Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 13

1900.11.23

2.996 στίχοι · 23.335 λέξεις · 245 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.11.23
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1905)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13

Τῆς 23 Νοεμβρίου 1900.

(Πέμπτη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Πάτραις ἐπιστήμονες φαρμακέμποροι δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ φαρμακοποιῶν.

§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πέρυσι, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶχε συστηθῆ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ Βουλευτῶν καὶ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν εὐαρεστηθῆ, νομίζω, τότε νὰ ἐπινεύσῃ εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ ὑπάρχον μεταξὺ φαρμακοποιῶν καὶ φαρμακεμπόρων, διότι ἤδη οἱ ἐπιστήμονες φαρμακοποιοὶ εἶναι τοσοῦτοι, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἐπιτετραμμένον πλέον νὰ δίδωνται ἄδειαι φαρμακοποιῶν εἰς μὴ ἐπιστήμονας φαρμακοποιούς.

§3Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, χθὲς διάφοροι ἐπερωτήσεις μοὶ ἀπηυθύνθησαν ἐκ μέρους διαφόρων ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων, αἵτινες μοὶ ἀπηυθύνθησαν, τινὲς εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἀπαιτοῦσι χρονικὸν διάστημα, ἵνα ἑτοιμασθῶσι τὰ ἔγγραφα. Εἰς μίαν ὅμως ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων, ἣν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Κασσαβέτης ἀπαντῶν σήμερον, εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ καταθέσω εὐθὺς ἀμέσως ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπερώτησίν του· τουτέστι τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας ἐν Βόλῳ, ἐκ τῆς ὁποίας, ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, ἕνεκα τῶν λαβόντων χώραν ἀτόπων, ἀπεμακρύνθησαν πάντες οἱ πλοίαρχοι, ἐκτὸς τοῦ κ. Δαμιανοῦ, καὶ ὁ κ. ὑποναύαρχος, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν καὶ ἐφυλακίσθησαν. Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις ἦλθε καὶ εἰς τὸν Τύπον τότε, καὶ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πολλὰ ἐγράφησαν, καὶ ἐπὶ πολλὰς ἑβδομάδας ἡ κοινωνία κατεγίνετο ἀναγινώσκουσα τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὴν ἐν Βόλῳ Θωρηκτὴν Μοῖραν, καὶ παρεστάθη τότε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὑπέβαλε παραίτησιν, λόγῳ δῆθεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ὑπέγραψε τὰ Διατάγματα κλπ., ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ ν’ ἀκούσῃ, θέλω ἐκθέσει ἐν ὀλίγοις τὰ γεγονότα.

§4ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως.

§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἐκτὸς, ἐὰν θέλητε ν’ ἀποφύγητε τὴν συζήτησιν.

§6Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶσθε ὑποχρεωμένος.

§7Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, τί περιέχουσι τὰ ἔγγραφα. Τί γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες, δὲν δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, διότι δὲν ἠξεύρωμεν, ἂν αἱ πληροφορίαι των εἶναι ἀκριβεῖς. Κατὰ συνέπειαν σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐξήγησιν τῶν ἐν τοῖς ἐγγράφοις.

§8ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Χθὲς ὑποβάλλων τὴν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἤθελον προκαλέσει τοιαύτην συζήτησιν σήμερον. Ἐγὼ ὑπέθετον, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἠθέλετε περιορισθῆ ἁπλῶς σήμερον εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς δώσητε τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων, ὅπως ἴδωμεν τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ κατόπιν κρίνωμεν, ἂν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Σήμερον εἴμεθα ἐντελῶς ἀπροπαράσκευοι, δὲν εἴμεθα δὲ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν, τί ἀκριβῶς συνέβη μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ ναυάρχου. Ἡμεῖς ἁπλῶς ἠρωτήσαμεν καὶ παρεκαλέσαμεν νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα. Ἀφοῦ κατεθέσατε αὐτὰ σήμερον, πρέπει νὰ μᾶς δώσητε τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν, ἵνα μελετήσωμεν τὰ ἔγγραφα καὶ κατόπιν συζητήσωμεν μεθ’ ὑμῶν.

§9Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Βουλευτά, ἀπηυθύνατε ἐπερώτησιν, καὶ ἐζητήσατε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Τὰ ἔγγραφα εἶναι ἐδῶ ὅλα. Ἐγὼ τὰ καταθέτω. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, διὰ τὴν ὁποίαν πολλὰ ἐγράφησαν καὶ ἡ ὁποία πολὺ ἀπησχόλησε τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμέ, μόλις ἦλθεν ἡ Βουλή, νὰ τὴν φωτίσω.

§10ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, κύριε Ὑπουργέ.

§11ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει ὑμᾶς νὰ μελετήσητε τὰ ἔγγραφα.

§12ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Τότε θὰ κάμητε τὴν εἰσήγησιν.

§13ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡσυχάσατε. Ἐγὼ ἔχω νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον διὰ Β. Διατάγματος ἀπεμάκρυνα ἐκ τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας τὸν ὑποναύαρχον, τοὺς πλοιάρχους, τοὺς μηχανικούς, καὶ ἐφυλάκισα τὸν πλοίαρχον τοῦ «Εὐρώτα» καὶ τὸν πρῶτον μηχανικὸν τοῦ θωρηκτοῦ «Σπέτσαι». Αὐτὰ πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ἵνα κρίνῃ τὰ μέτρα, ἅτινα ἔλαβον.

§14Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε «εἰσήγησιν». Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ῥύμη τῆς ὁμιλίας γείνῃ σύνθετος, θ’ ἀποφύγητε τὴν συζήτησιν;

§15ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διόλου. Ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος εἰς ὅ,τι θέλετε. Λοιπόν, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχὴς, ἂν ὁ φίλος μου κ. Κασσαβέτης δὲν προεκάλει τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ δὲν μὲ ἠνάγκαζεν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ εἴπω ὅσα θὰ εἴπω. Διότι θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, περὶ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον τιμῶ καὶ σέβομαι, ὡς ἐκ τῆς γεροντικῆς ἡλικίας του, καὶ μετὰ τῆς οἰκογενείας τοῦ ὁποίου συνδέεται διὰ παραδόσεων πατρικῶν ἡ οἰκογένειά μου. Ἀλλ’ ἀφοῦ προεκλήθην, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δώσω ἐξηγήσεις.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ναύαρχος;

§17ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Κριεζῆς. Πρὶν ἢ ἔλθω ὅμως εἰς τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν Θωρηκτὴν Μοῖραν, ἐν Βόλῳ εὑρισκομένην, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μὲ ὀλίγας λέξεις νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν, χωρὶς ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ σχηματίσω τὴν Θωρηκτὴν Μοῖραν πρὸς ἐκτέλεσιν γυμνασίων, καὶ κατὰ συνέπειαν ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀναθέσω τὴν διοίκησιν αὐτῆς εἰς τὸν μόνον ὑποναύαρχον, τὸν ὁποῖον εἶχε τότε ὁ στόλος· οὗτος δὲ ἦτο ὁ κ. Κριεζῆς. Ὁ κ. Κριεζῆς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε γυμνάσια κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1899, καὶ μετὰ τοῦτο, ἐπανελθοῦσα ἐνταῦθα, διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Μασσαλίαν, ἵνα παρασταθῇ εἰς τὰς ἑορτὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Τὰ μεταβάντα εἰς Μασσαλίαν πλοῖα ἦσαν τὰ τρία θωρηκτὰ, «Ψαρὰ», «Σπέτσαι» καὶ «Ὕδρα». Ἡ Θωρηκτὴ Μοῖρα, μεταβᾶσα εἰς Μασσαλίαν, ἔτυχε παρὰ τῶν ἐκεῖ ὁμογενῶν καὶ τῶν ἀρχῶν Μασσαλίας πολλῶν τιμῶν. Ὁ κ. ὑποναύαρχος, πολὺ δικαίως, ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀνταποδώσῃ τὰς περιποιήσεις, καὶ ἐγὼ ἐνόμισα, — καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ, — ὅτι, καίτοι εἴμεθα πτωχοὶ, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑστερήσωμεν καὶ νὰ φανῶμεν ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀποδώσωμεν ἓν γεῦμα ἢ μίαν συναναστροφὴν ἀντὶ τῶν πολλῶν περιποιήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκεῖ. Μοὶ ἐζητήθησαν 4½ χιλιάδες φράγκα διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν περιποιήσεων αὐτῶν, καὶ ἐγὼ τὰ ἐνέκρινα ἀμέσως. Ἐπερατώθησαν αἱ ἑορταὶ, καὶ ὁ κ. ναύαρχος διετάχθη, ὅπως τὸ μὲν Θωρηκτὸν «Ψαρὰ» διατάξῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Σιένην, ἵνα ὑποστῇ τὰς ἐπισκευὰς, τὰς ὁποίας γνωρίζετε, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ πέρυσιν ἐψήφισε 200,000 φράγκων πίστωσιν, τὰς ἐπισκευὰς τοῦ ἄξονος, περὶ τοῦ ὁποίου πολὺς ἐγένετο λόγος κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους, τὰ δὲ δύο ἄλλα θωρηκτὰ μεταβῶσιν εἰς Τουλὼν, διὰ νὰ καθαρισθῶσιν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς παραμονῆς των ἐν Μασσαλίᾳ. Ὅτε ἔλαβε τὴν διαταγὴν ταύτην ὁ κ. ναύαρχος, ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπανέλθωσι τὰ δύο θωρηκτὰ, αὐτὸς δὲ νὰ μείνῃ εἰς τὴν Σιένην καὶ ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν». Τοῦτο μοὶ ἐφάνη ἄτοπον· διότι ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ναύαρχος νὰ ὑψώσῃ τὸ σῆμά του εἰς πλοῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸ ἐργοστάσιον καὶ ἐπισκευάζεται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐθεώρησα ὅτι δὲν εἶναι καὶ συμφέρον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι, ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, ὁ ναύαρχος, εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μένων, λαμβάνει 2,400 φράγκα χρυσᾶ κατὰ μῆνα, τὸ δὲ πλοῖον ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ ἐπὶ 4 ἕως 5 μῆνας ἐκεῖ. Διὰ τοὺς δύο αὐτοὺς λόγους δὲν ἐνέκρινα τὴν αἴτησιν τοῦ κυρίου ναυάρχου, καὶ διέταξα αὐτὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἐνταῦθα. Μετὰ τὴν ἄρνησίν μου ὁ κ. ναύαρχος μοὶ ἐζήτησεν ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν, ἵνα μεταβῇ εἰς Παρισίους. Τῷ ἀπήντησα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο, καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ παρακολουθήσῃ τὰ πλοῖα εἰς τὸ Τουλὼν, καὶ μετὰ τὸν καθαρισμὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς Πειραιᾶ, ἀφοῦ προηγουμένως προσεγγίσῃ εἰς Σιβιταβέκιαν, καὶ μεταβαίνων μετὰ τοῦ ἐπιτελείου του εἰς Ρώμην παρουσιασθῇ καὶ προσφέρῃ τὰ σέβη του εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τῆς Ἰταλίας. Ἡ διαταγή μου ἐξετελέσθη, καὶ ὁ κ. ναύαρχος ἐπανῆλθεν· ἀλλ’ ἡ ἀντίληψίς μου ἦτο, ὅτι ἐπανῆλθε κεχολωμένος, διότι αἱ αἰτήσεις αὐτοῦ δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, ἢ τῆς παραμονῆς του τουτέστιν εἰς τὴν Σιένην ἢ ἡ τῆς μεταβάσεως εἰς Παρισίους. Ἐπανῆλθεν ὁ κ. ναύαρχος, καὶ μετέβη εἰς τὸν Ναύσταθμον, ὅπου ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ τὴν διοίκησιν τῆς Μοίρας. Ὑπεδείχθησαν διάφοροι ἐπισκευαὶ ἐπὶ τῶν πλοίων τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησίν του, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου νὰ ἐπιληφθῇ μετὰ σπουδῆς τῶν ἐπισκευῶν, διότι ἐπεθύμουν ἵνα τὰ πλοῖα τὸ ταχύτερον ἑτοιμασθῶσιν, ὅπως ἐπαναλάβωσι τὰ γυμνάσιά των. Εἶχον ἐπιστήσει πολὺ τὴν προσοχήν μου εἰς τὴν ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τῶν ἐπισκευῶν, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶχον ἴσως καταστῆ ὀχληρὸς, συνεχῶς, δὶς καὶ τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ τηλεφώνου ἐρωτῶν, τί γίνονται αἱ ἐπισκευαὶ, ἂν ἐτελείωσαν αἱ ἐπισκευαὶ, πότε αἱ ἐπισκευαὶ θὰ τελειώσουν. Ἐπὶ τέλους μοὶ ἀνηγγέλθη, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ ἐτελείωσαν, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ τοῦ θωρηκτοῦ «Σπετσῶν» ἐπερατώθησαν, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ τῶν τριῶν ἀτμομυοδρόμων, «Εὐρώτα», «Ἀχελώου» καὶ «Πηνειοῦ», ἐπερατώθησαν, καὶ ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι κατὰ πάντα ἕτοιμα. Μετέβην εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ ἐζήτησα νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν μου ὁ ἀρχηγὸς τῆς Μοίρας. Ἦλθεν ὁ κ. ἀρχηγὸς εἰς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου. Ἠρώτησα τὸν κ. ναύαρχον, ἂν αἱ ἐπισκευαὶ ἐτελείωσαν. — «Κύριε Ὑπουργέ, ἦτο ἡ ἀπάντησις, εἴμεθα κατὰ πάντα ἕτοιμοι.» — «Τὰ πλοῖα εἶναι καθ’ ὅλα ἕτοιμα;» — «Ἀναμένομεν τὴν διαταγήν σας νὰ ἀποπλεύσωμεν. Ἐπανῆλθον εἰς Ἀθήνας, καὶ τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἐξέδωκα διαταγήν,— αὐτὰ ὅλα θὰ τὰ ἴδητε ἐδῶ, εἰς τὸν φάκελον, —διὰ τῆς ὁποίας διετάσσετο ἡ Μοῖρα νὰ καταπλεύσῃ εἰς Βόλον. Προηγουμένως, μίαν ἑβδομάδα πρὶν, εἶχον εἰδοποιηθῆ, ὅτι οἱ ἀτμομυοδρόμονες ἦσαν ἕτοιμοι, καὶ τοὺς διέταξα νὰ ἱστιοπλοήσωσι, νὰ κάμωσι γυμνάσια δι’ ὀλίγας ἡμέρας, νὰ μεταβῶσιν εἶτα εἰς Πόρον, ἵνα ὑδρευθῶσι, καὶ ἐκεῖ θὰ λάβωσι διαταγὴν νὰ μεταβῶσιν εἰς Βόλον, ἵνα συναντήσωσι τὸν ναύαρχον. Τὸν δὲ ναύαρχον διέταξα νὰ παραλάβῃ τὰ τορπιλλικὰ σκάφη καὶ νὰ καταπλεύσῃ εἰς τὸν λιμένα τοῦ Βόλου, ὁ ὁποῖος τῷ ὡρίζετο ὡς σταθμὸς, ὅπου ἤθελε μείνῃ, διὰ νὰ κάμῃ τὰ γυμνάσιά του· συνάμα δὲ διέταξα τὸν κυβερνήτην τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρὰ», τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνηγγέλθη ὅτι ἦτο καθ’ ὅλα ἕτοιμον, νὰ ἀποπλεύσῃ ἐκ Τουλῶνος καὶ καταπλεύσῃ κατ’ εὐθεῖαν εἰς Βόλον, χωρὶς νὰ ἔλθῃ διόλου εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Μοῖραν, τὴν ὑπὸ τὸν ὑποναύαρχον κ. Κριεζῆν. Μόλις ἐξέδωκα τὴν διαταγὴν ταύτην, ὁ κ. ναύαρχος ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ἔλαβε τὴν διαταγὴν, ἀλλ’ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἐπειδὴ προσεγγίζουσιν αἱ ἡμέραι τοῦ Πάσχα, ν’ ἀναβληθῇ, εἰ δυνατὸν, ἡ μετάβασις εἰς Βόλον, διὰ νὰ κάμωσιν ἐδῶ τὸ Πάσχα. Εἶπον εἰς τὸν κ. ναύαρχον, ὅτι τὰ πληρώματα διῆλθον ἐνταῦθα τὰς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων, διῆλθον τὸ νέον ἔτος, διῆλθον τὰς Ἀπόκρεω, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀναβάλληται ἡ ἔναρξις τῶν γυμνασίων ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἀφοῦ ἄλλως τε ἐν Βόλῳ ὑπάρχουσιν ἐκκλησίαι, εἰς τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἐκκλησιασθῶσι τὰ πληρώματα τοῦ στόλου. Εἰς τὴν ἄρνησίν μου αὐτὴν, ἐννοεῖται, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντιτάξῃ τίποτε ὁ κύριος ναύαρχος, καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Βόλον. Μόλις ἔφθασεν εἰς Βόλον καὶ παρῆλθον περὶ τὰς δέκα ἡμέραι, αἴφνης λαμβάνω μίαν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας παριστάνετο, ὅτι τὰ πλοῖα αὐτὰ,— τὰ ὁποῖα πρὸ δέκα ἡμερῶν ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ κ. ναύαρχος, παρουσιασθεὶς ἐνώπιόν μου, εἶπεν, ὅτι ἦσαν καθ’ ὅλα ἕτοιμα, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ ἐτελείωσαν πᾶσαι, —ἦσαν ὅλα εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ἂν ἐκινεῖτο τὸ θωρηκτὸν «Σπέτσαι», ἦτο κίνδυνος νὰ συμβῇ μέγα δυστύχημα, διότι αἱ μηχαναί του ἦσαν εἰς κακὴν κατάστασιν, ὅτι, ἂν ἱστιοπλόει ὁ ἀτμομυοδρόμων «Ἀχελῶος», οἱ ἱστοὶ τοῦ ἦσαν σεσηπότες, καὶ δυνατὸν νὰ καταπέσουν...

§18Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχετε ἐκθέσεις, κύριε Ὑπουργέ;

§19ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως.

§20ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ν’ ἀκούσωμεν τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς.

§21ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ...Ὅτι τὸ πλοῖον «Εὐρώτας» στερεῖται φαρμάκων καὶ ἰατροῦ (!) — καίτοι εἶχεν ἀναχωρήσει πρὸ 10 ἡμερῶν ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα μοὶ ἔκαμον αἴσθησιν. Λέγω δὲ εἰς τὸν συνάδελφον κ. Κυριακὸν, ὅτι, ἐὰν ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν, θὰ εὕρῃ ὅτι ὁ λιμὴν Βόλου χαρακτηρίζεται ὡς ἐπισφαλὴς, καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται μία ὑδροφόρος, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἔχουν τὰ πλοῖα ἄφθονον τὸ ὕδωρ, διὰ νὰ ἦναι διαρκῶς ὑπὸ ἀτμὸν, ἕνεκα τοῦ ἐπισφαλοῦς τοῦ λιμένος Βόλου, ὅπου πιθανὸν νὰ συμβῇ δυστύχημα.

§22Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις ἔφερε, δι’ ὧν τὸ θαλάσσιον ὕδωρ μετατρέπεται εἰς γλυκὺ, δὲν τὰ μετεχειρίσθη ὁ στόλος;

§23ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ταύτην τὴν στιγμήν. Ταῦτα δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ κάμουν αἴσθησιν εἰς ἐμὲ, καθὼς, νομίζω, κάμνουσι καὶ εἰς ὅλους ὑμᾶς. Διότι, ἐρωτῶ, ἐπιτρέπεται εἰς ναύαρχον, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον, νὰ διαβεβαιοῖ τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἐν καλῇ καταστάσει, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ ἐτελείωσαν, καὶ συνεπείᾳ τούτων ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκδίδῃ διαταγὴν ἀπόπλου, ὁ δὲ ναύαρχος νὰ μὴ φέρῃ καμμίαν παρατήρησιν, μετὰ 10 δὲ ἡμέρας νὰ παριστᾷ τὴν κατάστασιν, οἵαν τὴν παρέστησε; Συνάμα δὲ ἔκαμε τὸ ἄτοπον, νὰ ἐκδώσῃ διαταγὴν πρὸς τοὺς κυβερνήτας τῶν πλοίων, ἵνα συνέλθωσιν εἰς συμβούλιον, — εἰς ὃ ἔλαβον μέρος καὶ αὐτοὶ οἱ σημαιοφόροι, — ὅπως ἀποφανθῶσι περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πλοίων, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν οὗτος νὰ γνωρίζῃ πρὶν ἀναχωρήσῃ. Ἰδοὺ τί λέγει, Κύριοι, ὁ νόμος περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ ἐν καιρῷ ἐξοπλισμοῦ ἐν τῷ ὅρμῳ. (Ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν διάταξιν). Ἐν τούτοις ὁ κύριος ναύαρχος ἐγνωστοποίησεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι ἕτοιμα, καὶ περιμένει τὴν διαταγὴν πρὸς ἀπόπλουν. Λαμβάνει ταύτην, καὶ δὲν λέγει τίποτε, παρὰ μόνον ὅτι εἶναι Πάσχα, καὶ καλὸν εἶναι νὰ μείνωσιν ἐνταῦθα χάριν τῶν ἑορτῶν. Τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπιμένοντος, ἀποπλέει, καὶ μετὰ 10 ἡμέρας παριστᾷ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε! Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐξέπληξε, Κύριοι, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀρχηγοῦ περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τὴν 11½ ὥραν πρὸ μεσημβρίας· μοὶ τὴν ἔφερεν ὁ προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τὴν ἤνοιξα ἐνώπιόν του· οὐδεὶς ἕτερος ἔλαβε γνῶσιν· ἀλλὰ μετὰ 1½ ὥραν αἱ ἐκδοθεῖσαι ἐφημερίδες εἶχον τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφερόμενα! Ἐνόμισα Κύριοι, ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς νὰ παίζωμεν· δὲν ἐνόουν νὰ ἐπιτρέψω εἰς κανένα νὰ παίξῃ μετ’ ἐμοῦ. Ἀμέσως ἐσχημάτισα ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὸν ἀρχιμηχανικὸν τοῦ στόλου κ. Τσακάλην καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχιναυπηγὸν κ. Βίμπον, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλα εἰς Βόλον, δώσας εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ναυάρχου, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ μοὶ ἀναφέρωσι, τί συμβαίνει. Ἡ ἔκθεσίς των εἶναι ἐδῶ. Ἐκ ταύτης θὰ ἴδητε, ὅτι εἶχε διαρραγῆ εἷς σωλὴν, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν, δὲν εἶχε σημασίαν, διότι ἠδύνατο καὶ ν’ ἀπομονωθῇ, ἡ δὲ μηχανὴ νὰ λειτουργήσῃ. Ὁ σωλὴν ἐδόθη εἰς τὸ ἐν Βόλῳ ἐργοστάσιον τοῦ Σιδηροδρόμου Βόλου– Λαρίσης, καὶ ἐπεδιορθώθη ἀμέσως· κατὰ τὰ ἄλλα ἡ μηχανὴ εὑρίσκετο εἰς ἀρίστην κατάστασιν· ὅσα δ’ ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἦσαν ἀνακριβῆ. Αἱ μηχαναὶ τῶν ἀτμομυοδρόμων εὑρέθησαν εἰς ἀρίστην κατάστασιν· μόνον τοῦ ἀτμομυοδρόμονος «Ἀχελῴου» ὁ πρυμνήσιος ἱστὸς δὲν ἦτο εἰς καλὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ ὁ κυβερνήτης ἕνεκα τοῦ χρωματισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸν ἔστειλα εἰς τὴν φυλακήν. Δὲν εἶχε παρὰ νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἵνα σταλῇ νέος ἱστὸς πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ σεσηπότος, καὶ νὰ παύσῃ πᾶς περαιτέρω λόγος· ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἐξ ἐκθέσεως τῶν σταλέντων μηχανικῶν ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ διατυμπανισθέντα ἦσαν ὑπερβολαί, κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἐγὼ, ἅμα ὡς ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἐκάλεσα εἰς ἀπολογίαν τὸν κ. ναύαρχον, καὶ δι’ αὐτοῦ τοὺς κυβερνήτας τῶν πλοίων καὶ τὸν πρῶτον μηχανικὸν τοῦ θωρηκτοῦ «Σπετσῶν». Τὸν ναύαρχον ἐκάλεσα ν’ ἀπολογηθῇ, ἂν πρὶν ἀναχωρήσῃ τοῦ Ναυστάθμου ὑπέδειξεν εἰς τὸ Διοικητήριον τοῦ Ναυστάθμου, ἢ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὰς ἐλλείψεις τῶν πλοίων, καὶ, ἂν τὰς ὑπέδειξε, νὰ μνημονεύσῃ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων του μετὰ τῆς ἡμερομηνίας· τὸ αὐτὸ ἔπραξα καὶ διὰ τὸν πρῶτον μηχανικὸν τῶν «Σπετσῶν», διατάξας αὐτὸν ν’ ἀπολογηθῇ, ἐὰν τὴν μικρὰν βλάβην, τὴν ἀσήμαντον, ἐγνώριζε πρὶν ἀναχωρήσῃ τοῦ Ναυστάθμου, καὶ νὰ μνημονεύσῃ τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ ἐγγράφου του. Ἐπίσης ἐκλήθησαν εἰς ἀπολογίαν οἱ κυβερνῆται τῶν πλοίων, ἵνα ἀπολογηθῶσιν, ἐὰν ἀνέφεραν, πρὶν ἀναχωρήσουν, ὅτι ἐστεροῦντο φαρμάκων καὶ ἰατροῦ τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησίν των πλοῖα. Ὁ κ. ὑποναύαρχος ἦτο ὑπόχρεως νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν ὁ στόλος ἐστερεῖτο φαρμάκων καὶ ἰατροῦ. Ἡ ἀπάντησις ἦτο, ὅτι οὐδεὶς ἀνέφερέ τι περὶ τούτων πρὸ τοῦ ἀπόπλου ἐκ τοῦ Ναυστάθμου· μόνον ἐν Βόλῳ ἐνεθυμήθησαν ὅσα ἠκούσατε, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ ἔκθεσις τῶν ἀποσταλέντων μηχανικῶν κατέδειξε μὴ ἀκριβῆ. Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τούτων θὰ ἴδητε ἓν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Μοίρας, διὰ τοῦ ὁποίου τὸν πλοίαρχον τοῦ «Ἀχελώου» πλωτάρχην Κατσούλην χαρακτηρίζει ὡς ἐντελῶς ἀνίκανον νὰ κυβερνήσῃ πλοῖον ἐν ὥρᾳ γυμνασίων· ἀλλὰ θὰ ἴδητε, ὅτι μετὰ 3 ἡμέρας ὁ ἴδιος στέλλει ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνακαλεῖ τὸ πρῶτον, καὶ λέγει, ὅτι δὲν θέλει ν’ ἀδικήσῃ τὸν ἀξιωματικόν, διότι ἐπείσθη ὅτι εἶναι ἀκόμη ἱκανὸς νὰ διοικήσῃ. Κύριοι, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ προβῶ εἰς τὰ μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα προέβην· ἐνόμισα ὅτι ὁ κ. ὑποναύαρχος ἔπρεπε ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς Μοίρας, διότι ἡ παρουσία του, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἦτο ἐπιβλαβής· ἐνόμισα ὅτι κυβερνῆται, οἱ ὁποῖοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον χωρὶς νὰ γνωρίζωσι τὴν κατάστασιν τῶν πλοίων, ἦσαν ἀνίκανοι πλέον νὰ τὰ κυβερνήσωσιν· ἐνόμισα ὅτι ὁ μηχανικός, ὅστις παρέστησε τὴν ἀσήμαντον βλάβην τῆς μηχανῆς ὡς δυναμένην νὰ καταστρέψῃ τὸ πλοῖον, ἐνῷ οἱ σταλέντες μηχανικοὶ ἐθεώρησαν ταύτην ἀσήμαντον, ἦτο ἀνάξιος νὰ διευθύνῃ τὴν μηχανήν. Συνεπῶς τὸν κ. ὑποναύαρχον ἀπήλλαξα τῆς θέσεως, καὶ ἔθεσα εἰς διαθεσιμότητα, τὸν κυβερνήτην τοῦ θωρηκτοῦ «Σπετσῶν» ἔθεσα εἰς διαθεσιμότητα, τὸν πρῶτον μηχανικὸν τῶν «Σπετσῶν» ἐτιμώρησα μὲ δίμηνον φυλάκισιν, καὶ τὸν ἔστειλα εἰς διαθεσιμότητα, τὸν πλοίαρχον τοῦ «Εὐρώτα» ἐτιμώρησα μὲ ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν καὶ διαθεσιμότητα, τὸν πλοίαρχον τοῦ «Ἀχελώου» ἀπεμάκρυνα ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ πλοίου· ἀνέθεσα δὲ τὴν διοίκησιν τῆς Μοίρας εἰς τὸν κατὰ πάντα ἄξιον ἀντιπλοίαρχον κ. Δαμιανόν, ὅστις ἄριστα διεξήγαγε τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἄριστα διηύθυνε τὰ γυμνάσια τῆς Μοίρας, καὶ ὅστις, — πρέπει νὰ τὸ εἴπω πρὸς ἔπαινόν του, — ὅτε ἐξετέλεσε πυρὰ ἐκ τοῦ πλοίου τοῦ ὑπὸ τὴν διοίκησίν του καὶ τοῦ ἑτέρου θωρηκτοῦ, τὰ ἔνσφαιρα πυρὰ ἔδωσαν ἀποτελέσματα ἀνώτερα τῶν προσδοκιῶν μας, καὶ ἐξέπληξαν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ, οἱ ὁποῖοι παρεστάθησαν εἰς αὐτά. Αὕτη ἦτο ἡ ἐνέργειά μου, καὶ εἰς ταύτην οὐδεμίαν εὗρον ἀντίρρησιν παρ’ οὐδενός. Ὑπέβαλον τὰ Διατάγματα εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα, ἀφοῦ ἔκαμα τὴν δέουσαν εἰσήγησιν, καὶ αὐτοστιγμεὶ ὑπεγράφησαν ταῦτα. Ὅσα δὲ ἐγράφησαν τότε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς παρῃτήθη, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν θέλει νὰ ὑπογράφῃ, ἦσαν ψεύδη τῶν ἀγυιῶν. Ἡ Α. Μ. διαρκῶς μοὶ συνιστᾷ πρὸ πάντων τὴν πειθαρχίαν τὴν αὐστηρὰν εἰς τὸ Ναυτικόν. Καταθέτω τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων.

§24ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Πρὸς τίνα λόγον ὑπέβαλεν ὁ ναύαρχος ἔκθεσιν; Ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε;

§25ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὴν ὑπέβαλε συνεπείᾳ ἐκθέσεως τῶν κυβερνητῶν τῶν ἄλλων πλοίων, οἵτινες ἀνεχώρησαν ἐκ τοῦ Ναυστάθμου χωρὶς νὰ ὑποβάλωσι καμμίαν ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πλοίων, ὁ δὲ κ. ναύαρχος, ὡς ἀνώτερος ἀρχηγός, ὅστις ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν τῶν πλοίων, πρὶν ἀναχωρήσῃ τοῦ Ναυστάθμου ἐβεβαίωσε τὸν Ὑπουργόν, ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ ἐπερκατώθησαν· μετὰ 10 δὲ ἡμέρας ἀνέφερεν ὅσα ἀνέφερε.

§26Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἡ βλάβη εἰς τὸ θωρηκτὸν ἐπῆλθεν εἰς τὰ γυμνάσια, ἢ μετὰ ταῦτα;

§27ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ κἂν λόγος περὶ βλάβης.

§28ΓΚΙΚΑΣ. Εἴπετε ὅτι ὁ ἱστὸς ἑνὸς πλοίου ἦτο σεσηπώς.

§29ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ πλοίαρχος τοῦ «Ἀχελώου» δὲν ἐτιμωρήθη μὲ φυλάκισιν. Δὲν θέλω ἤδη ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, ἴσως ἀναγκασθῶ νὰ εἴπω ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπω, καὶ ἀποδείξω διατὶ ἐγένοντο ὅλα αὐτά.

§30Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη πρότασις νόμου παρὰ τῶν Βουλευτῶν Βόλου, αἰτούντων τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ δήμου Ἀμαλιαπόλεως ἐκ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου, συνεπείᾳ αἰτήσεως τῶν συμπολιτῶν των. Δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον ἡ πρότασις αὕτη τοῦ νόμου δὲν ἐνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει...

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνεγράφη σήμερον. Φαίνεται ὅτι δὲν ἀνεγνώσατε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§32ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς παρελθούσης Συνόδου. Συνεχίζων τὸν λόγον μου, λέγω ὅτι, καίτοι λυποῦμαι διότι διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς προτάσεως νόμου ταύτης ἀποσπῶμαι συμπολιτῶν μου διακρινομένων διὰ τὸ νομοταγὲς αὐτῶν, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐνδώσω εἰς τὸν κύριον πόθον αὐτῶν, καὶ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, διότι ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῆς τε ἐπαρχίας Βόλου καὶ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, καίτοι δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ὑπογράψωσιν αὐτὴν πάντες. Ὥστε βλέπει ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι, εἴτε ἀνέγνωσα, εἴτε δὲν ἀνέγνωσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐγὼ ἐσκόπουν ἁπλῶς νὰ συστήσω τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐπειδὴ δὲ ἤδη ἔχω τὸν λόγον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν ἐπερώτησιν, σχετιζομένην πρὸς μεγάλα συμφέροντα τῆς χώρας ἡμῶν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἶχε ψηφισθῆ σύμβασις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λάρισαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, γνωρίζετε, κύριε Πρωθυπουργέ, πόσον ἐνδιαφέρει τὴν χώραν, εἰς πᾶσαν δὲ τυχὸν δημοσίευσιν, ἐὰν ἤρξαντο, ἢ οὔ, αἱ ἐργασίαι τῆς Ἑταιρείας ταύτης, γεννῶνται καὶ δισταγμοὶ περὶ τούτου. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τὰ δημοσιευόμενα ἔχονται ἀληθείας· ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλὰ γράφονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἰδίᾳ δὲ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν Χρηματιστηρίων ἐν Εὐρώπῃ, δὲν δύναται νὰ προβῇ ἤδη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, καὶ ὅτι ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν προτάσεις περὶ τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, τί πράγματι συμβαίνει. Διότι, ὡς μανθάνω, διαπραγματεύσεις ἤρξαντο μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἑταιρείας, καθόσον διαφωνία ὑπάρχει μεταξὺ των περὶ τοῦ ἂν ἔληξεν, ἢ οὔ, ὁ Τρανσβαλικὸς πόλεμος. Ἐὰν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἦναι ἀληθεῖς, βεβαίως ἢ θ’ ἀπολήξωσιν εἰς ἔναρξιν τοῦ ἔργου, συμφώνως τῇ ψηφισθείσῃ συμβάσει, ἢ θὰ τροποποιηθῶσιν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ταύτης, ἢ θὰ κηρυχθῇ ἡ Ἑταιρεία ἔκπτωτος, ὅπερ εἶναι, κατ’ ἐμέ, ἡ σκοτεινοτέρα λύσις τοῦ τοιούτου ζητήματος. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐὰν ὄντως ἤρξαντο διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας καὶ δὲν παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος ἐν γένει τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἐὰν ἐλπίζει εἰς αἰσίαν λύσιν τῶν ἀρξαμένων διαπραγματεύσεων.

§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὴν ἐπερώτησίν του. Ἐλπίζω ὅτι μετά τινας ἡμέρας θὰ ἦμαι εἰς κατάστασιν νὰ δώσω ἀπάντησιν ἀκριβῆ καὶ διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπηρώτησε, καὶ εἴπω εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ποῖα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ληφθῶσι.

§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἦναι δυνατὸν τότε νὰ γνωρίζωμεν, ἂν ἐτελείωσεν ὁ πόλεμος τοῦ Τράνσβααλ;

§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δύναται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ὅπως δύναται νὰ δώσῃ καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἱστάμενος.

§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παραδόξως ὅμως ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.

§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησεν εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἂν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐγνωστοποίησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου...

§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠρώτησα τοῦτο.

§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὕτω διετυπώθη ἡ ἐρώτησις.

§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ὄχι.

§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἐρώτησις.

§42Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Παρακαλοῦνται οἱ κ.κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ἂν ἔχωσιν ἐκ τῆς ἐν Αἰγύπτῳ ὑπηρεσίας τῆς Κυβερνήσεως εἴδησιν, ὅτι ἔληξεν ὁ ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀφρικῇ πόλεμος, καί, καταλυθεισῶν τῶν Δημοκρατιῶν Ὀράγγης καὶ Τράνσβααλ, δι’ ἐπισήμων πράξεων προσηρτήθησαν ἀμφότεραι αἱ χῶραι, καὶ κατὰ τίνας ὡρισμένως χρονολογίας, εἰς τὴν Βρεττανικὴν Αὐτοκρατορίαν.» Εἰς τοῦτο ἀπήντησα, ὅτι οὐδεμίαν εἴδησιν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον παρὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας περὶ προσαρτήσεως τῶν δύο χωρῶν.

§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία, ὅτι ἔληξεν ὁ πόλεμος;

§44ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι.

§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε δὲν συγχαίρω τὴν ὑπηρεσίαν.

§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία, ἐν ὅσῳ ἐπίσημος ἀνακοίνωσις δὲν γίνεται πρὸς αὐτήν, δὲν δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ τὰς σκέψεις αὐτῆς. Ὅπως δύνασθε καὶ ὑμεῖς νὰ σκεφθῆτε περὶ τοῦ ζητήματος, ὅπως δύναται πᾶς τις νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ζητήματος, δύναται νὰ σκεφθῇ καὶ ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν γίνεται εἰς αὐτὴν ἐπίσημος ἀνακοίνωσις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται ν’ ἀνακοινώσῃ σκέψεις ἰδίας. Τοιαύτη ἐπίσημος ἀνακοίνωσις δὲν ἐγένετο. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω.

§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρωθυπουργέ, ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι εἰς τὸ ζήτημα;

§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.

§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἐδημοσιεύθη ἐπίσημος πρᾶξις, κηρύττουσα τοῦτο, ὅτι προσηρτήθη τὸ Τράνσβααλ, ὅτι προσηρτήθη ἡ Ὀράγγη, καὶ ὅτι ἔπαυσεν ὁ πόλεμος...

§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δυστυχῶς δὲν ὠφελεῖ οὐδ’ αὐτό. Εἶναι τόσον κακὴ ἡ σύμβασις.

§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τοῦτο ἀνεκοινώθη ὑπὸ τῶν Ἀγγλικῶν ἀρχῶν, εἶχε καθῆκον ἡ ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία ν’ ἀνακοινώσῃ, ὅτι ἐξεδόθη τοιοῦτο Διάταγμα;

§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοιοῦτο Διάταγμα δὲν ἐξεδόθη.

§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἐπιτιμηθῇ ἡ Πρεσβεία.

§54Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἠξεύρω δ’ ἐγώ, ἐὰν τοιοῦτον Διάταγμα ἐξεδόθη, καὶ ἑπομένως, ἐὰν εἶναι ἄξιος τιμωρίας ὁ κ. πρεσβευτής, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήγγειλε τοιοῦτο Διάταγμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν.

§55Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, μίαν στιγμήν; Εἶναι ζήτημα, ἐάν ποτε ἡ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία θὰ λάβῃ ἀνακοίνωσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς προσαρτήσεως...

§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.

§57ΡΩΜΑΝΟΣ. .. Ὡς γνωρίζει καλῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, τὸ Τράνσβααλ παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως δὲν θεωρεῖται καθ’ ὅλα ἀνεξάρτητον. Ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι κατὰ τὸ 1884 τὸ Τράνσβααλ συνῆψε μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως συνθήκην συμφώνως πρὸς τὴν συνθήκην ἐκείνην, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογήσῃ συνθήκην μετ’ ἄλλων χωρῶν, ἐκτὸς τῆς Ὀράγγης. Ὡς ἐκ τούτου ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία ἠμφισβήτει τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν τοῦ Τράνσβααλ καὶ πρὸ τοῦ πολέμου, εἶναι ζήτημα, ἐὰν καὶ μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ κατάπαυσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν θὰ νομίσῃ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ δηλώσῃ τοῦτο ἐπισήμως εἰς τὰς ξένας Δυνάμεις.

§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως δήποτε, εἴτε τιθεμένου τοῦ ζητήματος ὅπως σήμερον ἐτέθη, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτής. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἐὰν πρόκειται ἡ Ἑταιρεία νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῆς συμβάσεως, ἢ ἂν πρόκειται μεταρρύθμισίς τις νὰ γείνῃ τῆς ψηφισθείσης συμβάσεως. Νομίζω ὅτι οὕτω διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος τὴν ἐρώτησίν του. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ ὅρος, ὁ ἐν τῇ συμβάσει περιλαμβανόμενος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ Ἑταιρεία ὑποχρεοῦται, ἵνα τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν παῦσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν ἐν Τράνσβααλ...

§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως.

§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Cessation des hostilités.

§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Hostilitè, γνωρίζομεν τί σημαίνει.

§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἐὰν, λέγω, πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ ὅρος οὗτος ἐπραγματοποιήθη, δηλαδή, ἐὰν ἔπαυσαν αἱ ἐχθροπραξίαι καὶ ἑπομένως ἤρξατο ἡ προθεσμία ἡ τρίμηνος, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἠδυνάμην ἀμέσως ν’ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν, ὅτι ἤρξατο ἡ προθεσμία, πραγματοποιηθέντος τοῦ ὅρου, ὅτι δὲ ἡ Ἑταιρεία ἠμφισβήτησε τοῦτο. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή, ὅπως εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, διότι δὲν φρονῶ τοῦτο ὠφέλιμον σήμερον. Λέγω ὅτι τοῦτο δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ ἀργότερον. Ἐὰν ὅμως παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸ γεγονός, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ἔναρξις τῆς προθεσμίας, δὲν ἐπραγματοποιήθη, τότε γεννᾶται τὸ ζήτημα: εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τι πρὶν ἢ πραγματοποιηθῇ τὸ γεγονός, καὶ ἑπομένως ἄρξηται ἡ προθεσμία ἡ ἐν τῇ συμβάσει; Ἐπειδὴ δὲ προτάσεις τινὲς ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐζήτησα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονήν, ἐπί τινας ἡμέρας, ἵνα δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ἴδω, ἐὰν αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ γείνωσι δεκταί, εἰ δ’ ἄλλως, νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν συμφέρει νὰ γείνωσι δεκταί. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι καθαρά.

§63Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ τοῦτο κυρίως ἤθελον νὰ πληροφορηθῶ· ἐὰν ὄντως ἤρξαντο διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρείας, ναὶ ἢ ὄχι.

§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ κ. κ. Τσιτσάρας, Μυκώνιος καὶ Α. Βιτάλης θὰ εὕρωσιν ἀπάντησιν εἰς τρεῖς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπίσης καταθέτω σημείωμα, ἐν ᾧ εὕρηται ἀπάντησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ ἐκ Πάλης βουλευτοῦ κ. Μπασιᾶ. Ἐπίσης καταθέτω σημείωμα εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτοῦ κ. Τσιτσάρα περὶ τοῦ ἂν ὑπεβλήθη Διάταγμα παύσεως τοῦ δημάρχου Καλλιφωνίας Σακελλαροπούλου, καὶ ἐπὶ τίνι λόγῳ. Ἐπίσης καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησεν· ἤτοι τὸ Διάταγμα, τοῦ ὁποίου τὴν κατάθεσιν ἐζήτησε, καὶ ἔγγραφα ἀφορῶντα εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Χόλτσμαν. Καταθέτω ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐπίσης καταθέτω τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθην, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ εὕρηνται σημειωμένα ὅλα τὰ ποσὰ, τὰ πληρωθέντα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ταχυδρομικούς, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα λόγον, ἀπαντήσας πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.

§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύναται νὰ τυπωθῇ καὶ ὁ πίναξ οὗτος;

§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἀρκετὰ ἐκτενής· πρόκειται περὶ 240 ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ ἐξετάσητε τὸν πίνακα αὐτὸν, καὶ ἂν νομίζητε ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ τύπωσις αὐτοῦ, νὰ ζητήσητε νὰ τυπωθῇ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἢ τὴν ἐκ τῆς δυσκολίας μόνον, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς πρὸς τὴν τύπωσιν.

§67Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὡρίσθη, ὅπως μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, δὲν συνῆλθε. Σήμερον ἐγένετο ἀπόπειρα, καὶ τὰ μέλη αὐτῆς δὲν συνῆλθον. Παρήλθον πέντε ἡμέραι. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἀναγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.

§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐκλήθημεν ἅπαξ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ, ὡς ἔμαθον, εἷς ἢ δύο μόνον συνῆλθον. Καὶ ἐγὼ ἔλειψα, διότι ὑπῆρξεν εἰς ἐμὲ ἀδύνατον νὰ παρασταθῶ ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία πρόσκλησις ἐγένετο. Οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν ν’ ἀναβληθῇ περισσότερον τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ συντελέσω εἰς τὴν ταχυτέραν ψήφισιν αὐτοῦ, ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 36).

§70Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου, παρετήρησεν, ὅτι πίναξ, ἐμφαίνων προξενικὰ τέλη, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον ἐσχάτως, εἶναι ἐσφαλμένος. Ἔμαθον, ὅτι μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ παρεκάλεσα ἰδιαιτέρως τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅπως εὐαρεστούμενος μοὶ ἀνακοινώσῃ, ποῦ βασίζεται, ὅπως ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους περιέχει ὁ ὑποβληθεὶς πίναξ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς μοὶ ἐνεχείρισε πίνακα τυπωθέντα κατὰ τὸ 1895 καὶ ἐμφαίνοντα τὰς προξενικὰς εἰσπράξεις τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἔλαβον τὸν κόπον νὰ παραβάλω τὸν πίνακα τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ πρὸς τὸν ἐμὸν πίνακα, παρετήρησα δὲ, ὅτι ἅπασαι αἱ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμέναι εἰσπράξεις εἶναι ἀπολύτως ὅμοιαι πρὸς τὰς ἀναγεγραμμένας εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον.

§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ μεταβολῆς τινος;

§72ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἔλαβον τὸν κόπον νὰ τὰς παραβάλω ὅλας· ὅλαι εἶναι ἀπολύτως αἱ αὐταὶ ἐν ἀμφοτέροις τοῖς πίναξι. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέπεσεν εἰς πλάνην ἐκ τοῦ ἑξῆς λόγου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ ὑποβάλω πίνακα 53 ὡρισμένων Προξενικῶν ἀρχῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπέβαλον τὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει τὰς εἰσπράξεις τῶν 53 Προξενικῶν ἀρχῶν, τῶν ἐν τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀναφερομένων. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνὰ χεῖρας ὁ κ. Βουλευτής, ἀναγράφει τὰς εἰσπράξεις 61 Προξενικῶν ἀρχῶν, δηλαδὴ 8 Προξενικῶν ἀρχῶν ἐπὶ πλέον. Ὡς ἐκ τούτου τὸ ὁλικὸν ἄθροισμα τοῦ πίνακος τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὸ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον.

§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ κατὰ μέρος ἀθροίσματα συμφωνοῦσι;

§74ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα, ὅλα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ συμπληρῶ τὴν ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ περὶ τῆς μεταθέσεως παρέδρου δικαστοῦ τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου Σμύρνης. Ἐξήτασα τὸν σχετικὸν φάκελον καὶ τὰς ἡμερομηνίας τῶν ἐγγράφων, καὶ, ὡς καὶ χθὲς ἀνέφερα πρὸς τὴν Βουλὴν, παρετήρησα ὅτι ἡ μετάθεσις τοῦ κ. Βελλίνη, παρέδρου δικαστοῦ ἐν Σμύρνῃ, δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτὸν ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης βαρείας ἀσθενείας τοῦ διορισθέντος εἰς τὴν θέσιν του κ. Βαρατάση· διετάχθη δὲ ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἐν Σμύρνῃ τηλεγραφικῶς, νὰ μὴ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κ. Βελλίνην τὴν μετάθεσίν του. Ἐξήτασα τότε καὶ τὸ ζήτημα, ἐὰν, μὴ κοινοποιηθείσης εἰς αὐτὸν τῆς μεταθέσεώς του, ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθῇ ἐκτελῶν τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀνατεθειμένα εἰς αὐτόν. Ὁ νομικὸς σύμβουλος, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐρωτήσει περὶ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι οὐδὲν κώλυμα πρὸς τοῦτο ὑπάρχει, καὶ ὅτι αἱ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐκδώσῃ κατὰ τὸ μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ διαδόχου του χρονικὸν διάστημα ὁ κ. Βελλίνης, εἶναι κατὰ πάντα ἔγκυροι.

§75ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦναι ἄκυροι ὅλαι, διότι δὲν εἶναι δικαστὴς Σμύρνης πλέον.

§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς ἐρώτημα εἰς τοὺς νομικούς, οἱ ὁποῖοι δίδουσι γνώμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν ἡ μετάθεσις τοῦ δικαστοῦ ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει νόμος, ὑποχρεῶν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ θεωρήσῃ πραγματοποιηθεῖσαν τὴν μετάθεσιν μετὰ τὴν λῆξιν τῶν 20 ἡμερῶν; Προσέτι δὲ, ἡ μὴ κοινοποίησις εἰς τὸν μετατεθέντα ἀναστέλλει μετὰ τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην; Ἢ κοινοποίησις πρὸς τὸν μετατεθέντα ἢ ἡ μὴ κοινοποίησις κανονίζει τὰς σχέσεις τοῦ διορίζοντος Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ διοριζομένου ὑπαλλήλου· ἀλλὰ τὰς σχέσεις τῶν μετατεθέντων πρὸς τὴν δημοσίαν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται, κανονίζει ὁ νόμος. Ἑπομένως εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐρωτηθῇ αὖθις ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁ νομικὸς σύμβουλος, ἂν, ἀφοῦ ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἡ μετάθεσις τοῦ δικαστοῦ, δὲν ἐπέρχεται εἰς τὸν μετατεθέντα, μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ εἰκοσαημέρου διαστήματος, ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐκτελέσῃ τὴν περὶ μεταθέσεώς του δημοσιευθεῖσαν ἀπόφασιν.

§77Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπεφυλάχθην καὶ χθὲς νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀμφισβητήσιμον. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦνται, εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1882. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, ἄρθρον 3, μετὰ παρέλευσιν εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεως τοῦ περὶ ἀπολύσεως ἢ μεταθέσεως Διατάγματος δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀπολυόμενον ἢ μετατιθέμενον ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη τοιαύτη μεταβολή. Ἡ ὑπηρεσία ἐθεώρησε πάντοτε, ὅτι ἐκτέλεσις κυρίως τοῦ Διατάγματος εἶναι ἡ κοινοποίησις πρὸς τὸν μετατιθέμενον ἢ ἀπολυόμενον, καὶ τοιαύτην ἑρμηνείαν ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τὴν ἰδικήν μου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ προγενεστέρας διευθύνσεις.

§78Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πότε, παρακαλῶ; Ποῖος Ὑπουργὸς ἐφήρμοσε τὴν διάταξιν αὐτήν; Φέρετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ὄχι οὕτω προχείρως νὰ λύωνται τὰ ζητήματα.

§79Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐκτὸς ὑμῶν, τὸ Ὑπουργεῖον διηύθυνον καὶ ἄλλοι, ὡς ὁ κ. Δραγούμης...

§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς διακόψω, ἀφοῦ μὲ ἀνεφέρατε. Κύριε Ὑπουργὲ, ἐγὼ φρονῶ, συμφώνως πρὸς ὅσα σήμερον εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι περιοριστικὴ ἡ προθεσμία. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἀπὸ τῆς χθὲς μετεβάλατε γνώμην. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἱστορίαν τοῦ νόμου τούτου. Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη μόνον, ἵνα μὴ ἐγείρωνται ἀμφισβητήσεις περὶ κοινοποιήσεως τῆς παύσεως ἢ μεταθέσεως, καὶ κοινοποιῶνται ἀγωγαὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου.

§81ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Χθὲς εἶπον, καὶ τὸ λέγω καὶ σήμερον, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ κοινοποιηθῇ, μολονότι, εἶπον, εἶναι ἀμφισβητούμενον τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπεφυλάχθην διὰ σήμερον νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου... Τὸ ἠκούσατε, Κύριοι;

§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.

§83ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἀπορῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, λέγοντα ὅτι εἶχον ἐναντίαν ἰδέαν. Εἰς δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κραναίας συνάδελφον ἀπαντῶ, ὅτι, ὅτε εἶπον, ὅτι καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ εἶχον ἀντίθετον ἰδέαν, δηλ. τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα, δὲν ἐνόουν ὅτι ἦτο μόνος ὁ συνάδελφος· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν κ. Δραγούμην. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε τοιαύτην ἑρμηνείαν, ὅτι μόνον διὰ τῆς κοινοποιήσεως εἰς τὸν ἀπολυόμενον ἢ μετατιθέμενον τελεῖται πλήρης ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος· ἐν ὅσῳ δὲ δὲν κοινοποιηθῇ εἰς αὐτὸν τὸ Διάταγμα, ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἐκδοὺς τὸ Διάταγμα τοῦτο, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν. Διατὶ ἐγένετο τοῦτο; Διότι οἱ μετατιθέμενοι ἢ παυόμενοι ὑπάλληλοι κατώρθουν νὰ μὴ κοινοποιῆται εἰς αὐτοὺς ἡ παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις, καὶ μετὰ παρέλευσιν χρόνου ἤγειρον ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν τοῖς ἐκοινοποιήθη ἡ παῦσις, καὶ τὸ Δημόσιον ἀπειράκις κατεδικάσθη, διότι δὲν τοῖς ἐκοινοποιήθη ἡ παῦσις. Ἕνεκα τούτου ἐγένετο ὁ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον, καὶ ἄν δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ παῦσις, ὁ παυόμενος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τοῦτο μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς παύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ ἡ μετάθεσις, διότι δὲν συνεκροτεῖτο τὸ Δικαστήριον, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Βαρατάση, καὶ διέταξε νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ. Δὲν ἐξετελέσθη λοιπόν, καὶ προσέθεσε νὰ μὴ κοινοποιηθῇ ἡ μετάθεσις τῷ μετατιθεμένῳ μέχρι νεωτέρας διαταγῆς. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν, ἐκτὸς τῆς τῆς γνώμης τῶν προκατόχων ἡμῶν, καὶ Διατάγματα, δημοσιευθέντα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὴ ἐκτελεσθέντα, μεταθέσεων ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτοὺς ἡ μετάθεσις, ἐξηκολούθησαν τὸ ἔργον των, καὶ οὐδεὶς ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι παυμένοι ἢ μετατεθειμένοι, διότι ἁπλῶς ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὸ Διάταγμα, χωρὶς νὰ κοινοποιηθῇ εἰς αὐτοὺς προσωπικῶς. Λοιπὸν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔγεινέ τι παράτυπον, καὶ καλῶς ἐξακολουθεῖ τὸ ἔργον του ὁ κ. Βελλίνης.

§84Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ψηφίζοντες τοὺς νόμους, ψηφίζομεν αὐτοὺς ὄχι πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸς στραγγαλισμὸν καὶ στρέβλωσιν αὐτῶν! Ἐγνωρίζομεν μέχρι τινὸς, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν· ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου ἐδημιουργήθη σωματεῖον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ τὸ ὁποῖον, πρὸς ἐξύβρισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, μᾶς ἀντιτάσσουν πρὸς διαστρέβλωσιν τῶν νόμων. Καὶ ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι οἱ ἀπαρτίζοντες τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶναι οἱ καλλίτεροι νομομαθεῖς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὅταν ἑρμηνεύουν τοὺς νόμους, ὡς σωματεῖον, οὐδέποτε τοὺς ἑρμηνεύουν συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, ὡς ἤθελον τοὺς ἑρμηνεύσει ὡς ἄτομα. Ἀγνοῶ τίνες αἰτίαι προεκάλεσαν τὴν δημιουργίαν τοῦ νόμου, περὶ οὗ πρόκειται· ὑπάρχει ὅμως ἡ ἔννοια διατετυπωμένη ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ, ἡ ἔννοια δὲ αὕτη εἶναι τόσον καθαρὰ, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται, παρὰ μόνον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἂν θέλῃ, νὰ μετατρέψῃ τὴν καθαρὰν αὐτὴν ἔννοιαν. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει αὐτό). Παρῆλθον εἴκοσιν ἡμέραι; Ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις, ὀφείλει νὰ πάρῃ τὸ καπέλλο του καὶ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν θέσιν, ἐξ ἧς μετετέθη, προκειμένου μάλιστα περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων· διότι, καθὼς γνωρίζετε, τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ὁ δικαστὴς, τὸν ὁποῖον διορίζει αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὄχι ἄλλος τις. Δὲν πρόκειται περὶ ἀστυφύλακός τινος, ἵνα τὸν μεταθέτωμεν δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, καὶ ὅταν θέλῃ ὁ Ὑπουργὸς, νὰ ἀνακαλῇ τὴν μετάθεσίν του· πρόκειται περὶ δικαστοῦ, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλου ἐν τῇ δικαστικῇ περιφερείᾳ, ἐν ᾗ ὑπηρετεῖ, ἐκτὸς τοῦ Βασιλέως. Ὁ κ. Βελλίνης λοιπὸν εἶχε διορισθῇ ἐν τῇ δικαστικῇ περιφερείᾳ Σμύρνης, καὶ, ἐφ’ ὅσον ὁ Βασιλεὺς ἐπέτρεπε νὰ μένῃ ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις ἐκεῖ· εὐθὺς ὅμως, ὡς ὁ Βασιλεὺς μετέθεσεν αὐτὸν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Χαλκίδος, καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἡ μετάθεσίς του, παρῆλθον δὲ καὶ εἴκοσιν ἡμέραι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, ὁ κ. Βελλίνης εἶναι πρωτοδίκης Χαλκίδος, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις ἐν τῷ Προξενικῷ Δικαστηρίῳ Σμύρνης. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐν παραβάσει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε, καὶ σπεύσατε νὰ διορθώσητε τὸ πρᾶγμα, δημοσιεύοντες δεύτερον Διάταγμα, ἀνακαλοῦν τὸ πρῶτον, καὶ ἐξουσιοδοτοῦν τὸν κ. Βελλίνην νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις ἐν Σμύρνῃ· διότι ἄλλως πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ θ’ ἀκυρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου.

§85Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσε χθὲς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Χθὲς ἀνέφερεν, ὅτι οὐδέποτε ἐκοινοποίησεν εἰς μετατεθέντα δικαστὴν τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ προτοῦ συμπληρωθῇ τὸ εἰκοσαήμερον, ὅτε αὐτοδικαίως πλέον θεωρεῖται ὁ μετατεθεὶς δικαστὴς ὡς μετατεθείς. Τῷ παρετήρησα, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν μετάθεσιν τοῦ κ. Τραμουντάνα δὲν ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι οὗτοι, καὶ πλεῖσται ὑποθέσεις ἦλθον εἰς ἀνασυζήτησιν, ἀκριβῶς διότι κατὰ τὸ εἰκοσαήμερον αὐτὸ διάστημα δὲν εἶχον εἰσαχθῆ εἰς διάσκεψιν· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπανέλαβε πάλιν τὸ αὐτὸ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, διότι παρῆλθε τὸ εἰκοσαήμερον. Ἑπομένως αἱ γενόμεναι συζητήσεις ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου δὲν εἰσήχθησαν εἰς διάσκεψιν, δὲν ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν θὰ ἔλθωσιν εἰς ἀνασυζήτησιν· ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, διότι εἶχε παρέλθει τὸ εἰκοσαήμερον.

§86ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ἐνθυμεῖσθε αὐτὸ καλά; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἔστειλα τὸ Διάταγμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ μὴ τὸ κοινοποιήσῃ, ἐν ὅσῳ ἔμενον ἐκκρεμεῖς ὑπὸ διάσκεψιν ὑποθέσεις· ἀλλὰ παρῆλθε τὸ εἰκοσαήμερον, καὶ τὸ ἐκοινοποίησεν. Ἠρώτησα τὸν Εἰσαγγελέα, διατὶ τὸ ἐκοινοποίησεν, ἀφοῦ ἔμενον ὀλίγαι ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι, κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν του, ἔπρεπε νὰ τὸ κοινοποιήσῃ, ἀφοῦ παρῆλθον εἴκοσιν ἡμέραι.

§87ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Οἱ παρελθόντες ἐπὶ τὸ βῆμα ἐλησμόνησαν ν’ ἀναγνώσωσιν ὅλον τὸν νόμον. Ἂν ἀνεγίνωσκον αὐτὸν, ἤθελον εὕρει ἐν αὐτῷ, ὅτι ἡ διάταξις ἔχει ὡρισμένον σκοπὸν, καὶ ὅτι τὰ περὶ ἐκτελέσεως τῶν Διαταγμάτων διέπονται ἀπὸ τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Ὡς θὰ παρετηρήσατε πάντες, εἰς τὰ Διατάγματα γράφεται, ὅτι «τὸ παρὸν Διάταγμα δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός». Ἠρωτήθη: τί εἶναι ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος; Ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος δὲν εἶναι ἡ καταχώρισις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκτέλεσις εἶναι ἡ κοινοποίησις. Καὶ ἀπόδειξις τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πάντες οἱ προαγορεύσαντες δὲν ἀνέγνωσαν ὅλον (ἀναγινώσκει): «Πρὸ πάσης ἐκτελέσεώς των πρέπει νὰ καταχωρίζωνται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως κλπ.» Ἄν ἡ δημοσίευσις ἦτο ἐκτέλεσις, θὰ ἦτο ταυτολογία· ἄρα ἡ δημοσίευσις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἐκτέλεσις· ἐκτέλεσις εἶναι ἡ κοινοποίησις πρὸς τὸν ὑπάλληλον. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἔδωσαν οἱ Ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ πρὸ αὐτοῦ ἀκόμη. Ἠπόρησα μάλιστα μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Κραναίας, ὅστις, ὡς Ὑπουργός, ἐφήρμοσε τὸν νόμον τοῦτον, ὡς ἐγὼ ἑρμηνεύω αὐτόν, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἐφήρμοσεν αὐτὸν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἐπειδὲ δὲ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου εἶχεν ἐγερθῆ ἀληθῶς ἔκτροπόν τι, τοῦ ὁποίου ὑπαινιγμὸν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι δηλ. ἐπὶ τετραετίαν ἀνεζήτουν εἰρηνοδίκην φυγοδικοῦντα διὰ νὰ τῷ κοινοποιήσωσι τὴν ἀπόλυσίν του, ἐτέθη τὸ ἄρθρον 3, τοῦ ὁποίου ἡ ἔννοια ἦτο, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως ἔχομεν τεκμήριον, ὅτι ἐκοινοποιήθη, καὶ ἐφαρμόζεται ἐπὶ ἀμφισβητήσεως τῆς κοινοποιήσεως, ἥτις διαμένει πάντοτε ὡς μόνος τρόπος ἐκτελέσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, καὶ οὕτω πως καὶ ἄνευ τινὸς ἀμφιβολίας ἡρμηνεύθη πάντοτε. Περὶ τούτου εἶχε πραγματικῶς ἐγερθῆ ἀμφιβολία· ἀλλ’ ὁ Ἄρειος Πάγος, τεθέντος ζητήματος κακῆς συνθέσεως τοῦ Δικαστηρίου, ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει κακὴ σύνθεσις κατὰ τὸ ἄρθρον 3. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ Μάϊον τοῦ 1898, νομίζω, ἔχει ἐκτενεστάτην γνωμοδότησιν περὶ τούτου, εὑρισκομένην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, σύμφωνον πρὸς τὰ γενικῶς παραδεδεγμένα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐγένετο διαστολὴ μεταξὺ παύσεως καὶ μεταθέσεως, καὶ διὰ μὲν τὴν παῦσιν θεωροῦσιν, ὅτι τάχα τὸ ἄρθρον 3 καθίστησι ταύτην ὑποχρεωτικήν, διὰ δὲ τὴν μετάθεσιν, ὄχι ὑποχρεωτικήν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος εἶναι ἡ κοινοποίησις, καὶ ὅτι μέχρι ταύτης τὸ Διάταγμα θεωρεῖται μὴ ἐκτελεσθέν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐκτέλεσις ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὸν Ὑπουργόν, οὗτος δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ Διάταγμα ἀνεκτέλεστον, ἐφ’ ὅσον χρόνον κρίνει, ὅτι πρέπει νὰ μένῃ. Ἄλλο ζήτημα εἶναι, ἂν τοῦτο δέον νὰ κανονισθῇ νομοθετικῶς· ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἐδόθη ἄνευ διακοπῆς.

§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι οἱ ἀνώτατοι λειτουργοὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὑπὸ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα καὶ τὰ ἀπόλυτα πολιτεύματα, διότι ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὁ δὲ Βασιλεὺς δίδει τὰς διαταγὰς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο ἀναγράφεται ἐν τέλει τοῦ Διατάγματος ἡ παραγγελία εἰς τὸν Ὑπουργόν, νὰ δημοσιεύσῃ τὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία χρήζει δημοσιεύσεως, ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ μὴ δημοσιεύωσι τὰς πράξεις ταύτας, διότι οὕτω παραβαίνουσι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον ἐκ τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία διὰ τοῦ Διατάγματος ἐδόθη αὐτοῖς. Τὰ καθήκοντα ὅμως τῶν Ὑπουργῶν καὶ αἱ ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐπάγουσιν αὐτοῖς αἱ πράξεις αὗται, εἰσὶ διάφοροι. Ἡ δημοσίευσις διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως Β. Διατάγματος ἢ πάσης ἀποφάσεως δὲν εἶναι ἐκτέλεσις, εἶναι ὅμως πρᾶξις ἀναγκαία, ἵνα οἱ πολῖται λαμβάνωσι γνῶσιν τῶν διατάξεων καὶ ἀποφάσεων τῆς ἀρχῆς, εἴτε Διατάγματα εἶναι αὗται, εἴτε νόμοι, διότι οὕτω μόνον δύναται νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νομικὸς κανών, ὅτι ἡ ἄγνοια τοῦ νόμου βλάπτει· ἑπομένως, ἂν ἀφίνηται ὁ πολίτης ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου, ἄδικος θέλει εἶσθαι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ εἰρημένου κανόνος· πρέπει διὰ τοῦτο νὰ παρέχωνται εἰς αὐτὸν πάντα τὰ μέσα, ὅπως καθίστανται γνωστοὶ εἰς τοὺς πολίτας οἱ νόμοι καὶ αἱ ἄλλαι διατάξεις, ὥστε, ἐὰν παραβῶσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν αὐτοῖς οἱ νόμοι ἢ τὰ Διατάγματα, ἡ εὐθύνη αὐτῶν νὰ ἦναι δικαία καὶ εὔλογος. Ἡ δημοσίευσις λοιπὸν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πρᾶξις, ἐκ τῆς ὁποίας ἄρχεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐκτελέσεως εἴτε τοῦ Διατάγματος, εἴτε τοῦ νόμου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἀφοῦ διὰ Β. Διατάγματος μετετέθη ὁ δικαστὴς, καὶ ἡ μετάθεσις αὐτοῦ ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Ὑπουργὸς ἔκρινεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κοινοποιήσῃ τὴν μετάθεσιν εἰς τὸν μετατεθέντα, ὁδηγούμενος βεβαίως ὑπὸ εὐλόγου τινὸς ἀφορμῆς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ἔφθασεν ἡ εἰκοστὴ ἡμέρα, καὶ οὐδὲ μέχρι ταύτης εἶχε κοινοποιηθῆ εἰς τὸν μετατεθέντα ἡ μετάθεσις. Ἀλλὰ μετὰ τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν, καὶ ἄν δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν μετατεθέντα ἡ μετάθεσις, τὸ Β. Διάταγμα ἐκτελεῖται· οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ, νὰ προτείνῃ ἄγνοιαν τοῦ ὅτι διετάχθη ἡ μετάθεσις αὐτοῦ· ὑποτίθεται, κατὰ πλάσμα τοῦ νόμου, ὅτι μέχρι τῆς εἰκοστῆς ἡμέρας εἶχε λάβει γνῶσιν τῆς μεταθέσεώς του. Ἀφοῦ δὲ οὕτω θεωρεῖται ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τῆς μεταθέσεώς του, τί ἐπάγεται; ἡ ὑποχρέωσις αὐτοῦ ν’ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὴν θέσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μετετέθη. Δὲν ἔχει δὲ πλέον δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀναστείλῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο παραδέχομαι ἀκριβῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔδωκε περὶ τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1882, ὅτι σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ Διάταγμα τῆς παύσεως ἢ τῆς μεταθέσεως, τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συνήγαγε· διότι νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ὁ μετατιθέμενος δὲν δύναται νὰ προτείνῃ πλέον, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς μεταθέσεώς του, ἕπεται ἡ ὑποχρέωσίς του νὰ ἀπέλθῃ, καταλιμπάνων τὴν θέσιν, ἣν κατεῖχεν· ἐὰν δ’ ἐξακολουθῇ νὰ μένῃ ἐν τῇ αὐτῇ θέσει καὶ νὰ διαχειρίζηται τὴν ἀνατεθειμένην ἐν αὐτῇ ὑπηρεσίαν, τί παράγεται; Ἂν ὁ Ὑπουργὸς δὲν τιμωρήσῃ αὐτὸν ἐπὶ ἐξακολουθήσει ὑπηρεσίας, ἥτις ἀφῃρέθη ἀπ’ αὐτοῦ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ δημοσιευθέντος διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, οἱ πολῖται ὅμως, τῶν ὁποίων μετὰ τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν ἐκανόνισε τὰς σχέσεις, ἔχουσι τὸ δικαίωμα, οὐ μόνον νὰ παραπονεθῶσιν, ἀλλὰ καὶ, ἐὰν ζημιῶνται τὰ συμφέροντά των, νὰ κινήσωσι κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγὴν πολιτικὴν περὶ ἀποζημιώσεως. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐγώ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς βεβαίως ἔλαβε μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου, δὲν ἀμφισβητῶ δὲ, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ νομοθέται περὶ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου τοῦ 1882, ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν, ἤτοι ὅτι δι’ αὐτῆς ἐσκόπουν νὰ ματαιώσωσι τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ μετατιθεμένου, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς μεταθέσεώς του· ἀλλ’ ἡ περὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων γνώμη τῶν συνταξάντων αὐτοὺς δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, κατὰ τὸ λεγόμενον, ὅτι ὁ νομοθέτης μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου του ἀποθνήσκει· οἱ θέλοντες δὲ νὰ καταμάθωσι τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου πρέπει νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὴν μελέτην τοῦ γράμματος αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῆς ἐννοίας αὐτοῦ ἐν ἄλλαις ἐρεύναις· εἰς ἐμὲ δὲ αὐτὴν τὴν γνώμην μετέδωκεν ἡ τοιαύτη τοῦ νόμου μελέτη. Διὰ τοῦτο εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ζητήσῃ πάλιν τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβούλου, τὸν ὁποῖον συμβουλεύεται. Ἀλλὰ τοῦτο ἀνέμνησεν εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον καὶ συνάδελφον Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας τὰς καταχρήσεις τῶν Ὑπουργῶν, προβαλλόντων τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Νομικῶν Συμβουλίων, ἵνα ὑπ’ αὐτὰς καλύψωσι τὴν εὐθύνην των. Ἡ δημιουργία τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν θέσεων τῶν νομικῶν συμβούλων ἐνεδείχθη ὑπὸ τῆς πείρας. Κατὰ τοὺς παλαιοὺς χρόνους οἱ Ὑπουργοὶ ἐζήτουν γνώμην ἐπὶ τῶν ἀποριῶν, εἰς ἃς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περιήγοντο, παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὑπετίθετο, ὅτι ἦτο κάτοχος τῶν νόμων· ἀλλὰ συνέβαινεν ἐνίοτε νὰ μὴ ἦναι οὐδ’ αὐτὸς κάτοχος τῶν νόμων, νὰ ἀποδέχηται δὲ καὶ νὰ μεταδίδῃ ὡς γνώμας ἰδίας, ἐκείνας τὰς ὁποίας ὑπάλληλός τις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, συντάσσων τὰς ἀπαντήσεις πρὸς τοὺς αἰτοῦντας, ἔγραφεν ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα εἰσῆγεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ οὗτος ὑπέγραφεν. Ἕνεκα τούτου ἔν τισιν Ὑπουργείοις προσελήφθησαν νομομαθεῖς ὡς νομικοὶ σύμβουλοι. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, πολὺ πρὸ τοῦ νόμου περὶ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὑπῆρχε νομικὸς σύμβουλος, κατ’ ἀρχὰς μὲν ὁ Ἐμμανουὴλ Κόκκινος, μετέπειτα δὲ ὁ Νικόλαος Σαρίπολος. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγίνετο τότε εἴς τινα Ὑπουργεῖα, ἡ ἀνάγκη δ’ ἐγένετο καταφανεστέρα εἰς πάντα τὰ Ὑπουργεῖα, ἑπομένως καὶ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον νομικὸν σύμβουλον, ἐντεῦθεν δ’ ἐπῆλθεν ἡ δημιουργία τοῦ νόμου περὶ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος, μετὰ τοῦ ὁποίου συνέπραττεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλὰ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι ἀρχὴ ἐν τῇ Πολιτείᾳ, εἶναι σύμβουλοι τῶν Ὑπουργῶν, διδόντες εἰς αὐτοὺς γνώμας, ἐργαζόμενοι ἐν τοῖς γραφείοις, ὑπὸ τὰ παρασκήνια, ἀρχὴ δὲ κατεστάθησαν μόνον διὰ τὰ θέματα ἐκεῖνα τοῦ ἀμφισβητουμένου Διοικητικοῦ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκλήθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ν’ ἀποφασίζῃ ὁριστικῶς. Ἑπομένως, ἐὰν προβάλληται ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ νομικοῦ συμβούλου ἡ γνώμη πρὸς δικαιολογίαν πράξεώς τινος, ἡ μνεία αὕτη κακῶς γίνεται, κακῶς δὲ οἱ ποιούμενοι τοιαύτην μνείαν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ νομικοῦ συμβούλου ζητοῦσι νὰ καλύψωσιν ἰδίαν αὑτῶν εὐθύνην, ὁσάκις οἱ Ὑπουργοὶ ἐπικαλοῦνται τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ νομικοῦ συμβούλου ἐπὶ θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ Νομικὸν Συμβούλιον δὲν ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ν’ ἀποφασίζῃ ὁριστικῶς, οἷά εἰσι τὰ θέματα τοῦ ἀμφισβητουμένου Διοικητικοῦ. Ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν ὑπάρχει ἀκεραία, οὐδ’ ἀπαλλάσσει αὐτοὺς τῆς εὐθύνης ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ νομικοῦ συμβούλου, οὔτε ἁρμόζει εἰς ἡμᾶς νὰ ἐνδιαφερώμεθα νὰ μάθωμεν τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ νομικοῦ συμβούλου ἐπί τινος πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἴσως οἱ προβάλλοντες τοῦτο Ὑπουργοὶ ζητοῦσι δι’ αὐτοῦ νὰ δώσωσι κῦρος εἰς τὴν ἑαυτῶν γνώμην, ἀλλ’ εἶναι ὅλως περιττὴ ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη. Οὐδ’ ἐγὼ, προτρέψας τὸν Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον νὰ μελετήσῃ αὖθις τὴν ὑπόθεσιν, ἔπραξα τοῦτο διὰ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν εἶχε φωτισθῆ ἐπαρκῶς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δὲν εἶχε δίκαιον ἀπολύτως· ἐγὼ δὲ κρίνω ἀναγκαῖον νὰ περισταλῇ ἡ τάσις αὕτη τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή τις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, πρὸς περιστολὴν τῆς καταχρήσεως ταύτης. Ἴσως πρέπει νὰ νομοθετηθῇ, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἔχωσι μὲν ἕνα σύμβουλον, ἵνα δίδῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅταν οὗτοι εὑρίσκωνται πρὸ ἀποριῶν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, νὰ διατηρηθῇ δὲ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπί τινων μόνον ἀντικειμένων τοῦ ἀμφισβητουμένου Διοικητικοῦ.

§89Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ προέχει, νομίζω, τοῦ νομικοῦ ζητήματος, τὸ δὲ πολιτικὸν ζήτημα εἶναι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ διατάξας ὅσα διέταξεν, εἶχε γνώμην ἐν ἑαυτῷ, ὅτε ἔδιδε τὴν διαταγήν. Χθὲς καθωρίσθησαν τὰ γεγονότα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, πῶς ἐγένοντο, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο σύμφωνος καθ’ ὅλα, ἐζήτησεν ὅμως ἀναβολὴν, ὅπως τὴν γνώμην αὑτοῦ μορφώσῃ κατόπιν μελέτης τῆς διαταγῆς, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν.

§90Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, ὅπως μορφώσω γνώμην κατόπιν μελέτης τῆς διαταγῆς, ἣν ἐξέδωκα. Τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχον καὶ χθές, ἣν καὶ σήμερον ἀνέπτυξα. Εἶπον ἁπλῶς χθές, ὅτι σήμερον θὰ δώσω πλείονας πληροφορίας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἀφοῦ διεξέλθω τὸν σχετικὸν φάκελον καὶ παρατηρήσω τὰς ἡμερομηνίας τῶν σχετικῶν ἐγγράφων.

§91Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§92ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον ἀναμιχθῆ ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ μὲ προεκάλεσεν ὁ ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, νομίσας ὅτι ἐγὼ εἶχον ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· καὶ ἐπειδὴ μὲ προεκάλεσε, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγείρεται, εἶναι τυπικὸν, νομικόν· εἶναι ὅμως καὶ οὐσιαστικὸν, τῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου, περὶ οὗ πρόκειται, προεκλήθη ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸ τοῦ νόμου τούτου, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, — διότι προχείρως ἔρχονται ταῦτα τὰ ζητήματα. — Ἔπρεπε τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ ἀποδείξεις τῆς κοινοποιήσεως τῆς μεταθέσεως ἢ τῆς ἀπολύσεως, διὰ νὰ παύσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὑτοῦ ὁ ὑπάλληλος. Ἵνα ἀποφύγῃ λοιπὸν τὸν κίνδυνον τοῦτον τὸ Δημόσιον, προὐκάλεσε βεβαίως τὸν νόμον τοῦτον. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη, περὶ κυρώσεως Διατάγματος καὶ δημοσιεύσεως Διατάγματος, βεβαίως εἶναι ἐπιστημονικῶς ἐσφαλμένον, ὡς διετύπωσεν αὐτὸ ὁ ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εἰπὼν ὅτι, ὅταν τὸ Διάταγμα ἢ ὁ νόμος κυρῶται, καὶ διατάσσηται ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ, αὐτὸ ἐπέχει τόπον κοινοποιήσεως...

§93ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.

§94ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Δὲν ἐπέχει τόπον κοινοποιήσεως ἡ τοιαύτη διαταγὴ, διότι ἡ κύρωσις τοῦ Διατάγματος, ἢ ἡ διαταγὴ πρὸς δημοσίευσιν, εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ὑπάρχει τὸ Διάταγμα ἢ ὁ νόμος. Ἄλλη εἶναι ἡ δημοσίευσις εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ αὐτοῦ ἠγέρθη ἄλλοτε ζήτημα, ὅτε ἐν παρῳχημένοις χρόνοις Κυβέρνησίς τις ἐνόμισεν, ὅτι δι’ ἐγκυκλίου ἠδύνατο νὰ καταργῇ τοὺς νόμους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὸ εἰκοσαήμερον νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ τὸν ὑπάλληλον. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα οὐσιαστικὸν, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχει τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐφήρμοσα· δὲν διστάζω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀμφισβητούμενον. Διότι τί θέλετε νὰ γείνῃ; Ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ἐτοποθετήθη ἕτερος ὑπάλληλος εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ μετατεθεὶς ἢ ἀπολυθείς· ὅλαι αἱ πράξεις αὐτοῦ θὰ ὦσιν ἄκυροι; Βεβαίως ὄχι. Καὶ ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Διὰ τοῦτο πολλάκις ἀνακαλοῦνται τὰ μήπω ἐκτελεσθέντα Διατάγματα. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔπρεπεν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο, διότι ὑπάρχει ἀντίθετος γνώμη. Ὑποθέσατε ὅτι εἰς τὸν κ. Βαρατάσην ἐκοινοποιήθη τὸ Διάταγμα· ποίαν θέσιν κατέχει ὁ Βαρατάσης; Θὰ ἦναι καὶ ὁ Βαρατάσης δικαστής, καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μετετέθη, μετὰ τὸ εἰκοσαήμερον, ἐνῷ μία ὑπάρχει θέσις δικαστοῦ ἐν Σμύρνῃ; Ἀναμφισβητήτως οὐχί. Προέρχονται ἄτοπά τινα, ὡς βλέπετε, ἀλλὰ τὰ ἄτοπα εἶναι ἁπλῶς τυπικά· οὐσιαστικῶς βεβαίως δὲν ὑπάρχουσι. Καὶ ἔσπευσα νὰ δηλώσω τὴν γνώμην μου ταύτην, διότι μὲ ἔψεξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐφήρμοσα τὸ αὐτὸ σύστημα. Ἴσως εἰς περίπτωσίν τινα μετὰ τὸ εἰκοσαήμερον δὲν εἶχε κοινοποιηθῆ ἡ μετάθεσις εἰς ὑπάλληλόν τινα δικαστικόν, καὶ ἀνεκάλεσα τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο. Δὲν εὑρίσκω τοῦτο ἄτοπον, διότι δικαιοῦται ὁ Ὑπουργός, ἐν ὅσῳ τὸ Διάταγμα δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν ὑπάλληλον, ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτό. Αὐτὴν τὴν γνώμην νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ δηλώσω, ἵνα μὴ φανῶ ἀντιφατικός. Ἐγὼ παρεπονέθην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐπανειλημμένως, ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀτόπου ἢ φαινομένου ἀτόπου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπικαλεῖται τοὺς προκατόχους του ἀορίστως. Τὸ ζήτημα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει, καὶ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν, εἶναι ἕτερον, ὅτι διὰ τοιαύτην θέσιν ἐν Σμύρνῃ ἀκολουθεῖτε τὴν γνώμην, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐγείρῃ ζητήματα καὶ θόρυβον. Καὶ διατὶ δὲν ἐφαρμόζετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνήθως γίνεται; Περὶ αὐτοῦ βεβαίως δύνασθε νὰ θεωρηθῆτε, ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν ἐνηργήσατε καλῶς.

§95Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, διΐσταμαι πρὸς τὸν φίλον μου ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον κ. Γουναράκην, εἰπόντα ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν, ἢ μᾶλλον, ὅτι τοῦ νομικοῦ ζητήματος προέχει τὸ πολιτικόν. Ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον συμβαίνει· προέχει τὸ νομικὸν ζήτημα τοῦ πολιτικοῦ, καὶ ὅταν λυθῇ τὸ νομικὸν ζήτημα, δὲν ὑπάρχει πολιτικόν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δέ, ἐτέθη καθαρῶς τὸ νομικὸν ζήτημα...

§96ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι εἰς τὴν ἑρμηνείαν ὑπάρχουν πολλαὶ γνῶμαι, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι μεταξὺ τῶν δύο γνωμῶν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὴν μίαν, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ τὴν ἔχῃ, καὶ τότε βεβαίως δὲν ὑπῆρχε ζήτημα.

§97Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ὅτι δὲ προέχει τὸ νομικὸν ζήτημα, ἀπόδειξις ὅτι δὲν διΐσταμαι πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἐὰν ἦτο πολιτικόν, θὰ μὲ ἐβλέπατε διϊστάμενον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόδειξις ἡ πραγματικωτέρα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ νέα ἀπόδειξις περὶ ὅσων λέγω, διότι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου, ὡς ἐτέθη καὶ ὡς δέον νὰ ἑρμηνευθῇ, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ κατὰ τοὺς τρεῖς τρόπους τῆς ἑρμηνείας. Ἔχομεν πρῶτον τὴν γραμματικὴν ἑρμηνείαν, καὶ θέλομεν ἴδει, ὅτι (ἀναγινώσκει) «μετὰ παρέλευσιν 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεως τοῦ περὶ τῆς ἀπολύσεως, ὑποβιβασμοῦ ἢ μεταθέσεως δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου Β. Διατάγματος ἢ ὑπουργικῆς πράξεως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη τοιαύτη μεταβολή». Τὸ «δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν» χωρίζει τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς ὁποίας τὸ δικαίωμα μένει ἀκέραιον, καὶ ὁρίζει τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόκειται ὁ ὑπάλληλος, νὰ ὑπαχθῇ, καὶ οὐδεμίαν νὰ φέρῃ ἀντίρρησιν περὶ τούτου. Εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὸν Ὑπουργόν, τὸν προκαλοῦντα τὴν ἔκδοσιν τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀφίνεται τὸ δικαίωμα, καί, συμφώνως πρὸς τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Διάταγμα, εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἀφίνεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος...

§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι ἀφίνεται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἀλλὰ παραγγέλλεται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.

§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, παραγγέλλεται. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις προκαλεῖ τὸ Διάταγμα τοῦτο, γνωρίζει τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ θὰ ἦτό τι αὐθαίρετον νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς, ὅστις εἶναι ἀνεύθυνος, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἤθελε παραγγείλει τόσον ἐπιτακτικῶς τὴν ἐκτέλεσιν. Αὕτη εἶναι ἡ σκέψις, ἣν ἀρύεταί τις ἐκ τῆς γραμματικῆς ἑρμηνείας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀσάφεια εἰς τὸν νόμον, πρέπει νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν λογικὴν ἑρμηνείαν, καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἱστορικὴν ἑρμηνείαν, καὶ χωρὶς νὰ θέλω ν’ ἀμφισβητήσω τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ῥηθὲν, ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου ὁ νομοθέτης ἀπέθανεν, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀνάγεται εἰς τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους, ἀλλ’ ἔχομεν μεταξὺ ἡμῶν τοὺς συγχρόνους νομοθέτας, τοὺς συμπράξαντας εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουσιν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἱστορικὴ βάσις αὐτοῦ, τότε ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἀποκεκαλυμμένην τὴν rationem legis. Ἡ ἱστορικὴ δικαιολογικὴ βάσις, τὴν ὁποίαν δὲν εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης, εἶπεν ὅμως ὁ κ. Κροκιδᾶς, εἶναι, ὅτι εἰρηνοδίκης τις ἐπαύθη, διατελῶν δὲ ἐπὶ πολὺ φυγόδικος, καὶ μὴ κατορθωθείσης τῆς πρὸς αὐτὸν κοινοποιήσεως τῆς παύσεως, ἐζήτει ἔπειτα τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν του. Ἂς ἀναζητήσωμεν δὲ καὶ τὴν λογικὴν ἑρμηνείαν, ἥτις εἶναι κατάφωρος, μὴ ἐπιδεχομένη σοβαρωτέραν ἀμφισβήτησιν. Ἦτο δυνατὸν ὁ νομοθέτης νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τοιοῦτον περιορισμὸν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς ἣν ἀφίνεται τὸ δικαίωμα διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, ἦτο δυνατὸν ὁ νομοθέτης τοιαύτην αὐστηρὰν ἑρμηνείαν νὰ δώσῃ εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν; Ἔχομεν τὴν πεῖραν, καὶ ἔχομεν πάντας τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες συνομολογοῦσιν, ὅτι μετὰ τὸ εἰκοσήμερον διάστημα πολλάκις παρῆλθον καὶ ἄλλαι 20 ἡμέραι· εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ παρέλθωσι καὶ μῆνες μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος, καὶ νὰ μένωσιν εἰς τὰς προτέρας θέσεις των οἱ μετατεθέντες, διότι τοῦτο ἦτο τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ ἐκτελέσῃ ὁποτανδήποτε θελήσῃ τὸ Διάταγμα. Διότι, ἀφοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος, εἶναι δυνατὸν καὶ ν’ ἀναβάλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ εἰς περιπτώσεις ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου...

§100ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τοῦ νόμου, μάλιστα· μετὰ τὸν νόμον, ὄχι πλέον.

§101Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Στηρίζεσθε εἰς ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δὲν παρέχει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐφοβήθησαν οἱ ἀντιλέγοντες, εἶναι, μήπως πράξεις δικαστικαὶ ἀκυρωθῶσι συνεπείᾳ κακῆς συνθέσεως τοῦ Δικαστηρίου. Ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Κροκιδᾶς, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐλύθη οὐχὶ συμφώνως μὲ τὴν ἰδέαν σας ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐγεννήθη ὅμως καὶ μία ἑτέρα ἀπορία: τί θὰ γένηται, ὅταν καὶ ὁ νεωστὶ μετατεθεὶς εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Σμύρνης δικαστὴς μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του; Τίς ἐκ τῶν δύο δικαστῶν θὰ ᾖναι ὁ ἐνεργῶν; Ἀλλ’ εἶναι προφανὲς, ὅτι, ὅταν παρουσιασθῇ καὶ παραλάβῃ ὁ ἕτερος, θὰ παύσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ προκατόχου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐγεννήθη, διότι ὁ ἕτερος δὲν μετέβη εἰσέτι εἰς τὴν θέσιν του. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ προκειμένῳ ὑπαγορεύει τὴν λύσιν ταύτην, καὶ ὅτι δὲν δεῖται εὐρυτέρας ἑρμηνείας καὶ συζητήσεως τὸ ζήτημα, διότι καὶ ἡ γραμματικὴ καὶ ἡ ἱστορικὴ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἐκ τῶν γεγονότων ἑρμηνεία, ἡ ἐπίσημος τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἡ πεῖρα ἡ μέχρι τοῦδε ἀπέδειξαν, ὅτι καὶ τὸ εἰκοσαήμερον ἐὰν παρέλθῃ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, δὲν λαμβάνει τὸν πῖλόν του ὁ ὑπάλληλος νὰ ἀναχωρήσῃ πρὶν ἢ ἔλθῃ ὁ ἕτερος νὰ παραλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν. Διότι, ἂν τοῦτο συνέβαινε, τί θὰ εἴχομεν; Λάβετε ἓν παράδειγμα· μετατίθενται οἱ Νομάρχαι Κερκύρας καὶ Λαρίσης ἀμοιβαίως, παρέρχονται 20 ἡμέραι, καὶ δὲν ὑπάρχει καὶ Γραμματεὺς Νομαρχίας. Ἐὰν παρέλθῃ τὸ εἰκοσαήμερον διάστημα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς μεταθέσεως χωρὶς νὰ προβῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν κοινοποίησιν, διατάξῃ δὲ αὐτοὺς νὰ μένωσιν εἰς τὰς θέσεις των, ὑποχρεοῦνται οὗτοι νὰ ἀποχωρήσωσι καὶ ν’ ἀφήσωσι κλειστὰς τὰς Νομαρχίας;

§102Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Οὐδεὶς εἶπε τοῦτο.

§103Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τοσοῦτον κενὸν ἐν τῷ πνεύματι τοῦ νομοθέτου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ.

§104Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις ἀπολήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι κακῶς διατετυπωμένος, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ νομοθετικὴ ἑρμηνεία, διότι ὁ νόμος δὲν κανονίζει μόνον τὰ μεταξὺ τοῦ Κράτους, ἤτοι τῆς Πολιτείας, καὶ τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ὁ νόμος δύναται νὰ γεννήσῃ καὶ προσβολὴν δικαιωμάτων τρίτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐρρήθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ μὴ κοινοποιήσῃ, καὶ ἐγὼ παραδέχομαι· ὅτι δηλ. ἔχει τοιαύτην ἐλευθερίαν· ἀλλὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἀντίκειται δυστυχῶς εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν. Διατί; Ὁ νόμος, ὡς εἶναι διατετυπωμένος, λέγει ὅτι μετὰ τὸ εἰκοσαήμερον ὁ ὑπάλληλος εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀναχωρήσῃ. Λοιπὸν ἀπελύθη ὁ εἰρηνοδίκης Α ἢ ὁ ὑπάλληλος Β· μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας θεωρεῖται νομίμως ἀπηλλαγμένος τῆς ὑπηρεσίας, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ καθήκοντά του. Ἐὰν τὰ ἐξακολουθήσῃ, τί θὰ συμβῇ; Θὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς. Ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος δυνάμει τοῦ νόμου ὀφείλει μετὰ 20 ἡμέρας νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸν εἴτε μετατεθέντα, εἴτε ἀπολυθέντα, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἐκτελῶν τὰ καθήκοντά του, τιμωρεῖται ποινικῶς. Τοιαύτας συνεπείας ἔχει ὁ νόμος, ὡς εἶναι διατετυπωμένος· καὶ ἡμεῖς ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι κακῶς διετυπώθη, διότι δὲν εἶχεν ὁ νομοθέτης τοιαύτην πρόθεσιν. Ὥστε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ μίαν νομοθετικὴν ἑρμηνείαν, διὰ νὰ προλάβωμεν πολλὰ ἀτοπήματα.

§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐτυχῶς μέχρι σήμερον διεφύγομεν τοὺς κινδύνους, οὓς πρὸ ὀλίγου ἐπέσεισεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν· διότι, καίτοι ἐγένετο διαρκὴς ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καθ’ ὃν τρόπον καὶ σήμερον γίνεται, ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν γνωρίζω ἀγωγήν, ἐγερθεῖσαν πρὸς ἀκύρωσιν ἀποφάσεως δικαστοῦ, τυχὸν παραμείναντος πέραν τῶν 20 ἡμερῶν ἐν τῇ θέσει, ἀφ’ ἧς ἀπελύθη, οὔτε προξενικοῦ δικαστοῦ, οὔτε Προξένου δικαστοῦ, καὶ οὐδεμίαν ἀπόφασιν γνωρίζω, ἐπιδικάζουσαν ἀποζημίωσιν λόγῳ προσβολῆς τῶν δικαιωμάτων ἐκείνου, ὅστις εἶχε τὸ συμφέρον, νὰ ἀπέλθῃ, κατὰ τὸ εἰκοσαήμερον τουλάχιστον, ὁ μετατεθεὶς ἢ ἀπολυθείς. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου δὲν μοι φαίνεται ἀσαφής· καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀσαφὴς ἡ διάταξις, ἀποδεικνύει καὶ τοῦτο, ὅπερ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἤκουσα, ὅτι καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐπιληφθεὶς τοῦ ζητήματος, ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι ὁ νόμος ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀληθῶς ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ δώσῃ εἰς αὐτόν. Εἶναι ἐν τούτοις γενικῶς ἀληθές, ὅτι πᾶσα φράσις ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν, καὶ ἐνταῦθα ἀποδεικνύεται μίαν ἔτι φορὰν ἐκεῖνο, ὅπερ, Λατινιστὶ ἐκφερόμενον, γινώσκει κάλλιστα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κρανάης, ὅτι πᾶς ὁρισμὸς εἶναι ἐπικίνδυνος, διότι σπανίως δὲν δύναταί τις ν’ ἀνατρέψῃ αὐτόν. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ὁρισμοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν οἱονεὶ ὁρισμόν. Καὶ ὅταν θέλῃ τις νὰ συζητῇ, δύναται ν’ ἀνατρέψῃ καὶ αὐτόν, ἀλλ’ ἡ ἀνατροπὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλον χαρακτῆρα ἢ χαρακτῆρα ἐντέχνου ἐπιχειρήματος. Ὁ λόγος τοῦ νόμου εἶναι γνωστός· ὁ νομοθέτης βεβαίως, ἅμα νομοθετήσῃ, ἀπέθανεν, ὡς συνήθως λέγεται, καὶ οἱ συμπράξαντες εἰς τὴν νομοθέτησιν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου οὐδὲν δικαίωμα, μεῖζον οἱουδήποτε ἄλλου ἔχουσι, νὰ φέρωσι γνώμην ἑρμηνευτικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος, δηλαδὴ γνώμην ἐπικρατοῦσαν. Ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν ὁ νομοθέτης ἀπέθανεν, ἐπέζησε τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ πᾶς μεταχειρισθεὶς τὸν νόμον μετὰ τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιφέρῃ τὰς κρίσεις αὐτοῦ. Ὁ νόμος οὗτος τίνα σκοπὸν ἔχει; Ἔχει τὸν σκοπὸν νὰ ὑποχρεώσῃ τὰς Κυβερνήσεις, πάσας αὐτῶν τὰς πράξεις ν’ ἀνακοινῶσι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑποχρεώσῃ καὶ τοὺς πολίτας νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν πράξεων τούτων, τῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευομένων. Ὅτε ὁ νομοθέτης προσέκρουσεν εἰς τὸ ἐρώτημα, τί γενήσεται, ὁσάκις ὑπάρχωσι πολῖται, κατέχοντες οἱανδήποτε πολιτικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ ἐξαρτῶντες τὴν ἐργασίαν αὐτῶν ἐκ Διατάγματος δημοσιευθέντος, καὶ οὗτοι ἰσχυρίζωνται, ὡς συνέβη πολλάκις νὰ εὑρεθῶσιν οἱ τοιαῦτα ἰσχυρισθέντες, ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐγένετο εἰς αὐτοὺς ἡ κοινοποίησις, τότε ἠναγκάσθη ὁ νομοθέτης νὰ νομοθετήσῃ εἰδικῶς· εἶπε δὲ τότε, σαφέστατα, κατ’ ἐμέ, ἐκεῖνα, ἅτινα, ἀναγινωσκόμενα μετὰ προσοχῆς, εἰς μίαν λύσιν μόνον δύνανται νὰ φέρωσιν (ἀναγινώσκει): «Μετὰ παρέλευσιν 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεως τοῦ περὶ τῆς ἀπολύσεως, ὑποβιβασμοῦ ἢ μεταθέσεως δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου Β. Διατάγματος ἢ Ὑπουργικῆς πράξεως, δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτὸν ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη ἡ τοιαύτη μεταβολή.» Ἐὰν δὲν ἐπιτρέπηται εἰς αὐτὸν ἡ ἀμφισβήτησις, ὅτι δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη ἡ τοιαύτη μεταβολή, ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς τὸν ἀπέναντι αὐτοῦ εὑρισκόμενον ἁρμόδιον προϊστάμενον νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτόν: «Σοὶ παραγγέλλω νὰ μείνῃς ἐκεῖ, καὶ ἀναλαμβάνω ἐγὼ τὰς εὐθύνας, ἃς πᾶσα δημοσία ἀρχὴ ἀναλαμβάνει, δίδουσα διαταγάς. Σοὶ ἐπιτρέπω νὰ μείνῃς, καὶ δὲν ἔχεις νὰ φοβηθῇς τὸν κίνδυνον τὸν ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου τούτου, διότι ἐνταῦθα ἀμφισβήτησις δὲν ὑπάρχει, διότι θέλεις ἔχει τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι κατὰ διαταγήν μου ἔμεινες εἰς τὴν θέσιν σου.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο οὐδεμίαν τῶν διατάξεων τῶν ὀργανικῶν νόμων ἔθιξε, καὶ ἔχετε καθημερινὰ παραδείγματα, ἅτινα λαμβάνομεν εὐκολώτερον ἐκ τοῦ κλάδου τῶν ὑπαλλήλων τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν ταμιῶν π. χ., οἵτινες μετατίθενται κατὰ τὸν Ταμιακὸν νόμον, δὲν δύνανται ὅμως ν’ ἀπέλθωσι τῆς θέσεως αὐτῶν πρὶν ἢ παραδώσωσι τὸ Ταμεῖον εἰς τὸν διάδοχον αὐτῶν. Ἀπολύεται ὁ ταμίας, ἀλλὰ παραγγέλλεται νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν, ἣν κατέχει, ἵνα παραδώσῃ εἰς τὸν διάδοχον, καὶ παραγγέλλεται ὀρθῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ...

§106ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ταμίας ναί, ὁ δικαστὴς ὄχι.

§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὴ βιάζεσθε... Παραγγέλλεται νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ τὴν τέως, καί μένει δύο καὶ τρεῖς μῆνας, καὶ μένων μισθοδοτεῖται, καὶ ἡ τοιαύτη μισθοδοσία ἐπιδρᾷ ὑπὲρ τῆς συντάξεως αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις διὰ τοὺς ταμίας. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις, ἀλλὰ τοῦτο γίνεται ἕνεκα τῆς ἰδιαιτέρας ἀνάγκης ν’ ἀσφαλισθῶσι τὰ χρηματικὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἆρά γε ὑπάρχει διάταξις, λέγουσα ὅτι Διάταγμα, ὅπερ ἐξέδωκεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δὲν δύναται αὐτὴ αὕτη νὰ ἀναστείλῃ, ἐφ’ ὅσον χρόνον αἱ ἀνάγκαι τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας τοῦτο ἀπαιτοῦσιν; Ἐὰν τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῆτε ἄλλως, ἠθέλετε καταστήσει ἀδύνατον τὴν ὑπόστασιν δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ Ὑπουργείων. Δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι τῆς τοιαύτης ἀναστολῆς πρέπει νὰ γίνηται μετὰ φειδοῦς χρῆσις. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πολιτικὸς ἀνήρ, διαχειρισθεὶς τὰ δημόσια, ὅστις ἅπαξ ἢ δὶς ἢ τρὶς δὲν ἠναγκάσθη ν’ ἀναστείλῃ τοιαύτας διαταγὰς, φερούσας τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν ἰδίαν, διότι ἡ διοίκησις τῶν πραγμάτων εἶναι ἀδύνατος ἄλλως. Τὰ πάντα εἶναι ἀνθρώπινα. Καὶ ὁ τὰς καλλίστας προθέσεις ἔχων καὶ τὸν ἄριστον νοῦν καὶ τὴν μεγίστην διοικητικὴν ἱκανότητα, ἀνακαλύπτων τὴν ἐπιοῦσαν εἰδικῆς τινος πράξεως, ὅτι αὕτη κακῶς ἐγένετο, ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν αὐτῆς· ἢ, ἀνακαλύπτων ὅτι ἡ πρᾶξις, ὡς ἐγένετο, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἀναβάλλει τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Ἐὰν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ἀναστολῆς ὁ Ὑπουργὸς πταίσῃ, ζητεῖται ἀπ’ αὐτοῦ λόγος. Καὶ ἐπὶ τούτῳ κεῖνται αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι. Ἐὰν ἡ ἀναστολὴ Διατάγματος ἀπαιτῆται ἀναγκαίως, θὰ πεισθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναστείλῃ τὸ Διάταγμα, ἄνευ εἰδικῆς διατάξεως. Λαμβάνομεν ὡς παράδειγμα τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν. Πᾶς Πρόξενος εἶναι καὶ δικαστής. Ἐὰν ἀφαιρέσῃ τις τρία σημεῖα, ἐν οἷς ὑπάρχουσιν εἰδικὰ Προξενικὰ Δικαστήρια, οἱ Πρόξενοι εἶναι καὶ δικασταί. Ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἀντίθετος γνώμη, οὐδεμία θὰ εὑρεθῇ πρᾶξις προξενικὴ δικαστικὴ μὴ ἄκυρος, ἀπὸ καταβολῆς τοῦ νόμου τούτου, ἐν ὥρᾳ ἐφαρμογῆς μεταθέσεως. Διότι οὐδέποτε, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐγένετο μετάθεσις Προξένου καὶ ἐξετελέσθη ἐν τῷ διαστήματι τῶν 20 ἡμερῶν. Ἐὰν ἐν τῷ διαστήματι τῷ ἀπαιτουμένῳ, ἵνα ὁ ἕτερος Πρόξενος μεταβῇ καὶ παραλάβῃ τὴν νέαν του θέσιν, ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, οὐδεμία ἵσταται ὀρθία. Πληθὺς τοιούτων παραδειγμάτων ὑπάρχει, ἅτινα δύναταί τις νὰ εὕρῃ, ἀναδιφῶν τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ἕν, ὅπερ μοὶ ἐνετυπώθη εἰς τὴν μνήμην, ὡς ἐκ τοῦ προσώπου, ὅπερ κατεῖχε τὴν θέσιν. Εὗρον Γενικὸν Πρόξενον ἀπολελυμένον ἐν ἔτει 1886, καὶ ἔχοντα παραγγελίαν τοῦ ἀπολύσαντος Ὑπουργοῦ νὰ ἀναμείνῃ τὴν μετάβασιν τοῦ διαδόχου αὐτοῦ. Παρῆλθον μῆνες, ἀφ’ ἧς παρέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, —καίτοι ἐζήτησα τὸ ταχύτερον,— ἵνα τοποθετήσω αὐτὸν εἴτε εἰς αὐτὸ, εἴτε εἰς ἄλλο μέρος, μὴ ἐγκρίνων τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἐνήργησε πλείστας δημοσίας ὑποθέσεις, καὶ οὐδεὶς ἐφαντάσθη, ὅτι αἱ πράξεις αὐτοῦ ἦσαν ἄκυροι, οὐδεὶς ἐφαντάσθη, ὅτι ὁ Ὑπουργός, ὁ διατάξας τὴν ἀπόλυσιν, ἧς ἔκρινεν αὐτὸν ἄξιον, παρημέλησεν ἢ ὑπερέβη τὸ μέτρον τῆς ἀδείας, ἣν εἶχεν ἐκ τοῦ Συντάγματος, παραγγέλλων τῷ ἀπολελυμένῳ Προξένῳ νὰ μείνῃ εἰς ἣν εἶχε θέσιν, μέχρις ἐλεύσεως τοῦ διαδόχου. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι αὕτη. Καὶ ἡ φράσις τοῦ νόμου εἶναι τόσον μετὰ προσοχῆς ἐκλελεγμένη, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει ἀμφιβολίαν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ εἴπῃ τις ἐν δυσὶ γραμμαῖς σαφέστερον τὸ πρᾶγμα, καὶ μόνον ἐὰν θελήσῃ τις ν’ ἀπαιτήσῃ ἑρμηνείαν, καὶ ἀναγκασθῇ διὰ περιόδου ὅλης, ἥτις θέλει ἔχει χαρακτῆρα γνωμοδοτήσεως νομοδιδασκάλου, ἢ αἰτιολογίας δικαστικῆς ἀποφάσεως, νὰ εἴπῃ τὸ πρᾶγμα, τότε μόνον θέλει εἴπει αὐτὸ σαφέστερον. Μεταχειριζόμενος ὅμως διατύπωσιν νομοθετικὴν, ἀμφιβάλλω, ἂν δύναται νὰ εὕρῃ σαφεστέραν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ συζήτησις δύναται νὰ ταράξῃ τὴν δικαστικὴν συνείδησιν καὶ γεννήσῃ ἀμφιβολίας παρὰ τοῖς δικασταῖς, βεβαίως ἐνδείκνυται ἡ ὑποβολὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχεδίου, ἑρμηνεύοντος τὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, ἀρκεῖ ἡ διάταξις, διότι τὸ γράμμα εἶναι σαφὲς, καὶ ὅπου τὸ γράμμα εἶναι σαφὲς, συμπίπτει δὲ καὶ ἡ αἰτία τοῦ νόμου νὰ ἦναι σαφὴς, εἶναι περιττὴ πᾶσα ἄλλη ἑρμηνεία.

§108ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ οὗ ὁ λόγος, παρέλκει, διότι ἡ Βουλὴ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἐνασκεῖ καθήκοντα νομοθετικὰ, δὲν ἔχει πρὸ αὐτῆς νομοσχέδιον ἑρμηνευτικὸν τοῦ νόμου, ἵνα ψηφίσῃ, ἀλλ’ ἐνασκεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐλέγχου πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Θὰ ἐξετάσῃ λοιπὸν τὸν νόμον, μόνον καθ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς παρέβη αὐτὸν καὶ ἑπομένως ὀφείλει εὐθύνας πολιτικὰς ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης κατεδείχθη, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι διατάξεως ἀμφισβητουμένης. Τοῦτο καὶ μόνον ἀρκεῖ, κατ’ ἐμὲ, ὥστε πᾶσα περαιτέρω συζήτησις νὰ παύσῃ· διότι, οἱανδήποτε ἑρμηνείαν δώσωμεν, ἢ οἱανδήποτε γνώμη φανῇ ὅτι ἔχει ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, εἰς οὐδὲν δύναται ν’ ἀπολήξῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Τοὐναντίον τοῦτο δύναται νὰ ἐπενέγκῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἄρτι ἑρμηνεύσας τὸν νόμον κ. συνάδελφος ἐνέδειξεν, ὅτι δηλαδὴ δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ γνώμη τῶν πολιτῶν περὶ τοῦ κύρους τῶν πράξεων τοῦ ὑπαλλήλου, περὶ οὗ πρόκειται. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἡ συζήτησις, διότι δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην τοῦ δικαστοῦ, ὅστις ἐπὶ τέλους θ’ ἀποφανθῇ, ἐὰν αἱ πράξεις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαλλήλου εἶναι ἔγκυροι ἢ ἄκυροι, τὰ δὲ Δικαστήρια μένουσι πάντοτε ἐλεύθερα νὰ ἑρμηνεύσωσι τὸν νόμον, ὡς εἰς αὐτὰ δοκεῖ, πλὴν ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκδώσῃ νόμον ἑρμηνευτικόν, ὅστις τότε θὰ ἦναι ὑποχρεωτικός. Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἡ Βουλὴ συζητεῖ; Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς φαίνεται σφάλλων, διότι δὲν ἐξετέλεσε τὸ Διάταγμα τῆς μεταθέσεως τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου κ. Βελλίνη ἐκ τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου Σμύρνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, —καὶ κατὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ φέρω τὴν μαρτυρίαν μου εἰς ὅσα ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Γουναράκης εἶπεν, —ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐφάνη μεταβάλλων γνώμην, διότι χθὲς ἤκουσα αὐτὸν λέγοντα, καὶ μετ’ ἐμοῦ πολλοὶ τῶν συναδέλφων, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἤγειρεν ἀμφιβολίαν, ἐὰν πρέπει ἤδη νὰ κοινοποιηθῇ τὸ Διάταγμα, ἢ θὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ καταχώρισις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐπέχει τόπον κοινοποιήσεως· προσέθηκε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀμφισβητήσιμον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, γινώσκω ἐκ τῆς πείρας μου, ὡς νομικοῦ συμβούλου καὶ ὡς Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ πρακτικὴ, ἡ παρὰ πᾶσι τοῖς Ὑπουργείοις κρατοῦσα, εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποστηριχθεῖσα, καὶ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλη ἢ ἡ πρακτικὴ ἡ ἀκολουθουμένη παρ’ ὅλων τῶν Ὑπουργῶν, προκειμένου περὶ ἀπολύσεως, μεταθέσεως, προβιβασμοῦ ἢ ὑποβιβασμοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἀρκεῖ, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἀναγνώσῃ τις τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ νὰ ἔχῃ ἐμπειρίαν τινὰ περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη κεῖται κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ μετατιθεμένου, ἀπολυομένου κλπ., καὶ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, τουτέστι τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ὁ νόμος δὲν ἠθέλησε νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀποδείξεως ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως. Διότι τί λέγει; Ὁ ὑπάλληλος ὁ μετατεθεὶς δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, καὶ διὰ ν’ ἀμφισβητήσῃ, πρέπει νὰ νοηθῇ διένεξις μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ὑπηγόρευσεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, διότι ὑπῆρξαν ὑπάλληλοι μετατεθέντες ἢ ἀπολυθέντες, οἵτινες μετεβλήθησαν εἰς ἀνεστίους καὶ ἀστέγους, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τοὺς εὕρῃ τις, ἵνα τοῖς κοινοποιήσῃ τὴν ἀπόλυσιν ἢ τὴν μετάθεσιν· διότι, κατὰ τὰ κρατοῦντα τότε, ἡ διοικητικὴ κοινοποίησις δὲν ἐγίνετο καθ’ ὡρισμένον τύπον· ἤρκει εἷς κλητὴρ δικαστικὸς νὰ ἐγχειρίσῃ τὸ ἔγραφον τῆς ἀπολύσεως ἢ μεταθέσεως, χωρὶς οὔτε ἀπόδειξιν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, οὔτε ἐπιδοτήριον νὰ συντάξῃ. Εἰς πλείστας λοιπὸν δίκας, ἃς τὸ Δημόσιον ὑπέστη ἐκ μέρους τοιούτων ὑπαλλήλων, ἐπληρώθησαν ἀδίκως εἰς παυθέντας ὑπαλλήλους πολλαὶ μισθοδοσίαι, καὶ ὑπάρχουσι παραδείγματα, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐπληρώθησαν μισθοὺς πολλῶν ἐτῶν διότι δὲν ἀπεδείχθη ἡ ἐπίδοσις τῆς ἀπολύσεώς των. Τοῦτο προεκάλεσε τὴν διάταξιν ἐκείνην· ἀλλ’ οὐδέποτε ἐξ αὐτῆς δύναται νὰ ἐξαχθῇ, ὅτι ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀρχῆς, ἐξ ἧς ἐκπορεύεται ἡ παῦσις, ἡ μετάθεσις κλπ.· μένει δὲ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ ἐκτελέσῃ, ὅταν κρίνῃ ἀναγκαῖον, τὸ Διάταγμα, ἀφοῦ δύναται καὶ νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ. Ὁ ὑπάλληλος ὅμως δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ ἀπόλυσις ἢ ἡ μετάθεσις δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν αὐτοῦ εἴκοσιν ἡμέρας μετὰ τὴν καταχώρισίν της εἰς τὴν Ἐπίσημον Ἐφημερίδα, ἐὰν θελήσῃ νὰ διεκδικήσῃ δικαιώματα κατὰ τοῦ Δημοσίου. Τώρα, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κακῶς ἔπραξε, μὴ κοινοποιήσας τὴν μετάθεσιν, — καίτοι δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἐξενεχθῇ μομφὴ κατ’ αὐτοῦ, διότι δὲν ἐφήρμοσε τὸν νόμον, ὡς πάντες οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ νῦν καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτῶν, — ἐὰν ἔχῃ, λέγω, ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἰδέαν, ὅτι κακῶς δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις, ἄλλο τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ τοιοῦτος λόγος δὲν ἀνεπτύχθη, ἀλλὰ μόνον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς παρέβη τὸν νόμον, διότι, κακῶς ἑρμηνεύων αὐτὸν, δὲν ἐκοινοποίησε δι’ ἐγγράφου του τὴν μετάθεσιν εἰς τὸν κ. Βελλίνην. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις εἰς οὐδὲν δύναται νὰ καταλήξῃ· διότι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε διεξαχθείσης ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν παραβαίνουσι τὸν νόμον, ἑρμηνεύοντες αὐτὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον.

§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι καλῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην συζητοῦμεν περὶ τοῦ νόμου, περὶ οὗ συζητοῦμεν. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου κ. προλαλήσαντος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ νόμου ἢ μόνον ὅταν πρόκηται νομοθετικῶς νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν κείμενον νόμον, ἢ ὅταν ζητῇ πολιτικὰς εὐθύνας ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς. Νομίζω ὅτι αἱ Βουλαὶ δύνανται πάντοτε νὰ συζητῶσι περὶ τῶν νόμων, διὰ νὰ ἑρμηνεύσωσιν αὐτοὺς καλλίτερον, καὶ καταστήσωσιν ὀρθοτέραν τὴν ἔννοιαν αὐτῶν. Οὕτω χρησιμεύουσιν αἱ γνῶμαι αὐτῶν πρὸς ὁδηγίαν τῶν Ὑπουργῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν, ἢ εἰς παρασκευὴν νομοθετημάτων ἄλλων, ἑρμηνευόντων τὸν νόμον, ἢ νέων νόμων. Τοῦτο γίνεται ἤδη. Δὲν ζητοῦνται πολιτικαὶ εὐθῦναι. Συζητεῖ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἑρμηνείας νόμου, ὅστις καθ’ ἡμέραν παρουσιάζει ἐφαρμογὴν καὶ καθ’ ἡμέραν δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς ἀκύρωσιν πράξεων εἴτε τῶν Δικαστηρίων εἴτε τῶν ὑπαλλήλων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νόμου, ὅσον γνωστὸς καὶ ἂν θεωρηθῇ ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύσας αὐτὸν, ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸν νόμον, ὡς διετυπώθη καὶ ἰσχύει. Τί ὑπηγόρευσε τὸν νόμον, πάντες τὸ ἐννοοῦμεν, καὶ ἂν ὁ νομοθέτης ἄλλως δὲν εἶχεν ἐκδηλώσει τὸν λόγον, ἐξ οὗ ὡρμήθη. Τὰ Διατάγματα δὲν ἔχουν ἀνάγκην κοινοποιήσεως, ἀλλὰ δημοσιεύονται μόνον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Προκειμένου ὅμως περὶ προσωπικῶν Διαταγμάτων,—καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ περὶ παύσεων, μεταθέσεων καὶ παραιτήσεων τῶν ὑπαλλήλων,—πρέπει ταῦτα, κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, νὰ κοινοποιηθῶσι τοῖς ὑπαλλήλοις, διότι μόνον ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως ἄρχονται τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Διατάγματος. Καὶ ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς κοινοποιήσεως ἑνὸς Διατάγματος παύσεως ὑπαλλήλου; Ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς κοινοποιήσεως παύει οὗτος λαμβάνων μισθὸν, παύει ἐνασκῶν τὰ καθήκοντά του. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μισθοὺς, ῥητῶς λέγει τοῦτο ὁ νόμος ὁ Λογιστικὸς, διότι ὁρίζει, ὅτι τὰ Διατάγματα περὶ παύσεως, μεταθέσεως καὶ παραιτήσεως κοινοποιοῦνται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἀπὸ τῆς ἐπαύριον παύει ἡ μισθοδοσία αὐτῶν, παύει ἡ ἐνάσκησις τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἐκτὸς ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἤθελε παραγγείλει εἰς τὸν ὑπάλληλον νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ θέσει του μέχρις οὗ ἀφιχθῇ ὁ διάδοχος αὐτοῦ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου (ἀναγινώσκει): «Ὁ μισθὸς τῶν παραιτουμένων ἢ ἀπολυομένων τῆς ὑπηρεσίας ὑπαλλήλων παύει ἀφ’ ἧς παραδοθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ περὶ παραιτήσεως ἢ ἀπολύσεως τῆς ὑπηρεσίας ἔγγραφον, παρεκτὸς ἂν διαταχθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ καθήκοντά των μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ διαδόχου των.» Τοῦτο ἰσχύει πάντοτε, ὁσάκις ἐκοινοποιήθη τὸ Διάταγμα τῆς παύσεως ἢ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως εἰς τὸν ὑπάλληλον. Ἀλλ’ ὑποτεθείσθω, ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη. Ἔρχεται ὁ νόμος, περὶ οὗ συζητοῦμεν, καὶ ὁδηγούμενος ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν καταχρήσεων, αἵτινες περὶ τὰς κοινοποιήσεις ἐγένοντο, ἐκ μέρους ὑπαλλήλων ἰδίως, οἵτινες ἐκρύπτοντο, προλαμβάνει τὰς ἐπιβλαβεῖς ἐκ τῆς ἐλλείψεως κοινοποιήσεως συνεπείας. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐκέρδισα ἄλλοτε δίκην ὑπαλλήλου ἐκ τοιαύτης αἰτίας. Ὁ νόμος, προλαμβάνων ταῦτα, ἐνομοθέτησεν, ὅτι μετὰ 20 ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως θεωρεῖται κοινοποιηθεῖσα ἡ παῦσις τοῦ ὑπαλλήλου. Οὐδεμία ἀντίρρησις περὶ μὴ κοινοποιήσεως πλέον. Ποῖα θέλετε νὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς διατάξεως ταύτης; Ὁ ἔντιμος προλαλήσας παρέβαλε τοῦτο πρὸς μίαν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἀσχολεῖται ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἢ πῶς ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ ἀπόδειξις· ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀπόδειξις καὶ ἐκτέλεσις συνταυτίζονται, δὲν εἶναι δὲ συζήτησις, ἂν τοῦτο εἶναι κοινοποίησις, ἢ ἐκτέλεσις. Βεβαίως εἶναι ἐκτέλεσις καὶ κοινοποίησις, καίτοι δὲν ποιεῖται διάκρισιν ὁ νόμος, ἂν τοῦτο ἐφαρμόζεται μόνον ἐπὶ τῶν δυστροπούντων ὑπαλλήλων. Ἐφαρμόζεται κατὰ πάντων τῶν ὑπαλλήλων, τῶν παυθέντων. Πᾶς ὑπάλληλος παυθεὶς, μετὰ 20 ἡμέρας θεωρεῖται ὡς λαβὼν τὴν κοινοποίησιν, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐπέρχονται τ’ ἀποτελέσματα τῆς κοινοποιήσεως, παύει ἑπομένως ἡ μισθοδοσία καὶ τὰ καθήκοντά του, ἐκτὸς ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς παραγγείλῃ νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ θέσει του ἕως οὗ ἀφιχθῇ ὁ διάδοχός του. Τοῦτο γίνεται ἐπὶ ταμιῶν ἰδίως, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει κἂν ἀνάγκη παραγγελίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα παραμένωσιν ἐν τῇ θέσει των. Ὁ Λογιστικὸς Νόμος παραγγέλλει αὐτοῖς νὰ μὴ καταλίπωσι τὴν θέσιν των, καίτοι ἐκοινοποιήθη αὐτοῖς ἡ παῦσις, μέχρις οὗ παραδώσωσι τὸ Ταμεῖον εἰς τὸν διάδοχόν των. Ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία ἐπιβάλλει τοῦτο. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, ἂν κατὰ τὸν νόμον ἔχει τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν ὁ Ὑπουργὸς, ἂν δηλαδὴ δύναται καὶ μετὰ 20 ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος τῆς μεταθέσεως ἢ τῆς παύσεως νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν ὑπάλληλον νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ θέσει του πρὶν μεταβῇ εἰς τὴν νέαν θέσιν, ἢ τὸν παυθέντα νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ διάδοχός του. Ἐπιεικῶς ἑρμηνεύοντες, δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὅτι καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1882 δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ πράξῃ τοῦτο, δηλαδὴ καὶ μετὰ τὰς 20 ἡμέρας νὰ διατάξῃ τὸν παυθέντα ἢ μετατεθέντα ὑπάλληλον νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ θέσει του. Ὅ,τι ἐπιτρέπει ὁ Λογιστικὸς Νόμος νὰ γίνηται μετὰ τὴν παράδοσιν τοῦ περὶ παύσεως ἢ μεταθέσεως ἐγγράφου πρὸς τὸν ὑπάλληλον, δύναταί τις νὰ δεχθῇ, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως τοῦ Διατάγματος τῆς παύσεως ἢ μεταθέσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων, πρὸς οὓς καὶ ἐγνωστοποιήθη, ἢ ὑποτίθεται νόμῳ, ὅτι ἐγνωστοποιήθη ἡ παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις. Διατὶ ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν περιπτώσεων αὐτῶν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους καὶ ὁ Λογιστικὸς Νόμος ἀναφέρει· δηλαδή, ἂν παραγγείλῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸν ὑπάλληλον τὸν παυθέντα ἢ μετατεθέντα νὰ μείνῃ ἕως οὗ ἔλθῃ ὁ διάδοχός του. Ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν νομίμως ἐξακολουθεῖ ἐνεργῶν ὁ ὑπάλληλος οὗτος, καὶ νομίμως κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον λαμβάνει τὸν μισθόν του διὰ τὸ διάστημα αὐτό, καίτοι ὁ παυθεὶς ὑπάλληλος δὲν διωρίσθη ἐκ νέου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Εἰ καὶ δὲν λέγει τοῦτο ὁ νόμος τοῦ 1882, ἡ περίστασις εἶναι πάντοτε ὁμοία πρὸς τὴν τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ὑπαχθῇ εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1882. Οἱ ὑπάλληλοι διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος, παυθέντες δὲ, δὲν δύνανται νὰ ἀσκῶσι καθήκοντα ὑπαλλήλου καὶ νὰ λαμβάνωσι μισθὸν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δυνάμει ὑπουργικῆς διαταγῆς. Ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ὑπηγόρευσεν ἐξαίρεσιν, καὶ ὁ Λογιστικὸς Νόμος ἐπέτρεψε τῷ Ὑπουργῷ νὰ διατάττῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ὑπηρεσίας των καὶ ἄνευ νέου διορισμοῦ ἢ ἐπαναφορᾶς εἰς τὴν θέσιν των διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Τὸ αὐτὸ συμφέρον καὶ ἡ αὐτὴ ἀνάγκη ὑπαγορεύει τοῦτο καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1882. Οὗτος ἠθέλησε μόνον νὰ ἄρῃ τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ ἐξαρτῶνται τ’ ἀποτελέσματα τῆς παύσεως ἢ τῆς μεταθέσεως, ἑπομένως τῆς μισθοδοσίας, ἐκ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ ἐγγράφου εἰς τὸν παυθέντα ἢ τὸν μετατεθέντα ὑπάλληλον, καὶ ὥρισε προθεσμίαν, πέραν τῆς ὁποίας ὑποτίθεται γενομένη ἡ κοινοποίησις τοῦ ἐγγράφου πρὸς τὸν ὑπάλληλον, καὶ ἂν πράγματι τοιαύτη δὲν ἐγένετο. Τούτου γενομένου, ὁ νόμος κατ’ οὐδὲν ἄλλο καινοτομεῖ, καὶ αἱ προϋπάρχουσαι διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἐφαρμόζονται πάντοτε ἐπὶ τῶν παύσεων καὶ μεταθέσεων τῶν ὑπαλλήλων, διότι αὗται οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῶν παύσεων ἢ μεταθέσεων τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ μετὰ τὸν νόμον ἑπομένως τοῦ 1882 ὁ Ὑπουργὸς δικαιοῦται καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν 20 ἡμερῶν νὰ διατάττῃ τὸν ὑπάλληλον νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλὰ μόνον ἕως οὗ μεταβῇ ὁ διάδοχός του. Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται τοῦτο νὰ μετατρέψῃ εἰς νέον διορισμὸν ἄνευ Β. Διατάγματος, διότι θὰ ἦτο παραβίασις νόμου, συνεπάγουσα εὐθύνας· τοῦτο ὅμως δὲν ἀρκεῖ, ὅπως μὴ ἐφαρμόζηται καὶ ἤδη τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου.

§110ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅτε χθὲς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἐπερώτησιν, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι οὔτε ἐσκόπουν, οὔτε ἐφανταζόμην, ὅτι ἤθελον δώσει ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην θεωρητικὴν συζήτησιν. Δὲν εἶμαι φίλος τῆς θεωρίας· εἰς ὅλας μου τὰς σχέσεις εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν πρακτικός· καὶ εἰς τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἀκόμη εἴτε ὁμιλίας μου, εἴτε γνώμας μου, προσπαθῶ νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν πρακτικός. Ἕνα μόνον σκοπὸν εἶχον, νὰ εἰδοποιήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὅλην τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἀνησυχίας, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐν τῇ κοινωνίᾳ Σμύρνης περὶ τῶν ἐπιζημίων συνεπειῶν εἰς τοὺς μὲν ἢ τοὺς δὲ τῶν διαδίκων, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει ἐκ τοῦ γνωστοῦ γεγονότος. Θὰ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι οὔτε λόγον ἔκαμα τοῦ ὀνόματος τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου δικαστοῦ, οὔτε μὲ ἐνδιαφέρει ἡ μετάθεσις ἑνὸς δικαστοῦ ἢ ἄλλου, οὔτε ἠθέλησα νὰ κρίνω, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένοντο ταῦτα. Ἓν μόνον εἶπον, ὅτι εἰς τὴν κοινωνίαν Σμύρνης ἐπικρατεῖ αὐτὴ ἡ ἀνησυχία, καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, ἂν εἶναι βάσιμος ἡ ὑποψία αὕτη, νὰ ἀρθῇ. Ἡ κοινωνία Σμύρνης εἶναι μικρὰ, καὶ πᾶν ὅ,τι γίνει ἐκεῖ, εὐκόλως καὶ ταχέως γίνεται γνωστόν. Εἰς τὴν κοινωνίαν Σμύρνης ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα,—ἂν καλῶς ἢ κακῶς, δὲν γνωρίζω,—ὅτι εἶχον κοινοποιηθῆ καὶ αἱ δύο μεταθέσεις, καὶ ὅτι ἡ πρὸς τὸν ἕνα δικαστὴν, τὸν παραμείναντα, ἀνεστάλη διὰ τηλεγραφικῆς ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἑπομένως ἐκ τούτου προέκυψεν αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ προσώπων, σᾶς βεβαιῶ, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν σᾶς ἔλεγον τὰ ὀνόματα τῶν γραφόντων, ἠθέλετε ὁμολογήσει, ὅτι εἶναι βάσιμος ἡ ὑπόνοια καὶ ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις σήμερον ἐγένετο νομικῶς ἢ θεωρητικῶς, καὶ βλέπετε, πόσους ἔχει τοὺς ὑπὲρ καὶ πόσους τοὺς κατά· ἂν δὲ οἱ ζημιούμενοι ἐκ τῶν διαδίκων προσέλθωσι κατ’ ἔφεσιν εἰς τὰ ἐδῶ Δικαστήρια, ὄχι μόνον δικηγόροι διαπρεπεῖς, ἀλλὰ καὶ ἀνώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν δύναται μετὰ ἕνα μῆνα νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς ἐφέσεως τῶν ζημιουμένων διαδίκων ἐν Σμύρνῃ, καὶ βλέπετε ἐκ τούτου, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιχυθῇ φῶς καὶ ἀντὶ νὰ καθησυχασθῇ ἡ ἀνησυχία τῶν ζημιουμένων, ὡς νομίζουσιν ἐν Σμύρνῃ, ἴσως ἐπιτείνεται. Κατ’ ἐμέ, ἁπλούστερον θὰ ἦτο, νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἔγγραφα, ἀφ’ ἧς ἤρξατο τὸ γεγονός, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς ἔστειλεν εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον τὴν μετάθεσιν τῶν παρέδρων, τὴν τηλεγραφικὴν ἐντολὴν, δι’ ἧς παρήγγειλε τὸν Πρόξενον νὰ προβῇ εἰς τὴν κοινοποίησιν τῶν μεταθέσεων, τὴν τηλεγραφικὴν ἐντολὴν, δι’ ἧς ἀνέστειλε τὴν κοινοποίησιν πρὸς τὸν ἕνα τῶν δικαστῶν, καὶ ἐκ τούτων ὅλων πραγματικῶς θέλει προκύψει, ἂν ὑπῆρχον, ἢ ὄχι, λόγοι νὰ ὑπάρχωσι βάσιμοι ὑπόνοιαι περὶ τῶν συνεπειῶν, ἃς ὑποθέτουσιν οἱ γράφοντές μοι ἐκ Σμύρνης. Τοῦτο, νομίζω, θὰ ἦτο τὸ ἁπλούστερον, κύριε Ὑπουργέ, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ καταθέσητε ὅλα τὰ ἔγγραφα.

§111Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν θέματος σοβαρωτάτου, καὶ ἡ συζήτησις αὕτη, ὡς ἀπέδειξε, δύναται νὰ ἔχῃ σοβαρωτάτας συνεπείας εἰς ὕψιστα συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Κατεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου τούτου ἀμφισβητεῖται, καὶ ἀμφισβητεῖται διὰ τόσον ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων καὶ ἐκ τοῦ ἑνὸς καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρους, ὥστε δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμάς, ὡς προεῖπον, εἰς ζημίας μεγίστας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν πρέπει νὰ λήξῃ ἄνευ ἀποτελέσματός τινος. Πρέπει, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ νομοσσχέδιον ἑρμηνευτικὸν τοῦ νόμου τούτου, ἵνα παύσῃ ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη· διότι παρετήρησα, ὅτι, ὡς προεῖπον, τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ εἶναι ἰσχυρότατα, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς περὶ τῆς κρίσεως τῶν Δικαστηρίων ἐπὶ τοιούτου θέματος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ νόμος οὗτος δὲν ἡρμηνεύθη ἀκριβῶς καὶ καλῶς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ τοιούτου νόμου ἔδωκεν ἀφορμὴν ἡ κατάχρησις ὑπαλλήλων τινῶν, κατορθούντων ν’ ἀποφεύγωσι τὴν κοινοποίησιν τῶν μεταβολῶν, τῶν γενομένων εἰς αὐτούς. Ἀλλ’ ἂν ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν νόμων ὀφείλῃ νὰ καταφεύγῃ, ἐν ἀσαφείᾳ τούτων, πρὸς ὀρθὴν ἑρμηνείαν, καὶ εἰς τὰς αἰτίας, αἵτινες ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς ψήφισιν αὐτοῦ, δὲν εἶναι ὅμως τόσον ἀσφαλὴς, ὅσον τινὲς τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων ἐνόμισαν, ἡ ἑρμηνεία ἐκ μόνης τῆς αἰτίας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου φέρει εἰς ἑρμηνείαν κατὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκε. Τίς ἦτο, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; νὰ περιστείλῃ τὰς καταχρήσεις, τὰς προερχομένας ἐκ τῆς παραλείψεως τῆς κοινοποιήσεως τῶν Διαταγμάτων τῶν ἀφορώντων τὰς προσωπικὰς ταύτας μεταβολάς...

§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῶν ὑπαλλήλων, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν.

§113ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἀρνήσεως αὐτῶν, ἔστω... Ὁ σκοπὸς λοιπὸν τοῦ νόμου εἶναι νὰ προλάβῃ τὰς καταχρήσεις τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῶν ὑπαλλήλων ὅτι ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀπολύσεως ἢ μεταθέσεώς των. Διὰ τίνος τρόπου ἠθέλησε νὰ προλάβῃ αὐτάς; Διὰ τῆς διατάξεως, ὅτι, καὶ ἂν τὸ Διάταγμα δὲν κοινοποιηθῇ, τεκμαίρεται κοινοποιηθὲν καὶ ἐκτελεσθὲν μετὰ πάροδον εἴκοσιν ἡμερῶν· ἀνεπλήρωσε δηλαδὴ ὁ νόμος οὗτος τὴν παράλειψιν τῆς κοινοποιήσεως διὰ τῆς παρόδου ὡρισμένου χρόνου. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλ’ ἂν διὰ τῆς παρόδου ὡρισμένου χρόνου τεκμαίρεται γενομένη ἡ ἐκτέλεσις Διατάγματος ἀπολύσεως ἢ μεταθέσεως ὑπαλλήλου τινὸς ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ μισθοῦ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς τὸ αὐτὸ Διάταγμα θεωρεῖται μὴ ἐκτελεσθὲν διὰ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν δημοσίων ἔργων αὐτοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, καὶ ἂν ἄλλο ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, δὲν διετυπώθη ἀκριβῶς τοῦτο, καὶ, ὡς ἔχει τὸ γράμμα τοῦ νόμου, δὲν δύναται ὁ ἀπολυόμενος ἢ μετατιθέμενος ὑπάλληλος νὰ ἐξακολουθῇ ὑπηρετῶν ἐν τῇ θέσει του μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, καὶ ἂν δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καλὸν εἶναι, δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀμφισβητήσεις, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου, νὰ ὑποβληθῇ ἑρμηνευτικὸν τούτου νομοσχέδιον, πρὸς πρόληψιν τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προέλθωσι.

§114Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐπιδοκιμάζω ἐντελῶς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακεδαίμονος περὶ τῆς ἀνάγκης ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, ἀποκλίνω ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου κλπ. Ἀποκλίνω δὲ ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης, στηριζόμενος εἰς τὴν rationem legis, ἥτις βεβαίως εἶναι ὁ σπουδαιότατος σύμβουλος τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, ὁσάκις ἦναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἑρμηνεία διφορουμένη. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ φραστικὸν τοῦ νόμου εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐγερθῇ ἰσχυροτάτη ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου, καὶ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς σπουδαιότατα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου ἐννοίας. Ἡ σήμερον γενομένη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζήτησις, ἡ διαβεβαίωσις αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ ἐνταῦθα Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἔχει τὴν ἀντίθετον γνώμην ἀκριβῶς, ἥτις ἐκλόνισε τὴν γνώμην αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐμφαίνουσι καταδήλως, ὅτι ὑπάρχει πολὺς φόβος, μήπως προκύψωσιν ἐν τῷ μέλλοντι ἄτοπα, μετὰ τὴν συζήτησιν μάλιστα τὴν γενομένην σήμερον, διότι αὕτη βεβαίως δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἓν προηγούμενον ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς γνώμης, κατὰ τὸ συμφέρον ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ στηριχθῶσιν εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην γνώμην. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ ὑποβληθῇ ἓν ἑρμηνευτικὸν νομοσχέδιον, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ἀρθῶσι τὰ ἄτοπα, τὰ λίαν πιθανῶς προκύψοντα.

§115Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τῆς ληξάσης Συνόδου εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ Γραμματεὺς τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Πολιτικοῦ Πρακτορείου κ. Σκάσης εἶχε διαγωνισθῆ, ὅπως καταλάβῃ θέσιν τινὰ ἐν τῇ Δημαρχίᾳ Ἀλεξανδρείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔφερε τὰς πληροφορίας, τὰς τότε αἰτηθείσας. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας. Φέρω δὲ εἰς γνῶσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ καὶ μήνυσίν τινα, ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸν ἐνταῦθα Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν κατὰ τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου ὑπὸ δύο Ἑλλήνων πολιτῶν. Τὴν μήνυσιν ταύτην οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀπέστειλαν καὶ πρὸς τὸν κύριον Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀντίγραφον δ’ αὐτῆς ἀπέστειλαν καὶ εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ τὴν ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Μέχρι σήμερον ὅμως, καίτοι παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι ἀφ’ ὅτου εἶχον ἀποστείλει αὐτὴν, καὶ ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ τὴν ἔχῃ λάβει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀγνοῶ διατὶ, δὲν ἀνεκοινώθη. Ἂν ἀνεκοινοῦτο, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Ἤδη ὅμως εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον. Οἱ παραπονούμενοι Ἕλληνες κατηγγέλθησαν, ἐσυκοφαντήθησαν μᾶλλον, παρ’ ἑνὸς Λυκούργου Λέκα, συνεπείᾳ δὲ τῆς καταγγελίας αὐτοῦ ἐρρίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐπὶ μῆνας μακροὺς ἔμειναν εἰς αὐτὰς, ὑπέστησαν δὲ τελείαν οἰκονομικὴν καταστροφήν· αἱ δὲ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας κατηγγέλθησαν παρὰ τοῦ εἰρημένου Λέκα, ἀπεδείχθησαν ὅλως ἀνυπόστατοι. Μετὰ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἀνυποστάτου τῆς κατ’ αὐτῶν κατηγορίας ὑπέβαλον μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατ’ αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ Γραμματεὺς τοῦ Πολιτικοῦ Πρακτορείου κ. Σκάσης, ὅτε παρουσιάσθησαν διὰ νὰ ἐξετασθῶσιν ἐπὶ τῇ μηνύσει αὐτῶν, τὰ πάντα μετῆλθεν, ἵνα τοὺς ἀποπέμψῃ. Εἰς μάτην οἱ μάρτυρες μετέβησαν, ἵνα ἐξετασθῶσιν· οὔτε αὐτοὺς ἐδέχθη. Οὕτως ὁ κύριος Σκάσης, παραβιάζων τοὺς νόμους ἡμῶν τοὺς θεμελιώδεις, ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὸν ἔνοχον μιᾶς στυγερᾶς συκοφαντίας, ἡ ὁποία ἐπήνεγκε τὸν ὄλεθρον τὸν οἰκονομικὸν δύο Ἑλλήνων πολιτῶν ἐν Αἰγύπτῳ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἂν ἐνήργησε καὶ τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ μηνύσει ταύτῃ· ἅμα δὲ λάβῃ γνῶσιν τῆς μηνύσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ διοικητικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει, καὶ νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀρθῇ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξεγείρει τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἑλλήνων κατὰ τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου. Ἤδη ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπερωτήσεις τινὰς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παρακαλῶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν κατηρτίσθη σχέδιον ἀνεγέρσεως μεγάρου τῶν Δικαστηρίων ἐν Ἀθήναις, ἂν τὸ σχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς ἐπιτροπὴν, ἂν ἐνεκρίθη, ἢ οὔ, καὶ ποῖον τὸ σχέδιον αὐτό· ἂν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κατηρτίσθη, καὶ παρὰ τίνος κατηρτίσθη. Δευτέραν ἔχω ἐπερώτησιν, τὴν ἑξῆς. Ἐν τῷ Κράτει ὑπάρχουσιν 26 ἐξεταστικαὶ καὶ ποινικαὶ φυλακαί· βλέπω ὅμως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ διανεμηθέντι, ὅτι ὑπάρχουσι 55 ἐπιστάται φυλακῶν, ὅτι ὑπάρχουσι 10 βοηθοὶ ἐπὶ πλέον, 51 φύλακες καὶ 46 ὑπηρέται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ φέρῃ σημείωσιν, συγκεκριμένως, πόσους ἐπιστάτας, φύλακας καὶ βοηθοὺς ἔχει ἑκάστη τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Ἑτέραν ἐπερώτησιν, σχετιζομένην πρὸς ἐπερώτησιν γενομένην κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἔχω τὴν ἑξῆς. Βλέπω ὅτι τὸ κονδύλιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὸ ἀναγράφον τὴν δαπάνην πρὸς διατροφὴν τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἦτο 1,300,000 δραχμαὶ, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 βλέπω 1,500,000· ἑπομένως ἔχομεν αὔξησιν 200,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ κακὴ ἐφαρμογὴ τῶν ἄρθρων 207 καὶ 208 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἡ γενομένη ὑπὸ τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν, εἶναι ἡ προκαλοῦσα τὴν μεγάλην ταύτην δαπάνην, δαπάνην ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβῆ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ ἀκριβῆ λογαριασμὸν, τί κατ’ ἔτος δαπανᾷ τὸ Κράτος διὰ μόνους τοὺς ὑποδίκους, οὐχὶ τοὺς καταδίκους. Ὑποβάλλω καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὸ ἔτος 1866 συνέστη ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν ἀστικοῦ κώδικος, ἥτις εἰργάσθη καὶ συνέταξε σχέδιον ἀστικοῦ κώδικος, ὅπερ ὑπεβλήθη εἰς ἑτέραν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐπεξεργάσθη αὐτὸ κατὰ τὸ 1874· συνετάχθη δὲ τότε ὁριστικὸν σχέδιον κώδικος. Ἐν τούτοις μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν ἤρξατο ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους κονδύλιον, ὁτὲ μὲν 15,000 δραχμῶν, ὁτὲ δὲ 20,000, ὁτὲ δὲ 50,000, καὶ ἐξακολουθεῖ τοῦτο ἐπὶ 20 ἤδη ἔτη, διὰ τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς σύνταξιν ἀστικοῦ κώδικος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀποτέλεσμα τῆς δαπάνης ταύτης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ πίνακα τῶν ἀπὸ τοῦ 1866 μέχρι σήμερον δαπανηθέντων διὰ τὴν σύνταξιν σχεδίου ἀστικοῦ κώδικος, καὶ πίνακα τῶν κατ’ ἔτος ἀποτελεσάντων τὰς ἐπιτροπὰς, καὶ τὰ σχέδια ἀκόμη τῶν κατὰ καιροὺς συνταχθέντων ἀστικῶν κωδίκων, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως.

§116ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς παρελθούσης Συνόδου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ ἀδείας διαθέσεως χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τῶν δήμων Ναυπλιέων καὶ Μινώας τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας ὑπὲρ ἄλλων δημοτικῶν ἀναγκῶν τῶν οἰκείων δήμων, μὴ ἐχόντων ἀνάγκην δημοτικῶν ὁδῶν. Ἡ Βουλὴ τότε ὁμοφώνως ἀπεφάσισε νὰ ἀναγραφῇ ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δυστυχῶς, ἕνεκα τοῦ χρόνου, δὲν συνεζητήθη, ἐνῷ τὰ μέλη τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν εἰρημένων δήμων διὰ ψηφίσματος ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκην δημοτικῶν ὁδῶν, διότι ὅλον τὸ δίκτυον εἶναι συμπεπληρωμένον, ἑπομένως τὰ χρήματα τὰ παρακατατεθειμένα εἰς τὸ Ταμεῖον δέον νὰ χρησιμεύσωσι δι’ ἄλλας ἀνάγκας· τοῦτο δὲ ἀπεδέχθη καὶ ἡ Διοικητικὴ ἀρχή. Φρονῶ, ὅτι κατόπιν τούτων ὅλων ἀνάγκη εἶναι ν’ ἀναγραφῇ ἡ πρότασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως συζητηθῇ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι θὰ πληρώσῃ μίαν ἀνεγνωρισμένην καὶ ἐπιβαλλομένην ἀνάγκην. Τὴν πρότασιν νόμου ταύτην ὑποβάλλω ἐκ νέου σήμερον, ἵνα τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 37).

§117Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τοῦτο, διότι μοὶ γράφουν ἐκ τοῦ δήμου Μινώας, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ προκυμαία ἐκεῖ, μὴ δυναμένων ἄλλως τῶν πλοίων νὰ πλησιάσουν εἰς τὴν ξηράν. Ἐκεῖ ὑπάρχει συνοικισμὸς Κρητῶν, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ συνηγορήσω.

§118ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἵνα τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή.

§119ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προσθέτω καὶ τὴν ἐμὴν παράκλησιν, ὅπως ἀναγραφῇ ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Προσθέτω μάλιστα καὶ τὴν παρατήρησιν εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν περὶ τοῦ δήμου Μινώας, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον μείζονος προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἂν τὸ ποσὸν δὲν ἀρκέσῃ πρὸς κατασκευὴν προκυμαίας, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος, ἵνα κατασκευασθῇ τὸ ἔργον, καθότι ὁ λιμὴν ἐκεῖνος εἶναι ἀπροσπέλαστος.

§120ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν Σύνοδον ἡ Βουλή, εἰσηγουμένου τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἐψήφισε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπένειμε σύνταξιν πρὸς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὸ ἱερὸν πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον· ὁρίζεται δὲ δι’ αὐτοῦ, ὅτι αἱ συντάξεις τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων ἢ ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου ἀποθανόντων αὐξάνουσι κατά τι, ἢ προσεγγίζουσι τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς συντάξεως αὐτῶν. Ὁ νόμος, περὶ οὗ πρόκειται, συνεπλήρωσε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΣΕʹ τοῦ 1852· ῥητῶς δὲ καὶ ὡρισμένως ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ ἀνεγράφη ἡ διάταξις, ὅτι ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις αὐτῆς καὶ αἱ χῆραι τῶν ἐν τῷ τελευταίῳ πολέμῳ θανόντων, ἀποδιδομένης εἰς αὐτὸν ὀπισθενεργοῦ δυνάμεως. Ἄρα ὥρισεν ὁ νόμος, ὅτι οὐ μόνον ἐν τῷ μέλλοντι ἐφαρμοσθήσεται, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παρελθόντι. Ἐκ τῆς ἀπροκαταλήπτου τοῦ νόμου ἑρμηνείας πᾶς τις πείθεται, ὅτι ὁ νόμος εἶναι συμπλήρωμα τοῦ ὑπάρχοντος, καὶ κατὰ τοῦτο καινοτομεῖ, καθ’ ὅσον τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεως ὡς πρὸς τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς χήρας τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου ἀνάγει εἰς τὸ παρελθόν. Ἐν τούτοις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀναγινώσκομεν πολλάκις δημοσιευόμενα Διατάγματα, ἀπονέμοντα συντάξεις εἰς χήρας καὶ ὀρφανὰ φονευθέντων ἐν τῷ πολέμῳ, αἵτινες δὲν ἀπονέμονται, ὡς ὁ ἀρχικὸς νόμος ὁρίζει, ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου, ἀλλ’ ἀπονέμονται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ τελευταίου νόμου· οὐδὲ κἂν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς αἰτήσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 20 Νοεμβρίου 1899, ἥτις εἶναι ἡ δεκάτη ἡμέρα μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ εἶναι πολὺ φυσικόν, ἀφοῦ ἔχει ὁ νόμος ἀναδρομικὴν δύναμιν, νὰ κανονισθῇ ἡ σύνταξις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον συμπληροῖ. Ἡ αὔξησις αὕτη ἐγένετο ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες θύματα παρέσχον ἑαυτοὺς εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος, καὶ ἔπρεπε κατὰ μείζονα λόγον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶχον τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τὴν γνώμην τοῦ τε εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου καὶ ἄλλων, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νά γεννηθῇ ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τὸ ζήτημα, δηλ. αἱ δικαιούμεναι χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγάς. Διότι καὶ σήμερον ἀκόμη ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν τινὰ εἰς ἕτερον νόμον, ἥτις νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς εἴς τε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ εἰς τὴν δικαστικήν. Ἐκτὸς τούτου, ἐν τῷ νόμῳ, περὶ οὗ πρόκειται, περιέχεται καὶ ἑτέρα καινοτομία, τουτέστιν ἐκτὸς τῶν χηρῶν καὶ τῶν ἀνηλίκων τέκνων τῶν παθόντων ἐν πολέμῳ στρατιωτικῶν, δι’ ἃς ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι τὴν σύνταξιν, κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, ηὐξημένην, ὁ νόμος ἀπονέμει σύνταξιν καὶ εἰς τὴν μητέρα, ἐὰν διατελῇ ἐν χηρείᾳ καὶ ἂν δὲν λαμβάνῃ σύνταξιν ἐκ τοῦ συζύγου, καθ’ ὃν χρόνον ὁ υἱὸς αὐτῆς ἤθελε φονευθῆ. Ἐνταῦθα διαβλέπω ἔλλειψιν σπουδαίαν ἐν τῷ νόμῳ, ἥτις μοὶ ὑποδεικνύεται ἐξ ἑτέρου νόμου, τὴν αὐτὴν ἔχοντος δικαιολογικὴν βάσιν μετὰ τοῦ παρόντος. Ἡ ἔλλειψις ἀναφέρεται εἰς τὸν πατέρα τοῦ φονευθέντος, ἀναφέρεται δὲ ζωηρότερον, ὅταν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι ὁ πατὴρ δὲν ἔχει ἕτερον τέκνον καὶ ἔχει ὑπερβῆ τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, τὰ δὲ λοιπὰ τέκνα του ἀπετέλεσαν διὰ γάμου ἰδίαν οἰκογένειαν, καὶ ἀδυνατοῦσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς πρὸς τὸν πατέρα ὑποχρεώσεις αὐτῶν. Εἰς τὸν πατέρα ἀποδίδει σύνταξιν ἕτερος νόμος, ὁ τοῦ 1877, περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας, καθ’ ὃν, μὴ ὑπαρχόντων τέκνων, οὔτε συζύγου χήρας, μεταβαίνει εἰς τοὺς γονεῖς τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ, προκειμένου περὶ ἐκείνου, ὅστις εὗρε τὸν θάνατον καταδιώκων λῃστὰς, ὁ νόμος παρέχει σύνταξιν εἰς τὸν πατέρα, προκειμένου δὲ περὶ ἐκείνου, ὅστις ὑπῆρξε πρόμαχος καὶ θῦμα ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἀκεραιότητος τῆς πατρίδος, ἡ Πολιτεία δεικνύεται φειδωλή. Αἱ σκέψεις αὗται μοὶ ἐπέβαλον νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου, περιέχον μοναδικὸν ἄρθρον καὶ συμπληροῦν τὸ εἰρημένον κενόν.

§121ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα, διότι αὐξάνετε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους.

§122ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτείνω ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ὅτε κρατεῖ ὁ περιορισμός· προτείνω νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν δαπανῶν. Πρόκειται νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως εἰς τοὺς πατέρας τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ, καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀναγραφὴν δαπάνης. Μοὶ ἐδόθη δὲ ἀφορμὴ ἐκ τοῦ ὅτι εἶδον γέροντα, τοῦ ὁποίου τὸ μονογενὲς τέκνον ἀπέθανεν ἐν τῷ πολέμῳ, γυμνητεύοντα, πεινῶντα καὶ ἐπαιτοῦντα ἀνὰ τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν! Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν θὰ ἦναι σοβαρὰ, διότι ἐπὶ δακτύλων μετροῦνται οἱ ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου δικαιούμενοι εἰς σύνταξιν πατέρες τέκνων πεσόντων κατ’ αὐτὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασίς μου αὕτη.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 38).

§124Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγων ὡρῶν κατέθηκα φάκελον διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας. Ἐν τῇ ἰδιότητί μου, ὡς Ὑπουργὸς, δηλῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξέλθῃ ὁ φάκελος ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, καὶ κακῶς ἔπραξε τὸ Προεδρεῖον νὰ δώσῃ τὰ ἔγγραφα εἰς Βουλευτὴν, ἵνα τὰ παραλάβῃ εἰς τὴν οἰκίαν του. Ὅστις θέλει, δύναται νὰ τὰ μελετήσῃ ἐνταῦθα· καὶ παρακαλῶ νὰ ζητηθῶσι τὰ ἔγγραφα.

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, τὰ ἔγγραφα παραδίδονται ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, ἐκτὸς ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ τοῦτο. Τοιαύτην δήλωσιν δὲν ἐκάμετε, καὶ τὰ ἔγγραφα παρεδόθησαν ἐπὶ ἀποδείξει. Ἤδη, ὅτε ἐκάμετε τὴν δήλωσιν, θὰ ζητηθῶσι τὰ ἔγγραφα. Τὸ Προεδρεῖον ὅμως διατελεῖ ἐν τάξει.

§126ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἀπηύθυνα μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου. Ἔμαθον ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐξῆλθον τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ παραμείνωσι ταῦτα εἰς τὸ Γραφεῖον, ὅπου δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ὅστις τῶν κ. Βουλευτῶν θέλει.

§127ΕΠΑΜ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ πρότασις νόμου, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἐσχάτως ὁ ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος κ. Ροδόπουλος, περὶ δικαιοδοσίας τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων, ἦτο ἀναγκαιοτάτη. Ἐὰν αἱ ἀρχαὶ, αἵτινες ἐνέπνευσαν τὸν ἐκ Τυρνάβου συνάδελφον, ἐπεκράτησαν ἢ τείνωσι νὰ ἐπικρατήσωσι παρὰ τοῖς ἄλλοις Κράτεσι, κατὰ μείζονα λόγον δέον νὰ ἐπικρατήσωσι παρ’ ἡμῖν, παρ’ οἷς εἴδομεν πολλάκις, εἴτε ἕνεκα ὑπερβάλλοντος πνεύματος συναδελφότητος, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, πολλὰ τὰ σκανδαλώδη παρὰ τοῖς Στρατοδικείοις καὶ Ναυτοδικείοις. Εἶναι δὲ ἡ πρότασις αὕτη καὶ ἐπίκαιρος, διότι ἐσχάτως παρέστημεν μάρτυρες σκανδαλωδεστάτης ὑποθέσεως, διεξαχθείσης ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου...

§128Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§129ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. .. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διεξήχθη, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ, πῶς διεξάγονται αἱ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Μεταβὰς εἰς Κραβασαρᾶν μετὰ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐκθέσω ἀκριβῶς τὰ τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς...

§130ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§131ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ, κύριε Βουλευτά.

§132ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. .. Θὰ ἔβλεπε τότε ἡ Βουλὴ, τίνες ἐγκληματικαὶ πράξεις, τίνες πράξεις ἀντιβαίνουσαι πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀξιωματικοῦ ἔλαβον χώραν, καὶ πῶς ἐξετέθησαν αἱ πράξεις αὗται ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη μετὰ τῶν ἐγγράφων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ διατάξῃ νὰ προσκομισθῇ ὡς οἷόν τε τάχιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ δικογραφία τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὡς καὶ πᾶν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον διημείφθη μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Τηλεγράφων, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι τοιαῦτα ἔγγραφα, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ νὰ διαβιβασθῇ πᾶν ἔγγραφον σχετικὸν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν.

§133Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, θὰ καταθέσω βεβαίως, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ εἶμαι ἕτοιμος, ὅπως διὰ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν πληροφορήσω ἀμέσως ἀπόψε τὴν Βουλήν. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλή;

§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος.

§136ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἦναι καὶ τὰ ἔγγραφα.

§137ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι ἕτοιμος καὶ χωρὶς τὰ ἔγγραφα. Ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως;

§138ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων.

§139ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, κ. Πρόεδρε.

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα.

§141ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην. Εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἕκαστος Ὑπουργὸς, καταθέτων τὰ ἔγγραφα, ἔχει ἀνάγκη νὰ συνοδεύσῃ αὐτὰ μὲ μίαν δήλωσιν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξέλθωσι ταῦτα τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς...

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλέχθησαν αὐτά.

§143ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. .. Ἐγὼ, παραλαβὼν κατ’ οἶκον τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατατεθέντα ἔγγραφα, δὲν ἐνόμιζον ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατόπιν τῆς ἐπὶ ἀποδείξει παραλαβῆς ὑπ’ ἐμοῦ τῶν ἐγγράφων, θὰ ἔκαμνε τοιαύτην δήλωσιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσι τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἐκδήλωσις κακῆς πίστεως καὶ δυσπιστίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη δυσπιστία ἐκ μέρους Ὑπουργοῦ πρὸς Βουλευτὴν, διότι πολλάκις ἐλάβομεν τοιαῦτα ἔγγραφα κατ’ οἶκον, καὶ τὰ ἐπεστρέψαμεν.

§144Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Βουλευτὰ, μὲ συγχωρεῖτε. Μήτε κακὴ πίστις, μήτε δυσπιστία, μήτε προσωπικὸν ζήτημα ὑπάρχει. Σᾶς τιμῶ καὶ σᾶς ἀγαπῶ, ὡς συνάδελφον ἀγαπητόν. Ἐὰν φρονῶ, ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωσι τοῦ Βουλευτηρίου, εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον, οὔτε ἐφανταζόμην, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐξῆλθον τοῦ Γραφείου. Ὅτε ὅμως ἔμαθον ἀπὸ τὸ Γραφεῖον ἐδῶ, ὅτι ἐσπεύσατε νὰ παραλάβητε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν οἶκόν σας, ἔκαμα τὴν δήλωσιν, χωρὶς νὰ ἐννοῶ οὔτε νὰ σᾶς μεμφθῶ, οὐδὲ προσωπικὸν ζήτημα νὰ κάμω. Ἔκαμα τὴν δήλωσιν, καὶ ἐπιμένω, ὅτι, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ Ὑπουργοῦ δηλοῦντος ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωσι τοῦ Βουλευτηρίου, τὰ ἔγγραφα δέον νὰ μείνωσιν εἰς τὸ Βουλευτήριον. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Βουλευτήριον. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἔγγραφα εἰς τὸν οἶκόν του, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ, δηλοῖ, ὅτι ταῦτα δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωσι τοῦ Βουλευτηρίου.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία περὶ τούτου, κύριε Ὑπουργέ· ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἡ παράδοσις τῶν ἐγγράφων εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐγένετο πρὸ τῆς δηλώσεως ὑμῶν. Μετὰ τὴν δήλωσιν τὰ ἔγγραφα θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.

§146ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα. Πρῶτον θὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα· διότι ἄλλως προηγεῖται ὑμῶν ὁ κ. Γουναράκης.

§148ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καί τινα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δέον νὰ ἀσκῶνται ὅταν πρέπῃ.

§150Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσητε τὴν σειρὰν τῶν ζητούντων τὸν λόγον.

§151ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐγὼ δὲ γνωρίζω, τί θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀδελφός μου ἴσως ἐσφάλαμεν πολλάκις εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ἴσως σφάλωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον· οὐδέποτε ὅμως ἐζητήσαμεν διὰ μέσων πλαγίων, εἴτε ἄλλως, νὰ παραπλανήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην, ἢ ν’ ἀποφύγωμεν ἐνδεχομένην δικαίαν τιμωρίαν, ἣν ἔχομεν καὶ τὸ θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσωμεν, ὅταν ἐννοῶμεν ὅτι ἐσφάλομεν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἰδιότητι αὐτοῦ, ἐὰν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν συνέβη τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο, τῷ ἔκαμα καθόλου λόγον περὶ αὐτοῦ, ἢ ἂν μὲ εἶδε καθόλου.

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶπέ τι περὶ ὑμῶν.

§153Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ ὅτι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον ἐν Κραβασαρᾷ, τὸ ὁποῖον ἐμεγαλοποιήθη, κατὰ τὴν συνήθειαν, καὶ παρεστάθη ὡς μέγα γεγονός, ἐνῷ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο οἷον παρεστάθη, δηλῶ, ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὡς Ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι οὐδὲ εἶδον τὸν κ. Τυπάλδον, οὐδὲ ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδὲ μοὶ ὡμίλησέ ποτε περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀδελφοῦ του.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.

§155Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ͵ΒΤΓʹ, τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1895, οἱ διοριζόμενοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι διδακτικὰ βιβλία, ἢ δὲν δύνανται νὰ ὑποβάλωσι τοιαῦτα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἶχε διορισθῆ, καὶ ἴσως εἶναι διωρισμένος ἔτι, ὁ κ. Παπαμάρκου Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Παπαμάρκου, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, — καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο, καταθέτων τὰ προσήκοντα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναφέρω κατόπιν, — ὁ κ. Παπαμάρκου, λέγω, πολλὰ βιβλία διδακτικὰ ἔχει συγγράψει, ἐν συνεργασίᾳ μάλιστα μεθ’ ἑτέρου τμηματάρχου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ κ. Γεωργαντᾶ. Γνωστόν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων εἶναι ἀρκετὰ ἐπιβλητική, οὕτως ὥστε καὶ παρὰ τοῖς διδασκάλοις καὶ παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ, ἡ ὁποία ἐγκρίνει τὰ διδακτικὰ βιβλία, δύναται μεγάλως νὰ ἐπιδράσῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Πότε διωρίσθη ὁ κ. Παπαμάρκου, κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐπαύθη, καὶ ἂν εἶχε πρὸ τοῦ διορισμοῦ του διδακτικὰ βιβλία, καὶ ἂν ὑπέβαλε κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας του βιβλία διδακτικὰ πρὸς ἔγκρισιν. Νομίζω ὅτι, ἐὰν πάντες οἱ πολῖται ὀφείλωσι νὰ σέβωνται τὸν νόμον, πρὸ πάντων οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ σέβωνται αὐτόν. Θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, εὐθὺς ὡς αἱ πληροφορίαι αὗται κατατεθῶσι.

§156ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἐφ’ ὅσον καταρτίζονται νομίμως, εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι εἰδικώτατος περὶ τὰ τοιαῦτα, νομίζω ὅτι τὴν ἀπάντησιν δύναται ἀμέσως νὰ δώσῃ.

§157ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς πρὸς τὴν δημοσίευσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ὑποχρεωτική.

§158ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λοιπὸν ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι αἱ πράξεις καὶ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ δημοσιεύωνται ἢ ὄχι;

§159ΣΤΑΗΣ. Δυστυχῶς.

§160ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Ἀρκαδίας, τὰς συντεταγμένας κατὰ τὴν 10 Ἰουνίου, τὴν 10 Ὀκτωβρίου καὶ τὴν 3 Νοεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους. Διότι ἐξ αὐτῶν θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελῇ μέρος αὐτῶν, οὐχὶ δὲ καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτάς. Ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τότε θὰ συζητήσωμεν.

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ δώσητε σημείωμα, κύριε Βουλευτά.

§162ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀμέσως.

§163Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λαμπέτι τοῦ δήμου Λετρίνων μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀποστείλωσιν ἀναφοράν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιτοῦνται, ὅπως ὁ ἀπουσιάζων δυστυχῶς ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναστείλῃ μέτρα τινά, τὰ ὁποῖα ἔλαβε πρὸς εἴσπραξιν οὐχὶ φόρων δημοσίων, ἀλλὰ χρεῶν λησμονημένων καὶ ἰδιωτικῶν. Τὰ ἔκτροπα ταῦτα ἐνόμιζον ὅτι συνέβαινον μόνον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Ἀλλὰ βλέπω δυστυχῶς ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὅτι συμβαίνουσι καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας, ἀνατρέχοντα μάλιστα καὶ εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν ἐκείνης, ἣν ἀφορῶσι τὰ ἔκτροπα, τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ. Κατὰ τοὺς ἀρχαιοτέρους χρόνους ὑπῆρχε νόμος περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων. Ἡ βεβαίωσις ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων τότε ἐγίνετο καὶ δι’ ἐνοικιάσεως. Κατὰ τὸ 1878, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ἀνεδείχθη ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ὁ μακαρίτης Περικλῆς Κορομάντζος. Ὁ Περικλῆς Κορομάντζος ἀπεβίωσε, καὶ ἔκτοτε τὰ πρωτόκολλα ἐκεῖνα κατέκειντο εἰς γωνίαν τινὰ τῆς Ἐφορίας Ἠλείας, διὰ πολλοὺς ἴσως καὶ διαφόρους λόγους. Τῶν πρωτοκόλλων ἐκείνων οὐδεμίαν εἴδησιν εἶχον λάβει οἱ φορολογούμενοι, τοὺς ὁποίους ἀφορῶσι ταῦτα, διότι τὰ πρωτόκολλα ταῦτα ἦσαν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον πλαστά, καθόσον τότε μόνον τὴν συνείδησίν του εἶχεν ὁδηγὸν ὁ ἐνοικιαστὴς διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν πρωτοκόλλων καὶ τὴν δι’ αὐτῶν βεβαίωσιν τοῦ φόρου. Ἤδη ἡ χήρα Κορομάντζου ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπέτυχε τὸν διορισμὸν εἰδικοῦ εἰσπράκτορος. Ὁ εἰδικὸς αὐτὸς εἰσπράκτωρ, συνοδευόμενος ὑπὸ χωροφυλάκων, σύρει εἰς τὰς φυλακὰς πάντα, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου εἶχε συνταχθῆ πρωτόκολλον· φυλακίζει τοὺς φορολογουμένους αὐτούς, καὶ τοὺς ἐξαναγκάζει νὰ πληρώνωσι φόρον μὴ ὀφειλόμενον. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι οἱ φόροι αὗτοι δὲν εἶναι ὀφειλόμενοι, διότι τοιαῦτα ἄτοπα συμβαίνουσι καὶ ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ. Κατὰ τὸ 1887, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἢ συνεβιβάσθησαν πρὸς ὅλους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀφορῶσι τὰ πρωτόκολλα, ἢ εἶχον ἐκδώσει πλαστὰ πρωτόκολλα, καὶ ἐπὶ τούτων ἀπεφάνθη ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη Τριπόλεως, παύσασα πρὸς καιρὸν τὴν περαιτέρω καταδίωξιν, διότι καὶ αἱ ποιναί εἰσι μεγάλαι καὶ αἱ ὑποθέσεις παμπληθεῖς. Ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατον τῶν ἐνοικιαστῶν, μετὰ τὸν θάνατον καὶ πολλῶν φορολογουμένων, μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν ἐξοφλητικῶν ἀποδείξεων, ἤδη χωροφύλακες καὶ εἰδικοὶ εἰσπράκτορες περιτρέχουσι τὰ διάφορα χωρία τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπως καὶ ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, καὶ σύρουσιν ἀπὸ τοῦ ὠτὸς εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ παραλλήλως πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων εἰσπράττουσι καὶ φόρους, ἡ εἴσπραξις τῶν ὁποίων ἀμφισβητεῖται. Ἐὰν δὲν ἀποκρούωνται τελείως, ἐὰν δὲν ἦναι πλαστὰ ὅλα τὰ πρωτόκολλα, βεβαίως ἀμφισβητοῦνται· καὶ ὅτι ἀμφισβητοῦνται, ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἀπὸ τοῦ ὅτι 1878 μέχρι σήμερον, ἐπὶ 22 ἔτη, οἱ φόροι αὐτοὶ δὲν εἰσεπράχθησαν. Ἐν ἀπουσίᾳ λοιπὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα, διότι τὸ πρᾶγμα ἐπείγει. Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Λαμπέτι, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ σταλῇ ἀμέσως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, πρὶν ἢ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου βουλευτὴν ἐξ Ἠλείας κ. Χρῆστον Στεφανόπουλον.

§164ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἀναφορᾶς ταύτης μόλις τώρα ἐλάβομεν γνῶσιν καὶ ἡμεῖς. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, διότι φρονῶ, ὅτι τὰ δι’ αὐτῆς καταγγελλόμενα δὲν ἔχονται ἀκριβείας, ἀφοῦ δὲν ἀπηυθύνθησαν πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐξ Ἠλείας τὰ παράπονα.

§165ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εὔχομαι τοῦτο· ἀλλὰ 50 χωρικοὶ ἔχουσιν ὑπογράψει εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἔχουσιν ὑπόστασιν τὰ παράπονα ταῦτα, διότι τοιαῦτα γίνονται καὶ ἐν τῷ δήμῳ Φαλάνθου τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1898 ἐγένετο ἐξέλεγξις ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Τρικκάλων τῆς διαχειρίσεως τοῦ πρώην εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Φύλλων τῆς ἐπαρχίας τότε Καρδίτσης Εὐαγγέλου Ἀνδρεάδου, καὶ ἂν ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος εὑρέθη ἐλλειματίας δραχμῶν 9,777. Κατηγγέλθη ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος, καὶ ἐνεργεῖται κατ’ αὐτοῦ ἀνάκρισις, ἢ ὄχι;»

§166ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ γεγονὸς, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος, εἶναι ἀληθές· ὅτι ἡ καταδίωξις καὶ εἰς Λαμπέτι καὶ εἰς ἅπασαν τὴν Ἠλείαν ἐνεργεῖται ἀπηνὴς, ἀπηνεστάτη, ὡς καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν παρέστησα εἰς τὴν Βουλήν. Συλλαμβάνονται πολῖται πένητες κατὰ δεκάδας, καὶ ῥίπτονται εἰς τὰς φυλακάς· γέροντες ἐπίσης ἀπὸ 15 ὡρῶν ἀποστάσεως ἄγονται εἰς Πύργον, προσωποκρατοῦνται καὶ φυλακίζονται διὰ χρέη 10 καὶ 20 δραχμῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐμπαιγμὸς αἱ ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ἀποστελλόμεναι πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, περὶ δῆθεν ἐπιεικοῦς εἰσπράξεως τῶν φόρων, διότι αἱ ἐγκύκλιοι αὗται χρησιμεύουσιν ὡς ὅπλον εἰς τοὺς εἰσπράκτορας τοῦ κόμματος, ἵνα ἀπηνέστερον καταδιώκωσι τοὺς πολίτας, τοὺς μὴ φίλα αὐτῷ φρονοῦντας. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παύσῃ πλέον τὴν καταδίωξιν, διότι εἶναι ἀπάνθρωπον, κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τόσον πένεται ὁ λαὸς ἐκεῖνος, νὰ καταδιώκηται. Μετὰ τοιαύτην οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, πᾶσα εἴσπραξις ἐν Ἠλείᾳ εἶναι ἔγκλημα. Ἀρκετὰ ἐπλήρωσεν ἡ Ἠλεία εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ηὐπόρει. Διὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μετέρχηται τοιούτου εἴδους καταδίωξιν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς Ἠλείας νὰ παύσωσι πᾶσαν καταδίωξιν τῶν πολιτῶν. Καὶ τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν θὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀνέγνωσα, κύριε Πρόεδρε, εἰς χθεσινὴν ἐφημερίδα, ὅτι ἐν ἑνὶ μόνῳ δήμῳ τῆς Ἠλείας ἐγένοντο μεταβολαὶ δέκα ἐν διαστήματι χρονικῷ ὀλιγίστῳ...

§167ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖαι μεταβολαί;

§168ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μεταβολαὶ ἀστυνομικαί... Ἐγένοντο δὲ αἱ μεταβολαὶ αὗται διὰ νὰ ἐξευρεθῇ τὸ κατάλληλον πρόσωπον, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα, οὐχὶ βεβαίως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοῦ κόμματος. Ἐκ τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν, εἰς ποίους δήμους τῆς Ἠλείας ἐτοποθετήθησαν ἀξιωματικοὶ ὡς ἀστυνόμοι, καὶ εἰς ποίους ὑπαξιωματικοὶ, καὶ πόσαι μεταβολαὶ ἐγένοντο εἰς ἕκαστον δῆμον ἔκτοτε μέχρι σήμερον.» Ἐκ τῆς σημειώσεως ταύτης θὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ πολλὰ, καὶ θὰ φωτισθῇ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως.

§169Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καταθέτω ἄνευ ἀναπτύξεως μίαν σημείωσιν, ὅπως προσαγάγῃ κατάλογον τῶν δικηγόρων παρὰ τοῖς Δικαστηρίοις Ναυπλίου, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ἀνατεθῇ αἱ ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου.

§170Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, δὲν θὰ ἐγείρω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, οὐδὲ θὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ· θὰ ἀπαντήσω ὅμως αὔριον, ἐλπίζω, καὶ εἰς ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ καὶ εἰς ὅσα εἶπεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Καρτάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§172Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ προσαρτήσεως τοῦ δήμου Ἀμαλιαπόλεως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις αὕτη κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν θὰ προταθῇ ἀντίρρησίς τις κατ’ αὐτῆς.

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχ. 426,674.

§174ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου;

§175Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τῆς χορηγηθείσης πιστώσεως, περὶ ἧς πρόκειται, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε πληροφορίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπὸ πότε ἤρχισεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἦναι συνδρομητὴς εἰς τὴν Διεθνῆ Γεωδαιτικὴν Ἕνωσιν, καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ ἐξακολουθῇ ἡ συνδρομὴ αὕτη. Ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθε κατὰ τὸ 1889, διορισθέντος ἀντιπροσώπου αὐτῆς εἰς τὴν Διεθνῆ Γεωδαιτικὴν Ἕνωσιν τοῦ κ. Καρούσου. Κατόπιν, κατὰ τὸ 1892, ἀντικατεστάθη ὁ κ. Καροῦσος διὰ τοῦ Αὐστριακοῦ Χὰρτλ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν γεωδαιτικῶν ἐργασιῶν ἐν Ἑλλάδι. Ἐξηκολούθησε δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μέχρι τοῦ 1899, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐζήτησε τὴν παῦσιν καὶ τὴν μὴ συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Διεθνῆ Γεωδαιτικὴν Ἕνωσιν. Ἡ ἐν Βερολίνῳ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία, πρὸς ἣν ἀπηυθύνθη ὁ τέως Ὑπουργὸς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἰδοποίησεν αὐτὸν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1895 εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν δεκαετοῦς συνδρομῆς, ἑπομένως ἦτο ὑπόχρεως ν’ ἀποδεχθῇ τὴν σύμβασιν. Συνεπῶς ἀνεκλήθη ἡ διαταγὴ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, καὶ ὁ Χὰρτλ ἀνέλαβεν ἐκ νέου ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ Διεθνὲς Συνέδριον τῆς Γεωδαιτικῆς Ἑνώσεως. Ἔκτοτε ἐξακολουθεῖ παρισταμένη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ Διεθνὲς Συνέδριον μεταξὺ εἴκοσιν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν αὐτό. Ἡ καταλογισθεῖσα εἰς τὴν Ἑλλάδα δαπάνη ἀνέρχεται εἰς ὀκτακόσια μάρκα ἐτησίως. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον ὁ προκάτοχός μου Ὑπουργὸς, ἀναγνωρίζων τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἐζήτησε τὴν πίστωσιν ταύτην, καὶ ἀνέγραψεν αὐτὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.

§176ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἀπολαμβάνει ἡ Ἑλλὰς ἐκ τούτου;

§177ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ συμμετοχὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Γεωδαιτικὸν Συνέδριον εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη, ὡς εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη ἡ συμμετοχὴ αὐτῆς εἰς τὰ δημοσιεύματα τὰ τελωνειακὰ, ἅτινα γίνονται ἐν Βελγίῳ, καὶ ἡ μικρὰ δαπάνη, ἥτις ἐκ τούτου ἐπέρχεται, βεβαίως δὲν εἶναι ἀξία, ὥστε νὰ παραπονώμεθα, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ μεριμνῶσι περὶ τῆς καταβολῆς αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐβεβαιώθη ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν ἔδωκεν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πρόκειται περὶ δαπάνης τακτικῆς, ἐπαναλαμβανομένης ἐτησίως, καὶ μέχρι τοῦ 1905, ὑποθέτω δέ, καὶ πέραν, διότι δὲν πιστεύω ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συμμερίζηται τὴν γνώμην τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ συνδρομὴ αὕτη εἰς τὴν Γεωδαιτικὴν Ἕνωσιν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, μέχρι τοῦ 1905 θέλει ἐπαναλαμβάνεσθαι ἐτησίως. Εἶναι ἄρα ἄτοπον, ὅτι ἐδόθη ἔκτακτος πίστωσις, καὶ αὕτη ἐναντίον τῆς αἰτήσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ ἐψήφισεν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Τὸ Διάταγμα ἔχει ἔκτακτον πίστωσιν, ἀντὶ ἀναπληρωματικῆς, δὶς, καὶ τὸ 1899 καὶ τὸ 1900. Τὸ ἀτοπώτερον ὅμως εἶναι, ὅτι, ἐνῷ πρόκειται περὶ εἰδικῆς δαπάνης ἐτησίας, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 δὲν περιελήφθη, ἀπ’ ἐναντίας δὲ ἀπεκόπη, καὶ ἡ ἀποκοπὴ ὑπεβλήθη ἡμῖν ὡς οἰκονομία τοῦ ἔτους. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 806,015.12.

§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω, ὄχι διὰ νὰ γνωμοδοτήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀπευθύνω παρατηρήσεις τινὰς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, αἵτινες ἤθελον χρησιμεύσει πρὸς φωτισμὸν τῆς Διοικήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργός. Ἄν θέλητε νὰ προβῆτε εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν ἀντιλέγω· ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπευθύνω τὰς παρατηρήσεις μου κατὰ μίαν τῶν ἑπομένων ἀναγνώσεων. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον).

§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ δραχμῶν 1674. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν.

§182Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ μίαν πληροφορίαν· τί ποσὸν δαπανᾷ σήμερον τὸ Δημόσιον διὰ τὰς γυναικείας φυλακάς, τὰς ὁποίας ἔχομεν, καὶ τί πρόκειται νὰ δαπανηθῇ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μεταβαλλομένου εἰς νόμον.

§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου).

§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§185Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μεταβολὴ τῶν ἄρθρων, διότι δὲν εἶναι τακτικῶς κατατεταγμένα. Μετὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς δεύτερον ἐδάφιον τὸ ἄρθρον 3, διότι λογικῶς οἱ νόμοι εἰς τὰ ἄρθρα πρέπει νὰ περιλαμβάνωσιν ὅμοια πράγματα. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Ἐν ταῖς φυλακαῖς ταύταις ἀποτίνουσι τὴν ποινὴν αἱ καταδικασθεῖσαι γυναῖκες εἰς ἰσόβια ἢ πρόσκαιρα δεσμὰ, εἱρκτὴν ἢ φυλάκισιν ἀνωτέραν τῶν τριῶν μηνῶν». Μετὰ τοῦτο λογικὸν εἶναι νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον 3: «Ἐν ταῖς αὐταῖς φυλακαῖς κρατοῦνται αἱ τῆς περιφερείας τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν ὑπόδικοι γυναῖκες». Τὸ δὲ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 2 νὰ γείνῃ τρίτον ἄρθρον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἐδάφιον, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὡρίζοντο αἱ ἡλικίαι. Τὸ ἐδάφιον ἀναφέρει, ὅτι ἡ στοιχειώδης παίδευσις εἶναι ὑποχρεωτικὴ εἰς τὴν μικρὰν ἡλικίαν. Διατὶ νὰ μείνῃ ἀόριστος ἡ ἡλικία; Νὰ ὁρισθῇ κάτω τοῦ δεκάτου ἕκτου ἔτους. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ καταδίκων, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν μέχρι τοῦ δωδεκάτου ἔτους· νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκπαίδευσις μέχρι τοῦ δωδεκάτου, καὶ προαιρετικὴ διὰ τὰς πέραν τοῦ δεκάτου ἕκτου ἔτους.

§186Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἀφίεται εἰς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα.

§187ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάλιν ν’ ἀφήσητε εἰς τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα! Ἐνῷ νομοθετοῦμεν, νὰ ἀφίνωμεν τὰ νομοθετήματα εἰς τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα; Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠμπορεῖ ποτε νὰ ἐξέλθῃ πλῆρες νομοσχέδιον!

§188Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Γεννᾶται ἐνταῦθα ζήτημα καθορισμοῦ τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, διότι, ὡς γνωστὸν, αἱ κόραι τῶν δώδεκα ἐτῶν δὲν ὑπάγονται εἰς καταλογισμὸν, ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ φυλακισθῶσι, διότι τὸ ἄωρον τῆς ἡλικίας αὐτῶν τὰς ἀπαλλάσσει ἀπὸ πάσης ποινῆς. Λοιπὸν ἀπὸ τοῦ δωδεκάτου ἔτους καὶ πέραν, νὰ τεθῇ.

§189ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου.

§190Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου.

§191ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοὺς ἄρρενας ἐγένετο ἡ διάκρισις τῶν ἐφήβων καὶ τῶν πέραν τῆς ἐφηβότητος. Δὲν νομίζετε, ὅτι τὸ ἴδιον πρέπει νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὰς φυλακὰς τῶν γυναικῶν; Δεύτερον, δὲν πρέπει νὰ γένηται διάκρισις καὶ λόγῳ τῶν ἠθῶν; Εἰς τὰς γυναικείας φυλακὰς θὰ εἰσέρχωνται καὶ γυναῖκες κακῶν ἠθῶν, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες ἠθικαὶ καὶ ἔντιμοι, αἱ ὁποῖαι ὑπέπεσαν τυχαίως εἰς πρᾶξιν ἐγκληματικήν. Εἶναι πρέπον νὰ συμβιῶσιν αὗται μετὰ τῶν πρώτων; Ἐφιστῶ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον, ἂν εἰς τὰς φυλακὰς τῶν γυναικῶν, ὅπου θὰ ὑπάρχῃ ἀναγκαίως συμβίωσις τῶν καταδίκων, συμβιῶσι καὶ γυναῖκες διαφόρων ἡλικιῶν καὶ ἠθῶν καὶ προελεύσεων.

§192Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τοῦ καταστήματος· θὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ κανονιστικοῦ Διατάγματος.

§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ νόμου ἡ διαίρεσις, καὶ, κατὰ καθῆκον, δὲν πρέπει νὰ συμφύρωνται αἱ δι’ ἐγκλήματα καταδικαζόμεναι μετὰ τῶν εἰς πλημμελήματα. Ἐγὼ μάλιστα ἤθελον εἴπει, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νέου νομοθετήματος, νὰ λεχθῇ, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἀπὸ τμήματος εἰς τμῆμα μετάθεσις καταδίκου, διότι ἡ τοιαύτη μετάθεσις ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην πληγὴν τῶν φυλακῶν, ὅτι κακοῦργοι μετατίθενται εἰς φυλακὰς ἐπανορθωτικάς. Πάντως πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις, ἀπαγορεύουσα τὴν μετάθεσιν ἀπὸ τμήματος εἰς τμῆμα.

§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ διαίρεσις εἰς τμήματα τῶν φυλακῶν θὰ γείνῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν πρέπει τοῦτο ν’ ἀποτελέσῃ ἄρθρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἢ νὰ τεθῇ ἐν τῷ Β. Διατάγματι. Ἐννοεῖται, ὅτι, προκειμένου περὶ ἱδρύσεως φυλακῶν, ἐν ταῖς ὁποίαις ὅλαι αἱ κατάδικοι γυναῖκες θὰ συμφύρωνται, βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διαίρεσις αὕτη· ἀλλὰ προτιμότερον εἶναι, ἐν τῷ κανονιστικῷ Διατάγματι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ζητήματα ταῦτα. Εὐκολώτερον ἴσως οὕτω θὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπόν...

§195ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄς τεθῇ ἡ ἀρχή.

§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ νόμῳ νὰ περιληφθῶσιν ὅλαι αὗται αἱ λεπτομέρειαι. Ἀκριβῶς πρόκειται νὰ ὀργανώσωμεν φυλακὰς ὑπὸ τύπον βεβαίως ἄλλον ἢ τὸν ἐν ταῖς σημεριναῖς φυλακαῖς, καὶ ἂν ἐν ἀρχῇ διεπράττομεν τὸ σφάλμα νὰ γένηται ἄνευ διαιρέσεως εἰς τμήματα ἡ εἰσαγωγὴ τῶν καταδίκων γυναικῶν, βεβαίως ἡ ὀργάνωσις θὰ ἦτο πλημμελής.

§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἡ οἰκοδομὴ τοῦ καταστήματος συμβιβάζεται μὲ τὴν τοιαύτην διαίρεσιν;

§198Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως. Τὸ κατάστημα περιέχει δωμάτια μεμονωμένα...

§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συγκοινωνοῦν;

§200ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Συγκροτεῖται δὲ ἀπὸ ἀκτῖνας διαφόρους. Ὥστε δυνάμεθα μίαν τῶν ἀκτίνων αὐτῶν νὰ παραχωρήσωμεν διὰ μίαν τάξιν καταδίκων γυναικῶν.

§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ν’ ἀποκλείσητε ὅμως ἐντελῶς τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἄλλων διὰ κιγκλίδων.

§202ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως.

§203ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος αἱ φυλακαί;

§204ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι· τοῦ μικτοῦ.

§205ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκτὸς τῶν τριῶν διακρίσεων, δὲν πρέπει οὔτε νὰ συνεργάζωνται αἱ εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν καταδεδικασμέναι γυναῖκες μετὰ τῶν ἄλλων καταδίκων.

§206Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει, ὅτι ἐν Κεφαλληνίᾳ ὑπάρχουσιν εἰδικαὶ φυλακαὶ γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι κατεσκευάσθησαν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, εἶναι δὲ καλαί. Ὥστε θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ μεταφέρωνται ἐκεῖθεν γυναῖκες καταδικασθεῖσαι εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν ἄνω τῶν τριῶν μηνῶν, καὶ νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις δύνανται νὰ μένωσιν αἱ ἐλαφρὰν ποινὴν ἀποτίουσαι γυναῖκες. Αἱ φυλακαὶ αὗται κατεσκευάσθησαν ὑπὸ τῆς ἐν Ἀργοστολίῳ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος τῶν Κυριῶν, αἵτινες, μὲ ζῆλον ἐργασθεῖσαι, οὐ μόνον τὰς φυλακὰς ταύτας ἐπεράτωσαν καὶ παρέδωσαν εἰς χρῆσιν πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ πολλὰς βελτιώσεις ἐνήργησαν εἰς τὸ ἐκεῖ Σωφρονιστήριον τῶν ἀνδρῶν. Ἀφοῦ δὲ αἱ φυλακαὶ αὗται δύνανται νὰ περιλάβωσιν ἀρκετὰς καταδίκους, τοὐλάχιστον ἐκείνας, ὅσαι εἶναι καταδεδικασμέναι εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινήν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο καὶ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν τροποποίησιν ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, παραδεχόμενος αὔξησιν τοῦ ὁρισθέντος ὁρίου φυλακίσεως τῶν τριῶν μηνῶν.

§207ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Ὁ χρόνος τῆς καταδίκης τῶν γυναικῶν εἰς τρεῖς μῆνας δέν μοι φαίνεται ἀρκετὸς, ἵνα μεταφέρωνται αἱ κατάδικοι, αἵτινες κάλλιστα διατελοῦσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις, εἰς τὰς κεντρικὰς φυλακὰς Ἀθηνῶν. Τουλάχιστον νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τροπολογίαν ὡς πρὸς τὸν χρόνον, ὥστε μόνον μετὰ 1 ἔτος ἢ 2 νὰ ἐπιτρέπηται ἡ μεταφορὰ αὐτῶν, διότι πολλάκις αἱ κατάδικοι αὗται ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μένωσιν ἐν τῷ τόπῳ των· εἶναι μητέρες. Δι’ αὐτὸ παρακαλοῦμεν νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς πρὸς τὸν χρόνον.

§208Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ κάμνω μίαν παρατήρησιν· ὅτι δὲν πρόκειται νὰ καταργηθῶσιν αἱ γυναικεῖαι φυλακαὶ, αἱ ὑπάρχουσαι εἰς τὰ μέρη, ὅπου ἑδρεύουσι Πρωτοδικεῖα, διότι τῶν φυλακῶν ἐκείνων ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὰς ὑποδίκους γυναῖκας καὶ διὰ τὰς καταδικαζομένας εἰς ποινὴν κάτω τῶν τριῶν μηνῶν. Αἱ φυλακαὶ αὗται θὰ διατηρηθῶσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ὥστε θὰ μείνωσι καὶ αἱ ἐν Κεφαλληνίᾳ φυλακαί. Ἡ διάταξις ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐφήβους. Ἔφηβοι καταδικαζόμενοι εἰς ποινὴν ἄνω τῶν τριῶν μηνῶν μεταφέρονται εἰς τὸ Ἐφηβεῖον. Οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι θὰ καταδικασθῶσιν εἰς ποινὴν πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, εἶναι ὀρθὸν νὰ μεταφέρωνται εἰς τὰς κεντρικὰς φυλακάς.

§209ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλοι οἱ λόγοι διὰ τὰς γυναῖκας, καὶ ἄλλοι διὰ τοὺς ἄνδρας.

§210ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν ν’ αὐξήσω τὸν χρόνον. (Διάλογοι).

§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν νύκτα μὲν ὑπάρχει τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα, ἑπομένως οὐδεὶς φόβος νὰ συγκοινωνῶσι γυναῖκες, τῶν ὁποίων τὰ ἤθη εἶναι ἀμφίβολα, μετὰ τῶν ἄλλων καταδίκων γυναικῶν· ἀλλὰ τὴν ἡμέραν ἡ ἐπικοινωνία αὕτη εἶναι ἐπικίνδυνος, διότι πᾶσαι αἱ κατάδικοι συγκοινωνοῦσι πρὸς ἀλλήλας. Ὁ ἀποχωρισμὸς λοιπὸν τῶν γυναικῶν, τῶν ὁποίων τὰ ἤθη εἶναι τοιαῦτα, πρέπει νὰ κατορθωθῇ νὰ ἐφαρμόζηται τὴν ἡμέραν.

§212ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς γυναῖκες καταδεδικασμέναι εἰς θάνατον, καὶ ἄλλαι εἰς ἰσόβια δεσμά. Ἐγὼ αὐτὸς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι συνετέλεσα εἰς τὸ νὰ μὴ σταλῇ πρὸς ὑπογραφὴν Β. Διάταγμα, διατάσσον ἐκτέλεσιν ποινῆς θανατικῆς κατὰ γυναικὸς, διότι ἐδολοφόνησε τὸν ἄνδρα της, διατελῶν τότε προσωρινῶς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ φρονῶ, ὅτι ἔδει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ μονίμου Ὑπουργοῦ. Παρετήρησα δὲ, ὅτι καὶ οἱ μετὰ ταῦτα Ὑπουργοὶ, ἐκ συμπαθείας ἴσως πρὸς τὸ γυναικεῖον φύλον, δὲν ὑπέγραψαν Διάταγμα ἐκτελέσεως, καὶ ἐπὶ τέλους διὰ Β. Διατάγματος μετετράπη εἰς ἰσόβια δεσμὰ ἡ ποινὴ τῆς καταδίκου. Ἀλλὰ τοιαύτη κατάδικος εἶναι διδάσκαλος καὶ παράδειγμα ἐκ τῶν χειρίστων εἰς τὰς ἄλλας ἐκείνας, αἵτινες διὰ μικρὰ πλημμελήματα εὑρίσκονται ἐκεῖ. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον νὰ χωρισθῇ ἐντελῶς καὶ ἡ ἐργασία ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἵνα μὴ συμβιῶσιν οὐδὲ τὴν ἡμέραν αἱ διαφόρων ἠθῶν κατάδικοι, καὶ ὄχι μόνον τὴν νύκτα.

§213ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀρθὸν αὐτὸ, ἀλλὰ θ’ ἀπαιτηθῇ πολὺ περισσότερον προσωπικόν. Διότι βεβαίως δὲν ἐννοεῖτε φυλακὴν γυναικείαν, ὅπου ἐργάζονται αἱ κατάδικοι, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ φύλαξ, ὅστις νὰ ἐπιβλέπῃ· διότι περισσότερον ἴσως ἢ ἐπὶ τῶν ἐφήβων εἶναι φόβος, ὅτι ἡ τῶν γυναικῶν συμβίωσις δύναται νὰ ἐπηρεάζῃ τὰ ἤθη. Παντοῦ διὰ τοῦτο, ὅπου ὑπάρχουν γυναικεῖαι φυλακαὶ, ἀναπόφευκτος ἡ φύλαξις. Ἐὰν λοιπὸν γείνωσι διαμερίσματα διάφορα, εἴτε λόγῳ τῶν ἠθῶν, εἴτε λόγῳ τῆς ἡλικίας, θὰ γείνῃ χρεία πολὺ περισσοτέρου προσωπικοῦ, καὶ πρέπει νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον κατωτέρω ἀναφέρεται. (Διάλογοι).

§214ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ συνηθέστεραι ποινικαὶ παραβάσεις, δι’ ἃς καταδικάζονται αἱ γυναῖκες, εἶναι κλοπαί· εἰς αὐτὰς δὲ περιπίπτουσιν ἰδίως αἱ εἰς ξένην ὑπηρεσίαν διατελοῦσαι γυναῖκες. Ἄλλα ἐγκλήματα, συνήθως διαπραττόμενα παρὰ τῶν γυναικῶν, εἶναι τὰ ἐκ λόγων οἰκογενειακῶν προκαλούμενα, ὡς καὶ τὰ πρὸς σκοπὸν καλύψεως ἀτιμώσεως, ὡς ἡ βρεφοκτονία, ἡ ἄμβλωσις καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ καὶ βαρύτερα. Ἡ παρατήρησις αὕτη συνάγεται ἐκ τῶν ποινικῶν στατιστικῶν, καὶ ταύτην, πιστεύω, θὰ εὕρητε ἐπαληθευομένην ἐν πάσαις ταῖς γυναικείαις φυλακαῖς. Τοὐλάχιστον εἰς 5 ἢ 6 φυλακὰς, τὰς ὁποίας ἐπεσκέφθην ἐν Εὐρώπῃ, εὗρον τὴν παρατήρησιν ταύτην βεβαιουμένην. Ἡ διαφορὰ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἀνατροφῆς ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην διακρίσεως ἐν ταῖς γυναικείαις φυλακαῖς. Διὰ τοῦτο ἡ μὲν συνεργασία δύναται νὰ γίνεται τὴν ἡμέραν, ἀλλὰ νὰ γίνεται, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὑπὸ ἐπιτήρησιν γυναικὸς μεμορφωμένης, ἡ ὁποία νὰ παρίσταται καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐργασίας, νὰ ἐπιτηρῇ διὰ τὴν τάξιν, καὶ νὰ ὁδηγῇ τὰς καταδίκους· καὶ ἡ ἐπιτηροῦσα δύναται νὰ ἦναι καὶ ἡ διδάσκουσα εἰς τὰς καταδίκους διάφορα εἴδη ἐργασίας παραγωγικῆς. Ὅθεν ὁ χωρισμὸς ἐν ἡμέρᾳ εἰς δύο τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι εἰς τρία, εἶναι ἀπαραίτητος, ὡς καὶ ἡ παρουσία καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς συνεργασίας μιᾶς τοὐλάχιστον μεμορφωμένης φύλακος ἐν ἑκάστῳ διαμερίσματι, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἦναι καὶ ἡ διδάσκουσα ἐργασίαν, οἷον πλεκτικὴν ἢ ῥαπτικὴν, κεντητικὴν ἢ οἱανδήποτε ἄλλην. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ νυκτερινὴ ἐπιτήρησις. (Διακοπαί).

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, καὶ ἀφήσατε τοὺς διαλόγους.

§216ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Φρονῶ διὰ τοῦτο ὀρθὸν, ν’ ἀναγνωρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ ἀρχὴ τῆς διαιρέσεως τῶν φυλακισμένων κατὰ τὴν συνεργασίαν καὶ τὰς ἄλλας ἐνασχολήσεις. Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ λάβω πάλιν τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης εἶναι Ἑταιρεία συνεστημένη διὰ Β. Διατάγματος καὶ ἀνεγνωρισμένη; Διότι τίθεται ἐν τῷ νόμῳ ὡς ἀρχὴ ἀνεγνωρισμένη, καθ’ ἃ βλέπω. Δεύτερον, τί ἐννοεῖ τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4: «Ὑπὸ τὴν Ἐφορείαν ἐγκαθίσταται καὶ ἡ Ἐπιτηρητικὴ Ἐπιτροπή»; Τί σημαίνει αὐτό; (Διάλογοι).

§217Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως τῶν φυλακῶν εἶναι ἴσως τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ· διότι βεβαίως σκοπὸς τῶν φυλακῶν εἶναι ἡ ἠθικοποίησις τῶν φυλακισμένων γυναικῶν. Νομίζω ὅτι ἡ διαίρεσις τῶν καταδίκων γυναικῶν πρέπει νὰ γείνῃ κατὰ κατηγορίας· διότι συνήθως αἱ γυναῖκες, αἱ ὑποπίπτουσαι εἰς τὰ ἐγκλήματα τὰ συνήθη, διὰ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ καταδικασθῶσιν, εἶναι αἱ γυναῖκες αἱ μὴ διακρινόμεναι ἐπὶ ἠθικῇ, αἱ φονεύουσαι, αἱ τραυματίζουσαι, αἱ εὑρισκόμεναι εἰς διαπληκτισμούς, οἱ ὁποῖοι διαπληκτισμοὶ καταλήγουσιν εἰς ἐγκλήματα. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ γυναῖκες ἠθικαί, αἱ ὁποῖαι ἐγκληματοῦσιν, ἀλλ’ ὅπως δήποτε θέλετε ἴδει, ὅτι τὰ ἐγκλήματα τῶν γυναικῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, διαπράττονται ἐν τοῖς καταστήμασιν ἐκείνοις, ὅπου δὲν ἐπικρατεῖ ἠθική... (Διακοπαί).

§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ διακοπὰς νὰ γείνῃ συζήτησις.

§219Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραδεχθῇ τὴν βάσιν τῆς διαιρέσεως ἐν τῷ νόμῳ κατὰ τρόπον καθιστῶντα ἀσφαλῆ τὴν διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκτέλεσιν ταύτης. Διότι, ἐὰν τὸ ἀφήσωμεν ἐκτὸς τοῦ νόμου, εἶναι ἐνδεχόμενον, δυσκολίαι τῆς διαιρέσεως τοῦ καταστήματος ἢ ἄλλαι δυσκολίαι νὰ καταστήσωσιν ἀνεκτέλεστον τοῦτο. Καὶ ἀπόδειξιν τούτου φέρω αὐτὴν τὴν φράσιν, ἡ ὁποία ἐξέφυγε τῶν χειλέων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης: «ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν». «Ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν», δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· πρέπει νὰ καταστῇ δυνατὸν, καὶ ἂν ἦναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διεύθυνσιν τοῦ καταστήματος, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ὑψηλὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δωρεῖται εἰς τὸ Κράτος τὸ κατάστημα τῶν φυλακῶν, ἐὰν πρόκειται, χάριν ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τοῦ σκοποῦ τῶν φυλακῶν κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὴν ἠθικοποίησιν τῶν καταδίκων γυναικῶν, νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησίς τις, βεβαίως θέλει ἐπιδοκιμάσει αὐτήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα θεμελιῶδες πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τῶν φυλακῶν.

§220ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη, ὅτι αἱ κοιναὶ γυναῖκες εἶναι αἱ ἐγκληματοῦσαι. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, τὰ συνήθη ἐγκλήματα τῶν χυδαίων γυναικῶν εἶναι αἱ κλοπαὶ, ἰδίως τῶν ὑπηρετριῶν· κατόπιν ἔρχονται τὰ ἐγκλήματα τὰ ἐκ κακῶς ἐννοουμένης στοργῆς πρὸς τὴν γυναικείαν τιμὴν διαπραττόμενα, οἷον ἀμβλώσεις, βρεφοκτονίαι καὶ τὰ τοιαῦτα· ἀραιότερα εἶναι τὰ ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων ἐγκλήματα, συζυγοκτονίαι κλπ., διότι αἱ γυναῖκες σπανίως ὑποπίπτουν εἰς ἐγκλήματα βίας, ὡς οἱ ἄνδρες, καὶ ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς ἐγκληματοῦσι συνήθως διὰ μόνης τῆς γλώσσης. Εἰπὼν ὅτι τὰ κυριώτερα παρὰ τῶν γυναικῶν διαπραττόμενα ἐγκλήματα εἶναι συνήθως τριῶν εἰδῶν, δὲν ἐνόουν ὅτι εἶναι τὰ μόνα. Ἂν θέλῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἂς συμβουλευθῇ ὀλίγους ὀργανισμοὺς φυλακῶν τῆς Αὐστρίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας, ἢ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐν Maria Nostra τῆς Οὑγγαρίας γυναικείας φυλακῆς, τὴν ὁποίαν διευθύνει εὐγενὴς Μαρκησία, ἢ τῶν Αὐστριακῶν φυλακῶν Tarvis-Villadr, καὶ θὰ εὕρῃ πολλὰ ἄξια ἀπομιμήσεως. Θὰ πεισθῇ δὲ, πιστεύω, ὅτι μία τις διαίρεσις εἶναι ἀπαραίτητος· ἴσως δὲ πεισθῇ, ὅτι ἡ τελεία ἀπομόνωσις δι’ ὡρισμένου εἴδους γυναῖκας δὲν εἶναι χρήσιμος. Ἔν τινι φυλακῇ δύο ἢ τρεῖς ἢ τέσσαρες γυναῖκες, διακριθεῖσαι ἐπὶ καλῇ συμπεριφορᾷ, δύνανται νὰ συμβιῶσι, καὶ πρὸς τοῦτο δύναται νὰ ὑπάρχῃ διὰ τοιαύτας καταδίκους διαμέρισμα. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πολλάκις διαφθείρονται αἱ γυναῖκες, ἀλλὰ διαφθείρονται πλειότερον, ὅταν κλεισθῶσιν ἐν φυλακαῖς μετὰ γυναικῶν διεφθαρμένων, καὶ ὅτι ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν καταδίκων γυναικῶν αἱ πλεῖσται δὲν εἶναι ἄτιμοι, καὶ προσήκει πᾶσα μέριμνα πρὸς πρόληψιν διαφθορᾶς αὐτῶν.

§221Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὴν διαίρεσιν εἰς τὰς φυλακάς· ἀλλ’ ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως τῶν καταδίκων, δὲν νομίζω ὅτι ἐκπληροῖ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Τί ζητεῖτε διὰ τῆς διαιρέσεως; Νὰ χωρίσητε τὰς καταδίκους τὰς ἐξ ἐπαγγέλματος κακοήθεις ἀπὸ τὰς ἄλλας, Ἐφοβήθητε μήπως αἱ γυναῖκες, αἱ ὑποπεσοῦσαι εἰς ἓν μικρὸν ἔγκλημα, παραπλανηθῶσιν ὑπ’ ἐκείνων; Αὐτὸ δὲν τὸ ἐπιτυγχάνετε διὰ τῆς διαιρέσεως, τὴν ὁποίαν προτείνετε. Διότι ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε καταδίκους γυναῖκας εἰς ποινὴν ἑνὸς μηνὸς ἢ δύο μηνῶν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι πιθανώτατον καὶ φυσικώτατον νὰ ὑπάρχωσι κατάδικοι, αἵτινες νὰ ὦσι καταδεδικασμέναι διὰ κακοήθη πρᾶξιν· θὰ ἔχητε δὲ μίαν χρηστὴν γυναῖκα, ἡ ὁποία ὑπέπεσεν εἰς ἔγκλημα, ἐγκεκλεισμένην μὲ μίαν ἄλλην κακοηθεστάτην. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ αὐτὸ εἰς τὸν ἐσωτερικὸν κανονισμόν. Ἐὰν ἔχητε πεποίθησιν εἰς τὴν διευθύνουσαν ἐπιτροπὴν, ν’ ἀφήσητε τοῦτο νὰ ὁρισθῇ ὑπὸ ταύτης.

§222Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μᾶς παρουσιάζετε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ποιεῖται διάκρισιν, ἀλλ’ ἀφίνει ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ χάσμα. Διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ χωρισμὸς, τὸν ὁποῖον δύνασθε νὰ κάμητε καὶ διὰ τοῦ Διατάγματος.

§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις, προτείνει τὰς ἑπομένας τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Ἐν τῷ τρίτῳ καὶ πέμπτῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου 2 ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «τριῶν» διὰ τῆς λέξεως «ἕξ»· νὰ τεθῇ δὲ ὡς δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἄρθρον δὲ 3 νὰ τεθῇ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).

§224ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ παρατήρησις, ἣν πρὸ μικροῦ ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς, μοὶ φαίνεται ὀρθή. Ἐρχόμεθα διὰ τοῦ νόμου καὶ δίδομεν νομοθετικὴν ὕπαρξιν εἰς ἵδρυμα, ὅπερ παντελῶς ἀγνοοῦμεν, μὴ γινώσκοντες κἄν μηδὲ πῶς συνεστήθη. Νομίζω ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρενέβαλεν ἐνταῦθα τὰ μέλη τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, γυναῖκας δηλαδὴ, εἶναι δεδικαιολογημένος, προκειμένου περὶ γυναικείων φυλακῶν· διότι, προκειμένου περὶ γυναικείων φυλακῶν, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐποπτεία γυναικῶν εἶναι χρησιμωτάτη εἴς τε τὴν ἐν γένει τάξιν καὶ εἰς τὴν κοσμιότητα, τὴν καθαριότητα καὶ τὴν ὑγιεινήν. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, μὴ παραβαίνοντες τὸν κανόνα, καθ’ ὃν τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ μὴ δίδῃ ἐξουσίαν εἰς ἱδρύματα ἰδιωτικὰ, μὴ ἔχοντα κανονισμὸν, δεδομένον αὐτοῖς τῇ ἐγκρίσει αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι, ἐὰν τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι τίθενται ἔφοροι πέντε γυναῖκες, διοριζόμεναι κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, φθάνομεν εἰς τὸν σκοπόν· διότι ἡ Κυβέρνησις ἀφίεται ἐλευθέρα νὰ ἐκλέξῃ τὰ πρόσωπα ὁπόθεν δήποτε θέλει, εἴτε ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, εἴτε ἄλλοθεν. Ἐὰν ἡ πρότασίς μου κριθῇ ἀποδεκτὴ, πρέπει νὰ παραλειφθῇ καὶ ἡ τελευταία περίοδος τῆς δευτέρας παραγράφου περὶ τῆς ἐκλογῆς καὶ ἑνὸς ἀνδρὸς κατὰ πρότασιν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος.

§225ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤδη, ὅτε μανθάνω ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης εἶναι ὁ συνεταιρισμὸς τῶν Κυριῶν, ὅστις διατελεῖ ὑπὸ τὴν ὑψηλὴν ἐποπτείαν τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης, ἐννοῶ καὶ ἐγκρίνω τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ λαμβανομένην πρόνοιαν περὶ αὐτῆς, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ διδόμενα αὐτῇ, εὐλόγως δίδονται. Ἀφοῦ μάλιστα ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα εἶναι ἡ δωρουμένη τὰ πρὸς ἵδρυσιν τῶν φυλακῶν χρήματα, καὶ ἀφοῦ εἶναι τόσῳ καταφανές, ὅτι ἐν τῇ δράσει αὐτῆς κατὰ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ἐφηβείου ἔφερεν ἀληθῶς θαυμάσια ἀποτελέσματα, πεποιθότως πρέπει νὰ φρονῶμεν, ὅτι, παρέχουσα τὴν εὐεργετικὴν αὐτῆς ὑψηλὴν προστασίαν, δύναται καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ μείζονα ἐξουσίαν καὶ πλειόνα δικαιώματα ἡ ἐποπτεύουσα Ἀδελφότης τῶν Κυριῶν.

§226ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ μείνῃ ἐν τῷ νόμῳ ἡ διάταξις, ἡ ἐπιτρέπουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς Ἐφορείας, νὰ διορίζῃ τὰ γυναικεῖα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Ἂν ἐκλέξῃ αὐτὰ μεταξὺ τῆς Ἀδελφότητος, θὰ πράξῃ ἴσως ἔργον ἀξιέπαινον. Ἀλλὰ ὀρθὸν εἶναι νὰ μείνῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἐλευθερία νὰ ἐκλέγῃ ὁπόθεν δήποτε κρίνει σκόπιμον.

§227ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἓν πρᾶγμα θὰ παρατηρήσω, ὅτι πανταχοῦ σχεδὸν, ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἡνωμέναις Πολιτείαις, ὅπου γυναικεῖαι φυλακαὶ λειτουργοῦσι καλῶς, εὐδοκιμοῦσιν, ὡς διατελοῦσαι συνήθως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν Θρησκευτικῶν ταγμάτων. Οὕτως ἐν Γαλλίᾳ αἱ φυλακαὶ τοῦ Saint Lazare εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ «Τάγματος τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἁγίου Ἰωσήφ»· τοσοῦτον δὲ λαμπρὰ ἀποτελέσματα ἔφερεν, ὥστε ἀποτελεῖ μίαν τῶν λαμπροτέρων σελίδων τῆς Γαλλικῆς Ἱστορίας ἡ διαγωγὴ αὐτῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870 καὶ κατὰ τὴν Commune. Δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ἀποπλανηθεῖσαι καὶ περιπεσοῦσαι εἰς ἐγκλήματα καὶ ἀποτίουσαι ποινὴν ἐν ταῖς φυλακαῖς γυναῖκες, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῶσι παρ’ ἄλλων ἢ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γινώσκουν διὰ τῆς θρησκείας ν’ ἀναρριπίσουν τὸ αἴσθημα τῆς μετανοίας καὶ τῆς σωτηρίας, νὰ ἐνισχύσουν τὴν θέλησιν αὐτῶν εἰς τοῦτο, καὶ νὰ ὑποβάλουν διὰ τὸ μέλλον εἰς τοὺς κανόνας σώφρονος καὶ ἐντίμου ζωῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι παρ’ ἡμῖν θέλει ἀποτύχει τὸ ἔργον, ἐὰν δὲν ἐξευρεθῇ τρόπος νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν φροντίδα τῆς σωτηρίας αὐτῶν τῶν γυναικῶν εἰς πρόσωπα ἀφωσιωμένα, εἴτε ἐξ ἀνατροφῆς, εἴτε ἐκ καθήκοντος, εἰς τοιαῦτα ἔργα. Δυστυχῶς αἱ λαμπραὶ Ἀδελφαὶ τοῦ ἐλέους, αἵτινες εἶναι τὰ πρότυπα καὶ αἱ ἡρωΐδες συχνότατα τῆς ἀφοσιώσεως καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως ἀλλαχοῦ, παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουσιν· ἐφ’ ὅσον ὅμως εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ προχείρου σήμερον νὰ ἐξευρεθῶσιν ὅμοιαι, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτὰς, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος τρόπος διασώσεως αὐτῶν. Φυλακαὶ γυναικῶν, ἐν αἷς δὲν γίνεται προσπάθεια ἐνδελεχὴς καὶ ἐπιτυχὴς πρὸς ἀνόρθωσιν ἠθικὴν αὐτῶν καὶ ἐπαναφορὰν εἰς σώφρονα βίον, ἀποτυγχάνουσι τοῦ σκοποῦ των.

§228Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης εἶναι ἀνεγνωρισμένη διὰ Β. Διατάγματος· ἐν τῷ ὀργανισμῷ δὲ τοῦ Ἐφηβείου, καίτοι πρόκειται περὶ παίδων, δίδονται τὰ αὐτὰ δικαιώματα εἰς τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα, ἅτινα δίδονται καὶ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης παρέσχε καὶ παρέχει ἀνεκτιμήτους ὑπηρεσίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ νοσοκομεῖα, τὴν καθαριότητα τῶν φυλακῶν, τὴν διακόσμησιν αὐτῶν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω ἐπαρκῶς διὰ λόγων, πόσον λυσιτελῶς ἐργάζεται. Δὲν ἐννοῶ λοιπόν, διατὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκλέγῃ αὐτὸς τὰ πρόσωπα ταῦτα ὁπόθεν δήποθεν θέλει, ἐνῷ ἔχομεν σωματεῖον, οὗτινος προεδρεύει ἡ Βασίλισσα καὶ συνεργάζεται σχεδὸν μετ’ αὐτοῦ. Ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν τὰ θρησκευτικὰ ἐκεῖνα τάγματα, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου· ἔχομεν ὅμως τὸ σωματεῖον αὐτὸ, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ καλλίτερον μέτρον, ὅπερ δυνάμεθα νὰ λάβωμεν, εἶναι νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὸ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου.

§229ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§230ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μίαν ἐρώτησιν, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ. Διατὶ ἀπηλείφθη ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὁ Νομάρχης;

§231ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διότι ἔχει πολλὰς ἐργασίας ἄλλας.

§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προτείνει, ὅπως αἱ ἐν τῷ πέμπτῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου λέξεις «τούτου κωλυομένου» καὶ τὸ ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ τῆς τελευταίας παραγράφου ἄρθρον «ἡ» διαγραφῶσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).

§233Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καθιεροῦται μία διάταξις διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὰ συστήματα τὰ νεώτερα τῶν φυλακῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει μὲν εἰσαχθῆ ἡ ἐργασία, ἀλλὰ ζητεῖται τὸ ἥμισυ τοῦ ἐκ τῆς ἐργασίας εἰσοδήματος, τὸ ἥμισυ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ φυλακισμένου νὰ ἀφεθῇ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν εἰσάγεται ἡ ἐργασία εἰς τὰς φυλακὰς, εἶναι διπλοῦς· πρῶτον, ἵνα ἀπασχολῆται τὸ πνεῦμα καὶ τὸ σῶμα τοῦ καταδίκου, καὶ δεύτερον, ἵνα ἐξερχόμενος τῶν φυλακῶν ὁ κατάδικος εὑρίσκῃ πόρον ζωῆς. Διὰ τῆς ἀμοιβῆς δὲ σκοπεῖται νὰ ὑποκινηθῇ ἡ πρὸς ἐργασίαν προθυμία. Ἀλλ’ ὅταν τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας ζητῆτε νὰ περικόψητε, τότε καὶ ἡ ἐργασία δὲν εἶναι πλήρης καὶ ἡ ἀμοιβή, ἣν θὰ λάβῃ, ἐξερχόμενος εἰς τὴν κοινωνίαν ὁ κατάδικος, δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκής. Ζητοῦντες δὲ ἀπὸ τὴν δυστυχῆ αὐτὴν φυλακισμένην, ἥτις θὰ ἐργασθῇ καὶ ἥτις θὰ ἔχῃ ἴσως ἀφήσει καὶ οἰκογένειαν εἰς τὴν οἰκίαν της, τὸ ἥμισυ τῆς ἐργασίας της, ἐπιβάλλετε τρόπον τινὰ μίαν νέαν ποινὴν εἰς τὴν κατάδικον. Ἔρχεται δὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν ταύτην, τὴν δήμευσιν τῆς ἀμοιβῆς τῆς ἐργασίας της. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δήμευσις, ἀλλ’ ἀπόδοσις τῶν τροφείων καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία εἶναι ὑπόχρεως καὶ νὰ διαθρέψῃ τὴν φυλακισμένην, καὶ νὰ δώσῃ στέγην εἰς αὐτὴν, καὶ νὰ τὴν ἐκπαιδεύσῃ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῦ στηρίζει τὴν διάταξιν ταύτην; Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἡ κατάδικος ἔχῃ εἰσόδημα ἐκ τῆς ἐργασίας της μεγαλείτερον, θὰ ἐκτελῇ μετὰ μεγαλειτέρου ζήλου τὴν ἐργασίαν.

§234Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ διάταξις, κ. Πρόεδρε, ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ τοῦ Ἐφηβείου καὶ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1836 περὶ φυλακῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους ποσοστὸν ἐκ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐργασίας τοῦ καταδίκου λαμβάνει τὸ Κράτος· εἶναι δὲ τοῦτο ἀποζημίωσις διὰ τὴν τροφὴν, ἐνδυμασίαν, ὑπόδησιν κλπ. τοῦ καταδίκου. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἔχωμεν φυλακάς. Διότι, ἵνα ἔχωμεν φυλακὰς καλῶς ὠργανωμένας, ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ Ἐφηβείου ἢ τῶν γυναικείων φυλακῶν, πρέπει τὸ ποσὸν, ὅπερ σήμερον δαπανῶμεν, τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου ν’ ἀναβιβάσωμεν εἰς 3 ἑκατομμύρια. Εἰς τὸ Ἐφηβεῖον ἔχομεν 200 καταδίκους, καὶ δαπανῶμεν 75,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἐὰν αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν τῆς δαπάνης ἐφαρμόσητε πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν 6,000 καταδίκων, οὓς ἔχετε εἰς τὸ Κράτος, τί θὰ ἔχωμεν; Σήμερον δαπανῶμεν τόσον ὀλίγα, διότι παρέχομεν 10 λεπτὰ τὴν ἡμέραν διὰ τροφὴν, ἐργασίαν καὶ ὑπόδησιν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ἐφηβείου καὶ τῶν γυναικείων φυλακῶν εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος τὴν δαπάνην, ἐὰν δὲν ἔχῃ εἰσοδήματα ἐκ τῆς ἐν αὐταῖς ἐργασίας, ὅπως γίνεται εἰς ὅλον τὸν κόσμον.

§235ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, εἶναι τοκοφόρα αὐτὰ τὰ χρήματα;

§236ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐφαρμόζεται ὁ νόμος, ὃν ἐψηφίσατε πέρυσι· κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).

§238ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι μετὰ τὴν ἐν τῷ πέμπτῳ ἐδαφίῳ λέξιν «τεχνουργῶν» δέον νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «γυναικῶν».

§239Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά· τὸ προσθέτομεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην συζήτησιν).

§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 39). Ὁ κ. Δραγούμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 40). Συνεπείᾳ τῆς χθεσινῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε τὴν σχετικὴν πίστωσιν, καὶ ὑποβάλλει τὴν περὶ ταύτης ἔκθεσίν της.

§241Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ γνωρίζωμεν ποῖαι τροποποιήσεις ἐπῆλθον εἰς τὸν Κανονισμὸν μεταξὺ τῆς πιστώσεως, ἣν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ διὰ τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν.

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι αἱ αὐξήσεις αἱ γενόμεναι χθές.

§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις.

§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ καθυστέρησις εἰς τὴν πληρωμήν. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀνωτέρω ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπῆς).

§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης αἰτουμένην πρόσθετον πίστωσιν δραχμῶν 7,020 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 15′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
2Τῆς 23 Νοεμβρίου 1900.
3(Πέμπτη).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται
5καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
6συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Πάτραις ἐπιστήμονες φαρμακέμπο-
8ροι δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ φαρ-
9μακοποιῶν.
10§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πέρυσι, κύριε Πρόεδρε,
11εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶχε συστηθῆ τὸ ζή-
12τημα τοῦτο ὑπὸ Βουλευτῶν καὶ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος
13καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν εὐαρε-
14στηθῆ, νομίζω, τότε νὰ ἐπινεύσῃ εἰς τὴν πρότασιν ταύτην,
15ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ ὑπάρχον μεταξὺ φαρμακοποιῶν
16καὶ φαρμακεμπόρων, διότι ἤδη οἱ ἐπιστήμονες φαρμακοποιοὶ
17εἶναι τοσοῦτοι, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἐπιτετραμμένον πλέον νὰ
18δίδωνται ἄδειαι φαρμακοποιῶν εἰς μὴ ἐπιστήμονας φαρμα-
19κοποιούς.
20§3Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι
21Βουλευταὶ, χθὲς διάφοροι ἐπερωτήσεις μοὶ ἀπηυθύνθησαν
22ἐκ μέρους διαφόρων ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐκ τῶν ἐπερω-
23τήσεων, αἵτινες μοὶ ἀπηυθύνθησαν, τινὲς εἶναι τοιαῦται, ὥστε
24ἀπαιτοῦσι χρονικὸν διάστημα, ἵνα ἑτοιμασθῶσι τὰ ἔγγραφα.
25Εἰς μίαν ὅμως ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων, ἣν μοὶ ἀπηύ-
26θυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Κασσαβέτης ἀπαν-
27τῶν σήμερον, εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ κατα-
28θέσω εὐθὺς ἀμέσως ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπε-
29ρώτησίν του· τουτέστι τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν τῆς Θω-
30ρηκτῆς Μοίρας ἐν Βόλῳ, ἐκ τῆς ὁποίας, ὡς γνωρίζετε, Κύ-
31ριοι, ἕνεκα τῶν λαβόντων χώραν ἀτόπων, ἀπεμακρύνθησαν
32πάντες οἱ πλοίαρχοι, ἐκτὸς τοῦ κ. Δαμιανοῦ, καὶ ὁ κ. ὑπο-
33ναύαρχος, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν καὶ ἐφυλακίσθησαν.
34Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις ἦλθε καὶ εἰς τὸν Τύπον τότε, καὶ, ὡς
35ἐνθυμεῖσθε, πολλὰ ἐγράφησαν, καὶ ἐπὶ πολλὰς ἑβδομάδας ἡ
36κοινωνία κατεγίνετο ἀναγινώσκουσα τὰ λαβόντα χώραν εἰς
37τὴν ἐν Βόλῳ Θωρηκτὴν Μοῖραν, καὶ παρεστάθη τότε, ὅτι ὁ
38Ὑπουργὸς ὑπέβαλε παραίτησιν, λόγῳ δῆθεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς
39δὲν ὑπέγραψε τὰ Διατάγματα κλπ., ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ
40ν’ ἀκούσῃ, θέλω ἐκθέσει ἐν ὀλίγοις τὰ γεγονότα.
41§4ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως.
42§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἐκτὸς, ἐὰν θέλητε
43ν’ ἀποφύγητε τὴν συζήτησιν.
44§6Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶσθε ὑποχρεωμένος.
45§7Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς, κύριε Ὑπουργέ,
46δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, τί περιέχουσι τὰ ἔγγραφα. Τί
47γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες, δὲν δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, διότι
48δὲν ἠξεύρωμεν, ἂν αἱ πληροφορίαι των εἶναι ἀκριβεῖς. Κατὰ
49συνέπειαν σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐξήγησιν
50τῶν ἐν τοῖς ἐγγράφοις.
51§8ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Χθὲς ὑποβάλλων τὴν ἐπερώ-
52τησιν, δι’ ἧς ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων,
53τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, δὲν ἐνόμιζον ὅτι
54ἤθελον προκαλέσει τοιαύτην συζήτησιν σήμερον. Ἐγὼ ὑπέ-
55θετον, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἠθέλετε περιορισθῆ ἁπλῶς σή-
56μερον εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Πρέπει λοιπὸν νὰ
57μᾶς δώσητε τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων, ὅπως ἴδωμεν τὰ
58τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ κατόπιν κρίνωμεν, ἂν δυνάμεθα
59νὰ συζητήσωμεν. Σήμερον εἴμεθα ἐντελῶς ἀπροπαράσκευοι,
60δὲν εἴμεθα δὲ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν, τί ἀκριβῶς συνέβη
61μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ ναυάρχου. Ἡμεῖς ἁπλῶς ἠρωτήσαμεν
62καὶ παρεκαλέσαμεν νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα. Ἀφοῦ κα-
63τεθέσατε αὐτὰ σήμερον, πρέπει νὰ μᾶς δώσητε τὸν ἀπαιτού-
64μενον καιρόν, ἵνα μελετήσωμεν τὰ ἔγγραφα καὶ κατόπιν συ-
65ζητήσωμεν μεθ’ ὑμῶν.
66§9Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύ-
67ριε Βουλευτά, ἀπηυθύνατε ἐπερώτησιν, καὶ ἐζητήσατε νὰ
68κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Τὰ ἔγγραφα εἶναι ἐδῶ ὅλα. Ἐγὼ
69τὰ καταθέτω. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ
70ὑποθέσεως, διὰ τὴν ὁποίαν πολλὰ ἐγράφησαν καὶ ἡ ὁποία
71πολὺ ἀπησχόλησε τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον, ἐπιβάλλεται
72εἰς ἐμέ, μόλις ἦλθεν ἡ Βουλή, νὰ τὴν φωτίσω.
73§10ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, κύριε Ὑπουργέ.
74§11ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει ὑμᾶς νὰ μελετή-
75σητε τὰ ἔγγραφα.
76§12ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Τότε θὰ κάμητε τὴν εἰσήγησιν.
77§13ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡσυχάσατε. Ἐγὼ ἔχω νὰ ἐξηγήσω τὸν
78λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον διὰ Β. Διατάγματος ἀπεμάκρυνα ἐκ
79τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας τὸν ὑποναύαρχον, τοὺς πλοιάρχους,
80τοὺς μηχανικούς, καὶ ἐφυλάκισα τὸν πλοίαρχον τοῦ «Εὐ-
81ρώτα» καὶ τὸν πρῶτον μηχανικὸν τοῦ θωρηκτοῦ «Σπέτσαι».
82Αὐτὰ πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ἵνα κρίνῃ τὰ μέτρα, ἅτινα
83ἔλαβον.
84§14Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε «εἰσήγησιν». Ἀλλ’
85ἐὰν ἡ ῥύμη τῆς ὁμιλίας γείνῃ σύνθετος, θ’ ἀποφύγητε τὴν
86συζήτησιν;
87§15ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διόλου. Ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος εἰς ὅ,τι
88θέλετε.
89Λοιπόν, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι θὰ
90ἤμην πολὺ εὐτυχὴς, ἂν ὁ φίλος μου κ. Κασσαβέτης δὲν προ-
91εκάλει τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ δὲν μὲ ἠνάγκαζεν ἀπὸ τοῦ
92βήματος νὰ εἴπω ὅσα θὰ εἴπω. Διότι θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ
93ἀρχηγοῦ τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, περὶ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον
94τιμῶ καὶ σέβομαι, ὡς ἐκ τῆς γεροντικῆς ἡλικίας του, καὶ
95μετὰ τῆς οἰκογενείας τοῦ ὁποίου συνδέεται διὰ παραδόσεων
96πατρικῶν ἡ οἰκογένειά μου. Ἀλλ’ ἀφοῦ προεκλήθην, εἶμαι
97ἠναγκασμένος νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
98§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ναύαρχος;
99§17ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Κριεζῆς.
100Πρὶν ἢ ἔλθω ὅμως εἰς τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν
101Θωρηκτὴν Μοῖραν, ἐν Βόλῳ εὑρισκομένην, θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
102ψητε μὲ ὀλίγας λέξεις νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν, χωρὶς
103ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν.
104Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ
105σχηματίσω τὴν Θωρηκτὴν Μοῖραν πρὸς ἐκτέλεσιν γυμνασίων,
106καὶ κατὰ συνέπειαν ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀναθέσω τὴν δι-
107οίκησιν αὐτῆς εἰς τὸν μόνον ὑποναύαρχον, τὸν ὁποῖον εἶχε
108τότε ὁ στόλος· οὗτος δὲ ἦτο ὁ κ. Κριεζῆς. Ὁ κ. Κριεζῆς
109ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, ἡ ὁποία ἐξε-
110τέλεσε γυμνάσια κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1899, καὶ μετὰ
111τοῦτο, ἐπανελθοῦσα ἐνταῦθα, διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς τὴν
112Μασσαλίαν, ἵνα παρασταθῇ εἰς τὰς ἑορτὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγέ-
113νοντο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Τὰ μεταβάντα εἰς Μασσαλίαν
114πλοῖα ἦσαν τὰ τρία θωρηκτὰ, «Ψαρὰ», «Σπέτσαι» καὶ
115«Ὕδρα». Ἡ Θωρηκτὴ Μοῖρα, μεταβᾶσα εἰς Μασσαλίαν, ἔτυ-
116χε παρὰ τῶν ἐκεῖ ὁμογενῶν καὶ τῶν ἀρχῶν Μασσαλίας πολ-
117λῶν τιμῶν. Ὁ κ. ὑποναύαρχος, πολὺ δικαίως, ἐσκέφθη, ὅτι
118ἔπρεπε ν’ ἀνταποδώσῃ τὰς περιποιήσεις, καὶ ἐγὼ ἐνόμισα, —
119καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος συμφωνεῖ μετ’
120ἐμοῦ, — ὅτι, καίτοι εἴμεθα πτωχοὶ, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑστερή-
121σωμεν καὶ νὰ φανῶμεν ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀποδώ-
122σωμεν ἓν γεῦμα ἢ μίαν συναναστροφὴν ἀντὶ τῶν πολλῶν
123περιποιήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκεῖ. Μοὶ ἐζητήθησαν 4½
124χιλιάδες φράγκα διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν περιποιήσεων αὐ-
125τῶν, καὶ ἐγὼ τὰ ἐνέκρινα ἀμέσως. Ἐπερατώθησαν αἱ ἑορταὶ,
126καὶ ὁ κ. ναύαρχος διετάχθη, ὅπως τὸ μὲν Θωρηκτὸν «Ψαρὰ»
127διατάξῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Σιένην, ἵνα ὑποστῇ τὰς ἐπι-
128σκευὰς, τὰς ὁποίας γνωρίζετε, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ
129πέρυσιν ἐψήφισε 200,000 φράγκων πίστωσιν, τὰς ἐπισκευὰς
130τοῦ ἄξονος, περὶ τοῦ ὁποίου πολὺς ἐγένετο λόγος κατὰ τὰς
131παρελθούσας Συνόδους, τὰ δὲ δύο ἄλλα θωρηκτὰ μεταβῶσιν
132εἰς Τουλὼν, διὰ νὰ καθαρισθῶσιν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς παρα-
133μονῆς των ἐν Μασσαλίᾳ.
134Ὅτε ἔλαβε τὴν διαταγὴν ταύτην ὁ κ. ναύαρχος, ἐξέ-
135φρασε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπανέλθωσι τὰ δύο θωρηκτὰ, αὐτὸς
136δὲ νὰ μείνῃ εἰς τὴν Σιένην καὶ ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν ἐπι-
137σκευὴν τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν». Τοῦτο μοὶ ἐφάνη ἄτοπον·
138διότι ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ναύαρχος νὰ ὑψώσῃ
139τὸ σῆμά του εἰς πλοῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸ ἐργοστάσιον
140καὶ ἐπισκευάζεται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐθεώρησα ὅτι δὲν
141εἶναι καὶ συμφέρον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι, ὡς γνω-
142ρίζετε, Κύριοι, ὁ ναύαρχος, εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μένων, λαμ-
143βάνει 2,400 φράγκα χρυσᾶ κατὰ μῆνα, τὸ δὲ πλοῖον ἐπρό-
144κειτο νὰ μείνῃ ἐπὶ 4 ἕως 5 μῆνας ἐκεῖ. Διὰ τοὺς δύο αὐτοὺς
145λόγους δὲν ἐνέκρινα τὴν αἴτησιν τοῦ κυρίου ναυάρχου, καὶ
146διέταξα αὐτὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἐνταῦθα.
147Μετὰ τὴν ἄρνησίν μου ὁ κ. ναύαρχος μοὶ ἐζήτησεν ἑνὸς
148μηνὸς ἄδειαν, ἵνα μεταβῇ εἰς Παρισίους. Τῷ ἀπήντησα, ὅτι
149δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο, καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ παρακολουθήσῃ τὰ
150πλοῖα εἰς τὸ Τουλὼν, καὶ μετὰ τὸν καθαρισμὸν νὰ ἐπανέλθῃ
151εἰς Πειραιᾶ, ἀφοῦ προηγουμένως προσεγγίσῃ εἰς Σιβιταβέ-
152κιαν, καὶ μεταβαίνων μετὰ τοῦ ἐπιτελείου του εἰς Ρώ-
153μην παρουσιασθῇ καὶ προσφέρῃ τὰ σέβη του εἰς τὴν Α. Μ.
154τὸν Βασιλέα τῆς Ἰταλίας. Ἡ διαταγή μου ἐξετελέσθη, καὶ
155ὁ κ. ναύαρχος ἐπανῆλθεν· ἀλλ’ ἡ ἀντίληψίς μου ἦτο, ὅτι
156ἐπανῆλθε κεχολωμένος, διότι αἱ αἰτήσεις αὐτοῦ δὲν ἐπραγμα-
157τοποιήθησαν, ἢ τῆς παραμονῆς του τουτέστιν εἰς τὴν Σιένην
158ἢ ἡ τῆς μεταβάσεως εἰς Παρισίους. Ἐπανῆλθεν ὁ κ. ναύαρ-
159χος, καὶ μετέβη εἰς τὸν Ναύσταθμον, ὅπου ἐξηκολούθει νὰ
160ἔχῃ τὴν διοίκησιν τῆς Μοίρας. Ὑπεδείχθησαν διάφοροι ἐπι-
161σκευαὶ ἐπὶ τῶν πλοίων τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησίν του, καὶ τὸ
162Ὑπουργεῖον διέταξε τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου νὰ
163ἐπιληφθῇ μετὰ σπουδῆς τῶν ἐπισκευῶν, διότι ἐπεθύμουν ἵνα
164τὰ πλοῖα τὸ ταχύτερον ἑτοιμασθῶσιν, ὅπως ἐπαναλάβωσι τὰ
165γυμνάσιά των.
166Εἶχον ἐπιστήσει πολὺ τὴν προσοχήν μου εἰς τὴν ταχεῖαν
167ἀποπεράτωσιν τῶν ἐπισκευῶν, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶχον ἴσως
168καταστῆ ὀχληρὸς, συνεχῶς, δὶς καὶ τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ
169τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ τηλεφώνου ἐρωτῶν, τί γίνονται αἱ
170ἐπισκευαὶ, ἂν ἐτελείωσαν αἱ ἐπισκευαὶ, πότε αἱ ἐπισκευαὶ
171θὰ τελειώσουν. Ἐπὶ τέλους μοὶ ἀνηγγέλθη, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ
172ἐτελείωσαν, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ τοῦ θωρηκτοῦ «Σπετσῶν» ἐπε-
173ρατώθησαν, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ τῶν τριῶν ἀτμομυοδρόμων,
174«Εὐρώτα», «Ἀχελώου» καὶ «Πηνειοῦ», ἐπερατώθησαν,
175καὶ ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι κατὰ πάντα ἕτοιμα.
176Μετέβην εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ ἐζήτησα νὰ παρουσια-
177σθῇ ἐνώπιόν μου ὁ ἀρχηγὸς τῆς Μοίρας. Ἦλθεν ὁ κ. ἀρχη-
178γὸς εἰς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου. Ἠρώτησα τὸν
179κ. ναύαρχον, ἂν αἱ ἐπισκευαὶ ἐτελείωσαν. — «Κύριε Ὑπουρ-
180γέ, ἦτο ἡ ἀπάντησις, εἴμεθα κατὰ πάντα ἕτοιμοι.» — «Τὰ
181πλοῖα εἶναι καθ’ ὅλα ἕτοιμα;» — «Ἀναμένομεν τὴν διατα-
182γήν σας νὰ ἀποπλεύσωμεν.
183Ἐπανῆλθον εἰς Ἀθήνας, καὶ τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἐξέ-
184δωκα διαταγήν,— αὐτὰ ὅλα θὰ τὰ ἴδητε ἐδῶ, εἰς τὸν φά-
185κελον, —διὰ τῆς ὁποίας διετάσσετο ἡ Μοῖρα νὰ κατα-
186πλεύσῃ εἰς Βόλον. Προηγουμένως, μίαν ἑβδομάδα πρὶν, εἶ-
187χον εἰδοποιηθῆ, ὅτι οἱ ἀτμομυοδρόμονες ἦσαν ἕτοιμοι, καὶ
188τοὺς διέταξα νὰ ἱστιοπλοήσωσι, νὰ κάμωσι γυμνάσια δι’ ὀ-
189λίγας ἡμέρας, νὰ μεταβῶσιν εἶτα εἰς Πόρον, ἵνα ὑδρευθῶσι,
190καὶ ἐκεῖ θὰ λάβωσι διαταγὴν νὰ μεταβῶσιν εἰς Βόλον, ἵνα
191συναντήσωσι τὸν ναύαρχον. Τὸν δὲ ναύαρχον διέταξα νὰ
192παραλάβῃ τὰ τορπιλλικὰ σκάφη καὶ νὰ καταπλεύσῃ εἰς
193τὸν λιμένα τοῦ Βόλου, ὁ ὁποῖος τῷ ὡρίζετο ὡς σταθμὸς,
194ὅπου ἤθελε μείνῃ, διὰ νὰ κάμῃ τὰ γυμνάσιά του· συνάμα
195δὲ διέταξα τὸν κυβερνήτην τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρὰ», τὸ
196ὁποῖον μοὶ ἀνηγγέλθη ὅτι ἦτο καθ’ ὅλα ἕτοιμον, νὰ ἀπο-
197πλεύσῃ ἐκ Τουλῶνος καὶ καταπλεύσῃ κατ’ εὐθεῖαν εἰς Βό-
198λον, χωρὶς νὰ ἔλθῃ διόλου εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ λάβῃ μέρος
199εἰς τὴν Μοῖραν, τὴν ὑπὸ τὸν ὑποναύαρχον κ. Κριεζῆν.
200Μόλις ἐξέδωκα τὴν διαταγὴν ταύτην, ὁ κ. ναύαρχος ἦλ-
201θεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ἔλαβε τὴν
202διαταγὴν, ἀλλ’ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἐπειδὴ προσεγγίζουσιν
203αἱ ἡμέραι τοῦ Πάσχα, ν’ ἀναβληθῇ, εἰ δυνατὸν, ἡ μετάβασις
204εἰς Βόλον, διὰ νὰ κάμωσιν ἐδῶ τὸ Πάσχα. Εἶπον εἰς τὸν κ.
205ναύαρχον, ὅτι τὰ πληρώματα διῆλθον ἐνταῦθα τὰς ἡμέρας
206τῶν Χριστουγέννων, διῆλθον τὸ νέον ἔτος, διῆλθον τὰς Ἀπό-
207κρεω, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀναβάλληται
208ἡ ἔναρξις τῶν γυμνασίων ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἀφοῦ
209ἄλλως τε ἐν Βόλῳ ὑπάρχουσιν ἐκκλησίαι, εἰς τὰς ὁποίας
210δύνανται νὰ ἐκκλησιασθῶσι τὰ πληρώματα τοῦ στόλου. Εἰς
211τὴν ἄρνησίν μου αὐτὴν, ἐννοεῖται, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντι-
212τάξῃ τίποτε ὁ κύριος ναύαρχος, καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Βόλον.
213Μόλις ἔφθασεν εἰς Βόλον καὶ παρῆλθον περὶ τὰς δέκα
214ἡμέραι, αἴφνης λαμβάνω μίαν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας παρι-
215στάνετο, ὅτι τὰ πλοῖα αὐτὰ,— τὰ ὁποῖα πρὸ δέκα ἡμερῶν
216ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ κ. ναύ-
217αρχος, παρουσιασθεὶς ἐνώπιόν μου, εἶπεν, ὅτι ἦσαν καθ’ ὅλα
218ἕτοιμα, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ ἐτελείωσαν πᾶσαι, —ἦσαν ὅλα εἰς
219τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ἂν ἐκινεῖτο τὸ θωρηκτὸν «Σπέ-
220τσαι», ἦτο κίνδυνος νὰ συμβῇ μέγα δυστύχημα, διότι αἱ
221μηχαναί του ἦσαν εἰς κακὴν κατάστασιν, ὅτι, ἂν ἱστιο-
222πλόει ὁ ἀτμομυοδρόμων «Ἀχελῶος», οἱ ἱστοὶ τοῦ ἦσαν σε-
223σηπότες, καὶ δυνατὸν νὰ καταπέσουν...
224§18Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχετε ἐκθέσεις, κύριε Ὑπουργέ;
225§19ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως.
226§20ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ν’ ἀκούσωμεν τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς.
227§21ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ...Ὅτι τὸ πλοῖον «Εὐρώ-
228τας» στερεῖται φαρμάκων καὶ ἰατροῦ (!) — καίτοι εἶχεν ἀνα-
229χωρήσει πρὸ 10 ἡμερῶν ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον.
230Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα μοὶ ἔκαμον αἴσθη-
231σιν. Λέγω δὲ εἰς τὸν συνάδελφον κ. Κυριακὸν, ὅτι, ἐὰν ἀνα-
232γνώσῃ τὴν ἔκθεσιν, θὰ εὕρῃ ὅτι ὁ λιμὴν Βόλου χαρακτηρί-
233ζεται ὡς ἐπισφαλὴς, καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται μία ὑδροφόρος, διὰ
234τῆς ὁποίας νὰ ἔχουν τὰ πλοῖα ἄφθονον τὸ ὕδωρ, διὰ νὰ ἦναι
235διαρκῶς ὑπὸ ἀτμὸν, ἕνεκα τοῦ ἐπισφαλοῦς τοῦ λιμένος Βόλου,
236ὅπου πιθανὸν νὰ συμβῇ δυστύχημα.
237§22Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἡ
238Κυβέρνησις ἔφερε, δι’ ὧν τὸ θαλάσσιον ὕδωρ μετατρέπεται εἰς
239γλυκὺ, δὲν τὰ μετεχειρίσθη ὁ στόλος;
240§23ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ταύτην
241τὴν στιγμήν.
242Ταῦτα δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ κάμουν αἴσθησιν εἰς ἐμὲ,
243καθὼς, νομίζω, κάμνουσι καὶ εἰς ὅλους ὑμᾶς. Διότι, ἐρωτῶ,
244ἐπιτρέπεται εἰς ναύαρχον, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ
245τὸν Ναύσταθμον, νὰ διαβεβαιοῖ τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ πάντα
246εἶναι ἐν καλῇ καταστάσει, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ ἐτελείωσαν,
247καὶ συνεπείᾳ τούτων ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκδίδῃ διαταγὴν ἀπό-
248πλου, ὁ δὲ ναύαρχος νὰ μὴ φέρῃ καμμίαν παρατήρησιν,
249μετὰ 10 δὲ ἡμέρας νὰ παριστᾷ τὴν κατάστασιν, οἵαν τὴν
250παρέστησε; Συνάμα δὲ ἔκαμε τὸ ἄτοπον, νὰ ἐκδώσῃ δια-
251ταγὴν πρὸς τοὺς κυβερνήτας τῶν πλοίων, ἵνα συνέλθωσιν εἰς
252συμβούλιον, — εἰς ὃ ἔλαβον μέρος καὶ αὐτοὶ οἱ σημαιοφόροι, —
253ὅπως ἀποφανθῶσι περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πλοίων, τὴν
254ὁποίαν ὤφειλεν οὗτος νὰ γνωρίζῃ πρὶν ἀναχωρήσῃ. Ἰδοὺ
255τί λέγει, Κύριοι, ὁ νόμος περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ ἐν καιρῷ ἐξο-
256πλισμοῦ ἐν τῷ ὅρμῳ. (Ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν διάταξιν).
257Ἐν τούτοις ὁ κύριος ναύαρχος ἐγνωστοποίησεν εἰς τὸν
258Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι ἕτοιμα, καὶ περιμένει τὴν
259διαταγὴν πρὸς ἀπόπλουν. Λαμβάνει ταύτην, καὶ δὲν λέγει
260τίποτε, παρὰ μόνον ὅτι εἶναι Πάσχα, καὶ καλὸν εἶναι νὰ
261μείνωσιν ἐνταῦθα χάριν τῶν ἑορτῶν. Τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπιμέ-
262νοντος, ἀποπλέει, καὶ μετὰ 10 ἡμέρας παριστᾷ τὴν κατά-
263στασιν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε!
264Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐξέπληξε, Κύριοι, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἡ
265ἀναφορὰ τοῦ ἀρχηγοῦ περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τὴν 11½ ὥραν
266πρὸ μεσημβρίας· μοὶ τὴν ἔφερεν ὁ προσωπάρχης τοῦ Ὑπουρ-
267γείου, καὶ τὴν ἤνοιξα ἐνώπιόν του· οὐδεὶς ἕτερος ἔλαβε γνῶ-
268σιν· ἀλλὰ μετὰ 1½ ὥραν αἱ ἐκδοθεῖσαι ἐφημερίδες εἶχον
269τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφερόμενα! Ἐνόμισα Κύριοι, ὅτι δὲν ἦτο
270καιρὸς νὰ παίζωμεν· δὲν ἐνόουν νὰ ἐπιτρέψω εἰς κανένα νὰ
271παίξῃ μετ’ ἐμοῦ. Ἀμέσως ἐσχημάτισα ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὸν ἀρ-
272χιμηχανικὸν τοῦ στόλου κ. Τσακάλην καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχιναυ-
273πηγὸν κ. Βίμπον, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλα εἰς Βόλον, δώσας
274εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ναυάρχου, μὲ τὴν ἐντολὴν
275νὰ μοὶ ἀναφέρωσι, τί συμβαίνει. Ἡ ἔκθεσίς των εἶναι ἐδῶ.
276Ἐκ ταύτης θὰ ἴδητε, ὅτι εἶχε διαρραγῆ εἷς σωλὴν, ὁ ὁποῖος,
277κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν, δὲν εἶχε σημασίαν, διότι ἠδύνατο
278καὶ ν’ ἀπομονωθῇ, ἡ δὲ μηχανὴ νὰ λειτουργήσῃ. Ὁ σωλὴν
279ἐδόθη εἰς τὸ ἐν Βόλῳ ἐργοστάσιον τοῦ Σιδηροδρόμου Βόλου–
280Λαρίσης, καὶ ἐπεδιορθώθη ἀμέσως· κατὰ τὰ ἄλλα ἡ μη-
281χανὴ εὑρίσκετο εἰς ἀρίστην κατάστασιν· ὅσα δ’ ἐγράφησαν
282εἰς τὰς ἐφημερίδας ἦσαν ἀνακριβῆ. Αἱ μηχαναὶ τῶν ἀτμο-
283μυοδρόμων εὑρέθησαν εἰς ἀρίστην κατάστασιν· μόνον τοῦ ἀτ-
284μομυοδρόμονος «Ἀχελῴου» ὁ πρυμνήσιος ἱστὸς δὲν ἦτο εἰς
285καλὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ δια-
286κρίνῃ ὁ κυβερνήτης ἕνεκα τοῦ χρωματισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο
287δὲν τὸν ἔστειλα εἰς τὴν φυλακήν. Δὲν εἶχε παρὰ νὰ τηλε-
288γραφήσῃ εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἵνα σταλῇ νέος ἱστὸς πρὸς
289ἀντικατάστασιν τοῦ σεσηπότος, καὶ νὰ παύσῃ πᾶς περαιτέρω
290λόγος· ὅπερ καὶ ἐγένετο.
291Ἐξ ἐκθέσεως τῶν σταλέντων μηχανικῶν ἀπεδείχθη, ὅτι
292τὰ διατυμπανισθέντα ἦσαν ὑπερβολαί, κατὰ τὸ πλεῖστον.
293Ἐγὼ, ἅμα ὡς ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἐκάλεσα εἰς ἀπο-
294λογίαν τὸν κ. ναύαρχον, καὶ δι’ αὐτοῦ τοὺς κυβερνήτας τῶν
295πλοίων καὶ τὸν πρῶτον μηχανικὸν τοῦ θωρηκτοῦ «Σπε-
296τσῶν». Τὸν ναύαρχον ἐκάλεσα ν’ ἀπολογηθῇ, ἂν πρὶν ἀνα-
297χωρήσῃ τοῦ Ναυστάθμου ὑπέδειξεν εἰς τὸ Διοικητήριον τοῦ
298Ναυστάθμου, ἢ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὰς ἐλ-
299λείψεις τῶν πλοίων, καὶ, ἂν τὰς ὑπέδειξε, νὰ μνημονεύσῃ
300τῶν σχετικῶν ἐγγράφων του μετὰ τῆς ἡμερομηνίας· τὸ αὐτὸ
301ἔπραξα καὶ διὰ τὸν πρῶτον μηχανικὸν τῶν «Σπετσῶν»,
302διατάξας αὐτὸν ν’ ἀπολογηθῇ, ἐὰν τὴν μικρὰν βλάβην, τὴν
303ἀσήμαντον, ἐγνώριζε πρὶν ἀναχωρήσῃ τοῦ Ναυστάθμου,
304καὶ νὰ μνημονεύσῃ τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ ἐγγράφου του.
305Ἐπίσης ἐκλήθησαν εἰς ἀπολογίαν οἱ κυβερνῆται τῶν πλοίων,
306ἵνα ἀπολογηθῶσιν, ἐὰν ἀνέφεραν, πρὶν ἀναχωρήσουν, ὅτι ἐστε-
307ροῦντο φαρμάκων καὶ ἰατροῦ τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησίν των πλοῖα.
308Ὁ κ. ὑποναύαρχος ἦτο ὑπόχρεως νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν ὁ στόλος
309ἐστερεῖτο φαρμάκων καὶ ἰατροῦ. Ἡ ἀπάντησις ἦτο, ὅτι οὐ-
310δεὶς ἀνέφερέ τι περὶ τούτων πρὸ τοῦ ἀπόπλου ἐκ τοῦ Ναυ-
311στάθμου· μόνον ἐν Βόλῳ ἐνεθυμήθησαν ὅσα ἠκούσατε, καὶ
312τὰ ὁποῖα ἡ ἔκθεσις τῶν ἀποσταλέντων μηχανικῶν κατέ-
313δειξε μὴ ἀκριβῆ.
314Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τούτων θὰ ἴδητε ἓν τοῦ ἀρχηγοῦ
315τῆς Μοίρας, διὰ τοῦ ὁποίου τὸν πλοίαρχον τοῦ «Ἀχελώου»
316πλωτάρχην Κατσούλην χαρακτηρίζει ὡς ἐντελῶς ἀνίκανον
317νὰ κυβερνήσῃ πλοῖον ἐν ὥρᾳ γυμνασίων· ἀλλὰ θὰ ἴδητε, ὅτι
318μετὰ 3 ἡμέρας ὁ ἴδιος στέλλει ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου
319ἀνακαλεῖ τὸ πρῶτον, καὶ λέγει, ὅτι δὲν θέλει ν’ ἀδικήσῃ
320τὸν ἀξιωματικόν, διότι ἐπείσθη ὅτι εἶναι ἀκόμη ἱκανὸς νὰ
321διοικήσῃ.
322Κύριοι, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ προβῶ εἰς τὰ μέ-
323τρα, εἰς τὰ ὁποῖα προέβην· ἐνόμισα ὅτι ὁ κ. ὑποναύαρ-
324χος ἔπρεπε ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς Μοίρας, διότι ἡ παρουσία
325του, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἦτο ἐπιβλαβής· ἐνόμισα ὅτι κυ-
326βερνῆται, οἱ ὁποῖοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον χωρὶς
327νὰ γνωρίζωσι τὴν κατάστασιν τῶν πλοίων, ἦσαν ἀνίκανοι
328πλέον νὰ τὰ κυβερνήσωσιν· ἐνόμισα ὅτι ὁ μηχανικός, ὅστις
329παρέστησε τὴν ἀσήμαντον βλάβην τῆς μηχανῆς ὡς δυναμέ-
330νην νὰ καταστρέψῃ τὸ πλοῖον, ἐνῷ οἱ σταλέντες μηχανικοὶ
331ἐθεώρησαν ταύτην ἀσήμαντον, ἦτο ἀνάξιος νὰ διευθύνῃ τὴν
332μηχανήν. Συνεπῶς τὸν κ. ὑποναύαρχον ἀπήλλαξα τῆς θέ-
333σεως, καὶ ἔθεσα εἰς διαθεσιμότητα, τὸν κυβερνήτην τοῦ θω-
334ρηκτοῦ «Σπετσῶν» ἔθεσα εἰς διαθεσιμότητα, τὸν πρῶτον
335μηχανικὸν τῶν «Σπετσῶν» ἐτιμώρησα μὲ δίμηνον φυλάκι-
336σιν, καὶ τὸν ἔστειλα εἰς διαθεσιμότητα, τὸν πλοίαρχον τοῦ
337«Εὐρώτα» ἐτιμώρησα μὲ ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν καὶ διαθεσι-
338μότητα, τὸν πλοίαρχον τοῦ «Ἀχελώου» ἀπεμάκρυνα ἀπὸ
339τὴν διεύθυνσιν τοῦ πλοίου· ἀνέθεσα δὲ τὴν διοίκησιν τῆς
340Μοίρας εἰς τὸν κατὰ πάντα ἄξιον ἀντιπλοίαρχον κ. Δαμια-
341νόν, ὅστις ἄριστα διεξήγαγε τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἄριστα διηύ-
342θυνε τὰ γυμνάσια τῆς Μοίρας, καὶ ὅστις, — πρέπει νὰ τὸ
343εἴπω πρὸς ἔπαινόν του, — ὅτε ἐξετέλεσε πυρὰ ἐκ τοῦ πλοίου
344τοῦ ὑπὸ τὴν διοίκησίν του καὶ τοῦ ἑτέρου θωρηκτοῦ, τὰ ἔν-
345σφαιρα πυρὰ ἔδωσαν ἀποτελέσματα ἀνώτερα τῶν προσδο-
346κιῶν μας, καὶ ἐξέπληξαν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ
347πυροβολικοῦ, οἱ ὁποῖοι παρεστάθησαν εἰς αὐτά.
348Αὕτη ἦτο ἡ ἐνέργειά μου, καὶ εἰς ταύτην οὐδεμίαν εὗρον
349ἀντίρρησιν παρ’ οὐδενός.
350Ὑπέβαλον τὰ Διατάγματα εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα
351τὸν Βασιλέα, ἀφοῦ ἔκαμα τὴν δέουσαν εἰσήγησιν, καὶ αὐ-
352τοστιγμεὶ ὑπεγράφησαν ταῦτα. Ὅσα δὲ ἐγράφησαν τότε,
353ὅτι ὁ Ὑπουργὸς παρῃτήθη, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν θέλει νὰ
354ὑπογράφῃ, ἦσαν ψεύδη τῶν ἀγυιῶν. Ἡ Α. Μ. διαρκῶς μοὶ
355συνιστᾷ πρὸ πάντων τὴν πειθαρχίαν τὴν αὐστηρὰν εἰς τὸ
356Ναυτικόν.
357Καταθέτω τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων.
358§24ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Πρὸς τίνα λόγον ὑπέβαλεν ὁ ναύαρχος
359ἔκθεσιν; Ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε;
360§25ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὴν ὑπέβαλε συνεπείᾳ ἐκθέσεως τῶν κυ-
361βερνητῶν τῶν ἄλλων πλοίων, οἵτινες ἀνεχώρησαν ἐκ τοῦ
362Ναυστάθμου χωρὶς νὰ ὑποβάλωσι καμμίαν ἔκθεσιν περὶ
363τῆς καταστάσεως τῶν πλοίων, ὁ δὲ κ. ναύαρχος, ὡς ἀνώ-
364τερος ἀρχηγός, ὅστις ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν τῶν
365πλοίων, πρὶν ἀναχωρήσῃ τοῦ Ναυστάθμου ἐβεβαίωσε τὸν
366Ὑπουργόν, ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ
367ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ ἐπερκατώθησαν· μετὰ 10 δὲ ἡμέρας ἀνέ-
368φερεν ὅσα ἀνέφερε.
369§26Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἡ βλάβη εἰς τὸ θωρηκτὸν ἐπῆλθεν εἰς τὰ
370γυμνάσια, ἢ μετὰ ταῦτα;
371§27ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν, καὶ θὰ ἴδητε,
372ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ κἂν λόγος περὶ βλάβης.
373§28ΓΚΙΚΑΣ. Εἴπετε ὅτι ὁ ἱστὸς ἑνὸς πλοίου ἦτο σεσηπώς.
374§29ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ πλοίαρχος τοῦ «Ἀχελώου» δὲν ἐτι-
375μωρήθη μὲ φυλάκισιν.
376Δὲν θέλω ἤδη ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ὅταν ἔλθῃ
377ἡ συζήτησις, ἴσως ἀναγκασθῶ νὰ εἴπω ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ
378εἴπω, καὶ ἀποδείξω διατὶ ἐγένοντο ὅλα αὐτά.
379§30Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς
380Βουλῆς ὑπεβλήθη πρότασις νόμου παρὰ τῶν Βουλευτῶν Βό-
381λου, αἰτούντων τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ δήμου Ἀμαλιαπόλεως
382ἐκ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου, συνε-
383πείᾳ αἰτήσεως τῶν συμπολιτῶν των. Δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα
384λόγον ἡ πρότασις αὕτη τοῦ νόμου δὲν ἐνεγράφη ἐν τῇ ἡμε-
385ρησίᾳ διατάξει...
386§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνεγράφη σήμερον. Φαίνεται ὅτι δὲν ἀνε-
387γνώσατε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
388§32ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς παρελθούσης Συνόδου.
389Συνεχίζων τὸν λόγον μου, λέγω ὅτι, καίτοι λυποῦμαι διότι
390διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς προτάσεως νόμου ταύτης ἀποσπῶμαι
391συμπολιτῶν μου διακρινομένων διὰ τὸ νομοταγὲς αὐτῶν, δὲν
392δύναμαι ἢ νὰ ἐνδώσω εἰς τὸν κύριον πόθον αὐτῶν, καὶ παρα-
393καλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν,
394κατὰ τῆς ὁποίας δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, διότι
395ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῆς τε ἐπαρχίας Βόλου καὶ
396τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, καίτοι δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ὑπογρά-
397ψωσιν αὐτὴν πάντες.
398Ὥστε βλέπει ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι, εἴτε ἀνέγνωσα, εἴτε
399δὲν ἀνέγνωσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐγὼ ἐσκόπουν ἁπλῶς
400νὰ συστήσω τὴν πρότασιν ταύτην.
401Ἐπειδὴ δὲ ἤδη ἔχω τὸν λόγον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ
402τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
403Συμβουλίου νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν ἐπερώτησιν, σχετιζομέ-
404νην πρὸς μεγάλα συμφέροντα τῆς χώρας ἡμῶν.
405Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἶχε ψηφι-
406σθῆ σύμβασις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς
407ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λάρισαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, γνωρίζετε, κύριε
408Πρωθυπουργέ, πόσον ἐνδιαφέρει τὴν χώραν, εἰς πᾶσαν δὲ
409τυχὸν δημοσίευσιν, ἐὰν ἤρξαντο, ἢ οὔ, αἱ ἐργασίαι τῆς
410Ἑταιρείας ταύτης, γεννῶνται καὶ δισταγμοὶ περὶ τούτου. Δὲν
411ἠξεύρω, ἂν τὰ δημοσιευόμενα ἔχονται ἀληθείας· ἀλλ’ ἐπειδὴ
412πολλὰ γράφονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἰδίᾳ δὲ, ὅτι ἡ
413Ἑταιρεία αὕτη, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν
414Χρηματιστηρίων ἐν Εὐρώπῃ, δὲν δύναται νὰ προβῇ ἤδη εἰς
415τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, καὶ ὅτι ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνη-
416σιν προτάσεις περὶ τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως, εἶναι
417ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, τί πράγματι συμβαίνει. Διότι,
418ὡς μανθάνω, διαπραγματεύσεις ἤρξαντο μεταξὺ Κυβερνήσεως
419καὶ Ἑταιρείας, καθόσον διαφωνία ὑπάρχει μεταξὺ των περὶ
420τοῦ ἂν ἔληξεν, ἢ οὔ, ὁ Τρανσβαλικὸς πόλεμος. Ἐὰν αἱ δια-
421πραγματεύσεις αὗται ἦναι ἀληθεῖς, βεβαίως ἢ θ’ ἀπολήξωσιν
422εἰς ἔναρξιν τοῦ ἔργου, συμφώνως τῇ ψηφισθείσῃ συμβάσει, ἢ
423θὰ τροποποιηθῶσιν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ταύτης, ἢ θὰ κη-
424ρυχθῇ ἡ Ἑταιρεία ἔκπτωτος, ὅπερ εἶναι, κατ’ ἐμέ, ἡ σκο-
425τεινοτέρα λύσις τοῦ τοιούτου ζητήματος.
426Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργόν,
427ἐὰν ὄντως ἤρξαντο διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ
428τῆς Ἑταιρείας καὶ δὲν παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ
429Δημοσίου, ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ πρόκειται
430περὶ ζητήματος ἀφορῶντος ἐν γένει τὰ συμφέροντα τῆς χώ-
431ρας, ἐὰν ἐλπίζει εἰς αἰσίαν λύσιν τῶν ἀρξαμένων διαπραγ-
432ματεύσεων.
433§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
434Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος
435νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὴν ἐπερώ-
436τησίν του. Ἐλπίζω ὅτι μετά τινας ἡμέρας θὰ ἦμαι εἰς κατά-
437στασιν νὰ δώσω ἀπάντησιν ἀκριβῆ καὶ διασάφησιν ἐπὶ τοῦ
438ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπηρώτησε, καὶ εἴπω εἰς ποίαν
439κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ποῖα τὰ μέ-
440τρα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τού-
441του νὰ ληφθῶσι.
442§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἦναι δυνατὸν τότε νὰ γνωρίζωμεν,
443ἂν ἐτελείωσεν ὁ πόλεμος τοῦ Τράνσβααλ;
444§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην
445ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δύναται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν,
446ὅπως δύναται νὰ δώσῃ καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἱστά-
447μενος.
448§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παραδόξως ὅμως ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
449Ἐξωτερικῶν δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
450§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
451ἀπήντησεν εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότι-
452μος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βου-
453λευτὴς ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἂν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐγνω-
454στοποίησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου...
455§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠρώτησα τοῦτο.
456§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὕτω διετυπώθη ἡ ἐρώτησις.
457§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
458§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἐρώτησις.
459§42Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἰδοὺ
460(ἀναγινώσκει): «Παρακαλοῦνται οἱ κ.κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
461κῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βου-
462λήν, ἂν ἔχωσιν ἐκ τῆς ἐν Αἰγύπτῳ ὑπηρεσίας τῆς Κυβερ-
463νήσεως εἴδησιν, ὅτι ἔληξεν ὁ ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀφρικῇ πόλε-
464μος, καί, καταλυθεισῶν τῶν Δημοκρατιῶν Ὀράγγης καὶ
465Τράνσβααλ, δι’ ἐπισήμων πράξεων προσηρτήθησαν ἀμφότε-
466ραι αἱ χῶραι, καὶ κατὰ τίνας ὡρισμένως χρονολογίας, εἰς
467τὴν Βρεττανικὴν Αὐτοκρατορίαν.»
468Εἰς τοῦτο ἀπήντησα, ὅτι οὐδεμίαν εἴδησιν ἔχει τὸ Ὑπουρ-
469γεῖον παρὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας περὶ προσαρτήσεως
470τῶν δύο χωρῶν.
471§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐν Λον-
472δίνῳ Πρεσβεία, ὅτι ἔληξεν ὁ πόλεμος;
473§44ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι.
474§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε δὲν συγχαίρω τὴν ὑπηρεσίαν.
475§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία, ἐν ὅσῳ ἐπί-
476σημος ἀνακοίνωσις δὲν γίνεται πρὸς αὐτήν, δὲν δύναται νὰ
477ἀνακοινώσῃ τὰς σκέψεις αὐτῆς. Ὅπως δύνασθε καὶ ὑμεῖς
478νὰ σκεφθῆτε περὶ τοῦ ζητήματος, ὅπως δύναται πᾶς τις νὰ
479σκεφθῇ περὶ τοῦ ζητήματος, δύναται νὰ σκεφθῇ καὶ ἡ ἐν
480Λονδίνῳ Πρεσβεία. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν γίνεται εἰς αὐτὴν ἐπί-
481σημος ἀνακοίνωσις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως,
482δὲν δύναται ν’ ἀνακοινώσῃ σκέψεις ἰδίας. Τοιαύτη ἐπίση-
483μος ἀνακοίνωσις δὲν ἐγένετο. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω.
484§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρωθυπουργέ,
485ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι εἰς τὸ ζήτημα;
486§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.
487§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἐδη-
488μοσιεύθη ἐπίσημος πρᾶξις, κηρύττουσα τοῦτο, ὅτι προσηρ-
489τήθη τὸ Τράνσβααλ, ὅτι προσηρτήθη ἡ Ὀράγγη, καὶ ὅτι
490ἔπαυσεν ὁ πόλεμος...
491§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δυστυχῶς δὲν ὠφελεῖ οὐδ’ αὐτό. Εἶναι
492τόσον κακὴ ἡ σύμβασις.
493§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τοῦτο ἀνεκοινώθη
494ὑπὸ τῶν Ἀγγλικῶν ἀρχῶν, εἶχε καθῆκον ἡ ἐν Λονδίνῳ Ἑλ-
495ληνικὴ Πρεσβεία ν’ ἀνακοινώσῃ, ὅτι ἐξεδόθη τοιοῦτο Διά-
496ταγμα;
497§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοιοῦτο Διάταγμα δὲν ἐξεδόθη.
498§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἐπιτιμηθῇ ἡ Πρεσβεία.
499§54Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
500Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἠξεύρω δ’ ἐγώ, ἐὰν τοιοῦτον Διάταγμα
501ἐξεδόθη, καὶ ἑπομένως, ἐὰν εἶναι ἄξιος τιμωρίας ὁ κ. πρε-
502σβευτής, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήγγειλε τοιοῦτο Διάταγμα εἰς τὴν
503Κυβέρνησιν.
504§55Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ
505ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, μίαν στιγμήν;
506Εἶναι ζήτημα, ἐάν ποτε ἡ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία θὰ λάβῃ
507ἀνακοίνωσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς προσαρ-
508τήσεως...
509§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
510§57ΡΩΜΑΝΟΣ... Ὡς γνωρίζει καλῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
511κῆς Βουλευτής, τὸ Τράνσβααλ παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερ-
512νήσεως δὲν θεωρεῖται καθ’ ὅλα ἀνεξάρτητον. Ὁ κ. Βουλευ-
513τὴς γνωρίζει, ὅτι κατὰ τὸ 1884 τὸ Τράνσβααλ συνῆψε μετὰ
514τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως συνθήκην συμφώνως πρὸς τὴν
515συνθήκην ἐκείνην, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογήσῃ
516συνθήκην μετ’ ἄλλων χωρῶν, ἐκτὸς τῆς Ὀράγγης. Ὡς ἐκ
517τούτου ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία ἠμφισβήτει τὴν πλήρη ἀνεξαρ-
518τησίαν τοῦ Τράνσβααλ καὶ πρὸ τοῦ πολέμου, εἶναι ζήτημα,
519ἐὰν καὶ μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ κατάπαυσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν
520θὰ νομίσῃ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ δηλώσῃ τοῦτο ἐπισήμως
521εἰς τὰς ξένας Δυνάμεις.
522§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως δήποτε, εἴτε
523τιθεμένου τοῦ ζητήματος ὅπως σήμερον ἐτέθη, εἴτε ὑπὸ τὴν
524ἔννοιαν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου
525ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδε-
526μίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν
527ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτής. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθι-
528ώτιδος Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἐὰν πρόκειται ἡ Ἑται-
529ρεία νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων,
530τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῆς συμβάσεως, ἢ ἂν πρόκειται
531μεταρρύθμισίς τις νὰ γείνῃ τῆς ψηφισθείσης συμβάσεως. Νο-
532μίζω ὅτι οὕτω διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτι-
533δος τὴν ἐρώτησίν του. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ
534ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ ὅρος,
535ὁ ἐν τῇ συμβάσει περιλαμβανόμενος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ
536Ἑταιρεία ὑποχρεοῦται, ἵνα τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν παῦσιν τῶν
537ἐχθροπραξιῶν ἐν Τράνσβααλ...
538§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως.
539§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Cessation des hostilités.
540§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Hostilitè, γνωρίζομεν τί σημαίνει.
541§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ... Ἐὰν, λέγω, πρόκειται περὶ ἐκτελέ-
542σεως τῆς συμβάσεως, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ ὅρος οὗ-
543τος ἐπραγματοποιήθη, δηλαδή, ἐὰν ἔπαυσαν αἱ ἐχθροπρα-
544ξίαι καὶ ἑπομένως ἤρξατο ἡ προθεσμία ἡ τρίμηνος, ἐντὸς
545τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑπο-
546χρεώσεις αὐτῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἠδυνάμην ἀμέ-
547σως ν’ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν, ὅτι ἤρ-
548ξατο ἡ προθεσμία, πραγματοποιηθέντος τοῦ ὅρου, ὅτι δὲ ἡ
549Ἑταιρεία ἠμφισβήτησε τοῦτο. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι
550κατάλληλος ἡ στιγμή, ὅπως εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
551ζητήματος, διότι δὲν φρονῶ τοῦτο ὠφέλιμον σήμερον. Λέγω
552ὅτι τοῦτο δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ ἀργότερον. Ἐὰν ὅμως
553παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸ γεγονός, ἐκ τοῦ ὁποίου
554ἐξαρτᾶται ἡ ἔναρξις τῆς προθεσμίας, δὲν ἐπραγματοποιήθη,
555τότε γεννᾶται τὸ ζήτημα: εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τι πρὶν ἢ
556πραγματοποιηθῇ τὸ γεγονός, καὶ ἑπομένως ἄρξηται ἡ προ-
557θεσμία ἡ ἐν τῇ συμβάσει; Ἐπειδὴ δὲ προτάσεις τινὲς ὑπε-
558βλήθησαν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐζήτησα
559παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἔχῃ
560ὀλίγην ὑπομονήν, ἐπί τινας ἡμέρας, ἵνα δυνηθῶ νὰ ὑπο-
561βάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ἴδω, ἐὰν αἱ ὑποβλη-
562θεῖσαι προτάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ γείνωσι δεκταί, εἰ
563δ’ ἄλλως, νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα
564τῶν ὁποίων δὲν συμφέρει νὰ γείνωσι δεκταί.
565Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ ἀπάντησίς μου
566εἶναι καθαρά.
567§63Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ τοῦτο κυρίως ἤθελον νὰ πληρο-
568φορηθῶ· ἐὰν ὄντως ἤρξαντο διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς
569Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρείας, ναὶ ἢ ὄχι.
570§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα,
571ἐν τῷ ὁποίῳ οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ κ. κ. Τσιτσάρας, Μυ-
572κώνιος καὶ Α. Βιτάλης θὰ εὕρωσιν ἀπάντησιν εἰς τρεῖς ἐπε-
573ρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
574Ἐσωτερικῶν.
575Ἐπίσης καταθέτω σημείωμα, ἐν ᾧ εὕρηται ἀπάντησις
576ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ ἐκ Πάλης βουλευτοῦ κ. Μπασιᾶ.
577Ἐπίσης καταθέτω σημείωμα εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτή-
578σεως τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτοῦ κ. Τσιτσάρα περὶ τοῦ ἂν
579ὑπεβλήθη Διάταγμα παύσεως τοῦ δημάρχου Καλλιφωνίας
580Σακελλαροπούλου, καὶ ἐπὶ τίνι λόγῳ.
581Ἐπίσης καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος
582βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησεν· ἤτοι τὸ Διά-
583ταγμα, τοῦ ὁποίου τὴν κατάθεσιν ἐζήτησε, καὶ ἔγγραφα
584ἀφορῶντα εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Χόλτσμαν. Κατα-
585θέτω ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπό-
586θεσιν ταύτην.
587Ἐπίσης καταθέτω τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθην,
588καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ εὕρηνται σημειωμένα ὅλα τὰ ποσὰ, τὰ
589πληρωθέντα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ταχυδρομικούς, περὶ
590τῶν ὁποίων ἔκαμα λόγον, ἀπαντήσας πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν
591ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.
592§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύναται νὰ τυπωθῇ καὶ ὁ πίναξ οὗτος;
593§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἀρκετὰ ἐκτενής· πρόκειται περὶ
594240 ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ ἐξε-
595τάσητε τὸν πίνακα αὐτὸν, καὶ ἂν νομίζητε ὅτι εἶναι ἀναγ-
596καία ἡ τύπωσις αὐτοῦ, νὰ ζητήσητε νὰ τυπωθῇ. Δὲν ἔχω
597καμμίαν ἀντίρρησιν, ἢ τὴν ἐκ τῆς δυσκολίας μόνον, ἡ ὁποία
598παρουσιάζεται ὡς πρὸς τὴν τύπωσιν.
599§67Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύ-
600ριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὡρίσθη, ὅπως
601μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στό-
602λου καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, δὲν συνῆλθε. Σήμερον ἐγέ-
603νετο ἀπόπειρα, καὶ τὰ μέλη αὐτῆς δὲν συνῆλθον. Παρήλθον
604πέντε ἡμέραι. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ
605δεχθῇ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἀναγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν ἡμε-
606ρησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
607§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
608Ἐκλήθημεν ἅπαξ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ, ὡς ἔμαθον, εἷς
609ἢ δύο μόνον συνῆλθον. Καὶ ἐγὼ ἔλειψα, διότι ὑπῆρξεν εἰς
610ἐμὲ ἀδύνατον νὰ παρασταθῶ ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Ἀλλ’ ἔκ-
611τοτε οὐδεμία πρόσκλησις ἐγένετο. Οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι
612δὲν εἶναι καλὸν ν’ ἀναβληθῇ περισσότερον τὸ νομοσχέδιον,
613καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ συντελέσω εἰς τὴν ταχυτέ-
614ραν ψήφισιν αὐτοῦ, ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ συνόλου
615τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ
616διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
617§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 36).
618§70Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ
619τὴν ἔναρξιν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ὁ ἀξιότιμος Βουλευ-
620τὴς ἐξ Οἰτύλου, κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου, παρετήρησεν, ὅτι
621πίναξ, ἐμφαίνων προξενικὰ τέλη, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον ἐσχά-
622τως, εἶναι ἐσφαλμένος. Ἔμαθον, ὅτι μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἐπε-
623ρώτησιν ταύτην, καὶ παρεκάλεσα ἰδιαιτέρως τὸν ἀξιότιμον
624Βουλευτὴν, ὅπως εὐαρεστούμενος μοὶ ἀνακοινώσῃ, ποῦ βασί-
625ζεται, ὅπως ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν, τοὺς
626ὁποίους περιέχει ὁ ὑποβληθεὶς πίναξ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς
627μοὶ ἐνεχείρισε πίνακα τυπωθέντα κατὰ τὸ 1895 καὶ ἐμφαί-
628νοντα τὰς προξενικὰς εἰσπράξεις τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἔλαβον
629τὸν κόπον νὰ παραβάλω τὸν πίνακα τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου Βου-
630λευτοῦ πρὸς τὸν ἐμὸν πίνακα, παρετήρησα δὲ, ὅτι ἅπασαι αἱ
631ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμέναι εἰσπράξεις εἶναι ἀπολύτως ὅμοιαι
632πρὸς τὰς ἀναγεγραμμένας εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐγὼ
633ὑπέβαλον.
634§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ μεταβολῆς τινος;
635§72ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἔλαβον τὸν κόπον νὰ τὰς παραβάλω ὅλας·
636ὅλαι εἶναι ἀπολύτως αἱ αὐταὶ ἐν ἀμφοτέροις τοῖς πίναξι. Φαί-
637νεται ὅμως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέπεσεν εἰς πλάνην ἐκ τοῦ
638ἑξῆς λόγου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ ὑποβάλω πίνακα 53
639ὡρισμένων Προξενικῶν ἀρχῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπέβαλον τὸν
640πίνακα, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει τὰς εἰσπράξεις τῶν 53 Προξε-
641νικῶν ἀρχῶν, τῶν ἐν τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Κουμουνδούρου
642ἀναφερομένων. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνὰ χεῖρας ὁ κ.
643Βουλευτής, ἀναγράφει τὰς εἰσπράξεις 61 Προξενικῶν ἀρχῶν,
644δηλαδὴ 8 Προξενικῶν ἀρχῶν ἐπὶ πλέον. Ὡς ἐκ τούτου τὸ
645ὁλικὸν ἄθροισμα τοῦ πίνακος τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν συμφω-
646νεῖ πρὸς τὸ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον.
647§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ κατὰ μέρος ἀθροίσματα συμ-
648φωνοῦσι;
649§74ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα, ὅλα.
650Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ συμπληρῶ τὴν ἀπάντησιν εἰς
651ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ περὶ τῆς
652μεταθέσεως παρέδρου δικαστοῦ τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου
653Σμύρνης. Ἐξήτασα τὸν σχετικὸν φάκελον καὶ τὰς ἡμε-
654ρομηνίας τῶν ἐγγράφων, καὶ, ὡς καὶ χθὲς ἀνέφερα πρὸς τὴν
655Βουλὴν, παρετήρησα ὅτι ἡ μετάθεσις τοῦ κ. Βελλίνη, πα-
656ρέδρου δικαστοῦ ἐν Σμύρνῃ, δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτὸν ἕνεκα
657τῆς ἐπελθούσης βαρείας ἀσθενείας τοῦ διορισθέντος εἰς τὴν
658θέσιν του κ. Βαρατάση· διετάχθη δὲ ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἐν
659Σμύρνῃ τηλεγραφικῶς, νὰ μὴ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κ. Βελλί-
660νην τὴν μετάθεσίν του. Ἐξήτασα τότε καὶ τὸ ζήτημα, ἐὰν,
661μὴ κοινοποιηθείσης εἰς αὐτὸν τῆς μεταθέσεώς του, ἠδύνατο
662νὰ ἐξακολουθῇ ἐκτελῶν τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀνατεθει-
663μένα εἰς αὐτόν. Ὁ νομικὸς σύμβουλος, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐρω-
664τήσει περὶ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι
665οὐδὲν κώλυμα πρὸς τοῦτο ὑπάρχει, καὶ ὅτι αἱ ἀποφάσεις,
666τὰς ὁποίας θὰ ἐκδώσῃ κατὰ τὸ μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ δια-
667δόχου του χρονικὸν διάστημα ὁ κ. Βελλίνης, εἶναι κατὰ
668πάντα ἔγκυροι.
669§75ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦναι ἄκυροι ὅλαι, διότι δὲν εἶναι
670δικαστὴς Σμύρνης πλέον.
671§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ τὸ
672ἑξῆς ἐρώτημα εἰς τοὺς νομικούς, οἱ ὁποῖοι δίδουσι γνώμην
673εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν ἡ μετάθεσις τοῦ
674δικαστοῦ ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνή-
675σεως, ὑπάρχει νόμος, ὑποχρεῶν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν
676νὰ θεωρήσῃ πραγματοποιηθεῖσαν τὴν μετάθεσιν μετὰ τὴν
677λῆξιν τῶν 20 ἡμερῶν; Προσέτι δὲ, ἡ μὴ κοινοποίησις εἰς
678τὸν μετατεθέντα ἀναστέλλει μετὰ τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν τὴν
679ὑποχρέωσιν ταύτην; Ἢ κοινοποίησις πρὸς τὸν μετατεθέντα ἢ
680ἡ μὴ κοινοποίησις κανονίζει τὰς σχέσεις τοῦ διορίζοντος
681Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ διοριζομένου ὑπαλλήλου· ἀλλὰ τὰς σχέ-
682σεις τῶν μετατεθέντων πρὸς τὴν δημοσίαν ἐντολὴν, τὴν
683ὁποίαν διαχειρίζονται, κανονίζει ὁ νόμος. Ἑπομένως εἶναι
684ἀναγκαῖον νὰ ἐρωτηθῇ αὖθις ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁ νομι-
685κὸς σύμβουλος, ἂν, ἀφοῦ ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος
686τῆς Κυβερνήσεως ἡ μετάθεσις τοῦ δικαστοῦ, δὲν ἐπέρχεται
687εἰς τὸν μετατεθέντα, μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ εἰκοσαημέ-
688ρου διαστήματος, ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐκτελέσῃ τὴν περὶ μετα-
689θέσεώς του δημοσιευθεῖσαν ἀπόφασιν.
690§77Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
691Ἐπεφυλάχθην καὶ χθὲς νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀμφι-
692σβητήσιμον. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦνται, εἶναι ὁ νό-
693μος τοῦ 1882. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, ἄρθρον 3, μετὰ
694παρέλευσιν εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
695Κυβερνήσεως καταχωρίσεως τοῦ περὶ ἀπολύσεως ἢ μετα-
696θέσεως Διατάγματος δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀπολυόμενον ἢ
697μετατιθέμενον ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι δὲν τῷ ἐκοινο-
698ποιήθη τοιαύτη μεταβολή. Ἡ ὑπηρεσία ἐθεώρησε πάντοτε,
699ὅτι ἐκτέλεσις κυρίως τοῦ Διατάγματος εἶναι ἡ κοινοποίησις
700πρὸς τὸν μετατιθέμενον ἢ ἀπολυόμενον, καὶ τοιαύτην ἑρμη-
701νείαν ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τὴν
702ἰδικήν μου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ προγενεστέρας διευθύνσεις.
703§78Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πότε, παρακαλῶ; Ποῖος Ὑπουρ-
704γὸς ἐφήρμοσε τὴν διάταξιν αὐτήν; Φέρετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ
705νομικοῦ συμβούλου, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος
706Βουλευτὴς, διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ὄχι
707οὕτω προχείρως νὰ λύωνται τὰ ζητήματα.
708§79Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐκτὸς ὑμῶν, τὸ
709Ὑπουργεῖον διηύθυνον καὶ ἄλλοι, ὡς ὁ κ. Δραγούμης...
710§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς διακόψω, ἀφοῦ
711μὲ ἀνεφέρατε. Κύριε Ὑπουργὲ, ἐγὼ φρονῶ, συμφώνως
712πρὸς ὅσα σήμερον εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι περιοριστικὴ ἡ προ-
713θεσμία. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἀπὸ τῆς χθὲς
714μετεβάλατε γνώμην. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἱστορίαν τοῦ
715νόμου τούτου. Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη μόνον, ἵνα μὴ ἐγεί-
716ρωνται ἀμφισβητήσεις περὶ κοινοποιήσεως τῆς παύσεως ἢ
717μεταθέσεως, καὶ κοινοποιῶνται ἀγωγαὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δη-
718μοσίου.
719§81ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Χθὲς εἶπον, καὶ τὸ λέγω καὶ σήμερον,
720ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε
721νὰ κοινοποιηθῇ, μολονότι, εἶπον, εἶναι ἀμφισβητούμενον τὸ
722ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπεφυλάχθην διὰ σήμερον νὰ ἐκθέσω
723τὴν γνώμην μου... Τὸ ἠκούσατε, Κύριοι;
724§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
725§83ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἀπορῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀτ-
726τικῆς συνάδελφον, λέγοντα ὅτι εἶχον ἐναντίαν ἰδέαν. Εἰς δὲ
727τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κραναίας συνάδελφον ἀπαντῶ, ὅτι, ὅτε
728εἶπον, ὅτι καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ εἶχον ἀντίθετον ἰδέαν, δηλ.
729τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα, δὲν ἐνόουν ὅτι ἦτο μόνος ὁ
730συνάδελφος· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν κ. Δραγούμην.
731Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε τοιαύτην ἑρμηνείαν, ὅτι μόνον διὰ
732τῆς κοινοποιήσεως εἰς τὸν ἀπολυόμενον ἢ μετατιθέμενον τε-
733λεῖται πλήρης ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος· ἐν ὅσῳ δὲ δὲν
734κοινοποιηθῇ εἰς αὐτὸν τὸ Διάταγμα, ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουρ-
735γὸς, ὁ ἐκδοὺς τὸ Διάταγμα τοῦτο, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐκτέλε-
736σιν. Διατὶ ἐγένετο τοῦτο; Διότι οἱ μετατιθέμενοι ἢ παυόμε-
737νοι ὑπάλληλοι κατώρθουν νὰ μὴ κοινοποιῆται εἰς αὐτοὺς ἡ
738παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις, καὶ μετὰ παρέλευσιν χρόνου ἤγειρον
739ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν τοῖς ἐκοι-
740νοποιήθη ἡ παῦσις, καὶ τὸ Δημόσιον ἀπειράκις κατεδικάσθη,
741διότι δὲν τοῖς ἐκοινοποιήθη ἡ παῦσις. Ἕνεκα τούτου ἐγέ-
742νετο ὁ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον, καὶ ἄν δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ
743παῦσις, ὁ παυόμενος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ
744τοῦτο μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς παύ-
745σεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
746Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
747τερικῶν ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ ἡ μετά-
748θεσις, διότι δὲν συνεκροτεῖτο τὸ Δικαστήριον, ἕνεκα τῆς
749ἀσθενείας τοῦ κ. Βαρατάση, καὶ διέταξε νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ.
750Δὲν ἐξετελέσθη λοιπόν, καὶ προσέθεσε νὰ μὴ κοινοποιηθῇ ἡ
751μετάθεσις τῷ μετατιθεμένῳ μέχρι νεωτέρας διαταγῆς.
752Ἄλλως τε, Κύριοι, ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν, ἐκτὸς τῆς
753τῆς γνώμης τῶν προκατόχων ἡμῶν, καὶ Διατάγματα, δημο-
754σιευθέντα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὴ ἐκτελε-
755σθέντα, μεταθέσεων ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ
756δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτοὺς ἡ μετάθεσις, ἐξηκολούθησαν τὸ
757ἔργον των, καὶ οὐδεὶς ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι παυμένοι ἢ μετα-
758τεθειμένοι, διότι ἁπλῶς ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
759Κυβερνήσεως τὸ Διάταγμα, χωρὶς νὰ κοινοποιηθῇ εἰς αὐ-
760τοὺς προσωπικῶς. Λοιπὸν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔγεινέ
761τι παράτυπον, καὶ καλῶς ἐξακολουθεῖ τὸ ἔργον του ὁ κ.
762Βελλίνης.
763§84Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ψηφίζοντες τοὺς νόμους, ψηφίζο-
764μεν αὐτοὺς ὄχι πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸς στραγγα-
765λισμὸν καὶ στρέβλωσιν αὐτῶν! Ἐγνωρίζομεν μέχρι τινὸς, ὅτι
766ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ εἰς τὴν
767νομοθετικὴν ἐξουσίαν· ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου ἐδημιουργήθη
768σωματεῖον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ
769τὸ ὁποῖον, πρὸς ἐξύβρισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, μᾶς ἀντι-
770τάσσουν πρὸς διαστρέβλωσιν τῶν νόμων. Καὶ ὁμολογῶ, Κύ-
771ριοι, ὅτι οἱ ἀπαρτίζοντες τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶναι οἱ
772καλλίτεροι νομομαθεῖς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὅταν ἑρμηνεύ-
773ουν τοὺς νόμους, ὡς σωματεῖον, οὐδέποτε τοὺς ἑρμηνεύουν
774συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, ὡς ἤθελον τοὺς ἑρμηνεύσει
775ὡς ἄτομα.
776Ἀγνοῶ τίνες αἰτίαι προεκάλεσαν τὴν δημιουργίαν τοῦ
777νόμου, περὶ οὗ πρόκειται· ὑπάρχει ὅμως ἡ ἔννοια διατετυπω-
778μένη ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ, ἡ ἔννοια δὲ αὕτη εἶναι τόσον κα-
779θαρὰ, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται, παρὰ μόνον εἰς τὴν νομοθετι-
780κὴν ἐξουσίαν, ἂν θέλῃ, νὰ μετατρέψῃ τὴν καθαρὰν αὐτὴν ἔν-
781νοιαν. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουρ-
782γὸς (ἀναγινώσκει αὐτό).
783Παρῆλθον εἴκοσιν ἡμέραι; Ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ
784παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις, ὀφείλει νὰ πάρῃ τὸ καπέλλο του καὶ
785νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν θέσιν, ἐξ ἧς μετετέθη, προκειμένου μάλι-
786στα περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων· διότι, καθὼς γνωρίζετε,
787τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ὁ
788δικαστὴς, τὸν ὁποῖον διορίζει αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὄχι
789ἄλλος τις. Δὲν πρόκειται περὶ ἀστυφύλακός τινος, ἵνα τὸν
790μεταθέτωμεν δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, καὶ ὅταν θέλῃ ὁ
791Ὑπουργὸς, νὰ ἀνακαλῇ τὴν μετάθεσίν του· πρόκειται περὶ
792δικαστοῦ, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀντι-
793καταστήσῃ δι’ ἄλλου ἐν τῇ δικαστικῇ περιφερείᾳ, ἐν ᾗ ὑπη-
794ρετεῖ, ἐκτὸς τοῦ Βασιλέως. Ὁ κ. Βελλίνης λοιπὸν εἶχε διορι-
795σθῇ ἐν τῇ δικαστικῇ περιφερείᾳ Σμύρνης, καὶ, ἐφ’ ὅσον ὁ
796Βασιλεὺς ἐπέτρεπε νὰ μένῃ ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ, εἶχε
797τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις ἐκεῖ· εὐθὺς ὅμως, ὡς ὁ
798Βασιλεὺς μετέθεσεν αὐτὸν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Χαλκίδος,
799καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἡ μετά-
800θεσίς του, παρῆλθον δὲ καὶ εἴκοσιν ἡμέραι ἀπὸ τῆς δημοσι-
801εύσεως, ὁ κ. Βελλίνης εἶναι πρωτοδίκης Χαλκίδος, καὶ ὡς
802τοιοῦτος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις ἐν τῷ Προ-
803ξενικῷ Δικαστηρίῳ Σμύρνης.
804Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐν παραβάσει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον
805ἐπικαλεῖσθε, καὶ σπεύσατε νὰ διορθώσητε τὸ πρᾶγμα, δη-
806μοσιεύοντες δεύτερον Διάταγμα, ἀνακαλοῦν τὸ πρῶτον, καὶ
807ἐξουσιοδοτοῦν τὸν κ. Βελλίνην νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις ἐν
808Σμύρνῃ· διότι ἄλλως πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ θ’ ἀκυρω-
809θῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου.
810§85Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε
811σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐντελῶς
812ἀντίθετος πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσε χθὲς ἐν τῷ
813ζητήματι τούτῳ. Χθὲς ἀνέφερεν, ὅτι οὐδέποτε ἐκοινοποίη-
814σεν εἰς μετατεθέντα δικαστὴν τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ προτοῦ
815συμπληρωθῇ τὸ εἰκοσαήμερον, ὅτε αὐτοδικαίως πλέον θεω-
816ρεῖται ὁ μετατεθεὶς δικαστὴς ὡς μετατεθείς. Τῷ παρετή-
817ρησα, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν μετάθεσιν τοῦ κ. Τραμουν-
818τάνα δὲν ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι οὗτοι, καὶ πλεῖσται ὑποθέσεις
819ἦλθον εἰς ἀνασυζήτησιν, ἀκριβῶς διότι κατὰ τὸ εἰκοσαήμε-
820ρον αὐτὸ διάστημα δὲν εἶχον εἰσαχθῆ εἰς διάσκεψιν· ὁ κ.
821Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπανέλαβε πάλιν τὸ αὐτὸ, ὅτι
822δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, διότι παρῆλθε τὸ εἰκοσαήμε-
823ρον. Ἑπομένως αἱ γενόμεναι συζητήσεις ἐνώπιον τοῦ ἀκροα-
824τηρίου δὲν εἰσήχθησαν εἰς διάσκεψιν, δὲν ἐξεδόθησαν ἀποφά-
825σεις, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν θὰ ἔλθωσιν εἰς ἀνασυζήτησιν· ἀλλὰ
826δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, διότι εἶχε παρέλθει τὸ εἰκο-
827σαήμερον.
828§86ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ἐνθυμεῖσθε αὐτὸ καλά; Ἐγὼ εἶπον,
829ὅτι ἔστειλα τὸ Διάταγμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφε-
830τῶν, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ μὴ τὸ κοινοποιήσῃ, ἐν ὅσῳ ἔμενον
831ἐκκρεμεῖς ὑπὸ διάσκεψιν ὑποθέσεις· ἀλλὰ παρῆλθε τὸ εἰκο-
832σαήμερον, καὶ τὸ ἐκοινοποίησεν. Ἠρώτησα τὸν Εἰσαγγελέα,
833διατὶ τὸ ἐκοινοποίησεν, ἀφοῦ ἔμενον ὀλίγαι ὑποθέσεις ἐκ-
834κρεμεῖς, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι, κατὰ τὴν
835κρίσιν τὴν ἰδικήν του, ἔπρεπε νὰ τὸ κοινοποιήσῃ, ἀφοῦ πα-
836ρῆλθον εἴκοσιν ἡμέραι.
837§87ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Οἱ παρελθόντες ἐπὶ τὸ βῆμα ἐλη-
838σμόνησαν ν’ ἀναγνώσωσιν ὅλον τὸν νόμον. Ἂν ἀνεγίνωσκον
839αὐτὸν, ἤθελον εὕρει ἐν αὐτῷ, ὅτι ἡ διάταξις ἔχει ὡρισμένον
840σκοπὸν, καὶ ὅτι τὰ περὶ ἐκτελέσεως τῶν Διαταγμάτων διέ-
841πονται ἀπὸ τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Ὡς θὰ παρετηρήσατε
842πάντες, εἰς τὰ Διατάγματα γράφεται, ὅτι «τὸ παρὸν Διά-
843ταγμα δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός».
844Ἠρωτήθη: τί εἶναι ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος; Ἐκτέλεσις
845τοῦ Διατάγματος δὲν εἶναι ἡ καταχώρισις ἐν τῇ Ἐφημερίδι
846τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκτέλεσις εἶναι ἡ κοινοποίησις. Καὶ
847ἀπόδειξις τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πάντες οἱ προ-
848αγορεύσαντες δὲν ἀνέγνωσαν ὅλον (ἀναγινώσκει): «Πρὸ πά-
849σης ἐκτελέσεώς των πρέπει νὰ καταχωρίζωνται ἐν τῇ Ἐφη-
850μερίδι τῆς Κυβερνήσεως κλπ.» Ἄν ἡ δημοσίευσις ἦτο ἐκτέ-
851λεσις, θὰ ἦτο ταυτολογία· ἄρα ἡ δημοσίευσις ἐν τῇ Ἐφη-
852μερίδι τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἐκτέλεσις· ἐκτέλεσις εἶναι
853ἡ κοινοποίησις πρὸς τὸν ὑπάλληλον. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν
854ἔδωσαν οἱ Ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ πρὸ αὐτοῦ ἀκόμη.
855Ἠπόρησα μάλιστα μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Κραναίας,
856ὅστις, ὡς Ὑπουργός, ἐφήρμοσε τὸν νόμον τοῦτον, ὡς ἐγὼ
857ἑρμηνεύω αὐτόν, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἐφήρμοσεν αὐ-
858τὸν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἐπειδὲ δὲ κατὰ τὴν
859δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου εἶχεν ἐγερθῆ ἀληθῶς ἔκτρο-
860πόν τι, τοῦ ὁποίου ὑπαινιγμὸν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐξ
861Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι δηλ. ἐπὶ τετραετίαν ἀνεζήτουν
862εἰρηνοδίκην φυγοδικοῦντα διὰ νὰ τῷ κοινοποιήσωσι τὴν ἀπό-
863λυσίν του, ἐτέθη τὸ ἄρθρον 3, τοῦ ὁποίου ἡ ἔννοια ἦτο, ὅτι
864ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως ἔχομεν τεκμήριον, ὅτι ἐκοινο-
865ποιήθη, καὶ ἐφαρμόζεται ἐπὶ ἀμφισβητήσεως τῆς κοινοποιή-
866σεως, ἥτις διαμένει πάντοτε ὡς μόνος τρόπος ἐκτελέσεως.
867Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, καὶ οὕτω πως καὶ ἄνευ τινὸς
868ἀμφιβολίας ἡρμηνεύθη πάντοτε.
869Περὶ τούτου εἶχε πραγματικῶς ἐγερθῆ ἀμφιβολία· ἀλλ’ ὁ
870Ἄρειος Πάγος, τεθέντος ζητήματος κακῆς συνθέσεως τοῦ
871Δικαστηρίου, ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει κακὴ σύνθεσις κατὰ
872τὸ ἄρθρον 3. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ
873Μάϊον τοῦ 1898, νομίζω, ἔχει ἐκτενεστάτην γνωμοδότησιν
874περὶ τούτου, εὑρισκομένην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιο-
875σύνης, σύμφωνον πρὸς τὰ γενικῶς παραδεδεγμένα. Εἶναι
876ἀληθές, ὅτι ἐγένετο διαστολὴ μεταξὺ παύσεως καὶ μεταθέ-
877σεως, καὶ διὰ μὲν τὴν παῦσιν θεωροῦσιν, ὅτι τάχα τὸ ἄρθρον
8783 καθίστησι ταύτην ὑποχρεωτικήν, διὰ δὲ τὴν μετάθεσιν,
879ὄχι ὑποχρεωτικήν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ
880Διατάγματος εἶναι ἡ κοινοποίησις, καὶ ὅτι μέχρι ταύτης τὸ
881Διάταγμα θεωρεῖται μὴ ἐκτελεσθέν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐκτέλε-
882σις ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὸν Ὑπουργόν, οὗτος δύναται νὰ κρα-
883τήσῃ τὸ Διάταγμα ἀνεκτέλεστον, ἐφ’ ὅσον χρόνον κρίνει,
884ὅτι πρέπει νὰ μένῃ. Ἄλλο ζήτημα εἶναι, ἂν τοῦτο δέον νὰ
885κανονισθῇ νομοθετικῶς· ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἐδόθη ἄνευ
886διακοπῆς.
887§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι οἱ ἀνώ-
888τατοι λειτουργοὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὑπὸ τὰ
889κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα καὶ τὰ ἀπόλυτα πολιτεύματα,
890διότι ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι ὁ Βασιλεύς,
891ὁ δὲ Βασιλεὺς δίδει τὰς διαταγὰς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν πρὸς
892ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Διὰ
893τοῦτο ἀναγράφεται ἐν τέλει τοῦ Διατάγματος ἡ παραγγε-
894λία εἰς τὸν Ὑπουργόν, νὰ δημοσιεύσῃ τὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία
895χρήζει δημοσιεύσεως, ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
896νὰ ἐκτελέσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα
897νὰ μὴ δημοσιεύωσι τὰς πράξεις ταύτας, διότι οὕτω παρα-
898βαίνουσι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον ἐκ τῆς ἐντο-
899λῆς, ἡ ὁποία διὰ τοῦ Διατάγματος ἐδόθη αὐτοῖς. Τὰ καθή-
900κοντα ὅμως τῶν Ὑπουργῶν καὶ αἱ ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δι-
901καιώματα, τὰ ὁποῖα ἐπάγουσιν αὐτοῖς αἱ πράξεις αὗται,
902εἰσὶ διάφοροι. Ἡ δημοσίευσις διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυ-
903βερνήσεως Β. Διατάγματος ἢ πάσης ἀποφάσεως δὲν εἶναι
904ἐκτέλεσις, εἶναι ὅμως πρᾶξις ἀναγκαία, ἵνα οἱ πολῖται λαμ-
905βάνωσι γνῶσιν τῶν διατάξεων καὶ ἀποφάσεων τῆς ἀρχῆς,
906εἴτε Διατάγματα εἶναι αὗται, εἴτε νόμοι, διότι οὕτω μόνον
907δύναται νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νομικὸς κανών, ὅτι ἡ ἄγνοια τοῦ
908νόμου βλάπτει· ἑπομένως, ἂν ἀφίνηται ὁ πολίτης ἐν ἀγνοίᾳ
909τοῦ νόμου, ἄδικος θέλει εἶσθαι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ εἰρημένου
910κανόνος· πρέπει διὰ τοῦτο νὰ παρέχωνται εἰς αὐτὸν πάντα τὰ
911μέσα, ὅπως καθίστανται γνωστοὶ εἰς τοὺς πολίτας οἱ νόμοι
912καὶ αἱ ἄλλαι διατάξεις, ὥστε, ἐὰν παραβῶσι τὰ καθήκοντα,
913τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν αὐτοῖς οἱ νόμοι ἢ τὰ Διατάγματα, ἡ
914εὐθύνη αὐτῶν νὰ ἦναι δικαία καὶ εὔλογος. Ἡ δημοσίευσις
915λοιπὸν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πρᾶξις,
916ἐκ τῆς ὁποίας ἄρχεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐκτελέσεως εἴτε
917τοῦ Διατάγματος, εἴτε τοῦ νόμου.
918Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἀφοῦ διὰ Β. Διατάγμα-
919τος μετετέθη ὁ δικαστὴς, καὶ ἡ μετάθεσις αὐτοῦ ἐδημοσιεύθη
920διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Ὑπουργὸς ἔκρινεν,
921ὅτι δὲν πρέπει νὰ κοινοποιήσῃ τὴν μετάθεσιν εἰς τὸν μετα-
922τεθέντα, ὁδηγούμενος βεβαίως ὑπὸ εὐλόγου τινὸς ἀφορμῆς
923πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ἔφθασεν ἡ εἰκοστὴ
924ἡμέρα, καὶ οὐδὲ μέχρι ταύτης εἶχε κοινοποιηθῆ εἰς τὸν μετα-
925τεθέντα ἡ μετάθεσις. Ἀλλὰ μετὰ τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν, καὶ
926ἄν δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν μετατεθέντα ἡ μετάθεσις, τὸ
927Β. Διάταγμα ἐκτελεῖται· οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἐκεῖνον, τὸν
928ὁποῖον ἀφορᾷ, νὰ προτείνῃ ἄγνοιαν τοῦ ὅτι διετάχθη ἡ μετά-
929θεσις αὐτοῦ· ὑποτίθεται, κατὰ πλάσμα τοῦ νόμου, ὅτι μέχρι
930τῆς εἰκοστῆς ἡμέρας εἶχε λάβει γνῶσιν τῆς μεταθέσεώς του.
931Ἀφοῦ δὲ οὕτω θεωρεῖται ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τῆς μεταθέσεώς
932του, τί ἐπάγεται; ἡ ὑποχρέωσις αὐτοῦ ν’ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ
933τὴν θέσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μετετέθη. Δὲν ἔχει δὲ πλέον δι-
934καίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀναστείλῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ.
935Διὰ τοῦτο παραδέχομαι ἀκριβῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ
936κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔδωκε περὶ τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος
937ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1882, ὅτι σκοπὸς
938τοῦ νόμου ἦτο νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ
939τὸ Διάταγμα τῆς παύσεως ἢ τῆς μεταθέσεως, τὴν ἀντίρρη-
940σιν, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι τὰ
941συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συν-
942ήγαγε· διότι νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ὁ μετατιθέμενος δὲν δύνα-
943ται νὰ προτείνῃ πλέον, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς μεταθέ-
944σεώς του, ἕπεται ἡ ὑποχρέωσίς του νὰ ἀπέλθῃ, καταλιμπά-
945νων τὴν θέσιν, ἣν κατεῖχεν· ἐὰν δ’ ἐξακολουθῇ νὰ μένῃ ἐν
946τῇ αὐτῇ θέσει καὶ νὰ διαχειρίζηται τὴν ἀνατεθειμένην ἐν
947αὐτῇ ὑπηρεσίαν, τί παράγεται; Ἂν ὁ Ὑπουργὸς δὲν τιμω-
948ρήσῃ αὐτὸν ἐπὶ ἐξακολουθήσει ὑπηρεσίας, ἥτις ἀφῃρέθη ἀπ’
949αὐτοῦ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ δημοσιευθέντος διὰ τῆς
950Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, οἱ πολῖται ὅμως, τῶν ὁποίων
951μετὰ τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν ἐκανόνισε τὰς σχέσεις, ἔχουσι τὸ
952δικαίωμα, οὐ μόνον νὰ παραπονεθῶσιν, ἀλλὰ καὶ, ἐὰν ζη-
953μιῶνται τὰ συμφέροντά των, νὰ κινήσωσι κατὰ τοῦ Δημο-
954σίου ἀγωγὴν πολιτικὴν περὶ ἀποζημιώσεως.
955Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐγώ. Ὁ κ.
956Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς βεβαίως ἔλαβε μέρος εἰς τὴν σύντα-
957ξιν τοῦ νόμου, δὲν ἀμφισβητῶ δὲ, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν
958εἶχον οἱ νομοθέται περὶ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου
959τοῦ 1882, ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν, ἤτοι ὅτι δι’ αὐ-
960τῆς ἐσκόπουν νὰ ματαιώσωσι τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ μετατι-
961θεμένου, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς μεταθέσεώς του· ἀλλ’ ἡ
962περὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων γνώμη τῶν συνταξάντων αὐ-
963τοὺς δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, κατὰ τὸ λεγόμενον, ὅτι ὁ νο-
964μοθέτης μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου του ἀποθνήσκει· οἱ
965θέλοντες δὲ νὰ καταμάθωσι τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου πρέπει
966νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὴν μελέτην τοῦ γράμματος αὐτοῦ καὶ
967εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῆς ἐννοίας αὐτοῦ ἐν ἄλλαις ἐρεύναις· εἰς
968ἐμὲ δὲ αὐτὴν τὴν γνώμην μετέδωκεν ἡ τοιαύτη τοῦ νόμου
969μελέτη. Διὰ τοῦτο εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτε-
970ρικῶν, ὅτι νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ζητήσῃ πάλιν τὴν γνώ-
971μην τοῦ νομικοῦ συμβούλου, τὸν ὁποῖον συμβουλεύεται.
972Ἀλλὰ τοῦτο ἀνέμνησεν εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον καὶ συνά-
973δελφον Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας τὰς καταχρήσεις τῶν
974Ὑπουργῶν, προβαλλόντων τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Νομικῶν
975Συμβουλίων, ἵνα ὑπ’ αὐτὰς καλύψωσι τὴν εὐθύνην των.
976Ἡ δημιουργία τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν θέσεων
977τῶν νομικῶν συμβούλων ἐνεδείχθη ὑπὸ τῆς πείρας. Κατὰ
978τοὺς παλαιοὺς χρόνους οἱ Ὑπουργοὶ ἐζήτουν γνώμην ἐπὶ
979τῶν ἀποριῶν, εἰς ἃς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περιή-
980γοντο, παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὑπε-
981τίθετο, ὅτι ἦτο κάτοχος τῶν νόμων· ἀλλὰ συνέβαινεν ἐνίοτε
982νὰ μὴ ἦναι οὐδ’ αὐτὸς κάτοχος τῶν νόμων, νὰ ἀποδέχηται
983δὲ καὶ νὰ μεταδίδῃ ὡς γνώμας ἰδίας, ἐκείνας τὰς ὁποίας
984ὑπάλληλός τις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, συντάσ-
985σων τὰς ἀπαντήσεις πρὸς τοὺς αἰτοῦντας, ἔγραφεν ἐν τοῖς
986ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα εἰσῆγεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ οὗτος
987ὑπέγραφεν. Ἕνεκα τούτου ἔν τισιν Ὑπουργείοις προσελήφθη-
988σαν νομομαθεῖς ὡς νομικοὶ σύμβουλοι. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς
989τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, πολὺ πρὸ τοῦ νόμου περὶ
990Νομικοῦ Συμβουλίου, ὑπῆρχε νομικὸς σύμβουλος, κατ’ ἀρ-
991χὰς μὲν ὁ Ἐμμανουὴλ Κόκκινος, μετέπειτα δὲ ὁ Νικόλαος
992Σαρίπολος. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγίνετο τότε εἴς τινα Ὑπουργεῖα,
993ἡ ἀνάγκη δ’ ἐγένετο καταφανεστέρα εἰς πάντα τὰ Ὑπουρ-
994γεῖα, ἑπομένως καὶ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον νομικὸν σύμ-
995βουλον, ἐντεῦθεν δ’ ἐπῆλθεν ἡ δημιουργία τοῦ νόμου περὶ Νο-
996μικοῦ Συμβουλίου, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἡγέτης τοῦ κόμμα-
997τος, μετὰ τοῦ ὁποίου συνέπραττεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
998Ἀλλὰ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον
999δὲν εἶναι ἀρχὴ ἐν τῇ Πολιτείᾳ, εἶναι σύμβουλοι τῶν Ὑπουρ-
1000γῶν, διδόντες εἰς αὐτοὺς γνώμας, ἐργαζόμενοι ἐν τοῖς γρα-
1001φείοις, ὑπὸ τὰ παρασκήνια, ἀρχὴ δὲ κατεστάθησαν μόνον
1002διὰ τὰ θέματα ἐκεῖνα τοῦ ἀμφισβητουμένου Διοικητικοῦ,
1003ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκλήθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ν’ ἀποφα-
1004σίζῃ ὁριστικῶς. Ἑπομένως, ἐὰν προβάλληται ἐν τῇ Βουλῇ
1005τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ νομικοῦ συμβούλου ἡ γνώμη
1006πρὸς δικαιολογίαν πράξεώς τινος, ἡ μνεία αὕτη κακῶς γί-
1007νεται, κακῶς δὲ οἱ ποιούμενοι τοιαύτην μνείαν τοῦ Νομι-
1008κοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ νομικοῦ συμβούλου ζητοῦσι νὰ κα-
1009λύψωσιν ἰδίαν αὑτῶν εὐθύνην, ὁσάκις οἱ Ὑπουργοὶ ἐπικα-
1010λοῦνται τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ νομι-
1011κοῦ συμβούλου ἐπὶ θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ Νομικὸν
1012Συμβούλιον δὲν ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ν’ ἀποφασίζῃ ὁριστι-
1013κῶς, οἷά εἰσι τὰ θέματα τοῦ ἀμφισβητουμένου Διοικητικοῦ.
1014Ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν ὑπάρχει ἀκεραία, οὐδ’ ἀπαλ-
1015λάσσει αὐτοὺς τῆς εὐθύνης ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβου-
1016λίου ἢ τοῦ νομικοῦ συμβούλου, οὔτε ἁρμόζει εἰς ἡμᾶς νὰ
1017ἐνδιαφερώμεθα νὰ μάθωμεν τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμ-
1018βουλίου ἢ τοῦ νομικοῦ συμβούλου ἐπί τινος πράξεως τοῦ
1019Ὑπουργοῦ. Ἴσως οἱ προβάλλοντες τοῦτο Ὑπουργοὶ ζητοῦσι
1020δι’ αὐτοῦ νὰ δώσωσι κῦρος εἰς τὴν ἑαυτῶν γνώμην, ἀλλ’
1021εἶναι ὅλως περιττὴ ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη. Οὐδ’ ἐγὼ, προτρέ-
1022ψας τὸν Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον νὰ
1023μελετήσῃ αὖθις τὴν ὑπόθεσιν, ἔπραξα τοῦτο διὰ τὴν Βου-
1024λήν, ἀλλὰ διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν εἶχε
1025φωτισθῆ ἐπαρκῶς.
1026Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δὲν
1027εἶχε δίκαιον ἀπολύτως· ἐγὼ δὲ κρίνω ἀναγκαῖον νὰ περι-
1028σταλῇ ἡ τάσις αὕτη τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο
1029εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή τις τοῦ ἰσχύοντος νόμου,
1030πρὸς περιστολὴν τῆς καταχρήσεως ταύτης. Ἴσως πρέπει
1031νὰ νομοθετηθῇ, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἔχωσι μὲν ἕνα σύμβουλον,
1032ἵνα δίδῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅταν οὗτοι εὑρίσκωνται πρὸ
1033ἀποριῶν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, νὰ διατηρηθῇ δὲ ἡ ἁρ-
1034μοδιότης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπί τινων μόνον ἀντικει-
1035μένων τοῦ ἀμφισβητουμένου Διοικητικοῦ.
1036§89Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἐν τῇ ὑπο-
1037θέσει ταύτῃ προέχει, νομίζω, τοῦ νομικοῦ ζητήματος, τὸ δὲ
1038πολιτικὸν ζήτημα εἶναι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ
1039διατάξας ὅσα διέταξεν, εἶχε γνώμην ἐν ἑαυτῷ, ὅτε ἔδιδε
1040τὴν διαταγήν.
1041Χθὲς καθωρίσθησαν τὰ γεγονότα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ
1042ἐξ Ἀττικῆς, πῶς ἐγένοντο, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτε-
1043ρικῶν ἦτο σύμφωνος καθ’ ὅλα, ἐζήτησεν ὅμως ἀναβολὴν,
1044ὅπως τὴν γνώμην αὑτοῦ μορφώσῃ κατόπιν μελέτης τῆς
1045διαταγῆς, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν.
1046§90Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν
1047ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, ὅπως μορφώσω γνώμην κατόπιν μελέ-
1048της τῆς διαταγῆς, ἣν ἐξέδωκα. Τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχον καὶ
1049χθές, ἣν καὶ σήμερον ἀνέπτυξα. Εἶπον ἁπλῶς χθές, ὅτι σή-
1050μερον θὰ δώσω πλείονας πληροφορίας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως,
1051ἀφοῦ διεξέλθω τὸν σχετικὸν φάκελον καὶ παρατηρήσω τὰς
1052ἡμερομηνίας τῶν σχετικῶν ἐγγράφων.
1053§91Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1054§92ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον ἀναμιχθῆ ἐπὶ τοῦ
1055νομικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ μὲ προεκάλεσεν ὁ ἐκ Κορινθίας
1056ἀξιότιμος Βουλευτὴς, νομίσας ὅτι ἐγὼ εἶχον ἀντίθετον γνώ-
1057μην πρὸς τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· καὶ ἐπειδὴ
1058μὲ προεκάλεσε, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ εἴπω τὴν
1059γνώμην μου.
1060Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγείρεται, εἶναι τυπικὸν, νομικόν·
1061εἶναι ὅμως καὶ οὐσιαστικὸν, τῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι ἀναμφισβή-
1062τητον, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου, περὶ οὗ πρόκειται, προε-
1063κλήθη ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο
1064εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸ τοῦ νόμου τούτου, ἐὰν
1065δὲν ἀπατῶμαι, — διότι προχείρως ἔρχονται ταῦτα τὰ ζητή-
1066ματα. — Ἔπρεπε τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ ἀποδείξεις τῆς κοινο-
1067ποιήσεως τῆς μεταθέσεως ἢ τῆς ἀπολύσεως, διὰ νὰ παύσῃ
1068τὴν ὑπηρεσίαν αὑτοῦ ὁ ὑπάλληλος. Ἵνα ἀποφύγῃ λοιπὸν
1069τὸν κίνδυνον τοῦτον τὸ Δημόσιον, προὐκάλεσε βεβαίως τὸν
1070νόμον τοῦτον.
1071Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη, περὶ κυρώσεως Διατάγμα-
1072τος καὶ δημοσιεύσεως Διατάγματος, βεβαίως εἶναι ἐπιστη-
1073μονικῶς ἐσφαλμένον, ὡς διετύπωσεν αὐτὸ ὁ ἐκ Κορινθίας
1074ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εἰπὼν ὅτι, ὅταν τὸ Διάταγμα ἢ ὁ νό-
1075μος κυρῶται, καὶ διατάσσηται ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ, αὐτὸ
1076ἐπέχει τόπον κοινοποιήσεως...
1077§93ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
1078§94ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ... Δὲν ἐπέχει τόπον κοινοποιήσεως
1079ἡ τοιαύτη διαταγὴ, διότι ἡ κύρωσις τοῦ Διατάγματος, ἢ ἡ
1080διαταγὴ πρὸς δημοσίευσιν, εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ὑπάρχει τὸ
1081Διάταγμα ἢ ὁ νόμος. Ἄλλη εἶναι ἡ δημοσίευσις εἰς τὴν
1082Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ αὐτοῦ ἠγέρθη ἄλλοτε
1083ζήτημα, ὅτε ἐν παρῳχημένοις χρόνοις Κυβέρνησίς τις ἐνόμι-
1084σεν, ὅτι δι’ ἐγκυκλίου ἠδύνατο νὰ καταργῇ τοὺς νόμους.
1085Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν
1086ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὸ εἰκοσαήμερον νὰ κρατήσῃ εἰς
1087τὴν θέσιν αὐτοῦ τὸν ὑπάλληλον. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα οὐσια-
1088στικὸν, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχει τὴν ἰδέαν, τὴν
1089ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐφήρμοσα· δὲν διστάζω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι
1090τὸ ζήτημα εἶναι ἀμφισβητούμενον. Διότι τί θέλετε νὰ γείνῃ;
1091Ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ἐτοποθετήθη ἕτερος ὑπάλληλος εἰς τὴν
1092θέσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ μετατεθεὶς ἢ ἀπο-
1093λυθείς· ὅλαι αἱ πράξεις αὐτοῦ θὰ ὦσιν ἄκυροι; Βεβαίως ὄχι.
1094Καὶ ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Διὰ τοῦτο πολλάκις ἀνα-
1095καλοῦνται τὰ μήπω ἐκτελεσθέντα Διατάγματα.
1096Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔπρεπεν εἰς τὴν προκειμένην
1097περίπτωσιν νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο, διότι ὑπάρχει ἀντίθετος
1098γνώμη. Ὑποθέσατε ὅτι εἰς τὸν κ. Βαρατάσην ἐκοινοποιήθη
1099τὸ Διάταγμα· ποίαν θέσιν κατέχει ὁ Βαρατάσης; Θὰ ἦναι
1100καὶ ὁ Βαρατάσης δικαστής, καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μετετέθη,
1101μετὰ τὸ εἰκοσαήμερον, ἐνῷ μία ὑπάρχει θέσις δικαστοῦ ἐν
1102Σμύρνῃ; Ἀναμφισβητήτως οὐχί. Προέρχονται ἄτοπά τινα,
1103ὡς βλέπετε, ἀλλὰ τὰ ἄτοπα εἶναι ἁπλῶς τυπικά· οὐσιαστι-
1104κῶς βεβαίως δὲν ὑπάρχουσι. Καὶ ἔσπευσα νὰ δηλώσω τὴν
1105γνώμην μου ταύτην, διότι μὲ ἔψεξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελ-
1106φος, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐφήρμοσα τὸ αὐτὸ σύστημα. Ἴσως εἰς περί-
1107πτωσίν τινα μετὰ τὸ εἰκοσαήμερον δὲν εἶχε κοινοποιηθῆ ἡ
1108μετάθεσις εἰς ὑπάλληλόν τινα δικαστικόν, καὶ ἀνεκάλεσα τὸ
1109Διάταγμα ἐκεῖνο. Δὲν εὑρίσκω τοῦτο ἄτοπον, διότι δικαιοῦ-
1110ται ὁ Ὑπουργός, ἐν ὅσῳ τὸ Διάταγμα δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς
1111τὸν ὑπάλληλον, ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτό. Αὐτὴν τὴν γνώμην νο-
1112μίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ δηλώσω, ἵνα μὴ φανῶ ἀντιφατικός.
1113Ἐγὼ παρεπονέθην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
1114νης, διότι ἐπανειλημμένως, ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀτόπου ἢ
1115φαινομένου ἀτόπου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπικαλεῖται τοὺς προ-
1116κατόχους του ἀορίστως. Τὸ ζήτημα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ
1117προκειμένου ὑπάρχει, καὶ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ
1118τὸν κ. Ὑπουργόν, εἶναι ἕτερον, ὅτι διὰ τοιαύτην θέσιν ἐν
1119Σμύρνῃ ἀκολουθεῖτε τὴν γνώμην, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐγείρῃ
1120ζητήματα καὶ θόρυβον. Καὶ διατὶ δὲν ἐφαρμόζετε ἐκεῖνο, τὸ
1121ὁποῖον συνήθως γίνεται; Περὶ αὐτοῦ βεβαίως δύνασθε νὰ
1122θεωρηθῆτε, ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν ἐνηργήσατε καλῶς.
1123§95Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, διΐστα-
1124μαι πρὸς τὸν φίλον μου ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον κ. Γουνα-
1125ράκην, εἰπόντα ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν, ἢ μᾶλλον,
1126ὅτι τοῦ νομικοῦ ζητήματος προέχει τὸ πολιτικόν. Ἀκριβῶς
1127τὸ ἐναντίον συμβαίνει· προέχει τὸ νομικὸν ζήτημα τοῦ πο-
1128λιτικοῦ, καὶ ὅταν λυθῇ τὸ νομικὸν ζήτημα, δὲν ὑπάρχει
1129πολιτικόν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δέ, ἐτέθη καθαρῶς τὸ νο-
1130μικὸν ζήτημα...
1131§96ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι εἰς τὴν ἑρμηνείαν ὑπάρχουν
1132πολλαὶ γνῶμαι, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι μεταξὺ τῶν δύο γνωμῶν
1133ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὴν μίαν, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ τὴν
1134ἔχῃ, καὶ τότε βεβαίως δὲν ὑπῆρχε ζήτημα.
1135§97Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ... Ὅτι δὲ προέχει τὸ νομικὸν
1136ζήτημα, ἀπόδειξις ὅτι δὲν διΐσταμαι πρὸς τοὺς κυρίους
1137Ὑπουργοὺς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἐὰν ἦτο πολιτικόν,
1138θὰ μὲ ἐβλέπατε διϊστάμενον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόδειξις ἡ
1139πραγματικωτέρα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ νέα ἀπόδειξις
1140περὶ ὅσων λέγω, διότι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου, ὡς ἐτέθη καὶ
1141ὡς δέον νὰ ἑρμηνευθῇ, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ κατὰ τοὺς τρεῖς
1142τρόπους τῆς ἑρμηνείας. Ἔχομεν πρῶτον τὴν γραμματικὴν
1143ἑρμηνείαν, καὶ θέλομεν ἴδει, ὅτι (ἀναγινώσκει) «μετὰ πα-
1144ρέλευσιν 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερ-
1145νήσεως καταχωρίσεως τοῦ περὶ τῆς ἀπολύσεως, ὑποβιβα-
1146σμοῦ ἢ μεταθέσεως δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου Β.
1147Διατάγματος ἢ ὑπουργικῆς πράξεως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐ-
1148τὸν ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη τοι-
1149αύτη μεταβολή». Τὸ «δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν» χωρίζει
1150τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς ὁποίας τὸ δι-
1151καίωμα μένει ἀκέραιον, καὶ ὁρίζει τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς τὴν
1152ὁποίαν ὑπόκειται ὁ ὑπάλληλος, νὰ ὑπαχθῇ, καὶ οὐδεμίαν
1153νὰ φέρῃ ἀντίρρησιν περὶ τούτου. Εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν
1154ἐξουσίαν, εἰς τὸν Ὑπουργόν, τὸν προκαλοῦντα τὴν ἔκδοσιν
1155τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀφίνεται τὸ δικαίωμα, καί,
1156συμφώνως πρὸς τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Διάταγμα, εἰς
1157τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἀφίνεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγ-
1158ματος...
1159§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι ἀφίνεται εἰς τὸν ἁρμόδιον
1160Ὑπουργόν, ἀλλὰ παραγγέλλεται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
1161§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, παραγγέλλεται.
1162Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις προκαλεῖ τὸ Διάταγμα τοῦτο, γνω-
1163ρίζει τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ θὰ ἦτό τι αὐθαίρετον
1164νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς, ὅστις εἶναι ἀνεύθυνος, ὁ
1165ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἤθελε
1166παραγγείλει τόσον ἐπιτακτικῶς τὴν ἐκτέλεσιν. Αὕτη εἶναι
1167ἡ σκέψις, ἣν ἀρύεταί τις ἐκ τῆς γραμματικῆς ἑρμηνείας.
1168Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀσάφεια εἰς
1169τὸν νόμον, πρέπει νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν λογικὴν ἑρμηνείαν,
1170καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἱστορικὴν ἑρμηνείαν, καὶ χωρὶς νὰ
1171θέλω ν’ ἀμφισβητήσω τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυ-
1172νος ῥηθὲν, ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου ὁ νομοθέτης ἀπέ-
1173θανεν, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀνάγεται
1174εἰς τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους, ἀλλ’ ἔχομεν μεταξὺ ἡμῶν
1175τοὺς συγχρόνους νομοθέτας, τοὺς συμπράξαντας εἰς τὴν ψή-
1176φισιν αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουσιν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ
1177ἱστορικὴ βάσις αὐτοῦ, τότε ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἀποκε-
1178καλυμμένην τὴν rationem legis. Ἡ ἱστορικὴ δικαιολο-
1179γικὴ βάσις, τὴν ὁποίαν δὲν εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης, εἶπεν
1180ὅμως ὁ κ. Κροκιδᾶς, εἶναι, ὅτι εἰρηνοδίκης τις ἐπαύθη, δια-
1181τελῶν δὲ ἐπὶ πολὺ φυγόδικος, καὶ μὴ κατορθωθείσης τῆς
1182πρὸς αὐτὸν κοινοποιήσεως τῆς παύσεως, ἐζήτει ἔπειτα τὴν
1183πληρωμὴν τῶν μισθῶν του.
1184Ἂς ἀναζητήσωμεν δὲ καὶ τὴν λογικὴν ἑρμηνείαν, ἥτις
1185εἶναι κατάφωρος, μὴ ἐπιδεχομένη σοβαρωτέραν ἀμφισβήτη-
1186σιν. Ἦτο δυνατὸν ὁ νομοθέτης νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τοιοῦτον περι-
1187ορισμὸν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς ἣν ἀφίνεται τὸ δι-
1188καίωμα διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ διὰ
1189τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρε-
1190σίας, ἦτο δυνατὸν ὁ νομοθέτης τοιαύτην αὐστηρὰν ἑρμη-
1191νείαν νὰ δώσῃ εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν; Ἔχομεν τὴν πεῖραν,
1192καὶ ἔχομεν πάντας τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες συνομολογοῦσιν,
1193ὅτι μετὰ τὸ εἰκοσήμερον διάστημα πολλάκις παρῆλθον
1194καὶ ἄλλαι 20 ἡμέραι· εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ παρέλθωσι καὶ
1195μῆνες μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος, καὶ νὰ μέ-
1196νωσιν εἰς τὰς προτέρας θέσεις των οἱ μετατεθέντες, διότι
1197τοῦτο ἦτο τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ
1198Ὑπουργοῦ, νὰ ἐκτελέσῃ ὁποτανδήποτε θελήσῃ τὸ Διάταγμα.
1199Διότι, ἀφοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ τὴν ἀνά-
1200κλησιν τοῦ Διατάγματος, εἶναι δυνατὸν καὶ ν’ ἀναβάλλῃ τὴν
1201ἐκτέλεσιν αὐτοῦ εἰς περιπτώσεις ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας,
1202ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου...
1203§100ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τοῦ νόμου, μάλιστα· μετὰ τὸν
1204νόμον, ὄχι πλέον.
1205§101Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Στηρίζεσθε εἰς ἑρμηνείαν,
1206τὴν ὁποίαν δὲν παρέχει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου. Ὁ κίνδυνος,
1207τὸν ὁποῖον ἐφοβήθησαν οἱ ἀντιλέγοντες, εἶναι, μήπως πρά-
1208ξεις δικαστικαὶ ἀκυρωθῶσι συνεπείᾳ κακῆς συνθέσεως τοῦ
1209Δικαστηρίου. Ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Κρο-
1210κιδᾶς, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐλύθη οὐχὶ συμφώνως μὲ τὴν ἰδέαν
1211σας ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου.
1212Ἐγεννήθη ὅμως καὶ μία ἑτέρα ἀπορία: τί θὰ γένηται,
1213ὅταν καὶ ὁ νεωστὶ μετατεθεὶς εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Σμύρ-
1214νης δικαστὴς μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του; Τίς ἐκ τῶν δύο δι-
1215καστῶν θὰ ᾖναι ὁ ἐνεργῶν; Ἀλλ’ εἶναι προφανὲς, ὅτι, ὅταν
1216παρουσιασθῇ καὶ παραλάβῃ ὁ ἕτερος, θὰ παύσῃ ἡ ὑπηρεσία
1217τοῦ προκατόχου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐγεννήθη, διότι
1218ὁ ἕτερος δὲν μετέβη εἰσέτι εἰς τὴν θέσιν του.
1219Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ
1220προκειμένῳ ὑπαγορεύει τὴν λύσιν ταύτην, καὶ ὅτι δὲν δεῖ-
1221ται εὐρυτέρας ἑρμηνείας καὶ συζητήσεως τὸ ζήτημα, διότι
1222καὶ ἡ γραμματικὴ καὶ ἡ ἱστορικὴ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἐκ τῶν
1223γεγονότων ἑρμηνεία, ἡ ἐπίσημος τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ
1224τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἡ πεῖρα ἡ μέχρι τοῦδε ἀπέ-
1225δειξαν, ὅτι καὶ τὸ εἰκοσαήμερον ἐὰν παρέλθῃ ἀπὸ τῆς δη-
1226μοσιεύσεως, δὲν λαμβάνει τὸν πῖλόν του ὁ ὑπάλληλος νὰ
1227ἀναχωρήσῃ πρὶν ἢ ἔλθῃ ὁ ἕτερος νὰ παραλάβῃ τὴν ὑπηρε-
1228σίαν. Διότι, ἂν τοῦτο συνέβαινε, τί θὰ εἴχομεν; Λάβετε ἓν
1229παράδειγμα· μετατίθενται οἱ Νομάρχαι Κερκύρας καὶ Λα-
1230ρίσης ἀμοιβαίως, παρέρχονται 20 ἡμέραι, καὶ δὲν ὑπάρχει
1231καὶ Γραμματεὺς Νομαρχίας. Ἐὰν παρέλθῃ τὸ εἰκοσαήμε-
1232ρον διάστημα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς μεταθέσεως χωρὶς
1233νὰ προβῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν κοινοποίησιν, διατάξῃ δὲ αὐ-
1234τοὺς νὰ μένωσιν εἰς τὰς θέσεις των, ὑποχρεοῦνται οὗτοι νὰ
1235ἀποχωρήσωσι καὶ ν’ ἀφήσωσι κλειστὰς τὰς Νομαρχίας;
1236§102Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Οὐδεὶς εἶπε τοῦτο.
1237§103Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τοσοῦτον κενὸν
1238ἐν τῷ πνεύματι τοῦ νομοθέτου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ.
1239§104Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις ἀπο-
1240λήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ὁ νόμος
1241εἶναι κακῶς διατετυπωμένος, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ
1242νομοθετικὴ ἑρμηνεία, διότι ὁ νόμος δὲν κανονίζει μόνον τὰ
1243μεταξὺ τοῦ Κράτους, ἤτοι τῆς Πολιτείας, καὶ τοῦ ὑπαλλή-
1244λου, ἀλλ’ ὁ νόμος δύναται νὰ γεννήσῃ καὶ προσβολὴν δι-
1245καιωμάτων τρίτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐρρήθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς
1246δύναται νὰ μὴ κοινοποιήσῃ, καὶ ἐγὼ παραδέχομαι· ὅτι δηλ.
1247ἔχει τοιαύτην ἐλευθερίαν· ἀλλὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἀντί-
1248κειται δυστυχῶς εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν. Διατί; Ὁ νόμος,
1249ὡς εἶναι διατετυπωμένος, λέγει ὅτι μετὰ τὸ εἰκοσαήμερον
1250ὁ ὑπάλληλος εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀναχωρήσῃ. Λοιπὸν ἀπε-
1251λύθη ὁ εἰρηνοδίκης Α ἢ ὁ ὑπάλληλος Β· μετὰ εἴκοσιν ἡμέ-
1252ρας θεωρεῖται νομίμως ἀπηλλαγμένος τῆς ὑπηρεσίας, καὶ δὲν
1253δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ καθήκοντά του. Ἐὰν τὰ ἐξα-
1254κολουθήσῃ, τί θὰ συμβῇ; Θὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς. Ὁ ὑπάλ-
1255ληλος, ὁ ὁποῖος δυνάμει τοῦ νόμου ὀφείλει μετὰ 20 ἡμέρας
1256νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸν εἴτε μετατεθέντα, εἴτε ἀπολυθέντα,
1257ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἐκτελῶν τὰ καθήκοντά του, τιμωρεῖται
1258ποινικῶς. Τοιαύτας συνεπείας ἔχει ὁ νόμος, ὡς εἶναι διατε-
1259τυπωμένος· καὶ ἡμεῖς ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι κακῶς διετυ-
1260πώθη, διότι δὲν εἶχεν ὁ νομοθέτης τοιαύτην πρόθεσιν. Ὥστε
1261νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ μίαν
1262νομοθετικὴν ἑρμηνείαν, διὰ νὰ προλάβωμεν πολλὰ ἀτοπή-
1263ματα.
1264§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐτυχῶς μέχρι σήμερον διεφύγομεν τοὺς
1265κινδύνους, οὓς πρὸ ὀλίγου ἐπέσεισεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν
1266ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν· διότι, καίτοι ἐγένετο διαρκὴς
1267ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καθ’ ὃν τρόπον καὶ σήμερον γίνεται,
1268ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν γνωρίζω ἀγω-
1269γήν, ἐγερθεῖσαν πρὸς ἀκύρωσιν ἀποφάσεως δικαστοῦ, τυχὸν
1270παραμείναντος πέραν τῶν 20 ἡμερῶν ἐν τῇ θέσει, ἀφ’ ἧς
1271ἀπελύθη, οὔτε προξενικοῦ δικαστοῦ, οὔτε Προξένου δικα-
1272στοῦ, καὶ οὐδεμίαν ἀπόφασιν γνωρίζω, ἐπιδικάζουσαν ἀπο-
1273ζημίωσιν λόγῳ προσβολῆς τῶν δικαιωμάτων ἐκείνου, ὅστις
1274εἶχε τὸ συμφέρον, νὰ ἀπέλθῃ, κατὰ τὸ εἰκοσαήμερον τουλά-
1275χιστον, ὁ μετατεθεὶς ἢ ἀπολυθείς. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου
1276δὲν μοι φαίνεται ἀσαφής· καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀσαφὴς ἡ διά-
1277ταξις, ἀποδεικνύει καὶ τοῦτο, ὅπερ ταύτην τὴν ἑσπέραν
1278ἤκουσα, ὅτι καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐπιληφθεὶς τοῦ ζητήμα-
1279τος, ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ
1280Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι ὁ νόμος ἔχει τὴν ἔν-
1281νοιαν, ἣν ἀληθῶς ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ δώσῃ εἰς αὐτόν.
1282Εἶναι ἐν τούτοις γενικῶς ἀληθές, ὅτι πᾶσα φράσις ἐπιδέχε-
1283ται ἀμφισβήτησιν, καὶ ἐνταῦθα ἀποδεικνύεται μίαν ἔτι φο-
1284ρὰν ἐκεῖνο, ὅπερ, Λατινιστὶ ἐκφερόμενον, γινώσκει κάλλι-
1285στα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κρανάης, ὅτι πᾶς ὁρισμὸς εἶναι
1286ἐπικίνδυνος, διότι σπανίως δὲν δύναταί τις ν’ ἀνατρέψῃ αὐ-
1287τόν. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ὁρισμοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν οἱονεὶ
1288ὁρισμόν. Καὶ ὅταν θέλῃ τις νὰ συζητῇ, δύναται ν’ ἀνατρέψῃ
1289καὶ αὐτόν, ἀλλ’ ἡ ἀνατροπὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλον χα-
1290ρακτῆρα ἢ χαρακτῆρα ἐντέχνου ἐπιχειρήματος. Ὁ λόγος
1291τοῦ νόμου εἶναι γνωστός· ὁ νομοθέτης βεβαίως, ἅμα νομοθε-
1292τήσῃ, ἀπέθανεν, ὡς συνήθως λέγεται, καὶ οἱ συμπράξαντες
1293εἰς τὴν νομοθέτησιν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου οὐδὲν δι-
1294καίωμα, μεῖζον οἱουδήποτε ἄλλου ἔχουσι, νὰ φέρωσι γνώ-
1295μην ἑρμηνευτικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος, δηλαδὴ γνώμην ἐπικρα-
1296τοῦσαν. Ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν ὁ νομοθέτης ἀπέθανεν, ἐπέζησε
1297τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ πᾶς μεταχειρισθεὶς τὸν νόμον μετὰ
1298τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιφέρῃ τὰς κρί-
1299σεις αὐτοῦ. Ὁ νόμος οὗτος τίνα σκοπὸν ἔχει; Ἔχει τὸν
1300σκοπὸν νὰ ὑποχρεώσῃ τὰς Κυβερνήσεις, πάσας αὐτῶν τὰς
1301πράξεις ν’ ἀνακοινῶσι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνή-
1302σεως, νὰ ὑποχρεώσῃ καὶ τοὺς πολίτας νὰ ὑποτάσσωνται
1303εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν πράξεων τούτων, τῶν ἐν τῇ Ἐφημε-
1304ρίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευομένων. Ὅτε ὁ νομοθέτης
1305προσέκρουσεν εἰς τὸ ἐρώτημα, τί γενήσεται, ὁσάκις ὑπάρ-
1306χωσι πολῖται, κατέχοντες οἱανδήποτε πολιτικὴν ὑπηρεσίαν,
1307ἢ ἐξαρτῶντες τὴν ἐργασίαν αὐτῶν ἐκ Διατάγματος δημο-
1308σιευθέντος, καὶ οὗτοι ἰσχυρίζωνται, ὡς συνέβη πολλάκις νὰ
1309εὑρεθῶσιν οἱ τοιαῦτα ἰσχυρισθέντες, ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν
1310τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως,
1311διότι δὲν ἐγένετο εἰς αὐτοὺς ἡ κοινοποίησις, τότε ἠναγκά-
1312σθη ὁ νομοθέτης νὰ νομοθετήσῃ εἰδικῶς· εἶπε δὲ τότε, σαφέ-
1313στατα, κατ’ ἐμέ, ἐκεῖνα, ἅτινα, ἀναγινωσκόμενα μετὰ προ-
1314σοχῆς, εἰς μίαν λύσιν μόνον δύνανται νὰ φέρωσιν (ἀναγινώσκει):
1315«Μετὰ παρέλευσιν 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι
1316τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεως τοῦ περὶ τῆς ἀπολύσεως,
1317ὑποβιβασμοῦ ἢ μεταθέσεως δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέ-
1318του Β. Διατάγματος ἢ Ὑπουργικῆς πράξεως, δὲν ἐπιτρέ-
1319πει εἰς αὐτὸν ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι δὲν τῷ ἐκοινο-
1320ποιήθη ἡ τοιαύτη μεταβολή.»
1321Ἐὰν δὲν ἐπιτρέπηται εἰς αὐτὸν ἡ ἀμφισβήτησις, ὅτι δὲν
1322τῷ ἐκοινοποιήθη ἡ τοιαύτη μεταβολή, ἐπιτρέπεται ὅμως
1323εἰς τὸν ἀπέναντι αὐτοῦ εὑρισκόμενον ἁρμόδιον προϊστάμενον
1324νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτόν: «Σοὶ παραγγέλλω νὰ μείνῃς ἐκεῖ, καὶ
1325ἀναλαμβάνω ἐγὼ τὰς εὐθύνας, ἃς πᾶσα δημοσία ἀρχὴ ἀνα-
1326λαμβάνει, δίδουσα διαταγάς. Σοὶ ἐπιτρέπω νὰ μείνῃς, καὶ
1327δὲν ἔχεις νὰ φοβηθῇς τὸν κίνδυνον τὸν ἐκ τῆς παρελεύσεως
1328τοῦ χρόνου τούτου, διότι ἐνταῦθα ἀμφισβήτησις δὲν ὑπάρ-
1329χει, διότι θέλεις ἔχει τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι κατὰ διαταγήν μου
1330ἔμεινες εἰς τὴν θέσιν σου.»
1331Τὸ ἄρθρον τοῦτο οὐδεμίαν τῶν διατάξεων τῶν ὀργανικῶν
1332νόμων ἔθιξε, καὶ ἔχετε καθημερινὰ παραδείγματα, ἅτινα
1333λαμβάνομεν εὐκολώτερον ἐκ τοῦ κλάδου τῶν ὑπαλλήλων
1334τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν ταμιῶν π. χ., οἵτινες μετατίθενται
1335κατὰ τὸν Ταμιακὸν νόμον, δὲν δύνανται ὅμως ν’ ἀπέλθωσι
1336τῆς θέσεως αὐτῶν πρὶν ἢ παραδώσωσι τὸ Ταμεῖον εἰς τὸν
1337διάδοχον αὐτῶν. Ἀπολύεται ὁ ταμίας, ἀλλὰ παραγγέλλε-
1338ται νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν, ἣν κατέχει, ἵνα παραδώσῃ εἰς τὸν
1339διάδοχον, καὶ παραγγέλλεται ὀρθῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ...
1340§106ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ταμίας ναί, ὁ δικαστὴς ὄχι.
1341§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὴ βιάζεσθε... Παραγγέλλεται νὰ
1342μείνῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ τὴν τέως, καί μένει δύο καὶ τρεῖς
1343μῆνας, καὶ μένων μισθοδοτεῖται, καὶ ἡ τοιαύτη μισθοδοσία
1344ἐπιδρᾷ ὑπὲρ τῆς συντάξεως αὐτοῦ.
1345Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὴ
1346διάταξις διὰ τοὺς ταμίας. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰ-
1347δικὴ διάταξις, ἀλλὰ τοῦτο γίνεται ἕνεκα τῆς ἰδιαιτέρας
1348ἀνάγκης ν’ ἀσφαλισθῶσι τὰ χρηματικὰ συμφέροντα τοῦ Δη-
1349μοσίου. Ἀλλ’ ἆρά γε ὑπάρχει διάταξις, λέγουσα ὅτι Διά-
1350ταγμα, ὅπερ ἐξέδωκεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δὲν δύνα-
1351ται αὐτὴ αὕτη νὰ ἀναστείλῃ, ἐφ’ ὅσον χρόνον αἱ ἀνάγκαι
1352τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας τοῦτο ἀπαιτοῦσιν; Ἐὰν τοῦτο ἦτο
1353δυνατὸν νὰ δεχθῆτε ἄλλως, ἠθέλετε καταστήσει ἀδύνατον
1354τὴν ὑπόστασιν δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ Ὑπουργείων. Δύνα-
1355σθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὀρθῶς
1356εἶπεν, ὅτι τῆς τοιαύτης ἀναστολῆς πρέπει νὰ γίνηται
1357μετὰ φειδοῦς χρῆσις. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πολιτικὸς ἀνήρ, δια-
1358χειρισθεὶς τὰ δημόσια, ὅστις ἅπαξ ἢ δὶς ἢ τρὶς δὲν ἠναγκά-
1359σθη ν’ ἀναστείλῃ τοιαύτας διαταγὰς, φερούσας τὴν ὑπο-
1360γραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν ἰδίαν, διότι ἡ διοίκησις τῶν
1361πραγμάτων εἶναι ἀδύνατος ἄλλως. Τὰ πάντα εἶναι ἀνθρώ-
1362πινα. Καὶ ὁ τὰς καλλίστας προθέσεις ἔχων καὶ τὸν ἄριστον
1363νοῦν καὶ τὴν μεγίστην διοικητικὴν ἱκανότητα, ἀνακαλύπτων
1364τὴν ἐπιοῦσαν εἰδικῆς τινος πράξεως, ὅτι αὕτη κακῶς ἐγέ-
1365νετο, ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν αὐτῆς· ἢ, ἀνακα-
1366λύπτων ὅτι ἡ πρᾶξις, ὡς ἐγένετο, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐφαρ-
1367μοσθῇ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἀναβάλλει τὴν ἐφαρμογὴν
1368αὐτῆς. Ἐὰν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ἀναστολῆς ὁ Ὑπουργὸς
1369πταίσῃ, ζητεῖται ἀπ’ αὐτοῦ λόγος. Καὶ ἐπὶ τούτῳ κεῖνται
1370αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι. Ἐὰν ἡ ἀναστολὴ Διατάγματος ἀπαι-
1371τῆται ἀναγκαίως, θὰ πεισθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ ἁρμόδιος
1372Ὑπουργὸς, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναστείλῃ τὸ Διά-
1373ταγμα, ἄνευ εἰδικῆς διατάξεως. Λαμβάνομεν ὡς παρά-
1374δειγμα τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν. Πᾶς Πρόξενος εἶναι καὶ
1375δικαστής. Ἐὰν ἀφαιρέσῃ τις τρία σημεῖα, ἐν οἷς ὑπάρ-
1376χουσιν εἰδικὰ Προξενικὰ Δικαστήρια, οἱ Πρόξενοι εἶναι καὶ
1377δικασταί. Ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἀντίθετος γνώμη, οὐδεμία θὰ
1378εὑρεθῇ πρᾶξις προξενικὴ δικαστικὴ μὴ ἄκυρος, ἀπὸ καταβο-
1379λῆς τοῦ νόμου τούτου, ἐν ὥρᾳ ἐφαρμογῆς μεταθέσεως. Διότι
1380οὐδέποτε, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐγένετο μετάθεσις Προξένου καὶ
1381ἐξετελέσθη ἐν τῷ διαστήματι τῶν 20 ἡμερῶν. Ἐὰν ἐν τῷ
1382διαστήματι τῷ ἀπαιτουμένῳ, ἵνα ὁ ἕτερος Πρόξενος μεταβῇ
1383καὶ παραλάβῃ τὴν νέαν του θέσιν, ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις,
1384οὐδεμία ἵσταται ὀρθία. Πληθὺς τοιούτων παραδειγμάτων
1385ὑπάρχει, ἅτινα δύναταί τις νὰ εὕρῃ, ἀναδιφῶν τὰ ἀρχεῖα
1386τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ἕν, ὅπερ
1387μοὶ ἐνετυπώθη εἰς τὴν μνήμην, ὡς ἐκ τοῦ προσώπου, ὅπερ
1388κατεῖχε τὴν θέσιν. Εὗρον Γενικὸν Πρόξενον ἀπολελυμένον
1389ἐν ἔτει 1886, καὶ ἔχοντα παραγγελίαν τοῦ ἀπολύσαντος
1390Ὑπουργοῦ νὰ ἀναμείνῃ τὴν μετάβασιν τοῦ διαδόχου αὐτοῦ.
1391Παρῆλθον μῆνες, ἀφ’ ἧς παρέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, —καί-
1392τοι ἐζήτησα τὸ ταχύτερον,— ἵνα τοποθετήσω αὐτὸν εἴτε εἰς
1393αὐτὸ, εἴτε εἰς ἄλλο μέρος, μὴ ἐγκρίνων τὴν ἀπόλυσιν αὐ-
1394τοῦ. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἐνήργησε
1395πλείστας δημοσίας ὑποθέσεις, καὶ οὐδεὶς ἐφαντάσθη, ὅτι αἱ
1396πράξεις αὐτοῦ ἦσαν ἄκυροι, οὐδεὶς ἐφαντάσθη, ὅτι ὁ Ὑπουρ-
1397γός, ὁ διατάξας τὴν ἀπόλυσιν, ἧς ἔκρινεν αὐτὸν ἄξιον, παρη-
1398μέλησεν ἢ ὑπερέβη τὸ μέτρον τῆς ἀδείας, ἣν εἶχεν ἐκ τοῦ
1399Συντάγματος, παραγγέλλων τῷ ἀπολελυμένῳ Προξένῳ νὰ
1400μείνῃ εἰς ἣν εἶχε θέσιν, μέχρις ἐλεύσεως τοῦ διαδόχου. Οὐ-
1401δεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι αὕτη.
1402Καὶ ἡ φράσις τοῦ νόμου εἶναι τόσον μετὰ προσοχῆς ἐκλελεγ-
1403μένη, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει ἀμφιβολίαν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι
1404εὔκολον νὰ εἴπῃ τις ἐν δυσὶ γραμμαῖς σαφέστερον τὸ πρᾶγμα,
1405καὶ μόνον ἐὰν θελήσῃ τις ν’ ἀπαιτήσῃ ἑρμηνείαν, καὶ ἀναγ-
1406κασθῇ διὰ περιόδου ὅλης, ἥτις θέλει ἔχει χαρακτῆρα γνω-
1407μοδοτήσεως νομοδιδασκάλου, ἢ αἰτιολογίας δικαστικῆς ἀπο-
1408φάσεως, νὰ εἴπῃ τὸ πρᾶγμα, τότε μόνον θέλει εἴπει αὐτὸ
1409σαφέστερον. Μεταχειριζόμενος ὅμως διατύπωσιν νομοθετι-
1410κὴν, ἀμφιβάλλω, ἂν δύναται νὰ εὕρῃ σαφεστέραν.
1411Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ συζήτησις δύναται νὰ ταράξῃ
1412τὴν δικαστικὴν συνείδησιν καὶ γεννήσῃ ἀμφιβολίας παρὰ
1413τοῖς δικασταῖς, βεβαίως ἐνδείκνυται ἡ ὑποβολὴ ὑπὸ τῆς
1414Κυβερνήσεως νομοσχεδίου, ἑρμηνεύοντος τὴν διάταξιν τοῦ
1415νόμου. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, ἀρκεῖ ἡ διάταξις, διότι τὸ γράμμα
1416εἶναι σαφὲς, καὶ ὅπου τὸ γράμμα εἶναι σαφὲς, συμπίπτει δὲ
1417καὶ ἡ αἰτία τοῦ νόμου νὰ ἦναι σαφὴς, εἶναι περιττὴ πᾶσα
1418ἄλλη ἑρμηνεία.
1419§108ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ
1420νομικοῦ ζητήματος τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ οὗ ὁ λόγος,
1421παρέλκει, διότι ἡ Βουλὴ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἐνασκεῖ κα-
1422θήκοντα νομοθετικὰ, δὲν ἔχει πρὸ αὐτῆς νομοσχέδιον ἑρμη-
1423νευτικὸν τοῦ νόμου, ἵνα ψηφίσῃ, ἀλλ’ ἐνασκεῖ τὰ καθή-
1424κοντα τοῦ ἐλέγχου πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Θὰ ἐξετάσῃ
1425λοιπὸν τὸν νόμον, μόνον καθ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς παρέβη αὐ-
1426τὸν καὶ ἑπομένως ὀφείλει εὐθύνας πολιτικὰς ἀπέναντι τοῦ
1427Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκ τῆς συζητήσεως
1428ταύτης κατεδείχθη, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι διατάξεως
1429ἀμφισβητουμένης. Τοῦτο καὶ μόνον ἀρκεῖ, κατ’ ἐμὲ, ὥστε
1430πᾶσα περαιτέρω συζήτησις νὰ παύσῃ· διότι, οἱανδήποτε
1431ἑρμηνείαν δώσωμεν, ἢ οἱανδήποτε γνώμη φανῇ ὅτι ἔχει ἡ
1432Βουλὴ περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, εἰς οὐδὲν δύναται
1433ν’ ἀπολήξῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Τοὐναντίον τοῦτο δύ-
1434ναται νὰ ἐπενέγκῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἄρτι ἑρμη-
1435νεύσας τὸν νόμον κ. συνάδελφος ἐνέδειξεν, ὅτι δηλαδὴ δύνα-
1436ται νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ γνώμη τῶν πολιτῶν περὶ τοῦ κύρους τῶν
1437πράξεων τοῦ ὑπαλλήλου, περὶ οὗ πρόκειται. Λέγω δὲ, ὅτι
1438δὲν δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἡ
1439συζήτησις, διότι δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην
1440τοῦ δικαστοῦ, ὅστις ἐπὶ τέλους θ’ ἀποφανθῇ, ἐὰν αἱ πρά-
1441ξεις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαλλήλου εἶναι ἔγκυροι ἢ ἄκυ-
1442ροι, τὰ δὲ Δικαστήρια μένουσι πάντοτε ἐλεύθερα νὰ ἑρμη-
1443νεύσωσι τὸν νόμον, ὡς εἰς αὐτὰ δοκεῖ, πλὴν ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκ-
1444δώσῃ νόμον ἑρμηνευτικόν, ὅστις τότε θὰ ἦναι ὑποχρεωτικός.
1445Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἡ Βουλὴ συζητεῖ; Ἡ
1446ἐπερώτησις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν
1447ὁ Ὑπουργὸς φαίνεται σφάλλων, διότι δὲν ἐξετέλεσε τὸ
1448Διάταγμα τῆς μεταθέσεως τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου κ. Βελ-
1449λίνη ἐκ τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου Σμύρνης. Ὁ κ. Ὑπουρ-
1450γὸς, —καὶ κατὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ φέρω τὴν μαρτυρίαν μου
1451εἰς ὅσα ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Γουναράκης
1452εἶπεν, —ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐφάνη μετα-
1453βάλλων γνώμην, διότι χθὲς ἤκουσα αὐτὸν λέγοντα, καὶ
1454μετ’ ἐμοῦ πολλοὶ τῶν συναδέλφων, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν
1455Ἐφετῶν ἤγειρεν ἀμφιβολίαν, ἐὰν πρέπει ἤδη νὰ κοινοποιη-
1456θῇ τὸ Διάταγμα, ἢ θὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ καταχώρισις ἐν τῇ
1457Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐπέχει τόπον κοινοποιήσεως·
1458προσέθηκε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀμφισβη-
1459τήσιμον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, γινώσκω ἐκ τῆς πείρας μου, ὡς νομι-
1460κοῦ συμβούλου καὶ ὡς Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ πρακτικὴ, ἡ παρὰ
1461πᾶσι τοῖς Ὑπουργείοις κρατοῦσα, εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουρ-
1462γοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποστηριχθεῖσα, καὶ δὲν δύναται νὰ
1463ἦναι ἄλλη ἢ ἡ πρακτικὴ ἡ ἀκολουθουμένη παρ’ ὅλων τῶν
1464Ὑπουργῶν, προκειμένου περὶ ἀπολύσεως, μεταθέσεως, προ-
1465βιβασμοῦ ἢ ὑποβιβασμοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἀρκεῖ,
1466κατ’ ἐμὲ, νὰ ἀναγνώσῃ τις τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ νὰ
1467ἔχῃ ἐμπειρίαν τινὰ περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, διὰ νὰ
1468πεισθῇ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη κεῖται κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου
1469τοῦ μετατιθεμένου, ἀπολυομένου κλπ., καὶ ὑπὲρ τῆς Κυβερ-
1470νήσεως, τουτέστι τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ὁ νόμος δὲν ἠθέ-
1471λησε νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας διὰ
1472τῆς διατάξεως ταύτης, ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῆς
1473ἀποδείξεως ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως. Διότι τί λέγει; Ὁ
1474ὑπάλληλος ὁ μετατεθεὶς δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, καὶ διὰ
1475ν’ ἀμφισβητήσῃ, πρέπει νὰ νοηθῇ διένεξις μεταξὺ τοῦ Δημο-
1476σίου καὶ αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ὑπηγόρευσεν αὐτὴν τὴν
1477διάταξιν, διότι ὑπῆρξαν ὑπάλληλοι μετατεθέντες ἢ ἀπολυ-
1478θέντες, οἵτινες μετεβλήθησαν εἰς ἀνεστίους καὶ ἀστέγους,
1479καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τοὺς εὕρῃ τις, ἵνα τοῖς κοινοποιήσῃ
1480τὴν ἀπόλυσιν ἢ τὴν μετάθεσιν· διότι, κατὰ τὰ κρατοῦντα
1481τότε, ἡ διοικητικὴ κοινοποίησις δὲν ἐγίνετο καθ’ ὡρισμένον
1482τύπον· ἤρκει εἷς κλητὴρ δικαστικὸς νὰ ἐγχειρίσῃ τὸ ἔγρα-
1483φον τῆς ἀπολύσεως ἢ μεταθέσεως, χωρὶς οὔτε ἀπόδειξιν νὰ
1484ζητήσῃ παρὰ τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, οὔτε ἐπιδοτήριον νὰ
1485συντάξῃ. Εἰς πλείστας λοιπὸν δίκας, ἃς τὸ Δημόσιον ὑπέ-
1486στη ἐκ μέρους τοιούτων ὑπαλλήλων, ἐπληρώθησαν ἀδίκως
1487εἰς παυθέντας ὑπαλλήλους πολλαὶ μισθοδοσίαι, καὶ ὑπάρ-
1488χουσι παραδείγματα, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐπληρώθησαν μι-
1489σθοὺς πολλῶν ἐτῶν διότι δὲν ἀπεδείχθη ἡ ἐπίδοσις τῆς ἀπο-
1490λύσεώς των. Τοῦτο προεκάλεσε τὴν διάταξιν ἐκείνην· ἀλλ’
1491οὐδέποτε ἐξ αὐτῆς δύναται νὰ ἐξαχθῇ, ὅτι ὁ νομοθέτης ἠθέ-
1492λησε νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀρχῆς,
1493ἐξ ἧς ἐκπορεύεται ἡ παῦσις, ἡ μετάθεσις κλπ.· μένει δὲ ἀκέ-
1494ραιον τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ ἐκτελέσῃ, ὅταν
1495κρίνῃ ἀναγκαῖον, τὸ Διάταγμα, ἀφοῦ δύναται καὶ νὰ τὸ ἀνα-
1496καλέσῃ. Ὁ ὑπάλληλος ὅμως δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ,
1497ὅτι ἡ ἀπόλυσις ἢ ἡ μετάθεσις δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν αὐ-
1498τοῦ εἴκοσιν ἡμέρας μετὰ τὴν καταχώρισίν της εἰς τὴν Ἐπί-
1499σημον Ἐφημερίδα, ἐὰν θελήσῃ νὰ διεκδικήσῃ δικαιώματα
1500κατὰ τοῦ Δημοσίου.
1501Τώρα, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι
1502ὁ Ὑπουργὸς κακῶς ἔπραξε, μὴ κοινοποιήσας τὴν μετάθεσιν, —
1503καίτοι δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἐξενεχθῇ μομφὴ κατ’ αὐτοῦ,
1504διότι δὲν ἐφήρμοσε τὸν νόμον, ὡς πάντες οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ νῦν
1505καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτῶν, — ἐὰν ἔχῃ, λέγω, ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν
1506ἰδέαν, ὅτι κακῶς δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις, ἄλλο τὸ ζή-
1507τημα. Ἀλλὰ τοιοῦτος λόγος δὲν ἀνεπτύχθη, ἀλλὰ μόνον ὅτι
1508ὁ Ὑπουργὸς παρέβη τὸν νόμον, διότι, κακῶς ἑρμηνεύων αὐτὸν,
1509δὲν ἐκοινοποίησε δι’ ἐγγράφου του τὴν μετάθεσιν εἰς τὸν κ.
1510Βελλίνην.
1511Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις εἰς οὐδὲν
1512δύναται νὰ καταλήξῃ· διότι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε διεξαχθεί-
1513σης ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν παραβαίνουσι τὸν νό-
1514μον, ἑρμηνεύοντες αὐτὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον.
1515§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι καλῶς τὴν ἑσπέραν
1516ταύτην συζητοῦμεν περὶ τοῦ νόμου, περὶ οὗ συζητοῦμεν.
1517Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου κ. προλαλήσαν-
1518τος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ νόμου
1519ἢ μόνον ὅταν πρόκηται νομοθετικῶς νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν κείμε-
1520νον νόμον, ἢ ὅταν ζητῇ πολιτικὰς εὐθύνας ἀπὸ τοὺς Ὑπουρ-
1521γούς. Νομίζω ὅτι αἱ Βουλαὶ δύνανται πάντοτε νὰ συζητῶσι
1522περὶ τῶν νόμων, διὰ νὰ ἑρμηνεύσωσιν αὐτοὺς καλλίτερον,
1523καὶ καταστήσωσιν ὀρθοτέραν τὴν ἔννοιαν αὐτῶν. Οὕτω χρη-
1524σιμεύουσιν αἱ γνῶμαι αὐτῶν πρὸς ὁδηγίαν τῶν Ὑπουργῶν ἐν
1525τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν, ἢ εἰς παρασκευὴν νομοθετημάτων ἄλ-
1526λων, ἑρμηνευόντων τὸν νόμον, ἢ νέων νόμων. Τοῦτο γίνεται
1527ἤδη. Δὲν ζητοῦνται πολιτικαὶ εὐθῦναι. Συζητεῖ ἡ Βουλὴ
1528περὶ τῆς ἑρμηνείας νόμου, ὅστις καθ’ ἡμέραν παρουσιάζει
1529ἐφαρμογὴν καὶ καθ’ ἡμέραν δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς ἀκύ-
1530ρωσιν πράξεων εἴτε τῶν Δικαστηρίων εἴτε τῶν ὑπαλλήλων.
1531Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νόμου, ὅσον γνωστὸς καὶ ἂν θεωρηθῇ
1532ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύσας αὐτὸν, ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἀσυμβί-
1533βαστος πρὸς τὸν νόμον, ὡς διετυπώθη καὶ ἰσχύει. Τί ὑπη-
1534γόρευσε τὸν νόμον, πάντες τὸ ἐννοοῦμεν, καὶ ἂν ὁ νομοθέ-
1535της ἄλλως δὲν εἶχεν ἐκδηλώσει τὸν λόγον, ἐξ οὗ ὡρμήθη.
1536Τὰ Διατάγματα δὲν ἔχουν ἀνάγκην κοινοποιήσεως, ἀλλὰ
1537δημοσιεύονται μόνον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
1538Προκειμένου ὅμως περὶ προσωπικῶν Διαταγμάτων,—καὶ
1539τοιαῦτα εἶναι τὰ περὶ παύσεων, μεταθέσεων καὶ παραιτή-
1540σεων τῶν ὑπαλλήλων,—πρέπει ταῦτα, κατὰ τὴν κειμένην
1541νομοθεσίαν, νὰ κοινοποιηθῶσι τοῖς ὑπαλλήλοις, διότι μόνον
1542ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως ἄρχονται τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Δια-
1543τάγματος. Καὶ ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς κοινοποιήσεως
1544ἑνὸς Διατάγματος παύσεως ὑπαλλήλου; Ἀπὸ τῆς ἐπαύριον
1545τῆς κοινοποιήσεως παύει οὗτος λαμβάνων μισθὸν, παύει ἐνα-
1546σκῶν τὰ καθήκοντά του. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μισθοὺς, ῥητῶς λέ-
1547γει τοῦτο ὁ νόμος ὁ Λογιστικὸς, διότι ὁρίζει, ὅτι τὰ Διατάγ-
1548ματα περὶ παύσεως, μεταθέσεως καὶ παραιτήσεως κοινοποι-
1549οῦνται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἀπὸ τῆς ἐπαύριον παύει ἡ
1550μισθοδοσία αὐτῶν, παύει ἡ ἐνάσκησις τῶν καθηκόντων αὐτῶν,
1551ἐκτὸς ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἤθελε παραγγείλει εἰς τὸν ὑπάλληλον
1552νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ θέσει του μέχρις οὗ ἀφιχθῇ ὁ διάδοχος
1553αὐτοῦ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου
1554(ἀναγινώσκει): «Ὁ μισθὸς τῶν παραιτουμένων ἢ ἀπολυομέ-
1555νων τῆς ὑπηρεσίας ὑπαλλήλων παύει ἀφ’ ἧς παραδοθῇ εἰς
1556αὐτοὺς τὸ περὶ παραιτήσεως ἢ ἀπολύσεως τῆς ὑπηρεσίας
1557ἔγγραφον, παρεκτὸς ἂν διαταχθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ
1558καθήκοντά των μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ διαδόχου των.»
1559Τοῦτο ἰσχύει πάντοτε, ὁσάκις ἐκοινοποιήθη τὸ Διάταγμα
1560τῆς παύσεως ἢ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως εἰς τὸν
1561ὑπάλληλον. Ἀλλ’ ὑποτεθείσθω, ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη. Ἔρ-
1562χεται ὁ νόμος, περὶ οὗ συζητοῦμεν, καὶ ὁδηγούμενος ἐκ τῆς
1563πείρας καὶ τῶν καταχρήσεων, αἵτινες περὶ τὰς κοινοποιή-
1564σεις ἐγένοντο, ἐκ μέρους ὑπαλλήλων ἰδίως, οἵτινες ἐκρύ-
1565πτοντο, προλαμβάνει τὰς ἐπιβλαβεῖς ἐκ τῆς ἐλλείψεως κοι-
1566νοποιήσεως συνεπείας. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐκέρδισα
1567ἄλλοτε δίκην ὑπαλλήλου ἐκ τοιαύτης αἰτίας. Ὁ νόμος, προ-
1568λαμβάνων ταῦτα, ἐνομοθέτησεν, ὅτι μετὰ 20 ἡμέρας ἀπὸ
1569τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
1570Κυβερνήσεως θεωρεῖται κοινοποιηθεῖσα ἡ παῦσις τοῦ ὑπαλ-
1571λήλου. Οὐδεμία ἀντίρρησις περὶ μὴ κοινοποιήσεως πλέον.
1572Ποῖα θέλετε νὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς διατάξεως ταύτης;
1573Ὁ ἔντιμος προλαλήσας παρέβαλε τοῦτο πρὸς μίαν ἀπόδει-
1574ξιν, ὅτι δὲν ἀσχολεῖται ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἢ πῶς
1575ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ ἀπόδειξις· ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ
1576ἀπόδειξις καὶ ἐκτέλεσις συνταυτίζονται, δὲν εἶναι δὲ συζή-
1577τησις, ἂν τοῦτο εἶναι κοινοποίησις, ἢ ἐκτέλεσις. Βεβαίως εἶ-
1578ναι ἐκτέλεσις καὶ κοινοποίησις, καίτοι δὲν ποιεῖται διάκρι-
1579σιν ὁ νόμος, ἂν τοῦτο ἐφαρμόζεται μόνον ἐπὶ τῶν δυστρο-
1580πούντων ὑπαλλήλων. Ἐφαρμόζεται κατὰ πάντων τῶν ὑπαλ-
1581λήλων, τῶν παυθέντων. Πᾶς ὑπάλληλος παυθεὶς, μετὰ 20
1582ἡμέρας θεωρεῖται ὡς λαβὼν τὴν κοινοποίησιν, καὶ ἀπὸ τῆς
1583ἡμέρας ἐκείνης ἐπέρχονται τ’ ἀποτελέσματα τῆς κοινοποιή-
1584σεως, παύει ἑπομένως ἡ μισθοδοσία καὶ τὰ καθήκοντά του,
1585ἐκτὸς ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς παραγγείλῃ νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ
1586θέσει του ἕως οὗ ἀφιχθῇ ὁ διάδοχός του. Τοῦτο γίνεται
1587ἐπὶ ταμιῶν ἰδίως, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει κἂν ἀνάγκη παραγ-
1588γελίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα παραμένωσιν ἐν τῇ θέσει των.
1589Ὁ Λογιστικὸς Νόμος παραγγέλλει αὐτοῖς νὰ μὴ καταλί-
1590πωσι τὴν θέσιν των, καίτοι ἐκοινοποιήθη αὐτοῖς ἡ παῦσις,
1591μέχρις οὗ παραδώσωσι τὸ Ταμεῖον εἰς τὸν διάδοχόν των.
1592Ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία ἐπιβάλλει τοῦτο. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, ἂν
1593κατὰ τὸν νόμον ἔχει τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν ὁ Ὑπουργὸς, ἂν
1594δηλαδὴ δύναται καὶ μετὰ 20 ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύ-
1595σεως τοῦ Διατάγματος τῆς μεταθέσεως ἢ τῆς παύσεως νὰ
1596παραγγείλῃ εἰς τὸν ὑπάλληλον νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ θέ-
1597σει του πρὶν μεταβῇ εἰς τὴν νέαν θέσιν, ἢ τὸν παυθέντα νὰ
1598ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ διάδοχός του.
1599Ἐπιεικῶς ἑρμηνεύοντες, δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὅτι καὶ
1600μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1882 δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ πράξῃ
1601τοῦτο, δηλαδὴ καὶ μετὰ τὰς 20 ἡμέρας νὰ διατάξῃ τὸν
1602παυθέντα ἢ μετατεθέντα ὑπάλληλον νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ
1603θέσει του. Ὅ,τι ἐπιτρέπει ὁ Λογιστικὸς Νόμος νὰ γίνηται
1604μετὰ τὴν παράδοσιν τοῦ περὶ παύσεως ἢ μεταθέσεως ἐγ-
1605γράφου πρὸς τὸν ὑπάλληλον, δύναταί τις νὰ δεχθῇ, ὅτι δύ-
1606ναται νὰ γείνῃ καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν 20 ἡμερῶν ἀπὸ
1607τῆς καταχωρίσεως τοῦ Διατάγματος τῆς παύσεως ἢ μετα-
1608θέσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ κατὰ τὴν
1609πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν πρόκειται
1610περὶ ὑπαλλήλων, πρὸς οὓς καὶ ἐγνωστοποιήθη, ἢ ὑποτί-
1611θεται νόμῳ, ὅτι ἐγνωστοποιήθη ἡ παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις.
1612Διατὶ ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν περιπτώσεων αὐτῶν νὰ μὴ
1613ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς
1614αὐτοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους καὶ ὁ Λογιστι-
1615κὸς Νόμος ἀναφέρει· δηλαδή, ἂν παραγγείλῃ ὁ Ὑπουργὸς
1616τὸν ὑπάλληλον τὸν παυθέντα ἢ μετατεθέντα νὰ μείνῃ ἕως
1617οὗ ἔλθῃ ὁ διάδοχός του. Ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν νομίμως
1618ἐξακολουθεῖ ἐνεργῶν ὁ ὑπάλληλος οὗτος, καὶ νομίμως κατὰ
1619τὸν Λογιστικὸν Νόμον λαμβάνει τὸν μισθόν του διὰ τὸ διά-
1620στημα αὐτό, καίτοι ὁ παυθεὶς ὑπάλληλος δὲν διωρίσθη ἐκ
1621νέου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Εἰ καὶ δὲν λέγει τοῦτο ὁ νόμος τοῦ
16221882, ἡ περίστασις εἶναι πάντοτε ὁμοία πρὸς τὴν τοῦ ἄρ-
1623θρου 32 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ
1624μὴ ὑπαχθῇ εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1882.
1625Οἱ ὑπάλληλοι διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος, παυθέντες
1626δὲ, δὲν δύνανται νὰ ἀσκῶσι καθήκοντα ὑπαλλήλου καὶ νὰ
1627λαμβάνωσι μισθὸν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δυνάμει ὑπουρ-
1628γικῆς διαταγῆς. Ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ὑπηγό-
1629ρευσεν ἐξαίρεσιν, καὶ ὁ Λογιστικὸς Νόμος ἐπέτρεψε τῷ
1630Ὑπουργῷ νὰ διατάττῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ὑπηρεσίας
1631των καὶ ἄνευ νέου διορισμοῦ ἢ ἐπαναφορᾶς εἰς τὴν θέσιν των
1632διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Τὸ αὐτὸ συμφέρον καὶ ἡ αὐτὴ
1633ἀνάγκη ὑπαγορεύει τοῦτο καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1882.
1634Οὗτος ἠθέλησε μόνον νὰ ἄρῃ τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ ἐξαρτῶν-
1635ται τ’ ἀποτελέσματα τῆς παύσεως ἢ τῆς μεταθέσεως, ἑπο-
1636μένως τῆς μισθοδοσίας, ἐκ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ ἐγγράφου
1637εἰς τὸν παυθέντα ἢ τὸν μετατεθέντα ὑπάλληλον, καὶ ὥρισε
1638προθεσμίαν, πέραν τῆς ὁποίας ὑποτίθεται γενομένη ἡ κοινο-
1639ποίησις τοῦ ἐγγράφου πρὸς τὸν ὑπάλληλον, καὶ ἂν πράγματι
1640τοιαύτη δὲν ἐγένετο. Τούτου γενομένου, ὁ νόμος κατ’ οὐδὲν
1641ἄλλο καινοτομεῖ, καὶ αἱ προϋπάρχουσαι διατάξεις τοῦ Λο-
1642γιστικοῦ Νόμου ἐφαρμόζονται πάντοτε ἐπὶ τῶν παύσεων
1643καὶ μεταθέσεων τῶν ὑπαλλήλων, διότι αὗται οὐδεμίαν ἔχουσι
1644σχέσιν πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῶν παύσεων ἢ
1645μεταθέσεων τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ μετὰ τὸν νόμον ἑπομένως
1646τοῦ 1882 ὁ Ὑπουργὸς δικαιοῦται καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν
1647τῶν 20 ἡμερῶν νὰ διατάττῃ τὸν ὑπάλληλον νὰ παραμείνῃ
1648εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλὰ μόνον ἕως οὗ μεταβῇ ὁ διάδοχός του.
1649Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται τοῦτο νὰ μετατρέψῃ εἰς
1650νέον διορισμὸν ἄνευ Β. Διατάγματος, διότι θὰ ἦτο παραβίασις
1651νόμου, συνεπάγουσα εὐθύνας· τοῦτο ὅμως δὲν ἀρκεῖ, ὅπως μὴ
1652ἐφαρμόζηται καὶ ἤδη τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου.
1653§110ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅτε χθὲς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ.
1654Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἐπερώτησιν, σᾶς ὁμολογῶ,
1655ὅτι οὔτε ἐσκόπουν, οὔτε ἐφανταζόμην, ὅτι ἤθελον δώσει ἀφορ-
1656μὴν εἰς τοιαύτην θεωρητικὴν συζήτησιν. Δὲν εἶμαι φίλος
1657τῆς θεωρίας· εἰς ὅλας μου τὰς σχέσεις εἶμαι ὅσον τὸ δυνα-
1658τὸν πρακτικός· καὶ εἰς τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἀκόμη εἴτε ὁμιλίας
1659μου, εἴτε γνώμας μου, προσπαθῶ νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν
1660πρακτικός. Ἕνα μόνον σκοπὸν εἶχον, νὰ εἰδοποιήσω τὸν κ.
1661Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὅλην τὴν Κυβέρνησιν περὶ
1662τῆς ἀνησυχίας, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐν τῇ κοινωνίᾳ Σμύρνης περὶ
1663τῶν ἐπιζημίων συνεπειῶν εἰς τοὺς μὲν ἢ τοὺς δὲ τῶν δια-
1664δίκων, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει ἐκ τοῦ γνωστοῦ γεγονότος.
1665Θὰ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι οὔτε λόγον ἔκαμα τοῦ ὀνόματος τοῦ
1666ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου δικαστοῦ, οὔτε μὲ ἐνδιαφέρει ἡ μετάθε-
1667σις ἑνὸς δικαστοῦ ἢ ἄλλου, οὔτε ἠθέλησα νὰ κρίνω, ἂν
1668καλῶς ἢ κακῶς ἐγένοντο ταῦτα. Ἓν μόνον εἶπον, ὅτι εἰς
1669τὴν κοινωνίαν Σμύρνης ἐπικρατεῖ αὐτὴ ἡ ἀνησυχία, καὶ πῶς
1670εἶναι δυνατόν, ἂν εἶναι βάσιμος ἡ ὑποψία αὕτη, νὰ ἀρθῇ.
1671Ἡ κοινωνία Σμύρνης εἶναι μικρὰ, καὶ πᾶν ὅ,τι γίνει ἐκεῖ,
1672εὐκόλως καὶ ταχέως γίνεται γνωστόν. Εἰς τὴν κοινωνίαν
1673Σμύρνης ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα,—ἂν καλῶς ἢ κακῶς, δὲν γνω-
1674ρίζω,—ὅτι εἶχον κοινοποιηθῆ καὶ αἱ δύο μεταθέσεις, καὶ
1675ὅτι ἡ πρὸς τὸν ἕνα δικαστὴν, τὸν παραμείναντα, ἀνεστάλη
1676διὰ τηλεγραφικῆς ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἑπομένως
1677ἐκ τούτου προέκυψεν αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, ἡ ὁποία προέρχε-
1678ται ἐκ προσώπων, σᾶς βεβαιῶ, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ὑμεῖς,
1679κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν σᾶς ἔλεγον τὰ ὀνόματα τῶν γραφόν-
1680των, ἠθέλετε ὁμολογήσει, ὅτι εἶναι βάσιμος ἡ ὑπόνοια καὶ
1681ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα.
1682Ἀλλ’ ἡ συζήτησις σήμερον ἐγένετο νομικῶς ἢ θεωρητι-
1683κῶς, καὶ βλέπετε, πόσους ἔχει τοὺς ὑπὲρ καὶ πόσους τοὺς
1684κατά· ἂν δὲ οἱ ζημιούμενοι ἐκ τῶν διαδίκων προσέλθωσι
1685κατ’ ἔφεσιν εἰς τὰ ἐδῶ Δικαστήρια, ὄχι μόνον δικηγόροι
1686διαπρεπεῖς, ἀλλὰ καὶ ἀνώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ὡς
1687ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν,
1688αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν δύναται μετὰ
1689ἕνα μῆνα νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς
1690ἐφέσεως τῶν ζημιουμένων διαδίκων ἐν Σμύρνῃ, καὶ βλέπετε
1691ἐκ τούτου, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιχυθῇ φῶς καὶ ἀντὶ νὰ καθησυ-
1692χασθῇ ἡ ἀνησυχία τῶν ζημιουμένων, ὡς νομίζουσιν ἐν Σμύρ-
1693νῃ, ἴσως ἐπιτείνεται. Κατ’ ἐμέ, ἁπλούστερον θὰ ἦτο, νὰ
1694καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἔγγραφα, ἀφ’ ἧς ἤρξατο τὸ γε-
1695γονός, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς ἔστειλεν εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον
1696τὴν μετάθεσιν τῶν παρέδρων, τὴν τηλεγραφικὴν ἐντολὴν,
1697δι’ ἧς παρήγγειλε τὸν Πρόξενον νὰ προβῇ εἰς τὴν κοινο-
1698ποίησιν τῶν μεταθέσεων, τὴν τηλεγραφικὴν ἐντολὴν, δι’ ἧς
1699ἀνέστειλε τὴν κοινοποίησιν πρὸς τὸν ἕνα τῶν δικαστῶν, καὶ
1700ἐκ τούτων ὅλων πραγματικῶς θέλει προκύψει, ἂν ὑπῆρχον,
1701ἢ ὄχι, λόγοι νὰ ὑπάρχωσι βάσιμοι ὑπόνοιαι περὶ τῶν συνε-
1702πειῶν, ἃς ὑποθέτουσιν οἱ γράφοντές μοι ἐκ Σμύρνης. Τοῦτο,
1703νομίζω, θὰ ἦτο τὸ ἁπλούστερον, κύριε Ὑπουργέ, καὶ δι’
1704αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ καταθέσητε ὅλα
1705τὰ ἔγγραφα.
1706§111Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀτ-
1707τικῆς Βουλευτοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν θέματος σο-
1708βαρωτάτου, καὶ ἡ συζήτησις αὕτη, ὡς ἀπέδειξε, δύναται
1709νὰ ἔχῃ σοβαρωτάτας συνεπείας εἰς ὕψιστα συμφέροντα τῶν
1710πολιτῶν. Κατεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα
1711τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου τούτου ἀμφισβητεῖται, καὶ ἀμφι-
1712σβητεῖται διὰ τόσον ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων καὶ ἐκ τοῦ
1713ἑνὸς καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρους, ὥστε δύναται νὰ δώσῃ ἀφορ-
1714μάς, ὡς προεῖπον, εἰς ζημίας μεγίστας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ,
1715ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν πρέπει νὰ λήξῃ ἄνευ ἀποτελέ-
1716σματός τινος. Πρέπει, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ παρα-
1717κληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ νομοσ-
1718σχέδιον ἑρμηνευτικὸν τοῦ νόμου τούτου, ἵνα παύσῃ ἡ ἀμφι-
1719σβήτησις αὕτη· διότι παρετήρησα, ὅτι, ὡς προεῖπον, τὰ ἐπι-
1720χειρήματα καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ εἶναι ἰσχυρότατα, καὶ
1721δὲν δυνάμεθα νὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς περὶ τῆς κρίσεως τῶν Δι-
1722καστηρίων ἐπὶ τοιούτου θέματος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ
1723νόμος οὗτος δὲν ἡρμηνεύθη ἀκριβῶς καὶ καλῶς παρὰ τοῦ κ.
1724Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς
1725τὴν ψήφισιν τοῦ τοιούτου νόμου ἔδωκεν ἀφορμὴν ἡ κατά-
1726χρησις ὑπαλλήλων τινῶν, κατορθούντων ν’ ἀποφεύγωσι τὴν
1727κοινοποίησιν τῶν μεταβολῶν, τῶν γενομένων εἰς αὐτούς.
1728Ἀλλ’ ἂν ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν νόμων ὀφείλῃ νὰ καταφεύγῃ, ἐν
1729ἀσαφείᾳ τούτων, πρὸς ὀρθὴν ἑρμηνείαν, καὶ εἰς τὰς αἰτίας,
1730αἵτινες ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς ψήφισιν αὐτοῦ, δὲν εἶναι ὅμως
1731τόσον ἀσφαλὴς, ὅσον τινὲς τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων
1732ἐνόμισαν, ἡ ἑρμηνεία ἐκ μόνης τῆς αἰτίας. Ἐπὶ τοῦ προ-
1733κειμένου νομίζω, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου φέρει εἰς ἑρμη-
1734νείαν κατὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1735Ἐξωτερικῶν ἔδωκε.
1736Τίς ἦτο, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νό-
1737μου; νὰ περιστείλῃ τὰς καταχρήσεις, τὰς προερχομένας ἐκ
1738τῆς παραλείψεως τῆς κοινοποιήσεως τῶν Διαταγμάτων τῶν
1739ἀφορώντων τὰς προσωπικὰς ταύτας μεταβολάς...
1740§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῶν
1741ὑπαλλήλων, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν.
1742§113ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἀρνήσεως αὐτῶν, ἔστω... Ὁ
1743σκοπὸς λοιπὸν τοῦ νόμου εἶναι νὰ προλάβῃ τὰς καταχρήσεις
1744τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῶν ὑπαλλήλων ὅτι
1745ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀπολύσεως ἢ μεταθέσεώς των. Διὰ τίνος
1746τρόπου ἠθέλησε νὰ προλάβῃ αὐτάς; Διὰ τῆς διατάξεως, ὅτι,
1747καὶ ἂν τὸ Διάταγμα δὲν κοινοποιηθῇ, τεκμαίρεται κοινο-
1748ποιηθὲν καὶ ἐκτελεσθὲν μετὰ πάροδον εἴκοσιν ἡμερῶν· ἀνε-
1749πλήρωσε δηλαδὴ ὁ νόμος οὗτος τὴν παράλειψιν τῆς κοι-
1750νοποιήσεως διὰ τῆς παρόδου ὡρισμένου χρόνου. Τοῦτο εἶναι
1751ἀναμφισβήτητον. Ἀλλ’ ἂν διὰ τῆς παρόδου ὡρισμένου χρό-
1752νου τεκμαίρεται γενομένη ἡ ἐκτέλεσις Διατάγματος ἀπολύ-
1753σεως ἢ μεταθέσεως ὑπαλλήλου τινὸς ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα
1754αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ μισθοῦ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς τὸ αὐτὸ
1755Διάταγμα θεωρεῖται μὴ ἐκτελεσθὲν διὰ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ
1756διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν δημοσίων ἔργων αὐτοῦ. Νομίζω
1757λοιπὸν, ὅτι, καὶ ἂν ἄλλο ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης τὸ πνεῦμα
1758τοῦ νόμου, δὲν διετυπώθη ἀκριβῶς τοῦτο, καὶ, ὡς ἔχει τὸ
1759γράμμα τοῦ νόμου, δὲν δύναται ὁ ἀπολυόμενος ἢ μετατιθέ-
1760μενος ὑπάλληλος νὰ ἐξακολουθῇ ὑπηρετῶν ἐν τῇ θέσει του
1761μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερ-
1762νήσεως δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, καὶ ἂν δὲν τῷ ἐκοι-
1763νοποιήθη.
1764Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καλὸν εἶναι, δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀμφι-
1765σβητήσεις, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῆς ἀσαφείας τοῦ νό-
1766μου, νὰ ὑποβληθῇ ἑρμηνευτικὸν τούτου νομοσχέδιον, πρὸς
1767πρόληψιν τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προέλθωσι.
1768§114Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐπιδοκιμάζω ἐντελῶς τὴν γνώμην
1769τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακεδαίμονος περὶ τῆς ἀνάγκης
1770ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, ἀποκλίνω ὑπὲρ
1771τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1772Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1773Ζακύνθου κλπ. Ἀποκλίνω δὲ ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης, στη-
1774ριζόμενος εἰς τὴν rationem legis, ἥτις βεβαίως εἶναι
1775ὁ σπουδαιότατος σύμβουλος τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, ὁσά-
1776κις ἦναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἑρμηνεία διφορουμένη. Ἀλλ’
1777ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ φραστικὸν τοῦ νό-
1778μου εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐγερθῇ ἰσχυροτάτη ἀμφισβήτη-
1779σις περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου, καὶ νὰ δώσῃ ἀφορ-
1780μὴν εἰς σπουδαιότατα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου ἐν-
1781νοίας. Ἡ σήμερον γενομένη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζήτησις,
1782ἡ διαβεβαίωσις αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,
1783ὅτι ὁ ἐνταῦθα Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἔχει τὴν ἀντίθετον
1784γνώμην ἀκριβῶς, ἥτις ἐκλόνισε τὴν γνώμην αὐτοῦ τούτου
1785τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐμφαίνουσι καταδήλως, ὅτι ὑπάρχει πο-
1786λὺς φόβος, μήπως προκύψωσιν ἐν τῷ μέλλοντι ἄτοπα, μετὰ
1787τὴν συζήτησιν μάλιστα τὴν γενομένην σήμερον, διότι αὕτη
1788βεβαίως δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἓν προηγούμενον ὑπὲρ ταύτης
1789ἢ ἐκείνης τῆς γνώμης, κατὰ τὸ συμφέρον ἐκείνων, οἵτινες
1790θέλουσι νὰ στηριχθῶσιν εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην γνώμην.
1791Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ ὑποβληθῇ ἓν ἑρμη-
1792νευτικὸν νομοσχέδιον, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ἀρθῶσι τὰ ἄτοπα,
1793τὰ λίαν πιθανῶς προκύψοντα.
1794§115Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τῆς λη-
1795ξάσης Συνόδου εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
1796Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ Γραμματεὺς
1797τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Πολιτικοῦ Πρακτορείου κ. Σκάσης εἶχε
1798διαγωνισθῆ, ὅπως καταλάβῃ θέσιν τινὰ ἐν τῇ Δημαρχίᾳ Ἀλε-
1799ξανδρείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔφερε τὰς
1800πληροφορίας, τὰς τότε αἰτηθείσας. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ
1801ὑπομνήσω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην, καὶ νὰ τὸν παρα-
1802καλέσω νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας.
1803Φέρω δὲ εἰς γνῶσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ καὶ μήνυσίν
1804τινα, ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸν ἐνταῦθα Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφε-
1805τῶν κατὰ τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου ὑπὸ δύο Ἑλλήνων πο-
1806λιτῶν. Τὴν μήνυσιν ταύτην οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀπέστειλαν
1807καὶ πρὸς τὸν κύριον Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀντί-
1808γραφον δ’ αὐτῆς ἀπέστειλαν καὶ εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς
1809Βουλῆς, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ τὴν ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βου-
1810λήν. Μέχρι σήμερον ὅμως, καίτοι παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι
1811ἀφ’ ὅτου εἶχον ἀποστείλει αὐτὴν, καὶ ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ
1812τὴν ἔχῃ λάβει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀγνοῶ διατὶ, δὲν
1813ἀνεκοινώθη. Ἂν ἀνεκοινοῦτο, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον.
1814Ἤδη ὅμως εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον.
1815Οἱ παραπονούμενοι Ἕλληνες κατηγγέλθησαν, ἐσυκοφαν-
1816τήθησαν μᾶλλον, παρ’ ἑνὸς Λυκούργου Λέκα, συνεπείᾳ δὲ
1817τῆς καταγγελίας αὐτοῦ ἐρρίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ
1818ἐπὶ μῆνας μακροὺς ἔμειναν εἰς αὐτὰς, ὑπέστησαν δὲ τελείαν
1819οἰκονομικὴν καταστροφήν· αἱ δὲ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας
1820κατηγγέλθησαν παρὰ τοῦ εἰρημένου Λέκα, ἀπεδείχθησαν
1821ὅλως ἀνυπόστατοι. Μετὰ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἀνυποστάτου
1822τῆς κατ’ αὐτῶν κατηγορίας ὑπέβαλον μήνυσιν ἐπὶ συκοφαν-
1823τίᾳ κατ’ αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ Γραμματεὺς τοῦ Πολιτικοῦ Πρα-
1824κτορείου κ. Σκάσης, ὅτε παρουσιάσθησαν διὰ νὰ ἐξετασθῶ-
1825σιν ἐπὶ τῇ μηνύσει αὐτῶν, τὰ πάντα μετῆλθεν, ἵνα τοὺς
1826ἀποπέμψῃ. Εἰς μάτην οἱ μάρτυρες μετέβησαν, ἵνα ἐξετα-
1827σθῶσιν· οὔτε αὐτοὺς ἐδέχθη. Οὕτως ὁ κύριος Σκάσης, παρα-
1828βιάζων τοὺς νόμους ἡμῶν τοὺς θεμελιώδεις, ἠθέλησε νὰ κα-
1829λύψῃ τὸν ἔνοχον μιᾶς στυγερᾶς συκοφαντίας, ἡ ὁποία ἐπή-
1830νεγκε τὸν ὄλεθρον τὸν οἰκονομικὸν δύο Ἑλλήνων πολιτῶν ἐν
1831Αἰγύπτῳ.
1832Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ
1833ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν,
1834ἂν ἐνήργησε καὶ τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ μηνύσει ταύτῃ· ἅμα δὲ
1835λάβῃ γνῶσιν τῆς μηνύσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1836Ἐξωτερικῶν, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ διοι-
1837κητικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει, καὶ νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀρθῇ τὸ
1838ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξεγείρει τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν
1839τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἑλλήνων κατὰ τοῦ εἰρημένου ὑπαλ-
1840λήλου.
1841Ἤδη ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπερωτήσεις τινὰς πρὸς τὸν κ.
1842Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
1843Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παρακαλῶ νὰ γνωρίσῃ
1844εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν κατηρτίσθη σχέδιον ἀνεγέρσεως μεγάρου
1845τῶν Δικαστηρίων ἐν Ἀθήναις, ἂν τὸ σχέδιον τοῦτο ὑπε-
1846βλήθη εἰς ἐπιτροπὴν, ἂν ἐνεκρίθη, ἢ οὔ, καὶ ποῖον τὸ σχέδιον
1847αὐτό· ἂν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κατηρτίσθη, καὶ παρὰ τίνος
1848κατηρτίσθη.
1849Δευτέραν ἔχω ἐπερώτησιν, τὴν ἑξῆς. Ἐν τῷ Κράτει ὑπάρ-
1850χουσιν 26 ἐξεταστικαὶ καὶ ποινικαὶ φυλακαί· βλέπω ὅμως
1851ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ διανεμηθέντι, ὅτι ὑπάρχουσι 55
1852ἐπιστάται φυλακῶν, ὅτι ὑπάρχουσι 10 βοηθοὶ ἐπὶ πλέον, 51
1853φύλακες καὶ 46 ὑπηρέται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
1854τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ φέρῃ σημείωσιν, συγκε-
1855κριμένως, πόσους ἐπιστάτας, φύλακας καὶ βοηθοὺς ἔχει ἑκά-
1856στη τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους.
1857Ἑτέραν ἐπερώτησιν, σχετιζομένην πρὸς ἐπερώτησιν γενο-
1858μένην κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἔχω τὴν ἑξῆς. Βλέπω
1859ὅτι τὸ κονδύλιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὸ
1860ἀναγράφον τὴν δαπάνην πρὸς διατροφὴν τῶν ὑποδίκων καὶ
1861καταδίκων τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἦτο 1,300,000 δραχ-
1862μαὶ, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 βλέπω 1,500,000·
1863ἑπομένως ἔχομεν αὔξησιν 200,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ ἔχω
1864τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ κακὴ ἐφαρμογὴ τῶν ἄρθρων 207 καὶ 208
1865τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἡ γενομένη ὑπὸ τῶν ἀνακριτικῶν
1866ἀρχῶν, εἶναι ἡ προκαλοῦσα τὴν μεγάλην ταύτην δαπάνην,
1867δαπάνην ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβῆ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
1868Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ ἀκριβῆ λογαριασμὸν, τί
1869κατ’ ἔτος δαπανᾷ τὸ Κράτος διὰ μόνους τοὺς ὑποδίκους,
1870οὐχὶ τοὺς καταδίκους.
1871Ὑποβάλλω καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
1872ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὸ ἔτος 1866 συνέστη ἐπιτροπὴ
1873πρὸς σύνταξιν ἀστικοῦ κώδικος, ἥτις εἰργάσθη καὶ συνέ-
1874ταξε σχέδιον ἀστικοῦ κώδικος, ὅπερ ὑπεβλήθη εἰς ἑτέραν
1875ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐπεξεργάσθη αὐτὸ κατὰ τὸ 1874· συνε-
1876τάχθη δὲ τότε ὁριστικὸν σχέδιον κώδικος. Ἐν τούτοις μετὰ
1877παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν ἤρξατο ἀναγραφόμενον ἐν τῷ
1878Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους κονδύλιον, ὁτὲ μὲν 15,000
1879δραχμῶν, ὁτὲ δὲ 20,000, ὁτὲ δὲ 50,000, καὶ ἐξακολου-
1880θεῖ τοῦτο ἐπὶ 20 ἤδη ἔτη, διὰ τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς σύντα-
1881ξιν ἀστικοῦ κώδικος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀποτέλεσμα τῆς δα-
1882πάνης ταύτης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
1883νης νὰ φέρῃ πίνακα τῶν ἀπὸ τοῦ 1866 μέχρι σήμερον δα-
1884πανηθέντων διὰ τὴν σύνταξιν σχεδίου ἀστικοῦ κώδικος, καὶ
1885πίνακα τῶν κατ’ ἔτος ἀποτελεσάντων τὰς ἐπιτροπὰς, καὶ
1886τὰ σχέδια ἀκόμη τῶν κατὰ καιροὺς συνταχθέντων ἀστικῶν
1887κωδίκων, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη νὰ
1888ἐξακολουθῇ ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως.
1889§116ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας
1890τῆς παρελθούσης Συνόδου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω
1891εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ ἀδείας διαθέσεως χρη-
1892μάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τῶν δήμων
1893Ναυπλιέων καὶ Μινώας τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας ὑπὲρ
1894ἄλλων δημοτικῶν ἀναγκῶν τῶν οἰκείων δήμων, μὴ ἐχόντων
1895ἀνάγκην δημοτικῶν ὁδῶν. Ἡ Βουλὴ τότε ὁμοφώνως ἀπε-
1896φάσισε νὰ ἀναγραφῇ ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν
1897διάταξιν. Δυστυχῶς, ἕνεκα τοῦ χρόνου, δὲν συνεζητήθη, ἐνῷ
1898τὰ μέλη τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν εἰρημένων δήμων
1899διὰ ψηφίσματος ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην, καὶ εἶπον, ὅτι
1900δὲν ἔχουν ἀνάγκην δημοτικῶν ὁδῶν, διότι ὅλον τὸ δίκτυον
1901εἶναι συμπεπληρωμένον, ἑπομένως τὰ χρήματα τὰ παρα-
1902κατατεθειμένα εἰς τὸ Ταμεῖον δέον νὰ χρησιμεύσωσι δι’ ἄλ-
1903λας ἀνάγκας· τοῦτο δὲ ἀπεδέχθη καὶ ἡ Διοικητικὴ ἀρχή.
1904Φρονῶ, ὅτι κατόπιν τούτων ὅλων ἀνάγκη εἶναι ν’ ἀναγραφῇ
1905ἡ πρότασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως συζητηθῇ.
1906Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν,
1907ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι θὰ πληρώσῃ μίαν ἀνεγνωρισμένην καὶ
1908ἐπιβαλλομένην ἀνάγκην.
1909Τὴν πρότασιν νόμου ταύτην ὑποβάλλω ἐκ νέου σήμερον,
1910ἵνα τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 37).
1911§117Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τοῦτο, διότι μοὶ
1912γράφουν ἐκ τοῦ δήμου Μινώας, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη
1913νὰ κατασκευασθῇ προκυμαία ἐκεῖ, μὴ δυναμένων ἄλλως τῶν
1914πλοίων νὰ πλησιάσουν εἰς τὴν ξηράν. Ἐκεῖ ὑπάρχει συν-
1915οικισμὸς Κρητῶν, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ συνηγορήσω.
1916§118ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ ὁ κ.
1917Ὑπουργὸς καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων,
1918ἵνα τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή.
1919§119ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προσθέτω καὶ τὴν ἐμὴν παράκλη-
1920σιν, ὅπως ἀναγραφῇ ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν
1921διάταξιν. Προσθέτω μάλιστα καὶ τὴν παρατήρησιν εἰς τὰ
1922λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν περὶ τοῦ δή-
1923μου Μινώας, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον μείζονος προσοχῆς
1924ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἂν τὸ ποσὸν δὲν ἀρκέσῃ
1925πρὸς κατασκευὴν προκυμαίας, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ
1926ἐπίκουρος, ἵνα κατασκευασθῇ τὸ ἔργον, καθότι ὁ λιμὴν ἐκεῖ-
1927νος εἶναι ἀπροσπέλαστος.
1928§120ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1929τακτικὴν Σύνοδον ἡ Βουλή, εἰσηγουμένου τοῦ τότε ἐπὶ τῶν
1930Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου,
1931ἐψήφισε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπένειμε σύνταξιν πρὸς τὰς
1932χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὸ ἱε-
1933ρὸν πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον· ὁρίζεται δὲ δι’ αὐτοῦ, ὅτι
1934αἱ συντάξεις τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόν-
1935των ἢ ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου ἀποθανόντων αὐξάνουσι κατά
1936τι, ἢ προσεγγίζουσι τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς συντάξεως αὐ-
1937τῶν. Ὁ νόμος, περὶ οὗ πρόκειται, συνεπλήρωσε τὰς διατά-
1938ξεις τοῦ νόμου ΣΕʹ τοῦ 1852· ῥητῶς δὲ καὶ ὡρισμένως ἐν
1939τῇ πρώτῃ παραγράφῳ ἀνεγράφη ἡ διάταξις, ὅτι ὑπάγονται
1940εἰς τὰς διατάξεις αὐτῆς καὶ αἱ χῆραι τῶν ἐν τῷ τελευταίῳ
1941πολέμῳ θανόντων, ἀποδιδομένης εἰς αὐτὸν ὀπισθενεργοῦ
1942δυνάμεως. Ἄρα ὥρισεν ὁ νόμος, ὅτι οὐ μόνον ἐν τῷ μέλλοντι
1943ἐφαρμοσθήσεται, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παρελθόντι. Ἐκ τῆς ἀπρο-
1944καταλήπτου τοῦ νόμου ἑρμηνείας πᾶς τις πείθεται, ὅτι ὁ
1945νόμος εἶναι συμπλήρωμα τοῦ ὑπάρχοντος, καὶ κατὰ τοῦτο
1946καινοτομεῖ, καθ’ ὅσον τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεως ὡς πρὸς
1947τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς χήρας τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου ἀνά-
1948γει εἰς τὸ παρελθόν. Ἐν τούτοις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
1949βερνήσεως ἀναγινώσκομεν πολλάκις δημοσιευόμενα Διατάγ-
1950ματα, ἀπονέμοντα συντάξεις εἰς χήρας καὶ ὀρφανὰ φονευθέν-
1951των ἐν τῷ πολέμῳ, αἵτινες δὲν ἀπονέμονται, ὡς ὁ ἀρχικὸς
1952νόμος ὁρίζει, ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου, ἀλλ’ ἀπονέ-
1953μονται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ τελευ-
1954ταίου νόμου· οὐδὲ κἂν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς αἰτήσεως, ἀλλ’
1955ἀπὸ τῆς 20 Νοεμβρίου 1899, ἥτις εἶναι ἡ δεκάτη ἡμέρα
1956μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
1957βερνήσεως, ἐνῷ εἶναι πολὺ φυσικόν, ἀφοῦ ἔχει ὁ νόμος
1958ἀναδρομικὴν δύναμιν, νὰ κανονισθῇ ἡ σύνταξις ἐπὶ τῇ βάσει
1959τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον συμπληροῖ. Ἡ αὔξησις αὕτη ἐγένετο
1960ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες θύματα παρέσχον ἑαυτοὺς εἰς τὸν βω-
1961μὸν τῆς πατρίδος, καὶ ἔπρεπε κατὰ μείζονα λόγον νὰ ἐφαρ-
1962μοσθῇ ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ
1963εἶχον τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ
1964καὶ τὴν γνώμην τοῦ τε εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου καὶ ἄλλων,
1965διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νά γεννηθῇ ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τὸ
1966ζήτημα, δηλ. αἱ δικαιούμεναι χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ νὰ ἐγεί-
1967ρωσιν ἀγωγάς. Διότι καὶ σήμερον ἀκόμη ἡ Βουλὴ ἠθέλησε
1968νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν τινὰ εἰς ἕτερον νόμον, ἥτις νὰ χρησι-
1969μεύσῃ ὡς ὁδηγὸς εἴς τε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ εἰς
1970τὴν δικαστικήν.
1971Ἐκτὸς τούτου, ἐν τῷ νόμῳ, περὶ οὗ πρόκειται, περιέ-
1972χεται καὶ ἑτέρα καινοτομία, τουτέστιν ἐκτὸς τῶν χηρῶν
1973καὶ τῶν ἀνηλίκων τέκνων τῶν παθόντων ἐν πολέμῳ
1974στρατιωτικῶν, δι’ ἃς ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα νὰ λά-
1975βωσι τὴν σύνταξιν, κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, ηὐξημέ-
1976νην, ὁ νόμος ἀπονέμει σύνταξιν καὶ εἰς τὴν μητέρα, ἐὰν
1977διατελῇ ἐν χηρείᾳ καὶ ἂν δὲν λαμβάνῃ σύνταξιν ἐκ τοῦ συ-
1978ζύγου, καθ’ ὃν χρόνον ὁ υἱὸς αὐτῆς ἤθελε φονευθῆ. Ἐνταῦθα
1979διαβλέπω ἔλλειψιν σπουδαίαν ἐν τῷ νόμῳ, ἥτις μοὶ ὑποδει-
1980κνύεται ἐξ ἑτέρου νόμου, τὴν αὐτὴν ἔχοντος δικαιολογικὴν
1981βάσιν μετὰ τοῦ παρόντος. Ἡ ἔλλειψις ἀναφέρεται εἰς τὸν
1982πατέρα τοῦ φονευθέντος, ἀναφέρεται δὲ ζωηρότερον, ὅταν
1983ἀναλογισθῶμεν, ὅτι ὁ πατὴρ δὲν ἔχει ἕτερον τέκνον καὶ ἔχει
1984ὑπερβῆ τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, τὰ δὲ λοιπὰ τέκνα
1985του ἀπετέλεσαν διὰ γάμου ἰδίαν οἰκογένειαν, καὶ ἀδυνα-
1986τοῦσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς πρὸς τὸν πατέρα ὑποχρεώσεις
1987αὐτῶν. Εἰς τὸν πατέρα ἀποδίδει σύνταξιν ἕτερος νόμος, ὁ
1988τοῦ 1877, περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας, καθ’ ὃν, μὴ
1989ὑπαρχόντων τέκνων, οὔτε συζύγου χήρας, μεταβαίνει εἰς
1990τοὺς γονεῖς τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐν-
1991νοήσω, διατὶ, προκειμένου περὶ ἐκείνου, ὅστις εὗρε τὸν θάνα-
1992τον καταδιώκων λῃστὰς, ὁ νόμος παρέχει σύνταξιν εἰς τὸν
1993πατέρα, προκειμένου δὲ περὶ ἐκείνου, ὅστις ὑπῆρξε πρόμα-
1994χος καὶ θῦμα ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἀκεραιότητος τῆς
1995πατρίδος, ἡ Πολιτεία δεικνύεται φειδωλή.
1996Αἱ σκέψεις αὗται μοὶ ἐπέβαλον νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ
1997ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου, περιέχον
1998μοναδικὸν ἄρθρον καὶ συμπληροῦν τὸ εἰρημένον κενόν.
1999§121ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα, διότι αὐξάνετε
2000τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους.
2001§122ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτείνω ν’ ἀναγραφῇ πίστω-
2002σις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ὅτε κρατεῖ ὁ περιορισμός· προ-
2003τείνω νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν δα-
2004πανῶν. Πρόκειται νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ δικαίωμα τῆς συν-
2005τάξεως εἰς τοὺς πατέρας τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ, καὶ
2006τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀναγραφὴν δαπάνης. Μοὶ ἐδόθη δὲ
2007ἀφορμὴ ἐκ τοῦ ὅτι εἶδον γέροντα, τοῦ ὁποίου τὸ μονογενὲς
2008τέκνον ἀπέθανεν ἐν τῷ πολέμῳ, γυμνητεύοντα, πεινῶντα
2009καὶ ἐπαιτοῦντα ἀνὰ τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν! Φρονῶ δὲ, ὅτι
2010ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν θὰ ἦναι σοβαρὰ,
2011διότι ἐπὶ δακτύλων μετροῦνται οἱ ἐκ τοῦ τελευταίου πολέ-
2012μου δικαιούμενοι εἰς σύνταξιν πατέρες τέκνων πεσόντων
2013κατ’ αὐτὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασίς
2014μου αὕτη.
2015§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
2016Παράρτημα, ἀριθ. 38).
2017§124Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε
2018Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγων ὡρῶν κατέθηκα φάκελον διὰ τὴν ὑπό-
2019θεσιν τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας. Ἐν τῇ ἰδιότητί μου, ὡς Ὑπουρ-
2020γὸς, δηλῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξέλθῃ ὁ φάκελος ἐκ τοῦ Γρα-
2021φείου τῆς Βουλῆς, καὶ κακῶς ἔπραξε τὸ Προεδρεῖον νὰ δώσῃ
2022τὰ ἔγγραφα εἰς Βουλευτὴν, ἵνα τὰ παραλάβῃ εἰς τὴν οἰκίαν
2023του. Ὅστις θέλει, δύναται νὰ τὰ μελετήσῃ ἐνταῦθα· καὶ
2024παρακαλῶ νὰ ζητηθῶσι τὰ ἔγγραφα.
2025§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, τὰ ἔγγραφα παρα-
2026δίδονται ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, ἐκτὸς ἐὰν ὁ
2027Ὑπουργὸς δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ τοῦτο. Τοιαύτην δή-
2028λωσιν δὲν ἐκάμετε, καὶ τὰ ἔγγραφα παρεδόθησαν ἐπὶ ἀπο-
2029δείξει. Ἤδη, ὅτε ἐκάμετε τὴν δήλωσιν, θὰ ζητηθῶσι τὰ
2030ἔγγραφα. Τὸ Προεδρεῖον ὅμως διατελεῖ ἐν τάξει.
2031§126ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἀπηύθυνα μομφὴν κατὰ τοῦ Προε-
2032δρείου. Ἔμαθον ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐξῆλθον τοῦ Γραφείου τῆς
2033Βουλῆς. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα,
2034καὶ νὰ παραμείνωσι ταῦτα εἰς τὸ Γραφεῖον, ὅπου δύναται
2035νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ὅστις τῶν κ. Βουλευτῶν θέλει.
2036§127ΕΠΑΜ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ πρότασις νόμου, κύριε
2037Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἐσχάτως ὁ ἐκ Τυρνάβου
2038συνάδελφος κ. Ροδόπουλος, περὶ δικαιοδοσίας τῶν Στρατοδι-
2039κείων καὶ Ναυτοδικείων, ἦτο ἀναγκαιοτάτη. Ἐὰν αἱ ἀρχαὶ,
2040αἵτινες ἐνέπνευσαν τὸν ἐκ Τυρνάβου συνάδελφον, ἐπεκράτη-
2041σαν ἢ τείνωσι νὰ ἐπικρατήσωσι παρὰ τοῖς ἄλλοις Κράτεσι,
2042κατὰ μείζονα λόγον δέον νὰ ἐπικρατήσωσι παρ’ ἡμῖν, παρ’
2043οἷς εἴδομεν πολλάκις, εἴτε ἕνεκα ὑπερβάλλοντος πνεύματος
2044συναδελφότητος, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, πολλὰ τὰ σκαν-
2045δαλώδη παρὰ τοῖς Στρατοδικείοις καὶ Ναυτοδικείοις. Εἶναι
2046δὲ ἡ πρότασις αὕτη καὶ ἐπίκαιρος, διότι ἐσχάτως παρέστη-
2047μεν μάρτυρες σκανδαλωδεστάτης ὑποθέσεως, διεξαχθείσης
2048ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου...
2049§128Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2050§129ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ... Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἀναγκαιό-
2051τατον νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον διὰ τὸν τρό-
2052πον, μὲ τὸν ὁποῖον διεξήχθη, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ,
2053πῶς διεξάγονται αἱ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν
2054Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐνέρ-
2055γειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Μεταβὰς εἰς Κρα-
2056βασαρᾶν μετὰ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, θὰ ἠδυνά-
2057μην νὰ ἐκθέσω ἀκριβῶς τὰ τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῆς Βου-
2058λῆς...
2059§130ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2060§131ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ, κύριε Βουλευτά.
2061§132ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ... Θὰ ἔβλεπε τότε ἡ Βουλὴ, τίνες
2062ἐγκληματικαὶ πράξεις, τίνες πράξεις ἀντιβαίνουσαι πρὸς τὸν
2063χαρακτῆρα τοῦ ἀξιωματικοῦ ἔλαβον χώραν, καὶ πῶς ἐξετέ-
2064θησαν αἱ πράξεις αὗται ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου. Ἐπειδὴ
2065ὅμως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη μετὰ τῶν
2066ἐγγράφων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτι-
2067κῶν νὰ διατάξῃ νὰ προσκομισθῇ ὡς οἷόν τε τάχιον ἐνώπιον
2068τῆς Βουλῆς ἡ δικογραφία τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὡς καὶ
2069πᾶν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον διημείφθη μεταξὺ τῆς Γενικῆς
2070Διευθύνσεως τῶν Τηλεγράφων, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
2071τικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν δὲ δὲν
2072ὑπάρχωσι τοιαῦτα ἔγγραφα, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον
2073κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ νὰ διαβιβασθῇ
2074πᾶν ἔγγραφον σχετικὸν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν.
2075§133Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι
2076Βουλευταὶ, θὰ καταθέσω βεβαίως, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα
2077ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ εἶμαι ἕτοιμος, ὅπως διὰ τὴν
2078προκειμένην ὑπόθεσιν πληροφορήσω ἀμέσως ἀπόψε τὴν Βου-
2079λήν. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλή;
2080§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
2081§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος.
2082§136ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἦναι καὶ τὰ ἔγγραφα.
2083§137ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι ἕτοιμος καὶ χωρὶς τὰ
2084ἔγγραφα. Ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως;
2085§138ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων.
2086§139ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, κ. Πρόεδρε.
2087§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα.
2088§141ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην.
2089Εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ
2090καταθέσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα. Κατὰ
2091τὸν Κανονισμὸν, ἕκαστος Ὑπουργὸς, καταθέτων τὰ ἔγγραφα,
2092ἔχει ἀνάγκη νὰ συνοδεύσῃ αὐτὰ μὲ μίαν δήλωσιν, ἐν περι-
2093πτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξέλθωσι ταῦτα τοῦ Γρα-
2094φείου τῆς Βουλῆς...
2095§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλέχθησαν αὐτά.
2096§143ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ... Ἐγὼ, παραλαβὼν κατ’ οἶκον τὰ ὑπὸ
2097τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατατεθέντα ἔγγραφα, δὲν
2098ἐνόμιζον ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατόπιν τῆς ἐπὶ ἀπο-
2099δείξει παραλαβῆς ὑπ’ ἐμοῦ τῶν ἐγγράφων, θὰ ἔκαμνε τοι-
2100αύτην δήλωσιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσι
2101τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἐκ-
2102δήλωσις κακῆς πίστεως καὶ δυσπιστίας ἐκ μέρους τοῦ κ.
2103Ὑπουργοῦ, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη δυσπι-
2104στία ἐκ μέρους Ὑπουργοῦ πρὸς Βουλευτὴν, διότι πολλάκις
2105ἐλάβομεν τοιαῦτα ἔγγραφα κατ’ οἶκον, καὶ τὰ ἐπεστρέ-
2106ψαμεν.
2107§144Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύ-
2108ριε Βουλευτὰ, μὲ συγχωρεῖτε. Μήτε κακὴ πίστις, μήτε
2109δυσπιστία, μήτε προσωπικὸν ζήτημα ὑπάρχει. Σᾶς τιμῶ
2110καὶ σᾶς ἀγαπῶ, ὡς συνάδελφον ἀγαπητόν. Ἐὰν φρονῶ, ὅτι
2111τὰ ἔγγραφα δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωσι τοῦ Βουλευτηρίου, εἶναι
2112ἡ γνώμη μου. Ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον, οὔτε ἐφανταζόμην, ὅτι τὰ
2113ἔγγραφα ἐξῆλθον τοῦ Γραφείου. Ὅτε ὅμως ἔμαθον ἀπὸ τὸ
2114Γραφεῖον ἐδῶ, ὅτι ἐσπεύσατε νὰ παραλάβητε τὰ ἔγγραφα
2115εἰς τὸν οἶκόν σας, ἔκαμα τὴν δήλωσιν, χωρὶς νὰ ἐννοῶ οὔτε
2116νὰ σᾶς μεμφθῶ, οὐδὲ προσωπικὸν ζήτημα νὰ κάμω. Ἔκαμα
2117τὴν δήλωσιν, καὶ ἐπιμένω, ὅτι, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ,
2118τοῦ Ὑπουργοῦ δηλοῦντος ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν πρέπει νὰ
2119ἐξέλθωσι τοῦ Βουλευτηρίου, τὰ ἔγγραφα δέον νὰ μείνωσιν
2120εἰς τὸ Βουλευτήριον. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, νὰ
2121σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ
2122Βουλευτήριον. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἔγ-
2123γραφα εἰς τὸν οἶκόν του, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς, δυνάμει τοῦ Κανο-
2124νισμοῦ, δηλοῖ, ὅτι ταῦτα δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωσι τοῦ Βου-
2125λευτηρίου.
2126§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία περὶ τού-
2127του, κύριε Ὑπουργέ· ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἡ παράδοσις τῶν
2128ἐγγράφων εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐγένετο πρὸ τῆς δηλώσεως
2129ὑμῶν. Μετὰ τὴν δήλωσιν τὰ ἔγγραφα θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς
2130τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
2131§146ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
2132§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα. Πρῶτον θὰ κατατε-
2133θῶσι τὰ ἔγγραφα· διότι ἄλλως προηγεῖται ὑμῶν ὁ κ. Γου-
2134ναράκης.
2135§148ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.
2136§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καί τινα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δέον
2137νὰ ἀσκῶνται ὅταν πρέπῃ.
2138§150Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς σᾶς δίδει τὸ
2139δικαίωμα νὰ κανονίσητε τὴν σειρὰν τῶν ζητούντων τὸν
2140λόγον.
2141§151ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐγὼ δὲ γνωρίζω, τί θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ.
2142Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν
2143Βουλὴν, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀδελφός μου ἴσως ἐσφάλαμεν
2144πολλάκις εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ἴσως σφάλωμεν καὶ εἰς τὸ
2145μέλλον· οὐδέποτε ὅμως ἐζητήσαμεν διὰ μέσων πλαγίων,
2146εἴτε ἄλλως, νὰ παραπλανήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην, ἢ ν’ ἀπο-
2147φύγωμεν ἐνδεχομένην δικαίαν τιμωρίαν, ἣν ἔχομεν καὶ τὸ
2148θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσωμεν, ὅταν ἐννοῶμεν ὅτι ἐσφάλομεν.
2149Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ
2150δηλώσῃ, ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἰδιότητι αὐτοῦ, ἐὰν ἀπὸ τῆς ἡμέ-
2151ρας, καθ’ ἣν συνέβη τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο, τῷ ἔκαμα καθό-
2152λου λόγον περὶ αὐτοῦ, ἢ ἂν μὲ εἶδε καθόλου.
2153§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶπέ τι περὶ ὑμῶν.
2154§153Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύ-
2155ριε Πρόεδρε, δηλῶ ὅτι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔλαβε χώραν τὸ ἐπει-
2156σόδιον ἐν Κραβασαρᾷ, τὸ ὁποῖον ἐμεγαλοποιήθη, κατὰ τὴν
2157συνήθειαν, καὶ παρεστάθη ὡς μέγα γεγονός, ἐνῷ ἐκ τῶν
2158ἀποτελεσμάτων ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο οἷον
2159παρεστάθη, δηλῶ, ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὡς Ὑπουργοῦ καὶ
2160ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι οὐδὲ εἶδον τὸν κ. Τυπάλ-
2161δον, οὐδὲ ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδὲ μοὶ ὡμίλησέ ποτε
2162περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀδελφοῦ του.
2163§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου
2164ἀντικειμένου.
2165§155Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι
2166κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ͵ΒΤΓʹ, τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ
21671895, οἱ διοριζόμενοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς
2168Παιδείας δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι διδακτικὰ βιβλία, ἢ δὲν
2169δύνανται νὰ ὑποβάλωσι τοιαῦτα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ
2170διαγωνισμοῦ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῆς
2171Παιδείας εἶχε διορισθῆ, καὶ ἴσως εἶναι διωρισμένος ἔτι, ὁ
2172κ. Παπαμάρκου Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκ-
2173παιδεύσεως. Ὁ κ. Παπαμάρκου, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, —
2174καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν
2175νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο, καταθέτων τὰ προσήκοντα ἔγγραφα, τὰ
2176ὁποῖα θὰ ἀναφέρω κατόπιν, — ὁ κ. Παπαμάρκου, λέγω, πολλὰ
2177βιβλία διδακτικὰ ἔχει συγγράψει, ἐν συνεργασίᾳ μάλιστα
2178μεθ’ ἑτέρου τμηματάρχου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ
2179κ. Γεωργαντᾶ. Γνωστόν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεω-
2180ρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων εἶναι ἀρκετὰ ἐπιβλητική,
2181οὕτως ὥστε καὶ παρὰ τοῖς διδασκάλοις καὶ παρὰ τῇ ἐπι-
2182τροπῇ, ἡ ὁποία ἐγκρίνει τὰ διδακτικὰ βιβλία, δύναται με-
2183γάλως νὰ ἐπιδράσῃ.
2184Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐκπαι-
2185δεύσεως Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς
2186πληροφορίας. Πότε διωρίσθη ὁ κ. Παπαμάρκου, κατὰ ποίαν
2187ἐποχὴν ἐπαύθη, καὶ ἂν εἶχε πρὸ τοῦ διορισμοῦ του διδα-
2188κτικὰ βιβλία, καὶ ἂν ὑπέβαλε κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπη-
2189ρεσίας του βιβλία διδακτικὰ πρὸς ἔγκρισιν.
2190Νομίζω ὅτι, ἐὰν πάντες οἱ πολῖται ὀφείλωσι νὰ σέβων-
2191ται τὸν νόμον, πρὸ πάντων οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ σέ-
2192βωνται αὐτόν. Θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, εὐθὺς ὡς
2193αἱ πληροφορίαι αὗται κατατεθῶσι.
2194§156ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακα-
2195λέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
2196Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας, ἐὰν αἱ
2197ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἐφ’ ὅσον καταρ-
2198τίζονται νομίμως, εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουρ-
2199γόν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι εἰδικώτατος περὶ τὰ
2200τοιαῦτα, νομίζω ὅτι τὴν ἀπάντησιν δύναται ἀμέσως νὰ
2201δώσῃ.
2202§157ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
2203καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νό-
2204μον, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβου-
2205λίων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς πρὸς τὴν δημοσίευσιν ἐν
2206τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν
2207εἶναι ὑποχρεωτική.
2208§158ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λοιπὸν ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι αἱ πράξεις
2209καὶ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων ἐξαρτῶνται ἐκ
2210τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ δημοσιεύωνται ἢ ὄχι;
2211§159ΣΤΑΗΣ. Δυστυχῶς.
2212§160ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ νὰ συζητή-
2213σωμεν ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλῶ
2214τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀποφά-
2215σεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Ἀρκαδίας, τὰς συντεταγ-
2216μένας κατὰ τὴν 10 Ἰουνίου, τὴν 10 Ὀκτωβρίου καὶ τὴν 3
2217Νοεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους. Διότι ἐξ αὐτῶν θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ
2218κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελῇ μέρος
2219αὐτῶν, οὐχὶ δὲ καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτάς.
2220Ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τότε θὰ συζητή-
2221σωμεν.
2222§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ δώσητε σημείωμα, κύριε Βουλευτά.
2223§162ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀμέσως.
2224§163Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λαμπέτι
2225τοῦ δήμου Λετρίνων μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀποστεί-
2226λωσιν ἀναφοράν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς
2227ὁποίας ἐξαιτοῦνται, ὅπως ὁ ἀπουσιάζων δυστυχῶς ἀξιότιμος
2228κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναστείλῃ μέτρα τινά,
2229τὰ ὁποῖα ἔλαβε πρὸς εἴσπραξιν οὐχὶ φόρων δημοσίων, ἀλλὰ
2230χρεῶν λησμονημένων καὶ ἰδιωτικῶν. Τὰ ἔκτροπα ταῦτα
2231ἐνόμιζον ὅτι συνέβαινον μόνον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν
2232ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Ἀλλὰ βλέπω δυστυχῶς
2233ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὅτι συμβαίνουσι καὶ ἐν τῇ ἐπαρ-
2234χίᾳ Ἠλείας, ἀνατρέχοντα μάλιστα καὶ εἰς ἀρχαιοτέραν
2235ἐποχὴν ἐκείνης, ἣν ἀφορῶσι τὰ ἔκτροπα, τὰ συμβαίνοντα ἐν
2236τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ.
2237Κατὰ τοὺς ἀρχαιοτέρους χρόνους ὑπῆρχε νόμος περὶ βε-
2238βαιώσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων. Ἡ βεβαίωσις ἐπὶ τοῦ φόρου
2239τῶν ζώων τότε ἐγίνετο καὶ δι’ ἐνοικιάσεως. Κατὰ τὸ 1878,
2240ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ἀνεδείχθη ἐνοικιαστὴς τοῦ
2241φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ὁ μακαρίτης Περικλῆς Κορομάντζος.
2242Ὁ Περικλῆς Κορομάντζος ἀπεβίωσε, καὶ ἔκτοτε τὰ πρω-
2243τόκολλα ἐκεῖνα κατέκειντο εἰς γωνίαν τινὰ τῆς Ἐφορίας
2244Ἠλείας, διὰ πολλοὺς ἴσως καὶ διαφόρους λόγους. Τῶν πρω-
2245τοκόλλων ἐκείνων οὐδεμίαν εἴδησιν εἶχον λάβει οἱ φορολο-
2246γούμενοι, τοὺς ὁποίους ἀφορῶσι ταῦτα, διότι τὰ πρωτόκολλα
2247ταῦτα ἦσαν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον πλαστά, καθόσον τότε μόνον
2248τὴν συνείδησίν του εἶχεν ὁδηγὸν ὁ ἐνοικιαστὴς διὰ τὴν ἔκδο-
2249σιν τῶν πρωτοκόλλων καὶ τὴν δι’ αὐτῶν βεβαίωσιν τοῦ
2250φόρου. Ἤδη ἡ χήρα Κορομάντζου ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
2251γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπέτυχε τὸν διορισμὸν εἰδικοῦ
2252εἰσπράκτορος. Ὁ εἰδικὸς αὐτὸς εἰσπράκτωρ, συνοδευόμενος
2253ὑπὸ χωροφυλάκων, σύρει εἰς τὰς φυλακὰς πάντα, ἐπ’ ὀνό-
2254ματι τοῦ ὁποίου εἶχε συνταχθῆ πρωτόκολλον· φυλακίζει
2255τοὺς φορολογουμένους αὐτούς, καὶ τοὺς ἐξαναγκάζει νὰ πλη-
2256ρώνωσι φόρον μὴ ὀφειλόμενον. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι οἱ φόροι αὗ-
2257τοι δὲν εἶναι ὀφειλόμενοι, διότι τοιαῦτα ἄτοπα συμβαίνουσι
2258καὶ ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ. Κατὰ τὸ 1887, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦ-
2259μαι, οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἢ συνεβιβάσθησαν
2260πρὸς ὅλους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀφορῶσι τὰ πρωτόκολλα,
2261ἢ εἶχον ἐκδώσει πλαστὰ πρωτόκολλα, καὶ ἐπὶ τούτων ἀπε-
2262φάνθη ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη Τριπόλεως, παύσασα πρὸς και-
2263ρὸν τὴν περαιτέρω καταδίωξιν, διότι καὶ αἱ ποιναί εἰσι
2264μεγάλαι καὶ αἱ ὑποθέσεις παμπληθεῖς. Ἀλλὰ μετὰ τὸν θά-
2265νατον τῶν ἐνοικιαστῶν, μετὰ τὸν θάνατον καὶ πολλῶν φο-
2266ρολογουμένων, μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν ἐξοφλητικῶν ἀπο-
2267δείξεων, ἤδη χωροφύλακες καὶ εἰδικοὶ εἰσπράκτορες περι-
2268τρέχουσι τὰ διάφορα χωρία τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπως καὶ ἐν
2269τῷ δήμῳ Λετρίνων τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, καὶ σύρουσιν
2270ἀπὸ τοῦ ὠτὸς εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ
2271παραλλήλως πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων εἰσ-
2272πράττουσι καὶ φόρους, ἡ εἴσπραξις τῶν ὁποίων ἀμφισβη-
2273τεῖται. Ἐὰν δὲν ἀποκρούωνται τελείως, ἐὰν δὲν ἦναι πλα-
2274στὰ ὅλα τὰ πρωτόκολλα, βεβαίως ἀμφισβητοῦνται· καὶ ὅτι
2275ἀμφισβητοῦνται, ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἀπὸ τοῦ ὅτι 1878 μέχρι
2276σήμερον, ἐπὶ 22 ἔτη, οἱ φόροι αὐτοὶ δὲν εἰσεπράχθησαν.
2277Ἐν ἀπουσίᾳ λοιπὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
2278κῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουρ-
2279γὸν, ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα, διότι τὸ πρᾶγμα ἐπείγει.
2280Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὴν ἀναφορὰν
2281τῶν κατοίκων Λαμπέτι, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ σταλῇ ἀμέ-
2282σως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὴν ἀναφορὰν
2283ταύτην, πρὶν ἢ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βου-
2284λὴν, ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου βουλευτὴν ἐξ
2285Ἠλείας κ. Χρῆστον Στεφανόπουλον.
2286§164ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἀναφορᾶς ταύτης μόλις
2287τώρα ἐλάβομεν γνῶσιν καὶ ἡμεῖς. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ.
2288Πρωθυπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, διότι φρονῶ, ὅτι τὰ
2289δι’ αὐτῆς καταγγελλόμενα δὲν ἔχονται ἀκριβείας, ἀφοῦ δὲν
2290ἀπηυθύνθησαν πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐξ Ἠλείας
2291τὰ παράπονα.
2292§165ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εὔχομαι τοῦτο· ἀλλὰ 50 χω-
2293ρικοὶ ἔχουσιν ὑπογράψει εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Πι-
2294στεύω δὲ, ὅτι ἔχουσιν ὑπόστασιν τὰ παράπονα ταῦτα, διότι
2295τοιαῦτα γίνονται καὶ ἐν τῷ δήμῳ Φαλάνθου τῆς ἐπαρχίας
2296Μαντινείας.
2297Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω
2298τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσω-
2299τερικῶν (ἀναγινώσκει):
2300«Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ
2301πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους
23021898 ἐγένετο ἐξέλεγξις ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Τρικκάλων τῆς
2303διαχειρίσεως τοῦ πρώην εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Φύλλων
2304τῆς ἐπαρχίας τότε Καρδίτσης Εὐαγγέλου Ἀνδρεάδου, καὶ ἂν
2305ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος εὑρέθη ἐλλειματίας δραχμῶν 9,777.
2306Κατηγγέλθη ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος, καὶ ἐνεργεῖται κατ’ αὐ-
2307τοῦ ἀνάκρισις, ἢ ὄχι;»
2308§166ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν
2309Βουλὴν, ὅτι τὸ γεγονὸς, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μπα-
2310κόπουλος, εἶναι ἀληθές· ὅτι ἡ καταδίωξις καὶ εἰς Λαμπέτι
2311καὶ εἰς ἅπασαν τὴν Ἠλείαν ἐνεργεῖται ἀπηνὴς, ἀπηνεστάτη,
2312ὡς καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν παρέστησα εἰς τὴν
2313Βουλήν. Συλλαμβάνονται πολῖται πένητες κατὰ δεκάδας,
2314καὶ ῥίπτονται εἰς τὰς φυλακάς· γέροντες ἐπίσης ἀπὸ 15
2315ὡρῶν ἀποστάσεως ἄγονται εἰς Πύργον, προσωποκρατοῦνται
2316καὶ φυλακίζονται διὰ χρέη 10 καὶ 20 δραχμῶν. Νομίζω ὅτι
2317εἶναι ἐμπαιγμὸς αἱ ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
2318μικῶν, αἱ ἀποστελλόμεναι πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, περὶ
2319δῆθεν ἐπιεικοῦς εἰσπράξεως τῶν φόρων, διότι αἱ ἐγκύκλιοι
2320αὗται χρησιμεύουσιν ὡς ὅπλον εἰς τοὺς εἰσπράκτορας τοῦ
2321κόμματος, ἵνα ἀπηνέστερον καταδιώκωσι τοὺς πολίτας, τοὺς
2322μὴ φίλα αὐτῷ φρονοῦντας.
2323Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παύσῃ
2324πλέον τὴν καταδίωξιν, διότι εἶναι ἀπάνθρωπον, κατὰ τὴν
2325στιγμὴν αὐτὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τόσον πένεται ὁ λαὸς ἐκεῖ-
2326νος, νὰ καταδιώκηται. Μετὰ τοιαύτην οἰκτρὰν οἰκονομικὴν
2327κατάστασιν, πᾶσα εἴσπραξις ἐν Ἠλείᾳ εἶναι ἔγκλημα. Ἀρ-
2328κετὰ ἐπλήρωσεν ἡ Ἠλεία εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ηὐ-
2329πόρει. Διὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνη-
2330σιν νὰ μετέρχηται τοιούτου εἴδους καταδίωξιν.
2331Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ
2332διατάξῃ τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς Ἠλείας νὰ παύσωσι πᾶσαν
2333καταδίωξιν τῶν πολιτῶν.
2334Καὶ τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν θὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
2335γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
2336Ἀνέγνωσα, κύριε Πρόεδρε, εἰς χθεσινὴν ἐφημερίδα, ὅτι
2337ἐν ἑνὶ μόνῳ δήμῳ τῆς Ἠλείας ἐγένοντο μεταβολαὶ δέκα ἐν
2338διαστήματι χρονικῷ ὀλιγίστῳ...
2339§167ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖαι μεταβολαί;
2340§168ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μεταβολαὶ ἀστυνομικαί... Ἐγένοντο δὲ
2341αἱ μεταβολαὶ αὗται διὰ νὰ ἐξευρεθῇ τὸ κατάλληλον πρό-
2342σωπον, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα, οὐχὶ βεβαίως τῆς
2343Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοῦ κόμματος.
2344Ἐκ τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν
2345πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς:
2346«Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσω-
2347τερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως
2348τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν, εἰς ποίους δήμους
2349τῆς Ἠλείας ἐτοποθετήθησαν ἀξιωματικοὶ ὡς ἀστυνόμοι,
2350καὶ εἰς ποίους ὑπαξιωματικοὶ, καὶ πόσαι μεταβολαὶ ἐγέ-
2351νοντο εἰς ἕκαστον δῆμον ἔκτοτε μέχρι σήμερον.»
2352Ἐκ τῆς σημειώσεως ταύτης θὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ πολλὰ, καὶ
2353θὰ φωτισθῇ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως.
2354§169Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
2355τῶν Οἰκονομικῶν, καταθέτω ἄνευ ἀναπτύξεως μίαν σημείω-
2356σιν, ὅπως προσαγάγῃ κατάλογον τῶν δικηγόρων παρὰ τοῖς
2357Δικαστηρίοις Ναυπλίου, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ἀνατεθῇ
2358αἱ ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου.
2359§170Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα,
2360δὲν θὰ ἐγείρω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον κατέθε-
2361σεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, συνεπείᾳ τῆς ἐπερω-
2362τήσεώς μου, οὐδὲ θὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ· θὰ
2363ἀπαντήσω ὅμως αὔριον, ἐλπίζω, καὶ εἰς ὅσα εἶπε πρὸ μι-
2364κροῦ καὶ εἰς ὅσα εἶπεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
2365§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2366ταξιν.
2367Ὁ κ. Καρτάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας δια-
2368τάξεως.
2369§172Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ὑπέβαλον πρότασιν
2370νόμου περὶ προσαρτήσεως τοῦ δήμου Ἀμαλιαπόλεως εἰς
2371τὴν ἐπαρχίαν Βόλου. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ προταχθῇ ἡ πρότα-
2372σις αὕτη κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν
2373θὰ προταθῇ ἀντίρρησίς τις κατ’ αὐτῆς.
2374§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2375κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ
2376δραχ. 426,674.
2377§174ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν
2378θὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου;
2379§175Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
2380Ἐπὶ τῆς χορηγηθείσης πιστώσεως, περὶ ἧς πρόκειται, ὁ
2381ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε πληροφορίας, ἂν
2382δὲν ἀπατῶμαι, ἀπὸ πότε ἤρχισεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἦναι συν-
2383δρομητὴς εἰς τὴν Διεθνῆ Γεωδαιτικὴν Ἕνωσιν, καὶ ἐπὶ πό-
2384σον χρόνον θὰ ἐξακολουθῇ ἡ συνδρομὴ αὕτη. Ἡ Ἑλλὰς
2385εἰσῆλθε κατὰ τὸ 1889, διορισθέντος ἀντιπροσώπου αὐτῆς
2386εἰς τὴν Διεθνῆ Γεωδαιτικὴν Ἕνωσιν τοῦ κ. Καρούσου.
2387Κατόπιν, κατὰ τὸ 1892, ἀντικατεστάθη ὁ κ. Καροῦσος διὰ
2388τοῦ Αὐστριακοῦ Χὰρτλ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει καὶ τὴν
2389διεύθυνσιν τῶν γεωδαιτικῶν ἐργασιῶν ἐν Ἑλλάδι. Ἐξηκο-
2390λούθησε δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μέχρι τοῦ 1899, ὅτε ὁ
2391Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐζήτησε
2392τὴν παῦσιν καὶ τὴν μὴ συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν
2393Διεθνῆ Γεωδαιτικὴν Ἕνωσιν. Ἡ ἐν Βερολίνῳ Ἑλληνικὴ
2394Πρεσβεία, πρὸς ἣν ἀπηυθύνθη ὁ τέως Ὑπουργὸς περὶ τοῦ
2395ζητήματος τούτου, εἰδοποίησεν αὐτὸν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ
2396τὸ 1895 εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν δεκαετοῦς συνδρομῆς,
2397ἑπομένως ἦτο ὑπόχρεως ν’ ἀποδεχθῇ τὴν σύμβασιν. Συνε-
2398πῶς ἀνεκλήθη ἡ διαταγὴ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, καὶ ὁ Χὰρτλ
2399ἀνέλαβεν ἐκ νέου ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ
2400Διεθνὲς Συνέδριον τῆς Γεωδαιτικῆς Ἑνώσεως. Ἔκτοτε ἐξα-
2401κολουθεῖ παρισταμένη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ Διεθνὲς Συνέδριον
2402μεταξὺ εἴκοσιν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν αὐτό. Ἡ
2403καταλογισθεῖσα εἰς τὴν Ἑλλάδα δαπάνη ἀνέρχεται εἰς
2404ὀκτακόσια μάρκα ἐτησίως. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον ὁ
2405προκάτοχός μου Ὑπουργὸς, ἀναγνωρίζων τὴν ὑποχρέωσιν
2406τῆς Ἑλλάδος, ἐζήτησε τὴν πίστωσιν ταύτην, καὶ ἀνέγρα-
2407ψεν αὐτὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
2408§176ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἀπολαμβάνει ἡ Ἑλλὰς ἐκ τούτου;
2409§177ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ συμμετοχὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Γεω-
2410δαιτικὸν Συνέδριον εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη, ὡς εἶναι
2411λίαν δεδικαιολογημένη ἡ συμμετοχὴ αὐτῆς εἰς τὰ δημοσι-
2412εύματα τὰ τελωνειακὰ, ἅτινα γίνονται ἐν Βελγίῳ, καὶ ἡ
2413μικρὰ δαπάνη, ἥτις ἐκ τούτου ἐπέρχεται, βεβαίως δὲν εἶναι
2414ἀξία, ὥστε νὰ παραπονώμεθα, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ μεριμνῶσι
2415περὶ τῆς καταβολῆς αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐβεβαιώθη ἐκ τῆς ἀπαν-
2416τήσεως, ἣν ἔδωκεν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου ὁ κ. Ὑπουργός,
2417ὅτι πρόκειται περὶ δαπάνης τακτικῆς, ἐπαναλαμβανομένης
2418ἐτησίως, καὶ μέχρι τοῦ 1905, ὑποθέτω δέ, καὶ πέραν, διότι
2419δὲν πιστεύω ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συμμερίζηται τὴν γνώμην
2420τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ συνδρομὴ
2421αὕτη εἰς τὴν Γεωδαιτικὴν Ἕνωσιν. Ἐν πάσῃ ὅμως περι-
2422πτώσει, μέχρι τοῦ 1905 θέλει ἐπαναλαμβάνεσθαι ἐτησίως.
2423Εἶναι ἄρα ἄτοπον, ὅτι ἐδόθη ἔκτακτος πίστωσις, καὶ αὕτη
2424ἐναντίον τῆς αἰτήσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ τῆς
2425πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ ἐψήφισεν ἀνα-
2426πληρωματικὴν πίστωσιν. Τὸ Διάταγμα ἔχει ἔκτακτον πί-
2427στωσιν, ἀντὶ ἀναπληρωματικῆς, δὶς, καὶ τὸ 1899 καὶ τὸ
24281900. Τὸ ἀτοπώτερον ὅμως εἶναι, ὅτι, ἐνῷ πρόκειται περὶ
2429εἰδικῆς δαπάνης ἐτησίας, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900
2430δὲν περιελήφθη, ἀπ’ ἐναντίας δὲ ἀπεκόπη, καὶ ἡ ἀποκοπὴ
2431ὑπεβλήθη ἡμῖν ὡς οἰκονομία τοῦ ἔτους. Διὰ τοῦτο ἔλαβον
2432τὸν λόγον.
2433(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, καὶ ἄρθρον
2434μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
2435§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2436κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ
24371900 ἐκ δραχμῶν 806,015.12.
2438§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω, ὄχι διὰ
2439νὰ γνωμοδοτήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφι-
2440σθῇ ἡ πίστωσις, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀπευθύνω παρατηρήσεις τινὰς
2441πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, αἵτινες ἤθελον
2442χρησιμεύσει πρὸς φωτισμὸν τῆς Διοικήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι
2443ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργός. Ἄν θέλητε νὰ προβῆτε εἰς τὴν
2444πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν ἀντιλέγω· ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ
2445ἀπευθύνω τὰς παρατηρήσεις μου κατὰ μίαν τῶν ἑπομένων
2446ἀναγνώσεων.
2447(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ
2448ἄρθρον μόνον).
2449§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2450κυρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ
2451δραχμῶν 1674.
2452(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον
2453μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2454§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2455κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν.
2456§182Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
2457τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ μίαν πληροφορίαν· τί ποσὸν δα-
2458πανᾷ σήμερον τὸ Δημόσιον διὰ τὰς γυναικείας φυλακάς, τὰς
2459ὁποίας ἔχομεν, καὶ τί πρόκειται νὰ δαπανηθῇ διὰ τῆς ἐφαρ-
2460μογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μεταβαλλομένου εἰς νόμον.
2461§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν συ-
2462ζήτησιν.
2463(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου).
2464§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
2465§185Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μετα-
2466βολὴ τῶν ἄρθρων, διότι δὲν εἶναι τακτικῶς κατατεταγμένα.
2467Μετὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2, νομίζω ὅτι πρέπει
2468νὰ τεθῇ ὡς δεύτερον ἐδάφιον τὸ ἄρθρον 3, διότι λογικῶς οἱ
2469νόμοι εἰς τὰ ἄρθρα πρέπει νὰ περιλαμβάνωσιν ὅμοια πράγ-
2470ματα. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Ἐν ταῖς φυλακαῖς ταύταις ἀποτί-
2471νουσι τὴν ποινὴν αἱ καταδικασθεῖσαι γυναῖκες εἰς ἰσόβια
2472ἢ πρόσκαιρα δεσμὰ, εἱρκτὴν ἢ φυλάκισιν ἀνωτέραν τῶν τριῶν
2473μηνῶν». Μετὰ τοῦτο λογικὸν εἶναι νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον 3:
2474«Ἐν ταῖς αὐταῖς φυλακαῖς κρατοῦνται αἱ τῆς περιφερείας
2475τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν ὑπόδι-
2476κοι γυναῖκες». Τὸ δὲ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 2 νὰ γείνῃ τρί-
2477τον ἄρθρον.
2478Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἐδάφιον, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὡρί-
2479ζοντο αἱ ἡλικίαι. Τὸ ἐδάφιον ἀναφέρει, ὅτι ἡ στοιχειώδης
2480παίδευσις εἶναι ὑποχρεωτικὴ εἰς τὴν μικρὰν ἡλικίαν. Διατὶ
2481νὰ μείνῃ ἀόριστος ἡ ἡλικία; Νὰ ὁρισθῇ κάτω τοῦ δεκάτου
2482ἕκτου ἔτους. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ καταδίκων, δυ-
2483νάμεθα νὰ προβῶμεν μέχρι τοῦ δωδεκάτου ἔτους· νὰ ἦναι
2484ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκπαίδευσις μέχρι τοῦ δωδεκάτου, καὶ προ-
2485αιρετικὴ διὰ τὰς πέραν τοῦ δεκάτου ἕκτου ἔτους.
2486§186Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
2487Αὐτὸ ἀφίεται εἰς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα.
2488§187ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάλιν ν’ ἀφήσητε εἰς τὰ Βασιλικὰ
2489Διατάγματα! Ἐνῷ νομοθετοῦμεν, νὰ ἀφίνωμεν τὰ νομοθε-
2490τήματα εἰς τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα; Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι
2491ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠμπορεῖ ποτε νὰ
2492ἐξέλθῃ πλῆρες νομοσχέδιον!
2493§188Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Γεννᾶται ἐνταῦθα ζήτημα
2494καθορισμοῦ τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέ-
2495νον, διότι, ὡς γνωστὸν, αἱ κόραι τῶν δώδεκα ἐτῶν δὲν ὑπά-
2496γονται εἰς καταλογισμὸν, ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ φυλα-
2497κισθῶσι, διότι τὸ ἄωρον τῆς ἡλικίας αὐτῶν τὰς ἀπαλλάσ-
2498σει ἀπὸ πάσης ποινῆς. Λοιπὸν ἀπὸ τοῦ δωδεκάτου ἔτους
2499καὶ πέραν, νὰ τεθῇ.
2500§189ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου.
2501§190Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου.
2502§191ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοὺς ἄρρενας ἐγένετο ἡ διάκρισις
2503τῶν ἐφήβων καὶ τῶν πέραν τῆς ἐφηβότητος. Δὲν νομίζετε,
2504ὅτι τὸ ἴδιον πρέπει νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὰς φυλακὰς τῶν γυ-
2505ναικῶν; Δεύτερον, δὲν πρέπει νὰ γένηται διάκρισις καὶ λόγῳ
2506τῶν ἠθῶν; Εἰς τὰς γυναικείας φυλακὰς θὰ εἰσέρχωνται καὶ
2507γυναῖκες κακῶν ἠθῶν, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες ἠθικαὶ καὶ ἔντι-
2508μοι, αἱ ὁποῖαι ὑπέπεσαν τυχαίως εἰς πρᾶξιν ἐγκληματικήν.
2509Εἶναι πρέπον νὰ συμβιῶσιν αὗται μετὰ τῶν πρώτων; Ἐφι-
2510στῶ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ νο-
2511μίζω ὅτι θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον, ἂν εἰς τὰς φυλακὰς τῶν γυ-
2512ναικῶν, ὅπου θὰ ὑπάρχῃ ἀναγκαίως συμβίωσις τῶν κατα-
2513δίκων, συμβιῶσι καὶ γυναῖκες διαφόρων ἡλικιῶν καὶ ἠθῶν
2514καὶ προελεύσεων.
2515§192Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
2516Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τοῦ καταστήματος· θὰ κανονισθῇ
2517διὰ τοῦ κανονιστικοῦ Διατάγματος.
2518§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ νόμου ἡ διαίρεσις,
2519καὶ, κατὰ καθῆκον, δὲν πρέπει νὰ συμφύρωνται αἱ δι’ ἐγ-
2520κλήματα καταδικαζόμεναι μετὰ τῶν εἰς πλημμελήματα.
2521Ἐγὼ μάλιστα ἤθελον εἴπει, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νέου
2522νομοθετήματος, νὰ λεχθῇ, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἀπὸ τμήμα-
2523τος εἰς τμῆμα μετάθεσις καταδίκου, διότι ἡ τοιαύτη μετά-
2524θεσις ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην πληγὴν τῶν φυλακῶν, ὅτι κα-
2525κοῦργοι μετατίθενται εἰς φυλακὰς ἐπανορθωτικάς. Πάντως
2526πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις, ἀπαγορεύουσα τὴν μετάθεσιν ἀπὸ
2527τμήματος εἰς τμῆμα.
2528§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφι-
2529βολία, ὅτι ἡ διαίρεσις εἰς τμήματα τῶν φυλακῶν θὰ γείνῃ.
2530Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν πρέπει τοῦτο ν’ ἀποτελέσῃ ἄρθρον ἐν
2531τῷ νομοσχεδίῳ, ἢ νὰ τεθῇ ἐν τῷ Β. Διατάγματι. Ἐννοεῖται,
2532ὅτι, προκειμένου περὶ ἱδρύσεως φυλακῶν, ἐν ταῖς ὁποίαις
2533ὅλαι αἱ κατάδικοι γυναῖκες θὰ συμφύρωνται, βεβαίως πρέπει
2534νὰ γείνῃ ἡ διαίρεσις αὕτη· ἀλλὰ προτιμότερον εἶναι, ἐν τῷ
2535κανονιστικῷ Διατάγματι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ζη-
2536τήματα ταῦτα. Εὐκολώτερον ἴσως οὕτω θὰ ἐπιτύχωμεν τὸν
2537σκοπόν...
2538§195ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄς τεθῇ ἡ ἀρχή.
2539§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ νόμῳ
2540νὰ περιληφθῶσιν ὅλαι αὗται αἱ λεπτομέρειαι. Ἀκριβῶς πρό-
2541κειται νὰ ὀργανώσωμεν φυλακὰς ὑπὸ τύπον βεβαίως ἄλλον
2542ἢ τὸν ἐν ταῖς σημεριναῖς φυλακαῖς, καὶ ἂν ἐν ἀρχῇ διεπράτ-
2543τομεν τὸ σφάλμα νὰ γένηται ἄνευ διαιρέσεως εἰς τμήματα
2544ἡ εἰσαγωγὴ τῶν καταδίκων γυναικῶν, βεβαίως ἡ ὀργάνωσις
2545θὰ ἦτο πλημμελής.
2546§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
2547Δικαιοσύνης, ἂν ἡ οἰκοδομὴ τοῦ καταστήματος συμβιβάζε-
2548ται μὲ τὴν τοιαύτην διαίρεσιν;
2549§198Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βε-
2550βαίως. Τὸ κατάστημα περιέχει δωμάτια μεμονωμένα...
2551§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συγκοινωνοῦν;
2552§200ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ... Συγκροτεῖται δὲ ἀπὸ ἀκτῖνας δια-
2553φόρους. Ὥστε δυνάμεθα μίαν τῶν ἀκτίνων αὐτῶν νὰ παρα-
2554χωρήσωμεν διὰ μίαν τάξιν καταδίκων γυναικῶν.
2555§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ν’ ἀποκλείσητε ὅμως ἐντελῶς
2556τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἄλλων διὰ κιγκλίδων.
2557§202ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως.
2558§203ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος
2559αἱ φυλακαί;
2560§204ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι· τοῦ μικτοῦ.
2561§205ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκτὸς τῶν τριῶν διακρίσεων, δὲν πρέπει
2562οὔτε νὰ συνεργάζωνται αἱ εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν κατα-
2563δεδικασμέναι γυναῖκες μετὰ τῶν ἄλλων καταδίκων.
2564§206Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνω-
2565ρίζει, ὅτι ἐν Κεφαλληνίᾳ ὑπάρχουσιν εἰδικαὶ φυλακαὶ γυ-
2566ναικῶν, αἱ ὁποῖαι κατεσκευάσθησαν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, εἶναι
2567δὲ καλαί. Ὥστε θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ μεταφέρωνται ἐκεῖθεν
2568γυναῖκες καταδικασθεῖσαι εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν ἄνω
2569τῶν τριῶν μηνῶν, καὶ νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ νόμῳ,
2570ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις δύνανται νὰ μένωσιν αἱ ἐλα-
2571φρὰν ποινὴν ἀποτίουσαι γυναῖκες. Αἱ φυλακαὶ αὗται κατε-
2572σκευάσθησαν ὑπὸ τῆς ἐν Ἀργοστολίῳ ἐν Χριστῷ Ἀδελφό-
2573τητος τῶν Κυριῶν, αἵτινες, μὲ ζῆλον ἐργασθεῖσαι, οὐ μόνον
2574τὰς φυλακὰς ταύτας ἐπεράτωσαν καὶ παρέδωσαν εἰς χρῆσιν
2575πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ πολλὰς βελτιώσεις ἐνήργησαν
2576εἰς τὸ ἐκεῖ Σωφρονιστήριον τῶν ἀνδρῶν. Ἀφοῦ δὲ αἱ φυλα-
2577καὶ αὗται δύνανται νὰ περιλάβωσιν ἀρκετὰς καταδίκους,
2578τοὐλάχιστον ἐκείνας, ὅσαι εἶναι καταδεδικασμέναι εἰς ἐπα-
2579νορθωτικὴν ποινήν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
2580καιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο καὶ ἐπιφέρῃ τὴν δέου-
2581σαν τροποποίησιν ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, παραδεχό-
2582μενος αὔξησιν τοῦ ὁρισθέντος ὁρίου φυλακίσεως τῶν τριῶν
2583μηνῶν.
2584§207ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον συν-
2585άδελφον. Ὁ χρόνος τῆς καταδίκης τῶν γυναικῶν εἰς τρεῖς
2586μῆνας δέν μοι φαίνεται ἀρκετὸς, ἵνα μεταφέρωνται αἱ κατά-
2587δικοι, αἵτινες κάλλιστα διατελοῦσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκεί-
2588ναις, εἰς τὰς κεντρικὰς φυλακὰς Ἀθηνῶν. Τουλάχιστον νὰ
2589λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τροπολογίαν
2590ὡς πρὸς τὸν χρόνον, ὥστε μόνον μετὰ 1 ἔτος ἢ 2 νὰ ἐπιτρέ-
2591πηται ἡ μεταφορὰ αὐτῶν, διότι πολλάκις αἱ κατάδικοι αὗ-
2592ται ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μένωσιν ἐν τῷ τόπῳ των· εἶναι μη-
2593τέρες. Δι’ αὐτὸ παρακαλοῦμεν νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς
2594πρὸς τὸν χρόνον.
2595§208Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
2596Ἐγὼ κάμνω μίαν παρατήρησιν· ὅτι δὲν πρόκειται νὰ καταρ-
2597γηθῶσιν αἱ γυναικεῖαι φυλακαὶ, αἱ ὑπάρχουσαι εἰς τὰ μέρη,
2598ὅπου ἑδρεύουσι Πρωτοδικεῖα, διότι τῶν φυλακῶν ἐκείνων
2599ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὰς ὑποδίκους γυναῖκας καὶ διὰ τὰς
2600καταδικαζομένας εἰς ποινὴν κάτω τῶν τριῶν μηνῶν. Αἱ
2601φυλακαὶ αὗται θὰ διατηρηθῶσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ὥστε
2602θὰ μείνωσι καὶ αἱ ἐν Κεφαλληνίᾳ φυλακαί. Ἡ διάταξις
2603ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐφήβους. Ἔφηβοι καταδικαζόμενοι
2604εἰς ποινὴν ἄνω τῶν τριῶν μηνῶν μεταφέρονται εἰς τὸ Ἐφη-
2605βεῖον. Οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι θὰ καταδικασθῶσιν
2606εἰς ποινὴν πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, εἶναι ὀρθὸν νὰ μεταφέ-
2607ρωνται εἰς τὰς κεντρικὰς φυλακάς.
2608§209ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλοι οἱ λόγοι διὰ τὰς γυναῖκας, καὶ
2609ἄλλοι διὰ τοὺς ἄνδρας.
2610§210ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν ν’ αὐ-
2611ξήσω τὸν χρόνον. (Διάλογοι).
2612§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν νύκτα μὲν ὑπάρχει τὸ ἀπο-
2613μονωτικὸν σύστημα, ἑπομένως οὐδεὶς φόβος νὰ συγκοινωνῶσι
2614γυναῖκες, τῶν ὁποίων τὰ ἤθη εἶναι ἀμφίβολα, μετὰ τῶν ἄλ-
2615λων καταδίκων γυναικῶν· ἀλλὰ τὴν ἡμέραν ἡ ἐπικοινωνία
2616αὕτη εἶναι ἐπικίνδυνος, διότι πᾶσαι αἱ κατάδικοι συγκοινω-
2617νοῦσι πρὸς ἀλλήλας. Ὁ ἀποχωρισμὸς λοιπὸν τῶν γυναικῶν,
2618τῶν ὁποίων τὰ ἤθη εἶναι τοιαῦτα, πρέπει νὰ κατορθωθῇ νὰ
2619ἐφαρμόζηται τὴν ἡμέραν.
2620§212ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς φυλα-
2621καῖς γυναῖκες καταδεδικασμέναι εἰς θάνατον, καὶ ἄλλαι εἰς
2622ἰσόβια δεσμά. Ἐγὼ αὐτὸς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι συνετέλεσα εἰς τὸ
2623νὰ μὴ σταλῇ πρὸς ὑπογραφὴν Β. Διάταγμα, διατάσσον ἐκ-
2624τέλεσιν ποινῆς θανατικῆς κατὰ γυναικὸς, διότι ἐδολοφόνησε
2625τὸν ἄνδρα της, διατελῶν τότε προσωρινῶς Ὑπουργὸς τῆς
2626Δικαιοσύνης, καὶ φρονῶ, ὅτι ἔδει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ
2627μονίμου Ὑπουργοῦ. Παρετήρησα δὲ, ὅτι καὶ οἱ μετὰ ταῦτα
2628Ὑπουργοὶ, ἐκ συμπαθείας ἴσως πρὸς τὸ γυναικεῖον φύλον,
2629δὲν ὑπέγραψαν Διάταγμα ἐκτελέσεως, καὶ ἐπὶ τέλους διὰ
2630Β. Διατάγματος μετετράπη εἰς ἰσόβια δεσμὰ ἡ ποινὴ τῆς
2631καταδίκου. Ἀλλὰ τοιαύτη κατάδικος εἶναι διδάσκαλος καὶ
2632παράδειγμα ἐκ τῶν χειρίστων εἰς τὰς ἄλλας ἐκείνας, αἵτι-
2633νες διὰ μικρὰ πλημμελήματα εὑρίσκονται ἐκεῖ. Εἶναι λοι-
2634πὸν ἀπαραίτητον νὰ χωρισθῇ ἐντελῶς καὶ ἡ ἐργασία ἐν ταῖς
2635φυλακαῖς, ἵνα μὴ συμβιῶσιν οὐδὲ τὴν ἡμέραν αἱ διαφόρων
2636ἠθῶν κατάδικοι, καὶ ὄχι μόνον τὴν νύκτα.
2637§213ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀρθὸν αὐτὸ, ἀλλὰ θ’ ἀπαιτηθῇ πολὺ
2638περισσότερον προσωπικόν. Διότι βεβαίως δὲν ἐννοεῖτε φυλα-
2639κὴν γυναικείαν, ὅπου ἐργάζονται αἱ κατάδικοι, χωρὶς νὰ
2640ὑπάρχῃ φύλαξ, ὅστις νὰ ἐπιβλέπῃ· διότι περισσότερον ἴσως
2641ἢ ἐπὶ τῶν ἐφήβων εἶναι φόβος, ὅτι ἡ τῶν γυναικῶν συμβίωσις
2642δύναται νὰ ἐπηρεάζῃ τὰ ἤθη. Παντοῦ διὰ τοῦτο, ὅπου ὑπάρ-
2643χουν γυναικεῖαι φυλακαὶ, ἀναπόφευκτος ἡ φύλαξις. Ἐὰν
2644λοιπὸν γείνωσι διαμερίσματα διάφορα, εἴτε λόγῳ τῶν ἠθῶν,
2645εἴτε λόγῳ τῆς ἡλικίας, θὰ γείνῃ χρεία πολὺ περισσοτέρου
2646προσωπικοῦ, καὶ πρέπει νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουρ-
2647γὸς εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον κα-
2648τωτέρω ἀναφέρεται. (Διάλογοι).
2649§214ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ συνηθέστεραι
2650ποινικαὶ παραβάσεις, δι’ ἃς καταδικάζονται αἱ γυναῖκες,
2651εἶναι κλοπαί· εἰς αὐτὰς δὲ περιπίπτουσιν ἰδίως αἱ εἰς ξέ-
2652νην ὑπηρεσίαν διατελοῦσαι γυναῖκες. Ἄλλα ἐγκλήματα,
2653συνήθως διαπραττόμενα παρὰ τῶν γυναικῶν, εἶναι τὰ ἐκ
2654λόγων οἰκογενειακῶν προκαλούμενα, ὡς καὶ τὰ πρὸς σκο-
2655πὸν καλύψεως ἀτιμώσεως, ὡς ἡ βρεφοκτονία, ἡ ἄμβλωσις
2656καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ καὶ βαρύτερα. Ἡ παρατήρησις αὕτη
2657συνάγεται ἐκ τῶν ποινικῶν στατιστικῶν, καὶ ταύτην, πι-
2658στεύω, θὰ εὕρητε ἐπαληθευομένην ἐν πάσαις ταῖς γυναι-
2659κείαις φυλακαῖς. Τοὐλάχιστον εἰς 5 ἢ 6 φυλακὰς, τὰς
2660ὁποίας ἐπεσκέφθην ἐν Εὐρώπῃ, εὗρον τὴν παρατήρησιν ταύ-
2661την βεβαιουμένην.
2662Ἡ διαφορὰ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἀνατροφῆς ἐπιβάλλει τὴν
2663ἀνάγκην διακρίσεως ἐν ταῖς γυναικείαις φυλακαῖς. Διὰ τοῦτο
2664ἡ μὲν συνεργασία δύναται νὰ γίνεται τὴν ἡμέραν, ἀλλὰ νὰ
2665γίνεται, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσο-
2666λογγίου, ὑπὸ ἐπιτήρησιν γυναικὸς μεμορφωμένης, ἡ ὁποία
2667νὰ παρίσταται καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐργασίας, νὰ
2668ἐπιτηρῇ διὰ τὴν τάξιν, καὶ νὰ ὁδηγῇ τὰς καταδίκους· καὶ
2669ἡ ἐπιτηροῦσα δύναται νὰ ἦναι καὶ ἡ διδάσκουσα εἰς τὰς
2670καταδίκους διάφορα εἴδη ἐργασίας παραγωγικῆς. Ὅθεν ὁ
2671χωρισμὸς ἐν ἡμέρᾳ εἰς δύο τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι εἰς τρία,
2672εἶναι ἀπαραίτητος, ὡς καὶ ἡ παρουσία καθ’ ὅλον τὸ διά-
2673στημα τῆς συνεργασίας μιᾶς τοὐλάχιστον μεμορφωμένης φύ-
2674λακος ἐν ἑκάστῳ διαμερίσματι, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἦναι καὶ
2675ἡ διδάσκουσα ἐργασίαν, οἷον πλεκτικὴν ἢ ῥαπτικὴν, κεντη-
2676τικὴν ἢ οἱανδήποτε ἄλλην. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ νυκτερινὴ
2677ἐπιτήρησις. (Διακοπαί).
2678§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, καὶ ἀφήσατε τοὺς δια-
2679λόγους.
2680§216ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Φρονῶ διὰ τοῦτο ὀρθὸν, ν’ ἀναγνωρι-
2681σθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ ἀρχὴ τῆς διαιρέσεως τῶν φυλακισμένων
2682κατὰ τὴν συνεργασίαν καὶ τὰς ἄλλας ἐνασχολήσεις.
2683Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ λάβω πάλιν τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω
2684τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Ἡ ἐν Χριστῷ
2685Ἀδελφότης εἶναι Ἑταιρεία συνεστημένη διὰ Β. Διατάγματος
2686καὶ ἀνεγνωρισμένη; Διότι τίθεται ἐν τῷ νόμῳ ὡς ἀρχὴ ἀνε-
2687γνωρισμένη, καθ’ ἃ βλέπω. Δεύτερον, τί ἐννοεῖ τὸ τρίτον
2688ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4: «Ὑπὸ τὴν Ἐφορείαν ἐγκαθίσταται
2689καὶ ἡ Ἐπιτηρητικὴ Ἐπιτροπή»; Τί σημαίνει αὐτό; (Διά-
2690λογοι).
2691§217Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς
2692διαιρέσεως τῶν φυλακῶν εἶναι ἴσως τὸ σπουδαιότερον, τὸ
2693ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ· διότι βεβαίως σκοπὸς τῶν φυ-
2694λακῶν εἶναι ἡ ἠθικοποίησις τῶν φυλακισμένων γυναικῶν.
2695Νομίζω ὅτι ἡ διαίρεσις τῶν καταδίκων γυναικῶν πρέπει νὰ
2696γείνῃ κατὰ κατηγορίας· διότι συνήθως αἱ γυναῖκες, αἱ ὑπο-
2697πίπτουσαι εἰς τὰ ἐγκλήματα τὰ συνήθη, διὰ τὰ ὁποῖα δύ-
2698νανται νὰ καταδικασθῶσιν, εἶναι αἱ γυναῖκες αἱ μὴ διακρι-
2699νόμεναι ἐπὶ ἠθικῇ, αἱ φονεύουσαι, αἱ τραυματίζουσαι, αἱ
2700εὑρισκόμεναι εἰς διαπληκτισμούς, οἱ ὁποῖοι διαπληκτισμοὶ
2701καταλήγουσιν εἰς ἐγκλήματα. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ πολ-
2702λαὶ γυναῖκες ἠθικαί, αἱ ὁποῖαι ἐγκληματοῦσιν, ἀλλ’ ὅπως
2703δήποτε θέλετε ἴδει, ὅτι τὰ ἐγκλήματα τῶν γυναικῶν, ὡς ἐπὶ
2704τὸ πλεῖστον, διαπράττονται ἐν τοῖς καταστήμασιν ἐκείνοις,
2705ὅπου δὲν ἐπικρατεῖ ἠθική... (Διακοπαί).
2706§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ δια-
2707κοπὰς νὰ γείνῃ συζήτησις.
2708§219Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
2709τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραδεχθῇ τὴν βάσιν τῆς διαιρέσεως
2710ἐν τῷ νόμῳ κατὰ τρόπον καθιστῶντα ἀσφαλῆ τὴν διὰ τοῦ
2711Διατάγματος ἐκτέλεσιν ταύτης. Διότι, ἐὰν τὸ ἀφήσωμεν
2712ἐκτὸς τοῦ νόμου, εἶναι ἐνδεχόμενον, δυσκολίαι τῆς διαιρέ-
2713σεως τοῦ καταστήματος ἢ ἄλλαι δυσκολίαι νὰ καταστή-
2714σωσιν ἀνεκτέλεστον τοῦτο. Καὶ ἀπόδειξιν τούτου φέρω αὐ-
2715τὴν τὴν φράσιν, ἡ ὁποία ἐξέφυγε τῶν χειλέων τοῦ κυρίου
2716Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης: «ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν». «Ἐφ’
2717ὅσον εἶναι δυνατὸν», δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος
2718τούτου· πρέπει νὰ καταστῇ δυνατὸν, καὶ ἂν ἦναι ἀνάγκη νὰ
2719ἐπέλθῃ τροποποίησις εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διεύθυνσιν τοῦ
2720καταστήματος, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν,
2721ὅτι τὸ ὑψηλὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δωρεῖται εἰς τὸ Κρά-
2722τος τὸ κατάστημα τῶν φυλακῶν, ἐὰν πρόκειται, χάριν ἀκρι-
2723βοῦς ἐκτελέσεως τοῦ σκοποῦ τῶν φυλακῶν κατὰ τρόπον
2724ἐξασφαλίζοντα τὴν ἠθικοποίησιν τῶν καταδίκων γυναικῶν,
2725νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησίς τις, βεβαίως θέλει ἐπιδοκιμάσει αὐ-
2726τήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα θεμελιῶδες πρὸς ἐκτέ-
2727λεσιν τοῦ σκοποῦ τῶν φυλακῶν.
2728§220ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη, ὅτι αἱ κοι-
2729ναὶ γυναῖκες εἶναι αἱ ἐγκληματοῦσαι. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου,
2730τὰ συνήθη ἐγκλήματα τῶν χυδαίων γυναικῶν εἶναι αἱ κλο-
2731παὶ, ἰδίως τῶν ὑπηρετριῶν· κατόπιν ἔρχονται τὰ ἐγκλή-
2732ματα τὰ ἐκ κακῶς ἐννοουμένης στοργῆς πρὸς τὴν γυναικείαν
2733τιμὴν διαπραττόμενα, οἷον ἀμβλώσεις, βρεφοκτονίαι καὶ τὰ
2734τοιαῦτα· ἀραιότερα εἶναι τὰ ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων
2735ἐγκλήματα, συζυγοκτονίαι κλπ., διότι αἱ γυναῖκες σπανίως
2736ὑποπίπτουν εἰς ἐγκλήματα βίας, ὡς οἱ ἄνδρες, καὶ ἐν βρα-
2737σμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς ἐγκληματοῦσι συνήθως διὰ μόνης τῆς
2738γλώσσης.
2739Εἰπὼν ὅτι τὰ κυριώτερα παρὰ τῶν γυναικῶν διαπρατ-
2740τόμενα ἐγκλήματα εἶναι συνήθως τριῶν εἰδῶν, δὲν ἐνόουν
2741ὅτι εἶναι τὰ μόνα. Ἂν θέλῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἂς συμ-
2742βουλευθῇ ὀλίγους ὀργανισμοὺς φυλακῶν τῆς Αὐστρίας, τῆς
2743Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας, ἢ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐν Maria
2744Nostra τῆς Οὑγγαρίας γυναικείας φυλακῆς, τὴν ὁποίαν
2745διευθύνει εὐγενὴς Μαρκησία, ἢ τῶν Αὐστριακῶν φυλακῶν
2746Tarvis-Villadr, καὶ θὰ εὕρῃ πολλὰ ἄξια ἀπομιμήσεως.
2747Θὰ πεισθῇ δὲ, πιστεύω, ὅτι μία τις διαίρεσις εἶναι ἀπα-
2748ραίτητος· ἴσως δὲ πεισθῇ, ὅτι ἡ τελεία ἀπομόνωσις δι’ ὡ-
2749ρισμένου εἴδους γυναῖκας δὲν εἶναι χρήσιμος. Ἔν τινι φυ-
2750λακῇ δύο ἢ τρεῖς ἢ τέσσαρες γυναῖκες, διακριθεῖσαι ἐπὶ
2751καλῇ συμπεριφορᾷ, δύνανται νὰ συμβιῶσι, καὶ πρὸς τοῦτο
2752δύναται νὰ ὑπάρχῃ διὰ τοιαύτας καταδίκους διαμέρισμα.
2753Δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πολλάκις δια-
2754φθείρονται αἱ γυναῖκες, ἀλλὰ διαφθείρονται πλειότερον, ὅταν
2755κλεισθῶσιν ἐν φυλακαῖς μετὰ γυναικῶν διεφθαρμένων, καὶ
2756ὅτι ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν καταδίκων γυναικῶν αἱ πλεῖσται δὲν
2757εἶναι ἄτιμοι, καὶ προσήκει πᾶσα μέριμνα πρὸς πρόληψιν
2758διαφθορᾶς αὐτῶν.
2759§221Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
2760Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὴν διαί-
2761ρεσιν εἰς τὰς φυλακάς· ἀλλ’ ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς
2762διαιρέσεως τῶν καταδίκων, δὲν νομίζω ὅτι ἐκπληροῖ τὸν
2763ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Τί ζητεῖτε διὰ τῆς διαιρέσεως; Νὰ
2764χωρίσητε τὰς καταδίκους τὰς ἐξ ἐπαγγέλματος κακοήθεις
2765ἀπὸ τὰς ἄλλας, Ἐφοβήθητε μήπως αἱ γυναῖκες, αἱ ὑπο-
2766πεσοῦσαι εἰς ἓν μικρὸν ἔγκλημα, παραπλανηθῶσιν ὑπ’ ἐκεί-
2767νων; Αὐτὸ δὲν τὸ ἐπιτυγχάνετε διὰ τῆς διαιρέσεως, τὴν
2768ὁποίαν προτείνετε. Διότι ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε καταδίκους
2769γυναῖκας εἰς ποινὴν ἑνὸς μηνὸς ἢ δύο μηνῶν, καὶ μεταξὺ
2770αὐτῶν εἶναι πιθανώτατον καὶ φυσικώτατον νὰ ὑπάρχωσι
2771κατάδικοι, αἵτινες νὰ ὦσι καταδεδικασμέναι διὰ κακοήθη
2772πρᾶξιν· θὰ ἔχητε δὲ μίαν χρηστὴν γυναῖκα, ἡ ὁποία ὑπέ-
2773πεσεν εἰς ἔγκλημα, ἐγκεκλεισμένην μὲ μίαν ἄλλην κακοη-
2774θεστάτην. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ αὐτὸ εἰς
2775τὸν ἐσωτερικὸν κανονισμόν. Ἐὰν ἔχητε πεποίθησιν εἰς τὴν
2776διευθύνουσαν ἐπιτροπὴν, ν’ ἀφήσητε τοῦτο νὰ ὁρισθῇ ὑπὸ
2777ταύτης.
2778§222Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μᾶς παρουσιάζετε νομοσχέδιον, τὸ
2779ὁποῖον οὐδεμίαν ποιεῖται διάκρισιν, ἀλλ’ ἀφίνει ἡμᾶς νὰ
2780ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ χάσμα. Διὰ τοῦτο εἴπομεν,
2781ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ χωρισμὸς, τὸν ὁποῖον δύνασθε νὰ κά-
2782μητε καὶ διὰ τοῦ Διατάγματος.
2783§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, συμ-
2784φώνως πρὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις, προτείνει τὰς ἑπο-
2785μένας τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Ἐν τῷ τρίτῳ καὶ πέμ-
2786πτῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου 2 ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «τριῶν»
2787διὰ τῆς λέξεως «ἕξ»· νὰ τεθῇ δὲ ὡς δευτέρα παράγραφος
2788τοῦ ἄρθρου 2 τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἄρθρον δὲ 3 νὰ τεθῇ ἡ δευ-
2789τέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2.
2790Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
2791καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
2792Βουλὴ παρεδέχθη.
2793Ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται
2794δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2795Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
2796§224ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ παρατήρησις, ἣν πρὸ μικροῦ ὑπέβαλεν
2797ὁ ἔντιμος ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς, μοὶ φαίνεται ὀρθή. Ἐρ-
2798χόμεθα διὰ τοῦ νόμου καὶ δίδομεν νομοθετικὴν ὕπαρξιν εἰς
2799ἵδρυμα, ὅπερ παντελῶς ἀγνοοῦμεν, μὴ γινώσκοντες κἄν μηδὲ
2800πῶς συνεστήθη. Νομίζω ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς
2801ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρενέβαλεν ἐνταῦθα τὰ μέλη τῆς
2802ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, γυναῖκας δηλαδὴ, εἶναι δεδικαιο-
2803λογημένος, προκειμένου περὶ γυναικείων φυλακῶν· διότι,
2804προκειμένου περὶ γυναικείων φυλακῶν, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ
2805ἐποπτεία γυναικῶν εἶναι χρησιμωτάτη εἴς τε τὴν ἐν γένει
2806τάξιν καὶ εἰς τὴν κοσμιότητα, τὴν καθαριότητα καὶ τὴν
2807ὑγιεινήν. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ-
2808τον, μὴ παραβαίνοντες τὸν κανόνα, καθ’ ὃν τὸ Κράτος ὀφεί-
2809λει νὰ μὴ δίδῃ ἐξουσίαν εἰς ἱδρύματα ἰδιωτικὰ, μὴ ἔχοντα
2810κανονισμὸν, δεδομένον αὐτοῖς τῇ ἐγκρίσει αὐτοῦ τοῦ Κρά-
2811τους. Νομίζω ὅτι, ἐὰν τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι τίθενται
2812ἔφοροι πέντε γυναῖκες, διοριζόμεναι κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρ-
2813μοδίου Ὑπουργοῦ, φθάνομεν εἰς τὸν σκοπόν· διότι ἡ Κυβέρ-
2814νησις ἀφίεται ἐλευθέρα νὰ ἐκλέξῃ τὰ πρόσωπα ὁπόθεν δή-
2815ποτε θέλει, εἴτε ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότη-
2816τος, εἴτε ἄλλοθεν.
2817Ἐὰν ἡ πρότασίς μου κριθῇ ἀποδεκτὴ, πρέπει νὰ παρα-
2818λειφθῇ καὶ ἡ τελευταία περίοδος τῆς δευτέρας παραγράφου
2819περὶ τῆς ἐκλογῆς καὶ ἑνὸς ἀνδρὸς κατὰ πρότασιν τῆς ἐν
2820Χριστῷ Ἀδελφότητος.
2821§225ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤδη, ὅτε μανθάνω ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ
2822Ἀδελφότης εἶναι ὁ συνεταιρισμὸς τῶν Κυριῶν, ὅστις διατε-
2823λεῖ ὑπὸ τὴν ὑψηλὴν ἐποπτείαν τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης,
2824ἐννοῶ καὶ ἐγκρίνω τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ λαμβανομένην
2825πρόνοιαν περὶ αὐτῆς, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ
2826διδόμενα αὐτῇ, εὐλόγως δίδονται. Ἀφοῦ μάλιστα ἡ Α. Μ.
2827ἡ Βασίλισσα εἶναι ἡ δωρουμένη τὰ πρὸς ἵδρυσιν τῶν φυλα-
2828κῶν χρήματα, καὶ ἀφοῦ εἶναι τόσῳ καταφανές, ὅτι ἐν τῇ δρά-
2829σει αὐτῆς κατὰ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ἐφηβείου ἔφερεν ἀλη-
2830θῶς θαυμάσια ἀποτελέσματα, πεποιθότως πρέπει νὰ φρονῶ-
2831μεν, ὅτι, παρέχουσα τὴν εὐεργετικὴν αὐτῆς ὑψηλὴν προστα-
2832σίαν, δύναται καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ μείζονα ἐξουσίαν καὶ πλειό-
2833να δικαιώματα ἡ ἐποπτεύουσα Ἀδελφότης τῶν Κυριῶν.
2834§226ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ μείνῃ ἐν τῷ νόμῳ ἡ
2835διάταξις, ἡ ἐπιτρέπουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διὰ Β. Δια-
2836τάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς Ἐφορείας, νὰ διορίζῃ τὰ
2837γυναικεῖα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Ἂν ἐκλέξῃ αὐτὰ μεταξὺ
2838τῆς Ἀδελφότητος, θὰ πράξῃ ἴσως ἔργον ἀξιέπαινον. Ἀλλὰ
2839ὀρθὸν εἶναι νὰ μείνῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἐλευθερία νὰ ἐκ-
2840λέγῃ ὁπόθεν δήποτε κρίνει σκόπιμον.
2841§227ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἓν πρᾶγμα θὰ παρατηρήσω, ὅτι
2842πανταχοῦ σχεδὸν, ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἡνωμέναις Πολιτείαις,
2843ὅπου γυναικεῖαι φυλακαὶ λειτουργοῦσι καλῶς, εὐδοκιμοῦσιν,
2844ὡς διατελοῦσαι συνήθως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν Θρησκευ-
2845τικῶν ταγμάτων. Οὕτως ἐν Γαλλίᾳ αἱ φυλακαὶ τοῦ Saint
2846Lazare εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ «Τάγματος τῶν ἀδελ-
2847φῶν τοῦ Ἁγίου Ἰωσήφ»· τοσοῦτον δὲ λαμπρὰ ἀποτελέ-
2848σματα ἔφερεν, ὥστε ἀποτελεῖ μίαν τῶν λαμπροτέρων σελί-
2849δων τῆς Γαλλικῆς Ἱστορίας ἡ διαγωγὴ αὐτῶν κατὰ τὸν πό-
2850λεμον τοῦ 1870 καὶ κατὰ τὴν Commune. Δὲν εἶναι δυ-
2851νατὸν αἱ ἀποπλανηθεῖσαι καὶ περιπεσοῦσαι εἰς ἐγκλήματα
2852καὶ ἀποτίουσαι ποινὴν ἐν ταῖς φυλακαῖς γυναῖκες, δὲν εἶναι
2853δυνατὸν νὰ σωθῶσι παρ’ ἄλλων ἢ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
2854γινώσκουν διὰ τῆς θρησκείας ν’ ἀναρριπίσουν τὸ αἴσθημα τῆς
2855μετανοίας καὶ τῆς σωτηρίας, νὰ ἐνισχύσουν τὴν θέλησιν αὐ-
2856τῶν εἰς τοῦτο, καὶ νὰ ὑποβάλουν διὰ τὸ μέλλον εἰς τοὺς κα-
2857νόνας σώφρονος καὶ ἐντίμου ζωῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι παρ’ ἡμῖν
2858θέλει ἀποτύχει τὸ ἔργον, ἐὰν δὲν ἐξευρεθῇ τρόπος νὰ ἐμπι-
2859στευθῶμεν τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν φροντίδα τῆς σωτηρίας
2860αὐτῶν τῶν γυναικῶν εἰς πρόσωπα ἀφωσιωμένα, εἴτε ἐξ ἀνα-
2861τροφῆς, εἴτε ἐκ καθήκοντος, εἰς τοιαῦτα ἔργα.
2862Δυστυχῶς αἱ λαμπραὶ Ἀδελφαὶ τοῦ ἐλέους, αἵτινες εἶναι
2863τὰ πρότυπα καὶ αἱ ἡρωΐδες συχνότατα τῆς ἀφοσιώσεως
2864καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως ἀλλαχοῦ, παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχου-
2865σιν· ἐφ’ ὅσον ὅμως εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ προχείρου σήμερον
2866νὰ ἐξευρεθῶσιν ὅμοιαι, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐμπιστευθῶ-
2867μεν εἰς αὐτὰς, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος τρόπος διασώσεως αὐ-
2868τῶν. Φυλακαὶ γυναικῶν, ἐν αἷς δὲν γίνεται προσπάθεια ἐν-
2869δελεχὴς καὶ ἐπιτυχὴς πρὸς ἀνόρθωσιν ἠθικὴν αὐτῶν καὶ
2870ἐπαναφορὰν εἰς σώφρονα βίον, ἀποτυγχάνουσι τοῦ σκοποῦ των.
2871§228Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
2872Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης εἶναι ἀνεγνωρισμένη διὰ Β. Δια-
2873τάγματος· ἐν τῷ ὀργανισμῷ δὲ τοῦ Ἐφηβείου, καίτοι πρό-
2874κειται περὶ παίδων, δίδονται τὰ αὐτὰ δικαιώματα εἰς τὴν
2875ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα, ἅτινα δίδονται καὶ διὰ τοῦ πα-
2876ρόντος νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ
2877ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης παρέσχε καὶ παρέχει ἀνεκτιμήτους
2878ὑπηρεσίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ νοσοκομεῖα, τὴν καθαριό-
2879τητα τῶν φυλακῶν, τὴν διακόσμησιν αὐτῶν. Δὲν δύναμαι
2880νὰ ἐκφράσω ἐπαρκῶς διὰ λόγων, πόσον λυσιτελῶς ἐργάζε-
2881ται. Δὲν ἐννοῶ λοιπόν, διατὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν Ὑπουρ-
2882γὸν νὰ ἐκλέγῃ αὐτὸς τὰ πρόσωπα ταῦτα ὁπόθεν δήποθεν
2883θέλει, ἐνῷ ἔχομεν σωματεῖον, οὗτινος προεδρεύει ἡ Βασί-
2884λισσα καὶ συνεργάζεται σχεδὸν μετ’ αὐτοῦ.
2885Ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν τὰ θρησκευτικὰ ἐκεῖνα τάγματα,
2886περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου· ἔχομεν
2887ὅμως τὸ σωματεῖον αὐτὸ, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ καλλίτε-
2888ρον μέτρον, ὅπερ δυνάμεθα νὰ λάβωμεν, εἶναι νὰ ἀναθέσω-
2889μεν εἰς αὐτὸ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ
2890νομοσχεδίου.
2891§229ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2892§230ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μίαν ἐρώτησιν, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ.
2893Διατὶ ἀπηλείφθη ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὁ Νομάρχης;
2894§231ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διότι ἔχει πολλὰς ἐργασίας ἄλλας.
2895§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προτείνει, ὅπως αἱ ἐν τῷ
2896πέμπτῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου λέξεις «τούτου κωλυομένου» καὶ
2897τὸ ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ τῆς τελευταίας παραγράφου ἄρθρον
2898«ἡ» διαγραφῶσιν.
2899Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
2900καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
2901Βουλὴ παρεδέχθη.
2902Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
2903§233Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καθιεροῦται μία διάταξις διὰ
2904τοῦ ἄρθρου τούτου, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὰ συστήματα τὰ νεώ-
2905τερα τῶν φυλακῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει μὲν εἰσαχθῆ ἡ ἐργα-
2906σία, ἀλλὰ ζητεῖται τὸ ἥμισυ τοῦ ἐκ τῆς ἐργασίας εἰσοδή-
2907ματος, τὸ ἥμισυ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ φυλακισμένου νὰ ἀφεθῇ
2908ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν εἰσάγεται ἡ ἐργασία
2909εἰς τὰς φυλακὰς, εἶναι διπλοῦς· πρῶτον, ἵνα ἀπασχολῆται τὸ
2910πνεῦμα καὶ τὸ σῶμα τοῦ καταδίκου, καὶ δεύτερον, ἵνα ἐξ-
2911ερχόμενος τῶν φυλακῶν ὁ κατάδικος εὑρίσκῃ πόρον ζωῆς.
2912Διὰ τῆς ἀμοιβῆς δὲ σκοπεῖται νὰ ὑποκινηθῇ ἡ πρὸς ἐργασίαν
2913προθυμία. Ἀλλ’ ὅταν τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας ζητῆτε νὰ
2914περικόψητε, τότε καὶ ἡ ἐργασία δὲν εἶναι πλήρης καὶ ἡ
2915ἀμοιβή, ἣν θὰ λάβῃ, ἐξερχόμενος εἰς τὴν κοινωνίαν ὁ κατά-
2916δικος, δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκής. Ζητοῦντες δὲ ἀπὸ τὴν δυστυχῆ
2917αὐτὴν φυλακισμένην, ἥτις θὰ ἐργασθῇ καὶ ἥτις θὰ ἔχῃ ἴσως
2918ἀφήσει καὶ οἰκογένειαν εἰς τὴν οἰκίαν της, τὸ ἥμισυ τῆς ἐρ-
2919γασίας της, ἐπιβάλλετε τρόπον τινὰ μίαν νέαν ποινὴν εἰς τὴν
2920κατάδικον. Ἔρχεται δὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιβάλλει τὴν
2921ποινὴν ταύτην, τὴν δήμευσιν τῆς ἀμοιβῆς τῆς ἐργασίας της.
2922Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δήμευσις,
2923ἀλλ’ ἀπόδοσις τῶν τροφείων καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως πρὸς τὴν
2924Πολιτείαν. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία εἶναι ὑπόχρεως καὶ νὰ δια-
2925θρέψῃ τὴν φυλακισμένην, καὶ νὰ δώσῃ στέγην εἰς αὐτὴν, καὶ
2926νὰ τὴν ἐκπαιδεύσῃ.
2927Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῦ
2928στηρίζει τὴν διάταξιν ταύτην; Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν
2929ἡ κατάδικος ἔχῃ εἰσόδημα ἐκ τῆς ἐργασίας της μεγαλείτε-
2930ρον, θὰ ἐκτελῇ μετὰ μεγαλειτέρου ζήλου τὴν ἐργασίαν.
2931§234Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
2932Ἡ διάταξις, κ. Πρόεδρε, ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ
2933τοῦ Ἐφηβείου καὶ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1836 περὶ φυλακῶν,
2934κατὰ τοὺς ὁποίους ποσοστὸν ἐκ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐργα-
2935σίας τοῦ καταδίκου λαμβάνει τὸ Κράτος· εἶναι δὲ τοῦτο
2936ἀποζημίωσις διὰ τὴν τροφὴν, ἐνδυμασίαν, ὑπόδησιν κλπ.
2937τοῦ καταδίκου. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου
2938συναδέλφου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἔχωμεν φυλα-
2939κάς. Διότι, ἵνα ἔχωμεν φυλακὰς καλῶς ὠργανωμένας, ὑπὸ
2940τὸν τύπον τοῦ Ἐφηβείου ἢ τῶν γυναικείων φυλακῶν, πρέ-
2941πει τὸ ποσὸν, ὅπερ σήμερον δαπανῶμεν, τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμί-
2942σεως ἑκατομμυρίου ν’ ἀναβιβάσωμεν εἰς 3 ἑκατομμύρια.
2943Εἰς τὸ Ἐφηβεῖον ἔχομεν 200 καταδίκους, καὶ δαπανῶμεν
294475,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἐὰν αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν τῆς
2945δαπάνης ἐφαρμόσητε πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν 6,000 καταδί-
2946κων, οὓς ἔχετε εἰς τὸ Κράτος, τί θὰ ἔχωμεν; Σήμερον δα-
2947πανῶμεν τόσον ὀλίγα, διότι παρέχομεν 10 λεπτὰ τὴν ἡμέ-
2948ραν διὰ τροφὴν, ἐργασίαν καὶ ὑπόδησιν. Ἐὰν θελήσωμεν
2949νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ἐφηβείου καὶ τῶν γυ-
2950ναικείων φυλακῶν εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς, εἶναι ἀδύνατον
2951ν’ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος τὴν δαπάνην, ἐὰν δὲν ἔχῃ εἰσοδή-
2952ματα ἐκ τῆς ἐν αὐταῖς ἐργασίας, ὅπως γίνεται εἰς ὅλον τὸν
2953κόσμον.
2954§235ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, εἶναι τοκοφόρα
2955αὐτὰ τὰ χρήματα;
2956§236ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐφαρμόζεται ὁ νόμος, ὃν
2957ἐψηφίσατε πέρυσι· κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ
2958τόκῳ.
2959§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει,
2960παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
2961Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη
2962Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
2963§238ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι μετὰ τὴν
2964ἐν τῷ πέμπτῳ ἐδαφίῳ λέξιν «τεχνουργῶν» δέον νὰ προστεθῇ
2965ἡ λέξις «γυναικῶν».
2966§239Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
2967Πολὺ καλά· τὸ προσθέτομεν.
2968(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης.
2969Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα,
2970ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην συζήτησιν).
2971§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτρο-
2972ποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 39).
2973Ὁ κ. Δραγούμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομο-
2974σχεδίου τούτου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ
2975ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα,
2976ἀριθ. 40).
2977Συνεπείᾳ τῆς χθεσινῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ
2978τῆς Βουλῆς ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ἐνέ-
2979κρινε τὴν σχετικὴν πίστωσιν, καὶ ὑποβάλλει τὴν περὶ ταύ-
2980της ἔκθεσίν της.
2981§241Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ
2982γνωρίζωμεν ποῖαι τροποποιήσεις ἐπῆλθον εἰς τὸν Κανονισμὸν
2983μεταξὺ τῆς πιστώσεως, ἣν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ διὰ τὰς δα-
2984πάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία
2985ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
2986§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι αἱ αὐξήσεις αἱ γενόμεναι χθές.
2987§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις.
2988§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, διὰ νὰ μὴ
2989ἐπέλθῃ καθυστέρησις εἰς τὴν πληρωμήν.
2990(Ἀναγινώσκεται ἡ ἀνωτέρω ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστι-
2991κοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπῆς).
2992§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διὰ τῆς ἐκθέσεως
2993ταύτης αἰτουμένην πρόσθετον πίστωσιν δραχμῶν 7,020
2994παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
2995Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2996Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 15′ μ. μ.)