Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Β› Sitting 37

1900.12.27

3,573 rows · 27,549 words · 2 tables · 162 turns

Date
1900.12.27
Presidency
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Period
ΙΕ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1905)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37

τῆς 27 Δεκεμβρίου 1900.

(Τετάρτη).

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).

(Συνελθόντων τῶν κυρίων Βουλευτῶν περὶ ὥραν 4 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς αὐτῶν κατάλογος).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 124 Βουλευτῶν.

§2Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συνήθως κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, ἐνῷ ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος, οὐδέποτε σχεδὸν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ· ἐὰν δὲ παρατηρήσῃ τις σήμερον ἐν τῇ αἰθούσῃ, πόσοι συνάδελφοι ἀπουσιάζουν, βεβαίως ἀντιλαμβάνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν;

§4Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος ἐκ νέου. (Ἀναγινώσκεται αὖθις ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Θ. Βελλιανίτου καὶ Κ. Πλατούτσα, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 125 Βουλευτῶν. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἔχει τις τὸν λόγον; Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐσόδων. «Κεφάλαιον Αʹ...»

§8Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐπελήφθημεν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων...

§10Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι!

§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἰσήλθομεν. (Ἐνταῦθα ὁ Γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὸ Κεφάλαιον Αʹ τῶν ἐσόδων).

§12Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν εἶχον ζητήσει νὰ προταχθῶσι νομοσχέδιά τινα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοιαῦτα εἶναι τὸ περὶ ἀτελείας τῶν ὠφελίμων βιβλίων, καὶ τὸ περὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐψηφίσθη. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν βιβλίων δὲν ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ εἰς δευτέραν μόνον, καὶ μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ψηφισθῇ σήμερον.

§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον.

§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον.

§15ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἔχομεν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§16Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἔλαβον τὸν λόγον...

§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§18Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀφοῦ ὡμίλει ἔτι ἐπ’ αὐτῆς ὁ βουλευτὴς κ. Χοϊδᾶς!

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἄλλη συζήτησις. (Θόρυβος).

§20ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Πότε ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§21Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅτε ἦλθον ἐγὼ καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν ὡμίλει περὶ προτάξεως νομοσχεδίου τινός.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις.

§23Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἑπομένως δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῆς προτάξεως ἄλλου νομοσχεδίου ἀπεφάνθη ἡ Βουλή. Εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§25ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω νὰ μοὶ καθορίσητε τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι, ὅταν ἀπαγγέλλῃ ὁ Πρόεδρος, ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· ὅπερ ἐγένετο, ἐπελήφθημεν δὲ... (θόρυβος)

§27ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικά;

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως καὶ ἐπεκυρώθησαν.

§29Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται οὕτως ὁ Προϋπολογισμός, ἀπατᾶσθε πολύ. (Θόρυβος).

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι... Ἤρχισεν ἤδη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων.

§31Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐζήτησα τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Χοϊδᾶς ἐζήτει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχεν ἤδη τελειώσει ἡ συζήτησις.

§33Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς, ἐνῷ ὡμίλει ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν!

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἐζήτησε νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ταχυδρομικῆς ἀτελείας τῶν ὠφελίμων βιβλίων, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ἀπορρίψασα τὴν πρότασιν αὐτοῦ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις.

§35ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως; Ἐπ’ αὐτῶν θὰ γείνῃ συζήτησις. (Θόρυβος).

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἀνεγνώσθησαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον Αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον Βʹ...

§37Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.

§39Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἡ σπουδὴ ὑμῶν μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ ἔχω πρὸ ἐμοῦ τὰς σημειώσεις μου. Ἐπίστευον, ὅτι ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἐκ τῶν συνήθως ἀγορευόντων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελον προηγηθῆ κατὰ τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἦλθον χωρὶς νὰ κομίσω μετ’ ἐμοῦ τὰς διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ χρησίμους σημειώσεις μου, καὶ διὰ τοῦτο θ’ ἀναγκασθῶ νὰ ὁμιλήσω, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τοῦ προχείρου. Δὲν θέλω κατ’ ἀκολουθίαν καταγείνῃ εἰς τὴν ξηρὰν λογιστικὴν τῶν ἀριθμῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδὲ θέλω προβῆ εἰς παραβολὰς ἀπολογισμῶν παρελθουσῶν χρήσεων πρὸς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμόν, ὅπως καταδείξω τὰ σημεῖα, εἰς ἃ διϊστάμεθα πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ θὰ ἐλέγξω τὰς εἰσπράξεις, ἐφ’ ὧν ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ πάντες οἱ ἐντεῦθεν ἀγορεύσαντες κατέδειξαν, ὅτι θέλουσι διαψεύσει τὰς ἐλπίδας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ φίλος μου κ. Χατζῖσκος καὶ οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς κύριοι Νέγρης καὶ Σκουζὲς, διὰ μακρῶν ἀγορεύσαντες, καὶ ἐλέγξαντες τὸν Προϋπολογισμὸν κεφάλαιον πρὸς κεφάλαιον καὶ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, κατέδειξαν, ὅτι πάντως ἡ χρῆσις τοῦ 1901 θέλει ἀπολήξει εἰς ἔλλειμμα 6,000,000 δραχμῶν. Καὶ ὄντως ὁ διερευνῶν καὶ μελετῶν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀναμφισβητήτως εἰς τοιοῦτον θέλει καταλήξει συμπέρασμα, διότι θέλει εὕρει, ὅτι ἄκρα αἰσιοδοξία διαπνέει τὸ τεῦχος τοῦτο. Τὸ αἴσθημα τοῦτο τῆς αἰσιοδοξίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁσάκις ἠγόρευσεν ἐντεῦθεν, ἠθέλησε πλειότερον νὰ τονίσῃ, ὅπως ἐμπνεύσῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ αἴσθημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατακλύζει τὰ στήθη αὐτοῦ. Καὶ τὸ αἴσθημα τοῦτο μετέδωκε καὶ εἰς τὸν ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτὴν καὶ φίλον μου κ. Ρέπουλην, ὅστις, ὑπερθεματίζων εἰς ὅσα ἀνέφερεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατέληξε καὶ οὗτος εἰς μᾶλλον εὐοίωνα ἀποτελέσματα, εὑρίσκων, ὅτι πολλῷ πλείονα περισσεύματα θὰ παρουσιάσῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1901 ἢ ὅσα ἀνέφερεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸν εἰσηγητήριον αὑτοῦ λόγον. «Καὶ ποίαν», εἶπεν ὁ κύριος ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτής, «ἄλλην ἀσφάλειαν θέλετε ἢ αὐτοὺς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἐπαρουσίασεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;» Ὅπου λαλεῖ ἡ γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν, ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ εἰσχωρήσῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία. Καὶ ὄντως, Κύριοι, εἰς πάντα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου, ὅπου λαλοῦσιν οἱ ἀριθμοὶ, ἐκεῖ τίθενται ὡς βάσις οὗτοι διὰ πάντα θετικὸν ὑπολογισμόν. Ἀλλ’ ὁσάκις ἀκούεται φθεγγομένη ἡ γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε ἀνετράπη ἡ μαθηματικὴ αὕτη ἀρχή, ἡ γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν ἐξεγείρει τὴν μεγαλειτέραν δυσπιστίαν. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσιοδοξῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τὰς αἰσιοδοξίας ταύτας καὶ τὰς ἐλπίδας καὶ τὰ αἰσθήματα ταῦτα πρὸ 20 ἐτῶν τὰ ἀκούομεν βροντωδέστερον ἐξαγγελλόμενα ἐντεῦθεν, καθ’ ἣν ἐποχὴν δηλ. ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ὡς Πρόεδρος αὐτῆς, ἐπαρουσίαζε τὴν φαιδρὰν καὶ γελώεσσαν εἰκόνα τῆς ἐκπεσούσης οἰκονομικῶς Ἑλλάδος· ἐβλέπομεν δὲ τότε τὴν Ἑλλάδα πλέουσαν εἰς ἀτμόσφαιραν εὐτυχίας, παραβαλλομένην πρὸς τὸ Βέλγιον, καὶ πολλάκις πρὸς αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν, καὶ ἐθεώμεθα ἑκατομμύρια πηδῶντα ἀπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς διωλίσθησαν, καὶ ἀπῆλθον τῆς Ἑλλάδος, ἀφήσαντα ὡς μόνην σκληρὰν ἀνάμνησιν μίαν χρεωκοπίαν καὶ τὸν κλοιὸν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ὅστις πιέζει ἡμᾶς, καὶ θὰ πιέζῃ ἐπὶ μακρὸν τὰς μεθ’ ἡμᾶς γενεάς. Ὅταν δὲ τοιαῦτα ἀποτελέσματα εἴχομεν ἀπὸ εἰκοσαετίας, ὅτε αἱ αὐταὶ εὐοίωνοι ἐλπίδες προεχέοντο εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἠδύνατο νὰ πιστεύῃ ὁ λαός, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς βαλβίδος, ἕτοιμοι νὰ σταδιοδρομήσωμεν ἐπιφανῶς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν εἶχε μεταβληθῇ εἰς Χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς καὶ εἰς γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ὅταν δὲ, μεθ’ ὅλα ταῦτα, εἴδομεν συντριβεῖσαν τὴν ῥωμαλαίαν διάνοιαν τοῦ Τρικούπη, καὶ καταλήξασαν τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικὴν εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύωμεν σήμερον, ὅτι θέλομεν καταλήξει εἰς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τόσον εὐοιώνως προχέει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ἵνα πιστεύσῃ τις, ἐὰν ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν βασίζωνται ἐπὶ ἀσφαλοῦς ἐδάφους, δέον νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ πολιτική, ἣν ἠκολουθήσαμεν ἀπὸ εἰκοσαετίας, καὶ ἥτις ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἤλλαξεν, ἢ ἐξακολουθεῖ ἡ ἰδία καὶ ἀμετάβλητος μέχρι σήμερον. Ἐρευνῶντες οὕτω τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμόν, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἐξακολουθοῦμεν δυστυχῶς τὴν αὐτὴν ὁδόν· ὅτι, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1883 ἐξακολουθοῦμεν αὐξάνοντες τὰς δαπάνας ἡμῶν, δὲν ἐφροντίσαμεν παντάπασιν, ὅπως δώσωμεν ζωήν, καὶ τονίσωμεν τὰ νεῦρα τῆς Ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Ἐνῷ δὲ οὐδὲν ἐπράξαμεν, ὅπως καταστήσωμεν τὴν χώραν ἡμῶν ἱκανὴν νὰ ἀποδίδῃ τὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα ζητοῦμεν παρ’ αὐτῆς, ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ 1883 ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως ἡμῶν κατὰ 34 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Εἰς ταῦτα δέ, ὡς ἐννοεῖτε, δὲν περιλαμβάνεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλ’ ὁλόκληρα σχεδὸν διασπείρονται εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῆς διοικήσεως. Ὅταν τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἀποτελέσματα σύμφωνα πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλοίαν βεβαίως ὄψιν θὰ παρίστα ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, καὶ ἄλλας ἐλπίδας θὰ ἐνέπνεεν ἡμῖν ὁ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμός, ἂν τὰ ἀγόνως διασπειρόμενα ἑκατομμύρια ταῦτα διετίθεντο πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, πρὸς κοινωνικὴν μόρφωσιν αὐτῆς, πρὸς ἠθικὴν διάπλασιν αὐτῆς, οὕτως ὥστε, ἐνισχύοντες τὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ ἠδύνατο αὕτη νὰ παράσχῃ ἀνελλιπῶς καὶ ἄνευ οἰκονομικῆς ἐξαντλήσεως τῆς κοινωνίας τὰ 114 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν εἰς φόρους παρ’ αὐτῆς. Ἐὰν ἀναγνώσῃ τις τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, καὶ παραβάλῃ αὐτὸν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, καὶ ἴδῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς σήμερον αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ηὔξησαν κατὰ 34 ἑκατομμύρια δραχμῶν, βεβαίως θὰ νομίσῃ, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν θαυματουργοῦ τινος δυνάμεως, μετέβαλεν ὄψιν οἰκονομικήν, καὶ ὅτι πηγαὶ πλούτου ἀνεῴχθησαν, ὥστε νὰ παρέχηται τὸ δικαίωμα τῆς τοιαύτης πολυτελείας ἐν τῇ διοικήσει ἡμῶν. Ἀλλὰ πράγματι μετέβαλεν ὄψιν ἡ Ἑλλὰς ἔκτοτε; ὄντως ἡ γεωργία ἡμῶν ἔλαβε τοιαύτην ἔκτασιν καὶ αὔξησιν; πράγματι ἀνεπτύχθη ἡ βιομηχανία ἡμῶν τεραστίως, ἡ δὲ ναυτιλία, ἥτις θὰ ἠδύνατο νὰ καταστῇ μεγάλη πλουτοπαραγωγὸς δύναμις, κυριαρχεῖ τῆς Μεσογείου, καὶ οἱ λιμένες ἡμῶν κατεστάθησαν αἱ ἀποθῆκαι τῆς Ἀνατολῆς; ἢ ὁ μεταλλευτικὸς πλοῦτος, παρ’ οὗ τόσα ἑκατομμύρια ὀνειροπώλει ὁ κύριος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς διὰ τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ηὐξήθη; Τί θαῦμα ἐπετελέσθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὥστε νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἀπέκτησε τόσην οἰκονομικὴν ῥώμην ἡ Ἑλλάς, ὥστε νὰ δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Δημόσιον διὰ δαπάνας 114 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Ἀτυχῶς, ὅπως εἰς πᾶσαν δημοσίαν ὑπηρεσίαν εὑρισκόμεθα εἰς οἰκτροτάτην κατάστασιν, καὶ παρέχομεν εἰκόνα ἀθλίαν τῆς διοικήσεως, οὕτω καὶ ἐν τῇ στατιστικῇ δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ οὔτε πίνακας, οὔτε πληροφορίας στατιστικάς, ὅπως βασίσῃ τοὺς ὑπολογισμούς του. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη πινάκων στατιστικῶν, οὔτε πληροφοριῶν, ἵνα πεισθῇ τις, ὅτι οὐδόλως μετεβλήθη ἡ Ἑλλάς, ὑπὸ ἔποψιν πλουτολογικήν, ἀπὸ τῆς τελευταίας χρεωκοπίας αὐτῆς. Ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ κατάστασις τοῦ ἐμπορίου ἡμῶν· τῆς βιομηχανίας τὰ προϊόντα δὲν κατακλύζουν τὰς ἀγορὰς τῆς Ἀνατολῆς· ἐξ ἐναντίας ἐξακολουθοῦμεν εἰσάγοντες πάντα σχεδὸν τὰ εἴδη τῆς βιομηχανίας ἐκ τῆς Ἑῴας· οὔτε ἡ ἀτμήρης ἡμῶν ναυτιλία διασχίζει τὰ ὑγρὰ κέλευθα, οὔτε ὁ μεταλλευτικὸς πλοῦτος ἀποδίδει τόσα ἑκατομμύρια, ὥστε νὰ δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀντέχῃ εἰς τοιαύτην φορολογίαν διὰ δαπάνας τοσοῦτον ἀλογίστους. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ παραγωγικότης τῆς χώρας δὲν παρουσιάζει τοιαύτην αὔξησιν, δὲν παρουσιάζει σημαντικήν τινα βελτίωσιν, δὲν παρουσιάζει γονιμότητα τοιαύτην οἰκονομικὴν, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ δυνηθῇ νὰ παρέχῃ, χωρὶς νὰ καμφθῇ, τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν παρ’ αὐτοῦ, οὐδὲν ἀφ’ ἑτέρου πράττομεν, ὅπως δώσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν δύναμιν ταύτην, ἵνα μᾶς παράσχῃ αὐτούς. Ἤκουον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρωθυπουργόν, λέγοντα ἐντεῦθεν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ παρέχῃ 108 ἑκατομμύρια, καθ’ ἡμᾶς, ἢ 114 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ μόνον ἀποδεικνύει τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅτι ἡ ἐργατικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ εὐφυΐα καὶ τὸ λιτοδίαιτον αὐτοῦ εἶναι ἄξια τῳόντι θαυμασμοῦ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ πάντας τοὺς πιστεύοντας, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχῃ 114 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς φόρους κατ’ ἔτος, ἢ μᾶλλον τὴν ἐρώτησιν ταύτην θὰ φέρῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ λαός: διὰ τίνα λόγον ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1901 αὐξάνονται αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως κατὰ 34 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Καθόσον, ἐὰν ἀφαιρέσῃ τις τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι γίνονται χάριν τῶν μονοπωλίων, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουσι λόγον καθαρῶς ταμιευτικόν, θέλει ἴδει, ὅτι τὰ διδόμενα ἑκατομμύρια δὲν παρέχονται πρὸς κοινωνικήν τινα μόρφωσιν, δὲν παρέχονται οὔτε πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας, οὔτε εἰς ἕτερα ἔργα κοινωφελῆ καὶ παραγωγικά, ἀλλὰ διασπείρονται ἐντὸς τῶν ἄρθρων καὶ τῶν κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐντελῶς ἀγόνως, καὶ διασπείρονται οὕτω χάριν λόγων προσωπικῶν, πρὸς ἐξυπηρέτησιν οὐχὶ δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλ’ ὅπως ἐκτρέφηται, αὐξάνηται καὶ πληθύνηται ἡ φυλὴ τῶν θεσιθηρῶν, ἥτις κατέστη δυσίατος νόσος καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὅμως τὰ 34 ἑκατομμύρια, ἢ ἐὰν 20 ἑκατομμύρια, ἐὰν 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν διετίθεντο ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, ἐὰν ἐλάμβανον ἐπέκτασιν τὰ δημόσια ἔργα, τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτῆς, ἐὰν ἀπεξηραίνοντο τὰ καλύπτοντα τὴν Ἑλληνικὴν γῆν ἕλη, τὰ ζημιοῦντα καὶ τὴν γεωργίαν, φθείροντα δὲ καὶ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἐὰν ἐνισχύετο τὸ ἐμπόριον, ἡ βιομηχανία, ἡ κτηνοτροφία, ἡ ναυτιλία, ἐὰν τροπαὶ ἄλλαι ἐδίδοντο εἰς τὴν νεολαίαν, τὴν πνιγομένην εἰς τὰ τέλματα τῆς ἀμαθείας καὶ τῆς θεσιθηρίας, καὶ ἠνοίγοντο εἰς αὐτὴν ὁδοὶ πρακτικῶν γνώσεων καὶ βλέψεις πλουτισμοῦ, βεβαίως τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν εἰς αἰσιώτερα ἀποτελέσματα οἰκονομικῆς εὐεξίας καὶ ἐθνικοῦ μέλλοντος· ἀλλ’ ἀτυχῶς, οὐδὲν ἢ μηδαμινὸν διετέθη ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῶν δυνάμεων τούτων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, παρατηρήσατε, τί διατίθεται εἰς παραγωγικὰ ἔργα, καὶ ἐκεῖ θὰ ἴδητε τὴν εἰκόνα τῆς ἀθλιότητος, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει οὗτος. Καὶ ἠλπίσαμεν, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἤθελεν ἐπέλθει μᾶλλον σώφρων, μᾶλλον λελογισμένη πολιτική, καταλήγουσα εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ οἱ ξένοι, οἱ ἀσχοληθέντες, ὡς καὶ πάντες οἱ μελετῶντες τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, κατέληξαν· τουτέστιν, ὅτι πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ περικόψωμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν, διότι εἶναι κωμικὸν νὰ βλέπῃ τις Κράτος δύο–ἥμισυ ἑκατομμυρίων ψυχῶν, ἔχον τοιαύτην πολυάριθμον καὶ πολυτελῆ Διοίκησιν. Ἀλλὰ ποία τις εἶναι ἡ Διοίκησις; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, οἵτινες γνωρίζετε κάλλιστα αὐτήν, ὅτι, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, καὶ ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν σπανίας μόνον ἐξαιρέσεις ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ὑπαλληλίας, εὑρίσκει, ὅτι κατέφυγον εἰς αὐτὴν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν δύνανται διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων νὰ βιοπαλαίσωσιν, οἵτινες δὲν αἰσθάνονται τὴν ἱκανότητα νὰ τραπῶσιν εἰς ἕτερα ἔργα, ἀλλά, στεγασθέντες ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Διοικήσεως, ψωμίζονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, μηδόλως συντελοῦντες εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς Διοικήσεως. Καὶ ὅταν ἀκούω, ἢ ἀναγινώσκω εἰς ἐφημερίδας, ὅτι οἱ Ἕλληνες πολιτευόμενοι κατέστησαν λυμεῶνες τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅτι αὐτοὶ παρέφθειραν τὴν Διοίκησιν, ὅτι αὐτοὶ καταβιβρώσκουσι τὸ σῶμα τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως, γνωρίζω, ὅτι, ἄνευ παρεμβάσεως τοῦ Βουλευτοῦ, οὐχὶ παρεμβάσεως, ὅπως διορίζῃ ἢ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους, διότι καὶ τοῦτο εἶναι ζήτημα λίαν ἀμφίβολον διὰ τοὺς καλῶς γνωρίζοντας τὰ πράγματα, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ, μυρία συμφέροντα, ἐξαρτώμενα ἐκ τῆς διοικήσεως, θὰ κατεστρέφοντο, ἕνεκα τῆς ἀβελτηρίας καὶ τῆς ἀμαθείας, ἥτις ἐπιπολάζει ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Διοικήσει. Τί συμβαίνει ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἡμεῖς γνωρίζομεν· ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ κέντρῳ, καὶ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν λάβητε τὸν κόπον νὰ μεταβῆτε εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, θὰ ἴδητε, κατὰ ποῖον τρόπον διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐπὶ ὥρας μακρὰς θ’ ἀναμένητε, ζητοῦντες τοὺς ἐντεταλμένους τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας ὑπαλλήλους, οἵτινες πρὸ τῆς 10ης τῆς πρωΐας οὐδέποτε μεταβαίνουσιν εἰς τὰ γραφεῖά των, ὑπάρχει δὲ καὶ Ὑπουργεῖον, ὡς τὸ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπου μετὰ τὴν 11ην μεταβαίνουσι, καὶ ἀπέρχονται ὀλίγον πρὸ τῆς 12ης ὥρας!

§40Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἀριστοκράται!

§41ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Μὴ διακόπτετε!

§42Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διὰ τοιαύτην λοιπὸν Διοίκησιν, διὰ τοιούτους ὑπαλλήλους ἀπὸ τοῦ 1883 δαπανῶμεν 34 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐπὶ πλέον! Οὕτω δὲ ἀπορροφοῦμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τὰς παραγωγικὰς τάξεις τῆς Ἑλλάδος, ἀπορροφοῦμεν ὅ,τι ἠδύνατο ἴσως νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν τῆς χώρας, καὶ ἀπορροφοῦμεν αὐτὸ, ὅπως ἀναπτύξωμεν ἓν ὀλέθριον κακὸν, τὴν τάξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν πολιτικολογοῦσαν ἐν τοῖς καφενείοις, τὴν ἀργοσχολοῦσαν, τὴν μηδὲν πράττουσαν, ἀλλὰ θεωροῦσαν τὸ Κράτος ὡς πρυτανεῖον. Λαμβάνομεν δηλαδὴ τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν φιλοπονίαν, καὶ τὰ ῥίπτομεν εἰς τοὺς ἀέργους, οἵτινες, ἄνευ τῶν ἐλπίδων, τῶν παρεχομένων ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἠδύναντο νὰ καταστῶσι φιλόπονοι καὶ παραγωγικοὶ πολῖται. Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἐν συνόψει ὁ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμός. Οὐδαμοῦ διακρίνω ἐν αὐτῷ τάσιν τινὰ μελλούσης βελτιώσεως. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὡς πολλάκις ἐλέχθη ἐντεῦθεν, εἶναι τὸ κάτοπτρον αὐτὸ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν διαφέρει παντάπασι τῶν Προϋπολογισμῶν τῆς πρὸ 15 καὶ 20 ἐτῶν ἐποχῆς. Τὰ αὐτὰ κεφάλαια ἀναγράφονται, αἱ αὐταὶ πιστώσεις, ἡ αὐτὴ τάσις ἐξογκώσεως τῶν δαπανῶν, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἐπιβολὴ νέας φορολογίας πιεζούσης τὰς λαϊκὰς καὶ ἀστικὰς τάξεις ἀπηνῶς. Δὲν εἶναι Προϋπολογισμὸς διατιθέμενος νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας τῶν πολιτῶν, παρ’ ὧν ἐλπίζει τὸ Κράτος καὶ ἀναμένει βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτοῦ. Ἔχω ἐνταῦθα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, καὶ ῥίπτω μερικὰ βλέμματα εἰς τὰς σελίδας αὐτοῦ. Καὶ ἐν πρώτοις σταματῶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀμέσων φόρων, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἐπὶ πολὺ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τῆς ἐκθέσεώς της καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς αὐτῆς διὰ μακρῶν κατέδειξαν, ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπέλθῃ διάψευσις τῶν ἐλπίδων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· δι’ ὃ δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς ταῦτα. Ὑπὸ ἄλλην ὅμως ἔποψιν θὰ ἐξετάσω τοὺς φόρους, οἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ. Πρῶτος ἀναγράφεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ φόρος οὗτος εἰσήχθη, ὡς γνωστόν, καταργηθείσης τῆς δεκάτης, καταργηθείσης τῆς φορολογίας ἐκείνης, ἥτις ἦτο καὶ φυσικὴ καὶ δικαία, ἀλλ’ ἥτις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῆς ἦτο καταθλιπτικωτάτη διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς τῆς χώρας. Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκείνου ἐδήλου, ὅτι ἡ πρόθεσίς του ἦτο, ὅπως βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον καταργηθῇ ἐντελῶς καὶ ὁ φόρος οὗτος, οὕτω δὲ ἀπαλλαγῇ ἡ γεωργία πάσης φορολογίας, καὶ δοθῇ ὤθησις εἰς ἀνάπτυξιν ἰδίᾳ τῶν σιτηρῶν, τῆς κυρίως τουτέστι γεωργίας. Ἔκτοτε ὅμως αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, καὶ μόλις κατὰ τὸ 1896, ὅτε ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς κ. Δηλιγιάννης διετέλει Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, εἰσήγαγεν ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπεδιώκετο ἡ βελτίωσις τῆς γεωργίας, ἐν Θεσσαλίᾳ κυρίως. Ἐζήτει δὲ τὴν βελτίωσιν οὐ μόνον τῆς καλλιεργείας, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως καὶ τῆς ἠθικῆς ἀναπτύξεως τῶν Ἑλλήνων ἀγροτῶν. Εἶναι θεωρία οἰκονομολογική, πολλοὺς ἀριθμοῦσα ὀπαδοὺς, τὸ λεγόμενον, ὅτι ἡ καλλιέργεια τῆς γῆς εἶναι ἀνάλογος, οὐχὶ πρὸς τὴν γονιμότητα τοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ πρὸς τὸν πολιτισμὸν ἑκάστης χώρας, ὅτι ἡ παραγωγὴ μιᾶς χώρας καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑνὸς Κράτους κύριον γνώμονα ἔχουσι τὸν πολιτισμὸν αὐτοῦ. Ἂν τὴν ἀρχὴν ταύτην λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, δέον νὰ ἐξετάσῃ, εἰς τίνα βαθμίδα πολιτισμοῦ ἵσταται ὁ ἀγροτικὸς τῆς Ἑλλάδος πληθυσμὸς, ὅπως κατανοήσῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ γεωργία αὐτῆς, νὰ ἐρευνήσῃ δὲ ἐν τοῖς ὑποβληθεῖσι νομοσχεδίοις, ἂν ὑπάρχει τι, δι’ οὗ λαμβάνονται μέτρα, ὅπως ἐκπολιτισθῶσιν αἱ γεωργικαὶ ἰδίως τάξεις, αἱ τάξεις ἐκεῖναι ἐν Θεσσαλίᾳ, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔπνευσεν εἰσέτι ἡ πνοὴ τῆς ἐλευθερίας. Ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς περί τινος Θεσσαλικοῦ ζητήματος, ἔθιξα τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ εἶπον, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, δέον νὰ μὴ περιορισθῇ τοῦτο εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ συναφῆ, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν ἄλλοτε ἡμᾶς ἐνταῦθα. Εὐλόγως δ’ ἐνομιζέ τις, ὅτι ἡ πρώτη Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις μετὰ τὸν πόλεμον, ἡ ἐπαγγελθεῖσα διὰ τοῦ προγράμματος αὐτῆς τὴν γενικὴν μεταρρύθμισιν, ὑπὸ τοιούτων ἀρχῶν καὶ τοιούτων ἰδεῶν θὰ ἐνεπνέετο, ὅτι θὰ ἤρχετο ἐνταῦθα, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδια τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ ἐπιτελέσῃ ἀληθῆ ἀναμόρφωσιν καὶ ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας. Πρωτίστη μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ἔδει νὰ ἦτο, οὐχὶ ἡ δημιουργία θέσεων καὶ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν διὰ λόγους προσωπικούς, ἀλλ’ ἡ μόρφωσις καὶ ὁ ἐκπολιτισμὸς τοῦ μεγίστου μέρους τοῦ ἡμετέρου λαοῦ, ὅστις κατ’ ἐξοχὴν εἶναι γεωργικὸς καὶ κτηνοτροφικός. Μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν μέτρον ἔλαβε πρὸς μεταβολὴν τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, οὐδὲν μέτρον ἔλαβεν, ὅπως ἀνοίξῃ τὰς θύρας τοῦ πολιτισμοῦ εἰς αὐτὸν, καὶ δι’ αὐτοῦ τὰς θύρας τοῦ πλουτισμοῦ καὶ τῶν ὑλικῶν δυνάμεων, ἐφ’ ὧν θὰ βασίσῃ τὴν ἐθνικήν της ὕπαρξιν ἡ Ἑλλάς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ μεταβληθῇ ἡ κατάστασις τῆς γεωργίας, ὅταν ἔχωμεν τὴν Θεσσαλίαν, ἡ ὁποία ἐλέχθη, ὅτι εἶναι ὁ σιτοβολὼν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο, αὐτὴ καὶ μόνη, νὰ παράσχῃ πλήρη τὴν σιτάρκειαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν χώραν, οὕτως ὥστε 35,000,000 δρ., τὰ ὁποῖα ἐξάγονται εἰς Ρωσσίαν καὶ Ρουμανίαν κατ’ ἔτος διὰ προμήθειαν σίτου, νὰ μένωσιν ἐν τῷ τόπῳ καὶ ζωογονῶσι τοῦτον; Καὶ γνωρίζετε ποία θὰ ἦτο ἡ ὠφέλεια ἐκ τοιαύτης τινὸς ἐνεργείας καὶ τοιαύτης πολιτικῆς. Ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν τοιαύτην χώραν, νὰ ἔχωμεν τὴν ἐριβώλακα Θεσσαλίαν, καὶ οὐδὲν νὰ πράξωμεν, ὅπως αὐξήσωμεν τὴν παραγωγικότητα αὐτῆς, τὴν Θεσσαλίαν, ἥτις, ὑπὸ ἔποψιν γεωργικὴν, ἐξακολουθεῖ μένουσα βάρβαρος, ὅπως βαρβαρωτάτη ἐξακολουθεῖ μένουσα καὶ ὑπὸ κοινωνικὴν ἔποψιν, ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον ἀναλγησίας! Ὅπως λάβῃ τις καθαρὰν τὴν ἔννοιαν τῆς καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας, δέον νὰ διέλθῃ αὐτὴν, καὶ νὰ ἴδῃ, κατὰ τίνα τρόπον διαιτῶνται καὶ ζῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ καλλιεργοῦντες τὰς ἀπεράντους πεδιάδας· πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς καλύβας αὐτῶν, ἔνθα μένοντες, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ προσβεβλημένοι ἐξ ἑλειογενῶν πυρετῶν, αἰσθάνονται τὰ μέλη αὐτῶν ἀδρανῆ καὶ ἀνίκανα πρὸς ἐργασίαν· πρέπει νὰ ἴδῃ τὰ ἄπειρα ἕλη, ἐκπέμποντα κατὰ μυριάδας τὰ ἔντομα, τὰ φέροντα τοὺς ἑλειογενεῖς πυρετοὺς ἐντὸς τῶν κατοικιῶν τῶν ἀγροτῶν, καὶ τότε θὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐν Θεσσαλίᾳ εὑρισκόμεθα ὄντως εἰς ἀπερίγραπτον βαρβαρότητος κατάστασιν! Ὅτε συνεζητοῦντο τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, εἶχον μεταβῆ εἰς Θεσσαλίαν, καὶ ἐπιτοπίως ἐμελέτησα τὴν κατάστασιν αὐτῆς ὑφ’ ὅλας αὐτῆς τὰς μορφάς· κατόπιν μετέβην ἐκ νέου, καὶ εἶδον ἐναργέστερον εἰς ποίαν ἀθλιεστάτην κατάστασιν εὑρίσκονται οἱ ἀγρόται, καὶ ποῖαι φεουδαρχικαὶ σχέσεις συνδέουσι τοὺς κτηματίας μετὰ τῶν ἀγροληπτῶν. Οἱ ἀγρόται τῆς Θεσσαλίας εἶναι ἴσως οἱ μόνοι ἄνθρωποι, οἱ ζῶντες ἄνευ τινὸς ἐλπίδος βελτιώσεως τῆς καταστάσεως αὐτῶν, εἶναι οἱ μόνοι ἄνθρωποι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ χώρᾳ, οἵτινες κατ’ οὐσίαν εἶναι δοῦλοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις ἔχουσι τὴν συναίσθησιν τῆς γιγνομένης εἰς αὐτοὺς ἀδικίας. Διότι ἐννοοῦσιν, ὅτι ὁ καλλιεργητὴς εἶναι ὁ ἀληθὴς καὶ πραγματικὸς κάτοχος τῆς γῆς, ὅτι τὸ δίκαιον αὐτοῦ τοῦτο καθιστᾷ ἱερὸν ὁ ἱδρὼς καὶ τὸ αἷμα, δι’ ὧν ποτίζει ἐπὶ αἰῶνας τὴν γῆν ἐκείνην, ἀλλ’ ἔχει συγχρόνως καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ γαῖαι ἐκεῖναι ἐν ἡμέραις σκληρᾶς δουλείας ἡρπάγησαν ἀπ’ αὐτοὺς, καὶ ἐδόθησαν εἰς τοὺς τυράννους αὐτῶν, ἐνῷ δὲ πᾶσα ἡ Ἑλληνικὴ γῆ ἐγένετο ἐλευθέρα, αὐτοὶ ἔμειναν δοῦλοι! Μεταξὺ δὲ τοῦ πληθυσμοῦ ἐκείνου ἐρρίφθησαν ἤδη τὰ σπέρματα, ἅτινα θὰ γεννήσωσιν ἀγροτικὰ ζητήματα. Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη διὰ τὴν Θεσσαλίαν, θὰ ἐκσπάσωσι θύελλαι, αἱ ὁποῖαι θὰ διασείσωσιν οὐχὶ μίαν καὶ δύο, ἀλλὰ πολλὰς Κυβερνήσεις· θὰ ἦναι δύσκολον ὅμως τότε νὰ κανονισθῶσιν εὐρύθμως καὶ ἄνευ κινδύνων ἐκεῖνα, ἅτινα ἠδύναντο νὰ λυθῶσιν ἀπὸ τοῦδε ἄνευ τινὸς διαταράξεως καὶ ἄνευ βιαίων καὶ ἴσως παρανόμων μέτρων. Διότι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρόν. Ἡ μεγάλη ἀθλιότης δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀντίδρασιν. Καὶ ἡ ἀθλιότης εἶναι ὄντως μεγίστη. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε ἤμην παιδίον, καὶ ἀνεγίνωσκον τὸ περιλάλητον ἐκεῖνο μυθιστόρημα, τὴν «Καλύβην τοῦ Θωμᾶ», τὸ περιγράφον τὴν κατάστασιν τῶν μαύρων τῆς Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς, συνεκινούμην μέχρι δακρύων· ἐπισκεφθεὶς δὲ τὴν Θεσσαλίαν, ἀνεμνήσθην τὰς σελίδας τοῦ βιβλίου ἐκείνου, καὶ ἐν τῇ ζώσῃ ἀναπαραστάσει αὐτῶν, ἤδη, ὅτε εὑρίσκομαι ἐν τῇ κατωφερείᾳ τοῦ βίου, κατελήφθην ὑπὸ δακρύων καὶ αὖθις, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες, ἄνευ τύχης, ἄνευ προστασίας, κτηνωδῶς ζῶντες, παρίαι, ἄγονται μόνον ἀγελαῖοι, ὅπως ψηφίσωσι τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν ὑπὸ τοῦ τσιφλικούχου! Ἐπροτείνοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς γῆς τῶν τσιφλικίων, καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν δουλοπαροίκων. Καὶ ἠγέρθησαν ζητήματα, ἀπεστάλη δ’ ἐπιτροπὴ εἰς Θεσσαλίαν, ἥτις ἐμελέτησε τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ ἐτέθησαν ταῦτα ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐξηκολούθησαν νὰ μένουν ζητήματα, διότι ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, καὶ τοιαύτη λύσις δὲν ἦτο ἐφικτὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον διέρρευσαν τέσσαρα ἔτη. Διατὶ ἀρνοῦνται αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις νὰ μεταβάλωσι τὴν κατάστασιν τῶν χωρικῶν, ὅπως δώσωσιν ἀλλοίαν τροπὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν καλλιέργειαν, ὅπως δώσωσιν ἐλευθερίαν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, ἡ ὁποία, καίτοι διοικουμένη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ὑπὸ συνταγματικῶν θεσμῶν, ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι δουλοπάροικος πρὸς τοὺς μπέηδες καὶ τοὺς τσιφλικιούχους τῆς Θεσσαλίας; Κοπτόμεθα ἐντεῦθεν διὰ τὰς ἐλευθερίας, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ προσβληθῶσι, καὶ βλέπετε ἀνερχομένους καὶ κατερχομένους τοὺς ῥήτορας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀστυνόμος ἄξεστος καὶ αὐθαίρετος ῥαβδοκοπήσῃ πολίτην τινὰ, ἢ ὅταν συλληφθῇ πολίτης τις καὶ εἰσαχθῇ παρανόμως εἰς τὴν φυλακήν· καὶ πολὺ δικαίως κόπτονται οἱ ῥήτορες ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ δὲν ἤκουσα κανένα τῶν Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, — διότι ἄλλοτε ὁ φίλος μου κ. Τοπάλης ἠσχολεῖτο εἰς τοιαῦτα θέματα — οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν εἰς ποίαν οἰκτρὰν κατάστασιν εὑρίσκονται μυριάδες ὅλαι ἀνθρώπων, ὑπὸ ποῖον ζυγὸν πραγματικὸν διατελοῦσιν ἐκεῖ πέραν οἱ κάτοικοι τῶν Θεσσαλικῶν πεδιάδων, οὐδένα, λέγω, τῶν Θεσσαλῶν συναδέλφων ἤκουσα νὰ εἰκονίσῃ τὴν κατάστασιν αὐτῶν, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης αὐτῶν. (Διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).

§43ΜΙΧ. ΦΩΤΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ.

§44Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐνταῦθα Βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλίας, ὁ ὁποῖος δὲν συμφωνεῖ μὲ ἐμέ, ἀποδεικνύει, ὅτι οὗτος δὲν γνωρίζει τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὴν κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας του, οὐδ’ ἠσχολήθη νὰ πληροφορηθῇ, κατὰ τίνα τρόπον ζῶσι καὶ ὑπάρχουσιν οἱ ἐκλογεῖς του. Ἐπροτείνετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, Κύριοι, — καὶ εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἀσπάζομαι καὶ ἐγώ, — ἡ ἰδέα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν τσιφλικίων τῆς Θεσσαλίας. Ἐλέχθη, — καὶ εἶναι τοῦτο ἀληθὲς — ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ στρεμματικὴ φορολογία ἐν Ἑλλάδι, διότι δὲν ἐπερατώθη τὸ μὴ ἀρξάμενον, νομίζω, ἀκόμη κτηματολόγιον. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τσιφλίκια τῆς Θεσσαλίας, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Ἐκεῖ ὑπάρχουσι κτήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἔκτασις εἶναι ὅπως δήποτε γνωστὴ ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν τσιφλικίων ἡ στρεμματικὴ φορολογία. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τῶν τσιφλικίων, ἅτινα κατέχουσιν ὑπὲρ τὰ 6 ἑκατομμύρια στρεμμάτων, καὶ ἅτινα ἀποτελοῦνται ἐκ τῶν καλλίστων πεδινῶν γαιῶν, δέον νὰ ἐπιδιωχθῇ, οὐ μόνον πρὸς κατάργησιν τοῦ ἀνελευθέρου κοινωνικοῦ συστήματος, τοῦ ὑφισταμένου ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς αὐτῆς, ἥτις εὑρίσκεται ἐν μαρασμῷ, πρὸς ἀνυπολόγιστον ζημίαν τοῦ ἐν γένει πλούτου τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ πρὸς ζημίαν αὐτῶν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν φορολογικὸν σύστημα, ὁ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, διαμένων ἰδιοκτήτης ἐλάχιστα φορολογεῖται. Ἐνῷ δὲ ἐλάχιστα φορολογεῖται, ἐλάχιστα μεριμνᾷ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας, ἀρκούμενος νὰ καρπῶται τῶν ἐσόδων, ὧν τὸ μέγιστον μέρος ἐξέρχεται τῆς Ἑλλάδος. Οὕτως ἡ Θεσσαλία παρουσιάζει ὅλα τὰ μειονεκτήματα τῆς μεγάλης καλλιεργείας, ἥτις, κατὰ τὸν Ἀδὰμ Σμίθ, ἀντιτίθεται πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ ἐπεκταθῇ ἡ φορολογία αὕτη καὶ ἐπὶ τῶν μὴ καλλιεργουμένων γαιῶν, οὐχὶ ἕνεκα τοῦ ἀγόνου αὐτῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀβελτηρίας τοῦ ἰδιοκτήτου, θ’ ἀναγκασθῇ οὗτος, ἢ νὰ βελτιώσῃ τὴν καλλιέργειαν, ὅπως μὴ ὑφίσταται φορολογίαν ἐπὶ μὴ καλλιεργουμένων γαιῶν, καὶ ἀπολαμβάνῃ πλείονα ἐκ τῆς καλλιεργείας, ἢ θὰ ἐκχωρήσῃ τὰς γαίας ταύτας εἰς τοὺς χωρικούς, οἵτινες εἶναι οἱ κατὰ φύσιν ἰδιοκτῆται τῆς γῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, συμφέρον ἔχει αὐτὸ τὸ Κράτος νὰ φορολογῇ καὶ τὰ μὴ καλλιεργούμενα κτήματα, διότι εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, συνιδιοκτήτης καὶ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δέον ν’ ἀπολαμβάνῃ μέρος τῶν εἰσοδημάτων τῆς γῆς. Οὕτω, διὰ τοῦ συστήματος τούτου τῆς φορολογίας, σπουδαῖοι θέλουσιν ἐπιδιωχθῆ σκοποί, ἡ κοινωνικὴ ἀποκατάστασις τῶν καλλιεργητῶν καὶ ἡ βελτίωσις τῆς γεωργίας, ἢ ἡ βελτίωσις τῆς γεωργίας δι’ αὐτῆς τῆς ἐπιστασίας τοῦ τσιφλικιούχου, ὅστις, ἐξακολουθῶν τὴν ἐπὶ μορτῇ καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του, θ’ ἀναγκασθῇ ἐπὶ τὸ ἐπιστημονικώτερον νὰ καλλιεργῇ τὰς γαίας αὑτοῦ, ὅπως μεγαλειτέραν ἔχῃ ἀπόδοσιν ἐξ αὐτῶν. Τὸ βεβαιότερον ὅμως εἶναι, ὅτι, ἐφαρμοζομένης τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται τῆς Θεσσαλίας θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐκχωρήσωσι τὰς γαίας αὑτῶν καὶ ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως μέτρων ἀπαλλοτριούντων τὴν Θεσσαλικὴν γῆν ὑπὲρ τῶν γεωργῶν, ἂν μάλιστα τὸ Κράτος ἀναλάβῃ τὴν ἐγγύησιν τῆς βαθμιαίας πληρωμῆς τῶν ἐκχωρουμένων γαιῶν. Οὕτω δὲ θέλουσιν ἀποτραπῆ ἐκρήξεις θυελλῶν, ἃς θ’ ἀπολύσῃ θᾶττον ἢ βράδιον τὸ ὑποτρεφόμενον ἐν Θεσσαλίᾳ ἀγροτικὸν ζήτημα.

§45ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον.

§46Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ ὑπάρξῃ ἀφεύκτως, διότι ὑποθάλπουσι τοῦτο οἱ φιλελεύθεροι θεσμοὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας! Γνωρίζετε δὲ, Κύριοι, ποῖα θὰ ὦσι τ’ ἀποτελέσματα τοιαύτης τινὸς λύσεως; Ὅσοι ἐμελέτησαν τὰ ζητήματα ταῦτα, κατανοοῦσιν, ὁποία οἰκονομικὴ εὐεξία θὰ ἐπέλθῃ ἐν τῇ χώρᾳ διὰ τῆς μεταβιβάσεως τῶν γαιῶν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν τσιφλικιούχων εἰς τὰς χεῖρας τῶν γεωργῶν, καὶ ὁποίαν βελτίωσιν θέλει ὑποστῆ ἡ γεωργία παρ’ ἡμῖν διὰ τῆς κατατμήσεως εἰς μικρὰς ἰδιοκτησίας τῶν μεγάλων τσιφλικίων. Ἄλλα Κράτη τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν εὐεξίαν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν τῶν κατοίκων των ὀφείλουσιν εἰς τὰς μικρὰς ἰδιοκτησίας, τὰς ὁποίας τὸ συμφέρον τοῦ ἰδιοκτήτου καλλιεργητοῦ καθιστᾷ γονιμωτάτας. Τὰ πλεῖστα δὲ τῶν Κρατῶν, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς εἶναι γεωργικὸς, ἐπιδιώκουσι τὴν κατανομὴν ταύτην, διότι δι’ αὐτῆς πιστεύουσιν, ὅτι θὰ καταστήσωσι καὶ τοὺς κατοίκους εὐτυχεστέρους, καὶ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ εὐρωστότερα. Ἀλλ’ ἐν αὐτῇ τῇ Θεσσαλίᾳ καταδείκνυται ἡ ἀλήθεια τῆς ἀρχῆς ταύτης. Ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἰδιοκτησία περιῆλθεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν χωρικῶν, καὶ συνεπήχθησαν τὰ λεγόμενα κεφαλοχώρια, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ παραγωγὴ τῶν γαιῶν ἐκείνων εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπερτέρα τῶν γαιῶν τῶν τσιφλικίων. Θίγων τὰ ζητήματα ταῦτα, δὲν προτίθεμαι νὰ ὑποδείξω τὸν τρόπον τῆς λύσεως αὐτῶν, διότι ποικίλοι ὑπάρχουσι τρόποι. Τὴν πρωτοβουλίαν εἰς ταῦτα ὤφειλε νὰ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἧς καθῆκον εἶναι ἡ οἰκονομικὴ βελτίωσις τῆς χώρας καὶ ἡ κοινωνικὴ διάπλασις αὐτῆς. Ἐὰν οὕτω, Κύριοι, ἐπαρουσίαζεν ἡ Κυβέρνησις ἓν μέτρον, ἐὰν, μελετῶσα τὰ ζητήματα ταῦτα, ὑπεδείκνυε τρόπον λύσεως αὐτῶν, καὶ κατωρθοῦτο νὰ περιέλθωσιν, οὐχὶ βεβαίως δι’ ἐκνόμων μέσων, οὐχὶ διὰ καταλήψεως βιαίας τῶν γαιῶν, ἀλλὰ διὰ μέσων νομίμων, αἱ γαῖαι εἰς τοὺς πραγματικοὺς κατόχους, εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, ἀναμφιβόλως καὶ ἡ ὄψις ἡ γεωργικὴ τῆς Θεσσαλίας ἤθελεν ἀλλάξει, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐκεῖ ἤθελεν ἀπείρως βελτιωθῆ. Πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται ἡ φορολογία τῶν βοσκησίμων γαιῶν, αἵτινες ἐν Θεσσαλίᾳ κυρίως εἶναι μεγάλαι καὶ ἀπέραντοι, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποφέρουσι 200,000 δραχμὰς μόνον εἰς τὸ Δημόσιον. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κύριος Νέγρης, ἀγορεύων προχθές, ἔλεγεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἐγὼ διέκοψα τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, καὶ εἶπον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ πολὺ πλέον τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ, ἂν αἱ γαῖαι αὗται δὲν διέφευγον τὴν ὑφισταμένην φορολογίαν. Γνωρίζετε, κατὰ τίνα τρόπον φορολογοῦνται αἱ βοσκήσιμοι γαῖαι; φορολογοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβολαίων τῆς ἐνοικιάσεως αὐτῶν πρὸς τοὺς νομάδας βοσκούς. Ἀλλὰ γνωρίζετε καὶ κατὰ τίνα τρόπον συνάπτονται αἱ συμβάσεις ἐνοικιάσεως; Ὁ εἰσερχόμενος εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅπως βοσκήσῃ τὰ ζῷα αὐτοῦ, συνάπτει συμβόλαια, προπληρώνει δὲ τὸ ἥμισυ ἢ καὶ πλέον τοῦ συμφωνουμένου ποσοῦ, ἐν δὲ τοῖς ἐπισήμοις συμβολαίοις ἀναγράφεται μόνον τὸ ἥμισυ...

§47Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.

§48Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀκριβέστατον. Αὐτὸ ἠρευνήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μετέβη ἐκεῖ, ἠρευνήθη καὶ ἐξηκριβώθη καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε ἐμελετήθησαν τὰ νομοσχέδια ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀπεδείχθη τρανότατα ἡ ἀλήθεια τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένων. Συνάπτονται λοιπὸν τὰ συμβόλαια διὰ τὸ ἥμισυ, τὸ δὲ Δημόσιον εἰσπράττει φόρον μόνον δι’ αὐτὸ τὸ ἥμισυ, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ συμβολαίῳ. Λυποῦμαι πολύ, Κύριοι, διότι οὕτως ἀπροόπτως ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι εἶχον πάσας τὰς ἐπισήμους σημειώσεις ταύτας, τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας προσεκόμισεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1896, καὶ ἤθελον ἀποδείξει εἰς τὸν διακόψαντά με κ. Βουλευτὴν ἐκ Τρικκάλων, ὅτι ἔχει ἀπολύτως ἄδικον, καθόσον θὰ ἔβλεπεν ἐξ αὐτῶν, κατὰ τίνα τρόπον ἐκφράζεται καὶ ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία καὶ ἡ διοικητικὴ τῶν μερῶν ἐκείνων, θὰ ἠκούετε δὲ καὶ ὑμεῖς, κατὰ τίνα τρόπον ἐξαπατᾶται τὸ Δημόσιον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου.

§49Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Σᾶς ἐγέλασαν! Σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐγώ.

§50Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τώρα, ὅτε μοὶ τὸ βεβαιοῦτε ὑμεῖς, δὲν δύναμαι ἢ ν’ ἀλλάξω γνώμην! Ἠδύνατο διὰ καλλιτέρου τρόπου φορολογίας πολὺ πλείονα νὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον, θὰ ἠδύνατο δ’ ἴσως καὶ ν’ αὐξήσῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, ἥτις εἶναι λίαν ἐπιεικής, ἐν σχέσει πρὸς τὴν λοιπὴν ἔγγειον παραγωγήν, ἡ ἐπὶ πλέον δὲ πρόσοδος νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς. Ἐὰν τοιαῦτα ἐλάμβανε μέτρα ἡ Κυβέρνησις, συντελοῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς γεωργίας, ἐὰν ἐπαρουσίαζε μέτρα, ἅτινα θὰ συνετέλουν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐν γένει παραγωγῆς, θὰ μὲ ἔβλεπε συναγωνιζόμενον εἰς τὸ πλευρόν της... (Φωναί: ἄ! ἄ!). Μὴ ἀνακραυγάζητε ἀνάρθρως!... Θὰ ὑπεστήριζον πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἥτις ὑπὲρ τοιούτων σκοπῶν θὰ ἐμερίμνα. Θὰ ὑπεστήριζον παντὶ σθένει τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπήρχετο πρόοδος ὑλικὴ καὶ ἠθική, θὰ συνηγόρουν ὑπὲρ νομοσχεδίων, μὴ ἀποβλεπόντων εἰς ἐξυπηρέτησιν προσώπων καὶ μὴ συντελούντων εἰς τὴν κακοδαιμονίαν τῆς χώρας ταύτης, τῆς ἀξίας ἀληθῶς κρείττονος τύχης. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, οὐδὲν ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπαρουσίασεν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ μεθ’ ὅλα τὰ ἐκ τοῦ πολέμου διδάγματα, ἡμεῖς οὐδὲν ὠφελήθημεν. Ἐμείναμεν οἱ αὐτοὶ ἄτεγκτοι πολιτικοί, πνιγόμενοι εἰς τὰ τέλματα βδελυροῦ παρελθόντος! Ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ κατάστασις, ἡ αὐτὴ ῥουτίνα, αἱ αὐταὶ ἀναγραφαὶ τῶν κεφαλαίων, αἱ αὐταὶ αἰσιόδοξοι προβλέψεις τῶν εἰσπράξεων, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη αὐξανόμεναι καὶ ἐξογκούμεναι αἱ δαπάναι τῆς ἀλογίστου διοικήσεως, αἱ συνεπιφέρουσαι νέαν φορολογίαν, νέαν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τῆς χώρας. Ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι ὑπολογίζει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ μέγα ποσὸν ἐκ τοῦ ἐλαίου· καὶ δὲν ἔχω μὲν οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ, ὄχι βεβαίως τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ θὰ εἰσπράξῃ πολὺ πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προχθές, διότι ἀναμφισβητήτως τῆς Κερκύρας ἡ ἐσοδεία εἶναι ἀρκετὰ καλή· κατεστράφη μὲν μέγα μέρος αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπολειπόμενον μέρος—διότι καὶ αἱ τιμαὶ τοῦ ἐλαίου ηὔξησαν ἐπαισθητῶς—εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος σπουδαῖον ποσόν. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰσπράττει τοὺς φόρους τούτους, νομίζετε ὅτι ἐλήφθη πρόνοιά τις, ὅπως διδαχθῶσιν οἱ παραγωγοὶ τὴν καλλιτέραν καλλιέργειαν τῆς ἐλαίας, τὴν καλλιτέραν παραγωγὴν ἐλαίου, ὅπερ ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα νὰ καταστῇ ἐφάμιλλον τῶν καλλίστων τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γαλλίας, ἐλλείπει δὲ μόνον ἡ τέχνη τῆς κατεργασίας αὐτοῦ; Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐκ τῶν πολιτῶν τῆς Κερκύρας, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται καὶ μεριμνᾷ ὑπὲρ πάντα ἄλλον διὰ τὴν Κέρκυραν, διότι καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς γνωρίζει, καὶ τὴν δυσχερῆ κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν οἰκονομικῶς αὕτη, ἐπίσταται, καὶ ἠθέλησε βεβαίως—δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐπιθυμία του ἦτο αὕτη—νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὴν νῆσον ἐκείνην, οὐδὲν ὅμως εἶδον ἐκ τῶν μέτρων ἐκείνων, τῶν συντελούντων εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῆς ἐπιθυμίας του, παρουσιαζόμενον ἐνταῦθα. Διὰ τοῦ νόμου περὶ γεωργικῶν σταθμῶν, τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ ἑτέρας Βουλῆς, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐπιστεύθη, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν πραγματικῶς νὰ βελτιωθῇ ἡ καλλιέργεια τῶν οὐσιωδῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, καὶ νὰ εἰσαχθῇ νέα ἑτέρων εἰδῶν, ἢ αὐξηθῇ ἡ καλλιέργεια ἑτέρων προϊόντων, μὴ καλλιεργουμένων ἐπαρκῶς. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τοὺς γεωργικοὺς σταθμοὺς τῶν ἄλλων νομῶν. Δέν μοι ἔτυχε νὰ ἐπισκεφθῶ αὐτούς. Τῆς Κερκύρας ὅμως, ὅπου συχνότατα μεταβαίνω, τὸν γνωρίζω. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ, τί γίνεται ἐν τῷ σταθμῷ ἐκείνῳ. Γνωρίζετε, ποῦ εὑρίσκεται ἐν πρώτοις ὁ γεωργικὸς αὐτὸς σταθμός; Ὡς τόπος, ὅπως ἱδρυθῇ οὗτος, ἐξελέγη τὸ νησίδιον τοῦ Βίδου. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπιρρίψω εὐθύνην τινὰ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διατί ἐκεῖ ἐγένετο ὁ σταθμός, διότι γνωρίζω, ὅτι ἐζητήθησαν γαῖαι ἀλλαχοῦ, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσι, καθόσον οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν τούτων ἐζήτουν πολὺ πλείονα τῶν ὅσα πραγματικῶς ἤξιζον αἱ γαῖαι ἐκεῖναι. Ἀλλὰ, εἴτε ἐζήτουν πλειότερα, εἴτε δὲν ἐζήτουν, εἴτε φέρει εἴτε δὲν φέρει εὐθύνην, —καὶ δὲν φέρει βεβαίως εὐθύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν—δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὁ γεωργικὸς ἐκεῖνος σταθμός, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη ἐπὶ τοῦ νησιδίου τοῦ Βίδου, εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχῃ τὴν ἐλπίδα τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας τῶν κερκυραϊκῶν προϊόντων, ὡς ἐπιστεύθη ὅτε ἐκεῖ κατὰ πρῶτον ἱδρύθη. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι οἱ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀπόλυτον τὴν ἀνάγκην τῆς διδασκαλίας τῶν στοιχειωδῶν γεωπονικῶν γνώσεων, εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν πόλιν τῆς Κερκύρας, καὶ ἐκεῖθεν νὰ διαπορθμεύωνται εἰς τὸ νησίδιον τοῦ Βίδου, ὅπως διδαχθῶσι τὰς γνώσεις ταύτας, διὰ τὰς ὁποίας ἱδρύθησαν οἱ γεωργικοὶ αὐτοὶ σταθμοί; Δὲν γνωρίζω, τί γίνεται ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἂν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους νομοὺς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἱδρύθησαν καὶ λειτουργῶσιν οἱ γεωργικοὶ σταθμοὶ, ἀναμφιβόλως ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ἐντελῶς ἀνάξιος πλέον λόγου, ἀπώλεσε τὴν σημασίαν καὶ τὸν σκοπὸν αὑτοῦ, οὐδὲν δὲ δύναται νὰ παράσχῃ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶμεν, ὅτε εἰσήγετο ὁ νόμος οὗτος καὶ ὅτε ἐψηφίζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἐλαίας ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ Ἑπτανήσῳ, νομίζω δὲ, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅλην, εἶναι ἡ ἀρχαία καὶ πρωτογενὴς καλλιέργεια, ἡ ἐξασθενοῦσα τὰ δένδρα, ἡ μὴ μεριμνῶσα ποσῶς δι’ αὐτὰ, ἐνῷ ἡ περισυλλογὴ τοῦ καρποῦ γίνεται ἐκ τῆς γῆς, ὅταν οὗτος πίπτῃ, διαφθείρει δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὴν καλλίστην ποιότητα τοῦ ἐλαίου.

§51Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι!

§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι; Εἰς τὴν Ζάκυνθον ἴσως. Εἰς τὴν Κέρκυραν ὅμως καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου αὐτὸ γίνεται.

§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐβελτιώθη ἡ καλλιέργεια ἔκτοτε.

§54Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἂν ἐβελτιώθη κατά τι, βεβαίως δὲν συνετέλεσεν ὁ γεωργικὸς σταθμὸς εἰς τοῦτο.

§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, πράττομεν. Νομίζετε, ὅτι τὸν γεωργικὸν σταθμὸν θὰ ἐπισκεφθῶσιν οἱ χωρικοί; Οἱ κτηματίαι καὶ οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως, αὐτοὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸν σταθμὸν, νὰ διδαχθῶσι, καὶ ἔπειτα νὰ διδάξωσι τοὺς χωρικούς. Ἐγὼ, ἄλλως τε, δὲν ἔχω εὐθύνην, ὡς πρὸς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἱδρύθη ὁ σταθμός.

§56Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχετε καμμίαν εὐθύνην.

§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν λέγω, ὅτι ἱδρύθη κακῶς ὁ σταθμός.

§58Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ εὐχάριστα ἀποτελέσματα;

§59Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν, καὶ ὅτι εὐκολώτερον εἶναι νὰ μεταβῇ ὁ θέλων νὰ διδαχθῇ ἐκεῖ, εἰς τὸ Βίδο, παρὰ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο μέρος τῆς νήσου.

§60Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἴθε! Αὐτὸ θὰ ἦτο εὐχάριστον, ἂν ἦτο δυνατόν... Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονῇ, ὅτι μόνον οἱ μεγάλοι κτηματίαι...

§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι «οἱ μεγάλοι».

§62Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτοὶ, οἱ μεγάλοι λεγόμενοι, τέλος πάντων. Ἂν αὐτοὶ μόνον θέλωσι διδαχθῆ, καὶ πρέπει νὰ διδαχθῶσι τὴν καλλιέργειαν, ἢ τὰς στοιχειώδεις γεωπονικὰς ἐκείνας γνώσεις, ἀναμφιβόλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι θὰ λάβῃ μεγάλην μεταβολὴν ἡ φυσιογνωμία τῆς καλλιεργείας παρ’ ἡμῖν· διότι οἱ καλλιεργηταὶ ἐκεῖνοι, οἱ μεγάλοι, ἢ οἱ μικροὶ, ἢ οἱ μέτριοι, εἶναι ἄνθρωποι ὁπωσδήποτε ἀνεπτυγμένοι, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μελετήσωσι, δύνανται καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν νὰ διδαχθῶσι, κατὰ τίνα τρόπον δέον νὰ ἐνεργηθῇ ἡ καλλιέργεια· καὶ τὸ πράττουσιν· ἐκεῖ δὲ, ὅπου οἱ ἰδιοκτῆται ἀφωσιώθησαν εἰς τὰς μελέτας ταύτας, ἐπῆλθον πράγματι μεγάλαι καὶ καταπληκτικαὶ μεταβολαί· τοῦτο δὲ θέλετε ἴδει εἰς πλεῖστα κτήματα ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παρὰ τὸν γεωργικὸν σταθμὸν τῶν ἐλαιοφόρων νομῶν τοῦ Κράτους ἱδρύσῃ ἀνὰ ἓν μηχανουργεῖον, ἓν τμῆμα τοῦ σταθμοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν βελτίονα παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τοῦτο θέλει πράξει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ γενικωτέρῳ συμφέροντι, ἀλλὰ καὶ ἐκ συμφέροντος αὐτῆς τῆς νήσου, ἥτις ἐκλέγει αὐτὸν Βουλευτὴν, διότι ἐξακολουθεῖ τὸ ἔλαιον ἡμῶν νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο πρὸ αἰώνων, ἐκτὸς εἰς ἐλάχιστά τινα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἡ κατασκευὴ τοῦ προϊόντος τούτου ἐβελτιώθη οὐσιωδῶς. Ὅτε, Κύριοι, ἐπεσκέφθην, πρό τινων ἐτῶν, ἐν Ἰταλίᾳ τὰ ἐλαιουργεῖα ἐκεῖνα, καὶ εἶδον, κατὰ τίνα τρόπον διϋλίζεται τὸ ἔλαιον, καὶ πόσον ἀκριβὰ πωλεῖται, ὅτε εἶδον, ὅτι τὰ ἔλαια τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπως καὶ τὰ τῆς Κερκύρας, μεταφερόμενα εἰς Ἰταλίαν, μεταβάλλονται μετὰ ταῦτα εἰς θαυμάσια ἔλαια, καὶ ἀποστέλλονται εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ πωλοῦνται ὡς Ἰταλικὰ, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν: Ὁποῖος πλοῦτος διαφεύγει τῶν χειρῶν μας! καὶ πῶς θὰ ἦτο δυνατόν, ἀντὶ μικροτάτης δαπάνης—διότι ὅλη αὐτὴ ἡ δαπάνη, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα, δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς τεσσαράκοντα ἢ πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν—νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ διδασκαλία τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς, νὰ διδαχθῶσιν οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ, καὶ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ κατασκευὴ τοιούτου ἐλαίου, ὥστε ἀπείρως ν’ ἀναπτυχθῶσι καὶ αἱ πρόσοδοι τῶν παραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου! Νὰ πράξωμεν δηλαδὴ ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Γαλλία διὰ τὴν Ἀλγερίαν, καὶ ἡ Τουρκία διὰ τὴν Συρίαν. Ἐφ’ ὅσον ἀναφέρω κονδύλια ἀναγραφόμενα ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀμέσων φόρων, ἐπὶ τοσοῦτον παρατηρῶ ἐξογκουμένην τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐλπίζει, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, 4,126,000 δραχμάς. Πάντες οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους συνεπέραναν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοσοῦτον ποσὸν νὰ εἰσπραχθῇ, διότι καὶ εἰς τὰς μᾶλλον παραγωγικὰς ἐποχὰς τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἰσεπράχθη. Ἅπαξ ἢ δὶς, νομίζω, αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῆς σταφίδος ἠδυνήθησαν νὰ φθάσωσι τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ τότε δὲν εἶχε προηγηθῆ ἡ ἀσθένεια τοῦ περονοσπόρου, δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ καταστροφὴ τοσούτων κτημάτων, δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ ἐξάντλησις ἡ οἰκονομικὴ τῶν καλλιεργητῶν, οἵτινες πάσας αὐτῶν τὰς ἐλπίδας ἐπὶ τῆς παραγωγῆς εἶχον στηρίξει, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ τοκογλυφικὰ χρέη καὶ εἰς τὰς δαπάνας τῆς μελλούσης καλλιεργείας. Ἀλλὰ ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν πρὸς καταπολέμησιν τοῦ περονοσπόρου; Σήμερον εἶναι ἀρχὴ παραδεδεγμένη πλέον ἐν τῇ γεωπονίᾳ, ὅτι, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποθάνῃ γυνὴ ἐξ ἐπιλοχίου πυρετοῦ, μὲ τὰ νέα ἀντισηπτικὰ μέσα, ἄλλο τόσον εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῇ ἄμπελος, μὲ τὰ παραδεδεγμένα μέσα πρὸς καταπολέμησιν τοῦ περονοσπόρου. Ἀλλ’ ἐλήφθησαν μέτρα τοιαῦτα; Νομίζετε, ὅτι τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δημοσιεύει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀποστέλλονται εἰς τὰς ἐπαρχίας πρὸς ἀνάγνωσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν καταπολέμησιν τοῦ περονοσπόρου, ὅστις εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν ἀπεξηραμένων φύλλων καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἐδάφει τῶν προσβληθέντων ἀμπελώνων; Παρετηρήθη, Κύριοι, ὅτι, ὅπου ἐνέσκηψεν ἡ φυλλοξήρα, ἐκεῖ προηγήθησαν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ περονόσπορος ἔφθειρε τὴν ἄμπελον, καὶ ἀφοῦ παρῆλθον πέντε καὶ ἓξ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ περονόσπορος κατέτρωγε τὰ κλήματα, ἀνεφάνη μετὰ ταῦτα ἡ φυλλοξήρα. Τοιοῦτον κακὸν εὔχομαι νὰ μὴ ἐπέλθῃ ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι οἱ καλλιεργηταὶ πονοῦσιν ἀληθῶς τὰ κτήματα αὐτῶν, βαθμηδὸν δὲ καὶ κατ’ ὀλίγον θὰ συνηθίσωσι νὰ προστατεύωσι ταῦτα ἐκ τῆς φθοροποιοῦ νόσου. Ἐν τούτοις δὲν ἐλήφθησαν ἐπαρκῶς πάντα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωσι τὴν ἀσφάλειαν τῆς πλήρους καταστροφῆς τοῦ περονοσπόρου παρ’ ἡμῖν...

§63Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ μᾶς τὸ ἀναπτύξητε.

§64Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ κάμω διδασκαλίαν ἐντεῦθεν γεωπονικῶν μαθημάτων· διότι ἄλλως δὲν θὰ ἔχῃ καὶ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀναφέρω τὰ πράγματα, καὶ σεῖς, ὅστις εἶσθε ἰατρός, δύνασθε νὰ καταφύγητε εἰς τὴν Βιβλιοθήκην, νὰ ζητήσητε σχετικὰ βιβλία, καὶ νὰ ἀντλήσητε ὅλας τὰς πληροφορίας, αἵτινες θὰ σᾶς ἦναι χρήσιμοι διὰ τὴν περιφρούρησιν τῶν κτημάτων σας.

§65Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρόκειται περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς καταπολέμησιν τῆς νόσου, καὶ πρέπει νὰ τὰ μάθωμεν, διότι σεῖς κατεγείνατε εἰς τοιαύτας μελέτας.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§67Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ τὰ μάθητε, καὶ σᾶς συνιστῶ νὰ φροντίσητε εἰς τοῦτο· διότι, ἂν ἐφηρμόζοντο τὰ μέτρα, τὰ ὑποδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, δὲν θὰ ἐπήρχετο ἡ καταστροφὴ ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἥτις ἐπῆλθε καὶ ἠρήμωσε τόσας ἐπαρχίας. Τὰ μέτρα δὲ δὲν εἶναι ἄγνωστα, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν εἶναι πλημμελής. Διότι ἐγὼ παρετήρησα εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅπου ἔχω συγγενῆ, — ὃν ἔχει προσωπικὸν φίλον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, — καὶ ὅστις ἔχει ἐκτεταμένα κτήματα εἰς τὸν Πέλεκαν, ὅτι, ἐνῷ ὅλη ἡ Κέρκυρα κατεστράφη, τὸ κτῆμα αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐπανάληψιν ἐφήρμοσε τὰ μέτρα ταῦτα, ἀπέδωκε λαμπροτέρους καρποὺς παρ’ ὅ,τι ἀπέδιδεν εἰς ἄλλην ἐποχήν, ὅτε δὲν εἶχεν ἐνσκήψει ὁ περονόσπορος.

§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπέδωκε περισσότερα, ἀλλ’ ἀπέδωκε καλά.

§69Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔστω. Εἶναι ὅμως τὸ μόνον κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκε.

§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἡ θέσις τοῦ κτήματος. Εἶναι καλὴ ἡ γῆ, εἶναι εὐφορωτέρα τῆς τῶν ἄλλων κτημάτων.

§71Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπέδωκεν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, ἐνῷ τὰ γειτονικὰ κτήματα κατεστράφησαν.

§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναί. Ἀλλ’ εἶναι καλὸν ἐξαιρετικῶς τὸ κτῆμα τοῦ κυρίου Βελλιανίτη.

§73Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε τὸ μέτρον ὠφέλησεν, ὡς κτηματίαν, καὶ τὸν Πρωθυπουργόν.

§74Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέστη μεγάλας ζημίας, ὡς ὑπέστησαν πάντες οἱ ἀμπελοκτήμονες τῆς Κερκύρας.

§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπέστην ταύτας, διότι δὲν ἤμην πλησίον τῶν κτημάτων μου, εὑρισκόμενος ἐνταῦθα.

§76Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὕτω λοιπόν, Κύριοι τὰ μέτρα, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς καταπολέμησιν τοῦ νοσήματος, δὲν ἐλήφθησαν, — εἶναι ζήτημα δέ, ἂν θὰ ληφθῶσιν, — ὁ δὲ λαὸς δὲν ἐνεστερνίσθη τὰ διδάγματα τῶν συνεχῶν ῥαντίσεων διὰ θεϊκοῦ χαλκοῦ, κατ’ ἀκολουθίαν δὲν εἶναι ἀπίθανον, ἀφ’ ἑνὸς ἕνεκα τῆς ἀγνοίας, ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χρηματικῶν μέσων πρὸς χρησιμοποίησιν τοιούτων μέτρων, ν’ ἀναφανῇ ἐκ νέου ἡ νόσος· ἀφοῦ δὲ τοιοῦτοι γεννῶνται φόβοι, μεγάλη αἰσιοδοξία δέον νὰ κατακλύζῃ τὴν ψυχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ πιστεύῃ, ὅτι θέλει εἰσπράξει τὸ ποσὸν τῶν 4,126,000 δραχμῶν. Τοῦτο καταδεικνύει τὴν σφαλερὰν βάσιν, ἣν λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ. Εἰς εἰσπράξεις ἐξαρτωμένας ἐκ τοιούτων περιστάσεων δέον νὰ ὦμεν λίαν ἐπιφυλακτικοί, καὶ νὰ μὴ αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν, βασιζόμενοι ἐπ’ αὐτῶν, διότι τότε ἀφεύκτως καταλήγομεν εἰς ἐλλείμματα. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ σάπωνος καὶ ἐκ τῶν ἐλαιοπυρήνων τῆς Ἑπτανήσου δὲν θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἀναγραφὲν ποσόν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ οἱ κύριοι Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν γνωρίζουσιν, ὅτι τὰ προϊόντα ταῦτα τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας ἐξοδεύονται εἰς τὴν Ἀλβανίαν· ἤδη ὅμως ἡ Τουρκία ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὸ Κράτος της, κατ’ ἀκολουθίαν ἐστερήθημεν τὰς κυρίως ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως. Δὲν γνωρίζω ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὅπως διευκολύνῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν προϊόντων τούτων, ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε δὲν ἐπετεύχθη ἡ ἐπιθυμία αὐτῆς, καὶ ὁ φόρος οὗτος θὰ ἦναι ὀλίγον δύσκολον νὰ εἰσπραχθῇ, ἰδίως δὲ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 120,000 δραχμῶν. Βεβαίως, ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, ἐκ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρω ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀμέσων φόρων, τῶν ἀφορώντων κυρίως εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, εἶναι πολὺ ἀμφίβολον, ἂν θὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ Προϋπολογισμός. Παρατηρεῖτε, ὅτι 14 ἢ 15 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς γεωργίας ἐν Ἑλλάδι· διότι, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ ἔσοδα, τὰ ἐκ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν, τὰ ὁποῖα ἀναφέρουν μέγα ποσὸν, μόνον ἐκ τῆς γεωργίας εἰσπράττει 15,000,000. Ἐνῷ δὲ τοιαῦτα εἰσπράττει ἐκ τῆς γεωργίας, ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς; Συνηθίσαμεν νὰ εἰσπράττωμεν, συνηθίσαμεν νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους ἐπὶ φόρων, ἀλλὰ δὲν συνηθίσαμεν νὰ παρέχωμεν καὶ ὀλίγον τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τονώσωσι τὰ νεῦρα τῆς γεωργίας, θ’ ἀναπτύξωσι τὴν ἐν γένει παραγωγὴν τῆς χώρας καὶ θὰ δώσωσι τὴν ζωὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρό τινων ἡμερῶν. Ἀλλὰ προφανῶς ἠπατήθη, οὕτως ἀντιληφθεὶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Οὐδὲ πρέπει, οὐδὲ ὀρθὸν εἶναι νὰ κρίνωμεν τὴν οἰκονομικὴν εὐπορίαν τῆς χώρας ὁλοκλήρου ἐκ τῆς φαινομενικῆς εὐημερίας τῆς πρωτευούσης καὶ δύο ἢ τριῶν ἄλλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος. Ὁ πολὺς παραγωγικὸς πληθυσμὸς αὐτῆς ὑποφέρει οἰκονομικῶς, ὑπάρχουσι δὲ ἐκτενῆ κοινωνικὰ στρώματα πενόμενα, κατὰ γράμμα καὶ κατὰ πρᾶγμα. Ἐν χώρᾳ δὲ, ὅπου τὴν κυρίαν παραγωγὴν οὐ μόνον δὲν ἐνισχύει ἡ Πολιτεία, ἀλλ’ ἀκμάζει ἡ τοκογλυφία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι θὰ ἀνθέξῃ ἐπὶ μακρὸν, οὕτω φορολογουμένη. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀγορεύων πρό τινων ἡμερῶν, ἔλεγεν, ὅτι διαρκῶς ἐπικαλούμεθα τὴν Θεὰν εὐσπλαγχνίαν, καὶ ὅτι αὕτη κατέστη μονοπτέρυξ, καὶ ἡ πτέρυξ αὕτη κλίνει πάντοτε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ ἐμυκτήριζεν ἡμᾶς, διότι φρονεῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ περικοπῇ οὐδὲ μία δραχμὴ ἐκ τῆς διοικήσεως, καὶ εἶναι περιττὴ ἡ ἐκδήλωσις φιλανθρωπικῶν αἰσθημάτων ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ! Ἀλλὰ φρονεῖ, ὅτι λόγοι φιλανθρωπικοὶ ὑπαγορεύουν τὰς παρατηρήσεις μας ταύτας; Δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἡ κραυγὴ, ἡ ὁποία ἐκρήγνυται ἐντεῦθεν, εἶναι ἡ κραυγὴ τοῦ κινδύνου, εἶναι τὸ προαίσθημα τῆς προσεγγιζούσης οἰκονομικῆς συμφορᾶς; Διότι ὁ εὐσυνειδήτως μελετῶν τὴν κατάστασιν τῆς χώρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ παρέχῃ αὕτη εἰς τὸ Δημόσιον 114 ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἀφοῦ εἰς τὸν λαὸν αὐτὸν δὲν παρέχονται τὰ μέσα τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ. Τοιαύτην πολιτικὴν ἀκολουθοῦντες, θὰ εὑρεθῶμεν ἀντιμέτωποι μεγάλων κινδύνων. Ἐκμυζοῦμεν τὰς παραγωγικὰς τάξεις, ἀποκτηνοῦμεν τὰς ἀγροτικὰς τάξεις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰσηγάγομεν εἰς τὰ ἤθη τῶν ἀστῶν ἕξεις πολυτελοῦς καὶ πολυδαπάνου βίου! Οὕτω θὰ εὑρεθῶμεν ἡμέραν τινὰ εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν, οὐχὶ πλέον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τῆς κοινωνίας, καὶ ἡ κρίσις αὕτη θέλει εἶσθαι ἡ μήτηρ μεγάλων κακῶν εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ εἰσπράττωμεν τοὺς φόρους τούτους, θὰ ἠμποροῦμεν νὰ δημιουργῶμεν ἄνευ ἀνάγκης θέσεις, θὰ δυνάμεθα νὰ αὐξάνωμεν τὸν ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τῶν Νομαρχιῶν, θὰ δυνάμεθα νὰ παρασκευάζωμεν κατάστασιν διοικήσεως, ὥστε ἀφθονώτερα νὰ καρπῶνται τὰ ἀγαθὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οἱ κρατοῦντες καὶ οἱ περὶ αὐτούς· ἀλλ’ ὅταν ἐπέλθῃ ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, τότε θὰ ἴδωμεν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ διοικηθῇ ἡ χώρα αὕτη, καὶ τότε θὰ αἰσθανθῶμεν, εἰς τί ὠφέλησε τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς Ἑλλάδος ἡ περισυλλογὴ πάσης ἀνικανότητος καὶ ὀκνηρίας ἐν τοῖς διαφόροις κλάδοις τῆς ὑπηρεσίας· τότε θὰ κατανοήσωμεν, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον πάσης Κυβερνήσεως ἔδει νὰ ἦτο ἡ παντὶ σθένει ἐνίσχυσις τῆς παραγωγῆς. Τότε θὰ ἐννοήσῃ καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ὅτι ὄχι μόνον λόγοι φιλανθρωπίας, ἀλλὰ καὶ λόγοι συμφέροντος, καὶ κυρίως τοιοῦτοι, ὑπαγορεύουσι τὰ λεγόμενα παρ’ ἡμῶν ἐντεῦθεν. Ἔλεγε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος, ὅτι, ἐὰν περικόψωμεν τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, οὐ μόνον ἀδιοίκητος θὰ καταστῇ ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ καὶ τὴν παραγωγὴν θέλει παραβλάψει ἡ τοιαύτη περικοπὴ τῶν δαπανῶν. Καὶ ἔλεγε ταῦτα, ὡς νὰ μὴ ἦναι ἐκεῖνος, ὅστις, ὡς δημοσιογράφος, ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀντίθετον εἶχε πολιτικὴν ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, ὡς νὰ μὴ εἶχε καὶ αὐτὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐν τῇ συνειδήσει σας ἔχετε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ διοίκησις εἶναι ὑπεράγαν πολυτελής, καὶ ὅτι θὰ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλὰς ὅπως διῳκεῖτο κατὰ τὸ 1883, ἄνευ δηλαδὴ τῆς προσθέσεως τῶν 34 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἂν μὴ καὶ οἰκονομικώτερον ἀκόμη. Καὶ θέλομεν δὲν θέλομεν θὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο μίαν ἡμέραν, ὅπως ἐπίσης θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐξεύρωμεν μέσα, δι’ ὧν θὰ θέσωμεν περιορισμὸν εἰς τὴν παρατηρουμένην αὔξησιν τῶν συνταξιούχων, ἢ θὰ ἐξεύρωμεν τοὐλάχιστον μέσα, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ κεφαλαίου τούτου. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀπησχόλησε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν τὸ θέμα τοῦτο, οὐδὲ ἤκουσά ποτε παρ’ αὐτοῦ λεγόμενον, ὅτι θέλει λάβει μέτρα συντελοῦντα εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν τούτων τοῦ Κράτους· διότι, ἂν ἐπισκοπήσῃ τις τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ ὑπολογίσῃ, κατὰ τὴν παρατηρουμένην πρόοδον, τὴν ἐξόγκωσιν αὐτῶν, θ’ ἀπολήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν τινων τὸ ⅛ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θ’ ἀπορροφῶσιν αἱ συντάξεις. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἐλήφθησαν μέτρα πρὸς πλουτολογικὴν ἐνίσχυσιν τῆς χώρας, μήπως ἐλήφθησαν τοὐλάχιστον μέτρα, ὥστε νὰ διαπαιδαγωγηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, λαμβάνων τὰ στοιχεῖα τῆς παιδεύσεως ἐκείνης, ἥτις θὰ ὠθήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν πρόοδον, καὶ θ’ ἀνυψώσῃ τὸ φρόνημα αὐτοῦ, οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ ἀρτίαν τὴν συνείδησιν αὐτοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του πρὸς τὸ Κράτος; Μήπως ἐλήφθη πρόνοια διαπαιδαγωγήσεως τοιαύτης τῆς κοινωνίας, ὥστε νὰ κρατηθῇ ἐκ τῆς ὀλισθηρότητος, εἰς ἣν βαίνει, καὶ ἐν ᾗ παρασύρονται καὶ τὰ αὐστηρὰ ἤθη, τὰ διακρίνοντα ἄλλοτε τὴν κοινωνίαν ἡμῶν; Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895, ὃν εἰσήγαγεν ὁ ἀείμνηστος Πετρίδης, ἐβελτιώθη βεβαίως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τάξιν τῶν διδασκάλων, οἵτινες, κατασταθέντες ἀνεξάρτητοι, δύνανται ἐλευθέρως νὰ ἐργασθῶσιν. Ἐξῆλθεν ἡ τάξις αὕτη ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς πολιτικῆς, καὶ δὲν δύναται πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὰς Ἀθήνας τὴν ἐποχὴν Πέτρου τοῦ Ἐρημίτου, ὅτε πανταχόθεν τῆς Δύσεως προσήρχοντο εἰς τὴν Ἀνατολὴν οἱ σταυροφόροι πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοῦ τάφου τοῦ Σωτῆρος. Τὴν εἰκόνα ταύτην τῶν μεταναστευόντων σταυροφόρων, ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ἐπαρουσίαζον οἱ Ἕλληνες δημοδιδάσκαλοι κατὰ πάντα Αὔγουστον, κατὰ χιλιάδας κατακλύζοντες τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἀναμένοντες τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ τοὺς διέσπειρον εἰς τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος. Βεβαίως ἐπηκολούθησεν ἐκ τούτου σχετική τις βελτίωσις τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ δὲν διεμορφώθη εἰσέτι αὕτη, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀσφαλὴς βάσις τῆς ἀναπλάσεως τοῦ λαοῦ. Τοιαύτην δὲ ἐνέργειαν, τοιαύτην νομοθετικὴν ἐργασίαν δὲν εἴδομεν προσαχθεῖσαν ἡμῖν. Ὡμίλησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος καὶ περὶ μέσης καὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις εἶναι τὸ χαλκεῖον, εἰς ὃ χαλκεύονται ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ ἀποβλάκωσις τῶν τροφίμων αὐτῶν. Ἐὰν παρατηρῶνται δὲ ἐξαιρέσεις τινὲς ἀνδρῶν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, τὰς ἐξαιρέσεις ταύτας μὴ τὰς ζητήσητε ἐν τῇ ἐπιρροῇ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐν τῇ ὀξυνοίᾳ τῇ ἐξαιρετικῇ αὐτῶν καὶ ἐν τῇ αὐτομαθείᾳ. Ἐκπαίδευσις τοιούτου τύπου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μορφώσῃ χαρακτῆρας. Διὰ τοῦτο ἡ μεγάλη ἔλλειψις, ἡ παρατηρουμένη παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν χαρακτήρων. Ἐλέχθη πολλάκις, —καὶ εἶναι ἀληθὲς— ὅτι νόμων πολλῶν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, ἀλλ’ ἔχομεν ἀναντιλέκτως ἀνάγκην χαρακτήρων· ἀλλ’ οἱ χαρακτῆρες δὲν σφυρηλατοῦνται μὲ τοιαύτην ἐκπαίδευσιν, ἥτις στρεβλώνει τὸ φρόνημα, καὶ ταπεινοῖ τὴν ψυχήν. Ἔχομεν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἔχομεν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν, καὶ κατὰ κανόνα παρασκευάζουσιν αὗται σπουδαστὰς μὴ δυναμένους νὰ διατυπώσωσιν οὐδὲ τὴν ἁπλουστέραν ἔννοιαν ἐν τῷ χάρτῃ. Καὶ ἐδῶ ἀνέμενον νὰ ἴδω τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Ρέπουλην νὰ δώσῃ τὴν εἰκόνα, ἣν ἐν τῷ δημοσιογραφικῷ του βίῳ τοσάκις εἶδε, τὴν εἰκόνα τῆς ἀμαθείας καὶ τῆς ἀκρισίας, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ ἐκπαίδευσις ἐν Ἑλλάδι!...

§77ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν διαφέρουσι περὶ ἐκπαιδεύσεως αἱ γνῶμαί μου πρὸς τὰς ὑμετέρας.

§78Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐνῷ τοιαύτην ἔχομεν πάντες περὶ ἐκπαιδεύσεως γνώμην, δὲν εἶδον τὴν Κυβέρνησιν λαμβάνουσαν μέτρα τοιαῦτα, βελτιοῦντα τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ θέτουσαν τὰς βάσεις τῆς ἐθνικῆς ἀναπλάσεως. Εἴδομεν μόνον ἕνα Ὑπουργὸν, ὅστις εἰσήγαγε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, ὡς εἰσήχθησαν, ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης βαθείας μελέτης παρ’ εἰδικῶν ἀνδρῶν καὶ ἐπεξεργασίας αὐτῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι, καὶ δι’ αὐτὸ ἐλησμονήθησαν. Ἐνῷ τοιαύτη παρίσταται ἡ κατάστασις, εἰς τὰς βάσεις αὐτῆς, τῆς ἡμετέρας χώρας, ἡμεῖς τί πράττομεν σήμερον; Ψηφίζομεν νόμους, ἔχοντας προσωπικὸν χαρακτῆρα, ψηφίζομεν νέαν διοικητικὴν διαίρεσιν, αὐξάνοντες τὰς Νομαρχίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οὕτω θὰ ἐβελτιοῦτο ἡ διοίκησις. Ἀλλὰ ἐβελτιώθη μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων τούτων ἡ διοίκησις τῆς Ἑλλάδος;

§79Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐχειροτέρευσεν ἔκτοτε!

§80Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως ἐχειροτέρευσε. Καὶ εἶναι ἀληθῶς ἀστεῖον νὰ βλέπῃ τις χώραν, ἥτις δὲν ἀποτελεῖ οὔτε ἐπαρχίαν κἄν Αὐστριακὴν, νὰ διαιρῆται εἰς εἴκοσι καὶ ὀκτὼ νομοὺς, τῶν ὁποίων οἱ Νομάρχαι δὲν γνωρίζω ποῖα σοβαρὰ ἔργα ἐκτελοῦσι. Τὸ ἔργον τῶν Νομαρχῶν εἶναι ὄντως σπουδαῖον. Ἂν ἀναγνώσῃ τις τὰ Διατάγματα, τὰ διαγράφοντα τὰ καθήκοντα αὐτῶν, θὰ καταπλαγῇ πρὸ τοῦ ποικίλου καὶ πολυσυνθέτου τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ὁ Νομάρχης εἶναι ὁ ἐπόπτης πάσης κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς κινήσεως, αὐτὸς ἐπιβλέπει καὶ ἐρευνᾷ τὰς ἀνάγκας τοῦ νομοῦ, ὃν διοικεῖ, καὶ ὑποδεικνύει τὴν πλήρωσιν αὐτῶν. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ κατέθετεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς ἐκθέσεις οἱουδήποτε Νομάρχου, ὑποδεικνύοντος μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ νομοῦ, ὃν διευθύνει. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχουσιν ἢ ὑπῆρξαν Νομάρχαι, τοιαύτας ὑποβαλόντες ἐκθέσεις εἰς τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἡ Αὐστρία εἰς ἕνα ἄνδρα ἀνέθεσε τὴν διοίκησιν τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης, καὶ ὁ ἀνὴρ οὗτος ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν μετεμόρφωσε τὰς καταληφθείσας ἐκείνας χώρας, βεβαιώσας καὶ πάλιν, ὅτι οὐχὶ τὸ ποσόν, ἀλλὰ τὸ ποιὸν τῶν ὑπαλλήλων θαυματουργεῖ. Τοιαύτην ἔχοντες ἐκπαίδευσιν, τοιαύτην ἔχοντες κοινωνικὴν μόρφωσιν, τοιαύτην ἔχοντες Διοίκησιν, περίεργον θὰ ἦτο, ἂν εἴχομεν Δικαιοσύνην διάφορον ἐκείνης, ἣν περιέγραψεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτής, ὅστις μᾶς ἔδωκε τὴν καταισχύνουσαν τὴν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν εἰκόνα τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ὅτε ἤκουσα αὐτὸν νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα δὲν θέλει λυθῆ μόνον διὰ τῆς ῥομφαίας, ἀλλ’ ὅτι θέλει λύσει αὐτὸ καὶ ἡ ἀσπὶς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, ἂν ἡ χαλκίνη αὕτη ἀσπὶς σφυρηλατεῖται διὰ τῶν τεσσάρων Πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν, καὶ ἂν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης, συντελοῦσιν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῆς, ἐὰν δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ξένους καὶ προσελκύσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν ἀσφαλείᾳ ἀλλοδαπὰ κεφάλαια. Ἀλλ’ ἡ ἀσπίς, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, ἡ ὁποία ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἡ ἀσπὶς αὕτη δὲν εἶναι, δυστυχῶς, χαλκίνη, ἀλλ’ εἶναι ἐκ ναστοχάρτου, οὐδένα δυναμένη νὰ προστατεύσῃ, πολλῷ δ’ ὀλιγώτερον δυναμένη νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ζητημάτων. Ἂν ἡ ἀσπὶς τῆς Δικαιοσύνης ἦναι τόσον εὔθραυστος, ἡ ῥομφαία βεβαίως τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι κραταιοτέρα. Καὶ ἂν ἡ πρώτη δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ παντελῶς, ἄχρηστος θὰ κατάκηται καὶ αὕτη εἰς τὸ μέλλον. Ὅτι τὴν γενικὴν κατάστασιν ἀκολουθεῖ καὶ ὁ στρατός, τοῦτο πάντες ὁμολογοῦμεν. Ἀλλ’ ὅτε ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔφθασεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, εἶπεν, ὅτι, ἂν ζητῶμεν οἰκονομίας, μόνον εἰς τὰ δύο ταῦτα Ὑπουργεῖα δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν τοιαύτας, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέον νὰ ἀποβάλωμεν πᾶσαν ἐλπίδα, ὅτι θέλομεν ἔχει στρατόν· δὲν ἔβλεπεν ὅμως καὶ οὐδένα δυνάμενον νὰ τολμήσῃ νὰ διατυπώσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας· ἀναφέρων δ’ ἐμέ, ἔλεγεν, ὅτι μετά τινος δειλίας ὑπεστήριξα τὰς γνώμας ταύτας, ὡς γνώμας μου ἀτομικὰς, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως οὐδένα ἀντιπροσωπεύω, ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, ἀλλὰ συνήθισα μετὰ θάρρους νὰ διατυπῶ τὰς γνώμας μου πάντοτε· καὶ ὄντως εἶχον καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῶν δαπανωμένων χρημάτων εἰς τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα πᾶν ἄλλο πράττομεν ἢ συντελοῦμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἡμετέρων πολεμικῶν δυνάμεων. Κυρίως εἰπεῖν, δὲν ἔχομεν στρατόν. Ἔχομεν βεβαίως παχύτατον μισθολόγιον ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ στρατὸν, ὑπὸ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν αὐτοῦ, βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἔχομεν. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ τοιαύτη κατάστασις ἐπικρατεῖ, ὁ στρατὸς ἡμῶν οὐδόλως θὰ διαφέρῃ τοῦ στρατοῦ ἐκείνου, ὅστις κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, παραταχθεὶς εἰς τὰ σύνορα, δὲν ἠδυνήθη ἀμυνόμενος νὰ τηρήσῃ τὰς θέσεις αὐτοῦ οὐδ’ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Οἱ στρατοὶ δὲν δημιουργοῦνται διὰ τῶν λόγων, οὔτε διὰ τῶν λυρικῶν ἐκφράσεων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δαπανήσωμεν ἑκατομμύρια, ὅπως πλάσωμεν ἀληθῆ στρατόν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας παρουσιάζει τοιαύτην ἀδυναμίαν, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ παρέχῃ τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα πρὸς τοιαύτην ἐνέργειαν, ἣν φανταζόμεθα, ἀναντιρρήτως πᾶσα δαπάνη, γιγνομένη διὰ τοιοῦτον στρατὸν, εἶναι οὐ μόνον ἄσκοπος καὶ περιττὴ, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβής...

§81Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὀφείλομεν νὰ δαπανήσωμεν καὶ δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν.

§82Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ δαπανῶμεν, ἔλθετε νὰ ὑποδείξητε τοὺς πόρους, δι’ ὧν θὰ ἐξεύρωμεν τὰ ἑκατομμύρια, δι’ ὧν θὰ καταστήσωμεν ἡμέραν τινὰ τὸν στρατόν μας ἄξιον ν’ ἀποπλύνῃ τὴν γενομένην εἰς τὸ ἔθνος ὕβριν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσι πόροι, ἱκανοὶ νὰ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα τοιαύτης ἀναπλάσεως τοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον εἰς μάτην ἐξαντλοῦμεν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας διὰ φορολογίας δυσβαστάκτου, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωνται περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας οὗτος παρέχει, διὰ τοῦ ὑπάρχοντος προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσωμεν στρατὸν, ἱκανὸν νὰ ἀντιταχθῇ ἐναντίον πολεμίου στρατιωτικώτατα ὀργανωμένου καὶ προερχομένου ἐκ φυλῆς πολεμοχαροῦς καὶ ἀνδρείας. Οὔτε θὰ ἐκπαιδεύσωμεν τὸν στρατόν μας, οὔτε τὸ φρόνημα αὐτοῦ θὰ ἐξυψώσωμεν διὰ τῶν παρεχομένων μέσων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον στρατὸς ὅμοιος τοῦ ἰδικοῦ μας, οὐδὲ φαντάζομαι τοιοῦτον, διότι, κυρίως εἰπεῖν, στρατὸς ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑφίσταται. Ἔχομεν ἀξιωματικοὺς, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς ὁπλίτας, πολὺ πλειοτέρους ἢ ὅσους ἔχει ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία...

§83Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν ἔχομεν πλειοτέρους.

§84Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχομεν πλειοτέρους, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ τὰς σημειώσεις, ἃς ἤντλησα ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τῆς Γαλλίας καὶ Γερμανίας, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε θὰ κατεδείκνυον ὑμῖν, ὅτι ὁ ἡμέτερος στρατὸς ἔχει πολλῷ πλείονας τῶν ὅσους ἔχουσιν οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Γάλλοι· ἰδίως ὅμως ὁ ἡμέτερος στρατὸς πάσχει ἀπὸ πληθώραν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι κατὰ τὸν πόλεμον ἀπεδείχθησαν ἐντελῶς ἄχρηστοι. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπάρχοντες οὗτοι ἀξιωματικοὶ διέρχονται τὸν βίον των ἀχρησιμοποίητοι, ἢ χρησιμοποιοῦνται εἰς ἔργα ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν. Διέρχονται τὸν χρόνον αὐτῶν, μηδὲν πράττοντες, καὶ ἀναμένοντες μόνον τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ προαχθῶσι...

§85Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἀφοῦ κατήντησε νὰ ἔχωμεν καὶ στρατηγὸν τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου!

§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καθὼς πηγαίνομεν, νὰ μὴ ἔχητε τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου καὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ καὶ τοῦ φαρμακευτικοῦ ἀκόμη θέλομεν ἔχει στρατηγούς. Ἔχομεν οὕτως ἀξιωματικούς, διαμένοντες ἐν Ἀθήναις, ἀξιωματικούς, ὧν ὁ κλῆρος ἔλαχε σκληρός: νὰ ἐκγυμνάζωσι μόνον τοὺς νεοσυλλέκτους κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα τῆς κατατάξεώς των, νὰ λαμβάνωσι τὴν πρωϊνὴν ἀναφορὰν, νὰ ἐπισκέπτωνται τὰ μαγειρεῖα, ὅπως ἐπισκοπήσωσι τὸ συσσίτιον τῶν ἀνδρῶν, καὶ κατόπιν ν’ ἀπομακρύνωνται τῶν στρατώνων· ὁ δὲ ὑπόλοιπος βίος των ἀπορροφᾶται ὑπὸ τῆς τύρβης τοῦ κοινωνικοῦ βίου, ὅστις δὲν εἶναι βεβαίως προωρισμένος νὰ διαπλάττῃ στρατιώτας. Δὲν γνωρίζω, ἂν καθ’ ἅπαν τὸ στράτευμα ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ πολλοί, καταγινόμενοι καὶ μελετῶντες· ἀλλ’ ἐκ τῶν διατιθεμένων ὑπὸ τοῦ Κράτους χρημάτων πρὸς ἀγορὰν βιβλίων ἐλάχιστοι ἀξιωματικοὶ ἐλάχιστα διαθέτουσιν ἐξ αὐτῶν. Προπαίδευσις ἀξιωματικῶν δὲν γίνεται, διότι δὲν ὑπάρχει στρατὸς, ὅπως ἀσκηθῶσιν οὗτοι· περὶ γενικῶν γυμνασίων οὐδὲ λόγος δύναται νὰ γείνῃ, διότι δὲν ὑπάρχουσι τὰ χρηματικὰ μέσα, ὅπως ἐκτελῶνται τοιαύτης φύσεως γυμνάσια. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον οἱ ἀξιωματικοὶ μένουσι μὲ τὰς πενιχρὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον ὅτε ἐξῆλθον τῶν στρατιωτικῶν Σχολῶν. Εἰς τὸ μέλλον δὲ θὰ ἔχωμεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ συνταγματάρχου, δὲν θὰ δυνηθῶσιν ἴσως νὰ παραστῶσιν οὐδέποτε εἰς τὰ γυμνάσια ἑνὸς πλήρους συντάγματος. Θὰ συμβῇ δὲ, ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει, νὰ ἴδητε τοὺς τοιαύτην κατάρτισιν ἔχοντας ἀξιωματικούς, νὰ διορισθῶσι ταξίαρχοι καὶ μέραρχοι, καὶ, ὅταν θ’ ἀντιμετωπίσωσι τὸν ἐχθρὸν, ὅλας αὐτὰς τὰς ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐσίαν οὐδὲν ἄλλο θὰ ἦναι ἢ ἓν ὁπλοφόρον ἀνθρωπομάζωμα, ἐξαφανιζομένας ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ ἰδίου πανικοῦ, ὅστις κατέλαβε τὸν στρατόν μας, τὸν εὑρεθέντα ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτὶ ἀπὸ τῶν συνόρων εἰς τὰ Φάρσαλα, χωρὶς ὑπ’ οὐδενὸς νὰ διώκηται ἐχθροῦ. Ἀλλὰ ποία λογικὴ ὑπαγορεύει, ἀλλὰ ποῖον συμφέρον τοῦ Κράτους ὑπαγορεύει, διὰ τοιοῦτον στρατὸν νὰ δαπανῶνται τοσαῦτα ἑκατομμύρια; Ἐὰν ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐπιβάλλῃ τὴν συντήρησιν στρατοῦ, ἐὰν ἐπιβάλλῃ τὴν στρατιωτικὴν τῆς χώρας ὀργάνωσιν, τότε περικόψατε ὅθεν δήποτε θέλετε τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, περιορίσατε εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον ταύτας, καὶ ὅταν ἐξεύρητε τὰ οἰκονομικὰ ἐκεῖνα μέσα, τότε ἔλθετε ἐνταῦθα, καὶ παρουσιάσατέ μας στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δύναται νὰ καταρτισθῇ στρατὸς, ὅστις, ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ νικήσῃ, νὰ γνωρίζῃ τοὐλάχιστον νὰ ἡττηθῇ...

§87ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Πῶς εἴπετε διὰ τὸν στρατόν;

§88Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶπον, ὅτι θὰ γνωρίζῃ τοὐλάχιστον νὰ ἡττηθῇ· διότι ἀτυχῶς οὔτε τοῦτο δὲν ἐγνώριζεν ὁ ἡμέτερος στρατός· δὲν ἐγνώριζεν οὔτε κατὰ τίνα τρόπον ἡττῶνται οἱ ἀνδρεῖοι, ἀλλ’ ἀτυχοῦντες στρατοί. Ὁ τελευταῖος πόλεμος εἶναι ἀπὸ τὰς μᾶλλον μελανὰς σελίδας τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας, καὶ φρίττει ἀληθῶς τις, ἀναγινώσκων κατὰ τίνα τρόπον ἐκφράζονται περὶ τοῦ ἡμετέρου πολέμου καὶ περὶ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ ξένοι στρατιωτικοί, παραστάντες μάρτυρες τῆς παιχθείσης εἰς τὰ σύνορα θλιβερᾶς κωμῳδίας. Μετ’ ἀφάτου θλίψεως ἀνεγίνωσκον κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος στρατιωτικοῦ συγγραφέως βιβλίον περὶ τοῦ ἡμετέρου πολέμου. Ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ ἀνεφέρετο, ὅτι αἱ τουρκικαὶ δυνάμεις ἐν τοῖς Θεσσαλικοῖς συνόροις δὲν ἦσαν ὑπέρτεραι τῶν ἡμετέρων, κατὰ τὰς συναφθείσας δὲ ἁψιμαχίας, μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ὑποχωρήσεως, ὁ ἡμέτερος στρατὸς δὲν εἶχεν ἀπωλείας οὔτε 3%· μὲ τοιαύτας δὲ ἀπωλείας ὑποχώρησις στρατοῦ ἀμυνομένου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔντιμος. Διὰ νὰ ὑποχωρήσῃ, ἐγνωμάτευεν ὁ συγγραφεὺς οὗτος, στρατὸς κατέχων οἵας ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κατεῖχε θέσεις, ἔπρεπε νὰ ἀπολέσῃ 50% τοὐλάχιστον, ὅπως δικαιολογήσῃ τοιαύτην ἀκατανόητον καὶ περίτρομον φυγήν. Ἀλλ’ αἱ ἀπώλειαι τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ καθ’ ὅλας τὰς μάχας δὲν ὑπερέβησαν τὰ 4%, συμπεριλαμβάνω δὲ εἰς τὰς ἀπωλείας ταύτας καὶ τὰς γενομένας κατὰ τὰς ἐν Ἠπείρῳ μάχας, ἔνθα αἱ ἀπώλειαι εἶναι πολλῷ μείζονες τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαύτη ἦτο ἡ δύναμις τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπετρέπετο νὰ ὑποχωρήσῃ, ἀφίνων ἀμαχητὶ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ μέγα μέρος τῆς Ἑλληνικῆς χώρας...

§89Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τίς στρατὸς ἀπώλεσεν ἐν πολέμῳ 50%, καὶ κατὰ ποίαν ἐποχήν;

§90Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν στρατιωτικὴν ἱστορίαν, ὅπως σᾶς εἴπω, ποῖοι στρατοὶ ὑπέστησαν τοσαύτας ἀπωλείας καὶ κατόπιν ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποχωρήσωσιν· ὁ γράφων ὅμως ταῦτα στρατιωτικὸς συγγραφεὺς λέγει, ὅτι οὐδεὶς στρατὸς, ἀμυνόμενος εἰς τὰ σύνορα αὑτοῦ, μὴ ἀπολέσας δὲ 50%, δικαιολογεῖται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς θέσεις αὑτοῦ, χωρὶς νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ὑποχώρησίς του ὡς ἄνανδρος φυγή...

§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θίγετε, κύριε συνάδελφε, ἓν ζήτημα ἀμφίβολον καὶ σκανδαλῶδες· διότι δὲν εἶναι γνωστὸν, ἐὰν ὁ στρατὸς ὑπεχώρησεν ἐξ ἀδυναμίας, ἢ διότι διετάχθη νὰ ὑποχωρήσῃ, κατὰ σχέδιον προδιαγεγραμμένον.

§92Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κατὰ τίνα τρόπον ἐπῆλθεν ἡ ὑποχώρησις· ἴσως ὑπάρχουσι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τοῦτο. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐν τῇ ἐξεταστικῇ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῇ ἐζητήθησαν ἔγγραφα, προσεκομίσθησαν τοιαῦτα, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν οὐδὲ ἓν εἴδομεν διαλευκαῖνον τὸ ζήτημα, ὅπερ ὑμεῖς θίγετε, καὶ ὅπερ δικαιολογεῖ τὴν ὑποχώρησιν.

§93Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, τίς εἶναι ὁ στρατιωτικὸς αὐτὸς, ὅστις δογματίζει, ὅτι, ἐὰν στρατός τις δὲν ἀπολέσῃ 50%, ἀτίμως ἡττᾶται. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι εἷς ἄλλος στρατηγὸς, βεβαίως ἀνώτερος αὑτοῦ, ὃν ἀναφέρετε, ὁ ὀργανωτὴς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὁ Γκόλτς πασσᾶς, ἐν τῇ «Ἱστορίᾳ τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου» θαυμάζει τὴν ἀνδρείαν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ λέγει ὅτι, ἐὰν οἱ διοικηταὶ τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων ἠδύναντο νὰ ὑψωθῶσιν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς ὃ ὤφειλον νὰ ἦναι, βεβαίως ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν ἤθελεν ἡττηθῆ. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶνται κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι αὐτὰ δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι θέμα συζητήσεως εἰδικῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, ἣν πάντοτε ἀπέφυγον.

§94Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐπαρουσιάσθη καταλληλοτέρα δι’ ἐμὲ στιγμὴ, ἵνα εἴπω τὰς γνώμας καὶ τὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας ἐσχημάτισα ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων, ἀπὸ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰδικῆς συζητήσεως τῶν θεμάτων τούτων, προκαλέσατε τὴν τοιαύτην συνεδρίασιν, ὅπως ἐκτενέστερον συζητήσωμεν.

§95Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος.

§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὔτε ἐγώ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν προκαλεῖται τοιαύτη συζήτησις, ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ θέλων νὰ συμπεράνω, ἂν ἡ ποιότης τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀξία τοιαύτης δαπάνης, δύναμαι νὰ ἐρευνήσω τὰ τῆς δράσεως αὑτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ, καὶ ν’ ἀναφέρω κατ’ ἀκολουθίαν, τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχουσι περὶ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ ξένοι στρατιωτικοὶ συγγραφεῖς. Ἀλλ’ ὅταν, ὡς λέγετε, δὲν ἔχωμεν στρατηγοὺς καὶ ἀρχηγοὺς εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως αὐτῶν, ὅταν δὲν ἔχωμεν καὶ στρατιώτας, δυναμένους νὰ πολεμήσωσιν ὑπὸ τοιούτους ἀρχηγούς, οὐδὲν δὲ μέτρον λαμβάνεται, ὅπως καὶ στρατηγοὶ καὶ στρατιῶται καταρτισθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ δικαιολογήσωσι τὰς γινομένας δι’ αὐτοὺς θυσίας τοῦ ἔθνους, ἀναντιρρήτως εἶναι μάταιον καὶ ἐπιβλαβὲς νὰ δαπανῶνται τοσαῦτα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ προετοιμάζωμεν νέους φυγάδας καὶ νέας ἐθνικὰς συμφοράς. Εἶναι ἐπιζήμιον νὰ δαπανῶμεν χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦμεν ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς παραγωγῆς, ἐκ τῆς εὐτυχίας τοῦ λαοῦ, περικόπτοντες τὴν πρόοδον αὐτοῦ. Διὰ νὰ καταρτίσωμεν ἀξιόμαχον στρατὸν, ὡς ἔλεγον, ὀφείλομεν νὰ δαπανήσωμεν χρήματα ἀφθόνως, διότι τότε μόνον θὰ δυνάμεθα, οὐ μόνον τοὺς ὁπλίτας νὰ ἐκγυμνάζωμεν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ διδάσκωμεν, πολλοὶ τῶν ὁποίων καὶ εὐφυεῖς εἶναι, καὶ παίδευσιν ἔχουσιν, ὥστε νὰ καταρτισθῶσιν ἱκανοὶ νὰ διευθύνωσι μεγάλας μονάδας, καὶ νὰ μὴ ὑφίστανται κατὰ τὴν ὥραν τῆς δράσεως σύγχυσιν, ἀλλὰ νὰ κατορθῶσι νὰ συγκρατῶσι τὰ παρ’ αὐτῶν διοικούμενα σώματα, καὶ μὴ βλέπωσι ταῦτα διαλυόμενα ἐν ἀταξίᾳ καὶ φόβῳ. Διότι, ὅσα καὶ ἂν λέγῃ ὁ βαρῶνος Φὸν–δὲρ–Γκόλτς περὶ τῆς ἀνδρείας τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι, ἂν ἀφίνῃ ἀμφιβολίας ἡ ὑποχώρησις τοῦ στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐπηρεάζῃ τὰς σκέψεις, ἃς ἀνέφερεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εὗρεν ἐν Ἠπείρῳ ἐλεύθερον τὸ ἔδαφος, ἵνα βαδίσῃ, καὶ ἐν τούτοις ὑπεχώρησεν!

§97ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπολέμησεν ὅμως καλῶς. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀδικῶνται οὕτως οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐπετέλεσαν τὸ ἔργον των κατὰ τὸ δυνατόν. Ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἔχει ἀτελείας, ἕνεκα κυβερνητικῆς ἀβλεψίας, ὅτι δὲν ἔχουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ μόρφωσιν πλήρη καὶ ἐκπαίδευσιν, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ.

§98Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τινὰ προσωπικῶς ἐνταῦθα· γενικῶς ἐξετάζων τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐρευνῶν τὰ αἴτια, τὰ προκαλέσαντα τὴν κατάστασιν ταύτην, καταδεικνύω τὰς ἀτελείας αὐτοῦ, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπηκολούθησεν ἡ οἰκτρὰ ὑποχώρησις καὶ αἱ ἐκ ταύτης συνέπειαι· οὐδεὶς δὲ πρέπει νὰ θεωρῇ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας ὡς κατακρίσεις ἀπευθυνομένας εἰς πρόσωπα. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι κατεχόμεθα ἔκ τινος παραδόξου ψυχοπαθείας· δὲν θέλομεν νὰ θεωρήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὡς ἡττηθέντας, καὶ προσπαθοῦμεν νὰ παρουσιάσωμεν ἡμᾶς ὡς καταγαγόντας ἐνδόξους νίκας! Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἀνήρχοντο τὸ βῆμα οἱ στρατιωτικοὶ ῥήτορες, καὶ κατώρθουν νὰ πληρῶσι τὴν αἴθουσαν νικητηρίων παιάνων, ἐνῷ καθ’ ὅλον τὸν πόλεμον ἓν μόνον κατεδείξαμεν, ὅτι διαρκῶς ὑπεχωροῦμεν, καὶ ὅταν ἦτο ἀνάγκη, καὶ ὅταν οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε πρὸς τοῦτο...

§99Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπολεμήσαμεν ἐπιθετικῶς εἰς τὸ Γρίμποβον.

§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διαρκῶς ἀκούω περὶ τῆς μάχης ταύτης. Ἀναφέρεται αὕτη ὡς ἔνδοξόν τι κατώρθωμα, ἐνῷ ὑπῆρξε μία κοινὴ ἐπίθεσις, μηδὲν σχοῦσα ἀποτέλεσμα, διότι οἱ Ὀθωμανοὶ ἐκράτησαν τὰς θέσεις των.

§101Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Ἦτο μάχη μεγάλη ἐκείνη· καὶ ἐγὼ, ὅστις σᾶς ὁμιλῶ, ἔλαβα μέρος εἰς αὐτήν.

§102Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὴ ἀνησυχεῖτε! Δὲν προτίθεμαι νὰ σᾶς ἀφαιρέσω οὔτε φύλλον ἀπὸ τὸν δάφνινον στέφανον τῆς δόξης σας. Ἀλλ’ ἂν ἡ μάχη αὕτη, ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν, ἦναι ἀξία μνείας, ὑπὸ ἔποψιν ὅμως πολιτικὴν δὲν εἶναι ἀξία νὰ ὀνομάζῃ τις αὐτήν· διότι, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς διαπραγματεύσεις ἀνακωχῆς, ἐδίδομεν διαταγὰς νὰ προσβληθῇ ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἐν Ἠπείρῳ!

§103Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αὐτὸ δὲν εὐθύνει τὸν στρατόν· εἶναι ζήτημα πολιτικόν.

§104Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως εὐθύνει τὸν δώσαντα τὴν διαταγὴν τῆς ἐπιθέσεως ἐντεῦθεν· ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν, ὑπὸ ἔποψιν ἀποτελεσμάτων, ὅλως ἀσήμαντος ὑπῆρξε· σᾶς παρακαλῶ δὲ, ἐξ ὅλης τῆς ἱστορίας τοῦ τελευταίου πολέμου νὰ μοὶ παρουσιάσητε ἔστω καὶ ἓν μεμονωμένον ἀνδραγάθημα, ἐξ ἐκείνων, ὧν βρίθουσιν αἱ ἱστορίαι καὶ τῶν μᾶλλον ἀτυχησάντων στρατῶν.

§105Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχομεν τὴν κυρίευσιν χαρακώματος ὑπὸ τοῦ ταγματάρχου Γερογιάννη καὶ τῶν λοχαγῶν Χόρτη καὶ Καμάρα. Ναί, ἐκυριεύσαμεν χαράκωμα, ἐπιτιθέμενοι καὶ οὐχὶ ἀμυνόμενοι.

§106Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἤκουσα, ὅτι ἐγένετο ἐκτόπισις ἔν τινι προχείρῳ ὀχυρώματι ἐν Γριμπόβῳ, ἀλλὰ τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀνδραγάθημα, ὡς ἡρωϊσμόν. Ἄλλην σημασίαν καὶ ἄλλην ἔννοιαν ἔχει ἡ διάπραξις ἡρωϊκοῦ τινος ἐγχειρήματος. Ἀλλὰ διὰ νὰ παραστῶμεν ὡς παρέστημεν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, αἰτία ἦτο ἡ παντελὴς ἔλλειψις στρατιωτικῆς ὀργανώσεως ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἡ κατάπτωσις τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος παρὰ τῇ κοινωνίᾳ, ἀφ’ ἑτέρου· ἔλειψαν δηλ. ἀμφότερα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀναπτύσσουσι τὴν ἀκατάβλητον ἐκείνην δύναμιν, ἥτις χαρακτηρίζει τὰ ἔθνη, ἅτινα τοιούτους ἀναλαμβάνουσιν ἀγῶνας. Ὅταν δὲ δὲν θέλωμεν νὰ πιστεύσωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τούτων, κατ’ οὐδὲν συντελοῦμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν βελτίωσιν. Ὁ στρατὸς, ἵνα ὀργανωθῇ, ἀπαιτεῖ χρήματα, ὅταν δὲ τὸ Κράτος δὲν ἦναι εἰς θέσιν νὰ παρέχῃ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον μέσα, εἶναι μάταιον νὰ δαπανῶνται καὶ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ποσὰ, διότι δι’ αὐτῶν οὐδὲν δύναται νὰ συντελεσθῇ σπουδαῖον· θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ σηπεδὼν, ἡ φθείρουσα τὸν στρατὸν, καὶ θὰ παριστάμεθα θεαταὶ τοῦ πετάγματος 19 ἑκατομμυρίων δραχμῶν κατ’ ἔτος κυριολεκτικῶς εἰς τὴν θάλασσαν. Οὐδὲν τῶν ὑπαρχόντων θὰ μεταβάλητε, καὶ ὅταν καμμία νέα Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ὠθήσῃ ἐκ νέου τὸ ἔθνος εἰς πόλεμον, ὁ στρατὸς οὐδεμίαν θὰ δυνηθῇ νὰ παράσχῃ ὑπηρεσίαν, θὰ εὑρεθῶμεν δὲ εἰς τὴν αὐτὴν, ἂν μὴ εἰς χείρονα θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθημεν καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Θὰ ἴδωμεν τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας νὰ ὑποχωροῦν, εἴτε διατάσσονται, εἴτε δὲν διατάσσονται. Μὴ νομίζετε τέλος πάντων, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἡλικίᾳ ἐκείνῃ, κατὰ τὴν ὁποίαν, μείρακες τοῦ σχολείου, ἐπιστεύομεν, ὅτι ἠδυνάμεθα διὰ τῶν λίθων νὰ καταδιώξωμεν τοὺς Τούρκους!...

§107Π. ΓΚΙΚΑΣ. Δυστυχῶς, αὐτὰ τὰ ἐπίστευε καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ Βουλή.

§108Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀληθῶς, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ἐπίστευε καὶ ἡ κοινωνία τὸ ἐφαντάζετο, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπωθήσωμεν τοὺς Τούρκους ἐκ τῶν συνόρων, καὶ νὰ βαδίσωμεν νικηφόροι πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν ὑπὸ τὴν δουλείαν ὁμοφύλων. Ἀλλ’ αἱ ἐλπίδες αὗται ἀπεδείχθησαν σκιαὶ ἀπατηλότεραι· ὁ στρατὸς ἡμῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνθέξῃ οὔτε ἐπὶ πέντε ἡμέρας, ἀμυνόμενος εἰς τὰ σύνορα. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην ἀξιοθρήνητον κατάστασιν ἐπαρουσίαζεν ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἐνταῦθα ἐδημιουργοῦντο οἱ ἥρωες, καὶ ἐλαξεύοντο οἱ ἀνδριάντες ἡρώων ἀνυπάρκτων, καὶ ἔφθανον μέχρις ἡμῶν αἱ ἰαχαὶ μαχῶν ἐνδόξων· ὅτε δὲ προσεκομίσθησαν ἐνταῦθα αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι περὶ τῶν φονευθέντων, ἐβλέπομεν ὅτι εἰς μάχας, περὶ ὧν τόσος εἶχε γείνῃ θόρυβος, τρεῖς εἶχον φονευθῆ καὶ ὀκτὼ τραυματισθῆ, ἀνέζων δὲ παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν τὰ Ἄβδηρα! Τοιαῦται ἦσαν αἱ ἔνδοξοι μάχαι. Κατελήφθημεν δὲ ὑπὸ τοιαύτης ψυχοπαθείας, ὥστε ἐπιστεύομεν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ αἰσχύνη τοῦ τελευταίου πολέμου ὑπῆρξε διὰ τὴν Ἑλλάδα νέα αἴγλη δόξης! Τοιαύτη δὲ, φαίνεται, ἐπεκράτει ἰδέα οὐ μόνον εἰς τοὺς ἀγορητὰς, οὐ μόνον εἰς τοὺς γράφοντας εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῆς τῆς τότε Κυβερνήσεως· διότι εἴδετε, κατὰ τίνα τρόπον διεσπάρησαν οἱ προβιβασμοὶ καὶ αἱ ἀμοιβαὶ, εἰς ἔνδειξιν τιμῆς διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀρετὰς καὶ διὰ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς προσέφεραν εἰς τὴν πατρίδα οἱ μετασχόντες τοῦ πολέμου!

§109Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Προήχθησαν πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ἄφησαν οἱ ἀποστρατευθέντες ἢ ἀποταχθέντες ἀξιωματικοί.

§110Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοῦτο, ὅπερ λέγετε, οὐδόλως εἶναι ἀκριβές. Ἄν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, οἱ ἀποστρατευθέντες ἢ ἀποταχθέντες ἀξιωματικοὶ δὲν ὑπηρέβησαν τὰς τρεῖς δεκάδας, ἐνῷ προήχθησαν ἑξακόσιοι! Ἀφοῦ δὲ τὰ κενὰ ταῦτα ὑπῆρχον κατὰ τὸν πόλεμον, δὲν γνωρίζω ποῖος λόγος ὑπηγόρευεν, ὅπως ταῦτα πληρωθῶσιν ἐν εἰρήνῃ. Οὕτω λοιπόν, δαπανῶντες διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς δαπανῶμεν, λαμβάνομεν τὸ χρῆμα ἐκ τῶν παραγωγικῶν τάξεων, καὶ τὸ διαθέτομεν ἀδίκως διὰ στρατόν, ὅστις κατεδείχθη ἄχρηστος πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ἀληθοῦς αὐτοῦ σκοποῦ. Ἄν ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, φρονῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς ὑπαγορεύει νὰ διατηρῇ στρατὸν, ἂν νομίζῃ, ὅτι τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ὑποδούλων Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν θὰ πραγματοποιήσῃ ἡ στρατιωτικὴ ῥομφαία, περὶ τῆς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι αὕτη εἶναι πεπρωμένον νὰ κόψῃ τὸν γόρδιον δεσμὸν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, τότε ὀφείλετε νὰ παρασκευάσητε ἀληθῆ στρατὸν, περικόπτοντες πανταχόθεν τὰς δαπάνας, ὅπως ἐνισχύσητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄν ὅμως ἔχητε τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δαπανήσῃ πλειότερα, φοβεῖσθε δὲ νὰ περιορίσητε τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μήπως εὑρεθῆτε ἀπέναντι προνουτσιαμέντων, τότε εἴπατέ το καθαρὰ, ὅπως παύσῃ πᾶσα συζήτησις· διότι δὲν εἶναι πλέον πολιτικὴ Κράτους αὕτη, νὰ ἐνεργῆτε εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῶν πραιτωριανῶν. Ἓν ἐκ τῶν δύο ὅμως δέον νὰ γείνῃ: ἢ πρέπει νὰ περικόψωμεν τὰς δαπάνας τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, —καὶ δυνάμεθα εὐχερῶς νὰ πράξωμεν τοῦτο—ὅπως αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ νὰ περιορίσωμεν τὰς ὑπαρχούσας τοῦ Ὑπουργείου τούτου...

§111Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ποῖον προτιμᾶτε ἀπὸ τὰ δύο;

§112Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ χώρα δὲν δύναται νὰ παρέχῃ τὰ 114 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, χωρὶς νὰ ὑποστῇ οἰκονομικὴν ἐξάρθρωσιν. Κατ’ ἀκολουθίαν, νομίζω, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν Ὑπουργείων δέον νὰ περικοπῶσιν αἱ δαπάναι, οὕτως ὥστε νὰ ἐξοικονομηθῶσι κατ’ ἔτος 15–18 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1896, τὰ δὲ ἑκατομμύρια ταῦτα νὰ διατεθῶσι πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας καὶ τῆς ναυτιλίας, πρὸς ἐνίσχυσιν ὅλων τῶν παραγωγικῶν μέσων τῆς χώρας, πρὸς ἠθικὴν διάπλασιν τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς πρακτικωτέραν μόρφωσιν αὐτοῦ, οὕτως ὥστε νὰ συμβαδίσουν ἡ ὑλικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ ἀνάπτυξις αὐτοῦ. Κατὰ τὸν τρόπον δὲ τοῦτον ἐνεργοῦντες, καὶ εἰς τοιαῦτα ἐπιδιδόμενοι, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐλπίσωμεν εἰς τὸ μέλλον, θὰ δυνηθῶμεν, ἐπαυξάνοντες τὴν πλουτολογικὴν ἡμῶν θέσιν, καὶ ἔχοντες πόρους ἐπαρκεῖς, νὰ σκεφθῶμεν λυσιτελέστερον πρὸς ὀργάνωσιν στρατιωτικὴν τῆς χώρας...

§113Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ νὰ κάμωμεν, διὰ νὰ μᾶς μουντζώσουν μίαν ὥραν προτήτερα οἱ ὁμογενεῖς!

§114Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι πολὺ ταχύτερον θὰ ἴδωμεν τὸ μούντζωμα, μὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα πράττομεν. Ἐὰν πρόκηται ἐνταῦθα νὰ δημοκοπῶμεν καὶ νὰ ἐκφωνῶμεν λόγους, ὅπως ἐκφωνοῦσι τοιούτους ἐν τοῖς Συλλόγοις κατὰ τὴν 25 Μαρτίου, οὐδεὶς ἐμποδίζει ἡμᾶς νὰ πράττωμεν τοῦτο· Θὰ ὑποκαίωμεν τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὸ θεατρικώτερον, ἀλλ’ οὐδεμία ἐκ τούτου θὰ ἐπέρχηται ὠφέλεια. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ συζητῶμεν σοβαρῶς, δέον νὰ παρουσιάζωμεν τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτῶν ὄψιν. Ἀλλὰ, πλὴν τῆς πατριωτικῆς ταύτης πολιτικῆς, ὑπάρχει καὶ ἄλλη, πατριωτικὴ ἐπίσης πολιτική, ἡ πολιτικὴ τῆς πλουτολογικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, τῆς ἐκπολιτίσεως τοῦ λαοῦ, τῆς πρακτικωτέρας μορφώσεως αὐτοῦ. Ἄν τοιαύτην τραπῶμεν ὁδόν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ λύσωσιν ἡμέραν τινὰ τὰ ζητήματα τῆς Ἀνατολῆς, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ εἶναι ἀξία νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κέντρον πολιτισμοῦ καὶ ἡμερώσεως ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν θὰ βαρύνωσι πλειότερον εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς εὐρωπαϊκῆς Δικαιοσύνης αἱ ἀρεταὶ αὗται, ἢ ἡ ἀποστομωθεῖσα ῥομφαία τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, εἴτε ὑποχρεούμεθα νὰ παρασκευάσωμεν στρατιωτικῶς τὴν χώραν, εἴτε ἀποφασίσωμεν νὰ περιορίσωμεν τὰς δαπάνας τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, ὅπως ἐνισχύσωμεν τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, δέον ν’ ἀποφασίσωμεν, ποίαν ὁδὸν θ’ ἀκολουθήσωμεν. Δέον νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον σοβαρόν, καταλῆγον πρὸς ἕνα σκοπὸν, καὶ αὐτὸ νὰ ἐφαρμόσωμεν. Ἐὰν θ’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πρώτην ὁδόν, τὴν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς, δέον νὰ ἐξεύρωμεν πόρους, δι’ ὧν θὰ δυνηθῶμεν ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀνασυστήσωμεν τὸν ἡμέτερον στρατὸν, ἀποκαθαίροντες τοῦτον ὅλων τῶν ἀνικάνων καὶ ἀχρήστων στοιχείων, τὰ ὁποῖα παραφθείρουσιν αὐτὸν, εἴτε εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀνωτέρων, εἴτε εἰς τὰς τῶν κατωτέρων εὑρίσκονται ταῦτα. Δέον νὰ ἐξεύρωμεν τ’ ἀπαιτούμενα χρήματα, ἅτινα, ὡς ἔλεγεν ὁ Ἀρχίδαμος, εἶναι τὰ νεῦρα παντὸς στρατοῦ ἔν τε εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ· οὕτω δὲ θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν ἱκανὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἀληθῆ προορισμόν, ὃν ἔχει πᾶς στρατὸς εἰς τὸν κόσμον. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως Προϋπολογισμοῦ δὲν διακρίνει τις οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην μέριμναν οἱασδήποτε βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ· οὐδεμίαν βλέπω ἀπόφασιν ὡρισμένην πρὸς λύσιν τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ζητήματος, περὶ οὗ πολλὰ λαλοῦμεν, καὶ οὐδὲν πράττομεν. Τὸ μόνον, ὅπερ εἴδομεν, ἦτο ἡ προσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ἐγένετο ἤδη νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐφαρμόζεται ἀπὸ ἱκανῶν μηνῶν. Οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου τούτου ὑπεστήριζον τότε, ὅτι θὰ κατωρθοῦτο δι’ αὐτοῦ νὰ ἀναπλασθῇ ὁ στρατός, ἐκφεύγων τῶν χειρῶν τῆς πολιτικῆς, τῆς θεωρηθείσης ὡς τῆς μόνης αἰτίας τῆς παραλυσίας αὐτοῦ. Παριστάνετο κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας, ὅτι, εὐθὺς ὡς θ’ ἀνελάμβανε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, θὰ ἐβλέπομεν τοὺς φυγάδας ἐκείνους στρατιώτας τοῦ τελευταίου πολέμου μεταβαλλομένους εἰς Πρώσσους θωρακοφόρους! Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐφηρμόσθη, καὶ ἡ Α. Ὑψηλότης διοικεῖ τὸν στρατόν. Ἡ πολιτικὴ ἔπαυσεν ἐπεμβαίνουσα πλέον εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἡ κατάστασις δὲν μετεβλήθη· τὰ αὐτὰ αἴτια ἐξακολουθοῦσι παράγοντα τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, διότι, ὡς ἐλέγομεν οἱ ἀντιτιθέμενοι εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἡ ἀγαθὴ θέλησις τοῦ Διαδόχου δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ μεταβάλῃ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ...

§115ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Μήπως ἐκλαμβάνετε τὸν Διάδοχον θαυματοποιόν;

§116Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀκριβῶς, ἐπειδὴ δὲν ἐξελάμβανον τὸν Διάδοχον θαυματοποιόν, ὑπεστήριζον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅτι οὐδὲν ἤθελε κατορθώσει ὁ Διάδοχος, ὁ τοιαύτας ἀναλαμβάνων εὐθύνας, χωρὶς νὰ λάβῃ μετὰ τῆς διοικήσεως καὶ τὰ μέσα, ὅπως ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ...

§117Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐναντίον θὰ ἦτο θαῦμα.

§118Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ἐναντίον ἀληθῶς θὰ ἦτο θαῦμα, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος. Οὐδεὶς σήμερον δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ἄνευ μειδιάματος, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ μετεβλήθη, ἢ ὅτι ἐλπίζεται τοὐλάχιστον νὰ μεταβληθῇ. Ἡ αὐτὴ κατάστασις ἐξακολουθεῖ, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ, ὄχι διότι δὲν ἔχει τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν ὁ Διάδοχος, ὅστις, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ παρατηρηθεῖσα ἐξάρθρωσις τοῦ στρατοῦ, ἀνεδέχθη εὐθύνας, καὶ περιεβλήθη μὲ ὑποχρεώσεις, αἵτινες θὰ γεννήσωσιν ἴσως αὐτῷ ζητήματα εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ διότι ἔλειψαν ἀπ’ αὐτοῦ τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ καταστῇ ἐφαρμόσιμος πᾶσα μεταρρύθμισις. Ἀλλ’ ὅπως ἐξεύρητε τὰ μέσα, δέον νὰ περικόψητε τὰς θέσεις ὅλων ἐκείνων, οἵτινες κατατρώγουσι μέγα μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ παρέχωσι σπουδαίαν τινὰ ὑπηρεσίαν εἰς τὴν διοίκησιν...

§119Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ ὑποστηρίξητε.

§120Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀκούω τὸν κ. Ρικάκην, ὁ ὁποῖος μὲ διακόπτει, καὶ λέγει, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ ὑποστηρίξω. Ἐγὼ εἶπον προηγουμένως, τί ὑποστηρίζω, καὶ ποίας ἰδέας ἔχω περὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν δέον ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ χώρα. Τώρα ὑποδεικνύω, τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἂν ἐπικρατήσουν αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Ρικάκη περὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν, ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, καὶ ἱκανὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους, αὐξήσατε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, φέρετε δὲ τότε ὀργανωτὰς, ὅπως ὀργανώσωσι τοῦτον, καὶ μὴ περιορισθῆτε εἰς τὸν ὀργανισμὸν ἐν τῷ χάρτι, ἀλλὰ ἐφαρμόσατε αὐτόν. Προσκαλέσατε κατ’ ἔτος ἡλικίας τινὰς ἐφέδρων πρὸς ἐκγύμνασιν τῶν ἀνδρῶν καὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν, πληρώσατε δι’ ὑλικοῦ τὰς κενωθείσας κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἀποθήκας, συμπληρώσατε τὸν ὁπλισμὸν, ὅστις ἐδεκατίσθη μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Λαρίσης ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἀντικαταστήσατε τὰ καταστραφέντα τηλεβόλα, ἐγείρατε ὀχυρώματα παρὰ τὰ σύνορα, ὅπως ἀποκτήσωμεν ἀσφαλῆ τοιαῦτα, καὶ ἀφοῦ κατορθώσητε ταῦτα, τότε μόνον δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι πράττετε σοβαρόν τι ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ἄνευ πάντων τούτων, ἡ δαπάνη τῶν 18 ἢ 19 ἑκατομμυρίων τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι δαπάνη ἀνωφελής, γινομένη, ὅπως ὑπάρχῃ στρατὸς μὴ δυνάμενος νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ὡς δὲν ἠδυνήθη νὰ χρησιμεύσῃ καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον...

§121Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς!

§122Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐθνικὴ πολιτικὴ θεωρεῖται ἐνταῦθα τὸ ἀποκρύπτειν τὴν ἀλήθειαν! Θεωρεῖται, ὅτι προσβάλλουν τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα τὰ λεγόμενα παρ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ ζητήματα, ἀπορροφοῦντα δεκάδας ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, δὲν κανονίζονται ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος. Τὰ αἰσθήματα καὶ οἱ παλμοὶ τῆς καρδίας ἀπομένουσιν ἀναφαίρετον κτῆμα τῶν ἐρωτευμένων καὶ τῶν ποιητῶν. Ἐν τῇ ἐρεύνη τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ μελέτῃ τῶν γινομένων δαπανῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους οὐδεμίαν θέσιν ἔχουσι ταῦτα. Ἡ ψυχραιμία καὶ ἡ κρίσις δέον νὰ καθοδηγήσωσιν ἡμᾶς εἰς τὴν μελέτην ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ καταλήξωσιν εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἐὰν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οἱ κρίνοντες τὴν πολιτικὴν, ἣν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς, θεωροῦσιν, ὅτι ἡ συντήρησις καὶ βελτίωσις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀναπόδραστος διὰ τὴν πολιτικὴν των ταύτην, τότε ἂς ἐπιδιώξωσι τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, ζητοῦντες τὰ μέσα ἐκεῖνα, δι’ ὧν θὰ ἐξυπηρετήσωσι ταύτην. Οὕτω πράττοντες, θ’ ἀφήσωσι τὴν ψευδῆ αὐτὴν κατάστασιν, δι’ ἣν ἀδίκως φορολογεῖται ὁ λαὸς, πρὸς ὃν λέγομεν ἐντεῦθεν, ὅτι συντηροῦμεν στρατὸν καὶ στόλον, ὅπως ὑποστηρίξωμεν τὰ προαιώνια δίκαια τῆς φυλῆς ἡμῶν. Ἀλλὰ τοιαῦτα λέγοντες, διαβουκολοῦμεν τὸν λαὸν, καὶ ὑποδαυλίζοντες τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ, ἀπατῶμεν αὐτόν· θὰ καταλήξωμεν δὲ καὶ πάλιν εἰς τὰ ἐπαίσχυντα ἀποτελέσματα, καὶ θὰ ἴδωμεν τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν μὴ σταματῶντας εἰς τὴν Ταράτσαν, ἀλλ’ εἰσβάλλοντας εἰς τὴν Ἀττικὴν, καὶ στήνοντας τὴν σημαίαν αὐτῶν ἐπὶ τῆς μετώπης τοῦ Παρθενῶνος!

§123Γ. ΡΩΜΑΣ. Αὐτὰ δὲν πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιτρέπητε νὰ τὰ λέγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνταῦθα. Αὐτὰ εἶναι βλασφημίαι!

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης δὲν εἶπε τίποτε, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀκουσθῇ ἐνταῦθα.

§125Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀγανακτεῖ ὁ κ. Ρώμας, καὶ πολὺ δικαίως ἀγανακτεῖ, διότι ἀκούει ἀληθείας, τὰς ὁποίας δὲν ἔτυχε ν’ ἀκούσῃ ἄλλοτε ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν ἠγανάκτει ὁ κ. συνάδελφος καὶ κατὰ τὸ 1897, ὅτε οἱ Τοῦρκοι διήρχοντο τὰ στενὰ τῶν Θερμοπυλῶν, τὰ ὁποῖα κατέστησεν ἱερώτερα τοῦ Παρθενῶνος τὸ αἷμα τοῦ Βασιλέως τῆς Σπάρτης. Ἢ μήπως φρονῇ, ὅτι ἠμπόδισαν τοὺς Τούρκους νὰ στρατοπεδεύσωσι παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα; Ἢ μήπως συνέβη νὰ ἴδῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐξεγειρομένους τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐγνώσθη, ὅτι διήρχετο ὁ τουρκικὸς στρατὸς τὰς Θερμοπύλας, ἁρπάζοντας τὰ ὅπλα καὶ προτάσσοντας τὰ στήθη αὐτῶν ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν; Ἐὰν ἦτο ἐν Ἀθήναις τότε, οἰκτρὰν θὰ ἔβλεπε τὴν εἰκόνα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας! Θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ συμβῇ τότε ὅ,τι πιστεύω ὅτι θὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον, ἂν τὴν αὐτὴν ἀκολουθήσωμεν πολιτικήν. Διότι ἔθνη, τὰ ὁποῖα πρὸ τοῦ πολέμου παρορμῶσι καὶ Βασιλείαν καὶ Κυβέρνησιν καὶ Βουλὴν νὰ ῥιφθῇ εἰς ἀπεγνωσμένον ἀγῶνα, δὲν λιποψυχοῦσι μὲ τὴν πρώτην δυσμένειαν τῆς τύχης, δὲν χάνουσι τὸ ἠθικὸν αὐτῶν, καὶ δὲν σαλεύεται ἡ διάνοια αὐτῶν εἰς τὴν πρώτην τῆς ἀτυχίας πνοήν. Εἴδετε, τί συμβαίνει εἰς τὴν νοτιωτάτην Ἀφρικήν! Ἐκεῖ εἷς λαὸς συνετρίβη, ἀγωνιζόμενος πρὸς τὸ κραταιότατον τῶν ἐθνῶν τοῦ κόσμου. Κατελήφθη ἡ χώρα αὐτοῦ, ἡλώθησαν αἱ πόλεις αὐτοῦ, ἀλλ’ οὗτος ἐξακολουθεῖ ἀγωνιζόμενος καὶ διαμφισβητῶν σπιθαμὴν πρὸς σπιθαμὴν τὸ πάτριον ἔδαφος. Οὕτως ἀγωνίζονται οἱ λαοί· ἀλλ’ οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ὑψηλὸν τὸ ἐθνικὸν αὐτῶν φρόνημα καὶ ἀρτίαν τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα. Ἀγανακτεῖ ὁ κ. Βουλευτής, καὶ λέγει, ὅτι εἶναι βλασφημίαι τὰ λεγόμενα παρ’ ἐμοῦ, καὶ ἀπορεῖ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν μοῦ ἀφαιρεῖ τὸν λόγον, διότι προλέγω, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τ’ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφθάσαμεν κατὰ τὸ 1897. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον νομίζομεν, ὅτι μὲ τὸν νόμον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐπράξαμεν ὅ,τι ἀπῃτεῖτο ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, οὐδεμίαν νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει πολὺ χείρονα τῶν τότε θέλομεν πάθει...

§126Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σεῖς κατηγορεῖτε ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν, ὅτι ἐξεφυλίσθη!

§127Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μίαν ὑπόθεσιν κάμνει, ὅτι, ἐν ὅσῳ τὸ Κράτος βαίνει ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, δὲν δύναται παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα.

§128ΠΛΑΤΥΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος μᾶς παριστᾷ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ ξένου κόσμου, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς φρονήσεως, εἶναι ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.

§129Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πλατὺς εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ζητήματα, καὶ δι’ αὐτὸ ἐξέφερε καὶ τὴν γνώμην του ταύτην!

§130Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ καὶ ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶπον, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν ἦτο ἡ αἰτία τῆς ἐξαρθρώσεως τοῦ στρατοῦ, διότι οὐδέποτε εἴχομεν στρατὸν, ὡς ἐννοοῦσιν αὐτὸν τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πράγματι στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν· δὲν ὑπῆρξε στρατός, ὅπως τὸν διαφθείρῃ ἡ πολιτική, ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ σήμερον στρατὸς, ὅτε διοικεῖ αὐτὸν ὁ Διάδοχος. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ὑπάρχει στρατὸς, διατὶ ὁ ἔξω κόσμος νὰ θεωρῇ, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς φρονήσεως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου; Θὰ ἐθεώρουν ἴσως, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς φρονήσεως, ἐὰν ἐλαμβάνοντο τὰ μέτρα, ἅτινα θὰ καθίστων σκόπιμον πᾶσαν δαπάνην, γιγνομένην ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ἐν ὅσῳ ὅμως τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ἀντιγράφομεν ἐπὶ ἔτη, δαπανῶντες ἀσκόπως ὑπὲρ ἀχρήστου καὶ ἀσυντάκτου στρατοῦ, ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀπατῶμεν καὶ τὸν λαὸν, φορολογοῦντες αὐτόν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι παρασκευάζομεν δῆθεν στρατὸν καὶ στόλον, καὶ ὅτι προετοιμάζομεν τὸ ἔθνος, ἵνα ἐκδικηθῇ τὴν ἧτταν, ἣν ὑπέστη ἐσχάτως ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν πεδιάδων. Ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις παντὸς ἔθνους δέον νὰ ἔλθῃ ὡς συνέπεια τῆς χρηστῆς διοικήσεως, τῆς ἠθικῆς καὶ πνευματικῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας αὐτοῦ. Ἡμεῖς οὐδενὸς τῶν παραγόντων τούτων ἐπεδιώξαμεν τὴν βελτίωσιν, οὐδὲ ἐθέσαμεν τὰς βάσεις ἐκείνας, αἵτινες ἤθελον ὠθήσει τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις πρὸς νέας ὁδοὺς εὐρυτέρας δράσεως. Θὰ μοὶ δοθῇ ἴσως περίστασις, κατὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἀναπτύξω λεπτομερέστερον τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων· διὰ τοῦτο οὐδὲ θίγω κἄν ταῦτα σήμερον. Ματαιοπονία ὅμως εἶναι καὶ ματαία σπατάλη χρόνου καὶ χρήματος ἡ ἀπόπειρα πάσης στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, προτοῦ προηγηθῇ ἡ ἐνίσχυσις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, δι’ ὧν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐλπίσωμεν εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν χρηματικῶν ἐκείνων πόρων, ἄνευ τῶν ὁποίων, ὡς πολλάκις εἶπον, ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις δὲν εἶναι δυνατή. Συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θελγόμεθα, ὑποστηρίζοντες ψευδῆ πράγματα, ὅπως φαινώμεθα ἀρεστοὶ εἰς τὸν δῆμον· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ὁ μὴ πιστεύων, ὅτι τὰ δαπανώμενα χρήματα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἀσκόπως καὶ ἀδίκως δαπανῶνται, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν φιλοπόνων καὶ ἐργατικῶν τάξεων, ἐφ’ ὧν βασίζουσι τὴν εὐδαιμονίαν αὑτῶν τὰ ἔθνη. Ἡ πολιτικὴ αὕτη βεβαίως δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς αἰσιώτερον ἐθνικὸν μέλλον. Εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία θὰ ἐπαναφέρῃ ἡμᾶς εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, θὰ μᾶς παρουσιάσῃ μὲ τὰ αὐτὰ ἐλλείμματα, θὰ μᾶς φέρῃ εἰς νέαν χρεωκοπίαν, καὶ θὰ μᾶς ἐκβιάσῃ εἰς ἐπέκτασιν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, μειώνουσα ἐπὶ πλέον τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους· οὕτω δὲ θέλει καταστήσει ἡμᾶς ἀνισχύρους, ὅπως διεκδικήσωμεν μίαν ἡμέραν τὰ δίκαια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνυπάρχουσι μὲ τὴν ψυχὴν τοῦ ἔθνους ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν πρὸ τῆς Πύλης τοῦ Ρωμανοῦ ἔπεσεν ὁ τελευταῖος ἡγεμὼν τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ Κεφάλαιον Βʹ τῶν ἐσόδων...

§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τί λέγετε, κύριε Πρόεδρε!

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος.

§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§135Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος θὰ ὁμιλήσῃ βεβαίως διὰ μακρῶν, καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν.

§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν μέχρι τῆς 10ης ὥρας.

§137ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον.

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, διότι θέλω καταβιβάσει τοὺς ἀκούοντας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ τῶν εὐγενῶν στρωμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀνυψώσει τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μελέτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, εἰς θέματα ἐντελῶς πεζά. Εἶνε δύο ἤδη ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα κυβερνᾶται ἡ χώρα ἀπὸ τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον. Εἰς τὴν Βουλὴν εἰσήχθησαν ὑπ’ αὐτοῦ δύο Προϋπολογισμοί, οἵτινες ἐπεψηφίσθησαν, εἰσάγεται δὲ νῦν ὁ τρίτος Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901, καὶ ἐπὶ τούτου καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Ἔλεγον πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι πολλαπλῆ. Ὡς προχθὲς ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ὀνομάζουσι τὸν Προϋπολογισμὸν νόμον τῶν νόμων, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ συγκεφαλαιοῦνται πᾶσαι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἐπέτρεψαν, ἀναγράφονται δὲ καὶ πάντα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα οἱ φορολογικοὶ νόμοι καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ κανονίζοντες τὰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου Ταμείου πρὸς τοὺς πολίτας, ἔχουσιν ἀναγράψει. Ἑπομένως κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν Προϋπολογισμῶν ἀναζητεῖται, ἐὰν ἐτηρήθησαν κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτῶν αἱ διατάξεις τῶν νόμων τούτων, ἢ ἂν δὲν ἐτηρήθησαν αὗται, καὶ ὑπάρχῃ ἀντιφωνία μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν νόμων, ὅτε προσήκει νὰ ἀναζητῶνται αἱ αἰτίαι τῆς τοιαύτης ἀντιφωνίας, καὶ νὰ ἐρευνηθῶσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ἰδίως δὲ νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφεῖσαι προβλέψεις εἰς τὰ ὑπὸ τῶν νόμων κεχαραγμένα ὅρια. Ἀλλ’ οἱ Προϋπολογισμοὶ ὑπόκεινται καὶ εἰς ἐξέτασιν λογιστικήν, ἤτοι ἐξετάζεται, ἐὰν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς πιθανῶς εἰσπραχθησόμενα, ἐπαρκῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα· εἶναι δὲ τὸ θέμα ἄξιον ἐπισταμένης ἐρεύνης· διότι, ἂν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα, ἡ διοίκησις θέλει περιέλθει εἰς ἀμηχανίαν, καί, ἢ θέλει ἀφήσει ἀθεραπεύτους ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἀνεγράφησαν δαπάναι, ἀφοῦ τὰ ἔσοδα ἀπεδείχθησαν μὴ ἐπαρκοῦντα, ἢ θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν προτάσεις περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ἤτοι περὶ ἐπιβαρύνσεως τῶν πολιτῶν· ἐὰν δὲ τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα ἀποδειχθῶσιν ὑπέρτερα τῶν ἐξόδων, ὑπολείπωνται δ’ ἕνεκα τούτου ποσὰ ἀδιάθετα, καὶ τοῦτο εἶναι ἐλάττωμα τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, ἂν μετ’ ἐπισταμένης μελέτης διερρυθμίζοντο τὰ περὶ τούτου, ἤθελον προσδιορισθῆ τὰ περισσεύοντα ἔσοδα πρὸς θεραπείαν ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ἐγκατελείφθησαν, ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν ἐσόδων, ἀθεράπευτοι ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη προσέτι ἐξέτασις σκοπεῖ νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀναγραφέντων ποσῶν τῶν ἐσόδων καὶ τὴν ἀκρίβειαν ἐπίσης τῶν ἀναγραφέντων ἐξόδων· διότι, ἐὰν ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἐσόδων ἦναι πλημμελής, ἐὰν τὰ ἔσοδα ἀναγραφῶσιν ὑπέρτερα τῶν ἀληθῶν, τοῦτο φέρει πάντως εἰς ζημίαν, ὅταν τὰ ἔσοδα ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκῆ, διότι δὲν θέλουσι θεραπευθῆ ἀνάγκαι, καίτοι εἶχε ληφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρόνοια περὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ σκοπεῖ τῶν Προϋπολογισμῶν ἡ ἐξέτασις προσέτι νὰ βεβαιώσῃ καὶ τὴν σκοπιμότητα τῶν πιστώσεων, μήπως μεταξὺ τῶν ἀναγκῶν, περὶ τῆς θεραπείας τῶν ὁποίων ἀνεγράφησαν αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις, δὲν περιελήφθησαν τυχὸν ἀνάγκαι, αἵτινες εἶναι κατεπείγουσαι, ἡ θεραπεία τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, καὶ αἵτινες διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ προτιμηθῶσιν ἐκείνων, περὶ ὧν ἐλήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρόνοια· ἢ μήπως ἀνεγράφησαν προβλέψεις περὶ ἀναγκῶν, τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία δὲν ἐνδείκνυται, τό γε νῦν ἔχον, ὑπὸ τῶν περιστάσεως τοῦ τόπου ἐπιβαλλομένη, ὁμοιάζομεν δὲ πρὸς πτωχὸν καὶ ἄφρονα ἀγρότην, ὅστις ἐκ κενοδοξίας καὶ πρὸς μωρὰν ἐπίδειξιν ἐξοδεύει τὰ ὀλίγα ἀργύρια αὐτοῦ εἰς προμήθειαν πολυτελῶν ἐπίπλων καὶ εἰς πλουσίαν διακόσμησιν τοῦ πενιχροῦ οἰκίσκου του, ἢ εἰς ἀγορὰν ὀχημάτων, ἐνῷ χρήζει ὀναρίου, ἵνα ἐπιβαίνῃ αὐτοῦ, μεταβαίνων εἰς τὸν ἀγρόν του. Ἀλλὰ τοὺς Προϋπολογισμοὺς πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν καὶ πρὸς ἕτερον σκοπόν, ἵνα ἀνεύρωμεν ποῖά τινα ὑποκρύπτονται ὑπὸ τοὺς ἀριθμούς. Ἔλεγόν τινες ἄλλοτε, ἐπαιρόμενοι, ὅτι εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ζωογονῶσι τοὺς ἀριθμούς· ἀλλὰ τῶν ἀριθμῶν ἡ ζωογόνησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἐδιδάχθημεν, οὐδ’ ἐπεχειρήσαμεν ποτέ, ἡ ζωογόνησις, λέγω, τῶν ἀριθμῶν εἶναι ἡ παρεξήγησις τῶν ἀριθμῶν· ταύτην δ’ ὑπαγορεύει σκοπὸς ἀπάτης πρὸς ἀποπλάνησιν τῶν πολλῶν. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀριθμῶν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἐννοιῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων οὗτοι ἀνεγράφησαν, τὴν πολιτικήν, οὕτως εἰπεῖν, ἐξέτασιν, τὴν ἀναζητοῦσαν ποῖαι γενικαὶ ἰδέαι διοικήσεως κρύπτονται ὑπὸ τοὺς ἀριθμούς, ποῖαι κυβερνητικαὶ σκέψεις, ἐκδηλοῦσαι τὴν μέριμναν τῶν κυβερνώντων εἴτε ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς βελτιώσεως, εἴτε ὑπὲρ τῆς κοινωνικῆς προόδου, εἴτε ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς προκοπῆς τῆς χώρας καὶ τῶν πολιτῶν, ἢ ἐκδηλοῦσαι τὴν φροντίδα αὐτῶν περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας, ἢ περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Κράτους, ὅπως τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα δυνηθῶσιν ἐν τῷ μέσῳ τῆς διεθνοῦς κινήσεως καὶ σταδιοδρομίας, οὐ μόνον νὰ διασώσωσιν ὅ,τι ἔχουσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποκτήσωσιν ὅ,τι ἐπιθυμοῦσιν. Ἀλλ’ ἐὰν τοσοῦτον πολλαπλῆ εἶναι ἡ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τί πρέπει νὰ εἴπῃ τις, ἀκούων, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ἡ κληθεῖσα νὰ ἐξελέγξῃ τὸν Προϋπολογισμόν, κατώρθωσεν ἐντὸς τριάκοντα λεπτῶν τῆς ὥρας, ἐντὸς ἡμισείας ὥρας, νὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ πάσας αὐτῶν τὰς ἐπόψεις πέντε Ὑπουργείων ὀγκώδεις προϋπολογισμούς, τῶν ὁποίων αἱ ἀναγραφόμεναι πιστώσεις ἀνήρχοντο εἰς 46 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι πάντα ταῦτα ἠρεύνησαν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐμελέτησαν ὑπὸ πάσας ταύτας τὰς ἐπόψεις, καὶ προσέτι καὶ αὐτὸν τὸν νόμον τῶν ἐσόδων, καὶ κατώρθωσαν νὰ πεισθῶσιν, ὅτι οὐδὲν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρέσωσιν; ὅτι οὐδεὶς ἐνδοιασμός, οὐδεμία ταλάντευσις ἢ ἀμφιβολία ἀνέστειλεν ἢ ἐμείωσε τὸ θάρρος αὐτῶν, ὅτι οὐδεμία κἂν ἀνασκοπὴ πρὸς τὰ ἑαυτῶν πρόσωπα παρεκώλυσεν αὐτά, ἀλλ’ ὅτι εὗρον πάντα ἄριστα, μηδὲ κατὰ δραχμὴν ἐλάσσονα ἢ πλείονα τοῦ προσήκοντος; ὅτι τέλος τὰ μέλη ταῦτα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡδηγοῦντο ὑπὸ ἀνδρὸς ἐπιστήμονος, γνώστου τῶν νόμων καὶ ἔχοντος τὴν δύναμιν νὰ ἐρευνήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπὸ πάσας ταύτας τὰς ἐπόψεις; Ἀλλὰ τί νὰ εἴπῃ τις, ἐὰν ἀναβῇ βαθμίδας τινάς, καὶ ἔχων τὸ βλέμμα πρὸς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ἀκούσῃ φωνῆς, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξηγούσης τὰ γιγνόμενα, καὶ διδασκούσης, ὅτι πάντα ταῦτα οὐδὲν ἔχουσι τὸ ἔκτροπον, διότι δὲν εἶναι, εἰμὴ τύποι ἁπλοῖ καὶ κενοί, ὅτι τὸ ἐρευνᾷν τὸν Προϋπολογισμὸν εἶναι ματαιοπονία ὀχληρά, καὶ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἢ νὰ διέλθωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ὅπως ἀπέλθωμεν καὶ ζητήσωμεν ν’ ἀνακουφισθῶμεν εἴτε ὑπὸ τῆς αὔρας ἐν θέρει, εἴτε τὸν χειμῶνα ἐν τῷ θάλπει εὐαρέστου ἐντευκτηρίου; Ἐὰν ὁ λέγων ταῦτα ἠσπάζετο τὰ δόγματα τῆς Σχολῆς τῶν ὑλιστῶν, ἐὰν ἦτο θαυμαστὴς τῶν ἀνακαλύψεων τοῦ Δαρβίνου, δὲν ἤθελον ἐκπλαγῆ, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐφήρμοζε τὰ δόγματα τῆς εἰρημένης Σχολῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα ματαιοπονία εἶναι τῆς ἀληθείας ἡ ἀναζήτησις, ἢ ἡ πρὸς τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις εὐλάβεια, ἢ ἡ πρὸς τὸ ἰδανικὸν τοῦ λαοῦ ἀφοσίωσις, ὅτι δὲ οἱ φρόνιμοι τῶν πολιτῶν πρέπει νὰ ἀρκώμεθα νὰ ζήσωμεν σήμερον ἐν ἀνέσει, μὴ μεριμνῶντες περὶ τῆς αὔριον. Ἀλλ’ ἡ περὶ ἧς εἶπον φωνὴ εἶναι φωνὴ ἀνδρὸς ἐπίσης γνώστου τῶν νόμων, βιώσαντος ἐν τῇ Δύσει, καὶ μὴ ἀγνοοῦντος τὴν πρόοδον τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Ἐὰν δὲ τὰ εἰρημένα διδάγματα αὐτοῦ ἠκολουθοῦμεν, ἤθελον ἁπλοποιηθῆ πάντως τὰ ἔργα ἡμῶν, ἤθελε δὲ γίγνεσθαι τακτικῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ὀλίγον ἔλειψε νὰ συντελεσθῇ, ἤτοι νὰ ἀποδεχθῶμεν πάντες, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν, περιττὸν νὰ κοπιάζωμεν, ἤρκει δὲ νὰ συνερχώμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, νὰ ἐρωτᾶται δ’ ἡ Βουλή, καὶ οἱ μὲν ἐγκρίνοντες τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ λέγωσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ ἐγκρίνοντες αὐτὸν ὄχι, νὰ γίνηται ἡ διαλογὴ τῶν ψήφων, καὶ νὰ ἀπερχώμεθα οἱ μὲν διὰ τῆς θύρας ταύτης, οἱ δὲ δι’ ἐκείνης. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν προωδεύσαμεν. Δὲν προωδεύσαμεν, δυστυχῶς, ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς πράγμασιν, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ἀλλὰ δὲν προωδεύσαμεν καὶ ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς βιοτεχνίας, τῆς τέχνης τοῦ σκοπίμως καὶ λυσιτελῶς ἐργάζεσθαι, δυστυχῶς δέ, δὲν προωδεύσαμεν οὐδὲ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, οὐδὲ ἐν τῷ πολιτεύεσθαι· διότι, ὅταν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ συντελεῖται ἡ λειτουργία τοῦ μηχανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀνομάζουσι κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, τοιαῦτα διδάγματα δίδωνται, τοιαῦται δίδωνται συμβουλαὶ, τοιαῦται ἐκφράζωνται ἐπιθυμίαι, καὶ τοιαῦται ἀποκαλύπτωνται τάσεις, βεβαίως τὸ Κράτος δὲν προώδευσε. Δὲν γνωρίζω, ἂν τοιαύτη τακτικὴ ἔχῃ τοὺς ἐπιδοκιμάζοντας. Ἔγραφον καὶ διέδιδον τελευταῖον, ὅτι καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀποδοκιμάζει τὴν εἰσηγμένην ἀνέκαθεν ἐν τῇ Βουλῇ τακτικὴν, ἧς ἕνεκα παρατείνεται τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις, τώρα ἰδίως, ὅτε πρόκειται περὶ τῆς Μακεδονίας, ἢ τῆς Κρήτης. Ἴσως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν ἦτο καὶ αὐτὸς ἀλλότριος τῶν ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας ἐργασθέντων κατὰ τὸ 1896, τῶν ὀργανωσάντων τὰς ἀλησμονήτους ἐκείνας ἐκδρομὰς, οὐδ’ εἶχεν ἀφεθῆ ἀμύητος τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶχε τότε ἀναλάβει νὰ ἐφαρμόσῃ ἐν Κρήτῃ ὁ καὶ τότε καὶ νῦν συνάδελφος αὐτοῦ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἴσως καὶ αὐτὸς βαρυθυμεῖ, χάριν τῆς Μακεδονίας, καταπονούμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τοιαύτας διαδίδουσι κατὰ πᾶσαν πρωΐαν γνώμας καὶ συμβουλὰς καὶ διάφοροι ἄνδρες, σοφοὶ καὶ φιλοπάτριδες, βιοπαλαισταὶ, πάνοπλοι διὰ διαφόρων γραφίδων. Τελευταῖον κατεπλάγη ἀληθῶς ἡ δημοσιογραφία ὑπὸ τοῦ φόβου, μήπως, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίζετο πρὸ τῶν ἑορτῶν, ἐπέλθῃ ἀνωμαλία τις, εἴτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἴτε ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἕνεκα δὲ τούτου κινδυνεύσῃ ἡ Μακεδονία, ἢ ἀπολεσθῇ ἡ Κρήτη. Καὶ περὶ μὲν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως μετὰ λύπης εἴδομεν πολλοὺς νὰ ποιῶνται ἀνευλαβῶς κατάχρησιν αὐτοῦ, ὁσάκις θέλωσι νὰ περιβάλωσι διὰ κύρους γνώμας μωρὰς, ἢ νὰ προστατεύσωσι συμφέροντα ἔκθεσμα, τολμῶντες καὶ τὰς ἐθνικὰς περὶ Μακεδονίας ἰδέας νὰ ἐκμεταλλεύωνται. Ἂν πρὸ μικροῦ εἴδετε ἐπισειομένην τὴν ἀπειλὴν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀκούετε τώρα ἀναγγελλόμενον τὸν ὄλεθρον τῆς Μακεδονίας καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς Κρήτης. Καὶ ἂν μὲν ἔγραφον ταῦτα, ὅσοι, ὑποδεέστεροι τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον, χειρίζονται τὴν γραφίδα, ἵνα πορισθῶσι τὰ τοῦ βίου, ἠθέλομεν μόνον μετὰ λύπης προσβλέψει εἰς ποίαν μετέπεσε σταδιοδρομίαν ἡ δημοσιογραφία, ἐφ’ ἧς ἄλλας εἶχε στηρίξει ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἐλπίδας, πολλὰς δ’ ἐποιήσατο ἔκτοτε ἡ Πολιτεία χάριν αὐτῆς παραχωρήσεις· ἀλλὰ τοιαῦτα νὰ μηχανῶνται ἔκθεσμα τεχνάσματα πολιτικοὶ ἄνδρες, βεβαίως ἐκπλησσόμεθα· διότι, ἂν οἱ ναοὶ δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ ἀνοικοδομῶνται ἐν τρισὶν ἡμέραις, οὕτω καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶνται καὶ ψηφίζωνται ἐν τρισὶν ἡμέραις, εἰμὴ ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι νὰ γελωτοποιῶσι τοὺς θεσμούς. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ Προϋπολογισμός; Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 εἶναι ὁ αὐτὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, εἶναι ὁ αὐτὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899. Οἱ τρεῖς Προϋπολογισμοὶ εἶναι συνέχεια πολιτικῶν, κυβερνητικῶν καὶ οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἓν μόνον ἔχουσιν ἀποτέλεσμα, τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν τῆς χώρας, δὲν ἠξεύρω δέ, ἂν καὶ ἕνα ἔχωσι σκοπόν. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ στενοχωρήσω ὑμᾶς δι’ ἀριθμῶν, καὶ νὰ καταβιβάσω ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ στρώματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναβιβάσει ὑμᾶς ὁ εὔγλωττος φίλος μου, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀνέγραφεν ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 105,795,658, ἔξοδα δὲ 99,347,623.96· ἑπομένως ἐπηγγέλλετο περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 6,448,034.40. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος τοῦ 1899 προώριστο νὰ ὑποβληθῇ εἰς μεγάλας μεταβολάς· οὕτως, ὅτε συζητηθεὶς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, παρήγαγεν ἀλλοῖα ἀποτελέσματα. Τὰ μὲν ἔσοδα ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ δραχμῶν 105,795,658 εἰς 107,085,658, ἤτοι περισσότερα κατὰ δρ. 1,290,000, τὰ δὲ ἔξοδα ἀνεβιβάσθησαν καὶ ταῦτα ἀπὸ δρ. 99,347,623.96 εἰς δρ. 102,663,945.19, ἤτοι περισσότερα κατὰ δραχμὰς 3,316,324.23, μειωθέντος οὕτω τοῦ περισσεύματος ἀπὸ δραχ. 6,448,034.40 εἰς δρ. 4,421,712.81. Αὕτη εἶναι ἡ δευτέρα μορφὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ τρίτην ἔλαβε μορφὴν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, διότι, ἀρξαμένου τοῦ 1899, ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος μετεβλήθη διὰ δέκα καὶ ἑπτὰ νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν πιστώσεις ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωματικαὶ, ἀνεβιβάσθησαν δὲ τὰ ἔξοδα ἀπὸ 102,663,945.19 εἰς 111,240,385.89, μειωθέντος τοῦ περισσεύματος ἀπὸ δραχ. 4,421,712.81 εἰς δραχμὰς 282,239.75 μόνον. Τελευταία ἦτο ἡ μορφή, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμός, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 115,406,697.02, ἤ, ἐπειδὴ ἐκ τούτων 4,162,400.55 προήρχοντο ἐκ δανείων, τὰ τακτικὰ ἔσοδα συνίσταντο εἰς δρ. 111,244,296.47, τὰ δ’ ἔξοδα εἰς δρ. 104,629,743.56, κατελείπετο δὲ περίσσευμα 6,614,552.91. Ἑπομένως τὸ περίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, τὸ ὁποῖον, ὅτε οὗτος εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, συνίστατο εἰς 6,448,034.40, ὅτε δ’ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἠλαττώθη εἰς 4,421,712.81, μετὰ τὴν ἔκδοσιν δὲ τῶν νόμων περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων κατέπεσεν ἀπὸ 4,421,712.81 εἰς 282,239.75, κατὰ δὲ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν, ἀνῆλθεν ἐπὶ τέλους εἰς δραχμὰς 6,614,552.91. Τῷ ὄντι πρέπει τις νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἡ βούλησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀρκοῦσαν ἰσχύν· τὸ περίσσευμα τῶν 6,448,034.40, τὸ ἀρχικῶς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προσδιορισθέν, διῆλθε δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν περιπετειῶν, κατῆλθε μέχρι δρ. 282,239.75 μόνον, καὶ ἐπὶ τέλους ἔφθασε πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὑπερέβη μάλιστα αὐτὸ κατὰ δραχμὰς 166,518.51. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τῶν εἰσπραχθέντων, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ προσωρινῷ ἀπολογισμῷ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἐκ δανείων παραχθέντος ποσοῦ, ὡς ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 111,244,296.47, περιλαμβάνει, κατὰ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ δραχ. 3,855,092.57, αἵτινες δὲν ἦσαν ἔσοδον παραχθὲν ἐντὸς τοῦ 1899, ἀλλ’ εἶχον παραχθῆ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897· ἂν δὲ δὲν ὑπολογισθῇ τοῦτο μετὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ 1899, ταῦτα θέλουσι μειωθῆ ἀπὸ 111,244,296.47 εἰς 107,389,203.90, τὸ δὲ περίσσευμα ἀπὸ 6,614,552.91 εἰς 2,759,460.34, τὸ ὁποῖον εἶναι περίσσευμα μὴ ὑποκείμενον εἰς μεταβολήν τινα. Τὸ ἔτος 1899 εἶναι τὸ δεύτερον μετὰ τὸν πόλεμον ἔτος· δύναται δέ τις λογικῶς νὰ παραβάλῃ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897, οὐχὶ πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς εἴτε τοῦ 1898, εἴτε τοῦ 1897, διότι τοῦτο μὲν, τὸ ἔτος 1897, εἶναι τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤμεθα ἐν πολέμῳ, τὸ δὲ ἕτερον ἔτος, τὸ 1898, ἦτο τὸ ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ κυματισμοὶ τοῦ πολέμου δὲν εἶχον ἔτι κατασιγάσει· ἐνθυμούμεθα δὲ, ὅτι πολὺ μετὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1898 εἶχον δυνηθῆ οἱ κατοικοῦντες τὴν Θεσσαλίαν νὰ ἐπανακάμψωσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἀναζητήσω τὸ πρὸ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1897 ἔτος, τὸ ἔτος 1896, ἵνα δι’ αὐτοῦ, ὡς πήχεος, παραβάλω καὶ μετρήσω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ τε προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899 καὶ τῶν μετ’ αὐτὸν ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς Προϋπολογισμῶν, ἑπομένως καὶ τοῦ συζητουμένου νῦν Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901. Κατὰ τὸ 1896 τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 96,931,726.92, κατὰ τὸ 1899 ἀνῆλθον εἰς 107,389,203.90, μὴ συμπεριλαμβανομένου ἐν αὐτοῖς τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πωληθέντος σταφιδοκάρπου· ἐὰν δὲ λάβωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς σύγκρισιν, διότι τοῦτο παριστᾷ τὰ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καταβληθέντα ἐντὸς τοῦ 1899 εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐκ φόρων καὶ δικαιωμάτων, συνάγομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν πλειότερα ἀπὸ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ 10,457,476.98, ἤτοι, ἀντὶ τῶν κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντων 96,931,726.92, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1899 δραχμαὶ 107,389,203.90. Ἐὰν δ’ ἐξετάσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ 1899, καὶ παραβάλωμεν ταῦτα πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον εἰς δρ. 85,813,422.09, εὑρίσκομεν, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ 1899, αἵτινες ἀνῆλθον εἰς 104,629,743.56, ὑπερέβησαν τὰς δαπάνας τοῦ 1896 κατὰ δρ. 18,816,321.47. Οὕτω δὲ κατὰ τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν πλειότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896 δραχ. 10,457,476.98, ἐδαπανήθησαν δὲ περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1896 δραχμαὶ 18,816,321.47. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὸ ἔτος 1899 εἴχομεν δαπάνας, ἃς δὲν εἴχομεν κατὰ τὸ 1896, ἤτοι τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπληρώνετο μέχρι τοῦ 1898 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπληρώνετο μέχρι τοῦ 1898 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων· καὶ διὰ μὲν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1896 ἐπληρώνοντο 23,216,425.06, κατὰ τὸν προσωρινὸν δὲ ἀπολογισμὸν τοῦ 1899 ἐπληρώθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 29,703,165.29, ἤτοι πλειότερα δραχμαὶ 6,486,740.23, διὰ δὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων κατὰ μὲν τὸ 1896 ἐπληρώθησαν δρ. 5,120,361.03, κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐπληρώθησαν, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, δραχμαὶ 5,933,260.60, ἤτοι ἐπληρώσαμεν περισσότερα διὰ τὰς συντάξεις ἢ ὅσα εἴχομεν πληρώσει κατὰ τὸ 1896 δραχμὰς 812,901.57, πρέπει βεβαίως ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ ὑπερβάλλοντα ἔξοδα τοῦ 1899 τὰ περιπλέον πληρωθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων, ἀνερχόμενα εἰς δρ. 7,299,641.80, ὅτε συνάγεται, ὅτι ἐκ τῶν πληρωθέντων κατὰ τὸ 1899 δρ. 18,816,321.47 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ 7,299,641.80, ὡς αὐξήσεις ἀναπόφευκτοι, ὑπολείπονται δὲ 11,516,679.67, καὶ ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ 1899 ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1896.

§140Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάβετε πρὸς παραβολὴν τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896, καὶ ὑπελογίσατε τοῦτο ὡς ἀνερχόμενον εἰς δρ.85,000,000. Καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον προχείρως ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως ταύτης ἀνέρχονται εἰς δραχ. 90,900,000. Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τοῦτο, ὅπως ἡ σύγκρισις γένηται ἐπὶ ἀριθμῶν ἐξηκριβωμένων.

§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ λύσω τὴν ἀπορίαν. Κατὰ τὸ 1896 δὲν εἴχομεν μόνον τακτικὰ ἔξοδα· ἦτο μὲν ὁμαλὸν τὸ ἔτος, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸ προέκυψαν δαπάναι ἔκτακτοι, ἕνεκα τῆς ἐπερχομένης ἀνωμαλίας τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1896 τὸ Ὑπουργεῖον ἐδαπάνησε καὶ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν προέβλεπον οἱ συνήθεις Προϋπολογισμοί. Οὕτως ἐδαπανήθησαν:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Εἰς τροφὴν τῶν γυναικῶν καὶ παίδων
ἐν Κρήτῃ, αἵτινες εἶχον προσφύγει εἰς
τὸ Γενικὸν Προξενεῖον τῆς Ἑλλάδος δρ. 125,735.55
Εἰς περίθαλψιν τῶν ἐν Ἀθήναις προσ-
φύγων Κρητῶν » 292,800.36
Εἰς ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, περισσό-
τερα ἢ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ
ἔτος 1894 » 818,795.13
Εἰς μισθοὺς στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιω-
ματικῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων,
ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1894 » 194,196.52
Εἰς τροφὴν τοῦ στρατοῦ, περισσότερα
ἢ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ τὸ 1894 » 213,170.15
Εἰς ἱπποφορβὴν τοῦ στρατοῦ, περισ-
σότερα ἢ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ τὸ 1894 » 200,340.38
Εἰς μετακομίσεις καὶ ὁδοιπορίας τοῦ
στρατοῦ, ὡσαύτως ὑπὲρ τὰ δαπανη-
θέντα τὸ 1894 » 86,935.37
Εἰς ἱππωνίαν ὡσαύτως » 427,664.35
Εἰς κατάθεσιν ἐν Τραπέζῃ ἐκ τῶν εἰσ-
πραχθέντων ἀντισηκωμάτων ἐφέδρων
καὶ ἀποστράτων » 727,838.26
Εἰς ὁπλισμὸν τῶν πλοίων τοῦ στόλου » 814,014.91
Εἰς ἐπισκευὴν καὶ κατασκευὴν λεβή-
των καὶ μηχανῶν » 667,800.60
Εἰς γαιάνθρακας, ὑπὲρ τὰ δαπανη-
θέντα τὸ 1894 » 129,133.75
Εἰς πληρώματα τοῦ στόλου, περισσό-
τερα ἢ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ τὸ 1894 » 186,301.65
Εἰς ἔξοδα νομισματοποιΐας » 192,458.68
Τὸ ὅλον συγκεφαλαιοῦται εἰς » 5,077,185.66

Οὕτω τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ 1896 δὲν ἦσαν 90,890,607 δρ. καὶ 75 λεπτά, ὅσα ἀναγράφονται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1896, ἀλλὰ μόνον 85,813,422.09, διότι ἐκ τῶν δαπανηθέντων 90,890,607.55 τὰ 5,077,185.66 ἦσαν ἔξοδα ἔκτακτα. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ διὰ τὸν ἔκτακτον χαρακτῆρα τῶν δαπανῶν τούτων, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐνθυμοῦνται τὰς περιστάσεις τοῦ 1896. Τότε, ἐνῷ ἐδαπανῶμεν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ἀποκόπτοντες αὐτὰ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, προετρεπόμεθα καὶ προεπηλακιζόμεθα, διότι ἐδαπανῶμεν ὀλίγα, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ δαπανήσωμεν δέκα ἑκατομμύρια διὰ νὰ διοργανώσωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος. Τοιαῦτά εἰσι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899. Μεταβαίνομεν δὲ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος εἰσήχθη τὴν 30 Νοεμβρίου 1899, παρίστα δὲ ἔσοδα ἐκ δραχ. 111,315,528, καὶ ἔξοδα 110,240,731.32, ἑπομένως περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 1,074,796.68· ὅτε ὅμως ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τὰ ποσὰ ταῦτα εἶχον μεταβληθῆ, καὶ ἀνεγράφοντο ἔσοδα μὲν δρ. 112,206,849, ἔξοδα δὲ 112,049,279.35· ἑπομένως ὑπελείπετο περίσσευμα ἐκ δραχ. 157,569.65. Ἀλλ’ ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 παρεδόθη εἰς ἐκτέλεσιν, δὲν κατέληγε πλέον εἰς τὸ περίσσευμα τοῦτο, διότι δι’ ἕνδεκα νόμων ἐχορηγήθησαν πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι ἐκ δρ. 1.972,352.12, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ εἰρημένον περίσσευμα μετεποιήθη εἰς ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 1,814,782.47. Δὲν εἶναι, δυστυχῶς, δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἀφοῦ ἀκόμη διανύομεν τὸν 12ον μῆνα τοῦ ἔτους, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, πόσα θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν ἀναγραφομένων ἐσόδων, καὶ πόσα θέλουσι δαπανηθῆ ἐκ τῶν ἀναγραφομένων ἐξόδων. Ἐὰν ὅμως ἐρευνήσῃ τις τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ τῶν δαπανηθέντων ἐξόδων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1900 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, θέλει πληροφορηθῆ, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα ἀνῆλθον κατὰ τοὺς 10 μῆνας εἰς δρ. 75,675,505.06, ἐνῷ τὰ ἔσοδα τοῦ 1899, τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1899 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἀνῆλθον εἰς δρ. 69,178,475,37, ἤτοι θέλει συναγάγει, ὅτι κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1899 ἐκ δραχ. 5,778,088.39. Ἐπειδὴ δὲ ἐν μὲν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀνεγράφη ὡς ἔσοδον ἐξ ἀντιτίμου ἐκποιηθέντος σταφιδοκάρπου ἐκ δραχμῶν 3,855,092.51, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀνεγράφη ἔσοδον ἐκ δρ. μόνον 1,273,122.31, θέλει διακρίνει τὴν ἀτυχίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, διότι τὰ ἐν αὐτῷ ἐξ ἐκποιήσεως σταφιδοκάρπου περιληφθέντα ἔσοδα εἰσὶν ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 2,581,970.26 τῶν ἐξ ἐκποιήσεως σταφιδοκάρπου ἀναγραφέντων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἐσόδων. Οὕτω, τὰ μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1900 ἔσοδα ὑπερβαίνουσι τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς δέκα ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1899 κατὰ 5,778,088.39, καίτοι τὰ ἐξ ἀντιτίμου ἐκποιηθέντος σταφιδοκάρπου ἔσοδα τοῦ 1900 εἶναι ἐλάσσονα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1899 κατὰ δρ. 2,581,970.26· ἤτοι κατὰ δρ. 8,360,058.65 ὑπερβαίνουσι τὰ κατὰ τὸ 1900 εἰσπραχθέντα τῶν κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα τοῦ 1899 εἰσπραχθέντων ποσῶν. Τοῦτο πρέπει νὰ ἐκλάβῃ τις ὡς ἐνδεικνῦον τὴν μεγάλην ἔντασιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ τὴν ἀδιάλειπτον καὶ ἀδυσώπητον ὤθησιν, ἣν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκεν εἰς τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως, ἐξ ἧς κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τῶν δύο τούτων ἀλλεπαλλήλων χρήσεων εἰσεπράχθησαν ὀκτὼ καὶ πλέον ἑκατομμύρια περισσότερα κατὰ τὸ 1900 ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος. Ἀφοῦ δὲ ἔχομεν ὡς δεδομένον τοιαύτην ἔντασιν ἐνεργείας περὶ τὴν εἴσπραξιν, ὀφείλομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ πάντα τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τοῦ 1900, ἴσως δὲ καὶ πλείονα αὐτῶν. Ὅσοι δ’ ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, περιήλθατε τὰς ἐπαρχίας, ὅσοι εἶσθε ἐν ἀνταποκρίσει μὲ φίλους καὶ συμπολίτας, ὅσοι ἀναγινώσκετε ἐφημερίδας, ὅσοι ἀκούετε τὰ λεγόμενα, δὲν θέλετε διστάσει ν’ ἀποδεχθῆτε τὰς πιθανότητας ταύτας. Ὄντως τὸ Ὑπουργεῖον μετῆλθε πάντα τρόπον, πᾶν μέσον, ὅπερ συνετέλει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον χρῆμα περισσότερον ἢ ὅσον εἶχεν εἰσαχθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ποῦ μὲν διὰ νόμων, οἵτινες μετέβαλον τὸν τρόπον τῆς φορολογίας, ὅπως δι’ αὐτοῦ εἰσπράξωσι πλείονα, ποῦ δὲ δι’ αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν ὅρων, ποῦ δι’ ὑπαγωγῆς εἰς φορολογίαν καὶ ἀντικειμένων μὴ ὑπαγομένων μέχρι τοῦδε εἰς τοιαύτην, καί που δι’ εἰσπράξεως ἀδυσωπήτου καὶ σκληρᾶς, διὰ τρόπου—πρέπει νὰ τὸ εἴπω—ἐντελῶς Ἰουδαϊκοῦ. Πάντα ταῦτα μὲ πείθουσιν, ὅτι πιθανώτατα θέλουσιν εἰσπραχθῆ πάντα τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τοῦ 1900. Δὲν ἤκουσα, ἐάν τις ἤ τινες ἐκ τῶν ἀγορευσάντων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδήλωσαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1900· ἀλλ’ ἐάν τις ἐδήλωσε τοιαύτην τινὰ, πεποιθότως συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ μελετήσῃ τὰς παρατηρήσεις, ἃς προβάλλω, διότι θέλει πεισθῆ ἐξ αὐτῶν νὰ παραιτηθῇ πάσης περὶ τούτου ἀμφιβολίας. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900, ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ πληρωθέντων ἐξόδων τοῦ 1900 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἧς πρὸ μικροῦ ἐμνήσθην, ἀναγράφει ποσὸν πληρωθὲν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, κατὰ τοὺς δέκα αὐτοὺς μῆνας, 45,914,324.20. Ἀλλ’ ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι ἀτελὴς, οὐδὲ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς συμπεράσματα περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δαπανηθησομένων μέχρι τέλους τῆς χρήσεως ἐξόδων· ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1900, ὡς ταῦτα παριστῶνται ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἀπολογιστικὰς μελέτας. Ἐὰν δὲ τὰ ἔξοδα προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς δρ. 112,049,279.35, προστεθῶσι δὲ εἰς ταῦτα καὶ αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ νόμων ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δρ. 1,972,352.12, τὰ προϋπολογιζόμενα ἔξοδα τοῦ 1900 ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 114,021,631.47, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουσι τὰ κατὰ 1896 πληρωθέντα 85,813,422.09 τακτικὰ ἔξοδα κατὰ δραχ. 28,208,209.38· ἂν δ’ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρεθῶσιν αἱ μετὰ τὸ 1896 δημιουργηθεῖσαι ἀναπόφευκτοι αὐξήσεις τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν διὰ προστεθείσας συντάξεις πληρωτέων, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 10,526,877.11, τὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1900 περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 17,681,332.27. Ὑπελογίσαμεν δὲ εἰς 10,526,877.11 τὰς αὐξήσεις, διότι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 23,216,425.06, ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 ἔμελλε νὰ πληρωθῶσι δρ. 32,609,650.20, ἤτοι περισσότερα κατὰ 9,393,225.14, διὰ δὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων ἐπληρώθησαν τὸ 1896 δραχμαὶ 5,120,361.03, ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 ἔμελλε νὰ πληρωθῶσι δραχ. 6,254,013, ἤτοι περισσότερα τῶν πληρωθέντων τὸ 1896 κατὰ δραχ. 1,133,651.97. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1901. Δι’ αὐτοῦ τὰ ἔσοδα προσδιωρίσθησαν εἰς δραχ. 114,684,159.20, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 111,678,882.07, προσδιωρίζετο δὲ περίσσευμα ἐκ δραχ. 3,005,277.13. Οὕτω τὰ μὲν προϋπολογισθέντα ἔξοδα ὑπερβαίνουσι τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ δρ. 25,865,459.98, τὰ δὲ προϋπολογισθέντα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 ἔσοδα ὑπερβαίνουσι τὰ κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899 εἰσπραχθέντα, ἀνελθόντα εἰς δραχμὰς 107,389,203.90, κατὰ 7,294,955.30, ὑπερβαίνουσι δὲ τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1900 κατὰ 2,477,310.20· ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ 1896, παραβαλλόμενα ὑπερβαίνουσι καὶ ταῦτα κατὰ δραχ. 17,752,432.30. Ἀνακεφαλαιοῦντες οὕτω τὰ εἰρημένα, συνάγομεν, ὅτι, κατὰ τὸ 1899, τὸ πρῶτον ἔτος, καθ’ ὃ τὸ Ὑπουργεῖον διεχειρίσατο τὰ δημόσια πράγματα, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς δρ. 104,629,743.56, ὑπερβαίνοντα τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα 85,813,422.09 κατὰ 18,816,321.47· τὰ δ’ ἔσοδα εἰς δραχμὰς 107,389,203.90, ὑπερβαίνοντα τὰ 96,931,726.92, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896, κατὰ 10,457,476.98. Κατὰ τὸ 1900, τὸ δεύτερον ἔτος, καθ’ ὃ διοικοῦσιν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους προσδιωρίσθησαν εἰς δραχ. 114,021,631.47, ὑπερβαίνοντα τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ 28,208,209.38· τὰ δ’ ἔσοδα εἰς δραχ. 112,206,849, ὑπερβαίνοντα τὰ κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντα κατὰ 15,275,122.08. Καὶ κατὰ τὸ 1901 προσδιωρίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς δραχ. 111,678,882.07, ὑπερβαίνοντα τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ 25,865,459.98· τὰ δ’ ἔσοδα εἰς δραχμὰς 114,684,159.20, ὑπερβαίνοντα τὰ κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντα κατὰ δραχ. 17,752,432.28. Οὕτω κατὰ τὴν τριετίαν ἐδαπανήθησαν καὶ θέλουσι δαπανηθῆ τὸ ὅλον 330,430,257.10. Εἰσεπράχθησαν δὲ καὶ θέλουσιν εἰσπραχθῆ 334,280,212.10. Ἀλλ’ ἂν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διῳκοῦντο καὶ κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη, 1899, 1900 καὶ 1901, ὡς εἶχον διοικηθῆ κατὰ τὸ 1896, τὸ Κράτος ἤθελε δαπανήσει τὸ τριπλάσιον τῶν τακτικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1896, ἤτοι, ἐπειδὴ ἐδαπάνησεν εἰς τακτικὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1896 δρ. 85,813,422.09, τὸ τριπλάσιον αὐτῶν, ἤτοι δραχμὰς 257,440,266.27. Ἀλλὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἐγκατεστήσατε, ἐδαπανήσητε τὸ 1899 δραχ. 104,629,743.56, ζητεῖτε δὲ νὰ δαπανήσητε τὸ 1900 δρ. 114,021,631.47 καὶ διὰ τὸ 1901 δραχ. 111,678,882.07, ἤτοι τὸ ὅλον δραχμὰς 330,330,257.10, καίτοι ἀγνοοῦμεν πόσα θέλετε ζητήσει πρόσθετα δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων διὰ τὸ 1901. Ἤτοι ἐδαπανήσατε καὶ θέλετε δαπανήσει κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην, καθ’ ἣν διοικεῖτε, 72,889,990.83 περισσότερα τῶν 257,440,266.27, τὰ ὁποῖα ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη διῳκεῖτο τὸ Κράτος, ὡς διῳκήθη κατὰ τὸ 1896. Ἐπειδὴ ὅμως ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν 28,394,700.12 κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας ταύτης, διότι ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν πληρωνομένων διὰ τὸ δημόσιον χρέος, τῆς ἐπιβληθείσης εἰς τὸ Κράτος διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων, τῆς ἐπελθούσης μετὰ τὴν λόγῳ δῆθεν καθαρισμοῦ τοῦ στρατεύματος γενομένην ἀθρόαν ἀποστράτευσιν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ μετὰ τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἀθρόας παύσεις δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν τριετίαν τὰ ὑπόλοιπα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῶν 72,889,990.83 τῶν πληρωθέντων εἰς ἀναποφεύκτους αὐξήσεις 28,394,700.12, ἤτοι 44,495,290.71. Τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἔπρεπε νὰ τὰ εὕρητε διὰ νὰ τὰ δαπανήσητε· διὰ τοῦτο εἰσεπράξατε καὶ ζητεῖτε νὰ εἰσπράξητε ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896 κατὰ μὲν τὸ 1899 δρ. 10,457,476.98, κατὰ δὲ τὸ 1900 δραχ. 15,275,122.08, καὶ κατὰ τὸ 1901 δραχμὰς 17,752,432.18· ἤτοι τὸ ὅλον κατὰ τὴν τριετίαν 43,485,031.24. Καὶ ἐνῷ, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας διῳκοῦντο κατὰ τὴν τριετίαν ὡς διῳκήθησαν κατὰ τὸ 1896, ἤθελε πληρώνει ὁ λαὸς τὸ τριπλάσιον ὅσων ἐπλήρωσε κατὰ τὸ 1896, ἤτοι δρ. 290,795,180.76, σεῖς ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸν λαὸν 334,280,212.10, ἤτοι ἀφαιρεῖται περισσότερα ἀπὸ τὸν λαὸν 43,485,031.34. Ἀλλὰ διατὶ ἠναγκάσθητε νὰ ὑποχρεώσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ Ταμεῖον 43,485,031.34 περισσότερα; Διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 εἶχον δαπανηθῇ μόνον 85,813,422.09, σεῖς ἐδαπανήσατε κατὰ τὸ 1899 ὑπὲρ τὰ πληρωθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ.18,816,321.47, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δρ. 7,299,641.80, κατὰ τὰ ὁποῖα ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν συντάξεων, ἐδαπανήσατε κατὰ τὸ ἔτος 1899 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχμὰς 11,516,679.67. Διότι κατὰ τὸ 1900 ἀνεβιβάσατε τὰ ἔξοδα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων εἰς 114,021,631.47, ἤτοι πλείονα τῶν κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων κατὰ δρ. 28,208,209.38, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 10,526,877.66, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται αἱ αὐξήσεις τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων πληρωθέντων, κατὰ δραχ. 17,681,331.72. Διότι κατὰ τὸ 1901 ἀνεβιβάσατε τὰ ἔξοδα εἰς 111,678,882.07, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 25,865,459.98, ἑπομένως κατὰ δρ. 15,297,278.77, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 10,568,181.21, ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον συγκεφαλαιοῦνται αἱ διὰ τὸ δημόσιον χρέος καὶ διὰ τὰς συντάξεις κατασταθεῖσαι ἀναπόφευκτοι διὰ τὸ 1901 αὐξήσεις. Οὕτως ἐδαπανήσατε καὶ δαπανᾶτε διὰ τὴν τριετίαν ταύτην 44,495,290.16 περισσότερα ἢ ὅσα ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἤθελον καὶ κατ’ αὐτὴν διοικηθῆ ὡς διῳκοῦντο κατὰ τὸ 1896. Τὰ ἐκτεθέντα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀντιληφθῇ τις ἀκούων μόνον, τὰ ἐκτεθέντα, λέγω, δεικνύουσιν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ αὐστηρότης τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως εἰσπράττωνται ὅσον οἷόν τε περισσότερα, ἡ μεγίστη ἔντασις, ἥτις ἐδόθη εἰς τὰ ὄργανα, τὰ ἐπιτραπέντα τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων, εἶχε κατασταθῇ ἀναγκαία, ἀφοῦ τοσαῦτα ἦσαν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσιν. Ἐὰν δὲν εἰσεπράττοντο, ὡς εἰσεπράχθησαν, τὰ ἔξοδα, ἤθελον βεβαίως εὑρεθῇ ἐν ἀμηχανίᾳ οἱ κυβερνῶντες, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ πορισθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὑπελείφθησαν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ τελευταίου τῶν Δυνάμεων, οὐδ’ ἦτο ἐλεύθερον τὸ Κράτος νὰ συνομολογήσῃ ἄλλο δάνειον, ἤθελον πάντως φθάσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ἐὰν δὲν ἐφηρμόζετο τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: διατὶ ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑπερβαίνωσι κατὰ τὰ τρία ἔτη κατὰ 44,495,290.16 τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελον πληρωθῆ, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διῳκοῦντο κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη ὡς εἶχον διοικηθῆ κατὰ τὸ 1896; Ἄν τὰ 44,495,290.16, τὰ ἐπὶ πλέον δαπανώμενα κατὰ τὴν τριετίαν, διαιρεθῶσιν, ἡ ἐτησία κατὰ τὴν τριετίαν αὔξησις τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 14,831,763. Διατὶ λοιπὸν ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐπὶ σειρὰν τριῶν ἐτῶν κατὰ δέκα καὶ πέντε περίπου ἑκατομμύρια, καὶ μάλιστα κατ’ αὐτὴν τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ πολέμου; Ποῖον ἀντάλλαγμα ἐδώκατε εἰς τὴν χώραν, ἢ δύνασθε νὰ ὑποσχεθῆτε εἰς αὐτὴν, σεῖς οἱ κυβερνῶντες, διὰ τὴν τοιαύτην πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετήλθατε μέχρι τοῦδε; Πρὸς ποίας κυβερνητικὰς ἀνάγκας, πρὸς ποίους κοινωνικοὺς ἢ διοικητικοὺς σκοποὺς διεθέσατε τὰ μέχρι τοῦδε δαπανηθέντα, ἢ εἰς ποίους θέλετε δαπανήσει τὰ ἀναγραφέντα ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ 1900 καὶ 1901; Ἡμεῖς πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἐπιοῦσα τοῦ πολέμου εὗρεν ἓν τμῆμα τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον εἶχεν οἰκονομικὴν ὕπαρξιν, ἐγκαταλελειμμένον ὑπὸ τῶν κατοίκων αὐτοῦ, τὰς οἰκίας καὶ τὰς καλύβας ἐμπρησθείσας, τὴν χώραν δῃωθεῖσαν καὶ ἐρημωθεῖσαν ἐντελῶς. Κατ’ αὐτήν, τὴν ἐπιοῦσαν, τὸ Κράτος εὑρέθη βεβαρημένον ὑπὸ ζημιῶν καὶ χρηματικῶν ποινῶν, τετρωμένον ἀπὸ ἀπώλειαν αἰσθητήν, ὑπέχον δὲ κλονισμὸν τῶν πεποιθήσεων, ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ δισταγμὸν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας ὁ πόλεμος ἀφῆκε καὶ εἰς τὸ κοινωνικὸν σῶμα καὶ εἰς τὸ πολιτικόν. Τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ πολέμου ἡ κοινωνία εὑρέθη πρὸ προβλημάτων. Ἐπολεμήσαμεν; Διατί; Ὑπεχωρήσαμεν; Διατί; Καὶ ἕνεκα τοῦ πολέμου καὶ ἕνεκα τῶν ὑποχωρήσεων ποία πολιτικὴ ζημία, ποία κοινωνικὴ βλάβη, ποία χαλάρωσις τῶν ἐλπίδων καὶ τῶν πόθων τοῦ ἔθνους ἐπέσκηψεν ἐφ’ ἡμᾶς; Ἦτο τάχα αὐτὴ ἡ κατάλληλος στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐπέλθωμεν ἀκόρεστοι ἅρπαγες, ἀπηνεῖς διῶκται τῶν ἀργυρίων τῶν ἰδιωτῶν, ἀντὶ νὰ μελετήσωμεν μέτρα, πῶς νὰ ἄρωμεν τοὐλάχιστον τὰς αἰτίας ἐκείνας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθον τὰ δυστυχήματα; Αὕτη ἦτο ἡ στιγμή, ἵνα ἀποταθῆτε εἰς χώραν ἐξηντλημένην οἰκονομικῶς, τεθλιμμένην ψυχικῶς, διὰ νὰ ἐκβιάσητε αὐτὴν νὰ σᾶς ἀποδώσῃ δεκαπέντε περίπου ἑκατομμύρια περισσότερα ἀφ’ ὅσα κατ’ ἔτος εἰσέφερεν εἰς τὰ Ταμεῖα; Καὶ ὑπῆρχον αἰτίαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, αἰτίαι, ὧν ἕνεκα ἀπέτυχεν ὁ πόλεμος. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἀνέγνων λόγον τοῦ Οὐΐλλιαμ Ἅρκουρτ, ὁ ὁποῖος, ἀγορεύων μετὰ τὴν ἐπικήρυξιν τοῦ πολέμου τοῦ Τράνσβααλ, ἔλεγεν: «Ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας ἡμῶν, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, μεγάλη καὶ πατριωτικὴ παράδοσις, νὰ βοηθῶσι καὶ ὑποστηρίζωσι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, ἀμυνομένην ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν δικαίων εἰς στιγμὰς δυσχερειῶν καὶ κινδύνων. Φρονῶ, συνεπῶς, ὅτι καὶ σήμερον, κατὰ τὰς ἐκτάκτους ταύτας περιστάσεις, ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας νὰ κυρώσωσι τὴν παράδοσιν.» Τοιαῦτα ἀπεδείχθησαν τὰ ἤθη τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας; τοιαῦτα ἀπεδείχθησαν τὰ ἤθη τὰ πολιτικὰ τῆς χώρας; Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως εὑρέθη κατὰ τὸ 1899 ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐνδείξει εἰς τὸ Στέμμα ἡ περισυλλεχθεῖσα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Βουλὴ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἦτο ἄξιον μελέτης ἕτερον θέμα, τὸ θέμα, ἂν εἴχομεν ἄφθονα χρήματα, ἂν ἠδυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τοὺς πόρους τοῦ Ταμείου, ἂν ἠδυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ τοὺς πολίτας περισσότερα ἢ ὅσα μέχρι τοῦδε ἔδιδον εἰς τὸ Κράτος, ἄξιον μελέτης τὸ θέμα, πῶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν εὐπορίαν ταύτην, ὅπως καταστήσωμεν ἀδύνατον εἰς τὸ μέλλον νὰ συμβῶσι τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897; Μήπως τὰ 44 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰσήνεγκεν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατὰ τὸ 1899, τὰ ὁποῖα εἰσφέρει κατὰ τὸ 1900, καὶ τὰ ὁποῖα θέλει εἰσφέρει καὶ κατὰ τὸ 1901, μήπως ταῦτα διετέθησαν, ἵνα κατασταθῇ πλέον ἀδύνατον νὰ συνιστῶνται πολιτικὰ σωματεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦλθον ἐπίκουρα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον πολέμια τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ὁποῖα ἐζήτουν νὰ ἀναγκάσωσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν ἐξωτερικὴν ἀλλοίαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μετήρχετο, νὰ προβῇ εἰς πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ προβῇ, ἢ εἰς παραλείψεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ πράξῃ; Τάχα δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι μέτρα, διὰ νὰ μὴ ἴδωμεν ἐπαναλαμβανόμενον τὸ οἰκτρὸν θέαμα ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ διδόντων ὅρκον ἐνώπιον ἰδιωτῶν, ἰδιωτῶν, οἵτινες ἦσαν Ἕλληνες μέν, ἀλλὰ συνωμόται, καὶ νὰ ἀναιρῶσι δι’ αὐτοῦ τοῦ ὅρκου τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν ἐπὶ τῆς σημαίας τῆς πατρίδος των; διὰ νὰ μὴ ἦναι πλέον δυνατὸν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, οὐ μόνον νὰ στέργωσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ προτρέπωσι καὶ νὰ ἐνισχύωσι λιποταξίας ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, ἀναιροῦντες πᾶσαν ἐν τῷ στρατῷ πειθαρχίαν, καὶ παραλύοντες πᾶσαν τῶν ὁμάδων αὐτοῦ σύνταξιν, καταστρέφοντες οὕτω τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ, καὶ συντρίβοντες τὰς ἐπ’ αὐτὸν ἐλπίδας ἡμῶν, ὡς ἂν εἶχον ταχθῆ οὐχὶ ἵνα διοικῶσιν, ἀλλ’ ἵνα ὑπονομεύωσιν αὐτόν; Τάχα δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι μέτρα, ἵνα οἱ λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης μὴ δώσωσι πλέον τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκαν κατὰ τὸ 1897 καὶ 1896, ἵνα μὴ φανῶσι ποτὲ πλέον λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης μέλη μυστικῆς ἑταιρείας, ὁρκιζόμενα ὅρκον, ὅπως ἐκτελέσωσι τὰ παραγγέλματα τῆς ἑταιρείας ἐκείνης, ἀφίνοντες τὴν τήβεννον τοῦ δικαστοῦ, καὶ μεταποιούμενοι εἰς καταλυματίας, — τί λέγω; μεταποιούμενοι εἰς στρατολόγους, μεταποιούμενοι εἰς ἐργολάβους καταλυμάτων;

§144ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοὺς ἐβράβευσεν ὁ Ὑπουργός!

§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ μὴ ἦναι πλέον δυνατὸν τὰ Στρατοδικεῖα καὶ τὰ Ναυτοδικεῖα ν’ ἀπαλλάττωσι πάσης κατηγορίας καὶ πάσης στρατιωτικῆς εὐθύνης μέλη τοῦ στρατοῦ, ἀξιωματικοὺς αὐτοῦ, καταλιμπάνοντας τὰς τάξεις αὑτῶν αὐτογνωμόνως, ἐναντίον τοῦ καθήκοντος αὑτῶν, ἐναντίον τῶν ἀπαγορεύσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διαφθείροντες οὐχὶ μόνον τὰ στρατιωτικὰ ἤθη, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τῶν ἰδιωτῶν τὰ πολιτικὰ ἤθη, οἵτινες, πλανώμενοι, ἐξελάμβανον ὡς πρᾶξιν φιλοπατρίας τὴν ἐπαναστατικὴν διαγωγὴν τῶν δικαστῶν τούτων; Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη πολιτικὴ, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἠθικὴ, ἵνα ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὸν πόλεμον νὰ ἄρῃ τὰς αἰτίας τοιούτων ἀκατανοήτων καὶ παρατόλμων συμβεβηκότων, ἵνα μὴ πάλιν συμβῇ νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ὁμοίων περιστάσεων; Ἐὰν ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα εὐμένεια τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων ἐσταμάτησεν ἡμᾶς ἐπὶ τῆς κατωφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὠθούμεθα, ἐὰν αὗται μᾶς παρέσχον τὰ μέσα, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἀποτίσωμεν τὰς ζημίας τοῦ πολέμου, νῦν, ὅτε ὁ πόλεμος παρῆλθεν, ὅτε ἡ εἰρήνη ἀποκατεστάθη, δὲν εἴχομεν καθῆκον νὰ φροντίσωμεν περὶ τούτων; Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ἐγείρεται ἐν ἐμοὶ ἡ ἀγανάκτησις, ὅταν συλλογίζωμαι, ὅτι τοσοῦτον μεγάλα συμβεβηκότα, μεγάλα διὰ τὰς ζημίας καὶ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπὶ τὴν φυλὴν ἡμῶν, μεγάλα διὰ τὴν παράλυσιν καὶ τὴν ἀνατροπὴν τῆς νομίμου τάξεως καὶ τῶν ἠθῶν τῆς κοινωνίας, ὅταν, λέγω, συλλογίζωμαι, ὅτι μεγάλα τοιαῦτα συμβεβηκότα, προσπάθεια κατεβλήθη, ἵνα καλυφθῶσι διὰ μέλανος πέπλου, ἵνα καλυφθῶσιν ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα καλυφθῶσι πρὸς ἔκπληξιν πάντων, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται ἐπὶ τὸ βῆμα, ἢ οἱ ὁποῖοι σκέπτονται, ζητοῦντες νὰ μάθωσι τὰς αἰτίας, τοὺς λόγους, τοὺς σκοποὺς, ἕνεκα τῶν ὁποίων διεδραματίσθη τὸ δρᾶμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διὰ πολλὰ ἔτη δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ λησμονήσωμεν. Καθ’ ὃν χρόνον ἐξηνέχθη ἡ περὶ τούτου γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου, ἐκυβέρνα Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀνείχετο. Λέγω ἀνείχετο, διότι, ἐνῷ δὲν εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸ, ἔκρινεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλῃ κανὲν πρόσκομμα, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Τότε ἐν τῇ Βουλῇ προετάθη ὑπὸ τοῦ τότε ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ, τοῦ κ. Λεωνίδα Πετμεζᾶ, πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἀμέσως ἐπεφάνη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντίδρασις, ἡ δὲ ἐπιφανεῖσα ἀντίδρασις ἤθελε πάντως ματαιώσει τὴν πρόθεσιν τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία, πεπεισμένη περὶ τῆς ἀνάγκης, ἵνα ἀνερευνηθῶσι τὰ περὶ τούτου, δὲν ἀνελάμβανε τὴν προστασίαν τῆς προτάσεως. Τότε, πρὸ αὐτῆς, ὑπεχώρησε πᾶσα ἀντίδρασις, ἀλλ’ αὕτη ἐξηκολούθει, μεταποιηθεῖσα ἀπὸ φανερᾶς ἀντιδράσεως εἰς ὕπουλον ἀντίδρασιν, οὐδ’ ἔστερξε νὰ παράσχῃ εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν τὰ ἔγγραφα, ἢ τὰς πληροφορίας, ὧν αὕτη ἔχρηζεν, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς. Οὕτως ὁ χρόνος ἔρρεεν ἐπὶ μῆνας, ἕως οὗ ἐπῆλθε τῆς Βουλῆς ἡ διάλυσις. Ἔλεγον τότε οἱ ἀντιδρῶντες εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτο εὐμενὴς πρὸς ἡμᾶς, καὶ ὅτι ἐπροτάθη εἰς αὐτὴν ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἵνα αὕτη δώσῃ εἰς ἡμᾶς συγχωροχάρτιον, καὶ ἤθελον νὰ ἀφήσωσιν εἰς τὸ κοινὸν καὶ εἰς τὸν ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου Ἑλληνισμὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν ἀνάγκην συγχωροχαρτίου. Συνεκλήθη τέλος ἡ ἐκλεγεῖσα νέα Βουλή, καὶ προέβη εἰς ἐκλογὴν νέας ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Τί ἐγένετο μετὰ τοῦτο; Διῆλθε μία Σύνοδος, ἡ πρώτη, διῆλθεν ἄλλη Σύνοδος, ἡ ἔκτακτος, εἴμεθα εἰς τὴν τρίτην Σύνοδον. Τί ἐγένετο; Καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀγορεύει ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς καὶ διερμηνεύει τὸ φρόνημα αὐτῆς, καὶ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀνεκηρύχθη πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο ἐξελήφθη ὡς ἐγγύησις, ὅτι ἤθελε φροντίσει, ἵνα ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ αὐτὸς ἐγκατέλειψε τὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε νὰ προεδρεύσῃ, οὐδὲν δ’ ἐγένετο. Δὲν νομίζετε, ὅτι εὐλόγως δύναταί τις ν’ ἀγανακτήσῃ, ὅταν βλέπῃ, ὅτι ἀφέθησαν τὰ πάντα εἰς τὸν ῥοῦν τῆς τύχης, καὶ ὅτι τὰ παθήματα δὲν ἐγένοντο δι’ ἡμᾶς μαθήματα, οὔτε ἐδιδάχθημεν ἐξ αὐτῶν; Καὶ ἂν οἱ νόμοι τιμωρῶσι τὰ ἐγκλήματα, νόμοι ἐπὶ τῶν διαπραχθέντων ἀνοσιουργημάτων δὲν ὑπάρχουσιν, ἵνα τιμωρήσωσιν! ἡ δύναμις αὐτῶν παρέλυσε, καὶ τὰ διαπραχθέντα ἀνόσια καὶ ἀπαίσια ἐγκλήματα ἔμειναν ἀτιμώρητα! Τάχα ἦτο δικαιοσύνη ἡ γενομένη δίκη ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων καὶ τῶν Ναυτοδικείων κατὰ τῶν λιποτακτῶν, ὅτε ταῦτα ἠθῴονον αὐτοὺς, καὶ ἐχειροκρότει τὸ κοινόν; Οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι δικαιοσύνην ἀπένεμον, ἢ ἐστασίαζον κατὰ τῶν νόμων καὶ τῆς δικαιοσύνης; Ὅτε οὐδ’ αὐτὰ τὰ ἀρχεῖα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οὔτε αὐτὰ ἠδύναντο ν’ ἀποκρύψωσι τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ταῦτα περιήρχοντο εἰς δημοσιότητα; Τάχα, ὅτε καθ’ ἑκάστην πρωΐαν καὶ καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν ἐδηλητηριάζετο τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ παρακελεύσεων μωρῶν καὶ διὰ προτροπῶν ἀσυνέτων καὶ ἀντιπατριωτικῶν, δὲν παρεβαίνοντο οἱ νόμοι; Καὶ ποία ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα μὴ ἦναι πλέον δυνατὸν οὐδ’ εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ φιλελεύθεροι θεσμοὶ τῆς πατρίδος ἐνεπιστεύθησαν εὐγενεστάτην λειτουργίαν, παρασχόντες αὐτοῖς πάντοτε ἄνευ δισταγμοῦ τινος πᾶσαν προστασίαν, ἀείποτε δὲ μετ’ εὐμενείας στέρξαντες νὰ χορηγηθῶσιν αὐτοῖς ποικίλαι εὐκολίαι, ἵνα μὴ ἦναι, λέγω, πλέον δυνατὸν οὐδ’ εἰς αὐτοὺς νὰ ἀναιρῶσι τὰς πρὸς τὴν Πολιτείαν ὑποχρεώσεις των, καὶ ἀπὸ διαχειριστῶν τοσοῦτον εὐγενοῦς λειτουργίας νὰ μεταποιῶσιν ἑαυτοὺς εἰς ἐμπορεύματα προβαλλόμενα πρὸς ἀγορὰν εἰς πάντα πονηρὸν καὶ εἰς πάντα φαῦλον; ἵνα κατορθωθῇ, τέλος πάντων, ἡ εὐγενὴς αὕτη λειτουργία νὰ μὴ μεταποιῆται εἰς δύναμιν κακοποιὸν, διαφθείρουσαν τὰ ἤθη, καὶ ἀναιροῦσαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὑπονομεύουσαν δὲ καὶ αὐτὸ τὸ πολίτευμα; Ἀλλ’ ἂν τὰ 44 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν καὶ πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι, δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς οὐδεμίαν τῶν ἀναγκῶν τούτων, μήπως ἐχρησίμευσαν εἰς ἀνάγκας ἄλλας πρακτικάς, προσπιπτούσας εἰς τὰς αἰσθήσεις τῶν ἁρμοδίων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ὄμματα παντός; Ὑπὲρ τὰς 141 χιλιάδας ὅπλων Γκρᾶ ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις, καὶ ἑπτὰ καὶ ἡμίσεια χιλιάδες ὅπλων ἱππικοῦ, καὶ ἕτεραι ἑπτὰ καὶ ἡμίσεια χιλιάδες ὅπλων πυροβολικοῦ, καὶ ὀκτὼ χιλιάδες ὅπλων Μαρτίνι, διὰ τῶν ὁποίων ὁ στρατὸς ἐτύγχανεν ἐφωδιασμένος. Πόσα ὑπάρχουσι νῦν; πόσα ἐφθάρησαν κατὰ τὸν πόλεμον; πόσα παρεδόθησαν εἰς διαρπαγήν; πόσα ἐκλάπησαν; πόσα ἀπωλέσθησαν; καὶ πόσα ὑπάρχουσιν; Ἐὰν κρίνωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα διὰ νὰ προνοήσωμεν περὶ βελτιώσεως τοῦ ὁπλισμοῦ, ἢ νὰ ἐξεύρωμεν ὅπλον τι ἀκριβέστερον καὶ τελειότερον τοῦ ὅπλου Γκρᾶ, ὅπως διὰ τοῦ ὅπλου τούτου, τοῦ τελειοτέρου καὶ ἀκριβεστέρου, ὁπλίσωμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν, ἐν ὅσῳ τοῦτο τοὐλάχιστον δὲν δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν, ἐλήφθη καμμία πρόνοια, ἵνα πληρωθῶσι τὰ κενά, τὰ ὁποῖα συνετελέσθησαν ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ὥστε νὰ συμπληρώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὅπλων Γκρᾶ, οὗ ἔχομεν ἀνάγκην διά τε τὸν ἐν ἐνεργείᾳ στρατὸν καὶ διὰ τὰς ἀσκήσεις τοῦ ἐν ἐφεδρείᾳ στρατοῦ; Ἑκατὸν καὶ πλέον ἑκατομμύρια φυσιγγίων βολιδωτῶν Γκρᾶ ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις, καὶ ἐννέα καὶ πλέον ἑκατομμύρια φυσιγγίων Μαρτίνι, καὶ ἄλλα πολλὰ φυσίγγια ὅπλων Σασεπώ. Ὑπάρχουσι πλέον ταῦτα; Πόσα κατηναλώθησαν ἐξ αὐτῶν κατὰ τὸν πόλεμον; πόσα διηρπάγησαν; πόσα ἐγκατελείφθησαν ἔρημα; Ἐλήφθη καμμία πρόνοια, ἵνα ὄχι μόνον πληρώσωμεν τὰ κενά, τὰ ὁποῖα αἱ ἁρπαγαὶ καὶ αἱ φθοραὶ συνετέλεσαν, ἀλλὰ διὰ νὰ πορισθῶμεν τοὐλάχιστον φυσίγγια δυνάμεως μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον, ἐὰν ἐκεῖνα δὲν διετήρουν πλέον τὴν μεγάλην δύναμιν αὐτῶν, ἕνεκα τῆς παλαιότητος; Ἐλήφθη πρόνοια κἄν περὶ τῶν τηλεβόλων, περὶ τῶν ὁποίων ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτής, εἴτε τῶν ὀρειβατικῶν εἴτε τῶν πεδινῶν πυροβολαρχιῶν, ὅπως πορισθῶμεν πυροβόλα δυνάμεως καὶ ὁλκῆς μεγαλειτέρας; Ἢ δὲν μᾶς ἐδίδαξεν ὁ πόλεμος, ὅτι κατὰ τοῦτο διετελοῦμεν κατ’ αὐτὸν ἐν ἥσσονι θέσει, διότι τὰ πυροβόλα ἡμῶν εἶναι μικροτέρας ὁλκῆς; Ἐλήφθη κἄν πρόνοια, ἵνα ταῦτα διορθωθῶσι καὶ ἐπισκευασθῶσι ἀπὸ τὰς φθοράς, τὰς ὁποίας ἡ ὑπερβάλλουσα χρῆσις ἐπήνεγκεν εἰς αὐτά; Ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῶν πυρομαχικῶν, τὰ ὁποῖα κατηναλώθησαν, ἢ περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῶν διὰ ἄλλων, κατασκευῆς προσφάτου καὶ ἑπομένως ἐχόντων δύναμιν μεγαλειτέραν; Ἀλλά, τέλος πάντων, διατὶ δὲν ἐκρίθη προσῆκον νὰ ἐρευνηθῶσι τὰ πολεμικὰ συμβεβηκότα, αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ, ἀνεξαρτήτως προσώπων, ἀνεξαρτήτως συμφερόντων πολιτικῶν, ἵνα διδαχθῶμεν καὶ δυνηθῶμεν νὰ συμπληρώσωμεν ὅ,τι εἶναι ἀτελὲς, ἵνα βελτιώσωμεν ὅ,τι κακῶς ἔχει; Διατὶ δὲν ἐλήφθη πρόνοια νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ἠθικὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου, τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, τὰ ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον πρόνοια εὑρέθη, πῶς νὰ καταστήσωμεν πολυτελῆ τὴν διοίκησιν, νὰ τὴν καταστήσωμεν πλουσιωτέραν εἰς πρόσωπα, ἐπιδεικτικωτέραν, πολυμελῆ καὶ πλέον πολυδάπανον; Καὶ ὁ πόλεμος δὲν ἐνετοπίσθη μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐνετοπίσθη μὲν ἐκεῖ, καὶ ἐπήνεγκεν ἐκεῖ ζημίας καὶ βλάβας, ἀλλ’ ἐπήνεγκε ζημίας καὶ βλάβας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ αἱ ζημίαι καὶ αἱ βλάβαι, ἃς ἐπήνεγκεν, εἶναι κατάδηλοι εἰς ἕκαστον, ὅταν ἐνθυμηθῇ, ὅτι 160 ἢ 200 χιλιάδες βραχιόνων ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἐγκατέλιπον τὴν ἐργασίαν, ὅτι 80 χιλιάδες ἀνδρῶν ἐτέθησαν ἐπὶ τὰ ὅπλα, ὅτι δὲ 100 περίπου χιλιάδες ἐγκατέλιπον τὴν ἐργασίαν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον· καὶ ἀφοῦ ἑκάστη οἰκογένεια ὑπέστη τὴν ζημίαν ταύτην, ἀφοῦ πρόσθετος ζημία ἐπῆλθεν ἐκ καιρικῶν περιστάσεων, καὶ νόσοι ἐπέσκηψαν καὶ κατέστρεφον καὶ τὴν ἐλαχίστην παραγωγήν, τὴν ὁποίαν, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκοῦς ἐργασίας, ἠδυνήθησαν οἱ παραγωγοὶ νὰ παραγάγωσιν, ἀντὶ νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν, ἐμερίμνησε περὶ τῶν διαφημισθεισῶν μεταρρυθμίσεων, τοῦ περιλαλήτου προγράμματος τῶν Ὑπουργῶν! Καὶ μόνον πόρισμα τοῦ πολέμου, μόνον φωτεινὸν δίδαγμα ὑπῆρξαν εἰς ἡμᾶς αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἀνεπέτασεν ὡς σημαίαν, ὡς ὑπουργικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Τρεῖς, ἂν καλῶς ἀναμιμνήσκωμαι, ἡμέρας μετὰ τὴν ὑποχώρησιν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὸ Μάτι καὶ ἀπὸ τὴν Λάρισαν ἦλθέ τις ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνήθιζον νὰ μ’ ἐπισκέπτωνται, κατ’ οἶκον, καὶ μὲ ἐκάλεσεν ἰδιαιτέρως, καὶ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ κυβερνηθῇ ὅπως ἐκυβερνᾶτο ἕως τότε, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν μεταρρυθμίσεις. Ἠρώτησα αὐτόν, ποίας κρίνει ὡς ἀναγκαίας μεταρρυθμίσεις, ἀλλ’ ἔμεινεν ἐνεός, διότι οὔτε αὐτὸς ἤξευρε ποίας ἔπρεπε νὰ συμβουλεύσῃ εἰς ἐμὲ μεταρρυθμίσεις. Φαίνεται, ὅτι εἶχε λεχθῆ εἰς αὐτὸν νὰ ἔλθῃ πρός με, ἵνα μοὶ ὑποδείξῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαγγελθῶ μεταρρυθμίσεις, ἀλλὰ δὲν εἶχε φροντίσει νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ, ποῖαι μεταρρυθμίσεις ἐκρίνοντο ἀναγκαῖαι· ἴσως καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνεβούλευσαν αὐτόν, δὲν εἶχον μάθει ποῖαι μεταρρυθμίσεις ἐκρίνοντο ἀναγκαῖαι εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ἢ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους. Αἱ μεταρρυθμίσεις λοιπὸν μοὶ εἶχον ἐνδειχθῆ καὶ πρὶν ἢ ἐκδώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, καὶ πρὶν ἢ καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ δημοσιεύσῃ ἀναφοράν του πρὸς τὸν Βασιλέα, δι’ ἧς ἐπηγγέλλετο μεταρρυθμίσεις. Αὐτοὶ διέφερον πρὸς ἀλλήλους κατὰ τὸν τρόπον, διότι ὁ κ. Θεοτόκης ἐπηγγέλλετο αὐτὰς εἰς τὸν λαὸν, ὁ ἄλλος δέ, ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, εἰς τὸν Βασιλέα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀλλαχοῦ, ὅτε ἐπεφαίνετο ἐπερχόμενος πόλεμος, ἀπειλῶν νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἔννομον τάξιν, ὅτι ὁ ἡγεμὼν τῆς χώρας ἐκείνης, ἣν ἐκυβέρνα αὐταρχικῶς, διατελῶν ἐν ἀνησυχίᾳ περὶ τῶν διαθέσεων τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἦρχε, καὶ ὡς πρὸς τὸν πόλεμον καὶ ὡς πρὸς τὴν δυναστείαν αὐτοῦ, ἐζήτει ἐν τῇ ἀγωνίᾳ αὐτοῦ παραμυθίαν· ἐπενόησε δὲ τὰς μεταρρυθμίσεις, καὶ ἔπεμψεν εἰς τὴν Βουλὴν Ὑπουργόν, ὅστις διὰ τῆς ὑποσχέσεως ἐσκόπει νὰ ἐμποιήσῃ ἐλπίδας κρείττονος μέλλοντος. Βεβαίως οἱ δυστυχεῖς ζητοῦσιν ἐλπίδας, ἀλλ’ αἱ ἐλπίδες κεῖνται ἐν τῷ μέλλοντι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον. Καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐν δυσφορίᾳ ἠναγκάσθησαν νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸ ἄγνωστον μέλλον, ἵνα δώσωσιν ἐλπίδας. Ἀλλὰ δὲν εἶχον σαφῆ ἰδέαν τοῦ εἴδους τῶν μεταρρυθμίσεων, διότι οὐδὲ τὸν τόπον ἐγνώριζον, οὐδὲ τὴν σειρὰν τῶν πραγμάτων, οὐδὲ μάθησιν εἶχον. Καὶ ὡμίλουν περὶ μεταρρυθμίσεων, καὶ συνεβούλευον μεταρρυθμίσεις, ἀλλ’ ἠγνόουν ποίων μεταρρυθμίσεων ἔχομεν ἀνάγκην, οὐδὲ τί ἔπρεπε νὰ πραχθῇ ὕστερον. Μετὰ ἕνα μῆνα ὡσαύτως πολιτικὸς ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος ἦτο πολιτικὸς φίλος μου, καὶ ὁ ὁποῖος ἀπέθανεν ἤδη, ἦλθε πρός με, καὶ ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ συνέντευξιν, κατ’ αὐτὴν δὲ μοὶ εἶπε νὰ προβῶ εἰς ὑποσχέσεις μεταρρυθμίσεων. Ἠρώτησα αὐτὸν, ποίας μεταρρυθμίσεις ἐφρόνει, ὅτι προσῆκε νὰ ὑποσχεθῶ εἰς τὴν χώραν· ἀλλ’ οὗτος μοὶ ἔλεγε γνώμας ἀναξίας τῆς σοβαρότητος αὐτοῦ. Ὄντως δ’ ὁ ἀνὴρ διεκρίνετο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δὲν ἦτο δ’ ἀσθενὴς καὶ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ. Μετὰ παρρησίας εἶπον αὐτῷ, ὅτι αἱ συμβουλαί του δὲν εἶναι σοφαί· οὕτω δ’ ἀπῆλθεν. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀνέγνων ἐν ἐφημερίδι, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος φίλος μου ἀπεχωρίσθη ἀπὸ τοῦ κόμματος ἡμῶν, μεταστὰς εἰς ἑτέρας τάξεις. Τοιαύτας στέργοντες συμβουλὰς οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί, προέβαλον μεταρρυθμίσεις ὡς κυβερνητικὸν πρόγραμμα. Ἀλλὰ ποῖαι αἱ μεταρρυθμίσεις; Σᾶς τὸ λέγουσιν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον καὶ τὴν ἔκτακτον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλησμονήσατε, ποῖοι νόμοι ἐψηφίσθησαν κατὰ τὰς δύο εἰρημένας Συνόδους, ἢ δὲν εἴχετε καιρὸν νὰ ἀναγνώσητε, ποῖοι νόμοι ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, θέλω ἐξετάσει ἕκαστον αὐτῶν, ἵνα καταδείξω εἰς ὑμᾶς, ποῖαι ἦσαν αἱ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἐπηγγέλθησαν, καὶ ποῖον προσήνεγκον δι’ αὐτῶν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν φάρμακον, ὅπως δι’ αὐτῶν θεραπεύσωσι πληγὰς τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, ἢ τὰς μαλακίας τοῦ πολιτικοῦ· ἵνα σᾶς καταδείξω, ὅτι, ἐνῷ τὰ πολεμικὰ καὶ πολιτικὰ συμβεβηκότα ἀπέδειξαν, ὅτι τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ἡ χώρα, προέρχονται ἐκ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων, καὶ ὅτι κακὸν κύριον μαστίζει τὴν χώραν, τὸ κακὸν, ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἐκτελοῦνται, ὅτι πάντες ζητοῦσιν, εὐθὺς ὡς νόμος τις ψηφισθῇ, νὰ ὑπομονεύσωσιν αὐτὸν, ἢ νὰ διαστρέψωσι τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἢ νὰ καταστήσωσιν εὔκολον τὴν παράβασιν αὐτοῦ, αὐτοί, ἀντὶ νὰ φροντίσωσι νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, κατ’ ἀμφοτέρας τὰς εἰρημένας Συνόδους τῆς Βουλῆς εἰργάσθησαν νὰ πλουτίσωσι τὴν νομοθεσίαν διὰ διακοσίων ἄλλων νόμων, τοὺς ὁποίους θέλω ἕνα πρὸς ἕνα ἐξετάσει μετ’ ὀλίγον. Αἱ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη καὶ διέπραξε μέχρι τοῦδε τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, μοὶ ἀναμιμνήσκουσι καὶ ἄκοντι τὴν ἀναμόρφωσιν, ἣν ἄλλο προηγηθὲν Ὑπουργεῖον εἶχεν ὡσαύτως προαγγείλει καὶ ἐπεχείρησε νὰ διαπράξῃ. Κατὰ τὸ 1886 εἶχεν ἀναπετασθῆ ἡ σημαία τῆς ἀναμορφώσεως ἐν τῷ μέσῳ Βασιλικῶν ἑορτῶν καὶ πανηγύρεων. Κατὰ τὸ 1898 ἀνεπετάσθη ἡ σημαία τῶν μεταρρυθμίσεων, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδίστασαν νὰ περιαγάγωσι καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον Βασιλικὴν περιοδείαν. Κατὰ τὸ 1886 οἱ στόλοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, πλὴν μιᾶς, ἀπέκλεισαν τὰ παράλια καὶ τοὺς λιμένας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἵνα ἀναγκάσωσι τὴν τότε Κυβέρνησιν αὐτοῦ νὰ ἀπολύσῃ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τὰς ἐπιστρατευθείσας στρατιάς, ὅπως ἀφεθῇ ἡ Βουλγαρικὴ Ἡγεμονία ἐλευθέρα νὰ προσαρτήσῃ εἰς τὸ Κράτος αὐτῆς τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, καὶ κατεδαφίσῃ οὕτω τὸ μόνον ὀχύρωμα, τὸ ὁποῖον αὐταὶ αὗται αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον ἀνεγείρει, ὅπως καταστήσωσι δυνατὴν τὴν ἄμυναν τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατ’ ἐνδεχομένου ἑτεροφύλου ἐπιδρομῆς. Κατὰ τὸ 1898 τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἐξήρχετο πολέμου, εἰς ὃν εἶχε προκληθῆ, διότι εἶχε δράμει νὰ σώσῃ χριστιανικὸν καὶ ὁμόφυλον λαὸν, κινδυνεύοντα νὰ σφαγῇ ὑπὸ ἀγρίου φανατισμοῦ, τὸν ὁποῖον παρώθει εἰς τὴν σφαγὴν αὐτὴ ἡ τοπικὴ διοίκησις καὶ αὐτὸς ὁ τακτικὸς στρατὸς, ὁ φρουρὸς τῆς χώρας ἐκείνης· ἀπαισία δὲ εἶχεν ἀποβῆ τοῦ πολέμου ἡ λῆξις, καὶ λυπηραὶ καὶ αἱ κατὰ τὴν ἔκβασιν τοῦ πολέμου πλοκαὶ αὐτῆς. Καὶ ἡ ἀναμόρφωσις τοῦ 1886 καὶ αἱ μεταρρυθμίσεις τοῦ 1898 ἐσκόπουν νὰ ἐγείρωσι τὰς καταπιπτούσας ἐλπίδας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τοῦ κύρους τῶν ἑορτῶν τῆς ἐνηλικιώσεως τοῦ Διαδόχου, καὶ διὰ τῆς θερμότητος, τὴν ὁποίαν μετέδιδεν εἰς τὰς Πελοποννησιακὰς ἀρχὰς τοῦ Βασιλέως ἡ ἐπίσκεψις. Συνέβησαν δ’ ἀμφότερα τὰ τοσοῦτον ἐπίσημα ταῦτα γεγονότα κατὰ τὰς παραμονὰς Βουλευτικῶν ἐκλογῶν, αἵτινες, ἂν κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1899 δὲν παρήγαγον ἀμέσως ὑπὲρ τῶν μεταρρυθμιστῶν τοσαύτην πλειονοψηφίαν, ὅσην κατὰ τὸ 1887 εἶχον παραγάγει ὑπὲρ τῶν ἀναμορφωτῶν αἱ Βασιλικαὶ ἑορταί, παρεσκεύασαν ὅμως τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περιόδου τὸν τοιοῦτον καταρτισμόν. Καὶ διὰ τὴν ἀναμόρφωσιν ὅμως τοῦ 1886 καὶ 1887 καὶ διὰ τὰς μεταρρυθμίσεις τοῦ 1897 καὶ 1898 προσφυγὴ ἐγένετο εἰς τὸ αὐτὸ μέσον, εἰς τὸ αὐτὸ ὄργανον, τὴν νομοθεσίαν. Νόμους λοιπὸν ἐπροικοδότησεν εἰς τὸ Κράτος ἡ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἀναμόρφωσις, καίτοι κατὰ τὸ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου διαρρεῦσαν ἕως τότε διάστημα ἡμίσεως καὶ πλέον αἰῶνος εἶχον διὰ νόμων ὀργανωθῆ πάντες οἱ κλάδοι τῆς δημοσίας διοικήσεως, καὶ κανονισθῆ αἱ ἐπιφανέστεραι σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς ἀλλήλους, ὡς ἂν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν τότε ἐκδοθέντων νόμων εἶχε συμβῆ τῆς Βουλγαρικῆς Ἡγεμονίας ὁ σχηματισμός, ἢ ἡ ὑπ’ αὐτῆς ἁρπαγὴ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, ἢ τῆς γνώμης τῶν ὑπογραψασῶν τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου Μεγάλων Δυνάμεων ἡ μετάπτωσις. Νόμους ἐπροικοδότησαν εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἴσως μελετῶσι καὶ ἄλλους νὰ μᾶς δωρήσωσιν, οἱ μεταρρυθμισταὶ καὶ τῶν χρόνων τούτων. Καὶ ἰδοὺ· κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, ἡ Βουλὴ εἰργάσθη ἐπὶ τρεῖς μῆνας καὶ 22 ἡμέρας, συνεζητήθησαν δὲ καὶ ἐψηφίσθησαν ὑπ’ αὐτῆς 106 νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους. Ἐκ τῶν νόμων τούτων εἴκοσι καὶ τρεῖς πραγματεύονται περὶ θεμάτων συναφῶν μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, δύο νόμοι περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, ἕνδεκα νόμοι περὶ μέτρων συνεπείᾳ τοῦ πολέμου, καὶ πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν, αἵτινες ἐδημιουργήθησαν ἐξ αὐτοῦ, ἕξ νόμοι περὶ φορολογίας, ἕξ νόμοι περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων, ὀκτὼ νόμοι, κανονίζοντες τοπικὰ συμφέροντα, τέσσαρες περὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης, δέκα καὶ ἐννέα νόμοι, κανονίζοντες γενικὰ μέτρα διοικήσεως, καὶ εἴκοσι καὶ εἷς νόμοι, δι’ ὧν ηὐξήθησαν τὰ δημόσια ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 7,035,132.50. Ποῖα ἐκ τῆς τοσαύτης αὐξήσεως τῶν ἐξόδων προέκυψαν ὀφέλη εἰς τὴν χώραν, ἢ εἰς τὸ Κράτος; Ἂς ἐπιθεωρήσωμεν πάντας τοὺς νόμους τούτους. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΑʹ τῆς 1 Ἰουνίου 1899 ὑπήχθησαν εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους αἱ ἁλυκαὶ τῆς Ζακύνθου, μετεβιβάσθη δὲ εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Ζακύνθου ὑπάρχον ἀποτεθηκευμένον ἅλας, τοῦ ὁποίου τὸ ποσὸν ἀνήρχετο εἰς 438,690 ὀκάδας, ἐπλήρωσε δὲ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὡς ἀντίτιμον αὐτοῦ δραχ. 18,471.65. Ὡς τίμημα δὲ τῆς ὑπαγωγῆς τῶν ἁλυκῶν εἰς τὸ μονοπώλιον ἐξητάσθη ἡ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἐτησία πρόσοδος· εὑρέθη δ’ ὅτι κατὰ τὸ 1897 αὕτη ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 28,850, κατὰ δὲ τὸ 1898 εἰς 25,250, καὶ κατὰ τὸ 1899 εἰς 20,650. Διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου ὅμως προσδιωρίσθη, ἵνα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἀποδίδῃ κατ’ ἔτος εἰς τὰ ἐν Ζακύνθῳ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα συνετηροῦντο διὰ τοῦ ἐκ τῶν ἁλυκῶν ἐσόδου, δραχμὰς 32,000 κατ’ ἔτος, ἤτοι ποσὸν ἀνώτερον τῆς καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1897, 1898 καὶ 1899 ἐτησίας προσόδου. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΘʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 ἀνεσυστάθησαν, πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν διὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ὀφειλομένων δόσεων, αἱ θέσεις δύο λογιστῶν αʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ δραχ. 200 κατὰ μῆνα, δέκα ὑπολογιστῶν αʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ δραχ. 150, καὶ δέκα ὑπολογιστῶν βʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ δραχ. 110. Διὰ δὲ τοῦ νόμου ͵ΒΧʹ τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας συνεστήθησαν τέσσαρα προσέτι Συνεργεῖα, ἐν ἑκάστῳ τῶν ὁποίων διορίζονται εἷς ὑπολογιστὴς αʹ τάξεως καὶ τέσσαρες ὑπολογισταὶ βʹ τάξεως. Ἐκ τῶν αὐξήσεων τούτων τοῦ προσωπικοῦ ἐπῆλθεν αὔξησις δαπανῶν κατὰ δρ. 62,799.25. Ἐνδέχεται νὰ μοὶ ὑπομνήσῃ τις, ὅτι ἡ σύστασις περισσοτέρων Συνεργείων θέλει χρησιμεύσει εἰς τὴν ταχυτέραν διεξαγωγὴν ἐκκρεμοῦς ὑπηρεσίας ἀπὸ πολλῶν χρόνων· διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ σᾶς ἐκθέσω τινὰ περὶ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Κατὰ τὸ 1894 ἐλειτούργει ἕτερον σύστημα, τὸ τῆς πληρωμῆς ποσοῦ τινος κατὰ παραχωρητήριον εἰς τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης· ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἀπέτυχε, καὶ ἀντικατεστήσαμεν αὐτὸ κατὰ τὸ 1895 διὰ τοῦ συστήματος τῶν Συνεργείων. Ἠδυνάμεθα νὰ συστήσωμεν πολλὰ Συνεργεῖα, ἵνα διεξαγάγωμεν καὶ περατώσωμεν ἐν τάχει τὴν ἐργασίαν ταύτην, περιωρίσθημεν ὅμως εἰς τὴν σύστασιν δύο μόνον Συνεργείων, ἐπιφυλασσόμενοι κατὰ μικρὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, πρῶτον διὰ νὰ μὴ αὐξήσωμεν ὑπερμέτρως τὰ ἔξοδα, εἶτα διότι δὲν ἦτο εὔκολον καὶ νὰ εὕρωμεν λογιστὰς ἱκανοὺς καὶ ὑπαλλήλους ἠσκημένους. Καὶ παρεπονοῦντο ἀληθῶς Βουλευταὶ, ζητοῦντες ἀνυπομόνως νὰ ἴδωσι περατουμένην τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐν ταῖς ἰδίαις αὐτῶν ἐπαρχίαις, ἀλλὰ δὲν ἐνεδίδομεν, διότι δὲν ἐκρίνομεν, ὅτι ἥρμοζε νὰ δημιουργῶμεν μόνον θέσεις. Νῦν ηὔξησαν αἱ δαπάναι, ἀλλ’ ἀμφίβολον, ἂν θέλουσιν εὑρεθῇ δόκιμοι ὑπάλληλοι· καὶ ἂν εὑρεθῶσι δὲ, ἐπιτρέπεται τῶν δαπανῶν ἡ αὔξησις μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας, αἵτινες εἶναι κατεπείγουσαι, ἵνα μὴ καταναλίσκωμεν τὰ μέσα εἰς ἀνάγκας ὀλιγώτερον κατεπειγούσας, κατασταθῶμεν δὲ ἀνεπαρκεῖς εἰς τὰς κατεπειγούσας. Διὰ τοῦ περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων νόμου ͵ΒΦϚΗʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 οἱ προβιβασμοὶ τῶν τελωνειακῶν ὑπαλλήλων καὶ αἱ νομοθετηθεῖσαι αὐξήσεις τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν ἐπήνεγκον αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ 1900, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896, κατὰ δραχμὰς 83,447.61. Διὰ τοῦ ͵ΒΧΔʹ νόμου τῆς 6 Ἰουλίου 1899 περὶ νέας διοικητικῆς διαιρέσεως, δι’ οὗ ηὐξήθησαν οἱ νομοὶ ἀπὸ 16 εἰς 26, ἄνευ αὐξήσεως τῆς χώρας, ηὐξήθησαν καὶ τὰ ἔξοδα, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, κατὰ δραχ. 66,210, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 394,560, διὰ τὸ 1900 ἐψηφίσθησαν 460,770. Διὰ τοῦ νόμου τούτου προσετέθησαν δέκα ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ μολονότι ὁ μισθὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἠλαττώθη διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀπὸ δραχ. 320 εἰς δραχ. 240, τὰ ἔξοδα ὅμως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ηὐξήθησαν κατὰ δραχ. 21,120. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως προσετέθησαν καὶ δέκα μοίραρχοι τῆς Χωροφυλακῆς, ἡ διαφορὰ δὲ τοῦ μισθοῦ τοῦ μοιράρχου πρὸς τὸν τοῦ ἀντιμοιράρχου, (διότι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν δέκα ἀντιμοιράρχων εἰς μοιράρχους ἤθελον πληρωθῇ αἱ δέκα θέσεις τῶν μοιράρχων) αὐξάνει τὰ ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 18,000. Ἐπίσης διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου προσετέθησαν τέσσαρα νέα Πρωτοδικεῖα, ἕνεκα δὲ τούτου αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα κατὰ 272,850 δραχμάς. Καὶ ἀνεγράφη μὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 πίστωσίς τις διὰ τὴν σύστασιν τῶν τεσσάρων Πρωτοδικείων, ἀλλὰ δὲν ἀνεγράφη ὅλη ἡ ἀπαιτουμένη, πρέπει δὲ νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη, ἤτοι διὰ μισθοὺς τῶν πρωτοδικῶν δραχ. 57,600, δι’ ἐνοίκια δὲ φυλακῶν, διὰ μισθοὺς ἐπιστατῶν καὶ ἰατρῶν, ἔξοδα φωτισμοῦ καὶ θερμάνσεως αὐτῶν ἑτέρα πίστωσις δραχ. 22,520. Ἀλλὰ μετὰ τοῦ νόμου τούτου, τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἐψηφίσθη καὶ ἕτερος, ὁ ὁποῖος κυρωθεὶς ἐγένετο νόμος. Ὁ νόμος οὗτος εἶχε προταθῆ καὶ ἄλλοτε καὶ εἶχεν ἐπιψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν 27ην Μαΐου 1887 εἶχε κατασταθῇ νόμος, ὑπὸ στοιχ. ΑΦΝΕʹ, περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, τὸν νόμον δὲ τοῦτον εἶχε συμπληρώσει κατόπιν νέος νόμος, ὁ ΑΨΕʹ τῆς 5 Φεβρουαρίου 1889. Οἱ δύο οὗτοι νόμοι εἶναι ἐκ τῶν 164 νόμων, οἵτινες ἐξεδόθησαν κατὰ τὸ 1887. Ποίας προσήνεγκον ὑπηρεσίας τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν τότε; Ἔζησαν 3 ἔτη, 7 μῆνας καὶ 4 ἡμέρας, ἤτοι ἀπὸ τῆς 27 Μαΐου 1887 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900. Δυστυχῶς, οὐδεμία ἐπίσημος πληροφορία ἐδόθη εἰς τὸ κοινόν· ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κατέχει τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου, θέλει δυνηθῆ βεβαίως νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ἐάν ποτε κατὰ τὸ εἰρημένον διάστημα τοῦ βίου των συνῆλθον τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, πότε συνῆλθον, καὶ ποῖά εἰσι τὰ ἔργα αὐτῶν. Φέρ’ εἰπεῖν: ποία ἡ συστηματικὴ ἐπιτήρησις αὐτῶν ἐπὶ τῶν δήμων, ἐπὶ τῶν δημοσυντηρήτων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τοῖς δημοτικοῖς καὶ δημοσίοις σχολείοις τοῦ νομοῦ; ποία ἡ ἐπιτήρησις τῆς ἐκτελέσεως τῶν λιμενικῶν ἔργων, τῶν ἔργων τῆς δημοτικῆς καὶ δημοσίας συγκοινωνίας; ποία ἡ ὑπ’ αὐτῶν γενομένη ἐξέλεγξις τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν δήμων καὶ τῶν δημοσυντηρήτων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ὡς καὶ τῶν ἐκπαιδευτηρίων, τῶν Λιμενικῶν Ταμείων καὶ τῶν Ταμείων τῶν ἱερῶν ναῶν; Ποῖα μέτρα ἐπρότειναν πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας τοῦ νομοῦ, καὶ πρὸς βελτίωσιν τῶν ποινικῶν, ἐπανορθωτικῶν καὶ διὰ τὰ πολιτικὰ χρέη φυλακῶν; Ποίους ἀπολογισμοὺς δήμων καὶ δημοσυντηρήτων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων ἐξήλεγξαν; πόσας δ’ ἀποφάσεις ἐξέδωκαν ἐπὶ ἐφέσεων ὑποβληθεισῶν κατὰ τῶν Νομαρχιακῶν ἀποφάσεων, αἵτινες εἶχον ἐκδοθῆ τότε ἐπὶ προυπολογισμῶν τῶν δήμων καὶ τῶν δημοσυντηρήτων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων; Γνωρίζομεν ὅμως, ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια τοῦ καιροῦ ἐκείνου δραχ. 207,200, αἵτινες δὲν ἤρκεσαν, καὶ ἀνεβιβάσθη ἡ δι’ αὐτὰ δαπάνη εἰς 209,700· εἶχον δὲ προορισθῆ διὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα τὰ 5/10 τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων τῶν δήμων τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ, ὧν τὰ ἔσοδα ὑπερέβαινον τὰς 10,000 δραχμὰς, καὶ προσέτι ποσὸν μέχρις ½ τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν Λιμενικῶν Ταμείων καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ὁδοποιΐας. Οὕτως ἐδαπανήθησαν 209,700 δραχμαὶ, χωρὶς νὰ γένηται τὸ παραμικρὸν, διότι οὐδεμία ἐγένετο πρᾶξις, οὐδεμία ἐτέθη ὑπογραφὴ ἀπὸ νομαρχιακὸν σύμβουλον, εἰμὴ μόνον διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν εἰς αὐτούς. Τὸν θεσμὸν αὐτὸν, ὅτε ὁ Βασιλεὺς ἐκάλεσεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1890, κατηργήσαμεν διὰ τοῦ ΑΩΟΖʹ νόμου τῆς 31ης Δεκεμβρίου τοῦ 1890. Ἀλλ’ ὁ ἐπελθὼν κατὰ τὸ 1897 πόλεμος ἐνεδείκνυεν ἀναπόφευκτον τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφισθῇ ὁ νέος νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ὡς εἰ, ἐὰν τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ὑπῆρχον πρὸ τοῦ πολέμου, τὰ πράγματα ἤθελον ἀποβῆ διαφορετικά· ἴσως δὲν ἠθέλομεν ἀποτύχει καὶ στρατιωτικῶς. Διὰ τοῦτο ἔσπευσε τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον νὰ προτείνῃ τὸν νόμον αὐτὸν, ἐπλουτίσθησαν δὲ τὰ νέα Νομαρχιακὰ Συμβούλια καὶ μὲ καθήκοντα περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια κατὰ τὸ 1887. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐνοχλήσῃ ὑμᾶς ἡ ἀνάγνωσις τῶν διατάξεων τοῦ νέου νόμου, ἵνα τεθῆτε εἰς γνῶσιν αὐτῶν, διότι ἴσως τὰ ἐλησμονήσατε. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προσδιωρίσθησαν δι’ αὐτὰ, ὅπως δύνωνται νὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντά των. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 70 τοῦ νέου νόμου ἀναγράφονται τὰ προστεθέντα νέα καθήκοντα τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων (ἀναγινώσκει): «αʹ) νὰ συνιστῶσι γεωργικοὺς σταθμούς· βʹ) νὰ προμηθεύωνται καὶ διανέμωσι σπόρους, φυτὰ καὶ δένδρα· γʹ) νὰ ἀναθέτωσι τὴν διδασκαλίαν γεωργικῶν ἀντικειμένων εἰς ἁρμοδίους γεωπόνους, περιοδεύοντας ἐν τῷ νομῷ· δʹ) νὰ προμηθεύωνται πρὸς βελτίωσιν τῆς κτηνοτροφίας ἐξωτικὰ γένη ζώων· εʹ) νὰ ἐνεργῶσιν ἐμφυτεύσεις δένδρων χρησίμων εἰς τὴν βιομηχανίαν· Ϛʹ) νὰ ἐφαρμόζωσι μέτρα κατὰ τῶν ἐπισκηπτουσῶν ἐν τῷ νομῷ ἐπιζωοτιῶν καὶ νόσων τῶν φυτῶν· ζʹ) νὰ ὀργανώνωσι γεωργικὰς καὶ κτηνοτροφικὰς ἐκθέσεις, καὶ νὰ ἐπικῃρύττωσιν ἀμοιβὰς καὶ βραβεῖα κατ’ αὐτάς.» Ἀλλ’ ὁ νόμος προὐνόησε νὰ παράσχῃ αὐτοῖς καὶ μέσα χρηματικά, ἐπαρκῆ καὶ ἄφθονα, ἵνα ἐκτελῶσι πάντα ταῦτα τὰ καθήκοντα. Καὶ ποῖα μέσα παρεχώρησε πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων; Ἀκούσατε. Διὰ τοῦ ἄρθρου 120 τοῦ νόμου διατάσσεται νὰ διαθέτωσι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων μέχρι 30% ἐκ τῶν τελῶν τῶν ἐν τῷ νομῷ γιγνομένων πανηγύρεων καὶ ἐμπορικῶν ἀγορῶν! (ἱλαρότης). Λοιπὸν ἕκαστον Νομαρχιακὸν Συμβούλιον θέλει ἔχει 30 τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ἐν τῷ νομῷ γιγνομένων πανηγύρεων καὶ ἀγορῶν, διὰ νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων αὐτοῦ. Ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατοικεῖτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, γνωρίζετε πόσα οἱ δῆμοι ἑκάστου νομοῦ εἰσπράττουσιν ἐκ πανηγύρεων καὶ ἐμπορικῶν ἀγορῶν· ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ χορηγήσω ὑμῖν καὶ ἐγὼ νύξεις τινάς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νόμου περὶ δήμων, ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπιβάλλωσι καὶ εἰσπράττωσι τέλη ἐπὶ τῶν πανηγύρεων καὶ τῶν κατ’ αὐτὰς ἀνεγειρομένων παραπηγμάτων· τὰ τέλη δὲ ταῦτα ἠρίθμησε τὸ μνημονευθὲν ἄρθρον τοῦ νόμου μετὰ τῶν ἄλλων ἐμμέσων φόρων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο πρῶτος ἀνέγραψεν ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1830 ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, ἐκ τούτου δὲ ὁ νόμος περὶ δήμων παρέλαβεν αὐτό. Ἀλλὰ τὰ τέλη ταῦτα δὲν εἶναι ἄγνωστα εἰς τὴν Εὐρώπην, διότι πρὸ τῆς μεγάλης Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως τὰ τέλη ταῦτα εἰσεπράττοντο ὑπὸ τοῦ ἐν ἑκάστῃ τοπικῇ περιφερείᾳ τοπάρχου, τοῦ Seigneur κατὰ τὴν ἐπανάστασιν δέ, διὰ τοῦ νόμου τῆς 15 Μαρτίου 1790, κατηργήθησαν, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1790 καὶ κατόπιν δι’ ἑτέρου νόμου, ἐκδοθέντος κατὰ τὸ 1837, ἐνομοθετήθησαν ὑπὲρ τῶν δήμων. Παριστῶσι δὲ τὰ τέλη ταῦτα τῶν πανηγύρεων τὸ ἐνοίκιον τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον καταλαμβάνουσι τὰ κατὰ τὰς πανηγύρεις ἐκτιθέμενα ἐπ’ αὐτοῦ ἐμπορεύματα. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἐν τῇ πανηγύρει εἰσκομιζόμενα πρὸς πώλησιν ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα δὲν παρέχουσι τόσον μεγάλα κέρδη, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ ἐνοικιάζῃ δι’ ἁδροῦ μισθώματος τὴν ἔκτασιν τοῦ ἀπαιτουμένου ἐδάφους, ἕνεκα τούτου ποσὸν ἀσήμαντον εἰσέρχεται εἰς τὰ ἁρμόδια Ταμεῖα. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐν ἑκάστῳ νομῷ εἰσπράττουσι πάντες οἱ δῆμοι χιλίας ἢ δισχιλίας δραχμὰς, ἀλλ’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τὰ 30 ἑκατοστὰ, δηλ. αἱ 300 ἢ αἱ 600, δραχμαὶ ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, διὰ νὰ ἐκτελέσωσι τὰ πρόσθετα ταῦτα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ. Τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια συνέρχονται, κατὰ τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νόμου, τὴν 15 Ὀκτωβρίου· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1899, ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος, μέχρι τοῦδε παρῆλθε δὶς ἡ 15 Ὀκτωβρίου, δὲν ἐξεδόθη ὅμως Διάταγμα πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, ἑπομένως δὲν ἐξελέχθησαν Νομαρχιακὰ Συμβούλια, οὐδὲ συνῆλθον.

§146Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχασε τίποτε τὸ Κράτος.

§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων, κατὰ ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐποιησάμην, ἀνέρχεται εἰς 884, ἕκαστος δ’ αὐτῶν ἔχει δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ δραχμὰς 10 ὡς ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Σύνοδος τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων διαρκεῖ 30 ἡμέρας, διὰ τοὺς 884 συμβούλους καὶ δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν θὰ πληρώνῃ τὸ Κράτος δραχ. 8,840, δηλαδὴ τὰς 30 ἡμέρας θὰ πληρώνῃ δρ. 265,200. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελε παραταθῆ ἡ Σύνοδος πέραν τῶν 30 ἡμερῶν, ἐὰν ἤθελε παραταθῆ 30 ἔτι ἡμέρας, θέλουσι πληρωθῆ δι’ ἀποζημίωσιν αὐτῶν καὶ ἄλλαι 265,200 δραχμαί· ἐὰν δὲ ἤθελε συγκληθῆ καὶ ἔκτακτος Σύνοδος, θέλει ἕνεκα αὐτῆς αὐξήσει ἡ δαπάνη αὕτη. Δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων, δὲν περιλαμβάνονται οὐδὲ τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων ἀπὸ τῆς κατοικίας των εἰς τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ καὶ τῆς ἐπανόδου αὐτῶν, δὲν περιλαμβάνονται αἱ δαπάναι διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, διὰ τὰ γραφικά, τὸν φωτισμόν, τὴν θέρμανσιν κλπ. Πόθεν θέλουσι πληρωθῆ τὰ ἔξοδα αὐτά; Εὔκολον. Ἀπὸ τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα. Ἐνθυμοῦμαι—δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν ἔχω πρόχειρον—ἔκθεσιν πρὸς τὸν Βασιλέα, δι’ ἧς ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον ἐν τῇ ἀρχῇ, τυγχάνων Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸ 1887, ἐζήτει παρὰ τοῦ Βασιλέως νὰ ἐγκρίνῃ ἔκτακτον πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ. Πρὸ τοῦ 1887 ὑπῆρξεν ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1886 καὶ 1885, ἕνεκα δὲ ταύτης ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, προεκαλέσαμεν νόμον καὶ ἐξεδώκαμεν δάνειον 30 ἑκατομμυρίων, πατριωτικὸν λεγόμενον, τοῦ ὁποίου ἑκάστη μετοχὴ εἶχεν ἀξίαν δρ. 10. Ὅτε ἐγένετο ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, Λιμενικά τινα Ταμεῖα ἠγόρασαν μετοχάς, ὡς καὶ δῆμοί τινες. Τὸ δρᾶμα τῆς ἐπιστρατείας ἐκείνης ἐλύθη ἐν ἀποτυχίᾳ τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν αὐτό, —δὲν θέλω νὰ εἴπω, καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ τοῦ ἔθνους, τὴν διάσωσιν τῶν συμφερόντων τοῦ ὁποίου ἐσκοποῦμεν τότε ἐπιστρατευθέντες· ἀλλὰ τὸ Κράτος ἐξεπλήρωσε καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλεν αὐτῷ ἡ ἱστορία αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας ταύτης πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ τότε Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος διεκήρυξε διὰ τῆς εἰρημένης πρὸς τὸν Βασιλέα ἐκθέσεώς του, ὅτι τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ διαθέτωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουσιν, εἰς ἄλλας ἀνάγκας ἢ μόνον εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν λιμένων, καίτοι δὲν εἶχον διαθέσει, ἀλλ’ εἶχον τοποθετήσει εἰς δάνειον τὰ χρήματά των· ἑπομένως ἐζήτησεν, ἵνα τὸ Κράτος ἐξαγοράσῃ τὰς μετοχὰς, τὰς ὁποίας εἶχον τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα ἀγοράσει, καὶ οὕτως ἀπέδωκεν εἰς τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον πληρώσει εἰς ἀγορὰν μετοχῶν τοῦ δανείου, ὡς ἐξηγόρασε καὶ τὰς μετοχὰς, τὰς ὁποίας οἱ δῆμοι εἶχον ἀγοράσει, καὶ ἀπέδωκε καὶ εἰς αὐτοὺς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον πληρώσει. Διατί; Διότι καὶ τὰ δημοτικὰ ἔσοδα εἰσπράττονται διὰ νὰ διοικῶνται οἱ δῆμοι, καὶ τὰ λιμενικὰ ἔσοδα εἰσπράττονται ἀπὸ τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα διὰ νὰ κατασκευάζωνται καὶ βελτιῶνται οἱ λιμένες. Ἀλλὰ τὰ λιμενικὰ ἔσοδα μετὰ ἕν ἔτος τότε μετεπήδησαν καὶ ἔλαβον ἄλλην ὁδὸν, καὶ ἐχρησίμευσαν καὶ χρησιμεύουσι καὶ νῦν εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, διὰ νὰ λαμβάνωσιν οἱ σύμβουλοι ποσοστὰ, καὶ ἀλλαχοῦ δὲ εἶδον, ὅτι ὑπεχρεώθησαν τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα νὰ δαπανῶσιν ἐκ τῶν ἐσόδων των εἰς ἀνάγκας ἀλλοτρίας τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περιόδου ἐψηφίσθη προσέτι καὶ ἐξεδόθη ὁ νόμος ΒΧϚʹ τῆς 6 Ἰουλίου 1899 περὶ «διοικητικῆς ἀστυνομίας». Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, καθιστᾶται διοικητικὴ ἀστυνομία, καταργουμένης τῆς στρατιωτικῆς, ὡς κατὰ τὸ ἔτος 1893 κατεστάθη ἡ στρατιωτική, καταργηθείσης τῆς δημοτικῆς. Τῆς καθισταμένης δὲ διοικητικῆς ἀστυνομίας τάσσονται ὄργανα: 26 Διευθυνταὶ αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως, 107 ἀστυνόμοι αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως, 210 ὑπαστυνόμοι αʹ καὶ βʹ τάξεως, 1 ἀξιωματικὸς τῶν ἐφίππων σωμάτων, 29 ἀστυΐατροι, 1 ἀστυχημικὸς, 1 ἀστυκτηνίατρος, 4,114 ἀστυφύλακες, ὧν 314 ἐνωμοτάρχαι αʹ καὶ βʹ τάξεως, 6 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 240 στρατιῶται τοῦ ἱππικοῦ. Καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου ἐπεψηφίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 πιστώσεις δραχμῶν 4,971,860, ἐνῷ τὰ διὰ τὴν ἀστυνομίαν δαπανηθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 2,593,785.13, ἤτοι ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ δραχμὰς 2,378,074.87...

§148Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε ἀγορεύων, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ διακόψωμεν; Ὁμιλεῖτε ἤδη 2 ὥρας.

§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τῆς 10ης ὥρας, πλὴν ἐὰν ἐκουράσθητε.

§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.

§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐψηφίσθη μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, μεθ’ ὅσης ἐψηφίσθη καὶ ὁ νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτὴς εἶχε μεγάλως ἐνθουσιασθῇ ἀπὸ τὸ νέον τοῦτο νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροικίζετο ἡ νομοθεσία τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἔλεγεν αὐτὸς πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου· ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, ἐζητήθη νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, διὰ νὰ συναρμολογηθῶσι τοῦ νομοσχεδίου αἱ διατάξεις καὶ γένωνται περισσότερον καταληπταὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν: «Εἶναι καλὸν τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου, διότι αὔριον ἐνδεχόμενον νὰ ἀγορεύσωσιν οἱ ἀπόντες, καὶ θὰ ἀρχίσωμεν πάλιν τὰ ἴδια.» Ὄντως ἐψηφίσθη τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως τὸ νομοσχέδιον. Ὁποῖον δὲ τοῦτο ἐψηφίσθη, σᾶς περιέγραψα πρὸ μικροῦ, καὶ παρέστησα ὑμῖν, ποίας μεγάλας ὠφελείας παρήγαγεν εἰς τὸ Κράτος! Εἶπον, ὅτι διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις δραχμῶν 4,971,860 διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ δὲ ὅλον τὸ ποσὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπενοήθη μέθοδος, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καὶ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοὺς πληρωτέους μισθοὺς ἀναγράφουσιν εἰς τρεῖς στήλας, τῶν ἀξιωματικῶν ἰδίᾳ, τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐν ἑτέρᾳ, καὶ τῶν στρατιωτῶν ἐν ἄλλῃ, καὶ συγκεφαλαιοῦσι τὰ ποσά· ἀλλ’ ἐκ τοῦ συγκεφαλαιωθέντος ποσοῦ ἀφαιροῦσιν αὐθαιρέτως ποσόν τι διὰ κενὰς θέσεις, καὶ τοιουτοτρόπως ἐλαττώνουσι καὶ παρουσιάζουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὀλιγώτερον τὸ πληρωτέον ποσόν. Καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν κατὰ τὸν νέον νόμον περὶ ἀστυνομίας ἐξόδων ἐφηρμόσθη τὸ αὐτὸ σύστημα, καὶ ἀπὸ τὸ ὅλον ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἀστυνομίαν ποσὸν ἀφῄρεσαν ποσὸν διὰ κενὰς θέσεις 500,000 δραχμῶν, καὶ παρέστησαν οὕτως ἐλάσσονα τὴν δαπάνην κατὰ 500,000 δραχμάς. Ἡ αὔξησις ὅμως τῶν ἐξόδων, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, ἀνέρχεται, ὡς εἶπον, εἰς δραχμὰς 2,378,074.87. Τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας δὲν ἦτο ἄγνωστον, διότι κατὰ τὴν 13 Μαρτίου 1849 ἐξεδόθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ἀστυνομεῖν ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ἀνετέθη εἰς ἰδίους ὑπαλλήλους, διοριζομένους διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειρκεῖ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἦτο καὶ ἀνεπαρκὴς κατὰ τὴν ἀστυνομικὴν δύναμιν, καὶ ἀπαράσκευος, ἵνα ἐκπληρώνῃ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα· οὔτε οἱ ὑπὸ τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐντελλόμενοι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς αὐτὴν εἶχον ἔννοιαν τῆς ἀστυνομικῆς λειτουργίας, οὔτε ἦσαν ἀναμφιβόλου χρηστότητος, συνέβησαν δὲ πράξεις ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν καὶ αὐτὰ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ὕποπτα, ἕνεκα δὲ τούτου κατεστάθη ἀναπόφευκτος ἡ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1849 ἐπελθοῦσα μεταβολὴ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διὰ τῆς διοικητικῆς· ἀλλ’ ἐν τῷ ὑπολοίπῳ τῆς ἐπικρατείας διετηρήθη τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας μέχρι τοῦ 1893, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ φαεινὴ ἰδέα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐγκατεστάθη, τὰ ἔργα αὐτῆς ἀνέλαβον ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ, δυστυχῶς, ὅσον ἀξιωματικός τις ἔλαβε πληρεστέραν μόρφωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν διὰ τὰ ἔργα τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοσοῦτον ὀλιγώτερον κατάλληλος εἶναι διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ ἀστυνόμος δὲν εἶναι ὄργανον βίας, εἶναι ὄργανον συνέσεως, προσοχῆς, μετριοπαθείας καὶ ἐπιτηρήσεως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ γνῶσιν τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐνεργεῖ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, καὶ νὰ γνωρίζῃ τοὺς κατοίκους αὐτοῦ. Ὅταν ἤθελε γνωρίσει ἐν τῇ μικρᾷ ἐκείνῃ κοινωνίᾳ τὰ μέλη αὐτῆς, καὶ καταμάθει τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα αὐτῶν, τὰς ἀρετὰς καὶ τὰς ἐπιληψίμους τάσεις αὐτῶν, ὁ ἀστυνόμος οὗτος δύναται ἐπιτυχέστερον παντὸς ἄλλου νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, διότι δύναται νὰ ὁδηγῆται πληρέστερον καὶ σοφώτερον πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν διαπραττόντων τὰς ἀξιοποίνους πράξεις· ὅταν δὲ παραστῇ ἡ ἀνάγκη νὰ μετέλθῃ τὴν βίαν, ἡ χωροφυλακὴ, παροῦσα, δύναται νὰ παρέχῃ τὴν συνδρομήν της, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸν περιπεσόντα εἰς τὸ ἔγκλημα. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα πάντοτε κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλίπωμεν ἐντελῶς τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας· ἠλπίζομεν μάλιστα, ὅτι, ἀφοῦ τόσα παρῆλθον ἔτη, ἀφ’ ἧς ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐξέλιπε, ἀφοῦ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐπράχθησαν τοσαῦτα ἄτοπα ἀπὸ τοὺς διαχειρισθέντας τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν στρατιωτικούς, ὥστε καὶ οἱ πολῖται νὰ κατανοήσωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωσιν ἀφορμὴν εἰς τὴν βίαν καὶ τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων ἐγένετο χρῆσις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν αὐτουργῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ἢ πρὸς σύλληψιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ ἔτος 1896, ὅτε κληθέντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὠφείλομεν νὰ προνοήσωμεν περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἵνα ἀποστείλωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐμορφώθησαν καὶ ἐξεπαιδεύθησαν καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἐκλήθησαν νὰ ὑπηρετῶσι, διὰ ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς ἀπὸ ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν προσήρμοζον εἰς τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰς ἕξεις αὐτῶν, τὰ ὁποῖα μάλιστα συνετέλουν ἴσως νὰ διαφθείρωσι τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν, ἐπροτείναμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσήγομεν διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, δημοτικὴν δὲ ἐν τοῖς δήμοις τῆς δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι καὶ ὁ ἁπλοῦς πολίτης, ὁ ὁδοιπορῶν καὶ φέρων ἓν περίστροφον, ἢ μίαν μάχαιραν, ὅτι καὶ αὐτὸς ῥέπει περισσότερον εἰς τὴν βίαν ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος περιοδεύει ἄοπλος· διατὶ δύναταί τις νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ μὴ ποιῶνται κατὰ προτίμησιν χρῆσιν τῆς βίας ἀπὸ τῆς ἠπίας καὶ ὁμαλῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων των; Ἀλλὰ διατὶ διὰ τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐκθέτετε τὸν ἀξιωματικόν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀνεπτυγμένος πνευματικῶς καὶ μεμορφωμένος, εἰς τὰς ποικίλας καὶ χυδαίας ἐνίοτε σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου; Διατὶ δὲν ὑποθέτετε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ἐπανειλημμένως καὶ διηνεκῶς ἀσχολούμενος περὶ τὰς τοιαύτας σχέσεις, δύναται νὰ μεταβάλῃ καὶ τὸν χαρακτῆρά του, καὶ νὰ λησμονήσῃ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν του καὶ τὴν ὑπερηφάνειάν του; Διὰ τοῦτο ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἔβλαψε κυρίως τὸν στρατόν, ὄχι μόνον διότι ἀφῄρεσεν ἀπὸ αὐτὸν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξακολουθοῦσι νὰ λαμβάνωσι τὴν προσήκουσαν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπηρέασεν ἴσως καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰς τάσεις αὐτῶν. Ἑπομένως ἀναγκαίως ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ καταργήσωμεν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ πρὸ παντός, καὶ τοῦτο ἐσπεύσαμεν νὰ πράξωμεν. Καὶ κατηργήσαμεν μὲν ἀμέσως τὸ Ἀρχηγεῖον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀρχὴ ἀνεύθυνος, ἀνεξάρτητος, ἥτις εἶχεν ἰδίαν ὕπαρξιν, αὐτοτέλειαν, οὕτως ὥστε, ὅτε ἐκαλεῖτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνταῦθα, καὶ ἐζητεῖτο παρ’ αὐτοῦ λόγος διὰ παραβάσεις ἀστυνομικάς, διὰ πράξεις βιαίας, ἢ ἀγρίας, ἢ τραχείας, αἱ ὁποῖαι διεπράττοντο, ἐκίνει τοὺς ὤμους αὐτοῦ, λέγων, ὅτι θὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου· καὶ ὅτε ἐλέγομεν αὐτῷ, πῶς δὲν ἐκτελοῦνται αἱ κατὰ ἀστυνόμων ἀποφάσεις, ἀπεκρίνετο, ὅτι τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξετέλει αὐτάς. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις τοῦ 1896 ἦσαν λίαν ἀνώμαλοι, καὶ ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς καὶ ὁ περὶ ἀστυνομίας, οἱ ὁποῖοι συνεδέοντο μετ’ ἀλλήλων, ἐδιστάσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν· ὅτε δὲ ἡμέραν τινὰ ὁ Ἡγεμὼν ἔφερε τὸν λόγον περὶ αὐτῶν, ἐζήτησα τὴν ἄδειαν αὐτοῦ νὰ μὴ ὑποβάλω τὸν νόμον πρὸς κύρωσιν, καὶ ἐδικαιολόγησα τὴν γνώμην μου ταύτην, παραστήσας, ὅτι δὲν μοι ἐπετρέπετο, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἡ δημοσία τάξις ἐκυμαίνετο, νὰ προκαλέσω τὴν μεταβολὴν τοῦ λειτουργοῦντος ἀστυνομικοῦ συστήματος, καθ’ ὃν χρόνον αἱ ὠθήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο, καὶ τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα διεσκευάζοντο καὶ ἐλάμβανον χώραν, ἦσαν τοσοῦτον ἔκτροπα, διότι καὶ εἰς τὰς ὠθήσεις καὶ εἰς τὰ συμβεβηκότα ταῦτα δὲν ἦσαν ἀλλότριοι καὶ αὐτοὶ οἱ φύλακες τῆς τάξεως· κατὰ τοιαύτην ὥραν πάντως δὲν μοι ἐπετρέπετο νὰ ζητήσω ν’ ἀντικαταστήσω τὸ σύστημα τῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν, ἀλλὰ προσῆκε νὰ ἀνεχθῶμεν τὰς ἀτελείας αὐτοῦ, ἐν ὅσῳ ἡ κατάστασις ἐκείνη, ἡ ἀνώμαλος, ἐξηκολούθει. Οὕτω δὲν προεκάλεσα τὴν κύρωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν εἶχον προκαλέσει, ἐξηκολούθησε δὲ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Καὶ οὕτως ἔπραξα, καίτοι οὐδέποτε ἤμην ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ τὴν πρώτην φοράν, ὅτε ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀντιταχθεὶς κατὰ τοῦ συστήματος, καὶ ὅτε ἐπροτάθη τὴν δευτέραν φοράν, ἀντιλέξας κατὰ τοῦ συστήματος, καὶ κατὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τότε προσπαθήσας ν’ ἀποκρούσω αὐτό. Καὶ ὄντως, δὲν εἶναι μόνον τὸ ἀνάρμοστον εἰς ἀξιωματικὸν στρατοῦ νὰ διαχειρίζηται τοιαύτην λειτουργίαν διοικητικήν, δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐπίδρασις, τὴν ὁποίαν αὕτη ἐνασκεῖ ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθησαν τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, δὲν εἶναι μόνον ἡ τάσις τοῦ ἐνόπλου ἀνδρός, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι ἡ πειθαρχία εἶναι ἡ κυρία δύναμις καὶ ἡ κυρία αἰτία τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, καὶ ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πειθαρχίαν καὶ εἰς αὐτὰς τὰς κοινωνικὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη καὶ τὸ ἀκατανόητον, πῶς ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐν Κράτει οὕτω κυβερνωμένῳ, δύναται νὰ ὑπάρχῃ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Ἂν ἀστυνομία ἦναι ὁ σύμβουλος, ὁ ἐπιτηρητὴς, ὁ φύλαξ τοῦ πολίτου, ὁ σύμβουλος, ὁ ἐπιτηρητὴς τοῦ ἀγρότου, οὐδεὶς ἆρά γε ἄλλος δύναται νὰ μετέλθῃ τὰ ἔργα ταῦτα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κληθῇ ἡ δημοσία δύναμις νὰ τὰ ἐκτελέσῃ; Ἡ γνώμη ἡμῶν δὲν ἠκούσθη τότε, ὁ νόμος ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη· ἀλλ’ ἔκτοτε παρῆλθον ἑπτὰ ἔτη, τὸ δὲ κόμμα ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ὁ ἡγέτης ἐπρότεινε τὴν σύστασιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, αὐτὸ τὸ κόμμα ζητεῖ νῦν τὴν μεταβολὴν τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς διοικητικὴν νομίζω ὅτι εἶναι μέτρον ἀτελὲς, καὶ ἤθελεν εἶσθαι πλῆρες, ἂν εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε κατὰ τὸ 1896, εἰ καὶ δι’ αὐτοῦ καθιστᾶτο πάλιν ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν καὶ ἐν τοῖς δήμοις, ἐν οἷς αἱ περιστάσεις ἠδύναντο νὰ καταστήσωσι τὸν θεσμὸν ἀνεκτὸν ἔτι, καθιστᾶτο δὲ ἡ δημοτικὴ εἰς τοὺς δήμους τῆς δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως. Διατὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἀγροτικὴν περιφρούρησιν εἰς τὸν ἀγροτικὸν ἐκεῖνον καὶ εἰρηνικὸν βίον, τὸν ὁποῖον διάγουσιν αἱ οἰκογένειαι, ὅταν συζῶσιν ἐν στενῇ περιφερείᾳ ἐν ταῖς μικραῖς κοινωνίαις αὐτῶν; Δὲν πρόκειται περὶ τῶν πόλεων, ἡ ἀστυνομία τῶν ὁποίων χρῄζει ὀργάνων πληρεστέρων καὶ νοημονεστέρων, διότι πολλαπλαῖ ὑπάρχουσιν αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ σχέσεις ἐν αὐταῖς, ἐπιβάλλουσαι τὴν ἀνάγκην νοημονεστέρας ἀστυνομικῆς μερίμνης. Ἂν τὸ σύστημα τοῦτο ἠκολούθει ἡ Κυβέρνησις, αἱ δαπάναι ἤθελον εἶσθαι μικρότεραι, δὲν ἤθελον ἀναβιβασθῇ εἰς 4,971,860 δραχμὰς, καὶ ἀφοῦ κατὰ τὸ 1896 ἤρκεσαν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας 2,593,785.13, δὲν ἠθέλομεν αὐξήσει τὴν δαπάνην κατὰ δρ. 2,378,074.87. Ἕτερος, ψηφισθεὶς κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περιόδου, νόμος εἶναι ὁ ͵ΒΧΜΕʹ τῆς 21 Ἰουλίου 1899, δι’ οὗ ἐπετράπη νὰ προστεθῶσι 45 τηλεγραφικοὶ βοηθοὶ βʹ τάξεως, ἐνομοθετήθη δὲ οὕτως αὔξησις ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 48,600. Καὶ ἕτερος νόμος, ὁ ͵ΒΧʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899, νέαν ἐπήνεγκεν αὔξησιν ἐξόδων κατὰ δρ. 42,480, διότι ἐπέτρεψε τὴν σύστασιν τεσσάρων νέων συνεργείων. Καὶ ἕτερος δὲ νόμος, ὁ ͵ΒΧΛΔʹ τῆς 19 Ἰουλίου 1899, ἀνεβίβασε τὸν ἀριθμὸν τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν ἀπὸ 10, ὅσοι προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ νόμου τῆς 16 Ἰουλίου 1895, εἰς 23, ἐκ τῶν ὁποίων ἕνα μὲν μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν Γενικοῦ Γραμματέως, 10 μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν Τμηματάρχου ά. τάξεως, καὶ 12 μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν Τμηματάρχου βʹ τάξεως. Τὰ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου τούτου νόμου ἐπιτευχθέντα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν λίαν εὐάρεστα καὶ ἐπαρκῆ· ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν πρὸς τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα δύνανται νὰ παραβληθῶσι τὰ ἐπιτευχθέντα ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦδε διὰ τῶν 23 Ἐπιθεωρητῶν. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν δρ. 40,835.09, διὰ τῆς νομοθετηθείσης αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν καὶ τῆς προσθήκης γραφέων καὶ κλητήρων θέλουσι δαπανᾶσθαι δραχμαὶ 123,360, ἀνελθούσης οὕτω τῆς νομοθετηθείσης αὐξήσεως τῶν ἐξόδων κατὰ δραχ. 82,524.91. Τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον δύο προὐκάλεσε νόμους, ἕκαστος τῶν ὁποίων ἐπήνεγκεν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, τὸν νόμον ͵ΒΧΙΘʹ τῆς 8 Ἰουλίου 1899, δι’ οὗ προσετέθησαν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας ἐν τῷ εἰρημένῳ Ὑπουργείῳ ὑπαλλήλους 2 ἀκόλουθοι, 1 λογιστὴς καὶ τέταρτος κλητὴρ, καὶ τὸν ͵ΒΨΗʹ περὶ Προξενείων νόμον τῆς 31 Μαρτίου 1900, δι’ οὗ μετέβαλε τὸν ἰσχύοντα μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦ πρώτου τούτων, τοῦ περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, ἐνομοθετήθη αὔξησις τῶν ἐξόδων κατὰ δραχμὰς 7,800· περὶ τοῦ δευτέρου θέλω διαλάβει, ὅταν πραγματευθῶ περὶ τῶν κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον ψηφισθέντων νόμων...

§152Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι μερικαὶ ἀγορεύσεις, κύριε Πρόεδρε, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ γίγνωνται τυπικῶς. Εἴμεθα ἐξηντλημένοι διανοητικῶς. Πρέπει νὰ διακόψωμεν.

§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ μνημονεύσω καὶ τῶν μέτρων τῶν μεταρρυθμιστικῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ νόμου, τὸν ποῖον εἰσήγαγε, περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἔφερεν εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα, ἐπήνεγκεν αὔξησιν ἐξόδων 436,785.91, ὡς ἑξῆς: αʹ) Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῶν Ἐφετείων καὶ τῶν Πρωτοδικείων· βʹ) ἕνεκα τῶν μεταβολῶν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν Εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν Πταισματοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων αὐτῶν· γʹ) ἕνεκα τῶν μεταβολῶν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν Εἰρηνοδικῶν βʹ τάξεως καὶ τῶν συμβολαιογραφούντων Εἰρηνοδικῶν· δʹ) ἕνεκα τῶν μεταβολῶν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν Πταισματοδικείων βʹ τάξεως καὶ τῆς ὑπεισαχθείσης προσθήκης 8 γραφέων ἐν τοῖς Πταισματοδικείοις· εʹ) ἕνεκα τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ϛʹ) ἕνεκα αὐξήσεως τῶν γραφικῶν ἐξόδων καὶ τῶν ἐνοικίων τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν Πταισματοδικείων.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν με-
λῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπῆλθεν αὔξησις
δαπανῶν δρ. 12,000.—
Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν
Προέδρων, τῶν Εἰσαγγελέων, τῶν ἀντεισαγ-
γελέων καὶ τῶν δικαστῶν τῶν Ἐφετείων
αὔξησις » 34,200.—
Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν
Προέδρων, Εἰσαγγελέων, ἀντεισαγγελέων
καὶ δικαστῶν τῶν Πρωτοδικείων αὔξησις » 130,800.—
Ἕνεκα τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ Γεν. Γραμ-
ματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης,
ἀκατανοήτως ἀναμιχθέντος μετὰ τῆς αὐξή-
σεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλ-
λήλων, αὔξησις » 600.—
Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ
τοῦ μισθοῦ τῶν Εἰρηνοδικῶν καὶ Πταισμα-
τοδικῶν αʹ τάξεως » 64,560.—
Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ καὶ
τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γραμματέων αὐτῶν » 46,800.—
Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ
τοῦ μισθοῦ τῶν Εἰρηνοδικῶν βʹ τάξεως καὶ
τῶν συμβολαιογραφούντων Εἰρηνοδικῶν » 180,720.—
Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν
γραμματέων αὐτῶν » 143,520.—
Ἐν ὅλῳ δρ.613,200.—
Ἀφαιροῦνται αἱ ἐπελθοῦσαι ἐλαττώσεις
ἕνεκα τῆς καταργήσεων τῶν θέσεων 98 Εἰ-
ρηνοδικῶν γʹ τάξεως καὶ 98 γραμματέων
αὐτῶν » 199,320.—
Μένει αὔξησις δρ.413,880.—
Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν διὰ γραφικὴν
ὕλην ἐξόδων καὶ τῶν ἐνοικίων τῶν Εἰρηνο-
δικείων καὶ Πταισματοδικείων » 22,905.91
Τὸ ὅλον τῶν αὐξήσεων δρ.436,785.91

Δὲν γνωρίζω πόσας συνεκόμισεν ὠφελείας ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὰς αὐξήσεις αὐτάς. Ἀκούω καθ’ ἑκάστην παράπονα, ὄχι μόνον ἐπὶ ἀμελείᾳ τινῶν δικαστῶν, ὄχι μόνον ἐπὶ μὴ ἐμβριθεῖ ἐξετάσει τῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ προσέτι καὶ ἐπὶ ἄλλῃ τινὶ ἀνθρωπίνῃ ἀδυναμίᾳ, ἡ ὁποία κατέλαβε τελευταῖον πάντας, τῇ ἐπιθυμίᾳ τῶν ἐπιδείξεων, τῆς ῥεκλάμας, τοῦ αὐτοπανηγυρισμοῦ. Βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατήγγειλαν τοιαύτην νόσον, ἐπισκήψασαν καὶ ἐπὶ δικαστικοὺς ὑπαλλήλους...

§154ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ἀκούωμεν καὶ ἡμεῖς.

§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναί τι ἐξαιρετικὸν διὰ τὴν Βουλήν. Μὴ ὑποθέσητε, Κύριοι, ὅτι ὑπέλαβον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῆτε ἐκ τῶν λόγων μου. Οἱ ἀγορεύοντες εἰς τὴν Βουλὴν συνήθως δὲν ἐλπίζουσι, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωσι, νὰ πείσωσι τὰ μέλη τῶν κομμάτων, ὅπως μεταλλάξωσι γνώμας. Ἐὰν ὑπάρχῃ δεσμὸς πολιτικῆς ὁμοφωνίας, δεσμὸς ταυτότητος γνωμῶν πολιτικῶν, ὁ ὁποῖος συνδέει τὰ μέλη τῶν πλειονοψηφιῶν, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς γνώμας των καὶ νὰ ἀκολουθήσωσι τὰς γνώμας τῶν ἀντιφρονούντων κομμάτων, εἰμὴ μεθιστάμενα ἀπὸ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκουσι. Καὶ εἶναι ἐπαινεταὶ τοιαῦται μεταστάσεις, ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς γνώμης καὶ τῆς ἐκ τούτου ἐπελθούσης διαφωνίας. Εἰμὶ ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ μὲ ὅλας τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας ἔχει, ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἕτερον εἶδος πολιτεύματος· φρονῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν οὐχὶ διὰ τῆς ταυτότητος τῶν γνωμῶν καὶ τῆς ταυτότητος τῶν φρονημάτων συνδέωνται τὰ μέλη τῶν πλειονοψηφιῶν, ἀλλὰ συνδέωνται μετ’ ἀλλήλων δι’ ἄλλων σχέσεων, διαφθείρουσι καὶ τὴν οὐσίαν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, παύουσι δ’ οὕτω πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ διερμηνεύωσιν αἱ πλειονοψηφίαι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Ἐὰν οἱ ἀγορεύοντες ἀπὸ τοῦ βήματος, μολονότι δὲν ἔχουσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι δύνανται νὰ μεταπείσωσι τὰ μέλη τῶν πλειονοψηφιῶν, ἐξακολουθῶσι νὰ ἀγορεύωσι, τὸ πράττουσι χάριν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες, χάριν καὶ πρὸς φωτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἔχει δὲ ἀνάγκην ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀληθείας, διότι ἔχει πολλὰς ἀρετὰς, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ ἐλάττωμα νὰ ἦναι εὐπλάνητος, καὶ νὰ παρασύρηται ἀπὸ ψευδεῖς ὑποσχέσεις καὶ ἀπὸ ψευδῆ προγράμματα. Πρέπει, λέγω, νὰ φωτισθῇ, διότι τότε, κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλει ἐρωτηθῆ, θέλει ἐκδώσει ἐτυμηγορίαν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε ἐξέδωκεν, ὅτε καὶ τότε ψευδεῖς ὑποσχέσεις καὶ ψευδῆ προγράμματα εἶχον ἀποπλανήσει αὐτόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λοιπὸν, ὁ ὁποῖος ἀναβαίνει ἐπὶ τὸ βῆμα, κρατῶν τὴν ὑπὸ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευομένην κατάστασιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀπαγγέλλει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε διωρίσθη Ὑπουργὸς, ὅτι θέλει βελτιώσει τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον, δηλαδὴ τὴν δικαιοσύνην τοῦ λαοῦ, τάχα θέλει αἰσθανθῆ τύψιν συνειδότος, ὅταν ἐγκαταλίπῃ τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἑστίαν του; Ποίας θέλει τότε ἀναλογισθῆ, ὅτι κατώρθωσε βελτιώσεις ἡ περὶ Εἰρηνοδικῶν καὶ Πταισματοδικῶν μέριμνα αὐτοῦ, ἥτις περιωρίσθη εἰς τὴν προσθήκην τῆς δαπάνης τῶν 159,185 δραχμῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν Εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν Πταισματοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων αὐτῶν; Ἐγὼ δὲν ἀποκρύπτω, ὅτι κρίνω ἀναγκαιότατον νὰ βελτιωθῇ ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη, διότι αὕτη, ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη, εἶναι ὁ ἄρτος τοῦ λαοῦ, εἶναι ἡ δικαιοσύνη τοῦ λαοῦ· ἀλλ’ ἡ βελτίωσις δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ μόνης τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, οὐδὲ καθιστᾷ πλημμελῆ καὶ ἀνεπαρκῆ τὴν ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης μόνη ἡ ἐνεστῶσα μισθοδοσία τῶν Εἰρηνοδικῶν, οὐδ’ αὕτη ἀναγκάζει τοὺς ἀπονέμοντας τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην νὰ παρεκτρέπωνται τοῦ καθήκοντος. Ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη τυγχάνει εὔθικτος, διότι λειτουργεῖ ἐν μικραῖς κοινωνίαις, διότι ὁ ἀπονέμων αὐτὴν δικαστὴς ζῇ ἐν στεναῖς περιφερείαις, διότι ἐν ταῖς ποικίλαις σχέσεσι τοῦ ἀνθρωπίνου βίου ἀναστρέφεται, κατ’ ἀνάγκην, μετ’ αὐτῶν ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν ὁποίων δικάζει· καὶ δὲν εἶναι μόνον αἱ ἐπιρροαὶ αὗται, εἰς ἃς τυγχάνει ἐκτεθειμένος, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἐπέρχονται ἐπ’ αὐτὸν ἐπιρροαὶ, αἱ ὁποῖαι κανονίζουσι τὸ μέλλον αὐτοῦ, εἴτε ἐκτοξεύουσαι τὴν ἐλπίδα τῆς προαγωγῆς αὐτοῦ, εἴτε ἐπιδεικνύουσαι τὴν ἀπειλὴν τῆς παύσεως, ἢ τῆς μεταθέσεως. Δὲν γνωρίζω πόσας, ὁσάκις ἐγὼ ἐτύγχανον ἐν τῇ ἀρχῇ, οἱ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοὶ προέβαλον προτάσεις μετακινήσεων τῶν Εἰρηνοδικῶν, οὐδὲ πρέπει νὰ σταματήσῃ τις εἰς τὸν μείζονα ἢ ἐλάσσονα ἀριθμὸν τῶν μεταθέσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβησαν τυχὸν κατὰ τὸ παρελθὸν Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἐκλήθησαν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν μετὰ μακρὰν περίοδον χρόνου, καθ’ ἣν ἐκυβέρνων Ὑπουργοὶ ἀντιθέτου κόμματος, ἐκμεταλλευθέντες ἀσυνειδήτως τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ἐξουσίαν, καὶ τοποθετήσαντες εἰς τὰς θέσεις τῶν Εἰρηνοδικῶν τὰ θρασύτερα ὄργανα φανατικοῦ φατριασμοῦ. Βεβαίως ἡ νέα Κυβέρνησις, ἂν τοιαύτην ἔχῃ γνώμην περὶ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἀνευρίσκει τοποθετημένα ἐπὶ τῶν βαθμίδων τῆς κλίμακος τῆς διοικήσεως ἢ τῆς δικαιοσύνης, καθῆκον ἔχει νὰ μετακινήσῃ καὶ τοὺς Εἰρηνοδίκας, ὡς καὶ τοὺς ἐν τῇ διοικήσει ὑπαλλήλους, ἂν τοιοῦτοι τυγχάνωσι, καὶ οὐ μόνον ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὰ κέντρα, ἐν οἷς ὑπηρέτουν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποπέμψῃ αὐτοὺς τῆς ὑπηρεσίας, ἂν οὗτοι εἶχον ἐξευτελίσει τὴν δημοσίαν λειτουργίαν, ἣν διεχειρίζοντο, εἴτε ἀναιδῶς φατριάζοντες, εἴτε καὶ ἀνηθίκως τὰς χεῖρας αὑτῶν ῥυπαίνοντες. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ποῖον δύναται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον λόγον, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν σωρείαν τῶν μεταθέσεων καὶ τὸν ἀμέτρητον ἀριθμὸν τῶν παύσεων, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο εἰς τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον; Οἱ κατηγοροῦντες τὰ κόμματα ἂς εἴπωσι. Κομματικὰ ἦσαν τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνων πρὸ τοῦ κ. Καραπαύλου; Αὐτὰ λοιπὸν εἶχον τοποθετήσει τοὺς φατριάζοντας καὶ φαύλους, τοὺς ὁποίους εὗρεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὁ κ. Καράπαυλος, καὶ διὰ τοῦτο δι’ ἑκατοντάδος Β. Διαταγμάτων ἀπέπεμψε τῆς ὑπηρεσίας, ἢ μετέθεσεν, ὁ εὐσυνείδητος ἀνὴρ, ἵνα καθάρῃ τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην ἀπὸ φατριαστῶν καὶ φαύλων; Ἢ αὐτὸς ἐκ φατριασμοῦ μετεκίνει ἀναιτίως, ἢ μετ’ ἀσυνειδησίας ἀπέλυε τῆς ὑπηρεσίας τοὺς Εἰρηνοδίκας, ὅσους μετέθεσεν ἢ ἔπαυσε; Καὶ τίς οὗτος, ὁ ἐκτοξεύων ἐγκλήσεις κατὰ τῶν Κυβερνήσεων τῶν κομμάτων; Δὲν ἦτο αὐτὸς μέλος κόμματος καθ’ ὅλον τὸν βίον αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὲν ηὐλόγει ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν Κυβερνήσεις κομματικάς; Τί λέγω, ὅτι ἦτο μέλος κόμματος, ἀντὶ νὰ εἴπω ὑπηρέτης κόμματος; Καὶ τί λέγω, ὅτι ηὐλόγει Κυβερνήσεις κομματικὰς, ἀντὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐθλίβετο, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπηρετήσῃ Κυβερνήσεις κομματικάς; Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ πολιτεία τῶν προκατόχων αὐτοῦ, καὶ καλὴ ἐὰν δὲν ἦτο, οὐδεὶς δύναται νὰ τολμήσῃ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, κρινομένη ἐκ τῶν διορισμῶν καὶ τῶν μεταθέσεων, δύναται νὰ συγκριθῇ πρὸς τὴν κατὰ ταῦτα πολιτείαν καὶ αὐτῶν τῶν θερμοτέρων κατὰ τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, καὶ τῶν τολμηροτέρων κατὰ τὴν διαμάχην τὴν πολιτικὴν τῶν κομματικῶν Κυβερνήσεων.

§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε. Αὔριον πλέον.

§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄς διακόψωμεν ἐδῶ λοιπόν.

§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δυνάμεθα, νομίζω, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ ψηφίσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν μετὰ τῆς Ρουμανίας σύμβασιν.

§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πρὸς καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως ταύτης ἐγένοντο μακραὶ διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, ἐπεθύμουν νὰ ἐλαμβάνομεν γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ἵνα ἤμεθα εἰς κρείττονα θέσιν νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ηὐχόμην νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.

§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφοῦ εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν βλάπτει, ἐὰν ψηφισθῇ ἀπόψε.

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρουμανίας ἐν Βουκουρεστίῳ τῇ 19 Δεκεμβρίου 1900 (ἔ. π.) ὑπογραφείσης συμβάσεως περὶ ἐμπορίου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς κατέθηκε νομοσχέδιον «περὶ συντηρήσεως τοῦ Δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 121). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 55′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
2τῆς 27 Δεκεμβρίου 1900.
3(Τετάρτη).
4(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
5(Συνελθόντων τῶν κυρίων Βουλευτῶν περὶ ὥραν 4 καὶ 45′
6μ. μ. ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς αὐτῶν κατάλογος).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 124
8Βουλευτῶν.
9§2Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συνήθως κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, ἐνῷ
10ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος, οὐδέποτε σχεδὸν ἡ Βουλὴ εὑρί-
11σκεται ἐν ἀπαρτίᾳ· ἐὰν δὲ παρατηρήσῃ τις σήμερον ἐν τῇ
12αἰθούσῃ, πόσοι συνάδελφοι ἀπουσιάζουν, βεβαίως ἀντιλαμ-
13βάνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
14§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν;
15§4Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα.
16§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος ἐκ
17νέου.
18(Ἀναγινώσκεται αὖθις ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὑπὸ τὴν
19ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Θ. Βελλιανίτου καὶ Κ. Πλατούτσα,
20ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
21§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 125
22Βουλευτῶν.
23(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ
24τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
25§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
26διατάξεως.
27Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
28Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπο-
29λογισμοῦ τοῦ Κράτους.
30Ἔχει τις τὸν λόγον;
31Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
32Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐσόδων.
33«Κεφάλαιον Αʹ...»
34§8Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
35§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ
36ἐπελήφθημεν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων...
37§10Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι!
38§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἰσήλθομεν.
39(Ἐνταῦθα ὁ Γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὸ Κεφάλαιον Αʹ
40τῶν ἐσόδων).
41§12Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας
42διατάξεως.
43Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν εἶχον ζητήσει νὰ προ-
44ταχθῶσι νομοσχέδιά τινα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογι-
45σμοῦ. Τοιαῦτα εἶναι τὸ περὶ ἀτελείας τῶν ὠφελίμων βιβλίων,
46καὶ τὸ περὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐψηφίσθη. Ἀλλὰ
47τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν βιβλίων δὲν ἐψηφίσθη εἰς
48τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ εἰς δευτέραν μόνον, καὶ μάλιστα ὁ
49κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ψηφισθῇ
50σήμερον.
51§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον.
52§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον.
53§15ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἔχομεν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας δια-
54τάξεως.
55§16Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἔλαβον
56τὸν λόγον...
57§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν
58διάταξιν.
59§18Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀφοῦ ὡμίλει ἔτι ἐπ’ αὐτῆς ὁ βουλευτὴς
60κ. Χοϊδᾶς!
61§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἄλλη συζή-
62τησις. (Θόρυβος).
63§20ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Πότε ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερη-
64σίας διατάξεως;
65§21Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅτε ἦλθον ἐγὼ καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, ὁ
66κ. Βουλευτὴς Παξῶν ὡμίλει περὶ προτάξεως νομοσχεδίου
67τινός.
68§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις.
69§23Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας δια-
70τάξεως, ἑπομένως δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
71ξιν. Ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τελευ-
72ταίαν συνεδρίασιν, ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροπο-
73ποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
74§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῆς προτάξεως ἄλλου νομοσχεδίου
75ἀπεφάνθη ἡ Βουλή. Εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
76ταξιν.
77§25ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω νὰ μοὶ καθορίσητε τὸ
78σημεῖον, καθ’ ὃ ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας δια-
79τάξεως.
80§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι, ὅταν ἀπαγγέλλῃ ὁ Πρόε-
81δρος, ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· ὅπερ
82ἐγένετο, ἐπελήφθημεν δὲ... (θόρυβος)
83§27ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικά;
84§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
85§29Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἀναγινώσκεται
86καὶ ψηφίζεται οὕτως ὁ Προϋπολογισμός, ἀπατᾶσθε πολύ.
87(Θόρυβος).
88§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι... Ἤρχισεν ἤδη ἡ ἀνά-
89γνωσις τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσό-
90δων.
91§31Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐζήτησα τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμε-
92ρησίας διατάξεως καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ.
93Χοϊδᾶς ἐζήτει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
94§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχεν ἤδη τελειώσει ἡ συζήτησις.
95§33Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς, ἐνῷ ὡμί-
96λει ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν
97διάταξιν!
98§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἐζήτησε νὰ προταχθῇ
99τὸ νομοσχέδιον περὶ ταχυδρομικῆς ἀτελείας τῶν ὠφελίμων
100βιβλίων, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ἀπορρίψασα τὴν πρότασιν
101αὐτοῦ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις.
102§35ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγου-
103μένης συνεδριάσεως; Ἐπ’ αὐτῶν θὰ γείνῃ συζήτησις. (Θό-
104ρυβος).
105§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἀνεγνώσθησαν.
106Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον Αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ
107τῶν ἐσόδων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
108περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
109Κεφάλαιον Βʹ...
110§37Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω.
111§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
112§39Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἡ σπουδὴ
113ὑμῶν μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
114γισμοῦ, χωρὶς νὰ ἔχω πρὸ ἐμοῦ τὰς σημειώσεις μου. Ἐπί-
115στευον, ὅτι ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἐκ τῶν συνήθως ἀγορευόντων ἐπὶ
116τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελον προηγηθῆ κατὰ τοῦτο, καὶ διὰ
117τοῦτο ἦλθον χωρὶς νὰ κομίσω μετ’ ἐμοῦ τὰς διὰ τὴν συζή-
118τησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ χρησίμους σημειώσεις μου, καὶ
119διὰ τοῦτο θ’ ἀναγκασθῶ νὰ ὁμιλήσω, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τοῦ
120προχείρου. Δὲν θέλω κατ’ ἀκολουθίαν καταγείνῃ εἰς τὴν ξη-
121ρὰν λογιστικὴν τῶν ἀριθμῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδὲ θέ-
122λω προβῆ εἰς παραβολὰς ἀπολογισμῶν παρελθουσῶν χρή-
123σεων πρὸς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμόν, ὅπως κατα-
124δείξω τὰ σημεῖα, εἰς ἃ διϊστάμεθα πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ.
125Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ θὰ ἐλέγξω τὰς εἰσ-
126πράξεις, ἐφ’ ὧν ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπο-
127λογισμοῦ καὶ πάντες οἱ ἐντεῦθεν ἀγορεύσαντες κατέδειξαν,
128ὅτι θέλουσι διαψεύσει τὰς ἐλπίδας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
129Οἰκονομικῶν. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτρο-
130πῆς καὶ φίλος μου κ. Χατζῖσκος καὶ οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς
131κύριοι Νέγρης καὶ Σκουζὲς, διὰ μακρῶν ἀγορεύσαντες, καὶ
132ἐλέγξαντες τὸν Προϋπολογισμὸν κεφάλαιον πρὸς κεφάλαιον
133καὶ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, κατέδειξαν, ὅτι πάντως ἡ χρῆσις
134τοῦ 1901 θέλει ἀπολήξει εἰς ἔλλειμμα 6,000,000 δραχ-
135μῶν. Καὶ ὄντως ὁ διερευνῶν καὶ μελετῶν τὸν Προϋπολο-
136γισμὸν τοῦ Κράτους ἀναμφισβητήτως εἰς τοιοῦτον θέλει
137καταλήξει συμπέρασμα, διότι θέλει εὕρει, ὅτι ἄκρα αἰσιο-
138δοξία διαπνέει τὸ τεῦχος τοῦτο. Τὸ αἴσθημα τοῦτο τῆς αἰ-
139σιοδοξίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁσάκις ἠγό-
140ρευσεν ἐντεῦθεν, ἠθέλησε πλειότερον νὰ τονίσῃ, ὅπως ἐμ-
141πνεύσῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ αἴσθημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον
142κατακλύζει τὰ στήθη αὐτοῦ. Καὶ τὸ αἴσθημα τοῦτο μετέ-
143δωκε καὶ εἰς τὸν ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτὴν καὶ φίλον μου
144κ. Ρέπουλην, ὅστις, ὑπερθεματίζων εἰς ὅσα ἀνέφερεν ἐντεῦ-
145θεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατέληξε καὶ οὗτος
146εἰς μᾶλλον εὐοίωνα ἀποτελέσματα, εὑρίσκων, ὅτι πολλῷ
147πλείονα περισσεύματα θὰ παρουσιάσῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1901
148ἢ ὅσα ἀνέφερεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸν
149εἰσηγητήριον αὑτοῦ λόγον. «Καὶ ποίαν», εἶπεν ὁ κύριος ἐξ
150Ἑρμιονίδος Βουλευτής, «ἄλλην ἀσφάλειαν θέλετε ἢ αὐτοὺς
151τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἐπαρουσίασεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς
152τῶν Οἰκονομικῶν;»
153Ὅπου λαλεῖ ἡ γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν, ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ
154εἰσχωρήσῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία. Καὶ ὄντως, Κύριοι, εἰς
155πάντα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου, ὅπου λαλοῦσιν οἱ ἀριθμοὶ, ἐκεῖ
156τίθενται ὡς βάσις οὗτοι διὰ πάντα θετικὸν ὑπολογισμόν.
157Ἀλλ’ ὁσάκις ἀκούεται φθεγγομένη ἡ γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν
158ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε
159ἀνετράπη ἡ μαθηματικὴ αὕτη ἀρχή, ἡ γλῶσσα τῶν ἀριθ-
160μῶν ἐξεγείρει τὴν μεγαλειτέραν δυσπιστίαν. Διὰ τοῦτο δὲν
161εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσιοδοξῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὡς ὁ κ. Ὑπουρ-
162γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτρο-
163πῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τὰς αἰσιοδοξίας ταύτας καὶ
164τὰς ἐλπίδας καὶ τὰ αἰσθήματα ταῦτα πρὸ 20 ἐτῶν τὰ ἀ-
165κούομεν βροντωδέστερον ἐξαγγελλόμενα ἐντεῦθεν, καθ’ ἣν
166ἐποχὴν δηλ. ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς
167εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ὡς Πρόε-
168δρος αὐτῆς, ἐπαρουσίαζε τὴν φαιδρὰν καὶ γελώεσσαν εἰκόνα
169τῆς ἐκπεσούσης οἰκονομικῶς Ἑλλάδος· ἐβλέπομεν δὲ τότε
170τὴν Ἑλλάδα πλέουσαν εἰς ἀτμόσφαιραν εὐτυχίας, παραβαλ-
171λομένην πρὸς τὸ Βέλγιον, καὶ πολλάκις πρὸς αὐτὴν τὴν Ἀγ-
172γλίαν, καὶ ἐθεώμεθα ἑκατομμύρια πηδῶντα ἀπὸ τοὺς πόδας
173ἡμῶν, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς διωλίσθησαν, καὶ ἀπῆλθον τῆς
174Ἑλλάδος, ἀφήσαντα ὡς μόνην σκληρὰν ἀνάμνησιν μίαν χρεω-
175κοπίαν καὶ τὸν κλοιὸν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ὅστις πιέζει
176ἡμᾶς, καὶ θὰ πιέζῃ ἐπὶ μακρὸν τὰς μεθ’ ἡμᾶς γενεάς. Ὅταν
177δὲ τοιαῦτα ἀποτελέσματα εἴχομεν ἀπὸ εἰκοσαετίας, ὅτε αἱ
178αὐταὶ εὐοίωνοι ἐλπίδες προεχέοντο εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ
179κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἠδύνατο νὰ
180πιστεύῃ ὁ λαός, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς βαλβίδος, ἕτοιμοι
181νὰ σταδιοδρομήσωμεν ἐπιφανῶς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ὅτι ἡ
182χώρα ἡμῶν εἶχε μεταβληθῇ εἰς Χρηματιστήριον τῆς Ἀνατο-
183λῆς καὶ εἰς γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ὅταν δὲ, μεθ’ ὅλα ταῦτα,
184εἴδομεν συντριβεῖσαν τὴν ῥωμαλαίαν διάνοιαν τοῦ Τρικούπη,
185καὶ καταλήξασαν τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικὴν εἰς τὴν
186χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύω-
187μεν σήμερον, ὅτι θέλομεν καταλήξει εἰς τ’ ἀποτελέσματα,
188τὰ ὁποῖα τόσον εὐοιώνως προχέει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
189νομικῶν;
190Ἵνα πιστεύσῃ τις, ἐὰν ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
191Οἰκονομικῶν βασίζωνται ἐπὶ ἀσφαλοῦς ἐδάφους, δέον νὰ ἐξε-
192τάσῃ, ἐὰν ἡ πολιτική, ἣν ἠκολουθήσαμεν ἀπὸ εἰκοσαετίας,
193καὶ ἥτις ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἤλλαξεν, ἢ ἐξα-
194κολουθεῖ ἡ ἰδία καὶ ἀμετάβλητος μέχρι σήμερον. Ἐρευνῶν-
195τες οὕτω τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμόν, θέλομεν ἴδει,
196ὅτι ἐξακολουθοῦμεν δυστυχῶς τὴν αὐτὴν ὁδόν· ὅτι, ἐνῷ ἀπὸ
197τοῦ 1883 ἐξακολουθοῦμεν αὐξάνοντες τὰς δαπάνας ἡμῶν,
198δὲν ἐφροντίσαμεν παντάπασιν, ὅπως δώσωμεν ζωήν, καὶ το-
199νίσωμεν τὰ νεῦρα τῆς Ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Ἐνῷ δὲ οὐ-
200δὲν ἐπράξαμεν, ὅπως καταστήσωμεν τὴν χώραν ἡμῶν ἱκα-
201νὴν νὰ ἀποδίδῃ τὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα ζητοῦμεν παρ’ αὐτῆς,
202ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ 1883 ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας τῆς διοι-
203κήσεως ἡμῶν κατὰ 34 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Εἰς ταῦτα δέ,
204ὡς ἐννοεῖτε, δὲν περιλαμβάνεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου
205χρέους, ἀλλ’ ὁλόκληρα σχεδὸν διασπείρονται εἰς τὰ διάφορα
206κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῆς διοικήσεως. Ὅταν τοῦτο καὶ μό-
207νον τὸ γεγονὸς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, δὲν δυνάμεθα νὰ προσδο-
208κῶμεν ἀποτελέσματα σύμφωνα πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ κ.
209Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
210Ἀλλοίαν βεβαίως ὄψιν θὰ παρίστα ἡ οἰκονομικὴ κατά-
211στασις τῆς χώρας, καὶ ἄλλας ἐλπίδας θὰ ἐνέπνεεν ἡμῖν ὁ
212ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμός, ἂν τὰ ἀγόνως διασπειρόμενα
213ἑκατομμύρια ταῦτα διετίθεντο πρὸς βελτίωσιν τῆς παρα-
214γωγῆς τῆς χώρας, πρὸς κοινωνικὴν μόρφωσιν αὐτῆς, πρὸς
215ἠθικὴν διάπλασιν αὐτῆς, οὕτως ὥστε, ἐνισχύοντες τὰς ὑλι-
216κὰς καὶ ἠθικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ
217ἠδύνατο αὕτη νὰ παράσχῃ ἀνελλιπῶς καὶ ἄνευ οἰκονομικῆς
218ἐξαντλήσεως τῆς κοινωνίας τὰ 114 ἑκατομμύρια δραχμῶν,
219τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν εἰς φόρους παρ’ αὐτῆς.
220Ἐὰν ἀναγνώσῃ τις τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, καὶ
221παραβάλῃ αὐτὸν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, καὶ
222ἴδῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς σήμερον αἱ δα-
223πάναι τῆς διοικήσεως ηὔξησαν κατὰ 34 ἑκατομμύρια δραχ-
224μῶν, βεβαίως θὰ νομίσῃ, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν θαυ-
225ματουργοῦ τινος δυνάμεως, μετέβαλεν ὄψιν οἰκονομικήν, καὶ
226ὅτι πηγαὶ πλούτου ἀνεῴχθησαν, ὥστε νὰ παρέχηται τὸ δι-
227καίωμα τῆς τοιαύτης πολυτελείας ἐν τῇ διοικήσει ἡμῶν.
228Ἀλλὰ πράγματι μετέβαλεν ὄψιν ἡ Ἑλλὰς ἔκτοτε; ὄντως ἡ
229γεωργία ἡμῶν ἔλαβε τοιαύτην ἔκτασιν καὶ αὔξησιν; πράγ-
230ματι ἀνεπτύχθη ἡ βιομηχανία ἡμῶν τεραστίως, ἡ δὲ ναυτι-
231λία, ἥτις θὰ ἠδύνατο νὰ καταστῇ μεγάλη πλουτοπαραγωγὸς
232δύναμις, κυριαρχεῖ τῆς Μεσογείου, καὶ οἱ λιμένες ἡμῶν κατε-
233στάθησαν αἱ ἀποθῆκαι τῆς Ἀνατολῆς; ἢ ὁ μεταλλευτικὸς
234πλοῦτος, παρ’ οὗ τόσα ἑκατομμύρια ὀνειροπώλει ὁ κύριος ἐξ
235Οἰτύλου Βουλευτὴς διὰ τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ηὐ-
236ξήθη; Τί θαῦμα ἐπετελέσθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὥστε
237νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἀπέκτησε τόσην οἰκονομικὴν ῥώμην ἡ
238Ἑλλάς, ὥστε νὰ δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Δημόσιον διὰ
239δαπάνας 114 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Ἀτυχῶς, ὅπως εἰς πᾶ-
240σαν δημοσίαν ὑπηρεσίαν εὑρισκόμεθα εἰς οἰκτροτάτην κατά-
241στασιν, καὶ παρέχομεν εἰκόνα ἀθλίαν τῆς διοικήσεως, οὕτω
242καὶ ἐν τῇ στατιστικῇ δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ οὔτε πίνακας,
243οὔτε πληροφορίας στατιστικάς, ὅπως βασίσῃ τοὺς ὑπολογι-
244σμούς του. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη πινάκων στατιστικῶν,
245οὔτε πληροφοριῶν, ἵνα πεισθῇ τις, ὅτι οὐδόλως μετεβλήθη ἡ
246Ἑλλάς, ὑπὸ ἔποψιν πλουτολογικήν, ἀπὸ τῆς τελευταίας χρεω-
247κοπίας αὐτῆς. Ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ κατάστασις τοῦ ἐμπορίου
248ἡμῶν· τῆς βιομηχανίας τὰ προϊόντα δὲν κατακλύζουν τὰς
249ἀγορὰς τῆς Ἀνατολῆς· ἐξ ἐναντίας ἐξακολουθοῦμεν εἰσάγον-
250τες πάντα σχεδὸν τὰ εἴδη τῆς βιομηχανίας ἐκ τῆς Ἑῴας·
251οὔτε ἡ ἀτμήρης ἡμῶν ναυτιλία διασχίζει τὰ ὑγρὰ κέλευθα,
252οὔτε ὁ μεταλλευτικὸς πλοῦτος ἀποδίδει τόσα ἑκατομμύρια,
253ὥστε νὰ δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀντέχῃ εἰς τοιαύτην
254φορολογίαν διὰ δαπάνας τοσοῦτον ἀλογίστους.
255Ἐνῷ λοιπὸν ἡ παραγωγικότης τῆς χώρας δὲν παρουσιά-
256ζει τοιαύτην αὔξησιν, δὲν παρουσιάζει σημαντικήν τινα βελ-
257τίωσιν, δὲν παρουσιάζει γονιμότητα τοιαύτην οἰκονομικὴν,
258ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ
259δυνηθῇ νὰ παρέχῃ, χωρὶς νὰ καμφθῇ, τοὺς φόρους, τοὺς
260ὁποίους ζητοῦμεν παρ’ αὐτοῦ, οὐδὲν ἀφ’ ἑτέρου πράττομεν,
261ὅπως δώσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν δύναμιν ταύτην, ἵνα μᾶς παρά-
262σχῃ αὐτούς.
263Ἤκουον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρω-
264θυπουργόν, λέγοντα ἐντεῦθεν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
265δύναται νὰ παρέχῃ 108 ἑκατομμύρια, καθ’ ἡμᾶς, ἢ 114 ἑκα-
266τομμύρια, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
267τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ μόνον ἀποδεικνύει τὴν οἰκονομικὴν εὐ-
268ρωστίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅτι ἡ ἐργατικότης τοῦ Ἑλ-
269ληνικοῦ λαοῦ, ἡ εὐφυΐα καὶ τὸ λιτοδίαιτον αὐτοῦ εἶναι ἄξια
270τῳόντι θαυμασμοῦ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ. Ἀλλὰ θὰ
271ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ πάντας τοὺς πιστεύον-
272τας, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχῃ 114
273ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς φόρους κατ’ ἔτος, ἢ μᾶλλον τὴν
274ἐρώτησιν ταύτην θὰ φέρῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ λαός: διὰ τίνα λό-
275γον ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1901 αὐξάνονται αἱ δαπάναι
276τῆς διοικήσεως κατὰ 34 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Καθόσον, ἐὰν
277ἀφαιρέσῃ τις τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι γίνονται χάριν τῶν μο-
278νοπωλίων, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουσι λόγον καθαρῶς ταμιευτικόν,
279θέλει ἴδει, ὅτι τὰ διδόμενα ἑκατομμύρια δὲν παρέχονται πρὸς
280κοινωνικήν τινα μόρφωσιν, δὲν παρέχονται οὔτε πρὸς ἀνάπτυ-
281ξιν τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας, οὔτε εἰς ἕτερα ἔργα κοινω-
282φελῆ καὶ παραγωγικά, ἀλλὰ διασπείρονται ἐντὸς τῶν ἄρθρων
283καὶ τῶν κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐντελῶς ἀγόνως, καὶ
284διασπείρονται οὕτω χάριν λόγων προσωπικῶν, πρὸς ἐξυπη-
285ρέτησιν οὐχὶ δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλ’ ὅπως ἐκτρέφηται, αὐξά-
286νηται καὶ πληθύνηται ἡ φυλὴ τῶν θεσιθηρῶν, ἥτις κατέστη
287δυσίατος νόσος καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Προϋ-
288πολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
289Ἐὰν ὅμως τὰ 34 ἑκατομμύρια, ἢ ἐὰν 20 ἑκατομμύρια,
290ἐὰν 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν διετίθεντο ὑπὲρ τῆς παραγω-
291γῆς τῆς χώρας, ἐὰν ἐλάμβανον ἐπέκτασιν τὰ δημόσια ἔργα,
292τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνά-
293μεων αὐτῆς, ἐὰν ἀπεξηραίνοντο τὰ καλύπτοντα τὴν Ἑλλη-
294νικὴν γῆν ἕλη, τὰ ζημιοῦντα καὶ τὴν γεωργίαν, φθείροντα
295δὲ καὶ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἐὰν ἐνισχύετο τὸ ἐμπόριον, ἡ
296βιομηχανία, ἡ κτηνοτροφία, ἡ ναυτιλία, ἐὰν τροπαὶ ἄλλαι
297ἐδίδοντο εἰς τὴν νεολαίαν, τὴν πνιγομένην εἰς τὰ τέλματα
298τῆς ἀμαθείας καὶ τῆς θεσιθηρίας, καὶ ἠνοίγοντο εἰς αὐτὴν
299ὁδοὶ πρακτικῶν γνώσεων καὶ βλέψεις πλουτισμοῦ, βεβαίως
300τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν εἰς αἰσιώτερα ἀποτελέ-
301σματα οἰκονομικῆς εὐεξίας καὶ ἐθνικοῦ μέλλοντος· ἀλλ’ ἀτυ-
302χῶς, οὐδὲν ἢ μηδαμινὸν διετέθη ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῶν
303δυνάμεων τούτων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
304Κράτους, παρατηρήσατε, τί διατίθεται εἰς παραγωγικὰ ἔργα,
305καὶ ἐκεῖ θὰ ἴδητε τὴν εἰκόνα τῆς ἀθλιότητος, τὴν ὁποίαν
306παρουσιάζει οὗτος.
307Καὶ ἠλπίσαμεν, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἤθελεν ἐπέλθει
308μᾶλλον σώφρων, μᾶλλον λελογισμένη πολιτική, καταλήγουσα
309εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ οἱ ξένοι, οἱ ἀσχο-
310ληθέντες, ὡς καὶ πάντες οἱ μελετῶντες τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν,
311κατέληξαν· τουτέστιν, ὅτι πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ περικό-
312ψωμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν, διότι εἶναι κωμικὸν νὰ βλέπῃ
313τις Κράτος δύο–ἥμισυ ἑκατομμυρίων ψυχῶν, ἔχον τοιαύτην
314πολυάριθμον καὶ πολυτελῆ Διοίκησιν. Ἀλλὰ ποία τις εἶναι
315ἡ Διοίκησις; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, οἵτινες
316γνωρίζετε κάλλιστα αὐτήν, ὅτι, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, καὶ ἂν λάβῃ
317τις ὑπ’ ὄψιν σπανίας μόνον ἐξαιρέσεις ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς
318ὑπαλληλίας, εὑρίσκει, ὅτι κατέφυγον εἰς αὐτὴν ὅλοι ἐκεῖνοι
319οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν δύνανται διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων
320νὰ βιοπαλαίσωσιν, οἵτινες δὲν αἰσθάνονται τὴν ἱκανότητα
321νὰ τραπῶσιν εἰς ἕτερα ἔργα, ἀλλά, στεγασθέντες ὑπὸ τὴν
322σκέπην τῆς Διοικήσεως, ψωμίζονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, μη-
323δόλως συντελοῦντες εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς Διοι-
324κήσεως. Καὶ ὅταν ἀκούω, ἢ ἀναγινώσκω εἰς ἐφημερίδας, ὅτι
325οἱ Ἕλληνες πολιτευόμενοι κατέστησαν λυμεῶνες τοῦ Ἑλ-
326ληνικοῦ Κράτους, ὅτι αὐτοὶ παρέφθειραν τὴν Διοίκησιν, ὅτι
327αὐτοὶ καταβιβρώσκουσι τὸ σῶμα τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως,
328γνωρίζω, ὅτι, ἄνευ παρεμβάσεως τοῦ Βουλευτοῦ, οὐχὶ παρεμ-
329βάσεως, ὅπως διορίζῃ ἢ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους, διότι καὶ
330τοῦτο εἶναι ζήτημα λίαν ἀμφίβολον διὰ τοὺς καλῶς γνωρί-
331ζοντας τὰ πράγματα, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμ-
332πολιτῶν αὐτοῦ, μυρία συμφέροντα, ἐξαρτώμενα ἐκ τῆς διοι-
333κήσεως, θὰ κατεστρέφοντο, ἕνεκα τῆς ἀβελτηρίας καὶ τῆς
334ἀμαθείας, ἥτις ἐπιπολάζει ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Διοικήσει.
335Τί συμβαίνει ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις ἐν ταῖς ἐπαρ-
336χίαις, ἡμεῖς γνωρίζομεν· ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ κέντρῳ, καὶ
337ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν λάβητε τὸν κόπον νὰ μεταβῆτε εἰς
338τὰ Ὑπουργεῖα, θὰ ἴδητε, κατὰ ποῖον τρόπον διεξάγεται ἡ
339ὑπηρεσία, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐπὶ ὥρας μακρὰς θ’ ἀναμένητε, ζη-
340τοῦντες τοὺς ἐντεταλμένους τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας ὑπαλ-
341λήλους, οἵτινες πρὸ τῆς 10ης τῆς πρωΐας οὐδέποτε μεταβαί-
342νουσιν εἰς τὰ γραφεῖά των, ὑπάρχει δὲ καὶ Ὑπουργεῖον, ὡς
343τὸ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπου μετὰ τὴν 11ην μεταβαίνουσι,
344καὶ ἀπέρχονται ὀλίγον πρὸ τῆς 12ης ὥρας!
345§40Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἀριστοκράται!
346§41ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Μὴ διακόπτετε!
347§42Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διὰ τοιαύτην λοιπὸν Διοίκησιν, διὰ
348τοιούτους ὑπαλλήλους ἀπὸ τοῦ 1883 δαπανῶμεν 34 ἑκα-
349τομμύρια δραχμῶν ἐπὶ πλέον! Οὕτω δὲ ἀπορροφοῦμεν τὸ
350ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τὰς παραγωγικὰς τάξεις τῆς Ἑλλάδος,
351ἀπορροφοῦμεν ὅ,τι ἠδύνατο ἴσως νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνά-
352πτυξιν καὶ βελτίωσιν τῆς χώρας, καὶ ἀπορροφοῦμεν αὐτὸ,
353ὅπως ἀναπτύξωμεν ἓν ὀλέθριον κακὸν, τὴν τάξιν τοῦ Ἑλ-
354ληνικοῦ λαοῦ, τὴν πολιτικολογοῦσαν ἐν τοῖς καφενείοις,
355τὴν ἀργοσχολοῦσαν, τὴν μηδὲν πράττουσαν, ἀλλὰ θεωροῦ-
356σαν τὸ Κράτος ὡς πρυτανεῖον. Λαμβάνομεν δηλαδὴ τὰ κε-
357φάλαια ἀπὸ τὴν φιλοπονίαν, καὶ τὰ ῥίπτομεν εἰς τοὺς ἀέρ-
358γους, οἵτινες, ἄνευ τῶν ἐλπίδων, τῶν παρεχομένων ὑπὸ τοῦ
359Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἠδύναντο νὰ καταστῶσι φιλόπονοι καὶ
360παραγωγικοὶ πολῖται.
361Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει
362ἐν συνόψει ὁ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμός. Οὐδαμοῦ δια-
363κρίνω ἐν αὐτῷ τάσιν τινὰ μελλούσης βελτιώσεως. Ὁ Προ-
364ϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὡς πολλάκις ἐλέχθη ἐντεῦθεν,
365εἶναι τὸ κάτοπτρον αὐτὸ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως.
366Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν διαφέρει παντάπασι
367τῶν Προϋπολογισμῶν τῆς πρὸ 15 καὶ 20 ἐτῶν ἐποχῆς. Τὰ
368αὐτὰ κεφάλαια ἀναγράφονται, αἱ αὐταὶ πιστώσεις, ἡ αὐτὴ
369τάσις ἐξογκώσεως τῶν δαπανῶν, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἐπι-
370βολὴ νέας φορολογίας πιεζούσης τὰς λαϊκὰς καὶ ἀστικὰς
371τάξεις ἀπηνῶς. Δὲν εἶναι Προϋπολογισμὸς διατιθέμενος νὰ
372δώσῃ ζωὴν εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας τῶν πολιτῶν, παρ’ ὧν
373ἐλπίζει τὸ Κράτος καὶ ἀναμένει βελτίωσιν τῆς καταστά-
374σεως αὐτοῦ.
375Ἔχω ἐνταῦθα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, καὶ ῥίπτω
376μερικὰ βλέμματα εἰς τὰς σελίδας αὐτοῦ. Καὶ ἐν πρώτοις
377σταματῶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀμέσων φόρων, τὸ ὁποῖον
378ἀπησχόλησεν ἐπὶ πολὺ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτρο-
379πὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τῆς ἐκ-
380θέσεώς της καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς αὐτῆς διὰ μακρῶν
381κατέδειξαν, ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυ-
382νατὸν ἢ νὰ ἐπέλθῃ διάψευσις τῶν ἐλπίδων τοῦ κ. Ὑπουρ-
383γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· δι’ ὃ δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς ταῦτα. Ὑπὸ
384ἄλλην ὅμως ἔποψιν θὰ ἐξετάσω τοὺς φόρους, οἵτινες ἀναγρά-
385φονται ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ. Πρῶτος ἀναγράφεται ὁ φό-
386ρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ φόρος οὗτος εἰσήχθη,
387ὡς γνωστόν, καταργηθείσης τῆς δεκάτης, καταργηθείσης τῆς
388φορολογίας ἐκείνης, ἥτις ἦτο καὶ φυσικὴ καὶ δικαία, ἀλλ’ ἥ-
389τις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῆς ἦτο καταθλιπτικωτάτη διὰ τοὺς
390ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς τῆς χώρας. Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου
391ἐκείνου ἐδήλου, ὅτι ἡ πρόθεσίς του ἦτο, ὅπως βαθμηδὸν καὶ
392κατ’ ὀλίγον καταργηθῇ ἐντελῶς καὶ ὁ φόρος οὗτος, οὕτω δὲ
393ἀπαλλαγῇ ἡ γεωργία πάσης φορολογίας, καὶ δοθῇ ὤθησις εἰς
394ἀνάπτυξιν ἰδίᾳ τῶν σιτηρῶν, τῆς κυρίως τουτέστι γεωργίας.
395Ἔκτοτε ὅμως αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν,
396καὶ μόλις κατὰ τὸ 1896, ὅτε ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς κ. Δη-
397λιγιάννης διετέλει Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰση-
398γητὴς τῆς πλειονοψηφίας, εἰσήγαγεν ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδια,
399δι’ ὧν ἐπεδιώκετο ἡ βελτίωσις τῆς γεωργίας, ἐν Θεσσαλίᾳ κυ-
400ρίως. Ἐζήτει δὲ τὴν βελτίωσιν οὐ μόνον τῆς καλλιεργείας,
401ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως καὶ τῆς ἠθικῆς ἀνα-
402πτύξεως τῶν Ἑλλήνων ἀγροτῶν. Εἶναι θεωρία οἰκονομολογι-
403κή, πολλοὺς ἀριθμοῦσα ὀπαδοὺς, τὸ λεγόμενον, ὅτι ἡ καλ-
404λιέργεια τῆς γῆς εἶναι ἀνάλογος, οὐχὶ πρὸς τὴν γονιμότητα
405τοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ πρὸς τὸν πολιτισμὸν ἑκάστης χώρας, ὅτι
406ἡ παραγωγὴ μιᾶς χώρας καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑνὸς
407Κράτους κύριον γνώμονα ἔχουσι τὸν πολιτισμὸν αὐτοῦ. Ἂν τὴν
408ἀρχὴν ταύτην λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, δέον νὰ ἐξετάσῃ, εἰς τίνα
409βαθμίδα πολιτισμοῦ ἵσταται ὁ ἀγροτικὸς τῆς Ἑλλάδος πλη-
410θυσμὸς, ὅπως κατανοήσῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ γε-
411ωργία αὐτῆς, νὰ ἐρευνήσῃ δὲ ἐν τοῖς ὑποβληθεῖσι νομοσχε-
412δίοις, ἂν ὑπάρχει τι, δι’ οὗ λαμβάνονται μέτρα, ὅπως ἐκ-
413πολιτισθῶσιν αἱ γεωργικαὶ ἰδίως τάξεις, αἱ τάξεις ἐκεῖναι
414ἐν Θεσσαλίᾳ, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔπνευσεν εἰσέτι ἡ πνοὴ τῆς
415ἐλευθερίας. Ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ
416Βόλου Βουλευτὴς περί τινος Θεσσαλικοῦ ζητήματος, ἔθιξα τὸ
417ζήτημα τοῦτο, καὶ εἶπον, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ
418Θεσσαλικὸν ζήτημα, δέον νὰ μὴ περιορισθῇ τοῦτο εἰς τὴν ἐπε-
419ρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ
420συζητηθῶσιν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ συναφῆ, τὰ ὁποῖα ἀπη-
421σχόλησαν ἄλλοτε ἡμᾶς ἐνταῦθα. Εὐλόγως δ’ ἐνομιζέ τις, ὅτι
422ἡ πρώτη Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις μετὰ τὸν πόλεμον, ἡ
423ἐπαγγελθεῖσα διὰ τοῦ προγράμματος αὐτῆς τὴν γενικὴν
424μεταρρύθμισιν, ὑπὸ τοιούτων ἀρχῶν καὶ τοιούτων ἰδεῶν θὰ
425ἐνεπνέετο, ὅτι θὰ ἤρχετο ἐνταῦθα, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέ-
426δια τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ ἐπιτελέσῃ ἀληθῆ ἀναμόρφωσιν
427καὶ ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας. Πρωτίστη
428μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ἔδει νὰ ἦτο, οὐχὶ ἡ δημιουργία θέ-
429σεων καὶ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν διὰ λόγους προσωπικούς,
430ἀλλ’ ἡ μόρφωσις καὶ ὁ ἐκπολιτισμὸς τοῦ μεγίστου μέρους τοῦ
431ἡμετέρου λαοῦ, ὅστις κατ’ ἐξοχὴν εἶναι γεωργικὸς καὶ κτη-
432νοτροφικός. Μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν μέτρον ἔλαβε
433πρὸς μεταβολὴν τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, οὐδὲν μέτρον ἔλα-
434βεν, ὅπως ἀνοίξῃ τὰς θύρας τοῦ πολιτισμοῦ εἰς αὐτὸν, καὶ
435δι’ αὐτοῦ τὰς θύρας τοῦ πλουτισμοῦ καὶ τῶν ὑλικῶν δυνά-
436μεων, ἐφ’ ὧν θὰ βασίσῃ τὴν ἐθνικήν της ὕπαρξιν ἡ Ἑλλάς.
437Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ μετα-
438βληθῇ ἡ κατάστασις τῆς γεωργίας, ὅταν ἔχωμεν τὴν Θεσσα-
439λίαν, ἡ ὁποία ἐλέχθη, ὅτι εἶναι ὁ σιτοβολὼν τῆς Ἑλλάδος,
440ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο, αὐτὴ καὶ μόνη, νὰ παράσχῃ πλήρη τὴν
441σιτάρκειαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν χώραν, οὕτως ὥστε 35,000,000
442δρ., τὰ ὁποῖα ἐξάγονται εἰς Ρωσσίαν καὶ Ρουμανίαν κατ’ ἔτος
443διὰ προμήθειαν σίτου, νὰ μένωσιν ἐν τῷ τόπῳ καὶ ζωογονῶσι
444τοῦτον; Καὶ γνωρίζετε ποία θὰ ἦτο ἡ ὠφέλεια ἐκ τοιαύτης τι-
445νὸς ἐνεργείας καὶ τοιαύτης πολιτικῆς. Ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν τοι-
446αύτην χώραν, νὰ ἔχωμεν τὴν ἐριβώλακα Θεσσαλίαν, καὶ οὐ-
447δὲν νὰ πράξωμεν, ὅπως αὐξήσωμεν τὴν παραγωγικότητα αὐ-
448τῆς, τὴν Θεσσαλίαν, ἥτις, ὑπὸ ἔποψιν γεωργικὴν, ἐξακολουθεῖ
449μένουσα βάρβαρος, ὅπως βαρβαρωτάτη ἐξακολουθεῖ μένουσα
450καὶ ὑπὸ κοινωνικὴν ἔποψιν, ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον ἀναλγησίας!
451Ὅπως λάβῃ τις καθαρὰν τὴν ἔννοιαν τῆς καταστάσεως τῆς
452Θεσσαλίας, δέον νὰ διέλθῃ αὐτὴν, καὶ νὰ ἴδῃ, κατὰ τίνα τρό-
453πον διαιτῶνται καὶ ζῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ καλλιερ-
454γοῦντες τὰς ἀπεράντους πεδιάδας· πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς
455καλύβας αὐτῶν, ἔνθα μένοντες, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ προσβεβλη-
456μένοι ἐξ ἑλειογενῶν πυρετῶν, αἰσθάνονται τὰ μέλη αὐτῶν
457ἀδρανῆ καὶ ἀνίκανα πρὸς ἐργασίαν· πρέπει νὰ ἴδῃ τὰ ἄπει-
458ρα ἕλη, ἐκπέμποντα κατὰ μυριάδας τὰ ἔντομα, τὰ φέροντα
459τοὺς ἑλειογενεῖς πυρετοὺς ἐντὸς τῶν κατοικιῶν τῶν ἀγρο-
460τῶν, καὶ τότε θὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐν
461Θεσσαλίᾳ εὑρισκόμεθα ὄντως εἰς ἀπερίγραπτον βαρβαρότη-
462τος κατάστασιν! Ὅτε συνεζητοῦντο τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα
463εἶχεν ὑποβάλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, εἶχον
464μεταβῆ εἰς Θεσσαλίαν, καὶ ἐπιτοπίως ἐμελέτησα τὴν κατά-
465στασιν αὐτῆς ὑφ’ ὅλας αὐτῆς τὰς μορφάς· κατόπιν μετέβην
466ἐκ νέου, καὶ εἶδον ἐναργέστερον εἰς ποίαν ἀθλιεστάτην κατά-
467στασιν εὑρίσκονται οἱ ἀγρόται, καὶ ποῖαι φεουδαρχικαὶ σχέ-
468σεις συνδέουσι τοὺς κτηματίας μετὰ τῶν ἀγροληπτῶν. Οἱ
469ἀγρόται τῆς Θεσσαλίας εἶναι ἴσως οἱ μόνοι ἄνθρωποι, οἱ ζῶν-
470τες ἄνευ τινὸς ἐλπίδος βελτιώσεως τῆς καταστάσεως αὐτῶν,
471εἶναι οἱ μόνοι ἄνθρωποι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ χώρᾳ, οἵτινες κατ’
472οὐσίαν εἶναι δοῦλοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις ἔχουσι τὴν συν-
473αίσθησιν τῆς γιγνομένης εἰς αὐτοὺς ἀδικίας. Διότι ἐννοοῦ-
474σιν, ὅτι ὁ καλλιεργητὴς εἶναι ὁ ἀληθὴς καὶ πραγματικὸς κάτο-
475χος τῆς γῆς, ὅτι τὸ δίκαιον αὐτοῦ τοῦτο καθιστᾷ ἱερὸν ὁ ἱδρὼς
476καὶ τὸ αἷμα, δι’ ὧν ποτίζει ἐπὶ αἰῶνας τὴν γῆν ἐκείνην, ἀλλ’
477ἔχει συγχρόνως καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ γαῖαι ἐκεῖναι ἐν
478ἡμέραις σκληρᾶς δουλείας ἡρπάγησαν ἀπ’ αὐτοὺς, καὶ ἐδό-
479θησαν εἰς τοὺς τυράννους αὐτῶν, ἐνῷ δὲ πᾶσα ἡ Ἑλληνικὴ
480γῆ ἐγένετο ἐλευθέρα, αὐτοὶ ἔμειναν δοῦλοι! Μεταξὺ δὲ τοῦ
481πληθυσμοῦ ἐκείνου ἐρρίφθησαν ἤδη τὰ σπέρματα, ἅτινα θὰ
482γεννήσωσιν ἀγροτικὰ ζητήματα. Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα
483ἐκείνη διὰ τὴν Θεσσαλίαν, θὰ ἐκσπάσωσι θύελλαι, αἱ ὁποῖαι
484θὰ διασείσωσιν οὐχὶ μίαν καὶ δύο, ἀλλὰ πολλὰς Κυβερνή-
485σεις· θὰ ἦναι δύσκολον ὅμως τότε νὰ κανονισθῶσιν εὐρύθ-
486μως καὶ ἄνευ κινδύνων ἐκεῖνα, ἅτινα ἠδύναντο νὰ λυθῶσιν
487ἀπὸ τοῦδε ἄνευ τινὸς διαταράξεως καὶ ἄνευ βιαίων καὶ
488ἴσως παρανόμων μέτρων. Διότι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν δύνα-
489ται νὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρόν. Ἡ μεγάλη ἀθλιότης δὲν δύνα-
490ται ἢ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀντίδρασιν. Καὶ ἡ ἀθλιότης εἶναι ὄντως
491μεγίστη. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε ἤμην παιδίον, καὶ ἀνεγίνωσκον
492τὸ περιλάλητον ἐκεῖνο μυθιστόρημα, τὴν «Καλύβην τοῦ Θω-
493μᾶ», τὸ περιγράφον τὴν κατάστασιν τῶν μαύρων τῆς Βορείου
494καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς, συνεκινούμην μέχρι δακρύων· ἐπισκε-
495φθεὶς δὲ τὴν Θεσσαλίαν, ἀνεμνήσθην τὰς σελίδας τοῦ βιβλίου
496ἐκείνου, καὶ ἐν τῇ ζώσῃ ἀναπαραστάσει αὐτῶν, ἤδη, ὅτε εὑρί-
497σκομαι ἐν τῇ κατωφερείᾳ τοῦ βίου, κατελήφθην ὑπὸ δακρύων
498καὶ αὖθις, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἀνθρώπων
499ἐκείνων, οἵτινες, ἄνευ τύχης, ἄνευ προστασίας, κτηνωδῶς
500ζῶντες, παρίαι, ἄγονται μόνον ἀγελαῖοι, ὅπως ψηφίσωσι τοὺς
501ἄρχοντας αὐτῶν ὑπὸ τοῦ τσιφλικούχου!
502Ἐπροτείνοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ ἀπαλλοτρίωσις
503τῆς γῆς τῶν τσιφλικίων, καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν δουλο-
504παροίκων. Καὶ ἠγέρθησαν ζητήματα, ἀπεστάλη δ’ ἐπιτροπὴ
505εἰς Θεσσαλίαν, ἥτις ἐμελέτησε τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ ἐτέ-
506θησαν ταῦτα ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐξηκο-
507λούθησαν νὰ μένουν ζητήματα, διότι ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος,
508καὶ τοιαύτη λύσις δὲν ἦτο ἐφικτὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
509Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον διέρρευσαν
510τέσσαρα ἔτη. Διατὶ ἀρνοῦνται αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις
511νὰ μεταβάλωσι τὴν κατάστασιν τῶν χωρικῶν, ὅπως δώσω-
512σιν ἀλλοίαν τροπὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν καλλιέργειαν, ὅπως
513δώσωσιν ἐλευθερίαν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, ἡ ὁποία, καίτοι
514διοικουμένη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ὑπὸ συνταγ-
515ματικῶν θεσμῶν, ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι δουλοπάροικος πρὸς
516τοὺς μπέηδες καὶ τοὺς τσιφλικιούχους τῆς Θεσσαλίας; Κο-
517πτόμεθα ἐντεῦθεν διὰ τὰς ἐλευθερίας, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ
518προσβληθῶσι, καὶ βλέπετε ἀνερχομένους καὶ κατερχομένους
519τοὺς ῥήτορας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀστυνόμος
520ἄξεστος καὶ αὐθαίρετος ῥαβδοκοπήσῃ πολίτην τινὰ, ἢ ὅταν
521συλληφθῇ πολίτης τις καὶ εἰσαχθῇ παρανόμως εἰς τὴν φυ-
522λακήν· καὶ πολὺ δικαίως κόπτονται οἱ ῥήτορες ἐντεῦθεν.
523Ἀλλὰ δὲν ἤκουσα κανένα τῶν Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας
524κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, — διότι ἄλλοτε ὁ φίλος μου κ. Το-
525πάλης ἠσχολεῖτο εἰς τοιαῦτα θέματα — οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν
526εἰς ποίαν οἰκτρὰν κατάστασιν εὑρίσκονται μυριάδες ὅλαι ἀν-
527θρώπων, ὑπὸ ποῖον ζυγὸν πραγματικὸν διατελοῦσιν ἐκεῖ πέραν
528οἱ κάτοικοι τῶν Θεσσαλικῶν πεδιάδων, οὐδένα, λέγω, τῶν
529Θεσσαλῶν συναδέλφων ἤκουσα νὰ εἰκονίσῃ τὴν κατάστασιν
530αὐτῶν, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης αὐτῶν. (Δια-
531μαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
532§43ΜΙΧ. ΦΩΤΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
533§44Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐνταῦθα Βουλευτὴς ἐκ
534Θεσσαλίας, ὁ ὁποῖος δὲν συμφωνεῖ μὲ ἐμέ, ἀποδεικνύει, ὅτι
535οὗτος δὲν γνωρίζει τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, ἀποδει-
536κνύει, ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὴν κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας του,
537οὐδ’ ἠσχολήθη νὰ πληροφορηθῇ, κατὰ τίνα τρόπον ζῶσι καὶ
538ὑπάρχουσιν οἱ ἐκλογεῖς του.
539Ἐπροτείνετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, Κύριοι, — καὶ εἶναι ἰδέα,
540τὴν ὁποίαν ἀσπάζομαι καὶ ἐγώ, — ἡ ἰδέα τῆς στρεμματικῆς
541φορολογίας τῶν τσιφλικίων τῆς Θεσσαλίας. Ἐλέχθη, — καὶ
542εἶναι τοῦτο ἀληθὲς — ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ
543στρεμματικὴ φορολογία ἐν Ἑλλάδι, διότι δὲν ἐπερατώθη
544τὸ μὴ ἀρξάμενον, νομίζω, ἀκόμη κτηματολόγιον. Ἀλλ’ ὅσον
545ἀφορᾷ τὰ τσιφλίκια τῆς Θεσσαλίας, τὸ πρᾶγμα διαφέρει.
546Ἐκεῖ ὑπάρχουσι κτήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἔκτασις εἶναι ὅπως
547δήποτε γνωστὴ ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ
548ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν τσιφλικίων ἡ στρεμματικὴ φορολογία.
549Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ
550ἰδίᾳ ἐπὶ τῶν τσιφλικίων, ἅτινα κατέχουσιν ὑπὲρ τὰ 6 ἑκα-
551τομμύρια στρεμμάτων, καὶ ἅτινα ἀποτελοῦνται ἐκ τῶν καλ-
552λίστων πεδινῶν γαιῶν, δέον νὰ ἐπιδιωχθῇ, οὐ μόνον πρὸς
553κατάργησιν τοῦ ἀνελευθέρου κοινωνικοῦ συστήματος, τοῦ
554ὑφισταμένου ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς
555παραγωγῆς αὐτῆς, ἥτις εὑρίσκεται ἐν μαρασμῷ, πρὸς ἀνυπο-
556λόγιστον ζημίαν τοῦ ἐν γένει πλούτου τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ
557πρὸς ζημίαν αὐτῶν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ
558ἐπικρατοῦν φορολογικὸν σύστημα, ὁ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὡς
559ἐπὶ τὸ πολὺ, διαμένων ἰδιοκτήτης ἐλάχιστα φορολογεῖται.
560Ἐνῷ δὲ ἐλάχιστα φορολογεῖται, ἐλάχιστα μεριμνᾷ περὶ τῆς
561βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας, ἀρκούμενος νὰ καρπῶται τῶν
562ἐσόδων, ὧν τὸ μέγιστον μέρος ἐξέρχεται τῆς Ἑλλάδος. Οὕτως
563ἡ Θεσσαλία παρουσιάζει ὅλα τὰ μειονεκτήματα τῆς μεγά-
564λης καλλιεργείας, ἥτις, κατὰ τὸν Ἀδὰμ Σμίθ, ἀντιτίθεται
565πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύ-
566στημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ ἐπεκταθῇ ἡ φορο-
567λογία αὕτη καὶ ἐπὶ τῶν μὴ καλλιεργουμένων γαιῶν, οὐχὶ
568ἕνεκα τοῦ ἀγόνου αὐτῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀβελτηρίας τοῦ
569ἰδιοκτήτου, θ’ ἀναγκασθῇ οὗτος, ἢ νὰ βελτιώσῃ τὴν καλ-
570λιέργειαν, ὅπως μὴ ὑφίσταται φορολογίαν ἐπὶ μὴ καλλιερ-
571γουμένων γαιῶν, καὶ ἀπολαμβάνῃ πλείονα ἐκ τῆς καλλιερ-
572γείας, ἢ θὰ ἐκχωρήσῃ τὰς γαίας ταύτας εἰς τοὺς χωρικούς,
573οἵτινες εἶναι οἱ κατὰ φύσιν ἰδιοκτῆται τῆς γῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς
574τῶν λόγων τούτων, συμφέρον ἔχει αὐτὸ τὸ Κράτος νὰ φορο-
575λογῇ καὶ τὰ μὴ καλλιεργούμενα κτήματα, διότι εἶναι, οὕ-
576τως εἰπεῖν, συνιδιοκτήτης καὶ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δέον
577ν’ ἀπολαμβάνῃ μέρος τῶν εἰσοδημάτων τῆς γῆς. Οὕτω, διὰ
578τοῦ συστήματος τούτου τῆς φορολογίας, σπουδαῖοι θέλουσιν
579ἐπιδιωχθῆ σκοποί, ἡ κοινωνικὴ ἀποκατάστασις τῶν καλ-
580λιεργητῶν καὶ ἡ βελτίωσις τῆς γεωργίας, ἢ ἡ βελτίωσις τῆς
581γεωργίας δι’ αὐτῆς τῆς ἐπιστασίας τοῦ τσιφλικιούχου, ὅστις,
582ἐξακολουθῶν τὴν ἐπὶ μορτῇ καλλιέργειαν τῶν κτημάτων
583του, θ’ ἀναγκασθῇ ἐπὶ τὸ ἐπιστημονικώτερον νὰ καλλιεργῇ
584τὰς γαίας αὑτοῦ, ὅπως μεγαλειτέραν ἔχῃ ἀπόδοσιν ἐξ αὐ-
585τῶν. Τὸ βεβαιότερον ὅμως εἶναι, ὅτι, ἐφαρμοζομένης τῆς
586στρεμματικῆς φορολογίας, οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται τῆς Θεσσα-
587λίας θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐκχω-
588ρήσωσι τὰς γαίας αὑτῶν καὶ ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως μέ-
589τρων ἀπαλλοτριούντων τὴν Θεσσαλικὴν γῆν ὑπὲρ τῶν γεωρ-
590γῶν, ἂν μάλιστα τὸ Κράτος ἀναλάβῃ τὴν ἐγγύησιν τῆς βαθ-
591μιαίας πληρωμῆς τῶν ἐκχωρουμένων γαιῶν. Οὕτω δὲ θέ-
592λουσιν ἀποτραπῆ ἐκρήξεις θυελλῶν, ἃς θ’ ἀπολύσῃ θᾶττον
593ἢ βράδιον τὸ ὑποτρεφόμενον ἐν Θεσσαλίᾳ ἀγροτικὸν ζήτημα.
594§45ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον.
595§46Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ ὑπάρξῃ ἀφεύκτως, διότι ὑπο-
596θάλπουσι τοῦτο οἱ φιλελεύθεροι θεσμοὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πο-
597λιτείας! Γνωρίζετε δὲ, Κύριοι, ποῖα θὰ ὦσι τ’ ἀποτελέ-
598σματα τοιαύτης τινὸς λύσεως; Ὅσοι ἐμελέτησαν τὰ ζητή-
599ματα ταῦτα, κατανοοῦσιν, ὁποία οἰκονομικὴ εὐεξία θὰ ἐπέλ-
600θῃ ἐν τῇ χώρᾳ διὰ τῆς μεταβιβάσεως τῶν γαιῶν ἀπὸ τῶν
601χειρῶν τῶν τσιφλικιούχων εἰς τὰς χεῖρας τῶν γεωργῶν, καὶ
602ὁποίαν βελτίωσιν θέλει ὑποστῆ ἡ γεωργία παρ’ ἡμῖν διὰ τῆς
603κατατμήσεως εἰς μικρὰς ἰδιοκτησίας τῶν μεγάλων τσι-
604φλικίων. Ἄλλα Κράτη τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν εὐεξίαν καὶ
605τὴν εὐδαιμονίαν τῶν κατοίκων των ὀφείλουσιν εἰς τὰς μικρὰς
606ἰδιοκτησίας, τὰς ὁποίας τὸ συμφέρον τοῦ ἰδιοκτήτου καλλι-
607εργητοῦ καθιστᾷ γονιμωτάτας. Τὰ πλεῖστα δὲ τῶν Κρατῶν,
608τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς εἶναι γεωργικὸς, ἐπιδιώκουσι τὴν
609κατανομὴν ταύτην, διότι δι’ αὐτῆς πιστεύουσιν, ὅτι θὰ κατα-
610στήσωσι καὶ τοὺς κατοίκους εὐτυχεστέρους, καὶ τὰ δημόσια
611οἰκονομικὰ εὐρωστότερα. Ἀλλ’ ἐν αὐτῇ τῇ Θεσσαλίᾳ κατα-
612δείκνυται ἡ ἀλήθεια τῆς ἀρχῆς ταύτης. Ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἰδιο-
613κτησία περιῆλθεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν χωρικῶν, καὶ συνεπή-
614χθησαν τὰ λεγόμενα κεφαλοχώρια, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ παρα-
615γωγὴ τῶν γαιῶν ἐκείνων εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπερτέρα τῶν
616γαιῶν τῶν τσιφλικίων.
617Θίγων τὰ ζητήματα ταῦτα, δὲν προτίθεμαι νὰ ὑποδείξω
618τὸν τρόπον τῆς λύσεως αὐτῶν, διότι ποικίλοι ὑπάρχουσι τρό-
619ποι. Τὴν πρωτοβουλίαν εἰς ταῦτα ὤφειλε νὰ εἶχεν ἡ Κυβέρ-
620νησις, ἧς καθῆκον εἶναι ἡ οἰκονομικὴ βελτίωσις τῆς χώρας
621καὶ ἡ κοινωνικὴ διάπλασις αὐτῆς.
622Ἐὰν οὕτω, Κύριοι, ἐπαρουσίαζεν ἡ Κυβέρνησις ἓν μέτρον,
623ἐὰν, μελετῶσα τὰ ζητήματα ταῦτα, ὑπεδείκνυε τρόπον λύ-
624σεως αὐτῶν, καὶ κατωρθοῦτο νὰ περιέλθωσιν, οὐχὶ βεβαίως
625δι’ ἐκνόμων μέσων, οὐχὶ διὰ καταλήψεως βιαίας τῶν γαιῶν,
626ἀλλὰ διὰ μέσων νομίμων, αἱ γαῖαι εἰς τοὺς πραγματικοὺς
627κατόχους, εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, ἀναμφιβόλως καὶ ἡ ὄψις ἡ
628γεωργικὴ τῆς Θεσσαλίας ἤθελεν ἀλλάξει, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινω-
629νικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐκεῖ ἤθελεν ἀπείρως βελτιωθῆ.
630Πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται ἡ φορολογία τῶν βο-
631σκησίμων γαιῶν, αἵτινες ἐν Θεσσαλίᾳ κυρίως εἶναι μεγάλαι
632καὶ ἀπέραντοι, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποφέρουσι 200,000 δραχμὰς
633μόνον εἰς τὸ Δημόσιον. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος
634κύριος Νέγρης, ἀγορεύων προχθές, ἔλεγεν, ὅτι δὲν εἶναι δυ-
635νατὸν νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον.
636Ἐγὼ διέκοψα τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, καὶ εἶπον, ὅτι
637εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ θὰ ἦτο δυ-
638νατὸν νὰ εἰσπράξῃ πολὺ πλέον τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ,
639ἂν αἱ γαῖαι αὗται δὲν διέφευγον τὴν ὑφισταμένην φορολογίαν.
640Γνωρίζετε, κατὰ τίνα τρόπον φορολογοῦνται αἱ βοσκήσιμοι
641γαῖαι; φορολογοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβολαίων τῆς ἐνοι-
642κιάσεως αὐτῶν πρὸς τοὺς νομάδας βοσκούς. Ἀλλὰ γνωρίζετε
643καὶ κατὰ τίνα τρόπον συνάπτονται αἱ συμβάσεις ἐνοικιάσεως;
644Ὁ εἰσερχόμενος εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅπως βοσκήσῃ τὰ ζῷα
645αὐτοῦ, συνάπτει συμβόλαια, προπληρώνει δὲ τὸ ἥμισυ ἢ καὶ
646πλέον τοῦ συμφωνουμένου ποσοῦ, ἐν δὲ τοῖς ἐπισήμοις συμ-
647βολαίοις ἀναγράφεται μόνον τὸ ἥμισυ...
648§47Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
649§48Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀκριβέστατον. Αὐτὸ ἠρευνήθη ὑπὸ
650τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μετέβη ἐκεῖ, ἠρευνήθη καὶ ἐξηκρι-
651βώθη καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε ἐμελετήθησαν τὰ νομοσχέ-
652δια ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀπεδείχθη τρανότατα ἡ ἀλήθεια τῶν
653ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένων.
654Συνάπτονται λοιπὸν τὰ συμβόλαια διὰ τὸ ἥμισυ, τὸ δὲ
655Δημόσιον εἰσπράττει φόρον μόνον δι’ αὐτὸ τὸ ἥμισυ, τὸ ἀνα-
656γραφόμενον ἐν τῷ συμβολαίῳ.
657Λυποῦμαι πολύ, Κύριοι, διότι οὕτως ἀπροόπτως ἀνῆλ-
658θον τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι εἶ-
659χον πάσας τὰς ἐπισήμους σημειώσεις ταύτας, τὰς ἐπισήμους
660πληροφορίας, τὰς ὁποίας προσεκόμισεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν
661Βουλὴν κατὰ τὸ 1896, καὶ ἤθελον ἀποδείξει εἰς τὸν διακό-
662ψαντά με κ. Βουλευτὴν ἐκ Τρικκάλων, ὅτι ἔχει ἀπολύτως
663ἄδικον, καθόσον θὰ ἔβλεπεν ἐξ αὐτῶν, κατὰ τίνα τρόπον ἐκ-
664φράζεται καὶ ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία καὶ ἡ διοικητικὴ τῶν
665μερῶν ἐκείνων, θὰ ἠκούετε δὲ καὶ ὑμεῖς, κατὰ τίνα τρόπον
666ἐξαπατᾶται τὸ Δημόσιον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ
667φόρου τούτου.
668§49Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Σᾶς ἐγέλασαν! Σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐγώ.
669§50Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τώρα, ὅτε μοὶ τὸ βεβαιοῦτε ὑμεῖς,
670δὲν δύναμαι ἢ ν’ ἀλλάξω γνώμην!
671Ἠδύνατο διὰ καλλιτέρου τρόπου φορολογίας πολὺ πλείο-
672να νὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον, θὰ ἠδύνατο δ’ ἴσως καὶ ν’ αὐ-
673ξήσῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, ἥτις εἶναι λίαν ἐπιεικής, ἐν
674σχέσει πρὸς τὴν λοιπὴν ἔγγειον παραγωγήν, ἡ ἐπὶ πλέον δὲ
675πρόσοδος νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς.
676Ἐὰν τοιαῦτα ἐλάμβανε μέτρα ἡ Κυβέρνησις, συντελοῦντα
677εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς γεωργίας, ἐὰν ἐπα-
678ρουσίαζε μέτρα, ἅτινα θὰ συνετέλουν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν
679τῆς ἐν γένει παραγωγῆς, θὰ μὲ ἔβλεπε συναγωνιζόμενον εἰς
680τὸ πλευρόν της... (Φωναί: ἄ! ἄ!). Μὴ ἀνακραυγάζητε
681ἀνάρθρως!... Θὰ ὑπεστήριζον πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἥτις ὑπὲρ
682τοιούτων σκοπῶν θὰ ἐμερίμνα. Θὰ ὑπεστήριζον παντὶ σθέ-
683νει τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπήρχε-
684το πρόοδος ὑλικὴ καὶ ἠθική, θὰ συνηγόρουν ὑπὲρ νομοσχε-
685δίων, μὴ ἀποβλεπόντων εἰς ἐξυπηρέτησιν προσώπων καὶ μὴ
686συντελούντων εἰς τὴν κακοδαιμονίαν τῆς χώρας ταύτης, τῆς
687ἀξίας ἀληθῶς κρείττονος τύχης. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς
688τὴν ἐξουσίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, οὐδὲν ἐκ τῶν νομοσχε-
689δίων τούτων ἐπαρουσίασεν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ μεθ’ ὅλα τὰ
690ἐκ τοῦ πολέμου διδάγματα, ἡμεῖς οὐδὲν ὠφελήθημεν. Ἐμεί-
691ναμεν οἱ αὐτοὶ ἄτεγκτοι πολιτικοί, πνιγόμενοι εἰς τὰ τέλ-
692ματα βδελυροῦ παρελθόντος! Ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ κατά-
693στασις, ἡ αὐτὴ ῥουτίνα, αἱ αὐταὶ ἀναγραφαὶ τῶν κεφα-
694λαίων, αἱ αὐταὶ αἰσιόδοξοι προβλέψεις τῶν εἰσπράξεων,
695ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη αὐξανόμεναι καὶ ἐξογκούμεναι
696αἱ δαπάναι τῆς ἀλογίστου διοικήσεως, αἱ συνεπιφέρουσαι
697νέαν φορολογίαν, νέαν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τῆς χώρας.
698Ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι ὑπολογίζει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκο-
699νομικῶν Ὑπουργός, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ μέγα ποσὸν ἐκ τοῦ
700ἐλαίου· καὶ δὲν ἔχω μὲν οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ εἰσ-
701πράξῃ, ὄχι βεβαίως τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογι-
702σμῷ, ἀλλὰ θὰ εἰσπράξῃ πολὺ πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνέ-
703φερεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προχθές, διότι ἀναμφι-
704σβητήτως τῆς Κερκύρας ἡ ἐσοδεία εἶναι ἀρκετὰ καλή· κα-
705τεστράφη μὲν μέγα μέρος αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπολειπό-
706μενον μέρος—διότι καὶ αἱ τιμαὶ τοῦ ἐλαίου ηὔξησαν ἐπαι-
707σθητῶς—εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος σπουδαῖον
708ποσόν. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰσπράττει τοὺς φόρους τούτους, νομίζετε
709ὅτι ἐλήφθη πρόνοιά τις, ὅπως διδαχθῶσιν οἱ παραγωγοὶ
710τὴν καλλιτέραν καλλιέργειαν τῆς ἐλαίας, τὴν καλλιτέραν
711παραγωγὴν ἐλαίου, ὅπερ ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα νὰ καταστῇ
712ἐφάμιλλον τῶν καλλίστων τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γαλλίας,
713ἐλλείπει δὲ μόνον ἡ τέχνη τῆς κατεργασίας αὐτοῦ; Ὁ κύ-
714ριος Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐκ τῶν πολιτῶν τῆς Κερκύρας, ὁ
715ὁποῖος ἐνδιαφέρεται καὶ μεριμνᾷ ὑπὲρ πάντα ἄλλον διὰ τὴν
716Κέρκυραν, διότι καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς γνωρίζει, καὶ τὴν
717δυσχερῆ κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν οἰκονομικῶς
718αὕτη, ἐπίσταται, καὶ ἠθέλησε βεβαίως—δὲν ἔχω καμμίαν
719ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐπιθυμία του ἦτο αὕτη—νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς
720τὴν νῆσον ἐκείνην, οὐδὲν ὅμως εἶδον ἐκ τῶν μέτρων ἐκείνων,
721τῶν συντελούντων εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῆς ἐπιθυμίας του,
722παρουσιαζόμενον ἐνταῦθα. Διὰ τοῦ νόμου περὶ γεωργικῶν
723σταθμῶν, τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ ἑτέρας Βουλῆς, τῇ εἰσηγήσει
724τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐπιστεύθη, ὅτι θὰ ἦτο
725δυνατὸν πραγματικῶς νὰ βελτιωθῇ ἡ καλλιέργεια τῶν οὐ-
726σιωδῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, καὶ νὰ εἰσαχθῇ νέα ἑτέρων εἰ-
727δῶν, ἢ αὐξηθῇ ἡ καλλιέργεια ἑτέρων προϊόντων, μὴ καλλιερ-
728γουμένων ἐπαρκῶς. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τοὺς γεωργικοὺς σταθ-
729μοὺς τῶν ἄλλων νομῶν. Δέν μοι ἔτυχε νὰ ἐπισκεφθῶ αὐτούς.
730Τῆς Κερκύρας ὅμως, ὅπου συχνότατα μεταβαίνω, τὸν γνω-
731ρίζω. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ, τί γίνεται ἐν τῷ
732σταθμῷ ἐκείνῳ. Γνωρίζετε, ποῦ εὑρίσκεται ἐν πρώτοις ὁ γεωρ-
733γικὸς αὐτὸς σταθμός; Ὡς τόπος, ὅπως ἱδρυθῇ οὗτος, ἐξελέγη
734τὸ νησίδιον τοῦ Βίδου. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπιρρίψω εὐθύνην
735τινὰ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διατί ἐκεῖ ἐγένετο ὁ σταθ-
736μός, διότι γνωρίζω, ὅτι ἐζητήθησαν γαῖαι ἀλλαχοῦ, καὶ δὲν
737ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσι, καθόσον οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν
738τούτων ἐζήτουν πολὺ πλείονα τῶν ὅσα πραγματικῶς ἤξιζον
739αἱ γαῖαι ἐκεῖναι. Ἀλλὰ, εἴτε ἐζήτουν πλειότερα, εἴτε δὲν
740ἐζήτουν, εἴτε φέρει εἴτε δὲν φέρει εὐθύνην, —καὶ δὲν φέρει βε-
741βαίως εὐθύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν—δὲν ἕπεται
742ἐκ τούτου, ὅτι ὁ γεωργικὸς ἐκεῖνος σταθμός, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη
743ἐπὶ τοῦ νησιδίου τοῦ Βίδου, εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχῃ τὴν
744ἐλπίδα τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας τῶν κερκυραϊκῶν
745προϊόντων, ὡς ἐπιστεύθη ὅτε ἐκεῖ κατὰ πρῶτον ἱδρύθη.
746Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι οἱ χωρικοί, οἱ
747ὁποῖοι ἔχουσιν ἀπόλυτον τὴν ἀνάγκην τῆς διδασκαλίας τῶν
748στοιχειωδῶν γεωπονικῶν γνώσεων, εἶναι δυνατὸν νὰ μετα-
749βαίνωσιν εἰς τὴν πόλιν τῆς Κερκύρας, καὶ ἐκεῖθεν νὰ δια-
750πορθμεύωνται εἰς τὸ νησίδιον τοῦ Βίδου, ὅπως διδαχθῶσι
751τὰς γνώσεις ταύτας, διὰ τὰς ὁποίας ἱδρύθησαν οἱ γεωργικοὶ
752αὐτοὶ σταθμοί; Δὲν γνωρίζω, τί γίνεται ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἂν
753καὶ εἰς τοὺς ἄλλους νομοὺς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἱδρύθη-
754σαν καὶ λειτουργῶσιν οἱ γεωργικοὶ σταθμοὶ, ἀναμφιβόλως
755ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ἐντελῶς ἀνάξιος πλέον λόγου, ἀπώ-
756λεσε τὴν σημασίαν καὶ τὸν σκοπὸν αὑτοῦ, οὐδὲν δὲ δύναται
757νὰ παράσχῃ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προσ-
758εδοκῶμεν, ὅτε εἰσήγετο ὁ νόμος οὗτος καὶ ὅτε ἐψηφίζετο
759ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἐλαίας ἐν Κερκύρᾳ
760καὶ ἐν ὅλῃ τῇ Ἑπτανήσῳ, νομίζω δὲ, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα
761ὅλην, εἶναι ἡ ἀρχαία καὶ πρωτογενὴς καλλιέργεια, ἡ ἐξ-
762ασθενοῦσα τὰ δένδρα, ἡ μὴ μεριμνῶσα ποσῶς δι’ αὐτὰ, ἐνῷ
763ἡ περισυλλογὴ τοῦ καρποῦ γίνεται ἐκ τῆς γῆς, ὅταν οὗτος
764πίπτῃ, διαφθείρει δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὴν καλλίστην ποιό-
765τητα τοῦ ἐλαίου.
766§51Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι!
767§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι; Εἰς τὴν Ζάκυνθον ἴσως. Εἰς
768τὴν Κέρκυραν ὅμως καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου αὐτὸ γίνεται.
769§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐβελτιώθη ἡ καλ-
770λιέργεια ἔκτοτε.
771§54Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἂν ἐβελτιώθη κατά τι, βεβαίως
772δὲν συνετέλεσεν ὁ γεωργικὸς σταθμὸς εἰς τοῦτο.
773§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, πράττομεν. Νομί-
774ζετε, ὅτι τὸν γεωργικὸν σταθμὸν θὰ ἐπισκεφθῶσιν οἱ χωρι-
775κοί; Οἱ κτηματίαι καὶ οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως, αὐτοὶ εἶναι
776ἀνάγκη νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸν σταθμὸν, νὰ διδαχθῶσι, καὶ
777ἔπειτα νὰ διδάξωσι τοὺς χωρικούς. Ἐγὼ, ἄλλως τε, δὲν ἔχω
778εὐθύνην, ὡς πρὸς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἱδρύθη ὁ σταθμός.
779§56Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχετε καμμίαν
780εὐθύνην.
781§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν λέγω, ὅτι ἱδρύθη κακῶς ὁ
782σταθμός.
783§58Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρά-
784σχῃ εὐχάριστα ἀποτελέσματα;
785§59Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν, καὶ ὅτι εὐ-
786κολώτερον εἶναι νὰ μεταβῇ ὁ θέλων νὰ διδαχθῇ ἐκεῖ, εἰς τὸ
787Βίδο, παρὰ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο μέρος τῆς νήσου.
788§60Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἴθε! Αὐτὸ θὰ ἦτο εὐχάριστον, ἂν
789ἦτο δυνατόν... Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
790φρονῇ, ὅτι μόνον οἱ μεγάλοι κτηματίαι...
791§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι «οἱ μεγάλοι».
792§62Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτοὶ, οἱ μεγάλοι λεγόμενοι, τέλος
793πάντων. Ἂν αὐτοὶ μόνον θέλωσι διδαχθῆ, καὶ πρέπει νὰ δι-
794δαχθῶσι τὴν καλλιέργειαν, ἢ τὰς στοιχειώδεις γεωπονικὰς
795ἐκείνας γνώσεις, ἀναμφιβόλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ
796τις, ὅτι θὰ λάβῃ μεγάλην μεταβολὴν ἡ φυσιογνωμία τῆς
797καλλιεργείας παρ’ ἡμῖν· διότι οἱ καλλιεργηταὶ ἐκεῖνοι, οἱ
798μεγάλοι, ἢ οἱ μικροὶ, ἢ οἱ μέτριοι, εἶναι ἄνθρωποι ὁπωσδή-
799ποτε ἀνεπτυγμένοι, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μελε-
800τήσωσι, δύνανται καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν νὰ διδαχθῶσι, κατὰ τίνα
801τρόπον δέον νὰ ἐνεργηθῇ ἡ καλλιέργεια· καὶ τὸ πράττουσιν·
802ἐκεῖ δὲ, ὅπου οἱ ἰδιοκτῆται ἀφωσιώθησαν εἰς τὰς μελέτας
803ταύτας, ἐπῆλθον πράγματι μεγάλαι καὶ καταπληκτικαὶ
804μεταβολαί· τοῦτο δὲ θέλετε ἴδει εἰς πλεῖστα κτήματα ἐν
805Ἑλλάδι.
806Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνιστᾷ εἰς τὴν
807Κυβέρνησιν, ὅπως παρὰ τὸν γεωργικὸν σταθμὸν τῶν ἐλαιο-
808φόρων νομῶν τοῦ Κράτους ἱδρύσῃ ἀνὰ ἓν μηχανουργεῖον, ἓν
809τμῆμα τοῦ σταθμοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ἤθελε συντελέσει εἰς
810τὴν βελτίονα παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμ-
811μίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τοῦτο θέλει πράξει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
812Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ γενικωτέρῳ συμφέροντι, ἀλλὰ καὶ
813ἐκ συμφέροντος αὐτῆς τῆς νήσου, ἥτις ἐκλέγει αὐτὸν Βου-
814λευτὴν, διότι ἐξακολουθεῖ τὸ ἔλαιον ἡμῶν νὰ εὑρίσκηται
815εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο πρὸ
816αἰώνων, ἐκτὸς εἰς ἐλάχιστά τινα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου
817ἡ κατασκευὴ τοῦ προϊόντος τούτου ἐβελτιώθη οὐσιωδῶς.
818Ὅτε, Κύριοι, ἐπεσκέφθην, πρό τινων ἐτῶν, ἐν Ἰταλίᾳ τὰ
819ἐλαιουργεῖα ἐκεῖνα, καὶ εἶδον, κατὰ τίνα τρόπον διϋλίζεται
820τὸ ἔλαιον, καὶ πόσον ἀκριβὰ πωλεῖται, ὅτε εἶδον, ὅτι τὰ
821ἔλαια τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπως καὶ τὰ τῆς Κερκύρας, μετα-
822φερόμενα εἰς Ἰταλίαν, μεταβάλλονται μετὰ ταῦτα εἰς θαυ-
823μάσια ἔλαια, καὶ ἀποστέλλονται εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ
824πωλοῦνται ὡς Ἰταλικὰ, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν: Ὁποῖος πλοῦ-
825τος διαφεύγει τῶν χειρῶν μας! καὶ πῶς θὰ ἦτο δυνατόν,
826ἀντὶ μικροτάτης δαπάνης—διότι ὅλη αὐτὴ ἡ δαπάνη, περὶ
827τῆς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα, δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς τεσσαράκοντα
828ἢ πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν—νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑλ-
829λάδα ἡ διδασκαλία τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς, νὰ διδαχθῶσιν
830οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ, καὶ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ κατασκευὴ
831τοιούτου ἐλαίου, ὥστε ἀπείρως ν’ ἀναπτυχθῶσι καὶ αἱ πρόσ-
832οδοι τῶν παραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου!
833Νὰ πράξωμεν δηλαδὴ ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Γαλλία διὰ τὴν Ἀλ-
834γερίαν, καὶ ἡ Τουρκία διὰ τὴν Συρίαν.
835Ἐφ’ ὅσον ἀναφέρω κονδύλια ἀναγραφόμενα ἐν τῷ κεφα-
836λαίῳ τῶν ἀμέσων φόρων, ἐπὶ τοσοῦτον παρατηρῶ ἐξογκου-
837μένην τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
838γοῦ, ὅστις ἐλπίζει, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ φόρου τῆς στα-
839φίδος, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, 4,126,000 δραχμάς. Πάντες
840οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους συνε-
841πέραναν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῇ τὸ πο-
842σὸν τοῦτο. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
843τοσοῦτον ποσὸν νὰ εἰσπραχθῇ, διότι καὶ εἰς τὰς μᾶλλον
844παραγωγικὰς ἐποχὰς τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἰσεπράχθη. Ἅπαξ
845ἢ δὶς, νομίζω, αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῆς σταφίδος ἠδυνήθησαν
846νὰ φθάσωσι τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ τότε δὲν εἶχε προηγηθῆ
847ἡ ἀσθένεια τοῦ περονοσπόρου, δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ κατα-
848στροφὴ τοσούτων κτημάτων, δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ ἐξάντλη-
849σις ἡ οἰκονομικὴ τῶν καλλιεργητῶν, οἵτινες πάσας αὐτῶν τὰς
850ἐλπίδας ἐπὶ τῆς παραγωγῆς εἶχον στηρίξει, ὅπως ἐπαρκέσω-
851σιν εἰς τὰ τοκογλυφικὰ χρέη καὶ εἰς τὰς δαπάνας τῆς μελ-
852λούσης καλλιεργείας. Ἀλλὰ ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν πρὸς
853καταπολέμησιν τοῦ περονοσπόρου; Σήμερον εἶναι ἀρχὴ παρα-
854δεδεγμένη πλέον ἐν τῇ γεωπονίᾳ, ὅτι, ὅσον εἶναι δυνατὸν
855νὰ ἀποθάνῃ γυνὴ ἐξ ἐπιλοχίου πυρετοῦ, μὲ τὰ νέα ἀντιση-
856πτικὰ μέσα, ἄλλο τόσον εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῇ ἄμ-
857πελος, μὲ τὰ παραδεδεγμένα μέσα πρὸς καταπολέμησιν τοῦ
858περονοσπόρου. Ἀλλ’ ἐλήφθησαν μέτρα τοιαῦτα; Νομίζετε,
859ὅτι τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δημοσιεύει τὸ Ὑπουργεῖον
860τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀποστέλλονται εἰς τὰς ἐπαρχίας πρὸς
861ἀνάγνωσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν καταπο-
862λέμησιν τοῦ περονοσπόρου, ὅστις εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν ἀπε-
863ξηραμένων φύλλων καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἐδάφει τῶν προσβληθέν-
864των ἀμπελώνων;
865Παρετηρήθη, Κύριοι, ὅτι, ὅπου ἐνέσκηψεν ἡ φυλλοξήρα,
866ἐκεῖ προηγήθησαν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ περονόσπορος
867ἔφθειρε τὴν ἄμπελον, καὶ ἀφοῦ παρῆλθον πέντε καὶ ἓξ ἔτη,
868κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ περονόσπορος κατέτρωγε τὰ κλήματα,
869ἀνεφάνη μετὰ ταῦτα ἡ φυλλοξήρα. Τοιοῦτον κακὸν εὔχομαι
870νὰ μὴ ἐπέλθῃ ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι οἱ καλλιεργη-
871ταὶ πονοῦσιν ἀληθῶς τὰ κτήματα αὐτῶν, βαθμηδὸν δὲ καὶ
872κατ’ ὀλίγον θὰ συνηθίσωσι νὰ προστατεύωσι ταῦτα ἐκ τῆς
873φθοροποιοῦ νόσου. Ἐν τούτοις δὲν ἐλήφθησαν ἐπαρκῶς πάντα
874τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωσι τὴν
875ἀσφάλειαν τῆς πλήρους καταστροφῆς τοῦ περονοσπόρου παρ’
876ἡμῖν...
877§63Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ μᾶς τὸ ἀναπτύξητε.
878§64Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ κάμω διδασκαλίαν ἐν-
879τεῦθεν γεωπονικῶν μαθημάτων· διότι ἄλλως δὲν θὰ ἔχῃ καὶ
880πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀναφέρω τὰ πράγματα, καὶ σεῖς,
881ὅστις εἶσθε ἰατρός, δύνασθε νὰ καταφύγητε εἰς τὴν Βιβλιο-
882θήκην, νὰ ζητήσητε σχετικὰ βιβλία, καὶ νὰ ἀντλήσητε ὅλας
883τὰς πληροφορίας, αἵτινες θὰ σᾶς ἦναι χρήσιμοι διὰ τὴν περι-
884φρούρησιν τῶν κτημάτων σας.
885§65Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρόκειται περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα
886συντελοῦσιν εἰς καταπολέμησιν τῆς νόσου, καὶ πρέπει νὰ τὰ
887μάθωμεν, διότι σεῖς κατεγείνατε εἰς τοιαύτας μελέτας.
888§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
889§67Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ τὰ μάθητε, καὶ
890σᾶς συνιστῶ νὰ φροντίσητε εἰς τοῦτο· διότι, ἂν ἐφηρμόζοντο
891τὰ μέτρα, τὰ ὑποδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, δὲν θὰ
892ἐπήρχετο ἡ καταστροφὴ ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἥτις ἐπῆλθε
893καὶ ἠρήμωσε τόσας ἐπαρχίας. Τὰ μέτρα δὲ δὲν εἶναι ἄγνω-
894στα, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν εἶναι πλημμελής. Διότι ἐγὼ
895παρετήρησα εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅπου ἔχω συγγενῆ, — ὃν ἔχει
896προσωπικὸν φίλον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, — καὶ
897ὅστις ἔχει ἐκτεταμένα κτήματα εἰς τὸν Πέλεκαν, ὅτι, ἐνῷ
898ὅλη ἡ Κέρκυρα κατεστράφη, τὸ κτῆμα αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος κατ’
899ἐπανάληψιν ἐφήρμοσε τὰ μέτρα ταῦτα, ἀπέδωκε λαμπροτέ-
900ρους καρποὺς παρ’ ὅ,τι ἀπέδιδεν εἰς ἄλλην ἐποχήν, ὅτε δὲν
901εἶχεν ἐνσκήψει ὁ περονόσπορος.
902§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπέδωκε περισ-
903σότερα, ἀλλ’ ἀπέδωκε καλά.
904§69Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔστω. Εἶναι ὅμως τὸ μόνον κτῆμα,
905τὸ ὁποῖον ἀπέδωκε.
906§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἡ θέσις τοῦ κτήματος. Εἶναι
907καλὴ ἡ γῆ, εἶναι εὐφορωτέρα τῆς τῶν ἄλλων κτημάτων.
908§71Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπέδωκεν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα,
909ἐνῷ τὰ γειτονικὰ κτήματα κατεστράφησαν.
910§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναί. Ἀλλ’ εἶναι καλὸν ἐξαιρετικῶς τὸ
911κτῆμα τοῦ κυρίου Βελλιανίτη.
912§73Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε τὸ μέτρον ὠφέλησεν,
913ὡς κτηματίαν, καὶ τὸν Πρωθυπουργόν.
914§74Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
915σεως ὑπέστη μεγάλας ζημίας, ὡς ὑπέστησαν πάντες οἱ ἀμ-
916πελοκτήμονες τῆς Κερκύρας.
917§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπέστην ταύτας, διότι δὲν ἤμην πλη-
918σίον τῶν κτημάτων μου, εὑρισκόμενος ἐνταῦθα.
919§76Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὕτω λοιπόν, Κύριοι τὰ μέτρα, τὰ
920ἀπαιτούμενα πρὸς καταπολέμησιν τοῦ νοσήματος, δὲν ἐλήφθη-
921σαν, — εἶναι ζήτημα δέ, ἂν θὰ ληφθῶσιν, — ὁ δὲ λαὸς δὲν ἐνε-
922στερνίσθη τὰ διδάγματα τῶν συνεχῶν ῥαντίσεων διὰ θεϊκοῦ
923χαλκοῦ, κατ’ ἀκολουθίαν δὲν εἶναι ἀπίθανον, ἀφ’ ἑνὸς ἕνεκα
924τῆς ἀγνοίας, ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χρηματικῶν
925μέσων πρὸς χρησιμοποίησιν τοιούτων μέτρων, ν’ ἀναφανῇ ἐκ
926νέου ἡ νόσος· ἀφοῦ δὲ τοιοῦτοι γεννῶνται φόβοι, μεγάλη αἰ-
927σιοδοξία δέον νὰ κατακλύζῃ τὴν ψυχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
928τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ πιστεύῃ, ὅτι θέλει εἰσπράξει τὸ
929ποσὸν τῶν 4,126,000 δραχμῶν. Τοῦτο καταδεικνύει τὴν
930σφαλερὰν βάσιν, ἣν λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
931κῶν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ. Εἰς εἰσπράξεις ἐξαρτωμέ-
932νας ἐκ τοιούτων περιστάσεων δέον νὰ ὦμεν λίαν ἐπιφυλακτι-
933κοί, καὶ νὰ μὴ αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν, βασιζόμενοι ἐπ’
934αὐτῶν, διότι τότε ἀφεύκτως καταλήγομεν εἰς ἐλλείμματα.
935Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ σάπωνος καὶ ἐκ τῶν ἐλαιοπυρήνων τῆς
936Ἑπτανήσου δὲν θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἀναγραφὲν ποσόν, διότι ὁ
937κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ οἱ κύριοι Πρωθυπουρ-
938γὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν γνωρίζουσιν, ὅτι τὰ προϊ-
939όντα ταῦτα τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας ἐξοδεύονται εἰς τὴν
940Ἀλβανίαν· ἤδη ὅμως ἡ Τουρκία ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν
941αὐτῶν εἰς τὸ Κράτος της, κατ’ ἀκολουθίαν ἐστερήθημεν τὰς
942κυρίως ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως. Δὲν γνωρίζω ποῖα μέτρα
943ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὅπως διευκολύνῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν
944προϊόντων τούτων, ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε δὲν ἐπετεύχθη ἡ
945ἐπιθυμία αὐτῆς, καὶ ὁ φόρος οὗτος θὰ ἦναι ὀλίγον δύσκολον
946νὰ εἰσπραχθῇ, ἰδίως δὲ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 120,000
947δραχμῶν. Βεβαίως, ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, ἐκ τῶν ὀλίγων,
948τὰ ὁποῖα ἀναφέρω ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀμέσων φόρων, τῶν
949ἀφορώντων κυρίως εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν τῆς χώρας,
950εἶναι πολὺ ἀμφίβολον, ἂν θὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα
951ἀναφέρει ὁ Προϋπολογισμός. Παρατηρεῖτε, ὅτι 14 ἢ 15 ἑκα-
952τομμύρια δραχμῶν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς γεωργίας
953ἐν Ἑλλάδι· διότι, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ ἔσοδα, τὰ ἐκ τῶν προ-
954νομιούχων Τραπεζῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδο-
955μῶν, τὰ ὁποῖα ἀναφέρουν μέγα ποσὸν, μόνον ἐκ τῆς γεωρ-
956γίας εἰσπράττει 15,000,000.
957Ἐνῷ δὲ τοιαῦτα εἰσπράττει ἐκ τῆς γεωργίας, ἐπιθυμοῦ-
958μεν νὰ μάθωμεν, τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς βελτιώ-
959σεως τῆς παραγωγῆς; Συνηθίσαμεν νὰ εἰσπράττωμεν, συν-
960ηθίσαμεν νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους ἐπὶ φόρων, ἀλλὰ δὲν συν-
961ηθίσαμεν νὰ παρέχωμεν καὶ ὀλίγον τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
962θὰ τονώσωσι τὰ νεῦρα τῆς γεωργίας, θ’ ἀναπτύξωσι τὴν ἐν
963γένει παραγωγὴν τῆς χώρας καὶ θὰ δώσωσι τὴν ζωὴν καὶ
964τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος
965τῆς Κυβερνήσεως πρό τινων ἡμερῶν. Ἀλλὰ προφανῶς ἠπα-
966τήθη, οὕτως ἀντιληφθεὶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς
967χώρας. Οὐδὲ πρέπει, οὐδὲ ὀρθὸν εἶναι νὰ κρίνωμεν τὴν οἰκο-
968νομικὴν εὐπορίαν τῆς χώρας ὁλοκλήρου ἐκ τῆς φαινομενι-
969κῆς εὐημερίας τῆς πρωτευούσης καὶ δύο ἢ τριῶν ἄλλων
970πόλεων τῆς Ἑλλάδος. Ὁ πολὺς παραγωγικὸς πληθυσμὸς
971αὐτῆς ὑποφέρει οἰκονομικῶς, ὑπάρχουσι δὲ ἐκτενῆ κοινωνικὰ
972στρώματα πενόμενα, κατὰ γράμμα καὶ κατὰ πρᾶγμα. Ἐν
973χώρᾳ δὲ, ὅπου τὴν κυρίαν παραγωγὴν οὐ μόνον δὲν ἐνισχύει
974ἡ Πολιτεία, ἀλλ’ ἀκμάζει ἡ τοκογλυφία, δὲν εἶναι δυνατὸν
975νὰ πιστευθῇ, ὅτι θὰ ἀνθέξῃ ἐπὶ μακρὸν, οὕτω φορολογουμένη.
976Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
977Προϋπολογισμοῦ, ἀγορεύων πρό τινων ἡμερῶν, ἔλεγεν, ὅτι
978διαρκῶς ἐπικαλούμεθα τὴν Θεὰν εὐσπλαγχνίαν, καὶ ὅτι
979αὕτη κατέστη μονοπτέρυξ, καὶ ἡ πτέρυξ αὕτη κλίνει πάν-
980τοτε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ ἐμυκτήριζεν ἡμᾶς, διότι
981φρονεῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ περικοπῇ οὐδὲ μία δραχμὴ ἐκ
982τῆς διοικήσεως, καὶ εἶναι περιττὴ ἡ ἐκδήλωσις φιλανθρωπι-
983κῶν αἰσθημάτων ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ! Ἀλλὰ
984φρονεῖ, ὅτι λόγοι φιλανθρωπικοὶ ὑπαγορεύουν τὰς παρατη-
985ρήσεις μας ταύτας; Δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἡ κραυγὴ, ἡ ὁποία ἐκρή-
986γνυται ἐντεῦθεν, εἶναι ἡ κραυγὴ τοῦ κινδύνου, εἶναι τὸ προ-
987αίσθημα τῆς προσεγγιζούσης οἰκονομικῆς συμφορᾶς; Διότι ὁ
988εὐσυνειδήτως μελετῶν τὴν κατάστασιν τῆς χώρας δὲν εἶναι
989δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ παρέχῃ αὕτη εἰς τὸ
990Δημόσιον 114 ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἀφοῦ εἰς τὸν
991λαὸν αὐτὸν δὲν παρέχονται τὰ μέσα τῆς ἐνισχύσεως τῆς
992παραγωγῆς αὐτοῦ. Τοιαύτην πολιτικὴν ἀκολουθοῦντες, θὰ
993εὑρεθῶμεν ἀντιμέτωποι μεγάλων κινδύνων. Ἐκμυζοῦμεν
994τὰς παραγωγικὰς τάξεις, ἀποκτηνοῦμεν τὰς ἀγροτικὰς τά-
995ξεις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰσηγάγομεν εἰς τὰ ἤθη τῶν ἀστῶν ἕξεις
996πολυτελοῦς καὶ πολυδαπάνου βίου! Οὕτω θὰ εὑρεθῶμεν
997ἡμέραν τινὰ εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν, οὐχὶ πλέον τοῦ Κρά-
998τους, ἀλλὰ τῆς κοινωνίας, καὶ ἡ κρίσις αὕτη θέλει εἶσθαι ἡ
999μήτηρ μεγάλων κακῶν εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ
1000τῆς ἀριστερᾶς).
1001Ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ εἰσπράττωμεν τοὺς φόρους τούτους,
1002θὰ ἠμποροῦμεν νὰ δημιουργῶμεν ἄνευ ἀνάγκης θέσεις, θὰ
1003δυνάμεθα νὰ αὐξάνωμεν τὸν ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τῶν Νο-
1004μαρχιῶν, θὰ δυνάμεθα νὰ παρασκευάζωμεν κατάστασιν διοι-
1005κήσεως, ὥστε ἀφθονώτερα νὰ καρπῶνται τὰ ἀγαθὰ τοῦ Προ-
1006ϋπολογισμοῦ οἱ κρατοῦντες καὶ οἱ περὶ αὐτούς· ἀλλ’ ὅταν
1007ἐπέλθῃ ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, τότε θὰ ἴδωμεν, κατὰ τίνα τρό-
1008πον θὰ διοικηθῇ ἡ χώρα αὕτη, καὶ τότε θὰ αἰσθανθῶμεν, εἰς
1009τί ὠφέλησε τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς Ἑλλάδος ἡ
1010περισυλλογὴ πάσης ἀνικανότητος καὶ ὀκνηρίας ἐν τοῖς δια-
1011φόροις κλάδοις τῆς ὑπηρεσίας· τότε θὰ κατανοήσωμεν, ὅτι
1012τὸ Εὐαγγέλιον πάσης Κυβερνήσεως ἔδει νὰ ἦτο ἡ παντὶ σθέ-
1013νει ἐνίσχυσις τῆς παραγωγῆς. Τότε θὰ ἐννοήσῃ καὶ ὁ κύριος
1014Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ὅτι ὄχι μόνον λόγοι φιλανθρωπίας,
1015ἀλλὰ καὶ λόγοι συμφέροντος, καὶ κυρίως τοιοῦτοι, ὑπαγο-
1016ρεύουσι τὰ λεγόμενα παρ’ ἡμῶν ἐντεῦθεν.
1017Ἔλεγε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος,
1018ὅτι, ἐὰν περικόψωμεν τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, οὐ μόνον
1019ἀδιοίκητος θὰ καταστῇ ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ καὶ τὴν παραγω-
1020γὴν θέλει παραβλάψει ἡ τοιαύτη περικοπὴ τῶν δαπανῶν.
1021Καὶ ἔλεγε ταῦτα, ὡς νὰ μὴ ἦναι ἐκεῖνος, ὅστις, ὡς δημοσιο-
1022γράφος, ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀντίθετον εἶχε πολιτικὴν ὡς
1023πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, ὡς νὰ μὴ εἶχε καὶ αὐτὸς
1024τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐν τῇ συνειδήσει
1025σας ἔχετε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ διοίκησις εἶναι ὑπεράγαν πολυ-
1026τελής, καὶ ὅτι θὰ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλὰς
1027ὅπως διῳκεῖτο κατὰ τὸ 1883, ἄνευ δηλαδὴ τῆς προσθέσεως
1028τῶν 34 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἂν μὴ καὶ οἰκονομικώτερον
1029ἀκόμη. Καὶ θέλομεν δὲν θέλομεν θὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο
1030μίαν ἡμέραν, ὅπως ἐπίσης θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐξεύρωμεν
1031μέσα, δι’ ὧν θὰ θέσωμεν περιορισμὸν εἰς τὴν παρατηρουμέ-
1032νην αὔξησιν τῶν συνταξιούχων, ἢ θὰ ἐξεύρωμεν τοὐλάχι-
1033στον μέσα, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ κε-
1034φαλαίου τούτου.
1035Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀπησχόλησε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
1036Ὑπουργὸν τὸ θέμα τοῦτο, οὐδὲ ἤκουσά ποτε παρ’ αὐτοῦ λε-
1037γόμενον, ὅτι θέλει λάβει μέτρα συντελοῦντα εἰς τὸν περιο-
1038ρισμὸν τῶν δαπανῶν τούτων τοῦ Κράτους· διότι, ἂν ἐπισκο-
1039πήσῃ τις τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος,
1040καὶ ὑπολογίσῃ, κατὰ τὴν παρατηρουμένην πρόοδον, τὴν ἐξόγ-
1041κωσιν αὐτῶν, θ’ ἀπολήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι μετὰ παρέ-
1042λευσιν ἐτῶν τινων τὸ ⅛ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θ’ ἀπορροφῶ-
1043σιν αἱ συντάξεις.
1044Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἐλήφθησαν μέτρα πρὸς πλουτολογικὴν ἐνί-
1045σχυσιν τῆς χώρας, μήπως ἐλήφθησαν τοὐλάχιστον μέτρα,
1046ὥστε νὰ διαπαιδαγωγηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, λαμβάνων τὰ
1047στοιχεῖα τῆς παιδεύσεως ἐκείνης, ἥτις θὰ ὠθήσῃ αὐτὸν εἰς
1048τὴν πρόοδον, καὶ θ’ ἀνυψώσῃ τὸ φρόνημα αὐτοῦ, οὕτως ὥστε
1049νὰ ἔχῃ ἀρτίαν τὴν συνείδησιν αὐτοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ
1050καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του
1051πρὸς τὸ Κράτος; Μήπως ἐλήφθη πρόνοια διαπαιδαγωγή-
1052σεως τοιαύτης τῆς κοινωνίας, ὥστε νὰ κρατηθῇ ἐκ τῆς
1053ὀλισθηρότητος, εἰς ἣν βαίνει, καὶ ἐν ᾗ παρασύρονται καὶ τὰ
1054αὐστηρὰ ἤθη, τὰ διακρίνοντα ἄλλοτε τὴν κοινωνίαν ἡμῶν;
1055Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895, ὃν εἰσ-
1056ήγαγεν ὁ ἀείμνηστος Πετρίδης, ἐβελτιώθη βεβαίως, ὅσον
1057ἀφορᾷ τὴν τάξιν τῶν διδασκάλων, οἵτινες, κατασταθέντες
1058ἀνεξάρτητοι, δύνανται ἐλευθέρως νὰ ἐργασθῶσιν. Ἐξῆλθεν ἡ
1059τάξις αὕτη ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς πολιτικῆς, καὶ δὲν δύναται
1060πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐπανα-
1061φέρῃ εἰς τὰς Ἀθήνας τὴν ἐποχὴν Πέτρου τοῦ Ἐρημίτου,
1062ὅτε πανταχόθεν τῆς Δύσεως προσήρχοντο εἰς τὴν Ἀνατολὴν
1063οἱ σταυροφόροι πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοῦ τάφου τοῦ Σωτῆρος.
1064Τὴν εἰκόνα ταύτην τῶν μεταναστευόντων σταυροφόρων, ἔλε-
1065γεν ἄλλοτε ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ἐπαρουσία-
1066ζον οἱ Ἕλληνες δημοδιδάσκαλοι κατὰ πάντα Αὔγουστον,
1067κατὰ χιλιάδας κατακλύζοντες τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ
1068ἀναμένοντες τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ τοὺς διέσπειρον
1069εἰς τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος. Βεβαίως ἐπηκολού-
1070θησεν ἐκ τούτου σχετική τις βελτίωσις τῆς στοιχειώδους
1071ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ δὲν διεμορφώθη εἰσέτι αὕτη, ὥστε νὰ
1072θεωρηθῇ ὡς ἀσφαλὴς βάσις τῆς ἀναπλάσεως τοῦ λαοῦ. Τοι-
1073αύτην δὲ ἐνέργειαν, τοιαύτην νομοθετικὴν ἐργασίαν δὲν εἴ-
1074δομεν προσαχθεῖσαν ἡμῖν. Ὡμίλησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ
1075Ἑρμιονίδος καὶ περὶ μέσης καὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως,
1076ἀλλὰ ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις εἶναι τὸ χαλκεῖον,
1077εἰς ὃ χαλκεύονται ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ ἀποβλάκωσις τῶν τρο-
1078φίμων αὐτῶν. Ἐὰν παρατηρῶνται δὲ ἐξαιρέσεις τινὲς ἀνδρῶν
1079ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, τὰς ἐξαιρέσεις ταύτας μὴ τὰς ζη-
1080τήσητε ἐν τῇ ἐπιρροῇ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐν τῇ
1081ὀξυνοίᾳ τῇ ἐξαιρετικῇ αὐτῶν καὶ ἐν τῇ αὐτομαθείᾳ. Ἐκ-
1082παίδευσις τοιούτου τύπου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μορφώσῃ χα-
1083ρακτῆρας. Διὰ τοῦτο ἡ μεγάλη ἔλλειψις, ἡ παρατηρου-
1084μένη παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν χαρακτήρων. Ἐλέχθη
1085πολλάκις, —καὶ εἶναι ἀληθὲς— ὅτι νόμων πολλῶν δὲν ἔχο-
1086μεν ἀνάγκην, ἀλλ’ ἔχομεν ἀναντιλέκτως ἀνάγκην χαρακτή-
1087ρων· ἀλλ’ οἱ χαρακτῆρες δὲν σφυρηλατοῦνται μὲ τοιαύτην
1088ἐκπαίδευσιν, ἥτις στρεβλώνει τὸ φρόνημα, καὶ ταπεινοῖ τὴν
1089ψυχήν. Ἔχομεν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἔχομεν ἀνωτέραν ἐκ-
1090παίδευσιν, καὶ κατὰ κανόνα παρασκευάζουσιν αὗται σπουδα-
1091στὰς μὴ δυναμένους νὰ διατυπώσωσιν οὐδὲ τὴν ἁπλουστέ-
1092ραν ἔννοιαν ἐν τῷ χάρτῃ. Καὶ ἐδῶ ἀνέμενον νὰ ἴδω τὸν ἀξιό-
1093τιμον φίλον μου κ. Ρέπουλην νὰ δώσῃ τὴν εἰκόνα, ἣν ἐν
1094τῷ δημοσιογραφικῷ του βίῳ τοσάκις εἶδε, τὴν εἰκόνα τῆς
1095ἀμαθείας καὶ τῆς ἀκρισίας, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ ἐκπαίδευσις
1096ἐν Ἑλλάδι!...
1097§77ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν διαφέρουσι περὶ ἐκπαι-
1098δεύσεως αἱ γνῶμαί μου πρὸς τὰς ὑμετέρας.
1099§78Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐνῷ τοιαύτην ἔχομεν πάντες περὶ
1100ἐκπαιδεύσεως γνώμην, δὲν εἶδον τὴν Κυβέρνησιν λαμβάνου-
1101σαν μέτρα τοιαῦτα, βελτιοῦντα τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ θέ-
1102τουσαν τὰς βάσεις τῆς ἐθνικῆς ἀναπλάσεως. Εἴδομεν μόνον
1103ἕνα Ὑπουργὸν, ὅστις εἰσήγαγε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, ὡς
1104εἰσήχθησαν, ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης βαθείας μελέτης παρ’
1105εἰδικῶν ἀνδρῶν καὶ ἐπεξεργασίας αὐτῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν
1106νὰ ψηφισθῶσι, καὶ δι’ αὐτὸ ἐλησμονήθησαν.
1107Ἐνῷ τοιαύτη παρίσταται ἡ κατάστασις, εἰς τὰς βάσεις
1108αὐτῆς, τῆς ἡμετέρας χώρας, ἡμεῖς τί πράττομεν σήμερον;
1109Ψηφίζομεν νόμους, ἔχοντας προσωπικὸν χαρακτῆρα, ψηφίζο-
1110μεν νέαν διοικητικὴν διαίρεσιν, αὐξάνοντες τὰς Νομαρχίας,
1111ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οὕτω θὰ ἐβελτιοῦτο ἡ διοίκησις. Ἀλλὰ
1112ἐβελτιώθη μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων τούτων ἡ διοίκησις
1113τῆς Ἑλλάδος;
1114§79Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐχειροτέρευσεν ἔκτοτε!
1115§80Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως ἐχειροτέρευσε. Καὶ εἶναι
1116ἀληθῶς ἀστεῖον νὰ βλέπῃ τις χώραν, ἥτις δὲν ἀποτελεῖ οὔτε
1117ἐπαρχίαν κἄν Αὐστριακὴν, νὰ διαιρῆται εἰς εἴκοσι καὶ ὀκτὼ
1118νομοὺς, τῶν ὁποίων οἱ Νομάρχαι δὲν γνωρίζω ποῖα σοβαρὰ
1119ἔργα ἐκτελοῦσι. Τὸ ἔργον τῶν Νομαρχῶν εἶναι ὄντως σπου-
1120δαῖον. Ἂν ἀναγνώσῃ τις τὰ Διατάγματα, τὰ διαγράφοντα
1121τὰ καθήκοντα αὐτῶν, θὰ καταπλαγῇ πρὸ τοῦ ποικίλου καὶ
1122πολυσυνθέτου τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ὁ Νομάρχης εἶναι ὁ
1123ἐπόπτης πάσης κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς κινήσεως, αὐτὸς
1124ἐπιβλέπει καὶ ἐρευνᾷ τὰς ἀνάγκας τοῦ νομοῦ, ὃν διοικεῖ, καὶ
1125ὑποδεικνύει τὴν πλήρωσιν αὐτῶν. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ κατέ-
1126θετεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς ἐκθέσεις οἱου-
1127δήποτε Νομάρχου, ὑποδεικνύοντος μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς
1128καταστάσεως τοῦ νομοῦ, ὃν διευθύνει. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρ-
1129χουσιν ἢ ὑπῆρξαν Νομάρχαι, τοιαύτας ὑποβαλόντες ἐκθέσεις
1130εἰς τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἡ Αὐστρία
1131εἰς ἕνα ἄνδρα ἀνέθεσε τὴν διοίκησιν τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζε-
1132γοβίνης, καὶ ὁ ἀνὴρ οὗτος ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν μετεμόρφωσε
1133τὰς καταληφθείσας ἐκείνας χώρας, βεβαιώσας καὶ πάλιν, ὅτι
1134οὐχὶ τὸ ποσόν, ἀλλὰ τὸ ποιὸν τῶν ὑπαλλήλων θαυματουργεῖ.
1135Τοιαύτην ἔχοντες ἐκπαίδευσιν, τοιαύτην ἔχοντες κοινω-
1136νικὴν μόρφωσιν, τοιαύτην ἔχοντες Διοίκησιν, περίεργον θὰ
1137ἦτο, ἂν εἴχομεν Δικαιοσύνην διάφορον ἐκείνης, ἣν περιέγρα-
1138ψεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτής, ὅστις μᾶς ἔδωκε
1139τὴν καταισχύνουσαν τὴν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν εἰκόνα τῆς
1140Δικαιοσύνης. Καὶ ὅτε ἤκουσα αὐτὸν νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ Ἑλλη-
1141νικὸν ζήτημα δὲν θέλει λυθῆ μόνον διὰ τῆς ῥομφαίας, ἀλλ’
1142ὅτι θέλει λύσει αὐτὸ καὶ ἡ ἀσπὶς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπεθύ-
1143μουν νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, ἂν ἡ χαλκίνη αὕτη ἀσπὶς σφυρη-
1144λατεῖται διὰ τῶν τεσσάρων Πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα συνε-
1145στήθησαν, καὶ ἂν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ὑπὲρ τῆς
1146Δικαιοσύνης, συντελοῦσιν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῆς, ἐὰν δύ-
1147ναται νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ξένους καὶ προσ-
1148ελκύσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν ἀσφαλείᾳ ἀλλοδαπὰ κεφάλαια.
1149Ἀλλ’ ἡ ἀσπίς, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, ἡ ὁποία
1150ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος,
1151ἡ ἀσπὶς αὕτη δὲν εἶναι, δυστυχῶς, χαλκίνη, ἀλλ’ εἶναι ἐκ να-
1152στοχάρτου, οὐδένα δυναμένη νὰ προστατεύσῃ, πολλῷ δ’ ὀλι-
1153γώτερον δυναμένη νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν ἐθνι-
1154κῶν ἡμῶν ζητημάτων.
1155Ἂν ἡ ἀσπὶς τῆς Δικαιοσύνης ἦναι τόσον εὔθραυστος, ἡ ῥομ-
1156φαία βεβαίως τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι κραταιοτέρα. Καὶ ἂν ἡ
1157πρώτη δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ παντελῶς, ἄχρηστος θὰ
1158κατάκηται καὶ αὕτη εἰς τὸ μέλλον. Ὅτι τὴν γενικὴν κατά-
1159στασιν ἀκολουθεῖ καὶ ὁ στρατός, τοῦτο πάντες ὁμολογοῦ-
1160μεν. Ἀλλ’ ὅτε ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προ-
1161ϋπολογισμοῦ ἔφθασεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δύο πολεμικῶν
1162Ὑπουργείων, εἶπεν, ὅτι, ἂν ζητῶμεν οἰκονομίας, μόνον εἰς τὰ
1163δύο ταῦτα Ὑπουργεῖα δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν τοιαύτας,
1164ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέον νὰ ἀποβάλωμεν πᾶσαν ἐλ-
1165πίδα, ὅτι θέλομεν ἔχει στρατόν· δὲν ἔβλεπεν ὅμως καὶ οὐδένα
1166δυνάμενον νὰ τολμήσῃ νὰ διατυπώσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην ἐνώ-
1167πιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας· ἀναφέρων δ’ ἐμέ, ἔλεγεν,
1168ὅτι μετά τινος δειλίας ὑπεστήριξα τὰς γνώμας ταύτας, ὡς
1169γνώμας μου ἀτομικὰς, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1170Βεβαίως οὐδένα ἀντιπροσωπεύω, ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν ζητημάτων
1171τούτων, ἀλλὰ συνήθισα μετὰ θάρρους νὰ διατυπῶ τὰς γνώ-
1172μας μου πάντοτε· καὶ ὄντως εἶχον καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν,
1173ὅτι διὰ τῶν δαπανωμένων χρημάτων εἰς τὰ δύο πολεμικὰ
1174Ὑπουργεῖα πᾶν ἄλλο πράττομεν ἢ συντελοῦμεν εἰς τὴν βελ-
1175τίωσιν τῶν ἡμετέρων πολεμικῶν δυνάμεων. Κυρίως εἰπεῖν,
1176δὲν ἔχομεν στρατόν. Ἔχομεν βεβαίως παχύτατον μισθολό-
1177γιον ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ στρατὸν, ὑπὸ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν αὐ-
1178τοῦ, βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἔχομεν. Ἐφ’ ὅ-
1179σον δὲ ἡ τοιαύτη κατάστασις ἐπικρατεῖ, ὁ στρατὸς ἡμῶν
1180οὐδόλως θὰ διαφέρῃ τοῦ στρατοῦ ἐκείνου, ὅστις κατὰ τὸν
1181τελευταῖον πόλεμον, παραταχθεὶς εἰς τὰ σύνορα, δὲν ἠδυ-
1182νήθη ἀμυνόμενος νὰ τηρήσῃ τὰς θέσεις αὐτοῦ οὐδ’ ἐπὶ τρεῖς
1183ἡμέρας. Οἱ στρατοὶ δὲν δημιουργοῦνται διὰ τῶν λόγων, οὔτε
1184διὰ τῶν λυρικῶν ἐκφράσεων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δαπανήσωμεν
1185ἑκατομμύρια, ὅπως πλάσωμεν ἀληθῆ στρατόν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον
1186ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας παρουσιάζει τοιαύτην
1187ἀδυναμίαν, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ παρέχῃ τὸ ἀπαιτούμενον
1188χρῆμα πρὸς τοιαύτην ἐνέργειαν, ἣν φανταζόμεθα, ἀναντιρρή-
1189τως πᾶσα δαπάνη, γιγνομένη διὰ τοιοῦτον στρατὸν, εἶναι
1190οὐ μόνον ἄσκοπος καὶ περιττὴ, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβής...
1191§81Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὀφείλομεν νὰ δαπανήσωμεν καὶ δυνά-
1192μεθα νὰ δαπανήσωμεν.
1193§82Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ
1194δαπανῶμεν, ἔλθετε νὰ ὑποδείξητε τοὺς πόρους, δι’ ὧν θὰ ἐξ-
1195εύρωμεν τὰ ἑκατομμύρια, δι’ ὧν θὰ καταστήσωμεν ἡμέραν
1196τινὰ τὸν στρατόν μας ἄξιον ν’ ἀποπλύνῃ τὴν γενομένην εἰς
1197τὸ ἔθνος ὕβριν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσι πόροι, ἱκανοὶ
1198νὰ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα τοιαύτης ἀναπλάσεως
1199τοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον εἰς μάτην ἐξαντλοῦμεν τὰς οἰκονομι-
1200κὰς δυνάμεις τῆς χώρας διὰ φορολογίας δυσβαστάκτου, μεθ’
1201ὅσα καὶ ἂν λέγωνται περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ τῶν ἐλπί-
1202δων, τὰς ὁποίας οὗτος παρέχει, διὰ τοῦ ὑπάρχοντος προϋ-
1203πολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως δὲν
1204εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσωμεν στρατὸν, ἱκανὸν νὰ ἀντι-
1205ταχθῇ ἐναντίον πολεμίου στρατιωτικώτατα ὀργανωμένου
1206καὶ προερχομένου ἐκ φυλῆς πολεμοχαροῦς καὶ ἀνδρείας.
1207Οὔτε θὰ ἐκπαιδεύσωμεν τὸν στρατόν μας, οὔτε τὸ φρόνημα
1208αὐτοῦ θὰ ἐξυψώσωμεν διὰ τῶν παρεχομένων μέσων.
1209Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον στρατὸς ὅμοιος
1210τοῦ ἰδικοῦ μας, οὐδὲ φαντάζομαι τοιοῦτον, διότι, κυρίως εἰ-
1211πεῖν, στρατὸς ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑφίσταται. Ἔχομεν ἀξιωμα-
1212τικοὺς, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς ὁπλίτας, πολὺ πλειοτέρους ἢ
1213ὅσους ἔχει ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία...
1214§83Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν ἔχομεν πλειοτέρους.
1215§84Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχομεν πλειοτέρους, καὶ λυποῦμαι,
1216διότι δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ τὰς σημειώσεις, ἃς ἤντλησα ἐκ τῶν
1217προϋπολογισμῶν τῆς Γαλλίας καὶ Γερμανίας, ἐν παραβολῇ
1218πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου τῶν
1219Στρατιωτικῶν, ὅτε θὰ κατεδείκνυον ὑμῖν, ὅτι ὁ ἡμέτερος
1220στρατὸς ἔχει πολλῷ πλείονας τῶν ὅσους ἔχουσιν οἱ Γερμανοὶ
1221καὶ οἱ Γάλλοι· ἰδίως ὅμως ὁ ἡμέτερος στρατὸς πάσχει ἀπὸ
1222πληθώραν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι
1223κατὰ τὸν πόλεμον ἀπεδείχθησαν ἐντελῶς ἄχρηστοι. Ἀλλὰ
1224καὶ οἱ ὑπάρχοντες οὗτοι ἀξιωματικοὶ διέρχονται τὸν βίον των
1225ἀχρησιμοποίητοι, ἢ χρησιμοποιοῦνται εἰς ἔργα ἀλλότρια τοῦ
1226προορισμοῦ αὐτῶν. Διέρχονται τὸν χρόνον αὐτῶν, μηδὲν
1227πράττοντες, καὶ ἀναμένοντες μόνον τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν
1228θὰ προαχθῶσι...
1229§85Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἀφοῦ κατήντησε νὰ ἔχωμεν καὶ
1230στρατηγὸν τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου!
1231§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καθὼς πηγαίνομεν, νὰ μὴ ἔχητε
1232τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλά-
1233δου καὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ καὶ τοῦ φαρμακευτικοῦ ἀκόμη θέ-
1234λομεν ἔχει στρατηγούς. Ἔχομεν οὕτως ἀξιωματικούς, διαμέ-
1235νοντες ἐν Ἀθήναις, ἀξιωματικούς, ὧν ὁ κλῆρος ἔλαχε σκλη-
1236ρός: νὰ ἐκγυμνάζωσι μόνον τοὺς νεοσυλλέκτους κατὰ τὸν πρῶ-
1237τον μῆνα τῆς κατατάξεώς των, νὰ λαμβάνωσι τὴν πρωϊνὴν
1238ἀναφορὰν, νὰ ἐπισκέπτωνται τὰ μαγειρεῖα, ὅπως ἐπισκοπή-
1239σωσι τὸ συσσίτιον τῶν ἀνδρῶν, καὶ κατόπιν ν’ ἀπομακρύνων-
1240ται τῶν στρατώνων· ὁ δὲ ὑπόλοιπος βίος των ἀπορροφᾶται
1241ὑπὸ τῆς τύρβης τοῦ κοινωνικοῦ βίου, ὅστις δὲν εἶναι βεβαίως
1242προωρισμένος νὰ διαπλάττῃ στρατιώτας. Δὲν γνωρίζω, ἂν
1243καθ’ ἅπαν τὸ στράτευμα ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ πολλοί,
1244καταγινόμενοι καὶ μελετῶντες· ἀλλ’ ἐκ τῶν διατιθεμένων
1245ὑπὸ τοῦ Κράτους χρημάτων πρὸς ἀγορὰν βιβλίων ἐλάχιστοι
1246ἀξιωματικοὶ ἐλάχιστα διαθέτουσιν ἐξ αὐτῶν. Προπαίδευσις
1247ἀξιωματικῶν δὲν γίνεται, διότι δὲν ὑπάρχει στρατὸς, ὅπως
1248ἀσκηθῶσιν οὗτοι· περὶ γενικῶν γυμνασίων οὐδὲ λόγος δύνα-
1249ται νὰ γείνῃ, διότι δὲν ὑπάρχουσι τὰ χρηματικὰ μέσα, ὅπως
1250ἐκτελῶνται τοιαύτης φύσεως γυμνάσια. Κατὰ τὸν τρόπον
1251τοῦτον οἱ ἀξιωματικοὶ μένουσι μὲ τὰς πενιχρὰς γνώσεις, τὰς
1252ὁποίας εἶχον ὅτε ἐξῆλθον τῶν στρατιωτικῶν Σχολῶν. Εἰς
1253τὸ μέλλον δὲ θὰ ἔχωμεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι, ἀπὸ τοῦ
1254βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ συνταγ-
1255ματάρχου, δὲν θὰ δυνηθῶσιν ἴσως νὰ παραστῶσιν οὐδέποτε
1256εἰς τὰ γυμνάσια ἑνὸς πλήρους συντάγματος. Θὰ συμβῇ δὲ,
1257ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει, νὰ ἴδητε τοὺς τοιαύτην κατάρ-
1258τισιν ἔχοντας ἀξιωματικούς, νὰ διορισθῶσι ταξίαρχοι καὶ
1259μέραρχοι, καὶ, ὅταν θ’ ἀντιμετωπίσωσι τὸν ἐχθρὸν, ὅλας αὐ-
1260τὰς τὰς ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐσίαν
1261οὐδὲν ἄλλο θὰ ἦναι ἢ ἓν ὁπλοφόρον ἀνθρωπομάζωμα, ἐξα-
1262φανιζομένας ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ ἰδίου πανικοῦ, ὅστις κατέ-
1263λαβε τὸν στρατόν μας, τὸν εὑρεθέντα ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυ-
1264κτὶ ἀπὸ τῶν συνόρων εἰς τὰ Φάρσαλα, χωρὶς ὑπ’ οὐδενὸς νὰ
1265διώκηται ἐχθροῦ.
1266Ἀλλὰ ποία λογικὴ ὑπαγορεύει, ἀλλὰ ποῖον συμφέρον τοῦ
1267Κράτους ὑπαγορεύει, διὰ τοιοῦτον στρατὸν νὰ δαπανῶνται
1268τοσαῦτα ἑκατομμύρια; Ἐὰν ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐπιβάλλῃ
1269τὴν συντήρησιν στρατοῦ, ἐὰν ἐπιβάλλῃ τὴν στρατιωτικὴν
1270τῆς χώρας ὀργάνωσιν, τότε περικόψατε ὅθεν δήποτε θέλετε
1271τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, περιορίσατε εἰς τὸ ἀκρότατον
1272σημεῖον ταύτας, καὶ ὅταν ἐξεύρητε τὰ οἰκονομικὰ ἐκεῖνα
1273μέσα, τότε ἔλθετε ἐνταῦθα, καὶ παρουσιάσατέ μας στρατιω-
1274τικὸν ὀργανισμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δύνα-
1275ται νὰ καταρτισθῇ στρατὸς, ὅστις, ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ νικήσῃ,
1276νὰ γνωρίζῃ τοὐλάχιστον νὰ ἡττηθῇ...
1277§87ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Πῶς εἴπετε διὰ τὸν στρατόν;
1278§88Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶπον, ὅτι θὰ γνωρίζῃ τοὐλάχιστον
1279νὰ ἡττηθῇ· διότι ἀτυχῶς οὔτε τοῦτο δὲν ἐγνώριζεν ὁ ἡμέτε-
1280ρος στρατός· δὲν ἐγνώριζεν οὔτε κατὰ τίνα τρόπον ἡττῶνται
1281οἱ ἀνδρεῖοι, ἀλλ’ ἀτυχοῦντες στρατοί. Ὁ τελευταῖος πόλε-
1282μος εἶναι ἀπὸ τὰς μᾶλλον μελανὰς σελίδας τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν
1283ἱστορίας, καὶ φρίττει ἀληθῶς τις, ἀναγινώσκων κατὰ τίνα
1284τρόπον ἐκφράζονται περὶ τοῦ ἡμετέρου πολέμου καὶ περὶ τοῦ
1285ἡμετέρου στρατοῦ ξένοι στρατιωτικοί, παραστάντες μάρτυρες
1286τῆς παιχθείσης εἰς τὰ σύνορα θλιβερᾶς κωμῳδίας. Μετ’ ἀφά-
1287του θλίψεως ἀνεγίνωσκον κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος στρατιω-
1288τικοῦ συγγραφέως βιβλίον περὶ τοῦ ἡμετέρου πολέμου. Ἐν
1289τῷ βιβλίῳ τούτῳ ἀνεφέρετο, ὅτι αἱ τουρκικαὶ δυνάμεις ἐν τοῖς
1290Θεσσαλικοῖς συνόροις δὲν ἦσαν ὑπέρτεραι τῶν ἡμετέρων,
1291κατὰ τὰς συναφθείσας δὲ ἁψιμαχίας, μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς
1292ὑποχωρήσεως, ὁ ἡμέτερος στρατὸς δὲν εἶχεν ἀπωλείας οὔτε
12933%· μὲ τοιαύτας δὲ ἀπωλείας ὑποχώρησις στρα-
1294τοῦ ἀμυνομένου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔντιμος. Διὰ νὰ ὑπο-
1295χωρήσῃ, ἐγνωμάτευεν ὁ συγγραφεὺς οὗτος, στρατὸς κατέχων
1296οἵας ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κατεῖχε θέσεις, ἔπρεπε νὰ ἀπο-
1297λέσῃ 50% τοὐλάχιστον, ὅπως δικαιολογήσῃ τοι-
1298αύτην ἀκατανόητον καὶ περίτρομον φυγήν. Ἀλλ’ αἱ ἀπώ-
1299λειαι τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ καθ’ ὅλας τὰς μάχας δὲν ὑπερ-
1300έβησαν τὰ 4%, συμπεριλαμβάνω δὲ εἰς τὰς ἀπω-
1301λείας ταύτας καὶ τὰς γενομένας κατὰ τὰς ἐν Ἠπείρῳ μά-
1302χας, ἔνθα αἱ ἀπώλειαι εἶναι πολλῷ μείζονες τῶν ἐν Θεσσα-
1303λίᾳ. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαύτη ἦτο ἡ δύναμις τοῦ ἑλληνικοῦ
1304στρατοῦ, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπετρέπετο νὰ ὑποχωρήσῃ, ἀφί-
1305νων ἀμαχητὶ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ μέγα μέρος τῆς Ἑλ-
1306ληνικῆς χώρας...
1307§89Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τίς στρατὸς ἀπώλεσεν ἐν
1308πολέμῳ 50%, καὶ κατὰ ποίαν ἐποχήν;
1309§90Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν στρατιωτι-
1310κὴν ἱστορίαν, ὅπως σᾶς εἴπω, ποῖοι στρατοὶ ὑπέστησαν τοσαύ-
1311τας ἀπωλείας καὶ κατόπιν ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποχωρήσω-
1312σιν· ὁ γράφων ὅμως ταῦτα στρατιωτικὸς συγγραφεὺς λέγει,
1313ὅτι οὐδεὶς στρατὸς, ἀμυνόμενος εἰς τὰ σύνορα αὑτοῦ, μὴ ἀπο-
1314λέσας δὲ 50%, δικαιολογεῖται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς θέσεις
1315αὑτοῦ, χωρὶς νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ὑποχώρησίς του ὡς ἄναν-
1316δρος φυγή...
1317§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θίγετε, κύριε συνάδελφε, ἓν ζήτημα ἀμφί-
1318βολον καὶ σκανδαλῶδες· διότι δὲν εἶναι γνωστὸν, ἐὰν ὁ στρα-
1319τὸς ὑπεχώρησεν ἐξ ἀδυναμίας, ἢ διότι διετάχθη νὰ ὑποχω-
1320ρήσῃ, κατὰ σχέδιον προδιαγεγραμμένον.
1321§92Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κατὰ τίνα τρόπον ἐ-
1322πῆλθεν ἡ ὑποχώρησις· ἴσως ὑπάρχουσι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι
1323γνωρίζουσι τοῦτο. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐν τῇ ἐξεταστικῇ τῶν
1324πραγμάτων ἐπιτροπῇ ἐζητήθησαν ἔγγραφα, προσεκομίσθη-
1325σαν τοιαῦτα, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν οὐδὲ ἓν εἴδομεν διαλευ-
1326καῖνον τὸ ζήτημα, ὅπερ ὑμεῖς θίγετε, καὶ ὅπερ δικαιολογεῖ
1327τὴν ὑποχώρησιν.
1328§93Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, τίς εἶναι ὁ στρατιωτικὸς αὐ-
1329τὸς, ὅστις δογματίζει, ὅτι, ἐὰν στρατός τις δὲν ἀπολέσῃ
133050%, ἀτίμως ἡττᾶται. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι εἷς ἄλλος στρα-
1331τηγὸς, βεβαίως ἀνώτερος αὑτοῦ, ὃν ἀναφέρετε, ὁ ὀργανωτὴς
1332τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὁ Γκόλτς πασσᾶς, ἐν τῇ «Ἱστορίᾳ
1333τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου» θαυμάζει τὴν ἀνδρείαν τοῦ
1334ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ λέγει ὅτι, ἐὰν οἱ διοικηταὶ τῶν ἑλ-
1335ληνικῶν στρατευμάτων ἠδύναντο νὰ ὑψωθῶσιν εἰς τὸ ση-
1336μεῖον ἐκεῖνο, εἰς ὃ ὤφειλον νὰ ἦναι, βεβαίως ὁ ἑλληνικὸς
1337στρατὸς δὲν ἤθελεν ἡττηθῆ.
1338Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι δυ-
1339νατὸν νὰ συζητῶνται κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογι-
1340σμοῦ, διότι αὐτὰ δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι θέμα συζητήσεως
1341εἰδικῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, ἣν πάντοτε ἀπέφυγον.
1342§94Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐπαρουσιάσθη καταλληλοτέρα
1343δι’ ἐμὲ στιγμὴ, ἵνα εἴπω τὰς γνώμας καὶ τὰς κρίσεις, τὰς
1344ὁποίας ἐσχημάτισα ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων, ἀπὸ
1345τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰδι-
1346κῆς συζητήσεως τῶν θεμάτων τούτων, προκαλέσατε τὴν τοι-
1347αύτην συνεδρίασιν, ὅπως ἐκτενέστερον συζητήσωμεν.
1348§95Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος.
1349§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὔτε ἐγώ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν προ-
1350καλεῖται τοιαύτη συζήτησις, ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐξετάζων τὸν
1351προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ
1352θέλων νὰ συμπεράνω, ἂν ἡ ποιότης τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀξία
1353τοιαύτης δαπάνης, δύναμαι νὰ ἐρευνήσω τὰ τῆς δράσεως
1354αὑτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ, καὶ ν’ ἀναφέρω κατ’ ἀκολουθίαν,
1355τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχουσι περὶ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ
1356ξένοι στρατιωτικοὶ συγγραφεῖς. Ἀλλ’ ὅταν, ὡς λέγετε, δὲν
1357ἔχωμεν στρατηγοὺς καὶ ἀρχηγοὺς εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως αὐ-
1358τῶν, ὅταν δὲν ἔχωμεν καὶ στρατιώτας, δυναμένους νὰ πολε-
1359μήσωσιν ὑπὸ τοιούτους ἀρχηγούς, οὐδὲν δὲ μέτρον λαμβάνε-
1360ται, ὅπως καὶ στρατηγοὶ καὶ στρατιῶται καταρτισθῶσιν
1361οὕτως, ὥστε νὰ δικαιολογήσωσι τὰς γινομένας δι’ αὐτοὺς θυ-
1362σίας τοῦ ἔθνους, ἀναντιρρήτως εἶναι μάταιον καὶ ἐπιβλαβὲς
1363νὰ δαπανῶνται τοσαῦτα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ προετοιμάζω-
1364μεν νέους φυγάδας καὶ νέας ἐθνικὰς συμφοράς. Εἶναι ἐπιζή-
1365μιον νὰ δαπανῶμεν χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν, καὶ τὰ
1366ὁποῖα ἀφαιροῦμεν ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς παραγωγῆς, ἐκ
1367τῆς εὐτυχίας τοῦ λαοῦ, περικόπτοντες τὴν πρόοδον αὐτοῦ.
1368Διὰ νὰ καταρτίσωμεν ἀξιόμαχον στρατὸν, ὡς ἔλεγον, ὀφεί-
1369λομεν νὰ δαπανήσωμεν χρήματα ἀφθόνως, διότι τότε μόνον
1370θὰ δυνάμεθα, οὐ μόνον τοὺς ὁπλίτας νὰ ἐκγυμνάζωμεν, ἀλλὰ
1371καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ διδάσκωμεν, πολλοὶ τῶν ὁποίων
1372καὶ εὐφυεῖς εἶναι, καὶ παίδευσιν ἔχουσιν, ὥστε νὰ καταρτι-
1373σθῶσιν ἱκανοὶ νὰ διευθύνωσι μεγάλας μονάδας, καὶ νὰ μὴ
1374ὑφίστανται κατὰ τὴν ὥραν τῆς δράσεως σύγχυσιν, ἀλλὰ νὰ
1375κατορθῶσι νὰ συγκρατῶσι τὰ παρ’ αὐτῶν διοικούμενα σώ-
1376ματα, καὶ μὴ βλέπωσι ταῦτα διαλυόμενα ἐν ἀταξίᾳ καὶ
1377φόβῳ. Διότι, ὅσα καὶ ἂν λέγῃ ὁ βαρῶνος Φὸν–δὲρ–Γκόλτς
1378περὶ τῆς ἀνδρείας τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀναμφισβήτη-
1379τον εἶναι, ὅτι, ἂν ἀφίνῃ ἀμφιβολίας ἡ ὑποχώρησις τοῦ στρα-
1380τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐπηρεάζῃ τὰς σκέψεις, ἃς ἀνέφερεν ὁ
1381κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εὗρεν ἐν
1382Ἠπείρῳ ἐλεύθερον τὸ ἔδαφος, ἵνα βαδίσῃ, καὶ ἐν τούτοις
1383ὑπεχώρησεν!
1384§97ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπολέμησεν ὅμως καλῶς. Δὲν
1385εἶναι δίκαιον νὰ ἀδικῶνται οὕτως οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες
1386ἐπετέλεσαν τὸ ἔργον των κατὰ τὸ δυνατόν. Ὅτι ὁ στρατὸς
1387ἡμῶν ἔχει ἀτελείας, ἕνεκα κυβερνητικῆς ἀβλεψίας, ὅτι δὲν
1388ἔχουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ μόρφωσιν πλήρη καὶ ἐκπαίδευσιν,
1389ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ.
1390§98Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τινὰ προ-
1391σωπικῶς ἐνταῦθα· γενικῶς ἐξετάζων τὴν κατάστασιν τοῦ
1392στρατοῦ, καὶ ἐρευνῶν τὰ αἴτια, τὰ προκαλέσαντα τὴν κατά-
1393στασιν ταύτην, καταδεικνύω τὰς ἀτελείας αὐτοῦ, ἕνεκα
1394τῶν ὁποίων ἐπηκολούθησεν ἡ οἰκτρὰ ὑποχώρησις καὶ αἱ ἐκ
1395ταύτης συνέπειαι· οὐδεὶς δὲ πρέπει νὰ θεωρῇ τὰς παρατη-
1396ρήσεις μου ταύτας ὡς κατακρίσεις ἀπευθυνομένας εἰς πρό-
1397σωπα. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι κατεχόμεθα ἔκ τινος παραδό-
1398ξου ψυχοπαθείας· δὲν θέλομεν νὰ θεωρήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς
1399ὡς ἡττηθέντας, καὶ προσπαθοῦμεν νὰ παρουσιάσωμεν ἡμᾶς
1400ὡς καταγαγόντας ἐνδόξους νίκας! Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὑπῆρ-
1401ξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἀνήρχοντο τὸ βῆμα οἱ στρατιωτικοὶ ῥή-
1402τορες, καὶ κατώρθουν νὰ πληρῶσι τὴν αἴθουσαν νικητηρίων
1403παιάνων, ἐνῷ καθ’ ὅλον τὸν πόλεμον ἓν μόνον κατεδείξαμεν,
1404ὅτι διαρκῶς ὑπεχωροῦμεν, καὶ ὅταν ἦτο ἀνάγκη, καὶ ὅταν
1405οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε πρὸς τοῦτο...
1406§99Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπολεμήσαμεν ἐπιθετικῶς εἰς τὸ
1407Γρίμποβον.
1408§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διαρκῶς ἀκούω περὶ τῆς μάχης
1409ταύτης. Ἀναφέρεται αὕτη ὡς ἔνδοξόν τι κατώρθωμα, ἐνῷ
1410ὑπῆρξε μία κοινὴ ἐπίθεσις, μηδὲν σχοῦσα ἀποτέλεσμα, διότι
1411οἱ Ὀθωμανοὶ ἐκράτησαν τὰς θέσεις των.
1412§101Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Ἦτο μάχη μεγάλη ἐκείνη· καὶ ἐγὼ, ὅστις
1413σᾶς ὁμιλῶ, ἔλαβα μέρος εἰς αὐτήν.
1414§102Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὴ ἀνησυχεῖτε! Δὲν προτίθεμαι
1415νὰ σᾶς ἀφαιρέσω οὔτε φύλλον ἀπὸ τὸν δάφνινον στέφανον
1416τῆς δόξης σας. Ἀλλ’ ἂν ἡ μάχη αὕτη, ὑπὸ ἔποψιν στρατιω-
1417τικὴν, ἦναι ἀξία μνείας, ὑπὸ ἔποψιν ὅμως πολιτικὴν δὲν εἶναι
1418ἀξία νὰ ὀνομάζῃ τις αὐτήν· διότι, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς δια-
1419πραγματεύσεις ἀνακωχῆς, ἐδίδομεν διαταγὰς νὰ προσβληθῇ
1420ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἐν Ἠπείρῳ!
1421§103Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αὐτὸ δὲν εὐθύνει τὸν στρατόν· εἶναι
1422ζήτημα πολιτικόν.
1423§104Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως εὐθύνει τὸν δώσαντα τὴν
1424διαταγὴν τῆς ἐπιθέσεως ἐντεῦθεν· ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν
1425στρατιωτικὴν, ὑπὸ ἔποψιν ἀποτελεσμάτων, ὅλως ἀσήμαντος
1426ὑπῆρξε· σᾶς παρακαλῶ δὲ, ἐξ ὅλης τῆς ἱστορίας τοῦ τελευ-
1427ταίου πολέμου νὰ μοὶ παρουσιάσητε ἔστω καὶ ἓν μεμονω-
1428μένον ἀνδραγάθημα, ἐξ ἐκείνων, ὧν βρίθουσιν αἱ ἱστορίαι
1429καὶ τῶν μᾶλλον ἀτυχησάντων στρατῶν.
1430§105Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχομεν τὴν κυρίευσιν χαρακώματος
1431ὑπὸ τοῦ ταγματάρχου Γερογιάννη καὶ τῶν λοχαγῶν Χόρτη
1432καὶ Καμάρα. Ναί, ἐκυριεύσαμεν χαράκωμα, ἐπιτιθέμενοι καὶ
1433οὐχὶ ἀμυνόμενοι.
1434§106Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἤκουσα, ὅτι ἐγένετο ἐκτόπισις ἔν
1435τινι προχείρῳ ὀχυρώματι ἐν Γριμπόβῳ, ἀλλὰ τοῦτο οὐδεὶς
1436δύναται νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀνδραγάθημα, ὡς ἡρωϊσμόν. Ἄλλην
1437σημασίαν καὶ ἄλλην ἔννοιαν ἔχει ἡ διάπραξις ἡρωϊκοῦ τινος
1438ἐγχειρήματος. Ἀλλὰ διὰ νὰ παραστῶμεν ὡς παρέστημεν
1439κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, αἰτία ἦτο ἡ παντελὴς ἔλλει-
1440ψις στρατιωτικῆς ὀργανώσεως ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἡ κατάπτωσις
1441τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος παρὰ τῇ κοινωνίᾳ, ἀφ’ ἑτέρου· ἔλειψαν
1442δηλ. ἀμφότερα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀναπτύσσουσι τὴν ἀκα-
1443τάβλητον ἐκείνην δύναμιν, ἥτις χαρακτηρίζει τὰ ἔθνη, ἅτι-
1444να τοιούτους ἀναλαμβάνουσιν ἀγῶνας. Ὅταν δὲ δὲν θέλωμεν
1445νὰ πιστεύσωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τούτων, κατ’
1446οὐδὲν συντελοῦμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν βελτίωσιν. Ὁ στρα-
1447τὸς, ἵνα ὀργανωθῇ, ἀπαιτεῖ χρήματα, ὅταν δὲ τὸ Κράτος
1448δὲν ἦναι εἰς θέσιν νὰ παρέχῃ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τὸν σκο-
1449πὸν τοῦτον μέσα, εἶναι μάταιον νὰ δαπανῶνται καὶ τὰ ἀνα-
1450γραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1451Στρατιωτικῶν ποσὰ, διότι δι’ αὐτῶν οὐδὲν δύναται νὰ συν-
1452τελεσθῇ σπουδαῖον· θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ σηπεδὼν, ἡ
1453φθείρουσα τὸν στρατὸν, καὶ θὰ παριστάμεθα θεαταὶ τοῦ
1454πετάγματος 19 ἑκατομμυρίων δραχμῶν κατ’ ἔτος κυριολε-
1455κτικῶς εἰς τὴν θάλασσαν. Οὐδὲν τῶν ὑπαρχόντων θὰ μετα-
1456βάλητε, καὶ ὅταν καμμία νέα Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ὠθήσῃ ἐκ
1457νέου τὸ ἔθνος εἰς πόλεμον, ὁ στρατὸς οὐδεμίαν θὰ δυνηθῇ νὰ
1458παράσχῃ ὑπηρεσίαν, θὰ εὑρεθῶμεν δὲ εἰς τὴν αὐτὴν, ἂν μὴ
1459εἰς χείρονα θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθημεν καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον
1460πόλεμον. Θὰ ἴδωμεν τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας
1461νὰ ὑποχωροῦν, εἴτε διατάσσονται, εἴτε δὲν διατάσσονται.
1462Μὴ νομίζετε τέλος πάντων, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἡλικίᾳ
1463ἐκείνῃ, κατὰ τὴν ὁποίαν, μείρακες τοῦ σχολείου, ἐπιστεύο-
1464μεν, ὅτι ἠδυνάμεθα διὰ τῶν λίθων νὰ καταδιώξωμεν τοὺς
1465Τούρκους!...
1466§107Π. ΓΚΙΚΑΣ. Δυστυχῶς, αὐτὰ τὰ ἐπίστευε καὶ ἡ κοινω-
1467νία καὶ ἡ Βουλή.
1468§108Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀληθῶς, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ἐπίστευε
1469καὶ ἡ κοινωνία τὸ ἐφαντάζετο, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπω-
1470θήσωμεν τοὺς Τούρκους ἐκ τῶν συνόρων, καὶ νὰ βαδίσωμεν
1471νικηφόροι πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν ὑπὸ τὴν δουλείαν ὁμοφύ-
1472λων. Ἀλλ’ αἱ ἐλπίδες αὗται ἀπεδείχθησαν σκιαὶ ἀπατη-
1473λότεραι· ὁ στρατὸς ἡμῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνθέξῃ οὔτε ἐπὶ
1474πέντε ἡμέρας, ἀμυνόμενος εἰς τὰ σύνορα. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην
1475ἀξιοθρήνητον κατάστασιν ἐπαρουσίαζεν ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἐν-
1476ταῦθα ἐδημιουργοῦντο οἱ ἥρωες, καὶ ἐλαξεύοντο οἱ ἀνδρι-
1477άντες ἡρώων ἀνυπάρκτων, καὶ ἔφθανον μέχρις ἡμῶν αἱ ἰα-
1478χαὶ μαχῶν ἐνδόξων· ὅτε δὲ προσεκομίσθησαν ἐνταῦθα αἱ
1479στατιστικαὶ πληροφορίαι περὶ τῶν φονευθέντων, ἐβλέπομεν
1480ὅτι εἰς μάχας, περὶ ὧν τόσος εἶχε γείνῃ θόρυβος, τρεῖς εἶχον
1481φονευθῆ καὶ ὀκτὼ τραυματισθῆ, ἀνέζων δὲ παρὰ τὴν Ἀκρό-
1482πολιν τὰ Ἄβδηρα! Τοιαῦται ἦσαν αἱ ἔνδοξοι μάχαι. Κατε-
1483λήφθημεν δὲ ὑπὸ τοιαύτης ψυχοπαθείας, ὥστε ἐπιστεύομεν,
1484ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ αἰσχύνη τοῦ τελευταίου πολέμου ὑπῆρξε
1485διὰ τὴν Ἑλλάδα νέα αἴγλη δόξης! Τοιαύτη δὲ, φαίνεται,
1486ἐπεκράτει ἰδέα οὐ μόνον εἰς τοὺς ἀγορητὰς, οὐ μόνον εἰς τοὺς
1487γράφοντας εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διάνοιαν
1488αὐτῆς τῆς τότε Κυβερνήσεως· διότι εἴδετε, κατὰ τίνα τρό-
1489πον διεσπάρησαν οἱ προβιβασμοὶ καὶ αἱ ἀμοιβαὶ, εἰς ἔνδειξιν
1490τιμῆς διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀρετὰς καὶ διὰ τὰς ὑπηρεσίας,
1491ἃς προσέφεραν εἰς τὴν πατρίδα οἱ μετασχόντες τοῦ πολέμου!
1492§109Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Προήχθησαν πρὸς πλήρωσιν τῶν κε-
1493νῶν, τὰ ὁποῖα ἄφησαν οἱ ἀποστρατευθέντες ἢ ἀποταχθέν-
1494τες ἀξιωματικοί.
1495§110Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοῦτο, ὅπερ λέγετε, οὐδόλως εἶναι
1496ἀκριβές. Ἄν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, οἱ ἀποστρατευθέντες
1497ἢ ἀποταχθέντες ἀξιωματικοὶ δὲν ὑπηρέβησαν τὰς τρεῖς δε-
1498κάδας, ἐνῷ προήχθησαν ἑξακόσιοι! Ἀφοῦ δὲ τὰ κενὰ ταῦτα
1499ὑπῆρχον κατὰ τὸν πόλεμον, δὲν γνωρίζω ποῖος λόγος ὑπη-
1500γόρευεν, ὅπως ταῦτα πληρωθῶσιν ἐν εἰρήνῃ.
1501Οὕτω λοιπόν, δαπανῶντες διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
1502τιωτικῶν, ὡς δαπανῶμεν, λαμβάνομεν τὸ χρῆμα ἐκ τῶν
1503παραγωγικῶν τάξεων, καὶ τὸ διαθέτομεν ἀδίκως διὰ στρα-
1504τόν, ὅστις κατεδείχθη ἄχρηστος πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ἀλη-
1505θοῦς αὐτοῦ σκοποῦ.
1506Ἄν ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, φρονῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς ὑπα-
1507γορεύει νὰ διατηρῇ στρατὸν, ἂν νομίζῃ, ὅτι τὴν ἀποκατά-
1508στασιν τῶν ὑποδούλων Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν θὰ πραγ-
1509ματοποιήσῃ ἡ στρατιωτικὴ ῥομφαία, περὶ τῆς ὁποίας ἀνέ-
1510φερεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
1511Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι αὕτη εἶναι πεπρωμένον νὰ κόψῃ
1512τὸν γόρδιον δεσμὸν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, τότε ὀφεί-
1513λετε νὰ παρασκευάσητε ἀληθῆ στρατὸν, περικόπτοντες παν-
1514ταχόθεν τὰς δαπάνας, ὅπως ἐνισχύσητε τὸν προϋπολογι-
1515σμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄν ὅμως ἔχητε τὴν
1516γνώμην, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δαπανήσῃ
1517πλειότερα, φοβεῖσθε δὲ νὰ περιορίσητε τὰς δαπάνας τοῦ
1518Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μήπως εὑρεθῆτε ἀπέναντι
1519προνουτσιαμέντων, τότε εἴπατέ το καθαρὰ, ὅπως παύσῃ
1520πᾶσα συζήτησις· διότι δὲν εἶναι πλέον πολιτικὴ Κράτους
1521αὕτη, νὰ ἐνεργῆτε εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῶν πραι-
1522τωριανῶν. Ἓν ἐκ τῶν δύο ὅμως δέον νὰ γείνῃ: ἢ πρέπει νὰ
1523περικόψωμεν τὰς δαπάνας τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, —καὶ
1524δυνάμεθα εὐχερῶς νὰ πράξωμεν τοῦτο—ὅπως αὐξήσωμεν τὰς
1525δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ νὰ περιο-
1526ρίσωμεν τὰς ὑπαρχούσας τοῦ Ὑπουργείου τούτου...
1527§111Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ποῖον προτιμᾶτε ἀπὸ τὰ δύο;
1528§112Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ χώρα
1529δὲν δύναται νὰ παρέχῃ τὰ 114 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, χω-
1530ρὶς νὰ ὑποστῇ οἰκονομικὴν ἐξάρθρωσιν. Κατ’ ἀκολουθίαν, νο-
1531μίζω, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν Ὑπουργείων δέον νὰ περικοπῶσιν αἱ
1532δαπάναι, οὕτως ὥστε νὰ ἐξοικονομηθῶσι κατ’ ἔτος 15–18
1533ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κύριος Πρωθυπουρ-
1534γὸς κατὰ τὸ 1896, τὰ δὲ ἑκατομμύρια ταῦτα νὰ διατεθῶσι
1535πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας καὶ τῆς ναυτιλίας, πρὸς ἐνίσχυ-
1536σιν ὅλων τῶν παραγωγικῶν μέσων τῆς χώρας, πρὸς ἠθικὴν
1537διάπλασιν τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς πρακτικωτέραν μόρφωσιν αὐτοῦ,
1538οὕτως ὥστε νὰ συμβαδίσουν ἡ ὑλικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ ἀνάπτυξις
1539αὐτοῦ. Κατὰ τὸν τρόπον δὲ τοῦτον ἐνεργοῦντες, καὶ εἰς τοι-
1540αῦτα ἐπιδιδόμενοι, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐλπίσωμεν εἰς τὸ μέλ-
1541λον, θὰ δυνηθῶμεν, ἐπαυξάνοντες τὴν πλουτολογικὴν ἡμῶν
1542θέσιν, καὶ ἔχοντες πόρους ἐπαρκεῖς, νὰ σκεφθῶμεν λυσιτε-
1543λέστερον πρὸς ὀργάνωσιν στρατιωτικὴν τῆς χώρας...
1544§113Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ νὰ κάμωμεν, διὰ νὰ μᾶς μουντζώ-
1545σουν μίαν ὥραν προτήτερα οἱ ὁμογενεῖς!
1546§114Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι
1547πολὺ ταχύτερον θὰ ἴδωμεν τὸ μούντζωμα, μὲ αὐτὰ, τὰ
1548ὁποῖα πράττομεν. Ἐὰν πρόκηται ἐνταῦθα νὰ δημοκοπῶμεν
1549καὶ νὰ ἐκφωνῶμεν λόγους, ὅπως ἐκφωνοῦσι τοιούτους ἐν τοῖς
1550Συλλόγοις κατὰ τὴν 25 Μαρτίου, οὐδεὶς ἐμποδίζει ἡμᾶς νὰ
1551πράττωμεν τοῦτο· Θὰ ὑποκαίωμεν τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ
1552ἐπὶ τὸ θεατρικώτερον, ἀλλ’ οὐδεμία ἐκ τούτου θὰ ἐπέρχηται
1553ὠφέλεια. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ συζητῶμεν σοβαρῶς, δέον νὰ
1554παρουσιάζωμεν τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτῶν ὄψιν.
1555Ἀλλὰ, πλὴν τῆς πατριωτικῆς ταύτης πολιτικῆς, ὑπάρχει
1556καὶ ἄλλη, πατριωτικὴ ἐπίσης πολιτική, ἡ πολιτικὴ τῆς
1557πλουτολογικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, τῆς ἐκπολιτίσεως
1558τοῦ λαοῦ, τῆς πρακτικωτέρας μορφώσεως αὐτοῦ. Ἄν τοιαύ-
1559την τραπῶμεν ὁδόν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν
1560πεποίθησιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ λύσωσιν ἡμέραν τινὰ τὰ
1561ζητήματα τῆς Ἀνατολῆς, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ εἶναι ἀξία
1562νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κέντρον πολιτισμοῦ καὶ ἡμερώσεως ἐν τῇ
1563Ἀνατολῇ. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν θὰ
1564βαρύνωσι πλειότερον εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς εὐρωπαϊκῆς
1565Δικαιοσύνης αἱ ἀρεταὶ αὗται, ἢ ἡ ἀποστομωθεῖσα ῥομφαία
1566τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, εἴτε ὑποχρε-
1567ούμεθα νὰ παρασκευάσωμεν στρατιωτικῶς τὴν χώραν, εἴτε
1568ἀποφασίσωμεν νὰ περιορίσωμεν τὰς δαπάνας τῶν δύο πολε-
1569μικῶν Ὑπουργείων, ὅπως ἐνισχύσωμεν τὴν παραγωγὴν τῆς
1570χώρας, δέον ν’ ἀποφασίσωμεν, ποίαν ὁδὸν θ’ ἀκολουθήσωμεν.
1571Δέον νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον σοβαρόν, καταλῆγον πρὸς ἕνα
1572σκοπὸν, καὶ αὐτὸ νὰ ἐφαρμόσωμεν. Ἐὰν θ’ ἀκολουθήσωμεν
1573τὴν πρώτην ὁδόν, τὴν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς, δέον
1574νὰ ἐξεύρωμεν πόρους, δι’ ὧν θὰ δυνηθῶμεν ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀνα-
1575συστήσωμεν τὸν ἡμέτερον στρατὸν, ἀποκαθαίροντες τοῦτον
1576ὅλων τῶν ἀνικάνων καὶ ἀχρήστων στοιχείων, τὰ ὁποῖα
1577παραφθείρουσιν αὐτὸν, εἴτε εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀνωτέρων, εἴτε
1578εἰς τὰς τῶν κατωτέρων εὑρίσκονται ταῦτα. Δέον νὰ ἐξεύ-
1579ρωμεν τ’ ἀπαιτούμενα χρήματα, ἅτινα, ὡς ἔλεγεν ὁ Ἀρχί-
1580δαμος, εἶναι τὰ νεῦρα παντὸς στρατοῦ ἔν τε εἰρήνῃ καὶ ἐν
1581πολέμῳ· οὕτω δὲ θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν
1582ἱκανὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἀληθῆ προορισμόν, ὃν ἔχει πᾶς
1583στρατὸς εἰς τὸν κόσμον. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως Προ-
1584ϋπολογισμοῦ δὲν διακρίνει τις οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην μέρι-
1585μναν οἱασδήποτε βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ· οὐδεμίαν βλέπω
1586ἀπόφασιν ὡρισμένην πρὸς λύσιν τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ζη-
1587τήματος, περὶ οὗ πολλὰ λαλοῦμεν, καὶ οὐδὲν πράττομεν.
1588Τὸ μόνον, ὅπερ εἴδομεν, ἦτο ἡ προσαγωγὴ τοῦ νομοσχε-
1589δίου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ἐγένετο ἤδη
1590νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐφαρμόζεται ἀπὸ ἱκανῶν μηνῶν. Οἱ
1591εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου τούτου ὑπεστήριζον τότε, ὅτι θὰ κα-
1592τωρθοῦτο δι’ αὐτοῦ νὰ ἀναπλασθῇ ὁ στρατός, ἐκφεύγων τῶν
1593χειρῶν τῆς πολιτικῆς, τῆς θεωρηθείσης ὡς τῆς μόνης αἰτίας
1594τῆς παραλυσίας αὐτοῦ. Παριστάνετο κατὰ τὰς συζητήσεις
1595ἐκείνας, ὅτι, εὐθὺς ὡς θ’ ἀνελάμβανε τὴν διοίκησιν τοῦ στρα-
1596τοῦ ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, θὰ ἐβλέπομεν τοὺς φυγάδας ἐκεί-
1597νους στρατιώτας τοῦ τελευταίου πολέμου μεταβαλλομένους
1598εἰς Πρώσσους θωρακοφόρους! Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐφηρμόσθη, καὶ
1599ἡ Α. Ὑψηλότης διοικεῖ τὸν στρατόν. Ἡ πολιτικὴ ἔπαυσεν
1600ἐπεμβαίνουσα πλέον εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἡ κατάστα-
1601σις δὲν μετεβλήθη· τὰ αὐτὰ αἴτια ἐξακολουθοῦσι παράγοντα
1602τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, διότι, ὡς ἐλέγομεν οἱ ἀντιτιθέμε-
1603νοι εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἡ ἀγαθὴ θέλη-
1604σις τοῦ Διαδόχου δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ μεταβάλῃ τὴν κατά-
1605στασιν τοῦ στρατοῦ...
1606§115ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Μήπως ἐκλαμβάνετε τὸν Διά-
1607δοχον θαυματοποιόν;
1608§116Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀκριβῶς, ἐπειδὴ δὲν ἐξελάμβανον
1609τὸν Διάδοχον θαυματοποιόν, ὑπεστήριζον κατὰ τὴν συζή-
1610τησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅτι οὐδὲν ἤθελε κατορθώσει
1611ὁ Διάδοχος, ὁ τοιαύτας ἀναλαμβάνων εὐθύνας, χωρὶς νὰ λάβῃ
1612μετὰ τῆς διοικήσεως καὶ τὰ μέσα, ὅπως ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ
1613στρατοῦ...
1614§117Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐναντίον θὰ ἦτο θαῦμα.
1615§118Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ἐναντίον ἀληθῶς θὰ ἦτο θαῦμα,
1616ὡς πολὺ ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος.
1617Οὐδεὶς σήμερον δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ἄνευ μειδιάμα-
1618τος, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ μετεβλήθη, ἢ ὅτι ἐλπί-
1619ζεται τοὐλάχιστον νὰ μεταβληθῇ. Ἡ αὐτὴ κατάστασις ἐξα-
1620κολουθεῖ, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ, ὄχι διότι δὲν ἔχει τὴν ἀγα-
1621θὴν προαίρεσιν ὁ Διάδοχος, ὅστις, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ
1622παύσῃ αὐτὴ ἡ παρατηρηθεῖσα ἐξάρθρωσις τοῦ στρατοῦ, ἀνε-
1623δέχθη εὐθύνας, καὶ περιεβλήθη μὲ ὑποχρεώσεις, αἵτινες θὰ
1624γεννήσωσιν ἴσως αὐτῷ ζητήματα εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ διότι
1625ἔλειψαν ἀπ’ αὐτοῦ τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ καταστῇ ἐφαρμόσι-
1626μος πᾶσα μεταρρύθμισις. Ἀλλ’ ὅπως ἐξεύρητε τὰ μέσα, δέον
1627νὰ περικόψητε τὰς θέσεις ὅλων ἐκείνων, οἵτινες κατατρώ-
1628γουσι μέγα μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ παρέχωσι
1629σπουδαίαν τινὰ ὑπηρεσίαν εἰς τὴν διοίκησιν...
1630§119Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ ὑποστηρίξητε.
1631§120Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀκούω τὸν κ. Ρικάκην, ὁ ὁποῖος μὲ
1632διακόπτει, καὶ λέγει, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ ὑποστηρίξω. Ἐγὼ
1633εἶπον προηγουμένως, τί ὑποστηρίζω, καὶ ποίας ἰδέας ἔχω περὶ
1634τῆς πολιτικῆς, ἣν δέον ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ χώρα. Τώρα ὑπο-
1635δεικνύω, τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἂν ἐπικρατήσουν αἱ ἰδέαι
1636τοῦ κ. Ρικάκη περὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώ-
1637ρας. Διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν, ἄξιον τοῦ ὀνόματός του,
1638καὶ ἱκανὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους,
1639αὐξήσατε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
1640τικῶν, φέρετε δὲ τότε ὀργανωτὰς, ὅπως ὀργανώσωσι τοῦτον,
1641καὶ μὴ περιορισθῆτε εἰς τὸν ὀργανισμὸν ἐν τῷ χάρτι, ἀλλὰ
1642ἐφαρμόσατε αὐτόν. Προσκαλέσατε κατ’ ἔτος ἡλικίας τινὰς
1643ἐφέδρων πρὸς ἐκγύμνασιν τῶν ἀνδρῶν καὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν
1644τῶν ἀξιωματικῶν, πληρώσατε δι’ ὑλικοῦ τὰς κενωθείσας
1645κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἀποθήκας, συμπληρώσατε
1646τὸν ὁπλισμὸν, ὅστις ἐδεκατίσθη μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς
1647Λαρίσης ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἀντικαταστήσατε τὰ καταστρα-
1648φέντα τηλεβόλα, ἐγείρατε ὀχυρώματα παρὰ τὰ σύνορα, ὅπως
1649ἀποκτήσωμεν ἀσφαλῆ τοιαῦτα, καὶ ἀφοῦ κατορθώσητε ταῦτα,
1650τότε μόνον δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι πράττετε σοβαρόν τι ὑπὲρ
1651τοῦ στρατοῦ. Ἄνευ πάντων τούτων, ἡ δαπάνη τῶν 18 ἢ 19
1652ἑκατομμυρίων τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1653Στρατιωτικῶν εἶναι δαπάνη ἀνωφελής, γινομένη, ὅπως ὑπάρ-
1654χῃ στρατὸς μὴ δυνάμενος νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ
1655ἔθνους, ὡς δὲν ἠδυνήθη νὰ χρησιμεύσῃ καὶ κατὰ τὸν τελευ-
1656ταῖον πόλεμον...
1657§121Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς!
1658§122Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐθνικὴ πολιτικὴ θεωρεῖται ἐνταῦθα
1659τὸ ἀποκρύπτειν τὴν ἀλήθειαν! Θεωρεῖται, ὅτι προσβάλλουν
1660τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα τὰ λεγόμενα παρ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ ζητήματα,
1661ἀπορροφοῦντα δεκάδας ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, δὲν κανονί-
1662ζονται ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος. Τὰ αἰσθήματα καὶ οἱ παλμοὶ
1663τῆς καρδίας ἀπομένουσιν ἀναφαίρετον κτῆμα τῶν ἐρωτευμέ-
1664νων καὶ τῶν ποιητῶν. Ἐν τῇ ἐρεύνη τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1665ἐν τῇ μελέτῃ τῶν γινομένων δαπανῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους οὐ-
1666δεμίαν θέσιν ἔχουσι ταῦτα. Ἡ ψυχραιμία καὶ ἡ κρίσις δέον
1667νὰ καθοδηγήσωσιν ἡμᾶς εἰς τὴν μελέτην ὅλων αὐτῶν τῶν
1668ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ καταλήξω-
1669σιν εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἐὰν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ Προϋπολογι-
1670σμοῦ, οἱ κρίνοντες τὴν πολιτικὴν, ἣν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ
1671ἡ Ἑλλὰς, θεωροῦσιν, ὅτι ἡ συντήρησις καὶ βελτίωσις τοῦ
1672στρατοῦ εἶναι ἀναπόδραστος διὰ τὴν πολιτικὴν των ταύτην,
1673τότε ἂς ἐπιδιώξωσι τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώ-
1674ρας, ζητοῦντες τὰ μέσα ἐκεῖνα, δι’ ὧν θὰ ἐξυπηρετήσωσι
1675ταύτην. Οὕτω πράττοντες, θ’ ἀφήσωσι τὴν ψευδῆ αὐτὴν κατά-
1676στασιν, δι’ ἣν ἀδίκως φορολογεῖται ὁ λαὸς, πρὸς ὃν λέγομεν
1677ἐντεῦθεν, ὅτι συντηροῦμεν στρατὸν καὶ στόλον, ὅπως ὑπο-
1678στηρίξωμεν τὰ προαιώνια δίκαια τῆς φυλῆς ἡμῶν. Ἀλλὰ
1679τοιαῦτα λέγοντες, διαβουκολοῦμεν τὸν λαὸν, καὶ ὑποδαυλί-
1680ζοντες τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ, ἀπατῶμεν αὐτόν· θὰ καταλή-
1681ξωμεν δὲ καὶ πάλιν εἰς τὰ ἐπαίσχυντα ἀποτελέσματα, καὶ
1682θὰ ἴδωμεν τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν μὴ σταματῶντας εἰς τὴν Τα-
1683ράτσαν, ἀλλ’ εἰσβάλλοντας εἰς τὴν Ἀττικὴν, καὶ στήνοντας
1684τὴν σημαίαν αὐτῶν ἐπὶ τῆς μετώπης τοῦ Παρθενῶνος!
1685§123Γ. ΡΩΜΑΣ. Αὐτὰ δὲν πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιτρέπητε
1686νὰ τὰ λέγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνταῦθα. Αὐτὰ εἶναι βλασφημίαι!
1687§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης δὲν εἶπε τίποτε, τὸ
1688ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀκουσθῇ ἐνταῦθα.
1689§125Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀγανακτεῖ ὁ κ. Ρώμας, καὶ πολὺ
1690δικαίως ἀγανακτεῖ, διότι ἀκούει ἀληθείας, τὰς ὁποίας δὲν
1691ἔτυχε ν’ ἀκούσῃ ἄλλοτε ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν
1692ἠγανάκτει ὁ κ. συνάδελφος καὶ κατὰ τὸ 1897, ὅτε οἱ Τοῦρ-
1693κοι διήρχοντο τὰ στενὰ τῶν Θερμοπυλῶν, τὰ ὁποῖα κατέ-
1694στησεν ἱερώτερα τοῦ Παρθενῶνος τὸ αἷμα τοῦ Βασιλέως τῆς
1695Σπάρτης. Ἢ μήπως φρονῇ, ὅτι ἠμπόδισαν τοὺς Τούρκους νὰ
1696στρατοπεδεύσωσι παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα;
1697Ἢ μήπως συνέβη νὰ ἴδῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐξεγειρομένους τοὺς
1698κατοίκους τῆς πρωτευούσης τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐγνώσθη, ὅτι
1699διήρχετο ὁ τουρκικὸς στρατὸς τὰς Θερμοπύλας, ἁρπάζοντας
1700τὰ ὅπλα καὶ προτάσσοντας τὰ στήθη αὐτῶν ὑπὲρ βωμῶν καὶ
1701ἑστιῶν; Ἐὰν ἦτο ἐν Ἀθήναις τότε, οἰκτρὰν θὰ ἔβλεπε τὴν
1702εἰκόνα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας! Θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἠδύνατο
1703νὰ συμβῇ τότε ὅ,τι πιστεύω ὅτι θὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον,
1704ἂν τὴν αὐτὴν ἀκολουθήσωμεν πολιτικήν. Διότι ἔθνη, τὰ
1705ὁποῖα πρὸ τοῦ πολέμου παρορμῶσι καὶ Βασιλείαν καὶ Κυ-
1706βέρνησιν καὶ Βουλὴν νὰ ῥιφθῇ εἰς ἀπεγνωσμένον ἀγῶνα, δὲν
1707λιποψυχοῦσι μὲ τὴν πρώτην δυσμένειαν τῆς τύχης, δὲν χά-
1708νουσι τὸ ἠθικὸν αὐτῶν, καὶ δὲν σαλεύεται ἡ διάνοια αὐτῶν
1709εἰς τὴν πρώτην τῆς ἀτυχίας πνοήν. Εἴδετε, τί συμβαίνει εἰς
1710τὴν νοτιωτάτην Ἀφρικήν! Ἐκεῖ εἷς λαὸς συνετρίβη, ἀγωνι-
1711ζόμενος πρὸς τὸ κραταιότατον τῶν ἐθνῶν τοῦ κόσμου. Κατελή-
1712φθη ἡ χώρα αὐτοῦ, ἡλώθησαν αἱ πόλεις αὐτοῦ, ἀλλ’ οὗτος
1713ἐξακολουθεῖ ἀγωνιζόμενος καὶ διαμφισβητῶν σπιθαμὴν πρὸς
1714σπιθαμὴν τὸ πάτριον ἔδαφος. Οὕτως ἀγωνίζονται οἱ λαοί·
1715ἀλλ’ οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ὑψηλὸν τὸ ἐθνικὸν αὐ-
1716τῶν φρόνημα καὶ ἀρτίαν τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐκπληρώσεως
1717τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα.
1718Ἀγανακτεῖ ὁ κ. Βουλευτής, καὶ λέγει, ὅτι εἶναι βλασφη-
1719μίαι τὰ λεγόμενα παρ’ ἐμοῦ, καὶ ἀπορεῖ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος
1720δὲν μοῦ ἀφαιρεῖ τὸν λόγον, διότι προλέγω, ὅτι θὰ φθάσωμεν
1721εἰς τ’ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφθάσαμεν κατὰ τὸ 1897.
1722Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον νομίζομεν, ὅτι μὲ τὸν νόμον τῆς Γενικῆς Διοι-
1723κήσεως ἐπράξαμεν ὅ,τι ἀπῃτεῖτο ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, οὐδε-
1724μίαν νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει
1725πολὺ χείρονα τῶν τότε θέλομεν πάθει...
1726§126Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σεῖς κατηγορεῖτε ὁλόκληρον τὴν Ἑλ-
1727ληνικὴν φυλὴν, ὅτι ἐξεφυλίσθη!
1728§127Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μίαν ὑπόθεσιν κάμνει, ὅτι, ἐν ὅσῳ
1729τὸ Κράτος βαίνει ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, δὲν δύναται παρὰ νὰ
1730καταλήξῃ εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα.
1731§128ΠΛΑΤΥΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος μᾶς παριστᾷ εἰς
1732τὰ ὄμματα τοῦ ξένου κόσμου, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὁδὸν
1733τῆς φρονήσεως, εἶναι ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
1734στρατοῦ.
1735§129Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πλατὺς εἶναι ἄνθρω-
1736πος, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ζητήματα, καὶ δι’ αὐτὸ
1737ἐξέφερε καὶ τὴν γνώμην του ταύτην!
1738§130Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ καὶ ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος
1739ἐκεῖνος εἶπον, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ πολιτικὴ
1740δὲν ἦτο ἡ αἰτία τῆς ἐξαρθρώσεως τοῦ στρατοῦ, διότι οὐδέ-
1741ποτε εἴχομεν στρατὸν, ὡς ἐννοοῦσιν αὐτὸν τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα
1742ἔχουσι πράγματι στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν· δὲν ὑπῆρξε στρα-
1743τός, ὅπως τὸν διαφθείρῃ ἡ πολιτική, ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ
1744σήμερον στρατὸς, ὅτε διοικεῖ αὐτὸν ὁ Διάδοχος. Ἀφοῦ λοι-
1745πὸν δὲν ὑπάρχει στρατὸς, διατὶ ὁ ἔξω κόσμος νὰ θεωρῇ, ὅτι
1746εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς φρονήσεως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ
1747νόμου τούτου; Θὰ ἐθεώρουν ἴσως, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὁδὸν
1748τῆς φρονήσεως, ἐὰν ἐλαμβάνοντο τὰ μέτρα, ἅτινα θὰ καθί-
1749στων σκόπιμον πᾶσαν δαπάνην, γιγνομένην ὑπὲρ τοῦ στρα-
1750τοῦ. Ἐν ὅσῳ ὅμως τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ἀντιγράφομεν ἐπὶ
1751ἔτη, δαπανῶντες ἀσκόπως ὑπὲρ ἀχρήστου καὶ ἀσυντάκτου
1752στρατοῦ, ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀπατῶμεν καὶ τὸν λαὸν,
1753φορολογοῦντες αὐτόν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι παρασκευάζομεν δῆ-
1754θεν στρατὸν καὶ στόλον, καὶ ὅτι προετοιμάζομεν τὸ ἔθνος, ἵνα
1755ἐκδικηθῇ τὴν ἧτταν, ἣν ὑπέστη ἐσχάτως ἐπὶ τῶν Θεσσαλι-
1756κῶν πεδιάδων.
1757Ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις παντὸς ἔθνους δέον νὰ ἔλθῃ ὡς
1758συνέπεια τῆς χρηστῆς διοικήσεως, τῆς ἠθικῆς καὶ πνευματι-
1759κῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας αὐτοῦ. Ἡμεῖς
1760οὐδενὸς τῶν παραγόντων τούτων ἐπεδιώξαμεν τὴν βελτίω-
1761σιν, οὐδὲ ἐθέσαμεν τὰς βάσεις ἐκείνας, αἵτινες ἤθελον ὠθήσει
1762τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις πρὸς νέας ὁδοὺς εὐρυτέρας δράσεως.
1763Θὰ μοὶ δοθῇ ἴσως περίστασις, κατὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς
1764συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἀναπτύξω λεπτομερέ-
1765στερον τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων· διὰ τοῦτο
1766οὐδὲ θίγω κἄν ταῦτα σήμερον. Ματαιοπονία ὅμως εἶναι καὶ
1767ματαία σπατάλη χρόνου καὶ χρήματος ἡ ἀπόπειρα πάσης
1768στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, προτοῦ προηγηθῇ ἡ ἐνίσχυσις τῶν
1769παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, δι’ ὧν θὰ δυνηθῶμεν νὰ
1770ἐλπίσωμεν εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν χρηματικῶν ἐκείνων πόρων,
1771ἄνευ τῶν ὁποίων, ὡς πολλάκις εἶπον, ἡ στρατιωτικὴ ὀργά-
1772νωσις δὲν εἶναι δυνατή. Συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
1773σμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θελγόμεθα, ὑπο-
1774στηρίζοντες ψευδῆ πράγματα, ὅπως φαινώμεθα ἀρεστοὶ εἰς
1775τὸν δῆμον· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐξ
1776ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ὁ μὴ πιστεύων, ὅτι τὰ δαπανώ-
1777μενα χρήματα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἀσκόπως καὶ ἀδίκως δαπα-
1778νῶνται, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν φιλοπόνων καὶ ἐργατικῶν τά-
1779ξεων, ἐφ’ ὧν βασίζουσι τὴν εὐδαιμονίαν αὑτῶν τὰ ἔθνη. Ἡ
1780πολιτικὴ αὕτη βεβαίως δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ ὁδηγήσῃ
1781ἡμᾶς εἰς αἰσιώτερον ἐθνικὸν μέλλον. Εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἡ
1782ὁποία θὰ ἐπαναφέρῃ ἡμᾶς εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, θὰ
1783μᾶς παρουσιάσῃ μὲ τὰ αὐτὰ ἐλλείμματα, θὰ μᾶς φέρῃ εἰς
1784νέαν χρεωκοπίαν, καὶ θὰ μᾶς ἐκβιάσῃ εἰς ἐπέκτασιν τοῦ ξε-
1785νικοῦ ἐλέγχου, μειώνουσα ἐπὶ πλέον τὰ κυριαρχικὰ δικαιώ-
1786ματα τοῦ Κράτους· οὕτω δὲ θέλει καταστήσει ἡμᾶς ἀνισχύ-
1787ρους, ὅπως διεκδικήσωμεν μίαν ἡμέραν τὰ δίκαια ἐκεῖνα, τὰ
1788ὁποῖα συνυπάρχουσι μὲ τὴν ψυχὴν τοῦ ἔθνους ἀπὸ τῆς ἡμέ-
1789ρας, καθ’ ἣν πρὸ τῆς Πύλης τοῦ Ρωμανοῦ ἔπεσεν ὁ τελευ-
1790ταῖος ἡγεμὼν τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας. (Εὖγε! εὖγε!
1791χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1792§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον.
1793Οἱ παραδεχόμενοι τὸ Κεφάλαιον Βʹ τῶν ἐσόδων...
1794§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τί λέγετε, κύ-
1795ριε Πρόεδρε!
1796§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος.
1797§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν
1798λόγον.
1799§135Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος Βου-
1800λευτὴς ἐκ Γόρτυνος θὰ ὁμιλήσῃ βεβαίως διὰ μακρῶν, καλὸν
1801εἶναι νὰ διακόψωμεν.
1802§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν
1803μέχρι τῆς 10ης ὥρας.
1804§137ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ νὰ λύσωμεν τὴν
1805συνεδρίασιν δι’ αὔριον.
1806§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
1807§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, διότι θέλω καταβι-
1808βάσει τοὺς ἀκούοντας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ τῶν εὐγε-
1809νῶν στρωμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀνυψώσει τὴν ἐπὶ τοῦ
1810Προϋπολογισμοῦ μελέτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, εἰς θέ-
1811ματα ἐντελῶς πεζά.
1812Εἶνε δύο ἤδη ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα κυβερνᾶται ἡ χώρα ἀπὸ
1813τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον. Εἰς τὴν Βουλὴν εἰσήχθησαν ὑπ’ αὐ-
1814τοῦ δύο Προϋπολογισμοί, οἵτινες ἐπεψηφίσθησαν, εἰσάγεται
1815δὲ νῦν ὁ τρίτος Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901, καὶ ἐπὶ τούτου
1816καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον.
1817Ἔλεγον πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ Προϋπο-
1818λογισμοῦ εἶναι πολλαπλῆ. Ὡς προχθὲς ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς,
1819ὀνομάζουσι τὸν Προϋπολογισμὸν νόμον τῶν νόμων, διότι ἐν
1820τῷ Προϋπολογισμῷ συγκεφαλαιοῦνται πᾶσαι αἱ δαπάναι,
1821τὰς ὁποίας οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἐπέτρεψαν, ἀναγράφονται
1822δὲ καὶ πάντα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα οἱ φορολογικοὶ νόμοι καὶ
1823οἱ ἄλλοι, οἱ κανονίζοντες τὰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου Ταμείου
1824πρὸς τοὺς πολίτας, ἔχουσιν ἀναγράψει. Ἑπομένως κατὰ
1825τὴν ἐξέτασιν τῶν Προϋπολογισμῶν ἀναζητεῖται, ἐὰν ἐτηρή-
1826θησαν κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτῶν αἱ διατάξεις τῶν νόμων
1827τούτων, ἢ ἂν δὲν ἐτηρήθησαν αὗται, καὶ ὑπάρχῃ ἀντιφω-
1828νία μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν νόμων, ὅτε προσ-
1829ήκει νὰ ἀναζητῶνται αἱ αἰτίαι τῆς τοιαύτης ἀντιφωνίας,
1830καὶ νὰ ἐρευνηθῶσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ἰδίως δὲ νὰ
1831ὑπαχθῶσιν αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφεῖσαι προβλέ-
1832ψεις εἰς τὰ ὑπὸ τῶν νόμων κεχαραγμένα ὅρια. Ἀλλ’ οἱ
1833Προϋπολογισμοὶ ὑπόκεινται καὶ εἰς ἐξέτασιν λογιστικήν,
1834ἤτοι ἐξετάζεται, ἐὰν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν
1835τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς πιθανῶς εἰσπραχθησόμενα, ἐπαρκῶ-
1836σιν εἰς τὰ ἔξοδα· εἶναι δὲ τὸ θέμα ἄξιον ἐπισταμένης ἐρεύ-
1837νης· διότι, ἂν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκῶσιν εἰς τὰ
1838ἔξοδα, ἡ διοίκησις θέλει περιέλθει εἰς ἀμηχανίαν, καί, ἢ θέ-
1839λει ἀφήσει ἀθεραπεύτους ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἀνεγράφη-
1840σαν δαπάναι, ἀφοῦ τὰ ἔσοδα ἀπεδείχθησαν μὴ ἐπαρκοῦντα,
1841ἢ θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν
1842προτάσεις περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ἤτοι περὶ ἐπιβαρύν-
1843σεως τῶν πολιτῶν· ἐὰν δὲ τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα
1844ἀποδειχθῶσιν ὑπέρτερα τῶν ἐξόδων, ὑπολείπωνται δ’ ἕνεκα
1845τούτου ποσὰ ἀδιάθετα, καὶ τοῦτο εἶναι ἐλάττωμα τῆς συν-
1846τάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, ἂν μετ’ ἐπισταμένης
1847μελέτης διερρυθμίζοντο τὰ περὶ τούτου, ἤθελον προσδιορι-
1848σθῆ τὰ περισσεύοντα ἔσοδα πρὸς θεραπείαν ὑπαρχουσῶν
1849ἀναγκῶν, αἵτινες ἐγκατελείφθησαν, ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν
1850ἐσόδων, ἀθεράπευτοι ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δημοσίων συμφερόντων.
1851Ἀλλὰ καὶ ἄλλη προσέτι ἐξέτασις σκοπεῖ νὰ βεβαιώσῃ
1852τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀναγραφέντων ποσῶν τῶν ἐσόδων καὶ τὴν
1853ἀκρίβειαν ἐπίσης τῶν ἀναγραφέντων ἐξόδων· διότι, ἐὰν ἡ
1854ἀναγραφὴ τῶν ἐσόδων ἦναι πλημμελής, ἐὰν τὰ ἔσοδα ἀνα-
1855γραφῶσιν ὑπέρτερα τῶν ἀληθῶν, τοῦτο φέρει πάντως εἰς
1856ζημίαν, ὅταν τὰ ἔσοδα ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκῆ, διότι δὲν
1857θέλουσι θεραπευθῆ ἀνάγκαι, καίτοι εἶχε ληφθῆ ἐν τῷ Προ-
1858ϋπολογισμῷ πρόνοια περὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ σκοπεῖ τῶν Προ-
1859ϋπολογισμῶν ἡ ἐξέτασις προσέτι νὰ βεβαιώσῃ καὶ τὴν σκο-
1860πιμότητα τῶν πιστώσεων, μήπως μεταξὺ τῶν ἀναγκῶν, περὶ
1861τῆς θεραπείας τῶν ὁποίων ἀνεγράφησαν αἱ ἀπαιτούμεναι
1862πιστώσεις, δὲν περιελήφθησαν τυχὸν ἀνάγκαι, αἵτινες εἶναι
1863κατεπείγουσαι, ἡ θεραπεία τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ ἀνα-
1864βληθῇ, καὶ αἵτινες διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ προτιμηθῶσιν ἐκεί-
1865νων, περὶ ὧν ἐλήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρόνοια· ἢ μή-
1866πως ἀνεγράφησαν προβλέψεις περὶ ἀναγκῶν, τῶν ὁποίων ἡ
1867θεραπεία δὲν ἐνδείκνυται, τό γε νῦν ἔχον, ὑπὸ τῶν περιστά-
1868σεως τοῦ τόπου ἐπιβαλλομένη, ὁμοιάζομεν δὲ πρὸς πτωχὸν
1869καὶ ἄφρονα ἀγρότην, ὅστις ἐκ κενοδοξίας καὶ πρὸς μωρὰν
1870ἐπίδειξιν ἐξοδεύει τὰ ὀλίγα ἀργύρια αὐτοῦ εἰς προμήθειαν
1871πολυτελῶν ἐπίπλων καὶ εἰς πλουσίαν διακόσμησιν τοῦ πε-
1872νιχροῦ οἰκίσκου του, ἢ εἰς ἀγορὰν ὀχημάτων, ἐνῷ χρήζει
1873ὀναρίου, ἵνα ἐπιβαίνῃ αὐτοῦ, μεταβαίνων εἰς τὸν ἀγρόν του.
1874Ἀλλὰ τοὺς Προϋπολογισμοὺς πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν καὶ
1875πρὸς ἕτερον σκοπόν, ἵνα ἀνεύρωμεν ποῖά τινα ὑποκρύπτονται
1876ὑπὸ τοὺς ἀριθμούς. Ἔλεγόν τινες ἄλλοτε, ἐπαιρόμενοι, ὅτι
1877εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ζωογονῶσι τοὺς ἀριθμούς· ἀλλὰ τῶν
1878ἀριθμῶν ἡ ζωογόνησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἐδιδάχθημεν,
1879οὐδ’ ἐπεχειρήσαμεν ποτέ, ἡ ζωογόνησις, λέγω, τῶν ἀριθμῶν
1880εἶναι ἡ παρεξήγησις τῶν ἀριθμῶν· ταύτην δ’ ὑπαγορεύει σκο-
1881πὸς ἀπάτης πρὸς ἀποπλάνησιν τῶν πολλῶν. Ἡμεῖς ἐννοοῦ-
1882μεν τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀριθμῶν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἐννοιῶν,
1883ἕνεκα τῶν ὁποίων οὗτοι ἀνεγράφησαν, τὴν πολιτικήν, οὕτως
1884εἰπεῖν, ἐξέτασιν, τὴν ἀναζητοῦσαν ποῖαι γενικαὶ ἰδέαι διοι-
1885κήσεως κρύπτονται ὑπὸ τοὺς ἀριθμούς, ποῖαι κυβερνητικαὶ
1886σκέψεις, ἐκδηλοῦσαι τὴν μέριμναν τῶν κυβερνώντων εἴτε ὑπὲρ
1887τῆς ἠθικῆς βελτιώσεως, εἴτε ὑπὲρ τῆς κοινωνικῆς προόδου,
1888εἴτε ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς προκοπῆς τῆς χώρας καὶ τῶν πο-
1889λιτῶν, ἢ ἐκδηλοῦσαι τὴν φροντίδα αὐτῶν περὶ τῆς ἀσφα-
1890λείας τῆς χώρας, ἢ περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Κράτους, ὅπως
1891τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα δυνηθῶσιν ἐν τῷ μέσῳ τῆς διεθνοῦς
1892κινήσεως καὶ σταδιοδρομίας, οὐ μόνον νὰ διασώσωσιν ὅ,τι
1893ἔχουσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποκτήσωσιν ὅ,τι ἐπιθυμοῦσιν.
1894Ἀλλ’ ἐὰν τοσοῦτον πολλαπλῆ εἶναι ἡ ἐξέτασις τοῦ Προ-
1895ϋπολογισμοῦ, τί πρέπει νὰ εἴπῃ τις, ἀκούων, ὅτι ἡ πλειονο-
1896ψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ἡ κληθεῖσα
1897νὰ ἐξελέγξῃ τὸν Προϋπολογισμόν, κατώρθωσεν ἐντὸς τριά-
1898κοντα λεπτῶν τῆς ὥρας, ἐντὸς ἡμισείας ὥρας, νὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ
1899πάσας αὐτῶν τὰς ἐπόψεις πέντε Ὑπουργείων ὀγκώδεις προ-
1900ϋπολογισμούς, τῶν ὁποίων αἱ ἀναγραφόμεναι πιστώσεις ἀνήρ-
1901χοντο εἰς 46 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι πάντα ταῦτα
1902ἠρεύνησαν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐμελέτησαν ὑπὸ
1903πάσας ταύτας τὰς ἐπόψεις, καὶ προσέτι καὶ αὐτὸν τὸν νόμον
1904τῶν ἐσόδων, καὶ κατώρθωσαν νὰ πεισθῶσιν, ὅτι οὐδὲν ἔπρεπε
1905νὰ ἀφαιρέσωσιν; ὅτι οὐδεὶς ἐνδοιασμός, οὐδεμία ταλάντευ-
1906σις ἢ ἀμφιβολία ἀνέστειλεν ἢ ἐμείωσε τὸ θάρρος αὐτῶν, ὅτι
1907οὐδεμία κἂν ἀνασκοπὴ πρὸς τὰ ἑαυτῶν πρόσωπα παρεκώλυ-
1908σεν αὐτά, ἀλλ’ ὅτι εὗρον πάντα ἄριστα, μηδὲ κατὰ δραχμὴν
1909ἐλάσσονα ἢ πλείονα τοῦ προσήκοντος; ὅτι τέλος τὰ μέλη
1910ταῦτα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογι-
1911σμοῦ ὡδηγοῦντο ὑπὸ ἀνδρὸς ἐπιστήμονος, γνώστου τῶν νό-
1912μων καὶ ἔχοντος τὴν δύναμιν νὰ ἐρευνήσῃ τὸν Προϋπολογι-
1913σμὸν ὑπὸ πάσας ταύτας τὰς ἐπόψεις; Ἀλλὰ τί νὰ εἴπῃ τις,
1914ἐὰν ἀναβῇ βαθμίδας τινάς, καὶ ἔχων τὸ βλέμμα πρὸς τὸ
1915βῆμα τῆς Βουλῆς, ἀκούσῃ φωνῆς, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1916ἐξηγούσης τὰ γιγνόμενα, καὶ διδασκούσης, ὅτι πάντα ταῦτα
1917οὐδὲν ἔχουσι τὸ ἔκτροπον, διότι δὲν εἶναι, εἰμὴ τύποι ἁπλοῖ
1918καὶ κενοί, ὅτι τὸ ἐρευνᾷν τὸν Προϋπολογισμὸν εἶναι ματαιο-
1919πονία ὀχληρά, καὶ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἢ νὰ διέλθωμεν τὸν
1920Προϋπολογισμόν, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ὅπως ἀπέλ-
1921θωμεν καὶ ζητήσωμεν ν’ ἀνακουφισθῶμεν εἴτε ὑπὸ τῆς αὔ-
1922ρας ἐν θέρει, εἴτε τὸν χειμῶνα ἐν τῷ θάλπει εὐαρέστου ἐν-
1923τευκτηρίου; Ἐὰν ὁ λέγων ταῦτα ἠσπάζετο τὰ δόγματα τῆς
1924Σχολῆς τῶν ὑλιστῶν, ἐὰν ἦτο θαυμαστὴς τῶν ἀνακαλύψεων
1925τοῦ Δαρβίνου, δὲν ἤθελον ἐκπλαγῆ, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐφήρ-
1926μοζε τὰ δόγματα τῆς εἰρημένης Σχολῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα μα-
1927ταιοπονία εἶναι τῆς ἀληθείας ἡ ἀναζήτησις, ἢ ἡ πρὸς τὰς
1928ἱστορικὰς παραδόσεις εὐλάβεια, ἢ ἡ πρὸς τὸ ἰδανικὸν τοῦ
1929λαοῦ ἀφοσίωσις, ὅτι δὲ οἱ φρόνιμοι τῶν πολιτῶν πρέπει νὰ
1930ἀρκώμεθα νὰ ζήσωμεν σήμερον ἐν ἀνέσει, μὴ μεριμνῶντες
1931περὶ τῆς αὔριον. Ἀλλ’ ἡ περὶ ἧς εἶπον φωνὴ εἶναι φωνὴ ἀν-
1932δρὸς ἐπίσης γνώστου τῶν νόμων, βιώσαντος ἐν τῇ Δύσει, καὶ
1933μὴ ἀγνοοῦντος τὴν πρόοδον τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Ἐὰν δὲ
1934τὰ εἰρημένα διδάγματα αὐτοῦ ἠκολουθοῦμεν, ἤθελον ἁπλο-
1935ποιηθῆ πάντως τὰ ἔργα ἡμῶν, ἤθελε δὲ γίγνεσθαι τακτι-
1936κῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ὀλίγον ἔλειψε νὰ συντε-
1937λεσθῇ, ἤτοι νὰ ἀποδεχθῶμεν πάντες, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ
1938συζητῶμεν, περιττὸν νὰ κοπιάζωμεν, ἤρκει δὲ νὰ συνερχώ-
1939μεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος
1940τῶν Βουλευτῶν, νὰ ἐρωτᾶται δ’ ἡ Βουλή, καὶ οἱ μὲν ἐγκρί-
1941νοντες τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ λέγωσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ ἐγκρί-
1942νοντες αὐτὸν ὄχι, νὰ γίνηται ἡ διαλογὴ τῶν ψήφων, καὶ νὰ
1943ἀπερχώμεθα οἱ μὲν διὰ τῆς θύρας ταύτης, οἱ δὲ δι’ ἐκείνης.
1944Βεβαίως, Κύριοι, δὲν προωδεύσαμεν. Δὲν προωδεύσαμεν,
1945δυστυχῶς, ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς πράγμασιν, ὡς ἔλεγεν ὁ κ.
1946Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ἀλλὰ δὲν προωδεύσαμεν καὶ ἐν τῇ
1947ἀναπτύξει τῆς βιοτεχνίας, τῆς τέχνης τοῦ σκοπίμως καὶ λυ-
1948σιτελῶς ἐργάζεσθαι, δυστυχῶς δέ, δὲν προωδεύσαμεν οὐδὲ
1949ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, οὐδὲ ἐν τῷ πολιτεύεσθαι· διότι, ὅταν ἐν τῇ
1950αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ συντελεῖται ἡ λει-
1951τουργία τοῦ μηχανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀνομάζουσι κοινοβου-
1952λευτικοὺς θεσμοὺς, τοιαῦτα διδάγματα δίδωνται, τοιαῦται
1953δίδωνται συμβουλαὶ, τοιαῦται ἐκφράζωνται ἐπιθυμίαι, καὶ
1954τοιαῦται ἀποκαλύπτωνται τάσεις, βεβαίως τὸ Κράτος δὲν
1955προώδευσε.
1956Δὲν γνωρίζω, ἂν τοιαύτη τακτικὴ ἔχῃ τοὺς ἐπιδοκιμά-
1957ζοντας. Ἔγραφον καὶ διέδιδον τελευταῖον, ὅτι καὶ ὁ Βασι-
1958λεὺς ἀποδοκιμάζει τὴν εἰσηγμένην ἀνέκαθεν ἐν τῇ Βουλῇ τα-
1959κτικὴν, ἧς ἕνεκα παρατείνεται τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συζή-
1960τησις, τώρα ἰδίως, ὅτε πρόκειται περὶ τῆς Μακεδονίας, ἢ τῆς
1961Κρήτης. Ἴσως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν ἦτο καὶ αὐ-
1962τὸς ἀλλότριος τῶν ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας ἐργασθέν-
1963των κατὰ τὸ 1896, τῶν ὀργανωσάντων τὰς ἀλησμονήτους
1964ἐκείνας ἐκδρομὰς, οὐδ’ εἶχεν ἀφεθῆ ἀμύητος τῶν σχεδίων, τὰ
1965ὁποῖα εἶχε τότε ἀναλάβει νὰ ἐφαρμόσῃ ἐν Κρήτῃ ὁ καὶ τότε
1966καὶ νῦν συνάδελφος αὐτοῦ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν,
1967ἴσως καὶ αὐτὸς βαρυθυμεῖ, χάριν τῆς Μακεδονίας, καταπονού-
1968μενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τοιαύτας διαδίδουσι κατὰ πᾶ-
1969σαν πρωΐαν γνώμας καὶ συμβουλὰς καὶ διάφοροι ἄνδρες, σο-
1970φοὶ καὶ φιλοπάτριδες, βιοπαλαισταὶ, πάνοπλοι διὰ διαφόρων
1971γραφίδων. Τελευταῖον κατεπλάγη ἀληθῶς ἡ δημοσιογραφία
1972ὑπὸ τοῦ φόβου, μήπως, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίζετο
1973πρὸ τῶν ἑορτῶν, ἐπέλθῃ ἀνωμαλία τις, εἴτε ἐν τῷ Κοινο-
1974βουλίῳ, εἴτε ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας,
1975ἕνεκα δὲ τούτου κινδυνεύσῃ ἡ Μακεδονία, ἢ ἀπολεσθῇ ἡ
1976Κρήτη. Καὶ περὶ μὲν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως μετὰ λύ-
1977πης εἴδομεν πολλοὺς νὰ ποιῶνται ἀνευλαβῶς κατάχρησιν αὐ-
1978τοῦ, ὁσάκις θέλωσι νὰ περιβάλωσι διὰ κύρους γνώμας μω-
1979ρὰς, ἢ νὰ προστατεύσωσι συμφέροντα ἔκθεσμα, τολμῶντες
1980καὶ τὰς ἐθνικὰς περὶ Μακεδονίας ἰδέας νὰ ἐκμεταλλεύων-
1981ται. Ἂν πρὸ μικροῦ εἴδετε ἐπισειομένην τὴν ἀπειλὴν τῆς
1982διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀκούετε τώρα ἀναγγελλόμενον τὸν
1983ὄλεθρον τῆς Μακεδονίας καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς Κρήτης. Καὶ
1984ἂν μὲν ἔγραφον ταῦτα, ὅσοι, ὑποδεέστεροι τοῦ ἔργου, τὸ
1985ὁποῖον ἀνέλαβον, χειρίζονται τὴν γραφίδα, ἵνα πορισθῶσι τὰ
1986τοῦ βίου, ἠθέλομεν μόνον μετὰ λύπης προσβλέψει εἰς ποίαν
1987μετέπεσε σταδιοδρομίαν ἡ δημοσιογραφία, ἐφ’ ἧς ἄλλας εἶχε
1988στηρίξει ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἐλπίδας, πολλὰς δ’ ἐποιή-
1989σατο ἔκτοτε ἡ Πολιτεία χάριν αὐτῆς παραχωρήσεις· ἀλλὰ
1990τοιαῦτα νὰ μηχανῶνται ἔκθεσμα τεχνάσματα πολιτικοὶ ἄν-
1991δρες, βεβαίως ἐκπλησσόμεθα· διότι, ἂν οἱ ναοὶ δὲν εἶναι πλέον
1992δυνατὸν νὰ ἀνοικοδομῶνται ἐν τρισὶν ἡμέραις, οὕτω καὶ οἱ
1993Προϋπολογισμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶνται καὶ ψηφί-
1994ζωνται ἐν τρισὶν ἡμέραις, εἰμὴ ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐπιθυ-
1995μοῦσι νὰ γελωτοποιῶσι τοὺς θεσμούς.
1996Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ Προϋπολογισμός; Ὁ Προϋπολογισμὸς
1997τοῦ 1901 εἶναι ὁ αὐτὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, εἶναι ὁ
1998αὐτὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899. Οἱ τρεῖς Προϋπολογισμοὶ
1999εἶναι συνέχεια πολιτικῶν, κυβερνητικῶν καὶ οἰκονομικῶν μέ-
2000τρων, τὰ ὁποῖα ἓν μόνον ἔχουσιν ἀποτέλεσμα, τὴν οἰκονο-
2001μικὴν καταστροφὴν τῆς χώρας, δὲν ἠξεύρω δέ, ἂν καὶ ἕνα
2002ἔχωσι σκοπόν. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ στενοχωρήσω ὑμᾶς
2003δι’ ἀριθμῶν, καὶ νὰ καταβιβάσω ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ στρώματα,
2004εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναβιβάσει ὑμᾶς ὁ εὔγλωττος φίλος μου,
2005ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899,
2006ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀνέγραφεν ἔσοδα ἐκ δραχμῶν
2007105,795,658, ἔξοδα δὲ 99,347,623.96· ἑπομένως ἐπηγγέλ-
2008λετο περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 6,448,034.40. Ἀλλ’ ὁ Προϋπο-
2009λογισμὸς οὗτος τοῦ 1899 προώριστο νὰ ὑποβληθῇ εἰς μεγά-
2010λας μεταβολάς· οὕτως, ὅτε συζητηθεὶς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς
2011Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, παρήγαγεν ἀλλοῖα
2012ἀποτελέσματα. Τὰ μὲν ἔσοδα ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ δραχμῶν
2013105,795,658 εἰς 107,085,658, ἤτοι περισσότερα κατὰ δρ.
20141,290,000, τὰ δὲ ἔξοδα ἀνεβιβάσθησαν καὶ ταῦτα ἀπὸ δρ.
201599,347,623.96 εἰς δρ. 102,663,945.19, ἤτοι περισσότερα
2016κατὰ δραχμὰς 3,316,324.23, μειωθέντος οὕτω τοῦ περισ-
2017σεύματος ἀπὸ δραχ. 6,448,034.40 εἰς δρ. 4,421,712.81.
2018Αὕτη εἶναι ἡ δευτέρα μορφὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ
2019καὶ τρίτην ἔλαβε μορφὴν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899,
2020διότι, ἀρξαμένου τοῦ 1899, ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος μετε-
2021βλήθη διὰ δέκα καὶ ἑπτὰ νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθη-
2022σαν πιστώσεις ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωματικαὶ, ἀνεβιβάσθη-
2023σαν δὲ τὰ ἔξοδα ἀπὸ 102,663,945.19 εἰς 111,240,385.89,
2024μειωθέντος τοῦ περισσεύματος ἀπὸ δραχ. 4,421,712.81 εἰς
2025δραχμὰς 282,239.75 μόνον. Τελευταία ἦτο ἡ μορφή, ἣν
2026ἔδωκεν αὐτῷ ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμός, κατὰ τὸν ὁποῖον
2027τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 115,406,697.02,
2028ἤ, ἐπειδὴ ἐκ τούτων 4,162,400.55 προήρχοντο ἐκ δανείων,
2029τὰ τακτικὰ ἔσοδα συνίσταντο εἰς δρ. 111,244,296.47, τὰ
2030δ’ ἔξοδα εἰς δρ. 104,629,743.56, κατελείπετο δὲ περίσσευ-
2031μα 6,614,552.91. Ἑπομένως τὸ περίσσευμα τοῦ Προϋπολο-
2032γισμοῦ τοῦ 1899, τὸ ὁποῖον, ὅτε οὗτος εἰσήχθη εἰς τὴν Βου-
2033λήν, συνίστατο εἰς 6,448,034.40, ὅτε δ’ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς
2034Βουλῆς, ἠλαττώθη εἰς 4,421,712.81, μετὰ τὴν ἔκδοσιν δὲ
2035τῶν νόμων περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων
2036πιστώσεων κατέπεσεν ἀπὸ 4,421,712.81 εἰς 282,239.75,
2037κατὰ δὲ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν, ἀνῆλθεν ἐπὶ τέλους εἰς
2038δραχμὰς 6,614,552.91.
2039Τῷ ὄντι πρέπει τις νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἡ βούλησις τοῦ
2040κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀρκοῦσαν ἰσχύν· τὸ
2041περίσσευμα τῶν 6,448,034.40, τὸ ἀρχικῶς διὰ τοῦ Προϋπο-
2042λογισμοῦ προσδιορισθέν, διῆλθε δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν περιπε-
2043τειῶν, κατῆλθε μέχρι δρ. 282,239.75 μόνον, καὶ ἐπὶ τέλους
2044ἔφθασε πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ
2045ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ
2046ὑπερέβη μάλιστα αὐτὸ κατὰ δραχμὰς 166,518.51. Ἀλλὰ
2047τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τῶν εἰσπραχθέντων, τὸ ὁποῖον ἀνεγρά-
2048φη ἐν τῷ προσωρινῷ ἀπολογισμῷ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἐκ
2049δανείων παραχθέντος ποσοῦ, ὡς ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς
2050111,244,296.47, περιλαμβάνει, κατὰ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ
2051τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ δραχ. 3,855,092.57, αἵτινες δὲν ἦσαν
2052ἔσοδον παραχθὲν ἐντὸς τοῦ 1899, ἀλλ’ εἶχον παραχθῆ κατὰ
2053τὰ προηγούμενα ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897· ἂν δὲ δὲν ὑπο-
2054λογισθῇ τοῦτο μετὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ 1899, ταῦτα
2055θέλουσι μειωθῆ ἀπὸ 111,244,296.47 εἰς 107,389,203.90,
2056τὸ δὲ περίσσευμα ἀπὸ 6,614,552.91 εἰς 2,759,460.34, τὸ
2057ὁποῖον εἶναι περίσσευμα μὴ ὑποκείμενον εἰς μεταβολήν τινα.
2058Τὸ ἔτος 1899 εἶναι τὸ δεύτερον μετὰ τὸν πόλεμον ἔτος·
2059δύναται δέ τις λογικῶς νὰ παραβάλῃ τὸν προσωρινὸν ἀπο-
2060λογισμὸν τοῦ 1897, οὐχὶ πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς εἴτε τοῦ
20611898, εἴτε τοῦ 1897, διότι τοῦτο μὲν, τὸ ἔτος 1897, εἶναι
2062τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤμεθα ἐν πολέμῳ, τὸ δὲ ἕτερον ἔτος,
2063τὸ 1898, ἦτο τὸ ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, κατὰ τὸ ὁποῖον
2064οἱ κυματισμοὶ τοῦ πολέμου δὲν εἶχον ἔτι κατασιγάσει· ἐνθυ-
2065μούμεθα δὲ, ὅτι πολὺ μετὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1898 εἶχον
2066δυνηθῆ οἱ κατοικοῦντες τὴν Θεσσαλίαν νὰ ἐπανακάμψωσιν εἰς
2067τὰς ἑστίας των. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἀναζητήσω τὸ
2068πρὸ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1897 ἔτος, τὸ ἔτος 1896, ἵνα δι’ αὐτοῦ,
2069ὡς πήχεος, παραβάλω καὶ μετρήσω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ τε
2070προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899 καὶ τῶν μετ’ αὐτὸν ψη-
2071φισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς Προϋπολογισμῶν, ἑπομένως καὶ
2072τοῦ συζητουμένου νῦν Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901. Κατὰ τὸ
20731896 τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 96,931,726.92,
2074κατὰ τὸ 1899 ἀνῆλθον εἰς 107,389,203.90, μὴ συμπερι-
2075λαμβανομένου ἐν αὐτοῖς τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πωληθέντος στα-
2076φιδοκάρπου· ἐὰν δὲ λάβωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς σύγκρισιν,
2077διότι τοῦτο παριστᾷ τὰ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καταβλη-
2078θέντα ἐντὸς τοῦ 1899 εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐκ φόρων καὶ
2079δικαιωμάτων, συνάγομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν
2080πλειότερα ἀπὸ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ
208110,457,476.98, ἤτοι, ἀντὶ τῶν κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέν-
2082των 96,931,726.92, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1899 δραχμαὶ
2083107,389,203.90. Ἐὰν δ’ ἐξετάσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ 1899,
2084καὶ παραβάλωμεν ταῦτα πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα
2085ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον εἰς δρ.
208685,813,422.09, εὑρίσκομεν, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ 1899, αἵ-
2087τινες ἀνῆλθον εἰς 104,629,743.56, ὑπερέβησαν τὰς δαπά-
2088νας τοῦ 1896 κατὰ δρ. 18,816,321.47. Οὕτω δὲ κατὰ τὸ
20891899 εἰσεπράχθησαν πλειότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ
2090τὸ 1896 δραχ. 10,457,476.98, ἐδαπανήθησαν δὲ περισ-
2091σότερα ἢ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1896 δραχμαὶ
209218,816,321.47.
2093Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὸ ἔτος 1899 εἴχομεν δαπάνας, ἃς
2094δὲν εἴχομεν κατὰ τὸ 1896, ἤτοι τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, τὸ
2095ὁποῖον ἐπληρώνετο μέχρι τοῦ 1898 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
2096δημοσίου χρέους, καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπλη-
2097ρώνετο μέχρι τοῦ 1898 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων·
2098καὶ διὰ μὲν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ
20991896 ἐπληρώνοντο 23,216,425.06, κατὰ τὸν προσωρινὸν δὲ
2100ἀπολογισμὸν τοῦ 1899 ἐπληρώθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
2101δημοσίου χρέους 29,703,165.29, ἤτοι πλειότερα δραχμαὶ
21026,486,740.23, διὰ δὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων κατὰ
2103μὲν τὸ 1896 ἐπληρώθησαν δρ. 5,120,361.03, κατὰ δὲ τὸ
21041899 ἐπληρώθησαν, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, δραχ-
2105μαὶ 5,933,260.60, ἤτοι ἐπληρώσαμεν περισσότερα διὰ τὰς
2106συντάξεις ἢ ὅσα εἴχομεν πληρώσει κατὰ τὸ 1896 δραχμὰς
2107812,901.57, πρέπει βεβαίως ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ ὑπερ-
2108βάλλοντα ἔξοδα τοῦ 1899 τὰ περιπλέον πληρωθέντα διὰ τὴν
2109ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν
2110συντάξεων, ἀνερχόμενα εἰς δρ. 7,299,641.80, ὅτε συνάγεται,
2111ὅτι ἐκ τῶν πληρωθέντων κατὰ τὸ 1899 δρ. 18,816,321.47
2112ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι
2113τὰ 7,299,641.80, ὡς αὐξήσεις ἀναπόφευκτοι, ὑπολείπονται
2114δὲ 11,516,679.67, καὶ ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν αὔξησιν τῶν
2115ἐξόδων τοῦ 1899 ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1896.
2116§140Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2117Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
2118§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
2119§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάβετε πρὸς παραβολὴν τὸ ποσὸν τῶν
2120δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896, καὶ ὑπελογίσατε τοῦτο ὡς
2121ἀνερχόμενον εἰς δρ.85,000,000. Καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον
2122προχείρως ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, τὰ
2123ἔξοδα τῆς χρήσεως ταύτης ἀνέρχονται εἰς δραχ. 90,900,000.
2124Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τοῦτο, ὅπως ἡ σύγ-
2125κρισις γένηται ἐπὶ ἀριθμῶν ἐξηκριβωμένων.
2126§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ λύσω τὴν ἀπορίαν. Κατὰ τὸ
21271896 δὲν εἴχομεν μόνον τακτικὰ ἔξοδα· ἦτο μὲν ὁμαλὸν τὸ
2128ἔτος, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸ προέκυψαν δαπάναι ἔκτακτοι, ἕνεκα
2129τῆς ἐπερχομένης ἀνωμαλίας τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Διὰ
2130τοῦτο κατὰ τὸ 1896 τὸ Ὑπουργεῖον ἐδαπάνησε καὶ ἔκτακτα
2131ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν προέβλεπον οἱ συνήθεις Προϋπολογισμοί.
2132Οὕτως ἐδαπανήθησαν:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2133Εἰς τροφὴν τῶν γυναικῶν καὶ παίδων
2134ἐν Κρήτῃ, αἵτινες εἶχον προσφύγει εἰς
2135τὸ Γενικὸν Προξενεῖον τῆς Ἑλλάδος δρ. 125,735.55
2136Εἰς περίθαλψιν τῶν ἐν Ἀθήναις προσ-
2137φύγων Κρητῶν » 292,800.36
2138Εἰς ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, περισσό-
2139τερα ἢ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ
2140ἔτος 1894 » 818,795.13
2141Εἰς μισθοὺς στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιω-
2142ματικῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων,
2143ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1894 » 194,196.52
2144Εἰς τροφὴν τοῦ στρατοῦ, περισσότερα
2145ἢ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ τὸ 1894 » 213,170.15
2146Εἰς ἱπποφορβὴν τοῦ στρατοῦ, περισ-
2147σότερα ἢ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ τὸ 1894 » 200,340.38
2148Εἰς μετακομίσεις καὶ ὁδοιπορίας τοῦ
2149στρατοῦ, ὡσαύτως ὑπὲρ τὰ δαπανη-
2150θέντα τὸ 1894 » 86,935.37
2151Εἰς ἱππωνίαν ὡσαύτως » 427,664.35
2152Εἰς κατάθεσιν ἐν Τραπέζῃ ἐκ τῶν εἰσ-
2153πραχθέντων ἀντισηκωμάτων ἐφέδρων
2154καὶ ἀποστράτων » 727,838.26
2155Εἰς ὁπλισμὸν τῶν πλοίων τοῦ στόλου » 814,014.91
2156Εἰς ἐπισκευὴν καὶ κατασκευὴν λεβή-
2157των καὶ μηχανῶν » 667,800.60
2158Εἰς γαιάνθρακας, ὑπὲρ τὰ δαπανη-
2159θέντα τὸ 1894 » 129,133.75
2160Εἰς πληρώματα τοῦ στόλου, περισσό-
2161τερα ἢ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ τὸ 1894 » 186,301.65
2162Εἰς ἔξοδα νομισματοποιΐας » 192,458.68
2163Τὸ ὅλον συγκεφαλαιοῦται εἰς » 5,077,185.66
2164Οὕτω τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ 1896 δὲν ἦσαν 90,890,607
2165δρ. καὶ 75 λεπτά, ὅσα ἀναγράφονται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ
21661896, ἀλλὰ μόνον 85,813,422.09, διότι ἐκ τῶν δαπανη-
2167θέντων 90,890,607.55 τὰ 5,077,185.66 ἦσαν ἔξοδα ἔκ-
2168τακτα.
2169Δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ διὰ τὸν ἔκτακτον χαρα-
2170κτῆρα τῶν δαπανῶν τούτων, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι, οἵτινες
2171ἐνθυμοῦνται τὰς περιστάσεις τοῦ 1896. Τότε, ἐνῷ ἐδαπανῶ-
2172μεν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ἀποκόπτοντες αὐτὰ ἐκ τῶν τα-
2173κτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, προετρεπόμεθα καὶ προεπηλα-
2174κιζόμεθα, διότι ἐδαπανῶμεν ὀλίγα, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ δαπανή-
2175σωμεν δέκα ἑκατομμύρια διὰ νὰ διοργανώσωμεν τὸν στρατὸν
2176καὶ τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος.
2177Τοιαῦτά εἰσι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ
21781899. Μεταβαίνομεν δὲ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογι-
2179σμοῦ τοῦ 1900. Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος εἰσήχθη τὴν 30
2180Νοεμβρίου 1899, παρίστα δὲ ἔσοδα ἐκ δραχ. 111,315,528,
2181καὶ ἔξοδα 110,240,731.32, ἑπομένως περίσσευμα ἐκ δραχ-
2182μῶν 1,074,796.68· ὅτε ὅμως ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ
2183ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τὰ ποσὰ ταῦτα εἶχον μετα-
2184βληθῆ, καὶ ἀνεγράφοντο ἔσοδα μὲν δρ. 112,206,849, ἔξοδα
2185δὲ 112,049,279.35· ἑπομένως ὑπελείπετο περίσσευμα ἐκ
2186δραχ. 157,569.65. Ἀλλ’ ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900
2187παρεδόθη εἰς ἐκτέλεσιν, δὲν κατέληγε πλέον εἰς τὸ περίσ-
2188σευμα τοῦτο, διότι δι’ ἕνδεκα νόμων ἐχορηγήθησαν πιστώ-
2189σεις ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι ἐκ δρ. 1.972,352.12,
2190ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ εἰρημένον περίσσευμα μετεποιήθη εἰς
2191ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 1,814,782.47.
2192Δὲν εἶναι, δυστυχῶς, δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τὰ ὁριστικὰ
2193ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἀφοῦ ἀκόμη
2194διανύομεν τὸν 12ον μῆνα τοῦ ἔτους, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ γνω-
2195ρίζωμεν, πόσα θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν ἀναγραφομένων
2196ἐσόδων, καὶ πόσα θέλουσι δαπανηθῆ ἐκ τῶν ἀναγραφομένων
2197ἐξόδων. Ἐὰν ὅμως ἐρευνήσῃ τις τὴν προσωρινὴν κατάστα-
2198σιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ τῶν δαπανηθέντων ἐξό-
2199δων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1900 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ
2200αὐτοῦ ἔτους, θέλει πληροφορηθῆ, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα
2201ἀνῆλθον κατὰ τοὺς 10 μῆνας εἰς δρ. 75,675,505.06, ἐνῷ τὰ
2202ἔσοδα τοῦ 1899, τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν
2203διάστημα, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1899 μέχρι τέλους Ὀκτω-
2204βρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἀνῆλθον εἰς δρ. 69,178,475,37, ἤτοι
2205θέλει συναγάγει, ὅτι κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 εἰσε-
2206πράχθησαν περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἀντι-
2207στοίχους μῆνας τοῦ 1899 ἐκ δραχ. 5,778,088.39. Ἐπειδὴ
2208δὲ ἐν μὲν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀνεγράφη ὡς ἔσο-
2209δον ἐξ ἀντιτίμου ἐκποιηθέντος σταφιδοκάρπου ἐκ δραχμῶν
22103,855,092.51, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀνε-
2211γράφη ἔσοδον ἐκ δρ. μόνον 1,273,122.31, θέλει διακρίνει
2212τὴν ἀτυχίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, διότι τὰ ἐν
2213αὐτῷ ἐξ ἐκποιήσεως σταφιδοκάρπου περιληφθέντα ἔσοδα
2214εἰσὶν ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 2,581,970.26 τῶν ἐξ ἐκποιή-
2215σεως σταφιδοκάρπου ἀναγραφέντων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
2216τοῦ 1899 ἐσόδων. Οὕτω, τὰ μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου εἰσ-
2217πραχθέντα κατὰ τὸ 1900 ἔσοδα ὑπερβαίνουσι τὰ εἰσπραχθέν-
2218τα κατὰ τοὺς δέκα ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1899 κατὰ
22195,778,088.39, καίτοι τὰ ἐξ ἀντιτίμου ἐκποιηθέντος στα-
2220φιδοκάρπου ἔσοδα τοῦ 1900 εἶναι ἐλάσσονα τῶν εἰσπραχθέν-
2221των κατὰ τὸ 1899 κατὰ δρ. 2,581,970.26· ἤτοι κατὰ δρ.
22228,360,058.65 ὑπερβαίνουσι τὰ κατὰ τὸ 1900 εἰσπραχθέντα
2223τῶν κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα τοῦ 1899 εἰσ-
2224πραχθέντων ποσῶν.
2225Τοῦτο πρέπει νὰ ἐκλάβῃ τις ὡς ἐνδεικνῦον τὴν μεγάλην
2226ἔντασιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων
2227καὶ τὴν ἀδιάλειπτον καὶ ἀδυσώπητον ὤθησιν, ἣν ὁ κύριος
2228Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκεν εἰς τὰ ὄργανα τῆς εἰσ-
2229πράξεως, ἐξ ἧς κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τῶν δύο
2230τούτων ἀλλεπαλλήλων χρήσεων εἰσεπράχθησαν ὀκτὼ καὶ
2231πλέον ἑκατομμύρια περισσότερα κατὰ τὸ 1900 ἢ ὅσα εἶχον
2232εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος. Ἀφοῦ δὲ ἔχομεν ὡς
2233δεδομένον τοιαύτην ἔντασιν ἐνεργείας περὶ τὴν εἴσπραξιν,
2234ὀφείλομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ πάντα
2235τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τοῦ 1900, ἴσως δὲ καὶ πλείονα
2236αὐτῶν. Ὅσοι δ’ ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, περιήλθατε τὰς ἐπαρχίας,
2237ὅσοι εἶσθε ἐν ἀνταποκρίσει μὲ φίλους καὶ συμπολίτας, ὅσοι
2238ἀναγινώσκετε ἐφημερίδας, ὅσοι ἀκούετε τὰ λεγόμενα, δὲν
2239θέλετε διστάσει ν’ ἀποδεχθῆτε τὰς πιθανότητας ταύτας.
2240Ὄντως τὸ Ὑπουργεῖον μετῆλθε πάντα τρόπον, πᾶν μέσον,
2241ὅπερ συνετέλει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον χρῆμα
2242περισσότερον ἢ ὅσον εἶχεν εἰσαχθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος,
2243ποῦ μὲν διὰ νόμων, οἵτινες μετέβαλον τὸν τρόπον τῆς φο-
2244ρολογίας, ὅπως δι’ αὐτοῦ εἰσπράξωσι πλείονα, ποῦ δὲ δι’ αὐ-
2245ξήσεως τῶν φορολογικῶν ὅρων, ποῦ δι’ ὑπαγωγῆς εἰς φο-
2246ρολογίαν καὶ ἀντικειμένων μὴ ὑπαγομένων μέχρι τοῦδε εἰς
2247τοιαύτην, καί που δι’ εἰσπράξεως ἀδυσωπήτου καὶ σκλη-
2248ρᾶς, διὰ τρόπου—πρέπει νὰ τὸ εἴπω—ἐντελῶς Ἰουδαϊκοῦ.
2249Πάντα ταῦτα μὲ πείθουσιν, ὅτι πιθανώτατα θέλουσιν εἰσ-
2250πραχθῆ πάντα τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τοῦ 1900. Δὲν
2251ἤκουσα, ἐάν τις ἤ τινες ἐκ τῶν ἀγορευσάντων συναδέλφων
2252τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδήλωσαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ εἰσ-
2253πραχθησομένου ποσοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1900· ἀλλ’ ἐάν τις
2254ἐδήλωσε τοιαύτην τινὰ, πεποιθότως συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ
2255μελετήσῃ τὰς παρατηρήσεις, ἃς προβάλλω, διότι θέλει
2256πεισθῆ ἐξ αὐτῶν νὰ παραιτηθῇ πάσης περὶ τούτου ἀμφι-
2257βολίας.
2258Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900, ἡ προσωρινὴ κατάστασις
2259τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ πληρωθέντων ἐξόδων τοῦ
22601900 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἧς πρὸ
2261μικροῦ ἐμνήσθην, ἀναγράφει ποσὸν πληρωθὲν μέχρι τέλους
2262Ὀκτωβρίου, κατὰ τοὺς δέκα αὐτοὺς μῆνας, 45,914,324.20.
2263Ἀλλ’ ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι ἀτελὴς, οὐδὲ δύναται νὰ ὁδη-
2264γήσῃ ἡμᾶς εἰς συμπεράσματα περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δαπανη-
2265θησομένων μέχρι τέλους τῆς χρήσεως ἐξόδων· ἑπομένως πρέ-
2266πει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1900, ὡς ταῦτα
2267παριστῶνται ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἀπο-
2268λογιστικὰς μελέτας.
2269Ἐὰν δὲ τὰ ἔξοδα προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
2270εἰς δρ. 112,049,279.35, προστεθῶσι δὲ εἰς ταῦτα καὶ αἱ χο-
2271ρηγηθεῖσαι διὰ νόμων ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πι-
2272στώσεις ἐκ δρ. 1,972,352.12, τὰ προϋπολογιζόμενα ἔξοδα
2273τοῦ 1900 ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 114,021,631.47, τὰ ὁποῖα
2274ὑπερβαίνουσι τὰ κατὰ 1896 πληρωθέντα 85,813,422.09
2275τακτικὰ ἔξοδα κατὰ δραχ. 28,208,209.38· ἂν δ’ ἀπὸ τοῦ
2276ποσοῦ τούτου ἀφαιρεθῶσιν αἱ μετὰ τὸ 1896 δημιουργηθεῖσαι
2277ἀναπόφευκτοι αὐξήσεις τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημο-
2278σίου χρέους καὶ τῶν διὰ προστεθείσας συντάξεις πληρωτέων,
2279αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 10,526,877.11, τὰ ἔξοδα προϋπε-
2280λογίσθησαν κατὰ τὸ 1900 περισσότερα τῶν δαπανηθέντων
2281κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 17,681,332.27. Ὑπελογίσαμεν
2282δὲ εἰς 10,526,877.11 τὰς αὐξήσεις, διότι διὰ τὴν ὑπηρε-
2283σίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχ.
228423,216,425.06, ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 ἔμελλε νὰ πληρωθῶσι
2285δρ. 32,609,650.20, ἤτοι περισσότερα κατὰ 9,393,225.14,
2286διὰ δὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων ἐπληρώθησαν τὸ 1896
2287δραχμαὶ 5,120,361.03, ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 ἔμελλε νὰ πλη-
2288ρωθῶσι δραχ. 6,254,013, ἤτοι περισσότερα τῶν πληρωθέν-
2289των τὸ 1896 κατὰ δραχ. 1,133,651.97.
2290Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
2291ἔτους 1901. Δι’ αὐτοῦ τὰ ἔσοδα προσδιωρίσθησαν εἰς δραχ.
2292114,684,159.20, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 111,678,882.07, προσ-
2293διωρίζετο δὲ περίσσευμα ἐκ δραχ. 3,005,277.13. Οὕτω τὰ
2294μὲν προϋπολογισθέντα ἔξοδα ὑπερβαίνουσι τὰ κατὰ τὸ 1896
2295δαπανηθέντα κατὰ δρ. 25,865,459.98, τὰ δὲ προϋπολογι-
2296σθέντα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 ἔσοδα ὑπερβαί-
2297νουσι τὰ κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899 εἰσ-
2298πραχθέντα, ἀνελθόντα εἰς δραχμὰς 107,389,203.90, κατὰ
22997,294,955.30, ὑπερβαίνουσι δὲ τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ
2300τὸ 1900 κατὰ 2,477,310.20· ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ
23011896, παραβαλλόμενα ὑπερβαίνουσι καὶ ταῦτα κατὰ δραχ.
230217,752,432.30.
2303Ἀνακεφαλαιοῦντες οὕτω τὰ εἰρημένα, συνάγομεν, ὅτι,
2304κατὰ τὸ 1899, τὸ πρῶτον ἔτος, καθ’ ὃ τὸ Ὑπουργεῖον διε-
2305χειρίσατο τὰ δημόσια πράγματα, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους
2306ἀνῆλθον εἰς δρ. 104,629,743.56, ὑπερβαίνοντα τὰ κατὰ τὸ
23071896 δαπανηθέντα 85,813,422.09 κατὰ 18,816,321.47·
2308τὰ δ’ ἔσοδα εἰς δραχμὰς 107,389,203.90, ὑπερβαίνοντα τὰ
230996,931,726.92, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896,
2310κατὰ 10,457,476.98.
2311Κατὰ τὸ 1900, τὸ δεύτερον ἔτος, καθ’ ὃ διοικοῦσιν οἱ
2312ἐνεστῶτες Ὑπουργοί, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους προσδιωρίσθη-
2313σαν εἰς δραχ. 114,021,631.47, ὑπερβαίνοντα τὰ κατὰ τὸ
23141896 δαπανηθέντα κατὰ 28,208,209.38· τὰ δ’ ἔσοδα εἰς
2315δραχ. 112,206,849, ὑπερβαίνοντα τὰ κατὰ τὸ 1896 εἰσ-
2316πραχθέντα κατὰ 15,275,122.08.
2317Καὶ κατὰ τὸ 1901 προσδιωρίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς δραχ.
2318111,678,882.07, ὑπερβαίνοντα τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπα-
2319νηθέντα κατὰ 25,865,459.98· τὰ δ’ ἔσοδα εἰς δραχμὰς
2320114,684,159.20, ὑπερβαίνοντα τὰ κατὰ τὸ 1896 εἰσπρα-
2321χθέντα κατὰ δραχ. 17,752,432.28.
2322Οὕτω κατὰ τὴν τριετίαν ἐδαπανήθησαν καὶ θέλουσι δα-
2323πανηθῆ τὸ ὅλον 330,430,257.10. Εἰσεπράχθησαν δὲ καὶ
2324θέλουσιν εἰσπραχθῆ 334,280,212.10.
2325Ἀλλ’ ἂν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διῳκοῦντο καὶ κατὰ
2326τὰ τρία ταῦτα ἔτη, 1899, 1900 καὶ 1901, ὡς εἶχον διοι-
2327κηθῆ κατὰ τὸ 1896, τὸ Κράτος ἤθελε δαπανήσει τὸ τρι-
2328πλάσιον τῶν τακτικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε κατὰ
2329τὸ 1896, ἤτοι, ἐπειδὴ ἐδαπάνησεν εἰς τακτικὰ ἔξοδα κατὰ
2330τὸ 1896 δρ. 85,813,422.09, τὸ τριπλάσιον αὐτῶν, ἤτοι
2331δραχμὰς 257,440,266.27. Ἀλλὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν, τὴν
2332ὁποίαν ὑμεῖς ἐγκατεστήσατε, ἐδαπανήσητε τὸ 1899 δραχ.
2333104,629,743.56, ζητεῖτε δὲ νὰ δαπανήσητε τὸ 1900 δρ.
2334114,021,631.47 καὶ διὰ τὸ 1901 δραχ. 111,678,882.07,
2335ἤτοι τὸ ὅλον δραχμὰς 330,330,257.10, καίτοι ἀγνοοῦμεν
2336πόσα θέλετε ζητήσει πρόσθετα δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ
2337ἐκτάκτων πιστώσεων διὰ τὸ 1901. Ἤτοι ἐδαπανήσατε καὶ
2338θέλετε δαπανήσει κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην, καθ’ ἣν διοι-
2339κεῖτε, 72,889,990.83 περισσότερα τῶν 257,440,266.27,
2340τὰ ὁποῖα ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη διῳ-
2341κεῖτο τὸ Κράτος, ὡς διῳκήθη κατὰ τὸ 1896. Ἐπειδὴ ὅμως
2342ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν 28,394,700.12 κατὰ τὸ διάστημα
2343τῆς τριετίας ταύτης, διότι ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους
2344ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν πληρωνομένων διὰ τὸ δημόσιον χρέος,
2345τῆς ἐπιβληθείσης εἰς τὸ Κράτος διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ
2346ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων, τῆς ἐπελθούσης μετὰ
2347τὴν λόγῳ δῆθεν καθαρισμοῦ τοῦ στρατεύματος γενομένην
2348ἀθρόαν ἀποστράτευσιν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ μετὰ
2349τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἀθρόας παύσεις δημο-
2350σίων ὑπαλλήλων, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν τριετίαν τὰ ὑπό-
2351λοιπα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῶν 72,889,990.83 τῶν
2352πληρωθέντων εἰς ἀναποφεύκτους αὐξήσεις 28,394,700.12,
2353ἤτοι 44,495,290.71.
2354Τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἔπρεπε νὰ τὰ εὕρητε διὰ νὰ τὰ
2355δαπανήσητε· διὰ τοῦτο εἰσεπράξατε καὶ ζητεῖτε νὰ εἰσπρά-
2356ξητε ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896 κατὰ μὲν τὸ 1899 δρ.
235710,457,476.98, κατὰ δὲ τὸ 1900 δραχ. 15,275,122.08,
2358καὶ κατὰ τὸ 1901 δραχμὰς 17,752,432.18· ἤτοι τὸ ὅλον
2359κατὰ τὴν τριετίαν 43,485,031.24. Καὶ ἐνῷ, ἂν τὰ οἰκο-
2360νομικὰ τῆς χώρας διῳκοῦντο κατὰ τὴν τριετίαν ὡς διῳκή-
2361θησαν κατὰ τὸ 1896, ἤθελε πληρώνει ὁ λαὸς τὸ τριπλάσιον
2362ὅσων ἐπλήρωσε κατὰ τὸ 1896, ἤτοι δρ. 290,795,180.76,
2363σεῖς ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸν λαὸν 334,280,212.10, ἤτοι ἀφαι-
2364ρεῖται περισσότερα ἀπὸ τὸν λαὸν 43,485,031.34.
2365Ἀλλὰ διατὶ ἠναγκάσθητε νὰ ὑποχρεώσητε τὸν Ἑλλη-
2366νικὸν λαὸν νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ Ταμεῖον 43,485,031.34 περισ-
2367σότερα; Διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 εἶχον δαπανηθῇ μόνον
236885,813,422.09, σεῖς ἐδαπανήσατε κατὰ τὸ 1899 ὑπὲρ τὰ
2369πληρωθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ.18,816,321.47, καὶ μετὰ
2370τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δρ. 7,299,641.80,
2371κατὰ τὰ ὁποῖα ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημο-
2372σίου χρέους καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν συντάξεων, ἐδαπανήσατε
2373κατὰ τὸ ἔτος 1899 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχμὰς
237411,516,679.67. Διότι κατὰ τὸ 1900 ἀνεβιβάσατε τὰ ἔξοδα
2375διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκ-
2376τάκτων πιστώσεων εἰς 114,021,631.47, ἤτοι πλείονα τῶν
2377κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων κατὰ δρ. 28,208,209.38, καὶ
2378μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 10,526,877.66, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρ-
2379χονται αἱ αὐξήσεις τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέ-
2380ους καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων πληρωθέντων, κατὰ
2381δραχ. 17,681,331.72. Διότι κατὰ τὸ 1901 ἀνεβιβάσατε τὰ
2382ἔξοδα εἰς 111,678,882.07, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ
2383τὸ 1896 κατὰ δραχ. 25,865,459.98, ἑπομένως κατὰ δρ.
238415,297,278.77, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 10,568,181.21,
2385ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον συγκεφαλαιοῦνται αἱ διὰ τὸ δημόσιον
2386χρέος καὶ διὰ τὰς συντάξεις κατασταθεῖσαι ἀναπόφευκτοι
2387διὰ τὸ 1901 αὐξήσεις. Οὕτως ἐδαπανήσατε καὶ δαπανᾶτε
2388διὰ τὴν τριετίαν ταύτην 44,495,290.16 περισσότερα ἢ ὅσα
2389ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἤθελον καὶ
2390κατ’ αὐτὴν διοικηθῆ ὡς διῳκοῦντο κατὰ τὸ 1896.
2391Τὰ ἐκτεθέντα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀντι-
2392ληφθῇ τις ἀκούων μόνον, τὰ ἐκτεθέντα, λέγω, δεικνύουσιν
2393εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ αὐστηρότης τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως εἰσπράτ-
2394τωνται ὅσον οἷόν τε περισσότερα, ἡ μεγίστη ἔντασις, ἥτις
2395ἐδόθη εἰς τὰ ὄργανα, τὰ ἐπιτραπέντα τὴν εἴσπραξιν τῶν δη-
2396μοσίων φόρων, εἶχε κατασταθῇ ἀναγκαία, ἀφοῦ τοσαῦτα
2397ἦσαν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσιν. Ἐὰν δὲν
2398εἰσεπράττοντο, ὡς εἰσεπράχθησαν, τὰ ἔξοδα, ἤθελον βεβαίως
2399εὑρεθῇ ἐν ἀμηχανίᾳ οἱ κυβερνῶντες, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο εὔ-
2400κολον νὰ πορισθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὑπελείφθησαν ἐκ τοῦ
2401δανείου τοῦ τελευταίου τῶν Δυνάμεων, οὐδ’ ἦτο ἐλεύθερον
2402τὸ Κράτος νὰ συνομολογήσῃ ἄλλο δάνειον, ἤθελον πάντως
2403φθάσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ἐὰν δὲν ἐφηρμόζετο τὸ σύστημα
2404τῆς εἰσπράξεως, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2405Οἰκονομικῶν.
2406Ἀλλ’ ἐρωτῶ: διατὶ ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα τοσοῦτον, ὥστε
2407νὰ ὑπερβαίνωσι κατὰ τὰ τρία ἔτη κατὰ 44,495,290.16 τὰ
2408ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελον πληρωθῆ, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
2409Κράτους διῳκοῦντο κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη ὡς εἶχον διοι-
2410κηθῆ κατὰ τὸ 1896; Ἄν τὰ 44,495,290.16, τὰ ἐπὶ πλέον
2411δαπανώμενα κατὰ τὴν τριετίαν, διαιρεθῶσιν, ἡ ἐτησία κατὰ
2412τὴν τριετίαν αὔξησις τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς
241314,831,763. Διατὶ λοιπὸν ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα καθ’ ἕκαστον
2414ἔτος ἐπὶ σειρὰν τριῶν ἐτῶν κατὰ δέκα καὶ πέντε περίπου ἑκα-
2415τομμύρια, καὶ μάλιστα κατ’ αὐτὴν τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ πολέ-
2416μου; Ποῖον ἀντάλλαγμα ἐδώκατε εἰς τὴν χώραν, ἢ δύνα-
2417σθε νὰ ὑποσχεθῆτε εἰς αὐτὴν, σεῖς οἱ κυβερνῶντες, διὰ τὴν
2418τοιαύτην πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετήλθατε μέχρι τοῦδε;
2419Πρὸς ποίας κυβερνητικὰς ἀνάγκας, πρὸς ποίους κοινωνικοὺς
2420ἢ διοικητικοὺς σκοποὺς διεθέσατε τὰ μέχρι τοῦδε δαπανη-
2421θέντα, ἢ εἰς ποίους θέλετε δαπανήσει τὰ ἀναγραφέντα ἐν τοῖς
2422Προϋπολογισμοῖς τοῦ 1900 καὶ 1901; Ἡμεῖς πάντες γνω-
2423ρίζομεν, ὅτι ἡ ἐπιοῦσα τοῦ πολέμου εὗρεν ἓν τμῆμα τῆς ἐπι-
2424κρατείας, τὸ ὁποῖον εἶχεν οἰκονομικὴν ὕπαρξιν, ἐγκαταλελειμ-
2425μένον ὑπὸ τῶν κατοίκων αὐτοῦ, τὰς οἰκίας καὶ τὰς καλύβας
2426ἐμπρησθείσας, τὴν χώραν δῃωθεῖσαν καὶ ἐρημωθεῖσαν ἐντελῶς.
2427Κατ’ αὐτήν, τὴν ἐπιοῦσαν, τὸ Κράτος εὑρέθη βεβαρημένον ὑπὸ
2428ζημιῶν καὶ χρηματικῶν ποινῶν, τετρωμένον ἀπὸ ἀπώλειαν
2429αἰσθητήν, ὑπέχον δὲ κλονισμὸν τῶν πεποιθήσεων, ἀμφιβο-
2430λίας περὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ δισταγμὸν περὶ τοῦ τρόπου,
2431κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς,
2432τὰς ὁποίας ὁ πόλεμος ἀφῆκε καὶ εἰς τὸ κοινωνικὸν σῶμα καὶ
2433εἰς τὸ πολιτικόν. Τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ πολέμου ἡ κοινωνία εὑ-
2434ρέθη πρὸ προβλημάτων. Ἐπολεμήσαμεν; Διατί; Ὑπεχω-
2435ρήσαμεν; Διατί; Καὶ ἕνεκα τοῦ πολέμου καὶ ἕνεκα τῶν ὑπο-
2436χωρήσεων ποία πολιτικὴ ζημία, ποία κοινωνικὴ βλάβη, ποία
2437χαλάρωσις τῶν ἐλπίδων καὶ τῶν πόθων τοῦ ἔθνους ἐπέσκη-
2438ψεν ἐφ’ ἡμᾶς; Ἦτο τάχα αὐτὴ ἡ κατάλληλος στιγμή, κατὰ
2439τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐπέλθωμεν ἀκόρεστοι ἅρπαγες, ἀπηνεῖς
2440διῶκται τῶν ἀργυρίων τῶν ἰδιωτῶν, ἀντὶ νὰ μελετήσωμεν
2441μέτρα, πῶς νὰ ἄρωμεν τοὐλάχιστον τὰς αἰτίας ἐκείνας, ἕνεκα
2442τῶν ὁποίων ἐπῆλθον τὰ δυστυχήματα; Αὕτη ἦτο ἡ στιγμή,
2443ἵνα ἀποταθῆτε εἰς χώραν ἐξηντλημένην οἰκονομικῶς, τεθλιμ-
2444μένην ψυχικῶς, διὰ νὰ ἐκβιάσητε αὐτὴν νὰ σᾶς ἀποδώσῃ
2445δεκαπέντε περίπου ἑκατομμύρια περισσότερα ἀφ’ ὅσα κατ’ ἔ-
2446τος εἰσέφερεν εἰς τὰ Ταμεῖα; Καὶ ὑπῆρχον αἰτίαι, ἕνεκα
2447τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, αἰτίαι, ὧν ἕνεκα ἀπέτυχεν
2448ὁ πόλεμος. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἀνέγνων
2449λόγον τοῦ Οὐΐλλιαμ Ἅρκουρτ, ὁ ὁποῖος, ἀγορεύων μετὰ τὴν
2450ἐπικήρυξιν τοῦ πολέμου τοῦ Τράνσβααλ, ἔλεγεν: «Ὑπῆρξεν
2451ἀνέκαθεν διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας ἡμῶν, ἀνε-
2452ξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, μεγάλη καὶ πατριωτικὴ
2453παράδοσις, νὰ βοηθῶσι καὶ ὑποστηρίζωσι τὴν Κυβέρνησιν
2454τοῦ Κράτους, ἀμυνομένην ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν δικαίων εἰς
2455στιγμὰς δυσχερειῶν καὶ κινδύνων. Φρονῶ, συνεπῶς, ὅτι καὶ
2456σήμερον, κατὰ τὰς ἐκτάκτους ταύτας περιστάσεις, ἐπιβάλ-
2457λεται εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας νὰ κυρώσωσι τὴν παρά-
2458δοσιν.»
2459Τοιαῦτα ἀπεδείχθησαν τὰ ἤθη τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς
2460χώρας; τοιαῦτα ἀπεδείχθησαν τὰ ἤθη τὰ πολιτικὰ τῆς χώ-
2461ρας; Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως εὑρέθη κατὰ τὸ 1899 ἡ
2462Κυβέρνησις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐνδείξει εἰς τὸ Στέμμα
2463ἡ περισυλλεχθεῖσα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Βουλὴ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν
2464ἐνεπιστεύθη τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἦτο ἄξιον με-
2465λέτης ἕτερον θέμα, τὸ θέμα, ἂν εἴχομεν ἄφθονα χρήματα,
2466ἂν ἠδυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τοὺς πόρους τοῦ Ταμείου, ἂν
2467ἠδυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ τοὺς πολίτας περισσότερα
2468ἢ ὅσα μέχρι τοῦδε ἔδιδον εἰς τὸ Κράτος, ἄξιον μελέτης τὸ
2469θέμα, πῶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν εὐπορίαν
2470ταύτην, ὅπως καταστήσωμεν ἀδύνατον εἰς τὸ μέλλον νὰ συμ-
2471βῶσι τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897;
2472Μήπως τὰ 44 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνι-
2473κὸς λαὸς εἰσήνεγκεν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατὰ τὸ 1899,
2474τὰ ὁποῖα εἰσφέρει κατὰ τὸ 1900, καὶ τὰ ὁποῖα θέλει εἰσφέ-
2475ρει καὶ κατὰ τὸ 1901, μήπως ταῦτα διετέθησαν, ἵνα κατα-
2476σταθῇ πλέον ἀδύνατον νὰ συνιστῶνται πολιτικὰ σωματεῖα,
2477τὰ ὁποῖα δὲν ἦλθον ἐπίκουρα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ
2478Κράτους, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον πολέμια τοῦ Κράτους,
2479καὶ τὰ ὁποῖα ἐζήτουν νὰ ἀναγκάσωσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς
2480πατρίδος νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν ἐξωτερικὴν ἀλλοίαν ἀπὸ
2481ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μετήρχετο, νὰ προβῇ εἰς πράξεις, εἰς τὰς
2482ὁποίας δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ προβῇ, ἢ εἰς παραλείψεις, τὰς
2483ὁποίας δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ πράξῃ; Τάχα δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ
2484ληφθῶσι μέτρα, διὰ νὰ μὴ ἴδωμεν ἐπαναλαμβανόμενον τὸ οἰ-
2485κτρὸν θέαμα ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ διδόντων ὅρκον ἐνώ-
2486πιον ἰδιωτῶν, ἰδιωτῶν, οἵτινες ἦσαν Ἕλληνες μέν, ἀλλὰ συν-
2487ωμόται, καὶ νὰ ἀναιρῶσι δι’ αὐτοῦ τοῦ ὅρκου τὸν ὅρκον, τὸν
2488ὁποῖον ἔδωκαν ἐπὶ τῆς σημαίας τῆς πατρίδος των; διὰ νὰ
2489μὴ ἦναι πλέον δυνατὸν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν διοίκησιν τοῦ
2490στρατοῦ, οὐ μόνον νὰ στέργωσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ προτρέπωσι
2491καὶ νὰ ἐνισχύωσι λιποταξίας ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς
2492θαλάσσης, ἀναιροῦντες πᾶσαν ἐν τῷ στρατῷ πειθαρχίαν, καὶ
2493παραλύοντες πᾶσαν τῶν ὁμάδων αὐτοῦ σύνταξιν, καταστρέ-
2494φοντες οὕτω τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ, καὶ συντρίβοντες τὰς
2495ἐπ’ αὐτὸν ἐλπίδας ἡμῶν, ὡς ἂν εἶχον ταχθῆ οὐχὶ ἵνα διοι-
2496κῶσιν, ἀλλ’ ἵνα ὑπονομεύωσιν αὐτόν; Τάχα δὲν ἦτο ἀνάγκη
2497νὰ ληφθῶσι μέτρα, ἵνα οἱ λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης μὴ δώ-
2498σωσι πλέον τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκαν κατὰ τὸ 1897
2499καὶ 1896, ἵνα μὴ φανῶσι ποτὲ πλέον λειτουργοὶ τῆς Δι-
2500καιοσύνης μέλη μυστικῆς ἑταιρείας, ὁρκιζόμενα ὅρκον, ὅπως
2501ἐκτελέσωσι τὰ παραγγέλματα τῆς ἑταιρείας ἐκείνης, ἀφίνον-
2502τες τὴν τήβεννον τοῦ δικαστοῦ, καὶ μεταποιούμενοι εἰς κατα-
2503λυματίας, — τί λέγω; μεταποιούμενοι εἰς στρατολόγους,
2504μεταποιούμενοι εἰς ἐργολάβους καταλυμάτων;
2505§144ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοὺς ἐβράβευσεν ὁ Ὑπουργός!
2506§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ μὴ ἦναι πλέον δυνατὸν τὰ
2507Στρατοδικεῖα καὶ τὰ Ναυτοδικεῖα ν’ ἀπαλλάττωσι πάσης
2508κατηγορίας καὶ πάσης στρατιωτικῆς εὐθύνης μέλη τοῦ στρα-
2509τοῦ, ἀξιωματικοὺς αὐτοῦ, καταλιμπάνοντας τὰς τάξεις αὑ-
2510τῶν αὐτογνωμόνως, ἐναντίον τοῦ καθήκοντος αὑτῶν, ἐναν-
2511τίον τῶν ἀπαγορεύσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν,
2512διαφθείροντες οὐχὶ μόνον τὰ στρατιωτικὰ ἤθη, ἀλλὰ καὶ
2513αὐτὰ τῶν ἰδιωτῶν τὰ πολιτικὰ ἤθη, οἵτινες, πλανώμενοι,
2514ἐξελάμβανον ὡς πρᾶξιν φιλοπατρίας τὴν ἐπαναστατικὴν
2515διαγωγὴν τῶν δικαστῶν τούτων; Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη πο-
2516λιτικὴ, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἠθικὴ, ἵνα ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρ-
2517νησις μετὰ τὸν πόλεμον νὰ ἄρῃ τὰς αἰτίας τοιούτων ἀκατα-
2518νοήτων καὶ παρατόλμων συμβεβηκότων, ἵνα μὴ πάλιν συμ-
2519βῇ νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ὁμοίων περιστάσεων; Ἐὰν ἡ πρὸς τὴν
2520Ἑλλάδα εὐμένεια τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων ἐστα-
2521μάτησεν ἡμᾶς ἐπὶ τῆς κατωφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὠθού-
2522μεθα, ἐὰν αὗται μᾶς παρέσχον τὰ μέσα, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ
2523ἀποτίσωμεν τὰς ζημίας τοῦ πολέμου, νῦν, ὅτε ὁ πόλεμος
2524παρῆλθεν, ὅτε ἡ εἰρήνη ἀποκατεστάθη, δὲν εἴχομεν καθῆ-
2525κον νὰ φροντίσωμεν περὶ τούτων;
2526Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ἐγείρεται ἐν ἐμοὶ ἡ ἀγανάκτη-
2527σις, ὅταν συλλογίζωμαι, ὅτι τοσοῦτον μεγάλα συμβεβηκότα,
2528μεγάλα διὰ τὰς ζημίας καὶ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ
2529ὁποῖα ἐπήνεγκον ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπὶ τὴν φυλὴν ἡμῶν,
2530μεγάλα διὰ τὴν παράλυσιν καὶ τὴν ἀνατροπὴν τῆς νομίμου
2531τάξεως καὶ τῶν ἠθῶν τῆς κοινωνίας, ὅταν, λέγω, συλλογί-
2532ζωμαι, ὅτι μεγάλα τοιαῦτα συμβεβηκότα, προσπάθεια κατε-
2533βλήθη, ἵνα καλυφθῶσι διὰ μέλανος πέπλου, ἵνα καλυφθῶσιν
2534ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα καλυφθῶσι πρὸς
2535ἔκπληξιν πάντων, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται ἐπὶ τὸ βῆμα, ἢ οἱ
2536ὁποῖοι σκέπτονται, ζητοῦντες νὰ μάθωσι τὰς αἰτίας, τοὺς
2537λόγους, τοὺς σκοποὺς, ἕνεκα τῶν ὁποίων διεδραματίσθη τὸ
2538δρᾶμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διὰ πολλὰ ἔτη δὲν θέλομεν δυνηθῆ
2539νὰ λησμονήσωμεν.
2540Καθ’ ὃν χρόνον ἐξηνέχθη ἡ περὶ τούτου γνώμη τοῦ Κοι-
2541νοβουλίου, ἐκυβέρνα Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ πλειονοψηφία
2542τῆς Βουλῆς ἀνείχετο. Λέγω ἀνείχετο, διότι, ἐνῷ δὲν εἶχεν
2543ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸ, ἔκρινεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλῃ
2544κανὲν πρόσκομμα, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ.
2545Τότε ἐν τῇ Βουλῇ προετάθη ὑπὸ τοῦ τότε ἐκ Καλαβρύτων
2546βουλευτοῦ, τοῦ κ. Λεωνίδα Πετμεζᾶ, πρότασις περὶ συστά-
2547σεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἀμέσως
2548ἐπεφάνη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντίδρασις, ἡ δὲ ἐπιφανεῖσα
2549ἀντίδρασις ἤθελε πάντως ματαιώσει τὴν πρόθεσιν τοῦ κ. ἐκ
2550Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία, πεπεισμένη περὶ
2551τῆς ἀνάγκης, ἵνα ἀνερευνηθῶσι τὰ περὶ τούτου, δὲν ἀνελάμ-
2552βανε τὴν προστασίαν τῆς προτάσεως. Τότε, πρὸ αὐτῆς, ὑπε-
2553χώρησε πᾶσα ἀντίδρασις, ἀλλ’ αὕτη ἐξηκολούθει, μεταποιη-
2554θεῖσα ἀπὸ φανερᾶς ἀντιδράσεως εἰς ὕπουλον ἀντίδρασιν,
2555οὐδ’ ἔστερξε νὰ παράσχῃ εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμά-
2556των ἐπιτροπὴν τὰ ἔγγραφα, ἢ τὰς πληροφορίας, ὧν αὕτη
2557ἔχρηζεν, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς.
2558Οὕτως ὁ χρόνος ἔρρεεν ἐπὶ μῆνας, ἕως οὗ ἐπῆλθε τῆς
2559Βουλῆς ἡ διάλυσις. Ἔλεγον τότε οἱ ἀντιδρῶντες εἰς τὴν
2560πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ
2561Βουλὴ ἐκείνη ἦτο εὐμενὴς πρὸς ἡμᾶς, καὶ ὅτι ἐπροτάθη εἰς
2562αὐτὴν ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμά-
2563των ἐπιτροπῆς, ἵνα αὕτη δώσῃ εἰς ἡμᾶς συγχωροχάρτιον,
2564καὶ ἤθελον νὰ ἀφήσωσιν εἰς τὸ κοινὸν καὶ εἰς τὸν ἐκτὸς τοῦ
2565Βασιλείου Ἑλληνισμὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν
2566ἀνάγκην συγχωροχαρτίου. Συνεκλήθη τέλος ἡ ἐκλεγεῖσα νέα
2567Βουλή, καὶ προέβη εἰς ἐκλογὴν νέας ἐξεταστικῆς τῶν πραγ-
2568μάτων ἐπιτροπῆς. Τί ἐγένετο μετὰ τοῦτο; Διῆλθε μία
2569Σύνοδος, ἡ πρώτη, διῆλθεν ἄλλη Σύνοδος, ἡ ἔκτακτος, εἴμεθα
2570εἰς τὴν τρίτην Σύνοδον. Τί ἐγένετο; Καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος
2571τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀγορεύει ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς καὶ
2572διερμηνεύει τὸ φρόνημα αὐτῆς, καὶ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀνεκη-
2573ρύχθη πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς,
2574καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο ἐξελήφθη ὡς ἐγγύησις, ὅτι ἤθελε
2575φροντίσει, ἵνα ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ αὐτὸς
2576ἐγκατέλειψε τὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε νὰ προε-
2577δρεύσῃ, οὐδὲν δ’ ἐγένετο. Δὲν νομίζετε, ὅτι εὐλόγως δύνα-
2578ταί τις ν’ ἀγανακτήσῃ, ὅταν βλέπῃ, ὅτι ἀφέθησαν τὰ πάντα
2579εἰς τὸν ῥοῦν τῆς τύχης, καὶ ὅτι τὰ παθήματα δὲν ἐγένοντο
2580δι’ ἡμᾶς μαθήματα, οὔτε ἐδιδάχθημεν ἐξ αὐτῶν; Καὶ ἂν οἱ
2581νόμοι τιμωρῶσι τὰ ἐγκλήματα, νόμοι ἐπὶ τῶν διαπραχθέν-
2582των ἀνοσιουργημάτων δὲν ὑπάρχουσιν, ἵνα τιμωρήσωσιν! ἡ
2583δύναμις αὐτῶν παρέλυσε, καὶ τὰ διαπραχθέντα ἀνόσια καὶ
2584ἀπαίσια ἐγκλήματα ἔμειναν ἀτιμώρητα!
2585Τάχα ἦτο δικαιοσύνη ἡ γενομένη δίκη ἐνώπιον τῶν Στρα-
2586τοδικείων καὶ τῶν Ναυτοδικείων κατὰ τῶν λιποτακτῶν, ὅτε
2587ταῦτα ἠθῴονον αὐτοὺς, καὶ ἐχειροκρότει τὸ κοινόν; Οἱ δι-
2588κασταὶ ἐκεῖνοι δικαιοσύνην ἀπένεμον, ἢ ἐστασίαζον κατὰ
2589τῶν νόμων καὶ τῆς δικαιοσύνης; Ὅτε οὐδ’ αὐτὰ τὰ ἀρ-
2590χεῖα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οὔτε αὐτὰ ἠδύ-
2591ναντο ν’ ἀποκρύψωσι τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ
2592ταῦτα περιήρχοντο εἰς δημοσιότητα; Τάχα, ὅτε καθ’ ἑκά-
2593στην πρωΐαν καὶ καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν ἐδηλητηριάζετο τὸ
2594φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ παρακελεύσεων μωρῶν
2595καὶ διὰ προτροπῶν ἀσυνέτων καὶ ἀντιπατριωτικῶν, δὲν παρε-
2596βαίνοντο οἱ νόμοι; Καὶ ποία ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα μὴ ἦναι
2597πλέον δυνατὸν οὐδ’ εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ φιλε-
2598λεύθεροι θεσμοὶ τῆς πατρίδος ἐνεπιστεύθησαν εὐγενεστάτην
2599λειτουργίαν, παρασχόντες αὐτοῖς πάντοτε ἄνευ δισταγμοῦ
2600τινος πᾶσαν προστασίαν, ἀείποτε δὲ μετ’ εὐμενείας στέρ-
2601ξαντες νὰ χορηγηθῶσιν αὐτοῖς ποικίλαι εὐκολίαι, ἵνα μὴ ἦναι,
2602λέγω, πλέον δυνατὸν οὐδ’ εἰς αὐτοὺς νὰ ἀναιρῶσι τὰς πρὸς
2603τὴν Πολιτείαν ὑποχρεώσεις των, καὶ ἀπὸ διαχειριστῶν το-
2604σοῦτον εὐγενοῦς λειτουργίας νὰ μεταποιῶσιν ἑαυτοὺς εἰς ἐμπο-
2605ρεύματα προβαλλόμενα πρὸς ἀγορὰν εἰς πάντα πονηρὸν καὶ
2606εἰς πάντα φαῦλον; ἵνα κατορθωθῇ, τέλος πάντων, ἡ εὐγε-
2607νὴς αὕτη λειτουργία νὰ μὴ μεταποιῆται εἰς δύναμιν κακο-
2608ποιὸν, διαφθείρουσαν τὰ ἤθη, καὶ ἀναιροῦσαν τὰ συμφέροντα
2609τοῦ Κράτους, ὑπονομεύουσαν δὲ καὶ αὐτὸ τὸ πολίτευμα;
2610Ἀλλ’ ἂν τὰ 44 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδα-
2611πανήθησαν καὶ πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι, δὲν ἐχρησίμευσαν
2612εἰς οὐδεμίαν τῶν ἀναγκῶν τούτων, μήπως ἐχρησίμευσαν εἰς
2613ἀνάγκας ἄλλας πρακτικάς, προσπιπτούσας εἰς τὰς αἰσθήσεις
2614τῶν ἁρμοδίων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ὄμματα παντός; Ὑπὲρ τὰς
2615141 χιλιάδας ὅπλων Γκρᾶ ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις, καὶ
2616ἑπτὰ καὶ ἡμίσεια χιλιάδες ὅπλων ἱππικοῦ, καὶ ἕτεραι ἑπτὰ
2617καὶ ἡμίσεια χιλιάδες ὅπλων πυροβολικοῦ, καὶ ὀκτὼ χιλιά-
2618δες ὅπλων Μαρτίνι, διὰ τῶν ὁποίων ὁ στρατὸς ἐτύγχανεν
2619ἐφωδιασμένος. Πόσα ὑπάρχουσι νῦν; πόσα ἐφθάρησαν κατὰ
2620τὸν πόλεμον; πόσα παρεδόθησαν εἰς διαρπαγήν; πόσα ἐκλά-
2621πησαν; πόσα ἀπωλέσθησαν; καὶ πόσα ὑπάρχουσιν; Ἐὰν
2622κρίνωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα διὰ νὰ προνοήσωμεν περὶ
2623βελτιώσεως τοῦ ὁπλισμοῦ, ἢ νὰ ἐξεύρωμεν ὅπλον τι ἀκρι-
2624βέστερον καὶ τελειότερον τοῦ ὅπλου Γκρᾶ, ὅπως διὰ τοῦ
2625ὅπλου τούτου, τοῦ τελειοτέρου καὶ ἀκριβεστέρου, ὁπλίσωμεν
2626τὸν στρατὸν ἡμῶν, ἐν ὅσῳ τοῦτο τοὐλάχιστον δὲν δυνάμεθα
2627νὰ κατορθώσωμεν, ἐλήφθη καμμία πρόνοια, ἵνα πληρωθῶσι
2628τὰ κενά, τὰ ὁποῖα συνετελέσθησαν ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ὥστε
2629νὰ συμπληρώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὅπλων Γκρᾶ, οὗ ἔχο-
2630μεν ἀνάγκην διά τε τὸν ἐν ἐνεργείᾳ στρατὸν καὶ διὰ τὰς
2631ἀσκήσεις τοῦ ἐν ἐφεδρείᾳ στρατοῦ;
2632Ἑκατὸν καὶ πλέον ἑκατομμύρια φυσιγγίων βολιδωτῶν
2633Γκρᾶ ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις, καὶ ἐννέα καὶ πλέον ἑκα-
2634τομμύρια φυσιγγίων Μαρτίνι, καὶ ἄλλα πολλὰ φυσίγγια
2635ὅπλων Σασεπώ. Ὑπάρχουσι πλέον ταῦτα; Πόσα κατηνα-
2636λώθησαν ἐξ αὐτῶν κατὰ τὸν πόλεμον; πόσα διηρπάγησαν;
2637πόσα ἐγκατελείφθησαν ἔρημα; Ἐλήφθη καμμία πρόνοια,
2638ἵνα ὄχι μόνον πληρώσωμεν τὰ κενά, τὰ ὁποῖα αἱ ἁρπαγαὶ
2639καὶ αἱ φθοραὶ συνετέλεσαν, ἀλλὰ διὰ νὰ πορισθῶμεν τοὐλά-
2640χιστον φυσίγγια δυνάμεως μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
2641ὑπῆρχον, ἐὰν ἐκεῖνα δὲν διετήρουν πλέον τὴν μεγάλην δύ-
2642ναμιν αὐτῶν, ἕνεκα τῆς παλαιότητος; Ἐλήφθη πρόνοια κἄν
2643περὶ τῶν τηλεβόλων, περὶ τῶν ὁποίων ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Πα-
2644ξῶν Βουλευτής, εἴτε τῶν ὀρειβατικῶν εἴτε τῶν πεδινῶν πυ-
2645ροβολαρχιῶν, ὅπως πορισθῶμεν πυροβόλα δυνάμεως καὶ ὁλ-
2646κῆς μεγαλειτέρας; Ἢ δὲν μᾶς ἐδίδαξεν ὁ πόλεμος, ὅτι κατὰ
2647τοῦτο διετελοῦμεν κατ’ αὐτὸν ἐν ἥσσονι θέσει, διότι τὰ πυ-
2648ροβόλα ἡμῶν εἶναι μικροτέρας ὁλκῆς; Ἐλήφθη κἄν πρόνοια,
2649ἵνα ταῦτα διορθωθῶσι καὶ ἐπισκευασθῶσι ἀπὸ τὰς φθοράς,
2650τὰς ὁποίας ἡ ὑπερβάλλουσα χρῆσις ἐπήνεγκεν εἰς αὐτά;
2651Ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῶν πυρομαχικῶν, τὰ ὁποῖα κατη-
2652ναλώθησαν, ἢ περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῶν διὰ ἄλλων,
2653κατασκευῆς προσφάτου καὶ ἑπομένως ἐχόντων δύναμιν με-
2654γαλειτέραν;
2655Ἀλλά, τέλος πάντων, διατὶ δὲν ἐκρίθη προσῆκον νὰ
2656ἐρευνηθῶσι τὰ πολεμικὰ συμβεβηκότα, αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ,
2657ἀνεξαρτήτως προσώπων, ἀνεξαρτήτως συμφερόντων πολιτι-
2658κῶν, ἵνα διδαχθῶμεν καὶ δυνηθῶμεν νὰ συμπληρώσωμεν ὅ,τι
2659εἶναι ἀτελὲς, ἵνα βελτιώσωμεν ὅ,τι κακῶς ἔχει; Διατὶ δὲν
2660ἐλήφθη πρόνοια νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ἠθικὰ ἀποτελέσματα τοῦ
2661πολέμου, τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, τὰ ἐπὶ τῆς
2662οἰκονομίας τῆς χώρας ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον
2663πρόνοια εὑρέθη, πῶς νὰ καταστήσωμεν πολυτελῆ τὴν διοί-
2664κησιν, νὰ τὴν καταστήσωμεν πλουσιωτέραν εἰς πρόσωπα,
2665ἐπιδεικτικωτέραν, πολυμελῆ καὶ πλέον πολυδάπανον;
2666Καὶ ὁ πόλεμος δὲν ἐνετοπίσθη μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐνε-
2667τοπίσθη μὲν ἐκεῖ, καὶ ἐπήνεγκεν ἐκεῖ ζημίας καὶ βλάβας,
2668ἀλλ’ ἐπήνεγκε ζημίας καὶ βλάβας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ
2669αἱ ζημίαι καὶ αἱ βλάβαι, ἃς ἐπήνεγκεν, εἶναι κατάδηλοι εἰς
2670ἕκαστον, ὅταν ἐνθυμηθῇ, ὅτι 160 ἢ 200 χιλιάδες βραχιό-
2671νων ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἐγκατέλιπον τὴν ἐργασίαν, ὅτι
267280 χιλιάδες ἀνδρῶν ἐτέθησαν ἐπὶ τὰ ὅπλα, ὅτι δὲ 100 πε-
2673ρίπου χιλιάδες ἐγκατέλιπον τὴν ἐργασίαν ἐπὶ τοσοῦτον χρό-
2674νον· καὶ ἀφοῦ ἑκάστη οἰκογένεια ὑπέστη τὴν ζημίαν ταύ-
2675την, ἀφοῦ πρόσθετος ζημία ἐπῆλθεν ἐκ καιρικῶν περιστά-
2676σεων, καὶ νόσοι ἐπέσκηψαν καὶ κατέστρεφον καὶ τὴν ἐλα-
2677χίστην παραγωγήν, τὴν ὁποίαν, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκοῦς ἐρ-
2678γασίας, ἠδυνήθησαν οἱ παραγωγοὶ νὰ παραγάγωσιν, ἀντὶ νὰ
2679μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν, ἐμερί-
2680μνησε περὶ τῶν διαφημισθεισῶν μεταρρυθμίσεων, τοῦ περι-
2681λαλήτου προγράμματος τῶν Ὑπουργῶν! Καὶ μόνον πόρισμα
2682τοῦ πολέμου, μόνον φωτεινὸν δίδαγμα ὑπῆρξαν εἰς ἡμᾶς αἱ
2683μεταρρυθμίσεις αὗται, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἀνεπέτα-
2684σεν ὡς σημαίαν, ὡς ὑπουργικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον προέ-
2685βαλεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν!
2686Τρεῖς, ἂν καλῶς ἀναμιμνήσκωμαι, ἡμέρας μετὰ τὴν ὑπο-
2687χώρησιν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὸ Μάτι καὶ ἀπὸ τὴν Λάρισαν
2688ἦλθέ τις ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνήθιζον νὰ μ’ ἐπισκέ-
2689πτωνται, κατ’ οἶκον, καὶ μὲ ἐκάλεσεν ἰδιαιτέρως, καὶ μοὶ
2690ἔλεγεν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ κυβερνηθῇ
2691ὅπως ἐκυβερνᾶτο ἕως τότε, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν
2692μεταρρυθμίσεις. Ἠρώτησα αὐτόν, ποίας κρίνει ὡς ἀναγκαίας
2693μεταρρυθμίσεις, ἀλλ’ ἔμεινεν ἐνεός, διότι οὔτε αὐτὸς ἤξευρε
2694ποίας ἔπρεπε νὰ συμβουλεύσῃ εἰς ἐμὲ μεταρρυθμίσεις. Φαί-
2695νεται, ὅτι εἶχε λεχθῆ εἰς αὐτὸν νὰ ἔλθῃ πρός με, ἵνα μοὶ
2696ὑποδείξῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαγγελθῶ μεταρρυθμίσεις, ἀλλὰ
2697δὲν εἶχε φροντίσει νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ, ποῖαι μεταρρυθμίσεις
2698ἐκρίνοντο ἀναγκαῖαι· ἴσως καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνεβού-
2699λευσαν αὐτόν, δὲν εἶχον μάθει ποῖαι μεταρρυθμίσεις ἐκρί-
2700νοντο ἀναγκαῖαι εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ἢ εἰς τὴν Κυ-
2701βέρνησιν τοῦ Κράτους. Αἱ μεταρρυθμίσεις λοιπὸν μοὶ εἶχον
2702ἐνδειχθῆ καὶ πρὶν ἢ ἐκδώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ πρό-
2703γραμμα αὐτοῦ, καὶ πρὶν ἢ καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ δημο-
2704σιεύσῃ ἀναφοράν του πρὸς τὸν Βασιλέα, δι’ ἧς ἐπηγγέλ-
2705λετο μεταρρυθμίσεις. Αὐτοὶ διέφερον πρὸς ἀλλήλους κατὰ
2706τὸν τρόπον, διότι ὁ κ. Θεοτόκης ἐπηγγέλλετο αὐτὰς εἰς τὸν
2707λαὸν, ὁ ἄλλος δέ, ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, εἰς τὸν Βασιλέα.
2708Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀλλαχοῦ, ὅτε ἐπεφαίνετο ἐπερχόμενος
2709πόλεμος, ἀπειλῶν νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἔννομον τάξιν, ὅτι ὁ
2710ἡγεμὼν τῆς χώρας ἐκείνης, ἣν ἐκυβέρνα αὐταρχικῶς, δια-
2711τελῶν ἐν ἀνησυχίᾳ περὶ τῶν διαθέσεων τοῦ λαοῦ, τοῦ
2712ὁποίου ἦρχε, καὶ ὡς πρὸς τὸν πόλεμον καὶ ὡς πρὸς τὴν δυ-
2713ναστείαν αὐτοῦ, ἐζήτει ἐν τῇ ἀγωνίᾳ αὐτοῦ παραμυθίαν·
2714ἐπενόησε δὲ τὰς μεταρρυθμίσεις, καὶ ἔπεμψεν εἰς τὴν Βουλὴν
2715Ὑπουργόν, ὅστις διὰ τῆς ὑποσχέσεως ἐσκόπει νὰ ἐμποιήσῃ
2716ἐλπίδας κρείττονος μέλλοντος. Βεβαίως οἱ δυστυχεῖς ζη-
2717τοῦσιν ἐλπίδας, ἀλλ’ αἱ ἐλπίδες κεῖνται ἐν τῷ μέλλοντι,
2718τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον. Καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐν δυσφορίᾳ
2719ἠναγκάσθησαν νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸ ἄγνωστον μέλλον,
2720ἵνα δώσωσιν ἐλπίδας. Ἀλλὰ δὲν εἶχον σαφῆ ἰδέαν τοῦ εἴ-
2721δους τῶν μεταρρυθμίσεων, διότι οὐδὲ τὸν τόπον ἐγνώριζον,
2722οὐδὲ τὴν σειρὰν τῶν πραγμάτων, οὐδὲ μάθησιν εἶχον. Καὶ
2723ὡμίλουν περὶ μεταρρυθμίσεων, καὶ συνεβούλευον μεταρρυθμί-
2724σεις, ἀλλ’ ἠγνόουν ποίων μεταρρυθμίσεων ἔχομεν ἀνάγκην,
2725οὐδὲ τί ἔπρεπε νὰ πραχθῇ ὕστερον.
2726Μετὰ ἕνα μῆνα ὡσαύτως πολιτικὸς ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος ἦτο
2727πολιτικὸς φίλος μου, καὶ ὁ ὁποῖος ἀπέθανεν ἤδη, ἦλθε πρός με,
2728καὶ ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ συνέντευξιν, κατ’ αὐτὴν δὲ μοὶ εἶπε
2729νὰ προβῶ εἰς ὑποσχέσεις μεταρρυθμίσεων. Ἠρώτησα αὐτὸν,
2730ποίας μεταρρυθμίσεις ἐφρόνει, ὅτι προσῆκε νὰ ὑποσχεθῶ
2731εἰς τὴν χώραν· ἀλλ’ οὗτος μοὶ ἔλεγε γνώμας ἀναξίας τῆς
2732σοβαρότητος αὐτοῦ. Ὄντως δ’ ὁ ἀνὴρ διεκρίνετο ἐν τῷ Κοι-
2733νοβουλίῳ, δὲν ἦτο δ’ ἀσθενὴς καὶ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ.
2734Μετὰ παρρησίας εἶπον αὐτῷ, ὅτι αἱ συμβουλαί του δὲν εἶναι
2735σοφαί· οὕτω δ’ ἀπῆλθεν. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀνέγνων
2736ἐν ἐφημερίδι, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος φίλος μου ἀπεχωρίσθη
2737ἀπὸ τοῦ κόμματος ἡμῶν, μεταστὰς εἰς ἑτέρας τάξεις.
2738Τοιαύτας στέργοντες συμβουλὰς οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί,
2739προέβαλον μεταρρυθμίσεις ὡς κυβερνητικὸν πρόγραμμα. Ἀλλὰ
2740ποῖαι αἱ μεταρρυθμίσεις; Σᾶς τὸ λέγουσιν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι
2741ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον καὶ τὴν ἔκτακτον.
2742Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλησμονήσατε, ποῖοι νόμοι ἐψηφίσθησαν κατὰ
2743τὰς δύο εἰρημένας Συνόδους, ἢ δὲν εἴχετε καιρὸν νὰ ἀναγνώ-
2744σητε, ποῖοι νόμοι ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς
2745Κυβερνήσεως, θέλω ἐξετάσει ἕκαστον αὐτῶν, ἵνα καταδείξω
2746εἰς ὑμᾶς, ποῖαι ἦσαν αἱ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας αὐτοὶ
2747ἐπηγγέλθησαν, καὶ ποῖον προσήνεγκον δι’ αὐτῶν εἰς τὸν
2748Ἑλληνικὸν λαὸν φάρμακον, ὅπως δι’ αὐτῶν θεραπεύσωσι
2749πληγὰς τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, ἢ τὰς μαλακίας τοῦ πολι-
2750τικοῦ· ἵνα σᾶς καταδείξω, ὅτι, ἐνῷ τὰ πολεμικὰ καὶ πολι-
2751τικὰ συμβεβηκότα ἀπέδειξαν, ὅτι τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὑφί-
2752σταται ἡ χώρα, προέρχονται ἐκ τῆς παραβιάσεως τῶν νό-
2753μων, καὶ ὅτι κακὸν κύριον μαστίζει τὴν χώραν, τὸ κακὸν,
2754ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἐκτελοῦνται, ὅτι πάντες ζητοῦσιν, εὐθὺς ὡς
2755νόμος τις ψηφισθῇ, νὰ ὑπομονεύσωσιν αὐτὸν, ἢ νὰ διαστρέ-
2756ψωσι τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἢ νὰ καταστήσωσιν εὔκολον τὴν
2757παράβασιν αὐτοῦ, αὐτοί, ἀντὶ νὰ φροντίσωσι νὰ ἐξασφαλί-
2758σωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, κατ’ ἀμφοτέρας τὰς εἰρημέ-
2759νας Συνόδους τῆς Βουλῆς εἰργάσθησαν νὰ πλουτίσωσι τὴν
2760νομοθεσίαν διὰ διακοσίων ἄλλων νόμων, τοὺς ὁποίους θέλω
2761ἕνα πρὸς ἕνα ἐξετάσει μετ’ ὀλίγον.
2762Αἱ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη καὶ διέπραξε μέ-
2763χρι τοῦδε τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, μοὶ ἀναμιμνήσκουσι καὶ
2764ἄκοντι τὴν ἀναμόρφωσιν, ἣν ἄλλο προηγηθὲν Ὑπουργεῖον
2765εἶχεν ὡσαύτως προαγγείλει καὶ ἐπεχείρησε νὰ διαπράξῃ.
2766Κατὰ τὸ 1886 εἶχεν ἀναπετασθῆ ἡ σημαία τῆς ἀναμορφώ-
2767σεως ἐν τῷ μέσῳ Βασιλικῶν ἑορτῶν καὶ πανηγύρεων. Κατὰ
2768τὸ 1898 ἀνεπετάσθη ἡ σημαία τῶν μεταρρυθμίσεων, τὴν
2769ὁποίαν δὲν ἐδίστασαν νὰ περιαγάγωσι καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν
2770ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον Βασιλικὴν περιοδείαν.
2771Κατὰ τὸ 1886 οἱ στόλοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς
2772Εὐρώπης, πλὴν μιᾶς, ἀπέκλεισαν τὰ παράλια καὶ τοὺς λι-
2773μένας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἵνα ἀναγκάσωσι τὴν τότε
2774Κυβέρνησιν αὐτοῦ νὰ ἀπολύσῃ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τὰς
2775ἐπιστρατευθείσας στρατιάς, ὅπως ἀφεθῇ ἡ Βουλγαρικὴ Ἡγε-
2776μονία ἐλευθέρα νὰ προσαρτήσῃ εἰς τὸ Κράτος αὐτῆς τὴν
2777Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, καὶ κατεδαφίσῃ οὕτω τὸ μόνον ὀχύ-
2778ρωμα, τὸ ὁποῖον αὐταὶ αὗται αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον
2779ἀνεγείρει, ὅπως καταστήσωσι δυνατὴν τὴν ἄμυναν τοῦ Ἑλ-
2780ληνισμοῦ κατ’ ἐνδεχομένου ἑτεροφύλου ἐπιδρομῆς. Κατὰ τὸ
27811898 τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἐξήρχετο πολέμου, εἰς ὃν εἶχε
2782προκληθῆ, διότι εἶχε δράμει νὰ σώσῃ χριστιανικὸν καὶ ὁμό-
2783φυλον λαὸν, κινδυνεύοντα νὰ σφαγῇ ὑπὸ ἀγρίου φανατισμοῦ,
2784τὸν ὁποῖον παρώθει εἰς τὴν σφαγὴν αὐτὴ ἡ τοπικὴ διοίκη-
2785σις καὶ αὐτὸς ὁ τακτικὸς στρατὸς, ὁ φρουρὸς τῆς χώρας ἐκεί-
2786νης· ἀπαισία δὲ εἶχεν ἀποβῆ τοῦ πολέμου ἡ λῆξις, καὶ λυ-
2787πηραὶ καὶ αἱ κατὰ τὴν ἔκβασιν τοῦ πολέμου πλοκαὶ αὐτῆς.
2788Καὶ ἡ ἀναμόρφωσις τοῦ 1886 καὶ αἱ μεταρρυθμίσεις τοῦ
27891898 ἐσκόπουν νὰ ἐγείρωσι τὰς καταπιπτούσας ἐλπίδας τοῦ
2790Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τοῦ κύρους τῶν ἑορτῶν τῆς ἐνηλικιώ-
2791σεως τοῦ Διαδόχου, καὶ διὰ τῆς θερμότητος, τὴν ὁποίαν μετέ-
2792διδεν εἰς τὰς Πελοποννησιακὰς ἀρχὰς τοῦ Βασιλέως ἡ ἐπί-
2793σκεψις. Συνέβησαν δ’ ἀμφότερα τὰ τοσοῦτον ἐπίσημα ταῦτα
2794γεγονότα κατὰ τὰς παραμονὰς Βουλευτικῶν ἐκλογῶν, αἵτι-
2795νες, ἂν κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1899 δὲν παρήγαγον ἀμέ-
2796σως ὑπὲρ τῶν μεταρρυθμιστῶν τοσαύτην πλειονοψηφίαν, ὅσην
2797κατὰ τὸ 1887 εἶχον παραγάγει ὑπὲρ τῶν ἀναμορφωτῶν αἱ
2798Βασιλικαὶ ἑορταί, παρεσκεύασαν ὅμως τῆς Βουλευτικῆς ταύ-
2799της Περιόδου τὸν τοιοῦτον καταρτισμόν.
2800Καὶ διὰ τὴν ἀναμόρφωσιν ὅμως τοῦ 1886 καὶ 1887 καὶ
2801διὰ τὰς μεταρρυθμίσεις τοῦ 1897 καὶ 1898 προσφυγὴ ἐγέ-
2802νετο εἰς τὸ αὐτὸ μέσον, εἰς τὸ αὐτὸ ὄργανον, τὴν νομοθεσίαν.
2803Νόμους λοιπὸν ἐπροικοδότησεν εἰς τὸ Κράτος ἡ κατὰ τοὺς
2804χρόνους ἐκείνους ἀναμόρφωσις, καίτοι κατὰ τὸ ἀπὸ τῆς συ-
2805στάσεως τοῦ Βασιλείου διαρρεῦσαν ἕως τότε διάστημα ἡμί-
2806σεως καὶ πλέον αἰῶνος εἶχον διὰ νόμων ὀργανωθῆ πάντες
2807οἱ κλάδοι τῆς δημοσίας διοικήσεως, καὶ κανονισθῆ αἱ ἐπι-
2808φανέστεραι σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς
2809ἀλλήλους, ὡς ἂν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν τότε ἐκδοθέν-
2810των νόμων εἶχε συμβῆ τῆς Βουλγαρικῆς Ἡγεμονίας ὁ σχη-
2811ματισμός, ἢ ἡ ὑπ’ αὐτῆς ἁρπαγὴ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυ-
2812λίας, ἢ τῆς γνώμης τῶν ὑπογραψασῶν τὴν συνθήκην τοῦ
2813Βερολίνου Μεγάλων Δυνάμεων ἡ μετάπτωσις. Νόμους ἐπροι-
2814κοδότησαν εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἴσως μελετῶσι καὶ ἄλλους νὰ
2815μᾶς δωρήσωσιν, οἱ μεταρρυθμισταὶ καὶ τῶν χρόνων τούτων.
2816Καὶ ἰδοὺ· κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, ἡ Βουλὴ εἰργάσθη
2817ἐπὶ τρεῖς μῆνας καὶ 22 ἡμέρας, συνεζητήθησαν δὲ καὶ ἐψη-
2818φίσθησαν ὑπ’ αὐτῆς 106 νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο νό-
2819μοι τοῦ Κράτους. Ἐκ τῶν νόμων τούτων εἴκοσι καὶ τρεῖς
2820πραγματεύονται περὶ θεμάτων συναφῶν μὲ τοὺς προϋπολο-
2821γισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, δύο νόμοι περὶ
2822τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων,
2823ἕνδεκα νόμοι περὶ μέτρων συνεπείᾳ τοῦ πολέμου, καὶ πρὸς
2824πλήρωσιν ἀναγκῶν, αἵτινες ἐδημιουργήθησαν ἐξ αὐτοῦ, ἕξ
2825νόμοι περὶ φορολογίας, ἕξ νόμοι περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῶν
2826συμβάσεων, ὀκτὼ νόμοι, κανονίζοντες τοπικὰ συμφέροντα,
2827τέσσαρες περὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Ἁρμοστοῦ τῆς Κρή-
2828της, δέκα καὶ ἐννέα νόμοι, κανονίζοντες γενικὰ μέτρα διοι-
2829κήσεως, καὶ εἴκοσι καὶ εἷς νόμοι, δι’ ὧν ηὐξήθησαν τὰ δημό-
2830σια ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 7,035,132.50.
2831Ποῖα ἐκ τῆς τοσαύτης αὐξήσεως τῶν ἐξόδων προέκυψαν
2832ὀφέλη εἰς τὴν χώραν, ἢ εἰς τὸ Κράτος; Ἂς ἐπιθεωρήσωμεν
2833πάντας τοὺς νόμους τούτους.
2834Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΑʹ τῆς 1 Ἰουνίου 1899 ὑπήχθησαν
2835εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους αἱ ἁλυκαὶ τῆς Ζακύνθου,
2836μετεβιβάσθη δὲ εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου τὸ ἐν ταῖς
2837ἀποθήκαις τῆς Ζακύνθου ὑπάρχον ἀποτεθηκευμένον ἅλας, τοῦ
2838ὁποίου τὸ ποσὸν ἀνήρχετο εἰς 438,690 ὀκάδας, ἐπλήρωσε
2839δὲ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὡς ἀντίτιμον αὐτοῦ δραχ. 18,471.65.
2840Ὡς τίμημα δὲ τῆς ὑπαγωγῆς τῶν ἁλυκῶν εἰς τὸ μονοπώ-
2841λιον ἐξητάσθη ἡ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἐτησία πρόσοδος·
2842εὑρέθη δ’ ὅτι κατὰ τὸ 1897 αὕτη ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 28,850,
2843κατὰ δὲ τὸ 1898 εἰς 25,250, καὶ κατὰ τὸ 1899 εἰς 20,650.
2844Διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου ὅμως προσδιωρίσθη, ἵνα τὸ Δημό-
2845σιον Ταμεῖον ἀποδίδῃ κατ’ ἔτος εἰς τὰ ἐν Ζακύνθῳ ἀγαθο-
2846εργὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα συνετηροῦντο διὰ τοῦ ἐκ τῶν
2847ἁλυκῶν ἐσόδου, δραχμὰς 32,000 κατ’ ἔτος, ἤτοι ποσὸν ἀνώ-
2848τερον τῆς καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1897, 1898 καὶ 1899
2849ἐτησίας προσόδου.
2850Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΘʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 ἀνεσυστά-
2851θησαν, πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν διὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἐθνικῶν
2852γαιῶν καὶ φυτειῶν ὀφειλομένων δόσεων, αἱ θέσεις δύο λογι-
2853στῶν αʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ δραχ. 200 κατὰ μῆνα, δέκα ὑπο-
2854λογιστῶν αʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ δραχ. 150, καὶ δέκα ὑπολο-
2855γιστῶν βʹ τάξεως ἐπὶ μισθῷ δραχ. 110. Διὰ δὲ τοῦ νόμου
2856͵ΒΧʹ τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας συνεστήθησαν τέσσαρα προσέτι
2857Συνεργεῖα, ἐν ἑκάστῳ τῶν ὁποίων διορίζονται εἷς ὑπολογι-
2858στὴς αʹ τάξεως καὶ τέσσαρες ὑπολογισταὶ βʹ τάξεως. Ἐκ τῶν
2859αὐξήσεων τούτων τοῦ προσωπικοῦ ἐπῆλθεν αὔξησις δαπανῶν
2860κατὰ δρ. 62,799.25. Ἐνδέχεται νὰ μοὶ ὑπομνήσῃ τις, ὅτι ἡ
2861σύστασις περισσοτέρων Συνεργείων θέλει χρησιμεύσει εἰς τὴν
2862ταχυτέραν διεξαγωγὴν ἐκκρεμοῦς ὑπηρεσίας ἀπὸ πολλῶν
2863χρόνων· διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ σᾶς ἐκθέσω τινὰ περὶ τῆς ὑπη-
2864ρεσίας ταύτης. Κατὰ τὸ 1894 ἐλειτούργει ἕτερον σύστημα,
2865τὸ τῆς πληρωμῆς ποσοῦ τινος κατὰ παραχωρητήριον εἰς τοὺς
2866ἀσχολουμένους εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης·
2867ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἀπέτυχε, καὶ ἀντικατεστήσαμεν αὐτὸ
2868κατὰ τὸ 1895 διὰ τοῦ συστήματος τῶν Συνεργείων. Ἠδυ-
2869νάμεθα νὰ συστήσωμεν πολλὰ Συνεργεῖα, ἵνα διεξαγάγωμεν
2870καὶ περατώσωμεν ἐν τάχει τὴν ἐργασίαν ταύτην, περιωρίσθη-
2871μεν ὅμως εἰς τὴν σύστασιν δύο μόνον Συνεργείων, ἐπιφυλασ-
2872σόμενοι κατὰ μικρὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην,
2873πρῶτον διὰ νὰ μὴ αὐξήσωμεν ὑπερμέτρως τὰ ἔξοδα, εἶτα διότι
2874δὲν ἦτο εὔκολον καὶ νὰ εὕρωμεν λογιστὰς ἱκανοὺς καὶ ὑπαλ-
2875λήλους ἠσκημένους. Καὶ παρεπονοῦντο ἀληθῶς Βουλευταὶ,
2876ζητοῦντες ἀνυπομόνως νὰ ἴδωσι περατουμένην τὴν ἐργασίαν
2877ταύτην ἐν ταῖς ἰδίαις αὐτῶν ἐπαρχίαις, ἀλλὰ δὲν ἐνεδίδο-
2878μεν, διότι δὲν ἐκρίνομεν, ὅτι ἥρμοζε νὰ δημιουργῶμεν μόνον
2879θέσεις. Νῦν ηὔξησαν αἱ δαπάναι, ἀλλ’ ἀμφίβολον, ἂν θέλου-
2880σιν εὑρεθῇ δόκιμοι ὑπάλληλοι· καὶ ἂν εὑρεθῶσι δὲ, ἐπιτρέ-
2881πεται τῶν δαπανῶν ἡ αὔξησις μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας, αἵ-
2882τινες εἶναι κατεπείγουσαι, ἵνα μὴ καταναλίσκωμεν τὰ μέσα
2883εἰς ἀνάγκας ὀλιγώτερον κατεπειγούσας, κατασταθῶμεν δὲ
2884ἀνεπαρκεῖς εἰς τὰς κατεπειγούσας.
2885Διὰ τοῦ περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν
2886θέσεων νόμου ͵ΒΦϚΗʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 οἱ προβιβασμοὶ
2887τῶν τελωνειακῶν ὑπαλλήλων καὶ αἱ νομοθετηθεῖσαι αὐξή-
2888σεις τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν ἐπήνεγκον αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ
28891900, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896, κατὰ
2890δραχμὰς 83,447.61.
2891Διὰ τοῦ ͵ΒΧΔʹ νόμου τῆς 6 Ἰουλίου 1899 περὶ νέας διοι-
2892κητικῆς διαιρέσεως, δι’ οὗ ηὐξήθησαν οἱ νομοὶ ἀπὸ 16 εἰς 26,
2893ἄνευ αὐξήσεως τῆς χώρας, ηὐξήθησαν καὶ τὰ ἔξοδα, κατὰ
2894τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, κατὰ δραχ. 66,210, διότι,
2895ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 394,560, διὰ τὸ
28961900 ἐψηφίσθησαν 460,770.
2897Διὰ τοῦ νόμου τούτου προσετέθησαν δέκα ἐπιθεωρηταὶ
2898τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ μολονότι ὁ μισθὸς τῶν ἐπι-
2899θεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἠλαττώθη διὰ τοῦ
2900νόμου τούτου ἀπὸ δραχ. 320 εἰς δραχ. 240, τὰ ἔξοδα ὅμως
2901τοῦ Προϋπολογισμοῦ ηὐξήθησαν κατὰ δραχ. 21,120.
2902Διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως προσ-
2903ετέθησαν καὶ δέκα μοίραρχοι τῆς Χωροφυλακῆς, ἡ διαφορὰ
2904δὲ τοῦ μισθοῦ τοῦ μοιράρχου πρὸς τὸν τοῦ ἀντιμοιράρχου,
2905(διότι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν δέκα ἀντιμοιράρχων εἰς
2906μοιράρχους ἤθελον πληρωθῇ αἱ δέκα θέσεις τῶν μοιράρχων)
2907αὐξάνει τὰ ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 18,000.
2908Ἐπίσης διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου προσετέθησαν τέσσαρα νέα
2909Πρωτοδικεῖα, ἕνεκα δὲ τούτου αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα κατὰ
2910272,850 δραχμάς. Καὶ ἀνεγράφη μὲν ἐν τῷ Προϋπολογι-
2911σμῷ τοῦ 1900 πίστωσίς τις διὰ τὴν σύστασιν τῶν τεσσάρων
2912Πρωτοδικείων, ἀλλὰ δὲν ἀνεγράφη ὅλη ἡ ἀπαιτουμένη, πρέ-
2913πει δὲ νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη, ἤτοι διὰ μισθοὺς τῶν πρω-
2914τοδικῶν δραχ. 57,600, δι’ ἐνοίκια δὲ φυλακῶν, διὰ μισθοὺς
2915ἐπιστατῶν καὶ ἰατρῶν, ἔξοδα φωτισμοῦ καὶ θερμάνσεως αὐ-
2916τῶν ἑτέρα πίστωσις δραχ. 22,520.
2917Ἀλλὰ μετὰ τοῦ νόμου τούτου, τοῦ περὶ διοικητικῆς διαι-
2918ρέσεως, ἐψηφίσθη καὶ ἕτερος, ὁ ὁποῖος κυρωθεὶς ἐγένετο νό-
2919μος. Ὁ νόμος οὗτος εἶχε προταθῆ καὶ ἄλλοτε καὶ εἶχεν ἐπι-
2920ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν 27ην Μαΐου 1887 εἶχε
2921κατασταθῇ νόμος, ὑπὸ στοιχ. ΑΦΝΕʹ, περὶ Νομαρχιακῶν
2922Συμβουλίων, τὸν νόμον δὲ τοῦτον εἶχε συμπληρώσει κατόπιν
2923νέος νόμος, ὁ ΑΨΕʹ τῆς 5 Φεβρουαρίου 1889. Οἱ δύο οὗτοι
2924νόμοι εἶναι ἐκ τῶν 164 νόμων, οἵτινες ἐξεδόθησαν κατὰ τὸ
29251887. Ποίας προσήνεγκον ὑπηρεσίας τὰ Νομαρχιακὰ Συμ-
2926βούλια, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν τότε; Ἔζησαν 3 ἔτη, 7 μῆ-
2927νας καὶ 4 ἡμέρας, ἤτοι ἀπὸ τῆς 27 Μαΐου 1887 μέχρι τῆς
292831 Δεκεμβρίου 1900. Δυστυχῶς, οὐδεμία ἐπίσημος πληρο-
2929φορία ἐδόθη εἰς τὸ κοινόν· ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις, ὡς
2930Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κατέχει τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουρ-
2931γείου, θέλει δυνηθῆ βεβαίως νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ἐάν ποτε
2932κατὰ τὸ εἰρημένον διάστημα τοῦ βίου των συνῆλθον τὰ Νο-
2933μαρχιακὰ Συμβούλια, πότε συνῆλθον, καὶ ποῖά εἰσι τὰ ἔργα
2934αὐτῶν. Φέρ’ εἰπεῖν: ποία ἡ συστηματικὴ ἐπιτήρησις αὐτῶν
2935ἐπὶ τῶν δήμων, ἐπὶ τῶν δημοσυντηρήτων ἀγαθοεργῶν κατα-
2936στημάτων, ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τοῖς δημοτικοῖς καὶ δη-
2937μοσίοις σχολείοις τοῦ νομοῦ; ποία ἡ ἐπιτήρησις τῆς ἐκτε-
2938λέσεως τῶν λιμενικῶν ἔργων, τῶν ἔργων τῆς δημοτικῆς καὶ
2939δημοσίας συγκοινωνίας; ποία ἡ ὑπ’ αὐτῶν γενομένη ἐξ-
2940έλεγξις τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν δήμων καὶ τῶν
2941δημοσυντηρήτων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ὡς καὶ τῶν
2942ἐκπαιδευτηρίων, τῶν Λιμενικῶν Ταμείων καὶ τῶν Ταμείων
2943τῶν ἱερῶν ναῶν; Ποῖα μέτρα ἐπρότειναν πρὸς ἀνάπτυξιν
2944τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας τοῦ νομοῦ, καὶ πρὸς βελτίωσιν τῶν
2945ποινικῶν, ἐπανορθωτικῶν καὶ διὰ τὰ πολιτικὰ χρέη φυλα-
2946κῶν; Ποίους ἀπολογισμοὺς δήμων καὶ δημοσυντηρήτων ἀγα-
2947θοεργῶν καταστημάτων ἐξήλεγξαν; πόσας δ’ ἀποφάσεις ἐξέ-
2948δωκαν ἐπὶ ἐφέσεων ὑποβληθεισῶν κατὰ τῶν Νομαρχιακῶν
2949ἀποφάσεων, αἵτινες εἶχον ἐκδοθῆ τότε ἐπὶ προυπολογισμῶν
2950τῶν δήμων καὶ τῶν δημοσυντηρήτων ἀγαθοεργῶν καταστη-
2951μάτων;
2952Γνωρίζομεν ὅμως, ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὰ Νομαρχιακὰ
2953Συμβούλια τοῦ καιροῦ ἐκείνου δραχ. 207,200, αἵτινες δὲν
2954ἤρκεσαν, καὶ ἀνεβιβάσθη ἡ δι’ αὐτὰ δαπάνη εἰς 209,700·
2955εἶχον δὲ προορισθῆ διὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα τὰ 5/10 τῶν εἰσπρατ-
2956τομένων ἐσόδων τῶν δήμων τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ, ὧν
2957τὰ ἔσοδα ὑπερέβαινον τὰς 10,000 δραχμὰς, καὶ προσέτι
2958ποσὸν μέχρις ½ τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν Λιμενικῶν
2959Ταμείων καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ὁδο-
2960ποιΐας. Οὕτως ἐδαπανήθησαν 209,700 δραχμαὶ, χωρὶς νὰ
2961γένηται τὸ παραμικρὸν, διότι οὐδεμία ἐγένετο πρᾶξις, οὐδε-
2962μία ἐτέθη ὑπογραφὴ ἀπὸ νομαρχιακὸν σύμβουλον, εἰμὴ μόνον
2963διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα
2964ἐπληρώθησαν εἰς αὐτούς.
2965Τὸν θεσμὸν αὐτὸν, ὅτε ὁ Βασιλεὺς ἐκάλεσεν ἡμᾶς εἰς
2966τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1890, κατηργήσαμεν διὰ τοῦ ΑΩΟΖʹ
2967νόμου τῆς 31ης Δεκεμβρίου τοῦ 1890. Ἀλλ’ ὁ ἐπελθὼν
2968κατὰ τὸ 1897 πόλεμος ἐνεδείκνυεν ἀναπόφευκτον τὴν ἀνάγ-
2969κην νὰ ψηφισθῇ ὁ νέος νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβου-
2970λίων, ὡς εἰ, ἐὰν τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ὑπῆρχον πρὸ
2971τοῦ πολέμου, τὰ πράγματα ἤθελον ἀποβῆ διαφορετικά·
2972ἴσως δὲν ἠθέλομεν ἀποτύχει καὶ στρατιωτικῶς. Διὰ τοῦτο
2973ἔσπευσε τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον νὰ προτείνῃ τὸν νόμον
2974αὐτὸν, ἐπλουτίσθησαν δὲ τὰ νέα Νομαρχιακὰ Συμβούλια
2975καὶ μὲ καθήκοντα περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον τὰ
2976Νομαρχιακὰ Συμβούλια κατὰ τὸ 1887. Σᾶς παρακαλῶ νὰ
2977μὴ ἐνοχλήσῃ ὑμᾶς ἡ ἀνάγνωσις τῶν διατάξεων τοῦ νέου
2978νόμου, ἵνα τεθῆτε εἰς γνῶσιν αὐτῶν, διότι ἴσως τὰ ἐλησμο-
2979νήσατε. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὰ ἔσοδα, τὰ
2980ὁποῖα προσδιωρίσθησαν δι’ αὐτὰ, ὅπως δύνωνται νὰ ἐκτε-
2981λῶσι τὰ καθήκοντά των. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 70 τοῦ νέου νόμου
2982ἀναγράφονται τὰ προστεθέντα νέα καθήκοντα τῶν Νομαρ-
2983χιακῶν Συμβουλίων (ἀναγινώσκει): «αʹ) νὰ συνιστῶσι γε-
2984»ωργικοὺς σταθμούς· βʹ) νὰ προμηθεύωνται καὶ διανέμωσι
2985»σπόρους, φυτὰ καὶ δένδρα· γʹ) νὰ ἀναθέτωσι τὴν διδασκα-
2986»λίαν γεωργικῶν ἀντικειμένων εἰς ἁρμοδίους γεωπόνους,
2987»περιοδεύοντας ἐν τῷ νομῷ· δʹ) νὰ προμηθεύωνται πρὸς
2988»βελτίωσιν τῆς κτηνοτροφίας ἐξωτικὰ γένη ζώων· εʹ) νὰ
2989»ἐνεργῶσιν ἐμφυτεύσεις δένδρων χρησίμων εἰς τὴν βιομηχα-
2990»νίαν· Ϛʹ) νὰ ἐφαρμόζωσι μέτρα κατὰ τῶν ἐπισκηπτουσῶν ἐν
2991»τῷ νομῷ ἐπιζωοτιῶν καὶ νόσων τῶν φυτῶν· ζʹ) νὰ ὀργανώ-
2992»νωσι γεωργικὰς καὶ κτηνοτροφικὰς ἐκθέσεις, καὶ νὰ ἐπικῃ-
2993»ρύττωσιν ἀμοιβὰς καὶ βραβεῖα κατ’ αὐτάς.» Ἀλλ’ ὁ νόμος
2994προὐνόησε νὰ παράσχῃ αὐτοῖς καὶ μέσα χρηματικά, ἐπαρκῆ
2995καὶ ἄφθονα, ἵνα ἐκτελῶσι πάντα ταῦτα τὰ καθήκοντα. Καὶ
2996ποῖα μέσα παρεχώρησε πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων
2997τούτων; Ἀκούσατε. Διὰ τοῦ ἄρθρου 120 τοῦ νόμου διατάσ-
2998σεται νὰ διαθέτωσι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων
2999τούτων μέχρι 30% ἐκ τῶν τελῶν τῶν ἐν τῷ νομῷ γιγνο-
3000μένων πανηγύρεων καὶ ἐμπορικῶν ἀγορῶν! (ἱλαρότης). Λοι-
3001πὸν ἕκαστον Νομαρχιακὸν Συμβούλιον θέλει ἔχει 30 τοῖς
3002ἑκατὸν ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ἐν τῷ νομῷ γιγνομένων πανη-
3003γύρεων καὶ ἀγορῶν, διὰ νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν
3004καθηκόντων τούτων αὐτοῦ. Ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατοικεῖτε ἐν
3005ταῖς ἐπαρχίαις, γνωρίζετε πόσα οἱ δῆμοι ἑκάστου νομοῦ
3006εἰσπράττουσιν ἐκ πανηγύρεων καὶ ἐμπορικῶν ἀγορῶν· ἀλλὰ
3007ἐπιτρέψατέ μοι νὰ χορηγήσω ὑμῖν καὶ ἐγὼ νύξεις τινάς.
3008Κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νόμου περὶ δήμων, ἐπιτρέπεται εἰς
3009αὐτοὺς νὰ ἐπιβάλλωσι καὶ εἰσπράττωσι τέλη ἐπὶ τῶν πα-
3010νηγύρεων καὶ τῶν κατ’ αὐτὰς ἀνεγειρομένων παραπηγμά-
3011των· τὰ τέλη δὲ ταῦτα ἠρίθμησε τὸ μνημονευθὲν ἄρθρον τοῦ
3012νόμου μετὰ τῶν ἄλλων ἐμμέσων φόρων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο
3013πρῶτος ἀνέγραψεν ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς 4 Φεβρουαρίου τοῦ
30141830 ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, ἐκ τούτου δὲ ὁ νόμος
3015περὶ δήμων παρέλαβεν αὐτό.
3016Ἀλλὰ τὰ τέλη ταῦτα δὲν εἶναι ἄγνωστα εἰς τὴν Εὐρώ-
3017πην, διότι πρὸ τῆς μεγάλης Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως τὰ
3018τέλη ταῦτα εἰσεπράττοντο ὑπὸ τοῦ ἐν ἑκάστῃ τοπικῇ περι-
3019φερείᾳ τοπάρχου, τοῦ Seigneur κατὰ τὴν ἐπανάστασιν δέ,
3020διὰ τοῦ νόμου τῆς 15 Μαρτίου 1790, κατηργήθησαν, ἀλλὰ
3021διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1790 καὶ κατόπιν δι’ ἑτέρου νόμου, ἐκ-
3022δοθέντος κατὰ τὸ 1837, ἐνομοθετήθησαν ὑπὲρ τῶν δήμων.
3023Παριστῶσι δὲ τὰ τέλη ταῦτα τῶν πανηγύρεων τὸ ἐνοίκιον
3024τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον καταλαμβάνουσι τὰ
3025κατὰ τὰς πανηγύρεις ἐκτιθέμενα ἐπ’ αὐτοῦ ἐμπορεύματα.
3026Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἐν τῇ πανηγύρει εἰσκομιζόμενα πρὸς πώλη-
3027σιν ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα δὲν παρέχουσι τόσον μεγάλα
3028κέρδη, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ ἐνοικιάζῃ δι’ ἁδροῦ μισθώ-
3029ματος τὴν ἔκτασιν τοῦ ἀπαιτουμένου ἐδάφους, ἕνεκα τού-
3030του ποσὸν ἀσήμαντον εἰσέρχεται εἰς τὰ ἁρμόδια Ταμεῖα. Δὲν
3031γνωρίζω, ἂν ἐν ἑκάστῳ νομῷ εἰσπράττουσι πάντες οἱ δῆμοι
3032χιλίας ἢ δισχιλίας δραχμὰς, ἀλλ’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τὰ 30
3033ἑκατοστὰ, δηλ. αἱ 300 ἢ αἱ 600, δραχμαὶ ἐτέθησαν εἰς τὴν
3034διάθεσιν τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, διὰ νὰ ἐκτελέσωσι
3035τὰ πρόσθετα ταῦτα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα πρὸ
3036μικροῦ. Τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια συνέρχονται, κατὰ τὸ
3037ἄρθρον 25 τοῦ νόμου, τὴν 15 Ὀκτωβρίου· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ἰου-
3038λίου τοῦ 1899, ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος, μέχρι τοῦδε παρῆλθε
3039δὶς ἡ 15 Ὀκτωβρίου, δὲν ἐξεδόθη ὅμως Διάταγμα πρὸς προσ-
3040διορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, ἑπομένως
3041δὲν ἐξελέχθησαν Νομαρχιακὰ Συμβούλια, οὐδὲ συνῆλθον.
3042§146Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχασε τίποτε τὸ Κράτος.
3043§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν νομαρχιακῶν
3044συμβούλων, κατὰ ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐποιησάμην,
3045ἀνέρχεται εἰς 884, ἕκαστος δ’ αὐτῶν ἔχει δικαίωμα νὰ λαμ-
3046βάνῃ δραχμὰς 10 ὡς ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην
3047συνεδρίασιν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Σύνοδος τῶν Νομαρχιακῶν Συμ-
3048βουλίων διαρκεῖ 30 ἡμέρας, διὰ τοὺς 884 συμβούλους καὶ
3049δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν θὰ πληρώνῃ τὸ Κράτος δραχ. 8,840,
3050δηλαδὴ τὰς 30 ἡμέρας θὰ πληρώνῃ δρ. 265,200. Ἀλλ’ ἐὰν
3051ἤθελε παραταθῆ ἡ Σύνοδος πέραν τῶν 30 ἡμερῶν, ἐὰν ἤθε-
3052λε παραταθῆ 30 ἔτι ἡμέρας, θέλουσι πληρωθῆ δι’ ἀποζη-
3053μίωσιν αὐτῶν καὶ ἄλλαι 265,200 δραχμαί· ἐὰν δὲ ἤθελε συγ-
3054κληθῆ καὶ ἔκτακτος Σύνοδος, θέλει ἕνεκα αὐτῆς αὐξήσει ἡ
3055δαπάνη αὕτη. Δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ὁ μι-
3056σθὸς τῶν κλητήρων, δὲν περιλαμβάνονται οὐδὲ τὰ ὁδοιπο-
3057ρικὰ ἔξοδα τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων ἀπὸ τῆς κατοικίας
3058των εἰς τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ καὶ τῆς ἐπανόδου αὐτῶν, δὲν
3059περιλαμβάνονται αἱ δαπάναι διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας
3060αὐτῶν, διὰ τὰ γραφικά, τὸν φωτισμόν, τὴν θέρμανσιν κλπ.
3061Πόθεν θέλουσι πληρωθῆ τὰ ἔξοδα αὐτά; Εὔκολον. Ἀπὸ
3062τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα. Ἐνθυμοῦμαι—δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν ἔχω
3063πρόχειρον—ἔκθεσιν πρὸς τὸν Βασιλέα, δι’ ἧς ὁ ἡγέτης τοῦ
3064κόμματος, τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον ἐν τῇ ἀρχῇ, τυγχάνων
3065Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸ 1887, ἐζή-
3066τει παρὰ τοῦ Βασιλέως νὰ ἐγκρίνῃ ἔκτακτον πίστωσιν, τὴν
3067ὁποίαν ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ. Πρὸ τοῦ 1887 ὑπῆρξεν ἡ ἐπι-
3068στρατεία τοῦ 1886 καὶ 1885, ἕνεκα δὲ ταύτης ἡμεῖς, ὡς
3069Κυβέρνησις, προεκαλέσαμεν νόμον καὶ ἐξεδώκαμεν δάνειον 30
3070ἑκατομμυρίων, πατριωτικὸν λεγόμενον, τοῦ ὁποίου ἑκάστη
3071μετοχὴ εἶχεν ἀξίαν δρ. 10. Ὅτε ἐγένετο ἡ ἔκδοσις τοῦ δα-
3072νείου, Λιμενικά τινα Ταμεῖα ἠγόρασαν μετοχάς, ὡς καὶ δῆμοί
3073τινες. Τὸ δρᾶμα τῆς ἐπιστρατείας ἐκείνης ἐλύθη ἐν ἀποτυ-
3074χίᾳ τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν αὐτό, —δὲν θέλω νὰ
3075εἴπω, καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ τοῦ ἔθνους, τὴν διάσωσιν τῶν συμφε-
3076ρόντων τοῦ ὁποίου ἐσκοποῦμεν τότε ἐπιστρατευθέντες· ἀλλὰ
3077τὸ Κράτος ἐξεπλήρωσε καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλεν αὐτῷ
3078ἡ ἱστορία αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας ταύ-
3079της πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν
3080ὁ τότε Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος διεκήρυξε διὰ
3081τῆς εἰρημένης πρὸς τὸν Βασιλέα ἐκθέσεώς του, ὅτι τὰ Λιμε-
3082νικὰ Ταμεῖα δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ διαθέτωσι τὰ χρήματα,
3083τὰ ὁποῖα εἰσπράττουσιν, εἰς ἄλλας ἀνάγκας ἢ μόνον εἰς τὰς
3084ἀνάγκας τῶν λιμένων, καίτοι δὲν εἶχον διαθέσει, ἀλλ’ εἶχον
3085τοποθετήσει εἰς δάνειον τὰ χρήματά των· ἑπομένως ἐζή-
3086τησεν, ἵνα τὸ Κράτος ἐξαγοράσῃ τὰς μετοχὰς, τὰς ὁποίας
3087εἶχον τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα ἀγοράσει, καὶ οὕτως ἀπέδωκεν εἰς
3088τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον πληρώ-
3089σει εἰς ἀγορὰν μετοχῶν τοῦ δανείου, ὡς ἐξηγόρασε καὶ τὰς
3090μετοχὰς, τὰς ὁποίας οἱ δῆμοι εἶχον ἀγοράσει, καὶ ἀπέδωκε
3091καὶ εἰς αὐτοὺς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον πληρώσει. Διατί;
3092Διότι καὶ τὰ δημοτικὰ ἔσοδα εἰσπράττονται διὰ νὰ διοικῶν-
3093ται οἱ δῆμοι, καὶ τὰ λιμενικὰ ἔσοδα εἰσπράττονται ἀπὸ τὰ
3094Λιμενικὰ Ταμεῖα διὰ νὰ κατασκευάζωνται καὶ βελτιῶνται
3095οἱ λιμένες. Ἀλλὰ τὰ λιμενικὰ ἔσοδα μετὰ ἕν ἔτος τότε μετε-
3096πήδησαν καὶ ἔλαβον ἄλλην ὁδὸν, καὶ ἐχρησίμευσαν καὶ χρη-
3097σιμεύουσι καὶ νῦν εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, διὰ νὰ λαμ-
3098βάνωσιν οἱ σύμβουλοι ποσοστὰ, καὶ ἀλλαχοῦ δὲ εἶδον, ὅτι
3099ὑπεχρεώθησαν τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα νὰ δαπανῶσιν ἐκ τῶν
3100ἐσόδων των εἰς ἀνάγκας ἀλλοτρίας τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν.
3101Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περι-
3102όδου ἐψηφίσθη προσέτι καὶ ἐξεδόθη ὁ νόμος ΒΧϚʹ τῆς 6 Ἰου-
3103λίου 1899 περὶ «διοικητικῆς ἀστυνομίας». Κατὰ τὸν νόμον
3104τοῦτον, καθιστᾶται διοικητικὴ ἀστυνομία, καταργουμένης
3105τῆς στρατιωτικῆς, ὡς κατὰ τὸ ἔτος 1893 κατεστάθη ἡ
3106στρατιωτική, καταργηθείσης τῆς δημοτικῆς. Τῆς καθι-
3107σταμένης δὲ διοικητικῆς ἀστυνομίας τάσσονται ὄργανα: 26
3108Διευθυνταὶ αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως, 107 ἀστυνόμοι αʹ, βʹ καὶ
3109γʹ τάξεως, 210 ὑπαστυνόμοι αʹ καὶ βʹ τάξεως, 1 ἀξιωμα-
3110τικὸς τῶν ἐφίππων σωμάτων, 29 ἀστυΐατροι, 1 ἀστυχημι-
3111κὸς, 1 ἀστυκτηνίατρος, 4,114 ἀστυφύλακες, ὧν 314 ἐνω-
3112μοτάρχαι αʹ καὶ βʹ τάξεως, 6 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 240 στρα-
3113τιῶται τοῦ ἱππικοῦ. Καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήμα-
3114τος τούτου ἐπεψηφίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900
3115πιστώσεις δραχμῶν 4,971,860, ἐνῷ τὰ διὰ τὴν ἀστυνο-
3116μίαν δαπανηθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς
31172,593,785.13, ἤτοι ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ
3118δραχμὰς 2,378,074.87...
3119§148Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε ἀγορεύων, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι
3120καιρὸς νὰ διακόψωμεν; Ὁμιλεῖτε ἤδη 2 ὥρας.
3121§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν
3122μέχρι τῆς 10ης ὥρας, πλὴν ἐὰν ἐκουράσθητε.
3123§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
3124§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς
3125ἀστυνομίας ἐψηφίσθη μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, μεθ’ ὅσης ἐψη-
3126φίσθη καὶ ὁ νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἐνθυ-
3127μοῦμαι, ὅτι, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμ-
3128βουλίων, ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτὴς εἶχε μεγάλως ἐνθουσια-
3129σθῇ ἀπὸ τὸ νέον τοῦτο νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροι-
3130κίζετο ἡ νομοθεσία τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἔλεγεν αὐτὸς πρὸς
3131τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου·
3132ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου,
3133ἐζητήθη νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, διὰ νὰ συναρμο-
3134λογηθῶσι τοῦ νομοσχεδίου αἱ διατάξεις καὶ γένωνται περισ-
3135σότερον καταληπταὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3136γὸς ἔλεγεν: «Εἶναι καλὸν τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ μὴ ἀνα-
3137»βληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου, διότι αὔριον ἐνδεχόμενον
3138»νὰ ἀγορεύσωσιν οἱ ἀπόντες, καὶ θὰ ἀρχίσωμεν πάλιν τὰ
3139»ἴδια.» Ὄντως ἐψηφίσθη τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἄνευ περαι-
3140τέρω συζητήσεως τὸ νομοσχέδιον. Ὁποῖον δὲ τοῦτο ἐψηφί-
3141σθη, σᾶς περιέγραψα πρὸ μικροῦ, καὶ παρέστησα ὑμῖν, ποίας
3142μεγάλας ὠφελείας παρήγαγεν εἰς τὸ Κράτος!
3143Εἶπον, ὅτι διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἀν-
3144εγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις δραχμῶν 4,971,860
3145διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ δὲ ὅλον τὸ ποσὸν ἀναγεγραμμένον ἐν
3146τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπενοήθη μέθοδος, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ
3147καὶ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
3148τικῶν. Οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
3149κῶν τοὺς πληρωτέους μισθοὺς ἀναγράφουσιν εἰς τρεῖς στή-
3150λας, τῶν ἀξιωματικῶν ἰδίᾳ, τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐν ἑτέρᾳ,
3151καὶ τῶν στρατιωτῶν ἐν ἄλλῃ, καὶ συγκεφαλαιοῦσι τὰ ποσά·
3152ἀλλ’ ἐκ τοῦ συγκεφαλαιωθέντος ποσοῦ ἀφαιροῦσιν αὐθαιρέ-
3153τως ποσόν τι διὰ κενὰς θέσεις, καὶ τοιουτοτρόπως ἐλαττώ-
3154νουσι καὶ παρουσιάζουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὀλιγώτερον
3155τὸ πληρωτέον ποσόν. Καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν κατὰ
3156τὸν νέον νόμον περὶ ἀστυνομίας ἐξόδων ἐφηρμόσθη τὸ αὐτὸ
3157σύστημα, καὶ ἀπὸ τὸ ὅλον ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἀστυνομίαν
3158ποσὸν ἀφῄρεσαν ποσὸν διὰ κενὰς θέσεις 500,000 δραχμῶν,
3159καὶ παρέστησαν οὕτως ἐλάσσονα τὴν δαπάνην κατὰ 500,000
3160δραχμάς. Ἡ αὔξησις ὅμως τῶν ἐξόδων, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ
3161δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, ἀνέρχεται, ὡς εἶπον, εἰς δραχ-
3162μὰς 2,378,074.87.
3163Τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας δὲν ἦτο ἄγνω-
3164στον, διότι κατὰ τὴν 13 Μαρτίου 1849 ἐξεδόθη νόμος, διὰ
3165τοῦ ὁποίου τὸ ἀστυνομεῖν ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς δήμους Ἀθη-
3166νῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ἀνετέθη εἰς ἰδίους ὑπαλλήλους, διορι-
3167ζομένους διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου
3168Ὑπουργοῦ. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πει-
3169ρκεῖ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἦτο καὶ ἀνεπαρκὴς κατὰ
3170τὴν ἀστυνομικὴν δύναμιν, καὶ ἀπαράσκευος, ἵνα ἐκπληρώνῃ
3171τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα· οὔτε οἱ ὑπὸ τῶν δήμων Ἀθη-
3172νῶν καὶ Πειραιῶς ἐντελλόμενοι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς αὐτὴν
3173εἶχον ἔννοιαν τῆς ἀστυνομικῆς λειτουργίας, οὔτε ἦσαν ἀναμφι-
3174βόλου χρηστότητος, συνέβησαν δὲ πράξεις ἐν τῇ πόλει τῶν
3175Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν καὶ αὐτὰ τὰ ἀστυνομικὰ ὄρ-
3176γανα ὕποπτα, ἕνεκα δὲ τούτου κατεστάθη ἀναπόφευκτος ἡ
3177διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1849 ἐπελθοῦσα μεταβολὴ τῆς ἀντικατα-
3178στάσεως τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν
3179καὶ Πειραιῶς διὰ τῆς διοικητικῆς· ἀλλ’ ἐν τῷ ὑπολοίπῳ τῆς
3180ἐπικρατείας διετηρήθη τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνο-
3181μίας μέχρι τοῦ 1893, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ φαεινὴ ἰδέα τῆς στρα-
3182τιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐγκατε-
3183στάθη, τὰ ἔργα αὐτῆς ἀνέλαβον ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ·
3184ἀλλὰ, δυστυχῶς, ὅσον ἀξιωματικός τις ἔλαβε πληρεστέραν
3185μόρφωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν διὰ τὰ ἔργα τοῦ ἀξιωματικοῦ,
3186τοσοῦτον ὀλιγώτερον κατάλληλος εἶναι διὰ τὴν ἀστυνομικὴν
3187ὑπηρεσίαν. Ὁ ἀστυνόμος δὲν εἶναι ὄργανον βίας, εἶναι ὄργα-
3188νον συνέσεως, προσοχῆς, μετριοπαθείας καὶ ἐπιτηρήσεως, τὸ
3189ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ γνῶσιν τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐνεργεῖ τὰ
3190καθήκοντα αὐτοῦ, καὶ νὰ γνωρίζῃ τοὺς κατοίκους αὐτοῦ.
3191Ὅταν ἤθελε γνωρίσει ἐν τῇ μικρᾷ ἐκείνῃ κοινωνίᾳ τὰ μέλη
3192αὐτῆς, καὶ καταμάθει τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα
3193αὐτῶν, τὰς ἀρετὰς καὶ τὰς ἐπιληψίμους τάσεις αὐτῶν, ὁ
3194ἀστυνόμος οὗτος δύναται ἐπιτυχέστερον παντὸς ἄλλου νὰ
3195ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, διότι δύναται νὰ ὁδηγῆται
3196πληρέστερον καὶ σοφώτερον πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν διαπρατ-
3197τόντων τὰς ἀξιοποίνους πράξεις· ὅταν δὲ παραστῇ ἡ ἀνάγκη
3198νὰ μετέλθῃ τὴν βίαν, ἡ χωροφυλακὴ, παροῦσα, δύναται νὰ
3199παρέχῃ τὴν συνδρομήν της, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸν περιπεσόντα
3200εἰς τὸ ἔγκλημα.
3201Διὰ τοῦτο ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα πάντοτε κατὰ τῆς
3202στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐγ-
3203καταλίπωμεν ἐντελῶς τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνο-
3204μίας· ἠλπίζομεν μάλιστα, ὅτι, ἀφοῦ τόσα παρῆλθον ἔτη,
3205ἀφ’ ἧς ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐξέλιπε, ἀφοῦ κατὰ τὸ διά-
3206στημα τοῦτο ἐπράχθησαν τοσαῦτα ἄτοπα ἀπὸ τοὺς διαχει-
3207ρισθέντας τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν στρατιωτικούς, ὥστε
3208καὶ οἱ πολῖται νὰ κατανοήσωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωσιν
3209ἀφορμὴν εἰς τὴν βίαν καὶ τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ὑπὸ τῶν
3210στρατιωτικῶν ἀστυνόμων ἐγένετο χρῆσις κατὰ τὰ τελευταῖα
3211ἔτη πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν αὐτουργῶν ἀξιοποίνων πράξεων,
3212ἢ πρὸς σύλληψιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ ἔτος 1896, ὅτε
3213κληθέντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὠφείλομεν νὰ προνοήσωμεν περὶ
3214καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἵνα ἀποστείλω-
3215μεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν,
3216διὰ τὰς ὁποίας ἐμορφώθησαν καὶ ἐξεπαιδεύθησαν καὶ εἰς τὰς
3217ὁποίας ἐκλήθησαν νὰ ὑπηρετῶσι, διὰ ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς
3218ἀπὸ ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν προσήρμοζον εἰς τὸν χαρακτῆρα καὶ
3219τὰς ἕξεις αὐτῶν, τὰ ὁποῖα μάλιστα συνετέλουν ἴσως νὰ δια-
3220φθείρωσι τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν, ἐπροτείναμεν νομοσχέδιον,
3221διὰ τοῦ ὁποίου εἰσήγομεν διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἐν ταῖς
3222πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, δημοτικὴν δὲ
3223ἐν τοῖς δήμοις τῆς δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως. Μὴ λησμο-
3224νεῖτε, Κύριοι, ὅτι καὶ ὁ ἁπλοῦς πολίτης, ὁ ὁδοιπορῶν καὶ φέ-
3225ρων ἓν περίστροφον, ἢ μίαν μάχαιραν, ὅτι καὶ αὐτὸς ῥέπει
3226περισσότερον εἰς τὴν βίαν ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος περιο-
3227δεύει ἄοπλος· διατὶ δύναταί τις νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, οἱ ἀξιω-
3228ματικοὶ νὰ μὴ ποιῶνται κατὰ προτίμησιν χρῆσιν τῆς βίας ἀπὸ
3229τῆς ἠπίας καὶ ὁμαλῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων των;
3230Ἀλλὰ διατὶ διὰ τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
3231νομίας ἐκθέτετε τὸν ἀξιωματικόν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀνε-
3232πτυγμένος πνευματικῶς καὶ μεμορφωμένος, εἰς τὰς ποικίλας
3233καὶ χυδαίας ἐνίοτε σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου; Διατὶ δὲν ὑπο-
3234θέτετε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ἐπανειλημμένως καὶ διηνεκῶς
3235ἀσχολούμενος περὶ τὰς τοιαύτας σχέσεις, δύναται νὰ μετα-
3236βάλῃ καὶ τὸν χαρακτῆρά του, καὶ νὰ λησμονήσῃ καὶ τὴν
3237ἀξιοπρέπειάν του καὶ τὴν ὑπερηφάνειάν του; Διὰ τοῦτο ἡ
3238στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἔβλαψε κυρίως τὸν στρατόν, ὄχι
3239μόνον διότι ἀφῄρεσεν ἀπὸ αὐτὸν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν
3240ἐξακολουθοῦσι νὰ λαμβάνωσι τὴν προσήκουσαν στρατιωτι-
3241κὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπηρέασεν
3242ἴσως καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰς τάσεις αὐτῶν. Ἑπομένως
3243ἀναγκαίως ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ καταργήσωμεν τὴν στρα-
3244τιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ πρὸ παντός, καὶ τοῦτο ἐσπεύσα-
3245μεν νὰ πράξωμεν. Καὶ κατηργήσαμεν μὲν ἀμέσως τὸ Ἀρ-
3246χηγεῖον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀρχὴ ἀνεύθυνος, ἀνεξάρτητος,
3247ἥτις εἶχεν ἰδίαν ὕπαρξιν, αὐτοτέλειαν, οὕτως ὥστε, ὅτε
3248ἐκαλεῖτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνταῦθα, καὶ ἐζη-
3249τεῖτο παρ’ αὐτοῦ λόγος διὰ παραβάσεις ἀστυνομικάς, διὰ
3250πράξεις βιαίας, ἢ ἀγρίας, ἢ τραχείας, αἱ ὁποῖαι διεπράττοντο,
3251ἐκίνει τοὺς ὤμους αὐτοῦ, λέγων, ὅτι θὰ ζητήσῃ πληροφορίας
3252παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου· καὶ ὅτε ἐλέγομεν αὐτῷ, πῶς δὲν ἐκ-
3253τελοῦνται αἱ κατὰ ἀστυνόμων ἀποφάσεις, ἀπεκρίνετο, ὅτι
3254τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξετέλει
3255αὐτάς.
3256Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις τοῦ 1896 ἦσαν λίαν ἀνώμαλοι, καὶ
3257ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς καὶ ὁ περὶ ἀστυ-
3258νομίας, οἱ ὁποῖοι συνεδέοντο μετ’ ἀλλήλων, ἐδιστάσαμεν νὰ
3259ὑποβάλωμεν καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς
3260κύρωσιν· ὅτε δὲ ἡμέραν τινὰ ὁ Ἡγεμὼν ἔφερε τὸν λόγον
3261περὶ αὐτῶν, ἐζήτησα τὴν ἄδειαν αὐτοῦ νὰ μὴ ὑποβάλω τὸν
3262νόμον πρὸς κύρωσιν, καὶ ἐδικαιολόγησα τὴν γνώμην μου ταύ-
3263την, παραστήσας, ὅτι δὲν μοι ἐπετρέπετο, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἡ
3264δημοσία τάξις ἐκυμαίνετο, νὰ προκαλέσω τὴν μεταβολὴν τοῦ
3265λειτουργοῦντος ἀστυνομικοῦ συστήματος, καθ’ ὃν χρόνον αἱ
3266ὠθήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο, καὶ τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα
3267διεσκευάζοντο καὶ ἐλάμβανον χώραν, ἦσαν τοσοῦτον ἔκτροπα,
3268διότι καὶ εἰς τὰς ὠθήσεις καὶ εἰς τὰ συμβεβηκότα ταῦτα δὲν
3269ἦσαν ἀλλότριοι καὶ αὐτοὶ οἱ φύλακες τῆς τάξεως· κατὰ τοι-
3270αύτην ὥραν πάντως δὲν μοι ἐπετρέπετο νὰ ζητήσω ν’ ἀντι-
3271καταστήσω τὸ σύστημα τῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν,
3272ἀλλὰ προσῆκε νὰ ἀνεχθῶμεν τὰς ἀτελείας αὐτοῦ, ἐν ὅσῳ ἡ
3273κατάστασις ἐκείνη, ἡ ἀνώμαλος, ἐξηκολούθει. Οὕτω δὲν προ-
3274εκάλεσα τὴν κύρωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπὸ
3275τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν εἶχον προκαλέσει, ἐξηκολούθησε δὲ ἡ
3276στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Καὶ οὕτως ἔπραξα, καίτοι οὐδέποτε
3277ἤμην ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ τὴν πρώτην φοράν, ὅτε ἐπροτάθη εἰς
3278τὴν Βουλήν, ἀντιταχθεὶς κατὰ τοῦ συστήματος, καὶ ὅτε
3279ἐπροτάθη τὴν δευτέραν φοράν, ἀντιλέξας κατὰ τοῦ συστήμα-
3280τος, καὶ κατὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ
3281νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τότε προσ-
3282παθήσας ν’ ἀποκρούσω αὐτό. Καὶ ὄντως, δὲν εἶναι μόνον τὸ
3283ἀνάρμοστον εἰς ἀξιωματικὸν στρατοῦ νὰ διαχειρίζηται τοιαύ-
3284την λειτουργίαν διοικητικήν, δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐπίδρασις, τὴν
3285ὁποίαν αὕτη ἐνασκεῖ ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους
3286ἀνετέθησαν τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, δὲν εἶναι μόνον ἡ
3287τάσις τοῦ ἐνόπλου ἀνδρός, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι ἡ πειθαρ-
3288χία εἶναι ἡ κυρία δύναμις καὶ ἡ κυρία αἰτία τῆς ὑπάρξεως
3289αὐτοῦ, καὶ ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πειθαρχίαν καὶ εἰς αὐτὰς
3290τὰς κοινωνικὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη καὶ
3291τὸ ἀκατανόητον, πῶς ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐν
3292Κράτει οὕτω κυβερνωμένῳ, δύναται νὰ ὑπάρχῃ στρατιωτικὴ
3293ἀστυνομία. Ἂν ἀστυνομία ἦναι ὁ σύμβουλος, ὁ ἐπιτηρητὴς,
3294ὁ φύλαξ τοῦ πολίτου, ὁ σύμβουλος, ὁ ἐπιτηρητὴς τοῦ ἀγρό-
3295του, οὐδεὶς ἆρά γε ἄλλος δύναται νὰ μετέλθῃ τὰ ἔργα ταῦτα,
3296ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κληθῇ ἡ δημοσία δύναμις νὰ τὰ ἐκτελέσῃ;
3297Ἡ γνώμη ἡμῶν δὲν ἠκούσθη τότε, ὁ νόμος ἐψηφίσθη καὶ
3298ἐδημοσιεύθη· ἀλλ’ ἔκτοτε παρῆλθον ἑπτὰ ἔτη, τὸ δὲ κόμμα
3299ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ὁ ἡγέτης ἐπρότεινε τὴν σύστασιν τῆς
3300στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, αὐτὸ τὸ κόμμα ζητεῖ νῦν τὴν
3301μεταβολὴν τοῦ θεσμοῦ.
3302Ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
3303νομίας εἰς διοικητικὴν νομίζω ὅτι εἶναι μέτρον ἀτελὲς, καὶ
3304ἤθελεν εἶσθαι πλῆρες, ἂν εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νο-
3305μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε κατὰ τὸ 1896, εἰ
3306καὶ δι’ αὐτοῦ καθιστᾶτο πάλιν ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία ἐν
3307ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν καὶ ἐν τοῖς δή-
3308μοις, ἐν οἷς αἱ περιστάσεις ἠδύναντο νὰ καταστήσωσι τὸν
3309θεσμὸν ἀνεκτὸν ἔτι, καθιστᾶτο δὲ ἡ δημοτικὴ εἰς τοὺς δή-
3310μους τῆς δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως. Διατὶ δὲν ἔπρεπε νὰ
3311ἀφήσωμεν τὴν ἀγροτικὴν περιφρούρησιν εἰς τὸν ἀγροτικὸν
3312ἐκεῖνον καὶ εἰρηνικὸν βίον, τὸν ὁποῖον διάγουσιν αἱ οἰκογέ-
3313νειαι, ὅταν συζῶσιν ἐν στενῇ περιφερείᾳ ἐν ταῖς μικραῖς κοι-
3314νωνίαις αὐτῶν; Δὲν πρόκειται περὶ τῶν πόλεων, ἡ ἀστυνο-
3315μία τῶν ὁποίων χρῄζει ὀργάνων πληρεστέρων καὶ νοημο-
3316νεστέρων, διότι πολλαπλαῖ ὑπάρχουσιν αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ
3317σχέσεις ἐν αὐταῖς, ἐπιβάλλουσαι τὴν ἀνάγκην νοημονεστέ-
3318ρας ἀστυνομικῆς μερίμνης. Ἂν τὸ σύστημα τοῦτο ἠκολούθει
3319ἡ Κυβέρνησις, αἱ δαπάναι ἤθελον εἶσθαι μικρότεραι, δὲν ἤθε-
3320λον ἀναβιβασθῇ εἰς 4,971,860 δραχμὰς, καὶ ἀφοῦ κατὰ τὸ
33211896 ἤρκεσαν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας 2,593,785.13,
3322δὲν ἠθέλομεν αὐξήσει τὴν δαπάνην κατὰ δρ. 2,378,074.87.
3323Ἕτερος, ψηφισθεὶς κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βου-
3324λευτικῆς ταύτης Περιόδου, νόμος εἶναι ὁ ͵ΒΧΜΕʹ τῆς 21
3325Ἰουλίου 1899, δι’ οὗ ἐπετράπη νὰ προστεθῶσι 45 τηλε-
3326γραφικοὶ βοηθοὶ βʹ τάξεως, ἐνομοθετήθη δὲ οὕτως αὔξησις
3327ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 48,600.
3328Καὶ ἕτερος νόμος, ὁ ͵ΒΧʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899, νέαν ἐπή-
3329νεγκεν αὔξησιν ἐξόδων κατὰ δρ. 42,480, διότι ἐπέτρεψε τὴν
3330σύστασιν τεσσάρων νέων συνεργείων. Καὶ ἕτερος δὲ νόμος,
3331ὁ ͵ΒΧΛΔʹ τῆς 19 Ἰουλίου 1899, ἀνεβίβασε τὸν ἀριθμὸν τῶν
3332Οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν ἀπὸ 10, ὅσοι προσδιωρίσθησαν
3333διὰ τοῦ νόμου τῆς 16 Ἰουλίου 1895, εἰς 23, ἐκ τῶν ὁποίων
3334ἕνα μὲν μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν Γενικοῦ Γραμματέως, 10
3335μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν Τμηματάρχου ά. τάξεως, καὶ 12 μὲ
3336μισθὸν καὶ βαθμὸν Τμηματάρχου βʹ τάξεως. Τὰ μέχρι τῆς
3337ἐκδόσεως τοῦ νέου τούτου νόμου ἐπιτευχθέντα οἰκονομικὰ
3338ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν λίαν εὐάρεστα καὶ ἐπαρκῆ· ἀμφι-
3339βάλλω δὲ, ἂν πρὸς τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα δύνανται νὰ
3340παραβληθῶσι τὰ ἐπιτευχθέντα ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦδε
3341διὰ τῶν 23 Ἐπιθεωρητῶν. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπα-
3342νήθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν
3343δρ. 40,835.09, διὰ τῆς νομοθετηθείσης αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ
3344αὐτῶν καὶ τῆς προσθήκης γραφέων καὶ κλητήρων θέλουσι
3345δαπανᾶσθαι δραχμαὶ 123,360, ἀνελθούσης οὕτω τῆς νομο-
3346θετηθείσης αὐξήσεως τῶν ἐξόδων κατὰ δραχ. 82,524.91.
3347Τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον δύο προὐκάλεσε
3348νόμους, ἕκαστος τῶν ὁποίων ἐπήνεγκεν αὔξησιν τῶν ἐξό-
3349δων, τὸν νόμον ͵ΒΧΙΘʹ τῆς 8 Ἰουλίου 1899, δι’ οὗ προσ-
3350ετέθησαν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας ἐν τῷ εἰρημένῳ Ὑπουργείῳ
3351ὑπαλλήλους 2 ἀκόλουθοι, 1 λογιστὴς καὶ τέταρτος κλητὴρ,
3352καὶ τὸν ͵ΒΨΗʹ περὶ Προξενείων νόμον τῆς 31 Μαρτίου
33531900, δι’ οὗ μετέβαλε τὸν ἰσχύοντα μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦ
3354πρώτου τούτων, τοῦ περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν
3355ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, ἐνομοθετήθη αὔξησις τῶν ἐξό-
3356δων κατὰ δραχμὰς 7,800· περὶ τοῦ δευτέρου θέλω διαλά-
3357βει, ὅταν πραγματευθῶ περὶ τῶν κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύν-
3358οδον ψηφισθέντων νόμων...
3359§152Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι μερικαὶ ἀγορεύσεις, κύριε
3360Πρόεδρε, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ γίγνωνται τυπικῶς. Εἴ-
3361μεθα ἐξηντλημένοι διανοητικῶς. Πρέπει νὰ διακόψωμεν.
3362§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ μνημονεύσω καὶ τῶν
3363μέτρων τῶν μεταρρυθμιστικῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
3364σύνης. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ νόμου, τὸν
3365ποῖον εἰσήγαγε, περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν
3366ὑπαλλήλων, καὶ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἔφερεν εἰς τὰ
3367Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα, ἐπήνεγκεν αὔξησιν ἐξό-
3368δων 436,785.91, ὡς ἑξῆς:
3369αʹ) Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου
3370Πάγου, τῶν Ἐφετείων καὶ τῶν Πρωτοδικείων· βʹ) ἕνεκα
3371τῶν μεταβολῶν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν Εἰρηνοδι-
3372κῶν καὶ τῶν Πταισματοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων αὐτῶν·
3373γʹ) ἕνεκα τῶν μεταβολῶν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν
3374Εἰρηνοδικῶν βʹ τάξεως καὶ τῶν συμβολαιογραφούντων Εἰρη-
3375νοδικῶν· δʹ) ἕνεκα τῶν μεταβολῶν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ μι-
3376σθοῦ τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν Πται-
3377σματοδικείων βʹ τάξεως καὶ τῆς ὑπεισαχθείσης προσθήκης
33788 γραφέων ἐν τοῖς Πταισματοδικείοις· εʹ) ἕνεκα τοῦ ἐπι-
3379μισθίου τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δι-
3380καιοσύνης, καὶ ϛʹ) ἕνεκα αὐξήσεως τῶν γραφικῶν ἐξόδων καὶ
3381τῶν ἐνοικίων τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν Πταισματοδικείων.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3382Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν με-
3383λῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπῆλθεν αὔξησις
3384δαπανῶν δρ. 12,000.—
3385Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν
3386Προέδρων, τῶν Εἰσαγγελέων, τῶν ἀντεισαγ-
3387γελέων καὶ τῶν δικαστῶν τῶν Ἐφετείων
3388αὔξησις » 34,200.—
3389Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν
3390Προέδρων, Εἰσαγγελέων, ἀντεισαγγελέων
3391καὶ δικαστῶν τῶν Πρωτοδικείων αὔξησις » 130,800.—
3392Ἕνεκα τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ Γεν. Γραμ-
3393ματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης,
3394ἀκατανοήτως ἀναμιχθέντος μετὰ τῆς αὐξή-
3395σεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλ-
3396λήλων, αὔξησις » 600.—
3397Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ
3398τοῦ μισθοῦ τῶν Εἰρηνοδικῶν καὶ Πταισμα-
3399τοδικῶν αʹ τάξεως » 64,560.—
3400Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ καὶ
3401τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γραμματέων αὐτῶν » 46,800.—
3402Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ
3403τοῦ μισθοῦ τῶν Εἰρηνοδικῶν βʹ τάξεως καὶ
3404τῶν συμβολαιογραφούντων Εἰρηνοδικῶν » 180,720.—
3405Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν
3406γραμματέων αὐτῶν » 143,520.—
3407Ἐν ὅλῳ δρ.613,200.—
3408Ἀφαιροῦνται αἱ ἐπελθοῦσαι ἐλαττώσεις
3409ἕνεκα τῆς καταργήσεων τῶν θέσεων 98 Εἰ-
3410ρηνοδικῶν γʹ τάξεως καὶ 98 γραμματέων
3411αὐτῶν » 199,320.—
3412Μένει αὔξησις δρ.413,880.—
3413Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν διὰ γραφικὴν
3414ὕλην ἐξόδων καὶ τῶν ἐνοικίων τῶν Εἰρηνο-
3415δικείων καὶ Πταισματοδικείων » 22,905.91
3416Τὸ ὅλον τῶν αὐξήσεων δρ.436,785.91
3417Δὲν γνωρίζω πόσας συνεκόμισεν ὠφελείας ὁ Ὑπουργὸς
3418τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὰς αὐξήσεις αὐτάς. Ἀκούω καθ’ ἑκά-
3419στην παράπονα, ὄχι μόνον ἐπὶ ἀμελείᾳ τινῶν δικαστῶν, ὄχι
3420μόνον ἐπὶ μὴ ἐμβριθεῖ ἐξετάσει τῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ προσέτι
3421καὶ ἐπὶ ἄλλῃ τινὶ ἀνθρωπίνῃ ἀδυναμίᾳ, ἡ ὁποία κατέλαβε
3422τελευταῖον πάντας, τῇ ἐπιθυμίᾳ τῶν ἐπιδείξεων, τῆς ῥεκλά-
3423μας, τοῦ αὐτοπανηγυρισμοῦ. Βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ βήματος
3424τούτου κατήγγειλαν τοιαύτην νόσον, ἐπισκήψασαν καὶ ἐπὶ
3425δικαστικοὺς ὑπαλλήλους...
3426§154ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ἀκούωμεν καὶ
3427ἡμεῖς.
3428§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναί τι ἐξαιρετικὸν διὰ τὴν
3429Βουλήν. Μὴ ὑποθέσητε, Κύριοι, ὅτι ὑπέλαβον, ὅτι εἶναι δυ-
3430νατὸν νὰ πεισθῆτε ἐκ τῶν λόγων μου. Οἱ ἀγορεύοντες εἰς
3431τὴν Βουλὴν συνήθως δὲν ἐλπίζουσι, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐλπί-
3432ζωσι, νὰ πείσωσι τὰ μέλη τῶν κομμάτων, ὅπως μεταλλά-
3433ξωσι γνώμας. Ἐὰν ὑπάρχῃ δεσμὸς πολιτικῆς ὁμοφωνίας,
3434δεσμὸς ταυτότητος γνωμῶν πολιτικῶν, ὁ ὁποῖος συνδέει τὰ
3435μέλη τῶν πλειονοψηφιῶν, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλεί-
3436ψωσι τὰς γνώμας των καὶ νὰ ἀκολουθήσωσι τὰς γνώμας τῶν
3437ἀντιφρονούντων κομμάτων, εἰμὴ μεθιστάμενα ἀπὸ τοῦ κόμ-
3438ματος, εἰς ὃ ἀνήκουσι. Καὶ εἶναι ἐπαινεταὶ τοιαῦται μεταστά-
3439σεις, ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς γνώμης καὶ τῆς ἐκ τούτου ἐπελ-
3440θούσης διαφωνίας. Εἰμὶ ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύ-
3441ματος, καὶ μὲ ὅλας τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας ἔχει, ἐγὼ δὲν
3442φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἕτερον εἶδος πολι-
3443τεύματος· φρονῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν οὐχὶ διὰ τῆς ταυτότητος τῶν
3444γνωμῶν καὶ τῆς ταυτότητος τῶν φρονημάτων συνδέωνται τὰ
3445μέλη τῶν πλειονοψηφιῶν, ἀλλὰ συνδέωνται μετ’ ἀλλήλων δι’
3446ἄλλων σχέσεων, διαφθείρουσι καὶ τὴν οὐσίαν καὶ τὸν σκοπὸν
3447τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, παύουσι δ’ οὕτω πλέον
3448ἀπὸ τοῦ νὰ διερμηνεύωσιν αἱ πλειονοψηφίαι τὸ φρόνημα τοῦ
3449λαοῦ. Ἐὰν οἱ ἀγορεύοντες ἀπὸ τοῦ βήματος, μολονότι δὲν
3450ἔχουσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι δύνανται νὰ μεταπείσωσι τὰ μέλη
3451τῶν πλειονοψηφιῶν, ἐξακολουθῶσι νὰ ἀγορεύωσι, τὸ πράτ-
3452τουσι χάριν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες, χάριν καὶ
3453πρὸς φωτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἔχει δὲ ἀνάγκην ὁ
3454Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς
3455ἀληθείας, διότι ἔχει πολλὰς ἀρετὰς, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ ἐλάτ-
3456τωμα νὰ ἦναι εὐπλάνητος, καὶ νὰ παρασύρηται ἀπὸ ψευ-
3457δεῖς ὑποσχέσεις καὶ ἀπὸ ψευδῆ προγράμματα. Πρέπει, λέ-
3458γω, νὰ φωτισθῇ, διότι τότε, κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέ-
3459λει ἐρωτηθῆ, θέλει ἐκδώσει ἐτυμηγορίαν ὁμοίαν πρὸς ἐκεί-
3460νας, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε ἐξέδωκεν, ὅτε καὶ τότε ψευ-
3461δεῖς ὑποσχέσεις καὶ ψευδῆ προγράμματα εἶχον ἀποπλανήσει
3462αὐτόν.
3463Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λοιπὸν, ὁ ὁποῖος ἀνα-
3464βαίνει ἐπὶ τὸ βῆμα, κρατῶν τὴν ὑπὸ τῆς Ἐφημερίδος τῆς
3465Κυβερνήσεως δημοσιευομένην κατάστασιν τῆς ἀπονομῆς τῆς
3466δικαιοσύνης, καὶ ἀπαγγέλλει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκδοθεισῶν
3467ἀποφάσεων, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε
3468διωρίσθη Ὑπουργὸς, ὅτι θέλει βελτιώσει τὸν εἰρηνοδικεια-
3469κὸν κλάδον, δηλαδὴ τὴν δικαιοσύνην τοῦ λαοῦ, τάχα θέλει
3470αἰσθανθῆ τύψιν συνειδότος, ὅταν ἐγκαταλίπῃ τὴν ἕδραν τοῦ
3471Ὑπουργοῦ καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἑστίαν του; Ποίας θέλει
3472τότε ἀναλογισθῆ, ὅτι κατώρθωσε βελτιώσεις ἡ περὶ Εἰρηνο-
3473δικῶν καὶ Πταισματοδικῶν μέριμνα αὐτοῦ, ἥτις περιωρίσθη
3474εἰς τὴν προσθήκην τῆς δαπάνης τῶν 159,185 δραχμῶν,
3475κατὰ τὰς ὁποίας ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
3476Κράτους ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν Εἰρηνοδικῶν καὶ
3477τῶν Πταισματοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων αὐτῶν; Ἐγὼ
3478δὲν ἀποκρύπτω, ὅτι κρίνω ἀναγκαιότατον νὰ βελτιωθῇ ἡ
3479εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη, διότι αὕτη, ἡ εἰρηνοδικειακὴ δι-
3480καιοσύνη, εἶναι ὁ ἄρτος τοῦ λαοῦ, εἶναι ἡ δικαιοσύνη τοῦ
3481λαοῦ· ἀλλ’ ἡ βελτίωσις δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ μόνης τῆς
3482αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, οὐδὲ καθιστᾷ πλημμελῆ καὶ ἀνεπαρ-
3483κῆ τὴν ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης μόνη ἡ
3484ἐνεστῶσα μισθοδοσία τῶν Εἰρηνοδικῶν, οὐδ’ αὕτη ἀναγκά-
3485ζει τοὺς ἀπονέμοντας τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην νὰ
3486παρεκτρέπωνται τοῦ καθήκοντος.
3487Ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη τυγχάνει εὔθικτος, διότι
3488λειτουργεῖ ἐν μικραῖς κοινωνίαις, διότι ὁ ἀπονέμων αὐτὴν
3489δικαστὴς ζῇ ἐν στεναῖς περιφερείαις, διότι ἐν ταῖς ποικίλαις
3490σχέσεσι τοῦ ἀνθρωπίνου βίου ἀναστρέφεται, κατ’ ἀνάγκην,
3491μετ’ αὐτῶν ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν ὁποίων δικάζει·
3492καὶ δὲν εἶναι μόνον αἱ ἐπιρροαὶ αὗται, εἰς ἃς τυγχάνει ἐκ-
3493τεθειμένος, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἐπέρχονται ἐπ’ αὐτὸν ἐπιρροαὶ,
3494αἱ ὁποῖαι κανονίζουσι τὸ μέλλον αὐτοῦ, εἴτε ἐκτοξεύουσαι
3495τὴν ἐλπίδα τῆς προαγωγῆς αὐτοῦ, εἴτε ἐπιδεικνύουσαι τὴν
3496ἀπειλὴν τῆς παύσεως, ἢ τῆς μεταθέσεως.
3497Δὲν γνωρίζω πόσας, ὁσάκις ἐγὼ ἐτύγχανον ἐν τῇ ἀρχῇ,
3498οἱ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοὶ προέβαλον προτάσεις μετα-
3499κινήσεων τῶν Εἰρηνοδικῶν, οὐδὲ πρέπει νὰ σταματήσῃ τις
3500εἰς τὸν μείζονα ἢ ἐλάσσονα ἀριθμὸν τῶν μεταθέσεων, εἰς τὰς
3501ὁποίας προέβησαν τυχὸν κατὰ τὸ παρελθὸν Ὑπουργεῖα, τὰ
3502ὁποῖα ἐκλήθησαν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν μετὰ μακρὰν περίοδον χρό-
3503νου, καθ’ ἣν ἐκυβέρνων Ὑπουργοὶ ἀντιθέτου κόμματος, ἐκ-
3504μεταλλευθέντες ἀσυνειδήτως τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ἐξου-
3505σίαν, καὶ τοποθετήσαντες εἰς τὰς θέσεις τῶν Εἰρηνοδικῶν
3506τὰ θρασύτερα ὄργανα φανατικοῦ φατριασμοῦ. Βεβαίως ἡ νέα
3507Κυβέρνησις, ἂν τοιαύτην ἔχῃ γνώμην περὶ τῶν ὀργάνων,
3508τὰ ὁποῖα ἀνευρίσκει τοποθετημένα ἐπὶ τῶν βαθμίδων τῆς
3509κλίμακος τῆς διοικήσεως ἢ τῆς δικαιοσύνης, καθῆκον ἔχει
3510νὰ μετακινήσῃ καὶ τοὺς Εἰρηνοδίκας, ὡς καὶ τοὺς ἐν τῇ δι-
3511οικήσει ὑπαλλήλους, ἂν τοιοῦτοι τυγχάνωσι, καὶ οὐ μόνον
3512ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὰ κέντρα, ἐν οἷς ὑπηρέτουν,
3513ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποπέμψῃ αὐτοὺς τῆς ὑπηρεσίας, ἂν οὗτοι εἶ-
3514χον ἐξευτελίσει τὴν δημοσίαν λειτουργίαν, ἣν διεχειρίζοντο,
3515εἴτε ἀναιδῶς φατριάζοντες, εἴτε καὶ ἀνηθίκως τὰς χεῖρας
3516αὑτῶν ῥυπαίνοντες. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
3517νης ποῖον δύναται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον λόγον, ἵνα δικαιολογήσῃ
3518τὴν σωρείαν τῶν μεταθέσεων καὶ τὸν ἀμέτρητον ἀριθμὸν τῶν
3519παύσεων, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο εἰς τὸν εἰρηνοδικειακὸν
3520κλάδον; Οἱ κατηγοροῦντες τὰ κόμματα ἂς εἴπωσι. Κομ-
3521ματικὰ ἦσαν τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνων πρὸ τοῦ
3522κ. Καραπαύλου; Αὐτὰ λοιπὸν εἶχον τοποθετήσει τοὺς φα-
3523τριάζοντας καὶ φαύλους, τοὺς ὁποίους εὗρεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ
3524ὁ κ. Καράπαυλος, καὶ διὰ τοῦτο δι’ ἑκατοντάδος Β. Δια-
3525ταγμάτων ἀπέπεμψε τῆς ὑπηρεσίας, ἢ μετέθεσεν, ὁ εὐσυνεί-
3526δητος ἀνὴρ, ἵνα καθάρῃ τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην
3527ἀπὸ φατριαστῶν καὶ φαύλων; Ἢ αὐτὸς ἐκ φατριασμοῦ μετε-
3528κίνει ἀναιτίως, ἢ μετ’ ἀσυνειδησίας ἀπέλυε τῆς ὑπηρεσίας
3529τοὺς Εἰρηνοδίκας, ὅσους μετέθεσεν ἢ ἔπαυσε; Καὶ τίς οὗ-
3530τος, ὁ ἐκτοξεύων ἐγκλήσεις κατὰ τῶν Κυβερνήσεων τῶν
3531κομμάτων; Δὲν ἦτο αὐτὸς μέλος κόμματος καθ’ ὅλον τὸν
3532βίον αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὲν ηὐ-
3533λόγει ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν Κυβερνήσεις κομματικάς; Τί λέγω,
3534ὅτι ἦτο μέλος κόμματος, ἀντὶ νὰ εἴπω ὑπηρέτης κόμματος;
3535Καὶ τί λέγω, ὅτι ηὐλόγει Κυβερνήσεις κομματικὰς, ἀντὶ νὰ
3536εἴπω, ὅτι ἐθλίβετο, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπηρετήσῃ Κυβερ-
3537νήσεις κομματικάς;
3538Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ πολιτεία τῶν προκατό-
3539χων αὐτοῦ, καὶ καλὴ ἐὰν δὲν ἦτο, οὐδεὶς δύναται νὰ τολ-
3540μήσῃ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουρ-
3541γοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, κρινομένη ἐκ τῶν διορισμῶν καὶ
3542τῶν μεταθέσεων, δύναται νὰ συγκριθῇ πρὸς τὴν κατὰ ταῦτα
3543πολιτείαν καὶ αὐτῶν τῶν θερμοτέρων κατὰ τὸν πολιτικὸν
3544ἀνταγωνισμόν, καὶ τῶν τολμηροτέρων κατὰ τὴν διαμάχην
3545τὴν πολιτικὴν τῶν κομματικῶν Κυβερνήσεων.
3546§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀρκεῖ, κύριε Πρό-
3547εδρε. Αὔριον πλέον.
3548§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄς διακόψωμεν ἐδῶ λοιπόν.
3549§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως νὰ διακόψω-
3550μεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δυνάμεθα,
3551νομίζω, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ ψηφίσωμεν εἰς πρώ-
3552την ἀνάγνωσιν τὴν μετὰ τῆς Ρουμανίας σύμβασιν.
3553§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πρὸς καταρτισμὸν τῆς
3554συμβάσεως ταύτης ἐγένοντο μακραὶ διαπραγματεύσεις με-
3555ταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, ἐπε-
3556θύμουν νὰ ἐλαμβάνομεν γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ἵνα
3557ἤμεθα εἰς κρείττονα θέσιν νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς συμβάσεως
3558ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ηὐχόμην νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔ-
3559ριον τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
3560§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφοῦ εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν
3561βλάπτει, ἐὰν ψηφισθῇ ἀπόψε.
3562§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
3563κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρουμανίας ἐν Βουκου-
3564ρεστίῳ τῇ 19 Δεκεμβρίου 1900 (ἔ. π.) ὑπογραφείσης συμ-
3565βάσεως περὶ ἐμπορίου».
3566(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον
3567καὶ σύνολον).
3568§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δη-
3569μοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς κατέθηκε νομοσχέδιον «περὶ
3570συντηρήσεως τοῦ Δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης».
3571Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ.
3572121).
3573Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 55′ μ. μ.)