1900.11.22
3,220 rows · 25,175 words · 239 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
τῆς 22 Νοεμβρίου 1900.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινας παρατηρήσεις τοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω ν’ ἀπευθύνω παρατηρήσεις τινὰς, παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, καὶ εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, νὰ τὰς δώσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι οἱ προξενικοὶ πράκτορες δὲν ὑποβάλλουσι τακτικοὺς πίνακας· τοῦτο εἰπὼν, παρουσιάζεται ὡς μὴ διατελῶν ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διευθύνει. Ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι διέφυγον τῆς μνήμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὰ γιγνόμενα εἰς τὰ Πρακτορεῖα καὶ τὰ Προξενεῖα, τὰ ἔμμισθα καὶ ἄμισθα, καὶ δὲν ἐνθυμεῖται ἴσως ποῖα καθήκοντα ἀναγράφουσιν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὰ Προξενεῖα, τὸν παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσῃ πάλιν τὴν ἀπάντησίν του ταύτην, καὶ ἂν νομίζῃ, ὅτι εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ διέποντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχει καλῶς· ἂν τοὐναντίον νομίζῃ, ὅτι δὲν ἔχουσι καλῶς, τότε νὰ κάμῃ τὴν ἀπάντησίν του ὡς οἱ νόμοι κελεύουσιν. Εὑρίσκομαι δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τῷ ὑποδείξω, ὅτι ὁ πίναξ, ὃν ἔφερεν, εἶναι ἐσφαλμένος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει δημοσιεύσει· ἐν δεδομένῃ δὲ στιγμῇ θὰ τῷ ἀποδείξω, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ πράγματα, διότι κατέχω πολλὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν θέλω ἀποδείξει τοὺς ἰσχυρισμούς μου.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὁπλοφορίας», ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν: Ν. Λεβίδου, Σωτ. Κροκιδᾶ, Χαρ. Βοζίκη, Α. Σπηλιάδου, Ν. Δαούτη, Δ. Τσιτσάρα, Ι. Μπακοπούλου, Ι. Ναυπλιώτου, Α. Μπασιᾶ, Γ. Ἀνδρίτσου καὶ Ν. Τσόγκα. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἑνδεκαμελής· παρακαλῶ δὲ τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτὴν νὰ συνέλθωσι καὶ συνεργασθῶσιν.
§3Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι ἀπησχολημένος, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ ἀντικαταστήσητε διὰ τοῦ κ. Καπετανάκη.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Προστίθεται ὁ κ. Καπετανάκης. Ὁ κύριος Πετρίδης ὑποβάλλει ἀναφορὰν γεωργῶν, κατοίκων τῆς πόλεως Κορίνθου, οἵτινες ζητοῦσι τὸν διακανονισμὸν τῶν ὁρίων τῶν γεωργικῶν περιφερειῶν τῶν χωρίων Νέας Κορίνθου, Ἑξαμιλίων, Ξυλοκερίζης, Κεγχρεῶν καὶ Κυρᾶς Βρύσης, ἐκ τῆς συγχύσεως τῶν ὁποίων γεννῶνται διενέξεις, συγκρούσεις καὶ δίκαι. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§5Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω λόγον εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, καὶ ν’ ἀναπτύξω τὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διότι ἡ ἀνωμαλία περὶ τὰ ὅρια τῶν ἀγροτικῶν περιφερειῶν φέρει μεγάλας δυσκολίας εἰς τὴν δήλωσιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καθόσον αἱ κτηματικαὶ περιφέρειαι ἔχουσιν ὅρια ἀσαφῆ καὶ ἀόριστα.
§6ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ἡ ἀναφορὰ, ἣν ὑποβάλλουσιν οἱ κτηματίαι τῆς Κορίνθου, εἶναι μία τῶν περιπτώσεων μεγάλου ζητήματος, ἐπιδρῶντος σοβαρῶς καὶ ἐπὶ τὴν κτηματικὴν πίστιν καὶ ἐπὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τοῦ τόπου. Ζητοῦσι δηλαδὴ οἱ κτηματίαι τῶν διαφόρων χωρίων τῆς Κορίνθου τὸν κανονισμὸν τῶν ὁρίων τῶν χωρίων αὐτῶν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει μείζονα σοβαρότητα εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τῶν ὁρίων τῶν διαφόρων δήμων καὶ ἐπαρχιῶν. Νόμος ὁδηγῶν πρὸς κανονισμὸν τῶν ὁρίων τῶν χωρίων τοῦ αὐτοῦ δήμου δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ σχετικαὶ ὁδηγίαι· ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὰ ὅρια τῶν δήμων δὲν ἐφηρμόσθη ὁλοσχερῶς μέχρι τοῦδε. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει δῆμος ἐν τῷ Κράτει, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς ἔριδας περὶ ὁρίων πρὸς τοὺς γείτονας δήμους· ἐκ τῶν ἐρίδων δὲ τούτων ἔχομεν διατάραξιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου πάντες οἱ δῆμοι ἐρίζουσι καὶ πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τοὺς δήμους τῶν γειτονικῶν ἐπαρχιῶν. Ἐν τῷ δήμῳ Τανίας μία ἔρις περὶ ὁρίων πρὸς τὸν γείτονα δῆμον Κορυθίου ἐπέφερεν οὐ μόνον τὴν ἀναστάτωσιν τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐν διαστήματι 15 ἐτῶν τρεῖς ἀναιρέσεις καὶ ἄπειρα πλημμελήματα. Ὁ δῆμος Πάρνωνος εὑρίσκεται εἰς ἔριδας μὲ τὸν δῆμον Οἰνοῦντος, καὶ κατέλαβον οἱ γείτονες διαφόρους τόπους, ἵνα ὑπαγάγωσιν αὐτοὺς εἰς τὰ ὅρια τὰ ἰδικά των. Ἐξεδόθη διάταξις, ἀπαγορεύουσα τὴν βοσκὴν εἰς τοὺς γειτονικοὺς δήμους, καὶ τὸ Πλημμελειοδικεῖον Σπάρτης δὲν προφθάνει νὰ δικάζῃ τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τὰς δασονομικὰς ταύτας διατάξεις. Τέλος γνωρίζετε, ὅτι καὶ ἡ μεταβίβασις τῶν κτημάτων, τῶν εἰς τὰ ἀμφισβητούμενα μέρη, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος οὕτω πως, καὶ ἡ κτηματικὴ πίστις σοβαρῶς διασαλεύεται ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ῥιζικὴ πρόνοια περὶ τῶν ὁρίων τῶν διαφόρων δήμων καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, ἵνα ἐκλίπῃ σοβαρὸς λόγος διαταράξεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· διότι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ πίναξ τῶν ποινικῶν δικῶν, τῶν προερχομένων ἐκ τοιούτων ἐρίδων, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος ἀνήκει εἰς αὐτάς. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὸ θέμα καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι νομίσῃ ἀναγκαῖον, ἵνα ἐκλείψωσι τὰ ἄτοπα ταῦτα.
§7Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Αἱ ἔριδες, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, προέρχονται ἐκ τοῦ ὅτι δύο δῆμοι δύο διαφόρων ἐπαρχιῶν ἐρίζουσι περὶ τῶν ὁρίων. Ἀλλ’ ὑπάρχει νόμος, κανονίζων τὰ ὅρια μεταξὺ νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Νομαρχιῶν, ὅπου θὰ εὕρῃ τὸν κανονισμὸν καὶ τὰ διαγράμματα τῶν ὁρίων, ἂν δὲν ὑπάρχωσι τοιαῦτα εἰς τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου. Δῆμος τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας, ὁ δῆμος Τανίας, ἐρίζει μετὰ δήμου τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, τοῦ Κορυθίου, ὅστις ἀξιοῖ ὅτι τὸ ὅριόν του κεῖται εἰς τὸ μέσον τοῦ χωρίου Μασκλήνης τοῦ δήμου Τανίας, ἐνῷ ὁ δῆμος Κορυθίου ἐξακολουθεῖ διαφιλονικῶν τὸ μέρος αὐτὸ, ὡς ἀνῆκον εἰς αὐτόν. Παρακαλῶ νὰ παραγγελθῶσιν οἱ Νομάρχαι καὶ νὰ ἀνεύρωσιν εἰς τὰ Ἀρχεῖα τὰ ὅρια τῶν νομῶν καὶ τὰ ὅρια τῶν ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχωσι, διότι συνετάχθησαν ὑπὸ ἐπιτροπῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι περιττὸν νὰ ζητῶμεν νέας ἐπιτροπάς.
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐκ τῆς ὁμιλίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, προκειμένου περὶ ζητήματος ἀναφυέντος πρὸ 15 ἐτῶν μεταξὺ τῶν δήμων Τανίας καὶ Κορυθίου, τοῦ δήμου τῆς γεννήσεώς μου. Κατὰ τὸ 1885, πρωθυπουργοῦντος τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ἀνεφύη ζήτημα ὁρίων μεταξὺ τῶν δύο δήμων, τὸ δὲ ζήτημα τοῦτο ἔλυσεν ἡ τότε Κυβέρνησις κατὰ τοὺς ὑφισταμένους νόμους, καθ’ οὓς, ὅταν ἐρίζωσι δύο δῆμοι περὶ ὁρίων, συνιστᾶται ἐπιτροπὴ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν δήμων, προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, ὅταν ὑπάγωνται εἰς τὸν αὐτὸν νομὸν, ἂν δὲ ὑπάγωνται εἰς δύο διαφόρους νομοὺς, λαμβάνουσι μέρος καὶ οἱ δύο Νομάρχαι. Τότε ἐκανονίσθησαν τὰ ὅρια δι’ ἀποφάσεως ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου, καὶ ἐχαράχθησαν τὰ ὅρια ἐγγὺς τοῦ χωρίου Μασκλήνης, κατοικουμένου ὑπὸ Καστριτῶν· ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καστρίου εἶναι τόσον φιλόπονοι, ὥστε εἶναι κίνδυνος νὰ καταλάβωσιν ἀκόμη μεγαλειτέρας ἐκτάσεις, καὶ οὕτως ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ν’ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ δήμου Τανίας. Ἀνήγειραν λοιπὸν συνοικίας, μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ Μάσκληνα. Ὁ κανονισμὸς ὅμως τῶν ὁρίων οὕτως ἢ ἄλλως δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ ἑνὸς δήμου νὰ καταλαμβάνωσι κτήσεις ἀνηκούσας εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ ἑτέρου· τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀστυνομικὸν, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῶν τοιούτων ἐρίδων δέον νὰ ἐνισχυθῶσιν αἱ ἀστυνομίαι τῶν δήμων ἐκείνων.
§9ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα γενικώτερον, ἐπειδὴ ἦλθε τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι δὲ νῦν ἡ κατάλληλος ὥρα, ἵνα ἀναπτύξω αὐτό. Ὀφείλω ὅμως νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ἡ ὁποία διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, ὅτι, ὅπως ἐχαράχθησαν τὰ ὅρια μεταξὺ τῶν δύο δήμων, Τανίας καὶ Κορυθίου, διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, ὁ σιδηροδρομικὸς σταθμὸς Μασκλήνης, εὑρισκόμενος εἰς τὸ μέσον τοῦ χωρίου τούτου τοῦ δήμου Τανίας, καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ χωρίου ὑπάγονται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Κορυθίου· ἐντεῦθεν δύνασθε νὰ συμπεράνητε κατὰ πόσον ἡ ἀπόφασις εἶναι δικαία. Ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἄλλοτε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κυρία Χαρίκλεια Χοϊδᾶ δι’ ἀναφορᾶς της ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς της.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ εἰρηνοδίκης Τυρνάβου διὰ τηλεγραφήματός του ἀναφέρει, ὅτι ἐπιτροπὴ ἐπέδωκεν εἰς αὐτὸν ψήφισμα τοῦ λαοῦ Τυρνάβου, παρακαλοῦντος, ὅπως διὰ νόμου ἀπαλλαχθῇ τῆς πληρωμῆς τοῦ εὐεργετικοῦ δανείου καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.
§13Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔληξεν ἤδη ἡ προθεσμία πρὸς καταβολὴν τῆς πρώτης δόσεως τοῦ δανείου τοῦ δοθέντος εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς πρὸς παλινόστησιν αὐτῶν καὶ ἐγκατάστασιν εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ δύναται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν, ἐξασκοῦσα δικαίωμα παραχωρηθὲν αὐτῇ ὑπὸ τοῦ σχετικοῦ νόμου, νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν εἴσπραξιν τῆς πρώτης ταύτης δόσεως. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ζήτημα, εἶναι ἆρά γε δυνατὴ ἡ ἐκ μέρους τῶν Θεσσαλῶν πληρωμὴ τῆς δόσεως ταύτης, ὑφ’ ἃς οἰκονομικὰς περιστάσεις διατελεῖ ἡ χώρα αὕτη σήμερον, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν μάλιστα τῆς τελευταίας ἐσοδείας; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀμφιβάλλω. Εὐχῆς βεβαίως ἔργον θὰ ἦτο, πᾶσαι αἱ δόσεις τοῦ δανείου νὰ καταβληθῶσιν ἀνελλιπῶς, ἀφοῦ τὰ οὕτως εἰσπραχθησόμενα ποσὰ εἶναι ὑπὸ τοῦ νόμου προωρισμένα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις πρὸς ἵδρυσιν τμήματος Γεωργικῆς Τραπέζης ἐν Θεσσαλίᾳ, πληρουμένης οὕτω μιᾶς τῶν σημαντικωτάτων καὶ ἐπειγουσῶν αὐτῆς ἀναγκῶν. Ἐν τούτοις δὲν νομίζω ὅτι εἶναι φρόνιμον ν’ ἀπαιτηθῇ σήμερον ἡ εἴσπραξις τῆς πρώτης ταύτης δόσεως. Ἔχω καὶ ἐγὼ καὶ οἱ λοιποὶ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι τηλεγραφήματα ἐκ διαφόρων αὐτῆς μερῶν, τὰ ὁποῖα παριστῶσι τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν τῶν λαβόντων τὰ δάνεια, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὴν ὑποχρέωσίν των πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐκλιπαροῦσι τὴν δωρεὰν τῆς πρώτης τοὐλάχιστον δόσεως. Ὑπὲρ τῆς λύσεως ταύτης θὰ συνηγόρουν καὶ ἐγὼ, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν θέσιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἵτινες, δανεισθέντες ὅπως παλινοστήσωσι καὶ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν, ἀρχίζοντες ἐκ τοῦ μηδενὸς πολλάκις τὴν ἐργασίαν των, μὴ τυχόντες δὲ καὶ καλῶν ἐσοδειῶν, ἱκανῶν ν’ ἀφήσουν αὐτοῖς περίσσευμά τι, εὑρίσκονται νῦν εἰς παντελῆ ἀδυναμίαν, ἵνα διαθέσωσιν ἔστω καὶ μικρὸν ποσὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ πρὸς αὐτοὺς δωρεὰ τῆς ληξάσης δόσεως, ἐλαφρύνουσα αὐτοὺς κατά τι, καὶ ἀνακουφίζουσα τὴν θέσιν των σήμερον, θὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἱκανοὺς, ὅπως ἀνετώτερον καὶ εὐχερέστερον καταβάλωσι τὰς ὑπολοίπους δόσεις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν πρότασίν μου ταύτην περὶ δωρεᾶς τῆς πρώτης δόσεως, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται ἡ ἀναστολὴ καὶ ταύτης καὶ τῶν ὑπολοίπων δόσεων, καὶ τὴν λύσιν τοὐλάχιστον ταύτην, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὕτη θέλει ἀποδεχθῆ.
§14Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς συμφορὰς, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Θεσσαλία...
§15ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὅλη ἡ Ἑλλάς.
§16ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἐθνικῶν ἀτυχημάτων, δὲν πρόκειται περὶ τῆς γενικῆς ἐκ τοῦ πολέμου ὅλων τῶν Ἑλλήνων συμφορᾶς· αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§18ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν φέρω τὸν λόγον περὶ τῶν αἰτίων τοῦ πολέμου καὶ τῶν γενικῶν ἐξ αὐτοῦ συμφορῶν· αὐτὸ θὰ τὸ συζητήσωμεν ἄλλοτε.
§19ΤΙΝΕΣ. Καὶ τώρα, ἂν θέλητε.
§20ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς συμφορὰς, λέγω, ἃς ἡ Θεσσαλία ὑπέστη ἐκ τῆς κατοχῆς αὐτῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων, προκειμένου νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ ἑστίας των, μετὰ τὴν ἐκκένωσιν αὐτῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων, οἱ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον φύγει ἅμα τῇ εἰσβολῇ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τοὺς κινδύνους, οὓς ἐν τῇ καταληφθείσῃ χώρᾳ διέτρεχεν ἡ ζωὴ καὶ ἡ τιμή των, πολὺς κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην τῆς παλινοστήσεως ἐγένετο λόγος περὶ τῆς προνοίας, ἥτις ἔδει νὰ ληφθῇ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἵνα αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς κατεστραμμένας ἑστίας των καὶ τὰς ἄνευ στεγῶν οἰκίας των καὶ τοὺς ἀγρούς των, διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ὁποίων ἐστεροῦντο παντὸς μέσου, λάβωσι κεφάλαιόν τι, ἵνα ἀποκαταστῶσιν εἰς τὰ ἔργα των καὶ συντηρηθῶσι προσωρινῶς, μέχρις οὗ ἐπαναλάβωσι τὰς ἀσχολίας των κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ζήσωσιν αὐτοὶ καὶ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν οἰκογενειῶν των. Οἱ τότε Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, δι’ ἧς ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὅπως γείνῃ ἐξακρίβωσις τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Θεσσαλία, τότε ἀκόμη, ὅτε ἦτο δυνατὴ ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ζημιῶν αὐτῶν, καὶ δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεώς των ἐξήγησαν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ προκαταρκτική τις ἐργασία, ἵνα ἐξακριβωθῇ, ποίας ζημίας ὑπέστησαν οἱ Θεσσαλοί, διὰ νὰ κρίνῃ τὸ Κράτος, ἐν ποίῳ μέτρῳ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὰς ζημίας ταύτας, καὶ κατὰ πόσον αἱ δυνάμεις του ἐπέτρεπον ν’ ἀποκαταστήσῃ τὰς ἰδικιτέρας ἐκείνας ζημίας, τὰς ὁποίας μόνον οἱ Θεσσαλοὶ ὑπέστησαν, διότι τὰς ἄλλας ζημίας, τὰς γενικάς, ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὑπέστησαν. Ὑπεβλήθη λοιπὸν νομοσχέδιον...
§21Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Σᾶς ὑποδεικνύω ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν διάθεσιν τῶν 8,000,000.
§22ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη, λέγω, νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπογεγραμμένος καὶ ὁ διακόπτων με ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Κριεμάδης, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεδεικνύετο, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἡ βεβαίωσις τῶν ζημιῶν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἀνακούφισίς τις, κατὰ τὸ δυνατὸν μέτρον, εἰς τοὺς οὐσιωδῶς ἐν τῇ περιουσίᾳ των παθόντας. Προκειμένου δὲ τότε τὸ Κράτος νὰ διαθέσῃ ποσὸν 7½ ἑκατομμυρίων διὰ τὴν προσωρινὴν βοήθειαν τῶν Θεσσαλῶν, ἐγένετο συζήτησις, ἐὰν ἔπρεπε νὰ διατεθῶσι ταῦτα εἰς παροχὴν ἀποζημιώσεώς τινος ἢ βοηθείας εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς (διότι δὲν ἐγένετο χρῆσις τῆς λέξεως ἀποζημίωσις, καθότι ἠμφισβητεῖτο τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐδικαιοῦντο εἰς ἀποζημίωσιν νομικῶς, ἢ ἂν ἡ ἀποζημίωσις αὕτη ἦτο ὀρθότερον νὰ ἔχῃ τύπον βοηθήματος, ὡς καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἐγένετο,) ἢ ἂν ἔδει νὰ δοθῶσιν ὑπὸ τύπον δανείου, ὡς καὶ ἐγένετο, κριθέντος τότε, ὅτι τοῦτο ἦτο προτιμότερον, ἵνα μὴ ὑπάρξωσι μεγάλαι κατὰ τὴν διανομὴν ἀπαιτήσεις. Ἐγὼ τότε, μὴ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Βουλευτής, ὑπέδειξα, τί ἐφρόνουν ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ, σχετικῶς μὲ τὴν διανομὴν τῶν χρημάτων τούτων. Ἔγραφον τότε εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2538 τῆς 8 Δεκεμβρίου 1897 φύλλον τοῦ «Ἄστεως» τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκὲς οὔτε εἰς ἀνακούφισιν ὅλων τῶν ζημιωθέντων, οὔτε εἰς ὑλικὴν ἀνόρθωσιν τῆς ζημίας ἑκάστου· δύναται ὅμως νὰ χρησιμεύσῃ νῦν πρὸς ἀρωγὴν τῶν μᾶλλον ζημιωθέντων ἐκ τῶν τὰς μεγαλειτέρας ζημίας ὑποστασῶν ἐπαρχιῶν, χωρὶς νὰ παροραθῇ ἡ πρὸς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας ὀφειλομένη βοήθεια. Οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν Τυρνάβου, Λαρίσης, Δομοκοῦ Φαρσάλων καὶ Ἁλμυροῦ, ὡς καὶ τοῦ δήμου Φερῶν, εἶναι οἱ ὑποστάντες τὰς μείζονας ζημίας, καὶ ἔχοντες ἀνάγκην τῆς ταχυτέρας καὶ μεγαλειτέρας ἀρωγῆς. Ἐν τούτοις, κατὰ πρῶτον πρέπει νὰ διανεμηθῶσι τὰ 7½ ἑκατομμύρια, χορηγουμένου εἰς ἕκαστον ζημιωθέντα ποσοστοῦ τῆς ἐξακριβωθησομένης ζημίας του, οὕτως ὥστε ὅλοι νὰ λάβωσι ποσὰ ἀνάλογα πρὸς τὴν ζημίαν, ἣν ἕκαστος ὑπέστη. Εὔκολος δὲ θέλει εἶσθαι ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ζημιῶν, ἀνατιθεμένη εἰς ἐπιτροπὰς ἐκ δικαστικῶν λειτουργῶν κατ’ ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι, μεταβαίνοντες ἐπιτοπίως, ἐκ πληροφοριῶν συλλεγομένων μεταξὺ τῶν ἐντιμοτέρων καὶ ἐγκριτωτέρων πολιτῶν κατὰ πόλεις καὶ χωρία, θὰ δύνανται νὰ μορφώσωσι γνώμην περὶ τοῦ κατὰ προσέγγισιν ποσοῦ τῆς ζημίας, ἣν ἕκαστος ὑπέστη. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἦναι τὸ πρῶτον ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας βῆμα· βραδύτερον δὲ θέλει γείνῃ σκέψις περὶ τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύονται καὶ ἐκ τῆς νῦν δημιουργηθείσης καταστάσεως καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας, ὡς ἀπαιτούμενα διὰ τὴν προαγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ φυσικοῦ πλούτου τῆς χώρας καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάρρωσιν αὐτῆς.» Αὐτὴν τὴν γνώμην, Κύριοι, ὑπέβαλον τότε, καὶ αὐτὴν τὴν διάθεσιν τῶν 7½ ἑκατομμυρίων ἐθεώρουν δικαίαν· δηλ. νὰ γείνῃ ἐξακρίβωσις τῶν ζημιῶν, καὶ ἄν τις ὑπέστη χιλίων δραχμῶν ζημίαν, καὶ ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ διαθέσῃ τοσοῦτον ποσὸν, ὥστε ἐπὶ τοῦ συνόλου καὶ πλέον τῶν ζημιῶν νὰ ἀναλογῶσιν 25%, νὰ λάβῃ 250 δραχμάς· διότι τὸ Κράτος θὰ τῷ ἔλεγε: «Κύριε, τόσον δύναμαι νὰ σὲ βοηθήσω· εἶμαι τὸ πτωχὸν Ἑλληνικὸν Κράτος. Ὑπέστης χιλίων δραχμῶν ζημίαν· δύναμαι νὰ σοῦ δώσω 250 δραχμὰς, τὸ ¼ τῆς ζημίας σου. Ἀρκέσθητι εἰς αὐτό». Ἀλλὰ τέλος πάντων οὕτω θὰ ἐλάμβανεν ἕκαστος ποσόν τι ἐκ τῆς ζημίας του, καὶ θὰ ἐλάμβανον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὰς ζημίας. Τοῦτο, Κύριοι, ἦτο ἔργον δικαιοσύνης. Ἐπεκράτησαν ὅμως ἄλλαι σκέψεις, καὶ ἀπεφασίσθη, τὸ ποσὸν τῶν 7½ ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον κατόπιν ηὐξήθη εἰς 8 ἑκατομμύρια, καὶ κατόπιν εἰς 10 ἑκατομμύρια (δηλαδὴ περιελήφθη ἀκόμη πίστωσις 2 ἑκατομμυρίων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἥτις ἠδύνατο νὰ διατεθῇ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν,) ἀπεφασίσθη, λέγω, τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ δοθῇ ὑπὸ τύπον δανείων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς δεομένους ἐκ τῶν Θεσσαλῶν πρὸς ἐγκατάστασιν καὶ προσωρινὴν συντήρησιν. Συνετάχθησαν λοιπὸν κατάλογοι τῶν δεομένων τοιούτου δανείου, κατὰ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ νόμος, καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς ἐν τοῖς καταλόγοις ἐγγραφέντας ποσὸν 6,500,000 δραχμῶν περίπου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐλέχθη παρά τινων, ὅτι ἐγένετο κακὴ διανομή. Βεβαίως, ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ διανομὴ τοιούτων δανείων ἢ βοηθημάτων, δὲν δύναται νὰ γείνῃ τελείως ἡ διανομὴ, διότι ὅλοι ἀπαιτοῦσι, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔπαθον, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαθον. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐδόθη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τότε εἶχον ἀνάγκην, καὶ ἂν ἄλλοτε οὗτοι εἶχον εὐπορίαν τινὰ, καὶ ἂν κατόπιν ἐπανέκτησαν καὶ σχετικήν τινα εὐπορίαν. Ὅτε ἐπανῆλθον, Κύριοι, μετὰ 14 μηνῶν διαμονὴν ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ, οἱ πρόσφυγες Θεσσαλοὶ εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ οἱ εὐπορώτεροι ἐξ αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν πολὺ πλουσίων, εἶχον ἀνάγκην καὶ 500 δραχμῶν διὰ νὰ συντηρηθῶσι προσωρινῶς, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς προχειροτέρας ἀνάγκας των, μέχρις οὗ ἐπαναλάβωσι τὰ ἔργα των, μέχρις οὗ ἀπολαύσωσιν εἰσόδημά τι ἐκ τῶν κτημάτων των. Ὅσοι δὲν ἐγνώρισαν τὰς συμφορὰς αὐτὰς, ἐκεῖνοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀκριβῆ ἰδέαν, εἰς ποίας μεγάλας ἀνάγκας εὑρίσκοντο καὶ οἱ εὐπορώτεροι καὶ οἱ καλλιτέρας τάξεως ἄνθρωποι ἐκ τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας. Πρέπει, Κύριοι, εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐν τῷ κύκλῳ του, ἐν τῇ εὐπορίᾳ του, νὰ φαντασθῇ ἑαυτὸν πρὸς στιγμὴν πτωχὸν, νὰ φαντασθῇ ὅτι τὸ μέγαρόν του διαρπάζεται, τὰ ἔπιπλά του, τὰ βιβλία του, αἱ κλινοστρωμναὶ, τὰ ὑποκάμισα, τὰ ἐνδύματα τῶν τέκνων του, τὰ πάντα τῷ ἀφαιροῦνται, καὶ εὑρίσκεται πρὸς στιγμὴν ἄνευ οὐδενὸς ἐφοδίου ἐν τῇ οἰκίᾳ του, καὶ εἶναι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ ἀγοράσῃ ἐκ νέου τὰ πάντα, ἀπὸ τῆς χύτρας τοῦ μαγειρείου μέχρι τοῦ πιάνου τῆς αἰθούσης του, διὰ νὰ ἐννοήσῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκατασταθῇ τις καὶ πάλιν εἰς ἐκείνην τὴν οἰκονομικὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο πρὸ τῆς συμφορᾶς. Ἐὰν δ’ ἐπὶ πλέον χάσῃ ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ τὰ εἰσοδήματα τῶν κτημάτων του, τὰ εἰσοδήματα τοῦ ἐπαγγέλματός του, καὶ τρέφηται διὰ δανείων ἐν ξένῳ τόπῳ, μακρὰν τοῦ τόπου τῶν συμφερόντων του καὶ τῶν ἀσχολιῶν του, ποία εἶναι ἡ θέσις του, ὅταν ἐπανέρχηται εἰς τὴν ἑστίαν του; Καὶ ἐν τούτοις εὑρέθη εἷς ὑπάλληλος τότε, ἀποτελῶν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως τῶν καταλόγων τῆς διανομῆς τοῦ δανείου, ὅστις περιύβριζε, Κύριοι, τοὺς Θεσσαλοὺς, καὶ ἐνέπαιζε τοὺς οἰκοκυραίους, εἷς Θερσίτης, ὁ ὁποῖος ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑβρίζῃ ὅλην τὴν Θεσσαλικὴν κοινωνίαν, διότι ἄνθρωποι, εὐποροῦντες πρὶν, ἐζήτουν νὰ λάβωσιν 800 δραχμῶν δάνειον διὰ νὰ ἐπαρκέσωσι προσωρινῶς εἰς τὰς ἀνάγκας των!
§23ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς ὁ ὑπάλληλος αὐτός;
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὸν ὀνομάσητε.
§25ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστός, Κύριοι, διότι ὁ λαὸς ἤγειρεν ἀνάθεμα ἐν Λαρίσῃ ἐναντίον του.
§26Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὀνομάσατέ τον.
§27ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸν λέγω ἰδιαιτέρως.
§28ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ τὸν ὀνομάσητε, ἀφοῦ κάμνετε λόγον περὶ αὐτοῦ δημοσίᾳ.
§29ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ἀκόμη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι. Δὲν θέλει νὰ τὸν ὀνομάσῃ. Θὰ ἔχῃ τοὺς λόγους του.
§31ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, ἂν ἤμην Θεσσαλὸς Βουλευτὴς, θὰ ἠξίουν τὴν ἀποπομπήν του ἀπὸ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας.
§32ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς βλέπετε, κύριε Μπακόπουλε, δὲν ἐστάθη δυνατὸν ν’ ἀπολυθῇ.
§33ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸν Βίσμαρκ ἀντικατέστησαν, ὁ ὁποῖος ἦτο μεγάλος, καὶ αὐτὸν δὲν δύνανται ν’ ἀντικαταστήσουν; (ἱλαρότης).
§34ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αὕτη, Κύριοι, ἦτο ἡ προσωρινὴ βοήθεια, ἡ ὁποία ἐδόθη τότε εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Διενεμήθη τὸ ποσὸν τῶν 6½ ἑκατομμυρίων περίπου, ὡς σᾶς εἶπον, εἰς ἀνθρώπους πάσχοντας. Ἔκαμα δὲ τὴν παρέκβασιν ταύτην, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος τοῦ δανείου αὐτοῦ, ἦσαν πάσχοντες, καὶ ὅλοι εἶχον ἀνάγκην κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, καὶ δὲν διενεμήθη τὸ δάνειον τόσον κακῶς, ὅσον φρονοῦσί τινες, ἀφοῦ πάντες οἱ λαβόντες εἶχον ἀνάγκην ἐπείγουσαν τῆς ἐξ αὐτοῦ βοηθείας. Ἀλλ’ ἐπερίσσευσε ποσὸν 1½ ἑκατομμυρίου περίπου ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 8 ἑκατομμυρίων, ἐπερίσσευσε καὶ ἡ πίστωσις τῶν 2 ἑκατομμυρίων, ἡ ἐπιβοηθητική, ὡς εἶπον, πίστωσις ἐκείνη, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν νόμον τοῦ δανείου, τοῦ γενομένου πρὸς πληρωμὴν τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, ἠδύνατο νὰ διατεθῇ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἡμεῖς ἐζητήσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν Σύνοδον νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας, εἰπόντες, ὅτι τὸ Κράτος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, διέθεσε 10 ἑκατομμύρια ὑπὲρ αὐτῆς· ἐξ αὐτῶν ἐδόθησαν 6½ ἑκατομμύρια εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην προσωρινῆς ἐγκαταστάσεως· ὑπάρχουσι 3½ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ πρὸς σύστασιν τῆς Γεωργικῆς λεγομένης Τραπέζης, κατὰ τὸν νόμον δ’ ἐκεῖνον ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ ἕτερα 3½ ἑκατομμύρια ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἔχωμεν σήμερον Γεωργικὴν Τράπεζαν, λειτουργοῦσαν μὲ 7 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πιέζωμεν τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀνθρώπους ν’ ἀποδώσωσι τὸ μικρὸν ἐκεῖνο ἔλεος, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐδόθη εἰς τὰς ἡμέρας τῆς ἐσχάτης ἀνάγκης των, καὶ πρὸς τοῦτο ὑπεβάλομεν πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία δὲν ἐψηφίσθη. Ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν διετέθη ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας τὸ πλεονάσαν ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ δὲν συνεστήθη ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ σήμερον, παρελθούσης τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῆς πρώτης δόσεως, ἐντὸς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου καλοῦνται οἱ Θεσσαλοὶ νὰ πληρώσωσι τὸ ⅕ τῶν 6½ ἑκατομμυρίων· ἤτοι 1,100,000 δραχμαὶ πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας Τυρνάβου, Λαρίσης, Φαρσάλων, Δομοκοῦ, καὶ ἀπὸ τὸν δῆμον Φερῶν τῆς ἐπαρχίας Βόλου. Ἀλλὰ ποία εἶναι, Κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν; Γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀληθῆ αὐτῶν κατάστασιν; Γνωρίζει τὴν φοβερὰν πενίαν, ἥτις μαστίζει τοὺς πληθυσμούς των; Ἐκτὸς τῶν ἄλλων συμφορῶν, τὸ ἔτος 1898 οὐδόλως ἀπέδωκεν ἐσοδείαν εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας, τὸ ἔτος ἐπίσης 1899 ὑπῆρξε δυστυχὲς, τὸ ἔτος 1900 ἐπίσης δυστυχέστερον δι’ αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας ἀκριβῶς. Ἑπομένως εἰς τὰς ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῆς κατοχῆς ζημίας προσετέθη καὶ ἡ ἀφορία, ἢ, μᾶλλον εἰπεῖν, ἡ καταστροφὴ τῶν ἐσοδειῶν. Τί ἐπιβάλλεται ἄρα νὰ σκεφθῶμεν σήμερον πρὸς ἀνακούφισιν, πρὸς βοήθειαν τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους φαίνεται ὅτι κακὴ μοῖρα, δαίμων ἀλάστωρ καταδιώκει; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι γενναῖον εἶναι, νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ τοῖς εἴπῃ: «Σᾶς ἀπαλλάσσω τοῦ νὰ ἀποδώσητε τὸν ἔλεον, τὸν ὁποῖον ἐλάβετε ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος». Τὸν ἔλεον, Κύριοι, αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἔδωσεν ὡς δάνειον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἰς τὰ μέλη αὐτοῦ τὰ παθόντα, αὐτὸν τὸν ἔλεον εἶναι ἔργον δικαιοσύνης νὰ τοῖς δωρήσῃ, εἶναι ἐπιβεβλημένη ὑποχρέωσις, ὡς ἐκ τῆς ὀφειλομένης πρὸς τὰς δυστυχίας των συμπαθείας, νὰ μὴ τὸν ἀναζητήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Δὲν ἐρχόμεθα, Κύριοι, ἐδῶ νὰ ὑποστηρίξωμεν ἰδέας δημοκοπικάς. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι δὲν ἄγομαι ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν ἐγὼ, ὁ ὁποῖος, ὅτε εἰσήγετο τὸ νομοσχέδιον, περὶ δωρεᾶς μέρους τοῦ τελωνειακοῦ τέλους πρὸς τοὺς ἐμπόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον ἐμπορεύματα κατὰ τὸ διάστημα τῆς Τουρκικῆς κατοχῆς, εἶχον τὸ σθένος, — καὶ μετὰ παρατήρησιν μάλιστα μέλους τινὸς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶπε: «πῶς ὑποστηρίζετε γνώμην ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ συμπολῖταί σας ἐπιθυμοῦσιν;» — εἶχον τὸ σθένος, λέγω, νὰ ὑποστηρίξω τότε, ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον ν’ ἀνταμειφθῶσιν οἱ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς κερδοσκοπήσαντες, εἶχον τὸ σθένος νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ νὰ διακηρύξω, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ δημοκοπῶ διὰ τοιούτων μέσων· ἐννοῶ νὰ ὑποστηρίξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς συνεπείας. Καὶ σήμερον δὲ, ὑποστηρίζων, ὅτι πρέπει νὰ δωρηθῇ τὸ δάνειον εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, πράττω τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω αὐτὸ, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ν’ ἀκούσῃ τὴν σύστασίν μου ταύτην. Δὲν εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑψώσω φωνὴν σήμερον καὶ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ δωρηθῇ τὸ ἔλεος τοῦτο, τὸ βοήθημα αὐτὸ τὸ μικρὸν, παρὰ μόνον ὁ λόγος, ὅτι νομίζομεν, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὅλοι γνωρίζετε, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀρωγὴν τῶν πασχόντων πληθυσμῶν τῶν δυστυχῶν ἐκείνων ἐπαρχιῶν. Ὅτε ἠγέρθη, Κύριοι, τὸ ζήτημα, ἐὰν τὸ Κράτος ὀφείλει ἀποζημίωσίν τινα εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου, ἢ ἂν ὀφείλει ὑπὸ τύπον βοηθήματος νὰ δώσῃ συνδρομήν τινα εἰς αὐτοὺς, εἰς περισπούδαστον μελέτην, τὴν ὁποίαν περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐδημοσίευσε διακεκριμένος δικαστὴς, ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι μέλος τοῦ Ἀρείου Πάγου...
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§36ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πεταλᾶς... ἔγραφεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... Ὑπεράνω τοῦ θετικοῦ δικαίου ὑπάρχουσι νόμοι ἕτεροι, οἱ τῆς φιλανθρωπίας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος, οἵτινες ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταμερίσῃ τὰς ἐπενεχθείσας ζημίας εἰς ἅπαντα τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους, διότι ἄλλως ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον, τὰς συνεπείας καὶ τὰς σκληρότητας τοῦ πολέμου νὰ τὰς ὑποστῶσι μόνον οἱ πληθυσμοὶ τῆς καταληφθείσης χώρας, ἐνῷ τὸν πόλεμον ἐπεχείρησεν ἅπαν τὸ Ἔθνος. Διότι οἱ Ἀρκάδες, οἱ Κερκυραῖοι, οἱ Ἀθηναῖοι ηὐνοήθησαν ὑπὸ τῆς τύχης νὰ μὴ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τοῦ πολέμου, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ συνεισφέρωσι καὶ οὗτοι, ὅπως οἱ ἐκ τοῦ πολέμου καταστραφέντες Θεσσαλοὶ ἀποζημιωθῶσιν; Αἱ ἐν Θεσσαλίᾳ καταστροφαὶ ἦσαν αἱ συνέπειαι τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, ὅπερ, διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ του καταλαβὸν τὴν Κρήτην, κατέλυσε τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, καὶ διῴκησεν αὐτὴν ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας. Πολὺ δικαίως ὅθεν οἱ Θεσσαλοὶ δικαιοῦνται νὰ εἴπωσιν εἰς τὸ Κράτος: «Σὺ ἐπροκάλεσες τὸν πόλεμον, σὺ ἐκάλεσες τὸ ἔθνος εἰς τὰ ὅπλα. Διὰ σὲ καὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους ἐπολεμήσαμεν· ἕνεκα τῆς ὑποθέσεως ταύτης κατεστράφημεν, ἠτιμάσθημεν, ἐξεπατρίσθημεν. Διατὶ ἤδη μᾶς ἐγκαταλείπεις; Κλαίεις διὰ τὴν δυστυχίαν μας, ἀλλὰ τὰ δάκρυά σου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἶναι δάκρυα κροκοδείλου.» Ἡ ἄρνησις τοῦ Κράτους νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου καταστραφέντων Θεσσαλῶν εἶναι οὐ μόνον ἄρνησις τῆς ἀλληλεγγύης, ἥτις ἐκδηλοῦται διὰ τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει μέλλοντος πολέμου ἀποθάρρυνσις τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς ἀφοσιώσεως τῶν πληθυσμῶν τῆς χώρας.» Νομίζω, Κύριοι, ὅτι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ὁ νομομαθὴς οὗτος, καὶ τὸ περισπούδαστον ἀληθῶς ἄρθρον, τοῦ ὁποίου τὸν ἐπίλογον σᾶς ἀνέγνωσα, ἔχουσι πολλὴν τὴν ὀρθότητα· καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἰδέας, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ὅπερ εἶναι τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, στηριζόμενοι, ἐρχόμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ φανῇ γενναῖον εἰς τὰς πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς ὑποχρεώσεις του. Ἀλλ’ ἔρχεται, Κύριοι, καὶ ἄλλη, ἔτι πρακτικωτέρα, ἐξέτασις τοῦ ζητήματος. Ἀφοῦ ἔχομεν τὴν δικαιολογικὴν βάσιν, ὅτι ἔν τινι μέτρῳ ὀφείλεται εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς ἀποζημίωσίς τις, ἀφοῦ ἔχασαν ὅλον τὸ κινητὸν αὑτῶν κεφάλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ ἐργασθῶσι, φέρε ἴδωμεν: μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ δικαίου τῆς ἀφέσεως τῶν χρεῶν, καὶ ἐπιδιωκομένης τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν, ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιδιώξεως τῆς εἰσπράξεως τῶν δανείων αὐτῶν; Ὑπάρχει ἐν Θεσσαλίᾳ πρόσκαιρος οἰκονομικὴ κρίσις, ὑπάρχει προσωρινή τις ἆρά γε δυσχέρεια αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νὰ τοῖς δοθῇ μία ἀναβολὴ διὰ νὰ πληρώσωσι βραδύτερον, νὰ δύνανται νὰ πληρώσωσι βραδύτερον; ἢ ἔχουσι πληγὰς, αἱ ὁποῖαι οὐδ’ ἐπουλώθησαν, οὐδὲ δύνανται νὰ ἐπουλωθῶσιν;—ἐννοῶ δὲ πληγὰς οἰκονομικάς.— Σᾶς εἶπον πρότερον, ὅτι, ἐάν τις ὑποστῇ καταστροφὴν εἰς τὴν περιουσίαν του τοιαύτην, ὁποίαν ὑπέστησαν οἱ πλεῖστοι τῶν λαβόντων ἐκ τῶν δανείων τούτων, εἶναι ἀδύνατον ποτὲ ν’ ἀναλάβῃ τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν ἐν τῷ κύκλῳ του, ἐν τῇ δυνάμει τῇ οἰκονομικῇ, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὶν, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀναλάβῃ ποτὲ τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸ τῆς καταστροφῆς, ἐκτὸς σπανίας τινὸς καὶ ἐκτάκτου εὐνοίας τῆς τύχης. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀδυναμίας τῆς ἀποδόσεως τοῦ δανείου ἐκ μέρους ἐκείνων, δι’ οὓς εἶναι καὶ ἀπωτέρα τις ἐλπὶς ν’ ἀναλάβωσι ποτὲ οἰκονομικῶς, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι 2–3 ἑκατομμύρια ἔχουσι διανεμηθῆ εἰς χήρας καὶ ἐν γένει εἰς γυναῖκας, αἵτινες εἶναι ἀδύνατον νὰ τ’ ἀποδώσωσι. Τί θέλετε; Ν’ ἀναβάλωμεν, καὶ πάλιν ν’ ἀναβάλωμεν νὰ εἰσπράξωμεν χρήματα ἀπὸ γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπόκεινται εἰς προσωπικὴν κράτησιν καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι καμμίαν περιουσίαν; Αὐτὰ εἶναι χαμένα. Ἐκ τῶν ἄλλων, τῶν ὑπολοίπων τριῶν ἑκατομμυρίων, μόλις ἓν ἑκατομμύριον δύναται νὰ ἦναι εἰς χεῖρας ἀξιοχρέων, εἰς χεῖρας ἀνθρώπων δυναμένων ν’ ἀποδώσωσι τὰ ληφθέντα, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς οἰκονομικῆς ἀναβιώσεώς των· τὰ ἄλλα εἶναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε θὰ δυνηθῶσι νὰ τὰ ἀποδώσωσι. Καὶ νὰ σᾶς ἐξηγήσω διατί. Οἱ μὲν ἀστικοὶ πληθυσμοί, ἐκτὸς ὀλίγων ἐπιτηδευματιῶν, ὡς δικηγόρων, ἰατρῶν, ἐμπόρων κλπ. (περὶ τῶν ὁποίων δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, καθὼς καὶ περὶ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πληρώνουσιν ἐπιτήδευμα ἢ φόρον οἰκοδομῶν μέχρι ποσοῦ τινος, 100, φέρ’ εἰπεῖν, δραχμῶν, διότι περὶ αὐτῶν τεκμαιρομένης σχετικῆς τινος εὐπορίας, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τοῖς δωρηθῇ τὸ δάνειον,) ὅλοι οἱ λοιποί, οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων, εἶναι ἄνθρωποι πτωχοί, οἱ ὁποῖοι τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ἐχρησιμοποίησαν εἰς τὸ ν’ ἀγοράσουν ἐφαπλώματα, κουβέρτας, διὰ νὰ σκεπάσουν τὰ παιδιά των, εἰς τὸ ν’ ἀγοράσουν ἐνδύματα διὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας των, εἰς τὸ νὰ προμηθευθοῦν τὰ μαγειρικὰ σκεύη· αὐτοὶ πόθεν θὰ οἰκονομήσωσι τὸ κεφάλαιον αὐτό, διὰ νὰ τὸ ἀποδώσουν; Ἂς ἔλθωμεν εἰς τοὺς γεωργούς. Οἱ γεωργοὶ ἦσαν πνιγμένοι εἰς τὰ χρέη, ἦσαν κατασυνετριμμένοι ἐκ τῆς τοκογλυφίας πρὶν ἢ ἀκόμη γείνῃ ὁ πόλεμος, καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1895 εἶχε λάβει μέτρα, εἶχε συστήσει ἐπιτροπήν, ἵνα μελετήσῃ τὴν κατάστασιν τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, πρὸς ὑπόδειξιν τῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως μέτρων. Ἀπὸ τότε, Κύριοι, ὑφίστατο τὸ ζήτημα τὸ Θεσσαλικόν, ἀπὸ τότε ἐγίνετο σκέψις παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ πλησίον ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἔχωσι γνώμην καὶ δρᾶσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ποῖα μέτρα ἠδύναντο νὰ ληφθῶσι πρὸς ἀνακούφισιν τῶν Θεσσαλῶν, καὶ ἀντηλλάσσοντο γνῶμαι. Μετὰ τὴν καταστροφὴν τὴν ἐκ τοῦ πολέμου, μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν ζῴων των,— ὅπερ εἶναι τὸ μεγαλείτερον καὶ οὐσιωδέστερον κεφάλαιον διὰ τὸν γεωργὸν ἐν Θεσσαλίᾳ,—ποία εἶναι ἡ θέσις των; Ἕκαστος ζευγίτης ὀφείλει 100 περίπου λίρας τουρκικὰς εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἐπίμορτος...
§37ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὄχι 100· εἶναι πολλά.
§38ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, παρακαλῶ. Ἄν δὲν ὀφείλουν 100 λίρας, ὀφείλουν ὅμως τοὐλάχιστον 50. Βεβαίως εἶναι καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ ἐλάχιστοι. Εἰς τὴν πεδιάδα Λαρίσης μεταξὺ 50 καὶ 100 λιρῶν εἶναι τὸ χρέος ἑκάστου ζευγίτου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην· ἀλλ’ ὀφείλουν καὶ εἰς τὸν τοκογλύφον, εἰς τὸν παντοπώλην, εἰς τὸν ἔμπορον, τὸν ἰατρόν κλπ. Ἔχουν δὲ χρέη καὶ πρὸς τὴν Τράπεζαν. Πόθεν λοιπὸν θὰ πληρώσουν τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; Ποία ἐσοδεία, ὁσονδήποτε πλουσία καὶ ἂν ἦναι, θὰ δυνηθῇ νὰ καταστήσῃ τοὺς ἀτυχεῖς χωρικοὺς ἐπαρκεῖς, ἵνα ἀνταποκριθῶσιν εἰς τόσας ὑποχρεώσεις καὶ συντηρήσωσι ἑαυτοὺς μέχρι τῆς νέας ἐσοδείας; Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη, ὅπερ οἱ πολλοὶ ἀγνοοῦσι. Τὸ δάνειον αὐτὸ ἔσπευσαν νὰ τὸ δώσουν εἰς ἱκανοποίησιν τῶν τοκογλύφων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐπίεζον, καὶ δύναμαι, καθ’ ὑπολογισμοὺς ἀσφαλεῖς, νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ ⅓ ἢ τὸ ¼ τοῦ δανείου διετέθη εἰς πληρωμὴν παλαιοτέρων χρεῶν. Εἶναι ἄρα ἐντελῶς ἄστοχον νὰ ὑποθέσητε, ὅτι οἱαδήποτε μέλλουσα ἐσοδεία δι’ ἕνα γεωργὸν Θεσσαλὸν θὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ τῷ δώσῃ δυνάμεις νὰ πληρώσῃ ἀνάλογον μέρος τοῦ χρέους του πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, νὰ πληρώσῃ ἀνάλογον ποσὸν ἐκ τῶν χρεῶν πρὸς τοὺς τοκογλύφους, νὰ πληρώσῃ τὴν δόσιν τοῦ κυβερνητικοῦ δανείου καὶ νὰ συντηρηθῇ ἐπὶ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, μέχρι τῆς νέας ἐσοδείας. Ὅταν οἱ γνωρίζοντες τὴν ἀληθῆ τοῦ τόπου κατάστασιν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μελετοῦν καὶ ἐκ τεκμηρίου εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν τὰς ἀνάγκας, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν πασχόντων τῆς Θεσσαλίας πληθυσμῶν, ὅταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ παραστήσουν κάλλιον παντὸς ἄλλου τὴν κατάστασιν, ὅταν ἡμεῖς, Κύριοι, σᾶς πληροφορῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Θεσσαλία νὰ ἀποδώσῃ τὸ δάνειον αὐτὸ, πῶς δύναται νὰ δοθῇ προσοχὴ καὶ σημασία εἰς οἱανδήποτε ἄλλην πληροφορίαν; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ; Καὶ ἀφοῦ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν οἱ ἄνθρωποι, τί θέλετε; νὰ τοὺς ἐκβιάσητε; νὰ τοὺς ῥίψητε εἰς τὰς φυλακάς; Εἶναι ὅμως καὶ ἄλλη ἀντίρρησις, προβάλλεται καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν οἱ Θεσσαλοὶ νὰ πληρώσουν τὸ δάνειον αὐτό. Τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀντιτάσσεται, εἶναι, ὅτι πρόκειται διὰ τῶν εἰσπραχθησομένων χρημάτων νὰ συστηθῇ Γεωργικὴ Τράπεζα. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης δὲν τὸ θεωρῶ τόσον μέγα, δὲν δίδω εἰς αὐτὸ τὴν μεγάλην ἐκείνην σημασίαν, τὴν ὁποίαν δίδουν εἰς αὐτό, ὅταν πρόκειται ὑπὸ τοιοῦτον τύπον καὶ δι’ αὐτῶν τῶν μέσων νὰ συστηθῇ ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα. Θὰ ἐνόουν, ἂν μία ὁμὰς κεφαλαιούχων, φέρουσα χρῆμα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἤθελε συστήσει μίαν μεγάλην Γεωργικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ἤθελε παράσχει μεγάλας εὐκολίας εἰς τὸν τόπον· τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο σπουδαῖον. Ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι θὰ ἱδρύσουν Γεωργικὴν Τράπεζαν μὲ τὸ ἕν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τοὺς πένητας καὶ τοὺς πάσχοντας, διὰ τῆς τελείας αὐτῶν καταστροφῆς, εἰς τὸ διάστημα μιᾶς πενταετίας, καὶ μὲ διπλάσιον ποσὸν τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον θὰ διέθετεν ἡ Τράπεζα, κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον, νομίζω ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦν· ἀντὶ ἐνισχύσεως τῆς γεωργικῆς πίστεως, ὄλεθρος καὶ συμφορὰ θὰ ἐπικρεμασθῇ κατὰ τῆς κεφαλῆς χιλιάδων γεωργικῶν οἰκογενειῶν, ἐξαναγκασθησομένων νὰ συνεισφέρωσι τὸ χρῆμα τῆς συμφορᾶς, τὸ μόνον κεφάλαιον τῆς πίστεώς των, ἵνα ἱδρύσωσι τὴν Τράπεζαν, ἧς ἡ γέννησις θὰ ἦναι ὁ θάνατός των. Οὕτως ἐνεργοῦντες, νομίζομεν ὅτι λύομεν ζήτημα σοβαρόν! Εἶναι φανερόν, ὅτι διὰ τοιούτων μέσων, ἂν ἱδρύσωμεν τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν, δὲν θὰ προσφέρωμεν σπουδαίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον, διότι θὰ ἱδρύσωμεν Τράπεζαν θνησιγενῆ. Ὅταν λέγωμεν Γεωργικὴ Τράπεζα, συνήθως ὁ κόσμος φαντάζεται, ὅτι ἅμα τῇ ἱδρύσει της τὸ χρῆμα θὰ τρέχῃ εἰς τὰς ὁδοὺς, καὶ ὅστις θέλει, θὰ προσέρχηται εἰς τὰ γραφεῖα νὰ πέρνῃ χρήματα. Ἀλλ’ ἂν συστηθῇ Τράπεζα, ἡ ὁποία νὰ διαθέτῃ τὸ χρῆμα αὐτῆς εἰς ἀφερεγγύους, εἶναι περιττὸν νὰ συστηθῇ, διότι ἐντὸς ἕξ μηνῶν, ἀφοῦ διανεμηθῇ τὸ κεφάλαιον εἰς ἐκείνους, παρ’ ὧν δὲν θὰ δύναται νὰ εἰσπραχθῇ, ἡ Τράπεζα αὕτη θὰ διαλυθῇ. Ἂν δὲ πρόκειται νὰ δίδωνται χρήματα εἰς τοὺς φερεγγύους, ἂν πρόκειται τὰ χρήματα τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης νὰ διατίθηνται εἰς τοὺς ἔχοντας πίστιν τινὰ, μήπως δὲν ὑπάρχουν καταστήματα πιστωτικὰ ἐν Θεσσαλίᾳ, τὰ ὁποῖα δίδουν χρήματα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰ ἀποδώσουν; Ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ Γεωργικὴ Τράπεζα μὲ ὑγιεῖς βάσεις πιστωτικοῦ ἱδρύματος, Τράπεζα βιώσιμος, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει ν’ ἀπολαύσωσι τῶν ὠφελημάτων τῆς Τραπέζης; Εἶναι οἱ ἴδιοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἔχουσι λάβει τὰ περὶ ὧν γίνεται λόγος χρήματα, εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰς χεῖράς των τὰ περὶ ὧν πρόκειται δάνεια, οἱ ὑποστάντες τὰς μεγαλειτέρας ζημίας, οἱ κατεστραμμένοι ἐκ τῶν πολεμικῶν γεγονότων καὶ ἐκ τῶν συνεπειῶν τῆς Τουρκικῆς κατοχῆς. Διὰ τῆς μικρᾶς ταύτης χρηματικῆς συνδρομῆς ἐσχημάτισαν μικρὸν κινητὸν κεφάλαιον τῆς ἐργασίας των, ἐπανέλαβον τὰ ἔργα των καὶ τείνουν νὰ ἀποκατασταθῶσιν εἰς τὴν προτέραν των κατάστασιν. Ὅταν τοῖς ἀφαιρεθῇ τὸ κινητὸν τοῦτο κεφάλαιον, διὰ νὰ ἱδρυθῇ Γεωργικὴ Τράπεζα, ἵνα τοὺς δανείζῃ, ἐφ’ ὅσον ἔχουν πίστιν, βεβαίως αὐτοί, ἀφοῦ θὰ καταστοῦν ἀναξιόχρεοι, ἀφοῦ θὰ τοῖς ἀφαιρεθῇ τὸ κινητὸν κεφάλαιον, εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἡ πίστις αὐτῶν, θ’ ἀποκλεισθῶσι τῶν εὐκολιῶν τῆς Τραπέζης. Εἰς αὐτοὺς αἱ θύραι τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης θὰ ἦναι κλεισταί, καὶ μόνον διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν, διὰ τῶν ὀλίγων, τῶν διὰ τῆς καταστροφῆς χιλιάδων γεωργικῶν οἰκογενειῶν συναχθησομένων χρημάτων, θὰ πρόκηται νὰ ὠφεληθῶσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη πίστιν, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαθον τίποτε ἐκ τοῦ πολέμου. Θέλομεν λοιπὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ μέσα τῆς ζωῆς, τὰ μέσα τῆς ἐργασίας ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον τὰ πάνδεινα, διὰ ν’ ἀνακουφίσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ὀλιγώτερα, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαθον τίποτε; Ἐξ αὐτῆς λοιπὸν τῆς ἀπόψεως ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ποία εἶναι ἡ πρακτικὴ ὠφέλεια τῆς ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἱδρύσεως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης; ποία ἡ πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς ἀνακούφισις τῆς τοιαύτης Τραπέζης, τῆς ἐπὶ τοιούτων βάσεων ἱδρυομένης, τῆς ἐρειδομένης ἐπὶ τῆς καταστροφῆς τόσων οἰκογενειῶν καὶ τόσων ἀνθρώπων; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πολὺ ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου...
§39ΤΙΝΕΣ. Διόλου.
§40ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἡ ἐπιθυμία μας εἶναι νὰ φανῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος γενναῖον, νὰ δείξῃ ὅτι ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ὅπως τὸ ἔδειξεν ἤδη, συμπονεῖ καὶ συμμετέχει εἰς τὰ δεινὰ τῆς Θεσσαλίας, καὶ νὰ διατρανώσῃ τοῦτο μίαν ἔτι φοράν. Πρέπει, Κύριοι, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀγογγύστως ὑπέστησαν, ἐκτὸς τῆς ἐθνικῆς πικρίας, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐδοκιμάσαμεν, καὶ τὰς ὑλικὰς συμφοράς, ἃς προεμνημόνευσα, νὰ δηλώσῃ τὸ Κράτος, ὅτι ἔρχεται ἀρωγὸν εἰς αὐτοὺς, καὶ ὅτι δὲν ἐπιδιώκει, δὲν δύναται νὰ ἐπιδιώκῃ, ὅπως διὰ τῆς καταστροφῆς χιλιάδων οἰκογενειῶν ἱδρύσῃ Τράπεζαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δανεισθοῦν ἐκεῖνοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἱδρύεται καὶ πρέπει νὰ ἱδρύηται, ἀλλ’ ἄλλοι, δι’ οὓς εἶναι ἤδη ἀνοικταὶ αἱ θύραι ἄλλων Τραπεζῶν, καὶ ὅτι τὴν σωτηρίαν, τὴν ἀνακούφισιν, τὴν οἰκονομικὴν ἀνάρρωσιν τῶν παθόντων τὰς συμφορὰς ταύτας τίθησιν ὑπεράνω ἄλλων μικροτέρας σημασίας συμφερόντων.
§41Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι ὄντως ἡ δυσπραγία ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡ λῆψις μέτρου τινὸς τοιούτου. Θεωρῶ λοιπὸν καθῆκόν μου, ὅπως καὶ ἐγὼ συστήσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἀποφασίσωσιν, ὥστε ἢ νὰ χαρισθῇ τὸ δάνειον, δι’ οὓς λόγους οἱ προαγορεύσαντες ἐξέθηκαν, ἢ τέλος πάντων ν’ ἀνασταλῶσιν αἱ καταβολαὶ τῶν δόσεων τῶν ἐπικειμένων, μέχρις οὗ ἀναλάβῃ ὁ τόπος.
§42Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει μία διαφωνία μεταξὺ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τυρνάβου καὶ τῶν δύο συναδέλφων, ἤτοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου· ὁ μὲν κύριος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐν δικαιώματι πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον, οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Λαρίσης, Φαρσάλων, Ἁλμυροῦ, περιορισθεὶς εἰς τούτους, καθόσον οἱ ἐκ τῆς λοιπῆς Θεσσαλίας δὲν μετέσχον τοῦ δανεισθέντος χρήματος τούτου· εἶπε δὲ, ὅτι ἐν δικαιώματι πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς, διότι φρονεῖ, ὅτι οὗτος ἦτο ὁ ἐξ ἀρχῆς σκοπὸς, ἐνῷ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ἦσαν μετριώτεροι, σύμφωνοι δὲ πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας ἴσως, καθόσον ὄχι ἐν δικαιώματι, ἀλλὰ διότι οἱ ὀφειλέται εὑρίσκονται ἐν ἀπολύτῳ ἀδυναμίᾳ νὰ καταβάλωσι τὴν πρώτην δόσιν τοῦ δανείου, ἐζήτησαν τὴν πλήρη ἀπαλλαγὴν τούτων, ἢ, ἂν τοῦτο δὲν ἦναι δυνατὸν, τὴν ἀναστολὴν τοὐλάχιστον τῆς καταδιώξεως τούτων ἐπὶ ἓν ἔτος. Καὶ βεβαίως, ἂν πρόκειται ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως νὰ κρίνω τὸ ζήτημα, δὲν διστάζω νὰ συνταχθῶ μὲ τὴν γνώμην τῶν κ. κ. ἐκ Βόλου καὶ Λαρίσης συναδέλφων· ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑφ’ ἣν ὑπεστήριξε τοῦτο ὁ ἐκ Τυρνάβου κ. συνάδελφος, διίσταμαι καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τοῦτον· οὔτε πρόκειται νῦν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἂν οἱ Θεσσαλοὶ, ὡς ἀμεσώτερον ὑποστάντες τὰς ζημίας τοῦ πολέμου, πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶσιν ἢ ὄχι, οὐδὲ διὰ τοιοῦτον λόγον διετέθησαν τὰ 8,000,000, περὶ ὧν ἡ συζήτησις. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν διετέθη τὸ ποσὸν τῶν 8 ἑκατομμυρίων, περὶ τῶν ὁποίων μακρὰ τότε ἐγένετο συζήτησις ἐνταῦθα. Ἡ τότε Κυβέρνησις, ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς χορηγίας τῶν 8 ἑκατομμυρίων, ἐζήτει νὰ χαρίσῃ τὰ 8 ταῦτα ἑκατομμύρια καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, ἡμεῖς δὲ, οἱ Βουλευταὶ κατὰ τὴν Περίοδον ἐκείνην, πάντες σχεδὸν ὁμοφώνως ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἦτο σκόπιμος ἡ ἰδέα αὕτη τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἥτις, προκατειλημμένη ἴσως ἀπὸ ὑπερβολικὰς ἰδέας περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν Θεσσαλῶν, ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ χαρισθῶσι τὰ 8 ἑκατομμύρια. Ἐνομίσαμεν λοιπὸν, ὅτι ἡ διάθεσις τῶν 8 ἐκείνων ἑκατομμυρίων ἔπρεπε νὰ γείνῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καὶ ὠφέλιμον νὰ φανῇ τὸ Κράτος εἰς τὴν πολλὰ παθοῦσαν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ καὶ τὸ δι’ αὐτὴν διατεθὲν χρῆμα νὰ μὴ ἀπολεσθῇ, ἀλλ’ ἐν καιρῷ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀπωτέραν ἀνάγκην, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν γεωργῶν καὶ βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸ πάντων. Οὕτως ἐπετεύχθη ἡ ἐπιτυχία διπλοῦ σκοποῦ, ἥ τε πρόχειρος βοήθεια τῶν παθόντων καὶ ἡ διηνεκὴς ὠφέλεια, ἡ ἐκ τῆς ὑποστηρίξεως διὰ τοῦ χρήματος τούτου, τῶν γεωργικῶν τάξεων. Καὶ πῶς δ’ ἐξ ἄλλου θέλει ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Τυρνάβου νὰ ἦναι πιστευτὸς σήμερον, ὅτι ἡ ἐπαρχία αὐτοῦ καὶ αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι τῆς Θεσσαλίας εὑρίσκονται εἰς ὃ σημεῖον ἐνδείας παρέστησε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅταν οἱ Νομάρχαι τῆς Θεσσαλίας καθ’ ὅλον τὸ θέρος διεσάλπιζον πανταχοῦ τοῦ Κράτους, ὅτι ἡ ἐσοδεία τῆς Θεσσαλίας εἶναι ἀρίστη; Καὶ πῶς σήμερον θὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἀληθῶς οἱ λαβόντες τὸ χρῆμα ἐκεῖνο δὲν πρέπει ν’ ἀποδώσωσιν αὐτὸ, ἐπὶ βλάβῃ τῆς λοιπῆς Θεσσαλίας, ἡ ὁποία ἐκ τῆς ἀποδόσεως τοῦ χρήματος προσδοκᾷ μείζονα ἀγαθά; Ὅταν, λέγω, ἐπισήμως τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίουν τὸ Ἑλληνικὸν ἅπαν, ὅτι ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ παραγωγὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐξασφαλίζει τὴν ἐπιτυχίαν αὐτῆς, ὄχι ἐπὶ τοῦ παρόντος μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ μέλλοντος ἀκόμη, ποῦ στηρίζεται ὁ κ. συνάδελφος, ζητῶν τὴν ἄφεσιν τῶν χρεῶν; Ἐγὼ σήμερον ἀκριβῶς ἐσκόπουν νὰ ζητήσω, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν Νομαρχῶν, ἰδίᾳ δὲ τοῦ Νομάρχου Βόλου, ὁ ὁποῖος, αὐτὸς πλειότερον τῶν ἄλλων, ἐβεβαίου τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δι’ αὐτῆς τὴν χώραν, ὅτι ἡ παραγωγὴ ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι ἀρίστη, ἀκριβῶς κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο χειρότερον τῶν ἄλλων ἐτῶν, ἵνα γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ποῖος ἦτο ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑπέβαλον τοιαύτας ἐκθέσεις οἱ Νομάρχαι. Ἀλλ’ ὅταν αἱ ἐκθέσεις αὗται ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ βεβαιωθῇ, ὅτι περιεῖχον τοιαῦτα, οἷα ἀνεγράφοντο ἐν ταῖς ἐφημερίσι, τότε θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, δι’ ὃν τοιαῦται ὑπεβάλλοντο ἐκθέσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἱστορικῶς λοιπὸν ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος ἠδίκει ἡμᾶς, τοὺς Βουλευτὰς τῆς Περιόδου ἐκείνης, ὅτε δι’ ὑπαινιγμῶν ἐνόει νὰ εἴπῃ, ὅτι ὄχι ἐκ καλῆς σκέψεως ὡρμήθημεν εἰς τὸ μέτρον τοῦ νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 8 ἑκατομμυρίων καθ’ ὃν τρόπον διετέθη. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ, ὅτι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἡ ἐγκαθίδρυσις ἐν Θεσσαλίᾳ στηρίζεται ἀκριβῶς εἰς τὸ μέτρον, τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ληφθέν, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονῇ ὁ συνάδελφος, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Θεσσαλίᾳ ἔχει αὐτὸν κυρίως τὸν σκοπόν, τοῦ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσόν, τὸ ἐκ τῶν 8 ἑκατομμυρίων διατεθέν, ἵνα μετὰ ταῦτα τὸ ποσὸν τοῦτο διαθέσῃ πρὸς βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τῆς γεωργικῆς τάξεως ἐν Θεσσαλίᾳ...
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προσθέτουσα καὶ 5 ἑκατομμύρια.
§44ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μάλιστα. Ἄν λοιπὸν γείνωσιν ἀποδεκταὶ αἱ γνῶμαι τοῦ κ. συναδέλφου ἐνταῦθα, τότε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει ὕπαρξιν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ οὐ μόνον δὲν ἔχει ὕπαρξιν αὐτή, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλην συνέπειαν μεγαλειτέραν, τὴν ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης. Ἔχουσι λοιπὸν σοβαρότητα μεγάλην αἱ γνῶμαι τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ νομίζω ὅτι ἐξεδήλωσε τὰς γνώμας του ταύτας, χωρὶς νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ παρασυρόμενος μόνον ἀπὸ τὸ συμφέρον του τὸ ἐπαρχιακόν. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι καὶ συμφέρον Θεσσαλικόν, καὶ κακῶς ἔπραττε πρὸ ὀλίγου, ὅτε ὡμίλει ὑπὲρ τῶν συνεπαρχιωτῶν του, νὰ ὁμιλῇ ἐξ ὀνόματος ὅλης τῆς Θεσσαλίας. Ἐγὼ ἀντικρούω αὐτὸν ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἥτις ἀναμένει τὴν εἴσπραξιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ποσοῦ, διότι ἐκ τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ ἀναμένει νὰ βοηθηθῇ εἰς τὰς γεωργικὰς αὐτῆς ἐργασίας. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω. Καταλήγω δὲ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφεραν οἱ συνάδελφοι, συμβάλλουσιν εἰς τὸ ν’ ἀνασταλῇ μόνον ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ τούτου, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ γείνῃ τοῦτο ὡς πρὸς τὴν πρώτην δόσιν καὶ ἐπί τινα χρόνον· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ γνῶμαι τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου συναδέλφου, ἀντικρούω ταύτας, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§45Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ δάνειον ἐχορηγήθη τότε, ὅπως παρεστάθη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, εἰς τὰ μέρη τὰ μᾶλλον παθόντα, καὶ ὄχι βεβαίως εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται καὶ ὅτι δύνανται οἱ δανεισθέντες νὰ μεταβάλουν τὸν προορισμόν, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας παρέστησε, τοῦ δανείου ἐκείνου· διότι σκοπὸς αὐτοῦ ὑπῆρξε πραγματικῶς, ἵνα χρησιμεύσῃ εἴτε πρὸς ἐγκαθίδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν, πρὸς ἄλλον τινὰ σκοπὸν, εἴτε δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα, εἴτε καὶ πρὸς θεραπείαν ἄλλων γεωργικῶν ἀναγκῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν σήμερον νὰ ζητήσωμεν, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπερ ἐχορηγήθη τότε εἰς δάνεια, χαρισθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν. Εἶναι βεβαίως ἀληθές, ὅτι ὄχι μόνον αἱ παρελθοῦσαι συμφοραί, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐσοδεῖαι αἱ ἐπακολουθήσασαι ὑπῆρξαν ἀτυχεῖς, καὶ πρὸ πάντων διὰ τὰ μέρη τῆς Λαρίσης καὶ τοῦ Τυρνάβου· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν ἀποτελεῖ λόγον, οὔτε δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως τὸ εἰς δάνεια χορηγηθὲν ποσὸν ἀλλάξῃ προορισμόν, διότι ἡ ἐσοδεία ὑπῆρξε κακή. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσωσιν, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις τῆς πρώτης δόσεως τοῦ δανείου τούτου, ὅπως ἀκολούθως, ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, εἰσπραχθῇ καὶ χρησιμεύσῃ τὸ δάνειον ἐκεῖνο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Θεσσαλίας ὅλης. Πρὸς ἓν ὅμως δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων συναδέλφου, ὁ ὁποῖος, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, ἐνόμισεν, ὅτι οἱ Νομάρχαι τῆς Θεσσαλίας δὲν μετεβίβασαν πληροφορίας ἀκριβεῖς περὶ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας. Διότι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀκριβές, καὶ ἂν ἐγένοντο τοιαῦται διαβεβαιώσεις ἐκ μέρους τῶν Νομαρχῶν, θὰ ἐγένοντο κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον, ὁπότε βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδωσιν ὁποία θὰ ἦναι ἡ ἐσοδεία ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἡ καταστροφὴ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐγένετο ἕνεκα τῶν μεγάλων βροχῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς συνέπειαν νὰ μὴ γνωρίζωμεν πόσον θὰ ἦναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ παραχθῇ, διότι μόνον κατὰ τὸ ἁλώνισμα δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς, τί παράγει ὁ ἀγρὸς, καὶ ἐνῷ φαίνεται μία ἐσοδεία ὅτι εἶναι καλλίστη, δύναται κατόπιν ν’ ἀποδειχθῇ κακή. Διὰ τοῦτο ὄχι μόνον οἱ Νομάρχαι, ἀλλὰ καὶ πᾶς τις ἠδύνατο ν’ ἀπατηθῇ, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, ὅτι ἡ παραγωγὴ εἶναι πολὺ διάφορος παρ’ ὅ,τι πραγματικῶς ὑπῆρξε.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ θέμα δὲν εἶναι περιωρισμένον ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Θεσσαλίας, διότι αἱ ἀνάγκαι εἶναι θεσσαλικαί. Τὸ θέμα σχετίζεται πρὸς ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἀνελήφθησαν ὑπὸ τοῦ Κράτους, καὶ πρὸς ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἀνελήφθησαν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος· καὶ ὡς καὶ πέρυσιν ἐξετασθὲν προεκάλεσε τὴν ἔρευναν καὶ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, οὕτω καὶ σήμερον νομίζω ὅτι πρέπει συντόμως νὰ λεχθῶσί τινα περὶ αὐτοῦ. Ὅτι τμήματά τινα τῆς Θεσσαλίας ἐξακολουθοῦσι πάσχοντα ἔτι καὶ σήμερον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν εἰς τοὺς λαβόντας δάνεια ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 10,000,000 δραχ. καὶ ἐργαζομένους ν’ ἀποδώσωσι τὴν πρώτην δόσιν τοῦ δανείου τούτου, εἶναι βέβαιον. Εἶναι βέβαιον, ὅτι οὔτε σήμερον, οὔτε τὸ ἑπόμενον ἔτος, οὔτε μετὰ πενταετίαν, ἐκεῖνοι, ὧν ἐμνημόνευσεν ὁ ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμος Βουλευτής, θέλουσι δυνηθῆ ν’ ἀποδώσωσι τὰ ληφθέντα δάνεια, οἱ ἐνδεεῖς δηλαδή. Τοῦτο δὲ τὸ ἄλλο εἶναι ἔτι μᾶλλον βέβαιον· ὅτι τὰ χρήματα τὰ δανεισθέντα, ὡς καὶ πέρυσιν ἐτόλμησα νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ἀπεφασίσθη νὰ δανεισθῶσιν, ἐρρίφθησαν κατὰ τὰ 9/10 εἰς τὴν θάλασσαν. Τοῦτο εἶναι βεβαιότατον. Ἀλλ’ οὗτος ὁ λόγος ἀνάγεται εἰς τὸ σύστημα, ὅπερ ἡ τότε Κυβέρνησις, πεισθεῖσα εἰς ὑπαγορεύσεις ἐκ τῶν ἐντὸς τῆς Βουλῆς δοθείσας, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἐγκατέλιπε τὴν ὀρθὴν ὁδὸν, ἣν αἱ προτάσεις τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, τῶν μελετησάντων τὸ ζήτημα, εἶχον χαράξει, τὴν ὁδὸν τῆς ἀποζημιώσεως ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἐντὸς τῆς ζώνης, ἣν διῆλθον αἱ τουρκικαὶ δυνάμεις· ἐγκαταλείψασα δὲ τὴν ὑπὸ τῶν προτάσεων τούτων δειχθεῖσαν ὁδὸν, ἠθέλησε νὰ δανείσῃ ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἔχοντα τὴν δύναμιν ἔπειτα ν’ ἀποδώσωσιν, ἀλλὰ καὶ γενικῶς εἰς τοὺς ἐνδεεῖς νὰ δώσῃ βοηθήματα. Καὶ ἠκούσατε ὅ,τι ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως τὸ κατ’ ἀρχὰς ἦτο νὰ διανείμῃ ἄνευ ἀξιώσεως ἀποδόσεως τὰ χρήματα, ἀλλ’ εὐγενεῖς ἰδέαι Θεσσαλῶν τινων Βουλευτῶν, ἀποκρουσάντων τὴν τοιαύτην διανομὴν βοηθημάτων, καὶ προτεινάντων, ἵνα τὰ δοθησόμενα δοθῶσιν ὡς δάνεια, ὥστε ν’ ἀναληφθῶσι τὰ χρήματα, μετέπεισαν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν προήγαγον εἰς τὸ νὰ προτείνῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, οὗ δυνάμει ἐδανείσθησαν χρήματα εἰς πάντα, ὅστις εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ ἰδίως εἰς τοὺς ἐνδεεῖς, καὶ ὑπεχρεώθησαν οἱ λαβόντες τὰ χρήματα ν’ ἀποδώσωσιν αὐτὰ εἰς πέντε δόσεις ἐντὸς ἓξ ἐτῶν, εἰς τρόπον ὥστε τὸ κεφάλαιον τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ, προστιθεμένων καὶ 5,000,000 δραχμῶν ὑπὸ τῆς Τραπέζης, εἰς ἀγροτικὰ δάνεια μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ χρόνου τοῦ ὁρισθέντος πρὸς ἀνείσπραξιν ἐντὸς 10 ἐτῶν. Ἀλλ’ ὅσα διετέθησαν τότε χρήματα, βεβαίως δὲν δύνανται ν’ ἀναληφθῶσιν, εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου. Βεβαίως ἡ ἐπαρχία Τυρνάβου, περὶ ἧς γίνεται λόγος, ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ τύχῃ εὐκολιῶν περὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ δανεισθέντος χρήματος. Τοῦτο καὶ ἄλλοθεν εἶναι γνωστόν, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ αὐτὸς πέρυσι, διελθὼν τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου, αὐτὸς ἐγὼ κατενόησα τὴν μεγάλην ἔνδειαν, ὑφ’ ἧς ἰδίως κατατρύχεται ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἡ παραμεθόριος, ἐν στενοχωρίᾳ μεγίστῃ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀναστέλλων τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλόντων χρῆμα; Καὶ ἀπαντῶ: Ὄχι τὸ Κράτος, ὄχι ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα. Ἡ Τράπεζα ἐδάνεισε τὸ χρῆμα, ὅπερ παρέσχεν εἰς αὐτὴν τὸ Κράτος· ἐδάνεισεν αὐτὸ ἐπὶ ἐγγυήσει τῆς Κυβερνήσεως· ἐδάνεισεν αὐτὸ ἐπὶ προμηθείᾳ, ἣν λαμβάνει, καὶ ἐδάνεισεν ὑπὸ ὅρους, οἵτινες γεννῶσιν εἰς αὐτὴν ὑποχρεώσεις ἐν τῷ μέλλοντι. Οὐδὲ δύναταί τις νὰ προτείνῃ νὰ χαρισθῶσι τὰ εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς δανεισθέντα, διότι ὀφείλει ἐν ταὐτῷ καὶ νὰ ἄρῃ ἀπὸ τῆς Τραπέζης τὸ βάρος, ὅπερ ἀνέλαβεν ἐκείνη, ἐλθοῦσα εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Κράτους, καὶ λαβοῦσα ἀνταλλάγματα. Ἡ Τράπεζα, ἐὰν πείθηται, ὅτι ἡ κατάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ εἰσπράξῃ, ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐνταῦθα ὅ,τι ἐφαρμόζει ἐν παντὶ ἄλλῳ τμήματι τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἔχει κεχορηγημένα γεωργικὰ δάνεια. Δὲν δύνανται οἱ δανεισθέντες νὰ πληρώσωσιν; ὑπαγορεύται εἰς αὐτὴν νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι πληρωμὴν, καὶ νὰ ἀπόσχῃ ἀπὸ καταδιώξεως, αἵτινες μόνον δαπάνας γεννῶσι, καὶ δὲν φέρουσιν ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους νὰ μὴ ἐπιδιώξῃ τὴν πληρωμήν· διότι, ἐὰν τὸ Κράτος θελήσῃ νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτὴν εἰς τοῦτο, εὑρίσκεται ἐκτεθειμένον εἰς τὸ νὰ μειώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Τραπέζης πρὸς αὐτὸ καὶ τὴν χώραν. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ βεβαίως δὲν δύναται νὰ λυθῇ ταύτην τὴν ἑσπέραν. Ἐὰν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ παρασχεθῇ ἐπικουρία εἰς τὴν Θεσσαλίαν διὰ τὴν παροῦσαν στενοχωρίαν, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ φέρῃ ἰδίας προτάσεις ἐνταῦθα, αἵτινες, ὁλόκληρον τὸ ζήτημα φέρουσαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θέλουσι παράσχει εἰς αὐτὴν τὰ προσήκοντα φῶτα πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, καὶ θὰ ἴδωμεν τότε ἐν πλήρει ἐπιγνώσει, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, μὴ μεταβάλλοντες τὸ καθεστώς, ὅπερ παρήγαγεν ὑπὲρ τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεις πρὸς αὐτὸ τῆς Τραπέζης. Τούτου τεθέντος κατὰ μέρος, βεβαίως πᾶς, ὅστις γνωρίζει τὴν στενοχωρίαν τὴν ἐπικρατοῦσαν ἔν τισιν ἐπαρχίαις τῆς Θεσσαλίας, δὲν δύναται ἢ νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ πάσης εὐκολίας, ἣν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ τὸ Κράτος πρὸς ἀνακούφισιν ἐκείνων, οἵτινες, δανεισθέντες ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἀποδώσωσι, βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν σήμερον ν’ ἀποδώσωσι τὸ χρῆμα.
§47Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ Τράπεζα, καθὸ δανείσασα αὕτη τὰ περὶ ὧν γίνεται λόγος χρήματα εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, αὕτη δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἐδάνεισε τὰ χρήματα ταῦτα ἐπὶ ἰδίῳ λογαριασμῷ· μόνον ἀνέλαβεν, ἐπὶ ἐλαχίστῃ ἀμοιβῇ διὰ τὰ ἔξοδά της, νὰ ἐνεργήσῃ τὴν διανομὴν τοῦ δανείου διὰ λ]σμὸν τοῦ Κράτους· ὥστε ὁ δανειστὴς εἶναι τὸ Κράτος, καὶ ὄχι ἡ Τράπεζα, καὶ τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ δωρήσῃ ἢ ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ ἢ νὰ ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξίν των. Ἑπομένως ὀρθῶς ἀπετάθημεν ἡμεῖς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι πρὸς τὴν Τράπεζαν, διὰ τὴν ὀφειλομένην εἰς τοὺς πάσχοντας πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας βοήθειαν, σχετικῶς μὲ τὴν ἐπικειμένην εἴσπραξιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δανείου. Βεβαίως ἡ Τράπεζα ἔχει ἀναλάβει ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ Κράτους διὰ τὴν διάθεσιν εἰς γεωργικὰ δάνεια τῶν τυχὸν εἰσπραχθησομένων ἐκ τοῦ δανείου χρημάτων· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι λόγος τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ὑποκαταστημάτων της εἶναι ἡ διανομὴ καὶ εἴσπραξις τοῦ δανείου τούτου τῶν 8 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι, ἂν ταῦτα δωρηθῶσι, δὲν ἔχει αὐτὴ θέσιν ἐν Θεσσαλίᾳ. Τοῦτο εἶναι παράδοξον νὰ λέγηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὡς εἶναι γνωστόν, καθ’ ὅ εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα, ἵδρυσεν ὑποκαταστήματα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα ἐνεργῇ τὰς ἐργασίας, ἃς κατὰ τὸ Καταστατικόν της ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους ἐνεργεῖ. Ὅτε δὲ καὶ οἱ μέτοχοι τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης ἀπεφάσισαν τὴν διάλυσιν αὐτῆς καὶ τὴν συγχώνευσίν της μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, ἐγένετο ἡ συγχώνευσις αὕτη, καὶ ἔτι μᾶλλον ἐπεξέτεινε τὰς ἐργασίας της. Ὥστε τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ ὑποκαταστήματά της ὑφίστανται ἀσχέτως τῆς εἰσπράξεως ἢ μὴ τοῦ τῇ μεσολαβήσει της διανεμηθέντος κυβερνητικοῦ δανείου. Οὔτε ἡμεῖς θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ συμφέροντα ἢ τὰς ζημίας τῆς Τραπέζης, ὅταν πρόκηται νὰ λάβωμεν μέτρα ὑπὲρ τῶν πασχόντων ἐν Θεσσαλίᾳ πληθυσμῶν, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Ἡμεῖς ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν λαβόντων ἐκ τοῦ δανείου Θεσσαλῶν δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν αὐτό· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἄξιοι τῆς τοιαύτης ἐπιεικείας, ζητοῦμεν, ὅπως τὸ Κράτος, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών του, φανῇ πρὸς αὐτοὺς εὐεργετικόν. Εἶναι ἄσχετον τὸ ζήτημα, ὅτι, ἐὰν δωρηθῇ τὸ δάνειον εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς καὶ δὲν εἰσπραχθῇ ἐξ αὐτῶν εἴτε ὅλον, εἴτε μέγα μέρος αὐτοῦ, δὲν θὰ καταθέσῃ ἡ Τράπεζα ἴσον ποσὸν, ἵνα τοῦτο διατεθῇ εἰς γεωργικὰ δάνεια, καὶ οὕτω θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις ἢ τροποποίησις τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Τραπέζης. Ἡμᾶς σήμερον ἐνδιαφέρει καὶ ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα, νὰ μὴ ἐπιδιωχθῇ ἡ εἴσπραξις τοῦ δανείου ἀπὸ τοὺς μὴ δυναμένους νὰ πληρώσουν. Ἡ δὲ Τράπεζα, ὅσα ποσὰ εἰσπράττει, θὰ τὰ διαθέτῃ εἰς γεωργικὰ δάνεια, προσθέτουσα καὶ ἴσον ποσὸν ἐξ ἰδίων της κεφαλαίων, καὶ τότε καὶ αὐτὰ τὰ εἰσπραττόμενα, καθὼς καὶ τὰ ἴδια, θὰ διαθέσῃ ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ. Ἂν δὲ τὸ ὅλον τοῦ δανείου δωρηθῇ, ἡ Τράπεζα δὲν θὰ διαθέσῃ ποσόν τι ἐξ ἰδίων της πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΦΝΕʹ νόμου, καθ’ ἃς κατόπιν τὰ δάνεια ταῦτα θὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν συσταθησομένην Γεωργικὴν Τράπεζαν. Τοῦτο ὅμως εἶναι λόγος, ἂν ᾖναι δικαία ἡ ἄφεσις τῶν χρεῶν, νὰ μὴ τὴν κάμωμεν; Μήπως ἄρα ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν ὑποχρεώσεων ἀναμένει ἡ Θεσσαλία νὰ λάβῃ ἀρωγὴν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Μήπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν διέθεσε καὶ διαθέτει ἐν Θεσσαλίᾳ ἄφθονα κεφάλαια εἰς γεωργικὰ δάνεια; Εἶναι γνωστόν, ὅτι πᾶς ἔχων στοιχειώδη, καὶ τὴν ἐλαχίστην πίστιν γεωργοκτηματίας ἢ γεωργός, ἔστω καὶ ζευγίτης, εὑρίσκει εὐκολίαν καὶ λαμβάνει γεωργικὸν δάνειον ἀπὸ τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ ὑποκαταστήματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ἔχει χορηγήσει μεγάλα ποσὰ εἰς δάνεια γεωργικὰ εἴς τε κτηματίας καὶ κολλίγους. Οὐδεὶς Θεσσαλός, καὶ ἰδίως γεωργός, ἔχων ἀνάγκην χρημάτων, ἔχων μικράν τινα πίστιν, εὗρε κλειστὴν τὴν θύραν τῆς Τραπέζης. Διὰ νὰ μὴ ἀποκλείωνται τῶν μετ’ αὐτῆς συναλλαγῶν καὶ οἱ μικρὰν πίστιν ἔχοντες, καὶ μέχρις 100 δραχμῶν μικροδάνεια ἐνεργεῖ διὰ τῶν ὑποκαταστημάτων της, καὶ τοῦτο, ἵνα καθίσταται ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ ὠφέλιμος εἰς τὴν γεωργίαν, καὶ ἵνα δύνανται πάντες ν’ ἀπολαμβάνωσι τῶν εὐκολιῶν, ἃς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ἵδρυμα παρέχει ἐν Ἑλλάδι. Καὶ εἶναι ἡ μόνη περίστασις, ὅπου ἐν Θεσσαλίᾳ εἶδον ἐπὶ τέλους Τράπεζαν προσιτὴν εἰς πολλοὺς καὶ ὄχι εἰς ὀλίγους, καὶ συναλλασσομένην καὶ παρέχουσαν τὰς εὐκολίας της μετὰ τόσης προθυμίας εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς.
§48Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις δύναται νὰ ἀπολήξῃ εἰς μίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον, ὡς ἤκουσα, ἐπισπεύδεται ἐντὸς μικρᾶς προθεσμίας ἡ εἴσπραξις τῶν ὀφειλομένων. Νομίζω ὅτι, ἅμα ἐγένετο ὁ νόμος περὶ χορηγίας τῶν δανείων εἰς τοὺς παθόντας Θεσσαλοὺς, ἦτο ἀνεπιτυχὴς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως, ὅτι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητοῦν δάνεια διὰ νὰ ζήσουν, ἦτο δυνατὸν μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη νὰ τὰ πληρώσουν. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ἑπομένως δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Θεσσαλία εὑρίσκεται σήμερον εἰς ἀδυναμίαν νὰ πληρώσῃ, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα, καὶ νομοθετικῶς νὰ ἀναστείλῃ τὴν πληρωμὴν, χορηγοῦσα προθεσμίας τοιαύτας, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ δύνανται οἱ ὀφειλέται νὰ πληρώσουν. Ὥστε ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περισθῇ ἕως ἐδῶ. Ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, θὰ ὑποβάλω ἐπερωτήσεις τινάς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπεβάλομεν παρατηρήσεις τινὰς, καταγγείλαντες διαφόρους παραβάσεις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς κατηγγέλθησαν ἐπίσης τοιαῦται σπουδαῖαι, ἀλλὰ μία δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τῆς κοινωνίας, καὶ ἐξήγειρε τὴν δημοσίαν γνώμην αὐτῆς τῆς πρωτευούσης, καὶ ταύτην δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, καὶ νὰ μὴ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον τοιαῦτα ἀνοσιουργήματα, γινόμενα πρὸς κοινὸν σκάνδαλον ἐν χώρᾳ πεπολιτισμένῃ, βεβαιούμενα, ὡς θέλω ἀναπτύξει, δικαστικῶς, ὑπὸ τὰς ὄψεις πάσης τῆς κοινωνίας καὶ παρερχόμενα ἄνευ τῆς ἐνεργείας τῶν νομίμων καταδιώξεων καὶ συνεπειῶν, στιγματίζουν τὴν κοινωνίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ διαπράττονται. Ἀνέγνωσα, καὶ βεβαίως καὶ ἄλλοι θὰ ἀνέγνωσαν, ὅτι ἐν δίκῃ, ἡ ὁποία διεξήχθη ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ Ἀθηνῶν, ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι, ἐρωτηθέντες, ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἐβασάνισαν τὸν κατηγορούμενον. Ὁ ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος ἠρωτήθη, δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ βεβαιώσῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, κατὰ τὰ δημοσιευόμενα πρακτικὰ, ὅτι εἶναι ἀληθεῖς αἱ καταγγελίαι, τὰ δὲ πρακτικὰ σημειώνουσιν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπιφυλάσσεται νὰ ἐνεργήσῃ καταδίωξιν ἅμα τῷ πέρατι τῆς δίκης. Ἔκτοτε παρῆλθον δύο μῆνες, καὶ ἤθελα νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καταθέτων ἔγγραφον πρὸς τοῦτο ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τί ἐνηργήθη μέχρι τοῦδε κατὰ τοῦ ἀστυνόμου καὶ τῶν ἀστυφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ὡμολόγησαν, ὅτι ἐνήργησαν τὰ βασανιστήρια, καυχώμενοι, ὅτι διὰ τοῦ μέσου τούτου κατώρθωσαν ν’ ἀνακαλύψωσι τὸν ἔνοχον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, θεωρῶ ἄδικον διὰ τὴν κοινωνίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ζῶμεν, ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ζῶσι καὶ ξένοι, νὰ ἐκτελῶνται δημοσίᾳ τοιαῦτα ἀνοσιουργήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι κοινωνίαν ἀγρίαν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα νὰ παρέρχωνται ἄνευ τῆς ἐνεργείας τῆς νομίμου καταδιώξεως. Ἄλλην ἐπερώτησιν ἔχω ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀνέγνωσα ἀναφοράν τινα τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Τόβασι τοῦ δήμου Νέσσωνος τῆς Θεσσαλίας, χωρίου βλαχοφώνου, ὡς λέγεται, ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγουσιν, ὅτι ἐπὶ 19 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Θεσσαλία ἀποτελεῖ μέρος τῆς Ἑλλάδος, σχολεῖον δημοτικὸν δὲν συνέστη ἐν τῷ χωρίῳ ἐκείνῳ, καὶ ὅτι οἱ κάτοικοι αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶχον μάθει τὴν Ἑλληνικὴν κατὰ τὴν μετανάστευσίν των ἐκ τῆς Μακεδονίας, τὴν ἀπέμαθον, καὶ ὅτι οἱ νεώτεροι ἀπὸ 19 ἐτῶν δὲν ἐδιδάχθησαν γράμματα, μεταβαίνοντες δὲ ἐνίοτε εἰς Μακεδονίαν, ἐμπαίζονται ἀπὸ τοὺς συμπατριώτας των διὰ τὴν μετανάστευσίν των εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι σύντομος, ἀλλ’ εἶναι καὶ περιττὸν νὰ τὴν ἀναγνώσω. Σᾶς εἶπον ἐν συνόψει τί περιλαμβάνει. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἡ ὁποία διεβιβάσθη διὰ τοῦ Νομάρχου Λαρίσης; Ἀνέγνωσα ἐν τῇ ἐφημερίδι, ἡ ὁποία ἐδημοσίευσε τὴν ἀναφορὰν, ὅτι ἐλέχθη, ὅτι πρόκειται νὰ διορισθῇ καὶ διωρίσθη τελευταίως εἷς δημοδιδάσκαλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδέχθη. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος, ἵνα μὴ ληφθῇ μέτρον τι ὁριστικὸν περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἀδύνατος ὁ διορισμὸς ἑνὸς δημοδιδασκάλου ἐκεῖ, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀπειρία δημοδιδασκάλων καὶ καθ’ ἑκάστην βλέπομεν ὅτι παύονται οἱ δημοδιδάσκαλοι. Μάλιστα ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν περὶ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἐφέτος, ἐν αἷς ἀνέγνωσα, καὶ εὑρέθην εἰς ἀπορίαν, καὶ ἐστενοχωρούμην, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τότε, ποῖαι εἶναι αἱ προσωριναὶ παύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, — καὶ ἐγένοντο 70 ἢ 80 τοιαῦται.—Προφανῶς ἀπελύετο ὁ διδάσκαλος, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ διωρίζετο ἄλλος. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, θὰ ἐνόουν τὴν παῦσιν· ἀλλὰ διατὶ νὰ διορίζηται ἄλλος; Τί ἐννοεῖ αὐτὴ ἡ προσωρινότης; Ὁ παυόμενος εἶναι ἀνίκανος; παύεται λόγῳ ἠθικῆς; ἔχει τὰ προσόντα νὰ ἐπανέλθῃ μετὰ τὴν προσωρινότητα; Ἐγὼ διετέλεσα ὑπάλληλος καὶ πολιτευόμενος ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἀλλὰ τὴν προσωρινὴν αὐτὴν παῦσιν δὲν τὴν γνωρίζω. Τρίτην ἐπερώτησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἣν καὶ προχθὲς ὑπέβαλον, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ δημοσιεύσεως ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν μέσαις πλατείαις πωλοῦνται ξιφολόγχαι πρὸς μίαν δραχμήν, καθ’ ἣν μάλιστα στιγμὴν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁπλοφορίας. Αἱ ξιφολόγχαι αὗται εἶναι στρατιωτικαὶ ἢ τοῦ ἐμπορίου; Ἐὰν εἶναι στρατιωτικαί, κακῶς γίνεται ἡ πώλησις, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται· ἐὰν ἰδιωτικαί, ἀπαγορεύεται ἡ πώλησίς των ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπαγορεύομεν τὴν ὁπλοφορίαν διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν καὶ ἐπεῖγον, δίδομεν ταὐτοχρόνως καὶ μίαν ξιφολόγχην εἰς χεῖρας ἑκάστου πολίτου!
§49Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν φρονῶ ὅτι σπουδαιολογεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὀνομάζων τὰς ξιφολόγχας τοῦ Δημοσίου. Τὰ δημόσια εἴδη δὲν πωλοῦνται εἰς τὰς ὁδοὺς, οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξάγωνται τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Αἱ ξιφολόγχαι αὗται εἶναι τοῦ ἐμπορίου, καὶ διὰ τοῦτο πωλοῦνται.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Μαρκέτος ὑποβάλλει ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα κατὰ δήμους, πόσα δημοτικὰ σχολεῖα δαπάναις τοῦ Δημοσίου εἰς δήμους βʹ καὶ γʹ τάξεως κατεσκευάσθησαν, εὑρίσκονται ὑπὸ κατασκευήν, ἢ ἐνεκρίθησαν ἤδη νὰ κατασκευασθῶσι, καὶ ποία ἡ δι’ ἕκαστον αὐτῶν δαπάνη.» Ὁ βουλευτὴς κ. Τρ. Πατρίκιος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: αʹ) Πόση ἡ κατὰ τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς δύναμις αὐτῆς εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, διακεκριμένως κατὰ βαθμοὺς, πόσοι οἱ ὑπάρχοντες σήμερον καὶ πόσοι οἱ ἐλλείποντες; βʹ) Πόση ἐπίσης ἡ κατὰ τὸν τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντα καὶ ἐν μέρει ἐφαρμοσθέντα νέον ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς δύναμις τῶν αὐτῶν ἀνδρῶν κατὰ βαθμοὺς, καὶ πόσοι ἐπίσης κατὰ βαθμοὺς ἐλλείπουσιν ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς δυνάμεως ταύτης; γʹ) Πόσοι κατὰ βαθμοὺς ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς εἰσιν ἀπεσπασμένοι, καὶ εἰς τίνας ὑπηρεσίας; δʹ) Οἱ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, εἰς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν φυλακῶν τῶν στρατιωτικῶν ὑποδίκων ὑπηρετοῦντες ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς κατέχουσιν ὀργανικὰς θέσεις, ἤ εἰσιν ἀπεσπασμένοι; Ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοί εἰσιν ἀπεσπασμένοι, τίνος ὅπλου ἀξιωματικοὶ κατέχουσιν ὀργανικῶς τὰς θέσεις ταύτας, καὶ εἰς τίνα ὑπηρεσίαν διατελοῦσιν ἤδη οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι; εʹ) Πόσοι κατὰ βαθμοὺς ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ὑπηρετοῦσιν ἤδη παρ’ ἑκάστῃ τῶν 26 Μοιραρχιῶν τοῦ Κράτους; πόσοι ἐκ τούτων εἰσὶ τοποθετημένοι διὰ Β. Διατάγματος εἰς τὰς Μοιραρχίας, εἰς ἃς ὑπηρετοῦσι, καὶ πόσοι εἰσὶν ἀπεσπασμένοι; ϛʹ) Πόσοι ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς κατὰ βαθμοὺς ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ποῖα τμήματα ἢ γραφεῖα, καὶ πόσοι εἰς ἕκαστον τῶν τμημάτων ἢ γραφείων; Οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι κατέχουσιν ὀργανικὰς θέσεις, ἤ εἰσιν ἀπεσπασμένοι, καὶ συνεπῶς ἐλλείπουσιν ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν Μοιραρχιῶν; ζʹ) Πόσοι κατὰ βαθμοὺς ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ καὶ πόσοι στρατιῶται τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων ἀσχολοῦνται ἤδη εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν; εἰς ποίους νομοὺς ὑπηρετοῦσιν οὗτοι, καὶ εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχονται τὰ κατὰ μῆνα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς πληρωνόμενα χρηματικὰ ποσὰ λόγῳ ἐπιμισθίου; ηʹ) Ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῶν τριῶν Ἀρχηγείων στρατοῦ μέχρι σήμερον, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τίνος ἀρχῆς ὑπήγοντο τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, καὶ παρὰ τίνων ἐλάμβανον διαταγάς; Ἡ ἐν Κηφισσίᾳ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ παρ’ ἀξιωματικοῦ διοικουμένη, εἰς τίνος ἀρχῆς τὰς διαταγὰς ὑπήχθη μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου διετέλει τὸ ἀπόσπασμα τοῦτο; θʹ) Ἀφ’ ἧς κατηργήθησαν τὰ Ἀρχηγεῖα στρατοῦ, παρ’ οἷς διετέλουν οἱ τρεῖς ἀντισυνταγματάρχαι ἐπιθεωρηταὶ τῆς χωροφυλακῆς, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐκοινοποιήθη αὐτοῖς τὸ ἐσχάτως ἐκδοθὲν Β. Διάταγμα τῆς τοποθετήσεως αὐτῶν εἰς τὸ ἀρτίως συστηθὲν καὶ μὴ λειτουργῆσαν ἔτι Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, ποῦ διετέλουν οἱ ἀντισυνταγματάρχαι οὗτοι, τίνα ὑπηρεσίαν ἐξετέλουν, καὶ παρὰ τίνος ἐλάμβανον διαταγάς; ιʹ) Μετὰ πόσας ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη τὸ νομοτελεστικὸν Β. Διάταγμα τῆς συστάσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, διωρίσθη ὁ ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ διὰ τίνα λόγον, καίτοι πρὸ πολλοῦ διορισθεὶς ὁ ἀρχηγὸς οὗτος, δὲν ἀνέλαβεν εἰσέτι τὰ καθήκοντά του, καὶ δὲν ἤρξατο ἡ λειτουργία τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἀρχηγείου;»
§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξήτασε τὰ τοῦ καταστραφέντος τορπιλλοβόλου, καὶ ἐξέφερε τὴν γνώμην της περὶ τῶν λόγων τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς. Συζητουμένου, κύριοι Βουλευταί, τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου», ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπή, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἐγὼ συνῄνεσα εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συστήσῃ ἐπιτροπήν, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως αὕτη ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέστη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, καὶ ὅμως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, οὐδαμῶς συνῆλθεν. Εἰδοποιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασίν της ἡ ἐπιτροπὴ δὲν συνέλθῃ ἐντὸς τῆς αὔριον καὶ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσίν της, θέλω ζητήσει νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνέστη, ἵνα διακριβωθῶσι τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ ἀνατίναξις τοῦ τορπιλλοβόλου, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπερώτησίν μου, ὑποβληθεῖσαν κατὰ τὴν τελευταίαν ἢ προτελευταίαν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Συνόδου, δι’ ἧς ἐζήτουν νὰ κατατεθῇ ποσότης τις ἐγγράφων, ἀφορώντων εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Λέγω δὲ τὴν λέξιν ποσότης, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δικαίως τότε εἶπεν, ὅτι ἐν σμικρῷ διαστήματι, μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῇ ἡ ποσότης τῶν ἐγγράφων, διότι τότε, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς γενικῆς ἐντυπώσεως καὶ συγκινήσεως, ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ἵνα μετὰ τοῦ θάρρους, τὸ ὁποῖον διακρίνει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἐπί τινων θεμάτων, ἐρευνηθῇ ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀνατινάξεως τοῦ τορπιλλοβόλου. Τότε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τὴν ἑπομένην τοῦ δυστυχήματος, κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τρία ἔγγραφα. Ἡ κατάθεσις αὐτῶν ὑπελήφθη ὑπὸ τῶν εἰδότων τὸ θέμα, καθὼς καὶ τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα μεταξὺ τῆς Διευθύνσεως τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης καὶ τοῦ Ναυστάθμου, ἀτελής. Διότι κατετέθησαν μόνον τινὰ ἔγγραφα, ἐνῷ ἐλέχθη ἐψιθυρίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι ἑπτὰ ἦσαν τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα περὶ τοῦ ἔκπλου τοῦ στόλου διὰ τὸν Βόλον. Ἐγὼ ἀπέκρουσα τὴν μομφὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἐλέχθη, ὅτι ἐξ ἐκλογικῶν λόγων ἐξεπέμφθη ὁ στόλος διὰ Χαλκίδος, διότι δὲν ἦτο ἀνάγκη τούτου, καθόσον εἶναι γνωστὴ ἡ ἐκλογικὴ ἰσχὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐν Χαλκίδι.
§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ διαταγή, ἥτις ἐξεδόθη, ἦτο, νὰ καταπλεύσῃ ὁ στόλος εἰς Βόλον πρὸς ἐκτέλεσιν γυμνασίων, καὶ οὐχὶ εἰς Χαλκίδα, διότι ἐθεωρήθη καταλληλότερος ὁ λιμὴν τοῦ Βόλου. Ἐὰν ἡ θάλασσα τῆς Χαλκίδος ἐθεωρεῖτο κατάλληλος, δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ διατάξω τὸν στόλον νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Χαλκίδα, καὶ δὲν ἤθελον ἐπηρεασθῆ ἀπὸ οὐδεμίαν παρατήρησιν. Ἐγὼ πολιτεύομαι ἐπὶ 30 ἔτη ἐν Χαλκίδι, καὶ οἱ συμπολῖταί μου μὲ ἐκλέγουσιν ἐπὶ δώδεκα περιόδους ἀντιπρόσωπόν των, χωρὶς ν’ ἀποστείλω τὸν στόλον εἰς Χαλκίδα.
§54Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ καθ’ ὅλα, ὅτι δὲν ἠθέλετε λάβει ὑπ’ ὄψιν τοιαύτην μομφήν. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι, ὅτε ἐθεωρήθη κατάλληλος ὁ πορθμὸς τῆς Χαλκίδος πρὸς ἔκπλουν τοῦ στόλου, ἀπεστείλατε αὐτὸν ἐκεῖσε. Ἐγώ, ἵνα μὴ τότε ὑποτεθῇ, ὅτι ἐμεμφόμην ὑμᾶς, ἀπέκρουσα καὶ ἀποκρούω τὴν ἐκδοχὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησίς μου περὶ ἀνατινάξεως τοῦ τορπιλλοβόλου ἔμεινεν ἐκκρεμὴς, λόγῳ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τοῦ ὅτι τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα ἦσαν περισσότερα, ἦσαν ἑπτὰ, ὡς ἀνεγράφη ἔν τινι ἐφημερίδι. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ χρόνος δὲν ἐπήρκει, δὲν συνεπλήρωσα τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην, ἐπιφυλαχθεὶς ἵνα βραδύτερον ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως, ἐν τῇ αὐστηρότητι, ἣν ἐπέδειξεν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, κατὰ πραγμάτων, κατὰ προσώπων καὶ συστημάτων παλαιῶν, μὴ ὑπολειφθῇ ἤδη ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ, καὶ διατάξῃ νὰ κατασχεθῇ τὸ πρωτόκολλον τῶν εἰσερχομένων καὶ ἐξερχομένων ἐγγράφων τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, καὶ ἐξ αὐτοῦ θέλει εὕρει ἀσφαλῶς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ῥίψωσι φῶς, ὄχι εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἵνα χωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον του καὶ ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Διότι ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα διοικητικῆς ἐνεργείας. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἐξετάζουσιν ἐνόρκως, ὁ δὲ ἀνωμοτὶ ἐξεταζόμενος ὑποχρεοῦται μὲν ὑπὸ τῆς ἠθικῆς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου, νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαμβάνων ἤδη νύξιν, θὰ διατάξῃ τὴν κατάσχεσιν τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, καὶ θέλει ἴδει, ὅτι τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα εἶναι οὐχὶ τρία, ἀλλὰ ἑπτά· ἡ ὕπαρξις δὲ τῶν ὑπολοίπων τεσσάρων ἐγγράφων θὰ δώσῃ ἀφορμὴν πρὸς σύστασιν οὐχὶ διοικητικῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦ τυχαίου γεγονότος, ἀλλὰ ἐκδόσεως διαταγῆς πρὸς ἀνάκρισιν καὶ ἐξέτασιν δικαστικήν. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν περιῆλθον βραδύτερον εἰς γνῶσιν τὰ ἀληθῆ γεγονότα. Ὑποβάλλων τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, εἶμαι πεπεισμένος ἀδιστάκτως, ὅτι δὲν θὰ διστάσῃ νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον, εἰς ὃ εἶναι ὑποχρεωμένος, καὶ λόγῳ τοῦ ὀνόματος καὶ λόγῳ τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὡς Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους.
§55Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐπερώτησιν, ἣν, ὡς εἶπεν, ἡμέρας τινὰς πρὸ τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης Συνόδου ἀπηύθυνε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ σᾶς ὑπέβαλον ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ἐπελθὸν δυστύχημα τοῦ τορπιλλοβόλου, καὶ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, σᾶς τὰ ἀνέγνωσα ἀπὸ τοῦ βήματος. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἔχω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἄλλα δὲν γνωρίζω. Ἀνάγκη νὰ διατάξω τὴν κατάσχεσιν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, δὲν ὑπάρχει. Ἀρκεῖ νὰ διατάξω νὰ ἔλθῃ τὸ πρωτόκολλον, καὶ θὰ ἔλθῃ. Ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι οὐδένα λόγον ἔχω νὰ καλύψω τινά· κολακεύομαι δὲ νὰ πιστεύω, — καὶ ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν περιαυτολογίαν, — ὅτι ἡ διοίκησίς μου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἔχει πείσει τὸ κοινὸν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐφείσθην οὔτε συγγενῶν οὔτε φίλων, καὶ πάντα σφαλέντα ἢ πταίσαντα ἐτιμώρησα. Συνεπῶς παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐπερώτησίν του, καὶ θὰ ζητήσω ἀμέσως καὶ τὸ πρωτόκολλον τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης καὶ πᾶν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον τυχὸν δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἐγὼ ἔχω λόγον τινὰ νὰ φεισθῶ τινος, ἢ νὰ καλύψω τι. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον λυποῦμαι, εἶναι ὅτι ἔλαβε χώραν δυστύχημα μέγα, καὶ ἀπωλέσθησαν ἐννέα ἄνδρες...
§56Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ 800,000 δραχμαί.
§57ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι τόσαι. Ὅτε τὰ πλοῖα ταῦτα ἠγοράσθησαν, εἶχεν ἕκαστον 400–500 χιλιάδας δραχμῶν, τώρα ὀλιγώτερον. Ἡ ἀξία ὅμως τοῦ τορπιλλοβόλου εἶναι μηδαμινὴ ἀπέναντι τῆς ζημίας, ἥτις ἐγένετο εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ συμβὰν ἦτο τυχαῖον. Κατὰ σύμπτωσιν δὲ, μετὰ πάροδον μηνὸς ἀπὸ τῆς καταστροφῆς τοῦ ἰδικοῦ μας τορπιλλοβόλου, ἀνεγνώσατε, ὅτι κατεστράφη Ρωσσικὸν τορπιλλοβόλον, ἀνατιναχθὲν εἰς τὸν ἀέρα· ἐπὶ τούτῳ δὲ συνελυπήθην τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τῆς Ρωσσίας, καὶ ἔλαβον εὐχαριστήριον ἀπάντησιν. Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν ἐπίσης ἀνετινάχθη Γαλλικὸν τορπιλλοβόλον, καὶ δὲν παρέλειψα νὰ συλλυπηθῶ καὶ τὸν Γάλλον Ὑπουργόν· κατόπιν ἀνετινάχθη Ἀγγλικὸν τορπιλλοβόλον. Πέντε ἢ ἓξ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ σειράν, λυπηρὰ καὶ δυσάρεστα, ἀλλὰ τυχαῖα. Τοῦτο λέγων, οὐδένα θέλω νὰ καλύψω, δι’ οὐδένα ἔχω ἐνδιαφέρον, καὶ ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ πταίων ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ δυνάμενος νὰ ἀνακαλυφθῇ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα μοὶ ὑπεδείξατε, δὲν θὰ φεισθῶ αὐτοῦ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν δυστυχημάτων τούτων εἶναι τυχαῖα. Πρὸ δύο μηνῶν ἡ ναυαρχὶς τοῦ ναυάρχου Φουρνιὲ κατεβύθισε τορπιλλοβόλον ἐν τῷ Ὠκεανῷ, ὅπερ κατεποντίσθη αὔτανδρον. Κατὰ συνέπειαν δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν νὰ κόψωμεν κεφαλάς, διότι ἀνετινάχθη τὸ ἰδικόν μας τορπιλλοβόλον. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἣν κατέθεσα, καὶ ἥτις συνετάχθη παρ’ ἀξιωματικῶν, οἵτινες εἶναι λίαν ἀξιότιμοι καὶ γνωστοί, — πρόεδρος εἶναι ὁ κ. Ζῶτος, μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ὁ κ. Μπούμπουλης καὶ ἕτερον μέλος ὁ ἀρχιμηχανικὸς τοῦ στόλου, — καθίστανται γνωστὰ τὰ αἴτια. Ἐν τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ φέρῃ πάλιν τὴν ἐπερώτησίν του.
§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω λείψει νὰ ὑποβάλω ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου, συμπληρῶν αὐτήν· διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χρήζει παρατηρήσεώς τινος, ἵνα ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ καταθέσει τῶν τριῶν ἐγγράφων ἐλέχθη ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι καὶ ἄλλα τέσσαρα.
§59ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι τρία· εἶναι πέντε ἢ ἕξ.
§60Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἐλέχθη, ὅτι ὑπελείφθησαν τέσσαρα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἡ ὑπηρεσία, ἡ ἐνδιαφερομένη, τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, ἢ τῆς Διευθύνσεως τοῦ Ναυστάθμου, δὲν συνυπέβαλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἱστορικόν, διότι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὸν τύπον τοῦ τυχαίου καὶ ἐκ συμπτώσεως, συνέβησαν καὶ συμβαίνουσι καὶ εἰς ἄλλους στόλους, πολὺ καλλίτερον τοῦ Ἑλληνικοῦ κατηρτισμένους. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐκεῖ δὲν θὰ ἔλειψεν ἡ ἀνακριτικὴ ἐνέργεια. Πάντως ὅμως δὲν θὰ ἐγένετο διοικητικὴ ἐνέργεια, ἀλλὰ δικαστική, διότι μεταξὺ τῶν ὁρίων τοῦ τυχαίου καὶ τοῦ ἐξ ἀμελείας ἀδικήματος ὑπάρχει πολλὴ σύγχυσις. Ὅτε δὲ ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκετο ἐν ἐνεργείᾳ, ἐλάμβανε χώραν γεγονὸς, προκαλέσαν σχόλια. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔθεσεν εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως τὸν Διευθυντὴν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης. Ἐλέχθη δὲ τότε καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τοῦ εἰρημένου Διευθυντοῦ προῆλθε διότι ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα ἔγραψεν οὗτος ἀπ’ εὐθείας πρὸς ἀρχὰς, αἵτινες δὲν προΐσταντο τοῦ ἀξιώματός του, καὶ διότι ἐν τῷ ἐγγράφῳ ὑπῆρχεν ἔκφρασις, ὅτι, ἐὰν δὲν διετάσσετο μετὰ τοσαύτης βίας νὰ ἐκπλεύσῃ ὁ στόλος, δὲν θὰ συνέβαινε τὸ ἀπευκταῖον γεγονός. Ἡ βία αὕτη πότε προῆλθε; Τοῦτο θὰ καταδειχθῇ ἐκ τῶν προσαχθησομένων ἐγγράφων. Ἐγὼ δὲν διστάζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀφορμὴν ζητεῖ, ἵνα ἐπιδείξῃ τὴν αὐστηρότητά του· ἡμεῖς δὲ τῷ παρέχομεν τοιαύτην ἀφορμήν. Καὶ πρέπει τέλος νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ καθῆκον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σπεύσῃ εἰς τοῦτο.
§61Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐμνημονεύσατε, ὅτι ἐτιμώρησα τὸν Διευθυντὴν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης. Τὸν Διευθυντὴν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης ἐτιμώρησα δι’ ἀργίας, διότι, ἐνῷ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔλαβε χώραν τὸ δυστύχημα, δι’ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἔγραφεν εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου, ὅτι θεωρεῖ περιττὴν τὴν ἐκ νέου δοκιμὴν τῶν τορπιλλοβόλων, διότι ταῦτα, δοκιμασθέντα ἐν πλῷ ἐντὸς τοῦ κόλπου τῆς Σαλαμῖνος, εὑρέθησαν λειτουργήσαντα ἄριστα καθ’ ὅλα, μόλις ἔλαβε χώραν τὸ δυστύχημα, τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν, ἐνόμισε καλὸν νὰ γράψῃ ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ γράψῃ, διότι προϊστάμενός του ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν...
§62Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον αὐτό.
§63Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐνῷ ἔγραψεν ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ γράψῃ...
§64Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον. Εἰς τὸν Βασιλέα.
§65ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι εἰς τὸν Βασιλέα. Μὲ συγχωρεῖτε.
§66ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλά;
§67ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τέλος πάντων ἀνάκρισιν δὲν θὰ δεχθῶ ἐδῶ.
§68ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν.
§69ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. Ἐνῷ λοιπὸν ἔγραψεν ἐκεῖ, ἀνῄρει αὐτὸς ἑαυτὸν, καὶ ἔλεγεν ὅτι, ἂν μετὰ τόσης σπουδῆς δὲν ἐγίνετο ἡ προετοιμασία, δὲν ἤθελε λάβει χώραν τὸ δυστύχημα αὐτό· ὁ ἴδιος δὲ τὴν προτεραίαν δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου ἔλεγεν, ὅτι θεωρεῖ περιττὴν τὴν ἐκ νέου δοκιμὴν, διότι ἡ δοκιμὴ ἐγένετο, καὶ αὐτὸς βεβαιοῖ, ὅτι τὰ πάντα ἔχουσιν ἄριστα. Λοιπὸν δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τὸν ἔθεσα εἰς ἀργίαν.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλὰ ἐκάμετε.
§71Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε, ὅτι ἔχει σημασίαν ἡ ἐπερώτησις, διότι ἀποκαλύπτει γεγονότα, τὰ ὁποῖα...
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπε καὶ τότε.
§73Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ λέγω πρὸς μομφὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§74Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο κατετέθη;
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη καὶ τότε, καὶ ἀνεγνώσθη ἀπὸ τοῦ βήματος.
§76Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα, τὸ ἀνέγνωσα καὶ τὸ κατέθεσα.
§77Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο γνωστὸν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ ἡ τιμωρία ἐπῆλθε βραδύτερον· ἦτο δὲ ἄγνωστον τὸ ἔγγραφον, ἢ ἡ ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν ὑστέρως ἔγραψεν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικὸς πρὸς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν προΐστατο ἀμέσως τοῦ κυρίου ἐκείνου, ὅστις ἐτύγχανεν ἀξιωματικὸς Διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔπραξε τὸ καθῆκόν του.
§79Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ ὀφείλω, Κύριοι, νὰ προσθέσω καί τι ἀκόμη, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς τιμωρίας τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικοῦ ὑπεγράφη ἀμέσως, ἅμα ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα.
§80Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἠγνόουν παντελῶς, ἂν ὁ τότε Διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης ἔγραψεν ἢ δὲν ἔγραψεν ἐπιστολὴν εἰς πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν ὤφειλε νὰ γράψῃ, καὶ ἂν αὕτη, περιελθοῦσα εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἠνάγκασεν αὐτόν, πολὺ δικαίως, νὰ ἐπιβάλῃ τιμωρίαν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον, ὅστις παρέβη καὶ τὴν πειθαρχίαν, παρέβη ἴσως καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει, νὰ ἀπευθύνηται ἱεραρχικῶς πρὸς τὴν προϊσταμένην αὐτοῦ ἀρχὴν, καὶ οὐχὶ πρὸς ἑτέρας ἀρχὰς, ξένας τοῦ κλάδου αὐτοῦ...
§81ΑΓ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀναρμοδίως.
§82ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως, ἀναρμοδίως. Τέλος πάντων, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τότε κατέθηκεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἦσαν βεβαίως τρία, ἀλλὰ ἕξ ἢ ἑπτὰ, ἴσως καὶ περισσότερα, τὰ ὁποῖα ὅμως περιωρίζοντο εἰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου πρὸς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, ὅπως ἐξετασθῶσι τὰ τορπιλλοβόλα, τὰ ὁποῖα, μόνον εὑρισκόμενα ἐν καλῇ καταστάσει, θ’ ἀπέπλεον εἰς τὸν Εὐβοϊκὸν κόλπον. Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸ μικροῦ, ὅτι δηλαδὴ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης εἶχεν ἐξετάσει ἀπὸ τῆς προτεραίας τὰ τορπιλλοβόλα καὶ εὗρεν αὐτὰ εἰς καλὴν κατάστασιν, διεβίβασε δὲ ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαίου, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἑτέρας ἐπιθεωρήσεως, τὸ ἔγγραφον τοῦτο νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρερμηνεύει ὀλίγον, ἢ δὲν ἐνθυμεῖται καλῶς τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης ἔλεγεν, ὅτι ἐξητάσθησαν τὰ τορπιλικὰ σκάφη, ὅτι ἐξητάσθησαν αἱ μηχαναὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς οὐδεμίαν εὐθύνην ἀνελάμβανε...
§83ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι· λάθος ἔχετε.
§84ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα.
§85ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς τὰ ἀνέγνωσα.
§86ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ, καὶ ὅταν τὰ ἀναγνώσητε πάλιν, θὰ ἴδητε ὅτι ἔχω δίκαιον.
§87ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχετε καθόλου δίκαιον.
§88ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατετέθησαν καὶ ἀνεγνώσθησαν. Δὲν πρόκειται περὶ νέου τινὸς ἐγγράφου· πρόκειται περὶ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε καταθέσει, καὶ ἀνεγνώσθη εἰς τὴν Βουλὴν παρ’ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἔλεγεν, ὅτι τὰ τορπιλλικὰ σκάφη — ἦσαν δὲ ταῦτα 5 ἢ 6 — ἐξητάσθησαν καὶ εὑρέθησαν ἐν καλῇ καταστάσει, ἀλλὰ δὲν ἀνελάμβανεν εὐθύνην, ἂν τὰ σκάφη ταῦτα, ἐν πλῷ ἐξεταζόμενα, δὲν θὰ εὑρίσκωνται ἐν καλῇ καταστάσει.
§89ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι.
§90ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν φέρητε τὸ ἔγγραφον, θὰ ἴδητε.
§91ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ φέρω. Παρακαλῶ δὲ νὰ σᾶς διακόψω, διότι συγχέετε τὰ πράγματα. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀμύνης ἔλεγεν εἰς ἓν ἔγγραφον, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθωσιν οἱ κυβερνῆται νὰ παραλάβωσι τὰ τορπιλλοβόλα· ἀφοῦ τὰ παραλάβωσι δὲ οἱ κυβερνῆται, θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του ἀνεύθυνον. Ἦλθον λοιπὸν οἱ κυβερνῆται, τὰ παρέλαβον, συνετάχθησαν τὰ πρωτόκολλα τῆς παραλαβῆς, ὑπεγράφησαν παρ’ ὅλων τῶν κυβερνητῶν, καὶ ἐκρίθη ὅτι ἦσαν ὅλα ἐν καλῇ καταστάσει. Αὔριον θὰ σᾶς φέρω τὰ ἔγγραφα.
§92ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐγέννησεν ὑπονοίας· ἀλλὰ ἐμεσολάβησε χρονικὸν διάστημα τοσοῦτον, ἕως ὅτου προσαχθῶσι τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, καὶ βλέπετε ὅτι μόλις μετὰ πάροδον ἑπτὰ μηνῶν, σήμερον μόλις, ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐξετασάσης τὸ ἀνελκυσθὲν τορπιλλοβόλον.
§93ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι μετὰ ἑπτὰ μῆνας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἦτο ἡ Βουλὴ κλειστή...
§94ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπὸ τῆς 21 Μαρτίου.
§95ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸν Μάϊον ἐξητάσθησαν.
§96ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡμεῖς τί λέγομεν σήμερον εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν λέγομεν ὅτι προῆλθεν ἡ βραδύτης ἐξ ἀβελτηρίας ἰδικῆς σας, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς μεμφθῶ διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν ἐσπεύσατε νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ τότε ἐλέχθη, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἐκθέσεως ταύτης, ἡ ὁποία δὲν κατετέθη ἐγκαίρως, — διότι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τῶν τορπιλλοβόλων,—ἐλέχθη τότε, ὅτι ὑπῆρχεν ἔκθεσις, νομίζω, τοῦ κ. Ἠλία Μαυρομιχάλη, ἴσως δὲ καὶ ἑτέρου ἀξιωματικοῦ, διαβιβασθεῖσα εἰς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, ἢ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεφέρετο, ὅτι τὰ τορπιλλοβόλα ταῦτα, τὰ διαταχθέντα τόσον ἐσπευσμένως ν’ ἀποπλεύσωσι τοῦ Ναυστάθμου, ἦσαν εἰς πλήρη ἀνικανότητα νὰ ἐκτελέσωσι τὸν πλοῦν τοῦτον. Αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν—ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη—παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ.
§97Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχω ζητήσει ἐγώ.
§98ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ πρωτόκολλα τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, τὰ ὁποῖα εἶχον ζητήσει.
§99ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§100ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω, καὶ παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη· τότε δὲ συζητοῦμεν ὁπωσδήποτε.
§101Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν ζητοῦνται ἔγγραφα, ἵνα ἡ Βουλή, ἐν ἀνάγκῃ, ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἔγγραφα τοιαῦτα ἐζητήθησαν καὶ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς, βεβαίως δύσκολον εἶναι ἡ Βουλὴ γὰ ἐπιληφθῇ, πρὸ τῆς καταθέσεως ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, συζητήσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν ἐξηνέχθησαν γνῶμαι καὶ κρίσεις, εἴτε τῶν ἐπερωτώντων τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἴτε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, αἱ γνῶμαι καὶ αἱ κρίσεις αὗταί εἰσι βεβαίως λίαν πρόωροι. Ἐνθυμοῦμαι τῷ ὄντι, ὅτι κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς παρελθούσης Συνόδου ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς εἶχε ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σωρείαν ὅλην ἐγγράφων, σχετιζομένων πρὸς τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα ταῦτα τότε. Δὲν κατέθηκε δὲ αὐτά, διότι βεβαίως ἦσαν τοσαῦτα, ὥστε καὶ ἐγὼ συνομολογῶ, ὅτι ἤθελον ἀπαιτηθῆ τουλάχιστον δέκα ἡμέραι, ἵνα εὑρεθῶσι καὶ κατατεθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατετίθεντο παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀμέσως, πάλιν δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀναγκαῖος ὑλικὸς χρόνος πρὸς μελέτην τῶν ἐγγράφων, ἀφοῦ ἐζητήθησαν ἐκπνεούσης τῆς Συνόδου. Ἐγὼ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, δὲν ἀνεμίχθην δέ, διότι οὐδὲν ἐπισήμως ἐγνωρίζομεν περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἤκουον πολλὰ λεγόμενα καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔχων πεῖράν τινα τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, συνηθίζω οὐδέποτε νὰ ἀναμιγνύωμαι εἰς ὑποθέσεις τοιαύτας, ἂν δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ πειστήρια. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι καὶ μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐλέχθη, ὅτι ἐζητήθησαν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἐπιχυθῇ πλῆρες φῶς εἰς τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν. Διὰ τοῦτο τολμῶ καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα, εὐκρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἴτε αὐτὰ ταῦτα τὰ πρωτόκολλα, ἅτινα ζητοῦνται ἐν τῇ ἐγγράφῳ ἐπερωτήσει μου, ἢ, ἂν τοῦτο ἦναι δυσχερές, — διότι πιθανὸν νὰ ἦναι δυσχερὴς ἡ κατάθεσις τῶν πρωτοκόλλων ἐν πρωτοτύπῳ, — ἂς κατατεθῶσι τότε ἀντίγραφα τῶν πρωτοκόλλων, ὄχι βεβαίως ὁλοκλήρων, ἀλλὰ τῶν μελῶν ἐκείνων, ἅτινα σημειοῦνται ἐν τῇ ἐγγράφῳ ἐπερωτήσει μου. Καὶ δὴ πρῶτον: παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πρωτόκολλα εἰσερχομένων καὶ ἐξερχομένων ἐγγράφων τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Β. Ναυστάθμου καὶ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, ἢ τοὐλάχιστον ἀντίγραφον τῶν πρωτοκόλλων τούτων, τῆς μὲν Ὑποβρυχίου Ἀμύνης τῶν μηνῶν Μαΐου καὶ Αὐγούστου τοῦ 1898, Νοεμβρίου 1899, Ἰανουαρίου, Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου τοῦ 1900. Ἐπίσης δὲ ἀντίγραφον ἢ τὸ πρωτόκολλον τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Β. Ναυστάθμου τοῦ μηνὸς Μαρτίου τοῦ 1900, διότι ὑποθέτω, ὅτι, ὅταν κατατεθῶσιν εἴτε τὰ πρωτόκολλα, εἴτε τὰ ἀντίγραφα, θέλουσιν ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ὄρεξιν νὰ συζητήσωσι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐν πλήρει ἀκριβείᾳ περὶ τῶν αἰτίων, ὧν ἕνεκεν ἀνετινάχθη τὸ τορπιλλοβόλον ὑπ’ ἀριθ. 12. Ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει νὰ ἔχω τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως, ἐὰν εὐκρεστῆται, καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ πρωτόκολλα ἐπιθεωρήσεως πάντων τῶν πλοίων τοῦ στόλου, τῆς γενομένης μετὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ τορπιλλοβόλου, καὶ πᾶσαν τυχὸν ἄλλην ἔκθεσιν τῶν ἁρμοδίων, συνταχθεῖσαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ, περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πλοίων τοῦ στόλου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρό τινων ἡμερῶν κατέθηκεν ἔκθεσίν τινα περί τινων τῶν πλοίων, ἀλλ’ ὡς εἴδομεν, καὶ ὡς ἠκούσατε, αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀφορῶσιν ἐκεῖνα τὰ πλοῖα, ἅτινα ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ὅλως ἄχρηστα, τουτέστι τὰ Ἀγγλικὰ τορπιλλοβόλα, δύο ἐκ τῶν Γαλλικῶν τορπιλλοβόλων καὶ ἓν μικρὸν πλοιάριον ὑπὸ τὸ ὄνομα «Πειραιεύς». Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως εὐκρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ πᾶσαν τυχὸν ἔκθεσιν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ γενομένην, περὶ τῆς καταστάσεως ὅλων τῶν πλοίων τοῦ στόλου, καὶ ἰδίως παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ αʹ) ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιμηχανικοῦ κ. Τσακάλη καὶ τοῦ ναυπηγοῦ κ. Βίμπου, τῶν ἐπιθεωρησάντων τὸ Θωρηκτὸν «Σπέτσαι» ἐν Βόλῳ καὶ τοὺς ἀτμομυοδρόμονας, καὶ βʹ) αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν, τῶν συσταθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας ὑποναυάρχου κ. Κριεζῆ ἐν Βόλῳ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτά εἰσι λίαν οὐσιώδη καὶ δι’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§102Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διαβεβαιῶ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι θέλω καταθέσει πᾶν ὅ,τι ζητεῖ· τὸν εὐχαριστῶ δὲ πολὺ, διότι εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ νὰ καταθέσω τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, πάντες ἀνεκλήθησαν καὶ ἐτιμωρήθησαν, καὶ τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀποτελεσθείσης ἐκ τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ κ. Τσακάλη καὶ τοῦ ναυπηγοῦ κ. Βίμπου, διότι ἡ Βουλὴ, ἴσως πρέπει νὰ μάθῃ διατὶ ἀνεκλήθη καὶ ὁ ναύαρχος καὶ οἱ κυβερνῆται, καὶ διατὶ ἐτιμωρήθησάν τινες ἐξ αὐτῶν μὲ φυλάκισιν.
§103ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Συμπληρῶν τὰς πληροφορίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν κατάστασιν ὅλων τῶν πλοίων τοῦ στόλου, οὐχὶ μόνον τῶν τριῶν πλοίων...
§104ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅλων τῶν πλοίων, εἶπον.
§105ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. .. Ἐπειδὴ ἠκούσθη καὶ ἐπανελήφθη, ἤκουσα δὲ καὶ ἐγὼ τοῦτο, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τουτέστι τὰ πλεῖστα τῶν σκαφῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν εἶναι ἄχρηστα, θέλω νὰ μάθω: ὑπάρχουσι πρωτόκολλα, κηρύττοντα αὐτὰ ἄχρηστα; τὰ πρωτόκολλα αὐτὰ περιέχουσι τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους κηρύσσονται ἄχρηστα; Διότι τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι εἶναι ἄχρηστα, δὲν ἀρκεῖ· πρέπει καὶ νὰ ἦναι κεκηρυγμένα τοιαῦτα.
§106ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατετέθησαν.
§107ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μόνον τὰ περὶ τῶν τορπιλλοβόλων κατετέθησαν.
§108ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ τὰ περὶ τῶν κηρυχθέντων ἀχρήστων.
§109ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Λοιπὸν τὰ ἄλλα δὲν εἶναι ἄχρηστα;
§110ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα.
§111ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν κατετέθη τίποτε.
§112ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἴσως δὲν ἦσθε τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐδῶ.
§113ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἴσως δὲν ἤμην ἐδῶ.
§114Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς εἶπον τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι ἐκηρύχθησαν ἄχρηστα τὰ τάδε καὶ τάδε πλοῖα. Αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς δι’ αὐτὰ κατετέθησαν. Ἐθεωρήθησαν ὡς ἄχρηστα ὑπὸ πολεμικὴν ἔποψιν, χρήσιμα ὅμως δι’ ὑπηρεσίας ἄλλας, καὶ ἰδίᾳ πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, τὰ πλοῖα τάδε καὶ τάδε, καὶ τὰ ὁποῖα προωρίσθησαν πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Περὶ τῶν ἄλλων πλοίων, περὶ ὅσων ἔχω ἐκθέσεις ἐπιτροπῶν, θὰ καταθέσω αὐτάς.
§115ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὰ ζητῶ, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλλείπουσι· διότι αἱ προσαγόμεναι ἐκθέσεις δεικνύουσι μόνον, ὅτι ἐγένετο μία ἐπιθεώρησις ἀπὸ μέρους τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ καὶ τοῦ ναυπηγοῦ. Αὐτὰ λοιπὸν δέον νὰ κατατεθῶσιν ὅλα, διὰ νὰ κρίνωμεν, διότι καὶ αἱ ἐκθέσεις ἐπιθεωρήσεως εἶναι οὐσιώδης παράγων κρίσεως περὶ τῆς τε καταστάσεως τῶν σκαφῶν καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§116ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ὅλην τὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν ἀνάληψιν τῆς ἀρχηγίας ἐκ μέρους τοῦ ναυάρχου κ. Κριεζῆ, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν οὗτος ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα.
§117ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀλληλογραφία.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγοῦμης ἔχει τὸν λόγον.
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναβάλω δι’ αὔριον ὅσα ἤθελον νὰ εἴπω, διότι δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι παρών. Ἀλλὰ καταθέτω ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐρωτήσεις τινὰς, ὅπως ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ εἰδοποιηθῶσιν οἱ ἁρμόδιοι.
§120Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου προσεχῶς νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν τὰ τρία θωρηκτὰ, ἢ μᾶλλον οἱ λέβητες τῶν τριῶν θωρηκτῶν, «Σπετσῶν», «Ψαρῶν» καὶ «Ὕδρας», ἔχουσιν ἀνάγκην ἀντικαταστάσεως· καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι πρόκειται ν’ ἀντικατασταθῶσιν οἱ λέβητες σήμερον, ποία ἡ ἀπαιτηθησομένη δαπάνη· διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν ὅλῳ δαπάνη 258,000 δρ., ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 161,475 ἀπὸ πέρυσιν. Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται ν’ ἀντικατασταθῶσιν οἱ λέβητες τῶν θωρηκτῶν, ὑποθέτω ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη μεγαλειτέρας δαπάνης, καὶ πρέπει ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἡ πραγματικὴ τοιαύτη.
§121ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως;
§122ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἂν θέλητε.
§123ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἀντικαταστάσεως λεβήτων τῶν θωρηκτῶν· οἱ λέβητες εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν ἀκόμη· κατὰ δὲ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων, μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη θὰ χρειασθῇ νὰ γείνῃ ἀντικατάστασις τῶν λεβήτων. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπάνη δι’ ἀντικατάστασιν λεβήτων.
§124ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τοῦτο λέγω ἐκ φόβου μήπως πάθωμεν καμμίαν αὐτοκτονίαν.
§125Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε δύο ἢ τρία νομοσχέδια, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δὲ Δευτέραν ἐπέμεινεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἑνὸς τούτων. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὑποβληθὲν ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1899, περὶ οὗ οὐδεμίαν μνείαν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ καὶ τοῦτο. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῶσι νὰ ἐγγραφῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§126ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὡμίλησέ τινα, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον· ἀλλ’ ἐπειδή, φαίνεται, ἐλησμονήθην, ἀναγκάζομαι σήμερον νὰ ἐπανέλθω. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι μελετᾷ δικαστικὰς προαγωγὰς, καὶ ἐλπίζει ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ πραγματοποιήσῃ ταύτας. Καλὸν βεβαίως τοῦτο, ὅπως ἱκανοποιηθῶσι λειτουργοὶ ἐκτελοῦντες εὐόρκως τὸ καθῆκόν των· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ἐν τῇ δικαίᾳ προαγωγῇ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν μὴ παροραθῇ τὸ συμφέρον τῶν διαδίκων καὶ τοῦ Κράτους αὐτοῦ. Ἐπεκράτησε δυστυχῶς νὰ γίνωνται μεταβολαὶ καὶ προαγωγαὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, καὶ συνηθέστατα ὑποθέσεις συζητηθεῖσαι νὰ ματαιῶνται, καὶ νὰ ἐπανέρχωνται εἰς δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν· συνέβη δὲ νὰ ἀκούσω ἄλλοτε, ὅτι ὑπόθεσίς τις συνεζητήθη τετράκις, ματαιωθείσης δὶς τῆς συζητήσεως ἕνεκα μεταθέσεως, καὶ ἅπαξ ἕνεκα προβιβασμοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ, ὅπως, ἐν περιπτώσει μεταθέσεως, καὶ ἰδίως προβιβασμοῦ, γνωστοποιῇ εἰς τοὺς δικαστὰς, ὅτι δὲν θὰ γίνεται ἡ κοινοποίησις τοῦ Διατάγματος, πρὶν ἢ ἐκδοθῶσιν αἱ ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, εἰς ἃς ἔλαβον μέρος. Ἡ πρόνοια αὕτη πρέπει νὰ ληφθῇ ὄχι μόνον χάριν τοῦ συμφέροντος τῶν διαδίκων, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ ἀναγκάζωνται οἱ δικασταὶ νὰ κατατρίβωσιν ἐπὶ ματαίῳ τὸν χρόνον καὶ ἐπανέρχωνται δὶς καὶ τρὶς ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, κατὰ τὴν αὐτὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μοὶ ὑπηγόρευσαν τὴν προκειμένην σύστασιν, ἔλαβον ἐπιστολὴν φίλου μου ἐκ Σμύρνης, γράφοντός μοι περὶ ἀντικειμένου συναφοῦς τῷ περὶ οὗ ὁ λόγος ζητήματι. Ὁ φίλος μου οὗτος, διακεκριμένην κατέχων θέσιν ἐν τῇ Κοινότητι τῆς Σμύρνης, μοὶ γράφει τὰ ἑξῆς, ἐφ’ ὧν ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Πρὸ δύο μηνῶν περίπου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔστειλεν εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον τῆς Σμύρνης ἔγγραφον περὶ μεταθέσεως τῶν δύο παρέδρων δικαστῶν. Μετά τινας ἡμέρας τηλεγραφικῶς διετάχθη ὁ Γενικὸς Πρόξενος νὰ κοινοποιήσῃ τὰς μεταθέσεις τῶν ἐν λόγῳ παρέδρων δικαστῶν, τὸ ὁποῖον βεβαίως ὁ Πρόξενος ἐξετέλεσε. Τὴν ἐπιοῦσαν ὅμως τῆς κοινοποιήσεως ἐγένοντο παραστάσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἕνεκα τῆς συγχρόνου μεταθέσεως τῶν δύο παρέδρων δικαστῶν τὸ Δικαστήριον τῆς Σμύρνης ἐπρόκειτο νὰ παραλύσῃ, δηλαδὴ νὰ ἐπέλθῃ δικαιοστάσιον. Ὁ εἷς τῶν δύο δικαστῶν, ὁ εἰς Λαμίαν μετατεθεὶς, ὑπέβαλεν αἴτησιν, ζητῶν δι’ οἰκογενειακοὺς λόγους τὴν ἄδειαν νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας. Πρὸς τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον, ἀνήκοντα εἰς τὸ Δικαστήριον Λαμίας, ἀπήντησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, μετατεθεὶς εἰς Λαμίαν, δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του, ἀλλ’ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ὃ ἔδει ν’ ἀπευθυνθῇ διὰ τὴν ἄδειαν. Εἰς τὸν ἕτερον δὲ δικαστὴν, τὸν μετατεθέντα εἰς Χαλκίδα, ἐδόθη διαταγὴ νὰ παραμείνῃ ἐν Σμύρνῃ, εἰς τὴν θέσιν του, μέχρι νεωτέρας διαταγῆς. Τοῦτο ἐγένετο, καὶ ὁ πάρεδρος ἐκεῖνος παραμένει ἐν Σμύρνῃ, ἐκτελῶν τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δικαστοῦ.» Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ τὸν συνάδελφόν του Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ δικαστὴς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος παρέμεινεν ἐν Σμύρνῃ, ἔμεινε τοποθετηθεὶς ἐκ νέου διὰ Β. Διατάγματος;
§127Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις.
§128ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὑπάρχει βεβαίως ἡ γνώμη, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν κοινοποιεῖται ἡ μετάθεσις, δύναται ὁ δικαστὴς νὰ ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει, ὅστις κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1882 καὶ τὴν σχεδὸν ἀναμφισβήτητον νομολογίαν, 20 ἡμέρας μετὰ τὴν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καταχώρησιν τῆς μεταθέσεως ὁ ὑπάλληλος δὲν δύναται νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν, ἐν ᾗ διετέλει, διότι θεωρεῖται ὡς μετατεθεὶς, καὶ ὀφείλει κατ’ ἀνάγκην νὰ μεταβῇ εἰς τὴν νέαν θέσιν του. Ἕνεκα τούτου ἐν Σμύρνῃ ἐγεννήθη ἀνησυχία, διότι νομίζουσί τινες, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος ἐξηκολούθει λαμβάνων μέρος, εἴτε ὡς δικαστὴς, εἴτε ὡς προεδρεύων, εἰς τὸ Προξενικὸν Δικαστήριον, οἱαδήποτε πρᾶξις, ὑπ’ αὐτοῦ ἐνεργηθεῖσα, δὲν εἶναι ἔγκυρος, καὶ ἐκ τούτου πολλαὶ ζημίαι ἐπίκεινται εἰς τοὺς διαδίκους, αἵτινες θὰ στραφῶσι κατὰ τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐτοποθετήθη ἐκ νέου ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος διὰ Β. Διατάγματος, ἢ ἐξακολουθεῖ παραμένων κατὰ τηλεγραφικὴν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Διότι, ἐὰν οὕτως ἔχῃ, δυνατὸν νὰ προκύψωσι μεγάλαι ζημίαι εἰς τοὺς διαδίκους, αὗται δὲ θὰ βαρύνωσι τὸ Δημόσιον.
§129Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἡ πρώτη, εἶναι ὀρθοτάτη· διαβεβαιῶ δὲ αὐτόν, ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐφαρμόζηται, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον, ὅπερ συνέστησεν ὁ κ. Βουλευτής· προκειμένου περὶ μεταθέσεως δικαστῶν, δίδεται παραγγελία εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἁρμόδιον Πρόεδρον, νὰ μὴ κοινοποιηθῇ τὸ ἔγγραφον τῆς μεταθέσεως, ἐν ὅσῳ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς πρὸς διάσκεψιν ὑποθέσεις, εἰς ἃς ὁ μετατιθέμενος ἔλαβε μέρος. Ἡ παρατήρησις λοιπὸν εἶναι ὀρθοτάτη, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἐλήφθη πρόνοια περὶ αὐτῆς.
§130ΣΚΟΥΖΕΣ. Χαίρω πολὺ, καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁμολογοῦντα τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεώς μου· ἐλπίζω δέ, ὅτι θέλει θέσει τὴν σύστασίν μου εἰς ἐφαρμογήν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου πρᾶξιν πρόσφατον· ἐγὼ τοιαύτην εἶχον ἀντιληφθῆ εἰς τὸ παρελθόν· ἐλπίζω δὲ, ὅτι τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ καθιερώσῃ τοῦτο πραγματικῶς.
§131Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι καὶ ἡ τελευταία μετάθεσις, ἥτις ἐγένετο, ἐφέτου ἐκ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτὸν, κατὰ ῥητὴν διαταγὴν, τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ εἰκοσαημέρου ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, καὶ τῷ ἐδόθη ἡ προθεσμία αὕτη, διὰ νὰ περατωθῇ ἡ διάσκεψις τῶν εἰς χεῖράς του ὑποθέσεων.
§132Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐδημοσιεύθησαν αἱ ἀποφάσεις ἐκεῖναι.
§133Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Σεῖς οἱ ἴδιοι ἰσχυρίσθητε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα ν’ ἀναβάλω ἐπὶ πλέον τὴν κοινοποίησιν τῆς μεταθέσεως.
§134Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχετε ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὸν μεταθέσητε.
§135Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὸν μεταθέσω, ἀλλ’ εἶχον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν μεταθέσω.
§136Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ μικροῦ ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις δικαστοῦ πρὶν ἐκδοθῶσι πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εἶχε λάβει μέρος. Δὲν γνωρίζω, τί ἐγένετο εἰς τὸ παρελθόν· ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε ὁ ἐφέτης κ. Τραμουντάνας μετετέθη ἐντεῦθεν, ἀφοῦ εἶχε λάβει μέρος εἰς πλείστας ὑποθέσεις, τῷ ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις πρὶν ἢ ἔλθωσιν αἱ ὑποθέσεις ἐκεῖναι εἰς διάσκεψιν· μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὑπῆρχον καί τινες σπουδαιόταται.
§137Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ, διότι ἴσως ἔχω καὶ ἐλαττώματα, ἀλλὰ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι πάντοτε δίδω ἀκριβεστάτας πληροφορίας. Βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τὸν ἐφέτην κ. Τραμουντάναν ἐδόθη διαταγὴ ῥητή, νὰ μὴ κοινοποιηθῇ ἡ μετάθεσίς του πρὶν δημοσιευθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, εἰς ἃς αὐτὸς ἔλαβε μέρος. Τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο, καὶ μόνον τὴν τελευταίαν ἡμέραν, τὴν εἰκοστὴν, τῷ ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μὲ εἰδοποίησεν, ὅτι δὲν δύναται ἐπὶ πλέον νὰ ἀναβάλῃ τὴν κοινοποίησιν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις δικαστῶν, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν παρόντων ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων δικηγόρων, ὅτι οὐδέποτε ἐγένοντο ὀλιγώτεραι μεταθέσεις.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§139Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἔκαμε τὰς ὀλιγωτέρας μεταθέσεις, τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ μεταθέσῃ ἐντεῦθεν τὸν ἐφέτην κ. Τραμουντάναν. Ἐπιθυμῶ, τὴν ἀπάντησιν, ἣν μοὶ ἔδωκεν ἰδιαιτέρως ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ τὴν δώσῃ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§140Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ πληροφορία, ἥτις ἐδόθη πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ἀνακριβής. Εἰς τὸν κ. Βελλίνην δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσίς του, ὄχι δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διετάχθη νὰ ἐξακολουθῇ νὰ παραμένῃ ἐν Σμύρνῃ μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Βαρατάση, ὅστις μετετέθη ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἰς Σμύρνην, ἀλλ’ ὅστις ἠσθένησεν ἐκ τυφοειδοῦς πυρετοῦ, καὶ δὲν ἠδυνήθη εἰσέτι νὰ μεταβῇ εἰς τὴν νέαν θέσιν του. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶχε προσελκύσει τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργείου· θὰ δώσω δὲ αὐτῷ αὔριον λεπτομερεστέρας περὶ αὐτοῦ πληροφορίας, ἀφοῦ διεξέλθω τὰ πρὸς τὰς μεταθέσεις τῶν ὑπαλλήλων τούτων σχετικὰ ἔγγραφα.
§141ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρὶν ἢ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μείνῃ σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπεν, ὅτι, γενομένης μεταθέσεώς τινος δὲν ἠδυνήθη νὰ παρατείνῃ τὴν κοινοποίησιν τοῦ Διατάγματος τῆς μεταθέσεως πέραν τοῦ εἰκοσαημέρου ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως τῆς μεταθέσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μετατεθέντας ἐκ Σμύρνης παρέδρους δικαστὰς, ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ κατεχωρίσθη ἡ μετάθεσίς των, φέρει ἡμερομηνίαν 28 Σεπτεμβρίου. Ἂν μετρήσητε, θέλετε ἴδει, ὅτι παρῆλθον πολὺ περισσότεραι τῶν 20 ἡμερῶν. Ἂς συνεννοηθῇ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τοῦ συναδέλφου του κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου ἔναυλοι εἶναι εἰς τὰς ἀκοάς μας οἱ λόγοι, ὅτι κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἡ μὴ κοινοποίησις τῆς μεταθέσεως εἰς τὸν μετατιθέμενον ὑπάλληλον πέραν τοῦ εἰκοσαημέρου ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος.
§142Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα εἶναι ἀμφισβητήσιμον, ἂν ἀφορᾷ εἰς τὴν μετάθεσιν, ἢ μόνον εἰς τὴν παῦσιν.
§143ΣΚΟΥΖΕΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, εἴπετε, ὅτι ἀφορᾷ εἰς τὴν μετάθεσιν. Ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψει ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι γνωρίζω, ὅτι ἐν Σμύρνῃ ἐγεννήθη ἀνησυχία, καὶ οἱ ζημιωθησόμενοι βεβαίως θὰ στραφῶσι κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§144ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, τὸ διευκρίνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης λαμπρότατα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἰσχυρίσθη, ὅτι προέβη εἰς τὴν κοινοποίησιν τῆς μεταθέσεως τοῦ ἐφέτου κ. Τραμουντάνα, διότι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐβεβαίωσεν αὐτὸν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ προτέρᾳ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐφέτου Ἀθηνῶν ὁ μετατεθεὶς μετὰ 20 ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὸ Διάταγμα τῆς μεταθέσεώς του. Καίτοι εἶχε γνωσθῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ κ. Τραμουντάνας εἶχεν ἀκόμη ἐκκρεμῆ ὑπηρεσίαν, διέταξε τὴν κοινοποίησιν τῆς μεταθέσεως, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι πᾶσα περαιτέρω ἐργασία δὲν ἦτο νόμιμος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαιοῖ, ὅτι, καίτοι παρῆλθον δύο μῆνες, ἀφ’ ἧς μετετέθη ὁ πάρεδρος δικαστὴς ἐκ Σμύρνης, διέταξεν αὐτὸν καὶ παρέμεινεν ἀκόμη εἰς τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο, ἐκτελῶν τὰ καθήκοντά του. Καὶ ἤδη, ἐρωτῶ, τίς τῶν δύο Ὑπουργῶν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ; Νομίμως ἐνεργεῖ ὁ πάρεδρος δικαστὴς, ὁ ὁποῖος πρὸ δύο ὅλων μηνῶν μετετέθη ἐκεῖθεν; Καὶ ἂν νομίμως ἐνεργεῖ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀφῆκε τὸν μετατεθέντα ἐφέτην κ. Τραμουντάναν ὀλίγας ἀκόμη ἡμέρας, ἵνα περατώσῃ τὰς ἐκκρεμεῖς δικογραφίας; ἀλλὰ παρήγγειλεν εἰς αὐτὸν, ὅτι πᾶσα περαιτέρω ἀναβολὴ εἶναι ἔκνομος; Ἀλλ’ ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, ὁ λόγος περὶ δικαστικῶν μεταθέσεων, καὶ ἐπειδὴ ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς νὰ ποιήσηται λόγον περὶ μελετωμένων δικαστικῶν προβιβασμῶν. νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ποιήσωμαι μίαν σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἑξῆς. Ἐὰν ὄντως μελετᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προβῇ εἰς προβιβασμοὺς, ὀφείλει νὰ προσέξῃ, χάριν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ προαχθῶσιν οἱ ἄξιοι προαγωγῆς· διότι τὰ θρυλούμενα περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προβιβασθῶσι, δὲν θὰ περιποιήσωσι τιμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν πραγματοποιηθῶσι· δὲν περιποιοῦσι τιμὴν οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι οὐδὲ μένοντες ἐν τῇ θέσει, ἐν ᾗ ὑπηρετοῦσιν ἤδη· ἔπρεπε, κατὰ τὴν γνώμην μου, τινὲς ἐξ αὐτῶν πρὸ πολλοῦ νὰ ἔχωσιν ἀποπεμφθῆ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Ἔχω πρὸς τούτοις νὰ ἐκφράσω ἕν παράπονον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διατηρεῖ τὸ Δικαστήριον Τριπόλεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἕν τῶν μεγαλειτέρων Δικαστηρίων τοῦ Κράτους, ἄνευ Προέδρου ἀπὸ ὀκτὼ ἤδη μηνῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἀπὸ τοῦ Μαρτίου, χωρὶς νὰ προκληθῇ παρ’ ἡμῶν, εἶχε βεβαιώσει τοὺς Βουλευτὰς, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἤθελε στείλει Πρόεδρον· ἀλλὰ δὲν ἐτήρησε τὸν λόγον του. Ἔμεινε δὲ τὸ Δικαστήριον ἄνευ Προέδρου, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Ἐπίσης εἶδον κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, ἕνεκα τῆς παραλείψεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ δημοσιευθῇ Διάταγμα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου διορίζεται Πρόεδρος τῶν Συνέδρων Τριπόλεως ὁ ἐν Ναυπλίῳ ἐφέτης κ. Πετρουτσόπουλος. Ἐρωτῶ, νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Πετρουτσοπούλου ἐν Τριπόλει ἔδει νὰ γείνῃ τώρα, ὅτε ἐνεργεῖται ἀνάκρισις κατὰ προσφιλῶν αὐτῷ συγγενῶν διὰ σπουδαίας ἐγκληματικὰς πράξεις; Εἶναι τοῦτο ὠφέλιμον εἰς τὴν Δικαιοσύνην;
§145ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐντόπιος;
§146ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχει συγγενεῖς στενούς· εἶναι πενθερὸς, καὶ ἔχει γαμβρούς. Καὶ εἰς τοῦτο περιμένω νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ δώσῃ ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ πρὶν καταλήξω τὸν λόγον, γνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔχω πληροφορίας ἐκ Ναυπλίου περί τινος πταισματοδίκου, ὁ ὁποῖος κατ’ ἄλλους μὲν λέγεται ὅτι προστατεύεται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, κατ’ ἄλλους δὲ, παρὰ τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Περὶ τοῦ πταισματοδίκου δὲ αὐτοῦ μοὶ γράφουσι πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁμολογῶ, ὅτι θεωρῶ ἀπίθανα· καίτοι οἱ γράφοντες εἶναι ἄξιοι πάσης ὑπολήψεως, οὐχ ἧττον δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ταῦτα, διότι εἶναι τόσον χονδροειδῆ καὶ τόσον ἀπίθανα, καὶ ἔκνομα μάλιστα, ὥστε μετ’ ἐπιφυλάξεως ποιοῦμαι λόγον. Ταῦτα συμβαίνουσιν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὐχὶ τῇ γενετείρᾳ, ἀλλὰ ἐκείνῃ, ἥτις τὸν ἐγαλούχησε καὶ τὸν ἐμεγάλωσε. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς πρακτικὰ μετὰ τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων· τὰ ὑπ’ ἀριθ. 404 ἕως 420 καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 567–576 τοῦ ἔτους 1900. Μοὶ γράφουσιν, ὅτι, ὅταν εἰσάγηται ὑπόθεσίς τις, καὶ ὁ κ. πταισματοδίκης ἔχῃ ἐνδιαφέρον νὰ μὴ καταδικασθῇ ὁ κατηγορούμενος, δὲν καλοῦνται μάρτυρες· διεξάγεται δὲ ἡ ὑπόθεσις ἄνευ ἀποδεικτικῶν μέσων· εἰσάγει δηλ. τὴν ὑπόθεσιν ὁ δημόσιος κατήγορος καὶ χωρὶς νὰ παρουσιάζωνται μάρτυρες κατηγορίας· ὁ δὲ πταισματοδίκης, καίτοι δὲν προσήχθησαν τ’ ἀποδεικτικὰ μέσα, δὲν ἀναβάλλει τὴν ὑπόθεσιν, ἵνα διατάξῃ τὴν βιαίαν προσαγωγὴν τῶν μαρτύρων, ἀλλὰ προβαίνει εἰς ἀπόφασιν, καὶ ἀπόφασιν καταδικαστικήν. Ἀλλ’ ἐνῷ μοὶ γράφουν ταῦτα, μοὶ γράφουν ἐπίσης, πῶς δικαιολογοῦνται αἱ ἀποφάσεις· ἐνῷ δὲν ἐξετάζονται, ὡς εἶπον, μάρτυρες, αἱ ἀποφάσεις ἀναφέρουσιν: «Ἐπειδὴ, κατὰ τὴν ἔνορκον κατάθεσιν τῶν μαρτύρων, ἀποδεικνύεται ἡ πρᾶξις, κηρύσσεται ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος!» Παρέρχονται ὀλίγαι ἡμέραι· οἱ καταδικασθέετες προσέρχονται ἐνώπιον τοῦ γραμματέως καὶ ἀνακόπτουν τὰς ἀποφάσεις, καὶ τὴν ἑπομένην εἰσάγονται εἰς δίκην, ὅτε ὁ κ. πταισματοδίκης, δι’ ἔλλειψιν ἀποδείξεων, ἀθῳοῖ τοὺς κατηγορουμένους. Παρακαλῶ, εἰδικώτερον, νὰ προσαχθῶσι καὶ τὰ πρακτικὰ καὶ ἡ ἀπόφασις ὑπ’ ἀριθ. 572, διότι εἷς κατηγορούμενος ἐζήτησεν ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν, καὶ ὁ κ. πταισματοδίκης δὲν τῷ ἔδιδεν, ἀλλὰ μετὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐπέμενεν, ἐξαφανίζει τὰ πρακτικὰ, καὶ συντάσσει νέα, εἰς τὰ ὁποῖα παρουσιάζει, ὅτι ἐξήτασε μάρτυρας, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ, καὶ καλεῖ τὸν ὑπογραμματέα, ὅστις εἶχε λάβει μέρος, ὅπως συνυπογράψῃ. Ὁ ὑπογραμματεὺς, ἔντιμος ἄνθρωπος, τῷ λέγει: «Αὐτὸ εἶναι πλαστογραφία· πῶς θὰ ὑπογράψω πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον ἐμφαίνει, ὅτι ἐξητάσθησαν μάρτυρες, ἐνῷ δὲν ἐξητάσθησαν τοιοῦτοι;» Ὁ πταισματοδίκης δὲν ἀπελπίζεται· τρέχει καὶ εὑρίσκει ἕτερον ὑπογραμματέα, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε λάβει μέρος, καὶ τὸν πείθει νὰ ὑπογράψῃ! Αὐτὰ εἶχον νὰ κάμω γνωστὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, μεριμνῶντα περὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ θέλοντα νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ τιμῆς δι’ ἑαυτόν. Ἐὰν εἶναι ὄντως ἀληθῆ ὅσα ἀνέφερα, δὲν θὰ τὸν συγχαρῶ διὰ τὴν μέριμνάν του ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης.
§147Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἴσως εἶμαι εὐτυχὴς, διότι ὅλαι αἱ ἐπερωτήσεις, αἱ γενόμεναι, ἔχουσι τύπον, ὁ ὁποῖος μοὶ δίδει τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἐπηρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, διατὶ ὁ ἐφέτης Πετρουτσόπουλος ἐν Ναυπλίῳ διωρίσθη Πρόεδρος τῶν ἐν Τριπόλει Συνέδρων. Γνωρίζετε, ὅτι ἐκ περιτροπῆς ὅλοι οἱ ἐφέται ἑνὸς Δικαστηρίου διορίζονται Πρόεδροι Κακουργιοδικείων. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν ἐπρότεινε τὸν κ. Πετρουτσόπουλον, συνεπείᾳ καὶ γνωμοδοτήσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν. Ὁ κ. Πετρουτσόπουλος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ ἐκεῖ συγγενεῖς, διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Τριπόλεως δὲν δύναται νὰ ἐκδικασθῇ ὑπόθεσις τοπική· ἀλλ’ ὁ κ. Πετρουτσόπουλος ἤθελε δικάσει ὑποθέσεις ἄλλου νομοῦ.
§148ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκεῖ ὅμως ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις.
§149ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ἀφορῶν τὸν πταισματοδίκην. Περὶ ὅσων εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος θέλω ἐξετάσει· ἀλλὰ καὶ προηγουμένως μοὶ ἐγένοντο τοιαῦται παραστάσεις κατὰ τοῦ πταισματοδίκου, καὶ ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, ἐντιμότατον ὑπάλληλον, ὅστις δι’ ἐγγράφου του διέψευσε ταῦτα, καὶ ἀνέφερεν, ὅτι ὁ πταισματοδίκης εἶναι εἷς τῶν διακεκριμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων· προσέτι δὲ καὶ οἱ δικηγόροι Ναυπλίου, φίλοι δὲ τοῦ κ. συναδέλφου, δι’ αἰτήσεώς των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀνέφεραν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπληροφορήθησαν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ μετατεθῇ ὁ πταισματοδίκης, τὸ ἐθεώρησαν πραξικόπημα κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐκπληροῖ ἄριστα τὸ καθῆκόν του, καὶ ὡς δικαστὴς καὶ ὡς ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος. Ἐγὼ βεβαίως θὰ ζητήσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ φέρω καὶ τὴν αἴτησιν τῶν δικηγόρων Ναυπλίου, ὅπως ἀναγνώσῃ αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
§150ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ὡρισμένα καὶ σαφῆ ἔγγραφα. Ἂν ἐκ τούτων ἀποδεικνύωνται ἀληθῆ, ἢ μὴ, ὅσα μοὶ γράφουν, δὲν συζητῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε, τί γράφουν οἱ δικηγόροι... Περὶ τῆς ἑτέρας ὑποθέσεως, τοῦ διορισμοῦ τοῦ Προέδρου τῶν Συνέδρων, λέγω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξετόπισε τὸ ζήτημα, καὶ ἤθελε νὰ μὲ διδάξῃ, ὅτι ὁ εἰρημένος Πρόεδρος δὲν δικάζει ὑποθέσεις τῆς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ τίς ἰσχυρίσθη τὸ ἐναντίον; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐκεῖ ἐνεργεῖται ἀνάκρισις κατὰ προσφιλῶν συγγενῶν τοῦ Προέδρου ἐπὶ ἐγκλήματι, ἐπὶ καταχρήσει ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἡ κατὰ τοιαύτην ὥραν μετάβασις αὐτόθι ἐφέτου ἐνδιαφερομένου γεννᾷ ὑπονοίας, ὅτι δὲν θέλει ἐνεργηθῆ ἀνεπηρεάστως ἡ ἀνάκρισις, ὅταν αὐτὸς ὁ ἐφέτης παρίσταται ἐκεῖ καὶ ἀναστρέφηται μὲ τοὺς ἀνακριτὰς καὶ τοὺς ἄλλους δικαστάς. Ἔχω ὑπόληψιν πρὸς τοὺς δικαστὰς τοὺς ἐκεῖ, ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος διορισμὸς ἐθεωρήθη ἄτοπος καὶ κατεκρίθη ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην.
§151ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸν πταισματοδίκην Ναυπλίου δὲν γνωρίζω προσωπικῶς, οὐδὲ ἦλθον εἰς συνάφειαν μετ’ αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν, ἀπὸ ἔτους, ὅπου ὑπηρετεῖ, μοὶ ἐγένοντο παράπονα ἐπὶ πράξεσι παρανόμοις· ταῦτα διεβίβασα εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἀληθεύωσι, καὶ ἂν ἀληθεύωσι, νὰ τὸν ἐκτοπίσῃ. Τί ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν γνωρίζω.
§152ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἷς τῶν Βουλευτῶν Ναυπλίου, ὑποχρεοῦμαι νὰ εἴπω δύο λέξεις. Τὸν πταισματοδίκην δὲν γνωρίζω· παράπονα κατ’ αὐτοῦ δὲν μοὶ ἐγένοντο μέχρι τοῦδε ἄλλα, ἐκτὸς ἑνὸς μόνου, τὸ ὁποῖον καὶ ἀνεκοίνωσα ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε κατήγγειλα αὐτὸν ἐπὶ κακῇ συμπεριφορᾷ πρὸς ἀξιότιμον συμπολίτην μου ἔμπορον. Ἔκτοτε ἄλλο παράπονον δὲν μοὶ ἐγένετο κατ’ αὐτοῦ.
§153Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Τριπόλει Συνέδρων, φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, γινώσκων καὶ τὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐν Τριπόλει πολιτευομένους καὶ πρὸς τοὺς ἐν Κορινθίᾳ, καὶ τὰς σχέσεις αὐτοῦ, ἕνεκα τῶν συγγενῶν του, μὲ τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, θὰ σπεύσῃ νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ δι’ ἑτέρου προσώπου.
§154Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἂν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἤρξατο ἡ κατασκευὴ τῶν διδακτηρίων ἐν τοῖς δήμοις δευτέρας τάξεως. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅστις ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι κατὰ πρῶτον θέλουσι κατασκευασθῆ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ τοῖς χωρίοις τῶν τρίτης τάξεως δήμων, καὶ μετὰ ταῦτα θέλουσι κατασκευασθῆ ἐν τοῖς δευτέρας τάξεως. Θὰ ζητήσω διὰ τοῦτο ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποβάλῃ σημείωσιν, δεικνύουσαν ποῖοι οἱ δῆμοι τρίτης τάξεως, ἐν οἷς ὑπάρχουσι κῶμαι καὶ χωρία, δικαιούμενα νὰ ἔχωσι διδακτήρια. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὑπάρχουσι πλεῖστοι δῆμοι γʹ τάξεως, ἐν οἷς δὲν ὑπάρχουσι διδακτήρια. Ἀλλὰ, μολονότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ὁ νόμος, καὶ ὅτι διετάχθη ἡ ἔναρξις κατασκευῆς διδακτηρίων πρὸ τῆς ὥρας εἰς δευτέρας τάξεως δήμους, ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ὅπως ζητήσω ἐπισήμους πληροφορίας. Οὐχ ἧττον δηλώνω, ὅτι θεωρῶ τοῦτο ἐναντίον εἰς τὸν νόμον, καὶ φρονῶ, ὅτι, ἂν ἐγένετο ἔναρξις, πρέπει νὰ διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ μέχρις οὗ ἐκπληρωθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, δηλαδὴ ἕως οὗ κατασκευασθῶσι διδακτήρια πανταχοῦ, ὅπου ἐλλείπουσι τοιαῦτα εἰς τρίτης τάξεως δήμους, μετὰ τοῦτο δὲ μόνον νὰ ἄρξηται ἡ κατασκευὴ τοιούτων εἰς τοὺς δευτέρας τάξεως δήμους. Ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν, θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἄλλο, ὅτι οὐδεμία δηλ. ἐπικρατεῖ τάξις ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν διδακτηρίων καὶ ἐν τοῖς διαφόροις δήμοις τρίτης τάξεως, διότι εἶναι αὕτη ἀφειμένη μόνον εἰς τὴν προθυμίαν τῶν ἐπιθεωρητῶν ἢ τῶν νομομηχανικῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν, εἰς ἄλλας μὲν περιφερείας νὰ κατασκευάζωνται ταῦτα μετὰ ταχύτητος καὶ δραστηριότητος, εἰς ἄλλας δὲ οὐδόλως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν σχολικῶν κτιρίων συμφωνότερον πρὸς τὸν νόμον, καὶ νὰ ἐξαρτήσῃ αὐτὰ ἐκ τῆς ἰδίας καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς προθυμίας τῶν εἰρημένων προσώπων, ὥστε ταχέως καὶ δικαίως, ἄνευ προτιμήσεων, νὰ κατασκευασθῶσιν ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις τοῦ Κράτους τὰ διδακτήρια. Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως περὶ ἑτέρου τινός. Εἰσάγων πρό τινων ἡμερῶν τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, καὶ εἰσηγούμενος ἰδίως τὸ περὶ Διδασκαλείου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, εἶπεν, ὅτι ἀπεφάσισε ν’ ἀποστείλῃ εἰς Γαλλίαν πρὸς ἐκπαίδευσιν 16 νέους, διδάκτορας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ὅπως παρασκευασθῶσι διὰ τὴν διδασκαλίαν εἰς τὰ σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Προσέθηκε δὲ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς ἀποστολὴν καὶ ἐκπαίδευσιν αὐτῶν εἰς Παρισίους, θὰ προμηθευθῇ ἐκ τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Δὲν εἶδον ὅμως νὰ εἰσαγάγῃ μέχρι τοῦδε νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως χρησιμοποιήσῃ τὰ χρήματα τῶν κληροδοτημάτων πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Δὲν ὑποθέτω νὰ φρονῇ, ὅτι δι’ ἁπλῆς πράξεως διοικητικῆς δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν προορισμὸν, ὅστις ἐδόθη δι’ ἄλλου προγενεστέρου νόμου εἰς τὰ κληροδοτήματα ταῦτα, καὶ νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ ἤδη εἰς ἐκπαίδευσιν τῶν δεκαὲξ νέων. Δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅστις τοὺς τόκους τῶν κληροδοτημάτων, τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ὑπαρχόντων πρὸς γενικοὺς σκοποὺς, προώρισεν, ὅπως ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ κεφαλαίου, ἐξ οὗ χορηγοῦνται τὰ βοηθήματα εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀφοῦ ὑπάρχει νόμος, ὅστις ῥητῶς κανονίζει ἄλλον προορισμὸν εἰς τὰ κληροδοτήματα ταῦτα, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μόνος νὰ μεταβάλῃ τὸν προορισμὸν αὐτὸν, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς. Ὁπωσδήποτε, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποῖα θεωρεῖ γενικὰ κληροδοτήματα, ὑπαγόμενα εἰς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν, εἰς πόσον σήμερον ποσὸν ἀνέρχονται, εἰς κεφάλαια καὶ τόκους, τὰ κληροδοτήματα ταῦτα, ποῦ εἶναι κατατεθειμένα, καὶ εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχονται οἱ τόκοι αὐτῶν ἐτησίως.
§155ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου δύναμαι νὰ δώσω ἐκ τοῦ προχείρου τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων εἶπον, ὅτι ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἐν Γαλλίᾳ Ecole Normale Imperieure (Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως) διδάκτορας τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου πρὸς ἐκμάθησιν κυρίως τῆς διδακτικῆς μεθόδου, ὡς ἐπίσης καὶ τῆς Γαλλικῆς γλώσσης καὶ ἄλλων σχετικῶν μαθημάτων πρὸς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Ἡ δαπάνη πρὸς ἀποστολὴν τῶν νέων διδακτόρων γενήσεται ἐκ τῶν τόκων τῶν κακῶς καλουμένων γενικῶν κληροδοτημάτων, διότι ἡ φράσις «γενικὰ κληροδοτήματα» δὲν εἶναι κυριολεκτική, ἀφοῦ αἱ διαθῆκαι τῶν ἀειμνήστων κληροδοτῶν ὁρίζουσι τὸν σκοπὸν ἑνὸς ἑκάστου τῶν κληροδοτημάτων. Κακῶς δὲ, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ οἱ προγενέστεροι αὐτοῦ ὥρισαν, ὅτι μέρος τῶν τόκων τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων, τῶν μὴ ῥητῶς καθωρισμένων εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς, διατίθεται ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι τοιαῦτα κληροδοτήματα ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν ὑπάρχουσι. Δὲν ὑφίσταται ἄρα νόμος, ὡς εἶπεν ἐσφαλμένως πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, διὰ τοῦ ὁποίου διατίθενται οἱ τόκοι τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων, οὐδ’ ὑφίσταται ἀνάγκη ἐπιψηφίσεως νόμου, ἵνα ἡ Κυβέρνησις λάβῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως τῶν τόκων τῶν κεφαλαίων, ἅτινα ἐκληροδοτήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ ὡρισμένῳ σκοπῷ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς νομικὸν πρόσωπον, δύναται νὰ διαθέσῃ, συμφώνως πάντοτε πρὸς τὰς διαθήκας τῶν ἀοιδίμων δωρητῶν, τοὺς τόκους τῶν κληροδοτημάτων, οἱ ὁποῖοι, δυνάμει τοῦ ἀπὸ 8 Μαΐου 1880 Β. Διατάγματος, ἔμειναν ἀδιάθετοι. Τὰ χρήματα ταῦτα, ἅτινα σήμερον ἀνέρχονται εἰς 230,000 δραχμὰς, εὑρίσκονται κατατεθειμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐν τῇ Γενικῇ δὲ Ληψοδοσίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὑπὸ ἰδίαν μερίδα, εὑρίσκεται ὁ λογαριασμὸς τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων. Ἀληθῶς ὑπῆρξαν ἀμφισβητήσεις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἢ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἐφρόνει, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ Δημόσιον, δι’ ὃν ἀκριβῶς λόγον πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἀνέφερεν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἐλύθη ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι ἐβεβαιώθη, ὅτι οὐδὲν κληροδότημα ὑπάρχει, μὴ ἔχον ὡρισμένον σκοπόν. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον ζήτημα. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ τῆς κατασκευῆς τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, εὐχαρίστως πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπερατώθη ἡ κατασκευὴ τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν δήμων γʹ τάξεως. Ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διετάχθη ὑπὸ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν ἡ κατασκευὴ κτιρίων δημοτικῶν σχολείων εἰς δήμους γʹ τάξεως ἐν ὅλῳ 19. Οὐδὲ ὑπῆρχε δυστυχῶς ἑτοίμη ἡ προκαταρκτικὴ ἐργασία, ὅπως ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ τῶν ὑπολοίπων κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν δήμων γʹ τάξεως. Ἀλλὰ δι’ ἐπιμόνου ἐργασίας κατώρθωσα, ἐν βραχεῖ σχετικῶς χρονικῷ διαστήματι, νὰ ἑτοιμασθῇ ἡ ἀπαιτουμένη προπαρασκευαστικὴ ἐργασία, καὶ νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ 25 κτιρίων δημοτικῶν σχολείων εἰς δήμους γʹ τάξεως. Ὅταν δὲ λέγω, ὅτι διετάχθη ἡ κατασκευὴ τῶν κτιρίων, ἐννοῶ ὅτι κατεκυρώθη ὁριστικῶς εἰς τὸν μειοδοτήσαντα ἐργολάβον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου. Ἐπέσπευσα δὲ τὴν κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων εἰς δήμους γʹ τάξεως, διότι ὁ ἐν ἰσχύϊ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος ὁρίζει, ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ κατασκευασθῶσι τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων εἰς τοὺς δήμους γʹ τάξεως, εἶτα εἰς τοὺς τῆς βʹ τάξεως καὶ τελευταῖον εἰς τοὺς τῆς αʹ.
§156ΛΕΒΙΔΗΣ. Πόσοι εἶναι οἱ δῆμοι γʹ τάξεως;
§157ΣΤΑΗΣ. 44, νομίζω.
§158ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατασκευάζονται ὅλα;
§159ΣΤΑΗΣ. Κατασκευάζονται, ἀφοῦ εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐπεκυρώθησαν ὁριστικῶς αἱ δημοπρασίαι.
§160ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴπετε, ὅτι κατεσκευάσθησαν.
§161ΣΤΑΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐπὶ τῶν προκατόχων μου κατεσκευάσθησαν 19, ἀπὸ τῆς ὑπουργίας δὲ τῆς ἐμῆς κατασκευάζονται 25. Δήμων δὲ βʹ τάξεως κτίρια δημοτικῶν σχολείων μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς κατασκευάζονται 109.
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μὲ συγχωρεῖτε. Μίαν διασάφησιν. Εἴπετε ὅτι 19 κατεσκεύασαν οἱ προκάτοχοι ὑμῶν, καὶ 25 ὑμεῖς, 44 τὸ ὅλον. 44 χωρία εἶναι μόνον;
§163ΣΤΑΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ φρονῇ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι εἰς ἕκαστον χωρίον δήμου γʹ τάξεως ὑπάρχει καὶ δημοτικὸν σχολεῖον. Διότι ὑπάρχουσι χωρία, ὧν ὁ πληθυσμὸς δὲν ἀρκεῖ, ὅπως ἱδρυθῇ οὔτε δημοτικὸν σχολεῖον, οὔτε γραμματοσχολεῖον. Ἔπειτα πολλάκις δύο ἢ καὶ πλείονα χωρία ἀπαρτίζουσι σχολικὴν περιφέρειαν, καὶ ἀπαρτίζεται ὁ πληθυσμὸς ὁ δυνάμενος νὰ χορηγήσῃ τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν πρὸς ἵδρυσιν δημοτικῶν σχολείων. Εἴς τινας δήμους γʹ τάξεως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ γραμματοδιδασκαλεῖα, ἀλλὰ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ νομοθέτης μόνον τὴν κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐπιβάλλει.
§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ συντάξητε καὶ καταθέσητε κατάλογον τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων, τῶν οἰκοδομηθέντων ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως· προσέτι τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων, τῶν ὁποίων ἡ οἰκοδομὴ ἤρξατο· ἤτοι, ἂν ἐπερατώθησαν πᾶσαι αἱ προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι, ὡς δημοπρασίαι καὶ λοιπὰ, καὶ ἂν ἐτέθησαν ἤδη τὰ ἔργα εἰς ἐκτέλεσιν. Πλὴν τούτων, καὶ τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως, οὐ μόνον ἐν ταῖς πρωτευούσαις αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς κώμαις αὐτῶν, ἐὰν τοιαῦτα ὑπάρχωσιν. Ἐπίσης παρακαλοῦμεν, ἀπέναντι τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ πίνακι ἑκάστου διδακτηρίου νὰ σημειωθῇ, ἂν τοῦτο ἐπερατώθη ἐντελῶς, ἢ εἶναι ὑπὸ ἐκτέλεσιν· προσέτι, πόσα ἐδαπανήθησαν, καὶ πόσα μέλλουσι νὰ δαπανηθῶσι μέχρι τέλους διὰ τὰ οἰκοδομηθέντα.
§165ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον θὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι πληροφορίαι, ἐν αἷς καὶ ἡ δαπάνη τῆς κατασκευῆς ἑκάστου κτιρίου δημοτικοῦ σχολείου εἴτε βʹ τάξεως δήμου, εἴτε γʹ τάξεως. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν κατατιθέμενον πίνακα εἶναι τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν, καὶ οὐχὶ τὸ τελικῶς κατακυρωθὲν εἰς τὸν ἐργολάβον.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζετε τὸ ποσὸν, εἰς ὃ κατέληξαν αἱ δημοπρασίαι;
§167ΣΤΑΗΣ. Τῶν πλείστων, διότι ἐκ τῶν 109 κτιρίων δημοτικῶν σχολείων δήμων βʹ τάξεως τὰ πλεῖστα δὲν κατεκυρώθησαν ὁριστικῶς, ἐπειδὴ ἐγένοντο νέαι προσφοραὶ, καὶ θὰ ἐπανακληφθῶσιν αἱ δημοπρασίαι.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παράκλησις ἡ ἰδική μου περιορίζεται μόνον ἐπὶ τῶν οἰκοδομηθέντων σχολείων δήμων γʹ τάξεως. Δὲν ἔκαμα μνείαν τὸ παράπαν περὶ τῶν σχολείων βʹ τάξεως, διότι περὶ τούτων θὰ πραγματευθῶ ἐν ἄλλῃ περιστάσει...
§169ΣΤΑΗΣ. Καταθέτω τὸν πίνακα, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος παρακαλῶ νὰ δημοσιευθῇ, διότι χρησιμεύει εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς.
§170ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξ ὅσων ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ἐπείσθη ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἀντιλαμβανόμεθα τοῦ ζητήματος ἀμφότεροι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καὶ μετ’ ἐμοῦ, ὑποθέτω, καὶ οἱ ἄλλοι Βουλευταί, οἵτινες, ἔχοντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὑτῶν γʹ τάξεως δήμους, καὶ γνωρίζοντες τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία ἑκάστου τῶν δήμων αὐτῶν, εἶναι εἰς θέσιν, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐρωτώμενοι, νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι πολλὰ σχολεῖα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε πρὶν νὰ κατασκευασθῶσι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, δὲν κατεσκευάσθησαν...
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν θὰ φέρῃ τὸν κατάλογον, θὰ ἴδωμεν.
§172ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν ἔδωκεν, ἔλυσε τὸ ζήτημα οὕτως, ὥστε οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ συμφωνῇ μετ’ αὐτοῦ. Διότι τί εἶπεν; Ὅτι «ὑποχρεωμένοι εἴμεθα, εἰς τοὺς γʹ τάξεως δήμους νὰ κατασκευάσωμεν μόνον δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ ἑπομένως ἐκεῖ, ὅπου δύνανται νὰ λειτουργῶσι δημοτικὰ σχολεῖα, ἐκεῖ μόνον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κατασκευάσωμεν διδακτήρια, οὐχὶ δὲ καὶ ὅπου λειτουργοῦσι γραμματοδιδασκαλεῖα». Ἐν τούτοις ὁ νόμος ῥητῶς λέγει τὸ ἐναντίον (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 68. Τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων προσδιορίζονται ἐπὶ τοῦ παρόντος δύο τύποι, ὁ τοῦ διδακτηρίου τοῦ προοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, καὶ ὁ τοῦ διδακτηρίου, τοῦ προοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ εἰς κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον ἢ γραμματοδιδασκαλεῖον». Ἀμφότεροι οἱ τύποι πρέπει νὰ κατασκευασθῶσι πρὶν εἰς τοὺς τρίτης τάξεως δήμους, διότι ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 76, ὅπερ λέγει: «Ἡ κατὰ τὸν ἐγκεκριμένον τύπον μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν διδακτηρίων, ἢ ἡ κατὰ τοιοῦτον τύπον οἰκοδομὴ νέων διδακτηρίων, γίγνεται τὸ πρῶτον ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων τρίτης τάξεως, μετὰ τὴν πλήρωσιν δὲ τῶν ἀναγκῶν τῶν διδακτηρίων ἐν αὐτοῖς, γίγνεται ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων βʹ τάξεως· ὅταν δὲ πληρωθῶσι καὶ αἱ ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως ἀνάγκαι, γίγνεται ἡ μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων διδακτηρίων ἢ ἡ οἰκοδομὴ νέων ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων αʹ τάξεως». Ὁ νόμος εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματικός, ὡς καὶ ὁ σκοπός, ὁ ὑπαγορεύσας τὴν διάταξιν, εἶναι πασίδηλος. Ὁ νόμος ὅθεν ἠθέλησε δύο πράγματα· πρῶτον νὰ προηγηθῇ ἡ μετασκευὴ καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν διδακτηρίων εἰς τοὺς γʹ τάξεως δήμους, μετ’ αὐτοὺς δὲ εἰς τοὺς βʹ τάξεως, καὶ τελευταῖον εἰς τοὺς αʹ τάξεως δήμους, καὶ δεύτερον νὰ προηγηθῇ εἰς τοὺς γʹ τάξεως δήμους, εἴτε περὶ δημοτικῶν σχολείων πρόκειται, εἴτε περὶ γραμματοδιδασκαλείων. Ἑρμηνεία τοσοῦτον σαφοῦς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα νόμου δὲν ἐπιτρέπεται. Ἐξετελέσθη οὕτως ἡ διάταξις τοῦ νόμου; Τὸ κατ’ ἐμέ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι εἰς ὅλους τοὺς δήμους γʹ τάξεως, τοὺς ὑπάρχοντας ἐν τῷ Βασιλείῳ, ἐν πάσαις ταῖς κώμαις καὶ ταῖς πρωτευούσαις αὐτῶν, κατεσκευάσθησαν ἤδη τὰ κτίρια, εἴτε διὰ δημοτικὰ σχολεῖα, εἴτε διὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, καὶ διὰ τοῦτο καὶ μετὰ τοῦτο ἤρξαντο κατασκευαζόμενα εἰς τοὺς ἄλλους δήμους. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου κρίνω, ὅτι δὲν ἐγένετο τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἄρθρων, ἅπερ ἀνέγνωσα, καὶ παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον ποσῶς οὔτε μὲ τὸ γράμμα, οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, νὰ παραλίπωμεν τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, ἢ νὰ θεωρήσωμεν ὡς κατεσκευασμένα καὶ ἐκεῖνα τὰ διδακτήρια, περὶ τῶν ὁποίων διαταγὴ μόνον περὶ κατασκευῆς ἐξεδόθη, χωρὶς νὰ ᾖναι βεβαιωμένον, ὅτι ἠσφαλίσθησαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Ὡς παράδειγμα, διὰ νὰ μὴ ἐπασχολῶ ἐπὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν τὴν Βουλήν, ἀναφέρω τὴν ἐπαρχίαν Βοιωτίας. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τῷ νομῷ σήμερον, Βοιωτίας, ἐν τῷ δήμῳ Ἀκραιφνίου, ὑπάρχουσι πέντε σχολεῖα, ἓν δημοτικὸν καὶ τέσσαρα γραμματοδιδασκαλεῖα, ἤτοι ἐν Καρδίτσῃ, Τοπολίοις, Κοκκίνῳ, Λουκισίοις καὶ Μωρίκι, μόνον δὲ δύο σχολικὰ κτίρια κατεσκευάσθησαν μέχρι σήμερον. Ἐν τούτοις, καίτοι δὲν ἐπληρώθησαν ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ γʹ τάξεως αἱ ἀνάγκαι διδακτηρίων, ἃς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, πρόκειται ν’ ἀνεγερθῶσι διδακτήρια εἰς βʹ τάξεως δήμους τῆς ἐπαρχίας Βοιωτίας, δηλαδὴ ἐν τοῖς δήμοις Θίσβης καὶ Θεσπιῶν. Ἀλλὰ πλεῖσται ἄλλαι ἐπαρχίαι ὑπάρχουσιν, ἐν αἷς δὲν κατεσκευάσθησαν τοιαῦτα ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως, εἴτε γραμματοδιδασκαλεῖα εἶναι ταῦτα, εἴτε δημοτικὰ σχολεῖα. Λοιπὸν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργόν, τὸν πίνακα, ἂν τὸν ὑποβάλῃ, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ νὰ τὸν καταστρώσῃ, διότι ἄλλως δὲν θὰ ᾖναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ περὶ τῶν κληροδοτημάτων, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω ἐπίσης τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ἄρθρον 60 λέγει, ὅτι τὸ κεφάλαιον, ἐξ οὗ δίδεται ἡ συνδρομὴ εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους (ἀναγινώσκει) «ἀποτελεῖται ἐκ τῶν τόκων τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου κληροδοτημάτων, τῶν μὴ ῥητῶς καθωρισμένων εἰς εἰδικοὺς σκοπούς, εἴτε διὰ τῶν διαθηκῶν, εἴτε διὰ προγενεστέρων νόμων καὶ διαταγμάτων». Λοιπὸν ὁ νόμος σαφῶς ἐξῄρεσεν ἐκεῖνα τὰ κληροδοτήματα, τῶν ὁποίων οἱ διαθέται δὲν ὥρισαν εἰδικὸν σκοπὸν πρὸς ἐξυπηρέτησιν. Πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι εἰδικὸς σκοπός, ἀλλὰ γενικὸς περὶ ἐκπαιδεύσεως, εἴτε διὰ διαθήκης εἴτε διὰ νόμου ὡρίσθη, ὑπάγεται εἰς τὰ γενικὰ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει τὸ κεφάλαιον τοῦ ἄρθρου 60, κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ μεταβάλῃ τὸν προορισμὸν αὐτῶν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου, ὅπερ ἀνέγνωσα, κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀποκλείοντα τὴν χρησιμοποίησιν τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων πρὸς βοήθειαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐν τῷ πίνακι, ὃν θὰ ὑποβάλῃ, τῶν κληροδοτημάτων τοῦ Ὑπουργείου του, νὰ ἐκτελέσῃ οὕτω τὴν αἴτησίν μου, ὅτι ζητῶ δηλαδὴ τὴν σημείωσιν πάντων ἐκείνων τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι προωρισμένα δι’ εἰδικὸν σκοπόν, καὶ τὰ ὁποῖα, κατ’ αὐτόν, ἔχουν σκοπὸν ἄλλον, τὸν ὁποῖον ἀποκλείει τὸ ἄρθρον. Καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν παραδεχθῶμεν, ὅτι εἶναι εὐρύτερος ὁ κύκλος τῶν εἰδικῶν κληροδοτημάτων, νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται, αὐτοβούλως καὶ παρὰ τὴν γνώμην προηγουμένων Ὑπουργῶν ἐνεργῶν, νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ ματαιώσῃ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ Ταμείου, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὀφείλει νὰ ζητήσῃ διὰ νομοσχεδίου τὴν μεταβολὴν αὐτήν, καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς. Νὰ θέλῃ ὅμως, μόνος αὐτός, ἐνῷ τοιοῦτον εἶναι τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἐξαιροῦντος ὡρισμένως τὰ εἰδικὰ κληροδοτήματα, νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ τὰ μὴ εἰδικὰ ἔχουν τοιοῦτόν τινα σκοπόν, καὶ νὰ τὰ ἀποκλείσῃ, θὰ ἦτο προφανῶς ἄτοπον. Παρακαλῶ ἐπίσης νὰ σημειωθῇ ἐν τῷ σημειώματι, ἂν ἐλήφθησαν τόκοι ἐκ τῶν γενικῶν αὐτῶν κληροδοτημάτων διότι ἐκ τῆς ὁμιλίας του ἐνόησα, ὅτι δὲν ἐφηρμόζετο ἀπὸ καιροῦ ὁ νόμος.
§173ΣΤΑΗΣ. Μόνη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 60, ὃ πρὸ μικροῦ ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτὴς ἀνέγνωσε, δὲν ἀρκεῖ, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ. Διότι ἀληθῶς τὸ ἄρθρον 60 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ῥητῶς λέγει, ὅτι «τὸ κεφάλαιον τὸ εἰς βοήθειαν τῶν δήμων διὰ τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀποτελεῖται καὶ ἐκ τῶν τόκων τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου κληροδοτημάτων, τῶν μὴ ῥητῶς καθωρισμένων εἰς εἰδικοὺς σκοπούς. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δέον νὰ μάθῃ, ὅτι οὐδὲν κληροδότημα ὑπάρχει, μὴ ἔχον ὡρισμένον σκοπόν. Τὰ κληροδοτήματα, τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διήρεσαν κακῶς, κατ’ ἐμὲ, εἰς εἰδικὰ καὶ γενικά. Καὶ εἰδικὰ μὲν ἐκάλεσαν ὅσα εἶναι δι’ ὡρισμένους τόπους, ὡς λ. χ. τὸ κληροδότημα τοῦ Βελλίου, τὸ ὁποῖον διατίθεται ὑπὲρ ἐκπαιδεύσεως τῶν ἐκ Μακεδονίας καὶ Νέας Πέλλης καταγομένων, τὸ κληροδότημα τοῦ Κρίσπη, τὸ ὁποῖον διατίθεται ὑπὲρ ἐκπαιδεύσεως τῶν ἐκ Ζαγορᾶς, ἐκ Πελοποννήσου, ἐξ Ὕδρας καὶ ἐκ Σπετσῶν καταγομένων, ὑπὸ ὡρισμένας ἀναλογίας, καὶ ἄλλα ὁμοίας φύσεως. Γενικὰ δὲ, τὰ μὴ ὁρίζοντα τὸν τόπον, ἐξ οὗ πρέπει νὰ κατάγωνται οἱ δι’ αὐτῶν εὐεργετούμενοι. Τοιαῦτα εἶναι τῶν ἀδελφῶν Ζωσιμάδων, τῶν ὁποίων τὸ κεφάλαιον, κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 270,210 μὲ ἐτησίαν πρόσοδον 9,500 δραχμῶν, καὶ τοῦ ὁποίου σκοπὸς ὡρισμένος, κατὰ τὴν διαθήκην, εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις ὀρφανῶν τέκνων τῶν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος πεσόντων. Τοῦ Χρ. Σαλόνσκη, τοῦ ὁποίου τὸ κεφάλαιον εἶναι δρ. 26,000, οὗ ἡ διαθήκη ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ εἰς συνδρομὴν πτωχῶν σπουδαζόντων μαθητῶν. Τοῦ Δωρίδου, οὗ τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα εἶναι 26,000 δραχ. καὶ τοῦ ὁποίου σκοπός, κατὰ τὴν διαθήκην, εἶναι ἡ συνδρομὴ εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις δημόσια καθιδρύματα. Οὕτω καὶ τὰ λοιπὰ κληροδοτήματα, ἵνα μὴ μακρηγορῶ, ἔχουσι καθωρισμένους σκοπούς. Ὑπάρχουσιν ὅμως, χάριν ἀκριβείας, καὶ δύο ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους, τοῦ Σ. Ξανθοπούλου ἐκ δραχ. 592, καὶ τοῦ Γ. Καρτσιώτου ἐκ δραχ. 87. Περὶ αὐτῶν δὲν πιστεύω οὔτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου οὔτε ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ νὰ ἠσχολήθησαν. Πάντα τὰ λοιπὰ κληροδοτήματα ἔχουσιν ὡρισμένον σκοπόν, καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, εἴτε διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ, εἴτε διὰ τῶν προγενεστέρων, ἐξ ὧν ἐλήφθη ἡ σχετικὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ͵ΒΤΜΘʹ, ν’ ἀλλοιωθῶσιν αἱ διατάξεις τῶν διαθηκῶν. Ἕτερον ζήτημα ἐγὼ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, τὸ ζήτημα τῆς σκοπίμου ἢ μὴ σκοπίμου διαθέσεως τῶν τόκων τούτων. Ἐγώ, γινώσκων ἐξ ἰδίας πείρας τὰς ἀνάγκας τῆς παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως, ἐθεώρησα, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἔπρεπε νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς Τεχνικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦτο οἱ δύο διαγωνισμοί, καθ’ ὧν οὐδὲν ἠγέρθη παράπονον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνηργήθησαν ὑπὸ διακεκριμένων καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, εἶχον σκοπὸν τὴν ἐκλογὴν τῶν καταλλήλων προσώπων πρὸς τοὺς σκοποὺς τούτους. Πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι καὶ ἡ πληθὺς τῶν Γυμνασίων καὶ τὸ πλημμελὲς τῆς ἐν αὐτοῖς διδασκαλίας σπουδαίως παρακωλύουσι τὴν πρόοδον τῆς χώρας. Ἐπίσης πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις Σχολῶν Ἐμπορικῶν καὶ Πρακτικῶν εἶναι ἀσύγγνωστος· ἀλλ’ ἐν τούτοις οἱ ἑκάστοτε ἁρμόδιοι οὐδὲν λαμβάνουσι μέτρον πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶν τούτων. Ἐγώ, Κύριοι, ἐν ἐπιγνώσει τῆς μεγάλης εὐθύνης, ἣν ἀνέλαβον, ἀπέστειλα, κατόπιν διαγωνισμοῦ δημοσίου, δύο διδάκτορας τῶν Μαθηματικῶν καὶ τῶν Φυσικῶν καὶ δύο τῆς Φιλολογίας εἰς τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἐν Γαλλίᾳ (École Normale Imperieure) πρὸς ἐκμάθησιν τῆς διδακτικῆς μεθόδου κυρίως καὶ τῆς Γαλλικῆς γλώσσης. Οἱ τέσσαρες οὗτοι ὑπότροφοι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐγένοντο, κατ’ ἐξαίρεσιν, δεκτοὶ ἐπὶ τριετίαν, ὡς ἐσωτερικοὶ μαθηταὶ τῆς École Normale Imperieure, ἧς ὁ διακεκριμένος Διευθυντὴς γράφει ἡμῖν λίαν εὐφήμως περὶ τῶν ὑποτρόφων μας. Ἐπίσης ἀπέστειλα τρεῖς διδάκτορας τοῦ Φυσικοῦ τμήματος, ὅπως σπουδάσωσι τὰ ἐμπορικὰ μαθήματα εἰς Λειψίαν, εἰς Βενετίαν καὶ εἰς Neuchatel τῆς Ἑλβετίας. Ἡ ἐμπορικὴ παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσις, Κύριοι, εἶναι ὅλως παρημελημένη, ἐν ᾧ χρόνῳ ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου θεωρεῖται ὡς πρώτη φροντὶς τῆς Πολιτείας. Κατ’ ἐμέ, καὶ ἡ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἀναβολὴ τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς νεολαίας εἶναι σφάλμα ἀσύγγνωστον. Ἐπίσης ἀπέστειλα τρεῖς διδάκτορας τῶν Φυσικῶν, ὅπως ὁ μὲν ἐν Στοκχόλμῃ σπουδάσῃ τὴν Χειροτεχνίαν, ὁ δὲ ἐν Winterthur τῆς Ἑλβετίας τὴν Σιδηροτεχνίαν, καὶ ὁ τρίτος τὴν Βιοτεχνίαν ἐν Mitweita τῆς Γερμανίας. Ἐκ τῶν αὐτῶν πόρων ἀπέστειλα, κατόπιν διαγωνισμοῦ, δύο ἀριστούχους τῆς Φιλολογίας, ὅπως σπουδάσωσιν ἐν Ἰέννῃ τὰ παιδαγωγικά. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν κτιρίων τῶν δήμων γʹ τάξεως, οἱ ὁποῖοι δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι πλείονες τῶν 44, μετὰ τὴν τελευταίαν μάλιστα ἀπογραφήν, ἡ ὁποία προήγαγε δήμους τινάς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐγένοντο ἅπαντα, διότι ἐκ τῆς οἰκονομίας τοῦ ὅλου νόμου ͵ΒΤΜΘʹ ἐξάγεται, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐννοεῖ τὴν κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ οὐχὶ τῶν γραμματοσχολείων.
§174ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἐλεύθερος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἑρμηνεύσῃ ὡς θέλει τὸν νόμον, φέρων πάντοτε τὴν εὐθύνην τῆς ἑρμηνείας, ἣν δίδει· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς μεθόδου αὐτῆς, δι’ ἧς ἀφαιρεῖται σπουδαῖον ποσὸν ἐκ τοῦ ταμείου, ἐκ τοῦ ὁποίου ὡρίσθη νὰ χορηγῶνται τὰ βοηθήματα ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τοὺς δήμους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ γενικῶν δῆθεν κληροδοτημάτων, καὶ αὐτῶν τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων τοὺς τόκους συνεισήνεγκεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νόμος τὰ εἰδικὰ μόνον ἐξῄρεσεν. Ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχον τοιαῦτα γενικὰ κληροδοτήματα, ἐκτὸς τοῦ ἐκ δραχ. 592, καὶ οὕτως οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἐφαρμογὴν τὸ περὶ τῶν κληροδοτημάτων ἄρθρον 60 τοῦ νόμου. Εὑρίσκων λοιπὸν τὰ λοιπὰ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐλεύθερα, ἀδιάθετα, εἶπεν ὅτι τῶν κληροδοτημάτων αὐτῶν τοὺς τόκους δύναται νὰ διαθέσῃ δι’ ἁπλοῦ Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ὅ,τι λέγουν ζήτησις τῆς ἀρχῆς, διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ἄρθρον, ὅπερ ἀνέγνωσεν, ἐννοεῖ περιλαμβανόμενα εἰς τὸ ταμεῖον τὰ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν εἰδικοὺς σκοπούς, καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ διατίθενται ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφαιρούμενα ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑφ’ ἣν διετέλουν πρότερον. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, θὰ ἦτο ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ νόμος θὰ ἐφηρμόζετο μόνον ἐπὶ τοῦ κληροδοτήματος τῶν 592 δραχμῶν, ὧν οἱ τόκοι εἶναι εἴκοσι πέντε μόνον δραχμαί. Τοῦτο θὰ ἦτο παραλογισμὸς τοῦ νόμου· θὰ ἵδρυε ταμεῖον μὲ 500 δραχ. κεφάλαιον! Εἰδικὰ κληροδοτήματα, κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διατάττουσι, ποῦ πρέπει νὰ ἱδρύωνται τὰ σχολεῖα, ἢ πόθεν πρέπει νὰ προέρχωνται οἱ ἐκπαιδευόμενοι, ἢ εἰς τίνα εἰδικῶς κλάδον, καὶ τὰ τοιαῦτα. Πάντα τὰ μὴ ὑπὸ τοιούτους περιορισμοὺς μένουσι γενικά. Τὰ ἐκ τούτων εἰσοδήματα, εἰσφερόμενα εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ ἄρθρου 60, θ’ ἀνεκούφιζον καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται ὅπως θέλει νὰ τὰ ἑρμηνεύσῃ καὶ τὰ ἀφαιρέσῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, παρατηρῶ ὅτι, καὶ ὁσάκις τὰ κληροδοτήματα περιέχουν οἱανδήποτε εἰδικὴν διάταξιν περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ τὰ διαθέσῃ εἰς ἄλλους σκοποὺς ἢ μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ὁ διαθέτης ὥρισε· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι τοῦτο ἐκτελεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅταν λαμβάνῃ τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχμῶν καὶ τὸ διαθέτῃ ὑπὲρ τῶν ἐν Παρισίοις ἐκπαιδευθησομένων. Φρονῶ ὅτι πρέπει διὰ νόμου νὰ τὰ διαθέσῃ, ἐκτὸς ἐὰν ἦναι ἁπλῆ καὶ καθαρὰ ἡ ἐκτέλεσις τῆς διατάξεως τῆς διαθήκης. Διὰ τοῦτο ἀναγκαῖον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλλῃ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως αὐτῶν τῶν κληροδοτημάτων, ὅτε θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον τὸ δίκαιον καὶ νόμιμον.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ θέματά εἰσι τοσοῦτον σαφῆ καὶ ἁπλᾶ, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ ἄκρῳ δακτύλῳ γευσάμενοι, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἐννοίας τῶν νόμων δὲν ἔχουσι δυσκολίαν νὰ λύσωσιν αὐτά. Πρόκειται περὶ διαθέσεως κληροδοτημάτων. Διακρίνονται δὲ τὰ κληροδοτήματα εἰς δύο κατηγορίας, εἰς εἰδικὰ καὶ εἰς γενικά. Τί εἶναι εἰδικὸν κληροδότημα; Εἰδικὰ κληροδοτήματα, ἢ πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς τεταγμένα, λέγονται ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ὁ διαθέτης ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ προσδιώρισε τοὺς σκοπούς, εἰς τοὺς ὁποίους διέτασσε νὰ διατεθῶσι ταῦτα. Τὰ εἰδικὰ λοιπὸν κληροδοτήματα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ διαθέσῃ ἀλλαχοῦ ἢ ὅπου ὁ διαθέτης προσδιώρισε· διότι, ἂν τὸ Κράτος διετίθει πρὸς ἄλλους σκοποὺς αὐτὰ, ἤθελον ἀθετήσει τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου, οἱ δὲ κληρονόμοι αὐτοῦ θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν ἀνάκλησιν τοῦ κληροδοτήματος. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν εἰδικῶν κληροδοτημάτων. Περὶ δὲ τῶν γενικῶν, ποῖα λέγονται τοιαῦτα; Ἐκεῖνα, περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ὁποίων οὐδένα ἔταξε προσδιορισμὸν ὁ διαθέτης. Ὅταν οὐδένα ἔταξεν ὁ διαθέτης προσδιορισμὸν, ἐννοεῖ καὶ ὁ ἁπλούστερος τῶν ἀνθρώπων, ὅτι, ἐπειδὴ ἀφῆκεν αὐτὰ ὁ διαθέτης εἰς τὸ Κράτος, τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ τὸν σκοπὸν τῆς διαθέσεως, ὡς αὐτὸ θέλει. Καὶ εἶναι μὲν κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν εἰς τὸ Κράτος διὰ τὸ Ἔθνος, αὐτὰ δὲ τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ νὰ διαθέσῃ μόνον πρὸς σκοποὺς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς σκοπούς, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει ὠφεληθῇ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον· εἶναι δὲ καὶ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὸ Κράτος, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ διαθέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ θέλει διαθέσει πρὸς σκοπούς, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος θέλει. Πῶς δὲ ἀποφαίνεται περὶ τούτου τὸ Κράτος; Διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πῶς διατίθενται τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν συνήθων πόρων αὐτοῦ; Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν ἡμεῖς, διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πῶς φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι δύναται αὐτὸς νὰ διαθέτῃ τὰ γενικὰ κληροδοτήματα δι’ οὓς σκοποὺς αὐτὸς ἐγκρίνει; Αὔριον θέλει διαδεχθῇ αὐτὸν ἄλλος Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θέλει ἐγκρίνει δι’ ἄλλους σκοποὺς νὰ διαθέσῃ αὐτά. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιθυμῇ νὰ διαθέσῃ τὰ ποσὰ τῶν κληροδοτημάτων διὰ σκοπούς, τοὺς ὁποίους αὐτὸς κρίνει ὠφελίμους, ὤφειλε νὰ προτείνῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, καὶ κατόπιν νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἐγκριθῇ ἡ διάθεσις τοῦ κληροδοτήματος πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Δὲν ἠδύνατο δὲ διὰ Διατάγματος νὰ διαθέσῃ τὰ τῶν κληροδοτημάτων. Ἀλλ’ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔψεξε μάλιστα τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι κακῶς προσδιώρισε πρὸς εἰδικοὺς σκοποὺς τὰ γενικὰ, ἤτοι ἄνευ ὡρισμένου σκοποῦ, κληροδοτήματα, ὡς ἂν ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἦτο ἡ ἔκφρασις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κράτους, δὲν ἦτο ἡ ἔκφρασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία, μὴ δηλωθείσης διὰ τῆς διαθήκης εἰδικῆς θελήσεως τοῦ διαθέτου, ἀνεπλήρωσε τὸν διαθέτην διὰ τοῦ νόμου, καὶ ὥρισε τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν αὕτη ἐνέκρινε νὰ διατεθῶσι τὰ ποσὰ τῶν κληροδοτημάτων. Καὶ ἐνῷ ἔψεξε τὸν νόμον, ἀνέλαβεν ὁ ἴδιος τὴν ἐξουσίαν νὰ διαθέσῃ αὐτὰ διὰ τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ βουλήσεως. Κατάδηλον, ὅτι δὲν ἔπραξεν ὀρθῶς· καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω δημοσίᾳ τὴν γνώμην μου περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐνέκρινε ν’ ἀποστείλῃ νέους εἰς Εὐρώπην, εἰς τὴν Γαλλίαν ἴσως, διὰ νὰ σπουδάσωσι μαθήματα παιδαγωγικῆς, διδακτικῆς, χρήσιμα διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω σήμερον ἐπὶ τοῦ μέτρου· εἶναι δὲ πιθανὸν νὰ μὴ διαφωνῶ ἕν τισιν ἐπὶ τοῦ μέτρου τούτου, κατὰ τοῦ τρόπου ὅμως διαφωνῶ. Διότι ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι ἀπὸ εἴκοσι χρόνων ὑπάρχει διάταξις, ἀπογορεύουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ ὑποτρόφους, νὰ διαθέτῃ χρήματα τοῦ Δημοσίου πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων, εἴτε ἐκ γενικῶν κληροδοτημάτων, εἴτε ἐκ χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ πόρων νομίμων ὑπάγονται μὲν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἤτοι προερχομένων ἐκ πόρων τοῦ Κράτους. Τῷ ὄντι πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου οἱ ὑπότροφοι διωρίζοντο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἐγένοντο παράπονα, προετάθησαν δὲ ὑπόνοιαι καταχρήσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθε διάταξις, ἡ ὁποία ἀπηγόρευσε τοῦ λοιποῦ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ διορίζωσιν ὑποτρόφους. Τί δὲ πρέπει νὰ πράξωσιν οἱ Ὑπουργοὶ, ὅταν ἡ ἀνάγκη τοῦ Κράτους ἀπαιτῇ διορισμὸν ὑποτρόφων, ὅταν ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ πορισθῶμεν φῶτα ἐπιστημονικὰ ἢ τεχνικὰ ἐξ Εὐρώπης, ὀφείλωμεν δὲ νὰ ἐνισχύσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ μεταβῶσι πρὸς τοῦτο; Προτείνεται νόμος εἰς τὴν Βουλήν, ἤτοι διὰ νόμου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προκηρύξῃ διαγωνισμὸν, καὶ διὰ διαγωνισμοῦ ν’ ἀναζητήσῃ τοὺς ἔχοντας τὰ ὁρισθέντα προσόντα, καὶ τούτους νὰ διορίσῃ ὑποτρόφους· ἑπομένως διὰ τοῦ νόμου θέλει προσδιορισθῆ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα, τὸ χρηματικὸν ποσὸν τῆς ὑποτροφίας, καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῆς μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου αὐτῶν. Τί ἐπράξαμεν ἡμεῖς, ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀποστείλωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην ὑποτρόφους, διὰ νὰ σπουδάσουν τὴν δασοκομίαν καὶ τὴν δασολογίαν; Εἰσηγάγομεν νόμον εἰδικὸν, καὶ ἐκανονίσαμεν διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποστελλομένων κατ’ ἔτος εἰς τὴν Εὐρώπην, τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσι, τὰ μαθήματα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπιδοθῆ, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ δίδωται αὐτοῖς ὡς ὑποτροφία, τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων πρὸς μετάβασιν καὶ ἐπάνοδον αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο φίλος τοῦ Ὑπουργείου τότε, προσέφερε πολλὰ φῶτα, συντελέσας καὶ αὐτὸς, ἵνα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο συμπληρωθῇ ἐπαρκῶς, καὶ κατασταθὲν νόμος τοῦ Κράτους λειτουργῇ σκοπίμως. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἔχει σαφῆ ἀντίληψιν τῶν ὁρίων τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο προέβη εἰς ἐπιδρομὴν ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εἴδετε, ὅτι ἐλησμόνησεν, ὅτι καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα τῶν δήμων τρίτης τάξεως πρέπει νὰ προηγηθῶσι τῆς οἰκοδομῆς τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἐνῷ ὁ νόμος διέτασσε τοῦτο ῥητῶς· ἐπίσης ἐλησμόνησεν, ὅτι ὤφειλε νὰ εἰσαγάγῃ νόμον, διὰ νὰ κανονίσῃ τὸν σκοπόν, εἰς τὸν ὁποῖον φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ διατεθῶσι τὰ κληροδοτήματα, τὰ λεγόμενα γενικά· ἐλησμόνησεν, ὅτι αἱ ὑποτροφίαι δὲν δύνανται νὰ διανέμωνται ἄνευ νόμου, καὶ προέβη εἰς διορισμὸν ὑποτρόφων. Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα κανονίζουσιν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§176ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἐμπειρίαν, οὐδὲ τὴν ἡλικίαν τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ...
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εὔχομαι νὰ ἦσθε πάντοτε νέος, ὅσον καὶ τώρα (ἱλαρότης).
§178ΣΤΑΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἐχολώθη, διότι ἐπέκρινα διάταξίν τινα τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἐὰν κατέβαλλε μεγαλειτέραν προσοχὴν εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν θὰ ἔλεγεν ὅσα εἶπε· διότι ἐγὼ ἐκάκισα τὸ ἄρθρον 60 τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς περιλαμβάνον μεταξὺ τῶν ἄλλων πόρων πρὸς συντήρησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τοὺς τόκους τῶν κληροδοτημάτων, τῶν μὴ ῥητῶς καθωρισμένων εἰς εἰδικοὺς σκοπούς.
§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι τῶν καθωρισμένων δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ κανονίσῃ τὴν διάθεσιν.
§180ΣΤΑΗΣ. Εἶπον ἤδη τοῦτο· ἀλλὰ προσέθηκα, ὅτι τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ΒΤΜΘʹ δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κληροδότημα μὴ ἔχον εἰδικὸν σκοπόν. (Διάλογοι).
§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσητε τὸν πίνακα τῶν κληροδοτημάτων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη κατὰ δύο περιόδους.
§182ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ θὰ καταθέσω τὸν πίνακα πάντων τῶν κληροδοτημάτων· δηλῶ ὅμως ἀπὸ τοῦδε, ὅτι κληροδοτήματα ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ὑπάρχουσι.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ θέλομεν ἔντυπον, ὄχι χειρόγραφον, διότι ὁ χειρόγραφος ἐγράφη χθές, ἐνῷ ὁ ἔντυπος ὑπάρχει πρὸ πολλοῦ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μὴ συζητήσωμεν ἐπὶ πίνακος, ὁ ὁποῖος ἐγράφη χθές, ἀλλ’ ἐπὶ πίνακος, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη ἐπισήμως πρὸ ἐτῶν πολλῶν.
§184ΣΤΑΗΣ. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, δὲν ἐγράφη χθές, ἀλλ’ εἶναι πιστὸν ἀντίγραφον τοῦ ἐπισήμου δημοσιεύματος.
§185ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίου δημοσιεύματος;
§186ΣΤΑΗΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς διαθήκας τῶν κληροδοτῶν.
§187ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπάρχει ἐπίσημος τοῦ 1870, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐδημοσιεύθη.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ μακαρίτης Δημήτριος Λεβίδης ἐδημοσίευσεν αὐτόν.
§189ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα· εἶναι ἐπίσημον δημοσίευμα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα Κύριοι, δὲν εἶναι τοῦτο· τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν διέθεσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καλῶς ἢ κακῶς τοὺς τόκους, τοὺς ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον ἀδιαθέτους, τῶν γενικῶν καλουμένων κληροδοτημάτων. Πάντα τὰ κληροδοτήματα, ὡς εἶπον, σχεδὸν ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἔχουσιν εἰδικὸν καὶ ὡρισμένον σκοπὸν, ὃν αἱ διαθῆκαι καθορίζουσι. Τούτου ἕνεκα οὐ μόνον δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καὶ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νομοθετικὴν ἄδειαν, ὅπως διαθέσωμεν τοὺς τόκους αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἤδη διατεθειμένοι διὰ τῶν διαθηκῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἠθέλησε νὰ μετατοπίσῃ τὸ ζήτημα, ὁμιλήσας περὶ κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα οὐδένα ἔχουσιν εἰδικὸν σκοπόν. Ἐὰν ὑπῆρχον τοιαῦτα κληροδοτήματα, βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος θὰ εἶχε δίκαιον νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ἀπειρίας τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα κληροδοτήματα, ἴσως θὰ ἦτο εἰς ἐμὲ ἐπιτετραμμένον νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀπειρίας ἄλλων. Ἀλλ’ ἀναμφιβόλως τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις μακρὰ περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἵνα μὴ οἱ κύριοι Βουλευταὶ παραπονεθῶσιν, ὅτι αἰφνιδίως ἦλθεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος, καὶ ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ἄνευ τῆς καταθέσεως τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ἀναβάλλω τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς καταθέσεως αὐτῶν, ὅτε ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐνέργειάν μου, ὡς Ὑπουργοῦ, πρὸς διάθεσιν τῶν τόκων τῶν γενικῶν καλουμένων κληροδοτημάτων.
§190ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα;
§191ΣΤΑΗΣ. Ὅσα ἐδημοσίευσεν ὁ μακαρίτης πατήρ σας.
§192ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ διαθῆκαι ὑπάρχουσι;
§193ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα· ἔντυποι.
§194ΛΕΒΙΔΗΣ. Διότι εἴχομεν ἀκούσει ἄλλοτε, ὅτι ἐν τῷ Ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου ἐπυρπολήθησαν ὅλαι αἱ διαθῆκαι.
§195ΣΤΑΗΣ. Ἐπυρπολήθη τὸ Γραφεῖον, ἀλλὰ τὰ κείμενα τῶν διαθηκῶν, τὰ πλεῖστα τοὐλάχιστον, εἶχον δημοσιευθῆ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου πατρός σας καὶ ὑπὸ τοῦ τότε τμηματάρχου Φανδρίδου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ τεῦχος τοῦτο θὰ καταθέσω προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν.
§196Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ συζητήσω τὸ χρήσιμον ἢ λυσιτελὲς τῆς τοιαύτης διαθέσεως τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων, καὶ ἐπιφυλαττόμενος νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ὅταν αἱ πληροφορίαι κατατεθῶσιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδισθῶ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς ἀμφότερα τὰ συζητούμενα θέματα. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὑπῆρξέ ποτε νομοθέτης, ὅστις καθώρισε δύο κατηγορίας κληροδοτημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων τὴν μίαν ὥρισεν ὡς παρέχουσαν πόρον εἰς σπουδαίαν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὅτι δὲ εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην δὲν κατέταξε παρὰ μόνον τὸ κληροδότημα τῶν 500 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς παραδέχεται ὡς τὸ μόνον ἔχον γενικὸν χαρακτῆρα. Δὲν νομίζω, ὅτι ἠδύνατό ποτε νὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς, νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ὑποβάλλουσα νόμον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως προσδιορίσῃ 500 δραχμὰς ὡς κεφάλαιον, διὰ τῶν τόκων τοῦ ὁποίου νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπῆρξε Βουλὴ, ἡ ὁποία νὰ φανῇ —ἐπιτρέψατε τὴν λέξιν—τόσον μωρὰ, ὥστε ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ τοῦ νόμου, ὡς πρὸς τὸν πόρον τῆς ἐπιχορηγήσεως εἰς τοὺς δήμους διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὰ εἰσοδήματα τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Ἡ δὲ ἑρμηνεία μεταξὺ γενικῶν καὶ εἰδικῶν κληροδοτημάτων εἶναι γνωστὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι ἐφηρμόσθη αὕτη καὶ ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἔχοντα γενικὸν χαρακτῆρα κληροδοτήματα ὡρισμένα 20 ἕως 25, ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ διατὶ ἐχαρακτηρίσθησαν τότε ὡς ἔχοντα γενικὸν χαρακτῆρα; Διότι δὲν ὁρίζεται ἐμπεριστατωμένως πόσοι μαθηταὶ ἢ ὑπότροφοι θέλουσιν ἐκλέγεσθαι, καὶ κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν ἀπολαμβάνει τῶν πλεονεκτημάτων τῶν κληροδοτημάτων. Ὡρίσθησαν δὲ, ὡς ἔχοντα εἰδικὸν σκοπὸν, ἄλλα κληροδοτήματα, ἐν τοῖς ὁποίοις ὁ διαθέτης καθορίζει τοὺς μαθητὰς, οἵτινες θ’ ἀπολαμβάνωσι τῶν πλεονεκτημάτων τῶν κληροδοτημάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν αἱ δύο Κυβερνήσεις, αἱ ὑποβαλοῦσαι τοὺς σχετικοὺς νόμους ἐν τῇ Βουλῇ, αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἔδωσεν ἡ Βουλὴ, καὶ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ λέξεων, αἵτινες ἔχουν καὶ νομοθετικὴν καὶ διοικητικὴν ἑρμηνείαν, δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ νομοθέτης καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν πρέπει νὰ καθιερώσῃ τοιαύτην ἀρχήν· διότι, ἐάν ποτε τοιαύτη ἀρχὴ ἤθελεν ἰσχύσει, οὐδεὶς νόμος εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἐπιτακτικὸς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Πᾶς νόμος, τοῦ ὁποίου ἡ νομικὴ ἔννοια ἤθελε παρουσιάζει διαφορὰν μεταξύ τινος ἐννοίας, διδομένης αὐτῷ ὑπὸ οἱουδήποτε πολιτειολόγου, καὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔδωσεν εἰς τὸν νόμον, κινδυνεύει νὰ ἴδῃ ἀπολλυμένην τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ ἀφορῶντος τὴν κατασκευὴν τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων. Ὁ νόμος δὲν ἀναφέρει μόνον τὰ δημοτικὰ σχολεῖα σχετικῶς πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν οἰκοδομημάτων τούτων, ἀναφέρει καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα· ὁρίζει δὲ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἐννοεῖ καὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Δὲν ἐπιτρέπεται κατασκευὴ δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων ἐν δήμοις βʹ τάξεως, πρὶν ἢ περατωθῇ ἡ κατασκευὴ ὅλων τῶν διδακτηρίων ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως. Τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ διὰ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἥτις εὑρίσκεται ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, προέβη εἰς τὸν διορισμὸν ὑποτρόφων, ὅστις διορισμὸς κατ’ οὐσίαν δὲν ἔχει τι, τὸ ὁποῖον νὰ ᾖναι ἐπιβλαβὲς, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἐνδέχεται νὰ ᾖναι καὶ ἐπωφελὲς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διορθώσῃ τοῦτο, εἰσάγων νόμον, ὅστις νὰ κυροῖ τὰ πραχθέντα· διότι, ἐὰν διὰ νόμου δὲν κυρωθῶσι τὰ πραχθέντα, οὐδεὶς νόμος, νομίζω, δύναται νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος καὶ τὴν μονιμότητα, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐννοεῖ νὰ δίδῃ εἰς τοὺς παρ’ αὐτῆς ψηφιζομένους νόμους.
§197Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§198Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο, καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔδωκεν, ἐπείσθη ἡ Βουλὴ, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ κληροδοτήματα, κρατεῖ σύγχυσις. Μεταξὺ τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα φέρονται ὑπὸ τὸ ὄνομα γενικὰ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε κληροδότημα, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι νὰ ἐκπαιδεύωνται τὰ ὀρφανὰ τῶν ὑπὲρ πατρίδος καὶ πίστεως πεσόντων. Εἰδικώτερον, Κύριοι, κληροδότημα αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἂν δὲ οἱ τόκοι αὐτοῦ δὲν διετέθησαν δι’ ὃν σκοπὸν ὡρίσθησαν, τοῦτο ἐγένετο διότι δὲν ἔχομεν τοιαῦτα ὀρφανά. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο λόγος ἀποχρῶν, τὰ χρήματα ταῦτα νὰ διατεθῶσι πρὸς ἄλλους σκοποὺς, οἱασδήποτε χρησιμότητος καὶ σκοπιμότητος καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι· διότι ἰδοὺ ὅτι σήμερον ἔχομεν τοιαῦτα ὀρφανὰ, καὶ δύναμαι ν’ ἀναφέρω ὀρφανὰ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, πεσόντων ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, καὶ ἐγκαταλιπόντων τέκνα ἱκανὰ πρὸς σπουδήν. Εἶναι λοιπὸν ἁμάρτημα, αὐτόχρημα ἔγκλημα, νὰ λαμβάνωμεν τοὺς τόκους τοῦ κληροδοτήματος ἐκείνου, καὶ νὰ διαθέτωμεν αὐτοὺς εἰς ἄλλας ἀνάγκας, εἴτε εἰς ἐκείνας δι’ ἃς τοὺς προορίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἴτε ὡς μέχρι σήμερον διετέθησαν.
§199Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀργὰ πλέον, καὶ δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, εἰμὴ δι’ ὀλίγων λέξεων. Ἐν πρώτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πέμψῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, περιλαμβάνοντα τὰς πόλεις τῆς βορείου, τῆς κεντρῴας καὶ τῆς νοτίου Ἀμερικῆς, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν Ἕλληνες πρόξενοι, συγχρόνως δὲ καὶ τὰ ὀνόματα, εἰ δυνατόν, τῶν διωρισμένων προξένων. Ἔχω ἐν τῷ γραφείῳ μου τὴν Ἐπετηρίδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ ἐπῆλθον μεταβολαί τινες. Πρόκειται περὶ ὀλίγων ὀνομάτων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δυσκολευθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Λέγω δὲ δι’ ὀλίγων λέξεων, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἃς θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ παράσχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς τύχης τῶν ἐν Ἀμερικῇ Ἑλλήνων, περὶ ὧν εἶναι καιρὸς ἤδη νὰ μεριμνήσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, διότι πρόκειται περὶ πληθυσμοῦ 50,000–60,000 Ἑλλήνων, τὸ πλεῖστον ἀνδρῶν (διότι γυναῖκες καὶ παιδία εἶναι ἐλάχιστα) καὶ νεαρῶν τὴν ἡλικίας καὶ ἀκμαίων καὶ τὸ φρόνημα καὶ τὸ θάρρος καὶ τὴν τόλμην, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὴν γενναίαν ἀπόφασιν, εἰς ἣν ἡμεῖς ἀσυζητητεὶ καὶ ἀπερισκέπτως δίδομεν τὸν χαρακτηρισμὸν «ἀπονενοημένου διαβήματος» πρὸς τόσον μακρινὸν ταξείδιον. Ἐγὼ δὲν ἐπιδοκιμάζω τὴν τοιαύτην μετανάστευσιν τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ πάντοτε ἀποτρέπω αὐτοὺς, ὁσάκις τυγχάνῃ περίστασις· ἀλλὰ διότι ἀπεφάσισαν νὰ ὑπάγωσιν ἐκεῖ, δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ τοὺς συνοδεύωμεν ἐντεῦθεν μὲ τὴν πρώτην ἔκφρασιν τοῦ «ἀπονενοημένου διαβήματος», ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβωμεν περὶ αὐτῶν πρόνοιαν, καὶ πρόνοιαν μεγίστην καὶ σπουδαιοτάτην, διότι ἐκεῖνοι εἶναι ἐκ τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, ὡς πάντες γνωρίζετε, καὶ ὡς θ’ ἀποδειχθῇ, ἐάν ποτε γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Πρόκειται δὲ περὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐκεῖθεν, περὶ ἀδήλου πόρου, ἀνερχομένου, κατ’ ἐμὴν ἐκτίμησιν, εἰς 8,000,000–10,000,000 δραχμῶν ἐτησίως. Ὑπάρχει χωρίον εἰς τὴν Λακεδαίμονα, ἢ μᾶλλον δῆμος, ὁ τῶν Θεραπνῶν, εἰς ὃν εἰσέρχεται ἓν ἑκατομμύριον ἐτησίως...
§200Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὄχι δά!
§201ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος ὥρα, ἵνα ἀσχοληθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν. Τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κυρίου Ὑπουργοῦ θέλω ἤδη ἐπικαλεσθῆ τὴν προσοχήν. Τὸ νὰ εἰσάγῃ τις ἀναφορὰν φυλακισμένων, αἰτούντων χάριτα Βασιλικὴν, ἢ ἄλλην τινὰ εὐκολίαν, κατὰ τὴν ἐν τῇ φυλακῇ διαμονὴν, εἶναι κοινοβουλευτικὴ κοινοτοπία. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος, ὅπερ κατήντησε καὶ καταντᾷ σπουδαιότατον, τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ΒΙΔʹ τοῦ 1892 περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν καταγνωσθεῖσαν ποινήν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ μέτρον ῥιζικόν, ἢ, ἂν θέλῃ, ν’ ἀφήσῃ νὰ ὑποβάλωμεν ἡμεῖς τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ὑποβάλλω δὲ καὶ ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Καλαμῶν κρατουμένων καταδίκων Γεωργ. Ἠλ. Κοτσωνῆ καὶ Σταύρου Π. Περδικέα, ζητούντων νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ Βασιλικὴ χάρις. Ἀμφότεροι οὗτοι ἔχουσι καταδικασθῆ εἰς 12 ἐτῶν δεσμά, διήνυσαν 13 ἐντὸς τῶν φυλακῶν, καὶ τοῖς ὑπολείπεται ἓν ἔτος!
§202Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦσαν καὶ δύο ἔτη ὑπόδικοι.
§203ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἑτέραν ἀναφορὰν 20 καταδίκων, κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου καὶ ἀντιπροσωπευόντων ἑτέρους 80 ἀγραμμάτους, οἵτινες ἱκετεύουσι νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἡ πρόνοια τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πράγματι καὶ πέρυσιν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ ἐπεκτείνῃ ἐπὶ τῶν τοιούτων τὴν πρόνοιαν τοῦ νόμου διὰ Βασιλικῆς χάριτος. Ὑποβάλλω, τέλος, καὶ ἀναφορὰν ἑτέρου καταδίκου, τοῦ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κρατουμένου Νικολάου Σ. Γκλεγκλέ, αἰτοῦντος χάριν. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἐλπίζω ὅτι, διαδεχόμενός με ἐπὶ τοῦ βήματος, θὰ δώσῃ τελικὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ μὴ μένῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα καὶ δίδωται ἀφορμὴ νὰ ἐπαναλαμβάνωνται καθ’ ἑκάστην ἐντεῦθεν τοιαῦται συστάσεις. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, καθόσον εἶμαι ἐκ τῶν ὁπωσδήποτε ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων, ἐὰν μέχρι τοῦδε ἐλήφθη πρόνοια περὶ τοῦ μεγάλου ἀρχαιολογικοῦ θησαυροῦ,— ἂς τὸν ὀνομάσωμεν θησαυρόν, χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζωμεν,—ὅστις ἀνεκαλύφθη εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης τῶν Ἀντικυθήρων.
§204ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐκομίσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν χεὶρ χαλκίνη ἀγάλματος ὑπερφυσικοῦ μεγέθους, εὑρισκομένου πιθανῶς εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης. Αὔριον θ’ ἀναχωρήσῃ πολεμικὸν ἀτμόπλοιον, ἵνα συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνέλκυσιν ἀπὸ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης τῶν ἐν αὐτῷ εὑρισκομένων ἀρχαιολογικῶν κειμηλίων.
§205Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅπως καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλήν, ὑπείκων εἰς τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἐπιθυμίαν αὐτῆς, παρήγγειλα τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν τοῦ Κράτους νὰ συντάξωσι πίνακας, ἐξ ὧν νὰ ἐμφαίνωνται ἀκριβῶς οἱ κατάδικοι ἐκεῖνοι, εἰς τῶν ὁποίων τὴν ποινὴν προσμετρουμένη ἡ προφυλάκισις συμπληροῖ αὐτήν. Ἐννοεῖται ὅτι διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἀπῃτεῖτο χρόνος πολύς· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους αἱ πληροφορίαι συνελέγησαν· διαβεβαιῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ πίνακες περιέχουσιν 120 πρόσωπα...
§206Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρελείφθη κανείς;
§207ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω... Εἰς αὐτοὺς, ἄνευ ἐξαιρέσεως, θὰ προτείνω ν’ ἀπονεμηθῇ χάρις.
§208Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λαμβάνομεν ὑπὸ σημείωσιν.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπερώτησις τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ μοὶ δίδει τὸ θάρρος ν’ ἀπασχολήσω αὐτὸν καὶ ἐγὼ ἐπ’ ὀλίγον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Ἂν ἀνεκλήθη ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, εἰς ἣν εἶχε διορισθῆ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὁ κατὰ τὸ μέχρι τοῦτο διάστημα ὑπηρετῶν ὡς πληρεξούσιος Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν ἀντ’ αὐτοῦ διωρίσθη ὁ ἐν Αἰγύπτῳ πολιτικὸς πράκτωρ κ. Ἰωάννης Γρυπάρης, καθ’ ἃ διεδόθη· ἰδίως δέ, ἂν ἀληθεύει ἡ διά τινος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐφημερίδος δημοσιευθεῖσα εἴδησις, ὅτι ὁ κ. Γρυπάρης δὲν ἔστερξε ν’ ἀναλάβῃ τὴν νέαν ταύτην ἐντολήν, καὶ ἂν ἦτο γνωστὸς τῆς ἀποποιήσεως αὐτοῦ ταύτης ὁ λόγος. 2) Ἂν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπηρετῇ ὡς πληρεξούσιος Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει διὰ τὰς μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης διαπραγματεύσεις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου. Τίνες δὲ λόγοι ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει (Ministre Plenipotentiaire) δὲν ὑπήγοντο εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν καθηκόντων τῶν ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος ἐκήρυξεν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ. 3) Ἂν εἶναι ἀληθὲς τὸ διαδιδόμενον, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις δὲν στέργει νὰ ἐκδώσῃ ἐκτελεστήρια εἰς πλείονας τοῦ ἑνὸς Γενικοὺς Προξένους τῆς Ἑλλάδος· ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχουσιν ἤδη διωρισμένοι ἐν Αἰγύπτῳ δύο Γενικοὶ Πρόξενοι, ἂν ἡ εἰρημένη ἄρνησις τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως ἦτο γνωστὴ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτε προεκάλει τὸν διορισμὸν καὶ δευτέρου Γενικοῦ Προξένου ἐν Αἰγύπτῳ. Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ φροντίσῃ νὰ συνταχθῇ καὶ κατατεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ κατάστασις, δηλοῦσα τὴν γενομένην μέχρι τοῦδε πρόοδον τῆς ἐξελέγξεως τοῦ τοκομεριδίου τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ τῶν συγχρόνως ἐξοφλουμένων. Ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ ἐπιθυμητὸν εἶναι νὰ δηλωθῇ, μέχρι τίνος εἶχε προβῇ ἡ ἐξέλεγξις αὕτη κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1897, πόσα δὲ τοκομερίδια ἑκατέρας τῶν εἰρημένων δύο κατηγοριῶν ἐξηλέγχθησαν ἔκτοτε. Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐκοινοποίησεν εἰς τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ οἰκονομικὰς ἀρχὰς τὸν νόμον ΒΦΟΕʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 περὶ τῶν εἰς Θεσσαλίαν εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων καταλήψεως αὐτῆς, καὶ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἐξέδωκε τυχὸν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Πόσοι ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν διατελούντων ἐν ἀποστρατείᾳ, οἵτινες εἶχον ὑποβάλει αἰτήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ εἶχον προσφύγει εἰς τὰ Δικαστήρια πρὸς διόρθωσιν τῆς ἐν τῷ Μητρῴῳ ἡλικίας αὐτῶν, ἔλαβον ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἶχον, ὅτε ἀπεστρατεύθησαν κατὰ τὸν ΒΨΑʹ νόμον τῆς 6 Ἀπριλίου 1900, πόση δ’ ἦτο ἡ διαφορὰ τῆς συντάξεως ἑκάστου αὐτῶν καὶ τὸ ποσὸν τὸ πληρωθὲν ἑκάστῳ αὐτῶν διὰ τὴν διαφορὰν ταύτην, ἕνεκα τοῦ προβιβασμοῦ του, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ ταύτης Β. Διατάγματος. 2) Πόσοι φαλαγγῖται καὶ τίνος βαθμοῦ προεβιβάσθησαν κατὰ ἕνα βαθμὸν, κατὰ τὸν ΒΨΝΖʹ νόμον τῆς 10 Ἀπριλίου 1900, καὶ πόση ἡ διαφορὰ τοῦ μισθοῦ, ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν τούτου. 3) Δυνάμει τίνος νόμου ἐχορηγήθη διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 18 Φεβρουαρίου 1900 ἐπιμίσθιον εἰς τοὺς ὁπλοδιορθωτάς. Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς πόσους θέλει ἀναβιβασθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρχικελευστῶν αʹ τάξεως, ἐκτελουμένου τοῦ ΒΨΙΘʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900, τοῦ τροποποιήσαντος τὸν ΑΦΕʹ νόμον τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου. Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόση δίδοται τῷ Γραμματεῖ τῆς Καλλιτεχνικῆς Βιβλιοθήκης ἀποζημίωσις, δυνάμει τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 13 Αὐγούστου 1900, πληρωνομένη αὐτῷ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Δωρίδου. Νὰ ἐξηγήσῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου ἀποζημιώσεως, καὶ τὴν διαφορὰν τῆς ἐννοίας τοῦ ὅρου τούτου ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑτέρου ὅρου τοῦ μισθοῦ. Προσέτι νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, δυνάμει τίνος νόμου προσελήφθη Γραμματεὺς τῆς Καλλιτεχνικῆς Πινακοθήκης.
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, νομοσχέδιον περὶ ὑδραγωγείου τῆς πόλεως Πύργου τοῦ δήμου Λετρίνων. Ὡσαύτως ἕτερον νομοσχέδιον περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐλαχίστων ὁρίων τοῦ ἐμβαδοῦ καὶ τῶν διαστάσεων τῶν ἐν Κηφισίᾳ οἰκοπέδων.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 33–34).
§212Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ διορισμοῦ παρὰ τῷ Εἰρηνοδικείῳ Πειραιῶς δύω παρέδρων ἐκ τῶν παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις δικαστηρίοις δικηγόρων.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 35).
§214Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἔχει διορισθῆ εἰρηνοδίκης ἐν Πειραιεῖ;
§215Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι ἀκόμη.
§216Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο διορίζετε τοὺς παρέδρους;
§217Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἀνεξαρτήτως τούτου, νομίζομεν ὅτι λυσιτελέστερον εἶναι νὰ ἀναπληρῶται ὁ εἰρηνοδίκης ὑπὸ δικηγόρου καὶ ὄχι ὑπὸ τοῦ γραμματέως.
§218Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Εἶχον καὶ ἐγὼ παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ διορισμοῦ παρέδρων ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ Πειραιῶς, διότι δὲν ἦτο ὀρθὸν, τοσαύτης σπουδαιότητος Εἰρηνοδικεῖον νὰ ἔχῃ ἀναπληρωτὴν τοῦ εἰρηνοδίκου τὸν γραμματέα. Ἤδη θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως κατὰ προτίμησιν συζητηθῇ τὸ ὑποβληθὲν τοῦτο νομοσχέδιον.
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ νομοθέτησις θέσεων δύο παρέδρων εἶναι δυσχερεστέρα τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς εἰρηνοδίκου. Ἑπομένως παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ σπεύσῃ νὰ διορίσῃ εἰρηνοδίκην.
§220Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ εἰρηνοδίκης θέλει διορισθῆ.
§221Π. ΓΚΙΚΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐν ᾧ νὰ ἐμφαίνηται: 1) Πόσοι (ὀνομαστικῶς) ὑπαξιωματικοὶ διατελοῦσιν ἐν διαθεσιμότητι, καὶ ἀπὸ πότε ἕκαστος τούτων. 2) Ποίαν ἡλικίαν φέρει ἕκαστος τούτων. 3) Εἰς ποῖον κλάδον τοῦ Ναυτικοῦ ὑπηρέτησεν ἕκαστος τούτων, δηλ. ποίαν ὑπηρεσίαν ἐξετέλει ἕκαστος. 4) Ἄν καὶ ἄλλοτε οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι διετέλουν ἐν διαθεσιμότητι. 5) Ποῖοι οἱ λόγοι, δι’ οὓς οὗτοι ἐτέθησαν εἰς διαθεσιμότητα.
§222Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐνοικίασιν τοῦ τηλεγραφικοῦ καταστήματος Δίβρης, ἤτοι τὸ συμβόλαιον, δι’ οὗ προσεφέρθη δωρεὰν ἡ οἰκία τοῦ Ἀνδρέα Διαμαντοπούλου, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τηλεγραφικὸν κατάστημα, καὶ τὸ συμβόλαιον, δι’ οὗ τὸ Ὑπουργεῖον παρῃτήθη τῆς δωρεᾶς, καὶ προσέφερεν ἐνοίκιον εἰς τὸν Διαμαντόπουλον.
§223Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ συμβατικοῦ τόκου».
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δρ. 426,674.
§225Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω μίαν ἁπλῆν διόρθωσιν. Ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἀνήκει βεβαίως εἰς τὸ κεφάλαιον ΙΑʹ, διότι τὸ κεφάλαιον ΙΑʹ ἀναφέρεται εἰς χρηματικὰ χορηγήματα ἀπολυομένων καὶ ἀνικάνων ὁπλιτῶν κλπ. Εἶναι ἁπλῆ διόρθωσις.
§226ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω παρατήρησιν περὶ τούτου. Ἡ πίστωσις αὕτη ἐχορηγήθη ὡς ἔκτακτος, ἐνῷ ἐζητήθη καὶ ἐψηφίσθη ὡς ἀναπληρωματική. Καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐν τῇ πράξει αὐτοῦ τῆς 8 Ἰουλίου 1900 συνιστᾷ νὰ ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησεν αὐτὴν ὡς ἀναπληρωματικὴν· ἐν τούτοις τὸ Διάταγμα ἐθεώρησεν αὐτὴν ἔκτακτον. Καὶ ἐκ ταύτης τῆς ἀφορμῆς ἄγομαι νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, πόθεν προέρχεται ἡ ὑποχρέωσις αὕτη συνδρομῆς εἰς τὴν Γεωδαιτικὴν Ἑταιρείαν τοῦ Βερολίνου, καὶ ποία εἶναι ἡ διάρκεια τῆς ὑποχρεώσεως; Ἐγένετο συμφωνία τις;
§227Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν περιπτώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 806,015.12.
§229Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἐκ δραχμῶν 1674.
§231ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ αὐτὴ ἐρώτησις χωρεῖ καὶ ἐνταῦθα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον).
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ τελωνειακῷ δασμολογίῳ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§233Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 2 παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ὡς καὶ χημικαὶ σκευασίαι τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ μετ’ ἄλλων οὐσιῶν, προωρισμέναι εἰς καταπολέμησιν τοῦ περονοσπόρου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν).
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔρχεται ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.» Ἕνεκα τῆς τάξεως παρατηρῶ, ὅτι τοῦ βιβλιοφύλακος ὁ μισθὸς καθορίζεται εἰς δραχμὰς 360, δηλ. περισσοτέρας τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἀφομοίωσις.
§235ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἀφομοίωσις θὰ γείνῃ, ἐλαττουμένου τοῦ μισθοῦ τοῦ βιβλιοφύλακος;
§236Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν πρόνοιαν, ἡ ὁποία λαμβάνεται πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ διαφόρων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, παρημελήθη πρόσωπον ἄξιον τῆς προνοίας ταύτης. Πρόκειται περὶ τοῦ καλλιγράφου κ. Ζούκη, ὁ ὁποῖος ἀπὸ 25 ἐτῶν ἐργάζεται, λαμβάνων μόνον 190 δραχμῶν μισθόν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. ἐφόρου καὶ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν κ. ἐφόρων τῆς Βιβλιοθήκης περὶ τῆς ἐργασίας τοῦ κ. Ζούκη, καὶ προτείνω, ὅπως ὁ μισθὸς τούτου αὐξηθῇ εἰς δραχμὰς 240.
§237ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐκτὸς τῶν διὰ τῆς συζητουμένης προτάσεως προτεινομένων τροποποιήσεων προστίθεται καὶ ἡ ὡς πρὸς τὸν μισθὸν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ὁριζόμενον εἰς δραχμὰς 360 μηνιαίως· ἐπίσης καὶ ἡ ὡς πρὸς τὸν μισθὸν τοῦ καλλιγράφου τῆς Βιβλιοθήκης, ὁριζόμενον εἰς δραχμὰς 240. (Ἀναγινώσκονται αἱ ὡς ἀνωτέρω τροποποιήσεις διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ γίνονται δεκταὶ ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.)