1900.11.20
2,971 rows · 22,903 words · 156 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
Τῆς 20 Νοεμβρίου 1900.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Θᾶνος Κανακάρης νὰ προσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ. (Προσέρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτελῶν τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου» ὡς ἑξῆς: Στέφ. Δραγούμης, Θ. Ρετσίνας, Ἀντ. Καρτάλης, Δ. Τσᾶτσος, Β. Μαρκεζίνης, Ι. Κουντουριώτης, Ν. Τριανταφυλλᾶκος, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος καὶ Ἀλέξ. Γ. Σκουζές. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ συνέλθωσι καὶ προβῶσιν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας των. Παρακαλοῦνται δὲ, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἔκθεσίν των ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ σήμερον. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της περὶ τῆς ζητουμένης πιστώσεως διὰ τῆς περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὑποβληθείσης προτάσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 27). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ζερβὸς, Γ. Ροδόπουλος, Ν. Γιαννηκώστας, Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς, Μιχ. Φωτιάδης καὶ Ι. Τσιριμῶκος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσόντων τῶν ὀδοντοϊατρῶν». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 28). Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ δρ. 1674. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως 1900 ἐκ δραχμῶν 806,015.12. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δρ. 426,674. Ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 29–31). Ἡ χήρα Αἰκατερίνη Δημητρίου Χαύτα δι’ ἀναφορᾶς της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τῇ χορηγήσῃ αὔξησιν συντάξεως.
§3Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται).
§6ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ, ἡ ἐπιδοθεῖσα, τῆς χήρας τοῦ μακαρίτου Δημητρίου Χαύτα, λοχαγοῦ τῆς φάλαγγος, νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἰδίως τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Δημήτριος Χαύτας, ὑπερεκατοντούτης ἀποθανὼν πρὸ 10 ἐτῶν, ἀνῆκεν εἰς τὴν ἡρωϊκὴν χορείαν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέταξαν τὰ στήθη αὑτῶν, ὅπως ἡμεῖς ἀναπνέωμεν ἐλευθέρως· καίτοι δὲ ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἔθνους, ὅπως πολλοὶ ἄλλοι, ἐξ ὑπερηφανείας δὲν ἐζήτησέ τι. Ἀλλὰ νόσος μακρὰ κατέρριψεν αὐτὸν κλινήρη ἐπὶ ἔτη, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἐκποιήσῃ τὴν περιουσίαν του ὁλόκληρον, τὴν μεγάλην ἔκτασιν τῶν Χαυτείων, ἡ ὁποία ἔλαβε τὴν προσωνυμίαν ἐξ αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον, εἰς τὴν λιμώττουσαν ἤδη χήραν τοῦ πρωταγωνιστοῦ Δ. Χαύτα νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρωγός.
§7Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ, κύριε Πρόεδρε.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς. Κατάδικοι τῶν ποινικῶν φυλακῶν Ἀμφίσσης ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν, δι’ ἧς ζητοῦσι νὰ τοῖς προσμετρηθῇ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως αὐτῶν εἰς τὸν τῆς ποινῆς, καὶ νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ Βασιλικὴ χάρις. Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπιτροπὴ κατοίκων Λαρίσης δι’ ἀναφορᾶς της ζητεῖ νὰ ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις τῆς πρώτης δόσεως τοῦ δανείου καὶ ν’ ἀπαλλαγῇ ὁ λαὸς τῆς πληρωμῆς ταύτης, λόγῳ βοηθήματος. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ Νομάρχης Λαρίσης διὰ τηλεγραφήματός του διαβιβάζει τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν κατοίκων Λαρίσης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§9Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀπαντῶ εἰς ἐπερωτήσεις τινὰς, αἵτινες κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις ὑπεβλήθησαν. Καὶ πρῶτον εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, ὅστις ἐζήτησε πίνακα τῶν εἰσπράξεων τῶν διαφόρων ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν τῶν ἐτῶν 1894, 1895, 1896, 1899 καὶ τῶν τριῶν τριμηνιῶν τοῦ 1900. Τὸν πίνακα τοῦτον καταθέτω. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησεν ἐν ταὐτῷ νὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέρους πίνακας, ἐμφαίνοντας τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν, καὶ δὴ τῶν καταργηθέντων διὰ τοῦ νέου νόμου Προξενικῶν Πρακτορείων, ἐκ κληρονομικῶν τελῶν καὶ ἐκ τοῦ ἡμίσεος τῶν ἐκ τῶν διαμονητηρίων τελῶν. Οἱ προξενικοὶ πράκτορες δὲν ἔστελλον τακτικῶς πρὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πίνακας ἐμφαίνοντας ὡρισμένας εἰσπράξεις· ἁπλῶς ἦσαν ὑποχρεωμένοι ἐκ τοῦ νόμου νὰ στέλλωσι πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους τὸ βιβλίον τοῦ ἐλέγχου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνέγραφον ὅλας τὰς εἰσπράξεις τῶν Προξενικῶν Πρακτορείων. Εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου βεβαίως ὑπάρχουσι τὰ βιβλία ἐλέγχου, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται αἱ εἰσπράξεις τῶν Προξενικῶν Πρακτορείων· ἀλλ’ ἀπαιτεῖται μακρὸν χρονικὸν διάστημα, ὅπως ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εὑρεθῶσι τὰ βιβλία ταῦτα, τὰ ὁποῖα πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐστάλησαν, καὶ ἐξαχθῶσιν ἐξ αὐτῶν οἱ ζητηθέντες πίνακες. Ὡς ἐκ τούτου τοὺς πίνακας τούτους εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον, οὔτε σήμερον, οὔτε μετὰ ἕνα μῆνα, ἢ καὶ βραδύτερον, νὰ προσαγάγω.
§10Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§11ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§12Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φαίνεται ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν σᾶς ἔδωκεν ἀκριβεῖς πληροφορίας. Τὰ Προξενικὰ Πρακτορεῖα εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ στέλλωσιν εἰς τὰ Γενικὰ Προξενεῖα πίνακας μετὰ τῶν ὀνομάτων τῶν ὑπηκόων. Ἐκ τῶν πινάκων τούτων τὰ Γενικὰ Προξενεῖα κρατοῦσι δύο, ὧν τὸν ἕτερον στέλλουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τούτους ζητῶ.
§13ΡΩΜΑΝΟΣ. Αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ ἡμίσεος τῶν τελῶν διαμονητηρίων, τῶν εἰσπραττομένων ὑπὸ τῶν προξενικῶν πρακτόρων, ἀνεγράφοντο εἰς τὰ βιβλία ἐλέγχου τῶν ἐμμίσθων προξένων, ἅτινα στέλλονται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον χωρὶς νὰ διέλθωσι διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἄλλη ἐπερώτησις, γενομένη παρὰ τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, εἶναι ἡ ἑξῆς: «Παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πίνακα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1900 δι’ ἡμεραργίας καὶ ὁδοιπορικὰ πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν ἐμμίσθων καὶ ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν.» Τὸν πίνακα τοῦτον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι τὰ ὁδοιπορικὰ καὶ αἱ ἀποζημιώσεις δι’ ἐπιθεωρήσεις κατὰ τὸ 1900 ἀνῆλθον εἰς 4,042 δραχμάς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε προσέτι πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς εἰσπράξεις ἐκ συντάξεως ἢ μεταφράσεως τακριρίων ὑπὸ τῶν ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν Σκοπίων, Ἀργυροκάστρου, Βερατίου, Αὐλῶνος Τραπεζοῦντος, Σάμου, Πόρτ–Σαΐδ κλπ. κατὰ τὰ ἔτη 1894, 1895, 1898 καὶ 1899. Τοιοῦτον πίνακα δὲν δύναμαι νὰ προσαγάγω, διότι αἱ Προξενικαὶ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ἀνέφερε, δὲν ἔχουσιν ἔμμισθον διερμηνέα, ὑπηρετοῦντα παρ’ αὐταῖς, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἰσπράττουσι σχεδὸν τίποτε ἐκ μεταφράσεων ἢ συντάξεων τακριρίων· ἂν δὲ τυχὸν εἰσπράξωσιν ἐλάχιστα ποσὰ ἐκ τῶν παρὰ τῶν ἀμίσθων διερμηνέων μεταφραζομένων τακριρίων, δὲν ἐγγράφουσι τὰς εἰσπράξεις ταύτας εἰς εἰδικὸν βιβλίον. Τουναντίον εἰς τὰς Προξενικὰς ἀρχὰς, παρ’ αἷς ὑπηρετοῦσιν ἔμμισθοι διερμηνεῖς, εἰσπράττονται τακτικῶς τέλη ἐκ μεταφράσεων ἢ συντάξεως τακριρίων. Εἰς τὴν τελευταίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς, ἀδυνατῶ ἐπίσης ν’ ἀπαντήσω, διότι ὑποθέτω, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς πλάνην. Ἡ ἐπερώτησίς του ἔχει ὡς ἑξῆς: «Κατὰ τὸ ἄρθρον 250 τοῦ ΧΝϚʹ προξενικοῦ νόμου, ἐδάφ. 3–5. τὰ ξένα ἀτμόπλοια, τὰ ἔχοντα ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν ἐκτὸς τοῦ Κράτους δι’ ἑβδομαδιαίου ἢ δεκαπενθημέρου τακτικοῦ δρομολογίου, ὑποβάλλονται εἰς τέλη προξενικά. Συνεπῶς παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων ὑπὸ τῶν ἐμμίσθων παραλίων προξενικῶν ἀρχῶν ἐκ τῶν ξένων ἀτμοπλοίων κατὰ τὰ ἔτη 1894, 1895, 1898 καὶ 1899.» Τὰ ξένα ἀτμόπλοια, τὰ ἔχοντα καὶ ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ὑποβάλλονται εἰς τέλη προξενικὰ, κατὰ τὸ ἄρθρον 250· τοὐναντίον ὑποβάλλονται εἰς τέλη, κατὰ τὸ εἰρημένον ἄρθρον, τὰ ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια· ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δέν μοι ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ὁ κ. Βουλευτής.
§14Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ λάθος εἶναι προφανές· ἐννοῶ τὰ ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια.
§15ΡΩΜΑΝΟΣ. Τότε ἡ ἐπερώτησίς σας κακῶς διετυπώθη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν σχετικὴν πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἰατροῦ, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ Διεθνὲς Ὑγειονομικὸν Συμβούλιον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, καὶ ἀνέφερεν, ὅτι ἡ Κοινότης Ἀλεξανδρείας μετὰ λύπης ἔμαθεν, ὅτι ἀντικατεστάθη ὁ ἰατρὸς κ. Βαλασσόπουλος δι’ ἑτέρου. Ὁ ἰατρὸς κ. Βαλασσόπουλος εἶχεν ὄντως ἀποκτήσει τὰς συμπαθείας τῶν πλείστων μελῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐσχάτως διορισθεὶς κ. Φιλιππίδης θεωρεῖται ὑπὸ πολλῶν μελῶν τῆς Κοινότητος Ἀλεξανδρείας ὡς καταλληλότατος διὰ τὴν εἰς ἣν διωρίσθη θέσιν· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ οὗτος θέλει ἐπαξίως ἀντιπροσωπεύσει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ Διεθνὲς Ὑγειονομικὸν Συμβούλιον. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Φιλιππίδου, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις συνυπέγραψε τὸν διορισμὸν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐγὼ ἀναλαμβάνομεν πᾶσαν τὴν εὐθύνην τοῦ διορισμοῦ τούτου.
§16ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ζητοῦμεν νὰ δώσητε ἐξηγήσεις περὶ τοῦ λόγου τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Βαλασσοπούλου.
§17ΡΩΜΑΝΟΣ. Νομίζω περιττὸν νὰ δώσω περισσοτέρας ἐξηγήσεις περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Βαλασσοπούλου καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Φιλιππίδου εἰς τὴν ἄμισθον θέσιν, εἰς ἣν ἄλλως τε μόνον ἐπὶ ὀλίγους μῆνας ὑπηρέτησεν ὁ πρῶτος. Ἄλλως τε ὁ κ. Βαλασσόπουλος διὰ πράξεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινότητος Ἀλεξανδρείας διωρίσθη ἐπίτιμος ἀρχίατρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Νοσοκομείου· τοιουτοτρόπως δὲ ἀμφότεροι οἱ ἰατροί, περὶ ὧν ὁ λόγος, κατέχουσιν ἤδη ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐπιζήλους τιμητικὰς θέσεις.
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι χαριέστατος ὁ λόγος, ὃν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι διὰ τῆς πράξεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐδιχοτομήθησαν τὰ ἀξιώματα αὐτῆς, καὶ ἓν μὲν ἀξίωμα ἐδόθη εἰς τὸν ἀπολυθέντα ἐκ τοῦ ἑτέρου ἰατρὸν κ. Βαλασσόπουλον, τὸ ἕτερον δὲ παρεσχέθη χάριν ἐκείνου, εἰς ὃν παρεσχέθη. Οὔτε τὸν ἕνα τῶν κυρίων τούτων γνωρίζω, οὔτε τὸν ἕτερον, καὶ χαίρω ἀκούων, ὅτι ὁ διορισθεὶς εἰς τὴν θέσιν, ἐξ ἧς ἀπελύθη ὁ κ. Βαλασσόπουλος, εἶναι ἄξιος τοῦ ἀξιώματος, εἰς ὃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνήγαγεν αὐτόν. Εἶχον, ἐξ ἀφορμῆς τῆς εἰδήσεως τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Βαλασσοπούλου, μάθει περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ ἐξ ὅσων ἤκουσα τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, παρὰ πολλῶν συναδέλφων, οἵτινες, εὐτυχέστεροι ἐμοῦ, ἐγνώρισαν τὸν ἄνδρα, ὅτι διεκρίνετο μεταξὺ τῶν διακεκριμένων ἰατρῶν ὄχι μόνον τῆς Αἰγύπτου, ἀλλὰ καὶ ἄλλων χωρῶν· εἶχον μάθει καὶ ἄλλως καὶ ἐξ ἀναγνώσεως τοῦ συγγράμματος αὐτοῦ, ὅπερ ἔλαβον, Γαλλιστὶ συγγεγραμμένον, ἐν γλώσσῃ ἀπταίστῳ, περὶ τῆς πανώλους ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ὅτι πρῶτος αὐτὸς συνέλεξε πληροφορίας περὶ τοῦ νοσήματος, περὶ οὗ ὑπὲρ πάντας νῦν ἀσχολεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ συνταυτίσας τὴν γνώμην του πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα ἀπολύσῃ τοιοῦτον ἄνδρα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πρὸς ἡμᾶς: «Ποία ἡ ἀπώλεια; Διωρίσαμεν ἄξιον ἄνδρα εἰς τὴν θέσιν, ἵνα διανείμωμεν τὰ ἀξιώματα.» Ἤθελον ἔχει πολλὴν προθυμίαν νὰ παραδεχθῶ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τοῦ κ. Φιλιππίδου, ἂν δὲν συνέπιπτεν, ὁ διορισθεὶς νὰ ᾖναι ἀδελφὸς Βουλευτοῦ, στηρίζοντος τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ. Εἶναι, Κύριοι, βέβαιον, ὅτι ἓν στερεὸν ἔδαφος ἔμενεν ἔτι, ὅπερ οὐδεμία Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε ἔθιξε κατὰ τρόπον ὅμοιον πρὸς τὸν ἐνταῦθα τελούμενον, ἓν ἔδαφος, ὅπου οὐδεμία Κυβέρνησις ἠνέχθη ν’ ἀναγκασθῇ νὰ διορίσῃ ἄλλους εἰς τιμητικὰς θέσεις ἀμίσθους, ἀπολύουσα τοὺς ὑπάρχοντας, τοὺς εὐδοκίμως ἀμισθὶ ἐργαζομένους ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου ἡ Κυβέρνησις, ἐκπληροῦσα σκοποὺς καθαρῶς συναλλακτικούς, ἀπολύει ἔντιμον ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Διεθνεῖ Συνεδρίῳ, τιμώμενον ὑπό τε τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος καὶ ὑπὸ τῶν ξένων συναδέλφων του, καὶ διορίζει ἕτερον, ὑπὲρ οὗ εὔχομαι νὰ εὐδοκιμήσῃ, ὡς ηὐδοκίμησεν ὁ ὑπάρχων, ἀλλὰ περὶ οὗ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν διώρισαν αὐτὸν διότι ἔχει ἀξίαν, ἀλλὰ διότι οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸν εἶναι στηρίγματα τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, ἐνταῦθα πολλάκις ἐγένοντο παρατράγῳδα καὶ παρεκτροπαί, λόγον ἔχουσαι τὰς ἀνάγκας τὰς πολιτικάς· ἀλλ’ αἱ παρεκτροπαὶ αὗται μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὸ κατώφλιον τῆς Ἑλλάδος, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ τοιούτων ἀξιωμάτων, ἅτινα δὲν ἀπονέμονται εἰς ὑπαλλήλους ἐκ τῶν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπηρέτει ὡς ἰατρός, ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Πρεσβείᾳ, ὁ ἀείμνηστος Βαφειάδης· οὐδεμία τῶν Κυβερνήσεων ἔθιξεν αὐτόν, καίτοι ἐλάμβανε μισθόν, ὑπῆρχον δὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἄλλοι ἀνώτεροι αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Βαφειάδης ἐξεπλήρου εὐόρκως τὸ καθῆκον αὐτοῦ καὶ εὐπροσώπως, οὐδεμία Κυβέρνησις ἔθιξε τὸν Βαφειάδην. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἦλθέ ποτε ὥρα νὰ σκεφθῶμεν περὶ οἰκονομιῶν, καὶ ἐγένετο ἡ σκέψις νὰ περικόψωμεν 200 δραχμάς, ἵνα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατασταθῇ ὀλιγώτερον δαπανηρός· ἀλλὰ παρατήρησις τοῦ ἐντίμου φίλου κ. Μαυρομμάτη μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἤθελον πράξει ἄτοπον, διότι περικόπτων μικρὰν δαπάνην ἤθελον θίξει πρόσωπον ὑπηρετοῦν ἐθνικῶς. Καὶ ἐκεῖ προέκειτο περὶ κέρδους, περὶ οἰκονομίας τοὐλάχιστον 2,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαλασσόπουλος πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν διεδέχθη ἐν Ἀλεξανδρείᾳ διακεκριμένον ἰατρόν, ὅστις ἐπὶ μακρὰ ἔτη, διορισθεὶς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἄμισθος, ἔμενε διαρκῶς ἄθικτος, δυνηθεὶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ πρὸς τὴν πατρίδα του καθήκοντα ἀκριβέστατα· ὁ κ. Βαλασσόπουλος διεδέχθη μετὰ θάνατον τὸν ἔξοχον ἰατρὸν μακαρίτην Ζαγκαρόλαν, οὗ καὶ ἐγένετο γαμβρός, συνενώσας οὕτως ἀμφοτέρας τὰς ἰδιότητας. Ἀλλ’ ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν προσῆκε τοιοῦτος ἀνὴρ νὰ ἔχῃ δύο ἀξιώματα! Ἐγώ, Κύριοι, ἀληθῶς λυποῦμαι, διότι ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐκτεθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου· διότι ἡ ἀντήχησις τῆς πράξεως αὐτῆς δὲν περιορίζεται μόνον μεταξὺ τοῦ κύκλου τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἡ πρᾶξις σχολιάζεται καὶ ἐσχολιάσθη ὑπ’ αὐτῶν τῶν συμπαρέδρων τοῦ κ. Βαλασσοπούλου, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὰ πρῶτα ἔθνη τῆς Εὐρώπης καὶ γινώσκουσι καλῶς, ὅτι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Κυβερνήσεις οὐδέποτε ἀπολύουσι τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτῶν ὅλως ἀναιτίως, ἁπλῶς ἵνα διορίσωσι τοὺς πολιτικοὺς αὑτῶν φίλους. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσω νὰ εἴπω, ὅτι μεθ’ ὑπερβαλλούσης ἐλευθερίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμίλησε περὶ τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Κοινότητος, αὐτός, ὅστις, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνταῦθα αὐτὴν ἀντιπροσωπεύει, εἰπὼν αὐτὴν διῃρημένην καὶ ἔχουσαν συμπαθείας μείζονας ἢ ἐλάσσονας πρὸς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον. Ἠθέλησε διὰ τούτων νὰ δείξῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι, ἂν μέρος τῆς Κοινότητος δυσηρεστήθη, διότι ἀπελύθη ὁ κ. Βαλασσόπουλος, ἕτερον ηὐχαριστήθη, διότι διωρίσθη ὁ κ. Φιλιππίδης. Ταπεινοτέρα ἐκτίμησις τῆς παρατόλμου πράξεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτεθῇ ἄλλη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνα δὲ, ἅτινα θέλω ἀναγνώσει εἰς τὴν Βουλήν, θέλουσι πείσει πάντας, ὅτι, ἂν ἡ ἀξιοπρέπεια ἐξέλιπεν ἐνταῦθα, ὅμως ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὑφίσταται ἀρτία. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ Κοινότης τῆς Ἀλεξανδρείας ὁλόκληρος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς (ἀναγινώσκει):
«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΕΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.
Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἰατρὸν κύριον Ἀριστείδην Βαλασσόπουλον Ἐνταῦθα. Ἀξιότιμε Κύριε. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Κοινότητος, ἐν τῇ συνεδριάσει αὐτῆς τῆς 10)23 Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ., γνοῦσα τὴν ἀνέλπιστον ἀπόλυσιν ὑμῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῷ ἐνταῦθα Διεθνεῖ Ὑγειονομείῳ θέσεως ὑμῶν ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, ἀπεφάσισε νὰ ἐκδηλώσῃ ἐγγράφως πρὸς τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος τὴν μεγίστην αὐτῆς λύπην ἐπὶ τούτῳ. Ἐκφράζουσα ὑμῖν σήμερον τὴν ἄκραν αὐτῆς εὐαρέσκειαν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τὰς ἀπὸ εἰκοσαετίας εὐδοκίμους καὶ μετ’ αὐταπαρνήσεως παρεχομένας ὑπηρεσίας ὑμῶν εἴς τε τὸ Νοσοκομεῖον καὶ εἰς τὰ Σχολεῖα τῆς ἡμετέρας Κοινότητος, ἡ Ἐπιτροπή, εἰς ἔνδειξιν τῆς μεγίστης πρὸς ὑμᾶς ἐκτιμήσεώς της, ἀπονέμει ὑμῖν τὸν τιμητικὸν τίτλον Ἀρχιάτρου τοῦ Νοσοκομείου τῆς Κοινότητος. Ἀσμένως διαβιβάζων ὑμῖν τὰ αἰσθήματα τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπισυνάπτων ὧδε ἐπίσημον ἀντίγραφον τοῦ Πρακτικοῦ αὐτῆς, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ δεχθῆτε τὴν διαβεβαίωσιν καὶ τῆς ἐμῆς ἐξόχου πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεως, μεθ’ ἧς διατελῶ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Κοινότητος Κ. Μ. Σαλβάγος. Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῇ 12)25 Ὀκτωβρίου 1900.»
§19Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἀπορῶ, εἰς ποίας συνταγματικὰς ἀρχὰς ἐστηρίχθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα ἰσχυρισθῇ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἢ ἀντιπροσώπους της ἐκεῖ, ἔνθα δὲν ὑπάρχουσι προσόντα περιφρουροῦντα αὐτούς. Ἐὰν ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς ἐξετείνετο μέχρι καὶ τῶν ἐλαχίστων διορισμῶν καὶ παύσεων, τοῦτο θὰ ἦτο καθαρὰ ἐπέμβασις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἰς τὰ τῆς Διοικήσεως, καὶ ὁ χωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν, ἡ βάσις αὕτη παντὸς κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, θ’ ἀπέβαινε παρ’ ἡμῖν γράμμα κενόν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν κ. Βαλασσόπουλον, ἐγὼ δὲν ἀνέγνωσα βεβαίως τὸ περὶ πανώλους σύγγραμμά του, ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, διὰ νὰ κρίνω ἐξ αὐτοῦ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνδρός· διότι, καὶ ἂν τὸ ἀνεγίνωσκον, ὁμολογῶ ὅτι δὲν θὰ τὸ κατενόουν, ἅτε στερούμενος πάσης ἰατρικῆς μαθήσεως. Ἀλλ’ οὔτε ἔχω ἀνάγκην τούτου, ἵνα κρίνω περὶ τῆς δράσεως τοῦ κ. Βαλασσοπούλου, ὡς ἰατροῦ, διευθύνοντος τὸ παθολογικὸν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Νοσοκομείου Ἀλεξανδρείας. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω προσωπικῶς τὸν κ. Βαλασσόπουλον, οὐδὲ σκοπῶ νὰ ψέξω αὐτόν. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἐξετάσω τὴν δρᾶσίν του, ὡς διευθυντοῦ τοῦ παθολογικοῦ τμήματος τοῦ Νοσοκομείου Ἀλεξανδρείας, δὲν δύναμαι ἢ νὰ συμπεράνω, ὅτι δὲν ἐπέτυχε καὶ τόσον πολύ, ὥστε νὰ ἐπισπάσηται καὶ τὰ συγχαρητήρια τῆς διευθυνούσης τὴν Κοινότητα Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Δὲν ἔχω δὲ ἢ ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν στατιστικὴν τῆς θνησιμότητος τοῦ Γερμανικοῦ καὶ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Νοσοκομείου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν, ἐξ ἧς ἐξάγεται, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς θνησιμότητος ἐν μὲν τῷ Γερμανικῷ Νοσοκομείῳ εἶναι 7 περίπου ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἐν τῷ Εὐρωπαϊκῷ 8%, καὶ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ 13,87%. Δὲν θὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἐπὶ τῆς δράσεως τοῦ κ. Βαλασσοπούλου, διότι δὲν ὁρμῶμαι, ὡς προεῖπον, ἐκ τῆς προθέσεως, ὅπως μεμφθῶ αὐτοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι ἡ μῆνις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινότητος Ἀλεξανδρείας ἐναντίον τοῦ κ. Φιλιππίδου ἐξηγεῖται ἐκ τοῦ θάρρους, μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ τελευταῖος οὗτος ἐτόλμησεν, ἁπλοῦς αὐτὸς πληβεῖος, νὰ ψέξῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν τῆς Κοινότητος, ἐκδοὺς τελευταίως ἴδιον πρὸς τοῦτο φυλλάδιον, δι’ οὗ ζητεῖ, ὅπως οὐχὶ ἀνεξελέγκτως διευθύνωσι τὰ τῆς Κοινότητος οἱ Κύριοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Κοινότητος. Ὀφείλω ἐπίσης νὰ ποιήσωμαι μνείαν τῆς συγχύσεως, εἰς ἣν περιέπεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὑποθέσας ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δύναται νὰ διερμηνεύῃ τὴν γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ παροικίας· διότι τότε εὐχαρίστως θὰ ἔκυπτον καὶ ἐγὼ τὴν κεφαλὴν, καὶ ἡ γνώμη αὐτῆς θὰ εἶχε μεγάλην σημασίαν καὶ βαρύτητα ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῆς κρίσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅταν ἐπὶ 35 χιλιάδων Ἑλλήνων, παροικούντων ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, 110 καὶ μόνον προνομιοῦχα ἄτομα ἐκλέγωσι τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Κοινότητος ἀπὸ ἐτῶν 10 καὶ πλέον, δὲν νομίζω ὅτι ἡ ὀλιγαρχία αὕτη, ἡ ὁποία ἀποκαλεῖται Κοινότης Ἑλληνικὴ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, δύναται εὐλόγως ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν κοινὴν γνώμην τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ μεγάλης καὶ ἀκμαζούσης Ἑλληνικῆς παροικίας. Δύναται νὰ ἔχῃ ἁρμοδιότητα ὡς πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῶν τοῦ Νοσοκομείου καὶ τῶν Σχολείων τῆς Κοινότητος, ἀφοῦ οὕτω κελεύει ὁ Κανονισμὸς ταύτης, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἕως τοῦ νὰ παριστᾷ ἑαυτὴν ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου ὡς ζῶσαν ἐκπροσώπησιν ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ἐλευθέρων τε καὶ μὴ, τῆς Ἀλεξανδρείας ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῶν πρὸς τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα, ἡ ἀπόστασις, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, εἶναι ἄπειρος. Διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ἀποκρύπτω, ὅτι θεωρῶ ὡς ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὰς ὑπερβολικὰς ταύτας ἐκδηλώσεις τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὸν ἀπολυθέντα ἰατρόν, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν σήμερον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος νὰ προσθέσω δύο λέξεις, αἵτινες θέλουσι διευκολύνει αὐτὸν εἰς τὰ περαιτέρω. Εὐτυχῶς, ὡς συμβαίνει πολλάκις εἰς τοιούτου εἴδους μικροπολιτικὰς συζητήσεις, παρενέβη Βουλευτὴς, ἵνα συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας, ἃς δὲν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠγνόει τὴν στατιστικὴν τοῦ Νοσοκομείου Ἀλεξανδρείας, ἐξ ἧς ἐσχημάτισε πεποίθησιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὅτι τὸ Νοσοκομεῖον ἔβαινε κακῶς, διότι διηύθυνεν αὐτὸ ὁ κ. Βαλασσόπουλος, ἐνῷ τὰ Εὐρωπαϊκὰ βαίνουσι καλῶς, διότι διευθύνουσιν αὐτὰ Εὐρωπαῖοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅμως εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε κανένα λόγον, ἵνα ἀπολύσῃ τὸν κ. Βαλασσόπουλον, καὶ ὅτι ἀπέλυσεν αὐτόν, μόνον ἵνα δώσῃ καὶ εἰς ἄλλους μερίδιον τῶν ἀξιωμάτων, ἅτινα ἀπονέμει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Εἶναι δὲ περίεργον, ὅτι, ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἐνταῦθα συνεδριάζων καὶ μίλια πολλὰ ἀπέχων τῆς Αἰγύπτου, γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι τὸ Νοσοκομεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος Αἰγύπτου βαίνει κακῶς, ἡ Ἑλληνικὴ Κοινότης Ἀλεξανδρείας, ὄχι μόνον πείθεται, ὅτι τὸ Νοσοκομεῖον τοῦτο διοικεῖται καλῶς, καὶ οὐδεμίαν παρέχει αὐτῇ ἀφορμὴν, ἵνα μεταβάλῃ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν διοικοῦντα αὐτὸ προβιβάζει, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν αὕτη ἀδικῇ, ἐκείνη ὅμως γνωρίζει νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἱκανότητα καὶ τὰς προσφερομένας ὑπηρεσίας.
§22ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τοῦτο.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ προβιβασμὸς, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀνεκάλυψεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, — καὶ βλέπετε ὅτι ἐκ τῶν νέων σήμερον προσώπων ἔρχονται αἱ ἀνακαλύψεις, — ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν μεγάλην Κοινότητα τῆς Ἀλεξανδρείας, τοὺς Ἕλληνας τῆς Ἀλεξανδρείας, ἡ Κοινότης ἡ ἐκλεγεῖσα ὀλιγαρχικῶς ὑπὸ 100 προυχόντων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις φαίνεται ὅτι γνωρίζει τὴν Αἴγυπτον, πρέπει ν’ ἀποδοκιμάσῃ καὶ τοὺς 200 Ἕλληνας, οἵτινες ἐκλέγονται μέλη τῆς Διοικήσεως τῆς Δημοτικῆς τῆς Ἀλεξανδρείας. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι 600 μέλη ἀποτελοῦσι τὴν Διοίκησιν τὴν Δημοτικὴν τῆς Ἀλεξανδρείας, καὶ ἐκ τῶν ἑξακοσίων αὐτῶν μελῶν τὰ 200 εἶναι Ἕλληνες, τοῦθ’ ὅπερ δεικνύει τὴν μεγάλην σημασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ἰδίως ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Λοιπόν, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ οἱ 200 Ἕλληνες εἶναι 200 καὶ δὲν εἶναι 35 χιλιάδες, αὐτοὶ δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τίποτε· ἀπαραλλάκτως καὶ οἱ 100 ἐκλογεῖς, οἱ ἐκλέγοντες τὰ μέλη τῆς Κοινότητος, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀναρμόδιοι ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν οὐδὲν σημαίνει, καὶ κατὰ λογικὴν ἀκολουθίαν οὐδὲ ἡ ἐκλογὴ ἡ ἡμετέρα, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι περισσότεροι Ἕλληνες μὴ ἔχοντες δικαίωμα ψήφου, καὶ γυναῖκες μεταξὺ αὐτῶν πάμπολλαι, καὶ αὐτὴ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι οἱ ὑπολειπόμενοι δύνανται νὰ διαμαρτυρηθῶσι, λέγοντες: «Κακῶς ἐξελέχθητε· ἡμεῖς θὰ ἐξελέγομεν ἄλλους ἀνθ’ ὑμῶν». Τὰ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, Κύριοι, ἀντὶ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, συνετέλεσαν μόνον εἰς τὸ νὰ δικαιολογήσωσιν οἰκτρῶς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἀμφισβητεῖ τὸ κῦρος τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἑλληνικῆς Κοινότητος. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Κοινότης ἀποτελεῖ ἠθικὸν πρόσωπον, ἄξιον τῆς εὐλαβείας ἡμῶν. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀφ’ ἧς συνέστη ἡ Ἑλληνικὴ Κοινότης ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπειράκις ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῆς Κοινότητος, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὰς κυβερνητικὰς προσπαθείας καὶ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πρώτην φορὰν ἀκούεται ἐν Ἑλλάδι ν’ ἀμφισβητῆται τὸ κῦρος τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Κοινότητος, καὶ λυποῦμαι, ὅτι αὐτὴν τὴν πρώτην φορὰν ἠκούσθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἠμύνθη ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ὑπαλλήλους. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου του. Ἤθελε παρασταθῆ ἀμφισβήτησις τοιαύτη ὡς πρᾶξις ἀναιροῦσα τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τῶν δημοσίων ἀρχῶν, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν ἀμφισβητήσει τις τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει δικαίωμα ἄνευ εὐθύνης, καὶ ἀπὸ τὴν εὐθύνην ταύτην ἐζήτησε νὰ προστατεύσῃ ἑαυτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐνόει τάχα ὁ κ. Ρωμᾶνος εὐθύνην νομικὴν; ἢ εὐθύνην ποινικήν; Βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν διενοήθη νὰ προτείνῃ σύστασιν ἐξεταστικῆς ἢ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ περὶ τῆς ἠθικῆς ταύτης εὐθύνης, τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, πρόκειται καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔσπευσε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του, ἵνα καλύψῃ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην αὑτοῦ. Εἶναι δὲ ἡ ἠθικὴ εὐθύνη μεγάλη, ὅταν τις προβαίνῃ εἰς διορισμοὺς, οἵτινες εἶναι ἀτυχεῖς, οἵτινες ἀναιροῦσι συμφέροντα καὶ δικαιώματα κτηθέντα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, οἵτινες θέτουσιν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἐπὶ τὸ μέλλον προστασίαν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ τοῦ Κράτους, οἵτινες, τέλος πάντων, ἀφορῶσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰσέτι εἰσὶν ἄγνωστα, ὁ δὲ διορισμὸς αὐτῶν περιάγει τὸ Κράτος εἰς δοκιμασίαν, ἀπογυμνώνον αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀσφάλειαν, μεθ’ ἧς ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Καὶ ἦτο ἀσφαλὴς ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐν ὅσῳ ταῦτα ἦσαν ἀνατεθειμένα εἰς τὸν ἰατρὸν κ. Βαλασσόπουλον. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω προσωπικῶς τὸν κ. Βαλασσόπουλον, οὐδὲ τὸν κ. Φιλιππίδην, τυγχάνω δ’ ἴσος πρὸς ἀμφοτέρους· ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μὲ ἐξέπληξαν, μὲ ἐνέβαλον εἰς ἄκραν ἀπορίαν, πῶς ἐγένετο δυνατὸν, τοιοῦτος ὑπάλληλος δημόσιος ν’ ἀπολυθῇ τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν εἶναι αὕτη γνώμη μόνον ἐμοῦ. Ὁ ἐκπληρῶν τὰ ἔργα τοῦ Γενικοῦ Προξένου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, κοινοποιῶν τὴν παῦσιν, κατὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς τὸν παυθέντα ἰατρὸν κ. Βαλασσόπουλον, ἔγραφε ταῦτα πρὸς αὐτὸν (ἀναγινώσκει): «Ἀξιότιμε Κύριε. «Ἐπιδίδων Ὑμῖν τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Β. Ὑπουργείου, δι’ οὗ ἀνακοινοῦται ὑμῖν, ὅτι ἀπηλλάγητε τῆς παρὰ τῷ ἐνταῦθα Διεθνεῖ Ὑγειονομικῷ Συμβουλίῳ ὑπηρεσίας, αἰσθάνομαι, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ἐκφράσω Ὑμῖν τὴν εὐγνωμοσύνην μου, ἐφ’ οἷς, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῷ ῥηθέντι Συμβουλίῳ, παρέσχετε μετὰ παραδειγματικοῦ ζήλου, ἀφοσιώσεως καὶ θερμοτάτης στοργῆς πρὸς τὰ ἡμέτερα ἐθνικὰ συμφέροντα, δι’ ὧν τρανὰ ἐδώκατε τεκμήρια τῶν περικοσμούντων ὑμᾶς ἐπιζήλων πλεονεκτημάτων, ἅπερ ἐξησφάλισαν ὑμῖν τὴν ἀμέριστον ἐκτίμησιν καὶ τὰς εἰλικρινεστάτας συμπαθείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκπληρῶν δὲ τὸ καθῆκον τοῦτο, παρακαλῶ Ὑμᾶς νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν διαβεβαίωσιν τῆς βαθυτάτης πρὸς Ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου. Ὁ διευθύνων τὸ Πολιτικὸν Πρακτορεῖον Γενικὸς Πρόξενος Γ. Γεννάδης.»
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀποδοκιμασία τοῦ προϊσταμένου!
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο μόνον; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἄλλην ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν, ἐν ὀνόματι τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ Ὑγειονομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῶν καθάρσεων, ἀπέστειλεν ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς αὐτοῦ πρὸς τὸν ἀπαλλαγέντα τῆς ἐν αὐτῷ ὑπηρεσίας ἰατρὸν (ἀναγινώσκει): «Ὑγειονομικὸν Συμβούλιον ἐν Αἰγύπτῳ ἐπὶ τῶν καθάρσεων. Τὴν 16 Ὀκτωβρίου 1900. «Ἀγαπητέ μοι Δόκτωρ. «Λυπηροτάτην μοὶ ἐνεποίησεν ἔκπληξιν τὸ ἄγγελμα, ὅτι ἐπαύσατε ν’ ἀποτελῆτε μέλος τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν καθάρσεων Συμβουλίου. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἀντεπροσωπεύετε οὕτως ἀξιοπρεπῶς καὶ ἐντίμως τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῆς ἄκρας εὐγενείας καὶ τῆς ἀπεριορίστου περὶ τὰς σχέσεις ὑμῶν λεπτότητος ἠδυνήθητε νὰ παγιώσητε ἐν πᾶσι, μεθ’ ὧν τυγχάνετε ἐν ἐπικοινωνίᾳ, βαθυτάτην συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἐνεποιήσατε γενικῶς καὶ πάντοτε. Φωνὴ ἔχουσα κῦρος μεῖζον τῆς ἐμῆς θέλει σᾶς ἐκδηλώσει τὴν λύπην, τὴν ὁποίαν οἱ ἐν τῷ Συμβουλίῳ διεθνεῖς ἀντιπρόσωποι θέλουσιν αἰσθανθῆ, ἀποχωριζόμενοι ἀπὸ ὑμᾶς, τὸν τόσῳ διακεκριμένον καὶ εὐπροσήγορον συνάδελφον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ ἐμέ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ δηλώσω Ὑμῖν, πόσον ἐγκάρδιον μοὶ ἐνεποίησεν ἡ εἴδησις λύπην. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἔκτροπος σύμπτωσις περιστάσεων μέλλῃ νὰ μᾶς στερήσῃ τῆς εὐτυχίας νὰ συναντώμεθα μεθ’ ὑμῶν ἕνεκα τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐλπίζω, ὅτι θέλετε διατηρήσει αἰωνίως τὴν πολύτιμον πρὸς ἡμᾶς φιλίαν σας. Μετὰ τοιαύτης δ’ ἐνδομύχου πεποιθήσεως, σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ἀγαπητέ μοι Δόκτωρ καὶ φίλε, περὶ τῶν αἰσθημάτων πάσης ὑπολήψεως καὶ βαθυτάτης ἀφοσιώσεώς μου.» Ζάμπνερος.» Καὶ δὲν εἶναι αὐθαίρετος καὶ ἰδιότροπος ἡ συμπάθεια καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἠσθάνθησαν πάντες, ἕνεκα τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑγειονομικοῦ ἰατροῦ, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὴν Ἑλλάδα ἐν τῷ Διεθνεῖ Ὑγιειονομικῷ Συμβουλίῳ. Ὁ κ. Βαλασσόπουλος ἀπὸ εἰκοσκετίας εἶναι ἐγκατεστημένος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἠσχολήθη δὲ ἰδίως εἰς τὰς ἐνδημούσας ἐκεῖ νόσους, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰ τῆς πανώλους. Τὸ σύγγραμμα περὶ πανώλους, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν, εἰσήχθη εἰς τὴν Ἀκαδημαϊκὴν Ἑταιρείαν ἐν Παρισίοις μετὰ εἰσηγήσεως λίαν εὐφήμου. «Ἐμελετήθησαν (εἶπε πρὸς τὴν Ἑταιρείαν ὁ εἰσηγητὴς) καὶ ἐσπουδάσθησαν ἐν τῷ συγγράμματι τούτῳ ἐπισταμένως καὶ σαφῶς πᾶσαι αἱ πλοκαὶ καὶ ὁ τρόπος τῆς μεταδόσεως τῆς νόσου.» Εἶναι ὄντως τόσον εὔφημος ἡ γενομένη μνεία συγγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἰατρὸς ἀλλοδαπὸς, Ἕλλην ἐν Αἰγύπτῳ, εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ἑρμηνεύσω τὴν ἔννοιαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαλασσόπουλος, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε δημοσίαν ὑπηρεσίαν, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου Ζαγκαρόλα, ἡμιλλήθη νὰ ὑπερβῇ τὸν μακαρίτην Ζαγκαρόλαν κατὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας οὗτος προσήνεγκεν εἰς τὸ Κράτος· διότι ὄχι μόνον ἀπέκτησεν ὑπόληψιν καθολικὴν, ἀλλ’ ἐπεμελήθη ἀκόμη, ἵνα προστατεύσῃ καὶ τὰ ἄλλα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οὐδέποτε ὑπῆρξαν ἐν ὑγιειονομικῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, εἴτε μονίμῳ, εἴτε προσωρινῇ, πολῖται Ἕλληνες· μόνον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ζαγκαρόλα, εἰσήχθησαν πέντε μόνιμοι ἰατροί· ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἀνέλαβεν ὁ κ. Βαλασσόπουλος τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἐφρόντισε καὶ διωρίσθησαν πολλῷ πλειότεροι μέχρι τοῦδε, μόνιμοι καὶ προσωρινοί. Τοῦτο δὲ κατανοεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι περιβάλλει μὲ κῦρος τὸν Ἑλληνισμὸν, τὸν ἐν Αἰγύπτῳ παροικοῦντα, καὶ μεταδίδει εἰς αὐτὸν δύναμιν, ἡ ὁποία χρησιμεύει πρὸς ἄμυναν αὐτοῦ καὶ ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἐάν τις λοιπὸν σκέπτηται, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ διορισμοὺς καὶ παύσεις, δύναται νὰ παύῃ τοιούτους ὑπαλλήλους, καὶ νὰ διορίζῃ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται μὲν νὰ ἦναι καλοὶ, ἀλλὰ δὲν ἐβεβαιώθη ἔτι τοῦτο ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας, νομίζω ὅτι πράττει πρᾶξιν παράτολμον. Βεβαίως κανεὶς δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τοιαύτην πρᾶξιν, καὶ μάλιστα, ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη συνδέηται μετὰ προαιρέσεων τοιούτων, οἷαι ἦσαν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πρὸ μικροῦ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁμιλῶ περὶ προαιρέσεων, αἵτινες προάγουσι τοὺς Ὑπουργοὺς πολλάκις εἰς τοιαύτας μεταβολὰς, καὶ μάλιστα καθ’ ὃν χρόνον ἡ πρόφασις τῆς συναλλαγῆς ὑπῆρξεν ὅπλον, διὰ τοῦ ὁποίου πάντες οἱ οὐδεμίαν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἔχοντες ὕπαρξιν ἐζήτησαν νὰ συκοφαντήσωσι, νὰ δολοφονήσωσι τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τοῦ τόπου, καὶ νὰ διαφθείρωσι τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐζήτησαν καὶ νὰ ἐξευτελίσωσι καὶ καταρρίψωσι καὶ τὸ πολίτευμα τοῦ Ἔθνους. Ἡ συναλλαγὴ εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία συντελεῖται πρὸς ἐξυπηρέτησιν συμφερόντων δύο ἀτόμων, τῶν συναλλασσομένων. Ἐξυπηρετοῦνται διὰ τοῦ διορισμοῦ τὰ συμφέροντα τοῦ διοριζομένου, ἢ τὰ συμφέροντα ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ παραχώρησις, ἀλλ’ ἐξυπηρετοῦνται καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ διδόντος. Καὶ ἂν μὲν συμφέρον τοῦ διδόντος ἦναι ἁπλῶς ἡ διατήρησις αὐτοῦ ἐν τῇ ἀρχῇ, τοῦτο εἶναι τάχα προαίρεσις ἀποκτήσεως μιᾶς ψήφου ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ εἶναι προαίρεσις ἁπλῆ, ἵνα ἐμποιήσῃ συμπαθεῖς διαθέσεις πρὸς ὡρισμένα ἄτομα; Ἂν τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ προαίρεσις, τὸ συμφέρον τοῦ διδόντος εἶναι ἡ συντήρησις τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι μόνον κακὸν, διότι δίδεται μία ψῆφος, ἡ ὁποία ἐδεκάσθη ὑπὸ τῆς παροχῆς, ἀλλ’ εἶναι καὶ μεῖζον κακὸν, διότι διαφθείρεται ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἡμεῖς πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Δὲν εἶναι ἐνταῦθα Ὑπουργός τις, ὁ ὁποῖος ἔλεγε πρὸς ἀνταποκριτὴν ἐφημερίδος, μεθ’ οὗ λαμβάνει συνήθως συνέντευξιν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι οὐδεὶς εἶναι ὑπὲρ τῆς συναλλαγῆς, εἰ μὴ μόνον ἐγώ. Αὐτὰ ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, πρὸς ταῦτα δὲ βεβαίως δὲν καταδέχομαι νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκτελεῖν τοὺς νόμους, οὐδεὶς τὸ ἐνόησεν, ὡς ἐνόησεν αὐτὸ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ περιώνυμος ἐκεῖνος Ὑπουργὸς κατήγγελλε. Δὲν ὑπάρχει δὲ παράδειγμα, ὅτι ἐν πᾶσι τοῖς Ὑπουργείοις, τῶν ὁποίων ἀπετέλουν ἐγὼ μέρος, εἴτε ὡς Ὑπουργὸς, εἴτε ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐγένοντο πράξεις χαριστικαὶ, τῶν ὁποίων ἀποτέλεσμα ἢ σκοπὸς ἦτο ν’ ἀναιρεθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, νὰ παραβιασθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων, ἢ νὰ διαπραχθῇ τὸ ἀνοσιούργημα, ἡ κιβδηλία τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Ὑπὲρ αὐτῆς τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος συνιστῶ εἰς πάντας τοὺς Βουλευτὰς καὶ τῶν δύο πτερύγων,— διότι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου) εἶναι πολῖται Ἕλληνες, ἔχοντες συμφέρον ἐν τῇ συντηρήσει τῶν θεσμῶν, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα πολῖται Ἕλληνες, ἔχοντες τὸ αὐτὸ συμφέρον, —συνιστῶ, λέγω, εἰς πάντας τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἐνθυμῶνται, ὁποῖον ἔδωκαν ὅρκον ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν μηδέποτε νὰ πράττωσι πράξεις, ἢ νὰ περιπίπτωσιν εἰς παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν ὅρκον ἐκεῖνον. (Ἐπευφημίαι).
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ παντὸς ὀφείλω νὰ ἀναιρέσω τὸν ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπήγγειλε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ συναλλαγὴ εἶναι συναφὴς μετὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἢ τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων. Ἡ συναλλαγὴ ὑπάρχει πανταχοῦ, καὶ ἐν τοῖς πλέον ἀπολύτοις Κράτεσιν, ἐν ταῖς Αὐλαῖς τῶν Αὐτοκρατόρων καὶ ἐν ταῖς Αὐλαῖς τῶν ἀπολύτων Ἡγεμόνων. Ἐν τοῖς συνταγματικοῖς Κράτεσιν ὑπάρχει ὡσαύτως, ἀλλὰ μετὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ δημοσίου ἐλέγχου καὶ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς νομικῆς εὐθύνης τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἡ διαφορὰ δὲ εἶναι, ὅτι ἐν τοῖς ἀπολύτοις Κράτεσιν ἡ συναλλαγὴ ἐκπορεύεται ἀπὸ τοὺς ἀντιθαλάμους τῶν Ἡγεμόνων καὶ τῶν αὐλικῶν καὶ τοὺς ἀντιθαλάμους τῶν κυβερνώντων καὶ τῶν ἀνευθύνων μὲν πρὸς τὸ Κράτος, ὑπευθύνων δὲ μόνον πρὸς τοὺς Αὐτοκράτορας καὶ Ἡγεμόνας Ὑπουργῶν, ἐνῷ ἡ συναλλαγὴ ἐν τοῖς συνταγματικοῖς Κράτεσι προάγεται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐν τῷ Κράτει, διότι αἱ ἐπαρχίαι ἀντιπροσωπεύονται ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ Κοινοβούλιον. Ἐν τοῖς ἀπολύτοις Κράτεσιν, ἐν τοῖς Κράτεσι τὰ ὁποῖα κυβερνῶνται ὑπὸ Αὐτοκρατόρων ἢ ὑπὸ Ἡγεμόνων ἀπολύτων, δὲν ἐξασκεῖται δικαίωμα διορισμοῦ καὶ παύσεως τῶν ὑπαλλήλων; Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσι δημόσιοι λειτουργοί; δὲν ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ἱεραρχικῆς διοικήσεως; Πῶς διορίζονται ἐν τοῖς ἀπολύτως κυβερνωμένοις Κράτεσιν; Ἐκεῖ διορίζονται κατὰ τὰς πληροφορίας, αἵτινες ὑποβάλλονται εἰς τὸν Ἡγεμόνα, καὶ τὰς ὁποίας ὑποβάλλει εἰς τὸν Ἡγεμόνα εἴτε ἡ γραφειοκρατία εἴτε ὁ νεπωτισμός. Ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωσι, καὶ τὰ πάντα παρέρχονται ἐν σιγῇ. Ἡ συναλλαγὴ λοιπὸν, ἡ ὁποία ὑπάρχει πανταχοῦ, ὑπάρχει καὶ ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασι, καὶ συνήθως μετὰ εὐγενεστέρας προαιρέσεως, ὁσάκις τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ὁρμῶνται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ φανῶσι περιποιούμενα τοὺς συμπολίτας αὑτῶν, διότι τὸ συμφέρον τοῦτο οὐδὲν ἔχει τὸ παράνομον καὶ βλαβερὸν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, ὅταν δὲν συντελῆται διὰ τῶν πράξεων τούτων ἡ ἀθέτησις τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἢ τῶν νόμων ἡ παράβασις. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ διορίζωσι τὸν δημόσιον λειτουργὸν, πόθεν θέλουσιν εὕρει αὐτὸν ἢ αὐτούς; Θὰ τὸν εὕρωσιν ἐξετάζοντες, τίς εἶναι ὁ κρείττων, καὶ τὰς πληροφορίας αὐτὰς θέλουσι λάβει ἐκ πάντων ἐκείνων, μεθ’ ὧν εὑρίσκονται ἐν ἀναστροφῇ. Ἄν εὑρίσκωνται ἐν ἀναστροφῇ μετὰ Βουλευτῶν, παρὰ τῶν Βουλευτῶν θέλουσι ζητήσει πληροφορίας ἂν δὲν εὑρίσκωνται μετὰ Βουλευτῶν, ζητοῦσι πληροφορίας ἢ παρὰ τῶν οἰκείων ἢ παρὰ τῶν φίλων αὐτῶν. Πρέπει νὰ διορισθῇ ὁ ὑπάλληλος. Πῶς λοιπὸν θέλει διορισθῆ, μὴ προτεινόμενος; Ἂν λοιπὸν οἱ διοριζόμενοι λησμονῶσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νὰ ἐξασφαλίσωσιν, ἤτοι τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἢ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, ἂν τὰ συμφέροντα ταῦτα ἦναι ἀντίθετα πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ διορισθέντος, πράττεται ἀδίκημα συναλλαγῆς; ἂν ὅμως συμβιβάζωνται ταῦτα, καὶ ὁ διοριζόμενος ἐκπληρώνῃ ἀκριβῶς τὸ καθῆκον, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, φροντίζων ἵνα οἱ νόμοι ἐκτελῶνται πιστῶς, καὶ δὲν ζημιώνωνται τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, ἡ συναλλαγὴ τότε οὐδαμῶς εἶναι ἐπιζήμιος; μάλιστα ἀποτελεῖ ὑπηρεσίαν πρὸς τὸ Κράτος. Εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ γείνῃ, καὶ νὰ μείνῃ ἡ Πολιτεία ἄνευ δημοσίων λειτουργῶν; Παρὰ τίνων ἄλλων νὰ ζητηθῶσι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ διορισθῶσιν; «Ὅσοι προβάλλουσι τὴν συναλλαγὴν, δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς ἄνθρωποι», ἔγραφεν ὁ Toqueville τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀνατροπῆς τοῦ Θρόνου τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου. Ἡ συναλλαγή, τὴν ὁποίαν ἐπρόβαλλον κατὰ τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, ἦτο λόγος πονηρὸς, καὶ ὁ λόγος αὐτὸς, ἐπαναλαμβανόμενος ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, συνήθισε τὰ πλήθη νὰ τὸν ἀκούωσι, καὶ νὰ τὸν θεωρῶσιν ὡς μέγα κακὸν, ὅπερ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου. Καὶ τίς ἐξ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον διὰ δημαγωγιῶν καὶ ἀποπλανήσεων, δὲν ἐπεκαλέσθη τὴν συναλλαγήν, καὶ δὲν ἠτιάθη ἐπὶ συναλλαγῇ τοὺς ἀντιπάλους αὑτοῦ; Ἀλλ’ ὅτε ἦλθον εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐδείχθησαν ὅτι ἦσαν θρασύτεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους κατήγγελλον. Ἀλλὰ ὁ λόγος ἐπρόκειτο περὶ συναλλαγῆς; Ἄν ὡμίλησα ἐγὼ περὶ συναλλαγῆς, ὡμίλησα διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἠγνόουν· διότι ὄντως ἠγνόουν, ὅτι ὁ διορισθεὶς ἦτο ἀδελφὸς Βουλευτοῦ, τὸ μανθάνω δὲ τὴν ἡμέραν ταύτην· ὅτε δὲ τὸ ἔμαθον, βεβαίως δὲν ἐξεπλάγην· διότι ἔχουσι δικαίωμα καὶ οἱ ἀδελφοὶ τῶν Βουλευτῶν νὰ διορίζωνται, ἀλλ’ ἔχουσι δικαίωμα νὰ διορίζωνται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν συνδέεται μετὰ ὑπονοιῶν, ὅτι διὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν ἐζημιώθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Διορισμὸς τοιοῦτος πρέπει νὰ συνδέηται μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι θέλουσιν ἐξυπηρετηθῆ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους διὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὴν συναλλαγήν, καὶ παρέστη μαχόμενος ἵνα καταστείλῃ τὸ τέρας τοῦτο, τὸ ἀπαίσιον. Κύριοι, δὲν εἶναι καιρὸς, θέλει δὲ ταχέως ἔλθει καιρός, καθ’ ὃν θέλομεν πραγματευθῆ τὰ κατὰ τὴν συναλλαγὴν καὶ τὴν κατὰ τὸν τοιοῦτον τρόπον συζήτησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλὰ μολονότι ἐπιφυλάσσομαι νὰ πράξω τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύναμαι καὶ σήμερον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, μ’ ὅλην τὴν κατάργησιν τῆς συναλλαγῆς, τὴν ὁποίαν ἐπεθύμησε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κατορθώσῃ, ὡς εἶπε, διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη, τοῦ περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, μ’ ὅλην τὴν κατάργησιν τῆς συναλλαγῆς, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, οἱ διακόσιοι καὶ εἷς νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψήφισε κατὰ τὸ 1899 καὶ τὸ 1900, ἐδημιούργησαν 5100 θέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον πρὸ τοῦ 1897. Καὶ ἂν κατὰ τὸ 1895 κατηργήσαμεν 1112 θέσεις, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1899 ἐδημιούργησε 5100 θέσεις. Οὕτως οἱ νόμοι, οἵτινες ἐπεψηφίσθησαν καὶ ἐξεδόθησαν, παρέσχον τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ διορίσωσι 5100 ἀνθρώπους περισσοτέρους ἀπὸ ὅσους εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ διορίζωσι κατὰ τὸ 1895. Ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ δὲν ἦτο τὸ θέμα τῆς συζητήσεως ταύτης ἡμῶν. Τὰ περὶ συναλλαγῆς λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἦσαν ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ἤνεγκε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ προβάλῃ τὴν ἐπερώτησιν, οὐδὲ ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ἤνεγκεν ἐμέ, ἵνα λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε ν’ ἀναμίξῃ τὰ ζητήματα τῆς συναλλαγῆς ἐν γένει μὲ τὴν συναλλαγὴν τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ Βουλευτοῦ τῆς πλειοψηφίας, τὸν ὁποῖον κατήγγειλεν ὁ κ. Δραγούμης. Ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἦτο νὰ καταδείξῃ, ὅτι ἐγένετο πρᾶξις ζημιοῦσα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἀμύνῃ περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας, εἰς τὴν ὁποίαν συμπράττει καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν Αἰγύπτῳ, ζημιοῦσα αὐτὰ ἐν τῇ παραστάσει τῆς ἐν Αἰγύπτῳ δράσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῇ ἐκτρόπῳ πράξει τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑγειονομικοῦ ἰατροῦ, τοῦ παριστῶντος τὴν δρᾶσιν ταύτην· διότι ἡ παῦσις τοῦ κ. Βλασσοπούλου ἐκοινοποιήθη εἰς ἀπάντησιν τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, δι’ ἧς οὗτος ἐπρότεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπονομὴν τῷ κ. Βαλασσοπούλῳ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Καὶ τέλος, διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τοσαύτης ἁπλότητος καὶ ἀφελείας ἔπραξε, τὸ νὰ παραστήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κοινότητα Ἀλεξανδρείας ὡς μίαν ἑταιρείαν ἐμπορικήν, ἡ ὁποία διαφωνεῖ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἑταιρικῶν συμφερόντων, καὶ εἶπεν, ὅτι, ἂν οἱ πλειότεροι προτιμῶσι τὸν κ. Βαλασσόπουλον, οἱ μὴ πλειότεροι ὅμως ζητοῦσι τὸν κ. Φιλιππίδην, νομίζω ὅτι ἐταπείνωσεν ἐντελῶς τὸ θέμα, καὶ ἠδίκησε τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ ἐν Αἰγύπτῳ, τὰ ὁποῖά εἰσι πολλὰ καὶ ποικίλα, εὑρίσκουσι δ’ ἄμεσον προστάτην καὶ χειραγωγὸν τὴν Ἑλληνικὴν Κοινότητα.
§29Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ πρᾶξις, ἥτις προεκάλεσε τὴν σημερινὴν συζήτησιν, ὡς καὶ πᾶν σχεδὸν ὅ,τι εἶναι πρᾶξις τῆς Διοικήσεως, εἶναι προϊὸν συναλλαγῆς. Ἠθέλησε μόνον νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἐλάττωμα, ὑφ’ οὗ κατατρύχεται ἡ σύγχρονος Διοίκησις, ἀποδοὺς εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τὸν τρόπον αὐτὸν τοῦ κυβερνᾷν, καὶ παρέστησεν αὐτὸν ὡς κακὸν ἀχώριστον ἀπὸ τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ. Βεβαίως, ὡς λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἡ δικαιολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ φαίνεται ὀρθὴ καὶ δικαία· ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι τοσαύτη καταπάτησις θεσμῶν θεμελιωδῶν καὶ τοσοῦτον αὐθαίρετος ἐφαρμογὴ τῶν νόμων μεταξὺ τῶν πολιτῶν εἶναι ἀνωτέρα τῆς θελήσεως τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο οὐδεὶς, πιστεύω, σεβόμενος τὸ δίκαιον καὶ τοὺς νόμους, δύναται νὰ δεχθῇ. Ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξηγήσω, διὰ τῆς συρροῆς τίνων αἰτίων λειτουργεῖ οὕτω κακῶς παρ’ ἡμῖν τὸ πολίτευμα. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δικαιολογεῖταί τις, παραβιάζων αὐτὸ, οὔτε παύει νὰ φέρῃ εὐθύνην οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς ἢ ἡγέτης πλειοψηφίας ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι ὑπῆρξεν ἀτυχὴς δικαιολόγησις ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δηλ. διὰ νόμων προσεπάθησε νὰ ἐλαττώσῃ τὸ κακὸν, ὑφ’ οὗ κατατρύχεται ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντες οἱ ἔχοντες τὰς αὐτὰς ἰδέας καὶ ὑπηρετοῦντες τὴν αὐτὴν κακὴν πολιτικὴν εἰς αὐτὰ πάντοτε προσέφυγον τὰ ἐπιχειρήματα· εἶπον ὅτι ἡ μόνη σωτηρία ἀπὸ τῶν κακῶν αὐτῶν τῆς Διοικήσεως κεῖται εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν νόμων. Τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀπὸ 18 μηνῶν κυβερνᾷ τὸ Κράτος, αὐτὸ εἶναι: μεταβολὴ τῶν κειμένων νόμων, ὅπως οὐ μόνον τὴν συναλλαγὴν περιορίσῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα κατεδείχθησαν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ τόπου, καὶ ἰδίως τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, πταίουσιν οἱ νόμοι. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ μεταχειρισθῶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ οὐχὶ λίαν κοινοβουλευτικὴν παρομοίωσιν. Νομίζω ὅτι καὶ οἱ νῦν κυβερνῶντες, ὡς πάντες οἱ ἔχοντες τὰς αὐτὰς ἰδέας, ὁμοιάζουσι τὸν μέθυσον, ὅστις, παραπαίων ἐκ τῆς μέθης, ἀπευθύνεται πρὸς τὸ ἔδαφος, καὶ παραπονεῖται κατ’ αὐτοῦ, ὡς ἀνωμάλου, καὶ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ περιπατήσῃ ὁμαλῶς, ἀσχολεῖται εἰς ἐπιδιόρθωσιν αὐτοῦ. Καὶ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἁμαρτάνοντες ἀποτεινόμεθα κατὰ τῶν νόμων. Δὲν βλέπομεν ὅτι, ἐνόσῳ ἐν κομματικῇ μέθῃ διατελοῦμεν, ἐνόσῳ ὀργιάζομεν καὶ ἐν μέσῳ τῶν ὀργίων αὐτῶν ζητοῦμεν νὰ διοικήσωμεν, θ’ ἀποτυγχάνωμεν πάντοτε, καὶ ὅτι δὲν πταίσουν οἱ νόμοι, ἀλλ’ ἡμεῖς, οἵτινες ἐφαρμόζομεν αὐτοὺς κακῶς. Θέλομεν τὸ κακὸν ἐκ πολιτικοῦ συμφέροντος· ἡμεῖς τὸ ἐδημιουργήσαμεν καὶ τὸ διατηροῦμεν, διότι μᾶς συμφέρει, καὶ οὐχὶ οἱ νόμοι. Ἐκ τοιούτων ἀρχῶν ὁρμώμενος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιδιώκει συστηματικῶς νὰ μεταβάλῃ τοὺς νόμους, πιστεύων, ὅτι, ἂν τοὺς μεταβάλῃ, θὰ περιορίσῃ, θὰ μειώσῃ τὸ κακόν. Ἀλλὰ τὸ κακὸν οὐδέποτε θὰ περιορισθῇ διὰ νόμων, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι. Ὑπὸ σύστημα διοικήσεως, ὡς τὸ παρ’ ἡμῖν κρατοῦν, καὶ οἱ νόμοι, οἵτινες ἐν τῷ πνεύματι τῶν προβαλόντων αὐτοὺς σκοποῦν νὰ προστατεύσουν τὴν Διοίκησιν κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν τῆς κομματικῆς πολιτικῆς, θέλουσιν ἀποτύχει τοῦ σκοποῦ, ὡς ἀπέτυχον καὶ ἄλλοι ὅμοιοι νόμοι. Τοὺς νόμους κυρίως ἀποτελεῖ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Διότι τὸ κακὸν δὲν κεῖται εἰς τὸ ὅτι, θέλοντες νὰ διορίσωμεν εἰς θέσιν τινὰ ὑπάλληλον, εἴτε μετὰ προσόντων, εἴτε ἄνευ προσόντων, ἀποτεινόμεθα ἑκάστοτε πρὸς Βουλευτὰς φίλους, καὶ παρ’ αὐτῶν λαμβάνομεν τὰς συστάσεις. Τὸ κακὸν κεῖται εἰς τὸ ὅτι ἔργον πάσης Κυβερνήσεως λεγομένης κοινοβουλευτικῆς εἶναι σήμερον νὰ παραδίδῃ εἰς τοὺς φίλους αὑτῆς τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν των, καὶ νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὰ δημόσια ὄργανα νὰ κύπτωσιν εἰς τὰ νεύματα αὐτῶν. Ὁ Βουλευτὴς, ὁ φίλος τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ δύναται, ἀφ’ ἧς αὕτη ἀνῆλθεν εἰς τὰ πράγματα, νὰ διαθέτῃ πάσας τὰς ἀρχὰς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ συμφερόντων· πρέπει ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, ὁ ἀστυνόμος, ὁ δασονόμος, ὁ ἔφορος, ὁ ταμίας, ὁ εἰσαγγελεὺς, ὁ ἀνακριτὴς καὶ πάντες οἱ ἄλλοι τυφλῶς καὶ ἀσυνειδήτως νὰ ὑπηρετῶσι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ὑπάρχει ἀστυνόμος ἐν τῷ Κράτει, ὅστις νὰ μὴ διωρίσθη κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν φίλων Βουλευτῶν. Ὁ κύριος σκοπὸς τῆς συναλλαγῆς δὲν εἶναι νὰ διορισθῶσι δέκα ἢ εἴκοσι συμπολῖται τοῦ κυβερνητικοῦ Βουλευτοῦ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, ἢ ἐκτὸς αὐτῆς· ὁ σκοπὸς τῆς πολιτικῆς φιλίας Βουλευτοῦ καὶ Κυβερνήσεως εἶναι νὰ τοποθετηθῶσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὐτοῦ ὄργανα τυφλὰ τῶν κομματικῶν αὐτοῦ συμφερόντων, διαθέτοντα ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν διοίκησιν, καὶ ὄχι μόνον ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν ἰδιωτικῶν, τῶν κοινωνικῶν καὶ τῶν οἰκογενειακῶν συμφερόντων αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων του, ὁσάκις καὶ εἰς αὐτὰ κρίνωσιν ἀναγκαῖον ν’ ἀναμιχθῶσιν. Οὕτως ἡ Κυβέρνησις, οὕτως ὁ Βασιλεὺς, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, οὗτινος ὄργανον εἶναι ἡ Κυβέρνησις, μεταβιβάζουσιν εἰς τοὺς Βουλευτὰς οὐ μόνον τὸν διορισμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν καὶ αὐτὴν τὴν ἐνάσκησιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των. Ὥστε οἱ Βουλευταὶ εἶναι οὐ μόνον ἐλεγκταὶ τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ Διοίκησις αὐτή. Ὅταν τοιαύτη ἦναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζεται μία Κυβέρνησις, εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄλλο ἢ ὅ,τι συμβαίνει; δηλαδὴ κακοδιοίκησις πλήρης, μεροληψία καὶ ἀδικία κατὰ τῶν μὲν, συγκατάβασις πέραν τῶν νόμων ὑπὲρ τῶν δὲ, ἔλλειψις δ’ ἐπὶ τέλους παντὸς ἐλέγχου καὶ παντὸς χαλινοῦ, διότι οἱ διαπράττοντες κυρίως τὰ ἀδικήματα αὐτὰ εἶναι αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς; Ἡ ἀνατροπὴ τοῦ πολιτεύματος εἶναι θεμελιώδης, καὶ γίνεται αἰτία πάσης κακοδαιμονίας. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, ἡ συμφωνία δηλονότι τῶν δύο μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, τίς πιστεύει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ κακὴ αὐτὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων, εἴτε κατὰ τὸν τρόπον, ὃν ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ μεταβολῆς δηλαδὴ τῶν νόμων, εἴτε διὰ παντοίων ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας εἶναι εὔκολον νὰ ἐπαγγέλλωνται οἱ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ δύσκολον νὰ ἐκτελῶσιν, ὅταν γείνωσιν ἐξουσία; Δὲν ὑπάρχει νόμος, ὅστις νὰ δύναται νὰ ὑπερισχύσῃ τῆς συμφωνίας ταύτης μεταξὺ Βασιλέως καὶ πλειονοψηφίας· οὐδὲν ἀληθῶς εὐκολώτερον τῆς ἐπιβούλου, τῆς μεροληπτικῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἢ τῆς ματαιώσεως παντὸς καλοῦ ἀποτελέσματος αὐτῶν, ὅταν συνεφώνησαν Ἐκτελεστικὴ Ἀρχὴ καὶ πλειονοψηφία νὰ τοὺς ἐπιβουλεύωνται. Ἡ διὰ νέων νόμων ἑπομένως ἄρσις τοῦ κακοῦ εἶναι ματαία παρηγορία. Ἀλλ’ οὔτε ἁπλῶς ἡ καλὴ θέλησις τῶν κυβερνώντων μόνη, ὅπως μὴ παραδίδωσι τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς ὄργανα τῶν Βουλευτῶν, ἀρκεῖ, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας δὲν ἀπεφάσισεν εἰλικρινῶς καὶ ἐπιμόνως νὰ ὑποστηρίξῃ εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς χειραφετήσεως τῆς Διοικήσεως ἀπὸ τῶν κομμάτων τὰς Κυβερνήσεις. Ἄνευ τούτου, ἢ τάχιστα θὰ παραιτηθῶσιν αὗται, ἢ θὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὸ σύστημα, ὅπερ ἠθέλησαν νὰ πολεμήσωσι. Δὲν πρέπει λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπαγγέλληται πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἐργάζεται εἰλικρινῶς καὶ σπουδαίως νὰ μεταβάλῃ τὴν κακὴν τῆς Διοικήσεως κατάστασιν, μελετῶν νὰ ἐξεύρῃ νόμους θεραπεύοντας ἢ μειοῦντας τὸ κακὸν αὐτό. Καλλίτερον παντὸς ἄλλου ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Βεβαίως ἡ μετατροπὴ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς διοικητικὴν καὶ ἡ ἐπαναφορὰ εἰς τὸν στρατὸν τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες δυστυχῶς ἐν μεγάλῳ μέτρῳ ὑπῆρξαν ὄργανα κακῆς διοικήσεως, θὰ ὠφελήσῃ μὲν τὸν στρατὸν, ἀλλ’ οὐδόλως θέλει θεραπεύσει τὰ κακὰ μεροληπτικῆς διοικήσεως. Ἀντὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διὰ νέου νόμου εἰσάγεται σύστημα ἀστυνομίας κομματικώτερον καὶ ἐπιτηδειότερον πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν δυστυχῶς πᾶσα Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ ἐν Ἑλλάδι τείνει. Ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία ἀναγκαίως πρόκειται νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πολλαπλάσιον ἀριθμὸν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ καταλληλότερον ἑπομένως προσωπικὸν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κομματικῶν συμφερόντων· διότι δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ δικηγόροι, οἱ δικηγόροι μάλιστα οἱ ἄνευ πελατείας καὶ μέλλοντος, οἱ ὁποῖοι κυρίως θ’ ἀπαρτίσωσι τὸ προσωπικὸν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, εἶναι προσωπικὸν ἐπιτηδειότερον καὶ προσφορώτερον πρὸς σκοποὺς πολιτικοὺς ἢ ὅσον ὑπῆρξαν οἱ ἀξιωματικοί. (Διακοπαὶ).
§30Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι. Οὐδεὶς ποτε δικηγόρος θὰ καταδεχθῇ νὰ διορισθῇ, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τοιαῦτα συμφέροντα.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω φρονῶν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ δικηγόροι θὰ καταστῶσιν ἐπιτηδειότερα ὄργανα ἀναμίξεως κομματικῆς ἐν τῇ διοικήσει τῶν ἐπαρχιῶν, ὅταν τοῦτο θέλωσιν αἱ Κυβερνήσεις, ἢ ὅσον οἱ ἀξιωματικοί. Ἄν οἱ δικηγόροι, οἵτινες θὰ ζητήσουν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἦναι καλοὶ δικηγόροι, μεμορφωμένοι καὶ νοήμονες, ἂν ἔχωσι πελατείαν, τοῦτο οὐδόλως ὠφελεῖ. Τὸ παράδειγμα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἀπέδειξεν, ὅτι ἐλαχίστας ἐλπίδας πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅτι θὰ ὑπάρξωσιν ὑπάλληλοι ἀστυνομικοὶ ἐν τόπῳ, ἐν ᾧ ἀπὸ τῆς ἀνωτάτης μέχρι τῆς κατωτάτης βαθμίδος τῆς ἐξουσίας πάντες ὠθοῦνται καὶ παρασύρονται νὰ μὴ ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους, ἢ νὰ μὴ ἐφαρμόζουν αὐτοὺς ἀμερολήπτως, ὅτι θὰ ὑπάρξωσι, λέγω, ὑπάλληλοι, οἵτινες δὲν θὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Δικαίως περὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ἄριστοι ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι, κρίνοντες αὐτοὺς ἐκ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ, διότι ἐντιμότατοι εἶναι καὶ τοῦ καθήκοντος ἀξιωματικοί. Ὅταν τὸν ἀξιωματικὸν βλέπητε ἐν τῷ συντάγματι αὐτοῦ, μακρὰν πάσης ἀναμίξεως ἀντιπειθαρχικῆς, πάσης ἰδιοτελείας, πάσης ἐνοχλήσεως, ὅπως θαραπεύσῃ συμφέροντα κομματικὰ, ποῖος θ’ ἀμφισβητήσῃ τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν ἐντιμότητα τοῦ ἀξιωματικοῦ; Ὅταν ὅμως ἀποσπάσητε αὐτὸν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ καὶ μεταφέρητε εἰς ὑπηρεσίαν, ἐν ᾗ ἄπειροι οἱ πειρασμοὶ, ὅπως μεροληπτῇ ἀστυνομεύων, καὶ ταῦτα τῇ ἀνοχῇ, ἂν οὐχὶ τῇ προτροπῇ, τῶν προϊσταμένων του, ὅταν αὐτοὺς ἐπιτρέπητε νὰ ἐκλέγουν αὐτοὶ οἱ πολιτευόμενοι, συγγενεῖς ἢ φίλοι αὐτῶν, προφανὲς εἶναι καὶ φυσικὸν, νὰ ἴδητε πολλοὺς ἐξ αὐτῶν ὑποκύπτοντας εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς πολιτικῆς. Ὁ ἀξιωματικὸς δὲν εἶναι πλέον ὁ ἴδιος, ὁποῖος ἦτο ἐν τῷ συντάγματι, διοικῶν τοὺς στρατιώτας αὑτοῦ. Ἡ σιδηρᾶ πειθαρχία, ἥτις ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ὑπ’ αὐτοῦ ἠσκεῖτο, ἔπαυσεν ἀσκουμένη, ἀντικατασταθεῖσα ὑπὸ μεροληπτικῆς ἐνδοτικότητος ἢ μεροληπτικῆς καταδιώξεως, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῆς διοικήσεως τῆς κοινοβουλευτικῆς. Καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ συνηθίζουν εἰς αὐτὴν, ὡς πάντες οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι. Τὸ αὐτὸ θὰ γείνῃ καὶ διὰ τοὺς δικηγόρους. Ἕκαστος Βουλευτὴς, ἐνδιαφερόμενος ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ἀστυνόμος ἐδικός του, κατὰ τὴν καθιερωμένην φράσιν, θὰ ὑποδείξῃ ἐκεῖνον τὸν δικηγόρον, εἰς ὃν ἔχει ἐμπιστοσύνην καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέεται, ἢ τὸν ὁποῖον ἐσύστησαν αὐτῷ ὡς τοιοῦτον. Οὗτος, μεταβαίνων εἰς τὴν θέσιν του, δὲν ἀγνοεῖ ὅτι δὲν στέλλεται ἐκεῖ, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ἀλλ’ ὅπως συντηρήσῃ καὶ ἐνισχύσῃ τὸ ἐπαρχιακὸν κόμμα· ὡς κυριώτατον δὲ πρὸς τοῦτο μέσον κρίνεται ἡ κομματικὴ διαχείρισις τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας. Ἀναγκαίως λοιπὸν θὰ ὑποκύψῃ καὶ αὐτὸς, ὡς ὑπέκυψεν ὁ στρατιωτικός. Ἄν θελήσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, οὐδεὶς θὰ τὸν ὑποστηρίξῃ, καὶ θὰ παυθῇ ἐπὶ τέλους. Ἀκόμη χειροτέρα εἶναι ἡ μέθοδος τοῦ ἀφαιρεῖν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ὁ ἀληθὴς καὶ πραγματικὸς ἐν τῇ Βουλῇ ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τῶν ὀργάνων του καὶ ἐνώπιον τοῦ τόπου, τοῦ ἀφαιρεῖν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν τοῦ διορίζειν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ διαθέτειν αὐτὴν εἰς πρόσωπα ὑποδεέστερα, εἰς ὑπαλλήλους ὑποδεεστέρους ὅπως γίνεται ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν Ταχυδρομείων. Οὐδεμία ἐκ τούτου βελτίωσις· τοὐναντίον χειροτέρευσις. Τίς ποτε θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων, ὁ διορίζων ὅλον τὸ πλῆθος τῶν ἑκατοντάδων ὑπαλλήλων, διορίζει αὐτοὺς, οὐδόλως προσέχων εἰς τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὸν διώρισε καὶ τὸν διατηρεῖ, ἀκριβῶς διότι τὸν ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον, ἡ ὁποία δύναται νὰ τὸν παύσῃ αὔριον, ἂν δώσῃ ἀφορμὴν ἀστόχου διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τῷ ἔδωκαν, καὶ ὅτι δὲν θὰ μεροληπτήσῃ ἐν τῇ διανομῇ τῶν θέσεων αὐτῶν; Ἡ παρεκτροπὴ οὕτως ἔσεται μεγαλειτέρα. Τοὐναντίον νομίζω, ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ συγκεντρῶμεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὁ ἄμεσος ὑπεύθυνος, παρὰ εἰς ὑπαλλήλους ἄλλους ὑποδεεστέρους. Ὁ Ὑπουργὸς βεβαίως φοβεῖται περισσότερον τὰς εὐθύνας καὶ τὴν δημοσίαν γνώμην καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ὅταν πρόκηται περὶ ἰδίων αὐτοῦ πράξεων, παρ’ ὅ,τι φοβεῖται ὅταν τμηματάρχης ἢ ἄλλος τις ὑπάλληλος ἦναι ὁ ἐνεργῶν αὐτάς. Παράδειγμα τούτου θλιβερώτατον τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων. Οὔτε λοιπὸν ἡ μέθοδος αὕτη τοῦ καθιστᾶναι ὑποδεέστερόν τι ὄργανον συμμέτοχον τῆς διοικήσεως, καὶ ἀνακουφίζεσθαι ἀναγκαίως ἐκ τῶν εὐθυνῶν, εἶναι ἐγγύησις καλλιτέρας διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ καὶ δὲν βλέπω ποῖα εἶναι τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται ὅτι πραγματικῶς δι’ αὐτῶν θὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν κακοδιοίκησιν, ἡ ὁποία ἐνιδρύθη ἐν τῇ χώρᾳ ὑπὸ τὸ λειτουργοῦν σύστημα. Ἑπομένως καὶ ἀπὸ τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπηγγέλθη καὶ πρὶν ἀκόμη εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀνέλθῃ, καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὴν ἀνάρρησίν της εἰς τὴν ἀρχὴν ἐπαγγελλομένη, δὲν βλέπω συστηματικὴν τοὐλάχιστον, ἔστω καὶ ἄσκοπον, ἐργασίαν περιορισμοῦ τῶν κακῶν αὐτῶν. Ἂν τοὐλάχιστον ὑπεβάλλοντο τοιαῦτα, θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη, καὶ ἂν ταῦτα ἦναι καταδεδικασμένα ν’ ἀποτύχωσιν. Ὡς προεῖπον, δὲν θὰ ὠφελήσουν οἱ νόμοι. Νόμων ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν δι’ ἄλλας ἀνάγκας καὶ ἄλλας ἐλλείψεις τῆς Διοικήσεως. Ἀλλὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν διοίκησιν, ἣν ἐγκαθιδρύσαμεν, εἶναι ἀνόητον νὰ ἐπιμένωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν ἀβλαβῆ διὰ νόμων ἄλλων, διότι τότε δὲν ἔχει λόγον ἡ κοινοβουλευτικὴ διοίκησις, ἣν ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Στέμμα καθιέρωσαν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους σπεύδω νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου μετὰ τῶν ἄλλων, διαμαρτυρόμενος διὰ τὴν πρᾶξιν τῆς παύσεως τοῦ ἰατροῦ, ἣν ὑπηγόρευσε μόνον συμφέρον κομματικόν, τοῦ ἰατροῦ Βαλασσοπούλου. Ἐπίσης νὰ ἀποκρούσω, ὡς ἐντελῶς ἀναξίαν προσοχῆς, τὴν δικαιολογίαν, ὅτι, ὅ,τι γίνεται, γίνεται ἀφ’ ἑνὸς ἐξ ἀνάγκης, δὲν δύναται δὲ ἀφ’ ἑτέρου νὰ θεραπευθῇ, παρὰ μόνον διὰ νέων νόμων, καὶ ὅτι αὐτοὺς τοὺς νέους νόμους ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐργάζεται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος καὶ ἐν τῇ πράξει τῆς παύσεως, ὡς καὶ ἐν πάσῃ τῇ διοικήσει, ἣν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἀναρρήσεώς της μέχρι σήμερον ἐγκατέστησε. Τὴν συναλλαγὴν ἐκαλλιέργησεν εἰς ἀνώτερον μάλιστα βαθμὸν, παρ’ ὅσον οἱαδήποτε προκάτοχος αὐτῆς. Διότι αὕτη πράγματι ἀπώλεσεν ἐκ τῶν χειρῶν αὑτῆς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, μὴ ἀναγνωρίζουσα ἑνιαίαν αὐτοῦ διεύθυνσιν, ἀλλὰ διεύθυνσιν ἀποτελουμένην ἐκ συνεργασίας πολλῶν (διακοπαί). Δὲν ἀναγνωρίζω, οὔτε ἀναγνωρίζει ἄλλος τις ἐν τῷ τόπῳ, ὅτι ἀποτελεῖτε ἀληθῆ ἀρχηγὸν κόμματος, ὅστις μόνος, ἀλλὰ συνεννοούμενος μετὰ τῶν φίλων του, διευθύνει, ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐρχόμενος, τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Βεβαίως ἐν κοινοβουλευτικῷ Κράτει ἡ συνεργασία τῶν πολιτικῶν φίλων ἑνὸς κόμματος εἶναι ἀναπόφευκτος, ἰδίως ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν ὀργάνων καὶ τῶν μέσων τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν. Ταύτας καλλίτερον γινώσκουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν. Ἀλλ’ ἄλλο συνεργασία ὑπὸ τὴν ἀμερόληπτον ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, καὶ ἄλλο τελεία παράδοσις τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τοὺς φίλους Βουλευτὰς τῶν ἐπαρχιῶν, ὡς γίνεται σήμερον καὶ ὡς θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ὑπὸ τοὺς νέους νόμους, οὓς ἐπαγγέλεσθε. Ἰδοὺ διατὶ λέγω, ὅτι ἡ συναλλαγή, ἥτις δὲν συνίσταται τόσον εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπὶ τῇ συστάσει τῶν Βουλευτῶν, ὅσον εἰς τὴν ὑποταγὴν τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὑπερέβη νῦν πᾶν μέτρον, καὶ ὅτι προκάτοχοι Κυβερνήσεις δὲν δύνανται νὰ προταχθῶσιν ὡς παράδειγμα πρὸς παραβολὴν καὶ δικαιολόγησιν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον νομίζω, ὅτι πέραν παντὸς μέτρου ἔφθασεν ἡ κομματικὴ καὶ μεροληπτικὴ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν· ἐντελῶς ἐξέφυγε τῶν χειρῶν της ἡ διοίκησις. Ἀρκεῖ οἱονδήποτε κλάδον τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιπολαίως νὰ ἐξετάσῃ τις, ὅπως πεισθῇ, ὅτι οὐδεμία ἐξασκεῖται ἐπ’ αὐτῆς ἐπίδρασις τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ὅτι οὐδὲν αὕτη δύναται, διότι τὰ πάντα παρέδωκεν εἰς τὸ κόμμα, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι μᾶλλον ὑπακούουν εἰς τοὺς φίλους αὐτῶν ἢ εἰς τὸν νόμον καὶ τοὺς προϊσταμένους, ὅτι αὐτῶν ὑπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα, ἀντὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων. Ἡ κατάστασις, αὕτη πηγὴν ἔχει τὴν ἀνάγκην τῆς συγκρατήσεως τῶν πλειονοψηφιῶν καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Στέμματος, ὅπως μὴ ὑποστηρίξῃ διὰ τῆς βασιλικῆς αὐτοῦ ἰσχύος τὰς ἀγαθὰς ἐκείνας Κυβερνήσεις, αἵτινες ἀδυνατοῦν νὰ κυβερνήσουν ἄνευ παραδόσεως τῆς διοικήσεως εἰς τοὺς Βουλευτὰς, θὰ ἠδύναντο ὅμως καλῶς νὰ διοικήσουν ἄνευ αὐτῆς, ἂν ἡ Βασιλεία ἐνίσχυεν αὐτούς. Οὐδὲν ὑγειέστερον καὶ ἀβλαβέστερον φάρμακον κατὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς διοικήσεως, δηλαδὴ κατὰ τῆς μεροληπτικῆς διοικήσεως, ἢ ἡ πεφωτισμένη εὔνοια τοῦ Στέμματος. Οἱ νόμοι τότε εἶναι περιττοί.
§32Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσῆλθον τὴν ἑσπέραν ταύτην οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, δεῖται βεβαίως εὐρυτέρας συζητήσεως, καὶ ἡ συζήτησις αὕτη βεβαίως γενήσεται ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ, κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, ἀπὸ τοῦ ὕψους τῶν θεωριῶν, τῶν ὀρθῶς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐπικαίρως, ἐκφρασθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, καὶ ἀπὸ τῶν ἰδεῶν αὐτοῦ περὶ ἀποκεντρώσεως, νὰ συγκεντρωθῶμεν εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀρχικόν, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπέναντι τῶν λεχθέντων ὑπὸ δύο ἐπιφανῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τῶν κυρίων Δηλιγιάννη καὶ Δραγούμη, οὐδεμία ἐδόθη ἀπάντησις, δικαιολογοῦσα τὴν παῦσιν ἐγκρίτου Ἕλληνος ὑπαλλήλου, ὑπηρετοῦντος ἐν τῷ Ὑγειονομικῷ Συνεδρίῳ Ἀλεξανδρείας. Ἡ μόνη δικαιολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι αὕτη, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπολύειν καὶ διορίζειν. Ἔχετε τὰ δικαιώματα ταῦτα, κύριε Ὑπουργέ, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀπέναντι ὑμῶν οἱ ἄλλοι τὰ δικαιώματα τοῦ ἐλέγχου. Ἀπέναντι δὲ τοῦ δριμέως ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἀπηγγέλθη καθ’ ὑμῶν, συνεσπειρώθητε ἄφωνος εἰς τὴν θέσιν σας. Διότι τὸ ζήτημα δὲν ἐθίχθη μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συναλλαγῆς, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὀδυνηρᾶς ἐντυπώσεως, ἣν παρήγαγεν ἐν τῇ πατριωτικωτάτῃ Ἑλληνικῇ παροικίᾳ τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καὶ τὰ ἄπλυτα αὐτῆς κατεδείχθησαν κατὰ τρόπον ἄκοσμον πρὸ τῶν ὀμμάτων μιᾶς μεγίστης παροικίας πατριωτικῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν οὐδὲν ἔφερεν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου, ἵνα δικαιολογήσῃ κατά τι τὴν παῦσιν ταύτην. Ὄντως κατὰ δεκάδας, καθ’ ἑκατοντάδας, κατὰ μυριάδας, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀναγινώσκομεν τὰς παύσεις καὶ τοὺς διορισμούς, τῶν ὁποίων τὰ τρία τέταρτα εἶναι ἀπόρροια τῆς συναλλαγῆς, τοῦ σάρακος τούτου τοῦ ἐν τῷ πολιτεύματι, τοῦ ἀνομολογηθέντος καὶ ἐντεῦθεν κἀκεῖθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἠκούσατε ἐπερωτήσεις καὶ συζητήσεις παρὰ τῶν ἐπιφανῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ἀφορῶσιν ἀδελφὸν ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἀλλὰ τί ἐνέπνευσε τὰς ἐπερωτήσεις καὶ ἀγορεύσεις, ἃς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου; Τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ Βαλασσοπούλου, ἢ τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν; Ὁ ἔλεγχος, ὡς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐγένετο, ἐγένετο λίαν ὄψιμος, προερχόμενος καὶ ἐκ τῆς ἐντυπώσεως τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ, εἴτε ἐν τῇ ἐπισήμῳ αὐτῆς ἐμφανίσει, ἐξ ὀλιγαρχικῶν καταρτιζομένης, εἴτε καὶ διὰ τῆς ἐπισήμου ἀρχῆς, τῆς ἐκπροσωπούσης τὴν μεγάλην κοινότητα διὰ τῶν κολακευτικωτάτων λόγων, διὰ τῶν ὁποίων συνώδευσε τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ τὰς ἐντυπώσεις τῆς κοινωνίας κατέδειξε τὸ ἕτερον τῶν ἐγγράφων τοῦ Ἕλληνος προξένου Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δὲν ἀνεῦρε τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Βαλασσοπούλου. Καὶ ὡς πρᾶξις συναλλαγῆς, βεβαίως αὕτη δὲν θὰ εἶχε πολλὴν σημασίαν, ἐὰν μὴ ἐγίγνετο ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἀλλ’ ὡς πρᾶξις συναλλαγῆς, ὡς κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Δραγούμη, εἶναι μεγάλης σημασίας καὶ μεγάλης προσοχῆς ἀξία· διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν πανταχόθεν βάλλονται ἐναντίον τῶν Βουλευτῶν βέλη, καὶ λέγεται καὶ ὑπομιμνήσκεται, ὅτι ἀντιπροσωπεύουσιν ὅλα τὰ κακὰ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἔθνει, ἔρχεται ἐπισήμως ἐνταῦθα νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι εἰς τὴν παῦσιν τὴν ἀντεθνικήν, τὴν ἐλεγχθεῖσαν καὶ ὑπὸ τῆς κοινωνίας τῆς Ἀλεξανδρείας, καὶ ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ προξένου αὐτῆς, καὶ ἐπισημότερον ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τὸ γράμμα τῆς ὁποίας εἴδετε τὸν ἔλεγχον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀδύνατον νὰ δοθῇ ἀπάντησις εὐπρεπὴς περὶ τῆς ἀπολύσεως ἐκείνης. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον μείζονος προσοχῆς καὶ εὐρυτέρας συζητήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν οὐδὲν εἰς ταῦτα ἀπήντησεν, ὁ δὲ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀπέφυγε τὸ ζήτημα, ἀναγνωρίσας διὰ τῆς σιωπῆς του, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἐπιφανῶν ἀντιπολιτευομένων εἶναι τὰ ἀληθῆ, τὰ δίκαια, τὰ ἐθνικῶς ἀξιοπρεπῆ. Ἀλλὰ μετ’ ἀπαθείας μεταθέσας τὸ ζήτημα, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἂν ἡ συναλλαγὴ ἦναι πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐξηνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν συναλλαγὴν, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι ἡ ὀλιγώτερον ἐξυπηρετοῦσα αὐτὴν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς ἄλλας Κυβερνήσεις. Ἡμεῖς οἱ νεώτεροι δὲν συγκρίνομεν τὰς Κυβερνήσεις τὰς παρούσας πρὸς τὰς παρελθούσας. Ἐρχόμεθα καὶ ἐξετάζομεν, ἐὰν ἡ συναλλαγὴ ἐπισήμως λαμβάνει ἤδη χώραν· δὲν ἐξετάζομεν ἐὰν ἐκληροδοτήθη ἐκ τοῦ παρελθόντος. Διότι βεβαίως ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἐποχῆς δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ψαλιδίσῃ τὴν συναλλαγὴν, καὶ νὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐλάχιστοι εἶναι, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, οἱ πολιτευταί, οἱ ἀρνούμενοι τὴν συναλλαγὴν, ἥτις ὑπάρχει, οὐχὶ ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τῶν κυβερνώντων, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ὑφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλησμόνησε τοσαῦτα πέρυσι καὶ προπέρυσι νομοσχέδια, εἰσαχθέντα ἐνταῦθα καὶ ἐμπνευσθέντα ὑπὸ τῆς ἐπαράτου συναλλαγῆς καὶ μόνον. Καὶ ὅμως, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του ὁ κύριος Ὑπουργὸς, κατωνόμασεν ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἡ ἐπίσημος συναλλαγὴ, ἐνθρονισθεῖσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τρόπον οὐδέποτε ἐμφανισθέντα ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐπολέμησε τὴν ὕπαρξιν τῆς συναλλαγῆς, καὶ πάντοτε εἰργάσθη νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀναστείλῃ τὴν πρόοδον αὐτῆς· καὶ εἶπε: «Μὴ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐφέραμεν τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἀποκλείσωμεν τὰς θύρας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τοὺς πολιτευομένους; Δὲν εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπὸ τὰς χεῖρας ἡμῶν μετεθέσαμεν ἀλλοῦ τὸν διορισμὸν καὶ τὴν παῦσιν ἑκατοντάδων ὑπαλλήλων ταχυδρομικῶν; Μήπως δὲν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀμεταθέτου τῶν Εἰρηνοδικῶν.» Ὅλα ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ’ εἶναι ἀληθέστερον, ὅταν βλέπητε Κυβέρνησιν εἰσάγουσαν γνωστὰς προτάσεις νόμων καὶ ψηφίζουσαν αὐτοὺς, ὅτι ἡ συναλλαγὴ συνέλαβεν ἀπὸ τὸν λαιμὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τροφοδοτεῖ τὰ νομοσχέδιά του. Ἡ πεῖρα ὅμως μᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν βλέπομεν ἀνταγωνιζόμενα τὰ ἱστορηθέντα νομοθετήματα ταῦτα ἐναντίον τῆς συναλλαγῆς. Αὐτὸς ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ὅστις δὲν ὀφείλεται εἰς ἐμπνεύσεις κυβερνητικὰς, καὶ ὅστις μικροῦ δεῖν ἀφῄρει ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὁλόκληρον Ὑπουργεῖον, ὁ ἐπιβληθεὶς χάριν ὑπάτων συμφερόντων τοῦ στρατοῦ, φαίνεται ὅτι, ὡς ἐγένετο, δὲν εἶναι νόμος εὐκολύνων τὴν συναλλαγὴν, ἀλλὰ νόμος ἐκ προσωπικοῦ πνεύματος ἐπιβληθεὶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπιταχθεὶς νὰ ψηφισθῇ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀπέναντι τῆς νομοθετικῆς ταύτης ἐργασίας, τῆς ἐπιδεικνυομένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀποκλεισμὸν τῆς συναλλαγῆς, ἡ ἐπισημοτέρα ἔνδειξις τῆς συναλλαγῆς δὲν εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ νόμου περὶ διοικήσεως τοῦ Κράτους, δι’ οὗ περιλήφθησαν θέσεις καὶ ὑπάλληλοι ἀνάλογοι τῶν περισσευμάτων τοῦ κ. Σιμοπούλου; Μήπως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἡ περιφανεστέρα ἔνδειξις τῆς συναλλαγῆς ἡ κατασκευὴ τῶν τεσσάρων Πρωτοδικείων; Μήπως καὶ αὐτὴ ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τούτων μέχρι τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου δὲν δεικνύει τοιοῦτόν τι; Ἢ μήπως ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὁ ἐπαναλαμβανόμενος καὶ ἐκ νέου προτεινόμενος, δὲν προτείνεται πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ ἑσμοῦ τῶν θεσιθηρῶν; Ἐὰν τὰ πράγματα ἐπέβαλλον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὑπῆρξαν ἐποχαὶ, καθ’ ἃς ἔδει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Παρῆλθον ὅμως δύο Σύνοδοι, καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφηρμόσθη. Ἀλλὰ μήπως, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, περὶ τῆς ὑποβολῆς νόμων ἐναντίον τῆς συναλλαγῆς, ἔχεται ἀκριβείας, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται ἡ ὑποβολή; Κατὰ τοῦτο μάλιστα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Οἰτύλου, καθόσον ἔχω ἐναντίαν γνώμην. Διαφωνῶ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νόμων· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νόμων, ἀλλὰ ἀνθρώπων, ἐφαρμοζόντων τοὺς κειμένους νόμους.
§34Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καλῶν νόμων ἔχομεν ἀνάγκην, ὄχι πολλῶν.
§35Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔχομεν εἰσαγωγὴν νομοθετημάτων δῆθεν κατὰ τῆς συναλλαγῆς, τὰ ὁποῖα ὅμως δύναται νὰ καταστρατηγήσῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ χρόνον πᾶς τις, διότι ἐγκλείουσι, καθ’ ὃν τρόπον ψηφίζονται, ἐν ἑαυτοῖς τὸν σάρακα τῆς καταστροφῆς. Θέλετε παραδείγματα ἄλλα; Διὰ τοῦ νόμου, ὃν εἰσήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἀποδεικνύει, ὅτι ἠθέλησε νὰ πατάξῃ τὴν συναλλαγήν; Οὐχί! Ἠθέλησεν ἁπλῶς νὰ μετατοπίσῃ τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὰς χεῖρας ἁπλοῦ ὑπαλλήλου. Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς καταδείξω μέχρι τίνος σημείου ἔχει φθάσει ἡ συναλλαγὴ, θέλω σᾶς καταγγείλει πρᾶξίν τινα, καθ’ ἣν ἐξυπηρετήθη αὕτη δι’ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου ἐπισήμως. Ἀνώτερος ταχυδρομικὸς ὑπάλληλος ἐκλήθη διὰ λόγους δῆθεν ὑπηρεσίας, —καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ θέλει κατονομάσει ὁ ἐν τῇ παραφορᾷ τῆς ὀργῆς του εἰπών μοι τοῦτο βουλευτὴς Ἄργους κ. Καρατζᾶς, —πράγματι ὅμως προσεκλήθη, ἵνα ἐπιτευχθῇ συναλλαγὴ οὐχὶ μεταξὺ τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκλογέως, ἀλλὰ συναλλαγὴ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Βουλευτοῦ· ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐκλήθη, ἵνα ἀνακόψῃ τὴν ἐξ Ἀθηνῶν ἀναχώρησιν τοῦ κ. Καρατζᾶ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Καρατζᾶ, ὅστις ἂς συνεχίσῃ τὴν διήγησιν.
§36Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Κατόπιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγάρων Βουλευτὴς, φρονῶ, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ ἀμφισβητήσω, οὐδὲ ἀναιρέσω, ὅτι ἐπισήμως ἐκλήθη τηλεγραφικῶς ὑπάλληλος νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, ὅπως μεσιτεύσῃ παρ’ ἐμοὶ, ἵνα μείνω φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ αὐτοῦ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καθὸ ὑπέχοντα τὴν ἄμεσον εὐθύνην, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ν’ ἀπαντήσῃ, διατὶ τῇ συγκαταθέσει αὐτοῦ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ δὴ ἀνωτάτῃ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους, ὑπηρεσίᾳ ἰσοδυναμούσῃ πρὸς τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ νῦν Γεν. Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ἐναντίον αὐτῶν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τῶν νόμων, ἐναντίον αὐτῆς τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ἥτις δέον νὰ ἐνυπάρχῃ εἰς πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Τὸ ἔγκλημα τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορηθεὶς οὗτος ἄλλοτε ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἐπὶ συκοφαντίᾳ...
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ εἴπετε αὐτὰ καὶ ἄλλοτε.
§38ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Οὐδέποτε ἐλέχθησαν πρώτην φορὰν λέγονται ἐνταῦθα. Τὸ ἔγκλημα, λέγω, διὰ τὸ ὁποῖον, κατηγορηθεὶς ὁ Γενικὸς οὗτος Διευθυντὴς ἄλλοτε ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἐτιμωρήθη διὰ διετοῦς φυλακίσεως καὶ στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων του, ἐξέρχεται, ἐνταῦθα συζητούμενον, ἢ καὶ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο μέρος, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης νομικῆς διατάξεως, τοῦ κύκλου τῶν κοινῶν καὶ συνήθων ἐγκλημάτων, προκειμένου μάλιστα νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον ὁ καταδικασθεὶς οὕτω δύναται ἐκ τοῦ νόμου νὰ κατέχῃ θέσιν ἀνωτάτου δημοσίου ὑπαλλήλου, θέσιν, ἣν κατέχουσι καὶ διαχειρίζονται εἰς ἄλλα ἔθνη Ὑπουργοί, λίαν ἐμπιστευτικῶς, μὲ ἀπόλυτα δικαιώματα ἐπὶ ἀπειραρίθμων ὑπαλλήλων, ὡς πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσολογγίου εἶπε, καὶ ἀφορῶσαν, ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ μὲν τῶν ὑπαλλήλων, τὸν μέγιστον σχεδὸν κλάδον τῆς ὑπηρεσίας τῆς Πολιτείας, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δὲ τοῦ κλάδου τούτου, τὴν πλέον λεπτὴν καὶ χρήζουσαν προσώπου τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Κράτους. Τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο ἦτο τρομερὸν, διότι, καίτοι ἀπηυθύνθη καθ’ ὡρισμένου προσώπου, δὲν ἀπέβλεπε κοινὸν τῆς Πολιτείας ἄτομον· τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο ἦτο φρικτὸν, τοῦ ὁποίου νὰ φέρῃ τις τὴν πλήρη εἰκόνα ἐνταῦθα, αἰσθάνεται ἀποτροπιασμόν· τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο ἀπηυθύνθη ἐν τῷ προσώπῳ μέλους τῆς Κυβερνήσεως κατ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας, προσήγγισε τὰ σπλάγχνα αὐτῆς, ἀπηυθύνθη ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ὑπουργοῦ κατ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐξυβρίσαν αὐτὴν βαναύσως καὶ διὰ σκαιῶν ὕβρεων...
§39Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀκατονομάστων.
§40ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Μάλιστα, ἀκατονομάστων, ὀνομάσαν αὐτὸν, ἰδίως τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐναγῆ... Ἀπηυθύνθη τέλος κατὰ προσώπου, τὸ ὁποῖον, ἀποχωρῆσαν πρό τινος καιροῦ διὰ παντὸς ἐντεῦθεν, ἀφῆκε κενὸν μεταξὺ ἡμῶν δυσαναπλήρωτον, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη πάντοτε μετὰ συμπαθείας θ’ ἀντανακλᾷ ἐπὶ τὰς καρδίας ἡμῶν, ὁσάκις ἀναπολῆται. Αὐτὸς καὶ μόνος ὁ λόγος, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δέον νὰ ἐργάζωνται εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐμπνέωσι τὸν σεβασμὸν τῶν ἀτόμων πρὸς ταύτας καὶ πρὸς ἀλλήλας, αὐτὸς καὶ μόνος ὁ λόγος ἐπήρκει, ἀνεξαρτήτως παντὸς ἄλλου νομικοῦ τοιούτου, ὅπως μὴ ὑπῆρχεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ σήμερον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἀσεβήσας ἀπέναντι μέλους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ φρικτῶς ἐγκληματήσας, ἠσέβησε καὶ πρὸς πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν σήμερον, διότι τὰς Κυβερνήσεις δὲν ἀποτελοῦσι τὰ ἄτομα, ἀλλ’ αὗταί εἰσι συνεχεῖς καὶ ἀδιαίρετοι. Ἀλλ’ ἂν τὸ ἔγκλημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπιστοποιήθη δι’ ἀποφάσεως Δικαστηρίου, δὲν εἶναι ἀρκετὸν ἐν τῷ χαρακτῆρι καὶ τῇ συνειδήσει τοῦ κ. Προέδρου ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκ τῆς ἀνωτάτης ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους θεωροῦσιν ἀνάξιον νὰ καθέξῃ δημοσίαν θέσιν· ἀλλ’ ἂν αὐτὸ τὸ ἔγκλημα κατὰ μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον καθ’ ὅλης τῆς Κυβερνήσεως, — διότι, ὡς προεῖπον, αἱ Κυβερνήσεις εἰσὶν ἑνιαῖαι, — ἐὰν, λέγω, δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ μαρτυρήσῃ καὶ ἀποδείξῃ τὴν ἀσέβειαν τοῦ ἐγκληματήσαντος πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ Κράτους, τὴν ἀνωτάτην ἀρχὴν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἆρά γε ἀρκετὸν τοὐλάχιστον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δεκτὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκεῖνος, ὅστις ἠθέλησε νὰ ἐξυβρίσῃ καὶ ἐξευτελίσῃ ταύτην ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ πρώτου καὶ ἀνωτάτου αὐτῆς ὑπαλλήλου; Δὲν εἶναι ἀρκετὸν, ὥστε ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκεῖνον ἐξ ὑπηρεσίας μεγίστης σπουδαιότητος; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀπαντήσητε, ἐρωτῶντες τὴν συνείδησίν σας, ἐὰν δύνασθε νὰ ἀνεύρητε κατ’ αὐτὴν, ἀνεξαρτήτως, ὡς εἶπον, παντὸς ἄλλου νομικοῦ λόγου, ἔγκλημα μεγαλείτερον καὶ φρικωδέστερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ὁ νῦν Γεν. Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ νόμος συμβάλλει πληρέστατα ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ οὗτος ἂν δὲν ὑπῆρχεν, ὑπάρχουσί τινα παραγγέλματα, κ. Πρόεδρε, ἐπιτακτικά, τὰ ὁποῖα, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον γεγραμμένα ἐν τῷ χάρτῃ, ἐγράφησαν ὅμως καὶ ἐνετυπώθησαν ἐν τῇ συνειδήσει ἑκάστου ἀτόμου, εὑρίσκονται ἐν ταῖς ἀγράφοις διατάξεσι τῶν ὅρων τῆς κοινωνίας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα καὶ ζῶμεν, καὶ τὰ ὁποῖα ἕκαστον ἄτομον ἀπαρεγκλίτως δέον ν’ ἀκολουθῇ, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν τὸ ἄτομον τοῦτο, καθὸ ἄρχον τοῦ τόπου, περιβάλλεται μὲ ἱερὰ καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις, τῶν ὁποίων δὲν δύναται ν’ ἀπομακρυνθῇ· μεταξὺ δὲ τῶν παραγγελμάτων τούτων καταλέγεται καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς παραγγέλλει, ὅπως μὴ ἐπὶ πλέον ἀνεχθῆτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων· τὸ δὲ παράγγελμα τοῦτο καὶ γραπτὸν ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως πάσης πρὸς τοῦτο ἠθικῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, μήπως ὁ νόμος ὡρισμένως δὲν ἀναγράφει τὴν ἀναξιότητα τοῦ κ. Ρούκη νὰ κατέχῃ θέσιν δημοσίαν; Ἀνέγνωμεν δυστυχῶς πρό τινος χρόνου ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ γνώμας νομομαθῶν ἀνδρῶν, ἀπολαυόντων τῆς πλήρους ἐκτιμήσεως καὶ τοῦ σεβασμοῦ ἡμῶν, προσπαθούντων διὰ δικονομικῶν ὑπολογισμῶν καὶ σοφισμάτων ν’ ἀποδείξωσιν, ἢ μᾶλλον νὰ ἐξαγάγωσιν ὡς νόμιμον πόρισμα, ὅτι νομίμως ὁ Γεν. Διευθυντὴς κατέχει τὴν θέσιν ταύτην, ἐνῷ τοὐναντίον, καθ’ ἡμᾶς, ὁ δὲ νόμος εἶναι ῥητός, σαφὴς καὶ ὡρισμένος, καὶ ἔνθα ὑπάρχει τοιοῦτος, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἑρμηνείας, —μάλιστα αὕτη ἐστὶ περιττὴ καὶ ἐπιβλαβὴς, —οὐδὲ καταφυγῆς πρὸς ἄλλους συγγραφεῖς ἢ ξένα κείμενα. Ἡμεῖς, ἐρευνήσαντες τὰς νομικὰς διατάξεις, ἱστάμεθα κατ’ ἀνάγκην πρὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἔνθα ῥητὴν καὶ ἐκπεφρασμένην τὴν θέλησιν τοῦ νομοθέτου ἐν ταῖς διατάξεσιν αὐτοῦ ἀνευρίσκομεν. Ἔχομεν δὲ τὴν γραμματικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, καὶ δι’ αὐτῆς καὶ μόνης ἐπιτυγχάνομεν πλήρη καὶ ἀναμφισβήτητον τὴν κατάληψιν τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων τούτων· ἔνθα δὲ ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία ἀρκεῖ, ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόζωμεν ταύτην, συμμορφούμενοι πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, μὴ συγχωροῦντος ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν αὐτῆς. Προβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ ἀμέσως θέλω σπεύσει ἐπὶ τὴν ἐπεξήγησιν αὐτῶν...
§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις.
§42ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη· ἄλλως δὲν θὰ εὑρισκόμην ἐνταῦθα.
§43ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τὸν κατεδίκασεν εἰς στέρησιν διετῆ.
§44ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ θὰ εἴπω, ὅτι τὰ Δικαστήρια οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχουσι νὰ κάμνωσι μνείαν τῶν στερήσεων, ὁσάκις αὗται ἐπέρχονται, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, αὐτοδικαίως ἐκ τοῦ νόμου.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητήσωμεν σήμερον αὐτὸ τὸ ζήτημα;
§46ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Μάλιστα· διότι ὑποβάλλω ἐρώτησιν ἐπὶ ζητήματος, ἐφ’ οὗ προεκλήθην, καὶ σχετικοῦ μὲ τὸ τοῦ ἰατροῦ τοῦ Διεθνοῦς Ὑγειονομικοῦ Συμβουλίου Ἀλεξανδρείας, προκειμένου περὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως.
§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ὑποβάλητε ἐρώτησιν, ἔχετε δικαίωμα· ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καὶ ἔπειτα δι’ ἐπερωτήσεως νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀναπτύσσετε. Τὸ ζήτημα ἦτο, ν’ ἀπαντήσητε εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεγαρίδος. Ἡ ἀπάντησις ἐδόθη. Εἰς ἄλλην ἑσπέραν νὰ συζητήσητε ὅ,τι ἤδη συζητεῖτε.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καρατζᾶ, ἡ συζήτησις ἐτελείωσε.
§49ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα, ’ποῦ ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις; Ἔπρεπεν ἀπὸ τὸ ἄλλο Σάββατον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά! Κύριε Καρατζᾶ, ἐδώσατε μίαν μαρτυρίαν· πρέπει νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ἰατροῦ Ἀλεξανδρείας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενον.
§51ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Καρατζᾶς προεκλήθη νὰ μαρτυρήσῃ, ἂν ἐκλήθη ὁ κ. Θεανόπουλος ἐνταῦθα διὰ νὰ μεσιτεύσῃ...
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπεν αὐτό.
§53ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ὥστε δὲν θέλετε νὰ σᾶς ὁμιλήσω διὰ τὸν κ. Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων, ἀφοῦ πρόκειται περὶ αὐτοῦ;
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· θὰ κάμητε ἄλλην συζήτησιν περὶ αὐτοῦ.
§55Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ Ταχυδρομείων, καὶ ὁ κ. Καρατζᾶς ἐψήφισεν ἐναντίον τῆς τροπολογίας (θόρυβος)
§56ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Σεῖς οἱ ἴδιοι μὲ προκαλεῖτε νὰ ὁμιλήσω, καὶ ἐξακολουθῶ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκει): «Ὁ διὰ τελεσιδίκου δικαστικῆς ἀποφάσεως εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν καταδικασθεὶς, στερεῖται κατὰ συνέπειαν τῆς καταδίκης ταύτης: 1) πάσης δημοσίας κλπ. θέσεως, ὁμοῦ μὲ ὅλα τὰ ἐξαρτώμενα ἐντεῦθεν δικαιώματα καὶ πλεονεκτήματα...»
§57ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι πέρυσιν ἐψηφίσατε ἐναντίον τῆς τροπολογίας.
§58ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ἐψήφισα διότι ἠγνόουν περὶ τίνος ἐπρόκειτο.
§59ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν εἴχετε μελετήσει τὸ ζήτημα.
§60ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Δὲν εἶναι λόγος, ὅτι δὲν εἶχον μελετήσει αὐτὸ, ἀλλὰ διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἐγνώριζον τὸ μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος τοῦ κ. Ρούκη, ἀφ’ ἑτέρου ἔβλεπον, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας ἐκείνης οὐδὲν ἄλλο ἐπεδιώκετο ἢ ἡ ματαιοπονία τοῦ νὰ ἐπιμένωμεν νὰ ψηφισθῇ διάταξις, ἐνῷ ὑπῆρχε τοιαύτη.
§61Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τιμᾷ περισσότερον τὸ θάρρος σας, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ἐναντίον τῆς γνώμης σας ἔρχεσθε σήμερον καὶ ὁμολογεῖτε τὴν πλάνην σας. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἄξιος ἐλέγχου διὰ τοῦτο· εἶναι ἄξιος ἐπαίνου.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ. Κύριοι, μὴ διακόπτετε.
§63Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς.
§64ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται περὶ πλάνης. Δὲν ἐγνώριζον τὸ μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος θεωρεῖ ἐπικίνδυνον, ἰδιαιτέρως δὲ καὶ εἰδικῶς περὶ αὐτοῦ διέγραψε.
§65Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὡς περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπόδειξις ὅτι μετεβάλετε θέσιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι «φίλος μὲν Πλάτων, ἀλλὰ φίλτατος ὁ κ. Πλατούτσας» (γέλωτες).
§66ΚΑΡΑΤΖΑΣ. (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν) «... ὅλων τῶν ἀξιωμάτων, ἐπιτίμων θέσεων καὶ διακριτικῶν σημείων».
§67Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δικαστήριον κατὰ λάθος ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν.
§68ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ, ὅτι οὐδὲν λάθος τοῦ Δικαστηρίου δύναται νὰ ἔχῃ χώραν ἢ θέσιν ἐνταῦθα, διότι ἡ στέρησις ἐπιβάλλεται αὐτοδικαίως, ἅμα τῇ καταδικαστικῇ ἀποφάσει.
§69ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μαζύ σας.
§70ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Λοιπὸν τί παραδέχεσθε λάθος;
§71ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δικαστήριον ἔκαμε λάθος, καὶ ἐπέβαλεν ὡρισμένην ποινήν.
§72ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Δὲν παραδέχομαι λάθος, ἀφοῦ ἡ στέρησις ἐπιβάλλεται αὐτοδικαίως (ἐξακολουθεῖ) «... καὶ τέλος τῆς ἱκανότητος τοῦ νὰ γείνῃ μέτοχος τοιούτων ἀρχῶν, ὑπηρεσιῶν, πλεονεκτημάτων καὶ τιμῶν.» «Ἄρθρ. 22. Τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα συνοδεύει καὶ τὴν εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν καταδίκην ἕνεκα κλοπῆς, συκοφαντίας κλπ.» «Ἄρθρ. 23. Ἡ εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν καταδίκη συνεπάγει προσέτι μεθ’ ἑαυτῆς καὶ τὴν διὰ βίου στέρησιν τῶν ἀκολούθων δικαιωμάτων, ὡς καὶ τὴν ἀνικανότητα εἰς ἀπόκτησιν αὐτῶν: 1) τῆς ἱκανότητος τοῦ ὑπηρετεῖν εἰς τὸ στράτευμα κλπ. 2) τοῦ δικαιώματος τῆς ὁπλοφορίας· 3) τοῦ δικαιώματος τῆς ψηφοφορίας εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς σχέσεις κλπ. Ἡ πρόσκαιρος στέρησις τῶν δικαιωμάτων τούτων, ὡς συνέπεια τῆς ποινῆς τινος πλημμελήματος ἰσχύει μόνον ὡς πρὸς τὰ πλημμελήματα, περὶ ὧν διέλαβε τὸ ἄρθρ. 22.» Ἐπὶ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἀνωτέρω ἄρθρων παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι εἶμαι ἐν πληρεστάτῳ δικαίῳ· καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ διακεκριμένος νομομαθὴς, ὁ διακόψας με προηγουμένως, θὰ μὲ δικαιώσῃ. Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἄρθρων τούτων, ὡς καὶ τοῦ ἀπὸ 20 Μαΐου 1836 Β. Διατάγματος, ἐπέχοντος ἰσχὺν νόμου, καὶ εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάπτυξιν ἀκολούθως θέλω προέλθει, ἐξάγονται ὡρισμένως τὰ ἑξῆς. Ὡς εἴδομεν, τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Ποιν. Νόμου στερεῖ ἰσοβίως καὶ θεωρεῖ ἀνίκανον πρὸς ἀπόκτησιν πάσης δημοσίας ὑπηρεσίας τὸν ὑποπεσόντα εἰς ἐγκληματικὴν ποινήν· διὰ τοῦ κατόπιν δὲ ἄρθρου τοῦ αὐτοῦ Ποιν. Νόμου καθορίζεται, ὅτι τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἄρθρου 21, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, συνοδεύει καὶ τὴν εἰς τὴν ἐπανορθωτικὴν ποινὴν καταδίκην ἐπὶ κλοπῇ κλπ., ἤτοι, ὅτι καὶ διὰ τὰ πλημμελήματα ταῦτα, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται καὶ ἡ συκοφαντία, ἐπιβάλλεται αὐτοδικαίως ἐκ τοῦ νόμου ἰσόβιος στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ ἄρθρου 21, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ὅπως καταχωρισθῇ μνεία τῆς στερήσεως ταύτης ἐν τῇ ἀποφάσει, —καὶ θὰ τὸ ἴδητε κατόπιν ἐκ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Διατάγματος, —καὶ δέον μετὰ ὡρισμένον χρόνον, ἤτοι πέντε ἔτη μετὰ τὴν συμπλήρωσιν ἢ τὴν παραγραφὴν τῆς ποινῆς, συμφώνως πρὸς τὰς σχετικὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἄρθρον 565, νὰ ἐπακολουθήσῃ ἀποκατάστασις, ἥτις αὕτη καὶ μόνη, κατὰ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 564 τῆς αὐτῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἀναιρεῖ ὅλας τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς, καὶ μάλιστα, ὡς ὡρισμένως διαγράφει, τὴν στέρησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν τιμῶν. Μέχρις ἐδῶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι ῥητὸν, εἶναι αὐθεντικὸν, καὶ οὐδεμίαν ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν. Μόνη ἡ ἀποκατάστασις εἶναι ἐκείνη, ἥτις συνεπιφέρει τὴν ἀναίρεσιν τῶν συνεπειῶν τῶν ποινῶν. Ὅτι δὲ ὁ νόμος οὕτω ῥητῶς κελεύει, τοῦτο ἐξάγεται ἀριδήλως καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον, ὁρίζον ὅτι «ἡ εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν καταδίκη συνεπάγει προσέτι μεθ’ ἑαυτῆς καὶ τὴν διὰ βίου στέρησιν ἄλλων δικαιωμάτων», ἅτινα ἀπαριθμεῖ, ὑστέρως διαγράφει διάταξιν, ἥτις, ἐνῷ ἔρχεται καὶ διασαφηνίζει ἀρκούντως τὸ ζήτημα, ὑπῆρξεν οὐχ ἧττον παραδόξως αἰτία, ὥστε ἐν ταύτῃ τινὲς τῶν νομομαθῶν νὰ νομίσωσιν, ὅτι ἀνεῦρον εὐνοϊκὴν λύσιν ὑπὲρ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Ἂς ἔλθωμεν λοιπὸν καὶ ἐξετάσωμεν ἐπισταμένως, τί ἀκριβῶς διατάσσει ἡ προκειμένη διάταξις. Αὕτη ὡρισμένως ὁρίζει, ὅτι ἡ πρόσκαιρος στέρησις τῶν δικαιωμάτων, τῶν μνημονευομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 23 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐπέρχεται μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ πλημμελήματα, περὶ ὧν διέλαβε τὸ ἄρθρον 22, ἤτοι, ὅτι μόνον τὰ δικαιώματα ταῦτα τοῦ ἄρθρου 23,—καὶ τοῦτο τονίζει διὰ τῶν λέξεων «τῶν δικαιωμάτων τούτων», ἡ δὲ λέξις «τούτων» ἀναφέρεται εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ἄρθρου 23, τὰ ὁποῖα μόλις ἐμνημόνευσε καὶ ἀπηρίθμησε,—μόνα ταῦτα τὰ δικαιώματα, καὶ οὐχὶ ἄλλα, θεωροῦνται στερούμενοι προσκαίρως οἱ καταδικασθέντες διὰ τὰ πλημμελήματα τοῦ ἄρθρου 22· διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὰς τοῦ ἄρθρου 21 συνεπείας, τὰς αὐτὰς συνοδεύει καὶ ἐπιβάλλει αὐτοδικαίως καὶ διὰ σαφῶν διατάξεων, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ὡς προεῖπον, νὰ καταχωρισθῇ μνεία τῆς στερήσεως ταύτης ἐν τῇ ἀποφάσει, τὸ ἄρθρον 22· ἀπέναντι δὲ τῶν ῥητῶν καὶ σαφῶν τούτων διατάξεων, πᾶσα ἄλλη ἑρμηνεία εἶναι περιττὴ καὶ ἐπιβλαβὴς, καὶ κατὰ νόμον δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ αὐτὸ δὲ τὸ Διάταγμα τῆς 20 Μαΐου 1836, ἐν τῷ πρώτῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ, ἔρχεται πρὸς ἐπικουρίαν ἡμῶν, καὶ ἐπεξηγεῖ πληρέστατα πᾶσαν τυχὸν ἐγειρομένην ἀμφιβολίαν, ἥτις, καθ’ ἡμᾶς, δὲν ἐπιτρέπεται, διότι διατάσσει τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἕνεκα τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ Ποιν. Νόμου διαλαμβανομένων πλημμελημάτων ἐπακολουθοῦσα ἢ καταγινωσκομένη πρόσκαιρος ἢ διὰ βίου στέρησις τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 21 καὶ 23 § 1–7 ὡρισμένων δικαιωμάτων τότε μόνον θέλει παρακολουθεῖ ἢ καταψηφίζεσθαι, ὅταν ἡ ἕνεκά τινος τῶν εἰρημένων πλημμελημάτων καταγινωσκομένη ποινὴ ᾖναι τοὐλάχιστον ἐνιαύσιος». Διὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ Διατάγματος τούτου ἀριδήλως συνάγεται, ὅτι διὰ τὰ πλημμελήματα τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ποιν. Νόμου ἐπιβάλλεται ἢ καταγινώσκεται καὶ πρόσκαιρος στέρησις καὶ ἰσόβιος τοιαύτη τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτικῶν, τῶν μνημονευομένων ἐν τοῖς ἄρθροις 21 καὶ 23 τοῦ Ποιν. Νόμου. Ἐπὶ τίνων δικαιωμάτων ἐπὶ τῇ καταδίκῃ τῶν πλημμελημάτων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ποιν. Νόμου θέλει καταγινώσκεσθαι πρόσκαιρος στέρησις, ὡρισμένως, ὡς εἴδομεν, διέλαβε τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐν τῇ τελευταίᾳ αὐτοῦ διατάξει, ὁρίσαν, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτά εἰσι τὰ ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ μνημονευόμενα. Ἐπίσης τίνων δικαιωμάτων τὴν καταδίκην τῶν αὐτῶν πλημμελημάτων συνοδεύει ἰσόβιος στέρησις, ὡρισμένως, ὡς εἴδομεν, διέλαβε τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Ποιν. Νόμου διὰ τῶν σαφῶν αὐτοῦ διατάξεων, ὅτι τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἄρθρου 21 ἐπέρχεται καὶ διὰ τὰ πλημμελήματα τοῦ ἄρθρου 22. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρέλειψά τινα, καὶ φρονῶ, ὅτι πολὺ πιθανὸν ὡς ἐκ τούτου νὰ μὴ ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε νὰ καταστῶ ἀρκούντως καταληπτὸς ἐν τούτῳ, καὶ πρὸς πληρεστέραν διασάφησιν τοῦ προκειμένου ζητήματος, καὶ ἵνα ἐκλείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀληθοῦς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπανέλθω καὶ αὖθις εἰς τὸ Διάταγμα τῆς 20 Μαΐου 1836, ἵνα ἐξετάσω μεθοδικώτερον, πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας, περὶ τοῦ παρανόμου τῆς πράξεως. Ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ Διατάγματος τούτου προκύπτουσι τὰ ἑξῆς: 1) Ἂν ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ ἐπὶ τοῖς πλημμελήμασι τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ποιν. Νόμου ᾖναι τοὐλάχιστον ἐνιαύσιος, ἐπιβάλλεται ἢ καταγινώσκεται καὶ πρόσκαιρος καὶ ἰσόβιος στέρησις—ἄρα ῥητῶς διατάσσει, ὅτι καὶ διὰ τὰ πλημμελήματα ταῦτα, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται καὶ ἡ συκοφαντία, ἐπιβάλλεται ἢ καταγινώσκεται πρόσκαιρος καὶ ἰσόβιος στέρησις. 2) Ἐκ τῶν λέξεων τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, τῆς αὐτῆς δὲ γραμματικῆς ἑρμηνείας, τὰς ὁποίας τρὶς ἐν τῷ μέσῳ ἕξ σειρῶν τοῦ Διατάγματος μνημονεύει,—«παρακολουθεῖ ἢ καταψηφίζεσθαι», «καταψηφιζούσης ἢ ἐπαγούσης», «ἐπακολουθοῦσα ἢ καταγινωσκομένη»,—ἐξάγεται, ὅτι ἡ μὲν ἰσόβιος στέρησις ἐπιβάλλεται αὐτοδικαίως ἐκ τοῦ νόμου,—χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη, καὶ αὖθις ἐπαναλαμβάνω, νὰ καταχωρισθῇ μνεία ταύτης ἐν τῇ ἀποφάσει,—ὡς οὖσα ἀναποσπάστως καὶ στενῶς συνδεδεμένη μετὰ τοῦ ἐγκλήματος, ἡ δὲ πρόσκαιρος δέον νὰ καταγινώσκηται ἐν τῇ ἀποφάσει. 3) Ἐκ τῶν λέξεων τοῦ αὐτοῦ ἐπίσης Διατάγματος ὁρίζεται, ὅτι διὰ τὰ πλημμελήματα ταῦτα ἐπιβάλλεται, ὡς εἶπον, στέρησις τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 21 καὶ 23 τοῦ Ποιν. Νόμου μνημονευομένων δικαιωμάτων. Ἔχομεν λοιπὸν μέχρις ἐδῶ, κύριοι συνάδελφοι, ἀκεραίαν τὴν ἑξῆς νομικὴν διάταξιν: «Ὁ καταδικασθεὶς ἐπὶ συκοφαντίᾳ στερεῖται ἰσοβίως καὶ προσκαίρως ἅπαντα τὰ δικαιώματα, τὰ μνημονευόμενα ἐν τοῖς ἄρθροις 21 καὶ 23 τοῦ Ποιν. Νόμου, ἀρκεῖ ἡ ποινή του νὰ ᾖναι τοὐλάχιστον ἐνιαύσιος». Ἄς σταματήσωμεν ἤδη ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἂς ἐξετάσωμεν, ἀφοῦ ὁ νόμος ὡρισμένως, ὡς εἴδομεν, διατάσσει, ὅτι διὰ τῶν ἄρθρων 21 καὶ 23 ἐπέρχεται καὶ ἰσόβιος καὶ πρόσκαιρος στέρησις τῶν ἐν αὐτοῖς μνημονευομένων δικαιωμάτων, ἐπὶ τῇ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 22, τίνων ἄρθρων τὰ δικαιώματα στεροῦνται προσκαίρως οἱ καταδικασθέντες διὰ τὰ πλημμελήματα, περὶ ὧν διέλαβε τὸ ἄρθρον 22, καὶ τίνων δικαιωμάτων τὴν καταδίκην τῶν αὐτῶν πλημμελημάτων, καὶ συνεπῶς τῆς συκοφαντίας, συνοδεύει καὶ κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς 20 Μαΐου ἰσόβιος στέρησις. Ὡς προεῖπον, τὸ ἄρθρον 23 ἐν τῇ ὑστέρᾳ αὐτοῦ διατάξει ὡρισμένως ὁρίζει, ὅτι ἡ καταδίκη ἐν τῇ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 22 ἐπάγεται πρόσκαιρον στέρησιν ὅλων τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἀναγράφει ἐν αὐτῷ· ἄρα ὑπολείπονται πρὸς ἐξέτασιν μόνον τὰ δικαιώματα τοῦ ἄρθρου 21. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ νόμος ῥητῶς ἀπαγγέλλει καὶ πρόσκαιρον καὶ ἰσόβιον στέρησιν τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 21 καὶ 23 δικαιωμάτων, καὶ ἀφοῦ τὰ τοῦ ἄρθρου 23 ἐπάγονται πρόσκαιρον τοιαύτην, κατ’ ἀνάγκην τὰ ὑπολειπόμενα τοῦ ἄρθρου 21 ὑφίστανται ἰσόβιον τοιαύτην, ὡς τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 22 ἐξάγεται, τὸ ὁποῖον ῥητῶς διατάσσει, ὅτι τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἄρθρου 21 ἐπέρχονται καὶ διὰ τὰ πλημμελήματα τοῦ ἄρθρου 22. Ἡμεῖς δὲ ἄλλα ἀποτελέσματα οὔτε φανταζόμεθα οὐδὲ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν, διότι μοναδικὸν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἄρθρου 21, ἡ ἰσόβιος στέρησις καὶ ἀνικανότης. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ νομοθέτης, εἰσαγαγὼν ἐν ταῖς διατάξεσιν αὐτοῦ καὶ διὰ τοὺς ὑποπεσόντας εἰς τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 22 ἰσόβιον στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ ἄρθρου 21,—ἀφοῦ τὰ τοῦ ἄρθρου 23 ἐπάγονται πρόσκαιρον τοιαύτην,—ἠθέλησε νὰ παίξῃ, καὶ ὅτι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν ἔθεσεν οὐχὶ μίαν διάταξιν, ἀλλὰ πολλαπλᾶς τοιαύτας. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀφοῦ ὁ νόμος ὡρισμένως ἀπαγγέλλει ἰσόβιον στέρησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ποῦ ἀλλοῦ δύναται νὰ ἐπακολουθήσῃ αὕτη ἢ ἐπὶ τῶν περιπτώσεων τοῦ ἄρθρου 21; Διότι ἡμεῖς, ἀνατρέξαντες εἰς τὴν ἐν γένει νομοθεσίαν, οὐδαμοῦ ταύτης ἠδυνήθημεν ν’ ἀνεύρωμεν περίπτωσιν ἰσοβίου στερήσεως πολιτικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῇ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 22, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν περιπτώσεων τοῦ ἄρθρου 21, αἵτινες ῥητῶς ὑπήχθησαν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 22. Καὶ ἐν ᾧ ἔχομεν ῥητὰς διατάξεις μὲ ὡρισμένας περιπτώσεις, ἐπιζητοῦμεν, ἀπομακρύνοντες τὰς περιπτώσεις, νὰ θεωρήσωμεν τὰς διατάξεις ταύτας περιττάς! Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅπερ δὲν εἶναι ὀρθὸν, κ. συνάδελφε ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὸ δικάσαν τότε Δικαστήριον, πλανηθὲν ἐν τῇ ἐκδόσει τῆς ἀποφάσεώς του, δὲν ἐφήρμοσε τὸν νόμον, ὡς ὤφειλε νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν, παραβιάσαν τοῦτον, καὶ ἐπέβαλε στέρησιν, ἐναντίον τῶν διατάξεων τῶν νόμων, τὸ τοιοῦτον οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν, διότι ἡ στέρησις τῶν δικαιωμάτων, ἥτις ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν infamia, ἐπιφέρεται, ἢ ὅταν ὁ δικαστὴς ῥητῶς τὸ διατάξῃ εἰς τὴν ἀπόφασίν του, ἢ ὅταν ὑπάρχῃ ῥητὸς νόμος, κηρύττων ταύτην ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν ὡρισμένου ἀδικήματος· ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου, ἅμα τῇ καταδικαστικῇ ἀποφάσει, αὐτοδικαίως ἐκ τοῦ νόμου ἐπῆλθεν ἡ στέρησις διὰ βίου, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ῥητῆς μνείας ταύτης ἐν τῇ ἀποφάσει, διότι ταύτην ὁ νόμος συνέδεσεν ἀναποσπάστως καὶ στενῶς μετὰ τοῦ ἀδικήματος ἐπὶ τοῦ προκειμένου τῆς συκοφαντίας, ἐκτὸς δὲ τῆς ἀποκαταστάσεως, οὐδὲ ὁ δικαστὴς, οὐδὲ ἄλλος δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν καταδικαζόμενον ταύτης, καθὼς καὶ τῶν συνεπειῶν. Τὸ τοιοῦτο δὲν παραδέχονται οἱ πρῶτοι νομοδιδάσκαλοι καὶ συγγραφεῖς Παπαρρηγόπουλος, Καλλιγᾶς, Κωστῆς, κατὰ δὲ τὸν πολὺν ποινικολόγον Σαρίπολον, οὐδὲ ἡ χάρις παύει τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς, ἀλλὰ μόνη ἡ ἀποκατάστασις. Ἐκ δὲ τοῦ ἄρθρου 565 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καθορίζεται αὐτολεξεὶ, ὅτι μόνη ἡ ἀποκατάστασις συνεπιφέρει τὴν ἀνάκτησιν τῶν δικαιωμάτων· μόνη δὲ ἡ Δικονομία αὕτη διέγραψε τοὺς τύπους, δι’ ὧν ἀνακτῶνται τὰ δικαιώματα. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ῥητῶς ἀπαγγέλλεται ἡ ἰσόβιος στέρησις ἐν τῷ Διατάγματι καὶ τῷ Ποιν. Νόμῳ, καὶ δέον, ἂν ὑποτεθῇ, — ὅπερ δὲν εἶναι ὀρθὸν — ὅτι παρεβιάσθη καὶ δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος ἐν τῇ δικαστικῇ λειτουργίᾳ, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν ταῖς πράξεσι τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες πρέπει νὰ βαδίζωσι πρὸς τὰ ἴχνη τῆς νομιμότητος, καὶ τὰς ὁποίας δέον νὰ διέπῃ ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ πρὸς τοὺς νόμους εὐλάβεια· καὶ δέον νὰ ληφθῇ ὑπὸ σπουδαίαν καὶ σοβαρὰν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, καθ’ ὃ πρόκειται περὶ ἀνωτάτου ὑπαλλήλου, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ κατέχῃ δημοσίαν θέσιν, καὶ τὸν ὁποῖον νόμος εἰδικὸς ἐστέρησε καὶ αὐτοῦ τοῦ εὐεργετικωτάτου καὶ φιλανθρώπου προνομίου, τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου ΧΝΒʹ τῆς 3 Αὐγούστου 1861 περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων διατάσσει τὰ ἑξῆς: «Τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα ἀποβάλλεται, ἐὰν ὁ συνταξιοῦχος, ἢ ὁ ἔχων δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, καταδικασθῇ δι’ ἀμετακλήτου ἀποφάσεως ἐπὶ κακουργήματι ἢ ἐπί τισι τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 22 κλπ. πλημμελήμασι». Καὶ κατωτέρω: «Τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἀνακτᾶται διὰ τὸ μέλλον συνεπείᾳ χάριτος ἢ νομίμου ἀποκαταστάσεως». Καὶ ἀφοῦ, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, καὶ αὐτὰ τὰ παρεπόμενα τῆς θέσεως δικαιώματα αὐτοῦ ἀπόλλυσι, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀνακτᾷ παρὰ μόνον δι’ ἀποκαταστάσεως, δυνάμεθά ποτε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὴν θέσιν, ἤτοι τὸ κύριον, ἀνακτᾷ ἄνευ ἀποκαταστάσεως, ἐναντίον τοῦ κανόνος, ὅτι τὰ παρεπόμενα ἀκολουθοῦσι τὴν τύχην τοῦ κυρίου; Καὶ ἀφοῦ ὁ νόμος θεωρεῖ αὐτὸν ἀνάξιον νὰ λαμβάνῃ σύνταξιν, καὶ στερεῖ τοῦτον ταύτης καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐλάμβανε τοιαύτην, ἤτοι τὸν στερεῖ κεκτημένου δικαιώματος, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἰσχυρίζωμαι ἐντεῦθεν, ὅτι εἶναι παραλογισμὸς νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ νομοθέτης ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον ἀκρισίας, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ χορήγησιν μισθοδοσίας εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐστέρησε, μέχρι τῆς νομίμου αὐτοῦ ἀποκαταστάσεως, καὶ αὐτοῦ τοῦ κεκτημένου δικαιώματος τῆς συντάξεως! Διότι ὁ νῦν Γεν. Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ἐστερήθη, ἀφ’ ἧς κατεδικάσθη, καὶ εὑρίσκεται καὶ ἤδη ἐστερημένος παντὸς πρὸς ἀπόκτησιν συντάξεως δικαιώματος, καὶ ἐπὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη ἀπέναντι τῶν ἐπιτακτικῶν τούτων διατάξεων. Τὸ δὲ ὡρισμένον ἐκεῖνο χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος συνταξιοῦχος δικαιοῦται κατὰ μῆνα ν’ ἀπολαμβάνῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν ἀπορρέει ἐκ τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀλλὰ εἶναι κεφάλαιον ἀτομικὸν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου συνταξιούχου, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία κατήρτισεν ἐκ κρατήσεων τῶν ἀποδοχῶν αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, προβλέψασα, ἵνα δ’ αὐτοῦ ἐξασφαλίσῃ τὸ μέλλον τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸν ἄρτον τῶν γηρατείων αὐτῶν. Ὅταν δὲ τὸν τοιοῦτον ἱερὸν σκοπὸν οὐδόλως λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Πολιτεία, καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ συνταξιοῦχος ὑπέπεσεν εἰς τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 22, ἀλλ’ ὁ πέλεκυς τοῦ νόμου βαρὺς καὶ ἀμείλικτος φέρηται κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ἀποκόπτῃ, θεωροῦσα αὐτὸν ἀνάξιον ν’ ἀπολαμβάνῃ τοῦ εὐεργετικοῦ καὶ φιλανθρώπου τούτου σκοποῦ, καὶ τὸν στερῇ κεκτημένου δικαιώματος, καὶ τῷ ἀφαιρῇ σχεδὸν διὰ δημεύσεως ἰδίαν περιουσίαν, δυνάμεθά ποτε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸν τοιοῦτον θεωρεῖ ἄξιον νὰ τῷ ἐμπιστευθῇ δημοσίαν θέσιν; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ἀφοῦ τὸν θεωρεῖ ἀνάξιον συντάξεως, ὅτι τὸν θεωρεῖ ἄξιον θέσεως, ἐνῷ ἐν τῇ θέσει περιέχεται τὸ δικαίωμα, ἄνευ ταύτης μὴ δυνάμενον νὰ ἐπέλθῃ; Ἐνῷ καὶ αὐτὸς ὁ Ποινικὸς Νόμος ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ τοῦ 21 ἄρθρου ὡρισμένως διατάσσει, ὅτι στερεῖται πάσης δημοσίας ὑπηρεσίας ὁμοῦ μὲ ὅλα τὰ ἐξαρτώμενα ἐκ τῆς θέσεως πλεονεκτήματα, καὶ ἐνῷ ἐστερήθη καὶ εὑρίσκεται ταύτην τὴν στιγμὴν ἐστερημένος καὶ αὐτῶν τῶν πλεονεκτημάτων τῆς θέσεως, δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι δὲν ἐστερήθη αὐτῆς τῆς θέσεως; Καὶ ἀφοῦ ὁ μὲν Ποινικὸς Νόμος, ὡς εἴπομεν, ῥητῶς ἀπαγγέλλει τὴν στέρησιν καὶ αὐτῶν τῶν ἐξαρτωμένων ἐκ τῆς θέσεως δικαιωμάτων, συμφώνως δὲ πρὸς τὰς διατάξεις τούτου, πλέον αὐστηρῶς κρίνων ὁ εἰδικὸς νόμος περὶ συντάξεων, προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ προνομίου τῆς συντάξεως, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης περιέβαλε διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ εὐνοίας καὶ προστασίας, καὶ τὸ ὁποῖον, καίτοι προσωπικὸν, μεταβαίνει καὶ εἰς ὡρισμένους κληρονόμους, οἵτινες ἔχουσιν ἐπ’ αὐτοῦ κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις τῶν νόμων δὲν δύναται νὰ τοῖς ἀφαιρεθῇ διὰ πράξεως τρίτου, οὐχ ἧττον καὶ τούτου στερεῖ τούτους, καὶ βεβαίως λίαν αὐστηρῶς, καὶ διὰ τοῦτο ὁ γερμανικὸς νόμος κατήργησε τὴν διάταξιν ταύτην, ὡς ὅλως ἀδικαιολόγητον· ἐνῷ, λέγω, τοιαύτην αὐστηρότητα δεικνύει ὁ νομοθέτης ἐπὶ τοῦ εὐεργετικωτάτου προνομίου τῆς συντάξεως, ἐναντίον τῶν ἀρχῶν του, ἡμεῖς ἐπιμένομεν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δεικνύεται εἰς ἄκρον ἐπιεικὴς ἐπὶ διατάξεως δημοσίας τάξεως, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀναξιότητος εἶναι ζήτημα τοιαύτης διατάξεως. Καὶ ἐνῷ νόμος σαφὴς καὶ ὡρισμένος διατάσσει, ὅτι ἡ σύνταξις ἀνακτᾶται μόνον δι’ ἀποκαταστάσεως, οὐδὲ χάριν παιδιᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἀναγκαία ἐπὶ τοῦ κυρίου, ἤτοι τῆς θέσεως, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ πλεονέκτημα, διότι ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἀποκατάστασιν ζητεῖ διὰ τὸ ἔγκλημα, διότι διὰ ταύτης ἀποκαθίσταται εἰς τὴν θέσιν, καὶ συνεπῶς καὶ εἰς τὰ ἐξαρτώμενα ἐκ τῆς θέσεως πλεονεκτήματα. Ἀλλ’ ἡ ἀποκατάστασις, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀποβλέπει τὴν σύνταξιν, οὐδὲ ἄλλα δικαιώματα· αὕτη, ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς Πολιτείας, ὅτι ὁ καταδικασθεὶς ἄλλοτε εἶναι ἤδη ἄξιος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πρὸ τοῦ ἐγκλήματος κατάστασιν αὐτοῦ, τὸν ἀποκαθιστᾷ ἐν ταύτῃ. Διὰ νὰ διατάσσῃ δὲ ὁ νόμος, ὅτι μόνον συνεπείᾳ ἀποκαταστάσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπανακτᾶται τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, πρὸς δὲ εἰδικὸς νόμος νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς, ἕπεται ὅτι ἡ ἀποκατάστασις εἶναι πάντοτε ἀναγκαία, ὅτι αὕτη δέον πάντοτε νὰ παρακολουθῇ, ἄνευ ταύτης μὴ δυναμένου τοῦ καταδικασθέντος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πρὸ τοῦ ἐγκλήματος θέσιν αὐτοῦ, καὶ συνεπῶς οὐδὲ εἰς τὰ ἐξαρτώμενα ἐκ τῆς θέσεως δικαιώματα καὶ πλεονεκτήματα. Καὶ λυποῦμαι κύριε, Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν προσέχετε εἰς αὐτά.
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐλέχθησαν καὶ πέρυσι.
§74ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Καὶ ἵνα κατορθώσω νὰ ἐννοήσητε τὸ τραγελαφικὸν καὶ λίαν παράλογον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει διὰ τῆς παρανόμου ταύτης παραποιήσεως τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ νόμου, θὰ προβῶ εἰς παράδοξον ἐπερώτησιν, ἥτις εἶναι τῷ ὄντι παράδοξος, μόλις ἀκουομένη καὶ ἀπὸ πρώτης ἀπόψεως ἐξεταζομένη. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπαντήσῃ, εἰς τί δίκαιον ἐστηρίχθη τὸ Δημόσιον, — τὸ δὲ δίκαιον ἐξετάζω ἐνταῦθα κατά τε τὴν θετικὴν ὡς καὶ τὴν στενὴν καὶ ἀφῃρημένην αὐτοῦ ἔννοιαν, — ἐπὶ τίνος, λέγω, δικαίου ἐστηρίχθη τὸ Δημόσιον, ὥστε νὰ ἐξακολουθῇ ἐπιβάλλον κράτησιν ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν τοῦ κ. Ρούκη, ἐνῷ οὗτος, ὡς εἶπον, ἐστερήθη, ἀφ’ ἧς κατεδικάσθη, καὶ εὑρίσκεται ἤδη ἐστερημένος παντὸς πρὸς ἀπόκτησιν συντάξεως δικαιώματος, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ μέχρι τοῦδε ὑπηρεσία, κ. Πρόεδρε, ὡς γνωρίζετε, δὲν λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ νόμου περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων; Ἡ κράτησις ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὑπαλλήλων ἐπιβάλλεται, ὡς εἶπον, λόγῳ τοῦ φιλανθρωπικοῦ σκοποῦ τοῦ νομοθέτου, ἵνα διὰ τῆς συντάξεως ἐξασφαλίσῃ τὸ γῆρας τῶν ὑπαλλήλων· ἐπιβάλλεται ἑκουσίως, οὕτως εἰπεῖν, αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ἔχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς κληρονόμους του. Πλὴν ἐνταῦθα συναντᾶταί που ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; ἐκπληροῦται οὗτος; Ἔχει ἐλπίδα τινὰ ἐπὶ τῆς συντάξεως ὁ Γενικὸς Διευθυντής; Οὐχί. Καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκλείπει, καὶ οὐδεμία ἐλπὶς διὰ τὰ ἔτη ταῦτα παρουσιάζεται, διότι μόνον τὰ ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ἐφεξῆς ἔτη, ἐὰν ἐπέλθῃ τοιαύτη, θὰ λογίζωνται ὡς ἔτη ὑπηρεσίας, πᾶσα δὲ πρὸ τῆς τυχὸν ἀποκαταστάσεως κράτησις ἀδίκως ἐπεβλήθη, διότι δὲν λογίζονται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας. Καὶ ἐρωτῶ πάλιν: δύναται, ὡς ἐκ τοῦ λόγου τούτου, τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ἐπιβάλῃ κράτησιν; Οὐχί. Ὁ νόμος τὸ διατάσσει ἀπολύτως· καὶ τοῦτο, διότι οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ ὁ νομοθέτης, ὅτι θὰ ἔφθανεν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία θὰ ἐδέχετο παρ’ ἑαυτῇ, ὡς ἀνώτατον ὑπάλληλον, ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον νόμος εἰδικὸς ἐστέρησε καὶ αὐτοῦ τοῦ προνομίου τῆς συντάξεως. Καὶ ἡ ἑξῆς δὲ σκέψις συμβάλλει πληρέστατα ὑπὲρ τῆς γνώμης μου. Ὑποτεθείσθω, ὅτι μετά τινα χρόνον, ἢ μᾶλλον σήμερον, συμπληροῦται τὸ χρονικὸν διάστημα, ὅπερ κατὰ νόμον ἀπαιτεῖται, ἵνα δικαιῶται εἰς σύνταξιν ὁ κ. Ρούκης, καὶ ἀποφασίζει οὗτος καὶ ἀποσύρεται τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὑποβάλλει ἐν ταὐτῷ τὰ δικαιολογητικὰ, ἵνα ἀπονεμηθῇ αὐτῷ σύνταξις. Ἐρωτῶ, τὰ ἔτη ταῦτα θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ νόμου; Οὐχί. Καὶ ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν τὰ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, οὐδὲ τὰ θεωρεῖ ὡς ἔτη ὑπηρεσίας, εἶναι παραλογισμὸς, φρονῶ, νὰ παραδεχώμεθα, ὅτι οὗτος εἶναι δεκτὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀφοῦ αὕτη δὲν λαμβάνεται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀφοῦ οὗτος θεωρεῖται, ὅτι οὐδέποτε ὑπηρέτησεν ἐν αὐτῇ. Τὰ τοιαῦτα τραγελαφικὰ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβάλλωνται, διότι καταρρίπτουσι τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν δύναμιν τῶν νόμων. Καὶ ἠκούσαμεν παραδόξως νὰ προβάλλῃ εἰς τὸ μέσον καὶ ἡ τελεσιδικία, ἢ μᾶλλον τὸ ζήτημα τοῦ δεδικασμένου ἐν τῇ τελεσιδικίᾳ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, δι’ ἧς ἐπετράπη εἰς τὸν κ. Ρούκην νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον. Καὶ ἐλανθάσθησαν μεγάλως οἱ γράψαντες ταῦτα, καὶ εἰς μέγα νομικὸν ἀτόπημα ὑπέπεσαν, τοιαύτην ἑρμηνείαν παραδεχθέντες. Καὶ τοῦτο, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ψηφοφορίας ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 23 τοῦ Ποιν. Νόμου, ὅπερ ὁρίζει πρόσκαιρον στέρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου ἐπὶ τῇ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 22, καὶ δέον νὰ γίνηται μνεία τῆς στερήσεως ἐν τῇ ἀποφάσει· καὶ ἂν διὰ τῆς λεγομένης τελεσιδικίας ἐπετράπη εἰς τὸν κ. Ρούκην ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου, οὗτινος προσκαίρως ἐστερήθη, νομίζω ὅτι εἶναι σόλοικον νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι διὰ ταύτης ἀποκατέστη καὶ εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ἄρθρου 21, τῶν ὁποίων ἐστερήθη ἰσοβίως, καὶ διὰ τὴν ἀνάκτησιν τῶν ὁποίων ἀπῃτεῖτο νὰ ἐπέλθῃ ἀποκατάστασις, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ ἀναφέρονται, καὶ ἀνεξάρτητα τούτου παρίστανται, καὶ ἰδιαιτέρως ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 22 ὑπήχθησαν. Καὶ εὑρισκόμεθα ἐν ἐκπλήξει διὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νὰ ἐνασκῇ τις τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν, τοῦτο συνεπάγεται καὶ τὴν ἀνάκτησιν ὅλων τῶν ἄλλων δικαιωμάτων· ἤτοι, κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, δύναται σήμερον ὁ κ. Ρούκης νὰ διορισθῇ πρόεδρος, δικαστὴς ἢ καὶ ἁπλοῦς δικαστικὸς γραφεὺς, ἐὰν ἔχῃ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, ἐνῷ τοὐναντίον δὲν δύναται ἀπολύτως! Ἐκ τῶν εἰρημένων ἐξάγεται, ὅτι ἡ λεγομένη τελεσιδικία οὐδένα λόγον ἔχει ἐνταῦθα προβαλλομένη, διότι ἡ διατήρησις ἐν τῇ θέσει τοῦ κ. Ρούκη εἶναι παράνομος, καὶ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ νόμου, καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ πρὸς ψηφοφορίαν, οὐδ’ ἐκ τῆς ἁπλῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις μεγίστην ὑπέχει εὐθύνην ἐπὶ τούτῳ, καὶ ἥτις ἔχει καθῆκον, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ παρημέλησεν ἢ μὴ τὰ καθήκοντα αὑτῆς, μὴ ἀκολουθήσασα τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου, ἀφοῦ ὁ νόμος τὸν ὑπάλληλον τὸν θέλει μὴ ὑποστάντα καταδίκην δι’ ἔγκλημα, ὅπερ συνεπάγεται τὴν στέρησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ἔχει, λέγω, καθῆκον νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ ταύτης, ἀφοῦ τοσοῦτον παρανόμως ταύτην κατέχει, καὶ οὐδὲ τοὐλάχιστον ἀποκατεστάθη. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν νέον νόμον περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, — ἐπειδή τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μὲ διέκοψαν προηγουμένως, καὶ εἶπον ὅτι ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς παρελθοῦσαν Σύνοδον, — καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον δὲν δύναται νὰ παραμένῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὁ κ. Ρούκης. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς πρὸ ταύτης ἐκτάκτου Συνόδου οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κ. κ. Κουντουριώτης, Παπαγιαννακόπουλος κλπ. ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22 τὴν ἑξῆς πρότασιν, ἐν εἴδει τροπολογίας: «Δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἢ νὰ διατελῶσιν εἰς τὰς διὰ τῶν ἀνωτέρω παραγράφων ὁριζομένας θέσεις οἱ καταδικασθέντες ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως ἐπὶ κακουργήματι, ἢ ἐπί τισι τῶν πλημμελημάτων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ποιν. Νόμου»...
§75ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιαύτης τροπολογίας. Ὑπῆρχε νόμος.
§76ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Μάλιστα... Τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κύριε συνάδελφε, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καθὸ καὶ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ὅτι δὲν ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη, ὅτι αὕτη εἶναι περιττὴ καὶ παρέλκει, ἀφοῦ περιέχεται εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ Ποιν. Νόμου καὶ εἶχε πρὸς τοῦτο δίκαιον. Τοῦτο εἰπὼν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔδωκεν ἑρμηνείαν τοιαύτην ἐν τῷ νόμῳ, τὴν ὁποίαν καὶ ἀπεδέχθη ἡ Βουλή, ἀπορρίψασα τὴν πρότασιν ἐκείνην, οὐχὶ ὡς ἀπαράδεκτον, ἀλλ’ ὡς παρέλκουσαν. Ὥστε καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἡ παραμονὴ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ κ. Ρούκη εἶναι παράνομος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς ἑρμηνείας ταύτης, αὐτὸς ὁ ἴδιος νόμος ἐν τῷ 28 ἄρθρῳ αὐτοῦ διατάσσει τὰ ἑξῆς: «Πλὴν τῆς ὡς ἀνωτέρω καὶ τῆς κατὰ τὰς περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 21, 22 καὶ 24 τοῦ Ποιν. Νόμου ἐπερχομένης ὑποχρεωτικῆς παύσεως, ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας οἱ ταχυδρομικοὶ κλπ. ὑπάλληλοι καὶ κατὰ τὰς ἀκολούθους περιστάσεις...» Ἡ διάταξις αὕτη, μὴ παραδεχομένη ἀπολύτως ὡς ὑπάλληλον τὸν ὑποπεσόντα εἰς τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, εἶναι ἀπόλυτος καὶ δημοσίας τάξεως, καὶ ὡς τοιαύτη δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν κεκτημένα δικαιώματα, οὐδ’ ὑποτίθεται, ὅτι ὁμιλεῖ περὶ μελλόντων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ περιλαμβάνει ἀνεξαιρέτως τούς τε μέλλοντας καὶ ὑπάρχοντας. Διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ἁπασῶν ἀνεξαιρέτως τῶν διατάξεων τῆς τοιαύτης φύσεως· ἐφαρμόζονται ἀπολύτως καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεων, καὶ ἀπέναντι τούτων οὐδεμία ἄλλη διάταξις δύναται ν’ ἀντιταχθῇ. Κατὰ δὲ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, θὰ ἦτο περιττόν, ἂν δὲν διελάμβανε περὶ τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων, εἰς τὸν Γεν. Διευθυντὴν ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 21, 22 καὶ 23 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν, ἐπίσης σπουδαίαν, ἐπίσης ἀξίαν μεγίστης προσοχῆς, καὶ πρὸ τούτου προβαίνω κατὰ πρῶτον εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων 30 καὶ 35 τοῦ νέου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων νόμου (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 30. Διορίζονται ταχυδρομικοὶ μὲν διανομεῖς οἱ κλπ. μηδέποτε ὑποπεσόντες εἰς κακούργημα ἢ πλημμέλημα ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὁριζομένων.» «Ἄρθρον 35. Διὰ νὰ διορισθῇ τις φύλαξ, ἀπαιτεῖται κλπ. καὶ νὰ μὴ κατεδικάσθη ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὁριζομένων.» Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὁποίαν ἐντύπωσιν προὐξένησεν εἰς ὑμᾶς ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἄρθρων τούτων. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν διστάζω ἐντεῦθεν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον καὶ μετὰ μόνην τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων τούτων, ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης διατάξεως νομικῆς, βλέπω νὰ παραμένῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὁ νῦν Γεν. Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, εὑρίσκομαι ἐν ἐκστάσει, καὶ δικαίως ἀπορῶ, ποῖον ἐκ τῶν δύο νὰ παραδεχθῶ: ἢ ὅτι ὁ νομοθέτης τελείως ἐμωράνθη, ἢ ὅτι ἡ Πολιτεία ἀσυστόλως ἐγκληματεῖ, παραβιάζουσα τοὺς νόμους. Διότι δυοῖν θάτερον· μέσος ὅρος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Διότι, ἀφοῦ, κατὰ τὰ ἄνω ἄρθρα, ὁ νῦν Γεν. Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων θεωρεῖται ἀνάξιος νὰ καθέξῃ οὐδὲ αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ ταχυδρομικοῦ φύλακος, συνεπαγομένην μισθὸν κατὰ μῆνα δραχ. 50, οὐδὲ αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ διανομέως, συνεπαγομένην μισθὸν δραχ. 20, βεβαίως πρέπει τις νὰ ἐκπλήσσηται, ὅταν βλέπῃ αὐτὸν κατέχοντα τὴν θέσιν τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τοῦ κλάδου ἐκείνου, ἔνθα δὲν εἶναι δεκτὸς νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς φύλαξ ἢ διανομεύς.
§77Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος αὐτός, ἡμεῖς ὑπεβάλομεν πρότασιν, καὶ εἴπομεν: «Πῶς θὰ ἐπιτραπῇ νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ὁ ὑποπεσὼν εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 22, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο διὰ τοὺς διανομεῖς τῶν τηλεγραφημάτων;» Καὶ τότε ἡ πλειοψηφία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε καὶ ὑμεῖς, ἔκαμε τὴν ἐξαίρεσιν διὰ τὸν κ. Διευθυντήν.
§78ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ἡ πρότασίς σας, κύριε Παπαγιαννακόπουλε, εὑρισκομένη ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, καὶ ποσῶς δὲν ἐποιεῖτο μνείαν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤδη λέγετε ὅτι περιείχοντο ἐν αὐτῇ.
§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀπερρίψατε σεῖς.
§80ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ἀπερρίφθη, διότι, ὡς εἶπον καὶ ὡς κατόπιν προσέθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, ἔπρεπε ν’ ἀπορριφθῇ. Ἀπερρίφθη δὲ ὡς παρέλκουσα, ὡς περιττή, καθὸ περιεχομένη εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
§81Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Διότι ἐγένετο ἡ διάκρισις ὡς πρὸς ἄλλους ὑπαλλήλους, ὅτι τοιοῦτοι δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν οἱ ὑποπεσόντες εἰς τοιαῦτα ἀδικήματα. Ἡ διάκρισις αὕτη μᾶς ἠνάγκασε νὰ ὑποβάλωμεν τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἐν γνώσει ὅτι περιέχεται ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ.
§82ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο περιττὴ τοιαύτη τροπολογία.
§83ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Βεβαίως. Ἐπίσημος δὲ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπεβεβαίωσεν, ὡς προεῖπον, τὸ περιττὸν καὶ μάταιον ταύτης. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ νομοθέτης ἔφθασεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον ἀκρισίας, ὥστε νὰ λέγῃ εἰς τὸν διατελοῦντα ὑπὸ τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. Ρούκη, ἢ εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον κ. Ρούκην,— ἐὰν ὑπετίθετο πρὸς στιγμήν, ὅτι οὗτος ἐπεθύμει νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ φύλακος,—τὰ ἑξῆς; «Μὴ μοῦ ζητῇς τὴν θέσιν τοῦ φύλακος· αὕτη εἶναι θέσις λίαν ἐμπιστευτική, θέσις ἀνωτάτη· δι’ αὐτῆς τὰ δικαιώματά σου θὰ ἦναι ἀπέραντα· θ’ ἀπολαμβάνῃς μισθὸν μεγάλον, δρ. 50 κατὰ μῆνα, καὶ ταύτης σὲ θεωρῶ ἀνάξιον, διότι ὑπέπεσες εἰς τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ποιν. Νόμου· ἀλλ’ ἂν ἐπιθυμῇς τὴν μικρὰν ἐκείνην θεσούλαν τοῦ Διευθυντοῦ ὁλοκλήρου τοῦ κλάδου, τοῦ τε ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ, ἥτις ἀντιστοιχεῖ πρὸς ἐκείνην τὴν ἐλαχίστην καὶ ποταπὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ὁποίας τὰ δικαιώματά σου θὰ ἦναι μηδαμινά, καθὸ ἀπόλυτα ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κλάδου τούτου, καὶ διὰ τῆς ὁποίας θὰ λαμβάνῃς τὸν γλίσχρον μισθὸν τῶν δραχ. 600 κατὰ μῆνα...»
§84Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 650, καὶ μὲ κἄτι γραφικὰ ἀνέρχεται εἰς 1110, ὡς θὰ ἴδητε μεθαύριον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§85ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Δὲν λέγω ὄχι· ἀλλ’ ἐγὼ ἀναφέρομαι πρὸς τὸν μισθὸν καὶ μόνον. «... Δι’ αὐτὴν τὴν θέσιν σὲ θεωρῶ ἀξιώτατον, καὶ μάλιστα σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα,—καὶ τοῦτο τὸ λέγομεν μεταξύ μας—σὺ νὰ ἦσαι ὁ μόνος ἁρμόδιος, ὅπως ἐκλέγῃς καὶ διορίζῃς τοὺς φύλακας.» Εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα, κατ’ ἐμὲ οὐσιωδέστατα, οὐδέποτε ὑποπίπτουσιν οἱ νόμοι. Ἐνταῦθα φρονῶ, ὅτι ἐφαρμόζεται πληρέστατα ἐξ ἀναλογίας ἡ παροιμία: «Ὅλος ὁ γάϊδαρος στὸ πηγάδι, ἡ οὐρά του μὴ στάξῃ», ἐφοβήθη ἡ Πολιτεία. Αἱ δὲ παροιμίαι εἰσὶν ἡ σοφία τῶν ἐθνῶν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐμωράνθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ λέγῃ: «Σὲ θεωρῶ ἀνάξιον νὰ ἦσαι ἁπλοῦς ἀστυφύλαξ, ἀλλὰ σὲ θεωρῶ ἀξιώτατον νὰ ἦσαι Διευθυντὴς Ἀστυνομίας! Σὲ θεωρῶ ἀνάξιον νὰ ἦσαι ἁπλοῦς στρατιώτης, ἀλλὰ σὲ θεωρῶ ἄξιον καὶ παράξιον νὰ ἦσαι συνταγματάρχης, ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ! Σὲ θεωρῶ ἀνάξιον νὰ ἦσαι ἁπλοῦς γραφεὺς Νομαρχίας, ἀλλὰ σὲ θεωρῶ ἄξιον νὰ ἦσαι Διευθυντὴς Νομαρχίας! Σὲ θεωρῶ ἀνάξιον νὰ ἦσαι ἁπλοῦς δικαστικὸς γραφεὺς, ἀλλὰ σὲ θεωρῶ ἄξιον νὰ ἦσαι Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου!» Καὶ τέλος: «σὲ θεωρῶ ἀνάξιον νὰ ἦσαι ἁπλοῦς τηλεγραφικὸς φύλαξ, ἀλλὰ σὲ θεωρῶ, οὐχ ἧττον, ἄξιον νὰ ἦσαι Διευθυντὴς ὁλοκλήρου τοῦ κλάδου, καὶ σὺ νὰ ἔχῃς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃς καὶ διορίζῃς τοὺς φύλακας!» Ὁ κανὼν εἶναι ὁ ἑξῆς: ὅταν τις ἐκ τοῦ νόμου θεωρῆται ἀνάξιος νὰ καθέξῃ τὴν τελευταίαν θέσιν ἑνὸς κλάδου, οὗτος ἐπὶ πλέον θεωρεῖται ἀνάξιος νὰ καθέξῃ ὁποιανδήποτε θέσιν τοῦ κλάδου τούτου, πολὺ δὲ περισσότερον τὴν πρώτην καὶ ἀνωτάτην, καὶ τἀνάπαλιν· ὅταν τις θεωρῆται ἄξιος νὰ καθέξῃ τὴν πρώτην θέσιν ἑνὸς κλάδου, οὗτος ἐπὶ πλέον θεωρεῖται ἄξιος νὰ καθέξῃ ὁποιανδήποτε θέσιν τοῦ κλάδου τούτου. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ὁ κ. Ρούκης εἶναι ἀνάξιος νὰ καθέξῃ καὶ αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ διανομέως. Καὶ ταύτην τὴν ἀρχὴν εὑρίσκομεν ἀναγεγραμμένην οὐ μόνον ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς νομοθεσίᾳ, ὡς καὶ ἐκείνῃ τῶν Ρωμαίων, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ὅλων τῶν ἐθνῶν. Τὸ δὲ ζήτημα τῆς ἀναξιότητος θεωρεῖται καὶ εἶναι ζήτημα δημοσίας τάξεως. Ἔχει ἆρά γε ὀλιγώτερα προνόμια ἐπὶ τῆς συμπαθείας τῆς Πολιτείας ὁ πτωχός, ἀγροῖκος καὶ ἀπαίδευτος ἐκεῖνος πολίτης, ὅστις προσερχόμενος νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς φύλαξ...;
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πάλιν τὰ ἴδια!
§87ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Δὲν εἶπον τὰ ἴδια. Λέγω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λέγω. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ θὰ μαρτυρήσωσι περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ εἶπον, καὶ πάλιν τὰ ἐπαναλαμβάνω. Πρέπει νὰ τὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ σύμπασα, διότι εἶναι ἔγκλημα ἡ διατήρησις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ κ. Ρούκη, καὶ ἔγκλημα, ὅπερ μάλιστα διαπράττεται κάτωθεν τῶν θεσμῶν τοῦ Κράτους, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ μεγάλας καὶ ἀνυπολογίστους συνεπείας, ὧν ὑμεῖς θὰ ἦσθε ὑπεύθυνοι... Μὲ ἀγανάκτησιν προβαίνω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, σύμφωνα πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συνειδήσεώς μου, ἀνεξαρτήτως παντὸς λόγου προσωπικοῦ. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ἔχει ἆρά γε ὀλιγώτερα προνόμια ἐπὶ τῆς συμπαθείας τῆς Πολιτείας ὁ πτωχὸς ἐκεῖνος πολίτης, ὅστις, ἐνῷ ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει «διορίσατέ με φύλακα, ἵνα πορισθῶ τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας μου», σεῖς τῷ λέγετε, ὅτι εἶναι ἀνάξιος, διότι ὑπέπεσεν εἰς τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 22, ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις, εἰς τὸ αὐτὸ ἔγκλημα ὑποπεσὼν, ἕνεκεν τῆς εὐπορίας αὑτοῦ, ἢ τῆς κοινωνικῆς ἀπέναντι τοῦ ἄλλου αὐτοῦ διαφορᾶς, θεωρεῖται ἄξιος νὰ καθέξῃ ἀνωτέραν θέσιν; Αἱ κοινωνίαι, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιζητοῦσι τὸν σεβασμὸν τῶν νόμων κατὰ πρῶτον λόγον ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες αἰσθάνονται τὴν ἔννοιαν καὶ δύναμιν αὐτῶν, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἀπὸ τοὺς μικροὺς καὶ ἀπαιδεύτους· καὶ ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ θέσις, ἐπὶ τοσοῦτον μεγαλείτερα προσόντα, ἠθικά τε καὶ ἐπίκτητα, ἐπὶ τοσοῦτον μεγαλείτερα καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις ἀπαιτοῦνται καὶ ἐπιβάλλονται. Ὁ δὲ Βίκτωρ Οὑγκὼ γράφει, ὅτι «τὰ μᾶλλον ἄξια συμπαθείας ἐκ τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας εἶναι ἐκεῖνα, ὅσα ἔτυχον τοῦ ἐλαχίστου κλήρου κατὰ τὴν ὑπὸ τῆς τύχης γενομένην διανομὴν τῶν ἀγαθῶν», καὶ ὅτι, ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ πτῶσις, ἐπὶ τοσοῦτον μεγαλειτέρα δέον νὰ ᾖναι ἡ ἐπιείκεια καὶ συμπάθεια». Καὶ ὅταν ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπῃ εἴς τινα, οὐδὲ τὸν δάκτυλον αὐτοῦ νὰ ἐγγίσῃ ἐπὶ τοῦ ὕδατος, εἶναι σόλοικον νὰ παραδεχώμεθα, ὅτι εἰς τὸν τοιοῦτον ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθῃ ὁλόκληρος ἐντὸς αὐτοῦ. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ἐγεννήθη, κ. Πρόεδρε, ἢ ἀπέρρευσεν ἐκ τοῦ κλάδου τούτου, ὥστε νὰ βλέπωμεν, ὅτι ἐν τῇ ἀπομακρύνσει αὐτοῦ προσγίνεται προσωπικὸν κατ’ αὐτοῦ ἀδίκημα; ὅτι ἔχει κεκτημένα δικαιώματα ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του, καὶ ὅτι ἐν τούτῳ ἐπιβάλλεται κἄπως ἡ ἐπιείκεια; Ἢ μήπως γεννᾶται εὔλογος φόβος, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἤθελεν ἐπιφέρει βλάβην ἢ παράλυσιν τοῦ κλάδου τούτου, ὥστε νὰ ἐπιζητῶμεν, ἵνα διὰ σοφισμάτων παρέλθωμεν ἐν σιγῇ τὰς ἐπιτακτικὰς ταύτας διατάξεις τῶν νόμων καὶ τῆς κοινῆς συνειδήσεως, καὶ ἐξακολουθήσῃ ἡ Πολιτεία ἐμπιστευομένη μίαν τοιαύτην θέσιν εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ γενικοὶ μὲν νόμοι οὐδεμίαν θέσιν ἐπιτρέπουσιν, ἰδιαιτέρως δὲ τὰ ἄρθρα 30 καὶ 35 τοῦ νόμου περὶ ὑπηρεσίας τοῦ κλάδου τοῦ ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ — ὁ ὁποῖος εἶναι ἔργον τῶν χειρῶν αὐτοῦ τοῦ κ. Ρούκη — οὐδὲ αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ φύλακος ἢ διανομέως; Εὐτυχῶς διὰ τὸν κλάδον τοῦτον, καὶ πρὸς ἔπαινον τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, ἅπαντες διὰ μιᾶς φωνῆς ὁμολογοῦσιν, ὅτι ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου, καὶ ἐντιμότητος καὶ ἱκανότητος καὶ ἀκεραιότητος οὐ μικρᾶς τυγχάνουν. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ πρὶν Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων, ἀποχωρήσας τῆς ὑπηρεσίας, ἀφῆκεν ἴχνη τῆς ἱκανότητος καὶ ἀκεραιότητος αὐτοῦ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει καὶ σπάνις ἀνδρῶν, ὅπως φοβηθῶμεν φαντασιώδη σκόπελον, καὶ προστρέξωμεν εἰς τὸν φανερὸν ἐκβιασμὸν τῶν νόμων. Ἂς ἐκλέξῃ ἐξ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις τὸν κατὰ τὴν κρίσιν της ἱκανώτερον, ἀφοῦ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἰσιν ἱκανοὶ, καὶ μόνοι πρὸς τοῦτο δικαιοῦνται, ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας των, καὶ δὲν πρέπει νὰ παραγκωνίζωνται διὰ προσώπων πάντῃ ξένων καὶ ἀμοίρων τῆς ὑπηρεσίας, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀπογοητεύονται, ὅταν βλέπωσιν, ὅτι ξένοι ἑκάστοτε εἰσβάλλουσι παρ’ αὐτοῖς, ὡς Βάνδαλοι, καὶ ἀφαιροῦσι τὰ κεκτημένα ἐκείνων δίκαια. Ἄφετε, κύριε Πρόεδρε, τὰ σοφίσματα εἰς ἄλλους· ἀκολουθήσατε πρὸς τοῦτο τὸν νόμον καὶ τὴν συνείδησίν σας. Ἄτομον, τὸ ὁποῖον κατεδικάσθη διὰ τοιαύτην πρᾶξιν· ἄτομον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ νόμος δὲν ἐμπιστεύεται νὰ καθέξῃ οὐδὲ αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ φύλακος ἢ διανομέως· ἄτομον, τὸ ὁποῖον ἐστερήθη καὶ αὐτοῦ τοῦ εὐεργετικωτάτου προνομίου τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως, καὶ ἂν ὁ νόμος δὲν διέτασσε τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων, ἐν οὐδεμιᾷ εὐνομουμένῃ Πολιτείᾳ ἠδύνατο νὰ καθέξῃ δημοσίαν θέσιν, καὶ μάλιστα τὴν ἤδη ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Δικαιώσατέ με, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ μου, ὅτι τὸ δίκαιον δὲν ἀπόλλυται. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, κατέρχομαι τοῦ βήματος, ἀφοῦ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου.
§88Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης ᾐτήσατο πληροφορίας τινὰς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ταύτας καταθέτω ἐν ἐγγράφῳ ἀπαντήσει. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὰς ἀποδοχὰς καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπανόδου τῶν ἀπολυομένων στρατιωτῶν. Τὰ ἔξοδα τῆς ἐπανόδου εἶναι κατ’ ἀνώτατον ὅρον 13 δραχ. καὶ 75]00, καὶ κατ’ ἐλάχιστον 1 δραχ. καὶ 10]00. Ἐπίσης καταθέτω πληροφορίας περὶ ὑπερβάσεως πιστώσεών τινων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπίσης σημείωσιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐξ ἀντιτίμου φαρμάκων παρὰ τοῦ Ταμείου τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν.
§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῶσι.
§90ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας, ἂν οἱ σταθμοὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς, περὶ ὧν διαλαμβάνει τὸ 16 ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατεσκευάσθησαν. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν κατεσκευάσθησαν οἱ σταθμοὶ οὗτοι, διότι, καίτοι πολλάκις ἐπανελήφθη ἡ δημοπρασία καὶ ἐν Λαρίσῃ καὶ ἐν Ἀθήναις, δὲν κατωρθώθη ἡ εὕρεσις ἐργολάβου, δυναμένου νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Κατὰ τὴν τελευταίαν μάλιστα δημοπρασίαν ἠναγκάσθημεν ν’ αὐξήσωμεν τὰς τιμὰς τῶν μονάδων, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀπετύχομεν. Μόλις περὶ τὸν Σεπτέμβριον παρουσιάσθη μία ὁμὰς ἐξ ἀλλοδαπῶν, ἥτις ἐζήτησε τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐργασίας ταύτης, ἀλλ’ ἐπρότεινεν ἄλλα παρ’ ὅσα εἶχον οἱ ὅροι τῶν συμφωνιῶν, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν δημοπρασίαν, διότι ἡμεῖς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκρίνωμεν δαπάνην 150 χιλιάδων δραχμῶν ἄνευ δημοπρασίας. Δι’ αὐτὸ ἔμεινεν ἀνεκτέλεστος ἡ ἐργασία. Ἄλλως καὶ ἡ ἐποχὴ ἦτο προκεχωρημένη, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸν χειμῶνα νὰ γείνῃ ἡ κατασκευὴ τῶν ἐν λόγῳ σταθμῶν. Ἡ πίστωσις ἔμεινεν ἀδιάθετος, ἐνεγράφη οὐχ ἧττον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, καὶ ἐλπίζω διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν τιμῶν τῶν μονάδων νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κατασκευῆς τῶν σταθμῶν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος.
§91ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἠτιολογημένας προτάσεις τῶν ἁρμοδίων Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων μετετέθησαν οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν νομῶν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, Κερκύρας καὶ Ἄρτης. Αἱ μεταθέσεις αὗται προεκλήθησαν συνεπείᾳ τοῦ τελευταῖον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος νόμου ͵ΒΨΛΑʹ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπαγόμενοι, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, εἰς τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμου, δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν νομοῖς, ἐξ ὧν κατήγοντο αὐτοὶ ἢ αἱ σύζυγοι αὐτῶν. Ἐκ τῶν ἐπιθεωρητῶν οἱ κ. κ. Μιχαλόπουλος καὶ Δουκάκης ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως αἰτήσεις, δι’ ὧν ἐδήλουν, ὅτι κωλύονται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τοῖς νομοῖς, ἐν οἷς ἦσαν διωρισμένοι, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν μετετέθησαν εἰς κενὰς θέσεις ἐξ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, χωρὶς ν’ ἀπαιτῆται πρότασις τοῦ οἰκείου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἐπὶ τῆς μιᾶς τῶν περιπτώσεων τούτων ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἣν καταθέτω. Ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Κερκύρας. Ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος, ὁ κ. Πάγκαλος, δὲν μετετέθη, ἀλλὰ περιωρίσθη ἡ δικαιοδοσία αὐτοῦ, συμφώνως τῷ νόμῳ ͵ΒΨΛΑʹ. Κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διωρίσθη εἷς ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν νομῶν Κερκύρας καὶ Ἄρτης, ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὸν νεώτερον νόμον εἰς ἕκαστον νομὸν διορίζεται εἷς ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔπρεπε νὰ διορισθῇ εἷς ἐν Ἄρτῃ καὶ εἷς ἐν Κερκύρᾳ. Περιωρίσθη λοιπὸν ἡ δικαιοδοσία τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Παγκάλου εἰς τὸν νομὸν Ἄρτης, καὶ διωρίσθη ἕτερος ἐπιθεωρητὴς εἰς τὸν νομὸν Κερκύρας.
§92Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε καὶ τὸ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου διωρίσθη ὁ κ. Πάγκαλος ἐπιθεωρητὴς τῶν νομῶν Κερκύρας καὶ Ἄρτης.
§93ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ δύνασθε νὰ τὸ εὕρητε. Ἐν τούτοις καταθέτω τὸ αἰτηθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος Β. Διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον περιορίζεται ἡ δικαιοδοσία τοῦ εἰρημένου ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὸν νομὸν Ἄρτης.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Βελλιανίτης, εἶναι βάσιμος· διότι δὲν εἶναι μόνον ἓν Διάταγμα, εἶναι δύο, αὐτῶν δὲ τῶν Διαταγμάτων θὰ κάμω χρῆσιν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§95ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Παγκάλου διὰ τὸν λόγον, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον διωρίσθη ἐπιθεωρητής, διωρίσθη ὡς ἐπιθεωρητὴς τοῦ νομοῦ Κερκύρας, ἀνετέθη δὲ εἰς αὐτὸν προσθέτως καὶ ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ νομοῦ Ἄρτης πολὺ βραδύτερον.
§96Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠπόρησα, Κύριοι, πῶς δὲν εἶδον Βουλευτήν τινα τῆς πλειονοψηφίας νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ζητήσῃ νὰ ὀνομάσωμεν εὐεργέτην τοῦ ἔθνους τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν, ἐπάταξε τὴν συναλλαγήν· διότι τοῦτο μοὶ ἐφάνη, ὅτι, ἀπαντῶν εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἤθελε νὰ ὑποδείξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν ἔδωκε λόγον, διατὶ ἀπέλυσε τὸν παρὰ τῷ Διεθνεῖ Ὑγειονομικῷ Συμβουλίῳ ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἰατρὸν κ. Βαλασσόπουλον, ἀλλ’ ἔστρεψεν ἐντέχνως τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους, ἐντελῶς ξένου πρὸς ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προὐκαλεῖτο νὰ ὁμιλήσῃ. Καὶ ἔλαβεν ἄλλην ὁδὸν ἡ συζήτησις, καὶ παρεξέκλινε τῆς τροχιᾶς της, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι διὰ νόμων ζητεῖ νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης αὐτοῦ σᾶς ὑπέμνησε τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν νόμον περὶ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν πρῶτον, ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶναι τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τῆς τὸν ἐπέβαλον, καὶ τὸν ἐπέβαλον διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους θ’ ἀναπτύξω ἄλλοτε ἐντεῦθεν, δὲν ἔφερα δὲ τὸν λόγον, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι θέλω νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος καὶ νὰ ἐπέλθουν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ δικαιώσουν ἐμὲ καὶ θ’ ἀποδείξουν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος δεσμεύει τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐκτὸς τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, μᾶς ὑπέμνησε καὶ τὸν νόμον περὶ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Τί ἐξυπηρετεῖ ὁ νόμος αὐτός, καὶ εἰς ποῖον ὕψος συναλλαγῆς ἔφθασε, θέλομεν καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ῥήτορες κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ γνωρίσει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἀποδείξει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐπάταξε τὴν συναλλαγήν, ἀλλὰ καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὴν εὐρεῖαν τὴν συστηματοποίησιν. Ἀρκεῖ μόνον νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐγένετο εἰδικῶς καὶ ἐφηρμόσθη χάριν ἑνὸς μόνου προσώπου· διότι ἐκ τῆς διασκευῆς αὐτοῦ τοῦ νόμου ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων λαμβάνει 1100 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἤτοι πολὺ περισσότερα ἀφ’ ὅσα λαμβάνει ὁ Πρωθυπουργός. Διατὶ εἰς τὸν ὑβριστήν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδωσε τοιαύτην μισθοδοσίαν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, —τὸ ἐννοεῖτε—ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ καιρὸς καὶ αὐτὸ νὰ τὸ εἴπω.
§99Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ὄχι δὰ! νὰ τὸ εἴπητε τώρα.
§100Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; Σεῖς, κύριε Κασσαβέτη; Δὲν θὰ σᾶς εὐχαριστήσω.
§101ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Λυποῦμαι.
§102Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ λυπῆσθε, διότι εἶσθε καὶ ἠρραβωνισμένος καὶ δὲν κάνει (γέλωτες). Διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ συναλλαγὴ δὲν ἐπατάχθη, καὶ εἰς ποῖον βαθμὸν ἀνεπτύχθη, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς ἑβδόμης Σεπτεμβρίου, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ προσόντα τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ἴδητε, κ. Πρωθυπουργέ, ποῦ ἐβάλατε τὴν ὑπογραφήν σας· διότι ἐγὼ δὲν πιστεύω, ὅτι ἐν ἐπιγνώσει εἰς ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ Διάταγμα, ὑπεγράψατε, διότι ἄλλως ἤθελον κάμει πρότασιν κατηγορητηρίου ἐναντίον σας, διότι παρενομήσατε καὶ παρεβιάσατε τὸν νόμον. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ προσαγάγητε τὸ πιστοποιητικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται, ὅτι ὁ Τιμολέων Χόλτσμαν, τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος διῆγεν ὅλον τὸν τηλεγραφικόν του βίον ἐν τῷ τηλεγραφείῳ Τατοΐου, ἄγει τὴν ἡλικίαν τῶν 56 ἐτῶν, πρὸς δὲ νὰ βεβαιώσῃ ὁ Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ἂν κατηγγέλθη τὸ πιστοποιητικὸν αὐτὸ ὡς πλαστόν. Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προσαγάγῃ καὶ ἕτερον πιστοποιητικόν, συνταχθὲν ἐπὶ τῇ βάσει ἐνόρκων καταθέσεων, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται, ὅτι ὁ αὐτὸς κ. Χόλτσμαν ὑπερβαίνει τὴν ἡλικίαν τῶν 60 ἐτῶν. Καὶ ὅμως, ἐνῷ τοιοῦτον πιστοποιητικὸν ὑπάρχει, τὸ Συμβούλιον, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ πρῶτον πιστοποιητικὸν, τὸ πλαστὸν, προτείνει τὴν προαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Προσέτι παρακαλῶ νὰ βεβαιώσητε τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ τηλεγραφητὴς Μανωλακάκης λαμβάνει ἐπὶ πλέον τοῦ μισθοῦ του δραχμὰς 80. Μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ζητουμένων ἐγγράφων θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σοβαρὸν, νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως, ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι ἡ ἐκτύλιξις τῆς ὑποθέσεως ταύτης θὰ παρουσιάσῃ τοιαῦτα ἔκτροπα καὶ παράνομα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐκπλαγῇ ἡ Βουλὴ, καὶ θὰ μείνῃ ἐνεὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ εἰρημένον Διάταγμα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Κ. Σταυρόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἑρμηνείας τῶν ἄρθρων 544–549 καὶ 585 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.» Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 32). Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§104Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς πανταχόθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐξεφράσθη ἡ ἰδέα, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. Σταυροπούλου, νὰ μεταρρυθμισθῶσι διατάξεις τινὲς τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἀφορῶσαι εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προφυλακίζωσι καὶ τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ πλημμελήματι. Τότε, τῇ ὁμοθύμῳ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ἐσχηματίσθη ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας ἀπετέλεσα καὶ ἐγὼ μέλος, ἐν ᾗ ἐμελετήθη τὸ ζήτημα, συνετάχθη νομοσχέδιον καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, συνεζητήθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἐγένετο δεκτὸν, ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, προκειμένου νὰ συζητηθῇ κατ’ ἄρθρον, ἀνεβλήθη ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις. Τὴν πρότασιν ταύτην καταθέτω καὶ πάλιν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἐκ νέου καὶ διανεμηθῇ, ὅπως γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς, διότι εἶναι χρησιμωτάτη. Εἰς τὴν πρότασιν ταύτην συνειργάσθη ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ τοῦ κ. Καρατζᾶ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς προσδοκίας μου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ τέλος πάντων μεταρρυθμίζεται ἐπὶ τὰ βελτίω ἡ Ποινικὴ Δικονομία. Κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἑτέραν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντησεν ἐπί τινων τῶν ἐπερωτήσεών μου, ὄχι ὅμως καὶ ἐπὶ τῆς κυριωτέρας αὐτῶν, ἤτοι ποῖοι εἰρηνοδίκαι ὑπηρετοῦσιν ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις Μαντινείας, καὶ πότε ἐγκατεστάθη ἕκαστος αὐτῶν. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμα ἐπερωτήσεις, ἀφορώσας εἰς παρανόμους εἰσπράξεις φόρων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Ἤδη, συμπληρῶν τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει φανῆ, καὶ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ ἄλλοι φόροι εἰσεπράχθησαν, παρὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἀνέρχονται εἰς ἀρκετὰς χιλιάδας δραχμῶν. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐν τῇ Ἐφορίᾳ Μαντινείας ὑπάρχωσι πρωτόκολλα γεωμέτρου, δι’ ὧν βεβαιοῦται φόρος ἐπικαρπίας τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896. Ὁ φόρος οὗτος ἐβεβαιώθη καὶ εἰσεπράχθη; καὶ πότε; εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ βεβαιωθέν, καὶ εἰς πόσον τὸ εἰσπραχθὲν ποσόν; Τὰ πρωτόκολλα ταῦτα ἐκοινοποιήθησαν εἰς τοὺς διαφόρους καλλιεργητάς, καὶ οὗτοι παρέδωκαν ἐνστάσεις κατὰ τῶν τοιούτων πρωτοκόλλων εἰς τὸν κ. οἰκονομικὸν ἔφορον; Καὶ ἂν ὄχι, δυνάμει τίνος νόμου ἐβεβαιώθη καὶ εἰσεπράχθη ὁ τοιοῦτος φόρος;» Διότι συνετάχθησαν πρωτόκολλα, διὰ τῶν ὁποίων ἐβεβαιοῦτο, ὅτι ἐκαλλιεργήθησαν γαῖαι ἐθνικαί, καὶ χωρὶς τὰ πρωτόκολλα ταῦτα νὰ κοινοποιηθῶσιν εἰς τοὺς καλλιεργητάς, χωρὶς νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ καλλιεργηταὶ τῶν πρωτοκόλλων αὐτῶν, ἐβεβαιώθη ὁ φόρος αὐτὸς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, συνελήφθησαν οἱ πολῖται ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων, καὶ ἐτέθησαν εἰς τὰς φυλακάς, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ πληρώσουν χιλιάδας δραχμῶν. Ὅτι δὲ εἶναι παράνομος ἡ πρᾶξις, ἀνεγνωρίσθη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε τὰ αὐτὰ εἶχον γείνῃ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γινώσκων τὸν νόμον, τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1896, διέταξε καὶ ἐπεστράφησαν τὰ χρήματα, τὰ εἰσπραχθέντα παρὰ τῶν καλλιεργητῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1897, διέταξε δὲ καὶ τὴν κατάπαυσιν τῆς καταδιώξεως, διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Ἐλπίζω δέ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὅταν πληροφορηθῇ ὅτι τὸ ἄδικον αὐτὸ συμβαίνει εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῆς Τριπόλεως, θὰ διατάξῃ νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1896.
§105Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις Τριπόλεως ὑπηρέτησαν...
§106ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρώτησα ποῖοι ὑπηρετοῦσι. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐν τῷ Βορείῳ Εἰρηνοδικείῳ δὲν εἶναι κανείς.
§107ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐν τῷ Βορείῳ Εἰρηνοδικείῳ Τριπόλεως εἶναι εἰρηνοδίκης ὁ Γ. Καπετανστρατάκης, ὁ ὁποῖος προχθὲς μετετέθη, διορισθεὶς ἐκεῖ τῇ 26 Νοεμβρίου 1899, δηλαδὴ πρὸ ἑνὸς ἔτους, διότι ὁ ἴδιος ἐζήτησεν ἐπιμόνως νὰ μετατεθῇ, καθόσον τὸ κλῖμα δὲν τῷ ἐπέτρεπε νὰ μένῃ ἐν Τριπόλει. Ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ τῆς Νοτίου πλευρᾶς ὑπηρετεῖ ὁ Ἐλευθέριος Καμπάνης, ὅστις διωρίσθη ἐκεῖ τὴν 2 Σεπτεμβρίου 1900. Ἐν τῷ Πταισματοδικείῳ ὑπηρετεῖ ὁ Π. Ἀγαπητός, ὅστις διωρίσθη τὴν 27 Σεπτεμβρίου 1899. Ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ Ὀρχομενοῦ ὑπηρετεῖ ὁ Ζ. Ζαχαρίας, ὅστις διωρίσθη τὴν 28 Σεπτεμβρίου 1900, ὑπηρετεῖ δὲ ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ ἐκείνῳ ὁ Εὐθύμιος Εὐθυμίου ἀπὸ τῆς 27 Μαΐου 1899 μέχρι τῆς 28 Σεπτεμβρίου 1900.
§108ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τὸ πτῶμα τοῦ ὁποίου ἐγένετο ὁμηρικὸς ἀγών.
§109ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὑπηρετεῖ ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ ἐκείνῳ ἓν ἔτος καὶ τρεῖς μῆνας, καὶ μετὰ ταῦτα μετετέθη, διότι καὶ αὐτὸς ἐζήτησε νὰ μετατεθῇ. Ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ Καλτεζοῦντος ὑπηρετεῖ ὁ Ἰω. Παπαγεωργαντᾶς, διορισθεὶς εἰς τὰς 26 Ὀκτωβρίου 1900, περὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ἀρίστας πληροφορίας, καὶ πιστεύω νὰ σᾶς εὐχαριστήσῃ.
§110ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι πάντες οἱ εἰρηνοδίκαι, οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ, εἶναι νεοσύλλεκτοι, διότι πρὸ δύο μηνῶν μετετέθησαν ἐκεῖ, καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν εὑρίσκονται ἐν ταξειδίῳ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω, ὅταν φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τούτου.
§111Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἐν οἷς καὶ ἐγώ, ἐπὶ μακρὸν ὡμίλησαν περὶ τῆς ἀναδασώσεως τῆς χώρας ἡμῶν· ἐπίσης καὶ ὁ Τύπος πολλὰς στήλας ἀφιέρωσεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἡ κοινωνία δὲ ποικιλοτρόπως τὴν γνώμην της ἐξήνεγκεν. Ἐπειδὴ ὅμως εἰς οὐδὲν ἀποτελεσματικὸν σημεῖον ἐφθάσαμεν, ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ἡ Πριγκήπισσα Σοφία ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ κατόπιν τοῦ ζήλου καὶ τῶν θυσιῶν καὶ τῆς ὑπερανθρώπου ἐργασίας, τὴν ὁποίαν κατέβαλε, κατώρθωσε χθὲς νὰ γείνῃ ἡ ἔναρξις τοῦ ἔργου τῆς ἀναδασώσεως τῆς χώρας. Ἐπειδὴ ὅμως φρονῶ, ὅτι οὔτε οἱ κόποι, οὔτε αἱ θυσίαι θ’ ἀρκέσωσιν, ὅπως φθάσῃ ἐντελῶς τὸ ἔργον εἰς τὸν ἀποτελεσματικὸν σκοπόν του, νομίζω καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προσέλθῃ ἀρωγὸς καὶ ἐνισχύσῃ τὸ μέγα τοῦτο ἔργον, πολλῷ μᾶλλον ἤδη, ὅτε παρουσιάζονται τόσα πλεονάσματα. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τὴν εὐδοκίμησιν τῆς ἀναδασώσεως ἀπαιτοῦνται καὶ φύλακες, διότι πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὰ φυτευόμενα δένδρα, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διατάξῃ, ὅπως ὄργανα εἴτε τῆς ἀστυνομίας εἴτε τῆς χωροφυλακῆς διαφυλάττωσιν αὐτά, διότι εἶναι ἄδικον καὶ ἀσεβές, αἱ βασιλικαὶ χεῖρες νὰ φυτεύωσι καὶ οἱ διαβάται νὰ καταστρέφωσι.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ τελωνειακῷ δασμολογίῳ». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁπλοφορίας.
§114Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις μετὰ μελέτην ἐπ’ αὐτοῦ νὰ φέρῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις.
§115Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὑποβληθὲν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐμελετήθη παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, τὸ νομοσχέδιον, σᾶς διαβεβαιῶ, εἶναι σχεδὸν ἀντιγραφὴ νομοσχεδίου ὑποβληθέντος ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὑπὸ τοῦ τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ κ. Ζαΐμη. Ὑπεβλήθη τότε αὐτὸ τὸ ἴδιον νομοσχέδιον, ἐμελετήθη καὶ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἤδη τὸ ἔχετε ἀνὰ χεῖράς σας ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου. Τέλος πάντων ἀφήσατε νὰ περάσῃ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§116ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁπλοφορίας νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ὑπεβλήθη, καὶ νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ποικίλως.
§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ τὴν συζήτησιν.
§118ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι· πρέπει νὰ γείνῃ καὶ προεπεξεργασία. Ἔχω τὴν ἰδέαν, καὶ τὸ λέγω μετὰ πάσης εἰλικρινείας, ὅτι νομοσχέδιον περὶ ὁπλοφορίας πρέπει νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ προεξελέγξῃ αὐτό, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἄρτιον τὸ νομοσχέδιον, νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ τελευταῖον, ὁπότε, πιστεύω, δὲν θὰ προκαλέσῃ καὶ εὐρεῖαν συζήτησιν. Τοῦτο λοιπὸν προτείνω.
§119Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι, ὅσας ἔχετε τροποποιήσεις νὰ κάμητε, δύνασθε νὰ τὰς κάμητε, καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι, ἐὰν εὕρω ταύτας ὀρθὰς, θὰ τὰς ἀποδεχθῶ εἰς τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀφήσατε νὰ διέλθῃ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ δείξητε καὶ σεῖς τὸ ἐνδιαφέρον σας, ὅτι εἶσθε ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ὁπλοφορίας. Δι’ αὐτὸ ἀποκρούω τὴν πρότασίν σας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει σπουδαιότητα.
§120ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἔχει σπουδαιότητα ἢ ὄχι· ἐγὼ ὅμως, ὁ ὁποῖος τὴν ὑπέβαλα, νομίζω ὅτι ἔχει σπουδαιότητα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, τότε εἶναι περιττὴ ἡ ἐμὴ πρότασις τοῦ νὰ σταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν σας, ὡς ἔχει, δύναται νὰ συζητηθῇ, ἂς ἀποφασίσῃ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ φέρω ἀντίπραξιν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε δὲν ὑποβάλλετε πρότασιν.
§122Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκούομεν πανταχόθεν τὸ φάσμα τῆς ὁπλοφορίας· «πρέπει νὰ περισταλῇ ἡ ὁπλοφορία.» Ἀλλ’ ἔχομεν νόμους περὶ ὁπλοφορίας. Ἐφηρμόσθησαν οἱ νόμοι αὐτοὶ, καὶ ἐδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς; Ἀφοῦ ἔχομεν τόσους νόμους ἐν ἰσχύϊ, οἱ ὁποῖοι μένουν ἐν ἀχρηστίᾳ, διατὶ εἰσάγομεν ἄλλο νομοσχέδιον, τό ὁποῖον εἶναι τερατῶδες, ἀπαγγέλλον 6 μηνῶν φυλάκισιν καὶ χιλίων δραχμῶν πρόστιμον;
§123Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Βεβαίως.
§124ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Βεβαίως», λέγει ὁ κ. Ρετσίνας· ἀλλὰ, παρακαλῶ, ἐν Πειραιεῖ πόσοι εἰσήχθησαν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον ἐπὶ παρανόμῳ ὁπλοφορίᾳ; Καὶ ἀφοῦ δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει πρόστιμον, πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ τερατώδης αὐτὸς νόμος; Θὰ γείνῃ πηγὴ πλουτισμοῦ τῶν ἀστυφυλάκων καὶ τῶν χωροφυλάκων. Πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Θέλετε νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον; ἂς συζητηθῇ· ἀλλὰ παρακαλῶ, τὸ νομοσχέδιον νὰ προεπεξεργασθῇ ἀπὸ συναδέλφους τῶν ἐπαρχιῶν ἰδίᾳ, καὶ ἂν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἂς ἐπανέλθῃ εἰς συζήτησιν, ὅτε θέλω λάβει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ καὶ κατ’ αὐτοῦ. Ἔχομεν τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἀπαγγέλλει ποινὰς ἐλαφροτάτας, καὶ ὅμως οὐδέποτε οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος ὁπλοφοροῦντες εἰσήχθησαν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον· εἰσάγεται εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον εἷς ποιμήν, τὸ πυροβόλον τοῦ ὁποίου εἶναι χρησιμώτατον. Οὐδέποτε ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ παρανόμου ὁπλοφορίας. Ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ ἐδεικνύετο ἀνεπαρκὴς εἰς τὰς ποινὰς, βεβαίως ἠθέλομεν ψηφίσει ἄλλας ποινὰς, βαρυτέρας καὶ αὐστηροτέρας· ἀλλ’ ἡ οἰκοκυροσύνη ἐδῶ τῆς Βουλῆς, ἅμα τίθενται μεγάλαι ποιναὶ, ἐπευφημεῖ, λέγουσα «βεβαίως». Αἱ μεγάλαι ποιναὶ, κύριε Ρετσίνα, δὲν ἐφαρμόζονταί ποτὲ, οὔτε περιστέλλουν τὰ ἐγκλήματα· ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων περιστέλλει τὰ ἐγκλήματα. Φροντίσατε νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ κείμενοι νόμοι.
§125ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ναί· ἀλλ’ ἐγεμίσατε τὰς φυλακὰς ἀπὸ 5,000 φυλακισμένους.
§126ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὰς ἐγεμίσατε, οἱ ὁποῖοι δίδετε χρήματα, καὶ ἀγοράζουν ὅπλα ἐν Πειραιεῖ.
§127Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεὶς βεβαίως, Κύριοι, εἶναι διατεθειμένος νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ κάτοικοι οἱουδήποτε Κράτους πρέπει νὰ ὁπλοφορῶσιν. Ἀναγκάζομαι νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν ταύτην, ὡς ἐν προλόγῳ, μήπως τυχὸν αὔριον ἀκούσωμεν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ, οἱ φέροντες ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπιθυμοῦσι νὰ ὑπάρχῃ ἡ ὁπλοφορία ἀναπεπταμένη καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν. Μάλιστα ἀφ’ ὅτου ὁ μέγας τῆς ἀρχαιότητος ἱστορικὸς, ὁ Θουκυδίδης, ἐξετάζων τὴν ἀρχαιοτάτην κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, ἔλεγεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἅπασα ἐσιδηροφόρει, καὶ πολὺ πρότερον ἀκόμη, μέχρι τῆς σήμερον οὐδεὶς βεβαίως ποτὲ δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι θέλει ἐγερθῆ, ἵνα πολεμήσῃ τὴν πρότασιν περὶ περιορισμοῦ, ἢ καὶ ἐντελοῦς ἀπαγορεύσεως τῆς ὁπλοφορίας. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν τοῦτο συνδέεται ἀναποσπάστως πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν, ἧς πάντες κηδόμεθα, πρὸς τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, πρὸς τὸ ὑπέρτατον δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον πρὸ πάντων, ὅπερ ἔχει πᾶς ἄνθρωπος, τοῦ ἀμύνεσθαι ἐναντίον ἀδίκου ἐπιθέσεως. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, εἶναι τάχα τοσοῦτον ἁπλαῖ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὥστε νὰ μὴ δέωνται τῆς μελέτης εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς; Δὲν πρέπει ἐν τῇ συζητήσει τῇ διεξαγομένῃ ἐν τοῖς δωματίοις τῶν ἐπιτροπῶν, ἥτις εἶναι ψυχρὰ καὶ ἄνευ πάθους, δὲν πρέπει ἐν ἐπιτροπῇ, ἧς τὰ μέλη ν’ ἀντιπροσωπεύουσι πρὸ πάντων τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἵτινες εἰσέτι δυστυχῶς σιδηροφοροῦσιν, ἐκεῖ δὲν νομίζετε ὅτι προκαταρκτικῶς πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, πρὶν ἢ περὶ τούτου ὁριστικῶς ἀποφανθῇ ἡ Βουλή; Κηρύττομαι ἄρα ὑπὲρ τῆς μελέτης ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ ἤκουσα λεγόμενον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ προγενεστέρων ἐποχῶν ὑπέβαλον παρόμοιον νομοσχέδιον, στρέφεται κατ’ αὐτοῦ, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ τότε ἡ ὑπόθεσις δὲν ἦτο ὥριμος. Διατὶ, ἐὰν τὰ νομοσχέδια ἦσαν ὥριμα, διατὶ τάχα δὲν συνεζητοῦντο ἐν ταῖς Συνόδοις ἐκείναις; Μάλιστα ἐγὼ, ὅστις προσεπάθησα διὰ τῶν ἀσθενῶν μου γνώσεων νὰ μελετήσω τὰ γενόμενα ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν περὶ τούτου, εὑρίσκω ὅτι, ὁσάκις ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ ὁπλοφορίας εἰς τὴν Βουλήν, πάντοτε ἡ Βουλὴ ἀπέσχε νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου ὁριστικῶς, διότι φαίνεται, ὅτι καὶ τότε αἱ Κυβερνήσεις δὲν εἶχον περὶ τοῦ ζητήματος ἑδραίαν τὴν γνώμην. Ἐνθυμοῦμαι λοιπὸν, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1872 ἔτος, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Βούλγαρη, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον παρόμοιον ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ Βασιλείου Νικολοπούλου, ὅπερ ὅμως δὲν συνεζητήθη. Καὶ μετὰ ταῦτα, κατὰ τὸ 1874 ἔτος, αὐτὸς οὗτος ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ ἀείμνηστος Βούλγαρης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπέβαλε νομοσχέδιον, φέρον καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης Βασιλείου Νικολοπούλου, καὶ πάλιν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ψηφισθὲν μόνον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἐπὶ τῇ περιστάσει δὲ ταύτῃ δύναμαι νὰ ἐρωτήσω, διατὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν φέρει καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς τὸ τότε; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ἐν τῇ ψυχρᾷ συζητήσει, ἥτις διεξαχθήσεται ἐν τῷ δωματίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, ἴσως θέλει ὑπάρξει ἀνάγκη νὰ λεχθῶσι καὶ ἰδέαι, αἵτινες πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι πρέπον νὰ λεχθῶσιν ἐν δημοσίᾳ συζητήσει. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, νομίζετε ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὥστε ἐν δευτέρᾳ ἀναγνώσει τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὴ ἀκούσωμεν οὐδὲ λέξιν περὶ αὐτοῦ, καὶ ν’ ἀκούσωμεν μίαν καὶ μόνην συζήτησιν, μετὰ τὴν 9ην ὥραν τῆς νυκτὸς, πότε; Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπερ σπουδαιότατα δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα! Διότι, Κύριοι, δὲν πρέπει ν’ ἀποκρύψωμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους, δύναται ν’ ἀναιρέσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τῆς ἀμύνης τῶν ἐντίμων καὶ φιλησύχων πολιτῶν, δύναται, ἐπιμένω νὰ λέγω, νὰ ἀναιρέσῃ καὶ ἀφαιρέσῃ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τῆς ἀμύνης τῶν φιλησύχων πολιτῶν, καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν δολοφόνον καὶ ἀγρίαν σπεῖραν τῶν ἀνατροπέων τοῦ νόμου. Ἐν χώρᾳ, Κύριοι, ἥτις εὑρίσκεται ἀκόμη ὑπὸ καθεστὼς ἀστυνομικὸν ἀμφίβολον, συζητούμενον, ἐν χώρᾳ, ἥτις πάσχει ἐρημίαν, οὕτως εἰπεῖν, ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, νομίζετε, ὅτι εἶναι τοσοῦτον εὔκολον καὶ εὐχερὲς νὰ ψηφίσητε νόμον περὶ καταργήσεως διὰ μιᾶς καὶ πανταχοῦ τῆς ὀπλοφορίας; Ἔχω, Κύριοι, κρατήσει γνώμην τινὰ, ἣν δημοσιογραφικὸν ὄργανον τῆς πόλεως ταύτης, ἡ «Ἀκρόπολις», ἐδημοσίευσε, γνώμην περιφανοῦς ποινικολόγου, περιφανοῦς ψυχολόγου, τοῦ μεγάλου τῆς Ἰταλίας Lombroso, ὅστις ἐν ἐπιστολῇ αὐτοῦ, ἐρωτηθεὶς εἰδικῶς περὶ καταργήσεως τῆς ὀπλοφορίας, γράφει: «Ὅσον διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ὀπλοφορίας, ἐλαχίστη εἶναι ἡ ἀποτελεσματικότης αὐτῆς, καθόσον οἱ ἐγκληματίαι, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν ἐγκληματικῶν διατάξεων τοῦ νόμου, κατορθώνουσι νὰ φέρωσι τὰ ὅπλα των πάντοτε ἐφ’ ἑαυτῶν, κρύπτοντες ταῦτα ἐντέχνως εἰς μέρη, ἃ οὗτοι γνωρίζουσιν, ὀπλοφοροῦσι δ’ οὕτω διαρκῶς, ἐνῷ οἱ φιλήσυχοι πολῖται, ὑπακούοντες εἰς τὸν νόμον, ἀφοπλίζονται». (Ἴδετε «Ἀκρόπολιν» τῆς 19 Μαρτίου 1900 ἔτους). Δὲν εἶναι, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὅσον φαντάζονται αὐτὸ οἱ ἀντιτείνοντες, οὐδ’ ἐμπνέει βεβαίως τοὺς προτείνοντας τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἡ ἰδέα τῆς καταψηφίσεως, ὑποθέτω, τοῦ νομοσχεδίου. Ὅλοι ἐμπνεόμεθα ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, ὅλοι βεβαίως ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὑπάρχῃ γνώμη καὶ ἰδέα περὶ τῆς χώρας ἡμῶν, οἵα ὑπάρχει περὶ ἄλλων πεπολιτισμένων ἐπίσης Κρατῶν. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἕνεκα πρὸ πάντων αὐτῆς τῆς διευθυνούσης τὴν Πολιτείαν Κυβερνήσεως, εὑρισκώμεθα ὑπὸ ἀμφίβολον ἀστυνομικὸν καθεστὼς, ἢ, ἵνα εἴπω ὅλην τὴν ἀλήθειαν, ὅταν εὑρισκώμεθα ὑπὸ ἔλλειψιν ἀστυνομίας, νομίζετε, ὅτι εἶναι τοσοῦτον εὔκολος ἡ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ἄνευ προεξεργασίας τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιψήφισις αὐτοῦ, μάλιστα ἐν δευτέρᾳ καὶ τρίτῃ συζητήσει;...
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς πρώτης συζητήσεως.
§129Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἵνα εἴπω ἡμῖν, κύριε Πρόεδρε, ἓν πρόχειρον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὅταν ἀκούσητε, καὶ ἡμεῖς θέλετε συνομολογήσει, ὅτι δικαίως ἡμεῖς ζητοῦμεν τὸν οἰκονομικώτερον ἔλεγχον αὐτοῦ, παρατηρῶ, ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν οἱ ἄνθρωποι τῆς δημοσίας δυνάμεως, εἴτε δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἴτε δημόσιοι ὑπηρέται εἰσὶ, νὰ ἀπειλῶνται ὅτι τιμωρηθήσονται, ἐὰν, καταγγελλομένου αὐτοῖς, ὅτι παρανόμως ὁπλοφορεῖ τις, οὗτοι ἠρεμῶσι καὶ ἀδρανῶσιν. Ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶναι σπουδαιοτάτη, ἐνισχύουσα τὴν γνώμην περὶ ἀναιρέσεως τῆς ἀσφαλείας τῶν φιλησύχων πολιτῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, διεξελθὼν ἐπιτροχάδην τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδαμῶς ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν εἰδικωτάτη καὶ σοφωτάτη μελέτη περὶ ὁπλοφορίας, γραφεῖσα παρ’ ἡμῖν, ἣν ἔχω εἰς χεῖρας μου, ὑπὸ Εἰσαγγελέως ἀρίστου, ὅστις, καὶ ὡς ἐκ τῶν φώτων καὶ ὡς ἐκ τῆς μακρᾶς πείρας αὑτοῦ, ἦτο εἰς κρείττονα παντὸς ἄλλου θέσιν νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τοῦ πράγματος. Ἐννοῶ τὸν Εἰσαγγελέα κ. Γαλιάτσαν, ὅστις κατὰ τὸ 1891 ἔτος ἔγραψε μελέτην ἀρίστην περὶ ὁπλοφορίας. Ἐν τῇ μελέτῃ ταύτῃ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς διετύπωσεν ἴδιον νομοσχέδιον, οὗτινος ἐὰν πολλαὶ διατάξεις καταστρωθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, βεβαίως θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν βελτίονα διαρρύθμισιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ πιθανὸν νὰ συζητηθῶσι καὶ γενικώτερα ζητήματα, πιθανὸν ν’ ἀκούσητε, ὅτι, ἐάν τις ᾖναι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἔσεται κατ’ ἀρχὴν ἀκόμη περισσότερον ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐὰν τμηματικῶς καὶ κατ’ ὀλίγον ἀρξώμεθα τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου τινὸς νόμου. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν π. χ. ἡ ὁπλοφορία ἀπαγορευθῇ ἐν ταῖς πόλεσι μόνον. Διότι πῶς θέλετε, παρακαλῶ, τολμήσει ν’ ἀπαγορεύσητε καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ κατὰ τὴν ὕπαιθρον χώραν, τὴν ὁπλοφορίαν, ὅταν σήμερον ἀκόμη δὲν ἐμεριμνήσατε, δὲν ἐτολμήσατε νὰ ἔχητε ἀστυνομίαν; Ἢ μήπως ἐνομίσατε, ὅτι ἔχετε ἀστυνομίαν; Πῶς νομίζετε, ὅτι ἔχετε ἀστυνομίαν, ἀφοῦ ἀκόμη ἔναυλοί εἰσιν αἱ κραυγαὶ τοῦ κατακρεουργηθέντος ἐκείνου πολίτου ἐν Χαλκίδι παρ’ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου, καὶ δὴ ἀξιωματικοῦ; Καὶ ἐρωτῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὁποῖα μέτρα ἔλαβον περὶ τοῦ φοβεροῦ ἐκείνου ἐγκλήματος; Τί συνέβη ἐκεῖ; Ἀπέθανεν ἄνθρωπος ἐντὸς τοῦ ἀστυνομικοῦ καταστήματος ἐκ τῶν βασανιστηρίων! Καὶ εἶναι μόνον τοῦτο; Ὑπάρχει ἀστυνομία εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν; Καὶ ἐν ἐλλείψει τοιαύτης, εἶναι δυνατὸν Βουλευτὴς Ἕλλην νὰ παραδεχθῇ νομοσχέδιον τοσούτῳ γενικόν; Ἀλλὰ πάντα ταῦτα βεβαίως ἀπαθέστερον, βεβαίως ψυχρότερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον θέλουσι συζητηθῆ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἢ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ τολμῶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ δεχθῶσι τὴν πρότασιν τῶν κυρίων συναδέλφων.
§130Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν πρώτοις ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, ὅστις μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἐρώτησιν, πῶς ὑπάρχει ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων, ἀφοῦ οἱ νόμοι δὲν ἐφηρμόσθησαν. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ τῷ ἀπαντήσω, παρὰ μὲ τὴν φωνὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τοῦ 1891. Ἡ ἰδία ἐρώτησις ἀπηυθύνθη καὶ τότε...
§131ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε τότε φωνὴν ὁ Ὑπουργός;
§132Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του φαίνεται ὅτι εἶχεν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶπε διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ὅσα θ’ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «Βεβαίως γνωρίζω τί θὰ εἴπωσιν ἢ τί δύνανται νὰ εἴπωσί τινες ἐκ τῶν ἀκουόντων· δύνανται νὰ ἐρωτήσωσι: «Καὶ πῶς! ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις τῶν νόμων αἱ ὑφιστάμεναι; κατεδιώχθησαν οἱ ὁπλοφοροῦντες; ἐτιμωρήθησαν οἱ παραβάται τῶν νόμων; Δὲν ἤρκεσεν ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ πρὸς περιστολὴν τῶν παραβάσεων; Ἂν τοῦτο ἔχῃ οὕτως, ἂς τροποποιηθῶσιν οἱ νόμοι, ἂς ἐπιβληθῶσιν αὐστηρότεραι ποιναί· ἄλλως ἐφαρμόσατε τοὺς νόμους, καὶ μὴ ζητεῖτε τὴν τροποποίησιν αὐτῶν· διότι, ἂν αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις δὲν ἐφηρμόσθησαν, οὐδεμία ἐγγύησις ὅτι θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ αἱ νομοθετούμεναι.» Ἀλλ’ εἰς ταῦτα ἀπαντῶ: Ἀφοῦ ἐπὶ τόσα ἔτη δὲν ἐφηρμόσθησαν αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις, ἀφοῦ ἐκ τῆς πείρας ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διατὶ ἀποκρούετε τὴν τροποποίησίν των; Οἱ νόμοι, οἵτινες διὰ τοῦ χρόνου ἀπεδείχθησαν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ὡς ἀκατάλληλοι διὰ τὴν χώραν, ἐν ᾗ ὑπάρχουσι, δέον νὰ τροποποιῶνται καὶ μεταβάλλωνται.» Αὐτοὶ ἀκριβῶς εἶναι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἀφοῦ ἔχετε νόμον περὶ ὁπλοφορίας, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1833, ἐπὶ 70 σχεδὸν ἔτη, λειτουργοῦντα, καὶ οὐδὲν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔσχεν ἀποτέλεσμα πρακτικόν, δὲν νομίζετε ὅτι ἔχει ἀνάγκην διορθώσεως ὁ νόμος ἐκεῖνος; Καὶ ταῦτα μὲν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας. Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὸν ἕτερον ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις εἰσῆλθε καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, καὶ εἶπεν ὅτι ὁ νόμος θ’ ἀφοπλίσῃ τοὺς φιλησύχους πολίτας, ὁ νόμος θὰ καταστήσῃ αὐτοὺς θύματα τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Οὐδὲν ἀνακριβέστερον τούτου. Ὁ νόμος ἐναντίον ἔχει σκοπὸν, καὶ θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα νὰ ἀφοπλίσῃ τοὺς κακοποιούς, τὰ ταραχοποιὰ στοιχεῖα, τοὺς δολοφόνους, τοὺς ἀναιρέτας, καὶ νὰ προστατεύσῃ τοὺς φιλησύχους πολίτας, διότι οἱ φιλήσυχοι πολῖται κινδυνεύουσιν, ὅταν ἐν ὑπαίθρῳ χώρᾳ οἱ κακοποιοί, μὴ ἔχοντες δικαίωμα ὁπλοφορίας, ὁπλοφορῶσιν. Αὐτοὺς προστατεύει ὁ νόμος, καὶ παραδόξως ἀνεστρέψατε τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐνομίσατε ὅτι θ’ ἀφοπλισθῶσιν οἱ φιλήσυχοι πολῖται. Ὁ νόμος παρέχει πλήρη εὐκολίαν εἰς τὸν φιλήσυχον πολίτην τοῦ ὁπλίζεσθαι, ἀλλ’ ὁ νόμος καθιεροῖ διατυπώσεις διὰ τὴν ὁπλοφορίαν, διατυπώσεις ἁπλᾶς, ἁπλουστάτας. Ὁ νόμος καθιστᾷ πραγματοποιητὰς τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διότι ὁ Ποινικὸς Νόμος, καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ 1833 δὲν ἐφηρμόσθησαν, διότι περιεῖχον ἀνεφαρμόστους διατάξεις. Ὁ Ποινικὸς Νόμος διαιρεῖ τὰ ὅπλα εἰς ἐπίβουλα καὶ μὴ ἐπίβουλα, καὶ θέτει ἄλλας διατάξεις διὰ τὰ ἐπίβουλα καὶ ἄλλας διὰ τὰ μὴ ἐπίβουλα, καὶ τὰ Δικαστήρια εὑρέθησαν ἐν ἀπορίᾳ, ποῖα εἶναι τὰ ἐπίβουλα καὶ ποῖα δὲν εἶναι, καὶ οἱ ἀστυνόμοι ἐχαρακτήριζον τὰ ὅπλα ὅπως ἤθελον. Ὁ Ποινικὸς Νόμος, κύριοι Βουλευταὶ, ἀναθέτει εἰς τοὺς ἀστυνόμους τὴν καταδίωξιν τῶν παρανόμως ὁπλοφορούντων, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ λάθος τοῦ νόμου. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν σας, διότι ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τοὺς ἀστυνόμους, καὶ τὸ παραδίδει εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς. Ἡ σπουδαιότης δὲ καὶ τὸ ἐπίκαιρον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ ἀνάγκη αὐτοῦ εἶναι πανθομολογουμένη· μόνον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ φέρειν ὅπλα εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης, καὶ πρέπει ἐλευθέρως νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐγὼ οὐδὲν Κράτος γνωρίζω, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν περιορίζεται τὸ δικαίωμα τῆς ὁπλοφορίας· ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν στατιστικὴν τῶν ἐγκλημάτων, θέλετε ἴδει, ὅτι εἰς τὰ ἐγκλήματα τῆς κλοπῆς, τῆς πλαστογραφίας καὶ τὰ τοιαῦτα ἔχομεν τὴν κατωτέραν βαθμίδα, σχετικῶς πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη, ἔχομεν ὅμως τὴν ἀνωτάτην τάξιν εἰς τὰ ἐγκλήματα κατὰ τῆς ἀρτιότητος τοῦ σώματος. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν στατιστικήν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω· ἐξ αὐτῆς θὰ μάθητε, ὅτι κατὰ τὸ 1893 ἔχομεν ἐγκλήματα κατὰ τῆς ἀρτιότητος τοῦ σώματος καὶ ἀποπείρας αὐτῶν 1940, τὸ 1894 εἴχομεν 1607, τὸ 1895 ἐγκλήματα 1900, τὸ 1896 ἐγκλήματα 1758, τὸ 1897 ἐγκλήματα 1789, τὸ 1898 ἐγκλήματα 1630. Τὸ ὅλον εἰς ἓξ ἔτη 10,624! Εἰς ποῖον ἄλλο Κράτος εὑρίσκετε τὸν βαθμὸν αὐτὸν τῶν ἐγκλημάτων; Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔκαμε τὴν σύγκρισιν, καὶ ἐδέχθη ὅτι ἡ σχέσις τοῦ ἐγκλήματος κατὰ τῆς ἀρτιότητος τοῦ σώματος, σχετικῶς πρὸς τὸν πληθυσμὸν, ὑπερβαίνει παρ’ ἡμῖν καὶ αὐτὴν τὴν Ἰταλίαν, τοῦτο δὲ προέρχεται ἐκ τῆς ὁπλοφορίας, διότι τὰ πλεῖστα τῶν ἐγκλημάτων τούτων δὲν εἶναι ἐκ προμελέτης, προέρχονται δὲ διότι οἱ διαπράττοντες εὑρέθησαν ὁπλοφοροῦντες, μετὰ μίαν δὲ στιγμὴν μετανοοῦσιν. Ἄλλως τε, Κύριοι, διατὶ δὲν μιμούμεθα τὰ ἄλλα Κράτη; Ἡ Ἰταλία, εὑρεθεῖσα εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς, ἐψήφισε νόμον, καὶ ἔκτοτε κατὰ τὸ ἓν τρίτον ἠλαττώθησαν τὰ ἐγκλήματα. Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, τὸ παράδειγμα ἐνώπιον ἡμῶν ἀδελφῆς νήσου, ἥτις σήμερον παρουσιάζει πλήρη τὴν τάξιν; Καὶ ἠρώτησα, Κύριοι, τοὺς ἁρμοδίους, ἠρώτησα τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, διατελοῦντα ἐν ὑπηρεσίᾳ ἐκεῖ, εἰς τί ἀποδίδει πρὸ πάντων τοῦτο; — «Εἰς πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, μοὶ εἶπεν, ὧν εἷς τῶν σπουδαιοτάτων εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ὁπλοφορίας, τὸν ὁποῖον ἐψήφισαν». Ἐν τούτοις ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν ἐπιμένοντες νὰ θέλωμεν τὸν νόμον τοῦ 1833, τοῦ ὁποίου βλέπομεν τ’ ἀποτελέσματα! Λοιπὸν, Κύριοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον. Σᾶς εἶπον καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι εἶμαι πρόθυμος, προθυμότατος, νὰ ἀποδεχθῶ πᾶσαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία συνάδει μὲ τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου μου. Ἐὰν ὅμως αἱ τροπολογίαι ὁμοιάζωσι μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, βεβαίως δὲν θὰ τὰς ἀποδεχθῶ. Ὁ κ. Βουλευτὴς εὗρεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν περιέχει διάταξιν, τιμωροῦσαν τὰ δημόσια ὄργανα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναφέρωμεν εἰς πάντα νόμον εἰδικῶς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τὴν γενικὴν, ὅτι τιμωροῦνται τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον των; Ἐγὼ ὅμως ὑποθέτω καὶ ἐλπίζω, συνεπῶς πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν, ὅτι θὰ γείνωσι τροπολογίαι, συνάδουσαι πρὸς τὰς βάσεις τοῦ νόμου καὶ λυσιτελεῖς. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον νὰ μὴ θέλητε νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· ἐκτὸς ἐὰν ἀπεφασίσθη νὰ μὴ θελήσητε νὰ ψηφισθῇ κανὲν νομοσχέδιον, ἂν δὲν παραπεμφθῇ καὶ μελετηθῇ ἀπὸ ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν τίς οἶδε πόσον καιρὸν θὰ παραμείνῃ.
§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ ἀνάπτυξις, ἣν ἔλαβεν ἡ συζήτησις πρὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, ἀποδεικνύει ἴσως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ παρ’ ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ δὲν βλέπω, τί ἐμποδίζει ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἔπειτα νὰ τὸ παραπέμψωμεν εἰς ἐπιτροπήν· πρὶν ἢ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι ὀρθή.
§134Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§136ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης τὴν ἀποσύρει.
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποσυρθῇ. Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἔνστασιν δὲν δύναται νὰ τὴν ἀποσύρῃ. Διὰ τοῦτο πρέπει τὰ σκέπτηταί τις πρὶν τὴν ὑποβάλῃ.
§139Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπαρχούσης ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας οὐδὲν δύνασθε νὰ εἴπητε. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ἀναστασοπούλου καὶ Γ. Ραδινοῦ. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 120 Βουλευτῶν. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§142Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε πρότασιν, ἥτις δέον νὰ συζητηθῇ προηγουμένως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι περιττή.
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἔπειτα νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν· μετὰ τὴν ἔκθεσιν δ’ αὐτῆς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§144ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἅτινα ἐνταῦθα γεννῶνται. Μέχρι πρὸ ὀλίγου δὲν εἶχον ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἀκούσας νὰ γίνηται λόγος περὶ αὐτοῦ, καὶ θελήσας νὰ σχηματίσω γνώμην, ἐὰν εἶναι ἀληθῶς παραπεμπτέον εἰς ἐπιτροπήν, ἀνεκάλυψα διατάξεις λίαν περιέργους, αἵτινες δυνατὸν νὰ διαφύγωσι τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲν γείνῃ λόγος περὶ αὐτῶν. Ἐγὼ προσωπικῶς οὐδὲν ἀναμένω ἐκ νόμου τοιούτου περὶ ὁπλοφορίας, καὶ ἤθελον ἀπόσχει νὰ εἰσαγάγω τοιοῦτον νόμον. Ἀλλ’ ἐννοῶ, ὅτι ἡ μέριμνα, ἥτις λαμβάνεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ νὰ ὁρίσῃ καὶ τὸν πρόσθετον ὅρον, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος πρὸς μὴ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, πιθανὸν νὰ καταλήξῃ εἰς καλόν τι. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι μόνον περὶ ὁπλοφορίας, ἀλλὰ καὶ περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βιομηχανίας τοῦ κατασκευάζειν ὅπλα, τῆς ἐμπορίας τῶν ὅπλων· ἀφαιρεῖ καὶ τὰ ὅπλα, ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἅτινα κατέχει τις πρὸς ἐμπορίαν. Δὲν εἶναι δὲ ὑπερβολικόν, ἐὰν εἴπω, ὅτι εἶναι καὶ φορολογικόν. Ἂν ἀντιπαραβάλητε τὸ ἄρθρον, τὸ ὁρίζον ποῖα ὅπλα ἀπαγορεύονται νὰ φέρῃ τις ἄνευ ἀδείας, πρὸς τὸ ἄρθρον, ὅπερ ὁρίζει ὅτι δίδεται ἄδεια, θέλετε ἀντιληφθῆ, ὅτι ὄχι τὸ δεκαπλάσιον, ἀλλὰ τὸ ἑκατονταπλάσιον τῶν δεδομένων ἤδη ἀδειῶν θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ λαμβάνωσιν οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἑλλάδος, ἵνα δυνηθῶσι νὰ φέρωσι τὰς μαχαίρας, αἵτινες εἶναι ἀπαραίτητοι εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἔργου αὐτῶν, καὶ θέλουσι γεννηθῆ ζητήματα, τίνες αἱ μάχαιραι αἱ χρήσιμοι εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῶν, καὶ τίνες αἱ φοβίζουσαι τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡμεῖς δέ, οἵτινες γνωρίζομεν τὰ χωρία καὶ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, γνωρίζομεν ὅτι αἱ μάχαιραι, δι’ ὧν τὰ 9/10 κόπτουσι τὸν ἄρτον αὐτῶν, εἶναι πρόσφοροι καὶ εἰς ἀνθρωποκτονίαν, διότι εἶναι ἅπασαι αἰχμηραί. Τοιαύτας δὲ κατασκευάζουσι καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν Κρήτῃ, ὅπου φέρουσι τοιαύτας μαχαίρας. Εἶναι δὲ καὶ ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι, οὐχί, ὡς παραδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἔλλειψις τῶν μαχαιρῶν, ἀλλ’ ἡ ὕπαρξις τῆς ἐλευθερίας τοῦ φέρειν ἐπιβάλλει ἐνίοτε τὴν τάξιν. Οὕτως ἐν Ζακύνθῳ, χώρᾳ κατ’ ἐξοχὴν ἄλλοτε τῶν δολοφονιῶν, ἐπῆλθεν ἐλάττωσις αὐτῶν ἀπὸ τῆς Ἑνώσεως, ἀφ’ ἧς ἐνομοθετήθη ἡ ἐλευθερία τῆς ὁπλοφορίας. Τὸ ζήτημα ἐπιδέχεται συζήτησιν ἐν πολλοῖς. Εἶναι καλὸν λοιπὸν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ καταρτισθῇ ἐννεαμελὴς ἐπιτροπὴ ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ μελετήσωσι σοβαρῶς τὸ νομοσχέδιον. Θὰ λάβητε καὶ ὑμεῖς μέρος.
§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν εὐκαιρῶ. Οἱ μέλλοντες ὅμως ν’ ἀσχοληθῶσιν ἔχουσι πολλὰ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἐκτιμήσωσι. Παραδείγματος χάριν: «Ἄρθρον 2. Ἀπαγορεύεται ἡ ἐντὸς τοῦ Κράτους ἄνευ ἀδείας κατασκευὴ πρὸς ἐμπορίαν, εἰσαγωγὴ καὶ ἐμπορία πυροβόλων ὅπλων παντὸς εἴδους, ξιφῶν, ξιφολογχῶν, λογχῶν καὶ αἰχμηρῶν μαχαιρῶν.» Ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνέφερε τὸν Θουκυδίδην, ἐγὼ θ’ ἀναφέρω τὸν Δημοσθένην, ὅστις εἶχεν ἐργαστήριον μαχαιροποιΐας, καὶ ἐν αὐτῷ μέγαν ἀριθμὸν ἀνδραπόδων ἐργαζομένων. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ κλείσῃ τὸ κατάστημα τοῦ Δημοσθένους.
§147Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι ὅλαι αἱ μάχαιραι, ἀλλ’ ἐκεῖναι, ὧν ἡ λεπὶς κρύπτεται δι’ ἐλατηρίου.
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγετε (ἀναγινώσκει ἐκ νέου τὴν διάταξιν). Περιλαμβάνετε, βλέπετε, ὅλα, καὶ εἰς τὸ τέλος (ἄρθρον 17) ἔχετε: «Οἱ πρὸ τοῦ νόμου τούτου εἰσαγαγόντες πρὸς ἐμπορίαν ὅπλα ἐκ τῶν τοῦ ἄρθρου 1 ὀφείλουσιν, ἵνα μὴ ὑποστῶσι τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένας ποινὰς, νὰ ἐξαγάγωσι ταῦτα τοῦ Κράτους, ἢ νὰ τὰ παραδώσωσιν εἰς τὴν διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθησομένην ἀρχὴν κλπ. Ἡ προηγουμένη διάταξις ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν ἐμπορευομένων ὅπλα ἐκ τῶν τοῦ ἄρθρου 2, ἐὰν ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας δὲν ζητήσωσι τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν ἐμπορίαν ἄδειαν.» Νὰ τὰ παραδώσωσιν, εἰς ποῖον; Εἰς ποῖον νὰ παραδώσῃ τὸ κατάστημά του ὁ κ. Μαλτσινιώτης; διὰ ποῖον λόγον; Ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην ὁ Μαλτσινιώτης, ὅστις ἔχει κατάστημα, νὰ λάβῃ νέας ἀδείας, δυνάμει τοῦ νόμου τούτου. Τοῦτο εἶναι περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τῆς ἐμπορίας. Τὰ πράγματα ταῦτα εἶναι ὑπερβολικὰ, καὶ ὅπως ὦμεν ἀσφαλεῖς, πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§149Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέτεινε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· ἐκ τῶν παρατηρήσεων ὅμως τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ προκύπτει, ὅτι κατ’ ἀρχὴν μὲν εἴμεθα σχεδὸν σύμφωνοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διαφωνοῦμεν μόνον ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ἑπομένως θὰ ἦτο ματαία ἡ ψήφισις κατ’ ἄρθρον, ἀφοῦ τὰ ἄρθρα θὰ τροποποιηθῶσι. Προτείνω ἐντεῦθεν, νὰ ψηφίσωμεν μὲν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν ἀρχὴν, νὰ παραπεμφθῇ δὲ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω πρὸς τοῦτο· ἀλλὰ παρατηρῶ τὴν ἀντίφασιν, εἰς ἣν περιπίπτουσιν οἱ ζητοῦντες τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Διότι ὁ μὲν ἐκ Παξῶν κ. Βουλευτὴς προτείνει τὴν παραπομπὴν, λόγῳ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ πρὸ αὐτῆς συζήτησις, ὁ δὲ ἐξ Ἀττικῆς λέγει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ συζήτησις, ἵνα καταδειχθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της. Ὑπάρχει σύγχυσις γλωσσῶν καὶ ἰδεῶν. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν μίαν γνώμην, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν· ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἑτέραν, πρέπει νὰ προηγηθῇ συζήτησις. Ὅπως συμβιβάσωμεν λοιπὸν τὰ διεστῶτα, ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς.
§151Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσήγαγε σημείωσιν τῆς ἐν γένει ἐγκληματικῆς καταστάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κατὰ τοῦ σώματος ἀδικήματα. Ὀρθὸν θὰ ἦτο, νὰ προσαγάγῃ τοιαύτην καὶ περὶ τῶν ἐγκλημάτων τῶν διαπραττομένων παρ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διότι ἐκ ταύτης θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν εἴμεθα ἐξησφαλισμένοι κατ’ αὐτῶν, δέον νὰ ὁπλοφορῶμεν, ὅπως ἀμυνώμεθα κατὰ τῆς ἐξουσίας.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, καταρτισθησομένην ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§153ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσητε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συμβουλευθῇ εἰδικοὺς ἀνθρώπους.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συμβουλευθῇ καὶ ὑμᾶς, κύριε Βουλευτά. Παρακαλῶ. Αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν; Εἶναι ἑορτή.
§155ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Τετάρτην εἰς τὰς 4 μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.)