1900.12.02
3,383 rows · 27,028 words · 108 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 2 Δεκεμβρίου 1900.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀφήγησις τῶν γενομένων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, εἰς ὃν εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ διεύθυνσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μοὶ ἐφάνη, ὅτι προσῆκε νὰ ἑλκύσῃ περισσότερον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀφηγήσεως ταύτης, δὲν ἐκτείνω ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸν λόγον ἐπὶ τῶν παραστάσεων, τὰς ὁποίας οἱ κ. Βουλευταὶ, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν μειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐποιήσαντο εἰς τὴν Βουλήν. Λέγω ὅτι μόνη ἡ ἀφήγησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ προσῆκε νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ, ὅτι αἱ σκέψεις καὶ οἱ συλλογισμοί, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν νὰ πείσωσι τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Χαλκίδος, ὡς Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὰ γενόμενα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προχθὲς Πέμπτης, ὅτι αἱ σκέψεις αὗται ἥρμοζον εἰς τὴν νομικὴν καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ θέσιν. Τί ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος; Ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ βεβαίως δὲν ἔπραξάν τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς κωλυσιεργία, ἑπομένως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῶσι κατὰ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Ἀντέδρασαν, ἀντέπραξαν, παρενέβαλον προσκόμματα εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς; Ἢ παρείλκυσαν τὰς ἐργασίας αὐτῆς πέραν τοῦ προσήκοντος; Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας αἰτίασιν, ἐξεπλήσσετο διατὶ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας δὲν ἔπραττον ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράττωσιν, ἤτοι νὰ περιορίζωνται κατὰ τὴν ἐξέτασιν καὶ ἐπεξεργασίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς μόνην τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀριθμῶν, ὅπως πείθωνται, ἂν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφεῖσαι προβλέψεις, ἢ μήπως ἀνεγράφησαν ἔσοδα ἐλάσσονα τοῦ δέοντος, ἢ ὑπέρτερα τοῦ δέοντος. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος δὲν ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἐπιτροπὴ λογιστικὴ, εἶναι ἐπιτροπὴ καλουμένη νὰ ἐξετάζῃ, οὐ μόνον τοὺς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγεγραμμένοι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ καὶ τοὺς νόμους, διὰ τῶν ὁποίων προσδιορίζονται οἱ φόροι, ὧν τὰ ἔσοδα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ, ἵνα εἰσπράττῃ, καὶ τοὺς νόμους, οἵτινες κανονίζουσι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ· νὰ ἐξετάζῃ δὲ προσέτι καὶ πάσας τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφαίνονται κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων τούτων, ὅπως σχηματίζηται εἰς τοὺς πολίτας ἡ πεποίθησις, ἂν πρέπει νὰ διατηρηθῶσιν οἱ νόμοι οὗτοι, ἢ νὰ μεταβληθῶσιν, εἴτε κατὰ τὴν ἀρχὴν, εἴτε κατὰ τὰς λεπτομερείας αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἐμνημόνευσε τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ἀπορεῖ, πῶς μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπεχείρησαν νὰ ἐξετάσωσι τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, ἢ τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, ἢ καὶ ἄλλας προτάσεις περὶ μισθώσεως τῆς φορολογίας τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖά εἰσι γνωστὰ ὑπὸ τὸ ὄνομα τσιφλίκια. Ἐγὼ δὲ κρίνω, ὅτι κυρίως αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ μάλιστα ἐπὶ νόμου, οἷος ὁ περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διὰ τοῦ ὁποίου φορολογοῦνται οἱ παραγόμενοι δημητριακοὶ καρποί. Γνωρίζουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ὑπῆρξε σημαία, τὴν ὁποίαν ὕψωσεν ἕν κόμμα, ἀνταγωνιζόμενον τότε ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ζητοῦν νὰ καταλάβῃ τὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ ὕψωσε τὴν σημαίαν ταύτην οὐχὶ μόνην, ἀλλὰ μετὰ συνδυασμοῦ ἑτέρας σημαίας, ἥτις προεκήρυσσεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τότε ἐξωτερικὸν ζήτημα. Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὕψωσαν τὴν σημαίαν, προέτειναν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, τὸ δίλημμα: «Ὅταν παραδέχησθε τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν», ἔλεγεν αὐτοῖς ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ, «παραδέχεσθε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὸν ζήτημα». Δὲν πρόκειται νὰ κρίνω τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ προτείνας τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐὰν ἤθελε φίλος τού τις ἢ ἄλλος, ἀποδεχόμενος τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, νὰ προβάλῃ σήμερον παραπλήσιον ἐγχείρημα, ἤθελον ἀντιταχθῆ εἰς αὐτὸν, λέγων ὅ,τι εἶπον ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, δανεισθεὶς αὐτὸ ἐκ τῶν Γραφῶν καὶ ἐκ τοῦ Ἰησοῦ, ὅτε ὁ πειρασμὸς ἀνεβίβασεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους, καὶ ἔλεγεν εἰς τὸν Ἰησοῦν: «Βλέψον κάτω, καὶ ἰδὲ τὰς χώρας καὶ τὰς ἐκτάσεις τὰς πέριξ τοῦ ὄρους, καὶ τὰς ἀπωτέρας αὐτοῦ, μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ φθάνει ὁ ὀφθαλμός σου. Τὰς χώρας ταύτας σοὶ δίδω, ἂν ὑποταχθῇς εἰς ἐμὲ καὶ προσκυνήσῃς». Ταῦτα ἤθελον εἴπει, ἀκολουθῶν τὴν τακτικὴν ἐκείνην, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον πρὸς τὸν λαόν: «Θέλεις νὰ σὲ ἀπαλλάξω τῆς δεκάτης; Σὲ ἀπαλλάττω, ἀλλ’ ἀποδέχθητι καὶ σὺ εἰς ἀντάλλαγμα τὸ περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἐμὸν φρόνημα. Τὸ φρόνημα τοῦτο ἀξιῶ ν’ ἀκολουθήσῃς.» Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν εἶναι σύστημα φορολογίας, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν προεκάλεσε παράπονα, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ δὲν παρέστησεν ἀδικήματα, καὶ οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις. Συζητήσεις ἐγένοντο καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, φυλλάδια ἐξεδόθησαν, καὶ παρεστάθη δι’ αὐτῶν, ὅτι ἔχει πολλὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἀμέσως κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν ἐγένοντο καταφανῆ. Καὶ αὐτὸς ὁ προτείνας τὸ σύστημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν ἐπρότεινε τροποποιήσεις αὐτοῦ, καὶ δι’ αὐτῶν ἐβελτίωσε κατά τι τὸ σύστημα τοῦτο· ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὸ σύστημα περιέχει ἐλαττώματα ἐν ἑαυτῷ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, μοὶ ἀνέμνησεν, ὅτε ἤκουσα τὴν φωνὴν αὐτοῦ, τὸν πατέρα του, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνων, ἔλεγεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς δεκάτης εἶναι σύστημα ἅγιον. Τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου δὲν συνηγορῶ, διότι, ἂν ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ νομοθετηθῇ αὖθις, ἤθελον προβάλει νομοθέτημα τοιοῦτον, τὸ σύστημα, λέγω, τῆς δεκάτης στηρίζεται ἐπὶ τοῦ δικαίου, διότι τὴν φορολογίαν ἐπιβάλλει ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραγομένου προϊόντος, οὕτω δέ, ἐὰν ὁ γεωργὸς παραγάγῃ 100 κοιλὰ κριθῆς ἢ σίτου, θέλει δώσει τὸ ἀνάλογον εἰς τὸ Κράτος· ἀλλ’ ἐὰν δὲν παραγάγῃ τι, δὲν θέλει δώσει οὔτε κόκκον εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἐνῷ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐνδέχεται νὰ μὴ παραγάγῃ οὐδὲ κόκκον σίτου ἢ κριθῆς ὁ γεωργὸς, θέλει ὅμως πληρώσει τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὴν ἐργασίαν του, οὐδὲ δύναται νὰ τὸν ἀποφύγῃ. Παραπλήσιον εἶναι καὶ τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων· ἔχει τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν φορολογεῖ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη· τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσι, φορολογεῖ τὴν ἔκτασιν τῆς γῆς, διότι ὑποθέτει, ὅτι, ὅσῳ μεγαλειτέρα ἡ ἔκτασις τῆς ἀμπέλου, τόσῳ περισσότερον ποσὸν θέλει παραγάγει ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ὅσον καλλιτέρας ποιότητος εἶναι ἡ γῆ τῆς ἀμπέλου, τόσην ἔχει πιθανότητα, ὅτι τὸ προϊόν αὐτῆς θὰ ἦναι περισσότερον. Ἀλλ’ ἡ γῆ δὲν παράγει αὐτὴ καὶ μόνη τὰ προϊόντα, διότι διὰ νὰ παραγάγῃ ἔχει ἀνάγκην ἐργασίας, ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων, ἔχει ἀνάγκην γεωργικῶν ἐργαλείων· ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ εὑρεθῶσι πάντα ταῦτα τὰ μέσα καὶ τὰ ὄργανα καὶ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα μετὰ τῆς γῆς ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῆς παραγωγῆς τοῦ προϊόντος, κινδυνεύει ὅμως νὰ μὴ παραγάγῃ ἡ ἄμπελος τοῦ γεωργοῦ οὐδὲ σταφυλήν. Τοῦτο δὲν συνεζητοῦμεν προχθές; Τοῦτο δὲν συνέβη εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ὁ περονόσπορος ἀφ’ ἑνός, καιρικαὶ περιστάσεις ἀφ’ ἑτέρου εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα ἐν πλείσταις ἐπαρχίαις τῆς Πελοποννήσου καὶ ἐν ἐπαρχίαις ἐκτὸς τῆς Πελοποννήσου νὰ καταστρέψωσι πᾶσαν παραγωγήν, νὰ μὴ παραχθῇ οὐδὲ ῥὰξ σταφυλῆς. Καὶ συνεζητοῦμεν προχθές, καὶ συνεστήσαμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρότασιν, ἵνα ἀπαλλαγῶσι διὰ νόμου τοῦ φόρου ἐκεῖνοι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀμπέλων, οἵτινες δὲν παρήγαγον καρπόν. Τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα ἔχει καὶ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ὁ γεωργὸς, καὶ ἂν δὲν παραγάγῃ ποσῶς, πληρώνει ὅμως φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλὰ καὶ ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον πληρώνει, εἶναι ἄνισος, διότι ἐνδέχεται ἡ γῆ αὕτη νὰ ἦναι εὔφορος καὶ γόνιμος, καὶ νὰ παράγῃ πολὺ μεγαλείτερον ποσόν, ἐνῷ ἡ γῆ ἐκείνη, ἡ ξηρὰ καὶ διψαλέα, ἡ ἄγονος, δὲν παράγει οὐδὲ ποσοστὸν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παρήγαγεν ἡ ἄλλη γῆ· καὶ ὅμως πληρώνει τὸν αὐτὸν φόρον, διότι ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς ἀροτριώντων κτηνῶν καλλιεργεῖ καὶ τὴν μίαν γῆν καὶ τὴν ἄλλην. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης δὲν ἔχει τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, καὶ κατὰ τοῦτο ὑπερτερεῖ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Τὸ σύστημα ὅμως τῆς δεκάτης ἔχει ἄλλα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα κατέθλιψαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις ἠσθάνθη αὐτὰ, διότι ἡ δεκάτη ἐπὶ δεκάδας καὶ εἰκοσάδας ἐνιαυτῶν ὑπῆρχεν ὡς φόρος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἔχει τὰ ἐλαττώματα τῆς πλημμελοῦς καὶ καταθλιπτικῆς βεβαιώσεως, τῆς βεβαιώσεως τῆς ἀδικούσης καὶ καταπιεζούσης τὸν παραγωγὸν, ἐλαττώματα τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως. Αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα ἠνάγκασαν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ διέθεσαν αὐτὸν κατὰ τῆς δεκάτης, καὶ αὐτὸ τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐχρησίμευσεν, ἵνα ἐπιβληθῇ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν τὸ ἐλύσαμεν· τὸ ζήτημα θέλομεν λύσει, ὅταν ἐξεύρωμεν σύστημα φορολογίας ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ μὲν τὰ ἐλαττώματα τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἢ τοῦ συστήματος τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, ἢ τοῦ συστήματος τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὰ συμφέροντα τοῦ παραγωγοῦ, καὶ νὰ μεταδίδῃ εἰς αὐτὸν τὴν βεβαίωσιν, ὅτι θέλει ἀποδώσει εἰς τὸ Δημόσιον ποσοστὸν τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον παρήγαγεν, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους συμπολίτας καὶ ὁμοτέχνους αὐτοῦ. Λοιπὸν οὐδόλως παράδοξον ἦτο, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ προκύψῃ καὶ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καί τινες μὲν νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ὠνόμασεν ἅγιον, ἄλλοι δὲ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας κατὰ στρέμμα τῶν ἀμπέλων. Ὁ ὑπάρχων Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῆς ἀσκεποῦς γῆς; Ἄλλοι δὲ δὲν ὑπεστήριξαν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἐπρότεινε, καὶ πολλάκις συνεζήτησε μετ’ ἐμοῦ, τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν τσιφλικίων; Νὰ ἔχωμεν σύστημα φορολογίας ἀροτριώντων κτηνῶν, εἶναι εἷς σταθμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἐσταματήσαμεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ μόνιμος κατοικία ἡμῶν· πρέπει δὲ νὰ εὕρωμεν ἄλλην κατοικίαν, ὑγιεινὴν καὶ ἀνεκτήν· ἡ ἄλλη ὅμως αὕτη κατοικία δὲν εὑρέθη ἀκόμη. Καὶ ἠπόρει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, διότι μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε τῆς πλειονοψηφίας εἴτε τῆς μειονοψηφίας, δὲν περιωρίσθησαν νὰ συζητήσωσιν, ἐὰν 2,300,000 ἢ 2,180,000 δραχμαὶ πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν ὡς ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· δὲν περιωρίσθησαν νὰ γνωμοδοτήσωσι μόνον, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ αὐξηθῇ, ἢ νὰ μειωθῇ, ἀλλ’ ἐπεξέτειναν τὰς μελέτας των ἐπὶ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας, καὶ προέβησαν εἰς ἐρεύνας καὶ προτάσεις περὶ ἄλλων συστημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀντικαταστήσωσι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν! Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι αἱ εἰρημέναι σκέψεις, αἵτινες ἔπεισαν τὸν κ. Βουλευτὴν Χαλκίδος νὰ συντελέσῃ εἰς τὰ γενόμενα, δὲν ἥρμοζον εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα αὐτοῦ. Οὐδὲ ὑπάρχει Κράτος κοινοβουλευτικόν, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἐξελέγχηται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐν αὐτῇ, εἴτε ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς, ἥτις προεξελέγχει αὐτόν, καὶ ἥτις εἶναι ἐντολοδόχος τῆς Βουλῆς, τὰ μέλη αὐτῆς νὰ μὴ ἐκτείνωσι τὰς μελέτας καὶ τὰς ἐρεύνας των ἐπὶ ὅλων τῶν συναφῶν μὲ τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνάγεται ὁ φόρος, μὲ τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ προεξέλεγξις γίνεται. Δὲν ἦσαν ἀλλότρια τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος αἱ ἀσχολίαι αὗται· εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι πολλάκις ἐμελέτησε πρακτικὰ Βουλῶν καὶ τῆς Γαλλίας καὶ ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα παριστῶσι, πῶς ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργάζεται, ποίας μελέτας ποιεῖται, καὶ ποσάκις αὕτη εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν πεφωτισμένας γνώμας, αἱ ὁποῖαι ὡδήγησαν τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ ἀληθοῦς καὶ τοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ εἰρημένοι συλλογισμοὶ ἦσαν ἀνάρμοστοι εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος, τί νὰ εἴπωμεν περὶ τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος τὸν ὡδήγησεν εἰς τὰς πράξεις, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 30 Νοεμβρίου; Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι συνέβαινέ τι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ἄτοπον, διότι δὲν παρευρίσκοντο τὴν προσδιωρισμένην ὥραν πάντα τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἐνῷ εἶχε προσδιορισθῆ ὡς ὥρα τῆς συνεδριάσεως ἡ ὥρα 9½ πρὸ μεσημβρίας, ἤρχοντο εἰς τὰς 9 καὶ 35 λεπτά, ἢ ἄλλοτε εἰς τὰς 9 καὶ 40 λεπτά, ἢ ἄλλοτε εἰς τὰς 10 ὥρας π. μ. μεῖον 20 λεπτῶν, καὶ τελευταῖον διεπράχθη τὸ μέγα ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον παρεστάθη ὡς σκάνδαλον πολιτικόν, νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς ἐργασίαν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τὴν 10ην ὥραν μεῖον 10 λεπτῶν. Ταῦτα, ἐὰν ἐλέγοντο ἐν ἄλλοις ὁμίλοις ἀνθρώπων, ἐὰν ἐλέγοντο π.χ.—ἔχομεν πολλοὺς ἐν Ἀθήναις Συλλόγους— ...
§3Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Εἰς τὸν «Σύλλογον τῆς Διαπλάσεως».
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. ἐὰν ἐλέγοντο ἐν τῷ «Συλλόγῳ τῆς Διαπλάσεως» ἢ ἐν τῷ συνιστωμένῳ «Συλλόγῳ ὑπὲρ τῶν πατρίων ἠθῶν καὶ ἐθίμων», ἢ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ «Συλλόγῳ τῶν Φιλομούσων», —διότι ἡ βραδεῖα μετάβασις εἰς τὰς συνεδριάσεις εἶναι τῷ ὄντι διατάραξις τῆς ἁρμονίας τῶν ἐργασιῶν,—ὑποθέτω, ὅτι αἱ τοιαῦται γνῶμαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος ἤθελον χειροκροτηθῆ. Ἀλλὰ νὰ λέγωνται ἐν τῇ Βουλῇ, τῆς ὁποίας αἱ συνεδριάσεις ὡρίσθη νὰ ἄρχωνται ὡρισμένην ὥραν, πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων, τὴν 3 ὥραν μ. μ., καὶ οὐδείς, πολλάκις δὲ οὐδ’ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος εὑρίσκεται κατὰ τὴν τεταγμένην ὥραν εἰς τὴν θέσιν του,—καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ νῦν, ἀλλ’ ἐν γένει περὶ πάντων τῶν Προέδρων τῆς Βουλῆς, —κατὰ τὰ 1896 δὲ κατεστάθη ἀναγκαῖον νὰ προτείνωσι τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ χαρίσωσιν εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς ἡμίσειαν ἔτι ὥραν, ἤ, καθὼς λέγουσιν οἱ τραπεζιτικοί, περιθώριον (ἱλαρότης), νὰ λέγωνται εἰς τὴν Βουλὴν ταῦτα!... Νομίζω ὅτι πάντες οἱ κ. Βουλευταὶ, καὶ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας, δυσηρεστήθησαν, ἀκούοντες, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος, ἦτο, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν ἦσαν ἀκριβῶς τὴν τεταγμένην ὥραν εἰς τὴν συνεδρίασιν, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο, τί διενοήθη ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος; Νὰ προκαλέσῃ τὴν τιμωρίαν τῆς μειονοψηφίας, καὶ νὰ τιμωρήσῃ αὐτήν, διότι δὲν προσήρχετο τὴν τεταγμένην ὥραν! Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐπιβολῆς πειθαρχικῆς ποινῆς, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν ταραχθῆ, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀδικήματος εἰς τὰ πρόσωπα· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἀποξενώνει τὴν μειονοψηφίαν ἀπὸ τῆς ἐργασίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτάχθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πρωτάκουστον. Τέλος πάντων, ἐὰν ἡ μειονοψηφία δὲν προσήρχετο κατὰ τὴν τεταγμένην ὥραν, ἐὰν ἐβράδυνε, διατί δὲν ἀνηγγέλθη ἡ παράλειψις αὕτη αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν; Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία, ἔλαβεν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν διεξάγει· ἡ ἐντολὴ ἐδόθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα προεξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ σύμπασα, ἡ πλειονοψηφία μετὰ τῆς μειονοψηφίας καὶ ἡ μειονοψηφία μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, νὰ προεξελέγξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της· ἀλλὰ δὲν ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, οὐδὲ εἰς τὴν μειονοψηφίαν, νὰ στερήσῃ ἡ πλειονοψηφία τὴν μειονοψηφίαν, ἢ ἡ μειονοψηφία τὴν πλειονοψηφίαν, τῆς κοινῆς συμπράξεως κατὰ τὴν προεξέλεγξιν τῶν ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος προσήρχετο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνήγγελλε τὰ λαμβάνοντα χώραν, ἡ Βουλὴ ἴσως ἤθελε δώσει ἐξουσίαν τινὰ εὐρυτέραν εἴτε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε εἰς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἢ τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλὰ τοιαύτην ἐντολὴν εἶχε λάβει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος; Ἀπορῶ λοιπόν, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠδυνήθη νὰ πεισθῇ, ὅτι ἦτο ἐν δέοντι, διότι δὲν προσῆλθον τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἢ τὴν 10ην καὶ 10 λεπτά, δηλ. 40 λεπτὰ μετὰ τὴν προσδιωρισμένην ὥραν, ὅτι ἦτο ἐν δέοντι, προβὰς μόνος μετὰ τῶν συναδέλφων τῆς πλειονοψηφίας καὶ διεξελθὼν τὰ ἔξοδα πέντε Ὑπουργείων, τὰς διατάξεις τῶν νόμων περὶ ἐσόδων, διεξελθὼν 18 κεφάλαια τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας,—διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἰδιαιτέρων αὐτῶν συμφερόντων,—τὸ ἄδικον ἐγένετο εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ, εἰμὴ τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ δὲ καὶ τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ νομοθέτου, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ ἡ Βουλή, ἔχουσα ἐκπεφρασμένας τὰς γνώμας μόνης τῆς πλειονοψηφίας. Ἡ ὕπαρξις τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας ἐκδηλοῖ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νομοθέτου, νὰ προκαλῆται ἡ συζήτησις, διότι ἡ συζήτησις, καὶ μόνη αὕτη, ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐστερήθη τῆς συζητήσεως τῶν πλειονοψηφούντων μελῶν πρὸς τὰ μειονοψηφοῦντα, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ὑποβληθῆ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας μόνον, θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἠρνήθη νὰ συντελέσῃ, ἵνα ἔχῃ ἡ Βουλὴ ὡσαύτως καὶ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας. Καὶ ποία, τέλος πάντων, ἡ βία, ποία ἡ σπουδή, ποῖος ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἐπήρχετο ἀδυσώπητος, ἀκατάβλητος, καὶ ἠνάγκασε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Χαλκίδος νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ πειθαρχικὸν μέτρον κατὰ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας; Ἀναγινώσκω ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ εὑρίσκω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ 1901 καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ 1901 φέρει ἡμερομηνίαν 10 Νοεμβρίου. Λοιπὸν τῇ 10 Νοεμβρίου ὁ Προϋπολογισμὸς ἐδόθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρ’ αὐτῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἴσως ἐδόθη τὸ ταχύτερον τὴν 11 Νοεμβρίου...
§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 16ην.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Νοέμβριος ἠρίθμει 30 ἡμέρας. Λοιπόν, ἐὰν τὴν 16ην αὐτοῦ ἐδόθη ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπεκλείσθη τὴν 30 τοῦ μηνός, ἤτοι μετὰ 14 ἡμέρας, νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς· δηλαδὴ διήρκεσαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ 14 ἡμέρας. Καὶ ὑπάρχει παράδειγμα Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐπεξεργασία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ διήρκεσε χρόνον οὕτω βραχύν; Ἐγὼ ἔχω σημειώματά τινα χρονολογιῶν, τὰ ὁποῖα ἐνόμισα, ὅτι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 εἰσήχθη τὴν 2 Ἰουνίου, ἡ δὲ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπεβλήθη τὴν 5 Ἰουλίου, δηλαδὴ μετὰ ἡμέρας 33. Καὶ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1895 εὑρισκόμεθα εἰς περιπτώσεις δυσχερεστέρας ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ ὑπάρχον Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου τοῦ 1900. Κατὰ τὸ 1895 τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε τὸν ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τὴν 31 Μαΐου, κατὰ τρόπον δὲ ἀδόκητον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι συνήθης, τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο κατώρθωσε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν τὴν 2 Ἰουνίου, δηλαδὴ μετὰ δύο ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἔδωκε τὸν ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, καὶ ἔπραξε τοῦτο, διότι εἶχε καθῆκον νὰ τὸ πράξῃ, διότι τὸ ἔτος 1895 εἶχεν ἀρχίσει, εἴχομεν δὲ προβῆ εἰς τὸν μῆνα Μάϊον, εἰς τὸν μῆνα Ἰούνιον, δηλαδὴ τὸν ἕκτον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ, Προϋπολογισμὸς δὲ δὲν ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχε καθῆκον καὶ δι’ ἄλλο τι νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τοῦ Ἰουνίου παρερχομένου ἦτο ἀδύνατον νὰ πεισθῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ μείνωσιν ἐν Ἀθήναις, γνωστὸν δ’ ὅτι ἀπὸ τὸ τέλος Ἰουνίου καὶ τὰς ἀρχὰς Ἰουλίου ἄρχεται ἡ συγκομιδὴ τῶν προϊόντων αὐτῶν, δὲν δύναταί τις δὲ ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παραμένωσιν ἐνταῦθα, διότι τὸ Κράτος δὲν ἀποζημιώνει αὐτοὺς διὰ τὰς δαπάνας καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑφίστανται, ἐρχόμενοι ἐνταῦθα καὶ μένοντες· ἡ ἀποζημίωσις τῶν 1800 δραχμῶν βεβαίως δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀντισήκωμα τῶν ζημιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελον ὑποκύψει, ἐὰν ἐγκατέλειπον τὴν συγκομιδὴν τῶν προϊόντων αὐτῶν εἰς τὴν τύχην. Ἐνῷ λοιπὸν εἴχομεν συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ ἐπισπεύσωμεν, ἵνα ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τοῦ Ἰουλίου, οὐδὲν παρενεβλήθη πρόσκομμα εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀφέθη πᾶσα ἐλευθερία εἰς αὐτήν, ἵνα τελειώσῃ τὸ ἔργον της ἐν ἀνέσει, καὶ εἰσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, ὅταν ἤθελε τελειώσει τὸ ἔργον της. Ἀλλὰ μήπως κατὰ τὸ 1896 δὲν ἐπράξαμεν τὸ αὐτό; Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 εἰσήχθη τὴν 27 Ἰανουαρίου 1896, ἡ δὲ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπεβλήθη τὴν 28 Φεβρουαρίου, δηλαδὴ μετὰ 32 ἡμέρας. Σᾶς ἀνέφερα τὰ ἔτη ταῦτα, τοῦ 1895 καὶ τοῦ 1896, διότι συνέπεσε νὰ ἦμαι εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα. Δύναμαι νὰ ἀναφέρω καὶ προγενέστερα ἔτη, ἀλλ’ οὐδέποτε αἱ 14 ἡμέραι, αἱ ὁποῖαι παρῆλθον, ἀφ’ ἧς διενεμήθη ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤρκεσαν διὰ τὴν προεξέλεγξιν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς· ὁ τοιοῦτος δὲ συλλογισμὸς, θέλετε πεισθῆ, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένος. Κατὰ ἓν ἄλλο ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐτύγχανε μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον πολλάκις συνήδρευσεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μετὰ τῶν ἐπιζώντων, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπῆλθεν ἤδη τοῦ κόσμου τούτου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνος εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου τοῦ 1878. Πότε εἰσήχθη ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Κατὰ τὴν 20 Νοεμβρίου 1878, δηλαδὴ μετὰ ἡμέρας 50. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὡσαύτως τοῦ 1880 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 19 Δεκεμβρίου 1879, δηλαδὴ πολὺ βραδύτερον τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 εἰσήχθη ἐφέτος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἐπειδὴ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 19 Δεκεμβρίου 1879, δὲν ὑπολείποντο μέχρι τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους, εἰμὴ 12 ἡμέραι. Καὶ δὲν ἦτο ἄγνωστον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὰς Κυβερνήσεις τότε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι προσδιορισμὸς ἐκ τῶν προτέρων τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα θέλουσι κατασταθῆ ἀναγκαῖα εἰς μεταγενεστέραν ἐποχὴν, τὸ ἐπερχόμενον ἔτος, καὶ ὅτι Προϋπολογισμὸς δὲν λέγεται ἡ ἐξέτασις τῶν ἐξόδων ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα προσδιορίζονται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἔκθεσις δὲ τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 19 Δεκεμβρίου 1879, ὑπεβλήθη τὴν 11 Φεβρουαρίου 1880, ἤτοι μετὰ 73 ἡμέρας. Καὶ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 ἐπιζῶσι, καὶ συνεδρεύουσι μεθ’ ἡμῶν. Νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὸν κ. Κατριβάνον, βουλευτὴν Μεγαλοπόλεως, ὁ ὁποῖος ἦτο μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τότε, καὶ ἦτο μέλος καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἦτο μέλος καὶ αὐτὸς ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ κοιτῶνός του βεβαίως ἐπισκοπεῖ τὴν κίνησιν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, τὴν παρασκευὴν τῆς νομοθεσίας αὐτῆς, καὶ ἑπομένως καὶ τὴν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς προεξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δίδει ἐκεῖθεν τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ. Εἰς τὰς Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878 ἦτο μέλος ὁ πατὴρ τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Ρούφου, καὶ ὁ πατὴρ τοῦ ἐκ Ξηροχωρίου βουλευτοῦ κ. Πετσάλη, καὶ ὁ πατὴρ τοῦ ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ κ. Δ. Ἀναστασοπούλου, καὶ ὁ πατὴρ τοῦ ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Ζέγγελη· ἦσαν ὡσαύτως μέλη καὶ ὁ κ. Α. Κοντόσταυλος, καὶ ὁ κ. Π. Μανέτας, καὶ ὁ κ. Καράπαυλος, ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς κ. Σιμόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶναι νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ οἱ τότε Ὑπουργοὶ δὲν διενοήθησαν, ὅτι ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ θέσωσιν ἓν τέρμα εἰς τὴν παράτασιν ταύτην τῶν ἐργασιῶν τῆς προεξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅτε μάλιστα ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα ὑπὸ Βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν μνήμην θέλει τηρεῖ τὸ Κοινοβούλιον πάντοτε, τοῦ μακαρίτου Ἀθ. Πετιμεζᾶ, ὁ ὁποῖος ἐπέσπευδε τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν, καὶ προέτεινε νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μὴ περιμένουσα πλέον τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἠκούσθη ἡ φωνὴ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου ἡ νομιμοφροσύνη οὐδέποτε ἐγκατέλιπεν αὐτόν, καὶ ὁ ὁποῖος παρεῖχε πολύτιμον εἰσφορὰν εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν κοινῶν, τοῦ ἀειμνήστου Θρασυβούλου Ζαΐμη, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη καὶ παρέστησαν, ὅτι ἡ προεξεργασία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Καὶ τότε νομίζετε ὅτι ἦσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα 114 ἑκατομμύρια καὶ 684 χιλιάδες; ἢ 111 ἑκατομμύρια καὶ 678 χιλιάδες ἔξοδα; Ἦσαν πενιχρότατοι οἱ Προϋπολογισμοὶ τότε. Τοῦ 1879 ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέγραφεν ἔσοδα 43,926,651, καὶ ἔξοδα 49,524,588, ἤτοι ἔλλειμμα 5,597,937, τὸ δ’ ἔλλειμμα τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ διὰ δανείων, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος συνωμολόγει τότε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς τοῦ Κράτους, ὅπερ ἦτο ἐν ἐπιστρατεύσει, ἥτις ἐχρησίμευσε διὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ τῆς ὁποίας ἐπιστρατεύσεως τέκνον εἶναι ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ λωρὶς τῆς Ἠπείρου. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 εἶχεν ἔσοδα 45,816,457, ἔξοδα δὲ 56,068,872, ἤτοι ἔλλειμμα 10,252,415· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα ἦτο ἔλλειμμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐξηκολούθει τὸ Κράτος ὂν ἐν ἐπιστρατεύσει, καὶ ἐξηκολούθει ἐφοπλιζόμενον, διότι ἐπερίμενεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καὶ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Εὐρώπη νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς μεσολαβήσεως, ἣν εἶχε παραχωρήσει εἰς αὐτὴν ἡ Συνθήκη τοῦ Βερολίνου, ἵνα ἐπέλθῃ τὸ πέρας μεταξὺ τῆς Τουρκίας καὶ ἡμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Πρωτοκόλλου τοῦ Βερολίνου. Ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1878 ἀνήρχετο εἰς δρ. 7,653,184, ἀνεβιβάσθη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἰς δραχμὰς 18,583,444. Καὶ τώρα, ὅτε ἔχομεν ἀναγράψει ἔσοδα 114 ἑκατομμύρια, θέλετε, ἵνα ἐντὸς 14 ἡμερῶν διέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν προεξέλεγξιν τῆς πληθύος τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Τὴν 30 Νοεμβρίου συνεπληροῦντο 14 ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν δὲ 30 Νοεμβρίου, κατὰ τὴν ὥραν 9 καὶ 30′, συνελθοῦσα ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς συνεδρίασιν, εἶχε προεξελέγξει κατὰ τὴν 10ην ὥραν π. μ. μεῖον 6 λεπτῶν τῆς ὥρας τέσσαρα κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ ἐνῷ εἰς τὰς 10 μεῖον 6 λεπ. τῆς ὥρας, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος εἶπεν, εὑρίσκετο ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ Εʹ κεφάλαιον τῶν ἐσόδων, τὴν ὥραν 10 π. μ. καὶ 10 λεπτὰ, ὅτε εἶχε προσέλθει εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ κ. Χατζῖσκος, εὑρέθη ψηφίσασα καὶ προεξελέγξασα καὶ ἐγκρίνασα τὰ ὑπόλοιπα 15 κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων,—διότι εἰς 20 κεφάλαια διαιροῦνται τὰ ἔσοδα — εὑρέθη προεξελέγξασα καὶ ἐγκρίνασα 34 κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, 9 κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, 7 κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, 16 κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, 28 κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ 16 κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ταῦτα πάντα ἐν χρόνῳ πόσῳ; Ἐντὸς 16 λεπτῶν τῆς ὥρας! Αὐτὰ δὲ τὰ κεφάλαια διαιροῦνται, ὡς ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος, τὸν τοσοῦτον εὐγλώττως χθὲς ἀγορεύσαντα, διαιροῦνται εἰς ἄρθρα, καὶ τὰ ἄρθρα αὐτὰ ἀνέρχονται, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐποιησάμην ἐγὼ, εἰς 695. Νομίζω, ὅτι ταῦτα σᾶς προβάλλουσι πρὸ παντὸς τὸ ἐρώτημα, ἂν ὄχι ἕτερόν τι, ἀλλὰ τοῦτο: πῶς ἐγένετο δυνατὸν, δυνατὸν ὑλικῶς, δυνατὸν χυδαίως, ὄχι δυνατὸν πνευματικῶς, ὄχι δυνατὸν πολιτικῶς ἢ νομοθετικῶς, πῶς ἐγένετο δυνατὸν νὰ διέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τόσῳ βραχυτάτῳ χρόνῳ τοσοῦτον πλουσίαν ὕλην, ἀξίαν τῳόντι βαθυτάτης καὶ παρατεταμένης προεξεργασίας, ὕλην, τὴν ὁποίαν ἐκλήθη νὰ προεξελέγξῃ; Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Χαλκίδος, τοῦ ὁποίου δὲν μὲ ηὐνόησεν ἡ τύχη νὰ ἔχω τὴν πολιτικὴν ἐμπιστοσύνην, τιμῶ ὅμως αὐτὸν ὡς νέον, —καὶ οἱ νέοι εἶναι πάντοτε προτιμότεροι τῶν γερόντων, —ὡς ἐπιστήμονα, ὡς ἄνθρωπον γνωρίζοντα τὴν τέχνην τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν κεφαλαίων καὶ τοῦ διαχειρισμοῦ αὐτῶν, ἑπομένως ὡς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν στερεῖται οὐδενὸς τῶν προσόντων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ ἀνὰ χεῖρας αὐτὸ τὸ βιβλίον, ἵνα τὸ ἐξελέγξῃ (δεικνύει τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ)· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ αἰσθάνεται λύπην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, διότι ἡ ἐσπευσμένη καὶ ἡ βιαία αὐτοῦ ἐργασία ἦτο τοιαύτη, ὥστε εὐλόγως νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν· ἐξελεγχομένη δὲ, δίδει εἰς τὸ κοινὸν τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα προβῇ εἰς κρίσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Χαλκίδος, καὶ πρὸς τὴν εὐλάβειαν, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν γνωρίζω ποία κακὴ τύχη τῆς χώρας ταύτης ἐπηρεάζει τὰς διανοίας ἢ τὰς συνειδήσεις πολιτῶν Ἑλλήνων, ὑπολαμβάνωσιν, ὅτι τὸ πολίτευμα εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ὁμοιάζει μὲ τὸν πίθον τοῦ Διογένους, καὶ ὅτι δύνανται νὰ τὸ μετακινῶσιν, ἢ νὰ διαχειρίζωνται τὰς ἐξ αὐτοῦ προερχομένας λειτουργίας, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτῶν θέλησιν, ἢ κατὰ τὰ ἴδια αὐτῶν πολιτικὰ συμφέροντα. Διότι βεβαίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ πολίτευμα τὸ ἰσχῦον, τοῦ 1863, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῶσι ποτὲ, ὅτε συνέτασσον τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀνέγραφον ἐν αὐτῷ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ συζητήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, πρὶν ἢ γένηται προεξεργασία αὐτοῦ ὑπὸ Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρὸς τοῦτο εἰδικῶς ἐκλεγομένης, δὲν ἦτο, λέγω, δυνατὸν ποτε νὰ φαντασθῶσιν, ὅτι ἤθελεν ἀπαιτηθῆ ἀπὸ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἤθελεν ἀνατεθῆ ἡ προεξέλεγξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ διέλθωσιν ἐντὸς 14 ἡμερῶν βιβλίον ὀγκῶδες, ὡς αὐτὸ, (δεικνύει τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ) καὶ ν’ ἀποφήνωνται γνώμην περὶ τῆς διαχειρίσεως 114 ἑκατομμυρίων, ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἤδη, Κύριοι, συνηθίσαμεν νὰ ἀκούωμεν, καὶ νομίζομεν, ὅτι καὶ πράγματι ἔχομεν αὐτὸν, περὶ τῆς διαχειρίσεως 114,684,159, τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε κατὰ τὸ παρελθὸν κατέβαλεν. Ἐρωτῶ ἐμαυτὸν, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι βέβαιος, ὅτι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀπαιτηθῆ, ἵνα καταβάλῃ, ὅτι ταῦτα προεξηλέγχθησαν πρεπόντως, καὶ ἠρευνήθησαν ἐπαρκῶς, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, οἵτινες ἀνέλαβον τὸ ἔργον τῆς προεξελέγξεως καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξεπλήρωσαν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκον αὑτῶν, ἀπορῶ, λέγω, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἦναι πρόθυμος νὰ καταβάλῃ τὰ ὀγκώδη ταῦτα 114 ἑκατομμύρια τῶν ἐσόδων, καὶ ἂν θὰ ἀνεχθῇ νὰ δαπανηθῶσιν ἑκατοστύες ἑκατομμυρίων, ὅταν ἀμφιβάλλῃ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ τοσαῦτα ποσὰ χρηματικὰ, καὶ ἂν ἦτο ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσι τοσαῦτα χρήματα, χωρὶς νὰ βλέπῃ θεραπευομένας τὰς ἀνάγκας ἐκείνας, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἔχει πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του. Τὸ πολίτευμα τοῦτο, ὅπερ ἔχομεν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἔργον τῆς παρούσης γενεᾶς. Ἡ γενεὰ αὕτη, κληρονόμος καὶ διάδοχος τῆς πρὸ αὐτῆς, ἤτοι τῆς γενεᾶς, ἥτις ἐπῆλθεν ἀμέσως μετὰ τὴν κατάπαυσιν τοῦ πολέμου, ὀφείλει νὰ ἦναι πιστὴ εἰς τὰς παραδόσεις τῶν πατέρων της, ὅπως πιστὴ ἦτο καὶ ἡ πρὸ αὐτῆς γενεὰ, ἡ ἀναφανεῖσα μετὰ τὸν ἀγῶνα εἰς τὰς παραδόσεις τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων. Τὸ ὅτι αἱ Ἐθνικαὶ ἐκεῖναι Συνελεύσεις, μολονότι τὸ ὄνομα τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐνεποίει φρίκην εἰς τοὺς ἡγεμόνας τῶν χρόνων ἐκείνων, μολονότι ἀπετέλουν αὗται μίαν δρᾶκα ὁπλιτῶν, περικυκλούμεναι ὑπὸ μυριάδων τουρκικοῦ στρατοῦ, δὲν ἐδίστασαν ν’ ἀνακηρύξωσιν εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ κυβερνᾶται ἡ πατρίς των συνταγματικῶς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1868 παρῃτήθην ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ πρέσβεως ἐν Παρισίοις, διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐκτεθῶ εἰς τὰς ἐκλογὰς—διότι εἶχε διαλυθῆ ἡ Βουλὴ —ὅπως κατορθώσω νὰ γένωμαι Βουλευτὴς, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ τοιαύτη διαγωγή μου ἐνεποίει ἔκπληξιν εἰς ἄλλας σφαίρας καὶ ἀπορίαν, πῶς ἐγὼ, πρέσβυς τοῦ ἡμετέρου Βασιλέως ἐν Παρισίοις, ἐπροτίμων νὰ διέρχωμαι τὸ ψῦχος καὶ τὰς χιόνας τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος, διὰ νὰ κατορθώσω νὰ πείσω τοὺς συμπολίτας μου νὰ μὲ ἐκλέξουν Βουλευτὴν, καὶ λάβω τὴν τιμὴν νὰ συνεδριάζω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡγεμὼν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω πάντοτε εὐλαβῶς, συνομιλῶν μετὰ Αὐτοκρατείρας, γυναικὸς ὑπερόχου, τὴν ὁποίαν τύχη ἄστοργος, δυσμενεστάτη πρὸς αὐτὴν, κατεδίκασεν εἰς δυστυχήματα ἀνήκουστα, τὰ ὁποῖα μόνη αὐτὴ ἠδύνατο νὰ ὑποφέρῃ, εἶπέ ποτε πρὸς αὐτὴν, παρόντος ἐμοῦ: «Ἐμάθετε, Μεγαλειοτάτη, καὶ δύνασθε νὰ πιστεύσητε, ὅτι ὁ Δηλιγιάννης παρῃτήθη τῆς θέσεως τοῦ πρέσβεως τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ γείνῃ Βουλευτής;» — «Μεγαλειότατε», ἀπήντησεν ἐκείνη, «τώρα τοῦτο εἶναι τὸ ῥεῦμα τοῦ αἰῶνος.» Καὶ ἂν ἐκείνη ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὸ ῥεῦμα τοῦ αἰῶνος ἦτο τοιοῦτον τότε, διότι καὶ αὐτὸς ὁ σύζυγος αὐτῆς, ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γαλλίας, πιεζόμενος καὶ στενοχωρούμενος ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἀπολύτου αὐτοῦ ἐξουσίας, ἠναγκάζετο νὰ παραχωρῇ ἐλευθερίαν κοινοβουλευτικὴν, καὶ νὰ μεταποιῇ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα εἰς Κοινοβουλευτικὸν Σῶμα, κατὰ πλείονα λόγον ἡμεῖς πρέπει νὰ ἤμεθα εὐλαβεῖς εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, καὶ πρέπει μετ’ εὐλαβείας ἀληθοῦς καὶ μετὰ αἰσθήματος ὁμοίου πρὸς τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἔχωσιν, ὅταν μεταλαμβάνωσι τῶν ἀχράντων μυστηρίων, πρέπει, λέγω, οὕτω νὰ τείνωμεν τὰς χεῖρας, καὶ νὰ ἐγγίζωμεν τὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὸ πολίτευμα δὲν πρέπει νὰ λειτουργῇ, πρέπει νὰ δηλώσωσι τὴν γνώμην των, καὶ πρέπει νὰ πράξωσιν ὅ,τι δύνανται, διὰ νὰ πείσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ τὸ μεταβάλῃ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνδρικὸν καὶ τὸ ἁρμόζον. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἤθελε μεταβάλει ἢ τροποποιήσει τὸ πολίτευμα, κύψατε τὴν κεφαλὴν πρὸ αὐτοῦ, καὶ ἀποκαλυφθῆτε πρὸ τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς ἱερότητος αὐτοῦ! Μὴ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος θεωρητικῶς, ἐκ τῶν προτέρων (ad priori). Ὑπὲρ οὐδενὸς πολιτεύματος εἶμαι, ἀλλ’ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἁρμόζει εἰς τὸν τόπον, τὸ ὁποῖον ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται, ἂν ὄχι ἄλλο τι μέγα, ἀλλὰ πάντως ὑπόσχεται τὴν συντήρησιν τῆς εὐταξίας, τὴν εὐρυθμίαν τῆς κοινωνίας, τὴν ἐνίσχυσιν τῆς δημοσίας παραγωγῆς, ἵνα δυνηθῇ ὁ τόπος οὗτος νὰ ἀναλάβῃ ποτὲ οἰκονομικῶς. Ἡ ἀνάρρωσις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ τόπου ἐπάγεται καὶ τὴν διανοητικὴν ἀνάρρωσιν καὶ τὴν ψυχικὴν μόρφωσιν τοῦ ἔθνους, καὶ θέλει μᾶς καταστήσει ἀξίους νὰ ἐκπληρώσωμεν πρὸς τὴν πατρίδα μας ὅ,τι χρεωστοῦμεν. Μὲ ἠνάγκασε νὰ εἴπω ταῦτα ἡ ἐκδρομὴ, τὴν ὁποίαν ὁ εὐφυέστατος καὶ εὔγλωττος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἐποιήσατο χθές, ὅτε ἀνεμνήσθη τῶν συμβάντων τῆς 30 Νοεμβρίου 1874. Τὰ συμβάντα ἐκεῖνα προῆλθον παρ’ ἀνδρὸς ἐντίμου καὶ χρηστοῦ, ἀλλὰ βιαίου. Ὁ ἄνθρωπος, ὅστις προέβη εἰς τὸ κίνημα ἐκεῖνο, καὶ ἂν δὲν εἶχεν οὐδαμόθεν ἄλλοθεν ὤθησιν, δὲν ἐκπλήσσομαι, ἐὰν προέβη εἰς τοῦτο· διότι ἦτο μὲν εὐγενὴς φύσει καὶ χαρακτῆρος ἐντίμου, ἦτο εὐπατρίδης, τιμῶν τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν, ἀλλ’ ἡ ἀνατροφὴ ἢ ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν νέος ἀνετράφη καὶ ἀνεπτύχθη, μετέδωκεν αὐτῷ ἰδέας αὐταρχικὰς, καὶ μολονότι, ὡς Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὁσάκις ἐτέθη πρὸ αὐτοῦ ἡ σαφὴς ἔννοια τοῦ νόμου, ἐσταμάτησε, καὶ ηὐλαβήθη τοὺς νόμους, ἀλλ’ ὅτε ἐπρόκειτο περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, δὲν εἶχε τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἑαυτὸν ὅρια. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε τότε τί συνέβη; Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἠγέρθη σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ κατέστειλε πᾶσαν ἀντίδρασιν. Καὶ προετίμησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀνεχθῇ Κυβέρνησιν, ἣν ἐσχημάτισε τότε πρώτην φορὰν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχεν ὑποδείξει τὸ Κοινοβούλιον, καὶ συνῄνεσε νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὸν, διὰ νὰ ἀποσοβήσῃ τὰς πονηρὰς διαθέσεις, εἴτε τὰς τολμηρὰς ἐπιθέσεις, εἰς τὰς ὁποίας εἶχον προβῆ τότε οἱ κυβερνῆται αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα εἶχον οὕτω, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι προσεδόκων χθὲς νὰ ἀναμιχθῇ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ἐπαναφέρῃ εἰς ὁμαλὴν ὁδὸν τὴν λειτουργίαν τῶν νόμων καὶ τοῦ πολιτεύματος. Εἰς μόνον αὐτὸν ἀνῆκε νὰ ῥυθμίσῃ ὅ,τι ἦτο ἔκρυθμον, καὶ νὰ ἐπαναγάγῃ ἕκαστον εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ δυνάμει τοῦ Συντάγματος εἶχεν ἀναθέσει εἰς αὐτόν. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας εἶναι ὁ ὁδηγὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν ἦναι ὁδηγὸς τῆς Βουλῆς, βεβαίως αὐτὸς διαρρυθμίζει καὶ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τὴν πορείαν καὶ τὰς σκέψεις. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα στηρίζεται ἐπὶ ἑνὸς πλάσματος, ὅτι ἐν τῇ γνώμῃ τῶν πολλῶν ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια. Δυνάμει τοῦ πλάσματος τούτου, ἡ πλειονοψηφία τῶν πολυμελῶν πολιτικῶν σωματείων ἐμφανίζεται περιβεβλημένη μὲ ὅλην τὴν δύναμιν. Οἱ ἀντιλέγοντες εἰς τὴν πλειονοψηφίαν εἶναι ἀσθενεῖς, εἶναι ἀδύνατοι. Ἀλλ’ ἐκεῖνος πρὸ παντὸς ἔχει συμφέρον ἵνα τηρῆται ἡ τάξις, ἵνα λειτουργῶσι συμμέτρως καὶ ἐρρύθμως οἱ νόμοι, ἵνα ἐκτελῆται μετ’ εὐλαβείας τοῦ πολιτεύματος ἡ λειτουργία, ἐκεῖνος, ὅστις ἀντιπροσωπεύει τὴν δύναμιν, διότι εἰς αὐτὸν ἰδίως ἀνετέθη, ὡς ἀντιπρόσωπον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἡ διερμηνεία τοῦ φρονήματος τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ἀντιπροσωπεία αὐτοῦ τοῦ ἔθνους. Εἰς αὐτὸν ἀνετέθη ἡ συγκράτησις τῶν πραγμάτων, ἡ συντήρησις τῆς νομίμου τάξεως, ἅπερ δὲν συντελοῦνται ἢ μόνον ὅταν λειτουργῇ τὸ πολίτευμα. Εἶναι πεπλανημένη ἡ γνώμη ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἡ δύναμις, ἣν διαχειρίζονται, εἶναι δύναμις, ἥτις εἶναι ἀχώριστος ἀπ’ αὐτούς. Διαχειρίζονται τὴν δύναμιν αὐτὴν κατ’ ἐντολὴν ἐκείνων, οἵτινες περιβάλλουσιν αὐτοὺς διὰ τῆς δυνάμεως αὐτῆς, περιβάλλει δὲ αὐτοὺς μὲ τὴν δύναμιν αὐτὴν τὸ Στέμμα· ἀλλὰ τὸ Στέμμα ὁδηγεῖ πάντοτε ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμις ἡ πραγματικὴ τῶν πλειονοψηφιῶν. Ἀλλὰ τὰς γνώμας καὶ τὰ φρονήματα τῆς πλειονοψηφίας ἀναποφεύκτως πρέπει νὰ ἐπιδοκιμάζῃ καὶ ἀσπάζηται ὁ Ἑλληνικὸς λαός· διὰ νὰ ἀσπάζηται δὲ καὶ ἐπιδοκιμάζῃ τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας, πρέπει νὰ πείθηται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι αἱ γνῶμαι αὐτῆς εἶναι ὀρθαὶ καὶ δίκαιαι, ὅτι ὑπαγορεύονται ἀπὸ συμφέρον πραγματικὸν τῆς χώρας, ἀπὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν κοινωνίαν. Ἐὰν ὅμως πεισθῇ, ὅτι ἡ δύναμις τῶν πλειονοψηφιῶν μετεποιήθη ἀπὸ δυνάμεως ἐθνικῆς εἰς δύναμιν ὑλόφρονα καὶ ἰδιωφελῆ, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὴν δύναμιν ταύτην τῶν πλειονοψηφιῶν δὲν φροντίζουσι νὰ περιστέλλωσι τὴν δύναμιν ταύτην ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ προσήκοντος καὶ τοῦ ὠφελίμου, ἐὰν κλονισθῇ ποτε ἡ πεποίθησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν δύναμιν τῶν πλειονοψηφιῶν, ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ ἴδῃ τὸ Κοινοβούλιον.
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ Κοινοβούλιον.
§8ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλει ὑπάρχει Κοινοβούλιον, καὶ θέλουσι γενῆ ἐκλογαί, ἀλλὰ δὲν θέλει ἀποστείλει ἡμᾶς ἐδῶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι ἡμεῖς μετεποιήσαμεν τὴν δύναμιν, δι’ ἧς μᾶς περιέβαλεν οὗτος, ἀπὸ δυνάμεως χρησίμου πρὸς διάπραξιν τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ πρέποντος εἰς δύναμιν χυδαίαν, αὐθαίρετον, καταπιεστικὴν καὶ καταχρωμένην. Ὁμολογῶ, ὅτι οὐχὶ ἅπαξ ἠξιώθην τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὡσαύτως, ὅτι καὶ δὶς μὲ ἐστέρησε τῆς ἐμπιστοσύνης του ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἔχω τὴν γνώμην, — ἥτις εἶναι ἰδιόρρυθμος, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν, ὡς πρεσβύτερος, συμβουλεύω πάντας τοὺς νεωτέρους νὰ ἔχωσιν, — ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα, οὔτε ἐκ κληρονομίας τῶν πατέρων μας, οὔτε ἐξ ἀποκλειστικῆς τινος προνομίας, ν’ ἀπαιτῶμεν, ἵνα ἐκλεγώμεθα πάντοτε Βουλευταί. Ἐγὼ, ὁσάκις ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἴτε νομίμως, εἴτε διὰ παραβάσεως τῶν νόμων, δέν μοι μετέδωκε τὴν ἐμπιστοσύνην του, δὲν ἐξελέγην δ’ ἕνεκα τούτου Βουλευτὴς, δὲν ἐβαρυθύμησα κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἴσως καὶ ηὐχαριστήθην, διότι ἀπηλλάγην τῆς εὐθύνης, ἣν τὰ καθήκοντά μου, ὡς Βουλευτοῦ, μοὶ ἐπέβαλλον. Χρεωστῶ νὰ προσφέρω τὰς ὑπηρεσίας μου εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου· ἐὰν δ’ οὗτοι ἀποφαίνωνται, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτῶν, ἢ δὲν κρίνουσιν αὐτὰς καλὰς, ἀπέρχομαι, ἐπίσης εὐχαριστημένος, ὡς ἐὰν ἐνέκρινον ταύτας ὡς ἀναγκαίας. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπικρίνω τ’ ἀποτελέσματα τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1892 ἢ τῶν τοῦ 1899. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς Ἱστορίας, καὶ οὐχὶ ἐμοῦ. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἐπανειλημμένως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μὲ ἐστέρησε τῆς ἐμπιστοσύνης του, τίς οἶδεν εἰς ποίας προτροπὰς καὶ παρακελεύσεις ὑπείκων· ἀλλ’ ὁσάκις δὲν ἠξίωσέ τινα τῆς ἐμπιστοσύνης του, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδηλοῖ περιφρόνησιν, ἢ νὰ ἀθετῇ καὶ παραβαίνῃ τὰ καθήκοντά του πρὸς αὐτὸν, ἢ νὰ ὀλιγωρήσῃ τῶν συμφερόντων του, ἢ νὰ προάγῃ καὶ ὠθῇ αὐτὸν εἰς βεβαίας καταστροφάς. Ἐὰν ἠξίουν τι περισσότερον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἠξίουν νὰ μὴ διαταράξῃ τὴν τόσον ἤρεμον σύμπραξιν, ἣν αἱ διάφοροι ἀποχρώσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνεισέφεραν πρὸς συντέλεσιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων. Μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, ὅτι δὲν ἀφέθη ἐν πλήρει ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων του. Ἠδύνατο ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἔχῃ γνώμην, ὅτι νόμος τις, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τὸν ὁποῖον ἕτερος συνάδελφός του προέβαλεν, ὅτι θὰ ἦτο ὠφέλιμος ἢ ἐπιζήμιος, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία δὲν παρεκωλύθη νὰ ἐνασκήσῃ τὰ νόμιμα δικαιώματά της, ἡμεῖς δὲ συνεβοηθοῦμεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐξασκήσεως ταύτης αὐτῶν, καὶ ὅτε συνεφωνοῦμεν καὶ ὅτε διεφωνοῦμεν, ἀποχωροῦντες ἤρεμοι εἰς τὰς οἰκίας μας. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς χθὲς τὰ πράγματα μεταβάλλονται, ὁ δὲ κοινοβουλευτικὸς ἀνταγωνισμὸς τραχύνεται· δὲν κρίνω δὲ, ὅτι εἶναι συμφέρον εἰς τοὺς διευθύνοντας τὰς πλειονοψηφίας, ἢ εἰς τοὺς προέχοντας ἐν αὐταῖς, νὰ εὑρίσκωνται ἀπέναντι τῶν ἀντιφρονούντων ἐν σχέσεσιν ἐκτραχυνθείσαις. Πολλάκις ἡ ἐκτράχυνσις αὕτη μεταφέρεται ἐκτὸς τῆς αἰθούσης τοῦ Βουλευτηρίου, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ πρῶτοι ἔχουσι συμφέρον νὰ ἦναι ὑπὲρ τῆς τάξεως· ἀλλὰ καὶ ἂν αἱ ἐκτραχύνσεις τῶν σχέσεων περιορίζωνται μόνον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, εἶναι πάντως πρόσκομμα λίαν δυσάρεστον, σχεδὸν δὲ ἀνυπέρβλητον πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐγὼ ὁμολογῶ,—καὶ εὐτυχῶς δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τοῦτο καὶ ἐν ὀνόματι ἐκείνων τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα δὲν συμπράττουσι μετ’ ἐμοῦ,—ὁμολογῶ, ὅτι ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο νομιμοφρονεστάτη, ἤρεμος καὶ λογικὴ, καὶ εὐκολύνουσα προθύμως πάντοτε τὴν διεξαγωγὴν τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὴ ἐπείθετο, ὅτι ἦσαν ὀρθά. Μήμου ἐγκαλέσῃ τις διὰ τὴν ματαίωσιν τῆς συμβάσεως περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἥτις ἐματαιώθη διὰ κωλυσιεργίας. Τὴν εὐθύνην τῆς κωλυσιεργίας ταύτης ἀναλαμβάνομεν πάντες οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐνῷ ἀναλαμβάνομεν πάντες αὐτὴν, προσβλέπομεν μετ’ εὐφροσύνης τὰ πρόσωπα τῶν δημοτῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διότι εἰς τὴν κωλυσιεργίαν ἐκείνην ὀφείλουσιν οὗτοι, ὅτι δὲν ἐδουλώθησαν ἐπὶ ἐνενήκοντα ἔτη εἰς χρηματικὴν εἰσφορὰν ὑπέρογκον καὶ ἁλυσιτελῆ. Ὡσαύτως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν συνείδησιν πλήρη τῆς εὐθύνης ἡμῶν, διότι διὰ τῆς κωλυσιεργίας παρεκωλύσαμεν νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ ἐκπαιδευτικὰ, τὰ ὁποῖα πέρυσιν ὑπεβλήθησαν. Κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἤκουον εὐχαρίστως, ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐξύμνει τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1895, περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐξεπλάγην τελευταῖον, ὅτε, ἐνῷ ἐξύμνει, ὡς ἐλέγετο, τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1895, περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤκουσα τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐρωτηθέντα ὑπὸ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, ἂν ἐννοεῖ ὑποχρεωτικὰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, εἰπόντα, ὅτι δὲν τὰς ἐννοεῖ ὑποχρεωτικάς. Ἠγανάκτησα ἀληθῶς, καὶ εἶπον κατ’ ἐμαυτόν: Ποία εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν; Πῶς Ὑπουργὸς δύναται ἐν γνώσει νὰ παραβαίνῃ τὸν νόμον; Λέγω ἐν γνώσει, διότι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀνωμολόγει, ὅτι ἦσαν ὑποχρεωτικαὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, καὶ αὐτὸς ὁ συμπαρεδρεύων αὐτῷ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεγνώριζε τὴν ἔννοιαν ταύτην τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἐζήτουν δ’ ἀμφότεροι τότε, αὐτὴν τὴν ἔννοιαν νὰ ματαιώσωσιν· ἀφοῦ δὲ ἡ ἔννοια δὲν ἐματαιώθη, αἱ διατάξεις τοῦ νόμου διετηρήθησαν. Πῶς λοιπὸν Ὑπουργὸς δύναται νὰ τολμήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ: «ὄχι, δὲν θεωρῶ ὑποχρεωτικὰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων»; Καὶ ἐσκέφθη: Μήπως ἄρα εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφύγῃ τις εἰς βίαν, ἵνα διδάξῃ τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους; Δὲν ἀρκοῦσιν οἱ λόγοι, οἱ ἀπαγγελλόμενοι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς; δὲν ἀρκοῦσιν αἱ ἐπερωτήσεις καὶ αἱ αἰτήσεις διασαφήσεων; Ἀπαιτεῖται νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη; Καὶ ἀναγκαία καθίσταται ἡ ἀνάμιξις αὐτῆς, ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ ἐν γνώσει παραβαίνωσι τοὺς νόμους. Τὸ ἦθος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι ἦθος ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἀφίνεται εἰς τὰ ἀνθρώπινα πάθη, δὲν εἶναι ἦθος ἀνδρός, ἐν τῷ ὁποίῳ κρατεῖ ἡ ὀργὴ καὶ ἡ ἀγανάκτησις, ἡ μνησικακία καὶ ἡ ἐκδίκησις· εἶναι ἦθος ἀνδρὸς ἠρέμου, φιλονόμου, καὶ, μολονότι δὲν συνέπεσε νὰ ἔχω σχέσεις μετ’ αὐτοῦ, ἠμπορῶ νὰ προσθέσω, ὅτι ἔχει καὶ ἦθος ἀνδρὸς ἀγαπῶντος τὴν κοινωνίαν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἠξίουν παρ’ αὐτοῦ νὰ σταματήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις ἤθελεν ἀπολήξει εἰς ἐπικήρυξιν πολέμου μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας· ὁ δὲ τοιοῦτος ἐμφύλιος πόλεμος δὲν διαπράττεται διὰ πιστολίων καὶ τυφεκίων, διαπράττεται ὅταν ὁ εἷς μελετᾷ κακὸν κατὰ τοῦ ἄλλου. Καὶ ποία ἄλλη μελέτη κακοῦ, ποῖον δεινὸν μεγαλείτερον εἶναι, παρ’ ὅταν ἀφαιρῶνται τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, — ἀφοῦ ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περιήγαγεν αὐτὴν εἰς ἀδυναμίαν νὰ κυβερνᾷ, — ν’ ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτὴν καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν αὐτῇ, νὰ προεξελέγχῃ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἰσχύος τοὺς Προϋπολογισμούς; Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἀκόμη νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ποιήσωμαι ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· ποιοῦμαι δὲ τὴν ἔκκλησιν, διότι, ἂν αὕτη πείσῃ τὸν Πρωθυπουργόν, ὅτι πρέπει νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ἀντιφωνίαν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἁρμονίαν, καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ πλήρη τὴν λειτουργίαν τῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὴν προεξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἂν τοῦτο πράξῃ, βεβαίως δὲν θὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα ἡμῶν, διότι οὐδὲν συμφέρον ἔχομεν· θέλει ὑπηρετήσει ὅμως τὰ συμφέροντα τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου, διότι θέλει συντελέσει εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς εὐκοσμίας αὐτοῦ, καὶ θέλει πρὸ πάντων διδάξει, ὅτι πρέπει νὰ τηρῶνται τὰ θελήματα τοῦ λαοῦ. (Εὖγε! εὖγε!).
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύπτω, Κύριοι, μετὰ σεβασμοῦ πρὸ τοῦ πολιτεύματος, κύπτω μετὰ σεβασμοῦ πρὸ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ βεβαίως δὲν κύπτω πρὸ τῶν δογμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὸ Σύνταγμα καθιεροῖ διαφόρους ἀρχάς, ἀποδίδει δ’ εἰς αὐτὰς τὰς ἀρχὰς δικαιώματα καὶ καθήκοντα. Τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀποδίδει δὲ εἰς τὴν Βουλὴν δικαιώματα, ἀποδίδει εἰς αὐτὴν καθήκοντα, ἀλλ’ οὐδαμοῦ τοῦ Συντάγματος ἀναγράφεται, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν της εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Τὸ δικαίωμα τῆς μειονοψηφίας εἶναι νὰ συζητήσῃ, νὰ ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας της, καὶ νὰ πολεμήσῃ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἐπιβλαβῆ εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς κωλυσιεργίας. Ὅταν δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναγράφητε ὡς κοινοβουλευτικὸν δόγμα τὴν κωλυσιεργίαν, οὐδὲν ἕτερον πράττετε ἢ νὰ κηρύξητε, ὅτι ἀναστρέφονται οἱ ὅροι, ὅτι ἡ θέλησις τῆς μειονοψηφίας πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ, καὶ ὅτι ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας πρέπει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν τῆς μειονοψηφίας. Κηρύττετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ὁσάκις, κατὰ τὴν κρίσιν ὑμῶν, νομοθετήματά εἰσιν ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν χώραν, δικαιοῦσθε διὰ τῆς κωλυσιεργίας νὰ ματαιώσητε τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Ἀλλὰ τὴν κρίσιν ὑμῶν θέλετε καὶ νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Διότι τίς κρίνει περὶ τοῦ ἐλαττωματικοῦ τῶν νομοσχεδίων; τίς κρίνει περὶ τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὴν χώραν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίων; Ἡ μειονοψηφία. Ἆρα ἡ θέλησις τῆς μειονοψηφίας εἶναι ἡ κρατοῦσα! ἄρα ἡ θέλησις τῶν ὀλίγων ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας, ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν πολλῶν! Ἀλλοίμονον, ἐὰν τοιοῦτον δόγμα ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι καθιερωθῇ! Διότι, τοῦ δικαιώματος τούτου ἀναγνωριζομένου, δύναται αὔριον νὰ ἀσκηθῇ τοῦτο παρὰ πέντε καὶ μόνον Βουλευτῶν, ἐχόντων ἐπιμονήν, ἐχόντων εὐγλωττίαν, ἐχόντων δύναμιν πνευμόνων. Εἶναι ἀναίρεσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἡ καθιέρωσις τοιαύτης ἀρχῆς, εἶναι ἀναίρεσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπεστήριξε. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, Κύριοι, βασίζεται ἐπὶ ἑνὸς τεκμηρίου, καὶ τὸ τεκμήριον τοῦτο εἶναι, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τεκμήριον, δύνασθε νὰ εἴπητε, ἀλλὰ τεκμήριον ὅμως βάσιμον καὶ βέβαιον, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου. Ἀλλὰ μήπως δὲν ὑφίστασθε δυνάμει τεκμηρίου ὑμεῖς, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν μειονοψηφίαν τοῦ λαοῦ; Τὴν ἀντιπροσωπεύετε δυνάμει τίνος δικαιώματος; Δυνάμει τοῦ τεκμηρίου, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἔχει πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην. Ἐὰν λοιπὸν τὸ τεκμήριον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡμεῖς, οἱ τὴν πλειονοψηφίαν ἀποτελοῦντες, ἀντιπροσωπεύομεν τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ λαοῦ, δὲν ἔχῃ ἰσχύν, δὲν ἔχει ἐπίσης ἰσχὺν τὸ τεκμήριον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑμεῖς ἀντιπροσωπεύετε τὴν μειονοψηφίαν· καὶ τότε πόθεν ὑμεῖς ἀρύεσθε τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῆς μειονοψηφίας ταύτης; Βεβαίως δικαίωμα συζητήσεως ἡ μειονοψηφία εἶχε, δικαίωμα ἔχει, ἵνα διὰ παντὸς τρόπου ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἐπιζήμια, εἶναι πράγματι ἐπιζήμια· δικαίωμα ἔχει νὰ πείσῃ τὸν λαὸν περὶ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας τὰ μέτρα ταῦτα δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν· ἀλλὰ πέραν τοῦ δικαιώματος τούτου οὐδὲν ἕτερον δύναται νὰ ἔχῃ δικαίωμα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἄρνησις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος (εὖγε! εὖγε!). Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐξερχόμενος τῶν θεωριῶν τούτων τῶν συνταγματικῶν, τῶν ὁποίων τὴν ἀλήθειαν, φρονῶ, οὐδεὶς δύναται σοβαρῶς νὰ διαμφισβητήσῃ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ χθὲς ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ἁρμονία ἐπεκράτει ἐν τῇ Βουλῇ, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς—καὶ γνωρίζω τὴν ἀλήθειαν τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων. — Ἀλλ’ ἂν εἶχε δίκαιον, ἀποδίδων τὴν ἁρμονίαν ταύτην ἐν μέρει εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δικαιοῦμαι καὶ ἐγώ, νομίζω, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις συνέτεινεν εἰς τοῦτο, διότι ἡ διαγωγὴ τῆς Συμπολιτεύσεως καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν καὶ τῆς παρούσης καὶ τῶν προηγουμένων Συνόδων οὐδὲν ἄλλο ἀπέδειξεν ἢ ὅτι ἐπιθυμεῖ ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ συζητῇ καὶ νὰ διασκέπτηται. Ἴδωμεν, Κύριοι, τώρα, τίς διετάραξε τὴν ἁρμονίαν ταύτην. Παρὰ τῆς Βουλῆς διωρίσθη Ἐπιτροπὴ, ὅπως ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εἰργάσθη. Κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἀνέθηκεν εἰς αὐτὴν, καθ’ ὃν τρόπον ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰ ἐκτελέσῃ. Προεκλήθην εἰς ἄλλην συνεδρίασιν νὰ εἴπω, ἐὰν φρονῶ, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας μετῆλθον κωλυσιεργίαν, ὅπως ματαιώσωσι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶπον τότε, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχον, ἵνα ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἐνόουν νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα. Συνεζήτησαν περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ συνεζήτησαν καθ’ ὃν τρόπον αὐτὰ ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ συζητῶσι. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής: «εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συζητήσωσι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν;» Καὶ ὁμιλῶν περὶ τοῦ φόρου ἐκείνου, ἀνεμνήσθη τῆς δεκάτης, καὶ ἐχαρακτήρισε τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡς νόμον ἅγιον, ἀποδεχθεὶς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου...
§10Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τ’ ἀπεδέχθη.
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἀπεδέχθη τὴν λέξιν, ἀλλ’ ἀπεδέχθη τὸ πρᾶγμα... Ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ δεκάτη εἶχε τὴν ἰδιότητα τοῦ νὰ ἦναι φόρος δίκαιος, διότι ὁ φόρος αὐτὸς ἐπεβάλλετο ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ὑπεστήριξε τοῦτο, καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι ἄδικος εἶναι ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι ἐν αὐτῇ τῇ φορολογίᾳ καθιεροῦται ἡ ἀδικία. Ἀκριβῶς τοῦτο εἶπεν. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς θέλει πάντοτε νὰ διακόπτῃ· τὸν παρακαλῶ ὅμως νὰ πιστεύσῃ, ὅτι αἱ διακοπαί του διόλου δὲν θὰ μ’ ἐμποδίσουν νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλω νὰ εἴπω. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι οὐδεὶς φόρος εἶναι ἀπολύτως δίκαιος· προσθέτω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ λεχθὲν, ὅτι ἡ δεκάτη εἶναι φόρος δίκαιος· καὶ δὲν εἶναι δίκαιος διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι, ἂν ὑποθέσητε, ὅτι πρόκειται περὶ γαιῶν λίαν καρποφόρων, διὰ δαπάνης, ἃς ὑποθέσωμεν, 30, δύνασθε νὰ ἔχητε εἰσόδημα 100· ἐπὶ τῶν 100 αὐτῶν ἐπιβάλλετε φόρον 10%, καὶ μένουσι διὰ τὸν ἰδιοκτήτην 70· ἐὰν ἡ γῆ ἦναι ἄγονος, καὶ ἐὰν διὰ δαπάνης 30 ἔχητε μόνον 50, καὶ ἐπὶ τῶν 50 αὐτῶν ἐπιβάλητε φόρον 10%, μένουσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην 40. Βαρύτερος ὁ φόρος ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει, ἢ ἐν τῇ πρώτῃ; Ποῦ ἡ δικαιοσύνη ἐν τῷ φόρῳ τούτῳ; Ἐν παντὶ λοιπὸν φόρῳ ὑπάρχει ἀδικία. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὁπόσον τὰ μέτρα πρὸς εἴσπραξιν τῆς δεκάτης ἦσαν πιεστικὰ, πόσον ὑπέφερεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἕνεκα τῆς δεκάτης, ὅπως ἐννοήσωμεν, διατὶ μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς ἐζήτει τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, καὶ διατὶ, ὅτε προὐτάθη ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης, καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐθεωρήθη, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἐπρόκειτο νὰ σωθῇ ὁ λαὸς ἀπὸ τὰς καταπιέσεις τῆς δεκάτης. Βεβαίως παράπονα ἐγείρονται σήμερον κατὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὰ παράπονα ταῦτα ἐν μέρει εἶναι δίκαια. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, ἐν ὅσῳ δὲν κατορθώσητε νὰ ἔχητε ἀνάπτυξιν κοινωνικὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ μόνος ὀρθὸς καὶ δίκαιος, ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχητε, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ φορολογία, ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχητε παράπονα ἐπὶ ἀδίκῳ καὶ ἀνίσῳ φορολογίᾳ. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, εἶναι ἆρά γε ἔργον τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος; εἶναι ἔργον αὐτῆς, ὅπως θεωρητικῶς συζητήσῃ περὶ ἀλλαγῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῆς Ἑλλάδος; Βεβαίως δικαίωμα εἶχεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις. Ἀλλ’ ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐπὶ ἑκάστου φόρου διὰ μακρῶν συζητῇ, καὶ ἵνα ἕκαστος τῶν κυρίων, τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην, συζητουμένου τοῦ προβλεπομένου ἐσόδου φόρου τινὸς, προτείνῃ ἄλλους φόρους πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου τούτου, ἐρωτῶ, πότε θὰ λήξῃ ἡ οὕτω διεξαγομένη συζήτησις; Εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, πόσας ἡμέρας κατηνάλωσαν κατὰ τὸ παρελθὸν αἱ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπαὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἤρχισε τὴν ἐξέτασιν ταύτην ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς Προϋπολογισμοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγήσατο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι 33 ἡμέρας ἠσχολήθη ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ ἔτος 1895 εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, 33 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, 31 δὲ ἡμέρας ἠσχολήθη ἑτέρα Ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896. Πάντοτε πρόκειται περὶ χρονικοῦ διαστήματος ἀρχομένου ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐξετάσωμεν, Κύριοι, τώρα, τί ἔπραξεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ λέγω ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς, διότι θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἵνα, συγκρίνων τὴν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς τὴν ἐργασίαν τῶν Ἐπιτροπῶν, ὧν ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, τοὺς ὅρους τῆς συγκρίσεως λάβω ὡς τοὺς ἔλαβεν αὐτός. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἀπὸ τῆς 11 Νοεμβρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν κατετέθη ὁ Προϋπολογισμὸς, μέχρι τῆς 30, ὅτε συνέβησαν τὰ γεγονότα, περὶ ὧν ἀσχολούμεθα, πόσαι ἡμέραι παρῆλθον; Παρῆλθον ἡμέραι δεκαεννέα...
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ σᾶς διακόψω.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐνόησα καλῶς τὰ ὑφ’ ὑμῶν λεχθέντα, παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσητε.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν παρεπέμφθη ἀμέσως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅτε ἐγὼ εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν, ἔφερα τὸ τεῦχος ἕτοιμον, καὶ τὰ λοιπὰ τεύχη ἦσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐστάλησαν ἀμέσως εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ὑποβολὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐγένετο τὴν 11 Νοεμβρίου, ἡμέραν Σάββατον, καὶ τὴν ἐπαύριον ἐστάλη τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§16ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς λέγουσι τὸ ἐναντίον.
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐστάλη τὴν ἐπαύριον τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμός.
§18Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν πέμπτην ἡμέραν, κύριε Πρόεδρε, διότι συνέβη λάθος τι, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀφῃρέθη ἡ σελὶς, ἡ ὁποία περιεῖχε τὸ λάθος, καὶ ἀντικατεστάθη δι’ ἑτέρας.
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔστω· ἂς ἀφαιρέσωμεν τρεῖς ἡμέρας· μένουσι δεκαὲξ ὅλαι ἡμέραι. Ἀλλ’ ὅτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὡμίλησεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ Ἐπιτροπαὶ ἠσχολήθησαν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1895 καὶ 1896, ὡμίλει περὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τέλους τῆς ἐργασίας, τῆς παρ’ αὐτῶν ἐκτελεσθείσης. Ὑμεῖς δὲ, Κύριοι τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ἠσχολήθητε ἐπὶ δεκαὲξ ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ κατωρθώσατε νὰ φθάσητε εἰς τὸ ἕβδομον κεφάλαιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. (Ἐπιδοκιμασίαι). Ὡμίλησε μετὰ μεγάλης εὐγλωττίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς προχθὲς περὶ τῶν ἑξακοσίων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἀπέμειναν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι τῆς μειονοψηφίας, ἐὰν κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα ἐπρόκειτο νὰ ἐπεξεργασθῆτε τὰ ἄλλα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ πόσους μῆνας, ἐπὶ πόσα ἔτη, ἠθέλετε ἐργασθῆ; (ἱλαρότης). Ἀλλὰ, Κύριοι, μᾶς λέγουσι, ὅτι μόνον τὰ πρῶτα κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἔδιδον χώραν εἰς συζητήσεις, διότι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἄλλων σπουδαίων φόρων, ἐνῷ τὰ ἄλλα κεφάλαια δὲν ἤθελον δώσει χώραν εἰς τοσαύτην συζήτησιν. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν κατωρθοῦτο ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἡ ἐπεξεργασία τῶν ἐσόδων, τί θὰ ἐγίνετο εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν δαπανῶν; Θὰ ἦτο δυνατὸν, διὰ τοιούτου συστήματος συζητήσεως νὰ περατωθῇ ἡ ἐργασία αὕτη ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔδιδε χώραν εἰς ἀτελευτήτους συζητήσεις, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης θὰ προεκάλει μακρὰς συζητήσεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀπονέμεται αὕτη παρ’ ἡμῖν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἐπέτρεπε μακρὰν συζήτησιν περὶ τοῦ συστήματος τῆς διοικήσεως, περὶ τῆς ἀστυνομίας, περὶ τοῦ καταλληλοτέρου συστήματος τῆς ἀστυνομίας, καὶ περὶ τόσων ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μῆνας δύνανται νὰ συζητηθῶσι. Ταῦτα λέγων, μὴ νομίζετε, ὅτι ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπικρίνω τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας ἡμῶν· τοιοῦτον δὲν ἔχω σκοπὸν, καὶ δὲν ἔχω τοιοῦτον σκοπὸν, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ πράξω τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω, ὅτι πέρυσιν ἓν τῶν μᾶλλον διακεκριμένων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, κακίζων ἡμᾶς ἐπὶ ἀντισυνταγματικότητι, ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς: «Ἐκαλέσατε τὴν Βουλὴν τὴν πρώτην Δεκεμβρίου, ἀλλ’ ἐλησμονήσατε τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἐπέβαλλεν εἰς ὑμᾶς νὰ καλέσητε τὴν Βουλὴν πρότερον, ἵνα ὑποβάλητε ἀμέσως τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ δώσητε εἰς τὴν Βουλὴν προθεσμίαν ἱκανὴν, ἵνα, γινομένης τῆς παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπεξεργασίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δυνηθῇ ἡ Βουλὴ, ἵνα πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Καλέσαντες τὴν Βουλὴν τὴν πρώτην Δεκεμβρίου, ἠθετήσατε, προσέθετεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, διάταξιν τοῦ Συντάγματος». Καὶ τότε, ὅπως ἀπαλλαγῶ τῆς δεινῆς κατηγορίας,—διότι πάντοτε κατηγορούμεθα ἐπὶ ἀθετήσει τοῦ Συντάγματος—ἠναγκάσθην νὰ ἐπικαλεσθῶ ὅλον τὸ παρελθὸν, καὶ, ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἀθέτησις μεγάλη, ἐὰν δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔλεγον ἐγὼ ταῦτα, ὑμεῖς ἐλέγετε τὰ ἐναντία· καὶ δὲν γνωρίζω διατὶ σήμερον δὲν θέλει νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἐργασίαν της, ὅπως μὴ περιπέσωμεν εἰς τὴν ἀθέτησιν τοῦ Συντάγματος, περὶ τῆς ὁποίας τοσοῦτος ἐγένετο παρ’ ὑμῶν λόγος. Ἐξηκολούθησαν λοιπὸν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς, συζητούντων τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας κατὰ τὸν τρόπον, ὃν ἐθεώρουν ἐπιβαλλόμενον αὐτοῖς νὰ συζητήσωσι. Δικαίωμα ἴδιον ἐξήσκουν, συζητοῦντες καθ’ ὃν ἐξέθηκα τρόπον, καὶ, ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ ἐπικρίνω αὐτοὺς διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐνόμισαν, ὅτι ἐξεπλήρουν τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Ἦλθεν ἡ συνεδρίασις τῆς τριακοστῆς Νοεμβρίου. Περὶ τῆς προσκλήσεως τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ συνεδριάσει ταύτῃ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει· ἀνεγνωρίσθη αὕτη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ὡμολογήθη αὕτη παρὰ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Ὡρισμένη ὥρα ἐργασίας ἦτο ἡ 9, καὶ ἔπρεπε, κατὰ τὰ συμπεφωνημένα μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ συνέλθῃ αὕτη, νὰ περιμένῃ μέχρι τῆς 9 καὶ 30′, καὶ, ἐὰν μέχρι τῆς ὥρας ταύτης κατωρθοῦτο ἀπαρτία, νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὑτῆς ἡ Ἐπιτροπή. Ἀπαρτία συνετελέσθη ἀπὸ τῆς ἐνάτης ὥρας. Τοῦτο εἶναι ἀναντίρρητον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Ἤρχισε λοιπὸν ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς, παρόντων τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀπόντων τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἀσχολοῦμαι νὰ ἐξετάσω, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἀτυχῶς ἠγέρθη χθὲς περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαρτίας, ἐὰν ἦτο, ἢ ὄχι, ἀνάγκη νὰ προκληθῇ ἡ ἐπέμβασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τοῦ γεγονότος τῆς ἀπαρτίας, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δέν μοι φαίνεται, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς βεβαιώσεως ταύτης. Νομίζω, ὅτι, ὁσάκις μέλη τοῦ Κοινοβουλίου διατείνονται, ὅτι ἓν γεγονὸς εἶναι ἀκριβές, τὸ γεγονὸς τοῦτο πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀκριβὲς παρὰ πάντων. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς, ἐὰν τοιαύτη ἀμοιβαία ἁβρότης δὲν ἐπεκράτει εἰς τὰς σχέσεις ἡμῶν, ὥστε ν’ ἀμφισβητῶνται αἱ διαβεβαιώσεις τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου! Ἄρα ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Κατηγοροῦνται ὅμως τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι κακὴν ἐποιήσαντο χρῆσιν τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος διέρρευσε μεταξὺ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως καὶ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν προσῆλθον μέλη τινὰ τῆς μειονοψηφίας. Κατηγοροῦνται τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἐν διαστήματι τριῶν τετάρτων τῆς ὥρας ἐξήτασαν τὰ 600 ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτον πάταγον ἤγειρε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος. Λέγοντες ταῦτα, ἐπικρίνετε τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ τότε, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν δὲν ἀναγνωρίζητε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπικρίνειν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὑμεῖς, οἱ εἰς τὴν μειονοψηφίαν ἀνήκοντες, ἐννοεῖτε νὰ ἐργασθῆτε, ποῖον δικαίωμα ἔχετε ὑμεῖς νὰ ἐπικρίνητε τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας; (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§20Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ ἀδυνάτου.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ἀδυνάτου· ἀλλὰ εἰς τὸ ἀδύνατον αὐτὸ ἀπαντῶ δι’ ἄλλου ἀδυνάτου· ἀπαντῶ εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἡ ὀλίγη πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῶν συμβαινόντων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἡ ὀλίγη αὕτη πεῖρα μὲ διδάσκει, ὅτι εἰς ὀλιγώτερον χρόνον ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὰ 600 ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ψηφίζῃ εἰς ὀλιγώτερον χρόνον τὰ ἄρθρα, περὶ ὧν ὁ λόγος, καὶ τὰ ψηφίζει οὐχὶ βεβαίως ἕνεκα τῆς ἐπεξεργασίας, τῆς ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ γιγνομένης, — διότι οὐδέποτε αὕτη ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, — ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίζῃ ταῦτα, βεβαίως οὐδεὶς διατείνεται, ὅταν ψηφίζῃ ταῦτα, ὅτι μετὰ προσοχῆς ἀκούει τοῦ γραμματέως, ἀναγινώσκοντος ταῦτα. Διατὶ ψηφίζει ταῦτα; Τὰ ψηφίζει διότι ἔχει πεποίθησιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως· ψηφίζει ταῦτα, διότι ἔχει πεποίθησιν εἰς τοὺς κατέχοντας τὰ ἑδώλια τὰ Ὑπουργικά, διότι εὑρίσκεται εἰς ἐπικοινωνίαν μετ’ αὐτῶν. Ψηφίζουσιν οἱ Βουλευταὶ τὸν Προϋπολογισμόν, διότι ἐμελέτησαν αὐτὸν κατ’ ἰδίαν, καὶ ἐσχημάτισαν τὴν γνώμην των...
§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τεκμήριον πάντοτε.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τεκμήριον ἀτυχῶς, διότι ἐπὶ τεκμηρίου βασίζεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ ἐκ τεκμηρίου ἀπορρέουσι πάντα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, καὶ τὸ τεκμήριον τοῦτο εἶναι, ὅτι ἀντιπροσωπεύει ἡ πλειονοψηφία τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἀλλὰ τὸ τεκμήριον τοῦτο εἶναι βάσιμον. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ φρονῶ, ὅτι λίαν ἀβάσιμον εἶναι τὸ τεκμήριον, δυνάμει τοῦ ὁποίου νομίζετε, ὅτι ἡ γνώμη ὑμῶν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς καθημένους εἰς τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα. Ἀναγνωρίζω τὴν εἰδικότητα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου περὶ τὰ στρατιωτικά, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος περὶ τὰ δικαστικά, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν περὶ τὰ φιλολογικά, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οὔτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, οὔτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, οὔτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, οὔτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης, οὔτε ὁ ἕτερος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κ. Νέγρης, οὔτε ὅλοι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως καὶ μετὰ μεγάλης ὠφελείας ἡ Βουλὴ θέλει ἀκούσει, ἔχω τὴν ἰδέαν, λέγω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν θέλει ἐπηρεασθῆ ἐκ τῶν γνωμῶν τῶν ὑμετέρων, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω καὶ διὰ τὰς γνώσεις ὑμῶν, καὶ διὰ τὴν ἐργασίαν, ἣν ἐπετελέσατε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ἡ ἀλήθεια αὕτη καταστρέφει καὶ τὸ τεκμήριον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τῶν ἐκθέσεων ὑμῶν, ἵνα ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ὑποστηρίξῃ ὅσα θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ, οὔτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἵνα σχηματίσῃ γνώμην περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὔτε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅπως σχηματίσῃ τὴν ἑαυτῆς γνώμην περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Βεβαίως καλὸν εἶναι νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτὸν ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος, ἐπιτρέποντος τὴν ἔγκαιρον ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν αὐτοῦ. Εἴχετε φθάσει εἰς τὸ ἕβδομον κεφάλαιον τῶν ἐσόδων, καὶ ἀπελπισία ἴσως κατέλαβε τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἴδωσί ποτε τὸ τέλος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ προέβησαν εἰς τὴν ταχεῖαν ἐξέτασιν τῶν 600 ἐκείνων ἄρθρων. Ἀλλ’ ἐδῶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σταματήσω ὀλίγον, καὶ νὰ ἐξετάσω τὸ περίφημον πραξικόπημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος. Προὐτίθετο ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ προβῇ εἰς πραξικόπημα; Καὶ ποῖον σκοπὸν εἶχε τὸ πραξικόπημα; Καὶ ἀπαντῶ εἰς τὴν πρώτην ἐρώτησιν. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ πραξικόπημα τὸ ἀτελές; Ἀπόπειρα πραξικοπήματος. Ἀλλ’ ἀπόπειραι πραξικοπήματος, ὅταν ἐνεργῶνται μάλιστα παρ’ ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων τὴν νοημοσύνην οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, δὲν εἶναι πολὺ πιστευταί. Ἤθελον ἐννοήσει τὰς ἀνησυχίας ὑμῶν, ἐὰν ἡ ταχύτης αὐτῶν ἐδιπλασιάζετο, καὶ ἔφθανον εἰς τὸ τέλος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως, ἐπιτρεπούσης τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: κατὰ τί δύναται νὰ ὠφελήσῃ ἡ ἀπόπειρα πραξικοπήματος, ἥτις ἤγαγεν αὐτοὺς μέχρι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἥτις δὲν ἀποκλείει εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσητε διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Λοιπὸν τὸ πραξικόπημα αὐτὸ δὲν τὸ βλέπω· δὲν κατορθώνω νὰ τὸ διακρίνω. Καὶ λέγει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ὅτι αὐτὸς ἠμπόδισε τὴν τέλεσιν τοῦ πραξικοπήματος· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε διάθεσις πραξικοπήματος, ἡ παρουσία αὐτοῦ οὐδόλως ἤθελε συντελέσει πρὸς ματαίωσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Πρὸς τίνα σκοπὸν τὸ πραξικόπημα; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι οὐδὲν ἔχομεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκ τῆς ταχυτέρας συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι οὐδὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν, ἐὰν ἡ συζήτησις αὕτη ἀναβληθῇ; Ἐὰν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔλθῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιθυμοῦμεν τοῦτο, ἵνα ἀποδειχθῇ, ἐὰν τὰ παρ’ ἡμῶν λεχθέντα καὶ ὑποστηριζόμενα εἶναι τὰ ἀληθῆ, ἢ ἐὰν, ἀπ’ ἐναντίας, τὰ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑποστηριζόμενα εἶναι ἀκριβῆ. Τοῦτο ἔχομεν συμφέρον καὶ ἡμεῖς καὶ ὑμεῖς, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μάθῃ· θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἴπομεν, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 ἀφίνει περίσσευμα τριῶν ἑκατομμυρίων, ἤμεθα ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ἢ ὄχι. Ἔχομεν συμφέρον νὰ μάθωμεν, ἐὰν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὴν ἀγόρευσιν μετ’ ἀνυπομονησίας, λίαν δεδικαιολογημένης, ἀναμένει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ παρ’ ἡμῶν λεχθέντα δὲν εἶναι ἀληθῆ· διότι δὲν ὑπάρχει τις, ὑποθέτω, ὁ ὁποῖος φαντάζεται, ὅτι ἐταράχθημεν, ὅτε ἠκούσαμεν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς λέγοντα, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς ἡμῶν δὲν εἶναι ἀληθής, διότι δὲν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἐκείνῳ τὰ πλεονάσματα τῶν ὑπεγγύων προσόδων τοῦ 1899. Οὐδεὶς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἐταράχθημεν διὰ τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα, διότι ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1899 περιλαμβάνονται τὰ πλεονάσματα τοῦ 1898, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ φαντασθῇ, ὅτι εἷς ἀπολογισμὸς δύναται νὰ περιλάβῃ πλεονάσματα δύο ἐτῶν. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα τοῦτο θέλει εὐρέως συζητηθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· θὰ συζητηθοῦν ἐπίσης αἱ προβλέψεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Θέλομεν ἔλθει ἐνώπιον ὑμῶν μὲ τὰς καταστάσεις, τὰς ἀποδεικνυούσας, ὁποίας εἰσπράξεις μέχρι σήμερον ἐκάμομεν, ὁποίας βεβαιώσεις μέχρι τοῦδε ἐκάμομεν, θέλομεν δὲ παραβάλει τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1899, τὰς ἀσυζητήτους πλέον, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ἀπολογισμοῦ, πρὸς τὰς βεβαιώσεις τοῦ 1899. Θέλομεν δ’ ἐξετάσει τὰς βεβαιώσεις τοῦ 1900, θέλομεν παραβάλει τὰς εἰσπράξεις, τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας, καὶ θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι αἱ προβλέψεις ἡμῶν περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ 1900 εἶναι ἀληθεῖς καὶ ἀκριβεῖς. Βεβαίως δὲν ἐταράχθημεν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1900 δραχμῶν 800,000, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι πρὸ 11 μηνῶν πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως δύναταί τις νὰ λέγῃ μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 800,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἔχομεν συμφέρον, ἵνα πάντα ταῦτα συζητηθῶσιν εὐρέως, ἔχομεν συμφέρον, ἵνα ἡ συζήτησις γείνῃ εὐρεῖα, ὅσον θέλετε, καὶ ἔχομεν συμφέρον, ἵνα ἡ συζήτησις αὕτη γείνῃ εὐρεῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν ἤδη γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὰς προβλέψεις ὑμῶν λελανθασμένας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899. Ἔχομεν δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι, ὅπως ἐλανθάσθητε, προκειμένου περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θὰ περιπέσητε εἰς λάθος, προκειμένου περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προέβη ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν καὶ τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ πέντε Ὑπουργεῖα. Ἡ ἐνέργεια αὕτη τῆς πλειονοψηφίας ἤγειρε τὰ παράπονα τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπιδιώξας πάντοτε τὴν ἁρμονίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἤθελον συμβουλεύσει νὰ ἐπέλθῃ λύσις τις τῆς ἀναφυείσης διαφορᾶς. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ πλειονοψηφία δύναται νὰ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν παρ’ αὐτῆς ἐπεξεργασθέντων κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν δύνασθε οὔτε ὑμεῖς τοιαύτην ἀξίωσιν νὰ ἔχητε. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παραδέχομαι, εἶναι, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἐάν ποτε ἔχητε ἀπορίας ἐπὶ κεφαλαίων καὶ ἄρθρων ἐπεξεργασθέντων ἤδη παρ’ αὐτῆς, καθῆκον ἔχει νὰ μὴ ἀντιτάξῃ εἰς ὑμᾶς τὴν ἀπόφασιν τὴν παρ’ αὐτῆς ληφθεῖσαν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς ὑμᾶς τὰς παρ’ ὑμῶν ζητουμένας πληροφορίας. Ἔχομεν συμφέρον ὅλοι, ὅπως ἡ ἁρμονία ἐπανέλθῃ μεταξὺ ἡμῶν· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δέον νὰ ἐργασθῆτε καὶ ὑμεῖς, προσπαθοῦντες νὰ μὴ ἐξάψητε διὰ φράσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκφεύγουσιν ἴσως κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ ἐρεθισμοῦ, πάθη, τὰ ὁποῖα ἔχομεν συμφέρον καὶ ἡμεῖς καὶ ὑμεῖς νὰ κατευνάσωμεν. Προσπαθήσατε, ἵνα, ἐν ὁμονοίᾳ ἐργαζόμενοι, φθάσητε εἰς ἀποτέλεσμα, ὅπως μίαν ὥραν ταχύτερον ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ συζήτησις ἐκείνη, ἡ ὁποία θέλει ἀποδείξει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἂν, προκειμένου περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἡμεῖς ἀπατώμεθα, ἢ ὑμεῖς ἀπ’ ἐναντίας πλανᾶσθε. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν κάμνομεν μίαν διακοπὴν πέντε λεπτῶν;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§27Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταναλίσκωμεν τὸν χρόνον;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς τὸ ἐζητήσατε.
§29Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζητήσατε διακοπὴν, καὶ συνηνέσαμεν εἰς τὴν διακοπήν.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐζητήσαμεν ἡμεῖς.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Κύριοι, καθήσατε. Θὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Ἔγεινε διακοπὴ τώρα. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Νέγρη, θέλετε διακοπήν;
§35ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν δὲν θέλῃ ὁ ῥήτωρ, πῶς θὰ διακόψωμεν; Λοιπὸν νὰ συνεχίσωμεν. (Πολλοὶ ἀπέρχονται).
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Κάμετε διακοπήν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλει ὁ ῥήτωρ.
§39ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὴ ἀκούετε κανένα.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Διακοπὴν, διακοπήν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν γίνεται πέντε λεπτῶν διακοπή. (Μετὰ διακοπὴν 10 λεπτῶν οἱ Βουλευταὶ ἐπανέρχονται εἰς τὴν αἴθουσαν).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Καταλάβετε τὰς θέσεις σας. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§43ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω, ἀπόντων τῶν Ὑπουργῶν, δὲν θὰ ὁμιλήσω. Προσθέτω καὶ ἕν ἄλλο· ὅτι ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ μόνον τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν. Ἐάν τις τυχὸν ἔχῃ ἄλλο τι νὰ εἴπῃ, παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσῃ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Εἶναι περιττὸν νὰ βεβαιώσητε εἰς τί θὰ ἀπαντήσητε. Ἔχετε τὸν λόγον, καὶ δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε περὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου θέλετε.
§45Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω δύο λέξεις πρότερον ἐγώ;
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Νέγρη, ὁ κ. Βελλιανίτης πρὸ ὑμῶν θέλει νὰ εἴπῃ δύο λέξεις.
§47ΝΕΓΡΗΣ. Εὐχαρίστως.
§48Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μετὰ τὴν γνώμην, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εὑρίσκω, ὅτι ὄντως, ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ προεξελέγξασα τὸν Προϋπολογισμὸν μέχρι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, παρέχῃ εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τὰς πληροφορίας, ἃς προκαλοῦσιν ἀμφιβολίαι, γεννηθεῖσαι κατὰ τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα αὕτη ἄρτι πρὸ ἡμῶν προεξήλεγξε, διασώζει ὅπως δήποτε τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, καὶ νομίζω, ὅτι, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κανονικὴν καὶ εὔρυθμον συνεργασίαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ ζήτημα, εἶναι περιττὴ καὶ ἡ περαιτέρω συζήτησις.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως· οὕτως ἔχει.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης.
§51ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι «οὐδεὶς δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ αὐτῷ ἀπολογισμῷ τὰ πλεονάσματα δύο ἐτῶν.» Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο προέρχεται ἐκ λάθους αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ εἶχον ὑποδείξει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶχε λησμονήσει νὰ περάσῃ τὰς ἐκ τῶν πλεονασμάτων τοῦ 1898 προερχομένας ὀφειλὰς ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1898. Ἀφήσας νὰ παρέλθῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1898, ὤφειλε, φυσικῷ τῷ λόγῳ, νὰ ἀναγράψῃ τὴν δαπάνην ταύτην εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δυσανασχετήσας, ἕνεκα τοῦ λάθους, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν, ἐστρέβλωσε τὸν Λογιστικὸν Νόμον, καὶ εἶπεν, ὅτι αἱ ἐκ τῶν πλεονασμάτων ὀφειλαὶ τοῦ 1898 ὤφειλον νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ὄχι δὲ αἱ τοῦ 1899, καὶ τοῦτο ἐναντίον διατάξεων ῥητῶν τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Δὲν ἠδυνάμην βεβαίως νὰ συμφωνήσω εἰς τοῦτο μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἠναγκάσθην ἐν τῇ ἀγορεύσει μου νὰ ἐπιβαρύνω τὸ 1899 μὲ ἐκείνας τὰς δαπάνας, αἵτινες τῷ ἀνῆκον· ἀλλὰ δὲν παρέλειψα νὰ προσθέσω καὶ τὰ ἑξῆς: «Βεβαίως, Κύριοι, δὲν ἀποκρύπτω, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι μικρὸν, ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899.» Ὡς βλέπετε, οὐδόλως ἀποκρύπτεται, ὅτι τὸ 1899 εἶχε βάρη, καὶ εἶχε βάρη ἀναγκαστικῶς, ἕνεκα λαθῶν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ὤφειλον νὰ ὑπολογίσω τὰς δαπάνας ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος, διότι πρώτη καὶ κυρία μέριμνα ἑκάστου Βουλευτοῦ εἶναι, νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀκριβῆ τήρησιν τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπέστησα ἰδίως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1900. Ἀπέδειξα ἐν προηγουμένῃ ἀγορεύσει μου ἐκ τοῦ προχείρου, ὅτι κονδύλια ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων δαπανῶν εἶχον παραλειφθῆ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Λέγω, ὅτι ἀπέδειξα ἐκ τοῦ προχείρου τότε, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν εἴχομεν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὰς τελευταίας καταστάσεις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἡ μὲν κατάστασις τοῦ Σεπτεμβρίου μᾶς εἶχε δοθῆ τὴν προτεραίαν τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἡ δὲ τοῦ Ὀκτωβρίου μᾶς ἐδόθη πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν. Μετὰ λύπης δὲ, Κύριοι, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ μελέτη τῶν νέων καταστάσεων, ἀντὶ ν’ ἀποδείξῃ ἐμὲ σφάλλοντα, ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1900 δὲν θὰ ἦναι 800,000 δραχμῶν, ὡς ἔλεγον, ἀλλὰ πέντε ἕως ἕξ ἑκατομμυρίων, ἴσως δὲ καὶ περιπλέον. Καὶ βεβαίως τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἐννοῶ νὰ βαρύνω ὑμᾶς μὲ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἀριθμῶν, ἀπόντος μάλιστα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ πράξω τοῦτο, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901. Σήμερον ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ἑξῆς, εἰς ἀπάντησιν πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν εἴπει, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις φόρων τινῶν ἰσοφαρίζουν πρὸς τὰς αὐξήσεις ἑτέρων. Δυστυχῶς τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν οὕτω, διότι αἱ μὲν ἐλαττώσεις ἀνέρχονται εἰς 9,870,000 δραχμὰς τοὐλάχιστον, αἱ δὲ αὐξήσεις εἰς 5,710,000 τὸ πολύ. Αἱ τελευταῖαι δὲ περιλαμβάνουσι καὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον τυχηρῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον ἐκ παλαιῶν ὀφειλῶν. Ἂν δ’ ἀφαιρέσωμεν τὰς πλεοναζούσας εἰσπράξεις ἀπὸ τὰς ἐλλειπούσας, θέλομεν ἔχει εἰσπράξεις μικροτέρας τῶν προϋπολογισθεισῶν κατὰ 4,160,000. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου μέρους ὑπάρχουν καὶ περιπλέον δαπάναι, περὶ ὧν οὐδένα λόγον ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός. Αὗται ἀνέρχονται εἰς 4,862,000 δρ., ὡς ἑξῆς. Αἱ περιπλέον εἰσπράξεις, αἱ προερχόμεναι ἐκ τοῦ χαρτοσήμου καὶ τῶν μονοπωλίων, ἀπαιτοῦσι καὶ περιπλέον δαπάνας, ἀνερχομένας εἰς δρ. 500,000 ὡς ἔγγιστα, καὶ ἀφορώσας καὶ εἰς προμήθειαν ὑλικῶν καὶ εἰς προμηθείας διαφόρους εἰς τὴν «Ἑταιρείαν τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων», εἰς συμβολαιογράφους κλπ. Εἰς ταύτας δέον νὰ προσθέσωμεν τὴν περιπλέον δαπάνην, ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, διά τε τὰ ἐμβάσματα τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν παραγγελιῶν, ἀνερχομένων ἐπίσης εἰς δραχ. 500,000 ὡς ἔγγιστα· δέον ἐπίσης νὰ προσθέσωμεν τὴν δαπάνην ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους ἐξ 1,262,000, περὶ ἧς ὡμίλησα ἐν προηγουμένῃ ἀγορεύσει μου, δαπάνην ὑπολογιζομένην, συμφώνως μὲ τὴν ἑρμηνείαν, ἣν δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν Λογιστικὸν Νόμον, ὅπως μὴ δυνηθῇ νὰ διαμφισβητήσῃ ταύτην. Ἔχομεν ἐπίσης ἑτέραν δαπάνην ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἴσην πρὸς τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν ἐκ παλαιῶν ὀφειλῶν, πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν χρεώσεων τῶν δήμων ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Δημοσίου, ὡς ἀνέπτυξα ἐν τῇ προηγουμένῃ μου ἀγορεύσει, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν δαπάνην 1,600,000 δραχ. τῶν εἰς τοὺς δήμους προκαταβολῶν, αἵτινες δίδονται ἀνεπιστρεπτεὶ, ὡς ἀπεδείχθη, διὰ τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, ὃν ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, δι’ οὗ δωροῦνται αἱ τοιαῦται προκαταβολαὶ προηγουμένων χρήσεων. Οὕτως αἱ περιπλέον δαπάναι, αἱ μὴ προβλεφθεῖσαι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀνέρχονται εἰς 4,862,000 δραχμάς. Οὕτω τὰ περισσεύματα, ἅτινα ὑπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐκ 4,538,000, δέον νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ 4,168,000 μὲν ὡς ἐκ τῶν μικροτέρων εἰσπράξεων, κατὰ 4,862,000 δὲ ὡς ἐκ τῶν περιπλέον δαπανῶν, καὶ μετατρέπονται ἀπὸ περισσεύματα εἰς ἐλλείμματα 4,492,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ νέας πιστώσεις δύο ἑκατομμυρίων. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῷ ἐμῷ ὑπολογισμῷ περιέλαβον ἀναμφιβόλως τινὰς ἐξ αὐτῶν τῶν πιστώσεων, παραδέχομαι, ὅτι θὰ ζητηθοῦν μόνον ἑνὸς ἑκατομμυρίου πιστώσεις ἐξ ἐκείνων, ἃς δὲν ἀνέγραψεν, ἀφορῶσαι ἰδίως τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, πλὴν τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Σὺν τῷ ἑκατομμυρίῳ τούτῳ ἔχομεν ἔλλειμμα 5,492,000 δραχμῶν. Καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἔχομεν, ἐνῷ τὸ 1900 παρουσιάζει 1,000,000 εἰσπράξεις, ἐπονομασθείσας τυχηρὰς, ἐνῷ οὐδέτερος τῶν νόμων περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς ἐφηρμόσθη. Εἶναι λοιπὸν φανερὸν, ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι κακῶς πράττει ἡ Κυβέρνησις, οὖσα τοσοῦτον αἰσιόδοξος διὰ τὸ 1901, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν εἰρημένων νόμων, θὰ στερηθῇ δὲ 960,000 δραχμὰς ἐκ φαρικῶν τελῶν καὶ τελῶν ἀγκυροβολίας, ὡς ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου».
§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δι’ ὀλίγων λόγων ἀπήντησα εἰς τὴν πρώτην μελέτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀφῆκα δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν εὐχαρίστησιν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν δευτέραν μελέτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ περιορίζομαι ἤδη νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι καὶ ἡ τρίτη μελέτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ θ’ ἀποδειχθῇ ἐσφαλμένη.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κραναίας κ. Θ. Μαρκέτος ὑποβάλλει τροπολογίαν «ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμβατικοῦ τόκου καὶ ἀνατοκισμοῦ». Ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κ. Ἰωάννης Γ. Λάππας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένων». Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 51–52). Ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§54ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔλαβον ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Μαυρομματίου τοῦ δήμου Παμίσου, δι’ ἧς παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν ταύτην μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὑπ’ αὐτῆς ὑποβληθησομένου σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης.
§56Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ ταχυδρομεῖον ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην ἀνεχώρει μέχρι τοῦδε τὴν ἑσπέραν, ἅμα τῇ ἀφίξει τοῦ σιδηροδρόμου ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ ἔφθανεν εἰς Σπάρτην τὴν πρωΐαν· ἐπίσης ἐκ Σπάρτης ἀνεχώρει τὴν 6 μ. μ. καθ’ ἑκάστην, καὶ ἔφθανε τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν εἰς Τρίπολιν, προλαμβάνον τὴν ἀναχώρησιν τοῦ σιδηροδρόμου εἰς Ἀθήνας. Ἤδη μοὶ τηλεγραφοῦσιν ἐκ Σπάρτης, ὅτι ἐγένετο μεταβολὴ τοῦ δρομολογίου, καὶ ὅτι ἀναχωρεῖ τὸ ταχυδρομεῖον ἑκάστην πρωΐαν καὶ ἀπὸ Τριπόλεως καὶ ἀπὸ Σπάρτης. Ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης ἐπέρχεται βραδύτης 24 ὡρῶν, ἥτις μεγάλως ζημιοῖ τοὺς πολίτας. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδεμίαν ἀντίρρησιν θὰ ἔχῃ, ὅπως διατάξῃ νὰ ἐπανέλθῃ τὸ πρῴην καθεστώς. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Ὁ ἐκ Βρεσθένων τοῦ δήμου Οἰνοῦντος Νικόλαος Πηλάλας ἐκληροδότησεν εἰς τὴν κοινότητα Βρεσθένων διὰ διαθήκης μίαν οἰκίαν του, ὁρίσας, ἵνα τὰ ἐνοίκια αὐτῆς χρησιμεύωσι πρὸς διατήρησιν σχολείων ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ του πατρίδι, καὶ διώρισε καὶ ἐκτελεστὰς τῆς διαθήκης του. Οὗτοι, δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐζήτησαν νὰ ἐπιτραπῇ νὰ παραδώσωσι τὴν οἰκίαν ταύτην εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ νὰ προσθέσῃ τοῦτο μίαν ἔτι τάξιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον Οἰνοῦντος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν ἐπ’ αὐτῆς. Ἐπίσης ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ Οἰνοῦντος ὑπάρχει καὶ ἕτερον κληροδότημα, τοῦ Γεωργίου Κουτσίκου, ὑπὲρ τῆς κοινότητος Ἀραχώβης. Μεταξὺ τῆς κοινότητος ταύτης καὶ τῶν κληρονόμων ἠγέρθη δίκη, ἀλλὰ τελευταῖον προέβησαν εἰς συμβιβασμόν. Τὴν συμβιβαστικὴν ταύτην πρᾶξιν ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τοῦ 1897 πρὸς ἔγκρισιν, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδὲν ἐγένετο. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησε καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λόγος περὶ κληροδοτημάτων εἰς κοινότητας, λαμβάνω τὴν εὐκαιρίαν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ παρίδῃ τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ διὰ νόμου τῶν κοινοτήτων. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, καὶ θὰ ὑποβοηθήσῃ τὰς μεταρρυθμιστικὰς διαθέσεις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Εἶναι ἡ βάσις, ἀπὸ τῆς ὁποίας οὗτος πρέπει ν’ ἀρχίσῃ τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα. Γνωρίζω, ὅτι πλεῖσται κοινότητες ἐν Λακεδαίμονι, δι’ ἰδιωτικῶν ἐράνων, καὶ κυρίως τῶν ἐν Ἀμερικῇ ἀποδημούντων συμπολιτῶν των, οἰκοδομοῦσιν ἐν τοῖς χωρίοις αὐτῶν μεγαλοπρεπεῖς ναούς, κατασκευάζουσιν ὑδραγωγεῖα καὶ διάφορα ἄλλα ἔργα, ἀξίας πολλῶν δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, καίτοι δὲν εἶναι συγκεκροτημέναι διὰ νόμου· καὶ ἐν τούτοις καὶ εἰς αὐτὰ ἔτι τὰ κοινωφελῆ ἔργα τοῖς παρεμβάλλονται προσκόμματα καὶ παρὰ τῶν Νομαρχῶν καὶ παρὰ τῶν δημοσίων μηχανικῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ παρασκευάσῃ καὶ εἰσαγάγῃ ταχέως νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχει γείνῃ καὶ ὑπάρχει ἀρκετὴ προεργασία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε δὲν ἀπαιτεῖται ἤδη ἄλλη πολλὴ ἐργασία.
§57ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ὑποβάλῃ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν του, ἵνα τῷ ἀπαντήσω ταχέως καὶ ἐγγράφως.
§58ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μάλιστα.
§59ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Προστίθεμαι εἰς τὴν τελευταίαν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λακεδαίμονος, τὴν ἀφορῶσαν τὸν ὀργανισμὸν τῶν κοινοτήτων· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα, διότι περιουσίαι μεγάλαι καταστρέφονται, δι’ ἔλλειψιν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν κοινοτήτων, ὅσαι δὲ κοινότητες, καθ’ ἃ ἐγὼ γνωρίζω, τυγχάνουσιν ἔχουσαι περιουσίαν, τὴν περιουσίαν των ταύτην τὴν ἔχουσιν ἀναθέσει εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν πρώτων προστυγχανόντων μελῶν τῶν κοινοτήτων, τὰ ὁποῖα διαχειρίζονται αὐτὴν ἀνεξελέγκτως. Καὶ ἐγεννήθη μάλιστα τὸ ζήτημα, ἂν δύναται ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἂν δύναται καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, τοιούτους διαχειριστὰς νὰ παραλάβῃ καὶ παραπέμψῃ ὅπου πρέπει. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ὑπάρχουσι πολλαὶ κοινότητες, ἔχουσαι μεγάλην ἑκάστη περιουσίαν, γίνεται δὲ ἡ διαχείρισις ὑπὸ μελῶν ἐκλεγομένων τυχαίως ὑπὸ τῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ τυγχανόντων κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην κατοίκων, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως καὶ ἄνευ οὐδενὸς τύπου. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐξελέγξεως τῆς μέχρι τοῦδε διαχειρίσεως τῶν ὁπωσδήποτε διαχειρισαμένων κοινοτικὴν περιουσίαν, εἴτε κατόπιν ἐκλογῆς, εἴτε τυχαίως. Αἱ περιουσίαι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μεγάλαι, καὶ τὸ ζήτημα ἄξιον μεγάλης ἐρεύνης καὶ σπουδῆς.
§60ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ δηλώσω, ὅτι συμμερίζομαι καὶ ὑποστηρίζω τὴν σύστασιν τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφου μου κ. Φικιώρη, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν προσήκοντα καθορισμὸν τῶν ὡρῶν τῆς ἀναχωρήσεως τῶν ταχυδρομείων Σπάρτης–Τριπόλεως. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, ὡς σχετιζομένην πρὸς μέγιστα συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς συγκοινωνίας ἀμφοτέρων τῶν μεγαλοπόλεων τούτων, καὶ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§61ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων περὶ τοῦ ζητήματος τῶν κοινοτήτων, τῶν ὑφισταμένων ἐν τοῖς τμήμασιν ἐκείνοις τῆς χώρας, ἐφ’ ὧν δὲν ἰσχύει ὁ νόμος ὁ τὸ πρῶτον διὰ τὴν Θεσσαλίαν ψηφισθείς, καὶ ἐπεκταθεὶς καὶ εἴς τινας ἄλλας ἐπαρχίας, εἶναι σπουδαιότατα, ἀπὸ ἔτους δὲ εἰς ἔτος ἡ σημασία τῶν κοινοτήτων αὐξάνει, καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν ἐκτίθεται, ἐφ’ ὅσον αὐξάνει, εἰς μεγαλειτέρους πειρασμοὺς καὶ κινδύνους. Ἐν ἀρχῇ τὸ πρᾶγμα ἦτο τόσον καταφανές, ὥστε ἀπὸ ἐτῶν ἠσθάνθην ἐγὼ αὐτός, εὑρισκόμενος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ἀνάγκην νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον, δι’ οὗ, μέχρις ὅτου ψηφισθῇ ἕτερος, τελειότερος τοῦ ὑφισταμένου, νόμος, ὑπήγοντο αἱ κοινότητες Ἀττικῆς εἰς τὸν κείμενον νόμον, τὸν ἀναγόμενον εἰς τὴν Θεσσαλίαν καί τινας ἄλλας ἐπαρχίας. Κατὰ τὸ ἐπικρατῆσαν τότε σύστημα, ἐπεξετάθη ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ διὰ τὴν Θεσσαλίαν ψηφισθέντος, εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν ἐζήτησαν τὴν ἐπέκτασιν αὐτοῦ. Θὰ ἦτο ἴσως εὔκολον, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τούτων καὶ ἐπὶ τὰς κοινότητας τὰς ἑαυτῶν, νὰ συνεννοηθῶσι, καὶ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παράκλησιν, ὅπως καὶ ἐπὶ τῶν κοινοτήτων τῶν ἐπαρχιῶν τούτων ἐπεκταθῇ ὁ ἐν ἰσχύι νόμος...
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπαιτεῖται νόμος.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπαιτεῖται νόμος πάντοτε, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου... Τοῦτο ἤθελε δώσει καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ καὶ εἰσαγάγῃ, καλῶς κατηρτισμένον, νέον νόμον περὶ κοινοτήτων, οἷον θὰ ἦτο δύσκολον ἡ Βουλὴ ταύτην τὴν ὥραν νὰ μελετήσῃ καὶ ἐν Ἐπιτροπῇ ἐξετάσῃ, καὶ κατόπιν νὰ ψηφίσῃ. Ἐγώ, ἂν οἱ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφοι δὲν ἔχωσιν ἀντίθετον γνώμην, θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ ὑπογράψω πρότασιν, ἥτις ἤθελε ζητήσει διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω, παρέχων νύξιν εἰς τοὺς συναδέλφους, ὅπως, ἐὰν συγκινῶσιν, ὑποβάλωσι τοιαύτην πρότασιν.
§64Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι πράγματι σπουδαιότατον, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἀπεδείχθη λυσιτελὴς ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ κοινοτήτων ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι ἔχει σπουδαιότατα ἐλαττώματα, τὰ ἑξῆς· πρῶτον, ὅτι ἡ ἐκλογὴ γίνεται διὰ ψηφοδελτίων· ἐννοεῖται δέ, ὅτι, κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἀνάπτυξιν, δύναται ἐκ συναρπαγῆς πᾶς τις νὰ διορισθῇ, καὶ ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ τῶν καταλλήλων προσώπων ἀπέτυχε πάντοτε, καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ κοινότητες διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔφθασαν εἰς σημεῖον πολὺ δυσάρεστον, εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ν’ ἀπολεσθῶσι περιουσίαι ὁλόκληροι, τὰς ὁποίας ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἶχον διατηρήσει, μὲ ὅλον τὸ σύστημα τὸ ἀτελὲς, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ ὑπῆρχε, καὶ μὲ ὅλας ἐκείνας τὰς διοικητικὰς ἐπεμβάσεις. Ἐκτὸς δὲ τούτου, εἶναι καὶ ἑτέρα ἀτέλεια, σπουδαιοτάτη, ἡ ἑξῆς· ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν λύει ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν λειβαδίων, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον δι’ ὅλας τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀπέραντα λειβάδια, ἀφίνει ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὰς ἐπιτροπὰς νὰ διαχειρίζονται τὰ λειβάδια· ἀφίνω δὲ τὴν ἄλλην περιουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναξία λόγου. Καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ἀτέλεια αὕτη συντελεῖ τὰ μέγιστα εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν περιουσιῶν τῶν κοινοτήτων, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν διάσωσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ὁ νόμος πρέπει νὰ ᾖναι ῥιζικώτερος· πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τοὺς λεγομένους δημοτικοὺς συμβούλους, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται, ὡς ἐκκλησιαστικοὶ σύμβουλοι, τὰς περιουσίας τῶν ἐκκλησιῶν. Ἕως πότε αὐτὴ ἡ κατάστασις; Ἕως πότε θὰ γίνηται ἡ διοίκησις παρὰ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, οἱ ὁποῖοι διορίζονται παρὰ τῆς μιᾶς μερίδος, πρὸς καταστροφὴν τῶν κοινοτήτων; Ἐφ’ ὅσον ἡ κοινοτικὴ περιουσία δὲν ἀποβῇ ἀνεξάρτητος, εἶναι μάταιον νὰ φροντίζωμεν περὶ δήμων, ἔστω καὶ περὶ ἐπαρχιῶν καὶ περὶ νομῶν καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Ἡ βάσις τῆς Πολιτείας εἶναι ἡ κοινότης· αὐτὴν τὴν κοινότητα τὴν ἔχομεν δεσμευσμένην, καὶ συνεχωνεύθη καθ’ ὁλοκληρίαν μετὰ τοῦ δήμου, ὁ ὁποῖος ἀπερρόφησε καὶ ἀπορροφᾷ καθ’ ἡμέραν πᾶν ὅ,τι ἔχει, τὸ κεφάλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ κοινότης ἠδύνατο ἄλλοτε νὰ συντηρῇ σχολεῖα, ὁποῖα σήμερον δὲν ὑπάρχουσιν οὐδὲ εἰς τὰς μεγαλοπόλεις. Ἡμεῖς εἴχομεν σχολεῖα εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, τῶν ὁποίων οἱ μαθηταὶ ἠδύναντο νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν τάξιν τοῦ Γυμνασίου, καὶ τὰ σχολεῖα ταῦτα συνετηροῦντο μόνον διὰ τῆς περιουσίας τῆς κοινότητος. Αἱ δὲ ἐκκλησίαι βεβαίως εἶχον καὶ αὐταὶ πάντοτε περίσσευμα, ἐνῷ σήμερον οὐδ’ αἱ ἐκκλησίαι ἔχουσι τίποτε, καὶ τὰ σχολεῖα ἠρημώθησαν καὶ κατεστράφησαν. Εἶναι λοιπὸν ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γείνῃ νόμος κοινοτικὸς, οὐχὶ ὁ ὑπάρχων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ ῥιζικώτερος, προβλέπων περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰς περιουσίας τῶν κοινοτήτων.
§65Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ νόμον περὶ τῶν κοινοτήτων, διότι ὁ νῦν ὑπάρχων νόμος κατέστρεψε τελείως τὰς κοινότητας· εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος λῃστεύει διὰ τῶν ταμιῶν τὰς κοινότητας. Ἀληθῶς, ὡς παρετήρησε καὶ ὁ κ. ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτὴς, αἱ κοινότητες τῆς Θεσσαλίας εὐημέρουν καὶ εἶχον πλούσια ταμεῖα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Τουρκοκρατίας, σήμερον δὲ πένονται. Καὶ παράδειγμα φέρω τὰς κοινότητας τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, αἵτινες, ἐνῷ ἔχουσι περὶ τὰς 200,000 δραχμὰς, οὐδὲν κοινωφελὲς ἔργον δύνανται νὰ κάμουν. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἔγεινα Βουλευτὴς προσπαθῶ πάσῃ δυνάμει νὰ γείνῃ ἓν ὑδραγωγεῖον εἰς τὴν κοινότητα Βουλγαρινῆς, καὶ ἐν τούτοις δὲν τὸ κατορθώνω, διότι τὸ δημόσιον Ταμεῖον δὲν ἀποδίδει τὰ εἰς αὐτὸ κατατεθειμένα ἐκ τῶν κοινοτικῶν βοσκῶν χρήματα. Δι’ ὃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν Ἁγυιᾶς νὰ παρουσιάσῃ κατάλογον, πόσα χρήματα ἔχει, ἀνήκοντα εἰς τὰς κοινότητας τῆς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς ἐκ τῶν κοινοτικῶν βοσκῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐδῶ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν, νὰ παρουσιάσῃ τὸν πίνακα τῶν κατακρατουμένων χρημάτων, καὶ συνάμα, ἐπειδὴ ἀνάγκη κατεπείγουσα ὑπάρχει, ἵνα ὅσον οἷόν τε τάχιον μεταβληθῇ ὁ νόμος οὗτος, ἰδίως δὲ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τῶν κοινοτήτων, διότι διὰ τοῦ ἰσχύοντος νῦν νόμου τίποτε ἄλλο δὲν γίνεται ἢ νὰ διαρπάζηται καὶ κατασπαταλᾶται ἡ περιουσία αὐτῶν ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας, καὶ αἱ κοινότητες ὡς ἐκ τούτου πάσχουσι, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα σπεύσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὸν νομοσχέδιον. Οὐδέποτε δ’ ἤθελον συμβουλεύσει τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα θελήσῃ νὰ ὑπαγάγῃ καὶ τὴν ἐπαρχίαν του ὑπὸ τὸ κράτος καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, διότι ἀπώλολε!
§66Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ὁ περὶ κοινοτήτων νόμος, ὁ κατὰ τὸ 1884 ψηφισθεὶς διὰ τὰς Θεσσαλικὰς ἐπαρχίας καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ξηροχωρίου, ἀκολούθως δὲ ἐπεκταθεὶς καὶ εἰς τὸν δῆμον Αἰγαίων τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος κατὰ τὸ ἔτος 1887, εἶναι βεβαίως ἐν πολλοῖς ἐλαττωματικός· εἶναι ἐλαττωματικός, καθόσον τῷ ὄντι τὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τῶν κοινοτήτων ἐνεργοῦνται κάκιστα· εἶναι ἐλαττωματικός, καθόσον δὲν ὁρίζονται προσηκόντως αἱ σχέσεις τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων πρὸς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ πρὸς τὴν Νομαρχιακὴν ἐξουσίαν. Ἐξ αἰτίας τούτου συνέβησαν βεβαίως πλεῖστα ὅσα ἐν πολλαῖς Θεσσαλικαῖς κοινότησι παρατράγῳδα, καὶ εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ τελειοποιηθῇ ὁ ὑπάρχων νόμος, ὅστις, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι τελειοποιούμενος καὶ γενικευόμενος εἰς πάσας τὰς Ἑλληνικὰς κοινότητας, οὐ μόνον θὰ σώσῃ τὰ κοινωτικὰ συμφέροντα ἀπὸ τῆς διαρπαγῆς τούτου ἢ ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς αὐτενεργείας τῶν πολιτῶν, τῆς μόνης ἀσφαλοῦς κρηπῖδος ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου. Ἡ φιλοπατρία διαχέεται μὲν βεβαίως ἐφ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν, ἀλλ’ ἡ πατρὶς εἶναι μεγάλη, τὸ γενικὸν τῆς φιλοπατρίας αἴσθημα ἀπέραντον, ἡ δὲ καρδία χρῄζει σταθμοῦ τινος, ὅπου ὁ πολίτης ἀναπαύηται, τρόπον τινά, εἰς συμβεβηκότα ὑλικώτερα, συνδεόμενα πρὸς τὴ ἀτομικὰ συμφέροντα καὶ τὴν καθημερινὴν αὐτοῦ ζωήν, καὶ οὕτως ἡ φροντὶς καὶ ἡ σπουδὴ περὶ τῶν κοινοτικῶν καὶ δημοτικῶν πραγμάτων χρησιμεύῃ ὡς σταθμὸς καὶ ὁρμητήριον ἐν ταυτῷ τῆς φιλοπατρίας. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν διάρκειαν τῆς Τουρκοκρατίας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔσωσε, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τὸν Ἑλληνισμόν, ὑπὸ ἔποψιν ἠθικήν, ὑπὸ ἔποψιν ὑλικήν, ὑπὸ ἔποψιν φρονήματος πατριωτικοῦ, εἶναι ἀκριβῶς τὸ κρατῆσαν ἐν Ἑλλάδι σύστημα τῶν κοινοτήτων. Τὸ σύστημα τῶν κοινοτήτων εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ σύστημα, καλῶς διαρρυθμιζόμενον, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ μόνου δύναταί τις νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ, ἐπὶ ἑδραιώσει τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν καὶ προαγωγῇ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἡ αὐτοβουλία καὶ ἡ αὐτενέργεια τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Συμφωνῶ λοιπὸν κατὰ πάντα μετὰ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ αὐτὸς ὁ νόμος ἐπὶ ἀλλοίων βάσεων. Εἶναι ὅμως ἀληθές, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ νῦν ἰσχύων ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς κοινότησι χείριστος νόμος περὶ κοινοτήτων εἶναι πολὺ προτιμότερος παρὰ ὅ,τι ἰσχύει σήμερον ἐν ταῖς διαφόροις κοινότησι, ταῖς μὴ ὑπαχθείσαις εἰς τὸν νόμον τοῦτον. Περὶ κοινοτήτων νόμος ἄλλος δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πλείστων ὅσων ἐτῶν, ἢ μᾶλλον ἀνέκαθεν, ἀφ’ ἧς ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἀπηλευθερώθη ἀπὸ τοῦ Ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ, διότι ἀκριβῶς ἰσχύει μὲν τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠνείχετο ἡ Τουρκία κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, περιορισθὲν ὅμως μόνον εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς κοινωτικῆς περιουσίας, ὁσάκις ὑπάρχῃ ἀντίκρουσις καὶ ἀμφισβήτησις συμφερόντων καὶ δικαιωμάτων μεταξὺ τοῦ δήμου καὶ τῆς ἐντὸς αὐτοῦ συνεχομένης κοινότητος· διότι, ὁσάκις δὲν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, διευθύνει τὴν κοινοτικὴν περιουσίαν ἡ Δημοτικὴ ἀρχὴ, τὰ δὲ Δικαστήρια, ὅπως βεβαίως ἠξεύρετε, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην, προκειμένης τῆς διαχειρίσεως κοινοτικῆς περιουσίας μὴ δημοτικῆς, νὰ ἐφαρμόσωσιν ἐξ ἀναλογίας διάταξίν τινα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Εἶναι συζητήσιμον, κατὰ πόσον ἐφηρμόσθη συμφώνως πρὸς τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης ἡ διάταξις ἐκείνη, εὑρέθησαν ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην βεβαίως τὰ Δικαστήρια νὰ ἐφαρμόσωσι ταύτην· ἀλλ’ ἐξ αἰτίας τούτου αἱ κοινότητες ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος, ὁ διέπων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1884 τὰς Θεσσαλικὰς κοινότητας, εὑρίσκονται εἰς δυσχερέστατον σημεῖον, προκειμένου περὶ ἐγέρσεως οἱασδήποτε δίκης ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διότι, ὡς προεῖπον, ἐφηρμόσθη εἰς τὰ περὶ τούτου διάταξίς τις τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, ἥτις οὐδαμῶς ἀναφέρεται εἰς τὰς κοινότητας, κατὰ τὴν παρ’ ἡμῖν ἔννοιαν τῆς λέξεως ταύτης. Εἶναι λοιπὸν ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ μὲν ὁ ὑπάρχων νόμος, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ καθ’ ὅλας τὰς ἀπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος κοινότητας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ κατάστασις τῶν κοινοτήτων καὶ ἐν Ἀττικῇ — καὶ συμφωνῶ ὡς πρὸς τοῦτο μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Δραγούμη — καὶ ἀλλαχοῦ εἶναι χειρίστη, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι δὲν ὑπάρχει διάταξίς τις τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, δυναμένη δικαίως καὶ εὐλόγως κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνείας νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς παρ’ ἡμῖν κοινότητας, οὗ ἕνεκα ἐφαρμόζεται κατ’ ἀναλογίαν ἄλλη διάταξις, ἀλλὰ διάταξις δυσχεραίνουσα τὰ μέγιστα τὴν ἐνέργειαν τῶν κοινοτήτων. Εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ ἀναλάβωσιν αἱ κοινότητες τὴν διαχείρισιν τῶν κοινοτικῶν πραγμάτων, ἀποτρεπομένης τῆς ἐπεμβάσεως τῶν κεντρικῶν ἀρχῶν· ἀλλὰ ἀναγκαῖον πρὸ πάντων νὰ ψηφισθῇ διάταξις, αἴρουσα τὴν κολοσσιαίαν δυσχέρειαν διὰ τὴν παράστασιν αὐτῶν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων.
§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων δὲν ἔχω πολλὰ νὰ προσθέσω. Παρίσταται ἀναμφισβητήτως ἀνάγκη συντάξεως μεμελετημένου νομοσχεδίου πρὸς διακανονισμὸν τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς λειτουργίας τῶν κοινοτήτων· ἀλλὰ συνάμα παρίσταται ἐπίσης ἀνάγκη μεμελετημένου νομοσχεδίου καὶ περὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ λειτουργίας τῶν ἐνοριῶν, αἵτινές εἰσι μονάδες μικρότεραι τῶν κοινοτήτων. Ὅπως διαχειρίζονται αὗται σήμερον, βεβαίως δὲν διαχειρίζονται ἐπωφελῶς οὔτε πρὸς ἑαυτὰς, οὔτε πρὸς τὴν Πολιτείαν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τῶν τε ἐνοριῶν καὶ τῶν κοινοτήτων ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ἅπασαι αἱ ἐνορίαι καὶ αἱ κοινότητες ἐλειτούργουν καὶ διηυθύνοντο τότε ἀνεξαιρέτως ἐπωφελέστερον διὰ τὰ μέλη αὐτῶν ἢ ὅπως σήμερον διευθύνονται. Διὰ τοῦτο θὰ συστήσω καὶ ἐγὼ θερμῶς, — καὶ νομίζω, ὅτι ἅπασα ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ τοῦτο — ὅπως νόμος γενικὸς, καλῶς μεμελετημένος, περί τε τῆς συστάσεως καὶ τῆς διευθύνσεως τῶν ἐνοριῶν καὶ περὶ τῆς συστάσεως καὶ διευθύνσεως τῶν κοινοτήτων ὑποβληθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον. Μεταχειρίζομαι τὰς λέξεις συστάσεως καὶ διευθύνσεως, διότι καὶ ἡ σύστασις ἀκόμη αὐτὴ τῶν κοινοτήτων καὶ ἡ ἀναγνώρισις ἐν ἑκάστῃ κοινότητι, τίνες εἰσὶ μέλη αὐτῆς ἐκ τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῇ, καὶ τοῦτο ἀκόμη σήμερον κεῖται ἐν πλήρει ἀμφιβολίᾳ. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ τόσον σπουδαῖον, καὶ θὰ ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ τρομάζῃ ἀπέναντι τῆς ἰδέας τῆς ἀποκεντρώσεως, τὴν ὁποίαν τοιοῦτος νόμος παρουσιάζει καὶ ἐπιβάλλει.
§68Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παράδοξον, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀληθῶς, ὅτι ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κράτει, οὗτινος κατὰ μέγα μέρος ἡ ἀνεξαρτησία ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας ἐνδελεχῆ ἐργασίαν τῶν κοινοτήτων, παράδοξον, λέγω, εἶναι, ὅτι ὁ νομοθέτης οὐδέποτε σπουδαίως προενόησε περί τε τῆς λειτουργίας καὶ τῆς εὐημερίας αὐτῶν, ἐνῷ ἅμα τῇ συστάσει τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου κατεπείγουσα ἐλήφθη πρόνοια περὶ εἰσαγωγῆς ξένης δημοτικῆς νομοθεσίας, ἣν ὅμως περικοσμεῖ ἀληθῶς ἡ σοφία τῶν τότε νομοθετῶν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς κοινότητας, ὁ δημοτικὸς νόμος παρ’ ἡμῖν οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ ἁπλῶς μόνον νὰ μνημονεύσῃ αὐτῶν καὶ ὡσεὶ ἐν παρόδῳ. Ἥ τε Ἀντιβασιλεία ἡ πρώτη καὶ ἡ μετὰ ταῦτα Βασιλεία καὶ οἱ μεταγενέστεροι καθ’ ἡμᾶς χρόνοι οὐδέποτε προενόησαν περὶ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ κοινοτικοῦ συστήματος, ἐξ οὗ, Κύριοι, ἀνεπήδησεν ἡ Ἑλληνικὴ ἐλευθερία. Διότι οὐδεὶς τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι παρῆλθον πολλοὶ, μακροὶ καὶ μέλανες χρόνοι, καθ’ οὓς τὸ δοῦλον Γένος οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ εἰργάζετο, εἰμὴ ἐν ταῖς κοινότησι, πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐν τῷ μέλλοντι Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας. Ἐν αὐταῖς λοιπὸν ταῖς κοινότησιν ἐσχηματίσθη ἡ ἰδέα καὶ ἡ συνήθεια, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς ταύτης δὲν ζῇ μόνον ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων, ὑπὲρ τῆς πατρίδος, τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐκ τῆς ἰδέας τῆς κοινότητος, ἥτις ἀνεπτύχθη ἰδίᾳ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινότητι, ἀνεπήδησεν ἡ ἰδέα τῆς ἐθνότητος καὶ τοῦ Κράτους, ὁ ἔξαλλος πόθος τῆς ἐλευθερίας. Καὶ ὅμως οἱ Γερμανοὶ, οἱ τότε κατελθόντες εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ ἀληθῶς φιλέλληνες καὶ φιλόσοφοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, πολὺ ὀλίγον ἐσκέφθησαν περί τε προστασίας καὶ βελτιώσεως τῶν κοινοτήτων, εἰς ἃς ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ κυρίως ὀφείλει τήν τε ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῆς. Ἐν παρόδῳ, ἐν ἄρθρῳ 6 τοῦ περὶ δήμων νόμου ἐμμέσως πως καὶ μόλις διαφαίνεται ἡ κοινότης. Τοσοῦτον δὲ ταῦτά εἰσιν ἀληθῆ καὶ βέβαια, ὥστε ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων συνεζητεῖτο καὶ συζητεῖται, κατὰ τίνα τρόπον ἡ κοινότης ἐκφράζει τὴν βούλησιν αὑτῆς. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει νόμος κείμενος περὶ ἐκφράσεως τῆς βουλήσεως τῶν κοινοτήτων, κατέφυγον εἰς πεπαλαιωμένην τινὰ διάταξιν τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, καθ’ ἣν ἡ θέλησις τῶν κοινοτήτων δηλοῦται δῆθεν ὑπὸ τῶν δύο τρίτων τῶν μελῶν τῆς Κοινότητος (ordo decurionum). Καὶ ἐνῷ ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι, ὡς λέγουσιν οἱ νομικοὶ, ἐπὶ τοῦ θέματος, εἰδική, ἐξαίφνης γεννᾶται ἄλλο ζήτημα. Ἂς δεχθῶμεν, ὅτι ἡ κοινότης ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ τῶν δύο τρίτων τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ τίνες εἰσὶ μέλη τῆς κοινότητος; Καὶ περὶ τούτου ἔλλειψις ἄρθρων καὶ νόμων ἐν τῇ νεωτέρᾳ ἡμῶν νομοθεσίᾳ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐν πλησίον τῶν Ἀθηνῶν κειμένῃ κώμῃ, ἐν Κηφισιᾷ, ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ κατέφυγον οἱ χωρικοὶ εἰς ἐμὲ, ὡς ἀντιπρόσωπον αὐτῶν, καὶ μὴ λησμονήσαντα ἴσως εἰσέτι τὰ νομικὰ, ἵνα δώσω αὐτοῖς τὴν νομικὴν λύσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖ συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς ἀστεῖον φαινόμενον. Ἐνῷ ἓν εἶναι τὸ χωρίον τῆς Κηφισιᾶς, ὑπάρχουσι δύο ἐπιτροπαὶ τῆς κοινότητος, ὧν ἡ μία δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἑτέραν. Καὶ εὑρίσκεται ἡ περιουσία τῆς κοινότητος ὑπὸ τὸ δίζυγον πῦρ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς κοινότητος, πῦρ, διότι ἡ περιουσία τῆς κοινότητος καίεται κατὰ διαφόρους τρόπους. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁσάκις παρεμφερῆ ζητήματα ἀνεφύησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς καὶ σήμερον, ὅτε δὲν ἐγνώριζον ὅτι τοιαύτη συζήτησις ἤθελε προκληθῆ, δι’ ὅπερ καὶ ἀπαράσκευος ἀγορεύω, πάντοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι βάσις τοῦ καθεστῶτος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ἐπικρατείᾳ δέον νὰ ἦναι ἡ δημοτικὴ διοίκησις. Εἰς ταύτης τὴν κακὴν κατάστασιν πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν κατὰ πολὺ καὶ τὰς ἀτυχίας ἡμῶν τὰς τελευταίας καὶ τὰς ἄλλας, τὰς ὁποτεδήποτε γενομένας. Ὅτε συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὡς καὶ ὅτε πρότερον τὸ περὶ στρατιωτικῆς, ἐγὼ διὰ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων καθ’ ἑκατέρου ἀντετάχθην. Ἐπανέλθετε εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, διότι, ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως ἁγία ἐκλήθη κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ δεκάτη, ἀπέναντι τῶν τερατουργιῶν καὶ τῶν παρανομιῶν τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας βεβαίως ἁγία θέλει κληθῆ ἡμέραν τινὰ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, ὑπὸ ποίων ἰδεῶν ἐμπνεόμεθα, καὶ ὑπὸ ποῖον σύστημα ἐργαζόμεθα; Εὑρίσκομεν ἐξαίφνης, ὅτι θεσμός τις δὲν λειτουργεῖ ὀρθῶς. Ἐρρέτω ὁ θεσμὸς ἐκ θεμελίων, καὶ ὑπεισελθέτω ἄλλος! Τίς ἀρνεῖται, ὅτι πολλοὶ τῶν Δημάρχων τοῦ Κράτους, ἀδιακρίτως πολιτικῶν μερίδων, δὲν ἐξεπλήρουν εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντα αὑτῶν ὡς ἀστυνόμοι; Ἀλλ’ ἐπῆλθέ ποτε πρόνοια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἢ τῆς Διοικήσεως, πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας; Ὅλοι ἠκούομεν τὰ παράπονα κατ’ αὐτῆς, καὶ ἡμέραν τινὰ, ἐγερθέντες, ἐστείλαμεν αὐτὴν εἰς τοὺς δαίμονας, ἵνα πέμψωμεν εἰς ἕκαστον χωρίον καὶ ἑκάστην κοινότητα τῆς Ἑλληνικῆς γῆς ἄλλους δαίμονας, τοὺς στρατιωτικοὺς ἀστυνόμους καὶ τοὺς ἀστυφύλακας. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ἔντιμοι ἐξαιρέσεις, ὡς εἰς ὅλους τοὺς γενικοὺς κανόνας, ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν γενικῶν πραγμάτων, καὶ οὐχὶ περὶ τῶν ἐξαιρέσεων. Καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπέστη, ὡς φρονῶ, ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὀφείλει πάλιν νὰ ζητήσῃ τὴν σωτηρίαν ἐν αὐτῷ τῷ δήμῳ, ἐπίσης πρὸ πολλῶν χρόνων ἐπέστη ἡ ἀνάγκη, ἵνα πρὸ πάντων περὶ τῆς Κοινότητος σκεφθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Διότι, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῶμεν, ὅτι πᾶς λαὸς ἔχει ἰδιάζοντά τινα χαρακτῆρα. Ὁ Ἑλληνικὸς ἐκ φύσεως εἶναι λαὸς ἐμπνεόμενος ὑπὸ κοινοτικοῦ πνεύματος. Τὸ κοινοτικὸν πνεῦμα εἶναι ὁ γενικὸς κανὼν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων. Μετὰ τὸ κοινοτικὸν ἔρχεται τὸ ἐπαρχιακόν. Πότε ἐμεγαλούργησεν ἡ φυλὴ ἡμῶν; Καθ’ οὓς χρόνους αἱ ἐπαρχίαι, ἤτοι αἱ ἀρχαῖαι Πολιτεῖαι ἤκμαζον καὶ ἡμιλλῶντο ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην, καθ’ οὓς χρόνους πολλαὶ Πολιτεῖαι, εἴτε δημοκρατικαὶ, εἴτε ἀριστοκρατικαὶ, εἴτε βασιλικαὶ, ἁμιλλώμεναι πρὸς ἀλλήλας, ἔτεινον εἰς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, εἰς τὴν δρᾶσιν τὴν ἐθνικήν. Καὶ ἐπῆλθεν, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ἱστορίᾳ ἐποχή τις, καθ’ ἣν ἡ μεγάλη διάνοια τοῦ Περικλέους τοῦ πάνυ ἐπεχείρησε νὰ συγκαλέσῃ Ἑλληνικὸν Συνέδριον ὅλων τῶν πόλεων καὶ τῶν δημοκρατιῶν τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἐκεῖ κηρυχθῇ ἐν πράγματι αὐτὴ ἡ ἑνότης ἔκτοτε τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ὁ θάνατος ἀνήρπασε τὸν μέγαν πολίτην τῶν Ἀθηνῶν, τὸν πρῶτον τῶν πολιτῶν τοῦ κόσμου, καὶ ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας ἡ μεγάλη, ἡ φωτοβόλος, ἡ πανελλήνιος ἐκείνη ἰδέα τῆς μεγαλουργοῦ διανοίας ἔμενε κοιμωμένη καὶ νεκρά. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν μακραίωνα τοῦ ἔθνους δουλείαν καὶ σήμερον ἀκόμη, Κύριοι τὸ κοινοτικὸν πνεῦμα εἶναι ἡ ψυχὴ ἡμῶν, ἡ συνείδησις ἡμῶν, ὁ ἐπιούσιος ἄρτος, οὗτινος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀνάγκην. Τί ὁμιλοῦμεν περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ συγκεντρώσεως; Τί λέγομεν καθ’ ἑκάστην περὶ νέων ἰδεῶν καὶ ἀναμορφώσεως, ὅταν τοσοῦτον ἁπλούστατα ζητήματα δὲν ἔχωμεν τὴν θέλησιν νὰ περιβάλωμεν διὰ τοῦ κύρους τοῦ νόμου; νὰ καταστήσωμεν αὐτὰ πράγματα; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐπέστη τὸ σημεῖον τοῦ χρόνου, καθ’ ὃ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνάγκη νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὰ φῶτα, τὰ περικοσμοῦντα αὐτήν, νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς τὰ φῶτα τῶν μελῶν τῆς αἰθούσης ταύτης, νὰ ζητήσῃ, εἰ δυνατόν, τὰς γνώμας προσώπων καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης,—διότι βεβαίως ὅλη ἡ σοφία δὲν περιεκλείσθη ἐντὸς τῶν τεσσάρων τούτων τοίχων— καὶ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς σύστημα ἑνιαῖον, σύστημα ὅμως ἀπορρέον ἐξ αὐτῆς τῆς ἱστορίας τοῦ Τόπου· οὐχὶ νὰ καταφύγωμεν, ὡς συνήθως, εἰς τὴν νομοθεσίαν τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Νὰ ἐρωτήσωμεν λοιπὸν τὴν ἱστορίαν τοῦ Τόπου, νὰ πληροφορηθῶμεν παρὰ τῶν ἁρμοδίων, πῶς διῳκοῦντο αἱ κοινότητες κατὰ τὴν μακραίωνα δουλείαν, νὰ ἴδωμεν, πῶς διοικοῦνται αἱ ἀκμάζουσαι κοινότητες σήμερον ἐν Ἑλλάδι,—διότι ὑπάρχουσι καὶ νῦν τοιαῦται—καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἰδεῶν τούτων, διαρρυθμιζομένων κατὰ τὰς σήμερον ἀνάγκας καὶ τὰς ὑπὸ τῆς προόδου ὑπαγορευομένας ἰδέας, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σύστημα ὁλομερὲς καὶ ἑνιαῖον, ἐξ οὗ ἡμέραν τινὰ, δὲν ἀμφιβάλλω, θέλει ἀναπηδήσει ἡ εὐνομία τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἶναι ἑβδόμη καὶ ἡμίσεια ἡ ὥρα. Παρακκαλῶ νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν ἐπιοῦσαν τὰς ἐπερωτήσεις, ἂν ἐπιτρέπητε, καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι ἕξ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀγορεύσουν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§72Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν προτίθεμαι ν’ ἀποκρούσω νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ὁ ἀναντιρρήτως ἐθνικὸς χαρακτὴρ, καὶ μάλιστα ἐν τοῖς χρόνοις τῆς ἀπογνώσεως καὶ ἀποθαρρύνσεως, τοὺς ὁποίους διερχόμεθα, ἐδόνησε πράγματι τὰς καρδίας σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ πρωτίστως τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας τοῦ Πανεπιστημίου, ἥτις μετ’ ἀξιομιμήτου ὄντως ζήλου καὶ φιλοπατρίας πρώτη ἔδωκε τὸ παράδειγμα θυσιῶν, τὰς ὁποίας πᾶς Ἕλλην ὀφείλει νὰ προσφέρῃ πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου πόθου. Ἔκρινα ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως καὶ ἐγὼ, ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, προκειμένου περὶ τόσον ἱεροῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ, ἐξενέγκω τὴν γνώμην μου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς οὐδεμίαν τῶν ἐνταῦθα πολιτικῶν μερίδων. Δὲν εἶμαι οὔτε ναυτικός, οὔτε στρατιωτικός, οὔτε εἰδικῶς ἐμελέτησα τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἑπομένως δὲν ἔχω καὶ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἡ γνώμη μου ἔχει κῦρος. Οὐχ ἧττον, μελετῶν, ὡς πολίτης Ἕλλην, καὶ παρακολουθῶν τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μου, ἔχων δὲ πάντοτε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἱστορία εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος καὶ καλλίτερος διδάσκαλος, εὑρίσκω ὅτι, ἂν εἰς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὑπὸ θαλασσῶν περιβρεχόμενα, ἐθεωρήθη πάντοτε, ὅτι οὐδόλως ὠφελεῖ ὁ στόλος ἄνευ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὁ στρατὸς ἄνευ τοῦ στόλου, κατὰ μείζονα λόγον τοῦτο ἐφαρμόζεται ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι, ἥτις, ὡς πάντες γινώσκομεν, καὶ ἐν τῇ ἀρχαιότητι καὶ ἐν τῷ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἱερῷ ἡμῶν ἀγῶνι ἐμεγαλούργησεν, οὐχὶ βεβαίως μόνον κατὰ θάλασσαν, ἀλλὰ κυρίως κατὰ θάλασσαν, καὶ εἰς αὐτὴν κατὰ μέγα μέρος ὀφείλει καὶ ἐν τοῖς ἀρχαίοις χρόνοις τὴν διατήρησιν τῆς ἀνεξαρτησίας της καὶ ἐν τοῖς νεωτέροις τὴν ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας της. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὤφειλον νὰ ἐργάζωνται οὕτως, ὥστε τὴν κατὰ ξηρὰν στρατιωτικὴν δύναμιν τοῦ ἔθνους νὰ παρασκευάζωσι πάντοτε ἐν ἀναποσπάστῳ συνδυασμῷ πρὸς τὴν κατὰ θάλασσαν, διότι οὕτω διὰ τῆς παρασκευῆς κοινῆς ἐνεργείας ἀμφοτέρων τῶν δυνάμεων τούτων δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὀνείρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δυστυχῶς, αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ πατριωτισμὸν, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι — δὲν λέγω ὅτι δὲν ἤθελον νὰ ἐφαρμόσωσι σύστημα τελεσφόρον ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ — δὲν εἰργάσθησαν μετὰ τοῦ προσήκοντος εἰς τὸ ὕψος τῆς ὑποθέσεως ταύτης ζήλου καὶ προθυμίας, ἀλλὰ ἠρκοῦντο ἑκάστοτε, ὁσάκις ἀνεκινεῖτο τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, συνεπείᾳ ἐξωτερικοῦ τινος γεγονότος, νὰ προβαίνωσιν εἰς σπασμωδικὰς ἐνεργείας καὶ εἰς μεγάλας θυσίας, μετὰ δὲ τὴν πάροδον τῆς κρισίμου στιγμῆς παρεσκεύαζον ἀτελεῖς ὀργανισμοὺς τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, δανειζόμενοι τούτους ἔξωθεν· οὐδέποτε δ’ ἐγένετο ἀληθὴς καὶ ἐπισταμένη μελέτη περὶ ὀργανισμοῦ ἀμφοτέρων τῶν ἐθνικῶν τούτων δυνάμεων, βασιζομένη ἐπὶ τῶν ἱστορικῶν καὶ τοπικῶν περιστάσεων τοῦ ἔθνους, ἐν συνδυασμῷ βεβαίως πρὸς τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν ξένων Κρατῶν. Ἡ πολεμικὴ προπαρασκευὴ πάντοτε ἐν Ἑλλάδι ἐπεδιώχθη ἀμελετήτως καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος κατεπόνησε καὶ ἐξήντλησε τὰς ὑλικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἠδυνήθημεν νὰ καταρτίσωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν ἀντάξιον τῶν θυσιῶν, εἰς ἃς ὑπεβλήθημεν. Καθ’ ὅσον ἐγὼ τουλάχιστον γνωρίζω, ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς Σχολαῖς τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τῇ τῶν Εὐελπίδων καὶ ἐν τῇ τῶν Δοκίμων τοῦ Ναυτικοῦ καὶ ἐν τῇ τῶν Ὑπαξιωματικῶν, οὔτε ἐδιδάχθη ποτὲ, οὔτε καὶ νῦν διδάσκεται μάθημα ἀφορῶν εἰς τὴν σύμπραξιν καὶ τὴν κοινὴν ἐνέργειαν τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν πολεμικῶν δυνάμεων. Ὅπως ὁ στόλος ἡμῶν κατασταθῇ ἄξιος τοῦ προορισμοῦ του, δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ κατασκευὴ πλοίων καὶ ὁ ἐφοδιασμὸς αὐτῶν διὰ τοῦ ἀπαιτουμένου ὁπλισμοῦ καὶ ὑλικῶν, οὐδ’ ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἐκγύμνασις ἀξιωματικῶν καὶ ναυτῶν, ἱκανῶν μόνον διὰ τὴν κυβέρνησιν τῶν πλοίων καὶ διὰ τὸν χειρισμὸν καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ ὁπλισμοῦ αὐτῶν, ἀλλὰ δέον νὰ συνυπάρχῃ καὶ ἡ μεμελετημένη προπαρασκευὴ ἀποβατικοῦ στρατοῦ, καὶ ὄχι μόνον ἀγημάτων, ὡς ἤκουσα λεγόμενον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις στρατὸς διαφέρει πολὺ τῶν ἀποβατικῶν ἀγημάτων, διότι ἄλλην ἐργασίαν ἔχουσι ταῦτα, καὶ ἄλλην ἐνέργειαν ἔχει ἐκεῖνος. Τὸ ἀποβατικὸν ἄγημα ἔχει σκοπὸν τὰς ἐπὶ τῆς παραλίας καὶ ἐντὸς ὡρισμένης ζώνης ἐπιχειρήσεις, οἷον τὴν βλάβην παντὸς ὅ,τι ἐχθρικὸν εὑρίσκεται ἐν αὐτῇ, προσέτι δὲ τὴν προστασίαν καὶ ἐξασφάλισιν τῆς ἀποβάσεως, προχωρήσεως καὶ ἐπανόδου ἐν ἀνάγκῃ τοῦ ἀποβατικοῦ στρατοῦ, ἐνῷ οὗτος προώρισται νὰ προχωρήσῃ ἐνεργῶν εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς ἐχθρικῆς χώρας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μεταφέρωμεν τὸν πόλεμον, ἵνα καταλάβωμεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐγένετο ποτὲ σκέψις περὶ τοιούτου στρατοῦ ἐν Ἑλλάδι; Τὸ ἀμελέτητον τοῦτο τῶν προπαρασκευῶν τῶν κατὰ θάλασσαν καὶ κατὰ ξηρὰν πολεμικῶν ἡμῶν δυνάμεων ὁποῖα ἀποτελέσματα ἔσχε; Ζητήσατέ τα εἰς τὸν τελευταῖον πόλεμον. Καὶ ὅταν ἐρωτῶμεν τοὺς ἁρμοδίους, διατὶ δὲν ἐνήργησε τὸ Ναυτικὸν, τὸ τόσας ἐλπίδας καὶ τόσα ὄνειρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ συγκεντροῦν, μᾶς ἀπαντῶσι: «Καὶ τί ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ; Βομβαρδισμοὺς ἢ καταστροφὰς εἰς τὰ παράλια τῆς Μακεδονίας; Ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἀποβάσεις· ἀλλὰ τὰ πρὸς τοῦτο προπαρεσκευασμένα σώματα δὲν ὑπῆρχον, οὐδὲ πλοῖα κατάλληλα πρὸς μεταφορὰν αὐτῶν». Καὶ τοῦτο, διότι οὐδέποτε συνεδυάσαμεν τὴν κατασκευὴν τῶν μαχίμων πλοίων μὲ τὴν κατασκευὴν πλοίων μεταφορικῶν στρατοῦ καὶ ὑλικῶν πολέμου, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν εὐκόλως τοιαῦτα, ἂν συνεδυάζομεν τὸν στόλον ἡμῶν πρὸς τὸ ἐμπορικὸν Ναυτικόν, καὶ ὑπεχρεοῦντο, κατὰ τὴν τροποποίησιν μάλιστα, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου κ. Ἐμπειρῖκος ἐπρότεινεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οἱ κατασκευάζοντες πλοῖα ἐμπορικὰ νὰ κατασκευάζωσι ταῦτα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ χρησιμεύωσιν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης καὶ ὡς μεταφορικὰ καὶ ὁπλιταγωγὰ διὰ τὴν πολεμικὴν δρᾶσιν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, οὐδέποτε ἐγένετο σοβαρὰ μελέτη περὶ συμπράξεως τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. Καὶ ἰδοὺ τί, ὀλίγον πρὸ τοῦ πολέμου, τὴν 11 Δεκεμβρίου τοῦ 1896, ἀνώτερος διακεκριμένος ἀξιωματικὸς τοῦ Μηχανικοῦ ἔγραφεν ἐν τῇ ἐφημερίδι «Σκρὶπ» περὶ τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε προέβλεπεν, ὡς νὰ προεμάντευε τὰ γενησόμενα (ἀναγινώσκει): «Πολλαὶ καὶ διάφοροι γνῶμαι κατὰ καιροὺς περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δυνάμεων καὶ ἐν τῷ Τύπῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐξετέθησαν, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία τούτων ἐστηρίχθη ἐπὶ ἐκείνων τῶν θεμελιωδῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων μικρὰ Κράτη στηριζόμενα ὀργανοῦνται πολεμικῶς· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἑκάστοτε ἀπομιμούμεθα τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν μεγάλων ξένων Κρατῶν, χωρὶς νὰ μελετήσωμεν ἐμβριθέστερον, ὁποίων ὀργανισμῶν καὶ μέσων ἡμεῖς αὐτοὶ ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σχεδίου τῆς ἐκστρατείας μας, περὶ οὗ δυστυχῶς οὔτε κἄν ποτε ἐσκέφθημεν, οὔτε κἄν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου αἱ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν πολεμικαὶ ἡμῶν δυνάμεις πρωτίστως θέλουσι δράσει ἐν ἀναποσπάστῳ συνδυασμῷ. Τὸ ἔθνος ἡμῶν, ἄνευ πόρων καὶ μεγάλου πληθυσμοῦ, μὴ δυνάμενον νὰ ἐπιχειρήσῃ πόλεμον ἐπιθετικὸν διὰ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ἄνευ μεγίστων κινδύνων ἀποτυχίας καὶ καταστροφῆς, ἄλλως δέον νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς πολεμικῆς του ὀργανώσεως καὶ ἐξασκήσεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων.... Τὸ ἐφ’ ἡμῖν, νομίζομεν, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ὅτι, ὡς ἔθνος μικρὸν, τὴν ὀργάνωσιν τῶν ἐθνικῶν μας δυνάμεων πρέπει νὰ στηρίξωμεν ἐπὶ τῶν ἀκολούθων θεμελιωδῶν βάσεων, ἤτοι ἐπὶ τῶν πόρων μας, τοῦ πληθυσμοῦ μας, τῶν ἠθῶν μας καὶ τῆς πολεμικῆς ἱστορίας μας, τῆς γεωγραφικῆς ἡμῶν θέσεως, ὡς καὶ ἐκείνης τῶν χωρῶν, εἰς ἃς θέλομεν φέρει τὸν πόλεμον, ὅπως τὰς καταλάβωμεν, καὶ τέλος ἐπὶ τῶν βλέψεων ἐκείνων τῶν λαῶν, καθ’ ὧν κατὰ μεγίστην πιθανότητα θὰ διεκδικήσωμεν χώρας τινὰς ἀνηκούσας ἡμῖν. Τὰς βάσεις ταύτας λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, φρονοῦμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ὀργανισμῶν ἀλλοίων ἐκείνων, οὓς μέλλει ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ. Μὴ δυνάμενοι, δυστυχῶς, νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐκστρατείας μας καὶ τῶν πρώτων πολεμικῶν ἐπιχειρήσεών μας, ἔστω καὶ ἐσφαλμένη ἂν ἦναι, προτρέπομεν τοὺς μέλλοντας ν’ ἀποφασίσωσι περὶ νέων ὀργανισμῶν, ὅπως σὺν τῇ μελέτῃ τῶν ἀνωτέρω θεμελιωδῶν βάσεων πρωτίστως μελετήσωσιν ἐπὶ τοῦ χάρτου τὴν χώραν ἡμῶν, τὰ παράλια τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας καὶ τὰ μεσόγεια αὐτῆς, μέχρι Δαρδανελλίων, ἐκεῖθεν δὲ τὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μέχρι τοῦ κόλπου τῆς Ἀτταλείας, ὡς καὶ τὰς ἀπέναντι αὐτῶν ἑλληνικωτάτας νήσους, καὶ τῆς Κρήτης συμπεριλαμβανομένης, ἔνθα ὑπάρχουσι καὶ οἱ μεγαλείτεροι Ἑλληνικοὶ πληθυσμοί, ἵνα ἴδωσιν, ὅτι, ὅπως σκεπτόμεθα νὰ ὀργανώσωμεν καὶ πάλιν τὰς πολεμικὰς ἡμῶν δυνάμεις, δὲν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ δράσωμεν ἀποτελεσματικῶς, ἐκτὸς ἂν ὀργανώσωμεν ταύτας οὕτως, ὥστε τὰς πρώτας ἐπιχειρήσεις μας νὰ ἐνεργήσωμεν διὰ τῶν θαλασσίων ὁδῶν, ἐπὶ ἐλαφρῶν πλοίων, ὑποστηριζομένων ὑπὸ τοῦ στόλου μας, ὅστις ἔσεται καὶ ἡ βάσις αὐτῶν, καὶ οὐχὶ ἀμέσως διὰ τῆς ὁροθετικῆς ἡμῶν γραμμῆς, ὡς δυστυχῶς πάντοτε φανταζόμεθα.» Ἐνταῦθα ἀναγράφει γνώμας τοῦ ναυάρχου Jurien de la Gravière περὶ ἀρχαίου ναυτικοῦ τῶν Ἑλλήνων, καὶ τοῦ στρατηγοῦ Κέλλινσεν περὶ τῶν συνδυασμένων ἐπιχειρήσεων. Μεθ’ ὃ ἐξακολουθεῖ: «Κεκτημένοι νῦν ναυτικὴν δύναμιν, καίτοι ἀσθενεῖς κατὰ ξηρὰν, δὲν δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν, ὁποίους φοβεροὺς περισπασμοὺς δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν ἐν τῇ ἐχθρικῇ χώρᾳ. Ἔστω παράδειγμα ἡμῖν ὁ τελευταῖος Γαλλογερμανικὸς πόλεμος, ὁπότε ὁ φόβος ἐνδεχομένης ἀποβάσεως τῶν Γάλλων ἐπὶ τῶν γερμανικῶν ἀκτῶν συνεκράτησε πολλὰ στρατιωτικὰ σώματα, μὲ τὸ ὅπλον, οὕτως εἰπεῖν, ἐπὶ βραχίονος, μακρὰν τοῦ πολεμικοῦ θεάτρου. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω στηριζόμενοι, φρονοῦμεν, ὅτι ἀνάγκη πᾶσα, τὰς ὑπαρχούσας κατὰ ξηρὰν δυνάμεις ἡμῶν νὰ ὀργανώσωμεν οὕτως, ὥστε μέρος αὐτῶν νὰ ἀπαρτίσῃ τὸν ἀποβατικὸν στρατὸν, ὅστις ἀναμφιβόλως θέλει εἶναι ὁ πρῶτος, ὅστις μέλλει νὰ δράσῃ ἐν καιρῷ πολέμου, καὶ ὅστις βεβαίως θέλει προλειάνει κατὰ ξηρὰν τὰς ὁδοὺς πρὸς τὴν γείτονα χώραν. Τοιοῦτον ὅμως στρατὸν, ἂς μὴ φανταζώμεθα, ὅτι ἐν καιρῷ δράσεως δυνάμεθα νὰ ὀργανώσωμεν ἐκ τοῦ προχείρου, ἄνευ προηγουμένης συντάξεως, εἰδικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰδικῶν ἀσκήσεων καὶ ἰδίας τακτικῆς· οὔτε νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν θέλει ἀνταποκριθῆ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐπιβατικοῦ τούτου στρατεύματος, ἐὰν μὴ ἐκ τῶν προτέρων δὲν ἐκγυμνασθῇ πρὸς τοῦτο καὶ προετοιμάσῃ συνάμα ἐκεῖνα τὰ μέσα, ἅτινα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐπίτευξιν μιᾶς τοιαύτης πολεμικῆς ἐπιχειρήσεως. Κύριοι τῆς θαλάσσης ὄντες, καὶ ἀποβατικὸν στρατὸν ἔχοντες, ἂς ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι οὐ μόνον θὰ δράσωμεν στρατιωτικῶς καὶ πολιτικῶς λίαν ἐπιτυχῶς, ἀλλὰ καὶ θὰ δυνηθῶμεν, οὕτως ἐνεργοῦντες, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐνεργείας νὰ συμπαρασύρωμεν ὑπὲρ ἡμῶν ἐνθουσιώδεις Ἑλληνικωτάτους πληθυσμοὺς, καὶ τὸν πόλεμον διὰ τοῦ πολέμου νὰ θρέψωμεν. Ἄς μὴ προτρέξωμεν λοιπὸν εἰς ἐπιψήφισιν οἱουδήποτε ὀργανισμοῦ, πρὶν ἢ ἐκ τῶν προτέρων ἐπισταμένως μελετήσωμεν, ὁποῖον αἱ ἀνάγκαι τῆς χώρας ἡμῶν ἐπιβάλλουσιν, ὅπως δυνηθῶμεν ἐν καιρῷ πολεμικῆς δράσεως ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ.»
§73Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;
§74Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Δροσινός, ὁ ὁποῖος ἔγραφε περὶ ὀργανώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων ἐν συνδυασμῷ τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ τῶν κατὰ θάλασσαν· ἐπεζήτει δὲ κυρίως τὴν κατάρτισιν ἀποβατικοῦ στρατοῦ, καὶ ὄχι τὴν ἐξάσκησιν ἰδιαιτέρως τοῦ Ναυτικοῦ καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, ἀλλὰ τὴν ἐκτέλεσιν γυμνασίων ἐν συμπράξει καὶ ἐν συνδυασμῷ τῶν δύο αὐτῶν δυνάμεων. Ἀλλ’ ἐγένοντο ποτὲ τοιαῦτα; Ἀκόμη καὶ σήμερον, ὅτε ἐκ τῶν ἀτυχημάτων τοῦ πολέμου κατεδείχθη ἡ ἀνάγκη τοιούτων γυμνασίων, βλέπομεν προσπάθειαν κἄν πρὸς τοιαύτην σοβαρὰν ἐργασίαν; Ὁ αὐτὸς ἀξιωματικός, ὑπηρετῶν κατὰ τὸν πόλεμον εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Διαδόχου, καὶ βλέπων τὴν ὑποχώρησιν εὐθὺς ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, δὲν ἐδίστασε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τὴν γνώμην, ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ μεταβάλῃ τὴν τύχην τοῦ πολέμου, πρέπει ἀμέσως ν’ ἀποστείλῃ τμῆμα στρατοῦ διὰ τῶν πλοίων εἰς τὰ παράλια τῆς Μακεδονίας, ὅπως ἀποσπάσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἐχθροῦ πρὸς τὰ ἐκεῖ, καὶ ὅπως καὶ αὐτὰς τὰς συγκοινωνίας αὐτοῦ δυνηθῇ νὰ ἀποκόψῃ, διότι τότε δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ ἐχθρὸς νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὴν Θεσσαλίαν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ὑποχώρησιν ἐκ τῆς Λαρίσης ἔσχε τὸ θάρρος νὰ γράψῃ ἐπιστολὴν ἐκ Φαρσάλων πρὸς ὑπασπιστὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἐν ᾗ ἐξέθετε γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν τῶν συμβάντων, καὶ ὑπεδείκνυε πρὸς τοῖς ἄλλοις τὴν ἀνάγκην ταύτην, παρακαλῶν αὐτὸν ν’ ἀνακοινώσῃ τὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Ἐν τούτοις δὲν εἰσηκούσθη ἡ φωνή του, διότι δυστυχῶς ὁ στόλος — ἄς τὸ εἴπωμεν — ἦτο προκαταδεδικασμένος εἰς ἀδράνειαν. Ἐδικαιούμεθα λοιπόν, μετὰ τὰ μαθήματα αὐτὰ τοῦ πολέμου, νὰ προσδοκῶμεν τὴν σύστασιν Ταμείου οὐ μόνον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἀλλὰ καὶ τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ. Ἤκουσα ὅμως εὐχαρίστως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι γίνεται σοβαρὰ σκέψις, καὶ πιστεύει, ὅτι θὰ λάβῃ τὴν εὐχαρίστησιν μετ’ οὐ πολὺ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν καὶ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Ταμείου τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, — καὶ, ἂν εἶχον τὴν δύναμιν, θὰ ἐπέβαλλον — νὰ μὴ ἱδρυθῶσι δύο τοιαῦτα Ταμεῖα ἰδιαίτερα διὰ τὸ Ναυτικὸν καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ἀλλὰ νὰ ἱδρυθῇ ἓν κοινόν, ἐὰν πράγματι ὦσιν ἀναγκαῖα καὶ χρήσιμα, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον πιστεύω, διότι, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μετὰ ζηλευτῆς ὄντως παρρησίας εἶπεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἑκατοντάδος ἑκατομμυρίων, ἵνα καταρτίσωμεν στόλον καὶ στρατὸν, ὁποίους ὀνειρευόμεθα καὶ ἀπαιτοῦσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκομεν ἀμέσως τὰ ἑκατομμύρια αὐτά, πρέπει νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας; Ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι δὲν ἁρμόζει τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐξεύρωμεν τὰ χρηματικὰ ταῦτα μέσα. Ἐπεθύμουν λοιπὸν καὶ συνιστῶ ν’ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νέον «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἀμύνης», ἢ Ἐθνικοῦ Ταμείου, ἢ Ταμείου πολέμου, — ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ το, — τὸ ὁποῖον νὰ ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ δύο ἐπίσης Ὑπουργεῖα, εἰς τὸ τῶν Ναυτικῶν καὶ εἰς τὸ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ληφθῇ δὲ κοινὴ πρόνοια περὶ στόλου καὶ στρατοῦ, καὶ νὰ μὴ βλέπωμεν σήμερον, τὸν μὲν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν μεριμνῶντα ὅπως δήποτε ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τοῦ Ναυτικοῦ, τὸν δὲ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μηδὲν πράττοντα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον περικόπτοντα τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς μέγαν βαθμὸν, ἐνῷ δὲν ἔχομεν οὔτε φυσίγγια ἐν ταῖς ἀποθήκαις. Ἐὰν δὲ δὲν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ κοινοῦ Ταμείου καὶ διὰ τὰ δύο, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔπρεπε νὰ προταχθῇ κυρίως τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Ταμείου τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, διότι αὐτὸς σήμερον στερεῖται καὶ ὅπλων καὶ παντὸς ὑλικοῦ, αἱ δὲ ἀποθῆκαι αὐτοῦ εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν κεναί, διότι ἄλλα μὲν τῶν ὑλικῶν παρεδόθησαν εἰς τὸν ἐχθρόν, ἄλλα δὲ κατεστράφησαν. Συμπεραίνων, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θέλω λείψει νὰ ὑποδείξω καὶ τοὺς κατὰ τὴν γνώμην μου δυνατοὺς πόρους πρὸς ἐνίσχυσιν τοιούτου κοινοῦ ἐθνικοῦ Ταμείου πολέμου. Οἱ πόροι βεβαίως, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῶσιν ἐπίσης καὶ οἱ πόροι οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῇ τροποποιήσει, τῇ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ κ. Δραγούμη ὑποβληθείσῃ. Πρὸς τούτοις προτείνω καὶ ἐγὼ τοὺς ἑξῆς πόρους. Λέγεται ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ, τῇ εἰσηγήσει τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Λέσχης τῶν ἀξιωματικῶν. Τοῦτο ἤκουσα συζητούμενον παρὰ πολλῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι, πολὺ δικαίως, ἀποροῦσι, πῶς θὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς τὸ Κράτος διὰ νόμου νὰ καταθέτωσιν ἐκ τῆς μικρᾶς μισθοδοσίας των ὑπὲρ Λέσχης, εἰς ἣν οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ συχνάζωσι, θεωροῦντες ὅτι αὕτη οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ ἓν καφενεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ χαρτοπαίγνιον θὰ ὑπάρχῃ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι τοῦτο· δέχομαι, ὅτι καὶ αἱ Λέσχαι εἶναι ὠφέλιμοι εἰς πάντα τὰ Σωματεῖα, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν· ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ γίνηται κράτησις πρὸς σύστασιν Λέσχης ἀμφιβόλου χρησιμότητος, διατὶ νὰ μὴ γίνηται κράτησις διὰ σύστασιν Ἐθνικοῦ Ταμείου, διὰ τὸ ὁποῖον προθύμως ἀποδέχονται οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ διπλασίαν ἀκόμη κράτησιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσιν αὐτοῖς διὰ τὴν Λέσχην; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, προκειμένου περὶ τόσον ἱεροῦ σκοποῦ, διατὶ νὰ γίνηται ἡ κράτησις αὕτη μόνον ἀπὸ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ μὴ γίνηται καὶ ἀπὸ τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων; Οὐδεὶς τῶν ὑπαλλήλων θὰ δυσανασχετήσῃ διὰ μικρὰν κράτησιν ὑπὲρ τοιούτου σκοποῦ, ἀρκεῖ μόνον νὰ πεισθῇ, ὅτι πράγματι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ καταθέτῃ, 1 ἢ 2%, θὰ εἰσέλθῃ εἰς τοιοῦτο Ταμεῖον, καὶ θὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, καὶ οὐχὶ πρὸς ψωμισμὸν ἀργομίσθων τῆς ῥουτίνας καὶ τοῦ κόμματος. Εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ ἐξετάσω ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τί ποσὸν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τοιαύτης κρατήσεως ἀπὸ τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ εὗρον, ὅτι θὰ εἰσπράττωνται τοὐλάχιστον 500,000 δραχμαὶ ἐτησίως, ἐὰν ψηφισθῇ κράτησις 2% ἐκ τῶν μισθοδοσιῶν μόνον τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν ἄνω τῶν 100 δραχμῶν μηνιαίως, διότι αὐτοὺς μόνον θεωρῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιβαρύνωμεν διὰ τοιαύτης κρατήσεως. Ἀλλὰ πλὴν τῶν μισθῶν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν κράτησιν καὶ εἰς τοὺς λαμβάνοντας ἐνοίκια παρὰ τοῦ Δημοσίου. Κράτησις 2% εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος λαμβάνει παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐνοίκιον τριπλάσιον καὶ πενταπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν, ἐὰν ἐνοικίαζε τὸ κτῆμά του εἰς ἰδιώτας, χάρις εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει, νομίζω ὅτι εἶναι δικαία, καὶ μάλιστα δικαιοτέρα τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων. Ἄλλος πόρος εἶναι τὰ ἀντισηκώματα ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν κληρωτῶν. Ἐπὶ τούτου μάλιστα θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν πρότασιν νόμου περὶ ἐξαγορᾶς μέρους τοῦ χρόνου τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως τῶν ἐν Ἀμερικῇ ἀποδημούντων κληρωτῶν, τὴν ὁποίαν πέρυσιν ὑπέβαλον, καὶ πάλιν θὰ ἐπαναφέρω, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ εἰσπράξητε τοὐλάχιστον 700,000 δραχμάς. Πολλάκις ἐδόθησαν καὶ δίδονται μεγάλαι δωρεαὶ καὶ κληροδοτήματα ὑπὲρ ἐθνικοῦ σκοποῦ ἀορίστως. Τὰς δωρεὰς καὶ τὰ κληροδοτήματα, ταῦτα πρέπει νὰ προσκληθῶσιν οἱ κατέχοντες νὰ καταθέσουν ἐπίσης εἰς τὸ Ταμεῖον αὐτὸ, ἀπὸ τὸν σκοπὸν τοῦ ὁποίου δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ἄλλος ἐθνικώτερος· διότι εἶναι μέγα ἀδίκημα εἰς τὸ ἔθνος, τὸ ἔχον τόσας ἀνάγκας, νὰ μένωσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν τοιαῦτα χρήματα, καὶ μάλιστα ἄγονα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε, πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἀείμνηστος Ἀριστείδης Οἰκονόμου ἐπρότεινε τὴν ἵδρυσιν Θησαυροφυλακίου, καὶ ὡς πρῶτον πόρον ὑπέδειξε τὰ ἐκ τοιούτων δωρεῶν χρήματα, εἰπὼν, ὅτι μόνον τὰ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα δεδομένα ἀνέρχονται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, καὶ ἐζήτησε νὰ προσκληθῇ οὗτος νὰ καταθέσῃ αὐτὰ εἰς τὸ Θησαυροφυλάκιον τοῦτο, διότι ἐθνικώτερος τούτου σκοπὸς δὲ ὑπάρχει ἄλλος. Νὰ κατατεθῶσι λοιπὸν καὶ ταῦτα εἰς τὸ ἱδρυθησόμενον Ταμεῖον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν θετικῶν τούτων πόρων, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πόροι, ἀρνητικοί. Ἐκτιμῶ λίαν τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιδεικνυομένην μέριμναν ὑπὲρ βελτιώσεως τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τῆς ὡς οἷόν τε τελειοτέρας μορφώσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸν σκοπὸν τοῦτον ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἄνευ τῶν ἐπιδεικτικῶν ἐκείνων πλόων καὶ τῆς περιφορᾶς τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας εἰς τὰ ἀπώτατα τῆς γῆς. Δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμοι οἱ πλόες οὗτοι, δύνανται νὰ ἦναι ὠφελιμώτατοι, ἀλλὰ σήμερον, δυστυχῶς, εἰς τοιαύτην θέσιν, καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς, ἔχει περιέλθει ἡ Ἑλλὰς ἐκ τοῦ τελευταίου ἀχαρακτηρίστου πολέμου, ἵνα μὴ ὀνομάσω ἄλλως αὐτὸν, ὥστε δὲν ἁρμόζει νὰ ἐπιχειρῇ τόσον πολυδαπάνους πλόας, καὶ νὰ ἐπιδεικνύῃ τὴν σημαίαν της εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, μετὰ μίαν τοιαύτην ἐθνικὴν καταστροφήν. Ἔπρεπεν ὁ στόλος ἡμῶν νὰ περιπλέῃ μόνον τὰς θαλάσσας ἐκείνας, ἐν αἷς πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν πάλιν τὸ Ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος θ’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην, εἰς ἣν ἀνήγαγον αὐτὸ οἱ Κανάραι, καὶ οἱ Μιαοῦλαι, καὶ οἱ Ἀποστόλαι καὶ ἡ λοιπὴ χορεία τῶν ἐνδόξων ἐκείνων ἡρώων. Τότε δύναται νὰ περιέρχηται τὰς ἀκτὰς τῆς ἀπωτάτης Ἀνατολῆς. Λυποῦμαι, Κύριοι,—τὸ λέγω μετὰ παρρησίας—καὶ λυποῦμαι βαθύτατα, ὅταν βλέπω τόσον ἐπιδεικτικῶς διὰ προσφωνήσεων νὰ ὑποδεχώμεθα τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται, εἴπατέ μοι, πόθεν; Ἐπανέρχονται ἐκ ναυμαχιῶν, κομίζοντες πολεμικὰ τρόπαια ἢ καθέλκοντες ἐχθρικὰς νῆας, ἵνα προσφωνῶμεν αὐτούς; Καὶ διατὶ αἱ προσφωνήσεις αὗται; Διότι κατώρθωσαν νὰ ἐπαναφέρωσι τὸ πλοῖον σῷον καὶ ἀβλαβὲς, καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν ὑγιεῖς καὶ ἀνελλιπεῖς! Αὐτὸ δὰ ἔλειπε! νὰ μὴ ἠδύναντο νὰ ἐπαναφέρωσι σῷον τὸ πλοῖον ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν, καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν ἐλλιπεῖς!
§75Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ὑπερβολικὸς ἐν τῇ ὑποτιμήσει τῆς ἀξίας τῶν τοιούτων πλοίων.
§76Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀνέγνωσα δημοσιευμένας ἐν ἐφημερίσι προσφωνήσεις οὐ μόνον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, αἵτινες πολὺ μὲ ἐλύπησαν. Συνέχαιρον τοὺς ναύτας, διότι δὲν ἐλιποτάκτησαν!
§77Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι προτέρημα.
§78Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Προτέρημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Οἱ Ἕλληνες ναῦται δὲν ἐμεθύσκοντο καὶ δὲν ἐλιποτάκτουν, καὶ διὰ τοῦτο συγχαίρομεν ἡμεῖς ἡμᾶς αὐτούς. Ὁ Ἕλλην, εἴτε ὡς στρατιώτης, εἴτε ὡς πολίτης, ἀπεδείχθη πάντοτε ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅτι εἶναι εὐπειθέστατος, ὅτι εἶναι ὑπερήφανος· πάντοτε ἐπεδείξατο ἀξιοπρέπειαν οὐ τὴν τυχοῦσαν, τὴν ὁποίαν οὐδενὸς ἄλλου ἔθνους οἱ ναῦται ἐπιδεικνύουσι· διότι βλέπομεν τοὺς ναύτας πολλῶν ἐκ τῶν ἐπισκεπτομένων τοὺς Ἑλληνικοὺς λιμένας στόλων διαφόρων Κρατῶν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου περιερχομένους τὰς ὁδοὺς ἐν ἀθλίᾳ καταστάσει ἐκ τῆς μέθης. Διὰ τοῦτο ὅμως δὲν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρχώμεθα μετὰ τόσης ἐπισημότητος νὰ λέγωμεν καὶ νὰ δημοσιεύωμεν προσφωνήσεις, διότι οἱ ἀναγινώσκοντες ταῦτα καὶ γνωρίζοντες τὴν τελευταίαν ταπείνωσιν τοῦ Ναυτικοῦ, ἣν ἐπέφερεν οὐχὶ ἡ ἀνικανότης τῶν ἀνδρῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ προϋπεσχημένη ἀδράνεια αὐτοῦ.
§79Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἀρνητικῶς τὸ Ναυτικὸν ἐνίκησε.
§80Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ παύσωσι τέλος αἱ δαπάναι αὐταὶ, ἀφοῦ ὁ στόλος μας εἶναι ἀρνητικὸς στόλος. Ἐὰν θέλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ γυμνάζῃ τοὺς ἄνδρας τοῦ Ναυτικοῦ, ἂς πράξῃ τοῦτο καὶ ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς θαλάσσαις. Οὐδεμίαν βλέπω ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην, νὰ ἐκπλέῃ ὁ στόλος, χάριν γυμνασίων, εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἢ εἰς τὴν Ἰαπωνίαν, ἢ εἰς τὴν ἀπωτάτην Ἀνατολήν. Οἱ ἄνδρες τοῦ Ναυτικοῦ μας ἀρκούντως εἶναι ἐξησκημένοι ἐν θαλάσσῃ, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην τόσων μακρῶν πλόων, ἵνα ἀσκηθῶσιν ἐν αὐτῇ. Ἔχουσιν ἀνάγκην γυμνασίων, καὶ διὰ τοιαῦτα ἀρκοῦσιν αἱ περιβρέχουσαι τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρκίαν θάλασσαι, ἐν αἷς μάλιστα θὰ κληθῶσι καὶ πάλιν νὰ δράσωσι. Ταύτας τὰς θαλάσσας ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πλέῃ καὶ νὰ γνωρίζῃ καλῶς ὁ στόλος ἡμῶν, ἵνα μὴ ἐν ὥρᾳ δράσεως τραπῇ καὶ πάλιν τὴν πρὸς τὴν Σκίαθον, ἀγνοῶν ποῦ νὰ καταφύγῃ, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ τορπιλλοβόλα του ἀπὸ τῆς τρικυμίας. Ἐκεῖ ἐξασκήσατε τοὺς ἄνδρας τοῦ Ναυτικοῦ. Προβαίνω εἰς ἄλλον πόρον. Μή τις νομίσῃ, ὅτι θέλω νὰ κάμω λόγον περὶ τῶν Βασιλικῶν ταξειδίων ἐκ φρονημάτων ἀντιβασιλικῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὀφείλει τὸ ἔθνος, χάριν τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας, νὰ παρέχῃ τὰ μέσα εἰς τὸν Βασιλέα του, ὅπως ὡς οἷόν τε ἀξιοπρεπέστερον ταξειδεύῃ καὶ ἐπισκέπτηται τὰς ξένας Αὐλάς. Ἤθελον μόνον, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται τὸ Κράτος ἐκ τῶν ταξειδίων αὐτῶν διὰ τοσούτων ἐξόδων. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ μένωσιν αἱ θαλαμηγοὶ ἐπὶ μῆνας εἰς ξένους λιμένας, καὶ νὰ πληρώνῃ τὸ Κράτος μισθοὺς θαλάσσης εἰς χρυσόν; Δύνανται κάλλιστα νὰ ἐπανέρχωνται ἐκ Βρινδησίου, ἢ ἐκ Τεργέστης, καὶ νὰ παραμένωσιν ἐν Κερκύρᾳ, ὡς συνέβαινεν εἰς προγενεστέρους χρόνους, καὶ ὅταν θέλωσιν ἡ Α. Μεγαλειότης καὶ αἱ Α. Ὑψ. οἱ πρίγκηπες νὰ ἐπανέλθωσι, νὰ μεταβαίνωσι πάλιν εἰς τοὺς λιμένας ἐκείνους, ἵνα ἐπαναφέρωσιν αὐτούς. Ἴσως θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι εἶναι γλίσχροι οἱ πόροι αὐτοί. Ὄχι, δὲν εἶναι γλίσχροι· εἶναι μεγάλοι διὰ τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα. Ἕτερος ἀρνητικὸς πόρος εἶναι ἡ παῦσις τῶν συχνότατα γιγνομένων δαπανῶν πρὸς ἐπισκευὰς πλοίων μὴ ἀναγκαίας. Πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι, προετοιμαζομένου τοῦ τρίτου πλοῦ πρὸς τὰς ἀκτὰς τῆς ἀπωτάτης Ἀνατολῆς, ἀπαιτεῖται νέα ἐπισκευὴ τῶν αἰθουσῶν τοῦ «Μιαούλη». Μὰ αὐταὶ αἱ ἐπισκευαί, τέλος πάντων, αὐτὴ ἡ καταβόθρα τοῦ δημοσίου πλούτου, δὲν θὰ παύσουν; Αἰωνίως ἐπισκευὰς πλοίων, πάντοτε «Μπουμπουλίνας» θὰ ἔχωμεν; Ἔφθασα νὰ μὴ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ ἐπισκευαὶ αὐτοῦ. Τὸ παρελθὸν μᾶς διδάσκει, ὅτι προκαλοῦνται ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἀπὸ σκοποῦ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ νὰ ἐπιφέρῃ πραγματικὴν βελτίωσιν, ἂς ἀποκαθάρῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Ναυστάθμου ἀπὸ παντὸς ἀχρήστου καὶ ἐπιβλαβοῦς στοιχείου, διότι ἄλλως πάντοτε θὰ προκαλῶνται τοιαῦται δαπάναι ἄνευ ἀνάγκης. Καὶ αἱ δαπάναι αὗται τῶν ἐπισκευῶν ζητοῦνται ἐν ᾧ χρόνῳ, ἕνεκα τῆς δυσχεροῦς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἠκούσατε πόσας ὥρας κατηναλώσαμεν συζητοῦντες, ἂν δυνάμεθα ν’ ἀπαλλάξωμεν τοῦ φόρου τοὺς φορολογουμένους ἐκείνους, οἵτινες κατεστράφησαν ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ἐν ᾧ λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικά μας, ἐπιτρέπεται καὶ νὰ σκεπτώμεθα κἄν περὶ τοιούτων δαπανῶν; Ἐπανέρχομαι εἰς τοὺς τακτικοὺς πόρους. Δυνατὸν νομίζω, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται ἐκ τῶν συνθηκῶν καὶ τοῦ Ἐλέγχου, νὰ προστεθῇ μικρός τις φόρος καὶ εἰς τινα εἴδη τοῦ δασμολογίου, εἴδη πολυτελείας, ἢ εἴς τινα τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὡς τὴν ζάκχαριν, τὸ ὀρύζιον κλπ. Καὶ διατὶ ὄχι; Ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ, χάριν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαρίσης, δὲν ἐψηφίσθη πρόσθετος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ; Διατὶ λοιπὸν, ὅ,τι ἐπράξαμεν διὰ τὴν συγκοινωνίαν αὐτὴν, νὰ μὴ πράξωμεν ἐπὶ ἄλλων φορολογουμένων εἰδῶν διὰ τὸν ἐθνικώτατον σκοπὸν τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στόλου καὶ τοῦ στρατοῦ, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν λόγον ὑπάρξεως ὡς ἔθνος ἐν τῇ γωνίᾳ ταύτῃ τῆς Εὐρώπης; Ὅτε ἡ γωνία αὕτη, ἡ καλουμένη Ἑλληνικὸν Κράτος, ἠλευθερώθη ὑπὸ τῶν προγόνων μας, μετ’ αὐτῶν ἔχυσαν τὸ αἷμά των καὶ οἱ πρόγονοι τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν μας, καὶ διὰ τοῦτο τὰς διὰ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν τοιαύτας μικρὰς προσθήκας εἴς τινας τῶν ὑπαρχόντων φόρων θέλει ἀποδεχθῆ εὐχαρίστως ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἄλλον θετικὸν πόρον δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἐν τῷ λαχείῳ, περὶ οὗ πολὺς γίνεται λόγος ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ τοιαῦτα ζητήματα διαφεύγουν τὴν εἰδικότητά μου, οὐχ ἧττον, ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα, νομίζω ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἐπωφελουμένη τῶν γνωμῶν τῶν ἐξενεχθεισῶν παρ’ ἀνθρώπων εἰδικῶν, νὰ συστήσῃ ἐπωφελῶς τοιοῦτο λαχεῖον, ὡς τὸ τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Εὔχομαι δὲ, ἐὰν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη μου — ὅπερ δὲν πιστεύω — περὶ συστάσεως Γενικοῦ Ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης, νὰ ἴδω τοὐλάχιστον ταχέως εἰσαγόμενον ἴδιον νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Ταμείου καὶ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
§81Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάντες οἱ ὁμιλήσαντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κηρυχθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ἥτις σκοπεῖ τὴν αὔξησιν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπεκρίθη ὑπό τινων, αἱ δὲ ἐπικρίσεις ἐστράφησαν οὐ μόνον κατὰ διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον δύνανται νὰ ἦναι ἐπικριτέαι, ἀλλ’ ἐστράφησαν καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἠμφισβήτησαν πολλοὶ τὴν χρησιμότητα τῆς παρασκευῆς τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν, καὶ προσέθηκαν, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ παρασκευὴ τοιούτου παρ’ ἡμῖν. Τοιαῦται ἐπικρίσεις, ἐκ τῆς Βουλῆς ἐκπορευόμεναι, καὶ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Τύπῳ, καὶ διαδιδόμεναι, δὲν φέρουν βεβαίως καλὰ ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐνδιατρίψω δι’ ὀλίγων ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν αἰτιάσεων. Ἀμφισβητεῖται ἡ χρησιμότης τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς τοῦ Κράτους. Καὶ διατί; Ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τοσοῦτον ἀσθενῶς ἔχει ἡ Ἑλλὰς σήμερον κατὰ ξηρὰν, τοσοῦτον εἶναι ἐκτεθειμένη ἕνεκα τῶν νέων αὐτῆς μεθορίων, ὥστε εἶναι ματαιοπονία νὰ δαπανᾷ καὶ νὰ παρασκευάζῃ περισσότερον πολεμικὸν Ναυτικόν. Τὸ παρελθὸν πολλοὺς ἀπελπίζει καὶ διὰ τὸ μέλλον. Βεβαίως, ἐὰν ἀποφαινώμεθα περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς ἱκανότητος ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τοῦ τελευταίου πολέμου, τὸν ὁποῖον ἀνελάβομεν ἐντελῶς ἀπαράσκευοι, πολέμου, τὸν ὁποῖον ἐπεχειρήσαμεν ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν ἀνωτάτων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, ὅπερ ἀποτελεῖ πρωτοφανὲς φαινόμενον ἐν τῇ Ἱστορίᾳ, διότι οὐδέποτε ἠκούσθη ἐν Κράτει, ἐν ᾧ ὑπάρχει Βασιλεύς, Κυβέρνησις, Βουλή, πλειονοψηφία, νὰ ἐπιχειρηθῇ πόλεμος παρὰ τὴν θέλησιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐξουσιῶν, τότε ἔχομεν δίκαιον. Ἴσως μάλιστα εἰς τὴν τοιαύτην ἐπιχείρησιν καὶ διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου ἀποδοτέον τὸ μοναδικὸν φαινόμενον, ὅτι, μετὰ τὰ οἰκτρὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα, οὐδεμία ἐζητήθη εὐθύνη παρ’ οὐδενός, εἴτε παρὰ τῶν διευθυνάντων, εἴτε παρὰ τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὸν ἐλεεινὸν αὐτὸν πόλεμον. Ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅμως τοιούτου πολέμου, ἀπαρασκευάστου καὶ ἀκουσίου, εἰς τὸν ὁποῖον, ἀκριβῶς εἰπεῖν, τὸ Κράτος δὲν ἔλαβε μέρος, βεβαίως εἶναι ἄτοπον νὰ συνάγῃ τις κρίσεις καὶ ν’ ἀποφαίνηται περὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἡμετέρου ἔθνους. Ἀναμφισβητήτως ἡ γείτων Ἐπικράτεια εἶναι ἰσχυροτέρα ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Ἑλλὰς μόνη ἀπέναντι τῆς γείτονος, πολλῷ μεγαλειτέρας καὶ ἰσχυροτέρας ἡμῶν, ἥτις πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ τοῦ μέλλοντος. Εἶναι καὶ ἄλλαι ἐνδεχόμεναι περιπτώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψιν, καὶ δι’ ἃς ἐπιβάλλεται ἡ παρασκευὴ ἡμῶν κατά τε ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν. Τίς γνωρίζει, ἂν μετὰ χρόνους δὲν θὰ ἐπέλθωσι τοιαῦται διαταράξεις καὶ τοιοῦτοι συνδυασμοὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὥστε νὰ μὴ εὑρισκώμεθα, ὡς ἐχθροί, μόνοι ἀπέναντι τῆς γείτονος; Τὰ ἐνδεχόμενα ταῦτα ἐν τῇ Βαλκανικῇ, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶλλον ἢ ἧττον πολιτεύονται ὅλα τὰ μεγάλα Κράτη τῆς Εὐρώπης, εἶναι πιθανώτατα. Καὶ διὰ τοιαύτας περιπτώσεις θὰ ἦτο ὀλεθρία ἡ πολιτική, ἣν δογματίζουν πολλοὶ σήμερον, ἡ πολιτικὴ τῆς ἀπελπισίας καὶ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ πάσης παρασκευῆς. Ὀλεθρία, διότι οὐδεὶς θὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἑπομένως οὐδὲ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Ἡ παρασκευὴ πολεμικῶς, ἰδίως ναυτικῶς, ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἑπομένως, διότι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, μετὰ πολλῶν ἐλπίδων νὰ ἐνεργήσωμεν, καί, ἂν δὲν ἤμεθα παρεσκευασμένοι, θὰ ζημιωθῶμεν. Οἱ τἀναντία φρονοῦντες καὶ συμβουλεύοντες ἀναλαμβάνουσι μεγάλην εὐθύνην. Ἀλλὰ μήπως καὶ τὸ ἕτερον ἐνδεχόμενον, πολέμου ἡμῶν μόνων κατὰ τῆς γείτονος, πρέπει τοσοῦτον νὰ μᾶς τρομάζῃ καὶ ἀπελπίζῃ, ὥστε ἐκ τῶν προτέρων ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως νὰ λέγωμεν, ὅτι οὐδὲν πρέπει νὰ πράξωμεν, ὅπως βελτιώσωμεν τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν ἡμετέρας δυνάμεις; Ἀλλ’ οἱ κίνδυνοι τοιαύτης πολιτικῆς δὲν εἶναι φοβεροὶ διὰ τὸ ἔθνος; Βεβαίως ἡ Ἑλλὰς εἶναι καὶ θὰ ἦναι, ἐφ’ ὅσον μένει ἐντὸς τῶν σημερινῶν ὁρίων, μικροτέρα Δύναμις στρατιωτικῶς ἀπέναντι τῆς γείτονος. Ἀλλὰ δὲν ἐκρίθη ἀνεκκλήτως ἡ δύναμις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897, οὔτε πρέπει ν’ ἀποφαινώμεθα, ὅτι κατ’ αὐτὸν ἀπεδείχθη ἡ πλήρης καὶ τελεία ἀνικανότης ἡμῶν πρὸς πόλεμον. Οὐ μόνον ἀνελάβομεν τὸν πόλεμον ἀπαράσκευοι καί, κατ’ ἐμέ, χωρὶς νὰ πρέπῃ καὶ χωρὶς νὰ θέλωμεν, ἀλλὰ διεπράχθησαν κατ’ αὐτὸν καὶ λάθη, ἅτινα δύσκολον νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς δεύτερον πόλεμον. Προετοιμασία πολεμικὴ πραγματική, καὶ διεύθυνσις τοῦ πολέμου σοβαρωτέρα δύναται νὰ μὴ ἔχῃ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Αὐτὸς ὁ ἀπαρασκεύαστος καὶ ἀτυχῶς διευθυνθεὶς πόλεμος τοῦ 1897 δὲν θὰ ἐπαρουσίαζεν ἡμᾶς, οἵους ἐπαρουσίασεν, ἂν δὲν ἐγίνοντο ἀσύγγνωστά τινα λάθη κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν πολεμικῶν ἐργασιῶν. Ὁ παρακολουθήσας αὐτὰς βλέπει, ὅτι ἦσαν βεβιασμέναι, καὶ ὅτι πνεῦμα δισταγμοῦ καὶ ἀτολμίας ἐνέπνεε πολλὰ δρῶντα πρόσωπα. Ταῦτα καὶ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν. Παράδειγμα ἀναφέρω τὸν στόλον, ὅστις κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 οὐδὲν ἐπετέλεσεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἐπιτελέσῃ τοιοῦτος, ὁποῖος ἦτο. Διότι, ἐνῷ ἦτο ἀναμφισβήτητος ἡ ὑπεροχὴ αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ ἀντιπάλου, δὲν ἔπραξεν ἀπολύτως τίποτε. Καὶ δὲν ἔπραξε τίποτε, οὐχὶ διότι ἀπολύτως καὶ συγκριτικῶς ἡ δύναμις αὕτη δὲν ἦτο ἀρκοῦσα, ἀλλὰ διότι οἱ διοικήσαντες αὐτὴν δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐπιτελέσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν. Πιθανῶς καὶ αὕτη περισσότερα θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτελέσῃ ὑπὸ ἄλλους ἀρχηγούς, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἠδύναντο πολλοῦ λόγου ἄξια νὰ διαπράξωσι καὶ ὁ στρατὸς καὶ ὁ στόλος, ἂν ἦσαν ἀπὸ πρὶν τελείως παρεσκευασμένοι πρὸς πόλεμον, καὶ ἐξετέλουν ἓν διαγεγραμμένον σχέδιον, ὑπὸ ἀρχηγούς, γνωρίζοντας καὶ θέλοντας νὰ ἐπιτελέσωσιν αὐτὸ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ. Πόλεμος ὑπὸ γενναίων καὶ νουνεχῶν ἀνδρῶν παρασκευασθεὶς καὶ διεξαχθεὶς δύναται καὶ μὲ μικροτέρας δυνάμεις νὰ καταβάλῃ ἢ νικηφόρως ἀποκρούσῃ στρατοὺς μεγαλειτέρου Κράτους. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ δράσῃ ναυτικὴ δύναμις, ἥτις ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καλουμένη ὑπὸ τοῦ Κράτους νὰ ἐνεργήσῃ, ἐντελῶς ἀγνοεῖ, τί νὰ ἐνεργήσῃ, διότι ἀπροσδοκήτως κατελήφθη ὑπὸ τῆς προσκλήσεως, οὐδὲν ποτε πολεμικὸν προπαρασκευαστικὸν ἔργον ἐπετέλεσεν, οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν τῆς ἀξίας τῶν πλοίων, τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν πληρωμάτων, ἑνὸς σχεδίου; Τοιαύτη πρόσκλησις ὑποθέτει μεγάλης ἀξίας ἀρχηγόν, καὶ τοιοῦτος δὲν ὑπῆρχε. Λοιπὸν δύναταί τις νὰ βεβαιώσῃ, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις καὶ τοιαῦτα πρόσωπα, ἐντελῶς ἀδαῆ καὶ ἀπροπαρασκεύαστα καὶ ἄνευ τοὐλάχιστον ἐνθουσιασμοῦ, ὅτι ἡ ἀποτυχία ἐν τῷ πολέμῳ τοῦ 1897 ὀφείλεται εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἔθνους, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν πάσης παρασκευῆς, παντὸς σχεδίου καὶ καταλλήλων προσώπων, ἅτινα νὰ ὁδηγήσουν τὰς δυνάμεις αὐτὰς καὶ καθ’ ἑαυτὰς καὶ ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῆς κατὰ ξηρὰν δυνάμεως;...
§82Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδὲν ἀπὸ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι ἀκριβές.
§83Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχετε ἰδέαν περὶ παρασκευῆς πρὸς ἐνέργειαν κατὰ θάλασσαν διάφορον ἐκείνης, ἣν ἔχω, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι, ἀξιοῦντες ὅτι ἠδύνασθε νὰ παρασκευάσητε ἐκείνας τὰς ἡμέρας, μεθ’ ὅλην τὴν δραστηριότητα, ἣν ἐπεδείξατε, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, ἥτις σᾶς ἐνέπνεε, τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πλοῖα, τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τὰ πληρώματα, ἀπατᾶσθε. Ταῦτα πρέπει νὰ ἦναι ἕτοιμα πρὶν ἐκραγῇ ὁ πόλεμος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον. Ἀπαιτεῖται, καὶ αἱ ἐνέργειαι αἱ διάφοροι ἑνὸς πολεμικοῦ ναυτικοῦ νὰ ἦναι προμεμελετημέναι ἀπέναντι ἐχθροῦ, ὅστις εἶναι γνωστὸς, ἐνῷ ὑμεῖς δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε νῦν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι εἴχετε ὡρισμένον σχέδιον ἐνεργείας προμεμελετημένον, ἐν συνδυασμῷ μετὰ μιᾶς ἐνεργείας κατὰ ξηρὰν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Δὲν εἴχετε τοιοῦτον ἕτοιμον, ὡς δὲν εἶχεν ἕτοιμον τοιοῦτον διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν εἶσθε διὰ τὴν παράλειψιν ἀξιοκατάκριτος, διότι ταῦτα ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ καὶ πρὸ ὑμῶν νὰ ὑπάρχωσιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ Ναυτικῷ δὲν ἐγένοντο ποτὲ ἀσκήσεις πολέμου, δὲν εἰργάσθη ποτὲ τὸ Ναυτικὸν Ἐπιτελεῖον, δὲν ἐμελετήθησαν ποτὲ τὰ ζητήματα τῶν παραλίων ἡμῶν καὶ τοῦ ὁμόρου Κράτους, τὰ πλεονεκτήματα αὐτῶν καὶ τὰ μειονεκτήματα ἐν ὥρᾳ πολέμου, μία ἐνέργεια τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν ἐν συνδυασμῷ μετὰ μιᾶς κατὰ ξηρὰν δυνάμεως, οἱ ἀντιπερισπασμοὶ τοῦ ἐχθροῦ καὶ αἱ διακοπαὶ τῶν συγκοινωνιῶν. Ἐν Πρεβέζῃ, ἀρνεῖσθε, ὅτι ἡ ἔλλειψις στρατιωτικῆς δυνάμεως, κληθείσης νὰ συμπράξῃ μετὰ τοῦ στόλου ἀπὸ τῆς ξηρᾶς, συνετέλεσεν, ἵνα μὴ ἐπέλθωσι τ’ ἀποτελέσματα, ἅτινα εὐλόγως ἠδύνατό τις νὰ προσδοκᾷ; Σεῖς, ὁ ὁποῖος τότε ἠδημονεῖτε, ὡς ἐνθυμοῦμαι, διὰ τὴν ἄρνησιν ταύτην συνδρομῆς, ἀρνεῖσθε, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις τότε δὲν ἠθέλησε νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ ἔργον ἐκεῖνο τῆς πτώσεως τῆς Πρεβέζης, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἄνευ συμπράξεως καὶ σώματος ἀπὸ ξηρᾶς;
§84Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Δύναμαι νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς ἐπισήμως περὶ τῶν ἑξῆς: Ὅτι πολὺ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἐκ συνεννοήσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ πρωτοβουλίᾳ δὲ τοῦ πρώτου, κατήρτισαν Ἐπιτροπὴν, ἐν ᾗ ἔλαβον μέρος ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ αὕτη, ἐπανειλημμένως συνελθοῦσα πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα μηνὸς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν, κατήρτισε λεπτομερὲς σχέδιον, οὗ ἔχω ἀντίγραφον, προσβολῆς τῶν φρουρίων Πρεβέζης καθ’ ὡρισμένους κανόνας. Περὶ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, διότι πᾶν ὅ,τι λέγω βασίζεται ἐπὶ ἐπισήμων κειμένων. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι, ἐὰν δὲν κατωρθώθη ἐπιτυχής τις ἐνέργεια ἐν Πρεβέζῃ, τοῦτο ἐγένετο δῆθεν δι’ ἔλλειψιν μελέτης· διότι μελέτη ὑπῆρξε λίαν σοβαρὰ καὶ λίαν ἐμπεριστατωμένη. Ὑπάρχει μάλιστα καὶ ἕτερον σχέδιον, παρεμφερὲς τῷ πρώτῳ, καταρτισθὲν ὑπὸ τοῦ τὸ πρῶτον διευθύναντος τὴν ἐκεῖ Μοῖραν, τότε ἀντιπλοιάρχου κ. Κοσμᾶ Ζώτου. Ἐκτὸς τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὁ ὀργανωτὴς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὁ Γερμανὸς Γκὸλτς πασσᾶς, ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου ἀναφέρει ῥητῶς, ὅτι παράδοξον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ πρὸ τῆς Πρεβέζης ὑπῆρχον τοσαῦτα πλοῖα, τὸ διαμέτρημα τῶν πυροβόλων, τῶν ὁποίων ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ καταρρίψῃ τὰ φρούρια τῆς Πρεβέζης ἀμέσως, ταῦτα δὲν κατέπεσαν. Ἐξηγεῖ ὅμως τὸν λόγον ὁ διαπρεπὴς αὐτὸς ἀρχιστράτηγος. Βεβαίως, λέγει, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πέσωσιν, ὅταν ἀπὸ ἀποστάσεως 8 καὶ 10 χιλιάδων μέτρων ἔβαλλον κατὰ τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης. Αὐτὰ μετὰ τοσαύτης λεπτομερείας ἀναπτύσσονται καὶ τοσούτου κύρους, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν βασίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τὴν εὐγενῆ καλωσύνην, μεθ’ ἧς μοὶ ἐπετρέψατε νὰ διακόψω ὑμᾶς. Ἀλλ’ ἂν θελήσητε νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ ἕτερον τμῆμα τοῦ πολέμου, θέλετε ἴδει, ὅτι καὶ ἐκεῖ, ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Μοίρᾳ, ὑπῆρχε σχέδιον. Ἀλλ’ ἐνῷ π. χ. κατηγγέλλετο, ὅτι ξένον πλοῖον ἐπρόκειτο νὰ διέλθῃ ἐκεῖθεν, φέρον πολεμεφόδια, ἄφινον αὐτὸ νὰ διέλθῃ ἀπαρατήρητον, καὶ ἐνῷ ἠδύναντο εὐχερέστατα τοὐλάχιστον νὰ διακόψωσι τὰς συγκοινωνίας τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ τὴν μεταφορὰν τουρκικῶν στρατευμάτων, καὶ νὰ καταστρέψωσιν ὁλοτελῶς τὰς μεγίστας προμηθείας τροφῶν καὶ ὑλικοῦ πολέμου, οὐδὲν τούτων ἔπραξαν. Δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τῆς καλωσύνης ὑμῶν. Ἀλλὰ, ὡς ἀγορεύετε, κινδυνεύετε νὰ φέρητε τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ εὐρύτητι. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θὰ θελήσω τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἀγνοῶ, πῶς ἄλλοι σκέπτονται· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὑποδείξω ὑμῖν ποῦ βαίνομεν.
§85Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, τί ἐγένετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· γνωρίζω ἓν μόνον: Ἤμεθα εἰς τὸν Κραβασαρᾶν, ὅτε ἐμελετᾶτο ἡ ἀπόβασις στρατεύματος Ἑλληνικοῦ, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ προσβάλῃ τὴν Πρέβεζαν, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ Ναυτικόν· ἦλθον ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα, καὶ συνεζητήσαμεν, καὶ κατηρτίσαμεν σχέδιον, τὸ ὁποῖον οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ μετεβίβασαν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Μοίρας. Μετά τινας ἡμέρας ὁ ἀρχηγὸς τῆς Μοίρας, συνοδευόμενος ἀπὸ ἱππικὸν, μετέβη εἰς Ἄρταν, καὶ συνωμίλησε μὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ· μετεκλήθη δὲ ἐκεῖ καὶ ὁ διοικητὴς τοῦ συντάγματος κ. Βότσαρης. Διατὶ δὲν ἐξετελέσθη τὸ σχέδιον, διατὶ μετεβλήθησαν ὅλα ταῦτα, καὶ διατὶ δὲν ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα, δι’ ἐμὲ εἶναι ζήτημα ἀκόμη. Γνωρίζω ὅμως ἐκ τῆς μελέτης, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ ἐκ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον κατεστρώθη, ὅτι ἡ Πρέβεζα ἠδύνατο νὰ πέσῃ.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ κρίσις ἐπὶ τῶν πρὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐπὶ τῶν κατὰ τὸν πόλεμον εἶναι πρόωρος, ἐν ὅσῳ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ δὲν προβαίνῃ νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς. Ἐὰν ἐπεράτου τὸ ἔργον αὑτῆς, ἐὰν ἐδημοσιεύοντο αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας αὕτη ἤθελε συλλέξει καὶ ἀφήσει νὰ δημοσιευθῶσιν, ἤθελον λυθῆ πολλὰ προβλήματα, καὶ ἤθελον διαλυθῆ πολλαὶ ἀμφιβολίαι. Νῦν δὲ, ἄνευ οὐδενὸς δεδομένου ἀποφαινόμενοι, πάντοτε θέλομεν σφάλλεσθαι.
§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀμφότεροι οἱ συνάδελφοι, οἱ ἀποτελέσαντες μέρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1897, παρεξήγησαν τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου. Ἐγὼ δὲν ἐνόουν νὰ ἐπιρρίψω τὰς ἀποτυχίας τοῦ 1897 εἰς τὰς ἐλλείψεις παρασκευῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ἠναγκάσθη νὰ διεξαγάγῃ τὸν πόλεμον. Ἐνόησα νὰ μεμφθῶ τὴν παράλειψιν πάσης παρασκευῆς, ἥτις γίνεται ἀπὸ πολλῶν χρόνων, τὴν ἔλλειψιν πάσης διοικήσεως στρατιωτικῆς, ἥτις νὰ παρασκευάζῃ τὸν στρατὸν καὶ τὸ Ναυτικὸν πρὸς πόλεμον, πόλεμον γνωστὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν ἐχθρὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν τόπον, ἐν ᾧ θὰ διεξαχθῇ, πόλεμον, ὅστις, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ γινώσκωμεν πότε θὰ γείνῃ, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου εἴμεθα βέβαιοι, μᾶλλον ἢ ἧττον ταχέως, ὅτι ἀφεύκτως θὰ γείνῃ, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ἔγκλημα νὰ μὴ παρασκευαζώμεθα ἀδιακόπως, καὶ, εἰ δυνατὸν, εἰς οἰανδήποτε στιγμὴν νὰ ἤμεθα ὅσον δυνάμεθα περισσότερον ἕτοιμοι. Λέγω ἕτοιμοι, διότι καὶ ὁ ἐχθρὸς δὲν εἶναι, ὅσον ὑποθέτομεν, ἕτοιμος, οὐδὲ δύναται εὐθὺς ἀμέσως νὰ παρουσιάσῃ πᾶσαν αὑτοῦ τὴν ὑπεροχὴν ἀπέναντι ἡμῶν. Εἴπετε πρὶν, ὅτι διετάχθη ὁ στόλος νὰ μεταβῇ, καὶ μετέβη, ὅπως προσβάλῃ τὴν Πρέβεζαν, ἀλλ’ ὅτι οὐδὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα, διότι ἡ ἐνέργεια τῶν πυροβόλων ἐματαιοῦτο ἐκ τῆς ὑπερβολικῆς ἀποστάσεως. Ἐγὼ εἶχον εἰπεῖ, ὅτι οὐδὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα, διότι δὲν κατωρθώθη ἡ σύμπραξις τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Σχεδὸν οὐδέποτε συνέβη νὰ κυριευθῇ φρούριον μόνον διὰ βομβαρδισμοῦ, καὶ ἄν οὗτος καταρρίψῃ αὐτό· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐκ τῆς ξηρᾶς στρατός. Φρονῶ δὲ, ὅτι, καὶ ἂν τὰ πλοῖα ἐγγύτερον ἐνήργουν, δὲν ἤθελον φέρει τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκδέχεσθε. Τὸ ἀπαιτεῖν, ὅπως θωρηκτὰ πλοῖα προσεγγίσωσιν ἐγγὺς λίαν εἰς φρούρια, ἐν ᾧ αὐτὰ εὐστοχώτερον καὶ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς βάλλουσι, καὶ ἐκθέτειν οὕτω τὰ πλοῖα εἰς πολὺ μεγαλειτέρους κινδύνους, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ φέρωσιν ἀποτελέσματα ἀντάξια τῶν κινδύνων, ἄνευ μάλιστα στρατοῦ ἀπὸ τῆς ξηρᾶς, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι φρόνιμον. Δι’ αὐτὸ σήμερον ἀξιοῦσι, μᾶλλον διὰ κανονιοφόρων, πλεουσῶν εὐκόλως καὶ εἰς ὕδατα ἀβαθῆ, νὰ ἐκτελῶνται τοιαῦται ἐπιθέσεις, οἵα ἡ κατὰ Πρεβέζης· διότι, ἐν ᾧ αὗται διὰ τῶν τηλεβόλων καὶ τῶν ὀβουζοβόλων αὑτῶν φέρουσι μεγάλας ζημίας ἐπίσης εἰς τὸν ἐχθρὸν, δὲν παρουσιάζουσιν ὅμως μέγαν ὄγκον, οὐδὲ, παθοῦσαι τυχὸν, συνεπάγονται ζημίας, οἷαι αἱ τοῦ θωρηκτοῦ. Οἱ στόλοι καταστρέφουν, ἀλλὰ δὲν κυριεύουν φρούρια, πρέπει δὲ ἰσχυρὰ νὰ γίνηται καὶ κατὰ ξηρὰν ἐπίθεσις, ὅπως ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα. Ἄνευ τούτου, δύσκολον νὰ πείσητε ἀρχηγὸν στόλου νὰ ἐκθέσῃ τὰ πλοῖά του εἰς ἐπιθέσεις τῶν φρουρίων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησάν τινες νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι γενικῶς οἱ στόλοι οὐδὲν δύνανται νὰ φέρωσιν ἀποτέλεσμα κατὰ φρουρίων καὶ πόλεων, συνάγοντες τοῦτο ἐκ τῆς ἀποτυχίας τοῦ γαλλικοῦ στόλου κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἡ ἀποστολή του δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ κυριεύσῃ πόλεις καὶ φρούρια. Στρατὸς δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργήσῃ συγχρόνως, οὐδ’ ἀποβιβάσεις ἦσαν εὔκολοι. Ἀλλ’ οἱ σπουδαῖοι λιμένες τῆς γερμανικῆς θαλάσσης εἶναι ἀπρόσιτοι εἰς ἐχθρικοὺς στόλους. Ὁ στόλος ὁ γερμανικὸς εἶχε κλεισθῆ ἐντός αὐτῶν, καὶ ἔμενεν ἀσφαλέστατος ἐντὸς αὐτῶν. Τοιαῦται ὅμως δὲν εἶναι αἱ περιστάσεις ἡμῶν, οὔτε εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς γείτονος εἰς οἵαν θέσιν ἦτο ἡ Γαλλία πρὸς τὴν Γερμανίαν. Ἐργασίαι διὰ θαλάσσης καὶ διὰ ξηρᾶς ἐν συνδυασμῷ εἶναι εὐκολώταται ἡμῖν, ἂν γνωρίζωμεν νὰ παρασκευάσωμεν τοιαύτας. Διὰ τοὺς θέλοντας καὶ ἐργαζομένους εὔκολον τοῦτο. Λοιπὸν δὲν εἶναι λογικόν, ἐπειδὴ οὐδὲν ἔπραξεν ἡ Γαλλία διὰ τοῦ Ναυτικοῦ της κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870, νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι εὐλόγως οὐδὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἐὰν δὲν ἔπραξέ τι, δὲν ἔπραξε διότι δὲν εἶχε παρασκευασθῆ πρεπόντως καὶ σκοπίμως. Ἐὰν θέλωμεν ἄλλα παραδείγματα, ἔχομεν τὰ τοῦ τελευταίου Ἱσπανοαμερικανικοῦ πολέμου, ἔνθα εἴδομεν νικώσας τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τῶν Ἀμερικανῶν ἐν ναυμαχίαις, καὶ ἐπιτυγχανούσας τὰς ἀποβιβάσεις καὶ τὰς ἐκπολιορκήσεις πόλεων, διότι διὰ πάντα ταῦτα ἦσαν καλῶς παρεσκευασμένοι. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει ν’ ἀμφισβητῆτε, ὅτι καλῶς παρεσκευασμέναι ναυτικαὶ δυνάμεις συντελοῦσι, μετὰ στρατοῦ μάλιστα ἐνεργοῦσαι ἐναντίον ὁμόρου Ἐπικρατείας, νὰ φέρωσιν αἴσιον καὶ ταχύτερον ἀποτέλεσμα πολέμου. Οὔτε τὰ παραδείγματα τοῦ πολέμου τοῦ 1897, οὔτε βεβαίως ἡ ὑποδεεστέρα θέσις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς Τουρκίας κατὰ ξηράν, οὔτε τὰ παραδείγματα ἄλλων Κρατῶν πρέπει νὰ ἐμπνέωσι τὴν δυσπιστίαν καὶ τὴν ἀποθάρρυνσιν, τὴν ὁποίαν εἴδομεν εἰς τοὺς λόγους τινῶν τῶν ὁμιλησάντων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ συμφέρον ἑνὸς ἐνδεχομένου πολέμου, τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ τὴν Ἑλλάδα νὰ διατηρῇ τὴν ναυτικὴν ὑπεροχήν, ἣν σήμερον κέκτηται, καὶ νὰ φροντίζῃ νὰ αὐξάνῃ αὐτήν· εἶναι καὶ ἄλλος λόγος, ἄσχετος πρὸς τὸν πόλεμον, ἐπιβάλλων ἡμῖν, ὅπως καὶ διὰ τὴν εἰρήνην ἔχωμεν ἄξιον λόγου Ναυτικόν. Ἡ Ἑλλάς ἦτο πάντοτε καὶ εἶναι κυρίως ναυτικὴ χώρα. Καὶ ἡ τοποθεσία αὐτῆς, καὶ τὸ πλῆθος τῶν νήσων, καὶ ἡ μεγάλη καὶ δυσανάλογος ἔκτασις τῶν παραλίων, καὶ τὸ ὀρεινὸν καὶ ἄγονον τῆς χώρας καθιστῶσιν αὐτὴν χώραν ναυτικήν. Διὰ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἀνέκαθεν ἔζησε, καὶ ἐμπορεύθη, καὶ ἐπλούτισε, καὶ πολιτικῶς προήχθη, καὶ ἤδη δὲ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, μεθ’ ὅλας τὰς μεταβολάς, ἃς ὑπέστη ἡ ναυτιλία, δι’ αὐτῆς εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ προαχθῇ. Ἡ θέσις ἡμῶν αὕτη εἶναι ἓν πλεονέκτημα μεταξὺ τῶν ἄλλων Βαλκανικῶν λαῶν καὶ τῆς Τουρκίας, ἥτις ἔχει μὲν πολλὰ ἐπίσης παράλια, ἀλλὰ δὲν κατοικεῖται ὑπὸ λαοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὅπου κατοικεῖται ὑπὸ λαοῦ ναυτικοῦ, ὁ λαὸς αὐτὸς κατὰ μέγα μέρος ἀπαρτίζεται ὑπὸ Ἑλλήνων. Τὸ πλεονέκτημα αὐτὸ πρέπει νὰ διατηρήσωμεν. Ἓν δὲ καθῆκον, καὶ τὸ κυριώτατον, τοῦ Κράτους ἡμῶν εἶναι, νὰ συντηρῇ πολεμικὸν Ναυτικόν, διότι δι’ αὐτοῦ περιθάλπει καὶ στηρίζει καὶ ἐν εἰρήνῃ τὸ ἐμπορικὸν ἡμῶν Ναυτικόν. Ἐκ τοῦ ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ στρατολογεῖται ἡ πρώτη καὶ θεμελιώδης δύναμις τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, τὰ πληρώματα, πρὸς τοῦτο δὲ δὲν ὑπάρχει μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ ἀρνηθῇ νὰ ψηφίσῃ, ὅταν σκοπῇ τὴν ἐνίσχυσιν καὶ πρόοδον τοῦ ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ. Διότι τοῦτο, ἐνῷ εἶναι πλοῦτος τῆς χώρας ἐν εἰρήνῃ, εἶναι καὶ ἀρίστου ὑλικοῦ παρασκευὴ διὰ τὸν πόλεμον, καὶ πρέπει νὰ ἐνισχύηται ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ διὰ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Βεβαίως καὶ ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία πρέπει νὰ ὑποστηρίζωνται ὑπ’ αὐτοῦ, διότι εἶναι μέσα συντηρήσεως μεγάλου μέρους τοῦ λαοῦ ἡμῶν, ἀλλὰ περισσότερον πάσης ἄλλης παραγωγικῆς ἐργασίας πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ἡ διὰ τῆς θαλάσσης, διότι ἁρμόζει περισσότερον εἰς τὴν φύσιν τῆς χώρας, καὶ διότι εἶναι πρὸς ἐθνικοὺς καὶ πολιτικοὺς σκοποὺς ἓν μέσον δυνάμεως ἰσχυρότατον, ὅπερ δὲν ἔχουν ποσῶς, ἢ δὲν ἔχουν εἰς ἴσον μὲ ἡμᾶς βαθμόν, ἀλλὰ τῆς Βαλκανικῆς Κράτη. Δὲν εἶναι μικρὰ ὑπεροχὴ δι’ ἓν Κράτος, ναυτικῶς παρεσκευασμένον καὶ ἕτοιμον, νὰ δύναται ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν ἢ ἡμερῶν νὰ μεταφέρῃ ἐπίφοβον δύναμιν, ἣν διὰ ξηρᾶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφέρῃ ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν. Τὸ πλεονέκτημα αὐτὸ ἑνὸς στόλου εἶναι μεγάλη προστατευτικὴ δύναμις ἡμῶν καὶ ἐν εἰρήνῃ διὰ τὰ ἐμπορικὰ ἡμῶν συμφέροντα καὶ τὰς ἄλλας σχέσεις μετὰ τῶν γειτόνων λαῶν. Ἡ διπλωματία καὶ ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία εὐκόλως προστατεύει καὶ προάγει τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα τότε. Ἡ διπλωματία, ὀφείλει τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ ἐν Ἀνατολῇ, ἐὰν ὄπισθεν αὐτῆς δὲν βλέπωσιν οἱ κυβερνῶντες, ὅτι ὑπάρχει καὶ ναυτικὴ δύναμις. Ὅσας ἐνίοτε αἰτιάσεις καὶ μομφὰς ἐπιρρίπτομεν ἐναντίον τῶν ἡμετέρων διπλωματῶν καὶ προξένων, πολλάκις ἀδίκως τὰς ἐπιρρίπτομεν, διότι κυριωτάτη αἰτία τῆς ἀνεπαρκείας αὐτῶν εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὄπισθεν αὐτῶν δύναμις ἀρκοῦσα, ἐπιβαλλομένη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνήθισαν ἀφόβως, ἢ ἔχουσι συμφέρον νὰ μὴ σέβωνται τὰ δικαιώματα ἡμῶν καὶ τὰ συμφέροντα. Λοιπὸν καὶ ἐν εἰρήνῃ, διότι εἶναι ἐνίσχυσις τοῦ ναυτικοῦ ἐμπορίου ἡμῶν, καὶ διότι εἶναι ὑποστήριξις τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐπιρροῆς ἡμῶν, τῆς τε ἐμπορικῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς, πρέπει ἡ πολεμικὴ ναυτικὴ δύναμις νὰ θεωρῆται ὡς εἷς τῶν κυριωτάτων παραγόντων καὶ τῆς ἐμπορικῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς ἡμῶν. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἠμφισβητήθη καὶ ἄλλο, ὅτι δηλ. εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος ἡμῶν σήμερον νὰ παρασκευάσῃ ἀξίαν λόγου ναυτικὴν δύναμιν, λόγῳ τῶν μεγάλων δαπανῶν, τὰς ὁποίας τοιαύτη παρασκευὴ συνεπάγεται. Περὶ τούτου δευτέρα γνώμη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἀληθῶς αἱ δαπάναι τῆς ἀναγκαίας ναυτικῆς παρασκευῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι μεγάλαι, καὶ, ἂν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ σήμερον συζητεῖται, πρόκειται νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς βεβαίως μένει ἄλυτον. Αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας θ’ ἀπῄτει καταρτισμὸς στόλου — ἀφίνω τὰ ἄλλα, τὰ συμπαρομαρτοῦντα μετὰ τοῦ στόλου, τὰς ἄλλας συμπληρωτικὰς παρασκευὰς, εἴτε εἰς ναυστάθμους, εἴτε εἰς ἀποθήκας, εἴτε εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐργασίαν πρὸς προστασίαν τῆς χώρας, καὶ λαμβάνω μόνον τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀπαιτηθῶσι πρὸς καταρτισμὸν ἀξίου λόγου στόλου, — αἱ δαπάναι αὗται βεβαίως θὰ ἦναι μεγάλαι. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπελόγισε προχθές, λαλῶν, ὅτι δύναται νὰ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη μέχρις ἑκατὸν ἑκατομμυρίων. Καὶ πιθανώτατα δύναται νὰ ἀνέλθῃ μέχρις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ. Διότι ναὶ μὲν εὑρισκόμεθα ἀπέναντι Δυνάμεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ναυτικῶς ἰσχυρὰ, ἀλλὰ πρῶτον δύναται νὰ παρασκευάσῃ καὶ αὐτὴ ναυτικὴν δύναμιν. Γνωρίζω βεβαίως, ὅτι δὲν ἀποβαίνει ἐπίφοβος ναυτικὴ δύναμις ὁ ἁπλῶς παρασκευάζων πλοῖα, οὐχ ἧττον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ λάβωμεν αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν ἐν ὥρᾳ ἐνεργείας. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλα μέσα ὑπερασπίσεως καὶ ἀμύνης, κατὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι. Ἀναγκαίως ἀπαιτεῖται δύναμις πολλῷ σπουδαιοτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν σήμερον διαθέτομεν. Σήμερον ἡ μόνη ἀξία λόγου δύναμις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀντιτάξῃ ἡ Ἑλλὰς ναυτικῶς, εἶναι τὰ τρία θωρηκτά. Ὡς πλοῖα μάχης, δὲν ἔχομεν ἢ τὰ τρία θωρηκτά. Ἔχομεν καὶ ἐλάχιστα τορπιλλοβόλα. Ἐὰν ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐνεργήσωμεν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, πρέπει νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν καὶ μάχην κατὰ στόλου ἐχθρικοῦ, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη. Διὰ νὰ δώσωμεν μάχην, βεβαίως πρέπει νὰ ἔχωμεν πλοῖα μάχης. Τὰ πλοῖα μάχης, — καὶ κατὰ τοῦτο συμμερίζομαι ἐπίσης τὴν γνώμην ἑτέρων συναδέλφων — δηλαδὴ τὰ τρία θωρηκτὰ, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχομεν, δὲν εἶχον μὲν ἀπ’ ἀρχῆς τὴν ἐπιθετικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν δύνανται καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι τοιαῦτα πλοῖα, ἀλλὰ διὰ τοῦ χρόνου ἔκτοτε ἀπέβησαν ὀλιγώτερον ἰσχυρὰ, λόγῳ πολλῶν τελειοποιήσεων καὶ βελτιώσεων, τὰς ὁποίας παρατηροῦμεν εἰς τὰ νεώτερα πλοῖα, καὶ ἡ ὑποδεεστέρα αὐτῶν ἀξία καὶ δύναμις θὰ φανῇ, ἂν συμβῇ ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τοιούτων. Ἀλλὰ καὶ σήμερον, ὁμολογητέον, εἶναι ἀκόμη πλοῖα ἔχοντα ἀξίαν, καὶ δυνάμενα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πλοῖα πολέμου, ὡς πλοῖα μάχης. Ἀλλὰ, ἐὰν θελήσωμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὸν στόλον, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ κατασκευάσωμεν καὶ νέα θωρηκτὰ, μεγαλειτέρας βεβαίως δυνάμεως, ἐπιθετικῆς καὶ ἀμυντικῆς, καὶ ἄλλα συμπληρωματικὰ τοῦ στόλου πλοῖα, τὰ καταδρομικὰ, τεθωρακισμένα καὶ μή. Αὐτὰ καὶ τ’ ἀναγκαῖα τορπιλλικὰ τοῦ στόλου θ’ ἀπαιτήσουν μεγάλας δαπάνας. Διὰ νὰ λάβητε ἰδέαν τῆς δαπάνης τῶν τοιούτων πλοίων σήμερον, πρέπει νὰ ἔχητε πρόχειρον τὸν ὑπολογισμόν, ὅστις συνήθως γίνεται, καὶ ὅστις κατὰ προσέγγισιν δίδει τὴν δαπάνην, τὴν ἀπαιτηθησομένην δι’ ἓν πλοῖον. Ὑπολογίζεται δηλ. σήμερον, ὅτι ἓν πλοῖον θέλει στοιχίσει ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ γινόμενον δύο χιλιάδων φράγκων ἐπὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἐκτοπίσματος. Ἑπομένως, ἐὰν θέλητε πλοῖον μὲ ἐκτόπισμα δύο χιλιάδων τόννων, θέλετε, δύο ἐπὶ δύο, τέσσαρα ἑκατομμύρια φράγκα νὰ δαπανήσητε. Τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν, τὰ ὁποῖα, νομίζω, εἶναι 4885 τόννων ἐκτοπίσματος ἕκαστον, κατ’ αὐτὸν τὸν ὑπολογισμὸν τῶν δύο χιλιάδων φράγκων κατὰ τόννον ἐκτοπίσματος, φέρουσιν αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ἀπῄτησαν ὡς δαπάνην ἄλλοτε, χωρὶς βεβαίως τὰς προσθήκας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐδῶ, διότι εἶναι πλοῖα, τὰ ὁποῖα στοιχίζουν 2000 φορὰς τὸ ποσὸν τοῦ ἐκτοπίσματος...
§88ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Εἰς χρυσόν;
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς χρυσόν...Παραδείγματος χάριν, ἐὰν θελήσητε σήμερον νὰ κατασκευάσητε καταδρομικὸν τριῶν χιλιάδων τόννων, θέλετε 6,000,000 φράγκα. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπολογίζουν 1500 φράγκα μόνον τὸν τόννον ἐκτοπίσματος, διότι ἐκεῖ εἶναι εὐθηνοτέρα ἡ ἀλλαχοῦ ἡ δαπάνη τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ ὑπολογίζουν 2000 φράγκα κατὰ τόννον ἐκτοπίσματος. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατεσκευάσαμεν τὰ πλοῖά μας ἐν Γαλλίᾳ, πάντοτε ἐπὶ αὐτῇ τῇ βάσει ἐπληρώσαμεν, 2000 φράγκα τὸν τόννον. Ἑπομένως, ἐὰν θελήσητε νὰ κατασκευάσητέ τινα ἐκ τῶν μεσαίων θωρηκτῶν καὶ ὀλίγα καταδρομικὰ, καὶ τ’ ἀνάλογα τορπιλλοβόλα καὶ ἀντιτορπιλλικὰ καί τινας κανονιοφόρους, μὲ ὁλικὸν ἐκτόπισμα 40,000 ἢ 50,000 τόννων, ἰδοὺ ὅτι φθάνετε εἰς δαπάνην, ἥτις, πρὸς 2000 φρ. τὸν τόννον, θέλει ἀνέλθει εἰς ὀγδοήκοντα μέχρις ἑκατὸν ἑκατομμυρίων φράγκων. Ἀλλ’ ἡ δαπάνη αὕτη πρέπει νὰ μᾶς τρομάξῃ, ὅπως ἐτρόμαξε τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν; Βεβαίως, ἐὰν πρόκειται τὴν δαπάνην αὐτὴν νὰ δαπανήσωμεν διὰ μιᾶς, ἢ ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, π. χ. δύο–τριῶν–τεσσάρων ἐτῶν, βεβαίως εἶναι ἀτοπώτατον καὶ νὰ λέγηται κἄν, ὅτι ὀφείλομεν τοιαύτην ναυτικὴν δύναμιν νὰ παρασκευάσωμεν μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Δὲν ἕπεται ὅμως, ἐπειδὴ ἑκατὸν ἑκατομμύρια ἀπαιτεῖ, ἢ ὀγδοήκοντα, τοιαύτη ναυτικὴ δύναμις, καὶ δὲν τὰ ἔχομεν νῦν, δὲν ἕπεται καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐγκαταλίπωμεν· διότι, καὶ ἂν ἐντὸς περισσοτέρων ἐτῶν δυνάμεθα νὰ τὰ καταβάλωμεν, ἀσφαλίζοντες τὴν πληρωμὴν ἐπαρκῶς ἀπὸ τοῦδε, ἀρκεῖ. Ἡ κατασκευὴ δύναται νὰ γείνῃ ἐντὸς 7 ἢ 8 ἐτῶν, ἡ δὲ ἀποπληρωμὴ νὰ γείνῃ βραδύτερον. Καὶ τὰ μεγάλα ναυτικὰ Κράτη δι’ ἐκτάκτων δαπανῶν κατασκευάζουν σήμερον τὰ πλοῖα αὐτῶν, καὶ ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος πολυετοῦς, διότι καὶ χρόνος πρὸς κατασκευὴν ἀπαιτεῖται πολὺς, ἀλλὰ καὶ δαπάναι, αἵτινες δέον νὰ κατανεμηθῶσιν εἰς πολλὰ ἔτη. Ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία εἶναι τὸ πλουσιώτερον ἔθνος καὶ τὸ ναυτικώτερον, ἐδαπάνησεν ἐντὸς τῆς τελευταίας δεκαπενταετίας τέσσαρα δισεκατομμύρια, ἤτοι πολὺ περισσότερα παρ’ ὅ,τι ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία ἐπίσης ἐδαπάνησε κολοσσιαῖα ποσά. Τέσσαρα δισεκατομμύρια ἐντὸς 15 ἐτῶν! Ἔχει δὲ προϋπολογισμὸν ἐτήσιον ἑξακοσίων ἑκατομμυρίων φράγκων μόνον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐὰν ὅμως ἐλέγετο εἰς τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος, τὸ τόσον πλούσιον, ὅτι πρόκειται νὰ δαπανήσῃ ἐντὸς 15 ἐτῶν ὀκτὼ δισεκατομμύρια, ἵνα παρασκευάσῃ τὴν δύναμιν τὴν ναυτικήν, τῆς ὁποίας νομίζει ὅτι ἔχει ἀνάγκην, δύναμιν, τὴν ὁποίαν οἱ Ἄγγλοι ὑπολογίζουν ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσιν ἑτοίμην, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ τὴν ἀντιτάξωσιν ἐναντίον τῶν ἡνωμένων στόλων πολλῶν ὁμοῦ Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, βεβαίως ἤθελεν ἀποκαλέσει φρενοβλαβεῖς τοὺς κυβερνήτας, οἱ ὁποῖοι τοιαύτας θυσίας ἤθελον ἀπαιτήσει ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον. Ἀλλ’ οὐδεὶς προαγγέλλει πολλάκις εἰς τὸν λαόν, ὅ,τι δαπανᾷ, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῇ, διότι δὲν θὰ τὸ ἔδιδεν, ἂν διὰ μιᾶς ἐζητεῖτο. Εἶναι ἀνάγκη ἐνίοτε ν’ ἀποκρύπτηται. Ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ἰδίως παρασκευῶν αἱ δαπάναι εἶναι μεγάλαι, οὐ μόνον ὅταν κατασκευάζωνται τὰ πλοῖα ἑνὸς στόλου, ἀλλὰ καὶ ὅταν συντηρῶνται· δυστυχῶς δέ, καὶ διότι συχνὰ ἀνανεοῦνται τὰ πλοῖα, αἱ δαπάναι ἀποβαίνουν ἀκατάπαυστοι. Διὰ τοῦτο βαθμηδὸν πρέπει, κατ’ ἔτος ἢ κατὰ διετίαν, τὰ Κράτη νὰ προβλέπουν καὶ ἀντικαθιστοῦν τὰ ἄχρηστα ἢ ὀλίγον χρήσιμα καταστάντα πλοῖα τοῦ στόλου των. Θεωρεῖται συνήθως ἡ δεκαπενταετία ὡς ἡ ἡλικία τῶν πολεμικῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα, ἐννοεῖται, διετέλεσαν ἐν ἐνεργείᾳ. Πάντα ταῦτα δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν. Εἶναι βεβαίως δαπάναι ὑπερβολικαί. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀφ’ ἑτέρου λογικόν, νὰ ἔχωμεν στόλον καὶ πλοῖα, οἷα σήμερον ἔχομεν, καὶ νὰ ἦναι ἄχρηστα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Δι’ αὐτὰ δαπανῶμεν ἑπτὰ ἑκατομμύρια καὶ πλέον, — λαμβάνω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 — ἐνῷ μόνον τρία πλοῖα ἐξ αὐτῶν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς χρήσιμα ἐν καιρῷ πολέμου. Δὲν εἶναι ἀδύνατον, βραδύτερον νὰ δαπανῶμεν δέκα καὶ νὰ ἀρκοῦν, ἐὰν ὅμως φροντίσωμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἀχρήστων πλοίων καὶ τῶν ἀνωφελῶν διὰ τὸν πόλεμον ὑπηρεσιῶν. Ἀλλὰ θὰ δυνάμεθα τότε νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔχομεν στόλον. Ὅλων αὐτῶν τῶν μεγάλων δαπανῶν τὸ βάρος βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ, ὅταν πρόκηται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ δαπάνης πρὸς καταρτισμὸν καὶ συντήρησιν στόλου. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ δαπάνης ἀναγκαιοτάτης, ἂν θελήσωμεν νὰ δαπανῶμεν αὐτὴν καλῶς, καὶ ἡ ὁποία θέλει κατανεμηθῆ εἰς μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς φοβίζῃ, οὔτε νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὸ καθῆκον, καθῆκον ἐθνικόν. Μένοντες ἐντὸς τῶν ὁρίων καὶ τῶν δυνάμεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, δυνάμεθα, ὑφ’ οὓς ὅρους πρὸ ὀλίγου εἶπον, νὰ ἐπαρκῶμεν εἰς συντήρησιν στόλου ἀξιομάχου διὰ τὰς περιστάσεις ἡμῶν. Λοιπὸν οὔτε ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ παρασκευὴ τῆς Ἑλλάδος ναυτικῶς, πρέπει ν’ ἀποτραπῶμεν ἀπὸ τοῦ νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον μετὰ πεποιθήσεως καὶ προθυμίας. Τὸ νομοσχέδιον βεβαίως δὲν ἔχει σήμερον σημασίαν ἢ ὡς τρόπος λύσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος πρὸς ναυτικὴν παρασκευήν. Μόνον αὐτὸ τὸ ζήτημα πρόκειται νὰ λύσῃ, καὶ τὸ λύει, ὅσον ἦτο δυνατόν, νομίζω, καλλίτερον. Δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσι καὶ ἄλλοι παντοδαποὶ πόροι, λαμβανόμενοι ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ἐκτὸς αὐτοῦ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, ὅπως προικίσωμεν τὸ Ταμεῖον διὰ μᾶλλον ἐπαρκῶν πόρων, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Ὁ τόπος νέους φόρους δυσκόλως δύναται νὰ δεχθῇ. Ἀλλά, προκειμένου περὶ διανομῆς τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν, ἐπὶ μακρὸν χρόνον δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν, μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ τακτικοὶ πόροι τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους δύνανται νὰ προσφέρουν. Τὸ 1882 ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἦτο 48,000,000. Σήμερον εἶναι 110,000,000. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ἐν τῷ μέλλοντι ἐπίσης, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων θὰ αὐξάνῃ, ἄνευ νέων φόρων, διὰ μόνης τῆς καθημερινῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τοῦ πλούτου καὶ τῆς παραγωγικῆς ἐργασίας τῆς χώρας. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ μὴ δαπανῶμεν, ὡς μέχρι τοῦδε, τὰ ἐτήσια περισσεύματα εἰς μὴ ἐπείγοντα ἢ ἀνωφελῆ ἔργα, ἐὰν θεωρῶμεν ὡς πρώτιστον καθῆκον νὰ ἐνισχύωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ἐνισχύωμεν καὶ τὰς στρατιωτικὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ τὰς κατὰ θάλασσαν, φρονῶ ὅτι θὰ δυνάμεθα κατ’ ἔτος, ἀρκετὸν μέρος τῶν περισσευμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα πιθανώτατα θὰ φέρῃ ἡ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, νὰ διαθέτωμεν εἰς συντήρησιν καὶ αὔξησιν αὐτῶν. Νομίζω ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἔχει τὸν φόβον τῶν περισσευμάτων, καίτοι εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς αὐτῆς ἀγγέλλει πάντοτε, ὅτι μετὰ περισσευμάτων τοὺς εἰσάγει, καὶ εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς, ὅτι μετὰ περισσευμάτων τοὺς παρουσιάζει. Ἔχω ἐν τούτοις τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἀγαπᾷ νὰ γίνωνται περισσεύματα. Μὴ ἀγαπῶσα πράγματι αὐτὰ, δὲν ἀγαπᾷ καὶ ὅλας ἐκείνας τὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι μόνον διὰ χρημάτων δύνανται νὰ γείνωσιν, εἴτε πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, εἴτε πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Ἡ Κυβέρνησις δυστυχῶς ἔσπευσε, προαφαιροῦσα τὰ περισσεύματα, ἅτινα ἠδύνατό τις μετὰ βεβαιότητος νὰ προἴδῃ ἐκ τοῦ ὅτι μετὰ τὸν συμβιβασμὸν τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστάς του περιωρίσθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ διὰ νέων δανείων, τὰ ὁποῖα εὐθηνότατα συνωμολογήθησαν μετὰ τὸν πόλεμον, πάντα τὰ ἐλλείμματα ἐκαλύφθησαν, ἔσπευσε, λέγω, νὰ διαθέσῃ αὐτὰ οὐχὶ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ πρὸς στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν παρασκευὴν τοῦ Τόπου, ἀλλ’ ὑπὲρ ἄλλων ἔργων, οὔτε κατεπειγόντων, οὔτε ἀναγκαίων, ἔργων ἀναγομένων μᾶλλον εἰς προσωπικὰ ζητήματα, ἐξ ὧν κακῶς ἐλπίζομεν τὴν λύσιν διοικητικῶν προβλημάτων, τὴν δῆθεν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως. Τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠγάπησε τὴν συγκέντρωσιν περισσευμάτων, ὅπως κέκτηται εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἐν τῷ μέλλοντι χρήματα, ἵνα δι’ αὐτῶν ἐξυπηρετῇ καὶ θεραπεύῃ τὰς ἑκάστοτε ἀναφυομένας ἀνάγκας, ἀλλ’ ἐδαπάνησεν ἢ μᾶλλον ἐσπατάλησεν αὐτά. Τὴν πολιτικὴν ὅμως αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ ὁ Τόπος. Δέον νὰ ἀκολουθῇ ἀφ’ ἑνὸς τὴν πολιτικὴν τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων διὰ καλλιτέρας καὶ προοδευτικωτέρας διοικήσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὑποβάλλεται, περιέχει πολὺ περιωρισμένους πόρους ὑπὲρ τοῦ Ταμείου, ἀναλόγως τῶν σκοπῶν αὐτοῦ. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, οὔτε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπελόγισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μεταξὺ τῶν πόρων τοῦ τρίτου ἄρθρου, εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Ταμεῖον, ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς ὑπηρεσίαν δανείου. Καὶ βεβαίως ἡ πρώτη ἰδέα, ἥτις προέβαλλε, μὲ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ταμείου, εἶναι, ἂν τὸ Ταμεῖον θὰ ἔχῃ ἀρκοῦντας πόρους, ὅπως, εὑρίσκον δάνειον, κατασκευάσῃ τὰ πλοῖα, ἅτινα τὸ Συμβούλιον ἢ ἡ Ἐπιτροπὴ ἤθελεν ἐγκρίνει ὡς ἀναγκαῖα διὰ τὸν στόλον. Ὑπελόγισεν εἰς 900,600 δραχμάς, νομίζω, τὴν πρόσοδον αὐτήν. Ἀλλ’ ἐκ τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ γίνηται ἑρμηνεία εἰς τὸν νόμον περὶ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν, ἡ ὁποία ν’ ἀφαιρῇ ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν ὅλην τὴν διαφορὰν τῶν εἰσπράξεων. Εἴπετε, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ἡμίσεος, τὸ ὁποῖον λαμβάνει, θὰ λαμβάνῃ τὸ νέον Ταμεῖον καὶ ὅλην τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, δηλαδὴ τῶν 375,000 φράγκων· διότι 375,000 εἶναι αἱ εἰς χρυσὸν εἰσπράξεις, αἵτινες, πρὸς 1,60, δίδουσιν 600,000, καὶ 65,000 εἰς τραπεζογραμμάτια, 665,000, καὶ 35,000 ἐκ τῆς πλωτῆς Δεξαμενῆς, γίνονται τὸ ὅλον 700 χιλιάδες. Δὲν ὑπολογίζω τὰ ἄλλα, διότι τῶν ἄλλων θεωρῶ τὸ ἔσοδον ἀμφίβολον, δηλαδὴ ἐκ τοῦ ὑλικοῦ.
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίνα ὑπολογισμὸν ἐκάμετε;
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ὑπολογίζω 375,000 φράγκα εἰς χρυσόν. Καὶ εἶναι τόσον.
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἴδιον· ἀλλ’ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ εἶναι ἐπὶ τοῦ ὅλου. Σήμερον τὸ Δημόσιον λαμβάνει τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἐπὶ τοῦ ὅλου.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ λέγω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον.
§94Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐξηγήσω. Σήμερον, κατὰ τὸν νόμον, τὸ δημόσιον Ταμεῖον εἰσπράττει ἐκ τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν τὴν διαφορὰν εἰς χρυσὸν ἐπὶ 750,000· τουτέστιν, ἂν ὑπολογίσητε πρὸς 1,60 τὸ φράγκον, 450,000. Εἰσπράττει τὸ ἥμισυ ἐκ τῶν ἀπομενουσῶν 750,000 εἰς χαρτί, ἀφοῦ λάβῃ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν ἐκ 375,000.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου· διότι ἰδού, τί λέγει τὸ ἄρθρον. (Ἀναγινώσκει αὐτό). «Ἐν τούτοις σεῖς λαμβάνετε καὶ τὴν διαφορὰν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν. Ἂν τὸ Ταμεῖον τοῦτο ἤθελε σᾶς ἐναγάγει καὶ εἴπει: «μοὶ καθυστερεῖτε τὴν διαφορὰν ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ἐμὲ κατὰ τὸν νόμον», τί ἠθέλετε πράξει; Ἀπορῶ δέ, πῶς ὁ κ. Λεβίδης, ἐνῷ εἰς δημοσίευμά του ἀναφέρει τοῦτο, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας του δὲν τὸ ἐνθυμεῖται.
§96Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τούτου ὑπάρχει καὶ ἀλληλογραφία, νομίζω.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγω τοῦτο, οὐχὶ διότι νομίζω, ὅτι ἡ διαφορὰ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸ Ταμεῖον. Ἐὰν τὸ θέλητε ὅμως, πρέπει νὰ φέρητε νόμον, ὅπως ἀσφαλισθῆτε κατὰ πάσης ἀμφισβητήσεως.
§98ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ γνώμη τοῦ διευθύνοντος τὸ Ταμεῖον ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἶναι αὐτή, ἣν ὑποστηρίζετε· ἀλλ’ ἀντετάχθη αὐτῷ ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὗτινος ὁ Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ Ταμεῖα κακῶς ὑποκύπτουσιν εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχάς. Νῦν ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου δίδει δίκαιον εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν.
§100ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει ἰδίαν παράστασιν τὸ Ταμεῖον, ὥστε νὰ γεννηθῇ δίκη.
§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπεθύμουν ἤδη νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, ἀλλ’ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς γεννηθείσης καὶ ὑφισταμένης διενέξεως αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν. Θὰ εἴπω ἤδη ἄλλα τινὰ περὶ τοῦ κληροδοτήματος τούτου σχετικά. Τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ μετὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τροπολογηθὲν, ἐν ἄρθρῳ 9 λέγει: «Τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ὀφείλει ἐκ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ παρόντος νόμου περιουσίας αὐτοῦ νὰ προσκτήσηται διὰ τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν κατάλληλα πλοῖα, τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν διαθηκῶν, ἢ τῶν ὅρων τῶν δωρητηρίων...» κλπ. Ὁ ἀείμνηστος Ἀβέρωφ ὥρισεν, ὅπως ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατέλιπε διὰ τῆς διαθήκης του, ἀφαιρεθῶσι τὰ 22/80, καὶ κατατιθέμενα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ χρησιμεύσωσιν εἰς κατασκευὴν καταδρομικοῦ ἰσχυροῦ, δυναμένου νὰ χρησιμεύῃ συγχρόνως διὰ τὴν Σχολὴν τῶν ναυτικῶν δοκίμων. Βεβαίως τοιοῦτον πλοῖον δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐκ τῶν μεγάλων. Διότι μὲ 3,000,000 φράγκα, ὅσα θὰ προέλθωσι πιθανῶς μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς περιουσίας Ἀβέρωφ, μόνον πλοῖον τρίτης τάξεως δύναται νὰ κατασκευασθῇ. Καὶ τοιοῦτον ὅμως θὰ ἦναι πλοῖον τοῦ στόλου· ἑπομένως εἶναι μία ἐνίσχυσις τῆς ναυτικῆς ἡμῶν δυνάμεως. Ἀλλ’ ἀναβάλλεται μέχρι τοῦδε ἡ κατάθεσις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοῦ ἀναλογοῦντος ποσοῦ ὑπὸ τῶν ἐκτελεστῶν, διὰ λόγους, οὓς δὲν θεωρῶ ἀκινδύνους. Ἡ περιουσία τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ συνέκειτο ἐκ τίτλων καὶ γαιῶν, ἐν Αἰγύπτῳ κειμένων, ὧν ἡ ἀξία παρὰ τῶν εἰδότων τὰς γαίας θεωρεῖται μεγάλη. Ἐνῷ δὲ πρὸ πολλοῦ εἶναι ἐκκαθαρισμένη ἡ περιουσία αὕτη, οὔτε οἱ τίτλοι ἐπωλήθησαν ὑπὸ τῶν ἐκτελεστῶν, ἵνα κατατεθῇ τὸ ἀναλογοῦν μέρος τοῦ τιμήματος εἰς τὴν Τράπεζαν, οὔτε αἱ γαῖαι. Καὶ διὰ τοὺς τίτλους καὶ διὰ τὰς γαίας οἱ ἐκτελεσταὶ τῆς διαθήκης ἀναβάλλουσι τὴν πώλησιν, λέγοντες, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐγκρίνουν αὐτὴν ἀκόμη. Δὲν θεωροῦσι τὴν ἐποχὴν κατάλληλον. Πλὴν ἡ ἀναβολὴ δύναται νὰ φέρῃ ζημίας. Ἐσχάτως μοὶ ἐστάλη ἐξ Αἰγύπτου ἐφημερίς, ἐν ᾗ γνωστὸν πρόσωπον καὶ μηχανικὸς διὰ τῆς ὑπογραφῆς του αἰτιᾶται τοὺς ἐκτελεστὰς τῆς διαθήκης, ὡς μὴ πωλοῦντας τὰς γαίας, ἐνῷ ἐξετιμήθη ἡ ἀξία αὐτῶν ἀρκοῦσα, παρῆλθε δ’ ὁ καιρός, τὸν ὁποῖον εἶχον θέσει ὡς τέρμα. Ἀλλ’ οἱ ἐκτελεσταὶ ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη ἀναβάλλοντες τὴν πώλησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπανειλημμένως ἐζήτησεν, ὅπως, μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, προβῇ πλέον ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἐκτελεστῶν εἰς τὴν πώλησιν τῶν τίτλων, ἢ κατατεθῶσιν οὗτοι εἰς τὴν Τράπεζαν. Οἱ ἐκτελεσταὶ ὅμως ἀρνοῦνται καὶ τὰ δύο, καὶ τὴν πώλησιν καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν τίτλων εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπως κατ’ ἀναλογίαν διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κληροδόχους. Νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἐν γνώσει τῆς ἀλληλογραφίας αὐτῆς. Τὸ κατ’ ἐμέ, οἱ ἐκτελεσταὶ δὲν ἔχουσιν ἑτέραν ἐντολὴν ἢ τὴν ἐκκαθάρισιν. Μετ’ αὐτὴν ἕπεται εὐθὺς καὶ ἀναγκαίως ἡ πώλησις. Ἄνευ τούτου, πᾶσα ἀναβολὴ καὶ πᾶς ὑπολογισμὸς εἶναι διαχείρισις, διότι τίθενται οἱ ἐκτελεσταὶ εἰς τὴν θέσιν τῶν δικαιούχων, καὶ λέγουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κληροδόχους: «Δὲν μὲ συμφέρει νὰ πωλήσω τώρα, καὶ θ’ ἀναβάλω». Οὕτω πως ὅμως ἐπεμβαίνουσιν εἰς διαχείρισιν τῆς κληρονομίας, ἣν δὲν ἔχουσιν οὔτε ἐκ τοῦ νόμου οὔτε ἐκ τῆς διαθήκης. Ἄν αὔριον ὑποτιμηθῶσιν, ἐξ ὑποθέσεως, αἱ γαῖαι, θὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τοὺς κληροδόχους, διὰ τὴν ὁποίαν βεβαίως φέρουσιν εὐθύνην, ἐνῷ, ἂν πωληθῶσι σήμερον, ἔστω καὶ μὲ κατωτέρας τιμὰς, οὐδεμίαν εὐθύνην φέρουσι. Νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ κληροδοτήματα, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρέπει νὰ ἐπιμείνωσιν, ὅπως προβῶσιν οἱ ἐκτελεσταὶ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν γαιῶν, ἀδιάφορον ἂν ἤθελεν ἐπέλθει ὑποτίμησις ἢ ὑπερτίμησις οὐχὶ διότι τοῦτο εἶναι τυχηρόν. Τὸ ἐναντίον εἶναι διαχείρισις οὐχὶ βεβαίως ἀνεύθυνος, διότι δὲν ἔχουν ἐντολὴν τοῦ διαθέτου. Ἀδιάφορον, ἂν ἐξαγγέλλωσιν, ὅτι θὰ ὠφελήσῃ ἡ ἀναβολὴ, διότι θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τιμῶν. Ἀλλ’ ἐπέρχεται καὶ ἑτέρα ἐκ τούτου ζημία, ὅτι τὰ διάφορα ἱδρύματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφέθησαν κληροδοτήματα, δὲν λαμβάνουσιν, ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς αὐτῆς, τὸ εἰσόδημα αὐτῶν ἐπὶ ἓν ἤδη καὶ ἥμισυ ἔτος. Ἀληθῶς τὰ εἰσοδήματα ἐν τῷ μεταξὺ τῶν γαιῶν καὶ τῶν τίτλων γίνονται κεφάλαια, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιμείνῃ σταθερώτερον, καὶ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπει ὁ νόμος, ὅπως παύσῃ ἡ περαιτέρω ἀναβολή. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω ἔτι ἐπὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3. Μεταξὺ τῶν προσόδων τοῦ Ταμείου εἶναι καὶ «τὸ ἀντίτιμον παντὸς ἐκποιουμένου ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ.» Τὸ ἄχρηστον ὑλικόν, τοῦ μὲν στρατοῦ, ἐπετρέπετο ἄλλοτε, διὰ νόμου τοῦ 1875, νὰ πωλῆται, καὶ κατατίθηται εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ἀντίτιμον, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ὁπλισμοῦ...
§102Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπὲρ τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Ὁ νόμος περὶ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἶναι νεώτερος.
§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄχρηστον ὑλικὸν τοῦ Ναυτικοῦ, δὲν ὑπάρχει νόμος. Ὑπάρχει μόνον ἄρθρον τι ἐν τῷ Λογιστικῷ Νόμῳ, τὸ ὁποῖον, καὶ διότι μετεφράσθη κακῶς ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ, καὶ διότι εἶναι καὶ ἀσαφές, δὲν δεικνύει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ποῖος εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἄρθρου 12, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ Γαλλικὸν ἄρθρον, ἐκ τοῦ ὁποίου κακῶς μετεφράσθη, ὡς εἶπον, διότι ὑπάρχει ἡ συνήθεια ἐν τῇ μεταφράσει αὐτῇ νὰ παραλείπωνταί τινα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται περιττὰ, ἀλλ’ ἅτινα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῶν ἄλλων διατάξεων, ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ, λέγω, τῶν δύο ἄρθρων σαφηνίζεται ἡ ἔννοια. Ὅπως δήποτε, νομίζω ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, δικαιοῦται καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρ’ ἡμῖν νὰ πωλῇ τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἤθελον βεβαιώσει οἱ ἁρμόδιοι ὅτι εἶναι ἄχρηστον. Ἐγεννήθη ὅμως ἀμφιβολία κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, ἂν καὶ τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι χρήσιμα ὡς πλοῖα πολεμικὰ εἰς τὸ Κράτος, πρέπει νὰ θεωρηθῶσι καὶ αὐτὰ ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, καὶ νὰ πωληθῶσιν, ὅταν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς μὴ πολεμικὴν χρῆσιν. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι δημοσία περιουσία, δὲν ὑπάρχει δὲ περὶ αὐτῆς οὐδεμία διάταξις εἰδική, καὶ τὰ πλοῖα αὐτά, ἅμα ἤθελον βεβαιώσει τοῦτο οἱ ἁρμόδιοι, δύνανται νὰ πωληθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοργάνωσιν τὴν νέαν, ἣν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, τὸ τελευταῖον διανεμηθέν, τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Στόλου, εὑρίσκω ὅτι ἡ βελτίωσις, ἡ ὁποία εἰς τὸ κείμενον ἐπῆλθεν, αἴρει ἤδη πᾶσαν ἀντίρρησιν, ἣν ἠδύνατό τις νὰ φέρῃ. Ἐρρήθη κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μετέχωσιν αὐτοῦ καὶ πολιτικὰ πρόσωπα, καὶ δεύτερον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπράττωσι καὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Νομίζω ὅτι οὐδὲ τὸ ἕν, οὐδὲ τὸ ἄλλο εἶναι εὔλογον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν δύνανται αἱ ναυτικαὶ δυνάμεις τοῦ Κράτους νὰ διοργανίζωνται χωρὶς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἀπολαύων τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἡγεμόνος, νὰ μὴ μετέχῃ εἰς τοιοῦτον ἔργον πάσης ἀποφάσεως καὶ παντὸς μέτρου. Διότι ἡ ναυτικὴ παρασκευὴ παντὸς Κράτους εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολιτικὴν αὐτοῦ.
§104ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὡραῖα!
§105Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν λοιπόν τις ἔχῃ ἁρμοδιότητα, οὕτως εἰπεῖν, νὰ δίδῃ γνώμας περὶ τοιαύτης παρασκευῆς, καὶ νὰ γινώσκῃ τὰ δέοντα γενέσθαι, εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲ συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, προκειμένου περὶ παραπλησίων, ἀλλὰ τῆς αὐτῆς φύσεως ἔργων. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τοῦ πολέμου, ὅπερ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνωτάτους ἀξιωματικοὺς τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ. Εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτό, ὁσάκις ὁ Πρωθυπουργὸς θέλῃ, παρευρίσκεται. Τόσον ἐθεώρησαν καὶ ἐκεῖ ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ζητημάτων τῆς ἀμύνης καὶ τῆς μελλούσης διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμπραξιν τῶν τῆς ξηρᾶς ἀξιωματικῶν μετὰ τῶν τῆς θαλάσσης, φρονῶ ἐπίσης, ὅτι εἶναι καὶ ἀναγκαία καὶ πρακτική. Αἱ ναυτικαὶ ἡμῶν δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ διευθύνωνται σκοπίμως καὶ προσηκόντως, ἂν δὲν κανονίζηται ἡ παρασκευὴ καὶ ἡ μέλλουσα ἐνέργεια αὐτῶν ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις, ὁ διατεθειμένος ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἐν μελλούσῃ ἐνεργείᾳ πρέπει νὰ συμπράττωσι καὶ αἱ δύο αὗται δυνάμεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐδὲν σήμερον ἐπιτυγχάνεται ἄνευ μακρᾶς παρασκευῆς, ἡ παρασκευὴ πρέπει νὰ γίνηται ἀπὸ μακροῦ ἐπίσης χρόνου καὶ ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτεῖται συνεργασία εἰς τὴν μελέτην πλείστων στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων ἐνδεχομένου πολέμου, καὶ καλὸν νὰ συνεργάζωνται ἔν τινι Ἐπιτροπῇ καὶ τῶν δύο αὐτῶν δυνάμεων οἱ ἁρμοδιώτεροι τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀλλαχοῦ Ἐπιτροπή, ἡ συσταθεῖσα ἐσχάτως ἐν Ἰταλίᾳ, δηλ. κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1899, Ἀνωτάτη Ἐπιτροπὴ πρὸς παρασκευὴν τῆς ἀμύνης τῆς χώρας. Τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην ἀποτελοῦσιν ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Πρίγκηπος Διαδόχου καὶ τὴν ἀντιπροεδρίαν τοῦ Πρίγκηπος τῆς Γενούης. Πρὸς τὴν Ἰταλίαν ὁμοιάζομεν ἐν μικρῷ, καθὸ Κράτος ὑποχρεωτικῶς στρατιωτικὸν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν. Τί καταφανέστερον παράδειγμα τῆς χρησιμότητος, τῆς ἀναγκαιότητος, τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλα ἔθνη, ἰσχυρότερα ἡμῶν, ἀναγνωρίζουσι, τῆς ἐν τῇ αὐτῇ Ἐπιτροπῇ συνεργασίας τῶν καταλλήλων ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν μάλιστα τῶν πριγκήπων, αὐτοῦ τοῦ μέλλοντος Διαδόχου τοῦ Θρόνου τῆς Ἰταλίας; Διὰ τοῦτο, τὸ κατ’ ἐμέ, δὲν θὰ ἠρκούμην, ὅπως τὸ νομοσχέδιον, τροποποιηθέν, ἀρκεῖται, εἰς τὴν παρουσίαν μόνον τοῦ συνταγματάρχου τῆς Γεν. Διοικήσεως, ἀλλὰ θὰ ἤθελον, ἂν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τύχῃ νὰ μὴ ἦναι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, αὐτὸς νὰ μετέχῃ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἂν δ’ ἦναι ὁ Διάδοχος, αὐτὸς ἑκάστοτε νὰ ὁρίζῃ τὸν ἀντιπρόσωπόν του, ὁσάκις δὲν θέλῃ ὁ ἴδιος νὰ μετάσχῃ αὐτῆς. Διότι οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν μέλλουσαν στρατιωτικὴν ἐνέργειαν τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ μετέχῃ τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀποφάσεων ὁ Γεν. Διοικητής. Ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν τροποποίησιν, καὶ δὲν τὴν προτείνω ἢ ἂν τὴν ἐγκρίνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἐν Ἰταλίᾳ τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἀνωτάτην τῆς ἀμύνης ἀποτελοῦσιν, ὡς εἶπον, ὑπὸ τοὺς δύο πρίγκηπας, οἱ ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτὴν λειτουργεῖ ἑτέρα εἰδικὴ Ἐπιτροπή, ἥτις καθῆκον ἔχει νὰ λύῃ ὅλα τὰ τεχνικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἄμυνα τῆς χώρας παρουσιάζει. Ἡ ἄμυνα δ’ ἐκεῖ δὲν λαμβάνεται ἐν τῇ στενῇ σημασίᾳ, ἣν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔδωκε πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἔχον τὴν αὐτὴν λέξιν· ἀλλ’ ἄμυνα ἐν Ἰταλίᾳ θεωρεῖται καὶ ἡ μεταφορὰ τοῦ πολέμου ἐκτὸς τῆς χώρας, πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ ἐχθροῦ, διότι θεωροῦσιν, ὅτι ἀμύνεταί τις ὑπὲρ τῆς χώρας του καὶ ὅταν ἐκτὸς τῆς χώρας ζητῇ νὰ κωλύσῃ τὸν ἐχθρόν. Καλῶς τὸ νομοσχέδιον περιέλαβεν ὅλα τὰ εἰδικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις ὑπεδείχθησαν, ὡς ἁρμοδιώτερα παντὸς ἄλλου, ἵνα ἐπὶ τῶν ζητημάτων τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ στόλου, τοῦ εἴδους τῶν πλοίων, τῶν ἀναλογιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ δίδωσι γνώμην. Ἀλλὰ τὴν διὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀντικατάστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, οἵα ὑπῆρχε πρότερον, θεωρῶ, ὑπό τινας μὲν ἐπόψεις, ἐπιτυχῆ, ὑπὸ ἄλλας δέ, οὐχί. Διότι ἐν πάσῃ μεταβολῇ Ὑπουργικῇ — καὶ τοιαῦται μεταβολαὶ δύνανται νὰ γίνωνται συχνὰ — τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν, ἅτινα εἰργάσθησαν ἐπί τινα χρόνον, καὶ τὰς ἰδέας των μετέδωκαν εἰς τὴν ναυτικὴν διοίκησιν, ἀπομακρύνονται διὰ μιᾶς, καὶ ἔρχονται ἄλλοι, μὴ συμμεριζόμενοι τυχὸν τὰς ἰδέας ἐκείνων, καὶ ἐπιβάλλουν ἄλλας, ἀντιθέτους, χωρὶς οἱ προηγούμενοι νὰ ἦναι παρόντες καὶ ἀντιλέξωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην ἔλλειψιν βλέπω, τὴν ἑξῆς· ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ συνεργάζηται μετὰ τῶν εἰδικῶν, δὲν θὰ συζητῇ μετ’ αὐτῶν ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ θὰ λαμβάνῃ μόνον ἐκθέσεις αὐτῶν, ἃς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁσάκις ὑποβάλλωνται τὰ ζητήματα, ὀφείλει νὰ ζητῇ ἀπὸ τὴν εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὑποβάλλῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Δὲν ἐξετάζω, ἂν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θ’ ἀναγινώσκῃ τὰς ἐκθέσεις αὐτάς, ἂν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν καὶ μόνων ἐπαρκῶς θὰ δύναται νὰ πεισθῇ περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῶν ἀποφασισθησομένων· φρονῶ ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰ ὑπὲρ καὶ κατά, καὶ τὴν γνώμην τῶν μειονοψηφούντων, ἡ ὁποία πολλάκις δύναται νὰ ᾖναι ἡ ὀρθοτέρα, καὶ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἂν προεκαλεῖτο μία συζήτησις μετὰ τῶν εἰδικῶν, εἴτε τῶν πλειονοψηφούντων, εἴτε τῶν μειονοψηφούντων. Ταῦτα θεωρῶ ἐλαττώματα, ἅτινα παρουσιάζει τοιαύτη συγκρότησις τῆς Ἐπιτροπῆς, καθ’ ἣν θὰ μετέχῃ τῆς συζητήσεως εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ μακρόθεν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ συγκροτῆται ἡ Ἐπιτροπὴ ἄλλως, δηλαδὴ νὰ μετέχῃ αὐτῆς ὁ Πρωθυπουργός, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τουτέστι τὰ εἰδικὰ πρόσωπα τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, ὅπως καὶ ὁ ἀρχιμηχανικὸς αʹ τάξεως, ὁ ἀρχιναυπηγός, ὁ τοῦ Πυροβολικοῦ τμηματάρχης, ὁ συνταγματάρχης τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἢ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἤθελεν ὁρίσει ὡς ἀντιπρόσωπόν του. Ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων δὲν ἔχω νὰ ὑποβάλω τι ἤδη. Ἐὰν παρουσιασθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν εἰδικῶν ἄρθρων ἀνάγκη, πιθανὸν νὰ προτείνω τι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἐγγεγραμμένοι πολλοὶ ἀκόμη νὰ ἀγορεύσωσιν, ὑποθέτω, ὅτι δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν, εἰς τὰς 4 μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 35 μ. μ.)