Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Β› Sitting 6

1900.11.13

2,057 rows · 16,040 words · 3 tables · 95 turns

Date
1900.11.13
Presidency
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Period
ΙΕ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1905)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6

τῆς 13 Νοεμβρίου 1900.

(Δευτέρα).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς παρέστη σήμερον ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, προσεφώνησε δὲ τὴν Α. Μ. διὰ τοῦ Προέδρου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μεγαλειότατε. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων λαμβάνει τὴν τιμὴν ν’ ἀναγγείλῃ πρὸς τὴν Υ. Μ. τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ βαθύτατα σεβάσματα αὑτοῦ πρός τε τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ πρὸς τὴν Αὐτῆς Μεγαλειότητα τὴν Βασίλισσαν, εἰλικρινεῖς δ’ εὐχὰς ὑπὲρ τῆς εὐημερίας πάντων τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενίας. Ὁ Θεὸς σώζοι τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Βασιλικὸν Θρόνον.» Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀντεφώνησεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Χαίρω βλέπων ἐνώπιόν μου τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς· συγχαίρων δ’ ὑμῖν, Κύριοι, ἐπὶ τῇ πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνῃ αὐτῆς, σᾶς εὐχαριστῶ ἀπὸ καρδίας διὰ τὰς ὑπὲρ τῆς εὐημερίας πάντων τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας εἰλικρινεῖς εὐχάς σας. Πέπεισμαι ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ ἀποβῶσι πρὸς εὐημερίαν τῆς ἀγαπητῆς ὑμῶν Πατρίδος.» Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀποβιώσαντος Βουλευτοῦ καὶ ναυάρχου Μιλτιάδου Κανάρη ἀπέστειλε τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. «Κύριε Πρόεδρε. «Ἡ βαρυπενθοῦσα οἰκογένεια Μιλτιάδου Κ. Κανάρη, συγκεκινημένη λίαν ἐπὶ τῇ θλίψει καὶ τῷ ἐνδιαφέροντι, ἅπερ ἔδειξεν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπὶ τῇ ἀνεπανορθώτῳ συμφορᾷ αὐτῆς, καὶ εὐγνωμονοῦσα, ἐκφράζει πρὸς Ὑμᾶς καὶ δι’ Ὑμῶν εἰς ἅπασαν τὴν Βουλὴν τὰς βαθείας καὶ εἰλικρινεῖς αὐτῆς εὐχαριστίας. Μετὰ πολλῆς τῆς ὑπολήψεως Δέσποινα Μ. Κανάρη.» Ὁ ἐκ Πεταλιδίου Κ. Κοταρέας διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ συγκοινωνίας διὰ τοῦ ποταμοῦ Τζάνε, ἡμίσειαν ὥραν ἀπέχοντος τοῦ Πεταλιδίου.

§2Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Τίς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, Κύριοι, πάντες ἐννοεῖτε. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁρίζονται ὡς πόροι τοῦ Ταμείου: αʹ) Τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνῆκον μέρος τῶν κατὰ τὸν νόμον ΒΡΚʹ τῆς 30 Δ)βρίου 1892 εἰσπραττομένων φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας τελῶν, βʹ) τὰ εἰσπραττόμενα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δικαιώματα ἐκ τῆς ἐν τῷ Ναυστάθμῳ πλωτῆς Δεξαμενῆς, γʹ) τὸ ἀντίτιμον παντὸς ἐκποιουμένου ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, δʹ) αἱ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου δωρεαὶ, κληρονομίαι ἢ κληροδοσίαι, καὶ εʹ) οἱ τόκοι τῶν κεφαλαίων τοῦ Ταμείου καὶ τὰ εἰσοδήματα τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκόντων ἀκινήτων. Τὰ ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων προικίζεται τὸ Ταμεῖον τοῦτο, ἀνέρχονται περίπου εἰς ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου μεταβιβάζεται πᾶσα ἡ κινητὴ καὶ ἀκίνητος περιουσία τῆς πρὸς σχηματισμὸν ἐθνικοῦ στόλου Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπίσης μεταβιβάζεται τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Γεωργίου Ἀβέρωφ...

§3ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν ἔχετε τοιοῦτον δικαίωμα. Ἡ διαθήκη ὁρίζει ῥητῶς, πῶς πρέπει νὰ διατεθῇ τὸ κληροδότημα.

§4ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Μεταβιβάζεται τὸ κληροδότημα, τὸ ὁποῖον κατελείφθη διὰ τῆς διαθήκης τῆς 18)30 Μαρτίου, τηρουμένων τῶν ὅρων τῶν ἐν τῇ διαθήκῃ ἀναφερομένων. Συνεπῶς, κύριε Βουλευτὰ, τὸ χρῆμα αὐτὸ ἁπλῶς θὰ παραληφθῇ παρὰ τοῦ Ταμείου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ τὸ χρῆμα εἰς τὴν Τράπεζαν, τὸ δὲ χρῆμα θὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς κατασκευὴν πλοίου πολεμικοῦ, συμφώνως μὲ τοὺς ὅρους τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Γ. Ἀβέρωφ. Νομίζετε ὅτι προσβάλλεται ἡ διαθήκη;

§5ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐὰν εὑρίσκηται τὸ χρῆμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πῶς θὰ εὑρίσκηται εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου;

§6ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περιέχει ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου πᾶσα ἡ χρηματικὴ περιουσία τοῦ «Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου» ὡς καὶ τὰ χρηματόγραφα κατατίθενται εἰς μίαν τῶν ἐν Ἀθήναις ἀνεγνωρισμένων Τραπεζῶν—καὶ ἐννοεῖται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.—Διαχειρίζεται δὲ τὴν περιουσίαν ταύτην ἐπιτροπὴ προεδρευομένη παρὰ τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Συνεπῶς εἰς τὸ Ταμεῖον αὐτὸ θὰ τοποθετηθῇ καὶ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος Γ. Ἀβέρωφ κατέλιπεν εἰς τὸ Ἔθνος πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ κατασκευασθῇ δι’ αὐτοῦ πολεμικὸν πλοῖον, καὶ θὰ διατεθῇ τὸ χρῆμα συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ... Νομίζετε ὅτι γίνεται τι ἐναντίον τῆς διαθήκης; Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς περὶ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐγὼ δὲ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω μίαν ἐξέλεγξιν, οὕτως εἰπεῖν, ἵνα ἴδω εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ πλοῖα τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον ν’ ἀπαλλάξω τὸ ναυτικόν, καὶ συνεπῶς καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, παντὸς ἀχρήστου πλοίου, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ θέλωμεν ν’ ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτούς, φανταζόμενοι ὅτι ἔχομεν πλοῖα, ἀφοῦ πολλὰ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα ὄχι μόνον ὑπὸ πολεμικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν. Τὰ πλοῖα δὲ τὰ ἄχρηστα δὲν εἶναί τι ἄλλο, παρὰ ἓν βάρος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι πᾶσα ἐπισκευὴ αὐτῶν μετὰ παρέλευσιν ὀλιγίστου χρονικοῦ διαστήματος ἀποδεικνύεται ματαία, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν κάμνομεν ἄλλο τι, παρὰ νὰ δαπανῶμεν χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι κανένα σκοπόν. Διώρισα συνεπῶς μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ ἁρμοδίων προσώπων, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ πλοῖα τὰ πολεμικὰ καὶ μοὶ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της, ποῖα ἐκ τῶν πλοίων αὐτῶν δύνανται νὰ παραμένωσιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ποῖα δύνανται νὰ ἔχωσι πολεμικὴν ἀξίαν, ποῖα δὲ, καίτοι μὴ ἔχοντα πολεμικὴν ἀξίαν, δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία μοὶ ὑπεβλήθη, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξω τὴν διάλυσιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 5 τορπιλλικῶν σκαφῶν τῆς Γαλλικῆς κατασκευῆς, τῶν ὑπ’ ἀριθ. 6, 7, 8, 9, 10 καὶ 17 τορπιλλικῶν σκαφῶν Ἀγγλικῆς κατασκευῆς, καὶ πασῶν τῶν ἀτμοτελωνίδων, ἐκτὸς μιᾶς. Αἱ ἀτμοτελωνίδες δ’ αὗται, ὡς γνωρίζετε, ἐκτελοῦσι μὲν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἶναι εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· εἶναι δὲ ἐντελῶς ἄχρηστοι καὶ δὲν ἐπιδέχονται καμμίαν ἐπισκευήν. Τὰ πλοῖα λοιπὸν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 10–12, κατεδικάσθησαν ὡς ἐντελῶς ἄχρηστα καὶ διετάχθη ἡ διάλυσις αὐτῶν, ὅπως ἐκποιηθῶσιν ὡς ἄχρηστον ὑλικόν. Ἡ καταδίκη τῶν ἀτμοτελωνίδων ἔχει ὡς συνέπειαν νὰ σκεφθῶμεν, ἵνα ἀναθέσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου εἰς πλοῖα ἄλλα τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ᾖναι χρήσιμα εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, εἶναι ὅμως ἐντελῶς ἄχρηστα εἰς τὴν πολεμικὴν ὑπηρεσίαν· τοιαῦτα δὲ εἶναι αἱ ἀτμοημιολίαι «Πάραλος», «Ἀφρόεσσα» καὶ «Σῦρος», τὸ τορπιλλοβόλον ὑπ’ ἀριθ. 18 καὶ ἡ κανονιοφόρος Α, τὰ ὁποῖα καὶ ἀνέλαβον ἤδη τὴν ὑπηρεσίαν τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου, προσέτι δὲ καὶ αἱ ἀτμοημιολίαι «Σαλαμινία», «Κίσσα», «Κίχλη» καὶ «Ἀηδὼν», αἵτινες νῦν εὑρίσκονται ὑπὸ ἐπισκευὴν, θὰ ᾖναι δ’ ἕτοιμαι μετὰ δύο μῆνας καὶ θὰ διατεθῶσιν ὡσαύτως εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἡ κατάστασις αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ πολεμικὰ πλοῖα εὑρίσκονται, ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλή, νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἐνισχύσεως τοῦ στόλου. Τὰ τρία θωρηκτὰ ἔχουσιν ἀνάγκην βεβαίως, διὰ ν’ ἀποτελέσωσι μοῖραν κατὰ πάντα ἀξίαν τοῦ ὀνόματός της, νὰ ἐνισχυθῶσι διὰ τορπιλλικῶν σκαφῶν τοῦ τελευταίου συστήματος, δι’ ἀντιτορπιλλικῶν καὶ διὰ καταδρομικῶν· ἡ γνώμη δὲ τῶν ἁρμοδίων εἶναι, ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη 6 τορπιλλικῶν τοῦ τελευταίου συστήματος, ταχύτητος 27–28 μιλίων, 2 ἀντιτορπιλλικῶν καὶ 2 καταδρομικῶν. Ταῦτα δέ, προστιθέμενα εἰς τὴν μοῖραν τῶν θωρηκτῶν, βεβαίως θ’ ἀποτελέσωσι μοῖραν ναυτικὴν ἀξίαν τοῦ ὀνόματός της. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, Κύριοι, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ ἀμέσου ναυπηγήσεως τῶν εἰρημένων πλοίων. Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι διὰ τῆς συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, μὲ τοὺς προσωρινοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, θὰ γείνῃ μία ἀπαρχὴ, ὅπως προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ σκεφθῶσι καὶ ἐξεύρωσι καὶ ἄλλους πόρους, καὶ καταρτισθῇ οὕτω Ταμεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν διὰ τῶν πόρων αὐτοῦ νὰ γείνῃ ἓν δάνειον, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπηρεσίαν θὰ ἦναι εἰς θέσιν τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου νὰ ἀναλάβῃ, καὶ πραγματοποιηθῇ οὕτω ὁ σκοπὸς, ὃν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιδιώκομεν. Δέν μοι ἐπιτρέπεται, Κύριοι, καὶ νὰ φαντασθῶ κἂν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ καὶ εἷς ἔστω Βουλευτὴς ἔχων γνώμην ἐναντίαν· εἶμαι βέβαιος, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ θέλει συντρέξει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Κύριοι, εἴμεθα Κράτος, τὸ ὁποῖον περιβρέχεται ἀπὸ θάλασσαν, καὶ πάντες ἐννοοῦμεν, ὅτι ἔχομεν μέγα συμφέρον, καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν τιμὴν αὐτοῦ, νὰ πράξωμεν πᾶν τὸ δυνατὸν, ὅπως κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν ναυτικὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματός του. Ἐὰν, Κύριοι, κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τὸ ναυτικὸν δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσπαθείας τοῦ Ἔθνους, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι εἰς παρῳχημένην ἐποχὴν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ ναυτικόν της ὀφείλει καὶ τὴν δόξαν της καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν της. Δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω.

§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἡ ἀχρηστία τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ κατεδίκασεν ὡς ἄχρηστα, πόθεν προέρχεται; προέρχεται ἐξ ἐλαττωματικῆς κατασκευῆς αὐτῶν;

§8ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ ἀχρηστία αὐτῶν προέρχεται ἀπὸ τὴν αὐτὴν ἀφορμὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχεται ἡ ἀχρηστία τῶν γερόντων (ἱλαρότης). Καὶ σεῖς, κύριε Ρικάκη, ἐγηράσατε, καὶ ἐγὼ πλησιάζω νὰ γηράσω.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 2).

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀποτελοῦσι πρόγραμμα τῶν ἐργασιῶν καὶ σκοπῶν τῆς διοικήσεως τῶν ναυτικῶν πραγμάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ εἰρημένου προγράμματος· τὰ ἑπόμενα μέρη τοῦ προγράμματος εἶναι ἡ συνομολόγησις δανείου, διὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως θέλει προτείνει ἐν καιρῷ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ διάλυσις, ἤτοι ἡ καταστροφὴ πλοίων τινῶν τοῦ στόλου ὡς ἀχρήστων, καὶ ἡ ἀντ’ αὐτῶν προμήθεια νέων. Τὰ δύο τελευταῖα μέρη νομίζω ὅτι προσήκει νὰ μελετηθῶσι περισσότερον, ἡ διάλυσις ὅμως τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν ἄχρηστα, εἶναι καταστροφὴ πλοίων τοῦ στόλου, καὶ ἵνα αὕτη ἐκτελεσθῇ, ἀπαιτεῖται νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡ Βουλὴ βεβαίως θέλει ἀποφασίσει, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν βεβαιώσῃ τὴν ἀχρηστίαν τῶν πλοίων καὶ τὴν ἀνικανότητα αὐτῶν· πρὸ τούτου ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν νὰ προβῇ εἰς καταστροφὴν πλοίων τοῦ στόλου· διότι, ἐὰν νῦν πλοῖα ἦναι ὄντως ἄχρηστα, δὲν εἶναι ἀδύνατον ἐν ἄλλῃ περιστάσει νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν πλοίων, ἐπιπολαίως ἐκλαβοῦσα, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἄχρηστα. Ἡ κρίσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι ὄντως ἀναγκαιοτάτη, ἀποτελοῦσα πλήρη ἐγγύησιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ μὴ παραλείψῃ τοῦτο.

§11Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ πλοῖα κατεδικάσθησαν, ὡς ἐντελῶς ἄχρηστα διὰ τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν· εἶναι πλοῖα παλαιὰ τὰ τορπιλλοβόλα, ἅτινα κατεδικάσθησαν· κατήντησαν νὰ διανύουν 8 μόνον μίλια τὴν ὥραν· οἱ λέβητες αὐτῶν ὅλοι θέλουν ἀντικατάστασιν, τὰ σκάφη εἶναι εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, καὶ ἂν θελήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπισκευῆς αὐτῶν, ἡ δαπάνη θὰ ἦναι λίαν ὑπέρογκος καὶ ἴσως ματαία. Αἱ ἀτμοτελωνίδες ἐπίσης εἶναι εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν· κατήντησε νὰ διανύουν 2–3 μίλια τὴν ὥραν· ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἀλλαχθοῦν οἱ λέβητες, νὰ διορθωθοῦν αἱ μηχαναί, νὰ διορθωθοῦν τὰ ἐλάσματα. Ὥστε ἀπαιτεῖται δαπάνη, ἡ ὁποία δὲν δικαιολογεῖται. Εἰπὼν ὅτι διετάχθη ἡ διάλυσις τῶν πλοίων τούτων, δὲν ἐνόουν ὅτι ἤρχισαν τεχνῖται νὰ διαλύουν αὐτά. Τὰ πλοῖα ἐκηρύχθησαν ἄχρηστα, ἐδέθησαν εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ μένουσιν ἀνέπαφα· ἂν δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος φρονῇ, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς διαλύσεως αὐτῶν, τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω οὔτε ἓν καρφὶ νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῶν πλοίων αὐτῶν, πρὶν ἢ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια αὕτη.

§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν δημοσιευθῇ τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως ἡ Βουλὴ θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Τῳόντι ἡ ἰδέα, ἣν εἰσηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δὲν εἶναι καὶ ἐντελῶς νέα, διότι καὶ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐσκέφθη περὶ συστάσεως Ταμείου πρὸς βελτίωσιν τῶν ναυτικῶν πραγμάτων. Ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι ἴσως ἡ Βουλὴ θέλει ἔχει τὰ στοιχεῖα ἐκ προγενεστέρων συζητήσεων, ὅπως λεπτομερέστερον καὶ σαφέστερον ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐν τούτοις, ἐπειδή, ὡς εἶναι φυσικὸν, ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος θέλει προκληθῇ συζήτησις, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τοῦδε, νὰ καταθέσῃ ἔν τινι τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ἃς θεωρῶ ἀναγκαίας πρὸς συζήτησιν πεφωτισμένην τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Κατὰ πρῶτον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ δι’ ἐγγράφου σημειώματος τὴν Βουλὴν, τί θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν 10 ἢ 12 σκαφῶν, ἅτινα ἐθεωρήθησαν ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, διότι ὑποθέτω, ὅτι τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν θέλει χρησιμεύσει πρὸς πλουτισμὸν τοῦ συσταθησομένου Ταμείου τοῦ Στόλου. Δεύτερον παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Τί εἰσέπραξε τὸ Κράτος κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐξ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στόλου; Τρίτον, τί εἰσέπραξε τὸ Κράτος κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐκ τῶν δικαιωμάτων τῆς Δεξαμενῆς; Διότι πάντα ταῦτα ὑποθέτω, ὅτι εἰσὶ στοιχεῖα χρήσιμα πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν τὰ 10 ἢ 12 σκάφη τοῦ στόλου θέλουσι θεωρηθῆ ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, οἱ τῶν σκαφῶν τούτων ἀξιωματικοί, τουτέστι τὰ Ἐπιτελεῖα τῶν πλοίων αὐτῶν, εἰς ποίαν κατάστασιν θέλουσι περιέλθει; Θέλουσι τεθῇ εἰς διαθεσιμότητα οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ διευθύνοντες τὰ σκάφη ταῦτα; οἱ ἀποτελοῦντες τὰ Ἐπιτελεῖα τῶν πλοίων αὐτῶν; Ποία πρόνοια θέλει ληφθῆ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν; Τὴν πληροφορίαν ταύτην θεωρῶ οὐσιωδεστάτην. Ἐπίσης ἀναγκαῖον κρίνω νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπόσπασμα ἐκ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, ἵνα ἴδωμεν τὰς διατάξεις αὐτῆς, ἐπειδὴ ἤκουσά τινος τῶν συναδέλφων διαμαρτυρομένου ἐπὶ τῇ προτάσει ταύτῃ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω περὶ τούτου, πρὶν ἴδω τὴν διαθήκην. Οὐσιωδεστάτην ἐπίσης θεωρῶ καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀπεφάνθη περὶ τῆς ἀχρηστίας τῶν ἐν λόγῳ πλοίων. Πολὺ ἀπέχω τοῦ νὰ ἰσχυρισθῶ, ζητῶν νὰ κατατεθῇ αὕτη, ὅτι τὰ πλοῖα ταῦτα εὑρίσκονται ἐν λαμπρᾷ καταστάσει. Ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι πολλὰ τῶν σκαφῶν τούτων, ὡς ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου καὶ ἐξ ἄλλων αἰτίων ἴσως, κατέστησαν ἢ ὅλως ἄχρηστα, ἢ σχεδὸν ἄχρηστα. Ὀφείλομεν ὅμως ἐπὶ τόσον σοβαροῦ θέματος νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν. Τοιοῦτοι δέ εἰσιν οἱ συντάξαντες τὴν ἐν λόγῳ ἔκθεσιν. Ἐπεχείρησα ἀπὸ τοῦδε νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας ταύτας, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἡ παραμικρὰ δυσκολία περὶ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐκ πρώτης ἀπόψεως βεβαίως δύναται νὰ θεωρηθῇ σπουδαῖον. Εὔχομαι καὶ ἐκ τελευταίας ἀπόψεως νὰ θεωρηθῇ τοιοῦτον, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ πρὶν ἢ μελετήσῃ αὐτὸ ἐπισταμένως.

§13Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρῶτον παρακαλῶ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν νὰ ὑποβάλῃ περὶ τούτων σημείωσιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐρωτήσεις αὐτοῦ περὶ τῶν εἰσπράξεων τῆς Δεξαμενῆς κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν καὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ, ὡς καὶ περὶ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, θέλω φέρει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας αὔριον ἢ μεθαύριον. Ἐπὶ μιᾶς ὅμως ἄλλης ἐρωτήσεως δύναμαι εὐθὺς ἀμέσως νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν· τουτέστι περὶ τοῦ τί θὰ γείνωσι τὰ ἐπιτελεῖα καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ὑπὸ διάλυσιν σκαφῶν. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, καίτοι ἐχρημάτισεν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, φαίνεται ὅτι ἐλησμόνησεν, ὅτι τὰ τορπιλλοβόλα ταῦτα σκάφη, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέφερα ὅτι ἐκηρύχθησαν ἄχρηστα, εὑρίσκονται εἰς τὸν Ναύσταθμον, ὅτι πληρώματα δὲν ὑπηρετοῦν εἰς αὐτὰ, καὶ ὅτι τὰ πλοῖα ταῦτα εὑρίσκονται κάτωθεν τῶν νεωσοίκων, ἐκτὸς τῆς θαλάσσης. Συνεπῶς οὔτε ἀξιωματικοὶ ὑπάρχουσι διοικοῦντες αὐτὰ, οὔτε ναῦται, οὔτε ὑπαξιωματικοί. Τὰ τορπιλλοβόλα ταῦτα πρὸ χρόνου πολλοῦ μετὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐσύρθησαν εἰς τὴν ξηρὰν, καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς ἀποθήκας· συνεπῶς, ὅταν ἀποφασισθῇ ἡ διάλυσις αὐτῶν, δὲν θὰ εὑρεθῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ἐπιτελείων αὐτῶν, διότι οὐδεὶς, ὡς εἶπον, ὑπηρετεῖ ἐπ’ αὐτῶν.

§14ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον περὶ αὐτῶν. Γνωρίζω ὅτι ἐπ’ αὐτῶν δὲν ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί.

§15ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἴσως δὲν ἐπροσέξατε καλῶς, ἢ ἐγὼ δὲν ἐξηγήθην καλῶς. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ποῖα τὰ ὑπὸ διάλυσιν πλοῖα· εἶναι τὰ ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 5 τορπιλλοβόλα σκάφη Γαλλικῆς κατασκευῆς, ἅτινα εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν νεωσοίκων, καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 6,7,8,9,10,17 Ἀγγλικῆς κατασκευῆς, ἅτινα εὑρίσκονται εἰς τὴν ξηρὰν, δὲν ὑπάρχουν δ’ ἐπ’ αὐτῶν παρὰ μόνον ὀλίγοι ναῦται, ὡς καὶ αἱ ἀτμοτελωνίδες, αἱ ὁποῖαι, ὡς γνωρίζετε, δὲν διοικοῦνται ἀπὸ ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ἀπὸ ὑπαξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν πλοίων αὐτῶν θὰ ὑπάγουν εἰς ἄλλα πλοῖα. Δὲν διστάζω δὲ νὰ σᾶς εἴπω καὶ τί θὰ γείνουν οἱ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες θὰ μείνουν ἐκτὸς τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἤθελον διαλυθῇ καὶ τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπιτελεῖα. Οὗτοι θὰ τεθοῦν εἰς διαθεσιμότητα, διότι δὲν νομίζω ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ διατηρῇ πλοῖα ἄχρηστα, διὰ νὰ ἔχουν οἱ ἀξιωματικοὶ θέσεις...

§16ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖα πλοῖα εἶναι αὐτά;

§17ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων πλοίων, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, θὰ ἦναι καὶ αἱ ἀτμοτελωνίδες «Πειραιεὺς», «Πάτραι», «Κεφαλληνία» καὶ «Ἑρμούπολις». Αὐτὰ εἶναι τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα θὰ διαλυθοῦν. Κατὰ τὴν γνώμην μου μάλιστα, αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη δόσις, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν γενναίαν, καὶ νὰ προβῶμεν καὶ περαιτέρω...

§18ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀνεφέρατε προηγουμένως καὶ ἄλλα σκάφη.

§19ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν θὰ ἐπροσέξατε.

§20ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀνεφέρατε τὴν «Πάραλον».

§21ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία διωρίσθη διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ πλοῖα, κατεδίκασεν εἰς διάλυσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα. Ἐπίσης κατεδίκασε καὶ τὰ πλοῖα «Πάραλον», «Ἀφρόεσσαν», τὴν κανονιοφόρον ὑπὸ στοιχεῖον Α, τὴν «Σῦρον», «Σαλαμινίαν», «Κίσσαν», «Κίχλαν» καὶ «Ἀηδόνα»· ἀλλὰ ταῦτα κατεδίκασεν ὡς ἄχρηστα μόνον πρὸς πολεμικὴν ἐνέργειαν, εἶναι χρησιμώτατα ὅμως διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου.

§22ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ ἐπιτελεῖα τῶν πλοίων αὐτῶν τί θὰ τὰ κάμητε; Ποῦ θὰ τὰ χρησιμοποιήσητε;

§23ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν πλοίων αὐτῶν θὰ διορισθῶσι κυβερνῆται ἀξιωματικοί, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι σφαλερὸν τὸ μέτρον τοῦ νὰ διοικῶσι τὰς ἀτμοτελωνίδας — τὰς καταδιωκούσας τὸ λαθρεμπόριον — ὑπαξιωματικοί. Τὸ διατὶ, δὲν λέγω, ὡς περιττόν. Λοιπὸν ἐγὼ θὰ λάβω τὸ μέτρον, ἐπ’ αὐτῶν νὰ διορισθῶσι κυβερνῆται ἀξιωματικοί. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἔχωσιν ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι σήμερον, ὅτε εὑρίσκονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν πολεμικήν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην δυσκολίαν νὰ θέσω εἰς διαθεσιμότητα πάντα ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχῃ θέσιν, διότι δὲν νομίζω ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ὑπόχρεον νὰ διατηρῇ πλοῖα ἄχρηστα, διὰ νὰ ἔχωσιν ὑπηρεσίαν οἱ ἀξιωματικοί. Βεβαίως αὐτὸ εἶναι δυσάρεστον διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς, ὑπάρχει ὅμως τὸ μέσον, δι’ οὗ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ καταστήσῃ αὐτὸ ὀλιγώτερον δυσάρεστον. Δύναται ἐκ περιτροπῆς καθ’ ἑξαμηνίαν νὰ φέρῃ τοὺς ἐν διαθεσιμότητι ἀξιωματικοὺς εἰς ἐνέργειαν. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ περὶ ἄλλων πλοίων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς, διότι καὶ δι’ αὐτὰ δαπανῶμεν ματαίως, διατηροῦντες πλοῖα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν. Νομίζω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρέπει ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὰ βάρη ταῦτα.

§24Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ προβῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ διαλύσεως τῶν ἀχρήστων πλοίων, βεβαίως θὰ εἶχεν ἔκθεσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, καὶ εἰ δυνατὸν, καὶ τὰς πρὸ μακροῦ χρόνου ὑποβληθείσας διαφόρους ἄλλας ἐκθέσεις. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὑποβάλω αὔριον καὶ γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην.

§25Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου του ἐμνήσθη καὶ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ. Ὁ ἀείμνηστος Ἀβέρωφ ἀπεβίωσεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους. Ἐν τούτοις οὐδὲν γινώσκομεν περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ὁλόκληρον τὸ κληροδότημα ἢ πόσον μέρος αὐτοῦ εἰσῆλθεν ἕως σήμερον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ διατὶ αὐτὴ ἡ βραδύτης; Διότι προκειμένου περὶ περιουσίας, ἥτις, ὡς φαίνεται, συνίστατο ἐκ χρεωγράφων καὶ γαιῶν ἐλευθέρων παντὸς βάρους καὶ ἀναμφισβητήτων, περιουσίας ἄνευ χρεῶν καὶ δοσοληψιῶν, νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἡ βραδύτης, ἥτις παρατηρεῖται εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν κληροδοτημάτων πρὸς τοὺς διαφόρους κληροδόχους καὶ τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος διὰ τῆς διαθήκης λαμβάνει σπουδαῖα κληροδοτήματα. Τὸ μέγιστον μέρος τῆς περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ ἐδόθη εἰς κληροδοτήματα πρὸς τὸ Κράτος καὶ ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν ἢ ἐκπαιδευτικῶν σκοπῶν. Νομίζω, διὰ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, προκειμένου περὶ ἑλληνικῆς περιουσίας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου δέον νὰ προστατεύσῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἱδρυμάτων, θέλει σπεύσει νὰ φροντίσῃ ὑπὲρ ἀμφοτέρων καὶ περὶ ταχείας παραδόσεως τῶν κληροδοτημάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καθῆκον ἔχει, οὐ μόνον νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐντὸς εὐλόγου χρόνου περιέλθῃ ἡ καταλειφθεῖσα περιουσία εἰς χεῖρας τῶν δικαιούχων, ἀλλὰ καὶ νὰ πληροφορηθῇ καὶ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ τὰ κληροδοτήματα ταῦτα, ἢ μέρος αὐτῶν, δὲν περιῆλθον εἰσέτι εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τὰ καταστήματα, καὶ διὰ ποῖον λόγον δὲν περιῆλθον, καὶ ὁποῖαι αἱ δυσκολίαι, αἵτινες ἐμποδίζουν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον τὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀποστολήν. Ἄν τὸ Δημόσιον δὲν αἰσθάνεται δι’ ἑαυτὸ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκόντων κληροδοτημάτων, τὰ Καταστήματα ἔχουν ἀνάγκην τῶν κληροδοτημάτων αὐτῶν, καὶ πᾶσα ἀναβολὴ εἶναι ἐπιζήμιος. Ἡ ἀναβολὴ εἶναι καὶ ἄδικος, διότι ἡ ἐκκαθάρισις τῆς κληρονομίας εἶναι εὔκολος. Λαμβάνων ἀφορμὴν, παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν τὰ κληροδοτήματα ταῦτα περιῆλθον εἰς τὸ Δημόσιον ἢ τοὺς ἄλλους δικαιούχους καὶ κατὰ πόσον περιῆλθον, ὡς καὶ διὰ ποίους λόγους δὲν περιῆλθον, ἢ πότε θὰ περιέλθωσι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα.

§26Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω καταθέσει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ὅπως διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.

§27Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, τὸ ὑποβληθὲν σήμερον νομοσχέδιον νὰ ὑπεβάλλετο ἀπὸ κοινοῦ καὶ εἰσηγήσει τοῦ τε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυτικῶν. Λέγων δὲ τοῦτο, δὲν νομίζω ὅτι ἀποκλείεται ἡ ἐν τῷ μέλλοντι συνεργασία καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὴ τοιαύτη συνεργασία, διότι τότε μόνον θέλομεν δυνηθῆ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι σοβαρῶς ἐπιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις τῆς βελτιώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Δὲν ὑπῆρξεν ἡ δύναμις τοῦ τουρκικοῦ στόλου, ἡ ὁποία παρημπόδισε τὴν δρᾶσιν τοῦ ἡμετέρου στόλου κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Ὁ ἡμέτερος στόλος εὑρέθη ὅλως ἄνευ ἀπασχολήσεώς τινος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιστάσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλειψεν ἀπὸ τὸν στόλον ἡμῶν, ἦτο τὸ ἐφόδιον τῆς κατὰ ξηρὰν δυνάμεως, ἣν ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ὅπου παρίστατο ἀνάγκη, διὰ νὰ μεταβάλῃ αὐτοστιγμεὶ τὰς τύχας τοῦ πολέμου αὐτοῦ. Δὲν εἶναι μόνον δύναμις ὁ στόλος, ἀλλὰ καὶ μέσον μεταφορᾶς καὶ μέσον ἐπιβιβάσεως ἢ ἀποβιβάσεως τῶν δυνάμεων. Καὶ μικροτέρα δὲ ἂν ἦτο ἡ δύναμίς μας, πάλιν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν, χρησιμοποιουμένη καταλλήλως, νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε. Δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω ἤδη τὸ παρελθὸν, οὔτε πρόκειται νὰ διδάξω τί δέον γενέσθαι. Ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπομνήσω καὶ πάλιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐννοήσῃ καλῶς, ὅτι ἡ δύναμις ἡ ναυτικὴ, ἣν θέλει παρασκευάσει εἰς τὸ Κράτος, θέλει μείνει καὶ πάλιν ἄχρηστος καὶ ἀνίκανος νὰ διαπλεύσῃ τὰ Δαρδανέλλια διὰ ν’ ἀνεύρῃ τὸν στόλον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλει ἀντιμετωπίσει, καλῶς ἐξησφαλισμένον, ἐν τῷ Βοσπόρῳ, ἂν δὲν ἑτοιμάσῃ καλῶς τὴν δύναμιν ταύτην καὶ ἐν τάχει καὶ ἀσφαλῶς, ἵνα δύνηται νὰ μεταφέρῃ αὐτὴν ὅπου ἡ ἀνάγκη ἤθελεν ὑποδείξει, ὅτι ἡ δρᾶσις τῆς δυνάμεως ταύτης τῆς στρατιωτικῆς ἤθελε φέρει τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο δὲν μέμφομαί τινα ὡς παραλείψαντα τὸ καθῆκόν του, διότι ἀποβατικὰ μέσα δὲν παρασκευάζονται ἐν μιᾷ στιγμῇ. Μελέτην ἰδίαν ἔχω κάμει, ἥτις ὑπάρχει ἐν τῇ ἐπιτελικῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὴ ἡ μελέτη, συνδυαζομένη μὲ τὴν μελέτην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δύναται ν’ ἀσφαλίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν χρῆσιν τοῦ στόλου, καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας καταβάλλομεν δι’ αὐτόν. Ταῦτα ἐν παρόδῳ εἶπον. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν φρονῶ ὅτι εἰς ὅσα εἶπεν ἔχει λόγον νὰ ἐπιμένῃ, διότι ἡ διαθήκη τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ ἐτυπώθη, καὶ πᾶς ὅστις ἐβούλετο νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς, ἔλαβεν ἀντίτυπον. Πλεῖστα ἀντίτυπα αὐτῆς ἐν Ἀθήναις εἰς δικηγορικὰ γραφεῖα, εἰς πολιτευομένους καὶ εἰς ἄλλους διενεμήθησαν, ἑπομένως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ πρὸς αὐτὸν τὴν διαθήκην, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ αὐτήν...

§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τὴν διαθήκην.

§29ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. .. καὶ ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἡ περιουσία τοῦ Ἀβέρωφ συνέκειτο ἐκ χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα εὐθὺς ὡς ἀπηλευθερώθησαν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς εἶχον, ἵνα πληρωθῇ τὸ νόμιμον τέλος ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀμέσως ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν καὶ τῶν ἐκτελεστῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν λοιπῶν κληρονόμων. Ἀλλ’ ἐν τῇ περιουσίᾳ ταύτῃ ὑπάρχουσι καὶ κτήματα, καὶ ταῦτα εἶναι, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι κυρίως τὴν περιουσίαν τοῦ Ἀβέρωφ. Τοῦτο δὲ, ἂν ἅπαξ ἤθελεν ἀναγνώσει τὴν διαθήκην, ἤθελε βεβαιωθῆ. Ἔχει δὲ πολλοὺς φίλους ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἠδύνατο νὰ βεβαιωθῇ ἐξ αὐτῶν, ὅτι τῶν κτημάτων ἡ ἐκποίησις δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ οὐσιώδους βλάβης, ἐὰν γείνῃ ἐσπευσμένως καὶ ἀποτόμως. Ἑπομένως ἡ βραδύτης τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων δὲν ἐπέρχεται ἀδικαιολογήτως. Ἀστικὰ κτήματα δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκποιήσωμεν ἀμέσως, καίτοι ἔχομεν ἐπειγούσας ἀνάγκας· καὶ ἂν τὰ ἐκποιήσωμεν, θὰ τὰ ἐκποιήσωμεν ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ. Τὰ δὲ ἀγροτικὰ κτήματα, ἅτινα προωρίσθησαν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ μεγάλου σκοποῦ, ὃν προέθετο ὁ διαθέτης, ἐπιτρέπεται ἆρά γε νὰ πωληθῶσιν οὕτως ἐπιπολαίως; Νομίζετε ὅτι ἀδικαιολογήτως ἐπέρχεται ἡ βραδύτης; Πρὶν μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐμερίμνησεν ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅστις, ἀναθέτων τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης του εἰς ἐκτελεστὰς, οὓς ἐγνώριζε κάλλιστα, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παρέμβῃ, νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν διαχείρισιν. Καὶ τοιαύτην πεποίθησιν εἶχεν ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅστις ἐδημιούργησε τὴν περιουσίαν ταύτην, καὶ τὴν ἐδημιούργησεν ἀπὸ μακρῶν χρόνων ἐργαζόμενος· καὶ ἀφοῦ τὴν ἐδημιούργησε δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, βεβαίως ἤθελεν ἐκλέξει τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχε πεποίθησιν· διότι δὲν ἐξέλεξεν ἐκ τῶν τριόδων, ἀλλὰ ἀνθρώπους μεθ’ ὧν συνανεστρέφετο καὶ συνέζησε, καὶ εἶχε πεποίθησιν ὅτι ἠδύνατο νὰ τοῖς ἐμπιστευθῇ τὴν διαχείρισιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀδικαιολόγητος ἡ βραδύτης. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι διέφυγε τῆς γλώσσης τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὸ λεχθὲν παρ’ αὐτοῦ, καὶ θὰ ἦτο ἀδύνατον, ἂν ἐγίνωσκε τὰ πράγματα, νὰ τὸ εἴπῃ. Ἡ ἐκποίησις τῶν κτημάτων θὰ βραδύνῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐπωφελῶς καὶ διὰ τοὺς κληρονόμους καὶ διὰ τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους διετέθησαν ταῦτα. Ἄλλως οὐδενὸς ἔργου κωλύει τὴν πρόοδον ἡ βραδύτης, βραδύτης ἄλλως ἐπιβαλλομένη. Τὸ Στάδιον ἤρξατο κατασκευαζόμενον, ἡ Κυβέρνησις ἐνέκρινε τοὺς προϋπολογισμοὺς, καὶ καθ’ ὅσον τὸ ἔργον θὰ ἐκτελῆται, κατὰ τοσοῦτον τὸ χρῆμα θὰ ἔρχηται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν πιστεύω νὰ ἔδωσε παραγγελίαν κατασκευῆς πλοίων. Φρονῶ δὲ, ὅτι μέχρις ὅτου μελετήσῃ τὸ σχέδιον, καθ’ ὃ θέλει παρασκευασθῇ ἡ ναυτικὴ δύναμις, τὸ κληροδότημα τοῦ Ἀβέρωφ θὰ φθάσῃ ἐγκαίρως. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν παρέλειψε νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον διατάξεις, ἀσφαλιζούσας τὴν πιστὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης, οὕτως ὥστε νὰ μὴ προσβληθῇ αὕτη ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Διὰ ταῦτα, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ κύριον θέμα μου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸ πάντων νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως αἱ κατὰ θάλασσαν παρασκευαὶ μὴ ὦσιν ἀτελεῖς· κατ’ ἀνάγκην δὲ πρέπει νὰ ὑποδείξῃ τὰ μέσα τὰ ἀποβατικὰ, τὰ δὲ μέσα ταῦτα ἀπαιτοῦσιν ἑκατομμύριον, ὅπερ πρέπει νὰ διαθέσωμεν.

§30Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ προλαλήσας δὲν ἐξήγησε τοὺς λόγους, δι’ οὓς κακῶς διετέθη ἐν οἷς εἶπεν. Ὑποθέτων ὅμως, ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνεπνεύσθη, θέλω εἴπει ὀλίγα τινὰ, ἵνα ἐξηγήσω διατὶ θεωρῶ ἀδικαιολόγητον τὴν βραδύτητα. Πρῶτον δὲν ἐζήτησα τὴν διαθήκην, διότι τὴν ἔχω· ἑπομένως γνωρίζω τὰ κατ’ αὐτήν. Ἐζήτησα καθαρῶς ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, διότι ὡς διαχειριστὴς τῆς ἐθνικῆς περιουσίας ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ λάβει γνῶσιν καὶ νὰ μὴ ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τῆς περιουσίας τῆς καταλειφθείσης εἰς τὸ Ἔθνος ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ, ἐζήτησα, λέγω, νὰ εἴπῃ ἡμῖν, ἂν παρεδόθη ποσόν τι ἐκ τῆς περιουσίας αὐτῆς, διότι παρῆλθε χρόνος περίπου ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, πόσον ποσὸν κατετέθη, εἰς ποίους κατετέθη, καὶ διατὶ δὲν κατετέθη τὸ ὅλον ἢ περισσότερον. Προεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα ταῦτα, διότι εἶχον λόγον νὰ ζητήσω τοῦτο. Ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ διατάσσει, ὅπως, καθ’ ὅσον περιέρχεται κληρονομικὴ περιουσία εἰς χεῖρας τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης, διανέμηται παρ’ αὐτῶν εἰς τοὺς κληροδόχους, κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον καταλείπει διὰ τῆς διαθήκης εἰς ἕκαστον αὐτῶν. Δὲν δύνανται νὰ τὴν κρατοῦν. Ἰδοὺ ἕν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν ἐκ τῆς διαθήκης οἱ κληροδόχοι. Κατ’ αὐτὸ, ἅμα οἱ ἐκτελεσταὶ ἄρχωνται τῆς διανομῆς, δέον νὰ διανέμουν αὐτὴν ἀναλόγως· ἂν δὲ δὲν διανέμουν ἀναλόγως, δὲν θ’ ἀμφισβητήσῃ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι παραβιάζεται ἡ διαθήκη. Τοῦτο, ἂν συνέβη, πρέπει νὰ γείνῃ γνωστόν. Ἤκουσα ὅτι ἡ διανομὴ δὲν ἐγένετο ἐνίοτε ἀναλόγως· ἂν δὲ τοῦτο ἦναι ἀληθές, τότε ἐγένετο κακὴ χρῆσις τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς διαθήκης ἔλαβον οἱ ἐκτελεσταί. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν βραδύτητα ὁ ἔντιμος προλαλήσας, εἶπεν, ὅτι ἡ περιουσία Ἀβέρωφ συνίσταται εἰς χρεώγραφα καὶ ἀγροτικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ πωληθοῦν. Ἐγὼ πιστεύω τὸ ἐναντίον. Χρεώγραφα Αἰγυπτιακὰ καὶ Ἑλληνικὰ εἰς χρυσὸν εἶναι ἐκ τῶν εὐκόλως πωλουμένων. Καὶ τοῦτο λέγω χωρὶς ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας εἶχον ὑποτιμηθῆ τὰ χρεώγραφα· ἀλλ’ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐντολῆς των νὰ ἐννοῇ, ὅτι δύναται ν’ ἀναβάλληται ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἡ πώλησις τῶν χρεωγράφων, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνώμαλος κατάστασις τῶν ἐν Εὐρώπῃ, ἡ φέρουσα τὴν ὑποτίμησιν, καὶ ὅτι τὰ χρεώγραφα αὐτὰ πρέπει ἐπ’ ἀόριστον χρόνον νὰ μένουν ἀνεκποίητα. Τοιοῦτον δικαίωμα οἱ ἐκτελεσταὶ δὲν ἔχουν οὔτε ἐκ τῆς διαθήκης, οὔτε ἐκ τοῦ νόμου. Ἄλλως νομίζω ὅτι εὑρίσκονται ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἰς τοιαύτην κατάστασιν τὰ χρεώγραφα, καὶ ἔπρεπε νὰ πωληθοῦν, καὶ νὰ μὴ στερῶνται οἱ κληροδόχοι τῆς προσόδου τῶν κληροδοτημάτων. Ἐπίσης δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ πωληθοῦν ἀγροτικὰ κτήματα ἐν Αἰγύπτῳ. Ἐν Θεσσαλίᾳ, ἂν θελήσητε σήμερον νὰ πωλήσητε γαίας ἀξίας, οἵας αἱ τοῦ Ἀβέρωφ, δὲν θὰ ἦναι τόσον εὔκολον, διότι ἐκτὸς τῆς ἀσφαλείας ἐλλείπουν καὶ τὰ κεφάλαια πρὸς ἀγορὰν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐν Αἰγύπτῳ δὲν ὑπάρχουν χρήματα, ὅπως εἰς τὰς τιμὰς τὰς προσηκούσας ἀγορασθῶσι κτήματα, οἷα τὰ τοῦ Ἀβέρωφ, κτήματα ἀρδευόμενα ὑπὸ τοῦ Νείλου καὶ ἑπομένως ἀξίας βεβαίας. Γνωρίζω μάλιστα, ὅτι αἱ γαῖαι αὗται πρό τινος εἶχον μεγάλην ἀξίαν, καὶ ἐπικερδῶς ἠδύναντο νὰ πωληθῶσιν ὑπὸ τῶν ἐκτελεστῶν. Ἐν τούτοις δὲν ἐπωλήθησαν, πρὸς ἔκπληξιν ὅλων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἄλλοι λόγοι ἢ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, θὰ ἐκώλυσαν τὴν ταχεῖαν πώλησιν τῶν γαιῶν. Ἤκουσα ὅτι οἱ ἐκτελεσταὶ περιμένουν τὴν ἐσοδείαν, ὅπως οἱ χωρικοὶ λαμβάνοντες χρήματα δύνανται νὰ διαθέσωσιν αὐτὰ, καὶ προέλθῃ συναγωνισμός. Ἀλλὰ παρῆλθε τοσοῦτος εἰς μάτην χρόνος, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ δικαιολογία δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή. Ὁπωσδήποτε δικαιολογίαι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εὑρίσκωνται ἑκάστοτε, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι, ὅτι αἱ γαῖαι μένουν ἀπώλητοι τοσοῦτον χρόνον. Τοῦτο εἶναι ἐπιζήμιον, οὐ μόνον διότι οἱ κληροδόχοι στεροῦνται τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ διότι ἐξακολουθοῦν τὰ ἔξοδα τῆς δῆθεν ἐκκαθαρίσεως, ἅτινα δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἦναι μεγάλα, ἐξακολουθοῦν δ’ ἐπὶ λίαν ἀμφιβόλοις ἐλπίσιν, ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα θὰ καλυφθῶσιν ὑπὸ ἀνωτέρων τιμῶν, ἃς βραδύτερον θὰ ἐπιτύχωσιν. Οὕτως ἀναλαμβάνουσι μεγάλας εὐθύνας, ἐνῷ εὐθύνας δὲν πρέπει ν’ ἀναλαμβάνωσιν οἱ ἐκτελεσταί. Τοῦτο τοὐλάχιστον δὲν ἐνόει ὁ διαθέτης. Δὲν νομίζω δὲ, ὡς παρὰ πολλοῖς ἐσφαλμένως ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ ἐκτελεσταὶ τῶν διαθηκῶν, ἐκτελεσταὶ λαβόντες ἐντολὴν παρὰ διαθέτου, εἶναι ἀπόλυτοι κύριοι, καὶ ὅτι δύνανται νὰ διαχειρίζωνται ὅπως βούλονται τὴν περιουσίαν, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἔχει ἐξουσίαν νὰ θέσῃ περιορισμὸν εἰς τὴν ἀμέλειαν ἢ τὴν αὐθαιρεσίαν αὐτῶν. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι καὶ ὁ νόμος καὶ τὰ Δικαστήρια ἔχουν τὴν ἐξουσίαν νὰ περιορίσουν τοὺς ἐκτελεστάς, οἱ ὁποῖοι ὑπερέβησαν τὰ πρέποντα ὅρια περὶ τὴν ἐκκαθάρισιν, γενόμενοι διαχειρισταὶ τῆς περιουσίας, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ προβῶσιν εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι νομίζω, ὅτι αὗται δὲν θὰ μείνωσιν ἄνευ κέρδους, καὶ τὸ κέρδος εἶναι, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἀδικαιολόγητος ἀμέλεια τῶν ἐκτελεστῶν καὶ ἀθεράπευτος δι’ ἄλλων μέσων, θὰ γείνῃ προσφυγὴ εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐνώπιον αὐτῶν εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ἐκτελεσταὶ διὰ πᾶν ὅ,τι κακῶς ἔπραξαν ἢ παρέλιπον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς των. Ὀφείλουν ν’ ἀποζημιώσουν τοὺς κληροδόχους, ἀφοῦ δὲν περιωρίσθησαν εἰς ἐκκαθάρισιν, ἀλλὰ προέβησαν εἰς διαχείρισιν. Ἂν τὰ Δικαστήρια κρίνουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσουν, θ’ ἀντικαταστήσουν αὐτοὺς, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἔντιμοι.

§31Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω μὲ δύο λέξεις εἰς τὸν κύριον Δεληγεώργην, πεποιθὼς ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλει λείψῃ νὰ παράσχῃ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ ἀσφαλεῖς πληροφορίας, τὴν θέλει, λέγω, ὀκνήσει νὰ φέρῃ αὐτὰς, ἵνα μὴ ῥίπτωνται δισταγμοὶ περὶ τῆς ἐντιμότητος καὶ τῆς ἀκριβείας, μεθ’ ἧς οἱ ἐκτελεσταὶ ἐκπληροῦσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον...

§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διαμαρτύρομαι. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.

§33ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. .. καίτοι δισταγμοί, οἱ ὁποῖοι ῥίπτονται χωρὶς νὰ ἀξίζωσι νὰ τύχωσι προσοχῆς, δύνανται νὰ μείνωσι καὶ ἄνευ ἀπαντήσεως. Πάντως ὅμως ἐπιβάλλεται, διότι ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, πάντως ἐπιβάλλεται νὰ διαψευσθῶσιν ἐπισήμως, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει τοὺς διαψεύσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ προχείρως θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος σπεύδων καὶ προχείρως ἦλθεν ἐνταῦθα νὰ ῥίψῃ αἰτιάσεις. Μόνον κατὰ τὸ τέλος Μαΐου καὶ ἀρχομένου τοῦ Ἰουνίου ἡ Τράπεζα ἡ Ἀγγλικὴ, εἰς ἣν ἦσαν κατατεθειμένα τὰ χρεώγραφα, μόνον τότε ἠδυνήθη νὰ κανονίσῃ τὸν περὶ κληρονομίας φόρον, τὸν ὁποῖον ἤθελον πληρώσει εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, καὶ εὐθὺς ἀμέσως τὸν Ἰούνιον τὰ χρεώγραφα παρεδόθησαν εἰς τὸν Hambro, οὗτος δὲ ἐπώλησεν αὐτὰ, καὶ ἑπομένως οὐδὲ πώλησις ἐγένετο παρὰ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης, οὔτε ἀνεμίχθησαν οὗτοι εἰς τὴν πώλησιν, οὔτε δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐγένετο ζημία τις εἰς τὰ κληροδοτήματα. Λοιπὸν μόνον τὸν Ἰούνιον ἐπληρώθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ὁ φόρος, καὶ ἀμέσως κατετέθησαν τὰ χρεώγραφα, ὡς βεβαίως ἐνθυμεῖται ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ περὶ κτημάτων, δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συζητήσω ἐπὶ πλέον. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει κτήματα ἐν Θεσσαλίᾳ· προκειμένου δὲ νὰ πωλήσῃ ἓν τῶν κτημάτων τούτων, βεβαίως δὲν θὰ τὸ πωλήσῃ μετὰ τοσαύτης εὐχερείας, μεθ’ ἧς ὁμιλεῖ περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐν Αἰγύπτῳ κτημάτων· προκειμένου καὶ περὶ ὀλίγων λιρῶν, θέλει σκεφθῇ. Τοῦτο δὲ πρέπει κατὰ μείζονα λόγον νὰ πράττωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅταν πρόκηται περὶ ἐθνικῆς περιουσίας.

§34Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν λανθάνει βεβαίως τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀφετηρία τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν σκαφῶν τοῦ στόλου εἶναι θλιβερὸν συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον ἐν Ναυστάθμῳ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἓν τῶν τορπιλλοβόλων ἀνετινάχθη, ὅτι ἐγένοντο μακραὶ συζητήσεις ἐνταῦθα, καὶ ὅτι ἀνησυχίαι μεγάλαι κατέλαβον ἅπασαν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα τότε εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου, ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προσήγαγεν ἔγγραφά τινα, δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ διαλευκάνῃ τὴν θλιβερὰν ὑπόθεσιν, ἡ συζήτησις δὲν ἔλαβε πέρας. Ἀτυχῶς δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι διέταξε τὴν ἀνέλκυσιν τοῦ σκάφους, διὰ νὰ ἐξακριβωθῶσι τὰ αἴτια, τὰ προκαλέσαντα τὴν ἔκρηξιν τοῦ λέβητος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12 τορπιλλοβόλου. Ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος εἶχε ζητήσει 39, νομίζω, ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐσχετίζοντο πρὸς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, καὶ ἐγὼ δ’ ἐπίσης εἶχον ζητήσει πληροφορίας κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ τὰς φέρῃ· ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν ἐπιοῦσαν διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἤλπιζον δὲ ὅτι θὰ τὰς ἔφερε σήμερον. Ἐκτὸς ὅμως τούτου τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔδωκεν ὁπωσδήποτε ἀπάντησιν πρόχειρον, παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὸ καταβυθισθὲν τορπιλλοβόλον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀναφέρων τὰ περὶ ὧν πρόκειται πλοῖα, τουτέστι τὰ τορπιλλοβόλα καὶ τὰς ἀτμοτελωνίδας, εἶπεν, ὅτι ἡ διάλυσις αὐτῶν ἀποτελεῖ τὸν πρόλογον τῆς διαλύσεως ἑτέρων σκαφῶν. Βεβαίως ἡ ἔκθεσις ἐκείνη θ’ ἀναφέρῃ καὶ περὶ ἑτέρων πλοίων, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει φροντίσει νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον. Ἐπιθυμῶ πολὺ νὰ μάθω, διὰ τίνας λόγους ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῶν μὲν, ἐπιφυλάσσεται δὲ ν’ ἀποφασίσῃ βραδύτερον περὶ τῶν ἄλλων;

§35Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα ὡς διαλυτέα, ἐξητάσθησαν ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δι’ ἐκθέσεώς της ἔκρινεν αὐτὰ ἐντελῶς ἄχρηστα. Διὰ τοῦτο θέλω προβῆ εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῶν ὡς ἀχρήστων καὶ ἐπιβαρυνόντων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλα πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ, ὁ μὴ ναυτικὸς, ὁ μὴ ναυπηγὸς, θεωρῶ βάρος διὰ τὸ ναυτικόν· ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν ἔχω εἰσέτι ἔκθεσιν, καὶ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ τὰ διατηρῶ ἀκόμη.

§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω ἐπιπροσθέτως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Μεταξὺ τῶν πόρων τοῦ Ναυτικοῦ Ταμείου περιλαμβάνεται καὶ ἡ περιουσία τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἡ Κεντρικὴ αὕτη Ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖ νομικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡρισμένον σκοπὸν καὶ ὡρισμένους πόρους. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν, ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἐνώπιόν της τὸ Καταστατικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν τελευταίαν ἔκθεσιν τῆς διοικούσης τὸ Ταμεῖον τοῦτο Ἐπιτροπῆς, ἵνα γινώσκωμεν τὰ κατὰ τὴν περιουσίαν ταύτην καὶ εἰς τίνα πράγματι ἀνήκει, καὶ οὕτως ἐν γνώσει προσπαθήσωμεν νὰ συνδυάσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τοῦ νομικοῦ προσώπου.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.

§38Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμέμφθη ἐμοῦ ἐν τῇ προχθεσινῇ ἀγορεύσει του, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχον παραστήσει δυσμενῶς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ὡς ἀποδεικνύεται τοῦτο σήμερον ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Δέν μοι φαίνεται ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός. Τί ἔλεγον ὡς πρὸς τὰ εἰσοδήματα ἐν τῇ ἐμῇ ἀγορεύσει; Ὅτι «ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1898 ὤφειλε τὸ 1899 νὰ παρουσιάσῃ 117,937,000 δραχμὰς ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν καὶ προφορικῶς καὶ διὰ τῆς ἐπισήμου εἰσηγητικῆς αὐτοῦ ἐκθέσεως, ὅτι δὲν προσεδόκα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἄνω τῶν 107,000,000. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν προφορικὴν βεβαίωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἅπαντες ἐνθυμεῖσθε τοῦτο· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἔγγραφον δήλωσιν, σημειῶ ὑμῖν ἐνταῦθα, ὅτι ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, σελίδι ϛʹ, ἀναφέρει, ὅτι τὰ εἰσοδήματα ἤθελον εἶσθαι 108,263,000 δραχμαὶ, περιλαμβανομένων καὶ 1,268,000 δρ. προερχομένων ἐκ τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου τοῦ 1898, αἵτινες ὅμως δὲν περιελήφθησαν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, διότι δὲν εἶχον ἐξαντληθῆ αἱ ἀποθῆκαι σταφιδοκάρπου τοῦ 1898. Ὥστε, ἐὰν ταῦτα ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τῶν 108,263,000, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέρχεται εἰς 106,995,000 δραχμάς. Τόσα ἀνέμενεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἐνῷ ἐγὼ ὑπεδείκνυον αὐτῷ, ὅτι ὤφειλε νὰ εἰσπράξῃ 117,937,000.

§39Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 δὲν ἀναγράφει ἰδιαιτέρως τὸν ἐκ τεσσάρων δραχμῶν ἔγγειον ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρον, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη ἡ παρακράτησις. Κατὰ τὸ ἔτος 1899 δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἰσπραχθῇ ἡ παρακράτησις διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, διότι μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὸ παρακράτημα διαχειρίζεται πλέον ὑπὸ ταύτης.

§40ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἔπρεπεν ἐκ τοῦ ἐμοῦ ὑπολογισμοῦ νὰ ἐκπεσθῇ τὸ 1,000,000 δι’ ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡς ἐκ τῶν ψηφισθέντων πέρυσιν εὐεργετικῶν ὑπὲρ αὐτῆς νόμων, ἀλλὰ πάλιν εὑρισκόμεθα σχεδὸν εἰς τὰ 117,000,000. Παραδέχομαι ἐπίσης, ὅτι εἰς τὰ τελωνεῖα ἐπῆλθεν ἐλάττωσις ἀνερχομένη εἰς 1,634,000· ὥστε ἔπρεπε καὶ ταῦτα ν’ ἀφαιρεθῶσι, καὶ οὕτω τὰ εἰσπραχθέντα νὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς 115,000,000. Καὶ ἰδού, ὅτι εἰσεπράχθησαν, ὡς μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, 111,368,000.

§41Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν ἐμνημόνευσα ὑμῶν ἢ τῶν ἄλλων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς ἰσχυρισθέντων ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἐπρόκειτο νὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα. Ἐγὼ μνείαν ὑμῶν ἐποιησάμην προκειμένου περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Εἶπον ὅτι ὑμεῖς, ὡς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς μειονοψηφίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προεβλέψατε ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἄνω τῶν δραχ. 6,000,000. Ὑμεῖς ἀγορεύσαντες ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς μειονοψηφίας εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἀναβιβάσασα τὸ ἔλλειμμα εἰς 6,000,000. Ὑμεῖς νῦν παρατηρεῖτε, ὅτι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου περὶ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως 1899 εὑρέθην ἐκ τῶν ἐπιτευχθέντων ἀποτελεσμάτων κάτω τῆς ἀληθείας. Τοῦτο δὲν μὲ δυσαρεστεῖ. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου περὶ τοῦ μέλλοντος προτιμῶ νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τῷ μετρίῳ καὶ οὐχὶ ἐν ὑπερβολῇ.

§42ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας, ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει ἀνέφερα, ὅτι αὗται κατὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλον ν’ ἀνέλθωσιν εἰς 113 ἑκατομμύρια, προσέθετον δὲ αὐτολεξεί: «Καὶ ἀπέναντι τούτων ἔχομεν τὰς πιθανὰς εἰσπράξεις τοῦ 1899 ἐξ 107 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὰς προφορικὰς καὶ ἐγγράφους διαβεβαιώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλπίζει, ὅτι τοσαύτη διαφορὰ θὰ καλυφθῇ διὰ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Εἴθε, ἀλλὰ δὲν πιστεύω οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ ἐλπίζῃ τοῦτο.» Ἀληθῶς οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ ἐλπίσω, ὅτι τοσαῦται πιστώσεις ἠδύναντο νὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι, οὐδὲ σήμερον, Κύριοι, δύναμαι ἀκόμη νὰ πεισθῶ, ὅτι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα· ἐλπίζω δέ, ὅτι μετὰ τὰς ὀλίγας ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας θέλω δώσει ὑμῖν, θέλετε πεισθῆ καὶ ὑμεῖς, ὅτι εἶναι ποσὰ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δέον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ 104,588,500 δαπανῶν, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλά, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι μέχρι πρὸ ὀλίγου, πρὶν ἢ γνωρίσωμεν τὰ τελευταῖα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶχον καὶ ἐγὼ ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα ἤθελον εἶσθαι πολὺ μεγαλείτερα, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην, Κύριοι, δὲν εἶχον σχηματίσει ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν· ἀτυχῶς τὴν εἶχον σχηματίσει στηριζόμενος εἰς ἔγγραφα ἐπίσημα, εἰς καταστάσεις ἐπισήμους, ἀπορρεούσας ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Κύριοι, ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς γενικῆς λογοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς 30 Σεπτεμβρίου εὑρίσκετε ἀναγεγραμμένας ὡς δαπάνας τοῦ 1899 δραχ. 97,208,983. Εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ ἐξετάσω περὶ τῆς πραγματικότητος καὶ ἀκριβείας τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐξήτασα δὲ κυρίως, ἂν τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους ἦσαν ὁλόκληρα ἀναγεγραμμένα· εὗρον δὲ ἐν τῇ αὐτῇ καταστάσει, ἐν τῇ μερίδι τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ὑπὸ στοιχ. Εʹ καὶ τίτλον «Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή. Λογαριασμοὶ καταθέσεως παρ’ αὐτῇ, εἰσπράξεις ἐξ ὑπεγγύων προσόδων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια», χρεωμένην τὴν μερίδα ταύτην μὲ μόνον 16,764,797 δραχ. Ὡς γνωστὸν, ἡ μερὶς τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς χρεοῦται μὲ ὅσας εἰσπράξεις ἐνεργεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ, τοὐναντίον δὲ, ὁσάκις καταβάλλῃ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τοὺς δανειστὰς, πιστοῦται αὕτη, καὶ χρεοῦται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἔπρεπε λοιπὸν ν’ ἀνεύρω ἐν τῇ μερίδι ταύτῃ ἅπαντα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀπέναντι τοῦ δημοσίου χρέους, ἐκτὸς ὀλίγων τινῶν, ἅτινα δὲν ἀφορῶσι τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, ὁποῖοι εἶναι οἱ τόκοι τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὸ χρεωλύσιον τοῦ πατριωτικοῦ δανείου, τὰ ἔξοδα πρὸς παραλαβὴν καὶ ἐξέλεγξιν τῶν τοκομεριδίων κλπ. Ταῦτα ὅμως, Κύριοι, ἅπαντα δὲν ἀνέρχονται εἰς 300,000 δραχμὰς, ἅπαν δὲ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ 30,000,000 ὤφειλε νὰ ὑπάρχῃ εἰς χρέωσιν τῆς μερίδος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀντὶ τούτου δὲν εὑρίσκω, ὡς εἶπον, τὴν μερίδα τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς χρεωμένην τὴν 30 Σεπτεμβρίου μὲ 16,764,797 δραχμάς. Λοιπὸν ἔλειπον ἐκ τῆς μερίδος τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὲρ τὰ 13,000,000 δραχμῶν. Βεβαίως τὸ συμπέρασμα τὸ φυσικὸν διὰ πάντα γνωρίζοντα ὀλίγον τὴν λογιστικὴν ἦτο, ὅτι ἀκόμη δὲν εἶχε γείνῃ ἡ χρέωσις τῶν 13,000,000 εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν εἶχε πιστωθῆ ἡ μερὶς τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἄν λοιπὸν ἐχρεοῦντο τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 καὶ μὲ τὰ 13,000,000, ἐὰν δηλ. προσετίθεντο ταῦτα εἰς τὰ 97,000,000, περὶ ὧν εἴρηται, θὰ ἐφθάνομεν εἰς δρ. 110,500,000. Ταῦτα, Κύριοι, ἐξάγονται ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Κράτους, ταῦτα εἶναι τὰ μόνα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατό τις νὰ ἐξαγάγῃ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1900. Ἐὰν λοιπὸν τὴν σήμερον τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἀλλοῖα, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ ἐπίσημος ἦτο λελανθασμένη. Ἀφίνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ μετὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς σοβαρότητος τῆς ἐμπρεπούσης εἰς Σῶμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἀναμένει τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν πραγμάτων, περὶ τοῦ ἀτόπου τούτου.

§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἀνὰ χεῖρας τὸν πίνακα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1899. Περιμένετε ἐκ τοῦ πίνακος τούτου νὰ ἴδητε πόσα ἐπληρώθησαν παρὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899;

§44ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.

§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εὑρέθητε ἐν πλάνῃ· διότι, ὡς γινώσκετε, καὶ γινώσκουσι πάντες, ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἅμα τῇ λήξει τοῦ ἔτους ἐνεργεῖ τὰς πληρωμὰς, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὰ πλεονάσματα τὰ κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων ἀνήκοντα εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, ἤτοι τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν. Ἑπομένως ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς πρώτης τριμηνίας τοῦ 1900 ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένων εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἐνήργησε τὰς πληρωμὰς τῆς χρήσεως τοῦ 1899, καὶ συνέταξε τὸν ἰσολογισμόν. Ὡς ἐκ τούτου δὲ βραδύνει καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους πολλάκις καὶ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, ἰδίως τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας. Ὅταν ὁ ἰσολογισμὸς οὗτος τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς καταρτίζηται ἄρτιος, διαβιβάζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους, τοῦτο δὲ, ἐὰν ὑπάρχωσί τινες διαφοραὶ, συνεννοεῖται μετὰ τοῦ προϊσταμένου τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκδίδει τὰ προσήκοντα ἐντάλματα. Ἀλλὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Διεθνοῦς ὁ λογαριασμὸς οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν τακτοποίησιν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφορῶσι τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκδοτέα. Ἑπομένως κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, ὅτε εὑρίσκετε ἐν τῷ πίνακι τὸν ἐκκρεμῆ λογαριασμὸν τῆς εἰσπράξεως ἐπὶ τῇ χρεώσει καὶ τῇ πιστώσει τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, βεβαίως δὲν ἀνευρίσκετε ἁπάσας τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς δαπάνας τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Προχθὲς, ὅτε εἰσῆγον τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς μὲ διέκοψεν, ἐπικαλεσθεὶς μίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνὰ χεῖρας, τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ μηνὸς Ἰουλίου. Ἐξεδήλου ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἀπορίαν του, πῶς κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν φαίνεται πληρωθὲν τὸ ἐπιβαρῦνον τὸ Κράτος ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας. Παρετήρησα προχείρως, ὅτι δυστυχῶς ἕνεκα τῆς βραδείας συντάξεως τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς καὶ ἕνεκα ἑτέρων τινῶν προπαρασκευαστικῶν ἐργασιῶν, ὅπως εὑρεθῇ τὸ τμῆμα πρὸς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν ἐν συμφωνίᾳ, ἐπιβραδύνεται ἡ ἔκδοσις τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων. Ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἐπήγαζεν ἡ ἀπορία τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν τότε προέβαλον τὴν εἰρημένην παρατήρησιν· κατελθὼν ὅμως τοῦ βήματος καὶ μελετήσας τὴν κατάστασιν, παρετήρησα ὅτι δὲν ὑπῆρχε λάθος ἐν τῇ καταστάσει, ἡ δὲ ἀπορία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ προέκυψεν ἐκ τῆς ἐπιπολαίου ἐντυπώσεώς του κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως ἐκείνης. Παραπέμπω αὐτὸν εἰς τὴν σελίδα 823 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, παρετήρησα ὅτι ὄντως ἀναγινώσκεται ὁ ὑπ’ αὐτοῦ μνημονευθεὶς ἀριθμὸς, ἀλλ’ ἀναγινώσκεται εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἐξόδων καὶ οὐχὶ τῶν ἐσόδων, δηλ. εἰς τὴν σελίδα 823. Ἐὰν δὲ ἤθελε νὰ εὕρῃ τὰ ἔσοδα, ἔπρεπε νὰ τὰ εὕρῃ εἰς τὴν σελίδα 820. Ἄλλως τε γινώσκει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ὑπάρξῃ λάθος, διότι ἐν τῇ οἰκείᾳ στήλῃ τῆς καταστάσεως στερεοτύπως ἀναγράφονται τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα.

§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω ὅταν τελειώσῃ ὁ κ. Νέγρης.

§47Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς, ἐκ τίνος συλλογισμοῦ, ἐκ τίνος ἀφετηρίας, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἤχθη εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ πίναξ τῆς ληψοδοσίας ἐνέβαλεν αὐτὸν εἰς κἄποιαν ἀπορίαν, ὅτι 13,000,000 ὅλα δὲν εἶχον καταλογισθῆ μεταξὺ τῶν ἐξόδων. Ἐγὼ γινώσκω τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ὑποθέτω, πάντες οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν γινώσκουσιν, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάρυνον τὸ Κράτος ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, πᾶσαι ἐτακτοποιήθησαν κατὰ τὸ 1900, νομίζω δὲ, ὅτι εἰς τὸ τέλος Σεπτεμβρίου ἦσαν ἤδη κατανεμημέναι μεταξὺ των. Εἶχε χρεωθῇ ἡ μερὶς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, μὲ τὸ ποσὸν ὁλόκληρον, τὸ πληρωθὲν συμφώνως πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἄλλως τε αὐτὸ εἶναι εὔκολον νὰ ἐξελεγχθῇ, ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εἶχον πληρωθῆ 25,162,123, νομίζω, διότι τινὰ τῶν ἐνταλμάτων δὲν εἶχον ἐκδοθῆ.

§48ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, τὴν κατάστασιν αὐτὴν, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὴν ἐλάβετε σήμερον, φέρει δὲ ἀριθμὸν 148, ἐνῷ εἴχομεν λάβει πρὸ πολλοῦ τοὺς μεταγενεστέρους ἀριθμούς. Ἐννοεῖται, ὅτι ἀκριβῶς ἡ ἔλλειψις αὕτη τῆς καταστάσεως—καὶ ἔλλειψις μὴ δεδικαιολογημένη, ἀφοῦ ἔχομεν λάβει τὰς μεταγενεστέρας καταστάσεις,—δὲν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι εὐάρεστον διὰ τοὺς ἀκολουθοῦντας τὰ λογιστικά.

§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν μὲν κατάστασιν συνέταξε τὸ Ταμιακὸν Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν δὲ πίνακα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τὸ Γενικὸν Λογιστήριον.

§50ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν σκοπὸς τῶν διακοπῶν σας εἶναι, ὅπως ἀντιλαμβάνησθε καλλίτερον τῶν ὅσα λέγω, εἶσθε ἐλεύθερος.

§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν.

§52ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ φωτίσητε τὴν Βουλήν...

§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μὲν διὰ νὰ φωτισθῶ ἐγὼ, τὸ δὲ διὰ νὰ συντελέσω, ὅπως φωτισθῇ καὶ ἡ Βουλή.

§54ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, πρόκειται περὶ τοῦ γενικοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, πρόκειται δηλ. περὶ λογαριασμῶν γραφομένων κατὰ τὸ σύστημα τὸ διπλογραφικὸν, δηλ. ὁσάκις χρεοῦται μερίς τις, πρέπει νὰ πιστῶται ἑτέρα. Λοιπὸν κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου εἶχε χρεωθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὲ τὸ δημόσιον χρέος 25,000,000. Ὤφειλε λοιπὸν κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν νὰ ἔχῃ πιστωθῆ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου. Τούτου μὴ γενομένου, ἢ πιστωθείσης ἄλλης μερίδος ἀντ’ αὐτοῦ, βεβαίως ἀπεκρύπτετο ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἀρκετὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω τὴν οὐσίαν. Αὐταὶ μόνον εἶναι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἤτοι τὰ 104,588,500, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός; Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν του ἀνέφερεν ὡς ἔξοδα δημοσίου χρέους δραχ. 29,695,000, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμός, ὡς προεῖπον ὑμῖν, ἀνέρχεται εἰς 30,234.000. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, πρόκειται ἐδῶ περὶ προϋπολογισμοῦ ἐπιδεχομένου αὐξομειώσεις; Γνωρίζετε ὅτι τὰ δάνειά μας εἶναι ὡρισμένα, οἱ τόκοι ὡρισμένοι, τὰ χρεωλύσια ὡρισμένα. Δὲν πιστεύω νὰ ὑποθέσητε ποτὲ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου δικαιοῦται νὰ δώσῃ ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα χρεωστοῦμεν. Λοιπὸν δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ διαφορά, τὴν ὁποίαν σημειῶ ἐνταῦθα, δικαιολογεῖται· εἶναι δὲ αὕτη 539,000 δραχ. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μόνον; Ἐν τῇ τελευταίᾳ Συνόδῳ εἶχον ἐξηγήσει ὑμῖν διὰ μακρῶν, ὅτι τὰ πλεονάσματα τοῦ 1899, ἅτινα ἀνέρχονται κατὰ τοὺς λ)σμοὺς τοῦ Ἐλέγχου εἰς 2,213,000, ὡς καὶ ἐκεῖνα τοῦ 1898, εἶχον παραλειφθῆ ἐντελῶς εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη ν’ ἀναγράψῃ τὰ τοῦ 1898, καὶ ταῦτα ὄχι ἅπαντα, ἐπειδὴ ἐκ τῶν πλεονασμάτων ἡ Ἐπιτροπὴ κονδύλιόν τι ἐκ δραχ. 576,545 τοῦ 1898, μὴ δυνάμενον νὰ διανεμηθῇ, διότι δὲν συνεπληροῦτο ὁλικὸς ἀριθμὸς ἀναγκαῖος πρὸς διανομὴν κατὰ τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου, τὸ εἶχε μετατρέψει εἰς χρυσὸν, τὸ εἶχε τοκίσει πρὸς ὄφελος τῶν δανειστῶν, καὶ τὸ ἐκράτει, ὅπως τὸ διανείμῃ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Τοῦτο ἔπραξε καὶ διὰ τὰ πλεονάσματα τοῦ 1899, ἀνερχόμενα εἰς 2,213,000, καὶ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899 τὰ διένειμεν εἰς τοὺς δανειστάς, ὡς ἀναφέρεται καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς (σελ. 9 καὶ 10). Τὸ σύνολον λοιπὸν εἶναι 2,790,192 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι διενεμήθησαν ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899, καὶ δὲν εἶναι ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἕτερον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ νὰ δώσητε μεγίστην προσοχήν. Πρόκειται περὶ τῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον ταμεῖον δίδει εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895, ἐκτὸς τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ καὶ δίδει ὡς συνδρομὴν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, οἱ διάφοροι ταμίαι, βεβαίως τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προκαταβάλλουσιν εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους ποσὰ σπουδαῖα. Οὕτω προκατεβλήθησαν: Τὸ 1897 δρ. 1,202,000, τὸ 1898 δρ. 834,000, τὸ 1899 δρ. 1,341,000. Καὶ ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι μετὰ τὸν νόμον ΒΧϞΔʹ, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν τελευταίως περὶ τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ δι’ οὗ διαγράφεται μέρος τῶν ὀφειλῶν τῶν Δήμων, ἤθελε παύσει εἰς τὸ μέλλον τὸ Δημόσιον χορηγοῦν τοιαύτας προκαταβολάς. Ἀλλὰ τοὐναντίον ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1900 ὄχι μόνον δὲν ἠλαττώθησαν τὰ προκαταβληθέντα ποσὰ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἀλλ’ ἐχορηγήθη καὶ πάλιν, δῆθεν προκαταβολικῶς, εἰς τοὺς Δήμους ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου ποσὸν 1,733,000 δραχμῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, αὐτὰ τὰ ποσὰ ποῦ θὰ καταλογισθοῦν, ἀφοῦ δὲν ἐπιστρέφονται; Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἀντὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς προκαταβολὰς ταύτας καὶ τὰς ἀναγράψῃ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν του ὡς δαπάνας, πράττῃ τὸ ἐναντίον, διαγράφον πιστώσεις ἐκ τοῦ κεφαλαίου «συνδρομὴ εἰς τοὺς Δήμους», μοὶ φαίνεται, λέγω, ὅτι ἡμᾶς αὐτοὺς ἀπατῶμεν. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ κονδύλιον τῶν 1,341,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη κατὰ τὸ 1899 εἰς τοὺς Δήμους, δέον νὰ προστεθῇ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ 1899.

§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1900.

§56ΝΕΓΡΗΣ. Τοῦ 1899.

§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1900 εἴπετε πρίν.

§58ΝΕΓΡΗΣ. Ἀνέφερα καὶ τὸ 1900, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τὸ πληρωθὲν κατὰ τὸ 1899 εἶναι 1,341,000. Οὕτω τὰ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1899 παραλειφθέντα κονδύλιά εἰσι τὰ ἑξῆς:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
539,000δρ.ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους.
2,790,172» » » » »
1,341,425» ἐκ τῶν προκαταβολῶν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.
4,670,597 ἐν ὅλῳ.

Ἀπέναντι δὲ τούτων ἔχομεν τὰ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰ ὁποῖα λίαν εὐλόγως περιώρισεν εἰς 2,870,265, ἀφαιρέσας τὸ εἰσόδημα, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς παρακρατήσεως τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897. Ἄρα ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἀφίνει ἔλλειμμα 1,800,332 δραχμῶν. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν ἀποκρύπτω ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι μικρὸν, ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899, καὶ δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι παρουσιάζεται τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τὴν μεμφθῶ διὰ τὴν ἄκραν αὐτῆς αἰσιοδοξίαν. Εἶναι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν τόσον εὐοίωνος, ὡς τὴν παρέστησαν ἡμῖν; Εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ δαπανήσωμεν ὑπὲρ τοῦ στόλου καὶ τοῦ στρατοῦ; Οὐδεὶς ὁ μὴ θέλων τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος του, ὁ μὴ θέλων στρατὸν ἀξιόμαχον καὶ στόλον ἄξιον τοῦ ἐνδόξου ἡμῶν παρελθόντος. Ἀλλὰ πῶς ταῦτα θ’ ἀπολαύσωμεν; Διὰ λόγων; Ἐν ὅσῳ περισσεύματα δὲν παρουσιάζονται, ἐν ὅσῳ ταῦτα δὲν ἀνέρχονται εἰς ἑκατομμύρια, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ σκεπτώμεθα περὶ αὐξήσεως δαπανῶν. Διότι αἱ δαπάναι δὲν μᾶς φέρουσιν εἰς νίκας, ἀλλ’ εἰς καταστροφάς. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν ὁποία ἡ θέσις ἡμῶν. Πρὸς τοῦτο δέον νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Δημοσίου εἰς χρῆμα αὐξάνει ὁσημέραι ἢ ἐλαττοῦται, καὶ θέλω ἀναζητήσει τοῦτο κατὰ τὴν περίοδον τὴν μεταξὺ 30 Ἰουνίου 1899 καὶ 30 Ἰουνίου 1900. Ἐξέλεξα τὴν περίοδον ταύτην, διότι κατ’ αὐτὴν οὐδεμία ἐπῆλθε δυστυχία, οὔτε ἐπηρεάσθησαν τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους ἐξ οἱασδήποτε ἀπροσδοκήτου αἰτίας. Λοιπὸν κατὰ τὴν 30 Ἰουνίου 1899 ὑπῆρχον:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ὑπόλοιπα ἐν τοῖς ταμείοις καὶ τελωνείοιςδρ.20,969,104
Κατάθεσις τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν
Ἐθνικὴν Τράπεζαν » 7,416,376
Κατάθεσις εἰς χρυσὸν 458,000, ἅτινα πρὸς
1,50 δρ. δίδουν » 687,298
Κατάθεσις ἔντοκος τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν
Ἐθνικὴν Τράπεζαν » 18,490,000
ἤτοι δρ.47,562,768

Δίκαιον ὅμως, διὰ νὰ ἔχωμεν παραβολὴν τακτικήν, νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου πάσας τὰς εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα παρακαταθήκας, εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνονται καὶ αἱ 4,000,000 δραχμαί, αἵτινες παρεδόθησαν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἀνέρχονται δὲ αἱ παρακαταθῆκαι εἰς 25,987,593 δραχμάς. Ἐπίσης εἶναι δίκαιον ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐκ δρ. 3,641,827, δηλαδὴ νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐν ὅλῳ ποσὸν ἐξ 29,629,421 δρ. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔμεινεν ὡς ἐνεργητικὸν τὸ ποσὸν 17,933,400 δραχ. ἢ 18,000,000 ὡς ἔγγιστα. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὴν 30 Ἰουνίου 1900:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ὑπόλοιπα ταμείων καὶ τελωνείων δρ.21,301,808
Κατάθεσις Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς » 1,070,552
Κατάθεσις εἰς χρυσὸν 118,808, ἤτοι» 190,044
Κατάθεσις Δημοσίου » 10,600,000
Κατάθεσις εἰς χρυσὸν 586,727, ἤτοι» 938,764
Κατάθεσις εἰς χρυσὸν 284,694, ἤτοι» 455,510
Τὸ ὅλον δρ.34,556,728

Ἂν ἀφαιρέσωμεν καὶ ἐνταῦθα τὰς παρακαταθήκας δρ. 20,323,234, τὰ ἔντοκα γραμμάτια δρ. 1,742,276, δηλαδὴ ποσὸν δραχ. 22,065,510, μένουσιν ὡς ἐνεργητικὸν δραχ. 12,491,218, ἀντὶ τῶν 18,000,000. Διαφορὰ ἑπομένως ἢ ἐλάττωσις τοῦ ἐνεργητικοῦ κατὰ 5½ ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Οὕτως ἀποδεικνύεται ἡ κατάστασις ὄχι εὐχάριστος. Καὶ ταῦτα μὲν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη καὶ τὴν τοῦ 1900. Μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου ἐξωδεύθησαν, κατὰ τὰς ἐπισήμους καταστάσεις, 38,669,792 δρ. ἢ 38,418,377 ἄνευ τοῦ δημοσίου χρέους. Τί ἐξωδεύθη κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν τὸ 1899; Τὸ ποσὸν 34,223,019 ἢ 33,968,175 ἄνευ τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἴχομεν καὶ ἔξοδα ἐκλογικά, ἅτινα, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἀνέρχονται εἰς 408,000 δραχ. Ἑπομένως αἱ ἀντίστοιχοι δαπάναι τοῦ 1899 περιορίζονται εἰς 33,560,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα. Ἐξωδεύθησαν λοιπὸν κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1900 περὶ τὰ 5 ἑκατομμύρια περιπλέον τῆς ἀντιστοίχου περιόδου τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἐὰν δὲ παραβάλωμεν καὶ πρὸς τὸ 1898, καθ’ ὃ ὑπῆρχον δαπάναι ὅλως ἔκτακτοι, θέλομεν εὕρει, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ 1900 ὑπερτεροῦν τὰς τοῦ 1898 κατὰ 4 ἑκατομμύρια ἐπὶ μόνον τοὺς 9 μῆνας. Ποῦ λοιπὸν αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, ἃς ἐπηγγέλθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτων, ἔπρεπε νὰ βλέπωμεν ἐλαττώσεις, καὶ ἐν τούτοις βλέπομεν αὐξήσεις. Βεβαίως, Κύριοι, ἀπέναντι τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας παρουσιάζει τὸ 1899, ἡ αἰφνίδιος αὔξησις τῶν δαπανῶν τῶν ἀμέσως ἑπομένων μηνῶν κατὰ πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐμβάλλει εἰς σκέψεις σοβαρὰς ἐπὶ τῆς ἀντιθέσεως ταύτης. Ἀλλὰ μήπως τὰ ἔσοδα εἶναι μεγαλείτερα, ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργός; Ἂς ἴδωμεν. Δὲν ἔχομεν δυστυχῶς τὰς καταστάσεις τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ἔχομεν ταύτας μέχρι τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, καὶ δυνάμεθα νὰ παραβάλωμεν τοὺς 9 μῆνας τοῦ 1899 πρὸς τοὺς 9 μῆνας τοῦ 1900. Ἡ παραβολὴ θέλει μᾶς ὁδηγήσει εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωσεν ὡς ἔσοδα κατὰ τοὺς 9 πρώτους μῆνας τοῦ 1900 δρ. 62,700,000, ἐνῷ οἱ 9 μῆνες τοῦ 1899 ἔδωσαν 58,149,000. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι τὸ 1900 εἰς τὰς εἰσπράξεις ἀνεγράφετο ἡ εἰσφορὰ τῶν Δήμων, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1899, ἀνερχομένη εἰς 239,000. Ἡ εἰσφορὰ αὕτη ἀνήκει εἰς τοὺς Δήμους. Δεύτερον ἐλησμόνησεν ὅτι ὁ φόρος τῶν ζῴων εἰσπράττεται κατὰ μῆνα τὸ 1900, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἰσεπράχθησαν περισσότερα κατὰ τοὺς 9 πρώτους μῆνας 1,627,868, ἅτινα κατὰ τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν βραδύτερον, συμφώνως μὲ τὸν τότε ἰσχύοντα νόμον. Ἐπίσης καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων εἰσεπράχθησαν ἐνωρίτερον τὸ 1900 δρ. 1,267,868, αἵτινες εἰσεπράχθησαν βραδύτερον τὸ 1899, ἕνεκα διατάξεων διαφόρων τοῦ νόμου. Λησμονεῖ ἐπίσης, ὅτι τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ δραχ. 571,597 περισσότεραι, αἵτινες δὲν ἀνήκουν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὡς ἔχοντα εἰδικὸν προορισμόν, καὶ προέρχονται ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῆς κοπῆς. Ταῦτα πάντα συμποσοῦνται εἰς 3,756,938. Εἰς ταῦτα ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσθέσω καὶ τὰ τυχηρὰ δρ. 900,000, περὶ ὧν τοσοῦτον ἔκαμε λόγον, καὶ οὕτως ἔχομεν πρὸς παραβολὴν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1900 δρ. 4,656,938, ὅπερ φέρει τὴν χρῆσιν ταύτην εἰς ἥττονα μοῖραν τῆς τοῦ 1899. Ταῦτα, Κύριοι, ὤφειλον νὰ εἴπω, ὅπως ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν. Οὐδὲν δ’ ἕτερον ἐπιζητῶ ἢ νὰ χυθῇ πλῆρες φῶς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἐν πλήρει γνώσει ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῶν προβληθησομένων ζητημάτων κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην.

§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶναι ὄντως ἀξιέπαινος, διότι ἀσχολεῖται μετὰ ζήλου περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἑκάστοτε διαφωτίζει ἡμᾶς, προβάλλων ὅσας ἀπορίας ἔχει ἐπὶ τῶν καταστάσεων, ἃς ἀνέγνωσε. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐξακολουθῶν νὰ ἀσχολῆται ἐμβριθῶς, θέλει καταστῇ ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικά. Ὅσα ὅμως σήμερον μετέδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἀπέκτησεν εἰσέτι σαφεῖς ἰδέας περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Τὸ πρῶτον λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν γινώσκει ἀκριβῶς ὁποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἐνεργητικοῦ. Εὗρε κατάθεσιν ὑφισταμένην παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου ἐκ δρ. 17 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐπειδὴ εὗρε ταύτην μειωθεῖσαν κατὰ τὴν 20 Ἰουνίου 1900, ἐξεδήλωσε τὴν ἀπορίαν του ἐπὶ τῇ διαφορᾷ ταύτῃ, ἀφοῦ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἦσαν ὁμαλά. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀγνοεῖ, ὅτι αἱ καταθέσεις αὗται αἱ ἔντοκοι προέρχονται ἀπὸ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα προχείρως ἀποδίδονται ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ τέλος ἑκάστης ἑξαμηνίας ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ὡς γνωστὸν, δὲν ἔχομεν εἰδικὸν ταμεῖον παρακαταθηκῶν, πᾶσαι δὲ αἱ διὰ τῶν δημοσίων ἀρχῶν ἐνεργούμενοι εἰσπράξεις αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, εἰς Δήμους κλπ., εἰσάγονται προχείρως ὑπὸ τύπον παρακαταθηκῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπάρξῃ ὅρος συγκρίσεως μεταξὺ τῶν ἑκάστοτε ἀποδιδομένων. Ἡ διατήρησις τῶν παρακαταθηκῶν ἡμῶν δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Τί κοινὸν μεταξὺ καταθέσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἥτις μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς μηνὸς δὲν θὰ ὑπάρχῃ; Σήμερον ὑπάρχουσι καταθέσεις ἐκ 10,000,000, ἀλλὰ περὶ τὸ τέλος τοῦ Δεκεμβρίου τὸ ποσὸν τοῦτο θ’ αὐξήσῃ, διότι, ληγούσης τῆς ἑξαμηνίας, τὸ πλεόνασμα τῶν ὑπεγγύων προσόδων θ’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ Δημόσιον. Περιέπεσεν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ εἰς ἕτερον λάθος. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1900 καὶ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1899, καὶ ἐπειδὴ εὗρεν, ὅτι κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου 1900 αἱ πραγματοποιηθεῖσαι πληρωμαὶ κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1900 εἰσὶν ἀνώτεραι ἐκείνων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1899, ὑπεδήλωσε τὴν γνώμην, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν περιῆλθον εἰς δυσχερῆ κατάστασιν. Ἀντὶ νὰ συγχαρῇ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὑπῆρξεν ἐνήμερος εἰς τὴν ἔγκαιρον ἔκδοσιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν δημοσίων δαπανῶν, εὗρεν ὅτι ἡ ἔγκαιρος τακτοποίησις τῶν δημοσίων δαπανῶν ἔχει τι τὸ δυνάμενον νὰ ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίαν τὸν ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους μεριμνῶντα. Μέχρι τοῦδε ἐγινώσκομεν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ, ἔνθα διεξάγονται σοβαραὶ καὶ λεπτομερέσταται συζητήσεις περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ὑπὸ ἐμπειροτάτων καὶ ἐντριβεστάτων περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν Βουλευτῶν, οὐδεὶς αὐτῶν ἠσχολήθη ἢ ἔλαβεν ὡς ἀφετηρίαν συζητήσεως τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἑκάστοτε εἰς τὰς προσωρινὰς καταστάσεις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, διότι τὸ ποσὸν ἰδίως τῶν δαπανῶν παραλλάσσει· συμβαίνει πολλάκις ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς νὰ πληρωθῇ τὸ τριπλάσιον τῶν πληρωθέντων κατὰ τὸν προηγούμενον, ὄχι διότι ὁ μὴν αὐτὸς βαρύνεται μὲ περισσοτέρας δαπάνας, ἀλλὰ διότι πολλάκις οἱ ταμίαι δὲν λαμβάνουσι τὸν καιρὸν λήγοντος ἑνὸς μηνὸς νὰ πιστωθῶσι τακτικῶς δι’ ὅλων τῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν, ταῦτα δὲ φέρουσιν εἰς τὸν ἑπόμενον μῆνα. Τοῦτο δὲ γίνεται καὶ εἰς τὰ ἔσοδα. Ἐγένετο προχθὲς λόγος, ἀφορμῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, περὶ τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1899· ὑπῆρξε μία βραδύτης περὶ τὴν τακτοποίησιν, ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἀνωμαλίαν ἐνδεικνύει, οὐδ’ ὑφιστάμενον ἔλλειμμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὗρεν, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζῴων ἐφέτος εἰσεπράξαμεν περισσότερα, διότι μετεβλήθη τὸ σύστημα τῆς φορολογίας...

§60ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι περισσότερα· εἰσεπράχθησαν προκαταβολικῶς, εἶπον.

§61ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη δὲν τὰ εἰσεπράττετε πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου.

§62ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, προκειμένου περὶ τοῦ νόμου τούτου, ἡ προβληθεῖσα ἀπορία εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλ’ ὡς πρὸς ὑμᾶς, ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐκ Μαντινείας, ὁμολογῶ, ὅτι γεννᾶται ἐν ἐμοὶ ἀπορία, διότι, ὡς γινώσκετε, τὸ μίσθωμα τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων πληρώνεται εἰς δώδεκα δόσεις, ἑπομένως ὁ φόρος δὲν εἰσπράττεται προκαταβολικῶς. Ἀλλὰ γινώσκετε συγχρόνως, ὅτι ὁ φόρος τῶν ζῴων κατὰ τὰ τρία τέταρτα ἐπληρώνετο κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον ἄλλοτε...

§63ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ δηλωτὴς πρόκηται νὰ πληρώσῃ φόρον μικρόν.

§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπήρχοντο κατ’ αὐτοῦ αἱ ποιναὶ, αἱ ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ περὶ εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμου· ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἤρχετο ἡ ἐπιβολὴ προσθέτου τέλους 20% καὶ ἡ πληρωμὴ τόκων.

§65ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οὐδέποτε εἰσεπράττοντο οἱ φόροι τῶν ζῴων προκαταβολικῶς, παρὰ μόνον οἱ μικροὶ φόροι.

§66ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προκαταβολικῶς οὔτε τότε εἰσεπράττετο, οὔτε τώρα εἰσπράττεται· εἰσεπράττετο εὐθὺς ὡς οἱ κατάλογοι οἱ φορολογικοὶ ἀπεστέλλοντο εἰς τὸν ταμίαν, εὐθὺς ὡς ἤρχιζεν ἡ μεταφορὰ τῶν ποιμνίων ἀπὸ τῶν χειμερινῶν εἰς τὰς θερινὰς βοσκάς. Τοῦτο γινώσκουσι πάντες οἱ ἐκπροσωποῦντες κτηνοτρόφους ἐπαρχίας. Λυποῦμαι ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν ἄλλων· ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω ἁπτὰς ἀποδείξεις, ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ φόρου εἰσεπράττετο μέχρι τοῦ τέλους Μαΐου.

§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ἀπορήσω, ἐὰν φέρητε κατάστασιν, καθ’ ἣν ὁ φόρος οἱουδήποτε τρέχοντος ἔτους εἰσεπράττετο ἐντὸς τοῦ Μαΐου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Εἰσεπράττετο κυρίως τὸ ἑπόμενον ἔτος· εἰσεπράττετο ἐντὸς τῶν τελευταίων ὀκτὼ μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἑπομένου ἔτους.

§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ ἄλλων φόρων καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ φόρου τῶν ζῴων. Περὶ τοῦ φόρου τῶν ζῴων, ὡς ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γινώσκετε, πότε στέλλονται οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι εἰς τοὺς εἰσπράκτορας. Οἱ κατάλογοι οὗτοι ἀπεστέλλοντο πρὸ τῆς λήξεως τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου· ναὶ ἢ ὄχι;

§69Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.

§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτετε, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ ἐνδιαφέρον νὰ εἰσπράξωσι τὸν φόρον, ἀφίνουσι τὰ ποίμνια νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τῶν χειμερινῶν εἰς τὰς θερινὰς βοσκὰς χωρὶς νὰ εἰσπράξωσι τὸν φόρον; Ἀλλὰ δὲν ἔχει σπουδαιότητα τὸ θέμα τοῦτο. Εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας προῆλθον, ἵνα ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται τὰς διατάξεις τοῦ κρατοῦντος νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὅτε ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ὑπερέβησαν τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀντιστοίχων 10 μηνῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, προσέθηκα, ὅτι τοῦτο δὲν τὸ μεταδίδω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀπόδειξιν πλεονάσματος 6½ ἑκατομμυρίων, διότι ὡμολόγησα, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διετελοῦμεν ὑπὸ συνθήκας, αἵτινες παρεκώλυσαν τὴν ἄμεσον τῶν φόρων εἴσπραξιν, ἤτοι εἴχομεν ἐκλογὰς βουλευτικὰς καὶ ἐκλογὰς δημοτικάς· προσέθηκα ἀκόμη καὶ ἕτερόν τι, ὅτι πιθανῶς αἱ προσπάθειαι τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων ἀρχῶν ὑπῆρξαν συντονώτεραι, οὕτω δὲ κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα. Κατ’ ἐμέ, τὸ προσδοκώμενον περίσσευμα τοῦ 1900 δὲν στηρίζεται εἰς τὸν πίνακα τῶν μειζόνων εἰσπράξεων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν. Τὸν πίνακα ἐμνημόνευσα ὡς ἓν τεκμήριον τοῦ προϋπολογιζομένου πλεονάσματος. Πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1900 θὰ καταλήξῃ εἰς πλεόνασμα, προῆλθον εἰς ἐκτιμήσεις βασίμους περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1900. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐπανῆλθεν εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν ἔκτακτον, ὡς νομίζω, Σύνοδον εἶχε πάλιν θίξει· ὅτι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναγράφεται ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ ἀναγράψω. Παρετήρησα εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι τὰ ἐκδιδόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἤτοι πρὸς λογιστικὴν τακτοποίησιν τῶν ποσοτήτων, αἵτινες κρατοῦνται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Διεθνοῦς, ἵνα, μετατρεπόμενα εἰς χρυσόν, πληρωθῶσι πρὸς τοὺς δανειστάς, συμφωνοῦσι πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα εἶπον τότε, βλέπω πάλιν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐπιμένοντα, ὅτι ἄλλως ἔχουσι τὰ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλως ἔχουσι τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι περὶ προϋπολογισμοῦ ἐπρόκειτο. Τῷ παρετήρησα, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἑξῆς πλάνην· λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ πλεονάσματα τοῦ 1899, καὶ ὑπολαμβάνει ὅτι ταῦτα ἐντὸς τοῦ 1899 ἢ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 πληρώνονται· λησμονεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ ἰδία Ἐπιτροπὴ καθιέρωσε· τὰ πλεονάσματα ταῦτα κανονίζει κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, δηλ. τὰ πλεονάσματα τοῦ 1898 εἰς τὰ 1899 καὶ τὰ τοῦ 1899 εἰς τὰ 1900. Ἐπεκαλέσθη ἐν τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἤθελεν ἐπικαλεσθῆ ταύτην· ἄλλως ἤθελον προσκομίσει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἐπλανήθη καὶ εἰς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτής· ἐπλανήθη ἐκ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος. Ἴσως μικρά τις πίστωσις εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899 χρειασθῇ πρὸς τακτοποίησιν τῆς ἐξισώσεως τῶν δύο λογαριασμῶν. Καὶ ἐγὼ ὡμολόγησα, ὅτε ἀνεκοίνουν τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ὅτι εἶναι πιθανὸν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων μέχρι δραχ. 500,000. Ἐπειδὴ δὲν ἔχουσι τακτοποιηθῆ εἰσέτι λεπτομέρειαί τινες, ἀναγόμεναι εἰς τὰς δαπάνας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, θὰ παρουσιαθῇ ἴσως τοιαύτη ἀνάγκη· ἀλλὰ βεβαίως αὗται δὲν θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 4,000,000, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουλευτής, ὅστις παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς χρήματα ἤδη πληρωθέντα, χωρὶς οὐδὲ ὁ ταμίας νὰ γνωρίζῃ τι, οὐδὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, οὐδ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰς λεπτομερείας τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1899 θέλω φέρει αὔριον· ἐκ τούτων δὲ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὅλοι οἱ φόβοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὑπερβολικοί, ἓν καὶ μόνον ἐνδεικνύοντες, τὸν ἔκτακτον αὐτοῦ ζῆλον ὑπὲρ τακτοποιήσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν.

§71ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ν’ ἀναγνώσῃ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους μετὰ προσοχῆς· θέλει δὲ βεβαιωθῆ, ὅτι ναὶ μὲν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι μερίδες, ἀλλὰ τούτων τὰ ὑπόλοιπα κατ’ ἐλάχιστον παραλλάσσουν ἐντὸς τοῦ ἔτους, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἀλλοιώσουν τὰ συμπεράσματα, ἅτινα ἐξήγαγον ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν μερίδων τῶν ἀληθῶς ἀντιπροσωπευουσῶν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐδόθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐπείσθη ἡ Βουλή, ὅτι τὸ δίκαιον δὲν εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ ὑπὲρ ἐμοῦ. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω τι, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησα νὰ εἴπω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερε μὲν κατὰ πόσον εἰσοδήματά τινα τοῦ 1900 θὰ διατεθῶσι καὶ κατὰ πόσον ἕτερα θὰ αὐξήσωσιν, ἀνέφερε δὲ ἰδίως, ὅτι θ’ αὐξήσῃ τὸ χαρτόσημον κατὰ 880,000 δραχμὰς, τὸ πετρέλαιον κατὰ 900,000, τὰ πυρεῖα κατὰ 100,000, καὶ τὸ ἅλας κατὰ 100,000, ἤτοι τὸ σύνολον τῶν εἰδῶν τούτων κατὰ 2,000,000· ἀλλὰ τὰ εἴδη ταῦτα ὑποβάλλονται εἰς τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου, καὶ πᾶν πλεόνασμα αὐτῶν εἰσέρχεται κατὰ τὸ ἥμισυ ὡς ἔγγιστα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ὥστε λίαν ἀδίκως προσθέτει ὡς ἔσοδα 2,000,000, ἐνῷ δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ παρὰ 1,000,000 μόνον. Ἐνόμισα τὴν διαφορὰν ταύτην ἀρκετὰ σπουδαίαν, ὥστε νὰ μὴ τὴν ἀφήσω ἀπαρατήρητον.

§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον μὲ ἤγαγεν εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἀπευθύνω ὅσας ἀνεκοίνωσα παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, εἴτε προχθὲς τὸ Σάββατον, εἴτε σήμερον δὲν συζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, οὐδ’ ἐξελέγχομεν τὴν διαχείρισιν τοῦ 1899, οὐδ’ ἄλλου τινὸς ἔτους, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρήγαγον εἰς ἡμᾶς αἱ διάφοροι διαχειρίσεις, ζητοῦμεν νὰ προβλέψωμεν περὶ τοῦ μέλλοντος. Λοιπὸν αἱ ἐκτιθέμεναι γνῶμαι ἐκδηλοῦσι τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἑκάστοτε ἀγορευόντων πρὸς προσδιορισμὸν τῶν πόρων καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ μέλλοντος. Ὅτε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξεδήλου τὴν ἐκτίμησιν αὑτοῦ, καὶ παρίστανεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ βέβαιον περίσσευμα τοῦ 1899, τὸ πιθανὸν περίσσευμα τοῦ 1900, μοὶ ἐφάνη ὅτι ἦτο καθ’ ὑπερβολὴν αἰσιόδοξος, τὴν αἰσιοδοξίαν δ’ αὐτοῦ ταύτην ἠθέλησα ν’ ἀναστείλω, διότι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἀφίνηται εἰς ὑπερβολικὴν αἰσιοδοξίαν, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἕνεκα τούτου κίνδυνος νὰ ζημιωθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐξήτασα τὴν κατάστασιν τὴν προσωρινὴν τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ πληρωθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1899 μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1900, καὶ εὗρον ὅτι μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1900 ἐκ τῶν δύο δόσεων τῶν πληρωνομένων τόκων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1899 δὲν εἶχε πληρωθῆ ἡ δευτέρα δόσις, ἢ εἶχε μὲν πληρωθῆ, ἀλλ’ εἶχεν ἐν τῇ καταστάσει ἀναγραφῆ ποσὸν ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ἐν αὐτῇ, ἐὰν εἶχον πληρωθῆ καὶ αἱ δύο δόσεις· ἐγνώριζον δ’ ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις 29,000,000 καί τινων ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ 1899, ὅτι δ’ εἶχε χορηγηθῆ προσέτι πίστωσις ἀναπληρωματικὴ 1,975,000, εἶχε δ’ ἀποτελεσθῆ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀναγεγραμμένον ποσὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ 31,000,000· ἔλεγον δέ: πῶς, ἐνῷ 31,000,000 ἐζήτησε τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους τῶν δανείων κατὰ τὸ ἔτος 1899, πῶς, ἀφοῦ τὸν Μάρτιον εὕρισκεν ὅτι δὲν ἐπήρκει ἡ πίστωσις τῶν 29,000,000, καὶ ἐζήτησεν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν διὰ ν’ ἀναβιβάσῃ τὸ ποσὸν εἰς 31,000,000, πίστωσιν ἣν ἐχορηγήσαμεν, πῶς ἐπληρώθησαν μόνον 13,000,000, ὡς ἐσημειοῦτο ὅτι εἶχον πληρωθῆ μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1900; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν εἶχε πληρωθῇ ἔτι κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1900 ἡ δευτέρα δόσις τῶν τόκων ἕνεκα ἀμφισβητήσεων, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ λογαριασμοῦ μεταξὺ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦ συμβεβηκότος τούτου βεβαίως ἐγὼ οὐδεμίαν εἶχον γνῶσιν· ἐγνώριζον ὅμως πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ Ἐλέγχου, ὅτι τὴν 31 Δεκεμβρίου ὑπογράφονται τὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῶν δύο ἑξαμηνιαίων δόσεων τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων τοῦ Κράτους, εἴκαζον δέ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Διεθνὴς τοῦ Ἐλέγχου δὲν ἤθελεν εἶσθαι τόσον συγκαταβατική, ὥστε νὰ στέργῃ νὰ μὴ ἐκδίδωνται τὰ ἐντάλματα τὴν 31 Δεκεμβρίου, νὰ παρέρχωνται δὲ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους μῆνες, καὶ νὰ μένουν ἔτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν πληρωτέων τόκων ἀνεκκαθάριστοι. Ἂν αἱ σχέσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς εἶναι τοιαῦται, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πληρώνωνται ἐμπροθέσμως αἱ δόσεις, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω. Ἤκουσα τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...

§73ΝΕΓΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ προσθέσω δύο λέξεις;

§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§75ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου εἶναι ὑπογεγραμμένος κατὰ τὴν 14 Μαρτίου 1899.

§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀλλ’ ἡ αἰσιοδοξία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν μεγαλειτέραν ἴσως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐνεποίησεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀτικῆς, διότι ἐγὼ καὶ ἄλλοτε εἶδον αἰσιοδοξοῦντα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσηγητὴν αὐτῆς. Δὲν ἐλησμόνησα δ’ ἔτι, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1887 συνέβη αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ συνέβη καὶ νῦν. Κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐν τῷ ὁποίῳ τὰ ἔσοδα εἶχον προσδιορισθῆ εἰς 96,975,390, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 92,161,613, ἀνήγγελλε δ’ οὕτω περίσσευμα ἐκ 4,813,777· ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον, δηλ. μετὰ πάροδον ἑβδομάδων τινῶν, μετεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ὑπὸ τῶν συντακτῶν αὐτοῦ, καὶ τὰ μὲν ἔσοδα προσδιωρίσθησαν εἰς 94,656,907, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 94,269,188, καὶ οὕτω τὸ περίσσευμα περιωρίσθη εἰς δρ. 387,179 μόνον. Ἀλλὰ μετὰ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, ἀρξαμένης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ δεκάτου μηνὸς τοῦ 1887, καθ’ ὃν εἰσήγετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1888, ὑπεβλήθη μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς Βουλευτὰς κατάστασις προσωρινὴ τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ τῶν γενομένων δαπανῶν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887, καθ’ ἣν τὰ εἰσπραχθέντα ἕως τότε ἔσοδα ἦσαν κατὰ τοσοῦτον ὑπερβάλλοντα, καὶ τὰ ἔξοδα τοσοῦτον ὀλιγώτερα, ὥστε ἐβεβαιοῦτο περίσσευμα οὐχὶ ἐκ 387,719, ἀλλὰ μείζονος ποσοῦ, ἤτοι 1,038,828. Λόγος ἐγένετο τότε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσηγητὴς αὐτῆς ἐβεβαίου, ὅτι αἱ καταστάσεις ἦσαν ἀκριβεῖς, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει περὶ τούτου ἀμφιβολία. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγὼ παρετήρησα εἰς τὸν τότε πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι δὲν ἐσημειοῦτο ἐν τῇ καταστάσει ὅτι εἶχε γείνῃ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου πληρωμή τις ἐκ τῆς πιστώσεως διὰ τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν, ἐνῷ γνωστὸν ἦτο, ὅτι τῆς Βασιλικῆς χορηγίας ἡ πληρωμὴ γίνεται κατὰ μῆνα, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ μηνὸς, προσέτι δέ, ὅτι πολλὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχον πληρωθῆ, δὲν ἀνεγράφοντο ἐν τῇ κατατεθείσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καταστάσει· ἀλλ’ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπέμενεν, ὅτι τὰ κατὰ τὴν κατάστασιν ἔχουσι καλῶς· κατὰ τὴν 12 δὲ Νοεμβρίου 1887 ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν: «Ἔχομεν ἤδη γνωστὰ τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, ἔχομεν εἰσέτι διά τινα τούτων γνωστὰ καὶ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ἔχομεν ὡς πρός τινα ἄλλα ἔσοδα κατάστασιν καὶ βεβαίωσιν τῶν ἀρχῶν περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς, ἐξ οὗ δυνάμεθα ἀλανθάστως νὰ ὁρίσωμεν τὸν προσδοκώμενον φόρον. Ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, στοιχεῖα ἱκανά, διὰ νὰ κρίνωμεν βασίμως πλέον, καὶ οὐχὶ δι’ ὑπολογισμῶν, περὶ τῶν προσδοκωμένων, τῶν βεβαίων μᾶλλον ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887». Καὶ ὄντως ἐξήτασε τ’ ἀποτελέσματα τῆς εἰσπράξεως ἑκάστου τῶν ἐσόδων, καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων ἐνεργειῶν, καὶ συνήγαγεν ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 12 Νοεμβρίου 1887, ὅτι «θέλομεν ἔχει εἰσπράξιμα ἔσοδα 84,702,635, τὰ δ’ ἔξοδα τοῦ 1887 θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 84,151,000, ἔχομεν δηλονότι βεβαιωμένον τὸ ἰσοζύγιον». Κατὰ τὴν 12 Νοεμβρίου 1888 μάλιστα, ἤτοι δώδεκα ἡμέρας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ὁ πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὅστις τυγχάνει νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐβεβαίου ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 εἶχε κλείσει μὲ περίσσευμα δραχ. 343,578, ἐνῷ εἶχε κλείσει μὲ ἔλλειμμα 7,942,259,47. «Σήμερον», ἔλεγε τότε ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1888 εἶναι ὁριστικῶς ἐκκαθαρισμένα... Ἑπομένως τὰ μὲν ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὰ εἰσπραχθέντα, ἀνέρχονται εἰς 82,856,456, τὰ δὲ ἔξοδα τὰ πληρωθέντα μέχρι τῆς κλείσεως τῆς χρήσεως εἰς 82,502,878, ἤτοι περίσσευμα βεβαιούμενον ὑπ’ αὐτῶν τῶν δημοσίων βιβλίων εἰς δραχμὰς 343,578. Ἔχομεν λοιπὸν βεβαιωμένον ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τὸ ἰσοζύγιον τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Δὲν εἶναι πλέον μῦθος, οὐδὲ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς ἀμφισβήτησιν, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887. Τὸ πιστοποιοῦσιν οἱ ἀριθμοί, τὸ ἐβεβαίωσαν πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον νὰ ἐξετάζωσι τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Μόνον δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέλαβεν ὡς ἐπιτετραμμένον αὐτῇ νὰ ἔλθῃ καὶ ἀμφισβητήσῃ ἐντεῦθεν τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ 1887, καὶ νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ δι’ ἐσφαλμένης παραστάσεως, ἢ μᾶλλον διὰ στρεβλώσεως τῶν ἀριθμῶν.» Τέλος πάντων ἦλθεν ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1887 (ἀναγινώσκει): «Ἔσοδα τοῦ 1887 τακτικὰ 82,849,805.38, ἔξοδα 90,792,064.85· ἔλλειμμα δηλ. 7,942,259.47 (ἱλαρότης).

§77ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν τακτικῶν δαπανῶν;

§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῶν τακτικῶν. Τὰ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς 176,210,226.19, ἀλλ’ ἀφῄρεσα τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ δραχ. 93,360,420.81, καὶ ὑπελείφθησαν τακτικὰ ἔσοδα ἐκ δρ. 82,849,805.38, ἐνῷ τὰ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα εἶχον ἀναχθῆ εἰς 107,128,253.96, ἀφῄρεσα ὅμως τὰ ἔκτακτα ἐκ δραχμῶν 16,336,189.10, καὶ ὑπελείφθησαν τακτικὰ ἔξοδα ἐκ δραχ. 90,792,064.85. Ἀπατώμεθα πάντες, πλανώμεθα, καὶ ἐγὼ πολλάκις ἐπλανήθην. Συμβαίνει καὶ εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ πλανᾶται εἰς τὰς ἐκτιμήσεις του. Ἐπειδὴ δὲ εἶδον, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐπλανήθη, εἶχον καθῆκον νὰ τῷ ὑπομνήσω τοῦτο, ἵνα μὴ ἀφεθῇ εἰς τὴν αἰσιοδοξίαν του, ἀλλ’ ἀσχοληθῇ νὰ ἐκτιμήσῃ καλλίτερον τὰς περιστάσεις τὰς οἰκονομικὰς τοῦ τόπου. Ἐγὼ μάλιστα ὁμολογῶ, ὅτι ἡ μελέτη τῶν νόμων, τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν ἔκτακτον, μὲ ἔχει καταπλήξει, διὰ τὸ μέγα ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα προσέθηκαν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Προαίρεσιν ἀγαθὴν προσδοκῶ ὅτι ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πιστεύω ὅτι θέλει λάβει ταῦτα ὑπ’ ὄψιν του.

§79Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ βῆμα ἤγαγε βεβαίως τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα, ἀγορεύοντος ἐντεῦθεν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, περὶ τῆς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς ἐμὲ χθές, εἰσηγούμενον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1901. Δύο παρατηρήσεις ἀπηύθυνε, διακόψας με ἀγορεύοντα· ἡ πρώτη ὄντως ἀφεώρα εἰς τὴν ἀπορίαν, ἥτις ἐγεννήθη ἐν αὐτῷ, πῶς ἐν τῇ καταστάσει τῆς 31 Ἰουλίου 1900 δὲν περιελαμβάνετο ἡ δευτέρα δόσις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας. Ἀπήντησα προχείρως, ὅτι οὐδεμίαν εἶχε τὸ πρᾶγμα σημασίαν οὐσιαστικήν, διότι, ὅταν συζητῶμεν περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἢ τῶν γενομένων πρὸς τοῦτο καταβολῶν, πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι αὗται πληρώνονται καὶ ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄνευ ἐκδόσεως ἐνταλμάτων, ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένων εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ ὅτι τακτοποίησις λογιστικὴ ἐπέρχεται διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ὅταν ἀποστέλληται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέμνησεν, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τοῦ Μαρτίου συνετάχθη ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ ἀκριβῶς τὴν χρονολογίαν δὲν ἐνθυμοῦμαι· ἕν μόνον γινώσκω, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο καὶ τὸ παρελθὸν εἶχον δώσει εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα ἐντολὴν νὰ μὴ καθυστερήσῃ ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων πρὸς τακτοποίησιν τῶν πληρωμῶν, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· τὸ παρελθὸν μάλιστα ἔτος εἶχε βραδύνει ἔτι περισσότερον ἡ τακτοποίησις αὕτη, καὶ μόνον τὸν Ὀκτώβριον ἐξεδόθησαν καὶ ἐθεωρήθησαν ἐξωφλημένα τυπικῶς τὰ ἐντάλματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δύο ἑξαμηνιῶν. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἰσήχθησαν κατὰ μῆνα Αὔγουστον, δηλ. τὸν ἑπόμενον μῆνα ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὴν κατάστασιν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἐφρόνει βεβαίως ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὴν 31 Δεκεμβρίου, ὅπως καὶ τὴν 30 Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους, ἐκδίδονται τὰ ἐντάλματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἴσως τοῦτο ἦτο ἐφικτὸν καθ’ ὃν χρόνον ἐπληρώνετο ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἀπ’ εὐθείας διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐνταλμάτων, διότι πρὸς ἀποστολὴν τοῦ ἀναγκαίου χρηματικοῦ ποσοῦ διὰ τὴν καταβολὴν τῶν δόσεων ἀπῃτεῖτο προηγουμένως ἡ ἔκδοσις ἐντάλματος· δὲν ἔχουσιν ὅμως οὕτω τὰ πράγματα ἀφ’ ἧς παρ’ ἡμῖν λειτουργεῖ ὁ ἔλεγχος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῶσι χρηματικὰ ἐντάλματα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ χρέους πρὶν ἢ δημοσιευθῇ ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν εἶναι τόσον ἁπλᾶ, ὡς πρότερον, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ δημοσίου χρέους· πρόκειται περὶ πλεονασμάτων, περὶ κατανομῆς τῶν πλεονασμάτων, περὶ συμφωνίας ὅπως τὰ πλεονάσματα τὰ προκύψαντα διανεμηθῶσι εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας τῶν πιστωτῶν, καὶ περὶ τόσων ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι πολλὴν ἐργασίαν μεταξὺ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν εἶχεν ἀπευθύνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ εὗρε λάθος, τὸ ὁποῖον ἤγειρε τὴν ἀπορίαν του, ὅτι τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα ἀναγράφονται ὡς ἀνερχόμενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 103,000,000. Ὁμολογῶ, ὅτι προχείρως δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι τὸ λάθος ἦτο εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, διότι γνωρίζω τὴν περὶ τοὺς ἀριθμοὺς ἀκρίβειαν αὐτοῦ, διὰ τοῦτο δὲ εἶπον, ὅτι ὑπάρχει τυπογραφικὸν λάθος. Ἐγὼ δὲν παρακολουθῶ τὰ τυπογραφικὰ σφάλματα τῶν καταστάσεων. Ὑπέλαβον κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι συνέβη τι ἐν τῷ τυπογραφείῳ. Τὴν ἰδίαν ὅμως ἑσπέραν ἀνεζήτησα τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀνεῦρον τὸ σχετικὸν φύλλον· παρετήρησα δὲ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶχε περιπέσει εἰς ἓν λάθος, διότι, ἀναγινώσκων εἰς τὴν σελίδα 823 καὶ εὑρίσκων ἕνα ἀριθμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξ 103,418,273, ὑπέλαβεν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο τὸ ποσὸν τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων, ἐνῷ ἐν τῇ σελίδι 823 τυποῦται ὁ πίναξ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ὄντως δὲ τόσα ἦσαν τὰ ἔξοδα· δὲν εἶχεν ὅμως τὴν περιέργειαν ν’ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν σελίδα 820, ἵνα ἴδῃ ὅτι τὰ ἔσοδα ἀναγράφονται ἐν τῇ καταστάσει ὡς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δηλ. ἐξ 107,085,658. Λυποῦμαι δὲ διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν παρέλειψε νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ τὸ λάθος τοῦτο πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ἀγορεύσεώς του τῆς τε προχθεσινῆς καὶ σημερινῆς ἦτο ν’ ἀνακόψῃ τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ τὴν ἀνακόψῃ τόσον προώρως; Δὲν εἶχε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀναγνώσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα, ν’ ἀναγνώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν τοῦ 1901, ν’ ἀνεύρῃ τὴν πλάνην καὶ νὰ ἐλέγξῃ πάντα ταῦτα. Πρὸς τίνα σκοπὸν ἐπαναλαμβάνει καὶ νῦν, ὅτι ἐγὼ κατέχομαι ὑπὸ τῆς αὐτῆς αἰσιοδοξίας, ὑφ’ ἧς κατειχόμην ἄλλοτε, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη; Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει διάκρισις προφανὴς μεταξὺ τῆς θέσεως τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς ἁπλοῦν τῆς Βουλῆς μέλος, δὲν διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἤμην κάτοχος τῶν βιβλίων τοῦ Γεν. Λογιστηρίου· ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ στηρίζωμαι εἰς τὰς βεβαιώσεις τοῦ τότε Διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους οὗτος μοὶ ἔδιδε· δὲν ἤμην προϊστάμενός του, ἵνα ἐπιτιμήσω αὐτόν. Ἀλλ’ ἐγὼ οὔτε τοῦτο παραδέχομαι, ὅτι ἤμην τότε εἰς ἄκρον αἰσιόδοξος, καὶ ὅτι διὰ τῆς αἰσιοδοξίας μου ταύτης συνετέλεσα εἰς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάντοτε περὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ 1887 καὶ 1888 φέρει τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ ἐπειδὴ, δὲν ἠξεύρω διατὶ, θέλουσι ν’ ἀνακυκῶσι τὸ παρελθὸν, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ ν’ ἀναμνησθῶ παλαιῶν ἡμερῶν, καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἀληθῶς, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, διέστην καὶ πρὸς τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας μέλος καὶ εἰσηγητὴς ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής...

§80Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅστις ἦτο ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.

§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁσάκις ὁμιλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὁμιλῶ ὑπὸ μίαν ἰδιότητα, ὄχι ὅμως ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς.

§83ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε εἶπον, ὅτι ὡμιλήσατε ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς. Διέστην, ἐπαναλαμβάνω, πρὸς τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅστις ὑπεστήριξε τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας, καθ’ ἃς τὸ Κράτος δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ, καὶ ἐπεβάλλετο ἡ κατάργησις τοῦ χρεωλυσίου τῶν δανείων, καὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τούτου ἡ κατάργησις ἢ ἀποκοπὴ μέρους τῶν τόκων, ἵνα ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἵνα μὴ ἡ Πολιτεία εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ νέους φόρους, ἢ ν’ αὐξήσῃ τοὺς ὑπάρχοντας. Ἰσχυρίζοντο τότε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἐντελῶς ἐξηντλημένη, καὶ ὅτι δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ δεχθῇ τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων· ἰσχυρίζοντο, ὅτι διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων ἢ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων ἤθελεν ἐπέλθει ἡ χαλάρωσις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καθ’ ἧς πολλοὶ ἠπειλοῦντο κίνδυνοι. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε ὑπεστήριζεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνέχει ζωτικὰς δυνάμεις, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν προταθεῖσαν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν, καὶ ὅτι ἦτο προτιμοτέρα αὕτη τῆς καταστάσεως, ἣν ἤθελε δημιουργήσει ἡ ἀθέτησις ἀνειλημμένων ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἤτοι κατὰ τὸ 1887, ἐλειτούργει ἡ πολιτικὴ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους κατέκρινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τὰ ἀποτελέσματα ἐκείνης τῆς πολιτικῆς εἶναι γνωστὰ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν. Βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἤθελεν ἐπανέλθει εἰς πολὺ μεμακρυσμένον παρελθόν, ἵνα ἔχω προχείρους τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν ἐκείνων. Δι’ αὐτῶν ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι ἦτο ἀρίστη ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι πλὴν τῶν ἄλλων εἶχε κατορθωθῆ νὰ κατέλθῃ ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος εἰς δρ. 1,20 καὶ νὰ κατασταθῇ σταθερὰ ἐπὶ ἔτη μεταξὺ 1,20–1,24. Αἱ τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη ψηφισθεῖσαι φορολογικαὶ ἐπιβαρύνσεις οὐδεμίαν ἐπήνεγκον βλάβην εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Ἐὰν δὲ τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, καὶ ἐν γένει τὸ σύστημα τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ Τρικούπη, δὲν ἀνεκόπτετο ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἧς ἡγεῖτο ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, ἐπαγγελλόμενος καὶ ἐφαρμόσας, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὰ ἀντίθετα τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του διαπραχθέντων, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρεωκοπήσωμεν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐὰν δὲν ἀνεκόπτετο ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἡ οἰκονομική, ἐὰν δηλονότι τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἐξηκολούθει ἐφαρμοζόμενον καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἐὰν κατὰ τὸ 1890 δὲν συνέβαινε ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἀναλαβόντος ἐπί τινας μῆνας τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν οὗτοι, ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν καὶ τῆς ἐπιρρώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους πρὸς διατήρησιν τῆς ἠνορθωμένης ἤδη δημοσίας πίστεως, δὲν ἐφήρμοζον τὸ σύστημα τῆς ἐκ τῶν ἡμετέρων ἀγορῶν προμηθείας ἅπαντος τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγκαιοῦντος χρυσοῦ, καὶ ἂν οὗτοι, βλέποντες τὴν ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς κλονισθεῖσαν πίστιν τῶν μικρῶν Κρατῶν, προέβαινον εἰς τοιαύτην τῶν δημοσίων ἐσόδων διαρρύθμισιν, ὥστε οὐδεμία ὡς πρὸς τὴν ἐπάρκειαν ἡμῶν νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, βεβαίως δὲν ἤθελον χειροτερεύσει ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἡμέτερα οἰκονομικὰ, ὥστε ὅτε κατὰ τὸ 1892 ἐπανῆλθεν ἐν τῇ διευθύνσει τῶν κοινῶν τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης, νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ αὐξήσῃ τὰ δημόσια ἔσοδα καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δημοσίας δαπάνας, ἵνα ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα 8 ἑκατομμυρίων πραγματικῶν. Δυστυχῶς ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶχεν ἤδη κλονισθῇ ἡ δημοσία πίστις ἡμῶν, εἶχε κλονισθῇ ἐκ τῶν γενομένων κατὰ τὰ ἔτη 1890 καὶ 1891, τὰ ὁποῖα κατέλειπον ἔλλειμμα περὶ τὰ 50,000,000. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ πολιτικὴ μεταβολὴ κατὰ τὸ 1892, τὴν χρεωκοπίαν δὲν ἤθελε κηρύξει ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγὸς ἡμῶν, ἀλλ’ ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ τὴν κηρύξῃ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής.

§84Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως, Κύριοι, αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρόντος καὶ εἰς τὴν φροντίδα περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἡ θέσις, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκεται ἡ χώρα ἡμῶν, τοῦτο ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον. Ἐκ τοῦ καθήκοντος δὲ τούτου προέρχεται ἡ δυσπιστία, τὴν ὁποίαν πάντες, δὲν ἀμφιβάλλω, αἰσθανόμεθα πρὸς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε στηρίζονται αὗται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, εἴτε δὲν στηρίζονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ δεκαετίαν παρίστα ἀνθηρὰν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ὅτε ταῦτα ἔτεινον εἰς τὸ δυστύχημα τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος. Δὲν πταίομεν δ’ ἡμεῖς, ἐὰν αἱ τοιαῦται αὐτοῦ διαβεβαιώσεις κατέστησαν ὀλιγώτερον πιστευτοὺς τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν (εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὅτε κατὰ τὸ 1887 ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Δημοσίου παρέστη ἐνώπιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτων αὐτήν, ὡς κατάστασις τείνουσα εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὴν καταστροφήν, δὲν ἐπροτείναμεν ἡμεῖς τὴν χρεωκοπίαν, ἀλλὰ σᾶς ἐλέγομεν: «σταματήσατε τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε, διότι αὕτη θὰ φέρῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὴν χρεωκοπίαν»· σᾶς ἐλέγομεν: «περιστείλατε τὰς δαπάνας, ἀποφεύγετε τὸ εἶδος τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους· μὴ βαρύνετε τὸν τόπον δι’ ὑπερβολικῆς φορολογίας, ἀφήσατε αὐτὸν ν’ ἀναπτυχθῇ, ὅπως δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ». Δὲν σᾶς ἐλέγομεν «σταματήσατε τὰς πληρωμάς»· σᾶς ἐλέγομεν: «πράξατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὰ τὰ φρόνιμα ἔθνη πράττουσιν, ὁσάκις ἔρχωνται εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας». Χωρὶς ν’ ἀνατρέξω εἰς παρελθόν, τὸ πρὸ τοῦ 1887, ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν ἔχομεν τὸ παράδειγμα ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς ἣν καὶ ἡμεῖς στενοχωρίαν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπτώχευσαν. Σᾶς ἐλέγομεν νὰ πράξητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν τὰ Κράτη ταῦτα, διὰ νὰ μὴ χρεωκοπήσωσι· σᾶς ἐλέγομεν νὰ ἔλθητε εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, νὰ ζητήσητε εὐκολίας, νὰ ζητήσητε ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου, διότι, ἐξακολουθοῦντες τὴν πολιτικήν, ἣν ἠκολουθήσατε, καὶ τὸ εἶδος τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἠθέλετε φέρει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ ἠθέλετε ἀναγκασθῆ νὰ πράξητε ὅ,τι ἐπράξατε, κηρύξαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι «δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν», καὶ κηρύξαντες τοῦτο χειροκροτοῦντες ὑμεῖς ὑμᾶς αὐτούς! Δὲν σᾶς ἐλέγομεν ν’ ἀρνηθῆτε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ σᾶς ἐλέγομεν νὰ ἔλθητε εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Τοῦτο ἔπραξαν τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα φρονίμως σκέπτονται. Παράδειγμα ἡ Ἀργεντινή, ἡ Βραζιλία, παράδειγμα ἡ Ἱσπανία καὶ αὐτὴ ἡ Ἰταλία. Τὰ Κράτη ταῦτα, ὅτε ἐπείσθησαν, ὅτι ἐξακολουθοῦντα τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν πρὸς τοὺς δανειστάς των ἤθελον καταλήξει εἰς χρεωκοπίαν, ἀπετάθησαν πρὸς τοὺς δανειστάς των καὶ εἶπον πρὸς αὐτούς: «Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἄνευ ἀμοιβαίας καταστροφῆς τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀρνηθῶμεν αὐτήν, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς δώσητε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, παραδεχόμενοι διά τινα μὲν τὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου, δι’ ἄλλα δὲ καὶ μέρους τῶν τόκων». Συνεννοηθέντα δ’ οὕτω μὲ τοὺς δανειστὰς αὑτῶν, ἀπέφυγον τὴν χρεωκοπίαν. Σήμερον δὲ ἡ Ἀργεντινὴ ἔχει ἀνθηρὰ οἰκονομικά, ἡ Βραζιλία εἶναι ἐν τῇ ὁδῷ τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς, ἡ Ἰταλία ἐβελτίωσε σπουδαίως τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς θέσιν, καὶ ἡ Ἰσπανία εὑρίσκεται ἐν τῷ σταδίῳ τῆς συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτῆς πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν της. Τοῦτο σᾶς συνεβουλεύομεν τότε, καὶ ἂν ἠκούετε τὰς συμβουλὰς καὶ τὰς γνώμας ἡμῶν, βεβαίως τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δὲν ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν πτώχευσιν, καὶ πλεῖστα ἄλλα δυστυχήματα ἤθελον προληφθῆ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ὅπως ἀποδείξω ὅτι τὰ περισσεύματα καὶ τὸ ἰσοζύγιον, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπήγγελλε καὶ ὑπέσχετο τότε πρὸς τὴν Βουλήν, κατέληξαν εἰς ἐλλείμματα. Οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1887 ἕως 1890 εἶναι δεδημοσιευμένοι, οὐδεὶς δ’ ἐξ αὐτῶν καταλήγει εἰς θετικὸν περίσσευμα, ὑπάρχουσι δὲ καὶ οἱ καταλήγοντες εἰς ἐλλείμματα ἄνω τῶν 10,000,000. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐσχημάτισε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1890 καὶ μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ζητήσῃ νὰ μοὶ ἀνατεθῇ παρὰ τοῦ Βασιλέως ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εὕρομεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος καταπεπτωκυῖαν, ἕνεκα τῆς πολιτικῆς τῆς στηριζομένης ἐπὶ τοῦ ποιοῦ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, οἵτινες ἐφηρμόσθησαν, καὶ ἰδίως ἕνεκα τοῦ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ τοῦ δανείου πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἐκ τοῦ δανείου τούτου μέγα μέρος εἶχε πραγματοποιηθῆ, καὶ τὸ προϊὸν αὐτοῦ εἶχε κατατεθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους, τούτου δὲ τὸ πλεῖστον εἶχε διατεθῆ πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ὅτε δ’ ἡμεῖς ἤλθομεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν εὕρομεν τὰ ἐξ αὐτοῦ χρήματα ἐν τῷ ταμείῳ τοῦ Κράτους. Τοιαύτη πρᾶξις δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καταρρίψῃ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι συνωμολόγησαν τὸ δάνειον αὐτό, καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἀπετάθημεν καὶ ἐζητήσαμεν τὴν πραγματοποίησιν μέρους ἐκ τοῦ ὑπολειπομένου δανείου, μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μετὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην. Μολονότι δὲ τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπάντησίς των, κατωρθώσαμεν μέχρι σημείου τινὸς νὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ὅπως μὴ ἀναγκασθῶμεν νὰ σταματήσωμεν τὰς πληρωμὰς τοῦ Δημοσίου. Ἡ μὴ παραδοχὴ τῶν γνωμῶν ἡμῶν, τὰς ὁποίας ὑπεστηρίξαμεν ἀπὸ τοῦ 1887, ἡ ἐξακολούθησις τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐπολεμήσαμεν, ἐπέβαλε καὶ εἰς ἡμᾶς στενοχωρίας, δὲν ἐπέβαλεν ὅμως τὴν πικρὰν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνέλθωμεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ κηρύξωμεν τὴν πτώχευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Τὴν πικρὰν ταύτην ὑποχρέωσιν ἐπέβαλεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ σταματήσωσι τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἥτις μοιραίως κατέληξεν εἰς τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὠφελεῖ σήμερον ἡ λεπτομερὴς ἐξέτασις τοῦ παρελθόντος. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλλῃ σήμερον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τὴν πτώχευσιν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ ἐπὶ μακρὰ ἔτη. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν ἔρευναν ἡμῶν. Ἂς μὴ στενοχωρῆται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν πᾶσα διαβεβαίωσις, πᾶς ὑπολογισμὸς αὐτοῦ ἐγείρῃ τὴν δυσπιστίαν πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶδον κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτι αἱ διαβεβαιώσεις καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοῦ ἀπεῖχον πολὺ τῶν πραγμάτων, καὶ ὅτι ἐγένοντο μᾶλλον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καλύψεως καὶ ὄχι τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀληθείας. (Εὖγε! Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§85ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔχει μεγίστην καὶ σπουδαίαν ἀξίαν, ἐφ’ ὅσον συντελεῖ εἰς προπαρασκευὴν τῆς ἐξετάσεως τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀποτελεῖ πρόχειρον προδικασίαν, προηγουμένην τῆς ἄλλης, τῆς ἐπισταμένης προδικασίας, ἣν θέλει ἐνεργήσει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὰ ἐνταῦθα λεχθέντα ἔρριψαν σπόρον περαιτέρω ἐλέγχου, καὶ ἡ ἀντιλογία, ἡ μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναπτυχθεῖσα, βεβαίως ἐφώτισε πολλά· ἂν δ’ ἑκατέρωθεν ὑπῆρξαν διαμαρτυρίαι περὶ πλανῶν, βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ ἀλήθεια κεῖται ἐν τῷ μέσῳ. Ἡ συζήτησις αὕτη ἔχει βεβαίως πολλὴν τὴν ἀξίαν, καὶ ἐσκόπουν νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τινα ἐνταῦθα, τείνοντα εἰς διασάφησιν τῶν πραγμάτων, ὅπως γινώσκωμεν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν περαιτέρω μελέτην, ὁποία ἡ ἀξία τῶν πινάκων, οὓς ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν. Τὴν εἰς τὸ παρελθὸν ἀναδρομὴν ἠδυνάμεθα ἴσως ἐπωφελῶς ν’ ἀποφύγωμεν, ἅτε καὶ εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσαν, διότι τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὸ 1897 κεῖνται οἰκονομικῶς ἐπὶ ὅλως νέου ἐδάφους, πᾶν δὲ τὸ πρὸ τοῦ 1898 ἀνήκει εἰς τὴν Ἱστορίαν, συμπῖπτον πρὸς τὴν εὐθύνην τῶν πολιτευθέντων κατὰ τὸν πρότερον χρόνον, καὶ μόνον κατὰ τοῦτο εἶναι χρήσιμον, καθ’ ὅσον δύναται ἔν τισι νὰ συντελέσῃ εἰς φωτισμὸν ἐν τῷ παρόντι. Ταύτην δὲ τὴν ἰδέαν καὶ προπέρυσι καὶ πέρυσιν ἐξέθηκα, ἔχων τὸ αὐτὸ καὶ ἐφέτος φρόνημα, ὅτε συνεζήτησα καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσι ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν. Ἂν προέκειτο νὰ ἐξετασθῇ τὸ παρελθόν, βεβαίως ὁ ἀγορεύων τὴν ὥραν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν ἤθελεν ἐξαιρέσει ἑαυτὸν ἀπὸ τῶν εὐθυνῶν, καὶ ἵνα παρέλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐκφέρων ὅσα συντομώτατα ὀφείλει νὰ εἴπῃ, λέγει ὅτι, ἐκ τῶν ὑστέρων κρίνων αὐτὸς, ὅστις ἔφερε τὴν εὐθύνην πλειότερον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ συμπράξαντος κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἄλλως ἢ ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αὐτὸς δὲν μετανοεῖ ὅτι συνειργάσθη μετὰ τῶν συντελεσάντων εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα λέγεται, ὅτι ἐπήνεγκον τὴν χρεωκοπίαν. Ἐγώ, ἐκ τῶν ὑστέρων κρίνων, πείθομαι ὅτι ἡ δύναμις ἡ οἰκονομικὴ, ἡ ἀκμαία, ἣν ἀπέδειξεν ἥ τε Ἑλληνικὴ Χώρα καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μετὰ τὸν πόλεμον, δικαιοῦσι τὰς προσδοκίας ἐκείνων, οἵτινες πρὸ τῶν γεγονότων, ἅτινα ἀδύνατον ἦτο εἰς αὐτοὺς νὰ προβλέψωσιν, ἤλπιζον, ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνακοπῇ τὸ κακὸν, ὅπερ πάντες ἐφοβούμεθα. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις ἦλθον ἀντίξοοι, τὰ πράγματα δὲν ἐβοήθησαν τοὺς ἐργαζομένους μετὰ λόγου καὶ ἀνδρείας πολιτικῆς, ὅπως προλάβωσι τὸ κακόν. Τὸ κακὸν ἐπῆλθε· τὴν εὐθύνην ἀφήσατε νὰ καταλογίσῃ ὁ χρόνος ὁ μετέπειτα. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀναδέχομαι αὐτὰς πλήρεις, καὶ δὲν μετανοῶ δι’ ὅσα τότε, συνεργαζόμενος μετὰ τῶν ἄλλων ὁμοφρόνων, ἔπραξα.

§86ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε!

§87Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ συνειργάζετο τότε μεθ’ ἡμῶν καὶ ὁ κύριος προαγορεύσας.

§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐπέφερε πλήρη τὴν διάστασίν μου μετὰ τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη.

§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος δὲν εἶναι ἄξιος κατακρίσεως, διότι, ἄλλας γνώμας ἔχων, ἀπέσχε τοῦ κόμματος, μεθ’ οὗ πρότερον συνέπραττεν. Οὐδένα ἔχω λόγον, ἵνα κατακρίνω αὐτόν, διότι ἄλλα φρονῶν ἀπῆλθε, καὶ εἰργάσθη ἔπειτα ἐπὶ ἄλλης βάσεως· τοῦτ’ αὐτὸ ἤθελον πράξει καὶ ἐγὼ, ἐὰν εἶχον ἄλλας πεποιθήσεις. Ἀλλὰ ταῦτα ἠναγκάσθην ἀπροσδοκήτως νὰ εἴπω, μὴ ἔχων σκοπὸν διὰ ταῦτα νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐσκόπουν νὰ ζητήσω ἐξήγησίν τινα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ ἔχουσαν μὲν τὴν σημασίαν ἐκείνων, περὶ ἃ ἐγένετο ἡ συζήτησις, οὖσαν ὅμως ἀπαραιτήτως ἀναγκαίαν, ὅπως κρίνωμεν ἀσφαλῶς περὶ τῶν πινάκων, οὓς ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι κατέβαλεν ἰδιάζουσαν προσπάθειαν, ὅπως ἡ κατάστασις, ἡ μετὰ τὸ τέλος Ὀκτωβρίου 1900 καταρτισθεῖσα προσωρινὴ τῶν ἐξόδων διὰ τὸ ἔτος 1899 ἦναι ἀκριβὴς κατὰ πάντα, ἀπηλλαγμένη ὅσον τὸ δυνατὸν καὶ σφαλμάτων τυπογραφικῶν, ἰδίως ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, διότι αὕτη ἀποτελεῖ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1899. Εἰκάζω ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν καταστάσεων, ἃς σήμερον ἐλάβομεν, πρὸς τὰς τελευταῖον διανεμηθείσας, ὅτι καὶ εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἔτους 1900, τὴν μέχρι τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατέβαλεν ἰδιάζουσαν προσοχὴν, ὄχι βεβαίως διότι αὕτη ἀποτελεῖ ἀπολογισμὸν προσωρινόν, ἀλλὰ διότι καὶ ταύτης ἡ ἐξέτασις συνδέεται πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, συναποτελοῦσα τὴν βάσιν τῶν σκέψεων, ἃς ἐκ τῆς μελέτης θέλομεν συναγάγει. Λέγω ὅτι εἰκάζω, ὅτι ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ κατεβλήθη πολλὴ προσοχὴ, διότι βλέπω ἀφαιρούμενα ἐξ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια καὶ ὀκτακοσίας τόσας χιλιάδας δραχμὰς, ἅτινα περιελαμβάνοντο ἐν τῇ καταστάσει (ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως 1900) τοῦ Αὐγούστου, ἔκτοτε προκαλέσαντα τὴν προσοχήν μου, διότι μοὶ ἐφάνησαν ἐντελῶς παράδοξα. Ἐν τῇ καταστάσει τοῦ μηνὸς Αὐγούστου ἰδοὺ τί βλέπω. Ὑπὸ κεφάλαιον Ηʹ τῶν ἐσόδων: διάφορα ἔσοδα τρεχούσης καὶ παρελθουσῶν χρήσεων· ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 4,922,321 βεβαίωσις 1,466,686, εἰσπράξεις μέχρις Ἰουλίου 2,696,280, εἰσπράξεις ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου 7,649,451· τὸ ὅλον 10,345,731. Βλέπω δὲ, ὅτι κατὰ τὸν ἀντίστοιχον χρόνον τοῦ ἔτους 1899 εἰσεπράχθησαν 1,149,926 μόνον, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει ἐπὶ πλέον διαφορά 9,194,505. Ὅτε ἀνέγνωσα ταῦτα, κατέφυγα καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, καὶ εἶδον, ὅτι ὑπὸ κεφάλαιον Ηʹ καὶ ἄρθρον 3 ὑπάρχει ἡ ὑπερβολὴ αὕτη τῶν εἰσπράξεων, διότι ἐκεῖ ἀναγινώσκω, ὅτι ὑπελογίσθησαν ἔσοδα 3,500,000, ὅτι εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Αὐγούστου 9,305,152, καὶ ὅτι ἐκ τούτου τοῦ ἄρθρου ἐν ἔτει 1899 εἰσεπράχθη μόνον 1,018,766 κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τὸ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους, ὅτι ἄρα ὑπάρχει ἐφέτος ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πλεόνασμα 8,286,386. Ἐνθυμούμενος ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο οὐδέποτε ὑπερέβη τὰ 4,000,000, συνήθως κυμαῖνον μεταξὺ 2 καὶ 3½ ἑκατομμυρίων, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ εὕρω ἐξήγησιν εἰς τὰ πράγματα, ὑπέθεσα ὅτι ἐνταῦθα ἀνεγράφησαν ὡς εἰσπραχθέντα τὰ ἔσοδα τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος τοῦ ἔτους 1898, οὐχὶ καὶ τοῦ 1899, ἅτινα ὑπολογίζω εἰς 1 καὶ ½ τὸ πολὺ ἑκατομμύριον, διότι ταῦτα δὲν ἀνεγράφοντο, ὡς ἄλλοτε, ἐν τῷ εἰδικῷ ἄρθρῳ τοῦ κεφ. Αʹ, καὶ ὅτι καὶ ἄλλα τινὰ, ἄγνωστα εἰς ἐμὲ, εἶχον παρεισαχθῆ· ἐσημείωσα δὲ τὸ πρᾶγμα διότι μοὶ ἐφάνη ἄξιον πολλῆς προσοχῆς. Ἀλλ’ ἐν τῇ καταστάσει τῇ σήμερον διανεμηθείσῃ ἡ πλάνη μου ἡ εὐάρεστος διελύθη, διότι βλέπω ὅτι ἐξέλιπον ἐντελῶς τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα....

§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατετάχθησαν κατωτέρω.

§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φαντάζομαι τοῦτο, καὶ γνωρίζω τί θέλετε νὰ εἴπητε· ὅτι μετετέθη τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τῆς ἑνοποιήσεως· ἀλλὰ θέλομεν ἴδει, ἐὰν ἔχει τὸ πρᾶγμα οὕτω. Διότι ἐν κεφαλαίῳ Ηʹ ἀναγινώσκω, ὅτι τὸ ὅλον κεφάλαιον φέρει νῦν εἰσπράξεις 3,011,804, ἐκ δὲ καθυστερήσεων παρελθουσῶν χρήσεων μόνον 1,958,012, ἀντὶ τῶν 9,305,000 τοῦ κατ’ Αὔγουστον πίνακος, καὶ ἑπομένως διαφορὰ ἐπὶ πλέον πρὸς τὸ 1899 δραχμῶν 851,727 μόνον. Ὁμολογουμένως, φροντίσας νὰ ἀναζητήσω ἀλλαχοῦ τὰ ποσὰ τὰ ἐνταῦθα ἐκλιπόντα, ἀνεκάλυψα ἐν τέλει, ὅτι ὑπὸ κεφάλαιον ΙΔʹ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον «δάνειον τῆς ἑνοποιήσεως», καὶ κατέναντι δρ. 601,317. Ἀλλ’ εἶχον δισταγμὸν μήπως δὲν πρέπει νὰ καταλογισθῶσιν ἐκεῖ τὰ 6,828,000, τὰ ἀφαιρεθέντα ἄνωθεν, διότι δὲν συμπίπτουσιν οἱ ἀριθμοί· καὶ ἐκεῖ εὑρίσκω διαφορὰν ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου, ἐκεῖ μὲν 6,828,373, ἐνταῦθα δὲ 7,601,317, δηλαδὴ 1,300,000 ἐπὶ πλέον. Βλέπων δὲ τοιαύτην ἀσυμφωνίαν τῶν δύο ποσῶν, ἐνόμισα φρόνιμον, φοβούμενος μήπως πλανηθῶ, νὰ ζητήσω ἐξήγησιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει νῦν, ὅτι τῳόντι τοιαύτη πρᾶξις ἐγένετο· μένει λοιπὸν νὰ δοθῇ ἡ ἐξήγησις, πόθεν προῆλθεν ἡ σήμερον διορθωθεῖσα πλάνη.

§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον εἰσήχθη ποσὸν 6,000,000 ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς τοῦ ἠνοποιημένου δανείου, διότι, ὡς γνωστὸν, τὰ τοῦ ἠνοποιημένου δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐτακτοποιήθησαν παρὰ τῆς Τραπέζης, καὶ αὕτη εἶχε καθυστερήσει εἰς τὴν ἔγκαιρον τοῦ λογαριασμοῦ ἀποστολὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὰ δὲ ἀνάγονται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899. Ὅτε μοὶ ὑπεβλήθη πρὸς ὑπογραφὴν ἡ ἐντολὴ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ἐξέδωκε ταύτην οὐχὶ ἐπὶ τοῦ προσήκοντος κεφαλαίου καὶ ἄρθρου. Ὅτε ὅμως βραδύτερον εἶδον ἐκ τῆς καταστάσεως, ὅτι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ηʹ ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα, ἐζήτησα τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, ἐβεβαιώθην δὲ, ὅτι τὰ ἐντάλματα εἶχον ἐκδοθῇ ἐσφαλμένως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ηʹ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῶσιν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ΙΔʹ, εἰς ὃ εὗρον καὶ ἕτερα ἀναγεγραμμένα ἐξ ἄλλης αἰτίας, καὶ περὶ ὧν θὰ ἔχητε αὔριον ἀκριβεστάτας πληροφορίας. Τὸ λάθος, ὅπερ ἐγένετο, εἶναι μόνον, ὅτι τὸ ἔνταλμα ἐξεδόθη ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ηʹ, ἀντὶ νὰ ἐκδοθῇ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ΙΔʹ. Πρὸς δικαιολογίαν του ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος προέβαλε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ κατατάξῃ εἰς τὸ κεφάλαιον ΙΔʹ, διότι ἀνήγετο εἰς παρελθοῦσαν χρῆσιν.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§94Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι καὶ αὔριον δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν;

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Πατρῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. [Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι]. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Πατρῶν καὶ νόμιμον βουλευτὴν τὸν κύριον Θᾶνον Ῥοῦφον Κανακάρην. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
2τῆς 13 Νοεμβρίου 1900.
3(Δευτέρα).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγ-
5κριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
6δριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς παρέστη σή-
8μερον ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, προσεφώνησε δὲ
9τὴν Α. Μ. διὰ τοῦ Προέδρου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
10«Μεγαλειότατε.
11»Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων λαμβάνει τὴν
12τιμὴν ν’ ἀναγγείλῃ πρὸς τὴν Υ. Μ. τὴν συγκρότησιν τοῦ
13Σώματος, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ βαθύτατα σεβάσματα αὑτοῦ
14πρός τε τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ πρὸς τὴν Αὐτῆς
15Μεγαλειότητα τὴν Βασίλισσαν, εἰλικρινεῖς δ’ εὐχὰς ὑπὲρ
16τῆς εὐημερίας πάντων τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενίας.
17»Ὁ Θεὸς σώζοι τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Βασιλικὸν Θρόνον.»
18Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀντεφώνησεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
19«Χαίρω βλέπων ἐνώπιόν μου τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς·
20συγχαίρων δ’ ὑμῖν, Κύριοι, ἐπὶ τῇ πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνῃ
21αὐτῆς, σᾶς εὐχαριστῶ ἀπὸ καρδίας διὰ τὰς ὑπὲρ τῆς εὐη-
22μερίας πάντων τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας εἰλι-
23κρινεῖς εὐχάς σας.
24»Πέπεισμαι ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ ἀποβῶσι πρὸς
25εὐημερίαν τῆς ἀγαπητῆς ὑμῶν Πατρίδος.»
26Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀποβιώσαντος Βουλευτοῦ καὶ ναυάρ-
27χου Μιλτιάδου Κανάρη ἀπέστειλε τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν
28πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
29«Κύριε Πρόεδρε.
30«Ἡ βαρυπενθοῦσα οἰκογένεια Μιλτιάδου Κ. Κανάρη,
31συγκεκινημένη λίαν ἐπὶ τῇ θλίψει καὶ τῷ ἐνδιαφέροντι, ἅπερ
32ἔδειξεν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπὶ τῇ ἀνεπανορθώτῳ
33συμφορᾷ αὐτῆς, καὶ εὐγνωμονοῦσα, ἐκφράζει πρὸς Ὑμᾶς καὶ
34δι’ Ὑμῶν εἰς ἅπασαν τὴν Βουλὴν τὰς βαθείας καὶ εἰλικρι-
35νεῖς αὐτῆς εὐχαριστίας.
36»Μετὰ πολλῆς τῆς ὑπολήψεως
37»Δέσποινα Μ. Κανάρη.»
38Ὁ ἐκ Πεταλιδίου Κ. Κοταρέας διὰ τηλεγραφήματός του
39παρακαλεῖ νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ συγκοινωνίας διὰ τοῦ πο-
40ταμοῦ Τζάνε, ἡμίσειαν ὥραν ἀπέχοντος τοῦ Πεταλιδίου.
41§2Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμ-
42βάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου
43«περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Τίς ὁ σκο-
44πὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, Κύριοι, πάντες ἐννοεῖτε. Σκο-
45πὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τοῦ πολεμικοῦ
46ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁρί-
47ζονται ὡς πόροι τοῦ Ταμείου: αʹ) Τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνῆ-
48κον μέρος τῶν κατὰ τὸν νόμον ΒΡΚʹ τῆς 30 Δ)βρίου 1892
49εἰσπραττομένων φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας τελῶν, βʹ) τὰ
50εἰσπραττόμενα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δικαιώματα ἐκ τῆς ἐν τῷ
51Ναυστάθμῳ πλωτῆς Δεξαμενῆς, γʹ) τὸ ἀντίτιμον παντὸς ἐκ-
52ποιουμένου ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, δʹ) αἱ
53ὑπὲρ τοῦ Ταμείου δωρεαὶ, κληρονομίαι ἢ κληροδοσίαι, καὶ
54εʹ) οἱ τόκοι τῶν κεφαλαίων τοῦ Ταμείου καὶ τὰ εἰσοδήματα
55τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκόντων ἀκινήτων.
56Τὰ ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων προικίζεται τὸ Ταμεῖον τοῦτο,
57ἀνέρχονται περίπου εἰς ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν.
58Εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου μεταβιβάζεται
59πᾶσα ἡ κινητὴ καὶ ἀκίνητος περιουσία τῆς πρὸς σχηματι-
60σμὸν ἐθνικοῦ στόλου Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπίσης μεταβι-
61βάζεται τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Γεωργίου Ἀβέρωφ...
62§3ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν ἔχετε τοιοῦτον δικαίωμα.
63Ἡ διαθήκη ὁρίζει ῥητῶς, πῶς πρέπει νὰ διατεθῇ τὸ κλη-
64ροδότημα.
65§4ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Μεταβιβάζεται τὸ
66κληροδότημα, τὸ ὁποῖον κατελείφθη διὰ τῆς διαθήκης τῆς
6718)30 Μαρτίου, τηρουμένων τῶν ὅρων τῶν ἐν τῇ διαθήκῃ
68ἀναφερομένων. Συνεπῶς, κύριε Βουλευτὰ, τὸ χρῆμα αὐτὸ
69ἁπλῶς θὰ παραληφθῇ παρὰ τοῦ Ταμείου, τὸ ὁποῖον διὰ
70τοῦ νομοσχεδίου ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ τὸ χρῆμα εἰς
71τὴν Τράπεζαν, τὸ δὲ χρῆμα θὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς κατα-
72σκευὴν πλοίου πολεμικοῦ, συμφώνως μὲ τοὺς ὅρους τῆς δια-
73θήκης τοῦ ἀειμνήστου Γ. Ἀβέρωφ. Νομίζετε ὅτι προσβάλ-
74λεται ἡ διαθήκη;
75§5ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐὰν εὑρίσκηται τὸ χρῆμα εἰς τὴν
76Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πῶς θὰ εὑρίσκηται εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ
77Ἐθνικοῦ Στόλου;
78§6ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περιέχει ἄρθρον, διὰ τοῦ
79ὁποίου πᾶσα ἡ χρηματικὴ περιουσία τοῦ «Ταμείου τοῦ
80Ἐθνικοῦ Στόλου» ὡς καὶ τὰ χρηματόγραφα κατατίθενται
81εἰς μίαν τῶν ἐν Ἀθήναις ἀνεγνωρισμένων Τραπεζῶν—καὶ
82ἐννοεῖται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.—Διαχειρίζεται δὲ
83τὴν περιουσίαν ταύτην ἐπιτροπὴ προεδρευομένη παρὰ τοῦ
84ἑκάστοτε Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Συνεπῶς
85εἰς τὸ Ταμεῖον αὐτὸ θὰ τοποθετηθῇ καὶ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον
86ὁ ἀείμνηστος Γ. Ἀβέρωφ κατέλιπεν εἰς τὸ Ἔθνος πρὸς τὸν
87σκοπὸν νὰ κατασκευασθῇ δι’ αὐτοῦ πολεμικὸν πλοῖον, καὶ
88θὰ διατεθῇ τὸ χρῆμα συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διαθή-
89κης τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ... Νομίζετε ὅτι γίνεται τι
90ἐναντίον τῆς διαθήκης;
91Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ σκεφθῇ σο-
92βαρῶς περὶ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐγὼ
93δὲ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ
94κάμω μίαν ἐξέλεγξιν, οὕτως εἰπεῖν, ἵνα ἴδω εἰς ποίαν κατά-
95στασιν εὑρίσκονται τὰ πλοῖα τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ.
96Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον κα-
97θῆκον ν’ ἀπαλλάξω τὸ ναυτικόν, καὶ συνεπῶς καὶ τὸν προϋ-
98πολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, παντὸς ἀχρή-
99στου πλοίου, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ θέλωμεν
100ν’ ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτούς, φανταζόμενοι ὅτι ἔχομεν πλοῖα,
101ἀφοῦ πολλὰ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα ὄχι μόνον ὑπὸ
102πολεμικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν. Τὰ
103πλοῖα δὲ τὰ ἄχρηστα δὲν εἶναί τι ἄλλο, παρὰ ἓν βάρος εἰς
104τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι πᾶσα ἐπισκευὴ αὐ-
105τῶν μετὰ παρέλευσιν ὀλιγίστου χρονικοῦ διαστήματος ἀπο-
106δεικνύεται ματαία, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν κάμνομεν ἄλλο
107τι, παρὰ νὰ δαπανῶμεν χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι
108κανένα σκοπόν.
109Διώρισα συνεπῶς μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ ἁρμοδίων προσώπων,
110ἵνα ἐξετάσῃ τὰ πλοῖα τὰ πολεμικὰ καὶ μοὶ ὑποβάλῃ τὴν
111γνώμην της, ποῖα ἐκ τῶν πλοίων αὐτῶν δύνανται νὰ παρα-
112μένωσιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ποῖα δύ-
113νανται νὰ ἔχωσι πολεμικὴν ἀξίαν, ποῖα δὲ, καίτοι μὴ ἔχοντα
114πολεμικὴν ἀξίαν, δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἄλλας ὑπη-
115ρεσίας. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία μοὶ ὑπεβλήθη, εὑρέθην εἰς
116τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξω τὴν διάλυσιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ
1175 τορπιλλικῶν σκαφῶν τῆς Γαλλικῆς κατασκευῆς, τῶν
118ὑπ’ ἀριθ. 6, 7, 8, 9, 10 καὶ 17 τορπιλλικῶν σκαφῶν Ἀγ-
119γλικῆς κατασκευῆς, καὶ πασῶν τῶν ἀτμοτελωνίδων, ἐκτὸς
120μιᾶς. Αἱ ἀτμοτελωνίδες δ’ αὗται, ὡς γνωρίζετε, ἐκτελοῦσι
121μὲν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἶναι
122εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· εἶναι δὲ ἐντελῶς
123ἄχρηστοι καὶ δὲν ἐπιδέχονται καμμίαν ἐπισκευήν. Τὰ πλοῖα
124λοιπὸν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 10–12, κατεδικά-
125σθησαν ὡς ἐντελῶς ἄχρηστα καὶ διετάχθη ἡ διάλυσις αὐ-
126τῶν, ὅπως ἐκποιηθῶσιν ὡς ἄχρηστον ὑλικόν. Ἡ καταδίκη
127τῶν ἀτμοτελωνίδων ἔχει ὡς συνέπειαν νὰ σκεφθῶμεν, ἵνα
128ἀναθέσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπο-
129ρίου εἰς πλοῖα ἄλλα τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τὰ ὁποῖα δύ-
130νανται νὰ ᾖναι χρήσιμα εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπο-
131ρίου, εἶναι ὅμως ἐντελῶς ἄχρηστα εἰς τὴν πολεμικὴν ὑπηρε-
132σίαν· τοιαῦτα δὲ εἶναι αἱ ἀτμοημιολίαι «Πάραλος», «Ἀ-
133φρόεσσα» καὶ «Σῦρος», τὸ τορπιλλοβόλον ὑπ’ ἀριθ. 18 καὶ
134ἡ κανονιοφόρος Α, τὰ ὁποῖα καὶ ἀνέλαβον ἤδη τὴν ὑπηρε-
135σίαν τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου, προσέτι δὲ καὶ
136αἱ ἀτμοημιολίαι «Σαλαμινία», «Κίσσα», «Κίχλη» καὶ
137«Ἀηδὼν», αἵτινες νῦν εὑρίσκονται ὑπὸ ἐπισκευὴν, θὰ ᾖναι
138δ’ ἕτοιμαι μετὰ δύο μῆνας καὶ θὰ διατεθῶσιν ὡσαύτως εἰς
139τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου.
140Ἡ κατάστασις αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ πολεμικὰ πλοῖα
141εὑρίσκονται, ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν,
142τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλή, νὰ
143μεριμνήσῃ περὶ ἐνισχύσεως τοῦ στόλου. Τὰ τρία θωρηκτὰ
144ἔχουσιν ἀνάγκην βεβαίως, διὰ ν’ ἀποτελέσωσι μοῖραν κατὰ
145πάντα ἀξίαν τοῦ ὀνόματός της, νὰ ἐνισχυθῶσι διὰ τορπιλ-
146λικῶν σκαφῶν τοῦ τελευταίου συστήματος, δι’ ἀντιτορπιλ-
147λικῶν καὶ διὰ καταδρομικῶν· ἡ γνώμη δὲ τῶν ἁρμοδίων
148εἶναι, ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη 6 τορπιλλικῶν τοῦ τε-
149λευταίου συστήματος, ταχύτητος 27–28 μιλίων, 2 ἀντι-
150τορπιλλικῶν καὶ 2 καταδρομικῶν. Ταῦτα δέ, προστιθέμενα
151εἰς τὴν μοῖραν τῶν θωρηκτῶν, βεβαίως θ’ ἀποτελέσωσι μοῖ-
152ραν ναυτικὴν ἀξίαν τοῦ ὀνόματός της.
153Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, Κύριοι, βεβαίως
154δὲν ἐπιτρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ ἀμέσου ναυπη-
155γήσεως τῶν εἰρημένων πλοίων. Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι
156διὰ τῆς συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, μὲ τοὺς
157προσωρινοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, θὰ γείνῃ μία
158ἀπαρχὴ, ὅπως προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ
159Βουλὴ σκεφθῶσι καὶ ἐξεύρωσι καὶ ἄλλους πόρους, καὶ καταρ-
160τισθῇ οὕτω Ταμεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν διὰ
161τῶν πόρων αὐτοῦ νὰ γείνῃ ἓν δάνειον, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπη-
162ρεσίαν θὰ ἦναι εἰς θέσιν τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου
163νὰ ἀναλάβῃ, καὶ πραγματοποιηθῇ οὕτω ὁ σκοπὸς, ὃν διὰ
164τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιδιώκομεν.
165Δέν μοι ἐπιτρέπεται, Κύριοι, καὶ νὰ φαντασθῶ κἂν, ὅτι
166εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ καὶ εἷς ἔστω Βουλευτὴς ἔχων γνώμην
167ἐναντίαν· εἶμαι βέβαιος, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ θέλει συν-
168τρέξει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου.
169Κύριοι, εἴμεθα Κράτος, τὸ ὁποῖον περιβρέχεται ἀπὸ θά-
170λασσαν, καὶ πάντες ἐννοοῦμεν, ὅτι ἔχομεν μέγα συμφέρον,
171καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν τιμὴν αὐ-
172τοῦ, νὰ πράξωμεν πᾶν τὸ δυνατὸν, ὅπως κατορθώσωμεν νὰ
173ἔχωμεν ναυτικὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματός του. Ἐὰν, Κύριοι,
174κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τὸ ναυτικὸν δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς
175τὰς προσπαθείας τοῦ Ἔθνους, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι
176εἰς παρῳχημένην ἐποχὴν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ
177ναυτικόν της ὀφείλει καὶ τὴν δόξαν της καὶ τὴν ἀνεξαρτη-
178σίαν της.
179Δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω.
180§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἡ ἀχρηστία τῶν
181πλοίων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ κατεδίκασεν ὡς ἄχρηστα,
182πόθεν προέρχεται; προέρχεται ἐξ ἐλαττωματικῆς κατα-
183σκευῆς αὐτῶν;
184§8ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ ἀχρηστία αὐτῶν προέρχεται ἀπὸ τὴν
185αὐτὴν ἀφορμὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχεται ἡ ἀχρηστία
186τῶν γερόντων (ἱλαρότης). Καὶ σεῖς, κύριε Ρικάκη, ἐγηρά-
187σατε, καὶ ἐγὼ πλησιάζω νὰ γηράσω.
188§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν
189ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα
190Παράρτημα, ἀριθ. 2).
191§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Ὑπουρ-
192γοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀποτελοῦσι πρόγραμμα τῶν ἐργασιῶν
193καὶ σκοπῶν τῆς διοικήσεως τῶν ναυτικῶν πραγμάτων. Ὁ
194κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Τα-
195μείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο ἀπο-
196τελεῖ τὴν βάσιν τοῦ εἰρημένου προγράμματος· τὰ ἑπόμενα
197μέρη τοῦ προγράμματος εἶναι ἡ συνομολόγησις δανείου, διὰ
198τὸ ὁποῖον βεβαίως θέλει προτείνει ἐν καιρῷ τὸ προσῆκον
199νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ διάλυσις, ἤτοι ἡ καταστροφὴ
200πλοίων τινῶν τοῦ στόλου ὡς ἀχρήστων, καὶ ἡ ἀντ’ αὐτῶν
201προμήθεια νέων. Τὰ δύο τελευταῖα μέρη νομίζω ὅτι προσή-
202κει νὰ μελετηθῶσι περισσότερον, ἡ διάλυσις ὅμως τῶν
203πλοίων, τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν ἄχρηστα, εἶναι καταστροφὴ
204πλοίων τοῦ στόλου, καὶ ἵνα αὕτη ἐκτελεσθῇ, ἀπαιτεῖται νὰ
205ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡ Βουλὴ βεβαίως
206θέλει ἀποφασίσει, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν
207Ναυτικῶν βεβαιώσῃ τὴν ἀχρηστίαν τῶν πλοίων καὶ τὴν
208ἀνικανότητα αὐτῶν· πρὸ τούτου ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς
209τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν νὰ προβῇ εἰς καταστροφὴν πλοίων
210τοῦ στόλου· διότι, ἐὰν νῦν πλοῖα ἦναι ὄντως ἄχρηστα, δὲν
211εἶναι ἀδύνατον ἐν ἄλλῃ περιστάσει νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυ-
212σιν πλοίων, ἐπιπολαίως ἐκλαβοῦσα, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἄχρηστα.
213Ἡ κρίσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι ὄντως ἀναγκαιο-
214τάτη, ἀποτελοῦσα πλήρη ἐγγύησιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ
215τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ μὴ παραλείψῃ τοῦτο.
216§11Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ
217πλοῖα κατεδικάσθησαν, ὡς ἐντελῶς ἄχρηστα διὰ τὴν ναυτι-
218κὴν ὑπηρεσίαν· εἶναι πλοῖα παλαιὰ τὰ τορπιλλοβόλα,
219ἅτινα κατεδικάσθησαν· κατήντησαν νὰ διανύουν 8 μόνον
220μίλια τὴν ὥραν· οἱ λέβητες αὐτῶν ὅλοι θέλουν ἀντικατά-
221στασιν, τὰ σκάφη εἶναι εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, καὶ ἂν θε-
222λήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπισκευῆς αὐτῶν, ἡ
223δαπάνη θὰ ἦναι λίαν ὑπέρογκος καὶ ἴσως ματαία. Αἱ ἀτμο-
224τελωνίδες ἐπίσης εἶναι εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν· κατήντησε
225νὰ διανύουν 2–3 μίλια τὴν ὥραν· ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἀλλα-
226χθοῦν οἱ λέβητες, νὰ διορθωθοῦν αἱ μηχαναί, νὰ διορθωθοῦν
227τὰ ἐλάσματα. Ὥστε ἀπαιτεῖται δαπάνη, ἡ ὁποία δὲν δι-
228καιολογεῖται. Εἰπὼν ὅτι διετάχθη ἡ διάλυσις τῶν πλοίων
229τούτων, δὲν ἐνόουν ὅτι ἤρχισαν τεχνῖται νὰ διαλύουν αὐτά.
230Τὰ πλοῖα ἐκηρύχθησαν ἄχρηστα, ἐδέθησαν εἰς τὸν Ναύ-
231σταθμον, καὶ μένουσιν ἀνέπαφα· ἂν δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
232Γόρτυνος φρονῇ, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν
233τῆς διαλύσεως αὐτῶν, τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω
234οὔτε ἓν καρφὶ νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῶν πλοίων αὐτῶν, πρὶν ἢ χο-
235ρηγηθῇ ἡ ἄδεια αὕτη.
236§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν δημοσιευθῇ τὸ νομοσχέδιον, βε-
237βαίως ἡ Βουλὴ θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συ-
238ζητήσεως αὐτοῦ. Τῳόντι ἡ ἰδέα, ἣν εἰσηγεῖται ὁ κ. Ὑπουρ-
239γὸς τῶν Ναυτικῶν, δὲν εἶναι καὶ ἐντελῶς νέα, διότι καὶ
240παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐσκέφθη περὶ συστάσεως Ταμείου
241πρὸς βελτίωσιν τῶν ναυτικῶν πραγμάτων. Ἑπομένως ὑπο-
242θέτω, ὅτι ἴσως ἡ Βουλὴ θέλει ἔχει τὰ στοιχεῖα ἐκ προγε-
243νεστέρων συζητήσεων, ὅπως λεπτομερέστερον καὶ σαφέστε-
244ρον ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
245Ἐν τούτοις, ἐπειδή, ὡς εἶναι φυσικὸν, ἐπὶ τοσοῦτον σπου-
246δαίου ζητήματος θέλει προκληθῇ συζήτησις, παρακαλῶ
247τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τοῦδε, νὰ καταθέσῃ
248ἔν τινι τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων τὰς ἑξῆς πληροφορίας,
249ἃς θεωρῶ ἀναγκαίας πρὸς συζήτησιν πεφωτισμένην τοῦ ὑπο-
250βληθέντος νομοσχεδίου. Κατὰ πρῶτον παρακαλῶ τὸν κ.
251Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ δι’ ἐγγράφου
252σημειώματος τὴν Βουλὴν, τί θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον
253ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν 10 ἢ 12 σκαφῶν, ἅτινα ἐθεωρήθη-
254σαν ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, διότι ὑποθέτω, ὅτι τὸ εἰσπρα-
255χθησόμενον ποσὸν θέλει χρησιμεύσει πρὸς πλουτισμὸν τοῦ
256συσταθησομένου Ταμείου τοῦ Στόλου. Δεύτερον παρακαλῶ
257αὐτὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πληροφο-
258ρίαν. Τί εἰσέπραξε τὸ Κράτος κατὰ τὴν τελευταίαν δε-
259καετίαν ἐξ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στόλου; Τρίτον, τί εἰσέ-
260πραξε τὸ Κράτος κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐκ τῶν
261δικαιωμάτων τῆς Δεξαμενῆς; Διότι πάντα ταῦτα ὑπο-
262θέτω, ὅτι εἰσὶ στοιχεῖα χρήσιμα πρὸς συζήτησιν τοῦ νο-
263μοσχεδίου.
264Ἐπίσης ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν τὰ
26510 ἢ 12 σκάφη τοῦ στόλου θέλουσι θεωρηθῆ ὡς ἄχρηστον
266ὑλικόν, οἱ τῶν σκαφῶν τούτων ἀξιωματικοί, τουτέστι τὰ
267Ἐπιτελεῖα τῶν πλοίων αὐτῶν, εἰς ποίαν κατάστασιν θέ-
268λουσι περιέλθει; Θέλουσι τεθῇ εἰς διαθεσιμότητα οἱ ἀξιω-
269ματικοὶ οἱ διευθύνοντες τὰ σκάφη ταῦτα; οἱ ἀποτελοῦντες
270τὰ Ἐπιτελεῖα τῶν πλοίων αὐτῶν; Ποία πρόνοια θέλει λη-
271φθῆ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν; Τὴν πληροφορίαν ταύ-
272την θεωρῶ οὐσιωδεστάτην.
273Ἐπίσης ἀναγκαῖον κρίνω νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν
274καὶ ἀπόσπασμα ἐκ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ,
275ἵνα ἴδωμεν τὰς διατάξεις αὐτῆς, ἐπειδὴ ἤκουσά τινος τῶν
276συναδέλφων διαμαρτυρομένου ἐπὶ τῇ προτάσει ταύτῃ τοῦ κ.
277Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω περὶ τούτου,
278πρὶν ἴδω τὴν διαθήκην.
279Οὐσιωδεστάτην ἐπίσης θεωρῶ καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς εἰδι-
280κῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀπεφάνθη περὶ τῆς ἀχρηστίας τῶν ἐν
281λόγῳ πλοίων. Πολὺ ἀπέχω τοῦ νὰ ἰσχυρισθῶ, ζητῶν νὰ
282κατατεθῇ αὕτη, ὅτι τὰ πλοῖα ταῦτα εὑρίσκονται ἐν λαμ-
283πρᾷ καταστάσει. Ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι πολλὰ τῶν σκα-
284φῶν τούτων, ὡς ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου καὶ ἐξ ἄλ-
285λων αἰτίων ἴσως, κατέστησαν ἢ ὅλως ἄχρηστα, ἢ σχεδὸν
286ἄχρηστα. Ὀφείλομεν ὅμως ἐπὶ τόσον σοβαροῦ θέματος νὰ
287ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν.
288Τοιοῦτοι δέ εἰσιν οἱ συντάξαντες τὴν ἐν λόγῳ ἔκθεσιν.
289Ἐπεχείρησα ἀπὸ τοῦδε νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας ταύ-
290τας, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἡ παραμικρὰ δυσκολία περὶ τὴν συ-
291ζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐκ πρώτης ἀπόψεως βεβαίως
292δύναται νὰ θεωρηθῇ σπουδαῖον. Εὔχομαι καὶ ἐκ τελευταίας
293ἀπόψεως νὰ θεωρηθῇ τοιοῦτον, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν δύνα-
294ταί τις νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ πρὶν ἢ μελετήσῃ αὐτὸ
295ἐπισταμένως.
296§13Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρῶ-
297τον παρακαλῶ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν νὰ ὑποβάλῃ
298περὶ τούτων σημείωσιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐρωτήσεις αὐ-
299τοῦ περὶ τῶν εἰσπράξεων τῆς Δεξαμενῆς κατὰ τὴν τελευ-
300ταίαν δεκαετίαν καὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ
301ἀχρήστου ὑλικοῦ, ὡς καὶ περὶ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου
302Ἀβέρωφ, θέλω φέρει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας αὔριον ἢ
303μεθαύριον. Ἐπὶ μιᾶς ὅμως ἄλλης ἐρωτήσεως δύναμαι εὐθὺς
304ἀμέσως νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν· τουτέστι περὶ τοῦ τί θὰ
305γείνωσι τὰ ἐπιτελεῖα καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ὑπὸ διάλυσιν
306σκαφῶν. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, καίτοι ἐχρημάτισεν
307Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, φαίνεται ὅτι ἐλησμόνησεν, ὅτι τὰ
308τορπιλλοβόλα ταῦτα σκάφη, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέφερα ὅτι
309ἐκηρύχθησαν ἄχρηστα, εὑρίσκονται εἰς τὸν Ναύσταθμον, ὅτι
310πληρώματα δὲν ὑπηρετοῦν εἰς αὐτὰ, καὶ ὅτι τὰ πλοῖα ταῦτα
311εὑρίσκονται κάτωθεν τῶν νεωσοίκων, ἐκτὸς τῆς θαλάσσης.
312Συνεπῶς οὔτε ἀξιωματικοὶ ὑπάρχουσι διοικοῦντες αὐτὰ,
313οὔτε ναῦται, οὔτε ὑπαξιωματικοί. Τὰ τορπιλλοβόλα ταῦτα
314πρὸ χρόνου πολλοῦ μετὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐσύρθη-
315σαν εἰς τὴν ξηρὰν, καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς ἀποθήκας· συνε-
316πῶς, ὅταν ἀποφασισθῇ ἡ διάλυσις αὐτῶν, δὲν θὰ εὑρεθῇ ὁ
317Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ἐπιτελείων
318αὐτῶν, διότι οὐδεὶς, ὡς εἶπον, ὑπηρετεῖ ἐπ’ αὐτῶν.
319§14ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον περὶ αὐτῶν. Γνωρίζω ὅτι ἐπ’ αὐ-
320τῶν δὲν ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί.
321§15ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἴσως δὲν ἐπροσέξατε κα-
322λῶς, ἢ ἐγὼ δὲν ἐξηγήθην καλῶς. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ποῖα τὰ
323ὑπὸ διάλυσιν πλοῖα· εἶναι τὰ ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 5 τορπιλλο-
324βόλα σκάφη Γαλλικῆς κατασκευῆς, ἅτινα εὑρίσκονται ἐντὸς
325τῶν νεωσοίκων, καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 6,7,8,9,10,17 Ἀγγλικῆς
326κατασκευῆς, ἅτινα εὑρίσκονται εἰς τὴν ξηρὰν, δὲν ὑπάρχουν
327δ’ ἐπ’ αὐτῶν παρὰ μόνον ὀλίγοι ναῦται, ὡς καὶ αἱ ἀτμοτε-
328λωνίδες, αἱ ὁποῖαι, ὡς γνωρίζετε, δὲν διοικοῦνται ἀπὸ ἀξι-
329ωματικούς, ἀλλ’ ἀπὸ ὑπαξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν
330διάλυσιν τῶν πλοίων αὐτῶν θὰ ὑπάγουν εἰς ἄλλα πλοῖα.
331Δὲν διστάζω δὲ νὰ σᾶς εἴπω καὶ τί θὰ γείνουν οἱ ἀξιωμα-
332τικοὶ, οἵτινες θὰ μείνουν ἐκτὸς τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα τυχὸν
333ἤθελον διαλυθῇ καὶ τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπιτελεῖα. Οὗτοι θὰ τε-
334θοῦν εἰς διαθεσιμότητα, διότι δὲν νομίζω ὅτι τὸ Κράτος
335εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ διατηρῇ πλοῖα ἄχρηστα, διὰ νὰ ἔχουν
336οἱ ἀξιωματικοὶ θέσεις...
337§16ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖα πλοῖα εἶναι αὐτά;
338§17ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων πλοίων, τὰ ὁποῖα σᾶς
339εἶπον, θὰ ἦναι καὶ αἱ ἀτμοτελωνίδες «Πειραιεὺς», «Πά-
340τραι», «Κεφαλληνία» καὶ «Ἑρμούπολις». Αὐτὰ εἶναι τὰ
341πλοῖα, τὰ ὁποῖα θὰ διαλυθοῦν. Κατὰ τὴν γνώμην μου μά-
342λιστα, αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη δόσις, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι
343πρέπει νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν γενναίαν, καὶ νὰ προβῶμεν καὶ
344περαιτέρω...
345§18ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀνεφέρατε προηγουμένως καὶ ἄλλα σκάφη.
346§19ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν θὰ ἐπροσέξατε.
347§20ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀνεφέρατε τὴν «Πά-
348ραλον».
349§21ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ,
350ἡ ὁποία διωρίσθη διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ πλοῖα, κατεδίκασεν
351εἰς διάλυσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα. Ἐπίσης κατεδίκασε
352καὶ τὰ πλοῖα «Πάραλον», «Ἀφρόεσσαν», τὴν κανονιοφόρον
353ὑπὸ στοιχεῖον Α, τὴν «Σῦρον», «Σαλαμινίαν», «Κίσσαν»,
354«Κίχλαν» καὶ «Ἀηδόνα»· ἀλλὰ ταῦτα κατεδίκασεν ὡς
355ἄχρηστα μόνον πρὸς πολεμικὴν ἐνέργειαν, εἶναι χρησιμώτατα
356ὅμως διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου.
357§22ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ ἐπιτελεῖα τῶν πλοίων αὐτῶν τί θὰ
358τὰ κάμητε; Ποῦ θὰ τὰ χρησιμοποιήσητε;
359§23ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν πλοίων αὐτῶν θὰ διορισθῶσι
360κυβερνῆται ἀξιωματικοί, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι σφα-
361λερὸν τὸ μέτρον τοῦ νὰ διοικῶσι τὰς ἀτμοτελωνίδας — τὰς
362καταδιωκούσας τὸ λαθρεμπόριον — ὑπαξιωματικοί. Τὸ διατὶ,
363δὲν λέγω, ὡς περιττόν. Λοιπὸν ἐγὼ θὰ λάβω τὸ μέτρον,
364ἐπ’ αὐτῶν νὰ διορισθῶσι κυβερνῆται ἀξιωματικοί. Ἀλλὰ βε-
365βαίως δὲν θὰ ἔχωσιν ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι σήμερον,
366ὅτε εὑρίσκονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν πολεμικήν. Ἐπανα-
367λαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην δυσκολίαν νὰ θέσω
368εἰς διαθεσιμότητα πάντα ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχῃ
369θέσιν, διότι δὲν νομίζω ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ὑπόχρεον νὰ
370διατηρῇ πλοῖα ἄχρηστα, διὰ νὰ ἔχωσιν ὑπηρεσίαν οἱ ἀξιω-
371ματικοί. Βεβαίως αὐτὸ εἶναι δυσάρεστον διὰ τοὺς ἀξιωμα-
372τικοὺς, ὑπάρχει ὅμως τὸ μέσον, δι’ οὗ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
373Ναυτικῶν νὰ καταστήσῃ αὐτὸ ὀλιγώτερον δυσάρεστον. Δύ-
374ναται ἐκ περιτροπῆς καθ’ ἑξαμηνίαν νὰ φέρῃ τοὺς ἐν δια-
375θεσιμότητι ἀξιωματικοὺς εἰς ἐνέργειαν. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ
376περὶ ἄλλων πλοίων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ πρέπει νὰ λη-
377φθῇ φροντὶς, διότι καὶ δι’ αὐτὰ δαπανῶμεν ματαίως, δια-
378τηροῦντες πλοῖα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν. Νομίζω
379ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρέ-
380πει ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὰ βάρη ταῦτα.
381§24Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ προβῇ ὁ κύριος
382Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ διαλύσεως
383τῶν ἀχρήστων πλοίων, βεβαίως θὰ εἶχεν ἔκθεσιν, ἐπὶ τῇ βά-
384σει τῆς ὁποίας ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο.
385Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθε-
386σιν ταύτην, καὶ εἰ δυνατὸν, καὶ τὰς πρὸ μακροῦ χρόνου ὑπο-
387βληθείσας διαφόρους ἄλλας ἐκθέσεις. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ
388ὑποβάλω αὔριον καὶ γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην.
389§25Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
390κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου του ἐμνήσθη καὶ τοῦ
391κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ. Ὁ ἀείμνηστος
392Ἀβέρωφ ἀπεβίωσεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸ ἑνὸς περίπου
393ἔτους. Ἐν τούτοις οὐδὲν γινώσκομεν περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως
394τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ πλη-
395ροφορήσῃ ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ὁλό-
396κληρον τὸ κληροδότημα ἢ πόσον μέρος αὐτοῦ εἰσῆλθεν ἕως
397σήμερον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ διατὶ αὐτὴ ἡ βραδύ-
398της; Διότι προκειμένου περὶ περιουσίας, ἥτις, ὡς φαίνεται,
399συνίστατο ἐκ χρεωγράφων καὶ γαιῶν ἐλευθέρων παντὸς βά-
400ρους καὶ ἀναμφισβητήτων, περιουσίας ἄνευ χρεῶν καὶ δοσο-
401ληψιῶν, νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἡ βραδύτης, ἥτις
402παρατηρεῖται εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν κληροδοτημάτων πρὸς
403τοὺς διαφόρους κληροδόχους καὶ τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος διὰ
404τῆς διαθήκης λαμβάνει σπουδαῖα κληροδοτήματα. Τὸ μέ-
405γιστον μέρος τῆς περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ ἐδόθη
406εἰς κληροδοτήματα πρὸς τὸ Κράτος καὶ ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν
407ἢ ἐκπαιδευτικῶν σκοπῶν. Νομίζω, διὰ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Ὑ-
408πουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, προκειμένου περὶ ἑλληνι-
409κῆς περιουσίας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, οὐ μόνον τὰ συμφέροντα
410τοῦ Δημοσίου δέον νὰ προστατεύσῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἱδρυ-
411μάτων, θέλει σπεύσει νὰ φροντίσῃ ὑπὲρ ἀμφοτέρων καὶ
412περὶ ταχείας παραδόσεως τῶν κληροδοτημάτων. Ὁ κ. Ὑ-
413πουργὸς καθῆκον ἔχει, οὐ μόνον νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐντὸς εὐ-
414λόγου χρόνου περιέλθῃ ἡ καταλειφθεῖσα περιουσία εἰς χεῖ-
415ρας τῶν δικαιούχων, ἀλλὰ καὶ νὰ πληροφορηθῇ καὶ νὰ φω-
416τίσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ τὰ κληροδοτήματα ταῦτα, ἢ μέρος
417αὐτῶν, δὲν περιῆλθον εἰσέτι εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τὰ κατα-
418στήματα, καὶ διὰ ποῖον λόγον δὲν περιῆλθον, καὶ ὁποῖαι αἱ
419δυσκολίαι, αἵτινες ἐμποδίζουν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον τὴν εἰς
420τὴν Ἑλλάδα ἀποστολήν. Ἄν τὸ Δημόσιον δὲν αἰσθάνεται
421δι’ ἑαυτὸ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν εἰς
422αὐτὸ ἀνηκόντων κληροδοτημάτων, τὰ Καταστήματα ἔχουν
423ἀνάγκην τῶν κληροδοτημάτων αὐτῶν, καὶ πᾶσα ἀναβολὴ
424εἶναι ἐπιζήμιος. Ἡ ἀναβολὴ εἶναι καὶ ἄδικος, διότι ἡ ἐκ-
425καθάρισις τῆς κληρονομίας εἶναι εὔκολος.
426Λαμβάνων ἀφορμὴν, παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς
427τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν νὰ φωτίσωσι τὴν Βου-
428λὴν, ἂν τὰ κληροδοτήματα ταῦτα περιῆλθον εἰς τὸ Δημό-
429σιον ἢ τοὺς ἄλλους δικαιούχους καὶ κατὰ πόσον περιῆλθον,
430ὡς καὶ διὰ ποίους λόγους δὲν περιῆλθον, ἢ πότε θὰ περιέλ-
431θωσι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα.
432§26Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
433Θέλω καταθέσει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ὅπως διαφωτισθῇ ἡ
434Βουλὴ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
435§27Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, τὸ ὑποβληθὲν σήμε-
436ρον νομοσχέδιον νὰ ὑπεβάλλετο ἀπὸ κοινοῦ καὶ εἰσηγήσει
437τοῦ τε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυτι-
438κῶν. Λέγων δὲ τοῦτο, δὲν νομίζω ὅτι ἀποκλείεται ἡ ἐν
439τῷ μέλλοντι συνεργασία καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
440τικῶν· τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὴ τοιαύτη συνεργα-
441σία, διότι τότε μόνον θέλομεν δυνηθῆ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι
442σοβαρῶς ἐπιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις τῆς βελτιώσεως τῶν
443στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων.
444Δὲν ὑπῆρξεν ἡ δύναμις τοῦ τουρκικοῦ στόλου, ἡ ὁποία
445παρημπόδισε τὴν δρᾶσιν τοῦ ἡμετέρου στόλου κατὰ τὸν τε-
446λευταῖον πόλεμον. Ὁ ἡμέτερος στόλος εὑρέθη ὅλως ἄνευ
447ἀπασχολήσεώς τινος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιστάσεως. Ἐκεῖνο
448τὸ ὁποῖον ἔλειψεν ἀπὸ τὸν στόλον ἡμῶν, ἦτο τὸ ἐφόδιον τῆς
449κατὰ ξηρὰν δυνάμεως, ἣν ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ κατὰ πᾶσαν
450στιγμὴν ὅπου παρίστατο ἀνάγκη, διὰ νὰ μεταβάλῃ αὐτο-
451στιγμεὶ τὰς τύχας τοῦ πολέμου αὐτοῦ. Δὲν εἶναι μόνον
452δύναμις ὁ στόλος, ἀλλὰ καὶ μέσον μεταφορᾶς καὶ μέσον
453ἐπιβιβάσεως ἢ ἀποβιβάσεως τῶν δυνάμεων. Καὶ μικροτέρα
454δὲ ἂν ἦτο ἡ δύναμίς μας, πάλιν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν, χρη-
455σιμοποιουμένη καταλλήλως, νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα ἄλλο, παρὰ
456ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε. Δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω ἤδη τὸ
457παρελθὸν, οὔτε πρόκειται νὰ διδάξω τί δέον γενέσθαι.
458Ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπομνήσω καὶ πάλιν, καὶ παρα-
459καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐννοήσῃ καλῶς,
460ὅτι ἡ δύναμις ἡ ναυτικὴ, ἣν θέλει παρασκευάσει εἰς τὸ
461Κράτος, θέλει μείνει καὶ πάλιν ἄχρηστος καὶ ἀνίκανος νὰ
462διαπλεύσῃ τὰ Δαρδανέλλια διὰ ν’ ἀνεύρῃ τὸν στόλον ἐκεῖνον,
463τὸν ὁποῖον θέλει ἀντιμετωπίσει, καλῶς ἐξησφαλισμένον, ἐν
464τῷ Βοσπόρῳ, ἂν δὲν ἑτοιμάσῃ καλῶς τὴν δύναμιν ταύτην
465καὶ ἐν τάχει καὶ ἀσφαλῶς, ἵνα δύνηται νὰ μεταφέρῃ αὐτὴν
466ὅπου ἡ ἀνάγκη ἤθελεν ὑποδείξει, ὅτι ἡ δρᾶσις τῆς δυνάμεως
467ταύτης τῆς στρατιωτικῆς ἤθελε φέρει τὰ προσδοκώμενα
468ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο δὲν μέμφομαί τινα ὡς παραλεί-
469ψαντα τὸ καθῆκόν του, διότι ἀποβατικὰ μέσα δὲν παρα-
470σκευάζονται ἐν μιᾷ στιγμῇ. Μελέτην ἰδίαν ἔχω κάμει, ἥτις
471ὑπάρχει ἐν τῇ ἐπιτελικῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν
472Στρατιωτικῶν. Αὐτὴ ἡ μελέτη, συνδυαζομένη μὲ τὴν με-
473λέτην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δύ-
474ναται ν’ ἀσφαλίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν χρῆσιν τοῦ στόλου,
475καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας καταβάλλο-
476μεν δι’ αὐτόν.
477Ταῦτα ἐν παρόδῳ εἶπον. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ
478βήματος θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς νὰ
479εἴπω πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν φρονῶ ὅτι εἰς ὅσα εἶπεν ἔχει λό-
480γον νὰ ἐπιμένῃ, διότι ἡ διαθήκη τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ
481ἐτυπώθη, καὶ πᾶς ὅστις ἐβούλετο νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς,
482ἔλαβεν ἀντίτυπον. Πλεῖστα ἀντίτυπα αὐτῆς ἐν Ἀθήναις
483εἰς δικηγορικὰ γραφεῖα, εἰς πολιτευομένους καὶ εἰς ἄλλους
484διενεμήθησαν, ἑπομένως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου,
485χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
486νὰ προσαγάγῃ πρὸς αὐτὸν τὴν διαθήκην, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
487αὐτήν...
488§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τὴν διαθήκην.
489§29ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ... καὶ ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἡ περιουσία τοῦ
490Ἀβέρωφ συνέκειτο ἐκ χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα εὐθὺς ὡς ἀπη-
491λευθερώθησαν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς εἶχον, ἵνα πληρωθῇ τὸ
492νόμιμον τέλος ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀμέσως ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν
493καὶ τῶν ἐκτελεστῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν λοιπῶν
494κληρονόμων. Ἀλλ’ ἐν τῇ περιουσίᾳ ταύτῃ ὑπάρχουσι καὶ
495κτήματα, καὶ ταῦτα εἶναι, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι κυρίως
496τὴν περιουσίαν τοῦ Ἀβέρωφ. Τοῦτο δὲ, ἂν ἅπαξ ἤθελεν ἀνα-
497γνώσει τὴν διαθήκην, ἤθελε βεβαιωθῆ. Ἔχει δὲ πολλοὺς φί-
498λους ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἠδύνατο νὰ
499βεβαιωθῇ ἐξ αὐτῶν, ὅτι τῶν κτημάτων ἡ ἐκποίησις δὲν δύ-
500ναται νὰ γείνῃ ἄνευ οὐσιώδους βλάβης, ἐὰν γείνῃ ἐσπευ-
501σμένως καὶ ἀποτόμως. Ἑπομένως ἡ βραδύτης τῆς ἐκποιή-
502σεως τῶν κτημάτων δὲν ἐπέρχεται ἀδικαιολογήτως. Ἀστικὰ
503κτήματα δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκποιήσωμεν ἀμέσως, καίτοι ἔχο-
504μεν ἐπειγούσας ἀνάγκας· καὶ ἂν τὰ ἐκποιήσωμεν, θὰ τὰ ἐκ-
505ποιήσωμεν ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ. Τὰ δὲ ἀγροτικὰ κτήματα,
506ἅτινα προωρίσθησαν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ μεγάλου σκοποῦ,
507ὃν προέθετο ὁ διαθέτης, ἐπιτρέπεται ἆρά γε νὰ πωληθῶσιν
508οὕτως ἐπιπολαίως; Νομίζετε ὅτι ἀδικαιολογήτως ἐπέρχεται
509ἡ βραδύτης; Πρὶν μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐμερίμνησεν ὁ
510ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅστις, ἀναθέτων τὴν ἐκτέλεσιν τῆς
511διαθήκης του εἰς ἐκτελεστὰς, οὓς ἐγνώριζε κάλλιστα, παρα-
512καλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παρέμβῃ, νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς
513τὴν διαχείρισιν. Καὶ τοιαύτην πεποίθησιν εἶχεν ὁ ἀείμνη-
514στος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅστις ἐδημιούργησε τὴν περιουσίαν ταύ-
515την, καὶ τὴν ἐδημιούργησεν ἀπὸ μακρῶν χρόνων ἐργαζόμε-
516νος· καὶ ἀφοῦ τὴν ἐδημιούργησε δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, βε-
517βαίως ἤθελεν ἐκλέξει τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων
518εἶχε πεποίθησιν· διότι δὲν ἐξέλεξεν ἐκ τῶν τριόδων, ἀλλὰ
519ἀνθρώπους μεθ’ ὧν συνανεστρέφετο καὶ συνέζησε, καὶ εἶχε
520πεποίθησιν ὅτι ἠδύνατο νὰ τοῖς ἐμπιστευθῇ τὴν διαχείρισιν.
521Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀδικαιολόγητος ἡ βραδύτης. Εἶμαι δὲ πε-
522πεισμένος, ὅτι διέφυγε τῆς γλώσσης τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὸ
523λεχθὲν παρ’ αὐτοῦ, καὶ θὰ ἦτο ἀδύνατον, ἂν ἐγίνωσκε τὰ
524πράγματα, νὰ τὸ εἴπῃ. Ἡ ἐκποίησις τῶν κτημάτων θὰ
525βραδύνῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐπωφελῶς καὶ διὰ
526τοὺς κληρονόμους καὶ διὰ τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους διετέ-
527θησαν ταῦτα. Ἄλλως οὐδενὸς ἔργου κωλύει τὴν πρόοδον ἡ
528βραδύτης, βραδύτης ἄλλως ἐπιβαλλομένη. Τὸ Στάδιον ἤρ-
529ξατο κατασκευαζόμενον, ἡ Κυβέρνησις ἐνέκρινε τοὺς προϋπο-
530λογισμοὺς, καὶ καθ’ ὅσον τὸ ἔργον θὰ ἐκτελῆται, κατὰ το-
531σοῦτον τὸ χρῆμα θὰ ἔρχηται.
532Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν πιστεύω νὰ ἔδωσε
533παραγγελίαν κατασκευῆς πλοίων. Φρονῶ δὲ, ὅτι μέχρις ὅτου
534μελετήσῃ τὸ σχέδιον, καθ’ ὃ θέλει παρασκευασθῇ ἡ ναυ-
535τικὴ δύναμις, τὸ κληροδότημα τοῦ Ἀβέρωφ θὰ φθάσῃ ἐγ-
536καίρως. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν παρέλειψε νὰ
537περιλάβῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον διατάξεις, ἀσφαλιζούσας τὴν
538πιστὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης, οὕτως ὥστε νὰ μὴ προσ-
539βληθῇ αὕτη ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων.
540Διὰ ταῦτα, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ κύριον θέμα μου, παρα-
541καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸ πάντων νὰ
542μεριμνήσῃ, ὅπως αἱ κατὰ θάλασσαν παρασκευαὶ μὴ ὦσιν
543ἀτελεῖς· κατ’ ἀνάγκην δὲ πρέπει νὰ ὑποδείξῃ τὰ μέσα τὰ
544ἀποβατικὰ, τὰ δὲ μέσα ταῦτα ἀπαιτοῦσιν ἑκατομμύριον,
545ὅπερ πρέπει νὰ διαθέσωμεν.
546§30Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ προλαλήσας δὲν ἐξήγησε τοὺς
547λόγους, δι’ οὓς κακῶς διετέθη ἐν οἷς εἶπεν. Ὑποθέτων
548ὅμως, ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνεπνεύσθη, θέλω εἴπει ὀλίγα
549τινὰ, ἵνα ἐξηγήσω διατὶ θεωρῶ ἀδικαιολόγητον τὴν βραδύ-
550τητα. Πρῶτον δὲν ἐζήτησα τὴν διαθήκην, διότι τὴν ἔχω·
551ἑπομένως γνωρίζω τὰ κατ’ αὐτήν. Ἐζήτησα καθαρῶς ἀπὸ
552τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι ἐν γνώσει τῶν
553πραγμάτων, διότι ὡς διαχειριστὴς τῆς ἐθνικῆς περιουσίας
554ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ λάβει γνῶσιν καὶ νὰ μὴ ἐμερίμνησεν
555ὑπὲρ τῆς περιουσίας τῆς καταλειφθείσης εἰς τὸ Ἔθνος ὑπὸ
556τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ, ἐζήτησα, λέγω, νὰ εἴπῃ ἡμῖν, ἂν
557παρεδόθη ποσόν τι ἐκ τῆς περιουσίας αὐτῆς, διότι πα-
558ρῆλθε χρόνος περίπου ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, πόσον ποσὸν
559κατετέθη, εἰς ποίους κατετέθη, καὶ διατὶ δὲν κατετέθη τὸ
560ὅλον ἢ περισσότερον. Προεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
561Οἰκονομικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα ταῦτα, διότι
562εἶχον λόγον νὰ ζητήσω τοῦτο. Ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου
563Ἀβέρωφ διατάσσει, ὅπως, καθ’ ὅσον περιέρχεται κληρονο-
564μικὴ περιουσία εἰς χεῖρας τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης,
565διανέμηται παρ’ αὐτῶν εἰς τοὺς κληροδόχους, κατ’ ἀναλο-
566γίαν τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον καταλείπει διὰ τῆς διαθήκης
567εἰς ἕκαστον αὐτῶν. Δὲν δύνανται νὰ τὴν κρατοῦν. Ἰδοὺ ἕν
568δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν ἐκ τῆς διαθήκης οἱ κληροδόχοι.
569Κατ’ αὐτὸ, ἅμα οἱ ἐκτελεσταὶ ἄρχωνται τῆς διανομῆς, δέον
570νὰ διανέμουν αὐτὴν ἀναλόγως· ἂν δὲ δὲν διανέμουν ἀναλό-
571γως, δὲν θ’ ἀμφισβητήσῃ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι παρα-
572βιάζεται ἡ διαθήκη. Τοῦτο, ἂν συνέβη, πρέπει νὰ γείνῃ
573γνωστόν. Ἤκουσα ὅτι ἡ διανομὴ δὲν ἐγένετο ἐνίοτε ἀνα-
574λόγως· ἂν δὲ τοῦτο ἦναι ἀληθές, τότε ἐγένετο κακὴ χρῆ-
575σις τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς διαθήκης ἔλαβον οἱ
576ἐκτελεσταί. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν βραδύτητα ὁ ἔντιμος
577προλαλήσας, εἶπεν, ὅτι ἡ περιουσία Ἀβέρωφ συνίσταται εἰς
578χρεώγραφα καὶ ἀγροτικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔ-
579κολον νὰ πωληθοῦν. Ἐγὼ πιστεύω τὸ ἐναντίον. Χρεώγραφα
580Αἰγυπτιακὰ καὶ Ἑλληνικὰ εἰς χρυσὸν εἶναι ἐκ τῶν εὐκό-
581λως πωλουμένων. Καὶ τοῦτο λέγω χωρὶς ν’ ἀμφισβητήσω,
582ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας εἶχον ὑποτιμηθῆ τὰ χρεώ-
583γραφα· ἀλλ’ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐντο-
584λῆς των νὰ ἐννοῇ, ὅτι δύναται ν’ ἀναβάλληται ἐπὶ τοσοῦ-
585τον χρόνον ἡ πώλησις τῶν χρεωγράφων, ἐφ’ ὅσον ἐξακολου-
586θεῖ ἡ ἀνώμαλος κατάστασις τῶν ἐν Εὐρώπῃ, ἡ φέρουσα τὴν
587ὑποτίμησιν, καὶ ὅτι τὰ χρεώγραφα αὐτὰ πρέπει ἐπ’ ἀόρι-
588στον χρόνον νὰ μένουν ἀνεκποίητα. Τοιοῦτον δικαίωμα οἱ
589ἐκτελεσταὶ δὲν ἔχουν οὔτε ἐκ τῆς διαθήκης, οὔτε ἐκ τοῦ
590νόμου. Ἄλλως νομίζω ὅτι εὑρίσκονται ἀπὸ πολλοῦ χρόνου
591εἰς τοιαύτην κατάστασιν τὰ χρεώγραφα, καὶ ἔπρεπε νὰ πω-
592ληθοῦν, καὶ νὰ μὴ στερῶνται οἱ κληροδόχοι τῆς προσόδου
593τῶν κληροδοτημάτων. Ἐπίσης δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι δύσκο-
594λον νὰ πωληθοῦν ἀγροτικὰ κτήματα ἐν Αἰγύπτῳ. Ἐν Θεσ-
595σαλίᾳ, ἂν θελήσητε σήμερον νὰ πωλήσητε γαίας ἀξίας, οἵας
596αἱ τοῦ Ἀβέρωφ, δὲν θὰ ἦναι τόσον εὔκολον, διότι ἐκτὸς τῆς
597ἀσφαλείας ἐλλείπουν καὶ τὰ κεφάλαια πρὸς ἀγορὰν αὐτῶν.
598Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐν Αἰγύπτῳ δὲν
599ὑπάρχουν χρήματα, ὅπως εἰς τὰς τιμὰς τὰς προσηκούσας
600ἀγορασθῶσι κτήματα, οἷα τὰ τοῦ Ἀβέρωφ, κτήματα ἀρ-
601δευόμενα ὑπὸ τοῦ Νείλου καὶ ἑπομένως ἀξίας βεβαίας.
602Γνωρίζω μάλιστα, ὅτι αἱ γαῖαι αὗται πρό τινος εἶχον με-
603γάλην ἀξίαν, καὶ ἐπικερδῶς ἠδύναντο νὰ πωληθῶσιν ὑπὸ
604τῶν ἐκτελεστῶν. Ἐν τούτοις δὲν ἐπωλήθησαν, πρὸς ἔκπλη-
605ξιν ὅλων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἄλλοι λόγοι ἢ ἐκεῖνοι
606τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, θὰ ἐκώλυσαν
607τὴν ταχεῖαν πώλησιν τῶν γαιῶν. Ἤκουσα ὅτι οἱ ἐκτελε-
608σταὶ περιμένουν τὴν ἐσοδείαν, ὅπως οἱ χωρικοὶ λαμβάνον-
609τες χρήματα δύνανται νὰ διαθέσωσιν αὐτὰ, καὶ προέλθῃ
610συναγωνισμός. Ἀλλὰ παρῆλθε τοσοῦτος εἰς μάτην χρόνος,
611ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ δικαιολογία δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή.
612Ὁπωσδήποτε δικαιολογίαι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εὑρί-
613σκωνται ἑκάστοτε, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι, ὅτι αἱ γαῖαι
614μένουν ἀπώλητοι τοσοῦτον χρόνον. Τοῦτο εἶναι ἐπιζήμιον,
615οὐ μόνον διότι οἱ κληροδόχοι στεροῦνται τῶν εἰσοδημάτων
616αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ διότι ἐξακολουθοῦν τὰ ἔξοδα τῆς δῆθεν
617ἐκκαθαρίσεως, ἅτινα δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἦναι μεγάλα,
618ἐξακολουθοῦν δ’ ἐπὶ λίαν ἀμφιβόλοις ἐλπίσιν, ὅτι τὰ ἔξοδα
619ταῦτα θὰ καλυφθῶσιν ὑπὸ ἀνωτέρων τιμῶν, ἃς βραδύτερον
620θὰ ἐπιτύχωσιν. Οὕτως ἀναλαμβάνουσι μεγάλας εὐθύνας,
621ἐνῷ εὐθύνας δὲν πρέπει ν’ ἀναλαμβάνωσιν οἱ ἐκτελεσταί.
622Τοῦτο τοὐλάχιστον δὲν ἐνόει ὁ διαθέτης. Δὲν νομίζω δὲ,
623ὡς παρὰ πολλοῖς ἐσφαλμένως ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ ἐκτε-
624λεσταὶ τῶν διαθηκῶν, ἐκτελεσταὶ λαβόντες ἐντολὴν παρὰ
625διαθέτου, εἶναι ἀπόλυτοι κύριοι, καὶ ὅτι δύνανται νὰ δια-
626χειρίζωνται ὅπως βούλονται τὴν περιουσίαν, καὶ ὅτι οὐδεὶς
627ἔχει ἐξουσίαν νὰ θέσῃ περιορισμὸν εἰς τὴν ἀμέλειαν ἢ τὴν
628αὐθαιρεσίαν αὐτῶν. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι καὶ ὁ νόμος καὶ
629τὰ Δικαστήρια ἔχουν τὴν ἐξουσίαν νὰ περιορίσουν τοὺς
630ἐκτελεστάς, οἱ ὁποῖοι ὑπερέβησαν τὰ πρέποντα ὅρια περὶ
631τὴν ἐκκαθάρισιν, γενόμενοι διαχειρισταὶ τῆς περιουσίας, καὶ
632ἐν ἀνάγκῃ νὰ προβῶσιν εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Διὰ
633τοῦτο ἐπεκαλέσθην τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
634Οἰκονομικῶν, διότι νομίζω, ὅτι αὗται δὲν θὰ μείνωσιν ἄνευ
635κέρδους, καὶ τὸ κέρδος εἶναι, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἀδικαιολόγη-
636τος ἀμέλεια τῶν ἐκτελεστῶν καὶ ἀθεράπευτος δι’ ἄλλων
637μέσων, θὰ γείνῃ προσφυγὴ εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐνώπιον
638αὐτῶν εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ἐκτελεσταὶ διὰ πᾶν ὅ,τι κακῶς
639ἔπραξαν ἢ παρέλιπον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς των.
640Ὀφείλουν ν’ ἀποζημιώσουν τοὺς κληροδόχους, ἀφοῦ δὲν περι-
641ωρίσθησαν εἰς ἐκκαθάρισιν, ἀλλὰ προέβησαν εἰς διαχείρισιν.
642Ἂν τὰ Δικαστήρια κρίνουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθή-
643σουν, θ’ ἀντικαταστήσουν αὐτοὺς, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἔντιμοι.
644§31Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω μὲ δύο
645λέξεις εἰς τὸν κύριον Δεληγεώργην, πεποιθὼς ὅτι ὁ ἀξιό-
646τιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλει λείψῃ νὰ
647παράσχῃ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, τοσούτῳ μᾶλλον,
648καθόσον θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ ἀσφαλεῖς πληροφορίας, τὴν
649θέλει, λέγω, ὀκνήσει νὰ φέρῃ αὐτὰς, ἵνα μὴ ῥίπτωνται δι-
650σταγμοὶ περὶ τῆς ἐντιμότητος καὶ τῆς ἀκριβείας, μεθ’ ἧς
651οἱ ἐκτελεσταὶ ἐκπληροῦσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον...
652§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διαμαρτύρομαι. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοι-
653οῦτόν τι.
654§33ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ... καίτοι δισταγμοί, οἱ ὁποῖοι ῥίπτον-
655ται χωρὶς νὰ ἀξίζωσι νὰ τύχωσι προσοχῆς, δύνανται νὰ μεί-
656νωσι καὶ ἄνευ ἀπαντήσεως. Πάντως ὅμως ἐπιβάλλεται,
657διότι ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, πάντως ἐπι-
658βάλλεται νὰ διαψευσθῶσιν ἐπισήμως, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει
659τοὺς διαψεύσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
660Ἀλλὰ προχείρως θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν κ. ἐκ Μεσο-
661λογγίου Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος σπεύδων καὶ προχείρως ἦλθεν
662ἐνταῦθα νὰ ῥίψῃ αἰτιάσεις. Μόνον κατὰ τὸ τέλος Μαΐου
663καὶ ἀρχομένου τοῦ Ἰουνίου ἡ Τράπεζα ἡ Ἀγγλικὴ, εἰς
664ἣν ἦσαν κατατεθειμένα τὰ χρεώγραφα, μόνον τότε ἠδυνήθη
665νὰ κανονίσῃ τὸν περὶ κληρονομίας φόρον, τὸν ὁποῖον ἤθελον
666πληρώσει εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, καὶ εὐθὺς ἀμέ-
667σως τὸν Ἰούνιον τὰ χρεώγραφα παρεδόθησαν εἰς τὸν Ham-
668bro, οὗτος δὲ ἐπώλησεν αὐτὰ, καὶ ἑπομένως οὐδὲ πώλη-
669σις ἐγένετο παρὰ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης, οὔτε
670ἀνεμίχθησαν οὗτοι εἰς τὴν πώλησιν, οὔτε δύναται νὰ ὑπο-
671τεθῇ ὅτι ἐγένετο ζημία τις εἰς τὰ κληροδοτήματα. Λοιπὸν
672μόνον τὸν Ἰούνιον ἐπληρώθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν
673ὁ φόρος, καὶ ἀμέσως κατετέθησαν τὰ χρεώγραφα, ὡς βε-
674βαίως ἐνθυμεῖται ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
675Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ περὶ κτημάτων, δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι
676ἀναγκαῖον νὰ συζητήσω ἐπὶ πλέον. Ὁ κ. Δεληγεώργης
677ἔχει κτήματα ἐν Θεσσαλίᾳ· προκειμένου δὲ νὰ πωλήσῃ ἓν
678τῶν κτημάτων τούτων, βεβαίως δὲν θὰ τὸ πωλήσῃ μετὰ
679τοσαύτης εὐχερείας, μεθ’ ἧς ὁμιλεῖ περὶ ἐκποιήσεως τῶν
680ἐν Αἰγύπτῳ κτημάτων· προκειμένου καὶ περὶ ὀλίγων λι-
681ρῶν, θέλει σκεφθῇ. Τοῦτο δὲ πρέπει κατὰ μείζονα λόγον
682νὰ πράττωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅταν πρόκηται περὶ ἐθνικῆς περι-
683ουσίας.
684§34Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν λανθάνει βεβαίως τὴν Βουλὴν,
685ὅτι ἀφετηρία τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν
686τῶν σκαφῶν τοῦ στόλου εἶναι θλιβερὸν συμβεβηκὸς, τὸ
687ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον ἐν Ναυ-
688στάθμῳ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
689νην ἓν τῶν τορπιλλοβόλων ἀνετινάχθη, ὅτι ἐγένοντο μακραὶ
690συζητήσεις ἐνταῦθα, καὶ ὅτι ἀνησυχίαι μεγάλαι κατέλαβον
691ἅπασαν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα
692τότε εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου, ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς τῶν
693Ναυτικῶν προσήγαγεν ἔγγραφά τινα, δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ
694διαλευκάνῃ τὴν θλιβερὰν ὑπόθεσιν, ἡ συζήτησις δὲν ἔλαβε
695πέρας. Ἀτυχῶς δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα. Ὁ κ.
696Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι διέταξε τὴν ἀνέλκυσιν τοῦ σκάφους, διὰ
697νὰ ἐξακριβωθῶσι τὰ αἴτια, τὰ προκαλέσαντα τὴν ἔκρηξιν
698τοῦ λέβητος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12 τορπιλλοβόλου. Ὁ κ. ἐκ Με-
699γαρίδος συνάδελφος εἶχε ζητήσει 39, νομίζω, ἔγγραφα, τὰ
700ὁποῖα ἐσχετίζοντο πρὸς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, καὶ ἐγὼ δ’ ἐπί-
701σης εἶχον ζητήσει πληροφορίας κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρία-
702σιν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ τὰς φέρῃ·
703ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν ἐπιοῦσαν διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς
704Βουλῆς, ἤλπιζον δὲ ὅτι θὰ τὰς ἔφερε σήμερον.
705Ἐκτὸς ὅμως τούτου τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔδω-
706κεν ὁπωσδήποτε ἀπάντησιν πρόχειρον, παρακαλῶ νὰ κατα-
707θέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὸ κατα-
708βυθισθὲν τορπιλλοβόλον.
709Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀναφέρων τὰ περὶ ὧν
710πρόκειται πλοῖα, τουτέστι τὰ τορπιλλοβόλα καὶ τὰς ἀτμο-
711τελωνίδας, εἶπεν, ὅτι ἡ διάλυσις αὐτῶν ἀποτελεῖ τὸν πρό-
712λογον τῆς διαλύσεως ἑτέρων σκαφῶν. Βεβαίως ἡ ἔκθεσις
713ἐκείνη θ’ ἀναφέρῃ καὶ περὶ ἑτέρων πλοίων, περὶ τῶν ὁποίων
714ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει φροντίσει νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον.
715Ἐπιθυμῶ πολὺ νὰ μάθω, διὰ τίνας λόγους ὁ κ. Ὑπουργὸς
716προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῶν μὲν, ἐπιφυλάσσεται δὲ ν’ ἀπο-
717φασίσῃ βραδύτερον περὶ τῶν ἄλλων;
718§35Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ
719πλοῖα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα ὡς διαλυτέα, ἐξητάσθησαν
720ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δι’ ἐκθέσεώς της ἔκρινεν αὐτὰ ἐν-
721τελῶς ἄχρηστα. Διὰ τοῦτο θέλω προβῆ εἰς τὴν διάλυσιν
722αὐτῶν ὡς ἀχρήστων καὶ ἐπιβαρυνόντων τὸν προϋπολογισμὸν
723τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλα
724πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ, ὁ μὴ ναυτικὸς, ὁ μὴ ναυπηγὸς, θεωρῶ
725βάρος διὰ τὸ ναυτικόν· ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν ἔχω εἰσέτι ἔκ-
726θεσιν, καὶ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ τὰ διατηρῶ ἀκόμη.
727§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω ἐπι-
728προσθέτως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Μεταξὺ
729τῶν πόρων τοῦ Ναυτικοῦ Ταμείου περιλαμβάνεται καὶ ἡ
730περιουσία τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
731Ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἡ Κεντρικὴ αὕτη Ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖ
732νομικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡρισμένον σκοπὸν καὶ
733ὡρισμένους πόρους. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν, ἐν τῇ πρώτῃ συζητή-
734σει τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἐνώπιόν της τὸ Κατα-
735στατικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν τελευταίαν ἔκθεσιν τῆς
736διοικούσης τὸ Ταμεῖον τοῦτο Ἐπιτροπῆς, ἵνα γινώσκωμεν
737τὰ κατὰ τὴν περιουσίαν ταύτην καὶ εἰς τίνα πράγματι ἀνή-
738κει, καὶ οὕτως ἐν γνώσει προσπαθήσωμεν νὰ συνδυάσωμεν
739τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὰ δικαιώματα καὶ κα-
740θήκοντα τοῦ νομικοῦ προσώπου.
741§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου
742ἀντικειμένου.
743§38Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
744τῶν Οἰκονομικῶν ἐμέμφθη ἐμοῦ ἐν τῇ προχθεσινῇ ἀγορεύ-
745σει του, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχον παρα-
746στήσει δυσμενῶς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ὡς ἀπο-
747δεικνύεται τοῦτο σήμερον ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα
748ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Δέν μοι φαίνεται
749ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός. Τί ἔλεγον ὡς πρὸς τὰ
750εἰσοδήματα ἐν τῇ ἐμῇ ἀγορεύσει; Ὅτι «ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
751ἀποτελεσμάτων τοῦ 1898 ὤφειλε τὸ 1899 νὰ παρουσιάσῃ
752117,937,000 δραχμὰς ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκο-
753νομικῶν ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν καὶ προφορικῶς καὶ διὰ τῆς
754ἐπισήμου εἰσηγητικῆς αὐτοῦ ἐκθέσεως, ὅτι δὲν προσεδόκα
755ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἄνω τῶν 107,000,000. Καὶ
756καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν προφορικὴν βεβαίωσιν τοῦ κυρίου
757Ὑπουργοῦ, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἅπαντες ἐνθυμεῖσθε τοῦτο·
758καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἔγγραφον δήλωσιν, σημειῶ ὑμῖν
759ἐνταῦθα, ὅτι ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900,
760σελίδι ϛʹ, ἀναφέρει, ὅτι τὰ εἰσοδήματα ἤθελον εἶσθαι
761108,263,000 δραχμαὶ, περιλαμβανομένων καὶ 1,268,000
762δρ. προερχομένων ἐκ τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν ἐπὶ
763τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου τοῦ 1898, αἵτινες ὅμως δὲν
764περιελήφθησαν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, διότι δὲν εἶχον
765ἐξαντληθῆ αἱ ἀποθῆκαι σταφιδοκάρπου τοῦ 1898. Ὥστε,
766ἐὰν ταῦτα ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τῶν
767108,263,000, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
768Οἰκονομικῶν ἀνέρχεται εἰς 106,995,000 δραχμάς. Τόσα
769ἀνέμενεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῆς χρή-
770σεως τοῦ 1899, ἐνῷ ἐγὼ ὑπεδείκνυον αὐτῷ, ὅτι ὤφειλε νὰ
771εἰσπράξῃ 117,937,000.
772§39Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
773Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 δὲν ἀναγράφει ἰδιαιτέρως τὸν
774ἐκ τεσσάρων δραχμῶν ἔγγειον ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρον, εἰς
775ἀντικατάστασιν τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη ἡ παρακράτησις.
776Κατὰ τὸ ἔτος 1899 δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἰσπραχθῇ ἡ παρα-
777κράτησις διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, διότι μετὰ τὴν
778σύστασιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὸ παρακράτημα δια-
779χειρίζεται πλέον ὑπὸ ταύτης.
780§40ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι συμφωνῶ μετὰ τοῦ
781κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἔπρεπεν ἐκ τοῦ ἐμοῦ ὑπολογισμοῦ νὰ
782ἐκπεσθῇ τὸ 1,000,000 δι’ ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων ἐν
783Θεσσαλίᾳ, ὡς ἐκ τῶν ψηφισθέντων πέρυσιν εὐεργετικῶν ὑπὲρ
784αὐτῆς νόμων, ἀλλὰ πάλιν εὑρισκόμεθα σχεδὸν εἰς τὰ
785117,000,000. Παραδέχομαι ἐπίσης, ὅτι εἰς τὰ τελωνεῖα
786ἐπῆλθεν ἐλάττωσις ἀνερχομένη εἰς 1,634,000· ὥστε ἔπρεπε
787καὶ ταῦτα ν’ ἀφαιρεθῶσι, καὶ οὕτω τὰ εἰσπραχθέντα νὰ ὑπο-
788λογισθῶσιν εἰς 115,000,000. Καὶ ἰδού, ὅτι εἰσεπράχθη-
789σαν, ὡς μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
790111,368,000.
791§41Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
792Ἐγὼ δὲν ἐμνημόνευσα ὑμῶν ἢ τῶν ἄλλων ῥητόρων τῆς
793Ἀντιπολιτεύσεως ὡς ἰσχυρισθέντων ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899
794ἐπρόκειτο νὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα. Ἐγὼ μνείαν ὑμῶν
795ἐποιησάμην προκειμένου περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προ-
796ϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Εἶπον ὅτι ὑμεῖς, ὡς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ
797τῆς μειονοψηφίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προεβλέψατε ἔλ-
798λειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἄνω τῶν δραχ. 6,000,000.
799Ὑμεῖς ἀγορεύσαντες ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς μει-
800ονοψηφίας εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἀναβιβάσασα τὸ ἔλ-
801λειμμα εἰς 6,000,000. Ὑμεῖς νῦν παρατηρεῖτε, ὅτι εἰς τοὺς
802ὑπολογισμούς μου περὶ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως 1899 εὑ-
803ρέθην ἐκ τῶν ἐπιτευχθέντων ἀποτελεσμάτων κάτω τῆς ἀλη-
804θείας. Τοῦτο δὲν μὲ δυσαρεστεῖ. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι εἰς
805τοὺς ὑπολογισμούς μου περὶ τοῦ μέλλοντος προτιμῶ νὰ εὑ-
806ρίσκωμαι ἐν τῷ μετρίῳ καὶ οὐχὶ ἐν ὑπερβολῇ.
807§42ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας, ἐν τῇ
808αὐτῇ ἀγορεύσει ἀνέφερα, ὅτι αὗται κατὰ τοὺς προϋπολο-
809γισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλον ν’ ἀνέλθωσιν εἰς 113 ἑκα-
810τομμύρια, προσέθετον δὲ αὐτολεξεί: «Καὶ ἀπέναντι τού-
811των ἔχομεν τὰς πιθανὰς εἰσπράξεις τοῦ 1899 ἐξ 107 ἑκα-
812τομμυρίων, κατὰ τὰς προφορικὰς καὶ ἐγγράφους διαβεβαιώ-
813σεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ ἤδη ὁ κ.
814Ὑπουργὸς ἐλπίζει, ὅτι τοσαύτη διαφορὰ θὰ καλυφθῇ διὰ
815τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Εἴθε, ἀλλὰ δὲν πιστεύω οὐδεὶς
816ἐξ ὑμῶν νὰ ἐλπίζῃ τοῦτο.»
817Ἀληθῶς οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ ἐλπίσω, ὅτι τοσαῦται
818πιστώσεις ἠδύναντο νὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι, οὐδὲ σήμερον,
819Κύριοι, δύναμαι ἀκόμη νὰ πεισθῶ, ὅτι οὕτως ἔχουσι τὰ
820πράγματα· ἐλπίζω δέ, ὅτι μετὰ τὰς ὀλίγας ἐξηγήσεις, τὰς
821ὁποίας θέλω δώσει ὑμῖν, θέλετε πεισθῆ καὶ ὑμεῖς, ὅτι εἶ-
822ναι ποσὰ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δέον νὰ προστεθῶσιν εἰς
823τὰ 104,588,500 δαπανῶν, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ὁ κύριος
824Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλά, Κύριοι, ὁμολογῶ,
825ὅτι μέχρι πρὸ ὀλίγου, πρὶν ἢ γνωρίσωμεν τὰ τελευταῖα ἀπο-
826τελέσματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶχον
827καὶ ἐγὼ ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα ἤθελον
828εἶσθαι πολὺ μεγαλείτερα, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην, Κύριοι,
829δὲν εἶχον σχηματίσει ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν· ἀτυχῶς τὴν εἶ-
830χον σχηματίσει στηριζόμενος εἰς ἔγγραφα ἐπίσημα, εἰς κατα-
831στάσεις ἐπισήμους, ἀπορρεούσας ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
832Οἰκονομικῶν.
833Κύριοι, ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς γενικῆς λογοδοσίας τοῦ
834δημοσίου ταμείου τῆς 30 Σεπτεμβρίου εὑρίσκετε ἀναγε-
835γραμμένας ὡς δαπάνας τοῦ 1899 δραχ. 97,208,983. Εἶ-
836χον τὴν περιέργειαν νὰ ἐξετάσω περὶ τῆς πραγματικότητος
837καὶ ἀκριβείας τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐξήτασα δὲ κυρίως, ἂν
838τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους ἦσαν ὁλόκληρα ἀναγεγραμ-
839μένα· εὗρον δὲ ἐν τῇ αὐτῇ καταστάσει, ἐν τῇ μερίδι τῆς
840Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ὑπὸ στοιχ. Εʹ καὶ τίτλον «Διε-
841θνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή. Λογαριασμοὶ καταθέσεως παρ’
842αὐτῇ, εἰσπράξεις ἐξ ὑπεγγύων προσόδων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
843τῶν εἰς χρυσὸν δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια», χρεω-
844μένην τὴν μερίδα ταύτην μὲ μόνον 16,764,797 δραχ. Ὡς
845γνωστὸν, ἡ μερὶς τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς χρεοῦται μὲ ὅσας
846εἰσπράξεις ἐνεργεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ, τοὐναντίον δὲ, ὁσάκις κατα-
847βάλλῃ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τοὺς δανειστὰς, πιστοῦται αὕτη,
848καὶ χρεοῦται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἔπρεπε λοι-
849πὸν ν’ ἀνεύρω ἐν τῇ μερίδι ταύτῃ ἅπαντα τὰ ποσὰ, τὰ
850ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀπέναντι τοῦ
851δημοσίου χρέους, ἐκτὸς ὀλίγων τινῶν, ἅτινα δὲν ἀφορῶσι
852τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, ὁποῖοι εἶναι οἱ τόκοι τῶν ἐν-
853τόκων γραμματίων, τὸ χρεωλύσιον τοῦ πατριωτικοῦ δανείου,
854τὰ ἔξοδα πρὸς παραλαβὴν καὶ ἐξέλεγξιν τῶν τοκομεριδίων
855κλπ. Ταῦτα ὅμως, Κύριοι, ἅπαντα δὲν ἀνέρχονται εἰς
856300,000 δραχμὰς, ἅπαν δὲ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τοῦ δημο-
857σίου χρέους ἐκ 30,000,000 ὤφειλε νὰ ὑπάρχῃ εἰς χρέωσιν
858τῆς μερίδος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀντὶ τούτου δὲν εὑρίσκω, ὡς
859εἶπον, τὴν μερίδα τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς
860χρεωμένην τὴν 30 Σεπτεμβρίου μὲ 16,764,797 δραχμάς.
861Λοιπὸν ἔλειπον ἐκ τῆς μερίδος τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὲρ τὰ
86213,000,000 δραχμῶν. Βεβαίως τὸ συμπέρασμα τὸ φυσικὸν
863διὰ πάντα γνωρίζοντα ὀλίγον τὴν λογιστικὴν ἦτο, ὅτι
864ἀκόμη δὲν εἶχε γείνῃ ἡ χρέωσις τῶν 13,000,000 εἰς τὸν
865προϋπολογισμὸν, δὲν εἶχε πιστωθῆ ἡ μερὶς τῆς Διεθνοῦς
866Ἐπιτροπῆς. Ἄν λοιπὸν ἐχρεοῦντο τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ
8671899 καὶ μὲ τὰ 13,000,000, ἐὰν δηλ. προσετίθεντο ταῦτα
868εἰς τὰ 97,000,000, περὶ ὧν εἴρηται, θὰ ἐφθάνομεν εἰς δρ.
869110,500,000. Ταῦτα, Κύριοι, ἐξάγονται ἐκ τῶν βιβλίων
870τοῦ Κράτους, ταῦτα εἶναι τὰ μόνα συμπεράσματα, τὰ
871ὁποῖα ἠδύνατό τις νὰ ἐξαγάγῃ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμ-
872βρίου 1900.
873Ἐὰν λοιπὸν τὴν σήμερον τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἀλλοῖα,
874τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ ἐπίσημος ἦτο λε-
875λανθασμένη. Ἀφίνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ μετὰ τῆς
876δικαιοσύνης καὶ τῆς σοβαρότητος τῆς ἐμπρεπούσης εἰς Σῶμα,
877ἐκ τοῦ ὁποίου ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἀναμένει τὴν βελτίωσιν τῶν
878κοινῶν πραγμάτων, περὶ τοῦ ἀτόπου τούτου.
879§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἀνὰ χεῖρας τὸν πίνακα τῆς
880γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1899.
881Περιμένετε ἐκ τοῦ πίνακος τούτου νὰ ἴδητε πόσα ἐπληρώ-
882θησαν παρὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς εἰς βάρος τῆς χρήσεως
883τοῦ 1899;
884§44ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
885§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εὑρέθητε ἐν πλάνῃ· διότι,
886ὡς γινώσκετε, καὶ γινώσκουσι πάντες, ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ
887ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἅμα τῇ λήξει τοῦ ἔτους ἐνερ-
888γεῖ τὰς πληρωμὰς, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὰ πλεονάσματα
889τὰ κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων ἀνήκοντα
890εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, ἤτοι τοὺς κατόχους τῶν
891ὁμολογιῶν. Ἑπομένως ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς πρώτης τριμηνίας
892τοῦ 1900 ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ
893Τραπέζῃ κατατεθειμένων εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσό-
894δων ἐνήργησε τὰς πληρωμὰς τῆς χρήσεως τοῦ 1899, καὶ
895συνέταξε τὸν ἰσολογισμόν. Ὡς ἐκ τούτου δὲ βραδύνει καὶ
896ἡ ἔκδοσις τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων διὰ τὴν πληρωμὴν
897τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους
898πολλάκις καὶ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, ἰδίως τῆς δευτέρας
899ἑξαμηνίας.
900Ὅταν ὁ ἰσολογισμὸς οὗτος τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς
901καταρτίζηται ἄρτιος, διαβιβάζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
902Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους,
903τοῦτο δὲ, ἐὰν ὑπάρχωσί τινες διαφοραὶ, συνεννοεῖται μετὰ
904τοῦ προϊσταμένου τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τῆς Διεθνοῦς
905Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκδίδει τὰ προσήκοντα ἐντάλματα. Ἀλλὰ
906τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Διεθνοῦς ὁ λογαριασμὸς οὐδεμίαν ἔχει
907σχέσιν μὲ τὴν τακτοποίησιν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφο-
908ρῶσι τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκδοτέα. Ἑπομένως κατὰ μῆνα
909Σεπτέμβριον, ὅτε εὑρίσκετε ἐν τῷ πίνακι τὸν ἐκκρεμῆ λογα-
910ριασμὸν τῆς εἰσπράξεως ἐπὶ τῇ χρεώσει καὶ τῇ πιστώσει
911τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, βεβαίως δὲν ἀνευρίσκετε ἁπάσας
912τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς δαπάνας τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
913Προχθὲς, ὅτε εἰσῆγον τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ
914Γόρτυνος Βουλευτὴς μὲ διέκοψεν, ἐπικαλεσθεὶς μίαν κατά-
915στασιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνὰ χεῖρας, τὴν κατάστασιν τῶν
916εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ μηνὸς Ἰουλίου. Ἐξεδήλου ὁ
917κ. Βουλευτὴς τὴν ἀπορίαν του, πῶς κατὰ τὴν κατάστασιν
918ταύτην δὲν φαίνεται πληρωθὲν τὸ ἐπιβαρῦνον τὸ Κράτος πο-
919σὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς δευτέρας
920ἑξαμηνίας. Παρετήρησα προχείρως, ὅτι δυστυχῶς ἕνεκα τῆς
921βραδείας συντάξεως τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτρο-
922πῆς καὶ ἕνεκα ἑτέρων τινῶν προπαρασκευαστικῶν ἐργασιῶν,
923ὅπως εὑρεθῇ τὸ τμῆμα πρὸς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν ἐν συμ-
924φωνίᾳ, ἐπιβραδύνεται ἡ ἔκδοσις τῶν χρηματικῶν ἐνταλμά-
925των. Ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἐπήγαζεν ἡ ἀπορία τοῦ
926κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν τότε προέβαλον
927τὴν εἰρημένην παρατήρησιν· κατελθὼν ὅμως τοῦ βήματος
928καὶ μελετήσας τὴν κατάστασιν, παρετήρησα ὅτι δὲν ὑπῆρχε
929λάθος ἐν τῇ καταστάσει, ἡ δὲ ἀπορία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρ-
930τυνος Βουλευτοῦ προέκυψεν ἐκ τῆς ἐπιπολαίου ἐντυπώσεώς
931του κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως ἐκείνης. Παρα-
932πέμπω αὐτὸν εἰς τὴν σελίδα 823 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυ-
933βερνήσεως. Ὅτε καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὴν Ἐφημε-
934ρίδα τῆς Κυβερνήσεως, παρετήρησα ὅτι ὄντως ἀναγινώσκε-
935ται ὁ ὑπ’ αὐτοῦ μνημονευθεὶς ἀριθμὸς, ἀλλ’ ἀναγινώσκεται
936εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἐξόδων καὶ οὐχὶ τῶν ἐσόδων, δηλ.
937εἰς τὴν σελίδα 823. Ἐὰν δὲ ἤθελε νὰ εὕρῃ τὰ ἔσοδα, ἔπρεπε
938νὰ τὰ εὕρῃ εἰς τὴν σελίδα 820. Ἄλλως τε γινώσκει ὁ ἀξιό-
939τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὡς
940πρὸς τοῦτο νὰ ὑπάρξῃ λάθος, διότι ἐν τῇ οἰκείᾳ στήλῃ τῆς
941καταστάσεως στερεοτύπως ἀναγράφονται τὰ προϋπολογι-
942σθέντα ἔσοδα.
943§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω ὅταν τελειώσῃ
944ὁ κ. Νέγρης.
945§47Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω,
946πῶς, ἐκ τίνος συλλογισμοῦ, ἐκ τίνος ἀφετηρίας, ὁ ἀξιότιμος
947ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἤχθη εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ πί-
948ναξ τῆς ληψοδοσίας ἐνέβαλεν αὐτὸν εἰς κἄποιαν ἀπορίαν,
949ὅτι 13,000,000 ὅλα δὲν εἶχον καταλογισθῆ μεταξὺ τῶν ἐξό-
950δων. Ἐγὼ γινώσκω τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ὑποθέτω, πάντες οἱ
951Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν γινώσκουσιν, ὅτι αἱ ὑποχρεώ-
952σεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάρυνον τὸ Κράτος ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ
9531899 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, πᾶσαι ἐτακτο-
954ποιήθησαν κατὰ τὸ 1900, νομίζω δὲ, ὅτι εἰς τὸ τέλος Σε-
955πτεμβρίου ἦσαν ἤδη κατανεμημέναι μεταξὺ των. Εἶχε χρε-
956ωθῇ ἡ μερὶς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,
957ἢ μᾶλλον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, μὲ τὸ ποσὸν
958ὁλόκληρον, τὸ πληρωθὲν συμφώνως πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς
959Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἄλλως τε αὐτὸ εἶναι εὔκολον νὰ
960ἐξελεγχθῇ, ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν
961εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εἶχον
962πληρωθῆ 25,162,123, νομίζω, διότι τινὰ τῶν ἐνταλμάτων
963δὲν εἶχον ἐκδοθῆ.
964§48ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, τὴν κατάστασιν αὐτὴν,
965περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὴν ἐλάβετε
966σήμερον, φέρει δὲ ἀριθμὸν 148, ἐνῷ εἴχομεν λάβει πρὸ πολ-
967λοῦ τοὺς μεταγενεστέρους ἀριθμούς. Ἐννοεῖται, ὅτι ἀκριβῶς
968ἡ ἔλλειψις αὕτη τῆς καταστάσεως—καὶ ἔλλειψις μὴ δεδι-
969καιολογημένη, ἀφοῦ ἔχομεν λάβει τὰς μεταγενεστέρας κατα-
970στάσεις,—δὲν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι εὐάρεστον διὰ
971τοὺς ἀκολουθοῦντας τὰ λογιστικά.
972§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν μὲν κατάστασιν συνέταξε τὸ Ταμια-
973κὸν Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν δὲ πί-
974νακα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τὸ Γενικὸν Λογιστήριον.
975§50ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν σκοπὸς τῶν διακοπῶν σας εἶναι, ὅπως
976ἀντιλαμβάνησθε καλλίτερον τῶν ὅσα λέγω, εἶσθε ἐλεύθερος.
977§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν.
978§52ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ φωτίσητε τὴν Βουλήν...
979§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μὲν διὰ νὰ φωτισθῶ ἐγὼ, τὸ δὲ διὰ
980νὰ συντελέσω, ὅπως φωτισθῇ καὶ ἡ Βουλή.
981§54ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, πρόκειται περὶ τοῦ γενικοῦ
982ἰσολογισμοῦ τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, πρόκειται δηλ.
983περὶ λογαριασμῶν γραφομένων κατὰ τὸ σύστημα τὸ διπλο-
984γραφικὸν, δηλ. ὁσάκις χρεοῦται μερίς τις, πρέπει νὰ πιστῶ-
985ται ἑτέρα.
986Λοιπὸν κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου εἶχε χρεωθῆ ὁ προϋ-
987πολογισμὸς τοῦ Κράτους, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὲ
988τὸ δημόσιον χρέος 25,000,000. Ὤφειλε λοιπὸν κατὰ τὴν
989αὐτὴν ἐποχὴν νὰ ἔχῃ πιστωθῆ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου.
990Τούτου μὴ γενομένου, ἢ πιστωθείσης ἄλλης μερίδος ἀντ’
991αὐτοῦ, βεβαίως ἀπεκρύπτετο ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν δα-
992πανῶν.
993Ἀλλ’ ἀρκετὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἔρχομαι ἤδη
994νὰ ἐξετάσω τὴν οὐσίαν. Αὐταὶ μόνον εἶναι αἱ δαπάναι, τὰς
995ὁποίας πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἤτοι τὰ 104,588,500,
996περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός; Κύριοι, ὁ
997κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν του ἀνέφερεν
998ὡς ἔξοδα δημοσίου χρέους δραχ. 29,695,000, ἐνῷ ὁ προϋ-
999πολογισμός, ὡς προεῖπον ὑμῖν, ἀνέρχεται εἰς 30,234.000.
1000Ἀλλὰ, παρακαλῶ, πρόκειται ἐδῶ περὶ προϋπολογισμοῦ
1001ἐπιδεχομένου αὐξομειώσεις; Γνωρίζετε ὅτι τὰ δάνειά μας
1002εἶναι ὡρισμένα, οἱ τόκοι ὡρισμένοι, τὰ χρεωλύσια ὡρισμένα.
1003Δὲν πιστεύω νὰ ὑποθέσητε ποτὲ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ
1004Ἐλέγχου δικαιοῦται νὰ δώσῃ ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα χρεω-
1005στοῦμεν. Λοιπὸν δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ διαφορά,
1006τὴν ὁποίαν σημειῶ ἐνταῦθα, δικαιολογεῖται· εἶναι δὲ αὕτη
1007539,000 δραχ. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μόνον; Ἐν τῇ τελευταίᾳ
1008Συνόδῳ εἶχον ἐξηγήσει ὑμῖν διὰ μακρῶν, ὅτι τὰ πλεονά-
1009σματα τοῦ 1899, ἅτινα ἀνέρχονται κατὰ τοὺς λ)σμοὺς τοῦ
1010Ἐλέγχου εἰς 2,213,000, ὡς καὶ ἐκεῖνα τοῦ 1898, εἶχον
1011παραλειφθῆ ἐντελῶς εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑ-
1012πουργοῦ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη
1013ν’ ἀναγράψῃ τὰ τοῦ 1898, καὶ ταῦτα ὄχι ἅπαντα, ἐπειδὴ
1014ἐκ τῶν πλεονασμάτων ἡ Ἐπιτροπὴ κονδύλιόν τι ἐκ δραχ.
1015576,545 τοῦ 1898, μὴ δυνάμενον νὰ διανεμηθῇ, διότι δὲν
1016συνεπληροῦτο ὁλικὸς ἀριθμὸς ἀναγκαῖος πρὸς διανομὴν κατὰ
1017τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου, τὸ εἶχε μετατρέψει εἰς χρυσὸν,
1018τὸ εἶχε τοκίσει πρὸς ὄφελος τῶν δανειστῶν, καὶ τὸ ἐκρά-
1019τει, ὅπως τὸ διανείμῃ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Τοῦτο
1020ἔπραξε καὶ διὰ τὰ πλεονάσματα τοῦ 1899, ἀνερχόμενα εἰς
10212,213,000, καὶ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899 τὰ διένειμεν
1022εἰς τοὺς δανειστάς, ὡς ἀναφέρεται καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς
1023(σελ. 9 καὶ 10). Τὸ σύνολον λοιπὸν εἶναι 2,790,192 δραχ-
1024μαί, αἱ ὁποῖαι διενεμήθησαν ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899,
1025καὶ δὲν εἶναι ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
10261899.
1027Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἕτερον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον
1028θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ νὰ δώσητε μεγίστην προσοχήν.
1029Πρόκειται περὶ τῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον
1030ταμεῖον δίδει εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὡς γνωρί-
1031ζετε, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895, ἐκτὸς τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀνα-
1032γράφει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας εἰς τὸν προϋπολογι-
1033σμὸν αὐτοῦ καὶ δίδει ὡς συνδρομὴν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκ-
1034παίδευσιν, οἱ διάφοροι ταμίαι, βεβαίως τῇ ἐγκρίσει τοῦ
1035Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προκαταβάλλουσιν εἰς τοὺς
1036ἀπόρους δήμους ποσὰ σπουδαῖα. Οὕτω προκατεβλήθησαν:
1037Τὸ 1897 δρ. 1,202,000, τὸ 1898 δρ. 834,000, τὸ 1899
1038δρ. 1,341,000.
1039Καὶ ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι μετὰ τὸν νόμον ΒΧϞΔʹ,
1040τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν τελευταίως περὶ τῶν παλαιῶν ὀφει-
1041λῶν πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ δι’ οὗ διαγράφεται μέρος τῶν
1042ὀφειλῶν τῶν Δήμων, ἤθελε παύσει εἰς τὸ μέλλον τὸ Δημό-
1043σιον χορηγοῦν τοιαύτας προκαταβολάς. Ἀλλὰ τοὐναντίον
1044ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1900 ὄχι μόνον δὲν ἠλαττώθη-
1045σαν τὰ προκαταβληθέντα ποσὰ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη,
1046ἀλλ’ ἐχορηγήθη καὶ πάλιν, δῆθεν προκαταβολικῶς, εἰς τοὺς
1047Δήμους ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους μέχρι τῆς 30 Σεπτεμ-
1048βρίου ποσὸν 1,733,000 δραχμῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
1049γὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, αὐτὰ τὰ ποσὰ ποῦ θὰ καταλογισθοῦν,
1050ἀφοῦ δὲν ἐπιστρέφονται;
1051Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παι-
1052δείας, ἀντὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς προκαταβολὰς ταύτας
1053καὶ τὰς ἀναγράψῃ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν του ὡς δαπάνας,
1054πράττῃ τὸ ἐναντίον, διαγράφον πιστώσεις ἐκ τοῦ κεφαλαίου
1055«συνδρομὴ εἰς τοὺς Δήμους», μοὶ φαίνεται, λέγω, ὅτι ἡμᾶς
1056αὐτοὺς ἀπατῶμεν.
1057Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ κονδύλιον τῶν 1,341,000
1058δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη κατὰ τὸ 1899 εἰς τοὺς Δή-
1059μους, δέον νὰ προστεθῇ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ 1899.
1060§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1900.
1061§56ΝΕΓΡΗΣ. Τοῦ 1899.
1062§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1900 εἴπετε πρίν.
1063§58ΝΕΓΡΗΣ. Ἀνέφερα καὶ τὸ 1900, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τὸ
1064πληρωθὲν κατὰ τὸ 1899 εἶναι 1,341,000.
1065Οὕτω τὰ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1899 παραλειφθέντα
1066κονδύλιά εἰσι τὰ ἑξῆς:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1067 539,000δρ.ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους.
10682,790,172» » » » »
10691,341,425» ἐκ τῶν προκαταβολῶν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.
10704,670,597 ἐν ὅλῳ.
1071Ἀπέναντι δὲ τούτων ἔχομεν τὰ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα
1072ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰ ὁποῖα λίαν εὐλόγως περι-
1073ώρισεν εἰς 2,870,265, ἀφαιρέσας τὸ εἰσόδημα, τὸ προερχό-
1074μενον ἐκ τῆς παρακρατήσεως τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ
10751897. Ἄρα ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἀφίνει ἔλλειμμα 1,800,332
1076δραχμῶν.
1077Βεβαίως, Κύριοι, δὲν ἀποκρύπτω ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο
1078εἶναι μικρὸν, ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τῆς χρή-
1079σεως τοῦ 1899, καὶ δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν,
1080διότι παρουσιάζεται τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ
1081τὴν μεμφθῶ διὰ τὴν ἄκραν αὐτῆς αἰσιοδοξίαν. Εἶναι ἡ κατά-
1082στασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν τόσον εὐοίωνος, ὡς τὴν παρέ-
1083στησαν ἡμῖν; Εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ δαπανήσωμεν ὑπὲρ τοῦ
1084στόλου καὶ τοῦ στρατοῦ; Οὐδεὶς ὁ μὴ θέλων τὸ μεγαλεῖον
1085τῆς πατρίδος του, ὁ μὴ θέλων στρατὸν ἀξιόμαχον καὶ στό-
1086λον ἄξιον τοῦ ἐνδόξου ἡμῶν παρελθόντος. Ἀλλὰ πῶς ταῦτα
1087θ’ ἀπολαύσωμεν; Διὰ λόγων; Ἐν ὅσῳ περισσεύματα δὲν πα-
1088ρουσιάζονται, ἐν ὅσῳ ταῦτα δὲν ἀνέρχονται εἰς ἑκατομμύρια,
1089δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ σκεπτώμεθα περὶ αὐξήσεως
1090δαπανῶν. Διότι αἱ δαπάναι δὲν μᾶς φέρουσιν εἰς νίκας, ἀλλ’
1091εἰς καταστροφάς.
1092Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν ὁποία ἡ θέσις ἡμῶν. Πρὸς τοῦτο
1093δέον νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Δημοσίου εἰς
1094χρῆμα αὐξάνει ὁσημέραι ἢ ἐλαττοῦται, καὶ θέλω ἀναζη-
1095τήσει τοῦτο κατὰ τὴν περίοδον τὴν μεταξὺ 30 Ἰουνίου
10961899 καὶ 30 Ἰουνίου 1900. Ἐξέλεξα τὴν περίοδον ταύ-
1097την, διότι κατ’ αὐτὴν οὐδεμία ἐπῆλθε δυστυχία, οὔτε ἐπη-
1098ρεάσθησαν τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους ἐξ οἱασδήποτε
1099ἀπροσδοκήτου αἰτίας. Λοιπὸν κατὰ τὴν 30 Ἰουνίου 1899
1100ὑπῆρχον:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1101Ὑπόλοιπα ἐν τοῖς ταμείοις καὶ τελωνείοιςδρ.20,969,104
1102Κατάθεσις τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν
1103Ἐθνικὴν Τράπεζαν » 7,416,376
1104Κατάθεσις εἰς χρυσὸν 458,000, ἅτινα πρὸς
11051,50 δρ. δίδουν » 687,298
1106Κατάθεσις ἔντοκος τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν
1107Ἐθνικὴν Τράπεζαν » 18,490,000
1108ἤτοι δρ.47,562,768
1109Δίκαιον ὅμως, διὰ νὰ ἔχωμεν παραβολὴν τακτικήν, νὰ
1110ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου πάσας τὰς εἰς τὰ δημό-
1111σια ταμεῖα παρακαταθήκας, εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνον-
1112ται καὶ αἱ 4,000,000 δραχμαί, αἵτινες παρεδόθησαν εἰς
1113τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἀνέρχονται δὲ αἱ παρακαταθῆ-
1114και εἰς 25,987,593 δραχμάς. Ἐπίσης εἶναι δίκαιον ν’ ἀφαι-
1115ρέσωμεν καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐκ δρ. 3,641,827, δηλαδὴ
1116νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐν ὅλῳ ποσὸν ἐξ 29,629,421 δρ. Μετὰ
1117τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔμεινεν ὡς
1118ἐνεργητικὸν τὸ ποσὸν 17,933,400 δραχ. ἢ 18,000,000 ὡς
1119ἔγγιστα.
1120Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὴν 30 Ἰουνίου 1900:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1121Ὑπόλοιπα ταμείων καὶ τελωνείων δρ.21,301,808
1122Κατάθεσις Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς » 1,070,552
1123Κατάθεσις εἰς χρυσὸν 118,808, ἤτοι» 190,044
1124Κατάθεσις Δημοσίου » 10,600,000
1125Κατάθεσις εἰς χρυσὸν 586,727, ἤτοι» 938,764
1126Κατάθεσις εἰς χρυσὸν 284,694, ἤτοι» 455,510
1127Τὸ ὅλον δρ.34,556,728
1128Ἂν ἀφαιρέσωμεν καὶ ἐνταῦθα τὰς παρακαταθήκας δρ.
112920,323,234, τὰ ἔντοκα γραμμάτια δρ. 1,742,276, δηλαδὴ
1130ποσὸν δραχ. 22,065,510, μένουσιν ὡς ἐνεργητικὸν δραχ.
113112,491,218, ἀντὶ τῶν 18,000,000. Διαφορὰ ἑπομένως ἢ
1132ἐλάττωσις τοῦ ἐνεργητικοῦ κατὰ 5½ ὡς ἔγγιστα ἑκατομ-
1133μύρια. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Οὕτως ἀποδεικνύεται
1134ἡ κατάστασις ὄχι εὐχάριστος.
1135Καὶ ταῦτα μὲν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899.
1136Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη καὶ τὴν τοῦ 1900. Μέχρι τῆς
113730 Σεπτεμβρίου ἐξωδεύθησαν, κατὰ τὰς ἐπισήμους κατα-
1138στάσεις, 38,669,792 δρ. ἢ 38,418,377 ἄνευ τοῦ δημοσίου
1139χρέους. Τί ἐξωδεύθη κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν τὸ 1899; Τὸ
1140ποσὸν 34,223,019 ἢ 33,968,175 ἄνευ τοῦ δημοσίου χρέους.
1141Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἴχομεν
1142καὶ ἔξοδα ἐκλογικά, ἅτινα, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
11431899, ἀνέρχονται εἰς 408,000 δραχ. Ἑπομένως αἱ ἀντί-
1144στοιχοι δαπάναι τοῦ 1899 περιορίζονται εἰς 33,560,000
1145δραχ. ὡς ἔγγιστα. Ἐξωδεύθησαν λοιπὸν κατὰ τοὺς ἐννέα
1146πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1900 περὶ τὰ 5 ἑκατομ-
1147μύρια περιπλέον τῆς ἀντιστοίχου περιόδου τῆς χρήσεως τοῦ
11481899. Ἐὰν δὲ παραβάλωμεν καὶ πρὸς τὸ 1898, καθ’ ὃ
1149ὑπῆρχον δαπάναι ὅλως ἔκτακτοι, θέλομεν εὕρει, ὅτι αἱ δα-
1150πάναι τοῦ 1900 ὑπερτεροῦν τὰς τοῦ 1898 κατὰ 4 ἑκατομ-
1151μύρια ἐπὶ μόνον τοὺς 9 μῆνας. Ποῦ λοιπὸν αἱ ἀδιάθετοι πι-
1152στώσεις, ἃς ἐπηγγέλθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν;
1153Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτων, ἔπρεπε νὰ βλέπωμεν ἐλαττώ-
1154σεις, καὶ ἐν τούτοις βλέπομεν αὐξήσεις. Βεβαίως, Κύριοι,
1155ἀπέναντι τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας παρουσιά-
1156ζει τὸ 1899, ἡ αἰφνίδιος αὔξησις τῶν δαπανῶν τῶν ἀμέ-
1157σως ἑπομένων μηνῶν κατὰ πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν
1158ἐμβάλλει εἰς σκέψεις σοβαρὰς ἐπὶ τῆς ἀντιθέσεως ταύτης.
1159Ἀλλὰ μήπως τὰ ἔσοδα εἶναι μεγαλείτερα, ὡς βεβαιοῖ ὁ
1160κ. Ὑπουργός; Ἂς ἴδωμεν. Δὲν ἔχομεν δυστυχῶς τὰς κατα-
1161στάσεις τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ἔχομεν ταύτας μέχρι
1162τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, καὶ δυνάμεθα νὰ παραβάλωμεν
1163τοὺς 9 μῆνας τοῦ 1899 πρὸς τοὺς 9 μῆνας τοῦ 1900. Ἡ
1164παραβολὴ θέλει μᾶς ὁδηγήσει εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα.
1165Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωσεν ὡς ἔσοδα κατὰ τοὺς 9 πρώτους
1166μῆνας τοῦ 1900 δρ. 62,700,000, ἐνῷ οἱ 9 μῆνες τοῦ 1899
1167ἔδωσαν 58,149,000. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι τὸ 1900 εἰς
1168τὰς εἰσπράξεις ἀνεγράφετο ἡ εἰσφορὰ τῶν Δήμων, ἡ ὁποία
1169δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1899, ἀνερχομένη εἰς 239,000. Ἡ
1170εἰσφορὰ αὕτη ἀνήκει εἰς τοὺς Δήμους. Δεύτερον ἐλησμόνη-
1171σεν ὅτι ὁ φόρος τῶν ζῴων εἰσπράττεται κατὰ μῆνα τὸ 1900,
1172καὶ ὡς ἐκ τούτου εἰσεπράχθησαν περισσότερα κατὰ τοὺς 9
1173πρώτους μῆνας 1,627,868, ἅτινα κατὰ τὸ 1899 εἰσεπρά-
1174χθησαν βραδύτερον, συμφώνως μὲ τὸν τότε ἰσχύοντα νόμον.
1175Ἐπίσης καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων εἰσεπράχθη-
1176σαν ἐνωρίτερον τὸ 1900 δρ. 1,267,868, αἵτινες εἰσεπρά-
1177χθησαν βραδύτερον τὸ 1899, ἕνεκα διατάξεων διαφόρων τοῦ
1178νόμου. Λησμονεῖ ἐπίσης, ὅτι τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ
1179φόρου τοῦ καπνοῦ δραχ. 571,597 περισσότεραι, αἵτινες δὲν
1180ἀνήκουν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὡς ἔχοντα
1181εἰδικὸν προορισμόν, καὶ προέρχονται ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς
1182τιμῆς τῆς κοπῆς. Ταῦτα πάντα συμποσοῦνται εἰς 3,756,938.
1183Εἰς ταῦτα ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσθέσω καὶ
1184τὰ τυχηρὰ δρ. 900,000, περὶ ὧν τοσοῦτον ἔκαμε λόγον,
1185καὶ οὕτως ἔχομεν πρὸς παραβολὴν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῆς
1186χρήσεως τοῦ 1900 δρ. 4,656,938, ὅπερ φέρει τὴν χρῆσιν
1187ταύτην εἰς ἥττονα μοῖραν τῆς τοῦ 1899.
1188Ταῦτα, Κύριοι, ὤφειλον νὰ εἴπω, ὅπως ἐκθέσω εἰς τὴν
1189Βουλὴν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν. Οὐδὲν δ’ ἕτερον ἐπιζητῶ
1190ἢ νὰ χυθῇ πλῆρες φῶς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἐν πλήρει
1191γνώσει ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῶν προβληθησομένων ζητημάτων
1192κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην.
1193§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1194Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶναι ὄντως ἀξιέπαινος,
1195διότι ἀσχολεῖται μετὰ ζήλου περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
1196Κράτους, καὶ ἑκάστοτε διαφωτίζει ἡμᾶς, προβάλλων ὅσας
1197ἀπορίας ἔχει ἐπὶ τῶν καταστάσεων, ἃς ἀνέγνωσε. Δὲν ἔχω
1198ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐξακολουθῶν νὰ ἀσχολῆται ἐμβριθῶς, θέλει
1199καταστῇ ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικά. Ὅσα ὅμως σήμερον
1200μετέδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἀπέκτη-
1201σεν εἰσέτι σαφεῖς ἰδέας περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμά-
1202των. Τὸ πρῶτον λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν, ἀποδεικνύει,
1203ὅτι δὲν γινώσκει ἀκριβῶς ὁποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ χαρακτὴρ
1204τοῦ ἐνεργητικοῦ. Εὗρε κατάθεσιν ὑφισταμένην παρὰ τῇ
1205Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου ἐκ δρ. 17 ἑκα-
1206τομμυρίων, καὶ ἐπειδὴ εὗρε ταύτην μειωθεῖσαν κατὰ τὴν
120720 Ἰουνίου 1900, ἐξεδήλωσε τὴν ἀπορίαν του ἐπὶ τῇ δια-
1208φορᾷ ταύτῃ, ἀφοῦ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἦσαν ὁμαλά. Ὁ κ.
1209Βουλευτὴς ἀγνοεῖ, ὅτι αἱ καταθέσεις αὗται αἱ ἔντοκοι προέρ-
1210χονται ἀπὸ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα προχείρως ἀποδίδον-
1211ται ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ τέλος ἑκάστης
1212ἑξαμηνίας ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ὡς
1213γνωστὸν, δὲν ἔχομεν εἰδικὸν ταμεῖον παρακαταθηκῶν, πᾶ-
1214σαι δὲ αἱ διὰ τῶν δημοσίων ἀρχῶν ἐνεργούμενοι εἰσπράξεις
1215αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, εἰς Δήμους κλπ., εἰσά-
1216γονται προχείρως ὑπὸ τύπον παρακαταθηκῶν εἰς τὸ δημό-
1217σιον ταμεῖον, δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπάρξῃ ὅρος συγκρίσεως
1218μεταξὺ τῶν ἑκάστοτε ἀποδιδομένων. Ἡ διατήρησις τῶν
1219παρακαταθηκῶν ἡμῶν δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ ἔσοδα καὶ
1220ἔξοδα τοῦ Κράτους. Τί κοινὸν μεταξὺ καταθέσεως, ἡ ὁποία
1221ὑπάρχει σήμερον εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἥτις μετὰ παρέ-
1222λευσιν ἑνὸς μηνὸς δὲν θὰ ὑπάρχῃ; Σήμερον ὑπάρχουσι κατα-
1223θέσεις ἐκ 10,000,000, ἀλλὰ περὶ τὸ τέλος τοῦ Δεκεμβρίου
1224τὸ ποσὸν τοῦτο θ’ αὐξήσῃ, διότι, ληγούσης τῆς ἑξαμηνίας, τὸ
1225πλεόνασμα τῶν ὑπεγγύων προσόδων θ’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ Δη-
1226μόσιον. Περιέπεσεν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ εἰς ἕτερον λά-
1227θος. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσ-
1228πράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1900
1229καὶ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1899, καὶ ἐπειδὴ εὗρεν, ὅτι κατὰ
1230τὴν κατάστασιν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου 1900 αἱ πραγματο-
1231ποιηθεῖσαι πληρωμαὶ κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1900 εἰσὶν
1232ἀνώτεραι ἐκείνων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν κατάστασιν
1233τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1899, ὑπεδήλωσε τὴν γνώμην,
1234ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν περιῆλθον εἰς δυσχερῆ κατάστασιν.
1235Ἀντὶ νὰ συγχαρῇ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὑπῆρξεν ἐνήμερος εἰς
1236τὴν ἔγκαιρον ἔκδοσιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων καὶ τὴν
1237πληρωμὴν τῶν δημοσίων δαπανῶν, εὗρεν ὅτι ἡ ἔγκαιρος τα-
1238κτοποίησις τῶν δημοσίων δαπανῶν ἔχει τι τὸ δυνάμενον νὰ
1239ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίαν τὸν ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κρά-
1240τους μεριμνῶντα. Μέχρι τοῦδε ἐγινώσκομεν, ὅτι ἐν τῇ
1241Βουλῇ, ἔνθα διεξάγονται σοβαραὶ καὶ λεπτομερέσταται συζη-
1242τήσεις περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ὑπὸ ἐμπειροτάτων
1243καὶ ἐντριβεστάτων περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν Βουλευτῶν,
1244οὐδεὶς αὐτῶν ἠσχολήθη ἢ ἔλαβεν ὡς ἀφετηρίαν συζητήσεως
1245τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἑκάστοτε
1246εἰς τὰς προσωρινὰς καταστάσεις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπα-
1247νῶν, διότι τὸ ποσὸν ἰδίως τῶν δαπανῶν παραλλάσσει· συμ-
1248βαίνει πολλάκις ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς νὰ πληρωθῇ τὸ τριπλάσιον
1249τῶν πληρωθέντων κατὰ τὸν προηγούμενον, ὄχι διότι ὁ μὴν
1250αὐτὸς βαρύνεται μὲ περισσοτέρας δαπάνας, ἀλλὰ διότι πολ-
1251λάκις οἱ ταμίαι δὲν λαμβάνουσι τὸν καιρὸν λήγοντος ἑνὸς
1252μηνὸς νὰ πιστωθῶσι τακτικῶς δι’ ὅλων τῶν ἐνταλμάτων,
1253τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν, ταῦτα δὲ φέρουσιν εἰς τὸν ἑπόμενον
1254μῆνα. Τοῦτο δὲ γίνεται καὶ εἰς τὰ ἔσοδα. Ἐγένετο προχθὲς
1255λόγος, ἀφορμῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος
1256Βουλευτοῦ, περὶ τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
1257τοῦ δημοσίου χρέους τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1899·
1258ὑπῆρξε μία βραδύτης περὶ τὴν τακτοποίησιν, ἀλλὰ τοῦτο
1259οὐδεμίαν ἀνωμαλίαν ἐνδεικνύει, οὐδ’ ὑφιστάμενον ἔλλειμμα.
1260Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὗρεν, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν
1261ζῴων ἐφέτος εἰσεπράξαμεν περισσότερα, διότι μετεβλήθη τὸ
1262σύστημα τῆς φορολογίας...
1263§60ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι περισσότερα· εἰσεπράχθησαν προκατα-
1264βολικῶς, εἶπον.
1265§61ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη δὲν τὰ εἰσε-
1266πράττετε πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου.
1267§62ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν
1268ἐξ Ἀττικῆς, προκειμένου περὶ τοῦ νόμου τούτου, ἡ προβλη-
1269θεῖσα ἀπορία εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι δὲν ἔλαβεν ἀφορ-
1270μὴν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλ’ ὡς πρὸς
1271ὑμᾶς, ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐκ Μαντινείας, ὁμολογῶ, ὅτι γεν-
1272νᾶται ἐν ἐμοὶ ἀπορία, διότι, ὡς γινώσκετε, τὸ μίσθωμα τοῦ
1273φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων πληρώνεται εἰς δώδεκα δόσεις,
1274ἑπομένως ὁ φόρος δὲν εἰσπράττεται προκαταβολικῶς. Ἀλλὰ
1275γινώσκετε συγχρόνως, ὅτι ὁ φόρος τῶν ζῴων κατὰ τὰ τρία
1276τέταρτα ἐπληρώνετο κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον ἄλλοτε...
1277§63ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ δηλωτὴς πρόκηται νὰ πλη-
1278ρώσῃ φόρον μικρόν.
1279§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπήρχοντο κατ’ αὐτοῦ αἱ ποιναὶ, αἱ
1280ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ περὶ εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσό-
1281δων νόμου· ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἤρχετο ἡ ἐπιβολὴ
1282προσθέτου τέλους 20% καὶ ἡ πληρωμὴ τόκων.
1283§65ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οὐδέποτε εἰσεπράττοντο οἱ φό-
1284ροι τῶν ζῴων προκαταβολικῶς, παρὰ μόνον οἱ μικροὶ φόροι.
1285§66ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προκαταβολικῶς οὔτε τότε εἰσεπράτ-
1286τετο, οὔτε τώρα εἰσπράττεται· εἰσεπράττετο εὐθὺς ὡς οἱ
1287κατάλογοι οἱ φορολογικοὶ ἀπεστέλλοντο εἰς τὸν ταμίαν, εὐ-
1288θὺς ὡς ἤρχιζεν ἡ μεταφορὰ τῶν ποιμνίων ἀπὸ τῶν χειμε-
1289ρινῶν εἰς τὰς θερινὰς βοσκάς. Τοῦτο γινώσκουσι πάντες οἱ
1290ἐκπροσωποῦντες κτηνοτρόφους ἐπαρχίας. Λυποῦμαι ὅτι καὶ
1291ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν ἄλλων·
1292ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω ἁπτὰς ἀποδείξεις, ὅτι τὸ
1293πλεῖστον τοῦ φόρου εἰσεπράττετο μέχρι τοῦ τέλους Μαΐου.
1294§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ἀπορήσω, ἐὰν φέρητε
1295κατάστασιν, καθ’ ἣν ὁ φόρος οἱουδήποτε τρέχοντος ἔτους
1296εἰσεπράττετο ἐντὸς τοῦ Μαΐου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Εἰσεπράτ-
1297τετο κυρίως τὸ ἑπόμενον ἔτος· εἰσεπράττετο ἐντὸς τῶν τε-
1298λευταίων ὀκτὼ μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἑπομένου ἔτους.
1299§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ ἄλλων φόρων καὶ οὐχὶ
1300περὶ τοῦ φόρου τῶν ζῴων. Περὶ τοῦ φόρου τῶν ζῴων, ὡς
1301ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γινώσκετε, πότε στέλ-
1302λονται οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι εἰς τοὺς εἰσπράκτορας. Οἱ
1303κατάλογοι οὗτοι ἀπεστέλλοντο πρὸ τῆς λήξεως τοῦ μηνὸς
1304Ἀπριλίου· ναὶ ἢ ὄχι;
1305§69Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
1306§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτετε, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες, οἱ
1307ὁποῖοι ἔχουσι καὶ ἐνδιαφέρον νὰ εἰσπράξωσι τὸν φόρον, ἀφί-
1308νουσι τὰ ποίμνια νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τῶν χειμερινῶν εἰς
1309τὰς θερινὰς βοσκὰς χωρὶς νὰ εἰσπράξωσι τὸν φόρον; Ἀλλὰ δὲν
1310ἔχει σπουδαιότητα τὸ θέμα τοῦτο. Εἰς τὰς παρατηρήσεις
1311ταύτας προῆλθον, ἵνα ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν
1312ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται τὰς διατάξεις τοῦ κρατοῦντος
1313νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων μέχρι τοῦ παρελθόντος
1314ἔτους. Ὅτε ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις
1315τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ὑπερέβησαν τὰς εἰσπράξεις τῶν
1316ἀντιστοίχων 10 μηνῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, προσέθηκα,
1317ὅτι τοῦτο δὲν τὸ μεταδίδω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀπόδειξιν
1318πλεονάσματος 6½ ἑκατομμυρίων, διότι ὡμολόγησα, ὅτι
1319κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διετελοῦμεν ὑπὸ συνθήκας, αἵτινες
1320παρεκώλυσαν τὴν ἄμεσον τῶν φόρων εἴσπραξιν, ἤτοι εἴχο-
1321μεν ἐκλογὰς βουλευτικὰς καὶ ἐκλογὰς δημοτικάς· προσέ-
1322θηκα ἀκόμη καὶ ἕτερόν τι, ὅτι πιθανῶς αἱ προσπάθειαι τῶν
1323ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων ἀρχῶν
1324ὑπῆρξαν συντονώτεραι, οὕτω δὲ κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῶσι
1325περισσότερα. Κατ’ ἐμέ, τὸ προσδοκώμενον περίσσευμα τοῦ
13261900 δὲν στηρίζεται εἰς τὸν πίνακα τῶν μειζόνων εἰσπρά-
1327ξεων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν. Τὸν πίνακα ἐμνημόνευσα ὡς
1328ἓν τεκμήριον τοῦ προϋπολογιζομένου πλεονάσματος. Πρὸς
1329ὑποστήριξιν τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1900 θὰ
1330καταλήξῃ εἰς πλεόνασμα, προῆλθον εἰς ἐκτιμήσεις βασίμους
1331περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1900. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος
1332ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐπανῆλθεν εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον
1333καὶ κατὰ τὴν ἔκτακτον, ὡς νομίζω, Σύνοδον εἶχε πάλιν
1334θίξει· ὅτι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναγράφεται ποσὸν διὰ
1335τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατώτερον ἐκείνου, τὸ
1336ὁποῖον ὤφειλον νὰ ἀναγράψω. Παρετήρησα εἰς τὸν ἀξιότιμον
1337Βουλευτήν, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι τὰ
1338ἐκδιδόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐντάλματα
1339πρὸς πληρωμὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἤτοι
1340πρὸς λογιστικὴν τακτοποίησιν τῶν ποσοτήτων, αἵτινες κρα-
1341τοῦνται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Διεθνοῦς, ἵνα, μετατρεπό-
1342μενα εἰς χρυσόν, πληρωθῶσι πρὸς τοὺς δανειστάς, συμφωνοῦσι
1343πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτρο-
1344πῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα εἶπον τότε, βλέπω πάλιν τὸν κ.
1345Βουλευτὴν ἐπιμένοντα, ὅτι ἄλλως ἔχουσι τὰ τοῦ λογαρια-
1346σμοῦ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλως ἔχουσι τὰ τοῦ
1347προϋπολογισμοῦ, διότι περὶ προϋπολογισμοῦ ἐπρόκειτο. Τῷ
1348παρετήρησα, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἑξῆς πλάνην· λαμβάνει
1349ὑπ’ ὄψιν τὰ πλεονάσματα τοῦ 1899, καὶ ὑπολαμβάνει ὅτι
1350ταῦτα ἐντὸς τοῦ 1899 ἢ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 πλη-
1351ρώνονται· λησμονεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ ἰδία Ἐπιτροπὴ καθι-
1352έρωσε· τὰ πλεονάσματα ταῦτα κανονίζει κατὰ τὸ ἑπόμενον
1353ἔτος, δηλ. τὰ πλεονάσματα τοῦ 1898 εἰς τὰ 1899 καὶ τὰ
1354τοῦ 1899 εἰς τὰ 1900. Ἐπεκαλέσθη ἐν τούτοις ὁ κ. Βου-
1355λευτὴς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἤθε-
1356λεν ἐπικαλεσθῆ ταύτην· ἄλλως ἤθελον προσκομίσει αὐτὴν
1357εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἐπλανήθη καὶ εἰς τοῦτο
1358ὁ κ. Βουλευτής· ἐπλανήθη ἐκ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος.
1359Ἴσως μικρά τις πίστωσις εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899
1360χρειασθῇ πρὸς τακτοποίησιν τῆς ἐξισώσεως τῶν δύο λογα-
1361ριασμῶν. Καὶ ἐγὼ ὡμολόγησα, ὅτε ἀνεκοίνουν τὰ ἀποτελέ-
1362σματα τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ὅτι εἶναι πιθανὸν κατὰ τὴν
1363Σύνοδον ταύτην νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια
1364περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων μέχρι δραχ. 500,000.
1365Ἐπειδὴ δὲν ἔχουσι τακτοποιηθῆ εἰσέτι λεπτομέρειαί τινες,
1366ἀναγόμεναι εἰς τὰς δαπάνας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου
1367χρέους, θὰ παρουσιαθῇ ἴσως τοιαύτη ἀνάγκη· ἀλλὰ βεβαίως
1368αὗται δὲν θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 4,000,000,
1369ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουλευτής, ὅστις παρέστησεν εἰς τὴν
1370Βουλὴν ὡς χρήματα ἤδη πληρωθέντα, χωρὶς οὐδὲ ὁ ταμίας
1371νὰ γνωρίζῃ τι, οὐδὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, οὐδ’ ὁ Ὑπουργὸς
1372τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰς λεπτομερείας
1373τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ
13741899 θέλω φέρει αὔριον· ἐκ τούτων δὲ θέλετε πεισθῆ, ὅτι
1375ὅλοι οἱ φόβοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὑπερβολικοί, ἓν καὶ
1376μόνον ἐνδεικνύοντες, τὸν ἔκτακτον αὐτοῦ ζῆλον ὑπὲρ τακτο-
1377ποιήσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν.
1378§71ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
1379νομικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ν’ ἀναγνώσῃ τὸν ἰσολογι-
1380σμὸν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους μετὰ προσοχῆς·
1381θέλει δὲ βεβαιωθῆ, ὅτι ναὶ μὲν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι μερίδες,
1382ἀλλὰ τούτων τὰ ὑπόλοιπα κατ’ ἐλάχιστον παραλλάσσουν
1383ἐντὸς τοῦ ἔτους, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἀλλοιώσουν τὰ συμ-
1384περάσματα, ἅτινα ἐξήγαγον ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν μερίδων
1385τῶν ἀληθῶς ἀντιπροσωπευουσῶν τὴν οἰκονομικὴν κατάστα-
1386σιν τῆς χώρας.
1387Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ἄλλα,
1388τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἐκ τῶν ἐξηγήσεων,
1389αἱ ὁποῖαι τῷ ἐδόθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων,
1390ἐπείσθη ἡ Βουλή, ὅτι τὸ δίκαιον δὲν εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ
1391ὑπὲρ ἐμοῦ. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω τι, τὸ ὁποῖον ἐλη-
1392σμόνησα νὰ εἴπω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέ-
1393φερε μὲν κατὰ πόσον εἰσοδήματά τινα τοῦ 1900 θὰ διατε-
1394θῶσι καὶ κατὰ πόσον ἕτερα θὰ αὐξήσωσιν, ἀνέφερε δὲ ἰδίως,
1395ὅτι θ’ αὐξήσῃ τὸ χαρτόσημον κατὰ 880,000 δραχμὰς, τὸ
1396πετρέλαιον κατὰ 900,000, τὰ πυρεῖα κατὰ 100,000, καὶ
1397τὸ ἅλας κατὰ 100,000, ἤτοι τὸ σύνολον τῶν εἰδῶν τού-
1398των κατὰ 2,000,000· ἀλλὰ τὰ εἴδη ταῦτα ὑποβάλλονται
1399εἰς τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου, καὶ πᾶν πλεόνασμα αὐτῶν εἰσ-
1400έρχεται κατὰ τὸ ἥμισυ ὡς ἔγγιστα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον·
1401ὥστε λίαν ἀδίκως προσθέτει ὡς ἔσοδα 2,000,000, ἐνῷ δὲν
1402δύναται νὰ προσθέσῃ παρὰ 1,000,000 μόνον.
1403Ἐνόμισα τὴν διαφορὰν ταύτην ἀρκετὰ σπουδαίαν, ὥστε
1404νὰ μὴ τὴν ἀφήσω ἀπαρατήρητον.
1405§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν
1406εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ παρελθὸν
1407Σάββατον μὲ ἤγαγεν εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἀπευθύνω ὅσας ἀνε-
1408κοίνωσα παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκο-
1409νομικῶν Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, εἴτε προχθὲς τὸ
1410Σάββατον, εἴτε σήμερον δὲν συζητοῦμεν τὸν προϋπολογι-
1411σμὸν τοῦ 1900, οὐδ’ ἐξελέγχομεν τὴν διαχείρισιν τοῦ 1899,
1412οὐδ’ ἄλλου τινὸς ἔτους, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμά-
1413των, τὰ ὁποῖα παρήγαγον εἰς ἡμᾶς αἱ διάφοροι διαχειρίσεις,
1414ζητοῦμεν νὰ προβλέψωμεν περὶ τοῦ μέλλοντος. Λοιπὸν αἱ
1415ἐκτιθέμεναι γνῶμαι ἐκδηλοῦσι τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἑκάστοτε
1416ἀγορευόντων πρὸς προσδιορισμὸν τῶν πόρων καὶ τῶν ἀναγ-
1417κῶν τοῦ μέλλοντος. Ὅτε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
1418μικῶν ἐξεδήλου τὴν ἐκτίμησιν αὑτοῦ, καὶ παρίστανεν εἰς
1419τὴν Βουλὴν τὸ βέβαιον περίσσευμα τοῦ 1899, τὸ πιθανὸν
1420περίσσευμα τοῦ 1900, μοὶ ἐφάνη ὅτι ἦτο καθ’ ὑπερβολὴν
1421αἰσιόδοξος, τὴν αἰσιοδοξίαν δ’ αὐτοῦ ταύτην ἠθέλησα ν’ ἀνα-
1422στείλω, διότι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
1423κονομικῶν νὰ μὴ ἀφίνηται εἰς ὑπερβολικὴν αἰσιοδοξίαν,
1424ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἕνεκα τούτου κίνδυνος νὰ ζημιωθῶσι τὰ
1425συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐξήτασα τὴν κατάστασιν τὴν
1426προσωρινὴν τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ πληρωθέντων
1427ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1899 μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1900,
1428καὶ εὗρον ὅτι μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1900 ἐκ τῶν δύο δόσεων
1429τῶν πληρωνομένων τόκων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
1430χρέους τοῦ 1899 δὲν εἶχε πληρωθῆ ἡ δευτέρα δόσις, ἢ εἶχε
1431μὲν πληρωθῆ, ἀλλ’ εἶχεν ἐν τῇ καταστάσει ἀναγραφῆ ποσὸν
1432ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ἐν αὐτῇ,
1433ἐὰν εἶχον πληρωθῆ καὶ αἱ δύο δόσεις· ἐγνώριζον δ’ ὅτι ἐν
1434τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις
143529,000,000 καί τινων ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν διὰ
1436τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ 1899, ὅτι δ’ εἶχε χορηγηθῆ
1437προσέτι πίστωσις ἀναπληρωματικὴ 1,975,000, εἶχε δ’ ἀπο-
1438τελεσθῆ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀναγεγραμ-
1439μένον ποσὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῆς χρήσεως τοῦ
14401899 ἐκ 31,000,000· ἔλεγον δέ: πῶς, ἐνῷ 31,000,000
1441ἐζήτησε τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς
1442τόκους τῶν δανείων κατὰ τὸ ἔτος 1899, πῶς, ἀφοῦ τὸν Μάρ-
1443τιον εὕρισκεν ὅτι δὲν ἐπήρκει ἡ πίστωσις τῶν 29,000,000,
1444καὶ ἐζήτησεν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν διὰ ν’ ἀναβιβάσῃ
1445τὸ ποσὸν εἰς 31,000,000, πίστωσιν ἣν ἐχορηγήσαμεν, πῶς
1446ἐπληρώθησαν μόνον 13,000,000, ὡς ἐσημειοῦτο ὅτι εἶχον
1447πληρωθῆ μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1900; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1448Οἰκονομικῶν μοὶ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν εἶχε πλη-
1449ρωθῇ ἔτι κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1900 ἡ δευτέρα δόσις τῶν τό-
1450κων ἕνεκα ἀμφισβητήσεων, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν κατὰ τὴν
1451ἐκκαθάρισιν τοῦ λογαριασμοῦ μεταξὺ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτρο-
1452πῆς τοῦ Ἐλέγχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
1453Τοῦ συμβεβηκότος τούτου βεβαίως ἐγὼ οὐδεμίαν εἶχον
1454γνῶσιν· ἐγνώριζον ὅμως πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ Ἐλέγ-
1455χου, ὅτι τὴν 31 Δεκεμβρίου ὑπογράφονται τὰ ἐντάλματα
1456πρὸς πληρωμὴν τῶν δύο ἑξαμηνιαίων δόσεων τῶν τόκων
1457καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων τοῦ Κράτους, εἴκαζον δέ, ὅτι
1458ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Διεθνὴς τοῦ Ἐλέγχου δὲν ἤθελεν εἶσθαι
1459τόσον συγκαταβατική, ὥστε νὰ στέργῃ νὰ μὴ ἐκδίδωνται
1460τὰ ἐντάλματα τὴν 31 Δεκεμβρίου, νὰ παρέρχωνται δὲ μετὰ
1461τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους μῆνες, καὶ νὰ μένουν ἔτι οἱ λογαρια-
1462σμοὶ τῶν πληρωτέων τόκων ἀνεκκαθάριστοι. Ἂν αἱ σχέσεις
1463τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπι-
1464τροπῆς εἶναι τοιαῦται, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πληρώ-
1465νωνται ἐμπροθέσμως αἱ δόσεις, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω. Ἤκουσα
1466τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...
1467§73ΝΕΓΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ προσθέσω δύο λέξεις;
1468§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
1469§75ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου
1470εἶναι ὑπογεγραμμένος κατὰ τὴν 14 Μαρτίου 1899.
1471§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Ἀλλ’ ἡ αἰσιοδοξία τοῦ κ.
1472Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν μεγα-
1473λειτέραν ἴσως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐνεποίησεν εἰς τὸν κ. Βου-
1474λευτὴν ἐξ Ἀτικῆς, διότι ἐγὼ καὶ ἄλλοτε εἶδον αἰσιοδο-
1475ξοῦντα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρόεδρον
1476τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσηγητὴν αὐτῆς.
1477Δὲν ἐλησμόνησα δ’ ἔτι, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1887 συνέβη αὐτὸ
1478τοῦτο, ὅπερ συνέβη καὶ νῦν. Κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθη ὁ προ-
1479ϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐν τῷ ὁποίῳ τὰ ἔσοδα εἶχον
1480προσδιορισθῆ εἰς 96,975,390, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 92,161,613,
1481ἀνήγγελλε δ’ οὕτω περίσσευμα ἐκ 4,813,777· ἀλλὰ μετ’
1482ὀλίγον, δηλ. μετὰ πάροδον ἑβδομάδων τινῶν, μετεβλήθη ὁ
1483προϋπολογισμὸς οὗτος ὑπὸ τῶν συντακτῶν αὐτοῦ, καὶ τὰ
1484μὲν ἔσοδα προσδιωρίσθησαν εἰς 94,656,907, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς
148594,269,188, καὶ οὕτω τὸ περίσσευμα περιωρίσθη εἰς δρ.
1486387,179 μόνον. Ἀλλὰ μετὰ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, ἀρξαμέ-
1487νης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι μετὰ τὴν λῆ-
1488ξιν τοῦ δεκάτου μηνὸς τοῦ 1887, καθ’ ὃν εἰσήγετο ὁ προϋ-
1489πολογισμὸς τοῦ 1888, ὑπεβλήθη μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν
1490καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς Βουλευτὰς κατάστασις προσωρινὴ
1491τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ τῶν γενομένων δαπανῶν
1492μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887, καθ’ ἣν τὰ εἰσπραχθέντα
1493ἕως τότε ἔσοδα ἦσαν κατὰ τοσοῦτον ὑπερβάλλοντα, καὶ τὰ
1494ἔξοδα τοσοῦτον ὀλιγώτερα, ὥστε ἐβεβαιοῦτο περίσσευμα
1495οὐχὶ ἐκ 387,719, ἀλλὰ μείζονος ποσοῦ, ἤτοι 1,038,828.
1496Λόγος ἐγένετο τότε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ πρόεδρος τῆς
1497ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσηγητὴς αὐτῆς ἐβε-
1498βαίου, ὅτι αἱ καταστάσεις ἦσαν ἀκριβεῖς, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρ-
1499χει περὶ τούτου ἀμφιβολία. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγὼ παρετή-
1500ρησα εἰς τὸν τότε πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολο-
1501γισμοῦ, ὅτι δὲν ἐσημειοῦτο ἐν τῇ καταστάσει ὅτι εἶχε γείνῃ
1502μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου πληρωμή τις ἐκ τῆς πιστώσεως
1503διὰ τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν, ἐνῷ γνωστὸν ἦτο, ὅτι τῆς Βα-
1504σιλικῆς χορηγίας ἡ πληρωμὴ γίνεται κατὰ μῆνα, κατὰ τὴν
1505ἀρχὴν τοῦ μηνὸς, προσέτι δέ, ὅτι πολλὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα
1506εἶχον πληρωθῆ, δὲν ἀνεγράφοντο ἐν τῇ κατατεθείσῃ εἰς
1507τὴν Βουλὴν καταστάσει· ἀλλ’ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς
1508ἐπέμενεν, ὅτι τὰ κατὰ τὴν κατάστασιν ἔχουσι καλῶς·
1509κατὰ τὴν 12 δὲ Νοεμβρίου 1887 ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν:
1510«Ἔχομεν ἤδη γνωστὰ τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων
1511»μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, ἔχομεν εἰσέτι διά τινα τούτων γνω-
1512»στὰ καὶ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ἔχο-
1513»μεν ὡς πρός τινα ἄλλα ἔσοδα κατάστασιν καὶ βεβαίωσιν
1514»τῶν ἀρχῶν περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς, ἐξ οὗ δυνά-
1515»μεθα ἀλανθάστως νὰ ὁρίσωμεν τὸν προσδοκώμενον φόρον.
1516»Ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, στοιχεῖα ἱκανά, διὰ νὰ κρίνω-
1517»μεν βασίμως πλέον, καὶ οὐχὶ δι’ ὑπολογισμῶν, περὶ τῶν
1518»προσδοκωμένων, τῶν βεβαίων μᾶλλον ἀποτελεσμάτων τῆς
1519»χρήσεως τοῦ 1887». Καὶ ὄντως ἐξήτασε τ’ ἀποτελέσματα
1520τῆς εἰσπράξεως ἑκάστου τῶν ἐσόδων, καὶ τ’ ἀποτελέσματα
1521τῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων ἐνεργειῶν, καὶ συνήγαγεν ἐν
1522τῇ συνεδριάσει τῆς 12 Νοεμβρίου 1887, ὅτι «θέλομεν ἔχει
1523»εἰσπράξιμα ἔσοδα 84,702,635, τὰ δ’ ἔξοδα τοῦ 1887 θέ-
1524»λουσιν ἀνέλθει εἰς 84,151,000, ἔχομεν δηλονότι βεβαιω-
1525»μένον τὸ ἰσοζύγιον». Κατὰ τὴν 12 Νοεμβρίου 1888 μά-
1526λιστα, ἤτοι δώδεκα ἡμέρας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως
1527τοῦ 1887, ὁ πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπο-
1528λογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὅστις τυγχάνει νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
1529κονομικῶν, ἐβεβαίου ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 εἶχε κλείσει μὲ
1530περίσσευμα δραχ. 343,578, ἐνῷ εἶχε κλείσει μὲ ἔλλειμμα
15317,942,259,47. «Σήμερον», ἔλεγε τότε ὁ νῦν Ὑπουργὸς
1532τῶν Οἰκονομικῶν, τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1888
1533εἶναι ὁριστικῶς ἐκκαθαρισμένα... Ἑπομένως τὰ μὲν ἔσοδα
1534»τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὰ εἰσπραχθέντα, ἀνέρχονται εἰς
1535»82,856,456, τὰ δὲ ἔξοδα τὰ πληρωθέντα μέχρι τῆς κλεί-
1536»σεως τῆς χρήσεως εἰς 82,502,878, ἤτοι περίσσευμα βε-
1537»βαιούμενον ὑπ’ αὐτῶν τῶν δημοσίων βιβλίων εἰς δραχμὰς
1538»343,578. Ἔχομεν λοιπὸν βεβαιωμένον ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ
1539»τὸ ἰσοζύγιον τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Δὲν εἶναι πλέον μῦ-
1540»θος, οὐδὲ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς ἀμφισβήτησιν,
1541»τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887. Τὸ πιστοποιοῦσιν οἱ ἀριθμοί, τὸ
1542»ἐβεβαίωσαν πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον νὰ
1543»ἐξετάζωσι τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλά-
1544»δος. Μόνον δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέλαβεν ὡς ἐπιτετραμ-
1545»μένον αὐτῇ νὰ ἔλθῃ καὶ ἀμφισβητήσῃ ἐντεῦθεν τὴν ὕπαρ-
1546»ξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ 1887, καὶ νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ δι’
1547»ἐσφαλμένης παραστάσεως, ἢ μᾶλλον διὰ στρεβλώσεως τῶν
1548»ἀριθμῶν.»
1549Τέλος πάντων ἦλθεν ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη ὁ
1550ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1887 (ἀναγινώσκει): «Ἔσοδα τοῦ
15511887 τακτικὰ 82,849,805.38, ἔξοδα 90,792,064.85·
1552ἔλλειμμα δηλ. 7,942,259.47 (ἱλαρότης).
1553§77ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν τακτικῶν δαπανῶν;
1554§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῶν τακτικῶν. Τὰ τακτικὰ
1555καὶ ἔκτακτα ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς 176,210,226.19,
1556ἀλλ’ ἀφῄρεσα τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ δραχ. 93,360,420.81,
1557καὶ ὑπελείφθησαν τακτικὰ ἔσοδα ἐκ δρ. 82,849,805.38,
1558ἐνῷ τὰ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα εἶχον ἀναχθῆ εἰς
1559107,128,253.96, ἀφῄρεσα ὅμως τὰ ἔκτακτα ἐκ δραχμῶν
156016,336,189.10, καὶ ὑπελείφθησαν τακτικὰ ἔξοδα ἐκ δραχ.
156190,792,064.85.
1562Ἀπατώμεθα πάντες, πλανώμεθα, καὶ ἐγὼ πολλάκις ἐπλα-
1563νήθην. Συμβαίνει καὶ εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
1564Ὑπουργὸν νὰ πλανᾶται εἰς τὰς ἐκτιμήσεις του. Ἐπειδὴ δὲ
1565εἶδον, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐπλανήθη, εἶχον καθῆκον νὰ τῷ ὑπο-
1566μνήσω τοῦτο, ἵνα μὴ ἀφεθῇ εἰς τὴν αἰσιοδοξίαν του, ἀλλ’ ἀ-
1567σχοληθῇ νὰ ἐκτιμήσῃ καλλίτερον τὰς περιστάσεις τὰς οἰκο-
1568νομικὰς τοῦ τόπου. Ἐγὼ μάλιστα ὁμολογῶ, ὅτι ἡ μελέτη
1569τῶν νόμων, τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον καὶ
1570κατὰ τὴν ἔκτακτον, μὲ ἔχει καταπλήξει, διὰ τὸ μέγα ποσὸν
1571τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα προσέθηκαν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κρά-
1572τους. Προαίρεσιν ἀγαθὴν προσδοκῶ ὅτι ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς
1573τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πιστεύω ὅτι θέλει λάβει ταῦτα ὑπ’
1574ὄψιν του.
1575§79Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1576Εἰς τὸ βῆμα ἤγαγε βεβαίως τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ
1577Γόρτυνος ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα, ἀγορεύον-
1578τος ἐντεῦθεν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, περὶ
1579τῆς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς ἐμὲ χθές, εἰσηγού-
1580μενον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1901. Δύο παρατηρήσεις
1581ἀπηύθυνε, διακόψας με ἀγορεύοντα· ἡ πρώτη ὄντως ἀφεώρα
1582εἰς τὴν ἀπορίαν, ἥτις ἐγεννήθη ἐν αὐτῷ, πῶς ἐν τῇ κατα-
1583στάσει τῆς 31 Ἰουλίου 1900 δὲν περιελαμβάνετο ἡ δευ-
1584τέρα δόσις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς δευτέ-
1585ρας ἑξαμηνίας. Ἀπήντησα προχείρως, ὅτι οὐδεμίαν εἶχε τὸ
1586πρᾶγμα σημασίαν οὐσιαστικήν, διότι, ὅταν συζητῶμεν περὶ
1587τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἢ τῶν γενομένων πρὸς
1588τοῦτο καταβολῶν, πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι αὗται πλη-
1589ρώνονται καὶ ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
1590κονομικῶν καὶ ἄνευ ἐκδόσεως ἐνταλμάτων, ἐκ τῶν παρὰ τῇ
1591Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένων εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων
1592προσόδων, καὶ ὅτι τακτοποίησις λογιστικὴ ἐπέρχεται διὰ τῆς
1593ἐκδόσεως τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ὅταν ἀποστέλληται
1594εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Διε-
1595θνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
1596κῆς ὑπέμνησεν, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τοῦ Μαρτίου συνετάχθη
1597ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ ἀκριβῶς τὴν χρονολο-
1598γίαν δὲν ἐνθυμοῦμαι· ἕν μόνον γινώσκω, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος
1599τοῦτο καὶ τὸ παρελθὸν εἶχον δώσει εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα
1600ἐντολὴν νὰ μὴ καθυστερήσῃ ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων
1601πρὸς τακτοποίησιν τῶν πληρωμῶν, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν
1602ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· τὸ παρελθὸν μάλιστα ἔτος
1603εἶχε βραδύνει ἔτι περισσότερον ἡ τακτοποίησις αὕτη, καὶ
1604μόνον τὸν Ὀκτώβριον ἐξεδόθησαν καὶ ἐθεωρήθησαν ἐξωφλη-
1605μένα τυπικῶς τὰ ἐντάλματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πληρω-
1606μὴν τῶν δύο ἑξαμηνιῶν. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἰσήχθησαν
1607κατὰ μῆνα Αὔγουστον, δηλ. τὸν ἑπόμενον μῆνα ἐκείνου,
1608τοῦ ὁποίου τὴν κατάστασιν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Βουλευτὴς
1609ἐκ Γόρτυνος. Ἐφρόνει βεβαίως ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὴν 31
1610Δεκεμβρίου, ὅπως καὶ τὴν 30 Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους, ἐκδί-
1611δονται τὰ ἐντάλματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
1612δημοσίου χρέους. Ἴσως τοῦτο ἦτο ἐφικτὸν καθ’ ὃν χρόνον
1613ἐπληρώνετο ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἀπ’ εὐθείας
1614διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐνταλμάτων, διότι
1615πρὸς ἀποστολὴν τοῦ ἀναγκαίου χρηματικοῦ ποσοῦ διὰ τὴν
1616καταβολὴν τῶν δόσεων ἀπῃτεῖτο προηγουμένως ἡ ἔκδοσις
1617ἐντάλματος· δὲν ἔχουσιν ὅμως οὕτω τὰ πράγματα ἀφ’ ἧς
1618παρ’ ἡμῖν λειτουργεῖ ὁ ἔλεγχος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν
1619νὰ ἐκδοθῶσι χρηματικὰ ἐντάλματα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
1620χρέους πρὶν ἢ δημοσιευθῇ ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Διεθνοῦς Οἰκο-
1621νομικῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν εἶναι τόσον ἁπλᾶ, ὡς πρότερον,
1622τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ δημοσίου
1623χρέους· πρόκειται περὶ πλεονασμάτων, περὶ κατανομῆς τῶν
1624πλεονασμάτων, περὶ συμφωνίας ὅπως τὰ πλεονάσματα τὰ
1625προκύψαντα διανεμηθῶσι εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας τῶν
1626πιστωτῶν, καὶ περὶ τόσων ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι πολ-
1627λὴν ἐργασίαν μεταξὺ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς
1628καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
1629Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν εἶχεν ἀπευθύνει ὁ κ.
1630Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ εὗρε
1631λάθος, τὸ ὁποῖον ἤγειρε τὴν ἀπορίαν του, ὅτι τὰ προϋπολο-
1632γισθέντα ἔσοδα ἀναγράφονται ὡς ἀνερχόμενα εἰς τὸ ποσὸν
1633τῶν 103,000,000. Ὁμολογῶ, ὅτι προχείρως δὲν ἠδυνάμην
1634νὰ φαντασθῶ, ὅτι τὸ λάθος ἦτο εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυ-
1635νος Βουλευτὴν, διότι γνωρίζω τὴν περὶ τοὺς ἀριθμοὺς ἀκρί-
1636βειαν αὐτοῦ, διὰ τοῦτο δὲ εἶπον, ὅτι ὑπάρχει τυπογραφι-
1637κὸν λάθος. Ἐγὼ δὲν παρακολουθῶ τὰ τυπογραφικὰ σφάλ-
1638ματα τῶν καταστάσεων. Ὑπέλαβον κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι
1639συνέβη τι ἐν τῷ τυπογραφείῳ. Τὴν ἰδίαν ὅμως ἑσπέραν ἀνε-
1640ζήτησα τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀνεῦρον τὸ
1641σχετικὸν φύλλον· παρετήρησα δὲ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1642Γόρτυνος εἶχε περιπέσει εἰς ἓν λάθος, διότι, ἀναγινώσκων
1643εἰς τὴν σελίδα 823 καὶ εὑρίσκων ἕνα ἀριθμὸν τοῦ προϋπο-
1644λογισμοῦ ἐξ 103,418,273, ὑπέλαβεν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο
1645ἦτο τὸ ποσὸν τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων, ἐνῷ ἐν τῇ
1646σελίδι 823 τυποῦται ὁ πίναξ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ
16471899. Ὄντως δὲ τόσα ἦσαν τὰ ἔξοδα· δὲν εἶχεν ὅμως τὴν
1648περιέργειαν ν’ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν σελίδα 820, ἵνα ἴδῃ ὅτι τὰ
1649ἔσοδα ἀναγράφονται ἐν τῇ καταστάσει ὡς ἐν τῷ προϋπο-
1650λογισμῷ, δηλ. ἐξ 107,085,658. Λυποῦμαι δὲ διότι ὁ ἀξιό-
1651τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν παρέλειψε νὰ χρησιμο-
1652ποιήσῃ καὶ τὸ λάθος τοῦτο πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρι-
1653σμοῦ του, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ἀγορεύσεώς του τῆς τε προχθε-
1654σινῆς καὶ σημερινῆς ἦτο ν’ ἀνακόψῃ τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ
1655Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ τὴν ἀνακόψῃ
1656τόσον προώρως; Δὲν εἶχε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀναγνώσῃ τὸν
1657προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα, ν’ ἀναγνώσῃ τὴν κατά-
1658στασιν τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν τοῦ 1901, ν’ ἀνεύρῃ τὴν
1659πλάνην καὶ νὰ ἐλέγξῃ πάντα ταῦτα. Πρὸς τίνα σκοπὸν
1660ἐπαναλαμβάνει καὶ νῦν, ὅτι ἐγὼ κατέχομαι ὑπὸ τῆς αὐτῆς
1661αἰσιοδοξίας, ὑφ’ ἧς κατειχόμην ἄλλοτε, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπὶ
1662τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρ-
1663νησιν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη; Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει διά-
1664κρισις προφανὴς μεταξὺ τῆς θέσεως τοῦ προέδρου τῆς ἐπι-
1665τροπῆς καὶ τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς
1666ἁπλοῦν τῆς Βουλῆς μέλος, δὲν διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1667Οἰκονομικῶν, δὲν ἤμην κάτοχος τῶν βιβλίων τοῦ Γεν. Λογι-
1668στηρίου· ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ στηρίζωμαι εἰς τὰς βεβαιώ-
1669σεις τοῦ τότε Διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, εἰς τοὺς ἀριθ-
1670μοὺς, τοὺς ὁποίους οὗτος μοὶ ἔδιδε· δὲν ἤμην προϊστάμενός του,
1671ἵνα ἐπιτιμήσω αὐτόν. Ἀλλ’ ἐγὼ οὔτε τοῦτο παραδέχομαι,
1672ὅτι ἤμην τότε εἰς ἄκρον αἰσιόδοξος, καὶ ὅτι διὰ τῆς αἰσιο-
1673δοξίας μου ταύτης συνετέλεσα εἰς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ
1674ὁποῖα ἐπῆλθον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάντοτε περὶ τῆς ἐποχῆς
1675ἐκείνης τοῦ 1887 καὶ 1888 φέρει τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ
1676Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ ἐπειδὴ, δὲν ἠξεύρω διατὶ, θέλουσι
1677ν’ ἀνακυκῶσι τὸ παρελθὸν, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ
1678ν’ ἀναμνησθῶ παλαιῶν ἡμερῶν, καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ.
1679Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἀληθῶς, συζητουμένου τοῦ προ-
1680ϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, διέστην καὶ πρὸς τὴν μειονοψηφίαν
1681τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας μέλος καὶ εἰσηγητὴς ἦτο ὁ
1682ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής...
1683§80Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1684§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ... καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν
1685ἐκ Γόρτυνος, ὅστις ἦτο ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
1686§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁσάκις ὁμιλῶ εἰς τὴν Βουλὴν,
1687ὁμιλῶ ὑπὸ μίαν ἰδιότητα, ὄχι ὅμως ὡς πρόεδρος τῆς ἐπι-
1688τροπῆς.
1689§83ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε εἶπον, ὅτι ὡμιλήσατε ὡς
1690πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς.
1691Διέστην, ἐπαναλαμβάνω, πρὸς τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπι-
1692τροπῆς καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅστις
1693ὑπεστήριξε τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας, καθ’ ἃς τὸ Κρά-
1694τος δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ,
1695καὶ ἐπεβάλλετο ἡ κατάργησις τοῦ χρεωλυσίου τῶν δανείων,
1696καὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τούτου ἡ κατάργησις ἢ ἀποκοπὴ μέρους
1697τῶν τόκων, ἵνα ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἵνα μὴ ἡ Πολι-
1698τεία εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ νέους φόρους, ἢ
1699ν’ αὐξήσῃ τοὺς ὑπάρχοντας. Ἰσχυρίζοντο τότε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς
1700ἦτο ἐντελῶς ἐξηντλημένη, καὶ ὅτι δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν
1701νὰ δεχθῇ τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων· ἰσχυρίζοντο, ὅτι διὰ τῆς
1702ἐπιβολῆς νέων φόρων ἢ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων ἤθε-
1703λεν ἐπέλθει ἡ χαλάρωσις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς
1704χώρας, καθ’ ἧς πολλοὶ ἠπειλοῦντο κίνδυνοι. Ὁ Ὑπουργὸς
1705τῶν Οἰκονομικῶν τότε ὑπεστήριζεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνέχει
1706ζωτικὰς δυνάμεις, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν προταθεῖσαν αὔξη-
1707σιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν, καὶ ὅτι ἦτο προτιμοτέρα αὕτη
1708τῆς καταστάσεως, ἣν ἤθελε δημιουργήσει ἡ ἀθέτησις ἀνει-
1709λημμένων ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν
1710ἐκείνην, ἤτοι κατὰ τὸ 1887, ἐλειτούργει ἡ πολιτικὴ τῶν
1711οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους κατέκρινεν ἡ Ἀντι-
1712πολίτευσις. Τὰ ἀποτελέσματα ἐκείνης τῆς πολιτικῆς εἶναι
1713γνωστὰ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν. Βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ πι-
1714στεύσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἤθελεν ἐπα-
1715νέλθει εἰς πολὺ μεμακρυσμένον παρελθόν, ἵνα ἔχω προχεί-
1716ρους τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν ἐκείνων. Δι’ αὐτῶν ἤθε-
1717λον ἀποδείξει, ὅτι ἦτο ἀρίστη ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἡ
1718ἐποχὴ ἐκείνη διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι πλὴν τῶν ἄλλων εἶχε
1719κατορθωθῆ νὰ κατέλθῃ ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγ-
1720ματος εἰς δρ. 1,20 καὶ νὰ κατασταθῇ σταθερὰ ἐπὶ ἔτη με-
1721ταξὺ 1,20–1,24. Αἱ τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀοιδίμου Τρι-
1722κούπη ψηφισθεῖσαι φορολογικαὶ ἐπιβαρύνσεις οὐδεμίαν ἐπή-
1723νεγκον βλάβην εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Ἐὰν δὲ τὸ
1724σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, καὶ ἐν γένει τὸ σύ-
1725στημα τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, τὸ
1726εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ Τρικούπη, δὲν ἀνεκόπτετο ὑπὸ τῆς Ἀντι-
1727πολιτεύσεως, ἧς ἡγεῖτο ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής,
1728ἐπαγγελλόμενος καὶ ἐφαρμόσας, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν,
1729τὰ ἀντίθετα τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του διαπραχθέντων,
1730βεβαίως δὲν ἠθέλομεν περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρεω-
1731κοπήσωμεν.
1732Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐὰν δὲν ἀνεκόπτετο ἡ πολιτικὴ ἐκείνη
1733ἡ οἰκονομική, ἐὰν δηλονότι τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν
1734συνδυασμῶν ἐξηκολούθει ἐφαρμοζόμενον καὶ κατὰ τὰ ἑπό-
1735μενα ἔτη, ἐὰν κατὰ τὸ 1890 δὲν συνέβαινε ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ
1736τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς μετὰ τοῦ
1737ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἀναλαβόντος ἐπί τινας
1738μῆνας τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,
1739ἐὰν οὗτοι, ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ σύστημα τῶν οἰκονο-
1740μικῶν συνδυασμῶν καὶ τῆς ἐπιρρώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
1741Κράτους πρὸς διατήρησιν τῆς ἠνορθωμένης ἤδη δημοσίας
1742πίστεως, δὲν ἐφήρμοζον τὸ σύστημα τῆς ἐκ τῶν ἡμετέρων
1743ἀγορῶν προμηθείας ἅπαντος τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δη-
1744μοσίου χρέους ἀναγκαιοῦντος χρυσοῦ, καὶ ἂν οὗτοι, βλέπον-
1745τες τὴν ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς κλονισθεῖσαν πίστιν
1746τῶν μικρῶν Κρατῶν, προέβαινον εἰς τοιαύτην τῶν δημοσίων
1747ἐσόδων διαρρύθμισιν, ὥστε οὐδεμία ὡς πρὸς τὴν ἐπάρκειαν
1748ἡμῶν νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, βεβαίως δὲν ἤθελον χειροτε-
1749ρεύσει ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἡμέτερα οἰκονομικὰ, ὥστε ὅτε κατὰ
1750τὸ 1892 ἐπανῆλθεν ἐν τῇ διευθύνσει τῶν κοινῶν τὸ πολι-
1751τικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης, νὰ
1752εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ αὐξήσῃ τὰ δημόσια ἔσοδα καὶ νὰ
1753ἐλαττώσῃ τὰς δημοσίας δαπάνας, ἵνα ἀπολήξῃ εἰς περίσ-
1754σευμα 8 ἑκατομμυρίων πραγματικῶν. Δυστυχῶς ὡς ἐκ τῆς
1755οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶχεν
1756ἤδη κλονισθῇ ἡ δημοσία πίστις ἡμῶν, εἶχε κλονισθῇ ἐκ τῶν
1757γενομένων κατὰ τὰ ἔτη 1890 καὶ 1891, τὰ ὁποῖα κατέ-
1758λειπον ἔλλειμμα περὶ τὰ 50,000,000. Κατ’ ἐμὴν γνώμην,
1759ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ πολιτικὴ μεταβολὴ κατὰ τὸ 1892, τὴν
1760χρεωκοπίαν δὲν ἤθελε κηρύξει ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγὸς ἡμῶν,
1761ἀλλ’ ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ τὴν κηρύξῃ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιό-
1762τιμος Βουλευτής.
1763§84Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως, Κύριοι, αἱ ἐργασίαι τῆς Βου-
1764λῆς πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρόντος
1765καὶ εἰς τὴν φροντίδα περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἡ θέσις, ἐν τῇ
1766ὁποίᾳ εὑρίσκεται ἡ χώρα ἡμῶν, τοῦτο ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς
1767τὸ καθῆκον. Ἐκ τοῦ καθήκοντος δὲ τούτου προέρχεται ἡ
1768δυσπιστία, τὴν ὁποίαν πάντες, δὲν ἀμφιβάλλω, αἰσθανόμεθα
1769πρὸς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
1770εἴτε στηρίζονται αὗται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, εἴτε δὲν στη-
1771ρίζονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ δεκαετίαν
1772παρίστα ἀνθηρὰν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν,
1773ὅτε ταῦτα ἔτεινον εἰς τὸ δυστύχημα τῆς χρεωκοπίας τῆς
1774Ἑλλάδος. Δὲν πταίομεν δ’ ἡμεῖς, ἐὰν αἱ τοιαῦται αὐτοῦ
1775διαβεβαιώσεις κατέστησαν ὀλιγώτερον πιστευτοὺς τοὺς λό-
1776γους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν (εὖγε! ἐκ τῆς
1777ἀριστερᾶς). Ὅτε κατὰ τὸ 1887 ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις
1778τοῦ Δημοσίου παρέστη ἐνώπιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτων
1779αὐτήν, ὡς κατάστασις τείνουσα εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ
1780τὴν καταστροφήν, δὲν ἐπροτείναμεν ἡμεῖς τὴν χρεωκοπίαν,
1781ἀλλὰ σᾶς ἐλέγομεν: «σταματήσατε τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν
1782ἀκολουθεῖτε, διότι αὕτη θὰ φέρῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς
1783τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὴν χρεωκοπίαν»· σᾶς ἐλέγομεν: «περι-
1784στείλατε τὰς δαπάνας, ἀποφεύγετε τὸ εἶδος τῶν οἰκονομι-
1785κῶν συνδυασμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν
1786χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους· μὴ βαρύνετε τὸν τόπον δι’ ὑπερ-
1787βολικῆς φορολογίας, ἀφήσατε αὐτὸν ν’ ἀναπτυχθῇ, ὅπως
1788δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν
1789αὐτοῦ». Δὲν σᾶς ἐλέγομεν «σταματήσατε τὰς πληρωμάς»·
1790σᾶς ἐλέγομεν: «πράξατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὰ τὰ
1791φρόνιμα ἔθνη πράττουσιν, ὁσάκις ἔρχωνται εἰς οἰκονομικὰς
1792στενοχωρίας». Χωρὶς ν’ ἀνατρέξω εἰς παρελθόν, τὸ πρὸ τοῦ
17931887, ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν ἔχομεν τὸ παράδειγμα
1794ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς ἣν καὶ ἡμεῖς στε-
1795νοχωρίαν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπτώχευσαν. Σᾶς ἐλέγομεν νὰ
1796πράξητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν τὰ Κράτη ταῦτα, διὰ
1797νὰ μὴ χρεωκοπήσωσι· σᾶς ἐλέγομεν νὰ ἔλθητε εἰς συνεν-
1798νόησιν μὲ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, νὰ ζητήσητε εὐκολίας, νὰ
1799ζητήσητε ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου, διότι, ἐξακολουθοῦν-
1800τες τὴν πολιτικήν, ἣν ἠκολουθήσατε, καὶ τὸ εἶδος τῶν οἰ-
1801κονομικῶν συνδυασμῶν, ἠθέλετε φέρει τὸ Ἑλληνικὸν Δημό-
1802σιον εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ ἠθέλετε ἀναγκασθῆ νὰ πρά-
1803ξητε ὅ,τι ἐπράξατε, κηρύξαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1804ὅτι «δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν», καὶ κηρύξαντες τοῦτο χειρο-
1805κροτοῦντες ὑμεῖς ὑμᾶς αὐτούς! Δὲν σᾶς ἐλέγομεν ν’ ἀρνη-
1806θῆτε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ σᾶς ἐλέγομεν νὰ
1807ἔλθητε εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Τοῦτο ἔπρα-
1808ξαν τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα φρονίμως σκέπτονται. Παράδειγμα
1809ἡ Ἀργεντινή, ἡ Βραζιλία, παράδειγμα ἡ Ἱσπανία καὶ
1810αὐτὴ ἡ Ἰταλία. Τὰ Κράτη ταῦτα, ὅτε ἐπείσθησαν, ὅτι
1811ἐξακολουθοῦντα τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑ-
1812τῶν πρὸς τοὺς δανειστάς των ἤθελον καταλήξει εἰς χρεωκο-
1813πίαν, ἀπετάθησαν πρὸς τοὺς δανειστάς των καὶ εἶπον πρὸς
1814αὐτούς: «Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἄνευ ἀμοι-
1815βαίας καταστροφῆς τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων
1816ἡμῶν. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀρνηθῶμεν αὐτήν, ἀλλ’ ἔχομεν
1817ἀνάγκην νὰ μᾶς δώσητε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως
1818ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, παραδεχόμενοι διά τινα
1819μὲν τὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου, δι’ ἄλλα δὲ καὶ μέρους
1820τῶν τόκων». Συνεννοηθέντα δ’ οὕτω μὲ τοὺς δανειστὰς αὑ-
1821τῶν, ἀπέφυγον τὴν χρεωκοπίαν. Σήμερον δὲ ἡ Ἀργεντινὴ
1822ἔχει ἀνθηρὰ οἰκονομικά, ἡ Βραζιλία εἶναι ἐν τῇ ὁδῷ τῆς
1823ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς, ἡ Ἰταλία ἐβελτίωσε
1824σπουδαίως τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς θέσιν, καὶ ἡ Ἰσπανία εὑ-
1825ρίσκεται ἐν τῷ σταδίῳ τῆς συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανει-
1826στῶν αὐτῆς πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν της. Τοῦτο
1827σᾶς συνεβουλεύομεν τότε, καὶ ἂν ἠκούετε τὰς συμβουλὰς
1828καὶ τὰς γνώμας ἡμῶν, βεβαίως τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον
1829δὲν ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν πτώχευσιν, καὶ πλεῖστα ἄλλα
1830δυστυχήματα ἤθελον προληφθῆ.
1831Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ὅπως ἀποδείξω
1832ὅτι τὰ περισσεύματα καὶ τὸ ἰσοζύγιον, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουρ-
1833γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1834ἀπήγγελλε καὶ ὑπέσχετο τότε πρὸς τὴν Βουλήν, κατέλη-
1835ξαν εἰς ἐλλείμματα. Οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1887 ἕως
18361890 εἶναι δεδημοσιευμένοι, οὐδεὶς δ’ ἐξ αὐτῶν καταλήγει
1837εἰς θετικὸν περίσσευμα, ὑπάρχουσι δὲ καὶ οἱ καταλήγοντες
1838εἰς ἐλλείμματα ἄνω τῶν 10,000,000. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ
1839Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐσχημάτισε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1890
1840καὶ μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ζητήσῃ νὰ μοὶ ἀνατεθῇ παρὰ
1841τοῦ Βασιλέως ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομι-
1842κῶν, εὕρομεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος καταπεπτωκυῖαν,
1843ἕνεκα τῆς πολιτικῆς τῆς στηριζομένης ἐπὶ τοῦ ποιοῦ τῶν
1844οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, οἵτινες ἐφηρμόσθησαν, καὶ ἰδίως
1845ἕνεκα τοῦ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ τοῦ δανείου πρὸς κατα-
1846σκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἐκ τοῦ δα-
1847νείου τούτου μέγα μέρος εἶχε πραγματοποιηθῆ, καὶ τὸ
1848προϊὸν αὐτοῦ εἶχε κατατεθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους,
1849τούτου δὲ τὸ πλεῖστον εἶχε διατεθῆ πρὸς κάλυψιν ἐλλειμ-
1850μάτων τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ὅτε δ’ ἡμεῖς ἤλθομεν ἐν
1851τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν εὕρομεν τὰ ἐξ αὐτοῦ χρήματα ἐν τῷ τα-
1852μείῳ τοῦ Κράτους. Τοιαύτη πρᾶξις δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ
1853καταρρίψῃ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι
1854συνωμολόγησαν τὸ δάνειον αὐτό, καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους
1855ἡμεῖς ἀπετάθημεν καὶ ἐζητήσαμεν τὴν πραγματοποίησιν
1856μέρους ἐκ τοῦ ὑπολειπομένου δανείου, μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν
1857ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μετὰ τὴν
1858πρᾶξιν ταύτην. Μολονότι δὲ τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπάντησίς των,
1859κατωρθώσαμεν μέχρι σημείου τινὸς νὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα
1860τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ὅπως μὴ ἀναγκασθῶμεν νὰ στα-
1861ματήσωμεν τὰς πληρωμὰς τοῦ Δημοσίου.
1862Ἡ μὴ παραδοχὴ τῶν γνωμῶν ἡμῶν, τὰς ὁποίας ὑπε-
1863στηρίξαμεν ἀπὸ τοῦ 1887, ἡ ἐξακολούθησις τῆς πολιτικῆς,
1864τὴν ὁποίαν ἐπολεμήσαμεν, ἐπέβαλε καὶ εἰς ἡμᾶς στενο-
1865χωρίας, δὲν ἐπέβαλεν ὅμως τὴν πικρὰν ὑποχρέωσιν νὰ
1866ἀνέλθωμεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ κηρύξωμεν τὴν πτώ-
1867χευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Τὴν πικρὰν ταύτην ὑπο-
1868χρέωσιν ἐπέβαλεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ
1869σταματήσωσι τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἥτις μοιραίως
1870κατέληξεν εἰς τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους.
1871Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὠφελεῖ σήμερον ἡ λεπτομερὴς
1872ἐξέτασις τοῦ παρελθόντος. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφι-
1873βάλλῃ σήμερον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ Ἑλληνικὸν
1874Κράτος εἰς τὴν πτώχευσιν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διεχειρί-
1875σθησαν τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ ἐπὶ μακρὰ ἔτη. Νομίζω δὲ, ὅτι
1876τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ
1877τὴν ἔρευναν ἡμῶν. Ἂς μὴ στενοχωρῆται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1878τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν πᾶσα διαβεβαίωσις, πᾶς ὑπολογισμὸς
1879αὐτοῦ ἐγείρῃ τὴν δυσπιστίαν πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶ-
1880δον κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτι αἱ διαβεβαιώσεις καὶ οἱ ὑπολο-
1881γισμοὶ αὐτοῦ ἀπεῖχον πολὺ τῶν πραγμάτων, καὶ ὅτι ἐγέ-
1882νοντο μᾶλλον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καλύψεως καὶ ὄχι τῆς
1883ἐκθέσεως τῆς ἀληθείας. (Εὖγε! Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1884§85ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην
1885ἔχει μεγίστην καὶ σπουδαίαν ἀξίαν, ἐφ’ ὅσον συντελεῖ εἰς
1886προπαρασκευὴν τῆς ἐξετάσεως τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1887καὶ ἀποτελεῖ πρόχειρον προδικασίαν, προηγουμένην τῆς ἄλ-
1888λης, τῆς ἐπισταμένης προδικασίας, ἣν θέλει ἐνεργήσει ἡ ἐπι-
1889τροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὰ ἐνταῦθα λεχθέντα ἔρριψαν
1890σπόρον περαιτέρω ἐλέγχου, καὶ ἡ ἀντιλογία, ἡ μεταξὺ τῶν
1891ἀξιοτίμων προλαλησάντων καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
1892νομικῶν ἀναπτυχθεῖσα, βεβαίως ἐφώτισε πολλά· ἂν δ’ ἑκα-
1893τέρωθεν ὑπῆρξαν διαμαρτυρίαι περὶ πλανῶν, βέβαιον ὅμως
1894εἶναι, ὅτι ἡ ἀλήθεια κεῖται ἐν τῷ μέσῳ.
1895Ἡ συζήτησις αὕτη ἔχει βεβαίως πολλὴν τὴν ἀξίαν, καὶ
1896ἐσκόπουν νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τινα ἐνταῦθα, τείνοντα εἰς
1897διασάφησιν τῶν πραγμάτων, ὅπως γινώσκωμεν, πρὶν ἢ προ-
1898βῶμεν εἰς τὴν περαιτέρω μελέτην, ὁποία ἡ ἀξία τῶν πινά-
1899κων, οὓς ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν. Τὴν εἰς τὸ παρελθὸν ἀνα-
1900δρομὴν ἠδυνάμεθα ἴσως ἐπωφελῶς ν’ ἀποφύγωμεν, ἅτε καὶ
1901εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσαν, διότι τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος μετὰ
1902τὸ 1897 κεῖνται οἰκονομικῶς ἐπὶ ὅλως νέου ἐδάφους, πᾶν δὲ
1903τὸ πρὸ τοῦ 1898 ἀνήκει εἰς τὴν Ἱστορίαν, συμπῖπτον πρὸς
1904τὴν εὐθύνην τῶν πολιτευθέντων κατὰ τὸν πρότερον χρόνον,
1905καὶ μόνον κατὰ τοῦτο εἶναι χρήσιμον, καθ’ ὅσον δύναται ἔν
1906τισι νὰ συντελέσῃ εἰς φωτισμὸν ἐν τῷ παρόντι. Ταύτην δὲ
1907τὴν ἰδέαν καὶ προπέρυσι καὶ πέρυσιν ἐξέθηκα, ἔχων τὸ αὐτὸ
1908καὶ ἐφέτος φρόνημα, ὅτε συνεζήτησα καὶ πέρυσι καὶ προ-
1909πέρυσι ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν.
1910Ἂν προέκειτο νὰ ἐξετασθῇ τὸ παρελθόν, βεβαίως ὁ ἀγο-
1911ρεύων τὴν ὥραν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν ἤθελεν ἐξαι-
1912ρέσει ἑαυτὸν ἀπὸ τῶν εὐθυνῶν, καὶ ἵνα παρέλθῃ τὸ ζήτημα
1913τοῦτο, ἐκφέρων ὅσα συντομώτατα ὀφείλει νὰ εἴπῃ, λέγει
1914ὅτι, ἐκ τῶν ὑστέρων κρίνων αὐτὸς, ὅστις ἔφερε τὴν εὐθύνην
1915πλειότερον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ συμπρά-
1916ξαντος κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἄλλως ἢ ὡς πρόεδρος
1917τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αὐτὸς δὲν μετανοεῖ
1918ὅτι συνειργάσθη μετὰ τῶν συντελεσάντων εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα
1919λέγεται, ὅτι ἐπήνεγκον τὴν χρεωκοπίαν. Ἐγώ, ἐκ τῶν ὑστέ-
1920ρων κρίνων, πείθομαι ὅτι ἡ δύναμις ἡ οἰκονομικὴ, ἡ ἀκ-
1921μαία, ἣν ἀπέδειξεν ἥ τε Ἑλληνικὴ Χώρα καὶ τὸ Ἑλληνι-
1922κὸν Κράτος μετὰ τὸν πόλεμον, δικαιοῦσι τὰς προσδοκίας
1923ἐκείνων, οἵτινες πρὸ τῶν γεγονότων, ἅτινα ἀδύνατον ἦτο εἰς
1924αὐτοὺς νὰ προβλέψωσιν, ἤλπιζον, ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνα-
1925κοπῇ τὸ κακὸν, ὅπερ πάντες ἐφοβούμεθα. Ἀλλ’ αἱ περιστά-
1926σεις ἦλθον ἀντίξοοι, τὰ πράγματα δὲν ἐβοήθησαν τοὺς ἐρ-
1927γαζομένους μετὰ λόγου καὶ ἀνδρείας πολιτικῆς, ὅπως προ-
1928λάβωσι τὸ κακόν. Τὸ κακὸν ἐπῆλθε· τὴν εὐθύνην ἀφήσατε
1929νὰ καταλογίσῃ ὁ χρόνος ὁ μετέπειτα. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀναδέχο-
1930μαι αὐτὰς πλήρεις, καὶ δὲν μετανοῶ δι’ ὅσα τότε, συνερ-
1931γαζόμενος μετὰ τῶν ἄλλων ὁμοφρόνων, ἔπραξα.
1932§86ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε!
1933§87Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ
1934συνειργάζετο τότε μεθ’ ἡμῶν καὶ ὁ κύριος προαγορεύσας.
1935§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐπέ-
1936φερε πλήρη τὴν διάστασίν μου μετὰ τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη.
1937§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος δὲν εἶναι ἄξιος
1938κατακρίσεως, διότι, ἄλλας γνώμας ἔχων, ἀπέσχε τοῦ κόμ-
1939ματος, μεθ’ οὗ πρότερον συνέπραττεν. Οὐδένα ἔχω λόγον, ἵνα
1940κατακρίνω αὐτόν, διότι ἄλλα φρονῶν ἀπῆλθε, καὶ εἰργάσθη
1941ἔπειτα ἐπὶ ἄλλης βάσεως· τοῦτ’ αὐτὸ ἤθελον πράξει καὶ
1942ἐγὼ, ἐὰν εἶχον ἄλλας πεποιθήσεις. Ἀλλὰ ταῦτα ἠναγκά-
1943σθην ἀπροσδοκήτως νὰ εἴπω, μὴ ἔχων σκοπὸν διὰ ταῦτα νὰ
1944ἀνέλθω τὸ βῆμα.
1945Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐσκόπουν νὰ ζητήσω ἐξήγησίν τινα
1946παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ ἔχουσαν
1947μὲν τὴν σημασίαν ἐκείνων, περὶ ἃ ἐγένετο ἡ συζήτησις, οὖ-
1948σαν ὅμως ἀπαραιτήτως ἀναγκαίαν, ὅπως κρίνωμεν ἀσφαλῶς
1949περὶ τῶν πινάκων, οὓς ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουρ-
1950γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι κατέβαλεν ἰδιάζου-
1951σαν προσπάθειαν, ὅπως ἡ κατάστασις, ἡ μετὰ τὸ τέλος Ὀ-
1952κτωβρίου 1900 καταρτισθεῖσα προσωρινὴ τῶν ἐξόδων διὰ
1953τὸ ἔτος 1899 ἦναι ἀκριβὴς κατὰ πάντα, ἀπηλλαγμένη
1954ὅσον τὸ δυνατὸν καὶ σφαλμάτων τυπογραφικῶν, ἰδίως ἐν
1955τοῖς ἀριθμοῖς, διότι αὕτη ἀποτελεῖ τὸν προσωρινὸν ἀπολο-
1956γισμὸν τοῦ ἔτους 1899. Εἰκάζω ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν
1957καταστάσεων, ἃς σήμερον ἐλάβομεν, πρὸς τὰς τελευταῖον
1958διανεμηθείσας, ὅτι καὶ εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἔτους 1900,
1959τὴν μέχρι τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1960Οἰκονομικῶν κατέβαλεν ἰδιάζουσαν προσοχὴν, ὄχι βεβαίως
1961διότι αὕτη ἀποτελεῖ ἀπολογισμὸν προσωρινόν, ἀλλὰ διότι
1962καὶ ταύτης ἡ ἐξέτασις συνδέεται πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ
1963προϋπολογισμοῦ, συναποτελοῦσα τὴν βάσιν τῶν σκέψεων, ἃς
1964ἐκ τῆς μελέτης θέλομεν συναγάγει. Λέγω ὅτι εἰκάζω, ὅτι
1965ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ κατεβλήθη πολλὴ προσοχὴ, διότι
1966βλέπω ἀφαιρούμενα ἐξ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια καὶ ὀκτακο-
1967σίας τόσας χιλιάδας δραχμὰς, ἅτινα περιελαμβάνοντο ἐν τῇ
1968καταστάσει (ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως 1900) τοῦ Αὐ-
1969γούστου, ἔκτοτε προκαλέσαντα τὴν προσοχήν μου, διότι μοὶ
1970ἐφάνησαν ἐντελῶς παράδοξα. Ἐν τῇ καταστάσει τοῦ μηνὸς
1971Αὐγούστου ἰδοὺ τί βλέπω. Ὑπὸ κεφάλαιον Ηʹ τῶν ἐσόδων:
1972διάφορα ἔσοδα τρεχούσης καὶ παρελθουσῶν χρήσεων· ἐπὶ
1973προϋπολογισμοῦ 4,922,321 βεβαίωσις 1,466,686, εἰσπρά-
1974ξεις μέχρις Ἰουλίου 2,696,280, εἰσπράξεις ἐντὸς τοῦ μηνὸς
1975Αὐγούστου 7,649,451· τὸ ὅλον 10,345,731. Βλέπω δὲ,
1976ὅτι κατὰ τὸν ἀντίστοιχον χρόνον τοῦ ἔτους 1899 εἰσεπρά-
1977χθησαν 1,149,926 μόνον, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει ἐπὶ
1978πλέον διαφορά 9,194,505. Ὅτε ἀνέγνωσα ταῦτα, κατέ-
1979φυγα καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, καὶ εἶδον, ὅτι ὑπὸ κεφάλαιον
1980Ηʹ καὶ ἄρθρον 3 ὑπάρχει ἡ ὑπερβολὴ αὕτη τῶν εἰσπράξεων,
1981διότι ἐκεῖ ἀναγινώσκω, ὅτι ὑπελογίσθησαν ἔσοδα 3,500,000,
1982ὅτι εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Αὐγούστου 9,305,152, καὶ
1983ὅτι ἐκ τούτου τοῦ ἄρθρου ἐν ἔτει 1899 εἰσεπράχθη μόνον
19841,018,766 κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τὸ μέχρι τέλους Σε-
1985πτεμβρίου τοῦ ἔτους, ὅτι ἄρα ὑπάρχει ἐφέτος ἐν τῷ ἄρθρῳ
1986τούτῳ πλεόνασμα 8,286,386.
1987Ἐνθυμούμενος ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο οὐδέποτε ὑπερέβη τὰ
19884,000,000, συνήθως κυμαῖνον μεταξὺ 2 καὶ 3½ ἑκατομ-
1989μυρίων, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ εὕρω ἐξήγησιν εἰς τὰ πράγ-
1990ματα, ὑπέθεσα ὅτι ἐνταῦθα ἀνεγράφησαν ὡς εἰσπραχθέντα
1991τὰ ἔσοδα τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος τοῦ ἔτους 1898,
1992οὐχὶ καὶ τοῦ 1899, ἅτινα ὑπολογίζω εἰς 1 καὶ ½ τὸ πολὺ
1993ἑκατομμύριον, διότι ταῦτα δὲν ἀνεγράφοντο, ὡς ἄλλοτε, ἐν
1994τῷ εἰδικῷ ἄρθρῳ τοῦ κεφ. Αʹ, καὶ ὅτι καὶ ἄλλα τινὰ, ἄγνω-
1995στα εἰς ἐμὲ, εἶχον παρεισαχθῆ· ἐσημείωσα δὲ τὸ πρᾶγμα
1996διότι μοὶ ἐφάνη ἄξιον πολλῆς προσοχῆς. Ἀλλ’ ἐν τῇ κατα-
1997στάσει τῇ σήμερον διανεμηθείσῃ ἡ πλάνη μου ἡ εὐάρεστος
1998διελύθη, διότι βλέπω ὅτι ἐξέλιπον ἐντελῶς τὰ ἑκατομμύρια
1999ταῦτα....
2000§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2001Κατετάχθησαν κατωτέρω.
2002§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φαντάζομαι τοῦτο, καὶ γνωρίζω τί θέλετε
2003νὰ εἴπητε· ὅτι μετετέθη τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τῆς ἑνο-
2004ποιήσεως· ἀλλὰ θέλομεν ἴδει, ἐὰν ἔχει τὸ πρᾶγμα οὕτω.
2005Διότι ἐν κεφαλαίῳ Ηʹ ἀναγινώσκω, ὅτι τὸ ὅλον κεφάλαιον
2006φέρει νῦν εἰσπράξεις 3,011,804, ἐκ δὲ καθυστερήσεων πα-
2007ρελθουσῶν χρήσεων μόνον 1,958,012, ἀντὶ τῶν 9,305,000
2008τοῦ κατ’ Αὔγουστον πίνακος, καὶ ἑπομένως διαφορὰ ἐπὶ
2009πλέον πρὸς τὸ 1899 δραχμῶν 851,727 μόνον. Ὁμολογου-
2010μένως, φροντίσας νὰ ἀναζητήσω ἀλλαχοῦ τὰ ποσὰ τὰ ἐν-
2011ταῦθα ἐκλιπόντα, ἀνεκάλυψα ἐν τέλει, ὅτι ὑπὸ κεφάλαιον
2012ΙΔʹ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον «δάνειον τῆς ἑνοποιήσεως», καὶ
2013κατέναντι δρ. 601,317. Ἀλλ’ εἶχον δισταγμὸν μήπως δὲν
2014πρέπει νὰ καταλογισθῶσιν ἐκεῖ τὰ 6,828,000, τὰ ἀφαιρε-
2015θέντα ἄνωθεν, διότι δὲν συμπίπτουσιν οἱ ἀριθμοί· καὶ ἐκεῖ
2016εὑρίσκω διαφορὰν ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου, ἐκεῖ μὲν
20176,828,373, ἐνταῦθα δὲ 7,601,317, δηλαδὴ 1,300,000 ἐπὶ
2018πλέον. Βλέπων δὲ τοιαύτην ἀσυμφωνίαν τῶν δύο ποσῶν,
2019ἐνόμισα φρόνιμον, φοβούμενος μήπως πλανηθῶ, νὰ ζητήσω
2020ἐξήγησιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει
2021νῦν, ὅτι τῳόντι τοιαύτη πρᾶξις ἐγένετο· μένει λοιπὸν νὰ δοθῇ
2022ἡ ἐξήγησις, πόθεν προῆλθεν ἡ σήμερον διορθωθεῖσα πλάνη.
2023§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2024Κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον εἰσήχθη ποσὸν 6,000,000 ἐκ
2025νομισματικῆς διαφορᾶς τοῦ ἠνοποιημένου δανείου, διότι, ὡς
2026γνωστὸν, τὰ τοῦ ἠνοποιημένου δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμ-
2027μάτια ἐτακτοποιήθησαν παρὰ τῆς Τραπέζης, καὶ αὕτη εἶχε
2028καθυστερήσει εἰς τὴν ἔγκαιρον τοῦ λογαριασμοῦ ἀποστολὴν
2029εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὰ δὲ ἀνάγονται
2030εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899. Ὅτε μοὶ ὑπεβλήθη πρὸς ὑπογρα-
2031φὴν ἡ ἐντολὴ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ ἁρμόδιος
2032ὑπάλληλος ἐξέδωκε ταύτην οὐχὶ ἐπὶ τοῦ προσήκοντος κε-
2033φαλαίου καὶ ἄρθρου. Ὅτε ὅμως βραδύτερον εἶδον ἐκ τῆς
2034καταστάσεως, ὅτι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ηʹ ἐξεδόθη τὸ ἔν-
2035ταλμα, ἐζήτησα τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, ἐβεβαιώθην δὲ,
2036ὅτι τὰ ἐντάλματα εἶχον ἐκδοθῇ ἐσφαλμένως ἐπὶ τοῦ κεφα-
2037λαίου Ηʹ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῶσιν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ΙΔʹ,
2038εἰς ὃ εὗρον καὶ ἕτερα ἀναγεγραμμένα ἐξ ἄλλης αἰτίας, καὶ
2039περὶ ὧν θὰ ἔχητε αὔριον ἀκριβεστάτας πληροφορίας. Τὸ λά-
2040θος, ὅπερ ἐγένετο, εἶναι μόνον, ὅτι τὸ ἔνταλμα ἐξεδόθη ἐπὶ
2041τοῦ κεφαλαίου Ηʹ, ἀντὶ νὰ ἐκδοθῇ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ΙΔʹ.
2042Πρὸς δικαιολογίαν του ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος προέβαλε τὸν
2043ἰσχυρισμὸν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ κατατάξῃ εἰς τὸ κεφά-
2044λαιον ΙΔʹ, διότι ἀνήγετο εἰς παρελθοῦσαν χρῆσιν.
2045§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2046§94Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι καὶ αὔριον
2047δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν;
2048§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
2049Εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2050Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀνα-
2051πληρωματικῆς ἐκλογῆς Πατρῶν.
2052Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦν-
2053ται νὰ ἐγερθῶσιν. [Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι]. Ἡ Βουλὴ
2054παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Πα-
2055τρῶν καὶ νόμιμον βουλευτὴν τὸν κύριον Θᾶνον Ῥοῦφον
2056Κανακάρην.
2057Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ.)