1900.12.20
3.807 στίχοι · 29.885 λέξεις · 219 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 20 Δεκεμβρίου 1900.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ παρὰ τῇ Ἰταλικῇ Κυβερνήσει ἐπιτετραμμένος τῆς Ἑλλάδος διεβίβασέ μοι ἔγγραφον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς οὗτος ἐκφράζει τὰς θερμὰς εὐχαριστίας τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῆς Ἰταλίας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν διὰ τὰ ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ συλλυπητήρια καὶ τὰ ἐπὶ τῇ ἀναρρήσει αὐτοῦ εἰς τὸν Θρόνον τῆς Ἰταλίας συγχαρητήρια αὐτῆς. Πολλοὶ σταφιδοκτηματίαι ἐκ Πύλου, μέτοχοι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται ἐπὶ τοῖς διορισμοῖς ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης, εἰς οὓς προέβη τὸ Συμβούλιον αὐτῆς. Ὁ Ἰωάννης Κακοῦρος, κάτοικος Ἄργους, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν, ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ὡς μὴ ἰσχυούσης τῆς περὶ ταύτης διατάξεως, καθ’ ἣν ἐποχὴν τῷ ἐπεβλήθη αὕτη.
§2Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστῶ θερμῶς, ὡς δικαιοτάτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διαβιβάσῃ αὐτὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων.
§3Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον, τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου κανονίζει τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκοινοποίησα ἀπὸ τῆς 16 τρέχοντος μηνὸς τηλεγραφικῶς πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀπόφασίν μου, δι’ ἧς ῥητῶς εἶπον αὐτῇ, ὅτι τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως, τὸν ἀναγραφόμενον ἐν τῇ ἐκδοθείσῃ διακηρύξει, δὲν ἐγκρίνω, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἐκδοθεῖσα διακήρυξις θεωρητέα ὡς μὴ γενομένη. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχουσιν, ὡς φρονῶ, καὶ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα καὶ χθὲς καὶ σήμερον εἶδον, ἐλθόντα εἰς Ἀθήνας ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τῶν δυναμένων ν’ ἀγοράσωσι τὸν σταφιδόκαρπον οἰνοπνευματοποιῶν, καθόσον ἐνόησαν, ὅτι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ προσέλθωσιν εἰς δημοπρασίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκδοθείσης διακηρύξεως.
§5Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§6Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μίαν διασάφησιν θὰ δώσω, ἵνα διατελῇ ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει. Κατόπιν τοῦ ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα, τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἦλθον εἰς διαφωνίαν, μέλη δέ τινα τοῦ Συμβουλίου ἦλθον ἐνταῦθα, ἵνα παραστήσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης ἦτο αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνέγραφον ἐν τῇ διακηρύξει· ἐπειδὴ δὲ αὕτη ἐματαιώθη, παρέστησαν, ὅτι ἄλλος τρόπος συμφερώτερος δὲν ὑπάρχει. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν κατώρθωσαν νὰ μὲ πείσωσι. Παρετήρησα εἰς αὐτοὺς, ὅτι, ἂν θέλωσι νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, ὀφείλουσι νὰ συνεννοηθῶσι πρὸς τοὺς βιομηχάνους, καὶ νὰ συνάψωσι προκαταρκτικὴν συμφωνίαν, ἥτις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν νέαν δημοπρασίαν, ἢ, ἀνεξαρτήτως τούτου, νὰ σκεφθῶσι περὶ τρόπου ἑτέρας διακηρύξεως, καθοριζούσης ἄλλους ὅρους διαθέσεως. Οὕτως, ἐπειδὴ ἦτο δύσκολος ἡ μεταξύ των συνεννόησις, οἱ σύμβουλοι μὲ παρεκάλεσαν νὰ συντελέσω, ὅπως συντελεσθῇ ἡ συνεννόησις. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐκάλεσα αὐτοὺς, καὶ παρέστησα καὶ εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς τοὺς δὲ, ὅτι ὤφειλον νὰ συνεννοηθῶσι περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελε διατεθῆ ὁ σταφιδόκαρπος. Ἐπειδὴ δὲ προεβάλλετο, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἡ Τράπεζα νὰ δεχθῇ, ὅπως οἱ ἐργοστασιάρχαι γένωνται κύριοι ὁλοκλήρου τοῦ σταφιδοκάρπου, ἄνευ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ἐξαγάγωσι τὸ ἥμισυ τοῦ προϊόντος, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ χωνεύσῃ ὁλόκληρον ἡ ἐσωτερικὴ κατανάλωσις, ἐγένετο δεκτὸς ὁ ὅρος οὗτος, καὶ ἤρξατο ἡ μεταξὺ των συνεννόησις περὶ τῶν ἄλλων ὅρων. Σήμερον ἦλθον πρός με ἐκ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσαν, ὅτι ὑπάρχουσι σημεῖά τινα, εἰς τὰ ὁποῖα διαφωνοῦσι πρὸς τοὺς ἐργοστασιάρχας. Τὸ πρῶτον ἦτο, ὅτι οἱ ἐργοστασιάρχαι ἔλεγον, ὅτι δικαιοῦνται, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπῆρχον ξέναι ὗλαι εἰς τὴν σταφίδα, ἢ εὑρίσκετο αὕτη ὑπὸ ζύμωσιν, νὰ μὴ τὴν λαμβάνωσι. Δεύτερον, ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ ἓν ἐργοστάσιον, πρὸς κατεργασίαν τοῦ ἡμίσεος τοῦ προϊόντος, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν ἀλλοδαπήν. Τρίτον, νὰ δεχθῶσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι μεταξύ των ἀλληλεγγύην, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς τοῦ τιμήματος. Ὡς πρὸς τὸν πρῶτον ὅρον, εὗρον, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶχον δίκαιον, καὶ εἶπον εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας, ὅτι, ἂν εἴς τινα τῶν ἀποθηκῶν εὑρίσκετο σταφὶς ἀναμεμιγμένη μετὰ ξένων ὑλῶν, ἠδύναντο νὰ μὴ τὴν παραλάβωσιν· ἐὰν δ’ ὑπῆρχε ὑπὸ ζύμωσιν, αὕτη ἠδύνατο νὰ κατεργασθῇ πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, εἶπον, ὅτι εἶναι δύσκολον οἱ ἐργοστασιάρχαι νὰ καθορίσωσιν ἓν ἐργοστάσιον, καὶ ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ ἡ Τράπεζα νὰ γείνῃ ἡ κατεργασία εἰς ὅλα τὰ ἐργοστάσια. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐνεδοίαζον ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον, οἱ ἐργοστασιάρχαι εἶπον, ὅτι δέχονται τὸν ἔλεγχον ἐν τοῖς ἐργοστασίοις, ἔλεγχον ἄλλως, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι μετεβλήθη ἡ σταφὶς εἰς οἰνόπνευμα. Συμφέρει ἄλλως τε νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τὸ οἰνόπνευμα, τὸ κατασκευαζόμενον ἀπὸ τὸ προϊόν τῆς σταφίδος. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν φόβος τις. Οἱ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶχον καὶ ἄλλον ἐνδοιασμὸν, καθόσον οἱ ἐργοστασιάρχαι προσέθεσαν, ὅτι ὡς ἐξαχθὲν προϊόν πρέπει νὰ θεωρηθῇ καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελεν οἰνοποιηθῆ ἐξ οἴνου ἐγχωρίου, προωρισμένου διὰ τὴν ἀλλοδαπήν. Εἰς τοῦτο ἔπεισα αὐτοὺς, ὅτι συνέφερεν ὁ τρόπος τῆς ἐξαγωγῆς, διότι μεγάλη ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς ἐνισχύσεως τοῦ οἰνοπνεύματος, τοιοῦτο δὲ νῦν μεταφέρεται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, καὶ εἶναι οἰνόπνευμα παραγόμενον ἀπὸ ἀμυλώδεις οὐσίας, ἐνῷ τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἐκ σταφίδος ἢ οἴνου παραγόμενον εἶναι καλλιτέρας ποιότητος. Ὡς πρὸς τὴν ἀλληλεγγύην, οἱ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶχον ἐνδοιασμόν τινα ἀκόμη. Ἐγένετο λοιπὸν συμφωνία, νὰ ὑποβάλωσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι προτάσεις ἐγγράφους. Οὕτω δὲ συνεφώνησαν νὰ μεταβῶσιν ἅπαντες εἰς Πάτρας, καὶ ἐκεῖ, συνεννοούμενοι, νὰ ἐκδώσωσι νέαν διακήρυξιν. Εἶπον εἰς τοὺς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅτι οἱ ὅροι τῆς νέας διακηρύξεως ἔπρεπε νὰ ὦσι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ μὴ ἀποκλείωσι τὸν συναγωνισμόν.
§7Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§8Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀποτελοῦσι τὸ θεμελιῶδες ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ταύτην τὴν στιγμήν. Τοῦτο εἶναι, ἐὰν θὰ γείνῃ αὔριον, ἢ ὄχι, ἡ προκηρυχθεῖσα δημοπρασία. Κατὰ τὴν πρὸ ἡμερῶν συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, καὶ, νομίζω, δικαίως, ὅτι ἡ παρ’ αὐτοῦ ἀποδοχὴ τῆς διακηρύξεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπετέλει τὴν ἔγκρισιν, ἥτις ἀπῃτεῖτο, κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης νόμου. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνειδὼς μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ὅτι ἡ δημοπρασία αὕτη ἐπρόκειτο ν’ ἀποκλείσῃ πάντας τοὺς θέλοντας νὰ συναγωνισθῶσιν, ἔσπευσε, καὶ δι’ ἐγγράφου ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι τὴν διακήρυξιν ταύτην θεωρεῖ ὡς μὴ ὑφισταμένην, διότι εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀπόκειται νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος. Μετὰ τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀπηύθυνεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅτι, ἂν γείνῃ ἡ δημοπρασία, δὲν θέλει ἔχει αὕτη νόμιμον κῦρος. Διότι τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου λέγει, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως κανονίζεται ἀπὸ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπάρχει καταφανεστέρα καὶ ἐμφαντικωτέρα διάταξις ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου τούτου;
§9Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πῶς δίδεται ἡ ἔγκρισις αὕτη;
§10Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λέγῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὴν διακήρυξιν θεωρεῖ ὡς μὴ ὑφισταμένην, δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ κἄν λόγος περὶ νομιμότητος τῆς τυχὸν γενησομένης δημοπρασίας; Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς ταῦτα, καίτοι δὲν εἶδον τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, δύναμαι οὐχ ἧττον νὰ διαβεβαιώσω, διότι γνωρίζω ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, μετὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, νὰ προβῶσιν εἰς τὴν δημοπρασίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελον πράξει τοῦτο, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνησυχίαν τινὰ, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα, ὅτι δὲν θὰ ἦναι νόμιμος ἡ δημοπρασία αὕτη.
§11Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§12Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ διακηρύξει, ἥτις ἐγένετο, ἀναγράφεται, ὅτι προηγεῖται ἡ ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐκ Καρυστίας κ. Βουλευτοῦ ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὀρθαὶ, ἂν ἡ διακήρυξις εἶχεν ἄλλως. Τὸ Συμβούλιον ὅμως δὲν δύναται ν’ ἀποκρύψῃ, ὅτι ἔλαβεν ἔγγραφον, δι’ οὗ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι τὸν τρόπον τοῦτον τῆς διαθέσεως δὲν ἐγκρίνει. Ἡ πρᾶξις, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ τελεσθῇ διὰ τῆς διακηρύξεως, οὐδὲν δικαίωμα χορηγεῖ, πρὶν ἢ ἡ πρᾶξις αὕτη, ἡ δημιουργήσασα δικαιώματα ὑπὲρ τρίτων, κυρωθῇ. Ἀλλ’ ἵνα καθησυχάσω τοὺς προλαλήσαντας, προστίθημι, ὅτι θὰ τηλεγραφήσω εἰς τὸν Νομάρχην, ἵνα δημοσιεύσῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐγκρίνει τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος.
§13Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, διότι ἔτυχε νὰ ἴδω τὸν Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ μέλη τινὰ αὐτοῦ, ὀλίγον πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς των. Τὸ Συμβούλιον σύγκειται ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, εἰσὶν ἄξια πάσης ὑπολήψεως, ἐργαζόμενα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης καὶ τὸ τῶν κτηματιῶν. Ἑπομένως ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας, μετὰ τὰς γενομένας ἀντιρρήσεις, διὰ νὰ εὕρωσι τοὺς ἐργοστασιάρχας, καὶ ἔλθωσιν εἰς προφορικὴν συνεννόησιν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβλέψεως καὶ ἐγκρίσεως τῶν πράξεων αὐτῶν. Ἦλθον εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, καὶ οὗτοι ἐπρότειναν ν’ ἀγοράσωσιν αὐτοὶ τὸ παρακράτημα, ὄχι πρὸς 77½ δραχμάς, ἀλλὰ πρὸς 79· ἐζήτησαν δὲ τὴν εὐκολίαν, ἣν καὶ τοῖς παρεχώρησαν οἱ σύμβουλοι, νὰ δίδωσιν ἀντὶ χρημάτων γραμμάτια μηνιαῖα· κατώρθωσαν δὲ οἱ κ. σύμβουλοι, ἵνα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀναλάβῃ τὴν προεξόφλησιν αὐτῶν, καὶ πρὸς τοῦτο εἰργάσθησαν διὰ τῆς προσωπικῆς βαρύτητός των. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς χθές· ἀλλὰ σήμερον ἐτροποποιήθησαν αἱ προτάσεις τῆς ἀλληλεγγύης, καὶ προὐτάθησαν κωλύματα πολὺ μεγάλα. Οὕτως οἱ σύμβουλοι ἀνεχώρησαν, μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀναβολῆς τῆς πλειοδοσίας, ὅπως κανονίσωσι νέαν διακήρυξιν, δίδοντες εὐκολίας εἰς πάντα θέλοντα νὰ συναγωνισθῇ σπουδαίως, διότι τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης καὶ τῶν κτηματιῶν εἶναι, νὰ εὑρεθῶσι χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς καλλιεργείας, καὶ πρὸ παντὸς διὰ τὴν προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐποχὴ ἐπείγει, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἀναβολή.
§14ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ νὰ ψηφισθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ, διότι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν κτηματιῶν.
§15Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τούτου ἐμερίμνησα ἐγκαίρως, καὶ ἀπέσπασα ἐκ τοῦ γενικοῦ νομοσχεδίου ἄρθρον μοναδικόν, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ ἀγοράσῃ θεϊκὸν χαλκόν. Τοῦτο, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῇ, διότι δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν.
§16Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀφοῦ ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ, ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἐγώ, παραιτούμενος τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἔχω κάμει, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς Δεξαμενῆς Σύρου, καὶ ἂς φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ.
§17Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, τὸ μέρος τοῦ παρακρατήματος, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, εἰσήχθη εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ ἀνεγράφη εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Βεβαίως τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ὅλου παρακρατήματος τοῦ 1898. Τὸ δὲ ἄμεσον συμπέρασμα εἶναι, ὅτι, καθὼς εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον τὸ ἀναλογοῦν αὐτῷ μερίδιον, ἔπρεπε καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἀναλογοῦν αὐτῇ. Μὴ ἐκποιηθέντος ὅμως τοῦ παρακρατήματος τῆς ἀμέσως ἑπομένης χρήσεως, ἤτοι τοῦ 1899, ἐπίστευον, ὅτι εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἐκ σταφίδος κατὰ τὴν χρῆσιν ταύτην δὲν θὰ εἶχον προστεθῆ αἱ 4 δραχμαὶ κατὰ χιλιόλιτρον, αἱ ἀνήκουσαι τῷ Δημοσίῳ, εἰσπραττόμεναι δὲ ἐκ τοῦ παρακρατήματος τῆς αὐτῆς χρήσεως...
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ἐπερώτησίν μου ἀπήντησεν ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅτι περιλαμβάνονται καὶ αὗται.
§19ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ κακῶς περιλαμβάνονται, ἀφοῦ δὲν ἐπωλήθη εἰσέτι τὸ παρακράτημα τοῦ 1899, ἐκρατήθησαν δὲ αἱ 4 δραχμαί, παρὰ τὸν νόμον, ἐκ ποσοῦ ἑτέρου, ἀνήκοντος τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ, ἀναλογοῦντος δὲ αὐτῇ ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ παρακρατήματος τοῦ προηγουμένου ἔτους. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐν ἄρθρῳ 12: «Τὸ ἀπομένον εἰσέτι ἀδιάθετον ποσὸν σταφιδοκάρπου ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὰς ἀποθήκας ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐσοδειῶν διατεθήσεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὰ ἐπὶ τούτῳ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα νόμιμα, τὸ δὲ τίμημα αὐτοῦ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ φόρου καὶ τῶν ἐξόδων, παραδοθήσεται ὡσαύτως εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν.» Τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει, ὅτι ὤφειλε τὸ Δημόσιον νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὸ ἀνῆκον αὐτῇ ποσὸν ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898. Τὸ ἄρθρον εἶναι ῥητόν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ εἰσπράξῃ ὅ,τι προσδοκᾷ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1899, καὶ τὸ θέσῃ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1899. Ἀνεγράφη λοιπὸν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1899 κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον τρέχοντος ἔτους, τὸν τελευταῖον τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ποσὸν 886,306 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ 1899, ἀλλ’ ἐκ τῆς περιουσίας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἥτις στερεῖται σήμερον τοῦ πολυτίμου τούτου ποσοῦ, ὅτε τοσαύτας ἔχει ἀνάγκας. Καὶ βεβαίως δὲν εἶναι τοῦτο μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ἀνῆκον τῇ Τραπέζῃ, βεβαίως ἡ ἐκκαθάρισις ἔδωκε ποσὸν μεγαλείτερον. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, πῶς, ἐνώπιον ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου, ἀντὶ νὰ παραδώσῃ τὸ ἐκκαθαρισθὲν ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898 εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, κρατεῖ τοῦτο, καὶ εἰσάγει αὐτὸ εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι μόνον παρανομία καθαρὰ, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄμεσον συνέπειαν τὴν βλάβην τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν· διότι, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην εἶχεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὸ 1,000,000 ἢ 1,200,000 δραχμὰς, βεβαίως θὰ ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς χωρὶς νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐπισπεύσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν πώλησιν τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς παρακρατήματος, ὥστε νὰ ἐγερθῇ κατακραυγὴ κατ’ αὐτῆς. Ἔχει σκοπὸν νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός;
§20Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ φέρω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ θ’ ἀπαντήσω.
§21Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἑπομένως ἐς ἄλλοτε ἡ συζήτησις. Ἐπιλαμβάνομαι ἄλλου ζητήματος. Κύριοι, πολὺς ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, τί εἶναι τὰ ἀπρόβλεπτα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψεν ὡς ἔσοδα τοῦ 1900...
§22Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐδόθησαν.
§23Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐδόθησαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ τὰς φέρῃ. Ἀλλὰ τί βλέπω ὡς ἀπρόβλεπτα; 436,719 φράγκα χρυσᾶ, ἐπιστραφέντα παρὰ τῶν δανειστῶν ἐκ τῶν 5% ἐπὶ τῶν 70%, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν, ὡς γνωρίζετε, νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τόκων τοῦ 1893 ἕως τοῦ 1898. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἀνέφερα, ὅτι κατὰ τὸ 1898 ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 10, ὅτι τὸ χρῆμα τοῦτο ὀφείλει νὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ ἠγγυημένου δανείου· ὥστε, ἀντὶ νὰ πληρωθῶσιν 918,687 φράγκα, ὡς εἶχε προϋπολογισθῆ τότε, ἐπληρώθησαν ὀλιγώτερα, μὴ παρουσιασθέντων τῶν δικαιούχων, καὶ περισσεύουσι 436,719 φράγκα, ὅπερ εἶναι ὑπόλοιπον τοῦ δανείου. Τόσον τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὥστε τὴν γνώμην ταύτην ἐξεδήλωσεν αὐτὸς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε τοῦ ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ ἠγγυημένου δανείου· διότι ἀκριβῶς εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν ἀναγράφει ὡς διατεθὲν ἐκ τοῦ δανείου ποσὸν πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπὸν ἢ μόνον 481,968· ἄρα τὸ ὑπόλοιπον, μέχρι τῶν προϋπολογισθέντων 918,687 φρ. περιλαμβάνεται εἰς τὰ ποσὰ τοῦ δανείου, τὰ διατεθέντα πρὸς ἄλλους σκοποὺς, ἢ παραδοθέντα τῷ Δημοσίῳ ἀπέναντι τοῦ ἠγγυημένου δανείου. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο περιλαμβάνεται εἰς τὸν πίνακα τοῦ ἠγγυημένου δανείου, ἐνόμισεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι, ἀντὶ νὰ τὸ ἀφήσῃ εἰς τὴν μερίδα τῶν δανείων, καὶ νὰ τὸ ἀναγράψῃ εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα μετὰ τοῦ ὑπολοίπου δανείου, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸ ἀναγράψῃ εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα, καὶ οὕτως ἀνέγραψε 436,719 φράγκα χρυσᾶ. Ἂν δὲ προσθέσωμεν εἰς αὐτὰ καὶ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, ἀνέρχεται τὸ ποσὸν εἰς 698,760, ἤτοι εἰς 700,000 δραχμὰς ὡς ἔγγιστα. Ἐὰν διὰ τοῦ μέσου τούτου ἐννοοῦμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὰ τακτικά μας ἔσοδα, βεβαίως δυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν περισσεύματα, ὄχι ἑνὸς ἢ δύο ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ πολλῶν ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ποσὸν εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ ἀπρόβλεπτα, ὄχι ὀρθῶς. Εὑρίσκω ποσὸν 307,341 δραχμῶν, εἰσπραχθὲν παρὰ τῆς «Ὀθωμανικῆς Ἑταιρείας συναλλαγῶν καὶ ἀξιῶν». Τὸ κονδύλιον τοῦτο, Κύριοι, προέρχεται ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως μετὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀναγράφονται δὲ οὗτοι εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμοὺς—περὶ ὧν δὲν φροντίζει ὡς λέγει, ὁ κ. Ὑπουργὸς—ὑπὸ τὰ στοιχεῖα Δʹ καὶ ΟΓʹ. Τὰ ἄρθρα δὲ ταῦτα εἶναι Κύριοι, χρεωμένα, τὸ μὲν Δʹ μὲ 1,900,000, τὸ δὲ ΟΓʹ μὲ 1,995,000. Ἐνῷ λοιπὸν αἱ μερίδες αὗται εἶναι χρεωμέναι σχεδὸν μὲ 4,000,000, ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι, ἀντὶ νὰ φέρῃ εἰς πίστωσιν ὅ,τι ἐξεκαθάρισεν ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν μερίδων τούτων, ὥστε νὰ ἐλαττωθῶσι κατά τι, ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ τὸ ἐκκαθαρισθὲν ποσὸν ὡς ἔσοδον τακτικόν. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 307,341 δραχμῶν, προστιθέμενον εἰς τὸ προηγούμενον ἐκ δραχ. 698,750, δίδει 1,006,101 δραχμάς, ποσόν, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου, — ὑποθέτω δὲ, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, μεθ’ ὅσα ἐξέθεσα, — δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους τακτικόν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, βλέπω καὶ 109,000 φράγκα χρυσᾶ καὶ ἕτερα 40,000 φρ. χρυσᾶ ἐκ τῆς αὐτῆς αἰτίας τῶν 5% ἐπὶ τῶν 70% τῶν ὀφειλομένων εἰς τοὺς δανειστάς μας. Αὐτὰ βεβαίως, Κύριοι, ἀνήκουσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 καὶ ὄχι τοῦ 1898, καὶ ὑποτίθεται, ὅτι θὰ περισσεύσῃ ἐκ τῆς χρήσεως ταύτης, δηλαδὴ δὲν θὰ πληρωθῇ εἰς τοὺς δανειστὰς ἀκεραίως ἡ προϋπολογισθεῖσα ποσότης ἐκ δραχ. 918,687 διὰ τὸ ἔτος 1899. Ἀλλὰ ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου ῥητῶς λέγει, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν δὲν παραγράφονται παρὰ μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως ὥστε τὰ δικαιώματά των δὲν θὰ λήξωσιν ὡς πρὸς τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενα ὡς ἔσοδον, εἰμὴ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1900. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν, πρὶν ἢ γνωρίσωμεν, ἂν θὰ ὑπάρξωσιν ἀπαιτήσεις, ἢ ὄχι, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κονδυλίου, νὰ τὸ ἀναγράψωμεν ὡς ἔσοδον; Ἐν τούτοις ἐπὶ τούτου δὲν ἐπιμένω, διότι ἐνδεχόμενον νὰ πραγματοποιηθῇ τοιοῦτον ἔσοδον. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τούτου. Ἐὰν θέλῃ, κατέρχομαι, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ.
§24Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ διακόψω ὑμᾶς, διότι καὶ ἄλλοτε, ὅτε διέκοψα ὑμᾶς, εἴχετε παραπονεθῆ ἐπὶ τούτῳ. Τὸ θέμα, περὶ οὗ συνεζητήσατε, ἀνάγεται εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι λοιπὸν προσῆκον, τότε νὰ συζητηθῇ εὐρέως.
§25Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἀνάγεται εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις.
§26Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι θέμα ἀναγόμενον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τότε θὰ ἦναι ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς πάντα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, δι’ ὧν ἡ Βουλὴ θέλει πληροφορηθῆ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 918,000 φράγκων ἐκρατήθη ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων κατὰ τὸ ἔτος 1898 ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἀνεγράφη εἰς βάρος τῆς χρήσεως ἐκείνης τοῦ Κράτους, ἐπεστράφη δὲ κατὰ τὸ 1900, καὶ εὐλόγως κατελογίσθη μεταξὺ τῶν ἀπροβλέπτων ἐσόδων, διότι οὐδαμοῦ ἄλλοθι ἠδύνατο νὰ καταλογισθῇ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προχείρως δίδω ὑμῖν ἐξηγήσεις. Ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα, θὰ πραγματευθῶ ἐκ δευτέρου τὰ τοῦ θέματος τούτου.
§27Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τρίτον ζήτημα, ὅπερ ἴσως, Κύριοι, εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον. Ἀλλὰ χρῄζει ὅλης τῆς προσοχῆς ὑμῶν, διότι ὁμολογουμένως ἀφορᾷ εἰσπράξεις λογιστικὰς πολυπλόκους. Εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμοὺς κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1900 τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας ἦτο χρεωμένον μὲ 20,454,089 δραχμάς, ὑπόλοιπον ἀναγραφόμενον εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τρέχοντος ἔτους. Ὡς γνωστόν, τὰ ὑπόλοιπα τῶν διαφόρων μερίδων τοῦ προηγουμένου ἔτους ἀναγράφοντα ὅμοια καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, καθ’ ἕκαστον μῆνα, εἰς ἰδίαν στήλην. Τοῦτο τοὐλάχιστον ὤφειλε νὰ γείνῃ. Ἀλλ’ ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος, Κύριοι! Κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον βλέπομεν τὸ ὑπόλοιπον, περὶ οὗ ὁ λόγος, τῶν 20,454,089 δραχμῶν μεταλλάσσον, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ τιθέμενον τὸ ποσὸν δραχ. 19,880,392· δηλαδὴ ἀναγράφεται ποσὸν κατὰ 573,697 δραχμὰς ὀλιγώτερον. Ἐννοεῖται, ἠναγκάσθην νὰ ἐξετάσω, πῶς ἰσολόγησαν μετὰ τοῦτο οἱ χρηματιστικοὶ λογαριασμοὶ τοῦ Δημοσίου· διότι, ἀφοῦ ἠλαττώθη ἕν ὑπόλοιπον, βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀλλοιωθῇ καὶ ἕτερον ὑπόλοιπον, ὅπως μὴ διαταραχθῇ ὁ ἰσολογισμός. Καὶ τῷ ὄντι, ἐν τῷ παθητικῷ εὑρίσκω ἠλλοιωμένα τὰ ὑπόλοιπα τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἠλαττώθη δηλ. τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ δρ. 824,588.66 εἰς 346,123.97, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ 526,619.94 εἰς 431,390.14. Τὸ ἄθροισμα τῶν δύο τούτων ἐλαττώσεων εἶναι ἀκριβῶς τὸ ποσόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠλαττώθη τὸ ὑπόλοιπον τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας. Κύριοι, πρῶτον, πρὶν ἐξετάσω τὸ διατὶ ἐγένετο, κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· ὅτι, ἂν τοιαῦται ἀλλοιώσεις εἶχον γείνῃ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους εἰς βιβλία Ἑταιρείας ἰδιωτικῆς, ὁ πράξας τοῦτο ἤθελε τιμωρηθῆ μὲ τὰς αὐστηροτέρας ποινάς. Ὑπόλοιπον νὰ διαγράφηται, καὶ ν’ ἀντικαθιστᾶται δι’ ἄλλου, εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Ἀντιλαμβανόμεθα ὅλοι, ὅτι διὰ τῶν εἰρημένων ἀλλοιώσεων ἐλαττοῦται τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἐλαττοῦται διὰ μιᾶς κατὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, τῶν 573,697 δραχμῶν. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ κεφάλαια ταῦτα κατηρτίσθησαν δυνάμει νόμου, ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1892, τῇ εἰσηγήσει τοῦ τότε ἡγέτου τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ κεφάλαια ταῦτα σχηματίζονται διὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας. Κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, ὅσα ποσὰ ἀποδεικνύεται ὅτι ἀνῆκον ἀρχικῶς εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν καὶ τὴν δημοτικὴν, ταῦτα ἀφαιροῦνται ἐκεῖθεν, καὶ προστίθενται εἰς τὰς μερίδας «κεφάλαια ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας», καὶ οὕτως αἱ μερίδαι αὗται ηὐτύχησαν νὰ συμποσοῦνται κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους εἰς ποσὰ σημαντικὰ, εἰς δρ. 824, 588 τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, εἰς δρ. 526, 619 τὸ κεφάλαιον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, μὲ τί δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠλάττωσε τὰ κεφάλαια ταῦτα, τὰ προωρισμένα πρὸς εἰδικοὺς σκοπούς; Ἡ ἀπάντησις, δυστυχῶς, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας ἀπέδειξε ποσὸν 573,697 δραχμῶν ὑπὲρ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1892 καὶ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ συνοδεῦον τὸν νόμον, ἐνῷ ἐξ ἑνὸς μὲν μέρους προστίθεται τὰ ἐκκαθαριζόμενα ἐκ τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας εἰς τὰ κεφάλαια τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἐξ ἄλλου μέρους χρεώνεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους! Ὤφειλε λοιπὸν μὲ τὰς 573,000 δραχμὰς νὰ χρεωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἦτο δεινὸν διὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ χρεωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ 573,000 δραχμὰς, καὶ νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ περισσεύματα αὐτοῦ; Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐξευρεθῇ, πρὸς ἀποφυγὴν τούτου, καὶ ἐξευρέθη ἡ ἐλάττωσις τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἀντὶ τὰ κεφάλαια ταῦτα νὰ αὐξήσουν κατὰ 573,697 δραχμὰς, ἐλαττοῦνται καθ’ ὅμοιον ποσόν, καὶ ζημιοῦνται οὕτω τὸ διπλάσιον, ἤτοι 1,147,394 δραχμάς. Κύριοι, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πράξεων τούτων. Ἀγνοῶ, τί θέλει ἀπαντήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐν βαθείᾳ νυκτὶ, ὅτε ὅλοι διεμαρτυρόμεθα· ἐγὼ δὲ πρῶτος εἶχον δηλώσει, ὅτι δὲν ἤμην εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιληφθῶ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην τῶν πολυπληθῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἐψηφίζομεν. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ νόμος ͵ΒΨΜΕʹ «περὶ καταλογισμοῦ χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐκδοθέντων κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΚΕʹ τοῦ ἔτους 1892», νόμος τραγελαφικὸς, ὅστις, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἄχρηστος ἐκτὸς ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τὰ ποσὰ τὰ χορηγηθέντα αὐταῖς παρὰ τοῦ νόμου ͵ΒΚΕʹ τοῦ 1892. Καὶ βεβαίως οὐδεὶς διανοεῖται οὐδὲ διενοήθη ποτὲ, ὅτι ψηφίζων τὸν νόμον ͵ΒΨΜΕʹ, τοῦτο ἐνόει. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶτα νόμου ͵ΒΨΜΕʹ ὁ κύριος Ὑπουργὸς λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, παρερμηνεῦσαν τὸν νόμον ͵ΒΚΕʹ τῆς 16 Ἰουλίου 1892 περὶ διαλύσεως, τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, προεκάλεσε κατὰ τὰ ἔτη 1892 καὶ 1894 τὴν ἔκδοσιν χρηματικῶν ἐνταλμάτων μὲ χρέωσιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῶν χρήσεων 1892 καὶ 1893 δι’ ὁλόκληρα τὰ ποσὰ τῶν ἐν αὐτοῖς ἀναγραφεισῶν πιστώσεων, δι’ ἀποδόσεις εἰς τὰ κεφάλαια τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, καὶ οὐχὶ διὰ ποσὰ ἴσα πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκδοθέντα καὶ ἐξοφληθέντα χρηματικὰ ἐντάλματα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων τῆς τε δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας...» Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἔτη 1893 καὶ 1894 δὲν παρηρμήνευσε τὸ Γεν. Λογιστήριον τὸν νόμον. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη νὰ παρερμηνευθῇ νόμος, ὃν αὐτὸς εἰσηγήσατο. Πάντα ταῦτα εἶναι ἀνακριβῆ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνακριβοῦς ταύτης ἐκθέσεως, πρὸς ἀνόρθωσιν λάθους μὴ ὑπάρχοντος, ἐψηφίσαμεν νόμον ἐν βαθείᾳ νυκτὶ, ὅστις ἐν ἡμέρᾳ ἀναγινωσκόμενος δὲν ἔχει νόημα. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν, ἣν σᾶς ἀνέγνωσα, ὁ νόμος τοῦ 1892 τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιτρέπει ἢ νὰ ἐξοδεύῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ δημοτικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν τόσα, ὅσα ἀναγράφονται εἰς πίστωσιν τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ὁ νόμος οὗτος ῥητῶς λέγει, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐκκαθαρισθῇ ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, ἔρχεται εἰς πίστωσιν τῶν κεφαλαίων τῶν μερίδων τούτων. Δύναται μὲν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξοδεύσῃ ἑκατὸν, ἀλλ’ ἂν ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας δίδῃ πεντακόσια, πεντακόσια πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς πίστωσιν τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Περὶ τούτου, Κύριοι, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος τοῦ 1892 (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τοῦ κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Ταμείου τούτου ἐνεργητικοῦ... θέλουσιν ἀποδοθῆ ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, δυνάμει πιστώσεων εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τὰ ἐκ τῶν εἰσπράξεων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων των, προκύπτοντα εἰς πίστωσιν ἑκάστης ἐπαρχίας ἢ δήμου ὑπόλοιπα, καὶ θέλουσι δαπανηθῆ μέχρι τῆς ἐξαντλήσεώς των ὑπὲρ αὐτῶν τούτων, κατὰ τὰς περὶ ὁδοποιΐας ἰσχυούσας διατάξεις.» Ὁ νόμος λοιπὸν ῥητῶς ἐννοεῖ, ὅτι, ὅ,τι ἐναπομένει ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ὀφείλει νὰ ἔλθῃ εἰς πίστωσιν τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ τὸ Βασ. Διάταγμα, Κύριοι, εἶναι ἔτι σαφέστερον. Ἐν ἄρθρῳ 2 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ εἰς χρέωσιν τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, εἰς πίστωσιν δὲ τῆς ἐπαρχιακῆς ἢ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας προκύπτοντα ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως ὑπόλοιπα ἐγγράφονται δι’ ὁμοίων πράξεων τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργῶν εἰς χρέωσιν μὲν τοῦ ἀνωτέρω λογαριασμοῦ «Ταμεῖον Ὁδοποιΐας’ λογαριασμὸς ἐκκαθαρίσεως αὐτοῦ», εἰς πίστωσιν δὲ ἰδίων λογαριασμῶν, ὑπὸ τοὺς τίτλους: «Ἐπαρχιακὴ Ὁδοποιΐα. Ἐκκαθάρισις λογαριασμοῦ αὐτῆς μετὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας». Ἢ «Δημοτικὴ Ὁδοποιΐα. Ἐκκαθάρισις λογαριασμοῦ αὐτῆς μετὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας». Τὰ ἐκδιδόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν χρηματικὰ ἐντάλματα πρὸς ἀπόδοσιν τοῦ πρὸς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν χρέους τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας ἐξοφλοῦνται διὰ πιστώσεως τῶν λογαριασμῶν «Κεφάλαια Ἐπαρχιακῆς Ὁδοποιΐας. Κεφάλαια Δημοτικῆς Ὁδοποιΐας». Ταὐτοχρόνως δὲ δι’ ἴσον ποσὸν χρεοῦνται οἱ λογαριασμοὶ «Ἐπαρχιακὴ Ὁδοποιΐα. Ἐκκαθάρισις λογαριασμοῦ αὐτῆς μετὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας. Λογαριασμὸς ἐκκαθαρίσεως αὐτοῦ». Λοιπὸν οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι, ὅ,τι ἐκκαθαρίζεται ἐκ τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας, πρέπει νὰ ἔρχηται εἰς πίστωσιν τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Τί δὲ ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον; Ἐψηφίσαμεν τὰ ἑξῆς διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΜΕʹ τῆς 15 Ἀπριλίου 1900 (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται νὰ καταλογισθῶσιν εἰς χρέωσιν τῶν μερίδων τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους «Κεφάλαια δημοτικῆς ὁδοποιΐας» καὶ «Κεφάλαια ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας» τὰ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΚΕʹ τοῦ ἔτους 1892 ἐκδοθέντα ἐπὶ τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900 καὶ ἐξοφληθέντα χρηματικὰ ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς καὶ τὰ ἐφεξῆς ἐκδιδόμενα καὶ ἐξοφλούμενα τοιαῦτα, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, μέχρι συμπληρώσεως τῶν διὰ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου 2 ὁριζομένων ὑπολοίπων εἰς πίστωσιν τῶν εἰρημένων μερίδων, καὶ ἄνευ πιστώσεως αὐτῶν διὰ χρηματικῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἢ δὲν εἶναι τραγελαφικόν; Χωρὶς νὰ ἐνόησῃ ὁ δεύτερος νομοθέτης τὸν πρῶτον νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι θὰ πιστῶνται τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιΐας μὲ τὸ ποσὸν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας, ὁ δεύτερος νομοθέτης, παρερμηνεύων τὸν νόμον, καὶ νομίζων, ὅτι πιστοῦνται ἡ ἐπαρχιακὴ καὶ ἡ δημοτικὴ ὁδοποιΐα μὲ μόνον τὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἐκτελοῦνται παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, λέγει, ὅτι θὰ γίνηται ἡ πίστωσις αὕτη εἰς τὸ μέλλον καὶ ἄνευ πιστώσεως αὐτῶν, διὰ χρηματικῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε τὰ τοιούτου εἴδους ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐξεδίδοντο διὰ τὰς ἐκτελουμένας ἐργασίας, ἀλλὰ διὰ τὰ ἐκκαθαρισθέντα ποσὰ τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας. Τί λοιπὸν σκοπεῖ ὁ νόμος οὗτος; Οὐδέν! Βλέπετε, Κύριοι, ποῦ μᾶς ἄγει ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ ἔχωμεν περισσεύματα, ἢ μᾶλλον τοῦ νὰ καλύπτωμεν τὰ ἐλλείμματά μας, ὡς θὰ ἀποδειχθῇ ἐντὸς ὀλίγου διὰ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὡς ὁ πεινῶν ἁπλώνει τὴν χεῖρα ἐξ ἀνάγκης ἐπιβεβλημένης, ἢ μᾶλλον ἀναποδράστου, ἐπὶ τὸν ἄρτον, τὸν ὁποῖον βλέπει ἐνώπιόν του, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν τῷ ἀνήκει, οὕτως ἤδη τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἀναγκάζεται νὰ ἁπλώνῃ βέβηλον χεῖρα ἐπὶ εἰδικῶν Ταμείων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἕτερον προορισμόν. Οὕτω σήμερον ἁπλώνει τὴν χεῖρα ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, καὶ αὔριον, ἐξ ἀναποδράστου ἀνάγκης, θὰ ἁπλώσῃ τὴν χεῖρα ἴσως καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰδικῶν Ταμείων.
§28Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ βραχέων θ’ ἀπαντήσω εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς λεχθέντα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ ἀλλοιώσεων ἐν τῇ Γενικῇ Ληψοδοσίᾳ τοῦ Κράτους, τῆς ὁποίας τὸν πίνακα συντάσσει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, χωρὶς νὰ συμπράττῃ ποσῶς ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος οὐδὲν εἶχε τὸ συμφέρον εἰς οἱανδήποτε ἀλλοίωσιν ἢ παράβασιν τῶν κρατούντων ἐν τῇ καταρτίσει τοῦ πίνακος κανόνων. Ἐπιφυλάσσομαι ἐν τούτοις νὰ δώσω τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, ὅταν ζητήσω τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει παρανόησίς τις εἰς τὴν ἀφετηρίαν τῆς συζητήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἡ παρανόησις ἔγκειται ἐν τούτῳ: Ὅτε συνεχωνεύθη τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας πρὸς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, βεβαίως, ὡς πρὸς μὲν τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστωθῇ αὕτη εἰς χρέωσιν τοῦ Δημοσίου, διότι ἐκ τῶν λογαριασμῶν ἀπεδεικνύετο, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶχε δαπανήσει πλείονα τῶν ὅσα εἶχεν εἰσπράξει. Ἄλλως ὅμως εἶχε τὸ πρᾶγμα ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, καθόσον αὕτη ἐφαίνετο δικαιουμένη λαβεῖν τὸ ὑπόλοιπον μεταξὺ εἰσπραχθέντων καὶ πληρωθέντων. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεγράφη ὡς ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰ Ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἀναγράφεται δὲ κατ’ ἔτος ἡ ἀναγκαία πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης κατασκευάζωνται ἔργα ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, καθ’ ὅσον τοιαῦτα διατίθενται χρήματα διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τοσοῦτον μειοῦται ἡ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰ Ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ταῦτα πάντα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ Ἀπολογισμόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι ἐπεβλήθη «χεὶρ βέβηλος» ἐπὶ χρημάτων μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ Δημόσιον, στεροῦνται ὑποστάσεως.
§29Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσιν οἱ χρηματιστικοὶ λογαριασμοὶ μετὰ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅταν σᾶς ἀναγνώσω, τί ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ἐλπίζω, ὅτι θὰ πεισθῆτε, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη σχέσις. Ἔλεγεν ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρέωσιν τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, ἐν σελίδι 5, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ μέγιστον μέρος τῆς μειώσεως ἢ τῶν εἰσπράξεων ἐξ ἐπισφαλοῦς ἐνεργητικοῦ προῆλθεν ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας. Εἰς λογαριασμὸν τῆς παρὰ τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ χρεώσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας συνεψηφίσθησαν δι’ ἐνταλμάτων, εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1892 καταλογισθέντων, καθυστεροῦντα ποσοστὰ ὁδοποιΐας, ἤτοι ἐξ ἑνὸς μὲν ἐπεβαρύνθη ἡ χρῆσις τοῦ 1892, ἐξ ἑτέρου δὲ προέκυψεν εἴσπραξις ἐν τῇ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ληψοδοσίᾳ τοῦ Δημοσίου Ταμείου.» Τότε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, συνεπὴς πρὸς τὸν νόμον, ἐχρέωνε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους μὲ τὰ ἐκκαθαρισθέντα ποσοστὰ τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας. Σήμερον ἄλλα πράττομεν. Ἄλλη ἀπάντησις δὲν χρειάζεται.
§30Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας.
§31Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα· ἐπρόκειτο ἀκριβῶς περὶ τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν, δι’ ὧν ἐχρεοῦτο ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τῶν ἐν λόγῳ ποσοστῶν.
§32Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη οὐδὲν ἔχουσι τὸ κοινὸν πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας κατηργήθη κατὰ τὸ 1892. Οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τούτου, ὡς εἶναι γνωστόν, ἀπέμειναν ὡς πόροι τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἕνεκα λόγων ἀναγομένων εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ὡς ἐκ τούτου ἀνεγράφη ἡ περιουσία τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους. Ἤθελον ἐννοήσει τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ δεῖνα ἔτους κατελογίσθη εἰς πίστωσιν αὐτοῦ ποσὸν προερχόμενον ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας. Ἤθελον ἐπίσης ἐννοήσει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν ἐπαρουσίαζεν ἕνα Προϋπολογισμόν, εἰς ὃν νὰ ἀναγράφηται ἔσοδόν τι, προερχόμενον ἐκ τῆς ληψοδοσίας τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ, πλὴν τούτου, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐψηφίσθη νόμος τις, ὅστις ἐψηφίσθη ἐν ὥρᾳ νυκτὸς, καὶ δὲν εἶχεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως μελετήσῃ τὸν νόμον τοῦτον. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει νόμος τις, ὅστις ἐψηφίσθη εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν κατώρθωσεν εἰς τὰς τρεῖς αὐτοῦ συζητήσεις ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἐὰν εἶχεν ἀντίθετον γνώμην, νὰ ἐκδηλώσῃ αὐτὴν εἰς μίαν τῶν συζητήσεων τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχεν ἕνα σκοπὸν κυρίως, νὰ τακτοποιήσῃ τὰ ὑπάρχοντα χρηματικὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐκκρεμῆ. Ἐπειδὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεγράφετο πίστωσις ἐκ δραχμῶν 500,000, ἐξ ὧν τὸ ἥμισυ ὑπὲρ κατασκευῆς ὁδῶν δημοτικῶν, καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ ὑπὲρ κατασκευῆς ὁδῶν ἐπαρχιακῶν, ἐκ λάθους τῶν ἁρμοδίων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐξεδίδοντο τὰ ἐντάλματα ταῦτα, χωρὶς νὰ βεβαιωθῇ, ἐὰν ἐγίνοντο ἔργα ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας...
§33Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λίαν δικαίως, διότι τοῦτο ὁ νόμος λέγει.
§34Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διατελεῖτε ἐν πλήρει πλάνῃ. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι εἰς ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰ Ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἀναγράφεται πίστωσις εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης κατασκευάζωνται δημοτικαὶ καὶ ἐπαρχιακαὶ ὁδοί, τὸ δὲ ποσόν, τὸ δαπανώμενον πρὸς τοῦτο, θέλει συμψηφίζεσθαι εἰς χρέωσιν τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ὁδοποιΐας...
§35Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν λέγει τοῦτο ὁ νόμος.
§36Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Λοιπὸν ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ προηγουμένως, ἐὰν ἐξετελέσθησαν ἔργα ἐπαρχιακῆς ἢ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἴσης ἀξίας. Παρέμειναν λοιπὸν τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐντελῶς μετέωρα, διότι ἐξεδόθησαν ἀτόπως εἰς πίστωσιν τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας χωρὶς νὰ γείνωσιν ἔργα. Ἦλθε λοιπὸν ὁ νόμος αὐτός, ὅπως τὰ ἐντάλματα ταῦτα τακτοποιηθῶσι, συμψηφιζομένου εἰς χρέωσιν τοῦ λογαριασμοῦ μόνον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πράγματι ἐδαπανήθη, καὶ οὐχὶ τοῦ ποσοῦ, δι’ ὃ ἐξεδόθησαν. Ὅταν προσκομίσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς θὰ πεισθῇ, ὅτι ἔχει ἄδικον, καταλογίζων εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σφάλματα τοῦ πίνακος τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, ἀφοῦ γινώσκει καλῶς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδέποτε ἀναμιγνύεται εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ πίνακος τούτου, ὅπερ εἶναι ἔργον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲ ὑπογραφὴν θέτει, οὐδὲ γνῶσιν λαμβάνει.
§37Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ προσθέσω ἢ μόνον νὰ συστήσω, ὅπως ἀναγνώσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὸν νόμον καὶ ἴδωσιν, ἂν τὰ ἀκριβῆ εἶναι ὅσα λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἐγώ.
§38Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερεν, ὅτι εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου εἶδεν εἴσπραξιν 300,000 φρ. χρυσῶν, προερχομένην ἀπὸ τὴν «Ὀθωμανικὴν Ἑταιρείαν συναλλαγῶν καὶ ἀξιῶν». Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόθεν προέρχεται τὸ ὑπόλοιπον αὐτό· διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ ἀφετηρία τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι ἡ ἑξῆς. Εἰς τὰ βιβλία τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως ἐφαίνετο πιστωτὴς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον διὰ ποσὸν 550,000 ἢ 600,000 φράγκων. Τὸ ποσὸν αὐτὸ προήρχετο ἀπὸ τὸν λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, νομίζω, τοῦ 1881, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύθη ἡ Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐφέρετο εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἢ χωρὶς νὰ καταβληθῇ. Ἡ Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως πρό τινων ἐτῶν διέλυσε τὰς ἐργασίας αὑτῆς, καὶ μετεβίβασεν αὐτὰς εἰς ἕτερον κατάστημα. Κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐνηργεῖτο ἡ διάλυσις, τινὲς τῶν ἐκκαθαριστῶν τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, ἰδόντες, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 550 χιλιάδων ἢ 600 χιλιάδων φράγκων ἀπὸ 15 περίπου ἐτῶν δὲν ἐζητήθη ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἐσκέφθησαν, ὅτι αὐτὸ εἶναι πλέον περιουσία τῆς Τραπέζης, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἠδύναντο νὰ τὸ διανείμωσιν εἰς τοὺς μετόχους των, ὡς καὶ τὴν ἐπίλοιπον ἀναλογοῦσαν αὐτοῖς περιουσίαν. Εὑρέθησαν ὅμως μεταξὺ τῶν ἐκκαθαριστῶν αὐτῶν καί τινες, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀλλοίαν γνώμην, ὅτι δηλαδή, καίτοι τοῦτο δὲν ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δὲν γεννᾶται τίτλος, ὅπως θεωρηθῇ περιουσία τῆς Τραπέζης, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπαχθῇ εἰς διανομήν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο μετεβιβάσθη μετὰ τοῦ λοιποῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὴν διαδεξαμένην αὐτὴν «Ὀθωμανικὴν Ἑταιρείαν συναλλαγῶν καὶ ἀξιῶν». Νῦν βλέπομεν, ὅτι ἀντὶ 302,000 ἢ 303,000 φράγκων ἐξωφλήθη τὸ ποσὸν αὐτό. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ καταβολὴ αὕτη ἔγεινεν εἰς ἐξόφλησιν τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐφέρετο εἰς τὰ βιβλία τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου, καὶ, ἂν ἐγένετο εἰς ἐξόφλησιν, ἐπὶ τίνι βάσει ἐγένετο ἡ ἐξόφλησις αὕτη; Συμβιβαστικῶς; Διότι, ἐὰν ἐπῆλθε συμβιβασμὸς, νομίζω ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ συμβιβασμὸν ἄνευ νομοθετικῆς ἐγκρίσεως. Ἢ εἶναι ἄλλη βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριχθεὶς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπεδέχθη τὴν καταβολὴν αὐτῆς εἰς ἐξόφλησιν ποσοῦ, τὸ ὁποῖον—καὶ ἔχω ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι λίαν βάσιμος ἡ πληροφορία μου—ἀνέρχεται εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ φαίνεται καταβληθέν; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀμέσως τὴν πληροφορίαν, θὰ τῷ ἤμην λίαν ὑπόχρεως. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πράξῃ τοῦτο τώρα, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§39Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Δύναμαι ὅμως προχείρως νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι γινώσκει, ὅτι ἐν τοῖς βιβλίοις τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως ἀνεγράφετο εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου ποσὸν 500,000 φράγκων. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐγίνωσκον, πῶς εἶχον τὰ τῆς Τραπέζης ταύτης, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος, οὐδὲ ἁρμόδιος εἰμι νὰ γινώσκω, ὁποῖαι ὑπῆρχον αἱ ἐγγραφαὶ ἐν τοῖς βιβλίοις αὐτῆς. Γινώσκω μόνον ἓν πρᾶγμα. Ὅτε ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδὴ ἡ «Τράπεζα τῶν συναλλαγῶν καὶ ἀξιῶν», ἦτο ἐν διαλύσει, προεκάλεσα τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ὑπάρχει λογαριασμός τις ἐκκρεμὴς μετὰ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, ἀναγόμενος εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δανείων τοῦ 1881 καὶ 1884, καὶ ἡ ὑπηρεσία μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι τῷ ὄντι ὑπάρχει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐκκρεμής τις λογαριασμός, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ λογαριασμοῦ τούτου οὐδέποτε κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία τις ἐν τῇ ἀλληλογραφίᾳ, ἥτις διημείβετο μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἁρμοδίας Τραπέζης. Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἐρευνήσω τὰ περαιτέρω, ἂν δηλ. ὑπῆρχεν ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, ἢ τῆς Τραπέζης, ἥτις ὑπῆρξε διάδοχος ἐκείνης, ὁλοκληρωτικὸς λογαριασμός, δεικνύων ποία εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπῆρχε. Κατ’ ἐντολήν μου, παρεκλήθη τότε ἡ Τράπεζα ἐκείνη νὰ ὑποβάλῃ λογαριασμὸν, καὶ ὑπέβαλε τοιοῦτον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνεγράφοντο εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου 180 χιλιάδες φράγκα. Οἱ ὑποβαλόντες τὸν λογαριασμὸν ἐδήλουν, ὅτι, ἐὰν ἀπηντῶμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι καλῶς ἔχει ὁ λογαριασμὸς, ἦσαν πρόθυμοι νὰ καταθέσωσι τὸ ποσόν. Ἐγὼ εἶπον εἰς αὐτοὺς, ὅτι, πρὶν ἢ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξελέγξεως τοῦ λογαριασμοῦ, εἶναι πρέπον νὰ τὸ καταθέσουν. Ἀφοῦ κατετέθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὡς ὑπόλοιπον εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου, τότε προέβημεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, καὶ ἐζητήσαμεν τὰ σχετικά. Παρετήρησα πρὸς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὴν «Τράπεζαν τῶν συναλλαγῶν καὶ ἀξιῶν», ὅτι πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν συνεννόησιν. Ὄντως δὲ δύο τῶν ἐκκαθαριστῶν ἀφίκοντο ἐνταῦθα ἐπὶ τούτῳ, καὶ ἀξιεπαίνως τῷ ὄντι εἰργάσθησαν μετὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ἐκκαθάρισιν. Κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ἐκείνην προέκυψαν διαφοραί τινες, ἂν ἔπρεπε τὸ Δημόσιον νὰ πιστωθῇ μὲ ὡρισμένους τόκους, ἢ νὰ χρεωθῇ κτλ. Ἡ ἐργασία αὕτη διήρκεσε πολλὰς ἡμέρας. Τὸ Δημόσιον ἐξεπροσώπει ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης κ. Ξηνταρᾶκος, καὶ ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους εἰργάσθησαν πρὸς τοῦτο. Ἐπὶ τέλους, ὅτε ἐγένετο ἡ ἀνακεφαλαίωσις, παρενέβην καὶ ἐγὼ, ἵνα ἐκδηλώσω ἣν εἶχον γνώμην. Ὑπῆρχε καὶ ποσόν τι εἰς πίστωσιν τῆς Τραπέζης, ὀφειλόμενον ἀπὸ ὑποχρεώσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς πληρωμὴν, νομίζω, 50,000 φράγκων, λόγῳ μεσιτείας. Ὅτε ἐνόμισα, ὅτι τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως εἶχον φθάσει εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ λύσις, τότε ὑπέβαλον τὸ ζήτημα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Σημειωτέον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ Τραπέζης ἑδρευούσης ἀλλαχοῦ, περὶ Τραπέζης Ὀθωμανικῆς, καὶ ὅτι, ἂν δὲν ἔσπευδον νὰ θέσω τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἴσως τὸ Δημόσιον ἤθελον εὑρεθῆ μετά τινας ἡμέρας πρὸ τοῦ ἀδυνάτου νὰ ζητήσῃ τὸν ὑπεύθυνον. Ἐν τῇ συμβιβαστικῇ λύσει τῆς ὑποθέσεως ἐννοεῖται, ὅτι ἐγένοντο ἑκατέρωθεν ὑποχωρήσεις τινὲς δεδικαιολογημέναι. Ἐγὼ, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν προῆλθον ἢ εἰς ἐλαχίστας ὑποχωρήσεις, χάριν τῆς λύσεως τῆς ὑποθέσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ περίπου 350 χιλιάδας φράγκα. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐπανειλημμένως συνεδριάσαν, ἐξέδωκε γνωμοδότησιν ὑπὲρ τῆς συμβιβαστικῆς λύσεως. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε ὁ βουλόμενος νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν.
§40Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του καὶ τῇ ἐπιμελείᾳ αὐτοῦ ἐπερατώθη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Ἀλλὰ πολὺ λυποῦμαι, διότι μανθάνω, ὅτι, δυστυχῶς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ πολλὰ λογιστικὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα τοσαῦτα δαπανῶμεν, καὶ οἱ μεγάλοι Προϋπολογισμοὶ καὶ τὰ πολλὰ χαρτιὰ, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται κατ’ ἔτος, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν, δὲν ἀξίζουν τίποτε! Τριακόσιαι χιλιάδες φράγκα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἦσαν κεκρυμμέναι, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου! εὑρέθησαν δὲ μόνον κατὰ τύχην ἀπὸ ἕνα εὐσυνείδητον λογιστὴν, ὅστις μᾶς εἰδοποίησε. Ποῦ εἶναι τὰ βιβλία σας; Ποῦ εἶναι τὰ λογιστικά σας γραφεῖα; Τί κατάστασις εἶναι αὐτὴ, Κύριοι, ἡ ὁποία καθ’ ἡμέραν παρουσιάζεται, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐντρεπώμεθα καὶ νὰ λυπώμεθα! Οὐδὲν ἄλλο προσθέτω, ἁπλῶς οἰκτείρω τὴν κατάστασίν μας.
§41ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Καταθέτω τὰ παρὰ τοῦ κ. Δραγούμη αἰτηθέντα ἔγγραφα περὶ τῆς Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς Μεσσηνίας.
§42Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Κατὰ τὰς δύο προηγουμένας Συνόδους μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ἐπανειλημμένως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τὴν Ρουμανίαν. Παρεκάλεσα δὲ αὐτὸν τότε, νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ὄχι μόνον τὸ Κράτος ἤθελε πολὺ ὠφεληθῆ, ἀλλὰ καὶ ἐπαρχίαι τινὲς, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μεγάλας συναλλαγὰς μετὰ τῆς Ρουμανίας, θὰ εἶχον μέγα συμφέρον· τοιαῦται δὲ ἐπαρχίαι εἶναι ἡ Κεφαλληνία καὶ ἡ Ἰθάκη. Ἤδη ἐκ τηλεγραφημάτων, ληφθέντων ἐκ Ρουμανίας, καὶ ἐξ ὅσων δημοσιεύουσιν αἱ ἐφημερίδες σήμερον, φαίνεται, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη κατηρτίσθη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἀληθεύει τοῦτο.
§43Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους ὄντως ὁ κ. ἐξ Ἰθάκης Βουλευτὴς μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπανειλημμένως ἐπερωτήσεις, σχετικὰς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διακανονίσεως τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος καὶ Ρουμανίας. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἀπήντησα ἑκάστοτε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδωκεν ὁδηγίας πρὸς τὸν ἐν Βουκουρεστίῳ πρεσβευτὴν, ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος καὶ προσπαθήσῃ νὰ λύσῃ τοῦτο. Σήμερον εἶμαι λίαν εὐτυχὴς, δυνάμενος νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, κατὰ τηλεγραφικὴν ἀνακοίνωσιν τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείας, χθὲς ὑπεγράφη ἐμπορικὴ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρουμανίας. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐξησφαλίσθησαν εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν δύο Κρατῶν τὰ πλεονεκτήματα τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων Κρατῶν. Πρὸς τούτοις ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις ἔστερξεν, ἵνα λύσῃ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἐν Ρουμανίᾳ κοινοτήτων ὡς νομικῶν προσώπων...
§44Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅλων;
§45ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὅλων. Δηλαδὴ τῶν ὀκτώ· ἤτοι: Βραΐλας, Γαλαζίου, Γιουργέβου, Καλαφατίου, Τούλτσας, Μαγγαλίας, Κωνστάντσας καὶ Σουλινᾶ. Ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις ἤθελησε νὰ παράσχῃ κατὰ τὴν περίστασιν ταύταν τρανὸν δεῖγμα τῶν φιλικῶν της πρὸς τὴν Ἑλλάδα διαθέσεων, κανονίζουσα ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, ὑπὸ τῶν αὐτῶν φιλικῶν αἰσθημάτων πρὸς τὴν Ρουμανίαν ἐνεπνέετο. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ προσηρτημένου αὐτῇ πρωτοκόλλου· πέποιθα δὲ, ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ, ἄνευ διακρίσεως κομμάτων, θέλει προθυμοποιηθῆ νὰ ψηφίσῃ τοῦτο, καὶ νὰ διατρανώσῃ οὕτω τὰ πρὸς τὴν Ρουμανίαν φιλικὰ αἰσθήματα τῆς Ἑλλάδος.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§47Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§48Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σωματεῖον τῶν ἐν Τριπόλει παντοπωλῶν μὲ ἐπιφόρτισε δι’ ἐπιστολῆς του νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφοράν τινα τῶν φαρμακεμπόρων, διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι παρακαλοῦσι ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς παντοπώλας νὰ εἰσάγωσι διὰ τῶν Τελωνείων ἐμπορεύσιμα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα, ὡς λέγουσιν οἱ φαρμακέμποροι, εἶναι εἴδη φαρμακευτικά. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι τὰ φάρμακα πρέπει νὰ πωλῶνται ἐν τοῖς παντοπωλείοις· ἀλλὰ αἱ ὗλαι, τὰς ὁποίας ἀναφέρουσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ των οἱ παντοπῶλαι, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀποκλειστικῶς τῆς φαρμακευτικῆς τέχνης, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ, τι νομίζει δίκαιον.
§49Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄντως εἰς πολλὰ μέρη τῆς Μεσσήνης ἔλαβον χώραν ἄτοπα ἐκ μέρους διαφόρων ὑπαλλήλων· ἐπανελθὼν δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκ Καλαμῶν, ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἁπάσας τὰς παρεκτροπὰς αὐτῶν, καὶ ἐζήτησα νὰ ἐπιφέρῃ θεραπείαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι διετάχθη εἷς τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν νὰ μεταβῇ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου ἔλαβον χώραν αἱ παρεκτροπαὶ αὗται, καὶ ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐξετάσεων, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ ὁ Ἐπιθεωρητὴς οὗτος, θὰ προβῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἰς τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τῶν παρεκτραπέντων ὑπαλλήλων. Ταῦτα ἠθέλησα νὰ κάμω γνωστὰ εἰς τὴν Βουλήν, διότι ὄντως πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα τινά, τὰ ὁποῖα νὰ περιορίσωσι τοὺς παρεκτρεπομένους ὑπαλλήλους, κακῶς διαχειριζομένους τὴν ἀνατεθειμένην εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίαν.
§50Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι κατ’ ἔτος γίνεται σύμβασις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μιᾶς τῶν Ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν, ὅπως τὰ ἀτμόπλοια τῆς Ἑταιρείας προσεγγίζωσιν εἰς τὰς νήσους ἐκείνας, εἰς ἃς προσεγγίζοντα δὲν δύνανται νὰ ἱκανοποιηθῶσι ἐκ μόνων τῶν ναύλων ἐπιβατῶν ἢ ἐμπορευμάτων· εἶναι δηλαδὴ αἱ ἄγονοι λεγόμεναι γραμμαί. Ἐπειδὴ ἡ ὑπάρχουσα σύμβασις ὅσον οὔπω λήγει, καὶ πρόκειται νὰ γείνῃ νέα, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως εὐαρεστούμενος λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑξῆς παράκλησιν. Οἱ κάτοικοι τῶν νήσων Μήλου, Σερίφου, Σικίνου, Φυλεγάνδρου, Ἴου, Μυκόνου, Πάρου, Ἀμοργοῦ, ὁσάκις, εἴτε ὡς μάρτυρες προσκαλούμενοι εἰς τὴν Σῦρον, εἴτε δι’ ἐμπορικάς των ἢ ἄλλας ὑποθέσεις, πρόκειται νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ διὰ τοῦ Πειραιῶς νὰ μεταβῶσιν εἰς Σῦρον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τοὺς μάρτυρας ὡς ὁδοιπορικὰ παρὰ τοῦ Δικαστηρίου, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ὅπως ἱκανοποιήσῃ αὐτοὺς ἀπέναντι τῶν ἐξόδων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται, ἀνερχόμενα σχεδὸν εἰς 100 δραχμὰς, ὅπως ἀποφύγωσι τὴν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου μαρτυρίαν, ἀναγκάζονται πολλάκις κατὰ τὴν προανάκρισιν νὰ ἀποκρύπτωσιν ἐπιμελῶς τὴν ἀλήθειαν, καὶ τοῦτο νομίζω, ὅτι παραβλάπτει σοβαρῶς τὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐκ τῆς μὴ ἀπ’ εὐθείας συγκοινωνίας μετὰ τῆς Σύρου βλάπτονται κατὰ πολὺ τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου τῆς Σύρου, διότι οἱ πλεῖστοι κάτοικοι τῶν νήσων τούτων καταφεύγουσιν εἰς Πειραιᾶ· καὶ διὰ τοῦτο, καὶ χάριν τῆς Σύρου καὶ πρὸς εὐκολίαν τῶν εἰρημένων νήσων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύστασίς μου διὰ τὴν ἀπ’ εὐθείας συγκοινωνίαν. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν εὐαρεστῆται, κατὰ τὴν σύναψιν τῆς νέας συμβάσεως νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὰς εἰρημένας νήσους, περὶ τῶν ὁποίων ἄλλως καὶ ὁ διαπρεπὴς ἐκ Κέας πολιτευτὴς ἔκαμε λόγον. Τὴν παράκλησίν μου ταύτην, παρακαλῶ καὶ τοὺς κυρίους ἐκ Κυκλάδων συναδέλφους νὰ ὑποστηρίξωσι, καὶ συντελέσωσιν, ἵνα αὕτη πραγματοποιηθῇ.
§51Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεταξὺ τῶν ἀγόνων γραμμῶν συμπεριλάβῃ καὶ τὸ Τσάγεζι, διότι λίαν εὔκολον εἶναι τοῦτο, καθόσον ἐκεῖθεν διέρχονται καὶ ἀτμόπλοια, ἀνερχόμενα καὶ κατερχόμενα πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην, καὶ δὲν ἔχουσι παρὰ νὰ σταματῶσιν ἐπὶ ἡμίσειαν μόνον ὥραν. Τοῦτο εἶναι λίαν ἀναγκαῖον, ὄχι μόνον διὰ τὸ Τσάγεζι, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν λουτρῶν τοῦ Κοκκίνου Νεροῦ καὶ τῶν Τεμπῶν τῆς Θεσσαλίας, χάριν τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συγκοινωνία εὔκολος.
§52ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναφέρω ἐνταῦθα ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοι καὶ ἰδίως ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ ἐγὼ ἐποιησάμεθα λόγον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῶν «πλανοδίων», τῶν «γυρολόγων» λεγομένων κοινῶς, ἐκείνων, οἵτινες ἄλλοτε ὠνομάζοντο γενικῶς «πραγματευταὶ», ἀλλ’ οἵτινες σὺν τῷ χρόνῳ ἤλλαξαν ὄνομα, καὶ ἐγένοντο γυρολόγοι, σήμερον δὲ, παραδόξως, κατήντησαν ἐν τῇ γλώσσῃ τῆς ὑπηρεσίας νὰ ὀνομάζωνται πλανόδιοι, διὸ καὶ κατ’ ἀνάγκην μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν ταύτην. Οἱ πλανόδιοι λοιπὸν οὗτοι — καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ταύτην τὴν φορὰν νὰ ἔχωμεν ἀπάντησιν — παραπονοῦνται, ὅτι δὲν ὑποβάλλονται νομίμως εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὅστις, κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον, ἄρθρον 2, ὁρίζεται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐτήσιος φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος ἑκάστου τῶν πλανοδίων καὶ τῶν ἐν ὑπαίθρῳ μεταπρατῶν ὁρίζεται διὰ πρωτοκόλλου τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου, δὲν δύναται δὲ νὰ ᾖναι ἀνώτερος τοῦ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ΣΙϚʹ τοῦ 1867 καθοριζομένου ποσοῦ, καὶ καταβάλλεται ὁλόκληρος κατὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς δηλώσεως.» Κατὰ ταῦτα, ὁ φόρος οὗτος, ὅστις δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνώτερος τοῦ ἡμίσεος τοῦ ἐν τοῖς πίναξι τοῦ νόμου ὁριζομένου, προσδιορίζεται διὰ πρωτοκόλλου τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ καταβάλλουσιν οὕτω τὸν φόρον τοῦτον· ἐν Ἀθήναις δὲ ὁ φόρος οὗτος εὑρίσκεται, ὅτι εἶναι δι’ ἄλλους μὲν 33,60/00, δι’ ἄλλους δὲ 27,20/00. Καταβάλλουσι πρὸς τούτοις, ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἔχουσι καὶ ἁμάξιον, δι’ οὗ κινοῦσι τὰ ἐμπορεύματα αὑτῶν ἐν ταῖς ὁδοῖς καὶ ταῖς πλατείαις, καὶ τὸν φόρον τῶν ζῴων διὰ τὸν ἵππον. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἀπό τινος χρόνου, ἰδίως ἀπὸ 1ης Δεκεμβρίου, ὅτε, ὡς φαίνεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδωκεν ὁδηγίας πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἡ Ἀστυνομία καταδιώκει καθ’ ἡμέραν τοὺς ἀνθρώπους τούτους, καὶ προσάγει εἰς τὰ καταστήματα αὑτῆς, ἀξιοῦσα νὰ πληρώνωσιν ἐπὶ πλέον καὶ φόρον διὰ τὸ ἁμάξιον τοῦτο, δι’ οὗ ἐκτελοῦσι τὸ ἐμπόριον αὑτῶν...
§53Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Φόρον καρραγωγέως.
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ εἶναι καρραγωγεῖς, εἶναι ἁμαξηλάται οἱ περιάκται; Ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ καμμία διάταξις, ἥτις λέγει, ὅτι ὁ ἔμπορος, ὁ μεταχειριζόμενος ἁμάξιον, τοιούτου εἴδους μάλιστα, πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὑτοῦ, ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τούτου; Ἠναγκάσθην, παρατηρήσας ὅτι αἱ ἐπανειλημμέναι ἐρωτήσεις καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ αἱ ἐμαὶ δὲν ἔτυχον ἀπαντήσεως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠναγκάσθην νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐκ νέου ἐξετάσας, τί εὑρίσκω; Ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐπιτηδευμάτων δὲν ὑπάρχουσι περὶ ἁμαξῶν ἄλλαι διατάξεις, παρὰ τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἁμάξας, εἰς τὰς ἁμάξας τὰς μισθουμένας, μετὰ διακρίσεως, ἐὰν μισθῶνται ἁπλῶς δι’ ἀγώγιον, ἢ καὶ δι’ ἐπισκέψεις, καὶ εἰς τὰ κάρρα τὰ δίτροχα καὶ τὰ τετράτροχα· ὁ δὲ νόμος ἐκφράζεται οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἀριθμὸς 17. Καρροτσιέρης δι’ ἕκαστον δίτροχον κάρρον (ἐκτὸς τῶν κάρρων τῶν γεωργῶν, κηπουρῶν καὶ κτηματιῶν, τῶν χρησιμευόντων εἰς κηπουρικὰς καὶ γεωργικὰς ἐργασίας).» Ἔπειτα, ἀριθμὸς 52 (ἀναγινώσκει): «Καρροτσιέρης δι’ ἕκαστον τετράτροχον κάρρον (ἐκτὸς τῶν κάρρων τῶν κτηματιῶν, γεωργῶν καὶ κηπουρῶν, τῶν χρησιμευόντων εἰς γεωργικὰς ἐργασίας).» Ἔρχονται τώρα οἱ ἁμαξηλάται. Κατηγορία τρίτη (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 205. «Ἁμαξᾶς ἔχων ἅμαξαν μόνον δι’ ἀγώγιον.» «Ἀριθ. 206. «Ἁμαξᾶς ἔχων ἅμαξαν δι’ ἀγώγιον καὶ ἐπισκέψεις.» Ἀριθ. 207. «Ἰδιοκτήτης δι’ ἑκάστην ἅμαξαν, ἐὰν σύρηται ὑφ’ ἑνὸς ἵππου, δραχ. 50, ἐὰν σύρηται ὑπὸ δύο ἵππων, δραχ. 100.» Αὗται εἶναι αἱ μόναι κατηγορίαι, αἱ ἀναγόμεναι εἰς ἁμάξας καὶ κάρρα. Κατὰ τίνα τρόπον, ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφομοιωθῇ πρὸς τοιαύτην ἅμαξαν, ἢ πρὸς κάρρον, τὸ ἁμάξιον τὸ κινούμενον δι’ ἵππου, ἀντὶ νὰ ᾖναι χειροκίνητον, πρὸς περιαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων ἐν ταῖς ὁδοῖς καὶ ταῖς πλατείαις τῆς πόλεως καὶ πώλησιν αὐτῶν ὑπὸ τῶν περιακτῶν; Κατ’ οὐδένα τρόπον. Ἐὰν ἡ ὕπαρξις τῆς ἁμάξης αὐτῆς ἀποδεικνύῃ, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ περιάκτου τούτου, τοῦ ἔχοντος τὴν ἅμαξαν τὴν ἱπποκίνητον, ἢ τὴν ὀνοκίνητον, — διότι ὑπάρχουσι καὶ τοιαῦται — εἶναι ἀνώτερον τῆς καταστάσεως τοῦ ἔχοντος χειράμαξαν καὶ ἀνώτερον τῆς καταστάσεως τοῦ κομίζοντος τὰ ἐμπορεύματα ἐπ’ ὤμου, ὁ νόμος, ἐὰν νομίζῃ τοῦτο ἀναγκαῖον ἢ συμφέρον, αὐτὸς δύναται νὰ διακρίνῃ καὶ ἐπιβάλῃ μείζονα φόρον. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὁ νόμος δὲν διακρίνει, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς ἡ διάκρισις, καὶ διὰ τοῦτο ἡ καταδίωξις, ἡ γιγνομένη κατὰ τῶν περιακτῶν τούτων, εἶναι, κατ’ ἐμὲ, τελείως ἔξω τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἠπόρουν, πῶς τὸ πρᾶγμα ἐξακολουθεῖ· διότι, ἐνῷ διεβεβαιοῦτο ἐνταῦθα, ὅτι οὐδὲν ἀληθῶς τοιοῦτο συμβαίνει, ἐν τούτοις καθ’ ἡμέραν οἱ περιάκται προσήγοντο εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, καὶ ἐπὶ τέλους εἰκοσὰς τοιούτων πραγματευτῶν, ἐχόντων ἱπποκίνητα ἁμάξια, μοὶ ὑπέβαλον σημείωμα, ἐν ᾧ βεβαιοῦται, ὅτι, ὡς ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα, καθ’ ἡμέραν καταζητοῦνται καὶ συλλαμβάνονται πρὸς πληρωμὴν φόρου διὰ τὸ ἁμάξιον, καίτοι ἐπλήρωσαν καὶ διὰ τὸ ἐπιτήδευμα καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν ζώων — καλῶς δὲ ἐπλήρωσαν τὸν φόρον τῶν ζώων. — Ἀπορῶν, ἐξήτασα, καὶ εὗρον, ὅτι ἐν ταῖς ὁδηγίαις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχουσιν ἐκφράσεις, αἵτινες ἔδωκαν ἀφετηρίαν εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις ἀπολήγει εἰς τὴν ἀστυνομικὴν καταδίωξιν τῶν περιακτῶν. Ἡ δὲ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπ’ ἀριθ. 187 τῆς 1 Δεκεμβρίου 1900 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δὲν ὑπόκειται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος τὸ κάρρον γεωργῶν καὶ κηπουρῶν καὶ κτηματιῶν κλπ. Ἑπομένως τὰ γεωργικὰ καὶ κηπουρικὰ κάρρα, ἂν χρησιμοποιῶνται εἰς ἀγώγιον, ὑπόκεινται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος, ἐκτὸς ἂν ἐργάζωνται διὰ κτηνῶν ὑποβληθέντων εἰς τὸν φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν...» Καὶ διακόπτω ἐδῶ, διότι ἐνταῦθα παρατηρῶ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ. Αἱ ὁδηγίαι αἱ ὑπουργικαὶ λέγουσιν, ὅτι τῶν γεωργῶν, τῶν κηπουρῶν καὶ τῶν κτηματιῶν τὰ ἀγροτικὰ κάρρα, κατὰ τὸν νόμον, δὲν φορολογοῦνται· ἀλλ’ ἂν δι’ αὐτῶν οὗτοι μετέρχωνται καὶ ἐργασίαν ἀγωγιατῶν, πρέπει νὰ φορολογηθῶσι. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποῖος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν φορολογοῦνται, ἐὰν ἐπλήρωσαν τὰ ζῶα αὐτῶν φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν;
§55Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ὁ τελευταῖος
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρέρχομαι τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὰ ἐπιτηδευματικὰ καὶ τὰ βιομηχανικὰ κάρρα ὁ νόμος οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν ποιεῖ...» Τοῦτο, οὕτω λεγόμενον, δὲν εἶναι ὀρθόν. Διὰ τὰ ἐπιτηδευματικὰ καὶ βιομηχανικὰ κάρρα ὁ νόμος οὐδὲν διατάσσει, ὄχι οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν ποιεῖται, διότι ὁ νόμος εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ἐπιτηδευματίαι μετέρχονται διὰ τοιούτων ἁμαξίων τὸ ἔργον αὐτῶν· καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶπεν, ὅτι ἐπιτείνει τὸν φόρον τῶν τοιούτων ἐπιτηδευματιῶν, διότι ἔχουσι τοιαῦτα ἁμάξια, δὲν ἔπλασε δὲ καὶ κατηγορίαν εἰδικήν, φορολογικὴν τῶν τοιούτων ἁμαξίων. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἐγκύκλιος (ἀναγινώσκει): «Ὁ φόρος τῶν κάρρων εἶναι ἄσχεστος πρὸς τὸν πληρωνόμενον φόρον ἐπιτηδεύματος ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου αὐτῶν, ἀδιακρίτως, ἂν τὰ κάρρα χρησιμοποιῶνται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς βιομηχανικὰς ἢ τὰς ἐπιτηδευματικὰς αὐτοῦ ἐργασίας, δι’ ἃς πληρώνει τὸν ἐπιβεβλημένον φόρον.»
§57Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «... Δὲν ὑπόκεινται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος οἱ μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος ἀγωγεῖς ἢ καρραγωγεῖς, οἵτινες μετέρχονται τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ ἀγωγέως ἢ τοῦ καρραγωγέως διὰ κτηνῶν ὑποβληθέντων εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.»
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, εἶναι τὸ ἄλλο ζήτημα· ἀλλὰ εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τῆς περιστάσεως ταύτης, διότι περὶ τοιούτων ἐπιτηδευματικῶν ἢ βιομηχανικῶν κάρρων, ὡς ὀνομάζει αὐτὰ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις. Δὲν νομίζω λοιπὸν δίκαιον νὰ καταδιώκωνται οἱ ἐπιτηδευματίαι οὗτοι, ὅπως πληρώσωσι. Δίκαιον εἶναι νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τῶν ζώων, διότι οὗτος εἶναι ἀνεξάρτητος τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος· ἐὰν δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀτέλεια ἐν τῷ νόμῳ, ἐλεύθερος εἶναι νὰ φέρῃ πρότασιν ἐνταῦθα, ἵνα ψηφίσωμεν, πρὸς θεραπείαν τῆς ἀτελείας.
§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ δοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὁδηγίαι δὲν ἀφεώρων εἰς τοὺς πλανοδίους, τοὺς ἔχοντας ἓν μονότροχον κάρρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξασκοῦσι τὸ ἐπάγγελμά των· ἀφεώρων εἰς τὰ ἄλλα κάρρα...
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τῶν καταστημάτων.
§61Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν καταστημάτων... Ἔδωκα δὲ διαταγήν, νὰ ἐξετάσωσι, ἀκριβῶς, ἐὰν ὑπάρχουσι πλανόδιοι, οἱ ὁποῖοι καταζητοῦνται διὰ πληρωμὴν φόρου καρραγωγέως, ν’ ἀνασταλῇ δὲ πᾶσα καταδίωξις κατ’ αὐτῶν, καί, ἂν ἐνεγράφησαν οὗτοι ὡς καρραγωγεῖς, νὰ ἐκδοθῶσι πρωτόκολλα ἐκπτώσεως τοῦ φόρου. Ἐὰν αἱ διαταγαί μου δὲν ἐξετελέσθησαν, θὰ διατάξω νὰ ἐκτελεσθῶσι.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶδον διπλότυπον φορολογίας, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφεται ἡ πληρωμὴ καὶ τῶν τριῶν ὁμοῦ φόρων εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον.
§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναταί τις νὰ πληρώσῃ δύο φόρους, καὶ καρραγωγέως καὶ πλανοδίου.
§64Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§65ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἂν κατατεθῇ ὁ φάκελος, καὶ ὅταν κατατεθῇ, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας δὲν ἔχει νὰ κερδίσῃ τίποτε. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἐνόησεν ἀκόμη τὴν τακτικήν, τὴν ἀκριβῶς ἐφαρμοζομένην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν πρόκηται περὶ δασῶν διαφιλονικουμένων μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν. Εἰδικῶς, προκειμένου περὶ δασικῶν διαφορῶν μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν, πρέπει νὰ τονισθῇ ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος λέγει, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐνεργεῖ παρὰ τὸν νόμον, καὶ ἐνεργεῖ μετ’ ἐπιμονῆς παρὰ τὸν νόμον, ἐξυπηρετοῦν ἰδέας περὶ δασῶν, τὰς ὁποίας ὁ νόμος δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ ἐξυπηρετῇ, οὐδὲ νὰ ἔχῃ. Οἱ διάφοροι περὶ δασῶν νόμοι, ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον—καὶ εἶναι 4 ἢ 5 τοιοῦτοι—ἐπαναλαμβάνουσιν αὐτολεξεὶ μίαν διάταξιν, καθ’ ἥν, ὅταν ὑπάρχῃ φιλονικία περὶ δασῶν μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν, τὸ Δημόσιον τὴν περὶ ὑλοτομίας ἄδειαν ὀφείλει νὰ χορηγῇ εἰς τὸν ἰδιώτην, ἐὰν ἔχῃ οὗτος τὴν κατοχήν· εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ἰδιώτην, νὰ διεκδικήσῃ δὲ τὴν κυριότητα διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέστρεψε τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ ἐφαρμόζει τοὐναντίον· ἀπαντᾷ δὲ εἰς τοὺς ἰδιώτας: «ἐγείρατε διεκδικητικὴν ἀγωγήν». Τίνες; Οἱ κάτοχοι! Ἔχω λόγον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι θίγει σοβαρὰ συμφέροντα καὶ τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ ἐντεῦθεν ἠναγκάσθην νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα ἰδιαιτέρως. Καὶ πέρυσιν ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ἐζήτησα τὸν φάκελον, τὸν ἀφορῶντα τὰς αἰτήσεις ἀδείας ἀνθρακοποιΐας ἐν Κυνουρίᾳ ἐξ ἰδιωτικῶν δασῶν, καὶ προσήχθησαν τὰ ἔγγραφα, καὶ ἀνέπτυξα τὸ ζήτημα· ἀπήντησε δὲ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἐὰν τὴν κατοχὴν ἔχωσιν οἱ ἰδιῶται, θέλουσι χορηγηθῆ αἱ ἄδειαι. Πρόκειται δὲ ἐκεῖ οὐχὶ περὶ δασῶν, ἀλλὰ περὶ λωρίδων στρεμμάτων δύο, τριῶν, πέντε, περὶ μικρῶν τέλος πάντων ἐκτάσεων, τὰς ὁποίας καλλιεργοῦσιν οἱ κύριοι καὶ κάτοχοι, καὶ χρησιμοποιοῦσιν εἰς τὴν ἀνθρακοποιΐαν τὰ ἐκ τῆς ἐκχερσώσεως χαμόκλαδα, ὡς καὶ τὰ ἐκ τῶν ἡμέρων ἐλαιοδένδρων των. Εἶπε λοιπὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἤθελε βεβαιωθῆ τοῦτο, θὰ ἐχορηγοῦντο αἱ ἄδειαι. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ ἄλλο. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλει νὰ πείθηται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ εἰς τὰς τοιαύτας ἰδέας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Φαίνεται δὲ, ὅτι ὑπάρχει καὶ μία γνωμοδότησις—ἥτις ὅμως δὲν εἶχεν ἐπισυναφθῆ εἰς τὴν δικογραφίαν—τοῦ νομικοῦ συμβούλου, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς τοὺς κατόχους, καὶ ἂς προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Οὕτως ἐφαρμόζουσι τὸν νόμον οἱ κύριοι σύμβουλοι! Ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε, μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην, ἕνα τῶν Ἐπιθεωρητῶν νὰ μεταβῇ καὶ ἐξελέγξῃ· καὶ μετέβῃ ὁ Ἐπιθεωρητὴς, καὶ ἐξήλεγξε, καὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι οἱ ζητοῦντες τὰς ἀδείας εἶναι κάτοχοι ἀπὸ 30, 40 καὶ 50 ἐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὗτοι εἶναι κάτοχοι ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν, ἐγνωμάτευσεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῶσιν ἄδειαι ὑλοτομίας, διότι, ὅτε πρὸ 50 ἐτῶν κατέλαβον τὰ κτήματα αὐτὰ, διέπραξαν ἀδίκημα, διότι τὰ κτήματα ταῦτα ἀνῆκον τῷ Δημοσίῳ! Ἔχει καὶ ἄλλας ἰδέας ὁ κ. Ἐπιθεωρητὴς περὶ δασῶν καὶ περὶ ἀναδασώσεως τῆς χώρας, ὅλας ἐκείνας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἀρυσθῇ τις ἐκ τοῦ πρώτου δασικοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀναγνώσει· ὅλας δὲ τὰς ἰδέας ταύτας εἶχεν ἀναγράψει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, καὶ ἐζήτει νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ ἐκεῖ, ὅπου καὶ ὁ νόμος καὶ τὸ ἔδαφος ἀπαγορεύουσι τοῦτο, καὶ αἱ ὁποῖαι ἄλλως δὲν τῷ ἐζητήθησαν, διότι κυρίως ἐκεῖ δὲν πρόκειται κἄν περὶ δασῶν, οὐδὲ περὶ δασωδῶν ἐκτάσεων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ χέρσων λωρίδων γῆς δύο ἢ τριῶν, ὡς εἶπον, στρεμμάτων, μεταξὺ τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἐλαιώνων κειμένων. Ἠναγκάσθην οὕτω καὶ πάλιν τότε ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος τὴν Βουλὴν, καὶ πάλιν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ δίκαιον εἰς τοὺς αἰτοῦντας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ καὶ τὰς νεωτέρας ἐκείνας παραστάσεις μου—ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω—ἔσπευσε νὰ διατάξῃ καὶ νέαν ἐξέτασιν τοῦ πράγματος, καὶ τηλεγραφικῶς μάλιστα διέταξε τὰς διαφόρους ἀρχὰς, νὰ ὑποβάλωσιν ἔκθεσιν κοινὴν, μετὰ ἐπιτόπιον ἐξέτασιν. Ὡς γνωστὸν, ὅταν αἱ διάφοροι ἀρχαὶ πρόκηται νὰ συνεργασθῶσιν ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων ἰδιωτικὰ συμφέροντα, δὲν κινοῦνται εὐκόλως καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν· ὥστε μόλις μετὰ 6 μῆνας κατώρθωσαν ὁ δασάρχης, ὁ γεωμέτρης καὶ ὁ ἔφορος νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ φιλονικούμενα μέρη καὶ συντάξωσι μίαν ἔκθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγράφεται τὸ ποσὸν τῶν ὑπὸ τῶν αἰτούντων καλλιεργουμένων στρεμμάτων καὶ τὸ ποσὸν τῶν κατεχομένων ὑπὸ τῶν καλλιεργητῶν, μὴ καλλιεργουμένων μὲν, ἀλλὰ καλλιεργησίμων ἐκτάσεων, ἀνερχομένων δι’ ἕκαστον ἰδιοκτήτην εἰς ἐλάχιστα στρέμματα, καὶ κατεχομένων ὑπὸ τῶν αἰτούντων διὰ τῆς ἐξημερώσεως τῶν ἀγριελαιῶν καὶ διαφόρων ἄλλων πράξεων, ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ αὐτῶν σημειουμένων. Καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι οἱ αἰτοῦντες εἶναι κάτοχοι ἀπὸ 15, 20 καὶ 30 ἐτῶν· τέλος πάντων, ὅτι εἶναι κάτοχοι. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαντᾷ καὶ αὖθις: «Δὲν δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν ἀδείας, καὶ δὲν πρέπει νὰ χορηγήσωμεν ἀδείας, διότι αὐτὰ τὰ κτήματα ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον πρὶν, αὐτὰ εἶναι δασώδεις ἐκτάσεις!» Ἀλλ’ ἂν θέλῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δασώσῃ τὰ μέρη αὐτὰ, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἔχομεν καὶ τὰς ἀμπέλους μας καὶ τοὺς ἀγρούς μας, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ δασῶν, νὰ καθορίσῃ τὰ ὅρια τῶν δασῶν, καὶ ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὰ κτήματά μας· καὶ, ἂν θεωρῇ τὰ κτήματά μας ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ ἡμεῖς τὰ κατέχομεν, ἂς τὰ διεκδικήσῃ, χωρὶς νὰ δίδῃ τόσον κάκιστα παραδείγματα παρανομίας εἰς τὸν λαὸν, χωρὶς νὰ τὸν διδάσκῃ τὴν αὐτοδικίαν. Ἐὰν ὅμως θελήσῃ νὰ διεκδικήσῃ, θὰ πεισθῇ καὶ δικαστικῶς, ὅτι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα δὲν ὑπάρχει οὐδὲ σπιθαμὴ ἐθνικῆς γῆς, καὶ ὅτι δυνάμει ἐπισήμων ἐγγράφων ἡ χειμερινὴ κωμόπολις Δολιανῶν ἐν ὅλῃ της τῇ περιφερείᾳ ἀπὸ Τουρκοκρατίας ἦτο ἰδιόκτητος, καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία, ἡ ἐντεταλμένη τὴν προστασίαν τοῦ λαοῦ, φροντίζει, πῶς νὰ τὸν ἀδικήσῃ, πῶς νὰ τὸν ἐξοντώσῃ! Καὶ ἐξόντωσιν ἀληθῆ ὑφίστανται οἱ συμπολῖταί μου ἐκεῖνοι, ἠναγκασμένοι ἀπὸ τετραετίας νὰ μὴ καλλιεργῶσι τὰ κτήματά των καὶ μὴ ἐξάγωσιν οὐδὲ ὀκᾶν ἄνθρακος, καὶ εἰς συμπλήρωσιν τούτου νὰ καταζητῶνται νὰ πληρώσωσι καὶ φόρον ἐπιτηδεύματος, οἱ μόλις ἀποζῶντες ἐκ τῆς ἐργασίας των ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ ταύτης ἤδη ἐστερημένοι. Εἶναι δίκαια λοιπὸν, καὶ ὀλιγώτερα μάλιστα τῶν συμβαινόντων, τὰ παράπονα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας συναδέλφου κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν, καὶ δὲν ἀφορῶσιν εἰς μόνην τὴν Εὐρυτανίαν, ἀλλ’ ἀφορῶσι καὶ εἰς τὴν Κυνουρίαν καὶ εἰς ἄλλας ἴσως ἐπαρχίας. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν νόμον καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν πολιτῶν, θέλει θέσει τέρμα εἰς τὴν ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου του, σκοπίμως παρερμηνεύουσα τὸν νόμον, διαπράττει εἰς βάρος τῶν πολιτῶν.
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ παραστάσεσι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυνουρίας Βουλευτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, τὸ ζήτημα, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰς δασικὰς θέσεις, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μου. Δύο δὲ ἐπιτροπαὶ ὡρίσθησαν, ὅπως ὑποβάλωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ πράγματος, ἐὰν πρόκειται περὶ δασῶν, περὶ δασικῶν θέσεων, περὶ κτημάτων τοῦ Δημοσίου, ἢ περὶ κτημάτων ἰδιωτικῶν. Αἱ πληροφορίαι αἱ τελευταῖαι εἶναι ἀκριβέστεραι, διότι ἐγένετο ἐπὶ τόπου ἐξέτασις, τῇ συμπράξει τοῦ γεωμέτρου. Πρόκειται περὶ δασικῶν θέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀξιοῦσι καὶ ἔχουσι τὴν κατοχὴν διάφοροι ἰδιῶται. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ δασικῶν θέσεων, αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελέσωσι δάση διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ὑλοτομίας, διότι εἶναι ἐν τῷ μέσῳ κτημάτων καὶ εἶναι δύσκολος ἡ ἀναβλάστησις δενδρυλίων, τὸ πρῶτον ἀπεφασίσθη νὰ δοθῶσιν ἄδειαι, ἀλλὰ νὰ δοθῶσιν ἄδειαι ὡς ἐπὶ δάσους ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐπὶ τούτοις ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν συναινοῦσιν οἱ κάτοικοι νὰ λάβωσι τοιαύτας ἀδείας· τότε δὲ, ἐρευνήσας μᾶλλον ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν νὰ διατάξω νὰ δοθῶσιν ἄδειαι, ὅπως ἐπὶ ἰδιωτικῶν δασῶν.
§67ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, δὲν παρῆλθον οὔτε τρεῖς ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἐπεσκέφθην τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, καὶ δὲν εἶχε δώσει εἰσέτι τοιαύτην διαταγήν.
§68Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλῶ, τοιαύτη διαταγὴ ἐξεδόθη.
§69ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρεμβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι πάντα τὰ λεχθέντα ἐνταῦθα εἶναι ἀκριβέστατα, γενικῶς εἰπεῖν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τις ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ τὰς εἰδικὰς λεπτομερείας. Θὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, τί συμβαίνει ἐν ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ τὰ δάση ἀνήκουσιν εἰς τοὺς κατοίκους ἀπὸ ἑκατονταετηρίδων, καλλιεργούμενα δὲ κατὰ τρόπον καὶ κατὰ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν, ἀπαραλλάκτως ὡς καλλιεργοῦνται ἐν Κορινθίᾳ τὰ δάση τῆς Σολυγείας, ἅτινα οὐδέποτε πυρπολοῦνται, καὶ τὰ δένδρα αὐτῶν θεωροῦνται ὑπὸ τῶν κατοίκων ὡς ἱερὰ, διότι ἐκ τῶν δένδρων αὐτῶν πορίζονται οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων τὸν ἄρτον. Πρόκειται περὶ τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος, καὶ εἰδικώτερον περὶ τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος ἔχουσι τίτλους ὀθωμανικοὺς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1690, κατατεθειμένους εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ 1836, δὲν ἐστάθη δὲ δυνατὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι εἰργάσθησαν εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ, μέχρι σήμερον, διότι δὶς ἀπώλεσε τὰ ἔγγραφα, νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον μέχρι τῶν τελευταίων τούτων μηνῶν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εὐσυνειδήτως φερομένη, ἀνεγνώριζε διὰ πολλαπλῶν πράξεων, φερουσῶν τὴν ὑπογραφὴν τῶν πλείστων Ὑπουργῶν, τῶν διελθόντων τῆς ἕδρας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, μεταξὺ δ’ αὐτῶν καὶ τὴν τοῦ μακαρίτου Χρηστίδου, ἀνεγνώριζε τὰ δάση ταῦτα «φιλονικούμενα», ὑπὸ τὴν κατοχὴν τῶν Ἐλευσινίων, οἵτινες ὡς φιλονικούμενα ἐξηκολούθουν νὰ καλλιεργῶσι ταῦτα πρὸς ἐξαγωγὴν ῥητίνης, νὰ ξυλεύωνται, νὰ δωρῶνται, προικίζωσιν, ἀνταλλάσσωσιν, ἐνοικιάζωσι, πωλῶσι κλπ. ὡς κύριοι τῶν κτημάτων ἀπὸ αἰώνων. Ἀνεγνωρίζοντο οὗτοι δι’ ἐπανειλημμένων πράξεων τοῦ Ὑπουργείου ὡς κάτοχοι αὐτῶν φιλονικουμένων, διότι ἐφιλονίκει αὐτὰ τὸ Δημόσιον, ὅπερ παρεῖχεν ἐν τούτοις ἄδειαν πρὸς ξύλευσιν καὶ συλλογὴν ῥητίνης. Ἀλλ’ ἐφέτος ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ διευθύνοντος τὸ Τμῆμα τὸ δασικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀρνηθῇ πᾶν δικαίωμα εἰς τοὺς κυρίους τούτων, καὶ, ὅπως ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη αὐτοῦ, ἔκρινεν εὔλογον – ὡς ἀκούω νῦν, ὅτι ἐγένετο καὶ εἰς τὴν Κυνουρίαν, —ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν ὑλοτομίας, ἂν οἱ κάτοικοι ἠρνοῦντο νὰ δεχθῶσιν ἀδείας, περιλαμβανούσας τὸν ὅρον, ὅτι τὰ δάση ἦσαν ἐθνικά. Ἀλλ’ οἱ κάτοχοι οὐδέποτε ἀνεγνώρισαν, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἐθνικὰ, καὶ ὑπῆρξε καιρὸς, κατὰ τὸ 1843 ἢ τὸ 1850, καθ’ ὃν ἐπέστρεψαν διὰ τοῦ Δημάρχου τὰς ἀδείας, διαμαρτυρηθέντες, καὶ ἠναγκάσθη ὁ τότε Ὑπουργὸς νὰ μεταρρυθμίσῃ τὰς ἀδείας, ἀναγράψας ἐπ’ αὐτῶν τὰ δάση ὡς φιλονικούμενα. Τοῦτο ἐδέχθησαν οἱ κάτοικοι τότε, καὶ οὕτως ἐξακολουθοῦσιν ἔκτοτε νὰ ξυλεύωνται. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ἡ ξύλευσις εἶναι κανονικὴ καὶ σύντονος, καὶ τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς μεταφορᾶς τῆς ξυλείας σπουδαῖον, εὐθὺς ὡς οἱ πτωχότεροι τῶν κατοίκων εὑρέθησαν ἀπέναντι τῆς ἀξιώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ νὰ δώσῃ ἀδείας μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀναγνωρίσεως, ὅτι αἱ γαῖαι εἶναι ἐθνικαὶ, οἱ πτωχότεροι, ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας αὐτῶν, ἠναγκάζοντο καὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ κλίνωσι τὴν κεφαλὴν, ὅτε ἐξηγέρθη ὅλος ὁ δῆμος. Καὶ ἠξεύρετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τί συνέβη; Ἐγὼ γινώσκω κατὰ βάθος, διότι ἐπὶ 20 ἔτη ἀντεπροσώπευσα τὴν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος, τὰς ὑποθέσεις ταύτας, καὶ ἐξετέλεσα πλήρη τὴν μελέτην τῶν ἐγγράφων, ἅτινα εἶναι κατατεθειμένα παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν...
§70ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχουσι τίτλοι τινές;
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ κτήματα ταῦτα κατέχονται νομίμως, δυνάμει τίτλου τουρκικοῦ, κατατεθέντος, συμφώνως τῷ νόμῳ τοῦ 1836. Ἔκτοτε, ὡς εἶπον, τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς κυριότητος ἔμενεν ἐκκρεμὲς, ἕνεκα ἀπωλείας τῶν ἐγγράφων. Ἀλλὰ τελευταῖον, καθ’ ὃν χρόνον ἀνεγνωρίζετο τελείως ἐπὶ τῶν δασῶν τὸ δικαίωμα τῶν κατοίκων Εἰδυλλίας, μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου μακαρίτου Χλωροῦ ἐξέτασιν τῶν τίτλων τῶν κατοίκων τοῦ δήμου ἐκείνου, ἥτις ἀπέληξεν εἰς ἐκκαθάρισιν τῶν εἰς αὐτὰ ἀναγομένων, ἦλθεν ἡμέρα, καθ’ ἣν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος ἀπετάθησαν δι’ ἐπιτροπῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀείμνηστον Τρικούπην, ὑποβαλόντες ἀναφορὰν, καὶ ζητήσαντες νὰ ἐξετάσῃ ὁ Ὑπουργὸς τὰ παράπονα αὐτῶν, ὅτε οὗτος, παρόντος τοῦ τε δικαστικοῦ συμβούλου καὶ τοῦ τμηματάρχου τῶν δασῶν Χλωροῦ, ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ἐκτελεσθῇ μόνον ἡ νομικὴ ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ὅπως ἔπειτα αὐτὸς ὑπογράφῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαίων τῶν Ἐλευσινίων, οἵτινες ἔχουσιν, ἐπαναλαμβάνω, τίτλους ἀπὸ τοῦ 1690, ἤτοι ἀπὸ τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας, ὑποβεβλημένους ἀπὸ τοῦ 1836, παρὰ τὰς ἀξιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Θέλετε δὲ νὰ μάθητε, ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἀπέκτησαν οὗτοι τὸ δικαίωμα αὐτῶν ἐπὶ τῶν δασῶν; Οἱ Τοῦρκοι εἶχον καταλάβει τὴν Ἀττικὴν καὶ Μεγαρίδα, καὶ ἀπήρχοντο οἱ Ἑνετοὶ, οἱ δὲ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων τῆς Μεγαρίδος κατὰ τὸ πλεῖστον μετηνάστευον, ὡς καὶ οἱ Ἀθηναῖοι. Ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι εἶχον συμφέρον νὰ κρατήσωσιν ἢ νὰ ἐπαναφέρωσι τοὺς ἀπερχομένους. Ἦλθον εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν κατοίκων τῶν Κουντούρων, τῶν ἀποτελούντων τότε τὴν κοινότητα, ἥτις ἐδιχοτομήθη ἔπειτα εἰς τρία, εἰς τὴν Ἐλευσῖνα, τὴν Μάνδραν καὶ τὴν Μαγούλαν, ἦλθον εἰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἀπέληξαν κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας, καὶ ἔμειναν οἱ κάτοικοι, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, τὰ δένδρα, τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν, νὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ σύνολον τῆς κοινότητος, εἰδικῶς δὲ καταμεριζόμενα μεταξὺ τῶν κατοίκων. Εἶδον καὶ ἐμελέτησα τὸ ἔγγραφον, τὰ ταῦτα ὁρίζον, ὅπερ ὑπῆρχε μὲν κατατεθειμένον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, σώζεται δὲ ἐν τουρκικῷ ἀντιγράφῳ, διότι ἀπωλέσθη τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ πρωτότυπον. Τὸ φιρμάνιον τοῦτο ἐξεδόθη εἰς ἀναγνώρισιν τῆς κυριότητος τῶν κατοίκων τῆς Ἐλευσῖνος, τῶν Κουντουριωτῶν, ἐπὶ τῶν δασῶν αὐτῶν, σωζόμενον δὲ μέχρι σήμερον, ἀποτελεῖ ἔγγραφον περιεργότατον ὑπὸ ἱστορικὴν ἔποψιν. Οὕτως ἐγένετο ὑπὲρ τῶν κατοίκων Εἰδυλλίας καὶ ὑπὲρ τῶν Περαχωριτῶν, καὶ οὕτως εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα παρεχωρήθη, οὕτως εἰπεῖν, προνομιακῶς ἡ κυριότης τῶν δασῶν, διότι ταῦτα ἦσαν τὰ καλούμενα Δερβενοχώρια, λαβόντα τὰ προνόμια, διότι εἶχον τὴν φυλακὴν τῶν στενῶν τοῦ ἰσθμοῦ. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ζητήματα, ἅτινα θέλουσιν ἐξετασθῆ, ἐν ἀνάγκῃ, ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων· οὐδὲ εἶχον ἄλλην ἀξίωσιν οἱ τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος, καὶ ὅτε ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου ἐνεφανίζοντο, ἢ νὰ ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν οἱ τίτλοι καὶ νὰ ἀνεγνωρίζοντο τὰ δίκαια αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, σήμερον, μετὰ τοσαῦτα ἔτη σταθερᾶς ἀναγνωρίσεως γενικῶς τῶν δασῶν αὐτῶν ὡς φιλονικουμένων, ἀλλὰ καὶ εἰδικῶς ἐν ἑκάστῃ ἀδείᾳ, χορηγουμένῃ εἰς ἕκαστον τῶν αἰτούντων, ἔρχεται κατὰ τὸ 1900 τὸ Τμῆμα τῶν δασῶν, καὶ καταρρίπτει ὁλόκληρον τὸ παρελθόν, καὶ δὲν ἐπιτρέπει ἐπὶ ἀληθῶς φιλονικουμένων γαιῶν τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν ἢ ἐπὶ τῷ ὅρῳ ἀναγνωρίσεως, ὅτι εἶναι ἐθνικά. Αὐτὸ ἀποτελεῖ σφετερισμὸν δικαιωμάτων ἀναντιρρήτων· ἂν δὲ μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν σχετικὸν φάκελον, θέλει μὲν ἀπολήξει καὶ αὐτὸς εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ εἶπον, ἀλλὰ καὶ θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι εἶναι παρὰ πολὺ ὑπερβολικὸς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὁ ζῆλος τοῦ Τμήματος ἐν ὑποθέσεσιν, ἐν αἷς ὀφείλει ἀπ’ ἐναντίας νὰ ἔρχηται ἐνθαρρυντικὸν τὸ Κράτος εἰς τοὺς κατοίκους. Ἡ περὶ προστασίας τῶν δασῶν αἰτιολογία δὲν χωρεῖ ἐνταῦθα, διότι οὐδὲν ὑπάρχει μέρος ἐν Ἑλλάδι, ἐν ᾧ τὰ δάση προστατεύονται μεθ’ ὅσης προσοχῆς προστατεύονται καὶ φυλάσσονται ἐν Ἐλευσῖνι. Ἐν τῷ δήμῳ Ἐλευσῖνος οὐδέποτε ἠκούσθη ἐμπρησμὸς δάσους ἑκούσιος, ἀκριβῶς διότι τὰ δάση, ἀνήκοντα εἰς τοὺς κατοίκους, προσπορίζουσιν εἰς αὐτούς, καλλιεργούμενα, τὰ πρὸς τὸ ζῇν. Ἡ ἐλαία καὶ ἡ πεύκη εἰς τὸν δῆμον Ἐλευσῖνος εἶναι ἰσότιμα, ἢ μᾶλλον ἡ πεύκη ὑπερέχει, διότι αὕτη παρέχει ἐτήσιον εἰσόδημα. Καὶ ἄλλως δὲ εἶναι ἀκατανόητος ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Τμήματος, ἥτις ἤθελεν ἔχει λόγον τινὰ, ἂν ἐκ τῆς μεταβολῆς ἐσώζοντο συμφέροντα χρηματικὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐπορίζετο τοῦτο πλείονα· ἀλλ’ ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ἡ φορολογία εἶναι ἡ αὐτὴ, καὶ οὐδὲ λεπτὸν κερδίζει τὸ Δημόσιον· διότι ἡ μὲν ῥητίνη ἐν Ἐλευσῖνι δὲν πληρώνει ἢ τὸν ἁπλοῦν φόρον, οὐχὶ δὲ καὶ ἐπικαρπίαν, τὰ δὲ δικαιώματα τῆς ξυλείας εἶναι τὰ αὐτά...
§72Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὴν ῥητίνην μόνον.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ φιλονικουμένων ἡ ξυλεία πληρώνει τὰ αὐτά.
§74Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἐθνικῶν καὶ ἰδιοκτήτων.
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὰ δὲν θὰ πληρώνωσι περισσότερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παύσητε νὰ θεωρῆτε φιλονικούμενα τὰ δάση ταῦτα, ἅτινα ἀπὸ τοῦ 1836 ἀναγνωρίζονται μέχρι σήμερον σταθερῶς ὡς φιλονικούμενα καὶ διὰ γενικῶν καὶ διὰ εἰδικῶν πράξεων. Τὰ οὕτως ἀνεγνωρισμένα, σήμερον ἀμφισβητεῖτε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸς μετ’ ἐπιστασίας τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐξέτασις θὰ ὁδηγήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἄνευ δισταγμῶν ἀπέληξεν ἡ κρίσις τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, θελήσαντος ν’ ἀναγνωρίσῃ ὁριστικῶς τὸ δίκαιον τῶν κατόχων· θέλει μάλιστα μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἀγανακτήσει, διότι ἐδόθησαν τοιαῦται διαταγαί.
§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ εἰδικῶς τὸ θέμα. Ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν, ὡς πρὸ ὀλίγου παρεστάθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, βεβαίως θὰ καταλήξω εἰς ὃ συμπέρασμα κατέληξεν ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον εἶχε κῦρος νόμου, εἶχεν ὁρίσει προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλον οἱ ἰδιοκτῆται δασῶν νὰ προσκομίσωσι τοὺς τίτλους των. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσκομισθέντων τίτλων, συνετάχθη καὶ σώζεται βιβλίον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν ᾧ ἐνεγράφησαν ὅσοι τίτλοι ἀνεγνωρίσθησαν. Ἐν τούτοις πιθανὸν εἶναι νὰ μὴ προσήχθησαν ἐμπροθέσμως τινὲς τῶν τίτλων, πιθανὸν ἐπίσης εἶναι νὰ μὴ ἐξέδωκε τὰς ἀναγκαιούσας ἀποφάσεις ἡ Ἐπιτροπὴ, ἐκ τούτου δὲ εἶναι πιθανὸν νὰ προέκυψαν αἱ ἀμφιβολίαι αὗται. Λοιπὸν, ὡς πρὸς τὰ δάση, ὧν προσήχθησαν οἱ τίτλοι, καὶ ἐφ’ ὧν εἶναι ἀδιαφιλονίκητος ἡ κατοχὴ, ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ ἐν τῷ Δασολογικῷ Τμήματι, νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ὑλοτόμησις, ἀλλὰ δι’ ἀδείας, καὶ νὰ ἀναγράφωνται τὰ δάση τὰ φιλονικούμενα, ἵνα, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων, διακρίνωνται τὰ ἰδιόκτητα ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ, ὅπερ δὲν θὰ ἔχῃ σημασίαν, ὅταν πᾶσαι αἱ ἄδειαι ἐκδίδωνται κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν, καὶ εἰδικῶς περὶ ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ μελετήσας τὸν φάκελον αὐτόν. Θέλω λοιπὸν μελετήσει μετ’ ἰδιαζούσης προσοχῆς, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι θέλω καταλήξει εἰς ἐμπρέπουσαν ἀπόφασιν.
§77Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ ζητήματος τούτου ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέχονται ὑπὸ δασῶν. Ἡ ἡμετέρα ἐπαρχία ἔχει τὸν δῆμον Περαχώρας, ὁ ὁποῖος κέκτηται εὐρυτάτην ἔκτασιν δασικὴν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Τούρκων, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅστις γνωρίζει καλῶς τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι ὁ δῆμος Περαχώρας ὑπήγετο ἄλλοτε εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ δάση τοῦ δήμου Περαχώρας οὐδέποτε ἐπλήρωσαν φόρον εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἐθεωροῦντο καὶ πράγματι εἶναι ἰδιόκτητα. Δὲν γνωρίζω ποῖαι σκέψεις ἐπεκράτησαν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος παρὰ τῷ οἰκείῳ Τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἁρπακτικαὶ διαθέσεις ἐστράφησαν πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, καὶ μίαν πρωΐαν οἱ κάτοικοι τοῦ ῥητινοφόρου τούτου δήμου εὑρέθησαν πρὸ διατάξεως τοῦ Ἐφόρου Κορινθίας, ὅστις ἐπέτασσεν αὐτοῖς, ἐκτὸς τοῦ φόρου τῆς ἐξαγωγῆς, νὰ πληρώσωσι καὶ πρόσθετον ἐπικαρπίας φόρον, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὰ δάση ταῦτα ἦσαν ἐθνικά. Οἱ κάτοικοι, οἵτινες ἔχουσιν ἐφ’ ὅρου ζωῆς τὰ δάση ταῦτα, καὶ εἶναι γνωστὸν κατὰ ποῖον τρόπον, οἰκτρὸν διὰ τοὺς ῥητινοσυλλέκτας, συλλέγεται τὸ προϊόν τοῦτο, ᾐσθάνθησαν ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν, διότι ἐκ τῆς ῥητίνης ἀποζῶσιν ὁλόκληρα χωρία. Συνῆλθε δὲ ὁ δῆμος εἰς συλλαλητήριον, καὶ παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναστείλῃ τὴν πρᾶξιν, δι’ ἧς ἐπεβάλλετο ἡ ἄδικος φορολογία, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἐπεβλήθη εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον. Ἐν τῇ μελέτῃ λοιπὸν, ἣν θὰ κάμῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δέον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ παράπονα τῶν κατοίκων ἐκείνων, ἵνα μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ διάταξις τοῦ Ἐφόρου, δι’ ἧς ἐπιβάλλεται φόρος ἐπικαρπίας 25 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Τὰ παράπονα ταῦτα εἶναι εὐλογώτατα· διότι, ἂν τοιαύτη φορολογία πρόσθετος ἐπιβληθῇ, ἀφοῦ ἄλλως ὑφίσταται ἤδη βαρὺς φόρος ἐξαγωγῆς, βεβαίως οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δὲν θὰ δύνανται νὰ συντηρηθῶσι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ εὔλογα ταῦτα παράπονα τῶν Περαχωριτῶν.
§78Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρὸ ἔτους καὶ πλέον ἐψηφίσαμεν νόμον, μεταρρυθμίζοντα τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς οἰκογενείας τῶν ἐν πολέμῳ ἢ ἐν διατεταγμένῃ ὑπηρεσίᾳ πεσόντων. Ἡ ἐπαρχία, ἐξ ἧς προέρχομαι, ἀριθμεῖ περὶ τοὺς πεντήκοντα πεσόντας κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας, ὧν οἱ πλεῖστοι κατέλιπον μέλη οἰκογενείας ἐξ ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἔδωσε δικαίωμα συντάξεως, ἢ ηὔξησε τὴν πρὸς αὐτὰ κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ τότε νόμον ἀπονεμηθεῖσαν σύνταξιν. Πολλαὶ ἐκ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, ἐν ἀπεριγράπτῳ πενίᾳ καὶ εἰς ἐντελῆ ἀνικανότητα πρὸς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῇν διατελοῦσαι, ἔχουσιν ὡς μόνον πόρον τὴν σύνταξιν ταύτην, τὴν ὁποίαν τόσον προθύμως ἀπένειμεν αὐταῖς τὸ Κράτος, ἀναγνωρίσαν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὰς γραίας μητέρας ἢ τὰς νεαρὰς μὲν, κωλυομένας ὅμως ἐκ τῶν ἀνηλίκων τέκνων των νὰ ἐργασθῶσι, συζύγους τῶν πεσόντων. Ἐκ τούτων, κύριε Πρόεδρε, πολλαὶ, ἂν ὄχι αἱ πλεῖσται, ὑπέβαλον πρὸ ἔτους καὶ πλέον τὴν αἴτησίν των μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, καὶ ὅμως, καίτοι παρῆλθε τόσος χρόνος, ἡ σύνταξις δὲν ταῖς ἀπενεμήθη ἀκόμη, καὶ συνεπῶς τόσαι ὑπάρξεις μένουσιν ἐπὶ τόσον χρόνον εἰς τὴν φιλανθρωπίαν καὶ μόνην τῶν γειτόνων των, οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀθλιότητα, εἰς ἣν περιίστανται ὁλονὲν αἱ ὑπάρξεις αὗται, ὡς ἐκ τῆς ἀμελείας καὶ ἀναλγησίας οὐχὶ πλέον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τῶν ἁρμοδίων, εἰς τὸ νὰ διακανονίσωσι τὴν ἀπονεμηθεῖσαν εἰς αὐτὰς σύνταξιν. Καλὸν κρίνω νὰ παύσῃ ἡ ἀδιαφορία αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως ἐνεργηθῶσι κατὰ προτίμησιν αἱ τοιαῦται ἀλληλογραφίαι καὶ διαταχθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν ὀφειλομένων ἤδη συντάξεων πρὸς τὰς δυστυχεῖς αὐτὰς οἰκογενείας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἐπιτραπείτω μοι νὰ ἀπευθύνω ἑτέραν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν ταῖς ἐν Ἁγίᾳ Μαρίνῃ τῆς Φθιώτιδος ἀποθήκαις τῆς Ἑταιρείας τῆς κατασκευῆς τοῦ μακαρίτου σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, τῆς πρὸ ἐτῶν κηρυχθείσης ἐκπτώτου, εὑρίσκονται πολλὰ χρήσιμα ὑλικὰ, ἐν οἷς καὶ μεγάλη ποσότης ὑδραυλικῆς ἀσβέστου. Πληροφοροῦμαι, ὅτι πᾶσαν ταύτην, ἢ μέγα αὐτῆς μέρος, ἀνερχόμενον εἰς 200 περίπου χιλιάδας ὀκάδων, τὸ Δημόσιον ἐπώλησε διὰ δημοπρασίας, τὰ πρακτικὰ τῆς ὁποίας λίαν εὐγενῶς καὶ διὰ πρωτοφανοῦς ταχύτητος ἐνέκρινεν ἀντὶ δύο λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ καλῶς ἴσως γινώσκει ὁ ἐγκρίνας τὴν δημοπρασίαν ταύτην κ. Ὑπουργὸς, — οἱοσδήποτε ἐκ τῶν δύο καὶ ἂν ᾖ, — ὅτι ἡ κοινὴ, ἡ συνήθης ἄσβεστος τιμᾶται 4 ἕως 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Τοῦτο, Κύριοι, ἔμαθον κατὰ τὴν ἐπάνοδόν μου εἰς Λαμίαν, μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ἤκουσα τοῦτο, δὲν ἔδωκα σημασίαν εἰς τὸ πρᾶγμα, νομίσας, ὡς Ἕλλην καὶ ἐγὼ ἐπιπόλαιος, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὑλικοῦ καταστάντος ἀχρήστου. Μετά τινα ὅμως χρόνον, ἐγείρων μικρόν τι κτίριον ἐν τῷ κτήματί μου, καὶ μὴ εὑρίσκων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὐκόλως ἄσβεστον, ἥτις μοὶ ἐχρησίμευε διὰ τὴν θεμελίωσιν αὐτοῦ, ἐγειρομένου ἐν τόπῳ ὁπωσδήποτε ὑγρῷ, ἔλαβον τὴν πληροφορίαν ἀπὸ τὸν τεχνίτην, τὸν ἀναλαβόντα τὴν κατασκευὴν τοῦ μικροῦ ἐκείνου κτιρίου, ὅτι ἰδιώτης τις, ἐπαγγελλόμενος τὸν ἐργολάβον δημοσίων ἔργων, ἔχει μεγάλην ποσότητα ὑδραυλικῆς ἀσβέστου ἀρίστης ποιότητος· σὺν τῇ πληροφορίᾳ δὲ ταύτῃ εἶχον καὶ τὴν σύστασιν τοῦ τεχνίτου, ὅπως προτιμήσω τὴν ἄσβεστον ταύτην, ὡς καταλληλοτέραν πάσης ἄλλης. Ἀνέθεσα εἰς αὐτὸν τὴν προμήθειαν τῆς ἀναγκαιούσης μοι ποσότητος, ἀλλὰ παρῃτήθην αὐτῆς μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ὅτε ἐλθὼν ὁ τεχνίτης μ’ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ὁ ἔχων τὴν ἄσβεστον ἐζήτει 30 ἢ 35 λεπτὰ δι’ ἑκάστην ὀκᾶν! Καὶ ἐγὼ μὲν — ὁμολογῶ — δὲν ἠγόρασα ὑδραυλικὴν ἄσβεστον· πληροφοροῦμαι ὅμως, ὅτι πολλοὶ ἄλλοι, μείζονα ἀνάγκην τῆς ἰδικῆς μου ἔχοντες τοιαύτης ἀσβέστου, ἠγόρασαν τοιαύτην, καὶ εἰς μεγάλας ποσότητας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δεικνύει, ὅτι τὸ ὑλικὸν αὐτὸ, τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνῆκον, κακῶς ἐπωλήθη εἰς τὴν ἐξευτελιστικὴν τιμὴν τῶν δύο λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, καὶ ὅτι ἐπωλήθη οὐχὶ διότι ἦτο ἄχρηστον, ἀλλὰ διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ δοθῇ δωρεά τις εἰς τὸν ἀγοράσαντα. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἐμάνθανον τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπωλήθη ἡ ποσότης αὕτη τοῦ τόσον χρησίμου ὑλικοῦ, ὑλικοῦ μάλιστα, τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἄλλοι θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀγοράσουν, ὅπως τὸ χρησιμοποιήσουν εἰς πᾶν μέρος τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸ ὁποῖον εὐκόλως θὰ ἠδύναντο νὰ τὸ μεταφέρωσιν, ὡς εὑρισκόμενον ἐν τῇ παραλίᾳ τῆς Ἁγίας Μαρίνης καὶ τοποθετημένον ἐν σακκιδίοις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πολὺ θὰ διηκόλυνε τὴν φόρτωσιν αὐτοῦ εἰς πλοῖα, καὶ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑποβληθῇ ὁ ἀγοραστὴς εἰς μεγάλας δαπάνας. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγένετο αὐτοῖς πρότασις πρὸς ἐκποίησιν τῆς ἀχρήστου κριθείσης ἀσβέστου, πῶς, ἐνῷ ἐκρίθη τυχὸν αὕτη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἄχρηστος, ἀποδεικνύεται νῦν χρησιμωτάτη, καὶ, τούτου βεβαίου ὄντος, τίς ἦτο ὁ χαρακτηρίσας τὴν ἄσβεστον ταύτην ἄχρηστον, καὶ ποίας ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως προκαλεῖ ἡ τοιαύτη ψευδὴς τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου βεβαίωσις, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὸ Δημόσιον διέταξε καὶ ἐνέκρινε τὴν ἐκποίησιν τοῦ ὑλικοῦ, τὴν προξενήσασαν ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀδιάφορον ἂν μικρὰν ἢ μεγάλην.
§79Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ εἰς μίαν δημοπρασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Μαλακασίῳ ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐπωλήθη ξυλεία, κατασχεθεῖσα εἰς χεῖρας ἑνὸς ξυλεμπόρου ἢ ὑλοτόμου, Σπύρου Λαζάρου ὀνομαζομένου. Μοὶ τηλεγραφοῦσιν ἐκ Μαλακασίου, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ δημοπρασία ἐν εὐκαιρίᾳ καταλλήλῳ, καὶ ὅτι αὕτη ἀπέβη πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκυρωθῇ, διὰ νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος διενεργεῖ τὴν δημοπρασίαν, ὥστε νὰ δοθῇ πληρεστάτη ἐλευθερία εἰς τὸν συναγωνισμὸν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο ὅμως μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ εἴπω δύο λέξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸν λόγον τῆς κατασχέσεως τῆς ξυλείας ταύτης...
§80Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν;
§81Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀμέσως.
§82Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον σᾶς ἀπαλλάξει τοῦ κόπου νὰ προχωρήσητε.
§83Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Τὴν ἐπιθυμίαν σας ἤθελον ἐκτελέσει. Ἀλλὰ τώρα θὰ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου ἀντικειμένου. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἕνεκα τοῦ τελευταίου πολέμου περιωρίσθησαν τὰ ὅρια τοῦ Κράτους, καὶ ἔμειναν ἐκεῖθεν, εἰς τὸ τουρκικὸν ἔδαφος, καὶ δάση καὶ ἄλλαι ἐκτάσεις, ἀγροὶ καὶ τὰ λοιπά· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, ὅτι, δυνάμει ἄρθρου τῆς μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος συνθήκης, εἶναι ἐλευθέρα ἡ χρῆσις τῶν κτημάτων τούτων εἰς τοὺς κυρίους αὐτῶν· ἑπομένως οἱ ἔχοντες δάση ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ξυλεύωνται, νὰ κάμωσι χρῆσιν ἐλευθέραν τῶν δασῶν τούτων, καὶ νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὸ Κράτος τὰ προϊόντα τῶν δασῶν. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι ἡ ξυλεία, ἡ ὑλοτομουμένη εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, εἶναι ἐλευθέρα, ἀτελὴς, μὴ ὑποκειμένη εἰς τέλος. Ἀλλὰ, εἰσερχομένη ἐλευθέρως, διέρχεται διὰ τῶν Τελωνείων, ὅπου οἱ τελῶναι ἐφοδιάζουσι τοὺς κατόχους δι’ ἁπλῶν διπλοτύπων πιστοποιήσεων ἢ βεβαιώσεων, ὅτι τὰ ξύλα ταῦτα προέρχονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς· τὴν δὲ ξυλείαν ταύτην μεταφέρουσιν, εἴτε οἱ ἰδιοκτῆται, εἴτε ἔμποροι, εἰς Καλαμπάκαν καὶ Τρίκκαλα, καὶ μεταπωλοῦσι πρὸς τρίτους. Ἀλλ’ ὅταν μεταφέρωσι τὴν ξυλείαν ταύτην, οἱ χωροφύλακες, φυσικῷ τῷ λόγῳ, βλέποντες, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἐσφραγισμένη, διότι οἱ ἀγορασταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐφοδιάζωνται διὰ τῶν ἀποδείξεων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων οἱ ἀρχικοὶ κάτοχοι ἐφοδιάζονται ὑπὸ τῶν τελωνῶν ἢ ὑποτελωνῶν, κατάσχουσι τὴν ξυλείαν, καὶ τὰ Δικαστήρια εὑρίσκονται εἰς δυσχέρειαν, διότι δὲν ἀποδεικνύεται, ἂν τὰ ξύλα ταῦτα εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀτελῶς εἰσέρχονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἢ ἂν παρανόμως ὑλοτομήθησαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν, ὅπως ἐξευρεθῇ τρόπος σφραγίσεως τῆς ξυλείας ταύτης, διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ καὶ τὸ Δημόσιον ἀπέναντι καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται τυχὸν νὰ λαμβάνωσι χώραν, — καθόσον πιθανὸν πολλοὶ νὰ ὑλοτομῶσι παρανόμως ξυλείαν, καὶ νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι εἰσάγουσι ταύτην ἐκ τοιούτων δασῶν, — ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ἐξασφαλισθῶσι καὶ οἱ πολῖται ἀπὸ τῶν δικαστικῶν καταδιώξεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται συνεπείᾳ τῶν πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα οἱ χωροφύλακες συντάττουσιν ἐναντίον αὐτῶν. Τοῦτο δὲ μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐνθυμηθῶ, ὅτι πρὸ ἑνὸς μηνὸς, δηλαδὴ κατὰ τὰς 25 Νοεμβρίου, ὑπέβαλον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλουν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσαι κατηγορίαι ὑφίστανται ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῆς Εἰσαγγελίας Τρικκάλων, καὶ πόσαι ὑποθέσεις ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ ἐξεδικάσθησαν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Τρικκάλων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Καίτοι δὲ ἤδη ἐγγίζει νὰ συμπληρωθῇ μὴν, ἀφ’ ἧς ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐν τούτοις μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐδόθη εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην ἀπάντησις. Δὲν εἶχον βεβαίως τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἦτο καὶ εὔκολον νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἀπῃτεῖτο καὶ τοσοῦτος χρόνος, δηλαδὴ μὴν ὁλόκληρος, ὅπως δοθῇ ἡ πληροφορία εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγγράφως ἀπὸ τῆς 25 Νοεμβρίου. Πρέπει δὲ νὰ σημειώσητε, ὅτι τὸ Πλημμελειοδικεῖον Τρικκάλων ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου δὲν ἐξεδίκαζεν ἢ ὑποθέσεις ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ, ἀπεστάλησαν δὲ εἴτε πρὸς τὸν εἰσπράκτορα εἴτε εἰς τὰς φυλακὰς ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Τρικκάλων πολλοὶ τῶν κατοίκων Τρικκάλων, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἐδίδοντο αἱ πληροφορίαι αὗται, διὰ νὰ καταδειχθῇ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν δασοχωροφυλάκων ἀποδεικνύει, ἂν μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον ὑπέρμετρον ζῆλον, εἰς τὸν ὁποῖον φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ φραγμός, ἰδίως ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω δέ, ὅτι εἶναι καὶ ἀργὰ τώρα πλέον νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πληροφορίας, διότι τρεῖς μόνον ἡμέραι ὑπολείπονται μέχρι τῶν ἑορτῶν, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐργάζηται, ἢ ὄχι. Μήτε δύναται νὰ μὲ βεβαιώσῃ περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπεθύμουν λοιπόν, ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ, ἔστω καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς ἀμέσως, νὰ φροντίσῃ νὰ συλλέξῃ τὰς πληροφορίας, τὰς σχετικὰς πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ νὰ προσγάγῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν.
§84Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐζητήσαμεν πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν ἦλθον ἀκόμη. Ἅμα ἔλθωσι, θὰ τὰς καταθέσω ἀμέσως. Ὡς ἐκ περισσοῦ, θὰ τηλεγραφήσωμεν πάλιν νὰ ἐπισπεύσωσιν.
§85Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τηλεγραφεῖτε πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, κύριε Ὑπουργέ;
§86Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑπομνήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Τρικκάλοις Πλημμελειοδικῶν, ἵνα ἀποστείλῃ τὸν σχετικὸν πίνακα, καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργός.
§87Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ βραχέων θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τρικκάλων. Τῆς ὑποθέσεως, ἧς ἐποιήσατο μνείαν σήμερον, ἔλαβον γνῶσιν, ἔσπευσα δὲ τηλεγραφικῶς νὰ παραγγείλω τὰ εἰκότα, διότι ἐγένετο ἡ δημοπρασία ἄνευ λόγου ἀποχρῶντος. Ἐπετίμησα μάλιστα τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν, διότι προέβη εἰς δημοπρασίαν, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ πάθῃ ἡ ξυλεία ἐκ τῆς παρελεύσεως χρόνου τινός, ἀπαιτουμένου πρὸς ἔκδοσιν τῆς ἀναγκαιούσης δικαστικῆς ἀποφάσεως. Εἰδικώτερον δέ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ξυλείαν, ἡ ὁποία ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσάγεται καὶ ἡ ὁποία, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, δὲν φέρει σφραγῖδα, καὶ δίδει χώραν εἰς παρέμβασιν τῶν ἀρχῶν καὶ εἰς καταδιώξεις τῶν κατεχόντων τοιαύτην ξυλείαν, ἔλαβον ἤδη πρόνοιαν, ὅπως εἰδικὸν σῆμα ἐκδοθῇ, καὶ προλαμβάνηται οὕτως ἡ ἐκ μέρους τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν ἄλλων ἀρχῶν κατάχρησις.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§89Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπὶ ἐπερωτήσεών μου τινων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς ζητηθείσας ὑπ’ ἐμοῦ πληροφορίας, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν εἶναι εἰς θέσιν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως φόρου ἐπικαρπίας τῆς χρήσεως τοῦ 1896, στηριζομένης ἐπὶ πρωτοκόλλων μήπω κοινοποιηθέντων, καὶ ἐὰν ἔλαβε μέριμνάν τινα διὰ τὴν δημοπρασίαν, ἡ ὁποία ἐνηργήθη ἐν Τριπόλει, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐμισθοῦτο ἡ περιφέρεια τοῦ χωρίου Σιμιάδων τοῦ δήμου Μαντινείας εἰς πολίτην τινά, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς Σιμιαδίτας νὰ βόσκωσιν ἐφεξῆς τὰ ζῷά των εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀπὸ κτίσεως κόσμου, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἔβοσκον, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα.
§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον τῶν ἐρωτημάτων, παρήγγειλα νὰ ἐξετασθῇ λεπτομερῶς ἡ ὑπόθεσις· ὅταν δὲ λάβω τὰς παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν αἰτηθείσας πληροφορίας, θέλω γνωρίσει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν μου. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἐρώτημα, τὸ ἀφορῶν εἴς τι δάσος ἢ δασικὴν θέσιν, διέταξα νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν.
§91Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς καὶ σεβαστὸς ἡγέτης τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, κατέθηκεν ἀναφορὰν τῶν ἐν Πύργῳ φυλακισμένων εἰς τὰς φυλακὰς τῶν διὰ πολιτικὰ χρέη κρατουμένων, καὶ κατήγγειλεν, ὅτι κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις δυστυχεῖς ἄνθρωποι, ὀφείλοντες εἰς τὸ Δημόσιον ποσὰ λίαν εὐτελῆ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσε καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν καὶ τὴν Βουλὴν ἅπασαν, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐξέδωκε διαταγὰς πρὸς διαφόρους Ταμίας καὶ ὑπαλλήλους, τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, διὰ τῶν ὁποίων διαταγῶν ἀπηγόρευεν εἰς αὐτοὺς ῥητῶς νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα συλλήψεως ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ὀφειλόντων ποσὰ μικρότερα τῶν 20 δραχμῶν...
§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν 10 δραχμῶν.
§93Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω καὶ τῶν δέκα.
§94Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλιγώτερον τῶν 50.
§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κάτω τῶν 10 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ περὶ ὀφειλῆς ποσοῦ ἀνωτέρου νὰ ὦσιν ἐπιεικεῖς, νὰ μὴ προέρχωνται δὲ εἰς ἔκδοσιν ἐνταλμάτων προσωποκρατήσεως, εἰμὴ ἀφοῦ ἐξαντλήσωσι πάντα τὰ ἄλλα ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιτρεπόμενα μέσα.
§96Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα δραχμῶν ἀπηγορεύσατε τὴν εἴσπραξιν καὶ ἔκδοσιν ἐνταλμάτων. Τότε ἐβεβαίωσα τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ἔχω εἰς χεῖράς μου κατάλογον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται ἡ ἔκδοσις χιλιάδων ἐνταλμάτων κατὰ ὀφειλετῶν τοιούτων εὐτελῶν ποσῶν ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, καὶ ὑπεσχέθην νὰ προσαγάγω τὸν κατάλογον τοῦτον. Ἤδη προσάγω κατάλογον, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι ἀναγεγραμμένα τριακόσια ὀνόματα, καὶ περὶ τὰ χίλια ἄλλα γράφει ἐν τέλει ὁ κατάλογος διὰ τοιαῦτα ποσά. Παραδείγματος χάριν, ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4938 ἔνταλμα διὰ τὸν Κωνσταντῖνον Καραφωτιᾶν, ὀφείλοντα δραχ. 7 καὶ 70/00...
§97Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τίνος Ταμείου εἶναι;
§98ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Ὑποταμείου Τριπόλεως... Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4039 διὰ τὸν Β. Κονταξῆν, διὰ δραχμὰς 3, 00/00...
§99Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ λοιπά!
§100Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναφέρω ὅλα τὰ ποσὰ, ἅτινα εἶναι δραχμῶν 7 καὶ 70, καὶ 3,60, καί τινα εἶναι 5 δραχμῶν. Ἠπόρησα δὲ, πῶς οἱ ἐντεταλμένοι τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ἀπειθοῦσιν εἰς τὰς ἐγκυκλίους διαταγὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μετὰ τὴν καταγγελίαν ῥητῶν τοιούτων παραβάσεων, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ἐξετάσει τὸ πρᾶγμα, καὶ θέλει διατάξει νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τοῦτο.
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἔχητε τὴν καλωσύνην, παρακαλῶ ν’ ἀφήσητε τὸ σημείωμα.
§102Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σημείωμα δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχω δικαίωμα νὰ σᾶς τὸ ἀφήσω. Ἐὰν θέλητε, ζητεῖτε πληροφορίας ἀπὸ μέρους τοῦ Ταμίου ἢ τοῦ ὑποταμίου Τριπόλεως, πόσα ἐντάλματα ἐξεδόθησαν διὰ τοιαῦτα ποσὰ, καὶ θέλετε λάβει ἐπισήμους τοιαύτας. Καὶ ἐγὼ ἐκ τοῦ Ταμείου καὶ Ὑποταμείου τὸ ἔχω λάβει.
§103Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἀφοῦ ἐγένετο γνωστὸν δημοσίᾳ!
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη τὸ ἐκάμετε γνωστόν.
§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκε τὸν κατάλογον αὐτὸν, δέν μοι τὸν ἔδωκεν, ἵνα τὸν ἐγχειρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§106Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιμένω. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ποιεῖσθε λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι πλέον μυστικόν.
§107Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ φανῇ τὸ γράψιμον.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀντίγραφον.
§109Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντίγραφον, μάλιστα. Μετὰ τοῦτο μεταβαίνω εἰς τὸ κύριον θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀπασχολήσω αὐτήν. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ προκαλέσῃ πληροφορίας ἀφορώσας τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων. Διότι ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἠγέρθησαν παράπονα, καὶ ὡρισμέναι καταγγελίαι διετυπώθησαν ἀπὸ μέρους Βουλευτῶν καὶ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῶν ὁποίων καταγγέλλεται ἡ διαστρέβλωσις τοῦ νόμου τούτου. Ἐν Τριπόλει μένων τὸ παρελθὸν θέρος, ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι εἴς τινας πόλεις τῆς Ἑλλάδος τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα παρεκώλυον τοὺς ἐπιτηδευματίας νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐνασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμά των, καὶ παρεκώλυον αὐτοὺς διὰ τοῦ κλεισίματος τῶν ἐργαστηρίων, ἐν οἷς οἱ ἐπιτηδευματίαι οὗτοι ἐνήσκουν τὸ ἐπάγγελμά των. Τὰς διαδόσεις ταύτας δὲν ἐπίστευον, διότι καὶ μὲν ὁ ΒΦΚΔʹ νόμος ὁρίζει, ὅτι ὁ μὴ συμμορφούμενος πρὸς τὸν νόμον τῶν ἐπιτηδευμάτων παρακωλύεται διοικητικῶς εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ἐπιτηδεύματός του, ἀλλὰ δὲν ὁρίζει καὶ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ τοιαύτη παρακώλυσις. Ἐνόμιζον δὲ καὶ ἔκνομον καὶ μὴ ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος καὶ ὑπὸ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας νὰ καταδικάζωνται οἱ μὴ συμμορφωθέντες πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων εἰς ἀργίαν, διότι ἐγίνωσκον, ὅτι ὁ Ποινικὸς Νόμος τιμωρεῖ τοὺς ἀέργους. Ἐὰν ἡ ἀστυνομία εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου πολίτας τινὰς μὴ ἐργαζομένους, μὴ μετερχομένους ἐπάγγελμά τι, τὸ Πταισματοδικεῖον ὀφείλει νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ἐπὶ ἀργίᾳ, δυνάμει ῥητῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλὰ μετά τινας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως τῶν τοιούτων εἰδήσεων ἔφθασε καὶ ἡ σειρὰ τῆς Τριπόλεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, καὶ ἐφαρμόσθη κατὰ τρόπον πολὺ ἀδικώτερον, πολὺ αὐστηρότερον, πολὺ ἐκνομώτερον ἢ εἰς τὰς ἄλλας πόλεις. Ἐκεῖ ἐκλείοντο τὰ μαγαζεῖα ὄχι μόνον τῶν μὴ συμμορφωθέντων πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν συμμορφωθέντων πληρέστατα πρὸς τὸν νόμον αὐτόν· ἀλλ’ ἐκλείοντο καὶ τὰ καταστήματα τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐκείνων, παρὰ τῶν ὁποίων οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἠξίουν νὰ δηλώσωσι καὶ ἄλλο ἐπιτήδευμα, πλὴν τοῦ δηλωθέντος ὑπ’ αὐτῶν. Ἡμέραν τινὰ ἐξῆλθον εἰς τὴν Ἀγορὰν, καὶ τότε συνέπεσεν ἵνα καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου διαμένωσιν ἐν Τριπόλει, εἴδομεν δὲ τὸν ἀστυνόμον μετὰ πολλῶν ἀστυφυλάκων νὰ ἐπιθέτῃ σφραγῖδας δι’ ἱσπανικοῦ κηροῦ εἰς διάφορα ἐργαστήρια. Τοῦτο μοὶ ἐπροξένησεν ἔκπληξιν, καὶ ἐρωτήσας τὸν ἀστυνόμον, ἔμαθον παρ’ αὐτοῦ, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ· μοὶ ἐπέδειξε δὲ καὶ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνέγνωσα· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ δημοσία ἀρχὴ μοὶ ἔδιδε τοιαύτην διαβεβαίωσιν, ἐγὼ τὴν ἐπίστευσα. Τότε, μὴ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, ἠναγκάσθην νὰ καταφύγω εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, καὶ ἔγραψα διατριβήν τινα, ἣν ἀπέστειλα εἰς τὴν «Πρωΐαν», ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ πρόσκομμα ὑπῆρξε πρὸς δημοσίευσιν ἡ ἐν τῷ ταχυδρομείῳ ὑπεξαίρεσις τῆς διατριβῆς, ἣν ἠναγκάσθην νὰ ἐπαναλάβω. Ἅμα τῇ δημοσιεύσει αὐτῆς, αἱ ἀρχαὶ τῆς Τριπόλεως συνησθάνθησαν, ὅτι ἔσφαλον, ἔλαβον δὲ καὶ διαταγὰς παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀναφέρωσιν, ἂν τὰ καταχωρισθέντα ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» ἦσαν ἀκριβῆ. Μοὶ παρεπονέθησαν αἱ ἀρχαὶ διὰ τὴν προσφυγήν μου εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, ἀνεγνώρισαν ὅμως τὴν ἀκρίβειαν τῶν γραφέντων. Καὶ ἐν ὅσῳ μὲν ἤμην ἐν Τριπόλει, ἐπίστευον ὡς ὑπεύθυνον τῶν τοιούτων ὑπερβασιῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσα, εὐθὺς ὡς ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν συνέβησαν ταῦτα. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ὁ κ. Ὑπουργὸς προσεκόμισεν, εἶδον, ὅτι δὲν ἦτο ὑπεύθυνος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς τοιαύτης κακίστης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἀλλ’ αἱ ἐν Τριπόλει ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι, ὡς θέλω ἀποδείξει διὰ τῶν ἐγγράφων, ἀσεβοῦσι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ δὲν ἐκθέτουσι τὰ γεγονότα ἀκριβῶς, ὡς ἔλαβον χώραν. Τὰ ἐρωτήματά μου συνίσταντο εἰς τὰ ἑξῆς: «1) Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πόσοι ἐκ τῶν ἐν Τριπόλει ἐπιτηδευματιῶν ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσωσι, καὶ πόσοι ἐκ τούτων ἐπλήρωσαν, μείζονα τοῦ ἁπλοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ὡς μετερχόμενοι πλείονα τοῦ ἑνὸς ἐπαγγέλματα διὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900». Αἱ ἀρχαὶ ἀπ’ ἐναντίας βεβαιοῦσιν, ὅτι οὐδεὶς, πλὴν τῶν μετερχομένων διάφορα ἐπαγγέλματα καὶ τῶν πωλούντων οἰνοπνευματώδη ποτὰ, ὑπεχρεώθη εἰς τὴν πληρωμὴν διπλοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἐν Τριπόλει δ’ ἐκ τούτου ἐγεννήθησαν πολλὰ παράπονα· ἰδίως προὐκάλεσε τὴν ἔκπληξίν μου ἕν περιστατικόν, καθὼς καὶ τὴν τῶν κ.κ. Μανέτα καὶ Τριανταφυλλάκου, διαμενόντων τότε ἐκεῖ, τὸ κατὰ παντοπώλου τινὸς, ἔχοντος τὸ παντοπωλεῖόν του εἰς τὴν κεντρικὴν πλατεῖαν τῆς Τριπόλεως, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐπώλει οἰνοπνευματώδη ποτά. Ἡμέραν τινὰ μετέβη παρ’ αὐτῷ ἐφοριακὸς ὑπάλληλος, καὶ εἶδε φιαλίδιόν τι, περιέχον οἰνοπνευματῶδες ποτὸν, ὡς δεῖγμα. Τοῦ ἔκαμε παρατήρησιν, καὶ αὐτὸς τὸ ἐπέταξε. Κατ’ ἄλλην ὅμως ἡμέραν ὁ ἀστυνόμος μεταβαίνει εἰς τὸ παντοπωλεῖον αὐτὸ, καὶ ἀξιοῖ παρὰ τοῦ παντοπώλου νὰ δηλώσῃ εἰς τὸν Ἔφορον, ὅτι πωλεῖ οἰνοπνεύματα. Σημειωτέον δὲ, ὅτι διὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ παντοπώλου ὁ συμπολίτης μου αὐτὸς εἶχεν ἤδη συμμορφωθῆ πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων. Ὁ παντοπώλης ἀπήντησεν, ὅτι δὲν πωλεῖ οἰνοπνεύματα· ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος ἀπειλεῖ αὐτὸν λέγων: «ἢ θὰ πληρώσῃς, ἢ σοῦ σφραγίζουμε τὸ μαγαζί!» Ἠναγκάσθη ὁ ἄνθρωπος, ἵνα μὴ καταισχυνθῇ διὰ τῆς σφραγίσεως τοῦ μαγαζείου του, νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι καὶ οἰνοπνευματοπώλης, ἀλλὰ συγχρόνως ἔκαμε καὶ ἀνακοπὴν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, διὰ τῆς ὁποίας διεμαρτύρετο, ὅτι δὲν εἶναι οἰνοπνευματοπώλης. Τί ἐπρότεινε, νομίζετε, ὁ Ἔφορος πρὸς ἀπόρριψιν τῆς ἀνακοπῆς τοῦ παντοπώλου; Ὄτι αὐτὸς ἐδήλωσε τοῦτο, καὶ ἑπομένως ὡμολόγησεν, ὅτι μετέρχεται τὸν οἰνοπνευματοπώλην. Ἀντέταξεν ἐκεῖνος, ὅτι ἐξεβιάσθη, καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης διέταξεν ἀποδείξεις. Ἄλλος, ὁ Σωτήριος Π. Κιτσόπουλος, δηλώσας ὡς πεταλωτής, ἐπλήρωσε τὸν φόρον, καὶ ὅμως, ἄνευ εἰδοποιήσεως ἄλλης, συλλαμβάνεται παρὰ τοῦ ἀστυνόμου, καὶ ζητεῖται νὰ πληρώσῃ ἐπιτήδευμα ὡς χανιτζῆς, καὶ οὕτως ἐπλήρωσε δύο ἐπιτηδεύματα. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἣν παραδίδω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, παρακαλεῖ νὰ ἐπιστραφῇ αὐτῷ ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον ἐκ τῶν πληρωθέντων ἐπιτηδευμάτων. Ταῦτα λέγω, ἵνα ἀποδείξω τὴν ἀνευλάβειαν τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ Κωνσταντῖνος Πλέσσας, μετερχόμενος τὸ ἐπάγγελμα τοῦ τσαρουχᾶ, εἶχε βοηθὸν τὸν υἱόν του. Κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ὅταν οἱ βοηθοὶ ἦναι υἱοὶ, δὲν ὑποβάλλονται εἰς φόρον. Ἐν τούτοις καὶ κατὰ τούτου ὁ ἀστυνόμος συνέταξε πρωτόκολλον, καθ’ οὗ ὁ φορολογούμενος ἔκαμεν ἀνακοπὴν, καὶ ἀπηλλάγη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδίκου. Ἰδοὺ ἡ ἀπόφασις αὕτη. Βλέπετε, κύριε Ὑπουργὲ, ἐκ τούτων, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ ὅσα ἔγραφον αἱ ἀρχαὶ πρὸς ὑμᾶς. Τὸ δεύτερον ἐρώτημά μου ἦτο: «Διὰ πόσους καὶ τίνας ἐπιτηδευματίας τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα συνέταξαν ἐκθέσεις, βεβαιούσας, ὅτι μετέρχονται ἄνευ ἀδείας ἐπιτηδεύματα ἐν Τριπόλει κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη;» Συγχρόνως δὲ ἠρώτησα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πόσαι ἀνακοπαὶ ἐγένοντο κατὰ τοιούτων ἀποφάσεων τοῦ Ἐφόρου. Καὶ ὁ κ. Ἔφορος Μαντινείας, ὅστις ἀρτίως ἦλθεν εἰς Τρίπολιν, καὶ δὲν εὐθύνεται ἐπὶ τούτοις, ἀναφέρει πόσαι εἰσήχθησαν κατὰ τὸ 1900, καὶ πόσαι κατὰ τὸ 1901. Τόσας δὲ ἀναφέρει καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν· ἀλλ’ ἀναφέρει ὁ κύριος Ἔφορος, ὅτι οἱ ἀπαλλαγέντες ἀπηλλάγησαν διότι ἐδήλωσαν τὸ ἐπάγγελμά των. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· διότι ἰδοὺ τί συνέβη ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐκεῖ, ἐν Τριπόλει, εἶναι πολλοὶ βιομήχανοι, πάντες δ’ οὗτοι εἶχον δηλώσει τὸ ἐπάγγελμά των, καὶ ἐπλήρωσαν τὸ ἐπιτήδευμα· ἀλλὰ συγχρόνως οὗτοι εἶναι καὶ ἀμπελοκτήμονες, καὶ ἀποταμιεύουσι τὸν οἶνόν των εἰς τὰ ὑπόγεια τῶν μαγαζείων των. Ἡ ἀστυνομία ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ σφραγίσῃ τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν καὶ συντάξῃ πρωτόκολλον κατ’ αὐτῶν. Οἱ τοιοῦτοι δ’ ἀμπελοκτήμονες τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ Ἐφόρου ἀνέκοψαν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ ἀπηλλάγησαν ἀμέσως. Εἰς τὴν ἔνστασιν δὲ τοῦ Ἐφόρου, ὅτι μετέρχονται καὶ τὸν οἰνοπώλην, ἐπέβαλον ὅρκον, τὸ ὁποῖον ἐδυσκολεύθη ὁ Ἔφορος νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ οὕτως ἀπηλλάγησαν καὶ οἱ 172. Βλέπετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι 172 πολῖται ἐσύρθησαν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου ἀδίκως, καὶ ἐξεβλήθησαν τῶν μαγαζείων των. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἐπείσθην ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα, ὅτι δὲν ἔχετε δώσει τοιαύτας διαταγάς. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ, τίνι τρόπῳ ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, θέλω σᾶς ἀναγνώσει, τί ἐξάγεται ἐκ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον οἱ Ἔφοροι συνέταξαν. Ἐκ τούτου θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐνεγράφησαν ὡς ἐπιτηδευματίαι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔλειπον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἢ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν — διότι ὁ Ἔφορος ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ ἀλλοδαπῆς καὶ ἐξωτερικοῦ! — Λοιπὸν ἐνεγράφησαν ἄνθρωποι ἀποθανόντες, ἄνθρωποι μὴ ὑπάρχοντες! Καὶ ἰδοὺ τί ἀναφέρει ὁ Ἔφορος ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσει αὑτοῦ. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς ἐκθέσεως). Κατὰ τὸ 1900 ἐγένοντο ἔτι χειρότερα, διότι πάντες οἱ τιμωρηθέντες κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἀνέκοψαν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐφόρου, καὶ οἱ πλεῖστοι ἀπηλλάγησαν ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου. Ἕτερα ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἔκαμα, εἶναι τὰ ἑξῆς: «4) Ὁποῖα μέσα μετεχειρίσθησαν αἱ ἐν Τριπόλει ἁρμόδιαι ἀρχαὶ πρὸς ἐξαναγκασμὸν τῶν ἐπαγγελματιῶν, ὅπως δηλώσωσι πλείονα τοῦ ἑνὸς ἐπιτηδεύματα. «5) Εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ ἐν Τριπόλει ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ἐσφράγισαν δι’ ἱσπανικοῦ κηροῦ διάφορα βιομηχανικὰ καταστήματα, ἐν οἷς καὶ κατοικοῦσιν οἱ βιομήχανοι; ...» Καὶ ἀπήντησαν αἱ ἀρχαί, ὅτι δύο ἢ τρία μόνον μαγαζεῖα ἐσφραγίσθησαν, καὶ οὐδεὶς ὑπεχρεώθη εἰς διπλοῦν φόρον. Ἐγὼ δὲ σᾶς ἀναφέρω, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι ἀληθῆ λέγω, ὡρισμένα ὀνόματα ἀνθρώπων ὑπαχθέντων εἰς διπλοῦν φόρον, καὶ τοὺς ὁποίους ἡ Δικαιοσύνη ἀπήλλαξεν. Ὁ Βασίλειος Ξελυσαχτῆς εἶχε δηλώσει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀρτοποιοῦ. Ἰδοὺ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφόρου, δι’ ἧς τιμωρεῖται ὡς ἀρτοπώλης! Δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι καὶ ἀρτοποιὸς καὶ ἀρτοπώλης, ὡς εἰ ἐπρόκειτο, τοὺς ἄρτους, τοὺς ὁποίους κατεσκεύαζε, νὰ τοὺς τρώγῃ αὐτός! Οἱ ἀδελφοὶ Κωνσταντῖνος καὶ Ἀντώνιος Κλεκωνικιῶται, ξυλουργοί. Ὁ εἷς ἔχει δηλώσει τὸ ἐπάγγελμά του, τὸν δὲ ἕτερον ἔχει δηλώσει ὁ ἀδελφός του ὡς βοηθόν. Τοὺς ἐτιμώρησεν ὁ Ἔφορος καὶ τοὺς δύο, τὸ δὲ Δικαστήριον τοὺς ἀπήλλαξεν. Ἰδοὺ ἡ ἀπόφασις. Καὶ ἄλλα τοιαῦτα ὀνόματα ἔχω πρόχειρα· κρατῶ μάλιστα καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἰσχυρισμῶν μου, ἅτινα ὅμως παραλείπω. Ἡ Τρίπολις τότε ἦτο ἀνάστατος, ἕνεκα τῶν τοιούτων παραβάσεων τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων. Διότι δὲν ἤρκει, ὅτι οἱ χωροφύλακες συνελάμβανον πτωχοὺς ἀνθρώπους διὰ τρεῖς δραχμάς, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἐπίεζον τοὺς ἀνθρώπους νὰ δηλώσουν ἐπιτήδευμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἤσκουν. Ἄλλο ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τὸ ἑξῆς: «Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Μαντινείας συνέταξε συμπληρωματικοὺς καταλόγους ἐπιτηδευματιῶν διὰ τὴν Τρίπολιν διὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900; καὶ ποῖον νόμον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τούτων;» Ἐν τοῖς προαστείοις τῆς Τριπόλεως ὑπάρχουσι γεωργοί τινες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δίτροχα κάρρα, ἀλλὰ δὲν μετέρχονται τὸν καρραγωγέα, παρὰ μόνον κατὰ τὸν Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον, ὅτε κομίζουσι τὸ γλεῦκος ἐκ τῶν ἀμπέλων εἰς τὴν πόλιν τῆς Τριπόλεως. Ὅτε δ’ ἐπρόκειτο νὰ ἄρξωνται τῆς ἐργασίας ταύτης, μὲ συνεβουλεύθησαν, καὶ τοὺς προέτρεψα, πρὶν ἢ ἀρχίσωσι τὰς ἐργασίας, νὰ ἐπιδώσωσι δήλωσιν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὄντως ὑπήκουσαν εἰς τὴν συμβουλήν μου, καὶ ἐδήλωσαν. Κατὰ τὸν νόμον ΒΧϠΒʹ τοῦ 1900, ἄρθρον 9, «οἱ μετὰ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ παρόντος νόμου ὁριζομένην πρὸς ἐπίδοσιν δηλώσεως προθεσμίαν ἀναλαβόντες ἐπιτήδευμα ἐκ τῶν εἰς φόρον ὑποκειμένων ὑποχρεοῦνται εἰς πληρωμὴν φόρου ἐπιτηδεύματος οὐχὶ ὅλου τοῦ ἔτους, ἀλλὰ τοῦ ἀναλογοῦντος διὰ τὸ ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ μηνός, καθ’ ὃν ἐποιήσαντο ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν των, μέχρι τέλους τοῦ ἔτους χρονικὸν διάστημα.» Καὶ ἐνῷ ἐδήλωσαν, καὶ ἐπλήρωσαν τὸν φόρον των οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἦσαν τελείως ἀμέριμνοι, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὰς πρὸς τὸν νόμον ὑποχρεώσεις των, αἴφνης κοινοποιοῦνται αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ Ταμίου Τριπόλεως προσκλήσεις, δι’ ὧν προσεκαλοῦντο νὰ πληρώσωσι φόρον ἐπιτηδεύματος δι’ ὅλον τὸ ἔτος 1900! Ἔχω τὰς σχετικὰς δηλώσεις, τὰς ἀποδείξεις πληρωμῆς καὶ τὰς προσκλήσεις...
§110Κ. ΖΩΤΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολύ;
§111Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμίσειαν περίπου ὥραν ἀκόμη.
§112Κ. ΖΩΤΟΣ. Τότε νὰ διακόψωμεν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.)
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλκμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Μπακόπουλος θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§115Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεχείρησα, Κύριοι, νὰ ἀποδείξω, ἂν οἱ συμπληρωματικοὶ κατάλογοι τῶν ἐπιτηδευμάτων, οἱ συνταχθέντες κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900, συνετάχθησαν κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, καὶ αἱ ἀρχαὶ Τριπόλεως δηλοῦσιν, ὅτι συνετάχθησαν κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων ἐκείνων. Ἐγὼ θέλω ἀποδείξει, ὅτι αἱ ἀρχαὶ δὲν δίδουσιν ἀκριβεῖς πληροφορίας, καὶ ὅτι οἱ κατάλογοι συνετάχθησαν ἐναντίον τῶν νόμων. Καὶ ἰδού, προσάγω δηλώσεις καρραγωγέων, οἵτινες ἐδήλωσαν τὸ ἐπιτήδευμά των τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1900, διότι Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον μόνον ἐργάζονται, καὶ ἐνῷ ἐδήλωσαν, καὶ ἐπλήρωσαν τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, καὶ ἔμειναν ἀμέριμνοι, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὰς πρὸς τὸν νόμον ὑποχρεώσεις των, αἴφνης λαμβάνουσι τὴν 3 Σεπτεμβρίου τοῦ 1900 πρόσκλησιν τοῦ Ταμίου Μαντινείας, δι’ ἧς προσκαλοῦνται νὰ πληρώσωσι δι’ ὅλον τὸ ἔτος φόρον ἐπιτηδεύματος, ἐνῷ, κατὰ τὸν νόμον, πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς φόρον ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ μηνός, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ δήλωσις, μέχρι τοῦ τέλους τοῦ ἔτους. Τὰς δηλώσεις ταύτας καὶ τὰς προσκλήσεις θέλω παραδώσει εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα. Ἀφαιρῶ μόνον ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων τὰς ἀποδείξεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων. Τοιαῦτα παράπονα, Κύριοι, ἄπειρα διετυπώθησαν ἐν Τριπόλει· ἠναγκάσθην δὲ νὰ ζητήσω πληροφορίας προφορικὰς ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους, ἐν τίνι δικαιώματι προσκαλοῦσι νὰ πληρώσωσι φόρον ἐπιτηδεύματος τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμμορφωθῆ πληρέστατα πρὸς τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἐκεῖνοι μοῦ ἀπήντησαν, ὅτι οἱ νεώτεροι νόμοι περὶ ἐπιτηδευμάτων, οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὸ 1899 καὶ 1900, δὲν ἐτροποποίησαν τὸν πάγιον νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων! Πάγιον νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων δὲν ἐγνώριζον. Εἶχον ἐκδοθῆ πολλοὶ νόμοι ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ πάγιος νόμος οὐδεὶς εἶναι, διότι πάντες οἱ νόμοι μετερρυθμίσθησαν, καὶ διὰ τοῦτο εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν προσαγωγὴν τῶν συμπληρωματικῶν καταλόγων. Τῷ ὄντι προσήγαγε πίνακας τοῦ 1899 καὶ 1900, ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται, ὅτι πολλοὶ πολῖται ἐνεγράφησαν συμπληρωματικῶς εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευμάτων, χωρὶς νὰ ἐφαρμοσθῇ οὔτε ὁ νόμος τοῦ 1899, οὔτε ὁ νόμος τοῦ 1900, οὔτε ὁ παλαιὸς νόμος, ὁ πάγιος κατὰ τοὺς ὑπαλλήλους. Βλέπω ἐδῶ, εἰς τὸν κατάλογον τοῦ 1899, ὅτι ὁ συμπληρωματικὸς κατάλογος συνετάχθη συνεπείᾳ δηλώσεων. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ἢ ὄχι· ἀλλά, καίτοι ἀναφέρονται αἱ δηλώσεις αὗται, ἐν τούτοις ὁ κατάλογος αὐτὸς ἔχει ἐκδικασθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς συνισταμένης ἀπὸ τὸν Ἐπιθεωρητήν, τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παλαιοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ παλαιὸς νόμος ἀξιοῖ νὰ σχηματίζηται ἐπιτροπὴ ἐξ ἑκάστης συντεχνίας, ἡ ὁποία νὰ καθορίζῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται ἕκαστος ἐπιτηδευματίας. Τοῦτο δὲν ἐφηρμόσθη, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ κατάλογος αὐτὸς ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ συνεπείᾳ τῶν δηλώσεων, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου τοῦ 1899, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ δι’ ἑκάστην τριετίαν φορολογικοὶ κατάλογοι τῶν ἐπιτηδευμάτων συντάσσονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ προηγουμένου ἔτους τῆς τριετίας δηλώσεων καὶ τῶν ἐκθέσεων περὶ τῶν ἀσκούντων ἐπιτήδευμα ὑποκείμενον εἰς φόρον καὶ μὴ ἐπιδόντων δήλωσιν.» Οἱ κατάλογοι οὗτοι λοιπὸν πρέπει νὰ συντάσσωνται, ἢ συνεπείᾳ δηλώσεων, ἐπιδιδομένων κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους, ἢ συνεπείᾳ ἐκθέσεων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου. Κατηγγέλθη πρὸ ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Τυρνάβου καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Κ. Κουμουνδούρου τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι κατετάχθησαν εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν πολῖται, χωρὶς νὰ δηλώσωσι, χωρὶς νὰ λάβωσιν εἴδησιν, ὅτι ἐτιμωρήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐφόρου, ὅπως καταφύγωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν λαθῶν τούτων. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν, ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ κατάλογοι αὐτοὶ δὲν συνετάχθησαν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1899 καὶ 1900, διότι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν τὸν Σεπτέμβριον, κατετάχθησαν νὰ πληρώσωσι φόρον ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τρέχοντος ἔτους, χωρὶς νὰ εἰδοποιηθῶσι πρὸς τοῦτο, χωρὶς νὰ τιμωρηθῶσι, διότι ἐβράδυναν νὰ δηλώσωσιν, ὅπως προσφύγωσιν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν ἐνήσκησαν τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους ἄχρι τῆς δηλώσεως. Πλὴν τούτου, ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου ἐν ἄρθρῳ 10 ὁρίζει, ὅτι «κατὰ ἑξαμηνίαν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος συντάσσει συμπληρωματικὸν κατάλογον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 4, 14, 15 καὶ 16 τοῦ παρόντος νόμου δηλώσεων καὶ τῶν ἐκθέσεων περὶ τῶν ἀσκούντων ἐπιτήδευμα καὶ μὴ ἐπιδοσάντων δηλώσεις.» Ἄς ἴδωμεν, ἂν ἐφηρμόσθη καὶ ἡ διάταξις αὕτη — διότι ὁ Ἔφορος ἀπαντᾷ, ὅτι πράγματι ἐφηρμόσθη. — Κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων αὐτῶν, ἔχομεν τὸ 1900 κατάλογον, ὑπὸ στοιχεῖον Α, φέροντα χρονολογίαν 6 Μαρτίου 1900, ἄλλον κατάλογον, ὑπὸ στοιχεῖον Β, φέροντα χρονολογίαν 3 Ἰουνίου 1900, ἤτοι μετὰ τρεῖς μῆνας, καὶ ὄχι μετὰ ἕξ, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει· ἄλλον κατάλογον, ὑπὸ στοιχεῖον Γ, φέροντα χρονολογίαν 1 Ὀκτωβρίου 1900, ἐπίσης μετὰ τρεῖς μῆνας. Παρεβιάσθησαν λοιπὸν οἱ νόμοι περὶ ἐπιτηδευμάτων, διότι οἱ κατάλογοι αὐτοὶ συνετάχθησαν, καὶ κατετάχθησαν νὰ πληρώσουν φόρον ἐπιτηδεύματος οἱ πολῖται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ κατετάχθησαν ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἔτους, χωρὶς νὰ τιμωρηθῶσι, χωρὶς νὰ τοῖς δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην, χωρὶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ παλαιὸς νόμος, τουτέστι νὰ κληθῶσι νὰ ἐπιδώσωσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν τὰς ἐνστάσεις των κατὰ τῆς τοιαύτης κατατάξεως. Καὶ σύρονται ἀπὸ τοῦ ὠτίου εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς νὰ ἔχουν εἴδησιν, ὅτι εἶναι κατατεταγμένοι εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευμάτων! Ἀλλ’ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ὡς ἀκούετε καθ’ ἑκάστην, καὶ καθ’ ἃς καὶ ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, ἐγένοντο ἔτι χείρονα· διότι ἐκεῖ συνετάχθησαν κατάλογοι, χωρὶς νὰ εἰδοποιηθῶσι ποσῶς οἱ φορολογούμενοι, χωρὶς τουλάχιστον νὰ ἀναφέρηται, ὡς ἐδῶ, ψευδῶς ἢ ἀληθῶς, ὅτι συνετάχθησαν οἱ κατάλογοι αὐτοὶ συνεπείᾳ δηλώσεων. Περὶ τούτων πάντων ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, εὑρισκόμενος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ἐνόμιζον, ὅτι τὸ ἄδικον ἀκέραιον εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τοιαύτας πληροφορίας μοὶ εἶχον δώσει αἱ ἀρχαί· ἐκ τῶν ἐγγράφων ὅμως, τὰ ὁποῖα προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βλέπω, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι μᾶλλον εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τῶν τοιούτων παραβάσεων. Δύναμαι ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν: ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν τῶν τοιούτων παραβάσεων, ἰδίως διὰ τῆς ἐπιστολῆς μου, τῆς καταχωρισθείσης ἐν τῇ «Πρωΐᾳ», τί ἐνήργησε κατὰ τῶν τοιούτων ὑπαλλήλων, τῶν τοσοῦτον ἀσυστόλως παραβάντων τοὺς νόμους; ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι σύρουσι τοὺς πολίτας εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἀναγκάζουσιν αὐτοὺς νὰ ὑφίστανται δαπάνας ὑπερβαινούσας τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος; Τὸν μὲν ἐφοριακὸν ὑπάλληλον προήγαγε, μεταθέσας αὐτὸν ἐνταῦθα, ὁ δὲ ἀστυνόμος ἐξακολουθεῖ μένων ἐν Τριπόλει! Ὑπέθετον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπεν, ἂν ἐβεβαιοῦτο περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν καταγγελλομένων, νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς τοὺς Κυρίους, ὅπως δώσῃ παράδειγμα εἰς τοὺς ἄλλους καὶ μὴ ἐπαναληφθῶσιν ὅμοιαι παραβάσεις. Πλὴν τούτου ὅμως, προσάγεται καὶ ἄλλος κατάλογος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται οἱ ὁριστικῶς τιμωρηθέντες 52 πολῖται, καί, ἐκτὸς τῶν προστίμων καὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἔχει στήλην, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιέχονται τὰ πρόστιμα καὶ τέλη σημάνσεως· 13 ὅλοι ἀπὸ 13 δραχμὰς διὰ τέλη ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσουν ἕκαστος. Ὑπάρχει δὲ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἐν ἄρθρῳ 19, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Εἰρηνοδίκου, τὰ ἐπιδοτήρια, ἡ ἀνακοπὴ καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς διαδικασίας ταύτης γράφονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ἀφοῦ ἡ διαδικασία αὕτη γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, διατὶ ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσουν 13 δραχμὰς ἕκαστος; Συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκάλεσε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἵνα ἀποφανθῇ, καὶ τοῦτο ἀπεφάνθη, ὅτι τὰ τέλη τῶν 13 δραχμῶν εἶναι παράνομα, καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει διατάξει τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ἀδικιῶν τούτων, τῶν προσγενομένων εἰς μίαν τάξιν πολιτῶν, ἐργαζομένων νυχθημερόν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην κατέδειξα, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων παρεβιάσθη ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ, ἀντὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὡς ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ· εἰς προηγουμένην δὲ ἑσπέραν κατέδειξα, ὅτι καὶ ἕτερος φόρος παρανόμως εἰσεπράχθη ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν καυσοξύλων, καὶ ὄχι μόνον ὁ φόρος τῶν καυσοξύλων τῶν προερχομένων ἐκ δασῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν προερχομένων ἐκ τῶν ἰδιοκτήτων δένδρων τοῦ κήπου σας. Ἐλπίζω δέ, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνθυμηθῇ τὴν παράκλησίν μου, ὅτι θέλει καταδειχθῇ, ὅτι καὶ ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπικαρπίας παρεβιάσθη, διότι εἰσεπράχθησαν φόροι τοῦ 1890, χωρὶς οἱ πληρώσαντες αὐτοὺς νὰ λάβωσιν εἴδησιν, ὅτι ὑφίστανται πρωτόκολλα ἐναντίον των, ἵνα ἐπιδώσωσι τὰς κατ’ αὐτῶν ἐνστάσεις των, συμφώνως τῷ νόμῳ. Ἄν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα καὶ περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῆς περιφερείας Σιμιάδων, θέλει βεβαιωθῆ, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἄλλη παράβασις ἐγένετο. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλει μὲ ἀναγκάσει νὰ ἀπασχολήσω καὶ αὐτὸν καὶ τὴν Βουλὴν μὲ τοιαύτας ἐπερωτήσεις καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§116Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τῆς τακτικῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1901».
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 100). Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§118Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§119Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κατόπιν τῶν δύο προαγορευσάντων, κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον, καὶ δὲν θὰ ἀσχοληθῶ πολὺ ἐπ’ αὐτοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο αἰσθάνομαι ὑποχρέωσιν μεγάλην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐγὼ πρῶτος ἤμην μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες παρεκάλεσαν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀπαλλάξῃ διαφόρους πτωχὰς ἐργατικὰς τάξεις τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὡς πάλιν, κατόπιν συστάσεών μου, καὶ τῶν ἐμποροϋπαλλήλων ἠλάττωσε τὸ ἐπιτήδευμα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὅτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόμισα, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν πολιορκίᾳ....
§120Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον νομοσχέδιον;
§121Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸν ΒΧϞΔʹ νόμον... Εἶπον, ὅτι ἐνόμισα, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν πολιορκίᾳ, διότι οὔτε κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου δὲν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν λαὸν νὰ προπληρώσῃ τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος. Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπεβλήθη εἰς τοὺς φορολογουμένους ἐπιτηδευματίας, ὡς ἐξαναγκαστικὸν μέσον, τὸ διὰ βίας κλείσιμον τῶν καταστημάτων αὐτῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον προπληρώσει τὸν φόρον τοῦτον; Ἀπόδειξις δὲ τρανοτάτη τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν προήρχετο ἐξ αὐτῆς τῆς γνώμης τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἦτο, ὅτι οὐ μόνον εἰς πολλὰς ἐκ τῶν αἰτήσεών μου ἐνέδωκεν, οὐ μόνον πολλάς, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐθεώρησε καλὰς, ἐφήρμοσεν, ἀλλὰ καὶ κατόπιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐζήτησε μόνος τὴν κατάργησιν πολλῶν διατάξεων, προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ ΒΧϞΔʹ νόμου, ὡς καταπιεστικῶν καὶ ἀδίκων, καθὼς τῆς φορολογίας τῶν σκύλλων. Θεωρῶ δ’ ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι εἴς τινα σημεῖα κατώρθωσα νὰ πείσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ ἀρκετὰς ἀπαλλαγὰς φόρου ἐπιτηδεύματος διαφόρων τάξεων. Καὶ πρὸ ἡμερῶν, ὅτε παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ῥαπτῶν, ὡς καὶ περὶ τῶν μεταφερόντων ὕδωρ καὶ περὶ τῶν ἐν ὑπαίθρῳ μαγείρων, πάραυτα ἔλαβε πρόνοιαν, καὶ περὶ μὲν τῶν ῥαπτῶν δι’ ἐγκυκλίου διέταξεν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι, διότι ὑπήχθησαν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐργατῶν ἐπὶ ἡμερομισθίῳ, διὰ δὲ τοὺς μεταφέροντας ὕδωρ ἔλαβε πρόνοιαν, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς ἄλλην κατηγορίαν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ τρίτον ζήτημα, τῶν μαγείρων, δὲν γνωρίζω τί ἔπραξεν· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι, ἂν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψωσι, θέλει ὑποβάλει καὶ περὶ τούτου σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἐκεῖνο τὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον κυρίως, κύριοι Βουλευταὶ, ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι τὸ ἑξῆς. Τίς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβαρύνῃ τόσον ἐπαχθῶς τὸν λαὸν μὲ τοιαῦτα ἐπιτηδεύματα καὶ μὲ τοιούτους φόρους; Ἡ αὔξησις τοῦ στρατοῦ; ἢ τοῦ ναυτικοῦ; Ἀμφότερα τὰ ζητήματα θέλω ἐξετάσει ἐν ὀλίγοις, ἀρχόμενος ἐκ τοῦ στρατοῦ. Πάντες, κύριοι Βουλευταί, ἐρρίψατε βλέμμα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ εἴδετε, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἠλαττώθησαν· ἡ ἐλάττωσις δὲ αὕτη φυσικῶς ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο, Κύριοι, μὲ ἔκαμε νὰ ἐξετάσω, ἂν ὄντως ἠλαττώθη ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἂν ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς. Ἀναφέρω δὲ εἰς ὑμᾶς, ἐπὶ παραδείγματι, τὸ 1ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ. Καὶ τί εἶδον, Κύριοι; Εἶδον, ὅτι, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ καταταχθῶσιν 501 ἐξ Ἀττικῆς, κατετάχθησαν μόνον 115. Ἐκ τούτων δὲ 30, πάσχοντες σοβαρῶς, ἐξῃρέθησαν νομίμως, παραμένουσι δὲ μόνον 85 εἰς ὁλόκληρον τὸ σύνταγμα. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, τοὺς μὴ στρατιωτικούς, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν ἐπὶ δεκαετίαν ἐξακολουθῶμεν νὰ ἔχωμεν κατ’ ἔτος 85 στρατιώτας εἰς ἑκάστην δύναμιν συντάγματος, μετὰ δέκα ἔτη ποίαν ἐπιστράτευσιν θὰ ἔχωμεν, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, πόσα κενὰ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τοῦ χρόνου δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν; Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὁ συνταγματάρχης αὐτὸς πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπαιδεύσῃ τὰ στελέχη τοῦ συντάγματός του, ἀφοῦ ἐκ τῶν 85 αὐτῶν στρατιωτῶν θέλει τὸ πλεῖστον νὰ κάμῃ δεκανεῖς, τὸ δὲ ὑπόλοιπον τῶν ὁπλιτῶν εἶναι ὑπόχρεως νὰ διαθέσῃ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, οὐδεμίαν ἐχούσας σχέσιν πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατεύματος; Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνον τὸ 1ον σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ἠλαττώθη τόσον ἐπαισθητῶς ἡ δύναμις; Μήπως τὸ 7ον σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἦτο προωρισμένον νὰ λάβῃ 700 στρατιώτας, ἔχει σήμερον ἀρκοῦσαν δύναμιν, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἑπτακοσίων μόνον 300 κατετάχθησαν;
§122ΜΙΧ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί ἔγειναν οἱ ἄλλοι;
§123Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πρόβλημα, τὸ ὁποῖον θὰ λύσῃ ἡ Κυβέρνησις, κύριε ἐκ Κερκύρας Βουλευτά.
§124ΕΠ. ΜΙΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τί ἔγειναν οἱ ἄλλοι;
§125Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ ἐρωτήσητε τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν λοιπὸν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, Κύριοι, πρὸ τῶν ὀμμάτων ἡμῶν, βλέπωμεν ἐλαττουμένην τόσον ἐπαισθητῶς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, τί γίνεται εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ μήπως ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ μόνον ἠλαττώθη; Μήπως καὶ ἐν τῷ ναυτικῷ τὰ αὐτὰ δὲν ἐγένοντο; μήπως ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ δὲν ἠλαττώθη κατὰ 800,000 δραχμάς; Μήπως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν εὗρε πολλὰ πλοῖα ἄχρηστα, καὶ δὲν κατεδίκασεν αὐτὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς διάλυσιν; Ἐνῷ λοιπὸν βλέπομεν τόσον τὸ ναυτικόν, ὡς καὶ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ἠλαττωμένον, ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ πάλιν, κύριοι Βουλευταί, διὰ ποῖον λόγον νὰ φορολογῶμεν ἐπαχθῶς τὸν πτωχὸν λαόν; Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Διότι ἠνοίξαμεν θέσεις πολυτελείας, διηρέσαμεν τὸ ἔθνος εἰς μικροτέρους νομοὺς, διὰ νὰ ἐξοικονομήσωμεν ἀργομίσθους ὑπαλλήλους καὶ δι’ ἄλλα προσωπικὰ συμφέροντα, καὶ δημιουργήσωμεν νέα Πρωτοδικεῖα, πρὸς βλάβην τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νέας Μοιραρχίας καὶ νέους Ἐπισκόπους καὶ νέους Ἐφόρους καὶ Ταμίας. Ἐν γένει δὲ διὰ τῶν νέων μεταρρυθμιστικῶν τῆς Κυβερνήσεως νόμων ἐδημιουργήθησαν περὶ τὰς 6,000 νέαι θέσεις, ὡς ἀπέδειξε καὶ ὁ σεβαστὸς ἀρχηγός μου. Νομίζω, Κύριοι, ἄδικον τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοσε, τὰ ἀποτελέσματα δὲ αὐτοῦ εἶναι, ὅτι καὶ ὁ λαὸς ἐπιβαρύνεται, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐνισχύσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἤτοι τῆς ναυτιλίας, τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, καὶ ὁ κοινὸς πόθος τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ οὐ μόνον δὲν κατορθοῦται, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν θὰ βαίνωσιν, ἀντὶ βελτιώσεως, εἰς χείρονα κατάστασιν. Ἑπομένως, οὕτω πολιτευόμενοι, φορολογοῦμεν ἀδίκως τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ἀποπλανῶμεν τοῦτον, ὅτι ἐργαζόμεθα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ἐντεῦθεν πολὺ δικαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐμόρφωσε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ πρόγραμμα καὶ αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως διεψεύσθησαν, καὶ πολὺ εὐλόγως ἡ οὕτω μορφωθεῖσα κοινὴ γνώμη ἐπηρέασε πολλοὺς τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς τάξεις τῆς πλειονοψηφίας, καὶ κατὰ δεκάδας νὰ λαμβάνωσι τὴν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἄγουσαν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901.
§127Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς Δεξαμενῆς Σύρου.
§128ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ σταφιδικόν.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· δὲν θὰ γείνῃ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Αὐτὸ ἐδηλώθη πρὸ ἡμερῶν. Τὸ ἠξεύρει καὶ ὁ κύριος Βιτάλης.
§131ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ.
§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι φροντὶς ἰδική μας.
§133ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι! Ἡ ἰδική μας ἐπαρχία ὑποφέρει· ἡ ἰδική σας δὲν ὑποφέρει τίποτε.
§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον περὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου τῆς 17 Ἰουνίου 1899 περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§136Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀντὶ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένων ἄρθρων, τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ μὲ ἓν ἄρθρον μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω: «Μεταξὺ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου τῆς 17 Ἰουνίου 1899 ἐργασιῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης προστίθεται καὶ ἡ παρ’ αὐτῆς προμήθεια καὶ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας παροχὴ ἐπὶ δανείῳ τοῦ ἀναγκαιοῦντος θειϊκοῦ χαλκοῦ διὰ τὴν ῥάντισιν τῶν σταφιδαμπέλων αὐτῶν. Τὰ δάνεια ταῦτα χορηγηθήσονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ αὐτοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ, δύνανται δὲ νὰ ὑπερβαίνωσι τὴν εἰς τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Τραπέζης μετοχὴν τοῦ ἀντὶ δανείου λαμβάνοντος θειϊκὸν χαλκὸν σταφιδοκτήμονος.
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναπληροῖ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ἤδη, ὅπερ ἀποσύρεται.
§138Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀποσύρεται ὑπὸ αἵρεσιν· διότι συνεστήθη ἐπιτροπή, ὅπως μελετήσῃ τὰ περὶ τοῦ σταφιδικοῦ νόμου εὐρύτερον, καὶ οὕτω καταρτισθῇ τὸ νομοσχέδιον· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲ ταύτην θέλω παράσχει πᾶσαν συνδρομὴν πρὸς τελειότερον καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 101). Ὁ κ. Χατζῖσκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§140Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Προχθές, προκειμένου νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνομίσθη ὀρθόν, ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθότερον καὶ εὐπρεπέστερον νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία ἔχῃ ἀντίρρησιν, τότε θ’ ἀναγκασθῶ νὰ λάβω τὸν λόγον.
§141Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀντιλέγων θὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐχὶ κατὰ κανόνα πάντοτε ὁ ἀντιλέγων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι συνέστη, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, Ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐξήλεγξε τὸν Προϋπολογισμόν· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀκούσωμεν ἐνταῦθα τὴν γνώμην αὐτῆς, ὥστε, ἂν δοθῇ ἀφορμὴ, νὰ ἀντικρούσωμεν αὐτήν. Κατὰ τοὺς κανόνας τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, στηριζομένους ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅστις εἶναι καὶ εἰσηγητὴς τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, θὰ λάβῃ τὸν λόγον πρῶτος, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔπειτα θὰ ἀντικρούσῃ.
§143Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ προβαίνει εἶτα εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ προτείνει τὴν παραδοχὴν ἢ μὴ αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ γείνῃ δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1901. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας, τότε δὲν ἔχομεν ἢ νὰ ἀρχίσωμεν τὴν ψήφισιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἂν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ὁ ἀντιλέγων θὰ λάβῃ πρῶτος τὸν λόγον.
§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως εἶναι ὁ Προϋπολογισμός· ἀλλὰ πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἀκούσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι δηλώσεις ἢ προτάσεις νέας, ἢ διαφόρους ἐκείνων, ἃς περιέχει ὁ Προϋπολογισμός, δηλαδὴ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ τὸν εἰσηγητὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ἐργασίας· πρέπει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ βεβαιωθῇ πρότερον, τί πράγματι περιέχει ὁ Προϋπολογισμός. Δὲν ἕπεται, ἐπειδὴ ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμὸς παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἐτελείωσεν. Ἡ τάξις ἀπαιτεῖ νὰ ἀκουσθῶσι πρότερον αἱ γνῶμαι τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἔπειτα αἱ τῆς μειονοψηφίας. Τοῦτο γίνεται πανταχοῦ καὶ πάντοτε. Ἡ Βουλὴ, ἀκριβῶς εἰπεῖν, ἀγνοεῖ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν ὅσα προτείνει ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας πρέπει ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ πόρισμα τῶν γνωμῶν, αἵτινες ἐπεκράτησαν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ τακτικὴ δὲν εἶναι, εἰς τοῦτο νὰ ὑποχρεώνῃ ἡ πλειονοψηφία τὴν μειονοψηφίαν.
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ πράγματα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε περιορισθῆ μόνον νὰ καταθέσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὰ λεχθέντα ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς βάσιμα· ἠδύνατο ὁ ἀντιλέγων νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναπτύξῃ τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὑποβάλλων τὸν Προϋπολογισμὸν, προέβη εἰς ἀνάπτυξιν λίαν ἐκτεταμένην. Ἐξήτασε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ἐξήτασε τὰς εἰσπράξεις, τὰς μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐτῶν τούτων καὶ τῶν προβλέψεων ἀνέπτυξε τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις ἐγένετο πλήρης. Παρεπέμφθη ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς, ὡς πρὸς τὰ συμπεράσματα, συμφωνεῖ μὲ τὰ ἀναπτυχθέντα παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ἕπεται λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι προτίθενται νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ὀρθαί. Εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς θέλει ἀπαντήσει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς. Τοῦτο δὲ τὸ σύστημα ἐπεκράτησε κατὰ τὸ πλεῖστον τῶν παρελθόντων ἐτῶν· εἶναι δὲ σύστημα λογικόν. Διότι δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πρέπει οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ ἀποδείξωσιν, ἂν τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ ἐπὶ ἄλλων βάσεων. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρῶτος. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ μειονοψηφία ἀποφεύγει τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ μάλιστα ἐδήλωσεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καιρὸν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ συνταχθεὶς Προϋπολογισμὸς εἶναι ἐσφαλμένος, καὶ ὅτι θέλει νὰ πείσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τούτου.
§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζομεν ποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ τῶν ἐπιτροπῶν· γνωρίζομεν, ὅτι θεωρεῖ τὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος πάντα πλάσματα, ἅτινα, εὐθὺς ὡς λάβωσι διατύπωσίν τινα καταφανῆ, φρονεῖ, ὅτι ἐκτελεῖται ὁ σκοπὸς ὁ συνταγματικὸς, καὶ πρέπει ἐπὶ τούτοις νὰ προβαίνῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ταῦτα τὰ πλάσματα ἔχουσιν οὐσιαστικὴν ὑπόστασιν, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πλάσμα, πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ ὡς κατασκεύασμα συνταγματικὸν, καὶ ληφθῇ σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐκεῖνα, ἅτινα ἐξέθηκε πρὸς ἡμᾶς ἡ Ἐπιτροπὴ, συγκροτηθεῖσα ἐκ τῶν ἀποτελεσάντων τὴν ἀπαρτίαν αὐτῆς, πρέπει ν’ ἀναπτυχθῶσιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἕνα πρόεδρον, ἕνα γραμματέα, ἕνα εἰσηγητήν· ἂν δὲ καθιερώθη τελευταῖον, ἕνεκα τῶν συνεχῶν διαιρέσεων μειονοψηφίας καὶ πλειονοψηφίας, νὰ διορίζῃ ἴδιον εἰσηγητὴν καὶ ἡ μειονοψηφία, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ κανόνα. Εἷς εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ὅλης Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ περιέλαβεν οὗτος καὶ τὰς ἀντιρρήσεις καὶ τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας, ὧν ἤκουσε καθ’ ὃν χρόνον καὶ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας συνειργάζοντο ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Ἀλλ’ ἀνέλαβε καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἐπίλοιπα. Καὶ πῶς δύναται νὰ σιωπήσῃ ὁ εἰσηγητής; Πρὸς τί διωρίσθη; Ἵνα συντάξῃ μόνον τὴν ἔκθεσιν; Τί σημαίνει εἰσηγητὴς ἢ ὅτι εἰσάγει τὴν ὑπόθεσιν; Δὲν λέγω, ὅτι καὶ τὸ ἀντίθετον δὲν συνέβη ἐνίοτε· ἀλλὰ τὸ ἐπιτασσόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος εἶναι, ὁ εἰσηγητὴς νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἀρκεῖ μόνη ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως. Ἐν Γαλλίᾳ πάντοτε ὁ εἰσηγητὴς, ὁ rapporteur, λαμβάνει τὸν λόγον, καὶ ἀναπτύσσει τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀντικρούει αὐτὸν ὁ διαφωνῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις ἡμῶν, νὰ προηγηθῇ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἂν οὗτος ἀποδυσπετῇ πρὸς τὸ ἔργον, ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας θὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ τὰ πράγματα εἰς τὸ αὐτὸ θ’ ἀπολήξωσιν ἐπὶ τέλους.
§147Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θέλω εἴπει. Δὲν ἤθελον δὲ λάβει τὸν λόγον, ἂν δὲν ἐθεώρουν τὸ ζήτημα ζήτημα τάξεως καὶ καθαρῶς κοινοβουλευτικόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν νομοθετημάτων τῶν Κοινοβουλίων, καὶ ὁ Συνταγματικὸς ἡμῶν Χάρτης ἰδιαιτέρως μνημονεύει τούτου, διατάσσων ἐξαιρετικῶς, ὅπως ὑποβάλληται εἰς τὴν ἐξέτασιν εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐξέτασις τοῦ πρώτου τούτου τῶν νομοθετημάτων, τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει, ὅπως ὑφίσταται διπλοῦν τὸν ἔλεγχον, ἐνῷ περὶ τῶν ἄλλων νομοθετημάτων τὸ Σύνταγμα σιωπᾷ. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ τίς ὁ σκοπὸς τοῦ Συντάγματος, προκειμένου περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Τὸ Σύνταγμα δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν τυχαίαν ἐξέλεγξιν ἁπλῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπιτάσσει, ἵνα σπουδαιότερον καὶ πρακτικώτερον ἐξελέγχηται τὸ πρώτιστον τῶν νομοθετημάτων. Εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ποιεῖται τὴν εἰσήγησιν εἴς τε τὸ γενικὸν μέρος καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ Βουλή, μὴ ἀρκουμένη εἰς τοῦτο, ἐνεργεῖ καὶ δευτέραν ἐξέλεγξιν, αὐστηρὰν καὶ πραγματικήν, παραπέμπουσα τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπήν. Φυσικὸν λοιπὸν εἶναι, καὶ κατὰ τὸ γράμμα καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, νὰ ἀκούσωμεν καὶ κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῆς μελέτης τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνων, οἵτινες εἰσηγοῦνται τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας. Τίνες δέ εἰσιν οὗτοι; Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς. Ἑπομένως, εἴτε ἐξετάσητε τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, εἴτε ἐξετάσητε τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐξέλθητε τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἐπιβάλλεται, ὅτι τουτέστιν ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διαιρεῖται εἰς δύο διακεκριμένα καὶ ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων τμήματα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἐμφάνισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτοῦ, ὅστις εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ παραπέμπει τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατά τε τὰς γενικότητας καὶ τὰς λεπτομερείας εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, ἀναμένει δὲ παρ’ αὐτῆς νὰ μάθῃ, ὁποίαν ἐντύπωσιν ἐνεποίησεν αὐτῇ ὁ Προϋπολογισμὸς κατά τε τὸ γενικὸν μέρος αὐτοῦ καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας. Ἑπομένως, εἴτε ἐξετάσητε τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, εἴτε ἐξετάσητε τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, θέλετε εὕρει, ὅτι ἀναγκαίως ἡ Βουλὴ ἀναμένει, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλετε, λέγω, εὕρει, ὅτι ἀναγκαίως ἀναμένει ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούσῃ, ἐὰν σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι, ἐὰν ὑπετίθετο, ὅτι πάντοτε ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῶν προτέρων εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, μὰ τὸν Θεόν, ματαία ἡ ἀποστολὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Διότι, τί ἔχει νὰ πράξῃ ἡ Ἐπιτροπή, ἐὰν ἐκ τῶν προτέρων πρέπῃ νὰ ἦναι βέβαιον, ὅτι ἡ πλειονοψηφία θέλει ἐγκρίνει τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργοῦ; Περιττὸν ἤθελεν εἶσθαι, τὸ Σύνταγμα νὰ ματαιοπονῇ καὶ νὰ παίζῃ, παραπέμπον τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς ἐξέτασιν τόσον σοβαρᾶς Ἐπιτροπῆς. Σημαίνει λοιπὸν τοῦτο, ὅτι ἡ παραπομπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς θέλει ἐγκρίνει ἀφεύκτως τὸν Προϋπολογισμόν, ὡς ἔχει. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνταγματικὴ καὶ κοινοβουλευτικὴ θεωρία. Ὀφείλει ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους νὰ ἀκούσῃ, ἀποδέχεται ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, τουτέστιν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, τὰς γνώμας τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἑπομένως, ἐὰν ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα κατὰ τὰ κοινοβουλευτικῶς κρατοῦντα, κατὰ τὴν λογικὴν, κατὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, θέλετε εὕρει, ὅτι, εὐθὺς ὡς προβάλλεται ἀντίρρησις, ὅτι θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ἀντίρρησις αὕτη ἐπέχει τόπον ἐπιβολῆς. Δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν συνέβη καὶ τὸ ἐναντίον· ἀλλὰ τοῦτο, διότι δὲν προεβλήθη τοιαύτη ἔνστασις. Εὐθὺς ὅμως, ὡς προταθῇ, ἡ γνώμη ἐμοῦ τοὐλάχιστον εἶναι, ὅτι κοινοβουλευτικῶς ὀφείλει ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἀναπτύξῃ τὴν γνώμην αὐτῆς. Ἐτυπώθησαν αἱ ἐκθέσεις, λέγουσι. Τίς τοῦτο ἀρνεῖται; Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον πολιτικῶν Δικαστηρίων, ἵνα εἰσαγάγωμεν τὴν ἔγγραφον διαδικασίαν. Ἐδῶ εἶναι ὅλον τὸ ἔθνος παρὸν, ὅπερ θέλει νὰ ἀκούσῃ. Εἶναι ἀντιπρόσωποι, οἵτινες πιθανὸν νὰ μὴ ἀνέγνωσαν τὰς ἐκθέσεις. Τέλος πάντων, τὰ πράγματα ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις δὲν διεξάγονται διὰ τῆς ἐγγράφου διαδικασίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, εὐθὺς ὡς προεβλήθη ἡ ἀντίρρησις ἐκεῖθεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκούσωμεν τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀκούσωμεν αὐτὴν, δικαίωμα ἔχομεν ν’ ἀπαιτήσωμεν νὰ ἀκούσωμεν αὐτήν.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδήλωσεν ὁ κ. Χατζῖσκος, ὅτι δὲν ἐπιμένει.
§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐπιμένομεν ἡμεῖς.
§150Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐφ’ ὅσον γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ τίς πρῶτος θὰ ὁμιλήσῃ, δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ λάβω τὸν λόγον.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις.
§152Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν τίποτε. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι μία πρότασις νόμου, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις παραπέμπεται πρὸς προεξέτασιν εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν, ὅπως καὶ ἄλλα νομοσχέδια παραπέμπονται εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλων Ἐπιτροπῶν εἰδικῶν. Ἐξαιρετικῶς, τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ προαπαιτεῖται ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἦλθεν ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνιστᾷ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τί ἕτερον θέλετε νὰ εἴπῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας; Νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Προϋπολογισμοῦ; Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ μᾶλλον ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπε τὴν γνώμην της ἐν ἐκθέσει, ἡ ὁποία, τυπωθεῖσα, διενεμήθη, καὶ εἶναι ἐν γνώσει πάντων τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἀλλὰ διατὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ γίνηται τόση συζήτησις; Ἔχομεν ἐπιπροσθέτως καὶ σταθερὰν νομολογίαν, καθιερωθεῖσαν παρ’ ἡμῖν...
§153Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀπὸ πέρυσιν.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1896 ἡ τάξις αὕτη ἐπεκράτησε. Προεβάλλετο ἐνίοτε ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας ἀντίρρησις, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία παρετήρει, ὅτι, ἂν ἡ μειονοψηφία παρῃτεῖτο τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ συζητήσῃ, ἡ Βουλὴ θὰ εἰσήρχετο εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων· τότε δὲ ἠναγκάζοντο οἱ ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιλέξωσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ νὰ ἀναπτύξωσι τὰς παρατηρήσεις, ἃς εἶχον κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἀπήντα τότε εἰς τὸν πρῶτον ἀγορεύσαντα, ἐνίοτε δὲ καὶ δὲν ἀπήντα, διότι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσῃ. Θὰ ὁμιλήσῃ βεβαίως ὁ νῦν εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, διότι καὶ εὐφραδὴς ῥήτωρ εἶναι καὶ κάτοχος τοῦ θέματος, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσῃ, ὅταν πρέπῃ νὰ ὁμιλήσῃ, ἀποκρούων γενησομένας παρατηρήσεις παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας. Πρὸς τίνα σκοπὸν νὰ ὁμιλήσῃ τώρα; Νὰ ἐπαναλάβῃ ὅσα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε; Τοῦτο εἶναι περιττόν.
§155Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ν’ ἀνακοινώσῃ τὰς γνώμας τῆς Ἐπιτροπῆς.
§156Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακοινοῦνται διὰ τῆς ἐκθέσεως. Λοιπὸν, ἐὰν περιμένητε παρ’ ἡμῶν νεωτέραν εἰσήγησιν, ἡ εἰσήγησις εἶναι αὕτη, ὅτι θὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων.
§157Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν, εἶναι τόσον λογικὴ, ὥστε δύσκολον νὰ ὑποστηρίξῃ τις αὐτὴν δι’ ἐπιχειρημάτων. Ἡ Κυβέρνησις κατέχεται ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι οὐδεμία διαφορὰ ὑφίσταται μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι συνταυτίζεται οὕτω πρὸς αὐτὴν, ὥστε, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐκφράζῃ μίαν γνώμην, τὴν ἐκφράζει καὶ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι ἑπομένως περιττὸν καὶ νὰ ἐρωτηθῇ αὕτη· ἐὰν δ’ ἐρωτᾶται, ἐρωτᾶται τυπικῶς. Βεβαίως διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς πλειονοψηφίας ὑπάρχει ἡ πρόληψις, μέχρις ἐναντίας ψηφοφορίας, ὅτι ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Ἀλλ’ αὕτη διατηρεῖ πάντοτε πλήρη ἐλευθερίαν γνώμης ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ διαφωνήσῃ πρὸς αὐτήν· θὰ ἦτο δ’ ἐναντίον καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, ἂν συνεταυτίζετο εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ θεωρῆται περιττὸν νὰ ἐκφράσῃ γνώμην μετὰ τὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἄπειροι εἶναι αἱ αἰτίαι, αἵτινες δίδουν ἀφορμὴν ἀκαταπαύστως εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ μεταβάλλουν γνώμην, καὶ πολλάκις ὑποχρεοῦσιν αὐτοὺς νὰ μεταβάλλουν γνώμην. Πρὸ πάντων παρουσιάζεται ἀφορμὴ τοιαύτη ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, νομίζω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ὅσον καὶ ἂν ἐμπιστεύηται τὴν Κυβέρνησιν, ἣν ἀνεβίβασεν εἰς τὰ πράγματα, ὅταν ὑποβάλληται ὁ Προϋπολογισμὸς ἰδίως, ὅστις κατοπτρίζει ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, οὐ μόνον εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ γνώμης περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔχει καὶ καθῆκον νὰ κρίνῃ ἀπροκαταλήπτως τὸ ἔργον, ὅπερ διαλαμβάνει ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ πρέπει νὰ αἰσθάνηται εἰλικρινῶς ὅλην τὴν ἐλευθερίαν καὶ ὅλην τὴν διάθεσιν, ἀνεπηρεάστως νὰ τὸν ἐλέγξῃ καὶ ἐγκρίνῃ. Τὸ Σύνταγμα, ὁρίζον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἵνα προεξελέγχηται οὗτος ὑπὸ ἰδιαιτέρας Ἐπιτροπῆς, διακρίνει αὐτὸν πάντων τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων τὴν νομολογίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς, κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὸ σύστημα τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἑκάστης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶναι καὶ τόσον εἰδικὸν καὶ τεχνικὸν ἔργον, ὥστε διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἠθέλησεν, ὅπως ἰδιαιτέρα προσοχὴ καταβάλληται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐξελεγχούσης αὐτόν· διὰ τοῦτο δὲ καὶ πολυαριθμοτέραν συνεκρότησε τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ ἡ πρακτικὴ πρὸς τοῦτο πολλὰ δικαιώματα ἐχορήγησεν εἰς αὐτὴν, καὶ ἐντὸς τῶν Ὑπουργείων εἰσάγει τὰ μέλη αὐτῆς, ὅπως ἐξετάσωσι καὶ βασανίσωσιν ὅλας τὰς ἀπορίας, ἃς γεννᾷ ὁ Προϋπολογισμός. Ἑπομένως δὲν εἶναι πρέπον νὰ λέγωμεν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ εἰσηγήσατο διὰ λόγου αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὃν αὕτη ἤκουσεν, ἢ ἀνέγνωσε, εἶναι περιττὴ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι ἀπόρροια αὐτῆς εἶναι ἡ Κυβέρνησις, καὶ κοιναὶ αἱ γνῶμαι. Ἡ πλειονοψηφία ἔχει τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις.
§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει ἔκθεσιν.
§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. Καὶ δὲν δύναται παρὰ αὐτὰς τὰς γνώμας νὰ ἔχῃ, διότι πλήρης συμφωνία ὑπάρχει. «Ὅ,τι λέγομεν ἡμεῖς, ἡ πλειονοψηφία τὸ παραδέχεται κλειστοῖς ὄμμασι. Λοιπὸν πρὸς τί νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ ἴδια πράγματα; Ἂς ἔλθῃ, ἂν θέλῃ, ἡ μειονοψηφία νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της». Ἀπορῶ, πῶς δὲν ἐπρότειναν νὰ εἰσάγῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἡ μειονοψηφία. Ἀλλὰ τὸν Προϋπολογισμὸν εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ λόγος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δικαιολογεῖ βεβαίως τὰς διαφόρους προτάσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἀρκετόν. Τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε τὰς προτάσεις καὶ τοὺς λόγους τῆς Κυβερνήσεως, Κυβερνήσεως προδήλως τῆς πλειονοψηφίας, νὰ ἐξελέγχῃ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναγκαίως ὑπερισχύουν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας. Τὸ Σύνταγμα δὲν συνεταύτισεν οὕτω Κυβέρνησιν καὶ πλειονοψηφίαν μετὰ τὴν ἔκθεσιν καὶ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε μόνον τὴν μειονοψηφίαν νὰ βαρύνῃ μὲ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐκάλεσε πρὸ πάντων τὴν πλειονοψηφίαν νὰ πράξῃ τοῦτο δι’ Ἐπιτροπῆς. Τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης τὴν ἐργασίαν καὶ τὰ πορίσματα ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς ν’ ἀκούσῃ ἡ Βουλή. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δικαιοῦται νὰ πράξῃ τοῦτο, ὅσον τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξέλεξεν ὡς τὰ καταλληλότερα διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην. Δὲν ἐξετάζω, ποία ἡ ἐργασία αὕτη, ἀλλὰ δικαιούμεθα νὰ μάθωμεν αὐτὰ, ἀναπτυσσόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἔχει, οὕτως εἰπεῖν, ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, νὰ προηγηθῇ πρῶτος. Πιθανὸν νὰ συμβῇ, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας νὰ μὴ ἔχῃ ἄλλας γνώμας, ἢ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέφρασεν ἐγγράφως ἢ προφορικῶς, καὶ νὰ μὴ ἐβασάνισεν αὐτάς. Τὸ ἀγνοῶ, διότι δὲν ἤμην ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι, ἀναγνώσας τὴν ἔκθεσιν, εἶδον μὲν ἀποφάσεις καὶ προτάσεις, ἀλλὰ ἐπιχειρήματα καὶ δικαιολογίας παντάπασι, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐπεφυλάχθη νὰ τὰς ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅσα δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖα νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ ἐκθέσει, ἵνα μὴ βαρύνῃ πολὺ τοὺς ἀναγνώστας αὐτῆς. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπικαλώμεθα οὐδὲ τοῦ παρελθόντος παραδείγματα, οὐδὲ ἄλλους λόγους καὶ ἐπιχειρήματα, ὅπως ἀνατρέψωμεν τὴν καθιερωμένην καὶ λογικὴν τάξιν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἔργον τῆς πλειονοψηφίας, κατ’ αὐτὴν, ἐν τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ· τότε ἀναγκαίως πρέπει νὰ προηγῆται καθ’ ὅλα τὰ στάδια ἡ πλειονοψηφία, εἴτε διὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἕνεκα τούτου θεωρῶ πρέπον, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐναντίας γνώμας.
§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνεβιβάσθη καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἰς ζήτημα Συνταγματικόν, καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος ἀπαιτεῖ τοῦτο, ἄρα, ἐὰν γείνῃ τι ἐναντίον τῆς γνώμης ταύτης, γίνεται ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὸ 1895 ἦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ εὑρίσκω εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπελήφθη εἶτα ἡ Βουλὴ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τοῦ 1895· ἔλαβε δὲ τὸν λόγον εἷς τῶν Βουλευτῶν Παρνασσίδος...» Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἔλαβε πρῶτος τὸν λόγον· οὐδεὶς δὲ τότε ἐφαντάσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν, λόγῳ ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ πρῶτος τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Κατὰ τὸ 1896 τὸ ἴδιον συνέβη· ἔλαβε πρῶτος τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὰ προηγούμενα αὐτὸ καθιέρωσαν. Λέγω δὲ τὰ προηγούμενα, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀντισυνταγματικότητος, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἀντισυνταγματικότητος, οἱ κυβερνῶντες κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἤθελον εἴπει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Εἶπον ταῦτα, ὅπως δώσω εἰς τὸ ζήτημα τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ σημασίαν· ἡ σημασία δὲ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶπον πρὸ ὀλίγου. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει συμφέρον, ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερον νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἔλεγε: «δὲν ἐννοῶ νὰ ἀπαντήσω, δὲν ἐννοῶ νὰ ἀγορεύσω», τότε ἴσως θὰ εἴχετε δίκαιον νὰ ἐπικρίνητε τὴν ἀπάντησιν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ εἰσηγητὴς λέγει: «περιμένω τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἀμέσως θὰ λάβω τὸν λόγον». Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο ἔληξε, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἵνα ἀκούσωμεν τὰς γνώμας αὐτοῦ.
§161Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διὰ τῆς χθεσινῆς αὐτοῦ ἀγορεύσεως ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργός, ἐξ ἀφορμῆς τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, αἰτήσαντος νὰ προταχθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τινα νομοσχέδια, ἰδίᾳ τὸ περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν καταστραφεισῶν ἀμπέλων, καὶ τὸ περὶ χορηγίας δανείου εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἔλεγεν ἡμῖν: «πῶς θέλετε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων πρὶν ἢ μάθητε ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους;» Εἰς ἐμὲ δὲ, διακόψαντα αὐτὸν, παρὰ τὸν Κανονισμόν, ἀλλ’ ἐν ἀπορίᾳ εὑρεθέντα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ τοιαῦτα ἐπρότεινε, προτιμᾷ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς συζητήσεως τῶν τοιούτων νομοσχεδίων, ἀπήντησε: «Πρέπει νὰ μάθητε, ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους· διότι, ἐὰν ἔχητε τὴν ἰδέαν, συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας, ἣν ἀνέγνων, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῆτε, ὅπως προταχθῶσι τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια». Νομίζω ὅτι ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας ἦτο τοιαύτη. Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς ἐπροτείνομεν νὰ προταχθῶσι τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, ὑπεδεικνύομεν ἅμα ἀλλοίαν τὴν βάσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ὅπως ἐκ τῆς τοιαύτης καταρτίσεως ἀπολήξῃ ἀληθῶς ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς περίσσευμα, ἐπιτρέπον ἡμῖν τὴν ψήφισιν οὐ μόνον τῶν τοιούτων νομοσχεδίων, ἅτινα ἐπεφυλάττεσθε νὰ συζητηθῶσι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλων, ἀνακουφιστικῶν εἰς τὸν ψυχορραγοῦντα λαόν. Ὑμεῖς ὅμως, ἀφοῦ ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς, τὸ ἔργον ὑμῶν, θ’ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα, διατὶ δὲν προετάξετε τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων ἐπειγούσης ἀνάγκης, νομοσχεδίων, ἅτινα εἶναι ἄδηλον, ἂν θὰ ψηφισθῶσι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§162Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὰ ὑπέβαλον πρὸς τὸ θεαθῆναι, δὲν τὰ ὑπέβαλον διὰ νὰ ψηφισθῶσι.
§163ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ ἔλεγε ταῦτα χθές, ἐν ἄλλῃ αὐτοῦ ἀγορεύσει κατὰ τὴν προκληθεῖσαν συζήτησιν ἐξ ἀφορμῆς καὶ πάλιν τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου ἐπεισοδίου τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις, ἐπωφεληθεῖσα τῆς βραδύτητος τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας κατὰ τὴν τακτικὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων, ἐπεξειργάσθη τὰ ὑπόλοιπα κεφάλαια τῶν ἐσόδων καὶ ἅπαντα τὰ τῶν ἐξόδων, ἐκτὸς τῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐντὸς ἡμισείας ὥρας, ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς — καὶ ἀπορῶ, πῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπιμένει, ὅπως πρῶτος λάβῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας—οὐδεμίαν ἐπίδρασιν θὰ ἔχῃ ἐπί τε τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἰδεῶν τῶν διακεκριμένων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἄν ταῦτα μετέχωσιν ἀληθείας, ἁρμοδία εἶναι νὰ κρίνῃ ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα τὸν κ. Πρωθυπουργόν, νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς Πρωθυπουργὸν συνταγματικοῦ Κράτους τοιαύτας θεωρίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διακηρύττῃ, καὶ ἐνῷ ἐφθέγγετο ταῦτα, βραδύτερον ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει ἀντιφάσκων ἔλεγεν: «Ἡμεῖς σπεύδομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως μάθῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας». Ἀληθῶς ἀναμένει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μάθῃ ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, καὶ ἄν, ὡς διεκήρυττεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, αἱ γνῶμαι καὶ αἱ κρίσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὦσιν ὅμοιαι πρὸς τὰς γνώμας καὶ τὰς κρίσεις αὐτῆς κατὰ τὸ παρελθόν, αἵτινες διεψεύσθησαν ὑπὸ τῶν προβλέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀποτελεσμάτων τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899 καὶ τῶν προσδοκωμένων τοιούτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ὄντως θὰ ἴδωμεν, ἂν αἱ γνῶμαι καὶ αἱ προβλέψεις τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς θέλουσι διαψευσθῆ ἐκ τῶν προσδοκωμένων ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τε 1900 καὶ τοῦ 1901. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναμένει, Κύριοι, νὰ μάθῃ, ἐκτὸς τούτων, ἂν τὰ ἑκατὸν καὶ δέκα ἑκατομμύρια, ἅτινα εἰσεπράξατε ἐκ τοῦ ἱδρῶτος αὐτοῦ, διεθέσατε εἴτε ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, εἴτε ὑπὲρ τῆς ἀνασυντάξεως τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς τῆς χώρας, εἴτε ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, ἐφαρμόσαντες τὸ μεταρρυθμιστικὸν ὑμῶν πρόγραμμα, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀνήλθετε ἐπὶ τὴν ἀρχήν· καὶ ὁπόταν μάθῃ ὅτι ὄχι μόνον οὐδεμίαν πρόνοιαν ἐλάβετε ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον περιεκόψατε καὶ τὰ γλίσχρα ἐκεῖνα ποσὰ, ἅτινα ἀναγράφονται ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ὁπόταν μάθῃ, ὅτι αἱ οἰκονομίαι, ἃς θέλετε νὰ ἐπενέγκητε, εἶναι αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῆς χώρας, ὁπόταν μάθῃ, ὅτι οὐδεμίαν πρόνοιαν ἐλάβετε περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, ὅτι οὐδὲν διεθέσατε, ἀλλὰ τοὐναντίον περιεκόψατε δαπάνας καὶ ἐκ τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, ὅτι ἐκ τοῦ προγράμματος ὑμῶν τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν, ὅπως ὁ στρατὸς, ἀπομακρυνόμενος τῶν ξένων αὐτῷ ὑπηρεσιῶν, ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, δὲν ἐφηρμόσατε, περιορισθέντες εἰς τὴν ἐφαρμογὴν νομοθετημάτων οὐδεμίαν ὠφέλειαν εἰς τὴν χώραν παρασχόντων, τότε ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν θέλει σᾶς χειροκροτήσει, ὡς σᾶς ἐχειροκρότησεν ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα ὑμᾶς, ἀλλὰ τοὐναντίον θέλει θλιβῆ ἐκ τῆς τοιαύτης εἰκόνος, μετανοῶν διὰ τὴν ψῆφον, δι’ ἧς ἐτίμησε τὸ μεταρρυθμιστικὸν ὑμῶν πρόγραμμα. Καὶ ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ ὑμῶν; Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους καὶ συνάμα νὰ ἐξετάσωμεν καὶ αὐτὸν τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ὃν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν ἡμῖν, ἐναβρυνόμενος ἐπὶ τῷ ἀποτελέσματι αὐτοῦ! Θέλομεν ἀκολουθήσει καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν μέθοδον, ἣν καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι αἱ προβλέψεις αὐτοῦ ἐπί τε τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, δὲν θέλουσιν εἶσθαι τοιαῦται, οἵας ἐλπίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὸν πλειονοψηφία. Κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τακτικῶν ἐσόδων, προϋπολογισθέντων κατὰ τὰ 1899 εἰς 106,946,708, εἰσεπράχθησαν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐκτάκτων ἐκ 4,162,000 καὶ τῶν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως ἐκ 3,800,000, ὅπερ εἶναι ποσὸν ἐπίσης ἔκτακτον, εἰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταλογισθῇ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο νομίμως εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ἀλλὰ καθ’ ἡμᾶς τοῦτο, ὡς μὴ σταθερὸν ἔσοδον, δέον νὰ καταλογισθῇ τμηματικῶς εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897, εἰσεπράχθησαν, λέγω, 107,500,000, ἐπὶ δὲ ἐξόδων, προϋπολογισθέντων εἰς 110,932,000, ἐπραγματοποιήθησαν 104,000,000, μετὰ τὴν καταδίκην εἰς ἀχρηστίαν, ὡς εἶπε, τῶν 6,350,000. Συνεπῶς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ἀπέληξεν εἰς περίσσευμα τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τακτικὰ ἔξοδα δρ. 2,900,000. Πλήν, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ περισσεύματος ἤθελεν εἶσθαι περὶ τὰ 10,000,000 περίπου, ἂν δὲν ἐλάμβανον χώραν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο αἱ δυσμενεῖς καιρικαὶ περιστάσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὰ κυριώτερα ἡμῶν προϊόντα ὑπέστησαν μεγάλην βλάβην, καὶ ἂν ἡ χρῆσις τοῦ 1899 δὲν ἐβαρύνετο δι’ ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων ἐκ 3,300,000—ἐξαιρετικὸν φαινόμενον ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι, ἂν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἦσαν ἀκριβῆ, οὐδόλως ἔπρεπε νὰ διστάζωμεν περὶ τῆς εὐπορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔσης τοιαύτης, ὥστε καὶ 120 ἑκατομμύρια νὰ ἀποδίδῃ, καθόσον, ἂν προσθέσωμεν εἰς τὰ 2,900,000 καὶ εἰς τὰ ἐκ τῆς παρακρατήσεως τῶν τριῶν ἐτῶν καὶ εἰς τὰ ἔκτακτα, ἀνερχόμενα ἐν ὅλῳ εἰς 115,000,000, ὅσα ἔτι ὑπελογίζετε, περὶ τὰ 10 ἑκατομμύρια, θὰ ἔχωμεν 125,000,000 περίπου, καθόσον εἰς 115, 000,000 ἀνέρχονται τὰ εἰσπραχθέντα μετὰ τῶν ἐκτάκτων...
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἐκτάκτων.
§165ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε. Εἴπετε, ὅτι τὸ περίσσευμα τῶν 2,900,000 ἤθελεν εἶσθαι πολὺ ἀνώτερον, ἂν δὲν ἐπήρχοντο αἱ δυσμενεῖς αὗται καιρικαὶ περιστάσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑστέρησαν τὰ ἔσοδα κατὰ 2,000,000 περίπου, καὶ ἂν δὲν ἐπλήρωνεν ἡ χρῆσις αὕτη πολλὰ ἐκ τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις,—φαινόμενον ἐξαιρετικὸν—νὰ πληρώσῃ δραχμὰς 3,300,000, τὸ περίσσευμα θὰ ἦτο ἀνώτερον καὶ τῶν 10,000,000. Ἀλλ’ ἐγώ, ὡς πολλάκις διεκήρυξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἔχω τοιαύτην ἰδέαν περὶ τῆς εὐπορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς δημοσίας οἰκονομίας, οἵαν ἡ Κυβέρνησις. Ἀληθῶς ἀνέγνων ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἀγορεύσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐκ μόνου τοῦ νομοῦ Ἠλείας ὑπῆρξε καθυστέρησις κατὰ τὸ 1899 περὶ τὰς 783,678 δραχμάς, καὶ ἠθέλησα νὰ βεβαιωθῶ, τίνες ἦσαν αἱ καθυστερήσεις ἐν τῷ νομῷ αὐτῷ, ἐπὶ παραδείγματι, κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς ᾐτησάμην, ὅπως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλῃ ἡμῖν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς καθυστερήσεις τοῦ νομοῦ Ἠλείας, ἰδίως τὰς καθυστερήσεις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἅμα δὲ πίνακα τῶν καθυστερήσεων τῶν ἀμέσων φόρων, διότι, ὡς εἶπεν, ἐπέδρασε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἡ κατάστασις αὕτη καὶ ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων· ἐπίσης πίνακα τῶν καθυστερήσεων τῶν ἀμέσων φόρων τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ τῶν ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν, διότι ἠθέλησα νὰ ποιήσωμαι παραβολὴν τῶν τοιούτων καθυστερήσεων, ὅπως πεισθῶ, ἂν ὄντως αἱ καθυστερήσεις αὗται ἦσαν ἀποτέλεσμα τῆς, ἣν διέταξεν, ὡς εἶπεν, ἀναστολῆς τῶν φόρων. Παραδόξως ὅμως, Κύριοι, εἶδον, ὅτι αἱ καθυστερήσεις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ἐν τῷ νομῷ Ἠλείας (καὶ περιορίζομαι εἰς τοῦτον, ἵνα μὴ ἐξαντλῶ τὴν ὑπομονὴν ὑμῶν, ἀναγινώσκων τὰ καθυστερούμενα διαφόρων ἄλλων νομῶν τοῦ Κράτους), περὶ ὧν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερεν ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ αὑτοῦ ἀγορεύσει, καὶ ὧν αἰτησάμενος ἔλαβον τὸν πίνακα, ἦσαν κατὰ τὸ 1899 δραχ.120,000 ἐπὶ βεβαιωθέντων 614,000, τῶν δὲ ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν 460,000, ἐπὶ βεβαιωθέντων 600,000. Καὶ ὄντως ἡ καθυστέρησις ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν εἶναι σημαντική· ἀλλὰ, ἠξεύρων, ὅτι αἱ καθυστερήσεις ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἕνεκα διαφόρων λόγων, εἰσὶ μεγάλαι, παρέβαλον καὶ ταύτας πρὸς τὰς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἰδίως τῶν ἐτῶν 1894, 1895 καὶ 1896, ἤτοι τῶν τριῶν πρὸ τοῦ πολέμου ἐτῶν, καὶ εὗρον, ὅτι αἱ ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν ἦσαν περίπου αἱ αὐταί. Συνεπῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἂν τῳόντι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέταξεν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων τούτων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν φόρων τούτων, ᾐτησάμην καὶ μοὶ ἐδόθη ὁ πίναξ τῶν καθυστερουμένων ἀμέσων φόρων τῶν ἐτῶν 1894, 1895 καὶ 1896· ὡς δὲ παρετήρησα, αἱ καθυστερήσεις ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων τοῦ 1894 ἐν τῷ αὐτῷ νομῷ Ἠλείας ἦσαν ἐπίσης 411,000. Ὅθεν αἱ μεγάλαι αὗται καθυστερήσεις, ἃς ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς διαταχθείσης ἀναστολῆς τῶν φόρων, εἰσὶ περίπου αἱ αὐταί, αἵτινες παρουσιάζονται καὶ εἰς παρελθούσας ἐποχὰς ἄλλων ἐτῶν. Καὶ παρατηρῶ ταῦτα οὐ μόνον, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅ,τι ἠδύνατο ἐνήργησε διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀλλ’ ἵνα ἀνακόψω καὶ τὸ πνεῦμα τῆς αἰσιοδοξίας, ὑφ’ ἧς κατέχεται, ὑποθέτων, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον χώραν αἱ δυσμενεῖς αὗται καιρικαὶ περιστάσεις, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἤθελον εἶσθαι κατὰ 3 περίπου ἑκατομμύρια ἀνώτερα τῶν εἰσπραχθέντων, καὶ ἰδίᾳ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Ἄλλως τε, ἐὰν ἡ ἀναστολὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ἦτο τοιαύτη, οἵαν λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ εἰσεπράττοντο 1,487,000 δρ. ἐπὶ προϋπολογισθεισῶν 1,950,000· διότι, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ περονόσπορος ἔβλαψε ἁπάσας σχεδὸν τὰς ἀμπέλους τῆς Ἑλλάδος, καὶ διϊσχυρίζεσθε, ὅτι διετάξατε γενικὴν ἀναστολὴν τοῦ φόρου τούτου, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος καὶ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις, ὧν αἱ ἄμπελοι ἐβλάβησαν, πάντες οἱ ἀμπελοκτήμονες ἐπλήρωσαν τὸν φόρον τοῦ 1899. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐξαιρετικῶς ἐπλήρωσεν ἡ χρῆσις τοῦ 1899 καὶ 3,300,000 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων. Ὁμολογουμένως τὸ ἔτος 1899 ἐπλήρωσεν ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων ὄχι ὀλίγα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ 1895, ἐὰν δὲν ἐπλήρωσε 3,300,000, ἐπλήρωσεν ὅμως 2,500,000· ὥστε δὲν εἶναι ἐξαιρετικὸν φαινόμενον νὰ πληρώσῃ 3,300,000 τὸ 1899.
§166Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ 1896 πόσα ἐπλήρωσε;
§167ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἔχω ἀκριβῆ σημείωσιν περὶ τοῦ 1896. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδὲν σημαίνει. Περιοριζόμενος ὅμως καὶ ἐγὼ, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ περίσσευμα αὐτὸ τῶν 2,900,000, ἤθελον ἐρωτήσει αὐτὸν, ἐὰν πᾶσαι αἱ δαπάναι, αἱ βαρύνουσαι τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ἐπραγματοποιήθησαν. Ὑποβάλλων τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, δὲν ὤκνησε νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι θὰ ζητηθῶσι καί τινες πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ, οὐχὶ ἄνω τῶν 500,000 δραχμῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ ζητηθησόμενον, ἔσεται 500,000 δραχμῶν, ἢ ἐπὶ πλέον, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι 500,000, τὸ περίσσευμα μειοῦται ἤδη εἰς 2,400,000. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὰ πλεονάσματα τῶν πιστωτῶν ἡμῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἔδει νὰ καταλογισθῶσιν εἰς βάρος αὐτῆς, καθόσον καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ταῦτα θέλουσι καταλογισθῆ εἰς τὴν ἑπομένην χρῆσιν, τοῦ 1900, συνῳδὰ τῷ νόμῳ περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρίδω τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι αἱ προκαταβολαί, αἱ διδόμεναι παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς δήμους χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐκτὸς τῆς εἰσφορᾶς τοῦ Κράτους καὶ ἐκτὸς τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀποτελοῦσι πραγματικὴν δαπάνην τοῦ Κράτους. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὀχυρωθεὶς ὄπισθεν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, εἶπεν, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ αὗται συμπεριλαμβάνονται ἐν αὐτῇ. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἴδιον ἄρθρον περὶ τούτων, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δαπάναι τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ὁπόταν τὸ Κράτος δίδῃ ποσὰ εἰς δήμους, ἅτινα δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ εἰσπράξῃ, ἤ, ἐὰν εἰσπραχθῶσιν, ἔσονται πολὺ ἐλάσσονα, τὰ ποσὰ ταῦτά εἰσι δαπάνη τοῦ Κράτους, καὶ πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Διὰ ταῦτα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐκαινοτόμησε, ταξινομήσας τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους ὑπὸ σύστημα, ὡς εἶπεν, ἐπιστημονικόν, ἔπρεπεν, ὅπως ἔχωμεν πραγματικὴν τὴν εἰκόνα τῶν δαπανῶν ἡμῶν, (διότι, Κύριοι, πρέπει, ἐπὶ τέλους, νὰ καταρτίζωμεν Προϋπολογισμοὺς ἀπεικονίζοντας τὴν ἀληθῆ τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων κατάστασιν) νὰ ἀναγράψῃ ἐν τοῖς ἐξόδοις ἴδιον ἄρθρον τῆς δαπάνης, ἣν δίδει προκαταβολικῶς τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς δήμους, ἐν δὲ τοῖς ἐσόδοις εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀπολήψεων τὸ εἰσπρακτέον ἐκ τῶν δήμων, καὶ οὕτω νὰ ἔχωμεν πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Διότι δὲν θέλει ἀμφισβητήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου περίπου, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς εἰσφορὰ τοῦ Κράτους εἰς τοὺς δήμους, τὸ ποσὸν τοῦ 1,300,000, ὅπερ ἐδόθη κατὰ τὸ 1899 εἰς τοὺς δήμους, δὲν θὰ εἰσπραχθῇ παρὰ τῶν δήμων, ἑπομένως εἶναι δαπάνη ἀνεπιστρεπτὶ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς δήμους, ἤ, ἐὰν εἰσπραχθῇ, θὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν ἔλασσον τούτου, ὥστε πάντως θὰ μείνῃ δαπάνη βαρύνουσα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ὅθεν, ἐὰν ἡ πραγματικὴ αὕτη δαπάνη ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, τὸ περίσσευμα τοῦτο θέλει μειωθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὅπως ἐπαίρηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατώρθωσε τέλος τὸ 1899 νὰ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899, μὴ ἀποδεχομένου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὰς τοιαύτας ἐλαττώσεις, αἵτινες, κατ’ ἐμέ, εἰσὶν ἀναμφίλεκτοι, ὅπως ἔχωμεν πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν δαπανῶν, ἃς τὸ Κράτος ὑφίσταται, καὶ ἂν, λέγω, ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 ἀπέληξεν εἰς περίσσευμα, ἂς ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 θὰ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα, οἷον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατείνεται ἐν ταῖς κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1900 καὶ 1901 εἰσηγητηρίοις ἀγορεύσεσιν αὐτοῦ, ἢ ἂν ἡμεῖς, οἱ μετασχόντες τῆς συζητήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ παραστήσαντες, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα 5,000,000, εἴμεθα ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Ὀφείλομεν νὰ ποιήσωμεν λόγον ἰδίως περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, διότι κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ χρῆσις αὕτη ἐθεωρήθη παρ’ ἡμῶν, τῶν ἐπικρινάντων αὐτήν, κυρίως ἁμαρτωλή· τόσον δ’ ἡ χρῆσις αὕτη ἐθεωρήθη ἁμαρτωλή, ὡς ἔλεγεν, ὥστε αἱ ἀπαισιοδοξίαι ἡμῶν, ἃς ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, κατὰ τὴν γενικὴν αὐτοῦ συζήτησιν, πέρυσιν ἐξηνέγκομεν, ἐπέδρασαν καὶ ἐπὶ τοῦ Τύπου τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς γνώμης τοῦ φιλέλληνος ὄντως διπλωμάτου καὶ μέλους τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Κόρμπετ, καὶ δυστυχῶς αἱ ἀπαισιοδοξίαι μας αὗται ἔβλαψαν τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Ἐν πρώτοις θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν λύπην μου, ἐὰν ἐφαντάσθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν αἱ ἀπαισιόδοξοι ἡμῶν γνῶμαι νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ μέλους τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, οἷος ὁ κ. Κόρμπετ, διακρινόμενος ἐπὶ τῇ βαθείᾳ αὐτοῦ γνώσει περὶ τὰ ἐν γένει οἰκονομικὰ, καὶ ἰδίᾳ τοῦ Κράτους ἡμῶν. Ὁ φιλέλλην καὶ εὐγενὴς οὗτος διπλωμάτης δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῶν ἀπαισιοδόξων ἡμῶν γνωμῶν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν πραγμάτων ἐπηρεάσθη, ἐκ τῆς μελέτης τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἐξ ἧς ἐπείσθη, ὅτι οὗτος ἤθελε καταλήξει εἰς ἔλλειμμα 5,000,000 περίπου, οἷον προϋπελόγισε καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι εἶχε μελετήσει βαθύτερον ἡμῶν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προκειμένου περὶ ἐσόδων προερχομένων ἐκ προϊόντων ἐπηρεαζομένων ὑπὸ τῶν καιρικῶν περιστάσεων, εἶναι, ὅτι ἔλεγεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, ἣν, κατὰ καθιερωμένον σύστημα, διαβιβάζει ἐτησίως εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν ἀμέσων φόρων ὑπολογίζεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 εἰς 22,856,000, ἀπέναντι 18,996,650 τῶν ἐτῶν 1893–1895, ἀπέναντι 19 περίπου ἑκατομμυρίων, ὅσα εἰσεπράττοντο μέχρι τοῦ 1898. Περὶ δέ τινων ἐσόδων ἐκ τούτων, ὅπως πεισθῆτε ὁποίαν βαθεῖαν γνῶσιν ἔχει ὁ οἰκονομολόγος οὗτος περὶ τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν χώρας τινὸς, ἀπεφαίνετο, ὅτι ἐπὶ τοιούτων ἐσόδων δὲν πρέπει νὰ βασίζηταί τις, προβαίνων εἰς δαπάνας ἀναλόγους, καθόσον ἐνδεχόμενον εἶναι, τὰ ἔσοδα ταῦτα νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἐκ καιρικῶν περιστάσεων. Καὶ προσέθετεν αὐτολεξεί: «Ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων τὰ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, τῶν ἐλαίων, τῶν σύκων καὶ τῆς σταφίδος εἶναι καθαρῶς μαντεία, ἐπηρεαζομένων ἐκ τῆς ἑκάστοτε ἐσοδείας, τῆς δὲ σταφίδος καὶ ἐκ τῶν ξένων ἀγορῶν.» Καὶ ὄντως δὲν ἔσφαλλεν εἰς τὰς κρίσεις του, διότι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1900, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο τῶν κυριωτέρων ἡμῶν προϊόντων, ἤτοι τὴν σταφίδα ἔν τε τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ, καὶ τὰς ἀμπέλους, ὑποστάσας μεγάλην μείωσιν παραγωγῆς, ἀπέδειξαν τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του: «Βεβαίως δὲν ἔχω τὸ δῶρον τῆς μαντείας...»
§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως καὶ ὑμεῖς, ὅτε ὑπεβλήθη καὶ συνεζητεῖτο ὁ τοῦ 1900 Προϋπολογισμός, δὲν εἴχετε ἰδέαν περὶ τῶν ἐπελθουσῶν καταστροφῶν ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ὁ κ. Κόρμπετ εἶχεν ἴσως δίκαιον, διότι, ὅτε ἔγραφε, κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον ἢ Ἰούλιον τοῦ 1900, εἶχεν ἀναφανῆ ἡ καταστρεπτικὴ νόσος, καὶ γενικὴ ὑπῆρχε γνώμη, ὅτι κατεστράφη τέλεον ἡ σταφιδοπαραγωγὴ, ἡ καταστροφὴ δὲ ταύτης ἤθελεν ἀναγκαίως ἐπιδράσει ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἰδίᾳ δὲ ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τῶν τελωνειακῶν τελῶν.
§169Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους σᾶς ἔλεγον, ὅτι ἔδει νὰ προβλέψητε ἄλλως ἐπὶ ἐσόδων προσβαλλομένων ὑπὸ καιρικῶν περιστάσεων. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ περονοσπόρου. Ἐκ τοῦ ἐλαίου τουτέστιν ἀνεγράφετε 1,700,000 δρ. ἔσοδον τὸ 1900, καὶ ἔλεγον, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀσφαλές. Προκειμένου περὶ ἐσόδου ἐξαρτωμένου ἐκ καιρικῶν περιστάσεων, καὶ περὶ ἐσόδου, ὅπερ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν ἀπόδοσιν κατὰ πᾶν ἔτος, πιθανὸν καὶ νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἀναγραφόμενον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον, ὡς τὰ ἔσοδα ἐξ ἄλλων φόρων, σταθερῶν δύναταί τις εἰπεῖν.
§170Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τοῦ 1900 (πλὴν τῆς Ἑπτανήσου) ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσπραχθήσονται βεβαίως δραχ. 2,200,000, κατὰ δὲ τὸ 1901 ὑπολογίζομεν ὡς εἰσπραχθησόμενον ποσὸν ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν.
§171ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ μήπως ἠρνήθην τὴν ἐπὶ πλέον αὔξησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ τῶν ἐσόδων τούτων κατὰ τὸ 1900; Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀμπέλων, ἐκ τῶν σταφίδων, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἔσοδον; Μήπως εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θέλει εἰσπραχθῇ καὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ὅσον προϋπελογίζετε ἐκ τῶν φόρων τούτων; Μήπως ἐκ τῶν ἐλαίων δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ προἴδῃ ὁποῖον τὸ εἰσπρακτέον ποσόν; Δυνατὸν καὶ ἕν ἑκατομμύριον, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται καὶ 500,000 μόνον, ὡς πολλάκις ἐν τῷ παρελθόντι συνέβη, ἐναλλασσομένων τῶν ἐτῶν εὐφορίας καὶ ἀφορίας. Τοιαύτας παρατηρήσεις ὑπέβαλον καὶ κατὰ τὴν τότε συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως μὴ προβαίνωμεν εἰς ἀναγραφὴν ἐσόδων ἐλπιζομένων, δι’ ὧν δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καλύψωμεν δαπάνας πραγματικάς. Ἀλλ’ ὁ κύριος Κόρμπετ, ὅτε ἔγραφε τὴν ἔκθεσίν του, δὲν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰς δυσχερεῖς καιρικὰς περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν, ὡς εἴχετε ὑποβάλει αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν· ἐλάμβανε κατόπιν ὑπ’ ὄψιν τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα καὶ τὰς δαπάνας, τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν ἐφαντάζετο δὲ, ὅτι ἠδύνασθε νὰ περικόψητε δαπάνας 6,350,990 δραχμῶν, νὰ θέσητε δηλαδὴ εἰς ἀχρηστίαν πιστώσεις τόσου ποσοῦ — διότι δὲν ἐφηρμόσατε τοὺς νόμους, οὓς ἐψηφίσατε κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἐπραγματοποιήσατε δαπάνας ἐπωφελεῖς εἰς τὴν ὁδοποιΐαν καὶ ἄλλα ἔργα. — Ἐὰν βεβαίως ἐφαντάζετο, ὅτι ἐπὶ πιστώσεων 111,000,000 δὲν θὰ ἐπραγματοποιεῖτε τοιαύτας ἐξ 6,350,990, βεβαίως θὰ ἤλπιζεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1900 δὲν ἤθελεν ἀπολήξει εἰς ἔλλειμμα. Ὅταν ὅμως ἀναγράφητε δαπάνας 110,932,494 δραχμῶν, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐναλλάσσουσι καθ’ ἑκάστην χρῆσιν μεταξὺ δύο καὶ τριῶν ἑκατομμυρίων, πῶς νὰ μὴ ὀρρωδῇ πρὸ ἐλλείμματος; — ἐκτὸς μόνον ἂν δὲν ἐφαρμοσθῶσι νόμοι, ἢ καὶ δὲν ἐκτελεσθῶσιν ἔργα, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἔργα κοινῆς ὠφελείας, ὑδραυλικὰ, ὁδοποιΐας, δι’ ἃ ἀνεγράφετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μέγα ποσόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐφανταζόμεθα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1900 τὰς ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐπελθούσας ζημίας, ὑπολογίσαντες μείωσιν ἐκ τῶν ἐσόδων περὶ τὰ 5,000,000, ἴσως ἐπλανήθημεν εἰς τὰς προβλέψεις ἡμῶν, μὴ ἐπαληθευσάσας ἐν παντὶ, ὡς δὲν ἐπηλήθευσαν καὶ αἱ ὑμέτεραι, ὡς θέλω ἀποδείξει ἤδη, ἐξετάζων τὰ τῶν μειώσεων τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μειώσεων τῶν ἐσόδων τούτων καὶ τῶν αὐξήσεων αὐτῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις τινὰς ἐφ’ ἃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐποιήσατο τὴν ἑξῆς σκέψιν: Εἰσεπράχθησαν ἐκ τακτικῶν ἐσόδων κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 ἔτους 75,675,000 δραχμαὶ, μετὰ τὴν ἐξ ἐκτάκτων ἀφαίρεσιν 7,000,000, κατὰ δὲ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ ἔτους 1899 εἰσεπράχθησαν ἐπίσης ἐκ τακτικῶν ἐσόδων 69,000,000 ἤτοι προκύπτει διαφορὰ ἐπὶ πλέον 6,536,000, ὅπερ ποσὸν δὲν ἀποδέχεται μὲν, ὅτι θὰ ᾖναι ἴσον πρὸς τὸ πλεόνασμα τῶν ἐσόδων τοῦ 1900, πάντως ὅμως θὰ ἦναι ἀνώτερον τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθησομένων ἐσόδων τῷ 1900 πρὸς τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ 1899 κατὰ πολύ· ὑπολογίσας δὲ καὶ τὰ ἔξοδα, ἅτινα θέλουσι δαπανηθῆ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, καὶ τὰ εἰσπραχθησόμενα κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας τῆς χρήσεως, τεκμαίρεται, ὅτι πάντως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, ἂν δὲν ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα 3,000,000, ὡς προϋπελόγιζε, βεβαίως θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἰσοζύγιον. Ἐπὶ τῶν σκέψεων τούτων ὑποβάλλω παρατηρήσεις τινὰς, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν 6,536,000 δραχμῶν δὲν προέρχεται ἐκ τῆς κανονικῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων· διότι ἡ διαφορὰ αὕτη προκύπτει τὸ μὲν ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς τρεχούσης καὶ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, ἐξ οὗ κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα τῶν 10 μηνῶν τοῦ ἔτους 1900 εἰσεπράχθησαν ἐξ ἀπροβλέπτων 1,045,000, ἅτινα, ὑπὸ τύπον ἀπροβλέπτων, ἠκούσατε τὴν ἑσπέραν ταύτην πόθεν προέρχονται, ἐξ ἐκτάκτων τουτέστιν ἐσόδων, τὸ δὲ ἐξ ἀντιτίμου σταφιδοκάρπου, εἰσπραχθέντος ἐκ φόρου εἰς εἶδος τῆς χρήσεως τοῦ 1898, δραχ. 1,259,000. Ὥστε ἐξ ἐσόδων κεκλεισμένων χρήσεων εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1900 δραχ. 2,304,000.
§172Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἔσοδον ἐξ ἀπροβλέπτων δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς παρελθούσας χρήσεις.
§173Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι περιέπεσα ἴσως εἰς οἰκονομικόν τινα σολοικισμόν, εἰπών, ὅτι τὰ ἔσοδα τὰ ἀπρόβλεπτα δὲν εἶναι ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων. Πιστεύω, ὅτι ἠξεύρω τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ἐσόδων αὐτῶν· ἀλλ’ ἐνόουν τὸ κεφάλαιον 8, ὑπὸ τὸν τίτλον «διάφορα ἔσοδα τρεχούσης καὶ παρελθουσῶν χρήσεων», ἐν ᾧ συγκαταλέγεται καὶ τὸ ἔσοδον τῶν ἀπροβλέπτων. Δὲν εἶπόν τι τόσῳ ἄτοπον, τόσῳ ἔκτροπον, ὥστε νὰ σπεύσῃ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ὑπέπεσα εἰς λάθος. Ἀντὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ τυπικήν τινα ἀνακρίβειαν, προελθοῦσαν ἐκ τῆς εἰς ἴδιον κεφάλαιον ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων τούτων, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νέαν ταξινόμησιν ἐσόδων τινῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἦτο προτιμότερον νὰ σπεύσῃ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, πόθεν προέρχεται τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τούτων, ἀνελθὸν κατὰ τὸ 1900 εἰς 1,045,000 ἐπὶ προϋπολογισθέντων 115,000 καὶ μόνον.
§174Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐθεώρησα τὸ πρᾶγμα τόσον σπουδαῖον, οὐδὲ ἠθέλησα νὰ διορθώσω τὴν φράσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ· ἐνόμισα μόνον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶχε παρατηρήσει, ὅτι ταῦτά εἰσιν ἀναγεγραμμένα ὑπὸ ἄλλον τίτλον, καὶ οὐχὶ ὡς ἔσοδον παρελθουσῶν χρήσεων.
§175Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐξακολουθῶν τὴν ἐξέτασιν τῆς διαφορᾶς τῶν 6,536,000, λέγω, ὅτι ἐν αὐτοῖς συμπεριλαμβάνονται ἔσοδα τῆς χρήσεως 1900 ἐπὶ πλέον τῆς τοῦ 1899 δραχ. 2,304,000, προερχόμενα ἐξ ἀπροβλέπτων καὶ ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ 1898, καταλογιζομένου εἰς τὸ 1900. Ἐπίσης τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν εἰσιν ἀνώτερα κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα, διότι ἠξεύρετε τίς ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐσόδων τῶν φόρων τούτων κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸ 1900, καθόσον ὡς πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, συνῳδὰ τῷ νεωτέρῳ νόμῳ, ἐπῆλθε διαφορὰ περὶ τὴν εἴσπραξιν, ὡς πρὸς τὸν φόρον δὲ ἐπὶ τῶν ζῴων, οὗτος εἰσπράττεται ἐν ἀρχῇ ἑκάστου μηνός, ἐπίσης δὲ καὶ ὁ τῶν ἐπιτηδευμάτων προκαταβάλλεται εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης ἑξαμηνίας, ἐνῷ κατὰ τοὺς πρότερον νόμους, οἱ φόροι οὗτοι εἰσεπράττοντο καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους. Ἡ διαφορὰ ὅθεν, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παριστᾷ, ὅτι ἔχομεν, τῶν 6,536,000, κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900, ἀποδοτέα εἰς τοὺς εἰρημένους λόγους. Συνεπῶς δὲν δύναμαι νὰ ἐλπίσω, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1900 ἔσονται ὑπέρτερα τῶν τοῦ 1899. Ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Δυστυχῶς, ὡς παρετήρησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπῆλθε μείωσις εἰς ὡρισμένα ἔσοδα, ἕνεκα τῶν καιρικῶν περιστάσεων, ἰδίᾳ ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος καὶ τοῦ φόρου ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δὲν περιορίζω τὴν μείωσιν μόνον εἰς ὃ ποσὸν ἀναγράφετε ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ὑμῶν ἀγορεύσει, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἦναι ἀνωτέρα κατὰ 500,000 δραχμάς. Εἴχετε ὑπολογίσει, ὅτι θὰ εἰσπράξητε ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ ἔτους 1900 7,432,000, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Δυστυχῶς ὅμως, εἴδετε τὰς προβλέψεις ὑμῶν μειουμένας, συνεπείᾳ τῆς ἐπαυξήσεως τοῦ φόρου τούτου κατὰ 2,20, ἥτις ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐπενέγκῃ τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, καίτοι ὑμεῖς δὲν ἀποδέχεσθε ὡς κυρίαν αἰτίαν τῆς μειώσεως ταύτης τὴν ἐπαύξησιν τοῦ φόρου, ἀλλὰ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ἐγὼ θεωρῶ ὡς αἰτίαν τῆς ἐλαττώσεως τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ τὴν ἐπιπρόσθετον φορολογίαν, ἥτις συνεπάγεται τὴν αὔξησιν τῆς λαθρεμπορίας, παρακολούθημα τῆς ὁποίας ἔσεται ὁ περιορισμὸς τοῦ εἰσπρακτέου ἐσόδου. Παρεδέχθητε μείωσιν 783,000 δραχ., λέγοντες ὅτι, καίτοι τὸ ποσὸν, τὸ ἐξ 7,432,000, ὅπερ ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1900 εἰσεπράχθη ἀναλόγως, ἐπειδὴ ὅμως τὸ ποσοστὸν τῶν 2,20, προωρίσθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ, πάντως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξητε τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπελογίζετε ἐκ καταναλώσεως 1,154,926 ὀκάδων. Παρατηρήσας ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τοῦ 1900, εἰ καὶ λέγετε, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν εἶναι 7,432,000, εὗρον μόνον 6,970,000 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἤτοι μείωσιν 500 χιλιάδων, ἣν δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν, συμπεραίνοντες ὅτι, ἐπειδὴ οἱ δύο μῆνες, τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, ἤρξαντο εὐοίωνοι, θὰ εἰσπράξητε ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ὄχι μὲν ὅσον ἀναγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἔλασσον μόνον κατὰ 700,000 δρ. Ὑποθέτων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλωθῶσι κατὰ τὸ 1900 αἱ ὑπολογιζόμεναι ὀκάδες 1,154,926, περιορίζω τὸ ἐκ τούτου ἔσοδον κατὰ 530,000 ἔτι. Νομίζω, ὅτι 1,100,000 εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλωθῶσιν, εἰ καὶ δὲν ἠξεύρω ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου, ὅπως ἀσφαλέστερον κρίνω· ἀλλὰ νὰ καταναλωθῶσιν 1,154,926 ὀκάδες, θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν. Σχετικὴν μείωσιν ἀποδέχομαι καὶ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἀναλογοῦσαν εἰς δρ. 125,000. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τῶν ἀπολήψεων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου «κρατήσεις ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀστυφυλακῆς» εἴχετε ἀναγράψει ποσὸν 280,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι θὰ ἐφηρμόζετο ὁ νέος νόμος τῆς ἀστυνομίας κατὰ τὸ 1900· ἀλλ’ ἤδη συμπεραίνετε, ὅτι τὸ προϋπολογισθὲν τοῦτο ἔσοδον θὰ ἐλαττωθῇ κατὰ δραχμὰς 180,000, ἀποδεχόμενοι εἰσπρακτέα 200,000. Κατ’ ἐμέ, τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ διαγραφῇ ἐντελῶς, καὶ ἐνῷ ὑπολογίζετε μείωσιν δρ. 200,000 μόνον, θὰ ἔχητε πραγματικὴν τοιαύτην καὶ τὰς ὅσας ἀνεγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 δραχμὰς 389,160. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου τῶν ἀπολήψεων οὐδὲν εἰσπράττεται, ἐνῷ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶχεν ἀναγράψει, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 389,160, ἐπὶ τῇ βάσει, ὅτι θὰ ἐφηρμόζετο ὁ νέος ἀστυνομικὸς νόμος, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐφηρμόσθη, μειοῖ μὲν τὸ ἔσοδον τοῦτο· ἀλλὰ μέχρι 200,000 δρ. Κατ’ ἐμὲ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ εἰσπράξῃ ἐξ αὐτοῦ οὐδὲ δεκάδα χιλιάδων, ὡς τὸ παρελθὸν ἐπιμαρτυρεῖ. Κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναμφίλεκτοι μειώσεις ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων εἰσὶν 7,350,000 δρ. Κατ’ ἐμὲ, αἱ μειώσεις αὗται ἀνέρχονται εἰς 8,350,000, ἤτοι ἓν ἑκατομμύριον ἐπὶ πλέον, προερχόμενον ἐκ τῶν 389,160 ἐκ τοῦ ἄρθρου «Κρατήσεις ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ἀστυφυλάκων διὰ τὰς στολὰς αὐτῶν», 125,000 ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ 500,000 ἐπὶ τῇ βάσει, ὅτι ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ δὲν θὰ καταναλωθῇ ποσὸν ὀκάδων 1,154,000, ἀλλὰ μόνον περὶ τὸ 1,100,000. Τοιαῦταί εἰσιν αἱ ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων μειώσεις. Ἤδη ἐξεταστέον τὰς ὑπολογιζομένας αὐξήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἐσόδων τινῶν. Ὄντως εἰς πολλὰ τῶν ἐσόδων ἐπῆλθον αὐξήσεις. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν αὐξήσεων αὐτῶν, τῶν ἐνδεχομένων,—διότι αἱ μὲν μειώσεις δυστυχῶς εἰσιν ἀναμφίλεκτοι, αἱ δὲ αὐξήσεις ἐνδεχόμεναι,—θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τινας, ὡς τὰς ἀναγράφει, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐλαττώσεις ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων. Καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Αʹ, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε προϋπολογίσει εἰσπρακτέας κατὰ τὸ 1900 δραχ. 2,180,000. Καὶ δὲν περιορίζεται μόνον, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ τὸ 1900, ἀλλὰ λέγει, ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ ἐπὶ πλέον αὔξησιν δρ. 120,000 ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων, τουτέστιν ἐλπίζει εἰσπρακτέον ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν 2,300,000 δραχ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν προϋπολογίζει τὴν ἐπὶ πλέον αὔξησιν ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου, εἶναι ὁ ἑξῆς. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ 1900 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δραχ. 2,721,000, κατὰ δὲ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 ἐβεβαιώθησαν δρ. 2,592,000· ἤτοι ἡ βεβαίωσις τὸ παρελθὸν ἔτος εἶναι ἐλάσσων κατὰ δραχ. 130,000 περίπου, εἰσπραχθεισῶν κατὰ τὸ 1899 δραχ. 2 ἑκατομμυρίων. Ἀποδέχομαι ὅτι τὴν διαφορὰν ταύτην τῶν 120,000, ὅσα ἐβεβαιώθησαν ἐπὶ πλέον μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, θέλετε εἰσπράξει, καὶ προσθέτω τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὰ 2 ἑκατομμύρια, ἃ εἰσεπράξατε κατὰ τῷ 1899. Δὲν ἀνέρχεται τὸ ποσὸν ἄνω τῶν 2,150,000· Συνεπῶς νομίζω, ὅτι οὐ μόνον δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ πλέον αὔξησις ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν 1,200,000 πέραν τῶν προϋπολογισθέντων, ἀλλὰ θὰ ὑπάρξῃ καὶ μείωσις κατὰ 150,000 ἐπὶ τῆς προσδοκωμένης αὐξήσεως ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν...
§176ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μείωσις ἀπέναντι τῶν εἰσπραχθέντων;
§177ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μείωσις ἀπέναντι τῶν προϋπολογισθέντων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ 30,000· ἀπέναντι δὲ τῶν προσδοκωμένων αὐξήσεων, ἃς ἐλπίζει ἕννεκα τινων δεδομένων, μείωσις κατὰ 150,000. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφει 2,180,000, καὶ δὲν ἀρκεῖται νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ 2,180,000, ἀλλ’ ἐλπίζει, ὅτι θὰ ἔχῃ αὔξησιν εἰς 2,300,000. Ἐγὼ δὲ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς βεβαιώσεις τοῦ 1899 καὶ 1900, καὶ ἀποδεχόμενος τὴν διαφορὰν τῆς βεβαιώσεως μεταξὺ τοῦ 1899 καὶ 1900 ὡς εἰσπρακτέαν, ὑπολογίζω τὸ ἐκ τούτου ἔσοδον ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1899 εἰς 2,150,000, ἤτοι ὑπολογίζω ἐλάττωσιν ἐπὶ τῆς προσδοκωμένης αὐξήσεως δρ. 150,000. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν περιβολίων δὲν περιορίζεται εἰς τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν 30,000 ὡς εἰσπρακτέων, ἀλλ’ αὐξάνει τοῦτο κατὰ 15,000 ἔτι...
§178ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι μικρόν.
§179ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι μικρὸν ἀληθῶς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προσδοκωμένων αὐξήσεων πέραν τῶν προϋπολογισθέντων, διὰ τοῦτο ποιοῦμαι μνείαν αὐτοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῶν προϋπολογιζομένων, δὲν θὰ ἔκαμνον τὴν μνείαν ταύτην. Ἀλλὰ τὰς προσδοκωμένας αὐξήσεις βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν πολλοῖς νὰ ἔχῃ. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν βοσκησίμων γαιῶν οὐδεμίαν παρατήρησιν ὑποβάλλω, ἀποδεχόμενος τὴν αὔξησιν, ὡς ἀναγράφεται, καθὼς καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, ἐξ οὗ, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν τὸ ἔτος τοῦτο εὐφορίαν, θὰ ἔχωμεν 450,000 ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογισθέντων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν σύκων δὲν ἀποδέχομαι τὴν προσδοκωμένην αὔξησιν πέραν τοῦ προϋπολογισθέντος, ἀνερχομένου εἰς 440,000, ἐνῷ ἐλπίζετε τοιαύτην ἐξ 20,000, διστάζων ἔτι, ἂν θέλει εἰσπραχθῇ καὶ αὐτὸ τὸ προϋπολογισθὲν ποσόν. Καὶ τοῦτο οὐχὶ αὐθαιρέτως. Διότι, προκειμένου περὶ προβλέψεων τοιούτων ἐσόδων, δέον νὰ ἀνατρέχῃ τις εἰς τὰς καταστάσεις, ἰδίᾳ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰς τὰς καιρικὰς περιστάσεις, πρὸς μόρφωσιν ἀσφαλοῦς περὶ τούτου ἰδέας. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ ἐπὶ πλέον ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου, καθόσον, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1900, ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐβεβαιώθησαν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου δραχμαὶ 229,000, ἐνῷ τῷ 1899—καὶ ἰδοὺ ἡ κατάστασις—ἐβεβαιώθησαν 276,000, καὶ εἰσεπράχθησαν 408,000, ὅπερ ποσὸν ἐλπίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰσπραχθῇ ἀνώτερον κατὰ τὸ 1900. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δὲν ἐλπίζω εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην, καθόσον, ὡς ἠξεύρετε, ἡ προσβαλοῦσα τὰς ἀμπέλους ἀπαισία νόσος ἐπέδρασε καὶ ἐπί τινων ὀπωροφόρων δένδρων, ἰδίᾳ δὲ ἐπὶ τῶν σύκων. Ἑπομένως προτείνω μείωσιν τοῦ προσδοκωμένου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ποσοῦ κατὰ δραχ. 100,000. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐλπίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς οὐ μόνον ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 3,400,000, ὅπερ ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον 200,000...
§180ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ 1900;
§181ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα. Ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 3,600,000.
§182ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσεπράχθησαν ὅσα εἶχον νὰ εἰσπραχθῶσι.
§183ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ὑπολογίζει αὔξησιν ἔτι 200,000, ἐνῷ, κατ’ ἐμέ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι πλέον τῶν προϋπολογισθέντων. Καὶ διστάζω καὶ περὶ τούτου. Ἀληθῶς τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν πέραν τῶν προϋπολογισθέντων 1,000,000· εἶχον τότε προϋπολογισθῇ 2,400,000, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ εἰσεπράχθησαν μόνον 1,000,000 ἐπὶ πλέον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ αὔξησις ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν εἶναι ποσῶς ἀσφαλής, κυρίως διότι, ὡς παρεστάθη πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν εἴσπραξιν ταύτην ὄργανα ἐγένοντο ἐργάται πολλῶν ἀντινομιῶν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων βλέπετε καθ’ ἑκάστην τὰς τόσας ἐνστάσεις αἵτινες ὑποβάλλονται τοῖς ἁρμοδίοις. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πᾶσαι αἱ ἐνστάσεις αὗται νὰ ἀποριφθῶσι, καὶ νὰ μὴ δικαιωθῶσιν οἱ ἀδικούμενοι οὗτοι ἐπιτηδευματίαι, καθόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι πλεῖστοι τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐπλήρωσαν φόρον ἐπιτηδεύματος διὰ δύο καὶ τρία ἐπιτηδεύματα. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τὴν προσδοκωμένην παρ’ ὑμῶν αὔξησιν τῶν 200,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ὑπολογίζετε ὅτι θὰ ἔχητε ἐπὶ πλέον αὔξησιν 500,000 δρ. Ἀποδέχομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἡ αὔξησις αὕτη, ἣν θεωρῶ πάντη ἄδικον, καθόσον ἠξεύρω πῶς καταρτίζονται οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι τῶν οἰκοδομῶν, καὶ πᾶσαι αἱ ἀντιρρήσεις, αἵτινες ὑποβάλλονται παρὰ τῶν φορολογουμένων, ὁποίαν τύχην λαμβάνουσι παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ, τῇ ἐπιτετραμμένῃ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ἐνστάσεων. Διὰ τοῦτο ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπεβλήθη ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ μέσον, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως, ἰδίως τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, συμφώνως τῷ δικαίῳ...
§184Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον μεριμνᾷ περὶ τούτου.
§185ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διότι παρατηρεῖται, ὅτι πολλοὶ κύριοι οἰκοδομῶν, ἔχοντες περίπου τὴν αὐτὴν πρόσοδον, δὲν ἀποτίουσι τὸν αὐτὸν φόρον, καταλογιζομένου ὑπὸ τῶν Ἐφόρων— ἕνεκα πολλῶν λόγων, οὓς αὐτοὶ ἠξεύρουσι,—φόρου ἐλαφροτέρου εἰς τοὺς μέν, βαρυτέρου εἰς τοὺς δέ. Εἰς τοσοῦτον δὲ ἔφθασε τὸ πλημμελὲς τῶν βεβαιώσεων τῶν φόρων, ὥστε πολλάκις κατελογίσθησαν παρὰ τῶν Ἐφόρων ποσὰ ὀφειλόμενα δῆθεν δι’ αἰτίαν ἀνύπαρκτον. Μοὶ ἐνεποίησε δὲ μάλιστα ἐντύπωσιν γεγονός, λαβὸν χώραν εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν, ὅπερ δὲν δύναμαι ν’ ἀποσιωπήσω· νὰ πληρώσῃ δηλ. ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα — καὶ εὐτυχῶς δὲν ἦτο πένης ὁ φορολογηθεὶς — δὶς φόρον δι’ ἀνύπαρκτον αἰτίαν. Ὑπέβαλεν ἐγκαίρως τὰς ἐνστάσεις του ὁ Διευθυντὴς τοῦ ἐν Λαμίᾳ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῇ ἁρμοδίᾳ ἐπιτροπῇ, ἀλλ’ οὐδαμῶς ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν παρ’ αὐτῆς, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ φόρον ἐπὶ δύο ἔτη δι’ ἀνύπαρκτον αἰτίαν! Διὰ τοῦ παραδείγματος τούτου θέλω νὰ ἀποδείξω, ὁπόσον πλημμελῶς ἐνασκεῖται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐντεταλμένης τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν παρὰ τῶν Ἐφόρων συντασσομένων φορολογικῶν καταλόγων, τὸ καθῆκον αὐτῆς. Ἴσως ὅμως καὶ ἕνεκα τῆς μεγαλειτέρας ὠθήσεως περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου θέλει εἰσπραχθῆ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξευρίσκετο ὁ τρόπος τῆς ἐν ἰσότητι καὶ δικαίῳ βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου, τὸ ποσὸν τοῦτο οὐδέποτε ἤθελεν εἰσπραχθῆ. Ὅθεν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀμέσων φόρων, ἐξ ὧν ἐλπίζεται αὔξησις 1,651,000 δραχμῶν, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας δέον νὰ περιορισθῇ αὕτη εἰς 1,190,000. Ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ἀποδέχομαι αὔξησιν, οὐχὶ ὅμως ὅσην ἐλπίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ περιορίζω ταύτην κατὰ 300,000 δρ. ἔλαττον τῆς προσδοκωμένης παρ’ αὐτοῦ. Ἐπίσης ἐκ τῶν τελῶν τῶν γραμματοσήμων καὶ ἐπιστολικῶν δελταρίων πάντως θὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν ἀνώτερον τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραττομένων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ κατὰ δρ. 50,000, ὡς προσδοκᾶτε, δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, εἰσπραχθησομένου μόνον τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐσόδων οὐδεμίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω. Μόνον ὡς πρὸς τὸ πετρέλαιον τὴν διαφορὰν τῶν 900,000 δρ. θεωρῶ ὑπερβολικήν, ἀποδεχόμενος τὴν ἐκ τούτου αὔξησιν κατὰ 700,000. Ἐπὶ τῶν ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων, ἐπίσης νομίζω, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ προσδοκώμενον ἐπὶ πλέον ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον περιλαμβάνεται ἐν αὐτοῖς καὶ τὸ ἔσοδον ἐξ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν, δυνάμει τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ τούτων νόμου ΒΧΞΔʹ, ὅπερ, καὶ ἂν ἀνέλθῃ εἰς 500,000, θέλει καθυστερήσει κατὰ ἑτέρας τοσαύτας τῆς ἐλπιζομένης ἐξ αὐτοῦ αὐξήσεως. Αἱ μέχρι τοῦδε εἰσπράξεις δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσωσι τὰς ἐλπίδας ἡμῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν πλέον τῶν 500,000 δραχμῶν. Καθ’ ὑμᾶς λοιπόν, αἱ βασίμως ὑπολογιζόμεναι αὐξήσεις ἐπὶ τῶν ἐν γένει ἐσόδων ἀνέρχονται εἰς δρ. 7,256,000, δι’ οὗ ποσοῦ ἐλπίζετε νὰ καλυφθῇ τὸ μειωθὲν ποσὸν ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων. Κατ’ ἐμὲ ὅμως, τὸ ποσὸν τῶν ἐνδεχομένων αὐξήσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ παρ’ ὑμῶν προϋπολογιζόμενον· διότι δὲν θὰ ἔχητε αὔξησιν πέραν τῶν δρ. 5,500,000, ἤτοι θὰ ἔχητε ἐλάττωσιν ἐφ’ ὅσον ὑπολογίζετε κατὰ 2 ἑκατομμύρια. Λαμβάνοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἐπὶ πλέον μειώσεις τῶν ἐσόδων, ἰδίᾳ τὰς ἐκ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἀνερχομένας, καθ’ ἡμᾶς, εἰς ἓν περίπου ἑκατομμύριον, ὑπολογίζομεν ταύτας ἐν ὅλῳ εἰς 3 ἑκατομμύρια. Ἀλλά, πλὴν τούτων, τὸ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ἔσοδον θέλει μεγάλως μειωθῆ, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης εἰς αὐτὰς καταστροφῆς, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπεικούσης εἰς τὴν ἐπιτακτικὴν πρόληψιν τοιούτου μέτρου, νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἀπαλλάσσονται κατὰ τὸ 1900 παντὸς φόρου αἱ παθοῦσαι ἄμπελοι. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἐκ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φόρου ἐκ 2,000,000 νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ ἄμπελοι καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἐβλάβησαν ἐκ τῆς φυτολοιγοῦ ταύτης νόσου. Συνεπῶς, μετὰ τὰς παρουσιασθησομένας ταύτας μειώσεις, τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 θέλουσιν ἐλαττωθῆ κατὰ 4,400,000 τοὐλάχιστον. Περατωθέντος τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐσόδων, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἐξόδων...
§186ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, δι’ αὔριον.
§187ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ δεξιῶν). Ὄχι· νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ῥήτωρ.
§188ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ βλέπω τὴν Βουλὴν ἀποκαμοῦσαν. Ἔχω διάθεσιν νὰ ἐξακολουθήσω, ἀλλὰ δυστυχῶς τῆς Βουλῆς ἡ κόπωσις μεταδίδεται καὶ εἰς ἐμέ. (Θόρυβος).
§189Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ μακρόν;
§190ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τοὐλάχιστον ἐπὶ δύο ὥρας ἔτι.
§191Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τότε δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν συνεδριάζοντες.
§192Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξακολουθήσατε. Ἡμεῖς εὐχαρίστως σᾶς ἀκούομεν.
§193ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω καὶ τὰ ἔξοδα, καὶ διακόπτομεν. Συνοψίζων ὅσα εἶπον περὶ τῶν ἐσόδων, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὅσα ἀνέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἢ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 4,400,000. Ἀπέναντι τούτων τῶν ἐσόδων ζητοῦνται πιστώσεις τακτικαί, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νόμων καὶ Διαταγμάτων, 114 ἑκατομμύρια. Διετύπωσεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ὅτι πλέον τῶν 6 ἑκατομμυρίων θὰ μείνωσιν ἀδιάθετα. Ἑπομένως τὰ ἔξοδα θὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς 108 ἑκατομμύρια. Πλὴν παρεστάθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ζητηθῶσι καὶ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις...
§194ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανόν.
§195ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἦναι τοῦτο βέβαιον. Καὶ πρῶτον θὰ ἔχητε διαφορὰν συναλλάγματος, καθόσον εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἦτο 1,60, ἀπὸ δύο δὲ μηνῶν καὶ ἐντεῦθεν ἀνῆλθεν εἰς 1,68· θὰ ζητηθῇ ὅθεν ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ διαφορὰν συναλλάγματος πρὸς 1,65 ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφομένου δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ διὰ τὴν προμήθειαν διαφόρων ἄλλων εἰδῶν, προμηθευομένων παρὰ τοῦ Δημοσίου.
§196ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος;
§197Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ σπουδαία ὑπὲρ τὰ 160 λεπτά. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν συνετάχθη εἰσέτι ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνέβαλον νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἀναγομένης εἰς τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, διότι ἤθελον νὰ βεβαιωθῶ καὶ ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, τίς ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δὲν θέλει ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν 200 χιλιάδων δραχμῶν, διότι δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ τιμὴ, καθ’ ἣν ἠγόρασεν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα.
§198ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ πέρυσιν ἐποιησάμην λόγον περὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, λέγων, ὅτι ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη τοιαύτης πιστώσεως, ὅτε τὸ συνάλλαγμα ἦτο 1,60· ὑμεῖς δὲ ἐλέγετε, ὅτι ἠλπίζετε, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους ἤθελε κατέλθει εἰς 1,47.
§199ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πράγματι κατῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο.
§200ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μόνον, καὶ ἔπειτα ἀνῆλθεν εἰς 1,65. Εἶναι σοβαρὸν τοῦτο; Ἐκτὸς τούτου θὰ χρειασθῆτε ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν καὶ διὰ τὰ πλεονάσματα τῶν πιστωτῶν ἡμῶν, διότι ἡ πίστωσις ἡ ἀναγραφεῖσα δὲν ἐπαρκεῖ. Ἀλλ’ ὡς ἠξεύρετε, θὰ ζητηθῶσι καὶ ἕτεραι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, ἰδίᾳ διὰ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις. Ὑπάρχουσιν ἔτι δαπάναι διὰ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Καὶ ὑπολογίζετε ὅλας ταύτας οὐχὶ ἄνω τῶν 2 ἑκατομμυρίων, κατ’ ἐμὲ δέ, οὐχὶ κάτω τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων· ἐὰν δ’ εἰς ταῦτα προσθέσητε καὶ τὴν μείωσιν τῶν ἐσόδων ἐκ 4,400,000, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα πέντε ἑκατομμυρίων, καὶ οὐχὶ εἰς περίσσευμα τριῶν ἑκατομμυρίων, ἢ εἰς ἰσοζύγιον. Ἀληθῶς καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις μετέσχε τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρέστησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα πέντε περίπου ἑκατομμυρίων. Δυστυχῶς, αἱ προβλέψεις τῆς μειονοψηφίας θὰ ἐπαληθεύσωσι. Καὶ ναὶ μέν, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ μείωσις τῶν ἐσόδων προέρχεται κυρίως ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων ἐκείνων, ἅτινα ἐπηρεάσθησαν ὑπὸ τῶν καιρικῶν περιστάσεων, καὶ ἂν δὲν ἐπηρεάζοντο ὑπὸ τῶν καιρικῶν περιστάσεων αἱ τοιαῦται ἐλαττώσεις, δὲν θὰ ἦσαν τοσαῦται, ὅσας ὑπελόγισεν ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐλάσσονες. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐξετάζουσα τὸν Προϋπολογισμόν, ἀπέβλεπε καὶ εἰς τὰς δαπάνας, ὡς ἀνεγράφοντο ἐν ἐκείνῳ. Ἐνόμιζεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι οἱ νόμοι, δι’ οὓς συνεδρίαζεν ἡ Βουλὴ μέχρι πρωΐας, ἵνα ψηφίσῃ αὐτούς, ἤθελον ἐφαρμοσθῆ, ἰδίως δὲ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας. Δὲν ἐξετάζομεν ἤδη, ἐὰν τὸ σύστημα τῆς ἀστυνομίας, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινε, καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλή, εἶναι συμφέρον εἰς τὸ Κράτος καὶ προτιμότερον τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἢ ἄλλου συστήματος, κατὰ τὰς ἰδέας καὶ γνώμας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐνομίζομεν, ὅτι, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλλε νόμους τοιούτους, ψηφισθέντας, καὶ ἀνέγραφε τὴν δαπάνην αὐτῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἡ δαπάνη αὕτη ἤθελε πραγματοποιηθῆ, ὡς καὶ αἱ ἄλλαι δαπάναι, αἱ θεωρούμεναι ἀναγκαῖαι. Παρεδέχθημεν μὲν ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων, ὄχι ὅμως τοσοῦτον, ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησεν ἡμῖν, προερχόμενον ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, προερχόμενον ἐκ τῆς μὴ ἐκτελέσεως ἔργων μεγίστης ὠφελείας εἰς τὴν χώραν. Εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας ἀνεγράφετο τὸ ποσὸν 600,000 δραχ. διὰ κατασκευὴν ὁδῶν· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου πόσα, νομίζετε, ἐδαπανήθησαν; Εἶναι ἄδηλον, ἐὰν διὰ κατασκευὴν ὁδῶν ἐδαπανήθη ποσὸν 400,000 δραχμῶν. Ἡμεῖς, συνεπείᾳ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔμεινεν ἀδιάθετος πίστωσις τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ἕνεκα τῆς μὴ ἐκτελέσεως ἔργων τινῶν, ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς ὑποβληθῇ κατάλογος τῶν ἔργων αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη νὰ ὑποβάλῃ τὸν κατάλογον τοῦτον. Ἐξ αὐτοῦ εἴδομεν, ὅτι ἔργα, δι’ ἃ ἐζητήθησαν πιστώσεις, — ὁδοὶ καὶ γέφυραι ἀναγκαῖαι — δὲν ἐνεκρίθησαν καὶ δὲν ἐξετελέσθησαν, χάριν οἰκονομίας, ἵνα δηλαδὴ ἀποτελεσθῇ μετὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ ἄλλων τοιούτων τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 6,350,000, καὶ οὕτως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 ἀπολήγει εἰς τὸ ἀναμενόμενον παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περίσσευμα. Δυστυχῶς, παρ’ ὅλην τὴν εἰς ἀχρηστίαν καταδίκην τῶν πιστώσεων δρ. 6,350,000, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 νὰ ἀπολήξῃ οὐδ’ εἰς ἰσοζύγιον. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι, ἀντὶ νὰ προβαίνητε εἰς περικοπὰς δαπανῶν, ἀποβλεπουσῶν εἰς ἔργα κοινῆς ὠφελείας, ὡς τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, τὸ κεφάλαιον τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ ἄλλων, θὰ ἦτο προτιμότερον, τὰς οἰκονομίας αὐτὰς νὰ ἐφαρμόσητε εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, — ὑπηρεσίας ἀποβλεπούσας μόνον εἰς ἐπαύξησιν τοῦ προσωπικοῦ, εἰς ἐπαύξησιν ἀποδοχῶν — καὶ οὐχὶ εἰς ἔργα, τῶν ὁποίων κυρίως ἔχει ἀνάγκην ἡ χώρα ἡμῶν...
§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 δι’ ἔξοδα συντηρήσεως τῶν ὁδῶν; Ἐξ αὐτοῦ θὰ λάβητε τὴν ἐξήγησιν.
§202ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἰς τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν συμπεριλαμβάνεται, ὡς ἠξεύρετε, ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν.
§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπεθέσατε, ὅτι ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω αὐτό. Ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον τῆς συντηρήσεως ἠναγκάσθην νὰ περιλάβω ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τῆς τακτικῆς συντηρήσεως, ὅπως ἐπαρκέσω εἰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, δηλαδὴ δι’ ἔργα συντηρήσεως, τὰ ὁποῖα ἐνεκρίθησαν ἄλλοτε, καὶ τὰ ὁποῖα ἐβάρυναν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Ἑπομένως, ἐὰν ὑποθέσητε πρὸς στιγμήν, ὅτι ἐξοφλεῖται ὁ λογαριασμὸς αὐτός, καὶ ὅτι θὰ ἀρκεσθῶμεν μόνον εἰς τὰ ἔργα τῆς συντηρήσεως, τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς ἑκάστην χρῆσιν, βεβαίως τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ διαθέσωμεν ποσὸν ἀρκετὰ σπουδαῖον εἰς κατασκευὴν ὁδῶν. Τοῦτο ἠθέλησα νὰ ὑποδείξω ὑμῖν διὰ τῆς παρατηρήσεως, ἣν ἔκαμον, καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀπεδώσατε εἰς αὐτήν, οὔτε προῆλθεν ἐκ συγχύσεως τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν.
§204ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, ἀνεγράφη ποσὸν ἀνώτερον ἢ ἄλλοτε, δὲν δύναται νὰ συνδεθῇ πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ὃ ἠρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶπεν, ὅτι μόνον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἔχωμεν ἀδιαθέτους πιστώσεις τριῶν ἑκατομμυρίων.
§205ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περίπου.
§206ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. .. Ἐνῷ ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας νομίζω, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι 1,500,000.
§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύο ἑκατομμύρια.
§208ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀλιγώτερα.
§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ λέγω δύο ἑκατομμύρια, διότι ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν πληρωμὴν τῶν ἐπιμισθίων τῶν ἀξιωματικῶν· ἄλλως τὸ ποσὸν θὰ ἦτο πολὺ ἀνώτερον τῶν 2 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν 2 τούτων ἑκατομμυρίων ἐγένοντο οἰκονομίαι καὶ εἰς ἄλλα κεφάλαια. Ὡς πρὸς τὴν συντήρησιν ὁδῶν, ἀνεγράφη πίστωσις ἀνωτέρα τοῦ συνήθους, καὶ τοῦτο, κατ’ ἀνάγκην, ἐπέβαλε τὸν περιορισμὸν τοῦ ποσοῦ, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1900 περιέλαβεν ὀλιγωτέρας πιστώσεις ἄλλων Προϋπολογισμῶν διὰ τὴν συγκοινωνίαν, διότι ἐν συνόλῳ περιέλαβε ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν προηγουμένων ἐτῶν.
§210ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἔχω ἐδῶ πρόχειρον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Πάντως ὅμως μένει 1 ἑκατομμύριον ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπὸ ἄλλα κεφάλαια.
§212ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι θὰ προέρχεται καὶ ἐξ ἄλλων κεφαλαίων· ἀλλὰ, σχετικῶς πρὸς τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς ὁδῶν, ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 600,000, τοῦ ἀναγραφέντος εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας, ἐδαπανήθη μόνον ποσὸν δρ. 400,000, καὶ δι’ αὐτὸ ἐξέφρασα λύπην, διότι νομίζω, ὅτι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην δαπάνην ἔδει νὰ προτιμᾶται αὕτη. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900...
§213ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι παρῆλθε πολὺ ἡ ὥρα; — Μὲ συγχωρεῖτε. — Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ὁμιλεῖ ἤδη δύο ὥρας καὶ πλέον, καὶ βεβαίως δὲν πιστεύω, ὅτι ἐπίκειται τὸ τέλος, κρίνων ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε εἶπεν, ἐὰν δὲν παρέλθῃ τοὐλάχιστον ἄλλη μία ὥρα, ἡμεῖς δὲ ἤδη ἐργαζόμεθα ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς 4ης μετὰ μεσημβρίαν. Καὶ αὔριον θέλομεν πάλιν διανυκτερεύσει, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐννοεῖται, ὅτι, τοῦ κ. εἰσηγητοῦ λέγοντος ὅτι ἐκουράσθη, δὲν δύναται ἡ πλειονοψηφία νὰ τὸν πιέσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα προσέξητε εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τοῦ νὰ παρατείνωνται αἱ ἐπερωτήσεις καὶ μετὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς συνεδριάσεως καὶ μέχρι τῆς 11ης ὥρας τῆς νυκτὸς, κατ’ ἀνάγκην ἡ πλειονοψηφία δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μὴ τηρήσῃ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν τηρεῖ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην· ὅλον δὲ τὸ παρελθὸν μᾶς διδάσκει, ὅτι, ὅτε ἤρχιζεν ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ τακτικὴ καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ γίνεται ἡ συζήτησις ὁμαλή. Ἑπομένως, ἐὰν θὰ παρατείνηται ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐπερωτήσεων μέχρι τῆς 11, καὶ νὰ ἀξιοῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ διακόπτωμεν μετὰ δύο ὥρας, δὲν θὰ τὸ παραδεχθῶμεν. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἀρέσκει νὰ ἦμαι πάντοτε εἰλικρινής, ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς πλειονοψηφίας, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ δηλώσω τοῦτο, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Βεβαίως, δηλοῦντος τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας, ὅτι εἶναι κουρασμένος, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ διακόψωμεν· ἀλλ’ ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζομένη, διότι τότε βεβαίως οὔτε ἓξ μῆνες δὲν θὰ ἀρκέσωσιν, ἵνα περατωθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§215ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δηλοῖ μὲν, ὅτι λόγῳ τῆς κοπώσεως τοῦ ἀγορεύοντος θὰ διακόψωμεν· ἀλλὰ ἐν ταὐτῷ φαίνεται ψέγων...
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§217ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. διὰ τὰς ἐπερωτήσεις. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοῦτο, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην οὐδεμίαν ἀντελήφθην ἐπερώτησιν, γενομένην πρὸς σκοπὸν παρελκύσεως τῶν συζητήσεων. Αἱ ἐπερωτήσεις, αἵτινες ἐγένοντο τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἦσαν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, καὶ τὸ θέμα τοιοῦτον, ὥστε κατ’ ἀνάγκην οἱ ἐπιληφθέντες αὐτοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπεκτείνωσι τὸν λόγον.
§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μὴ παρερμηνεύητε πάντοτε τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα, ὅταν εἰς ὅ,τι λέγω προσπαθῶ πάντοτε νὰ ἦμαι σαφής. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα οὐδὲ ἐπίκρισιν, οὐδὲ κατάκρισιν. Δὲν εἶπον, ὅτι κακῶς ἐλέχθησαν ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων· ἀτενῆ μάλιστα εἶχον τὴν προσοχὴν πρὸς τὰ λεχθέντα. Ἀλλ’ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὁσάκις ἤρχιζεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἀπέφευγον πάντοτε νὰ καταναλίσκωσι τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεων εἰς ἐπερωτήσεις, ὅτι περιωρίζοντο αἱ ἐπερωτήσεις, ὅπως ᾖ δυνατὸν, ἀνέτως νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι βεβαίως, ἐὰν τὸ γενόμενον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην πρόκηται νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, ἡ στάσις ἡμῶν δὲν θὰ ἦναι ἡ αὐτή· διότι, ἐννοεῖται, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω, δὲν θέλομεν καταλήξει ποτὲ εἰς συμπέρασμα. Αὐτὸ εἶπον, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 35′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).