529,430.61δρ. ἐκ τοῦ φόρου σφαγῆς ζώων.
880,631.51» » τῶν ἐπιτηδευμάτων.
241,554,64» » τῶν οἰκοδομῶν.
436,719.33φρ. χρ.» τῶν ἀπροβλέπτων.
109,008.34» » »
40,999.94» » »
352,036.57δρ. διαφορὰ συναλλαγῆς τῶν φρ. χ.
307,341.81» ἐκκαθάρισις λογαριασμοῦ Ὀθωμα-
νικῆς Ἑταιρείας.
1,273,122.31» ἐκ τῆς παρακρατήσεως τοῦ 1898.
321,493.19» ἐκ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζο-
μένων ζώων.
1,271,384.—» ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ κα-
πνοῦ κατὰ 2.20 κατ’ ὀκᾶν.
6,763,722.25 ἐν ὅλῳ.

Ἀλλ’ ἂν ταῦτα ὀφείλωμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν, ἔχομεν ἄλλα ποσὰ νὰ προσθέσωμεν. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἐνήμερος εἰς τὰς ἐγγραφάς της, ἰδίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκ τῶν μονοπωλίων εἰσπράξεις. Καὶ ὅταν βλέπωμεν ταύτας ἀναγεγραμμένας εἰς τὴν κατάστασιν, δὲν εἶναι βεβαίως ἀνακριβεῖς, ἀλλὰ πάντοτε εἶναι ὀλιγώτεραι. Οὕτω κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον π.χ. εἶχον παραλειφθῆ αἱ εἰσπράξεις τοῦ Ὀκτωβρίου, ἐὰν ὄχι ὅλαι, τοὐλάχιστον μέρος αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι εὔκολον νὰ ἀνεύρωμεν τὴν διαφοράν. Οὕτω, κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, παραβαλλομένην πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1900 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχομεν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ὁ Ἔλεγχος δίδει ὡς εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐκ τῶν μονοπωλίων δραχ. 8,416,178, ἐνῷ ἡ κατάστασις τῶν ἐσόδων τοῦ Ὀκτωβρίου δίδει 6,513,891. Οὕτω λείπει ἀπὸ τὴν κατάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1900 τὸ ποσὸν δραχ. 1,902,287. Ἐπίσης ἐκ τῆς σμύριδος, ἐνῷ ὁ Ἔλεγχος δίδει φρ. χρ. 545,000 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἡ κατάστασις τοῦ Ὑπουργείου παρουσιάζει φρ. 484,922, ἤτοι διαφορὰν φρ. 60,078, ἅτινα μὲ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν δίδουσι δρ. 96,124, ἃς προσθέτοντες εἰς τὸ 1,902,287 ἔχομεν δρ. 1,998,411, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου. Ἀφαιροῦμεν δραχ. 6,763,722.25, καὶ προσθέτομεν δραχ. 1,998,411, καὶ οὕτως ἐλαττώνομεν τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 κατὰ δραχ. 4,765,311.25, ὅπως δυνάμεθα νὰ παραβάλωμεν τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1900 πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους τοῦ 1899. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ 1899. Εἰς αὐτὸ ἔχω νὰ πράξω ἐπὶ τῶν μονοπωλίων ὅ,τι ἔπραξα διὰ τὸ 1900. Ἐνῷ ἡ κατάστασις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ὡς καὶ ἡ κατάστασις τοῦ τμήματος τῶν μονοπωλίων τοῦ Ὑπουργείου, ἥτις εἶναι σύμφωνος, δίδει ὡς εἰσπράξεις μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τὸ ποσὸν φρ. χρ. 7,663,368, ἐν τῇ καταστάσει τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ 1899 παρουσιάζονται μόνον 3,983,766· ἄρα λείπουν 3,679,602. Ἀπὸ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1899 λείπουν ἐπίσης ἐκ τῆς σμύριδος τὰ ἑξῆς ποσά. Ὁ Ἔλεγχος δίδει τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1899 φρ. χρ. 464,376, ἐνῷ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων τοῦ Ὀκτωβρίου 1899 ἔχομεν 335,418, ὥστε καὶ ἐκεῖθεν ἔχομεν 128,958 φράγκα χρυσᾶ διαφοράν, ἤτοι δραχ. 216,333. Λείπουν δηλ. ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν 10 μηνῶν τοῦ 1899 δραχ. 3,895,935. Οὕτως οἱ 10 μῆνες τοῦ 1900 δίδουσι, κατὰ τὰ ἀνωτέρω, ἀντὶ τῶν 75,675,505, τῶν παρουσιαζομένων ἐν τῇ καταστάσει τῶν ἐσόδων, δραχ. 4,765,311 ὀλιγώτερα, δηλαδὴ 70,910,194. Ἐπίσης τὸ 1899 δίδει, κατὰ τὴν κατάστασιν, 69,178,000. Προσθέτομεν ὅσα λείπουν, 3,895,935, καὶ ἔχομεν τὸ ποσὸν δραχ. 73,073,935. Ἄρα λοιπὸν ἔχομεν ποσὸν κατὰ τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1899 εἰσπραχθὲν περισσότερον ἀπὸ τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1900 δραχ. 2,163,741. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα συζήτησιν δὲν ἐπιδέχονται. Σημειωτέον δέ, ὅτι κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας ἀκόμη δὲν ἐφάνη ἡ ἐλάττωσις ἐκ τῆς σταφίδος, διότι, ὡς γνωστόν, ἡ ὀλίγη σταφὶς, ἥτις παρήχθη ἐφέτος, πᾶσα σχεδὸν ἐφορτώθη. Πρὸς τούτοις δὲν ἐφάνησαν εἰσέτι τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀμπέλων, διότι, ὡς γνωστὸν, τὸ ἐκ τούτων ἔσοδον δὲν ἐπραγματοποιήθη. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς ἀποτελέσματα ἀκριβῶς ἀντίθετα τῶν προσδοκωμένων παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι μέρος τῆς διαφορᾶς τοῦ 1900 πρὸς τὸ 1899 προέρχεται ἐκ τῶν ἐσόδων, καὶ ἕτερον ἐκ τῶν ἐξόδων· ἤτοι προέρχεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ δημοσίου χρέους, ἣν σᾶς εἶχον ὑποδείξει ὡς ἀνερχομένην εἰς 1,849,050, ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν δαπανῶν τῶν ὑπεγγύων προσόδων καὶ ἐξ ἑτέρων κονδυλίων. Καὶ οὕτως ἀποδεικνύεται καὶ δι’ ἄλλου τρόπου, ὅτι τὸ 1900 θέλει ἀφήσει ἔλλειμμα σπουδαῖον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀπέναντι τοιούτων ἀποτελεσμάτων μᾶς ἐπιβάλλεται ἡ φρόνησις, μᾶς ἐπιβάλλεται ν’ ἀντιληφθῶμεν τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης ἀντιλήψεως νὰ βαίνωμεν πρὸς τὰ ἐμπρὸς, καὶ νὰ μὴ προεξοφλῶμεν προόδους, ἃς δὲν εἴδομεν ἀκόμη, ἀλλὰ νὰ περιμένωμεν πρῶτον νὰ βεβαιώσωμεν αὐτὰς, καὶ τότε μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ φειδοῦς νὰ σκεφθῶμεν, κατὰ πόσον συμφέρει νὰ αὐξήσωμεν κατά τι τὰς δαπάνας. Σήμερον ὅμως μᾶς ἐπιβάλλεται, οὐδεμίαν δαπάνην νὰ κάμωμεν ἄνευ ἀπαραιτήτου ἀνάγκης.

§349Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν αὔριον, ὅτε πιστεύω, ὅτι θὰ εἰσέλθωμεν ἐνωρίτερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§351Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ συναινέσω εἰς τοῦτο, ἐὰν εἶχον τὴν βεβαιότητα, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις αὔριον θὰ ἦναι περιωρισμέναι.

§352Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ δικαιωμάτων τῶν Βουλευτῶν, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ περιορίσῃ.

§353Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμούμεθα πάντες, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν, τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συμφωνούσης καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή, ἵνα καθορισθῇ διπλῆ ἐργασία ἐν ἑκάστῃ συνεδριάσει, ἡ ἐργασία μέχρι τῆς 8ης ἑσπερινῆς ὥρας, καὶ ἡ ἀπὸ τῆς 9ης μέχρι τοῦ μεσονυκτίου. Ἔμεινεν ἀμφίβολον, ἐὰν τὸ μεσονύκτιον θὰ θέτῃ τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι, προκειμένης τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ σοβαρωτάτου ἔργου τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἦτο ἀτερμάτιστος. Αὐταὶ εἶναι αἱ λέξεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορίσῃ τις τὴν 12ην ἀκριβῶς ὡς τέρμα, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ τις ἀκόμη ὁμιλῶν. Οὕτως ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἔκτοτε δὲν ἐπῆλθον τοιαῦτα γεγονότα, ὥστε νὰ μεταβάλῃ ἀποφάσεις καὶ σκέψεις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ πλειονοψηφία...

§354ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἆ! ἄ!

§355Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία διὰ κραυγῶν ἀνάρθρων ὑποδέχεται τοὺς λόγους μου· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῇ εἴπω, χαρακτηρίζων τὸ σύστημα τῶν ἀνάρθρων κραυγῶν ὡς μὴ ἰδιάζον τοῖς λογικοῖς, ὅτι δὲν συνέβησαν γεγονότα, δικαιολογοῦντα τὴν τοιαύτην μεταβολήν. Διότι ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠδύνατο νὰ ἀπειλήσῃ ὄχι μόνον κρίσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κρίσιν κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν στάσιν τῆς Συμπολιτεύσεως πρὸς πίεσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως, ἢ τὸ ὀρθότερον εἶναι, ὅτι ἡ στάσις τῆς Συμπολιτεύσεως, ἡ σήμερον παρατηρουμένη, αὕτη θὰ φέρῃ εἰς κρίσιν τὸ πολίτευμα, καὶ ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ, οὕτως εἰπεῖν, ἀπολυταρχική, θὰ φέρῃ εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, καὶ μάλιστα ἀσφαλέστερον. Διότι αὕτη οὕτω διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ ἀριθμοῦ θὰ καταπιέζῃ, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται συζήτησις, οἵαν τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, κατὰ τὴν 12ην ὥραν τῆς νυκτός, οὔτε ὑπάρχει ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ τοιαύτη τοῦ πνεύματος διαύγεια, ὅπως διατυπώσῃ τις τὴν γνώμην του...

§356ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Σεῖς ἔχετε ἀρκετὴν διαύγειαν πνεύματος.

§357Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκοιμήθην καὶ νὰ ἐξύπνησα ἤδη, ὡς ὁ φίλος μου κ. Μεταξᾶς, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως νὰ ἦμαι ὀλιγώτερον ὑμῶν ὑπνηλός. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῶν Βουλευτῶν μαρτυρεῖ τὰ λεγόμενά μου, διότι κλίνει τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ Μορφέως. Εἶπον λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι ἀρτία ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, οὔτε ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑπεσχημένων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ διατὶ ἡ τόση σπουδὴ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον θὰ γίνωνται αἱ ἐπερωτήσεις; Καὶ διατὶ ν’ ἀποδοθῇ ἀνευλάβεια εἰς τοὺς ἐπερωτήσαντας πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ; Εἶναι γνωστὴ ἡ εὐλάβεια τῶν φίλων αὐτοῦ πρὸς τὸν ἡγέτην αὐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὰ δικαιώματα, ἅτινα οὗτοι ἀρύονται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐν τούτοις δύναταί τις νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι, προκειμένης συζητήσεως, καὶ δὴ ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ τοιούτου, καὶ ὑπὸ πολιτευτοῦ τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καλὸν θὰ ἦτο, ἵνα πλήρης ᾖ ἡ συνοχὴ τῶν λόγων του. Καὶ βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ δώσῃ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν θὰ γένωνται ἐπερωτήσεις αὔριον, ἀλλὰ, προκειμένης τῆς συνεχείας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἰς πάντα ἐπιβάλλεται, ἂν δὲν ἔχῃ τι κρεῖττον τοῦ θέματος τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Καὶ ἐπὶ τοῖς λεχθεῖσι τούτοις νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ πλειονοψηφίᾳ θέλουσι συναινέσει νὰ διακόψωμεν σήμερον καὶ ἐπαναλάβωμεν αὔριον τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§358Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἀνέμενον νὰ περατωθῇ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅπως ζητήσω τὸν λόγον καὶ ἀπαντήσω εἰς ὅλους τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Εἰμὶ ὅμως ἠναγκασμένος τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις τινὰς εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, λεχθέντων δὲ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι, ἂν δὲν ἀπαντήσω, συνομολογῶ ἴσως πάντα τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ τελευταίου. Ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἠδύνατο πάλιν νὰ ἐπαναλάβῃ ὅσα ἐν τῇ προηγουμένῃ διεξοδικῇ ἀγορεύσει του εἶπε περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899, καὶ τῶν προβλεπομένων ἀποτελεσμάτων τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901, ταῦτα δ’ ἐπανέλαβε τὴν ἑσπέραν ταύτην. Καὶ πρῶτον ἤρξατο ἀμφισβητῶν τὸ γεγονὸς, ὅτι ὑπάρχει, τοὐλάχιστον ὡς τεκμήριον, ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900 πρὸς τὸ προηγούμενον ἔτος 1899. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἀνήρχετο κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου εἰς ἓξ περίπου ἑκατομμύρια. Ἡ κατάστασις ἡ προσωρινὴ τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς 30 Νοεμβρίου τοῦ 1900 εἶναι εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ὑποθέτω δὲ, ὅτι αὔριον θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Δὲν ἦτο δυνατὸν πρότερον νὰ τυπωθῇ.

§359ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1898;

§360ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκεῖνος τυπώνεται.

§361ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, εἴπετε.

§362ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σπεύδω, ὅσον ἐξαρτᾶται ἐξ ἐμοῦ. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἐκ τακτικῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 84,414,224. Κατὰ τὸ 1899 ἦσαν 76,847,641. Ἤτοι αἱ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1900 μέχρι τέλους Νοεμβρίου παρουσιάζουσι διαφορὰν ἐπὶ πλέον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀντιστοίχων ἕνδεκα μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899, δραχμῶν 7,566,000. Τὰ πλεονάσματα ταῦτα προέρχονται ἐκ τῶν ἑξῆς ἐσόδων: ἐκ τοῦ ἐλαίου δραχ. 226,000 ἐκ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου δραχ. 71,000· ἐκ τῶν ζωῶν δραχ. 1,450,000· ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων δρ. 812,000· ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν δραχ. 318,000· ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ δρ. 943,000· ἐξ ἀντιτίμου σφραγιστοῦ χάρτου δρ. 905,000· ἐκ ποινικῶν τελῶν 202,000· ἐξ ἀντιτίμου πετρελαίου δρ. 2,276,695· ἐξ ἀντιτίμου ἅλατος δρ. 1,151,000· ἐκ τιμήματος Ναξίας σμύριδος δρ. 203,000 κλπ. Ἀνέφερα μόνον τὰ κυριώτερα, παρέλειψα δὲ τὰ λοιπὰ, ὡς λεπτομερῶς ἀναγραφόμενα εἰς τὴν κατάστασιν. Ἐν συνόλῳ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δρ. 13,000,000 περίπου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσι καὶ ἐλαττώσεις ἄλλων ἐσόδων ἐκ δραχ. 5,872,000, ὑπολείπεται ἡ εἰρημένη διαφορὰ τῶν 7,566,000. Ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δικαιολογοῦνταί τινες τῶν διαφορῶν τούτων ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν εἰσεπράχθη ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους, ὅτι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν εἰσεπράχθη ἐπὶ πλέον ἐφέτος ἀπὸ τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ὅτι πέρυσι δὲν εἶχε βεβαιωθῆ· ὅτι εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ ποσὸν ἀνώτερον, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον! Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἐν τῇ ἐμῇ ἀγορεύσει, τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ἀνεγράφησαν ἀκριβῶς. Ἀνεγράφη ὡσαύτως τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον προσεδοκῶμεν ἀπὸ τὴν σταφίδα, ὡς καὶ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον προσεδοκῶμεν ἀπὸ τὰ ἐξαγωγικὰ τέλη, καὶ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ὡς πιθανὸν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, καὶ οὕτω καθεξῆς· διαιρέσας δὲ τὰς διαφορὰς εἰς δύο κατηγορίας, τὴν μὲν τῶν μειώσεων, τὴν δὲ τῶν αὐξήσεων, ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ταῦτα συμψηφίζονται ἀμοιβαίως, καὶ οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 ἤθελον ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 112,000,000. Ἐλπίζω τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δεκεμβρίου νὰ ἔλθῃ εἰς ἐνίσχυσιν μείζονα τῶν ἀνακοινωθέντων ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν κατὰ τὸ τέλος τοῦ Δεκεμβρίου ἀνέλθωσιν αἱ εἰσπράξεις εἰς ὃ ποσὸν ἀνῆλθον τῷ 1900, τότε ὑπολείπονται ὀφειλόμενα, τὰ ὁποῖα πάντοτε εἰσπράττονται εἰς τὸ διάστημα τῶν δέκα μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ὥστε πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀποτελοῦσιν ἢ τεκμήριον μόνον, ὄχι βέβαια ἀποτελέσματα, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, δικαίωμα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ εἶναι νὰ τὰ ἀμφισβητῇ, ὅπως δικαίωμά του εἶναι νὰ ἀρνηθῇ καὶ αὐτὴν τῶν ἀριθμῶν τὴν δύναμιν, ὅταν καὶ αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ ἐκ τῶν βεβαιώσεων τῶν ἐπισήμων ἐξάγωνται καὶ παράκηνται ἐνταῦθα. Ὅταν τις ἀμφισβητῇ ἐκτιμήσεις, εἶναι ἐν τῷ δικαιώματί του, διότι ἄλλως ἐκτιμᾷ οὗτος τὰ πράγματα, καὶ ἄλλως ἐκτιμᾷ αὐτὰ ἕτερος· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἀριθμῶν ἐξηγμένων ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, νομίζω, ὅτι ἀμφισβήτησις δὲν χωρεῖ, οὐδὲ δικαιολογεῖται. Προεβλήθησαν καὶ ἕτεροι ἰσχυρισμοὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἀνάγονται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, διότι αἱ αὐταὶ ἀπορίαι, αἱ λεγόμεναι νῦν, εἶχον προβληθῆ ὄχι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἰς ἰδιαιτέραν τινὰ συνεδρίασιν, ἐφρόνουν δ’ ὅτι, ὅτε ἤθελον παρέλθει αὐταὶ αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν καθαρῶς νομοθετικὴν ἐργασίαν, καὶ ἤθελον ἐπωφεληθῆ τῆς εὐκαιρίας ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ τῶν προβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀποριῶν. Τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπανέλαβε τὰς αἰτιάσεις του κατὰ τοῦ πίνακος τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, ὑπολαμβάνων, ὅτι γίνεται ἀλληλοχρέωσις εἰς τὸν πίνακα τοῦτον. Προέβη δὲ μέχρι τοσούτου ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὥστε νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔβαλε χεῖρα ἐπὶ τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἔλαβε 573,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν ὡς δημόσιον ἔσοδον, ὅπως παρουσιάσῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 ἐν περισσεύματι. Ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη τις ἀναγραφὴ ἐσφαλμένη, τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι αὕτη εἶναι τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν πρᾶξις. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λαμβάνει τὸν πίνακα τῆς ληψοδοσίας ἔν τινι πράξει, χωρὶς νὰ σχετίσῃ τοῦτον μὲ τὸ σύνολον, καὶ ἐνῷ εἶναι ἐγκρατέστατος εἰς τὴν διπλογραφικὴν καὶ τὴν λογιστικὴν ἐργασίαν, νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πιστωθῇ εἷς λογαριασμὸς, χωρὶς νὰ χρεωθῇ εἷς ἄλλος. Ἐὰν λοιπὸν εἶχε καλῶς μελετήσει τὸν πίνακα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, ἤθελεν ἀνεύρει, ὅτι ὄντως ἐγένετο κατὰ τὸν Φεβρουάριον μία τοιαύτη μεταβολὴ, ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ αὕτη γίνεται πάντοτε, ὅταν γίνηται ὁ ἔλεγχος τῶν καταστάσεων τῶν ταμιῶν· ὅταν δηλαδὴ τὸ πρῶτον αἱ καταστάσεις λαμβάνωνται παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, καταγράφονται ἐν αὐταῖς τὰ ποσὰ, ὡς ἐν ταῖς καταστάσεσιν ἔχουσιν. Ὅταν ὅμως αἱ καταστάσεις ἐξελέγχωνται καὶ εὑρίσκηταί τις ἐν αὐταῖς ἐσφαλμένος ἀριθμὸς, τότε αἱ ἐγγραφαὶ ἐκεῖναι ἐπανορθοῦνται. Τοῦτο ἐγένετο εἰς τὸν πίνακα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας. Τῷ ὄντι εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἦτο ἀναγεγραμμένον τὸ ποσὸν δραχμῶν 526,000, καὶ μετεβλήθη κατὰ τὸν Φεβρουάριον εἰς 346,000. Τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας ἦτο 824,000, καὶ μετεβλήθη εἰς 731,000, ἤτοι ἐπῆλθε μεταβολὴ κατὰ 100,000 δραχμάς. Τοῦτο ἐγένετο, διότι, ἐξελεγχθέντων τῶν εἰς αὐτὴν ἀνηκόντων στοιχείων, προέκυψαν αἱ διαφοραὶ, αἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὴν κατατεθεῖσαν ἔκθεσιν...

§363Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἔκθεσις τίνος;

§364Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι ἡ παρατήρησις, ὡς ἐγένετο, μοὶ ἐφάνη ὡς ἀφορῶσα εἰς παρεισφρήσασαν λογιστικήν τινα ἀσάφειαν. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἕτερον σφάλμα περιέπεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Εἶπεν, ὅτι ἔβαλον τὴν χεῖρα εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, ὅτι ἀφήρεσα 573,000 καὶ τὰς εἰσήγαγον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ νὰ καλύψω ἐλλείμματα. Τοῦτο ἤγειρον εὐλόγως τὴν ἔκπληξίν μου, διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶχον τοιαύτην τινὰ πρόθεσιν ἢ προαίρεσιν, διετέλουν ἐν ἀπολύτῳ ἀδυναμίᾳ νὰ τὴν πραγματοποιήσω. Ὁ λογαριασμὸς τῆς ὁδοποιΐας οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ ἔξοδα καὶ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἄλλως τε τὸ ποσὸν τοῦτο ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ἢ εἰς τὰς καταστάσεις τοῦ 1900, ὡς ἔσοδον. Ἀλλὰ τοιοῦτον ἔσοδον οὐδαμοῦ εἶναι ἀναγεγραμμένον, ὅπως ὑποληφθῇ, ὅτι ἐγὼ ἔβαλον χεῖρα ἐπὶ τῶν χρημάτων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ αὐξήσω τὰ δημόσια ἔσοδα, καὶ ἑπομένως νὰ παρουσιάσω ἰσοζύγιον χωρὶς νὰ ἦναι τοῦτο ἐκ τῶν πραγμάτων βεβαιωμένον καὶ ἐξηκριβωμένον. Προσέθηκεν ὅμως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου τοῦ τελευταίου ὑπεχρεώθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκδίδῃ ἐντάλματα 50,000 δραχ. ὑπὲρ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ 50,000 ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας εἰς πίστωσιν ταύτης. Εἶναι ἡ ἀναγραφὴ τοῦ νόμου αὕτη ἀκριβής. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐνόησεν ἀκριβῶς τὸν μηχανισμόν, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, οὔτε τὸν νόμον τοῦ 1892, οὔτε τὸν νόμον, ὅστις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθη τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει. Εἰς τὰ 1892, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον, διὰ νὰ προλάβῃ τὴν ἐπικειμένην οἰκονομικὴν κρίσιν, νὰ αὐξήσῃ τὰ δημόσια ἔσοδα, καὶ πλὴν τῶν ἄλλων, πλὴν τῆς γενομένης αὐξήσεως τῶν φόρων, πλὴν τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργήσῃ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας νὰ τὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον, νὰ ἀναγράφῃ δὲ κατ’ ἔτος ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς πιστώσεις εἰς ποσότητας, ἃς ἐπέτρεπεν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τοῖς βιβλίοις τῆς ὁδοποιΐας, τοῖς τηρηθεῖσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχε συγχισθῆ τὸ Ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας πρὸς τὰ Ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἀδικηθῶσι τὰ Ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρὸς αὐτὰ ἀπόδοσιν τῶν ἀνηκόντων αὐτοῖς κεφαλαίων, ἀναγραφομένης ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μέχρις ἐξοφλήσεως τῆς ὀφειλῆς ταύτης πρὸς τὰ δύο ταῦτα Ταμεῖα. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἔκτοτε πολλαὶ ἐχορηγήθησαν πιστώσεις, καὶ πολλὰ ἔργα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας κατεσκευάσθησαν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ ἁρμοδίου βιβλίου, τοῦ ἐνδεικνύοντος τὸ ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι πιστωμένον ἑκάτερον τῶν Ταμείων τούτων, καὶ ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι θὰ δαπανῶνται κατ’ ἔτος 50,000 δραχμαί, ἀνεγράφετο τοιαύτη πίστωσις εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκ λάθους δὲ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ ἄνευ προηγουμένης ἐξετάσεως, ἂν ἐγένετο τοιαύτη δαπάνη, ἐξεδίδοντο χρηματικὰ ἐντάλματα, ἅτινα προϋποθέτουσιν ἐκτελεσθέντα ἔργα, τὰ ἐντάλματα δὲ ταῦτα παρέμενον ἄχρηστα. Ἐπὶ παραδείγματι, εἰς ἕν ἔτος εἶχον ἐκδοθῆ χρηματικὰ ἐντάλματα διὰ ποσὸν 500,000 δραχμῶν, 250,000 ὑπὲρ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ 250,000 ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἐνῷ εἶχον δαπανηθῆ δι’ ἐκτελεσθέντα ἔργα μόνον δραχ. 65,000. Παρέμειναν λοιπὸν τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐκκρεμῆ. Αἱ γενόμεναι συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀποδεικνύουσι τὴν ἀκρίβειαν. Καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου τί ἀπεφασίσθη; Ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐντάλματα, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε χρεωθῆ ἡ ἐπαρχιακὴ καὶ δημοτικὴ ὁδοποιΐα, νὰ ἐξοφληθῶσι καθ’ ὅσον ἐκτελοῦνται ἔργα ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Δὲν ἐξηντλήθησαν δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα, ὅπως παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ γένηται χρῆσις τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000 δρ. κατὰ τὸ 1899, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐγένετο χρῆσις τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι, ἵνα γένηται πληρωμὴ εἰς βάρος τῆς ὁδοποιΐας, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον· ἄλλως, καὶ ἂν ἐκδοθῇ χρηματικὸν ἔνταλμα, ἀπομένει ἀχρησιμοποίητον. Αὐτὸ ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ αὐτὸ ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς ἐσφαλμένον. Οὐδεμία ἄρα ἐγένετο παρανομία, οὔτε ἀφαίρεσις χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, διότι τὰ Ταμεῖα ταῦτα ἐδικαιοῦντο καὶ δικαιοῦνται νὰ λάβωσι χρήματα ἐφ’ ὅσον ἤθελον ἐγκρίνεσθαι καὶ ἐκτελεῖσθαι ἔργα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Οὐδεμία δ’ ἐπῆλθεν ἢ πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ μείωσις τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι θέμα τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πράγματι εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἐπηρώτησεν, ἂν ἀληθῶς εἰς πίστωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἀνεγράφη τὸ ποσὸν, τὸ προερχόμενον ἐξ ἐγγείου φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ ἐκποιηθέντος σταφιδοκάρπου, προσέθηκε δ’ ὅτι, ἂν εἰσεπράχθη ἐκ τῶν χρημάτων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, διεπράχθη παρανομία. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ, διατὶ δὲν ὑπάρχει πλέον αὐτὴ ἡ καθυστέρησις. Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐεξήγητον. Ἀπὸ τοῦ 1899 τὰ τῆς φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου μετεβλήθησαν. Κατὰ τὰ προγενέστερα ἔτη τὸ Δημόσιον, ἀντὶ ἐγγείου φόρου ἐκ τεσσάρων δραχμῶν, εἰσέπραττε 15% ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου, ὃν εἰσῆγεν εἰς ἀποθήκας διαχειριζομένας παρ’ αὐτοῦ. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν τότε ἐκδοθέντα καὶ μέχρι τοῦ 1898 ἰσχύσαντα, ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις ἀπεταμιεύθη εἰς τὰς ἀποθήκας, τὸ Δημόσιον ἐδικαιοῦτο νὰ λαμβάνῃ τὸν φόρον τῶν τεσσάρων δραχμῶν καὶ τὰ ἔξοδα τὰ καταβληθέντα εἰς τὰς ἀποθήκας διὰ τὴν ἀποταμίευσιν, διὰ μισθοὺς ἀποθηκαρίων, ἂν δὲ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν ἀπέμενεν ὑπόλοιπον, τοῦτο θὰ ἐχρησίμευεν εἰς σκοποὺς ὑπὲρ τῆς σταφιδικῆς παραγωγῆς. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνέστη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα· εἰς αὐτὴν δ’ ἀνετέθη ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 15%. Εὐθὺς δὲ ὡς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἥτις ἔχει Ταμεῖον εἰδικὸν, λάβῃ τὰ 15% εἰς εἶδος ἀπὸ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον τῶν τεσσάρων δραχμῶν. Τὸ Δημόσιον οὐδὲν λαμβάνει. Τὸ παρακράτημα λαμβάνει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν. Τὸ Δημόσιον λοιπὸν δικαιοῦται, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξάγεται ὁ σταφιδόκαρπος, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Τραπέζης ταύτης τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν. Τοῦτο καὶ ἐγένετο, οὐδεμία δὲ ἀντίρρησις προετάθη παρὰ τῆς Τραπέζης, καὶ οὐδεμία ἠσκήθη ἐπ’ αὐτῆς πίεσις, ἵνα πωλήσῃ τὴν σταφιδόκαρπον, ὅπως λάβῃ τὸ Δημόσιον τὰ αὐτῷ ὀφειλόμενα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι παρεβιάσθη ἄρθρον τι τοῦ σταφιδικοῦ νόμου. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι τὸ ἀπομένον ἀδιάθετον ποσὸν σταφιδοκάρπου ἀποτελεῖ πόρον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἐγγείου φόρου. Ἐγὼ δὲν ἀρέσκομαι εἰς τὰς βεβιασμένας ἑρμηνείας τῶν νόμων. Ὁ νόμος ὑποθέτει ὅτι, ὅταν πωληθῇ ὁ σταφιδόκαρπος, δὲν θὰ ἔχῃ λαμβάνειν τὸ Δημόσιον ποσὸν ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον. Δὲν ἠγέρθη δὲ ποτὲ παράπονον· διότι τὸ Δημόσιον ἔχει ἀκόμη χρήματα εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ἡ Τράπεζα δὲν τὰ δέχεται. Ποῦ ἡ παρανομία; Ἡ διαφορὰ τοῦ μηχανισμοῦ ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν 15% εἰς εἶδος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὸ σφάλμα. Σήμερον τὸ Δημόσιον δὲν λαμβάνει τὰ 15%, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα, ἥτις ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον, ὁσάκις ἐξάγεται σταφιδόκαρπος, ἔπρεπε νὰ καλῇ τὴν Τράπεζαν, ἵνα καταβάλῃ τὸν φόρον. Πρὸς εὐκολίαν ὅμως τῆς Τραπέζης, αὐτὸ γίνεται κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὅτε γίνεται ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως.

§365Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Καὶ πρῶτον ἀπαντῶ ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1900 καὶ 1899. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήτασε τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1899 καὶ τοῦ 1900 μέχρι τέλους Νοεμβρίου, καὶ εὗρεν, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ 1900 κατὰ τοὺς 11 μῆνας εἶναι 7 ἑκατομμύρια. Ἂν ἐνθυμεῖσθε τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἔκαμα πρὸ ὀλίγου, θέλετε παραδεχθῆ, ὅτι αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια οὐδεμίαν ἐμφαίνουσι πρόοδον τῶν εἰσπράξεων, ἀλλὰ προέρχονται, ἐκ τοῦ διαφόρου τρόπου τοῦ κανονισμοῦ τῶν εἰσπράξεων ἢ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὰ βιβλία τοῦ Κράτους. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα περὶ τούτου ἤδη εἶπον, ὅπως μὴ κουράσω ἄνευ λόγου τὴν Βουλήν. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι ἐγένετο λάθος, καὶ πρὸς ἐπανόρθωσιν αὐτοῦ ἐγένοντο αἱ ἐγγραφαί, ὡς ἐγένοντο. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅ,τι εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ λογιστικὴ τοῦ Κράτους πάσχει, καὶ ἀπαιτεῖται σύντονος προσοχή· ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ πρῶτον λάθος διορθώνεται δι’ ἑτέρου. Ὁ νόμος τοῦ 1892 ὁρίζει, τίνι τρόπῳ δέον νὰ γείνουν αἱ ἐγγραφαὶ τῶν δαπανῶν τῶν δημοσίων ἔργων διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν· πρέπει νὰ χρεώνωνται τὰ κεφάλαια τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, καὶ νὰ πιστῶται τὸ Ταμεῖον, τὸ καταβαλὸν τὰ χρήματα, καὶ ὄχι τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Εἶναι τόσον ἀλλόκοτοι αἱ ἐγγραφαὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὥστε καταντῶσι καὶ ἀκατανόητοι· ἐκτὸς ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ἐγένετο ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσε τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀνέπτυξεν. Ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἡ Κυβέρνησις εἶχεν εἰσπράξει τὸ ἀντίτιμον τῆς παρακρατήσεως σταφίδος τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897. Περὶ τούτου ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι ὤφειλε τὸ Δημόσιον νὰ παραδώσῃ τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐκκαθαρίσεως· καὶ οὕτως ἐγένετο. Τί ἔμεινεν εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου; Ἔμεινεν ἡ χρῆσις τοῦ 1898, ἡ ὁποία δὲν εἶχε καθαρισθῆ· καὶ περὶ τούτου διαλαμβάνει ἐδάφιον εἰδικόν, τὸ τελευταῖον τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης τὸ ὁποῖον ὁρίζει καθαρῶς, ὅτι μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ παρακρατήματος τὸ ἀντίτιμον παραδίδεται εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Οὐδεμία παρεξήγησις εἶναι δυνατή. (Διαλογικὴ συζήτησις μεταξὺ Νέγρη καὶ Σιμοπούλου) Ἡ μὴ παράδοσις τοῦ παρακρατήματος τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ εἶναι παράβασις τοῦ νόμου τόσον καθαρὰ, ὥστε οὐδεμία συζήτησις εἶναι δυνατή. Ἔπραξα τὸ ἐμὸν καθῆκον, καταγγείλας τὴν πρᾶξιν. Ἂς κρίνουν ἤδη περὶ αὐτῆς οἱ ἐνδιαφερόμενοι.

§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερος τὸν λόγον;

§367Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγώ. Ἀλλ’ εἶναι ἤδη δύο μετὰ τὸ μεσονύκτιον.

§368ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ προχωρήσωμεν.

§369Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, καίτοι χθές, ἐπειγόμενος νὰ περατώσω τὴν ὁμιλίαν μου περὶ τὴν ἑβδόμην καὶ ἡμίσειαν, διότι ὑπεχρεούμην νὰ ἀπουσιάσω τῆς Βουλῆς, δὲν ἔθιξα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ μελέτη τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ἡ ἐπιμονή, ἣν δεικνύει, ὅπως, οὕτως εἰπεῖν, ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀναπτύξω τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν ὁποίων χθὲς ἄκροις δακτύλοις ἡψάμην. Βεβαίως ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔδει νὰ ὦσι παρεσκευασμένοι, ὅπως ἐν πάσῃ στιγμῇ λάβωσι τὸν λόγον. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων δέον νὰ διεξάγηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. Ἡ συζήτησις ἤρξατο ἀπὸ τῆς 10ης μετὰ μεσημβρίαν, ἐξηκολούθησε δὲ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπὶ 2½ ὥρας· μετὰ τὸ μεσονύκτιον βεβαίως ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν παρεκάλεσε νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, ἤ, ἂν ὑπῆρχεν ἕτερός τις ἀγορεύσων, ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Καὶ ἰδού, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔλαβε τὸν λόγον, καὶ παρέστημεν εἰς μίαν ἀριθμομονομαχίαν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐφθάσαμεν εἰς τὰς δύο καὶ ἡμίσειαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ Βουλὴ ἀρκετὰ εἰργάσθη, ἡ Βουλὴ δέον ν’ ἀναπαυθῇ. Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις; Ἄν τὸ νομίζητε, θὰ ἐξακολουθήσω, μὴ δυνάμενος νὰ πράξω ἄλλως. Ἀλλὰ πρὸς τί ἡ σπουδὴ αὕτη; Ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κωλυσιεργεῖ, καὶ ὅτι δὲν ἀφίνει τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας της· αὗται δὲ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰ δυνατόν, ἄνευ συζητήσεως. Νομίζει τις, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἡ ἀρξαμένη κατὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου, ἐργάζεται ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους. Ἐγὼ ὅμως ἔχω τὰ σημερινὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ βλέπω, ὅτι ἡ συνεδρίασις φέρει αὔξοντα ἀριθμὸν 37. Ὡς γνωρίζετε, τὸ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐργάζηται, εἶναι τὸ τρίμηνον, ἑξάμηνον δὲ κατὰ τὰς τακτικὰς Συνόδους, τὸ μεῖζον. Λοιπὸν ἤδη μόλις ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τρίτον τῶν συνεδριάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ, καὶ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι κατηναλώσαμεν πάσας τὰς δυνάμεις ἡμῶν ἐργαζόμενοι, καὶ διὰ τοῦτο σπεύδομεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας, ἤτοι εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ! Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τίνες ὡμίλησαν; Ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ἀξιότιμον κ. Χατζῖσκον, ὅστις, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡμίλησεν ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας ἐπίσης διὰ μακρῶν, τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἑρμιονίδος, ὅστις ὡμίλησεν, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, δὲν μένει ἄλλος ἢ ὁ κ. Σκουζὲς, ἐγὼ χθὲς, καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης.

§370Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Νέγρης δὶς ἢ τρὶς ὡμίλησε.

§371Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπομένουσι λοιπὸν ὅλοι οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες μέλλουσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον, οἱ δὲ μέλλοντες νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι οἱ κορυφαῖοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Καραπάνος ἀσθενῶν, ἀπουσιάζει ὁ κ. Ράλλης...

§372Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ὑπάρχουν κορυφαῖοι τῶν Βουλευτῶν. Οἱ Βουλευταὶ ὅλοι εἶναι ἴσοι.

§373Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, ἀλλά...

§374Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κάμνητε τάξεις Βουλευτῶν.

§375Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν κατατάσσω κανένα εἰς τάξεις. Λέγω οἱ κορυφαῖοι τῶν Βουλευτῶν, διότι ἐκεῖνοι συνηθέστερον πραγματεύονται τὰ οἰκονομικὰ θέματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ τοὺς θεωρῇ κορυφαίους, δύναται καὶ νὰ μὴ τοὺς θεωρῇ τοιούτους· οὔτε αὐτοὶ ζημιοῦνται, οὔτε αὐτὸς κερδίζει τίποτε ἐξ αὐτοῦ. Ὅπωςδήποτε οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι πλείονες τῶν τεσσάρων ἢ πέντε, ὑποθέτω· ἑπομένως αἱ ἀγορεύσεις ὅλαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσωσι πλέον τῶν 5 ἢ 6 ἡμερῶν· κατ’ ἀκολουθίαν, τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα θὰ ἔχῃ περατωθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δύνανται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι τοσαύτην ἀνυπομονησίαν δεικνύουσιν, ὅπως ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, νὰ ἀπέλθωσιν ἐκεῖ, ἥσυχοι ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονή, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ σήμερον, εἶναι περιεργοτάτη, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἐὰν εἰς τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη εὑρίσκετο ὁ κύριος Θεοτόκης, ἢ ὁ κύριος Σιμόπουλος, καὶ ἐδήλουν, ὅτι ἐκουράσθησαν, καὶ ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξακολουθήσωσι συζητοῦντες, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχεν ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέμενε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας ἡμέρας ἄλλοτε ἠγόρευσεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁσάκις ἐζήτησε νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, ἡ πλειονοψηφία ἀπεδέχετο μετὰ προθυμίας.

§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος;

§377ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει τὰ πάντα.

§378Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀναβολῆς.

§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.

§380Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα αὖθις ἐγώ.

§381ΜΙΧ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων!

§382Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Σεῖς φρονεῖτε αὐτό· ἀλλ’ ἐγὼ συζητῶ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ συγκατατεθῶσιν, ὅπως διακοπῇ ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλουσι; Θὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἤδη ἄρχομαι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ προκαλέσω τὰς διαμαρτυρίας κανενὸς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τοὺς ὁποίους οὐδόλως θέλω νὰ ἴδω ἀσχάλλοντας. Χθὲς, Κύριοι, ἄκροις δακτύλοις ἡψάμην τῶν διαφόρων κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περιορισθεὶς κυρίως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων· ἀλλὰ περιωρίσθην κυρίως εἰς τοὺς φόρους τοὺς εἰσπραττομένους εἰς τὰ Ταμεῖα· περὶ τῶν ἀμέσων φόρων οὐδόλως ἐποιησάμην λόγον. Θὰ ἀκολουθήσω καὶ σήμερον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησα χθές, ἐρευνῶν τὸν Προϋπολογισμόν· δηλ. δὲν θὰ ἔλθω εἰς παραβολὰς καὶ εἰς συγκρίσεις, ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω, τί ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν καλλιέργειαν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, καὶ εἰς ποῖα ἠδύνατο ν’ ἀπολήξῃ ἀποτελέσματα, οὐχὶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Οὕτως ἔρχομαι εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ. Ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ εἶναι μία ἐκ τῶν οὐσιωδεστάτων τῆς χώρας, ἡ ὁποία δύναται, χρησιμοποιουμένη καταλλήλως, νὰ εἰσαγάγῃ ἄφθονον χρυσὸν εἰς τὴν χώραν, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ καταστῇ κέντρον ἐξαγωγῆς τοῦ καπνοῦ, ὡς ἡ Αἴγυπτος, θὰ κατώρθου δὲ, ὥστε ἐκεῖνο, ὅπερ συμβαίνει ἐν Αἰγύπτῳ, νὰ γίνηται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν ὑπῆρχε πρόνοια, ὅπως ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ βελτιωθῇ, ὅπως ἐξευγενισθῇ τὸ εἶδος, τὸ παραγόμενον ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν σήμερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν καπνοπαραγωγήν, πρὸς αὐτὴν τὴν Τουρκίαν. Καὶ παρετηρήθη, Κύριοι, τοῦτο εἰς πολλὰς καπνοφόρους ἐπαρχίας, ὅπου εἰσήχθησαν σπόροι ἐκ τῶν καλλιεργουμένων καπνῶν ἐν Καβάλλᾳ, ἢ καὶ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις τῆς Τουρκίας, ὅπου ἡ ποιότης τοῦ καπνοῦ εἶναι ἐξαιρετική, ἡ δὲ ἀξία τούτου ἀνέρχεται εἰς εἴκοσι καὶ εἰκοσιπέντε καὶ εἰκοσιεπτὰ φράγκα κατ’ ὀκᾶν. Ἐκεῖ ἠδυνήθησαν νὰ παραγάγωσι τοιοῦτον καπνόν, ὅπως ἀνέφερεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Γουναράκης, ὅστις ἐβεβαίου ἡμᾶς, ὅτι ἐκαλλιεργήθη ἐν Μεσολογγίῳ τοιοῦτος καπνός, ὁ ὁποῖος ἠγοράσθη ἀντὶ 20 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Τὸ πρᾶγμα ἦτο ὅλως τυχαῖον. Ὁ ἀναλαβὼν τὴν σπορὰν τοῦ καπνοῦ τούτου καὶ καλλιεργήσας τὸν καπνὸν τῆς ποιότητος, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Γουναράκης ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, τυχαίως ὅλως ἐκαλλιέργησαν αὐτόν· ὅτε δὲ οἱ ἐρχόμενοι ἀγορασταὶ ἐξ Αἰγύπτου, οἱ ἀγοράζοντες τοὺς καπνοὺς τοὺς ἑλληνικούς, εἶδον τὸν καπνὸν τοῦτον καὶ ἐζήτησαν αὐτόν, ὁ κτηματίας, ὁ ὁποῖος ἐκαλλιέργει αὐτόν, καὶ ὁ ὁποῖος τόσον ἐθεώρει αὐτὸν ἀνάξιον προσοχῆς, ὥστε τὸν εἶχε κρεμάσει ὑπὸ τὴν στέγην τῆς οἰκίας του, ἠπόρησε, καὶ τότε μόνον ἠνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί του, ὅτε τῷ ἐζήτησαν τοῦτον, καὶ τὸν ἐπώλησεν ἀντὶ 20 δραχμῶν τὴν ὀκᾶν. Ἐὰν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ μακαρίτης Τρικούπης, δηλ. νὰ μεταφέρῃ ἐκ τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν τῆς Τουρκίας καλλιεργητὰς τοῦ καπνοῦ.

§383Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σιγώτερα, κύριε Βουλευτά, διότι θὰ ἐξυπνήσητε μερικοὺς Βουλευτὰς κοιμωμένους.

§384Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην, ἐὰν δεικνύωμαι τόσον ἄστοργος, διακόπτων τὸν ὕπνον των, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι πρὸς τοῦτο. Ὅπως δήποτε θὰ ταπεινώσω τὴν φωνήν, ὅπως προλάβω τοιαύτην ζημίαν. Ἐὰν λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ διὰ σπόρων καταλληλοτέρων, τότε ἡ ἐξευγένισις τοῦ εἴδους ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ θὰ ἀπέφερε τὸ τετραπλάσιον καὶ πενταπλάσιον ἴσως ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀποφέρει σήμερον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως, Κύριοι, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ πρόνοια ἐκείνη, ἡ ὁποία διακρίνει τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα βελτιώνουσι τὴν παραγωγὴν αὐτῶν, καὶ ἐὰν βιομηχανικῶς κατειργαζόμεθα τὸν καπνόν, ὡς γίνεται σήμερον ἐν Αἰγύπτῳ, εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι 20 ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν καὶ πλέον θὰ ἠδύναντο νὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Νομίζω δέ, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἤρξατο τοιαύτη σκέψις κυοφορουμένη εἰς τὰς κεφαλὰς οὐ μόνον τῶν καπνεμπόρων ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἑταιρείας, καὶ νομίζω, ὅτι ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα, ἢ ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεβλήθη ὑπόμνημα, καὶ ἐζητήθη ἡ σύστασις τοιαύτης ἑταιρείας μετὰ δικαιωμάτων τινῶν, ὅπως, κατασκευάζουσα σιγαρέτα, καθ’ ὃν τρόπον κατασκευάζονται ταῦτα ἐν Αἰγύπτῳ, ἐξάγῃ ταῦτα εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀμερικήν. Καὶ ὑπολογίζουσιν οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, ὅτι 20 ἑκατομμύρια καὶ πλέον φράγκων χρυσῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τοῦτο δέ, Κύριοι, ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὡς βέβαιον, διότι γνωρίζω τοὺς πλείστους ἐκ τῶν Κυρίων ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν σύστασιν τοιαύτης ἑταιρείας. Ἡ ἑταιρεία αὕτη, καθὼς ἤκουσα, συνιστᾶται, καὶ καταθέτει κεφάλαια ὑπὲρ τὰ 7 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, καὶ ὑπάρχῃ πράγματι τοιαύτη ἑταιρεία, καταθέτουσα 7,000,000 δραχμῶν, ὅπως δίδῃ δάνεια εἴτε εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τοῦ καπνοῦ, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξευγενίσεως τοῦ εἴδους, εἴτε πρὸς ἀγορὰν ἐγχωρίου καπνοῦ, καὶ ζητῇ μόνον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν νὰ εἰσάγῃ τὸν καπνὸν, τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς κατασκευὴν τῶν μελλόντων νὰ ἐξαχθῶσι σιγαρέτων, ἐκ Τουρκίας ἄνευ τέλους, τότε δὲν γνωρίζω διατὶ εἰς ἔργον τοιαύτης σημασίας δὲν ἠσχολήθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν εἰσήγαγε τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἰσήγαγεν ἕτερα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν ἐνταῦθα, ἀφοῦ συνεζητήσαμεν αὐτὰ διὰ μακρῶν, καὶ τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἀνεφάρμοστα. Καὶ εὐτύχημα εἶναι, ὅτι δὲν ἐφηρμόσθησαν μέχρι τοῦδε, διότι ἤθελον ἀπορροφήσει πάλιν μεγάλας προσόδους τοῦ Δημοσίου, ἤθελον ἀπορροφήσει τὸ χρῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀσκόπως καὶ ἀγόνως. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ὁ μακαρίτης Τρικούπης εἶχε τὴν ἰδέαν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ διὰ τῆς ἐξευγενίσεως τοῦ εἴδους, καὶ νομίζω, ὅτι εἶχεν ἔλθει καὶ εἰς διαπραγματεύσεις ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ εἶχον κληθῆ ἄνδρες ἐκ τῶν χωρῶν ἐκείνων, ὅπου καλλιεργεῖται ὁ καπνὸς, ὅπως διδάξωσι τὴν καλλιέργειαν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅπως διδάξωσι τὴν κατασκευὴν τῶν σιγαρέτων παρ’ ἡμῖν. Ἔκτοτε ὅμως πάντα ταῦτα διεκόπησαν, καὶ ἓν εἶδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Κράτος μεγάλας καὶ πολλὰς προσόδους, δὲν ἐχρησιμοποιήθη παντάπασι. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐξακολουθεῖ ὑπάρχον τὸ Τμῆμα τῆς Γεωργίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἄλλοτε, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο ὁ γεωπόνος κύριος Γεννάδιος, ἐλαμβάνοντο μέτρα τινὰ, συνετάσσοντο ἐκθέσεις, καὶ ὑπεδεικνύοντο τρόποι καὶ μέτρα, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ βελτιωθῇ ἡ ἑλληνικὴ καλλιέργεια. Μεταξὺ δὲ τόσων ἄλλων, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι σκέψις ἐγένετο καὶ περὶ κατασκευῆς ῥοδελαίου. Μὴ νομίζῃ τις, ὅτι ταῦτα πάντα εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντα. Ἀρκεῖ νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, τί εἰσπράττει ἡ Βουλγαρία κατ’ ἔτος ἐκ μόνου τοῦ ῥοδελαίου, διὰ νὰ κατανοήσῃ, ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὴ ἡ καλλιέργεια καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ ῥοδελαίου ἐν Ἑλλάδι, μεγάλα ποσὰ ἤθελεν ἀποφέρει αὕτη εἴς τε τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Ὅτι ἐκ τῆς καταναλώσεως τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν καὶ τῶν σιγαρέτων εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ εἰς τὰς Ἰνδίας ἡ εἰσαγωγὴ χρυσοῦ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ τὰ 20 ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ τις, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ τῶν σιγαρέτων εἰσάγει κατ’ ἔτος εἰς Αἴγυπτον ὑπὲρ τὰ 4 ἑκατομμύρια λιρῶν αἰγυπτιακῶν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐν Αἰγύπτῳ δὲν ὑπάρχει, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ, ὅτι ὅλος ὁ καπνὸς, διὰ τοῦ ὁποίου κατασκευάζονται τὰ σιγαρέτα, εἶναι καπνὸς ἑλληνικὸς, ἀναμιγνυόμενος μετὰ καπνοῦ τουρκικοῦ. Οὕτω λοιπὸν, Κύριοι, ἐνῷ εἰς τὴν Αἴγυπτον δὲν παράγεται οὐδὲ κλωνίον καπνοῦ, ἀλλ’ ὁ εἰσαγόμενος εἶναι ἑλληνικὸς καὶ τουρκικὸς, διὰ τῆς βιομηχανίας τῶν σιγαρέτων εἰσάγουν οἱ ἐν Αἰγύπτῳ σιγαρέμποροι καὶ σιγαροποιοὶ 100 ἑκατομμύρια φρ. χρυσῶν. Ποῖος ἤθελε παρακωλύσει ἡμᾶς, μέγα μέρος τῆς βιομηχανίας ταύτης νὰ μεταφέρωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα;

§385Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ, καὶ αὔριον νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν συζήτησιν;

§386Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· αὔριον.

§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 40′ τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
2τῆς 28 Δεκεμβρίου 1900.
3(Πέμπτη).
4(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
8§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. γραμ-
9ματέα ν’ ἀναγινώσκῃ ὀλίγον βραδύτερον τὰ πρακτικά, διότι
10πολλάκις ἡ ταχεῖα ἀνάγνωσις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ
11ἀνάγνωσις. Ἐκ τούτου δ’ ἐγένοντο παράπονα κατὰ τὴν χθε-
12σινὴν συνεδρίασιν. Ταῦτα διὰ τὸ μέλλον. Διὰ δὲ τὸ παρὸν
13παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ ἡ ὥρα. Πολλὴ γίνεται συζήτησις ἐν
14τῇ Βουλῇ, ὅτι καταναλίσκομεν μακρὸν χρόνον. Ἐπεθύμουν
15ὅμως νὰ γίνηται ἡ ἀνάλογος φειδὼ καὶ εἰς τὰ πρακτικά, ἐν
16οἷς διαβεβαιοῦται, ὅτι κατὰ τὴν 8 καὶ 55′ ἔληξεν ἡ συνε-
17δρίασις, ἐνῷ πράγματι ἔληξε τὴν 9 καὶ 55′.
18§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι λάθος τυπογραφικόν, καὶ θὰ διορ-
19θωθῇ.
20Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
21Ὁ κ. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
22§4Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι πανθομολογούμενον, κύριοι Βουλευ-
23ταί, ὅτι τὴν ἐλευθερίαν ὀφείλομεν εἰς τὰς φίλας καὶ προστά-
24τιδας Δυνάμεις, ὄχι μόνον διὰ τὸν ἡρωϊσμὸν τῶν ἀνδρῶν τοῦ
251821 μέχρι τοῦ 1827, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀνδρείαν καὶ στρα-
26τηγικὴν ἱκανότητα τοῦ Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη καὶ λοι-
27πῶν, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀνδρείαν τοῦ Κα-
28νάρη, Μιαούλη, Κουντουριώτου, Τομπάζη καὶ λοιπῶν, ἀλλὰ
29καὶ διὰ τὰ μεγάλα καλλιτεχνικὰ ἔργα τῆς χώρας ἡμῶν.
30Τὰ ἔργα ταῦτα, ἀτυχῶς, εἶχον πολὺ παραμεληθῆ παρ’ ἡ-
31μῖν. Ἡ Κυβέρνησις, κρίνουσα, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ πρόνοιαν
32περὶ τούτων, ὑπέβαλε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ νόμος τοῦ
33Κράτους ἐγένετο, δι’ οὗ συνέστησε τὸ τμῆμα τῆς Πινακο-
34θήκης εἰς τὸ Μουσεῖον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τού-
35του πολλὰ ἀγαθὰ δύνανται νὰ προέλθωσιν· οὐχ ἧττον νο-
36μίζω, ὅτι ἦτο περιττὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ὑφί-
37σταται ὁ νόμος τῆς 10 Μαΐου 1834 περὶ συλλογῶν, ἐν τῷ
38ὁποίῳ γίνεται μνεία περὶ Πινακοθήκης. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Κυ-
39βέρνησις ὑπέβαλε τὸν νόμον τοῦτον, ἤθελον παρακαλέσει τὸν
40ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν
41Βουλήν, ποῖαι εἰκόνες ἀνηρτήθησαν μέχρι τοῦδε εἰς τὸ τμῆ-
42μα τοῦτο, καὶ ποῖαι ἐνέργειαι ἐγένοντο πρὸς συλλογὴν τοι-
43ούτων, διότι διὰ τοῦ νόμου τούτου διωρίσθη Διευθυντὴς εἰς
44τὸ τμῆμα τοῦτο εἷς, ὁ ὁποῖος λαμβάνει 500 δραχμὰς κατὰ
45μῆνα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου...
46§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ὁ «εἷς» ὀνομάζεται
47Ἰακωβίδης, τιμῶν καὶ ἐν τῇ ξένῃ τὴν Ἑλληνικὴν καλλιτε-
48χνίαν. Τοιοῦτοι δὲ ἄνδρες, κοσμοῦντες τὴν χώραν μας, δὲν
49ὀνομάζονται διὰ τοῦ εἷς.
50§6Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνέφερα ὄνομα.
51Οὗτος οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ μόνον νὰ ἀναρτήσῃ ἐπὶ τῶν
52τοίχων τοῦ τμήματος ἐκείνου 50 εἰκόνας, τὰς ὁποίας εἶχεν
53ἀποστείλει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ὁ μακαρίτης Στέφανος Ξέ-
54νος, καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε χῶρος, ἐστάλησαν εἰς τὸ
55Μουσεῖον. Δὲν ἤρκει δὲ ὁ ἐκ 500 δραχμῶν μισθὸς, τὸν ὁποῖ-
56ον λαμβάνει ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἀλλὰ διωρίσθη καὶ γραμ-
57ματεὺς αὐτοῦ, διότι δὲν γνωρίζει τὴν Ἑλληνικήν. Εἰς τὸν
58νόμον ὅμως ἐκεῖνον δὲν ἐψηφίσαμεν κονδύλιον καὶ διὰ γραμ-
59ματέα· ἀλλ’ ἔπρεπε πάντως νὰ ἐξευρεθῇ εἷς τρόπος, ὅπως
60μισθοδοτηθῇ καὶ αὐτὸς, καὶ ὁ τρόπος ἐξευρέθη. Ἀείμνηστος
61ὁμογενὴς προσέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ποσὸν σπουδαῖον ἐκ
62γροσίων χρυσῶν, ἤτοι φλουριῶν, τοῦ ὁποίου οἱ τόκοι ἔδει νὰ
63διατίθηνται διὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα. Ἐκ τούτου
64παρανόμως δίδονται 200 δραχμαὶ κατὰ μῆνα εἰς τὸν γραμ-
65ματέα τοῦ Διευθυντοῦ.
66Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ
67νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τῶν μέχρι τοῦδε ἐνερ-
68γειῶν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ τμήματος τούτου καὶ περὶ τοῦ ἐὰν
69μισθοδοτεῖται ὁ γραμματεὺς τοῦ Διευθυντοῦ ἐκ τοιούτου κλη-
70ροδοτήματος, πρὸς ἄλλους σκοποὺς κληροδοτηθέντος· διότι
71εἶναι ἄδικον, τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐθνικοὶ εὐεργέται δια-
72θέτουσι πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, νὰ διατίθηνται παρ’ ἡμῶν
73εἰς προσωπικὰς ἀνάγκας. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ δύο ἤδη
74ἐτῶν φωνάζω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ διὰ τὰ κληροδο-
75τήματα τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, τὰ ὁποῖα ἐν πολλοῖς δια-
76τίθενται εἰς ἄλλους σκοπούς, καὶ ὄχι εἰς ἐκείνους, διὰ τοὺς
77ὁποίους προωρίσθησαν· δὲν εἶναι δὲ παράδοξον νὰ διατεθῇ
78καὶ ἐκ τούτων ἀρκετὸν ποσὸν εἰς τὸν διορισμὸν ἄλλου τινὸς
79γραμματέως.
80Ἀνακοινώσας ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ἐπιλαμβάνομαι τῆς
81εὐκαιρίας, ἵνα προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλου θέματος.
82Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων
83παρετήρησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι
84τινὲς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου του παραμένουσιν
85ἐνταῦθα, ἐνῷ εἶναι ἀλλαχοῦ διωρισμένοι. Μετ’ εὐχαριστή-
86σεως δὲ ἤκουσα τότε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι,
87ἀφ’ ὅτου αὐτὸς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
88Ἐξωτερικῶν, οὐδεὶς ὑπάλληλος παρέμενεν ἐνταῦθα. Ἐπειδὴ
89πληροφοροῦμαι, ὅτι εἷς τῶν ὑπαλλήλων τούτων, ὁ κ. Ἰωσὴφ,
90ἀνήκων εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον Ἀλεξανδρείας, ὡς γραμ-
91ματεὺς αὐτοῦ, παραμένει ἐνταῦθα, ἤθελον παρακαλέσει τὸν
92κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν,
93ἐὰν ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐξακολουθεῖ παραμένων ἐνταῦθα,
94καὶ διὰ τίνα λόγον παραμένει. Ἐπειδὴ δὲ ἔμαθον ἐξωδίκως,
95ὅτι προπαρασκευάζεσθε νὰ ἀνατρέψητε τὸ ἄρθρον 10 τοῦ
96ΒΨΗʹ προξενικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ
97παρελθὸν ἔτος, καὶ τοῦτο, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς ὑμᾶς, τὸν Ὑ-
98πουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ κρατήσητε παρὰ τῷ Ὑπουρ-
99γείῳ τὸν εἰρημένον ὑπάλληλον κύριον Ἰωσήφ, ἤθελον σᾶς
100παρακαλέσει νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ πληροφορήσητε τὴν Βου-
101λήν, ἐὰν καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Διότι, ὡς ἀκούω, τοῦτο
102γίνεται, ἵνα παραμείνῃ ὁ κ. Ἰωσὴφ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
103Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τμηματάρχου,
104περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμα λόγον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ
105τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν. Ὁ τμηματάρχης ἐκεῖνος, ὡς
106γνωρίζετε...
107§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς εἶναι ὁ ἄριστος
108τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων.
109§8Κ. ΖΩΤΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Δὲν τὸν γνωρίζετε ἴσως.
110§9Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω ποσῶς.
111§10Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἐὰν τὸν ἐγνωρίζατε, δὲν θὰ ἐλέγετε αὐτά.
112§11Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι ἄριστος.
113§12Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Τὸ θέμα μας εἶναι τὸ ἑξῆς:
114Ὁ τμηματάρχης αὐτὸς ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν, φυσικὰ δέ, ὡς ἐκ
115τῆς θέσεώς του, πρέπει νὰ ἀλληλογραφῇ εἰς τὴν Γαλλικὴν
116γλῶσσαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν τὴν γνωρίζει, πῶς εἶναι δυνατὸν
117νὰ ἀλληλογραφῇ; Ἐζήτησα τὸν φάκελον τῶν ἐξετάσεων, τὰς
118ὁποίας ἔδωκεν ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ εἶδον, ὅτι οὐδὲν
119ἀπήντησεν! Ἐπαναλαμβάνω, δὲν τὸν γνωρίζω προσωπικῶς,
120ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ Προξενικὸν Σῶμα ἐξηγέρθη ἐναντίον τῆς
121παρανομίας, διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ ὑποβάλω τὴν ὑπό-
122θεσιν εἰς τὴν Βουλήν.
123§13Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Διατὶ
124ὁμιλεῖτε περὶ παρανομίας, ἀφοῦ δὲν γνωρίζετε τὴν ὑπόθεσιν;
125Ἐγὼ οὐδεμίαν παρανομίαν διέπραξα, οὔτε θὰ διαπράξω.
126§14Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐὰν εὐαρεστηθῆτε νὰ ἀπαντήσητε εἰς ὅσα
127εἶπον, θὰ μὲ ἀπαλλάξητε τοῦ κόπου νὰ προχωρήσω.
128§15Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πληροφορίας θὰ σᾶς δώσω, ἀλλὰ περὶ
129παρανομίας μὴ ὁμιλεῖτε.
130§16Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀναμένων τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουρ-
131γοῦ, ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα, σχετικὸν καὶ αὐτὸ πρὸς τὸ
132Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
133Πάντες γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατ’ αὐτὰς διεξ-
134ήχθησαν ἐξετάσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς
135πλήρωσιν κενῶν θέσεων χηρευουσῶν. Ἀνέγνωσα χθὲς εἰς τὴν
136«Μικρὰν Ἐφημερίδα» μίαν ἀναφορὰν δριμυτάτην κατὰ τοῦ
137κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἐπι-
138τρέψατε, παρακαλῶ, νὰ ἀναγνώσῃ ὁ κύριος Γραμματεύς, καὶ,
139εἰ δυνατόν, νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
140§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι!
141§18ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττόν.
142§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ Δημοσθένης εἶχε γραμ-
143ματέα. Ἀνάγνωθι, γραμματεῦ! (γέλωτες).
144§20Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἀγόρευσίν
145του, ὅτε ἔκαμε μνείαν περὶ ἐμοῦ διὰ τὸν βαθμὸν τῆς κωλυ-
146σιεργίας μου, μὲ ἔκαμε τόσον μετριόφρονα, ὥστε λέγω περι-
147ληπτικῶς: Ὑμεῖς, ἐπειδὴ σᾶς ἐπῄνεσεν ὁ ἀρχηγός μου, κύ-
148ριε Πρωθυπουργέ, βλέπω ὅτι εἶσθε ἀκράτητος! (γέλωτες).
149Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, κατεχωρίσθη εἰς τὰς ἐφημερί-
150δας, ὅτι τὸ πρῶτον θέμα, περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὸ
151δεύτερον, περὶ τῶν ἐργασιῶν ἐν Μακεδονίᾳ, Γαλλιστὶ, ἐδόθη
152ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ γραφείου! Μάλιστα δὲ εἰς τὴν χθεσινὴν
153διατριβὴν εἶδον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε μέτρα αὐστηρό-
154τατα, διατάξας ἀνακρίσεις, καὶ πρόκειται νὰ ἀπολύσῃ τοὺς
155ἁρμοδίους ὑπαλλήλους. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
156τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὄντως ἔλα-
157βον ταῦτα χώραν, καὶ ἂν διέταξεν ἀνακρίσεις· ἂν δὲ δὲν διέ-
158ταξε, διατὶ δὲν διέταξε τοιαύτας, ἀφοῦ ὁ Τύπος ἐπιτίθεται
159κατ’ αὐτοῦ;
160Ταῦτα, Κύριοι, ἔκρινα καθῆκον νὰ καταγγείλω εἰς τὴν
161Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
162ρικῶν νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
163§21Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ
164πληροφορίαι, αἱ δοθεῖσαι πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, εἶ-
165ναι ἀνακριβεῖς ἐξ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ
166εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Προξενείου, ὅστις, πρὸ ἑνὸς μηνὸς διο-
167ρισθεὶς, διαμένει ἐνταῦθα, ὅπως τῷ ἐπιτρέπει ὁ νόμος, ὁ ὑπάλ-
168ληλος οὗτος, ἐκ τῶν ἀρίστων προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἐπέ-
169τυχεν ἐν διαγωνισμῷ, πρόκειται δὲ ἤδη νὰ διορισθῇ εἰς μίαν
170ἐκ τῶν θέσεων τῶν ὑποπροξένων, αἵτινες ἐδημιουργήθησαν
171διὰ τοῦ νέου νόμου, καὶ αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμ-
172πληρωθῶσι πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Τὸ Διάταγμα τοῦ διορι-
173σμοῦ του εἶναι ἕτοιμον, καὶ θέλει δημοσιευθῆ τὴν 1 Ἰανουα-
174ρίου.
175§22ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ κυρίου Ἰωσὴφ ὁμι-
176λεῖτε;
177§23Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα.
178§24ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ
179κάμῃ τιμὴν ὁ διορισμός του.
180§25Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὡς τοιοῦτον τὸν γνωρίζω. Οὐ-
181δεὶς δὲ ἐκ τῶν διαγωνισθέντων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξω-
182τερικῶν διηγωνίσθη μετὰ τοσαύτης ἐπιτυχίας, μεθ’ ὅσης ὁ
183Κύριος οὗτος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος προα-
184γορεύσας.
185§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι γνωστότατος.
186§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη.
187§28Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸν τμηματάρχην κ.
188Παπαγεωργιάδην, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κύριος Βου-
189λευτὴς, εἶναι ἐπίσης γνωστὸν εἰς τοὺς πλείστους ἐκ τῶν
190ἀσχολουμένων εἰς τὰ τοῦ προξενικοῦ κλάδου, ὅτι ἱκανώτε-
191ρος ὑπάλληλος δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουρ-
192γείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν,
193ὥστε βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς βοηθείας τοῦ γραμμα-
194τέως ὑποπροξένου, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του.
195§29Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐγνώρισα ἐν Σμύρνῃ
196προσωπικῶς τὸν κ. Παπαγεωργιάδην.
197§30Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος ἐκ Σύρου Βουλευτὴς ἐνό-
198μισε πρέπον ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιστολὴν,
199δημοσιευθεῖσαν ἔν τινι ἐφημερίδι. Τὴν ἐπιστολὴν ταύτην μοὶ
200ἀνεκοίνωσαν σήμερον τὴν πρωΐαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὴν διε-
201βίβασα δὲ εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, παρακαλέσας νὰ μοὶ δο-
202θῶσιν αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι, καίτοι εἶμαι πεπεισμένος ἐκ
203τῶν προτέρων, ὅτι πάντα τὰ γραφέντα εἶναι ἀνακριβῆ. Ἡ
204ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἀπετελεῖτο ἐκ καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι
205εἶναι γνωστοὶ διὰ τὴν αὐστηρότητά των. Τοὺς πλείστους
206ἐξ αὐτῶν οὐδ’ ἐξ ὄψεως γνωρίζω, ἀλλ’ ἐζήτησα παρὰ τοῦ
207τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κυρίου
208Γεωργαντᾶ νὰ μοὶ ὑποδείξῃ αὐστηροτάτους καθηγητὰς, ὅπως
209ἐξετάσωσι τοὺς διαγωνιζομένους διὰ τὰς θέσεις τῶν γραμμα-
210τέων ὑποπροξένων. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὑπάρχουσι πλεῖ-
211σται θέσεις κεναὶ, δὲν ὑπάρχουσι δὲ κατάλληλα πρόσωπα,
212ὅπως διορισθῶσι. Νῦν εἶχον ἀνάγκην ἓξ γραμματέων ὑπο-
213προξένων, τρεῖς δὲ καὶ μόνοι ἐπέτυχον, θέλω δ’ ἀναγκασθῆ
214ἐκ τούτου νὰ ἀναβάλω ἐπὶ δύο ἔτι μῆνας τὴν σύστασιν
215Ὑποπροξενείων, ἐλλείψει προσώπων. Ἐὰν νομίζῃ τις, ὅτι,
216ἐνῷ εἶναι τόσον δύσκολον νὰ εὑρεθῶσι πρόσωπα πρὸς πλή-
217ρωσιν τόσων κενῶν θέσεων, εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν ἀδι-
218κίαι, ὅπως ἀποκλεισθῇ τις,—τίς οἶδε διὰ τίνα λόγον—ἡ
219σκέψις αὕτη μοὶ φαίνεται πάντη παράλογος.
220Ὅσον ἀφορᾷ εἰς ζήτημά τι, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶχε τεθῆ, ἂν
221εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ νὰ ἐπιτρέψω εἰς διδάκτορας τῆς Νο-
222μικῆς, μὴ ἔχοντας τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου
223Πάγου, νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν, ἐνόμισα, ὅτι
224ὤφειλον νὰ ἀποκλείσω αὐτοὺς, καθόσον δὲν ἔχουσι τὰ ἐκ
225τοῦ νόμου προσόντα. Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νέου προξενικοῦ νό-
226μου ὁρίζει, ὅτι, «ὅπως λάβωσι μέρος εἰς διαγωνισμὸν καὶ
227διορισθῶσι γραμματεῖς ἢ ὑποπρόξενοι, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν
228ἐξάσκησιν δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ἐπὶ διετίαν»· ἡ ἐξά-
229σκησις δὲ τοῦ ἐπαγγέλματος ἐπὶ διετίαν, κατὰ τὴν γνώ-
230μην μου, ἀπαιτεῖ καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν τοῦ Ἀρείου
231Πάγου...
232§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Φυσικά.
233§32Α. ΡΩΜΑΝΟΣ... Τρεῖς δὲ ἐκ τῶν ὑποβαλόντων αἰτήσεις,
234ὅπως διαγωνισθῶσι, δὲν εἶχον τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν,
235καὶ διὰ τοῦτο ἀπεκλείσθησαν. Οἱ Κύριοι δὲ οὗτοι νομίζου-
236σιν, ὅτι, γράφοντες ὅσα ἔγραψαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, δύναν-
237ται νὰ παραστήσωσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς
238ἀδικήσαντα αὐτούς. Ἀλλ’ οὐδεμίαν σημασίαν δίδω εἰς τοι-
239αύτας δημοσιεύσεις.
240§33Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐγράφη
241τοὐναντίον, ὅτι εἰς μὴ ἔχοντας τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα
242προσόντα, δηλαδὴ διετῆ δικηγορίαν, ἐπετράπη νὰ λάβωσι
243μέρος.
244§34Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδεὶς μὴ ἔχων τὰ προσόντα ἔλαβε μέρος.
245§35Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ «Μικρὰ Ἐφημερὶς» τὸ λέγει.
246§36ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ποία εἶναι ἡ μικρά;
247§37Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν διαβάζετε ἐφημερίδας;
248§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
249§39Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν διαμφισβητῶ, Κύριοι, τὴν ἱκανότητα
250τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος προξενικῶν ὑπαλλήλων, καὶ αὐτοῦ
251ἀκόμη, τὸν ὁποῖον κατηγοροῦσιν, ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν Γαλ-
252λικήν. Εἴδετε δὲ, ὅτι ἀπέφυγα καὶ νὰ ὀνομάσω αὐτούς.
253Δύναταί τις ὅμως νὰ ἦναι ἄριστος προξενικὸς ὑπάλληλος,
254καὶ νὰ ἔχῃ τὸ μειονέκτημα νὰ μὴ γνωρίζῃ μίαν ξένην γλῶ-
255σσαν, καὶ δύναται κάλλιστα ἡ ὑπηρεσία νὰ τὸν μεταχειρί-
256ζηται εἰς ἄλλην ἐργασίαν, ὡς συμβαίνει εἰς τὸν στρατόν.
257Ἔχομεν εἰς τὸν στρατὸν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι διὰ τὸ Ἐπι-
258τελεῖον εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστοι, ἀλλὰ πολὺ χρήσιμοι δι’ ἄλ-
259λην ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως, κύριοι Βουλευταὶ, μὲ ἀδικεῖ ὁ
260κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἐγὼ, δι’ ὅσων εἶπον, ἠθέλησα
261νὰ κατηγορήσω προσωπικῶς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Σᾶς
262διαβεβαιῶ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχω ἀφορμὴν κατ’ αὐτῶν,
263ἀλλ’ οὔτε κἄν προσωπικῶς τοὺς γνωρίζω. Ἀλλ’ ἡ παρανο-
264μία,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ καὶ πάλιν ἡ λέξις αὕτη—ἡ παρά-
265νομος δηλαδὴ προαγωγὴ, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸν ἕνα τῶν
266δύο αὐτῶν ὑπαλλήλων, εἰς τὸν τμηματάρχην, ἐπίσης δὲ ἡ
267παράνομος διαμονὴ τοῦ δευτέρου ὑπαλλήλου εἰς τὸ Ὑπουρ-
268γεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ ἠνάγκασε νὰ φέρω τὸ ζήτημα,
269ἀφοῦ μάλιστα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης
270εἶχε δηλώσει, ὅτι «οὐδεὶς ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ παραμένει ἐν
271Ἀθήναις.»
272§40Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
273Καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότι-
274μος ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Κριεμάδης, περὶ τοῦ ἀριθ-
275μοῦ τῶν καταγγελθέντων ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ ὑλοτό-
276μων, ὡς καὶ τῶν καταδικασθέντων καὶ τῶν ἀθωωθέντων ὑπὸ
277τοῦ Πλημμελειοδικείου Τρικκάλων.
278Ἐπίσης ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Σύρου βουλευτὴν κ.
279Βιτάλην, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ὡμίλησε περὶ τοῦ κλη-
280ροδοτήματος Συγγροῦ, ὅτι τὸ κληροδότημα τοῦτο, ὅπως εἶναι
281γνωστὸν, ἀφορᾷ εἰς δύο σκοποὺς, εἰς ἵδρυσιν Δικαστηρίων καὶ
282εἰς ἵδρυσιν φυλακῶν. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἵδρυσιν Δικαστη-
283ρίων, ὑπεβάλομεν ἤδη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν
284νὰ ἐπιτραπῇ ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν
285ἵδρυσιν φυλακῶν, πρέπει νὰ προηγηθῶσι σχέδια φυλακῶν καὶ
286προϋπολογισμοὶ δαπάνης· μετὰ δὲ τὴν κατάρτισιν τῶν σχε-
287δίων καὶ τῶν προϋπολογισμῶν δαπάνης θὰ ὑποβάλωμεν νομο-
288σχέδιον σχετικὸν εἰς τὴν Βουλήν.
289§41Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, σχετικῶς.
290§42Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἐξ
291Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Δραγούμης εἶχεν ἀπευθύνει ἐπε-
292ρώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας παρεκαλεῖτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
293τικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, «διὰ τίνας λόγους ἀπὸ
294μηνῶν διατηρεῖται προϊστάμενος τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς Ἀργο-
295στολίου ἐντόπιος, ἐξ αὐτοῦ τοῦ δήμου Κρανίων.» Εἰς Ἀργο-
296στόλιον πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι,
297ἐτοποθετήθη εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον εἷς ὑπολογιστὴς, ὀνόματι
298Κομποθέκρας. Ἐπειδὴ ὁ πατὴρ αὐτοῦ βαρέως ἠσθένει, παρε-
299κλήθην νὰ τὸν προσκολλήσω εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Ἀργοστο-
300λίου, οὐχὶ ὡς προϊστάμενον, ἐννοεῖται, ἀλλ’ ὡς ὑπάλληλον
301τοῦ Λιμεναρχείου. Ὁμολογῶ, ὅτι ἤμην εἰς παντελῆ ἄγνοιαν,
302ὅτι ὁ ὑπολογιστὴς αὐτὸς ἦτο ἐντόπιος. Ὅτε ὁ Κομποθέκρας
303ἀπεστάλη εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Ἀργοστολίου, ἦτο προϊστά-
304μενος τοῦ Λιμεναρχείου ἕτερος ἀξιωματικός· ἀλλ’ οὗτος μετὰ
305τινα καιρὸν μετετέθη, καὶ ἔμεινεν ὁ εἰρημένος ὑπολογιστὴς,
306ἐκπληρῶν τὰ καθήκοντα τοῦ λιμενάρχου. Ὅτε ἐγένετο ἡ
307ἐπερώτησις, ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ
308ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ ὑπολογιστὴς αὐτὸς εἶναι ἐντό-
309πιος, καὶ, κατὰ τὸν νόμον, δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἐκεῖ. Συνάμα
310ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι καὶ ἄλλος οἰκονομικὸς ἀξιωμα-
311τικὸς ὑπηρέτει εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Ζακύνθου, καὶ μάλιστα
312ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰ-
313τύλου βουλευτοῦ κ. Κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουρ-
314γίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Λεβίδου· ἐξηκο-
315λούθει νὰ ὑπηρετῇ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι
316συμβαίνουσιν ἐνίοτε τὰ λάθη αὐτά. Ἐγὼ ἔσπευσα νὰ μετα-
317θέσω καὶ τοὺς δύο, δηλαδὴ καὶ τὸν ἐν Ἀργοστολίῳ ὑπηρε-
318τοῦντα καὶ τὸν ἐν Ζακύνθῳ, τοὺς ἐκάλεσα δὲ καὶ εἰς ἀπο-
319λογίαν, διότι, ἐνῷ, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλ-
320λήλων, ὤφειλον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ δηλώσωσιν, ὅτι δὲν δύναν-
321ται νὰ ὑπηρετῶσιν ἐκεῖ, σιωπηρῶς ἔμενον καὶ ὑπηρέτουν εἰς
322μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ νόμου. Ἀνα-
323μένω τὰς ἀπολογίας των, καὶ βεβαίως θὰ τιμωρηθῶσι καὶ
324οἱ δύο.
325§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ συγχαίρω τὸν κύριον Ὑπουργὸν,
326διότι ἐξετέλεσεν αὐστηρῶς τὸ καθῆκόν του.
327§44Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
328Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον
329νόμου περὶ συντάξεως τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου. Εἶναι
330ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἴσως δὲ
331καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, τραυματίαι ἀξιωματικοὶ καὶ ὁπλῖται,
332καθιστάμενοι ἀνίκανοι πρὸς ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι
333καὶ πρὸς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν, εἶναι δίκαιον νὰ τύχωσι
334τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως. Νῦν ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί,
335οἵτινες ἐτραυματίσθησαν ἐν πολέμῳ, καὶ οἵτινες κατέστησαν
336ἀνίκανοι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν,
337ἢ καὶ ἀνωτέρου. Ἐννοεῖτε βεβαίως, ὅτι τούτους ἡ Ἐπιθεώ-
338ρησις μετ’ οὐ πολὺ θὰ κρίνῃ ἀνικάνους νὰ παραμείνωσιν εἰς
339τὸν στρατὸν καὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ στάδιον αὐτῶν, καὶ
340ἴσως παραπέμψῃ αὐτοὺς καὶ εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια,
341ὅπως τεθῶσιν εἰς ἀπόταξιν, ἢ εἰς ἀποστρατείαν, ἐὰν ἔχωσι
342τὸ τῆς ἀποστρατείας δικαίωμα, ὡς μὴ δυναμένους νὰ ὑπη-
343ρετήσωσιν ἐπὶ πλέον. Περὶ τούτων λοιπὸν διὰ τοῦ νομο-
344σχεδίου λαμβάνεται πρόνοια.
345§45Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Εἶναι γνωστὸν, ποῖοι καὶ πόσοι εἶναι αὐ-
346τοὶ οἱ ἀξιωματικοί;
347§46Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀξιωματικοὶ τέσσαρες ἢ πέντε. Δὲν
348γνωρίζω ἀκριβῶς.
349§47Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρόκειται καὶ περὶ ὁπλιτῶν, κ. Ὑπουργέ;
350§48Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ περὶ ὁπλιτῶν.
351Νῦν καταθέτω τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ ζη-
352τηθέντα ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς
353τιμωρηθέντας πειθαρχικῶς κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος. Ἐπίσης
354καταθέτω τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
355Λακεδαίμονος βουλευτοῦ κυρίου Φικιώρη, τὰ ἀφορῶντα εἰς
356τοὺς τρεῖς διοικητὰς τῶν συνταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ.
357Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὴ ἐξέλθωσι τῆς Βουλῆς
358τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
359§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
360Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθὲν
361νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτη-
362μα, ἀριθ. 122).
363§50Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριῶν
364τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος περὶ ἑνὸς κληροδοτήματος, εὑρι-
365σκομένου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, τοῦ ὁποίου οἱ
366τόκοι προωρίζοντο πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν ὀρφανῶν τέκνων
367τῶν ὑπὲρ πατρίδος καὶ πίστεως πεσόντων ἐν πολέμῳ. Θὰ
368παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πλη-
369ροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τότε τῆς συζητή-
370σεως ἐκείνης, καὶ ἂν προέβη εἰς διάβημά τι παρὰ τῷ συν-
371αδέλφῳ του, τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Παιδείας, δηλαδὴ, ὅπως
372τὸ κληροδότημα τοῦτο ἀποδοθῇ ἐκεῖ, ὅπου ἀνήκει. Παρα-
373καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.
374§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
375§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
376§53ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
377δεύσεως). Αὔριον.
378§54Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, κύριοι Βου-
379λευταὶ, νὰ εὐχαριστήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
380σύνης, διότι, μετὰ δύο ἔτη ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου
381Συγγροῦ καὶ κατόπιν πολλῶν διαμαρτυριῶν μου, ἦλθε τέ-
382λος καὶ εἶπεν εἰς ἡμᾶς σήμερον, ὅτι διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν
383τῶν φυλακῶν ἀπαιτοῦνται σχέδια, καὶ ὅτι προτίθεται κατ’
384αὐτὰς νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα μὲ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἀφοῦ
385ὁπωσδήποτε ἀπεφάσισε, μετὰ δύο ἔτη, νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχέ-
386δια μὲ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ τὸν διευκολύνω, ἤθελον παρα-
387καλέσει αὐτὸν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ
388σχεδιαγράμματα, τὰ ὁποῖα ἔχει διὰ τὸ Λοιμοκαθαρτήριον
389τῆς Σύρου, καὶ διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ κατορθωθῇ, ὥστε
390μὲ δαπάνην δύο μόνον ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν τὸ
391Λοιμοκαθαρτήριον τοῦτο νὰ μετατραπῇ εἰς φυλακὰς ἀπομο-
392νωτικοῦ συστήματος, καὶ νὰ συμπεριλάβῃ 397 φυλακισμέ-
393νους, διὰ τελειοτάτου ἀληθῶς συστήματος, ἐκπληροῦντος
394πληρέστατα τὸν σκοπόν. Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ Λοι-
395μοκαθαρτήριον Σύρου εἶναι ἀρχαῖον κτίριον, κτισθὲν ἐπὶ τῆς
396ἐποχῆς τῶν Βαυαρῶν, ἑπομένως στερεώτατον· κεῖται δὲ εἰς
397ὑγιεστάτην τοποθεσίαν. Τὸ κτίριον τοῦτο ἔχει καὶ τὸ πλεο-
398νέκτημα, ὅτι ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν πόλιν, διὰ νὰ μὴ φέρῃ
399οὐδεμίαν ἐνόχλησιν εἰς τοὺς φιλησύχους κατοίκους τῆς νή-
400σου. Μὲ μικρὰν δὲ φρουρὰν δύνανται νὰ φρουρηθῶσιν οἱ φυ-
401λακισμένοι, ὡς ἐκ τοῦ καταλλήλου ἀρχιτεκτονικοῦ συστή-
402ματος τῆς οἰκοδομῆς καὶ τοῦ ἀσφαλοῦς τῆς θέσεως αὐτῆς.
403Εἶναι δὲ ἁμαρτία νὰ μένῃ ἀχρησιμοποίητον τοιοῦτον κτί-
404ριον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξωδεύθησαν ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχ-
405μῶν, καὶ νὰ καταστρέφηται ὑπὸ τοῦ χρόνου.
406Ἀνεξαρτήτως τούτου, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
407καιοσύνης καὶ πᾶσα ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν
408τὴν δικαίαν ταύτην σύστασίν μου, διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ
409Σῦρος εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ Σῦρος ἔχει
410δυστυχῶς παρακμάσει, καὶ ὁπωσδήποτε ἔχει ἀνάγκην ἐνι-
411σχύσεως Κυβερνητικῆς, ἐκτὸς, λέγω, τούτου, καὶ ὁ ἀείμνη-
412στος Συγγρὸς ἐξελέγετο βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἐπανειλημμέ-
413νως, ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς ἦτο δημότης ἐγγεγραμμένος ἐκεῖ
414ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ζῶν δὲ ἀκόμη, εἶχεν ἐκπεφρασμένην γνώ-
415μην, ὅπως μεταποιήσῃ τὸ κτίριον αὐτὸ εἰς φυλακὰς, διότι ὡς
416Λοιμοκαθαρτήριον εἶναι ἄχρηστον, ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ Δῆλος.
417Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως εὐα-
418ρεστούμενος λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, καὶ
419θέλει τὸν εὐγνωμονεῖ ὁλόκληρος ἡ Σῦρος καὶ ἐγώ.
420§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυκώνιος ἔχει τὸν λόγον.
421§56ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν προτελευ-
422ταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν
423ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ
424καὶ λάβῃ τὴν δικογραφίαν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Δημάρχου
425Τραγαίας καὶ τὴν καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἰς τὰ
426πρακτικὰ τῆς Βουλῆς δὲν γνωρίζω διατὶ, δὲν εἶναι ἀναγε-
427γραμμένον τοῦτο. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
428καιοσύνης ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε τὸ μέ-
429τρον νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν ταύτην ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα.
430§57Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
431Δέν μοι ἀνεκοινώθη ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τοιοῦτόν τι.
432§58ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω πρό-
433τασιν περὶ προσαγωγῆς τῆς δικογραφίας ταύτης.
434§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
435Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.
436§60Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πληροφοροῦμαι, ὅτι τὴν Φθιώτιδα καλύ-
437πτει ἀπό τινων ἡμερῶν χιὼν, ἡ ὁποία, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ
438τῆς τήξεώς της, θὰ μεταβληθῇ εἰς ὕδατα, τὰ ὁποῖα θὰ
439ὑπερπληρώσωσι τὴν κοίτην τοῦ Σπερχειοῦ καὶ, ἐκχειλίζοντα,
440θὰ κατακλύσωσιν ὁλόκληρον τὴν Λαμιακὴν πεδιάδα, καὶ θὰ
441ἐπενέγκωσι ζημίας ἀνυπολογίστους οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς κα-
442τοίκους τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον,
443τὸ ὁποῖον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ἀναγνωρίζον τὴν ζημίαν τῶν κα-
444τοίκων, θέλει παραιτηθῆ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἀφ’ ἑτέ-
445ρου δὲ, διότι, ἐν περιπτώσει τοιαύτης ἐκχειλίσεως τοῦ πο-
446ταμοῦ εἰς τὸ σημεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα,
447ὁ Σπερχειὸς θὰ ἀλλάξῃ μονίμως κοίτην, καὶ τότε τὸ Δη-
448μόσιον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ κατασκευάσῃ γεφύρας νέας εἰς τὰ
449σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ νέα αὕτη κοίτη θὰ τάμῃ τὰς ὁδοὺς
450Λαμίας–Ἀταλάντης καὶ Λαμίας–Λεβαδείας, καὶ ἄλλα ἀκό-
451μη τεχνικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτήσωσι δαπάνην ἑνὸς καὶ
452πλέον ἑκατομμυρίου δραχμῶν.
453Πρὸ πολλοῦ παρεκάλεσα τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουρ-
454γικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ
455ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· δυσ-
456τυχῶς ὅμως, μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἔσχον τὴν εὐχαρίστη-
457σιν νὰ μάθω, ὅτι ἐνήργησέ τι σχετικὸν, καίτοι καλῶς γι-
458νώσκει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη πρὸς πρόλη-
459ψιν τοῦ κινδύνου τούτου δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 17 μόνον
460χιλιάδας δραχμῶν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον, παραβαλλόμενον πρὸς
461ἄλλας τοιαύτας δαπάνας, εἶναι μηδαμινὸν καὶ παντὸς λό-
462γου ἀνάξιον. Τὸν παρακαλῶ καὶ πάλιν, νὰ σπεύσῃ νὰ δια-
463τάξῃ τὴν δαπάνην τῶν 17 αὐτῶν χιλιάδων δραχμῶν πρὸς
464κατασκευὴν τῶν προτεινομένων ἔργων, διότι ἄλλως—ἐπανα-
465λαμβάνω—ἐκ τῆς ἀσυγγνώστου πλέον καταστάσης ἀδια-
466φορίας του καὶ ἐκ τῆς ἀναλγησίας του, οὐ μόνον μεγίστη
467ὑλικὴ ζημία θέλει προκύψει εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Φθιώ-
468τιδος, οἱ ὁποῖοι θὰ στερηθῶσιν, ἔστω καὶ δι’ ἓν ἔτος, τῶν
469εἰσοδημάτων αὐτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀναμένουσι νὰ οἰκονο-
470μήσωσι τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας ἀνάγκας, εἰς ἃς περιέστη-
471σαν ἐκ τῶν καταστροφῶν τοῦ πολέμου καὶ τῆς πρωτοφανοῦς
472κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀφορίας, οὐ μόνον τὸ Δημόσιον θὰ ὑπο-
473βληθῇ, ὡς εἶπον πρότερον, εἰς ὑπερόγκους δαπάνας, ὡς ἐκ τῆς
474ἀλλαγῆς τῆς κοίτης τοῦ Σπερχειοῦ, δαπάνας ἑκατοντα-
475πλασίας τῶν σήμερον πρὸς πρόληψιν ὅλων αὐτῶν προτεινο-
476μένων, ἀλλὰ καὶ ἄλλο μέγα κακὸν θέλει προκληθῆ, κακόν,
477τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι χεῖρον καὶ τῶν ζημιῶν τῶν κατοίκων καὶ
478τῶν μεγάλων καὶ ἀδίκων δαπανῶν, εἰς ἃς τὸ Δημόσιον θέ-
479λει ὑποβληθῆ, τὸ κακὸν τουτέστι τῶν παντοίων πυρετῶν, οἱ
480ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς ἀναγεννήσεως τῶν ἑλῶν, θέλουσιν ἀνα-
481φανῆ, καὶ οἱ ὁποῖοι τίς οἶδε πόσας ὑπάρξεις θέλουσι κατα-
482στρέψει, τοῦ μικροβίου των εἰσχωροῦντος εἰς τοὺς ὀργανι-
483σμοὺς τῶν κατοίκων τῆς Φθιώτιδος, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πολλῶν
484ἤδη ἐτῶν εἶχον εὐτυχῶς ἀπαλλαγῆ αὐτῶν.
485Ἂν λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν λυπῆται τὸν δημό-
486σιον πλοῦτον, ἂν δὲν συγκινῆται ἐκ τῆς πείνης, εἰς ἣν ἀφεύ-
487κτως θὰ περιπέσωσιν οἱ ἐκ τῆς πλημμύρας ἀπειλούμενοι κά-
488τοικοι τῆς Φθιώτιδος, ἄν, λέγω, δι’ ὅλα ταῦτα ἀδιαφορῇ,
489ἂς μὴ ἀδιαφορήσῃ τοὐλάχιστον διὰ τὴν ὑγείαν τῶν κατοί-
490κων ἐκείνων, καὶ ἂς φροντίσῃ, ὅπως αὕτη, δαπανῶντος τοῦ
491Κράτους τὰς δεκαεπτά αὐτὰς χιλιάδας δραχμῶν, διατηρη-
492θῇ πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ οἱ Φθιῶται θὰ τὸν εὐγνωμο-
493νῶσι, καὶ τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς δαπάνας,
494εἰς ἃς ἀφεύκτως θὰ ὑποβληθῇ, ἂν τὰ πράγματα ἀφεθῶσιν
495εἰς τὴν τύχην των.
496Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιτραπείτω μοι
497νὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς κ.κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονο-
498μικῶν Ὑπουργοὺς ὑποθέσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι μένουσιν εἰς
499τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων των ἀνενέργητοι ἀπὸ ἐτῶν ἤδη.
500Ὁ Δημήτριος Χρόνης, ἐκ τοῦ δήμου Ἡρακλειωτῶν τῆς
501Φθιώτιδος, ἐπλήρωσε διὰ φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν πλείο-
502να τῶν ὀφειλομένων. Διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐπὶ πλέον
503τούτων καὶ ἀχρεωστήτως πληρωθέντων ὑπέβαλε διὰ τῶν ἐν
504Λαμίᾳ ἀρχῶν αἴτησιν πρὸ διετίας, καὶ ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς του
505ταύτης οὐδὲν ἐνεργήθη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουρ-
506γὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατόπιν τῆς ὑποβληθείσης αὐτῷ
507κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον ἐπερωτήσεώς μου, νὰ δια-
508τάξῃ τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως δώσωσι τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν
509ταύτην, ἡ διαιώνισις τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ ἀφορμὴν ἐμπαιγ-
510μοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου του.
511Ἡ ἑτέρα εἶναι ἡ ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1894 ὁ Δασάρχης Φθιώ-
512τιδος, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, προσεκάλεσε κοινότητάς
513τινας καὶ ἰδιώτας, ἔχοντας εἰς τὴν κατοχήν των δάση τινὰ
514τῆς Φθιώτιδος, νὰ διορίσωσιν ἰδιώτας δασοφύλακας. Οἱ
515ἰδιοκτῆται οὗτοι τῶν διαφόρων τούτων δασῶν ἀπέφυγον νὰ
516διορίσωσι τοὺς δασοφύλακας, καὶ ὁ Δασάρχης, τῇ ἐντολῇ τοῦ
517Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπευθυνθείσῃ πρὸς αὐτὸν
518κατόπιν ἀναφορᾶς του, διὰ τῆς ὁποίας ἐκεῖνος παρίστα τὴν
519κατάστασιν τῶν δασῶν ἐπισφαλῆ, διώρισεν 7 τὸν ἀριθμὸν
520δασοφύλακας, οἱ ὁποῖοι, ὑπηρετήσαντες ἐπὶ 7 μῆνας ὁλο-
521κλήρους, ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν 50, τὸν ὁποῖον ἐκα-
522νόνισε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔλαβον μέχρι
523σήμερον τίποτε. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τοῦ μισθοῦ,
524ὁ ὁποῖος καθιστερεῖται εἰς τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους,
525τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσῳ σοβαρόν· ἀλλ’ οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖ-
526νοι, ζῶντες ἐν τῇ ἐρημίᾳ, εἶχον ἀνάγκην καὶ τῆς τροφῆς
527καὶ τοῦ μικροῦ ἐκείνου μισθοῦ, ὅπως ἀνταποκρίνωνται εἰς
528τὰς διαφόρους αὐτῶν ἀνάγκας· ἠναγκάσθησαν ἑπομένως νὰ
529προεξοφλήσωσι τοὺς μισθούς των εἰς διαφόρους ἐμπόρους.
530Ἔκτοτε δὲ οἱ ἔμποροι ἐκεῖνοι ζητοῦσι τὰ χρήματά των,
531καὶ οἱ δασοφύλακες ὑποβάλλονται οὐ μόνον εἰς τὴν πλη-
532ρωμὴν τοῦ κεφαλαίου τούτου, καίτοι δὲν εἶχον λάβει αὐτὸ
533ὁλόκληρον παρὰ τῶν προεξοφλητῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πλη-
534ρωμὴν τόκων καὶ ἐπιτοκίων, καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς τίνας ἄλ-
535λας ὑποχρεώσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς
536πληρωμὴν αὐτοῦ τοῦ μικροῦ μισθοῦ εἰς τοὺς δυστυχεῖς αὐ-
537τοὺς ἀνθρώπους.
538Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ζήτημα ἔχω, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔκρινα
539ὄχι ἄσκοπον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουρ-
540γοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν Λαμίᾳ ὑπάρχει εἷς Γεώργιος
541Τσαπῆς, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰς τὴν κυριότητά του οἰκόπεδον ἐν
542τῇ πόλει τῆς Λαμίας, ζητήσας δὲ πρὸ ἐτῶν τὴν ἄδειαν,
543ἵνα οἰκοδομήσῃ, δὲν κατώρθωσε νὰ λάβῃ τοιαύτην παρὰ τῆς
544ἁρμοδίας ἀρχῆς, εἰπούσης πρὸς αὐτόν, ὅτι τὸ οἰκόπεδόν του
545ἐκεῖνο δὲν πρέπει νὰ οἰκοδομηθῇ, διότι πρὸ δύο ἐτῶν ὁ Νο-
546μάρχης ἐξεπόνησε σχέδιον, μεταρρυθμίζον τὸ μέρος ἐκεῖνο
547τῆς πόλεως. Ὁ ἰδιοκτήτης Τσαπῆς ὑπέβαλεν αἴτησιν εἰς τὴν
548ἀστυνομίαν Λαμίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησεν ἄδειαν νὰ οἰκο-
549δομήσῃ. Ἡ ἀστυνομία διηύθυνε τὸ ἔγγραφον αὐτό, κρίνουσα
550δικαίαν τὴν αἴτησιν τοῦ Τσαπῆ, πρὸς τὸν Νομομηχανικόν, ὁ
551δὲ νομομηχανικὸς διὰ τῆς ἀπὸ 18 Αὐγούστου 1899 καὶ ὑπ’
552ἀριθ. 218 ἀναφορᾶς του ὑπέβαλε τὴν ἀναφορὰν τοῦ Τσαπῆ
553πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον
554τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀπήντησεν. Ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ γρα-
555φείου τοῦ Νομομηχανικοῦ Λαμίας, διὰ νεωτέρου ἐγγράφου
556του, ὑπ’ ἀριθμὸν 1448 τῆς 11 Μαρτίου 1900, ἐζήτησε καὶ
557πάλιν πληροφορίας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
558Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
559Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐ-
560τήν· τουτέστιν, ἢ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ οἰκο-
561δομήσῃ, ἢ νὰ γείνῃ ὅ,τι θὰ γείνῃ διὰ τὸ σχέδιον, ὥστε, καὶ
562ἂν τὸ οἰκόπεδον καταλάβῃ δημοσία τις ὁδὸς χαρασομένη, νὰ
563ἀποζημιωθῇ, καὶ νὰ μὴ ἀναγκασθῇ ν’ ἀκολουθήσῃ δικαστι-
564κὸν ἀγῶνα, ὃν ἤρξατο σχεδόν, ἐπιδοὺς πρό τινος αἴτησιν θε-
565ραπείας.
566§61Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
567§62Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
568Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς παραδοθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ
569τὸ ἀπαγορεύει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις ἐγὼ
570ἐμπιστεύομαι ταῦτα εἰς χεῖρας ὑμῶν.
571§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
572Διὰ νόμου, ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
573κονομικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1896, ἀπεστάλησαν εἰς Γερμανίαν
574πρὸς ἐκπαίδευσιν 6 νέοι, διὰ νὰ γένωνται δασολόγοι, καθω-
575ρίσθη δὲ ἡ χρονικὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν των εἰς 2½ ἔτη.
576Πάντες οὗτοι, ἐκ διαγωνισμοῦ προσληφθέντες ὑπότροφοι, ηὐ-
577δοκίμησαν, ὑπεβλήθησαν δὲ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Σχολῶν εἰς
578τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσεις, καθ’ ἃς εἰς τὰς ἐξετάσεις ἦλθον
579πάντοτε πρῶτοι. Ἐν τούτοις εἰς τὰς ἐκθέσεις ταύτας οἱ διευ-
580θύνοντες τὰς Σχολὰς, παρ’ αἷς φοιτῶσιν οἱ νέοι οὗτοι, ὑπο-
581βάλλουσι τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει, ἵνα ἐξέλθωσιν ἄρτιοι ἐπι-
582στήμονες, νὰ μείνωσι 3 ἀκόμη ἔτη. Ἐκ τῶν 2½ ἐτῶν, τὰ
583ὁποῖα εἶχεν ὁρίσει ὁ νόμος, ἐδαπάνησαν 6 μῆνας πρὸς ἐκμά-
584θησιν τῆς γλώσσης, ἀπαιτοῦνται δὲ ἕτεροι 6 μῆνες, ἵνα
585παραμείνωσιν ἐκεῖ μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν των. Λαμ-
586βάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
587σχέδιον, παρατεῖνον τὴν διάρκειαν τῶν σπουδῶν τῶν νέων
588τούτων ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ἕξ μῆνας ἀκόμη. Περὶ τούτου εἶχε
589προνοήσει νομοσχέδιον, ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν πα-
590ρελθοῦσαν Σύνοδον. Τὸ νομοσχέδιον ἀφεώρα συνάμα καὶ εἰς
591σύστασιν εἰδικῆς διοικήσεως τῶν δασῶν· ἐπειδὴ ὅμως τὸ
592νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη, ἐπείγει δὲ ἡ ψήφισις τῆς
593διατάξεως ταύτης, ἀπέσπασα ταύτην ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον
594καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ
595δὲ ταύτῃ χορηγεῖται εἰς τοὺς εἰρημένους ὑποτρόφους καὶ
596ποσὸν 300 φράγκων, λόγῳ ἐξόδων ἐπανόδου, συγχρόνως δὲ
597κανονίζονται καὶ τὰ δίδακτρα, ὡς καὶ τὰ τῆς θέσεώς των
598εὐθὺς ὡς ἐπανέλθωσιν ἐνταῦθα.
599§64Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ...
600§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
601Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν ἔδωκε διαταγὴν,
602παραγγέλλων τοὺς ταμίας, ὅπως ἐκβιάσωσι τοὺς δήμους. Ὁ
603Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μίαν ἐξέδωκε διαταγὴν ἐπὶ τοῦ
604θέματος αὐτοῦ πρὸς τοὺς ταμίας· νὰ ἐκτελέσωσι τὸν νόμον
605καὶ ἀναλογισθῶσι τὰς εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουσιν αὑ-
606τοὺς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἰσπράξωσι τὰ εἰς τὸ Δημόσιον
607ὀφειλόμενα. Τὰ Ταμεῖα δὲν δύνανται ν’ ἀποδώσωσι, κατὰ
608τὸν νόμον, χρήματα εἰς δῆμον, ἐὰν οὗτος ἦναι ὀφειλέτης πρὸς
609τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
610δεύσεως. Ὑπῆρχεν ἀληθῶς ἄλλοτε διάταξις ἐν τῷ νόμῳ περὶ
611δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδίδοντο 2,000
612δραχμαὶ εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους ὡς προκαταβολή· ἀλλ’ ἡ
613διάταξις αὕτη κατηργήθη καὶ ἐλήφθη ἑτέρα πρόνοια διὰ τοῦ
614νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος προὐνόη-
615σεν, ὅπως τὸ Δημόσιον ἔρχηται ἀρωγὸν εἰς ἐκείνους τῶν
616δήμων, τῶν ὁποίων τὰ χρηματικὰ μέσα δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς
617πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ἵνα ἔλθῃ ἀρω-
618γὸν, ἀπῄτησε νὰ ἐπιβληθῇ δασμὸς, ἢ νὰ αὐξηθῇ ὁ ὑπάρχων
619μέχρι 3% ἐπὶ τῶν ὠνίων· καὶ ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῆ πά-
620λιν, ὅτι οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν εἰσπράττουσιν ἐκ τοῦ ἐπιβλη-
621θέντος ἢ τοῦ αὐξηθέντος δασμοῦ τῶν ὠνίων ὅσα ἐπαρκοῦσιν
622εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τότε τὸ Δημόσιον ἔρχεται
623ἀρωγόν. Τὸ Δημόσιον, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ, ἦλθεν ἀρωγὸν
624κατὰ ποσὸν 1,200,000 δραχμῶν. Τὸ μέτρον τοῦτο ἀνεκού-
625φισε τοὺς ἀπόρους δήμους. Δὲν γινώσκω τί συμβαίνει εἰς τοὺς
626δήμους, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὅ,τι ὀφείλω νὰ
627παρατηρήσω εἶναι, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τῶν δήμων εἶναι κατα-
628φανὴς, ἀλλὰ δὲν δύναται διοικητικῶς νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία.
629Ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὸ ζήτημα ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάρ-
630γησιν τῶν διαπυλίων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ ἀπὸ
631τοῦδε τὸ προσῆκον νομοθέτημα, διότι πολλαὶ καὶ ποικίλαι
632παρουσιάζονται δυσκολίαι. Ἐν τῷ παρασκευασθέντι σχεδίῳ
633λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως οἱ δῆμοι ἔχωσι τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ
634πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων.
635§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
636κῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
637(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 123).
638§67Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
639§68Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
640Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς ὅσα θέλω εἴπει. Ἐκτὸς
641τοῦ νόμου τοῦ 1895, ὁ ὁποῖος ἔχει κανονίσει τὰ πράγματα,
642ὡς ἐξέθηκαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, ἠκολούθησε καὶ
643ἕτερος νόμος κατὰ τὸ 1896, ὁ ὁποῖος ἐβελτίωσε τὸν νόμον
644τοῦ 1895, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν τὸν ἔχω ἐνταῦθα πρό-
645χειρον. Οὗτος ὁ νόμος ὥριζεν, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οἱ
646δῆμοι δὲν ἐπλήρωνον τοὺς δημοδιδασκάλους, ὤφειλεν ἡ Κυ-
647βέρνησις νὰ πληρώσῃ αὐτούς, χρεώνουσα τοὺς δήμους. Ἐν-
648νοεῖται, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δι-
649καίωμα νὰ πληρώνῃ ἐκ τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου Ταμείου
650τοὺς δημοδιδασκάλους, ὁσάκις οἱ δῆμοι ἀδυνατοῦσι νὰ πρά-
651ξουν τοῦτο, καὶ οὕτως ἐγένετο μέχρι τοῦδε, καὶ ἐχρεώθησαν
652οἱ δῆμοι μὲ τὰ ποσὰ, περὶ ὧν πολλάκις ὡμίλησα· ἤτοι: μὲ
6531,202,667 δραχμὰς διὰ τὸ 1897, μὲ 834,535 δραχμὰς διὰ
654τὸ 1898, μὲ 1,341,425.88 διὰ τὸ 1899. Βεβαίως δύναται
655ὁ Ὑπουργός, ἀφοῦ οἱ δῆμοι εἶναι χρεωμένοι, νὰ κρατήσῃ τὰ
656εἰσοδήματα αὐτῶν· εἶναι δικαίωμά του. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι
657μέχρις οὗ ληφθῇ τὸ μέτρον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουρ-
658γός, ἐν συνεννοήσει τῶν τριῶν Ὑπουργείων, Ἐσωτερικῶν,
659Οἰκονομικῶν καὶ Παιδείας, περὶ διευθετήσεως τῶν προκατα-
660βολῶν τούτων, δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἡ αὐστηρότης, ἣν
661δεικνύει σήμερον ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ πρέπει νὰ κρίνῃ οὗ-
662τος, ποῖοι δῆμοι δὲν εὑρίσκονται εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν, καὶ
663τούτους ν’ ἀφήσῃ χρεωμένους μὲ τὸ ἰσότιμον τῶν μισθῶν τῶν
664δημοδιδασκάλων.
665§69ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ
666τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του
667ἐπὶ παρακλήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ τῷ ὑποβάλω.
668Κατὰ τὸν Ἐμπορικὸν Νόμον, συνάλλαγμα, μὴ πληρωνό-
669μενον ἅμα τῇ λήξει, διαμαρτύρεται, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκεί-
670νης ἄρχονται αἱ νόμιμοι συνέπειαι. Ὅταν πρόκηται περὶ
671συναλλαγματικῆς φερούσης τὸν τύπον «μετὰ μῆνας 3 ἢ 6
672ἀπὸ τῆς σήμερον», τότε, κατὰ τὰ παραδεδεγμένα ἀπὸ τὸν
673Ἐμπορικὸν Νόμον, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, — διότι ὅλοι οἱ
674μῆνες λογίζονται 30 ἡμερῶν — ὅτι ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν λήγει,
675εἶναι ὡρισμένη. Ἀλλ’ ὅπως γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
676καιοσύνης, ὁ ὁποῖος διετέλεσεν εὐδόκιμος δικηγόρος, πολλαὶ
677συναλλαγματικαὶ δὲν φέρουσι τὸν τύπον τοῦτον, ἀλλὰ γίνον-
678ται «μεθ’ ἡμέρας 30 ἢ 60 ἢ 100», καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ
679μέχρι τοῦδε ἡ πρᾶξις ἐπεκύρωσε, καὶ τὰ Δικαστήρια εἶχον
680καθιερώσει κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, ὅτι εἰς τὸν ὑπολογισμὸν
681τῶν ἡμερῶν συνυπολογίζετο καὶ ἡ ἡμέρα τῆς ἐκδόσεως, ὥστε
682συναλλαγματικῆς, ἐκδοθείσης μεθ’ ἡμέρας 60, ἦτο γνωστὴ ἡ
683ἡμέρα τῆς λήξεως, καὶ ἑπομένως ἐγίνετο τὸ διαμαρτυρικόν,
684καὶ ἦτο ἐντὸς τοῦ νόμου ὁ κάτοχος. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου,
685καὶ ἐσχάτως, νομίζω, ἐξεδόθησαν, ἂν μὴ πολλαί, δύο ἢ καὶ
686τρεῖς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀντίθετα διατάξασαι·
687παρεδέχθησαν, ἀντὶ τῆς μέχρι τοῦδε ἰσχυσάσης πράξεως, καὶ
688παρὰ τῶν Δικαστηρίων ἐφαρμοσθείσης, ὅτι εἰς τὸν ὑπολογι-
689σμὸν τῶν 90 ἡμερῶν τῆς προθεσμίας τῆς συναλλαγματικῆς
690δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ ἡ ἡμέρα τῆς ἐκδόσεως· ὥστε
691φέρει κατὰ μίαν ἡμέραν ἐπιβράδυνσιν τῆς λήξεως τῆς συναλ-
692λαγματικῆς. Τὰ ἄτοπα, τὰ ἐκ τούτου προκύπτοντα, εὐκό-
693λως ἐννοοῦνται. Διαμαρτύρεται ἡ συναλλαγματικὴ π. χ. τὴν
69428 Δεκεμβρίου, ὁ κάτοχος κινεῖ τὴν ἀγωγήν του, καὶ ὅταν,
695μετὰ 1 ἢ 2 ἢ 3 ἔτη, φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τῆς δίκης, ὁ Ἄρειος
696Πάγος λέγει, ὅτι δὲν εἶχε καλῶς κινηθῆ ἡ ἀγωγή, διότι ἡ
697διαμαρτυρία δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὴν 28, ἀλλὰ τὴν 29 Δε-
698κεμβρίου. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἔμποροι μοὶ παρεπονέθησαν,
699ὅτι ἡ Τράπεζα ἀρνεῖται νὰ δεχθῇ εἰς προεξόφλησιν συναλ-
700λαγματικάς, φερούσας αὐτὸν τὸν τύπον. Καὶ διατί; Διότι
701ἡ Τράπεζα ὀφείλει νὰ περιφρουρήσῃ τὰ συμφέροντα αὐτῆς,
702καὶ νὰ ᾖναι ἐντὸς τῶν τύπων. Μοὶ παρέστησαν δέ, ὅτι, πρὸς
703ἀποφυγὴν τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπέλθωσι κατό-
704πιν, ἠναγκάσθη ἡ Τράπεζα νὰ κάμῃ δύο διαμαρτυρίας, μίαν
705τὴν ἡμέραν τῆς λήξεως, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε παραδεδεγμέ-
706να, καὶ ἑτέραν τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ οὕτω
707παραδεδεγμένη ὡς νόμιμος ὑπὸ τῆς τελευταίας ἀποφάσεως
708καὶ νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἐὰν
709τοῦτο ἔχῃ ἀκριβῶς, ὅτι δηλ. τοῦτο πράττει ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
710πεζα κατ’ ἀνάγκην διὰ τὰς παρ’ αὐτῇ ὑπαρχούσας ἐκκρε-
711μεῖς συναλλαγματικάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται διαρ-
712κῶς αὐτό, καὶ συναλλαγματικαὶ δὶς νὰ διαμαρτύρωνται,
713οὐχὶ μόνον διὰ τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν συνεπάγει διπλῆ
714διαμαρτυρία εἰς τὸν κομιστήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς δυσκολίας
715τὰς πολλάς, τὰς ὁποίας συνεπιφέρει. Μοὶ παρεπονέθησαν
716περὶ τούτου ἔμποροι καθ’ ὅλα ἀξιόπιστοι, οἵτινες, καίτοι πι-
717στοῦχοι εἰς τοὺς καταλόγους τῆς Τραπέζης, ἔβλεπον συναλ-
718λάγματα, παρ’ αὐτῶν κομιζόμενα, μὴ γινόμενα δεκτά, διότι
719ἦσαν ἐκδεδομένα ὡς πληρωτέα «μεθ’ ἡμέρας 50 ἢ 60 ἢ 100».
720Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δι-
721καιοσύνης νὰ πληροφορηθῇ, πῶς ἔχει τὸ ζήτημα, ἀπὸ τὴν
722Εἰσαγγελίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἂν πληροφορηθῇ, ὅτι
723ταῦτα οὕτως ἔχουσι, τότε νὰ σκεφθῇ, τί δύναται νὰ γείνῃ,
724πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀτόπων καὶ τῶν ζημιῶν, αἵτινες ἐπέρ-
725χονται εἰς τὸ ἐμπόριον...
726§70Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀφοῦ ἔχετε ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου
727Πάγου...
728§71ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ νομολογία δὲν εἶναι νομοθεσία,
729κύριε συνάδελφε.
730Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, πρὸ τῆς ἀμφιβολίας ταύτης, ἡ ὁποία
731ἠνάγκασεν, ὡς μοὶ παρεπονέθησαν ἔμποροι, τὴν Τράπεζαν
732νὰ ἀρνῆται τὴν προεξόφλησιν συναλλαγματικῶν τοιοῦτον
733φερουσῶν τύπον, δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης,
734ἐὰν ἴδῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διοικητικῶς, διὰ τῆς ἀνωτέρας
735δικαστικῆς ἀρχῆς, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο,—ὅπως καὶ
736ἐγὼ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν,— δύναται, λέγω, ὁ κ.
737Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης—καὶ τοῦτο θὰ ἦτο τὸ πρακτι-
738κώτερον—νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἐπειδὴ θὰ
739ἦναι καθαρῶς ὑπηρεσιακὸν καὶ οὐδὲν βάρος θὰ προσθέτῃ,
740ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας θὰ διευκολύνῃ τὸ ἐμπόριον, δὲν θὰ ἀπαν-
741τήσῃ οὐδὲ πολλὰς συζητήσεις, οὐδὲ καὶ δυσκολίας πρὸς ψή-
742φισιν. Διὰ τοιούτου νομοσχεδίου θὰ καθαρισθῇ τελείως τὸ
743ζήτημα, ἀπαλλαττομένης τῆς ἐμπορικῆς τάξεως ἐκ μιᾶς
744ἀμφιβολίας, ἡ ὁποία παρεμποδίζει τὰς δοσοληψίας.
745§72Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα, τὸ
746ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, εἶναι
747ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, διότι βεβαίως διοικητικὴ πρόνοια
748δὲν δύναται νὰ ληφθῇ, προκειμένου περὶ δικαστικῆς ἐνερ-
749γείας, διότι αἱ πρωτόδικοι ἀποφάσεις δύνανται νὰ προσβλη-
750θῶσι διὰ τῶν νομίμων ἐνδίκων μέσων. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ
751τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπασχολεῖ ὁμολογουμένως τὸν ἐμπορικὸν
752κόσμον, διότι καὶ τὰ Δικαστήρια δὲν ἔθεσαν φραγμόν, ἰδίως
753δὲ ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος εἶχε καθῆκον νὰ θέσῃ φραγ-
754μὸν εἰς τὴν διχογνωμίαν, τὴν ἐπικρατοῦσαν ὡς πρὸς τὸν
755ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἐνεργείας τοῦ διαμαρτυρικοῦ,
756διὰ τοῦτο προστίθεμαι καὶ ἐγὼ εἰς τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιο-
757τίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
758γὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν, οὕτως
759ὥστε νὰ καθαρισθῶσι τὰ χρονικὰ ὅρια τῆς ἐνάρξεως καὶ τῆς
760λήξεως τῶν προθεσμιῶν τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, ὡς πρὸς
761τὰς συναλλαγματικάς.
762§73Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μᾶς λέγετε, ποῦ στηρίζεται ὁ
763Ἄρειος Πάγος; Ἀφοῦ λέγει ἡ συναλλαγματικὴ «ἀπὸ σή-
764μερον», διατὶ νὰ μὴ ὑπολογίζηται τὸ «σήμερον»; Εἶναι
765ἐναντίον τοῦ γράμματος τῆς συμφωνίας.
766§74Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ Ἄρειος Πάγος, δυστυχῶς, ὡς
767καὶ τὰ λοιπὰ Δικαστήρια, θέλοντα νὰ ἐξοικονομήσωσιν εἰδικὰς
768περιστάσεις, ἴσως δικαιολογουμένας οὐσιαστικῶς, ἐδέχθησαν
769ὁτὲ μὲν τὴν μίαν λύσιν, ὁτὲ δὲ τὴν ἄλλην. Ὁ Ἄρειος Πά-
770γος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντεταλμένος νὰ θέτῃ τέρμα εἰς τὴν κρα-
771τοῦσαν ταύτην ἀμφιβολίαν περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατά-
772ξεων τοῦ νόμου, οὐδὲν ἔπραξε· καὶ ὄχι μόνον οὐδὲν ἔπραξεν,
773ἀλλὰ καὶ ἀποφάσεις ἀντιφατικὰς ἐξέδωκε περὶ τούτου. Διὰ
774τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
775νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον
776νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ κῦρος τῶν συναλλαγῶν.
777§75Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ὅ,τι ἐγὼ γινώσκω, εἶναι, ὅτι πάν-
778τοτε ἐθεωρήθη ὡς κανὼν τὸ ἑξῆς· ὅτι δηλ. αἱ προθεσμίαι
779τοῦ ἀστικοῦ δικαίου καὶ ἑπομένως καὶ αἱ τοῦ ἐμπορικοῦ δι-
780καίου (διότι τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον εἶναι σύνολον ἐξαιρετικῶν
781διατάξεων τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ὑπαγορευομένων ὑπὸ τῆς
782φύσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς ἐμπορίας) λογίζονται ὡς
783προθεσμίαι 30 ἡμερῶν. Ὁ μὴν ἑπομένως, ὁ τοῦ ἀστικοῦ δι-
784καίου, ἀποτελεῖται ἀπὸ 30 ἡμέρας, καὶ οὐχὶ πλειοτέρας.
785Ἐν τῇ Δικονομίᾳ ὁρίζεται, ὅτι δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ
786ἡμέρα τῆς ἐπιδόσεως. Ὅθεν προθεσμία μηνὸς εἶναι προθε-
787σμία τριάκοντα ἡμερῶν, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἔτι ἡμέρας, δηλονότι
788τριάκοντα μιᾶς ἡμερῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, γινώσκω, ὅτι οὐδέποτε
789ἠμφισβητήθη τοῦτο ἐν τῇ δικαστικῇ ἡμῶν πρακτικῇ. Ἀλλά,
790ἐὰν εἶναι βάσιμον, ὅτι ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπό-
791φασίς τις νεωτέρα, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ.
792συναδέλφου, ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει τοιούτου εἴδους
793νομολογία, καλὸν εἶναι βεβαίως νὰ ὑποβληθῇ ἑρμηνευτικὸν
794νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα λύσις.
795§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλαβον ἐπιστολὴν, δι’ ἧς ὁ
796ἐπιστέλλων μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία αὑτοῦ περι-
797ῆλθεν ἐν κινδύνῳ, ὑπὸ τῶν δημοσίων ἀρχῶν παρασκευα-
798σθέντι. Καὶ ὅτι μὲν εἶναι ἀληθῶς ἰδιοκτήτης τῶν κτημάτων,
799τὰ ὁποῖα ἀναγγέλλει, ὅτι εὑρίσκονται ἐν κινδύνῳ, ὁ γρά-
800φων, βεβαιοῖ τοῦτο, διότι παρατάσσει ἐν τῇ ἐπιστολῇ του
801σωρείαν ἀριθμῶν παραχωρητηρίων τοῦ Δημοσίου, δι’ ὧν
802παρεχωρήθησαν πρὸς αὐτὸν οἱ ἀγροί· ἦσαν δὲ τὰ κτήματα
803ταῦτα τοῦ Δημοσίου, διότι ἀνῆκον εἰς Ὀθωμανούς, κατέχει
804δὲ ὁ γράφων τὰ κτήματα ταῦτα 60 περίπου ἔτη, ὡς βεβαιοῖ,
805διότι ἐκληρονόμησεν αὐτὰ παρὰ τοῦ πατρός του, μονογενὴς
806υἱὸς αὐτοῦ τυγχάνων. Ὅτι ὅμως τὰ κτήματα ταῦτα αὐτοῦ
807κινδυνεύουσι, δὲν ἔχω ἄλλην ἀλλαχόθεν πληροφορίαν, ἀλλ’
808ἔχω παραστάσεις αὐτοῦ τούτου, ἰσχυριζομένου, ὅτι μακρὰν
809τῶν ἀγρῶν αὐτοῦ ὑπάρχει ἰχθυοτροφεῖον, τοῦ ὁποίου ὁ ἐνοι-
810κιαστὴς συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ κατορθώσῃ νὰ κατακλυσθῶσιν
811οἱ ἀγροὶ τοῦ γράφοντος διὰ τῶν ὑδάτων τοῦ ἰχθυοτροφείου,
812ὥστε νὰ καταλάβῃ αὐτοὺς, ὡς συνέχειαν τῆς περιφερείας
813τοῦ ἰχθυοτροφείου. Διὰ τοῦτο ἀπέφραξε τὰς τάφρους, δι’ ὧν
814διαρρέουσι τὰ ὕδατα, καὶ ἐπέχωσεν αὐτοὺς, ἵνα μὴ διαρ-
815ρέωσι τὰ ὕδατα καὶ ἐκβάλλωσιν εἰς τὴν θάλασσαν. Τὴν
816ὑπόθεσιν αὐτὴν, ὡς μοὶ γράφει, ἠναγκάσθη ν’ ἀνακοινώσῃ
817εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ λάβῃ
818προσωρινὰ μέτρα, ὁ δὲ Εἰρηνοδίκης ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, διὰ
819τῆς ὁποίας ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν ἀποδείξεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ
820ἐνοικιαστὴς τοῦ ἰχθυοτροφείου εἶναι δικαιοδόχος τοῦ Δημο-
821σίου, ἀνεφέρθη, φαίνεται, οὗτος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
822κονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς προθέ-
823σεις τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ δικηγόρος τοῦ Δημοσίου
824τρεῖς μέχρι τοῦδε ὑπέβαλεν ἐφέσεις, καὶ πέντε αἰτήσεις
825παρατάσεως προθεσμίας, καθ’ ἃ μοὶ γράφει ὁ εἰρημένος φί-
826λος μου. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ
827ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, φαί-
828νεται, ὅτι ἄνθρωπός τις ἐκ τῶν περὶ τοὺς Ὑπουργοὺς κατώρ-
829θωσε νὰ ἐκδοθῇ παρ’ αὐτῶν διαταγὴ, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας
830ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἰχθυοτροφείου ἐστρατολόγησεν ἄνδρας
831ἀπό τε τὴν Πυλίαν καὶ ἀπὸ τὴν Τριφυλίαν, προσέτι δὲ καὶ
832ἀπὸ τὰς ἄλλας παρακειμένας ἐπαρχίας, καὶ τῇ ὑποστηρίξει
833αὐτῶν ἐπέχωσε τὰς τάφρους τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ κατέ-
834στρεψε τὴν περιουσίαν αὐτοῦ.
835Ὁ ἄνθρωπος, ὁ γράφων ταῦτα, εἶναι ἔντιμος, ἔχει δὲ
836ἀπόδειξιν, ὅτι τιμῶσιν αὐτὸν οἱ συμπολῖται αὐτοῦ, διότι
837εἶχον ἐμπιστευθῆ αὐτῷ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον
838καὶ τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δι-
839καιοσύνης εἶναι συμπολίτης αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔχει
840αὐτός, ἢ οἱ φίλοι αὐτοῦ, συμπαθείας πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν
841τοῦ ἰχθυοτροφείου· τοῦτο δ’ εἰς αὐτὸν ἀνήκει νὰ ἐξετάσῃ,
842ἵνα μὴ ὑπολαμβάνηται αὐτὸς ὡς προστάτης τοιούτων ἐκθέ-
843σμων πράξεων. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
844τερικῶν πρέπει νὰ δώσῃ διαταγὰς, νὰ μὴ ἀναμιγνύηται ἡ
845νομοτελεστικὴ ἐξουσία εἰς ὑποθέσεις, αἵτινές εἰσιν ἐκκρε-
846μεῖς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διότι ἡ σύγχυσις τῶν ἐξου-
847σιῶν θέλει ἐπιφέρει κακὰ ἀποτελέσματα, βεβαίως δὲ ζημίας
848εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ὁ κύριος Μπόμπολας ἐκίνησεν
849ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ εὐλόγως ζητεῖ ἀποζημίω-
850σιν· τὸ Δημόσιον δὲ θέλει πληρώσει δεκάδας χιλιάδων δραχ-
851μῶν ἕνεκα τῆς συμπαθείας τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ Ὑπουργοῦ
852πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν.
853§77ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τούτου, κύριε Πρόε-
854δρε, πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον ἀναφορὰν τοῦ κ. Μπόμπολα...
855§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Μπόμπολας μοὶ γράφει.
856§79ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ... Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν
857μὲ ἠξίωσεν ἀπαντήσεως. Μάλιστα παρεκάλεσα καὶ τὸν κ.
858Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ, διότι δὲν τὸν συμ-
859φέρει, ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν...
860§80Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
861Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε.
862§81ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει νὰ κάμῃ κατὰ τοῦτο,
863ὅτι ὁ κ. Μπόμπολας ἦτο Δήμαρχος, ἀλλ’ οὐχὶ φίλος τοῦ κ.
864Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
865§82Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τῆς ἐνεργείας τῶν δικαστι-
866κῶν ἀρχῶν δὲν παρεπονέθη ὁ κ. Μπόμπολας.
867§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν παρεπονέθη κατὰ τῆς ἐνερ-
868γείας τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ παρεπονέθη κατὰ τῶν
869ἐνεργειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐνέχονται οἱ περὶ τοὺς Ὑπουργούς.
870Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναφέρω Ὑπουργόν.
871§84Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω
872οὐδὲ ποῖος εἶναι ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἰχθυοτροφείου, οὐδὲ περὶ
873τίνος πρόκειται.
874§85Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐκ Τριφυλίας ἕλκει τὸ γένος.
875§86ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζετε ὅμως, ὅτι ὁ κ.
876Μπόμπολας εἶναι πρώην Δήμαρχος, καὶ δὲν εἶναι φίλος σας.
877§87Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ αὐτό;
878§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσ-
879σήνης καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κατήγγειλαν, ὅτι
880φίλοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπενέβησαν κατὰ
881τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ ἀντίθετος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
882Δικαιοσύνης, ὁ κ. Μπόμπολας, ὁ κομματάρχης τῆς Πυλίας,
883καταδιώκεται μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ τοῦ ἀφαι-
884ρῆται ἡ περιουσία του παρανόμως.
885§89Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
886Οὐδὲ τοὺς φίλους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁρίζετε,
887οὐδὲ τὸν ἐνοικιαστήν, ἐπαναλαμβάνω γνωρίζω· παραδέχε-
888σθε δὲ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐξετέλεσε καὶ ἐκτελεῖ τὸ
889καθῆκόν της. Ἐὰν δὲ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ
890τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε πολλὰς ἐφέσεις ἢ πολλὰς αἰτήσεις,
891τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
892§90ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπέτρεψαν ὅμως τὰ ὄρ-
893γανα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παρεκτραπῶσιν
894οἱ ἐνδιαφερόμενοι, νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ ἔνοπλοι, καὶ νὰ κατα-
895στρέψωσι τὸ κτῆμα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ.
896§91Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ πάλιν διαβεβαιῶ ὑμᾶς, ἀξιό-
897τιμε συνάδελφε, ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὑποθέσεως.
898§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς οὐδεμίαν ἔχετε ἁρμοδιό-
899τητα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως· ἑπομένως εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν
900ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδώσητε διαταγὴν ἐπίσημον. Ἀλλ’ ὁ γρά-
901φων λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
902«Τὸ Δημόσιον, χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς ὁριστι-
903»κῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ πο-
904»σῶς ὑπ’ ὄψιν τὰς διαμαρτυρίας καὶ αἰτήσεις, ἃς ὑπέβαλον
905»αὐτῷ, καὶ τοὺς τίτλους μου, οὓς ὑπέδειξα τῷ κ. Οἰκονο-
906»μικῷ Ἐφόρῳ, καὶ ἐζητούμην νὰ ἐξετάσῃ προηγουμένως τὰ
907»πράγματα ἐπισταμένως, καὶ μοὶ ἀποδώσῃ τὸ ἀνῆκον δί-
908»καιον, παρ’ ἐλπίδα τὴν 9 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. τὸ Ὑπουρ-
909»γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τηλεγραφικῶς τὸν ἐνταῦθα
910»Ἔφορον καὶ κατέστρεψε δι’ ἐργατῶν του τινὰς τῶν ἐπὶ
911»Τουρκοκρατίας ἔτι ὑπαρχουσῶν τάφρων τῶν κτημάτων μου.
912»Ἐν ᾧ δὲ ἀνέγνων ἀπάφασιν τοῦ Ὑπουργείου, ἀναγνωρίζου-
913»σαν τὸ δίκαιόν μου, παραδόξως τοῦτο διέταξε καὶ αὖθις τὸν
914»Οἰκονομικὸν Ἔφορον Πυλίας, ὅστις, ἐπὶ κεφαλῆς χωροφυ-
915»λάκων καὶ δεκάδων ἐργατῶν, στρατολογηθέντων ἐξ ἄλλης
916»ἐπαρχίας, ἤτοι τῆς Τριφυλίας, ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ
917»ἰχθυοτροφείου μετέβη τὴν 11 τρέχοντος μηνὸς εἰς τοὺς ἐν
918»τῇ θέσει Πέρα Γιάλοβα ἀγρούς μου, ἀπέχοντας ἐκ τῶν ἀκτί-
919»νων τοῦ ἰχθυοτροφείου πλέον τῆς ἡμισείας ὥρας, καὶ κατέ-
920»στρεψε τελείως τὰς ἐπὶ Τουρκοκρατίας ὑπαρχούσας τάφρους
921»τῶν ἐκεῖ ἰδιοκτήτων σταφιδαμπέλων μου καὶ ἀγρῶν μου...»
922§93Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
923Ἐὰν ἐξεδόθη διαταγή τις ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
924μικῶν, βεβαίως ἐξεδόθη ἐπὶ παραστάσεσι διαφόροις ἢ ὡς
925παρίσταται ἡ ὑπόθεσις διὰ τῆς ἐπιστολῆς, τῆς ἀναγνωσθεί-
926σης. Ἐὰν κατετέθη ἀναφορά, ὡς λέγει ὁ ἀξιότιμος Βουλευ-
927τὴς ἐκ Μεσσήνης, τοῦ ἐνδιαφερομένου, καὶ ἐστάλη εἰς τὸ
928Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ζητήσω νὰ μοὶ χορηγη-
929θῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι. Ἐπειδὴ ὅμως γίνεται λό-
930γος περὶ τούτου ἐνταῦθα, θὰ διατάξω αὔριον τὰ προσήκοντα,
931ὅπως μηδεὶς στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του, διότι οὐδέποτε
932οὐδὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ ἄλλος τις Ὑπουρ-
933γὸς εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβῃ τὴν ἰδέαν νὰ στερήσῃ ἕνα
934ἰδιώτην τῆς περιουσίας του χάριν οἱουδήποτε δημοσίου συμ-
935φέροντος.
936§94Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κατὰ Ἰούλιον ἐ. ἔ. τὸ Δημοτικὸν
937Συμβούλιον τοῦ δήμου Λάκμωνος τῆς ἐπαρχίας Καλαμπά-
938κας ἐπέβαλε φόρον δημοτικὸν ξυλείας, τὸ δὲ περὶ τούτου ψή-
939φισμα ἐνεκρίθη κατ’ Αὔγουστον ἐ. ἔ. Ἐν ᾧ δὲ ὁ φόρος οὗτος
940ἐνεκρίθη, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰσπρακτέος ἀπὸ τοῦ Αὐγού-
941στου 1900, συμπολίτης μού τις παραπονεῖται, ὅτι ὁ κ. Νο-
942μάρχης Τρικκάλων ἐνέκρινεν ἐντάλματα ἐναντίον ἑνὸς ἐργο-
943στασιάρχου καὶ ἑνὸς ξυλεμπόρου ἐν Πάτραις, διὰ τῶν ὁποίων
944ἐνταλμάτων ζητεῖται νὰ πληρώσωσι φόρον δημοτικὸν ξυ-
945λείας διὰ ξυλείαν ὑλοτομηθεῖσαν πρὶν ἢ ἐγκριθῇ τὸ ψήφι-
946σμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τουτέστι διὰ ξυλείαν ὑλο-
947τομηθεῖσαν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1899 μέχρι τοῦ Μαρτίου
9481900, δηλαδὴ ὑλοτομηθεῖσαν τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας προ-
949τοῦ ἐγκριθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Παρα-
950πονεῖται λοιπὸν ὁ συμπολίτης μου ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀντι-
951πρόσωπος τοῦ ἐργοστασιάρχου καὶ τοῦ ξυλεμπόρου, τῶν ἐν
952Πάτραις, ἐνήργησε τὴν ὑλοτομίαν ταύτην, ὅτι τὰ ἐντάλμα-
953τα ταῦτα εἶναι παράνομα, διότι τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ
954Συμβουλίου, τὸ ἐγκριθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου Νομάρχου, ἐφ’ ὅσον
955εἶναι φορολογικὸν, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύνα-
956μιν. Παρακαλεῖ λοιπὸν ἐμέ, ὅπως συστήσω πρὸς τὸν κύριον
957Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸν τῶν
958Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ παράπονον τοῦτο, καὶ,
959εἰ δυνατόν, νὰ διατάξῃ τὸν κ. Νομάρχην νὰ ἀναστείλῃ τὴν
960ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων τούτων, διότι φρονεῖ, ὅτι καὶ ἡ
961παρὰ τούτου ἔγκρισις καὶ ἡ ἐκτέλεσις εἶναι παράνομος.
962Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
963νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, καὶ, ἂν ᾖναι ἀληθές, νὰ διατάξῃ τὴν
964ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐνταλμάτων τούτων, καθό-
965σον ἀληθῶς εἶναι παράνομα, ἀφοῦ τὰ φορολογικὰ δημοψη-
966φίσματα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀναδρομικὴν δύναμιν.
967Ἀλλ’ ἤδη ἔρχομαι εἰς ἕτερον ζήτημα. Πρὸ ὀλίγων ἡμε-
968ρῶν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶχε τὴν κα-
969λωσύνην, καταθέτων σημείωμα, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βου-
970λήν, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει
971ἀπὸ τῆς 25 Νοεμβρίου, περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον μέχρι σή-
972μερον εἰσεπράχθη ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τῶν προωρισμέ-
973νων διὰ τὴν μελέτην πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν
974Θεσσαλίᾳ. Κατὰ τὸ σημείωμα τοῦτο, «ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου ἐ.ἔ.
975μέχρι τῆς 16 τρέχοντος μηνὸς ἐκ μὲν τοῦ Τελωνείου Βόλου
976καὶ τῶν εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτοῦ ὑπαγομένων ὑποτελω-
977νείων ὁ φόρος οὗτος ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 28,426.90, ἐκ δὲ
978τοῦ Τελωνείου Λαρίσης καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸ Τελωνείων εἰς
979δραχμὰς 196.25, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 28,623,15. Αἱ
980προβλέψεις ὅμως τῶν ἐμπόρων Βόλου ἦσαν ὅλως ἀλλοῖαι τῶν
981ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἀπάντησις αὕτη.
982Ἐκεῖνοι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ποσὰ θὰ ἦσαν πολὺ
983μεγαλείτερα, καὶ ἑπομένως ἀνησυχοῦσι, καὶ ζητοῦσι νὰ ἴδωσι,
984μέχρι τίνος εἶναι δυνατὸν νὰ φθάνωσι τὰ ποσὰ ταῦτα. Ἀλλὰ
985νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
986Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἀρτία, ὥστε νὰ μᾶς δώσῃ τὸ ἀκριβὲς
987ποσὸν τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντων. Μοὶ δίδει δὲ ἀφορ-
988μὴν νὰ ὑποθέσω τοῦτο ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον διένειμαν
989πρὸς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτὰς τὰ μέλη τοῦ Ἐμπο-
990ρικοῦ Συλλόγου Βόλου. Ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τούτου προ-
991κύπτει, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη εὐθὺς ὡς ἐδημοσιεύθη ἐν
992τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐνῷ ἐδημοσιεύθη τὴν
99315 Ἀπριλίου ἐ. ἔ., ἡ εἴσπραξις μόλις ἤρχισε τὸν Ἰούλιον
994ἐ. ἔ., κατὰ δὲ τὸ τρίμηνον ἐκεῖνο διάστημα οὐδεμία εἴσπρα-
995ξις, τοὐλάχιστον ἐν τῷ Τελωνείῳ Βόλου, ἐγένετο· ἑπομέ-
996νως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν δεδομένα ἀσφαλῆ, ὥστε νὰ
997κρίνωμεν, ποῖον εἶναι τὸ ἀληθὲς ποσόν, τὸ εἰσπραχθησόμενον
998ἐν τοῖς Τελωνείοις ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Τοῦτο ὅμως ἔδω-
999κεν ἀφορμὴν εἰς τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον Βόλου νὰ δια-
1000μαρτυρηθῇ, καὶ νὰ θεωρήσῃ ὡς παράδοξον τὴν ἀπαίτησιν
1001τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς Βόλου, ἡ ὁποία ἀξιοῖ νῦν, ὅτε τὰ
1002ἐμπορεύματα ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Τελωνείου, νὰ ὑποχρεώσῃ
1003τὸν ἐμπορικὸν κόσμον τοῦ Βόλου εἰς τὴν δι’ αὐτὰ πληρωμὴν
1004φόρου· καὶ ὅταν ὑποχρεῶται ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τοῦ Βόλου,
1005βεβαίως ὑποχρεοῦται ὁλόκληρον τὸ Θεσσαλικὸν ἐμπόριον. Ζη-
1006τεῖ λοιπὸν ὁ Τελώνης νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ἐμπορικὸν κόσμον τοῦ
1007Βόλου νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον διὰ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα
1008ἤδη ἔλαβεν ἐκ τοῦ Τελωνείου, διὰ τὰ ἐμπορεύματα δηλαδή,
1009τὰ ὁποῖα ἔλαβε κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον
1010ὁ Τελώνης Βόλου δὲν ἐνόει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Καὶ ἐγὼ
1011φρονῶ, ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου
1012εἶναι δικαία, καὶ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, λαβοῦσα
1013ἤδη γνῶσιν τοῦ παραπόνου τούτου, θέλει λάβει μέτρον, ὅπως
1014κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὸν Ἐμπο-
1015ρικὸν Σύλλογον Βόλου νὰ συνέλθῃ καὶ συντάξῃ τὸ ὑπόμνη-
1016μα, περὶ οὗ ὁ λόγος. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τούτου
1017προκύπτει καὶ ἑτέρα πληροφορία, λίαν ὠφέλιμος, τὴν ὁποίαν
1018συνιστῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
1019ρικῶν. Κατὰ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο (ἀναγινώσκει) «ἡ Θεσσα-
1020λία ἐφορολογήθη ἤδη ἄλλοτε δι’ ὑδραυλικὰς μελέτας, γε-
1021νομένας ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, καὶ εὑρι-
1022σκομένας ἐν ἀντιγράφῳ, ὡς πληροφορούμεθα, εἰς χεῖρας τοῦ
1023κυρίου Θεοφάνους Πετροχείλου, τοῦ ἀναλαβόντος ἐν καιρῷ
1024τὴν ἐργολαβίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς
1025Θεσσαλίας, ματαιωθεῖσαν κατόπιν». Ὁ Θεοφάνης Πετρόχει-
1026λος οὗτος εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἐργολάβων, ἐπ’ ὀνόματι τῶν
1027ὁποίων κατεκυρώθησαν τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, ὅτε τὸ πρῶτον
1028ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ ἐκτελέσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων.
1029Ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τούτου προκύπτει, ὅτι ἔχει εἰς χεῖράς
1030του ἀντίγραφα τῶν σχεδιαγραμμάτων περὶ τῶν ὑδραυλικῶν
1031ἔργων. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, τότε εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς
1032περιστάσεως, λίαν εὐκολυνούσης τὸ πρᾶγμα· διότι ἐν τοιαύ-
1033τῃ περιπτώσει νέα μελέτη διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα εἶναι πε-
1034ριττὴ, καὶ ἑπομένως ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ὑφίσταται ὁ φόρος οὗτος
1035θὰ ἐκλείψῃ, ἂν ἀληθῶς αἱ μελέται ὑφίστανται ἄρτιαι καὶ
1036πληροῦσιν ὅλους τοὺς ὅρους τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ.
1037Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς μελέτην τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ
1038ὑδραυλικῶν ἔργων.
1039Καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων παραπονεῖται ὁ Ἐμπορικὸς Σύλ-
1040λογος Βόλου· παραπονεῖται, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν εἰσαγομέ-
1041νων ἐμπορευμάτων εἶναι τόσον βαρὺς, ὥστε ἔχει ἀποκλείσει
1042πλέον τὸν συναγωνισμὸν πρὸς τὰς ἀγορὰς τῶν πέριξ τμημά-
1043των τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἰσχυρίζεται, ὅτι τὸ ἐμπόριον
1044Βόλου εὑρίσκεται ἐν ἥττονι μοίρᾳ ἀπέναντι τοῦ ἐμπορίου
1045τῆς Φθιώτιδος, π. χ., τῆς Χαλκίδος, τῆς Σκοπέλου κλπ., καὶ
1046ὅτι εἶναι ἀδύνατον πλέον, ἕνεκα τῆς ἐπιβληθείσης ταύτης
1047φορολογίας, νὰ συναγωνίζηται πρὸς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας·
1048ὄχι δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἔμποροι τῶν μερῶν ἐκεί-
1049νων, εἰσάγοντες τὰ ἐμπορεύματα αὑτῶν εἰς τοὺς πέριξ λιμέ-
1050νας, καὶ ἀπαλλαττόμενοι οὕτω τοῦ φόρου τούτου, κατόπιν
1051εἰσάγουσιν αὐτὰ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ οὕτω συναγωνίζον-
1052ται ἐπὶ ἀνίσοις ὅροις πρὸς τοὺς ἐμπόρους τοῦ Βόλου κατὰ
1053τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐπιφέρουσι ζημίας μεγάλας. Καὶ περὶ
1054πολλῶν ἄλλων ὁμιλοῦσιν οἱ ἔμποροι Βόλου, καὶ παρακαλῶ
1055τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
1056τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσωσιν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τὸ
1057ὑπόμνημα, καὶ νὰ λάβωσι μέτρον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀρθῶσι
1058πᾶσαι αἱ δυσχέρειαι καὶ τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα συναπο-
1059τελοῦσι τὸ παράπονον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου, τὸ
1060ὁποῖον παράπονον δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπὸ τὴν ἁρμό-
1061ζουσαν ἔποψιν, καὶ νὰ σπεύσῃ διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ
1062διορθώσῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον διατυποῦται ἐν τῷ ὑπομνή-
1063ματι τούτῳ.
1064§95Ν. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ σήμερον τὸ ὑπό-
1065μνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου, ἀναφέρον ὅσα ἀνέφε-
1066ρεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τρικκάλων, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ
1067Κυβέρνησις θὰ λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, καὶ θὰ τὸ μελετήσῃ, διότι
1068ἐξ αὐτοῦ πλεῖστα ὅσα θέλει συναγάγει συμπεράσματα, ὠφέ-
1069λιμα καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους Βόλου.
1070Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ ἐπε-
1071βλήθη φόρος 2% ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγο-
1072μένων διὰ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ Τελωνείων καὶ ὑποτελωνείων
1073ἐμπορευμάτων, ¼ τοῦ λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῶν σιτηρῶν
1074καὶ ἀλεύρων, τῶν ἐκ τοῦ Τελωνείου Βόλου ἐξαγομένων, ἢ
1075εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μεταφερομένων, καὶ ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν
1076ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ ἐκ τοῦ αὐτοῦ Τελωνείου ἐξαγομένου
1077εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἢ μεταφερομένου εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Τὸ
1078προϊὸν τοῦ φόρου τούτου προωρίσθη διὰ τὴν μελέτην τῶν
1079ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας· ἀλλὰ τί ἀπέφερε μέχρι
1080τοῦδε ὁ φόρος οὗτος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν. Ἐὰν
1081πράγματι, Κύριοι, ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη φορολογία, δύο
1082κακὰ θὰ προκύψωσιν· ἀφ’ ἑνὸς ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νό-
1083μου, διότι ἤδη πλεῖστα ἐμπορεύματα δὲν εἰσάγονται διὰ
1084τοῦ λιμένος Βόλου, καὶ μετά τινα καιρὸν ὅλα τὰ ἐμπορεύ-
1085ματα δὲν θὰ εἰσάγωνται διὰ τοῦ λιμένος αὐτοῦ, καθόσον οἱ
1086ἔμποροι, κερδοσκοποῦντες, εἰσάγουσι τὰ ἐμπορεύματα αὑτῶν
1087εἰς ἄλλον λιμένα τοῦ Κράτους, καὶ ἐκεῖθεν τὰ εἰσάγουσιν εἰς
1088Βόλον, ὡς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ μεταφερόμενα. Οὕτω δὲν θὰ
1089εἰσπράττηται τίποτε μετά τινα χρόνον διὰ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν
1090προωρίσθη ὁ φόρος. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ζημιοῦνται καὶ αἱ ἐμ-
1091πορικαὶ τάξεις, ἢ μᾶλλον νεκροῦται τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσα-
1092λίας, καὶ ἰδίως τοῦ Βόλου, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1093Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι εἶναι ἡ μόνη πόλις, ἡ ὁποία ἔχει
1094πρόοδον.
1095Ἀλλὰ τὸ ὑπόμνημα δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅσον
1096ἀφορᾷ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας· διότι, ὡς ἐνθυ-
1097μεῖσθε, ἐγένετο ἀκριβὴς μελέτη περὶ τούτων παρὰ τῆς Γαλ-
1098λικῆς ἀποστολῆς, καὶ τὸ Κράτος ἐδαπάνησεν οὐκ’ ὀλίγα,
1099καὶ ἰδίως ἐκ τῆς εἰδικῆς φορολογίας. Τὰ σχετικὰ σχεδια-
1100γράμματα ὑπάρχουσι παρὰ τῷ ἐργολάβῳ, τῷ ἀναλαβόντι
1101τότε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ὁ ἄνθρωπος οὗ-
1102τος προσφέρεται νὰ δώσῃ τὰ σχεδιαγράμματα, οὕτω δὲ ἡ
1103Κυβέρνησις δὲν θὰ λάβῃ ἀνάγκην νέας μελέτης, ἤ, ἂν λάβῃ
1104ἀνάγκην, θὰ κάμῃ συμπληρωματικὴν μόνον τοιαύτην, διὰ
1105τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος δὲν θὰ δαπανήσῃ πολλά. Καλὸν λοι-
1106πὸν εἶναι νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος αὐτὸς, διότι ὁ τόπος πά-
1107σχει ἐξ αὐτοῦ.
1108Ἀλλὰ συνέπεια τούτου εἶναι καὶ ἕτερον ἄτοπον, τὸ ἄτο-
1109πον, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος οὗτος ἐδημοσιεύθη τὸν Ἀπρίλιον ἐ. ἔ.,
1110ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἤρχισε μετὰ τρεῖς μῆνας, διέταξε δὲ τὸ
1111Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς τελώνας καὶ ὑποτελώ-
1112νας Θεσσαλίας νὰ εἰσπράξωσι τὸν φόρον ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου·
1113ἀλλ’ οἱ εἰσαγαγόντες κατὰ τὸν μῆνα ἐκεῖνον καὶ κατὰ τοὺς
1114δύο προηγουμένους ἐμπορεύματα τὰ εἰσήγαγον ἐπὶ τῇ βά-
1115σει τοῦ παλαιοῦ νόμου, καὶ ἐπλήρωσαν τὸν φόρον δυνάμει
1116αὐτοῦ. Σήμερον δὲ οἱ τελῶναι καὶ οἱ ὑποτελῶναι ἐκδίδουσι
1117προσκλήσεις εἰς τοὺς εἰσαγαγόντας τότε ἐμπορεύματα, ἵνα
1118προσέλθωσι καὶ καταβάλωσι τὸν φόρον. Φαντάσθητε, ποία
1119ζημία προκύπτει ἐντεῦθεν, διότι οἱ εἰσαγαγόντες ἐκανόνι-
1120σαν τὰς ἐμπορικάς των σχέσεις μετὰ τρίτων ἐπὶ τῇ βάσει
1121τοῦ ἀρχικῶς καταβληθέντος δασμοῦ.
1122Διὰ ταῦτα θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
1123νομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, τοὐλάχιστον διὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ
1124διάστημα, καὶ ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τοὺς κατ’ αὐτὸ εἰσαγα-
1125γόντας ἐμπορεύματα, διότι ἄλλως καταστρέφεται τὸ ἐμπό-
1126ριον τοῦ Βόλου.
1127§96ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
1128νομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον χθὲς
1129ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ διὰ τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι τῆς
1130νέας Κουτσούφλιανης παραπονοῦνται, ὅτι δὲν παρεχωρήθη-
1131σαν ἔτι εἰς αὐτοὺς αἱ γαῖαι πρὸς καλλιέργειαν, διότι δὲν ἐπε-
1132ρατώθη ἡ καταμέτρησις τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη,
1133ἵνα τοῖς δοθῇ, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον· ἐπειδὴ δὲ
1134προβλέπουν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ σπείρωσιν ἐφέτος, διότι
1135παρῆλθε πλέον ὁ καιρὸς, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1136Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τῶν
1137ἀροτριώντων κτηνῶν· διότι, ἀφοῦ δὲν δύνανται οὔτε τὰς οἰ-
1138κογενείας αὑτῶν νὰ συντηρήσωσι, πῶς θὰ δυνηθῶσι νὰ πλη-
1139ρώσωσι τὸν φόρον;
1140§97Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀπὸ ἕξ ἤδη μηνῶν ὁ Δήμαρχος Σπαρ-
1141τιατῶν προσεβλήθη δυστυχῶς ὑπὸ ἡμιπληγίας, καὶ ἔκτοτε
1142διαμένει κλινήρης, μεθ’ ὅλας τὰς διαψεύσεις, τὰς ὁποίας
1143δημοσιεύουσιν ἐν ὀνόματι αὐτοῦ εἰς τὰς ἐφημερίδας. Τοῦτο
1144ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, ἵνα ζητή-
1145σωσι παρὰ τοῦ Νομάρχου νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ ἐνεργῆται ἡ
1146ὑπηρεσία ὑπὸ τοῦ ἕκτου παρέδρου, εἰς ὃν ἀνετέθη αὕτη τῇ
1147θελήσει τῶν οἰκείων τοῦ κ. Δημάρχου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ πρώ-
1148του, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος· ἀλλ’ ὁ κ. Νομάρχης, οὐδόλως λαμ-
1149βάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν νόμιμον αἴτησιν τῶν δημοτικῶν συμβού-
1150λων, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου εἰς
1151τὸν ἕκτον δημαρχικὸν πάρεδρον, ὡς ἀναπληρωτὴν τοῦ ἀνι-
1152κάνου Δημάρχου.
1153Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ
1154ἀμφισβητήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Δημάρχου νὰ ἀνα-
1155θέτῃ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου εἰς ὅντινα αὐτὸς θέλει, ἀλλ’
1156ὀφείλει νὰ ἀναθέτῃ αὐτὴν εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος
1157ὥρισεν ὡς ἀναπληρωτὴν αὐτοῦ, ἀπόντος ἢ κωλυομένου.
1158Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἐπιτακτικῶς δια-
1159τάξῃ τὸν Νομάρχην, ἀμέσως νὰ προσκαλέσῃ τὸν πρῶτον δη-
1160μαρχικὸν πάρεδρον, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου,
1161ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται ὁ Δήμαρχος νὰ ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν, νὰ
1162παύσῃ δὲ νὰ τιμωρῇ τοὺς συμβούλους, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀπει-
1163θοῦντες δὲν προσέρχονται εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Δημοτι-
1164κοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ δὲν προσέρχονται διότι δὲν εἶναι ὑπό-
1165χρεοι νὰ ὑπακούωσιν εἰς πρόσκλησιν ἀναρμοδίου προσώπου.
1166Μετὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ.
1167Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὄχι μό-
1168νον κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν προη-
1169γουμένην Σύνοδον ὑπέβαλον, νὰ προσαγάγῃ τοὺς φακέλους,
1170τοὺς ἀφορῶντας τὰς καταχρήσεις τοῦ ταμίου Κυριακοῦ. Δὲν
1171θέλω διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης νὰ ἐξυπηρετήσω οὔτε
1172προσωπικὸν, οὔτε κομματικὸν συμφέρον· θέλω μόνον νὰ ἐξε-
1173τάσω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράττωνται τοιαῦται κατα-
1174χρήσεις, χωρὶς νὰ ἔχωσι γνῶσιν οὔτε ἐπιθεωρηταὶ, οὔτε ἡ
1175κεντρικὴ ὑπηρεσία. Πιστεύω, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουρ-
1176γὸς νὰ ἀποφεύγῃ ἐπὶ δύο ἤδη Συνόδους τὴν προσαγωγὴν
1177τοιούτων ἐγγράφων. Καὶ τότε μὲν ἐδικαιολογήθη, ὅτι ἡ δι-
1178κογραφία εὑρίσκετο ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ μετὰ
1179τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς δίκης κατὰ τοῦ ὑπολόγου δὲν ὑπάρ-
1180χει λόγος νὰ μὴ προσάγωνται τὰ ἔγγραφα. Ἡ ἀποφυγὴ
1181τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν δύναται νὰ δώσῃ ὑπονοίας, ὅτι γί-
1182νεται, ὅπως μὴ ἀποκαλυφθῶσιν ἔνοχοι καὶ ἄλλοι ἐκ τῆς
1183κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἄνευ τῶν ὁποίων μοὶ φαίνεται πολὺ
1184δύσκολον νὰ διαπράττωνται τόσον μεγάλαι καταχρήσεις ἐν
1185τοῖς Ταμείοις, καὶ νὰ ἀνακαλύπτωνται μετὰ πάροδον πολ-
1186λῶν ἐτῶν· διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν βλέπω, τίνα
1187λόγον ἔχουν οἱ ἐπιθεωρηταὶ καὶ τόσοι ἄλλοι ὑπάλληλοι διὰ
1188τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἂν πρόκηται νὰ
1189συμβαίνωσι τοιαῦται καταχρήσεις, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν οὗ-
1190τοι εἴδησιν.
1191§98Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1192Εἶναι ἀνακριβές, ὅτι ἐγὼ ἀπέφυγον νὰ καταθέσω ἔγγραφα.
1193Εἶπον τότε, ὅτι δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσι, διότι ἀπετέ-
1194λουν δικογραφίαν ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον ποινικοῦ Δικαστηρίου
1195δίκης, εὐθὺς δὲ, ὡς ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, θέλω τὰ καταθέσει.
1196§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
1197§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ φέρω ἐπερώτησιν, ἡ
1198ὁποία ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁ κ.
1199Ὑπουργὸς δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ τὴν στιγμὴν ταύ-
1200την. Ὅπως δήποτε ἐγὼ θέλω καταθέσει σημείωμα, διὰ τοῦ
1201ὁποίου θὰ ζητήσω τὰς ἑπομένας πληροφορίας:
1202αʹ) Πόσους καταδίκους δύναται νὰ περιλάβῃ τὸ Ἐφη-
1203βεῖον Ἀβέρωφ· βʹ) πόσους φύλακας ἔχει, ὡς καὶ πόσους τε-
1204χνουργούς, καὶ ποῖον μισθὸν λαμβάνουσιν οὗτοι· γʹ) πόσους
1205θὰ περιλάβῃ τὸ παράρτημα· δʹ) ποῖον σωφρονιστικὸν σύ-
1206στημα ἐφαρμόζεται εἰς τὸ Ἐφηβεῖον· εʹ) ποῖα ἐργοστάσια
1207ἔχουν καταρτισθῆ ἐν τῷ Ἐφηβείῳ, καὶ ἂν ἐργάζονται πάν-
1208τες οἱ κατάδικοι· στʹ) ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα ἐν γένει τοῦ Ἐ-
1209φηβείου· ζʹ) ποῖα τὰ τυχὸν ἔσοδα τοῦ Ἐφηβείου σήμερον,
1210καὶ ποῖα, κατὰ πιθανοὺς ὑπολογισμούς, ἐν τῷ μέλλοντι· ηʹ)
1211τέλος, ποῖα τὰ ἠθικὰ ἐν γένει ἀποτελέσματα μέχρι τοῦδε
1212τοῦ Ἐφηβείου.
1213Θέλω ὅμως παρακαλέσει ὑμᾶς ἰδιαιτέρως, κύριε Πρόεδρε,
1214ὅπως ἀποστείλητε, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, τὸ σημείωμα
1215τοῦτο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶναι
1216πιθανὸν νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται
1217ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἔχω δὲ ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν,
1218καθόσον θέλω φέρει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Λέγω δὲ τοῦτο,
1219διότι συνηθέστατα συμβαίνει, νὰ ζητῶμεν πληροφορίας παρὰ
1220τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀπαντῶσιν
1221ὅτι δὲν ἔλαβον τὰς αἰτήσεις ἡμῶν, ἢ φέρουσι τὰς πληροφο-
1222ρίας, ὅταν ἄρχηται ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ καὶ ὅταν
1223ἔχῃ λήξει ἡ συζήτησις, ὅτε καὶ ἐγὼ θεωρῶ ἄτοπον νὰ ἀρχί-
1224ζουν ἐκ νέου.
1225§101Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπερωτή-
1226σεως, τὴν ὁποίαν πρό τινων ἡμερῶν ἔφερεν ὁ ἐκ Πατρῶν
1227ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Χοϊδᾶς, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγέ-
1228νετο μακρὸς λόγος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰ καθή-
1229κοντα τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος συμβιβάζονται πρὸς τὰ κα-
1230θήκοντα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, ἀναγκάζομαι νὰ ἀπευ-
1231θύνω τὴν ἑξῆς σύστασιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1232Ὑπουργόν. Ἐν τῷ δήμῳ Πελλήνης τῆς ἐπαρχίας μου τυγ-
1233χάνει δημοτικὸς σύμβουλος καὶ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμ-
1234βουλίου Χωρέμης τις, ἐν ταυτῷ δὲ καὶ δικαστικὸς κλητήρ,
1235μετερχόμενος τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο. Πρὸ μηνῶν ἔχει ὑπο-
1236βληθῆ καταγγελία καὶ ἔκθεσις τῶν συμβάντων ἐκεῖ εἰς τὸν
1237Νομάρχην Κορινθίας, καὶ ὁ Νομάρχης τὴν ἔκθεσιν ταύτην
1238τῶν ἐκεῖ ἐνδιαφερομένων ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1239Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ, δὲν γνωρίζω διατὶ, μολονότι ἔκτοτε
1240παρῆλθεν ἀρκετὸς καιρὸς, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν
1241δὲν ἐνήργησέ τι ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης τῶν ἐνδιαφερομέ-
1242νων. Ἐγὼ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, δηλῶ, ὅτι δὲν εἶμαι τῆς
1243γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι φρονῶ, ὅτι
1244δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ αἱρετὸν ἀξίωμα, ἀλλὰ δύναται μό-
1245νον νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξου-
1246σία ἐχορήγησεν εἰς τὸν δικαστικὸν κλητῆρα. Ἀλλὰ δὲν πρό-
1247κειται περὶ τούτου. Ἐπιθυμῶ, καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ
1248ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δείξῃ, ἐν τῇ διακρι-
1249νούσῃ αὐτὸν νομιμοφροσύνῃ, ὅτι τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ τὰ αὐτὰ
1250σταθμὰ ἔχει ἐπὶ ὅλων τῶν τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεων, καὶ
1251διὰ τοῦτο ὑποχρεοῦται, συμφώνως πρὸς τὴν ἐκπεφρασμένην
1252γνώμην του, νὰ παύσῃ τὸν Χωρέμην ἐκ τοῦ ἀξιώματος τοῦ
1253προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω,
1254ὅτι ἀόρατός τις χεὶρ ἐμποδίζει τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὸ νὰ
1255ἐπισημοποιήσῃ τὴν πρᾶξίν του ταύτην διὰ τῆς ὑπογραφῆς
1256του. Ἐν τούτοις ποιοῦμαι τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ παρα-
1257καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ, συμ-
1258μορφούμενος πρὸς τὴν γνώμην του, νὰ παύσῃ τὸν δικαστικὸν
1259τοῦτον κλητῆρα τῶν καθηκόντων τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου.
1260§102Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γνωστόν, κ. Πρό-
1261εδρε, κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1899 ἐψηφίσαμεν νόμον, διὰ τοῦ
1262ὁποίου ἐπεκυρώθη σύμβασις μεταξὺ τοῦ δήμου Πατρέων
1263ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν καὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν
1264Ἐργοληψιῶν ἀφ’ ἑτέρου περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύ-
1265σεως τροχιοδρόμου ἐν Πάτραις. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην,
1266ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία ἦτο ὑπόχρεως νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὐ-
1267λάχιστον δύο γραμμὰς ἐντὸς 18 μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως
1268τοῦ νόμου, ἀλλὰ, καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον σχεδὸν οἱ 18 μῆ-
1269νες, ἐν τούτοις οὔτε ἔναρξιν τῆς ἐργασίας ἔκαμε. Νομίζω,
1270ὅτι αἱ ἀνάδοχοι Ἑταιρεῖαι ἐξεχώρησαν τὸ ἔργον εἰς τὴν
1271Ἑταιρείαν Thomson Huston, ἀλλὰ καὶ αὕτη οὐδὲν ἔπρα-
1272ξε. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ
1273Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν
1274ταύτην, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία
1275σκοπῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἢ ὄχι. Ὁ κ.
1276Ὑπουργὸς δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν
1277Ἑταιρείαν, διότι δυνητικὸς εἶναι ὁ περὶ τούτου ὅρος, ἀλλ’
1278οὐχ ἧττον, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐκ-
1279τελέσῃ τὸ ἔργον, κατ’ ἀνάγκην θὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος.
1280§103Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν
1281Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶχον καταθέσει πρὸ ἡμερῶν ἐπερώτησιν,
1282παρακαλῶν αὐτὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποῦ εἰργάσθη-
1283σαν τὰ συνεργεῖα, τὰ λειτουργοῦντα πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν
1284αἰτήσεων κλπ. περὶ δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, καὶ
1285πόσον καιρὸν εἰργάσθησαν εἰς ἕκαστον μέρος. Παρακαλῶ αὐ-
1286τὸν νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας.
1287Πλὴν τούτου, κάμνω γνωστὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1288Οἰκονομικῶν ἀδικίαν, διαπραττομένην παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς
1289ὑπηρεσίας, περὶ τῆς ὁποίας βεβαίως δὲν ἔχει γνῶσιν· διότι
1290δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν εἶχε γνῶσιν τῆς ἀδι-
1291κίας, ἤθελεν ἄρει αὐτήν. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῶν ἵππων
1292τῶν κηπουρῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τοὺς ἵππους τούτους μετα-
1293χειρίζονται οἱ κηπουροὶ χάριν τῶν ἐργασιῶν τῶν κήπων, οἷον
1294πρὸς κίνησιν τῶν μαγγανίων καὶ πρὸς μεταφορὰν τῶν προϊ-
1295όντων αὐτῶν. Οὐχ ἧττον ὅλοι σχεδὸν οἱ κηπουροὶ κατηγγέλ-
1296θησαν ὡς ἔχοντες ἀροτριῶντα κτήνη, καὶ ὅτι δὲν ἐδήλωσαν
1297ταῦτα, καὶ οὕτως ἀπειλοῦνται μὲ πρόστιμον. Ἐννοεῖται, ὅτι
1298τοῦτο εἶναι καθαρὰ ἀδικία, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβο-
1299λίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνων γνῶ-
1300σιν αὐτῆς, θέλει σπεύσει νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς
1301ἀπαλλαγὴν τῶν εἰρημένων κηπουρῶν ἀπὸ τοῦ προστίμου.
1302§104Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ κ. Ὑπουρ-
1303γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητη-
1304θέντα ἔγγραφα, σχετικῶς μὲ τὴν ἐπερώτησιν περὶ Ταχυδρο-
1305μείων καὶ Τηλεγράφων, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν τὰ κατέθεσεν. Ἐπι-
1306θυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ καταθέσῃ, καὶ πότε
1307θέλει τὰ καταθέσει.
1308§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς ἠσθένησεν ὁ
1309Διευθυντής, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀναβάλω ἐπὶ μίαν ἡμέραν.
1310§106Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Εὐγήρου τῆς
1311ἐπαρχίας Λευκάδος, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ
1312τοῦ τόπου των ἔχει δικαίωμα νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν,
1313στερουμένων καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, μοὶ γράφουσι νὰ ἐρωτήσω,
1314τί ἐγένετο τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ κατα-
1315σκευῆς δημοτικῶν ἔργων τῇ συνομολογήσει χρεωλυτικοῦ δα-
1316νείου. Τὸ ψήφισμα τοῦτο διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1317Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς Ὀκτωβρίου, ἔκαμα δὲ λόγον
1318περὶ αὐτοῦ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, καὶ παρεκάλεσα τὸν
1319κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος ἐγκρίνῃ τὴν φιλάνθρω-
1320πον αὐτὴν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας μόνον δύνανται νὰ σωθῶσι
1321πολλαὶ οἰκογένειαι, πάσχουσαι οἰκονομικῶς· ἀλλὰ δὲν ηὐτύ-
1322χησα μέχρι τῆς ὥρας νὰ λάβω καμμίαν πληροφορίαν, ὅπως
1323τὴν διαβιβάσω πρὸς τοὺς ἀναξιοπαθοῦντας συμπολίτας μου.
1324Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα εὐαρε-
1325στούμενος δώσῃ πέρας εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ μὴ
1326μένωσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ μὲ τὴν προσ-
1327δοκίαν ν’ ἀποθάνωσιν ἀπὸ τὴν πεῖναν, χωρὶς νὰ λάβωσι καμ-
1328μίαν βοήθειαν.
1329Ἐπίσης κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην εἶχον ὑποδείξει εἰς
1330τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὰ φιλάνθρωπα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων
1331δύναται νὰ χορηγηθῇ βοήθεια καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν
1332ἄλλων δήμων, οἱ ὁποῖοι πεινῶσι. Σήμερον ἔλαβον μίαν ἐπι-
1333στολὴν ἐκ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἀπολλωνίων, διὰ
1334τῆς ὁποίας μοὶ παριστῶσιν, ὅτι ἐκ τῶν τριακοσίων οἰκογε-
1335νειῶν, τῶν κατοικουσῶν ἐν τῷ δήμῳ Ἀπολλωνίων, 18 μόνον
1336οἰκογένειαι ἔχουσι τὸν ἄρτον των, αἱ δὲ λοιπαὶ εἶναι εἰς
1337ἀπελπισίαν. Προφθάσατε λοιπὸν νὰ δώσητε βοήθειαν εἰς τοὺς
1338δυστυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀπο-
1339θάνωσι τῆς πείνης.
1340Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπέδειξα, καὶ τῶν
1341ὁποίων τὴν ἐκτέλεσιν δύνασθε νὰ διατάξητε, κύριε Πρω-
1342θυπουργέ, ἵνα ἔλθητε εἰς βοήθειαν, ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο μέ-
1343τρον, σχετικῶς μὲ τὸ ὁποῖον ἔχω μίαν ἐπερώτησιν διὰ τὸν
1344κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Πρὸ μηνῶν περιῆλθε τὴν Λευ-
1345κάδα μία ἐπιτροπή, συγκειμένη ἀπὸ τὸν Νομομηχανικὸν,
1346τὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων καί τινα ἄλλον,
1347πρὸς ἀνεύρεσιν οἰκοπέδων διὰ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχο-
1348λείων. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργόν, ἵνα εὐαρεστούμενος
1349μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν ἡ πρὸ μηνῶν περιοδεύσασα τὸν νομὸν
1350Λευκάδος ἐπιτροπὴ εὗρε τοιαῦτα οἰκόπεδα, ἐὰν ὁ μηχανι-
1351κὸς εἶχε διαταγὴν νὰ καταρτίσῃ τὰ κατὰ νόμον διαγράμ-
1352ματα καὶ προϋπολογισμούς, ἐὰν ἡ διαταγὴ αὕτη ἐξετελέ-
1353σθη, καὶ ἂν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ σχετικὰ
1354ἔγγραφα, καὶ πότε· διότι διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν δημοτι-
1355κῶν σχολείων δύναται νὰ δοθῇ μία βοήθεια εἰς τοὺς πτω-
1356χοὺς ἐκείνους ἀνθρώπους.
1357Ταῦτα παρακαλῶ, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄ-
1358ψιν σας, καὶ νὰ μὴ πιστεύητε, ὅτι ὁ δῆμος Εὐγήρου ἔχει
1359ἀποθεματικὰ κεφάλαια, διότι δὲν εἶναι ἀληθές, καὶ τὸ δια-
1360ψεύδω ἐπισήμως, διαβεβαιῶν, ὅτι καὶ ὁ δῆμος αὐτὸς εἶναι
1361κατεστραμμένος, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι. Ἑπομένως μὴ ἀρνεῖσθε τὴν
1362ἀπαιτουμένην βοήθειαν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πεινοῦν, καὶ
1363μὴ θέλετε νὰ σημειωθῇ ἡ ἐποχὴ ὑμῶν ὡς ἐποχὴ λιμοῦ καὶ
1364θανάτου!
1365§107ΑΧΙΛ. ΧΟΙΔΑΣ. Προκειμένου μετ’ ὀλίγον νὰ ἔλθῃ εἰς
1366συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου
1367περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
1368γὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τῷ ὑπενθυμίσω τὰς πληροφορίας,
1369τὰς ὁποίας πρὸ πολλοῦ ἐζήτησαν διάφοροι Βουλευταί, ὁ κ.
1370Δραγούμης, ὁ κ. Σπηλιώτης καὶ ἐγὼ, καὶ νὰ τὸν παρακα-
1371λέσω, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ τὰς καταθέσῃ, διότι βεβαίως θὰ
1372χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
1373§108Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ὑπενθυμίσω δύο παρα-
1374κλήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν
1375κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Μίαν παράκλησιν, ὅπως
1376καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοσίων ἔρ-
1377γων κ. Σούλη περὶ μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας,
1378καὶ ἑτέραν, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἂν, ἐκτὸς τῆς
1379δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἐπι-
1380τροπῆς τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων ἐκ κεκλεισμέ-
1381νων χρήσεων, ὑπάρχει καὶ ἄλλη, καὶ διατὶ καὶ αὐτὴ δὲν ἀνε-
1382γράφη, ἐὰν θὰ πληρωθῇ, καὶ πῶς θὰ πληρωθῇ, διότι μετ’ αὐ-
1383τῶν συνδέονται σπουδαῖα συμφέροντα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν
1384νομίζω ἀκόμη ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωμαι λόγον.
1385§109ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη
1386πέρυσιν, οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ
13871895, συμπεριλαμβανομένης, ἀπηλλάσσοντο τῶν προστίμων
1388καὶ τῶν τόκων τῆς ὑπερημερίας, ἐὰν κατέβαλλον τὸ μέχρι
1389δραχμῶν 100 χρέος των. Ὁ ὑποταμίας Σπάρτης ὅμως ἔχει
1390ἄλλην γνώμην, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἰσπράττῃ, ὄχι μόνον τὸ
1391κεφάλαιον τὸ ὀφειλόμενον, ἀλλὰ καὶ τοὺς τόκους ὑπερημε-
1392ρίας καὶ τὰ πρόστιμα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον
1393Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα, καὶ
1394πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου φροντίσῃ ν’ ἀποδοθῶσι τὰ ἐπὶ
1395πλέον εἰπραχθέντα χρήματα ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημο-
1396σίου. Παραδίδω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν δύο ἀντίγραφα τοι-
1397ούτων γραμματίων εἰσπράξεως, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύε-
1398ται ἡ παράνομος αὕτη ἐνέργεια.
1399§110ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1400Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς γενομένας
1401κατὰ τὸ 1881 καὶ 1894 μελέτας περὶ ἀρδεύσεως τοῦ Κο-
1402ρινθιακοῦ καὶ τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου. Συγχρόνως θὰ παρα-
1403καλέσω πάλιν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ
1404τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει πρὸ ἡμερῶν, ὅπως κατα-
1405θέσῃ πίνακα τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς δια-
1406φόρους δυνάμει τελεσιδίκων ἀποφάσεων.
1407§111ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν
1408ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Λεώπουλος, θὰ προσ-
1409θέσω τὰ ἑξῆς. Οἱ ὑποταμίαι, ὄχι μόνον ἐπισπεύδουν τὴν
1410καταδίωξιν τῶν ὀφειλόντων πρὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1895, ἀλλὰ
1411καὶ ἐκτελέσεις ἀκόμη ἐνεργοῦσιν, ἐνῷ, κατὰ τὸν νόμον ΒΧΗΔʹ
1412τῆς 24 Μαρτίου 1900, διὰ τὰ πρὸ τοῦ 1895 χρέη δὲν δύναται
1413πλέον νὰ ἐκβιασθῇ ὁ ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου, διότι θὰ γεί-
1414νῃ ἐκκαθάρισις αὐτῶν καὶ πληρωμὴ εἰς δόσεις, ἐκτὸς ἐὰν τὸ
1415ποσὸν τοῦ χρέους δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 100 δραχμάς. Ἐν τού-
1416τοις πλειστηριασμοὶ ἐνεργοῦνται, καὶ πολλῶν αἱ ἰδιοκτησίαι
1417ἐξεποιήθησαν διὰ χρέη πρὸ τοῦ 1895.
1418§112Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1419Θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ συστάσεις αὗται.
1420§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πρέπει ἅπαξ
1421διὰ παντὸς νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι τὸ κακὸν δὲν θέλει παύσει,
1422ἐὰν δὲν διαταχθῇ διὰ νόμου, ὅτι τὰ ποσοστὰ τῶν εἰσπρατ-
1423τομένων ὑπὸ τῶν Ταμιῶν, εἰσπραττόντων μὴ ὀφειλόμενα,
1424καταλογίζονται εἰς βάρος αὐτῶν, καὶ ἐπιστρέφονται. Διότι
1425αὐτοὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ εἰσπράττωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν
1426περισσότερα, ἀδιάφορον, ἂν εἰσπράττωσι νομίμως, ἢ ὄχι.
1427Ἀποδίδεται μὲν μετὰ χρόνον, μετὰ παρέλευσιν δύο ἢ τριῶν
1428ἐτῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, εἰς τὸν πληρώσαντα τὸ εἰσπραχθὲν
1429παρανόμως, ἀλλ’ ὁ Ταμίας καρποῦται τὸ ποσοστὸν τοῦ
1430ἀχρεωστήτως πληρωθέντος, καὶ πρέπει βεβαίως νὰ ληφθῇ
1431πρόνοια, ὥστε νὰ παύσῃ ἡ τοιαύτη κατάστασις.
1432§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
1433ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπιστραφῶσιν
1434αὐτὰ τὰ χρήματα; Θὰ ἐπιστραφῶσι δικαστικῶς;
1435§115Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1436Διοικητικῶς. Ὅπου μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ, διέταξα τὴν ἐπιστρο-
1437φὴν τῶν χρημάτων τὴν ἄμεσον, καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπαλ-
1438λήλων.
1439(Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόε-
1440δρος κ. Ν. Μπουφίδης).
1441§116Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δυ-
1442νάμει τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, διὰ πᾶσαν ἐργασίαν τοῦ Δη-
1443μοσίου, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ὑπερβαίνει τὸ
1444ποσὸν τῶν 10,000 δραχμῶν, πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς
1445Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μετὰ τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ ὑπο-
1446βληθῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης. Ὑποβάλλω λοι-
1447πὸν εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἀφορᾷ τὴν
1448ἀπόκτησιν ἀτμήρους βυθοκόρου, τὸ δ’ ἕτερον τὴν κατασκευὴν
1449ἀποθηκῶν ἐξαρτισμοῦ τῶν πλοίων ἐν Ναυστάθμῳ. Ὑπο-
1450βάλλω δὲ καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς δαπάνης τῶν ἔρ-
1451γων τούτων. Ἐπίσης ὑποβάλλω δύο προϋπολογισμούς, ὧν
1452ὁ εἷς ἀφορᾷ εἰς τὴν κατασκευὴν ὑφάλου χαμουλκοῦ πρὸ τῶν
1453νεωσοίκων τοῦ Ναυστάθμου, ὁ δ’ ἕτερος εἰς τὴν κατασκευὴν
1454τμηματικῆς κατασκευῆς κρηπιδωμάτων ἐν τῷ λιμενίσκῳ τῶν
1455συνεργείων τοῦ Ναυστάθμου.
1456§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ
1457καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα 124–125).
1458§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ
1459ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὡς
1460καὶ τὰ πρό τινων ἡμερῶν ὑπ’ ἄλλου Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντα,
1461ὡς παράρτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ
1462παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1463διότι ἀφορῶσιν εἰς θέματα σχετιζόμενα μετὰ τοῦ Προϋπο-
1464λογισμοῦ. Πέρυσιν ἐγένετο οὕτω, καὶ ἐγένετο ἐνωρίτερον.
1465Θὰ ἦτο ὀρθότερον, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ φροντίζωσιν, ὥστε, ὑπο-
1466βαλλομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ συνυποβάλλωνται καὶ
1467τὰ νομοσχέδια, οὕτω δὲ νὰ διέρχωνται καὶ ταῦτα τὸν ἔλεγ-
1468χον ἐν ταυτῷ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πέ-
1469ρυσιν, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξηκολούθει ἐπεξεργαζομένη τὸν
1470Προϋπολογισμόν, ἔσπευσαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ ὑπέβα-
1471λον τὰ νομοσχέδια, τὰ σχετιζόμενα μετὰ τοῦ Προϋπολο-
1472γισμοῦ ἐγκαίρως. Πάντως ὅμως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εἰσ-
1473αχθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὥστε
1474κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ δυνηθῶμεν νὰ
1475ἀποφανθῶμεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν.
1476§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ἐπιστολὴν ἐκ τοῦ νομοῦ
1477Κυκλάδων, κατὰ τὴν ὁποίαν 45 δημοτικῶν διδακτηρίων ἡ
1478οἰκοδομὴ διετάχθη νὰ ἐκτελεσθῇ συγχρόνως, ἀλλ’ ἐπιτηροῦν-
1479τες τεχνικοὶ ἄνδρες, μηχανικοί, ἢ ἀρχιτέκτονες, δὲν ὑπάρ-
1480χουσιν. Ὁ Νομομηχανικὸς εἶναι ἐν ἀδείᾳ, δὲν ἠξεύρω δέ,
1481ἐὰν ὑπάρχει ἐργοδηγός, ἡ δὲ οἰκοδομὴ εἶναι ἐγκαταλελειμ-
1482μένη εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐργολάβων. Ἡ ἀθρόα οἰκοδομὴ
1483διδακτηρίων ἐν ἑνὶ νομῷ καθιστᾷ ἀνεπαρκῆ τὴν ἐπιτήρη-
1484σιν τοῦ ἐκεῖ ὑπάρχοντος ἑνὸς μηχανικοῦ, καὶ μάλιστα ἐν
1485νομῷ, οἷος ὁ τῶν Κυκλάδων, ὅπου ἡ συγκοινωνία μεταξὺ
1486τῶν νήσων εἶναι θαλασσία. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυ-
1487βέρνησιν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα αἱ οἰκοδομαὶ τῶν διδακτη-
1488ρίων μὴ γίγνωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διότι θέλουσιν
1489οἰκοδομηθῆ ἀκατάλληλοι διὰ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον
1490οἰκοδομοῦνται.
1491§120Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν κατασκευὴν
1492κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κύριον
1493Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγέ-
1494νετο πρό τινος, καὶ καθ’ ἣν καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐπείσθη, ὅτι
1495δὲν δύναται νὰ προβαίνῃ...
1496§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
1497καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πλανηθεὶς παρ’ ὑμῶν.
1498§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνεγνώσατε ὁ ἴδιος τὸ ἄρθρον τοῦ
1499νόμου, ὅπερ λέγει ῥητῶς, ὅτι, πρὶν ἢ οἰκοδομηθῶσι πάντα
1500τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἢ τῶν γραμματοδιδα-
1501σκαλείων ἐν τοῖς γʹ τάξεως δήμοις, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς
1502νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν διδακτηρίων ἐν τοῖς βʹ τάξεως
1503δήμοις, καὶ μετ’ αὐτὰ ἐν τοῖς αʹ τάξεως δήμοις. Αὐτὸ εἶναι
1504τόσον σαφὲς καὶ καθαρὸν ἐν τῷ νόμῳ, ὥστε αὐτὸς ὁ Ὑπουρ-
1505γός, ἐγερθεὶς ἀπὸ τῆς θέσεώς του, εἶπεν, ὅτι πραγματικῶς
1506δὲν εἶχε παρατηρήσει, ὅτι καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα ἐν
1507τῷ νόμῳ ῥητῶς ἀναφέρονται ὡς ἀποτελοῦντα μέρος τῶν δι-
1508δακτικῶν κτιρίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατασκευασθῶσι πρὶν
1509κατασκευασθῶσι τοιαῦτα εἰς τοὺς βʹ καὶ αʹ τάξεως δήμους.
1510Ἐν τούτοις, μολονότι δημοσίᾳ ἀνεγνώρισε τὸ τοιοῦτον,
1511βλέπω ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως νὰ προκηρύσση-
1512ται δημοπρασία διὰ κατασκευὴν δημοτικῶν σχολείων βʹ τά-
1513ξεως δήμων, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἀκόμη δῆμοι γʹ τάξεως, μὴ
1514ἔχοντες τοιαῦτα, καὶ ζητοῦσι νὰ οἰκοδομηθῶσι. Λοιπὸν, ἢ
1515πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ν’ ἀπο-
1516δείξῃ, ὅτι ὀρθῶς πράττει, ἀναγινώσκων ἡμῖν τὸν νόμον καὶ
1517πείθων, ὅτι νομίμως ἐνεργεῖ, ἤ, ἐὰν ἄλλως ἔχῃ ὁ νόμος,
1518ἀλλ’ αὐτὸς νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, νὰ ὑποβάλῃ
1519νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ τροποποιῆται τὸ ἄρθρον τοῦ κειμέ-
1520νου νόμου. Ἐνῷ ὅμως ὁ νόμος ῥητῶς ἀπαγορεύει ὅ,τι ὁ κύ-
1521ριος Ὑπουργὸς πράττει, νὰ ἐξακολουθῇ οὗτος διατάσσων τὴν
1522κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων δευτέρας τάξεως
1523δήμων, τοῦτο εἶναι καὶ παράνομον καὶ αὐθαίρετον.
1524§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
1525σεως). Ἀληθῶς, κατὰ τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν ὡμίλησε περὶ
1526τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ.
1527Βουλευτής, ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον 68 τοῦ νόμου περὶ δημοτι-
1528κῆς ἐκπαιδεύσεως, δι’ οὗ προσδιορίζονται οἱ δύο τύποι τῶν
1529διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ τύπος τοῦ δι-
1530δακτηρίου τοῦ προσδιοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πλῆρες
1531δημοτικὸν σχολεῖον, καὶ ὁ τοῦ κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου
1532ἢ γραμματοδιδασκαλείου. Ἐκ τῆς διατάξεως δὲ ταύτης καὶ
1533ἐκ τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευ-
1534τής, ὅτι ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ
1535διατάξῃ τὴν κατασκευὴν κτιρίων διὰ γραμματοδιδασκαλεῖα.
1536Ἀλλὰ δὲν ἀνέγνωσεν ἐπισταμένως ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ σύν-
1537ολον τοῦ νόμου, διότι, ἂν ἀνεγίνωσκε τοῦτο ἐπισταμένως,
1538θὰ ἐπείθετο, ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀδίκῳ. Ἐκ τῆς ῥητῆς μάλι-
1539στα διατάξεως τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου
1540ἐξάγεται, ὅτι ὁ Ἐπιθεωρητὴς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ εἰσηγητὴς
1541πασῶν τῶν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ὑπαγομένων ὑπο-
1542θέσεων, προτείνει τὴν κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημο-
1543τικῶν σχολείων, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων.
1544Ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις κατηρτίσθη συνῳδὰ τῷ ἄρθρῳ 69 κατὰ
1545τὸ 1896, ὥρισε τοὺς τύπους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κατα-
1546σκευάζονται τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων. Τύποι
1547συνετάχθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν δύο παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς,
1548ὁ τοῦ πλήρους καὶ ὁ τοῦ κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Τὸ τε-
1549λευταῖον τοῦτο ἔχει τὰς ἑξῆς ὑποδιαιρέσεις: τετρατάξιον,
1550διτάξιον καὶ μονοτάξιον. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν τύπων αὐτῶν,
1551κατασκευάζονται τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀπὸ
1552τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν ἰσχύϊ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως
1553νόμου. Οὐδέποτε δὲ κατεσκευάσθη κτίριον διὰ γραμματοδι-
1554δασκαλεῖον, καὶ ὁ Ὑπουργὸς δέ, ἐὰν ἐπεθύμει νὰ κατασκευα-
1555σθῇ κτίριον διὰ γραμματοδιδασκαλεῖον, δὲν θὰ ἠδύνατο,
1556διότι δὲν ὑπάρχει τύπος διὰ γραμματοδιδασκαλεῖον...
1557§124ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ τύπος τοῦ μονοταξίου.
1558§125ΣΤΑΗΣ. Ὁ τύπος τῶν διδακτηρίων τῶν δημοτικῶν σχο-
1559λείων, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, εἶναι τριῶν εἰδῶν: τοῦ τετρα-
1560ταξίου, τοῦ διταξίου καὶ τοῦ μονοταξίου. Τὸ τελευταῖον
1561τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ χωρητικότητα τοὐλάχιστον δι’ ἑβδο-
1562μήκοντα μαθητὰς, ἐνῷ ὁ τοῦ γραμματοσχολείου χῶρος δύ-
1563ναται νὰ περιέχῃ μαθητὰς ἀπὸ δεκαπέντε μέχρις ἑβδομήκον-
1564τα. Διὰ ταῦτα, ἀφοῦ ἐπερατώθη ἡ κατασκευὴ τῶν κτιρίων
1565τῶν δημοτικῶν σχολείων εἰς τοὺς δήμους τρίτης τάξεως, προ-
1566έβημεν εἰς τὴν τῶν διδακτηρίων τῶν δήμων δευτέρας τάξεως.
1567§126Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας
1568ὁμολογεῖ, ὅτι ὑπάρχει ἀληθῶς ἄρθρον ἐν τῷ περὶ δημοτικῆς
1569ἐκπαιδεύσεως νόμῳ, ἐν ᾧ ῥητῶς λέγεται, ὅτι πρέπει πρὶν
1570ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις νὰ κατασκευασθῶσι τὰ κτίρια
1571τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, καὶ
1572ἔπειτα κατὰ σειρὰν ἐν τοῖς ἄλλοις δήμοις, τότε περὶ τού-
1573του δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος
1574Ὑπουργὸς, τὸ ἐπεκαλέσθη, ὅπως ἀνατρέψῃ ἢ μηδενίσῃ τὴν
1575ῥητὴν καὶ σαφῆ ταύτην διάταξιν· ἢ μᾶλλον καθιέρωσε μέ-
1576θοδον ἑρμηνευτικὴν καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἥτις πρέπει
1577νὰ ἀπελπίζῃ τὰς Βουλὰς ἐν τῷ νομοθετικῷ αὐτῶν ἔργῳ. Εἶ-
1578πεν, ὅτι ὑπάρχει ἄρθρον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ διαγράφεται, πῶς
1579προπαρασκευάζεται ἡ ἐπισκευὴ ἢ μετασκευὴ τῶν κτιρίων
1580τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ ὅτι τοῦτο ὁμιλεῖ οὐχὶ περὶ
1581γραμματοδιδασκαλείων, ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν δημοτικῶν
1582σχολείων, ἐκ τούτου δὲ συνήγαγεν, ὅτι πρόκειται περὶ μό-
1583νον δημοτικῶν σχολείων, οὐχὶ δὲ καὶ γραμματοδιδασκαλείων.
1584Ἐκ τούτου ὅμως δὲν προκύπτει ποσῶς, ὅτι ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον
1585νὰ παραλειφθῶσι, νὰ μὴ κατασκευασθῶσιν ἐν τοῖς δήμοις τῆς
1586τρίτης τάξεως τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Διότι καὶ εἰς τὸν
1587γνωρίζοντα ἁπλῶς νὰ ἀναγνώσῃ τοὺς νόμους καταφανὲς εἶ-
1588ναι, ὅτι ὁ νόμος ἐπὶ τοῦ προκειμένου διὰ τῆς λέξεως δημο-
1589τικὰ σχολεῖα ἐν τοῖς διαφόροις ἄρθροις αὐτοῦ περιλαμβάνει
1590καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, ἀφοῦ ἅπαξ ἐν ἀρχῇ τοῦ κεφα-
1591λαίου δι’ ἐπὶ τούτῳ ἄρθρου, τοῦ ἄρθρου 68, ῥητῶς εἶπεν, ὅτι
1592εἰς τὸν δεύτερον τύπον τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων ἀνήκουν
1593οὐ μόνον τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἀλλὰ καὶ τὰ γραμμα-
1594τοδιδασκαλεῖα. Ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος ὤφειλε νὰ διατάξῃ κατὰ
1595τίνα σειρὰν θὰ μετασκευασθῶσιν ἢ κατασκευασθῶσι τὰ κτί-
1596ρια τῶν δημοτικῶν σχολείων, ῥητῶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ
1597ἀρχίσωσιν ἀπὸ τῶν τρίτης τάξεως δήμων, εἰς ταῦτα δὲ περι-
1598λαμβάνονται, κατὰ τὸ ἄρθρον 68 τοῦ νόμου, καὶ τὰ γραμ-
1599ματοδιδασκαλεῖα. Δὲν ὑπάρχει πρὸς τοῦτο δυσχέρεια, διότι
1600ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐγκρίνει τοὺς τύπους, θὰ μεριμνήσῃ
1601περὶ κατασκευῆς καὶ τύπου διὰ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα.
1602Πρῶτον λοιπὸν δὲν δύναται τὸν νόμον νὰ ἑρμηνεύσῃ τις οὕ-
1603τως· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀνωτέρα τοῦ
1604νόμου ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἥτις εἶναι ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ νόμου
1605ἐκπορευομένη. Ἀλλ’ ὡς παρετηρήθη πρὸ μικροῦ εἰς τὸν κύ-
1606ριον Ὑπουργόν, δύνανται τὰ μονοτάξια νὰ ἦναι καὶ γραμ-
1607ματοδιδασκαλεῖα. Ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἑρμηνεύῃ τὰς
1608διατάξεις τοῦ νόμου, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐνέ-
1609πνευσε τὸν νομοθέτην, διατάξαντα ὅ,τι ὑποστηρίζω. Τὸν
1610ἐνέπνευσεν ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις,
1611οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἀπορώτεροι, καὶ συνήθως στεροῦνται παν-
1612τελῶς τῶν προσφόρων οἰκημάτων διὰ δημοτικὰ σχολεῖα,
1613σπεύσῃ τὸ Κράτος πρῶτον, καὶ ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα
1614ὥρισε, κατασκευάσῃ ἐν αὐτοῖς τὰ διδακτήρια. Ἐν τοῖς δευ-
1615τέρας τάξεως δήμοις καὶ ἐν τοῖς πρώτοις τάξεως τοιούτοις
1616εἶναι πιθανώτερον, ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν εὐκολώτερον κτίρια, δυ-
1617νάμενα νὰ χρησιμεύσουν ὡς δημοτικὰ σχολεῖα, ἢ ἐν τοῖς χω-
1618ρίοις καὶ ταῖς κώμαις τῶν τρίτης τάξεως δήμων. Αὐτὴ εἶ-
1619ναι ἡ λογικὴ καὶ πρακτικὴ ἰδέα, ἥτις ἐπέβαλεν ἐν τῇ σειρᾷ
1620τῆς κατασκευῆς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοὺς δήμους τρί-
1621της τάξεως, καὶ ἀπῄτησε νὰ προηγῶνται οὗτοι. Λοιπὸν κα-
1622θῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἶναι, νὰ ἐξαντλήσῃ πρό-
1623τερον τὰς ἀξιώσεις τῶν δήμων τρίτης τάξεως, καὶ εἶτα νὰ
1624ἐπιχειρήσῃ τὴν κατασκευὴν τῶν τῆς δευτέρας καὶ πρώτης
1625τάξεως δήμων. Ἀλλ’ ἐὰν φρονῇ ἄλλως, παρὰ ὅπως ὁ νομοθέ-
1626της τοῦ 1895, τότε πρέπει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, καὶ ἡ
1627Βουλὴ θέλει τότε ἀποφανθῇ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ἰσχύει, ἂς
1628μὴ θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοιούτων ἑώλων ἐπιχειρημάτων
1629νὰ παρακάμψωμεν τὸν νόμον, καὶ ἂς μὴ ζητῇ νὰ καταστήσῃ
1630συνένοχον τοιαύτης καταργήσεως νόμου καὶ τὴν Βουλήν.
1631§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
1632σεως). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ προ-
1633βαίνῃ εἰς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμ-
1634ματοδιδασκαλείων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸν Ἐπι-
1635θεωρητήν. Τὸ ἄρθρον 40 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαι-
1636δεύσεως καθορίζει τὰ καθήκοντα τοῦ Νομαρχιακοῦ Ἐπιθεω-
1637ρητοῦ, ὅστις τυγχάνει ὁ εἰσηγητὴς πασῶν τῶν εἰς τὸ Ἐπο-
1638πτικὸν Συμβούλιον ὑπαγομένων ὑποθέσεων. Μεταξὺ τῶν κα-
1639θηκόντων τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς ἐν τῷ ιδ
1640ἐδαφίῳ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου: «Προκαλεῖ τὴν παρὰ τοῦ ἁρμο-
1641δίου Νομομηχανικοῦ συγγραφὴν τῶν ἀπαιτουμένων σχεδίων
1642καὶ προϋπολογισμῶν διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν δημοτικῶν διδα-
1643κτηρίων, τῶν προοριζομένων εἴτε διὰ κοινὸν, εἴτε διὰ πλῆρες
1644δημοτικὸν σχολεῖον κλπ.» Πῶς λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκ-
1645παιδεύσεως θὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν κτιρίων διὰ γραμ-
1646ματοδιδασκαλεῖα, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ἐπιθεωρητὴς
1647νὰ προκαλέσῃ τὸν Νομομηχανικὸν νὰ συντάξῃ τὸ σχέδιον καὶ
1648τοὺς προϋπολογισμοὺς δαπάνης κτιρίων διὰ γραμματοσχο-
1649λεῖα; Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὀρθῶς ὁ νομοθέτης δὲν ἐφρόν-
1650τισε περὶ κατασκευῆς κτιρίων γραμματοδιδασκαλείων, διότι
1651ταῦτα δὲν εἶναι μόνιμα σχολεῖα. Τοιαῦτα ὑφίστανται ὅπου
1652ὑπάρχουσι μαθηταὶ 15 μέχρις 69, διότι, ὁπόταν ὁ ἀριθμὸς
1653τῶν μαθητῶν ἀνέλθῃ εἰς 70, τὸ γραμματοδιδασκαλεῖον μετα-
1654τρέπεται εἰς δημοτικὸν σχολεῖον. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν
1655νὰ κατασκευασθῶσι κτίρια διὰ 15 μαθητάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τού-
1656του, τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα καταργοῦνται, καὶ συνιστῶν-
1657ται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἀφοῦ πολλοὶ πληθυσμοὶ ἐν
1658Ἑλλάδι εἶναι κινητοί.
1659§128Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὀλίγιστα μέρη.
1660§129ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν κατασκευάσωμεν σήμερον κτίρια διὰ
1661γραμματοσχολεῖα, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ ἐγκατα-
1662λείψωμεν αὔριον, καὶ θὰ καταστρέψωμεν οὕτω τὸ κεφάλαιον,
1663ὅπερ εἶναι προωρισμένον εἰς πλήρωσιν ἀνάγκης σπουδαιοτά-
1664της τῆς Πολιτείας, οἵα εἶναι ἡ κατασκευὴ κτιρίων τῶν δημο-
1665τικῶν σχολείων. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, δὲν δυνάμεθα ἢ
1666νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν νόμον κατὰ γράμμα, ὅστις ἐπιβάλλει
1667εἰς τὸν Ἐπιθεωρητὴν νὰ προκαλῇ τὸν Νομομηχανικὸν εἰς τὴν
1668σύνταξιν τῶν σχεδίων καὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν κτιρίων
1669τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ οὐχὶ τῶν γραμματοσχολείων.
1670Δὲν ἔχει λοιπὸν δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὴν κατα-
1671σκευὴν κτιρίων εἴτε γραμματοδιδασκαλείων, εἴτε δημοτικῶν
1672σχολείων κλπ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀτέλειά τις, αὕτη ἔγκειται ἐν
1673τῷ νόμῳ. Ἀλλοίμονον ὅμως, ἐὰν τὸ ποσόν, τὸ προωρισμένον
1674διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων,
1675διατεθῇ πρὸς κατασκευὴν γραμματοδιδασκαλείων, τὰ ὁποῖα
1676ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ σκοπὸν εἶχε νὰ καταργήσῃ, καὶ ἡμεῖς δὲ
1677τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὡς σκοπόν!
1678§130Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1679§131ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
1680σεως). Ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ ἐπισήμως, ὅτι εἰς τοὺς δήμους
1681τρίτης τάξεως κατεσκευάσθησαν πάντα τὰ ὑπολειπόμενα κτί-
1682ρια τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 44.
1683Ὑπάρχουσι δῆμοι τρίτης τάξεως, οἵτινες κέκτηνται κτίρια
1684δημοτικὰ κατάλληλα διὰ δημοτικὰ σχολεῖα· ἐν αὐτοῖς δὲν
1685εἶναι ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῶσι νέα κτίρια, ἀφοῦ τὰ ἤδη
1686ὑπάρχοντα ἐκπληροῦσι τὸν προορισμόν των. Ἀλλ’ εἰς τοὺς
1687δήμους τρίτης τάξεως, τοὺς ἐστερημένους τοιούτων κτιρίων,
1688κατεσκευάσθησαν ἤδη 44, ἀφ’ ἧς ἐγὼ διατελῶ Ὑπουργός.
1689§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν χωρίων
1690καὶ κωμῶν τρίτης τάξεως δήμων, οἵτινες δὲν ἔχουσι κτίρια
1691διὰ δημοτικὰ σχολεῖα, βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, κατά τινα
1692ἐξέτασιν, ἣν ἐποιησάμην εἰς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1693ὅτι ὑπάρχουσιν 92· ὥστε, ἂν κατεσκευάσθησαν 44, ὑπολεί-
1694πονται ἀκόμη ἄλλα τόσα καὶ πλέον. Ὥστε, ὡς πρὸς τὰ
1695διδακτήρια, ἀκόμη δὲν ἐξηντλήθη τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχουν
1696ἐκ τοῦ νόμου οἱ τρίτης τάξεως δῆμοι. Ἀπορῶ δέ, πῶς ἐξα-
1697κολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς παραγνωρίζων τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν
1698ἐκ τοῦ νόμου ἔχει, ὅπως κατὰ πρῶτον λόγον προτιμᾷ τὴν
1699κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν τῆς
1700τρίτης τάξεως δήμων. Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται, δὲν
1701πρέπει νὰ ἐπικαλῆται, διότι δὲν συμφωνοῦσι μὲ τὸν νόμον.
1702Ἡμεῖς θὰ προσέξωμεν ἀκριβῶς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου,
1703τὴν ὁρίζουσαν τὴν σειρὰν τῆς κατασκευῆς τῶν κτιρίων τῶν
1704δημοτικῶν σχολείων. Οὗτος λέγει ἐν κεφαλαίῳ Εʹ, «περὶ
1705δημοτικῶν διδακτηρίων», ἄρθρῳ 68: «Τῶν δημοτικῶν διδα-
1706κτηρίων προσδιορίζονται ἐπὶ τοῦ παρόντος δύο τύποι, ὁ τοῦ
1707διδακτηρίου τοῦ προοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πλῆρες
1708δημοτικὸν σχολεῖον, καὶ ὁ τοῦ διδακτηρίου τοῦ προοριζομέ-
1709νου νὰ χρησιμεύσῃ εἰς κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον ἢ γραμ-
1710ματοδιδασκαλεῖον». Ὥστε ὁ νόμος ἐξομοιοῖ τὰ διδακτήρια
1711τοῦ κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ τοῦ γραμματοδιδασκα-
1712λείου. Μετὰ τοῦτο ἐπερχόμενον τὸ ἄρθρον 76, λέγει: «Ἡ
1713κατὰ τὸν ἐγκεκριμένον τύπον μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων
1714δημοτικῶν διδακτηρίων, ἢ ἡ κατὰ τοιοῦτον τύπον οἰκοδομὴ
1715νέων διδακτηρίων, γίγνεται τὸ πρῶτον ἐν ταῖς πρωτευούσαις
1716καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων τρίτης τάξεως, μετὰ τὴν πλή-
1717ρωσιν δὲ τῶν ἀναγκῶν τῶν διδακτηρίων ἐν αὐτοῖς, γίγνεται
1718ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων βʹ τάξεως,
1719ὅταν δὲ πληρωθῶσι καὶ αἱ ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως ἀνάγ-
1720και, γίγνεται ἡ μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων διδακτηρίων ἢ
1721ἡ οἰκοδομὴ νέων ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν
1722δήμων αʹ τάξεως.»
1723Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν τοσοῦτον σαφῆ τὴν διάταξιν τοῦ
1724νόμου, τρέχομεν ζητοῦντες ἐν τῷ νόμῳ φράσεις καὶ λέξεις,
1725μὲ τὴν κακὴν πρόθεσιν νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν αὐτήν! Καὶ ἐπι-
1726τρέπεται νὰ γίνηται τοῦτο; Τίνα δύναμιν ἔχει τὸ ἐπιχεί-
1727ρημα, ὅτι ἐν ἄλλοις ἄρθροις ὁ νομοθέτης σχετικῶς δὲν ἐπανα-
1728λαμβάνει τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα εἰδικῶς, ἀφοῦ ἅπαξ ὥ-
1729ρισε τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν γραμματοδιδασκαλείων σαφέ-
1730στατα, καὶ ἀφοῦ ἐν τοῖς ἄλλοις ἄρθροις, ἅτινα ἐμνημονεύθη-
1731σαν, δὲν φαίνεται θέλων νὰ καινοτομήσῃ ὁ νομοθέτης, οὐδ’
1732ἐπιτρέπεται νὰ ταυτολογήσῃ πρὸς καινοτομίαν; Τὰ κείμενα
1733διαστρέφονται· διότι τί καθιερώτερον ἢ ὅ,τι λέγεται ἐν τοῖς
1734ἄρθροις, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρι-
1735νηθῶσι, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι καὶ ἐν τῇ μετα-
1736σκευῇ τῶν διδακτηρίων πρέπει νὰ προβαίνωμεν ἀρχόμενοι
1737ἀπὸ τῶν τρίτης τάξεως δήμων, καὶ ἀφοῦ περατώσωμεν αὐτὰ,
1738νὰ προβαίνωμεν εἰς τὰ ἄλλα. Ἐὰν δὲ, ὅπως ὑποστηρίζω,
1739ὑπάρχωσιν 92 κῶμαι καὶ χωρία δήμων γʹ τάξεως, δυνάμεναι
1740νὰ ἔχωσιν ἐκ τοῦ νόμου σχολεῖα, θεωρῶ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ
1741τοῦ νόμου νὰ μετασκευασθῶσι πρὸ παντὸς ἄλλου ταῦτα. Δὲν
1742δύναται δὲ ἡ δαπάνη νὰ ἦναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ πι-
1743στεύῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἀδικήσῃ τοὺς βʹ τάξεως δήμους·
1744διότι, ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πιθανῶς δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ
1745τὰς 100,000 δραχμὰς, δαπανηθῇ δι’ αὐτὰ, δὲν εἶναι φόβος
1746νὰ στερηθῶσιν οἱ βʹ τάξεως δῆμοι τῶν σχολείων αὑτῶν. Ἄλ-
1747λως αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, καὶ περιτταὶ αἱ ἑρμηνεῖαι. Οἱ γʹ
1748τάξεως δῆμοι, ὅλοι γινώσκομεν, ὅτι πάσχουσι τοιαῦτα δια-
1749τηροῦσιν ἐλεεινὰ κτίρια σήμερον διὰ σχολεῖα, ὥστε, καὶ ἂν
1750ὁ νόμος δὲν τὸ ἀπῄτει, ὤφειλε νὰ σπεύσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν
1751κατασκευὴν πρῶτον αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργός.
1752§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ μιᾶς ἀμφιβολίας περιεπέ-
1753σαμεν εἰς ἑτέραν. Ἡ πρώτη ἀμφιβολία ἦτο, ἂν, κατὰ τὸν
1754νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ὑποχρεωτικὴ κατὰ
1755πρώτην σειρὰν ἡ οἰκοδομὴ διδακτηρίων ἐν τοῖς δήμοις γʹ
1756τάξεως. Ἀπὸ ταύτης τῆς ἀμφιβολίας περιεπέσαμεν εἰς ἄλ-
1757λην, ἂν πρέπει ἐκ τῶν πρὸς οἰκοδομὴν διδακτηρίων προω-
1758ρισμένων χρημάτων νὰ οἰκοδομῶνται διδακτήρια καὶ διὰ
1759γραμματοσχολεῖα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως
1760ἐβεβαίωσεν, ὅτι ᾠκοδομήθησαν πάντα τὰ διδακτήρια ἐν τοῖς
1761δήμοις γʹ τάξεως· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἀμφιβολίᾳ, τὴν ὁποίαν ἀνέ-
1762φερεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι οὔτε ταῦτα
1763ἐξετελέσθησαν, ἐβεβαίωσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι 44 κατε-
1764σκευάσθησαν, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι δῆμοι γʹ τάξεως, οἱ ὁποῖοι
1765ἔχουσι τοιαῦτα διδακτήρια. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι τῆς γʹ τάξεως,
1766οἱ δῆμοι τῆς βʹ τάξεως, οἱ δῆμοι τῆς αʹ τάξεως, οἱ ὁποῖοι
1767ᾠκοδόμησαν τὰ τοιαῦτα κτίρια, ᾠκοδόμησαν αὐτὰ κατὰ τὰ
1768σχέδια, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ εἶχον προμηθευθῆ, καὶ αὐτὰ εἶναι
1769σχέδια ἐργολάβων καὶ τεκτόνων, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν ἐν
1770ταῖς πόλεσιν ἢ ἐν τοῖς χωρίοις ἐκείνοις, κτίρια ἀτελῆ, μὴ
1771ᾠκοδομημένα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς παιδαγωγικῆς, μὴ
1772ὑγιεινά. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος διέταξεν, ὅπου ὑπάρχουσι τοιαῦ-
1773τα διδακτήρια, νὰ μετασκευασθῶσιν εἰς διδακτήρια κατὰ
1774τὸν τύπον, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐνεκρίθη
1775ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
1776γὸν νὰ φροντίσῃ νὰ συνταχθῇ πίναξ τῶν δήμων, ἐν οἷς κατε-
1777σκευάσθησαν τὰ κτίρια ἐπὶ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ καὶ ἐπὶ
1778τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκ-
1779παιδεύσεως, ἀπέναντι δὲ ἑκάστου σχολείου νὰ ἀναγράψῃ τὴν
1780δαπάνην, τὴν καταβληθεῖσαν διὰ τὰ οἰκοδομηθέντα ἐν τοῖς
1781δήμοις γʹ τάξεως διδακτήρια.
1782Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀμφιβολίας ταύτης μεταβαίνω, καὶ ἄκων,
1783εἰς ἄλλην ἀμφιβολίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύ-
1784σεως εἶπεν, ὅτι περιῆλθεν εἰς ἀμφιβολίαν· ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν
1785ἀμφιβολίαν εἶχε δικαίωμα νὰ περιέλθῃ ὁ Ὑπουργὸς ἀπέ-
1786ναντι τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, διατάσσοντος, ὅτι οἰ-
1787κοδομοῦνται πρῶτα τὰ διδακτήρια ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως.
1788Πῶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται
1789μεταξὺ τῶν διδακτηρίων καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα; Τὰ
1790γραμματοδιδασκαλεῖα εἶναι ἐξαίρεσις· ὅπου δὲν εἶναι ἐπαρ-
1791κὴς ἀριθμὸς μαθητῶν, ἵνα συστηθῶσι δημοτικὰ σχολεῖα,
1792συνιστῶνται γραμματοδιδασκαλεῖα· τοῦτο δὲ γίνεται εἰς
1793τοὺς μικροὺς συνοικισμοὺς, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι πλείονες τῶν
179415 μαθητῶν. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς μικροὺς συνοικι-
1795σμοὺς, δι’ αὐτοὺς τοὺς 15 μαθητὰς, εἴχομεν καθῆκον νὰ συ-
1796στήσωμεν δημοτικὰ σχολεῖα, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ 15 νεανί-
1797σκοι ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα πρὸς τοὺς περισσοτέρους.
1798Τὰ γραμματοσχολεῖα ὅμως, συνιστώμενα, ἔχουσιν ἕνα σκο-
1799πὸν, νὰ μεταβληθῶσι τάχιον ἢ βράδιον εἰς δημοτικὰ σχο-
1800λεῖα· δηλαδὴ, εὐθὺς ὡς συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθη-
1801τῶν, νὰ γείνωσι δημοτικὰ σχολεῖα. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ
1802ἀρνηθῇ εἰς τοὺς μαθητὰς ἐκείνους τῶν γραμματοσχολείων τὴν
1803εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι καὶ οἱ τῶν δημοτικῶν σχο-
1804λείων μαθηταί; Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδίσταζε, διότι δὲν
1805ἔχει τὰ μέσα, ὅπως οἰκοδομήσῃ ἐν δήμοις γʹ τάξεως καὶ
1806δημοτικὰ σχολεῖα καὶ γραμματοσχολεῖα, ἔπρεπε νὰ εἰσα-
1807γάγῃ νομοσχέδιον, καὶ ζητήσῃ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νό-
1808μου, καίτοι, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶχεν ἀνάγκην συμπληρώσεως,
1809ὤφειλε δὲ νὰ ἐκδώσῃ διαταγὴν πρὸς τοὺς Ἐπιθεωρητὰς καὶ
1810νὰ ἀναμνήσῃ εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ἔχουσιν ὑποχρέω-
1811σιν νὰ ὑποβάλωσι τὰ περὶ τούτου εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμ-
1812βούλιον, καὶ νὰ προσκαλέσωσιν αὐτὸ εἰς ἐκτέλεσιν τῶν δια-
1813τάξεων τοῦ νόμου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀμφιβολία τοῦ κ.
1814Ὑπουργοῦ περὶ γραμματοσχολείων δὲν στηρίζεται εἰς τὸν
1815νόμον· ὁ νόμος δὲν δίδει ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην ἀμφιβολίαν.
1816Συνιστῶ δὲ εἰς αὐτὸν, διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῶν δήμων
1817γʹ τάξεως νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
1818§134Ε. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἴπατε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ὅλα τὰ δι-
1819δακτήρια τῶν δημοτικῶν σχολείων εἰς ὅλους τοὺς δήμους
1820γʹ τάξεως κατεσκευάσθησαν. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώ-
1821σω, ὅτι σχολεῖα τοῦ δήμου Νάξου, πρωτευούσης τῆς ὁμω-
1822νύμου ἐπαρχίας, δὲν ἐγένοντο· ὅτι τὸ σχολεῖον τῶν ἀρρένων
1823ἦτο πλῆρες δημοτικόν, καὶ διετάξατε νὰ γείνῃ σχολεῖον δι-
1824τάξιον. Πρὸς τούτοις θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διατάξητε τὸν
1825Ἐπιθεωρητὴν νὰ ὑποβάλῃ ἀναφορὰν πρὸς κατασκευὴν τοῦ
1826σχολείου τῶν θηλέων τοῦ δήμου Νάξου, ὁ ὁποῖος εἶναι δῆ-
1827μος τρίτης τάξεως.
1828§135ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
1829δεύσεως). Ὁ δῆμος Νάξου εἶναι δῆμος γʹ τάξεως. Εἶναι ὅμως
1830ἄξιον ἀπορίας, ὅτι, καίτοι πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ὑμῶν ἐπαρ-
1831χίας, δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἐδημοπρατήθη ἡ κατασκευὴ τοῦ δη-
1832μοτικοῦ σχολείου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσατε πρὸ μικροῦ.
1833§136ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐγένετο ἡ δημοπρασία διὰ τὸ σχολεῖον
1834τῶν ἀρρένων.
1835§137ΣΤΑΗΣ. Καὶ διὰ τὸ τῶν θηλέων.
1836§138Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1837§139ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δύο ἐπιχειρήματα ἐπεκαλέσθη ὁ
1838Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν
1839ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν νόμον. Τὸ ἓν εἶναι, ὅτι
1840δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ἀλλ’ ὅτι πρέπει
1841νὰ προτείνῃ καὶ ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
1842σεως. Τὸ ἕτερον εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ τύπων τῶν
1843διδακτηρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλὰ δὲν ὁμιλεῖ καὶ
1844περὶ τόπου τῶν διδακτηρίων τῶν γραμματοσχολείων. Ἐὰν
1845ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐπρό-
1846τεινε τὸν τόπον, εἰς ὃν ἔπρεπε νὰ οἰκοδομηθῇ τὸ Δημοτι-
1847κὸν σχολεῖον, ἢ τὴν μεταβολὴν, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ
1848τὸ ὑπάρχον, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ νόμος δὲν προβλέ-
1849πει περὶ τούτου· τοὐναντίον ὁ νόμος μεταχειρίζεται τὴν λέ-
1850ξιν «διδακτήρια», καὶ ἐννοεῖ οἱασδήποτε τάξεως σχολεῖα.
1851Ἐὰν οἱ Ἐπιθεωρηταὶ δὲν ἐπρότειναν ἢ τὸν τόπον, ὅπου θὰ
1852οἰκοδομηθῇ, ἢ τὴν μεταβολὴν, ἥτις ἔπρεπε νὰ γείνῃ εἰς τὸ
1853διδακτήριον τῶν γραμματοσχολείων, αὐτὸ πρέπει νὰ χρη-
1854σιμεύσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡς ἀφορμὴ νὰ ἐρωτήσῃ αὐ-
1855τοὺς, διατὶ δὲν ἐξετέλεσαν, ἢ διατὶ δὲν ἐπρότειναν ὅ,τι ὁ
1856νόμος διατάσσει, καὶ ὡς ἀφετηρία, ἵνα διδάξῃ αὐτοὺς, ὅτι
1857ὁ νόμος δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν αὐτοὶ τῷ ἀποδίδουσιν. Ὁ
1858νόμος ὁμιλεῖ περὶ διδακτηρίων, καὶ περιλαμβάνει ἐν τῇ λέ-
1859ξει ταύτῃ τά τε δημοτικὰ σχολεῖα καὶ τὰ γραμματοσχο-
1860λεῖα. Εἶναι δὲ ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ
1861προβλέψῃ τοῦτο καὶ περὶ τῶν κατωτέρας τάξεως δήμων, διότι
1862ὁ παῖς εἰς τὸ σχολεῖον θὰ ἴδῃ οἰκοδομὴν καλῶς διατεταγμέ-
1863νην, καὶ ἐκεῖθεν θ’ ἀρχίσῃ, ἐκ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ σχολείου
1864καὶ τῆς ἐν γένει ἐν αὐτῷ διαίτης, νὰ λαμβάνῃ τὰς πρώτας
1865ἐντυπώσεις τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ τῆς ἐξημερώσεως. Ἀφοῦ ὁ
1866νόμος γενικῶς ὥρισεν, ὅτι πρέπει ὅλων τῶν χωρίων καὶ τῶν
1867κωμῶν τὰ διδακτήρια νὰ οἰκοδομηθῶσι ταχύτερον, καὶ ὅτι
1868τὰ διδακτήρια τῶν δήμων τρίτης τάξεως ἔδει ν’ ἀρχίσωσι
1869νὰ κατασκευάζωνται πρῶτον, ἐνόησε νὰ διατάξῃ, ἵνα τὰ μι-
1870κρότερα διδακτήρια προτιμηθῶσιν. Ἂν δὲ ταῦτα δὲν στε-
1871γάζωσι σήμερον, εἰμὴ 30 ἢ 40 μαθητὰς, εὐχῆς ἔργον εἶναι
1872νὰ στεγάσωσιν αὔριον 70. Καὶ κατ’ ἐμὲ λοιπὸν, ἡ γνώμη
1873τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ὀρθή.
1874§140Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ νόμος σαφῶς, ὡς ἀνε-
1875γνώσθη, ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην τῆς οἰκοδομῆς καὶ τῶν
1876γραμματοσχολείων, ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος προφανῶς προκύπτει
1877ἐκ τοῦ ὅλου νόμου, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης. Ποῖος
1878εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; Νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀνάγκην, ἡ
1879ὁποία ὑπάρχει, τῆς ἐλλείψεως διδακτηρίων· καὶ ἀπῄτησε
1880καὶ ἐπέβαλεν ὡς πρώτην ἀνάγκην τὴν οἰκοδομὴν διδακτη-
1881ρίων. Ἐπειδὴ δὲ οἱ δῆμοι αὐτοὶ, ὡς γνωστὸν, εἰσὶν ἄποροι,
1882ἐπέβαλε τὴν ἀναγκαίαν διὰ δημοσίας δαπάνης οἰκοδομὴν
1883τῶν διδακτηρίων. Εἰς ποίους δήμους κατὰ τοιοῦτον λόγον
1884ἔπρεπε νὰ γένηται ἡ ἀρχή; Βεβαίως εἰς τοὺς ἔχοντας με-
1885γαλειτέρας ἀνάγκας, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ δῆμοι τρίτης τά-
1886ξεως. Εἰς ποῖα χωρία ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ κατασκευα-
1887σθῶσι διδακτήρια; Ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσιν ὀλιγώτεροι κά-
1888τοικοι· καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι μαθηταὶ 15–40, γίνον-
1889ται γραμματοσχολεῖα. Κατὰ συνέπειαν πρέπει πρὸ παντὸς
1890ἄλλου νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ ἂν ὁ νόμος δὲν τὸ ἔλεγεν,
1891ἔπρεπε νὰ ληφθῇ φροντὶς νὰ συμπληρωθῇ ὁ νόμος καὶ ληφθῇ
1892πρόνοια περὶ κατασκευῆς αὐτῶν τῶν διδακτηρίων, διότι,
1893ὡς πολὺ ὀρθῶς πρὸ ὀλίγου ἀνεπτύχθη, οἱ 15 μαθηταὶ ἔχουσι
1894τὸ αὐτὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι καὶ οἱ 70. Ἀλλὰ καὶ
1895οἱ ἔχοντες τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι τὴν
1896αὐτὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπο-
1897τελοῦσι μεγαλείτερον ἀριθμόν. Προφανῶς δὲ, ὄχι μόνον τὸ
1898γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔννοια αὐτοῦ συνηγορεῖ ὑπὲρ
1899τῆς ἑρμηνείας ταύτης.
1900§141Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει, νομίζω, ἀμφιβολία περὶ τῆς
1901ἑρμηνείας τοῦ νόμου· οὐχ ἧττον, καίτοι ὁ νόμος εἶναι σα-
1902φὴς, ἐγὼ δὲν δύναμαι ἢ νὰ δεχθῶ ὡς λυσιτελέστερον ὅ,τι ὁ
1903κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως λέγει· διότι, ἐὰν ὀρθὸν
1904εἶναι νὰ σκεπτώμεθα καὶ περὶ τῶν 15 μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι
1905ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, εἶ-
1906ναι ὀρθότερον νὰ σκεπτώμεθα πρωτίστως περὶ τῶν χιλιά-
1907δων νέων, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουσι τὴν κατασκευὴν τῶν ἐκπαι-
1908δευτηρίων, ὅπως παιδευθῶσιν ἐν αὐτοῖς κατὰ τρόπον τελειό-
1909τερον· διότι, ἐὰν βραδύνωμεν, ἀναμένοντες τὴν κατασκευὴν
1910τῶν γραμματοσχολείων, βλάπτομεν γενεὰν ἢ γενεὰς ἐκπαι-
1911δευτικάς, διότι μετὰ μίαν τετραετίαν παρέρχεται ἡ μία γε-
1912νεὰ ἀπὸ τὸ σχολεῖον, καὶ ἔρχεται νέα. Ἀναμένοντες λοιπὸν
1913νὰ κατασκευάσωμεν γραμματοσχολεῖα εἰς τὰς τελευταίας
1914καὶ ἐλαχίστας κώμας, ἀφίνομεν ὅλους τοὺς δήμους βʹ τάξεως
1915καὶ ὅλας τὰς κώμας τῶν δήμων βʹ τάξεως ἄνευ σχολείων.
1916Ποίαν δὲ βλάβην ἔχει αὐτὸ, τὸ νὰ ἀναμένωσι δηλαδὴ τόσοι
1917νέοι, ὅπως κατασκευασθῶσι τὰ διδακτήριά των, ἵνα ἐκπαι-
1918δευθῶσιν ἐν αὐτοῖς κατὰ τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς
1919σήμερον ζητοῦμεν νὰ ἐκπαιδεύωνται, εἶναι προφανές. Ἡ ζη-
1920μία, νομίζω, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, καὶ δι’ αὐτὸ παρακα-
1921λῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον,
1922τὸ ὁποῖον νὰ ψηφισθῇ ταχέως, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν κατα-
1923σκευὴν τῶν ἐκπαιδευτηρίων τῶν βʹ τάξεως δήμων, ἀφήσω-
1924μεν δὲ τὰ γραμματοσχολεῖα, καὶ μὴ περιμείνωμεν τόσον πο-
1925λὺ περὶ τόσον ἐλαχίστου ἀριθμοῦ, ἐγκαταλείποντες τὸ πλεῖ-
1926στον τοῦ ἀριθμοῦ τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, καὶ γινόμενοι
1927αἴτιοι νὰ παρέρχηται ὁ χρόνος δι’ αὐτὴν ἐν ταῖς τρώγλαις
1928καὶ ἐν διδακτηρίοις ὅλως διόλου ἀκαταλλήλοις.
1929§142Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν
1930ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, δύναται νὰ θεωρηθῇ
1931ὡς καλὴ καὶ ὀρθὴ ὑπὸ μίαν ἔποψιν, ὅτι δύναται νὰ θεωρη-
1932θῇ λογικὴ, μάλιστα ὑπὸ τῶν πρεσβευόντων τὰς ἀρχὰς τοῦ κ.
1933Ζαΐμη· ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς γνώμης ταύτης ἀντιτάσσεται ὁ
1934περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος, ὅστις ἀναφέρει ῥητῶς,
1935ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ κατασκευασθῶσι τὰ διδακτήρια τῶν
1936δήμων γʹ τάξεως, καὶ κατόπιν νὰ κατασκευασθῶσι τὰ διδα-
1937κτήρια τῶν δήμων αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἂν
1938ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα, ἂν δηλαδὴ συμφέρει ἢ μὴ νὰ οἰκο-
1939δομηθῶσι τὰ διδακτήρια γʹ τάξεως, ἀναμφισβητήτως θέλει
1940κλίνει ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς κατασκευῆς τῶν διδακτηρίων τῶν
1941δήμων γʹ τάξεως.
1942§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ
1943τούτου· πρόκειται περὶ γραμματοδιδασκαλείων.
1944§144Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀδιάφορον. Καὶ τὰ γραμματοδι-
1945δασκαλεῖα ἀκόμη δέον νὰ κατασκευασθῶσι, διότι ταῦτα ἐν
1946τοῖς πλείστοις τῶν δήμων εἶναι τὰ μόνα σχολεῖα, ἔνθα διδά-
1947σκονται τὰ στοιχεῖα τοῦ λαοῦ. Ὁ νόμος ῥητῶς ἀναφέρει καὶ
1948ταῦτα, διότι λέγει: «εἰς σχολεῖα δημοτικὰ ἢ γραμματοδι-
1949δασκαλεῖα». Ὥστε ὁ νομοθέτης ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν περί-
1950πτωσιν ταύτην. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
1951τῆς Παιδείας, ὅτι δηλαδὴ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, αἱ τάσεις
1952αὐτοῦ σκοπὸν ἔχουσι νὰ καταργήσωσι τὰ γραμματοδιδασκα-
1953λεῖα, εἶναι ἀναμφίβολον. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὁ νόμος
1954ἔταξεν, ὅπως τὰ γραμματοσχολεῖα καὶ τὰ μονοτάξια δημο-
1955τικὰ σχολεῖα ἔχωσιν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τύπον οἰκοδομῆς, οὕ-
1956τως ὥστε, ὅταν οἱ δῆμοι ἔλθωσιν εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην,
1957εἰς τὴν ὁποίαν θὰ φθάσωσιν, ὅταν ἀποκτήσωσιν ἐπαρκῆ τὰ
1958οἰκονομικὰ μέσα, ὅπως μεταβάλωσι τὰ γραμματοσχολεῖα εἰς
1959δημοτικὰ σχολεῖα, νὰ ἔχωσιν ἕτοιμον ἤδη τὸ διδακτήριον
1960ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε προηγουμένως ὡς γραμματοδι-
1961δασκαλεῖον. Ἀναμφισβήτητον λοιπὸν εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι δέον
1962πρὸ πάντων νὰ κατασκευασθῶσι τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα,
1963νὰ κατασκευασθῶσι καὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα εἰς τοὺς γʹ τά-
1964ξεως δήμους, καὶ κατόπιν νὰ ἄρξηται ἡ οἰκοδομὴ τῶν σχο-
1965λείων τῶν δήμων βʹ τάξεως καὶ τῶν γραμματοσχολείων αὐ-
1966τῶν.
1967§145Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Οὐδέποτε θὰ κατασκευάσωμεν κατ’
1968αὐτὸν τὸν τρόπον σχολεῖα δημοτικά, διότι εἶναι τόσον ἄθλια
1969τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, ὥστε ἐπὶ δεκκαετίαν, δύναμαι νὰ
1970σᾶς εἴπω, δὲν θὰ τὰ ἔχωμεν κατασκευάσει. Πρέπει λοιπὸν
1971νὰ ἀφήσωμεν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἑκατὸν
1972μαθητὰς, ἄνευ κτιρίων, μέχρις οὗ κατασκευασθῶσι τὰ γραμ-
1973ματοδιδασκαλεῖα;
1974§146Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἀξιότιμος
1975συνάδελφος, ὅτι εἶναι ἄθλια τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, δὲν
1976εἶναι ἀκριβές. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα
1977τῶν δήμων γʹ τάξεως δὲν ὑπερβαίνουσι βεβαίως τὰ τεσσα-
1978ράκοντα, ἢ τὸ πολὺ τὰ πεντήκοντα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος.
1979§147ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
1980σεως). 590 γραμματοδιδασκαλεῖα ὑπάρχουν σήμερον.
1981§148Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. 590.
1982§149ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
1983§150Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν γραμματο-
1984διδασκαλείων τῶν ὑπαρχόντων εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοῦ
1985Κράτους. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων τῶν
1986ὑπαρχόντων εἰς τοὺς δήμους βʹ ἢ αʹ τάξεως· πρόκειται περὶ
1987τῶν γραμματοδιδασκαλείων, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται εἰς τοὺς
1988δήμους γʹ τάξεως, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ὑπερβαίνουσι
1989τὰ τεσσαράκοντα ἕως πεντήκοντα, ὡς εἶπον.
1990§151Κ. ΖΩΤΟΣ. Τριακόσια.
1991§152ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1992§153Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τριακόσια; Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν
1993κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ φέρῃ σημείωσιν εἰς τὴν Βου-
1994λὴν, καὶ ἐξ αὐτῆς θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1995ἐγὼ λέγω ἐνταῦθα, εἶναι ἀκριβές, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι 300
1996ἢ 590, ὡς λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀλλ’
1997εἶναι μόνον τεσσαράκοντα ἢ πεντήκοντα. Τὰ ὀλίγα ταῦτα
1998διδακτήρια δέον νὰ κατασκευασθῶσι, προτιμωμένων τῶν
1999ἀπόρων δήμων, ὅπου τὰ τέκνα τῶν χωρικῶν ἐκείνων τῶν
2000χωρίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι 10–15 ἢ 20–30 μαθητὰς, νὰ
2001ἀπολαύσωσι τοῦ εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ νόμος
2002τοῦ 1895.
2003Ὡπωσδήποτε, κύριε Πρόεδρε, εἴτε εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη,
2004εἴτε μὴ, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, δέον
2005πρὸ πάντων νὰ τηρηθῇ ὁ νόμος, οὐδὲ πρέπει ἡμεῖς νὰ πράτ-
2006τωμεν ἀντίθετα τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι
2007λογικωτέρα εἶναι ἡ ἐκφραζομένη γνώμη. Ἄν νομίζωσιν,
2008ὅτι δὲν πρέπει νὰ τηρηθῇ ὁ νόμος, ἂς φέρωσι νομοσχέδιον εἰς
2009τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ψηφίσῃ, τότε ἂς ἐφαρμό-
2010σωσι τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλουσιν. Ἀλλὰ προτοῦ
2011γείνωσιν ὅλα ταῦτα, οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι νὰ παραφθεί-
2012ρωσι τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου.
2013§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λάππας ἔχει τὸν λόγον.
2014§155Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθιστῶ γνωστὸν εἰς
2015τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν,
2016ὅτι ὁ ἀστυνομεύων Εἰδυλλίας τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος, ὁλό-
2017κληρον συνοδείαν, ἀποτελουμένην ἀπὸ ὀφειλέτας τοῦ Δημο-
2018σίου καὶ ἀπὸ φυγοποίνους καταδικασθέντας μόνον εἰς τριῶν
2019ἢ τεσσάρων ἡμερῶν φυλάκισιν, ἔδεσε μίαν ἡμέραν καὶ τοὺς
2020ἐκρέμασεν ὅλους (γέλωτες), ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν συνοδευόντων
2021αὐτοὺς χωροφυλάκων Παπανικολάου καὶ Καραχάλιου! Κα-
2022τεσκεύασε κρεμάλαν, καὶ τοὺς ἐκρέμασεν ὅλους ἐπὶ ὥρας
2023ὁλοκλήρους! Ἐφοβεῖτο μήπως δραπετεύσωσιν, ὡς διϊσχυ-
2024ρίζεται (αἴσθησις). Ταῦτα δὲ συνέβησαν, κύριε Πρωθυπουργέ,
2025κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ ἀστυνόμου. Σᾶς παρακαλῶ θερμῶς,
2026νὰ ζητήσητε πληροφορίας παρὰ τοῦ ἀστυνόμου, καὶ νὰ προ-
2027βῆτε εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ ἀστυνομεύοντος.
2028§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως θὰ φροντίσω.
2029§157Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὀνομάζονται δὲ οἱ κρεμασθέντες Στα-
2030θᾶς ἢ Τσατάλας, Κωσταγιάννης, Καΐλης, καὶ ἄλλοι τινὲς,
2031ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἀγνοῶ.
2032§158Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένοντο τὰ αὐτὰ παρά-
2033πονα ἐκ μέρους δύο συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὴν
2034αὐτὴν συνοδείαν. Τῷ ὄντι ὁ ἀστυνομεύων ἐκεῖ τοὺς ἐκακο-
2035ποίησε καὶ τοὺς ἐκρέμασε. Παρακκλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κύριον
2036Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ, καὶ νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα.
2037§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2038§160Π. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
2039ρησίας διατάξεως.
2040§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
2041§162Π. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Παρὰ συμπολίτου μού τινος, κύριε Πρό-
2042εδρε, ἐκ Φελλόης, παραχειμάζοντος ἐν Βαλκουβίνᾳ τοῦ δή-
2043μου Ἀκράτας, τοῦ Γ. Δ. Λυμπεροπούλου, ἔλαβον ἀναφο-
2044ράν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀναφερόμενος παρα-
2045πονεῖται, ὅτι ἐκακοποιήθη ἀγρίως ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν
2046ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας Ἀκράτας. Ἰδοὺ ἀκριβῶς περὶ τίνος
2047πρόκειται. Ὁ ἀστυνόμος, ὡς λέγει ὁ παραπονούμενος, ἔπεμ-
2048ψεν εἰς τὸ χωρίον Βαλκουβίναν τρεῖς χωροφύλακας, ὅπως
2049συλλάβωσί τινα, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἔνταλμα τοῦ
2050ἀνακριτοῦ Ναυπλίου περὶ βιαίας προσαγωγῆς. Οἱ χωροφύ-
2051λακες, μεταβάντες εἰς Βαλκουβίναν, ἐμεθύσθησαν, καὶ ἔδε-
2052σαν τὸν συλληφθέντα, καὶ ἔτυπτον αὐτὸν διὰ τῶν ὑποκο-
2053πάνων τῶν τουφεκίων των, προσέτι δὲ διέταξαν τοὺς χωρι-
2054κοὺς νὰ κλεισθῶσιν εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ δὲν ἐπέτρεπον
2055αὐτοῖς νὰ μεταβῶσιν οὔτε εἰς τοὺς ἀγρούς των, οὔτε εἰς τὰς
2056ἀμπέλους των, οὔτε ἀλλαχοῦ, συνάμα δὲ ὕβριζον βαναύσως
2057καὶ τὰς γυναῖκας! (αἴσθησις). Ὁ ἀναφερόμενος μετὰ τοῦ
2058διδασκάλου τοῦ χωρίου προσεπάθησαν νὰ μεταβῶσιν εἰς
2059Ἀκράταν, ὅπως παραστήσωσι τὴν κατάστασιν εἰς τὸν ἀστυ-
2060νόμον, ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες ἀντελήφθησαν τοῦτο, καὶ ἐπυ-
2061ροβόλησαν κατ’ ἐπανάληψιν ἐναντίον αὐτῶν, οἵτινες οὕτως
2062ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιστρέψωσιν. Ἐπὶ τέλους εἷς ἐξ αὐτῶν,
2063ὁ Γ. Λυμπερόπουλος, ἠδυνήθη νὰ μεταβῇ εἰς Ἀκράταν, ἵνα
2064παραπονεθῇ εἰς τὸν ἀστυνόμον. Ὁ ἀστυνόμος ἐκοιμᾶτο, καὶ
2065ἐν ᾧ ὁ Λυμπερόπουλος ἀνέμενε τὴν ἀφύπνισιν αὐτοῦ, ἔφθασαν
2066καὶ οἱ χωροφύλακες μετὰ τοῦ συλληφθέντος, ἰδόντες δὲ τὸν
2067ἀναφερόμενον εἰς τὸ ἀστυνομικὸν γραφεῖον, καὶ ἐννοήσαντες
2068περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἤρξαντο τύπτοντες αὐτόν· ἐν τῷ μεταξὺ
2069ἐξύπνησεν ὁ ἀστυνόμος, ὅστις, χωρὶς νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν πα-
2070θόντα οὔτε νὰ τῷ ὁμιλήσῃ, οὔτε νὰ τῷ ἐκθέσῃ τὰ παράπονά
2071του, ἤρχισε καὶ οὗτος νὰ τὸν δέρῃ, συνάμα δὲ τὸν ἔκλεισεν εἰς
2072ἕν ὑπόγειον, εἰς ἕν κατῶγι, ὅπου τὸν ἄφησεν ἀρκετὰς ὥρας.
2073Μετὰ παρέλευσιν τεσσάρων ὡρῶν τὸν ἔφερεν εἰς τὸ γραφεῖόν
2074του, καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ πολλῶν ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἀδίκως συνε-
2075λήφθη, καὶ ἀδίκως ἐδάρη, καὶ ἀδίκως ἐκλείσθη εἰς τὸ κα-
2076τῶγι ἐκεῖνο. Ἐν τούτοις διέταξε πάλιν νὰ τὸν κλείσουν
2077εἰς τὸ κατῶγι, καὶ τὸν ἄφησεν ἐκεῖ μέχρι τῆς 8ης ἑσπερι-
2078νῆς ὥρας. Ὁ ἀναφερόμενος περὶ πασῶν τούτων τῶν κακώ-
2079σεων ὑπέβαλεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
2080μήνυσιν ἐναντίον τοῦ ἀστυνόμου. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Πρω-
2081θυπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
2082§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕως τώρα ὄχι.
2083§164Π. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Διὰ τοῦτο, καταθέτων τὴν ἀναφορὰν,
2084παρακαλῶ αὐτὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑπο-
2085θέσεως ταύτης, καὶ διατάξῃ τὰ δέοντα.
2086§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
2087§166Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐξ ἄλλων ἀφορ-
2088μῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐντεῦθεν διὰ παραπόνων πολλῶν
2089ἀξιοτίμων συναδέλφων κατὰ τῆς ἀτασθάλου συμπεριφορᾶς
2090ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ σήμερον ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως, τὴν
2091ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, εὑρί-
2092σκω τὴν εὐκαιρίαν νὰ κάμω καὶ ἀπὸ τῆς Βουλῆς μίαν δήλω-
2093σιν, μίαν παρότρυνσιν πρὸς τοὺς Ἕλληνας πολίτας, τὴν ὁποίαν,
2094ἐρωτηθείς ποτε, ὑπὸ τύπον συνεντεύξεως, παρὰ δημοσιογρά-
2095φου, συντάκτου τῆς «Ἀκροπόλεως», ἔδωκα τὴν ἄδειαν νὰ
2096γραφῇ εἰς τὸν Τύπον. Θεωρῶ ἀφιλοτίμους ἐκείνους τοὺς Ἕλ-
2097ληνας πολίτας, οἱ ὁποῖοι προσφεύγουσιν εἰς παράπονα πρὸς
2098ἡμᾶς ἐδῶ, θεωρῶ ἀφιλοτίμους καὶ ἀναξίους συνταγματικῆς
2099ἐλευθερίας τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δέχονται νὰ τύπτωνται
2100καὶ νὰ δέρωνται καὶ νὰ ὑφίστανται τοιαύτας ἀτιμωτικὰς
2101κακώσεις ἐκ μέρους ἀστυνομικῶν ἢ ἄλλων ὀργάνων τῆς ἐξου-
2102σίας, παρὰ τὸ Σύνταγμα, παρὰ τοὺς νόμους, παρὰ τὰ ἀνθρώ-
2103πινα δικαιώματα ἐπὶ τέλους! (ἐντύπωσις).
2104§167ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Τί νὰ κάμωσι;
2105§168Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμωσι; Νὰ
2106λαμβάνωσι τὰ ὅπλα, νὰ ἐξεγείρωνται, καὶ νὰ ἀμύνωνται
2107κατὰ τῶν ἀτιμώσεων, καὶ νὰ φονεύωσιν ἐκείνους τοὺς ἀστυ-
2108νόμους, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται οὕτως αὐτοὺς, Ἕλληνας
2109πολίτας! (Μεγίστη προσοχὴ τῆς Βουλῆς. Κωδωνοκρουσίαι
2110Προέδρου).
2111Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε! Δὲν ἐννοῶ πρὸς τί ἡ κωδωνοκρου-
2112σία! Ἐννοεῖτε νὰ ἀνακόψητε τὸν λόγον μου;... Ναὶ, νὰ τοὺς
2113ἐκδιώκωσιν ὡς κακούργους ἐκ τῶν χωρίων των, νὰ τοὺς φο-
2114νεύωσιν ὡς σκύλλους, ὑποστηρίζοντες οὕτω τὰ δίκαιά των
2115τὰ ἀνθρώπινα, τὰ δικαιώματά των τὰ πολιτικὰ καὶ συν-
2116ταγματικὰ, καὶ δίδοντες ὕπαρξιν καὶ κύρωσιν εἰς τὸ Σύν-
2117ταγμα, τοῦ ὁποίου ῥητὰ ἄρθρα ἀνηγόρευσαν καὶ ἔθεσαν ὑψη-
2118λὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, τοῦ ὁποίου ῥητὰ ἄρθρα ἀπη-
2119γόρευσαν τὰς κακώσεις καὶ τὰς βασάνους. (Εὖγε! εὖγε!).
2120§169ΦΩΝΑΙ. Νὰ καταγγέλλωσι.
2121§170Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ καταγγέλλωσι,
2122ποῦ; Ἀστεῖον! Καταγγέλλονται ἀκριβῶς αὐτοί, μετὰ τὰς
2123τοιαύτας κακώσεις, μετὰ καὶ τὰς ἀτιμώσεις ἐνίοτε, εἰς τὰς
2124ὁποίας ὑποβάλλονται, καταγγέλλονται «ἐπὶ ἀντιστάσει
2125κατὰ τῆς ἀρχῆς»! Ἐὰν ἤρχετο ἐνταῦθα σημείωμα τοῦ
2126Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, λαμβανόμενον ἐξ ὅλων τῶν
2127Δικαστηρίων, θὰ ἐβλέπετε, ὅτι ἴσως τὸ τέταρτον, ἢ τὸ πολὺ
2128τὸ πέμπτον ὅλων τῶν δικῶν εἶναι τοιαῦται «ἀντιστάσεις
2129κατὰ τῆς ἀρχῆς», ἀντιστάσεις ὅμοιαι πρὸς ἐκείνην, τὴν
2130ὁποίαν σήμερον παρέστησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κύριος
2131Ζαΐμης!
2132Διὰ τοῦτο λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τουλάχι-
2133στον, δραττόμενος αὐτῆς τῆς εὐκαιρίας, νὰ κηρύξω ἐντεῦ-
2134θεν στεντορείως, ἵνα ἀκουσθῇ πανταχοῦ, ὅτι τοὺς μὲν πο-
2135λίτας, τοὺς ἀνεχομένους νὰ γίνωνται εἰς τὴν ῥάχιν των αὐτὰ,
2136θεωρῶ ἀφιλοτίμους καὶ ἀναξίους συνταγματικῶν ἐλευθε-
2137ριῶν, ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τὰ δικαιώματά των,
2138παροτρύνω ἐντεῦθεν ἐπισήμως, νὰ λαμβάνωσι τὰ ὅπλα...
2139§171Η. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλὰ ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο,
2140καὶ προστατεύει τοὺς φιλονόμους, οὐχὶ δὲ τοὺς χειροδικοῦν-
2141τας, ἂν δὲν ἀμύνωνται ὑπὲρ ζωῆς ἢ ἁγνείας.
2142§172ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λαμβάνωσιν, ἐπαναλαμ-
2143βάνω ἐγὼ, τὰ ὅπλα, καὶ νὰ φονεύωσιν ὡς σκύλλους τοὺς
2144ἀστυνόμους καὶ τοὺς ἀστυφύλακας καὶ χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι
2145μετέρχονται αὐτὰς τὰς κακώσεις, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ ζωῆς καὶ
2146ἁγνείας, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τιμῆς καὶ φιλοτιμίας, κυρίως ὅμως
2147ἀμυνόμενοι ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος· διότι τὸ Σύνταγμα
2148ὑποστηρίζουσι καὶ κυροῦσιν οἱ πολῖται, οἱ προβαίνοντες εἰς
2149ἄμεσον θανάτωσιν ἐπὶ τόπου τῶν ἀγρίων αὐτῶν ὀργάνων
2150τῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα ἔλαβον παρὰ τῆς Πολιτείας τὸ ὅπλον,
2151ἔλαβον τὴν δύναμιν τοῦ νόμου εἰς τὰς χεῖρας, διὰ νὰ κα-
2152κουργῶσι κατὰ τὸν ἀτιμότερον τρόπον! (Εὖγε! εὖγε!).
2153§173ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
2154Ἀλλ’ ἂν συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέστησεν, ἤθελεν ἀνοίξει
2155ἄλλο στάδιον ἐπερωτήσεων κατ’ ἄλλης Ἀρχῆς, διὰ τὴν
2156ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς συνέστησε νὰ μὴ ἐξευτελίζηται·
2157δηλαδὴ θ’ ἀρχίσουν αἱ ἐπερωτήσεις κατὰ τῆς Δικαιοσύνης.
2158Καὶ ἤκουσα τὸν κύριον Βουλευτὴν παροτρύνοντα ἡμᾶς νὰ μὴ
2159ἀπευθύνωμεν ἐπερωτήσεις κατὰ δικαστῶν.
2160§174Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι! Δὲν εἶπον τοι-
2161οῦτόν τι, ἀλλ’ εἶπον νὰ μὴ ἐξευτελίζηται ἡ Ἐκκλησία καὶ
2162ἡ Δικαιοσύνη. Διαμαρτύρομαι.
2163§175ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ὅλοι, ὅσοι ἔλαβον ἀφορμὴν, γνωρίζου-
2164σιν, ὅτι τὰ Δικαστήρια εἶναι ἰδίως ὑπαίτια διὰ τὴν τοιαύ-
2165την κατάστασιν. (Φωναὶ πολλαχόθεν: Μάλιστα, μάλιστα).
2166Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ Δικαστήρια ἐξ ἀρχῆς ἐφήρμοζον
2167τοὺς νόμους, καὶ ἐτιμώρουν τοὺς παρεκτρεπομένους ἀστυνο-
2168μικοὺς ὑπαλλήλους, σήμερον ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν
2169θὰ εἶχεν ἐκπέσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὅπως ἐξέπεσεν.
2170(Ἐπιδοκιμασίαι).
2171§176ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
2172§177ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Οἱ ἀρειμάνιοι αὐτοὶ στρατιωτικοὶ ἀστυ-
2173νόμοι, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὰ ἀστυνομικά των καθήκοντα, ἤρχι-
2174σαν, ὄχι μόνον τύπτοντες, ὅπως κατετέθη σήμερον ἐνώπιόν
2175σας, ἀλλὰ καὶ ὑβρίζοντες καὶ ἀτιμάζοντες τοὺς πολίτας·
2176ὕστερον δὲ, συντάσσοντες καὶ μίαν ἔκθεσιν ἀντιστάσεως, τοὺς
2177διευθύνουν δεσμίους εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Τὰ δὲ Δικαστήρια,
2178εἰς τὰ ὁποῖα καταφεύγουσιν, ἀδικούμενοι καὶ ὑβριζόμενοι
2179οὕτω οἱ πολῖται, ἀπαλλάττουσι διαρκῶς τοὺς ἀστυνόμους,
2180«χάριν τοῦ γοήτρου τῆς ἀστυνομίας»! ἢ ῥίπτουσιν εἰς τὸ ἀρ-
2181χεῖον τὰς κατ’ αὐτῶν καταγγελίας. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς
2182Βουλῆς, ἐπειδὴ εἶναι καὶ δικηγόρος, εἶναι ἴσως ἁρμόδιος καὶ
2183ἐξ ἰδίας πείρας νὰ σᾶς ἀναφέρῃ παραδείγματα. Συχνὰ συμ-
2184βαίνει νὰ ἀθωῶνται οἱ ἀστυνόμοι, καὶ νὰ καταδικάζωνται οἱ
2185πολῖται, οἱ ὑποστάντες τὰς βαναύσους ἐπιθέσεις τῶν ἀστυ-
2186νομικῶν ὀργάνων.
2187§178Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο χρειάζεται
2188νὰ λάβωσι τὸ ὅπλον οἱ πολῖται.
2189§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν
2190διάταξιν.
2191Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
2192§180Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον
2193πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
2194§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ
2195ἦτο καλὸν νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν; (Ἐγείρον-
2196ται πλεῖστοι).
2197§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ θὰ πράξω ὅ,τι ἡ πλειο-
2198νοψηφία τῆς Βουλῆς εἴπῃ. (Πάντες ἐγείρονται).
2199§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετ’ ὀλίγην ὥραν, Κύριοι, θὰ ἐπανέλθωμεν.
2200§184Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας δια-
2201τάξεως τὸν λόγον εἶχεν ὁ κύριος Κρίτσας.
2202§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2203§186ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Δὲν εἰσήλθομεν. Δὲν δυνάμεθα νὰ
2204ὁμιλήσωμεν; Τί κατάστασις εἶναι αὐτή! (Θόρυβος καὶ ἀν-
2205τεγκλήσεις).
2206§187ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
2207§188ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εἰσήλθομεν.
2208§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη ὁ λόγος εἰς τὸν κύριον Δηλιγιάν-
2209νην, καὶ ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας
2210διατάξεως.
2211(Ὅλοι οἱ Βουλευταὶ εἶναι ὄρθιοι, φωνάζοντες).
2212§190ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν οἱ ἐγερθέντες νὰ ὁμιλήσωσι παρῃ-
2213τήθησαν, ἄλλο ζήτημα. Ἀλλ’ ἤδη δύο εἶχον ἐγερθῆ, ἵνα
2214ὁμιλήσωσι, καὶ δὲν δύνασθε νὰ κηρύξητε τὴν λῆξιν τῆς συ-
2215ζητήσεως, πρὶν ἢ δηλώσωσιν ὅτι παραιτοῦνται.
2216§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶχον ἀπὸ κανένα αἴτησιν.
2217§192Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγώ.
2218§193Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ ἐγώ.
2219§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμε-
2220ρησίαν διάταξιν, καὶ δὲν ἐγένετο ἀντίρρησις καμμία.
2221§195ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Πότε; Ἔχετε λάθος. (Ἐξακο-
2222λουθεῖ ὁ θόρυβος).
2223§196ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἀφ’ ἑαυτοῦ
2224κηρύσσητε, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
2225τοῦτο οὐδὲν σημαίνει. Διότι πρὸς τοῦτο ἐρωτᾶται πάντοτε:
2226«Ὑπάρχει ἄλλος τις νὰ ἀγορεύσῃ;» Καὶ πρέπει νὰ ἐρωτᾷ
2227ὁ Πρόεδρος.
2228§197ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὂχι! ὄχι! Ποτὲ δὲν ἐρωτᾶται.
2229(Διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).
2230§198ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι δύο
2231συναδέλφους εἶδον ἐγερθέντας, ἵνα ὁμιλήσωσι.
2232§199ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσῃ ὁ Πρόεδρος,
2233ἂν ἔχει τις τὸν λόγον.
2234§200Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον. (Ἐξ-
2235ακολουθεῖ ὁ θόρυβος. Ἔξαψις καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).
2236§201ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐτελείωσε.
2237§202ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ποτέ! ποτέ!
2238§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος εἶχε
2239δηλώσει, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
2240§204ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κακῶς.
2241§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ... Ὁ κύριος Πρόεδρος εἶ-
2242χεν εἴπει τοῦτο, καὶ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ
2243Καλαβρύτων, ὅστις ἀνεκοίνωσε τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν
2244ἠκούσατε. Μόλις ἐτελείωσε τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς ἀναφορᾶς
2245ταύτης, ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος πολλοὶ τῶν
2246κυρίων συναδέλφων. Περατωθείσης τῆς συζητήσεως ἐκείνης,
2247ὁ κ. Πρόεδρος ἐπανέλαβεν. «Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν
2248διάταξιν»...
2249§206ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὂχι! ὄχι!
2250§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ... Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι ἐκεῖ-
2251νος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἀγορεύσῃ, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας δια-
2252τάξεως, ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἠγέρθη ἀπὸ τῆς
2253θέσεώς του, διευθυνόμενος πρὸς τὸ βῆμα, καὶ τότε εἶπον ἐγώ:
2254«Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ διακόψωμεν, καὶ νὰ ἐπα-
2255νέλθωμεν;»
2256Τώρα ἐγείρεται ζήτημα, ὅτι εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ὁ
2257κύριος Κρίτσας καὶ ὁ κύριος Βιτάλης. Ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς
2258στιγμήν, ὅτι ἐζητήθη ὁ λόγος, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἦτο
2259εἰς τὴν ἕδραν του...
2260§208ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Πρότερον.
2261§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν χάνομεν τίποτε,
2262ἂν οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον, ἀναβάλωσι διὰ
2263τὴν αὔριον τὰς ἐπερωτήσεις των, ὅπως δυνηθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ
2264Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ ἀρχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, καὶ νὰ μὴ
2265ὑποχρεωθῇ νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὰς ἕνδεκα, ὅτε εἶναι ἑπόμενον νὰ
2266τελειώσουν αἱ ἐπερωτήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ
2267συζητήσωμεν καὶ αὔριον.
2268Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττι-
2269κῆς Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ Πρόεδρος πρέπει νὰ ἐρωτᾷ: «Ζητεῖ τις
2270τὸν λόγον;», τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἶναι
2271εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, δὲν ἤκουσε πάντοτε, ὅτι αὐτὸς
2272εἶναι ὁ τρόπος; Ὁ Πρόεδρος δηλ. πάντοτε λέγει: «Εἰσερ-
2273χόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»;
2274§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ εἶπον, «ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμε-
2275ρησίαν διάταξιν».
2276§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἰς τὸ μέλλον πρέ-
2277πει νὰ καθιερωθῇ τὸ σύστημα νὰ ἐρωτᾷ, δὲν ἔχω καμμίαν
2278δυσκολίαν. Ἀλλὰ, νομίζω, διὰ σήμερον, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν
2279δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγείρονται, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν,
2280ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ οἱ Κύριοι, οἱ
2281ὁποῖοι ἔχουσιν ἐπερωτήσεις, νὰ τὰς ἀναβάλωσι δι’ αὔριον.
2282§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώ-
2283τιδος ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ παραιτηθῇ τοῦ λόγου, καὶ νὰ
2284ἀναβάλῃ νὰ ἀγορεύσῃ αὔριον, ἐγὼ οὐδαμῶς ἀντιλέγω. Ἀλλ’
2285ἂν ὁ κύριος Κρίτσας δὲν παραιτῆται, παρακαλῶ νὰ μὴ γείνῃ
2286καμμία παραχώρησις εἰς ἐμέ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διέλθω
2287τὴν νύκτα ὅλην ἄγρυπνος, ἀφοῦ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἀπαι-
2288τήσω νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Κρίτσας τοῦ λόγου.
2289§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅπως θέλετε.
2290§214Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ.
2291Κρίτσας δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ τοῦ
2292λόγου.
2293§215Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὄχι!
2294§216ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι! ὄχι!
2295§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξακολουθή-
2296σωμεν.
2297§218ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ...
2298§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν, κύριε Κρίτσα, ἀφοῦ ἔχετε
2299τὸν λόγον...
2300§220ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... Τὰ λεχθέντα ἐλέχθησαν, διότι ὑπῆρξε
2301παρεξήγησις τοῦ κ. Προέδρου, ὅν, ἕνεκα τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ
2302κατέχει, τιμῶ ἰδιαζόντως, ἀλλὰ διέφυγε τὴν προσοχὴν αὐ-
2303τοῦ, ὅτι δύο τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἠγέρθησαν, καὶ ἐζήτη-
2304σαν τὸν λόγον.
2305§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντελήφθην.
2306§222ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ἦτο δυνατὸν νὰ πλανηθῆτε, ὡς
2307ἄνθρωπος. Δὲν ἀντελήφθητε· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ τὸ ὀρ-
2308θόν, ὅπερ εἶπον πρὸ ὀλίγου. Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι ἐπὶ τῆς προε-
2309δρίας τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Βουδούρη, πάν-
2310τοτε ἀπηυθύνετο ἡ ἐρώτησις εἰς τὴν Βουλήν: «Ἔχει τις τὸν
2311λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;» Λέγω τοῦτο, ἵνα λεί-
2312ψωσιν αἱ παρεξηγήσεις.
2313§223Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἤμην παρὼν καθ’ ἣν στιγ-
2314μὴν ἠγέρθη τὸ ζήτημα, ἂν εἰσήλθομεν, ἢ ὄχι, εἰς τὴν ἡμε-
2315ρησίαν διάταξιν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέχω νὰ κάμω λόγον περὶ
2316αὐτοῦ. Ἔχω ὅμως νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς. Βεβαίως οἱ κύριοι Βου-
2317λευταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κάμνωσιν ἐπερωτήσεις, οἵας
2318θέλουν καὶ ὅπως θέλουν, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἕτερον δικαίωμα,
2319νὰ παρακαλέσωσι τοὺς ἀξιοτίμους ἡγέτας τῆς μειονοψηφίας,
2320τῆς τε μείζονος καὶ τῆς ἐλάσσονος, νὰ παύσωσι τὰς φιλο-
2321φρονήσεις, καὶ ν’ ἀφήσωσι τὴν Βουλὴν, ὅταν ἦναι καιρὸς, νὰ
2322συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· διότι οἱ κύριοι Βου-
2323λευταὶ δὲν ἔχουσι βεβαίως ὄρεξιν νὰ παραμένωσιν ἐνταῦθα,
2324χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐργάζηται, καὶ νὰ ἀκούωσι μόνον ἐπερω-
2325τήσεις.
2326Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐρωτήσῃ
2327τὴν γνώμην τῶν φίλων του, ἂν ἀρέσκωνται εἰς τὴν τοιαύ-
2328την κατάστασιν. Ὁ προορισμὸς τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι, νὰ συ-
2329ζητῇ ἐπὶ θεμάτων ἀναγομένων εἰς τὰ καθήκοντά του.
2330§224Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅτι, κύριε Πρόεδρε, τὸ γεγονὸς ἔλαβε χώ-
2331ραν, ὡς ἡμεῖς λέγομεν, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία... (θόρυ-
2332βος). Ἂς παύσῃ τέλος πάντων αὐτὸς ὁ θόρυβος, κύριε Πρό-
2333εδρε.
2334Καθῆκον θεωρῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ἐξ Ἐπιδαύρου
2335Λιμηρᾶς συνάδελφον, εἰπόντα πρὸ ὀλίγου, ὅτι οἱ πολῖται, οἱ
2336προσφεύγοντες εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐκφρά-
2337σωσι τὰ παράπονά των κατὰ τῶν ἀρχῶν, εἶναι ἀφιλότιμοι.
2338Δὲν γνωρίζω, τῇ ἀληθείᾳ, κατὰ πόσον θεωρεῖ ὁ κ. Βουλευ-
2339τὴς ἀφιλοτίμους τοὺς συμπολίτας του, ἢ καὶ τοὺς Ἕλληνας
2340ἐν γένει, ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν ὁποίων πολλάκις ἠγω-
2341νίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καταγγείλας εἰς τοὺς οἰκείους
2342Ὑπουργοὺς ὑπερβάσεις καὶ παρεκτροπὰς διαφόρων ὀργάνων.
2343Ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν ὅλως γνώμην, φρονῶν, ὅτι πρώτιστον τῶν
2344Βουλευτῶν καθῆκον εἶναι, νὰ ὑποστηρίζωσιν ἐνταῦθα τοὺς
2345πολίτας, ὁσάκις οὗτοι πράγματι ἀδικῶνται, καὶ διὰ τοῦτο
2346ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ἡ
2347ὁποία θὰ πείσῃ, πιστεύω, τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι ἐβιάσθη
2348εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν, ὃν ἔκαμε. Βλέπω ὅμως τὴν πλειονο-
2349ψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀγνοῶ διὰ τίνας λόγους, μὴ στέργουσαν
2350εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ τὴν Κυβέρνη-
2351σιν πλειοδοτοῦσαν εἰς τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τούτῳ
2352προκαλεῖ ἡ πλειονοψηφία, καὶ, ἵνα μὴ καὶ ἄλλην μίαν φορὰν
2353ἀκόμη χαρακτηρισθῶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς κωλυ-
2354σιεργὸς, ὡς ἐχαρακτηρίσθην καὶ ἄλλοτε, ὁμιλήσας ἐνταῦθα
2355περὶ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ πολῖται ἐκ
2356μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοτικῶν φόρων, ὡς καὶ περὶ
2357τῆς βραδύτητος τῆς παρατηρουμένης εἰς τὴν διαβίβασιν τῶν
2358τηλεγραφημάτων, ἐπὶ τέλους δὲ καὶ περὶ τῆς δυστυχίας τῶν
2359Καμαρινιωτῶν, ὑποτάσσομαι εἰς τὴν θέλησιν αὐτῆς, δηλῶν,
2360ὅτι ἀναβάλλω δι’ αὔριον τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὸν κύριον
2361συνάδελφον ἀπάντησιν, μὴ λησμονῶν ὅμως νὰ παρατηρήσω,
2362κ. Πρόεδρε, ὅτι, ὅ,τι ἐγένετο, δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὐδὲ συμφέ-
2363ρον, οὐδὲ πρέπον εἰς ἡμᾶς ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς ὀφείλο-
2364μεν νὰ σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτούς.
2365§225ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω
2366αὔριον.
2367§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2368ταξιν.
2369Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας.
2370(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ
2371συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.).
2372§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καταλάβετε τὰς θέσεις
2373σας. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2374Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
2375§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
2376Προϋπολογισμοῦ ἀγορεύσαντες πολιτικοὶ φίλοι μου ἐξήτα-
2377σαν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ εἰδικὴν ὄντως ἔποψιν. Ἠ-
2378ρεύνησαν, ἐὰν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἀναγρα-
2379φόμενα ἔσοδα προϋπελογίσθησαν καὶ ἀνεγράφησαν ἀκριβῶς,
2380καὶ ποῖαι ὑπάρχουσι πιθανότητες περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν
2381ἀναγραφέντων ποσῶν, ὡς καὶ ἂν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
2382ἀναγραφέντα ἔξοδα προϋπελογίσθησαν καὶ ταῦτα ἀκριβῶς,
2383καὶ ἂν ὑπάρχουσι πιθανότητες, ὅτι θέλουσι δαπανηθῆ μόνον
2384ταῦτα, ἢ ἂν αἱ ἀναγραφαὶ εἶναι ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἑπομένως
2385θέλει προκύψει ἀνάγκη χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώ-
2386σεων. Ἐγὼ ἔκρινα, ὅτι ἦτο πλέον περιττὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἐξε-
2387τάσω τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν. Ἐὰν ὁ κ.
2388Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σκοπῶν νὰ ἀποκριθῇ εἰς τοὺς
2389μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντας ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2390σεως, προσεπάθει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ τὰ ἔσοδα ἀκριβῶς
2391προϋπελογίσθησαν καὶ ἀνεγράφησαν, καὶ τὰ ἔξοδα ἀκριβῶς
2392προσδιωρίσθησαν, καὶ ὅτι αἱ προβλέψεις τοῦ Προϋπολογι-
2393σμοῦ εἰσι πᾶσαι καὶ ἄρτιαι καὶ ἀκριβεῖς, ἐγώ, ἐπὶ τῆς τοι-
2394αύτης γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν στηριζόμε-
2395νος, καὶ ὑποθέτων, ὅτι θέλουσι πραγματοποιηθῆ πάντα ταῦ-
2396τα, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβλεψε καὶ προ-
2397ϋπελόγισε, καὶ ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτοῦ καὶ τῶν ἐσόδων
2398καὶ τῶν ἐξόδων εἰσὶν ἀληθεῖς καὶ ἀκριβεῖς, προέβην εἰς ἑτέ-
2399ραν μελέτην· ἐξετάζω, ἂν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ Κράτος
2400καὶ εἰς τὴν χώραν ἡ κατάστασις αὕτη, τὴν ὁποίαν οἱ Προ-
2401ϋπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρασκευά-
2402ζουσι.
2403Παραβαλὼν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, τοῦ πρώτου
2404ἔτους, καθ’ ὃ ἀνῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουρ-
2405γοί, καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους 1900, ἤτοι
2406τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς διοικήσεως αὐτῶν, καὶ τὸν Προϋπο-
2407λογισμὸν τοῦ ἀρχομένου μετά τινας ἡμέρας ἔτους, τοῦ 1901,
2408τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν νῦν, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
2409τελευταίου ἔτους, τοῦ πρὸ τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον διηνύ-
2410σαμεν ὁμαλῶς, εὗρον καὶ παρέστησα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
2411τὰ ἔξοδα τοῦ 1899, μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν αὐξήσεων, αἵ-
2412τινες ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ Κράτος, ἕνεκα τοῦ μετὰ τῶν δα-
2413νειστῶν αὐτοῦ συμβιβασμοῦ, διὰ τὰ ποσὰ τὰ προοριζόμενα
2414διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τῶν αὐξήσεων,
2415αἵτινες ἐπῆλθον, ἕνεκα τῆς παραπομπῆς εἰς ἀποστρατείαν
2416πολλῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῆς ἀπολύσεως πολλῶν ὑπαλλή-
2417λων, ὅτι, λέγω, τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους 1899, παραβαλλόμενα
2418πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1896, ὑπερβαίνουσιν ἐκεῖνα κατὰ δραχ.
241918,816,321.47· ὅτι ὡσαύτως τὰ ἔξοδα τοῦ 1900, παρα-
2420βαλλόμενα πρὸς τὰ ἔξοδα τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1896, ὑπερ-
2421βαίνουσιν αὐτὰ κατὰ δρ. 28,208,209.38, καὶ ὅτι τὰ ἔξοδα
2422τοῦ 1901 καὶ ταῦτα ὑπερβαίνουσι τὰ πληρωθέντα κατὰ τὸ
24231896 κατὰ 25,865,459,98. Τὸ ἄθροισμα τῶν τριῶν τού-
2424των ποσῶν, τὰ ὁποῖα παριστῶσι τὰ κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη
2425δαπανηθέντα ἐπὶ πλέον, ἀνέρχεται εἰς 72,889,990.83.
2426Ἑπομένως, ἐὰν κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸ 1900 καὶ
2427κατὰ τὸ 1901 ὑπῆρχεν ἡ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν τοιαύτη,
2428ὁποία ὑπῆρξε κατὰ τὸ 1896, ἠθέλομεν δαπανήσει ὀλιγώ-
2429τερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα δαπανῶμεν νῦν, κατὰ τὰ ἔτη
24301899, 1900 καὶ 1901, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν
2431τοῦ 1899 καὶ κατὰ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν 1900 καὶ
24321901, κατὰ δραχ. 72,889,990.83. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἴχομεν
2433τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνωμεν κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη
2434αὐξήσεις τινὰς ἐξόδων, κατασταθείσας ἀναποφεύκτους, πρῶτον
2435ἕνεκα τῆς διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐπιβληθείσης εἰς τὸ Κράτος
2436αὐξήσεως τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πλη-
2437ρωνομένων κατ’ ἔτος, εἶτα δὲ καὶ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν συν-
2438τάξεων, τὸ ποσὸν τῶν δύο τούτων αὐξήσεων ἀνέρχεται κατὰ
2439τὰ τρία ἔτη εἰς 28,394,700.12, ἂν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν
2440εἰρημένων ἀναποφεύκτων αὐξήσεων κατὰ τὰ τρία ἔτη ἀφαι-
2441ρεθῇ ἀπὸ τὸ ποσὸν τῆς συγκεφαλαιωθείσης ὁλικῆς αὐξή-
2442σεως κατὰ δραχ. 72,889,990.83, τῆς κατὰ τὰ τρία ταῦτα
2443ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 γενομένης, ἡ αὔξησις τῶν ἐξό-
2444δων περιορίζεται εἰς 44,495,290.71, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον
2445δαπανηθῆ κατὰ τὴν τριετίαν, ἂν καὶ κατ’ αὐτὴν διῳκού-
2446μεθα ὡς διῳκήθημεν κατὰ τὸ 1896.
2447Ἀλλὰ καὶ οἱ διοικήσαντες κατὰ τὰ τρία εἰρημένα ἔτη
24481899, 1900 καὶ 1901 καὶ ἔσοδα εἰσέπραξαν καὶ πρόκειται
2449νὰ εἰσπράξωσι δραχ. 43,485,031.34 περισσότερα τῶν πο-
2450σῶν, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσπραχθῆ, ἂν καὶ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα
2451τὸ Κράτος διῳκεῖτο ὡς εἶχε διοικηθῆ κατὰ τὸ 1896. Διὰ
2452τοῦτο προέβην εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐπέ-
2453φεραν τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν δαπανῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας
2454κατεστάθη ἀναγκαῖον νὰ νομοθετηθῇ ἡ τοιαύτη αὔξησις τῶν
2455ἐσόδων· εὗρον δ’ ὅτι τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐδημιούργησαν οἱ
2456νόμοι, οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν
2457ἔκτακτον Σύνοδον· οἱ νόμοι δ’ οὗτοι ἀποτελοῦσι τὸ σύστημα
2458τὸ μεταρρυθμιστικόν, τὸ ὁποῖον προεκηρύχθη διὰ τοῦ προ-
2459γράμματος τοῦ Ὑπουργείου. Δὲν ἐλησμονήθη ἔτι, ὅτι τὸ ἐνε-
2460στὼς Ὑπουργεῖον εἶχε δημοσιεύσει πρόγραμμα μεταρρυθμι-
2461στικόν. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἐφήρμοσεν ἅμα ἀνελθὸν ἐπὶ τὴν
2462ἀρχήν, καὶ προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους νόμους, συνε-
2463πείᾳ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ κατὰ 44,495,290.71 δρ. αὔξη-
2464σις τῶν ἐξόδων· μοὶ ἐπεβάλλετο δ’ ἕνεκα τούτου νὰ ἐξετάσω
2465ἕκαστον τῶν νόμων τούτων, ἵνα ἀνεύρω ποῖον τῶν τοσοῦτον
2466ὑπερόγκων τούτων ἐξόδων ἀντάλλαγμα οἱ νόμοι οὗτοι προσ-
2467επόρισαν εἰς τὸ Κράτος, ἢ εἰς τὴν χώραν. Ἠρξάμην οὕτω
2468τῆς ἐρεύνης τῶν νόμων τούτων, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἐψή-
2469φισε καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσε κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς Περι-
2470όδου ταύτης, καὶ ἐξήτασα χθὲς τοὺς πλείστους, ἀλλὰ δὲν
2471ἠδυνήθην χθὲς ἀγορεύων νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ πόρισμα τῆς
2472ἐξετάσεως πάντων τῶν νόμων τούτων. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ
2473συνεχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου, προβαίνων εἰς ἐξέτασιν καὶ τῶν
2474ὑπολοίπων.
2475Καὶ ὁ κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον ψηφισθεὶς ͵ΒΧΚʹ νόμος τῆς
24767 Ἰουλίου 1899 περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῇ Σχολῇ
2477τῶν ὑπαξιωματικῶν σπουδαζόντων ἐπήνεγκεν αὔξησιν τῶν
2478ἐξόδων, διότι τὰ δυνάμει αὐτοῦ καταλογιζόμενα πλέον εἰς
2479βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν
2480σπουδαζόντων ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ὑπαξιωματικῶν συνίστανται:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2481Εἰς μισθοὺς διδασκαλίας καὶ διοικήσεως δρ.25,320
2482Εἰς λιθογράφησιν μαθημάτων, ἔξοδα ἐφαρ-
2483μογῶν, γραφικὴν ὕλην, διδακτικὰ βιβλία, ἀγο-
2484ρὰν συγγραμμάτων καὶ περιοδικῶν » 8,000
2485Εἰς τροφὴν 110 μαθητῶν ὑπαξιωματικῶν » 60,390
2486Εἰς ἱματισμὸν μὴ προβλεπόμενον ὑπὸ τῆς
2487στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, οἷον ῥινόμακτρα, χει-
2488ρίδας κλπ » 1,100
2489Εἰς λεύκανσιν τῆς λινοστολῆς αὐτῶν » 8,640
2490Εἰς εἴδη καθαριότητος καὶ ῥαπτικὰ ἱματισμοῦ » 2,600
2491Εἰς θέρμανσιν » 3,000
2492Εἰς ἐπιτραπέζια εἴδη » 500
2493Εἰς ἐπιρραφὰς ζευγῶν καττυμάτων » 198
2494Εἰς ἐπιμίσθια θυρωρῶν » 840
2495Εἰς μισθοδοσίαν μαγείρου » 960
2496Εἰς ὁδοιπορικὰ μαθητῶν » 500
2497Εἰς εἰκοσάλεπτον ἡμερησίαν ἐπιχορήγησιν » 8,052
2498Εἰς ἔξοδα σχολείων ἐν τοῖς σώμασι καὶ
2499ἄλλα παραπλήσια ἔξοδα » 6,000
2500Καὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 πίστωσις
2501δραχ. 126,100. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἀνέ-
2502γραφε διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν πί-
2503στωσιν δραχ. 50,000 μόνον, καὶ, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς
2504χρήσεως τοῦ 1896, ἐδαπανήθησαν ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης
2505μόνον δραχ. 36,935.05· ἤτοι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896
2506ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο
2507κατὰ δραχ. 13,064.95. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1900 ἐκανονίσθη-
2508σαν οὕτω τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ὥστε ἐν τῷ Προϋπολο-
2509γισμῷ δι’ ἔξοδα συντηρήσεως τῶν ἐν τῇ Σχολῇ ὑπαξιωμα-
2510τικῶν ἀνεγράφησαν οὐχὶ πλέον 50,000 δραχμαί, ἀλλὰ δρ.
2511126,100, ἤτοι περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ
2512τὸ 1896 δραχ. 76,100, περισσότερα δὲ τῶν δαπανηθέντων
2513κατὰ τὸ 1896 δραχ. 89,164.95.
2514Ἡ περίοδος τοῦ χρόνου τῆς Αʹ Συνόδου καὶ τῆς μετ’ αὐ-
2515τὴν συγκληθείσης ἐκτάκτου Συνόδου ἦτο περίοδος μεγαλο-
2516πρεπείας καὶ ἐλευθεριότητος· οἱ κυβερνῶντες κατὰ τὰς δύο
2517ταύτας Συνόδους, ἔχοντες πεπληρωμένας τὰς χεῖρας χρυσοῦ,
2518διένεμον δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ· δὲν ἐλησμόνησαν δὲ οὐδὲ τὴν
2519χορηγίαν πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς διὰ διδακτικὰ βιβλία,
2520καὶ προεκάλεσαν τὸν νόμον ΒΧΚϚʹ τῆς 29 Ἰουλίου 1899,
2521καὶ ἀπένειμαν τὴν διὰ διδακτικὰ βιβλία χορηγίαν εἰς πάν-
2522τας τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ τοῦ πεζικοῦ, καὶ τοῦ ἱππικοῦ,
2523καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, καὶ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, καὶ τοῦ
2524ὑγιειονομικοῦ σώματος, αὐξήσαντες οὕτω τὰς δαπάνας τοῦ
2525Κράτους κατὰ δραχ. 332,160. Οὕτω διετέθησαν:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2526Εἰς χορηγίαν τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν
2527ἀξιωματικῶν δρ. 7,200
2528Τῶν ἐν τῷ σώματι τοῦ μηχανικοῦ » 1,200
2529Τῶν ἐν τῷ σώματι τοῦ πυροβολικοῦ » 20,880
2530Τῶν ἐν τῷ σώματι τοῦ ἱππικοῦ » 21,480
2531Τῶν ἐν τῷ σώματι τοῦ πεζικοῦ 873 ἀξιωματικῶν » 209,520
2532Τῶν ἐν τῷ Ὑγιειονομικῷ κλάδῳ » 2,880
2533Τῶν ἐν τῇ Αὐλῇ ὑπασπιστῶν » 360
2534Τῶν ἐν τοῖς Ἀρχηγείοις » 2,160
2535Τῶν ἐν τοῖς Φρουραρχείοις » 2,160
2536Τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν φυλακῶν » 960
2537Τῶν ἐν τοῖς Στρατολογικοῖς Γραφείοις » 15,360
2538Τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης » 480
2539Τῶν ἐν τῇ Ὑγιειονομικῇ ὑπηρεσίᾳ 104 ἀξιωματικῶν » 24,960
2540Τῶν ἐν τῇ Οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ 82 ἀξιωματικῶν » 19,680
2541Τῶν ἐν τῇ Ἐκπαιδεύσει » 2,880
2542Τὸ ὅλον τῆς προστεθείσης διὰ τοῦ νόμου
2543τούτου δαπάνης δρ.332,160
2544Ἐν τῇ σπουδῇ, μεθ’ ἧς ψηφίζονται οἱ νόμοι ἐν τῇ Βουλῇ,
2545σπουδῇ, ἡ ὁποία εἶναι τοσαύτη, ὅση εἶναι ἡ θέλησις καὶ ἡ
2546γνώμη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, οἱ Βουλευταὶ δί-
2547δουσι τὴν ψῆφόν των ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων, μηδόλως ἐξε-
2548τάζοντες τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
2549νόμων τ’ ἀποτελέσματα ἐπέρχονται· ὤφειλον δὲ νὰ ποιήσω-
2550μαι γνωστὰ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν.
2551Λοιπὸν ὁ νόμος περὶ χορηγίας διδακτικῶν βιβλίων εἰς
2552τοὺς ἀξιωματικοὺς ηὔξησε τὰς δαπάνας κατὰ δρ. 332,160.
2553Ἀλλ’ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἐκδοθεὶς κατόπιν
2554ΒΧΛΘʹ νόμος τῆς 15 Ἰουλίου 1899 περὶ νέας ὀργανώσεως
2555τῆς χωροφυλακῆς. Πρέπει ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου νὰ ἀναμνή-
2556σω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὸ 1896 εἰσηγάγομεν ἡμεῖς,
2557ἐν τῇ ἀρχῇ τότε τυγχάνοντες, δύο νόμους, τὸν νόμον περὶ
2558διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς,
2559οἵτινες ἀμφότεροι εἶχον τὸν αὐτὸν σκοπόν. Καὶ εἶχε μὲν αἰ-
2560τιολογίαν ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας τὴν κατα-
2561φανεῖσαν πλέον ἀνεπιτηδειότητα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ
2562στρατοῦ διὰ νὰ ἐκτελῶσιν ἔργα ἀστυνομικὰ, καταδειχθεῖσαν
2563ἐκ τῆς καταχρήσεως τῆς ἀνατεθείσης εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίας,
2564ἣν διεξῆγον μετὰ βίας καὶ τραχύτητος, ἀλλ’ ἐσκόπουν καὶ
2565ὁ νόμος οὗτος καὶ ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς νὰ ἀπαλλάξω-
2566σιν, ὅσον εἶναι δυνατόν, ἀριθμόν τινα ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ
2567ἀπὸ ὑπηρεσιῶν ἀλλοτρίων τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ ἀποδώσω-
2568σιν αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας εἰς τὸν στρατόν, ὅπως κατασταθῇ
2569δυνατὴ ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἄσκησις τοῦ στρατοῦ ἐν μονά-
2570σιν ἀνωτέραις τῶν μονάδων, ἐν αἷς περιορίζεται νῦν ἡ ἐκ-
2571παίδευσις. Ἡ χωροφυλακή, κατὰ τοὺς ἰσχύοντας κατὰ τὸ
25721896 νόμους, συνίστατο εἰς χωροφύλακας 3374 πεζοὺς καὶ
2573ἐφίππους, εἰς ὑπαξιωματικούς, ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμο-
2574τάρχας 718, τὸ ὅλον 4092 ἄνδρας, χωροφύλακας καὶ ὑπα-
2575ξιωματικούς· ὑπῆρχον δὲ καὶ ἀξιωματικοὶ 143. Ἀλλ’ ἐκ
2576τῶν 4092 ἀνδρῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς
2577εἶχον ἀποσπασθῆ ὑπηρετοῦντες εἰς μὲν τὴν ἀστυνομικὴν
2578ὑπηρεσίαν χωροφύλακες 2886 καὶ ὑπαξιωματικοὶ 432, τὸ
2579ὅλον 3318, εἰς δὲ τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν ἄνδρες 298
2580καὶ ὑπαξιωματικοὶ 52, ἐν ὅλῳ 350, καὶ εἰς τὴν φύλαξιν
2581τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν ἄνδρες 131 καὶ ὑπαξιωματικοὶ
25823, ἐν ὅλῳ 134. Οὕτως οἱ κατὰ τοὺς τότε ἰσχύοντας νόμους
2583ὑπηρετοῦντες ἐκτὸς τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς εἰς ὑπη-
2584ρεσίας ἄλλας, τὴν ἀστυνομικὴν, τὴν δασονομικὴν καὶ τὴν
2585τηλεγραφικὴν, ἀνήρχοντο ἐν ὅλῳ εἰς 3802· μετὰ τὴν ἀφαί-
2586ρεσιν δ’ αὐτῶν ἀπὸ τῆς κατὰ τὰ εἰρημένα δυνάμεως τοῦ
2587σώματος ἐκ 4092 ἀνδρῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ὑπελείποντο
2588διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς μόνον
2589290 ἄνδρες.
2590Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη ὑπῆρχε κατὰ τοὺς ἰσχύοντας
2591τὸ 1896 νόμους, διέφερεν ὅμως ἀπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς
2592τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο πράγματι τὰ τῆς δυνάμεως τῆς χω-
2593ροφυλακῆς, διότι, κατὰ κατάστασιν ἐπίσημον, ἡ ὁποία μοὶ
2594ἐδόθη τότε ὑπὸ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν
2595τμήματος τῆς χωροφυλακῆς, ἡ δύναμις τοῦ σώματος ἀνήρ-
2596χετο οὐχὶ εἰς 4092, ἀλλ’ εἰς 4144 ἄνδρας, καὶ εἰς 627
2597ὑπαξιωματικούς, ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, ἤτοι ἐν
2598ὅλῳ εἰς 4771. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἄνδρες, οἱ ἀσχολούμενοι εἰς
2599τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας καὶ εἰς τὴν τῶν τηλεγρά-
2600φων καὶ εἰς τὴν δασονομικὴν, ἀνήρχοντο εἰς 3802, ἔμενον
2601εἰς τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς
2602ἄνδρες 969. Εὐλόγως θέλει προταθῆ ἡ ἐρώτησις: πῶς εἶναι
2603δυνατὸν νὰ διαφέρωσι τόσον πολὺ τὰ πράγματα ἀπὸ τὰ
2604ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς καὶ ὑπὸ τῶν νόμων
2605ὁριζόμενα; Ἀλλὰ τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεσθε ὑμεῖς,
2606ὅσοι ἀρέσκεσθε εἰς τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν τή-
2607ρησιν τῶν νόμων, τὴν ἔκπληξιν ταύτην αἰσθάνομαι καὶ ἐγώ·
2608δυστυχῶς ὅμως, ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν
2609κρατοῦσα τάξις δὲν εἶναι πάντοτε τοιαύτη, ὁποία πρέπει νὰ
2610ᾖναι, ἵνα οἱ νόμοι τηρῶνται ἀπαρεγκλίτως, καὶ αἱ διατά-
2611ξεις αὐτῶν ἐφαρμόζωνται κατὰ γράμμα καὶ κατ’ ἔννοιαν.
2612Τοὺς δὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν ἀπεσπασμένους 350
2613ἄνδρας καὶ ὑπαξιωματικοὺς δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνακαλέσωμεν
2614ἀπὸ τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν τότε, διότι εἴχομεν μὲν προ-
2615τείνει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε ψηφίσει ἡ
2616Βουλὴ, εἶχε δὲ κατασταθῆ νόμος, δι’ οὗ εἴχομεν συστήσει
2617δασονομικὸν σχολεῖον ἐν Βιτύνῃ, παρὰ τῷ Γεωργικῷ Σταθμῷ,
2618σκοποῦν τοιαύτην τινὰ διδασκαλίαν τῆς δασολογίας καὶ δα-
2619σοκομίας, ἱκανὴν νὰ παρασκευάζῃ φύλακας τῶν δασῶν, ἔχον-
2620τας τὰς ἀναγκαίας γνώσεις καὶ εἰδήμονας τοῦ ἔργου των,
2621ἀλλ’ ἡ Σχολὴ αὕτη δὲν εἶχε παραγάγει εἰσέτι πλήρη τὰ
2622ἀποτελέσματα, ὅσοι δὲ μαθηταὶ αὐτῆς εἶχον ἀπολυθῆ ἕως
2623τότε δὲν ἤρκουν, ἵνα ἀναπληρώσωσι πανταχοῦ τὴν χωροφυ-
2624λακήν· διὰ τοῦτο ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παρατείνωμεν τὴν
2625διατήρησιν τῶν 350 χωροφυλάκων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ δα-
2626σονομικῇ, ἕως οὗ συμπληρωθῇ ἀριθμὸς μαθητῶν ἀπολυθέν-
2627των τῆς Σχολῆς ἐπαρκὴς, ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀνακαλέσωμεν
2628τοὺς χωροφύλακας, καὶ ν’ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς ἀπολυ-
2629θέντας ἐκ τῆς Σχολῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν. Τοὺς
2630εἰς τὴν φυλακὴν τῶν τηλεγράφων ἀσχολουμένους 134 ἄν-
2631δρας ἠδυνάμεθα ν’ ἀνακαλέσωμεν, διαρρυθμίζοντες ἄλλως
2632τὰ τοῦ κλάδου τούτου· κατὰ τὸ 1891 μάλιστα εἶχον προ-
2633τείνει νομοσχέδιον περὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, καὶ δι’ αὐ-
2634τοῦ ἐκανόνιζον τὰ τῆς φυλακῆς τῶν τηλεγραφικῶν γραμ-
2635μῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀπήλλαττεν ἡμᾶς τῆς ἀνάγ-
2636κης, ἵνα τηρῶμεν τοὺς χωροφύλακας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν
2637τηλεγραφικῶν γραμμῶν.
2638Ἀλλὰ τοὺς 3318 ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἠσχολοῦντο εἰς τὴν
2639ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, ἔπρεπε βεβαίως ν’ ἀνακαλέσω-
2640μεν, διὰ ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σώματος τῆς
2641χωροφυλακῆς· οὕτω πως ἡ δύναμις, ἡ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς χω-
2642ροφυλακῆς, ἤθελε συμπληρωθῆ εἰς 4287, ἤτοι τοὺς ἀπὸ τῆς
2643ἀστυνομίας ἀπολυθησομένους 3318, καὶ προσέτι τοὺς 969,
2644οἱ ὁποῖοι ἔμενον· δι’ αὐτοῦ δ’ ἤθελεν ἀπαλλαγῆ ὁ στρατὸς
2645ἀπὸ πολλῶν ἀλλοτρίων αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν, εἰς ἃς νῦν ἀσχο-
2646λεῖται, ἠθέλομεν δ’ οὕτω κρατύνει τὰς τάξεις αὐτοῦ, ὅπως
2647δύνηται νὰ ἐπιδοθῇ εἰς γυμνάσια ἐν μονάσι μεγαλειτέραις.
2648Διὰ τοῦτο ἐπροτείναμεν τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἔ-
2649πρεπε νὰ βελτιώσωμεν συγχρόνως καὶ τὸ σῶμα τῆς χωρο-
2650φυλακῆς. Ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ ἐκαλεῖτο νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ
2651ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς ὁριζόμενα καθήκοντα, ἔπρεπε νὰ
2652παρασκευάσωμεν αὐτὴν ἱκανωτέραν πρὸς τοῦτο, τὸ δὲ σύ-
2653στημα, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησε μέχρι τοῦδε καὶ λειτουργεῖ
2654εἰσέτι, τὸ σύστημα τῆς κατατάξεως εἰς τὴν χωροφυλακὴν
2655ἀνδρῶν ἐκ τοῦ σώματος τοῦ πεζικοῦ μετὰ τετράμηνον ἄσκη-
2656σιν, εἶναι σύστημα πλημμελὲς, διότι οἱ εἰσαγόμενοι εἰς τὴν
2657ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι, ἵνα
2658ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα τοῦ χωροφύλακος, τὰ ὁποῖα δὲν
2659εἶναι καθήκοντα στρατιώτου, ἀλλὰ καθήκοντα χωροφύλακος
2660καὶ στρατιώτου, ἢ μᾶλλον καθήκοντα στρατιώτου καὶ πολί-
2661του. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα τῆς
2662στρατολογίας τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἐπροτείναμεν εἰς τὴν
2663Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρεδέχετο ἐν μέρει τὴν ἐθε-
2664λουσίαν κατάταξιν, αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀντέγραψαν καὶ
2665ἐπρότειναν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί· καὶ ἐψηφίσθη μὲν ὑπὸ τῆς
2666Βουλῆς τότε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀλλ’ ὅτε ἐμέλλομεν νὰ
2667ὑποβάλωμεν αὐτὸ εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν, ἐμελετή-
2668σαμεν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, καὶ ἐπείσθημεν, ὅτι δὲν ἦτο
2669δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι τὰ ὑπάρχοντα στελέχη τοῦ
2670σώματος τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἐπήρκουν, ἵνα χρησιμεύσωσιν
2671ὡς πυρὴν τοῦ σώματος, ἱκανὸς νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ὀργα-
2672νικὴν συμπλήρωσιν τῆς χωροφυλακῆς, ἔπρεπε δὲ νὰ παρέλ-
2673θωσι πολλὰ ἔτη, ἵνα παρασκευάσωσι στελέχη τοσαῦτα, ὅσα
2674ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, κατὰ τὸ σύστημα
2675τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀπῃτεῖτο νὰ ἔχῃ. Διὰ τοῦτο δὲν ὑπεβά-
2676λομεν εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ,
2677ἐὰν ἐκυροῦτο, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Δὲν γνωρίζω,
2678ἐὰν ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ δὲν προέ-
2679βησαν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος
2680ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1899· ἐξεπλάγην ὅμως, ὅτε εἶδον, ὅτι
2681ἔκριναν ἀναγκαῖον νὰ κηρύξωσιν ἐν ἰσχύϊ μόνην μίαν διάτα-
2682ξιν τοῦ νόμου, τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, ἵνα προβῶσιν εἰς μόνον
2683τὸν διορισμὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι
2684ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, ὡς ἂν ὡς ἐπὶ δοκοῦ προσηλώνομεν
2685μίαν κεφαλήν, ἥτις δὲν ἔχει οὔτε βραχίονας, οὔτε στέρνα,
2686οὔτε πόδας.
2687Ποία ἀνάγκη διοικήσεως, ποία ἀνάγκη, ὑπαγορευομένη
2688ἀπὸ τὰ πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ μέτρα, ὑπηγόρευσε τὸ
2689ἀληθῶς ἄξιον ἐκπλήξεως τοῦτο μέτρον, δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ,
2690καὶ ἂν οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ὑφεστῶτες δὲν προέβησαν ἀμέσως εἰς
2691τὴν ἐκτέλεσιν ὅλου τοῦ νόμου, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτε-
2692λέσωσιν αὐτόν, ἀπορῶ, πῶς δὲν εἶχε φωτίσει αὐτοὺς ἡ ἐξέ-
2693τασις τῶν πραγμάτων, αὐτό, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπράξαμεν, προέ-
2694βαλον δὲ τὸ νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν, πρὶν ἢ ἐξετάσωσιν,
2695ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Καὶ ἀφοῦ ἐκύρωσαν τὸ νομο-
2696σχέδιον, ἀπορῶ, πῶς ἐξέλαβον, ὅτι ἁπλῆ τις διάταξις, ἥτις
2697καταχωρίζεται ἐν τοῖς νόμοις, ἵνα χορηγηθῇ χρόνος τις εἰς
2698τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ παρασκευάζῃ τὴν ἐκτέλεσιν
2699αὐτῶν, χρόνος ἑβδομάδων τινῶν, ἢ μηνὸς, πῶς ἐξέλαβον,
2700λέγω, ὅτι ἐπετρέπετο αὐτοῖς νὰ ἑρμηνεύσωσι μετὰ τόσης
2701εὐρύτητος τὴν τοιαύτην διάταξιν, ὥστε ν’ ἀφήσωσιν ἐπὶ
2702δέκα ὀκτὼ ἤδη μῆνας ἀνεκτέλεστον, ἀργὸν τὸν νόμον τοῦ-
2703τον, ἔχοντες ἥσυχον τὴν συνείδησίν των, ὅτι δὲν προσκρού-
2704ουσιν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, κατὰ
2705τὸ ὁποῖον οὐδὲ ὁ Βασιλεὺς αὐτός, οὔτε οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ
2706δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων! Ἀλλὰ,
2707ἂν οἱ νόμοι δὲν ἦναι ἐκτελέσιμοι, διατὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς
2708Βουλῆς ἐπεψήφισεν αὐτούς; διατὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσεν αὐ-
2709τούς; διατὶ οἱ Ὑπουργοὶ προέβαλον αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλήν,
2710καὶ διατὶ ὑπέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν;
2711Ποίαν κατέστησαν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ τὴν λειτουργίαν
2712τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Τακτικὴ τοιαύτη εἶναι ἀληθὴς
2713εἰρωνεία τῆς σοβαρότητος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἥτις ἐκ-
2714δίδει νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι,
2715καὶ οἱ ὁποῖοι φυλάσσονται δεσμῶται ἐν τοῖς γραφείοις τῶν
2716Ὑπουργείων ἐπὶ δέκα καὶ ὀκτὼ ἤδη μῆνας. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν
2717εἶναι εἰρωνεία τῆς σοβαρότητος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας,
2718τὸ συμβεβηκὸς καταγγέλλει πάντως ἔλλειψιν προνοίας τῶν
2719Ὑπουργῶν, ἀμάθειαν ἢ ἀνικανότητα· διὰ πάντα δὲ ταῦτα
2720δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι ὑπεύθυνοι.
2721Ἐν τῷ ψηφισθέντι καὶ διὰ τοῦ νόμου τῶν ἐξόδων κυρω-
2722θέντι Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 δὲν ἀνεγράφησαν πάντα τὰ
2723ἔξοδα, ὅσα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βου-
2724λὴν Προϋπολογισμῷ. Ὁ νόμος περὶ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τῆς
2725χωροφυλακῆς εἶχεν ἐκδοθῆ τὸν Ἰούλιον τοῦ ἔτους 1899,
2726ἑπομένως ὑπῆρχε τὸν Νοέμβριον τοῦ 1899, ὅτε συνέτασσον
2727τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν
2728κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου, ὑπῆρχε καὶ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1900,
2729ὅτε ἐψήφιζε τὸν Προϋπολογισμὸν ἡ Βουλὴ, ὑπὸ τὴν διεύθυν-
2730σιν τῶν Ὑπουργῶν, εἶχον δ’ οὗτοι ὑπ’ ὄψιν των κατ’ ἀμφοτέρας
2731ταύτας τὰς περιπτώσεις καὶ ἠδύναντο νὰ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ
2732Προϋπολογισμῷ πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκτέλεσις τοῦ
2733νόμου περὶ χωροφυλακῆς ἀπῄτει. Καὶ ὅμως, ἐνῷ κατὰ τὴν
273430 Νοεμβρίου τοῦ 1899, ὅτε εἰσῆγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸν
2735Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἀνέγραψαν πίστωσιν δραχμῶν
27363,056,000 διὰ τὴν μερικὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ χωρο-
2737φυλακῆς, ἀντὶ πιστώσεως δραχ. 5,022,856.50, ἣν προσῆκε
2738νὰ ἀναγράψωσι διὰ τὴν πλήρη τοῦ νόμου ἐκτέλεσιν, ἐν τῷ
2739ψηφισθέντι ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντι ὑπὸ τοῦ Βασι-
2740λέως Προϋπολογισμῷ δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη πίστωσις
2741ἐκ δρ. 3,056,000, ἀλλὰ πίστωσις ἐκ δραχ. 2,726,000. Ἡ
2742διαφορὰ αὕτη ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν ἐξόδων τῆς χωροφυλακῆς
2743ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογι-
2744σμοῦ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοῦ Προϋπολογι-
2745σμοῦ τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντος ὑπὸ
2746τοῦ Βασιλέως, βεβαίως θὰ ἐπῆλθε τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς,
2747τῇ εἰσηγήσει δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ· ἀλλ’ ἐν τοῖς πρακτικοῖς δὲν
2748εὗρον σημείωσιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ φαίνηται, πῶς ἡ πίστω-
2749σις τῶν 3,056,000 δραχμῶν ἐμειώθη εἰς πίστωσιν δραχμῶν
27502,726,000, ἤτοι ἐλάσσονα κατὰ δραχ. 330,000. Ὁ περιο-
2751ρισμὸς ὅμως οὗτος τῆς πιστώσεως ἐνδεικνύει τὴν ἔλλειψιν
2752προαιρέσεως πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία, ἐὰν τότε
2753ἐδεικνύετο διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης, τῆς ἐν τῷ Προϋπολο-
2754γισμῷ τελεσθείσης, βεβαιοῦται ἤδη ὑπὸ τῶν πραγμάτων,
2755διότι καὶ μέχρι τοῦδε, ὅτε ἀπέχομεν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ
27561899 ἓν ἔτος, καὶ ἀπέχομεν ἀπὸ τὸν Μάρτιον τοῦ 1900 ἐννέα
2757ἢ δέκα μῆνας, ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς
2758πιστώσεως αὐτῆς δὲν ὑπῆρχεν.
2759Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνεγράφετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900
2760πίστωσις 3,056,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου
2761περὶ χωροφυλακῆς, εἶτα δ’ εὑρέθη ἐν τῷ κυρωθέντι Προϋπο-
2762λογισμῷ ἀναγεγραμμένη πίστωσις μόνον δραχ. 2,726,000,
2763οὔτε τὸ ἓν ποσὸν, οὔτε τὸ ἕτερον ἤρκει διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
2764νόμου, διότι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τῆς χωροφυλακῆς
2765ἀπαιτοῦνται δραχμαὶ 5,022,856.50. Βεβαίως, ἐξετάζων τις
2766τὰς λεπτομερείας ταύτας, ἀπορεῖ, καὶ κατὰ πᾶν βῆμα διστά-
2767ζει περὶ τοῦ σκοποῦ ἢ περὶ τῆς ἐννοίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν
2768τῇ κεφαλῇ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐξετέλει τὰς μεταβολὰς ταύτας·
2769ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω ἔννοιαν μικροτέραν ἐκείνης,
2770τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα βεβαιοῦσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε προαί-
2771ρεσις ἐν τῇ εἰρημένῃ κεφαλῇ περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ
2772χωροφυλακῆς. Ἐὰν λοιπὸν προῃροῦντο νὰ ἐκτελέσωσι τὸν
2773νόμον περὶ χωροφυλακῆς, ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Προ-
2774ϋπολογισμῷ πίστωσιν δραχ. 5,022,856.50, δηλαδὴ ποσὸν
2775ὑπερβαῖνον τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀναγραφὲν
2776κατὰ 2,296,856.50. Κατὰ τὸ 1896 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
2777εἶχεν ἀναγραφῆ διὰ τὴν χωροφυλακὴν πίστωσις ἐκ δραχ-
2778μῶν 2,050,000, δηλαδὴ ἐλάσσων τῆς ἀναγραφείσης ἐν τῷ
2779Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 κατὰ 1,006,000 δραχμάς· ἐὰν δὲ
2780παραβάλητε τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπο-
2781λογισμῷ τοῦ 1896, πρὸς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 5,022,856.50,
2782τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται πρὸς ἐκτέλεσιν πλήρη τοῦ νόμου, ἡ
2783διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 2,972,856.50. Ἑπομένως τὰ ἔξοδα
2784τοῦ Κράτους, ἐκτελουμένου τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, θέ-
2785λουσιν ἀναβιβασθῆ κατὰ δραχ. 2,972,856.50 ὑπὲρ τὰ δα-
2786πανηθέντα κατὰ τὸ 1896.
2787Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν γενομένην τὸ 1896 συζήτη-
2788σιν τοῦ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθέντος τότε εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
2789σχεδίου περὶ χωροφυλακῆς εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπο-
2790λιτεύσεως μοὶ ἔλεγε τότε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄχρηστον
2791καὶ μηδόλως ἐκπληροῦν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται.
2792«Κατ’ ἐμὴν γνώμην», ἔλεγε τότε ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος τῆς
2793Ἀντιπολιτεύσεως, «ἄνευ τοῦ ἀριθμοῦ 8,000 χωροφυλάκων
2794»εἶναι ἀδύνατον, μὲ ὁσηνδήποτε καὶ ἂν θελήσητε αὐστηρό-
2795»τητα καὶ οἰκονομίαν, πάσας ταύτας τὰς ὑπηρεσίας νὰ δι-
2796»οργανώσητε... Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσῃ ἡ χωροφυ-
2797»λακὴ πάσας ταύτας τὰς ὑπηρεσίας· νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν δὲν
2798»ἔχητε τὸν ἀριθμὸν τῶν 8,000, εἶναι ἀδύνατόν ποτε νὰ ἐπι-
2799»τύχητε τοῦ σκοποῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀφορῶσι τὰ νομοσχέ-
2800»δια, περὶ ὧν πρόκειται». Ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος τῆς Ἀντι-
2801πολιτεύσεως τὴν δύναμιν τῶν 5184 ἀνδρῶν, ἢ τῶν 5280
2802ἀνδρῶν, ἔκρινεν ἀνεπαρκῆ, ἠξίου δὲ νὰ ζητήσωμεν αὔξησιν
2803τοῦ ἀριθμοῦ ὄχι κατὰ 1576 ἄνδρας καὶ ὑπαξιωματικούς,
2804ἀλλὰ τόσους, ὅσοι ἀπῃτοῦντο, ἵνα ἀναβιβασθῇ ἡ δύναμις τοῦ
2805σώματος εἰς 9,000, ἢ τοὐλάχιστον εἰς 8,500, νὰ ἀναβιβά-
2806σωμεν δὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐνωμοτιῶν ὄχι εἰς 222, ὅσας ἀνε-
2807γράφομεν ἐν τῷ συζητουμένῳ τότε νομοσχεδίῳ περὶ χωρο-
2808φυλακῆς, οὐδὲ εἰς 240, ὅσας ἀνεγράφομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ
2809ἐκείνῳ, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσηγάγομεν αὐτὸ, ἀλλ’ εἰς 400 ἐνω-
2810μοτίας. Συγκαταβαίνων δὲ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος τῆς Ἀντι-
2811πολιτεύσεως, ἔστεργεν ἐν τέλει τοῦ λόγου του νὰ περιορίσῃ
2812τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων εἰς 8,000, ὅσους πρὸ μικροῦ
2813ἔλεγον ὑμῖν ὅτι ἐζήτει. «Ψηφίζοντες», ἔλεγε, «τὰ νομοσχέ-
2814»δια, ὡς ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ αὐξήσητε
2815»τὰς δαπάνας, θὰ ἀναστατώσητε καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπη-
2816»ρεσίαν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, χωρὶς νὰ συν-
2817»τελέσητε τὴν προσήκουσαν καὶ ἐπιδιωκομένην στρατιωτι-
2818»κὴν σύνταξιν τῆς χώρας· οὕτω δὲ, ἀντὶ καλοῦ, θὰ γίνητε
2819»πρόξενοι κακοῦ.»
2820Καὶ ὁ Βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος ἔλεγε
2821ταῦτα, εἶναι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις τυγ-
2822χάνει μέλος τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἀντέγραψε τὸ νομο-
2823σχέδιον ἐκεῖνο, καὶ προέτεινεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ
2824ὁποῖον νομοσχέδιον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, διότι τὸ Ὑπουργεῖον
2825ἐπέμενεν, ἵνα ψηφισθῇ, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον νομοσχέδιον τὸ Ὑ-
2826πουργεῖον τηρεῖ 18 ἤδη μῆνας φυλακισμένον, μόνην δ’ ἀπέ-
2827σπασεν ἀπ’ αὐτοῦ μίαν διάταξιν, τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπα-
2828ναφέρεται ἡ καταργηθεῖσα θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυ-
2829λακῆς, καὶ ἔσπευσε νὰ διορίσῃ αὐτόν.
2830Διὰ τοῦ ͵ΒΦϞΒʹ νόμου τῆς 29 Ἰουνίου 1899 ἡ κατὰ τὸν
2831͵ΒΥΕʹ νόμον τῆς 9 Ἀπριλίου 1896 νομοθετηθεῖσα εἰσφορὰ
2832τῶν ναυτικῶν δήμων ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Τα-
2833μείου, τῶν 50 λεπτῶν ἐπὶ τῶν 100 δραχμῶν, τῶν εἰσπρατ-
2834τομένων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐν τοῖς εἰρημένοις δή-
2835μοις, ἀνεβιβάσθη εἰς δύο δραχμάς, ἤτοι ἐτετραπλασιάσθη.
2836Οἱ ναυτικοὶ δῆμοι, κατὰ τὸν πίνακα, τὸν προσηρτημένον εἰς
2837τὸν νόμον τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ναυτικῆς στρατολογίας,
2838ἀνέρχονται εἰς 96. Ἐὰν ἀνεγίνωσκον τινῶν μόνον δήμων τὰ
2839ὀνόματα, ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν οὐ μό-
2840νον νὰ εἰσφέρωσι δι’ ὑπηρεσίας ἀλλοτρίας τῆς ἰδίας αὐτῶν δι-
2841οικήσεως, ἀλλ’ οὔτε νὰ συντηρήσωσιν ἑαυτοὺς, διότι τὰ πενι-
2842χρὰ ἔσοδα αὐτῶν δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν ἀνάγκας.
2843Τὴν εἰσφορὰν ταύτην τῶν δήμων τούτων ὑπὲρ τοῦ Ναυ-
2844τικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἀνεβίβασαν ἀπὸ 50 λεπτῶν εἰς
28452 δραχ. ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἤτοι ἀντὶ ½% εἰς 2%.
2846Ἀλλὰ καὶ ἡ εἰσφορὰ τῶν Λιμενικῶν Ταμείων, ἡ
2847κατὰ τὸν νόμον τῆς 9 Ἀπριλίου 1896 προσδιωρισμένη εἰς
28483%, ἀνεβιβάσθη εἰς 7% ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1899.
2849Ἐκτὸς δὲ τῶν δύο τούτων μεταβολῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ
2850τῶν Λιμενικῶν Ταμείων, ἥτις δύναται νὰ παραγάγῃ πρόσ-
2851οδόν τινα, ἐπιβαρύνει αὐτὰ ὄχι εὐλόγως, διότι τὰ ὑπὸ τῶν
2852Λιμενικῶν Ταμείων εἰσπραττόμενα ἐκ φόρων ἐπιβληθέντων
2853σκοποῦσιν ὄχι τὴν προστασίαν τῶν ἐργατῶν τῆς θαλάσσης,
2854ἀλλὰ τὴν κατασκευὴν λιμενικῶν ἔργων, ἐκτός, λέγω, τῶν
2855δύο τούτων μεταβολῶν, ἐπῆλθον διὰ τοῦ νόμου τούτου καὶ
2856ἄλλαι μεταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐπήνεγκον αὔξησιν τῶν ἐξόδων
2857τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν ᾼΡΟΗʹ νόμον τῆς 17 Ἀπριλίου τοῦ
28581884, ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου
2859ἀπῃτεῖτο νὰ ἦναι οἰκονομικὸς ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ,
2860ἔχων βαθμὸν οὐδὲ κατώτερον τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ, οὐδὲ
2861ἀνώτερον τοῦ φροντιστοῦ, ἀφίετο δὲ ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν
2862Ὑπουργὸν, ἵνα ἐκλέγῃ τὸν Γραμματέα τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπο-
2863μαχικοῦ Ταμείου μεταξὺ τῶν βαθμοφόρων, τῶν ἀνθυποφρον-
2864τιστῶν, ὑποφροντιστῶν καὶ φροντιστῶν· ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου
2865τοῦ 1899 προσδιωρίσθη ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπο-
2866μαχικοῦ Ταμείου νὰ ἦναι φροντιστὴς, ἀφῃρέθη δὲ ἡ ἐλευθε-
2867ρία ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ Γραμματέα ἀξιωματικὸν
2868κατωτέρου βαθμοῦ, καὶ ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν ἡ ὑποχρέωσις νὰ
2869διορίζῃ φροντιστήν.
2870Τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν γνωρίζω ἀπὸ πολλοῦ
2871χρόνου, καὶ τιμῶ τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουρ-
2872γὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου
2873τῶν Ναυτικῶν τὴν 2 Ἀπριλίου 1899, εἰσήγαγε δὲ τὸ νο-
2874μοσχέδιον τὴν 17 Μαΐου 1899, δηλαδὴ μετὰ 44 ἡμέρας·
2875ἦτο δὲ ἀδύνατον νὰ ἀντιληφθῇ ἐντὸς τόσον βραχέος διαστή-
2876ματος τῆς καταστάσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, νὰ πεισθῇ,
2877ὅτι ἀπῃτεῖτο, οὐχὶ ὑποφροντιστὴς ἢ ἀνθυποφροντιστὴς νὰ ἦ-
2878ναι ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ἀλλὰ
2879φροντιστὴς, καὶ νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον. Τοσαύτας δ’ εἶ-
2880χεν ἄλλας ἐργασίας, γενόμενος Ὑπουργὸς, ἐντὸς τῶν 44 τού-
2881των ἡμερῶν, ὥστε βεβαίως δὲν ἔμενεν εἰς αὐτὸν καιρὸς, ἵνα
2882ἐργασθῇ πρὸς παρασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἕνεκα
2883ὅμως τῆς μεταβολῆς ταύτης, ἀπὸ δραχ. 160, ὅσαι ἐπληρώ-
2884νοντο εἰς μισθὸν τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ, ἡ δαπάνη τοῦ Δημο-
2885σίου ἀνεβιβάσθη εἰς 370, ὅσαι εἶναι ὁ μισθὸς τοῦ φροντιστοῦ,
2886ἤτοι ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 210 κατὰ μῆνα, ἢ
2887κατ’ ἔτος δραχ. 2,520. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ Γραμματεὺς
2888τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου λαμβάνει οὐ μόνον τὸν
2889μισθὸν τοῦτον, ἀλλὰ προσέτι καὶ ἐπιμίσθιον ἐκ τοῦ Ναυτι-
2890κοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου 50 δραχ. κατὰ μῆνα. Καὶ οὕτως
2891ἐν τῷ Ναυτικῷ Ἀπομαχικῷ Ταμείῳ ὑπάρχει καὶ ὁ Ταμίας
2892αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἔχει τὸν βαθμὸν φροντιστοῦ, καὶ
2893ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἔχει τὸν βαθμὸν τοῦ
2894φροντιστοῦ, καὶ τὰ δύο μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς διοικούσης
2895αὐτὸ, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἔχουσι βαθμὸν φροντιστοῦ· πέντε
2896δ’ οὕτω βαθμοφόροι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ναυτικῷ Ἀπομαχικῷ
2897Ταμείῳ, καὶ οἱ πέντε ἔχουσι βαθμὸν φροντιστοῦ· ἤτοι τὸ
2898Κράτος δαπανᾷ δραχ. 22,200 διὰ συντήρησιν τοῦ Ναυτι-
2899κοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
2900§229ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἀνέκαθεν τὸ Ναυτικὸν Ἀπο-
2901μαχικὸν Ταμεῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ 4 μέλη, ἀπὸ τὸν Πρόε-
2902δρον, πλοίαρχον τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἀπὸ τρεῖς ἀ-
2903νωτέρους ἀξιωματικοὺς, ἔχει δὲ καὶ ἕνα γραμματέα, ὁ ὁποῖος
2904εἶναι ἢ ὑποφροντιστὴς ἢ ἀνθυποφροντιστής. Ὁ ὑπάρχων νῦν
2905Γραμματεὺς τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἶναι ὑπο-
2906φροντιστὴς, διότι εἰς τὰς ἀνωτέρας θέσεις δύνανται νὰ ὑπη-
2907ρετῶσι καὶ ἀξιωματικοὶ κατωτέρου βαθμοῦ, ὡς κάλλιον ἐμοῦ
2908γνωρίζετε. Διὰ τοιοῦτον λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
2909κῶν ἔχει ὡς Γραμματέα τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Τα-
2910μείου τὸν ὑποφροντιστὴν Ἀνάργυρον Λεμπέσην.
2911§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δυνάμει τοῦ περὶ οὗ ὁ
2912λόγος τελευταίου νόμου τοῦ 1899 δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς
2913νὰ διορίσῃ Γραμματέα τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου
2914ἀξιωματικὸν ἔχοντα βαθμὸν κατώτερον τοῦ φροντιστοῦ.
2915§231ΑΛ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διάταξις.
2916§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως εἶναι ὑποχρεωτική.
2917Σᾶς ἀναγινώσκω τὸν νόμον (ἀναγινώσκει):
2918«Ἄρθρον 4. Τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ΑΡΟΗʹ
2919τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς:
2920«Γραμματεὺς οἰκονομικὸς ἀξιωματικὸς, φροντιστής.»
2921Μέχρι τοῦδε, ἐὰν ὑπῆρχον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ναυτικοῦ
2922Ἀπομαχικοῦ Ταμείου τέσσαρες φροντισταὶ, καὶ ὁ Γραμμα-
2923τεὺς ἦτο ὑποφροντιστὴς ἢ ἀνθυποφροντιστὴς, τὸ πρᾶγμα ἦτο
2924εὐλογώτερον· νῦν ὁ Γραμματεὺς ἐγένετο ἰσότιμος μὲ τὰ μέλη
2925τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς, μὲ τὸν εἰσηγητὴν αὐτῆς· τοῦτο
2926δὲ εἶναι καὶ ἀνώμαλον. Ἐμνήσθην τῶν περὶ τούτου, ὄχι
2927διότι πρόκειται περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους
2928κατὰ δραχ. 2,520, διότι τοῦτο εἶναι σταγὼν εἰς τὸν ὠκεα-
2929νὸν τῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ἀπαριθμῶν τὰς γενομένας αὐξήσεις
2930τῶν ἐξόδων, εὗρον καὶ τὴν αὔξησιν ταύτην μετὰ τῶν ἄλλων.
2931§233Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς
2932πρὸς τὸν ἰσχυρισμόν σας, ὅτι ἕνεκα τῆς τοποθετήσεως ἀνω-
2933τέρων ἀξιωματικῶν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον
2934ἐπῆλθεν αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἐπιτρέψατέ μοι
2935νὰ διαφωνήσω· διότι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐτοποθετή-
2936θησαν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, εἶναι ἀξιω-
2937ματικοὶ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στόλον. Ὁ ἰσχυρισμός σας θὰ
2938ἦτο ἀκριβής, ἐὰν ἕνεκα τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπήρχετο αὔξησις
2939τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ τοιαύτη
2940αὔξησις δὲν ἐπῆλθεν· οἱ τοποθετηθέντες οἰκονομικοὶ ἀξιωμα-
2941τικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον καὶ πρὶν ψηφισθῇ ὁ νό-
2942μος. Συνεπῶς οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ ἀνώτεροι τὸν βαθμόν,
2943οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐτοποθετήθησαν εἰς τὸ
2944Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, καὶ ἄνευ τῆς τοποθετή-
2945σεως αὐτῆς ἤθελον ἐξακολουθεῖ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στόλον
2946μὲ τὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον εἶχον. Κατ’ ἀκολουθίαν, μὴ ἐπελ-
2947θούσης αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν
2948ἕνεκα τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, δὲν ἐπῆλθε καὶ αὔξη-
2949σις τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους.
2950§234ΘΕΟΔ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς γνωρίζετε κάλλιον
2951ἐμοῦ, ὅτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ
2952στρατοῦ, ὡς καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ὑγιειονομικῆς ὑπη-
2953ρεσίας αὐτοῦ, ὑπάρχει ὁ βαθμὸς, τὸν ὁποῖον ἕκαστος βαθ-
2954μοφόρος ἔχει· ἀλλὰ πλὴν τοῦ βαθμοῦ ὑπάρχει καὶ ἡ θέσις,
2955ἤτοι τὸ ἀνατιθέμενον εἰς αὐτὸν ἔργον, τὸ λεγόμενον Γαλλι-
2956στὶ «emploi». Ὅταν δ’ οἱ νόμοι δημιουργῶσιν ὑπηρεσίας,
2957θέσεις, emploi, δημιουργοῦσι κατ’ ἀνάγκην καὶ προσθήκην
2958βαθμοφόρου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατίθεται τὸ emploi. Καὶ τώ-
2959ρα μὲν ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦσθε ἠναγκασμένος νὰ προσθέσητε
2960βαθμοφόρον, διότι ἔχετε περισσεύοντας βαθμοφόρους, ἀλλ’ αὐ-
2961τὸν, τὸν ὁποῖον ἔχετε περισσεύοντα, δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος
2962νὰ ἔχητε ἐν ἐνεργείᾳ, θέλετε δ’ ἔχει αὐτὸν διαθέσιμον· ἐὰν δὲ
2963δὲν ἔχητε περισσεύοντας, εἶσθε ἠναγκασμένος νὰ αὐξήσητε
2964τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ νὰ ζη-
2965τήσητε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ προστεθῇ εἷς βαθμοφόρος διὰ τὴν
2966θέσιν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ.
2967Δὲν γνωρίζω πόσα θέλει εἰσπράξει τὸ Ναυτικὸν Ἀπο-
2968μαχικὸν Ταμεῖον ἀπὸ τὴν αὔξησιν εἰς 7% τῆς εἰσφο-
2969ρᾶς τῶν Λιμενικῶν Ταμείων· ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι — διότι ἀνέ-
2970γνων τελευταῖον — τὴν γνώμην, ἣν εἶχεν ὁ ἡγέτης τοῦ κόμ-
2971ματος, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὑμεῖς ἀπὸ χρόνων ἀνήκετε. Ἐν ἐκ-
2972θέσει, ἣν εἰσῆγεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν 25
2973Ἰουνίου 1886, ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
2974Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔγραφε ταῦτα (ἀναγινώσκει):
2975«Οἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ΡΚΘʹ τῆς 20 Δεκεμβρίου 1865 ἐπιβαλ-
2976»λόμενοι πρόσθετοι φόροι, προοριζόμενοι ἀποκλειστικῶς διὰ
2977»τὴν κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν προκυμαιῶν, φάρων, κρη-
2978»πιδωμάτων, ἀποβαθρῶν καὶ τῶν εἰς ταύτας ἀγουσῶν ὁδῶν,
2979»κατατίθενται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἢ εἴς τινα τῶν ἐν
2980»Ἑλλάδι Τραπεζῶν. Ἑπομένως τὰ κεφάλαια τῶν Λιμενι-
2981»κῶν Ταμείων, διατεθέντα εἰς δάνειον μακροχρόνιον, ἐναν-
2982»τίον τοῦ νόμου, τὸ πατριωτικὸν δάνειον, τὸ ἐκδοθὲν κατὰ
2983»τὸ 1885,) δέον νὰ ἐπιστραφῶσιν, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς
2984»τὰ ἔργα, δι’ ἃ προωρίσθησαν, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην
2985»αἰσθάνονται πᾶσαι αἱ παράλιοι πόλεις.»
2986Διὰ τούτου ἐζήτησε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
2987βούλιον καὶ τὸν Βασιλέα, ἵνα ὑποχρεωθῇ τὸ Δημόσιον Τα-
2988μεῖον νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει παρὰ τῶν
2989Λιμενικῶν Ταμείων. Καὶ τότε ἐπρόκειτο περὶ τοποθετή-
2990σεως κεφαλαίων, δὲν ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης κεφαλαίων.
2991Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη τοῦ ἀποθανόντος Βουλευ-
2992τοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καίτοι κακῶς προεβάλλετο, προκειμέ-
2993νου περὶ τοποθετήσεως ἐν δανείῳ ἐθνικῷ κεφαλαίων τινῶν
2994τῶν Λιμενικῶν Ταμείων, ἀπολύτως ὅμως ἦτο ὀρθή· διότι
2995πρὸ παντὸς τὰ Κράτη πρέπει νὰ ἦναι καλῆς πίστεως πρὸς
2996τοὺς πολίτας, ἐπειδὴ δὲ τὰ Κράτη ἀντιπροσωπεύουσιν αἱ
2997Κυβερνήσεις, αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ ἦναι καλῆς πίστεως
2998πρὸς τοὺς πολίτας· ὅταν δὲ καλῶσιν αὐτοὺς νὰ εἰσφέρωσιν
2999ἐκ τῶν προσόδων των, ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας των,
3000ἐκ τῆς περιουσίας των ποσοστὰ, ὡς εἰσφορὰν πρὸς σκοπὸν
3001ὡρισμένον, δὲν ἐπιτρέπεται, τὰ εἰσενεχθέντα χρήματα νὰ
3002διατεθῶσιν εἰς ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ εἰς μόνον τὸν σκοπὸν,
3003διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήθησαν. Ἐπειδὴ δὲ οὕτω κρίνω, εὑρί-
3004σκω, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογ-
3005γίου. Ἑπομένως εὑρίσκω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐν ὀνό-
3006ματι τοῦ Κράτους ἐνεργεῖ, δὲν ἐτήρησε τὴν ὑποχρέωσιν ταύ-
3007την πρὸς τοὺς φορολογουμένους καὶ ἐπὶ τῶν ὁδικῶν φόρων·
3008διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1867 προσεκάλεσε τοὺς πολίτας νὰ εἰσ-
3009φέρωσιν ἐκ τῆς περιουσίας αὑτῶν, δηλαδὴ ἐκ τῶν ἐσόδων,
3010τὰ ὁποῖα παρῆγον ἐτησίως ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας
3011των, ποσοστὰ, ἵνα διατίθηνται ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδο-
3012ποιΐας, διῄρεσε μάλιστα τὰ εἰσπραττόμενα εἰς τρία Ταμεῖα,
3013εἰς Ταμεῖον ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, εἰς Ταμεῖον ἐπαρχιακῆς
3014ὁδοποιΐας, καὶ εἰς Ταμεῖον δημοτικῆς ὁδοποιΐας, πρὸ ἑπτὰ
3015ἢ ὀκτὼ ἐτῶν ἐδήμευσε τὰ χρήματα ταῦτα· καὶ δὲν ἐδή-
3016μευσε μόνον τὰ ἕως τότε εἰσπεπραγμένα, ἀλλ’ ἐδήμευσε καὶ
3017τὰ εἰς τὸ μέλλον εἰσπραττόμενα· ἐνῷ δὲ οἱ πολῖται εἰσφέ-
3018ρουσι χρήματα διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, τὰ χρήματα δαπανῶνται
3019εἰς μισθοὺς ἀστυνόμων καὶ ἀστυφυλάκων. Ἤθελεν ἴσως μὲ
3020ἐρωτήσει τις: «Διατὶ λοιπὸν ἐγένετο τοιοῦτόν τι κατὰ τὸ
30211886, ὅτε τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα ἐτοποθέτησαν 18,000 δραχ-
3022μὰς εἰς τὸ πατριωτικὸν δάνειον;» Βεβαίως ἐγὼ δὲν συνε-
3023βούλευσα, οὔτε προσεκάλεσα τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα νὰ πρά-
3024ξωσι τοῦτο· ἀλλὰ βεβαίως οὐδένα διέτρεχον κίνδυνον τὰ
3025Λιμενικὰ Ταμεῖα νὰ ἀπολέσωσι τὰ κεφάλαιά των, οὐδὲ τὸ
3026Κράτος ἦτο ἀνάξιον πίστεως, ἵνα ἀποδώσῃ εἰς αὐτὰ τὰ εἰς
3027τὸ εἰρημένον δάνειον εἰσενεχθέντα κεφάλαιά των, ἐὰν ἤθε-
3028λον ζημιωθῆ, — κεφάλαια μάλιστα τοσοῦτον μικρὰ — τὸ δά-
3029νειον δὲ ἤθελε πάντοτε ἐξοφληθῆ ὑπὸ τοῦ Κράτους.
3030Δι’ ἑτέρου νόμου, τοῦ ͵ΒΧΙʹ τῆς 7 Ἰουλίου 1899, ἐδη-
3031μιουργήθησαν δύο θέσεις ἱερέων ἐν τῷ στόλῳ, αἱ ὁποῖαι καὶ
3032αὗται ἐπέφεραν αὔξησιν δαπάνης κατ’ ἔτος δραχ. 5,760.
3033Καὶ δι’ ἄλλου νόμου, τοῦ ͵ΒΧΚΑʹ τῆς 10 Ἰουλίου 1899,
3034ὠργανώθησαν τὰ τῆς Γυμναστικῆς, ἐπῆλθε δ’ ἕνεκα τούτου
3035αὔξησις ἐξόδων κατ’ ἔτος δραχμῶν 132,500.
3036Διὰ τῶν νόμων ͵ΒΦΟΖʹ τῆς 7 Ἰουνίου τοῦ 1899 καὶ
3037͵ΒΦΟϚʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 ἐπῆλθεν ἑτέρα αὔξησις τῶν
3038ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι κατὰ τὸν πρῶτον νό-
3039μον δίδοται μηνιαῖον χορήγημα 1000 φράγκων εἰς ἕνα τῶν
3040προσκολληθέντων εἰς τὴν ἐν Κρήτῃ ὑπηρεσίαν τοῦ πρίγκη-
3041πος Γεωργίου, ὑπαγομένων δὲ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
3042Ὑπουργεῖον ὑπαλλήλων, κατὰ τὸν δεύτερον δὲ, δίδοται
3043ὡσαύτως μηνιαία χορηγία 500 φράγκων εἰς ἑκάτερον τῶν
3044ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, τῶν προσκολληθέν-
3045των ὡσαύτως εἰς τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, εἰς οὓς ἐπετράπη
3046ἄδεια ἀπουσίας τριετοῦς. Τὰ οὕτω πληρωνόμενα κατὰ μῆνα
3047δισχίλια φράγκα, ὑπολογιζόμενα πρὸς 1,65 ἕκαστον, φέρουσι
3048κατὰ μῆνα δραχ. 3,300, ἤτοι κατ’ ἔτος 39,600 δραχμάς.
3049Καὶ ἕτερος νόμος ἐπηύξησε κατὰ δραχμὰς 17,280 κατ’
3050ἔτος τὰ ἔξοδα, ὁ ͵ΒΦϞΔʹ νόμος τῆς 30 Ἰουνίου 1899, δι’ οὗ
3051ἐδημιουργήθη καὶ δευτέρα Οἰκονομικὴ Ἐφορία πρώτης τά-
3052ξεως ἐν Ἀθήναις ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν
3053ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἡ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
3054τῆς νέας ταύτης Ἐφορίας δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς
305519,080 κατ’ ἔτος· ἀφαιρουμένου ὅμως τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπὶ
3056τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν ὑπάρχοντος καὶ νῦν εἰδι-
3057κοῦ ὑπαλλήλου τῆς Ἐφορίας ἐκ δραχμῶν 1800, ὑπολείπε-
3058ται αὔξησις ἐξόδων ἐκ δραχ. 17,280.
3059Τὸ ἄθροισμα τῶν ποσῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ηὐξήθησαν τὰ
3060ἐτήσια ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἀνέ-
3061μνησα εἰς τὴν Βουλὴν χθὲς, καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀνα-
3062φέρω σήμερον, ἀνέρχεται εἰς 7,035,132.50· διὰ τοῦ ὀγ-
3063κώδους δὲ τούτου ποσοῦ μᾶς ἐπρομήθευσαν οἱ ἐνεστῶτες
3064Ὑπουργοὶ τὰς περιφήμους μεταρρυθμίσεις, δι’ ὧν μᾶς ἐπροί-
3065κισαν διὰ τῶν 106 νόμων, τοὺς ὁποίους ἡ ἐν τῇ Βουλῇ πλει-
3066ονοψηφία αὐτῶν ἐπεψήφισε κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς
3067παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου.
3068Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἶπον, ἐψη-
3069φίσθησαν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιό-
3070δου καὶ κυρωθέντες ἐγένοντο νόμοι.
3071Μεταβαίνω εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον.
3072Ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον ἐψηφίσθησαν 106 νόμοι,
3073καὶ κατὰ τὴν ἔκτακτον ἐψηφίσθησαν 95, καὶ ἑπομένως οἱ
3074ψηφισθέντες κατὰ τὴν πρώτην καὶ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον
3075νόμοι ἀνέρχονται εἰς 201. Καὶ ὑπάρχουσιν ἀκατανοήτως οἱ
3076παραπονούμενοι, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς ἦτο
3077βραδεῖα, ὅτι δὲν παρήγαγε περισσοτέραν νομοθετικὴν ἐργα-
3078σίαν, οἱ κρίνοντες, ὅτι ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν καὶ ἐννέα ἡμε-
3079ρῶν, ἐφ’ οὓς διήρκεσεν ἡ ἔκτακτος Σύνοδος τῆς Βουλῆς,
3080ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι περισσότεροι νόμοι, καὶ οὐχὶ μόνον 96,
3081καὶ ὅτι ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν καὶ εἴκοσιν ἡμερῶν, ἐφ’ οὓς
3082διήρκεσεν ἡ πρώτη τακτικὴ Σύνοδος τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε
3083νὰ ψηφισθῶσιν οὐχὶ μόνον 106 νόμοι, ἀλλὰ περισσότεροι.
3084Ἐγὼ δὲν ἐκπλήσσομαι, τοιαῦτα ἀκούων ἢ ἀναγινώσκων,
3085ἀλλὰ καταφρονῶ τοὺς λέγοντας ἢ γράφοντας τοιαύτας ἀκρι-
3086σίας, τὰς ὁποίας ἀμάθεια καὶ μωρία πάντως ὑπαγορεύει, ἂν
3087δὲν κινῇ αὐτοὺς ἡ κακὴ πίστις, ἢ ἡ ἐξαχρείωσις τῆς τοιαύ-
3088της δημοσιογραφίας. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νόμων, ὡς
3089οὐχὶ ἅπαξ ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν κατὰ τὴν πρώ-
3090την ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1892 δεκαετίαν τὸ πολιτι-
3091κὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ,
3092ἐδωρήσατο εἰς τὴν χώραν ὀκτακοσίους ὀγδοήκοντα καὶ τρεῖς
3093νόμους, τῶν ὁποίων τ’ ἀποτελέσματα ὡμολογήθησαν κατὰ
3094τὴν 10 Δεκεμβρίου τοῦ 1893, καθ’ ἣν ἐκηρύχθη ἡ πτώχευ-
3095σις τοῦ Κράτους, νὰ ψηφίζωμεν καὶ μετὰ τὸν πόλεμον δια-
3096κοσίους καὶ ἕνα νόμους, κατὰ τὰς δύο πρώτας Συνόδους, ἐκ
3097τούτων δὲ οἱ πεντήκοντα νὰ ἔχωσι σκοπὸν μόνον νὰ αὐξή-
3098σωσι τὰ ἔξοδα, μοὶ φαίνεται ἄξιον ἐκπλήξεως. Καὶ ἂν ὑπάρ-
3099χωσιν οἱ μωροὶ, ἢ οἱ ἀσυνείδητοι, οἱ ὁποῖοι μέμφονται τῆς
3100Βουλῆς, ὡς μὴ ψηφισάσης ταχύτερον τοὺς νόμους, βεβαίως
3101οἱ συνετοὶ θέλουσι κρίνει ἀξίους περιφρονήσεως τοὺς τὰ τοι-
3102αῦτα βωμολοχοῦντας.
3103Ἀνηγέρθη πολυτελέστατόν τι ἵδρυμα, προορισθὲν διὰ
3104τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ταχυδρομικὴν, τὴν τηλεγραφικὴν καὶ
3105τὴν τηλεφωνικήν. Εἶπον πολυτελέστατον, διότι μετ’ ὀλίγον,
3106ὅτε θὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, θ’ ἀπο-
3107δείξω τὴν κενόφρονα καὶ ἀνωφελῆ πολυτέλειαν, δι’ ἧς διεκο-
3108σμήθη ἡ ὑπηρεσία τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ἀλλ’
3109ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ καὶ ἀνάλογον οἰκοδόμημα, ἵνα ἐγκατα-
3110σταθῇ ἐν αὐτῷ ἡ εἰρημένη ὑπηρεσία· καὶ εὑρέθη ἡ ἀποτε-
3111φρωθεῖσα οἰκία τοῦ μακαρίτου Μελᾶ, καὶ ἐνωκιάσθη αὕτη
3112διὰ 50 ἔτη, καὶ συνεφωνήθη ἐνοίκιον 38,000 δραχ. κατ’ ἔτος.
3113Ἐν ἄλλοις χρόνοις δὲν διέκρινε τοὺς κυβερνῶντας τοσαύτη
3114ἐλευθεριότης· ὑπῆρχεν ἐπὶ ἐκείνης τῆς στενῆς ὁδοῦ, τῆς συν-
3115δεούσης τὴν ὁδὸν Σταδίου μετὰ τῆς Λεωφόρου Πανεπιστη-
3116μίου, γήπεδον, τὸ ὁποῖον ἠπειλεῖτο ὑπὸ τῶν τότε γειτόνων
3117νὰ καταληφθῇ, ἐδαπανήθησαν δὲ 24,000 περίπου δραχμαί,
3118καὶ ᾠκοδομήθη οἴκημα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ὡς στρατὼν
3119διὰ τοὺς πυροσβέστας, ἀπηλλάγη δὲ οὕτω τότε τὸ Δημόσιον
3120ἀπὸ πληρωμὰς ἐνοικίου εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν, ἐν ᾗ ἐστρατω-
3121νίζοντο οἱ πυροσβέσται. Τὸ οἰκοδόμημα ἐκεῖνο διεσκευάσθη
3122κατόπιν διὰ δαπάνης οὐχὶ μικρᾶς, καὶ ἐγένετο κατάστημα
3123τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ κατάστημα τοῦτο θέλει
3124καταληφθῆ βεβαίως μετὰ τὴν μεταφορὰν τῆς ὑπηρεσίας εἰς
3125τὸ ἐνοικιασθὲν μέγαρον ὑπὸ ἄλλης ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους,
3126ἀλλὰ βεβαίως οὐδὲν οἰκοδόμημα ἐν Ἀθήναις ἐμισθώθη, ἵνα
3127ἐγκατασταθῇ ἐν αὐτῷ δημοσία τις ἀρχὴ ἐπὶ ἐνοικίῳ τοσοῦ-
3128τον ἁδρῷ. Δὲν παραγνωρίζω, ὅτι τὸ οἰκοδόμημα εἶναι μέγα,
3129καὶ ἡ θέσις, ἐν ᾗ κεῖται, εἶναι περίβλεπτος, καὶ δύναται εὐλό-
3130γως ὁ διαχειριζόμενος τὴν περιουσίαν ταύτην νὰ ἀπαιτῇ ἐνοί-
3131κιον καὶ 38,000 καὶ 40,000 καὶ 50,000 δραχμῶν· ἐπικρίνω
3132ὅμως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμίσθωσαν τὸ οἰκοδόμημα αὐτὸ ἐπὶ
3133ἐνοικίῳ 38,000 δραχμῶν δι’ ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ
3134θεραπευθῇ διὰ δαπάνης μικροτέρας.
3135Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΝΘʹ τῆς 8 Ἀπριλίου 1900 ἐδημιούρ-
3136γησαν νέαν ἀνάγκην διὰ τὴν ἐγγύησιν ἐσόδου ἀκαθαρίστου
3137τῆς κατασκευασθησομένης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Βόλου–
3138Λεχωνίων μέχρι Μηλεῶν ἐκ δρ. 12,000 κατ’ ἔτος καὶ κατὰ
3139χιλιόμετρον. Τοσοῦτον ποσὸν ἀκαθαρίστου ἐσόδου οὐ μόνον
3140δὲν εἶναι πιθανόν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀδύνατον, ἐὰν ὑπολογίσω-
3141μεν, ὅτι τὰ ἔσοδα θέλουσι λαμβάνεσθαι κεχωρισμένως ἐκ τῆς
3142γραμμῆς ταύτης, καὶ πιθανώτατα ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους
3143θέλει ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ τῆς ὑποχρεώσεως
3144νὰ πληρώνῃ τὸ ποσόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἡ ἐγγύησις τοῦ
3145Κράτους· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 12,000
3146κατ’ ἔτος. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας,
3147εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς, ὑπὲρ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ
3148αὐτῆς, διότι μία τῶν πρωτίστων ἀναγκῶν, πρὸ τῆς ὁποίας
3149πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσι πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι, εἶναι ὁ
3150πολλαπλασιασμὸς καὶ ἡ βελτίωσις τῶν μέσων τῆς συγκοινω-
3151νίας. Οὐδόλως ἤθελον διστάσει νὰ συμβουλεύσω νὰ εἰσφέρω-
3152μεν τὴν συμβολὴν ἡμῶν εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου
3153τούτου ἐξ 120 χιλιομέτρων, ἢ ἄλλου τινὸς οἱουδήποτε. Εἶπον
3154δὲ ἄλλου τινὸς οἱουδήποτε, διότι πολλαὶ ἄλλαι γραμμαὶ χρη-
3155σιμεύουσι λυσιτελέστερον καὶ σπουδαιότερον εἰς ἐνίσχυσιν τῆς
3156ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ὅταν δαπανῶμεν 44 ἑκατομ-
3157μύρια δραχμῶν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ματαίως, δὲν ἦτο δυνατὸν
3158νὰ οἰκονομήσωμεν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῆς βραχυ-
3159τάτης ταύτης γραμμῆς, εἰσφέροντες ἐκ τῶν 44 ἑκατομμυρίων,
3160νὰ μὴ λαμβάνωμεν δὲ τὸ θάρρος νὰ δίδωμεν νῦν τοιαύτην
3161ἐγγύησιν; Ἤθελον ἐπικροτήσει πρῶτος τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν
3162τὰ 44 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν καὶ θέλουσι
3163δαπανηθῆ εἰς οἷας προωρίσθησαν ἀνάγκας, ἐὰν ἐδαπάνα αὐτὰ
3164ἡ Κυβέρνησις εἰς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων· διότι
3165οὐδὲ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Κυπαρισσίας ἤθελεν εὑρεθῆ
3166εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Ἑλλά-
3167δος, ἐπὶ κινδύνῳ τῆς πίστεως αὐτῆς, ὃν διῆλθεν ἤδη, διότι
3168εὐτυχῶς ἐκαλύφθη κατὰ τὴν ἔκδοσιν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐκαλύ-
3169πτετο, ἤθελε πάντως ζημιωθῇ τοῦ Κράτους ἡ πίστις· πάν-
3170τως δ’ ἠθέλομεν ἀποφύγει τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ
3171καπνοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ἔσοδον ὥρισεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς
3172πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου διὰ τὴν κατα-
3173σκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης.
3174Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐκτάκτων λογιστῶν, οἱ ὁποῖοι,
3175κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν αὐτὴν ἔκτα-
3176κτον Σύνοδον ͵ΒΧϞΔʹ νόμου τῆς 24 Μαρτίου 1900, προσ-
3177ελήφθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
3178μικῶν διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ διαγραφὴν τῶν ὀφειλομένων
3179εἰς αὐτὸ ἐκ διαφόρων φόρων, ἀνεγράφη πίστωσις 25,000
3180δραχμῶν· καθ’ ἃς δὲ κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκο-
3181νομικῶν πληροφορίας, οἱ πλεῖστοι λογισταὶ διωρίσθησαν ἤδη·
3182ἑπομένως καὶ ἕνεκα τούτου νέα αὔξησις δαπανῶν ἐψηφίσθη
3183ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
3184Εἰς τὸν μισθὸν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὸν
3185μισθὸν τοῦ ὑποδιευθυντοῦ αὐτοῦ προσετέθησαν, ὡς ἐνθυμεῖ-
3186σθε, διὰ τοῦ ͵ΒΨΙΒʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900 καὶ ἔξοδα
3187παραστάσεως 300 μὲν δραχ. κατὰ μῆνα ὑπὲρ τοῦ Διευθυν-
3188τοῦ, 150 δὲ ὑπὲρ τοῦ ὑποδιευθυντοῦ· ἕνεκα δὲ τούτου αὔξη-
3189σις 5,400 δραχμῶν ἐτησίως προσετέθη εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ
3190Κράτους.
3191Καὶ δι’ ἄλλου νόμου, τοῦ ͵ΒΨΙΔʹ τῆς 31 Μαρτίου 1900,
3192ἐτροποποιήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου ᾼΩΜϚʹ
3193τῆς 30 Μαΐου 1890, ἀπονεμηθέντος τοῦ ναυτικοῦ βαθμοῦ
3194τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου εἰς τὸν ἀρχιμουσικὸν τοῦ στόλου, ὅστις,
3195κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1890, εἶχε βαθμὸν σημαιοφόρου· οὕτω
3196δὲ ὁ μισθὸς τοῦ ἀρχιμουσικοῦ θέλει αὐξηθῆ ἀπὸ δραχ. 110
3197εἰς δραχμὰς 150 κατὰ μῆνα, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 40· αὐξά-
3198νουσι δὲ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἐτησίως κατὰ δραχμὰς 480.
3199Καὶ διὰ τοῦ ͵ΒΨΙϚʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900 ἐνε-
3200κρίθη, ἀντὶ δύο, τρεῖς νὰ προσληφθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
3201τοῦ στόλου ἱερεῖς· οὕτω δὲ αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα κατὰ δραχ-
3202μὰς 240 κατὰ μῆνα, καὶ ἐτησίως κατὰ δραχμὰς 2880.
3203Διὰ τὴν ὑγιειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτικοῦ αὐξήσεις
3204ἐξόδων ἐνομοθετήθησαν ὡσαύτως, διότι προσετέθησαν θέσεις
3205ἑνὸς ἀρχιάτρου καὶ δύο ἐπιάτρων, ὧν ὁ μὲν ἀρχίατρος ἔχει
3206μισθὸν δραχμῶν 450 κατὰ μῆνα, ἢ ἐτησίως δραχ. 5,400,
3207ἑκάτερος δὲ τῶν δύο ἐπιάτρων μισθὸν δραχμῶν 316, ἢ ἐτη-
3208σίως οἱ δύο δραχ. 7,584· ἑπομένως ἐτησία αὔξησις τῶν ἐξό-
3209δων κατὰ δραχμὰς 12,984.
3210Καὶ δι’ ἑτέρου νόμου, τοῦ ͵ΒΨΞΔʹ τῆς 24 Μαΐου 1900,
3211ἐνεκρίθη δαπάνη δραχμῶν 145,800, ἵνα γένηται ἐν τῷ Ναυ-
3212στάθμῳ ἐγκατάστασις ἠλεκτρικοῦ φωτός...
3213§235Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μὲ
3214συγχωρεῖτε; Ἡ πίστωσις αὕτη τῆς ἐγκαταστάσεως ἠλε-
3215κτρικοῦ φωτὸς δὲν ἐπραγματοποιήθη.
3216§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐμνημόνευσα τῆς αὐξήσεως τῶν
3217ἐξόδων. Ἂν δ’ ἡ ἐγκατάστασις αὕτη δὲν ἐπραγματοποιήθη,
3218δὲν θέλει τάχα πραγματοποιηθῆ;
3219§237Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οὔτε κατὰ τὸ 1901 θὰ πραγματο-
3220ποιηθῇ.
3221§238Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξου-
3222σία ἐνέκρινε νὰ ἐμφανισθῇ πάλιν μεριμνῶσα περὶ τῶν ὑδραυ-
3223λικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, δι’ ἄλλου νόμου, τοῦ ͵ΒΨΜΖʹ τῆς
322411 Ἀπριλίου 1900, ἐσύστησεν ἐπιτροπήν, ἵνα σκεφθῇ περὶ
3225αὐτῶν· δὲν παρέλιπεν ὅμως, ἀλλ’ ἔσπευσε μεταξὺ τῶν πρώ-
3226των νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ προσλήψεως ὑπαλλήλου τινὸς τοῦ
3227ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, ὅπως οὗτος ἐκπληρώσῃ
3228ἔργα γραμματέως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, καὶ ν’ ἀναγρά-
3229ψῃ ἐπιμίσθιον ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκ δραχμῶν 50 κατὰ μῆνα, αὐξα-
3230νομένων καὶ ἕνεκα τούτου τῶν ἐξόδων κατὰ δραχ. 600.
3231Προσθήκη ὡσαύτως δαπάνης ἐκ δραχ. 300,000 ἀνεγρά-
3232φη, δυνάμει τοῦ ͵ΒΨΛΕʹ νόμου τῆς 10 Ἀπριλίου 1900, διὰ
3233ὑδραυλικὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἐνεκρίθη νὰ διαπράξωσιν
3234ἐπὶ τοῦ Θριασίου πεδίου.
3235Καὶ διὰ τὴν μετασκευὴν τοῦ οἰκοδομήματος τῆς Σχολῆς
3236τῶν Ὑπαξιωματικῶν, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς Βʹ Στρατιωτι-
3237κὸν Νοσοκομεῖον, διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΙΑʹ τῆς 3 Ἀπριλίου
32381900 ἐνεκρίθη νὰ δαπανηθῶσι δραχμαὶ 110,000.
3239Καὶ ἑτέραν αὔξησιν ἐξόδων κατὰ δραχμὰς 330,980 ἐπή-
3240νεγκεν ὁ ͵ΒΨΗʹ νόμος τῆς 31 Μαρτίου 1900 διὰ τῶν μετα-
3241βολῶν, αἵτινες ἐνομοθετήθησαν δι’ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ,
3242τοῦ βαθμοῦ, τῶν μισθῶν καὶ λοιπῶν ἐξόδων τῶν Προξε-
3243νείων. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1896 βεβαιοῖ, ὅτι τὰ δαπανη-
3244θέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν
3245κατὰ τὸ 1896 ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 2,195,572.95· ἐὰν
3246δ’ ἀφαιρεθῶσιν ἐξ αὐτῶν δραχμαὶ 125,735.55, αἵτινες ἐξω-
3247δεύθησαν εἰς τροφὴν γυναικῶν καὶ παίδων Κρητῶν, τὰ ὁποῖα
3248εἶχον προσφύγει κατὰ τὰς σφαγὰς καὶ τοὺς ἐμπρησμοὺς τοῦ
32491896 εἰς τὸ ἐν Χανίοις Ἑλληνικὸν Προξενεῖον, τὰ δαπα-
3250νηθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτε-
3251ρικῶν ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1896 εἰς δραχμὰς 2,069,837.40.
3252Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἐζητήθησαν πιστώσεις
3253ἐκ δραχμῶν 2,424,122.58, ἤτοι περισσότεραι κατὰ δραχ.
3254354,285.18· διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲ τοῦ 1901 ζητοῦν-
3255ται πιστώσεις δραχ. 2,613,978.36, ἤτοι πλείω τῶν ζητη-
3256θεισῶν κατὰ τὸ 1900 κατὰ δρ. 189,855.78, πλείω δὲ τῶν
3257δαπανηθεισῶν κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 544,140.96. Καὶ
3258λοιπὸν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ηὐξή-
3259σαμεν κατὰ ἥμισυ καὶ πλέον ἑκατομμύριον δρ. ἀπὸ τοῦ ἔτους
32601896 μέχρι τοῦδε.
3261Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον διαλάμπει ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἡ δι-
3262πλωματικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους· ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ κατά
3263τινα περίοδον τοῦ βίου μου ὑπηρέτης διπλωματικὸς τοῦ
3264Κράτους, ἀλλὰ συνέπεσε νὰ γνωρίσω πάντα τὰ μέλη τῆς
3265διπλωματικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος, νὰ γνωρίσω δὲ καὶ
3266πάντα τὰ μέλη τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν
3267Ἐξωτερικῶν, τοῦ ὁποίου πολλάκις μοὶ εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ διοί-
3268κησις. Κατὰ μίαν περίοδον μάλιστα ἐκαλούμην νὰ ἐκτελέσω
3269δυσχερῆ, δύσκολον καὶ πολυάσχολον ἐργασίαν, τὴν περίο-
3270δον τῶν ἐτῶν 1878 καὶ 1879 καὶ τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ
32711880, τὴν ἐργασίαν δὲ ταύτην διεξῆγον μετὰ τῶν παρὰ
3272ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσιν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος,
3273ἰδίως δὲ μετὰ τῶν διαπεπιστευμένων παρὰ ταῖς Κυβερνή-
3274σεσι τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰτα-
3275λίας, καὶ παρὰ ταῖς Κυβερνήσεσι τῶν τριῶν τούτων Μεγά-
3276λων Δυνάμεων συνέπεσε νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύσωσι τότε τὴν
3277Ἑλλάδα πρεσβευταὶ, ἀλλὰ γραμματεῖς Πρεσβειῶν ἐπιτε-
3278τραμμένοι, οἱ κύριοι Νικόλαος Δηλιγιάννης ἐν Παρισίοις, Ἰω-
3279άννης Γεννάδιος ἐν Λονδίνῳ, καὶ Μιχαὴλ Παπαρρηγόπουλος
3280ἐν Ρώμῃ. Βεβαιῶ δὲ, ὅτι οἱ τρεῖς οὗτοι, νεαροὶ τότε διπλω-
3281μάται, μετὰ τοσαύτης δεξιότητος, ζήλου καὶ ἀκριβείας ἐξε-
3282τέλουν τὰς διδομένας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ὁδηγίας, ὥστε
3283ἐπήρκεσαν πληρέστατα εἰς πάσας τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας
3284τῆς ὑπηρεσίας τοῦ χρόνου ἐκείνου· διὰ τοῦτο, ὅτε κατὰ τὸ
32851885 ἐπανῆλθον εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
3286Ὑπουργείου, μετὰ πλήρους πεποιθήσεως προεκάλεσα τὴν
3287προαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πρέσβεως. Ἀληθῶς
3288ὑπηρέτησαν μετὰ πεφωτισμένου ζήλου, μετὰ ἐξόχου δὲ ἀκρι-
3289βείας καὶ μετὰ φιλοπάτριδος ἁμίλλης, ἣν οὐδὲ νῦν ἔτι μοὶ
3290ἐπιτρέπεται νὰ λησμονήσω. Ἀλλ’ ὅτε διέτριβον, κατὰ τὸ
32911878, ἐν Βερολίνῳ, καὶ εἶδον τὰ κατὰ τὴν Πρεσβείαν ἐκεί-
3292νην, ὅτε ἐν ταῖς ἄλλαις μεγάλαις πρωτευούσαις, τὰς ὁποίας
3293μετὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου ἐπεσκέφθην, εἶδον τὸ
3294προσωπικὸν τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν, ἐπείσθην,
3295ὅτι καθυστεροῦμεν κατὰ τὸν κλάδον τοῦτον τῆς ὑπηρεσίας.
3296Ἐὰν δ’ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, σᾶς βε-
3297βαιῶ, ὅτι πολλάκις εὑρίσκομαι πρὸ τῆς ἀπορίας, ἂν ὠφέ-
3298λησαν, ἂν ἐχρησίμευσαν πρὸς βελτίωσιν τοῦ προξενικοῦ κλά-
3299δου αἱ ἐγγυήσεις, διὰ τῶν ὁποίων οἱ περὶ προξενικῆς ὑπη-
3300ρεσίας νόμοι περιέβαλον τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ κλάδῳ
3301τούτῳ. Μήπως τυχὸν ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐκεῖ-
3302νος ἔδωκεν εἰς αὐτούς, ἐμείωσεν ἐν αὐτοῖς τὴν θερμότητα τῆς
3303πρὸς ἰδίαν αὑτῶν βελτίωσιν ἁμίλλης, δι’ ἧς, ἄνευ τῶν εἰρη-
3304μένων ἐγγυήσεων, ἤθελον προσπαθεῖ νὰ ἀσφαλίσωσι τὸ μέλ-
3305λον αὑτῶν; Μήπως ἡ πεποίθησις, ἡ βεβαιότης, ὅτι μετὰ ὡρι-
3306σμένας χρονικὰς περιόδους ἡ προαγωγὴ αὐτῶν θέλει μηχα-
3307νικῶς ἐπέρχεσθαι, ὅτι οὐδὲν ἄλλο πρὸς τοῦτο συντελεῖ, εἰμὴ
3308τοῦ χρόνου ἡ πάροδος, μήπως ἤμβλυνεν ἐν αὐτοῖς τὴν ὀξύ-
3309τητα τῆς ἁμίλλης; Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, ἀναγκασθείς ποτε,
3310ἕνεκα ψηφοφορίας ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐγκαταλίπω τὸ Ὑπουρ-
3311γεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀποχαιρετῶν τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ
3312Ὑπουργείου, ὡμολόγουν εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἀπηρχόμην φέ-
3313ρων εὐχαρίστους ἐνθυμίσεις περὶ αὐτῶν. Τάχα ἡ ἔλλειψις
3314μισθῶν ἐπαρκῶν παρεσκεύασε τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους
3315νὰ ἦναι τοιοῦτοι, ὁποῖοι εἶναι; Ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφός μου
3316κ. Σκουζὲς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν εἴχομεν πᾶ-
3317σαν προθυμίαν νὰ εἰσφέρωμεν τὴν ἀσθενῆ ἡμῶν συμβολὴν
3318πρὸς βελτίωσιν τοῦ κλάδου, καὶ μάλιστα ἔν τισι κέντροις,
3319ἐν οἷς οἱ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχωσι τὴν συν-
3320ήθη τῶν διπλωματῶν ἱκανότητα, ἀλλ’ ἀναγκαῖον εἶναι νὰ
3321ἔχωσι καὶ ὀφθαλμοὺς Ἄργου, καὶ δραστηριότητα οὐχὶ τὴν
3322συνήθη· ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ὀλίγους εὗρον παρεσκευασμέ-
3323νους, καὶ τοὺς ὀλίγους δὲ γενικοὺς προξένους, τοὺς ὁποίους
3324ἔχομεν παρεσκευασμένους διὰ τοιαῦτα καθήκοντα, καὶ περὶ
3325αὐτῶν ἀμφιβάλλω, ἂν δύνανται νὰ προταθῶσιν ὡς πρότυπα
3326γενικῶν προξένων ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἡμετέρου
3327Κράτους.
3328Διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν ἐξόδων κατὰ 500,000 δρ.
3329ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς παραμυθεῖ διὰ τῆς
3330ἐλπίδος, ὅτι ηὔξησαν καὶ τὰ προξενικὰ τέλη, καὶ ὅτι ταῦτα
3331θέλουσι καλύψει τὰ ἔξοδα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι
3332κατὰ τὸ 1896 εἰσεπράχθησαν ἐκ τούτων δρ. 537,981.08,
3333κατὰ δὲ τὸ 1901 προϋπολογίζονται, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι δρ.
3334660,000, ἤτοι δραχ. 122,018.92 περισσότεραι τῶν εἰσπρα-
3335χθεισῶν κατὰ τὸ 1896. Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν
3336ἐπιβαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς
3337544,140.96.
3338Τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν Προξένων μετέβαλεν ἰδίως ὁ ἐπὶ
3339τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, διαιρέσας τοὺς μισθοὺς εἰς μι-
3340σθὸν βαθμοῦ, εἰς ἀποδοχὰς καὶ εἰς ἀποζημιώσεις, ἢ χορη-
3341γίας. Ἐὰν ἀθροίσητε τὰ προσδιοριζόμενα διὰ μισθοὺς βαθμῶν
3342καὶ τὰ διὰ χορηγίας, θέλετε συναγάγει, ὅτι ἕκαστος γενικὸς
3343πρόξενος λαμβάνει 1280 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Δὲν περιωρί-
3344σθη δὲ εἰς μόνην τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν γεν. προξέ-
3345νων· προέβη εἰς αὔξησιν καὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑποπροξένων καὶ
3346τῶν ἁπλῶν προξένων, ἀλλὰ καὶ εἰς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ
3347τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνῷ τὸ
3348προσωπικὸν τοῦτο ἤθελεν ἀρκεῖ, ὅσον τυγχάνει προσδιωρι-
3349σμένον, ἐὰν εἰργάζετο· δυστυχῶς δὲ, δὲν ἐργάζεται, καὶ οὐ
3350μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οὐδὲ παρασκευάζεται δεόντως διὰ τὰ
3351ἔργα αὑτοῦ. Ἐρωτήσατε ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τού-
3352του, ὑπουργικὸν γραμματέα, ἢ τμηματάρχην, ποῖα εἶναι τὰ
3353ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀπασχολῶσιν ἡμᾶς, ποία ἡ
3354ἱστορία ἑκάστου τῶν ζητημάτων τούτων, ποῖαι ἐγένοντο
3355μέχρι τοῦδε μελέται, ἢ παρασκευαὶ, ἢ διαπραγματεύσεις
3356πρὸς κανονισμὸν τῆς τύχης αὑτῶν, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι
3357ὀλίγας ἐποιήσαντο περὶ τούτων μελέτας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι
3358κατὰ τὸ 1863 ἢ 1864, ὅτε ἐτύγχανον ἐπανειλημμένως
3359Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν εἶχε δὲ εἰσέτι ἐγκατα-
3360σταθῆ ἡ Βασιλεία, καὶ ἀνώτατος ἄρχων ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Συνέ-
3361λευσις, ὅτι, λέγω, τότε ὁ πρέσβυς τῆς Τουρκίας μακαρίτης
3362Φωτιάδης μὲ παρώτρυνε νὰ ἐνδώσω, ἵνα ἀναγνωρίσω ὡς
3363ὀφειλὴν πρὸς τὴν Τουρκίαν 380,000 δραχμὰς πρὸς ἀποζη-
3364μίωσιν διὰ τὰ χωρία ἐκεῖνα τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, τὰ ὀνο-
3365μαζόμενα Κάτω Χωρία. Ἠρεύνησα τότε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ
3366εὗρον ἐν τοῖς ἀρχείοις φάκελον ὀγκώδη, σχηματισθέντα ἐπὶ
3367τῆς πρώτης Βασιλείας, ὅτε καὶ τότε ἡ Τουρκία εἶχεν ἀπευ-
3368θύνει τοιαύτην ἀξίωσιν. Κατὰ τὰ ἐν τῷ φακέλῳ τούτῳ ἔγ-
3369γραφα, ὁ τότε Ἡγεμὼν εἶχε λάβει γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως,
3370εἶχε δ’ ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπ’ αὐτῆς,
3371μετὰ ἐξέτασιν δὲ εἶχε κατασταθῆ βέβαιον, ὅτι τὰ Κάτω
3372Χωρία τῶν Θηβῶν δὲν εἶχον πωληθῆ ὑπὸ τῆς Τουρκίας,
3373ἀλλ’ εἶχον κυριευθῆ κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἑπομένως, ὅτι
3374οὐδεμία ὠφείλετο ἀποζημίωσις. Διὰ τοῦτο ὁ τότε Ὑπουργὸς
3375τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχεν ἀπευθύνει ἔκκλησιν πρὸς τὰς τρεῖς
3376Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἐκανόνισαν τὰ τῆς τύχης τῆς Ἑλλά-
3377δος κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· καὶ αἱ
3378μὲν Κυβερνήσεις τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας εἶχον ἀπο-
3379φανθῆ ὑπὲρ τῶν ἰσχυρισμῶν ἡμῶν, ἡ Ἀγγλικὴ ὅμως Κυβέρ-
3380νησις δὲν εἶχεν ἀποφανθῆ γνώμην. Ὁ εὐφυέστατος πρε-
3381σβευτὴς τῆς Τουρκίας εἶχε κρίνει τὴν περίστασιν κατάλλη-
3382λον, καὶ προσεπάθησε νὰ λάβῃ ὑπόσχεσιν παρ’ ἡμῶν· ἀλλὰ
3383ἐπέδειξα αὐτῷ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ ἔπαυσε πλέον ὁ μα-
3384καρίτης Φωτιάδης ἐπιμένων εἰς τὴν ἀξίωσίν του. Καὶ ὅμως
3385μετά τινα ἔτη τὰ χρήματα ταῦτα ἐπληρώθησαν, ζητηθεί-
3386σης τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως παρὰ τῆς Βουλῆς, ἣν αὕτη
3387ἐψήφισε. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ποίαν συμβολὴν εἰσφέρουσιν εἰς
3388τὸν Ὑπουργὸν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπη-
3389ρετοῦντες.
3390§239ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Κατὰ ποῖον ἔτος
3391ἐπληρώθησαν;
3392§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἐρωτᾶτε
3393περὶ προσώπων.
3394Δὲν ἐπέστη ἔτι ἡ ὥρα, διὰ νὰ ἐγγίσω τὰς μετὰ τῆς ὁμό-
3395ρου Αὐτοκρατορίας διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο
3396πρὸς συνομολόγησιν ἐμπορικῆς καὶ προξενικῆς συμβάσεως·
3397ἐζήτησα δὲ μόνον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν
3398νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς χρονολογίας, πότε ἤρ-
3399ξαντο αἱ διαπραγματεύσεις, πότε δ’ ἐγένετο ἡ ἔκκλησις πρὸς
3400τὰς Δυνάμεις· ταύτας δ’ ἔδωκεν ἤδη ὁ κ. Ὑπουργός. Κατέ-
3401χω ὅμως ἐν τοῖς γραφείοις μου τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐδη-
3402μοσίευσεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐ-
3403δεμίαν ἐποιήσατο μέχρι τοῦδε δημοσίευσιν τὸ ἡμέτερον
3404Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν λάβῃ τις ὡς ὁδη-
3405γὸν τὰ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντα, θέ-
3406λει βεβαίως προσκόψει πρὸ παραλείψεως, ἢ πρὸ παραβά-
3407σεως, ἣν ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἔλθει ποτὲ καιρὸς νὰ ἐξελέγξω-
3408μεν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ διαπραγματεύσεων, δύναμαι
3409νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅτι ἡ προσφυγὴ πρὸς τὰς Μεγά-
3410λας Δυνάμεις ἐγένετο λίαν βραδέως, καὶ ὅτι, ἐὰν ἕνεκα τοῦ
3411λόγου, ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ἀγορεύων ἐπρότεινε
3412πρὸς δικαιολογίαν τῆς βραδύτητος ταύτης, ἐγένετο βραδέως
3413ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν διαιτησίαν, τὰ ἐπελθόντα εἰς τὴν Εὐ-
3414ρώπην γεγονότα θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι παρῆλθε χρόνος
3415πολλῷ καταλληλότερος τοῦ ἐνεστῶτος.
3416Δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ἄνευ βλάβης τινὸς εἰς τὰς δια-
3417πραγματεύσεις, νὰ εἴπω γνώμην περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤρ-
3418ξαντο, ἢ οἱ ὁποῖοι ἐπελάβοντο τῆς μερίμνης, ὅπως ἄρξωνται
3419αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς ἐμπορικῆς καὶ προξενικῆς συμ-
3420βάσεως. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ ἰδία αὐτῶν γνώμη ἤρκεσεν εἰς
3421τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, ἢ ἐὰν ἄλλη
3422γνώμη ἐπεκράτησεν, εἰς ἣν προσεχώρησαν οὗτοι· ἀλλὰ βε-
3423βαίως ἐχέφρων ἄνθρωπος, διορίζων πληρεξουσίους πρὸς δια-
3424πραγμάτευσιν, δὲν ἤθελε πράξει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν
3425ἡ Ἑλλάς. Ἐγὼ συνέπεσε νὰ εὑρεθῶ ἐν τῇ Κυβερνήσει,
3426ὅτε ἐπεκηρύχθη ὁ πόλεμος ὑπὸ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἡ ἐμὴ
3427πολιτικὴ δὲν ἦτο πολιτικὴ πολεμικὴ πρὸς τὴν Τουρκίαν.
3428Καὶ ἐὰν οὐχὶ ἅπαξ μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία, ὅτε ἤμην ἐν τῇ
3429ἀρχῇ, νὰ ἐνδείξω εἰς τὴν ὅμορον Αὐτοκρατορίαν, ὅτι ἐν
3430πολλοῖς συμπίπτουσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς
3431Τουρκίας, καὶ ὅτι ἔπρεπεν αὕτη νὰ μεταβάλῃ στάσιν πρὸς
3432τὸν ἐν τῇ Αὐτοκρατορίᾳ αὐτῆς βιοῦντα Ἑλληνισμόν, δὲν
3433ἐπῆλθεν ὅμως μεταβολή τις τῆς στάσεως αὐτῆς. Καὶ ἄλ-
3434λοτε, ἐπὶ προκατόχων, τοιαῦται διαβεβαιώσεις εἶχον δοθῆ,
3435καὶ μάλιστα πανηγυρικῶς, ἀλλ’ οὐδ’ αὗται εἶχον ἐπηρεά-
3436σει τὴν γείτονα Δύναμιν νὰ μεταβάλῃ στάσιν. Καὶ μ’ ὅλον
3437τοῦτο δὲν ἤμην ὑπὲρ τῆς πολεμικῆς πολιτικῆς πρὸς τὴν
3438Τουρκίαν. Ἡ προσφιλὴς νῆσος, ἥτις ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ
3439τελευταῖον, πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν Ἑλ-
3440λάδα· πρὸ 22 ἐτῶν μάλιστα ἰσχυρότατος πολιτικὸς ἐν τῇ
3441Εὐρώπῃ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ Κρήτη ὡμοίαζε πρὸς ὥριμον
3442καρπόν, ὅστις προσεχῶς ἔμελλε πάντως νὰ καταπέσῃ ἐκ
3443τοῦ δένδρου· ἐν τούτοις παρῆλθον εἴκοσι καὶ δύο ἔτη, καὶ
3444ἡ Κρήτη ἐβασανίζετο, καὶ ἠγωνία ἀκόμη, ὑπὸ πιέσεις χυ-
3445δαιοτάτας καὶ ἀγρίας. Ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλον τοῦτο κατὰ τὸ
34461896 δὲν προετρέψαμεν ἡμεῖς τὴν Κρήτην νὰ ἐπαναστα-
3447τήσῃ, προσεπαθοῦμεν δὲ κατὰ τὰ συμβεβηκότα ἐν Κρήτῃ
3448νὰ πείσωμεν τὴν Εὐρώπην, ἵνα ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Πύλης
3449νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν ἐλευθερίας, ὅπως δυνηθῇ ἡ νῆσος καὶ
3450οἰκονομικῶς νὰ ἀναπτυχθῇ, καὶ ὑπὸ τὰς ἄλλας ἐπόψεις νὰ
3451βελτιωθῇ. Ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις προεκλήθη. Δὲν ἠξεύρω
3452ποίαν ἡ Ἱστορία θέλει ἀπαγγείλει κρίσιν, ἀλλ’ ὅτε ἡ ἐπα-
3453νάστασις ἐξερράγη, καὶ ὅτε τὰ κατ’ αὐτὴν συμβαίνοντα
3454προῆγον εἰς κίνδυνον σφαγῆς δεκακισχιλίας ψυχὰς χριστια-
3455νῶν, σφαγῆς ὑπ’ αὐτῆς τῆς δημοσίας δυνάμεως τῆς Ὀθω-
3456μανικῆς Κυβερνήσεως ὑποκινουμένης, βεβαίως δὲν ἐπετρέ-
3457πετο εἰς Κυβέρνησιν Ἑλληνικὴν νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας,
3458καὶ, ὑπὸ δέους μήπως παρεξηγηθῇ, ν’ ἀφήσῃ τοὺς ὁμοφύ-
3459λους καὶ ὁμοθρήσκους εἰς τὴν σφαγήν. Τὰ γεγονότα ἐπε-
3460βλήθησαν εἰς ἡμᾶς παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεκίνησαν τὴν
3461ἐπανάστασιν· διότι, ἂν αὕτη δὲν ὑπεκινεῖτο, δὲν ἤθελον
3462προκύψει τοιαῦτα συμβεβηκότα. Καὶ ὑπεκινήθη, δυστυχῶς,
3463παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνεδαύλιζον τὴν πυρκαϊὰν, τὴν
3464ὁποίαν ἐξῆπτον τὰ ἐναύσματα, τὰ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως
3465ἀποστελλόμενα εἰς τὴν Κρήτην.
3466Ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ σύμπραξις τῶν ἐν τῇ Ἀνα-
3467τολῇ φυλῶν καὶ ἡ συνεννόησις αὐτῶν εἶναι χρησιμωτάτη διὰ
3468πάσας τὰς φυλὰς ταύτας. Ἂν συνεννόησις ἡμῶν δὲν ἐπῆλθε
3469μετὰ μιᾶς τούτων, ἥτις εἶχεν ἐνδείξει τοιαύτας διαθέσεις,
3470αἰτία ἦτο ἐκείνη, οὐδ’ ἠδυνάμην νὰ συντελέσω, ἵνα ἡ συν-
3471εννόησις ἐκείνη καταρτισθῇ, ἀφοῦ αἱ βάσεις τῆς συνεννοή-
3472σεως ἐνεδείκνυον τὴν διάθεσιν αὐτῆς νὰ εἰσβάλῃ εἰς ἐσπευ-
3473σμένον δρόμον, ὃν σπεύδει νὰ διανύσῃ, λησμονοῦσα τὰ κα-
3474θήκοντα οὐ μόνον τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρω-
3475πισμοῦ. (Εὖγε!). Ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος χωρίζει τὴν Ἑλλάδα
3476καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς ἀπὸ τῶν συμφερόντων τῶν ἄλλων
3477φυλῶν. Ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς μεγάλου Κράτους ἔλεγε κατὰ
3478τὸ 1878, ὅτι τὸ Κράτος ἐκεῖνο δὲν εἰργάζετο ὑπὲρ τοῦ
3479Πανσλαυϊσμοῦ, ἀλλ’ οὐδ’ ὑπὲρ τοῦ Πανελληνισμοῦ, τοῦτο
3480διδάσκει, ὅτι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Πανελληνισμοῦ δὲν θέλουσιν
3481εὑρεῖ φωνὴν συνήγορον ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἔχει
3482μεμετρημένας τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς, δὲν ἀγνοεῖ δὲ, ὅτι θε-
3483μελιώδης μεταβολὴ ἐν τῇ Ἀνατολῇ οὐ μόνον τὰ συμφέ-
3484ροντα τῶν ἄλλων φυλῶν θέλει ἐκθέσει ἐν κινδύνῳ, ἀλλὰ καὶ
3485τὰ τῆς Ἑλληνικῆς. Συμπίπτουσι λοιπὸν ἐπὶ τὸ αὐτὸ τὰ
3486συμφέροντα καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας. Διὰ τοῦτο
3487οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνατολῇ πρέπει νὰ
3488ὦσιν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι νὰ εἰσέπνευσαν μὲν τὸ μικρόβιον τῆς
3489φιλοπατρίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐμόρφωσαν τὴν ψυχὴν αὑτῶν
3490πρὸς τοῦτο, καὶ νὰ ἀπέκτησαν τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν δύ-
3491ναμιν νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα αὑτῶν. Διότι δὲν ἀρκεῖ
3492οὔτε ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος, οὔτε ἡ φιλοπατρία·
3493ἀπαιτεῖται, οἱ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τασσόμενοι νὰ
3494σπουδάζωσι τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, νὰ κατανοῶσι τὰ συμ-
3495φέροντα αὐτοῦ, νὰ ἐρευνῶσι τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰ προτε-
3496ρήματα καὶ ἐλαττώματα τῶν ἀποτελούντων τὸν Ἑλλη-
3497νισμὸν ἐν ταῖς χώραις τῆς Ἀνατολῆς, καὶ νὰ πράττωσιν
3498ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἷς Γενικὸς Πρόξενος ἄλλοτε εἶχε κατορ-
3499θώσει, οὗ ἀναφέρομεν τὸ ὄνομα μετ’ εὐλαβείας, ὁ Βατικιώ-
3500της. Τοιαύτη πρέπει νὰ ἦναι ἡ συνείδησις τῶν καθηκόν-
3501των αὐτῶν· αὕτη ἀρκεῖ, οὐδὲ θέλει εὑρεθῆ ὑπάλληλος, ἔχων
3502τὴν τοιαύτην συνείδησιν, διανοούμενος νὰ παραιτηθῇ διότι
3503δὲν λαμβάνει μισθὸν μεγαλείτερον. Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν πρέ-
3504πει νὰ δίδωμεν ἀναλόγους μισθοὺς, ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν
3505εἶναι πλούσιον, διὰ ν’ ἀποζημιῶμεν διὰ χρημάτων τοὺς
3506ὑπηρετοῦντας αὐτό. Ἀποζημίωσις δὲ κυριωτάτη τυγχάνει
3507ἡ πεποίθησις, ἣν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ὑπάλληλος, ὅτι ἐκπληροῖ
3508τὸ καθῆκον αὑτοῦ, καὶ ἡ τιμή, ἣν οἱ συμπολῖταί του ἀπο-
3509δίδουσιν εἰς πάντα ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκόν του. (Εὖγε! ἐκ
3510τῆς ἀριστερᾶς).
3511Καὶ ἐπειδὴ περὶ τούτου ὁ λόγος, δὲν πρέπει νὰ παραλίπω
3512νὰ θίξω ἐπερώτησιν, ἣν εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
3513γὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Συν-
3514όδου, ὅτε ἠρώτησα αὐτόν, ἂν εἶχε σχηματίσει γνώμην, ὅτι
3515τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα συμβιβάζεται μὲ τὰ ἔργα τοῦ ἀπο-
3516σταλέντος εἰς Κωνσταντινούπολιν πληρεξουσίου τῆς Ἑλλά-
3517δος, ὅπως μετάσχῃ τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς συνομολό-
3518γησιν τῆς προξενικῆς καὶ ἐμπορικῆς συμβάσεως. Εἶχον μά-
3519λιστα ἐρωτήσει αὐτὸν καὶ περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα
3520εἶχον ἀνατεθῇ εἰς τὸν εἰρημένον πληρεξούσιον τῆς Ἑλλάδος,
3521καὶ περὶ τῆς ἀποζημιώσεως, ἥτις ἐδίδετο εἰς αὐτόν.
3522Ἀλλ’ ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκε τὰς
3523πληροφορίας ταύτας, ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
3524Ἐξωτερικῶν, ὅστις εἶχε προτείνει εἰς τὸν Βασιλέα τὸ Β. Διά-
3525ταγμα περὶ τοῦ διορισμοῦ ὡς πληρεξουσίου ἐν Κωνσταντι-
3526νουπόλει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὁ προκάτοχος, λέ-
3527γω, αὐτοῦ ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ἀπο-
3528ζημιώσεως, τὸ δοθὲν εἰς τὸν εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀποστα-
3529λέντα πληρεξούσιον, προσδιώρισεν ὁδηγηθεὶς ἀπὸ τὸ ποσὸν,
3530τὸ ὁποῖον εἶχε δοθῆ κατὰ τὸ 1878 εἰς ἐμέ, Ὑπουργὸν τότε
3531τῶν Ἐξωτερικῶν τυγχάνοντα, ὅτε ἀπῆλθον εἰς Εὐρώπην,
3532ἵνα παρασταθῶ εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου. Κατὰ περί-
3533εργον δὲ σύμπτωσιν, συνέβη νὰ προσδιορίσω τὸ ποσόν, τὸ
3534ὁποῖον ἐδίδετο εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν,
3535μεταβάντα εἰς Εὐρώπην διὰ τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, νὰ
3536προσδιορίσω τὸ ποσὸν αὐτὸς ἐγώ, διότι ἐγὼ τότε ἐτύγχανον
3537Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀπέλθω εἰς
3538τὴν Εὐρώπην, καὶ προσδιώρισα ὄντως αὐτὸ εἰς ἑκατὸν ἑβδο-
3539μήκοντα δραχμὰς τὴν ἡμέραν.
3540Ἀλλ’ ὁ τότε πληρεξούσιος τῆς Ἑλλάδος, ὅστις μετέβαι-
3541νεν, ὡς πρῶτος ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, εἰς Βερολῖνον,
3542ἔνθα εἶχε συγκληθῆ τὸ Συνέδριον, μετὰ τοῦ ἐν Βερολίνῳ
3543διαπεπιστευμένου πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος κ. Α. Ρ. Ραγ-
3544καβῆ, ἐτύγχανε συγχρόνως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
3545τῆς Ἑλλάδος ἐν χαρτοφυλακίῳ, ὡς λέγουσιν, ὤφειλε δὲ νὰ
3546μεταβῇ κατόπιν ἀπὸ τοῦ Βερολίνου εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ εἰς
3547Παρισίους καὶ εἰς Πετρούπολιν καὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς
3548Αὐστρίας καὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἰταλίας, ἵνα κατα-
3549θέσῃ εἰς τοὺς Ἡγεμόνας καὶ τὰς Κυβερνήσεις αὐτῶν, ὡς καὶ
3550εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, τὰ εὐγνώ-
3551μονα σέβη τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ ζητήσῃ ὡσαύ-
3552τως τὰς συμβουλὰς τῶν Κυβερνήσεων τῶν Μεγάλων Δυνά-
3553μεων περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ περὶ διαρρυθμί-
3554σεως τῶν βορείων ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ΙΓʹ
3555πρωτοκόλλου τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Τὸ μακρὸν τοῦ-
3556το ταξείδιον προὐκάλει πάντως δαπάνας ἐκτάκτους, ὅσας τὸ
3557ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ ἀξιοπρεπὴς
3558παράστασις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἐπέ-
3559βαλλεν. Ἀλλ’ ὁ ἀπεσταλμένος εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀπε-
3560στέλλετο μόνος καὶ ἄνευ συνοδίας τινὸς, δὲν περιεβάλλετο
3561δι’ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως, εἰμὴ ὅτι ἔμελλε νὰ κατοικήσῃ ἔν
3562τινι ξενοδοχείῳ, ἄνευ παραστάσεώς τινος· ἐδόθη δ’ εἰς αὐτὸν
3563τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη. Ἐὰν δὲν ἤμην διατεθειμένος νὰ
3564ἐπικρίνω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη ὡς ἡμερησία ἀποζημίω-
3565σις εἰς τὸν ἀπεσταλμένον τῆς Ἑλλάδος εἰς Κωνσταντινού-
3566πολιν, ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ταῦτα, διότι εὗρον λίαν ἄστο-
3567χον τὴν παραβολὴν, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ προτείνας τὸν
3568τοιοῦτον διορισμὸν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου προκάτοχος
3569τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ, ἄστοχον δὲ τὴν ὁδηγίαν, ἣν ἐξ
3570αὐτῆς ἔλαβεν, ὅτε προσδιώριζε τὸ ἐπίδομα, τὸ ὁποῖον ἔδι-
3571δεν εἰς τὸν πληρεξούσιον, τὸν ἀποσταλέντα εἰς τὴν Κων-
3572σταντινούπολιν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀγνοῶ, ἂν συνέβη ποτὲ ἐν
3573Κωνσταντινουπόλει νὰ πληρώσῃ 160 φιορίνια τὴν ἡμέραν
3574εἰς ξενοδοχεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κατέλυσεν ἢ διέτριψε. Δὲν
3575ὑπηρετοῦσιν ἑαυτοὺς ὅσοι δὲν θίγουσι μετὰ προσοχῆς θέματα
3576τοιαῦτα, ὅταν ταῦτα ἀναφέρωνται εἰς πρόσωπα, ἔχοντα τὴν
3577δύναμιν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ καταφρονῶσιν ὑπαινιγμοὺς
3578παραπλησίους.
3579Ἀλλὰ τὸ κύριον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον περιεστράφη ἡ
3580ἐπερώτησις ἡ ἐμὴ, ἦτο τὸ συμβιβαστὸν ἢ ἀσυμβίβαστον
3581τῶν ἔργων τοῦ πληρεξουσίου τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς ἰδιό-
3582τητος τοῦ Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
3583μοὶ ἀπεκρίθη, εἰπὼν, ὅτι δὲν κρίνει ἀσυμβίβαστα τὰ ἔργα
3584ταῦτα, διότι, διορίζων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, διώ-
3585ριζεν αὐτὸν ἁπλῶς πληρεξούσιον. Ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα διω-
3586ρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, δὲν γνωρίζω ἀληθῶς,
3587διότι δὲν ἀνέγνων τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ τὸ Βασιλικὸν Διά-
3588ταγμα· τὰ ἐπισκεπτήρια ὅμως αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνέγνων, δὲν
3589ἐχαρακτήριζον αὐτὸν πληρεξούσιον, ἀλλὰ τὸν ἐχαρακτήρι-
3590ζον πληρεξούσιον Ὑπουργὸν (ἀναγινώσκει ἐπισκεπτήριον):
3591«Ministre plénipotentiaire Délégué de Grèce».
3592Ἐγνώριζον προσέτι, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ βραχείας τινὸς
3593ἀποστολῆς, τῆς ὁποίας ἡ διάρκεια δὲν ἤθελε παραταθῆ πλέον
3594τῆς μιᾶς ἢ τῶν δύο ἑβδομάδων, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι
3595ἐπρόκειτο περὶ προσωρινῆς καὶ διαβατικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις
3596ἀνετίθετο εἰς αὐτόν· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ὑπηρεσίας, ἡ
3597ὁποία διαρκεῖ δύο ἔτη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφαίνηταί
3598τις, ὅτι δὲν παρεβάθη, ὅτι δὲν ἠθετήθη ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον
3599ὁ συντάκτης τοῦ Συντάγματος εἶχεν, ὅτε ἀνέγραφε τὸ ἀσυμ-
3600βίβαστον τῶν ἔργων τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὰ τοῦ ὑπαλλήλου;
3601Διὰ ποῖον σκοπὸν ἀνεγράφη τὸ ἀσυμβίβαστον ὑπὸ τοῦ Συν-
3602τάγματος; Τὸ ἀσυμβίβαστον δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ Σύνταγμα
3603τοῦ 1843· κατ’ αὐτὸ δὲ, οἱ Βουλευταὶ ἠδύναντο νὰ ἦναι
3604δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864
3605Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι δημοσίαν ὑπηρεσίαν.
3606Διατί; Διότι τὸ Σύνταγμα ἐσκόπει νὰ ἀπαγορεύσῃ δεσμοὺς,
3607οἵτινες εὐκολύνουσι τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἀσκή-
3608σωσιν οἱ κυβερνῶντες ἐπὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους μεταξὺ τῶν
3609Βουλευτῶν ἐκλέγουσι, καὶ ἀναθέτουσιν εἰς αὐτοὺς δημοσίας
3610ὑπηρεσίας. Βεβαίως δὲν ὑπέθετεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ἕνεκα
3611τοιούτου τινὸς λόγου, Βουλευτὴς νὰ μεταβάλῃ τὸ πολιτικόν
3612του φρόνημα· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλῃ
3613πολιτικὸν φρόνημα, διότι εἶναι καὶ οἱ Βουλευταὶ ἄνθρωποι,
3614ἔχοντες πεποιθήσεις ἀρτίας, δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ ὡς
3615πρᾶξις χαριστική, οἱ δὲ νόμοι ἀπαγορεύουσι καὶ παρακωλύ-
3616ουσι πράξεις χαριστικὰς τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τοὺς φίλους
3617αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπέ τι ἄλλο, τὸ
3618ὁποῖον δὲν ἦτο σοβαρόν· ἰσχυρίσθη, ὅτι αὐτὸ δὲν ἐγένετο πρώ-
3619την φορὰν, καὶ ἀνέφερεν, ὅτι ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύν-
3620θου εἶχε διορισθῆ ἀπὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου Πρόεδρος
3621ἤμην ἐγώ, μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνα-
3622τεθῆ ἡ σύνταξις τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, καὶ ὅτι ἐλάμβανε
3623διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του ταύτην ἀποζημίωσιν. Πραγματικῶς
3624εὗρον, ὅτι διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 3 Μαΐου 1891 εἶχε συ-
3625στηθῆ ἐπιτροπεία πρὸς σύνταξιν σχεδίου τοῦ Ἀστικοῦ Κώ-
3626δικος· εἶχε δὲ τὸ Διάταγμα τοῦτο οὕτως (ἀναγινώσκει):
3627«Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΑΠΝΕʹ νόμον
3628»περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων.» (Δι’ αὐ-
3629τοῦ ἐχορηγεῖτο πίστωσις δρ. 20,000 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν
3630τῆς συστηθησομένης ἐπιτροπείας πρὸς σύνταξιν τοῦ Κώδικος.)
3631«Προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ,
3632»ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν: Αʹ) Συνιστῶμεν ἐπιτρο-
3633»πείαν πρὸς σύνταξιν σχεδίου Ἀστικοῦ Κώδικος, διορίζομεν
3634»δὲ μέλη ταύτης τοὺς κυρίους Ξενοφῶντα Ψαρρᾶν, Ἀλκι-
3635»βιάδην Κρασσᾶν, Ἰωάννην Εὐταξίαν, Διονύσιον Στεφάνου,
3636»Ἀχιλλέα Ἀγαθόνικον καὶ Ἰωάννην Α. Βαλαωρίτην, εἰς ὃν
3637»ἀνατίθεμεν τὰ καθήκοντα τοῦ Γραμματέως. Βʹ) Ἡ ἐπι-
3638»τροπεία θέλει συνεδριάζει ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἡμετέρου
3639»ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, θέλει δὲ περατώσει τὴν
3640»ἐργασίαν ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόν-
3641»τος Διατάγματος. Γʹ) Μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου τοῦ
3642»Ἀστικοῦ Κώδικος, χορηγηθήσεται ἀμοιβὴ ἑκάστῳ τῶν με-
3643»λῶν τῆς ἐπιτροπείας ἐκ δραχμῶν δισχιλίων καὶ πεντακο-
3644»σίων.»
3645Ἐπειδὴ δὲ τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος δὲν
3646συνετάχθη, οὐδεὶς ἔλαβε τὴν ἀποζημίωσιν τῶν δραχμῶν δισ-
3647χιλίων καὶ πεντακοσίων, ἔμεινε δ’ ἡ πίστωσις ἀδιάθετος, μό-
3648νον δὲ δι’ ἔξοδα γραφείου ἐδαπανήθησαν, κατὰ τὸν ἀπολο-
3649γισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, δραχμαὶ 543.80. Ἀλλὰ, καὶ ἂν
3650ἤθελον λάβει τὴν ἐκ δισχιλίων καὶ πεντακοσίων δραχμῶν
3651ἀμοιβήν, ἡ ἐργασία αὕτη οὐδόλως δύναται νὰ κριθῇ ὡς ἀσυμ-
3652βίβαστος πρὸς τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ· εἶναι ὡς ἄν τις καλῆ-
3653ται νὰ προσφέρῃ τὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις αὑτοῦ εἰς ἔργον
3654καθαρῶς ἐπιστημονικόν, καὶ ἀποζημιοῦται, ὡς ἤθελεν ἀπο-
3655ζημιωθῆ ὑπό τινος ἰδιώτου, ἐὰν ἐκαλεῖτο ὑπ’ αὐτοῦ εἰς συμ-
3656βούλιον νομικὸν καὶ ἔδιδε τὴν γνώμην του ἐπὶ δικαστικῶν
3657ὑποθέσεων.
3658Μεταβαίνω εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς,
3659τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ Προϋπολογι-
3660σμὸς τοῦ 1900 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 30 Νοεμβρίου
36611899, ἤτοι πρὶν ἢ ἐπιψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κυρω-
3662θῶσι δὲ καὶ δημοσιευθῶσι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερ-
3663νήσεως οἱ τέσσαρες νόμοι περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς
3664καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. Ἑπομένως ὁ Προϋπολογισμὸς
3665τοῦ 1900 δὲν συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τούτων·
3666ἀλλ’ ἐνῷ δὲν συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων νόμων,
3667ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παλαιῶν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
36681900 εἶχεν ἀναγράψει πιστώσεις ἀνωτέρας τῶν ποσῶν, τὰ
3669ὁποῖα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἐνῷ, κατὰ
3670τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ ἔτος
3671ἐκεῖνο διὰ τὴν ταχυδρομικὴν, τὴν τηλεγραφικὴν καὶ τὴν τη-
3672λεφωνικὴν ὑπηρεσίαν δραχμαὶ 2,318,277.15, καὶ ἐνῷ, κατὰ
3673τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897, εἶχον δαπανηθῆ τὸ ἔτος ἐκεῖνο
3674δραχ. 2,242,798.85, ἐνῷ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Προϋπολογισμῷ
3675τοῦ 1898 τὰ ἔξοδα τῶν εἰρημένων ὑπηρεσιῶν εἶχον προσδιο-
3676ρισθῆ εἰς δραχμὰς 2,428,730, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900
3677ἀνεβίβασεν αὐτὰ εἰς δραχ. 2,906,480, ἤτοι ἀνέγραψεν αὔ-
3678ξησιν δραχμῶν 588,202.85 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ
36791896, δραχμῶν δὲ 663,681.15 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ
3680τὸ 1897, καὶ δραχμῶν 477,750 ὑπὲρ τὰ προϋπολογισθέντα
3681κατὰ τὸ 1898.
3682Ἀλλὰ τὰ ὕψη ταῦτα, εἰς τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1900 ἀνε-
3683βιβάσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ διὰ τὴν τηλεγρα-
3684φικὴν, τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τὴν τηλεφωνικὴν ὑπηρεσίαν
3685ἔξοδα, εἰσὶ χθαμαλὰ ἀπέναντι τοῦ ὕψους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνε-
3686βίβασεν αὐτὰ ὁ ΒΨΞΗʹ νόμος τῆς 30 Μαΐου 1900. Κατὰ
3687τὸν νόμον τοῦτον, μόναι αἱ πρὸς μισθοδοσίαν τοῦ προσωπι-
3688κοῦ τῆς τηλεγραφικῆς, τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τῆς τηλεφω-
3689νικῆς ὑπηρεσίας δαπάναι ἀνέρχονται, ἂν ἀναγραφῶσι πᾶσαι
3690ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν
3691ἐκδοθέντων ἄρτι περὶ αὐτῶν νόμων, εἰς 2,148,000 δραχμὰς
3692μόνον διὰ μισθοὺς προσώπων καὶ ὑπαλλήλων, ἐνῷ πάντα
3693τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα διά τε τὴν μισθοδοσίαν τοῦ
3694προσωπικοῦ καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ὑλικοῦ καὶ τὰ λοιπὰ ἔξοδα
3695τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἀνῆλ-
3696θον εἰς δραχ. 2,318,277.15, ἤτοι αἱ δαπάναι τοῦ προσωπι-
3697κοῦ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1900 ἦσαν ἐλάσσονες τοῦ ὅλου τῶν
3698κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων μόνον κατὰ δραχ. 170,277.15·
3699ἂν δὲ εἰς τὸ ἀπαιτούμενον κατὰ τὸν νόμον ΒΨΞΗʹ τοῦ 1900
3700ποσὸν διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ ἐκ δραχμῶν
37012,148,000 προστεθῶσιν αἱ δαπάναι διὰ τὰ ἐνοίκια, διὰ τὰ
3702ἔξοδα τῶν γραφείων, διὰ τὰς μετακομίσεις τῶν ταχυδρομι-
3703κῶν ἀνταποκρίσεων, διὰ τὴν μίσθωσιν καλωδίων, διὰ τὰ
3704διεθνῆ ταχυδρομικὰ τέλη καὶ ἄλλα ἔξοδα τῆς ταχυδρομι-
3705κῆς ὑπηρεσίας, τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 7–16 τοῦ Κεφαλαίου
370613 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἀναγραφόμενα, ἀνερχό-
3707μενα εἰς δραχμὰς 1,612,700, τὰ ἔξοδα ὅλα τῶν τριῶν τού-
3708των ὑπηρεσιῶν, τὰ ἐν τῷ νόμῳ ἀναγραφόμενα, συγκεφαλαι-
3709οῦνται εἰς 3,760,700 δραχμὰς, ἤτοι πλείω τῶν κατὰ τὸ
37101896 δαπανηθέντων κατὰ δραχ. 1,442,422.85, τῶν δαπα-
3711νηθέντων κατὰ τὸ 1897 κατὰ δραχ. 1,517,901.15, τῶν προ-
3712ϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1898 κατὰ δραχ. 1,331,970, καὶ
3713τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1900 κατὰ δραχ. 854,220.
3714Καὶ λέγω ὑμῖν ταῦτα περὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα πρό-
3715κειται νὰ γένωνται τώρα, ἐκτελουμένου τοῦ νόμου περὶ τα-
3716χυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐξόδων τούτων εἰσὶ
3717καὶ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι
3718νῦν, ἀλλὰ θέλουσι δαπανᾶσθαι ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ θέλουσι
3719προστίθεσθαι κατὰ χρονικὰς περιόδους, κατὰ τὰς διατάξεις
3720τοῦ νόμου.
3721Οὕτω, κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου: αʹ) «ὁ μισθὸς τῶν
3722προϊσταμένων τῶν Γραφείων 1) τοῦ τῶν ταχυδρομικῶν ἐπι-
3723ταγῶν, τοῦ ταχυδρομικοῦ τμήματος, καὶ 2) τοῦ τῆς προεξ-
3724ελέγξεως, τοῦ τηλεγραφικοῦ τμήματος, αὐξάνει κατὰ δραχ-
3725μὰς ὀγδοήκοντα, ἐὰν οὗτοι ἔχωσιν εἰκοσιπενταετῆ μὲν ἐν
3726ὅλῳ ὑπηρεσίαν, πενταετῆ δὲ συνεχῆ τοιαύτην ὡς προϊστά-
3727μενοι τῶν ῥηθέντων γραφείων»· ἤτοι κατὰ δραχμὰς 960 ἑκα-
3728τέρου τούτων ἐτησίως.
3729βʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον 27 τοῦ ἄρθρου 9, «εἰς τοὺς
3730διευθύνοντας τοιαῦτα ταχυδρομικὰ γραφεῖα (δημοσίους ὑπαλ-
3731λήλους, συμβολαιογράφους, ἢ ἰδιώτας ἐγγραμμάτους) χορη-
3732γεῖται κατὰ μῆνα ἀντὶ γραφικῶν ἐξόδων καὶ ἀποζημιώσεως
3733ποσὸν δραχμῶν εἴκοσιν»· ἤτοι ἐτησίως ἑκάστῳ αὐτῶν πο-
3734σὸν δραχμῶν διακοσίων καὶ τεσσαράκοντα.
3735γʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἄρθρου 10, ἐπιτρέπε-
3736ται, ἵνα οἱ ἐν τῇ ταχυδρομικῇ ὑπηρεσίᾳ βοηθοὶ αʹ τάξεως
3737ἐξακολουθήσωσι λαμβάνοντες τὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νό-
3738μου ΑΚΓʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 προσδιοριζόμενον ὑπὲρ τῶν
3739βοηθῶν τούτων μισθὸν τῶν δραχμῶν 150 κατὰ μῆνα, ἀντὶ
3740τοῦ διὰ τοῦ νόμου τούτου ὁριζομένου δι’ αὐτοὺς μισθοῦ τῶν
3741δραχμῶν 120 κατὰ μῆνα· ἑπομένως αὔξησις 30 δραχμῶν
3742κατὰ μῆνα, ἤτοι ἐτησίως ἑκάστῳ αὐτῶν αὔξησις δραχμῶν
3743360.
3744δʹ) Κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου, αὐξάνονται οἱ μισθοὶ
3745τῶν βοηθῶν βʹ τάξεως, μετὰ διετῆ ἐν τῷ βαθμῷ των ὑπη-
3746ρεσίαν, κατὰ δραχμὰς 10 μηνιαίως, καὶ καθ’ ἑτέρας ἀκόμη
3747δέκα μετὰ παρέλευσιν δευτέρας διετίας. Εἶναι δὲ οἱ βοηθοὶ
3748βʹ τάξεως 225. Τῶν βοηθῶν αʹ τάξεως μετὰ πενταετῆ ὑπη-
3749ρεσίαν κατὰ δραχμὰς εἴκοσι μηνιαίως, καὶ καθ’ ἑτέρας εἴκοσι
3750μετὰ παρέλευσιν δευτέρας πενταετίας. Εἶναι δὲ καὶ οἱ βοηθοὶ
3751οὗτοι 275. Τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιστατῶν καὶ τηλεγραφη-
3752τῶν βʹ τάξεως κατὰ δραχμὰς τριάκοντα μετὰ παρέλευσιν
3753ὀκταετοῦς ὑπηρεσίας ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ καὶ δεκαεξαετοῦς
3754ἐν συνόλῳ ὑπηρεσίας. Εἰσὶ δ’ οὗτοι 148. Τῶν ταχυδρομικῶν
3755ἐπιστατῶν καὶ τηλεγραφητῶν αʹ τάξεως ἐφάπαξ κατὰ δραχ-
3756μὰς ἑξήκοντα μετὰ παρέλευσιν δεκαετοῦς μὲν ὑπηρεσίας ἐν
3757τῷ αὐτῷ βαθμῷ, εἰκοσιπενταετοῦς δ’ ἐν συνόλῳ. Εἰσὶ δὲ καὶ
3758οὗτοι 85.
3759εʹ) Κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου, συν-
3760υπολογίζεται καὶ ὁ ἤδη διανυθεὶς χρόνος ὑπηρεσίας ἐν τῷ
3761αὐτῷ βαθμῷ καὶ ἐν συνόλῳ. Ἑπομένως τινὲς τῶν αὐξήσεων
3762τούτων θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ κατ’ αὐτὸ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς
3763ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τοὐλάχιστον διὰ τοὺς βοηθοὺς βʹ τά-
3764ξεως, ὧν ὁ μισθὸς αὐξάνει μετὰ διετίαν κατὰ δραχμὰς 10
3765κατὰ μῆνα, οἵτινές εἰσι 225, ἴσως καὶ διὰ τοὺς βοηθοὺς αʹ
3766τάξεως, ὧν ὁ μισθὸς αὐξάνει μετὰ πενταετίαν κατὰ δραχ-
3767μὰς 20 μηνιαίως, οἵτινές εἰσι καὶ οὗτοι 275.
3768ϛʹ) Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου τούτου, «ὁ παρὰ τῇ
3769Τηλεγραφικῇ Διευθύνσει Ἀθηνῶν καὶ ταῖς λοιπαῖς Διευθύν-
3770σεσι λογιστὴς λαμβάνει ἀμοιβὴν δεκαπέντε μὲν δραχμῶν,
3771ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς τρεῖς χιλιά-
3772δας μηνιαίως, δύο δὲ δραχμῶν προσθέτως κατὰ χιλιάδα ἢ
3773κλάσμα αὐτῆς, ἐὰν αἱ εἰσπράξεις ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τοῦτο
3774κατὰ μῆνα.»
3775Κατὰ τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 14, οἱ
3776προϊστάμενοι τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν γραφείων
3777αʹ καὶ βʹ τάξεως λαμβάνουσιν ἀμοιβὴν δραχμῶν δέκα κατὰ
3778μῆνα. Κατὰ τὴν παράγραφον δὲ τετάρτην τοῦ ἄρθρου 14,
3779ὁ παρὰ τῇ Τηλεγραφικῇ Διευθύνσει Ἀθηνῶν λογιστὴς, τη-
3780λεγραφητὴς αʹ τάξεως λαμβάνει αὔξησιν μισθοῦ κατὰ δραχ-
3781μὰς 80 κατὰ μῆνα, ἐὰν ἔχῃ εἰκοσιπενταετῆ ἐν ὅλῳ ὑπηρε-
3782σίαν καὶ πενταετῆ συνεχῆ ἐν τῷ βαθμῷ του.
3783ζʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον ζʹ τοῦ ἄρθρου 16, «εἰς τοὺς προ-
3784ϊσταμένους τῆς ἐν Ἀθήναις Κεντρικῆς Ἀποθήκης καὶ τοῦ ἐν
3785Πειραιεῖ παραρτήματος αὐτῆς χορηγοῦνται εἰς ἑκάτερον
3786δραχμαὶ τεσσαράκοντα, λόγῳ ἀποζημιώσεως καὶ ὁδοιπορι-
3787κῶν ἐξόδων, ἄνευ λογοδοσίας»· ἤτοι εἰς ἀμφοτέρους ἐτησίως
3788δραχμαὶ 960. Ἄρχεται δὲ ἡ αὔξησις ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρ-
3789μογῆς τοῦ νόμου.
3790ηʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον θʹ τοῦ ἄρθρου 17, εἰς τοὺς ἔχον-
3791τας βαθμὸν τηλεγραφητοῦ αʹ ἢ βʹ τάξεως καὶ εἰς τοὺς βοη-
3792θοὺς αʹ ἢ βʹ τάξεως ὑπαλλήλους τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἐργοστα-
3793σίου χορηγοῦνται αἱ αὐταὶ αὐξήσεις τοῦ μισθοῦ, αἱ ὁποῖαι
3794χορηγοῦνται καὶ εἰς τοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 12 ὁμοιοβάθμους
3795αὐτῶν· εἰς δὲ τὸ κατώτερον προσωπικὸν ἀπονέμονται ὡσαύ-
3796τως αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 33 ἀπονεμόμεναι αὐξήσεις εἰς τοὺς
3797μισθοὺς τῶν ταχυδρομικῶν διανομέων.
3798θʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον πέμπτην τοῦ ἄρθρου 32, οἱ ἐν
3799τῷ Κεντρικῷ Ταχυδρομείῳ Ἀθηνῶν καὶ τοῖς λοιποῖς ἀνταλ-
3800λακτηρίοις Ταχυδρομείοις ταχυδρομικοὶ διανομεῖς διαιροῦν-
3801ται εἰς δύο τάξεις· καὶ οἱ μὲν τῆς αʹ τάξεως λαμβάνουσι
3802μισθὸν δραχ. 80 κατὰ μῆνα, οἱ δὲ τῆς βʹ δραχ. 60. Ἡμεῖς,
3803ἀγνοοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν τοιούτων, ὑπελογίσαμεν τὸν μι-
3804σθὸν εἰς δραχμὰς 80 ἑκατὸν μόνον ταχυδρομικῶν διανομέων.
3805ιʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον 1 τοῦ ἄρθρου 33, οἱ ἀπὸ τῆς
3806ὑπηρεσίας τῶν ἐμμίσθων παρὰ τοῖς ἀνταλλακτηρίοις ταχυ-
3807δρομείοις διανομέων προαχθέντες ταξινόμοι λαμβάνουσιν αὔ-
3808ξησιν μισθοῦ μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἀνὰ δραχμὰς 20,
3809ἕως ἂν ὁ μισθὸς αὐτῶν ἀπὸ 80 δραχμῶν ἀναβιβασθῇ εἰς 140.
3810Κατὰ δὲ τὴν προτελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου,
3811ὁ μισθὸς τῶν ταχυδρομικῶν διανομέων αὐξάνει κατὰ πᾶσαν
3812πενταετίαν κατὰ δραχμὰς 10, ἕως ἂν ἀναχθῇ εἰς δραχ. 120.
3813ιαʹ) Κατὰ τὴν παράγραφον αʹ τοῦ ἄρθρου 34, οἱ πρὸς
3814συντήρησιν καὶ φύλαξιν τῶν τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν
3815γραμμῶν τεταγμένοι λαμβάνουσιν ἀνὰ πᾶσαν πενταετίαν
3816αὔξησιν τοῦ ἐκ δραχμῶν 60 μισθοῦ των κατὰ δραχμὰς 10
3817κατὰ μῆνα, ἕως ἂν ὁ μισθὸς αὐτῶν ἀναχθῇ εἰς δραχμὰς 100.
3818Δὲν δύναμαι πάντως νὰ προσδιορίσω πόσον αἱ προσθῆκαι
3819αὗται θέλουσιν αὐξήσει τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρε-
3820σίας· ἐπὶ τῇ βάσει ὅμως τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου, ὃν
3821διήνυσαν, δύναμαι νὰ ὑπολογίσω, ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν αὐξή-
3822σεων τούτων θέλει ἀρχίσει ἀπὸ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμο-
3823γῆς τοῦ νόμου, ἑπομένως δὲν θέλει ἀρκέσει διὰ τὰς ὑπη-
3824ρεσίας ταύτας, τὴν ταχυδρομικὴν, τὴν τηλεγραφικὴν καὶ τὴν
3825τηλεφωνικὴν, μόνον τὸ ποσὸν τῶν 3,760,700 δραχμῶν, τὸ
3826ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνέφερα.
3827Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι, ὅσον περισσότεροι ὑπάλληλοι προσ-
3828τίθενται εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, ὅσον μεγαλείτεροι προσ-
3829διορίζονται οἱ μισθοὶ αὐτῶν, τόσον ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία
3830θέλει εἶσθαι ταχυτέρα καὶ ἀκριβεστέρα, καίτοι, καὶ μετὰ
3831τὰς γενομένας αὐξήσεις, ἀκούονται παράπονα εἴτε ἐπὶ τῇ
3832μὴ ἀποδοχῇ καὶ μεταβιβάσει τῶν τηλεγραφημάτων, εἴτε ἐπὶ
3833ἀτάκτῳ ἀποστολῇ ταχυδρομικῶν δεμάτων, εἴτε ἐπὶ ἄλλαις
3834ἐλλείψεσιν. Ἀλλ’ εἶδον δι’ ἁμάξης εὐπρεπῶς μεταφερόμενα
3835τὰ ταχυδρομικὰ δέματα, λαμβάνομεν δὲ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐν
3836ἀσφαλείᾳ τὰ στελλόμενα ἐκεῖθεν ὀρνίθια· τῆς ὑπηρεσίας
3837ὅμως ταύτης ἡ τακτοποίησις εἶναι τάχα ἡ ἀνάγκη, δι’ ἣν
3838ἔπρεπε νὰ αὐξήσωσι τοσοῦτον τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους; Μή-
3839πως καὶ ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἔχωμεν
3840ὄχημα καὶ κατοικίαν καλλιτέραν ἐκείνης, ἐν ᾗ κατοικοῦμεν;
3841Ἀλλ’ οὐδεὶς ἤθελε μᾶς κρίνει συνετοὺς, ἐὰν ἠγοράζομεν
3842ὄχημα καὶ ἵππους, καὶ ᾠκοδομοῦμεν πολυτελῆ κατοικίαν.
3843Ἐὰν ἠθέλετε ἐξετάσει πρακτικῶς τὴν κατάστασιν ταύ-
3844την, ἠθέλετε μνησθῆ τοῦ ἀγρότου, ὅστις, ἐνῷ ἔχει ἀνάγ-
3845κην ὀναρίου, ἵνα μεταβαίνῃ εἰς τὸν ἀγρόν του, δαπανᾷ ἀγο-
3846ράζων πολυτελῆ σκεύη, καὶ ἀνεγείρων μέγαρα. Συντελοῦσι
3847βεβαίως ταῦτα καὶ καθιστῶσι τὸν βίον ἄνετον ἢ εὐάρεστον,
3848διότι παρέχουσι χλιδὴν καὶ εὐμάρειαν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ
3849ἐξαντλώμεθα εἰς δαπάνας μὴ ἀναποφεύκτως ἀναγκαίας,
3850ἰδίως μάλιστα μετὰ τὸν πόλεμον, ὅστις μᾶς ἐδίδαξεν, ἂν οὐχὶ
3851ἐπισήμως, ἀλλ’ ἰδίᾳ ἕκαστον ἡμῶν ὡς πολίτην, ὅτι ἔχομεν
3852τοσαύτας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας οὐδὲ τὰ 44 ἑκατομμύρια
3853ἤθελον θεραπεύσει, ἂν διετίθεντο φρονίμως καὶ συνετῶς.
3854Σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ηὔ-
3855ξησαν κατὰ τὸ 1900, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα
3856κατὰ τὸ 1896, κατὰ δραχμὰς πεντακοσίας ὀγδοήκοντα καὶ
3857πλέον χιλιάδας. Διατί; Ἀναφυλλίζων Διατάγματα, εὗρον
3858διατὶ ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις· εὗρον σωρείαν Διαταγμάτων, δι’ ὧν
3859συνεστήθησαν τριάκοντα τέσσαρα ταχυδρομεῖα καὶ 23 τη-
3860λεγραφικὰ γραφεῖα. Εὐχάριστον βεβαίως εἶναι νὰ συνιστᾷ
3861τις ταχυδρομικὰ γραφεῖα ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ, εὐχαριστῶν
3862τοὺς ἰδίους φίλους, νὰ συνιστᾷ τηλεγραφεῖα καὶ τηλεφωνεῖα.
3863Ἀλλ’ αὐταί εἰσιν αἱ πρώτισται, αἱ ἐπικείμεναι, αἱ ἀναπό-
3864φευκτοι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους; Καὶ ἀφοῦ κατὰ 44 ἑκατομ-
3865μύρια ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τρία ἔτη,
3866ἔχετε τὴν περιέργειαν νὰ ἀκούσητε κατὰ πόσον ηὐξήθησαν
3867οἱ ἀριθμοὶ τῶν ὑπαλλήλων; Ἀκούσατε.
3868Προσετέθησαν δύο οἰκονομικοὶ ἔφοροι· ὁ εἷς αʹ τάξεως
3869καί ὁ ἕτερος γʹ τάξεως...
3870§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Μειδιᾷ).
3871§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γελᾶτε; Ἀλλὰ ταῦτα, διὰ τὰ
3872ὁποῖα μειδιᾶτε, ηὔξησαν τὰ ἔξοδα κατὰ ἐννέα ἑκατομμύ-
3873ρια καὶ ἑπτακοσίας δέκα ὀκτὼ χιλιάδας δραχμῶν.
3874Τρεῖς γραμματεῖς Ἐφορίας· ὁ εἷς αʹ τάξεως, ὁ ἕτερος βʹ
3875καὶ ὁ τρίτος γʹ τάξεως. Εἷς πρωτοκολλητὴς Ἐφορίας, 26
3876Διευθυνταὶ ἀστυνομίας, 107 ἀστυνόμοι αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως.
3877§243Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προσετέθησαν 107 ἀστυνόμοι;
3878§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐξετελέσθη ὁ νόμος ἔτι, καὶ
3879διὰ τοῦτο δὲν προσετέθησαν· εὐθὺς, ὡς ἐκτελέσητε τὸν νό-
3880μον, θέλουσι προστεθῇ οἱ 107 ἀστυνόμοι.
3881§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προσθέτετε καὶ τοὺς ἀστυφύλακας;
3882§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
3883§247Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε κατ’ ἀνάγκην θ’ ἀφαιρέσητε τοὺς
3884χωροφύλακας, τοὺς ὁποίους θὰ στείλωμεν εἰς τὰ σώματά των.
3885§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τούτους ὑπολογίζω, διότι εἰς
3886τὴν ἀστυφυλακὴν κατετάξατε τάξιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι
3887δὲν εἶναι ἄχρηστοι εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν τοπικὴν, τὴν λε-
3888γομένην μικροπολιτικὴν, καὶ ὑπηρετοῦσιν αὐτήν.
3889§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοὺς ἔχετε καὶ εἰς τὸν νόμον τὸν ἰδι-
3890κόν σας.
3891§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον βεβαίως αὐτούς.
3892§251Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε διατὶ τοὺς ῥίπτετε εἰς τὴν ῥά-
3893χιν μου;
3894§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν νόμων
3895τῶν κυρωθέντων. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶχον προ-
3896τείνει, δὲν τὸ ὑπέβαλον εἰς κύρωσιν.
3897§253Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπεβάλετε τὸν νόμον σας, ἵνα ψηφι-
3898σθῇ, διότι ἀνεγνωρίζετε τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ
3899ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος. Ἐὰν αἱ περιστάσεις αἱ ἐθνικαὶ,
3900ὡς εἴπετε, παρημπόδισαν ὑμᾶς νὰ ζητήσητε τὴν κύρωσιν
3901τοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος νόμου, ἐγὼ εἶχον καθῆ-
3902κον νὰ ἐπιζητήσω τὴν βελτίωσιν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος,
3903§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ
3904ἰδικοῦ μου καὶ τοῦ ἰδικοῦ σας συστήματος.
3905§255Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων, κατὰ
3906τὸν ἰδικόν σας νόμον, εἶναι περίπου ὁ αὐτὸς πρὸς τὸν ἀπαι-
3907τούμενον κατὰ τὸν τῇ πρωτοβουλίᾳ ἡμῶν ψηφισθέντα νό-
3908μον. Δὲν πιστεύω ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου ν’ ἀπαι-
3909τήσῃ ἀριθμὸν ἀστυφυλάκων ὑπερβαίνοντα πολὺ ἐκεῖνον, ὃν
3910ἤθελεν ἀπαιτήσει ὁ παρ’ ὑμῶν προταθείς.
3911§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατά τινα προσεχῆ συνεδρίασιν
3912θέλω σᾶς φέρει τὸν λογαριασμόν· καὶ σήμερον δὲ σᾶς δίδω
3913λεπτομερεῖς περὶ τούτων πληροφορίας.
3914Ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ προσετέθησαν: 1 Διευθυν-
3915τὴς τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς μὴ
3916στρατιωτικός, 26 διευθυνταὶ ἀστυνομίας αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως,
3917107 ἀστυνόμοι αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως, 210 ὑπαστυνόμοι αʹ
3918καὶ βʹ τάξεως, 29 ἀστυΐατροι, 2314 ἀστυφύλακες, οἵτινες
3919μετὰ τῶν ὑπαρχόντων 1800 θέλουσιν ἀποτελέσει τὸν ἀριθμὸν
3920ἀστυφυλάκων 4114.
3921Ἐν τῇ ἐκπαιδευτικῇ ὑπηρεσίᾳ: 1 Διευθυντὴς Ἀκαδη-
3922μαϊκοῦ Γυμναστηρίου, 4 γυμνασταί, 1 διδάσκαλος ὁπλομα-
3923χητικῆς ἐπὶ μισθῷ δραχ. 150, 1 ἐπιστάτης, 1 ὑπηρέτης,
39241 ἰατρὸς ἐπὶ μισθῷ δρ. 150, 1 διευθυντὴς ἐν τῷ σχολείῳ
3925τῶν γυμναστῶν ἐπὶ μισθῷ δραχμῶν 250, 3 γυμνασταί, 1
3926διδάσκαλος τῆς ὁπλομαχητικῆς, 1 ἐπιστάτης, 1 ὑπηρέτης,
3927(ἓν ἐπιμίσθιον δραχ. 150, δύο ἐπιμίσθια δρ. 100,) 13 ἐπι-
3928θεωρηταί, 2 γραφεῖς, 1 κλητήρ, 1 ἰατρός, 1 γραμματεὺς αʹ
3929τάξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, 1 γραφεὺς
3930αʹ τάξεως ἐν αὐτῷ, 1 γραφεὺς βʹ τάξεως, 1 κλητὴρ τῆς
3931Βιβλιοθήκης, 10 ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
39322 ἔφοροι ἀρχαιοτήτων, 1 ἔφορος τῆς Πινακοθήκης.
3933Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου:
39342 ἀκόλουθοι ἐν αὐτῷ, 1 λογιστής, ὑπουργικὸς γραμματεὺς
3935πρώτης τάξεως ἢ τμηματάρχης, 1 κλητὴρ ἐν τῷ Ὑπουρ-
3936γείῳ, 3 γραμματεῖς βʹ τάξεως ἐν τῷ Ἐμπορικῷ Γραφείῳ
3937τῆς Κωνσταντινουπόλεως, 1 γενικὸς πρόξενος ἐν Ἀλεξαν-
3938δρείᾳ, 3 πρόξενοι, 1 καβάσης ἐν τῷ Γενικῷ Προξενείῳ τῆς
3939Θεσσαλονίκης, 3 γραμματεῖς ἐν τοῖς Γενικοῖς Προξενείοις
3940Ἰωαννίνων, Σμύρνης καὶ Βιτωλίων, 4 γραφεῖς ἐν τοῖς Γε-
3941νικοῖς Προξενείοις Ἰωαννίνων, Καΐρου, Ἀλεξανδρείας καὶ
3942Τεργέστης, 4 διερμηνεῖς (Σμύρνης, Ἱεροσολύμων, Ὀδησσοῦ
3943καὶ Σκόδρας), 5 κλητῆρες (Σμύρνης, Κεττίγνης, Ὀδησσοῦ,
3944Ταϊγανίου καὶ Σάμου), 6 γιασαξίδες (Καΐρου, Ἀλεξαν-
3945δρείας, Χανίων, Ἱεροσολύμων, Τύνιδος καὶ Σκόδρας), 3 κλη-
3946τῆρες ἐν τοῖς Προξενείοις Βατούμ, Κωνστάντζης καὶ Κάρ-
3947διφ, 10 ὑποπρόξενοι.
3948Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου:
39494 Πρόεδροι Πρωτοδικῶν, 16 πρωτοδίκαι, 4 Εἰσαγγελεῖς,
39504 ἀντεισαγγελεῖς, 4 γραμματεῖς, 12 γραφεῖς, 4 ἐπιστάται
3951φυλακῶν, 4 φύλακες φυλακῶν, 4 ἰατροὶ φυλακῶν, 98 εἰρηνο-
3952δίκαι γʹ τάξεως, προαγόμενοι εἰς τὴν βʹ τάξιν, 98 γραμμα-
3953τεῖς Εἰρηνοδικείων γʹ τάξεως, προαγόμενοι εἰς τὴν βʹ τάξιν.
3954Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἐσωτερικῆς Διοικήσεως: 10 Νο-
3955μάρχαι, 10 γραμματεῖς Νομαρχίας, 10 πρωτοκολληταί, 5
3956γραφεῖς Νομαρχιῶν, 884 νομαρχιακοὶ σύμβουλοι, 45 τηλε-
3957γραφικοὶ βοηθοὶ βʹ τάξεως, 5 τμηματάρχαι αʹ τάξεως, 2
3958τμηματάρχαι βʹ τάξεως, 34 ταχυδρομικοὶ ἐπιστάται καὶ
3959τηλεγραφηταὶ αʹ τάξεως, 46 τοιοῦτοι βʹ τάξεως, 58 βοη-
3960θοὶ ἢ γραφεῖς αʹ τάξεως, 47 τοιοῦτοι βʹ τάξεως τῆς ταχυ-
3961δρομικῆς ὑπηρεσίας, 174 βοηθοὶ αʹ καὶ βʹ τάξεως τῆς τα-
3962χυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, 92 ἐπιστάται τα-
3963χυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφηταὶ αʹ καὶ βʹ τάξεως, 7 ὑποδι-
3964ευθυνταί, διευθυνταὶ καὶ ἐπιθεωρηταί, 576 διανομεῖς ταχυ-
3965δρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοί, καὶ φύλακες γραμμῶν, 5 τεχνῖται
3966τοῦ ἐργοστασίου τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας.
3967Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν:
396810 μοίραρχοι χωροφυλακῆς, 1 ὑποστράτηγος ἢ συνταγμα-
3969τάρχης, 11 ἀντιμοίραρχοι, 2 ὑπομοίραρχοι, 3 ἀνθυπομοί-
3970ραρχοι, 8 ὑπολοχαγοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ διαχειρισταί, 34
3971ἐνωμοτάρχαι αʹ ἢ βʹ τάξεως, 38 ὑπενωμοτάρχαι, 14 ἐνωμο-
3972τάρχαι αʹ ἢ βʹ τάξεως τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, 14 ὑπε-
3973νωμοτάρχαι τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς.
3974Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου: 1
3975ἀρχίατρος τοῦ Ναυτικοῦ, 2 ἐπίατροι, 3 ἱερεῖς ἐπὶ βαθμῷ
3976καὶ μισθῷ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως.
3977Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου:
39781 τελώνης βʹ τάξεως, 1 τελώνης γʹ τάξεως, 3 ὑποτελῶ-
3979ναι, προαγόμενοι εἰς τελώνας γʹ τάξεως, 1 ὑποτελώνης,
3980προαγόμενος ἀπὸ τῆς γʹ εἰς τὴν βʹ τάξιν, 6 τελωνοσταθ-
3981μάρχαι, προαγόμενοι εἰς ὑποτελώνας γʹ τάξεως, 4 φύλακες,
3982προαγόμενοι εἰς ὑποτελώνας γʹ τάξεως, 3 ἐλεγκταὶ Τελω-
3983νείων αʹ τάξεως, 2 ἐλεγκταὶ Τελωνείων, ὁ μὲν βʹ ὁ δὲ γʹ
3984τάξεως, 4 γραμματεῖς, ὁ μὲν αʹ τάξεως, οἱ δὲ 3 γʹ τάξεως,
39855 ἀποθηκάριοι διαφόρων τάξεων, 7 ὑπογραμματεῖς Τελω-
3986νείων (ἀντὶ τῶν 38 τούτων προστεθεισῶν θέσεων καὶ νομο-
3987θετηθέντων προβιβασμῶν κατηργήθησαν δύο θέσεις ἐλεγ-
3988κτῶν, δύο θέσεις γραμματέων Τελωνείων, ἑνὸς ἀποθηκαρίου
3989καὶ ἑνὸς βʹ τάξεως γραμματέως τῆς Διαμετακομίσεως), 2
3990ἔφοροι, ὧν ὁ εἷς αʹ τάξεως, ὁ δ’ ἕτερος γʹ τάξεως, 3 γραμ-
3991ματεῖς Ἐφορίας, ὧν ὁ εἷς αʹ τάξεως, ὁ ἕτερος βʹ τάξεως καὶ
3992ὁ τρίτος γραμματεὺς Ἐφορίας γʹ τάξεως, 1 πρωτοκολλη-
3993τὴς, 2 κλητῆρες, ὁ μὲν Ἐφορίας αʹ τάξεως, ὁ δὲ γʹ τάξεως,
39941 ἔφορος βʹ τάξεως, προαχθεὶς εἰς ἔφορον αʹ τάξεως, 2
3995γραμματεῖς Ἐφορίας βʹ τάξεως, προαγόμενοι εἰς γραμμα-
3996τεῖς αʹ τάξεως, 1 πρωτοκολλητὴς βʹ τάξεως, προαγόμενος
3997εἰς πρωτοκολλητὴν αʹ τάξεως. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν κτη-
3998μάτων: 2 λογισταὶ βʹ τάξεως, 35 ὑπολογισταὶ αʹ καὶ βʹ
3999τάξεως, 19 γεωμέτραι. Προσέτι ἔκτακτοι λογισταὶ διὰ τὴν
4000ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δη-
4001μόσιον, 13 ἐπιθεωρηταὶ οἰκονομικοὶ, 2 γραφεῖς, 1 κλητήρ.
4002Καὶ οὕτω προσετέθησαν εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλ-
4003λήλων 5295 θέσεις. Τοῦτο δὲ καταγγέλλει τὴν ἀντίθεσιν
4004μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου. Ἡμεῖς, πρὸ
4005τοῦ πολέμου, ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐπροτείναμεν
4006εἰς τὴν Βουλὴν μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχέδια, δι’ ὧν
4007κατηργοῦμεν 1208 θέσεις. Οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ, ἅμα
4008κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐπρότειναν νομοσχέδια, δι’ ὧν
4009ἐδημιούργησαν 5295 νέας θέσεις.
4010Καὶ κατηργήσαμεν:
4011Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν 13 θέ-
4012σεις, ἤτοι: 2 τμηματαρχῶν αʹ τάξεως, 2 γραμματέων αʹ
4013τάξεως, ἑνὸς γραμματέως βʹ τάξεως, τριῶν γραφέων αʹ τά-
4014ξεως, ἑνὸς γραφέως βʹ τάξεως, τεσσάρων οἰκονομικῶν ἐπι-
4015θεωρητῶν.
4016Ἐν τῇ ταμιακῇ ὑπηρεσίᾳ κατηργήσαμεν 86 θέσεις· ἤτοι:
40178 θέσεις γραμματέων Ταμείων, 12 θέσεις γραφέων Τα-
4018μείων αʹ τάξεως, 20 θέσεις γραφέων Ταμείων βʹ τάξεως,
401940 δημοσίων εἰσπρακτόρων, 5 κλητήρων καὶ ἑνὸς πρωτο-
4020κολλητοῦ.
4021Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κατηργήθη
4022μία θέσις, καὶ ἠλαττώθησαν αἱ ἔκτακτοι δαπάναι αὐτοῦ
4023ἀπὸ 10,000 δραχμῶν εἰς 3,000.
4024Ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ κατηργήθησαν 10 θέσεις,
4025αἱ τῶν προστεθέντων λογιστῶν.
4026Ἐν τῇ τελωνειακῇ ὑπηρεσίᾳ κατηργήθησαν 21 θέσεις·
4027ἤτοι: 8 δεκαρχῶν τελωνοφυλακῆς, 6 ὑπογραμματέων Τε-
4028λωνείων, καὶ 7 ἀποθηκαρίων καὶ ὑπαποθηκαρίων.
4029Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς χωροφυλακῆς κατηργήθησαν 4 θέ-
4030σεις· ἤτοι: ἑνὸς ὑποστρατήγου ἢ συνταγματάρχου, 2 συν-
4031ταγματαρχῶν καὶ ἑνὸς λοχαγοῦ.
4032Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατηργήθησαν
403321 θέσεις· ἤτοι: ἑνὸς ὑποδιευθυντοῦ, τεσσάρων γραμματέων
4034αʹ τάξεως, 11 γραφέων αʹ τάξεως, τεσσάρων γραφέων βʹ
4035τάξεως καὶ ἑνὸς γραφέως γʹ τάξεως.
4036Ἐν τῇ φορολογικῇ ὑπηρεσίᾳ κατηργήθησαν 38 θέσεις·
4037ἤτοι: 9 κλητήρων Καπνεργοστασίων, 10 διευθυντῶν Κα-
4038πνεργοστασίων, τεσσάρων ἐλεγκτῶν, 2 βοηθῶν, 10 κλητή-
4039ρων γʹ τάξεως, ἑνὸς φύλακος τῶν ὀρυκτῶν τῆς Μήλου, ἑνὸς
4040ἐλεγκτοῦ βʹ τάξεως ἐν Σύρῳ, ἑνὸς γραμματέως Διαμετα-
4041κομίσεως.
4042Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου
4043κατηργήθησαν 4 θέσεις· ἤτοι 2 γραφέων τῶν ἐν Κύπρῳ καὶ
4044Ἱεροσολύμοις Προξενείων, καὶ 2 ἀκολούθων αʹ καὶ βʹ τάξεως.
4045Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου
4046κατηργήθησαν 8 θέσεις· ἤτοι: ἑνὸς γραμματέως βʹ τάξεως,
4047ἑνὸς γραφέως βʹ τάξεως, ἑνὸς ὑπογραμματέως Ἀρείου Πά-
4048γου, τεσσάρων γραφέων Πρωτοδικῶν καὶ ἑνὸς ὑπογραμμα-
4049τέως ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Καρδίτσης.
4050Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου
4051κατηργήθησαν 87 θέσεις· ἤτοι: ἑνὸς γραμματέως τῆς Γε-
4052νικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων, 20 τηλεγραφικῶν
4053διανομέων γʹ τάξεως, ἑνὸς ἀρχιφύλακος τεχνίτου, ἑνὸς μη-
4054χανικοῦ βʹ τάξεως, 2 γραφέων βʹ τάξεως, ἑνὸς γραφέως δʹ
4055τάξεως, 61 ὑπαλλήλων τοῦ γραφείου τῶν δημοσίων ἔργων
4056διαφόρου βαθμοῦ.
4057Ἐν τῇ αὐτῇ ὑπηρεσίᾳ κατηργήθησαν προσέτι θέσεις 910·
4058ἤτοι: 10 ἐπιστατῶν, 50 ἀρχιοδοστατῶν, 120 ὁδοστατῶν
4059αʹ τάξεως, 250 ὁδοστατῶν βʹ τάξεως καὶ 480 ὁδοστατῶν
4060γʹ τάξεως.
4061Καὶ ὅτε συνεζητοῦντο ἐν τῇ Βουλῇ τὰ νομοσχέδια, δι’
4062ὧν κατηργοῦντο αἱ θέσεις αὗται, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπετίμα
4063ἡμᾶς εἷς τῶν τότε Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λέγων,
4064ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἦσαν ἀνάξια προσοχῆς, καὶ μα-
4065ταία ἀπώλεια χρόνου, ὅτι δὲ ὠφείλομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ
4066καταρτίσωμεν στρατόν. Καὶ ὁ Βουλευτής, ὁ ταῦτα λέγων,
4067ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τότε, ὄχι ὅμως τώρα, διότι
4068τώρα εἶναι Ὑπουργός, εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν...
4069§257Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολύ, κύ-
4070ριε Πρόεδρε;
4071§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ποῖα μοὶ ὑπο-
4072λείπονται, ἵνα ἐξετάσω. Πρῶτον τὴν διοίκησιν, εἶτα τὴν ἐξέ-
4073τασιν τῶν νόμων, τὴν ἔρευναν τῶν κληροδοτημάτων καὶ τῆς
4074διαχειρίσεως αὐτῶν, τὴν ἔρευναν τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς ἀπο-
4075ξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, καὶ ἔχω...
4076§259Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τότε δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε, διότι καὶ
4077ἡμεῖς δὲν ἀντέχομεν πλέον.
4078§260Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πλειονοψη-
4079φίαν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ βεβαίως εὐχαρίστως δέχο-
4080μαι τὴν διακοπήν.
4081§261Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν πιστεύω ὅμως ἡ πλειονοψηφία νὰ θέλῃ
4082νὰ ἀναγκάσῃ ἡμᾶς.
4083§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὅμως ἔχῃ ἄλλος τις νὰ ὁμι-
4084λήσῃ, ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω αὔριον τὴν σειράν μου.
4085§263Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶ-
4086ναι τὸ καλλίτερον.
4087(Ὁ κ. Δηλιγιάννης κατέρχεται τοῦ βήματος).
4088(Ἐνταῦθα τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντι-
4089πρόεδρος κ. Ν. Λεωνίδας).
4090§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
4091§265Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν δυνάμεθα τοιαύτην ὥραν νὰ συζητή-
4092σωμεν, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ κάμωμεν κατὰ τεκμήριον συζή-
4093τησιν· ἀλλ’ ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ κάμω κατὰ τεκμήριον συ-
4094ζήτησιν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εὐπρεπὲς εἶναι καὶ πρὸς τὸν ῥή-
4095τορα ἀκόμη, ἀφοῦ λέγει, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ διακόψωμεν, νὰ μὴ
4096ἐπιμένῃ ἡ πλειονοψηφία νὰ καταπονήσῃ αὐτόν, καὶ νὰ δια-
4097κόψωμεν.
4098§266Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε σεῖς.
4099§267ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακό-
4100ψωμεν.
4101§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ
4102ἐξακολουθήσω.
4103§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ. Τὸν λόγον
4104ἔχει ὁ κύριος Δούνης.
4105§270ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὰς 12 νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ
4106διακόψωμεν. Ἀρχίζομεν ἀπὸ τὰς 4½ μ. μ.
4107§271Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ γείνῃ
4108καμμία συμφωνία, ὅταν εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
4109ταξιν εἰς τὰς 10. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν δύ-
4110ναται νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ὑμεῖς ἔχετε τὴν ἰδικήν σας ἰδέαν,
4111ἡμεῖς ἔχομεν τὰς ἰδικάς μας ἰδέας. Ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι ἡ
4112συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἀρχίζῃ εἰς τὰς 10
4113καὶ νὰ τελειώνῃ εἰς τὰς 12. Εἰς κανὲν Κοινοβούλιον τοῦ κό-
4114σμου δὲν γίνεται αὐτό.
4115§272ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπιμένετε νὰ γείνῃ,
4116δὲν γίνεται εἰς κανὲν Κοινοβούλιον.
4117§273Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ὑμεῖς ἀκολουθεῖτε τὰ ἐν Εὐρώπῃ
4118συμβαίνοντα, ὡς τὰ ἀκολουθῶ καὶ ἐγώ. Σᾶς προκαλῶ νὰ μοὶ
4119δώσητε ἓν παράδειγμα Κοινοβουλίου Εὐρωπαϊκοῦ, ὅταν συ-
4120ζητῆται ὁ Προϋπολογισμὸς, νὰ ἀρχίζῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ
4121τὴν 10ην ὥραν.
4122§274ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς λέγω, τί ἔγεινε προχθὲς ἐν Γαλ-
4123λίᾳ. Ἐν Γαλλίᾳ ἐζήτησαν δωδεκατημόρια, διότι δὲν ἐπρό-
4124φθασαν νὰ ψηφίσουν τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς 1ης Ἰα-
4125νουαρίου, ἐνῷ τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπέβαλον τὸν Φεβρουά-
4126ριον τοῦ προηγουμένου ἔτους...
4127§275Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἀπαντᾶτε εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Ἡ
4128ἐρώτησίς μου εἶναι ἄλλη.
4129§276ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν,
4130ὅτι πολλάκις ὁλόκληροι συνεδριάσεις κατηναλώθησαν δι’ ἓν
4131ζήτημα.
4132§277Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. 50 συνεδριάσεις γίνονται εἰς τὴν
4133Γαλλικὴν Βουλὴν διὰ τὸν Προϋπολογισμόν.
4134§278Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τοῦτο οὐδόλως εἶναι ἀκριβές.
4135§279ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι πρωτοφανὲς τὸ
4136γινόμενον σήμερον· εἶναι πρωτοφανὲς, κύριε Πρόεδρε, νὰ
4137συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν. Ἀπὸ
4138τοῦ 1844, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Βουλή, οὐδέποτε ἐγένοντο συν-
4139εδριάσεις κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν.
4140§280Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι δά! (Θόρυβος).
4141§281ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω λέγων, ὅτι
4142αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι μοναδικὸν εἰς τὰ κοινοβουλευ-
4143τικὰ χρονικά, ὅτι οὐδέποτε κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἑορτῶν
4144τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς 1ης τοῦ ἔτους συνεδρίασεν ἡ
4145Βουλὴ, καίτοι ὑπῆρξαν Πρωθυπουργοὶ καὶ πλειονοψηφίαι
4146πολὺ ἰσχυρότεραι τῆς σημερινῆς, καίτοι ὑπῆρχον νομοσχέ-
4147δια πολὺ σπουδαιότερα... (Θόρυβος).
4148§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δεληγεώργη, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπό-
4149φασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ γείνωσι συνεδριάσεις κατ’ αὐτὰς
4150τὰς ἡμέρας.
4151§283ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἐξακολουθῶσιν
4152αἱ συνεδριάσεις καὶ πέραν τῆς δωδεκάτης ὥρας τῆς νυκτός.
4153Συμβαίνει πολλάκις αἱ ἐπερωτήσεις νὰ διαρκέσωσι καὶ πέ-
4154ραν τῆς ὀγδόης ὥρας. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐγένοντο
4155διπλαῖ αἱ συνεδριάσεις, πρὸ τῆς ὀγδόης ὥρας καὶ μετὰ τὴν
4156ὀγδόην μέχρι τῆς δωδεκάτης, διὰ νὰ ἐπαρκῇ ὁ χρόνος καὶ
4157διὰ τὰς ἐπερωτήσεις καὶ διὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λοι-
4158πὸν δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, ἀφοῦ ἐδαπανήθη ἀρκετὸς χρόνος διὰ
4159τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἐπιμένωμεν νὰ ἐξα-
4160κολουθήσωμεν μέχρι τῆς πρωΐας — διότι βεβαίως αὐτὸ ση-
4161μαίνει νὰ ἐπιμένητε νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ μετὰ τὰς 12.
4162§284Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ συμμορφω-
4163θῆτε μὲ τὸν Κανονισμόν.
4164§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐμμένει εἰς τὴν ἀπόφασίν της.
4165§286ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ καθαρισθῇ τὸ πρᾶγμα.
4166Τί ἐπιθυμεῖτε; Τί ἐπιθυμεῖ ἡ πλειονοψηφία; τί ἐπιθυμεῖ ἡ
4167Κυβέρνησις;
4168§287ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ συζητήσωμεν
4169ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
4170§288ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦ βήματος κατῆλθε πρὸ ὀλίγου ὁ κ.
4171Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δηλώσας, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀνα-
4172παυθῇ πρὶν ἢ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν αὑτοῦ. Λέγων ταῦ-
4173τα, ἐδήλωσεν, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τις ἄλλος, θέλων ἀντ’ αὐτοῦ
4174νὰ ὁμιλήσῃ, εἶναι ἐλεύθερος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
4175σεως ἥρπασε τὴν δήλωσιν ταύτην, ὡς εἰ προέκειτο περὶ
4176προτάσεως, ἥτις ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Βουλήν, ἢ περὶ
4177προτάσεως, ἥτις ἀφεώρα εἰς μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ· διότι
4178ἐγὼ πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι, διακοπτομένης τῆς ἀγορεύ-
4179σεως ἑνὸς ῥήτορος, καὶ ἀναβαλλομένης διὰ τοῦτο τῆς συζη-
4180τήσεως, — διότι βεβαίως δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν
4181κανεὶς δὲν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐπὶ τοῦ
4182Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Βου-
4183λευτὴν ἐκ Γόρτυνος...
4184§289ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βεβαίως.
4185§290ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... Δὲν πιστεύω ὅτι θέλει ἡ Κυβέρνησις
4186προβῆ εἰς τοῦτο, ὅπερ δὲν δέχεται χαρακτηρισμόν, δηλοῦντος
4187τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ μὲν
4188τὴν ὁμιλίαν αὑτοῦ, ἀλλ’ ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν αἰσθά-
4189νεται δυνάμεις πρὸς τοῦτο. Θέλει ἡ Κυβέρνησις τὴν λῆξιν
4190τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
4191§291Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὸ δύναται νὰ ἐξακολουθή-
4192σῃ ἐπὶ 10 ἡμέρας.
4193§292Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπὶ ἕνα μῆνα!
4194§293ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἦναι ὀλιγώ-
4195τερον νευρική, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων. Καμ-
4196μία Βουλὴ δὲν ἀφῄρεσεν ἀπὸ προϊσταμένου ὁλοκλήρου κόμ-
4197ματος τὸν λόγον.
4198§294ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν ἀφαιροῦμεν τὸν
4199λόγον.
4200§295ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι μόνον ἀπὸ προϊσταμένου ὁλοκλήρου
4201κόμματος, ἀλλ’ οὐδ’ ἀπὸ Βουλευτοῦ ἁπλοῦ. Ὅτε δὲ ἀνήρ,
4202ὅστις ἐπὶ μακρὰ ἔτη διηύθυνε τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος, ἔρ-
4203χεται καὶ λέγει: «Θὰ ἐξακολουθήσω τὴν ὁμιλίαν μου, ἀλλὰ
4204δὲν δύναμαι ἀπόψε»...
4205§296ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ.
4206§297ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ... Ὅτε, λέγω, τοιαύτην δή-
4207λωσιν ποιῆται εἷς Βουλευτής, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὁ πρῶτος τυχὼν
4208Βουλευτής, θέλετε ἔλθει νὰ εἴπητε αὐτῷ: «ὄχι! σοῦ κλείο-
4209μεν τὸ στόμα»; Διατί; Διότι, ἂν δὲν εὑρεθῇ ἄλλος ἕτοιμος
4210καὶ θέλων ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ ἀγορεύσῃ, συμπλέκων τὸν
4211λόγον αὑτοῦ πρὸς τὸν λόγον τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος,
4212ποῦ θέλετε προχωρήσει, παρακαλῶ; Θέλετε προχωρήσει εἰς
4213τὸ νὰ εἴπητε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος: «Δὲν ἔχο-
4214μεν ἀνάγκην τῆς ἀγορεύσεώς σου· θέλομεν ψηφίσει τὸν Προ-
4215ϋπολογισμὸν ἀπόψε»! Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διὰ τοῦ στό-
4216ματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἄλλα ἐδήλωσε πρὸ
4217ὀλίγων ἡμερῶν, θέλῃ νὰ προβῇ εἰς τοῦτο, ἂς δοκιμάσῃ.
4218§298Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται, ὅτι εἰς τὴν
4219τελευταίαν ἀπειλὴν δὲν ἀπαντῶ, διότι δὲν τὴν λαμβάνω
4220ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν φοβοῦμαι διόλου τὰς ἀπειλάς...
4221§299ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πολὺ ὀρθῶς.
4222§300Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ... Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
4223συμβαίνει σήμερον, εἶναι πρωτοφανές· διότι εἰς οὐδὲν Κοινο-
4224βούλιον τοῦ κόσμου, προκειμένου νὰ ἀγορεύσῃ ἀνήρ, οἷος
4225ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερί-
4226δος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον ἤθελον
4227εὕρει οἱ ὀπαδοί του ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ
4228ἀρχηγὸς ὁμιλεῖ, ὅπως καταναλώσωσι τέσσαρας ὅλας ὥρας
4229εἰς ἐπερωτήσεις. Ἡ ἱστορία ὅλων τῶν Κοινοβουλίων, καὶ τοῦ
4230ἰδικοῦ μας, διδάσκει, ὅτι τὰ κόμματα θεωροῦσιν, ὅτι πρώ-
4231τιστον ἔχουσι καθῆκον, νὰ δεικνύωσι πάντοτε σεβασμὸν πρὸς
4232τὸν ἀρχηγὸν αὐτῶν, ὁ δὲ σεβασμὸς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν δει-
4233κνύεται κυρίως, ὅταν, ὁμιλοῦντος αὐτοῦ, δεικνύωσιν ὅλοι
4234προσοχὴν εἰς ὅσα λέγει. Καὶ τότε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ
4235Γόρτυνος δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀρχίσῃ τὴν ὁμιλίαν του
4236τὴν 10ην ὥραν, ὅπως καταπαύσῃ αὐτὴν τὴν 12ην, ἀλλὰ
4237θὰ ἠδύνατο ν’ ἀρχίσῃ τὴν 5ην ὥραν, θὰ ἠδύνατο ν’ ἀνα-
4238παυθῇ κατὰ τὴν διακοπὴν, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγό-
4239ρευσίν του μετὰ τὴν διακοπήν. Ἀλλ’ ἐνῷ διέκοψε τὴν ἀγό-
4240ρευσίν του χθές, σήμερον ἐπὶ 4 ὥρας ἠκούομεν ἐπερωτήσεις,
4241αἱ ὁποῖαι ἄνευ ζημίας βεβαίως θὰ ἠδύναντο ν’ ἀναβληθῶσι
4242διὰ τὴν ἐπιοῦσαν. Ὅταν λοιπὸν λέγητε, ὅτι πρωτάκουστον
4243συμβαίνει, καλὸν θὰ ἦτο νὰ στραφῆτε πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος
4244(δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὅπως ἴδητε, ὅτι τὰ πρωτάκουστα
4245ἐκεῖθεν συμβαίνουσι. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε τοῦτο
4246(ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Δραγούμην). Ὑμεῖς ἐδηλώσατε τὸ
4247Σάββατον, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγορεύσητε πρὸ τῆς
4248Τετάρτης. Ἀλλὰ δὲν ἐγινώσκετε ποίας διαστάσεις θὰ λάβῃ
4249ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος· ἄρα θὰ ἦσθε
4250ἕτοιμος ν’ ἀγορεύσητε...
4251§301ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ δὲν σᾶς ἐνδιαφέρει.
4252§302Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ ἐνδιαφέρει, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι
4253ἐκ τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου προεδρεύει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
4254Γόρτυνος, ἔλαβον τὸν λόγον τέσσαρες Βουλευταὶ, πρᾶγμα, τὸ
4255ὁποῖον δὲν συμβαίνει συνήθως κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ
4256Προϋπολογισμοῦ· ὑποθέτει ἡ Βουλὴ, ὅτι θὰ λάβητε τὸν λό-
4257γον ὑμεῖς, ὑποθέτει, ὅτι θὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος Βου-
4258λευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὑποθέτει, ὅτι θὰ λάβῃ τὸν λόγον
4259καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ἄλλοι ἴσως, οἱ
4260ὁποῖοι δυνατὸν νὰ ἔχωσι σκοπὸν νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ Προ-
4261ϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἠξεύρατε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
4262Γόρτυνος ἤθελεν ἀρχίσει τὴν 10ην ὥραν καὶ ἤθελε παύσει
4263τὸν λόγον του τὴν 12ην; Καὶ διατὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀγο-
4264ρεύσητε ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκουράσθητε;
4265§303Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἤμην ἀπὸ τῆς ἐνάτης
4266ὥρας ἐδῶ.
4267§304Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ λέγω, πότε ἠρχίσατε.
4268§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πταίω ἐγώ· ἡ πλειονο-
4269ψηφία.
4270§306Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε... Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος
4271Βουλευτὴς δὲν ἦτο παρὼν οὐδὲ κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς
4272ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἑπομένως
4273δὲν ἐγίνωσκε ποίας διαστάσεις θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἀγόρευσίς του,
4274πολὺ σπανίως δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην συνεχίζονται ἀγο-
4275ρεύσεις πλέον τῶν δύο συνεδριάσεων· ἑπομένως ἔπρεπε νὰ
4276ἦναι παρεσκευασμένος...
4277§307ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολλάκις συνέβη.
4278§308Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἕν μόνον παράδειγμα ἔχομεν, κατὰ τὸ
4279ὁποῖον εἷς ῥήτωρ ἠγόρευσεν ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις· καὶ τοιοῦ-
4280τον παράδειγμα ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος πρώτην
4281φορὰν, καὶ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος τότε Βουλευτής.
4282Λοιπὸν λέγω, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκεῖνοι,
4283οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀγορεύσωσι, δὲν
4284λαμβάνουσι τὸν λόγον; Ἑπομένως μὴ ὁμιλεῖτε περὶ πρωτα-
4285κούστων, καὶ κυρίως μὴ ἀπειλεῖτε, διότι ἡ πλειονοψηφία,
4286τὴν ὁποίαν τόσον θεωρεῖ ἀνίσχυρον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσο-
4287λογγίου, ὡς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ δείξῃ δεῖγμα τῆς δυνά-
4288μεώς της.
4289§309ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον, ὅτι ὑπῆρξαν ἰσχυρότεραι πλειο-
4290νοψηφίαι καὶ Κυβερνήσεις.
4291§310ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως μὲ καταλαμβάνει ῥῖγος, ἀκού-
4292οντα τὰς ἀπειλὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως...
4293§311Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐμὲ δὲν με κατέλαβε ῥῖγος.
4294§312ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... Ἀλλὰ μεθ’ ὅλον τὸ ῥῖγος τοῦτο θὰ
4295ἀπαντήσω· διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει παρα-
4296δόξους ἀξιώσεις, νὰ ἀπορῇ, πῶς, καίτοι ἐδήλωσα, ὡς εἶπεν,
4297ὅτι θὰ ἤμην ἕτοιμος...
4298§313Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἤκουσα μὲ ταὐτιά μου.
4299§314ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἠκούσατε βεβαίως εἰς ἰδιαιτέραν ὁμι-
4300λίαν μου.
4301§315Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀρνεῖσθε, ὅτι μοὶ τὸ εἴπετε;
4302§316ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον καί τι περισσότερον, ὅτι θὰ ἦμαι
4303ἕτοιμος, καὶ εἶμαι ἕτοιμος.
4304§317Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν λάβετε τὸν λόγον.
4305§318ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε ὀλί-
4306γον, καὶ νὰ μὴ ταράττησθε· διότι πρωτάκουστος εἶναι — καὶ
4307τώρα μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν — ἡ ἀξίωσις νὰ λάβῃ τις τὸν
4308λόγον, ἵνα ὁμιλήσῃ μετὰ τὴν 2αν ὥραν ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου,
4309διακοπτομένης τῆς ἀγορεύσεως ἑτέρου ῥήτορος τῆς Ἀντιπο-
4310λιτεύσεως. Καὶ ἤθελον νὰ ἐγνώριζον, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
4311Κυβερνήσεως ἤθελε δεχθῆ ἀντιστρεφομένην πρὸς αὐτὸν τὴν
4312πρότασιν, νὰ διακόψῃ ἄλλος τὴν ἀγόρευσιν, καὶ ν’ ἀρχίσῃ
4313αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀγορεύῃ ἐπὶ τοῦ
4314Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας αὐτοῦ. Ταῦτα δὲν
4315εἶναι σπουδαῖα· ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι καὶ εὐλαβῆ πρὸς
4316ἐκείνους, πρὸς οὓς ὀφείλεται εὐλάβεια. Διότι ὀφείλει ἡ Κυ-
4317βέρνησις εὐλάβειαν πρὸς ἕκαστον μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύ-
4318σεως, ὀφείλει δὲ μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸ σύνολον τῆς
4319Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἂν ταῦτα ἐλέχθησαν μετὰ τόνου,
4320δὲν ἐλέχθησαν βεβαίως, ἵνα ἀπειληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ
4321ὑποστῇ ὅ,τιδήποτε ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν
4322ἐπιμείνῃ· ἀλλ’ ἡ ἠθικὴ βλάβη, ἣν ὑφίσταται ἡ Κυβέρνησις,
4323μὴ αἰσθανομένη τὴν θέσιν καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῆς, εἶναι
4324πολὺ μεγαλειτέρα παρὰ πᾶσαν ἄλλην βλάβην.
4325§319Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε ὀφείλω νὰ ἐπι-
4326φέρω μίαν διόρθωσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
4327βουλίου ἐπελάβετο θέματος, ἀναγομένου εἰς τὰς σχέσεις μου
4328μετὰ τῶν φίλων μου, ἐνεκάλεσε δὲ τοὺς φίλους μου. Ἀλλὰ
4329ἡ ἔγκλησις αὕτη ἦτο ἄδικος, πρὸ πάντων δὲ ἡ ἔγκλησις
4330αὕτη ἐγένετο ἄνευ δικαιώματος.
4331Τὰς σχέσεις ἐμοῦ μετὰ τῶν φίλων μου οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ
4332δυνάμενος νὰ ὀργανώσῃ ἢ κανονίσῃ, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὑψη-
4333λὰ, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Αἱ σχέσεις μου
4334μετὰ τῶν φίλων μου εἶναι τοιαῦται, ὁποῖαι εὔχομαι νὰ ἦναι
4335αἱ σχέσεις πάντων τῶν κομμάτων καὶ τῶν ἀποτελούντων
4336αὐτὰ Βουλευτῶν. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔχω, ἵνα παρα-
4337πονεθῶ κατὰ τῶν φίλων μου· ἐξ ἐναντίας ὀφείλω εἰς αὐ-
4338τοὺς χάριν, διότι συμπράττω μετ’ αὐτῶν καὶ αὐτοὶ μετ’ ἐ-
4339μοῦ ἐν συναδελφότητι. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἀνεχθῶσιν
4340οἱ φίλοι μου νὰ ἀκούωσι τὰ τελούμενα βάσανα ὑπὸ τῶν
4341ἀστυνόμων κατὰ τῶν πολιτῶν, χωρὶς νὰ σπεύσωσι νὰ παρα-
4342πονεθῶσι καὶ νὰ κραυγάσωσιν, ὅπως ἐφελκύσωσι τὴν προσ-
4343οχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα καταστείλῃ τοιαύτας ἀτασθά-
4344λους πράξεις; Ἠκούσατε, ὅτι ἐκρεμάσθησαν πολῖται ἀπὸ
4345ἀστυνόμους, καὶ ἠθέλετε οἱ φίλοι μου νὰ σιωπήσωσι, καὶ
4346νὰ μὴ προβάλωσιν ἐπερώτησιν; Ἠκούσατε, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ
4347δικαστικὴ ἐξουσία προσκόπτει πρὸ κωλυμάτων, τὰ ὁποῖα
4348παρεμβάλλει εἰς αὐτὴν ἡ Διοίκησις, φροντίζουσα νὰ θερα-
4349πεύῃ ταπεινὰ συμφέροντα τούτου ἢ ἐκείνου τῶν φίλων τῶν
4350κυρίων Ὑπουργῶν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
4351νήσεως θὰ ἦναι ἐν δέοντι, ἐὰν τοῦ λοιποῦ δὲν ἀναμιγνύηται
4352εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἐκτὸς αὐτοῦ κειμένων κομμάτων, διότι
4353τὰς σχέσεις ταύτας ἁρμόδιοι νὰ κανονίζωσιν εἶναι μόνοι οἱ
4354ἀποτελοῦντες τὰ κόμματα ταῦτα.
4355§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
4356γισμοῦ;
4357§321Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι μετὰ
4358τὰς δηλώσεις τὰς γενομένας, ὀφείλει νὰ κλείσῃ τὴν συζήτη-
4359σιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν ἀξιότιμον ἐκ
4360Γόρτυνος Βουλευτὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ συνεχίζων τὴν ἀγό-
4361ρευσίν του, ἀναμφισβητήτως θὰ λάβω ἐγὼ τὸν λόγον· ἀλλὰ
4362δὲν γνωρίζω κατὰ ποίαν ὥραν θὰ τελειώσω.
4363§322ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγ-
4364γράψητε, διὰ νὰ ὁμιλήσω αὔριον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
4365§323Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Βελλιανίτη, ἐπιτρέπετε;
4366§324Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα.
4367§325ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ὑπο-
4368σχεθῆ, ὅτι θὰ ἀπαντήσῃ εἴς τινας ἀπορίας, τὰς ὁποίας ἐξέ-
4369φρασα ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ πρώτη ἀπορία ἀφεώρα τὴν
4370Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἠρώτων, διατὶ, ἀντὶ νὰ παραδώσῃ
4371εἰς χεῖρας αὐτῆς, τῆς τοσαύτας ἐχούσης σήμερον ἀνάγκας,
4372τὸ ἀντίτιμον τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898, ἐκράτησεν
4373αὐτό;
4374§326Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4375Τὰ τοῦ θέματος τούτου οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν
4376γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπετέλεσαν ἀντι-
4377κείμενον ἐπερωτήσεως. Ἐὰν ἠθέλετε μὲ ἐρωτήσει πρὸ τῆς
4378ἡμερησίας διατάξεως, ἤθελον προθύμως ἀπαντήσει. Αὔριον,
4379πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς ἀπαν-
4380τήσω.
4381§327Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ εἰς ἄλλην ἀπορίαν μοὶ ὀφείλει ἀπάν-
4382τησιν ὁ κ. Ὑπουργός.
4383§328Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μέμφησθε
4384ἐμοῦ, λόγῳ ὅτι δὲν ἀπήντησα. Δικαίωμά μου εἶναι νὰ ἀπαν-
4385τήσω ὁπόταν θέλω.
4386§329ΝΕΓΡΗΣ. Ὅτε, κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς ἀνέφερα, ὅτι ἔχετε
4387150,000 φράγκα ἀναγεγραμμένα ὡς ἀπρόβλεπτα ἔσοδα τοῦ
4388Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, καὶ ὅτι ταῦτα φαίνονται ἀνή-
4389κοντα εἰς τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ
4390τοῦ 1899, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μοὶ ἀπηντήσατε, ὅτι
4391τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, καὶ ὅτι ἠθέλετε φέρει σημείωσιν, ὅπως
4392ἀποδείξητε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Τὴν σημείωσιν ταύ-
4393την ὑπεσχέθητε, ὅτι θὰ φέρητε τὴν ἐπιοῦσαν. Ἔκτοτε πα-
4394ρῆλθον ἡμέραι πολλαὶ, καὶ ἀκόμη δὲν τὴν ἐφέρατε.
4395§330Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμένω νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά μου, ἵνα
4396ἀπαντῶν ἀποδείξω, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν ἀνακριβείᾳ. Δὲν εἶμαι
4397ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω ὅταν ὑμεῖς θέλητε. Μὴ λησμο-
4398νεῖτε δὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἷς, οἱ δὲ
4399ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὲρ τοὺς δέκα.
4400§331ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἠδύνατο κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
4401Οἰκονομικῶν ταύτην τὴν ὥραν νὰ ἀπαντήσῃ.
4402§332Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
4403Οἰκονομικῶν, θὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος.
4404§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
4405§334Φ. ΝΕΓΡΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Τὴν στιγμὴν ταύτην
4406εὗρον τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε καταθέσει ὁ κ. Ὑπουρ-
4407γὸς εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τῶν ἀπροβλέπτων ἐσόδων. Ἰδοὺ τί
4408λέγει (ἀναγινώσκει):
4409«Τὰ παρὰ τῷ ἐν Λονδίνῳ τραπεζιτικῷ οἴκῳ Bleichrö-
4410der τεθέντα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου ὑπὸ τῆς Διε-
4411θνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ τῶν καταβληθέντων παρ’
4412αὐτοῦ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1074, χρήσεως τοῦ 1898, χρημα-
4413τικοῦ ἐντάλματος πρὸς πληρωμὴν τῶν κατὰ τὸ 1894
4414ληξάντων πιστοποιητικῶν τῶν μὴ πληρωθέντων 70%
4415παραγραφέντα δὲ ὑπὲρ αὐτοῦ, ὡς μὴ ζητηθέντα, (εἰς χρυ-
4416σὸν) 436,719.33
4417Ὁμοίως ὡς ἀνωτέρω 109,008.34
4418Ὁμοίως ὡς ἀνωτέρω 40,999.94
4419Κύριοι, τὸ κονδύλιον τῶν 436,719 φράγκων συμπληροῖ
4420ἀκριβῶς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ
4421Προϋπολογισμῷ τοῦ 1898, σὺν τοῖς πληρωθεῖσι πιστοποιη-
4422τικοῖς εἰς τοὺς παρουσιασθέντας δικαιούχους. Τὸ κονδύλιον
4423τῶν 436,719 φράγκων ἐπεστράφη, ὡς ἀκυρωθέν, καὶ βε-
4424βαίως ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνῆκον εἰς τὸ ἠγγυημένον δά-
4425νειον, καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἐκτάκτων ἐσό-
4426δων, καὶ ὄχι εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα, ὡς καὶ προηγουμένως
4427ἀπέδειξα, ἕνεκα ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου
4428περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, ὁρίζοντος, ὅτι διὰ τοῦ ἠγγυημένου
4429δανείου ἐπληρώνοντο τὰ πιστοποιητικὰ κατὰ τὸ 1898.
4430Ἀλλὰ τί σημαίνουν τὰ «ὁμοίως ὡς ἀνωτέρω 109,008.34,
4431ὁμοίως ὡς ἀνωτέρω 40,999.94», τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ ση-
4432μειώσει, ἣν ἀνέγνωσα; Τὸ «ὁμοίως ὡς ἀνωτέρω» βεβαίως
4433σημαίνει, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπιστροφῆς χρημάτων ὁμοίας
4434φύσεως. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ ἀφορῶντα τὴν χρῆσιν τοῦ 1898
4435πιστοποιητικά, πληρωθέντα ἢ ἀκυρωθέντα, ἐκανονίσθησαν
4436ἅπαντα ὡς ἀνωτέρω, δὲν δύναμαι νὰ συμπεράνω ἄλλο τι,
4437εἰμὴ ὅτι πρόκειται ἤδη περὶ πιστοποιητικῶν τοῦ Προϋπο-
4438λογισμοῦ τοῦ 1899. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ δημοσίου
4439χρέους τοῦ 1899 βλέπομεν ἐν κεφαλαίῳ Ζʹ, ἄρθρῳ 1, ἀπέ-
4440ναντι προϋπολογισθέντων 914,117 φράγκων, πληρωθέντα
4441565,558 φράγκα, καὶ ἀδιάθετον πίστωσιν 348,558. Λοι-
4442πὸν τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ἀναγραφέν, δὲν δύναται ἢ νὰ ἀνήκῃ εἰς
4443τὴν ἀδιάθετον πίστωσιν τῶν 348,558. Ἀλλὰ τότε τὴν ἀδιά-
4444θετον ταύτην πίστωσιν, ἔστω καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ, ὁ κ. Ὑπουρ-
4445γὸς φέρει ὡς ἔσοδον τοῦ 1900. Πῶς θέλετε νὰ ὀνομάσωμεν
4446τοῦτο; Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἀντιληφθῆτε τῆς πράξεως
4447ταύτης. Ἀδιάθετος πίστωσις μιᾶς χρήσεως θεωρεῖται, κατὰ
4448τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἔσοδον τῆς ἑπο-
4449μένης χρήσεως! Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοιαύτη πρᾶξις δὲν ἔχει
4450ἀναγραφῆ ἐν γνώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
4451Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠπατήθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας του,
4452βεβαίως δὲ καὶ ἡ ὑπηρεσία του ἠπατήθη, διότι εἶναι ἀσύγ-
4453γνωστον νὰ γίνεται τοιοῦτον σφάλμα. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι,
4454ὅταν τοιαύτη ἐκφέρηται ὑπόνοια, ὤφειλεν ἀπὸ τῆς ἑπομέ-
4455νης συνεδριάσεως νὰ φέρῃ τὴν ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργός.
4456§335Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4457Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 436,000 φράγκων, εἶπον ἤδη, ὅτι
4458τὸ ποσὸν τοῦτο προέρχεται ἐξ ἐπιστροφῆς τοῦ κατὰ τὸ 1898
4459πληρωθέντος ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰς τὴν Διεθνῆ Οἰ-
4460κονομικὴν Ἐπιτροπὴν ποσοῦ τῶν φράγκων 918,000. Τὸ πο-
4461σὸν τῶν φράγκων 436,000 ἐπεστράφη τὸ 1900, ὡς μὴ πλη-
4462ρωθέν. Δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἢ
4463ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀπροβλέπτων. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο
4464καὶ διὰ τὰ ἄλλα ποσά, τῶν 109,008 φράγκων καὶ τῶν
446540,999 φράγκων, διότι καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα προέρχονται
4466ἀπὸ τόκους καταθέσεων κεφαλαίων τοῦ ἠγγυημένου δανείου
4467κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899, καὶ ἀπὸ τόκους τῶν εἰς τὸ
4468ἐξωτερικὸν γενομένων καταθέσεων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν
4469εἰς χρυσὸν δανείων κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη 1898 καὶ 1899.
4470§336ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἶναι τό-
4471κοι. Τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον κατέθεσεν εἰς τὴν
4472Βουλήν, βεβαιώνει ἄλλα, ὡς ἀνέγνωσα ὑμῖν. Ἂς μᾶς εἴπῃ
4473λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι κατὰ λάθος μᾶς ἔδωκε τὴν ση-
4474μείωσιν ταύτην, καὶ θὰ ἦναι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ.
4475§337Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4476Ὁ συντάξας τὸν πίνακα ὑπάλληλος ἤθελε νὰ σημάνῃ τοῦτο,
4477ὅτι προέρχονται ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων ἐκ τῆς Διεθνοῦς
4478Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰ ἔγγραφα τῆς Διεθνοῦς Οἰκονο-
4479μικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἄν τὰ θέλητε,
4480ἀμέσως δύναμαι νὰ τὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλήν.
4481§338ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν ἐπιμένω, ὅτι εἶναι ἀνακριβὴς ἡ σημείω-
4482σις, ἣν εἴχετε καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν προηγουμένως.
4483§339Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε ποιάν τινα εὐ-
4484λάβειαν εἰς τὰς καταστάσεις τὰς ἐπισήμους. Δὲν εἶναι, νο-
4485μίζω, προσῆκον νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς Βου-
4486λευτὴς, διατελέσας μάλιστα Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ ἐκ τῶν ἐπι-
4487σήμων καταστάσεων ἐξαγόμενά εἰσιν ἀνακριβῆ.
4488§340ΝΕΓΡΗΣ. Ὅτι ἠπατήθη ἡ ὑπηρεσία, εἶναι ἀναμφίβολον.
4489Ἔλεγον ἤδη, Κύριοι, ὅτι τὸ 1898 δὲν ἄφησε τόκους ἐκ
4490τοῦ ἠγγυημένου δανείου, εἰμὴ 28,253.40.
4491§341ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899, εἶπον.
4492§342ΝΕΓΡΗΣ. Προσέθεσε μετὰ ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι
4493πρόκειται περὶ τόκων τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1899. Ἤδη τοῦτο
4494εἶναι δυνατόν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι αἱ κατα-
4495στάσεις σας εἶχον ἀνάγκην ἐξηγήσεων.
4496Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο τὸ ζήτημα. Ἤδη ἔρχομαι
4497εἰς ἄλλην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουρ-
4498γός. Ὅτε ἠγόρευον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπαρου-
4499σίασε κατάστασιν τοῦ πετρελαίου, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνὰ χεῖ-
4500ρας, λησμονήσας, ὅτι πρὸ 15 ἡμερῶν εἶχε καταθέσει ἄλλην
4501εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπαρουσίασε
4502κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου ὁ κ. Ὑπουργὸς, πα-
4503ρουσιάζει τὰ ἑξῆς κονδύλια (ἀναγινώσκει): «Καταναλωθέντα
4504κιβώτια πετρελαίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 151,914· κατὰ
4505τὸν Νοέμβριον κατανάλωσις κιβωτίων 25,150· κατὰ τὸν
4506Δεκέμβριον 24,475. Τὸ ὅλον 201,539.» Εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ,
4507κ. Ὑπουργέ; Τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἀνεγνώσατε, ὅτε ἠγό-
4508ρευον ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν
4509κατεθέσατε πρὸ 15 ἡμερῶν, ἢ πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος, τί λέγει;
4510Μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἀντὶ 151,914 κιβωτίων, 161,814,
4511ἤτοι κατὰ δέκα χιλιάδας περισσότερα· κατὰ μῆνα Νοέμβριον,
4512ἀντὶ 25,150, κιβώτια 26,882· καὶ κατὰ μῆνα Δεκέμβριον,
4513ἀντὶ 24,475, κιβώτια 27,255. Καὶ οὕτως ἀνήρχοντο τὰ κι-
4514βώτια, κατὰ τὴν κατάστασιν ἐκείνην, εἰς 215,952, ἀντὶ
4515201,539. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐγὼ ἔχω ἐργασθῆ ἐπὶ τῆς πρώτης
4516καταστάσεως, διότι δὲν εἶχον καιρὸν νὰ ἐργασθῶ ἐπὶ τῆς
4517δευτέρας. Ἤδη παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποίαν ἐκ τῶν δύο
4518προτιμᾶτε; Τὴν πρώτην, ἢ τὴν δευτέραν;
4519§343Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4520Παρατηρῶ, ὅτι ἡ πρώτη κατάστασις ἐστηρίζετο εἰς ὑπολο-
4521γισμοὺς, διότι εἶχε συνταχθῆ κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον. Ἡ
4522κατάστασις ἡ δευτέρα, ἤτοι τὸ δεύτερον σημείωμα, στηρί-
4523ζεται ἀκριβῶς εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ἑπομένως τὸ σημείω-
4524μα τὸ τελευταῖον εἶναι ἀκριβὲς, ἐκτὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου,
4525τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν κατανά-
4526λωσιν τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1899.
4527§344ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ, θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι
4528ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ παρακολουθήσῃ ἐπισταμένως
4529τὰ πράγματα, ὅταν βλέπῃ ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος δύο κατα-
4530στάσεις διαφορετικὰς, εὑρίσκεται εἰς δύσκολον θέσιν. Ἀλλὰ
4531καὶ πάλιν ἴσως μετανοήσητε, διότι προτιμᾶτε τὴν δευτέραν
4532κατάστασιν. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ἐγὼ, συνεπὴς πρὸς ὅσα μᾶς
4533ἀνεκοινώσατε, καὶ θεωρῶν ὡς καταναλωθησόμενον πετρέ-
4534λαιον ἐντὸς τοῦ 1900 τὸ ποσὸν τῶν 215,952 κιβωτίων, εὗρον
4535βεβαίως, ὅτι τὸ ἔσοδον θὰ ἦναι δρ. 6,478,560. Ἤδη, Κύ-
4536ριοι, ὅτε ἔχομεν κατανάλωσιν μόνον 201,259 κιβωτίων τὸ
4537ἔτος, τὸ ἔσοδον ἐλαττοῦται εἰς δρ. 6,037,770. Ὥστε, ἐνῷ
4538τὰ ἔξοδα τοῦ 1900 δὲν παραλλάσσουν, διότι ἀνεγράφησαν
4539ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, τὰ ἔσοδα ἐλαττοῦνται κατὰ δρ.
4540430,790. Ὥστε, ἂν εὗρον προηγουμένως ἔλλειμμα διὰ τὴν
4541χρῆσιν τοῦ 1900 δραχ. 6,332,000, ἤδη τὸ ἔλλειμμα τοῦτο
4542αὐξάνει κατὰ δρ. 440,790, δηλ. ἀνέρχεται εἰς 6,772,790
4543δραχμάς. Ἰδού, Κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δευ-
4544τέρας καταστάσεως· δηλαδὴ τὸ ἔλλειμμα νὰ αὐξήσῃ κατὰ
4545δραχμὰς 440,790!
4546Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἕτερον ζήτημα. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς
4547κατέθεσε σημείωμα τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ 1899.
4548Τοῦτο ἀνέγνων σήμερον. Καὶ τί βλέπω; Ἀδιάθετον πίστω-
4549σιν 50,000 δραχμῶν ἐξ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, ἀδιάθετον
4550πίστωσιν 50,000 δραχ. ἐκ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Παρανομία
4551φανερά! Ἐψηφίσαμεν νόμους κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνο-
4552δον, ἵνα τοὺς καταπατῶμεν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους! Ὁ νόμος
4553ΒΨΜΕʹ «περὶ καταλογισμοῦ χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐκ-
4554δοθέντων κατὰ τὸν νόμον ΒΚΕʹ τοῦ ἔτους 1892», ὡς ἐξέθεσα
4555ὑμῖν ἄλλοτε, ἐχρησίμευσεν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἀφαίρε-
4556σιν τῆς περιουσίας τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δη-
4557μοτικῆς ὁδοποιΐας· ἀλλ’ ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι,
4558ὅτι τὸν νόμον αὐτὸν ἐψηφίσαμεν, ὅτε εἶχεν ἤδη συντελεσθῆ
4559ἡ ἀφαίρεσις. Δὲν γνωρίζω, πῶς ἄλλως νὰ τὸ ὀνομάσω, διότι
4560δὲν μοὶ ἐπιτρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μετα-
4561χειρισθῶ λέξεις βαρείας· ἀλλὰ δότε ὑμεῖς, Κύριοι, τὴν ὀνο-
4562μασίαν, τὴν ὁποίαν θέλετε, εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην. Σήμερον
4563ὅμως πρόκειται περὶ ἐλαχίστων κονδυλίων, 50,000 δραχ-
4564μῶν, ἀφαιρεθεισῶν ἀπὸ τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ἑτέρων
456550,000, ἀφαιρεθεισῶν ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν. Καὶ ἰδοὺ
4566πῶς. Ὁ νόμος ΒΨΜΕʹ τῆς 8 Ἀπριλίου 1900 ὁρίζει ἐν ἄρθροις
45673 καὶ 4, ὅτι εἰς χρέωσιν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους
4568τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900 ἐκδοθήσονται ὑπὸ τοῦ
4569Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χρηματικὰ ἐντάλματα διὰ τὰ
4570ἀνωτέρω ποσὰ τῶν 100,000 δραχμῶν εἰς πίστωσιν τῶν κε-
4571φαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἐνῷ
4572λοιπὸν ὁ νόμος ὁρίζει τοῦτο σαφῶς, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν,
4573πῶς, παρὰ τὸν νόμον, ἀφίνει τὰ ποσὰ ταῦτα ἀδιάθετα, πρὸς
4574ὄφελος τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 κατὰ 100
4575χιλιάδας δραχμάς;
4576§345Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4577Ὅταν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἀναγράφηται ποσόν τι ὡς προερ-
4578χόμενον ἐξ ἀδιαθέτου πιστώσεως, δὲν ἐξάγεται ἐκ τούτου,
4579ὅτι δὲν ἐξεδόθη ἔνταλμα· ἐξάγεται μόνον, ὅτι δὲν ἐγένετο
4580πληρωμή.
4581§346ΝΕΓΡΗΣ. Πρὸς τί ἐξεδώσατε τὸ ἔνταλμα;
4582§347ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρα τὰ στοιχεῖα, ἵνα ἐν
4583ἀκριβείᾳ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πληρο-
4584φορίας. Ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὑπῆρχον ἐκκρεμῆ προηγουμέ-
4585νως ἐκδοθέντα χρηματικὰ ἐντάλματα, ἅτινα δὲν ἐξωφλή-
4586θησαν, καθόσον δὲν ἐξετελέσθησαν ἀνάλογα ἔργα ἐπαρ-
4587χιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἐννοεῖται, ὅτι μὲ τοῦτο
4588δὲν ζημιώνεται ἡ ἐπαρχιακὴ ὁδοποιΐα, διότι τὸ ποσόν, τὸ
4589ὁποῖον ἔχει λαμβάνειν, θέλει τὸ λάβει, ἀναγραφομένης πι-
4590στώσεως ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
4591Οἰκονομικῶν, ὅταν παρίσταται ἀνάγκη.
4592§348ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀνακριβὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ.
4593Ὑπουργός· διότι ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νόμου ῥητῶς ὁρί-
4594ζεται, ὅτι διὰ τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ τὸ Ὑπουρ-
4595γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ
4596μὴ ἐκδώσῃ ἐντάλματα ἐνῷ ῥητῶς, τοὐναντίον, τὰ ἄρθρα 3
4597καὶ 4 ὁρίζουν, ὅτι θὰ ἐκδίδωνται ἐντάλματα ὄχι διὰ τὰς γε-
4598νομένας ἐργασίας, ἀλλὰ πρὸς ἀπόδοσιν τῶν 50,000 δρ. εἰς
4599τὰ κεφάλαια τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας καὶ ἑτέρων 50,000
4600εἰς τὰ κεφάλαια τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἀνεξαρτήτως τῶν
4601ἐκτελεσθέντων ἔργων.
4602Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι, ὅταν τοιαύτας πράξεις βλέπω-
4603μεν, δικαιούμεθα νὰ ἀπαιτῶμεν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέλθῃ
4604τὸ βῆμα καὶ δικαιολογήσῃ τὰ γενόμενα.
4605Καὶ μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος ΒΨΜΕʹ δὲν
4606ἔδωσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλαττώσῃ τὰ
4607ὑπάρχοντα κεφάλαια τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδο-
4608ποιΐας· τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τῷ ἔδωσεν, εἶναι, εἰς
4609τὸ μέλλον νὰ μὴ ἐκδίδῃ ἐντάλματα, μέχρις οὗ καταναλω-
4610θῶσι τὰ κεφάλαια ταῦτα, ἀλλ’ οὐδόλως ὁ νόμος οὗτος ἔδωσε
4611τὸ δικαίωμα νὰ ἐλαττώσῃ τὰ κεφάλαια ταῦτα. Ἐν τού-
4612τοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἠλάττωσε διὰ μιᾶς εἰς τὸ ποσὸν,
4613περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει,
4614ἤτοι κατὰ 573,000 δραχμάς!
4615Ὡς σᾶς εἶπον, τὸ παρακράτημα τοῦ 1898 ἔχει ἐκκαθα-
4616ρισθῆ, καὶ τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ὅ,τι ἀνῆκεν εἰς αὐτὸ ἐκ
4617τῶν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, κατὰ τὴν φόρτωσιν,
4618ἐκ τοῦ φόρου. Εἰσέπραξε δὲ, ὡς γνωρίζετε, ἐκ τούτου δραχ.
46191,270,000 περίπου, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ὡς ἔσοδον τοῦ
4620ἔτους 1900. Ἡ ἀναγραφὴ αὕτη εἶναι ἀκριβής· εἶναι μὲν
4621ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ 1898, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ ποσὰ
4622ταῦτα δὲν εἶχον ἐκκαθαρισθῆ κατὰ τὸ 1898, ἀναγράφονται
4623κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐξεκαθαρίσθησαν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐξε-
4624καθαρίσθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, βεβαίως
4625ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ τὰ ποσὰ τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν Σταφι-
4626δικὴν Τράπεζαν, καὶ σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι ὁ κύριος
4627Ὑπουργὸς, ἀντὶ νὰ παραδώσῃ ἀμέσως τὸ ἐκκαθαρισθὲν πο-
4628σὸν ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἰς τὴν Τράπεζαν ταύ-
4629την, κατὰ τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου, κρατεῖ τοῦτο ἀπέ-
4630ναντι τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸ Δημόσιον ποσοῦ ἐκ τοῦ παρα-
4631κρατήματος τοῦ 1899, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον δὲν ὤφειλε νὰ
4632κρατήσῃ τὸ ἀνῆκον τῷ Δημοσίῳ ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ
4633ἔτους 1899, εἰμὴ μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ παρακρατήμα-
4634τος τούτου. Εἶναι τοῦτο φροντὶς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς
4635Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἢ παραγνώρισις τῶν συμφερόντων αὐ-
4636τῆς, καὶ παράβασις συγχρόνως τῶν σχετικῶν νόμων; Ἀνε-
4637λογίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁποίαν οὕτως ἀναλαμβάνει εὐθύνην
4638πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, τοὺς τοσαῦτα πάσχοντας τὴν
4639στιγμὴν ταύτην;
4640Ἀλλὰ τὸ 1899 ὄχι μόνον, Κύριοι, ὠφελήθη κατὰ δραχ.
4641886,000 ἐκ τοῦ παρακρατήματος, ἀλλ’ ὠφελήθη καὶ τὰς
4642δραχμὰς 573,000, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησα προηγου-
4643μένως, μὲ τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ χρεωθῇ, ἀντὶ νὰ χρεωθῇ τὸ
4644Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας.
4645Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι ταῦτα μόνον, τὰ ὁποῖα λείπουν ἀπὸ
4646τὸ 1899; Εἰς προηγουμένην ἀγόρευσιν ἀνέφερα ὑμῖν, ὅτι
4647ἡ χρῆσις τοῦ 1899, ἐὰν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν αἱ χρεώσεις
4648συμφώνως μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, ἤθελεν ἀφήσει ἔλλειμμα
4649δραχ. 1,800,000.
4650Ἀλλὰ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ποσὰ σημαντικὰ, ἅτινα παρε-
4651λείφθησαν ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν εἰδῶν, ὧν τὰ ἔσοδα καταρ-
4652τίζουσι τὰς ὑπεγγύους εἰς τὰ δάνεια ἡμῶν προσόδους. Καὶ
4653πρῶτον, διὰ τὸ χαρτόσημον ἀναγράφονται αἱ ἑξῆς δαπάναι:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4654Ἀντίτιμον χάρτου φρ. χρ. 48,400
4655Σφράγισις » » 80,000
4656Ταινίαι καπνοῦ » » 9,000
4657Περικαλύμματα δρ. 2,000
4658Μεταφορά » 5,000
4659Συναλλαγματικὴ διαφορὰ, πρὸς 1,50» 68,700
4660Ἐν ὅλῳ δραχ. 213,100
4661Ἀμοιβὴ τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων
4662προσόδων δρ. 130,000. Ἀλλὰ τὰς 130,000 δραχμὰς ὁ ἀπο-
4663λογισμὸς τοῦ 1900 ἀφίνει ὡς ἀδιάθετον πίστωσιν, ὥστε ἀ-
4664ληθῶς ὁ ἀπολογισμὸς δὲν ἀναγράφει ἢ μόνον 213,100 δραχ.
4665Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀναγράφονται ἐπίσης παρὰ τῆς
4666Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ἥτις καὶ πληρώνει ταῦτα. Τί δὲ
4667ἀναγράφει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἐν τοῖς πίναξι, τοῖς
4668συνοδεύουσι τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς τοῦ 1899; Ἀναγράφει τὰ
4669ἑξῆς δαπανηθέντα ποσά:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4670Διὰ χαρτόσημον δρ. 363,913.04
4671» » Τελωνείου Πειραιῶς» 63,075.54
4672» ταινίας καπνοῦ » 93,557.92
4673» σμύριδα » 1,547.91
4674Ἐν ὅλῳ δραχ.522,094.41
4675Ἤτοι δραχ. 308,994.41 περιπλέον τῶν ἀναγραφεισῶν
4676δαπανῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899.
4677Ὡς πρὸς τὸ σιγαρόχαρτον, ὁ Προϋπολογισμὸς παρουσιά-
4678ζει τὰ ἑξῆς ποσά:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4679Ἀγορὰ σιγαροχάρτου δρ.140,000
4680Συναλλαγματικὴ διαφορὰ » 70,000
4681Διασκευή » 220,000
4682 430,000
4683Ἀφαιρεῖται ἀδιάθετος πίστωσις» 70,570
4684Ἐν ὅλῳ δρ.359,430
4685Ἄρα ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 παρουσιάζει δρ. 359,430,
4686ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἐπλήρωσε δρ. 479,753.68.
4687Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἐνταῦθα διαφορὰν ἐκ δρ. 120,323.68.
4688Ὡς πρὸς τὸ ἅλας, ὁ Προϋπολογισμὸς παρουσιάζει προ-
4689μήθειαν τῆς Ἑταιρείας τῆς Διαχειρίσεως δρ. 800,000.—
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4690Ἀλλ’ ὁ ἀπολογισμὸς παρουσιάζει ἀδιά-
4691θετον πίστωσιν » 43,534.—
4692Ὑπολείπονται δρ.756,466.—
4693ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἐπλήρωσε » 820,356.85
4694Ἤτοι περιπλέον δρ. 63,890.85
4695Καὶ ἔρχομαι εἰς τὰ πυρεῖα. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κρά-
4696τους ἀναγράφει τὰς ἑξῆς δαπάνας:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4697Προμήθεια πυρείων δρ.270,000.—
4698Διαφορὰ συναλλαγῆς δρ.135,000.—
4699Ἀμοιβὴ Ἑταιρείας Διαχειρίσεως » 48,000.—
4700Ἐν ὅλῳ » 453,000.—
4701Ἀφαιρῶ ἀδιάθετον πίστωσιν » 6,549.—
4702Καὶ μένουν δαπάναι » 446,451.—
4703Ἀπέναντι τῶν ἀναγραφομένων ὑπὸ
4704τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου » 465,088.81
4705Ἤτοι ἀναγράφονται ὀλιγώτερα ἐν
4706τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1899 » 18,637.81
4707Ἅπαντα ταῦτα, Κύριοι, συμποσοῦνται εἰς 511,845.94
4708δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνεγράφησαν εἰς τὸν ἀπολογισμὸν
4709τοῦ 1899. Καὶ ἐνταῦθα ἴσως δύναται ὁ κύριος Ὑπουργὸς
4710νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι εἶπεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ 500,000 δραχ.
4711πίστωσιν διὰ τὸ 1899. Ἐὰν παραδέχηται, ὅτι εἶναι αὕτη,
4712τότε εἶμαι σύμφωνος· ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ ἄλλων δα-
4713πανῶν, —καὶ βεβαίως θὰ πρόκηται περὶ ἄλλων, διότι ἄφησεν
4714ἐνταῦθα ἀδιαθέτους πιστώσεις, ὥστε δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ
4715εἰς τὸν νοῦν τινος, ὅτι θὰ ἐζήτει νέας πιστώσεις ἐκεῖ, ὅπου
4716ἀφίνει ἀδιαθέτους, —πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ δραχ.
4717500,000 ἀφορῶσιν ἄλλας μερίδας. Ὥστε ἔχομεν νὰ προσθέ-
4718σωμεν εἰς ὅσα εἶχον εὕρει εἰς προηγουμένην ἀγόρευσιν καὶ ταύ-
4719τας τὰς δραχ. 511,845.94 καὶ ἐπὶ πλέον 100,000 ἐκ τῶν
4720πιστώσεων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἃς
4721κακῶς ἀνέγραψεν ὡς ἀδιαθέτους, ὡς προεῖπον. Εἰς ταύτας
4722προσθετέον καὶ τὰς 500,000, ἃς θὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
4723γὸς δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καὶ οὕτως ὑπερβαίνει
4724τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1899 τὰ 3,000,000 δραχ. Καὶ περιορίζω
4725εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ἔλλειμμα, χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν
4726οὐδὲ τὰς 886,306 δραχμὰς ἐκ τοῦ παρακρατήματος τῆς
4727σταφίδος τοῦ 1898, αἵτινες κακῶς εἰσήχθησαν εἰς τὰ ἔσοδα
4728τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, οὐδὲ τὰς 573,000 δραχμὰς,
4729μὲ τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ χρεωθῇ τὸ 1899 ἐξ ἐπαρχιακῆς
4730καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ὡς προεῖπον. Διότι, καὶ ἂν ἐλαμ-
4731βάνοντο ὑπ’ ὄψιν ταῦτα, θὰ ἐπεβάρυνον τὸν ἀπολογισμὸν,
4732κατὰ συγκαιρίαν ἀτυχῆ, χωρὶς τὸ ἐκ τούτων ἔλλειμμα νὰ
4733ὠφείλετο εἰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
4734Καὶ ταῦτα εἶναι ὅσα εἶχον νὰ προσθέσω διὰ τὴν χρῆσιν
4735τοῦ 1899.
4736Περὶ τοῦ 1900 καὶ 1901 ὡμίλησα ἤδη ἐκτενῶς, καὶ ἐλ-
4737πίζω, ὅτι θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐξώγκωσα τ’ ἀπο-
4738τελέσματα, ἀλλὰ καὶ ὅτι εὑρίσκομαι κάτω τῆς πραγματικό-
4739τητος. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εὗρον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1900
4740εἶναι δραχμαὶ 6,332,000, τὸ δὲ ἔλλειμμα τοῦ 1901 δραχ.
47414,715,000. Καὶ ἐνταῦθα ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρ-
4742τυνος πολιτευτὴς νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτόν. Ναὶ μὲν εἰσπράτ-
4743τονται καταπιεστικῶς τὰ ἔσοδα, ναὶ μὲν γογγύζει ὁ λαὸς,
4744ἀλλ’ ἂς βεβαιωθῇ ὁ σεβαστὸς συνάδελφος, ὅτι τοῦτο δὲν προ-
4745έρχεται ἐκ τοῦ ὅτι εἰσπράττονται περισσότερα σήμερον ἢ πρὸ
4746δύο ἐτῶν. Βεβαίως δὲν εἰσπράττονται περισσότερα, ἀλλὰ
4747δυστυχῶς ἐπιβάλλονται τὰ βάρη εἰς τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ
4748Κράτους, συγχρόνως δὲ καὶ προκαταβάλλονται, ὅπερ καθι-
4749στᾷ αὐτὰ ἔτι βαρύτερα· διότι εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι
4750μόνον οἱ ἀντίπαλοι τῆς Κυβερνήσεως ὑποβάλλονται εἰς τὰς
4751πιέσεις, καὶ οὐχὶ οἱ φίλοι αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἀκούετε τοὺς
4752γογγυσμοὺς αὐτῶν.
4753Ὅπως δὲ ἀποδείξω, ὅτι αἱ εἰσπράξεις δὲν εἶναι εὐχάριστοι,
4754θ’ ἀνατρέξω εἰς τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900, ἐπὶ τῶν ὁποίων
4755ἐστήριξεν ὅλον αὑτοῦ τὸ οἰκοδόμημα ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς,
4756ὅτε, ἀσθενοῦντος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ
4757τοῦ βήματος τούτου μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ
4758βήματος καὶ θὰ μᾶς ἀποδείξωσι διὰ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ
4759τὸ ἔτος 1900, μέχρι τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ὅτι τὰ ἔσοδα
4760εἰσέρχονται, καὶ εἰσέρχονται ἀφθόνως εἰς τὸ Δημόσιον Τα-
4761μεῖον. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω, ὄχι μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν
4762ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν,
4763νὰ προσέξῃ εἰς ὅσα θὰ εἴπω, καὶ θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι οἱ δέκα
4764πρῶτοι μῆνες τοῦ 1900 ὑστεροῦσι τῶν δέκα ἀντιστοίχων μη-
4765νῶν τοῦ 1899 κατὰ ποσὰ σημαντικά. Καὶ δὲν ἦτο βεβαίως
4766δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως· θαῦμα ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐγίνετο
4767ἄλλως, καὶ θαύματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν οὔτε
4768ἡμεῖς, οὔτε ὑμεῖς. Μὲ τὴν δυστυχίαν, ἡ ὁποία μαστίζει τὸ
4769ἔθνος, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καταπέσωσιν αἱ εἰσπράξεις· καὶ
4770ἔρχονται οἱ ἀριθμοὶ, οἱ ὁποῖοι μετὰ τῆς ἀκριβείας ἐκείνης,
4771ἥτις πανταχοῦ παρακολουθεῖ αὐτοὺς, ὅταν δὲν διαστρέφων-
4772ται, ἐπιβεβαιοῦντες δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐπέπεσαν ἐπὶ
4773τοῦ ἔθνους κατὰ τὸ 1900.
4774Κύριοι, τὸ 1900 παρουσιάζει, κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ
4775Ὀκτωβρίου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ
4776λάβῃ εἰς χεῖρας, ἔσοδα ἐπὶ πλέον: ἐκ τοῦ φόρου τῆς σφαγῆς
4777τῶν ζώων δραχμὰς 1,529,430, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευ-
4778μάτων δραχ. 880,631, ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν δραχ.
4779241,554· δηλαδὴ 2,651,616 ὑπὲρ τὰ ἔσοδα τῶν ἀντιστοί-
4780χων μηνῶν τοῦ 1899.
4781Ἀλλ’ ἂς ἐμβαθύνωμεν ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν τούτων. Ἐπὶ
4782τοῦ φόρου τῆς σφαγῆς τῶν ζῴων, Κύριοι, δὲν διεφώνησα
4783πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ εἰσ-
4784πράξῃ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ὅ,τι εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1899.
4785Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τὴν
4786ἐμὴν, μέλλει ν’ ἀφήσῃ κατὰ τὸ 1900 ὅ,τι ἄφησε κατὰ τὸ
47871899. Κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὁ φόρος
4788οὗτος ὤφειλε ν’ ἀφήσῃ 200,000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον· ἀλλὰ
4789τόσην ὀλίγην πεποίθησιν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
4790νομικῶν εἰς τὴν βεβαίωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν ἐπι-
4791σήμως εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
47921901, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἀναγράψῃ περισσότερα ἔσοδα, ἕνεκα
4793τῆς προόδου τῆς διηνεκοῦς τοῦ πληθυσμοῦ, ἀνέγραψε μόνον
4794100,000 δραχ. περισσότερα ἢ κατὰ τὸ 1900. Ὥστε βε-
4795βαίως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οὐδεμίαν ὁ κ. Ὑπουρ-
4796γὸς ἔχει πεποίθησιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ φό-
4797ρου τούτου κατὰ 200,000 δρ. κατὰ τὸ 1900.
4798Ἔρχομαι εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν. Ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς
4799ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὰ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδα θὰ ἀνέλθωσιν
4800ἐντὸς τοῦ 1900 εἰς δρ. 3,000,000· δηλαδή, ὅτι θὰ ὑπερβῶσι
4801τὰ ἔσοδα τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1899 κατὰ δραχμὰς
4802224,000 ὡς ἔγγιστα. Ἀπέδειξα ὅμως ἐν τῇ ἐμῇ ἀγορεύσει,
4803ὅτι ὁ φόρος οὗτος παρουσιάζει αὔξησιν βεβαίαν, ἀλλ’ ὡρισμέ-
4804νην, κατ’ ἔτος, καὶ ἡ αὔξησις αὕτη ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι τοῦ
48051899 εἶναι 92,000 δραχ. κατ’ ἔτος· καὶ βεβαίως εἰς ἔσοδον
4806τόσον κανονικὸν δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, εἰμὴ τὴν
4807κανονικὴν ταύτην αὔξησιν.
4808Ἀλλ’ ἂν ἐκ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων οὐδὲν θὰ εἰσ-
4809πράξωμεν τὸ 1900 ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὸ 1899 εἰσπραχθέν-
4810των· ἂν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων παραδεχθῶμεν τὰς
4811100,000 δραχμὰς, ἃς εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν Προϋ-
4812πολογισμὸν τοῦ 1901, ὡς αὔξησιν καὶ διὰ τὸ 1900· ἂν καὶ
4813διὰ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν παραδεχθῶμεν τὸ πολὺ αὔξη-
4814σιν δραχ. 100,000, ἰδοὺ, ὅτι οἱ τρεῖς φόροι δὲν θὰ φέρωσι
4815κατὰ τὸ 1900 ἢ μόνον 200,000 δραχ. ἐπὶ πλέον ἐν συνόλῳ.
4816Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ 200,000 δραχμῶν· πρό-
4817κειται περὶ 2,651,616. Εἶναι λοιπὸν φανερὸν, ὅτι ἡ αὔξη-
4818σις αὕτη τῶν δέκα μηνῶν δὲν χρεωστεῖται εἰς πρόοδον τῶν
4819φόρων, ἀλλ’ εἰς εἴσπραξιν προκαταβολικήν. Κατὰ τὸ 1899,
4820τοὺς δέκα πρώτους μῆνας, δὲν εἶχον εἰσπράξει τίποτε ἐκ τοῦ
4821φόρου τῶν ζῴων, εἶχον δ’ εἰσπράξει πολὺ ὀλιγώτερα ἐκ τοῦ
4822φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ χρό-
4823νου πρὸς ἐφαρμογὴν πλήρη τοῦ νόμου περὶ φόρου τῶν ἐπι-
4824τηδευμάτων, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1899. Ἐπίσης τοῦ
4825φόρου οἰκοδομῶν δὲν εἶχον ἑτοιμασθῆ οἱ κατάλογοι τὸ 1899,
4826καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε τὰς διαφορὰς ταύτας.
4827Καὶ ἐξετάζω ἤδη τὰ ἀπρόβλεπτα, προκειμένου νὰ κάμω-
4828μεν τὴν παραβολὴν, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν
4829ἔχω περὶ αὐτῶν. Βεβαίως τὰ ἀπρόβλεπτα ἔσοδα δὲν πρέπει
4830νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς παραβολὴν δύο κανονικῶν χρήσεων.
4831Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τονίσω καὶ πάλιν ἐνταῦθα, ὅτι ἐν τοῖς
4832ἀπροβλέπτοις ἀναγράφονται κονδύλια, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε
4833ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους,
4834καὶ νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον περὶ τούτων
4835προηγουμένως. Δὲν θέλω ἐπίσης λάβει ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν
4836παραβολὴν τὸ ποσὸν τῶν 1,273,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἰσ-
4837έπραξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1900 ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ
48381898. Ἡ ἐγγραφὴ αὕτη ἐγένετο καλῶς, ἀλλὰ πρόκειται
4839περὶ ἐσόδου ἐκτάκτου, ὅπερ δὲν θὰ παρουσιασθῇ πλέον. Τέ-
4840λος κατὰ τὸ 1900 εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον ἐκ φόρου τῶν σφα-
4841ζομένων ζῴων ὑπὲρ τῶν δήμων δραχμὰς 321,493. Τοῦτο
4842δὲν εἶναι ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀφαιρέ-
4843σωμεν.
4844Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἐνθυμεῖ-
4845σθε ὅτι ηὐξήσαμεν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ κατὰ δραχ. 2,20
4846κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Κατὰ τὸ 1900 εἰσεπράχθη
4847μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ποσὸν ἀντιστοιχοῦν πρὸς 883,476
4848ὀκάδας καπνοῦ. Ὁ νόμος ἤρχισε λειτουργῶν ἀπὸ τῆς πρώ-
4849της Ἀπριλίου, καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης εἶχον φορολο-
4850γηθῆ ὀκάδες 305,574· ἄρα ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου
4851μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἐφορολογήθησαν ὀκάδες 577,992,
4852αἵτινες πρὸς 2,20 δίδουσι δραχ. 1,271,384. Ἐννοεῖται, ὅτι
4853τοῦτο δὲν εἶναι ἔσοδον τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι προωρισμέ-
4854νον δι’ εἰδικὸν σκοπὸν, καὶ βεβαίως ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀφαι-
4855ρέσωμεν.
4856Οὕτως ἅπαντα τὰ ἀφαιρούμενα συμποσοῦνται εἰς δραχ.
48576,763,722.25, ὡς ἑξῆς:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
48581,529,430.61δρ. ἐκ τοῦ φόρου σφαγῆς ζώων.
4859 880,631.51» » τῶν ἐπιτηδευμάτων.
4860 241,554,64» » τῶν οἰκοδομῶν.
4861 436,719.33φρ. χρ.» τῶν ἀπροβλέπτων.
4862 109,008.34» » »
4863 40,999.94» » »
4864 352,036.57δρ. διαφορὰ συναλλαγῆς τῶν φρ. χ.
4865 307,341.81» ἐκκαθάρισις λογαριασμοῦ Ὀθωμα-
4866 νικῆς Ἑταιρείας.
48671,273,122.31» ἐκ τῆς παρακρατήσεως τοῦ 1898.
4868 321,493.19» ἐκ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζο-
4869 μένων ζώων.
4870 1,271,384.—» ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ κα-
4871 πνοῦ κατὰ 2.20 κατ’ ὀκᾶν.
48726,763,722.25 ἐν ὅλῳ.
4873Ἀλλ’ ἂν ταῦτα ὀφείλωμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν, ἔχομεν ἄλλα
4874ποσὰ νὰ προσθέσωμεν. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία
4875τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἐνήμερος εἰς τὰς ἐγγραφάς της, ἰδίως
4876καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκ τῶν μονοπωλίων εἰσπράξεις. Καὶ
4877ὅταν βλέπωμεν ταύτας ἀναγεγραμμένας εἰς τὴν κατάστασιν,
4878δὲν εἶναι βεβαίως ἀνακριβεῖς, ἀλλὰ πάντοτε εἶναι ὀλιγώτε-
4879ραι. Οὕτω κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον π.χ. εἶχον παραλειφθῆ
4880αἱ εἰσπράξεις τοῦ Ὀκτωβρίου, ἐὰν ὄχι ὅλαι, τοὐλάχιστον
4881μέρος αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι εὔκολον νὰ ἀνεύρωμεν τὴν δια-
4882φοράν. Οὕτω, κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
4883Ἐλέγχου τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, παραβαλλομένην πρὸς τὰ
4884ἀποτελέσματα τῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ὀκτω-
4885βρίου τοῦ 1900 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχομεν
4886τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ὁ Ἔλεγχος δίδει ὡς εἰσπραχθὲν
4887ποσὸν ἐκ τῶν μονοπωλίων δραχ. 8,416,178, ἐνῷ ἡ κατά-
4888στασις τῶν ἐσόδων τοῦ Ὀκτωβρίου δίδει 6,513,891. Οὕτω
4889λείπει ἀπὸ τὴν κατάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1900 τὸ πο-
4890σὸν δραχ. 1,902,287. Ἐπίσης ἐκ τῆς σμύριδος, ἐνῷ ὁ Ἔλεγ-
4891χος δίδει φρ. χρ. 545,000 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἡ κατά-
4892στασις τοῦ Ὑπουργείου παρουσιάζει φρ. 484,922, ἤτοι δια-
4893φορὰν φρ. 60,078, ἅτινα μὲ τὴν συναλλαγματικὴν διαφο-
4894ρὰν δίδουσι δρ. 96,124, ἃς προσθέτοντες εἰς τὸ 1,902,287
4895ἔχομεν δρ. 1,998,411, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ προσθέσω-
4896μεν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου.
4897Ἀφαιροῦμεν δραχ. 6,763,722.25, καὶ προσθέτομεν δραχ.
48981,998,411, καὶ οὕτως ἐλαττώνομεν τὰ ἔσοδα τοῦ 1900
4899κατὰ δραχ. 4,765,311.25, ὅπως δυνάμεθα νὰ παραβάλωμεν
4900τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1900 πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους τοῦ 1899.
4901Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ 1899. Εἰς αὐτὸ ἔχω νὰ πράξω ἐπὶ
4902τῶν μονοπωλίων ὅ,τι ἔπραξα διὰ τὸ 1900. Ἐνῷ ἡ κατά-
4903στασις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ὡς καὶ ἡ κατάστασις
4904τοῦ τμήματος τῶν μονοπωλίων τοῦ Ὑπουργείου, ἥτις εἶναι
4905σύμφωνος, δίδει ὡς εἰσπράξεις μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τὸ
4906ποσὸν φρ. χρ. 7,663,368, ἐν τῇ καταστάσει τῶν ἐσόδων τοῦ
4907Κράτους μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ 1899 παρουσιάζον-
4908ται μόνον 3,983,766· ἄρα λείπουν 3,679,602. Ἀπὸ τοὺς
490910 πρώτους μῆνας τοῦ 1899 λείπουν ἐπίσης ἐκ τῆς σμύ-
4910ριδος τὰ ἑξῆς ποσά. Ὁ Ἔλεγχος δίδει τὴν 31 Ὀκτωβρίου
49111899 φρ. χρ. 464,376, ἐνῷ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἐσό-
4912δων τοῦ Ὀκτωβρίου 1899 ἔχομεν 335,418, ὥστε καὶ ἐκεῖ-
4913θεν ἔχομεν 128,958 φράγκα χρυσᾶ διαφοράν, ἤτοι δραχ.
4914216,333. Λείπουν δηλ. ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν 10 μη-
4915νῶν τοῦ 1899 δραχ. 3,895,935.
4916Οὕτως οἱ 10 μῆνες τοῦ 1900 δίδουσι, κατὰ τὰ ἀνωτέρω,
4917ἀντὶ τῶν 75,675,505, τῶν παρουσιαζομένων ἐν τῇ κατα-
4918στάσει τῶν ἐσόδων, δραχ. 4,765,311 ὀλιγώτερα, δηλαδὴ
491970,910,194. Ἐπίσης τὸ 1899 δίδει, κατὰ τὴν κατάστα-
4920σιν, 69,178,000. Προσθέτομεν ὅσα λείπουν, 3,895,935,
4921καὶ ἔχομεν τὸ ποσὸν δραχ. 73,073,935. Ἄρα λοιπὸν ἔχο-
4922μεν ποσὸν κατὰ τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1899 εἰσπραχθὲν περισ-
4923σότερον ἀπὸ τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1900 δραχ. 2,163,741.
4924Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα συζήτησιν δὲν ἐπιδέχονται.
4925Σημειωτέον δέ, ὅτι κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας ἀκόμη δὲν
4926ἐφάνη ἡ ἐλάττωσις ἐκ τῆς σταφίδος, διότι, ὡς γνωστόν, ἡ
4927ὀλίγη σταφὶς, ἥτις παρήχθη ἐφέτος, πᾶσα σχεδὸν ἐφορτώθη.
4928Πρὸς τούτοις δὲν ἐφάνησαν εἰσέτι τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀμ-
4929πέλων, διότι, ὡς γνωστὸν, τὸ ἐκ τούτων ἔσοδον δὲν ἐπραγ-
4930ματοποιήθη. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς ἀπο-
4931τελέσματα ἀκριβῶς ἀντίθετα τῶν προσδοκωμένων παρὰ τοῦ
4932κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα.
4933Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι μέρος τῆς διαφορᾶς τοῦ 1900 πρὸς
4934τὸ 1899 προέρχεται ἐκ τῶν ἐσόδων, καὶ ἕτερον ἐκ τῶν ἐξό-
4935δων· ἤτοι προέρχεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ δημοσίου χρέους,
4936ἣν σᾶς εἶχον ὑποδείξει ὡς ἀνερχομένην εἰς 1,849,050, ἐκ
4937τῆς διαφορᾶς τῶν δαπανῶν τῶν ὑπεγγύων προσόδων καὶ
4938ἐξ ἑτέρων κονδυλίων. Καὶ οὕτως ἀποδεικνύεται καὶ δι’ ἄλ-
4939λου τρόπου, ὅτι τὸ 1900 θέλει ἀφήσει ἔλλειμμα σπουδαῖον.
4940Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀπέναντι τοιούτων ἀποτελεσμάτων
4941μᾶς ἐπιβάλλεται ἡ φρόνησις, μᾶς ἐπιβάλλεται ν’ ἀντιλη-
4942φθῶμεν τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπὶ
4943τῇ βάσει τοιαύτης ἀντιλήψεως νὰ βαίνωμεν πρὸς τὰ ἐμπρὸς,
4944καὶ νὰ μὴ προεξοφλῶμεν προόδους, ἃς δὲν εἴδομεν ἀκόμη,
4945ἀλλὰ νὰ περιμένωμεν πρῶτον νὰ βεβαιώσωμεν αὐτὰς, καὶ
4946τότε μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ φειδοῦς νὰ σκεφθῶμεν,
4947κατὰ πόσον συμφέρει νὰ αὐξήσωμεν κατά τι τὰς δαπάνας.
4948Σήμερον ὅμως μᾶς ἐπιβάλλεται, οὐδεμίαν δαπάνην νὰ κά-
4949μωμεν ἄνευ ἀπαραιτήτου ἀνάγκης.
4950§349Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
4951Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ
4952Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν αὔριον, ὅτε πιστεύω, ὅτι θὰ εἰσέλ-
4953θωμεν ἐνωρίτερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
4954§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος
4955τούτου.
4956§351Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν θὰ εἶχον
4957δυσκολίαν νὰ συναινέσω εἰς τοῦτο, ἐὰν εἶχον τὴν βεβαιό-
4958τητα, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις αὔριον θὰ ἦναι περιωρισμέναι.
4959§352Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ
4960τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ δικαιωμάτων τῶν Βουλευτῶν,
4961τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ περιορίσῃ.
4962§353Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμούμεθα πάντες, ὅτι πρό
4963τινων ἡμερῶν, τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συμφω-
4964νούσης καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή, ἵνα
4965καθορισθῇ διπλῆ ἐργασία ἐν ἑκάστῃ συνεδριάσει, ἡ ἐργασία
4966μέχρι τῆς 8ης ἑσπερινῆς ὥρας, καὶ ἡ ἀπὸ τῆς 9ης μέχρι τοῦ
4967μεσονυκτίου. Ἔμεινεν ἀμφίβολον, ἐὰν τὸ μεσονύκτιον θὰ θέτῃ
4968τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε
4969τότε, ὅτι, προκειμένης τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
4970τοῦ σοβαρωτάτου ἔργου τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
4971ὑποληφθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἦτο ἀτερμάτιστος. Αὐταὶ εἶναι
4972αἱ λέξεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν
4973νὰ καθορίσῃ τις τὴν 12ην ἀκριβῶς ὡς τέρμα, διότι εἶναι δυ-
4974νατὸν νὰ ἐξακολουθῇ τις ἀκόμη ὁμιλῶν. Οὕτως ἀπεφάσισεν
4975ἡ Βουλή. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἔκτοτε δὲν ἐπῆλθον τοιαῦτα
4976γεγονότα, ὥστε νὰ μεταβάλῃ ἀποφάσεις καὶ σκέψεις ὁ κ.
4977Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ πλειονοψηφία...
4978§354ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἆ! ἄ!
4979§355Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία διὰ κραυ-
4980γῶν ἀνάρθρων ὑποδέχεται τοὺς λόγους μου· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπι-
4981τρέψῃ νὰ τῇ εἴπω, χαρακτηρίζων τὸ σύστημα τῶν ἀνάρθρων
4982κραυγῶν ὡς μὴ ἰδιάζον τοῖς λογικοῖς, ὅτι δὲν συνέβησαν γε-
4983γονότα, δικαιολογοῦντα τὴν τοιαύτην μεταβολήν. Διότι ἐλέ-
4984χθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι ἡ στά-
4985σις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠδύνατο νὰ ἀπειλήσῃ ὄχι μόνον
4986κρίσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κρίσιν κατὰ τοῦ
4987πολιτεύματος. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολι-
4988τεύσεως εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν στάσιν τῆς
4989Συμπολιτεύσεως πρὸς πίεσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τῆς συζη-
4990τήσεως, ἢ τὸ ὀρθότερον εἶναι, ὅτι ἡ στάσις τῆς Συμπολιτεύ-
4991σεως, ἡ σήμερον παρατηρουμένη, αὕτη θὰ φέρῃ εἰς κρίσιν τὸ
4992πολίτευμα, καὶ ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ, οὕτως εἰπεῖν,
4993ἀπολυταρχική, θὰ φέρῃ εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, καὶ μάλιστα
4994ἀσφαλέστερον. Διότι αὕτη οὕτω διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ ἀριθ-
4995μοῦ θὰ καταπιέζῃ, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ γένηται συ-
4996ζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
4997γένηται συζήτησις, οἵαν τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, κατὰ τὴν
499812ην ὥραν τῆς νυκτός, οὔτε ὑπάρχει ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ τοιαύτη
4999τοῦ πνεύματος διαύγεια, ὅπως διατυπώσῃ τις τὴν γνώμην
5000του...
5001§356ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Σεῖς ἔχετε ἀρκετὴν
5002διαύγειαν πνεύματος.
5003§357Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκοι-
5004μήθην καὶ νὰ ἐξύπνησα ἤδη, ὡς ὁ φίλος μου κ. Μεταξᾶς,
5005καὶ διὰ τοῦτο ἴσως νὰ ἦμαι ὀλιγώτερον ὑμῶν ὑπνηλός. Ἀλλὰ
5006τὸ πλεῖστον τῶν Βουλευτῶν μαρτυρεῖ τὰ λεγόμενά μου, διότι
5007κλίνει τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ Μορφέως.
5008Εἶπον λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι ἀρτία ἡ λειτουργία τοῦ πολι-
5009τεύματος, οὔτε ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑπεσχημένων ὑπὸ τοῦ
5010κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ διατὶ ἡ τόση σπουδὴ κατὰ τὴν
5011ἑσπέραν ταύτην, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι
5012κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον θὰ γίνωνται αἱ ἐπερωτήσεις; Καὶ
5013διατὶ ν’ ἀποδοθῇ ἀνευλάβεια εἰς τοὺς ἐπερωτήσαντας πρὸ
5014τῆς ἀγορεύσεως τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ; Εἶ-
5015ναι γνωστὴ ἡ εὐλάβεια τῶν φίλων αὐτοῦ πρὸς τὸν ἡγέτην
5016αὐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὰ
5017δικαιώματα, ἅτινα οὗτοι ἀρύονται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐν
5018τούτοις δύναταί τις νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι, προκειμένης συζη-
5019τήσεως, καὶ δὴ ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ τοιούτου, καὶ ὑπὸ πολι-
5020τευτοῦ τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καλὸν θὰ ἦτο, ἵνα
5021πλήρης ᾖ ἡ συνοχὴ τῶν λόγων του. Καὶ βεβαίως δὲν δύνα-
5022ταί τις νὰ δώσῃ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν θὰ γένωνται ἐπε-
5023ρωτήσεις αὔριον, ἀλλὰ, προκειμένης τῆς συνεχείας τῆς ἀγο-
5024ρεύσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἰς πάντα ἐπιβάλλεται, ἂν δὲν
5025ἔχῃ τι κρεῖττον τοῦ θέματος τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπο-
5026λογισμοῦ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Καὶ ἐπὶ τοῖς
5027λεχθεῖσι τούτοις νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ
5028πλειονοψηφίᾳ θέλουσι συναινέσει νὰ διακόψωμεν σήμερον καὶ
5029ἐπαναλάβωμεν αὔριον τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
5030§358Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
5031Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ τῆς γενικῆς συζη-
5032τήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἀνέμενον νὰ περατωθῇ ἡ
5033ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅπως ζη-
5034τήσω τὸν λόγον καὶ ἀπαντήσω εἰς ὅλους τοὺς ῥήτορας τῆς
5035Ἀντιπολιτεύσεως Εἰμὶ ὅμως ἠναγκασμένος τὴν ἑσπέραν
5036ταύτην νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις τινὰς εἰς
5037ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς
5038Βουλευτοῦ, λεχθέντων δὲ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ
5039ὑποληφθῇ, ὅτι, ἂν δὲν ἀπαντήσω, συνομολογῶ ἴσως πάντα
5040τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ τελευταίου.
5041Ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἠδύνατο πάλιν νὰ ἐπανα-
5042λάβῃ ὅσα ἐν τῇ προηγουμένῃ διεξοδικῇ ἀγορεύσει του εἶπε
5043περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899, καὶ τῶν
5044προβλεπομένων ἀποτελεσμάτων τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901,
5045ταῦτα δ’ ἐπανέλαβε τὴν ἑσπέραν ταύτην. Καὶ πρῶτον ἤρξατο
5046ἀμφισβητῶν τὸ γεγονὸς, ὅτι ὑπάρχει, τοὐλάχιστον ὡς τεκ-
5047μήριον, ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900 πρὸς
5048τὸ προηγούμενον ἔτος 1899. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἀνήρχετο κατὰ
5049τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου εἰς ἓξ περίπου ἑκατομμύρια. Ἡ
5050κατάστασις ἡ προσωρινὴ τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς
505130 Νοεμβρίου τοῦ 1900 εἶναι εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ὑποθέτω
5052δὲ, ὅτι αὔριον θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
5053Δὲν ἦτο δυνατὸν πρότερον νὰ τυπωθῇ.
5054§359ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1898;
5055§360ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκεῖνος τυπώνεται.
5056§361ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, εἴπετε.
5057§362ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σπεύδω, ὅσον ἐξαρτᾶται ἐξ ἐμοῦ.
5058Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημο-
5059σίου ἐκ τακτικῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 μέχρι
5060τῆς 30 Νοεμβρίου ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν
506184,414,224. Κατὰ τὸ 1899 ἦσαν 76,847,641. Ἤτοι αἱ
5062εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1900 μέχρι τέλους Νοεμβρίου
5063παρουσιάζουσι διαφορὰν ἐπὶ πλέον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς
5064εἰσπράξεις τῶν ἀντιστοίχων ἕνδεκα μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ
50651899, δραχμῶν 7,566,000. Τὰ πλεονάσματα ταῦτα προέρ-
5066χονται ἐκ τῶν ἑξῆς ἐσόδων: ἐκ τοῦ ἐλαίου δραχ. 226,000
5067ἐκ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου δραχ. 71,000· ἐκ τῶν ζωῶν
5068δραχ. 1,450,000· ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων δρ.
5069812,000· ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν δραχ. 318,000· ἐκ
5070δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ δρ. 943,000· ἐξ ἀντι-
5071τίμου σφραγιστοῦ χάρτου δρ. 905,000· ἐκ ποινικῶν τελῶν
5072202,000· ἐξ ἀντιτίμου πετρελαίου δρ. 2,276,695· ἐξ ἀντι-
5073τίμου ἅλατος δρ. 1,151,000· ἐκ τιμήματος Ναξίας σμύρι-
5074δος δρ. 203,000 κλπ.
5075Ἀνέφερα μόνον τὰ κυριώτερα, παρέλειψα δὲ τὰ λοιπὰ, ὡς
5076λεπτομερῶς ἀναγραφόμενα εἰς τὴν κατάστασιν. Ἐν συνόλῳ
5077ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δρ. 13,000,000
5078περίπου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσι καὶ ἐλαττώσεις ἄλλων ἐσό-
5079δων ἐκ δραχ. 5,872,000, ὑπολείπεται ἡ εἰρημένη διαφορὰ
5080τῶν 7,566,000.
5081Ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ ἀπο-
5082δείξῃ, ὅτι δικαιολογοῦνταί τινες τῶν διαφορῶν τούτων ἐκ
5083τοῦ γεγονότος, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν εἰσεπράχθη
5084ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους, ὅτι ὁ φόρος
5085τῶν οἰκοδομῶν εἰσεπράχθη ἐπὶ πλέον ἐφέτος ἀπὸ τὸ παρελ-
5086θόν, ἀλλ’ ὅτι πέρυσι δὲν εἶχε βεβαιωθῆ· ὅτι εἰσεπράχθη ἐκ
5087τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ ποσὸν ἀνώτερον,
5088ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἀνή-
5089κει εἰς τὸ Δημόσιον! Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἐν τῇ ἐμῇ ἀγο-
5090ρεύσει, τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ἀνε-
5091γράφησαν ἀκριβῶς. Ἀνεγράφη ὡσαύτως τὸ ἔλλειμμα, τὸ
5092ὁποῖον προσεδοκῶμεν ἀπὸ τὴν σταφίδα, ὡς καὶ τὸ ἔλλειμμα,
5093τὸ ὁποῖον προσεδοκῶμεν ἀπὸ τὰ ἐξαγωγικὰ τέλη, καὶ τὸ
5094ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ὡς πιθανὸν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ
5095καπνοῦ, καὶ οὕτω καθεξῆς· διαιρέσας δὲ τὰς διαφορὰς εἰς
5096δύο κατηγορίας, τὴν μὲν τῶν μειώσεων, τὴν δὲ τῶν αὐξή-
5097σεων, ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ταῦτα συμψηφίζονται
5098ἀμοιβαίως, καὶ οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 ἤθελον ἀνέλθει
5099εἰς τὸ ποσὸν τῶν 112,000,000. Ἐλπίζω τὸ ἀποτέλεσμα
5100τοῦ Δεκεμβρίου νὰ ἔλθῃ εἰς ἐνίσχυσιν μείζονα τῶν ἀνακοι-
5101νωθέντων ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογι-
5102σμοῦ. Ἐὰν κατὰ τὸ τέλος τοῦ Δεκεμβρίου ἀνέλθωσιν αἱ εἰσ-
5103πράξεις εἰς ὃ ποσὸν ἀνῆλθον τῷ 1900, τότε ὑπολείπονται
5104ὀφειλόμενα, τὰ ὁποῖα πάντοτε εἰσπράττονται εἰς τὸ διάστη-
5105μα τῶν δέκα μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ὥστε
5106πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀποτελοῦσιν
5107ἢ τεκμήριον μόνον, ὄχι βέβαια ἀποτελέσματα, τοῦ Προϋπο-
5108λογισμοῦ τοῦ 1899, δικαίωμα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ εἶναι
5109νὰ τὰ ἀμφισβητῇ, ὅπως δικαίωμά του εἶναι νὰ ἀρνηθῇ καὶ
5110αὐτὴν τῶν ἀριθμῶν τὴν δύναμιν, ὅταν καὶ αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ ἐκ
5111τῶν βεβαιώσεων τῶν ἐπισήμων ἐξάγωνται καὶ παράκηνται
5112ἐνταῦθα. Ὅταν τις ἀμφισβητῇ ἐκτιμήσεις, εἶναι ἐν τῷ δι-
5113καιώματί του, διότι ἄλλως ἐκτιμᾷ οὗτος τὰ πράγματα, καὶ
5114ἄλλως ἐκτιμᾷ αὐτὰ ἕτερος· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἀριθ-
5115μῶν ἐξηγμένων ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, νομίζω, ὅτι ἀμφι-
5116σβήτησις δὲν χωρεῖ, οὐδὲ δικαιολογεῖται.
5117Προεβλήθησαν καὶ ἕτεροι ἰσχυρισμοὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βου-
5118λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἀνάγονται
5119εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, διότι αἱ αὐταὶ ἀπορίαι, αἱ λεγό-
5120μεναι νῦν, εἶχον προβληθῆ ὄχι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προ-
5121ϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἰς ἰδιαιτέραν τινὰ συνεδρίασιν, ἐφρόνουν
5122δ’ ὅτι, ὅτε ἤθελον παρέλθει αὐταὶ αἱ συζητήσεις τῆς Βου-
5123λῆς, ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν καθαρῶς
5124νομοθετικὴν ἐργασίαν, καὶ ἤθελον ἐπωφεληθῆ τῆς εὐκαιρίας
5125ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ τῶν προβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ
5126ἀποριῶν. Τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπανέλαβε τὰς αἰτιάσεις του
5127κατὰ τοῦ πίνακος τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, ὑπο-
5128λαμβάνων, ὅτι γίνεται ἀλληλοχρέωσις εἰς τὸν πίνακα τοῦ-
5129τον. Προέβη δὲ μέχρι τοσούτου ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀτ-
5130τικῆς, ὥστε νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔβαλε
5131χεῖρα ἐπὶ τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἔλαβε 573,000
5132δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν ὡς δημόσιον ἔσοδον, ὅπως
5133παρουσιάσῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 ἐν περισσεύματι. Ἐπανα-
5134λαμβάνω δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀλ-
5135λὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη τις ἀναγραφὴ
5136ἐσφαλμένη, τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν Προϋπολο-
5137γισμὸν, διότι αὕτη εἶναι τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν
5138πρᾶξις.
5139Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λαμβάνει τὸν πί-
5140νακα τῆς ληψοδοσίας ἔν τινι πράξει, χωρὶς νὰ σχετίσῃ τοῦ-
5141τον μὲ τὸ σύνολον, καὶ ἐνῷ εἶναι ἐγκρατέστατος εἰς τὴν δι-
5142πλογραφικὴν καὶ τὴν λογιστικὴν ἐργασίαν, νομίζει, ὅτι εἶ-
5143ναι δυνατὸν νὰ πιστωθῇ εἷς λογαριασμὸς, χωρὶς νὰ χρεωθῇ
5144εἷς ἄλλος. Ἐὰν λοιπὸν εἶχε καλῶς μελετήσει τὸν πίνακα
5145τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, ἤθελεν ἀνεύρει, ὅτι ὄντως ἐγένετο
5146κατὰ τὸν Φεβρουάριον μία τοιαύτη μεταβολὴ, ἀλλ’ ἡ μετα-
5147βολὴ αὕτη γίνεται πάντοτε, ὅταν γίνηται ὁ ἔλεγχος τῶν
5148καταστάσεων τῶν ταμιῶν· ὅταν δηλαδὴ τὸ πρῶτον αἱ κατα-
5149στάσεις λαμβάνωνται παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, κατα-
5150γράφονται ἐν αὐταῖς τὰ ποσὰ, ὡς ἐν ταῖς καταστάσεσιν
5151ἔχουσιν. Ὅταν ὅμως αἱ καταστάσεις ἐξελέγχωνται καὶ εὑ-
5152ρίσκηταί τις ἐν αὐταῖς ἐσφαλμένος ἀριθμὸς, τότε αἱ ἐγγρα-
5153φαὶ ἐκεῖναι ἐπανορθοῦνται. Τοῦτο ἐγένετο εἰς τὸν πίνακα
5154τῆς γενικῆς ληψοδοσίας. Τῷ ὄντι εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ
5155μηνὸς Ἰανουαρίου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἦτο ἀναγεγραμ-
5156μένον τὸ ποσὸν δραχμῶν 526,000, καὶ μετεβλήθη κατὰ τὸν
5157Φεβρουάριον εἰς 346,000. Τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας ἦτο
5158824,000, καὶ μετεβλήθη εἰς 731,000, ἤτοι ἐπῆλθε μετα-
5159βολὴ κατὰ 100,000 δραχμάς. Τοῦτο ἐγένετο, διότι, ἐξελεγ-
5160χθέντων τῶν εἰς αὐτὴν ἀνηκόντων στοιχείων, προέκυψαν αἱ
5161διαφοραὶ, αἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὴν κατατεθεῖσαν ἔκ-
5162θεσιν...
5163§363Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἔκθεσις τίνος;
5164§364Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐπανα-
5165λαμβάνω ὅμως, ὅτι ἡ παρατήρησις, ὡς ἐγένετο, μοὶ ἐφάνη
5166ὡς ἀφορῶσα εἰς παρεισφρήσασαν λογιστικήν τινα ἀσάφειαν.
5167Ἀλλὰ καὶ εἰς ἕτερον σφάλμα περιέπεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ
5168Ἀττικῆς Βουλευτής. Εἶπεν, ὅτι ἔβαλον τὴν χεῖρα εἰς τὴν
5169ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, ὅτι ἀφήρεσα 573,000
5170καὶ τὰς εἰσήγαγον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ νὰ καλύψω
5171ἐλλείμματα. Τοῦτο ἤγειρον εὐλόγως τὴν ἔκπληξίν μου, διότι,
5172καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶχον τοιαύτην τινὰ πρόθεσιν ἢ προαί-
5173ρεσιν, διετέλουν ἐν ἀπολύτῳ ἀδυναμίᾳ νὰ τὴν πραγματο-
5174ποιήσω. Ὁ λογαριασμὸς τῆς ὁδοποιΐας οὐδεμίαν ἔχει σχέ-
5175σιν μὲ τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, οὐ-
5176δεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ ἔξοδα καὶ ἔσοδα τοῦ Προϋπολο-
5177γισμοῦ. Ἄλλως τε τὸ ποσὸν τοῦτο ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἀναγε-
5178γραμμένον εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ἢ εἰς τὰς κατα-
5179στάσεις τοῦ 1900, ὡς ἔσοδον. Ἀλλὰ τοιοῦτον ἔσοδον οὐδα-
5180μοῦ εἶναι ἀναγεγραμμένον, ὅπως ὑποληφθῇ, ὅτι ἐγὼ ἔβαλον
5181χεῖρα ἐπὶ τῶν χρημάτων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς
5182ὁδοποιΐας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ αὐξήσω τὰ δημόσια ἔσοδα,
5183καὶ ἑπομένως νὰ παρουσιάσω ἰσοζύγιον χωρὶς νὰ ἦναι τοῦτο
5184ἐκ τῶν πραγμάτων βεβαιωμένον καὶ ἐξηκριβωμένον.
5185Προσέθηκεν ὅμως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι ἐκ τοῦ νό-
5186μου τοῦ τελευταίου ὑπεχρεώθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
5187κῶν νὰ ἐκδίδῃ ἐντάλματα 50,000 δραχ. ὑπὲρ τῆς ἐπαρχια-
5188κῆς καὶ 50,000 ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας εἰς πίστω-
5189σιν ταύτης. Εἶναι ἡ ἀναγραφὴ τοῦ νόμου αὕτη ἀκριβής.
5190Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐνόησεν ἀκριβῶς τὸν μηχανισμόν,
5191ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ταμείου τῆς
5192δημοτικῆς ὁδοποιΐας, οὔτε τὸν νόμον τοῦ 1892, οὔτε τὸν νό-
5193μον, ὅστις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθη τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει.
5194Εἰς τὰ 1892, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
5195νης ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον, διὰ νὰ προλάβῃ τὴν ἐπι-
5196κειμένην οἰκονομικὴν κρίσιν, νὰ αὐξήσῃ τὰ δημόσια ἔσοδα, καὶ
5197πλὴν τῶν ἄλλων, πλὴν τῆς γενομένης αὐξήσεως τῶν φόρων,
5198πλὴν τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταρ-
5199γήσῃ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου
5200τῆς ὁδοποιΐας νὰ τὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον, νὰ ἀναγράφῃ δὲ
5201κατ’ ἔτος ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς πιστώσεις εἰς ποσότη-
5202τας, ἃς ἐπέτρεπεν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους.
5203Ἐπειδὴ δὲ ἐν τοῖς βιβλίοις τῆς ὁδοποιΐας, τοῖς τηρηθεῖσιν
5204ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχε συγχισθῆ τὸ Τα-
5205μεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας πρὸς τὰ Ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς
5206καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἀδικη-
5207θῶσι τὰ Ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας,
5208καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρὸς αὐτὰ ἀπό-
5209δοσιν τῶν ἀνηκόντων αὐτοῖς κεφαλαίων, ἀναγραφομένης ἐν
5210τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομι-
5211κῶν μέχρις ἐξοφλήσεως τῆς ὀφειλῆς ταύτης πρὸς τὰ δύο ταῦτα
5212Ταμεῖα. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἔκτοτε πολλαὶ ἐχορηγήθησαν
5213πιστώσεις, καὶ πολλὰ ἔργα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς
5214ὁδοποιΐας κατεσκευάσθησαν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ ἁρμοδίου
5215βιβλίου, τοῦ ἐνδεικνύοντος τὸ ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι πι-
5216στωμένον ἑκάτερον τῶν Ταμείων τούτων, καὶ ἐπὶ τῇ πεποι-
5217θήσει, ὅτι θὰ δαπανῶνται κατ’ ἔτος 50,000 δραχμαί, ἀνε-
5218γράφετο τοιαύτη πίστωσις εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν
5219τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκ λάθους δὲ
5220τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ ἄνευ προηγουμέ-
5221νης ἐξετάσεως, ἂν ἐγένετο τοιαύτη δαπάνη, ἐξεδίδοντο χρημα-
5222τικὰ ἐντάλματα, ἅτινα προϋποθέτουσιν ἐκτελεσθέντα ἔργα,
5223τὰ ἐντάλματα δὲ ταῦτα παρέμενον ἄχρηστα. Ἐπὶ παραδείγ-
5224ματι, εἰς ἕν ἔτος εἶχον ἐκδοθῆ χρηματικὰ ἐντάλματα διὰ
5225ποσὸν 500,000 δραχμῶν, 250,000 ὑπὲρ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ
5226250,000 ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἐνῷ εἶχον δαπα-
5227νηθῆ δι’ ἐκτελεσθέντα ἔργα μόνον δραχ. 65,000. Παρέμει-
5228ναν λοιπὸν τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐκκρεμῆ.
5229Αἱ γενόμεναι συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφι-
5230σεν ἡ Βουλὴ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀποδεικνύουσι τὴν ἀκρίβειαν.
5231Καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου τί ἀπεφασίσθη; Ὅλα ἐκεῖνα τὰ
5232ἐντάλματα, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε χρεωθῆ ἡ ἐπαρχιακὴ καὶ δη-
5233μοτικὴ ὁδοποιΐα, νὰ ἐξοφληθῶσι καθ’ ὅσον ἐκτελοῦνται ἔργα
5234ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Δὲν ἐξηντλήθησαν δὲ
5235τὰ ποσὰ ταῦτα, ὅπως παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ γένηται χρῆ-
5236σις τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000 δρ. κατὰ τὸ 1899, καὶ δι’ αὐτὸ
5237δὲν ἐγένετο χρῆσις τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι, ἵνα γένη-
5238ται πληρωμὴ εἰς βάρος τῆς ὁδοποιΐας, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ
5239τὸ ἔργον· ἄλλως, καὶ ἂν ἐκδοθῇ χρηματικὸν ἔνταλμα, ἀπο-
5240μένει ἀχρησιμοποίητον. Αὐτὸ ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ
5241αὐτὸ ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς ἐσφαλμένον.
5242Οὐδεμία ἄρα ἐγένετο παρανομία, οὔτε ἀφαίρεσις χρημά-
5243των τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, διότι τὰ Ταμεῖα ταῦτα
5244ἐδικαιοῦντο καὶ δικαιοῦνται νὰ λάβωσι χρήματα ἐφ’ ὅσον
5245ἤθελον ἐγκρίνεσθαι καὶ ἐκτελεῖσθαι ἔργα τῆς ἐπαρχιακῆς
5246καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Οὐδεμία δ’ ἐπῆλθεν ἢ πρόκειται
5247νὰ ἐπέλθῃ μείωσις τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δη-
5248μοτικῆς ὁδοποιΐας.
5249Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι θέμα τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνεκίνη-
5250σεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
5251γισμοῦ. Πράγματι εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἐπηρώτη-
5252σεν, ἂν ἀληθῶς εἰς πίστωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899
5253ἀνεγράφη τὸ ποσὸν, τὸ προερχόμενον ἐξ ἐγγείου φόρου τῶν
5254τεσσάρων δραχμῶν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ ἐκποιηθέντος στα-
5255φιδοκάρπου, προσέθηκε δ’ ὅτι, ἂν εἰσεπράχθη ἐκ τῶν χρη-
5256μάτων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, διε-
5257πράχθη παρανομία. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐν-
5258νοήσῃ, διατὶ δὲν ὑπάρχει πλέον αὐτὴ ἡ καθυστέρησις. Τὸ
5259πρᾶγμα εἶναι εὐεξήγητον. Ἀπὸ τοῦ 1899 τὰ τῆς φορολο-
5260γίας τοῦ σταφιδοκάρπου μετεβλήθησαν. Κατὰ τὰ προγενέ-
5261στερα ἔτη τὸ Δημόσιον, ἀντὶ ἐγγείου φόρου ἐκ τεσσάρων δραχ-
5262μῶν, εἰσέπραττε 15% ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου,
5263ὃν εἰσῆγεν εἰς ἀποθήκας διαχειριζομένας παρ’ αὐτοῦ. Κατὰ
5264τὸν νόμον, τὸν τότε ἐκδοθέντα καὶ μέχρι τοῦ 1898 ἰσχύ-
5265σαντα, ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις ἀπετα-
5266μιεύθη εἰς τὰς ἀποθήκας, τὸ Δημόσιον ἐδικαιοῦτο νὰ λαμ-
5267βάνῃ τὸν φόρον τῶν τεσσάρων δραχμῶν καὶ τὰ ἔξοδα τὰ κατα-
5268βληθέντα εἰς τὰς ἀποθήκας διὰ τὴν ἀποταμίευσιν, διὰ μι-
5269σθοὺς ἀποθηκαρίων, ἂν δὲ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν ἀπέμενεν
5270ὑπόλοιπον, τοῦτο θὰ ἐχρησίμευεν εἰς σκοποὺς ὑπὲρ τῆς στα-
5271φιδικῆς παραγωγῆς. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνέστη ἡ Στα-
5272φιδικὴ Τράπεζα· εἰς αὐτὴν δ’ ἀνετέθη ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ τοῦ
5273ποσοῦ τῶν 15%. Εὐθὺς δὲ ὡς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἥτις
5274ἔχει Ταμεῖον εἰδικὸν, λάβῃ τὰ 15% εἰς εἶδος ἀπὸ τοὺς
5275σταφιδοπαραγωγοὺς, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
5276καταβάλῃ τὸν φόρον τῶν τεσσάρων δραχμῶν. Τὸ Δημόσιον
5277οὐδὲν λαμβάνει. Τὸ παρακράτημα λαμβάνει ἡ Σταφιδικὴ
5278Τράπεζα εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν τεσ-
5279σάρων δραχμῶν. Τὸ Δημόσιον λοιπὸν δικαιοῦται, καθ’ ἣν
5280στιγμὴν ἐξάγεται ὁ σταφιδόκαρπος, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς
5281Τραπέζης ταύτης τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων
5282δραχμῶν. Τοῦτο καὶ ἐγένετο, οὐδεμία δὲ ἀντίρρησις προε-
5283τάθη παρὰ τῆς Τραπέζης, καὶ οὐδεμία ἠσκήθη ἐπ’ αὐτῆς
5284πίεσις, ἵνα πωλήσῃ τὴν σταφιδόκαρπον, ὅπως λάβῃ τὸ Δη-
5285μόσιον τὰ αὐτῷ ὀφειλόμενα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρί-
5286σθη, ὅτι παρεβιάσθη ἄρθρον τι τοῦ σταφιδικοῦ νόμου. Ὁ νόμος
5287ὁρίζει, ὅτι τὸ ἀπομένον ἀδιάθετον ποσὸν σταφιδοκάρπου ἀπο-
5288τελεῖ πόρον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν
5289τοῦ ἐγγείου φόρου. Ἐγὼ δὲν ἀρέσκομαι εἰς τὰς βεβιασμένας
5290ἑρμηνείας τῶν νόμων. Ὁ νόμος ὑποθέτει ὅτι, ὅταν πωληθῇ
5291ὁ σταφιδόκαρπος, δὲν θὰ ἔχῃ λαμβάνειν τὸ Δημόσιον ποσὸν
5292ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιόλι-
5293τρον. Δὲν ἠγέρθη δὲ ποτὲ παράπονον· διότι τὸ Δημόσιον ἔχει
5294ἀκόμη χρήματα εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης,
5295καὶ ἡ Τράπεζα δὲν τὰ δέχεται. Ποῦ ἡ παρανομία; Ἡ δια-
5296φορὰ τοῦ μηχανισμοῦ ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν 15% εἰς
5297εἶδος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν νὰ ὑποπέσῃ
5298εἰς τὸ σφάλμα. Σήμερον τὸ Δημόσιον δὲν λαμβάνει τὰ 15%,
5299ἀλλ’ ἡ Τράπεζα, ἥτις ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον
5300τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον, ὁσάκις ἐξάγεται σταφιδόκαρπος,
5301ἔπρεπε νὰ καλῇ τὴν Τράπεζαν, ἵνα καταβάλῃ τὸν φόρον.
5302Πρὸς εὐκολίαν ὅμως τῆς Τραπέζης, αὐτὸ γίνεται κατὰ τὸ τέ-
5303λος τοῦ ἔτους, ὅτε γίνεται ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως.
5304§365Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων
5305πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Καὶ πρῶτον ἀπαντῶ ὡς πρὸς τὰς εἰσ-
5306πράξεις τοῦ 1900 καὶ 1899. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήτασε τὰς
5307εἰσπράξεις τοῦ 1899 καὶ τοῦ 1900 μέχρι τέλους Νοεμβρίου,
5308καὶ εὗρεν, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ 1900 κατὰ τοὺς 11 μῆνας εἶ-
5309ναι 7 ἑκατομμύρια. Ἂν ἐνθυμεῖσθε τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς
5310ὁποίους ἔκαμα πρὸ ὀλίγου, θέλετε παραδεχθῆ, ὅτι αὐτὰ τὰ
5311ἑκατομμύρια οὐδεμίαν ἐμφαίνουσι πρόοδον τῶν εἰσπράξεων,
5312ἀλλὰ προέρχονται, ἐκ τοῦ διαφόρου τρόπου τοῦ κανονισμοῦ
5313τῶν εἰσπράξεων ἢ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὰ βιβλία τοῦ Κράτους.
5314Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα περὶ τούτου ἤδη εἶπον,
5315ὅπως μὴ κουράσω ἄνευ λόγου τὴν Βουλήν.
5316Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ λά-
5317θος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς Γενικῆς Ληψο-
5318δοσίας τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι
5319ἐγένετο λάθος, καὶ πρὸς ἐπανόρθωσιν αὐτοῦ ἐγένοντο αἱ ἐγ-
5320γραφαί, ὡς ἐγένοντο. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅ,τι εἶπον πρὸ ὀλί-
5321γου, ὅτι ἡ λογιστικὴ τοῦ Κράτους πάσχει, καὶ ἀπαιτεῖται
5322σύντονος προσοχή· ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ πρῶτον λάθος διορ-
5323θώνεται δι’ ἑτέρου. Ὁ νόμος τοῦ 1892 ὁρίζει, τίνι τρόπῳ
5324δέον νὰ γείνουν αἱ ἐγγραφαὶ τῶν δαπανῶν τῶν δημοσίων ἔρ-
5325γων διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν· πρέπει νὰ χρεώνωνται
5326τὰ κεφάλαια τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, καὶ
5327νὰ πιστῶται τὸ Ταμεῖον, τὸ καταβαλὸν τὰ χρήματα, καὶ ὄχι
5328τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Εἶναι τόσον ἀλλόκοτοι αἱ ἐγγρα-
5329φαὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὥστε καταντῶσι καὶ ἀκατανόητοι·
5330ἐκτὸς ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ἐγένετο ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν
5331μᾶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργός.
5332Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ τῆς Σταφιδικῆς
5333Τραπέζης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσε τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν
5334τὸν ἀνέπτυξεν. Ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος περὶ Σταφιδικῆς Τρα-
5335πέζης, ἡ Κυβέρνησις εἶχεν εἰσπράξει τὸ ἀντίτιμον τῆς παρα-
5336κρατήσεως σταφίδος τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897. Περὶ
5337τούτου ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι ὤφειλε τὸ Δημόσιον νὰ
5338παραδώσῃ τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐκκα-
5339θαρίσεως· καὶ οὕτως ἐγένετο. Τί ἔμεινεν εἰς χεῖρας τοῦ Δημο-
5340σίου; Ἔμεινεν ἡ χρῆσις τοῦ 1898, ἡ ὁποία δὲν εἶχε καθα-
5341ρισθῆ· καὶ περὶ τούτου διαλαμβάνει ἐδάφιον εἰδικόν, τὸ τε-
5342λευταῖον τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τρα-
5343πέζης τὸ ὁποῖον ὁρίζει καθαρῶς, ὅτι μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν
5344τοῦ παρακρατήματος τὸ ἀντίτιμον παραδίδεται εἰς τὴν Στα-
5345φιδικὴν Τράπεζαν. Οὐδεμία παρεξήγησις εἶναι δυνατή.
5346(Διαλογικὴ συζήτησις μεταξὺ Νέγρη καὶ Σιμοπούλου)
5347Ἡ μὴ παράδοσις τοῦ παρακρατήματος τῇ Σταφιδικῇ
5348Τραπέζῃ εἶναι παράβασις τοῦ νόμου τόσον καθαρὰ, ὥστε
5349οὐδεμία συζήτησις εἶναι δυνατή.
5350Ἔπραξα τὸ ἐμὸν καθῆκον, καταγγείλας τὴν πρᾶξιν. Ἂς
5351κρίνουν ἤδη περὶ αὐτῆς οἱ ἐνδιαφερόμενοι.
5352§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερος τὸν λόγον;
5353§367Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγώ. Ἀλλ’ εἶναι ἤδη δύο μετὰ τὸ
5354μεσονύκτιον.
5355§368ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ προχωρήσωμεν.
5356§369Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λό-
5357γον, καίτοι χθές, ἐπειγόμενος νὰ περατώσω τὴν ὁμιλίαν
5358μου περὶ τὴν ἑβδόμην καὶ ἡμίσειαν, διότι ὑπεχρεούμην νὰ
5359ἀπουσιάσω τῆς Βουλῆς, δὲν ἔθιξα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα
5360παρουσιάζει ἡ μελέτη τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ
5361τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προ-
5362ϋπολογισμοῦ καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ἡ ἐπιμονή, ἣν
5363δεικνύει, ὅπως, οὕτως εἰπεῖν, ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν
5364ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐπαν-
5365έλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀναπτύξω τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τοῦ Προ-
5366ϋπολογισμοῦ, τῶν ὁποίων χθὲς ἄκροις δακτύλοις ἡψάμην.
5367Βεβαίως ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Πρό-
5368εδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι οἱ μέλ-
5369λοντες νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔδει νὰ
5370ὦσι παρεσκευασμένοι, ὅπως ἐν πάσῃ στιγμῇ λάβωσι τὸν λό-
5371γον. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων δέον νὰ
5372διεξάγηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. Ἡ συζήτη-
5373σις ἤρξατο ἀπὸ τῆς 10ης μετὰ μεσημβρίαν, ἐξηκολούθησε
5374δὲ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπὶ 2½ ὥρας· μετὰ τὸ με-
5375σονύκτιον βεβαίως ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ κατ’
5376ἀκολουθίαν παρεκάλεσε νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, ἤ, ἂν ὑπῆρ-
5377χεν ἕτερός τις ἀγορεύσων, ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Καὶ
5378ἰδού, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔλαβε τὸν λό-
5379γον, καὶ παρέστημεν εἰς μίαν ἀριθμομονομαχίαν μεταξὺ
5380αὐτοῦ καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐφθά-
5381σαμεν εἰς τὰς δύο καὶ ἡμίσειαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ
5382Βουλὴ ἀρκετὰ εἰργάσθη, ἡ Βουλὴ δέον ν’ ἀναπαυθῇ. Νο-
5383μίζετε ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις; Ἄν τὸ
5384νομίζητε, θὰ ἐξακολουθήσω, μὴ δυνάμενος νὰ πράξω ἄλ-
5385λως. Ἀλλὰ πρὸς τί ἡ σπουδὴ αὕτη; Ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἀντι-
5386πολίτευσις κωλυσιεργεῖ, καὶ ὅτι δὲν ἀφίνει τὴν Βουλὴν
5387νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας της· αὗται δὲ οὐδὲν ἄλλο εἶναι
5388ἢ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰ δυνατόν, ἄνευ συζη-
5389τήσεως.
5390Νομίζει τις, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἡ ἀρξαμένη κατὰ τὴν
53911ην Νοεμβρίου, ἐργάζεται ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους. Ἐγὼ ὅμως
5392ἔχω τὰ σημερινὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ βλέπω, ὅτι ἡ
5393συνεδρίασις φέρει αὔξοντα ἀριθμὸν 37. Ὡς γνωρίζετε, τὸ
5394ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφεί-
5395λει νὰ ἐργάζηται, εἶναι τὸ τρίμηνον, ἑξάμηνον δὲ κατὰ τὰς
5396τακτικὰς Συνόδους, τὸ μεῖζον. Λοιπὸν ἤδη μόλις ἐφθάσαμεν
5397εἰς τὸ τρίτον τῶν συνεδριάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλει ἡ
5398Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ, καὶ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι κατηναλώσα-
5399μεν πάσας τὰς δυνάμεις ἡμῶν ἐργαζόμενοι, καὶ διὰ τοῦτο
5400σπεύδομεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας, ἤτοι εἰς τὴν ψήφισιν
5401τοῦ Προϋπολογισμοῦ! Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τίνες ὡμί-
5402λησαν; Ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομι-
5403κῶν, ὅστις εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ἀξιότιμον κ.
5404Χατζῖσκον, ὅστις, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπι-
5405τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡμίλησεν ἐκ μέρους τῆς μειο-
5406νοψηφίας ἐπίσης διὰ μακρῶν, τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἑρμιο-
5407νίδος, ὅστις ὡμίλησεν, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, δὲν
5408μένει ἄλλος ἢ ὁ κ. Σκουζὲς, ἐγὼ χθὲς, καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης.
5409§370Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
5410Ὁ κ. Νέγρης δὶς ἢ τρὶς ὡμίλησε.
5411§371Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπομένουσι λοιπὸν ὅλοι οἱ ἐκ τῆς
5412Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες μέλλουσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον,
5413οἱ δὲ μέλλοντες νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
5414σεως εἶναι οἱ κορυφαῖοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν. Ἀπουσιάζει ὁ
5415κ. Καραπάνος ἀσθενῶν, ἀπουσιάζει ὁ κ. Ράλλης...
5416§372Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν
5417ὑπάρχουν κορυφαῖοι τῶν Βουλευτῶν. Οἱ Βουλευταὶ ὅλοι εἶ-
5418ναι ἴσοι.
5419§373Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, ἀλλά...
5420§374Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κάμνητε τά-
5421ξεις Βουλευτῶν.
5422§375Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν κατατάσσω κανένα εἰς
5423τάξεις. Λέγω οἱ κορυφαῖοι τῶν Βουλευτῶν, διότι ἐκεῖνοι
5424συνηθέστερον πραγματεύονται τὰ οἰκονομικὰ θέματα. Ὁ κ.
5425Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ τοὺς θεωρῇ κορυφαί-
5426ους, δύναται καὶ νὰ μὴ τοὺς θεωρῇ τοιούτους· οὔτε αὐτοὶ
5427ζημιοῦνται, οὔτε αὐτὸς κερδίζει τίποτε ἐξ αὐτοῦ. Ὅπως-
5428δήποτε οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογι-
5429σμοῦ δὲν εἶναι πλείονες τῶν τεσσάρων ἢ πέντε, ὑποθέτω·
5430ἑπομένως αἱ ἀγορεύσεις ὅλαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσωσι
5431πλέον τῶν 5 ἢ 6 ἡμερῶν· κατ’ ἀκολουθίαν, τὴν ἐρχομένην
5432ἑβδομάδα θὰ ἔχῃ περατωθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως
5433τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δύναν-
5434ται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι τοσαύτην ἀνυπομο-
5435νησίαν δεικνύουσιν, ὅπως ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των,
5436νὰ ἀπέλθωσιν ἐκεῖ, ἥσυχοι ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των.
5437Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονή, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ
5438Προϋπολογισμοῦ σήμερον, εἶναι περιεργοτάτη, τοσούτῳ μᾶλ-
5439λον, καθόσον, ἐὰν εἰς τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη εὑρί-
5440σκετο ὁ κύριος Θεοτόκης, ἢ ὁ κύριος Σιμόπουλος, καὶ ἐδή-
5441λουν, ὅτι ἐκουράσθησαν, καὶ ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξακολου-
5442θήσωσι συζητοῦντες, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχεν ἐκ τῆς
5443Συμπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέμενε νὰ ἐξακολουθήσωμεν
5444τὴν συνεδρίασιν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
5445νομικῶν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας ἡμέ-
5446ρας ἄλλοτε ἠγόρευσεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁσάκις
5447ἐζήτησε νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, ἡ πλειονοψηφία ἀπεδέ-
5448χετο μετὰ προθυμίας.
5449§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος;
5450§377ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει τὰ
5451πάντα.
5452§378Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀναβολῆς.
5453§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
5454§380Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα αὖθις ἐγώ.
5455§381ΜΙΧ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων!
5456§382Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Σεῖς φρονεῖτε αὐτό· ἀλλ’ ἐγὼ συζη-
5457τῶ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν πλειονοψηφίαν
5458νὰ συγκατατεθῶσιν, ὅπως διακοπῇ ἡ συνεδρίασις τῆς Βου-
5459λῆς. Δὲν θέλουσι; Θὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ
5460Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἤδη ἄρχομαι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
5461οὕτως, ὥστε νὰ μὴ προκαλέσω τὰς διαμαρτυρίας κανενὸς τῶν
5462ἀξιοτίμων συναδέλφων, τοὺς ὁποίους οὐδόλως θέλω νὰ ἴδω
5463ἀσχάλλοντας.
5464Χθὲς, Κύριοι, ἄκροις δακτύλοις ἡψάμην τῶν διαφόρων κε-
5465φαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περιορισθεὶς κυρίως εἰς τὴν
5466ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων· ἀλλὰ περιωρίσθην κυρίως εἰς τοὺς φό-
5467ρους τοὺς εἰσπραττομένους εἰς τὰ Ταμεῖα· περὶ τῶν ἀμέσων
5468φόρων οὐδόλως ἐποιησάμην λόγον. Θὰ ἀκολουθήσω καὶ σή-
5469μερον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησα χθές, ἐρευνῶν τὸν
5470Προϋπολογισμόν· δηλ. δὲν θὰ ἔλθω εἰς παραβολὰς καὶ εἰς
5471συγκρίσεις, ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω, τί ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ,
5472ὅσον ἀφορᾷ τὴν καλλιέργειαν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, καὶ εἰς
5473ποῖα ἠδύνατο ν’ ἀπολήξῃ ἀποτελέσματα, οὐχὶ μόνον ὅσον
5474ἀφορᾷ τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ
5475τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Οὕτως ἔρχομαι εἰς τὴν παραγω-
5476γὴν τοῦ καπνοῦ.
5477Ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ εἶναι μία ἐκ τῶν οὐσιω-
5478δεστάτων τῆς χώρας, ἡ ὁποία δύναται, χρησιμοποιουμένη
5479καταλλήλως, νὰ εἰσαγάγῃ ἄφθονον χρυσὸν εἰς τὴν χώραν,
5480εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ καταστῇ κέν-
5481τρον ἐξαγωγῆς τοῦ καπνοῦ, ὡς ἡ Αἴγυπτος, θὰ κατώρθου
5482δὲ, ὥστε ἐκεῖνο, ὅπερ συμβαίνει ἐν Αἰγύπτῳ, νὰ γίνηται
5483κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν ὑπῆρχε πρόνοια, ὅπως
5484ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ βελτιωθῇ, ὅπως ἐξευγενισθῇ τὸ
5485εἶδος, τὸ παραγόμενον ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συνα-
5486γωνισθῶμεν σήμερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν καπνοπαραγωγήν, πρὸς
5487αὐτὴν τὴν Τουρκίαν. Καὶ παρετηρήθη, Κύριοι, τοῦτο εἰς
5488πολλὰς καπνοφόρους ἐπαρχίας, ὅπου εἰσήχθησαν σπόροι ἐκ
5489τῶν καλλιεργουμένων καπνῶν ἐν Καβάλλᾳ, ἢ καὶ ἐν ἄλλαις
5490ἐπαρχίαις τῆς Τουρκίας, ὅπου ἡ ποιότης τοῦ καπνοῦ εἶναι
5491ἐξαιρετική, ἡ δὲ ἀξία τούτου ἀνέρχεται εἰς εἴκοσι καὶ εἰκο-
5492σιπέντε καὶ εἰκοσιεπτὰ φράγκα κατ’ ὀκᾶν. Ἐκεῖ ἠδυνήθη-
5493σαν νὰ παραγάγωσι τοιοῦτον καπνόν, ὅπως ἀνέφερεν ἐν
5494τῇ Ἐπιτροπῇ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Γου-
5495ναράκης, ὅστις ἐβεβαίου ἡμᾶς, ὅτι ἐκαλλιεργήθη ἐν Μεσο-
5496λογγίῳ τοιοῦτος καπνός, ὁ ὁποῖος ἠγοράσθη ἀντὶ 20 δραχ-
5497μῶν κατ’ ὀκᾶν. Τὸ πρᾶγμα ἦτο ὅλως τυχαῖον. Ὁ ἀναλα-
5498βὼν τὴν σπορὰν τοῦ καπνοῦ τούτου καὶ καλλιεργήσας τὸν
5499καπνὸν τῆς ποιότητος, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Γουναρά-
5500κης ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, τυχαίως ὅλως ἐκαλλιέργησαν αὐτόν·
5501ὅτε δὲ οἱ ἐρχόμενοι ἀγορασταὶ ἐξ Αἰγύπτου, οἱ ἀγοράζοντες
5502τοὺς καπνοὺς τοὺς ἑλληνικούς, εἶδον τὸν καπνὸν τοῦτον καὶ
5503ἐζήτησαν αὐτόν, ὁ κτηματίας, ὁ ὁποῖος ἐκαλλιέργει αὐτόν,
5504καὶ ὁ ὁποῖος τόσον ἐθεώρει αὐτὸν ἀνάξιον προσοχῆς, ὥστε τὸν
5505εἶχε κρεμάσει ὑπὸ τὴν στέγην τῆς οἰκίας του, ἠπόρησε, καὶ
5506τότε μόνον ἠνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί του, ὅτε τῷ ἐζήτησαν
5507τοῦτον, καὶ τὸν ἐπώλησεν ἀντὶ 20 δραχμῶν τὴν ὀκᾶν.
5508Ἐὰν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλ-
5509λοτε εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ μακαρίτης Τρικούπης, δηλ. νὰ μετα-
5510φέρῃ ἐκ τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν τῆς Τουρκίας καλλιεργη-
5511τὰς τοῦ καπνοῦ.
5512§383Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σιγώτερα, κύριε Βουλευτά,
5513διότι θὰ ἐξυπνήσητε μερικοὺς Βουλευτὰς κοιμωμένους.
5514§384Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην, ἐὰν δεικνύωμαι
5515τόσον ἄστοργος, διακόπτων τὸν ὕπνον των, ἀλλ’ ἀναγκάζο-
5516μαι πρὸς τοῦτο. Ὅπως δήποτε θὰ ταπεινώσω τὴν φωνήν,
5517ὅπως προλάβω τοιαύτην ζημίαν.
5518Ἐὰν λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ἡ καλλιέργεια τοῦ
5519καπνοῦ διὰ σπόρων καταλληλοτέρων, τότε ἡ ἐξευγένισις τοῦ
5520εἴδους ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ θὰ
5521ἀπέφερε τὸ τετραπλάσιον καὶ πενταπλάσιον ἴσως ἐκείνου,
5522τὸ ὁποῖον ἀποφέρει σήμερον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως, Κύριοι, ἐὰν
5523ὑπῆρχεν ἡ πρόνοια ἐκείνη, ἡ ὁποία διακρίνει τὰ ἔθνη, τὰ
5524ὁποῖα βελτιώνουσι τὴν παραγωγὴν αὐτῶν, καὶ ἐὰν βιομη-
5525χανικῶς κατειργαζόμεθα τὸν καπνόν, ὡς γίνεται σήμερον ἐν
5526Αἰγύπτῳ, εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι 20 ἑκατομμύρια φράγ-
5527κων χρυσῶν καὶ πλέον θὰ ἠδύναντο νὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ τοῦ
5528ἐξωτερικοῦ. Νομίζω δέ, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἤρξατο τοιαύτη σκέ-
5529ψις κυοφορουμένη εἰς τὰς κεφαλὰς οὐ μόνον τῶν καπνεμ-
5530πόρων ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἑταιρείας, καὶ νομίζω, ὅτι
5531ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα, ἢ ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι καὶ
5532εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεβλήθη ὑπόμνημα,
5533καὶ ἐζητήθη ἡ σύστασις τοιαύτης ἑταιρείας μετὰ δικαιω-
5534μάτων τινῶν, ὅπως, κατασκευάζουσα σιγαρέτα, καθ’ ὃν τρό-
5535πον κατασκευάζονται ταῦτα ἐν Αἰγύπτῳ, ἐξάγῃ ταῦτα εἰς
5536τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀμερικήν. Καὶ ὑπολογίζουσιν οἱ ἀνα-
5537λαμβάνοντες τὴν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, ὅτι 20 ἑκατομμύρια
5538καὶ πλέον φράγκων χρυσῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσιν
5539εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τοῦτο δέ, Κύριοι, ἐγὼ
5540τὸ θεωρῶ ὡς βέβαιον, διότι γνωρίζω τοὺς πλείστους ἐκ τῶν
5541Κυρίων ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν σύστασιν τοιαύτης
5542ἑταιρείας. Ἡ ἑταιρεία αὕτη, καθὼς ἤκουσα, συνιστᾶται, καὶ
5543καταθέτει κεφάλαια ὑπὲρ τὰ 7 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐὰν
5544τοῦτο ἦναι ἀληθές, καὶ ὑπάρχῃ πράγματι τοιαύτη ἑταιρεία,
5545καταθέτουσα 7,000,000 δραχμῶν, ὅπως δίδῃ δάνεια εἴτε εἰς
5546τοὺς καλλιεργητὰς τοῦ καπνοῦ, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξευ-
5547γενίσεως τοῦ εἴδους, εἴτε πρὸς ἀγορὰν ἐγχωρίου καπνοῦ, καὶ
5548ζητῇ μόνον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν νὰ εἰσάγῃ τὸν καπνὸν,
5549τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς κατασκευὴν τῶν μελλόντων νὰ ἐξα-
5550χθῶσι σιγαρέτων, ἐκ Τουρκίας ἄνευ τέλους, τότε δὲν γνωρίζω
5551διατὶ εἰς ἔργον τοιαύτης σημασίας δὲν ἠσχολήθη ὁ κύριος
5552Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν εἰσήγαγε τοιοῦτο νομο-
5553σχέδιον, ἀλλ’ εἰσήγαγεν ἕτερα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐψηφί-
5554σαμεν ἐνταῦθα, ἀφοῦ συνεζητήσαμεν αὐτὰ διὰ μακρῶν, καὶ
5555τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἀνεφάρμοστα. Καὶ εὐτύχημα εἶναι, ὅτι
5556δὲν ἐφηρμόσθησαν μέχρι τοῦδε, διότι ἤθελον ἀπορροφήσει
5557πάλιν μεγάλας προσόδους τοῦ Δημοσίου, ἤθελον ἀπορροφήσει
5558τὸ χρῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀσκόπως καὶ ἀγόνως.
5559Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ὁ μακαρίτης Τρικούπης εἶχε τὴν
5560ἰδέαν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάπτυξιν
5561τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ διὰ τῆς ἐξευγενίσεως τοῦ εἴ-
5562δους, καὶ νομίζω, ὅτι εἶχεν ἔλθει καὶ εἰς διαπραγματεύσεις
5563ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ εἶχον κληθῆ ἄνδρες
5564ἐκ τῶν χωρῶν ἐκείνων, ὅπου καλλιεργεῖται ὁ καπνὸς, ὅπως
5565διδάξωσι τὴν καλλιέργειαν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅπως διδάξωσι
5566τὴν κατασκευὴν τῶν σιγαρέτων παρ’ ἡμῖν. Ἔκτοτε ὅμως
5567πάντα ταῦτα διεκόπησαν, καὶ ἓν εἶδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο
5568νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Κράτος μεγάλας
5569καὶ πολλὰς προσόδους, δὲν ἐχρησιμοποιήθη παντάπασι. Δὲν
5570γνωρίζω, ἐὰν ἐξακολουθεῖ ὑπάρχον τὸ Τμῆμα τῆς Γεωργίας
5571ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἄλλοτε, ἐπὶ τῆς ἐπο-
5572χῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν
5573Ἐσωτερικῶν ἦτο ὁ γεωπόνος κύριος Γεννάδιος, ἐλαμβάνοντο
5574μέτρα τινὰ, συνετάσσοντο ἐκθέσεις, καὶ ὑπεδεικνύοντο τρό-
5575ποι καὶ μέτρα, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ βελτιωθῇ ἡ
5576ἑλληνικὴ καλλιέργεια. Μεταξὺ δὲ τόσων ἄλλων, ἐνθυμοῦ-
5577μαι, ὅτι σκέψις ἐγένετο καὶ περὶ κατασκευῆς ῥοδελαίου.
5578Μὴ νομίζῃ τις, ὅτι ταῦτα πάντα εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντα.
5579Ἀρκεῖ νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, τί εἰσπράττει ἡ Βουλγαρία κατ’
5580ἔτος ἐκ μόνου τοῦ ῥοδελαίου, διὰ νὰ κατανοήσῃ, ὅτι, ἐὰν ἦτο
5581δυνατὴ ἡ καλλιέργεια καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ ῥοδελαίου ἐν
5582Ἑλλάδι, μεγάλα ποσὰ ἤθελεν ἀποφέρει αὕτη εἴς τε τὸ Δη-
5583μόσιον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Ὅτι ἐκ τῆς καταναλώ-
5584σεως τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν καὶ τῶν σιγαρέτων εἰς τὴν
5585Εὐρώπην καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ εἰς τὰς Ἰνδίας ἡ εἰσα-
5586γωγὴ χρυσοῦ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ τὰ 20 ἑκατομμύρια δραχ-
5587μῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ τις, ὅτι ἡ ἐξα-
5588γωγὴ τῶν σιγαρέτων εἰσάγει κατ’ ἔτος εἰς Αἴγυπτον ὑπὲρ
5589τὰ 4 ἑκατομμύρια λιρῶν αἰγυπτιακῶν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι
5590ἐν Αἰγύπτῳ δὲν ὑπάρχει, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ καλλιέργεια τοῦ
5591καπνοῦ, ὅτι ὅλος ὁ καπνὸς, διὰ τοῦ ὁποίου κατασκευάζονται
5592τὰ σιγαρέτα, εἶναι καπνὸς ἑλληνικὸς, ἀναμιγνυόμενος μετὰ
5593καπνοῦ τουρκικοῦ.
5594Οὕτω λοιπὸν, Κύριοι, ἐνῷ εἰς τὴν Αἴγυπτον δὲν παράγε-
5595ται οὐδὲ κλωνίον καπνοῦ, ἀλλ’ ὁ εἰσαγόμενος εἶναι ἑλλη-
5596νικὸς καὶ τουρκικὸς, διὰ τῆς βιομηχανίας τῶν σιγαρέτων
5597εἰσάγουν οἱ ἐν Αἰγύπτῳ σιγαρέμποροι καὶ σιγαροποιοὶ 100
5598ἑκατομμύρια φρ. χρυσῶν. Ποῖος ἤθελε παρακωλύσει ἡμᾶς,
5599μέγα μέρος τῆς βιομηχανίας ταύτης νὰ μεταφέρωμεν εἰς
5600τὴν Ἑλλάδα;
5601§385Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζετε, ὅτι
5602εἶναι καλὸν νὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ, καὶ αὔριον νὰ ἐπανα-
5603λάβωμεν τὴν συζήτησιν;
5604§386Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· αὔριον.
5605§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 40′
5606τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).