1900.03.27
4,584 rows · 35,926 words · 282 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
Τῆς 27 Μαρτίου 1900.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Αἰγίου, ὅστις ἐν συλλαλητηρίῳ ἀπεφάσισεν, ἵνα παρακληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου τοῦ 1899 περὶ φορολογίας τῆς σταφίδος» καὶ «περὶ σημάτων». Ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Αἰγίου περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ὅμοιον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Ἠλείας, παρακαλοῦντος, ὅπως ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Πύργου–Κυπαρισσίας ἑνωθῇ μετὰ τῆς γραμμῆς Πύργου–Κατακώλου. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Μεσσήνης, ἀποφασίσαντος ἐν συλλαλητηρίῳ, ὅπως παρακληθῇ ἡ Βουλὴ, ἵνα μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν νόμου τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Λυμπεροπούλου περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, αἰτουμένου, ὅπως ὁρισθῇ ἡ 21 Αὐγούστου ἑκάστου ἔτους ὡς ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς ἐξαγωγῆς ξηρῶν σύκων. Τηλεγράφημα τοῦ αὐτοῦ Συλλόγου κατὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς σταφίδος πρὸς μυστελοποίησιν. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ὀλύμπου, παρακαλοῦντος, ὅπως ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Πειραιῶς–Δεμερλῆ προεκταθῇ μέχρι Λαρίσης. Ἕτερον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πλαταμώδους, αἰτουμένου, ὅπως διὰ νόμου μὴ ὁρισθῇ ὁ χρόνος πρὸς ἔναρξιν τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος.
§2Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ὑφ’ ὑμῶν ἀνακοινωθέντα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγραφήματα ἐξ Αἰγίου ἀφορῶσι νομοσχέδια ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ἀλλὰ καίτοι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγείρουσι συνήθως καμμίαν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. σήμερον μὲν 44 καὶ 45, πρό τινων δὲ ἡμερῶν καὶ ἔτι κατωτέρω. Τοῦτο ἀνησυχεῖ τοὺς κτηματίας, ἐν γένει τὴν σταφιδικὴν τάξιν, ἡ ὁποία ἔπαθεν ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, πρὸ παντὸς δὲ ἐκ τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς αὐτὴν καὶ ἐματαίωσε τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Τὰ δύο αὐτὰ λοιπὸν νομοσχέδια, περὶ ὧν ἀναφέρουσι τὰ ἐξ Αἰγίου τηλεγραφήματα, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ θελήσῃ νὰ συζητηθῶσιν ἐκ τῶν πρώτων.
§3Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ὅπως αὔριον ἀναγραφῶσιν ἐκ τῶν πρώτων.
§4ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ.
§5Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς συμβάσεως νὰ ἀναπτύξω τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεως τοῦ λαοῦ τῆς Ἠλείας, τοῦ ὁποίου τὸ τηλεγράφημα ἀνεκοινώσατε πρὸ ὀλίγου.
§6ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἵνα τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώσατε, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη καὶ εἰς ἐμὲ, ὡς καὶ εἰς τοὺς κ. κ. Παπαμιχαλόπουλον καὶ Λυμπερόπουλον, μεταβιβάσητε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν εὐχὴν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν νομίζῃ λυσιτελὲς νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, σχετικῶς μὲ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν σταφίδα, ἐπὶ τῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν θέτει τὸ τηλεγράφημα, καὶ περὶ σύκων. Κυρίως δὲ προκειμένου περὶ σύκων, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἄλλοτε γενομένας πρὸς αὐτὸν ἐνταῦθα παρ’ ἐμοῦ παραστάσεις περὶ τῆς ἀτελείας τοῦ χάρτου, ἐκ τοῦ ὁποίου κατασκευάζονται τὰ κυτία, ἐν οἷς συσκευάζονται τὰ σῦκα τῶν Καλαμῶν, καθόσον ἡ ἀτέλεια αὕτη θέλει συντελέσει μεγάλως οὐ μόνον εἰς αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν σύκων, ἀλλὰ καὶ εἰς βελτίωσιν τῆς ποιότητος αὐτῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἐπ’ αὐτοῦ μίαν ἀπάντησιν.
§7Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ συσκευασμὸς τῶν σύκων ἐντὸς κυτίων ἐξευγενίζει τὸ προϊόν, καὶ εὑρίσκει τοῦτο κατανάλωσιν σπουδαιοτάτην. Τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἐκ τῆς ἀτελείας τοῦ χάρτου, διότι ἐὰν δὲν ἐπιτραπῇ ἡ ἀτέλεια αὕτη, ὁ χάρτης δὲν θέλει εἰσάγεσθαι, καὶ συνεπῶς τὸ Δημόσιον δὲν θέλει εἰσπράττει ἐκ τοῦ χάρτου τέλη, ἐνῷ τοὐναντίον διὰ τῆς ἀτελείας ταύτης θέλομεν ἐνισχύσει μίαν βιομηχανίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πολλὰ ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν.
§8Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον ἄλλοτε παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μείνῃ ἀτελὴς ὁ εἰσαγόμενος χάρτης, διὰ τοῦ ὁποίου κατασκευάζονται τὰ κυτία, ἐντὸς τῶν ὁποίων συσκευάζονται τὰ σῦκα, συνεπείᾳ αἰτήσεως ἑνὸς βιομηχάνου ἐν Καλάμαις, τοῦ κυρίου Μάστρακα, ὁ ὁποῖος πρῶτος εἰσήγαγε τὴν συσκευασίαν τῶν σύκων ἐντὸς κυτίων καὶ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐνῷ δὲ ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τῆς τοιαύτης ἀτελείας ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου εἶναι μικρά, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι μέγα τὸ κέρδος, διότι τὸ προϊόν αὐτό, συσκευαζόμενον καλῶς, λαμβάνει ἄλλην ἀξίαν, καὶ ἐντεῦθεν τὸ κέρδος καὶ ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ ἐν τῇ βιομηχανίᾳ εἶναι μέγα.
§9Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπιβαλλόμενα τέλη ἐπὶ τοῦ χάρτου, διὰ τοῦ ὁποίου κατασκευάζονται τὰ κυτία, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐξάγονται τὰ σῦκα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὸ νέον δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἔχω παρεσκευασμένον. Διὰ τοῦ νέου ἐν σχεδίῳ δασμολογίου λαμβάνεται καὶ περὶ τούτου πρόνοια. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅπως ὑποβληθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ νέον δασμολόγιον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡμέραν, ἀπὸ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἄρχωνται αἱ φορτώσεις καὶ τῆς σταφίδος καὶ τῶν σύκων, γινώσκετε ὅτι εἶχεν ἄλλοτε ἐν τῷ σταφιδικῷ νόμῳ ὁρισθῆ τοιαύτη ἡμέρα, ἀλλὰ τῇ συστάσει ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἡ διάταξις αὕτη κατόπιν εἶχεν ἀπαλειφθῆ, καὶ ὁ κρατῶν νόμος δὲν προσδιορίζει τοιαύτην ἡμέραν. Ὑπάρχει ὅμως ὑποβεβλημένη πρότασις νόμου ὑπὸ τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Ρούφου περὶ ὁρισμοῦ ἡμέρας ἐνάρξεως τῆς φορτώσεως πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ξηρᾶς σταφίδος. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταστῇ δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορισθῇ ἐν αὐτῷ καὶ ἡμέρα ἐνάρξεως φορτώσεως διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν σύκων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, περὶ μὴ χρησιμοποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ὑπάρχοντος ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς παρακρατήσεως, ταῖς διαχειριζομέναις ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ μυστελοποίησις δὲν ἀνάγεται εἰς μέτρον νομοθετικὸν, διότι ἐν τῷ νόμῳ ὡρίσθη, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δύναται, ἐὰν νομίζῃ ὅτι δὲν βλάπτεται ἡ σταφιδοπαραγωγή, νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὑπέβαλε τοιαύτην πρότασιν, μάλιστα γενικωτέραν, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ διὰ τὴν μυστελοποίησιν καὶ διὰ τὴν οἰνοποίησιν, τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπέτρεψε μόνον, ὅπως ὁ σταφιδόκαρπος οὗτος χρησιμοποιῆται πρὸς μυστελοποίησιν, ὄχι δὲ καὶ πρὸς οἰνοποίησιν.
§10ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν μέχρι τοῦδε ἐγένετο μυστελοποίησις ἐκ χλωρᾶς σταφίδος, ἀγοραζομένης ἀπὸ τὸ ἐμπόριον;
§11Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω.
§12ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι τοῦτο ἀκριβῶς τὸ ζήτημα ἔπρεπε νὰ ἐξετάσητε, πρὶν ἢ λάβητε τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε· διότι, ἐὰν, ὡς μέχρι τοῦδε, ἡ σταφὶς αὕτη ἀγοράζεται ἀπὸ τὸ ἐμπόριον καὶ μετατρέπεται εἰς μυστέλιον, τότε δὲν κάμνομεν τίποτε, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, προστίθεται ἀπὸ τὸ ἕτερον.
§13Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν χρῆσιν τῶν σταφυλῶν πρὸς οἱανδήποτε βιομηχανίαν. Μόνον ἓν ἔχει καθῆκον ἐκ τοῦ νόμου, ν’ ἀπαγορεύσῃ, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχῃ νεωτέρα ἀπόφασις, τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ σταφιδοκάρπου πρὸς πᾶσαν ἄλλην χρῆσιν, πλὴν τῆς οἰνοπνευματοποιΐας. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ σταφυλαὶ αὗται μεταβάλλωνται εἰς οἶνον ἢ μυστέλιον, ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν τοιαύτην χρησιμοποίησιν τῶν σταφυλῶν. Μεταξὺ τῶν ἐκπροσωπούντων τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας γίνεται σκέψις, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ χρησιμοποίησις πρὸς κατασκευὴν μυστελίου ἢ οἴνου· ἀλλὰ περὶ τούτου θέλει ἀποφασίσει ἐν καιρῷ ἡ Βουλή.
§14ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ζητοῦμεν, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται.
§15Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§16Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἰδέαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ εἶναι γνωσταὶ εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἠγωνίσθη πάντοτε ἐκθύμως, ὅπως ματαιώσῃ τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, ὅπερ ἐπεζήτουν οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰς πλείους σταφιδοφόρους ἐπαρχίας καὶ ὅπερ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐψήφισεν. Ἑπομένως εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτόν, προσπαθῶν καὶ σήμερον, δι’ ὅσων εἶπεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς χορηγηθείσης δυνάμει τοῦ νόμου ἀδείας πρὸς χρησιμοποίησιν τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν ἀποθηκῶν τῆς Τραπέζης πρὸς μυστελοποίησιν, καὶ ἐπαναλαμβάνων τὰς παλαιὰς αἰτιάσεις κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897 ἐπετρέπετο ἡ χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν ἀποθηκῶν τῆς ἀποταμιεύσεως πρὸς πᾶσαν βιομηχανικὴν χρῆσιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, ἑπομένως καὶ πρὸς οἰνοπνευματοποίησιν καὶ πρὸς οἰνοποίησιν καὶ πρὸς μυστελοποίησιν ἢ σεραποποίησιν. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1898 ἀπηγορεύθη ἡ χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου διὰ πᾶσαν ἄλλην χρῆσιν, πλὴν τῆς οἰνοπνευματοποιήσεως, ἡ ἀπαγόρευσις δ’ αὕτη ἐγένετο διὰ προσθήκης διατάξεώς τινος τῇ προτάσει Βουλευτῶν τινων, τῶν ἐκ Μεσσηνίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Διὰ τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1899 νόμου ἐπετράπη ἡ χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου πρὸς μόνην τὴν οἰνοπνευματοποίησιν, ἐπετράπη ὅμως δι’ αὐτοῦ καὶ ἡ πρὸς ἄλλην βιομηχανικὴν χρῆσιν χρησιμοποίησις, ἂν τοῦτο ἤθελε προτείνει τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ ἐγκρίνει τὴν πρότασιν αὐτοῦ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τοῦτο ἐγένετο τελευταίως. Τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης προέτεινε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ πρὸς οἰνοποίησιν καὶ πρὸς μυστελοποίησιν, τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, πεισθέν, ἐξ ὅσων ἔλαβε πληροφοριῶν, ὅτι ἡ πρὸς μυστελοποίησιν χρῆσις δὲν θὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἐνέκρινεν ὡς πρὸς τοῦτο μόνον τὴν πρότασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Καίτοι δὲ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς γινώσκει τοῦτο, οὐχ ἧττον ἀναγκαῖον κρίνω νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐντεῦθεν ὅ,τι πάντοτε εἶπον καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι πάντῃ ἀνεξάρτητον ἐξ οἱασδήποτε ἐπιρροῆς ἢ ἀναμίξεως τῆς Κυβερνήσεως.
§17Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἄδεια, ὅπως μεταβάλληται εἰς μυστέλιον ἡ σταφὶς, ἐζητήθη παρὰ πολλῶν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν ἐζητήθη παρὰ πολλῶν, ἐζητήθη πάντοτε μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἐμυστελοποιεῖτο ἡ ξηρὰ σταφὶς, δηλαδὴ ἐκείνη, ἥτις παρεκρατήθη καὶ περὶ ἧς ἐγεννήθη ἀπορία, πῶς θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιῆται, ἵνα μὴ ζημιῶνται οἱ ἔχοντες συμφέρον. Ἐνόμισαν λοιπόν τινες, ὅτι, ἂν ἐπιτραπῇ νὰ μυστελοποιῆται ἡ ξηρὰ σταφὶς, θὰ ἠνοίγετο καὶ ἄλλη τις διέξοδος εἰς κατανάλωσιν, καὶ δὲν θὰ ὑπεχρεοῦτο ὁ τόπος εἰς μίαν καὶ μόνην χρῆσιν τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, τὴν πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ἡ παρατήρησις ἑπομένως, ἥτις ἐγένετο παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, ἂν θὰ ἐπιτραπῇ ἡ μυστελοποίησις πάσης σταφίδος, δηλαδὴ καὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς χλωρᾶς, ἔχει μεγάλην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς εὐκτέας λύσεως τοῦ ζητήματος· διότι, ἂν πρόκειται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ μυστελοποίησις καὶ χλωρᾶς σταφίδος, καὶ ἴσως κατὰ μέγιστον μέρος χλωρᾶς σταφίδος, διότι ἰδιαίτερα προσφέρει πρὸς τοῦτο πλεονεκτήματα ἡ χλωρὰ σταφὶς, τότε βεβαίως οὐ μόνον δὲν ἐπετύχομέν τι ἄξιον λόγου, ἀλλὰ καὶ ἐργαζόμεθα ἐναντίον τῆς παρακρατήσεως, διότι ἡ παρακράτησις ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν σταφιδοκτημόνων ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι θὰ χρησιμοποιῆται ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπικερδέστερον ἡ παρακρατουμένη ξηρὰ σταφίς. Ἐὰν ὅμως ἀνεξαρτήτως τῶν 15% ἢ 10% ξηρᾶς σταφίδος παρακρατῆται συγχρόνως καὶ χλωρά, προφανὲς ὅτι ἐκβαίνομεν τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ἐνομίσαμεν ἀναγκαῖον καὶ συντελεστικόν, ὅπως μὴ ἐπέρχωνται δυσάρεστα ἀποτελέσματα ἐκ τῆς μεγάλης προσφορᾶς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀπολύτως διδομένη ἡ ἄδεια, ὅπως μυστελοποιῆται ἡ σταφίς, ἥ τε χλωρὰ καὶ ἡ ξηρά, θὰ φέρῃ εἰς ἄλλα ἀποτελέσματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι πολλὰ μέλη ἐζήτησαν νὰ ἐπιτραπῇ καὶ ἡ οἰνοποίησις τῆς σταφίδος. Βεβαίως ἐζητήθη καὶ ἡ οἰνοποίησις καὶ ἡ μυστελοποίησις τῆς σταφίδος, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἡ σταφὶς, ἡ ὁποία εἴτε μυστελοποιεῖται εἴτε μεταβάλλεται εἰς οἶνον, θὰ ὑπολογίζηται εἰς τὸ ἐτήσιον παρακράτημα. Νομίζω ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἰδέα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν τὴν πρότασιν ἐν τῇ Βουλῇ, καίτοι δὲν ὑπέβαλον νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἁπλῶς ὑπέδειξαν εἰς τὰ φῶτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον ἐνόμισαν ὅτι προτείνουσί τι τὸ ὠφέλιμον ἢ τοὐλάχιστον τὸ μὴ ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ ἔργον τῆς παρακρατήσεως. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρὶν ἢ προβῇ εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν—ἂν θὰ προβῇ—περὶ τοῦ μέτρου αὐτοῦ τῆς μυστελοποιήσεως, νὰ θέσῃ τοὐλάχιστον φραγμὸν, ἵνα μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἄνευ περιορισμοῦ καὶ τῆς χλωρᾶς σταφίδος μυστελοποίησις, ἢ μᾶλλον νὰ κανονισθῇ τρόπος, ὅπως ὑπολογίζηται καὶ αὕτη εἰς τὸ παρακράτημα, διότι, ὡς εἶπον, ἡ χλωρὰ σταφὶς παρουσιάζει πολλὰ πλεονεκτήματα πρὸς μετατροπὴν εἰς οἶνον καὶ μυστέλιον. Ἀρκεῖ νὰ μάθητε, ὅτι 1500 ὀκάδες χλωρᾶς σταφίδος παράγουσι χιλίας ὀκάδας οἴνου. Ἐκπλήττει ἀληθῶς τοιοῦτον ποσὸν, ἀλλ’ εἶναι φυσικὸν, διότι ἡ χλωρὰ σταφὶς δὲν περιέχει τι ἀλλότριον καὶ ἄχρηστον, οὔτε κόκκους, οὔτε φλοιὸν σκληρὸν, ἑπομένως οὔτε πολλὰ στέμφυλα, καὶ διὰ τοῦτο δίδει εἰς οἶνον σχεδὸν ὅλον τὸ βάρος αὐτῆς, ἐκτὸς μικροῦ ποσοῦ. Εὐκόλως λοιπὸν ἐννοεῖτε, ὁπόσον μεγάλη ἀπόδοσις δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς οἶνον ἐκ τῆς μετατροπῆς τῆς χλωρᾶς σταφίδος εἰς οἶνον, καὶ ὁπόσον κέρδος δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι καὶ εἰς τὴν μυστελοποίησιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ἤδη εὕρει θύραν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐμπορίῳ νὰ ἐξάγωσι καὶ πωλῶσιν οἶνον, ἢ οἶνον πεπυκνωμένον—διότι αὐτὸς εἶναι τὸ μυστέλιον,—ἐκ τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Λοιπὸν οἱ κίνδυνοι εἶναι σπουδαῖοι, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιθυμῇ βεβαίως, θὰ ἐργασθῇ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου κατὰ τοῦ σκοποῦ τῆς παρακρατήσεως καὶ ἑπομένως κατὰ τῆς ἀποστολῆς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐὰν δὲν τεθῇ ὁ ἀναγκαῖος περιορισμός. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς του.
§18Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄπορον εἶναι, πῶς γίνεται συζήτησις περὶ χλωρᾶς σταφίδος. Ὁ νόμος περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου οὐδεμίαν περιέχει διάταξιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν χλωρὰν σταφίδα. Αὐτὸς προέβλεψε μόνον περὶ τῆς ξηρᾶς σταφίδος, ἐκ τῆς ὁποίας 15% εἰσάγονται εἰς τὰς ἀποθήκας τὰς διευθυνομένας ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Οὔτε ὅτε τὸ πρῶτον ἐπετρέπετο ἡ ἀπόλυτος χρῆσις πρὸς πᾶσαν βιομηχανικὴν ἐν Ἑλλάδι χρῆσιν τοῦ σταφιδοκάρπου ὑπῆρχε τοιαύτη διάταξις, ὡς ἐλειτούργησε κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1697, οὔτε νῦν εἶναι δυνατὸν νὰ δυνηθῇ Κυβέρνησίς τις, μὴ ὑπάρχοντος νόμου, ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν χρησιμοποίησιν σταφυλῶν εἴτε πρὸς οἶνον εἴτε πρὸς μυστέλιον. Τῶν χλωρῶν σταφυλῶν ἡ χρησιμοποίησις εἶναι ἀπολύτως ἐλευθέρα εἴτε πρὸς ἀποξήρανσιν, εἴτε πρὸς οἱανδήποτε χρῆσιν. Ὁ νόμος περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ σταφιδόκαρπος ὁ εἰσαγόμενος εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως. Περὶ ἐκείνου καὶ μόνου πρόκειται, καὶ περὶ ἐκείνου καὶ μόνου τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῇ προτάσει τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπεφάνθη. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ σταφυλῶν. Ἐὰν οἱ κύριοι ἔχωσι τοιαύτας ἰδέας, περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν σταφυλῶν, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν νόμου. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχῃ, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν σταφυλῶν.
§19ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἐστάλη πρὸς ἡμᾶς ἐκ μέρους τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ πόσον ἡ μυστελοποίησις τῆς σταφίδος, ὄχι μόνον τῆς χλωρᾶς, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς ξηρᾶς, εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγήν. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Νομίζω ὅτι τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθὼς καὶ ἡ Βουλή, ἂν θέλουν νὰ σώσουν τὴν σταφίδα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σπηλιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§21ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ἐγὼ ζητήσει ἀμέσως τὸν λόγον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί· ἀλλὰ πρὸ ὑμῶν ἦτο ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ μετ’ αὐτὸν εἶναι ὁ κ. Σπηλιώτης. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ λάβητε τὸν λόγον, ἀρκεῖ νὰ ὑποχωρήσῃ ὁ κ. Σπηλιώτης.
§23ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχωρεῖ.
§24ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Δὲν πειράζει. Ὁμιλῶ ἔπειτα ἐγώ.
§25ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§26ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπως ἐτέθη ὑπὸ τοῦ κ. Παναγιωτοπούλου τελευταῖον, ἂν τὸ παρακράτημα δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ, εἶναι ἐκεῖνο ὅπερ πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ὅλων τῶν σταφιδοφόρων μερῶν. Οἱ στέρξαντες τὴν παρακράτησιν ἄλλοτε δὲν ἐστέρξαμεν ἁπλῶς αὐτὴν διὰ νὰ πετάξωμεν τὸ πρᾶγμα τῆς παρακρατήσεως, ἐστέρξαμεν αὐτὴν διὰ νὰ συλλέξωμεν τὸ πρᾶγμα τὸ πλεονάζον ἀπὸ τὴν εἰς βρῶσιν κατανάλωσιν, καὶ εἰς αὐτὸ, ὡς ἀποθεματικὸν κεφάλαιον, νὰ ἀνοίξωμεν ἄλλο στάδιον καταναλώσεως διὰ τῆς βιομηχανίας. Κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπεν εὐθὺς νὰ ἐπιζητήσωμεν τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ Γαλλία κατηνάλισκε μέγα ποσὸν τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος. Ἡ Γαλλία ἀνύψωσε τὴν παραγωγήν, ἐπολλαπλασίασεν αὐτήν, διότι εὗρε τὴν σταφίδα χρησιμωτάτην διὰ τὴν οἰνοποιΐαν, τὴν εὗρε χρησιμωτάτην εἰς κατασκευὴν πολυωνύμων ῥευστῶν. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι, ὅτε ἡ Γαλλία εἶχεν ἀνάγκην τῆς σταφίδος πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν, ἀνύψωσε τὰς τιμὰς αὐτῆς εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε ὑπερέβησαν αὗται τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου, τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ πωλουμένης πρὸς βρῶσιν. Αἱ σταφίδες τῆς Ἠλείας, τῆς Ὀλυμπίας κλπ. ἐπωλοῦντο πολὺ ἀκριβότερον ἐν Γαλλίᾳ πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν παρὰ αἱ τοῦ Αἰγίου ἐν Ἀγγλίᾳ πρὸς βρῶσιν. Λοιπὸν ἀμέσως ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν, πῶς ἐχρησιμοποίει ἡ Γαλλία τὴν σταφίδα. Ἡ Γαλλία μετεχειρίζετο τὴν σταφίδα πρὸς κατασκευὴν διαφόρων ῥευστῶν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἔπαυσε νὰ χρειάζηται τὴν σταφίδα, ἢ ἠθέλησε ν’ ἀποκλείσῃ αὐτήν, καὶ ἐπῆλθεν οὕτως ἡ κρίσις. Ἐπενοήθη τότε ἡ παρακράτησις, ἡ ὁποία κρατεῖ εἰς τὰς ἀποθήκας τὸ περίσσευμα. Τὸ περίσσευμα ὅμως τοῦτο πρέπει νὰ διατεθῇ σήμερον εἰς ὅλας τὰς βιομηχανίας, ὅσαι, ἐλευθέρως συναγωνιζόμεναι, δύνανται νὰ καταναλώσωσιν αὐτὸ, διότι μόνη ἡ κατασκευὴ τῶν ἐνύδρων ἢ ἀνύδρων οἰνοπνευμάτων δὲν δύναται νὰ καταναλώσῃ τὴν παρακράτησιν ἐπωφελῶς διὰ τὸ παρακράτημα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ προαγάγῃ τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Πρέπει ν’ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεραι ὅλαι αἱ βιομηχανίαι, αἱ δυνάμεναι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ν’ ἀπορροφήσωσι τὸ παρακράτημα ἐπικερδῶς, νὰ ὑψώσωσι τὴν ἀξίαν τοῦ παρακρατήματος καὶ ἐξισώσωσιν αὐτὴν μὲ τὴν τῆς ἄλλης σταφίδος τῆς ἀγορᾶς, καὶ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην σταφίδος ἡ τοιαύτη βιομηχανία, νὰ καταβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν νὰ πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην της. Τὰς βιομηχανίας αὐτὰς τὰς ὑποδεικνύει ἡ Γαλλία. Τί ἔκαμεν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Γαλλία τὴν σταφίδα; Τὴν μετεχειρίζετο εἰς οἰνοποιίαν. Λοιπὸν ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος δυνάμεθα νὰ παραγάγωμεν 1,100,000 ἢ 1,200,000 ἑκατόλλιτρα οἴνου. Ἐν Γαλλίᾳ γίνεται οἰνοποιία 80,000,000 ἑκατολλίτρων, εἰσάγει δὲ ἡ Γαλλία ἀπὸ διαφόρους ἄλλας ἐπικρατείας 15,000,000 ἑκατόλλιτρα, καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ δυσκολευθῇ νὰ ἐξοδεύσῃ ἐκεῖ 1,200,000; Λοιπὸν εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι, ἂν ἐπιτύχωμεν οἰνοποιίαν κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἐν Γαλλίᾳ, θὰ ἐξοδευθῇ ὁ οἶνός μας. Ὡς πρὸς τὴν μυστελοποίησιν, λέγουσιν ὅτι θ’ ἀποκλείσωμεν τὰς ἀγορὰς ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας χρησιμεύει ἡ σταφὶς εἰς μυστελοποίησιν, ποῦ; εἰς τὴν Γερμανίαν; δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, διότι ἡ σταφὶς πληρώνει εἰς τὴν Γερμανίαν 30 μάρκα τὴν χιλιάδα· ἂν τὸ κρασὶ αὐτὸ γείνῃ ἐδῶ, μία χιλιὰς λιτρῶν θὰ κάμῃ 15 ἑκατόλλιτρα οἴνου, ἀλλὰ θὰ πληρώσῃ 300 φράγκα διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Γερμανίαν. Πῶς λοιπὸν θὰ πολεμήσῃ τὴν σταφίδα ὁ οἶνος ὁ κατασκευαζόμενος ἐν Ἑλλάδι; Εἰς τὴν Ἀγγλίαν γίνεται μυστέλιον ἡ σταφίς; Διόλου. Εἰς τὴν Γερμανίαν ὁ οἶνος ὁ γινόμενος ἐκεῖ εἶναι πολὺ εὐθηνότερος ἀπὸ τὸν οἶνον τὸν γινόμενον ἐδῶ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἡ οἰνοποιία θὰ καταναλώσῃ ἀσφαλῶς τὸ παρακράτημα· ἀλλὰ διὰ νὰ ἤμεθα περισσότερον βέβαιοι, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι καλλίτερα, πρέπει νὰ κάμωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν παρακράτησιν τῆς σταφίδος ἐν χλωρᾷ καταστάσει. Πολλοὶ ἐνόμισαν, ὅτι εἶπον νὰ πάρωμεν τὴν χλωρὰν σταφίδα καὶ νὰ τὴν ῥίψωμεν εἰς τὰς ἀποθήκας. Ὄχι· διότι, ὅταν ἐπιτρέψωμεν τὴν οἰνοποίησιν τῆς χλωρᾶς σταφίδος, βεβαίως θὰ ἐγκαθιδρυθοῦν πανταχοῦ καταστήματα, θὰ κάμουν ἐγκαταστάσεις εἰς τὰ σταφιδοφόρα μέρη τὰ παράγοντα σταφιδόκαρπον προσφορώτερον εἰς παρακράτησιν, εἰς τὴν Ἠλείαν, εἰς τὴν Μεσσηνίαν, εἰς τὴν Τριφυλίαν, καὶ ὅταν θὰ κάμουν αὐτὰς τὰς ἐγκαταστάσεις, θὰ ζητήσουν ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν χλωρὰν σταφίδα· εἶναι δὲ γνωστὴ ἡ ἀναλογία τῆς χλωρᾶς σταφίδος πρὸς τὴν ξηράν, εἶναι τέσσαρα πρὸς ἓν, ὡς λέγω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὴν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ Τράπεζα θὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς δυναμένους νὰ φέρουν, δὲν θὰ ὑποχρεώσῃ κανένα· εἰς τὴν ἀποθήκην, ὅσοι θέλουν, θὰ φέρουν, καὶ ἀπὸ τὴν πλάστιγγα τῆς παρακρατήσεως θὰ τὸ παραλάβῃ ὁ βιομήχανος· Θὰ ἔχῃ προπωλήσῃ δηλαδὴ τὸν νωπὸν καρπὸν, καὶ θὰ ἦναι πρόχειρος ἡ οἰνοπαραγωγὴ καὶ οἰνοποίησις. Ἔχει δὲ μεγάλα πλεονεκτήματα ἡ μεταβολὴ τῆς σταφίδος τῆς παρακρατήσεως εἰς οἶνον, διότι ἡ νωπὴ σταφὶς κάμνει ὡραίους οἴνους, καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις διαφόρων ἑνώσεων, καὶ θὰ ἔχῃ μεγάλην κατανάλωσιν, θὰ δύναται δὲ νὰ εἰσέλθῃ ἐλευθέρως τὸ εἶδος τοῦτο καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ὡς παραγόμενον ἐκ νωπῶν σταφυλῶν καὶ ὄχι ξηρῶν, ὅπερ ἀποκλείει ὁ γαλλικὸς νόμος. Δὲν δύναται ὅμως, Κύριοι, ἡ βιομηχανία αὕτη σήμερον νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν ἀγοράν· πρέπει νὰ τῆς δώσωμεν τὸ παρακράτημα εἰς ταπεινοτέρας τιμὰς, καὶ τότε νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν ἀγοράν. Τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου δὲν τὴν ἀποδέχομαι, περὶ τοῦ πῶς θὰ κανονίσῃ τις τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διάθεσιν τοῦ προϊόντος. Πρέπει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ ἐργασία τῆς ῥευστοποιήσεως, νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν ἄλλην, ἵνα ἴδητε πῶς θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα. Σήμερον ἔχομεν τετελεσμένον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἂν μελετήσωμεν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὅλα τὰ Κράτη ὄχι μόνον τὴν παραγωγὴν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐνέργειαν ἐκανόνισαν, ὥστε νὰ μὴ ἀφίνουν ἐκτεθειμένα τ’ ἀποτελέσματα. Κατὰ τὴν ἀρχαιότητα δὲν ἐπέτρεπον ἐν Ἀττικῇ καὶ τοῦ ἀργύρου τὴν ἐξαγωγὴν ἀκόμη, διότι ἐγνώριζον τὰς ζημίας. Ἀλλαχοῦ ἐκανόνισεν ἡ Πολιτεία καὶ τὴν παραγωγὴν τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐν Κρήτῃ π. χ., κατὰ τὸν Ἀριστοτέλην, ἐκανόνιζον τὴν παραγωγὴν τοῦ πληθυσμοῦ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ καθήμεθα ἐδῶ νὰ λέγωμεν ἱστορίας, «δὲν ἐπιτρέπεται τὸ ἓν, δὲν ἐπιτρέπεται τὸ ἄλλο»· πρὸς τίνα σκοπὸν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ σώσωμεν; Εἶναι ἁπλοῦν πρᾶγμα νὰ καταστρέψωμεν ὅλην τὴν Πελοπόννησον; Βεβαίως δὲν πρέπει, καὶ πρέπει νὰ τὴν σώσωμεν.
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τινὰ ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἐξ Ἠλείας κ. Βουλευτὴς ὑπερβαίνουσι τὰ ὅρια τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας. Ἐγὼ ἤμην καὶ εἶμαι πάντοτε ὑπὲρ τῆς ἐνεργείας τῆς Πολιτείας εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ ὑπὲρ τῆς προστασίας αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἔφθανον, ὁμολογῶ, εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ὁ ἐξ Ἠλείας κ. Βουλευτής, ὅστις εἰσῆλθεν ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ σοσιαλισμοῦ. Ἀκόμη δὲν ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Πολιτεία δύναται νὰ προστατεύσῃ τὴν παραγωγήν, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ νὰ θέσῃ τοὺς περιορισμούς, οὓς ὁ κ. συνάδελφος ἀνέφερεν. Ἐν τῷ καθήκοντι δὲ τούτῳ, ὅπως προστατεύσῃ μίαν παραγωγὴν πρωτίστης σπουδαιότητος, ἡ Πολιτεία ἐφήρμοσε σύστημα ἀναμφισβητήτως σόλοικον, τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, τὸ ὁποῖον δυσκόλως συμβιβάζεται πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς παραγωγῆς τῶν πολιτῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ἀνωτέρα ὅμως ἀνάγκη ἐπέβαλε τὸ μέτρον. Ἄν δ’ ἐψηφίσθη τὸ μέτρον, βεβαίως δὲν ἐψηφίσθη, ὅπως διὰ τῆς παρακρατουμένης σταφίδος παραχθῇ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον νὰ διαθέσῃ ἡ Τράπεζα ἢ τὸ Κράτος πρὸς ἕνα σκοπὸν οἱονδήποτε. Ἡ παρακράτησις ἀκριβῶς ἐβασίσθη ἐπὶ τῆς μεγάλης ἀνάγκης τοῦ περιορισμοῦ τῆς σταφίδος τῆς παραγομένης ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς καταναλώσεως αὐτῆς, διότι ἡ σταφὶς ἀκριβῶς ἔχει τὴν ἀξίαν της καὶ ἀποτελεῖ πολύτιμον προϊὸν δι’ ἡμᾶς ὡς ξηρὰ καὶ καταναλισκομένη πρὸς βρῶσιν. Ἡ τοιαύτη κατανάλωσις ἕνεκα τῆς ὑπερβολῆς τῆς παραγωγῆς εἶχε τοσοῦτον καταπέσει, ὥστε εἶχε θέσει εἰς κίνδυνον αὐτὴν τὴν παραγωγήν, καὶ πρὸς πρόληψιν τοῦ κινδύνου ἐπῆλθεν ἡ παρακράτησις, ὅπως καταστήσῃ δυνατὴν ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἐπαύξησιν τῆς καταναλώσεως. Ἐπὶ τοιαύτης βάσεως στηριζομένης τῆς παρακρατήσεως, νομίζω ὅτι τὸ κύριον θέμα εἶναι, πῶς, χρησιμοποιοῦντες τὸ παρακράτημα, δὲν θὰ παραβλάψωμεν καὶ τὸν ἀρχικὸν σκοπὸν τῆς παρακρατήσεως, δὲν θὰ παραβλάψωμεν καὶ τὴν εὐρυτέραν κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τῆς σταφίδος ἡμῶν. Διὰ νὰ μὴ παραβλάψωμεν ταῦτα καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν πλειοτέραν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος πρὸς βρῶσιν, βεβαίως ἄλλα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μέτρα. Βεβαίως οὔτε διὰ τῆς οἰνοπνευματοποιήσεως, οὔτε διὰ τῆς μυστελοποιήσεως θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν γενικωτέραν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐξήτασα ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Βεβαίως ὁ νόμος οὗτος ἦτο ἓν σφάλμα, ἦτο μία ἀντίθεσις εἰς τὸν ἀρχικὸν σκοπὸν τῆς παρακρατήσεως. Ἔρχεται σήμερον τὸ ζήτημα τὸ ἁπλοποιηθὲν, τὸ πῶς θὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ παρακράτημα χωρὶς νὰ φέρωμεν βλάβην εἰς τὴν λοιπὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος. Ἂν τὸ παρακράτημα ἢ μέγα μέρος αὐτοῦ μεταβληθῇ εἰς μυστέλιον, νομίζω ὅτι θὰ διατρέξωμεν δύο κινδύνους· τὸν κίνδυνον νὰ ὀλιγοστεύσωμεν τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος ἐν Γερμανίᾳ, — καὶ εἰς τοῦτο δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἠλείας, διότι νομίζω ὅτι ἐν Γερμανίᾳ μυστέλιον ἀποστελλόμενον ἐξ Ἑλλάδος δύναται νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν σταφίδα τὴν ἐκεῖ πωλουμένην χάριν μυστελοποιήσεως, —καὶ τὸν κίνδυνον τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν οἴνων ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἀκριβῶς ἐκείνης, ἥτις καταναλίσκει τοὺς οἴνους. Ἡ Γαλλία εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν τόπος ὁ καταναλίσκων οἶνον. Ἂν ἐξετάσωμεν τὴν γενικὴν κατανάλωσιν τὴν παγκόσμιον, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἡ Γαλλία μόνη καταναλίσκει σχεδὸν τὸ ἥμισυ τοῦ παραγομένου οἴνου, ὁλόκληρος δὲ ἡ ἄλλη οἰκουμένη καταναλίσκει τὸ ἕτερον ἥμισυ τοῦ οἴνου. Ἂν καταστήσωμεν ἀδύνατον τὴν εἰσαγωγὴν τῆς οἰνοποιουμένης σταφίδος ἡμῶν, εἴτε ὑπὸ τὸ σχῆμα μυστελίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι παρὰ οἶνος εἰς ἕνα βαθμὸν ἢ ὀλίγον τι πλέον συμπεπηγμένον τοῦ ἁπλοῦ μούστου, ἀλλ’ ὄχι μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ πετιμεζίου, ἂν τοιουτοτρόπως θελήσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Γαλλίαν τὸν οἶνον ἡμῶν, εἴτε ὡς οἶνον σταφιδικόν, εἶναι φόβος, ὅτι θ’ ἀπαντήσωμεν ἐκεῖ ἀπαγόρευσιν εἰσαγωγῆς. Ὑπάρχει εἷς νόμος, ὁ νόμος Griffe, ἐκδοθεὶς πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἐν γένει προστατευτικοῦ συστήματος, ὁ ὁποῖος τὴν παραγωγὴν τοῦ οἴνου ἐκ τῆς σταφίδος τὴν χαρακτηρίζει ὡς οἶνον μὴ φυσικὸν, καὶ ἑπομένως ἐπιβάλλει ἀπαγόρευσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν παραγωγὴν καὶ κατανάλωσιν αὐτοῦ, ἐπιτρέπει δὲ μόνον τὴν ἐν τῇ οἰκογενείᾳ παραγωγὴν καὶ κατανάλωσιν αὐτοῦ. Ὑπάρχει ἑπομένως σήμερον ἐν Γαλλίᾳ μικρὰ κατανάλωσις τῆς σταφίδος, ἥτις καταναλίσκεται ἐν τῇ οἰκογενείᾳ, μεταβαλλομένη εἰς μυστέλιον ἢ οἶνον. Ἂν σήμερον κατασκευάσωμεν μυστέλιον ἢ οἶνον, ἐκτὸς τοῦ κινδύνου τοῦ ἀποκλεισμοῦ, τὸν ὁποῖον δυνατὸν ν’ ἀπαντήσωμεν ἐν Γαλλίᾳ, ὡς οἴνου παραγομένου ἐκ ξηρᾶς σταφίδος, θὰ συντελέσωμεν καὶ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐν τῇ οἰκογενείᾳ χρησιμοποιήσεως τῆς σταφίδος. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν, ποῦ θὰ καταναλωθῇ τὸ μυστέλιον τὸ ἐκ ξηρᾶς σταφίδος, ἂν δὲν καταναλωθῇ ἐν Γαλλίᾳ. Βεβαίως ὄχι ἐν Ἱσπανίᾳ, μήτε ἐν Ἰταλίᾳ. Ἀλλαχοῦ δὲν εἶναι ἐπίσης δυνατόν. Ἐν Ῥωσσίᾳ, καὶ ἐκεῖ σχεδὸν ἰσχύει ἀπαγορευτικὴ τελωνιακὴ νομοθεσία διὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς. Ἐν Ἀμερικῇ δυσκόλως θὰ συναγωνισθῶμεν πρὸς τοὺς οἴνους ἄλλων χωρῶν, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν κατανάλωσιν προϊόντος μυστελίου ἢ οἴνου ἐκ σταφίδος. Πρέπει δὲ νὰ προσέξωμεν εἰς τὸν νόμον. Τότε δὲ μόνον θὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ ἐπιτύχωμεν, ἂν μεταβάλωμεν εἰς οἶνον ὄχι τὴν ξηρὰν, ἀλλὰ τὴν χλωρὰν σταφίδα, ἡ ὁποία εἶναι σταφυλή. Ἂν πρὶν ἀποξηρανθῇ, πρὶν λάβῃ τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας λαμβάνει ἀποξηραινομένη, εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ εἰς οἶνον ἢ μυστέλιον, τὸ προϊόν τοῦτο δὲν θὰ ἀπαντήσῃ ἀπόλυτον ἀπαγόρευσιν εἰσαγωγῆς ἐν Γαλλίᾳ. Ἐνδέχεται διὰ νέου νόμου ν’ ἀπαγορευθῇ· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μέλλον, ὅπερ δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν. Παραγόμενον δὲ εὐθηνότερον ἐνταῦθα, ἴσως θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσέλθῃ καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Τὸ ζήτημα τῆς παραγωγῆς οἴνου ἐκ χλωρῶν σταφίδων βεβαίως δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι δύναται τὸ μέτρον τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ παρακρατήσεως καὶ τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μελετήσῃ τὴν ἰδέαν, ἣν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας ἐξήνεγκε πρὸ ὀλίγου, νὰ ἐξετάσῃ δὲ, ἂν δὲν εἶναι χρήσιμον νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις εἰς τὸν περὶ παρακρατήσεως νόμον, καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ὑπὸ ὅρους πρακτικοὺς μετὰ μελέτην ἡ εἰσφορὰ ὑπὸ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ σταφίδος μὴ ξηρᾶς. Ἂν ὑπὸ τοιαύτην τροποποίησιν ἀποβῇ δυνατὴ ἡ μυστελοποίησις καὶ οἰνοποίησις τῆς σταφίδος κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς εἰς Γαλλίαν, βεβαίως τοῦτο θὰ παρουσιάσῃ ὠφέλειάν τινα ὡς πρὸς τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ παρακρατήματος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὸ ὅλον τῆς προσοχῆς ἡμῶν· τὴν προσοχὴν ἡμῶν πρέπει νὰ ἑλκύσουν ὁ τρόπος καὶ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν κατανάλωσιν ξηρᾶς σταφίδος πρὸς βρῶσιν. Ὑπάρχουν χῶραι ἀπέραντοι, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζουν τὴν σταφίδα καὶ αἱ ὁποῖαι, ἅμα τὴν γνωρίσουν, βεβαίως θὰ καταναλίσκουν ἐξ αὐτῆς. Ἐκεῖ πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ ἡμῶν, καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ κυριωτέρα ἐνέργεια, ἡ ὁποία δέον νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατανάλωσιν τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον, ἂν θὰ ᾖναι δυνατὴ ἡ εἰσαγωγὴ μυστελίου ἢ οἴνου εἰς τὴν Γερμανίαν, καὶ ἂν ἡ βλάβη, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν σταφίδος εἰς τὴν Γερμανίαν διὰ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως, δὲν θὰ ᾖναι σπουδαία.
§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἷς ἀνεπιτυχὴς ὅρος, Κύριοι, ὁποῖος ὁ τῆς παρακρατήσεως, παρέσχεν ἀρχῆθεν ἀφορμὴν εἰς πολλὰς παρεξηγήσεις καὶ εἰς ἀτελευτήτους συζητήσεις. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ παρεξηγήσεις καὶ συζητήσεις αὗται ἠδύναντο νὰ δικαιολογηθῶσι πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ καινοφανοῦς ὄντως θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, εἶναι, νομίζω, πάντη ἀδικαιολόγητοι νῦν, ὅτε ὁ θεσμὸς οὗτος, λειτουργῶν παρ’ ἡμῖν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη, ἀποκλείει πᾶσαν θεωρητικὴν ἐξέτασιν ἐκ τοῦ προτέρου, καὶ ἐπιτρέπει μόνην τὴν ἐκ τοῦ ὑστέρου ἐξέτασιν, τὴν ἐρειδομένην εἰς τὴν μέχρι τοῦδε γενομένην πεῖραν αὐτοῦ. Ἡ οἰκονομικὴ, Κύριοι, ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ οὖσα ἐπιστήμη θεωρητικὴ καὶ ἀφῃρημένη. Εἶναι ἐπιστήμη κατ’ ἐξοχὴν θετικὴ καὶ ἐφῃρμοσμένη, ἐπιστήμη, ἡ ὁποία δὲν θέτει ἐκ τοῦ προτέρου ὡρισμένας γενικὰς ἀρχὰς, ὡρισμένα ἀναλλοίωτα ἀξιώματα, εἰς ἃ εἶτα νὰ ζητῇ νὰ ὑπαγάγῃ τὰ καθ’ ἕκαστον φαινόμενα τοῦ οἰκονομικοῦ βίου (διότι θὰ μετήρχετο οὕτως ἔργον Προκρούστου), ἀλλ’ ὁρμωμένη ἀκριβῶς ἐκ τῆς μελέτης τῶν φαινομένων τούτων, ἀνάγεται εἰς γενικὰς ἀρχὰς, αἵτινες τίθενται οὕτω πως ἐκ τοῦ ὑστέρου καὶ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς πείρας. Τί δὲ μᾶς διδάσκει ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως; πᾶν ἄλλο ἢ ὅ,τι ὑπεστηρίχθη ἐν ἀρχῇ ὑπό τινων καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται περὶ ὁλοσχεροῦς ἀποκλεισμοῦ ἐκ τῆς καταναλώσεως μέρους τοῦ προϊόντος τῆς παραγωγῆς, ὡς ἀχρήστου, ὡς περιττεύοντος ὅλως. Ἐκ τοῦ ἀτόπου τούτου, ὡς γνωστόν, ὁρμηθέντες τινὲς, κατέληξαν εἰς ἄλλα ἄτοπα, προτείναντες τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἢ τὴν ἐκρίζωσιν τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς αὐτὸ μέρους τῆς σταφιδοφυτείας. Ἡμεῖς, Κύριοι, τὰς τοιαύτας προτάσεις ἐχαρακτηρίσαμεν τότε ὡς καθαρὰν οὐτοπίαν· καὶ εἶναι τῳόντι οὐτοπία, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, τὸ νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι πρέπει νὰ καταδικασθῇ εἰς καταστροφὴν μέρος τῆς σταφιδοπαραγωγῆς μας ἢ τοῦ προϊόντος ταύτης, ὅπερ, ὡς ἐνέχον ζάχαρι, ἐγκλείει ἐν ἑαυτῷ χρυσὸν, ὅστις τόσον πολὺ σπανίζει ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν. Ἡ παρακράτησις τῆς σταφίδος, λειτουργοῦσα ἤδη παρ’ ἡμῖν ἀπὸ ἐτῶν, ὡς προεῖπον, μαρτυρεῖ ὅτι αὐτὴ εἶναι, τοῦτο μὲν εἰσφορὰ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ὡς μαρτυρεῖ ἰδίᾳ ἡ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς συσταθεῖσα Σταφιδικὴ Τράπεζα, τοῦτο δὲ ἐπαναφορὰ μέρους τοῦ πρὶν εἰς βιομηχανικὴν κατανάλωσιν προωρισμένου προϊόντος αὐτῆς εἰς τὸν ἀρχικὸν τοῦτον προορισμόν του. Ἐρωτῶ δὲ νῦν, Κύριοι, ποῦ ἴχνος οἰκονομικοῦ σολοικισμοῦ ἐν τῇ τοιαύτῃ λειτουργίᾳ τῆς παρακρατήσεως, ὡς μετὰ τοῦ συνήθους αὐτῷ στόμφου ἰσχυρίσθη ὁ προαγορεύσας ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης; Ἀντίκειται εἰς ἀρχήν τινα, ἢ εἰς οἱονδήποτε κανόνα τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, τὸ νὰ εἰσφέρῃ παραγωγή τις μέρος τοῦ προϊόντός της εἰς σύστασιν Τραπέζης, προτιθεμένης τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς παραγωγῆς ταύτης; Διδάσκει κανὲν ἐγχειρίδιον πολιτικῆς οἰκονομίας, ἐξ ἐκείνων, ἐξ ὧν ἀντλοῦσι συνήθως τὰ ἐπιχειρήματά των οἱ κύριοι ἀντιπαρακρατητικοί, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναφέρωμεν προϊόν τι εἰς τὸν ἀρχικὸν προορισμόν του, ὅταν αὐτὸ παρεκκλίνῃ τούτου; Καὶ τί ἄλλο κυρίως συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἡ σταφίς, Κύριοι, ἦτο ἀρχῆθεν προωρισμένη εἰς βρῶσιν, καταναλισκομένη κυρίως ὑπὸ τῆς Ἀγγλοσαξωνικῆς φυλῆς. Εἰς βιομηχανικὴν κατανάλωσιν παρεδόθη αὐτὴ ἰδίᾳ ἀφ’ ἧς παθοῦσαι ἐκ φυλλοξήρας αἱ ἄμπελοι τῆς Γαλλίας ἄφησαν μεγάλα κενὰ εἰς τὴν οἰνοπαραγωγὴν ταύτης, ἅτινα οἱ Γάλλοι οἰνοπαραγωγοὶ ἔσπευσαν ν’ ἀναπληρώσωσι τότε διὰ τῆς οἰνοποιήσεως τῆς σταφίδος ἡμῶν. Ἡ εἰσαγωγὴ ταύτης εἰς Γαλλίαν κατήντησε νὰ ὑπερβῇ οὕτω τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια λιτρῶν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς αἱ ἄμπελοι τῆς χώρας ἐκείνης, ἀντικατασταθεῖσαι διὰ τοῦ ἀπροσβλήτου ὑπὸ τῆς φυλλοξήρας Ἀμερικανικοῦ κλήματος, ἤρξαντο ν’ ἀποδίδωσι τὴν πρώτην ἀναγκαίαν ὕλην εἰς τὴν Γαλλικὴν οἰνοπαραγωγὴν, ἀφ’ ἧς οἱ Γάλλοι ἀμπελουργοί, εὑρεθέντες πρὸ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῆς εὐθηνοτέρας πρώτης ὕλης δι’ αὐτὴν, τῆς σταφίδος, ἠπειλοῦντο ὑπὸ νέας οἰκονομικῆς καταστροφῆς, τότε ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἀδιαφοροῦσα, ἐὰν καὶ ἐκεῖ θὰ εὑρίσκοντο Βουλευταί, ὡς ὁ ἡμέτερος ἐξ Ἄρτης, οἵτινες θὰ κατηγόρουν αὐτὴν δι’ οἰκονομικὸν σολοικισμὸν, διαπραττόμενον οὕτω κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ, καὶ κηδομένη μόνον τῶν συμφερόντων τῆς ἐγχωρίας ἀμπελουργίας, χάριν προστασίας ταύτης ἐπέβαλεν αὐτόχρημα ἀπαγορευτικὸν δασμὸν εἰς τὴν ἡμετέραν σταφίδα, τὴν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἰνοποιουμένην ἐν Γαλλίᾳ. Ποῖον δὲ ἦτο τὸ ἐπακολούθημα τοῦ μέτρου τούτου τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως; Ἡ Ἑλληνικὴ σταφιδοπαραγωγή, ἥτις ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν αὐξήσει ὡς ἐκ τῆς ἐν Γαλλίᾳ μεγάλης καταναλώσεως τοῦ προϊόντος της, εἶδεν αἴφνης ἀποκλειόμενον ἐκ τῶν ἀγορῶν τῆς χώρας ἐκείνης ποσὸν πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἠναγκάσθη οὕτω νὰ ἐξαποστείλῃ εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς πρὸς βρῶσιν καταναλώσεως. Ἀλλ’ οὕτως ἐπῆλθεν ἀνισορροπία μεγάλη μεταξὺ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως τοῦ ἡμετέρου προϊόντος, ἀνισορροπία, ἥτις ἐπήνεγκε τὰς ῥαγδαίας ἐκείνας καταπτώσεις τῶν τιμῶν του κατὰ τὰ ἔτη 1894 καὶ 1895, αἵτινες δὲν ἐκάλυπτον οὐδ’ αὐτὰς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας του. Τί φυσικώτερον, τί λογικώτερον ἦτο τότε ἢ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἐπαναφορᾶς, εἰ μὴ τοῦ ὅλου, μέρους τοὐλάχιστον τοῦ τέως εἰς βιομηχανικὴν κατανάλωσιν προωρισμένου ποσοῦ εἰς τὸν ἀρχικὸν προορισμόν του, καὶ οὕτω νὰ συντελέσωμεν ἐν μέτρῳ τινὶ εἰς ἀποκατάστασιν τῆς ἰσορροπίας μεταξὺ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως τοῦ προϊόντος μας; Ἀλλ’ ἡ ἐπαναφορὰ αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς. Εὐθὺς ὡς τὸ προϊόν ἡμῶν ἐξήρχετο τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ὦμεν πλέον κύριοι αὐτοῦ. Ἀφοῦ αὐτὸ ἀπεκλείσθη ἅπαξ ἐκ τῆς κυριωτάτης ἀγορᾶς τῆς βιομηχανικῆς καταναλώσεως ἐν Γαλλίᾳ, ἅμ’ ἀποστελλόμενον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν θὰ κατέληγεν ὁπωσδήποτε εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς πρὸς βρῶσιν καταναλώσεως καὶ θὰ ἐπέφερεν ἐν αὐταῖς τὴν ἀνισορροπίαν μεταξὺ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὴν ὑποτίμησίν του. Ἰδοὺ διατὶ ἠναγκάσθημεν νὰ παρακρατήσωμεν μέρος τοῦ προϊόντος μας ἐν Ἑλλάδι, ὡς εἰσφορὰν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἐνταῦθα δὲ νὰ ἐπαναφέρωμεν αὐτὸ εἰς τὸν ἀρχικὸν προορισμόν του, εἰς τὴν βιομηχανικὴν κατανάλωσιν. Ἀλλ’ ἐλλείψει μεγάλης οἰνοποιητικῆς βιομηχανίας προσεφύγομεν τότε εἰς τὸ μόνον πρόχειρον μέσον τῆς βιομηχανικῆς καταναλώσεως τοῦ παρακρατήματος εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν. Ἡ οἰνοπνευματοποιΐα μας, Κύριοι, παρέσχε τότε μεγάλην ἐκδούλευσιν εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἐπέδωκε καὶ ἠνδρώθη οὕτως. Εἰς τὸ ἄφθονον καὶ εὔωνον τῆς πρώτης ὕλης, ἣν διὰ τῆς παρακρατήσεως παρέσχεν εἰς αὐτὴν ἡ σταφιδοπαραγωγή, ὀφείλει τὴν παροῦσαν ἀκμήν της. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἤρξατο ἐκ τοῦ παρακρατήματος ἀναπτυσσομένη καὶ οἰνοποιητική τις βιομηχανία ἐν Ἑλλάδι, ἐξ ἧς φοβηθέντες οἱ οἰνοπνευματοποιοί, μήπως ἀνυψωθῇ ἡ τιμὴ τῆς πρώτης ὕλης τῆς βιομηχανίας των, συνησπίσθησαν κατ’ αὐτῆς. Ἔχοντες δὲ τοὺς ἀντιπαρακρατητικοὺς παραστάτας των, κατώρθωσαν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ περὶ παρακρατήσεως νόμου τοῦ 1898 νὰ παρεισαχθῇ ἀπαγορευτική τις διάταξις διὰ τὴν οἰνοποίησιν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἔκτοτε εἰσαχθεῖσαν παρ’ ἡμῖν μυστελοποίησιν τοῦ παρακρατήματος. Ἐγὼ ἀντέστην τότε κατὰ τῆς τοιαύτης διατάξεως, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν αὐτὴν ἐκ συναρπαγῆς, παραπεισθεῖσα ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅπερ κατὰ παράδοξον τρόπον προέβαλον καὶ τότε, ὡς νῦν, οἱ ἀντιπαρατητικοί, καὶ καθ’ ὃ δῆθεν ὁ οἶνος καὶ τὸ μυστέλιον ἐκ τοῦ παρακρατήματος ἔρχονται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εἰς ἀνταγωνισμὸν πρὸς τὸν ἐκεῖ ἐκ τῆς ἀγοραίας σταφίδος παραγόμενον οἶνον, οὕτω δὲ ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως. Τί συνέβη ὅμως ὑπὸ τὴν τοιαύτην ἀπαγορευτικὴν διάταξιν; Ἡ μὲν Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν δύναται οὕτω νὰ τύχῃ ἱκανοποιητικῶν τιμῶν διὰ τὸ παρακράτημα, ἡ δὲ οἰνοπνευματοποιΐα μας ἀπεδείχθη ἀνίκανος νὰ καταναλώσῃ αὐτὸ ὁλόκληρον. Οὕτω πως καθίσταται πρόδηλος καὶ ὁ σκοπὸς τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν. Ἠθέλησαν, Κύριοι, διὰ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος διατάξεως νὰ ματαιώσωσι κατὰ τὸ δυνατὸν τὸν σκοπὸν τῆς παρακρατήσεως, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μειοῦται μὲν ἡ εἰσφορὰ τῆς παραγωγῆς ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, καθίσταται δὲ σχεδὸν ἀδύνατος ἡ βιομηχανικὴ κατανάλωσις ὁλοκλήρου τοῦ παρακρατήματος ἐν Ἑλλάδι. Καὶ οἱ μὲν ἀντιπαρακρατητικοὶ καταφωρῶνται τοιουτοτρόπως ἀνενδότως ἐργαζόμενοι κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως καὶ πάντα τρόπον μηχανώμενοι πρὸς ἀνατροπὴν αὐτοῦ. Τί ὅμως ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τοὺς παρακρατητικοὺς νὰ πράξωμεν πρὸς ματαίωσιν τῆς τοιαύτης ἐργασίας των; Ἡ σταφὶς, Κύριοι, ὡς πρώτη ὕλη τῆς οἰνοπνευματοποιΐας ἀδυνατεῖ ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς ἄλλας πρώτας ὕλας αὐτῆς, ἰδίᾳ πρὸς τὰς ἀμυλώδεις οὐσίας. Ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος θὰ ἦτο ὑφ’ ἓν μόνον εἶδος, ὑπὸ τὸ καθαρὸν ἀπόσταγμα οἴνου (eau de vie du vin), ὑπὸ τὸ κονιάκ. Ἐὰν δηλαδὴ ἡ σταφὶς οἰνοποιουμένη ἀπεστάζετο, τὸ δὲ ἀπόσταγμα αὐτῆς τοῦτο παρέμενεν ἐναποτεταμιευμένον ἐπὶ 4 ἢ 5 ἔτη, θ’ ἀπέδιδεν αὐτὸ κονιὰκ ἐφάμιλλον πρὸς τὰ καλλίτερα γνωστὰ κονιὰκ τῆς Γαλλίας, πρὸς τὰ ὁποῖα θ’ ἀντηγωνίζετο νικηφόρως ἕνεκα τῆς εὐθηνίας τῆς πρώτης του ὕλης. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ μόνον ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων, ὅπερ, ἔχον ὡς πρώτην βάσιν τὴν ἀποκλειστικὴν ἐγχωρίαν κατανάλωσιν τοῦ οἰνοπνεύματος, θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ παραγάγῃ γνήσιον κονιὰκ καὶ νὰ περιβάλῃ τοῦτο, ἀποστελλόμενον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, διὰ πάσης δυνατῆς ἐγγυήσεως. Ὑπὸ τὸν νῦν ὅμως ἐλεύθερον ἀνταγωνισμὸν τῆς ἐν Ἑλλάδι οἰνοπνευματοποιΐας τί συνέβη; Ἐν ἀρχῇ τὸ Ἑλληνικὸν κονιὰκ ἤρξατο κατακτῶν ἔδαφος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ ἀποφέρον ἄξια λόγου κέρδη ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν του. Ἀλλ’ ἡ αἰσχροκέρδεια, Κύριοι, παρώρμησέ τινας τῶν οἰνοπνευματοποιῶν μας νὰ νοθεύσωσιν αὐτό. Οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος οἰνοπνευματοποιοὶ, μαζοποιοῦντες τὴν σταφίδα, ἀποστάζουσιν αὐτὴν ἀπ’ εὐθείας εἰς οἰνόπνευμα, εἰς ὃ τῇ προσθήκῃ γνωστῆς τινος essence προσδίδουσι τὸ χρῶμα καὶ τὴν γεῦσιν τοῦ κονιὰκ, καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτὸ πάραυτα εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἀλλ’ οὕτω πως ἐξήγειραν ἤδη τὴν δυσπιστίαν τῶν ξένων ἀγορῶν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ κονιὰκ, ὅπερ ἔκτοτε, ἀντὶ νὰ κατακτᾷ, ἀποβάλλει ὁσημέραι ἔδαφος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἀφοῦ δὲ ὑπ’ ἄλλο εἶδος δὲν δύναται τὸ ἐκ τῆς σταφίδος οἰνόπνευμα ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὸ ἐξ ἄλλων οὐσιῶν οἰνόπνευμα τῆς ξένης οἰνοπνευματοποιΐας, ἀναγκάζεται αὐτὸ νὰ περιορισθῇ εἰς μόνην τὴν ἐγχωρίαν κατανάλωσιν. Ἀλλ’ ἡ κατανάλωσις αὕτη ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀπόσταξιν ὁλοκλήρου τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, καὶ ἂν ἔτι πάντες οἱ Ἕλληνες μεταβληθῶμεν εἰς ἀλκοολιστάς. Ἰδοὺ διατὶ ἀδυνατεῖ ἡ οἰνοπνευματοποιΐα μας νὰ καταναλώσῃ ὁλόκληρον τὴν παρακρατουμένην σταφίδα. Ἰδοὺ διατὶ ἑκόντες ἄκοντες ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν ταύτην καὶ ὑπὲρ τῆς οἰνοποιΐας. Ὁ νομοθέτης τοῦ 1899, διαγράψας τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ 1898, ἄφησε τὸ δικαίωμα, εἰς μὲν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ γνωμοδοτήσῃ, εἰς δὲ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης γνωμοδοτήσεως ν’ ἀποφασίζῃ περὶ μυστελοποιήσεως ἢ καὶ περὶ οἰνοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος. Ἤδη δὲ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπερ ἐκπροσωπεῖ τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἐγνωμάτευσεν ὑπὲρ μόνης τῆς μυστελοποιήσεως αὐτοῦ, τὴν γνώμην δὲ ταύτην ἐκύρωσεν ἐν ἀποφάσει αὐτοῦ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐγώ, Κύριοι, ἐπιδοκιμάζω πληρέστατα τὴν ἀπόφασιν ταύτην, δὲν διστάζω δὲ νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι καὶ ὑπὲρ τῆς οἰνοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος καὶ δὴ ὑπὲρ τῆς διαθέσεως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τῆς χλωρᾶς σταφίδος, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας Βουλευτής. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα, ὅπερ ἀντετάχθη μέχρι τοῦδε, ὡς εἴδομεν, κατὰ τῆς οἰνοποιήσεως καὶ μυστελοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος, εἶναι, ὅτι οὕτω πως κινδυνεύει νὰ ματαιωθῇ ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως, διότι δῆθεν ὁ οἶνος καὶ τὸ μυστέλιον ἐκ τῆς παρακρατουμένης ἐν Ἑλλάδι σταφίδος, ἀποστελλόμενα εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ἀνταγωνίζονται πρὸς τὸν ἐκεῖ παραγόμενον οἶνον ἐκ τῆς ἀγοραίας σταφίδος. Ἀλλ’ ὡς σᾶς ἀπέδειξε δι’ ἀριθμῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, εἶναι τόσον βαρὺς ὁ δασμὸς τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου οἴνου εἰς Γερμανίαν, ὥστε ἀδύνατον πάντη ν’ ἀνταγωνισθῇ αὐτὸς πρὸς τὸν ἐκεῖ παραγόμενον οἶνον ἐκ σταφίδος. Καὶ τὴν σήμερον, Κύριοι, μόνον ἐν Γερμανίᾳ οἰνοποιεῖται ἡ σταφὶς ἡμῶν, ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ προσθέσω νῦν, ὅτι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γινώσκω ἀσφαλῶς,—ἐὰν δὲ ἦτο παρὼν τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ἐπεβεβαίου καὶ αὐτὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου,—ὅτι οὐδὲν οὐδέποτε παράπονον ἀπηύθυναν οἱ βιομήχανοι, οἱ παράγοντες οἶνον ἐκ σταφίδος ἐν Γερμανίᾳ, ὅτι ὑφίστανται τοιοῦτον ἀνταγωνισμὸν, οὐδεμία οὐδέποτε ἔκθεσις περὶ τούτου ἔχει ὑποβληθῆ μέχρι τοῦδε παρὰ τῶν ἐν Γερμανίᾳ ἢ ἐν Ὁλλανδίᾳ προξένων ἡμῶν εἰς τὸ ἡμέτερον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον. Καὶ ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν τοιαῦτα παράπονα καὶ τοιαύτας ἐκθέσεις, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀξιώσωμεν οἱασδήποτε προσοχῆς τοὺς πάντη ἀνυποστάτους ἰσχυρισμοὺς τῶν παρ’ ἡμῖν οἰνοπνευματοποιῶν καὶ ἀντιπαρακρατητικῶν; Καὶ ὁ οἶνος, Κύριοι, καὶ τὸ μυστέλιον ἐκ τῆς παρακρατουμένης σταφίδος δὲν ἀποστέλλονται ἐκεῖ, ἔνθα οἰνοποιεῖται ἡ ἀγοραία ἡμῶν σταφὶς, ἀλλ’ ἐκεῖ, ἔνθα ἔχει καταστῆ ἀδύνατος πλέον ἡ διὰ τῆς βιομηχανίας οἰνοποίησις αὐτῆς. Ἐν ταῖς τελευταίαις ταύταις ἀγοραῖς δὲν ἔχει κἂν ν’ ἀνταγωνισθῇ ὁ οἶνος καὶ τὸ μυστέλιον τὸ ἐκ τῆς παρακρατουμένης σταφίδος πρὸς τοὺς οἴνους τοὺς ἐκ τῶν ἀμπέλων ἡμῶν, ἀλλὰ πρὸς τὸν δευτερεύοντα καὶ εὔωνον οἶνον καὶ πρὸς τὸ μυστέλιον ἄλλων χωρῶν, ἰδίᾳ τῆς Ἀλγερίας καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Θὰ μοι ἐπιτρέψητε, διὰ λόγους εὐνοήτους, νὰ μὴ ὀνομάσω τὰς ἀγορὰς, εἰς ἃς καταναλίσκονται τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος προϊόντα ἡμῶν. Τοῦτο μόνον παρατηρῶ νῦν, ὅτι, ἂν ἐπιτραπῇ καὶ ἡ χρησιμοποίησις χλωρᾶς σταφίδος ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, καθ’ ἃ ὑπέδειξεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, οὕτω πως οὐ μόνον θὰ διευκολύνωμεν μεγάλως τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ἰδίᾳ ὅταν συμπίπτῃ καιρὸς βροχερὸς, πρὸς τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ σταφιδοκάρπου, οὐ μόνον οἰκονομία μεγάλη θὰ ἐγίνετο ἐν τοῖς ἐξόδοις τῆς ἀποξηράνσεως καὶ μοσχεύσεως τοῦ παρακρατουμένου σταφιδοκάρπου πρὸς οἰνοποίησιν, οὐ μόνον ἡ ποιότης τοῦ οἴνου καὶ τοῦ μυστελίου ἐκ τοῦ παρακρατήματος θὰ ἦτο καλλιτέρα, ἀλλὰ θὰ προελαμβάνετο ἐν τῷ μέλλοντι καὶ πᾶσα ἀφορμὴ παρακωλύσεως τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεώς των. Ἡ οἰνοποίησις, Κύριοι, καὶ μυστελοποίησις τοῦ παρακρατήματος, καὶ δὴ μὲ τὴν διάθεσιν καὶ χλωρᾶς σταφίδος ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Οὕτω πως θὰ καταναλίσκηται ὁλόκληρον τὸ παρακράτημα εἰς ὅσον οἷόν τε μείζονας τιμὰς, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς ὑπ’ αὐτῆς ἐκπροσωπουμένης σταφιδοπαραγωγῆς. Οὕτω πως ἐλπὶς ὑπάρχει ν’ ἀναπτυχθῇ μεγάλη οἰνοποιητικὴ βιομηχανία ἐν Ἑλλάδι, μέλλουσα νὰ εἰσάγῃ ἱκανὸν χρυσὸν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Ἡ δὲ τοιαύτη βιομηχανία σὺν τῷ χρόνῳ προαγομένη θὰ προμηθεύηται καὶ ἀγοραίαν σταφίδα, θ’ ἀποβῇ δὲ ὁ σκαπανεὺς τῆς ἐν τῷ μέλλοντι διαδόσεως καὶ τῶν ἐξ ἀμπέλων οἴνων ἡμῶν. Ὁ Θεὸς, Κύριοι, ηὐλόγησε τὴν Ἑλλάδα δι’ ἑνὸς μονοπωλιακοῦ προϊόντος, ὅπερ ἐν οὐδεμιᾷ ἄλλῃ χώρᾳ τῆς ὑφηλίου δύναται νὰ παραχθῇ, ὡς ἀπέδειξαν πᾶσαι αἱ μάτην γενόμεναι πρὸς τοῦτο ἀπόπειραι. Τοῦτο δικαιολογεῖ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὴν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεώς του. Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν παρακράτησιν ταύτην δὲν πρέπει νὰ ὑποθάλψωμεν καὶ προαγάγωμεν τὸν ἀλκοολισμὸν ἐν Ἑλλάδι, ὡς γίνεται νῦν ὑπὸ τὴν ἀποκλειστικὴν διάθεσιν τοῦ παρακρατήματος ὑπὲρ τῆς οἰνοπνευματοποιΐας. Οὕτω πως τὸ μονοπωλιακὸν προϊόν μας κινδυνεύει ν’ ἀποβῇ εἰς κατάραν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ σταφὶς εἶναι, κυρίως εἰπεῖν, οἶνος ξηρός. Ὡς τοιαύτη ἐχρησιμοποιεῖτο ἐν Γαλλίᾳ, ὡς τοιαύτη πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ νῦν καὶ ἐν Ἑλλάδι οἰνοποιουμένη. Αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος προορισμός της μετὰ τὴν πρὸς βρῶσιν κατανάλωσιν, ἥτις ὅμως ἀνέκαθεν εἶναι μονοπωλιακὴ διὰ μόνην τὴν Ἀγγλοσαξωνικὴν φυλὴν, οὐδὲ δύναται τόσον εὐκόλως νὰ διαδοθῇ καὶ εἰς ἄλλους λαοὺς, ὡς νομίζουσί τινες παρ’ ἡμῖν, οἱ ὁποῖοι ὅμως διαψεύδονται ὑπὸ τῆς ἱστορίας τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος ἡμῶν. Δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν προσοχὴν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν κατὰ τῆς οἰνοποιήσεως καὶ μυστελοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος. Αὐτοὶ εἶναι καὶ θὰ ἦναι πάντοτε ἐχθροὶ τῆς παρακρατήσεως, δι’ οὓς αὐτοὶ οἴδασι λόγους, ἀδιαφοροῦντες ἐὰν ἄνευ τῆς παρακρατήσεως θὰ ἐκινδύνευε νὰ καταστραφῇ ἡ κυριωτάτη παραγωγὴ τῆς χώρας ἡμῶν καὶ νὰ στειρεύσῃ ἡ πρωτίστη πηγὴ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου. Οὐδὲ πρέπει νὰ μᾶς ἀποπλανήσωσι νῦν, ἐὰν αἴφνης προσποιῶνται ὅτι αὐτοὶ, κηδόμενοι δῆθεν τῆς παρακρατήσεως, θέλουσι νὰ περιορίσωσι τὴν διάδοσιν τοῦ παρακρατήματος ὑπὲρ μόνης τῆς οἰνοπνευματοποιΐας. Πράττουσι τοῦτο ἐν ἐπιγνώσει, ὅτι οὕτω πως δύνανται ἀσφαλέστερον νὰ ὑπονομεύσωσι τὴν παρακράτησιν. Ἀπέναντι τοῦ τοιούτου προσποιητοῦ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ θεσμοῦ, ὃν αὐτοὶ ἀρχῆθεν τόσον ἐκθύμως κατεπολέμησαν, ἂς ἔχωμεν πάντοτε κατὰ νοῦν τὸ ἀρχαῖον ἐκεῖνο ῥωμαϊκὸν λόγιον: «Timeo Danaos et dona ferentes!»
§29Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ παρακράτησις, Κύριοι, δηλ. ἡ ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἐξήγετο εἰς τὸ ἐμπόριον, εἶχεν ἀποστολὴν νὰ περιορίσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐξήγετο πρὸς βρῶσιν, καὶ οὕτω νὰ τηρηθῶσιν αἱ δίκαιαι τιμαὶ, τὰς ὁποίας προηγουμένως εἶχε τὸ προϊόν αὐτό. Προκειμένου περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος, δὲν εἶναι ἀνάγκη μεγάλης μελέτης, διότι οἱ κτηματίαι, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὸ παρακράτημα, ἔχουσιν ἕνα σκοπὸν, πῶς τὸ ὑπόλοιπον νὰ πωλήσωσιν εἰς τοιαύτας τιμὰς, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν παραγωγήν. Ἅμα ὡς ἔδωσαν τὸ περίσσευμα εἰς τὴν παρακράτησιν, δὲν ἔχουν παρὰ νὰ φροντίσουν, ὅπως τοῦτο χρησιμοποιηθῇ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ παραβλάπτῃ τὸ ὑπόλοιπον, τὸ δοθὲν εἰς τὸ ἐμπόριον· ἀδιάφορον εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει, εἴτε εἰς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἢ οἴνου, εἴτε εἰς ἄλλον σκοπόν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐρρήθη, ὅτι, ἂν μείνῃ ἐλευθέρα ἡ χρῆσις τοῦ παρακρατήματος, ἐλαττοῦται τὸ πρὸς βρῶσιν ποσὸν, καὶ ἐμποδίζεται ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν. Ἀλλὰ τοιοῦτος φόβος δὲν ὑπάρχει, διότι οἱ βιομήχανοι δὲν δύνανται νὰ μεταχειρισθῶσιν εἰς τὴν ἐργασίαν των σταφίδα, παρὰ μόνον, ὅταν αἱ τιμαὶ ἦναι χαμηλαί· ὥστε δὲν βλάπτει ἡ χρῆσις τοῦ παρακρατήματος τὴν κατανάλωσιν τοῦ εἰς ἐμπορίαν διδομένου σταφιδοκάρπου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ὠφελήσῃ τὴν βιομηχανίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν χρῆσιν τοῦ παρακρατήματος εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ἐὰν πωληθῇ τὸ παρακράτημα εἰς τὴν Γερμανίαν, θ’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως· ἐὰν δὲ τὸ περιορίσητε εἰς τὴν Γερμανίαν, δὲν θ’ αὐξήσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ κατανάλωσις, ἀφοῦ αἱ τιμαὶ εἶναι χαμηλαί. Ἤκουσα λεγόμενον παρὰ συναδέλφων, ὅτι ἡ χλωρὰ σταφὶς δύναται νὰ παρασκευασθῇ οὕτως, ὥστε νὰ σταλῇ εἰς Μασσαλίαν, καὶ ἐκεῖ νὰ οἰνοποιηθῇ, χωρὶς νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, διότι δὲν θὰ ἦναι ξηρὰ σταφίς. Ἐὰν τοῦτο δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ καὶ ἐπιτύχῃ ἡ βιομηχανία, τὸ θεωρῶ σπουδαιότατον.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Παναγιωτοπούλου, βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, ἤγειρε τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τίνα λόγον ἐπείσθη, ὅτι ἡ μυστελοποίησις τῆς σταφίδος δὲν παραβλάπτει τὴν ἐμπορίαν τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου προετάχθη νέα πρότασις, ἐντελῶς νέα, περιέχουσα ἐννοίας πρώτην φορὰν προτεινομένας εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ μυστελοποίησις οὐ μόνον τοῦ ξηροῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου ἀποτεταμιευμένου, ἀλλὰ καὶ τοῦ νωποῦ σταφιδοκάρπου. Διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας προσδοκᾷ, ὅτι τοιουτοτρόπως θέλει ἐγκατασταθῆ οἰνοποιΐα ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ, τοῦτο δὲ θέλει παρουσιάσει νέας ἀγορὰς εἰς τὴν κατανάλωσιν. Τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ ἐξ Ἠλείας κ. Βουλευτοῦ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ, καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν του, ἵνα ἴδωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιτραπῇ, ἀντὶ τοῦ εἰς ξηρὰν κατάστασιν σταφιδοκάρπου, νὰ γίνηται δεκτὸς ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου καὶ νωπὸς σταφιδόκαρπος, καὶ ἂν ἡ χρησιμοποίησις αὐτοῦ εἰς οἰνοποιΐαν δύναται νὰ γένηται ἄνευ βλάβης τῆς καταναλώσεως τοῦ τε εἰς τὴν ἐμπορίαν παραδιδομένου σταφιδοκάρπου ὡς καὶ παντὸς ἄλλου προϊόντος, χρησιμεύοντος νῦν εἰς οἰνοποιΐαν. Ἀλλ’ ἡ κυρία πρότασις εἶναι πάντοτε ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας. Ὅτε κατὰ τὰ 1895 ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ σταφίδος καὶ ἐψηφίσθη ὑπ’ αὐτῆς, τότε ἐγένετο δεκτὴ διάταξις, καταχωρισθεῖσα ἐν τῷ νόμῳ, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται ἡ εἰς τὸ ἐμπόριον παράδοσις τοῦ εἰς τὰς δημοσίας ἀποθήκας παραδιδομένου σταφιδοκάρπου. Ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παραδίδεται εἰς τὰς δημοσίας ἀποθήκας, ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ἀπὸ τὸ ἐμπόριον, ἵνα κατασταθῇ εὐκολωτέρα ἡ κατανάλωσις τοῦ ὑπολοίπου προϊόντος, ἤθελε δημιουργηθῆ ἐπικίνδυνος ἀνταγωνιστὴς, ἐὰν ἐπετρέπετο νὰ δίδηται εἰς πώλησιν τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου ἀποτεταμιευμένον ποσόν. Ὁ ἀνταγωνιστὴς οὗτος ἤθελεν εἶναι ἰσχυρότερος ἀπὸ πάντας τοὺς ἐμπόρους, διότι ὁ ἀνταγωνιστὴς θὰ ἦσαν αἱ δημόσιαι ἀποθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἤθελον περιέχει 80 ἢ 100 ἑκατομμύρια λίτρας σταφίδος. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ περιληφθεῖσα ἐν τῷ νόμῳ ἀπαγόρευσις ἦτο ὀρθὴ, καὶ συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας. Καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο τότε ἐν τῇ Βουλῇ ὁ νόμος τοῦ 1895, μοὶ ἐπροτάθη ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἐργοληψιῶν νὰ ἀγοράσῃ αὐτὴ ὅλον τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου ἀντὶ 30 δραχμῶν τὴν χιλιάδα. Ἡ πρότασις αὕτη μοὶ ἐφάνη ἀξία μελέτης, καὶ ἐμελέτησα ὄντως αὐτήν· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν μοὶ ἐγένετο γνωστὸς ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητεῖτο ἡ ἀγορὰ, ἀνέβαλον πᾶσαν ἐπ’ αὐτῆς ἀπόφασιν. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον παρεστάθησαν βιομήχανοι ἐν Ἀθήναις, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐζήτησαν ν’ ἀγοράσωσιν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου σταφιδόκαρπον, ὅπως δοκιμάσωσιν, ἂν δύνανται νὰ ἐξαγάγωσιν ἐξ αὐτοῦ σεράπιον ἢ μυστέλιον. Μοὶ παρεστάθη δὲ, ὅτι ἡ μυστελοποίησις δὲν ἐσκόπει οἰνοποίησιν, ἀλλὰ τὴν παρασκευὴν ὑγροῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελε χρησιμεύσει εἰς βρῶσιν μετὰ τοῦ ἄρτου. Ἐνέδωκα μὲν τότε, ἀλλὰ κατόπιν, ὅτε ἔμαθον ὅτι τὸ μυστέλιον, τὸ ὁποῖον κατεσκεύαζον, ἀπέστελλον εἰς Εὐρώπην, καὶ ἐκεῖ τοῦτο ἐχρησιμοποιεῖτο πρὸς οἰνοποίησιν, ἐσταμάτησα τὴν πώλησιν σταφιδοκάρπου ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς μυστελοποίησιν. Τελευταῖον ὁ κ. ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐκτελῶν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης παρέσχεν αὐτῷ, ἔδωσε τὴν ἄδειαν τῆς ἐκποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς μυστελοποίησιν. Ἀλλὰ τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἐξεδήλωσεν, ἔχω καὶ ἐγώ, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποῖοι λόγοι ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ τοιαύτη διάθεσις τοῦ σταφιδοκάρπου πρὸς κατασκευὴν μυστελίου, χρησιμοποιουμένου εἰς οἰνοποίησιν, δὲν ἀναιρεῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου τοῦ 1895, δὲν ἀνταγωνίζεται πρὸς τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, ἀφοῦ τὸ μυστέλιον τοῦτο εἰσάγεται εἰς τὴν Εὐρώπην, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς οἰνοποίησιν. Κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα, ἀπὸ τοῦ 1897, διάφοροι ἐμπορευόμενοι τὴν σταφίδα καὶ ἄλλοι διευθυνταὶ οἰνοποιΐας ἦλθον πρός με καὶ συνεζήτησαν μετ’ ἐμοῦ περὶ τούτου. Ὁμολογῶ, ὅτι βιομήχανος μεγάλης οἰνοποιΐας συνεζήτησε διὰ μακρῶν μετ’ ἐμοῦ, θέλων ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ κατασκευὴ οἴνου ἐκ τῆς σταφίδος δὲν παραβλάπτει τελείως τὸ κοινὸν ἐμπόριον τῆς σταφίδος. Καὶ ἐνδέχεται νὰ ἦναι ὀρθὴ ἡ γνώμη αὐτοῦ αὕτη καὶ ἀληθής, ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπείσθην. Ὡσαύτως ἕτερος, ἐνασχολούμενος εἰς τὴν ἐμπορίαν τῆς σταφίδος, ἀνεγνώριζε μέν, ὅτι ἡ πρὸς οἰνοποίησιν διάθεσις τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου σταφιδοκάρπου ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὴν κοινὴν ἐμπορίαν τῆς σταφίδος, ἐνόμιζεν ὅμως, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὴν κοινὴν ἐμπορίαν τῆς σταφίδος, ἐὰν προσδιωρίζετο ἡ τιμὴ τοῦ πρὸς οἰνοποίησιν, εἴτε ἄμεσον, εἴτε ἔμμεσον διὰ μυστελοποιήσεως, πωλουμένου σταφιδοκάρπου, κάτωθι τῆς ὁποίας τιμῆς δὲν ἤθελεν ἐπιτρέπεσθαι πώλησις σταφιδοκάρπου πρὸς μυστελοποίησιν. Προσδιώριζε μάλιστα τὴν τιμὴν εἰς 120 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, ἰσχυριζόμενος, ὅτι, ἂν ὁρισθῇ τοιαύτη τιμή, καὶ ἀπαγορευθῇ ἡ πώλησις κάτωθι αὐτῆς, οἱ παραγωγοὶ σταφίδος θέλουσι δύνασθαι νὰ πωλῶσι τὸ εἰς ἐμπορίαν προϊόν των ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 120 δραχμῶν, συμφέρει δ’ αὐτοῖς νὰ πωλῶσι τὴν σταφίδα των εἰς τὴν τιμὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἐγώ, στερούμενος τῶν ἀναγκαίων πρακτικῶν γνώσεων καὶ στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιθυμῶ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζει, ὅτι ἡ διάθεσις τοῦ σταφιδοκάρπου πρὸς μυστελοποίησιν δὲν παραβλάπτει τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος.
§31Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ νόμος περὶ τῆς εἰς εἶδος εἰσπράξεως τοῦ σταφιδοκάρπου χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1895. Εἰς τὸν νόμον τοῦτον κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη ὑπῆρχε διάταξις ἐπιτρέπουσα τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ σταφιδοκάρπου πρὸς πᾶσαν βιομηχανίαν· τοσαύτη δ’ ὑπῆρξεν ἡ ὑπὲρ τῆς μυστελοποιήσεως στοργὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τότε διώκει τὰ κοινὰ, ὥστε, ὅτε ἐξεδόθη διάταγμα καθορίζον τὰς τιμὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐπετρέπετο ἡ πώλησις τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου, καθώρισε τὴν τιμὴν τῆς πρὸς κατασκευὴν σεραπίου χρησιμοποιουμένης σταφίδος κατὰ 10 δραχμὰς ἐλάσσονα τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἐπετρέπετο ν’ ἀγοράζωσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοί. Κατὰ τὰ πρῶτα μάλιστα ἔτη ἐγίνετο ἀρκετὴ χρῆσις σταφίδος πρὸς κατασκευὴν σεραπίου. Ὅτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς παρακρατήσεως διὰ τὸ 1897, τότε ὡρισμένων ἐπαρχιῶν ἀντιπρόσωποι προέβαλον, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης μυστελοποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν· ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν παρεδέχθη τὴν γνώμην ταύτην. Οὕτω δὲ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1897 δὲν εἰσήχθη διάταξις ἀπαγορεύουσα ταύτην. Κατὰ τὸ 1898 εἰσήχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς παρακρατήσεως διὰ τὸ 1898, ὅμοιον πρὸς τοὺς νόμους τοὺς λειτουργοῦντας κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη. Ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ οἱ ἐκ τῶν αὐτῶν ἐπαρχιῶν Βουλευταὶ ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐψηφίσθη διάταξις ἀπαγορεύουσα τὴν χρῆσιν τοῦ σταφιδοκάρπου πρὸς μυστελοποίησιν. Τοσούτῳ δ’ ἐσπευσμένως προσετέθη ἐν τῷ νόμῳ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη, ὥστε οὐδεμία διάταξις ποινικὴ ἐτέθη πρὸς κύρωσιν τῆς ἀπαγορεύσεως. Ὅτε δ’ ἐφηρμόσθη ὁ νόμος οὗτος καὶ παράβασις αὐτοῦ ἀνεκαλύφθη, δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν οὐδεμίαν νὰ ἐπιβάλω ποινὴν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου τούτου προέβη εἰς τὴν κατασκευὴν μυστελίου, ἠρκέσθην δ’ ὡς ἐκ τούτου νὰ τὸν ὑποχρεώσω μόνον εἰς πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς. Κατὰ τὸ 1899 εἰσήχθη ὁ νόμος ὁ νῦν λειτουργῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν εἶχον περιλάβει διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τὴν μυστελοποίησιν ἢ οἰνοποίησιν, διότι ὑπέλαβον, ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τοῦ τελευταίου νόμου εἰσήχθη ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξις, δὲν ἔπρεπε νὰ περιλάβω ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ αὐτήν· ἀλλ’ αἱ συζητήσεις αἱ γενόμεναι ἐν τῇ Βουλῇ μὲ ἔπεισαν νὰ δεχθῶ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ διάθεσις τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ πρὸς μυστελοποίησιν καὶ πρὸς οἰνοποίησιν, ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης ἤθελε πεισθῇ, ὅτι δὲν παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Ὅτε πρὸ τινων μηνῶν ὑπεβλήθησαν προτάσεις τοιαῦται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς διαφόρους ἐρεύνας, μήπως διὰ τῆς τοιαύτης μετασκευῆς τοῦ σταφιδοκάρπου ἤθελεν ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τὸ καταναλισκόμενον εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγοράς, ὅτε βεβαίως ἤθελεν ἐπέλθει βλάβη. Ἐκ τῶν γενομένων ἐρευνῶν ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας, ὅτε ἐξήγετο μυστέλιον εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγορὰς, οὐδεμίαν ἤσκησε τοῦτο ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ καταναλισκομένου εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ταύτας ἀγοράς. Καὶ ὅτε ἴσχυεν ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη, δηλ, κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899, δὲν ἔπαυσεν ἡ κατασκευὴ μυστελίου, διότι, ὅτε αἱ σταφίδες ἐπωλοῦντο εἰς τιμὴν ἐπιτρέπουσαν εἰς τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα νὰ κατασκευάζωσι σεράπιον, κατεσκεύαζον δι’ αὐτῶν ἢ τῶν νωπῶν σταφυλῶν σεράπιον καὶ ἀπέστελλον αὐτὸ εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἐξητάσαμεν πάντας τοὺς ἁρμοδίους, καὶ ἐπείσθημεν, ὅτι οὐδεμία βλάβη ἐπέρχεται εἰς τὸν σταφιδοπαραγωγόν. Ἀνέβαλον ὅμως νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ τοιαύτη χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, ἦτο δυνατὸν νὰ παραβλάπτῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἀμπελοκτημόνων, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι γλεῦκος ἢ οἶνος τῆς ἀμπέλου ἐξάγεται εἰς εὐρωπαϊκὰς ἀγοράς. Εἶναι τοιαύτη ὅμως ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ οἴνου ὅστις κατασκευάζεται ἐκ νωπῶν σταφυλῶν ἢ σταφίδος καὶ τοῦ οἴνου ὅστις κατασκευάζεται ἐκ σεραπίου, ὥστε ἀπεφασίσαμεν, μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν χρησιμοποίησιν πρὸς μυστελοποίησιν. Ἀνεβάλομεν δὲ ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῆς ἑτέρας προτάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου πρὸς οἰνοποίησιν μέχρις οὗ πεισθῶμεν, ὅτι δὲν θέλουσι παραβλαφθῆ τὰ συμφέροντα τῶν ἀμπελοκτημόνων. Κατὰ τὰς πληροφορίας δὲ, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τῶν ἁρμοδίων προξενικῶν ἀρχῶν, τὸ μυστέλιον, εἰσαγόμενον εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας, δὲν παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ σταφιδικοῦ ἐμπορίου, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ μυστέλιον δὲν χρησιμοποιεῖται πρὸς κατασκευὴν οἴνου, ἀλλὰ πρὸς κατασκευὴν ἄλλων ποτῶν.
§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, τρεῖς τῶν προαγορευσάντων παρεξήγησαν ὅσα εἶπον, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παράσχω ἐξηγήσεις τινάς. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα, ὅτι πρέπει νὰ παρακωλυθῇ ἡ μετατροπὴ τῆς ξηρᾶς σταφίδος εἰς μυστέλιον ἢ οἶνον, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐπιτραπῇ ἡ μετατροπὴ εἰς μυστέλιον τῆς σταφίδος τῆς παρακρατουμένης, καλὸν θὰ ἦτο, ὅπως, ἂν καὶ ἡ χλωρὰ σταφὶς θὰ μετατρέπηται συγχρόνως εἰς μυστέλιον, αὐτὴ συνυπολογίζηται εἰς τὸ παρακράτημα. Τοῦτο, ἵνα μὴ ἀπειλώμεθα νὰ ἴδωμεν τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ τεθὲν ἐκτὸς τῆς ἐμπορίας διὰ τῆς παρακρατήσεως, αὐξανόμενον αἴφνης πέραν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὡρίσαμεν διὰ τὸ ἔτος νὰ παρακρατηθῇ πρὸς ἱκανοποίησιν καὶ τῶν παραγωγῶν καὶ τῶν καταναλωτῶν. Ἂν ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁρίζουσα τὸ παρακράτημα κατ’ ἔτος, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς καὶ παρακράτημα χλωρᾶς σταφίδος, μικρότερον θὰ ὥριζε τοῦτο πιθανῶς, ἢ καὶ θὰ περιώριζεν εἰς τὸ ὑποχρεωτικὸν ποσὸν τοῦ 10% μόνον. Οὕτω νέα εἰσάγεται ἐκτὸς τῆς ἐπιτροπῆς ἐξουσία διὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ παρακρατήματος. Τοῦτο δὲ βεβαίως θὰ ἐπέρχηται, ἂν σπουδαῖον ποσὸν χλωρᾶς σταφίδος οἰνοποιῆται ἢ μυστελοποιῆται κατ’ ἔτος, καὶ μάλιστα πολλοὶ, θέλοντες νὰ πωλήσωσι τὴν σταφίδα αὑτῶν χλωρὰν, δὲν θὰ ὑποχρεῶνται ἢ δικαιῶνται οὔτε τὴν ἀναλογοῦσαν εἰς αὐτοὺς νὰ ὑπολογίσωσιν εἰς τὴν παρακράτησιν. Πρὸς αὐτὸ δὲ βεβαίως συνεφώνουν καὶ οἱ λόγοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, εἰπόντος ὅτι πρέπει νὰ διευκολυνθῇ ἡ μετατροπὴ τῆς σταφίδος, εἴτε ξηρᾶς εἴτε χλωρᾶς, οὐ μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας ἀνάγκας, πλὴν ἐκείνων, δι’ ἃς σήμερον ἐπιτρέπεται, ὅπως τοιουτοτρόπως τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως ἐνισχύσωμεν πρακτικώτερον καὶ σκοπιμώτερον, καὶ παρακάμψωμεν τὸν σκόπελον, εἰς τὸν ὁποῖον κινδυνεύει σήμερον νὰ συντριβῇ, περιοριζομένη εἰς ἓν μόνον μέσον χρησιμοποιήσεως, τὸ τῆς κατασκευῆς οἰνοπνεύματος· διότι, ἂν μόνον εἰς τὸ οἰνόπνευμα ἢ εἰς τὸ κατασκευαζόμενον ὀλίγον κονιὰκ πρόκειται νὰ χρησιμοποιῆται αὕτη, βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ὅ,τι πάντες ἐπιδιώκομεν, τὸ νὰ ἔχωμεν καὶ ἐκ τοῦ παρακρατήματος ὠφέλειάν τινα ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ οὕτω δυνηθῶμεν νὰ διατηρήσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐν τῇ Βουλῇ σήμερον ὑπεστηρίχθη, καὶ πολὺ δικαίως, ὅτι οὐ μόνον εἰς μυστέλιον πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ νὰ μετατρέπηται ἡ σταφίς, ἀλλὰ καὶ εἰς οἶνον, ὡς δὲ μανθάνομεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἡ πρότασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὑπῆρξεν, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια, δυνάμει τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν χρησιμοποίησιν τῆς παρακρατουμένης σταφίδος καὶ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, ἐκτὸς τῆς οἰνοπνευματοποιήσεως. Καὶ δὲν εἶναι ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ μεταποιῆται ἡ παρακρατουμένη σταφὶς εἰς οἶνον, οἶνον δὲ εἰδικῶς παραγόμενον διὰ τὴν ἐξαγωγὴν, οὐχὶ δὲ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Οὕτω θὰ δυνηθῶμεν μετὰ τῆς ξηρᾶς σταφίδος νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ ἀρκετὸν ποσὸν χλωρᾶς σταφίδος πρὸς παραγωγὴν οἴνου ἐξαγωγῆς. Ὅπως δὲ διαγωνισθῶμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἐπὶ τῶν οἴνων, πρέπει τὰ ἑξῆς τρία νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν· πρῶτον, ὅτι θὰ χρησιμοποιῶμεν ξηρὰν σταφίδα, ἐκ τῆς παρακρατουμένης ὅμως, ὅτε θὰ ἔχωμεν αὐτὴν εἰς σχετικῶς κατωτέραν τιμήν· δεύτερον, ὅτι θὰ δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιῶμεν καὶ χλωρὰν σταφίδα, ἥτις καλλιτέρας ποιότητος κατασκευάζει τὸν οἶνον παρ’ ὅσον μόνη ξηρὰ σταφίς· καὶ τρίτον, ὅτι θ’ ἀναμιγνύωμεν τὸν σταφιδίτην αὐτὸν οἶνον μετὰ διαφόρων οἴνων ἐκ σταφυλῶν, διότι μόνον διὰ τῆς καταλλήλου ἀναμίξεως τῶν οἴνων ἐπιτυγχάνεται ὁ καλὸς οἶνος, καὶ καλλίτερον ἢ διὰ παντὸς ἄλλου μέσου συντηρεῖται καὶ ἀκινδύνως μεταφέρεται ὁ οἶνος, ἂν ἀναμιχθῇ ἔν τινι ἀναλογίᾳ μετὰ σταφιδίτου οἴνου. Τοιαύτη ἀνάμιξις ἀπαλλάττει ἀπὸ τὰς πολλαπλᾶς μεταγγίσεις τοὺς οἴνους, οὓς προορίζει τις διὰ τὸ ἐξωτερικόν, καὶ ἀπὸ τὴν ἀνάμιξιν μετ’ οἰνοπνεύματος, ὅπερ συντηρεῖ μὲν αὐτοὺς, ἀλλὰ καταστρέφει τὴν καλὴν ποιότητα. Διὰ τοιούτου τρόπου θέλομεν καταναλίσκει ἐπωφελῶς οὐ μόνον μέγα μέρος τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ μέγα μέρος χλωρᾶς σταφίδος, ἡ ὁποία θὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν παρακράτησιν. Τοιαῦτα δὲ εἶναι τὰ πλεονεκτήματα τοῦ ἐκ σταφίδος οἴνου, ὥστε βεβαίως συμφέρει νὰ μεταποιῆται αὕτη εἰς οἶνον. Διότι, ὡς εἶπον, ἀποδίδει ἐπὶ τοῦ βάρους διπλάσιον καὶ τριπλάσιον ποσὸν παρ’ ὅ,τι ἀπέδιδεν ἡ ξηρὰ σταφὶς, ὁ δ’ οἶνος ὁ ἐκ σταφίδος δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν προφυλάξεων καὶ φροντίδων, οἵων ὁ ἐκ σταφυλῶν οἶνος, ἵνα ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Οὐδέποτε ἢ σπανίως τοιοῦτος οἶνος θὰ ξυνίζῃ, καίτοι μὴ ἀναμιχθεὶς μὲ οἰνόπνευμα, ἀλλὰ μόνον μετὰ σταφιδίτου, ὅστις καὶ αὐτὸς εἶναι οἶνος καὶ οὐδεμίαν μεταδίδει ὀσμὴν οἰνοπνεύματος εἰς αὐτόν. Ἡ ὀσμὴ τοῦ οἰνοπνεύματος εὐκόλως ἀναγνωρίζεται καὶ δυσφημεῖ καὶ τὸν καλλίτερον οἶνον. Πάντα ταῦτα εἶναι πολύτιμα προσόντα διὰ τὴν ἑλληνικὴν οἰνοποιΐαν τῆς ἐξαγωγῆς. Μὲ τοιαῦτα προσόντα, μὲ τοιαῦτα φυσικὰ προνόμια οἰνοποιΐας δυνάμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν μετὰ θάρρους εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀγοράς. Ἐν τούτοις εἰς τὸ ἔργον τοῦτο οὐδεμίαν ἐστρέψαμεν προσοχὴν, καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἥτις κέκτηται τὰ μέσα πάντα, καὶ ἥτις κυρίαν ἀποστολὴν ἔχει ν’ ἀνοίξῃ νέον στάδιον καταναλώσεως τῆς σταφίδος, ὤφειλε ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν παραγωγὴν οἴνου ἐκ σταφυλῆς καὶ σταφίδος ἀρεστοῦ εἰς τὰς ξένας ἀγοράς, εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς καταναλωτὰς οἴνων. Ἡ χρησιμοποίησις τοῦ παρακρατήματος εἰς οἰνοπνευματοποιΐαν οὐ μόνον γίνεται ὑπὸ ἥκιστα ἐπικερδεῖς ὅρους,—καὶ ἀπόδειξις αἱ δημοπρασίαι τῆς πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος, αἱ ἀφίνουσαι πολὺ μικρότερον κέρδος ἢ ὅσον δικαιοῦταί τις νὰ περιμένῃ, —ἀλλὰ καὶ δὲν ἐξαντλεῖ τόσον ποσὸν, ὅσον ἀπαιτεῖ ἐνίοτε ἡ ἀνάγκη τῆς βελτιώσεως τῶν τιμῶν. Διὰ τοῦτο πρέπει ἐν τῇ τροποποιήσει, ἥτις ἴσως ἤθελε γείνῃ δεκτὸν νὰ ἐπενεχθῇ εἰς τὸν ὑπάρχοντα νόμον, νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ πῶς ἔσται δυνατὸν ἡ ξηρὰ ἢ νωπὴ σταφὶς, ἢ μεταποιουμένη εἰς οἶνον, νὰ ὑπολογίζηται εἰς τὸ παρακράτημα, ἀνεξαρτήτως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ οἰνοποιΐα ἤθελεν ἀγοράζει, ἂν τῇ συμφέρῃ, ἵνα μεταποιῇ εἰς οἶνον. Ὅταν τοῦτο γείνῃ, θὰ ἔχωμεν ὑπὲρ τῆς σταφίδος καὶ διαγωνισμὸν, διότι θὰ ἐπιζητῆται ἥ τε χλωρὰ καὶ ἡ ξηρὰ, καὶ οὐ μόνον ἀπὸ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς οἰνοποιοὺς, καὶ βεβαίως τότε θὰ ἐπέλθῃ ἡ ὑπερτίμησις τῆς παρακρατουμένης σταφίδος. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν προσέτι νὰ βοηθήσωμεν νὰ ἱδρυθῶσι τέλεια οἰνοποιεῖα ἐν Ἑλλάδι δι’ οἰνοποιήσεως τῆς σταφίδος καὶ νὰ δημιουργήσωμεν ἀγορὰς οἴνου διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθωμεν νὰ κατασκευάζωμεν ἀληθῆ οἶνον διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, οἶνον δυνάμενον νὰ ἐξαχθῇ καὶ καταναλωθῇ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διότι σήμερον ἐξάγομεν μόνον ὑλικὸν δι’ οἶνον, ὑλικὸν πρὸς κερδοσκοπίαν. Οἶνος ἑλληνικὸς διὰ τὴν ἀλλοδαπὴν δὲν ὑπάρχει. Ἡ οἰνοποίησις ὅμως τῆς σταφίδος ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῆς ἐκ σταφυλῶν εἶναι μία τῶν χρησιμωτάτων καὶ ἐπικερδεστάτων βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων ἐξ ὅσων δυνάμεθα ν’ ἀνοίξωμεν εἰς τὴν παρακρατουμένην σταφίδα καὶ ἐν γένει τὴν σταφίδα. Ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων καὶ ἄλλοι συνηγοροῦσιν, ὅπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μελετήσῃ καὶ πάλιν τὴν πρότασιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ἐνισχύσῃ οὐ μόνον διὰ τῆς ἀδείας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλων νομοθετικῶν μέτρων, τὴν μετατροπὴν τῆς σταφίδος τοῦ παρακρατήματος, ξηρᾶς ἢ χλωρᾶς, εἰς οἶνον, ἀφινομένης ἐλευθέρας τῆς μετατροπῆς ταύτης διὰ τὸ ἐξωτερικόν· καὶ ταῦτα διὰ νομοθετικῶν διατάξεων νέων, αἱ ὁποῖαι θέλουσι κανονίσει τὰς λεπτομερείας καὶ τὸν τρόπον τοῦ καταλογισμοῦ τῆς χλωρᾶς σταφίδος εἰς τὴν ξηράν. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα πρέπει ν’ ἀνοίξῃ στάδιον εὐρύτερον βιομηχανιῶν τῆς σταφίδος. Αὕτη δὲν ἀρκεῖ νὰ παρακρατῆται, ἀλλὰ δέον καὶ ἐπικερδῶς νὰ χρησιμοποιῆται κατὰ πολλοὺς τρόπους. Οὕτω δυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν τὴν παρακράτησιν καὶ νὰ ἴδωμεν αὐτὴν φθάνουσαν εἰς ἀποτελέσματα εὐχάριστα. Ἐπειδὴ δ’ ἐλήφθη ἀφορμὴ σήμερον, ἐξ ὅσων ἐρρήθησαν περὶ καταργήσεως, νὰ ἐκσφενδονισθῶσι καὶ πάλιν κατακρίσεις κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, ὡς ἀντικειμένης δὲν ἠξεύρω εἰς τίνα ἀξιώματα, θὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, τί ὑπὸ ὁμοίας ταῖς ἡμετέραις περιστάσεις ἐγένετο ἐσχάτως ἐν Καλλιφορνίᾳ, καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν εἶναι ἐντελῶς ὅμοιον ἐξωτερικῶς πρὸς τὸ παρ’ ἡμῖν γενόμενον, κατ’ οὐσίαν ὅμως εἶναι ἐντελῶς τὸ αὐτό. Ἐν Καλλιφορνίᾳ, ὅπου ἐπίσης ἠγέρθησαν πρό τινος παράπονα τῶν παραγωγῶν λόγῳ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς σταφίδος ἐκ τῆς μεγάλης ἐπίσης παραγωγῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς καταναλώσεως, συνεννοήθησαν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ καὶ συνεταιρισθέντες δισχίλιοι μεταξὺ αὐτῶν ἀπεφάσισαν νὰ παρακρατῶσι τὴν σταφίδα, ὅπως ἀνυψῶσι τὴν τιμὴν αὐτῆς. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐκεῖ δὲν προσέφυγον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως νομοθετήσῃ τὴν παρακράτησιν, ὡς ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι. Δὲν ἐγένετο τὸ αὐτὸ, διότι ἐκεῖ εἶναι εὔκολοι αἱ τοιαῦται συνεννοήσεις μεταξὺ τῶν παραγωγῶν παντὸς εἴδους πρὸς ἀποκλεισμὸν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν τοῦ προϊόντος αὐτῶν. Ἂν δὲ δὲν ἐπιτυγχάνωνται αἱ συνεννοήσεις τῶν παραγωγῶν, τότε μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι φθάνουν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα διὰ τῆς ἀγορᾶς ὁλοκλήρου τοῦ προϊόντος καὶ τῆς ἐπιβολῆς τῶν τιμῶν εἰς τοὺς καταναλωτάς. Αὐτὰ εἶναι τὰ trusts, ἐξ ὧν γέμουσιν αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὰ ὁποῖα πολλάκις καὶ ἐν Εὐρώπῃ ἐπαρουσιάσθησαν, πλουτίσαντα τοὺς ἐργάτας αὐτῶν, ἢ καταστρέψαντα αὐτούς. Ἂν εἶναι ἄξια κατακρίσεως, ὁσάκις γίνωνται μέσα πιέσεως τῆς κοινωνίας ἐπὶ κερδοσκοπίᾳ ὀλίγων, οὐδὲν ἔχουν τὸ ἀξιοκατάκριτον, ὅταν τείνουν νὰ προλάβουν ζημίας καὶ νὰ προστατεύσουν τὴν ἐργασίαν χιλιάδων πολιτῶν. Οὐδεμία οἰκονομικὴ ἐπιστήμη εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἀνάγκης τῶν κοινωνιῶν καὶ τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Λοιπὸν δὲν εἶναι πρωτοφανὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι. Πρωτοφανὴς εἶναι μόνον ὁ διὰ νόμου κανονισμὸς τοῦ μέτρου, ὅπερ παρὰ τῶν πλείστων ἐκρίθη ἀναγκαῖον. Ἀλλ’ ἄνευ τοῦ νόμου οὐδὲν θὰ ἐγίνετο, καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐδέχθη νὰ ἐπέμβῃ, διότι ἐν τῷ ἀγῶνι τῷ σταφιδικῷ θὰ ὑπέκυπτον πληθυσμοὶ ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν καὶ θὰ κατεστρέφοντο, εἰς τὸ πεῖσμα ἄλλων εὐνοουμένων ὑπὸ τῆς γῆς, ἣν ἔτυχε νὰ καλλιεργοῦν. Ἡ ἐπέμβασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐγένετο ὑπὲρ ὅλων, τὰ δὲ προνόμια τῆς κατὰ τόπους μείζονος κατὰ στρέμμα παραγωγῆς ἢ βελτίονος ποιότητος τῆς σταφίδος οὐδόλως παρεβλάφθησαν. Ὅτι ἡ καταστροφή τινων θὰ ὠφέλει ἄλλους, ἂν μὴ παρενέβαινε τὸ Κράτος διὰ τῆς παρακρατήσεως, τοῦτο εἶναι βέβαιον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀξιοσύστατον. Ἕν Κράτος δὲν ὀφείλει ν’ ἀφίνῃ νὰ θυσιάζωνται πληθυσμοὶ κτηματιῶν ἐπ’ ὠφελείᾳ ἄλλων ἐκ σεβασμοῦ πρὸς δῆθεν οἰκονομολογικὰ ἀξιώματα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε σήμερον, ἐὰν μείνωσι κεκανονισμένα τὰ πράγματα ὡς διὰ τοῦ νόμου ἐκανονίσθησαν, νὰ μὴ ἔχῃ δηλονότι ἄλλον προορισμὸν τὸ παρακράτημα ἢ τὴν μεταποίησιν εἰς οἰνόπνευμα, θέλομεν ἴδει τὴν παρακράτησιν ἀποτυγχάνουσαν τοῦ σκοποῦ· θέλομεν ἴδει τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες περισσότερα ἤλπιζον ἐκ τῆς παρακρατήσεως, ἀπαιτούσας, ἵνα ἡ παρακράτησις χρησιμοποιῆται συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ ὅπως τὸ κοινὸν συμφέρον ἀπαιτεῖ. Ἄλλοτε ὑπεστήριξα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἡ Τράπεζα εἰς μόνην τὴν ἐκ τῆς οἰνοπνευματοποιήσεως ἀποκόμισιν κέρδους, ἀλλ’ ὅτι ὤφειλεν ἡ ἰδία νὰ ἱδρύσῃ βιομηχανίαν διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκέκτητο, καὶ νὰ μετατρέψῃ τὴν σταφίδα εἰς οἶνον καὶ κονιὰκ καὶ οἰνόπνευμα, καθ’ οὓς ἤθελεν εὕρει ἐπικερδεστέρους τρόπους, τὸ δ’ ἐξ αὐτῶν χρῆμα νὰ διαχειρίζηται τραπεζιτικῶς ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων. Τὰ κέρδη θὰ ἦσαν περισσότερα ἐκ τῆς παρακρατήσεως καὶ ἐκ τῆς σταφίδος τότε. Ἡ βιομηχανία τοῦ οἴνου καὶ τοῦ κονιὰκ ἐξ οἴνων καὶ σταφιδίτου ἐπιτυγχάνουσα θὰ ὠφέλει θαυμασίως τὴν χώραν καὶ θὰ ἐνίσχυε τὴν σταφιδικὴν ἰδιοκτησίαν. Τότε δὲν εἰσηκούσθην. Ἤδη τουλάχιστον, ἐπὶ τῶν τεθειμένων βάσεων ὑπὸ τοῦ νόμου, ἂς ἐπιτραπῇ ὅ,τι ζητεῖ τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ἡ ἐπέκτασις θ’ ἀποδειχθῇ λίαν ἐπικερδής.
§33Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἤνοιξεν ἡ ἐρώτησις τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας συναδέλφου, ἐλύθη ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐκθέσας τοὺς λόγους, ἐξ ὧν ἐπείσθη καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅτι ἡ μυστελοποίησις καὶ ἡ οἰνοποίησις δὲν δύνανται νὰ παραβλάψωσι τὸν πρὸς ἐμπορίαν σταφιδόκαρπον. Ἀλλὰ νέον ζήτημα σπουδαῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ἡ ἰδέα ἡ ῥιφθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Σπηλιώτου, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ὅσον οἷόν τε τάχιον ἐπιτρέψῃ διὰ νόμου τὴν μυστελοποίησιν ἐκ χλωρᾶς σταφίδος. Λέγω ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν, διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον. Ἐπιτρέψαντες τὴν μυστελοποίησιν τῆς ξηρᾶς σταφίδος, φοβοῦμαι μήπως τραυματίσωμεν τὴν ἀρξαμένην τοῦ εἴδους τούτου βιομηχανίαν, ἥτις τόσας ἐλπίδας γεννᾷ εἰς τὸ ἔθνος, καὶ γίνωμεν πρόξενοι μᾶλλον βλάβης, ἂν δὲν σπεύσωμεν νὰ δώσωμεν τῇ βιομηχανίᾳ ταύτῃ τὰ μέσα, ὅπως παραγάγῃ τὸ εἶδος τοῦτο ἐκ χλωρᾶς σταφίδος. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐκεῖ, ὅπου ἠδύνατο εὐκόλως νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ μυστέλιον δύναται νὰ εὕρῃ εὐρεῖαν κατανάλωσιν, εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὴν εἰσαγωγὴν παντὸς οἴνου παραγομένου ἐκ ξηρᾶς σταφίδος. Ἡ ἐπισημοποίησις τῆς δι’ ἀδείας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πράξεως τόσον ἐπισήμου, τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐκ ξηρᾶς σταφίδος θὰ γίνεται τὸ μυστέλιον, θὰ δώσῃ ἴσως ἀφορμὴν καὶ δικαίωμα, ἐκεῖ, ὅπου οἱ βιομήχανοι θέλουν νὰ εἰσαγάγουν τὸ μυστέλιον, νὰ σταματήσωσιν αὐτό. Ἐπισημοποιοῦντες τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ παρακράτημα δύναται νὰ μυστελοποιηθῇ καὶ ὅτι ἐκ ξηρᾶς σταφίδος κατασκευάζεται οἶνος, ἴσως γίνωμεν πρόξενοι βλάβης εἰς τὴν νέαν ταύτην βιομηχανίαν, τὴν τόσας ἀληθῶς ἐλπίδας παρέχουσαν εἰς τὸ ἔθνος, εἰς ἣν ἀναπτυσσομένην δύναται νὰ ἀνεύρῃ ἴσως τὸ μέλλον της ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς, καὶ νὰ ἴδωμεν τὴν χώραν ἐκείνην, ἥτις μᾶς ἀνοίγει τὸν νέον τοῦτον ὁρίζοντα τῆς καταναλώσεως, νὰ θέσῃ φραγμοὺς, καταστρέφοντας τὰς νέας ταύτας ἐλπίδας μας. Ἑπομένως νομίζω ἀναγκαῖον ἀπολύτως, ἵνα ὡς οἷόν τε τάχιον ἐπιτραπῇ καὶ ἡ παρακράτησις ἐκ χλωρᾶς σταφίδος. Τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ δι’ ἑνὸς ἢ δύο ἄρθρων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν συζήτησιν θὰ προκαλέσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφοῦ ἅπαξ ἐπετράπη ἡ μυστελοποίησις. Καὶ ὅταν κανονισθῇ ἡ ἀναλογία τῆς χλωρᾶς σταφίδος πρὸς τὴν ξηρὰν — καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι αὕτη εἶναι ὡς τέσσαρα πρὸς ἕν, — καὶ κανονισθῶσι τὰ τοῦ παρακρατήματος τῆς νωπῆς σταφίδος, ἡ Τράπεζα θὰ δίδῃ ταύτην πρὸς τοὺς βιομηχάνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσιν ἐργοστάσια καὶ θὰ μεταβάλλωσιν αὐτὴν εἰς μυστέλιον, καὶ τότε δύναται νὰ γείνῃ τὸ πρᾶγμα μεθοδικώτερον καὶ νὰ ἐξοικονομηθῇ ἡ βιομηχανία. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσουν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσουν τὸ ζήτημα, ὅπως μὴ διὰ τῆς ἀδείας τῆς μυστελοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος φθάσωμεν εἰς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως δὲν θὰ ἦτο περιττὸν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἢ παραδώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα τὰς ἐκθέσεις τῶν προξένων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρουσι περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ μυστελίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς τὰς χώρας, ἐν αἷς εἰσιν οὗτοι διωρισμένοι, ἢ καὶ τὸ διατιθέμενον πρὸς οἰνοποίησιν ἐν ἄλλαις χώραις.
§35Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ ἐκθέσεις δὲν ἀναφέρουσι τοιοῦτόν τι.
§36Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ προστασίας τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας τῶν συγγραφέων. Τὸ δικαίωμα τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἀνεγνωρισμένον εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Μόνον παρ’ ἡμῖν ἡ νομοθεσία εἶναι ἀτελὴς κατὰ τοῦτο. Δὲν ἔχομεν παρὰ τὰ ἄρθρα 432 καὶ 433 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα προστατεύουν τοὺς συγγραφεῖς καὶ τοὺς καλλιτέχνας ἀπὸ τῆς παραποιήσεως τῶν ἔργων αὐτῶν· ἀλλὰ τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀπεδείχθησαν ἀπ’ ἀρχῆς ἀνεπαρκῆ. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ ἔτος 1880 εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Καλλιγᾶ καὶ Σαράβα νομοσχέδιον συμπληρωτικὸν τῶν ἄρθρων τούτων, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἔμεινεν ἄνευ ἐκτελέσεως. Ἔκτοτε ἐγένοντο ἐργασίαι τινὲς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, συνεστήθησαν διάφοροι ἐπιτροπαὶ, εἰς ἃς ἔλαβον μέρος καὶ πολλὰ διακεκριμένα μέλη τῆς Βουλῆς, καὶ συνετάχθη νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Βελγικοῦ νόμου,—ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ τελειότερος ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ,—κατὰ τὸ 1886. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπεξειργάσθη ἐπιτροπὴ ὅλων τῶν συλλόγων καὶ ἐνέκρινεν αὐτό. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου αὐτοῦ εἰργάσθην, καὶ παρουσιάζω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι θὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀνεγνωρισμένη καὶ ἐπείγουσα, διότι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, τὸν ποινικὸν, δὲν προστατεύονται ἀρκούντως οἱ συγγραφεῖς, καὶ ἰδίως διὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν ἔργων αὐτῶν ἐν τῷ θεάτρῳ. Σήμερον παρεστάθη ἡμῖν ὑπὸ διακεκριμένων συγγραφέων, ὅτι πλεῖστα ἔργα ἔχουσιν ἕτοιμα πρὸς δημοσίευσιν, ἀλλ’ ἀναβάλλουσι τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν, διότι εἶναι πεπεισμένοι, ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα, ἅμα ὡς δημοσιευθῶσι, θὰ γείνωσι λεία τοῦ πρώτου προστυχόντος. Λέγουσί τινες, ὅτι ἡ δάφνη τῆς νίκης ἢ ἡ δάφνη τῆς τιμῆς εἶναι μεγάλη· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· οἱ συγγραφεῖς ἀπαιτοῦσι πρὸ παντὸς, καὶ δικαίως, ν’ ἀποζημιῶνται διὰ τοὺς κόπους καὶ τὰς δαπάνας, ἃς καταβάλλουσι.
§37ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Καὶ οἱ ἐκδόται, οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἔκδοσιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 238).
§39Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ προκαλέσῃ μακρὰς συζητήσεις, οὔτε ἁπλῆν συζήτησιν κἄν, ἀφοῦ εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Βελγικοῦ νόμου.
§40Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, σὺν τῇ ὑποβολῇ τῶν σιδηροδρομικῶν συμβάσεων, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ νόμων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχετε πάντες ὑπ’ ὄψιν, διότι διενεμήθη ὑμῖν. Ἐγένοντο παραστάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αἱ περὶ δηλώσεως τῆς παραγωγῆς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου θέλουσιν ἀποβῆ καταθλιπτικαὶ εἰς τὴν παραγωγὴν, ἴσως δὲ θέλουσι συντελέσει νὰ ὁδηγήσωσί τινας καὶ μέχρι τῆς ἀποφάσεως τοῦ νὰ ἀπόσχωσι τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἤσκουν. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐφρόνει ὅτι διὰ τῶν δηλώσεων περιεφρούρει τὰ ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ προσέξῃ εἰς τὰς γενομένας πρὸς αὐτὴν παραστάσεις ἐπὶ τῶν διατάξεων τούτων τοῦ νομοσχεδίου· μετ’ ἐπισταμένην δ’ ἐξέτασιν τῶν γενομένων παραστάσεων καὶ τῶν προβληθέντων ἐπιχειρημάτων ἐπείσθη, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπόσχῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου συστήματος, δυναμένου νὰ βλάψῃ τὴν παραγωγὴν, δυναμένου νὰ παραβλάψῃ σπουδαιότατον παράγοντα τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο ὁ σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐὰν μόνον ἠρκεῖτο εἰς τὴν κατάργησιν τῶν νῦν κρατουσῶν διατάξεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ ἐλευθέρα μεταφορὰ τοῦ καπνοῦ εἰς τὰς καπνοφόρους ἐπαρχίας ἐντὸς τοῦ δήμου τῆς παραγωγῆς, καὶ πλὴν τούτου εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ὑφισταμένων διατάξεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ ἀπὸ ἀποθήκης εἰς ἀποθήκην μεταφορὰ ἐντὸς τῶν πρωτευουσῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἐτησία παραγωγὴ εἶναι μείζων τῶν 20,000 ὀκάδων. Ἀποδεχθεῖσα ἑπομένως τὴν ἀρχὴν νὰ ἀπαλείψῃ τὰς διατάξεις περὶ τῶν δηλώσεων, ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν κατάρτισιν νέου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνω σήμερον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν. Ὡς ἐκ τῆς ἀπαλείψεως τῶν περὶ δηλώσεων διατάξεων ἀποβαίνουσι περιτταὶ ἢ μᾶλλον παρέλκουσιν αἱ διατάξεις τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου, δι’ ὧν ἐδημιουργεῖτο προσωπικὸν ὑπαλλήλων προωρισμένων διὰ τὴν ἐποπτείαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων, παρέλκουσιν ἐπίσης καὶ αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενοι ποινικαὶ διατάξεις κατὰ τῶν καπνοπαραγωγῶν, οἵτινες δὲν ἤθελον συμμορφωθῆ πρὸς τὰς διατάξεις περὶ δηλώσεων. Ἐν τῇ μεταρρυθμίσει ὅμως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς γενομένας πρὸς αὐτὴν παραστάσεις διὰ τὸ προστιθέμενον δικαίωμα τῶν 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν λόγῳ εἰσφορᾶς πρὸς τὸν σκοπὸν ἱδρύσεως Καπνοκοπτηρίων καὶ παροχῆς βοηθημάτων εἰς τοὺς κόπτοντας καπνὸν καὶ συνδρομῆς εἰς αὐτοὺς, καὶ ἔκρινεν, ὅτι ἡ περὶ τούτου πρόνοια, ἥτις ἄλλως εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος, μέχρις οὗ λειτουργήσῃ τὸ προτεινόμενον σύστημα φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐν περιλήψει σήμερον μετέδωκα εἰς τὴν Βουλὴν, συνετάχθη νομοσχέδιον νέον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς κείμενον συζητήσεως, ὅταν ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἤδη τυπωμένον, πρόκειται δὲ μετ’ ὀλίγον νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὥστε πάντες θὰ διατελῆτε ἐν γνώσει αὐτοῦ, ἐὰν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ Βουλὴ φθάσῃ μέχρι τοῦ νομοσχεδίου τούτου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 239)
§41Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρό τινος καιροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τοῦ Γάλλου μηχανικοῦ Μπέκμαν, ἀγγέλλων συγχρόνως, ὅτι θὰ ὑπέβαλλε προσεχῶς καὶ νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ ἐζήτει πίστωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν, ἃς ὑπεδείκνυεν ὁ κ. Μπέκμαν, ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Ἤδη παρῆλθον ἔκτοτε πολλαὶ ἡμέραι, καὶ προσεγγίζει ἡ λῆξις τῆς Συνόδου ταύτης. Φοβούμενος ὅθεν μήπως ἤλλαξε γνώμην ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν ζητήσῃ τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ τε κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, προκληθεὶς μάλιστα εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἑξῆς λόγου. Τελευταίως διεδόθη, καὶ ἐδημοσιεύθη μάλιστα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι μηχανικὸς Ἄγγλος διακεκριμένος ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἐξ αὐτοῦ τοῦ λεκανοπεδίου τῆς πόλεως· δηλοῖ δ’ ὅτι τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον εἶναι ἄχρηστον, διότι τὰ πολλὰ ὕδατα εὑρίσκονται ἤδη κάτωθεν αὐτοῦ, καὶ σκέπτεται νὰ περισυλλέξῃ ταῦτα βαθύτερον καὶ ἀπώτερον τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου. Βεβαίως τὸ κῦρος τοῦ μηχανικοῦ τούτου ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ δισταγμοὺς παρὰ τοῖς ἀγνοοῦσι τὰ πράγματα, ἀλλὰ παρὰ τοῖς παρακολουθοῦσι τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας ὑδραυλικὰς καὶ γεωλογικὰς μελέτας ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν μόνον αἴσθημα ἀπορίας δύναται νὰ προξενήσῃ, πῶς τοιαύτη παρακεκινδυνευμένη γνώμη ἐξεφράσθη παρ’ ἀνδρὸς ἔχοντος τοιοῦτον κῦρος. Τὰ ὕδατα τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου Ἀθηνῶν, Κύριοι, εὑρίσκονται εἰς στρῶμα διαχωρητὸν, περιεχόμενον ἐντὸς δύο ἑτέρων ἀδιαχωρήτων. Τὸ ὑδροφόρον λοιπὸν διαχωρητὸν στρῶμα, πάχους περιωρισμένου λίαν, οὐδὲ νὰ κατέλθῃ δύναται, οὐδὲ νὰ ἀνέλθῃ· καὶ ναὶ μὲν τὸ ὕδωρ δύναται νὰ ἐλαττωθῇ, ἀλλ’ ἡ θέσις αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον, ὅπερ παρακολουθεῖ αὐτὸ, περισυλλέγον τὰ ὕδατα καὶ αὐτῶν τῶν κατωτέρων σημείων, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ. Τουναντίον διὰ τῆς προσχώσεως τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου τὰ ὕδατα ὑψοῦνται ἐν αὐτῷ καὶ ἐν τοῖς φρέασιν αὐτοῦ εἰς ὕψος 2 μέτρων καὶ περιπλέον, καὶ ἐκεῖθεν ἐπέρχονται ἀπώλειαι, διαφεύγοντος τοῦ ὕδατος δι’ αὐτοῦ τοῦ διαχωρητοῦ στρώματος πρὶν ἢ τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον προφθάσῃ νὰ διοχετεύσῃ αὐτὸ μέχρις Ἀθηνῶν. Καθαριζομένου ὅθεν τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, ἅπαντα τὰ ὕδατα τοῦ ὑδροφόρου στρώματος θέλουσι περισυλλεχθῆ καὶ διοχετευθῆ, διότι μετ’ ἐξαιρέτου ἐπιτηδειότητος οἱ Ρωμαῖοι παρηκολούθησαν ἁπάσας τὰς ὑδροφόρους ὑπωρείας τῶν πέριξ ὀρέων, οὕτως ὥστε, ὅταν λειτουργῇ καλῶς τὸ ὑδραγωγεῖον, νὰ μὴ διαφεύγουν, εἰμὴ ἐλάχιστα ποσὰ ὕδατος, ἅτινα ἀνευρίσκονται ἐν τοῖς φρέασι τῶν ἀγροκηπίων Σεπολίων καὶ Κολοκυνθοῦς καὶ μετὰ ταῦτα ἐν τοῖς ἀρτεσιανοῖς φρέασι τοῦ Φαληρικοῦ πεδίου, κάτωθεν τῶν προσχώσεων τῆς λεκάνης τοῦ Κηφισοῦ ποταμοῦ, ὅπου σχηματίζουσι σήμερον τὰ δύο γνωστὰ ὑδροφόρα στρώματα, τὰ ὑπερκείμενα τοῦ ὑδροφόρου στρώματος τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου Ἀθηνῶν. Τοσοῦτῳ μᾶλλον ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθόσον ἔμαθον, ὅτι ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὑπέβαλον πρότασιν περὶ καθαρισμοῦ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου καὶ προϋπολογισμὸν δαπάνης τετρακοσίων ἕως πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ὅτι ὁ κ. Νομάρχης προτίθεται νὰ ἀρνηθῇ τὴν πίστωσιν ταύτην, στηριζόμενος εἰς τὰς ἐκθέσεις τοῦ Ἄγγλου μηχανικοῦ. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ οὐδὲ εἰς τὰς μελλούσας οὐδὲ εἰς τὰς παρούσας ἀνάγκας τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ παρίδῃ τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ καὶ εἰς τὸ μέλλον καὶ ἰδίως εἰς τὸ παρόν. Ἐθεωρήθη ὁ καθαρισμὸς τοῦ ὑδραγωγείου τούτου ἀπαραίτητος ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐξ ἀνωτέρων μηχανικῶν, συσταθείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, πρὸς πρόληψιν λειψυδρίας, μέχρις οὗ διοχετευθῶσιν ἄλλα ἀφθονώτερα ὕδατα. Ἡ ἔκθεσις δ’ αὐτῆς ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1899 (Παράρτημα, τεῦχος δεύτερον, ἀριθ. 39). Ταὐτὰ δ’ ἀπεφάνθη καὶ ὁ «Πολιτικὸς Μηχανικὸς Σύλλογος». Ἀπέναντι, Κύριοι, τοιαύτης ὁμοφωνίας ἁπάντων τῶν ἀσχολουμένων εἰς τοιαῦτα ἔργα, βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι μέγα σφάλμα, ἂν σήμερον παρεμποδισθῇ ὁ καθαρισμὸς τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Νομάρχου, καθόσον μεγάλη ἤθελεν εἶσθαι ἀπέναντι τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν ἡ εὐθύνη ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον παρεμποδίσει τὸν καθαρισμὸν, ὅστις θὰ μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ἀναμένωμεν τὴν διοχέτευσιν νέων ὑδάτων ἄνευ στενοχωρίας δυσφορήτου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν διοχέτευσιν νέων ὑδάτων, ἡ σκέψις τοῦ κ. Μπέκμαν, ἣν υἱοθέτησεν ἡ Κυβέρνησις, τοῦ νὰ γείνωσι δοκιμαὶ, εἶναι ὀρθὴ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ζητήσει ἐγκαίρως τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν μόνην δοκιμὴν, ἣν ὑποδεικνύει ὁ κ. Μπέκμαν, λίαν δεδικαιολογημένως, ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Ὁμολογουμένως τὴν σήμερον δύο παρουσιάζονται λύσεις τῆς ὁριστικῆς ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἡ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας καὶ ἡ τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου. Τὴν πρώτην ὁ κ. Μπέκμαν, στηριζόμενος εἰς τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας μελέτας, ἀποκρούει, ὡς ἀπαιτοῦσαν δαπάνας μεγάλας. Δυστυχῶς αἱ γενόμεναι μελέται δὲν εἶναι πλήρεις· παρελείφθη ἡ μελέτη τῆς διοχετεύσεως διὰ τοῦ παλαιοῦ ὑδραγωγείου τῶν Ῥωμαίων ἀπὸ Στυμφαλίας μέχρι Κορίνθου· τοῦτο δ’ εἶναι σφάλμα. Ἡ χάραξις τοῦ παλαιοῦ ὑδραγωγείου ἐμελετήθη ἐξαιρέτως ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων, καὶ εἶναι δι’ ἐμὲ ἄπορον, πῶς δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν προϋπελογίσθη ἡ κατασκευὴ νέου ὑδραγωγείου, τοποθετουμένου ἐπὶ τῆς παλαιᾶς ταύτης χαράξεως. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ χάραξις τῶν Ῥωμαίων οὐδὲν σχεδὸν θ’ ἀπαιτήσῃ τεχνικὸν ἔργον. Τὰ θεμέλια ὑφίστανται ὡς καὶ αἱ σήραγγες, καὶ ἐκεῖθεν θὰ ὑπάρξῃ μεγάλη οἰκονομία. Ἐπίσης δὲν θεωρῶ πλήρεις τὰς μελέτας ἀπὸ Κορίνθου μέχρις Ἀθηνῶν, διότι οὐδεμία ἐδόθη προσοχὴ, ὅπως οἱ σίφωνες τοποθετῶνται ὅσον ἔνεστιν ὑψηλότερον εἰς τὰς κοιλάδας Ἁγίων Θεοδώρων, Μεγάρων, Ἐλευσῖνος, ἵνα ὑφίστανται πιέσεις μικρὰς καὶ οὕτως ἐλαττωθῶσι τὰ πάχη αὐτῶν. Ἂν γείνῃ μελέτη ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα, οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία μεγίστη. Ταύτας τὰς μελέτας ἐπεθύμουν νὰ ἴδω ἐκτελουμένας, πρὶν ἢ ἐγκαταλειφθῇ ὁριστικῶς ἡ σκέψις τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας· αἱ μελέται δ’ αὐταὶ δύνανται νὰ γείνουν καὶ ταχέως καὶ εὐχερῶς, ἐν ᾧ γίνονται αἱ δοκιμαὶ ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Καὶ ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν τὴν ὕδρευσιν διὰ τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἐν πρώτοις νομίζω καθῆκον νὰ ἐκθέσω τίνι τρόπῳ εὑρέθησαν τὰ ὕδατα ταῦτα. Ὅτε ὁ κ. Δ. Σοῦτσος εἰργάζετο εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Στεφανῆ, κατὰ τὸ 1887, παρετήρησεν, ὅτι ἀνέβλυζεν ὕδωρ γλυκὺ, ὅτι εἰς τὴν διώρυγα τῆς ἀποξηράνσεως ῥέουσι περὶ τὰ 200 λίτρα κατὰ δευτερόλεπτον, ὅτι ἐκ τῆς λίμνης τοῦ Κουμουνδούρου καὶ ἀπὸ ὕψους 1 μ. 48 ῥέουσιν ἐπίσης εἰς τὴν θάλασσαν περὶ τὰ 100 λίτρα ὑφαλμύρου ὕδατος, ὅτι ἐν τῇ θαλάσσῃ τῆς Σαλαμῖνος φαίνονται ἀναβλύζουσαι ἕτεραι σπουδαῖαι πηγαὶ, καὶ ὅτι τέλος εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Ἐλευσῖνος πλέον τῶν 100 φρεάτων ἀρδεύσεως παρέχουν καθ’ ὅλον τὸ θέρος περὶ τὰ 200 ἢ 300 λίτρα κατὰ δευτερόλεπτον. Ὅτε πρὸ ἑνὸς ἔτους ἀνέπτυξα ἐγὼ αὐτὸς ἐν τῷ Συλλόγῳ τῶν Πολιτικῶν Μηχανικῶν τὴν θεωρίαν μου περὶ ὑπάρξεως στρώματος ἐκ γλυκέος ὕδατος κάτωθεν ἁπάσης τῆς Ἀττικῆς, στρώματος ἀναφαινομένου ἐν Λαυρίῳ καὶ τροφοδοτοῦντος ἤδη τὴν πόλιν Ἐργαστηρίων, ἐπρότεινα δὲ νὰ τὸ ἀναζητήσωμεν διατρυπῶντες τὸν σχίστην τοῦ Λυκαβητοῦ μέχρι τῆς στάθμης τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ κάτωθεν τοῦ πρώτου εὑρισκομένου διαχωρητοῦ στρώματος, ὁ κ. Σοῦτσος ἦλθε καὶ μοὶ ἐξέθεσεν ὅσα ἐγνώριζε περὶ Ἐλευσῖνος, συμπεραίνων ὅτι καὶ τὰ ὕδατα ταῦτα εἶναι ἀπόδειξις τῆς θεωρίας μου. Τὴν γνώμην του ἠσπάσθην ἀμέσως, καὶ ἀμφότεροι παρεδέχθημεν, ὅτι, ἂν τὰ ὕδατα ταῦτα τῆς Ἐλευσῖνος ἀνεζητοῦντο μακρότερον τῆς θαλάσσης, θ’ ἀνευρίσκοντο γλυκύτερα, ὡς τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐν Λαυρίῳ. Ὅτε δ’ ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ κ. Μπέκμαν, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίσω· ἠρώτησα δ’ αὐτόν, ἂν τῷ ἐγένετο ὁμιλία περὶ τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου· ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι οὐδεὶς τῷ ὡμίλησε περὶ τούτων, τῷ ἐξέθεσα τὰ γνωστά μοι γεγονότα καὶ τὴν θεωρίαν μου περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Ἀττικῆς, προτρέψας αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς δοκιμὰς ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ κ. Μπέκμαν ἐκάλεσε τὸν κ. Σοῦτσον, καὶ πληροφορηθεὶς παρ’ αὐτοῦ τὰ αὐτὰ, ὅσα ἐγὼ εἶχον ἐκθέσει αὐτῷ, ἀνέθεσε τῷ ἰδίῳ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δοκιμῶν. Εὐτυχῶς, Κύριοι, τ’ ἀποτελέσματα τῶν δοκιμῶν τοῦ κ. Σούτσου εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠλπίζομεν, δηλαδὴ εἰς ἀπόστασιν 3000 μέτρων ἀπὸ τῆς θαλάσσης εὑρέθη ὕδωρ καὶ ἀφθονώτατον καὶ γλυκύτατον καὶ εἰς ὕψος 7 μέτρων ἄνωθεν τῆς στάθμης τῆς θαλάσσης...
§42Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κατὰ τὸ θέρος ἦτο αὐτὸ τὸ ὕψος;
§43ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν ἐποχήν, ἀλλὰ τὰ ὕδατα δὲν κατέρχονται καθόλου, ἀφοῦ τὰ φρέατα ἔχουν ὕδωρ καὶ τὸ θέρος, τὸ δὲ βάθος τοῦ ὕδατος εἶναι μόλις 0,μ30.
§44Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δι’ ἀτμαντλιῶν ἐζήτησε νὰ ἐξαντλήσῃ τὰ φρέατα;
§45ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἐργασθῇ ὀλίγα λεπτὰ, καταβάλλει μεγάλην ἐργασίαν, καὶ ὅμως τὰ ὕδατα δὲν κατήρχοντο οὔτε κατὰ ἕν χιλιοστόν. Εὐτυχὴς ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀφθονίας τοῦ ὕδατος ἐν Ἐλευσῖνι εἶναι εὐχερεστάτη· στοά, βαίνουσα ἀπὸ τῆς παραλίας πρὸς τὰ ἐνδότερα, θέλει ἀπαντήσει τάχιστα τὸ ὑδροφόρον στρῶμα, καὶ ἡ ἀφθονία τοῦ ὕδατος θέλει ἀποδειχθῆ διὰ φυσικῆς ῥοῆς πρὸς τὴν θάλασσαν. Καὶ κατὰ τοῦτο ὑπερτερεῖ ἡ ἀναζήτησις ὕδατος ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ τῆς ἀναζητήσεως τοιούτου κάτωθεν τῶν στρωμάτων τοῦ Λυκαβητοῦ. Αἱ δοκιμαὶ ἐνταῦθα θὰ ἦσαν πολυδάπανοι, ἐνῷ ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ ἐλαχίστας θ’ ἀπαιτήσωσι δαπάνας. Ἤδη ἤθελέ τις μὲ ἐρωτήσει, διατὶ δὲν ἀρκοῦμαι εἰς τὴν λύσιν ταύτην, ἀφοῦ παρουσιάζεται ὑπὸ τόσον εὐνοϊκοὺς ὅρους, ἀλλὰ προτείνω νὰ μελετηθῇ καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας. Ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἐκ τοῦ προχείρου ὑπολογίζω, ὅτι δύναταί τις, ἀκολουθῶν τὸ πρόγραμμα, ὃ ὑπέδειξα διὰ τὴν διοχέτευσιν 24,000 κυβικῶν ὕδατος ἐκ Στυμφαλίας, νὰ δαπανήσῃ μόνον 16,000,000 δραχμάς. Ἂν ὑπολογίσωμεν τὸν τόκον καὶ τὸ χρεολύσιον τοῦ κεφαλαίου τούτου πρὸς 5,50%, ἡ ἐκ τούτου δαπάνη κατὰ κυβικὸν παρεχομένου ὕδατος ἤθελεν εἶναι δέκα λεπτὰ ὡς ἔγγιστα. Πρὸς μεταφορὰν τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ ὕδατος ἐξ Ἐλευσῖνος θέλομεν δαπανήσει κατὰ τὸν κ. Μπέκμαν τὸ ἥμισυ τοῦ εἰρημένου κεφαλαίου, ἤτοι τὸ κυβικὸν θὰ ἐπιβαρύνηται ἐκ τοῦ κεφαλαίου μὲ λεπτὰ 5, κατὰ τὸν ἴδιον κ. Μπέκμαν, θὰ ἐπιβαρύνηται δὲ καὶ δι’ ἑτέρων 5 λεπτῶν δι’ ἔξοδα ἀνυψώσεως, οὕτω δὲ ἡ διοχέτευσις ἑνὸς κυβικοῦ ὕδατος τὴν αὐτὴν δαπάνην θέλει ἀπαιτήσει, εἴτε ἐκ Στυμφαλίας, εἴτε ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἂν λοιπὸν ἡ μελέτη τῆς διοχετεύσεως ἐκ Στυμφαλίας 24,000 κυβικῶν ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ ἔξοδα εἶναι μόνον δραχ. 16,000,000, δύναταί τις νὰ διστάζῃ μεταξὺ τῶν δύο λύσεων. Ἡ λύσις τῆς Στυμφαλίας ἔχει ὡς πλεονέκτημα ὕδωρ δροσερώτερον, ἐλαφρότερον καὶ παροχῆς ἀσφαλεστέρας, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ ἔξοδα πρώτης ἐγκαταστάσεως διπλάσια. Τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου πεδίου εἶναι ἀρκούντως δροσερά, ἀρκούντως καθαρά, ἀλλ’ ὄχι ὡς τὰ τῆς Στυμφαλίας· ἔχουν τὸ πλεονέκτημα νὰ ἀπαιτῶσιν ἔξοδα ἐγκαταστάσεως μικρότερα, ἀλλ’ ἔχουν τὸ μειονέκτημα ν’ ἀπαιτῶσιν ἀέναον ἐπίβλεψιν τῶν ἐργοστασίων τῆς ἀνυψώσεως, προμήθειαν τακτικὴν γαιανθράκων, οἵτινες πολλάκις ὑποτιμῶνται, ὡς σήμερον, ὅτε καὶ ἡ τιμὴ τοῦ κυβικοῦ ὕδατος θ’ αὐξάνῃ κατὰ 1 καὶ 2 λεπτὰ. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, δύναταί τις νὰ ἔχῃ δισταγμοὺς εἰσέτι μεταξὺ τῶν δύο λύσεων· ἀλλ’ ἂν ἀπεδεικνύετο, ὅτι τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας ἠδύναντο νὰ διοχετευθῶσι μὲ δαπάνην 16,000,000 δραχμῶν, προτιμητέα θὰ ἦτο ἡ διοχέτευσις αὐτῶν. Ἀλλ’ εἴτε ἡ μία εἴτε ἡ ἄλλη λύσις προτιμηθῇ, τὸ εὐεργέτημα διὰ τὰς δύο πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς θὰ ἦναι μέγα. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρῶτον μὲν νὰ μὴ ἀναβληθῇ ὁ καθαρισμὸς τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, δεύτερον δὲ νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον καὶ ζητήσῃ πίστωσιν πρὸς ἐνέργειαν δοκιμῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ καὶ συμπλήρωσιν τῶν μελετῶν τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, φοβούμενος ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπηρεάσθη ἐκ προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν αὐτῇ παρ’ Ἀγγλικῆς Ἑταιρείας, προέβη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὅλου θέματος τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων εἰς Ἀθήνας. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι οὐδόλως ἐκ τῶν προτάσεων ἐκείνων ἐπηρεάσθη ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, τί ἐπὶ τοῦ θέματος ἔπραξεν· εἶπεν εἰς αὐτήν, ὅτι μετεκαλέσατο τὸν κ. Μπέκμαν, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης τοῦ θέματος τῆς ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὅτι ὁ κύριος οὗτος εἰργάσθη καὶ ὑπέβαλε τὰ πορίσματα τῆς ἐργασίας του, ὑπεβλήθησαν δὲ εἰς τὴν Βουλήν καὶ ἐκθέσεις, ἐν ταῖς ὁποίαις περιλαμβάνονται ἥ τε μελέτη τοῦ κ. Μπέκμαν καὶ αἱ μελέται αἱ γενόμεναι παρ’ Ἑλλήνων μηχανικῶν, αἵτινες καὶ ἀπετέλεσαν τὴν βάσιν τῆς μελέτης ἐκείνης. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ὁ Μπέκμαν ἐκφράζει δισταγμοὺς περὶ τῆς ὑπάρξεως ὕδατος ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Ἐγὼ δὲν ἀνέγνωσα τοῦτο ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Μπέκμαν· ἐγὼ εἶδον ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι τοὐναντίον ὁ κ. Μπέκμαν ὑποστηρίζει τὴν ὕπαρξιν ἀφθόνου ὕδατος ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, λέγει ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ δύσπιστοι, καλὸν εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς ἔργα τινὰ, ὅπως ἀποδειχθῇ ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ ποσότης τοῦ ὕδατος. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὅλου ζητήματος, διότι, ἀφοῦ ἀνεθέσαμεν εἰς εἰδικώτατον ἄνδρα τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, ἐὰν ἔλθωμεν σήμερον ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὰ πορίσματα τῆς μελέτης ταύτης, ἐὰν δὲν δεχθῶμεν τὰ παρ’ αὐτοῦ ὑποδειχθέντα περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας καὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ περὶ τῆς δαπάνης, ἣν θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, δι’ ὧν ἤθελον ὑδρευθῆ αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐὰν δὲν παραδεχθῶμεν ὅλας τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἔργου, καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς Στυμφαλίας, ὑποστηρίζοντες ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται πλέον ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε, ὅτε εἴχομεν φέρει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν, ὑπελόγιζον εἰς 40 ἑκατομμύρια, καὶ τὴν ὁποίαν τώρα καταβιβάζουν εἰς 16 ἑκατομμύρια· ἐὰν πάλιν, λέγω, ἀρχίσωμεν ἀπ’ ἀρχῆς τὴν συζήτησιν ταύτην, δὲν θέλομεν ποτὲ καταλήξει εἰς συμπεράσματα. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Μπέκμαν διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ὑποστηρίζει, καὶ ἐπιφυλάσσεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, τὸ μὲν ἐπιτρέπον αὐτῇ νὰ προβῇ εἰς τὰ ὑποδεικνυόμενα ἔργα, καὶ ἑπομένως νὰ εἰσέλθῃ εἰς ξένον ἔδαφος καὶ προβῇ εἰς ἐργασίας, τὸ δ’ ἕτερον περὶ χορηγίας τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως, ὅπως προβῶμεν εἰς τὰ τοιαῦτα ἔργα. Αὗται εἶναι αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζομεν δ’ ὅτι ἐπὶ τέλους πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν, τί πρέπει νὰ κάμωμεν. Διότι, ἐὰν καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται ν’ ἀρχίσωμεν γεννᾶται ἀμέσως ἡ ἰδέα, ὅτι ἄλλη τις λύσις εἶναι προτιμοτέρα, ἐὰν ἀμφισβητῶμεν τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. Μπέκμαν ὡς πρὸς τὴν Στυμφαλίαν, λέγοντες ὅτι δὲν ἐμελετήθη καλῶς ἡ λύσις αὕτη, καὶ ὅτι ἡ μελέτη τῆς λύσεως ἐκείνης ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοῦ εἶναι ἐσφαλμένοι, δὲν θέλομεν ποτὲ καταλήξει εἰς ἀποτέλεσμα, θέλομεν δ’ εἰσέλθει εἰς τὸ στάδιον τῶν ἀτελευτήτων συζητήσεων καὶ εἰς τὴν ἐπ’ ἄπειρον ἀναβολὴν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος.
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ μεταφορᾶς ὕδατος 24,000 κυβικῶν.
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὡμίλησεν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω πολύ, ἐὰν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις περὶ δαπάνης μεταφορᾶς τοσοῦτον μεγάλης, ὅταν πρόκηται ἀκριβῶς νὰ μεταφέρῃ μόνον τὸ ποσὸν αὐτό. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πρόκειται νὰ τὸ μεταφέρητε ἐξ ἀποστάσεως 150 χιλιομέτρων. Εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ τὸ μεταφέρητε· ἀλλὰ νὰ κάμητε τόσην δαπάνην διὰ μεταφορὰν τόσων μόνον ὀκάδων, ἀμφιβάλλω πολύ, ἂν τοῦτο εἶναι συμφέρον. Ἄλλως διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας ὄχι μόνον τοῦ παρόντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ μέλλοντος, μέλλοντος 20 καὶ 30 ἐτῶν. Νομίζετε δ’ ὅτι ἡ λύσις αὕτη δὲν εἶναι καλή; Ἀλλ’ ἐξετάζω καὶ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ ὕδωρ τῆς Στυμφαλίας εἶναι καλλίτερον τοῦ ὕδατος τοῦ Θριασίου πεδίου· λησμονεῖ ὅμως, ὅτι τὸ ὕδωρ τοῦ Θριασίου πεδίου εἶναι καλλίτερον καὶ τοῦ ὕδατος, τοῦ ὁποίου γίνεται χρῆσις σήμερον, δηλαδὴ τοῦ ὕδατος τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, καὶ τοῦ ὕδατος τοῦ Ἀμαρουσίου, τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν θεωροῦσιν ἐκτάκτου ποιότητος. Τὸ ὕδωρ τοῦ Θριασίου πεδίου ἐκ τῶν ἀναλύσεων ἀπεδείχθη πολὺ καλλίτερον τοῦ ὕδατος τοῦ Ἀμαρουσίου. Ἑπομένως πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τέλους νὰ προβῶμεν εἰς τὰς δοκιμὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ πείσωσι καὶ τοὺς δυσπίστους, ὅτι ὑπάρχει ὕδωρ, καὶ μάλιστα ποσότης ὕδατος τοσαύτη, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως. Τούτου ἀποδεικνυομένου, — καὶ ἐλπίζω ὅτι αἱ ἐργασίαι θέλουσι δώσει τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τοῦ πράγματος, — δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέσα. Ἔρχεται ἤδη ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου. Ὡς γινώσκετε, ὅσοι ἀνέγνωτε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Μπέκμαν, αὐτὸς προσδιορίζει τὸ ὕδωρ τοῦ ὑδραγωγείου διὰ τὴν ἄρδευσιν τῆς πόλεως καὶ τὸν καθαρισμὸν τῶν ὑπονόμων. Εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς δαπάνην 300 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς μελέτην καὶ ἐκτέλεσιν ἔργων, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς πείσωσιν, ἐὰν ἡ λύσις ἡ ὑποδεικνυομένη ὑπὸ τοῦ κ. Μπέκμαν εἶναι ὀρθή, εἶναι, ἐρωτῶ, ὀρθὸν νὰ δαπανήσωμεν 500,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ δῆμος, ὅπως καθαρίσῃ τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον; Εἶναι δ’ ἐποχὴ σήμερον, ὅτε δηλαδὴ εἰσερχόμεθα εἰς τὸ θέρος, νὰ προβῶμεν εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, ἀφοῦ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος μᾶς ἀπέδειξε ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῶν τοιούτων ἐργασιῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην; Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι λύεται τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διὰ τοῦ ὑποδεικνυομένου ὑπὸ τοῦ κ. Μπέκμαν τρόπου, ἐντὸς δύο ἐτῶν θὰ ὑπάρχῃ τὸ ὕδωρ τὸ ἀναγκαῖον. Διατὶ νὰ δαπανήσωμεν σήμερον 500 χιλιάδας δραχμὰς; Ἰδοὺ διατὶ ἐδίστασε καὶ ὁ Νομάρχης νὰ ἐγκρίνῃ ποσὸν τοσοῦτον. Διότι, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ μέτρον πρὸς ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, θὰ ἦτο λογικὴ ἡ δαπάνη διὰ τὸν καθαρισμὸν τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς ἔργα δοκιμαστικά, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἐπιτύχωσι, θὰ μᾶς λύσωσι τὸ ζήτημα ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι φρόνιμον νὰ προβῶμεν διὰ τοσαύτης δαπάνης εἰς τὸν καθαρισμὸν τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἀπήντησα εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς προὐκάλεσε. Νομίζω ὅτι αἱ ἰδέαι, ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶναι ἰδέαι νέαι· διότι δὲν λησμονεῖ, ὅτι πρὸ ὀλίγου χρόνου εἶχεν ὑποβάλει πρότασιν ὅλως διάφορον ἐκείνης, ἣν ὑπεστήριξε σήμερον· ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ἐὰν τότε ἐσκέπτετο ὅτι τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας διὰ δαπάνης 16 ἑκατομμυρίων ἠδύναντο νὰ μεταφερθῶσιν εἰς Ἀθήνας, δὲν ἤθελεν ἐπιμένει εἰς τὴν πρότασιν περὶ τοῦ ἀρτεσιανοῦ ἐκείνου φρέατος ἐπὶ τοῦ Λυκαβητοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον θ’ ἀπῃτεῖτο δαπάνη πολὺ μεγάλη, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἐντελῶς ἄγνωστον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πατρότητα τῆς ἐφευρέσεως τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου, εἴτε ἀνήκει αὕτη εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, εἴτε εἰς τὸν κ. Σοῦτσον, εἴτε εἰς τὸν κ. Μπέκμαν, εὔχομαι καὶ εἰς τοὺς τρεῖς, ὅπως τὰ πράγματα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ ἐφεύρεσις αὐτῶν συντελεῖ πράγματι εἰς τὴν λύσιν τοῦ τόσον σοβαροῦ ζητήματος.
§49ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ πρῶτον ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν δήλωσίν του, ὅτι θὰ φέρῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ ζητήσῃ πίστωσιν πρὸς ἐνέργειαν δοκιμῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Ἐλπίζω δ’ ὅτι οὕτω θὰ λυθῇ ταχέως τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διότι, ὡς προεῖπον, θεωρῶ τὴν λύσιν τῆς ὑδρεύσεως διὰ τοῦ Θριασίου πεδίου εὔκολον καὶ τὰ μάλα ἱκανοποιητικήν. Καλὸν βεβαίως θὰ ἦτο νὰ συμπληρωθοῦν καὶ αἱ ὅλως ἀτελεῖς μέχρι τοῦδε μελέται περὶ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας, μήπως ἀποδειχθῇ καὶ ἡ λύσις αὕτη συμφέρουσα, ἂν ὄχι καὶ συμφερωτέρα τῆς τοῦ Θριασίου πεδίου· ἀλλ’ ἀφοῦ ἄλλας ἔχει διαθέσεις ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνω πλέον, ἀφοῦ ὁ ἴδιος εὑρίσκει τὴν λύσιν διὰ τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου εὐεργετικὴν διὰ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. Μετὰ βαθείας ὅμως λύπης ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως λέγοντα, ὅτι τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον πρέπει νὰ μένῃ ἄχρηστον...
§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον ἄχρηστον.
§51ΝΕΓΡΗΣ. Θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῶν λόγων ὑμῶν. Ἂν ἐμποδίσητε τὸν καθαρισμὸν, τὸν ὁποῖον προτείνει, λίαν εὐλόγως, σήμερον ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, βεβαιωθῆτε ὅτι μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον θὰ ἦναι ἄχρηστον. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι πρὶν ἢ καθαρισθῇ ἦτο ἄχρηστον, καὶ ὅτι μετὰ τὸν καθαρισμὸν εἶχε δώσει ὕδωρ μέχρι 35 ὀκάδων, ἐνῷ μετὰ τὴν ἐκ νέου πρόσχωσιν αὐτοῦ κατήντησε νὰ μὴ δίδῃ τὸ παρελθὸν θέρος οὐδὲ 4 ὀκάδας. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τὰς δυστυχεῖς γυναῖκας, αἵτινες ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ἐπερίμενον πέριξ τῶν κρηνῶν, ὅπως περισυλλέξωσιν ὀλίγας σταγόνας ὕδατος, καὶ θλίβομαι καὶ ἐπὶ μόνῃ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ πάλιν συνεπείᾳ τῶν μέτρων, ἅτινα πρόκειται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, παρεμποδίζουσα τὸν καθαρισμόν. Τοιαύτην εὐθύνην ἐλπίζω ὅτι δὲν θ’ ἀναλάβῃ ἀπέναντι ὁλοκλήρου πολιτείας, διότι τὸ τοιοῦτον ἤθελεν εἶσθαι ἔγκλημα!...
§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν εὐθύνην; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ ἐποχὴ τοῦ ἔτους δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἐργασίαν, ἐνῷ ἔχομεν τὴν ἐλπίδα νὰ ἐξασφαλίσωμεν ποσὸν ὕδατος ἱκανοῦ ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου ἐντὸς δύο ἐτῶν. Ὅταν δ’ ἐξασφαλίσωμεν οὕτω ποσὸν ὕδατος, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας, τότε δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ καθαρισμοῦ, καὶ ὄχι νὰ τρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ πίνωμεν λάσπην, ἀντὶ ὕδατος.
§53ΝΕΓΡΗΣ. Ἤδη ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κακίσαντά με ὅτι εἶχον κάμει ἄλλοτε πρότασιν ν’ ἀναζητήσωμεν ὕδατα εἰς τὰ βαθέα στρώματα κάτωθεν τοῦ Λυκαβητοῦ, νῦν δ’ ὑποδεικνύω τὸ δυνατὸν τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, μεταβαλὼν δῆθεν γνώμην. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὕδατα τῶν βαθέων στρωμάτων τοῦ Λυκαβητοῦ, ἂν εἶχε δεχθῆ τὰς τότε γενομένας προτάσεις ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν σήμερον θὰ ἐχύνοντο ἄφθονα τὰ ὕδατα ἐν ταῖς δεξαμεναῖς τοῦ δήμου, προλαμβάνοντα νέαν τυχὸν λειψυδρίαν. Τὰ ὕδατα ταῦτα εἶναι τὰ τοῦ Θριασίου πεδίου, καὶ ἂν δὲν εἶχον γείνῃ αἱ προτάσεις ἐκεῖναι, δὲν θὰ ἐσκέπτετο ἴσως ὁ κύριος Σοῦτσος νὰ μοὶ κάμῃ λόγον περὶ τῶν πηγῶν τοῦ Θριασίου πεδίου, καὶ δὲν θὰ εἶχον καὶ ἐγὼ οὕτως εὐκαιρίαν νὰ ὑποδείξω ταύτας εἰς τὸν κ. Μπέκμαν, καὶ δὲν θ’ ἀνεκαλύπτοντο ταῦτα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, λησμονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς οὐδένα ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ πρότερον περὶ τούτων, ἕνεκα τοῦ ὑπερόγκου τῶν δαπανῶν, τῶν ὑπολογισθεισῶν ὑπὸ τοῦ Κελλενέκ. Ὅτε ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, συγκινήσασα δύο ὁλοκλήρους πόλεις διὰ τῶν ῥιψοκινδύνων προτάσεων αὐτῆς, ἐθεώρησα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ μελετήσω ἐπισταμένως τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, ἵνα δύνωμαι νὰ ὁμιλῶ μετὰ κύρους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τοῦτο δὲ καὶ ἔπραξα. Μετέβην εἰς Στυμφαλίαν, ἐμελέτησα τὸ ζήτημα καὶ σᾶς ἔφερα τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μελετῶν μου. Ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, καὶ συντρέχω εἰς τὸ ἔργον ὑμῶν ἐπ’ ἀγαθῷ, ἀδιαφορῶν ἂν τοῦτο παραγνωρίζεται.
§54Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἴσως ἀπορήσητε, διὰ τίνα λόγον ἐγὼ, ὁ μὴ ὑδραυλικὸς, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ ὑποθέσεως ἀλλοτρίας ἐμοῦ. Τὸν λόγον λαμβάνω, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι, ἂν ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τελεσφόρως εἰργάσθησαν, ὅπως ματαιώσωσι τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἐν τοῖς πρώτοις εἴμεθα ἐγὼ, ὁ Τσάτσος καὶ ὁ Ζῶτος...
§55Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἤμην ἐναντίος, ἀλλὰ δὲν ἐκωλυσιέργησα ποτέ!
§56Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Εἰργάσθην πρὸς ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι ἐγνώριζον καλῶς ποῖον λόγον εἶχεν ἡ σύμβασις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε, χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ τὸν σκοπὸν τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν. Σκοπὸς τῆς ἑταιρείας ταύτης ἦτο ν’ ἀπορροφήσῃ τὸ χρῆμα τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Δὲν εἶχε σκοπὸν ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἐργοληψιῶν νὰ φέρῃ τὰ ὕδατα, ἀλλὰ νὰ φέρῃ ἠλεκτρισμὸν μέχρι τοῦ Ὁσίου ὄρους, καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἀνυψώσῃ τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἤθελε νὰ φωτίσῃ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ διὰ τῆς ἀνυψώσεως τῶν ὑδάτων, καὶ νὰ φέρῃ τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐδέχετο νὰ ὑδρεύσῃ τὴν πόλιν τῶν Μεγάρων καὶ τὴν Ἐλευσῖνα. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διέλθωσι τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας ἐκεῖθεν, διατί δὲν ἔδιδεν ὕδωρ εἰς τὰ Μέγαρα καὶ τὴν Ἐλευσῖνα; Διότι δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ τὰ φέρῃ. Ἴσως ἠγνόει τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπέδειξαν, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπός των. Ἐὰν σήμερον θέλετε νὰ τὰ φέρητε, δὲν δύνασθε νὰ τὰ φέρητε οὔτε μὲ 40 οὔτε μὲ 50 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ χρειάζεσθε 70 ἑκατομμύρια, ὡς ἔλεγεν ὁ Κελλενέκ. Διὰ τοῦτο θὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς μεταφορᾶς ὕδατος ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου.
§57Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ παροχῆς ταῖς διοικούσαις τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον καὶ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ἐπιτροπαῖς δικαιώματος κανονισμοῦ τῶν ἐκ τῆς διαθήκης καὶ τοῦ κωδικέλου τοῦ Ἀνδρέου Συγγροῦ δικαιωμάτων αὐτῶν».
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 240).
§59Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐπεφορτίσθην ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ καρραγωγέων νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐπισυναπτόμενον τῇ ἀναφορᾷ σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζουσιν ὅτι δύναται νὰ συσφιγχθῇ στενώτερον ὁ μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὸν Σύνδεσμον δεσμὸς καὶ συνδεθῶσιν ἔτι μᾶλλον αἱ σχέσεις αὐτοῦ, καὶ νὰ προαχθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Πολιτείας τὸ ἐπάγγελμα, ὅπερ μετέρχονται.
§60ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ζητοῦσι;
§61ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Νομίζω πρακτικώτερον νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἀναφορὰ, ὅπως περιέλθῃ εἰς γνῶσιν ὅλων τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 241).
§64Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσηγούμενος πρὸ ὀλίγου τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, παρέλειψα νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις περὶ τῆς τελευταίας τοῦ νομοσχεδίου διατάξεως. Ἡ διάταξις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τοῦτο, ὅτι αἱ εἰσπράξεις, αἵτινες ἤθελον προκύψει ἐκ τοῦ νέου φόρου, θέλουσι κατατίθεσθαι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα θέλουσι συνομολογηθῆ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Ἡ διάταξις αὕτη ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς ἐπιδειχθείσης δυσπιστίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ πλεονάζον τῆς προσόδου, τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἄλλας δημοσίας ἀνάγκας. Ἡ Κυβέρνησις πάντοτε, καὶ ὅτε ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, συγχρόνως μὲ τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμὰς, ἐδήλωσεν, ὅτι σκοπὸς τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἶναι νὰ δημιουργήσῃ νέον πόρον, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων. Ἐπειδὴ δ’ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως περιείχετο τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ καλὸν εἶναι νὰ τεθῇ ἐκποδὼν πᾶσα ἀμφιβολία, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θέλουσι χρησιμοποιηθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, προσεθήκαμεν τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§65ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου μὲ τὴν φωνὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῆς προτάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ καρραγωγέων, διότι νομίζω, ὅτι τὸ σωματεῖον αὐτὸ εἶναι ἄξιον παντὸς ἐπαίνου, διότι ἐσκέφθη νὰ βελτιώσῃ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τὸ κοινόν, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν ἡ Κυβέρνησις, συμμεριζομένη τὴν ὀρθότητα τῆς προτάσεως, ἐλάμβανε τὴν πρωτοβουλίαν, ἵνα προτείνῃ σχέδιον νόμου.
§66Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἀναφορᾶς τῶν καρραγωγέων θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ ὑποβάλωσι τὸ νομοσχέδιον περὶ προστασίας τῶν ζώων, διότι ἔχει πολλὴν σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον τῶν καρραγωγέων.
§67Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Περιλαμβάνει ἡ περὶ ἧς πρόκειται πρότασις νόμου καὶ διατάξεις τοιαύτας. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην ἀναφορὰν νὰ ὑποβάλω. Παρεκλήθην ὑπὸ τῶν κατασκευαστῶν χρηματοκιβωτίων νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν αὐτῶν, δι’ ἧς παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φροντίσῃ περὶ τῆς καταρτίσεως καὶ ὑποβολῆς νομοσχεδίου δυναμένου νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν κατασκευὴν τοιούτου εἴδους χρηματοκιβωτίων, ὥστε νὰ μὴ γίνηται κατάχρησις. Ἐπίσης ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν εἶναι διατεθειμένη νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον νομοσχέδιον περὶ φαρμακοποιῶν καὶ φαρμακεμπόρων. Πολλοὶ τῶν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ φαρμακοποιῶν μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἀξιώσω νὰ ὑποβληθῇ ὡς οἷόν τε τάχιον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τὸ καταρτισθὲν ὑπὸ τῆς Φαρμακευτικῆς Ἑταιρείας καὶ ἐπιδοκιμασθὲν ὑπὸ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου. Ἐπειδὴ δὲ τῷ ὄντι νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι πολὺ ἀνώμαλος ἡ κατάστασις τῆς φαρμακευτικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, θεωρῶ πρέπον νὰ προσθέσω καὶ τὴν προσωπικήν μου παράκλησιν εἰς τὴν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ φαρμακοποιῶν, καὶ σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ δηλώσητε εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν θὰ καταθέσητε τοιοῦτο νομοσχέδιον προσεχῶς.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς ὁ χρόνος ὁ ὑπολειπόμενος μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν παρέχει ἐλπίδα, ὅτι νομοσχέδια τοιαῦτα θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἕνεκα τῆς αἰτίας, ἣν ἀνέφερα, τοῦτο θὰ ἦναι μόνον μία μελέτη, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον.
§69ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἂς γείνῃ καὶ τοῦτο.
§70ΙΩΑΝ. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Συλλόγου Λαρίσης μοὶ ἀπέστειλεν ἀναφοράν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται περὶ ποτοποιῶν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου τοῦ εἰρημένου Συλλόγου, ἐφορολογήθησαν σκληρῶς. Τῷ ὄντι δὲ, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὴν κατάστασιν τὴν ἐν Λαρίσῃ καὶ τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἐφορολογήθησαν, θέλει πεισθῆ, ὅτι ὄχι σκληρῶς, ἀλλὰ τερατωδῶς, δύναμαι εἰπεῖν, ἐφορολογήθησαν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις αὕτη, νὰ μελετήσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ δώσῃ τὴν πρέπουσαν καὶ δικαίαν λύσιν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν σύστασίν μου, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εἶχον κάμει πρὸς αὐτὸν ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἐπιτηδευματίας τῆς πόλεως Λαρίσης. Ὑπεστήριξα τότε, ὅτι ἀναλόγως τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Λαρίσης οἱ ἐπιτηδευματίαι αὐτῆς ἔδει νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῶν πόλεων τῶν ἐχουσῶν πληθυσμὸν 10,000–15,000 ψυχῶν, ἐνῷ οἱ ἐπιτηδευματίαι Λαρίσης κατετάχθησαν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῶν πόλεων τῶν ἐχουσῶν 20,000 ψυχάς. Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐλήφθη μέτρον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἐκ τῶν πληροφοριῶν ὅμως, ἃς ἔλαβον ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, πείθομαι ὅτι, ἡ ἐνέργεια δὲν ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου, ἤ, ἂν τοιαύτη ἐγένετο, δὲν ἔχει φθάσει εἰς τὴν Λάρισαν, διότι οὐδεμία ἐπῆλθε θεραπεία. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διορθώσῃ ἄδικον, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ἀνεγνώρισεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διότι εἶπεν, ὅτι ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς εἶχε λάβει παρὰ τῶν ἐν Λαρίσῃ ἀρχῶν, βεβαιοῦται ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς Λαρίσης εἶναι κατώτερος τῶν 15,000 ψυχῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σπεύσῃ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄδικον.
§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε προεβάλατε τὴν σύστασιν ὑμῶν, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχει ὑποβληθῇ καὶ εἰς ἐμὲ ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῶν ἐπιτηδευματιῶν Λαρίσης, τὴν αἴτησιν δὲ ταύτην θερμῶς μοὶ συνέστησεν ἕτερος συνάδελφος ὑμῶν, ὁ κύριος Γιανακίτσας, καὶ ὅτι κατόπιν τῶν συστάσεων αὐτῶν καὶ τῆς ἐξετάσεως, εἰς ἣν προῆλθον, ἐπείσθην ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς Λαρίσης εἶναι κατώτερος τῶν 15,000, καὶ διέταξα, ὁ πληθυσμὸς οὗτος νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Νῦν τὸ πρῶτον μανθάνω, ὅτι δὲν ἐξετελέσθη εἰσέτι ἡ διαταγή μου αὕτη. Αὔριον θὰ μάθω εἰς τί προσέκοψεν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς, καὶ θὰ φροντίσω νὰ ἄρω τὸ κώλυμα.
§72Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἄλλοτε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ καταρτισθῇ μεταξὺ Ρουμανικῆς καὶ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε ὁ κύριος Ὑπουργὸς παρέσχε πληροφορίας τινάς. Τελευταῖον ὅμως ἀνεγράφη πάλιν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἐναυάγησε κατὰ τοὺς μὲν, κατ’ ἄλλους δὲ πρόκειται νὰ ὑπογραφῇ συντόμως. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἐνδιαφέρον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ ἐπισήμους ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μάθωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Ὁπωσδήποτε συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ ζήτημα, διότι ἐνδιαφέρει ὄχι μόνον τὸ Κράτος ὁλόκληρον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καθὼς καὶ τὴν μικρὰν ἰδικήν μου, ἥτις ἀφοῦ πρόκειται, κατὰ τὰ τελευταίως δημοσιευόμενα, νὰ χάσῃ τὴν ἱστορικὴν εὔκλειαν αὑτῆς, δίκαιον εἶναι τοὐλάχιστον νὰ ἀνακτήσῃ τὴν οἰκονομικὴν εὐημερίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὅτε οἱ περίφημοι αὐτῆς οἶνοι εὕρισκον εὐρεῖαν κατανάλωσιν ἐν Ρουμανίᾳ.
§73Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις δὲν φαίνεται διατεθειμένη πρὸς τὸ παρὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν ὁριστικῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, διότι αἱ συνθῆκαι, τὰς ὁποίας ἔχει συνομολογήσει μετ’ ἄλλων Κρατῶν, λήγουσι μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη, ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπιθυμεῖ δὲ νὰ διατηρήσῃ ἐλευθέρας τὰς χεῖρας αὐτῆς διὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν θ’ ἀναγκασθῇ νὰ προβῇ εἰς συνομολόγησιν νέων συνθηκῶν μετὰ τῶν διαφόρων Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Ὡς ἐκ τούτου περὶ συνομολογήσεως ὁριστικῆς ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τῆς Ρουμανίας δὲν δύναται νὰ γένηται λόγος δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ παρόντος. Προσεπαθήσαμεν ὅμως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν προσωρινῆς τινος συμφωνίας μετὰ τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θέλει παράσχει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον τὰ αὐτὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τὸ ἐμπόριον μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ρουμανίας, ἐζητήσαμεν δὲ νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ πλεονεκτήματα, ὧν ἀπολαύει ἡ Τουρκία εἰς τὰς ἐμπορικὰς αὐτῆς μετὰ τῆς Ρουμανίας σχέσεις. Ἡ συμφωνία ὅμως, ἣν ἡ Ρουμανία εἶχε συνομολογήσει μετὰ τῆς Τουρκίας, ἔληξε πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων, τὴν 18 Φεβρουαρίου, ἡ δὲ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ τὴν ἀνανεώσῃ. Οὕτω, καὶ ἂν ἠθέλομεν συνομολογήσει συμφωνίαν τινὰ προσωρινὴν μετὰ τῆς Ρουμανίας, οὐδὲν ὠφέλημα ἐξ αὐτῆς ἤθελε προσπορισθῆ ἡ Ἑλλάς, ἀφοῦ ἐν τῇ συμφωνίᾳ μετὰ τῆς Τουρκίας εἶναι προσηρτημένον καὶ συμβατικὸν δασμολόγιον. Ὑπὸ τοὺς ὅρους λοιπὸν τούτους οὐδὲν ὠφέλημα ἤθελεν ἀποκτήσει ἡ Ἑλλάς, ὑπογράφουσα ἁπλῶς μίαν συμφωνίαν, ἐκτὸς ἐὰν ἐν τῇ συμφωνίᾳ ταύτῃ ἤθελε προσαρτηθῆ καὶ δασμολόγιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἤθελον ὁρισθῆ εἴδη τινὰ Ἑλληνικῶν προϊόντων. Ἤδη ὅμως ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ρουμανίας καὶ Τουρκίας εἶναι βεβαίως καλλιτέρα ἀφ’ ὅ,τι ἦτο πρότερον, δυνάμεθα δὲ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ ν’ ἀνανεώσωμεν πάλιν τὰς προσπαθείας μας πρὸς συνομολόγησιν συμφωνίας μετὰ τῆς Ρουμανίας.
§74Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ λύπης ἐλάβομεν ἅπαντες οἱ ἐκ Μεσσήνης συνάδελφοι τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ἀγγέλλεται, ὅτι ὁ Πάμισος πλημμυρήσας ἐπέφερε μεγάλας καταστροφὰς εἰς τὸν δῆμον τοῦ Παμίσου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεκοινώσαμεν τὴν εἴδησιν ταύτην, μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἔλαβε τὰ προσήκοντα μέτρα περὶ παροχῆς βοηθείας εἰς τοὺς ἐκ τῆς πλημμύρας παθόντας· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως συντελεσθῶσιν ἅπαντα τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τοῦ Παμίσου καὶ ἐξασφαλισθῆ οὕτως ἡ κοίτη τοῦ ποταμοῦ· ἂν δὲ τὸ ὑπάρχον κεφάλαιον δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, νὰ συνομολογήσῃ δάνειον πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ἐργασίας.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλουσι τελειώσει αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων θέλουσιν ἐπιστρέψει εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι καὶ ἡμεῖς οἱ εὑρισκόμενοι ἐν Ἀθήναις θέλομεν εὑρεθῆ ἐν ἀπορίᾳ, καὶ ἂν ἤθελον ἐρωτήσει ἡμᾶς εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀπὸ τοσούτου καιροῦ, δὲν ἠθέλομεν ἔχει πληροφορίαν τινὰ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτούς. Αἱ διαπραγματεύσεις αὗται παρετάθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐλπίσῃ, διότι, ἐνῷ ἡ σύμβασις ἡ ὁριστικὴ ἔτασσε τρίμηνον προθεσμίαν, ἐγγίζομεν εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν τριῶν ἐτῶν, αἱ διαπραγματεύσεις δ’ αὗται ἐξακολουθοῦσιν ἔτι. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ πληροφορίαν τινὰ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον προέβησαν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται. Ἐὰν δὲ ἤθελεν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν αἱ ῥιζικαὶ καὶ μέχρι τοῦδε μὴ ἀρθεῖσαι διαφωνίαι μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ἤθελεν ἴσως ἐκπληρώσει πόθον γενικόν. Βεβαίως τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτοῦ, ἐὰν δὲν θεωρῇ αὐτὸ ἐπιζήμιον.
§76Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξουσίων διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶχον διακοπῆ κατὰ τὴν 15 τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἔκτοτε δὲ δὲν συνῆλθον οἱ πληρεξούσιοι οὗτοι, εἰμὴ ἐσχάτως, ὅπως ἀκούσωσι τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι ἐνόμισαν ὅτι ὤφειλον νὰ παρουσιάσωσιν εἰς αὐτὸ ὡς πρὸς τὸ πόρισμα τῶν τελευταίων διαπραγματεύσεων, τοῦ τετάρτου σταδίου αὐτῶν, ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνῆλθον ἐκ νέου οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι, ἀμφοτέρωθεν δ’ ἐνοήθη, ὅτι συνομολόγησις συνθήκης θὰ ἦναι δυσχερὴς, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν Δυνάμεων. Ὡς ἐκ τούτου δὲ, ὅπως ὁρισθῶσι τὰ θέματα καὶ περισταλῇ τρόπῳ τινὶ τὸ ἔδαφος τῆς διαιτησίας, ἐδώκαμεν ὁδηγίας πρὸς τοὺς ἡμετέρους πληρεξουσίους, ἵνα ἐκ συμφώνου μετὰ τῶν Τούρκων πληρεξουσίων μονογραφήσωσι μὲν τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει ἐπέλθει πλήρης συμφωνία, διατυπώσωσι δὲ τὰ ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ συμφωνία αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, ὅπως διευκολυνθῇ τὸ ἔργον τῶν διαιτητῶν. Εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην καταγίνονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας οἱ ἡμέτεροι πληρεξούσιοι καὶ οἱ Ὀθωμανοί. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας ἡ ἐργασία αὕτη θὰ ἦναι περατωμένη, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ ἀπευθύνῃ τὸ πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου, συμφώνως πρὸς ῥητὸν ἄρθρον τῆς συνθήκης, θέλει ἐπικαλεσθῆ τὴν ἐπέμβασιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ὅσῳ δὲν ἤθελε δυνηθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι πείθουσιν αὐτὸν, ὅτι ἐξετελέσθη παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκδηλώσω τὴν ἔκπληξίν μου, πῶς ἐγένετο δυνατὸν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐννοήσωσι τέλος πάντων τώρα, ὅτι πρέπει νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν διαιτησίαν, ἀφοῦ παρῆλθον δύο ἔτη καὶ ἕξ μῆνες, καθ’ οὓς διαρκοῦσιν αἱ διαπραγματεύσεις.
§78ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντήσας εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος συναδέλφου, ἐπιστοποίησεν, ὅτι μετά τινας ἡμέρας εἰσερχόμεθα εἰς τὸ πέμπτον στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αἱ σημεριναὶ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ πέμπτον στάδιον, ἀλλ’ εἶναι τὸ συμπλήρωμα τοῦ τετάρτου σταδίου, ὅπερ ἐν τῷ μεταξὺ ὑπέστη διάλειψιν πολλῶν μηνῶν. Ἡ διεύθυνσις, ἥτις ἐδόθη εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ ἡ ἐξακολούθησις αὐτῶν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἔφερε δυστυχῶς ἀποτελέσματα, ἐξ ὧν, λίαν ἀμφιβάλλω, ἂν θέλομεν δυνηθῆ τελείως ν’ ἀπαλλαχθῶμεν. Δυστυχῶς δὲ αἱ ἀποφάσεις, ἃς φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὴν τελευταίαν ὥραν ἔλαβεν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, καθὼς καθ’ ἅπασαν τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων, οὕτω καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν εὑρισκόμεθα ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἐπιτηδείως ἐστημένας παγίδας, — τὰς ἐπιτηδείως ἐστημένας πρὸς τοὺς ἀνεπιτηδείους, ἀλλὰ πρὸς πάντα ἔχοντα νοῦν, πρὸς πάντα φρόνιμον, παγίδας φανερὰς, — ἃς, ἂν ἤθελον προσέξει καὶ ἐργασθῆ ὡς ἔδει, ἤθελον ἀποφύγει. Ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργός τι, ὅπερ καὶ εἰς ἐμὲ παράγει ἔκπληξιν ἀνάλογον πρὸς ἐκείνην, ἣν τὸ ὅλον τῆς δηλώσεως αὐτοῦ παρήγαγεν εἰς τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Ἐδήλωσεν ὅτι καταγίνονται οἱ Ἕλληνες πληρεξούσιοι, ὑπὸ τὰς ὁδηγίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξουσίων καὶ ὑπογράψωσι πάντα ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα, ἐφ’ ὧν συμφωνοῦσι. Καταγίνονται δηλαδὴ νὰ δεσμεύσωσι τὰς ἰδίας ἑαυτῶν χεῖρας, —διότι ἡμεῖς μόνον δεσμευόμεθα καὶ δὲν δεσμεύονται οἱ ἄλλοι, —καὶ ὅταν αὔριον φθάσωσιν ἐνώπιον τῆς διαιτησίας, ζητοῦντες νὰ σώσωσιν ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῶσι, νὰ εὑρίσκωνται αὐτοὶ οὗτοι καταδεδικασμένοι, ὅπως δεχθῶσιν ἐκεῖνα, ἅτινα βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ληφθῶσι κεχωρισμένως ἀπὸ τῶν μενόντων ἐκκρεμῶν ζητημάτων, διότι ἡ ὅλη συνθήκη ἀποτελεῖ τι ἀλληλένδετον, ὅπερ ἐν ὅλῳ πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ, τοῦ ὅλου τιθεμένου ὑπὸ τὰς κρίσεις ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι κληθῆ, ἵνα λύσωσι τὰ ζητήματα τὰ δικαίως ὑφ’ ἡμῶν ἀμφισβητούμενα. Εἶναι, κύριε Πρόεδρε, λυπηρόν, ὅτι ἐπὶ δύο καὶ πλέον ἔτη ματαίως ἀσχολούμεθα, ἵνα φέρωμεν εἰς πέρας ἔργον, δι’ ὃ αἱ Δυνάμεις εἶχον ὡρισμένην εἰς βάρος τῆς Τουρκίας τρίμηνον προθεσμίαν. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀντελήφθη κἂν τὸ πλεονέκτημα τοῦτο. Καὶ ἵνα ἀποδείξω τὸν λόγον μου τοῦτον εἰς τὴν Βουλήν, —δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχω τὸ ἔγγραφον ἐνταῦθα, —θὰ ἀναγνώσω, πῶς μετέφρασε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν διάταξιν τῆς Προκαταρκτικῆς Συνθήκης, ἥτις ἔταττε τὴν τρίμηνον προθεσμίαν, θέλει δ’ οὕτω τεθῆ ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ, ποῦ ἐνεπιστεύθημεν τὰς ὑποθέσεις ἡμῶν τὰς σπουδαιοτάτας ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει ἡ νεωτέρα Ἑλλάς. Τὸ ἄρθρον 5 τῆς Προκαταρκτικῆς Συνθήκης εἶχεν ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκω Γαλλιστί, ὅπως ἴδωμεν ἔπειτα καὶ τὴν μετάφρασιν): «Des négociations seront en même temps entamées à Constantinople pour la conclusion dans un délai de trois mois des arrangements suivants: a-b-c-d». Κατὰ λέξιν μετάφρασις —ἡ μετάφρασις, ἣν ἐγὼ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν: «Ἀρχὴ διαπραγματεύσεων θέλει ἐπιχειρηθῆ ἐν ταυτῷ—κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον — ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπως καταλήξωσιν εἰς τὴν συνομολόγησιν ἐντὸς προθεσμίας τριῶν μηνῶν τῶν ἑπομένων συμφωνιῶν». Μετάφρασις ἐπίσημος, —ἣν ἔχομεν καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, — τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν: «Διαπραγματεύσεις ἄρξονται ἐπίσης ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπως ἐντὸς τριῶν μηνῶν προθεσμίας συνομολογηθῶσιν αἱ ἑπόμεναι συμφωνίαι». Τὸ en même temps μετεφράσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου —καὶ ἡ τοιαύτη μετάφρασις ἀποτελεῖ τὸ ἐπίσημον κείμενον —διὰ τοῦ «ἐπίσης»! Καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ «ἐπίσης» κυλιόμεθα δύο ὁλόκληρα καὶ πλέον ἔτη, κ. Πρόεδρε, παρανοήσαντες ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ κατὰ γράμμα, οὐχὶ μόνον κατὰ νοῦν, μόνον ἀγαθὸν παρέσχον εἰς ἡμᾶς αἱ Δυνάμεις, ὅτε ἀντεπροσώπευσαν ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀντεπροσώπευσαν ἐν ταυτῷ καὶ τὰ εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα, συνομολογήσασαι τὴν συνθήκην ταύτην τὴν προσωρινὴν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη καὶ ἡ συνθήκη ἡ ὁριστική. Καὶ ὅτε ἦλθεν ἡ συζήτησις ἐν Κωνσταντινουπόλει περὶ τῆς ὁριστικῆς συνθήκης, — Θὰ ἔλθῃ ἄλλοτε τὸ ζήτημα ἐδῶ, σήμερον δὲν εἶναι καιρὸς, —ἐθυσιάσαμεν τοὺς τρεῖς τούτους μῆνας πρὸς ἀπόκτησιν τῆς ἑρμηνείας τῆς Ὀθωμανικῆς περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ἰδεῶν τῶν Ὀθωμανῶν, καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι ἀπεκτήσαμεν μέγα ἀπόκτημα, διότι οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι ἠρμήνευσαν τὰς ἰδέας αὑτῶν διὰ τρόπου, ὅστις παντάπασιν ἀπέκρουε πᾶσαν Ἑλληνικὴν ἀξίωσιν, στηριζομένην ἐπὶ τῶν δικαίων, στηριζομένην ἐπὶ τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης τῆς προκαταρκτικῆς, στηριζομένην ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν προνομιῶν, τῶν διατηρουμένων ἡμῖν κατ’ ἀρχήν. Κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, κύριε Πρόεδρε, ἄλλαι ἦσαν αἱ Εὐρωπαϊκαὶ περιστάσεις καὶ ἄλλη ἦτο ἡ βαρύτης τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ἂν εἴχομεν ἐννοήσει ὅτι εἴχομεν εἰς χεῖρας ἡμῶν προθεσμίαν στενοχωροῦσαν τὴν Τουρκίαν, προθεσμίαν τριῶν μηνῶν, ἂν εἴχομεν ἀντιληφθῆ, ὅτι ὁ Σουλτάνος δὶς, ἀνησυχῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ περὶ τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ περὶ τῶν μεγίστων ἀπωλειῶν καὶ δαπανῶν, ἃς ὑφίστατο, — ἀπωλειῶν ἀνθρώπων καὶ δαπανῶν χρήματος, — ἐπεκαλεῖτο τὴν παρέμβασιν τοῦ Ἄγγλου ἀντιπροσώπου, ὅπως πείσῃ ἡμᾶς νὰ ἀναβάλωμεν τὰς συμβάσεις τὰς προξενικὰς καὶ συνομολογήσωμεν τὴν ὁριστικὴν συνθήκην, κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἂν εἴχομεν νοῦν καὶ ἂν κατενοοῦμεν τὴν ἀξίαν ἐκείνων, ἅτινα εἶχον παραχωρηθῆ εἰς ἡμᾶς, ἠθέλομεν βεβαίως ἀναγκάσει τὴν Τουρκίαν, ἢ νὰ συνεννοηθῇ μεθ’ ἡμῶν, ἢ νὰ ὑποστῇ τὴν διαιτησίαν — καὶ θὰ ὑφίστατο τὴν διαιτησίαν τότε ὑπὸ ὅρους ἐντελῶς ἀλλοίους ἐκείνων, ὑφ’ οὓς θέλομεν ἡμεῖς ὑποστῆ ταύτην σήμερον· διότι ἐπαναλέγω καὶ σήμερον, ὅτι κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἦτο ἀναγκαία εἰς τὴν Εὐρώπην ἡ ταχεῖα λύσις τοῦ ζητήματος, καὶ ἦτο ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος οὕτω βελτιωμένη περὶ τὸ τέλος τοῦ τριμήνου, ὥστε ἠδυνάμεθα μετὰ λόγου νὰ ἐλπίζωμεν καὶ ταχεῖαν λύσιν καὶ εὐνουστέραν ἢ ὅ,τι ὑπάρχει ἐλπὶς σήμερον, διὰ λόγους, οὓς θέλω ἐκθέσει ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, διότι δὲν θέλω ὁμιλήσει νῦν ἐπὶ τοῦ ζητήματος διὰ μακρῶν. Σήμερον ὅμως, ὅτε ὅλη ἡ Εὐρώπη εἶναι ἄνω κάτω, ὅτε δὲν γνωρίζομεν ποία ἔσται ἡ ἐπιοῦσα, ὡς ἐκ τοῦ ἐκκρεμοῦς μεγάλου ζητήματος ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀφρικῇ, τοῦ συνδεομένου μετὰ μεγάλων ζητημάτων ἐν τῇ ἀπωτάτῃ Ἀνατολῇ, τοῦ συνδεομένου μετὰ ζητημάτων καθημερινῶς ἀναφυομένων ἐν αὐτῇ τῇ πλησιεστέρᾳ Ἀνατολῇ, τί δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν παραπλήσιον ἐκείνου, ὅπερ ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τότε παρὰ τῶν Δυνάμεων, συνηνωμένων καὶ ἐργαζομένων ἔτι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους, τοῦ ἐδάφους τοῦ καταρτισθέντος διαρκοῦντος τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου; Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐρχόμεθα σήμερον ὑπὸ τὴν διαιτησίαν, ἣν προανήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐρχόμεθα ὑπὸ τὴν διαιτησίαν μετὰ τῆς ἐπιπροσθέτου ἀποδείξεως δυστυχῶς, ὅτι καὶ εἰς τὴν διαιτησίαν ταύτην δὲν ἠδυνήθημεν νὰ φθάσωμεν ἄνευ νέου σφάλματος. Διότι σφάλμα βεβαίως εἶναι ἡ γινομένη νέα διαπραγμάτευσις εἰς πέμπτον στάδιον, — οὐχὶ εἰς τμῆμα τοῦ τετάρτου, ὅπως ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, — διαπραγμάτευσις, ἥτις συντελεῖ εἰς τὸ νὰ συνυπογράφωμεν ἡμεῖς ἐκεῖνα, ἅτινα βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν ἀνυπόγραφα ἕως ὅτου φθάσῃ ἡ Τουρκία νὰ ὑπογράψῃ, εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως, εἴτε θέλουσα εἴτε ὑποχρεουμένη, ἐκεῖνα, ἅτινα ὀφείλει νὰ ὑπογράψῃ, διότι εἶναι αὐτὰ τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ Τουρκία ὀφείλει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰ δίκαια ταῦτα. Ἐκεῖ κεῖται τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἔρχεται εἰς τοιαύτην ὥραν, ὥστε κινδυνεύομεν νὰ μὴ φθάσωμεν πάλιν ἐγκαίρως, οὔτε, ἔστω, καὶ ἂν ἔχωμεν ἄμεσον τὴν διαιτησίαν· διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι σήμερον ὡς πρὸς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ναυτιλίαν καὶ τὴν ἐμπορίαν ζῶμεν ὑπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Σουλτάνου, ὅτι ἠλέησεν ἡμᾶς δυστυχῶς ὁ Σουλτάνος, ὅτε ἔληξεν ἡ διετὴς προθεσμία, καὶ ἔδωκεν ἑξάμηνον παράτασιν, καὶ ὅτι ἡ ἑξάμηνος λήγει τὸν Μάϊον. Εἶναι δὲ ἔκθετος ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία, ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ ἐμπορία, διακείμεναι ἐν καταστάσει ἀνωμάλῳ καὶ ἀνεπιδέκτῳ περιγραφῆς, ἐν καταστάσει, ἣν οὔτε οἱ Ἕλληνες πληρεξούσιοι οὔτε οἱ Εὐρωπαῖοι πληρεξούσιοι ἠδυνήθησαν νὰ χαρακτηρίσωσιν, ἣν ὅμως οἱ Ἕλληνες πληρεξούσιοι ὑπέγραψαν. Μεθαύριον δὲ, ὅταν λήξῃ αὕτη ἡ προθεσμία καὶ δὲν ἔχωμεν συνωμολογημένας τὰς συμβάσεις, θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος ἡ Τουρκία νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς ναυτιλίας ἡμῶν καθ’ ὃν αὕτη βούλεται τρόπον, ἀγωνιώντων ἡμῶν, ἵνα διαμαρτυρηθῶμεν, καὶ σπευδόντων νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ὑποστήριξιν ἐκείνων, οἵτινες, βλέποντες τί ὑπεγράψαμεν, δυνατὸν καὶ νὰ εἴπωσιν ἡμῖν: «καὶ τί πταίομεν ἡμεῖς;»
§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ τόνος, μεθ’ οὗ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠσχολήθη περὶ τοῦ Θέματος, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐγέννησεν εἰς ἐμὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι πολλὰς διπλωματικὰς δάφνας θὰ ἐκέρδησεν, ὅπως κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιτεθῇ κατὰ τῶν ἀντιπάλων του. Ὁ τόνος, μεθ’ οὗ ὡμίλησε, τὸν ἔκαμε νὰ λησμονήσῃ τὸν χρόνον, ὃν διῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπου ἔπρεπε νὰ μάθῃ τὴν ἁβρότητα, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ἠλιθίους, ὡς πάσχοντας, ὡς μὴ ἐκτελοῦντας τὸ καθῆκόν των τοὺς ἄλλους. Καὶ ταῦτα ἀποδίδει εἰς δύο Κυβερνήσεις· διότι ὁ ἔλεγχος αὐτοῦ ἀποτείνεται καὶ πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω διάκρισιν, ἀλλ’ οὐδ’ ἔχω τίτλον νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν προκάτοχον. Ἐγὼ λέγω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε, χωρὶς νὰ γινώσκῃ τὰ καθέκαστα. Καὶ ταῦτα δὲν γνωρίζει. Ποῦ ἐστηρίχθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἵνα τοιοῦτον κατηγορητήριον ἐκτοξεύσῃ; Ἡ κατάστασις τῆς Εὐρώπης κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης ἦτο τοιαύτη κατὰ τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὥστε ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὸ πᾶν, ἐνῷ ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ θέλουσι πάθει. Τὸ θέμα τοῦτο θέλομεν συζητήσει, ὅταν δυνηθῶμεν νὰ παρουσιάσωμεν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διότι ἄνευ ἐγγράφων τὸ θέμα δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ. Δικαιοῦμαι λοιπὸν νὰ εἴπω, ἂς ἀναμείνωμεν, καὶ ὅταν μελετήσωμεν τὰ ἔγγραφα, θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι ὅλα τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα δὲν εἶναι ἀληθῆ, καὶ τότε θὰ ὁμολογήσῃ, ἐλπίζω, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἀκολουθήσασα τὴν πορείαν, ἣν αὐτὸς ὑπέδειξεν, ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της. Αἱ περιστάσεις ἦσαν τοιαῦται, ὥστε δὲν ἠδυνάμεθα παρὰ ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν, διότι συνεφωνήσαμεν ὡς πρός τινα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν, τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκης. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι οὐσιωδέστατα, διότι ὅλα τὰ ζητήματα τῆς συνθήκης εἶναι ἀλληλένδετα, καὶ ἑπομένως ἡ παραδοχή τινων ἄνευ τῆς λύσεως τῶν ἄλλων δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἐν τῇ συζητήσει μιᾶς συμβάσεως ὑπάρχουσι ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία, διότι ὅσον περιορίζετε τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρητε πρὸ τῆς διαιτησίας, ἐπὶ τοσοῦτον εὐκολύνετε τὸ ἔργον τῶν διαιτητῶν. Γινώσκετε δὲ, ὅτι εἶναι ἐπιθυμία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ κληθῶσιν ὡς διαιτηταὶ, ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν ζητημάτων περιορισθῇ; Καὶ σεῖς λέγετε, ὅτι θυσιάζομεν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος! Ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἐπῆλθε συμφωνία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, καὶ ἂν ἡ ἐπελθοῦσα συμφωνία εἶναι ἐπιβλαβὴς ἢ μὴ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα· ἀλλ’ ἀγνοεῖτε ταῦτα. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ἐθυσιάσαμεν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος; Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μὴ συζητήσῃ περισσότερον. Δὲν πρέπει νὰ πλανηθῇ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς φράσεως, ἡ ὁποία ἐλέχθη, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι Ἕλληνες ἐπείσθησαν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς διαιτησίας· τὸ ἐπείσθησαν δὲν ἀφορᾷ εἰς αὐτοὺς, διότι πρὸ πολλοῦ ἡ πεποίθησις αὕτη εἶχε σχηματισθῆ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν αἱ διαπραγματεύσεις ἔβαινον, αἱ πολλαὶ ἀναβολαὶ, τὰς ὁποίας ἡ Τουρκία προέβαλλεν, εἰς τὴν διαιτησίαν ἤθελον καταλήξει· ἀλλὰ τὸ καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ σκεφθῇ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ εἰς τὴν διαιτησίαν ἢ ὅταν ἤθελε κρίνει ὅτι ὁ καιρὸς ὑπαγορεύει τοῦτο. Ἀναμείνατε νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ διαγωγὴ ἡμῶν δὲν εἶναι ἀξία ἐπικρίσεως.
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δριμύτατα ἐπετέθην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ναί, δριμύτατα ἐπετέθην, διότι κατωρθώθη νὰ διεξαγάγωμεν καὶ τὸν εἰρηνικὸν ἀγῶνα, καθ’ ὃν τρόπον διεξηγάγομεν καὶ τὸν ἕτερον ἀγῶνα, τὸν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Δριμυτάτη ἦτο ἡ ἐπίθεσίς μου, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀπρεπεῖς αἱ ἐξενεχθεῖσαι λέξεις καὶ φράσεις, αἵτινες οὐδεμίαν ἐνεῖχον προσβολήν, οἷαν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§81Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐσημείωσα τὰς λέξεις.
§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τὴν λέξιν «ἠλιθίως».
§83Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴπετε, ὅτι ὁ τρόπος, «καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, ἀποδεικνύει ἔλλειψιν νοῦ».
§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι ὁ τρόπος δεικνύει ἔλλειψιν νοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶπον «ἠλιθίως». Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὕτω μεταφράζῃ τὰς ἐννοίας τῶν λόγων μου, δὲν ὑπάρχει σφάλμα ἰδικόν μου, ἀλλὰ κρίσις ἰδική του. Ὅταν λέγω, ὅτι ἐνέργειά τις ἀπέδειξεν ἔλλειψιν νοῦ, δὲν λέγω ὅτι ὁ ἐνεργῶν εἶναι ἠλίθιος, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐνήργησε μετὰ κρίσεως. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ποῦ στηρίζεσθε, ὅπως ἐκφέρητε κατάκρισιν; Στηρίζομαι εἰς αὐτὴν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀνατρέχων δὲ εἰς τὸ παρελθόν, στηρίζομαι καὶ εἰς τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον, ὅπου τὸ «en même temps» μετεφράσθη εἰς «ἐπίσης»...
§85Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τίνος ἐποχῆς εἶναι τὸ ἔγγραφον;
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1897... Τίς εἶναι ὁ μεταφραστής; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι συγκεχωρημένη τοιαύτη μετάφρασις; Θέλετε νὰ εὕρητε χαρακτηρισμόν; Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω. Ἀλλ’ εἶναι ταῦτα γεγονότα;
§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν φέρω εὐθύνην διὰ τὴν μετάφρασιν.
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν μέμφομαι ὑμᾶς. Ἐγὼ κατακρίνω τὴν μετάφρασιν καὶ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ θεωρῆτε τοὺς ἀναλαβόντας τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1899 ὡς ὑπευθύνους γεγονότων, ἅτινα ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ 1897, ὑπευθύνους διὰ μετάφρασιν τοῦ ἔτους 1897.
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ ἐξετάζω τὸ ἀληθὲς καὶ πραγματικόν. Ὁ χρόνος, καθ’ ὃν παρελάβετε τὴν ἐξουσίαν, ἀποχωρίζει ἡμᾶς ἀπὸ τῆς εὐθύνης τῆς προγενεστέρας. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τοὺς ὑπευθύνους, ἐγὼ βλέπω τὴν κατάστασιν, ἥτις ὑπῆρξεν ἐλλιπής. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός: «καὶ πῶς γνωρίζετε τὴν κατάστασιν;» Ἀπαντῶ, ὅτι οὕτω διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, ὥστε γινώσκομεν πράγματα, ἅτινα εἴθε νὰ μὴ ἐγινώσκομεν. Ἔχω εἰς χεῖράς μου φυλλάδια ὁλόκληρα, περιέχοντα τὰ πρακτικά, ὅπως οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι συνέταξαν αὐτὰ καὶ ἐπεχείρησαν ἐν ἀρχῇ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς ὑπογραφήν. Τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ συντάξωσι τοιαῦτα πρακτικά;—Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὡς πρὸς τὴν πορείαν ὑμῶν, τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, καὶ δύναμαι νὰ μορφώσω ἰδέαν, ἂν ἐτράπητε ἀντίθετον ὁδόν. Λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός: «καὶ γνωρίζετε, ἂν ἐκεῖνοι, εἰς οὓς θὰ ὑποβληθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἐπιθυμοῦσι τὸ ὅλον τῆς ὑποθέσεως ἢ σαφῶς διαγεγραμμένα ζητήματα;» Βεβαίως ἐκεῖνοι, εἰς οὓς θὰ ὑποβληθῇ ὑπόθεσις, θέλουσι νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν ζητήματα σαφῆ καὶ διαγεγραμμένα, ἀλλ’ ἐπὶ τούτων ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, ὥστε νὰ ζητήσῃ ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων τὴν κρίσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν πορείαν.
§91Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλαβε παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν εἰς ὅσα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐξετόξευσε. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ συμπληρώσω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· μόνον ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μετ’ ἀπορίας ἤκουσα ἕνα πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ τύχη μιᾶς συμβάσεως ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς μεταφράσεως αὐτῆς. Τί συμβαίνει, πρὸς Θεοῦ, ἂν λέξις τις μετεφράσθη οὕτως ἢ ἄλλως, ἀφοῦ γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι μόνον τὸ Γαλλικὸν κείμενον λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν; Ἀλλὰ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἂν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν, νομίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἠδυνάμεθα νὰ ἀναγκάσωμεν τὴν Πύλην νὰ συνομολογήσῃ τὴν συνθήκην; Καὶ ἂν ἐτέθη ὁ ὅρος τῶν τριῶν μηνῶν, φρονῶ ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπογράψαντες οὐδέποτε ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ συναφθῶσιν αἱ συμβάσεις. Νομίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ πείσῃ τὴν Πύλην εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας; Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ πρῶτον, ἂν ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν διαιτησίαν ἐξ ἀρχῆς, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§92ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, διότι ἐγνώριζον, ὅτι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δὲν ἐπιτρέπουσι τοῦτο, καὶ ἐτήρησα σιγὴν εἰς τὰς κατ’ ἐπανάληψιν κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἐξετόξευσε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, καὶ ἔμεινα σιωπῶν, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ ζημιωθῶσιν ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ βλέπω αὐτὸν ἐπανερχόμενον ἐπὶ τὸ αὐτὸ, καὶ διϊσχυριζόμενον, ὅτι ἡμεῖς, ὅτε εἴμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, ἠδυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν τὴν σύμβασιν τὴν Προξενικὴν ἐντὸς τριμήνου προθεσμίας, καὶ παρημελήσαμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι δὲν εἴχομεν τὴν εὐρεῖαν διάνοιαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς ὀδυνηρᾶς ἐκείνης κρίσεως, γνωρίζω κατὰ βῆμα τί συνέβη, καὶ ἂν μέχρι σήμερον οὐδεμίαν ἐποιησάμην χρῆσιν, τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν σεβασμὸν, ὃν ἔχω πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους καὶ τὸ ἀπόρρητον. Εὐτυχῶς ὅμως ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐδημοσίευσε Κιτρίνην Βίβλον, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλίας πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεται ῥητῶς, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συνομολογήσεως τῆς Προξενικῆς συνθήκης κατὰ τὴν τρίμηνον προθεσμίαν, ὅτι ἡ διάθεσις καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ὑπογραψάντων τὴν προκαταρκτικὴν συνθήκην ἦτο νὰ ἄρξωνται αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ὁριστικῆς συνθήκης. Οὕτω τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἶναι λελυμένον καὶ χωρὶς νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸ ἐμπιστευτικὸν ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνεκίνησε καὶ ἕτερον ζήτημα. Κατηγόρησεν ἡμᾶς, διότι δὲν μετέβημεν πρὸς τοὺς διαιτητὰς διὰ τὸ ζήτημα τῆς συνθήκης περὶ ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς κατηγορῇ, διότι δὲν γνωρίζει τὰς διαπραγματεύσεις. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ὅλην τὴν εὐθύνην, γνωρίζομεν ὅτι ἐπράξαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πράξωμεν. Καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἔχω τὴν συνείδησιν ἥσυχον, διότι ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου πρὸς τὴν χώραν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τῶν Τούρκων τότε ὄντων ἔτι ἐν Θεσσαλίᾳ, ἓν στήριγμα εἶχε, τὰς ἓξ Δυνάμεις, καὶ πρὸς ἐκείνας ἀπετείνετο καὶ δι’ ἐκείνων ἐζήτει νὰ ἐπιτύχῃ ὅ,τι ἐνόμιζεν ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ζητῇ, καὶ ὅτε ἐβολιδοσκοπήσαμεν τὰς διαθέσεις τῶν Δυνάμεων, αὗται μᾶς ἔδιδον τὴν συμβουλήν, ὅτι καλῶς θὰ πράξωμεν νὰ μὴ μεταβῶμεν εἰς τὴν διαιτησίαν, διότι θὰ ἐβλάπτομεν πολλὰ ἡμῶν συμφέροντα. Διὰ τοῦτο ἐδέχθημεν νὰ ὑπογραφῇ τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἔδιδεν ἐπὶ διετίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πρὸ τοῦ πολέμου. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐν στιγμῇ τινι ὁ Σουλτάνος ἦτο πεφοβισμένος διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἐζήτει τὴν ἐπέμβασιν τῶν ξένων πρεσβευτῶν, ἵνα πείσωσιν ἡμᾶς νὰ μὴ ἐπιμείνωμεν εἰς τὰς ἀντιρρήσεις ἡμῶν, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης, καὶ εἶπεν, ὅτι ἐκείνη ἡ στιγμὴ ἦτο κατάλληλος, ἵνα ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν. Καὶ ἐγὼ λέγω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι εἴμεθα εὐτυχεῖς, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖνος Ὑπουργὸς τότε, διὰ νὰ πράξῃ ταῦτα, τὰ ὁποῖα συμβουλεύει νῦν ἡμᾶς, ὅτι ἔδει νὰ πράξωμεν. Ἐὰν ἦτο ἐκεῖνος Ὑπουργὸς, καὶ δὲν ἤκουε τὰς συμβουλὰς τῶν Δυνάμεων, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὰ τουρκικὰ στρατεύματα δὲν θ’ ἀπεχώρουν ἐκ Θεσσαλίας πρὸς τὴν Μακεδονίαν, ἀλλὰ θὰ ἐπροχώρουν ἴσως πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις δὲν εἶχεν ἔτι καταληφθῆ. Βεβαίως τοιαύτη ἦτο τότε ἡ κατάστασις· ἐὰν δὲ νομίζετε, ὅτι ὁ Σουλτάνος παρεπονεῖτο εἰς τὰς Δυνάμεις διὰ νὰ μείνῃ ἀδρανὴς μετὰ μίαν οἱανδήποτε ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τοιοῦτόν τι νομίζετε, πλανᾶσθε. Οἱ νικηταὶ ἀπειλοῦσι, δὲν κλαυθμηρίζουσιν· ὁ δὲ Σουλτάνος ἤθελε νὰ καταστήσῃ ἡμᾶς παραβάτας τῶν συμβουλῶν τῶν Δυνάμεων, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ὑποστήριξιν παρ’ αὐταῖς, διὰ νὰ δυνηθῇ οὕτω νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε, καὶ τὸ ὁποῖον ἴσως ἐδικαιοῦτο νὰ πράξῃ πρὸς σωτηρίαν τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀπαντήσω τὴν ἑσπέραν ταύτην πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς· ὅταν δὲ τὰ ἔγγραφα κατατεθῶσι, θέλει ἴδει εἰς ποίαν πλάνην ὑπέπεσε, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ μετανοήσῃ.
§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπορῶ διὰ τίνα λόγον ἐλέχθη, ὅτι δὲν ἀπέβλεψα εἰς τὰς διαθέσεις τὰς ἀγαθὰς τῶν διαπραγματευσαμένων. Αἱ ἀγαθαὶ διαθέσεις τῶν διαπραγματευσαμένων ἦσαν ἐνταῦθα ὑπεράνω πάσης ἀμφισβητήσεως· οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴν τὴν φιλοπατρίαν τὴν μεγίστην, ἣν πᾶς ἐν ὁμοίᾳ θέσει ὀφείλει νὰ ἔχῃ· οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη νὰ ψέξῃ τοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅτι κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν δὲν ὡδηγοῦντο ὑπὸ φιλοπατρίας καὶ ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους. Οὐδὲ πρόκειται συζήτησις περὶ τῆς φιλοπατρίας καὶ τῆς ἀφοσιώσεως αὐτῶν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαπραγματεύσεως· καὶ ἂν περὶ τὸν τρόπον τῆς διαπραγματεύσεως ἐσφάλησαν, ὀφείλουσι νὰ δεχθῶσι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν, καὶ ἂν ὑπάρχῃ τῷ ὄντι πταῖσμα, καὶ ἐπιτιμήσεις. Διὰ τοῦτο εἶναι δημόσιοι ἄνδρες· διὰ τοῦτο εἶναι ὑπεύθυνοι, ὥστε νὰ ὀφείλωσι νὰ ὑποστῶσι καὶ τὰς εὐθύνας, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα. Ὁ εἷς τῶν προαγορευσάντων, ὁ καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχει παραδόξους ἰδέας περὶ τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἂν ἐτηρεῖτο ἡ πορεία, ἣν ἐγὼ ὑπεδείκνυον, ἠθέλομεν προσκρούσει εἰς τὴν θέλησιν τῶν Δυνάμεων, διότι αἱ Δυνάμεις, ὅτε ἐν τῇ προκαταρκτικῇ συνθήκῃ ὥριζον τρεῖς μῆνας, δὲν ἐγνώριζον τί ἔπραττον· δὲν εἶχον ἀντιληφθῆ, ὅτι ὁρίζουσαι τρεῖς μῆνας ἔθετον ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ τελεσθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις οὐ μόνον τῆς ὁριστικῆς συνθήκης, ἀλλὰ καὶ τῶν παρεπομένων συμβάσεων καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ γένηται λόγος περὶ τούτου, ἔπρεπε νὰ ὑποταχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῶν πληρεξουσίων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι λέγοντες τρεῖς μῆνας δὲν ἐνόουν τρεῖς μῆνας ἀλλ’ ἐνόουν... χρόνον ἀόριστον. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ἐπικρίνων τὰ ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν, ὅτι διὰ τῆς λέξεως «ἐπίσης» ἀπεδόθη ἐν τῇ μεταφράσει τὸ en même temps τῆς συνθήκης, καὶ τοῦτο ἐξένισε τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὡς ἂν εἶπον ἐγώ, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν κείμενον ὑπερισχύει τοῦ πρωτοτύπου γαλλικοῦ. Εἶπον ἐγώ, ὅτι, διότι ἐνομίσθη ὅτι εἶχε τὴν σημασίαν τοῦ «ἐπίσης» τὸ en même temps, διότι τὴν ἔννοιαν τοῦ en même temps ἐθεώρησαν ἰσοδύναμον πρὸς τὴν τοῦ «ἐπίσης», διὰ τοῦτο βεβαίως οὗτοι, καὶ ὁ νῦν καὶ ὁ πρώην Ὑπουργός, δὲν διεπραγματεύθησαν ὀρθῶς. Διότι, ἂν διεπραγματεύθησαν νομίζοντες ὅτι δὲν εἶχον προθεσμίαν τεταγμένην ὑπὲρ ἑαυτῶν, ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, εὑρέθησαν ἐκ τούτου εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῶσιν ὑστέρας περὶ τῶν ἄλλων θεμάτων διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Τουρκίαν, προθύμως ὑπακούσαντες εἰς συμβουλὰς διδομένας εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων, οἵτινες ἔβλεπον αὐτοὺς διστάζοντας καὶ ἐπιθυμοῦντας τὴν ὑποχώρησιν. Ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὴν Κιτρίνην Βίβλον καὶ ἔγγραφον περιεχόμενον ἐν αὐτῇ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ Κυανῆ Βίβλος, ἥτις περιέχει ἔγγραφα σχετικά, ἰδίως δὲ δύο ἔγγραφα, ὧν ἔχω ἐνταῦθα τὴν μετάφρασιν, ἀλλ’ ἡ ὥρα δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀναγνώσω αὐτὴν ἐν ἐκτάσει. Ἐκ τούτων δείκνυται καλῶς εἰς ποίαν στενοχωρίαν ἐφαίνοντο εὑρισκόμενα τὰ μέλη τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσωπείας μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ πῶς ἐπὶ τῇ παρεμβάσει τοῦ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ ὑπεχώρησαν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν ἀξίωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θέσαντες μόνον ὅρον νὰ θελήσῃ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν προξενικῶν συμβάσεων διεφώνουν. Καὶ ὅτε ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ ὁρίσῃ τὰ σημεῖα ταῦτα, ἐδέχθη δηλαδὴ νὰ εἴπῃ καὶ ἐγγράφως εἰς τοὺς κυρίους, ὅτι ἀρνεῖται τὸ πᾶν, τότε καὶ οὗτοι ἐδέχθησαν νὰ εἰσέλθωσι βραδύτερον εἰς τὰς περὶ τῶν προξενικῶν συμφωνιῶν διαπραγματεύσεις, καὶ οὕτως ὑπέγραψαν τὴν ὁριστικὴν συνθήκην, ἀφοῦ,—προσθέτω τοῦτο ὑπομιμνήσκων ἐκεῖνα, ἅτινα γινώσκετε ἤδη καλῶς ὑμεῖς,—τὴν τελευταίαν ὥραν ὑπεγράφη καὶ ἄλλο πρωτόκολλον, δι’ οὗ προθύμως στέρξαντες ὑπεβλήθημεν εἰς προθεσμίαν δύο ἐτῶν διὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, ἐν ᾧ ἐν τῇ προκαταρκτικῇ οὐδεμία περιείχετο προθεσμία, καὶ διὰ τοῦ περὶ προθεσμίας πρωτοκόλλου ἐπλάσαμεν εἰς βάρος ἡμῶν κατάστασιν, ἣν αὐτὸς ὁ παρεμβὰς Ἄγγλος πρεσβευτὴς κρίνει ἀνεπίδεκτον ἐκτιμήσεως, διότι ἀνηνέχθημεν εἰς κατάστασιν μὴ προϋπάρξασαν ἐν τῷ παρελθόντι, κατάστασιν διαφέρουσαν τῆς τοῦ πρὸ τοῦ πολέμου καθεστῶτος, κατάστασιν, ἣν καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὡς Πρωθυπουργός, ἐχαρακτήρισεν ὅτι εἶναι κατάστασις, ἣν δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ...
§94ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἔδωκα ὡρισμένην πληροφορίαν, καὶ ἡ ἑρμηνεία ἐκείνη εἶναι ἐπίσημος ἑρμηνεία, καὶ ἐπ’ αὐτῆς δύνασθε νὰ στηριχθῆτε.
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτε ἠρώτησαν ὑμᾶς, ποία εἶναι αὕτη ἡ κατάστασις, ἀπηντήσατε ὅτι δὲν δύνασθε νὰ τὴν ὁρίσητε.
§96ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ὡρισμένην ἰδέαν, καὶ ἡ ἰδέα μου αὕτη φαίνεται ἐκ τῶν ὁδηγιῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκα πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος, καὶ αἱ ὁδηγίαι μου αὗται εἶναι κατακεχωρισμέναι ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ. Εἶναι εὔκολον νὰ ἴδητε ποῖαι εἶναι.
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς ἐκ τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» τὰ ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα, καὶ ἀπὸ τῆς Κυανῆς Βίβλου περικοπάς τινας. Ἰδοὺ τί εἶπε τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὡς Ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ πρὸ τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τῆς εἰρήνης εἶχε πληροφορίας περὶ τῶν σκοπῶν τούτων, καὶ κατὰ τὴν δίοδον τῶν διαπραγματεύσεων οἱ πληρεξούσιοι ἡμῶν ἀνήγγειλαν, ὅτι ἡ Ὑψ. Πύλη εἰς τὴν λέξιν «ἀμοιβαιότης» δὲν ἔδιδε τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπανόδου εἰς τὸ πρὸ τοῦ πολέμου καθεστώς, διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη, ὅτι ἦτο ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων συμφερόντων ἡ διατύπωσις ἐν πρωτοκόλλῳ περὶ τῶν περιπτώσεων, περὶ ὧν τοῦτο διέλαβε.» Καὶ κατωτέρω: «Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Τουρκίας διαρκουσῶν τῶν διαπραγματεύσεων ἐδήλωσε πρὸς τοὺς ἡμετέρους πληρεξουσίους, ὅτι ὡς βάσις τῆς συνομολογηθησομένης συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας θὰ ληφθῇ ὁ ὅρος τῆς ἰσοτιμίας, τουτέστιν οἱ ὅροι τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους...» Καὶ παρακατιών: «Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐντὸς διετίας καταρτισθῇ σύμβασις περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, ἡ σύμβασις αὕτη θὰ βασίζεται ἐπὶ τοῦ ὅρου τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους... Ἐὰν δὲν καταρτισθῇ, ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν ὅρον τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, τουτέστι τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος, τοῦ ὁποίου ἡ ἔννοια δὲν εἶναι γνωστή, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἔννοιαν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ ζητήσωμεν». Καὶ ὅμως τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐζητήσατε παρὰ τῶν Τούρκων διὰ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο μετὰ τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξουσίων. Διότι ἐζητήσατε νὰ διασαφήσωσιν ὁποία ἡ ἔννοια τῶν ὅρων αὐτῶν. «Τοιοῦτοι οἱ κύριοι λόγοι, —λέγει τὸ ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ κατακεχωρισμένον ὑπόμνημα τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ, ὑπὸ χρονολογίαν 15/27 Νοεμβρίου 1897, — οἱ κωλύοντες τοὺς Ἕλληνας πληρεξουσίους νὰ μονογραφήσωσι τὸ ἄρθρον ΧΙ, ὡς συνετάχθη. Μετὰ τὰς γενομένας ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξουσίων δηλώσεις ἀναγκάζονται νὰ ζητήσωσιν ἑρμηνείαν ἀκριβῆ, ἣν κρίνουσιν ἀπολύτως ἀναγκαίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κλπ.» Λοιπὸν ἀπεδείχθη ἀκριβὲς τὸ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέν, ὅτι ἡ ἔννοια, ἣν ἔπλασε τὸ πρωτόκολλον, ὅπερ ὑπεγράψατε, ἡ ἔννοια αὕτη εἶναι ἀνεπίδεκτος ὁρισμοῦ, καθὼς δὲ λέγει ὁ Βρεττανὸς πρεσθευτὴς ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἡ κατάστασις, εἰς ἣν ἀναφέρεται, εἶναι κατάστασις ἀνεπίδεκτος ἐκτιμήσεως. «Τίς δύναται, λέγει, νὰ εἴπῃ, ὁποῖοι κανονισμοὶ ἰσχύουσι νῦν, ἐν τῇ ὑφεστώσει προσωρινῇ πραγμάτων καταστάσει;»
§98ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως πρὸ τοῦ 1833 καὶ πρὸ τῆς συνθήκης τῆς Καλλιτζᾶς.
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο εἶναι μεγάλη ἀνακάλυψις, διότι μέχρι τοῦδε δὲν εἶχον ἀκούσει, ὅτι ἐγένετο ἐπίκλησις ὑπό τινος τοῦ πρὸ τοῦ 1854 καθεστῶτος, γνωστὸν δὲ ἦτο μόνον, ὅτι ἡ Τουρκία, διαστρέφουσα τὴν λέξιν réciprocité, ἐζήτησε νὰ καταστήσῃ ἀμοιβαιότητα ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς σχέσεσιν, οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προνομίων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εὐρωπαϊκοῦ δικαίου· καὶ τοῦτο, κατορθώσασα νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ δευτέρου πρωτοκόλλου, θὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν αὔριον, ἀξιοῦσα δυνάμει τοῦ πρωτοκόλλου ἰσοτέλειαν τελωνειακήν, ἰσοτέλειαν ἐπὶ παντὸς δικαιώματος.
§100Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ παρασκευάζωνται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται αὔριον νὰ ἐπικαλεσθῶσιν οἱ ἐν Τουρκίᾳ.
§101ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ οὐδὲν εἶπον, οὐδὲ θὰ εἴπω τι περὶ τῶν μὴ τετελεσμένων. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ παρελθόντος. Μόνον τὸ παρελθὸν ἔψεξα. Δὲν θὰ ἐλάμβανον δὲ ἐκ νέου τὸν λόγον, ἂν δὲν ἐνόμιζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ καθ’ ὃν τρόπον, ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ, ὡμίλησε. Δὲν θὰ ἀπήντων δὲ καὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ἂν δὲν ὤφειλον ἀπάντησιν εἰς αὐτὸν λόγῳ τῆς εἰλικρινείας, μεθ’ ἧς διεξήγαγε τὴν συζήτησιν ἐπὶ θέματος ἀναγομένου εἰς οὕτω σπουδαῖον ἐθνικὸν ζήτημα.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν οὐσίαν, δὲν ἐπελαβόμεθα τῆς ἐρεύνης οὐδενὸς τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ τεθῶσιν ὑπὸ συζήτησιν καὶ προκαλέσωσι διαπραγματεύσεις, δὲν ἐξητάσαμεν παντάπασι τὴν πολιτείαν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς, σεβόμενοι τὸ Μετερνίχειον ἀπόρρητον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τηρῆται, ὅταν διεξάγωνται διαπραγματεύσεις μεταξὺ δύο Κρατῶν, καὶ μάλιστα ὅταν αἱ διαπραγματεύσεις ἔχωσιν ἀντικείμενον τόσῳ μεγάλα δικαιώματα. Ἀλλ’ εἴχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας, πῶς ἡ τρίμηνος προθεσμία δὲν ἐτηρήθη, πῶς παρημελήθη, πῶς παρετάθη ἐπὶ τὰ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη. Εἴχομεν δικαίωμα νὰ φέρωμεν τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλης ἀνακοινώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι ἀσχολοῦνται νὰ προσδιορίσωσι τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει ζητηθῆ ἡ διαιτησία, ὡς καὶ ν’ ἀναγράψωσι τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν ἐπῆλθε μεταξὺ αὐτῶν συμφωνία. Αἱ ἀνακοινώσεις αὗται ἠδύναντο νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴν νὰ ἐπιλαθώμεθα τοῦ θέματος. Ἐγὼ, ὁ προβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν, ἀπέσχον νὰ ἐκφέρω κατηγορίαν ἢ μομφὴν διὰ τὴν τοσαύτην παράτασιν τῶν διαπραγματεύσεων, περιωρίσθην δὲ μόνον νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἀνακοινώσῃ εἰς ἡμᾶς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἐκπλήσσεται διὰ τὴν τοσαύτην παράτασιν τῶν διαπραγματεύσεων, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδηλώσω ἐγὼ τὴν ἔκπληξίν μου, πῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, οἱ τὰς διαπραγματεύσεις διεξάγοντες, ἔπεισαν ἑαυτοὺς, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρατείνωσιν αὐτὰς πέραν τῶν τριῶν μηνῶν, καὶ νὰ φθάσωσι μάλιστα εἰς δύο ὅλα καὶ ἥμισυ ἔτη. Ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοί, καὶ οἱ ἐνεστῶτες καὶ οἱ πρὸ αὐτῶν, ὑπερέβησαν τὸν πέπλον τοῦ ἀπορρήτου, ἰσχυρισθέντες ὅτι ὑπερέβησαν τὴν προθεσμίαν τὴν τρίμηνον, ὅτι παρέτειναν τὰς διαπραγματεύσεις μέχρι τοῦδε, διότι Μεγάλαι Δυνάμεις συνεβούλευσαν αὐτούς. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο πρόωρον νὰ τὸ ἀκούσωμεν, διότι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν αἱ Δυνάμεις ἔδωκαν ὄντως ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, τοῦτο δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν, εἰμὴ ὅταν κατατεθῇ ἐνταῦθα ἡ σύμβασις. Ἐν ὅσῳ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν, ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ γνώμη τῶν Δυνάμεων, ὅπως πεισθῶμεν περὶ τούτου, αἱ ἀνακοινώσεις τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι συνεβούλευσαν αὐτοὺς αἱ Δυνάμεις, ἔθηκαν ἡμᾶς εἰς ἥσσονα θέσιν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προέβαλεν, ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμον, ὅτι ἐνδέχεται ἴσως νὰ ἀποβῇ μὴ λυσιτελὲς, ἢ νὰ ἀποβῇ ἐπιζήμιον, νὰ ἀναγνωρισθῇ καὶ ὑπογραφῇ καὶ βεβαιωθῇ ἡ συμφωνία τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δύο Κρατῶν ἐπὶ τῶν ὡρισμένων θεμάτων, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ νὰ χωρισθῶσιν ἀπὸ τούτων ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν κατωρθώθη νὰ συμπέσωσιν αἱ γνῶμαι τῶν ἀντιπροσώπων καὶ τῶν δύο Κρατῶν, νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθή. Ἐὰν τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Τουρκία εἶχε τὴν αὐτὴν μὲ ἡμᾶς γνώμην, ἀναγνωρίζωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν κτῆσιν καὶ τὴν νομὴν πάντων τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πρὸ τοῦ πολέμου ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ 1854, τότε βεβαίως οὐδεμία ὑπάρχει ζημία, ἐὰν βεβαιωθῇ ἐπὶ τούτου ἡ συμφωνία τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δύο Κρατῶν· ἐὰν ὅμως τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν ἡ συμφωνία συντελεσθῇ, δὲν ἀναγνωρίζωσιν εἰς ἡμᾶς πάντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἀπὸ τοῦ 1854, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ὑπεχώρησαν ἐπὶ ὡρισμένων σημείων, φρονῶ ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ ζητηθῇ ἡ διαιτησία τῶν Δυνάμεων ἐπὶ ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ὑπῆρξε συμφωνία, πρέπει νὰ διαφυλάξωμεν ἀκέραια τὰ δικαιώματα ἡμῶν ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων. Τὰ ἄλλα περὶ Θεσσαλίας καὶ περὶ Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐπιδράμει ἐπὶ τὰς Ἀθήνας, ἢ περὶ τῆς ἀδυναμίας ἡμῶν νὰ ἀναγκάσωμεν τὴν Τουρκίαν νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν θέλησιν ἡμῶν, εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι βάσιν. Ἡμεῖς εἴμεθα Κράτος μικρὸν καὶ ἀσθενὲς, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἀναγκάσωμεν τὴν Τουρκίαν νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν θέλησιν ἡμῶν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, ὅπως δὲν ἦτο δυνατὸν ἴσως νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποδιώξωμεν ἐκ τῆς Θεσσαλίας τὰ τουρκικὰ στρατεύματα· ἀλλὰ τὴν δύναμιν ἔδιδον εἰς ἡμᾶς αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἐμερίμνων περὶ διατηρήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐλησμόνουν τὴν ἱστορίαν, ἐφ’ ὅσον ἐμερίμνων περὶ τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Εὐρώπης, ἐμερίμνων περὶ τῆς εἰσφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἡ διατήρησις τῆς Ἑλλάδος εἰσφέρει πρὸς συντήρησιν τῆς εὐρωπαϊκῆς ἰσορροπίας, ἐν ὅσῳ ἦτο βέβαιον, ὅτι τὰ τουρκικὰ στρατεύματα δὲν ἤθελον δυνηθῆ ποτε νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι αἱ Δυνάμεις δὲν ἤθελον τὸ ἐπιτρέψει, οὕτως εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἀφοῦ αἱ Δυνάμεις ἀνέγραψαν ἐν τῇ περὶ εἰρήνης συνθήκῃ τὸ δικαίωμα νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν αὐτῶν, ἡ διαιτησία αὐτῶν εἶναι ἡ κύρωσις κατὰ πάσης διαφωνίας. Ἐὰν καλῶς δὲν προσέφυγεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἐὰν ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους παρετάθησαν αἱ διαπραγματεύσεις ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, τοῦτο θέλει ἀποδειχθῆ ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Καὶ ὡς ἡμεῖς προσήλθομεν πάντοτε ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν εὐθύνας περὶ πάντων τῶν σχετικῶν πρὸς τὰ ἐπισκήψαντα κατὰ τὸ 1897 δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουστα συμβεβηκότα ἐπήνεγκον, οὕτω θέλουσι βεβαίως κληθῆ καὶ οἱ ἄλλοι νὰ δώσωσιν εὐθύνας διὰ τὴν πολιτείαν, ἣν μετῆλθον ἀπὸ τῆς συνθήκης περὶ ὁριστικῆς εἰρήνης.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 25,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 242). Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Καραπάνος κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα ἐμφαῖνον τὴν προϋπολογισθεῖσαν δαπάνην διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Λεχωνίων–Μηλεῶν.» Ὁ βουλευτὴς κ. Ποταμιᾶνος κατέθηκε τὴν ἑπομένην αἴτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀμειφθεῖσαν μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Νομάρχου Φθιώτιδος ἀλληλογραφίαν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐν τῷ χωρίῳ Ἰμίρμπεη τοῦ δήμου Λαμιέων ἀναφυὲν ζήτημα μεταξὺ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τούτου καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὡς καὶ τὰς ἐκθέσεις καὶ τὰ ἄλλα σχετικὰ ἔγγραφα.» Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς δεκάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἕως 31 Δεκεμβρίου 1899. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεμία.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς γίνεται δεκτός.
§107ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ προαγωγῆς τῶν λοχαγῶν καὶ ταγματαρχῶν τῆς φάλαγγος» εἰς δευτέραν συζήτησιν.
§108Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ συζητηθῇ αὔριον· δὲν εἶναι δυνατὸν τώρα. Δὲν θ’ ἀλλάξωμεν τάξιν.
§109ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα τὸ νομοσχέδιον «περὶ περιθάλψεως τῶν παθόντων ἐν μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις» προταχθῇ· ἐπεκυρώθησαν δὲ τὰ πρακτικά.
§110Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλαδὴ νὰ τεθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§111ΔΟΥΝΗΣ. Εἴπομεν νὰ προταχθῇ.
§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ τὸ θεωρήσω μᾶλλον κατεπεῖγον τῶν συμβάσεων.
§113ΔΟΥΝΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, διαφέρει.
§114Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναιρέσεως.
§115ΔΟΥΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις ἐγένετο.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀναιρεῖ ἀπόφασιν. Μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν συμβάσεων θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ σειρὰ αὐτοῦ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ ἔτος 1900». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου πλάτους 1μ. 44 ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Δεμερλῆ καὶ τῶν Ὀθωμανικῶν συνόρων.
§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν διορθώσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν συγγραφὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 243). Ὁ κύριος Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§120Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Θὰ φροντίσω, Κύριοι, ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προτιθέμεθα νὰ συζητήσωμεν. Ἅμα τῇ ἀνόδῳ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐγνώσθη ὅτι ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ἀνεγράφετο μεταξὺ τῶν πρώτων μελημάτων, μεταξὺ τῶν πρώτων μέτρων, ἅτινα ἐσκόπει αὕτη νὰ διαπραγματευθῇ καὶ νὰ φέρῃ εἰς πέρας. Τὴν ἐθνικὴν ὠφελιμότητα τοῦ ἔργου τούτου οὐδεὶς, ὑποθέτω, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν καὶ ἂν ἐξετάσῃ τις τὸ ἔργον, ἄγεται ἀσφαλῶς εἰς ἓν θετικὸν συμπέρασμα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ ἔργου αὐτοῦ δύναται νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν ἱκανοποιημένην, διότι ἐντὸς ἐλαχίστου σχετικῶς χρονικοῦ διαστήματος θὰ ἔρχηται πλέον εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ πασῶν τῶν πεπολιτισμένων χωρῶν, καὶ θὰ δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι κερδίζει πολὺ ἐκ τῶν ἐθνικῶν ὀνείρων αὑτῆς, διότι διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ποιεῖται τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὰς ἀδελφὰς ἐπαρχίας, γνωρίζουσα ταύτας εὐκοπώτερον καὶ γνωστὴ καθισταμένη εἰς ταύτας τε καὶ τὴν Εὐρώπην, εἰς τὴν ὁποίαν τοιουτοτρόπως παρέχεται ἡ εὐκαιρία νὰ σπουδάσῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἡμᾶς, νὰ μελετήσῃ καὶ ν’ ἀποθαυμάσῃ τὸ κλῖμα ἡμῶν, τὸ πλούσιον τοῦ ἐδάφους, τὴν μαγευτικὴν φύσιν τῶν μοναδικῶν ὁμολογουμένως τοπίων ἡμῶν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου αἱ Ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι αἱ ὑπόδουλοι εἰς τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν θέλουσιν ἀντλεῖ διὰ τῆς καθημερινῆς ταύτης συγκοινωνίας δύναμιν καὶ θάρρος ἔκ τε τῆς μητρὸς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐρώπης πρὸς ἀποτελεσματικωτέραν καταπολέμησιν τῶν προπαγανδῶν καὶ τῶν ἄλλων πολυωνύμων ἑταιρειῶν, αἵτινες, ὡς γνωρίζετε, τόσον ἀσυστόλως, πλὴν θαρραλέως, προσπαθοῦσιν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ δημιουργήσωσι δικαιώματα ἐπὶ χωρῶν, τῶν ὁποίων τὴν Ἑλληνικὴν ἑνότητα, τὴν Ἑλληνικὴν καταγωγὴν οὐδέποτε ἠμφισβήτησεν ἡ ἀψευδὴς ἱστορικὴ ἀλήθεια. Κύριοι, σήμερον τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ἀποτελοῦσι τὴν καλλιτέραν στρατηγικὴν πρὸς ἐπικράτησιν τῶν βλέψεων παντὸς ἔθνους. Ἐν τῇ περιόδῳ ἰδίως ταύτῃ τὸ μόνον ὅπλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖται ἡ κατάκτησις χώρας τινὸς, ἡ ἀπελευθέρωσις καὶ ἡ ἐκπολίτισις αὐτῆς, εἶναι ἡ συγκοινωνία, ἡ συγκοινωνία ἡ συνδέουσα τὰς ἐρήμους μετὰ τῶν κατῳκημένων μερῶν, ἡ διανοίγουσα στάδιον καλλιεργείας καὶ ἐκμεταλλεύσεως τέως ἀγνώστων καὶ παρθένων ἐκτάσεων εἰς τὸν ἄπληστον ἄνθρωπον καὶ ἐξαπλοῦσα πανταχοῦ, εἰς τὰ ἀπρόσιτα σημεῖα τῆς γῆς, εἰς τοὺς πάγους τῶν πόλων, τὴν εὐημερίαν, τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν βιομηχανίαν. Ἐὰν ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, Κύριοι, κέκληται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐν τῇ γενικῇ ἐννοίᾳ τῆς ἑνώσεως αὐτοῦ μετὰ τῶν διεθνῶν γραμμῶν τὰς ἀνάγκας ταύτας, ἀπόκειται ἑκάστῳ νὰ κρίνῃ· εἶναι ὅμως ἀπολύτως βεβαιωμένον, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, ὡς εἶπον προηγουμένως, θέλει πολλαχῶς ἐξυπηρετήσει ἡμᾶς, ἐθνικῶς καὶ τοπικῶς, θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς Ἑλλάδος ἔν τε τῇ κινήσει τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον θὰ εὕρῃ οὕτω τὸν πολυτιμότερον ἐπίκουρον καὶ τὸ εὐθηνότερον μέσον τῆς κινήσεως τοῦ κεφαλαίου, καὶ ἐν τῇ καθ’ ὅλου κινήσει τῶν ἀτόμων, καὶ θέλει συντείνει κατὰ πολὺ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τούτων καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πόρων τῆς χώρας ἡμῶν, καθὼς καὶ εἰς τὴν μεταφύτευσιν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον καὶ εἰς τὰ μᾶλλον ἀπόκεντρα μέρη τῶν προόδων τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν μεθόδων τῆς καλλιεργείας πρὸς παραγωγὴν προϊόντων τελειοτέρων, εὐθηνοτέρων καὶ ποικιλωτέρων. Ταῦτα πάντα ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα, βεβαίως εἶναι ἀξία ἐπαίνου, ὡς θεωρήσασα τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἐκ τῶν πρώτων μελημάτων αὐτῆς, καὶ ἐργασθεῖσα μετὰ τοσούτου ἐνδιαφέροντος. Ἀλλ’ ὡς πάντες οἱ σιδηρόδρομοι, Κύριοι, καὶ ὁ προκείμενος σιδηρόδρομος ἔχει καὶ διὰ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα τὴν ὅλως ἐξαιρετέαν, τὴν ὅλως ἰδιάζουσαν σημασίαν αὐτοῦ τὴν στρατιωτικήν. Πάντες οἱ στρατιωτικοὶ συγγραφεῖς εἰς ἓν τελείως συμφωνοῦσιν. Ἡ ταχύτης, λέγουσιν, ἀποτελεῖ τὸ ἀσφαλέστερον μέσον τῆς νίκης. Ἡ ταχύτης τῆς μεταφορᾶς τῶν στρατευμάτων εἰς τὸ θέατρον τῶν ἐπιχειρήσεων, ἡ ταχύτης τῆς συγκεντρώσεως ἐν καιρῷ πολυαριθμοτέρων δυνάμεων ἐπὶ τοῦ σημείου, εἰς ὃ θὰ δοθῇ τὸ κυριώτερον κτύπημα, ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῆς αἰσίας λύσεως πάσης στρατιωτικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ τὴν ταχύτητα τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἑπομένως τὴν ἐπικράτησιν καὶ τὴν νίκην δίδουσι τὰ τεχνικὰ μέσα τῆς κινήσεως, τουτέστιν οἱ σιδηρόδρομοι, τὰ ἀτμόπλοια καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν ταύτην νομίζω ὅτι ὁ σιδηρόδρομος οὗτος ἐπαρκέστατα θέλει ὑπηρετήσει ἡμᾶς. Δὲν θεωρῶ ἔργον πολιτικῆς συνέσεως νὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐντεῦθεν ἐκτενῶς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ὁ σιδηρόδρομος οὗτος θὰ προσφέρῃ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἐν ἐπιστρατεύσει, καὶ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς, ἐάν ποτε ἀναλάβωμεν ἐπιχείρησίν τινα στρατιωτικήν. Ἐπίσης οὐ τοῦ παρόντος, νομίζω, νὰ ἐξετασθῇ τὸ σημεῖον τῆς ἑνώσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου μετὰ τῶν γραμμῶν τῆς γείτονος ἐπικρατείας. Τοῦτο, φρονῶ ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἶναι ἔργον ἀποκλειστικὸν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν συμφέρει νὰ ἐκτίθενται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ὁδηγήσωσιν ἡμᾶς πρὸς τὸ σημεῖον τῆς ἑνώσεως, ἀφοῦ ἄλλως τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ μέλλον, περιέχει δὲ τὴν ἔννοιαν τῆς μελλούσης ἐφαρμοστέας στρατηγικῆς ἡμῶν ἐν τῇ κινήσει τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι καὶ ἡμεῖς θὰ σκεφθῶμεν τέλος πάντων ἐν τῷ μέλλοντι, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν· τουτέστιν, ὅτι θὰ συλλάβωμεν σχέδιόν τι, οὗτινος τὴν πραγμάτωσιν θὰ ἐπιζητήσωμεν. Καὶ περὶ τούτου βεβαίως ἐγὼ διστάζω ἀκόμη, καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἐπὶ πολὺ θὰ ἤμεθα οἷοι ἐδείχθημεν κατὰ τὸ 1897, ἤτοι ἀνίκανοι οὐ μόνον νὰ ἐνεργήσωμέν τι, ἀλλὰ καὶ νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, ἐπὶ τῇ ἀποφάσει νὰ καταστῶμεν κύριοι τῶν περιστάσεων καὶ ἀξιόμαχοι πρὸς ἕνα ἐθνικὸν σκοπόν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ὄψις αὕτη τοῦ ζητήματος δὲν συμφέρῃ νῦν νὰ ἐξετασθῇ, ἐνδιαφέρει ὅμως σπουδαίως τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, καὶ ἰδιαίτατα τὴν Θεσσαλίαν, νὰ ἐξετάσῃ, ποῖον θὰ ἦναι τὸ προσωρινὸν τέρμα τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἀπό τινος χρόνου, ὡς γνωρίζετε, θρῦλοι μετέδιδον τὴν εἴδησιν, ὅτι ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου θέλει φθάσει μέχρι τῆς συναντήσεως τῆς γραμμῆς Βόλου–Καλαμπάκας, παρὰ τὸ χωρίον Δεμερλῆ. Εἰλικρινῶς ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ εἴδησις αὕτη δὲν κατωρθώθη νὰ γένηταί ποτε πιστευτή, πιθανὴ κἄν, καὶ νὰ πείσῃ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅτι λόγοι σοβαροὶ καὶ σχετιζόμενοι πρὸς ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα θ’ ἀπέκλειον τὴν μητρόπολιν τῆς Θεσσαλίας, τὴν Λάρισαν, καὶ σὺν αὐτῇ τὰς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς καὶ Τυρνάβου καὶ τὴν ἐπαρχίαν Ἐλασσῶνος,—διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ἐπαρχία Ἐλασσῶνος ἀνήκει πάντοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀποτελεῖ μέρος τῆς Θεσσαλίας,—τοὺς δύο δήμους τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, Τιτανίου καὶ Φύλλου, καὶ τὸν δῆμον Φαρκαδῶνος τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, θὰ ἀπέκλειον, λέγω τῶν εὐεργετημάτων τῆς συγκοινωνίας τὰ τμήματα ταῦτα τῆς Θεσσαλικῆς χώρας, καὶ θὰ κατεδίκαζον αὐτὰ εἰς μαρασμόν, εἰς φθίσιν, εἰς καταστροφήν. Ἐντείναμεν πάσας τὰς προσπαθείας ἡμῶν, ἵνα πληροφορηθῶμεν ὁθενδήποτε τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρωρῶντο τὰ μέρη ταῦτα τῆς Θεσσαλίας, ἀλλ’ εἰλικρινῶς ὁμολογῶ, ὅτι οὐδαμοῦ ἀνεύρομεν τὴν λογικὴν ὑπόστασιν αὐτῶν, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὴν σχετικὴν σύμβασιν, ἐξέθηκεν ἐνώπιον ἡμῶν ταῦτα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑποβάλλων τὴν σύμβασιν, ἔφερεν ὡς λόγους τοῦ περιορισμοῦ τῆς γραμμῆς μέχρι Δεμερλῆ, καὶ ὄχι μέχρι Λαρίσης, τὴν ἄγνοιαν τοῦ σημείου τῆς ἑνώσεως μετὰ τῶν γραμμῶν τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀποφυγὴν τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου νὰ πληρόνῃ ἐτησίως 250,000 φράγκα, νομίζω...
§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). 200,000.
§122ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. .. Ὁμολογουμένως, Κύριοι, οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ἱκανῶς ἰσχυροί, ἰδίως δὲ ὁ τελευταῖος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω νὰ εἴπω πολλά, σήμερον τοὐλάχιστον· περὶ τοῦ ἄλλου ὅμως θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκταθῶ ὀλίγον, χωρὶς νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας, ἐννοεῖται· καὶ τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι ἐκ παντὸς τρόπου πᾶσα σκέψις ἑνώσεως τῆς γραμμῆς ἀλλαχοῦ, πλὴν τοῦ Τυρνάβου, πλὴν τῶν Τεμπῶν, πρέπει τελείως νὰ ἐγκαταλειφθῇ, νὰ πεισθῶμεν δὲ πάντες, ὅτι ἡ προέκτασις τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Συνόρων (ἂς τὸν ὀνομάσω οὕτω πλέον) μέχρι τῆς Λαρίσης εἶναι ἐπιβεβλημένη ἀπολύτως. Τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως, Κύριοι, δὲν εἶναι νέον· καὶ ἄλλοτε, ὅτε συνεζητήθη ἡ σύμβασις μετὰ τῆς ἐκπτώτου ἑταιρείας, συνεζητήθη εὐρέως τοῦτο. Ἐδόθη τότε ἀφορμή, ὥστε πολλαὶ σκέψεις ν’ ἀνταλλαγῶσιν· ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐβολιδοσκόπησε τὴν ἕνωσιν διὰ τῶν Τεμπῶν, ἀλλ’ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀπέκρουσε ταύτην, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπικρατοῦμεν θαλασσίως, καὶ δὲν ἤθελε τὸ ἀπὸ τῶν συνόρων μέχρι τῆς Θεσσαλονίκης τμῆμα ν’ ἀφήσῃ ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τῆς θαλάσσης· ἕνεκα τούτου ἐδόθη νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἡ ἕνωσις ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπὶ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Θεσσαλονίκης–Σκοπίων, περὶ τὸ «Γκράτσκο», νομίζω. Ἡ Τουρκία ἐσκόπει οὕτω πως νὰ συνδέσῃ τοὺς πυκνῶς ὁπωσδήποτε κατῳκημένους πληθυσμοὺς τῶν μερῶν τούτων σιδηροδρομικῶς πρὸς τὰ σύνορα χάριν λόγων στρατηγικῶν. Ἡ γραμμὴ δηλονότι, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ συναινέσῃ ἡ Τουρκία, ἦτο ἀκριβῶς τὸ Γκράτσκο–Ὀστροβὸς–Καϊλὰρ– Κοζάνη–Σέρβια καὶ μέσον Λαρίσης–Πειραιῶς. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης κατενόησε τὴν σπουδαιότητα τῆς γραμμῆς ταύτης, διότι διεῖδεν, ὅτι ὁ Πειραιεὺς θὰ συνεκοινώνει ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Εὐρώπης, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ἐσυντόμευε καὶ τὸ μέσῳ τῆς Θεσσαλονίκης διάστημα κατὰ πολύ, διότι ἀπὸ Σκοπίων μέχρι Θεσσαλονίκης εἶναι 220 χιλιόμετρα, τόσον δὲ εἶναι περίπου καὶ τὸ ἀπὸ Σκοπίων μέχρι Σερβίων διάστημα, μέσῳ Ὀστροβοῦ κλπ.· ἤτοι θὰ ἐκέρδιζέ τις τὸ ἀπὸ Θεσσαλονίκης μέχρι Σερβίων μῆκος 110–120 χιλιομέτρων· προκειμένου δηλονότι ὁ ἐρχόμενος ἐκ τῆς Εὐρώπης νὰ διέρχηται διὰ τῆς Θεσσαλονίκης, θὰ ἤρχετο εἰς Γκράτσκο, θὰ διηυθύνετο πρὸς Σέρβια, καὶ θὰ ἔφθανεν εἰς Πειραιᾶ ἄνευ τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ ἰδίως οἱ ἔμποροι, παρεπονέθησαν πρὸς τὴν Πύλην, καὶ παρέστησαν ὅτι διὰ τοιαύτης τινὸς γραμμῆς θὰ παρηγκωνίζετο ἡ Θεσσαλονίκη, ἧς τὰ συμφέροντα θὰ κατεστρέφοντο. Τότε μάλιστα, νομίζω, καὶ ἡ Γαλλικὴ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία κατεσκεύαζε τὸν λιμένα τῆς Θεσσαλονίκης καὶ εἶχε τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Θεσσαλονίκης καὶ Σουέζ, ἔκαμεν ὁμοίας παραστάσεις, καὶ συνεπείᾳ τῶν παραστάσεων τούτων ἡ Τουρκία δὲν ἐφάνη σπουδαίως προτείνουσα τὴν γραμμὴν ταύτην, ἔδωκεν ὅμως νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι δύναται ἀλλαχοῦ νὰ δώσῃ τὸ σημεῖον τῆς ἑνώσεως. Ἀλλ’ ὅτε εὑρίσκετο ἡ ὑπόθεσις τῆς ἑνώσεως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἡ Ἑταιρεία ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ζήτημα ἔμεινεν ἐκκρεμές. Ἔκτοτε ὅμως ἡ Τουρκία δὲν ἐσταμάτησεν· ὅλως ἀθορύβως κατεσκεύασεν ἑτέραν γραμμὴν, παράλληλον, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὰ Ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα, τὴν γραμμὴν Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου. Ὑποτεθείσθω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι διευθυνόμεθα ἐκ Δεμερλῆ πρὸς τὴν Καλαμπάκαν· πάντως τὸ σημεῖον τῆς ἑνώσεως θὰ δοθῇ ἐκ τῆς γραμμῆς Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἀλλαχοῦ νὰ συναντήσῃ ἡ γραμμὴ ἡμῶν τὴν γραμμὴν Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου, εἰμὴ παρὰ τὸ Σόροβον ἢ παρὰ τὸν Ὀστροβόν, τουτέστι μακρὰν τῆς Θεσσαλονίκης κατὰ 160 περίπου χιλιόμετρα. Ὡς γνωρίζετε, τὸ τμῆμα Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου εἶναι τμῆμα γραμμῆς συντελεσθέν, ἀλλὰ γραμμῆς σκοπούσης νὰ ἑνώσῃ τὴν Θεσσαλονίκην πρὸς τὴν Βιέννην διὰ τῆς Σκόδρας καὶ Ἑρζεγοβίνης (Σεράγεβον)· τοιουτοτρόπως ἡ Θεσσαλονίκη θὰ συγκοινωνῇ μετὰ τῆς Εὐρώπης διὰ δύο γραμμῶν, ἤτοι μέσῳ τῆς Ἑρζεγοβίνης καὶ μέσῳ τῆς Σερβίας. Ἂς ὑποθέσωμεν λοιπόν, ὅτι ἡ ἕνωσις γίνεται παρὰ τὸ Σόροβον, καὶ ὅτι τὸ τμῆμα μέχρι Σκόδρας–Ἑρζεγοβίνης συντελεῖται μίαν ἡμέραν· τί θὰ γείνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Οἱ ἐξ Εὐρώπης ἐρχόμενοι φυσικῶς δὲν θὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἀλλὰ θὰ φθάνωσιν εἰς τὸ Μοναστῆρι καὶ ἐκεῖθεν εἰς Πειραιᾶ. Ὥστε ἡ Θεσσαλονίκη μένει ἐκτὸς τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἀλλ’ ὑποτεθείσθω, ὅτι δὲν γίνεται ἡ γραμμὴ τῆς Σκόδρας–Ἑρζεγοβίνης· συμφέρει νὰ γείνῃ ἡ ἕνωσις παρὰ τὸ Σόροβον, ἤτοι μακρὰν τῆς Θεσσαλονίκης κατὰ 160 χιλιόμετρα, τουτέστι κατὰ 5 ὥρας; Καὶ δὲν θὰ ἐπισπευσθῇ τότε ἡ κατασκευὴ τῆς μελετηθείσης γραμμῆς Μοναστηρίου–Σκοπίων, οὕτως ὥστε ὁ ταξειδεύων νὰ κερδίζῃ τὸ ἀπὸ Σορόβου μέχρι Θεσσαλονίκης καὶ ἀπὸ Θεσσαλονίκης μέχρι Σκοπίων διάστημα διὰ συντόμου γραμμῆς Σορόβου–Μοναστηρίου–Σκοπίων; Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ζήτημα τοῦ ἀποκλεισμοῦ, τοῦ παραγκωνισμοῦ τῆς Θεσσαλονίκης παρεμβάλλεται εἰς τὸ μέσον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν δύναται ἡ Πύλη νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἡ ἕνωσις γείνῃ πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὡς δεδομένον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Πύλη δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀφήσῃ ἐκτὸς τῆς διεθνοῦς γραμμῆς τοῦ Πειραιῶς τὴν Θεσσαλονίκην, οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ τόσον μακρὰν τὸ σημεῖον τῆς ἑνώσεως, πάντως δὲ συμφέρον ἔχει ἡ Πύλη, ὅπως ἡ γραμμὴ ἑνωθῇ, εἰ δυνατόν, εἰς αὐτὰ τὰ πρόθυρα τῆς Θεσσαλονίκης· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ, θὰ ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ, ἐὰν τὸ σημεῖον τῆς ἑνώσεως ἐδίδετο διὰ τῶν Τεμπῶν, θὰ φροντίσῃ ἢ μᾶλλον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ δώσῃ σημεῖον ἑνώσεως ὅσον τὸ δυνατὸν ἐγγύτερον πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἀλλὰ τὸ ἐγγύτερον σημεῖον τῆς ἑνώσεως πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην εἶναι ἡ Βέρροια· ἐπειδὴ δὲ ἕνεκα τῆς στρατηγικῆς ἀξίας τῶν Σερβίων σκοπεῖ νὰ συνδέσῃ αὐτὰ πρὸς τὴν Βέρροιαν διὰ γραμμῆς 50 χιλιομέτρων, τὸ ἐνδεικνυόμενον σημεῖον ἑνώσεως, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς δοθῇ ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας, θὰ ἦναι ἀναντιρρήτως τὰ Σέρβια· ἀλλ’ εἰς ταῦτα ἄγει συντομώτερον καὶ εὐθύτερον ἡ μέσῳ τοῦ Μπογαζίου Τυρνάβου ὁδὸς καὶ οὐδεμία ἄλλη. Ταῦτα ἤθελον ἐν ὀλίγοις νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας, ἵνα δώσω νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἡ ἀποπεράτωσις τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι τοῦ Δεμερλῆ ὑπῆρξεν ἀτυχής, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ ἦναι ὁριστική, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς ἔλεγε καὶ ἡ σύμβασις ἀναγράφει. Δὲν ἔπρεπεν, οὐδὲ συμφέρει, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, νὰ σταματήσῃ εἰς Δεμερλῆ ἡ γραμμή, ἀλλ’ ἔδει νὰ προχωρήσῃ μέχρι Λαρίσης, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, ἡ ἕνωσις θὰ γείνῃ πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἀναμφιβόλως, ἀναγκαίως· ἡ φρόνησις ἄλλως ἐπιβάλλει, ὅπως σήμερον, ὁπότε ἐνεργοῦμεν ἐν ὅλῃ τῇ κυριαρχικῇ ἡμῶν ἐλευθερίᾳ, πλησιάσωμεν ὅσον ἔνεστι πρὸς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ ἔχομεν ἡμεῖς συμφέρον νὰ γείνῃ ἡ ἕνωσις, καὶ οὐχὶ ἡ γείτων ἐπικράτεια, ἧς αἱ ἀναβολαὶ καὶ ἡ παλιμβουλία γνωστά εἰσιν. Ἐνθυμηθῶμεν τοὺς λόγους τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. «Ἐγὼ θὰ κάμω τὴν γραμμὴν μέχρι Λαρίσης, ἔλεγε, καὶ ἡ Τουρκία ὅπου θέλει ἂς ζητήσῃ νὰ γείνῃ ἡ ἕνωσις». Ὁμολογουμένως ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εἰλικρινῆ ἐπιθυμίαν πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπέρχεται ὁ ἕτερος λόγος, ὁ λόγος τῆς οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 34 τῆς συμβάσεως ὑπὸ τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον βλέπετε, τουτέστιν—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξηγήσω, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἐνόησα τὴν διάταξιν ταύτην,— διὰ μὲν τὴν Ἑταιρείαν ἡ ὑποχρέωσις ἀνεγράφη ἀκεραία, οὐχὶ ὅμως καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἣν ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς. Κύριοι, εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι, ἐὰν πρόκειται περὶ 200,000 δραχμῶν, χάριν τῆς Λαρίσης, τῆς τόσα παθούσης ἐκ τῆς ἀφροσύνης τοῦ ὅλου ἔθνους, τῆς τετραυματισμένης, τῆς ἐχούσης ἀνάγκην περιθάλψεως, ὁθενδήποτε προερχομένης, ἔπρεπε τὸ ἔθνος νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν θυσίαν. Πολλάκις ἐξετέθησαν ἐντεῦθεν αἱ χαίνουσαι ἀκόμη πληγαὶ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἰδίως τῆς Λαρίσης, ἥτις τὴν κυριωτέραν θεραπείαν ἀνέμενεν ἐκ τοῦ ἔργου τούτου· ἀλλ’ ἐπίσης, Κύριοι, εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι, ἀφοῦ τέλος πάντων ἐπετύχομεν τὴν οἰκονομίαν ταύτην διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 34 ἐν τῇ συμβάσει, ὅπως ἔχει, εἶναι καιρὸς, δυνάμεθα καὶ νῦν ἀκόμη νὰ διορθώσωμεν τὸ πρᾶγμα, καθιστῶντες τὴν διάταξιν ταύτην ὑποχρεωτικὴν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νομοθετικῶς. Καὶ πρὸς τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν, ὑπογεγραμμένην παρ’ ἐμοῦ καὶ παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Ἁγυιᾶς καὶ Τυρνάβου, ἔχουσαν δὲ οὕτω (ἀναγινώσκει): «Προστίθεται 2ον ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἡ κατασκευὴ τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 34 τῆς συμβάσεως προβλεπομένης προεκτάσεως ἀπὸ Δεμερλῆ εἰς Λάρισαν ἔσται ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ὀφείλει νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἀπέναντι τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας ἐκ τοῦ προσημειωθέντος ἄρθρου τῆς συμβάσεως δικαίωμά της τοὐλάχιστον ἓξ μῆνας πρὸ τοῦ τέλους τῆς κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τασσομένης πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Δεμερλῆ προθεσμίας.» Τὴν τροπολογίαν ταύτην λαμβάνω τὴν τιμήν, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ θερμῶς ταύτην τε καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εὐαρεστηθῶσι νὰ ἀποδεχθῶσιν αὐτὴν, δι’ ἧς, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν μεταβάλλεται ποσῶς ἡ καθόλου οἰκονομία τῆς συμβάσεως, καὶ οὐδόλως θίγονται τὰ κείμενα τὰ συμπεφωνημένα μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ κατασκευάσῃ τὴν γραμμὴν Δεμερλῆ–Λαρίσης. Οὕτω πως νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ λύσις αὕτη ἱκανοποιεῖ καὶ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους καὶ τὰ δίκαια παράπονα τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, οἵτινες θὰ πεισθῶσιν, ὅτι δὲν ἐγκαταλείπονται εἰς τὴν τύχην των ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ὡς πρὸς στιγμὴν ἐπιστεύθη, ἀλλὰ προστατεύονται καὶ ἐνισχύονται κατὰ τὰς προόδους τῶν γενικῶν μέτρων τοῦ ἔθνους, δὲν παρορᾶται δὲ καὶ ἡ Λάρισα, ἥτις,—ἂς μὴ λησμονηθῇ ποτὲ—ἀποτελεῖ τὸ ὁρμητήριον τῶν βλέψεων τοῦ ἔθνους πρὸς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὰς λοιπὰς ἀδελφὰς ἐπαρχίας.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Γιαννακίτσα ὑποβληθεῖσα τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 244). Ὁ κ. Γ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.
§124Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ κατ’ ἐμὲ, κύριοι Βουλευταί, καλῶς πράξασα ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς Δεμερλῆ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν ἐξηρτήθη ἐκ τοῦ ὁριστικοῦ πέρατος τῶν μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Τράνσβαλ ἐχθροπραξιῶν, ἐχθροπραξιῶν αἵτινες ἐνδέχεται νὰ παραταθῶσιν ἐπὶ πολὺ, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύναται νὰ προταθῇ ἡ ἀντίρρησις, ὅτι προτιμότερον ἦτο νὰ μείνῃ τὸ πρᾶγμα ἐκκρεμὲς, ἵνα γένηται δυνατὸν εἰς πᾶσαν ἄλλην ἑταιρείαν νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης πρὸ τοῦ ὁριστικοῦ πέρατος τοῦ πολέμου καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμέσου ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν. Ἀλλὰ γνωστὸν τοῖς πᾶσι τυγχάνει, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης εἶχεν ἀναλάβει πρὸ ἐτῶν ἄλλη ἑταιρεία, ἥτις δυστυχῶς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ἀπὸ τῆς ἐκπτώσεως δὲ τῆς ἑταιρείας ἐκείνης μέχρι σήμερον ἱκανὰ ἔτη παρῆλθον, καὶ ἐνῷ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, συναισθανόμεναι τὸ σπουδαῖον τῆς ἀνάγκης καὶ διαβλέπουσαι τὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ὑφίσταντο τὰ ἐκτεθειμένα ὑλικὰ καὶ ἡ κατεσκευασμένη γραμμὴ, μέγιστον εἶχον ἐνδιαφέρον εἰς τὴν λύσιν τοῦ σπουδαίου τούτου προβλήματος, ἐν τούτοις δὲν εἴδομεν ἑταιρείαν κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα σπουδαίως ἐπιληφθεῖσαν τοῦ πράγματος, ἢ προτείνουσαν ὅρους συμφέροντας. Δεχθῶμεν, Κύριοι, πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ψηφίζεται, καὶ τὰ πάντα μένουσιν ἐκκρεμῆ. Ἐρωτῶ, εἰς τί θὰ συντελέσῃ ἡ ἐκκρεμότης αὕτη; Κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς οὐδὲν ὠφέλιμον. Ἡ ὑπερτίμησις τοῦ σιδήρου βεβαίως δὲν θέλει ἐπιτρέψει εἰς οὐδεμίαν τῶν ἑταιρειῶν νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης πρὸ τοῦ ὁριστικοῦ τέλους τοῦ πολέμου καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμέσου ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν, ἐνῷ εἶναι πιθανὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐκκρεμότης αὕτη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνέβη ἀπὸ τῆς ἐκπτώσεως τῆς παλαιᾶς ἑταιρείας μέχρι σήμερον. Ἡ δὲ ἐκκρεμότης θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν παντελῆ ἴσως καταστροφὴν τῆς κατεσκευασμένης γραμμῆς καὶ τῶν ἐκτεθειμένων ὑλικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν μετὰ τὸν πόλεμον παρουσιασθῇ ἑταιρεία τις, μήπως ἡ ἑταιρεία αὕτη πρόκειται ἀμέσως νὰ ἄρξηται τῶν ἐργασιῶν; Ἀπαιτοῦνται διαπραγματεύσεις, σύναψις συμβάσεως, ἐπιψήφισις αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι παροῦσα, ἂν δὲ δὲν ἦναι παροῦσα, θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς συνεπάγεται δαπάνας. Ὅλα αὐτὰ συλλήβδην τὰ προκαταρκτικὰ θὰ ἀπαιτήσωσι χρόνον τινὰ, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ὑφίστανται τὰ ὑλικὰ καὶ ἡ κατεσκευασμένη γραμμὴ βλάβας, αἱ δὲ ζημίαι αὗται βαρύνουσι τὸ Κράτος καὶ ἐπὶ πλέον θέλουσι καταστήσει μᾶλλον δυσχερῆ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἐπαναλέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξε, καὶ λίαν ὀρθῶς προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, εἰπὼν ὅτι τὰ δυνατὰ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ πρέπει τις νὰ ἐπιδιώκῃ, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ τῆς σπουδαιοτέρας γραμμῆς, ἡ ὁποία πλὴν τῶν ἄλλων ἀγαθῶν τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπαναλαμβάνω, διότι ἀρκούντως ἀνέπτυξε ταῦτα ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας κ. Βουλευτὴς Λαρίσης, ἔχει καὶ λόγον στρατηγικόν. Ἡ γραμμὴ αὕτη, Κύριοι, ἔδει νὰ προτιμηθῇ πάσης ἄλλης, καὶ ἦτο λάθος τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη (τολμηρὸν τοῦτο, ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενον, πέποιθα ὅμως ὅτι εἶναι ἀληθὲς), ἦτο λάθος τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ὅτι δὲν ἐνέτεινε πάσας αὐτοῦ τὰς προσπαθείας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τὴν τελείαν τοῦ ἔργου τούτου νὰ ἐσκέπτετο περὶ τῶν ἄλλων ἔργων, ἐὰν τὰ μέσα δὲν ὑπῆρχον πρὸς τὴν σύγχρονον κατασκευὴν πασῶν τῶν γραμμῶν. Μετὰ λύπης ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, (ἂς τὸ εἴπωμεν ἐν πάσῃ εὐσυνειδησίᾳ) βλέπω, ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἰς τὸ αὐτὸ ὑπέπεσε λάθος. Προχθὲς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τρεῖς σιδηροδρομικὰς συμβάσεις, καὶ μεταξὺ τούτων εἶναι καὶ ἡ περὶ κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Πύργου–Κυπαρισσίας, ἵνα δηλαδὴ συγκοινωνήσουν τὰ παράλια πρὸς ἄλληλα. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι μία ἀνάγκη, ἡμᾶς ὅμως τοὺς μεσογείους ἀφίνει εἰς τὴν ἀρχέγονον κατάστασιν τῆς δι’ ἡμιόνων συγκοινωνίας. Ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει πατρικῶς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἐπισκοπήσῃ ὅσον ἔνεστιν ἀκριβέστερον καὶ ἐξεύρῃ τὰς κυριωτέρας καὶ μᾶλλον ἐπειγούσας ἀνάγκας τῆς χώρας, καὶ φροντίσῃ διὰ τῶν ὑπαρχόντων μέσων νὰ ἐπαρκέσῃ κατὰ πρῶτον εἰς ταύτας, δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἀλλ’ ἔπραξεν ἐντελῶς τὸ ἐναντίον. Ἡ Κυπαρισσία, Κύριοι, ὡς πάντες γνωρίζετε, εἶναι χώρα παραλία, ἔχει ἑπομένως τὴν διὰ θαλάσσης συγκοινωνίαν, ἠδύνατο δὲ κατὰ τὸ παρὸν διὰ Μελιγαλᾶ νὰ συγκοινωνήσῃ πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη, τὰ ὁποῖα συνδέονται διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, ἄρα καὶ πρὸς τὸν Πύργον· συνεπῶς ἦτο δυνατὸν νὰ παραλειφθῇ, προσωρινῶς τοὐλάχιστον, ἡ κατ’ εὐθεῖαν αὕτη συγκοινωνία. Ἡμεῖς ὅμως οἱ κάτοικοι τῶν δύο νομῶν Λακεδαίμονος καὶ Λακωνικῆς ποῦ μένομεν; Μὴ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς Ἕλληνες; μὴ δὲν πληρόνομεν φόρους; Καὶ πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ παραπονεθῶμεν κατὰ τῆς παραβλέψεως ταύτης; Πῶς δυνάμεθα, λέγω, νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶμεν στεντορείᾳ τῇ φωνῇ καὶ ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος κατὰ τῆς τοσαύτης ἀστοργίας, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο ἡ Κυβέρνησις; Ἤκουσα προχθὲς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰπόντος ὅτι εἶχε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἱκανοποιήσῃ πάντας, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα δὲν ἐπείσθη νὰ χορηγήσῃ δάνειον μεῖζον τῶν 11,450,000 δραχμῶν, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δύναται, μὲ λύπην του, νὰ ἐπαρκέσῃ, ἐπιφυλάσσεται ὅμως, δοθείσης εὐκαιρίας, νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ ἡμῶν. Δὲν ἔχω λόγους νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τοῦ εἰλικρινοῦς τῆς ἐκφράσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ εὐχαριστοῦμεν αὐτῷ διὰ τὰς ἀγαθὰς προθέσεις του. Ἀλλὰ διατὶ, κύριε Πρωθυπουργέ, μέρος τοῦ δανείου τούτου δὲν ἐχρησιμοποιεῖτε καὶ δι’ ἡμᾶς, διὰ τὴν κατασκευὴν τοὐλάχιστον ἑνὸς μέρους τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Γυθείου, τοῦ ἀπὸ Λεονταρίου μέχρι Σπάρτης, ὅπου δὲν δύνασθε ἢ νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι εἶναι ἡ κυριωτάτη καὶ μᾶλλον ἐπείγουσα τῶν ἀναγκῶν; Δὲν γνωρίζετε ὅτι ἡμεῖς, μολονότι ἔχομεν καὶ πληθώραν καὶ ποικιλίαν προϊόντων, ἀναγκαζόμεθα ἐν τούτοις νὰ ἐκπατριζώμεθα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας μας ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐξοδεύσεως πολλῶν ἐκ τῶν προϊόντων τούτων ἐλλείψει συγκοινωνίας; Ταῦτα μένοντα ἀζήτητα ἐν τῷ τόπῳ σήπονται, καὶ σηπόμενα ἀπορρίπτονται. Διατὶ λοιπὸν δὲν ἐλάβετε πρόνοιαν; Διατὶ αὐτὴ ἡ ἀναλγησία; Γνωρίζω κάλλιστα, κύριοι Βουλευταί, τὰ καθήκοντά μου, τὰ ὁποῖα ὡς Βουλευτὴς ἐνώπιον τῆς χώρας ἔχω, καὶ εἶχον τὴν ἀπόφασιν νὰ παραμείνω ἐνταῦθα, ἵνα διὰ τῆς ψήφου μου μέχρις ἐσχάτων ὑποστηρίξω τὴν ἐπιψήφισιν τῶν συμβάσεων τούτων. Σύνοιδα ὅμως ἐπίσης καὶ τὰ ἐμὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὀφείλω πρὸς τὸν τόπον, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἀντιπρόσωπος. Τὰ καθήκοντα ταῦτα μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς παραγκωνίσεως τῶν μερῶν ἐκείνων, ποιούμενος συγχρόνως τὴν δήλωσιν, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ἀπέχω τῶν ἐπὶ τῶν σιδηροδρομικῶν συμβάσεων συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ παρευρίσκωμαι κατὰ ταύτας, ἀλλ’ οὐδὲ μοὶ εἶναι εὐχάριστον νὰ παρίσταμαι ὡς μάρτυς τῆς ἀδίκου καταδίκης τῶν δύο ἐκείνων νομῶν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραστέργιος ἔχει τὸν λόγον.
§126Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§127Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἅμα τῇ καταλήψει τῆς Θεσσαλίας ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη τοῦ σιδηροδρόμου, κατὰ τὸ 1881. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἀνεδέχθη τὸ ἔργον καὶ συνωμολόγησε σύμβασιν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Λάρισαν. Ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ ἀνεγράφοντο αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας, ἔμενε δ’ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦ τόπου τῆς ἑνώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ σιδηροδρόμου πρὸς τὸν Τουρκικόν. Δυστυχῶς ὁ σιδηρόδρομος ἐκεῖνος ἡνοῦτο μετὰ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πατρῶν ἐν τῇ αὐτῇ συμβάσει, ἐπεκράτησε δὲ ἡ ἰδέα εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, οἱ ἐσωτερικοὶ σιδηρόδρομοι νὰ γείνωσι στενοί, καὶ τοῦτο ἐπέφερε τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Κατὰ τὸ 1889, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ συναίνεσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ ἔργου, ἐνθυμοῦμαι ὅτι συναγωνισμὸς προεκλήθη μεταξὺ διαφόρων ἑταιρειῶν, ἐν ᾧ ἑταιρεία Γαλλικὴ εἶχεν ὑποβάλει σπουδαιοτάτας προτάσεις λίαν ὠφελίμους. Δυστυχῶς ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρεία, ἥτις παρουσιάσθη, ἐπροτιμήθη, καὶ ἐπῆλθον τὰ δυστυχῆ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν. Τὸ πάθημα ἐκεῖνο, καὶ δὴ τὸ πάθημα τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐδίδαξεν ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅτι, προκειμένου νὰ συνομολογήσωμεν σύμβασιν μετὰ ξένων ἑταιρειῶν, δὲν ὀφείλομεν κυρίως νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῶν ὅρων, ἢ εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τοιοῦτον ἔργον, καὶ θὰ δεχθῶμεν ἐκείνους τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοί εἰσιν ἀπαραίτητοι, καὶ ἀπέναντι τῶν ὁποίων διατρέχομεν τὸν κίνδυνον, ἢ νὰ παραδεχθῶμεν ἢ νὰ ματαιώσωμεν τὸ ἔργον. Διὰ τοῦτο ὡς πρὸς τοὺς ὅρους καὶ τὰς λεπτομερείας δὲν ἔχω νὰ φέρω παρατήρησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ὅ,τι συμφερώτερον διὰ τὸν τόπον. Ἐπιβάλλεται ὅμως εἰς ἐμὲ νὰ ζητήσω νὰ πεισθῶ περὶ τῶν ἠθικῶν ἐγγυήσεων, ἃς παρέχει ἡ Ἑταιρεία. Μέχρι τοῦδε ἤκουσα ὅτι διεπραγματεύετο ἡ Κυβέρνησις τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας Μπατινιόλ· ἀλλ’ ἡ σύμβασις παρουσιάζεται ὡς συνομολογηθεῖσα με ἄλλα πρόσωπα, ἅτινα ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Τὰ παρελθόντα μοὶ ἔγειναν μαθήματα. Ἂν ἡ Ἑταιρεία αὕτη κατέθεσεν 750,000 ἢ 1,500,000, δὲν εἶναι ἀσφάλεια ἀρκοῦσα. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀσφάλειαν, ὅτι τὸ ἔργον θέλει ἐκτελεσθῆ. Δὲν πιστεύω ὅτι ἡ σημερινὴ Ἑταιρεία εἶναι ὡς ἡ παρελθοῦσα, ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ πεισθῶ περὶ τῆς ἠθικῆς αὐτῆς ἀξίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἑταιρείας ταύτης τῶν Ἀνατολικῶν Σιδηροδρόμων. Δεύτερον θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τῆς συμβάσεως, ἡ Ἑταιρεία ἀναδέχεται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της 3 μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου τοῦ Τράνσβαλ, ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ἀπὸ σήμερον δεσμευμένοι. Ὁ ὅρος ὑπηγορεύθη ἐκ τῶν σημερινῶν περιστάσεων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀόριστος ὁ χρόνος, ἀλλὰ νὰ τεθῇ ὅριον, καθ’ ὃ θὰ δυνάμεθα ν’ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἀναλαμβάνομεν. Πρέπει, νομίζω, νὰ θέσωμεν χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ νὰ δυνάμεθα νὰ καταγγείλωμεν τὴν σύμβασιν. Δὲν γνωρίζομεν πότε θὰ τελειώσῃ ὁ πόλεμος τοῦ Τράνσβαλ, καὶ ἂν ὁ σίδηρος μετὰ τὸν πόλεμον θὰ ἦναι εὐθηνότερος. Πρέπει νὰ θέσωμεν ἓν τέρμα εἰς τὴν ἐκκρεμότητα. Δὲν πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἀβεβαιότητα ἕνεκα περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς μας, αἵτινες δύνανται νὰ συμβῶσιν εἴτε εἰς τὴν Εὐρώπην, εἴτε εἰς τὴν Ἀφρικήν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τεθῇ ὁ ὅρος, ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους δικαιούμεθα νὰ καταγγείλωμεν τὴν σύμβασιν, καὶ παρακαλῶ νὰ συνεννοηθῇ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῆς Ἑταιρείας, ἵνα γνωρίζωμεν ποία εἶναι ἡ γνώμη της. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διαβάσεως τοῦ σιδηροδρόμου διὰ τῆς Λαρίσης, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφισβητῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διέλθῃ ἐκεῖθεν, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν, ἀφοῦ προβάλλονται λόγοι διεθνεῖς, οὓς πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου.
§128Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, καὶ ἂν θὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ἣν μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου ὑπεβάλομεν· διότι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν θέλει παραδεχθῇ αὐτήν, ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ὄχι μόνον νὰ καταψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ συντελέσωμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως)
§130ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον μόνον πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς πρῶτον, διότι ὑπάρχει καὶ τροπολογία, δι’ ἧς προστίθεται ἄρθρον 2ον.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τροπολογία θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ πρότερον. Ἐπὶ ταύτης ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της. Βεβαίως δὲν θὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ λαβόντες μέχρι τοῦδε τὸν λόγον ἠσχολήθησαν εἰς ζητήματα τοπικά, περιμένομεν ν’ ἀκούσωμεν καὶ ἄλλους ῥήτορας, οἵτινες θὰ ἐξετάσωσι γενικώτερον τὸ ζήτημα, ἵνα ἀπαντήσωμεν εἰς ὅλους.
§132Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναμφισβητήτως ἓν τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἡ σύμβασις περιέχει, εἶναι καὶ τὸ τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι Λαρίσης, περὶ οὗ ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Ἐπὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐν γένει τοῦ ζητήματος τῆς κλιμακωτῆς, οὕτως εἰπεῖν, ὀργανώσεως τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Δεμερλῆ–Λαρίσης–Συνόρων διὰ Τεμπῶν καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ, γεννᾶται ἕτερον ζήτημα, γενικωτέρας σημασίας, τὸ τοῦ δανείου, ὅπερ ὑπάγεται εἰς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, καὶ δὲν ὑπάγεται μόνον ἁπλῶς, ἀλλὰ δίδει εἰς αὐτὸν χαρακτῆρα καὶ ἐπέκτασιν, ἣν δὲν ἔχει σήμερον. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ τὸ ζήτημα τοῦτο συζητήσωμεν, ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω ἐνώπιόν μου, ἴσως δὲ καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της, τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, ὅτε ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ καταθέσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός· τὴν ἀλληλογραφίαν δηλ. ἡ ὁποία διημείφθη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἐλέγχου, καὶ κατόπιν τῆς ὁποίας ἀνεγράφησαν καὶ ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει καὶ ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν μετ’ ὀλίγον, τὴν περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας, καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιόν μας, οἱ ἐν αὐτοῖς ἀναγεγραμμένοι ὅροι. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσω σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα μὴ ἐκφέρω γνώμην μὴ στηριζομένην ἐπὶ τῆς ἀλληλογραφίας, ἥτις θὰ κατατεθῇ. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ ζήτημα τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς ἔχω γνώμας ἐν μέρει συμφωνούσας πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης, ἐν μέρει δὲ καὶ εὐρυτέρας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καὶ πρὸς τοῦτο καταθέτω γραπτὴν τροπολογίαν. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θέλω ἀναπτύξει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρῶ ἐπιβαλλομένην τὴν τροποποίησιν ταύτην.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Καραπάνου ὑποβληθεῖσα τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 245).
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῆς πληροφορίας ταύτης, ἣν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐσκόπουν δὲ καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω, λαμβάνων ἀφορμὴν, ἔτι δὲ καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς, καθ’ ἣν ὑπάρχει φάκελος, περιέχων τὴν ἀλληλογραφίαν τὴν ἀνταλλαγεῖσαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος οὗτος, ὅστις εἶναι ἀναγκαιότατος.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Πύργου εἰς Κυπαρισσίαν καὶ ἀπὸ Καλόνερο εἰς Μελιγαλᾶν».
§136Χ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀπὸ τῆς πρώτης εἰσαγωγῆς τῶν σιδηροδρόμων ἐν Ἑλλάδι παρατηρεῖται ὅτι ὅλαι αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ δὲν ἠκολούθησαν τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἐξυπηρέτησαν τὸ συμφέρον τῶν ἑταιρειῶν, δηλαδὴ προετιμήθη ἡ κατασκευὴ γραμμῶν οὐχὶ εἰς τὰ μὴ ἔχοντα συγκοινωνίαν μέρη, ἀλλ’ εἰς τὰ ἔχοντα συγκοινωνίαν. Τοῦτο παρατηροῦμεν, ὅτι συμβαίνει καὶ εἰς τὴν παροῦσαν σύμβασιν. Ὁ Πειραιεὺς συγκοινωνεῖ πρὸς τὴν Κόρινθον δι’ ἀτμοπλοίων, ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀναχωρούντων, καὶ ὅμως προτιμᾶται πρὸ παντὸς ἄλλου ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Κορίνθου, ὅστις διανύει τὸ διάστημα εἰς 3½ ὥρας, ἐνῷ ἡ διὰ τῶν ἀτμοπλοίων συγκοινωνία γίνεται μόλις εἰς 2½ ὥρας. Ἡ Κόρινθος συγκοινωνεῖ μὲ τὸν Κορινθιακὸν κόλπον καὶ τὰς Πάτρας δι’ ἀτμοπλοίων, ὄχι ἑνὸς, ἀλλὰ πολλῶν, ἅτινα διασχίζουν τὸν Κορινθιακὸν κόλπον καὶ θέτουν εἰς συγκοινωνίαν ὅλα τὰ μέρη αὐτὰ καὶ τὰς Πάτρας πολλάκις τῆς ἡμέρας, καὶ ὅμως προτιμᾶται ὁ σιδηρόδρομος Κορίνθου–Πατρῶν. Αἱ Πάτραι συγκοινωνοῦν πρὸς τὸν Πύργον διὰ θαλάσσης πυκνῶς, καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ σιδηρόδρομος προτιμᾶται. Ὁ Πειραιεὺς διατελεῖ εἰς ἀέναον ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν μὲ τὸ Ναύπλιον, καὶ ὅμως καὶ ἐδῶ κατὰ προτίμησιν γίνεται σιδηρόδρομος. Ἡ Κυπαρισσία ἔχει συγκοινωνίαν μὲ τὸ Κατάκωλον διὰ θαλάσσης καθ’ ὑπέρβασιν, καὶ ἡ ἀπόστασις εἶναι μόλις μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας. Ἡ αὐτὴ Κυπαρισσία ἀπέχει τοῦ Μελιγαλᾶ μόλις τέσσαρας ὥρας, καὶ ἰδοὺ ἔχει καὶ ἄλλην συγκοινωνίαν. Διατὶ λοιπὸν νὰ κατασκευασθῇ σιδηρόδρομος, καὶ μάλιστα νὰ κατασκευασθῇ κατὰ προτίμησιν ἀπὸ Πύργου εἰς Κυπαρισσίαν καὶ Μελιγαλᾶν, ἀφοῦ ἀνάγκην καμμίαν τοῦ τόπου δὲν πληροῖ ὁ σιδηρόδρομος αὐτός; Ἐκεῖνος ὁ σιδηρόδρομος, ὅστις θὰ πληρώσῃ ἀπόλυτον καὶ ἀληθῆ ἀνάγκην, εἶναι ὁ σιδηρόδρομος Μεγαλοπόλεως–Ὀλυμπίων. Ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς θὰ δώσῃ συγκοινωνίαν εἰς τὰ μεσόγεια μέρη τῆς Πελοποννήσου, τὰ ὁποῖα στεροῦνται ἀπολύτως πάσης συγκοινωνίας, ὄντα μέρη μεσόγεια καὶ εὑρισκόμενα πολὺ μακρὰν τῆς θαλάσσης, καὶ τῶν ὁποίων μερῶν οἱ κάτοικοι ὡς μόνον μέσον συγκοινωνίας ἔχουν τοὺς πόδας των καὶ τοὺς πόδας τῶν ἡμιόνων των, δηλαδὴ προκατακλυσμιαίαν συγκοινωνίαν. Διὰ τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ θὰ συγκοινωνήσῃ ὄχι μόνον ἡ Γορτυνία, ἀλλὰ καὶ ἡ Ὀλυμπία ὁλόκληρος πρὸς τὴν Μεγαλόπολιν καὶ τὸν Πύργον. Ἡ κατασκευὴ δὲ τῆς γραμμῆς ταύτης εἶναι καὶ μελετημένη καὶ ὀλιγοδάπανος, διότι τὸ μέρος εἶναι ὁμαλόν· πρὸς τούτοις ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς θὰ ἔχῃ ἐργασίαν καὶ τροφὴν, διότι καὶ τὸ μέρος πυκνῶς κατῳκημένον εἶναι καὶ προϊόντα πολλὰ καὶ κτηνοτροφίαν ἔχει. Οὐδὲ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιτάξῃ ὅτι δι’ ἔλλειψιν χρημάτων πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δεχθῇ τὴν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας ὑποδειχθεῖσαν γραμμὴν, διότι οὐχὶ ἡ Ἑταιρεία, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον τὴν κατασκευάζει, ἀφοῦ ἐγγυᾶται τόκον 5–6%. Ἀλλ’ ἐὰν ὁπωσδήποτε ἔχῃ δυσκολίαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης, τότε δὲν βλέπω διατὶ νὰ μὴ κατασκευασθῇ ἡ γραμμὴ Καρυταίνης–Μεγαλοπόλεως, τῆς ὁποίας ἡ κατασκευὴ εἶναι ἐντελῶς ὀλιγοδάπανος, διότι ἡ ἀπόστασις εἶναι μόλις 10 χιλιομέτρων, τὸ δὲ ἔδαφος ἐντελῶς ὁμαλὸν καὶ ἐπίπεδον; Γέφυραι καὶ τεχνικὰ ἔργα δὲν θὰ κατασκευασθῶσι καθόλου, οὔτε ἐκχωματώσεις ἢ ἐπιχωματώσεις μεγάλαι, οὐδὲν δὲ ἄλλο θὰ γείνῃ ἐκεῖ ἢ μόνον ἁπλῆ, ἁπλουστάτη μόρφωσις τῆς ὁδοῦ. Δύναται λοιπὸν προχείρως νὰ κατασκευασθῇ ἡ γραμμὴ Καρυταίνης–Μεγαλοπόλεως, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν παράκλησίν μας καὶ θὰ πληρώσῃ εὐχὴν καὶ ἐπιθυμίαν ὅλων τῶν μερῶν ἐκείνων.
§137Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὁ λόγος, ὅστις μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπ’ ὀλίγον, εἶναι ἡ παρεξήγησις, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, καθὼς ἐξ ἰδιαιτέρας συνδιαλέξεως μετά τινος συναδέλφου παρετήρησα. Ἐκ τῶν αἰτημάτων τῆς πόλεως Πύργου, τὰ ὁποῖα διετυπώθησαν καὶ διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ τοῦ συλλαλητηρίου Πύργου, πολλοὶ ὑπέθεσαν, ὅτι δι’ αὐτῶν ἐξεφράσθη εὐχὴ, ὅπως ὁ σιδηρόδρομος Κυπαρισσίας–Πύργου μὴ ἑνωθῇ μετὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν, ἀλλ’ ἑνωθῇ μετὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κατακώλου, καὶ ὡς ἐκ τούτου παρετηρήθη, ὅτι σκεπτόμεθα ἐγωϊστικῶς· καὶ βεβαίως θὰ εἶχον δίκαιον οἱ συνάδελφοι, ἐὰν τοιοῦτόν τι συνέβαινεν. Ἀλλ’ εἶναι παρεξήγησις. Οἱ κάτοικοι Πύργου δὲν ζητοῦσι τοιοῦτόν τι, οὐδὲ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσωσι τοιαύτας ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας θυσίας καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἄρνησιν τῶν κοινῶς παραδεδεγμένων. Βεβαίως ἡ γραμμὴ Κυπαρισσίας–Πύργου θὰ συγκοινωνήσῃ μετὰ γραμμῆς Πύργου–Πατρῶν, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ τόπος, εἶναι παράκλησις θερμὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὐτὴ ἡ γραμμὴ, ἡ ὅλη ἀρτηρία Κυπαρισσίας–Πατρῶν, ἑνωθῇ μετὰ τῆς γραμμῆς Πύργου–Κατακώλου καὶ μὴ μείνῃ ἐντελῶς ἀσυγκοινώνητος ὁ λιμὴν Κατακώλου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐδαπανήθησαν πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἐννοεῖτε ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ θὰ παρουσιάσῃ πολλὰ εὐεργετήματα εἰς τοὺς πληθυσμοὺς, διὰ μέσου τῶν ὁποίων θὰ διέλθῃ· ἀλλ’ ὅσον μεγάλα εἶναι τὰ εὐεργετήματα τὰ διὰ τῶν μέσων τούτων τῆς συγκοινωνίας παρεχόμενα, τόσον μεγαλείτεραι εἶναι αἱ ζημίαι τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα δὲν μετέχουσι τῆς συγκοινωνίας καὶ πάσχουσι τὴν τιμωρίαν τοῦ Ταντάλου, οὕτως εἰπεῖν, ὅταν μάλιστα εὑρίσκωνται τόσον πλησίον τῆς συγκοινωνίας. Ὁ λιμὴν Κατακώλου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐδαπανήθησαν τόσα ἑκατομμύρια, εὕρηται εἰς ἀπόστασιν πεντακοσίων μέτρων ἀπὸ τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ καὶ ἔχει μέγα ἐμπόριον ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὰ μέρη, δι’ ὧν θὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου, ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην συγκοινωνίας μετὰ τοῦ λιμένος τούτου. Ἐὰν λοιπὸν ἡ γραμμὴ αὕτη δὲν ἑνωθῇ, ἐννοεῖται ὅτι ὁ σιδηρόδρομος, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν μετὰ τοῦ λιμένος τούτου συγκοινωνίαν, θὰ ἦναι ἄχρηστος, καὶ θ’ ἀναγκάζωνται οἱ ἐμπορευόμενοι νὰ ἐπιβαρύνωσι τὰ ἐμπορεύματά των μὲ κόμιστρα μεγαλείτερα, ποιούμενοι χρῆσιν τοῦ λιμένος Πατρῶν, καὶ ἑπομένως ἡ γραμμὴ αὕτη δὲν θὰ ὠφελῇ αὐτοὺς, ὡς θὰ τοὺς ὠφέλει, ἂν συνεκοινώνουν πρὸς τὸν λιμένα Κατακώλου. Ἐὰν λοιπὸν πεισθῇ ἡ ἑταιρεία αὕτη νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς ἑταιρείας τῆς ἄλλης, τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κατακώλου, εὐκόλως δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ εὐχὴ τοῦ Πύργου. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ ἀδικίαν, ἂν δὲν ἐνισχύσῃ τὴν συνεννόησιν ταύτην, καὶ ἂν ἐγκαταλειφθῇ ἀσυγκοινώνητος εἷς λιμὴν σπουδαῖος, ὡς ὁ τοῦ Κατακώλου, καὶ στερηθῶσιν οἱ πληθυσμοὶ τῶν μερῶν ἐκείνων τῶν εὐεργετημάτων τοιούτου λιμένος.
§138Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Περὶ ἑνώσεως δὲν πρόκειται;
§139ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Βεβαίως.
§140Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ γραμμή. Ὥστε τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§141ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλοτε, Κύριοι, πρὶν ἢ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις τοῦ σιδηροδρόμου Μελιγαλᾶ–Κυπαρισσίας–Πύργου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἡ Ἑταιρεία στέργει, μὲ τὴν ἐγγύησιν τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις, νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον Λεονταρίου–Σπάρτης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέφυγε τότε, ἐκ προνοίας, νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο θίγει σπουδαιότατα συμφέροντα τῆς Λακεδαίμονος, ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μελέτην, τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων, τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης καὶ πᾶσαν ἄλλην μελέτην, γενομένην τυχὸν ὑπὸ ἄλλων ἑταιρειῶν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι πολὺ ἀναγκαῖα, διότι θ’ ἀποδειχθῇ ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἡ γραμμὴ Λεονταρίου–Σπάρτης πολὺ ὀλιγώτερα θὰ στοιχίσῃ καὶ εἰς τὴν Ἑταιρείαν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ λόγος δὲ, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Λεονταρίου–Σπάρτης, εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Γόρτυνος ἀνέπτυξεν, ὅτι πρέπει νὰ προτιμῶνται οἱ τόποι, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδεμία ὑπάρχει συγκοινωνία καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἀνθεῖ καὶ βιομηχανία καὶ ἐμπόριον καὶ παραγωγή.
§142Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠρώτησα πρό τινων ἡμερῶν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐγένοντο διαβήματα πρὸς τὴν Ἑταιρείαν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου διὰ τὴν ἕνωσιν τοῦ μικροῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κατακώλου μὲ τὸν μεγαλείτερον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πατρῶν– Πύργου–Κυπαρισσίας. Φυσικῶς ἡ Ἑταιρεία Πελοποννήσου οὐδὲν ἔχει συμφέρον νὰ παραδεχθῇ τὴν ἕνωσιν ταύτην· ἔχει ἀπεναντίας συμφέρον νὰ μὴ γείνῃ αὕτη, ὅπως τὰ ἐμπορεύματα τὰ γεωργικὰ, τὰ ἐρχόμενα διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ πέραν τοῦ Πύργου, ἀναγκασθῶσι νὰ μεταφέρωνται εἰς Πάτρας. Ἀλλὰ παρουσιάζεται μία περίπτωσις γενικωτέρου συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀναλάβῃ. Τὸ γενικώτερον τοῦτο συμφέρον εἶναι εὔκολον νὰ συνδυασθῇ, συνδυάζεται δὲ, ἂν ἐπέλθῃ συγχώνευσις τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου μετὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κατακώλου. Ὁ σιδηρόδρομος Πύργου–Κατακώλου εὑρίσκεται, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς θέσιν κάπως ἰδιόρρυθμον· ἀνήκει εἰς Ἑταιρείαν ὑπὸ ἑταίρων σχηματισθεῖσαν, συνεχωνεύθη δὲ εἰς Ἑταιρείαν μὴ ὑπάρχουσαν, τὴν τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων, καὶ ὑπάρχει δι’ αὐτὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγουσιν οἱ Γάλλοι cul-de sac, δηλ. ἀδιέξοδος. Συνεπῶς εἰς τὰς τοιαύτας γραμμὰς αἱ Κυβερνήσεις, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐπεκτείνωσι μεγαλειτέραν γραμμὴν, συνήθως συντελοῦσιν, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ συγχώνευσις καὶ μὴ μείνωσι μαραινόμεναι τοιαῦται μικραὶ γραμμαί. Νομίζω ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνομολόγησε, πράττει πρᾶξιν ἐπωφελῆ ἀναμφισβητήτως εἴς τε τὸν τόπον καὶ εἰς ἑαυτήν. Τὴν πρᾶξιν ταύτην βεβαίως δὲν θὰ καταστήσῃ μὴ ἐπωφελῆ, ἐὰν ἔλθῃ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς συνεννόησιν, ὅπως συμπεριλάβῃ δι’ ἑνὸς οἱουδήποτε συνδυασμοῦ τὸν σιδηρόδρομον Πύργου–Κατακώλου. Προκειμένου περὶ συμφερόντων γενικῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ προέκτασις αὕτη τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ τοιούτου συνδυασμοῦ.
§143Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσαγάγῃ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τὴν μελέτην τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης.
§144Χ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῶν σιδηροδρόμων Πύργου–Κατακώλου καὶ Πατρῶν–Κυπαρισσίας, διότι θέλει πεισθῆ, ὅτι οὕτω θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα ὅλων ἐκείνων τῶν μερῶν. Οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι δημοσίας τάξεως, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις πεισθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τοιαύτην ἕνωσιν, πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἥτις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δεχθῇ τοῦτο. Ἐὰν μελετήσῃ τὸ ζήτημα ἡ Κυβέρνησις, θὰ πεισθῇ, ὅτι οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ εὕρῃ, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐκμεταλλεύηται μόνον τὰ μέρη, ὅθεν διέρχεται, χωρὶς νὰ ἀποδίδῃ τίποτε εἰς ὠφέλειαν τῶν μερῶν ἐκείνων, ἀφοῦ ἄλλως ἡ δαπάνη διὰ τὸ ἔργον τοῦτο εἶναι ἐλαχίστη. Πρὸ παντὸς δὲ πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου Ὀλυμπίας– Μεγαλοπόλεως, διότι διὰ γραμμῆς 50 χιλιομέτρων πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ὅλη ἡ Πελοπόννησος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως)
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Βόλου–Λεχωνίων μέχρι Μηλεῶν».
§146Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν ἤθελον. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρετε, ὅτι ἐμελετήθη ἡ γραμμὴ ἀπὸ Λεχωνίων (δὲν ὁμιλεῖτε περὶ Βόλου) μέχρι Ζαγορᾶς, καὶ ὅτι ἡ δαπάνη, ἥτις ἤθελεν ἀπαιτηθῆ διὰ τὴν γραμμὴν ταύτην, κατὰ τὴν γενομένην μελέτην ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ, θὰ ἀνέρχηται εἰς 6,000,000 περίπου δραχμάς. Ἀλλὰ δὲν ἐξηγεῖτε ἀρκούντως πόσης ἐκτάσεως εἶναι ἡ ὅλη γραμμὴ αὕτη καὶ ἑπομένως πόσον θὰ στοιχίσῃ τὸ χιλιόμετρον ἀπὸ Βόλου–Λεχωνίων μέχρι Ζαγορᾶς· ἀναφέρετε μόνον 13 χιλιόμετρα ἀπὸ Λεχωνίων μέχρι Μηλεῶν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ πρὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως σημείωμα, ἐξηγοῦν ποία ἡ δαπάνη τῆς γραμμῆς Λεχωνίων– Μηλεῶν, περὶ ἧς πρόκειται.
§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δαπάνη ὁρίζεται. Ποῖον εἶναι τὸ μῆκος θέλετε νὰ μάθητε.
§148Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὁρίζεται τῶν 13 χιλιομέτρων, περὶ ὧν πρόκειται.
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φαίνεται ἐν τῇ οἰκείᾳ μελέτῃ.
§150Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καταθέσατε τότε ἢ αὐτὴν ἢ σημείωμα τῆς δαπάνης τῶν 13 χιλιομέτρων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελεστέων ἔργων τῇ συνδρομῇ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου ἐν τῷ λιμένι Ναυπλίου κλπ. πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς ἀποβάθρας Μύλων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ».
§153Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶναι ἐντελῶς νέον, διότι καὶ ἀφαιρεῖ πολλὰ ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ, καὶ προσθέτει διάταξιν νέαν, ὅλως μεταβάλλουσαν τὰς βάσεις τῆς εἰσπράξεως. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ κανονικὸν νὰ συζητηθῇ αὔριον, ἤτοι 24 ὥρας μετὰ τὴν διανομὴν, διότι ἄλλως θὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως δῆθεν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, παρισταμένου τοῦ δευτέρου ὡς τροποποιήσεως τοῦ πρώτου. Νομίζω δ’ ὅτι ἐνδέχεται αὔριον, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦτο, νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ἄλλο, ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, ἔχον τίτλον οἱονδήποτε, καὶ πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ ὑποβληθῇ πάλιν ἄλλο νομοσχέδιον, περιέχον δωδεκάδας ἄρθρων, καὶ νὰ παρασταθῇ τοῦτο ὡς τροπολογία τοῦ πρώτου ὑποβληθέντος.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεχθῇ τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν. Οἱανδήποτε πληροφορίαν καὶ ἂν ζητήσῃ τις, θὰ λάβῃ ἀμέσως. Ὡς γνωστόν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὰς σιδηροδρομικὰς συμβάσεις, αἱ δὲ γινόμεναι μεταρρυθμίσεις προεδηλώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἁπλοῦν. Τίνες διατάξεις τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ἀφῃρέθησαν; Ἀφῃρέθησαν αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν προσθήκην προσωπικοῦ ὑπαλλήλων· προσετέθη διάταξις ἁπλουστάτη, καθ’ ἣν τὸ πλεόνασμα, τὸ προκῦψον ἐκ τῶν εἰσπράξεων, θέλει κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν συνομολογηθησομένων διὰ τὰς σιδηροδρομικὰς συμβάσεις.
§155Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, τί εἶναι τὸ κανονικόν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπηρεάσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Αὕτη δύναται ν’ ἀποφασίσῃ.
§156ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τῆς τελευταίας τριετίας, πῶς ὑπολογίζει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράττηται.
§157Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς βελτιώσεως τοῦ νομοσχεδίου μᾶς ἀπήλλαξε μακρᾶς συζητήσεως. Ἀλλὰ καὶ τὸ δεύτερον τοῦτο νομοσχέδιον ἔχει τινὰς ἐλλείψεις, σκοτεινά τινα σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸν παρακαλῶ νὰ δώσῃ μερικὰς διασαφήσεις. Εἰς τὸ ἄρθρον 21, νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 58 ὀγδοηκοστῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, εἶναι ὑπερβολικόν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα τῆς κρίσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα θὰ λαμβάνῃ ὁ Ἔλεγχος ἐκ τοῦ πλεονάσματος. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ δοθῇ ἡ διασάφησις, μέχρι τίνος ποσοῦ. Ἐπίσης εἰς τὴν πρόσθετον δήλωσιν, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προφορικῶς ἐποιήσατο, ὅτι τὸ ἐπὶ πλέον τῶν 9,000,000 δρ. θὰ εἰσάγηται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ θὰ ἦναι προωρισμένον διὰ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ συναφθῇ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου, εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη διάταξις, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ποσὸν πλεονάζῃ τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου τῶν δανείων, ἢ ἐφ’ ὅσον τὸ ἔργον τελειοποιούμενον δίδει προσόδους τοιαύτας, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσπραττομένου διὰ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ, εἶναι ἀνάγκη, λέγω, νὰ προστεθῇ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας, μειουμένων τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ δανείου, νὰ μειῶται καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἀπὸ δρ. 2,40 εἰς 2, εἰς 1,80, εἰς 1,60, μέχρις οὗ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐκλείψῃ ἡ φορολογία αὕτη. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 4, προκειμένου περὶ μεταφορᾶς τοῦ καπνοῦ, λίαν ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαιτήσας ἄδειαν μεταφορᾶς ἀπὸ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἐξαιρέσας τὰ χωρία τῶν δήμων. Ἐπειδὴ δὲ ὁρίζεται καὶ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας θ’ ἀπαιτῆται ἡ ἄδεια, ἤτοι μέχρι τέλους Νοεμβρίου, ἐπεθύμουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὸν Δεκέμβριον, διότι πολλοὶ καπνοπαραγωγοὶ μέχρι τέλους τοῦ Νοεμβρίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προπαρασκευάσωσι τὸν καπνὸν πρὸς μεταφορὰν, εἴτε διότι ἔχουν πολλὰς ἐργασίας, εἴτε διότι δὲν ἔβρεξε καὶ ἀπέμεινεν ὁ καπνὸς ἀπαρασκεύαστος. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 10 περιέχει διάταξιν, ἥτις μοὶ φαίνεται ἐντελῶς περιττή. Προσφορὰ ἀμοιβῆς δραχμῶν 5 διὰ τοὺς μηνυτὰς μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἔκδοσιν τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι εὐτελέστατον, καὶ δὲν θὰ χρησιμεύσῃ ἢ εἰς διαφθορὰν τῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμουν μηνύσεις, ἀδιαφοροῦντες ἂν θὰ ἦναι ἀληθὴς ἡ μήνυσις ἢ ὄχι. Ἡ διάταξις αὕτη, μὴ προσθέτουσά τι, εἶναι ἐξευτελιστικὴ καὶ ἐπιβλαβής. Εἰς τὸ ἄρθρον 11, καθ’ ὃ «οἱ ἁρμόδιοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀρνούμενοι ἢ ἀναβάλλοντες τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, καταδιώκονται καὶ τιμωροῦνται καὶ ποινικῶς ἐπὶ ἀρνήσει ὑπηρεσίας μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν, εἴτε αὐτεπαγγέλτως κλπ.», νομίζω, ὅτι τὸ αὐτεπαγγέλτως μόνον δὲν ἔχει λόγον· πρέπει νὰ προστεθῇ «καὶ ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει...»
§158ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ δύο περιττεύουσι, καὶ τὸ «αὐτεπαγγέλτως» καὶ τὸ «ἐπὶ τῇ μηνύσει ἢ ἐγκλήσει».
§159ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ πᾶς ἰδιώτης πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ «δικαίωμα» νὰ καταγγέλλῃ τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς, ἤτοι τὸν ἔφορον, τὸν γραμματέα τῆς Ἐφορίας, τὸν δήμαρχον κλπ. Ἐν τέλει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσθέσῃ διάταξιν, δι’ ἧς νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς καπνοπαραγωγοὺς καὶ ἄλλας ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι παράγουσιν ἀρκοῦσαν ποσότητα καπνοῦ, οἷαι εἶναι τὸ Ξηροχώριον, ἡ Ἁγυιὰ, ἡ Εὐρυτανία καὶ ἡ Ἐπίδαυρος Λιμηρά. Ἐὰν τὸ ποσὸν τὸ ἐξ αὐτῶν ἐτησίως παραγόμενον ἦναι κατώτερον τῶν 20,000 ὀκάδων κατὰ 1000 ἢ 500 ὀκάδας δι’ ἑκάστην, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· διότι, ἐὰν αἱ ἐπαρχίαι αὗται χαρακτηρισθῶσιν ὡς καπνοπαραγωγοὶ, ἀμέσως θ’ αὐξήσῃ καὶ ἡ παραγωγὴ αὐτῶν.
§160Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις σας.
§161Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ ἡ ἐπαρχία Ἁγυιᾶς συμπεριληφθῇ μεταξὺ τῶν καπνοπαραγωγῶν ἐπαρχιῶν.
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἆρά γε εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ποία ἡ διαφορὰ εἰς δραχμὰς καὶ ποία εἰς ὀκάδας, δι’ ἣν ὑποχρεούμεθα ἀπέναντι τοῦ Ἐλέγχου, ὡς ἐκ τῆς βάσεως, ἡ ὁποία τίθεται;
§163Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν εἴχετε ἀναγνώσει ἐπισταμένως τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἠθέλετε εὕρει τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας σας. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζονται τὰ ἐλάχιστα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὰς διατάξεις περὶ πλεονασμάτων τοῦ περὶ Ἐλέγχου νόμου. Κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ὡς ἐκ τῆς ἐκθέσεως δείκνυται, κατηναλώθη ἐν τῷ Κράτει ποσὸν ὀκάδων 1,284,000 περίπου. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐδημιούργησε μέγα πλεόνασμα, τοῦ ὁποίου τὰ ⅗ ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς αὔξησιν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τῶν εἰς χρυσὸν ἐθνικῶν δανείων. Ὅτε ἐζητήθη ἡ συγκατάθεσις τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, ἡ Ἐπιτροπὴ ἠξίωσεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως τοῦ τελευταίου ἔτους. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ μέσος ὅρος τῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ οὕτω κοινῇ συναινέσει ὡρίσθη ὁ μέσος ὅρος τῆς καταναλώσεως εἰς 1,217,241 ὀκάδας. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ αἱ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ εἰσπράξεις, αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὸν ὅρον τῶν πλεονασμάτων, ἀνέρχονται εἰς δραχ. 7,060,000. Ἑπομένως, ἐὰν εἰσπραχθῇ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 7,060,000, ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἀποδίδεται εἰς τὸ Δημόσιον καὶ δὲν ὑπάγεται εἰς τὸν ὅρον τῶν πλεονασμάτων, ὡς προερχομένη ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου κατὰ δραχ. 2,40 κατ’ ὀκᾶν. Ἐὰν ὅμως εἰσπραχθῇ ποσὸν ἀνώτερον τῶν δρ. 9,737,928, ἡ ἐπὶ πλέον τοῦ τελευταίου τούτου ποσοῦ διαφορὰ ὑπάγεται εἰς τὸν ὅρον τῶν πλεονασμάτων. Ὁ φορολογικὸς ὅρος ἦτο δραχ. 5,80 κατ’ ὀκᾶν μέχρι τοῦδε· αὐξάνεται νῦν εἰς δραχ. 8. Ἐκ τῆς ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 9,737,928 διαφορᾶς τὰ 58 ὀγδοηκοστὰ ὑποβάλλονται εἰς τοὺς ὅρους τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων καὶ 22 ὀγδοηκοστὰ ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§164ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ σαφηνισθῇ τὸ πρᾶγμα καλλίτερον. Θέτετε ὡς βάσιν διὰ τὸν καπνὸν 7,000,000 δραχ. καὶ διὰ τὸ σιγαρόχαρτον 2,981,000...
§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 2,40 κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ ποσοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ἐξ ὀκ. 1,217,241.
§166ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ἔχομεν ἐκ τούτου 9,981,378. Ἔχομεν ἐκ τῆς παλαιᾶς βάσεως δρ. 9,300,000, ἑπομένως εὑρίσκω διαφορὰν ἐπὶ πλέον 681,378 δραχμῶν. Κατ’ ἀνάγκην μεταξὺ τῆς παλαιᾶς βάσεως, ἥτις ἔφερεν 9,300,000 περίπου, καὶ τῆς νέας, ἥτις ἀποφέρει 9,981,378, ὑπάρχει διαφορὰ σὺν τῷ σιγαροχάρτῳ 681,378 δραχμῶν. Αἱ δραχμαὶ αὗται εἰς τίνος ὄφελος ἀπομένουσιν;
§167ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου εἰσπράξεις ἀπομένουσιν ὡς ὑπῆρχον μέχρι τοῦδε. Ὅταν ἔχητε ἐλάχιστον ὅρον ποσοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ 1,217,241 ὀκ. πρὸς 5,30, ἔχετε ἀκριβῶς ποσὸν εἰσπράξεως ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ δραχ. 7,060,000. Ὅταν δ’ ἔχητε φόρον δραχ. 8 κατ’ ὀκᾶν, αἱ εἰσπράξεις ἀνέρχονται εἰς δραχ. 9,737,928. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων ποσῶν προέρχεται ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, καὶ ἀνήκει ὁλόκληρος εἰς τὸ Δημόσιον, προοριζομένη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων.
§168ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ φωτισθῶμεν διὰ τῆς συζητήσεως. Ἐξ ὅσων ἐγὼ βλέπω, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν βάσιν 6,600,000 δραχμὰς διὰ τὸν καπνὸν καὶ 2,700,000 διὰ τὸ σιγαρόχαρτον, ἔχομεν βάσιν διὰ τὸν καπνὸν δραχμὰς 7,060,000 καὶ βάσιν διὰ τὸ σιγαρόχαρτον 2,981,378, ἤτοι ἐν συνόλῳ βάσεις ἀνωτέρας τῶν προηγουμένως τεθειμένων. Σήμερον τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει εἰσέρχεσθαι εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους. Κατὰ 681,000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον αὐξάνει ἡ ὑπέγγυος πρόσοδος, ἢ ἐκ τῆς διπλῆς πηγῆς τοῦ κονδυλίου τούτου. Ἔχει οὕτως ἢ ὄχι;
§169ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν συνομολογεῖται ἡ συμφωνία αὕτη, τὸ ποσὸν τῶν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ εἰσπράξεων, τὸ ὑποβαλλόμενον εἰς τοὺς ὅρους τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, ἤτοι τῶν πλεονασμάτων, ἤθελεν εἶναι ἀσυγκρίτως μεῖζον.
§170ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἂν βάσις ἦτο τὸ πλεόνασμα τοῦτο, δὲν θὰ εἰσήρχετο ὁλόκληρον εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐλέγχου. Θὰ εἰσήρχοντο μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 18% μόνον τὰ 60 ἑκατοστά, τὰ δὲ 40 ἑκατοστὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§171ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὅρος οὗτος τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, δὲν μεταβάλλεται.
§172ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δηλαδὴ τὰ 28,900,000 μένουν ἄθικτα· δὲν αὐξάνονται αἱ παροχαί.
§173ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§174ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε εἰς τί χρησιμεύει ἡ βάσις;
§175ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βάσις δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐκείνους, ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὡς ἐλάχιστον ὅρον εἰσπράξεως οὐχὶ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 6,000,000, ἀλλ’ 7,060,000, δηλαδὴ 1,127,000 ὀκάδας καπνοῦ. Τὰ τοῦ Ἐλέγχου ἀπομένουσι τὰ ἴδια.
§176ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄνευ οὐδεμιᾶς αὐξήσεως;
§177ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ οὐδεμιᾶς αὐξήσεως.
§178ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, συμφώνως μὲ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε πρὸ τῆς διακοπῆς, παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον 16, ὅτι «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§179Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδήλωσα μόνον ὅ,τι ἀναγράφεται εἰς τὸ ἄρθρον 13, ἤτοι ὅτι αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ θὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων· δηλ. δὲν θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐδὲ θὰ χρησιμεύσουν εἰς πλήρωσιν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου.
§180ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦδε, ἡ ἔναρξις τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου πιθανὸν νὰ γείνῃ μετὰ δύο ἔτη, ὅτε τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθησόμενον θὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δανείου· τὸ δὲ πλεόνασμα τί θὰ γίνηται τότε;
§181ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐκταῖον νὰ πραγματοποιηθῇ αὕτη ἡ πρόρρησίς σας, διότι τότε φυσικώτατον εἶναι, ὅτι τὰ βάρη τοῦ δανείου δὲν θέλομεν τὸ παράπαν αἰσθανθῆ. Ἀλλ’ ὅταν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον αὐτὴν θέσιν, σᾶς ὑποσχόμεθα ὅτι θὰ φέρωμεν μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως νομοσχέδιον μεταβάλλον τὸν νόμον.
§182ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ ἀρχίσῃ ἡ φορολογία ἅμα τῇ πραγματοποιήσει τῆς συμβάσεως, διότι ὁ φόρος αὐτὸς ἀποβλέπει ἀκριβῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σιδηροδρόμου.
§183ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη ἐκεῖ.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–8 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§186ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9, καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 9, καθόσον ἡ ποινικὴ διάταξις, τὴν ὁποίαν περιέχει, εἶναι σκληροτάτη. Διὰ πᾶσαν παράβασιν τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ ἐπιβάλλεται ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄρθρα 34–37 τοῦ Ποιν. Νόμου ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις εἶναι τοὐλάχιστον δύο ἐτῶν, συνεπιφέρει δὲ τὴν ἐκτόπισιν ἐκ τῆς κατοικίας τοῦ καταδικασθέντος. Εἶναι σκληρὸν πρᾶγμα, διὰ μικρὰν παράβασιν τοῦ νόμου, διότι συνελήφθη τις μὲ 100 δράμια καπνοῦ π. χ., νὰ προσάγεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἐκτὸς ὅλων τῶν ποινῶν, τὰς ὁποίας συνεπιφέρει ὁ νόμος περὶ λαθρεμπορίας, νὰ ὑφίσταται καὶ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν δύο ἐτῶν, καὶ ἐκτόπισιν ἐκ τοῦ τόπου τῆς κατοικίας του. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις πρέπει νὰ μετριασθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ Δικαστηρίου νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις· διότι τὸ Δικαστήριον, ὅταν ἴδῃ ὅτι πρόκειται περὶ συστηματικοῦ λαθρεμπόρου, περὶ συστηματικοῦ παραβάτου τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, τότε βεβαίως θὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος π. χ. εὑρέθη εἰς ἓν ἀτμόπλοιον, ὅπου τῷ ἐδώρησαν 10 σιγαρέτα, εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὸν ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις συνεπαγομένη τὴν ἐκτόπισιν; Ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις αὕτη καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε τὸ Δικαστήριον νὰ ὁρίζῃ τὴν διάρκειαν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως· νὰ μὴ ἦναι, ὅπως ἀναγράφουσι τὰ ἄρθρα 34–37 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τοὐλάχιστον διετής, ἀλλὰ νὰ δύναται τὸ Δικαστήριον νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ ἐλάσσονα ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἑνὸς μηνός, δύο μηνῶν, 10 μηνῶν κλπ. Ὅπως ἀναγράφονται λοιπὸν αἱ τοιαῦται ποινικαὶ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 11, φρονῶ ὅτι εἶναι δρακόντειοι, καὶ δέον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ περιορίσῃ τὰς δρακοντείους ταύτας διατάξεις, προκειμένου περὶ μικρῶν παραβάσεων τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ· διότι τὰ Δικαστήρια θὰ προτιμῶσι νὰ ἀθῳῶσι τοὺς κατηγορουμένους διὰ μικρὰς παραβάσεις, παρὰ νὰ ἐπιβάλλωσι τοσοῦτον αὐστηρὰς ποινάς. Καὶ σᾶς τὸ λέγω ἐξ ἰδίας πείρας, διότι ὡς δικαστὴς ἐγὼ οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ ἐπιβάλω ποινὴν ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, ἕνεκα τῶν μεγάλων συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει ἡ τοιαύτη διάταξις, καὶ ἠναγκάσθησαν ἐπανειλημμένως τὰ Δικαστήρια νὰ ἀθῳώσωσι τοὺς κατηγορουμένους, ὅπως μὴ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ διετὴς ἐξορία.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§188ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀγορᾶς κτήματος πρὸς παραχώρησιν αὐτοῦ εἰς συνοικισμὸν Κουτσούφλιανης»;
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ φθάσωμεν καὶ ἐκεῖ.
§190ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν θὰ φθάσωμεν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν 35 νομοσχέδια ἀπόψε.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δραχ. 110,000 διὰ τὴν μετατροπὴν τοῦ πρώην Σχολείου τῶν Ὑπαξιωματικῶν εἰς Βʹ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν καὶ περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 110,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν».
§192ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί νομοσχέδιον εἶναι αὐτό;
§193Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πρόκειται περὶ τοῦ ἐν τοῖς παραπήγμασιν οἰκήματος, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ὡς Σχολὴ Ὑπαξιωματικῶν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ μετατραπῇ εἰς Β. Νοσοκομεῖον, διότι ὁ χῶρος τοῦ πρώτου Νοσοκομείου εἶναι ἀνεπαρκὴς νὰ περιλάβῃ ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας ἀπουσίας μέχρι τριῶν ἐτῶν εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ δώσωσι μίαν διασάφησιν. Ἡ χορηγουμένη τριετὴς ἄδεια ἀπουσίας δὲν ἐπάγεται δικαίωμα μισθοῦ;
§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά!
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον δικαίωμα συντάξεως;
§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ λέγομεν εἰς τὸ ἄρθρον 2.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι γνωστοὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οἱ βαθμοὶ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων;
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σήμερον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ παρὰ διὰ τὸν κ. Μουράτογλουν, ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς Κρήτην δυνάμει ἀδείας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῶσι καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως εἰς τοὺς μεταβαίνοντας ἐκεῖ, ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ φέρωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΧΕʹ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν».
§202Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Τί εἶναι αὐτό;
§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐντελῶς ὑπηρεσιακόν. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§205ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀρκετὰ πλέον, κύριε Πρόεδρε.
§206ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι πολὺ ἀρκετά.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Β. Ναυστάθμου», ὡς ἐτροποποιήθη.
§208ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύναται νὰ περάσῃ αὐτό· ἀφῆσατέ το.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Β. Ναυστάθμου, δὲν ἔχω ἀντίρρησίν τινα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων δὲν δύνανται νὰ μεταβάλλωνται τὰ πράγματα. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου εἶναι θαλασσία ὑπηρεσία ἢ εἶναι ὑπηρεσία ἐν τῇ ξηρᾷ; Ἐὰν εἶναι θαλασσία ὑπηρεσία, εἶναι περιττὸν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ κηρύσσεται θαλασσία ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ· ἐὰν δ’ εἶναι ὑπηρεσία ἐν τῇ ξηρᾷ, εἶναι ἄτοπον διὰ νόμου νὰ κηρύττωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην θαλασσίαν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο δὲν ἀντιλέγω νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς, ἀλλ’ εἶναι ἄτοπον, τὸ νομοσχέδιον τοιαύτην νὰ ἀναγράφῃ διάταξιν.
§210Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅτε εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον, ὑπεστήριξα αὐτὸ, ἀλλὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἦτο παρὼν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλὴ τὸ δίκαιον τοῦ πράγματος. Πρὶν ἢ ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, προβῶ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ νὰ ἀποβάλητε τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν τινες ἐξ ὑμῶν ἔχετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ γίνεται προσωπικῶς διὰ τὸν νῦν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ κάμητε τὴν τιμὴν νὰ μὲ πιστεύσητε, ὅτι ἀκριβῶς γίνεται διὰ νὰ λυθοῦν αἱ χεῖρες τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ νὰ εὑρεθῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν, ἐὰν θελήσῃ νὰ σκεφθῇ περὶ τοποθετήσεως νέου Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, νὰ εὕρῃ τὸν τοιοῦτον. Διότι σήμερον, Κύριοι, οὐδεὶς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ δέχεται τὴν θέσιν ταύτην. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατί. Ὑπάρχει σήμερον ἐν Πόρῳ ἀρχηγὸς τῆς Προπαιδευτικῆς Μοίρας· ὁ ἀρχηγὸς αὐτὸς μένει εἰς τὸ ἐν Πόρῳ Ἀνάκτορον, καὶ λαμβάνει θαλασσίους ἀποδοχὰς, ἡ δὲ μισθοδοσία αὐτοῦ εἶναι μισθοδοσία θαλασσίου ὑπηρεσίας· λαμβάνει δὲ, ὡς πλοίαρχος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Προπαιδευτικῆς Μοίρας 920 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι σήμερον ἀντιπλοίαρχος, καὶ ὁ ὁποῖος διαμένει, ὡς γνωρίζετε, ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, λαμβάνει θαλασσίους ἀποδοχὰς, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ λαμβάνει μισθοδοσίαν ὁ ἀντιπλοίαρχος αὐτὸς 720 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ὁ πλοίαρχος τοῦ ἐν ἐφεδρείᾳ πλοίου θωρακοβάριδος «Β. Γεωργίου», ὁ ὁποῖος φέρει βαθμὸν ἀντιπλοιάρχου, λαμβάνει 720 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ, ὡς γνωρίζετε, τὰ πλοῖα τὰ ἐν ἐφεδρείᾳ εἶναι ἐν Πόρῳ ἠγκυροβολημένα καὶ δὲν ταξειδεύουν, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ πλοίων ἐν ἐφεδρείᾳ.
§211ΚΡΙΤΣΑΣ. Πολλὰ λαμβάνουν.
§212Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι οἱ κείμενοι νόμοι.
§213ΚΡΙΤΣΑΣ. Νὰ φέρητε νόμον κανονίζοντα τοὺς μισθοὺς σύμφωνα μὲ τὰ πράγματα.
§214Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, ὁ ὁποῖος, ὡς κάλλιστα γινώσκετε, εἶναι μετὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὁ ἔχων τὴν μεγαλειτέραν ἐργασίαν καὶ δικαιοδοσίαν ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ, φέρει βαθμὸν πλοιάρχου (κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου πρέπει νὰ ἔχῃ βαθμὸν πλοιάρχου ἢ ὑποναυάρχου), καὶ ὅμως λαμβάνει 520 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Προπαιδευτικῆς Μοίρας, ὁ διαμένων εἰς τὸ ἐν Πόρῳ Ἀνάκτορον, λαμβάνει 920 δραχμὰς, ὁ ἀντιπλοίαρχος ὡς πλοίαρχος τῆς ἐν ἐφεδρείᾳ θωρακοβάριδος «Β. Γεωργίου» λαμβάνει 720 δραχμὰς, καὶ ὁ ἀντιπλοίαρχος Διοικητὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης λαμβάνει ἐπίσης 720 δραχμάς. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι οὐδεὶς δέχεται νὰ γείνῃ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου...
§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§216Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ.
§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ταῦτα πάντα συμβαίνουσι, διότι κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν νόμων δὲν ἐφιστᾶται ἡ προσήκουσα προσοχή. Ἄτοπον δ’ εἶναι, ἐὰν ὁ νόμος ἐπέτρεψε νὰ θεωρῆται θαλασσία ὑπηρεσία ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐν Πόρῳ διαμένοντος ἀρχηγοῦ τῆς Προπαιδευτικῆς Μοίρας ἢ ἡ τοῦ πλοιάρχου τοῦ ἐν ἐφεδρείᾳ πλοίου, τῆς θωρακοβάριδος «Β. Γεωργίου». Ἐγὼ αὐτὸς, ὅτε ἐγενόμην Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1890, ἐξεπλάγην, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν λαμβάνουσι θαλασσίας ἀποδοχάς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωσι θαλασσίας ἀποδοχὰς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διαμένουσι, κατοικοῦσιν ἐν Ἀθήναις; «Τὸ ἐπέτρεψαν», μοὶ εἶπε, «δὲν ἠξεύρω τίνες· πρέπει νὰ τὸ καταργήσητε». Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου πρέπει νὰ ἔχῃ μισθοδοσίαν ἐπαρκῆ, διότι ἔχει ἔξοδα παραστάσεως καὶ ἄλλας ἀνάγκας. Ἐὰν λαμβάνῃ 520 δραχμὰς, αὐξήσατε αὐτὰς διὰ νομοσχεδίου. Μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου εὑρίσκομαι εἰς καλὰς σχέσεις, ἀλλὰ δὲν στέργω νὰ ἀνοίξητε ὁδὸν, ἡ ὁποία ἄγει εἰς καταχρήσεις. Οὕτως αὔριον εἷς τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἢ εἷς ὑπάλληλος τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου θέλει ἐπιθυμήσει νὰ χαρακτηρίσητε τὴν ὑπηρεσίαν του ὡς θαλασσίαν, διὰ νὰ λαμβάνῃ θαλασσίας ἀποδοχάς· πᾶς δ’ ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ θέλει κατορθώσει νὰ ἔχῃ θαλασσίαν ὑπηρεσίαν. Θαλασσία ὑπηρεσία εἶναι ἡ ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἐκτελουμένη, ἡ δ’ ἐπὶ τῆς ξηρᾶς δὲν εἶναι θαλασσία ὑπηρεσία. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου; Δὲν ἀντιλέγω νὰ προβάλητε νομοσχέδιον περὶ τούτου, νὰ δώσητε αὐτῷ 800 ἢ 900 δραχ. κατὰ μῆνα, ἢ ὅσας ὑμεῖς ἐγκρίνετε. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἤμεθα ἐν τάξει.
§218Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἡ θέσις τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου εἶναι λίαν σπουδαία ἐν τῷ Ναυτικῷ, διότι ἐξ αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἡ κινητοποίησις τοῦ στόλου ἐν περιπτώσει ἐπιστρατείας. Δὲν βλέπω λοιπὸν διὰ τίνα λόγον δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται θαλασσία ὑπηρεσία ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του ὁλόκληρον τὸν στόλον· διατὶ θέλομεν νὰ μειώσωμεν τὴν ἀξίαν μιᾶς θέσεως, ἡ ὁποία ἔχει τόσην σοβαρότητα, ὥστε εἴδετε κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστράτευσιν πόσον ἡ ταχεῖα κινητοποίησις τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου ἀπέσπασε τὸν θαυμασμὸν πάντων;
§219Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατόπιν τῶν λεχθέντων προτείνω νὰ τροποποιηθῇ τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἑξῆς: «Χορηγοῦνται κατὰ μῆνα ὡς ἔξοδα παραστάσεως εἰς μὲν τὸν Διευθυντὴν τοῦ Β. Ναυστάθμου δραχ. 300, εἰς δὲ τὸν ὑποδιευθυντὴν αὐτοῦ δραχμαὶ 150. Αἱ ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἀναγραφόμεναι πιστώσεις μεταρρυθμίζονται καὶ συμπληροῦνται πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τῶν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν.»
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους κλπ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χαρηγήσεως προθεσμίας πρὸς παραίτησιν ἀπὸ δηλωθεισῶν γαιῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§222ΒΡΑΣ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ τελευταία φράσις «ὧν τὸ τίμημα κατέστη ἤδη πάγιον» πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι οἱ περισσότεροι ὀφειλέται εἶναι ὀφειλέται προσωρινῶν δόσεων καὶ ὄχι παγίων. Ἂν δὲν ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις αὕτη, πάντες οἱ ὀφείλοντες ἐκ προσωρινῶν δόσεων εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν εἰς τὸ Δημόσιον.
§223Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτυγχάνεται, καὶ ἂν ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις αὕτη. Ἑπομένως δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ παραδεχθῶ.
§224ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ἐπίσης νὰ προστεθῇ, ὅτι καὶ αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι παραιτήσεις λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, διότι πολλοὶ ἔχουσι παραιτηθῆ.
§225ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἰτήσεις, ἀφοῦ οἱ αἰτήσαντες παρῃτήθησαν. Ἄλλως τε αἱ περισσότεραι ἐξ αὐτῶν παρέπεσαν, καὶ πρέπει νὰ γείνωσι νέαι.
§226Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀληθῶς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι εὐεργετικὸν διὰ τοὺς δηλωτὰς τῶν γαιῶν. Καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θέσῃ διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως αἱ καταβληθεῖσαι δόσεις διὰ τὰς γαίας ἐπιστραφῶσιν εἰς τοὺς δηλωτὰς, οἱ ὁποῖοι ἤδη δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ παραιτηθῶσιν, ὡς μὴ κάτοχοι πραγματικῶς τῶν γαιῶν, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ὁ προτεινόμενος νόμος εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστος, εἶναι δῶρον ἄδωρον· τοῦτο δὲ ἀντιβαίνει εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου.
§227ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προτεινομένη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τροπολογία ἀναιρεῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου. Διὸ παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὴν, διότι εἶναι ἀδύνατόν ποτε οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἐὰν πρόκειται νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπόδοσις τῶν καταβληθεισῶν δόσεων, εἶναι ἀνάγκη νὰ δημιουργηθῇ μία εἰδικὴ ὑπηρεσία μετὰ μεγίστου προσωπικοῦ, ἀσχοληθησομένου ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐκκαθαρίσῃ πόσαι δόσεις πρέπει ν’ ἀποδοθῶσι.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πονηροπούλου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λεωπούλου, ἣν παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διαγράφονται ἐκ τοῦ τελευταίου στίχου τοῦ πρώτου ἄρθρου αἱ λέξεις «ὧν τὸ τίμημα κατέστη ἤδη πάγιον». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§229Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς τοὺς ὑποβάλλοντας παραίτησιν ν’ ἀποδείξωσι δι’ ἐπισήμου πιστοποιητικοῦ, ὅτι οὗτοι δὲν κατέχουσι τὰς γαίας, καὶ νὰ καταδεικνύηται δι’ αὐτοῦ ὁ πραγματικὸς κάτοχος. Ἀλλὰ συμβαίνει εἰς πολλὰς ἐπαρχίας νὰ ἐδηλώθησαν γαῖαι ἀνύπαρκτοι, καὶ συνεπῶς οἱ δηλώσαντες εἶναι ἰδανικοὶ κάτοχοι· τότε πῶς θὰ ἐκπληρωθῇ αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλετε σήμερον εἰς τὸν ἰδανικὸν κάτοχον, νὰ εὕρῃ τὸν πραγματικὸν κάτοχον τῶν δηλωθεισῶν ἀνυπάρκτων γαιῶν; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀπαλλάξῃ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης τοὺς δηλοῦντας παραίτησιν, πρὸς ἀποφυγὴν περιπλοκῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, νὰ καταστήσῃ δ’ οὕτως ἐφικτὴν τὴν ἀποδοχὴν τῶν παραιτήσεων.
§230Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀπαίτησις τοῦ νόμου εἶναι νὰ βεβαιωθῇ δι’ ἐπισήμου πράξεως, ὅτι ἐκεῖνος, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἐδηλώθη ὡρισμένη ἔκτασις γαιῶν, δὲν κατέχει αὐτήν. Τοῦτο εἶναι, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸν τίτλον τῆς ἀπαλλαγῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ συνήθως γινόμενον εἶναι, ὅτι κατέχει ὁ δηλωτὴς τὴν δηλωθεῖσαν ἔκτασιν, καὶ ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον δὲν πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ μὴ εἰσπράξῃ τὸ τίμημα, προσετέθη ἡ διάταξις, καθ’ ἣν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλος κάτοχος, καὶ βεβαιωθῇ τοῦτο, δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος κάτοχος, βεβαίως δὲν εἶναι ἄκυρον τὸ πρωτόκολλον, τὸ μὴ περιέχον τὴν τοιαύτην βεβαίωσιν.
§231ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ μόνον νὰ δηλωθῇ, ἀρκεῖ.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§233ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ μία ἄλλη παράγραφος, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν οἱ δηλώσαντες μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν παραχωρητηρίων μετεβίβασαν τὰς δηλωθείσας γαίας εἰς τρίτους, νὰ εὐθύνωνται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπολοίπων δόσεων μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὁριστικοῦ συμβολαίου οἱ τρίτοι, ὡς κάτοχοι.
§234Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτοὶ εἶναι ἐκδοχεῖς καὶ εὐθύνονται.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πονηροπούλου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Βοζίκης.
§236Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μετὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ πρώτου ἄρθρου παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὰς γαίας, περὶ ὧν ἐξεδόθησαν παραχωρητήρια, καὶ ὄχι εἰς ἐκείνας, περὶ ὧν δὲν ἐξεδόθησαν.
§237Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ καλά.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ προσαρτήσεως τοῦ χωρίου Βενέτου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου, ὑπαγομένου εἰς τὸν δῆμον Ζαγορᾶς. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐπισκοπικῆς περιφερείας Καρυστίας. (Γίνεται δεκτὴ καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ΒΧΜΖʹ νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ κατασκευῆς λιμένος τῆς πόλεως Λευκάδος νόμων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ΧΞϚʹ νόμου τοῦ 1878 περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας Λευκάδος». (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§242ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ διακόψωμεν τώρα. Ἡ ὥρα παρῆλθε πλέον, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὄρεξιν καὶ αὔριον νὰ ἐργασθῶμεν.
§243Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναγνωσθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον. Βλέπετε, ὅτι ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν κτηνοτρόφων ἐπαρχιῶν μιᾷ φωνῇ σας λέγουν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ...
§244ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις.
§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Τὰ ταχυδρομικὰ νομοσχέδια ἐπίσης πρέπει νὰ ψηφισθῶσι· τινὰ ἐξ αὐτῶν μάλιστα εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακὰ, καὶ οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ παρουσιάσωσιν. Ἄς ψηφισθῶσι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἂν τυχὸν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, ἔχομεν καιρὸν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ συζητήσωμεν.
§246ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δυστυχῶς δὲν ἀντέχομεν πλέον. Νομίζετε ὅτι, ἂν καταπονηθῶμεν ἀπόψε, θὰ δυνηθῶμεν αὔριον νὰ προχωρήσωμεν; Φυσικῶς ὄχι. Νομίζω δὲ, ὅτι θὰ βλάψῃ περισσότερον ἡ σπουδή.
§247Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἰς τὸ περὶ ζωοκλοπῆς θὰ λάβω τὸν λόγον.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνώσωμεν τὰ ταχυδρομικά, καὶ κατόπιν συζητοῦμεν τὸ περὶ ζωοκλοπῆς.
§249ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ συζητηθοῦν τὰ ταχυδρομικά, ὄχι! νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα διπλασιάζουν τὰς δαπάνας! (Θόρυβος).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν πληρεξουσίων τῆς ἐν Ἀμβέρσῃ ἑδρευούσης Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας «Ligne Franco-Belge» συνομολογηθείσης συμβάσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου τοῦ Κράτους.
§252ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, κ. Πρόεδρε.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ὁρίστε, Κύριοι, καθίσατε εἰς τὰς θέσεις σας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος καὶ εἶτα γίνεται ἡ διαλογή, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ βουλευτοῦ Ι. Τσιριμώκου).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 121. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου τοῦ Κράτους).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας.
§258ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωμα τοῦ ποσοῦ, καθ’ ὃ αὐξάνουσιν αἱ δαπάναι τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βασιγκτῶνι συνομολογηθείσης παγκοσμίου ταχυδρομικῆς συμβάσεως. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου πρὸς βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας).
§260Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ διακεκριμένου ζωγράφου κ. Ἰακωβίδου.
§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον «περὶ μισθοῦ τοῦ Ἐφόρου τῆς ἐν Ἀθήναις Πινακοθήκης», καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης διατάξεών τινων εἰς τοὺς νόμους περὶ ζωοκλοπίας καὶ ζωοκτονίας.
§263ΒΟΖΙΚΗΣ. Προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἔκθεσιν δικαιολογητικήν.
§264Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κυρίου Ἀνδρίτσου καὶ εἶχεν ἔκθεσιν αἰτιολογικήν. Ἡμεῖς φέρομεν νῦν τροπολογίαν. Ὥστε ἡ ἔκθεσις εἶναι περιττή.
§265ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυρίου Ἀνδρίτσου, ἀλλὰ περὶ νομοσχεδίου ὑπογεγραμμένου παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε τὸ ἀπαράδεκτον; Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§267ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15. (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 15).
§269ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ προσπαθήσω δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Κατ’ ἀνάγκην θ’ ἀρχίσω συζήτησιν, χωρὶς νὰ γνωρίζω τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον καὶ ζητήσῃ τὴν ἀνατροπὴν τῶν κρατουσῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, τινὲς τῶν ἐνδιαφερομένων κατηγόρησαν ἡμᾶς, τοὺς ἀνθισταμένους εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, μὲ βαρεῖαν ἔκφρασιν, ὅτι ἔχομεν ἀναλάβει τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ζωοκλόπων...
§270ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεὶς εἶπε τοιοῦτόν τι ἐνταῦθα.
§271ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἀπάντησις. Συζητῶν αἰσθάνομαι, ὅτι ἐπιτελῶ τὸ καθῆκόν μου. Αἱ αὐστηραὶ ποιναὶ συνετέλεσαν πάντοτε εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐγκλημάτων, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ψευδορκία, ἥτις τιμωρεῖται μὲ εἱρκτὴν καὶ δεσμά, ἤγειρεν ἀναιδεστάτην κεφαλήν, διότι εἶναι αὐστηρὰ ἡ ποινή, καὶ οὐδεὶς τολμᾷ νὰ τιμωρήσῃ τὸν ψευδορκοῦντα. Πᾶσα προσπάθεια καταβάλλεται, ἵνα μεταβάλληται ἡ ψευδορκία εἰς παράβασιν τῆς διὰ χειραψίας ὑποσχέσεως, ὅπως δυνηθῇ ὁ δικαστὴς νὰ τιμωρήσῃ τὸν κατηγορούμενον μὲ μηνιαίαν φυλάκισιν...
§272ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ὑφαίρεσιν κατεσχημένων.
§273ΒΟΖΙΚΗΣ. Μοὶ ὑπομιμνήσκει ὁ κ. συνάδελφος τὴν ὑφαίρεσιν κατεσχημένων, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδείς ποτε ἐτιμωρεῖτο, ἐν ὅσῳ ἡ ποινὴ ἦτο φυλάκισις τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ μεταβάλωμεν αὐτὴν διὰ νόμου εἰς μηνιαίαν φυλάκισιν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ τιμωρία τῶν ἐνόχων, καὶ οὕτω περιωρίσθη τὸ ἔγκλημα. Δὲν εὑρίσκω, ὅτι ὑπάρχουσι διατάξεις περὶ ζωοκλοπῆς μεταβλητέαι. Εὐθὺς ὡς θελήσῃ τις νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ζωοκλοπῆς καὶ τῶν λοιπῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου, τῶν τιμωρουσῶν τὸ ἔγκλημα αὐτὸ τῆς κλοπῆς, θέλει ἴδει, ὅτι ἔχομεν τὰς αὐστηροτέρας διατάξεις, καὶ ὁ ζωοκλόπος τιμωρεῖται, ἀσχέτως τοῦ ποσοῦ, μὲ φυλάκισιν, καὶ εἰς ἐπιβαρυντικὰς περιστάσεις καὶ μὲ εἱρκτήν, πάντοτε δὲ καὶ μὲ τὸ πενταπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ κλαπέντος, καὶ διατίθεται τὸ πενταπλάσιον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐπιδιώκηται πάντοτε ἡ εἴσπραξις καὶ νὰ ἐπιτυγχάνηται· τιμωρεῖται προσέτι μὲ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων του. Πᾶσαι δ’ αὗται αἱ συνέπειαι ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τὸν κλέπτην ἑνὸς ἐριφίου τριῶν δραχμῶν ἀξίας, τιμωρούμενον μὲ φυλάκισιν τριῶν ἡμερῶν μέχρι 5 ἐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καὶ τὰς περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως διατάξεις τῶν ἄρθρ. 34 καὶ 35 τοῦ ποινικοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν τεθῶσιν εἰς ἐφαρμογὴν δυνητικῶς καὶ ἐν ὑποτροπῇ ἢ συρροῇ, δύνανται νὰ καταστείλωσι καὶ αὗται τὴν ζωοκλοπήν; Τὸ ἄρθρον 34 λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἰδιαιτέραν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν θέλουσιν ὑποβάλλεσθαι ὡσαύτως διὰ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ οἱ ἔνοχοι πλημμελημάτων καὶ πταισμάτων, ἐὰν ἤθελον εἶναι κατά τε τὸν τρόπον τοῦ ζῇν, τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν διαγωγὴν κατ’ ἐξοχὴν ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν καὶ εἰς τὰ ἤθη. Τῆς ἐπιτηρήσεως δὲ ταύτης ἡ διάρκεια προσδιορίζεται διὰ μὲν τοὺς πρώτους ἀπὸ δύο ἕως δέκα ἐτῶν, διὰ δὲ τοὺς δευτέρους ἀπὸ τριῶν μηνῶν μέχρι δύο ἐτῶν» Εἶναι δηλαδὴ ἡ αὐτὴ διάταξις περὶ ἐκτοπίσεως κατὰ τρόπον ἐφαρμόσιμον. Εὑρίσκομεν λοιπὸν οὕτως, ὅτι αἱ ὑπάρχουσαι διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ ζωοκλοπῆς εἶναι αὐστηρόταται· ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι αὐστηρόταται, δὲν ἐφαρμόζονται ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἐκτάσει. Τοῦτο τὸ ἄτοπον ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταστείλῃ. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου φροντίζει νὰ προσθέσῃ λόγους συντελοῦντας εἰς τὴν ἀτιμωρησίαν τῆς ζωοκλοπῆς, διότι καθιστᾷ ἔτι αὐστηροτέραν τὴν ποινὴν καὶ μᾶλλον δυσεφάρμοστον. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ὑποχρεωτικῶς ὁ δικαστὴς ἐν τῇ ἀποφάσει του ὁρίζει τόπον διαμονῆς τοῦ ζωοκλόπου ἐκτὸς τοῦ νομοῦ, ἐν ᾧ διεπράχθη τὸ ἔγκλημα, ἐκτὸς τοῦ νομοῦ τῆς καταγωγῆς τοῦ καταδικασθέντος. Αἱ βαρεῖαι αὗται συνέπειαι τῆς καταδίκης θ’ ἀναγκάζωσι περισσότερον τώρα τὸν δικαστὴν νὰ ἀνευρίσκῃ λόγους ἀμφιβολίας διὰ τὴν ἐνοχὴν τοῦ κατηγορουμένου· καὶ θὰ τοὺς ἀνευρίσκῃ εὐκόλως, διὰ τὸ δυσαπόδεικτον τοῦ ἐγκλήματος καὶ τοὺς λόγους τῆς καταμηνύσεως. Καὶ εἶναι δυσαπόδεικτον φύσει τὸ ἔγκλημα τῆς ζωοκλοπῆς, καὶ δὲν δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν εὐκόλως αὐτόπται μάρτυρες τούτου, διότι, ὅταν ἔχωμεν αὐτόπτην μάρτυρα, — καὶ οὗτος εἶναι συνήθως ὁ φύλαξ ἢ ὁ κύριος τῶν ζώων, — δὲν ἔχομεν κατηγορούμενον ἐπὶ τετελεσμένῃ ζωοκλοπῇ, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ κλέπτης, ὅταν φωραθῇ, παραιτεῖ συνήθως τὸν σκοπόν του καὶ φεύγει· σπανίως δὲ συμβαίνει τὸ ἐναντίον, νὰ ἐπιμείνῃ ὁ κλέπτης εἰς τὴν βίᾳ ἀφαίρεσιν τοῦ ζώου, ὅτε μεταπίπτει ἡ πρᾶξις εἰς λῃστείαν. Ὁ συνήθης τρόπος διαπράξεως τοῦ ἐγκλήματος τούτου εἶναι ἡ κρυφία ἐν καιρῷ νυκτὸς καὶ ἀσελήνου ἐν τῇ ἐρημίᾳ ἀφαίρεσις τῶν ζώων, καὶ μάλιστα ὅταν κατανοηθῇ, ὅτι ἀπουσιάζει ὁ φύλαξ τῶν ζώων ἢ ὁ κύριος. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν οὗτοι, ὁ κύριος ἢ ὁ φύλαξ, παρουσιάζωνται ὡς αὐτόπται μάρτυρες τῆς κλοπῆς, δὲν γίνονται πάντοτε πιστευτοὶ, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι γνωστὸν, ὅτι, ἂν ἔβλεπον τὸν κλέπτην, δὲν θὰ τὸν ἄφινον νὰ κλέψῃ. Ἀλλὰ καὶ οἱ λόγοι, δι’ οὓς οὐχὶ ἀσυνήθως γίνονται αἱ ἐπὶ ζωοκλοπῇ καταμηνύσεις, εἶναι γνωστοὶ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἀμφιβολιῶν. Τὴν ἐπὶ ζωοκλοπῇ μήνυσιν ὁ χωρικὸς, ὁ ποιμὴν, ἔχει ὡς μέσον ἐκδικήσεως καὶ ἀντεκδικήσεως, καὶ κατήντησεν ὥστε, εὐθὺς ὡς λάβῃ ἀφορμὴν δυσαρεσκείας κατά τινος, νὰ νομίζῃ ἀναπόφευκτον νὰ κάμῃ τοιαύτην μήνυσιν. Γνωρίζει ὁ χωρικὸς, ὅτι, ἂν παρουσιασθῇ αὐτὸς ὡς αὐτόπτης, δὲν θὰ γείνῃ πιστευτὸς, θέλει δὲ καὶ ν’ ἀποφύγῃ τὴν ψευδορκίαν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνει ὡς μάρτυρας αὐτόπτας τὰ ἀνήλικα τέκνα του, τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται ἀνωμοτὶ, καὶ τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των τῆς μικρᾶς, ὑποτίθεται ὅτι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀντισταθῶσιν εἰς τὸν κλέπτην, καὶ δύνανται νὰ ὦσι πιστευτὰ, καὶ καταθέτουσι μάλιστα ταῦτα, ὅτι καὶ τὰ ἠπείλησε καὶ τὰ ἔδεσεν ὁ κλέπτης, ἐνῷ ἐξ ἄλλου, διὰ νὰ ἦναι ἀνεξέλεγκτοι οἱ μηνυταὶ, ὁρίζουσι τὸν χρόνον τῆς κλοπῆς εἰς ἐποχὴν πολὺ προγενεστέραν τῆς μηνύσεως, καὶ δικαιολογοῦσι τὴν βραδύτητα τῆς ἐγχειρίσεως αὐτῆς, καταθέτοντες, ὅτι ὁ κλέπτης τοῖς ὑπεσχέθη ἀποζημίωσιν, ἵνα μὴ καταμηνύσωσι. Καὶ πῶς θέλετε πλέον νὰ μὴ αὐξήσωσιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ δικαστοῦ οἱ λόγοι ἀμφιβολιῶν, ὅταν μὲ τοιαῦτα ἀποδεικτικὰ μέσα ἦναι ἠναγκασμένος νὰ ἐπιβάλλῃ τόσον βαρείας ποινάς; Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς ταῦτα ἡ ποινὴ τῆς ἐξορίας, ἂν ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν ζωοκλοπὴν, μολονότι φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῇ, θὰ μείνῃ ἀνεφάρμοστος, κατ’ οὐδὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καταστολὴν τοῦ ἐγκλήματος. Πλὴν τῶν λόγων, ὅσους ἀνέφερα, ἔχομεν ἀνάγκην μεγάλης στρατιωτικῆς καὶ ἀστυνομικῆς δυνάμεως, ἵνα παρεμποδίσωμεν τὴν εἰς τὴν πατρίδα του ἐπάνοδον τοῦ ἐξορίστου ζωοκλόπου. Καὶ θὰ ἐπανέρχηται οὗτος λάθρα καὶ φυγοδικῶν, καὶ ὡς φυγοδικῶν θὰ κλέπτῃ κατ’ ἀνάγκην, καὶ θὰ αὐξάνουν αἱ ζωοκλοπαὶ καὶ οἱ φυγόδικοι, τὸ φυτώριον τῆς λῃστείας ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ τί θὰ γείνῃ ἡ περιουσία τοῦ ζωοκλόπου, ὅστις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ποιμήν, τὸ ποίμνιόν του; Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ μείνῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἄλλων ζωοκλόπων; Ἀλλ’ ἂν ταῦτα πάντα δὲν συμβῶσι, βεβαίως ὅμως ὁ ζωοκλόπος εἰς τὸν τόπον τῆς ἐξορίας του δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλο τι νὰ κάμῃ ἢ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον του· καὶ ἂν μὲν εὕρῃ ἐκεῖ ὁμοίους του, θὰ συνδυασθῇ μετ’ αὐτῶν καὶ θὰ γείνῃ μᾶλλον ἐπικίνδυνος· ἂν δὲ μή, θὰ διαδώσῃ τὸ μόλυσμα καὶ ἐκεῖ, ἔνθα δὲν ὑπάρχει σήμερον. Ἂν δ’ ἐφαρμοσθῇ, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, ἡ διάταξις περὶ ἐξορίας, ὑπολογίσατε καὶ ὑμεῖς, τί ἔχει νὰ γείνῃ μὲ μίαν τοιαύτην μετοικεσίαν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ἐκ τοῦ προχείρου, δι’ οὓς κηρύσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὁμιλήσω καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅτε θέλω ὑποβάλει καὶ ὅσας τροπολογίας κρίνω ἀναγκαίας, ἵνα λειτουργήσῃ ἀποτελεσματικῶς ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ ζωοκλοπῆς.
§274Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς τροποποιήσεως τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας. Ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἀφορῶσιν εἰς τὰ καθέκαστα. Οὐδεὶς ὑμῶν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ ὀρθὸν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ἀρκεῖ νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς, ὅτι κατὰ σημείωμα, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς φέρω κύριον, τὸ ἓν ἕβδομον τῶν καταγγελλομένων ἐγκληματικῶν πράξεων ἀποτελοῦσιν αἱ ζωοκλοπαί. Κατὰ τὸ ἔτος 1899 εἴχομεν 10,000 μηνύσεις ἐπὶ ζωοκλοπῇ· τοῦτο σημαίνει, ὅτι οἱ νόμοι οἱ ἰσχύοντες περὶ ζωοκλοπῆς, μεθ’ ὅλην τὴν αὐστηρότητα, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι ἔχουσι, δὲν ἰσχύουσι νὰ καταστείλωσι τὸ ἔγκλημα· καὶ τοῦτο, διότι αἱ διατάξεις αἱ ἰσχύουσαι ἐπιβάλλουσι ποινὴν χρηματικήν, συνήθως δὲ ὅλοι οἱ ζωοκλόποι εἶναι ἄνθρωποι ἀφερέγγυοι, μὴ ἔχοντες τίποτε, καὶ ἑπομένως δὲν τοὺς μέλει, ἂν τοὺς καταδικάσητε εἰς χρηματικὴν ποινήν. Τίνας τροποποιήσεις φέρει τὸ νομοσχέδιον εἰς τοὺς κειμένους νόμους; Διὰ τῆς πρώτης διατάξεως κανονίζεται ἡ ταχυτέρα ἐκδίκασις τῶν ζωοκλοπῶν. Ἀνθίσταται εἰς τοῦτο ὁ κ. συνάδελφος; Ὅλοι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης πανταχόθεν μιᾷ φωνῇ ἀπαιτεῖτε νὰ περατῶνται ταχύτερον αἱ ὑποθέσεις αἱ ποινικαί...
§275ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι.
§276ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἴμεθα λοιπὸν σύμφωνοι εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβάλλεται ἐπιτήρησις ἀστυνομικὴ εἰς ὅλους τοὺς ἐπὶ κακουργήματι καταδικαζομένους καὶ εἰς τοὺς ἐπὶ πλημμελήματι, ὅταν ἦναι ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ὁ ποινικὸς νόμος ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἐπὶ κακουργήματι καταδικαζομένους ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν μέχρι δέκα ἐτῶν, εἰς δὲ τοὺς ἐπὶ πλημμελήματι μέχρι δύο ἐτῶν. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ποινικοῦ νόμου).
§277ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ τοῦτο τὸ ψηφίζω, ὅταν τοὺς μεταφέρωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας.
§278ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο λοιπὸν τὸ ψηφίζει ὁ κ. συνάδελφος. Τί προνοεῖ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως; Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ ποινικοῦ νόμου λέγει, ὅτι ὁ ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν εὑρισκόμενος δὲν δύναται νὰ διατρίβῃ εἰς τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον τῷ ἠμποδίσθη ἡ διατριβή. Ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον νεωτερίζει (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ καταδικαστικῇ ἀποφάσει πλὴν τοῦ χρόνου τῆς διαρκείας τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως ὁρίζεται καὶ ὁ τόπος τῆς διαμονῆς ...» Διὰ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι προσδιορίζεται ὁ τόπος τῆς διαμονῆς, δύναμαι νὰ δεχθῶ μεταβολήν, ὅτι τὸ Δικαστήριον συμφώνως μὲ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἀπαγορεύει εἰς τὸν καταδικαζόμενον νὰ διατρίβῃ εἰς τὸν τόπον τῆς κατοικίας του ἢ εἰς τὸν τόπον τῆς διαπράξεως τοῦ ἐγκλήματος. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ θὰ συμφωνήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 δὲν καινοτομεῖ. Ἔχομεν ὅμως καὶ τελευταίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. συναδέλφου, διότι κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην δύναται τὸ ἴδιον Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε τὴν ποινήν, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν καταδικασθέντα τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ἐὰν αὐτὸς ἐπιδείξῃ ἐν τῷ μεταξὺ καλὴν διαγωγήν, πιστοποιουμένην ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν ποινικὸν νόμον, θὰ συντελέσῃ δὲ ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ζωοκλοπῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ψηφίσῃ.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον;
§280ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τοιαύτην ὥραν δὲν δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν τοιαῦτα νομοσχέδια. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Δ. Τσιτσάρα καὶ Γ. Ἀνδρίτσου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 π. μ. τῆς ἐπιούσης).