| 2334 | Κατ’ ἀκολουθίαν τὰ μέχρι τοῦ 1893 ἐλλείμματα τῶν | ||
| 2335 | ἀπολογισμῶν ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς | 76,572,538 | |
| 2336 | Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ | ||
| 2337 | περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ὅπερ ἐ- | ||
| 2338 | δημιουργήθη ἐκ τοῦ εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα | ||
| 2339 | καταλογισμοῦ μέρους τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυη- | ||
| 2340 | μένου ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ἐκ δραχμῶν | 18,932,697 | |
| 2341 | Οὕτω τὸ σύνολον τῶν μέχρι καὶ τῆς χρή- | ||
| 2342 | σεως τοῦ 1898 ἐλλειμμάτων ἀνέρχεται εἰς | ||
| 2343 | τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν | 57,639,841 |
1900.03.20
4,724 rows · 36,656 words · 1 table · 291 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
Τῆς 20 Μαρτίου 1900.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τοῦ Μάρκου Βαρδάκη, τέως δημάρχου Ἀμνάτου, πληρεξουσίου τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως κλπ., ζητοῦντος χρηματικὸν βοήθημα. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τῆς Χαρικλείας Δ. Χοϊδᾶ, αἰτουμένης αὔξησιν τῆς συντάξεώς της. Ὡσαύτως αἴτησιν Α. Βούλγαρη, ἀποστράτου ταγματάρχου, περὶ ἀποζημιώσεώς του διὰ τὴν ὑπὸ τῶν Τούρκων καταστροφὴν τῆς περιουσίας του.
§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἡ ἀναφορὰ αὕτη ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον καὶ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καθόσον εἶναι γνωστὰ τὰ παθήματα τοῦ ἀναφερομένου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ρουσόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 191). Ὁ κ. Συνοδινὸς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀνακρίσεων ἐπὶ τῶν καταχρήσεων διαφόρων Λιμεναρχείων τοῦ Κράτους, ὡς καὶ τῆς ἐξελέγξεως, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῶν ναυτολογίων τοῦ Ναυτικοῦ, Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος, τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§5Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ἐν ἄλλῃ τινὶ συνεδριάσει ἐγένετο λόγος περὶ καταχρήσεων ἔν τισι Λιμεναρχείοις, καὶ τότε ἔκαμα γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διέταξα ἀνακρίσεις. Ἐγένετο ἀνάκρισις ἐν τῷ Λιμεναρχείῳ Πειραιῶς, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ἦτο νὰ διαταχθῇ ἡ σύλληψις τριῶν ὑπαλλήλων τοῦ Λιμεναρχείου, οἱ ὁποῖοι παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ὁποίου ἐξέδωκεν ἐντάλματα φυλακίσεως αὐτῶν, καὶ ἤδη εὑρίσκονται φυλακισμένοι. Διέταξα ἐξέλεγξιν εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Κερκύρας, καὶ εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον ἐκεῖνο, Κύριοι, μὲ λύπην μου ἀναγκάζομαι νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι παρουσιάσθησαν καταχρήσεις, δράστης δὲ τῶν καταχρήσεων αὐτῶν εἶναι ὁ ὑπολογιστὴς Παραμυθιώτης...
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἐκ Κερκύρας εἶναι;
§7ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα... Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπέστειλα καὶ ἔκαμε τὴν ἐξέλεγξιν, ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι θὰ παρουσιασθοῦν καταχρήσεις πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν—ἴσως 60 ἕως 80 χιλιάδων—εἰς τὰ ναυτολόγια, εἰς βάρος τῶν δυστυχῶν ναυτιλλομένων, οἱ ὁποῖοι ἐκοιμῶντο ἥσυχοι, ὅτι θὰ συμπληρώσωσι τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς των καὶ θὰ λάβουν τὴν σύνταξίν των, καὶ ἤδη θὰ εὑρεθῇ, ὅτι δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ λάβουν σύνταξιν, διότι τὰ χρήματα τὰ κατεχράσθη ὁ κύριος αὐτός. Τὸ γεγονὸς τοῦτο συνετάραξε τὸν ναυτικὸν κόσμον τῆς Κερκύρας, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ καταχραστὴς ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του, διότι ἦτο φανερά. Ἐννοεῖται ὅτι διέταξα τὴν σύλληψίν του, καὶ ἀμέσως συλληφθεὶς αὐτὸς ἐφυλακίσθη, ἐστάλη δ’ ἔκτακτος εἰσηγητὴς τοῦ Ναυτοδικείου, ὁ ὁποῖος καὶ ἐπελήφθη ἤδη τακτικῶν ἀνακρίσεων, ἐξ ὧν θέλει ἀποδειχθῆ ποῖαι καὶ πόσαι αἱ γενόμεναι καταχρήσεις. Ἀλλὰ τὸ δυσάρεστον, Κύριοι, εἶναι, ὅτι αἱ καταχρήσεις αὗται χρονολογοῦνται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890! Ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον δεκαετίαν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς κατέτρωγε τὸν ἱδρῶτα τῶν πτωχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων!
§8Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκτοτε ὑπηρέτει αὐτός;
§9ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχει 15 ἔτη ἐκεῖ. Σᾶς λέγω ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι κατελήφθην ὑπ’ ἀγανακτήσεως, καὶ ἠθέλησα νὰ μάθω ἀμέσως, ποῖοι ἦσαν οἱ ἐπιθεωρηταί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς δεκαετίας ἐστάλησαν, ἵνα ἐπιθεωρήσουν τὸ Λιμεναρχεῖον Κερκύρας, ὡς καὶ τὰ ἄλλα Λιμεναρχεῖα τοῦ Κράτους, καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω, ποῖος ἦτο ὁ ἐπιθεωρητής, ὁ ἐνεργήσας τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ Λιμεναρχείου Κερκύρας, μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ διατάξω καὶ αὐτοῦ τὴν σύλληψιν ἀμέσως, διότι βεβαίως αὐτός, εἴτε εἶχε παραμελήσει κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τὸ καθῆκόν του, εἴτε ἦτο ἀνίκανος καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξελέγξῃ δεόντως τὸ Λιμεναρχεῖον ἐκεῖνο, εἶναι τιμωρητέος. Δυστυχῶς, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς μοὶ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία, ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον οὐδεὶς ἐπιθεωρητὴς μετέβη, ἵνα ἐπιθεωρήσῃ τὸ Λιμεναρχεῖον Κερκύρας! Καὶ ὑπάρχει τακτικὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν Λιμεναρχείων. Ἀλλὰ δὲν εὐθύνεται ὁ ἐπιθεωρητὴς διότι δὲν μετέβη, διότι κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ διαταχθῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα κάμῃ ἐπιθεώρησιν· ἄνευ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις. Οὐδεμία λοιπὸν ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον ἐδόθη εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν διαταγὴ, ἵνα ἐπιθεωρήσῃ τὸ Λιμεναρχεῖον Κερκύρας, καὶ ἡ παράλειψις αὕτη ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μένῃ ἐλεύθερος ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπολογιστὴς, ἵνα λάβῃ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε, νὰ κατατρώγῃ τὰ χρήματα τῶν πτωχῶν ναυτιλλομένων, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ εὑρεθῇ σωρεία οἰκογενειῶν ἄνευ συντάξεων! Ἤδη ἐξέδωκα καταλλήλους διαταγὰς, ἵνα γείνῃ ἐξέλεγξις ὅλων τῶν Λιμεναρχείων τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν. Συγχρόνως ὅμως, Κύριοι, διέταξα ἐξέλεγξιν καὶ εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, καὶ μετὰ λύπης γνωρίζω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦτο εὑρέθησαν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης πλέον τῶν 5,000 ναυτολογίων ἀνεξόφλητα! (αἴσθησις). Τί ἆρά γε συνέβη; Ἀπέθαναν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ δὲν ἐξώφλησαν τὰ ναυτολόγιά των; ἔπαυσαν ναυτιλλόμενοι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ δὲν τὰ ἐξώφλησαν; Ἢ ἐπῆραν τὰ χρήματα οἱ ἐντεταλμένοι τὴν εἴσπραξιν, τὰ ἔθεσαν εἰς τὴν τσέπην των, καὶ τὰ ναυτολόγια δὲ τὰ ἐξώφλησαν; Διέταξα λοιπὸν ν’ ἀποσταλῶσι τὰ ναυτολόγια αὐτὰ εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον, ὅπου ἀνήκει ἕκαστον, μὲ αὐστηροτάτας διαταγὰς, νὰ κληθοῦν ὅλοι αὐτοὶ νὰ πληρώσουν τὸ ἀνάλογον τέλος, ὅπως ἀνανεώσωσι τὰ ναυτολόγιά των, καὶ ἐκεῖ θὰ φανῇ πόσοι ἐξ αὐτῶν ἔπαυσαν ἕνεκα θανάτου νὰ ναυτίλλωνται καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἤλλαξαν τὰ ναυτολόγιά των, ἢ πόσοι ἐπλήρωσαν, καὶ τὰ χρήματα ἐκλάπησαν, καὶ δὲν ἀνενεώθησαν τὰ ναυτολόγιά των. Νομίζω ὅμως, ὅτι φέρουσιν εὐθύνην καὶ οἱ κύριοι τῆς κεντρικῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, οἱ ὁποῖοι τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν ἔβλεπον, χωρὶς νὰ τοῖς κάμνῃ καμμίαν ἐντύπωσιν, διότι, ἐνῷ ἔβλεπον χιλιάδας ναυτολογίων ἀνεξοφλήτων, δὲν ἐκινήθη κανενὸς ἡ περιέργεια νὰ ἐξετάσῃ, πῶς συμβαίνει αὐτὸ, διατὶ αἱ χιλιάδες αὗται τῶν ναυτολογίων μένουσιν ἀνεξόφλητοι. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι μεθ’ ὅλης τῆς αὐστηρότητος καὶ δραστηριότητος θὰ γείνῃ ἡ ἀπαιτουμένη ἐνέργεια, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πᾶς ὅστις ἤθελεν ἀνακαλυφθῆ ὅτι κατεχράσθη τὸ χρῆμα τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, θὰ καταδιωχθῇ ἀμειλίκτως.
§10ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀπὸ πότε χρονολογοῦνται αὐτὰ τὰ ἀνεξόφλητα ναυτολόγια;
§11ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀπὸ 15 καὶ 20 ἐτῶν.
§12ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπή;
§13ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἐντεταλμένοι τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ναυτικῷ Ἀπομαχικῷ Ταμείῳ, κατὰ τὴν γνώμην μου, φέρουσιν εὐθύνην, διότι ἔβλεπον τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ οὐδενὸς ἐκινήθη ἡ περιέργεια νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἔδει, ἐνῷ οἱ κύριοι αὐτοὶ εἶχον καθῆκον νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὰ συμβάντα,—διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τί γίνεται.—Ἐὰν δὲ ὑποθέσητε, Κύριοι, ὅτι ἕκαστον ναυτολόγιον εἶναι 60 δραχμῶν,—διότι εἶναι καὶ ναυτολόγια 150 καὶ 200 δραχμῶν,—ἀλλ’ ἀπὸ 60 δραχμὰς ἐὰν ὑπολογίσητε ἕκαστον, πρόκειται περὶ καθυστερήσεως 300,000 δραχμῶν.
§14ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Πρό τινων ἐτῶν συνεπεία ἐπερωτήσεώς μου ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κύριος Σκουλούδης, μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του καὶ ἐξετάσας, ἀνεκάλυψε κατάχρησιν 180,000 δραχμῶν εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, καὶ νὰ μάθῃ καὶ ἡ Βουλὴ, τί ἔγεινεν αὐτὸ τὸ χρέος; Ἐπληρώθη ἢ ὀφείλεται εἰσέτι;
§15ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ διέταξα τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Ταμείου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν καὶ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Ταμείου τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν· ἔδωσα αὐστηρὰς διαταγὰς νὰ ἐξελέγξωσι τὰ ταμεῖα αὐτὰ, καὶ ἀναμένω τὸ πέρας τῶν ἐξελέγξεων καὶ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ὑποβάλωσιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως, ἣν ἀνεφέρατε, παρακαλῶ νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ὑποβάλητε σημείωμα, ἵνα ζητήσω πληροφορίας.
§16Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξάγεται, ὅτι ἐγίνοντο ἀπὸ πολλοῦ αἱ καταχρήσεις αὗται. Ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἔτος, ἀφ’ οὗ ἄρχονται αἱ καταχρήσεις αὗται. Πλὴν τούτου, νομίζω ὅτι κατὰ διετίαν ἢ τριετίαν συνέρχονται οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ναυτικῶν δήμων καὶ ἐκλέγουσιν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐξελέγχει τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον καὶ συντάσσει ἔκθεσιν. Ἐπεθύμουν νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς ἐκθέσεις ταύτας.
§17ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε γραπτὴν σημείωσιν.
§18ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα.
§19ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς,—διότι ἡ ἐξέλεγξις ἐξακολουθεῖ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ, διότι εἶναι μεγάλη ἐργασία,—μέχρι τοῦδε, λέγω, δὲν ἔχομεν νὰ καταλογίσωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ ἀμέλειαν καὶ ἀδιαφορίαν, διότι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν παρουσιάζεται καμμία κατάχρησις. Δὲν γνωρίζομεν, τί θὰ παρουσιασθῇ βραδύτερον. Ἀλλ’ ἔστε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι θὰ ἐπιστατήσω εἰς αὐτὴν τὴν ἐξέλεγξιν καὶ θὰ φροντίσω νὰ γείνῃ ὅ,τι πρέπει.
§20ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Μία φράσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν μὲ ἀναγκάζει νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἐξηγήσῃ τὸ ἑξῆς. Εἶπεν ὅτι ἔγειναν καταχρήσεις, καὶ ὅτι ὑπάλληλοι εἴτε τῶν Λιμεναρχείων εἴτε τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου διέπραξαν καταχρήσεις εἰς βάρος τῶν δυστυχῶν ναυτιλλομένων. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἐὰν ἀνακαλυφθῇ ὅτι οἱ ναυτιλλόμενοι κατέβαλλον τακτικῶς τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς αὑτοὺς ἐκ τῶν νόμων καταθέσεις εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐνδεδειγμένην ἀρχὴν, ἡ δὲ ἀρχὴ αὕτη κατεχράσθη τὰ καταβληθέντα χρήματα καὶ δὲν τὰ εἰσήγαγεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐρωτῶ, οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι θὰ λογισθῶσιν ὡς μὴ καταβαλόντες;
§21Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐρωτᾶτε τὴν γνώμην μου, ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως μὴ ἀδικηθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί· διότι, ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου κλέπτουν τὰ χρήματα τῶν ναυτιλλομένων, θὰ ἦναι ἄδικον, οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ νὰ χάσουν τὰς συντάξεις των. Ὑποθέτω ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ τοὺς δικαιώσουν, ἀλλ’ εἶναι εἰς κατάστασιν αὐτοὶ, πτωχοὶ ἄνθρωποι, νὰ δαπανήσουν χρήματα διὰ νὰ ἐνάξουν τὸ Δημόσιον εἰς τὰ δικαστήρια;
§22ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἀφοῦ ἐξακριβώσητε τὸ πρᾶγμα, νὰ λάβητε ἓν μέτρον, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι κατέθεσαν τὰ χρήματά των ἐκεῖ, ὅπου τὸ Κράτος τοῖς ὑπέδειξε, καὶ τὰ χρήματα αὐτὰ ἐκλάπησαν.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τὰ χρήματα, ἅτινα κατετίθεντο, δὲν ἐδίδοντο ἀποδείξεις. Ἐκεῖνος ὅστις ἤθελε νὰ καταχρασθῇ τὰ χρήματα, δὲν ἔδιδεν ἀπόδειξιν εἰς τὸν δυστυχῆ ναύτην. Τὸ πρᾶγμα εἶναι πανάρχαιον. Δὲν ἐπίστευον καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ κορύφωμα τῆς ἀδικίας, καὶ ὅτι ὑπῆρξαν ναῦται, οἵτινες, καίτοι τακτικῶς καταβάλλοντες, ἐν τούτοις ἐγήρασαν καὶ ἀπέθανον ἄνευ συντάξεως. Ἀλλ’ ἐπείσθην, ἀφοῦ ἐξετάσας ἀνεκάλυψα, ὅτι πολλοὶ ἔπαθον, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπενεχθῇ διόρθωσις, διότι τὰ χρήματα κατετίθεντο μὲν εἰς τὸν λιμενάρχην, ἀλλὰ δὲν ἐδίδετο παρ’ αὐτοῦ ἀπόδειξις τῆς καταθέσεως. Ἂν ὑπῆρχον ἀποδείξεις περὶ τῆς καταθέσεως τῶν χρημάτων, βεβαίως θὰ ἐνείχετο τὸ Δημόσιον, διότι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ καταχρασθέντες τὸ χρῆμα, ἦσαν παρ’ αὐτοῦ διωρισμένοι, ἀλλ’ οἱ καταθέσαντες τὸ χρῆμα οὐδεμίαν ἔχουσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν ἀπόδειξιν περὶ τῆς καταθέσεως.
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ δὲν ἐλάμβανον;
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῖς ἔλεγεν ὁ λιμενάρχης, ὅτι τὸ ναυτολόγιον θέλει ἐξοφληθῆ, καὶ οἱ δυστυχεῖς ναῦται πιστεύοντες ἀνεχώρουν ἥσυχοι.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Βοζίκης ὑποβάλλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωσιν, δεικνύουσαν ἀριθμητικῶς τοὺς μαχαιροποιοὺς καὶ διορθωτὰς ἢ κατασκευαστὰς ὅπλων κατ’ ἐπαρχίας, συμφώνως πρὸς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους ἐπιτηδευμάτων.»
§27ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἡ ζωοκλοπὴ καὶ ἡ ζωοκτονία ἔλαβον τοιαύτας διαστάσεις ἔν τισιν ἐπαρχίαις, ὥστε οἱ κάτοικοι τούτων κατέστησαν δυστυχεῖς. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν κειμένων νόμων πρὸς περιστολὴν τῆς ζωοκλοπῆς. Οἱ νόμοι τοῦ 1848 καὶ 1867 ἐσκόπουν τὴν περιστολὴν τοῦ ἀδικήματος τούτου, ἀλλὰ δυστυχῶς, εἴτε ἐξ ἐπιεικείας τῶν δικαστηρίων, διατιμώντων εὐτελῶς τὰ ζῷα, εἴτε λόγῳ τοῦ ὅτι αἱ πρόσθετοι ποιναὶ δὲν ἐφαρμόζονται, διότι οἱ μὲν δήμαρχοι καὶ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες χαριζόμενοι δὲν ἐκτελοῦσι τὰς ἀποφάσεις, οἱ δὲ παθόντες στεροῦνται συνήθως τῶν χρηματικῶν μέσων τῆς ἐκτελέσεως, τὸ ἀδίκημα παρέμεινε τιμωρούμενον μὲ τὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν ὁ πρὸ τοῦ 1848 νόμος ἐπέβαλλε. Διὰ τοῦτο οὐδὲν καλὸν προέκυψεν ἐκ τῶν νόμων αὐτῶν. Ἐν ἀρχῇ τῆς παρούσης Συνόδου εἶδον, ὅτι ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια ἀφορῶντα εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν ζωοκλεπτῶν. Ἓν τούτων ἔχω ἀνὰ χεῖρας· εἶναι, νομίζω, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Ναυπακτίας καὶ Βονίτσης κ. κ. Φαρμάκη καὶ Τσόγκα, τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 πληροῖ τελείως τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προωρίσθη, καὶ θέλει σώσει τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν ἀπὸ τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον καθ’ ἑαυτὸ εἶναι φοβερὸν, ἀλλὰ προκαλεῖ καὶ πολλὰ ἄλλα ἐγκλήματα, οἷον φόνους καὶ ἀντεκδικήσεις παντοίας, παρακωλύεται δὲ οὕτω ἡ ἀληθὴς πρόοδος τῶν κοινωνιῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῶσιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, εἴτε ὡς ἔχει, εἴτε τροποποιημένον, εἴτε ἄλλο τι παρεμφερὲς, ὑποβάλωσι κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν φρονῶ ὅτι θὰ προκαλέσῃ μακρὰς συζητήσεις τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§28Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅσας δὲ τροπολογίας ἔχομεν νὰ ἐπιφέρωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, τὰς προτείνομεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου Παλαμᾶ, σχετικῶς πρὸς τὴν κατὰ τοῦ ἰατροῦ Πιττακοῦ κατηγορίαν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ἐξάγεται, ὅτι ὁ κατηγορούμενος οὗτος Πιττακὸς διὰ παράνομον συνοικισμὸν ἠθωώθη, κατεδικάσθη ὅμως νὰ πληρώσῃ 50 δραχμὰς πρόστιμον, διότι τὴν πρᾶξιν τοῦ γάμου του δὲν τὴν κατεχώρισεν εἰς τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία. Ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἁρμόδιος ὁ εἰρηνοδίκης νὰ ἐπιβάλῃ τὸ πρόστιμον· διὰ τὴν παράβασιν δὲ ταύτην θέλει τιμωρηθῆ πειθαρχικῶς.
§29Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Χθὲς πολλοὶ τῶν συναδέλφων συνῆλθον, ὅπως συσκεφθῶσι περὶ τῆς λυσιτελεστέρας κατεργασίας τῆς παρακρατουμένης σταφίδος. Πολλαὶ ἀντηλλάγησαν σκέψεις, καὶ ἐπὶ τέλους ἔκριναν οἱ συνελθόντες κ. κ. Βουλευταὶ, ὅτι καταλληλότερον θὰ ἦτο νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ, συνισταμένη ἐξ ἑπτὰ μελῶν, πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος. Τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁρισθῶ Πρόεδρος, τὰ δὲ λοιπὰ μέλη αὐτῆς εἶναι οἱ κύριοι Σπηλιώτης εἰσηγητὴς, Λαμπρυνίδης, Σπηλιάδης, Τριανταφυλλάκος, Πονηρόπουλος καὶ Χοϊδᾶς. Ἡ πρώτη σκέψις τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο νὰ ἔχῃ τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην· ἰδίως νομίζει ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἐκ τῶν πρώτων στοιχείων θὰ ἦσαν αἱ ἐκθέσεις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Παρακαλῶ ὅθεν τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐγχειρίσῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς κ. Σπηλιώτην, ὅπως μετὰ τὴν μελέτην αὐτῶν δυνηθῇ νὰ ἐκφέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰς γνώμας της. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ, ἐὰν ὑπάρχουν, ἐκθέσεις προξενικὰς, αἵτινες δεικνύουσι τὸν τρόπον τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος εἴτε ἐν Γαλλίᾳ, εἴτε ἐν Γερμανίᾳ, εἴτε ἐν ἄλλοις Κράτεσι, διότι πολὺ ἤθελον ἐπίσης συντελέσει αἱ ἐκθέσεις αὗται εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐλπίζει δὲ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι θὰ ἔχῃ πλήρη τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ.
§30Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν οὕτως αὐθορμήτως σχηματισθεῖσαν πρὸς μελέτην τοῦ θέματος τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος, ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ παράσχῃ πᾶν στοιχεῖον, συντελοῦν εἰς διευκόλυνσιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον, ἀφοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων εἴπομεν κατὰ παρελθούσας συνεδριάσεις, χθὲς ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ χρῆσις τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ πρὸς μιστελοποίησιν, καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑποθέτω ὅτι θὰ κοινοποιηθῇ αὔριον ἢ μεθαύριον.
§31ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Νὰ κατατεθῶσι, παρακαλῶ, καὶ αἱ ἑξῆς πληροφορίαι: 1) Πόσα στρέμματα ἀμπέλων καλλιεργοῦνται καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. 2) Πόσα στρέμματα σταφιδαμπέλων. 3) Πόση εἶναι ἡ μέση παραγωγὴ οἴνου ἐκ σταφυλῆς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. 4) Πόση εἶναι ἡ παραγωγὴ ἐπίσης ἐκ σταφίδος 5) Πόση ποσότης οἴνου ἐκ σταφυλῆς ἐξάγεται ἐτησίως κατὰ μέσον ὅρον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. 6) Πόση ποσότης οἴνου ἐκ σταφίδος ἐπίσης.
§32Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Σταυρόπουλος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ πόσοι ἔμποροι ἐν Ἀθήνας καὶ Πειραιεῖ κατηγγέλθησαν ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, πόσοι κατεδικάσθησαν κτλ. Καταθέτω σημείωμα πρὸς πληροφορίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπερωτήσαντος καὶ παντὸς ἄλλου ἐκ τῶν βουλομένων. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας κ. Δαραλέξης εἶχε καταθέσει τηλεγράφημα ἐκ Πύργου, καταγγέλλον ἕνα εἰσπράκτορα ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τοῦ ταμίου, καὶ ἐλήφθη ἀπάντησις, ἡ ὁποία κατατίθεται πρὸς γνῶσιν τοῦ ἐπερωτήσαντος. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΜΕʹ τῆς 29 Ἰουλίου 1892 περὶ ἐλέγχου τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος. Ὅμοιον εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν προηγουμένην Σύνοδον, ἀλλ’ ἕνεκα πολλῆς ἀσχολίας δὲν εἶχε δοθῆ καιρὸς πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἤδη τροποποιημένον ὑποβάλλεται ἐκ νέου παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὥρα Παράρτημα, ἀριθ. 192).
§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν γενομένην συμφωνίαν διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων κλπ. Καταθέτω τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἔγγραφα. Ἐπίσης ὁ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασις ἐμφαίνουσα τοὺς προαχθέντας ἀστυφύλακας ἐκ τῆς δευτέρας τάξεως εἰς τὴν πρώτην. Καταθέτω σημείωμα καὶ ἔγγραφον σχετικόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου ἐζήτησε τὴν ἐπισκευὴν τῆς γεφύρας Τυρνάβου. Γνωρίζω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένης δαπάνης, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπείγουσα, διότι ἔχει διακοπῆ ἡ συγκοινωνία, ἔδωσα διαταγήν, ὅπως προβῶσιν εἰς συμφωνίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§36Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν δῆμον Ἐρινεοῦ τῶν Πατρῶν διευθύνει τὴν ἀστυνομίαν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἷς ὑπενωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντόπιος. Ὑποβάλλω δύο ἀναφορὰς, διὰ τῶν ὁποίων οἱ ἀναφερόμενοι παραπονοῦνται, ὅτι ὁ ὑπενωμοτάρχης αὐτὸς ἐκτρέπεται οὐ μόνον εἰς παραπτώματα ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις.
§37Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὑπενωμοτάρχης αὐτὸς δὲν εἶναι ἐκ Πατρῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐξ Αἰγίου· ὑπάρχει δὲ περὶ τούτου ἔγγραφον καὶ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου Αἰγίου. Ἀλλ’ ὁ δήμαρχος Ἐρινεοῦ ὑποκινεῖ τὰς τοιαύτας ἀναφορὰς, θέλων νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν, διότι δὲν γίνεται ὄργανον τῶν ὀρέξεων αὐτοῦ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος.
§39Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κώλυμα ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς μου, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ἐπὶ μακρὸν ἤδη χρόνον παραταθεῖσα ἐπισκευὴ τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν», τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλῶν μηνῶν μένει μακρὰν τοῦ Κράτους ἐπισκευαζόμενον· νὰ πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ πλοίου ὅλαι ἐκεῖναι αἱ τροποποιήσεις καὶ μεταρρυθμίσεις καὶ βελτιώσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὅλοι γνωρίζομεν, διότι ἔγεινε λόγος ἐντεῦθεν ἐπανειλημμένως.
§40ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ δοθῶσι σαφεῖς πληροφορίαι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπισκευὴν τῶν «Ψαρῶν», ἐπίσης καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς εἰς τὰ «Ψαρὰ», διότι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἐπισκευὴ ἐν Τάραντι, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ νὰ προταχθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησία διατάξει νομοσχέδιά τινα ναυτικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακὰ, προσέτι δὲ καὶ λυσιτελῆ, μεταξὺ δὲ αὐτῶν τυγχάνει καὶ τὸ περὶ ἀρχιμουσικοῦ τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ τὸ περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
§41Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ» κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχε σταλῆ εἰς Τάραντα διὰ νὰ ὑποστῇ ἐπισκευάς. Αἱ ἐπισκευαὶ αὗται ἐγένοντο ἐν Τάραντι, ἀλλὰ δυστυχῶς πλημμελεῖς, καὶ ἕνεκα τούτου ἐχρειάσθη νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἀπὸ τὴν Βουλὴν 200,000 φράγκων, διὰ νὰ γείνῃ ἡ πρέπουσα ἐπισκευὴ εἰς τὸ πλοῖον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην τῶν εἰδημόνων, διέτρεχε κίνδυνον νὰ πάθῃ ζημίαν μεγάλην, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο ταχεῖα πρόνοια περὶ τῆς τελείας ἐπισκευῆς του. Ὅτε δὲ πρὸ μηνῶν ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐπισκευῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν Τάραντι, καὶ τότε εἶπον καὶ τώρα ἐπαναλαμβάνω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι ἔχει εὐθύνην τινὰ ὁ Ναύσταθμος τοῦ Τάραντος διὰ τὴν κακὴν ἐπισκευὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ πλοῖον. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ εἶχεν ἀποστείλει τότε ἕνα ναυπηγὸν καὶ ἕνα μηχανικὸν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ἵνα ἐπιστατήσωσιν εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ πλοίου. Ἄν ἡ ἐπισκευὴ ἐγένετο πλημμελῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφρόντισαν νὰ γείνῃ ἡ ἐργασία ὡς ἔπρεπεν· ἂν ἐγίνετο ἡ δέουσα ἐπιτήρησις, βεβαίως θὰ ἐγίνετο τελεία ἡ ἐπισκευή. Κατόπιν ἐστάλη τὸ πλοῖον εἰς τὸ κατάστημα τῶν «Forges et Chantiers», τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε τὴν ἐπισκευήν. Ἡ ἐπισκευὴ ἐτελείωσεν, αἱ δοκιμαὶ ἐγένοντο, καὶ ἀπέδειξαν πλήρη ἐπιτυχίαν τῆς ἐργασίας. Σήμερον δ’ εὑρίσκεται τὸ πλοῖον εἰς τὸ Τουλὸν, ὅπως ῥυθμίσῃ τὰς πυξίδας του· μεθ’ ὃ θὰ διαταχθῇ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν ἡμέτερον Ναύσταθμον.
§42Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχεν ἀνακινηθῆ καὶ ἄλλοτε τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεκοίνωσε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶχε διατάξει ἀνακρίσεις. Αἱ ἀνακρίσεις διεξήχθησαν, ὑπεβλήθη δὲ ἔκθεσις εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐβεβαιώθη ἐπισήμως, ὅτι ὑπεύθυνοι ἐπὶ ταῖς παραλείψεσιν, ὅσαι ἐγένοντο ἐν Τάραντι, δὲν ἦσαν οἱ ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὸ ἦτο τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ἀπεδέχθη, καὶ εἶπεν ὅτι μόνος ὁ διατάξας ὁ Ὑπουργὸς ἔπταισεν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, οὐδὲν δὲ σφάλμα ἀπέδωκε τότε εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν τότε διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Σήμερον ἀκούω νὰ λέγῃ, ὅτι ἔπταισαν οἱ ὑπάλληλοι. Ὥστε εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§43Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι πταίει ὁ τότε Ὑπουργὸς, μολονότι ἡ ἀνάκρισις αὐτὸ ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς πταίει, διότι διέταξε τὸ πλοῖον νὰ ἔλθῃ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ μείνῃ περισσότερον ἐκεῖ· ἐγὼ ἐκφράζω ἀτομικήν μου γνώμην, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι συνυπεύθυνοι καὶ οἱ ὑπάλληλοι, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ διεύθυνσις τῆς ἐργασίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζομαι καὶ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιρρίψω οὐδὲν πταῖσμα εἰς τὸν Ναύσταθμον τοῦ Τάραντος, διότι οὗτος ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι διετάχθησαν νὰ ἐπιβλέπωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας, εἰργάσθη.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§45ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ ΒΙΓʹ νόμου τοῦ 1892 περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς εἶχεν ἀπαγορευθῆ, κύριε Πρόεδρε, ἡ συλλογὴ τοῦ βαλανιδοκάρπου πρὸ τῆς 10 Αὐγούστου. Ἀγνοῶ, ἂν ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη συμφέρει εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, τὰς παραγούσας βαλανιδόκαρπον. Ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τῆς Ἀκαρνανίας, ἕνεκα κλιματολογικῶν λόγων, ἀνεστατώθησαν ἔκτοτε καὶ ὑπέβαλον ἐπανειλημμένως ἀναφορὰς καὶ παράπονα κατὰ τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκώφευσε μέχρι τοῦδε. Κατὰ δὲ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὡς καὶ ἄλλοτε συνέβη,—ἰδίως δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος—ἐπανειλημμέναι βροχαὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατέστρεψαν τὰ ⅔ τοῦ βαλανιδοκάρπου, πρὸς ζημίαν καὶ τῶν κατοίκων καὶ τοῦ Δημοσίου. Δι’ ὃ καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ παρεκάλεσαν ἐσχάτως πάλιν δι’ ἀναφορᾶς των οἱ κάτοικοι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου, τροποποιοῦντος τὸ ῥηθὲν ἄρθρον ὡς πρὸς τὴν Ἀκαρνανίαν, ἔνθα ἡ παραγωγὴ τοῦ βαλανιδοκάρπου ἄρχεται ἀπὸ τῆς πρώτης Αὐγούστου. Καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέκρουσε τὴν αἴτησιν ταύτην. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ λόγου, δι’ ὃν προέβη εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασίν του, προσέτι δὲ νὰ μελετήσῃ καλῶς τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἐν τῇ ἀκριβεῖ γνώσει, τὴν ὁποίαν ἔχει, τῶν πραγμάτων τούτων θὰ ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου, ὅπως ἀπὸ τῆς 1 Αὐγούστου (ἐξαιρετικῶς τοὐλάχιστον διὰ τὴν Ἀκαρνανίαν) ἐπιτρέπηται ἡ συλλογὴ τοῦ βαλανιδοκάρπου· ὅπερ θὰ ἦναι συμφέρον εἴς τε τοὺς κατοίκους καὶ εἰς τὸ Δημόσιον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης.
§47Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀνέπτυξα τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τοῦ παρανόμου διορισμοῦ καὶ τῆς παρανόμου ἐγκαταστάσεως τῶν ἐπιτρόπων τῶν ἱερῶν ναῶν Κύμης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς ἡρμήνευσεν, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, κατ’ ἴδιον τρόπον τὸν νόμον. Ὅτε δὲ τῷ ἀντέταξα, ὅτι τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο καὶ ἣν ἐφήρμοσεν ἐπὶ τῶν ἐπιτρόπων τῶν ἱερῶν ναῶν Κύμης, αὐτὴν δὲν ἐτήρησεν ὡς πρὸς ἐπιτρόπους ἄλλων δήμων, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι θὰ προσκομίσῃ ἀμέσως, δηλαδὴ τὴν ἐπιοῦσαν, τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι ἐτήρησε τὸν νόμον κατὰ τὴν ἑρμηνείαν. Παρῆλθον ἔκτοτε πολλαὶ ἡμέραι καὶ πολλαὶ ἐγένοντο συνεδριάσεις, μετὰ λύπης δὲ εἶδον, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προσεκόμισε τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεθύμουν νὰ ἀποδειχθῇ τοῦτο· διότι, ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι τὸ δημόσιον φρόνημα ἐν Κύμῃ εἶναι λίαν ἠρεθισμένον ἐπὶ τῷ ὅτι δὲν ἰσχύουσιν οἱ νόμοι ἐξ ἴσου πρὸς ὅλους, ἀλλ’ ἄλλοτε μὲν γίνεται ἑρμηνεία συμφέρουσα πρὸς τοὺς μὲν, ἄλλοτε δὲ διάφορος, πρὸς βλάβην τῶν δέ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχῃ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διοικεῖ ἡ Κυβέρνησις, τοιαύτη γνώμη, ἥκιστα τιμῶσα αὐτὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔγγραφα, διότι ἐπιθυμῶ νὰ διαλυθῇ πᾶσα ὑπόνοια, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἐνήργησε συμφώνως πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην εἰς ἀμφοτέρους τοὺς δήμους, ἤτοι εἰς τὸν δῆμον Αὐλῶνος καὶ εἰς τὸν τῆς Κύμης.
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι ἐλησμόνησα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, διότι εἶχον λησμονήσει τὸ ζήτημα. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὑπόσχομαι δὲ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ταύτης νὰ προσκομίσω τὰ ἔγγραφα.
§49ΔΟΥΝΗΣ. Πολὺ σᾶς παρακαλῶ, διότι ἐπανειλημμένως ἔλαβον ἐπιστολὰς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§50Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπομνήσω καὶ αὖθις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο αὐτοῖς πρό τινος ὁ συνάδελφός μου κ. Χοϊδᾶς, ἀφορῶσαν τὴν ἐξασφάλισιν τῆς περιουσίας τῶν ἐν Πάτραις κτηματιῶν, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ λωποδύται λεηλατοῦσι συχνάκις τὰς ἐξοχικὰς αὐτῶν οἰκίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ ποιμένες διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ποιμνίων αὐτῶν εἰς τὰ κτήματα καταστρέφουσιν αὐτά. Τελευταίως μάλιστα οἱ ποιμένες ἐθρασύνθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἤρχισαν νὰ ἐπιτίθενται καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπιχειρήσει νὰ κατάσχωσι τὰ ἐν τοῖς κτήμασι βόσκοντα ποίμνια, ἢ ν’ ἀπομακρύνωσιν αὐτὰ ἐκεῖθεν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατόπιν ἐπανειλημμένων παρακλήσεών μου, διέταξε τὴν ἀπόσπασιν παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ Πατρῶν ὀκτὼ ἐφίππων χωροφυλάκων μετὰ δύο ἐνωμοταρχῶν, ὅπως τεθῶσιν ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ ἀγροτικοῦ ἀστυνόμου, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀγροτικὸν ἀστυνόμον ἐκεῖ δὲν ἔχομεν, οἱ δὲ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Πατρῶν ἀστυνόμοι δὲν ἐπαρκοῦσιν οὐδὲ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως, καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις, καὶ ἐπὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν προκατόχων, ὁ προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας Πατρῶν ἀνηνέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ εἰς μάτην, περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ τῆς αὐτόθι ἀστυνομίας. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ἀστοργίαν τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων πρὸς τὴν ἐπαρχίαν μου, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι, μεθ’ ὅλην τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τοῦ τόπου, πληρόνουσιν ἀγογγύστως τοὺς φόρους, ἄνευ οὐδενὸς ἀντισηκώματος τῆς Πολιτείας. Θὰ παρακαλέσω συνεπῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀστυνομίας Πατρῶν, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀποσπάσεως παρ’ αὐτῇ ἑνὸς ἀστυνόμου, ὅστις νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀγροτικοῦ ἀστυνόμου, ὡς καὶ ἀριθμοῦ τινος εὐζώνων, οἵτινες εἶναι κατάλληλοι διὰ τὴν φύλαξιν τῶν κτημάτων, ὅπως οὕτω κατορθωθῇ νὰ προστατευθῶσι τὰ κτήματα τῶν κατοίκων.
§51Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ ἀποστράτου λοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Δ. Μιχαλοπούλου, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται ὅτι ἀπεστρατεύθη παρανόμως. Εἶναι τὸ μητρῷόν του ἐσφαλμένον. Κατ’ αὐτὸ, ἐγεννήθη τῷ 1840, ἐνῷ αὐτὸς λέγει, ὅτι ἐγεννήθη τῷ 1843, ἄγει δὲ ἡλικίαν 57 ἐτῶν. Ἐπειδὴ κατ’ αὐτὰς ὑποβάλλεται νομοσχέδιον δι’ ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀναφερόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπόστρατος ἀξιωματικὸς ἐπολέμησεν εἰς τὸν πόλεμον, εἰς τὴν αὐτὴν δὲ κατηγορίαν εἶναι καὶ 45 ἄλλοι, ἂν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ καὶ δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλῶ νὰ συμπεριληφθῇ καὶ αὐτός.
§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πάντων τῶν ἀποστράτων νὰ ἐρευνηθῇ ἡ ἡλικία.
§53Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πολὺ δίκαιον.
§54ΜΠΑΣΙΑΣ. Τοῦ πολέμου;
§55Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα, τοῦ πολέμου. Ὅσοι δηλ. ἐκ τῶν ἀποστράτων ἐπολέμησαν, εἶναι δίκαιον νὰ συμπεριληφθῶσι, διότι οἱ ἀπόστρατοι ἦσαν ἔξω, οἱ μὴ ἀπόστρατοι μέσα (γέλωτες). Κατὰ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ὁ λοχαγὸς κ. Ἀντωνόπουλος ὁ ἐργαζόμενος ἐν τῷ προσωπικῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διώρθωσε τὸ μητρῷόν του πρὸ ἐτῶν, ἐνῷ ἐπρόκειτο ν’ ἀποστρατευθῇ ὡς ὑπολοχαγός. Δὲν ἠξεύρω, ἂν εἶναι ὀρθόν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον νὰ παρακαλέσω, εἶναι, νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γνωρίσῃ αὔριον εἰς τὴν Βουλήν, τί συμβαίνει. Ἐπίσης, ἐπειδὴ μέγα σκάνδαλον ἔγεινεν εἰς τὸ στράτευμα διὰ τὴν διόρθωσιν τῆς ἡλικίας τοῦ κ. Στάϊκου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῦ ἐρειδόμενος προέβη εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ μητρώου αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κ. Στάϊκος εἶναι εἷς τῶν διακεκριμένων ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος καὶ κατὰ τὴν ἐν Κρήτῃ ἀπόβασιν τοῦ στρατοῦ διεκρίθη, εἶναι δὲ πανθομολογούμενον, ὅτι ἔχει προσφέρει πολλὰς εἰς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ μέθοδος αὕτη τῆς διορθώσεως τῆς ἡλικίας, δι’ ἧς καταστρατηγεῖται ὁ νόμος, κλονίζει τὴν πειθαρχίαν. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθόν, οὐδὲ συμφέρει τοῦτο εἰς τὸ Κράτος. Ἐν ᾗ περιπτώσει λοιπὸν προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ μητρώου τῶν δύο αὐτῶν ἀξιωματικῶν ἕνεκα τῶν ὑπηρεσιῶν των, παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ κανονίσῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἢ ἔστω νὰ ὑπηρετήσωσιν αὐτοὶ ἀκόμη ἐπὶ δεκαετίαν.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ διὰ τὸν κύριον Μπαϊρακτάρην.
§57Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πολὺ δικαίως, καὶ διὰ τὸν κύριον Μπαϊρακτάρην. Διὰ ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλων τὴν ἀναφορὰν τοῦ λοχαγοῦ Μιχαλοπούλου, παρακαλῶ νὰ συμπεριληφθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τοῦ ἐζήτησα, τόσον διὰ τὸν λοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ κ. Ἀντωνόπουλον, τὸν ἐργαζόμενον εἰς τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον καὶ διὰ τὸν συνταγματάρχην, πρώην ἐπιτελάρχην, ἤδη δὲ Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, κ. Στάϊκον.
§58Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἰς ὅσα ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Σύρου εἶπεν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἀποστρατευθέντα λοχαγὸν κ. Δημήτριον Μιχαλόπουλον, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὰ ὀλίγιστα ταῦτα. Ὁ λοχαγὸς οὗτος ἀπεστρατεύθη ἀληθῶς κατὰ περίεργον ὅλως τρόπον, ὡς καὶ ἐγὼ γινώσκω. Κατετάχθη ὡς παῖς εἰς τὸ Ὁπλοστάσιον ἐν ἔτει 1856, ἄγων τότε ἡλικίαν 13 ἐτῶν, ὡς γεννηθεὶς κατὰ τὸ ἔτος 1843, ὑπὸ τὸ ἔτος δὲ τοῦτο τῆς γεννήσεώς του ἐνεγράφη ἐν τῷ μητρώῳ τῆς κατατάξεώς του, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐνεγράφη ἀκολούθως καὶ ἐν τῷ γενικῷ μητρώῳ, τῷ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν φυλασσομένῳ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐν μιᾷ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδιδομένων ἐπετηρίδων, κατὰ παραδρομὴν, ἀπέναντι τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ἀντὶ νὰ σημειώσῃ ὡς ἔτος γεννήσεως τὸ 1843, ἐσημείωσε τὸ ἔτος 1840, καὶ συνεπῶς κατὰ τὸ ἔτος 1896, ὅτε κατὰ τὴν ἐσφαλμένην ταύτην σημείωσιν τοῦ ἔτους τῆς γεννήσεως τοῦ λοχαγοῦ Μιχαλοπούλου ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος κατελαμβάνετο ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, τῆς ὡρισμένης διὰ τοὺς λοχαγοὺς, ἐνήργησε πᾶν ὅ,τι ἔπρεπεν, ὅπως ὁ λοχαγὸς συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἀποστρατευθῇ. Ὁ λοχαγὸς διεμαρτυρήθη δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ σύνταγμά του κατὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου, ὑποδεικνύων αὐτῷ τὰς πηγὰς, ἐξ ὧν ἡ ὑπηρεσία ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὰς περὶ τῆς ἀληθοῦς αὐτοῦ ἡλικίας πληροφορίας, ἀλλ’ εἰς μάτην, διότι εἰς τὰς διαμαρτυρίας αὐτοῦ οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπὸ τεσσάρων ἤδη ἐτῶν ὁ περὶ οὗ πρόκειται λοχαγὸς συγκαταριθμεῖται μεταξὺ τῶν ἀποστράτων. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ ἀποστρατεύσεως τοῦ λοχαγοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ἣν ἔχει ὑποχρέωσιν, ἀνέθεσεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ κανονίσῃ τὴν ἀπονεμητέαν εἰς τὸν ἀποστρατευθέντα ἤδη λοχαγὸν σύνταξιν, διευθῦναν πρὸς τοῦτο καὶ ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τ’ ἀποτελοῦντα τὴν μαρτυρίαν τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν οὗτος ὑπηρέτησεν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου κανονίζεται ἡ σύνταξις. Τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παραβαλὸν τὰ ἔγγραφα ταῦτα πρὸς τὰ ἐν τοῖς ἀρχείοις του κατατεθειμένα σχετικὰ βιβλία, ἐπείσθη ὅτι ὁ ἀποστρατευθεὶς κατετάχθη ὡς παῖς ἐν ἔτει 1856 καὶ ὑπὸ ἔτος γεννήσεως τὸ 1843. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν νόμον ἡ ὑπηρεσία ἑνὸς ἀτόμου μετρεῖται ἀπὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ 18 ἔτους τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ ὁ λοχαγὸς οὗτος, κατὰ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἀποσταλὲν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπόσπασμα μητρῴου, ἐγεννήθη τῷ 1843, ἔλαβε τὸ Συνέδριον ὑπ’ ὄψιν του τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1861, καθ’ ὃ συνεπλήρωσε τὸ 18ον τῆς ἡλικίας του ἔτος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐκανόνισε τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, ὡς δῆθεν ὑπηρετήσαντος ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ 35 μόνον ἔτη. Ὁ εἰρημένος λοχαγὸς ἀπεστρατεύθη, ἀμέσως δὲ μετὰ τοῦτο προσέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια, ὡς προφανῶς ἀδικηθείς, θέσας εἰς αὐτὰ τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς. «Ἄν μὲν», λέγει ὁ ἀδικηθεὶς λοχαγός, «ἀληθῶς ἐγεννήθην ἐν ἔτει 1840, ὡς λέγει τὸ Ὑπουργεῖον, ἀναμφισβητήτως συνεπλήρωσα τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας μου ἐν ἔτει 1858, καὶ συνεπῶς πρέπει ν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς ἐμὲ ὡς ὑπηρετήσαντα ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ 38 ἔτη καὶ οὐχὶ ἐπὶ 35, ἤτοι νὰ μοὶ ἀπονεμηθῇ σύνταξις μηνιαία ἀνωτέρα ἐκείνης, ἥτις μοὶ ἀπενεμήθη, κατὰ δραχ. 12. Ἄν πάλιν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὴν στηριζομένην εἰς τὸ μητρῷον, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν αὐτῷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγεννήθην ἐν ἔτει 1843, κακῶς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ ἀπεστράτευσε κατὰ τὸ 1896, διότι, κατὰ τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, λοχαγὸς ὤν, θὰ κατελαμβανόμην ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῷ 1899· καὶ ἐνῷ τότε θὰ συνεπλήρουν τὸ 56 ἔτος τῆς ἡλικίας μου, καὶ τότε δικαίως θ’ ἀπεστρατευόμην, θὰ εἶχον συμπεπληρωμένην ὀκταετίαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ λοχαγοῦ καὶ συνεπῶς θὰ ἐδικαιούμην εἰς τὸν ἐν ἀποστρατείᾳ βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου καὶ συνεπῶς εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ τούτου, ἡ ὁποία μηνιαίως ὑπερτερεῖ τὴν νῦν ἀπονεμηθεῖσάν μοι κατὰ δραχμὰς ἑξήκοντα, εἰς ἣν ἂν προστεθῇ καὶ μία εἰσέτι μετοχὴ τοῦ στρατιωτικοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, αὕτη θ’ ἀπετέλει διαφορὰν ἐπὶ πλέον κατὰ μῆνα δραχ. ἐννενήκοντα.» Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἀποφανθῆ τὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ λοχαγὸς ἀπὸ τῆς ἀποστρατεύσεώς του κατέφυγεν· εἶναι δὲ ζήτημα τοῦτο, ὡς βλέπετε, τόσον σαφὲς, ὥστε ἀδύνατον νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ λοχαγὸς δὲν θὰ ἐξέλθῃ νικητής. Ἐνῷ λοιπὸν οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον στρεψοδικεῖ καὶ δὲν σπεύδει νὰ ὁμολογήσῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὸ λάθος του, ὅπως οὕτω παύσῃ ὁ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ προφανῶς ἀδικηθέντος λοχαγοῦ ἀγὼν, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως θ’ ἀπολήξῃ μίαν ἡμέραν ὑπὲρ τούτου, καὶ θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον καὶ μὲ δαπάνας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν παρὰ τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι καὶ τοῦτο, ὡς ἄτομον, στρεψοδικεῖ, ὅπως βλάπτῃ ἀπαράγραπτα δικαιώματα ἀτόμων πολυτίμους εἰς αὐτὸ προσενεγκόντα ὑπηρεσίας. Διὰ ταῦτα πάντα, κύριε Πρόεδρε, ἑνῶν καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου μετὰ τῆς τοῦ ἐντίμου ἐκ Σύρου συναδέλφου, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ μόνος του τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῇ—δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι θέλει πεισθῆ,—περὶ τοῦ δικαίου τοῦ πτωχοῦ αὐτοῦ καὶ οἰκογενειάρχου λοχαγοῦ, νὰ δώσῃ τὰς ἀληθεῖς πληροφορίας εἰς τὸν κατὰ τὴν δίκην ταύτην ἀντιπροσωπεύοντα τὸ Δημόσιον, ὅπως ταχέως ἐκδοθῇ ἡ πρέπουσα καὶ δικαία τοῦ Δικαστηρίου ἀπόφασις.
§59Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καίτοι δὲν γινώσκω τὴν ὑπόθεσιν, διότι δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω αὐτὴν, οὐχ ἧττον εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, διότι ἀρκούντως ἐκτενῶς ἀνέπτυξε ταύτην. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν οὐδεμίαν πλέον ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐπέμβῃ, ἐὰν ὁ λοχαγὸς ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας καὶ ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν μητρώου, διότι ἁρμόδια εἶναι μόνον τὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλει οὗτος νὰ προσφύγῃ, καθόσον, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὸ μητρῷον ἐσφαλμένως ἀνέγραψεν αὐτὸν μὲ ἡλικίαν ἀνωτέραν τῆς πραγματικῆς, καὶ ὅτι ἀντὶ νὰ φέρῃ αὐτὸν ὡς γεννηθέντα κατὰ τὸ 1843, τὸν ἔφερεν ὡς γεννηθέντα κατὰ τὰ 1840, τί δύναμαι ἐγὼ νὰ πράξω ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ; Αὐτὸς ἀπεστρατεύθη, συνεπῶς ἁρμόδιον εἶναι τὸ Δικαστήριον, διότι ἐγὼ οὐδεμίαν δύναμαι νὰ ἐπιφέρω διόρθωσιν εἰς τὴν κατάστασίν του. Ἐν τούτοις θέλω μελετήσει τὴν ὑπόθεσιν, ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τῆς ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς τοῦ λοχαγοῦ, καὶ θέλω πληροφορήσει τὴν Βουλὴν κατὰ πόσον δύναμαι νὰ ἐπιληφθῶ ταύτης. Ἀλλὰ νομίζω ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα.
§60ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν...
§61ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περὶ ἐσφαλμένου μητρώου.
§62ΚΡΙΤΣΑΣ. Οὔτε... Πρόκειται περὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἄν, ὡς ὀφείλει, ἐπιθυμεῖ νὰ δοθῇ τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν μεταξὺ τοῦ ἀδικηθέντος λοχαγοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου. Ὅτι ἁρμόδιά εἰσι τὰ δικαστήρια ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἶναι βεβαιότατον, ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις ἔλαβε τὸν δρόμον, ὃν ἔλαβεν· ἐπίσης ὅμως ἀναμφίβολον εἶναι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐγεννήθη καὶ ἐξακολουθεῖ ἕνεκα τῆς ἐπιπολαιότητος καὶ τῆς στρεψοδικίας, δύναμαι νὰ εἴπω, τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἕνεκα παραλείψεως ἢ ἀπροσεξίας τῆς ὑπηρεσίας ἀπεστρατεύθη ὁ λοχαγὸς ἐκεῖνος, καὶ ἑπομένως καλῶς καὶ δικαίως οὗτος ζητεῖ ὅ,τι ζητεῖ δικαστικῶς. Ἂς παρατηρήσῃ λοιπὸν τὸ γενικὸν μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν φυλασσόμενον, ἂς συγκρίνῃ τοῦτο πρὸς τὸ μητρῷον τῆς κατατάξεως τοῦ λοχαγοῦ, τὸ ὁποῖον λαβὸν ὑπ’ ὄψιν του τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐκανόνισε τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ λοχαγοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτου καὶ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῇ, ὅτι ὁ λοχαγὸς ἔχει δίκαιον, ἂς ὁμολογήσῃ τοῦτο ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ὅπως ταῦτα ἐκδώσωσι τὴν προσήκουσαν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος τῆς ὁποίας ἀδικεῖ ἄνδρα εὐόρκως ἐκπληρώσαντα πάντοτε τὸ καθῆκόν του.
§63Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§64Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει δίκαιον κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ὑπέβαλε τὴν αἴτησίν του μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας τῆς ἑξαμήνου, δὲν εἶναι ἁρμόδιον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ νόμος τοῦ 1883 λέγει ῥητῶς, ὅτι παρέχεται προθεσμία ἑξάμηνος εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἵνα ὑποβάλλωσι τὰς ἐνστάσεις αὑτῶν κατὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας των τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ Ὑπουργείου. Κατ’ οὐσίαν ὅμως, ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐγνώριζεν ὅτι τὸ μητρῷον εἶχε καλῶς, διότι ἐφέρετο ἐν αὐτῷ ὡς γεννηθεὶς κατὰ τὸ 1843, δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ὅτι συνέβη τὸ λάθος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπέβαλεν οὔτε ἔνστασιν, οὔτε ληξιαρχικὴν πρᾶξιν· ἀφοῦ δὲ τὸ λάθος συνέβη ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τί εὐθύνεται ὁ ἀξιωματικός, ἂν ἀνεγράφη μὲ μεγαλειτέραν ἡλικίαν;
§65Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ δύο φακέλλους περὶ τῆς μισθώσεως τῶν Νομαρχιακῶν καταστημάτων Εὐρυτανίας καὶ Ἀμφίσσης. Ἐπειδὴ πιθανὸν νὰ ἐλησμόνησεν, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐδοκήσῃ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα πρὸ ἡμερῶν, τὰ ἀφορῶντα τὸν τμηματάρχην Σάμιον, διότι ἐπιθυμῶ, ἵνα ἡ ὑπόθεσις ἐκτυλιχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§66Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἑταιρεία τις ὀρυκτολογικὴ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν αἴτησιν, ζητοῦσα τὴν ἐκμετάλευσιν ὀρυχείου σμύριδος ἐν Πάρῳ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω τὴν πληροφορίαν ταύτην, διότι ἄλλοτε, ταξειδεύων μετά τινος ὀρυκτολόγου, ἔμαθον, ὅτι ἐν Πάρῳ καὶ Φολεγάνδρῳ ὑπάρχουσιν ὀρυχεῖα σμύριδος. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ἐγένετο τοιαύτη αἴτησις, καὶ ἂν ἀπεστάλη εἰδικὸς ἐπιστήμων, ὅπως ἐξετάσῃ, ἂν ὑπάρχουσι τοιαῦτα ὀρυχεῖα· διότι, ἂν ὑπάρχουσι, δύναται νὰ τὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ Κράτος καὶ νὰ ἔχῃ πρόσοδον ἴσως 500,000 φράγκων χρυσῶν κατ’ ἔτος.
§67Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπεβλήθη τοιαύτη αἴτησις.
§68ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε καὶ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον.
§70Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπικρίνω τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐννοοῦσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὁ νομομηχανικὸς Τρικκάλων καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ὑπάλληλοι, ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο λαμβάνων ἐξ ὅσων εἶδον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν, σχετικῶς πρὸς τὰς ἀναγραφομένας δαπάνας διὰ τὴν κατασκευὴν, ἀνακαίνισιν καὶ ἐπισκευὴν διαφόρων δημοσίων ἔργων, διότι δὲν παρετήρησα μεταξὺ αὐτῶν, οὐχὶ τὴν κατασκευὴν, ἀλλ’ οὔτε τὴν ἐπιβεβλημένην κἄν ἐπισκευὴν ἔργων, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν διαφόρους σημαντικὰς βλάβας κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἐξ ὧν βλαβῶν προσκόπτει σπουδαιότατα ἡ συγκοινωνία σήμερον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων. Ἐπικρίνω τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, διότι φρονῶ, ὅτι ἔργον ἐκείνων ἰδίως εἶναι νὰ γίνωνται εἰσηγηταὶ παρὰ τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν τοιούτων ἀναγκῶν, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο μέχρι σήμερον δὲν ἐξεπλήρωσαν. Ἀλλὰ πλὴν τούτων παρετήρησα, ὅτι εἰς τὰ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων πρόκειται ἡ τρίτη ἀνάγνωσις, περὶ ἐγκρίσεως διαφόρων δαπανῶν διὰ δημόσια ἔργα, δὲν γίνεται λόγος περὶ συμπληρώσεως διαφόρων ἔργων δημοσίων ἐν Τρικκάλοις, ἅτινα ἤρξαντο κατασκευαζόμενα πρὸ τριῶν καὶ τεσσάρων ἐτῶν, μένουσι δὲ εἰσέτι ἡμιτελῆ. Καὶ ἐξηγοῦμαι λεπτομερέστερον. Ὅτε κατὰ τὴν 12 Ἀπριλίου 1897 ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ὑπεχώρει ἀπὸ τῶν συνόρων, τμῆμα τούτου, τὸ ὁποῖον κατεῖχε τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ἀπὸ Γριζάνου μέχρι Ρεβενίου, ὑπεχώρησε διὰ τῆς γεφύρας τοῦ Ἀλῆ ἐφένδη, ἥτις εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων γεφυρῶν, αἵτινες συνδέουσι τὸν Πηνειὸν καὶ χρησιμεύουσι σπουδαιότατα εἰς τὴν ἐπικοινωνίαν τῆς κεντρικῆς Θεσσαλίας μετὰ τῶν λοιπῶν μερῶν αὐτῆς. Διὰ τῆς γεφύρας δὲ ταύτης ἰδίως συγκοινωνοῦσι πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Θεσσαλίας καὶ οἱ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐρχόμενοι, δι’ αὐτῆς ἔτι μεταβαίνουσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των οἱ κάτοικοι ὅλων τῶν χωρίων τοῦ δήμου Φαρκαδῶνος, διότι τὸ πλεῖστον τῶν ἀγρῶν αὐτῶν κεῖται ἐκεῖθεν τοῦ Πηνειοῦ. Ὅτι λοιπὸν ὁ στρατὸς ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ, κατέστρεψε διερχόμενος τὰ στηθαῖα τῆς γεφύρας αὐτῆς, συγχρόνως δὲ ἤρξατο καταστρέφων καὶ τὸ κατάστρωμα, ἀλλ’ ἀπέσχε τούτου ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, διότι ἐν τῷ μεταξὺ συνέρρεον πλῆθος γυναικοπαίδων, ἅτινα ἐπίσης ἔδει νὰ διαβῶσι διὰ τῆς γεφύρας ταύτης. Ἔκτοτε ἡ γέφυρα μένει εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἄχρηστος ὅλως εἰς τὰς ἐργασίας τῶν πέριξ κατοίκων καὶ τῶν διαβατῶν, διότι δὲν δύνανται νὰ διέλθωσιν δι’ αὐτῆς μήτε τὰ φορτηγὰ ἁμάξια, μήτε τὰ ὑποζύγια, ἀλλὰ μόνον οἱ πεζοί, ὁσάκις δὲ οἱ γεωργοὶ ἰδίως ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ διέλθωσιν ἐκεῖθεν, ἀναγκάζονται νὰ ἐκφορτώσωσι παρὰ τὴν γέφυραν ταύτην τὰ φορτηγὰ ζῷα καὶ τὰ ἁμάξια, νὰ διαπερῶσι δὲ αὐτοὶ ταῦτα διὰ τῆς γεφύρας καὶ νὰ μεταφέρωσιν ἐπ’ ὤμου τὰ προϊόντα· φαντάζεσθε δέ, ὁποῖα προσκόμματα παρεμβάλλονται οὕτω εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ἐπεβάλλετο ὅθεν μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ἡ ἀνακαίνισις τῆς γεφύρας, καθόσον μάλιστα ἡ δαπάνη εἶναι ἐλαχίστη. Καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια μέχρι σήμερον. Τὴν ἔλλειψιν δὲν δύναμαι ν’ ἀποδώσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι ὁ νομομηχανικὸς δὲν ἔκαμε τὰς δεούσας παραστάσεις περὶ τούτου, καὶ ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς ἀγνοεῖ ταῦτα. Τούτων δ’ ἕνεκα συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν τῆς γεφύρας ταύτης, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, πρὸς ἄρσιν τῶν τόσων προσκομμάτων, ἅτινα ἐξ αὐτῆς προκύπτουσιν ἤδη. Παρατηρῶ ἔτι, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη γέφυρα, διὰ τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου χρόνου τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε πολλά, κειμένη ἐπὶ τοῦ Πηνειοῦ ἐπίσης, εἰς τὴν θέσιν Βυζοῦρι. Περὶ αὐτῆς ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἕνεκα τῶν ἐφετεινῶν πλημμυρῶν ὑπέστησαν βλάβην οἱ προφυλακτήριοι τοῖχοι αὐτῆς, ἐκ τούτου δ’ ἐπίκειται κίνδυνος, εἰς νέαν πλήμμυραν (αἱ πλήμμυραι δὲ ἐν Θεσσαλίᾳ συμβαίνουσι συνήθως κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν) νὰ παρασυρθῇ ὁλόκληρος ἡ γέφυρα. Πληροφοροῦμαι ὅτι ἡ δαπάνη διὰ τὴν στερέωσιν τῶν τοίχων τῆς γεφύρας ταύτης δὲν θὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῶν χιλίων δραχμῶν, πρέπει δὲ νὰ καταβληθῇ αὕτη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τὸ ταχύτερον, ἵνα μὴ παρασυρθῇ ὁλόκληρος ἡ γέφυρα, ὡς συνέβη πρό τινος χρόνου διὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Πηνειοῦ καὶ παρὰ τὴν θέσιν Καραβόπορος τῶν Τρικκάλων ἑτέραν γέφυραν, ἥτις παρεσύρθη δι’ ὅμοιον λόγον. Ταῦτα εἶχον νὰ συστήσω εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ δὲ καὶ αὖθις αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως τὰ δύο ταῦτα ἔργα ἐκτελεσθῶσι, πρὸς πρόληψιν ζημιῶν τοῦ Δημοσίου καὶ θεραπείαν ἀπολύτων ἀναγκῶν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν καὶ τῆς συγκοινωνίας ἐν γένει.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ, ὅπως διανεμηθῇ εἰς ἡμᾶς ὁ πίναξ, ὁ δηλῶν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον τοῦ 1900, διότι ὁ πίναξ ὁ τελευταῖος εἶναι τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου τοῦ 1899. Προχθὲς ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρέστησα ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ποσόν τι εἰς τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς· ὑπελάμβανον δέ, ὅτι ἡ προσθήκη δραχμῶν 468,000 ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαία, ἀφοῦ ἡ δισχιλιόδραχμος χορηγία πρὸς ἕκαστον τῶν κ. Βουλευτῶν, ἡ γενομένη κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκτάκτου ταύτης Συνόδου, εἶχεν ἤδη πραγματοποιηθῆ· ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς παρέστησεν, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ πρώτου σταδίου τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, τὰ ἐκ δραχμῶν 468,000, θέλουσι καταβληθῆ ἐκ τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899. Εὗρον δ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 πράγματι, ὅτι εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις 550,620 δραχ. διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Συνόδου· ἀλλ’ ἂν τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ποσὸν τῶν 550,620 δραχμῶν ἔμελλε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς τακτικῆς Συνόδου τοῦ 1899, ἡ προσθήκη τῶν δραχ. 468,000 ἀναβιβάζει τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν εἰς δραχ. 1,018,620· διὰ τοῦτο εἶχον τὴν ἀμφιβολίαν, ἂν ἤθελεν ἐπαρκέσει τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ποσὸν εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἀνάγκας, τήν τε τῆς τακτικῆς Συνόδου τοῦ 1899 καὶ τὴν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Ὅταν ἀναγράφωνται ἔσοδα ἢ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θέλουν πραγματοποιηθῆ ἐν τῷ μέλλοντι, κατ’ ἀνάγκην στηριζόμεθα ἐπὶ πιθανοτήτων. Ἀλλ’ ὅταν τὰ ἔξοδα ἦναι ὡρισμένα, πρέπει νὰ ἀναγράφωνται ἀκριβῶς. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῶν γραφείων καὶ ἀναγράψῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τοῦ 1900 τὸ ἀκριβές.
§72Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα ἐκ Χίου, διὰ τοῦ ὁποίου πολλοὶ ἐκεῖθεν παρακαλοῦσι διὰ τῆς Βουλῆς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ, ὥστε νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διακοπέντες πλόες τῆς «Πανελληνίου Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας» εἰς τὴν πολυθρύλητον ταύτην καὶ μυροβόλον νῆσον. Μοὶ συνέβη νὰ μάθω τὴν πραγματικὴν αἰτίαν, δι’ ἣν ἡ «Πανελλήνιος Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία» διέκοψε τὰς προσεγγίσεις της εἰς τὴν Χίον· εἶναι δὲ αὕτη: Κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τοῦ παλαιοῦ νόμου περὶ προξενικῶν τελῶν. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, εἰς ἑκάστην τῶν προσεγγίσεων τὰ ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια ὑποχρεοῦνται εἰς καταβολὴν βαρυτάτων προξενικῶν τελῶν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα τῆς μεγάλης ταύτης δαπάνης, εἰς ἣν ὑποβάλλονται αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι καλῶς ποιοῦσα διέκοψε τοὺς πλόας ἡ «Πανελλήνιος Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία». Ἡ ἑταιρεία «Πανταλέοντος», ὡς συνέβη νὰ μάθω ἐξωδίκως, εἶναι ὑποχρεωμένη δι’ ἑκάστην θαλασσίαν προσέγγισιν νὰ καταβάλλῃ προξενικὰ τέλη φράγκα χρυσᾶ 450. Ὁ νόμος περὶ προξενικῶν τελῶν, ὅτε συνετάχθη, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὰς πολλὰς προσεγγίσεις τῶν πλοίων, οὔτε τὴν χωρητικότητα αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἔθηκεν ὑπερβολικὰ τέλη προξενικά. Ἡ Κυβέρνησις νομίζω ὅτι θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας, περὶ ἧς ἐπανειλημμένως ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θὰ ὑποβάλῃ τὸ ζήτημα εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην· διότι, ὡς μοὶ ἀνεκοινώθη, (οὐχὶ ὡς ἀπειλὴ, οὔτε ὡς ἐκβιαστικὴ πρόκλησις,) εἶναι ἠναγκασμένοι τινὲς νὰ ὑποστείλωσι τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ ν’ ἀναπετάσσωσιν ἄλλην, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν βαρυτάτην φορολογίαν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δὲν ἀντέχουσι νὰ ἐξακολουθῶσι τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ὄντως ἔργον των. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, προῆλθε δὲ οὐχὶ ἐκ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Ἐξ ἀφορμῆς δὲ παραπόνων, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου θὰ φέρῃ κακὰ ἀποτελέσματα, —τὰ ὁποῖα ὀρθότατα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου παρεσκεύασε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλω ὑποβάλει αὔριον ἢ μεθαύριον εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δι’ οὗ κανονίζονται ἄλλως τὰ τῆς πληρωμῆς τῶν τελῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληρονομένων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τελῶν...
§74ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ ἐξωτερικόν;
§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα... Ἐζητήθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου πρὸ ἑνὸς ἔτους, διότι οὗτος ἄλλοτε δὲν ἐφηρμόζετο, ἀφ’ ἧς δ’ ἐζητήθη ἡ ἐφαρμογὴ, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτόν. Ἀλλὰ νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῶσιν ἄλλως τὰ τῆς πληρωμῆς· ἤτοι νὰ γίνηται ἡ πληρωμὴ κατὰ τὴν πρώτην μόνον προσέγγισιν καὶ ἔπειτα ν’ ἀπαλάσσωνται αἱ ἑταιρεῖαι. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδέας ταύτης παρεσκευάσθη, ὡς προεῖπον, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν.
§76ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι τελείως σύμφωνος, προκειμένου περὶ παραχωρήσεως εὐκολιῶν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀτμοπλοΐας, καὶ βεβαίως ἡ ἐλάττωσις τῶν τελῶν εἶναι ὁ μόνος τρόπος, δι’ οὗ παραδέχομαι ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας. Ἀμοιβὰς ἀπ’ εὐθείας δὲν ἀναγνωρίζω ὀρθάς. Ἀλλὰ καίτοι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν,—καὶ χαίρω βεβαίως ὅτι ἡ Κυβέρνησις μεριμνᾷ περὶ τοῦ ζητήματος,—ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ τέλη τὰ προξενικὰ, τὰ πληρονόμενα εἰς τοὺς προξένους ὑπὸ τῶν πλοίων ὑπὲρ τοῦ Κράτους, δυνάμει τοῦ προξενικοῦ νόμου, δὲν εἶναι τέλη αὐθαίρετα, ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰσαχθέντα, ἄλλα τέλη, ἅτινα καὶ παρὰ ταῖς ἄλλαις νομοθεσίαις ξένων ἐθνῶν ὑφίστανται, καὶ ἀντεγράφησαν ἐκ τῶν νομοθεσιῶν ἐκείνων ὅτε ἐνομοθετήθη ὁ προξενικὸς νόμος. Ἐὰν λοιπὸν τοῦτο οὕτως ἔχῃ, δὲν πρέπει νὰ ὠθήσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν τελῶν ἡ ἰδέα, ἣν ἤκουσα ἐκφερομένην ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφου, ὅτι οἱ πλοίαρχοι οὗτοι θὰ ὑποστείλωσι τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἵνα ἀναπετάσωσι ξένας. Ἡ ἰδέα αὕτη, καὶ μόνον ν’ ἀναφέρηται, εἶναι κακόν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, νομίζω, νὰ λέγηται ἐνταῦθα, ὑπὸ Ἑλλήνων, ὅτι θὰ ὑποστείλωσι τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν,—καὶ λέγων ὑπὸ Ἑλλήνων, ἐννοῶ ἐκείνους, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς,—ὅπως ἀναπετάσωσιν ἄλλην ἐξ αἰτίας ὀλίγων δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν ἤθελον πράξει τοῦτο,—ὅπερ ἀποδοκιμάζω, ὅτι καὶ μόνον λέγουσιν, —ἤθελον πεισθῇ ὅτι ἐτέθησαν εἰς χείρονα θέσιν, διότι οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ προξενικὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων Κρατῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι μικρότερα τῶν Ἑλληνικῶν.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ πολὺ μεγαλείτερα.
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν οὗτος ὁ λόγος, δι’ ὃν νομίζω ὀρθὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐλαττώσεως τῶν τελῶν. Ὁ πρῶτος καὶ μόνος λόγος, δι’ ὃν πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐλάττωσιν, ὡς καὶ ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος εἶπεν, εἶναι, ὅπως διὰ τῆς τοιαύτης ἐλαττώσεως εὐνοήσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, ἧς ἡ ἀνάπτυξις ἐνδιαφέρει εἰς τὸ Κράτος. Ὅταν λάβωμεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ὅταν ἔλθῃ ἐνταῦθα ἡ συζήτησις τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, θέλομεν ἴδει, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως ἀποφύγωσιν οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνες πᾶσαν νέαν φορολογίαν.
§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀπειλῶν, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόζετο ὡς ἐφαρμόζεται ἀπὸ ἑνὸς ἔτους, οὔτε ἡ εἴσπραξις ἐγίνετο ὅπως γίνεται ἀπὸ ἑνὸς ἔτους. Ἐγένετο λόγος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, καὶ ἔκτοτε ἐφαρμόζεται, καὶ εἰσπράττονται τὰ τέλη, ἐνῷ ἄλλοτε δὲν εἰσεπράττοντο τέλη εἰς οὐδένα λιμένα τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ὑπεβλήθησαν παράπονα ἐκ μέρους ἑταιρειῶν, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως, τὸν ὁποῖον προβλέπει ὁ νόμος, δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ἀτμόπλοια αὐτῶν νὰ κάμωσι τὰς προσεγγίσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμνον, διότι τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτῶν ἔχουσιν, εἶναι κατώτερον τοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον θὰ πληρόνωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψωσι τοὺς πλόας, ἐὰν τὸ τέλος δὲν ἐλαττωθῇ. Ἐννοεῖται ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν αὐτῶν εἶναι ὀρθὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι πολλὰ συμφέροντα ἔχει ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀναπτύξεως τῆς ναυτιλίας, ἀφοῦ τὰ πλοῖα αὐτῆς πάντοτε προσεγγίζουσιν εἰς ξένους λιμένας, καὶ ἐκεῖ κυρίως ἐκτελοῦσι πράξεις ἐμπορικάς. Διὰ τοῦτο ἀπεφασίσαμεν νὰ γείνῃ παρασκευὴ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ προεῖπον.
§80Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τίνος νόμου πρόκειται;
§81Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ τοῦ προξενικοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφαρμόζεται.
§82ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπαινῶ τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς αὐτὴν, καὶ βαίνω μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ συστήσω, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, ὄχι μόνον νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς μεγάλα τέλη, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ Ἕλληνες ναυτιλλόμενοι τῶν τελῶν, ὅπως ἐνθαρρυνθῇ ἡ ἑλληνικὴ ναυτιλία, ἧς ἡ πρόοδος μεγάλως ἐνδιαφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα χρῄζει διασαφήσεώς τινος, ὡς ἐκ τῶν συμβάσεων, ἃς ἔχομεν συνωμολογημένας μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν. Προκειμένου περὶ τῶν τελῶν τῶν ἐν Ἑλλάδι πληρονομένων, εἶναι ἀδύνατον νὰ προνοήσωμεν ὑπὲρ ἐλαττώσεως αὐτῶν εἰς ὄφελος τῶν ἑλληνικῶν πλοίων, διότι εὐθὺς ὡς ταῦτα ἐπὶ τούτων ἐλαττωθῶσιν, ἡ ἐλάττωσις αὐτοδικαίως ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τοὺς ξένους ναυτιλλομένους, ὧν τὰ Κράτη ἔχουσι συνωμολογημένας συμβάσεις μεθ’ ἡμῶν, διότι ἀπολαύουσιν ἰσοτελείας πρὸς τοὺς ἐγχωρίους. Τοῦτο ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀδύνατον νὰ πράξωμεν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εὕρωμεν ἀντάλλαγμα, ὅπως παραχωρήσωμεν, ἀντὶ τῶν καταβαλλομένων τελῶν, εἰς τοὺς Ἕλληνας ναυτιλλομένους. Μὴ δυνάμενοι ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς τῶν τελῶν ἐν Ἑλλάδι, δέον νὰ δώσωμεν αὐτοῖς ἀνακούφισιν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἐμποδίζουσιν ἡμᾶς αἱ συνθῆκαι, ἐκεῖ, ὅπου οἱ Ἕλληνες ναυτιλλόμενοι εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀπέναντι τῶν Ἑλληνικῶν Προξενείων, ἅτινα εἰσπράττουσι παρ’ αὐτῶν ὅ,τι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξωσιν ἐκ τῶν ξένων πλοίων, διότι τούτων οἱ πλοίαρχοι δὲν μεταβαίνουσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν, ἀλλ’ εἰς τὸ ἴδιον ἑαυτῶν Προξενεῖον. Ταῦτα προσθέτω, ἵνα ἐπιρρώσω τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προκαλέσω τὴν σκέψιν, μήπως εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλλαγῶσι τούτων τῶν τελῶν οἱ Ἕλληνες ναυτιλλόμενοι.
§83ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Δὲν πρόκειται περὶ Ἄγγλων ἢ Αὐστριακῶν ἢ Γερμανῶν ἢ Γάλλων. Πρόκειται περὶ τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες προσεγγίζουσιν εἰς ἑλληνικοὺς λιμένας, διατελοῦντας μὲν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ μὴ παύσαντας νὰ ἦναι χῶραι Ἑλληνικαί. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ φορολογῆται ἡ ἑλληνικὴ σημαία ὑπὸ τῶν προξένων τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν χώραν ἐκείνην (ἡ ὁποία Ἑλληνικὴ σημαία θεωρεῖται ἱερὰ), ὅπως μὴ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς ναυτιλλομένους ν’ ἀντικαταστήσωσιν αὐτὴν μὲ τὴν αὐστριακὴν ἢ ἄλλην τινά.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐναντία γνώμη.
§85ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν πρέπει δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ στενοχωρῶμεν τοὺς Ἕλληνας ναυτιλλομένους καὶ νὰ ἐκβιάζωμεν αὐτοὺς νὰ μὴ προσεγγίζωσιν εἰς τοὺς λιμένας ἑλληνικῶν χωρῶν. Πολὺ ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ ζήτημα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, καὶ θὰ παρακαλέσω, ὅπως τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον συζητηθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὰς συγκριτικὰς πληροφορίας περὶ τῶν καὶ ἐν ἄλλαις νομοθεσίαις κρατούντων περὶ προξενικῶν τελῶν, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον, ὡς ἐξενεγκὼν τὰς παρατηρήσεις περὶ τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ Ἕλληνες, οἱ τόσον τελεσφόρως περιάγοντες ἁπανταχοῦ τῶν θαλασσῶν τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν, νὰ μεταβάλωσιν αὐτὴν, νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν, ἣν προκαλοῦσιν οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Δραγούμη. Λέγοντες, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ὑποστείλωσι τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν οἱ κύριοι τῶν ἀτμοπλοίων τούτων, δὲν σκέπτονται βεβαίως οὔτε τὴν ἐθνικότητα αὐτῶν νὰ μεταβάλωσιν, οὔτε τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα, ὑφ’ ὧν καὶ αὐτοὶ ἐμφοροῦνται, νὰ τροποποιήσωσιν· ἀλλ’ οὔτε ὡς ἀπειλὴν προβάλλουσιν, ὡς εἶπον ἤδη ἐν ἀρχῇ, τὴν ἀλλαγὴν τῆς σημαίας. Διαμαρτύρομαι ὑπὲρ αὐτῶν. Λέγουσι μόνον, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, μετὰ μεγάλης λύπης, κυρίως δὲ, ὅπως ἀποφύγωσι μεγάλας δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται, νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν των, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ὑπὸ ξένας σημαίας πλέουσιν ἑκατοντάδες πλοίων ἱστιοφόρων καὶ ἀτμοκινήτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπαυσαν διὰ τοῦτο νὰ ἦναι ἑλληνικά. Τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐκληφθῇ, ἐπαναλέγω, ὡς ἀπειλὴ ἐκ μέρους ἐκείνων, ἀλλ’ ὡς γνώμη καὶ ἐμοῦ ἔτι περὶ ἀνάγκης ἐπιβαλλομένης· τὴν γνώμην δὲ ταύτην ὑποβάλλω πρὸς ὑμᾶς ἐντεῦθεν.
§87Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς συζητήσεως, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου (ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εἶμαι κατ’ ἀρχὴν) οἱ ἄμισθοι πρόξενοι Κάρδιφ, Κατάνης, Μελίτης, Ἀμβέρσης, Βερδιάνσκας, Λιβερπούλης, Μεσσήνης, Γενούης, Καστελλαμάρε, Νοβοροσίσκης, Θεοδοσίας, Σικάγου καὶ Καλαφατίου θὰ παραμένωσιν εἰς τὰς θέσεις των, διότι ἐνδιαφέρομαι καὶ θὰ λάβω τὸν λόγον, καθόσον οἱ πρόξενοι οὗτοι προσφέρουσι μεγάλας ὑπηρεσίας, φροντίζοντες πρὸ παντὸς ὑπὲρ τῆς διασώσεως πολλῶν πλοίων καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας.
§88Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Πρῶτος τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Δραγούμης.
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν εἶναι ἤδη ἐψηφισμένα τὰ ἔσοδα, διότι ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἦτο ἀναγκαία εἰς αὐτὴν ἐργασία ἑνὸς λεπτοῦ τῆς ὥρας, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν τῶν ἐσόδων, ἵνα μὴ τηρήσῃ τὴν δοθεῖσαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλει συναινέσει εἰς τὴν περάτωσιν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν Δευτέραν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τί ἐκ τούτου ἐκέρδησεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ βεβαίως ἀπώλεσε μέρος τοῦ ὑπολοίπου τῆς πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ δὲ κέρδος, ὅπερ ἀπεκόμισεν, εἶναι, ὅτι, ἀντὶ νὰ συζητῶμεν γενικῶς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς ψηφίσεως τῶν ἐσόδων, συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρισθῶσι τὰ ἔσοδα ἀπὸ τῶν ἐξόδων κατὰ τὴν γενικὴν ἐκτίμησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἀνάγκην θὰ ὁμιλήσωμεν, προκειμένου περί ἐξόδων, θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ ἐσόδων. Καὶ οὕτως ἡ τελειωθεῖσα συζήτησις πάλιν ἀνοίγεται. Ὑμεῖς ἐγινώσκετε, ὅτι, ἵνα τοῦτο πραχθῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποδίσητε, καὶ διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν, τίς ὁ λόγος, ὁ ὠθήσας ὑμᾶς προχθὲς, καίτοι εἴχομεν καταλήξει εἰς συνεννόησιν, καθ’ ἣν προέκειτο σήμερον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μετὰ τῆς ἐλπίδος νὰ περατώσωμεν τὴν συζήτησιν, τίς ὁ λόγος νὰ προτιμήσητε τὸ Σάββατον, ἵνα κλείσητε τὴν συζήτησιν καὶ ψηφίσητε εἰς ἓν λεπτὸν τὰ ἔσοδα.
§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ εἶναι ζήτημα καλῆς πίστεως, ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναφέρω τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀληθῆ καὶ ἀκριβῆ θέσιν αὐτῶν. Ἐπροτείνατε ὑμεῖς κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς Παρασκευῆς νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν ἐπαύριον, καὶ εἴπετε ὅτι, ἀναβαλλομένης τῆς συζητήσεως, ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις θὰ τελειώσῃ τὴν Δευτέραν. Ἀπεδείχθη δυστυχῶς, ὅτι ταῦτα λέγων δὲν διηρμηνεύετε τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἀμέσως ἠγέρθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι τοιαύτην ὑποχρέωσιν δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ, ἑπομένως περὶ συμφωνίας βεβαίως δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος· ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις τὴν Δευτέραν, οὐδένα ἔχω λόγον νὰ μὴ δεχθῶ τὴν ἀναβολήν. Καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις τοῦ Σαββάτου, ἵνα ὁμιλήσητε ὑμεῖς τὴν Δευτέραν· καὶ σήμερον εἴμεθα εἰς τὴν Δευτέραν. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι οὐδεμία δυσκολία ὑπάρχει, ἵνα κανονίσητε τὴν ἀγόρευσίν σας καθ’ ὃν τρόπον νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ κανονίσητε ταύτην. Δύνασθε ν’ ἀγορεύσητε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν γένει καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἐσόδων. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐγὼ πιστῶς ἐξετέλεσα συμφωνίαν προταθεῖσαν, ἀλλὰ μὴ γενομένην δεκτήν.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ μὲ πείσῃ· διότι βάσις τῆς ἀπαντήσεως αὐτοῦ ἦτο, ὅτι ὡμίλησα ἐγὼ ἀγορεύων ἐξ ὀνόματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνῷ ἀγορεύων ὡμίλησα ἰδίῳ ὀνόματι μόνον, καὶ ἐξέφρασα ἰδίαν γνώμην, ὅτι ἡ συζήτησις ἤθελε λάβει πέρας τὴν Δευτέραν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶμαι ἁρμόδιος ἐγὼ νὰ ἑρμηνεύσω ποῖα ἦσαν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, πῶς ἀντελήφθην αὐτῶν, καὶ ἂν κακῶς ἀντελήφθην, βεβαίως θέλει ἐπαναφέρει τὰ πράγματα εἰς τὸ ἀκριβές. Ἐγὼ ἀντελήφθην, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, λαβὼν τὸν λόγον, εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόθεσις νὰ μὴ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν τὴν Δευτέραν, ἀλλ’ ὅτι ἡ πρόθεσις τῶν ἀντιπολιτευομένων φαίνεται μὲν ὅτι εἶναι νὰ περατωθῇ τὴν Δευτέραν, ἐν ᾗ ὅμως περιπτώσει ἐκ τῶν ἀπαντήσεων δοθῇ ἀφορμὴ εἰς ἐξακολούθησιν, τὰ δηλωθέντα δὲν δεσμεύουσιν ἡμᾶς, ὅπως μὴ ἐξακολουθήσωμεν, ὡς οὐδὲ καὶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅπως μὴ ἀπαντήσωσι. Τοιαῦτα, νομίζω, ἐλέχθησαν, καὶ τοιαύτην ἐντύπωσιν πιστεύω ὅτι ἀφῆκαν εἰς ὑμᾶς, διότι ἐκείνην τὴν ἑσπέραν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ἀπήντησέ τινα εἰς τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, δὲν εἶπεν ὅτι ἀντιτίθεται.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζετε ἀναγκαῖον νὰ ἑρμηνεύσω τὴν ἔννοιαν ὧν εἶπον;
§94ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν θέλετε, ἂν ἐπιθυμεῖτε.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἤθελον πάντες οἱ μετ’ ἐμοῦ συνεργαζόμενοι συνάδελφοί μου παραιτηθῆ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ ἀγορεύσωσι, διότι τὴν παραίτησιν τοῦ δικαιώματος αὐτῶν τούτου ἐζητούμην νὰ ὑποσχεθῶ, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑποχρέωσιν. Καὶ ὄντως, ἂν μὲ συνδέει ἀληθὴς πολιτικὴ φιλία μετὰ τῶν φίλων μου τούτων, μετὰ τῶν ὁποίων συμπράττω, ὡς εἶπον, οὐδέποτε διενοήθην νὰ ζητήσω ἀπ’ αὐτοὺς νὰ παραιτήσωσι δικαίωμά τι, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι ἀπένειμαν αὐτοῖς. Διὰ τοῦτο καὶ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν δὲν ἠδυνήθην νὰ δώσω βεβαίωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἤθελον πράξει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτο ἴσως νὰ πράξω. Ὅτε δ’ ἔλαβον τὸν λόγον προχθές, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μειώσω τὸ κῦρος τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν, ὅτι τὴν Δευτέραν ἤθελε τελειώσει ἡ συζήτησις, οὔτε νὰ ἐνδείξω, ὅτι ἐγὼ διαφωνῶ πολιτικῶς πρὸς αὐτὸν καὶ δὲν συμπράττω μετ’ αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐδήλωσα ἁπλῶς τὴν ἀνικανότητά μου, ἵνα ἀναλάβω ὑποχρέωσιν, ἣν δὲν ἠδυνάμην νὰ τηρήσω· νομίζω μάλιστα, ὅτι πᾶσαι αὗται αἱ συννενοήσεις δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ προσῆκον, διότι δὲν πρέπει νὰ ζητῇ τις παρά τινος παραίτησιν δικαιώματος, ἐφ’ ὅσον οἱ θεσμοὶ ἰσχύουσιν, ὀφείλει δὲ νὰ σέβηται τὸ δικαίωμα τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι αὕτη ἤθελε παραταθῆ πέραν τῆς Δευτέρας, διότι νομίζω πρὸ παντὸς ἄλλου, ὅτι ὁ πρῶτος καὶ μόνος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἵνα δώσῃ πᾶσαν ἐξήγησιν ἐπὶ τῶν προτάσεών του καὶ ὑποστηρίξῃ αὐτὰς, εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ὑπέθετον δὲ, ὅτι ἤθελε δοθῆ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐν σιωπῇ πάντων τῶν Ὑπουργῶν.
§96ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἕν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου, ὃν ἀτυχῶς διεξηγάγομεν ἐν ἔτει 1897, ἓν τῶν κυριωτάτων ἀποτελεσμάτων ἦτο καὶ ἡ διακανόνισις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐπὶ ἐδάφους ὅλως νέου, διακανόνισις διὰ ξενικῆς ἐπεμβάσεως ἀποδεδεγμένης ὑφ’ ἡμῶν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι καλῶς ἀντεπροσωπεύθησαν τὰ δικαιώματα ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἡ διακανόνισις αὕτη ἐγένετο μετὰ πάσης ἐπιμελείας ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μ. Δυνάμεων, οἵτινες, ἐπὶ μακρὸν μελετήσαντες πάντα τὰ καθ’ ἡμᾶς, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν ὑποθέσεις, καὶ καταρτίσαντες περὶ αὐτῶν γνώμην, τῇ εἰσηγήσει μάλιστα ἀνδρὸς, ὅστις καὶ προηγουμένως, μετακληθεὶς τότε ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, τῇ συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως ὑφ’ ἣν ὑπηρέτει, εἶχεν ἐξητασμένα τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἔπλασαν τελείως νέον τὸ ἔδαφος τὸ οἰκονομικὸν ἐν Ἑλλάδι. Τὸ κακὸν τὸ ἐθνικὸν, τὸ ἐπελθὸν εἰς ἡμᾶς ἕνεκα τοῦ πολέμου, ἔχει τοῦτο τοὐλάχιστον τὸ ἀγαθὸν παρακολούθημα, ὅτι ἐπήνεγκε τελείαν ἐκκαθάρισιν τοῦ παρελθόντος, τελείαν ὅσον ἐξηρτᾶτο ἐκ τῶν ξένων, οἵτινες ἀνεμίχθησαν εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος, τελείαν, διότι ἐγένετο καί τι ἄλλο· ὅπου ἐκκαθάρισίς τις λογαριασμῶν ἀνεμένετο ἐξ ἡμῶν αὐτῶν, ἡ τοιαύτη ἐκκαθάρισις ὀλίγῳ ὕστερον εὐτυχῶς καὶ αὕτη συνετελέσθη, οὕτως ὥστε ὁ σήμερον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητῶν δὲν εἶναι παντελῶς ὑπόχρεως, καθ’ ὃν τρόπον συνέβαινεν ἄλλοτε, νὰ ἀνατρέχῃ εἰς τὸ παρελθόν· ὁ σήμερον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους λαμβάνων τὸν λόγον, ἂν ἀναδράμῃ εἰς τὸ 1898, ἀνατρέχει ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀφετηρίαν τοῦ νέου σταδίου τοῦ οἰκονομικοῦ, ὅπερ εἰς ἡμᾶς ἐδημιουργήθη. Δὲν λέγω ὅτι τὰ τοῦ παρελθόντος διεγράφησαν, διότι καὶ ἀνάγκη νὰ μένωμεν ἡμεῖς μετὰ τῆς προσοχῆς προσηλωμένης εἰς αὐτὰ καὶ διὰ λόγους ἐθνικοὺς καὶ διὰ λόγους εὐθυνῶν, ἀλλ’ εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς αὐτὰ καὶ διὰ λόγον ἀντιπαραβολῆς, ὁσάκις, ἐννοεῖται, ἡ ἀντιπαραβολὴ ἦναι ἀπαραίτητος πρὸς ὁδηγίαν. Καὶ κατὰ τοῦτο τὰ πρὸ τοῦ 1898 εἶναι ἄξια πολλῆς προσοχῆς, ἴσης πρὸς ἐκείνην, ἣν κατέβαλον εἰς αὐτὰ οἱ πλάσαντες ἐπ’ αὐτοῖς τὸ νέον ἔδαφος, ἐφ’ οὗ σήμερον ἱστάμεθα, διότι ὅλη αὐτῶν ἡ ἐργασία ἐστηρίχθη ἐπὶ τῶν μέσων ὅρων τῆς τελευταίας πρὸ τοῦ πολέμου πενταετίας. Ἐπὶ τοιούτου ἐδάφους θέλω σταθῆ καὶ ἐγὼ, ὅπως ἐξετάσω τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων. Νομίζω δὲ, ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τὴν σημερινὴν εἶναι ἀναγκαῖον ἐπὶ τοιούτου ἐδάφους νὰ στήσωμεν τὸν πόδα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον καὶ πᾶσαι αἱ σκέψεις αἱ περὶ τοῦ μέλλοντος νὰ ἔχωσι τὴν ἀφετηρίαν ἐξ αὐτοῦ. Τὸ νέον καθεστὼς ἐπλάσθη συνεργούντων ἡμῶν, καίπερ ἀκόντων, διότι ἡ συναίνεσις ἡμῶν ἦτο ὑποχρεωτικὴ, ἕνεκα τῆς ἥττης καὶ τῆς ἀτυχίας· εἶναι ἔργον ἄλλων, ὅπερ ἠναγκάσθημεν ν’ ἀποδεχθῶμεν· εἶναι δὲ ἀπαραίτητον, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ βαδίσωμεν ἀσφαλῶς ἐπὶ τῆς χαραχθείσης ὁδοῦ, νὰ μελετήσωμεν καλῶς τὸ ἔδαφος, ὅπερ οἱ ξένοι εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτε ἐρρύθμιζον τὰ ἡμέτερα πράγματα. Διότι, ἂν αἱ προθέσεις αὐτῶν ἦσαν αὐστηρότεραι τοῦ προσήκοντος καὶ ἐδικαίωσαν διαμαρτυρίας ἐν Ἑλλάδι, καθόσον ἀνήγοντο εἰς τ’ ἀναγνωρισθέντα δίκαια ὑπὲρ τῶν ξένων, ὧν τὰ συμφέροντα ἀντεπροσώπευον, τούτου ὅμως ἅπαξ τεθέντος κατὰ μέρος, εἶναι βέβαιον, ὅτι πᾶσα ἡ ἐργασία, ἡ πρὸς ἐξασφάλισιν μέλλοντος αἰσιωτέρου οἰκονομικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐγένετο εἰλικρινὴς καὶ πλήρης ἀληθοῦς μερίμνης ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Ἐὰν, Κύριοι, εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων, ἅτινα οἱ οὕτως ἐργασθέντες περὶ τῆς Ἑλληνικῆς ὑποθέσεως ὥρισαν ὡς μέλλοντα νὰ ὑπολειφθῶσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πληρωτέων εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτῶν ἀντιπροσωπευομένους ξένους δανειστὰς, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἡ πορεία, ἣν ἐτήρησαν ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ θέματος, ὑπῆρξεν ἁπλουστάτη, καὶ τοιαύτη, ὥστε, ἐὰν προσέξωμεν εἰς αὐτὴν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχωμεν σαφῆ ἰδέαν περὶ τῶν ἰδίων ἡμῶν πραγμάτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ ἔσοδα. Οἱ ξένοι ἀντιπρόσωποι, ἐπιληφθέντες τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος τῶν ἐσόδων, ἐξήτασαν ἰδίως τὰ ἔτη τὰ πρὸ τοῦ 1897, τὰ ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1896, καὶ, ἐξετάσαντες αὐτὰ, ἀπέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, τὸ ἀποτελοῦν τὴν ἀφετηρίαν τῆς πενταετίας, καθ’ ἣν ἔκριναν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε διὰ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς νὰ θεωρηθῇ ὡς τραυματίας καὶ τεθῇ ὑπὸ θεραπείαν καὶ δίαιταν, ὥρισαν, λέγω, ὅτι, κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, τὸ ἀποτελοῦν τὴν τοιαύτην ἀφετηρίαν, τὰ ἔσοδα τῆς Ἑλλάδος ἤθελον ἀνέλθει εἰς δραχ. 85,556,500, ἀνεπαρκεῖς εἰς κάλυψιν τῶν τε δαπανῶν καὶ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ δημόσιον χρέος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τοιούτου προσδιορισμοῦ προέβησαν εἰς τὴν σύνταξιν τύπων προϋπολογισμοῦ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, μέχρι τοῦ 1903, ὅπερ ὥρισαν εἰς ἔτος τελείας ἀναρρώσεως, ἔτος τοῦ ἐν ἰσοζυγίῳ σταθερῷ προϋπολογισμοῦ. Καὶ πέρυσι, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπέδειξα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τῶν τύπων τούτων, τῶν συντεταγμένων ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εὑρισκομένων εἴτε ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, εἴτε ἐν μικροτέρᾳ μὲν, ἀλλὰ λίαν σαφεῖ ἐκθέσει τοῦ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, τοῦ ἐν τῷ ἔργῳ πρωτουργοῦ, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας. Κατὰ τοὺς τύπους τούτους τῶν προϋπολογισμῶν τῆς πενταετίας, τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, 1898, ὑπελογίσθησαν εἰς 85,556,500, κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος, 1899, εἰς 89,639,640, — μετὰ διαφορᾶς, ὡς βλέπετε, 4,000,000, — κατὰ τὸ τρίτον ἔτος, 1900, εἰς 92,598,780, — μετὰ διαφορᾶς 3,000,000, — μετὰ παραπλησίας δὲ διαφορᾶς κατὰ τὸ 1901, εἰς 95,557,520, μετὰ παραπλησίας διαφορᾶς κατὰ τὸ 1902, εἰς 98,517,060 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1903, τὸ ἔτος τῆς ἀναρρώσεως, τὸ ἔτος τοῦ σταθεροῦ ἰσοζυγίου, εἰς 100,267,000. Τοιοῦτον εἶναι τὸ διάγραμμα τὸ περὶ τῶν ἐσόδων χαραχθὲν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐκανόνισε τὰς ὑποθέσεις ἡμῶν τὰς οἰκονομικὰς, ἐπέρανε τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ ὤθησεν ἡμᾶς μετὰ πολλῶν ἀποφάσεων, ἀλλὰ καὶ μετὰ πολλῶν συμβουλῶν, εἰς τὴν νέαν ὁδὸν, εἰς ἣν ἐν τέλει τῆς ἐκθέσεως αὐτῶν εὔχονται ἵνα εὐτυχήσωμεν. Ἐξετάσωμεν νῦν, ποῖαι αἱ ἀποδόσεις αἱ ἐπελθοῦσαι εὐθὺς μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐργασίας ταύτης, κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καθ’ ὃ ἐφηρμόσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ὁδηγούμενοι ὑπὸ τῆς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898, περὶ οὗ πρέπει νὰ μὴ λησμονῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι προϋπολογισμὸς μὴ συντεταγμένος μὲν ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἐλεγκτῶν, πάντως ὅμως ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν αὐτῶν, ἢ παρακολουθούντων αὐτῶν τὴν πρὸς καταρτισμὸν αὐτοῦ ἐργασίαν, διότι ἡ ἐργασία αὕτη ἀποδεικνύεται ὅτι ἐχρησίμευσεν εἰς αὐτοὺς, ὅπως ἐπ’ αὐτῆς θέσωσι τὰ θεμέλια τοῦ διακανονισμοῦ, ὑφ’ οὗ σήμερον κυβερνώμεθα. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, 1898, αἱ περὶ τῶν ἐσόδων προβλέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς, αἵτινες ἦσαν καὶ προβλέψεις ἡμῶν, ἀπεδείχθησαν τελείως ἀνακριβεῖς, — τελείως ἀνακριβεῖς, εὐτυχῶς πρὸς ὄφελος ἡμῶν, διότι τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους 1898, τὰ τακτικὰ, ἦσαν τοσοῦτον ὑπεράνω τῶν ἐσόδων, ἅτινα προεβλέπομεν πάντες, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡμεῖς, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἡ Ἑλλὰς εὐτυχὴς, ὅτι εἶχεν ἐν ἑαυτῇ τοσαύτην ζωήν. Καὶ ἐνταῦθα ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τι, ὅπερ ἐσκόπουν νὰ ἀνακοινώσω βραδύτερον, διότι οὕτως ἔρχεται ἐν κρείττονι ὥρᾳ τὸ πρᾶγμα, ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὴν περὶ τοῦ ἐπελθόντος ἀποτελέσματος κρίσιν ἑνὸς τῶν σήμερον ἀποτελούντων τὴν Ἐπιτροπὴν, τοῦ κ. Κόρβετ, ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἰδοὺ τί γράφει ἡ ἔκθεσις, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὑτοῦ καὶ ἥτις τυπωθεῖσα κατετέθη εἰς τὰς Βουλὰς ἐν Ἀγγλίᾳ: «Ὁπόσον μεγάλη εἶναι ἡ ζωτικότης τῆς Ἑλλάδος, τελείως ἀπεδείχθη ὑπὸ τῆς ἐλαστικότητος, μεθ’ ἧς τὸ ἔθνος ἀπεπήδησε τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου. Αἱ συνήθεις εἰσπράξεις ἐν ἔτει 1898, καθ’ ἃ ἐπὶ μέγα μέρος χρόνου ἡ Θεσσαλία ἔμενεν ἄκαρπος εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων, ἀπέδειξαν σύνολον ἀνώτερον παντὸς ἄλλου προγενεστέρου ἔτους, καὶ ἐκ προσωπικῆς παρατηρήσεως δύναμαι νὰ προσαγάγω μαρτυρίαν περὶ τῆς προφανοῦς ἐν παντὶ ἀναζωπυρήσεως τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων.» Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἐν ἔτει 1898 ἡ ἀποδειχθεῖσα ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ζωτικότης ἐν παντὶ, ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ὡς χώρας, ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ὡς συστήματος καταβάλλοντος φόρους ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Καὶ εἶναι τὸ πρᾶγμα σπουδαῖον πολὺ καὶ πρὸς παρηγορίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐνθάρρυνσιν περὶ τοῦ μέλλοντος· ὥστε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς αὐτὸ, ἵνα δείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ἕν πρὸς ἓν, πάντα τὰ κεφάλαια τῶν δημοσίων εἰσπράξεων, ἅτινα ἐπήνεγκον τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁλικὸν, ὅπερ καὶ ἔξω τῆς Ἑλλάδος ἀνεγνωρίσθη ὡς σπουδαιότατον. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον — καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ συγχωρήσῃ· θ’ ἀποφύγω, ὅσον τὸ δυνατὸν, τοὺς ἀριθμούς· ἴσως τοῦτο εἶναι τὸ μέρος, ἐν ᾧ θέλω ἐπιμείνει περισσότερον, φέρων συγκεφαλαιωμένους ἀριθμοὺς, ἀλλ’ ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας. — Λοιπὸν, ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ἐξετάσει τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐσόδων τῶν ἐτῶν 1892 ἕως 1896, καὶ εὗρεν ἐν τούτῳ ἀφετηρίαν κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Μετὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ μέσου ὅρου εἰργάσθη εἰς ἐπανόρθωσιν αὐτοῦ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους περιστάσεις· ἐπηνώρθωσε τὸν μέσον ὅρον, διότι προσέθηκεν ἀναλόγους ἐτησίας προσαυξήσεις ἢ μειώσεις, ἐπηνώρθωσε τὸν μέσον ὅρον καὶ διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τὴν ἕνεκεν τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων· ἀφήρεσεν ὁλικῶς τὸ ποσὸν τῶν διαφόρων φόρων, ἐφ’ ὧν ἡ Θεσσαλία κατέβαλλε πολλά, καὶ ἔπειτα ἐπανήγαγεν ἀνάλογον μέρος ἐκ τοῦ ἀφαιρεθέντος, ἵν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ὑπελόγισε τὰ ἔσοδα. Ταῦτα πράξασα, ἀνέγραψεν ἐκτίμησιν μέσου ὅρου εἰσπράξεων κατὰ τὰ ἔτη 1898 ἕως 1902, καὶ ἔπειτα ἀνέγραψεν ἐκτίμησιν τῶν εἰσπράξεων κατὰ τὸ ἔτος 1903. Ἔχοντες λοιπὸν τοὺς ἀριθμοὺς τούτους εἰς ὁδηγίαν, θέλομεν ἴδει ὁποία ἡ διαφορὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἔτους 1898, θέλομεν δὲ ἴδει, ὅτι σχεδὸν ἐπὶ πάντων ἡ διαφορὰ εἶναι εἰς ὄφελος ἡμῶν. Ἄμεσοι φόροι. Ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, τὰ ποσὰ, ἅτινα θέλω ἀναφέρει, περιλαμβάνουσι καὶ ἀνάλογον μέρος τῶν καθυστερήσεων, διότι τὰ καθυστερήματα τῶν ἀμέσων φόρων οἱ τῆς Ἐπιτροπῆς κατέταμον κατ’ εἴδη, καὶ προσέθηκαν τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἀναλόγων μέσων ὅρων, ἵνα ἀποτελέσωσι τὸ ὅλον τοῦ ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ὑπολογιζομένου ποσοῦ. Λοιπόν, μετὰ τοῦ ἀναλόγου καθυστερήματος, τοῦ κατόπιν εἰσπραχθέντος, ἡ πρόβλεψις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἐτῶν 1892 ἕως 1896 εἶναι 20,493,763, ὁ ἐπηνωρθωμένος μέσος ὅρος 20,965,000, ἡ διὰ τὰ ἔτη 1898 ἕως 1902, διὰ τὴν πενταετίαν, πρόβλεψις 20,220,000. Εἶπον δὲ, ὅτι περιλαμβάνει καὶ τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ μετὰ ἠλαττωμένου ποσοῦ. Διὰ τὸ ἔτος 1903 δρ. 22,185,000. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἔτους 1898 εἶναι κατώτεραι τῶν προβλέψεων, 17,464,565· ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις αὗται στεροῦνται ὅλου τοῦ ἐσόδου τοῦ Θεσσαλικοῦ, διότι ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεως, ἣν ὤφειλε πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, ἀπήλλαξε τοῦ φόρου τοῦ ἔτους ἐκείνου τοὺς Θεσσαλοὺς, ἀπήλλαξεν αὐτοὺς καὶ τῶν καθυστερημάτων, ἢ ἀνέστειλε τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, εἰς τρόπον ὥστε τὸ ἔλλειμμα μεταξὺ 20,220,000 καὶ 17,464,000 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἀνεπάρκειαν δυνάμεως πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποδοθῇ κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν ἀπόφασιν, τῆς Βουλῆς ν’ ἀπαλλαχθῇ τῶν φόρων τῶν ἀμέσων ἡ Θεσσαλία. Ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν καὶ τῶν φόρων καταναλώσεως. 31,954,494 μέσος ὅρος τοῦ 1892–1896, ἐπηνωρθωμένος 32,336,000. Ἐκτίμησις τῶν ἐτῶν 1898 ἕως 1902 δραχ. 32,204,000. Ἐκτίμησις τοῦ ἔτους 1903, τοῦ τῆς ὑγείας, τοῦ ἕκτου ἔτους, δρ. 33,711,000. Εἰσπράξεις τοῦ 1898 δρ. 41,700,806. Κολοσσιαία διαφορά, δεικνύουσα, παρ’ ὅλας τὰς ἀφαιρέσεις, ἃς ὀφείλομεν νὰ καταλογίσωμεν ἐνταῦθα, διότι ἀθρόαι παρέστησαν αἱ ἀνάγκαι τότε, αἵτινες ἐπήνεγκον τὴν αὔξησίν τινων εἰσπράξεων, σπανίαν εὐρωστίαν· καὶ μετὰ τὰς ἀφαιρέσεις σπουδαιοτάτη, κατ’ ἀντιπαραβολὴν πρὸς τοὺς μέσους ὅρους, οὓς περιττὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν. Τέλη καὶ δικαιώματα. Ὑπελόγισεν ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τὰ ἔτη 1898 ἕως 1902 δραχ. 18,058,300, καὶ διὰ τὸ ἔτος 1903 δρ. 18,956,300. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1898 ἀνέβησαν εἰς 19,627,448, δηλαδὴ ὑπερτέρησαν καὶ τὸ διὰ τὸ ἔτος 1903 προβλεπόμενον ποσὸν, καὶ ὑπερτέρησαν αὐτὸ κατὰ 700,000. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς περιλαμβάνονται καὶ τὰ πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὴν τηλεγραφικὴν Διεθνῆ Ἑταιρείαν τηλεγραφικὰ τέλη, ἐνῷ ἐν τῇ εἰσπράξει τῆς σήμερον, ἣν ἀνέγνωσα, ταῦτα δὲν συμπεριλαμβάνονται, ταῦτα δὲ ἀποτελοῦσι ποσὸν σπουδαῖον 700,000, ὡς νομίζω, περίπου δραχμῶν. Ἐπὶ τῶν μονοπωλίων. Ἡ πρόβλεψις τῆς πενταετίας δραχ. 11,894,400, ἡ τοῦ ἔτους 1903 δραχ. 12,975,700, αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1898 δραχ. 12,377,306, καὶ δὲν περιλαμβάνεται ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος ἐπὶ τοῦ τιμήματος τῆς σμύριδος. Πρόσοδος δημοσίων κτημάτων, μεῖον τῆς σμύριδος. Πρόβλεψις διὰ τὴν πενταετίαν δραχ. 3,174,000, διὰ τὸ ἔτος 1903 δραχ. 3,485,000· εἰσπράξεις τοῦ 1898 δραχ. 4,159,411. Ἐπὶ προσόδων ἐξ ἐκποιήσεως δημοσίων κτημάτων αἱ προβλέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αἱ εἰσπράξεις σχεδὸν συμπίπτουσι, διότι αἱ προβλέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι καὶ διὰ τὰ ἓξ ἔτη αἱ αὐταί, 840,500, καὶ εἰσεπράξαμεν τὸ ἔτος 1898 δρ. 836,650. Ἐπὶ τοῦ Ζʹ κεφαλαίου, «ἀπόληψις ἐξόδων προϋπολογισμοῦ», αἱ προβλέψεις τῆς ἑξαετίας ὁλοκλήρου, σὺν καὶ τῷ 1903, εἶναι δρ. 1,250,000, αἱ δὲ εἰσπράξεις 1,619,569. Τὰ διάφορα ἔσοδα κλπ. προϋπελογίσθησαν εἰς δραχ. 1,803,500, εἰσεπράχθησαν δὲ 3,884,773. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἐκ τῶν 3,884,773 τούτων 2,200,000 δρ. περίπου ἀνάγονται εἰς εἰσπράξεις τῶν καθυστερούντων, αἵτινες ὑπελογίσθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον· ὥστε καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει μὲν ἴσως ὑπέρβασις ἀλλὰ μικρά. Διεθνῆ τηλεγραφικὰ τέλη. Εἶπον ὅτι περιελήφθησαν ἀνωτέρω· αἱ δὲ ἀποδόσεις εἶναι ἀνώτεραι τῶν 700,000, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου. Φαρικά. Ἐπὶ τῶν φαρικῶν αἱ προβλέψεις τῆς πενταετίας εἶναι 384,000, τοῦ 1903 δὲ 400,000. Ἐσεπράχθησαν τὸ 1898 δραχ. 422,416. Ἔσοδα στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, εἰσφορὰ ἀστυνομίας καὶ ἔκτακτα. Εἰς ταῦτα οἱ ὑπολογισμοὶ εἶναι μικρότεροι ἢ μεγαλείτεροι πρὸς τὰς εἰσπράξεις. Ἀλλὰ δὲν ἔχουσι σημασίαν, εἶναι ἀνάξια ἰδίου λόγου. Εἰδικώτερον δὲ ἐὰν ἀναλύσῃ τις τὰ τῶν ἐσόδων τούτων, ἀνατρέχων εἰς ἓν ἕκαστον τῶν σπουδαιοτέρων ἐσόδων, τῶν εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων, ἀναγνωρίζει ὅτι, ἐκτὸς τῶν κεφαλαίων τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀντισηκωμάτων, ἐν ᾧ εὑρίσκομεν εἴσπραξιν 200,000 περίπου κάτω τῶν προβλέψεων τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸ 1903, καὶ 70,000 περίπου κάτω τῶν προβλέψεων τῶν διὰ τὴν πρώτην πενταετίαν, ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων κεφαλαίων αἱ εἰσπράξεις εἶναι ὑπεράνω τῶν προβλέψεων. Ἀλλὰ κρίνω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ἐν λεπτομερείᾳ. Τοιαῦτα ἀπεδείχθησαν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους 1898, ἅτινα ἀποτελοῦσιν ἐπὶ πλέον κεφάλαιον εἰσπράξεων δραχ. 16,819,166, εἰσπράξεων ἁπασῶν συνήθων, τακτικῶν, ἐκτὸς ἴσως ποσοῦ τινος, ὅπερ δὲν δύναταί τις νὰ ἀναγάγῃ, ἄνευ ἀδικίας, πέραν τῶν 2,000,000, ὅπερ προῆλθεν ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, διότι ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς ἔχομεν 3,799,000, ταῦτα δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ἅπαντα ὡς τακτικὰ ἔσοδα, διότι μέρος μόνον ἐπαναλαμβάνεται κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἔχομεν λοιπὸν 16,819,000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον τῶν ὑπολογισθεισῶν εἰσπραχθὲν ἐκ τῶν διαφόρων κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ...
§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑμεῖς ἐλέγετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι κατὰ τὰς μελέτας τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπολογίζονται εἰς δραχ. 85,000,000 τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔσοδα· μάλιστα.
§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἤδη ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898, καθ’ ὃν τὰ ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 104,000,000.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§101ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 104,000,000, ὅσα ὑπελόγιζεν ἡ Ἐπιτροπὴ, ὑπάρχει διαφορὰ ἐκ δραχ. 19,000,000, καὶ οὐχὶ 14,000,000, ὡς εἴπετε;
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, 19,000,000. Εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις· 19,000,000. Ἀφαιρῶ ἐκ τούτων 2,000,000, ὥστε μένουσι 16 ἑκατομμύρια καί τινες χιλιάδες, ὡς 17 ἑκατομμύρια. Δηλαδὴ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1898 ὑπερέβησαν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ αὐτὰς τὰς προβλέψεις τὰς διὰ τὸ ἔτος 1903, διότι τὸ ὅλον τῶν γενομένων εἰσπράξεων ἀνέρχεται εἰς δραχ. 104,935,904. Τῆς Ἐπιτροπῆς αἱ προβλέψεις, αἱ διὰ τὸ 1903, ἦσαν δραχ. 100,267,000· τὰ ἔσοδα τὰ πραγματοποιηθέντα κατὰ τὸ 1898 εἶναι 104,935,904· διαφορὰ ἐπὶ πλέον τακτικῶν ἐσόδων, ἐὰν παραβάλωμεν πρὸς τὸ ἔτος 1903, δραχμαὶ 4,668,904 καὶ 19,379,404 ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς διὰ τὸ 1898 προβλέψεις. Ταῦτα ὅσον ἀνάγεται εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1898. Διὰ δὲ τὸ ἔτος 1899 ἡ Ἐπιτροπὴ, ὡς προεῖπον, ὑπελόγισε, μετὰ προσθήκης 4,000,000, ἔσοδα 89,369,640 δραχμάς. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἔτος 1899, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἔβη ἐπὶ τὰ ἴχνη τοῦ ἔτους 1898, καὶ τὸ ἔτος 1899, νομίζω ὅτι δύναταί τις σήμερον νὰ εἴπῃ, ὅτι θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἔσοδα, ὅσα τὰ τελευταῖον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὁρισθέντα, — καὶ ἴσως καί τι πρὸς, — 107,085,658, σὺν τῷ ἐσόδῳ τῷ ἐξ ἀντιτίμου τῆς σταφίδος τοῦ εἰς εἶδος φόρου 4 δραχμῶν ἑνὸς ἔτους, ὅπερ φρονῶ ὅτι μετὰ δικαιοσύνης δυνάμεθα νὰ παραδώσωμεν εἰς τὸ ἔτος 1899 διότι τὸ ἔτος 1899 περιλαμβάνει προβλέψεις περὶ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ἐν τοῖς ἄρθροις 6 καὶ 12 τοῦ Αʹ κεφαλαίου διὰ τὸ ὅλον ποσὸν, ἐν ᾧ συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ 4 δραχμαὶ τοῦ εἰς εἶδος φόρου. Ἀλλ’ ὅτε συμπεριελήφθη, καὶ διεβεβαίου ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει τὸ ποσὸν τοῦτο ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899, βεβαίως ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀπέχῃ τῆς βεβαιώσεως, ὅτι τὸ ποσὸν ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899, ὅτι ὅμως ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τῶν τριῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ φόρου, ὅστις ὀφείλεται εἰς τὸ Κράτος διὰ τὸ ἔτος 1899 ἐκ τῆς σταφίδος, διὰ λόγους δὲ ἀναγομένους εἰς τοῦ συστήματος τὸ περίπλοκον, οἵτινες δὲν ἐπιτρέπουσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ ἔχωμεν τὸ ἔσοδον τῆς χρήσεως, ὅπως καταλογίσωμεν αὐτὸ εἰς τὰς εἰσπράξεις, δίκαιον εἶναι, εὑρίσκοντες τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰσπραχθὲν βραδέως ἐκ τοῦ παρελθόντος, νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὸ ἐνταῦθα, ν’ ἀποχωρίσωμεν δηλαδὴ ἐκ τῶν 3,855,092 τὸ 1,285,000, νὰ θεωρήσωμεν τὰ 2,640,000 ὡς ἔκτακτον ἔσοδον, νὰ δεχθῶμεν δὲ τὸ 1,285,000 ὡς ἔσοδον τοῦ 1899. Τοῦτο δὲ δυνάμεθα μετὰ δικαιοσύνης καὶ ὀφείλομεν νὰ πράττωμεν κατ’ ἐξακολούθησιν δι’ ἕκαστον τῶν ἑπομένων ἐτῶν, λογίζοντες εἰς αὐτὸ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ προηγουμένου ἔτους μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ ὥρα — τὸ ταχύτερον, ὡς εὔχομαι, — τῆς ἐπαναφορᾶς τῆς προτέρας φορολογίας, διότι δὲν θέλομεν ἔχει ἀνάγκην τῆς σήμερον γινομένης παρακρατήσεως. Λοιπὸν καὶ τὸ ἔτος 1899, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, βαίνει ἐπὶ τὰ ἴχνη τοῦ 1898, καὶ θέλομεν πάντως ἔχει τὸ προϋπολογισθὲν ἔσοδον 107,085,658. Ἀλλὰ πῶς ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ περὶ τῶν τοιούτων εἰσπράξεων εἶναι ὀρθοί; Νομίζω ὅτι ἀποδεικνύεται δι’ ὀλίγων. Ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν ἡμῶν τοὺς πίνακας οἵτινες παριστῶσι τὰ κατὰ τοὺς δώδεκα μῆνας τῆς χρήσεως ἔσοδα τοῦ ἔτους 1898 καὶ τὰ κατὰ τοὺς δώδεκα πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους 1899. Κατὰ τοὺς δώδεκα πρώτους μῆνας τοῦ 1898 ἀπεδόθησαν ἔσοδα δραχ. 88,287,963, κατὰ τοὺς δώδεκα πρώτους μῆνας τοῦ 1899 ἀπεδόθησαν ἔσοδα δραχ. 93,208,838, ἐπὶ πλέον 4,920,875. Ἐκ τούτων θ’ ἀφαιρέσωμεν 3,855,092 διὰ φόρον τριῶν ἐτῶν τῆς σταφίδος, θὰ προσθέσωμεν 1,285,000 διὰ τὸ ἓν ἔτος, ὅπερ κατελογίσαμεν εἰς ὄφελος τῶν ἐσόδων τοῦ 1899, καὶ φθάνομεν εἰς πλεόνασμα εἰσπράξεων 2,310,872. Ταῦτα εἶναι τὰ ἔσοδα τὰ πραγματοποιηθέντα ἐντὸς τῶν δώδεκα πρώτων μηνῶν. Ἵνα δ’ ἐξεύρωμεν τὰς εἰσπράξεις τῶν δέκα ὑπολειπομένων μηνῶν, ὡς γνώμονα, νομίζω, καὶ τοῦτον τὸν γνώμονα ἔλαβε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς, ὁ ὁμιλήσας ἐξ ὀνόματος τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ...
§103ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§105ΝΕΓΡΗΣ. Ὅταν εὑρίσκητε αὐτὴν τὴν διαφορὰν κατὰ τὴν παραβολὴν τῶν δώδεκα μηνῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πέρυσι τὰ μονοπώλια σημειοῦσι μόνον ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1899 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου δραχμὰς 7,890,000, διότι εἰς τὸ Τμῆμα τὸ ἁρμόδιον δὲν εἶχον προφθάσει νὰ συντάξουν τοὺς λογαριασμοὺς, ἐνῷ αἱ ἀληθεῖς εἰσπράξεις εἶναι κατὰ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια μεγαλείτεραι.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο· δὲν πρόκειται νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ τοῦ ἔτους 1898, ὅπερ καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγορίας. Ἄν προέκειτο νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ τοῦ ἔτους 1898, ἤθελον εἴπει, ὅτι 1,285,000 ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι καὶ εἰς αὐτὸ, ἵνα ἀπαρτισθῇ πλῆρες τὸ κεφάλαιον τῶν ἐσόδων· ἀλλὰ τὸ ἔτος 1898 δὲν ἐνδιαφέρει εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Λοιπὸν, κατὰ τοὺς δέκα ὑπολειπομένους μῆνας τῆς δευτέρας διαχειρίσεως τῆς χρήσεως 1898 εἰσεπράχθησαν δραχ. 16,647,941, καὶ ἐσημειώθησαν ὡς εἰσπράξιμα τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898 15,950,759. Τὰ εἰσπράξιμα ταῦτα θέλομεν ἐξετάσει ποῖα, ἀπέναντι τῶν τοῦ ἔτους 1898, ποῖα ἦσαν κατὰ τὸ ἔτος 1899. Εἰσπράξιμα τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899 ἦσαν 11,415,000, ἤτοι 4,545,000 ὀλιγώτερα τῶν τοῦ ἔτους 1898· εἰς ταῦτα ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων, τὰς βεβαιώσεις ἐκ δραχμῶν 2,400,000, νομίζω, περὶ ὧν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀποτελοῦμεν οὕτως εἰσπράξιμα 13,815,607. Ἄν ἐπὶ τῶν 15,950,000 εἰσπραξίμων τοῦ ἔτους 1898 οἱ δέκα μῆνες ἔδοσαν 16,647,941, ἐπὶ τῶν 13,815,670 τῶν τοῦ ἔτους 1899 εἰσπραξίμων δυνάμεθα, μετά τινος εὐρύτητος, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀνακριβῶς, νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν 14,000,000...
§107Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ εἰσπράξιμα διὰ τοὺς δέκα μῆνας, καθόσον ὑπάρχουσι καὶ πολλὰ ἔσοδα μὴ βεβαιωθέντα ἐντὸς τῶν πρώτων δώδεκα μηνῶν τῆς χρήσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὰ εἰσπράξιμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899 παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ φόροι ἀβεβαίωτοι πολλῆς σπουδαιότητος, οἷον ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἄλλοι. Ὡς ἐκ τούτου τὰ εἰσπράξιμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899 δὲν πρέπει νὰ συγκρίνωνται πρὸς τὰ εἰσπράξιμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα ἐνεθυμούμην καλῶς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀλλαχοῦ μὲν ἐρχόμεθα κάτω, ἀλλαχοῦ δ’ ἐπάνω, συνεψήφισα ταῦτα, καὶ ἐνταῦθα λέγω τὰ συμπεράσματά μου μόνα, μὴ ἐπιμένων εἰς λεπτομερείας. Λοιπὸν, κατὰ ταῦτα, θέλομεν ἔχει 93,208,836 εἰσπραχθέντα, 14,000,000 εἰσπραχθησόμενα, τὸ ὅλον 107,208,836. Δηλαδὴ ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὃν ἐγὼ ἐξ ἰδίας μελέτης κατήρτισα, ἐπορίσθην συμπέρασμα, εὑρισκόμενον περίπου εἰς συμφωνίαν, μάλιστα δὲ καὶ μετά τινος ὑπερβάσεως, πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ταῦτα καὶ διὰ τὰ ἔσοδα τοῦ 1899. Ἐρχόμεθα νῦν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους 1900, ὅπερ ἰδίως ἐνδιαφέρει εἰς ἡμᾶς. Κατὰ τὸ 1900 τὰ ἔσοδα εἶναι, κατ’ ἐμὲ ὑπολογιστέα εἰς 108,135,159, συμπεριλαμβανομένου εἰς αὐτὰ καὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόσων χιλιάδων διὰ τὸν φόρον εἰς εἶδος τῆς σταφίδος τοῦ ἔτους 1899, οὐχὶ δὲ εἰς 112,206,849, ὅσα ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ ἐκτίμησις ἡ ἐμή, ἣν ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, εἶναι κατὰ ἓν ἑκατομμύριον περίπου ἀνωτέρα τῆς ἐκτιμήσεως, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἐπετρέπετο εἴς τινα νὰ δειχθῇ ὀλιγώτερον φειδωλὸς ἢ ὅσον ἐφάνη ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, καίτοι αὕτη ἐζύγισεν ἐν γένει μετὰ πάσης φρονήσεως καὶ μετὰ τῆς προσηκούσης εὐρύτητος τὰς προβλέψεις, ἃς ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Οἱ ἄμεσοι φόροι, κατ’ ἐμὲ, πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν ὡς μέλλοντες νὰ ἀπενέγκωσιν 21,500,000 δραχμὰς, δηλαδὴ ἔλαττον τοῦ προϋπολογισμοῦ 2,156,000 ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπελογίσθησαν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 2,220,000. Οἱ τελωνειακοὶ δασμοὶ καὶ φόροι καταναλώσεως 40,000,000 κατ’ ἐμὲ, δηλαδὴ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 482 χιλιάδας· καὶ τῆς μειονοψηφίας δὲ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ γνώμη συμπίπτει περίπου, ἐλαττοῦσα τὴν πρόβλεψιν κατὰ 500,000 δραχμάς. Τέλη καὶ δικαιώματα 19,527,400· ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 800,000, ὡς καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τὰ μονοπώλια, ὡς καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφίνω τὰ πράγματα ὅπως σημειοῖ αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις. Ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν δημοσίων κτημάτων 4,400,000, μετ’ ἐλαττώσεως 39,690 δραχ. μόνον, ἀντὶ τῶν 100,000, ἃς ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐσημείωσεν. Ἠλάττωσα δὲ τὸ ποσὸν μόνον κατὰ 39,000, ἀποβλέψας ἰδίως εἰς τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς δωρεᾶς Ζαρίφη, ὅπερ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προσαχθέντος εἰς ἡμᾶς πρὸς ψήφισιν ἀναβάλλεται. Ἐκποίησις ἀκινήτων 900,000 δραχμαί. Ἀφαιρῶ 151,000, ὅσας ἀφήρεσε καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀπόληψις ἐξόδων 1,800,000. Ἀφαιρῶ 142,000, ἐνῷ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἀφήρεσεν 738,000. Ἐκ διαφόρων ἐσόδων 3,200,000, ἐπὶ μεῖον 300,000, ἐνῷ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἀφήρεσε 500,000. Οὕτως αἱ ἀφαιρέσεις αἱ ἡμέτεραι συγκεφαλαιοῦνται εἰς 4,070,690 δραχμὰς, αἱ δὲ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς 5,010,070· καὶ ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς ἓν περίπου ἑκατομμύριον. Ἐρχόμενος, Κύριοι, εἰς τὰ ἔξοδα, ὀφείλω ν’ ἀναδράμω καὶ πάλιν εἰς τοὺς τύπους ἐκείνους τῶν προϋπολογισμῶν, ὧν ἐμνημόνευσα, προκειμένου περὶ τῶν ἐσόδων, ἵνα γινώσκῃ ἡ Βουλὴ ποῖαι ἦσαν αἱ σκέψεις τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, αἱ ἀπολήξασαι εἰς ἀπόφασιν ὑποχρεοῦσαν τὴν Ἑλλάδα, ὑποχρεωτικὴν ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, διότι τὰ ποσὰ τὰ ἐκεῖ ἀναγεγραμμένα ἦσαν ὅσα ἡ Ἑλλὰς ἐπίστευε τότε, καὶ σὺν αὐτῇ καὶ οἱ ξένοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσπράττωμεν, διότι τὰ ποσὰ ταῦτα, ἦσαν καὶ ἐκεῖνοι πεπεισμένοι, εἴμεθα καὶ ἡμεῖς πεπεισμένοι, ὅτι ὀφείλομεν νὰ δαπανήσωμεν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐκανόνισε καὶ τὸ ποσὸν τὸ προσδιοριστέον ὑπὲρ τῶν ξένων δανειστῶν καὶ τὸ τοῦ ἐν γένει δημοσίου χρέους, ὀφείλομεν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἀρκεσθῶμεν, μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ πλήρης ἡ θεραπεία καὶ ἀναλάβωμεν τὴν ὑγείαν ἡμῶν τὴν οἰκονομικὴν, ὄχι εἰς 61 ἑκατομμύρια τόσας χιλιάδας, ὡς προχθὲς εἶπε, κατὰ παραδρομὴν βεβαίως, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἀλλ’ εἰς 63,251,326....
§109Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον 61 ἑκατομμύρια καὶ 900 χιλιάδας διὰ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, δηλ. περὶ τὰ 62 ἑκατομμύρια.
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· διότι ἡ Ἐπιτροπή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συνταχθέντα, εὗρεν ἐν αὐτῷ τὰ 61 ταῦτα ἑκατομμύρια καὶ ἐσημείωσεν, αὐτὰ ἰδιαιτέρως ἐν τῷ ὑπολογισμῷ αὐτῆς, ἀλλὰ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς νέας ἀνάγκας, τάς τε ἐκ τοῦ νόμου τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰς ἕνεκα τοῦ νόμου τῆς ἀστυνομίας, προσέθηκε, διὰ τοὺς δύο τούτους λόγους, καὶ 1,300,000. Τοῦτο λέγεται ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι τὸ παρεβλέψατε. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἀγνοῆτε.
§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ σχεδίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ κατένειμε τὰς δαπάνας εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, δὲν ἔλαβα δὲ ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὡς ἐπιπρόσθετον ἔξοδον προσέθηκεν ἡ Ἐπιτροπή, ὅπως ἀποτελέσῃ τὸ ποσὸν τῶν 63 ἑκατομμυρίων καὶ 300 χιλιάδων, τὸ ὁποῖον δὲν κατένειμεν εἰς ὅλα τὰ κεφάλαια τῶν δαπανῶν.
§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν προσδιώρισεν ἡ ἐπιτροπὴ ὡς δαπάνας, εἰς ἃς ἀναγκαίως ὀφείλει νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος, μὴ δυνάμενον νὰ ὑπερβῇ αὐτάς, 63,251,000. Καὶ παρατηρήσατε, παρακαλῶ, Κύριοι, πῶς προβαίνει εἰς τὰ τῶν δαπανῶν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἀφοῦ γινώσκετε ἤδη, πῶς προέβη εἰς τὰ τῶν ἐσόδων. Τὸ πρῶτον ἔτος δραχ. 63,251,000, τὸ δεύτερον ἔτος, τὸ 1899, δραχ. 63,551,000, τὸ τρίτον ἔτος, τὸ ἔτος 1900, δραχ. 63,851,000, τὸ 1901 δρ. 64,151,000, τὸ 1902 δραχ. 64,451,000. Τὸ 1903 δραχ. 64,751,000. Εἶναι σπουδαιότατον τὸ πρᾶγμα, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπελόγισεν ὁποία ἔδει νὰ ἦναι ἡ πορεία τῆς Ἑλλάδος, ὁποία ἔδει νὰ ἦναι ἡ πολιτεία αὐτῆς ἡ περὶ τὰς δαπάνας κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα, τὰ πέντε πρῶτα, καὶ κατὰ τὸ ἕκτον, καθ’ ἃ ἡ Ἑλλὰς βεβαίως ἤθελεν ἐξακολουθήσει διατελοῦσα ὑπὸ θεραπείαν λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικοῦ τραύματος, τοῦ καιρίου τραύματος, ὅπερ ἔλαβε καὶ ἕνεκα τοῦ πολέμου καὶ ἕνεκα τῆς στάσεως τῶν πληρωμῶν. Ἡ Ἐπιτροπή, ὅτε τοὺς προϋπολογισμοὺς τούτους διετύπου, ἐφρόντιζε καὶ νὰ λέγῃ διατὶ διετύπου αὐτοὺς οὕτω, καὶ προκειμένου περὶ τῶν ἐξόδων δὲν ἐπήδα ἀπὸ ἑκατομμυρίων εἰς ἑκατομμύρια,—κατὰ 4,000,000, κατὰ 3 ἑκατομμύρια, ὡς βλέπετε ὅτι ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἔπραξεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος,—ἀλλ’ ἀνέβαινεν ἠρέμα ἀπὸ 300,000 εἰς 300,000. Ὑπελόγιζεν ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς Κράτος σωφρονοῦν, μεθ’ ὅσα παθήματα ὑπέστη, δὲν ἐπετρέπετο κατὰ τὸν χρόνον τῆς θεραπείας, κατὰ τὸν χρόνον τῆς διαίτης, εἰς ἣν συνεβούλευε τὴν Ἑλλάδα νὰ ὑποβληθῇ, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἔχῃ αὔξησιν δαπανῶν συνήθων πέραν τοῦ ½% κατ’ ἔτος, καὶ ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει λέγει, ὅτι αἱ προβλέψεις περὶ αὐξήσεως δαπανῶν κατὰ τὴν πενταετίαν ταύτην γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ½% κατ’ ἔτος· τοῦτο μόνον ἐθεώρει σῶφρον ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ γένηται ὑπὸ Κράτους παθόντος οἰκονομικῶς, ὡς ἡμεῖς ἐπάθομεν. (Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκτίμησις αὕτη, ἐὰν προσθέσωμεν καὶ 2,350,000 δραχμὰς ἐκτάκτων δαπανῶν, ἀναγομένων εἰς ἐκτέλεσιν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων, συνᾴδει, πλὴν μικρᾶς διαφορᾶς 300,000 δραχμῶν, πρὸς τὴν παραδεδεγμένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898 καταρτισθέντι σχεδίῳ προϋπολογισμοῦ».—Βλέπετε, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς καὶ αἱ ἐκτιμήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς συνεφώνουν πρὸς τὸν τῆς τότε Κυβερνήσεως, μετὰ διαφορᾶς μόνης 300 χιλιάδων δραχ. — «Διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπέθετεν, ὅτι αἱ συνήθεις δαπάναι ἤθελον κανονικῶς αὐξάνεσθαι κατὰ 0,50% (κατὰ ½% δηλαδὴ), ἤτοι κατὰ 300,000 περίπου ἐτησίως. Καὶ οὕτως ἤχθη εἰς τοὺς ἑπομένους ὑπολογισμούς... Ἐνταῦθα δ’ ἔχετε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν δαπανῶν κατ’ ἔτος, ὧν πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα πρὸς ὑμᾶς. Τοιαύτη ἦτο ἡ πρόβλεψις τῆς Ἐπιτροπῆς, τοιαύτη ἡ πρὸς ἡμᾶς ὁδηγία τῆς Ἐπιτροπῆς, τοιαύτη ἡ συμβουλὴ καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς φρονήσεως. Θέλομεν δὲ ἴδει, μεταβαίνοντες κατωτέρω, κατὰ πόσον ἡμεῖς πρὸς τὴν συμβουλὴν ταύτην συνεμορφώθημεν. Ἡ Ἐπιτροπὴ, τοιαῦτα συμβουλεύουσα καὶ τοιαῦτα ἀποφασίζουσα, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 85,000,000 διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, τῶν 87,000,000 διὰ τὸ δεύτερον, καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρι τοῦ 1902 συμπεριλαμβανομένου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἀμφότερα ταῦτα, καὶ εἰς καταβολὴν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ δημόσιον χρέος καὶ εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν διαφόρων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, καὶ προέβλεψεν ἐλλείμματα,—τὰ ἐλλείμματα ἀκριβῶς ἦσαν ἡ ἀνοικτὴ πληγὴ, ἧς ἡ θεραπεία εἶχεν ἀνάγκην πενταετίας, ὅπως ἐπέλθῃ καὶ ἐπούλωσις,—καὶ ὑπελόγισε τὸ ἔλλειμμα, τὸ μὲν πρῶτον ἔτος εἰς 6,504,000, τὸ δὲ δεύτερον ἔτος εἰς 2,050,000, τὸ τρίτον ἔτος εἰς 4,587,000, τὸ 1901 εἰς 1,465,000, τὸ 1902 εἰς 817,000, τέλος δὲ τὸ 1903 ἄνευ ἐλλείμματος. Ἀλλὰ δὲν ὑπελόγισε μόνον τὰ ἐλλείμματα, ἅτινα οὕτω κατένειμεν εἰς τὰ ἔτη· ὑπελόγισεν ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐλλειμμάτων τούτων ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπικουρίας, καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐπικουρία αὕτη ἐπεβάλλετο ὑπὸ ἀνωτέρας ἀνάγκης, ἐμερίμνησε περὶ ἀναγραφῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως δοθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκτὸς τῶν 150,000,000 φράγκων, τῶν δανεισθέντων διὰ τὴν ἔκτακτον τῆς ἀποζημιώσεως ἀνάγκην καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν, καὶ ἕτερα 20 ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων, ὅπως ἐπουλωθῶσιν αἱ πληγαὶ, ἂν οἱ πόροι τοῦ Κράτους, ὡς προεβλέποντο, δὲν ἐπήρκουν. Καὶ διὰ τοῦτο ἔχετε εἰς τοὺς τύπους τούτους ἀναγεγραμμένα καὶ τὰ ποσὰ, ἅτινα ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπελόγιζεν ὅτι ἤθελον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα καταβληθῆ ἐκ δανείου. Κατὰ τὸ 1898 ὑπελόγισε δόσιν ἐκ τοῦ δανείου τούτου 4,425,000, κατὰ τὸ 1899 δόσιν 8,000,000· καὶ ἐπειδὴ εἶχον ἐκτὸς τῶν δύο τούτων ποσῶν πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὰ ἀπροσδόκητα, διὰ τοῦτο καὶ ἀνεβίβασαν τὸ ποσὸν, τὸ ἐν ἀνάγκῃ παραχωρητέον δανειακῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἐπικουρίαν, ὅπως ἀνακύψῃ ἐκ τῆς ἀσθενείας, ἐν ᾗ διέκειτο, εἰς 20 ἑκατομμύρια. Εἶχε δὲ καὶ ἄλλην πρόνοιαν ἡ Ἐπιτροπὴ, δοῦσα καὶ νέας ἐνδείξεις ἐνδιαφέροντος, τὴν πρόνοιαν νὰ ὑποδείξῃ, νὰ συμβουλεύσῃ, διὰ τρόπου μὴ θίγοντος τὴν φιλοτιμίαν τῶν Ἑλλήνων κυβερνητῶν καὶ τῆς χώρας, τὰ τῆς περαιτέρω πορείας, πρὸς ἐπίτευξιν θεραπείας καὶ ἄφιξιν εἰς τὸ σταθερὸν ἰσοζύγιον. Συνεβούλευσεν, ὑπέδειξε μετρίαν ὕψωσιν φόρων τινῶν, καὶ ὥρισεν εἰδικώτερον τοὺς φόρους, οἵτινες, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς, ἦσαν δεκτικοὶ μετρίας αὐξήσεως, τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου, μετὰ τροποποιήσεως καί τινων εἰσαγωγικῶν δασμῶν. Ἐκ ταύτης δὲ τῆς μετρίας ἀναθεωρήσεως τῶν φορολογικῶν ἡμῶν νόμων ὑπελόγιζεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκτηθῇ προσαύξησις 3,550,000 δραχμῶν. Ὑπελόγισε καὶ προσαύξησιν τριῶν ἑκατομμυρίων ἐκ τῆς φυσικῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων, οὕτως ὥστε κατὰ τὸ 1903 νὰ ἔχωμεν δραχ. 6,500,000 ἐπὶ πλέον, ἅτινα ἠσφάλιζον, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς, τὴν Ἑλλάδα ἐν τῷ σταθερῷ ἰσοζυγίῳ, ἂν ἡ Ἑλλὰς, σωφρονοῦσα, περιώριζε τὰς ἀνάγκας αὑτῆς, δὲν ἔπλαττε νέας, καὶ ἀπέφευγεν ἰδίως τὰς ἐκτάκτους δαπάνας· διότι ὑπάρχει ῥητὴ τοιαύτη δήλωσις, ὅτι ἐν τῇ διατυπώσει τῶν προϋπολογισμῶν τῆς πενταετίας ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε ν’ ἀποβλέψῃ εἰς μόνας τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας, τὰς τακτικὰς δαπάνας, καὶ ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν ἔκτακτον· —ῥητὴ συμβουλὴ τῆς Ἐπιτροπῆς. Κύριοι, ὅπως ἐφαρμόσωμεν τὰς προβλέψεις τῆς ξένης Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ὅπως ῥυθμίσωμεν τὰ τῶν ἐξόδων ἡμῶν, ὅπως κανονίσωμεν αὐτὰ ἀσφαλῶς, προφανὲς ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν ἐκεῖναι, ἃς δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν· καὶ πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς ἄλλο θέμα, νομίζω ὀρθὸν νὰ καθαρίσω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὑποχρέωσις παγία καὶ ἀνεπίδεκτος μεταβολῆς, μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θέλουσιν ἴσως ἀπαλλαχθῆ οἱ ἀπόγονοι ἡμῶν, εἶναι ἡ τοῦ δημοσίου χρέους. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἔχομεν ἀναγεγραμμένην εἰς τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου, εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν παλαιῶν δανείων, ἔχομεν αὐτὴν κατ’ ἔτος ἀναγραφομένην εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Κατὰ τὸ 1898 ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἀνέβαινεν εἰς 29,819,279, κατὰ τὸ 1899 εἰς 30,231,422, κατὰ τὸ 1900 προβλέπονται 32,609,650. Ἔχομεν καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις, ἀνεπιδέκτους περιορισμοῦ, τὰς εἰδικῶς λεγομένας «Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους», αἵτινες, κατὰ τὸν μέσον ὅρον, τὸν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὁρισθέντα, τῶν ἐτῶν 1892–1896, ἀνέβαινον εἰς δραχμὰς 7,246,593, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1896, ὅπερ χρήσιμον εἶναι νὰ ἴδωμεν ἐνταῦθα πρὸς ἀντιπαραβολὴν, ἀνέβαινον εἰς 7,811,269, κατὰ τὸ ἔτος 1897 εἰς 7,952,473, κατὰ τὸ ἔτος 1898,—ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπολογισμῶν, ἔχομεν δὲ καὶ τοῦ ἔτους 1898 τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, — εἰς 8,200,175. Κατὰ τὸ 1899 ὁ προϋπολογισμὸς προέβλεπεν 8,688,123, διὰ δὲ τὸ 1900 προϋπολογίζονται 8,654,113. Οὕτω, μεταξὺ τοῦ μέσου ὅρου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ προϋπολογιζομένου διὰ τὸ 1900, καθὼς καὶ τοῦ προϋπολογισθέντος διὰ τὸ 1899, ὑπάρχει διαφορὰ ἀνωτέρα τοῦ ἑκατομμυρίου, ἑνὸς ἑκατομυρίου καὶ τετρακοσίων τόσων χιλιάδων· ὅ ἐστὶν ἐν διαστήματι τετραετίας ἐπῆλθεν αὔξησις ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου. Οὕτως ἐν ἔτει 1898 ἐκ τῶν δύο τούτων κεφαλαίων εἴχομεν ποσὸν ἀπαραιτήτων ὑποχρεώσεων 39 περίπου ἑκατομμυρίων, ὅπερ, ἀφαιρούμενον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ ἔτους ἐκείνου, κατέλιπεν ὑπὲρ τῶν λοιπῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους—καὶ τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ κρατήσωμεν καὶ ἐνθυμώμεθα, — 72,321,977, κατέλιπε δηλαδὴ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀντὶ 63,251,326, ἑβδομήκοντα δύο ἑκατομμύρια τριακοσίας εἴκοσι μίαν χιλιάδας.
§113Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὰ 63,250,000 περιλαμβάνονται καὶ αἱ ὑποχρεώσεις;
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, εἰς τὰ 63,251,000 περιλαμβάνονται καὶ αἱ ὑποχρεώσεις· θέλω δὲ εἴπει μετ’ ὀλίγον, ποία εἶναι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν καὶ τούτων ἡ διαφορά. Τὸ ἔτος 1899, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δύο τούτων κεφαλαίων, ὑπολείπονται 68,166,113. Κατὰ τὸ 1900, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν, τῶν τελευταίων, τῆς Κυβερνήσεως, θέλουσιν ὑπολειφθῆ ὑπὲρ τῶν δημοσίων ἀναγκῶν 70,932,416, δηλ. στρογγύλως 71,000,000· τουτέστιν ἔχομεν διαφορὰν δεκάδος καὶ ἄλλων ἐπὶ πλέον ἑκατομμυρίων ἀπὸ τῶν ὑπολογισμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς μέχρι τῶν ποσῶν, ἅτινα ἐκ τῆς νέας καταστάσεως τῶν πραγμάτων, τῆς ἀπροσδοκήτου, προκύπτουσι.
§115Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὥστε ἡ διαφορὰ εἶναι καθ’ ὑμᾶς 9,000,000.
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ, εἶπον, εἶναι περισσότερα.
§117Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε καὶ ἐκ τῶν δύο ὑπολογισμῶν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους.
§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ 1898 τὰ ἔξοδα εἶναι δραχ. 110,341,000· ἀφαιροῦνται 8,200,000 διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἔχομεν 102,141,000· ἀφαιροῦνται 29,829,000 διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἔχομεν ὑπόλοιπον ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν 72,321,000 δραχμάς. Τὸ 1899 ἔξοδα ἐν γένει εἶναι 107,085,000, ὑποχρεώσεις 8,868,000, ὑπόλοιπον 98,397,000 δραχμῶν· ἀφαιροῦνται τὰ τοῦ δημοσίου χρέους 30,231,000, καὶ μένουσιν ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν δραχ. 68,166,000. Ἄρα μεταξὺ 63,251,000...
§119Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταξὺ τῶν 63,000,000 περιλαμβάνονται καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους.
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο εἶπον ἤδη πρὸ μικροῦ, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ διέκοψε.
§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφαιροῦντες τὰς ὑποχρεώσεις ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ 1898, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε αὐτὰς καὶ ἐκ τῶν ὑπολογισμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφαιροῦντες δ’ αὐτὰς, δὲν ἔχετε πλέον 63,000,000, ἀλλ’ ἔχετε μόνον 56,000,000. Ὥστε θὰ γείνῃ ἡ σύγκρισις μεταξὺ 56,000,000 τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως τοῦ 1898, ἄνευ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους.
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου περὶ τοιαύτης σκέψεως, ἡ ἐπανόρθωσις ὑμῶν ἦτο ἀναγκαία.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀφορμὴ εἶναι διότι ἐλάβετε ὡς βάσιν τὰς γνώμας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ πάντοτε, ὁσάκις ἐπραγματεύθην τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, ἔλαβον ὡς βάσιν τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, κεχωρισμένας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, ὁ προσδιορισμὸς αὐτῆς, αἱ μεταβολαὶ αὐτῆς δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν θέλησιν ἡμῶν· εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωμεν ὡρισμένα ποσὰ, διότι τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους δυνάμεθα νὰ τὰς αὐξομειώνωμεν ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Λοιπὸν, ἂν λάβητε αὐτὴν τὴν βάσιν, θὰ ἴδητε ὅτι 112,000,000 εἶναι τὰ ἔξοδα τοῦ 1900. Ἂν ἀφαιρέσητε 32,000,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, μένουν 80 ἑκατομμύρια. Τουλάχιστον τὰ 80,000,000 εἶναι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὰ διανεμόμενα εἰς τὰς διαφόρους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους.
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ αὐτὸ θέλω φθάσει. Ἔλαβον ὡς βάσιν τὸν ὑπολογισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν πολιτεία σήμερον ἔχει ὑποχρεωτικὸν ἔδαφος, τὸ πλασθὲν ὑπὸ τῶν τελευταίων περιστάσεων· ἀλλ’ εἰς τὸ συμπέρασμα θέλομεν πάντες συμφωνήσει, καὶ ἐκεῖ, ὅπου καὶ ὑμεῖς λέγετε, θέλω καταλήξει, θέλω δὲ καταλήξει, ἔχων συνεπίκουρον εἰς τὰς γνώμας μου ἐκεῖνο τὸ ἵδρυμα, ὅπερ ἔπλασε τὴν παροῦσαν κατάστασιν, εἶχε γνῶσιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ δώσῃ γνώμην. Ἔρχομαι νῦν, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω ἡνωμένα ἔσοδα καὶ ἔξοδα τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899, — θέλομεν δὲ ἴδει βραδύτερον τὰ τοῦ 1900. Τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ 1898 ἐν τῇ ἀλληλουχίᾳ αὐτῶν κατέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα, καίτοι τὰ ἔσοδα ἦσαν ἐξαιρετικῶς ἄφθονα, εἰς ἀποτέλεσμα ἐλλείμματος 5,402,527. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δικαιολογεῖται πληρέστατα, διότι ἓν μόνον κονδύλιον ἂν λάβητε, τὸ τῆς προνοίας τῆς κυβερνητικῆς ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, —μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἄλλας παντοίας ἀνάγκας, Κρητικῶν βοηθειῶν καὶ τῶν ἄλλων, ἅτινα ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεβίβασε, νομίζω, ἐν ὅλῳ εἰς 20 ἑκατομμύρια, — ἓν μόνον κονδύλιον ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἐξαιρετικῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης, μὴ ἐπαναληφθησομένης, καλύπτεται τὸ ἔλλειμμα τοῦτο· διότι πρὸς ἐπικουρίαν καὶ θεραπείαν τῶν παθημάτων τῆς Θεσσαλίας τὸ Κράτος ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸ εἰς ἀναστολὴν εἰσπράξεων καὶ ἀπαλλαγὴν ἀπὸ φόρων, τοῦτο δ’ ἐμείωσε τὰ ἔσοδα, καὶ εἰς προκαταβολὰς πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς καὶ εἰς δάνεια ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, καὶ ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα δαπανῶν. Λοιπὸν τὰ 5,402,000 εἶναι ἔλλειμμα ὀφειλόμενον ἐντελῶς εἰς ἐκτάκτους λόγους, καὶ δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ καθαυτὸ εἰς τὸ 1898· ὡς ἔχει, ἀποτελεῖ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐκκαθαρίσεως, ὑπόλοιπον, ὅπερ καὶ δὲν ἐξηντλήθη ἐντελῶς, διότι ἔμεινε καί τι μέρος εἰς βάρος τοῦ 1899. Τὸ ἀποτέλεσμα ἄρα τῆς λειτουργίας ἐσόδων καὶ ἐξόδων κατὰ τὸ ἔτος 1898 κατέλιπεν ὑπὲρ τῶν δημοσίων ἀναγκῶν, — συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους 8,500,000,—ἐπὶ πλέον τῶν 63,251,000, τῶν ὑπολογισθέντων ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, 17 ὅλα ἑκατομμύρια. Καὶ τὸ 1898 ἀπέδειξεν οὕτως, αὐτὸ εὐθὺς τὸ πρῶτον ἔτος, ὅτι καθίστατο ἐντελῶς περιττὴ ἡ ἐπικουρία τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων φράγκων. Περὶ τῶν 20 τούτων ἑκατομμυρίων ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται ἡ Ἐπιτροπὴ (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ πρέπει, ἐκτὸς τούτου, νὰ προβλέπωμεν ἐλλείμματα διὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ ἑπόμενα, ἐλλείμματα, ὧν τὸ σύνολον, ὡς θέλομεν ἴδει, δυνατὸν νὰ ἀνέλθῃ μέχρι τῶν 30 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἢ 20 ἑκατομμυρίων φράγκων. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε τὸ ποσὸν τοῦτο πραγματοποιητέον διαδοχικῶς, κατὰ λόγον τῶν ἀναπτυσσομένων ἀναγκῶν, εἴτε εἰς χρυσὸν εἴτε εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διὰ δανείων, δι’ ἃ θέλει ζητηθῆ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ συγκατάθεσις τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου.» Προεβλέφθη λοιπὸν ἐπικουρία 20 ἑκατομμυρίων φράγκων, δοτέα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν συμφωνῇ ὁ Ἔλεγχος, κατὰ δόσεις, ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι ἤθελον παρασταθῆ ἐπιτακτικαί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκτιμήσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογισμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς ταῦτα τὰ κενὰ, ἂν τὰ πράγματα δὲν διέψευδον τὰς περὶ αὐτῶν προβλέψεις, ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ ὁμὰς τῶν ξένων Δυνάμεων, ἥτις ἐγκατέστησε τὸν ἔλεγχον, νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ διευκολύνσεως δανειακῆς, ὁμοίας πρὸς ἐκείνην, ἣν ἔδωκεν ἡμῖν διὰ τῶν 150 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ εὐτυχῶς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι τοιαῦτα κενὰ δὲν ὑπάρχουσιν· ἀπέδειξε τοῦτο καὶ τὸ 1898, ἀπέδειξε καὶ τὸ 1899, θέλει ἀποδείξει τὸ αὐτὸ καὶ τὸ 1900. Καὶ ἀφοῦ τὰ πράγματα τοῦτο ἀπέδειξαν, ἔχομεν ν’ ἀναγράψωμεν ἐνταῦθα τὸ εὐτύχημα, ὅτι δὲν θέλομεν πράξει τι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι, ὅπερ νὰ ὑποχρεώσῃ τὰς Δυνάμεις νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς τὰ 20 ἑκατομμύρια, ἐπεκτεινομένου, κατὰ λόγον καὶ τούτου τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς ἐλέγχου, καὶ παρατεινομένης τῆς διαρκείας αὐτοῦ. Ἀληθὲς εὐτύχημα. Ἀλλὰ τὸ εὐτύχημα τοῦτο δὲν προέρχεται μόνον ἐκ τοῦ ὅτι τὰ ἔσοδα ἀπεδείχθησαν ἀνώτερα καὶ ἐπήρκεσαν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, μὴ καταλιπόντα ἐλλείμματα, προέρχεται καὶ ἐκ τοῦ ἀτυχήματος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐξελθοῦσα τῆς πορείας τῆς διαγεγραμμένης εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν προϋπολογισμῶν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ τὰ ἐλλείμματα ἐκεῖνα, ἅτινα προέβλεψεν ἡ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ πλάττετε ὑμεῖς ἄλλα νέα ἐλλείμματα. Εἰς νέα δὲ ἐλλείμματα δὲν θέλετε εὕρει κανένα πρόθυμον, ὅπως ἐπέλθῃ ὑπὲρ αὐτῶν ἐπίκουρος εἰς ἡμᾶς, ἂν μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη εὑρεθῶμεν πρὸ στενοχωριῶν. Ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐλλειμμάτων τούτων καταφύγωμεν πρὸς τὰς Δυνάμεις, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν ἐνταῦθα, καὶ εἴπωμεν πρὸς αὐτάς: «Ἔχομεν ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1900, ἔχομεν ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1901», αἱ Δυνάμεις θέλουσιν ἀπαντήσει πρὸς ἡμᾶς βεβαίως: «Ἡμεῖς πρὸς τοιαῦτα ἐλλείμματα δὲν ἀνελάβομεν ὑποχρέωσιν· ἀνελάβομεν πρὸς σὲ ὑποχρέωσιν διὰ τὰ ἐλλείμματα ἐκεῖνα, ἅτινα οἱ ἡμέτεροι προϋπολογισμοὶ περὶ τῶν ὑποθέσεών σου παρεσκεύαζον· ἀλλὰ διὰ τὰ ἐλλείμματα τὰ προκείμενα, ἂν ἔχῃς σκοπὸν νὰ ἐπαρκέσῃς εἰς αὐτὰ, εὑρὲ σὺ τὸν τρόπον, ὅπως ἐπαρκέσῃς»...
§125Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Βουλευτά, ἔχετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολύ;
§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποθέτω. Δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελον ὁμιλήσει τόσον πολύ.
§127Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διακόψῃ καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔλεγον ὅτι τὸ 1898, παρὰ τὰς ἀπροσδοκήτους μεγάλας εἰσπράξεις καὶ τὰς μεγάλας ἐλπίδας, ἀπέληξεν εἰς ἔλλειμμα 5,400,000, ἕνεκα δαπανῶν γενομένων διὰ λόγους, οἵτινες δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναληφθῶσιν· ὅτι καὶ τὸ ἔτος 1899 θέλει καταλήξει εἰς παραπλήσιον ἔλλειμμα, ἀλλ’ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸ μέγα μέρος τοῦ ἐλλείμματος παρήγαγον δαπάναι οὐχὶ ἕνεκα λόγων ἐξαιρετικῶν τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ εἰς ἄλλας προσθέτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐνῷ διὰ τοιαύτας ἀνάγκας πρόβλεψις δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ μελέτῃ καὶ τοῖς ὑπολογισμοῖς τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς· ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ἐν τῇ μελέτῃ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, προεῖδεν ἐλλείμματα ἀνώτερα τῶν ἐν ὁμαλοῖς χρόνοις καὶ ἕνεκα τῆς ἐπιδράσεως τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ἀτυχημάτων εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῶν δυσαρέστων ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἐπῆλθον εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Πολιτείας διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, καὶ προσέτι λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ τῆς αὐστηρᾶς διακανονίσεως τῶν κατ’ αὐτήν· ταῦτα δὲ τὰ πιθανὰ ἐλλείμματα προενόησεν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπή,— καὶ ἡ πρόνοια αὕτη ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, — νὰ καλύψῃ κατὰ δόσεις, διὰ δανείου, κατ’ ἀνώτατον ὅρον ὁρισθέντος εἰς 20 ἑκατομμύρια δραχμῶν χρυσῶν. Ἂν εἰς τὴν πρόνοιαν ταύτην ἐπήρχετο ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν, ἠθέλομεν ἔχει νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸν ἐτήσιον ἡμῶν προϋπολογισμὸν καὶ ἓν ἑκατομμύριον φράγκων ἐπὶ πλέον κατ’ ἔτος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· ἀλλὰ τοῦ βάρους τούτου εἴμεθα εὐτυχῶς ἀπηλλαγμένοι, δι’ οὓς λόγους εἶπον πρότερον καὶ προσέτι διότι παρῆλθεν ἤδη ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἠδυνάμεθα τελεσφόρως νὰ σκεφθῶμεν περὶ τούτου, δηλαδὴ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔδαφος τὸ παρασκευασθὲν μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ὑπὸ τῶν ἀποφάσεων τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, τί ἐποριζόμεθα ἐκ τῶν διδαγμάτων καὶ τῶν ἐνδείξεων, ἃς αἱ ἀποφάσεις αὗται παρῆγον; Ἐποριζόμεθα τὴν σκέψιν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀνάγκη διὰ τὰ προσεχῆ πέντε ἔτη προσοχῆς, περισκέψεως εἰς τὰ διαβήματα ἡμῶν περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἡμετέρων δαπανῶν. Εὐθὺς ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις δὲν ἦτο πλήρης οὐδὲ μετὰ τὴν πάροδον τοῦ ἔτους 1898, καὶ ὅτι ὑπελείποντο βάρη μέλλοντα νὰ βαρύνωσι καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899. Καὶ τῶν βαρῶν τούτων τὰ ἴχνη εὑρίσκονται εἰς τοὺς νόμους, οὓς ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ 1899, δι’ ὧν ἀπηλλάξαμεν τοὺς φοιτητὰς ἀπὸ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, δι’ ὧν ὡρίσαμεν ποσὸν σπουδαῖον δι’ ἀνοικοδόμησιν ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡρίσαμεν ἀπόδοσιν ἀντισηκωμάτων εἰς τοὺς διαθεσίμους τοῦ 1897, ἐκτὸς ὅσων ἔμενε νὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ἐφέδρων τοῦ 1897 καθ’ ὅλον τὸν Ὀκτώβριον, δι’ ὧν ἤλθομεν πρὸς τούτοις νὰ προνοήσωμεν περὶ αὐξήσεως δαπανῶν διὰ προσθήκης εἰς τὰς συντάξεις τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν πεσόντων ἐν τῷ πολέμῳ κτλ. Πάντα ταῦτα παρήχθησαν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ τελευταίου πολέμου. Πλὴν τούτου, ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπεβαρυνόμεθα περισσότερον ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, διότι, ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἦσαν κατὰ τὸ 1898 ηὐξημέναι κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἐπὶ πλέον ἢ κατὰ τὸ ἔτος 1896. Μέγα μέρος τῆς αὐξήσεως ἐκείνης ὀφείλεται εἰς τὰς συντάξεις τὰς ψηφισθείσας διὰ τοὺς πεσόντας ἐν πολέμῳ καὶ τὰς παραχθείσας ἕνεκα τῆς ἀποστρατεύσεως πολλῶν ἀξιωματικῶν μετὰ τὰ διδάγματα τοῦ πολέμου, βάρος, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν καθ’ ἣν ὥραν ἐψηφίζομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1899. Ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτε ἐψηφίζομεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, τὴν βεβαιότητα προσεχοῦς ὑψώσεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς, διότι ἦτο φανερὸν, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἐκλίπει τὸ ἀπόθεμα τοῦ δανείου τῶν 150 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, ἠθέλομεν κατ’ ἀνάγκην καταφύγει διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς εὕρεσιν συναλλάγματος, ἡ δὲ τοιαύτη ζήτησις πάντως ἤθελεν ἐπιφέρει ὕψωσιν τοῦ χρυσοῦ, ἣν δὲν εἴχομεν καθ’ ὃν χρόνον ἐποριζόμεθα αὐτὸν ἐκ τῶν ἀποθεμάτων τοῦ δανείου. Τοῦτο δ’ ἔπρεπεν ἔτι μᾶλλον νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, καθόσον τὸ ἔτος τὸ περυσινὸν ἦτο γνωστὸν ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐνεφανίζετο ὡς πρὸς τὰ κεφάλαια τὰ παραγωγικὰ ἀφθονίας χρυσοῦ ἐν Ἑλλάδι· καὶ ἐννοῶ τὴν σταφίδα καὶ τὸν σῖτον. Ἡ μὲν σταφὶς εὑρίσκετο ὑπὸ κρίσιν οἰκονομικὴν τοιαύτην, ὥστε ἠναγκαζόμεθα πέρυσι νὰ ψηφίσωμεν ἔκρυθμον νόμον, κανονίζοντα τὰ τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ δέκα ἔτη, τὸν δὲ σῖτον, καὶ διότι ἡ Θεσσαλία δὲν ἦτο ἀποδεδομένη εἰς ἡμᾶς ἐγκαίρως, καὶ διότι ἐν αὐτῇ ἡ καλλιέργεια δὲν ὑπῆρξε πλήρης, καὶ διότι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ὑπῆρχε τοιαύτη ἀκαρπία, ὥστε νὰ γεννᾶται κίνδυνος σιτοδείας, τὸν σῖτον, ἐπιλείποντα εἰς μέγα ποσὸν, ἠναγκαζόμεθα νὰ εἰσάγωμεν περισσότερον ἢ ἄλλοτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐξάγοντες χρυσὸν καὶ συντελοῦντες οὕτως εἰς τὴν ὕψωσιν τοῦ συναλλάγματος. Πάντως ἄρα ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τοὺς κυβερνήτας νὰ ἔχωσι ταῦτα πρὸ ὀφθαλμῶν, διότι ἦσαν εἰς πάντας καταφανῆ. Καὶ τὰ τρία στοιχεῖα, τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν σπάνιν τοῦ χρυσοῦ, ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ δικαιολογήσωσιν ὕψωσιν ὁμοίαν ἐκείνης, ἣν εἴδομεν ἐπελθοῦσαν· διὸ καὶ, ἐνῷ πάντες οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐγίνοντο πέρυσιν ἐπὶ διαφορᾶς 50%, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ἐπικαταλλαγὴ ὑψώθη εἰς 1,67 ἢ 1,68. Ὠφείλομεν τρίτον νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὡς βέβαιον, ὅτι τὰ ἐν ἔτει 1898 ἀποτελέσματα τῶν τελωνειακῶν δασμῶν δὲν ἠδύναντο νὰ ἦναι σταθερὰ, οὐχὶ διότι οὗτοι δὲν ἤθελον ἐξακολουθήσει ἀποφέροντες πολὺ σπουδαιότερα ποσὰ τῶν τέως ὑπολογιζομένων, ἀλλὰ διότι αἱ ἐν ἔτει 1898 εἰσπράξεις ὑπῆρξαν ὑπερμέτρως ηὐξημέναι, ἕνεκα τῆς ἀθρόας εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων, ἀπαραιτήτων πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ἐγεννήθησαν κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα τῆς κρίσεως καὶ τοῦ πολέμου, τῆς τοιαύτης δ’ ἀνάγκης ἀθρόας εἰσαγωγῆς ἐκλιπούσης, ἡ ἐκ τοῦ δασμοῦ πρόσοδος ἔμελλε βεβαίως κατά τι νὰ ἐλαττωθῇ· ἔτι δὲ καὶ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1899, καὶ ἰδίως τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἔμελλε νὰ ἐλαττωθῇ, ἕνεκα τοῦ ἀναμενομένου πιθανῶς εὐτυχήματος ἐσοδείας σιτηρῶν ἐπαρκεστέρας ἐκείνων, ἃς κατὰ τὰ τελευταῖα δυστυχῆ ἔτη εἴχομεν. Ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν,—καὶ τοῦτο παρετηρήθη ἐγκαίρως εἰς τὴν Κυβέρνησιν,—ὅτι τὸ ἔτος 1900 ἦτο τὸ πρῶτον, καθ’ ὃ ἔμελλον ν’ αὐξηθῶσιν αἱ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους ὑποχρεώσεις ἡμῶν, διότι ἐμέλλομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐτησίας ἀποδόσεως δύο ἑκατομμυρίων πρὸς ἐλάττωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι κατὰ τὸ 1902 ὑποχρεούμεθα νὰ καταβάλωμεν χρεωλύσιον ἐπὶ τῶν 150 ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγκων τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως, ὅτι ἐτησίως μέλλει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἕνεκα τούτου ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1902 δι’ 1,650,000 φράγκων χρυσῶν, ἅτινα, πρὸς 1,50 τὸ φράγκον, φέρουσιν ὑποχρέωσιν 2,475,000 δραχμῶν, πρὸς 1,60 δὲ, φέρουσιν ὑποχρέωσιν 2,640,000 δραχμῶν. Ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἀπὸ τοῦ 1902 ἐπιβάλλεται νὰ ἀναγράφηται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἐξακολουθῇ ἐτησίως μέχρι τελείας ἐξοφλήσεως τῶν 150,000,000. Ἀπὸ δὲ τοῦ 1903, ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι διπλασιάζεται τὸ χρεωλύσιον τῶν παλαιῶν δανείων, καὶ ἐκ τούτου προστίθεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πίστωσις 250,000 φράγκων χρυσῶν, αἵτινες εἶναι καὶ σταθερῶς ὡρισμέναι εἰς 413, 000 δραχμῶν. Διότι, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1903, τὰ πληρονόμενα εἰς τοὺς δανειστὰς 8,750,000 χρυσᾶ φράγκα, ἢ 14,437,000 δραχ., αὐξάνονται εἰς 9,000,000 φρ. χρυσᾶ, ἢ 14,850,000 δραχμάς. Ἐκ τῶν τριῶν τούτων κεφαλαίων, τῆς ἀποδόσεως εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τῆς ἀρχῆς τοῦ χρεωλυσίου τῶν 150,000,000 καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ χρεωλυσίου τῶν παλαιῶν δανείων, ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι παράγεται ὑποχρέωσις, ἀπὸ μὲν τοῦ 1900 δραχμῶν 2 ἑκατομμυρίων, ἀπὸ δὲ τοῦ τέλους τοῦ 1902 φράγκων 1,650,000, ἤτοι, πρὸς 1,60, δραχ. 2,640,000, καὶ ἀπὸ τοῦ 1903 διὰ τὸ χρεωλύσιον τῶν παλαιῶν δανείων δρ. 413,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ πίστωσις ἐκ δραχ. 5,053,000. Εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὰ βλέμματα ἡμῶν ἐστραμμένα, διότι ἀποτελεῖ σταθερὸν βάρος τοῦ ἡμετέρου προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ κανονίζωμεν τὰς πράξεις ἡμῶν, τὰς ἐν τῇ πενταετίᾳ, ἧς παρῆλθον ἤδη τὰ δύο ἔτη, οὕτως, ὥστε, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ἀναγράψωμεν τὴν πίστωσιν καὶ πραγματοποιήσωμεν αὐτὴν, νὰ μὴ εὑρισκώμεθα ἐν στενοχωρίᾳ, ποῦ θέλομεν εὕρει τὰ 5,000,000. Καὶ θέλουσι μὲν εἴπει οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἀνακουφίσεις, διευκολύνουσαι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τοῦτο, καὶ ὅτι εὑρισκόμεθα περὶ τὴν λῆξιν πληρωμῶν τινων, ἀναγραφομένων σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τῶν ἀποδόσεων δηλαδὴ ἐκείνων πρὸς τοὺς δανειστὰς, αἵτινες λήγουσι μετὰ τῆς λήξεως τοῦ 1902, διότι σήμερον, δυνάμει τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15 τοῦ Κανονισμοῦ τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1, καταβάλλομεν τοῖς δανεισταῖς τμηματικῶς ἐκεῖνα, ἅτινα ἀνελάβομεν ἐκ τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων τὴν 10 Δεκεμβρίου 1893, κατὰ τὴν κήρυξιν τῆς πτωχεύσεως, ὡσαύτως δ’ ὀφείλομεν νὰ πληρώνωμεν μέχρι τοῦ 1901, ὅτε λήγει ἡ ὑποχρέωσις, καὶ 5% ἐπὶ τοῦ κρατηθέντος 70% ἀπὸ τῆς περικοπῆς τῶν πληρωμῶν, μέχρις οὗ συμπληρωθῇ τὸ ποσοστὸν τὸ ὁρισθὲν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ταῦτα ἀφαιρεθῶσι, πάλιν ὑφίσταται ὑποχρέωσις πρόσθετος εἰς βάρος ἡμῶν 1,181,825 δραχμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρὸς 1,60 ὑπολογισμοῦ κατὰ τὴν σημερινὴν τιμὴν τοῦ 1,650,000 φράγ. χρυσῶν εἰς 2,640,000 δραχμάς. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ἀναγράφηται κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὠφείλομεν, ὅτε προσδιωρίζομεν τὰ ἔξοδα ἡμῶν, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν, ὡς εἰ προέκειτο νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ἢ τοῦ 1900, διότι οὕτω πράττουσιν οἱ συνετοὶ οἰκογενειάρχαι ὡς οἱ συνετοὶ οἰκογενειάρχαι, προκειμένου περὶ τῶν ἰδίων ὑποθέσεων, οὕτω πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην, τὴν βεβαίως ἐν προσεχεῖ χρόνῳ ἐπικειμένην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, οἵτινες ἔδει νὰ καταστήσωσιν ἡμᾶς προσεκτικοὺς περὶ τὴν διαρρύθμισιν τῶν ἐξόδων ἡμῶν, ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι, ὅπερ σταθερῶς πρέπει νὰ προκαλῇ τὴν προσοχὴν ἡμῶν· ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους νὰ καταβάλλῃ τοῖς δανεισταῖς, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβαίνῃ, τὰ ὀφειλόμενα πρὸς αὐτοὺς, κατὰ διαρρύθμισιν ἐπιζήμιον εἰς τὸ Κράτος. Διότι, ὡς ἔχει ὁ Κανονισμὸς, δὲν πληρόνομεν τοὺς δανειστὰς ἐπὶ τῇ βάσει ἢ τοῦ χρυσοῦ φράγκου ἢ τῆς δραχμῆς μόνον, ἀλλ’ ὑπολογίζοντες καὶ ἐπὶ τοῦ φράγκου καὶ ἐπὶ τῆς δραχμῆς. Εἴτε τὸ φράγκον τιμᾶται ὑπὲρ τὰ 165, εἴτε ὑπὸ τὰ 165, ἡμεῖς, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εὑρισκόμεθα ἐν ζημίᾳ· διότι, ἂν μὲν ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου εἶναι ὑπὲρ τὰ 165, ἐπὶ ζημίᾳ θέλομεν ἀγοράζει φράγκα, δαπανῶντες περισσότερα ἑκατομμύρια ἐγχωρίου νομίσματος, ἵνα πληρώσωμεν τοὺς ξένους δανειστάς· ἐὰν δὲ ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου εἶναι ὑπὸ τὰ 165, ἐπὶ ἐλάσσονι μὲν τιμῇ θέλομεν ἀγοράζει τὸ φράγκον, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ ζημίᾳ, διότι τὰ εἰς δραχμὰς περισσεύματα ὡρίσθη νὰ συντελῶσιν εἰς ἀγορὰν καὶ ἄλλων φράγκων, μεταβιβαζομένων ἐπὶ πλέον εἰς ὄφελος τῶν δανειστῶν. Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσιν ὅρους σπουδαίους ἐν τῷ ὑπολογισμῷ καὶ τῷ κανονισμῷ τῶν ἐτησίων ὑποχρεώσεων, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους· τοὺς ὅρους δὲ τούτους παρεῖδεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς θέλομεν ἴδει κατωτέρω. Καὶ ταῦτα μὲν εἶναι τὰ ἀμέσως ὁρατὰ, ἅπερ εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν ἐπετρέπετο νὰ μὴ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, προσδιορίζουσα τὰς δαπάνας τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900. Δὲν ἐπετρέπετο εἰς Κυβέρνησιν ἀξίαν τοῦ ὀνόματος νὰ μὴ βλέπῃ, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1900 ἤρχετο κατὰ προσθήκην πίστωσις 2,000,000, ὅτι τὰ ἔτη 1902 καὶ 1903 εἶναι τοσοῦτον πλησίον, ὥστε νὰ ἦναι ἀσυγχώρητον νὰ μὴ ἀποβλέψωμεν εἰς αὐτά. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἄλλο τι, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ ἐξετάσῃ. Συνέπεσε, καθ’ ὃν χρόνον ἐξεκαθαρίζετο ἡ ὅλη οἰκονομικὴ ἡμῶν σχέσις πρὸς τοὺς δανειστὰς καὶ προσδιωρίζοντο τὰ ποσὰ τὰ ἀπαραίτητα, ὅπως ζήσωμεν ἀνεκτῶς ἐπὶ πέντε ἔτη, καὶ ὡρίζοντο ὑπὲρ τῶν δανειστῶν τὰ ποσὰ, ἐφ’ ὧν δὲν ἦτο δυνατὴ οὐδεμία συγκατάβασις, συνέπεσε τότε περίπου νὰ κατορθωθῇ, χάρις εἰς τὴν φιλοπονίαν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ κατάστασις τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1833. Ἡ δὲ ἐκκαθάρισις,—ὅσον καὶ ἂν ἔμεινεν ἀνεξέλεγκτος, ὅσον καὶ ἂν δὲν εἶναι ὁριστικὴ,—τῶν ἀπολογισμῶν τούτων δίδει σαφῆ ἰδέαν τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως πραγμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, ἧς ἡ μακρὰ αὕτη ἅλυσις τῶν ἀπολογισμῶν ἐγέννησεν ὁριστικῶς εἰς βάρος ἡμῶν. Διότι, εὐθὺς ὡς οἱ ἀπολογισμοὶ συνετάχθησαν καὶ εἶναι κατατεθειμένοι εἰς τὴν Βουλὴν, κλείεται ὁ ἀλληλόχρεος λογαριασμὸς καὶ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι λογαριασμοῦ χρεῶν, ἅπερ ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν ὁριστικῶς νὰ κανονίσωμεν. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λεχθῇ καὶ πάλιν ἐκεῖνο, ὅπερ πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε: «Τί βλάπτει, ἂν θέτωμεν χεῖρα εἰς τὸ ταμεῖον, ὅπου φυλάσσονται τὰ χρήματα, τὰ ἐκ διαφόρων λόγων καὶ δι’ ἄλλους σκοποὺς κατατεθειμένα, καὶ ἂν ἀντλῶμεν ἐξ αὐτοῦ τὰ ἀπαραίτητα, ὅπως κανονίζωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ὅτε πρὸς τὰ ἱδρύματα ἐκεῖνα ἢ τοὺς ἰδιώτας, εἰς οὓς ἀνήκουσι τὰ χρήματα, ἀπομένομεν ὀφειλέται;» Ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν, οὓς ἔχω ἐνώπιόν μου, ἔχων καὶ τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, προκύπτει τοῦτο τὸ σαφὲς καὶ σπουδαιότατον, πολὺ σπουδαιότερον ἢ ὅτι φανταζόμεθα ἴσως, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην εἴμεθα ὀφειλέται δραχμῶν 77,998,134. Ὁσάκις ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, παρετήρησα ἀσθένειαν μνήμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις πάντοτε κατώρθωσε νὰ παριστᾷ, ὅτι εὑρισκόμεθα ὀφειλέται περὶ τὰ 60,000,000. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω· τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι εὑρισκόμεθα χρεῶσται 77,998,134 δραχμῶν. Καὶ ἰδοὺ πῶς—ἀντλῶ τοὺς ἀριθμοὺς ἐκ τῶν ἐπισήμων δημοσιευμάτων.—Κατὰ τοὺς ἰδίους ἐμοῦ λογαριασμοὺς, τὸ χρέος εὑρίσκετο ὀλιγώτερον κατὰ 716 χιλιάδας δραχμῶν. Ἔλλειμμα μέχρι τέλους τοῦ 1896 δραχ. 33,317,907· ἔλλειμμα τοῦ 1897 δρ. 38,558,104. Τὸ ὅλον, ἔλεγον ἐγὼ, δρ. 71,876,011· ἀλλὰ, κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Δημοσίου Ταμείου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899, τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι τέλους τοῦ 1897 ἀναβιβάζουσι τὸ ἔλλειμμα εἰς 72,592,607.71. Εἰς ταῦτα ἂν προσθέσωμεν, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1898, δρ. 5,405,527, ἰδοὺ χρέος τῆς Ἑλλάδος—ἐκτὸς τοῦ κολοσσιαίου χρέους, ὅπερ ὀφείλομεν εἰς ἐξωτερικοὺς καὶ εἰς ἐσωτερικοὺς δανειστὰς,—77,998,134 δραχ. Καὶ ἐπιτρέπεται, ὅτε εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοιούτου χρέους, ἔχοντες κεκανονισμένας τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις ἡμῶν, νὰ μὴ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην καὶ προνοήσωμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ κατ’ αὐτήν; Τὸ πρῶτον καθῆκον, κατ’ ἐμὲ, τῶν ἐπιλαμβανομένων τῆς διορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ὅτε τὰ ἄλλα ἐκανονίσθησαν ἤδη καὶ εἶναι εἰσηγμένα εἰς ὁδὸν ὁμαλὴν, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, εἶναι ἡ ἐξεύρεσις τρόπου, ἵνα τακτοποιηθῇ καὶ τὸ χρέος, τὸ ἐκ τοῦ λόγου τούτου, τὸ ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἀπολογισμῶν...
§131Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λησμονεῖτε, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1898 δὲν παρουσιάζει ἔλλειμμα, ὅταν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ αὕτη ὑπὸ τὴν ἄποψιν τῶν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦδε ἐλλειμμάτων. Ἡ χρῆσις τοῦ 1898 παρουσιάζει ὑπὸ τὴν ἄποψιν ταύτην περίσσευμα δραχ. 18,000,000, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι τὸ προϊὸν τοῦ δανείου ἐχρησιμοποιήθη εἰς πληρωμὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ 1898, αἱ δὲ δημόσιαι εἰσπράξεις, αἱ προωρισμέναι εἰς τὴν πληρωμὴν ταύτην, ἀπετέλεσαν τὸ περίσσευμα. Ἑπομένως πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε τὰ 18,000,000.—Τὰ περὶ τούτου ἐξέθηκα ῥητῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσηγούμην τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900.—Θὰ ἀφαιρεθῇ δὲ συνάμα ἐκ τῶν γενικῶν ἐλλειμμάτων καὶ ἓν ποσὸν, ὅπερ θ’ ἀφήσῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1899, διότι καὶ κατὰ τὸ 1899 μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου, ἐξ 7,000,000 περίπου, ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, καὶ ἑπομένως τὸ ἐκ τούτου προκῦψαν περίσσευμα θὰ ἐκπεσθῇ ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν ἐλλειμμάτων.
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπερ φέρει ἡμᾶς εἰς τί ποσόν;
§133ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου τῆς 13 Μαΐου παρελθόντος ἔτους, ὅτε εἰσηγούμην τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, τὰ ἐλλείμματα τοῦ ἀπολογισμοῦ ἀνήρχοντο μέχρι τοῦ
1896 εἰς δραχ··································· 63,431,386
Εἰσηγούμενος δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἐξέθηκα, ὅτι ἐκ τούτων δέον νὰ ἐκπεσθῶσι τὰ κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ
τροπολογίαν εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν δασῶν··········· 30,113,479
Ὑπολείπονται···································· 33,317,907
Ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1897, κατὰ τὸν ὁ-
ριστικὸν τῆς χρήσεως ταύτης ἀπολογισμὸν, δρ.···· 38,558,104
Οὕτω τὰ ἐλλείμματα ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν δρ.····· 71,876,011
Ὡς ἔλεγον ὑμῖν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἦτο ἀνώτερον κατὰ δραχμὰς 11,259,266, ἅτινα κατελογίσθησαν μὲν ὡς ἔσοδα τῆς χρήσεως ταύτης, ἀλλὰ προήρχοντο ἐξ ἐκτάκτων πόρων· ἤτοι: 1) ἐκ τοῦ δανείου τῶν κερματικῶν γραμματίων δρ. 6,000,000· 2) ἐξ εἰσφορῶν, αἵτινες ἀνῆλθον εἰς τραπεζικὰ μὲν γραμμάτια εἰς δρ. 372,459, εἰς χρυσὸν δὲ εἰς φρ. 1,590,345· καὶ 3) ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων πόρων ἐκ δραχ. 3,756,452. Κατὰ ταῦτα τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἀνήρχετο εἰς δρ. 49,808,512. Ἀλλ’ ὅτε ἀνεκοίνουν ὑμῖν τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, δὲν ἐγίνωσκον, ὅτι ὑπῆρχον ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1897, πληρωθέντα διὰ προκαταβολῶν ὑπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμιῶν Λαρίσης, Τρικκάλων, Φθιώτιδος καὶ Ἄρτης, δυνάμει εἰδικῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνέρχονται εἰς δραχ. 6,517,727. Ἐκ τούτων ποσὸν δραχ. 1,821,200 ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐν τοῖς ἐξόδοις τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 4,696,527, καίτοι ἐξεκαθαρίσθη ἐν μέρει ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, μένει ἀτακτοποίητον. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα τῶν ἐλλειμμάτων τῶν μέχρι τοῦ 1898 ἀπολογισμῶν, ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1897 τὸ μὲν ποσὸν τῶν δραχ. 11,219,256 δὲν δύναται νὰ καταλεχθῇ τυπικῶς μεταξὺ τῶν ἐλλειμμάτων, ὡς καλυφθὲν ἐκ τῶν ὁποίων ἐσημείωσα ἀνωτέρω ἐκτάκτων πόρων. Ἐκ δὲ τῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1897 στρατιωτικῶν προκαταβολῶν, ἀνερχομένων εἰς δραχ. 6,517,727, δὲν δύναται ἐπίσης τυπικῶς νὰ καταλογισθῇ μεταξὺ τῶν ἐλλειμμάτων τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ποσὸν ἐκ δραχ. 1,821,200. Δέον ὅμως νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1897 τὸ ἀπομεῖναν ἀτακτοποίητον ποσὸν ἐκ δραχ. 4,696,527. Οὕτω δὲ τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἐκ δραχμῶν 38,558,104 ἀναβιβάζεται εἰς δρ. 43,254,631.
| Κατ’ ἀκολουθίαν τὰ μέχρι τοῦ 1893 ἐλλείμματα τῶν | |
| ἀπολογισμῶν ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς | 76,572,538 |
| Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ | |
| περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ὅπερ ἐ- | |
| δημιουργήθη ἐκ τοῦ εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα | |
| καταλογισμοῦ μέρους τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυη- | |
| μένου ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ἐκ δραχμῶν | 18,932,697 |
| Οὕτω τὸ σύνολον τῶν μέχρι καὶ τῆς χρή- | |
| σεως τοῦ 1898 ἐλλειμμάτων ἀνέρχεται εἰς | |
| τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν | 57,639,841 |
Τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο μειωθήσεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ὡς ἐκ τοῦ περισσεύματος, ὅπερ ἐδημιούργησε τὸ προϊὸν τοῦ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἠγγυημένου δανείου, καθόσον, ὡς γνωστόν, τὸ πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1897 προορισθὲν μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου εἰσήχθη ὡς ἔσοδον εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899.
§134Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσον ὁριστικῶς;
§135ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 57,169,000. Ἐὰν δ’ ἀφαιρεθῶσι τὰ 11 ἑκατομμύρια, ὑπολείπονται 46 ἑκατομμύρια περίπου.
§136Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς διαθέσεως τοῦ ὅλου δανείου.
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τούτων προκύπτει, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ἐντεῦθεν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τῶν ἀπολογισμῶν, ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἀκούσωμεν σαφεστέραν τινὰ—ἂν εἶναι σαφὴς—περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων δήλωσιν. Διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι, κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὡμίλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τῶν ἐξ αὐτῶν ἐλλειμμάτων, ἐδήλωσε...
§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1900, ἤτοι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης ἐκτάκτου Συνόδου, ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἐπανέλαβον.
§139ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατεβιβάσατε νῦν τὸ ποσὸν εἰς δραχ. 57,000,000.
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν ἀφαιρέσητε τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899, τὰ ἐλλείμματα κατέρχονται εἰς 45 ἢ 46 ἑκατομμύρια.
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς δεχθῶμεν τὴν δήλωσιν.
§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δηλώσεως. Αὐτὰ ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸ μηνῶν.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἤκουσα αὐτά.
§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως δὲν ἦσθε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτε ἠγόρευον, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900.
§145ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἀσχολοῦνται εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν ἤκουσαν ταῦτα.
§146ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω τρίτην φορὰν, ὅτι ταῦτα εἶπον εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης Συνόδου. Ἐὰν δὲ ὑμεῖς δὲν ἐκρατήσατε σημειώσεις, δὲν πταίω ἐγώ.
§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα δὲν εἶναι περὶ τοῦ ποσοῦ· ὅσον μεγαλείτερον τὸ ποσὸν, τόσον χειροτέρα ἡ κατάστασις· ἂν τὸ ποσὸν εἶναι μικρότερον, τόσον καλλίτερον διὰ τὸν τόπον, ἀλλὰ καὶ τόσον αὐστηροτέρα πρέπει νὰ ἦναι ἡ κρίσις περὶ τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, οἵτινες εὑρισκόμενοι ἀπέναντι ἔργου εὐχερεστέρου δὲν φροντίζουσι περὶ αὐτοῦ παντελῶς. Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ 57 ἑκατομμυρίων καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἀπέναντι αὐτῶν ὑπάρχουσιν 11,000,000 καλύπτοντα μέρος αὐτῶν, περὶ δρ. 46,000,000 ἃς ὀφείλομεν πρὸς ἱδρύματα καὶ ἰδιώτας ἐμπιστευομένους τὰ χρήματα αὐτῶν εἰς τὸ Κράτος διὰ πᾶν ἄλλο ἢ ὅπως δανείζηται τὸ Κράτος ἐξ αὐτῶν, καὶ δανείζηται οὕτως ἀνωμάλως αὐτά...
§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρ’ ὑμῶν ἀνέμενον ν’ ἀποδώσητε δικαιοσύνην εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἀπεκάλυψε πλήρη καὶ τὴν μετέδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν.
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀπέδωκα τὴν δικαιοσύνην, διότι εἶπον, ὅτι, χάρις εἰς τὴν ἔκτακτον φιλοπονίαν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐργασθέντος ὑπὸ τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις, καθὼς καὶ ὑπὸ τὴν παροῦσαν, καὶ ὑφ’ ὑμᾶς καταβαλόντα τοιαύτην φροντίδα, κατωρθώθη, ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, νὰ ἔχωμεν ἐκκαθαρισμένην τὴν κατάστασιν ταύτην. Τὸ ὅτι ὀφείλομεν τὰ χρήματα ταῦτα, δὲν εἶναι εἰς βάρος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, ὡς μέχρι τοῦδε ἐπολιτεύοντο, ἐν ταῖς στενοχωρίαις αὐτῶν προσέφευγον εἰς τὰ πρόχειρα· πρόκειται μόνον περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, ἥτις μετὰ τὴν καταστροφὴν ἐγεννήθη εἰς ἡμᾶς, ὅπως μὴ ἐξακολουθήσωμεν πορευόμενοι τὴν αὐτὴν πορείαν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ κακὸν χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1833· ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ ὥρα αὕτη, χωρὶς ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς τὴν πρώτην περίοδον, τὴν ὑπὸ τὴν Βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος, διότι ἡ Βασιλεία τοῦ Ὄθωνος ἔληξε σχεδὸν ἄνευ ἐλλείμματος εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ λεχθῇ ἐνταῦθα, ἵνα ἀποδοθῇ φόρος εὐγνωμοσύνης εἰς τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον, ὅστις, ἂν εἰς πολλὰ ἔπταισεν, ἐπρυτάνευσεν ὅμως ἐπ’ ἀγαθῷ ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν πράγμασι. Καὶ ἦτο σφάλμα, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἀπολογισμῶν αἱ περίοδοι, εἰς ἃς διῃρέθησαν οὗτοι, κατηρτίσθησαν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ φαίνηται εὐθὺς ἐκ πρώτης ὄψεως εἰς ποῖα ἀποτελέσματα ἔληξεν ἡ πρώτη διαχείρισις, ἡ ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος. Διότι ἐν τῷ δευτέρῳ πίνακι ὁ ἀπολογισμὸς ἔχει περίοδον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1845 ἕως τοῦ 1881, ἐνῷ ἔδει βεβαίως νὰ σταθῇ ὁ πίναξ οὗτος εἰς τὸ ἔτος 1862, περιλαμβάνων μόνον διὰ τὸ ἄρτιον τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ 1862, οἵτινες δὲν εἶναι εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος. Ὅστις ὅμως γνωρίζει ὀλίγον τοὺς ἀριθμούς....
§150Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑμεῖς τοὺς γνωρίζετε.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω αὐτοὺς ὀλίγον, ἀλλὰ τόσον, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ ἐκτελέσω πρόσθεσιν καὶ ἀφαίρεσιν. Εἰς τὸν γνωρίζοντα δὲ ὀλίγον τὴν πρόσθεσιν ἰδοὺ ποῖα ἀποτελέσματα προκύπτουσι. Προκύπτει ὅτι, κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1862, ἡ περίοδος ἡ ἀπὸ τοῦ 1833, περίοδος 30 ἐτῶν, ἀφῆκεν ἔλλειμμα ἐν ὅλῳ 2,327,202 δραχμῶν. Ἀφοῦ δ’ ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη ἠσχολεῖτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος νὰ συγκρατήσῃ τὴν τάξιν καὶ νὰ περιστείλῃ ἐπαναστάσεις, βεβαίως τὰ 2,327,202 δραχ. ὀφείλονται εἰς τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν τῶν τελευταίων ἐτῶν, διότι ἡ πρώτη περίοδος τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, ἡ λήγουσα εἰς τὸ ἔτος 1844, ἀπέληξεν εἰς περίσσευμα 6,883,459 δραχμῶν, καὶ μόνη ἡ δευτέρα περίοδος εἰς ἔλλειμμα, ὅπερ, μετ’ ἀφαίρεσιν τῶν ἐν τοῖς πίναξι περισσευμάτων ἀπὸ τῶν ἐλλειμμάτων, καταλείπεται ὡς διαφορὰ, δηλονότι τὸ ἄνω μνημονευθὲν ἔλλειμμα 2,327, 202 δραχμῶν. Ταῦτα εἰς ἀπότισιν φόρου σεβασμοῦ, ὀφειλομένου εἰς τὴν μνήμην Βασιλέως, πρὸς ὃν διὰ πολλοὺς λόγους ὀφείλει εὐγνωμοσύνην ἡ Ἑλλάς. Δὲν παρετηρήθη ἡ τοιαύτη ἀταξία μόνον παρ’ ἡμῖν. Ἡ διαφορὰ εἶναι μόνον, ὅτι, ἐνῷ ἀλλαχοῦ ὑπῆρξεν, ὑπῆρξεν ἐν χρόνοις πολὺ ἀπωτέροις τῶν ἡμετέρων, καὶ εὐθὺς ὡς τὰ δημόσια πράγματα ἐν ταῖς προηγμέναις ἐν πολιτισμῷ καὶ τάξει χώραις ἐτέθησαν εἰς χεῖρας ἀνδρῶν διακρινομένων περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὴν λογιστικὴν διαχείρισιν, ἔσπευσαν νὰ καταργήσωσι τὴν συνήθειαν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ χρήματος τοῦ ξένου εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἐκεῖ, ὅπου κατατίθενται σήμερον παρ’ ἡμῖν αἱ παρακαταθῆκαι, ὅπως ἐκεῖθεν ἀντλῶσι πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν δημοσίων ἀναγκῶν. Ἐν Γαλλίᾳ τὸ πρᾶγμα ἦτο σύνηθες μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος· ἀλλ’ ἀπὸ τῶν χρόνων ἐκείνων ἐστήθη τὸ κακὸν καὶ, ἀπὸ τοῦ 1816 ἰδίως, τὸ χρῆμα τῶν παρακαταθηκῶν μένει σταθερῶς ἄθικτον καὶ ἀλώβητον, ὡς πρέπει νὰ μένῃ τὸ ἱερὸν χρῆμα, τὸ παρακατατιθέμενον πρὸς φύλαξιν. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπῆρχεν ἡ συνήθεια νὰ κατατίθενται αἱ παρακαταθῆκαι εἴτε παρ’ ἰδιώταις, οὓς διώριζεν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, εἴτε εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον· ἀλλ’ οἱ μὲν ἰδιῶται κατεχρῶντο συχνὰ τὸ χρῆμα, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ, τὸ δὲ Δημόσιον ἐκεῖθεν ἤντλει πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὑτοῦ· ὅθεν ἠναγκάσθη ἡ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ ἐν τοῖς πρώτοις περὶ τούτου, κατὰ δὲ τὸ 1816 ἱδρύθη τὸ ἵδρυμα τὸ λεγόμενον Caisse des dépôts et consignations, «Ταμεῖον παρακαταθηκῶν καὶ καταβολῶν», ὅπερ παρέσχεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Γαλλίας μεγίστην ὑπηρεσίαν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει ἀμεταπτώτως ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου. Τὸ Ταμεῖον τῶν παρακαταθηκῶν καὶ καταβολῶν εἶναι φύλαξ πιστὸς τῶν παρακαταθηκῶν καὶ παντὸς χρήματος ὑπὸ παντοίων ἱδρυμάτων κατατιθεμένου ἐκεῖ, σὺν τῇ ἀναπτύξει δὲ τῶν πραγμάτων τῶν οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας, ἐνῷ ἔμεινε φύλαξ πιστὸς καὶ ἀκριβὴς, ἐν ταυτῷ διὰ καταλλήλου καὶ ἀσφαλεστάτης τοποθετήσεως τῶν χρημάτων, ἅτινα εἶναι παρ’ αὐτῷ κατατεθειμένα, ἀρύεται κέρδη τοιαῦτα, ὥστε καὶ ἀνθηροτάτη διαμένει ἡ κατάστασις αὐτοῦ, ἔρχεται δὲ καὶ ἐπίκουρον εἰς τὰς δημοσίας ἀνάγκας, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἔχει πάντοτε πρόχειρον Ταμεῖον, ἐξ οὗ ἀντλεῖ οὐχὶ χρῆμα παρακαταθηκῶν, ἀλλ’ ἐκ κεφαλαίων τοῦ Ταμείου ἐκείνου· οὕτω δὲ καὶ ὁ τόκος ὁ διδόμενος ὑπὸ τῆς προσωρινῶς δανειζομένης Κυβερνήσεως δὲν μεταβαίνει εἰς ἰδιωτικὰ ἱδρύματα, ἀλλ’ εἰς ἵδρυμα δημόσιον, ἵνα ἐνισχύων αὐτὸ χρησιμεύσῃ πάλιν ἔπειτα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐκεῖθεν ἐξαργυροῖ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, καὶ μετ’ ἐκείνου τοῦ δημοσίου ἱδρύματος ἔχει ἀλληλόχρεον λογαριασμὸν, ἐνῷ ἡμεῖς τὸν ἀλληλόχρεον λογαριασμὸν ἔχομεν πρὸς τὰς Τραπέζας, καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐξαργυροῦμεν παρὰ τρίτοις, παρέχοντες τὸ ὄφελος ὑπὲρ ἰδιωτῶν καὶ Τραπεζῶν. Μετὰ τὰ παθήματα, ἅτινα ὑπέστημεν, καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν, ἥτις ἤδη ἐγένετο, βεβαίως ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν περὶ τοιούτου περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐπιβάλλειν χεῖρα ἐπὶ τῶν παρακαταθηκῶν, ἐπὶ τῶν εἰς ἐγγύησιν διδομένων χρημάτων, ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τῶν δημοφελῶν ἱδρυμάτων· πρέπει νὰ προνοήσωμεν, ὅπως τὸ ταχύτερον, διὰ τρόπου, ὅστις βεβαίως δὲν εἶναι δύσκολος μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ μετὰ προθεσμιῶν καὶ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν τὸν προσηκουσῶν, καταθέσωμεν τὸ χρῆμα ἅπαν εἰς Ταμεῖον παρακαταθηκῶν, διὰ νόμου ἱδρυθησόμενον, ἀνῆκον δὲ εἰς τὸ Κράτος, ἀποδώσωμεν δ’ οὕτω εἰς τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωσιν ἄθικτον τὸ χρῆμα αὐτῶν, ἀποδώσωμεν τοῦτο ἀκέραιον. Διὰ τῆς ἱδρύσεως Ταμείου τοιούτου, θέλομεν ἐν ταυτῷ ἀποκτήσει καὶ τὸ ὄργανον, ὅπερ τὰ μάλιστα θέλει χρησιμεύσει ἡμῖν, ἵνα ἐπιταχύνωμεν τὴν λύσιν τῶν χειρῶν ἡμῶν ἀπὸ τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου. Ταῦτα ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἀπολογισμῶν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους 1899. Κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἐνεφανίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, μετὰ τῶν δηλώσεων, ἃς ἐναύλους ἔτι ἔχομεν εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν. Ἀπὸ δὲ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1899 ἄρχονται αἱ εὐθῦναι αὐτῆς. Τί ὤφειλε, τί ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, πᾶσα Κυβέρνησις, εἶπον πρὸ ὀλίγου. Ἀντὶ τούτου ὅμως, ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ἐφρόντισε, μετὰ ζήλου ἀξίου κρείττονος ὑποθέσεως, περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν. Τί προκύπτει ἐκ τῶν ἐνδείξεων, ἃς εἴχομεν ἐκ τῶν μελετῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς; Προέκυπτεν ὅτι αἱ συνήθεις ἡμῶν ἀνάγκαι ἔδει νὰ πληρωθῶσι δι’ 93,000,000, περιλαμβανομένων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, δι’ 63,251,000 δὲ ἄνευ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων. Τί προέκυπτεν ἐκ τῶν δηλώσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτῆς, πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ὁ πόλεμος καὶ ἡ δι’ ἄλλου τρόπου διαρρύθμισις τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν; Προέκυπτεν ἐκ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, τῆς πρὸ τῶν γεγονότων τούτων τελευταίας, καθ’ ὃν χρόνον διεπραγματεύετο πρὸς τοὺς ξένους περὶ συμβιβασμοῦ, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἤρκουν 66–67 ἑκατομμύρια· δὲν ἐδέχετο ὀλιγώτερα, ἀλλ’ ἐδέχετο ὅτι ἄνευ στενοχωρίας ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας διὰ τῶν 66–67 ἑκατομμυρίων. Τοιαῦτα τὰ ἐκ τῶν πραγμάτων προκύπτοντα, ἅτινα πάντες ἡμεῖς γινώσκομεν, ἅτινα πάντες ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτε ἀπεφασίζομεν περὶ τῶν δαπανῶν ἐν ἔτει 1899. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἔχομεν 8,688,123 προσδιωρισμένα ὑπὲρ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ 68,166,113 ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἔχομεν δ’ οὕτως ὡρισμένα ὑπὲρ τοῦ συνόλου τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἔξω τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστάς, 76,859,000, ἀντὶ τῶν 63,251,000 τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ἀντὶ τῶν 66 ἑκατομμυρίων τῶν ζητουμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς κατὰ τὸν χρόνον τῶν τελευταίων διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ. Ἀντὶ τῶν 300,000 δραχμῶν, ἃς προέβλεψεν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὡς προσθετέας ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος διὰ τὴν κανονικὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν ὑπὲρ τῶν ἐν γένει ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἔχομεν προσθήκην 13,600,000 δραχμῶν! Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τί ἐπράχθη, ὅπως τοιαύτη προσθήκη κατασταθῇ ἀναγκαία; Τί ἄλλο ἢ ὅτι ἐπλάσαμεν ἀνάγκας, ἵνα δαπανήσωμεν εἰς αὐτάς; Καὶ παρακαλῶ, ἐνθυμήθητε ποῖα εἶναι τὰ ἔργα ἡμῶν, ἵνα δυνηθῆτε μετ’ ἐμοῦ νὰ συνανακαλύψητε ποῖον εἶναι τὸ προκαλοῦν τὴν τοσαύτην δαπάνην. Ταῦτα ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὰς δαπάνας. Ἐνόμισεν ὅμως, ὅτι εἶχε καθῆκον, καὶ εἶχε βεβαίως καθῆκον, νὰ προνοήσῃ περὶ διαρρυθμίσεως τῶν φορολογικῶν βαρῶν ἐντὸς τῶν προσηκόντων ὁρίων, μὴ ἀρκουμένη εἰς τὸ ἀγαθὸν τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων, ἀλλὰ φροντίζουσα καὶ νὰ ἐνισχύσῃ αὐτάς. Ἔχω ἐνταῦθα τὴν σειρὰν τῶν διαφόρων φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἔχομεν ἐν πρώτοις τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων, τὸ περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ἔχομεν μικράς τινας τροπολογίας ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου, καὶ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ὅπερ ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν ἐψηφίσαμεν. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν 12 μηνῶν τοῦ πρώτου ἔτους τῆς χρήσεως, ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1899, ἔχομεν τὸ 1899 δαπανηρότερον τοῦ 1898 κατὰ τοὺς αὐτοὺς 12 μῆνας, καθ’ οὓς μόνον τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Οἰκονομικῶν αἱ δαπάναι ὑπερτεροῦσι τὰς ἐν ἔτει 1898 κατὰ 1,121,675 δραχ. καὶ 34 λεπτά· ἐν δὲ τοῖς ἐξόδοις διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ 1,801,836 καὶ 25. Τὸ ὅλον τῶν 12 μηνῶν αὔξησις δαπανῶν ἐκ τῶν δύο τούτων κεφαλαίων 2,923,511 καὶ 59, δηλαδὴ περίπου 3,000,000 δραχμῶν...
§152Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμίαν ἔχει τοῦτο σημασίαν, διότι αἱ πληρωμαὶ κυμαίνονται, ἐξήρτηνται δὲ ἐκ τῆς ταχυτέρας ἢ βραχυτέρας ἐκκαθαρίσεως τῶν δημοσίων δαπανῶν καὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων.
§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀκριβὲς ἐν μέρει τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι πρὸς τούτοις καὶ ὁ ὄνυξ, ἐξ οὗ κρίνομεν τὸν λέοντα. Διότι, ὅτε ἐντὸς τῶν 12 μηνῶν αἱ πληρωμαὶ αὗται, αἵτινες σχετίζονται καὶ μετὰ βραδύτητος πληρωμῶν ἄλλων, εἶναι τοσοῦτον ὑπέροχοι τῶν τοῦ προηγουμένου ἔτους...
§154ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφρόνουν, μεθ’ ἣν ἔδωκα ἐξήγησιν, ὅτι δὲν ἠθέλετε ἐπιμείνει εἰς ἐπιχείρημα οὕτως ἀσθενές.
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μὴ λησμονεῖτε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ 1900, καὶ ὅτι ὀλίγοι μῆνες χωρίζουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου. Τὴν 31 Ὀκτωβρίου δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὑπὲρ ὑμῶν, διότι τὴν 31 Ὀκτωβρίου κλείεται ἡ χρῆσις, τότε δὲ θέλετε εὑρεθῆ, ὡς σήμερον, ἀπέναντι ἀναλόγου διαφορᾶς μεταξὺ 1898 καὶ 1899. Καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ εὑρεθῆτε ἀπέναντι ἀναλόγου διαφορᾶς; Μήπως δὲν ἔχετε ηὐξημένας τὰς δαπάνας διὰ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως; Μήπως δὲν ἔχετε ηὐξημένας τὰς δαπάνας διὰ τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν καὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν εἰρηνοδικειακῶν πραγμάτων; Μήπως δὲν ἔχετε ηὐξημένας τὰς δαπάνας διὰ τοῦ νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων τῶν ἀξιωματικῶν, σπουδαιότατα; Πάντα ταῦτα βεβαίως, βαλλόμενα ἐκεῖ, ἀντικατοπτρίζονται ἐπὶ μικροτέρῳ μέρει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, ἀντικατοπτρίζονται ἐπὶ μείζονι μέρει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900....
§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δὲν ἀνέρχονται εἰς 2,000,000, ὡς εἴπετε.
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ λέγω ἀριθμούς, ἐξαγομένους ἐκ τῶν πινάκων ὑμῶν· οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἔχουσι ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἔννοιαν, πάντως ὅμως ἔχουσιν ἔννοιαν.
§158Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι ὑμεῖς ὁ ἴδιος ὁμολογεῖτε, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ πληρωμῆς τῶν δαπανῶν οὐδέποτε κανονίζεται πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως.
§159Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει ὅμως κἄποια ἀναλογία.
§160ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ξένος, ἵνα ἀκούσωσι μεθ’ ἡσυχίας. Θὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, τί λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κόρβετ, ἥτις, ἄνευ ἐκδηλώσεως ἰδίας γνώμης καὶ κρίσεως, εἶναι ἔκθεσις πιστὴ ἐκείνων, ἅτινα ἐπορίζετο ὁ ἀξιώτατος οὗτος ἀνώτερος ὑπάλληλος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς ἐργασίας, ἣν διεξάγει ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ἐλέγχου, ὡς μέλος αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτοῦ μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, διότι εἶναι εἰς διηνεκῆ μετ’ αὐτῶν συνάφειαν καὶ ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου καὶ ὡς ἀνώτατος ὑπάλληλος, πρῶτος Γραμματεὺς τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ὡς παρακολουθῶν τὰ πράγματα καὶ λαμβάνων πληροφορίας, ὅτε πρόκειται νὰ στείλῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἂν αἱ εἰσπράξεις εἶναι πιθανῶς ἐν αὐξήσει, οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς πρὸς ἀναβίβασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχῶν ἀπὸ 16 εἰς 26, πρὸς ἀνάκλησιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐκ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐνίσχυσιν τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, θέλουσι καταστήσει ἀναγκαίαν ἀντίστοιχον αὔξησιν δαπανῶν. Ἂν δ’ ἐν προσθήκῃ εἰς ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἐκτελέσῃ τὰ σχέδια αὐτῆς περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου καὶ περὶ ἄλλων μεταρρυθμίσεων, πρόσθετοι πιστώσεις ζητηθήσονται διαρκούσης τῆς φθινοπωρινῆς Συνόδου. Ἀναμένεται δὲ καὶ περισσοτέρων χρημάτων ἀξίωσις πρὸς σκοποὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικούς.» Ταῦτα.—Καὶ αἱ πρόσθετοι πιστώσεις εἴδομεν εἰς ποῖον ἀριθμὸν ἐζητήθησαν, καὶ αἱ πρόσθετοι δηλώσεις εἴδομεν, ὅτι ἔφθασαν,—καὶ θὰ ἔλθω εἰς τοῦτο ὅταν ἐξετασθῇ τὸ ἔτος 1900,—ἔφθασαν εἰς τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν (εἴμεθα, νομίζω, εἰς τὸν τέταρτον μῆνα τῆς Συνόδου) ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 ἀπὸ μεγάλου περισεύματος κατέπεσεν ἤδη εἰς ἔλλειμμα, ὡμολογημένον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν...
§161Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξ ἀρχῆς ἐπαρουσίαζεν ἐλάχιστον περίσσευμα.
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μέγα, διότι, ὅπως ἐπαρουσιάζετε ὑμεῖς αὐτὸ, μετὰ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις καὶ τὴν προσθήκην τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, τὸ περίσσευμα ἐλογίσθη ὑφ’ ὑμῶν εἰς ἑκατομμύρια. Λοιπὸν ἡ τοιαύτη πρὸς δαπάνας ῥοπὴ τῆς Κυβερνήσεως ἤγαγεν εἰς ἀποτέλεσμα, κατὰ τὸ ἔτος 1899, ὅπερ κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου,—ἐπιεικῶς ἐκτιμῶντος, ὡς παρατηρεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ προσδιορισμοῦ ἐσόδων καὶ ἐξόδων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως,— ἤγαγε κατ’ ἀνάγκην εἰς ἔλλειμμα. Μικρὸν θεωρεῖται τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἀλλὰ βεβαίως διπλασιάζεται, εὐθὺς ὡς ἀφαιρέσητε τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς σταφίδος τῶν δύο ἐτῶν 1895 καὶ 1896, διότι τὸ ἔσοδον τοῦ ἔτους 1897 κατελόγισα ἤδη ὑπὲρ τοῦ 1899, εἰς ἀντικατάστασιν τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους τούτου προνοίας περὶ εἰσπράξεως τοῦ εἰς εἶδος φόρου 4 δραχμῶν τὴν χιλιόδα διὰ τὸ ἔτος 1899. Καὶ ἔχετε οὕτως ἔλλειμμα δραχ. 4,883,052, ἤτοι περίπου 5,000,000, αὐτὸ περίπου τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1898, ὅπερ ὅμως ἦτο τελείως δεδικαιολογημένον, ἐπιβληθὲν ὑπὸ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἕνεκεν αὐτῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, ἐνῷ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐν μέρει μόνον, ἐν μικρῷ μέρει, καλύπτεται ὑπὸ ἐκτάκτων δαπανῶν, ὑπὸ τῶν βαρῶν τῶν ἐχόντων αἰτίαν τὸν πόλεμον καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Διότι ἐκ τοῦ πίνακος τῆς Κυβερνήσεως προκύπτει μὲν, ὅτι ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1899, μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1899, ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 5,752,000, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι τοὐλάχιστον 9,646,000 δραχμαὶ, ὅσαι ἐπὶ ἔλαττον ἐδαπανήθησαν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα Ἐσωτερικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ἐπὶ ἔλαττον ἢ κατὰ τὸ ἔτος 1898,— διότι αἱ δαπάναι τῶν τριῶν τούτων Ὑπουργείων κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἦσαν ὅλως ἔκτακτοι,— ἔχομεν βεβαίως τὸ 1898 οἰκονομικώτερον τοῦ 1899 κατὰ τοὺς 12 τούτους μῆνας (καίτοι ὁ κύριος Ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δὲν ἔχουσι μεγάλην σημασίαν) κατὰ 3,000,000. Κατὰ τὸ 1898, εἶπον ἤδη, ὅτι ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερα εἰς τὰ Ὑπουργεῖα Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης, Ἐκπαιδεύσεως καὶ Οἰκονομικῶν κατὰ 1,121,000, καὶ εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως δρ. 1,801,000, ἐπὶ πλέον δὲ πάλιν εἰς ἐπιστροφὰς καὶ ἀποδόσεις δραχμαὶ 736,350,— πρᾶγμα ὅμως, ὅπερ εἶναι ἄσχετον πρὸς τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, ὡς ἄσχετον πρὸς τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν ἐν μέρει εἶναι καὶ τὸ ὑπερβάλλον τῶν ἐξόδων διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι ηὐξημένα ὡς ἐκ τῆς μείζονος καταναλώσεως τῶν εἰδῶν, εἰς ἃ δαπανᾷ τὸ Κράτος, ἢ ὡς ἐκ τῆς πρὸς μείζονας εἰσπράξεις νέας φορολογικῆς διαρρυθμίσεως καὶ αὐστηροτέρας καταδιώξεως. Οὕτω, Κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἔτος, οὗτινος ὁ προϋπολογισμὸς ἐξετάζεται σήμερον, καὶ δι’ ὃ ἐγένετο ὅλη αὕτη ἡ προδικασία, ἥτις σκοπὸν εἶχε νὰ δείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πᾶσα ἡ ἐργασία ἡμῶν ἡ οἰκονομικὴ μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θέλομεν κατέλθει εἰς τὸ σταθερὸν ἰσοζύγιον, πρέπει πάντως νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς διαγεγραμμένης ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες καὶ ἔπλασαν τὸ σημερινὸν οἰκονομικὸν καθεστώς. Διὰ τὸ ἔτος 1900 ἔχομεν τὰς τελευταίας προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔσοδα 112,206,849 δρ. Ἡ ἀρχικὴ πρόβλεψις ἀνήρχετο εἰς 111,315,528. Διὰ δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, γενομένης τελευταῖον, ἀφῃρέσαμεν δραχ. 800,000 λόγῳ ἐλάττονος ἀποδόσεως, ἢ ὅσον προϋπελογίζετο, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, προσεθέσαμεν 1,259,321 δραχμὰς διὰ τὸ ἀντίτιμον τοῦ φόρου εἰς εἶδος τῆς σταφίδος τοῦ ἔτους 1898, καὶ προσεθέσαμεν 432,000 δρ. εἰσφορὰν ὑπὲρ τῶν δήμων ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἣν καὶ ἀποδίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀντίστοιχον στήλην τῶν δαπανῶν. Ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου, ὑπελόγισεν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 5,010,000 δραχμὰς, προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν τελευταίων δηλώσεων, ἃς δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ, ἀπὸ δραχ. 106,000,000, ὅσας προβλέπει ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς ἡ μειονοψηφία, ἔχομεν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῆς δραχμὰς 107,196,779. Οἱ ἐμοὶ ὑπολογισμοὶ ἄγουσιν εἰς δραχμὰς 108,135,159. Ἀπέναντι τῶν ἐσόδων τούτων ἔχομεν ἔξοδα, ἅτινα κατὰ τὰς τελευταίας δηλώσεις, — αἵτινες ὅμως δὲν εἶναι καὶ αἱ ἔσχαται, — τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέρχονται εἰς 112,471,359 δραχμὰς καὶ 35 λεπτά. Τούτων οὕτως ἐχόντων, κατὰ μὲν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προκύπτει ἔλλειμμα, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς πιστώσεως τῆς διὰ τὴν συμπληρωματικὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν δραχ. 264,510,—διότι ὑποθέτω, ὅτι θὰ εἰσαχθῇ πίστωσις,—τὸ ἔλλειμμα δὲ εἶναι 38,000, κατὰ δὲ τὰς προβλέψεις τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει εἰς 5,274,000, καὶ κατὰ τοὺς ἐμοὺς ὑπολογισμοὺς περιορίζεται εἰς 4,436,000 δραχμάς, αἵτινες θὰ βαρύνωσι τὸ ἔτος 1900. Ἐκ τούτων προκύπτει, ὅτι ἔχομεν μὲν ἤδη βεβαιωμένον ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δραχ. 5,400,000, ἔχομεν ἔλλειμμα πιθανὸν τοῦ ἔτους 1899 δραχ. 5,000,000 περίπου, προαναγγέλλεται δὲ διὰ τὸ ἔτος 1900 ἔλλειμμα περίπου δρ. 4,500,000. Ταῦτα εἰς τρία ἔτη, τὰ τρία πρῶτα ἔτη τῆς διαχειρίσεως τῆς οἰκονομικῆς τῆς μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, τὰ ἔτη τῆς διαίτης, τῆς προφυλάξεως, τῆς οἰκονομίας, τῆς νηστείας. Τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν τὸ μὲν πρῶτον ἀπεδείχθη ἐλλειμματικὸν διὰ λόγους πάντως δεδικαιολογημένους, τὰ δὲ δύο ἐπακολουθοῦντα ἀποδεικνύονται ἐλλειμματικὰ ἢ προαγγέλλονται ἐλλειμματικὰ διὰ λόγους ἀσυγγνώστους. Καὶ πάλιν δ’ ἐνταῦθα ἐρωτῶ, τὸ ἀντάλλαγμα τῆς τοιαύτης δαπανηρᾶς πολιτικῆς ποῖον εἶναι; Τί προσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τί προσήχθη ἐνώπιον τῆς χώρας, ἀντιζυγίζον τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα τὰ ἐλλείποντα; Ἡ μεταρρυθμιστικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἴδομεν ποῦ ἐτράπη. Ἠθέλησε ν’ ἀποχωρίσῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀστυνομιῶν καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Καὶ πῶς ἀπεχώρισε τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῶν ἀστυνομιῶν; Ἵδρυσε σύστημα κατὰ 4,300,000 δρ. δαπανηρότερον τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος. Ἀλλὰ ποῦ ἡ ἀστυνομία, ποῦ ἡ χωροφυλακή, αἵτινες ἔμελλον ἀμέσως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1899 ἐν μέρει, καὶ κατὰ συνέχειαν ἀκεραίως ἐν ἔτει 1900, ν’ ἀπαλλάξωσι τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ξένων εἰς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν; Ἡ χωροφυλακὴ οὐ μόνον δὲν ὠργανώθη, δὲν ἤρχισε νὰ ὀργανῶται ἐν ἔτει 1899 πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀλλὰ καὶ ὅτε ἀνηγγέλθη ὅτι θέλει ὀργανωθῆ κατὰ τὸ 1900, δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος καὶ, διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀλλαγῆς τῶν Ὑπουργῶν, διεγράφη ἀπὸ τῶν προβλέψεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἤρκεσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταδικάσῃ ἓν τῶν μελῶν αὐτῆς, ν’ ἀπομακρύνῃ καὶ ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸ δι’ ἄλλου, ὅπως μεταβάλῃ καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Τὰ δὲ χρήματα, τὰ μέχρι τοῦδε δαπανηθέντα, εἰς τοσοῦτον ἀλλοίους σκοποὺς ἐδαπανήθησαν, ὥστε κατέστη ἀδύνατον νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἐν ἔτει 1900 εἰς ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἡ χωροφυλακὴ διεγράφη ἐκ τῶν προβλέψεων τοῦ 1900. Περὶ δὲ τῆς ἀστυνομίας εἴδομεν ποία εἶναι ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρόνοια, ἥτις, ἀμφιβάλλω καὶ αὕτη ἂν πραγματοποιηθῇ· πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἐκ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, αἵτινες προαγγέλλονται εἰς ἡμᾶς, μία καὶ σπουδαία ἔσται ἡ τῆς ἀστυνομίας· διότι βεβαίως, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀπόφασιν, ὅπως ἀποφύγῃ ἐλλείμματα, νὰ μὴ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὰς πιστώσεις ταύτας, θέλει οἰκονομήσει σπουδαῖον ποσὸν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἀστυνομίας, καὶ δὲν θέλει προσκρούσει εἰς ἀνάλογον ἔλλειμμα κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Ἀλλὰ τί ἐγένετο ἡ ἀστυνομία καὶ τί ἐγένοντο τὰ χρήματα, ἅτινα, ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῶν ἐσόδων καὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς προθυμίας τῶν πολιτῶν, ὅπως καταβάλωσι τοὺς φόρους, ἦλθον καὶ ὑπερηκόντισαν πᾶσαν προσδοκίαν, καὶ ἐμετρήσαμεν κατὰ τὸ 1898 τόσα, ὅσα δὲν ἐφανταζόμεθα, καὶ εἴδομεν κατὰ τὸ 1899 σχεδὸν ἄλλα τόσα, καὶ ὑπισχνεῖται εἰς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις, πιστεύουσα, ὅτι καὶ τὸ 1900 θέλει ἀποφέρει ἀνάλογα ποσά; Ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ποσὰ ἐκεῖνα; Πῶς ὑπάρχουσι τὰ ἐλλείμματα; Πόθεν ἐγεννήθησαν; Τὰ μεταρρυθμιστικὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐφηρμόσθησαν· ποῦ δαπανῶνται, ποῦ ῥίπτονται τὰ χρήματα τὰ εἰσπραττόμενα; Τίς εἶναι ὁ πίθος οὗτος τῶν Δαναΐδων, δι’ οὗ διαρρέουσι καὶ ἐξαφανίζονται; Ποῦ ἀλλοῦ ἢ εἰς τοῦτο, ὅτι πλάττομεν ἀνάγκας, εἴτε ψηφίζοντες νόμους ἀλογίστους, εἴτε διαχειρίζοντες ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχόντων νόμων, τὸ χρῆμα κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ δαπανᾶται πολυτελῶς εἰς ἀνάγκας, αἵτινες δὲν εἶναι ἀληθεῖς ἀνάγκαι, εἰς ἀνάγκας, ἃς κατασκευάζομεν ἡμεῖς, ὅπως δυνηθῶμεν εἰς αὐτὰς νὰ δαπανήσωμεν τὸ δημόσιον χρῆμα;...
§163Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅμως δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἔλλειμμα. Ὑπελογίσατε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1900 εἰς 4,000,000...
§164ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὴν πίστωσιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος, ἐκ 4,000,000, θὰ ὑπάρχῃ ἔλλειμμα; Δὲν λέγω ὅτι πρόκειται νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι καὶ μὴ ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα.
§166ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι, ἂν δὲν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, βεβαίως θὰ ἔχητε οἰκονομίαν 4,300,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ διαγραφῇ, οἰκονομεῖτε 2,300,000 δρ. Ἐὰν ἡ ἀστυνομία, ἥτις ἀναγράφεται τμηματικῶς,—ὡς θὰ καταδείξω, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι σκοπῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργείου εἰδικῶς, ἵνα ἐκθέσω τὰς γνώμας μου, — ἐὰν ἡ ἀστυνομία, ἥτις ἀναγράφεται τμηματικῶς, κατορθωθῇ καὶ τὸ 1900 νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ, βεβαίως θὰ ἔχητε οἰκονομίαν 2,000,000 δρ., καὶ τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἐγὼ εὑρίσκω, δυνατὸν τότε νὰ καλύψητε,—εὔχομαι δὲ νὰ καλύψητε αὐτὸ, καίτοι δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ τοιαύτη πολιτικὴ, καθ’ ἣν ἀναγράφετε πιστώσεις πρὸς εἰσαγωγὴν μεταρρυθμίσεων, καὶ ἔπειτα διαγράφετε ὑμεῖς αὐτοὶ ἢ δὲν πραγματοποιεῖτε αὐτὰς, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἄλλαι σκέψεις, ὀρθότεραι ἴσως, ἐπεκράτησαν. Ἀλλὰ δι’ ἐμὲ θὰ ἦναι εὐτύχημα, ἂν εἰς τοιαύτας μεταρρυθμίσεις δὲν δαπανηθῶσι τὰ χρήματα...
§167Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἀναγράφεται.
§168ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο εἶπον, ὅτι τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἀναγράφεται, τῆς δὲ ἀστυνομίας ἀναγράφεται κολοβὴ, διότι ἀναγράφεται ἐπὶ προβλέψει κενῶν θέσεων. Ἀλλ’ ὅστις θέλει ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ξένων αὐτῷ, δὲν ἀναγράφει κενὰς θέσεις· καὶ ἵνα μὴ ἀναγράψῃ κενὰς θέσεις, ἔχει τὴν πρόνοιαν, οὐχὶ νὰ δίδῃ χρήματα εἰς τοὺς βαθμοφόρους, ἀλλὰ ν’ ἀπονέμῃ ἐπαρκεῖς μισθοὺς εἰς τοὺς καλουμένους ὅπως ὑπηρετήσωσιν εἰς θέσεις δημοσίων ὑπηρετῶν.
§169Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πίστωσις τῆς χωροφυλακῆς δὲν διεγράφη· ἐμειώθη μόνον κατὰ ποσὸν ἐλάχιστον· ἐνεγράφη ἓν ποσὸν 250,000 δρ. Ἀλλ’ ἐὰν συνδυάσητε τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς πρὸς τὸν νέον σύστημα τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, θέλετε φθάσει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, ὅτι τῆς νέας ἀστυνομίας ὀργανουμένης 2,000 χωροφύλακες ἀποδίδονται εἰς τὴν χωροφυλακήν, οὕτω δὲ ἡ χωροφυλακὴ δὲν θὰ ἦναι πλέον οἵα πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος.
§170ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ γινώσκω, Κύριοι, δύο γνώμας μεμελετημένας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· γινώσκω τὴν γνώμην τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἣν καὶ ἀνεκοίνωσα ὑμῖν πέρυσιν, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἢ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς χωροφυλακῆς,— δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, —γινώσκω καὶ τὴν γνώμην διαπρεποῦς ἀληθῶς ἀξιωματικοῦ, εἰς ὃν ὀφείλεται πᾶσα ἡ ἐργασία, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν ὀργανισμὸν τὸν νέον τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, ἥτις ἐχρησίμευσε καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις θέλει χρησιμεύσει εἰς πάντα, ὅστις ἐν Ἑλλάδι θέλει ἐργασθῆ εἰς τὴν ἀνοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ξένον ὀργανωτήν, ὅστις θέλει ἔλθῃ,—ἐὰν ἔλθῃ.—Γινώσκω δὲ, ὅτι αἱ δύο αὗται γνῶμαι, ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ γνώμη τοῦ συνταγματάρχου Λυκούδη, ἄγουσιν εἰς τοῦτο τὸ ἀναπόφευκτον, ὅτι 13,000 ἄνδρες εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Ἑλλάδι. Ἵνα δ’ ἔχητε τὰς 13,000 ταύτας ἀνδρῶν, πρέπει οὕτω νὰ ῥυθμίσητε τὰ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας, ὥστε νὰ μὴ λάβητε ἐφεξῆς ἀνάγκην μηδὲ ἕνα ἄνδρα τοῦ στρατοῦ νὰ μετακινήσητε. Καὶ ὑμεῖς μὲν πέρυσιν ἐδώκατε πρὸς ἡμᾶς, λέγοντας ὅτι θέλουσι λείψει 3,000 ἄνδρες, ἐδώκατε πρὸς ἡμᾶς τὴν πληροφορίαν, ὅτι οὐχὶ τόσοι, ἐφθάσαμεν δ’ οὕτω καὶ κατήλθομεν εἰς 1,500 ἢ 2,000 μόνον ἄνδρας· ἀλλὰ σήμερον, διὰ τῶν προβλέψεων τῶν ἀτελῶν, ἃς περιλαμβάνετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ποῦ μένουσιν αἱ περὶ τοσούτων μόνον ἀνδρῶν προβλέψεις; 2,000 μόνον θέλουσιν εἶναι ἀναγκαῖοι, καὶ ἂν ἐφαρμόσητε οὕτω τοὺς νόμους αὐτούς; ἢ 3,000; ἢ 4,000; ἢ πόσοι;
§171ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι ἄνδρες ἀπασχολοῦνται εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν;
§172ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω πόσοι, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ταύτην τὴν ἑσπέραν ἤκουσα, καὶ ἴσως ἠκούσατε καὶ ὑμεῖς, ὅτι δι’ ἔλλειψιν ἀνδρῶν ἐδόθη διαταγὴ εἰς τὸν στρατὸν νὰ παύσωσι τὰ γυμνάσια.
§173ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἤκουσα καὶ ἐγώ.
§174ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι παρὼν, καὶ ἂν λέγω τι τὸ ἀνακριβὲς, ἂς διορθώσῃ τὴν πληροφορίαν μου.
§175Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔδωσε καμμίαν διαταγήν.
§176ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀληθῶς σήμερον δὲν γνωρίζομεν καὶ ποῦ νὰ ἀποταθῶμεν διὰ τὰ τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἠξεύρω παρὰ τίνος ἐδόθη ἡ διαταγή, ὅτι ὅμως ἐδόθη διαταγή, μοὶ ἐβεβαίωσαν.
§177ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιῶ τὴν πληροφορίαν ὡς ἀκριβεστάτην.
§178ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀντάλλαγμα πάσης ταύτης τῆς σπατάλης, τῆς δαπανηρᾶς ῥοπῆς, εἶναι, ὅτι οὔτε ἀστυνομίαν, ὡς ὑπεσχέθησαν εἰς ἡμᾶς, ἔχομεν, οὔτε χωροφυλακήν, ὡς ὑπεσχέθησαν εἰς ἡμᾶς, ἔχομεν, οὔτε στρατόν, ἄξιον νὰ ἔχῃ Γενικὸν ἀρχηγὸν καὶ ἀνώτατον στρατιωτικὸν ἐπιτελάρχην ξένον πρὸς ὀργάνωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν, ἔχομεν· καὶ ταῦτα, ἐνῷ δαπανῶμεν ἀφειδῶς χρήματα, πολὺ περισσότερα ἐκείνων, ἅτινα ἠλπίζομεν ὅτι θέλομεν ἔχει, καὶ μὴ δαπανῶντες μηδὲ λεπτὸν ἐπὶ πλέον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἐκείνου, εἰς ὃν ἐπεθέσαμεν κορωνίδα τὸν Γενικὸν ἀρχηγὸν καὶ τὸν οἱονδήποτε στρατηγὸν ἢ συνταγματάρχην τὸν ἐξ οἱουδήποτε ἔθνους. Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι ἡ λάμψις τῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἀπροσδοκήτως εἰσέρρευσαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐτύφλωσε τὴν κυβερνητικὴν πρόνοιαν. Ἐσκοτίσθησαν οἱ κυβερνῶντες, καὶ βλέποντες περὶ ἑαυτοὺς ἄφθονα, εἰσερχόμενα εὐκόλως καὶ ἄνευ καταδιώξεως τῶν ὀφειλόντων τοὺς φόρους, τὰ ἑκατομμύρια, ἤρχισαν νὰ διαθέτωσιν αὐτὰ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Εἶχον βεβαίως ἀνάγκην νὰ παραστήσωσιν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐπὶ προδιαγεγραμμένου προγράμματος, ἐπὶ προμεμελετημένου προγράμματος βαίνουσιν, ἀλλὰ τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἦτο πρόγραμμα τῆς τελευταίας ὥρας, πρόγραμμα ἀναγκαῖον διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, πρόγραμμα ἔχον διττὴν ὄψιν, ἔχον ὄψιν, ἧς τὸν κύριον χαρακτῆρα εἴδομεν πῶς ἐτήρησαν, ὅτε ἐγκατεστάθησαν εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν καὶ δὲν εἶχον πλέον ἀνάγκην ν’ ἀποταθῶσι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, ἀλλ’ ἤρχετο ἡ ὥρα, ἵνα ἀσφαλίσωσιν ἄλλας εὐνοίας. Τὰς μεταρρυθμίσεις, ἃς προσήγαγον εἰς ἡμᾶς, ὅπως ψηφίσητε, εἴδετε. Κατὰ τὴν διαρρύθμισιν αὐτῶν, παρακαλῶ, εἴπατέ μοι, ποῦ εὑρίσκετε ἀκολουθίαν καὶ συμφωνίαν πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα ἔπρεπε διαρκῶς πρὸ ὀφθαλμῶν νὰ ἔχωσιν οἱ κυβερνῆται τοῦ τόπου τούτου; Ποῦ εἴδετε ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται ἐγένοντο προσηρμοσμέναι εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Κράτους, τοιαύτην, ὁποία προέκυψεν ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν πραγμάτων ἡμῶν τῶν οἰκονομικῶν ὑπὸ τοῦ Ἐλέγχου; Πᾶσαι αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται ἐγένοντο, ὡς ἂν μὴ ὑπῆρχέ τι τὸ κωλῦον ἡμᾶς πρὸς δαπάνας, ὡς ἂν μὴ ὑπῆρχέ τι τὸ κωλῦον ἕνεκα τῶν εἰσπράξεων τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς ἂν μὴ ὑπῆρχέ τι τὸ κωλῦον ὡς ἐκ τῶν ἐνδείξεων καὶ τῶν διδαγμάτων, ἅτινα ἐλάβομεν παρὰ ἐμπειροτέρων ἡμῶν, τῶν μελετησάντων τὰ ἡμέτερα πράγματα καὶ ἐπὶ τῇ μελέτῃ τῶν ἡμετέρων πραγμάτων ἐποικοδομησάντων τὸ ἵδρυμα αὐτῶν, ὅπερ δὲν εἶναι μόνον ἵδρυμα οἰκονομικῆς ὑποδουλώσεως τῆς Ἑλλάδος, πρὸς ἐπάρκειαν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν δανειστῶν αὐτῆς, οὓς οἱ τοῦ Ἐλέγχου ἀντιπροσωπεύουσιν, ἀλλὰ καὶ ἵδρυμα μεριμνῶν καὶ περὶ ἐπαρκείας εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Σκοτισθέντες οἱ κυβερνῶντες ὑπὸ τῆς λάμψεως τῶν ἑκατομμυρίων, ἤρχισαν νὰ διαθέτωσιν αὐτὰ διὰ διαταγμάτων, διὰ νομοσχεδίων, διὰ παντὸς τρόπου θεμιτοῦ, εἰς τὰς παντοίας ἀνάγκας, ἃς αὐτοὶ ἔπλασαν, διότι αἱ ἀνάγκαι αἱ συνήθεις τοῦ Κράτους ἦσαν ὡρισμέναι. Καὶ ποία ἡ ἀνάγκη νὰ δαπανήσωσιν εἰς αὐξήσεις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, πρὶν ἢ τελεσθῇ οἱαδήποτε ἐργασία πρὸς τακτοποίησιν τῶν πραγμάτων τῆς Δικαιοσύνης; Βεβαίως οἱ μισθοὶ τῶν δικαστῶν ἔπρεπε ν’ αὐξηθῶσιν, ὅπως πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἁπάντων, διότι παρῆλθεν ἀρκετὴ χρονικὴ περίοδος, ὥστε αἱ ἀνάγκαι τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῶσι διὰ τῶν μισθῶν τοῦ 1859, ἔστω καὶ μεταβεβλημένων εἰς νέας δραχμάς. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν, ὡς ἐλέχθη καὶ πέρυσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐπὶ βάσεως προδιαγεγραμμένου καὶ μεμελετημένου σχεδίου μετὰ τὴν σφυγμομέτρησιν τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν πασῶν ἐκείνων τῶν μεταρρυθμίσεων, αἵτινες ἤθελον εἰσαγάγει τάξιν καὶ ἀσφάλειαν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἤθελον δώσει εἰς τὴν Δικαιοσύνην τὴν προσήκουσαν ἀνεξαρτησίαν, ὅπως ἀπονέμῃ τὸ ὑπ’ αὐτῆς ὀφειλόμενον εἰς τοὺς πολίτας, καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν τὴν προσήκουσαν ἱκανότητα καὶ χρηστότητα, ὅπως ὑπηρετῇ τὴν χώραν καὶ ἕνα ἕκαστον πολίτην, οὗτινος ἕκαστος ὑπάλληλος ὀφείλει νὰ ἦναι ἀληθὴς ὑπηρέτης εἰς τὰ δίκαια καὶ τὰ νόμιμα συμφέροντα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔρριψεν ὅπως ἔτυχεν ἐνταῦθα ἓν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, καὶ ηὐξήθη ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν, καὶ ἔλαβον τὸν μισθὸν αὐτὸν τὸν ηὐξημένον καὶ καλοὶ καὶ κακοί. Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις, διότι δὲν ἦτο ἄξιος νὰ παραμένῃ ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ, διὰ καταλλήλου ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἀπεμακρύνθη, πρὶν ἢ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοί; Οὐδείς. Καὶ βεβαίως ὁ λαβὼν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ δικαστής, ὁ χρηστός, ὁ ἐργατικός, χαίρει, διότι παρεσχέθη αὐτῷ τρόπος τις ἀνετωτέρου βίου, ἀλλὰ βεβαίως ἐν ἑαυτῷ διαμαρτύρεται, διότι τὴν αὐτὴν ἀμοιβὴν εἶδεν ἀπονεμομένην καὶ εἰς τὸν γείτονα αὐτοῦ, οὗτινος οὐδὲ τὴν χεῖρα δέχεται νὰ σφίγξῃ. Κύριοι, ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν διαδεχθεῖσαν τὴν μετὰ τὸν πόλεμον, τῇ ἀνοχῇ τῆς Βουλῆς, διαχειρισαμένην τὰ δημόσια πράγματα, ἐπεβάλλετο νὰ προσηλώσῃ τὸν νοῦν αὐτῆς εἰς τὴν ὁδηγίαν, ἣν τὰ πράγματα ἔδιδον εἰς αὐτήν, καὶ τὰ διδάγματα, ἅτινα ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἐργασίας καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Οἰκονομικῆς. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔπρεπε νὰ ἦναι Κυβέρνησις καρτερίας καὶ ὑπομονῆς, φειδοῦς καὶ προνοίας, Κυβέρνησις ἀποταμιεύουσα ἐκεῖνα, ἅτινα, ὑπὲρ τὰς προσδοκίας ἡμῶν, εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ βαθμηδὸν καὶ ἐν καιρῷ, καὶ ἦναι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἑτοίμη ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1903. Ἀντὶ τῆς τοιαύτης πολιτείας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις προετίμησεν ἄλλην. Ἡ πολιτεία, ἣν ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ, ἤθελεν ἀγάγει ἡμᾶς ἀσφαλῶς εἰς τὸ ἔτος 1903 μετὰ προϋπολογισμοῦ σταθεροῦ ἐν ἰσοζυγίῳ τότε, μετὰ προϋπολογισμοῦ ἐλαστικοῦ, ἐπιτρέποντος εἰς τὴν χώραν, ἐπιτρέποντος εἰς τὸ Κράτος ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ ἐκεῖνα τὰ ἀπροσδόκητα, περὶ ὧν δὲν δύναταί τις τρία, τέσσαρα καὶ πέντε ἔτη πρότερον νὰ ὑπολογίσῃ, πολλάκις οὐδὲ τὴν προτεραίαν αὐτήν. Ἂν οὕτως ἐπολιτεύετο ἡ Κυβέρνησις, ἤθελε λάβει τὸν καιρὸν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ μελετήσῃ καλῶς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, τὰς νέας ἀνάγκας, ἃς ἔπλασεν ἡ νέα κατάστασις, νὰ διαγράψῃ, ἐπὶ τῇ μελέτῃ ταύτῃ, πρόγραμμα σοβαρῶν, οὐχὶ σπασμωδικῶν μεταρρυθμίσεων, νὰ διαγράψῃ πρόγραμμα ἀνορθώσεως, νὰ διαγράψῃ πρόγραμμα ἀνοργανώσεως, ὅπως ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος τούτου προκύψῃ ἡ παγίωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, προκύψῃ ἡ ἑδραίωσις τῆς Δικαιοσύνης, προκύψῃ ἡ βελτίωσις καὶ ἡ τακτοποίησις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, προκύψῃ ἡ ἀνοργάνωσις τοῦ στρατοῦ,—ἡ ἀληθὴς ἀνοργάνωσις, κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα, ἀναλόγως τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, τὴν ὕπαρξιν πυρῆνος καλῶς ἐκπαιδευομένου, ἵνα ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι χρησιμοποιηθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς χώρας. Ταῦτα ἐνεδεικνύοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ σήμερον, καί, ἂν οὕτως, ἄνευ ὁρμῆς, ἄνευ βίας, ἐπολιτεύετο, θὰ ἠδυνάμεθα βεβαίως ἐν ἔτει 1903 νὰ προσδοκῶμεν τοιαύτην συμπλήρωσιν ἀληθῶς μεταρρυθμιστικοῦ προγράμματος ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς χώρας. Ἐν δὲ τῇ τοιαύτῃ ἐνεργείᾳ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν εὕρει καὶ τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ τοῦ ἔργου ἐκείνου, ὅπερ ἐν τοῖς πρώτοις, οὐχὶ δεύτερον, ὡς ἐθνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν διαρκῶς πρὸ ὀφθαλμῶν, ἤθελε προσηλώσει τὴν προσοχὴν καὶ ἤθελε βεβαίως κατορθώσει νὰ δώσῃ τὴν πρώτην ὤθησιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς ὅσον οἷόν τε ταχυτέρας ἀπολυτρώσεως τῆς χώρας ἀπὸ τῆς οἰκονομικῆς ἐξαρτήσεως.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φλογαΐτης ἔχει τὸν λόγον.
§180Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Δικαίως ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν ζήτημα, ἐθεωρήθη δὲ τοιοῦτον, διότι ἀναποσπάστως συνδέεται τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων πρὸς τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς χώρας· ἀλλὰ συγχρόνως ἐθεωρήθη τοιοῦτον, διότι οἱ πρακτικώτατοι ἄνδρες τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησαν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, νὰ δέχωνται ἢ νὰ μὴ δέχωνται τὸν προϋπολογισμὸν μετ’ ἐπισταμένην αὐτοῦ συζήτησιν, ἤντλησαν τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἐξαναγκάζωσι τὴν ἀποπομπὴν ἐκ τῶν ὑπουργικῶν θώκων τῶν Ὑπουργῶν, ὧν ἀπέκρουον τὴν πολιτικὴν πορείαν· οὕτω δὲ διεμόρφωσαν τὸ πολίτευμα τὸ Κοινοβουλευτικὸν ὑπὸ τὴν σημερινὴν αὐτοῦ μορφήν. Τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα ἐκεῖ εἰσήγαγε τὴν εὐθύνην, τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν ἐνώπιον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, τὴν ποινικὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ δὲν εἰσήγαγε τὴν πολιτικὴν εὐθύνην. Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη ἀπέρρευσε βαθμηδὸν ἐν τῇ ἐξελίξει τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦ καθιερωθέντος δικαιώματος τῶν Βουλῶν τῆς ἐνιαυσίας ψηφίσεως τῶν προϋπολογισμῶν. Διὰ τοῦ δικαιώματος τούτου κατώρθωσαν οἱ Ἄγγλοι Βουλευταὶ νὰ οἰκειοποιηθῶσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀποπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἀπεδιοπομποῦντο τὴν πολιτικὴν πορείαν. Ἱστορικῶς λοιπὸν συνδέεται ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, ἢ μᾶλλον πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὁ ἱστορικὸς οὗτος λόγος εἶναι τῷ ὄντι ἀπόρροια τοῦ στενοῦ καθ’ ἑαυτὸν δεσμοῦ μεταξὺ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ. Διότι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἀδύνατόν ἐστι νὰ ὑπάρξῃ ἀγαθὴ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐν χώρᾳ, ὅπου ἐπικρατεῖ κακὴ πολιτικὴ κατάστασις. Ἐν πρώτοις εἶναι κατάδηλον, ὅτι ἀγαθὴ τελωνειακὴ διοίκησις δύναται νὰ προσπορίσῃ εἰσπράξεις τελῶν τελωνειακῶν πολὺ ἀνωτέρας παρὰ τὰς εἰσπράξεις, ἃς ἤθελε προκαλέσει ἡ διοίκησις αὕτη, ὅταν ἦναι ἀμελὴς ἢ ἐλαττωματική. Ἀγαθὴ διοίκησις ταμειακὴ καὶ εἰσπρακτορικὴ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ πολὺ μείζονας εἰσπράξεις παρὰ τὰς εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἐπιφέρει κακὴ τοιαύτη διοίκησις. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγαθὴ διοίκησις ἡ ἀστυνομικὴ καὶ ἡ νομαρχιακὴ, ἢ ἡ διαχείρισις τῆς ἐγκληματικῆς δικαιοσύνης ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη, ἥτις καὶ αὐτὴ ἐν ταῖς συγκεντρωτικαῖς ἐπικρατείαις θεωρητέα ὡς διοίκησις, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποτροπὴν ἀδικημάτων, καὶ ἡ ἀποτροπὴ τῶν ἀδικημάτων ἐπιφέρει βεβαίως τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγικῆς δραστηριότητος καὶ ἑπομένως τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δημοσίων προσόδων. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ λήξαντος αἰῶνος ἔλεγεν ὁ Baron Louis πρὸς τὸν Καζιμὶρ Περιὲ τὴν ὑστεραίαν ἐπαναστάσεώς τινος: «Ἐὰν θέλετε νὰ τακτοποιηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ, φροντίσατε πρῶτον νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τῆς Πολιτείας. Ἐὰν δὲν ῥυθμισθῶσι τὰ τῆς Πολιτείας, εἶναι ἀνέφικτος ἡ τακτοποίησις τῶν οἰκονομικῶν». Ἐκ τούτου δὲ καὶ τὸ πολυθρύλητον οἰκονομικὸν ἀξίωμα: «Donnez moi de bonne administration et je vous donnerai de bonnes finances». «Δότε μοι ἀγαθὴν διοίκησιν καὶ θέλω δώσει ὑμῖν καλὰ οἰκονομικά». Ὁ δὲ διάσημος οἰκονομολόγος Leon Say λέγει ῥητῶς: «Θέλετε νὰ ἴδητε κατὰ πόσον ἡ πολιτικὴ κατάστασις Κράτους τινὸς εἶναι ἀγαθή; παρατηρήσατε ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, παρατηρήσατε ποία εἶναι ἡ κατάστασις ἡ ἠθικὴ, καταδηλουμένη ἐμφαντικῶς ἐκ τοῦ πολλοῦ ἢ ὀλίγου ἀριθμοῦ τῶν τελουμένων ἐγκληματικῶν πράξεων, ὃν βεβαιοῦσιν οἱ ἐπίσημοι στατιστικοὶ πίνακες.» Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἐπικρατεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, δύναται νὰ εἴπῃ τις ἀπὸ τῆς νέας συνταγματικῆς ἡμῶν περιόδου, χειρίστη πολιτικὴ κατάστασις· διότι, ἐνῷ βεβαίως δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα, ὅπερ ἐπεκράτει ἐπὶ τῆς προλαβούσης Δυναστείας, τῆς νοθεύσεως τῆς ψήφου καὶ τῶν καλπῶν, ἐπικρατεῖ ὅμως σύγχυσις τοιαύτη τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν νόμιμον ἐνέργειαν τῶν ἐξουσιῶν, τὴν ἐπ’ ἀγαθῷ ἐνέργειαν τῶν ἐξουσιῶν· τοῦτο δὲ ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸ ὅτι ἐγκατελείφθη καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἄνευ τῆς νομοθεσίας ἐκείνης, ἥτις πρέπει νὰ συνοδεύῃ αὐτό. Τοῦτο ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω ἀδιαλείπτως, ὡς γνωστὸν, ἀπὸ 30 ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα, ὑπεστήριξα αὐτὸ δι’ ἐπανειλημμένων πραγματειῶν καὶ συγγραφῶν, ὑπεστήριξα αὐτὸ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀλλεπαλλήλως, ὁσάκις διετέλεσα Βουλευτής. Ἡ κατάστασις ἡμῶν ἡ πολιτικὴ ἦτο καὶ εἶναι ἀνώμαλος διότι ἔχομεν νομοθεσίαν μοναρχικὴν, συμβιοῦσαν μετὰ πολιτεύματος ἐλευθέρου· ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ συμβίωσις αὕτη ἐπιφέρει τοῦτο τὸ μέγα κακὸν, ὅτι ἐκλείπουσιν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος. Ὅ,τι εἶναι δυνατὸν καὶ ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι νὰ σώσῃ ἀληθῶς τὰς ἐλευθερίας, νὰ προφυλάξῃ ἀληθῶς τὰ ἀτομικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, νὰ περιφρουρήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ νὰ περιορίσῃ τὴν σπατάλην καὶ τὴν ἀκολασίαν, εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν δημοσίων λειτουργῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἀλλ’ ἐν ταυτῷ καὶ ἡ ἀνεξαρτησία περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὑτῶν. Ἀλλ’ εὐθύνη τῶν δημοσίων λειτουργῶν καὶ ἀνεξαρτησία τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ τῆς νομοθετήσεως τοῦ προσήκοντος ἐλέγχου περὶ τῆς δεούσης τοῦ καθήκοντος διεξαγωγῆς καὶ ἄνευ τοῦ καταμερισμοῦ τῶν δημοσίων καθηκόντων. Εἷς μονάρχης, ἂν ὑποτεθῇ μεγαλόβουλος, δύναται τῷ ὄντι ἐν μέρει ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν Πολιτείαν ἀπὸ πλείστων ὅσων ἀτοπημάτων. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι πολίτευμα μοναρχικὸν καὶ ὑπὸ τὸν ἄριστον τῶν μοναρχῶν φέρει τοῦτο τὸ κακὸν, ὅτι προάγει τὴν Αὐληκρατίαν, ἥτις δύναται νὰ προκαλέσῃ μεγάλα ἐν τῷ μέλλοντι δεινὰ, καὶ νὰ κλονίσῃ αὐτὸ τὸ καθεστὼς, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε σώζει ἐνίοτε τὰς Πολιτείας ἀπὸ τοῦ οἰκτροῦ φατριασμοῦ καὶ ἀπὸ τῶν καταπτύστων σπαταλῶν. Ἀλλὰ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅπερ συνδυάζεται μετὰ νομοθεσίας μοναρχικῆς, ἀναγκαίως συνεπιφέρει τοῦτο τὸ μέγα κακὸν, ὅτι ταπεινοῖ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ὅτι ἐκνευρίζει καὶ καταστρέφει τὰ δημόσια ἤθη, ὅτι ὑποτάσσει ἀκριβῶς τὴν συνείδησιν εἰς τὰ προσωπικὰ συμφέροντα. Ὄπως κατορθωθῇ, πολίτευμά τι ἐλεύθερον νὰ φέρῃ τὰ ἀγαθά του ἀποτελέσματα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι τῷ ὄντι ἐλεύθερον, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἦναι τῷ ὄντι ἐλεύθερον, ἂν δὲν συμβαδίζῃ μετὰ νομοθεσίας ἐλευθέρας, νομοθεσίας ἀσφαλιζούσης τὴν εὐθύνην τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἀλλ’ ἐν ταυτῷ καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκθέσω ἐν συντόμῳ τὰς περὶ τούτου ἰδέας μου, ἃς, πλειστάκις ἐν ἐκτάσει ἀπὸ τῆς νεωτάτης μου ἡλικίας δηλώσας διά τε πραγματειῶν ἀλλεπαλλήλων καὶ διὰ βουλευτικῶν ἀγορεύσεων, ἐπιφυλάσσομαι ἄλλοτε νὰ ἀναπτύξω καὶ πάλιν ἐν εὐθετωτέρᾳ στιγμῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκτενέστερον. Οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ ἀνώτατοι τῶν δημοσίων λειτουργῶν τοῦ Κράτους, οἵτινες εἶναι μὲν συμπράκτορες ὑπεύθυνοι τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως οἱ ὕπατοι διοικητικοὶ λειτουργοὶ ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς διοικήσεως, τότε μόνον παρέχουσι τὴν ἐγγύησιν, ὅτι θέλουσι πολιτευθῆ καλῶς, ὅταν ὦσιν ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων. Ἀλλ’ ὑπάρχει εὐθύνη ἀληθὴς, ὅπου εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν μέσων τῆς ἐξουσίας νὰ δελεάζωνται αἱ συνειδήσεις τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν ἐκλογέων; Ἡ εὐθύνη εἶναι τυπικὴ, καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τυπικὴ, ὥστε, ὡς παρατηρεῖ Ἰταλός τις συγγραφεὺς, συμβαίνει πολλάκις αἱ ἀποφάσεις αἱ πολιτικαὶ τῶν βουλευτικῶν πλειονοψηφιῶν νὰ ἦναι τοσοῦτον φαῦλαι, ὥστε, ἂν ἐξέδιδον αὐτὰς τακτικοὶ δικασταὶ, ἤθελε διακόψει πρὸς αὐτοὺς τὸν χαιρετισμὸν ὅλος ὁ κόσμος. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπικρατεῖ ἀληθὴς κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη, καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη ἐξασφαλίζει ἀληθῶς τὰ ἀτομικὰ καὶ πολιτικὰ τῶν πολιτῶν δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, διατί; διότι οὐδὲν δύναται νὰ διαθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς προσωπικῶς, οὐδὲν ἔχει εἰς χεῖρας αὑτοῦ μέσον, ἵνα δελεάσῃ τὴν συνείδησιν τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκλογέως. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσι νομάρχαι, εἰσαγγελεῖς, ἔφοροι, ταμίαι. Κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ δελεασθῇ ἡ συνείδησις τῶν Βουλευτῶν ἢ τῶν ἐκλογέων; Καὶ ὅμως καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐνίοτε ὁ δεσμὸς τῆς κομματικῆς ὁμοφροσύνης παρασύρει τοὺς Βουλευτὰς εἰς ἀτόπους ἀποφάσεις, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνεργουμένων ἄλλοτε τῶν ἐξελέγξεων τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παρεσύρετο αὕτη εἰς παρανόμους ἀποφάσεις ὑπὸ τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος τῆς πλειονοψηφίας. Διὰ τοῦτο οἱ Ἄγγλοι, τὸ πρακτικώτατον ἀληθῶς τῶν ἐθνῶν, ἀφήρεσαν κατὰ τὸ 1868 τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀνέθηκαν αὐτὸ εἰς τὰ ἀνώτερα Ἀγγλικὰ δικαστήρια, καὶ ἔκτοτε οὐδὲν ἠκούσθη παράπονον φατριαστικῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Καὶ ἐν αὐτῇ λοιπὸν τῇ Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἐπικρατεῖ τελεία ἀποκέντρωσις, ἔχομεν ἐνίοτε παραδείγματα ἐκτρόπων καὶ ἀδίκων ἀποφάσεων, προκαλουμένων ἀκριβῶς ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ τῆς κομματικῆς ὁμογνωμοσύνης. Ἀλλ’ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐκτὸς τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, ἥτις βεβαίως σώζει κατὰ τὸ πλεῖστον, διὰ τὸ ἀποκεντρωτικὸν τῆς διοικήσεως, τὴν χώραν ἀπὸ προσβολῶν φατριαστικῶν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις εὐθύνη, ἥτις δυστυχῶς ἐλλείπει παρ’ ἡμῖν, ἐλλείπει καὶ ἐκ τῶν ἄλλων συνταγματικῶν χωρῶν. Ὁ Fischel εἶπε περὶ τῆς Ἀγγλίας, ὅτι τὸ πολίτευμα τὸ Ἀγγλικὸν κατὰ τοῦτο εἶναι ὑπεροχώτερον τῶν ἄλλων, ὅτι ἐκεῖνο ἐκεῖ καθιεροῖ τὴν ἀστικὴν ἢ χρηματικὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῶν ἀστικῶν δικαστηρίων, διότι ἐκεῖ οἱοσδήποτε ἤθελε τολμήσει νὰ προσβάλῃ οἱονδήποτε δικαίωμα, ἀτομικὸν ἢ πολιτικὸν, οἱουδήποτε πολίτου, ἀμέσως ὑποχρεοῦται δι’ ἀγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελε κινήσει ὁ πολίτης ἐκεῖνος, νὰ καταβάλῃ μέγα τι χρηματικὸν ποσὸν εἰς ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου τὸ δικαίωμα προσεβλήθη, ἔστω καὶ ἂν δὲν ὑπέστη τὴν ἐλαχίστην χρηματικὴν ζημίαν· ὁ δὲ Laboulaye ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὰ τέλη τοῦ ΙΗʹ αἰῶνος, διότι εἷς Ὑπουργὸς περιώρισε μίαν ἡμέραν ἕνα κακοηθέστατον δημοσιογράφον, ὀνόματι Witkes, διότι εἶχεν ἀφορμὴν νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐξερχόμενος νὰ προκαλέσῃ τὴν διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως, διὸ καὶ μόνον περιώρισε τοῦτον ἐπὶ μίαν ἡμέραν, ἐκίνησεν οὗτος ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ, τῶν ὑπακουσάντων εἰς αὐτὸν, διότι ἐκεῖ ἡ παράνομος διαταγὴ ποτὲ δὲν ὑποχρεοῖ τὸν ὑπάλληλον νὰ ὑπακούσῃ, καὶ κατεδικάσθη ὁ Ὑπουργὸς εἰς δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν ἀποζημίωσιν, ἧς ἕνεκα ὁ διεφθαρμένος ἐκεῖνος δημοσιογράφος κατέστη ἀπὸ ἁπλούτου καὶ πτωχοῦ εὔπορος καὶ πλούσιος. Ἔκτοτε οὐδέποτε ἐν Ἀγγλίᾳ, παρατηρεῖ ὁ Laboulaye, ἐτόλμησε νὰ παραβιάσῃ ἀρχή τις οἱονδήποτε δικαίωμα πολίτου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑπόκεινται καὶ εἰς ποινικὴν εὐθύνην οἱ Ὑπουργοί. Ἀλλ’ ἡ ποινικὴ εὐθύνη οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ πανταχοῦ τοῦ κόσμου, εἶναι περιησφαλισμένη, δύναταί τις εἰπεῖν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καὶ περιπεπλεγμένη διὰ τοσούτων καὶ τηλικούτων διατυπώσεων, ὥστε μόνον μετὰ κοινωνικὴν ἀναστάτωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ ποινικὴν τιμωρίαν εἷς τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἔλθωμεν εἰς τοὺς ἄλλους δημοσίους λειτουργούς. Ἔχουσιν οὗτοι εὐθύνην; Βεβαίως ἡ εὐθύνη αὐτῶν εἶναι σημαντικωτέρα πως τῆς τῶν Ὑπουργῶν, διότι εἶναι δυνατὸν, εἰσαγόμενοι εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ τιμωρηθῶσιν εὐκολώτερον, διότι εἶναι μᾶλλον ἀνοικτὴ ἡ θύρα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐκείνη δυστυχῶς, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ ἀπολύτως τοὺς πολίτας ἀπὸ τῶν πιέσεων καὶ τῶν ἐπιβουλῶν τῶν δημοσίων λειτουργῶν, διότι καὶ οἱ δημόσιοι οὗτοι λειτουργοὶ προστατεύονται κατὰ τῆς καταδιώξεως ὑπὸ τῶν πολιτικῶν μέσων, ἅτινα σημαίνουσι μεγάλως ἕνεκα τῆς ἐπικρατούσης νομοθεσίας, καὶ διὰ τοῦτο ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ σῴζονται καὶ οὗτοι ἀπὸ ποινικῆς καταδιώξεως, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ σώζονται καὶ ἀπὸ οἱασδήποτε ἄλλης καταδιώξεως καὶ ἀπολύσεως. Ἀλλ’ ἐν ᾧ δὲν ἔχουσιν εὐθύνην οἵ τε Ὑπουργοὶ καὶ οἱ λοιποὶ τῆς Πολιτείας λειτουργοὶ, δὲν ἔχουσι δυστυχῶς καὶ ἀνεξαρτησίαν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος αὑτῶν. Τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν, ἐν ᾧ ὑπόκεινται εἰς πλείστας ὅσας πιέσεις, πιέσεις τοιαύτας, εἰς τὰς ὁποίας ἐὰν δὲν ἐνδίδωσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ; Ἀλλ’ εἶναι ἀνεξάρτητοι οἱ κατώτεροι αὐτῶν δημόσιοι ὑπάλληλοι; Οὐδόλως, διότι καὶ αὐτοὶ πιέζονται, καὶ πιέζονται ὑπὸ τῶν προϊσταμένων καὶ ὑπὸ τῶν παρ’ αὐτοῖς ἰσχυόντων Βουλευτῶν, καὶ εἶναι ἠναγκασμένοι καὶ ἐκεῖνοι νὰ θυσιάζωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν αὑτῶν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν, Κράτος νὰ βαδίσῃ ἐπὶ τὰ πρόσω, ὅταν δὲν ἔχωσιν εὐθύνην ἐπὶ ταῖς παρανομίαις αὑτῶν οἱ δημόσιοι λειτουργοί, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχωσιν ἐν ταυτῷ ἀνεξαρτησίαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος; Διατὶ ἐν Ἀγγλίᾳ πραγματικῶς τελεσιουργεῖ θαυμασίως τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; διατὶ καὶ ἐν ἄλλαις χώραις, αἵτινες ἔχουσι μιμηθῆ ἐν πολλοῖς τὴν Ἀγγλικὴν νομοθεσίαν, ἐν Νορβηγίᾳ, ἐν Σουηδίᾳ, ἐν Ὁλλανδίᾳ, τὸ πολίτευμα αὐτὸ ἐφαρμόζεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δὲν βλέπει τις αὐτὰ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα βλέπει ἐν ταῖς ἠπειρωτικαῖς ἐπικρατείαις; Καὶ ἂν δὲν βλέπῃ αὐτὰ τὰ κακὰ, δὲν βλέπει καὶ τὴν τάσιν ἐκείνην εἰς τὴν σπατάλην καὶ τὴν ἀκολασίαν, τῆς ὁποίας ἀπόρροια εἶναι ἡ ἑλληνικὴ χρεωκοπία. Μόνον διὰ τοῦ καταμερισμοῦ τῶν δημοσίων καθηκόντων, τοιούτου καταμερισμοῦ, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ διατηρῇ ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα εἰς τὴν τακτικὴν κίνησιν τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ νὰ ὑπάρξῃ Πολιτεία εὔκοσμος καὶ εὐδαίμων. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνωτάτης ἐποπτείας τῆς διοικήσεως, τῆς ἀνωτάτης ἀστυνομίας, τῆς διευθύνσεως τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τῆς εἰσαγωγῆς εἰς πειθαρχικὴν δίκην τῶν παρεκτρεπομένων κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς δημοσίων λειτουργῶν. Λέγω τῆς εἰσαγωγῆς καὶ οὐχὶ τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας, διότι πειθαρχικὴ τιμωρία εἶναί τι χείριστον, παραδιδόμενον εἰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν. Ὀφείλουσιν οὗτοι νὰ προκαλῶσι τὸν πειθαρχικὸν ἔλεγχον, οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν τιμωρίαν. Οὐ μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου τὸ πολίτευμα δὲν ἔλαβεν ἐκείνην τὴν κοινοβουλευτικὴν τροπὴν, διὰ πολλοὺς λόγους, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ πανταχοῦ ἀλλαχοῦ σχεδὸν τῶν συνταγματικῶν ἐπικρατειῶν, καὶ ἐν Γερμανίᾳ, λέγω, ὑπάρχει διοίκησις ἀρίστη ἀληθῶς, διότι ὑπάρχει τελεία καὶ πλήρης ἀποκέντρωσις. Ἡ Γερμανικὴ ἀποκέντρωσις βεβαίως δὲν εἶναι παρεμφερὴς πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν ἀποκέντρωσιν, ἥτις στηρίζεται ἐκεῖ εἰς τὴν τάξιν τῶν μεγαλοκτημόνων πολιτῶν, εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν τοῦ ἐγγείου πλούτου, ἀλλὰ στηρίζεται εἰς τὸν διαγωνισμὸν, στηρίζεται εἰς τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια, τὰ ἀνεξάρτητα, τὰ ὑπ’ οὐδενὸς δυνάμενα ὁπωσδήποτε νὰ ῥυμουλκηθῶσιν, οὐδὲ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Αὐτοκράτορος, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ ἐξουσίαν ὁ Αὐτοκράτωρ. Πανταχοῦ ἀλλαχοῦ ἐπικρατεῖ αὐτὴ ἡ παρ’ ἡμῖν τάσις εἰς ἀκολασίαν καὶ εἰς σπατάλην. Ἐν Ἰταλίᾳ ἀκριβῶς ὑπῆρξε μέγας κίνδυνος χρεωκοπίας πρό τινος χρόνου, καὶ ἴσως καὶ σήμερον ὑπάρχει· ἡ Γαλλία δὲ, καίτοι τὸ ἔδαφος αὐτῆς εἶναι κατ’ ἐξαίρεσιν γόνιμον καὶ ἀπαραμίλλως παραγωγικὸν, καὶ ἐκτὸς τούτου οἱ Γάλλοι ἔχουσι πλεῖστα ὅσα μέσα συγκεντρώσεως καταπληκτικῆς χρημάτων ἐκ τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, οὐχ ἧττον διέτρεξε πολλάκις τὸν κίνδυνον τῆς χρεωκοπίας ἐκ τῆς κακῆς αὐτῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Καὶ κατὰ τὸν ΙΖʹ αἰῶνα καὶ κατὰ τὸν ΙΗʹ καὶ τὸν ΙΘʹ ἔτι αἰῶνα διέτρεξε πολλάκις κινδύνους χρεωκοπίας. Ὁ Turgot ἔλεγεν ἀκριβῶς τῇ 24 Φεβρουαρίου 1774 πρὸς τὸν Λουδοβῖκον ΙΣΤʹ, Βασιλέα τῆς Γαλλίας: «Δὲν προτείνω εἰς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα οὔτε νέους φόρους, οὔτε δάνεια, ἀλλὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων. Ἐρωτῶσι, ποῦ θέλουσιν ἐνεργηθῆ αἱ ἐλαττώσεις, οἱ δὲ διατάκται ἰσχυρίζονται, ὅτι τὰ γινόμενα ἔξοδά εἰσιν ἀναγκαῖα, καὶ ζητοῦσι μάλιστα ν’ ἀποδείξωσι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον. Δυστυχῶς ὅμως τὰ ἀδύνατα δὲν γίνονται δυνατά. Ἅπαντα δὲ τὰ περὶ μὴ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων ἐπιχειρήματα ἀναγκαῖον νὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς τὴν ἀκαταμάχητον ἀνάγκην τῆς οἰκονομίας.» Καὶ ἀληθῶς, διότι ὁ τότε Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας ὑπεχώρησεν ἀκριβῶς εἰς τὰς συμβουλὰς τοῦ Turgot, καὶ ἐφηρμόσθη οἰκονομικὸν σύστημα ἐμφρονέστατον, κατωρθώθη ν’ ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος τῆς χρεωκοπίας. Ἐν γένει ὅμως ἐν ταῖς ἐπικρατείαις, ὅπου ὑπάρχει διοικητικὴ συγκέντρωσις, ἐπέρχονται μεταξὺ τῶν ἄλλων κακῶν ἀκριβῶς καὶ τὰ δεινὰ τῆς χρεωκοπίας. Ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ πλείστων ἐτῶν διέπεται ὑπὸ οἰκτρᾶς πολιτικῆς καταστάσεως, καὶ ἀπόρροια τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι ἀκριβῶς, ὅτι οὐδέποτε τὰ ἔξοδα αὐτῆς ἀπὸ τῆς νέας αὐτῆς συνταγματικῆς περιόδου ἦσαν περιωρισμένα εἰς ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἦναι. Ἄν τις ἀναδιφήσῃ τοὺς Ἑλληνικοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ νόμους, θέλει ἰδεῖ, ὅτι προσετίθεντο ἑκάστοτε νέαι θέσεις καὶ δαπάναι ἄνευ τινὸς μεγάλης ἀνάγκης, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἱκανοποιήσεως προσωπικῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἐντεῦθεν ἐνισχύσεως τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων. Καὶ ὀφείλει μὲν νὰ ὁμολογήσῃ τις, ὅτι ὑπῆρχε διαφορὰ μεταξὺ Κυβερνήσεων καὶ Κυβερνήσεων, καὶ ὑπῆρχον Κυβερνήσεις, αἵτινες εἶχον πολὺ μείζονα ῥοπὴν εἰς τὸ νὰ δημιουργῶσι θέσεις καὶ νὰ ἐπαυξάνωσι τὰς δαπάνας, καὶ Κυβερνήσεις, αἵτινες εἶχον πολὺ ὀλιγωτέραν ῥοπὴν εἰς τοῦτο, ὅτε οἱ προϋπολογισμοὶ συνετάσσοντο ὀλιγώτερον σπατάλως, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔκτοτε, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐπικρατεῖ ἡ τάσις, καὶ ἡ τάσις αὕτη προεχώρησε μέχρις οὗ κατωρθώθη ἐπὶ τέλους ἐπὶ τοσοῦτον νὰ ἐξογκωθῶσιν αἱ δαπάναι, ὥστε νὰ ἦναι προφανὲς καὶ κατάδηλον, ὅτι ἐπίκειται χρεωκοπία. Καὶ ἠγέρθησαν βεβαίως καὶ φωναί, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπολύτως νὰ περιορισθῶσιν αἱ δαπάναι, διότι ἦτο ἄφευκτος ἄλλως ἡ χρεωκοπία, μία δὲ ἐκ τῶν φωνῶν τούτων ἦτο καὶ ἡ φωνὴ ἐμοῦ, πρώτου διαλαλήσαντος, ὅτι βαίνομεν εἰς χρεωκοπίαν καὶ ὑποδείξαντος τὰ μέσα τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως, ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν ἔτεινέ τις ἐκ τῶν ἰσχυόντων προσεκτικὸν τὸ οὖς εἰς τοὺς λέγοντας ταῦτα, καὶ δυστυχῶς ἐπῆλθε τὸ προβλεπόμενον τότε ἀπαίσιον γεγονὸς, τὸ βεβαίως πολὺ θλιβερὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ πολὺ ἐπιβλαβές, τῆς χρεωκοπίας. Σήμερον, μετὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον, ὅλος ὁ κόσμος ἤλπισεν, ὅτι ἤθελε τέλος πάντων δοθῆ ἄλλη τις ὤθησις εἰς τὰ δημόσια πράγματα, ὅτι ἤθελεν ἐγκαταλειφθῆ πλέον ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ παλαιὰ, τῆς κιβδηλεύσεως τῶν θεσμῶν διὰ τῆς καταρτίσεως ὀργανικῆς νομοθεσίας συναρμοζομένης πρὸς τὸ πολίτευμα, ὅτι ἤθελε ψηφισθῇ ἄλλος προϋπολογισμὸς ἐπὶ ἄλλων βάσεων, ὅτι ἰδίως ἤθελε ληφθῆ πρόνοια περὶ συστήματος ἄλλου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Δυστυχῶς ἀπὸ πλείστων ὅσων ἐτῶν τί βλέπει τις, διεξερχόμενος τοὺς Ἑλληνικοὺς προϋπολογισμούς; Βλέπει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δαπανῶνται 16, 17, 18 ἑκατομμύρια, δαπανῶνται δὲ διότι ὑποτίθεται, ὅτι ὑπάρχει στράτευμα, καὶ στράτευμα ἀληθῶς δὲν ὑπάρχει, διότι καταναλίσκονται ὅλα τὰ ποσὰ εἰς τὴν καταβολὴν μισθῶν ἀξιωματικῶν, μισθῶν ὑπαξιωματικῶν, μισθῶν στρατιωτῶν, μισθῶν διαθεσίμων ἀξιωματικῶν, μισθῶν ἀργῶν ἀξιωματικῶν, εἰς τροφοδοσίας, εἰς ὁπλισμὸν, εἰς ἱπποφορβὴν, εἰς συντήρησιν στρατιωτικῶν κτιρίων, εἰς ἐνοίκια ἰδιωτικῶν γραφείων, ἀλλ’ οὐδὲν δαπανᾶται εἰς ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη, ὅπως ὑπάρξῃ στρατὸς, δηλ. οὐδὲν δαπανᾶται εἰς ἐξάσκησιν στρατιωτικὴν, εἰς ἐκτέλεσιν γυμνασίων, εἰς κατασκηνώσεις, εἰς στρατοπεδεύσεις. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς ἄνευ ἀσκήσεων στρατιωτικῶν, ἄνευ κατασκηνώσεων, ἄνευ στρατοπεδεύσεων; Ἐπὶ πλεῖστα ὅσα ἔτη διαβουκολοῦμεν τὸ ἑλληνικὸν κοινὸν, διαβουκολοῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι ἔχομεν στρατὸν, ἢ ὅτι ἀγωνιζόμεθα πρὸς κατάρτισιν στρατοῦ, ἐνῷ μόνον ἔξοδα στρατοῦ ἔχομεν. Γυμνάσια οὐδὲ κἂν ἐγένοντό ποτε, οὐχὶ δὲ γυμνάσια μεραρχίας ἢ ταξιαρχίας, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ συνταγμάτων, οὔτε συνῆλθόν ποτε κἂν, οὔτε ἐκλήθησαν οἱ ἔφεδροι. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ ῥαβδώσεις τῶν πυροβόλων μέχρι τοῦ τελευταίου πολέμου ἦσαν παντελῶς ἄθικτοι; Οὕτω διευθύνονται ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τὰ ἑλληνικὰ πράγματα! Ἀλλὰ τοῦτο τὸ σύστημα πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Εἶναι ὅλως διόλου ἀδικαιολόγητον τὸ νὰ γίνεται μία τόσον μεγάλη κατανάλωσις χρήματος, ἐνῷ δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ μορφώσεως τοῦ στρατοῦ. Καὶ φρονῶ μὲν—δὲν ἐδίστασα καὶ ἄλλοτε νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅτε τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος ἴσως ἦσαν βελτίονα,—φρονῶ ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ διατηρήσωμεν στρατὸν ὑπὸ τὸ ἐπικρατοῦν στρατιωτικὸν σύστημα, ἐκπαιδευόμενον ἀληθῶς καὶ μορφούμενον, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον καὶ νὰ ῥίπτωμεν ἀκριβῶς χρήματα εἰς τὴν θάλασσαν ἄνευ τινὸς σκοποῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν τέλος ὁριστικῶς περὶ τούτου: πόσον στρατὸν δυνάμεθα νὰ συντηρήσωμεν πράγματι, ἐκπαιδεύοντες αὐτὸν καὶ μορφοῦντες προσηκόντως· ἢ, ἂν νομίζομεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περιορίσωμεν τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις εἰς τὸ τρίτον,—διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι πλέον τοῦ τρίτου εἶναι ἀδύνατον νὰ συντηρήσωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ ἐκπαιδεύσωμεν αὐτὸν,—νὰ σκεφθῶμεν, ἂν δὲν εἶναι πρέπον νὰ εἰσαγάγωμεν ἄλλο τι σύστημα στρατιωτικὸν καὶ στρατολογικὸν, ὑπὸ τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκγυμνάζηται ὅλος ὁ λαὸς εἰς τὰ ὅπλα, ἀλλὰ διὰ μικροτέρας πολὺ δαπάνης. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1887 εἶχον ἰδεῖ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἑλβετίας· κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ἐδαπανῶντο ἐν συνόλῳ 12½ ἑκατομμύρια ἢ 12,600,000 διὰ τὴν συντήρησιν στρατοῦ ὑπερβαίνοντος τὰς διακοσίας χιλιάδας, δύο δ’ ἑκατομμύρια ἐξ αὐτῶν ἐδαπανῶντο εἰς τὰς ἑταιρείας τῆς σκοποβολῆς. Βεβαίως δὲν λέγω ὅτι εἶναι δυνατὸν ἓν σύστημα νὰ μεταφυτευθῇ ὁλοκλήρως, ὅπως ἔχει ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἀνάγκη, νομίζω, ἀπαραίτητος νὰ μελετηθῇ, τί σύστημα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν, καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ συστήματος νὰ διαθέσωμεν ὅ,τι ποσὸν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν,—κατ’ ἐμὲ, οὐχὶ πλέον τῶν 10 ἢ 12 τὸ πολὺ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Διότι, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὰ ἐλλείμματα δὲν εἶναι ὁποῖα παρέστησαν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀγορεύσαντες κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε διάστημα, καὶ ἂν ἦναι μικρότερα,—εἰ καὶ ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι οὐχὶ μόνον μικρότερα δὲν εἶναι, ἀλλὰ καὶ μείζονα φοβοῦμαι μήπως εἶναι,—πάλιν ἔχομεν ἤδη ἀνεγνωρισμένον ἔλλειμμα, καὶ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἐὰν σήμερον δὲν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποσοβήσωμεν τὸ ἔλλειμμα, κατὰ μείζονα λόγον δὲν θὰ κατορθώσωμεν ν’ ἀποσοβήσωμεν τοῦτο κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη. Τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῶν ἐλλειμμάτων γινώσκετε ποῖον θὰ ἦναι; Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐλλειμμάτων σήμερον δὲν θὰ ἦναι εἷς ἄλλος λιμὴν, ἀπαίσιος μὲν φρικωδῶς, ἀλλὰ λιμὴν σωτηρίας, τῆς χρεωκοπίας τῆς προηγουμένης, θὰ ἦναι τὸ ἀπροχώρητον, καὶ τὸ ἀπροχώρητον εἶναι ὅ,τι φοβερὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἴς τινα χώραν. Περατῶν τὸν λόγον μου, δηλῶ ὅτι νομίζω, ὅτι πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς νὰ καταψηφισθῇ, νὰ καταψηφισθῇ δὲ, πρῶτον μὲν διότι εἶναι οἰκονομικῶς ἐλλιπὴς καὶ ἀκατάρτιστος καὶ ἐν γένει ἁμαρτωλὸς, ἐντελῶς δὲ δύναταί τις νὰ εἴπῃ μὴ κηδόμενος ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε πρὸ πάντων νὰ ἐπιμεληθῇ, δηλ. τῶν τοῦ στρατοῦ, ὅστις πέπρωται ν’ ἀπορροφᾷ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι κολοσσιαίας δαπάνας ἄνευ τινὸς ἐλπιζομένου καλοῦ, δεύτερον δὲ, διότι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἀποκρούω, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἶχον καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι μόνον πρόγραμμα Κυβερνήσεως ἄξιον ψηφίσεως, ἄξιον ἀναγνωρίσεως, εἶναι τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐσημαίνετο, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νομοθεσία, δι’ ἧς θὰ κατορθωθῇ νὰ τεθῇ εἰς κανονικὴν κίνησιν ἡ Κυβερνητικὴ ἡμῶν συνταγματικὴ μηχανή. Ἄνευ τῆς ψηφίσεως σειρᾶς νομοθετημάτων, στηριζομένων ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνατροπῆς τῆς Ὑπουργικῆς καὶ τῆς Κυβερνητικῆς παντοδυναμίας, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ σωτηρία τοῦ τόπου. Ἐπιτραπήτω μοι δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ μόνον ὑποστηρίζω ἀπὸ πλείστων ὅσων ἐτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἀπό τινος ἀσπάζονται πάντες οἱ ἔγκριτοι ἀλλοδαποὶ πολιτειολόγοι, καὶ ἣν, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐνεκολπώθη ἤδη, ὡς ἀναλλοίωτον δόγμα, ἡ ἐπιστήμη, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἐνεκολπώθησαν καὶ οἱ μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες τῶν διαφόρων ἐθνῶν. Ἀναφέρω ἐν συντόμῳ μόνον, παραλείπων σήμερον πολλοὺς ἄλλους, ὅτι ὁ Minghetti, ὁ πρό τινος καιροῦ ἀποθανὼν διαπρεπὴς πολικὸς ἀνὴρ καὶ βαθύφρων πολιτικὸς συγγραφεὺς τῆς Ἰταλίας, οὐ μόνον εἶχε γράψει πραγματείαν περὶ τούτου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι, ὅπου διὰ νόμων δὲν περιστέλλεται ἡ ἐξουσία τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν σαγήνευσιν τῶν Βουλευτῶν, ἐκεῖ οὐ μόνον ἐπέρχεται τελεία καὶ πλήρης παραλυσία καὶ ἀποσύνθεσις, ἀλλὰ δυστυχῶς αὐτὴ ἡ Βουλὴ πρώτη μεταβάλλεται εἰς ἓν μέγα σχολεῖον διαφθορᾶς (una gran scuola di corruzione). Εἷς δὲ διακεκριμένος συγγραφεὺς Γάλλος, πρό τινος γράψας πραγματείαν ἐπιγραφομένην «La France jugée par l’ Allemagne», ὁ d. Grand-Carteret, μνημονεύων πολλαχοῦ τοῦ ἐξόχου φυσιολόγου Karl Vogt, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος εἶναι μέγα καθ’ ἅπασαν τὴν Εὐρώπην, λέγει ὅτι ὁ διάσημος οὗτος φυσιολόγος, ὁ οὐ τοσοῦτον συμπαθῶς διακείμενος πρὸς τὴν Γαλλίαν, γράφει τὰ ἑξῆς περὶ αὐτῆς: «Si le siège, le bombardement et la prise de Paris avaient cette seule conséquence de briser la maudite centralisation, je crois que ce serait un service extraordinaire rendu à la France et au peuple Francais par les armées Allemandes». Δηλονότι: «Ἐὰν ἡ πολιορκία, ὁ βομβαρδισμὸς καὶ ἡ ἅλωσις τῶν Παρισίων εἶχον τοῦτο μόνον τὸ ἐπακολούθημα, νὰ θραύσωσι τὴν κατάρατον συγκέντρωσιν, νομίζω ὅτι τοῦτο ἤθελεν ἀποτελέσει προσφορὰν ἐκτάκτως μεγάλης ὑπηρεσίας εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὸν Γαλλικὸν λαὸν ὑπὸ τῶν γερμανικῶν στρατευμάτων.» Διὰ τοὺς λόγους τούτους συμβουλεύω τὴν Βουλὴν νὰ καταψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα τῶν ἐξόδων...
§182Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἦτο ἄλλος, θὰ τὸν ἐκάλουν.
§184ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§186Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τριῶν ἀπόψεων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Πρῶτον εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς τὸ ζήτημα, ἂν ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐξόδων ἐγένετο ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τῆς χώρας καὶ συμφώνως πρὸς τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις, ἃς ἐκληροδότησεν ἡμῖν ὁ πόλεμος· δεύτερον, ἐπιβάλλεται ἡμῖν νὰ ἐρευνήσωμεν σπουδαίως καὶ σοβαρῶς, ἂν καταβάλλεται ἡ προσήκουσα προσοχὴ καὶ ἐπαγρύπνησις, ὅπως ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων χρημάτων γίνηται ἄμεμπτος καὶ σκόπιμος, καὶ τρίτον, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν καὶ κατὰ πόσον αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἐν γένει χρησιμοποιοῦνται πρὸς τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ λαοῦ. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον ζήτημα, ἐναργῶς ἤδη ἀπεδείχθη διὰ τῆς ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων γενομένης μακρᾶς, λεπτομεροῦς καὶ ἀκριβοῦς ἀναπτύξεως, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐξόδων ἐγένετο ὑπὸ πνεῦμα ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν δεινῶν καὶ λίαν χαλεπῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Ἀντὶ νὰ περιορισθῶσι τὰ ἔξοδα εἰς τὸ ἔσχατον αὐτῶν ὅριον δι’ αὐστηρῶν οἰκονομιῶν, ἐξωγκώθησαν ἐξενναντίας εἰς βαθμὸν πολὺ ἀνησυχητικὸν διὰ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τοῦ τόπου. Ὀρθῶς ὡς ὅρος συγκρίσεως ἐλήφθη τὸ ἔτος 1896, διότι τὰ μὲν ἔτη 1897 καὶ 1898 ἐπηρεάσθησαν ὑπὸ τῶν γνωστῶν ἀνωμαλιῶν καὶ ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1899 δὲν ἔληξεν ἀκόμη. Βλέπομεν λοιπόν, ὅτι τὸ ἔτος 1900 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ 1896 παρουσιάζει καταπληκτικὴν αὔξησιν δαπανῶν. Ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1896 ἔξοδα ἐν γένει διὰ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἑξήκοντα δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐκτὸς τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπαιτουμένου ποσοῦ. Πόσα δ’ ἔξοδα ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἀνέρχονται τὰ ἔξοδα εἰς ἑκατὸν δώδεκα ἑκατομμύρια καὶ διακοσίας χιλιάδας. Ἐὰν ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τριάκοντα τέσσαρα περίπου ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ διὰ προσθέτους συντάξεις, μένουν ἑβδομήκοντα ὀκτὼ ἑκατομμύρια δι’ ἔξοδα διοικήσεως. Ἑπομένως, ἐνῷ, ὡς εἶπον, κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐπληρώθησαν δι’ ἔξοδα διοικήσεως ἑξήκοντα δύο ἑκατομμύρια, διὰ τὸ 1900 ἀναγράφονται ἑβδομήκοντα ὀκτὼ ἑκατομμύρια, οὕτως ὥστε τὰ ἔξοδα τοῦ 1900 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ 1896 αὐξάνουν κατὰ δεκαὲξ ἑκατομμύρια! Τὸ πρᾶγμα ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἀπίστευτον, καὶ ὅμως αὐτὰ λέγουσι οἱ ἀριθμοί. Μετὰ θλίψεως παρατηρῶ, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἀναλλοίωτος καὶ ἀμετάβλητος ἡ τοῦ παρελθόντος οἰκονομικὴ πολιτική, ἡ ὁποία συνέτριψε τὴν χώραν οἰκονομικῶς, ἐγέννησε τὴν χρεωκοπίαν καὶ ἐγένετο πρόξενος ἀνεπανόρθωτων ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ζημιῶν εἰς τὸ ἔθνος. Ἀντὶ νὰ περιστείλωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ νὰ περικόψωμεν δαπάνας, δημιουργοῦμεν ἐξεναντίας νέας ἀσκόπους καὶ ἀλογίστους ἀνάγκας, καὶ αὐξάνομεν κατ’ ἀναπόφευκτον συνέπειαν τὰς δαπάνας. Διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν δὲ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, αὐξάνομεν ἐν ταυτῷ καὶ τὰ φορολογικὰ βάρη· ἐπειδὴ δὲ, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν, τὰ ἔξοδα εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὰ ἔσοδα, καταλήγομεν σταθερῶς εἰς ἐλλείμματα. Ἠκούσατε ὅτι τὸ ἔτος 1898 ἀφῆκεν ἔλλειμμα πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐπίσης τὸ ἔτος 1899 ἀφῆκεν ἔλλειμμα ἑτέρων πέντε περίπου ἑκατομμυρίων. Διὰ δὲ τὸ 1900 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν βεβαιοῖ, ὅτι θὰ ἔχομεν ἓν μικρὸν, ἐξ ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν, ἔλλειμμα, ἀλλ’ ἕκαστος δύναται ἀσφαλῶς νὰ συμπεράνῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ ἦναι μέγα, διότι τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν ὑπερβολικῶς, καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐν ἀδρανείᾳ ἡ εἰδεχθὴς μέθοδος τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω τώρα, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης τακτικῆς; Εὔχομαι νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ, εἰς νέας θὰ ἐκτεθῶμεν συμφορὰς, χείρονας ἴσως τῶν μέχρι τοῦδε. Ἡ θύρα τῶν δανείων εἶναι κλειστὴ, ἡ πηγὴ τῶν φόρων κατ’ ἀνάγκην θὰ στειρεύσῃ, καὶ τότε, ἂν δὲν ἐπέλθῃ ἐν τῷ μεταξὺ διασάλευσις ῥιζικὴ τῆς δημοσίας τάξεως, πολὺς φόβος εἶναι μήπως εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ φοβεροῦ κινδύνου δευτέρας χρεωκοπίας. Εἶπον ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς αὐξάνομεν τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, ἀφ’ ἑτέρου αὐξάνομεν ἐπικινδύνως τοὺς φόρους. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δράττεται πάσης εὐκαιρίας, ὅπως διαμαρτυρηθῇ ἐντόνως κατὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ἐγένετο αὔξησις φόρων. Περίεργος ἀληθῶς εἶναι κατὰ τοῦτο ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν ηὔξησαν, λέγει, οἱ φόροι. Ἀλλ’ ἰδοὺ, ἔχω ἐδῶ ἕνα μικρὸν κατάλογον ἐπιτηδευματιῶν, τῶν ὁποίων ἐδιπλασιάσθη καὶ ἐτριπλασιάσθη ὁ φόρος ἐν τῷ τῆς τρεχούσης τριετίας φορολογικῷ καταλόγῳ, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἀμέσως προηγουμένην τριετίαν. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἀριθμὸς 1172, ἐπλήρονε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν 1896–1898 δραχμὰς 60, ἐνεγράφη δὲ εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον τῆς τρεχούσης τριετίας 1899–1901 μὲ δραχ. 360, ἤτοι μὲ τὸ ἑξαπλάσιον. Ἀριθμὸς 767, ἐπλήρονε δραχ. 60, καὶ ἐνεγράφη νῦν μὲ δραχ. 300, ἤτοι μὲ τὸ πενταπλάσιον. Ἀριθμὸς 19, ἐπλήρονε 120, καὶ ἐνεγράφη μὲ 300. Ἀριθμὸς 2190, ἐπλήρονε δραχ. 150, καὶ ἐνεγράφη μὲ δραχ. 510. Ἀριθμὸς 3039, ἐπλήρονε δραχμὰς 60, καὶ ἐνεγράφη μὲ δραχ. 240. Ἀριθμὸς 781, ἐπλήρονε δραχ. 60, καὶ ἐνεγράφη μὲ δραχ. 240. Ἀριθμὸς 1168, ἐπλήρονε δρ. 60, καὶ ἐνεγράφη μὲ δραχ. 360. Ἀριθμὸς 2995, ἐπλήρονε δραχμὰς 120, καὶ ἐνεγράφη μὲ δραχ. 300. Ἀριθμὸς 542, ἐπλήρονε δραχ. 20, καὶ ἐνεγράφη μὲ δραχ. 60. Ἀριθμὸς 1845, ἐπλήρονε δραχ. 60, καὶ ἐνεγράφη μὲ δραχ. 140.» Περιττὸν εἶναι, νομίζω, νὰ σᾶς ἀναφέρω ἄλλους ἀριθμούς. Ὅλα τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα βλέπετε εἰς αὐτοὺς τοὺς καταλόγους (δεικνύει χειρόγραφα), περιέχουν φορολογουμένους, ὧν ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος κατὰ κανόνα μὲν ἐτριπλασιάσθη, διὰ πολλοὺς δὲ καὶ ἐπενταπλασιάσθη. Πρὸς τί λοιπὸν αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ηὔξησαν οἱ φόροι; Δὲν εἶναι αὔξησις αὐτή;
§187Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ τῶν Πατρῶν;
§188ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, περὶ τῶν Πατρῶν πρόκειται. Ἀλλὰ μήπως εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας δὲν ἐγένοντο τὰ ἴδια; Καὶ μήπως εἰς ὅλον τὸ Κράτος δὲν συνέβη τὸ αὐτό;
§189ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πανταχοῦ.
§190ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξεταστέον εἶναι, ἂν ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν ὑμετέρων συμπολιτῶν, ὧν ἐμνημονεύσατε, εἶναι ηὐξημένος ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν προηγουμένην τριετίαν. Μὴ λαμβάνετε ὡρισμένα ὀνόματα, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπεβιβάσθη ὁ φόρος ἑτέρων ἐπιτηδευματιῶν τῆς αὐτῆς πόλεως.
§191ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἡ αὔξησις εἶναι γενική.
§192ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι γενικὴ, ἀφοῦ ἔχω ἐπισήμους πληροφορίας, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐν Πάτραις δὲν παρουσιάζει σπουδαίαν αὔξησιν;
§193ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι εἶναι γενικὴ, τὸ ἀπέδειξαν δύο ἀλλεπάλληλα καὶ πάνδημα συλλαλητήρια.
§194Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Διότι ὁ ἔφορος ἔκαμεν ἕνα κατάλογον παράλογον. Δὲν εἶναι ὁ νόμος ἡ αἰτία.
§195ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐφόρου τῶν Πατρῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐφόρων ὅλου τοῦ Κράτους, οἵτινες ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα συνέταξαν τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους, καθ’ ἃς βεβαίως εἶχον ἰδιαιτέρας ὁδηγίας.
§196Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τόσον εἶναι ἀνακριβὲς αὐτὸ, ὥστε, ὅτε ἐπρόκειτο ἐν Πάτραις νὰ ἐκδικασθῶσιν αἱ ἐνστάσεις, ἀπεστάλη ἐντεῦθεν ἐπιθεωρητὴς, ὁ ὁποῖος παρεστάθη κατὰ τὴν ἐκδίκασιν, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς γενομένης ἐκδικάσεως ὑπῆρξε νὰ μὴ μείνῃ κανὲν παράπονον δίκαιον ἀθεράπευτον.
§197ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος, νὰ παρίσταται πάντοτε ἐπιθεωρητής.
§198ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεστάλη ἐπιθεωρητὴς, μάλιστα· καὶ ἄριστα ἐπράξατε, ἀποστείλαντες αὐτόν. Ἀλλὰ πότε τοῦτο ἐγένετο; Ὅτε εἴδατε, ὅτι ἡ ἐξέγερσις ἦτο λίαν ἀπειλητική...
§199Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ ἐγίνετο καὶ χωρὶς αὐτῆς.
§200ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ πολὺ καλὰ γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ποίαν βαρύτητα καὶ σημασίαν ἔχει ἐξέγερσις ἐν Πάτραις, ἔνθα ὁ λαὸς διακρίνεται διὰ τὴν νομιμοφροσύνην του καὶ εἶναι ὑπὲρ πάντα ἄλλον φίλος τῆς τάξεως. Συμφωνῶ δὲ μεθ’ ὑμῶν, ὅτι διὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τῆς παραστάσεως αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων πλεῖστα δίκαια παράπονα ἐθεραπεύθησαν, ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὴν προηγουμένην τριετίαν δὲν ἐξηφανίσθη καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλὰ περιωρίσθη εἰς ὅρια ὁπωσοῦν λογικὰ, ἐνῷ οὐδεμία περίπτωσις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ αὔξησιν φόρων, ἔστω καὶ μετρίαν. Ἔπειτα δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν βαρυτάτην φορολογίαν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὸν νόμον, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδοι; δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἄλλας ἐκείνας προσθήκας, αἵτινες ἐγένοντο δυνάμει τοῦ ἰδίου νόμου; Δὲν μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἐπιχειρῇ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι νέοι φόροι δὲν ἐπεβλήθησαν. Ἐκεῖ, ὅπου τὰ πράγματα φωνάζουν, οἱ λόγοι καὶ αἱ διαμαρτυρίαι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς, νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως, ὅτι τὸ σύστημα τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων καὶ τῶν ἐλλειμμάτων εἶναι σύστημα καταστρεπτικὸν, εἶναι σύστημα ὀλέθριον, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν. Εἶναι ἀκλόνητος ἡ πεποίθησίς μου,— καὶ δὲν ἔχει λόγον ἡ Κυβέρνησις νὰ φρονῇ, ὅτι ὁμιλῶ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως,—ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἔχει πλέον ἀντοχὴν διὰ νέους φόρους, πολὺ δὲ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ οὐδὲ τοὺς ὑπάρχοντας. Ἀκούω ἐν τούτοις, ὅτι ἐπίκειται ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φορολογίας ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, οὐδὲ δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι αὐξάνει τὴν φορολογίαν τὸ ὑποβληθὲν ἤδη νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ λόγος σήμερον. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα. Ἔρχομαι δὲ ἤδη εἰς τὸ δεύτερον. Πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον δαπανᾶται τὸ δημόσιον χρῆμα; Γίνεται ἆρά γε ἡ διαχείρισις αὐτοῦ μετὰ πόνου, μετ’ ἐνδιαφέροντος, μετὰ χρηστότητος, μετὰ φειδοῦς; Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ δαπάναι ἐν γένει γίνονται ἐφ’ ἃ δεῖ καὶ ὄχι ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ; Εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἡ ἀπόκρισις εἶναι πολὺ δυσάρεστος καὶ σχεδὸν ἀπελπιστική. Πόθεν νὰ ἀρχίσω, καὶ τίνα παραδείγματα νὰ ἐπικαλεσθῶ; Θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς ὅσα ἐκ προσφάτων συζητήσεων προέκυψαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρό τινος χρότου ἐγένετο μακρὰ συζήτησις περὶ τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐπιστοποιήθησαν δὲ, καὶ ἐπισήμως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀνωμολογήθησαν, τὰ ἑξῆς περιστατικά. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε προμηθευθῆ πρό τινων ἐτῶν καλώδιον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὑποβρυχίου ἀμύνης, οὗτινος καλωδίου ἡ ἀξία ἀνήρχετο εἰς ἑπτακοσίας χιλιάδας δραχμάς. Τὸ καλώδιον τοῦτο, ἐγκαταλειφθὲν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἀνεπιτήρητον, κατεστράφη ἐντελῶς, καὶ οὕτως αἱ ἑπτακοσίαι χιλιάδες δραχμαὶ, αἱ προερχόμεναι ἀπὸ τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ, ἐρρίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν. Διὰ τὸ ἔγκλημα τοῦτο οὐδεὶς εὑρέθη ὑπεύθυνος, οὐδεὶς ἔδωκε λόγον! Εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπρομηθεύθη καλώδιον ἀξίας πεντήκοντα περίπου χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἓν τῶν πολεμικῶν πλοίων. Προκειμένου νὰ παραληφθῇ τὸ καλώδιον τοῦτο, ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ἦτο ἀκατάλληλον διὰ τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν ἦτο προωρισμένον. Ἐν τούτοις, ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ καλώδιον παρελήφθη καὶ ἐτοποθετήθη εἰς ἓν τῶν πολεμικῶν πλοίων, μετὰ πάροδον δὲ χρόνου τινὸς ἔπαθε τὴν ἐριθροπύρωσιν ἐκείνην, περὶ ἧς τόσος ἐγένετο λόγος, καὶ οὐ μόνον κατεστράφη, ἀλλὰ καὶ ἐξέθηκεν εἰς σοβαρὸν κίνδυνον τὸ πλοῖον καὶ τὸ πλήρωμα. Καὶ οὕτως ἐχάσαμεν τὰς πεντήκοντα χιλιάδας δραχμάς, ἐκινδυνεύσαμεν δὲ νὰ χάσωμεν καὶ τὸ πλοῖον καὶ τὸ πλήρωμα. Οὐδεὶς εὑρέθη ὑπεύθυνος! Κατὰ τὸ ἔτος 1898 ἡ τότε Κυβέρνησις εὗρεν, ὅτι τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ» εἶχεν ἀνάγκην ἐπισκευῶν τινων. Διέταξε λοιπὸν, ὅπως πλεύσῃ τὸ πλοῖον τοῦτο εἰς Τάραντα τῆς Ἰταλίας, ἵνα ἐπισκευασθῇ ἐν τῷ ἐκεῖ Ναυστάθμῳ. Ἡ διαταγὴ ἐξετελέσθη, καὶ τὸ πλοῖον εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναύσταθμον πρὸς ἐπισκευὴν, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἐξέλθῃ ἐκεῖθεν ἐπεσκευασμένον, ἐξῆλθεν ἐξ ἐναντίας μὲ μεγάλας προσθέτους βλάβας, ἐδέησε δὲ νὰ διαταχθῇ ἐφέτος νὰ πλεύσῃ εἰς Γαλλίαν, ὅπως ἐπιδιορθωθῇ ἐκ νέου. Οὕτω δ’ ἐγένοντο περιτταὶ δαπάναι πλέον τῶν τριακοσίων χιλιάδων φράγκων χρυσῶν. Ἐρρίφθησαν δηλαδὴ καὶ πάλιν εἰς τὴν θάλασσαν πλέον τῶν τετρακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τῶν φόρων τοῦ λαοῦ! Καὶ ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος ὅλων αὐτῶν; Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μᾶς προσήγαγε μίαν ἀνακριτικὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία βεβαιοῖ, ὅτι ὑπεύθυνος εἶναι ὁ προκάτοχός του. Ἀλλὰ νὰ κάμνῃ λόγον κανεὶς περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, εἶναι καὶ κωμικόν. Ἄλλως δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν ὑπάρχει πλέον. Τί νὰ εἴπω δὲ περὶ τοῦ Ναυστάθμου; Ὅλοι θὰ ἐνθυμεῖσθε, πόσα σκανδαλώδη περιστατικὰ ἐδημοσιεύθησαν ἐκ περιτροπῆς διὰ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ Ναυστάθμου· ἀλλ’ ἐγὼ θὰ περιορισθῶ εἰς ἓν μόνον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν αὐθεντικὴν καὶ ἐπίσημον μαρτυρίαν ἑνὸς τῶν κ. Βουλευτῶν, ὅστις ὑπῆρξε μέλος μιᾶς ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπῆς. Ὁ λόγος εἶναι περὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Στάη, ὅστις, συζητουμένης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1897 προτάσεως περὶ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, ἔλεγε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἶναι λίαν ἀκατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ ζητηθῶσιν εὐθῦναι παρ’ οἱουδήποτε. Βλάπτομεν τὸ ζήτημα, ζητοῦντες εὐθύνας παρ’ ἐκείνων, παρ’ ὧν δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν τοιαύτας. Μήπως κατωρθώθη νὰ ζητηθῶσιν εὐθῦναι διὰ τὴν δαπάνην τῶν ἑκατομμυρίων διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν»; Ἡ συστᾶσα ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πολλὰ φρικώδη πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκαλύφθησαν πρὸ αὐτῆς. Ἐν γνώσει ὑπεβάλλοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ψευδεῖς καταστάσεις, καὶ ἐν γνώσει ἐζητοῦντο πιστώσεις ἀνακριβεῖς...» Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἀντὶ τῶν διακοσίων χιλιάδων δραχ., αἵτινες ὡρίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν μετασκευὴν ἑνὸς ὁπλιταγωγοῦ εἰς θαλαμηγόν, ἐδαπανήθησαν ἑκατομμύρια. Καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ, ὡς εἶπον, ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὡς μέλος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπῆς, καὶ μετὰ προηγουμένην τακτικὴν ἀνάκρισιν καὶ ἐξέτασιν. Ἰδοὺ πῶς δαπανῶνται οἱ φόροι τοῦ λαοῦ! Ἀλλὰ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων; Ἆ! αὐτὸ εἶναι ἀληθὴς καταβόθρα διὰ τὸν δημόσιον θησαυρόν! Δύναται κανεὶς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ μοῦ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐξετελέσθη ποτὲ δημόσιον ἔργον μὲ τὴν ἐξ ἀρχῆς προϋπολογισθεῖσαν δαπάνην; Ἂν ἠδύνατο κἀνεὶς νὰ φέρῃ τοιαύτην ἀπόδειξιν, θὰ ἦτο ἀληθῶς ἄξιος βραβείου. Οἱ προϋπολογισμοὶ γίνονται διὰ τὸν τύπον, ἡ δὲ ἀρχικὴ δαπάνη ἐξογκοῦται κατὰ τὰς περιστάσεις διὰ τῆς μεθόδου τῶν συμπληρωματικῶν προϋπολογισμῶν· ἂς ἀφήσωμεν δέ, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων κατὰ κανόνα εἶναι πλημμελής, ἐνίοτε δὲ καὶ ὅλως ἀτελής. Εἶναι γνωστὰ αὐτά, ὥστε μάταιον εἶναι νὰ προβῶ εἰς λεπτομερεστέραν ἀνάπτυξιν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρέλθω ἀπαρατήρητον γεγονός, τὸ ὁποῖον μοῦ κάμνει ζωηρὰν ἐντύπωσιν. Τὸ Κράτος, ἐν τῇ πτωχείᾳ του, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ πτωχαλαζονείᾳ του, ἀπεφάσισε νὰ ἀνεγείρῃ ἰδιαίτερον ἐπὶ δημοσίου οἰκοπέδου ἀνάκτορον πρὸς ἐνοίκησιν τοῦ ἑκάστοτε Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἡ πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ ἀνακτόρου τούτου δαπάνη ὡρίσθη εἰς δραχμὰς τετρακοσίας χιλιάδας. Καὶ ὅμως πόσα νομίζετε ὅτι ἔχουν δαπανηθῆ ἕως τώρα; Ἂν ὄχι ὅλοι, ἀλλὰ οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν θὰ τὸ ἀγνοεῖτε. Ἐδαπανήθησαν, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἕως τώρα ἓν ἑκατομμύριον καὶ πεντακόσιαι χιλιάδες, ζητεῖται δὲ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ καὶ νέα πίστωσις ἑκατὸν εἰκοσιπέντε χιλιάδων δραχμῶν!...
§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸς ἀποπεράτωσιν.
§202ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσι δὲν ἐλέγετε πρὸς ἀποπεράτωσιν; Ἐπειδὴ δὲ μοῦ ἐκάματε αὐτὴν τὴν ὑπόμνησιν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κάμω μίαν ἀνθυπόμνησιν. Ὁ προκάτοχός σας ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἐχορήγησε κατὰ τὸ 1898 πίστωσιν ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν διὰ διατάγματος, καίτοι ὑφίστατο ἡ Βουλὴ· ὡς δικαιολογία δὲ τοῦ διατάγματος ἐκείνου φέρεται, ὅτι ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἰδίου ἔτους ἀναγραφεῖσα πίστωσις ἐκ δραχμῶν διακοσίων τριάκοντα χιλιάδων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς ἀποπεράτωσιν ἁπασῶν τῶν ἀπαιτουμένων ἐργασιῶν διὰ τὴν ἐνοίκησιν ἐν τῷ ἀνακτόρῳ κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου τοῦ 1898. Ὥστε κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἐδαπανήθησαν πρὸς ἀποπεράτωσιν, καθ’ ἃ λέγει ὁ προκάτοχός σας, ἁπασῶν τῶν ἐργασιῶν τριακόσιαι ὀγδοήκοντα χιλιάδες δραχμῶν, καὶ ὅμως κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἐδόθη ἄλλη πίστωσις ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τώρα πάλιν ζητεῖτε ἄλλας ἑκατὸν εἰκοσιπέντε χιλιάδας, καὶ οὕτως ἡ μέθοδος τῆς ἀποπερατώσεως ἐπῆρε δρόμον, καὶ ποῦ θὰ φθάσῃ, οὔτε σεῖς δύνασθε νὰ τὸ γνωρίζητε. Καὶ τώρα ἐρωτῶ, πῶς συμβαίνουν αὐτὰ εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων; Πῶς αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἀνέχονται τὴν τοιαύτην κατάστασιν; Δύνασθε νὰ πιστεύσητε, ὅτι τὸ ἀνάκτορον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλοι βλέπομεν, ἐστοίχισεν ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν; Καὶ μήπως ἐτελειώσαμεν; Πίθος Δαναΐδων κατήντησεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη, Κύριος οἶδεν, ἐπὶ πόσον χρόνον.
§203ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρις ὅτου ἀρχίσουν αἱ ἐπισκευαί.
§204ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἔλεγχος, οὐδεμία εὐθύνη ὑπάρχει εἰς τὸ τμῆμα αὐτὸ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ μήπως καὶ εἰς τὴν ἐν γένει διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων δὲν παρατηρεῖται ἡ αὐτὴ ἀβελτηρία, ἡ αὐτὴ ὀλιγωρία; Εἷς ταμίας ὑπεξήρεσεν ἐκ τοῦ ταμείου Πατρῶν ἑκατὸν δώδεκα χιλιάδας δραχμῶν διὰ πλαστογραφίας. Πότε δὲ ἀνεκαλύφθη ἡ ὑπεξαίρεσις αὕτη; Μόλις μετὰ ἕξ ἢ ἑπτὰ ἔτη, ἐκ συμπτώσεως! Τὸ γεγονὸς τοῦτο μᾶς δίδει τὸ μέτρον τῆς παραλυτικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ δημοσία ὑπηρεσία. Ἀκαταστασία καὶ σύγχυσις πανταχοῦ. Ἡ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισις τῶν δαπανῶν κατέστη τύπος ξηρὸς, καὶ τίποτε περισσότερον. Μᾶς ζητοῦν τυπικῶς τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσουν ὡρισμένον ποσὸν, καὶ ἔπειτα δαπανῶσιν ὅσα θέλουν, χωρὶς νὰ νομίζουν, ὅτι δεσμεύονται ἀπὸ τὴν ἀπόφασίν σας. Καὶ ἔχουν δίκαιον, διότι ἡμεῖς μετὰ προθυμίας καὶ ἀδιαφορίας ψηφίζομεν κατόπιν τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Δὲν σᾶς ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ γνωστὸν ἐκ τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 εἰσήχθη τὸν Μάϊον, ὁπότε αἱ δαπάναι τοῦ ἔτους αὐτοῦ εἶχον πληρωθῆ σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ προσέγγισιν τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων; Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν, καὶ ὅμως εἴδατε τί συνέβη. Ἔλαβε τὴν ἄδειαν ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ δι’ ἱματισμὸν ὀκτακοσίας χιλιάδας δραχμὰς, καὶ ἀντὶ τούτων ἐδαπάνησε δύο ἑκατομμύρια καὶ ἑκατὸν χιλιάδας, ἤτοι ἔκαμεν ὑπέρβασιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ τριακοσίων χιλιάδων. Εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χωροφυλακῆς ἔκαμεν ὑπέρβασιν ἑκατὸν ἑξήκοντα ἕξ χιλιάδων δραχμῶν. Εἰς τὰς στερεὰς λεγομένας χορηγήσεις ἔκαμεν ὑπέρβασιν ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν. Εἰς τὴν ἱπποφορβὴν ἔκαμεν ὑπέρβασιν ἑπτακοσίων εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν. Εἰς τὰς μετακομίσεις καὶ ὁδοιπορίας στρατοῦ ἔκαμεν ὑπέρβασιν διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων δραχμῶν. Εἰς τὰ ἔξοδα γραφείων ἔκαμεν ὑπέρβασιν πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Ἐν γένει δὲ αἱ γενόμεναι ὑπερβάσεις ἀνῆλθον εἰς τέσσαρα περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Εἶναι λοιπὸν κατάστασις αὐτή; εἶναι τάξις; Εἰς τί χρησιμεύουν τότε οἱ προϋπολογισμοί; Τὸν Μάϊον μᾶς ζητοῦν πίστωσιν δεκαὲξ ἑκατομμυρίων, καὶ δίδομεν τὴν πίστωσιν ταύτην. Ἔρχονται μετὰ ἕξ μῆνας καὶ μᾶς λέγουν, ὅτι ἀντὶ τῶν δεκαὲξ ἑκατομμυρίων ἐδαπάνησαν εἴκοσιν ἑκατομμύρια! Παντοῦ, ὅπου ἂν στρέψῃ τις τὸ βλέμμα, μετὰ θλίψεως παρατηρεῖ, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων προσόδων γίνεται ἀπιστεύτως πλημμελὴς καὶ ἐν πολλοῖς ἐγκληματική. Παρατηρήσατε, τί συμβαίνει εἰς τὰς ἐνοικιάσεις τῶν διαφόρων οἰκιῶν πρὸς χρῆσιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Καὶ ἐδῶ ἐξυπηρετοῦνται σκανδαλωδῶς ἀτομικὰ συμφέροντα, ἐπὶ βλάβῃ τῶν γενικῶν. Σᾶς ἀναφέρω ἓν μόνον παράδειγμα, καὶ ἐξ αὐτοῦ δύνασθε νὰ κρίνητε τὸ σύνολον. Ἐν Πάτραις χρησιμεύει διὰ κατάστημα τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν μία οἰκία σαθρὰ καὶ σχεδὸν ἑτοιμόρροπος, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνοικιασθῇ πλέον τῶν 120 δραχμῶν κατὰ μῆνα· καὶ ὅμως τὸ Δημόσιον πληρόνει δραχμὰς 360 κατὰ μῆνα· τὸ δὲ χειρότερον εἶναι, ὅτι ἡ ἐνοικίασις ἐγένετο ὑπὸ σκανδαλώδεις ὅρους. Εἶχε δηλαδὴ γείνῃ κατ’ ἀρχὰς διὰ πέντε ἔτη, εὑρέθη δὲ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἀνανέωσιν τῆς μισθώσεως διὰ δέκα ἔτη, ἡ ἀνανέωσις δ’ ἐγένετο δύο ἔτη πρὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης μισθώσεως...
§205ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει νόμος ἀπαγορεύων τοῦτο.
§206ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα ἐγένοντο πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ, νομίζω δὲ μάλιστα, ὅτι ἡ σκανδαλώδης ἐκείνη ἐνοικίασις ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω περισσότερα, ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα. Δι’ ὃ μεταβαίνω εἰς τὸ τρίτον. Τί λαμβάνει ὁ λαὸς ὡς ἀντάλλαγμα ἀντὶ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πληρόνει; Σχεδὸν τίποτε. Ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην. Ποῖος τολμᾷ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης, τῆς ποινικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς, τελεῖται προσηκόντως; Εἶναι τόσον γνωστὰ τὰ περὶ τούτου, ὥστε θὰ ἦτο ἀνιαρὸν νὰ ἐνδιατρίψω εἰς λεπτομερείας. Ὄχι μόνον ἐλλείπει ἡ ταχύτης καὶ ἡ ἄμεμπτος ἀκρίβεια περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ καὶ σύνηθες εἶναι νὰ γίνωνται πολλὰ ἀδικήματα ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης. Ἔλαβον ἄλλοτε ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα τῶν μακρῶν καὶ ἀδίκων προφυλακίσεων καὶ τῶν ἄλλων πλημμελειῶν, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων δεινῶς βασανίζεται ὁ λαός. Οὐδὲ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς καλλίτερον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ πολιτικὴ δικαιοσύνη. Τρομάζει πᾶς πολίτης νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ἵνα ἐπιδιώξῃ τὸ δίκαιόν του. Ἀφ’ ἑνὸς ὁ βαρύτατος φόρος τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ διαιώνισις τῶν δικῶν καθιστῶσι τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ δικαστήρια ἀνέφικτον Βασανίζεται κανεὶς ἐπὶ ἔτη πολλά, ἵνα φέρῃ εἰς πέρας ἕνα δικαστικὸν ἀγῶνα, ἂν δ’ ἐπὶ τέλους κατορθώσῃ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ὁριστικὴν καὶ τελεσίδικον, δὲν δύναται νὰ τὴν ἐκτελέσῃ. Ἂν θελήσῃ νὰ προσφύγῃ τις καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἡ θύρα εἶναι ἐντελῶς σχεδὸν κλειστή. Ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ σειρά της, πρέπει νὰ παρέλθουν 4 ἢ 5 ἔτη...
§207ΔΟΥΝΗΣ. Πέντε ἕως ἑπτά.
§208ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἕξ ἔτη.
§209ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ λέγεται ἀπονομὴ δικαιοσύνης! Καὶ γνωρίζομεν, ὅτι πάλη ἀπὸ μακροῦ χρόνου γίνεται ἐν τῇ Κυβερνήσει περὶ τοῦ ποῖος ἐκ τῶν Ὑπουργῶν θὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ συμπληρώσει τῶν κενῶν θέσεων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, μολονότι ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι, ὅτι καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων ἡ κατάστασις θὰ ἦναι ἡ αὐτή. Καὶ ἐνῷ τὰ τῆς δικαιοσύνης ἔχουσι τόσον κακῶς, δὲν εἶναι οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἦναι διάφορος ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Πολλάκις συνεζητήθη ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ μάταιον εἶναι νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Ἀλλ’ αἱ φυλακαί μας; Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ περιγράψῃ τις τὴν φρίκην καὶ τὴν βδελυγμίαν, ἣν ἐμπνέουν οἱ τάφοι οὗτοι τῶν ζώντων εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔτυχε νὰ τοὺς ἐπισκεφθῶσιν. Ἂν ἐρωτήσητε καὶ διὰ τὰς εὐκολίας, ἃς εὑρίσκει ὁ λαὸς κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, αὗται εἶναι χρῆμα ἄγνωστον διὰ πάντα πολίτην, ὅστις ἤθελε λάβει ἀνάγκην. Γνωρίζω ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ καταστρέφονται δικαιώματα πλείστων πολιτῶν, διότι ἡ ὑπηρεσία χωλαίνει εἰς ἀπίστευτον βαθμόν. Καὶ ὑπάρχουν ὑπόλογοι, οἵτινες ἐπὶ πολλὰ ἔτη μάτην ἀγωνίζονται νὰ λάβουν τὰς ἐγγυήσεις των, διότι αἱ διαχειρίσεις των μένουν ἀνεξέλεγκτοι. Ἡ συγκοινωνία εἶναι ἐπίσης παρημελημένη, παραδόξως δ’ ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκεν ἀδιάθετον τὴν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον χορηγηθεῖσαν πίστωσιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ἐνῷ δηλαδὴ δεικνύομεν τόσην ἐλευθεριότητα διὰ τὰς ἀσκόπους καὶ ματαίας δαπάνας, ἀφίνομεν ἀδιαθέτους τὰς μικρὰς πιστώσεις διὰ τὰς ἀναγκαιοτάτας καὶ χρησιμωτάτας ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας ἐργασίας. Ἀκατανόητα ἀληθῶς πράγματα! Ἐνῷ χάνομεν ἐξ ἐγκληματικῆς ἀδιαφορίας ἑκατομμύρια, ἐνῷ δαπανῶμεν εἰς ἔργα πολυτελείας ἄλλα ἑκατομμύρια, παραμελοῦμεν τὰ ἔργα, ὅσα ἀποβλέπουσι τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ ἐν γένει τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Πρό τινων ἡμερῶν παρεπονοῦντο, καὶ πολὺ δικαίως, οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Κορινθίας καὶ εἷς ἐκ Ναυπλίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφορεῖ, προκειμένου νὰ δαπανήσῃ δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν διὰ τῆς ἀποστραγγίσεως τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης Φενεοῦ μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν ἐξ ἑπτὰ χιλιάδων στρεμμάτων...
§210ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τριάκοντα τριῶν χιλιάδων στρεμμάτων.
§211ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ ἐνῷ δὲν θέλει, ὡς εἶπεν, ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανᾷ πρὸς τοιούτους σκοποὺς, δὲν δυσκολεύεται νὰ ὁμιλῇ περὶ χρησιμοποιήσεως τῶν φόρων τοῦ λαοῦ. Ἕξ περίπου ἑκατομμύρια δραχμὰς εἰσάγει κατ’ ἔτος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ Τελωνεῖον Πατρῶν, καὶ ὅμως κατάστημα τελωνειακὸν ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει. Ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὑψώνουν φωνὴν μέχρι τρίτου οὐρανοῦ οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως ἐκείνης, καὶ διαμαρτύρονται οἱ ἔμποροι καὶ ὑποβάλλει αἰτήσεις καὶ παρακλήσεις ὁ «Ἐμπορικὸς Σύλλογος», ἀλλὰ ποῖος νὰ τοὺς ἀκούσῃ; Εἶναι στερεότυπος ἡ ἀπάντησις τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων: «Δὲν ἐπιτρέπουν τὰ οἰκονομικά». Ἀλλὰ τὸ νὰ σκορπίζωνται τὰ ἑκατομμύρια καθ’ ὃν τρόπον πρὸ μικροῦ εἶπον, αὐτὸ τὸ ἐπιτρέπουν τὰ οἰκονομικά. Τὸ νὰ δημιουργῶμεν καθ’ ἑκάστην νέας καὶ ποικίλας θέσεις ἀργομίσθων, αὐτὸ τὸν ἐπιτρέπουν τὰ οἰκονομικά. Τὸ ν’ αὐξάνωμεν τοὺς μισθοὺς καὶ τὰς ἀποδοχὰς διὰ νόμων προσωπικῶν, αὐτὸ τὸ ἐπιτρέπουν τὰ οἰκονομικά. Ἀλλ’ ἐκινδύνευσα νὰ λησμονήσω καὶ μίαν ἄλλην ταλαιπωρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἡ φοβερὰ μάστιξ τῆς βιβλιοκαπηλείας. Ὁ τέως ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀξιότιμος Ὑπουργὸς μέγιστον προεκάλεσε θόρυβον διὰ τὰ ἐκπαιδευτικά του νομοσχέδια, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τοῦ διαφύγῃ ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ καθῆκον εἶχε νὰ μεριμνήσῃ, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅπως διὰ τῆς εἰσαγωγῆς καταλλήλου νομοσχεδίου θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἀφόρητον αὐτὴν κατάστασιν. Ὄχι πλέον παράπονα, ἀλλὰ βαρεῖς γογγυσμοὶ καὶ ἀραὶ ἀκούονται παρὰ τῶν ἀτυχῶν γονέων, ὅσοι στέλλουσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ σχολεῖα, ἕνεκα τῆς συχνῆς ἀλλαγῆς τῶν διδακτικῶν βιβλίων, ἴσως δὲ γνωρίζουσι τοῦτό τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐξ ἰδίας πείρας, διότι δυστυχῶς ἐλάχιστος εἶναι μεταξὺ ἡμῶν ὁ ἀριθμὸς τῶν πλουσίων.
§212ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ γνωρίζω ἐξ ἰδίας πείρας.
§213ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι τὰ πορίσματα, ἅτινα κατ’ ἐμὴν γνώμην προκύπτουν ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπ’ αὐτῶν πρέπει νὰ προσηλώσωμεν τὴν προσοχήν μας. Πρέπει νὰ συμμαζευθῶμεν, διότι δεινὸν προβάλλει πρὸ ἡμῶν τὸ φάσμα νέας οἰκονομικῆς συμφορᾶς. Ἂς ἀλλάξωμεν σύστημα, καὶ ἂς ἀφήσωμεν τοὺς κενοὺς λόγους περὶ μεταρρυθμίσεων διοικητικῶν καὶ περὶ ὀργανώσεων στρατιωτικῶν. Μεταρρυθμίσεις καὶ ὀργανώσεις ἄνευ οἰκονομικῶν καλῶν δὲν γίνονται, τὰ καλὰ δὲ οἰκονομικὰ συνδέονται ἀρρήκτως μὲ τὴν χρηστότητα ἔν τε τῇ Κυβερνήσει καὶ τῇ Διοικήσει. Περιστολὴ τῶν δαπανῶν, ἀποχὴ ἀπὸ νέων φορολογικῶν βαρῶν, αὐστηρὰ καὶ ἀδυσώπητος ἐποπτεία ἐπὶ τῆς διαχειρήσεως τῶν δημοσίων χρημάτων καὶ ἐπὶ τῆς ἐν γένει διεξαγωγῆς τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἔντονος καὶ ἐνδελεχὴς προσπάθεια ὑπὲρ βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς δημοσίας τάξεως, αὐτὰ εἶναι τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ ἔχῃ ἐστραμμένα τὰ βλέμματα καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή. Νοσοῦμεν δεινῶς, καὶ μᾶς εἶναι ἐπιβεβλημμένον νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν θεραπείαν μετὰ σθένους καὶ ἀποφάσεως. Ἀνάγκη ν’ ἀποκόψωμεν τὰς σεσηπυίας σάρκας, ἵνα προλάβωμεν τὴν γάγγραιναν. Ἂς προσέξωμεν καλῶς. Ἐμειώθη ἡ αὐτοτέλεια καὶ ἀνεξαρτησία τῆς χώρας. Ἂν ἐμμείνωμεν ἐξακολουθοῦντες τὸν αὐτὸν δρόμον, φόβος εἶναι, μήπως τὴν χάσωμεν καθολοκληρίαν.
§214ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω, Κύριοι, ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ κρίνεται ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν κρίνω ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν τεθείσης νομοθετικῆς ἐργασίας, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ διακηρύξω, ἵνα ἦμαι συνεπὴς καὶ πρὸς ἐμαυτὸν καὶ πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μου, ὅτι αὕτη ἥκιστα ἁρμόζει εἰς τὰς περιστάσεις καὶ ἥκιστα ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς μεγάλας καὶ δικαίας προσδοκίας τοῦ τόπου. Τουναντίον μάλιστα ἐν τοῖς νομοθετικοῖς μέτροις, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις διακηρύττει, ὅτι θ’ ἀναμορφώσῃ τὸν τόπον, διαβλέπω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὴν δυσδαίμονα μορφὴν τοῦ παρελθόντος, τὴν ἀπαισίαν ὄψιν τῆς παλαιᾶς πολιτικῆς μεθόδου, ἡ ὁποία δὲν φαίνεται, ὅτι ἐγκαταλείφθη, ὡς ὑπεσχέθημεν. Ἀλλὰ τοιαύτη πολιτεία προσωπικοτάτης φύσεως καὶ ἐξοικονομητικὴ τῶν περιστάσεων δὲν ἔπρεπε σήμερον νὰ διέπῃ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις σπουδαίας Κυβερνήσεως, οὐδ’ ἔχει πλέον ἡ Κυβέρνησις τὴν δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν προέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτι δὲν ἐπήρκεσεν αὐτῇ ὁ χρόνος, ὅπως παρασκευασθῇ εἰς ὑποβολὴν ῥιζικῶν καὶ σπουδαίων νομοθετικῶν μέτρων εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως, ἰδίως δὲ σωστικῶν οἰκονομικῶν τοιούτων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσωσι τὸ πρῶτον αὐτῆς μέλημα, ὡς ὑπεσχέθη καὶ καθ’ ἃς ἀνέλαβεν ἱερὰς ἀπέναντι τῆς χώρας ὑποχρεώσεις, ὡς καὶ πάντες ἡμεῖς. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον μετ’ ἀφελείας προέβαλε τὴν δικαιολογίαν ταύτην, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ εὐθὺς ἅμα τῇ λήξει τοῦ ἀτυχοῦς ἐθνικοῦ ἐγχειρήματος, τὰ μέλη τῆς νῦν Κυβερνήσεως διεκήρυξαν, ὅτι εἰργάζοντο ἀκαταπονήτως ἐπὶ τοῦ ἀναμορφωτικοῦ τῶν προγράμματος, τὸ ὁποῖον βραδύτερον καὶ ἐν φυλλαδίῳ διετύπωσαν καὶ διένειμον διὰ τοῦ μᾶλλον πομπωδεστέρου τρόπου. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, τί ἐγένοντο αἱ ἐπαγγελίαι ἐκεῖνα, οὔτε θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα ἐγένοντο, ἵνα φενακισθῇ καὶ τὴν φορὰν αὐτὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, ὅτι τοιαύτη τακτικὴ, τοιαύτη πολιτικὴ, τοιαύτη σφαλερὰ ἀρχὴ θ’ ἀποβῇ τὸ ὀλεθριώτατον τῶν πολιτικῶν ἐγχειρημάτων εἰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁμόθυμος ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἀπαιτεῖ, καὶ δικαίως, νὰ μεταβάλωμεν ἐπὶ τέλους ἐκ βάθρων σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφθειρε τὴν ἠθικὴν τοῦ τόπου, καὶ ἐγκατέστησεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν τὴν πενίαν ὑπὸ τὴν κακοηθεστέραν αὐτῆς μορφήν. Διὰ τοῦτο, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὀφείλω νὰ καταγγείλω τὴν πολιτικὴν τῶν συμβιβαστικῶν ἐξοικονομήσεων καὶ τὴν πολιτικὴν τῶν ἐμπορικῶν οἰκονομικῶν μέτρων, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐντείνωσιν ἐπικινδύνως τὴν οἰκονομικὴν τοῦ λαοῦ δυσφορίαν, νὰ προκαλέσω δ’ ἐπὶ τούτων μείζονα τὴν προσοχὴν καὶ μελέτην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ὁ πόλεμος, Κύριοι, τὸ ἀτυχέστατον αὐτὸ ἐθνικὸν ἐπεισόδιον, τοῦ ὁποίου ἴσως δὲν ἐδοκιμάσαμεν ἀκόμη ὅλας τὰς πικρὰς συνεπείας, ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ σταθμὸν ἐθνικὸν καὶ τέρμα τοῦ παρελθόντος, παραίνεσιν δὲ διὰ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον. Τοιαύτη ὑπῆρξε πάντοτε, κύριοι ἀντιπρόσωποι, ἡ ἔννοια καὶ τοιοῦτον τὸ ἀποτέλεσμα ὅλων τῶν ἀτυχῶν πολέμων διὰ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα, συναισθανόμενα τὴν θέσιν των καὶ τὴν ἀποστολήν των, ἐνόουν νὰ μὴ διαγράψωσιν ἑαυτὰ ἐκ τῶν σελίδων τῆς ἱστορίας. Ἡ Γαλλία—ἵνα μόνον περὶ τῶν προσφάτων ὁμιλήσω —μετὰ τὴν ἧτταν καὶ τὰς ἀτυχίας, ἃς ὑπέστη ἐν ἔτει 1870, ἀνέτρεψεν ἄρδην ὁλόκληρον τὸ παλαιὸν σύστημα καὶ ἐτράπη ἐπὶ τὸν ἐξαγνισμὸν καὶ τὴν καθολικὴν ἀνακαίνισιν, δι’ ὧν μέσων ἐφρόνει ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπιτευχθῶσι ταῦτα· ἔκτοτε νέα ἐθνικὴ περίοδος ἀνέτειλε διὰ τὴν Γαλλίαν, καὶ ἀναγέννησις πλήρης συνετέλεσθη διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἔχουσι τὸ συγγενὲς πρὸς τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μεταβάλωμεν τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἄριστα προσαρμόζεται πρὸς τὴν φύσιν καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται, διότι τοῦτο κεῖται καλῶς, ἀλλ’ ὅ,τι ἐκ τῶν πραγμάτων κατεδείχθη παρακωλῦον τὴν πρόοδον τοῦ λαοῦ καὶ δημιουργοῦν τὰ δεσμὰ τῆς ἠθικῆς καὶ οἰκονομικῆς δουλείας του, ὅ,τι ἀφ’ ἑτέρου ἀπομακρύνει τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων μας, πρέπει νὰ παταχθῇ ἀποφασιστικῶς καὶ μετὰ θάρρους, ἵνα ἀποπλυθῇ τὸ ἔθνος ἀπὸ τῶν ῥύπων, τοὺς ὁποίους ἀπεκάλυψεν ὁ πόλεμος, καὶ ἵνα δυνηθῇ ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ σταδιοδρομήσῃ ἐφεξῆς ὄχι μόνον ἐν εὐημερίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν δόξῃ. Ἄλλως πράττοντες, καταδεικνύμεθα ἀσύνετοι καὶ ἀδιόρθωτοι, οἱ δὲ ἀδιόρθωτοι καὶ ἀσύνετοι λαοὶ δὲν εἶναι προωρισμένοι νὰ διαδραματίσωσι κανὲν μέρος εἰς τὰς σελίδας τῆς ἱστορίας. Ὁ πόλεμος ἐδίδαξεν εἰς ἡμᾶς πολλά· μᾶς κατέδειξε ποῦ ὑπάρχει ἡ ἑστία τῆς νόσου, καὶ τί πρέπει νὰ πράξωμεν, ἵνα τὴν θεραπεύσωμεν. Ἂς μὴ διστάσωμεν, Κύριοι, νὰ βάλωμεν τὴν χεῖρα ἐπὶ τὴν πληγὴν, καὶ ν’ ἀποκόψωμεν ὅ,τι παράγει τὴν κατατρύχουσαν τὰς σάρκας μας σηπεδόνα. Εἶπον, Κύριοι, καὶ δὲν κουράζομαι νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἣν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἣν μελετᾷ νὰ ὑποβάλῃ, εἶναι ἀνεπαρκής· προσθέτω μάλιστα, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἀνεπαρκής, ἀλλ’ εἶναι καὶ πρωθυστέρα καὶ ἥκιστα σκόπιμος. Δὲν πιστεύω, ὅτι δὲν κατενοήθη δεόντως, ποῦ ἔγκειται ἡ μεγαλειτέρα αἰτία τῆς ἀξιοδακρύτου ἡμῶν καταστάσεως, καὶ ποῖον εἶναι τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ ὅλην ἡμῶν τὴν προσοχήν. Ἡ ἀνόρθωσις τῶν κακῶς κειμένων, ἡ τοσάκις διατυμπανισθεῖσα περισυλλογή, ἡ ἀναμόρφωσις μάλιστα, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθημεν καὶ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ θλιβερὸν γεγονὸς τοῦ πολέμου, δὲν ὑπάρχει, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἰδίως μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις παρουσίασε μέχρι σήμερον, οὔτε εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ὅτι θὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ μέλλον. Διότι οὔτε ἡ νομοθετηθεῖσα διοικητικὴ διαίρεσις καὶ ἡ αὔξησις τῶν Πρωτοδικείων, οὔτε τὰ ἄστοχα οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θεωρῶ ὀλέθρια, καὶ τὰ ὁποῖα εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς προσέκοψαν εἰς τὴν ἐφαρμογήν των, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προωρισμένα ν’ ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν νέας τινὸς καταστάσεως πραγμάτων, ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὠνειροπόλησεν ὁ τόπος καὶ πάντες ἡμεῖς. Ἐγὼ βεβαίως δὲν προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω σύστημα ἴδιον, ἀναπτύσσων τὰς μεταρρυθίσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἤρτηται ἡ τύχη τοῦ τόπου, διότι τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον ἐμόν. Ἐν γενικαῖς ὅμως γραμμαῖς καὶ ἐνδεικτικῶς σᾶς λέγω, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν χώραν ἀνορθουμένην, πράγματι ἀνακύπτουσαν ἐκ τῆς μαστιζούσης αὐτὴν κακοδαιμονίας, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ χωροῦσαν ἐπὶ τὴν ὁδὸν τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς εὐημερίας, πρέπει νὰ μεταρρυθμίσωμεν ῥιζικῶς τὸ κρατοῦν οἰκονομικὸν σύστημα καὶ νὰ μεταβάλωμεν ἐκ βάθρων αὐτὰς τὰς βάσεις τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἀποτελοῦσι τὸν πρώτιστον ὅρον τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, καὶ ὅταν τὰ οἰκονομικὰ χωλαίνωσι, πᾶσαι αἱ ἄλλαι μεταρρυθμίσεις ἀποτελοῦσι καινοσπουδίαν, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς Κυβέρνησιν καὶ Βουλὴν κληθείσας μετὰ ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον, ἵνα σώσωσι τὸν τόπον. Ἀλλὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι ἀδύνατον νὰ διαρρυθμισθῶσιν ἐπὶ τὸ βέλτιον, ἵνα ἀναπνεύσῃ ὁ τόπος καὶ ἀναπτυχθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ αὐτοῦ πηγαὶ, ἐὰν βάσιν τῆς διαρρυθμίσεως αὐτῶν δὲν ἀποτελέσωσιν αἱ γενναῖαι καὶ αὐστηραὶ οἰκονομίαι εἰς ὅλους τοὺς κλάδους. Διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν, γενναίως ἐφαρμοζομένων, θὰ ἐκλείψωσιν αἱ πηγαὶ τῶν ἀπειραρίθμων κακῶν, ἅτινα ἔγκεινται κυρίως εἰς τὴν διέπουσαν ἡμᾶς φορολογίαν, φορολογίαν, Κύριοι, ἄνισον καὶ δυσβάστακτον, φορολογίαν ἀπηνῆ, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔκυψεν ὁ λαὸς, συνετρίβη ἡ παραγωγὴ, ἔκυψεν αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη. Διότι δὲν πιστεύω ὅτι δύναται νὰ ἀκουσθῇ ἐνταῦθα φωνὴ συνήγορος τοῦ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἐλαττωματικοῦ φορολογικοῦ συστήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβαρύνθη ἡ χώρα μόνον μὲ βάρη ἀφόρητα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνταποδόσεως, οὐδὲ δύναται, νομίζω, σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ διαρρύθμισις αὐτοῦ κατὰ τρόπον διευκολύνοντα ὅλους τοὺς ὅρους τοῦ προϋπολογισμοῦ, δύναται νὰ κατορθωθῇ ἄνευ οἰκονομιῶν εἰς τὰ σημεῖα πρὸ πάντων ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησε μεγαλομανία ἀσυγχώρητος καὶ πολυτέλεια ἥκιστα ἁρμόζουσα εἰς τὸν τόπον ἡμῶν. Αἱ θεωρίαι, Κύριοι, περὶ ἀντοχῆς τοῦ τόπου εἰς βαθμὸν παραγνωριστικώτατον τῶν δυνάμεων αὐτοῦ ἔπρεπε ν’ ἀποκηρυχθῶσι πλέον ὑφ’ ὅλων τῶν φρονίμων καὶ τῶν πονούντων ἀληθῶς τὸν τόπον, ἀφοῦ τὰ πράγματα τὰς διέψευσαν καὶ τὰ ἐπελθόντα γεγονότα τὰς ἐθρυμμάτισαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχετε ἀκόμη τὰς ἰδέας αὐτὰς, σᾶς ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι πολὺ μικρὰν γνῶσιν ἔχετε τῆς φύσεως καὶ τῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Ἤκουσα, Κύριοι, καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξαγγείλαντος τὴν προσεχῆ ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τοιαύτη ὀργάνωσις, οἵα μελετᾶται, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἔθνους. Μεθ’ ὅλας τὰς περὶ τῶν οἰκονομιῶν θεωρίας μου, αἱ ὁποῖαι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἀπηνῶς μὲ κατέχουσιν, ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω καὶ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου κλάδου, ἀλλὰ κατὰ τρόπον μὴ ἀφίνοντα οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι πρόκειται ν’ ἀποκτήσωμεν τὸν πυρῆνα στρατοῦ ἀξιομάχου καὶ δυναμένου νὰ καταστήσῃ εὐπρόσωπον τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν δύναμιν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου· ἀλλὰ τὰ μελετώμενα νὰ γείνωσι δὲν εἶναι τοιαῦτα· ὅταν δὲ πρόκηται μόνον περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἢ περὶ μεταρρυθμίσεων κατὰ τὸ φαινόμενον μόνον τοιούτων, θὰ ἐπροτίμων τὴν ἐλάττωσιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῶν οἰκονομιῶν. Ἐὰν νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν ἰδεώδη ἐπιβάλλουσι τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατεύματος, αὕτη πρέπει νὰ συντελεσθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον καὶ σοβαρώτερον, ἵνα ἡ πατρὶς ἡμῶν ἀνακτήσῃ τὴν δόξαν, ἡ ὁποία ἐμπρέπει αὐτῇ ἐκ τῆς ἱστορίας. Ἀπέναντι ὅμως τῶν ἡμιμέτρων, ἀπέναντι τῶν ψευδοοικονομήσεων, αἱ ὁποῖαι καταλήγουσι πάντοτε εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν καὶ εἰς ἀδικαιολογήτους καὶ ἀτόπους προβιβασμοὺς, εἶναι προτιμότερος ὁ περιορισμὸς, ὃν ὑπηνέχθην, ἵνα τουλάχιστον ἀφοσιωθῶμεν εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν ἐσωτερικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, τῶν μεγάλων τούτων πηγῶν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν εἰς τὴν πρωτογενῆ αὐτῶν κατάστασιν. Τότε τουλάχιστον δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ αὕτη ἐργασία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν μεγάλην νίκην τῶν λαῶν, θὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀξιόζηλον, καὶ θ’ ἀνυψώσῃ αὐτὴν εἰς τὴν συνείδησιν ὄχι μόνον τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόσμου σύμπαντος, πολὺ περισσότερον τῶν ἡμιμέτρων, εἰς τὰ ὁποῖα κατετρίβημεν μέχρι σήμερον, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα μετὰ λύπης παρατηρῶ ἀσχολουμένην τὴν Κυβέρνησιν. Ἄς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὴν τοιαύτην πολιτείαν, καὶ ἂς ἀνυψωθῶμεν εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, ἂς μεταρρυθμίσωμεν ἐκ βάθρων ὅ,τι κακὸν, καὶ ἂς ἐπιδιώξωμεν τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι,—ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι,—δὲν ἐφαρμόζονται σήμερον. Ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἄνευ τῶν μεταρρυθμίσεων, αἵτινες ἔγκεινται κυρίως εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, οὐχὶ καθ’ ἣν ἐξοντωτικὸν τοῦ λαοῦ τρόπον ἐπεδίωξε μέχρι σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν πρὸς τὸν τόπον, εἶναι δὲ ζήτημα, ἐὰν οἱ καιροὶ δύνανται νὰ περιμένωσιν ἡμᾶς ἐπ’ ἄπειρον. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§215Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. (Γίνεται δεκτὸς ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 23,668,234.69. Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 32,609,650.20).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Κεφάλαιον Αʹ. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ). Κεφάλαιον Βʹ. «Διπλωματικὴ ὑπηρεσία».
§218Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§219Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν πίστωσιν ταύτην δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν διὰ τὴν Πρεσβείαν Βιέννης, ἀφοῦ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐψηφίσθη τὸ πρόσθετον τοῦτο ποσὸν διὰ τὰς Πρεσβείας Λονδίνου, Παρισίων καὶ Βερολίνου. Ὡς ἐκ τούτου ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, δὲν ἔχει ὑπόστασιν ἐνταῦθα, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγράψωμεν ὁμοίαν πίστωσιν 18,000 διὰ τὴν Πρεσβείαν Βιέννης.
§220Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω νὰ ἀναγραφῇ· λέγω νὰ ἀφαιρεθῇ καὶ ἀπὸ τὰς δύο ἄλλας.
§221Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Διὰ νόμου ἐψηφίσθη αὕτη.
§222Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεγαρίδος εἶναι ὀρθόταται καὶ δεδικαιολογημέναι, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ διαγράψῃ τὴν δαπάνην αὐτὴν, καὶ νὰ διαγράψῃ ὄχι μόνον τὰς περιπλέον 18,000 δραχμὰς, ἀλλὰ καὶ τὴν δαπάνην τὴν ἀναγραφεῖσαν διὰ τὴν ἐν Βιέννῃ Πρεσβείαν, διότι ἢ θὰ ἔχωμεν Πρεσβείας εἰς ὅλα τὰ μέρη, ἢ καμμίαν. Δὲν βλέπω δὲ, ποῖα συμφέροντα σπουδαῖα μᾶς ἀναγκάζουσι νὰ ἱδρύσωμεν σήμερον Πρεσβείαν ἐν Βιέννῃ, ὁπότε τὰ οἰκονομικά μας εὑρίσκονται εἰς κακὸν σημεῖον. Ἄν εἶναι ἀνάγκη, τότε πρέπει νὰ ἱδρύσωμεν Πρεσβείας εἰς ὅλα τὰ Κράτη, καὶ πρωτίστως ἐν Λονδίνῳ, ὅπου ἔχομεν συμφέροντα μεγάλα, καὶ ὅπου ἡ εὐγένεια ἀπαιτεῖ νὰ ἔχωμεν πρεσβευτὴν, καὶ ὄχι ἐπιτετραμμένον, διότι γνωστά εἰσι τὰ αἰσθήματα τῆς Ἀγγλίας ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τὰ ἁπτὰ δείγματα τῆς πρὸς ἡμᾶς συμπαθείας της. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι ἡ θέσις τοῦ ἐπιτετραμμένου μειονεκτεῖ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εὔλογον εἶναι νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ παρατήρησις αὕτη, καὶ νὰ διαγραφῶσι τὰ κονδύλια αὐτὰ, τὰ ἐνδεικνύοντα προτιμήσεις, δυναμένας ἐπιβλαβῶς νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν διεθνῶν ἡμῶν σχέσεων.
§223Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ δι’ ἕτερον λόγον σπουδαιότερον πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς πιστώσεως, ὅπως ἐγένετο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ τις, ὅτι ὑπαρχουσῶν Πρεσβειῶν δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ τὰ μέσα εἰς τοὺς πρέσβεις, ὅπως ζήσωσιν ἀξιοπρεπῶς. Ἀτυχῶς, ὡς πάντες γνωρίζετε, ὅπως ἔχουσι τὰ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, τὸ ποσὸν τῶν 62,000 δρ. δὲν ἀντιστοιχεῖ οὐδὲ πρὸς 40,000 φρ., ποσὸν δὲ 40,000 φρ. δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπέρογκον. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος γενικωτέρα θὰ ἦτο ἴσως ἡ πρέπουσα, ἂν ἔπρεπε δηλ. ἢ ὄχι νὰ διατηρήσωμεν πρέσβεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν πρόκεικαι περὶ τούτου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν οἱ πρέσβεις λαμβάνουσι, νομίζω ὅτι, καίτοι ἐξέλιπεν ὁ λόγος τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐπειδὴ οὗτος ἀπετέλεσε πρόφασιν, ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπελάμβανον οἱ πρέσβεις, πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ αὔξησις, ὅπως οἱ πρέσβεις δυνηθῶσι νὰ ζήσωσιν ἀξιοπρεπῶς. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ πίστωσις, ὅπως ἀνεγράφη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Πρεσβείαν τῆς Βιέννης, ὑπάρχουσι λόγοι, ἐπιβάλλοντες, ὅπως ἡ Πρεσβεία αὕτη διὰ τῆς ζητουμένης πιστώσεως συστηθῇ, καὶ μὴ περιορισθῶμεν ἔχοντες ἐν Βιέννῃ ἐπιτετραμμένον. Διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν.
§224Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀφοῦ λαμβάνεται τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπως εὐπρεπῶς παρίστανται οἱ διπλωματικοὶ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς διαφόροις Αὐλαῖς, πρέπει νὰ ληφθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτετραμμένων γραμματεῖς· διότι παρατηρῶ ἐνταῦθα, ὅτι αἱ 3666 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι μηνιαίως διατίθενται διὰ τὸν ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος ἐν Πετρουπόλει, εὐθὺς ὡς μεταβληθῶσιν εἰς ῥούβλια, καταντᾷ νὰ ἦναι 1000 ῥούβλια· μὲ χίλια δὲ ῥούβλια κατὰ μῆνα εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ ἐκεῖ ὄχι μόνον ἐπιτετραμμένος ἢ διπλωματικὸς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἁπλοῦς ἰδιώτης, διότι τὰ ἔξοδα εἶναι πολλὰ καὶ μεγάλα. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ν’ ἀφήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἐκτεθειμένους εἰς τοιαύτην ἀνεπάρκειαν; Νομίζω ὅθεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τοὺς ἐπιτετραμμένους καὶ διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν γραμματεῖς. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύηται ἀξιοπρεπῶς, πρέπει νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ αὐτῶν.
§225Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νόμος περὶ τούτου. Ἐπιφυλάσσεται ἡ Κυβέρνησις βραδύτερον νὰ φροντίσῃ περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τῶν Πρεσβειῶν. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὸ κεφάλαιον Βʹ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως, Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνερχομένου συμφώνως πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς δραχ. 2,424,122.58).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. (Γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 1–12, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 13. «Φυλακαὶ ἐξεταστικαὶ καὶ ποινικαί»...
§227Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τῶν φυλακῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρέλειψε ν’ ἀναγράψῃ καὶ τὰ σχετικὰ ποσὰ διὰ τὰ ἐνοίκια τῶν φυλακῶν τῶν νέων Πρωτοδικείων.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι, κύριε Βουλευτά. Δὲν ἀφίνετε ν’ ἀκούσητε πρῶτον;
§229ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ δι’ ἐπιστάτας φυλακῶν καὶ φύλακας;
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§231ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πότε ἐγένετο; Διὰ δηλώσεων;
§232Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα, διὰ δηλώσεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 13 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀνερχομένου, συμφώνως πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς δρ. 6,363,678 95).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὸ κεφάλαιον 1 «Κεντρικὴ ὑπηρεσία», ὡς ἔχει, καὶ τὰ κεφάλαια 2 «Διοίκησις τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν» καὶ 3 «Δημοσία ἀσφάλεια», ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 4. «Δημοσία ὑγεία». (Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα)
§235Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§236Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ δύο ζητημάτων ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον. Οὐδεμία ἀναφορὰ ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε αἴτησις, ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, διὰ τῆς ὁποίας ἀσθενεῖς νὰ ζητῶσιν ἀρωγὴν τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως νομίζω καλὸν νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἂν ὑποβληθῇ ἀναφορὰ ὑπὸ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, παριστῶσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ Δημόσιον νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ κανονίσω τὰ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Τὸ δεύτερον ζήτημα, περὶ οὗ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐποιήσατο λόγον, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν φρενοβλαβῶν. Πράγματι εὑρισκόμεθα εἰς λυπηρὰν κατάστασιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίθαλψιν τῶν φρενοβλαβῶν. Δύο Φρενοκομεῖα ἔχομεν. Τὸ ἓν εἶναι τὸ ἰδιωτικὸν κατάστημα τοῦ Δρομοκαΐτου, τὸ ἕτερον εἶναι τὸ ἐν Κερκύρᾳ δημόσιον κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἀπό τινων μηνῶν εἶναι ὑπερπλῆρες. Τὸ Φρενοκομεῖον Κερκύρας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἢ περιωρισμένον ἀριθμὸν, μὴ ὑπερβαίνοντα τοὺς 160 ἀσθενεῖς· δυστυχῶς δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσθενῶν ἔφθασε σήμερον εἰς 187, καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου καὶ διότι ὑπάρχουσι καὶ πολλοὶ παράφρονες, τῶν ὁποίων ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Φρενοκομεῖον ἐπιβάλλεται, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ τοὺς εἰσαγάγωμεν εἰς αὐτὸ, ἀνεγράφη πίστωσις, ὅπως τοῦ Φρενοκομείου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου συνετελέσθη μία μόνον πτέρυξ, λείπει δὲ ἡ δευτέρα πτέρυξ καὶ τὸ κέντρον, δυνηθῶμεν νὰ οἰκοδομήσωμεν καὶ τὴν δευτέραν πτέρυγα καὶ ἐπαρκέσωμεν διὰ τούτου εἰς τὰς παρουσιαζομένας ἀνάγκας. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς προέτεινεν, ὅπως αὐξήσῃ τὸ ποσὸν διὰ τὸ Δρομοκαΐτειον. Νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν, ὅπερ ἤδη δαπανᾶται, εἶναι ὑπερβολικόν. Ἔχουσιν ἐγγραφῆ σπουδαῖα ποσὰ διὰ τὴν συντήρησιν 7 μόνον ἀσθενῶν. Φαντασθῆτε δὲ, ὅτι φρενοβλαβεῖς πληρόνουσιν ἄνω τῶν 200 δραχμῶν ἕκαστος κατὰ μῆνα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν, εἶναι νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ κατάστημα τῆς Κερκύρας, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας. Ἐνταῦθα πολλάκις εὑρέθημεν εἰς στενοχωρίας. Ἔφεράν ποτε 20 φρενοβλαβεῖς, καὶ ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸ ἔκτακτον μέτρον τῆς ἐνοικιάσεως μικρῶν οἰκιῶν ἐν Κερκύρᾳ, ὅπως μεταφέρωμεν αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς.
§237ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἡ δαπάνη τῆς ἐπεκτάσεως;
§238Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πέρυσιν ἐψηφίσαμεν 50,000, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πίστωσις ἐψηφίσθη ἀργὰ, δὲν ἐδαπανήθη τὸ ποσόν· δὲν διετέθη δὲ ἡ πίστωσις, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνωσι δημοπρασίαι καὶ ἄλλα ἐπακόλουθα, ἅτινα φέρουσι βραδύτητα, καὶ συνεπῶς ἀδίκως ἐπεκρίθην, ὅτι καὶ ἄλλας πιστώσεις ἀφῆκα ἀδιαθέτους. Θὰ μεταχειρισθῶμεν λοιπὸν τὴν ἀδιάθετον πίστωσιν, καὶ δυνάμεθα ἐφέτος νὰ προσθέσωμεν 50,000 δραχμὰς ἔτι, ὅπως ἀρχίσωμεν τὴν κατασκευὴν τῆς δευτέρας πτέρυγος.
§239Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρεδέχθη, ὅπως αὐξηθῇ ἡ πίστωσις διὰ τὸ ἐν Θήρᾳ Λεπροκομεῖον εἰς δραχ. 2,000.
§240Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη πρὸς τοῦτο, διότι ἐδῶ ὑπάρχει οἰκοδόμημα Λεπροκομείου. Ἀτυχῶς τὰ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ καταστήματος τούτου δὲν ἐγένοντο ἐν τάξει, διότι ἠγέρθησαν ἀπαιτήσεις ἐκ μέρους τῆς Μονῆς, εἰς ἣν ἀνῆκε τὸ οἰκόπεδον, ἥτις ζητεῖ νὰ καταδαφισθῇ τὸ οἴκημα καὶ ν’ ἀναλάβῃ τὸ οἰκόπεδόν της. Ἤλθομεν δὲ εἰς συμβιβασμὸν μὲ τὴν Μονὴν, ὅπως περιορίσωμεν τὸ οἰκόπεδον, καὶ τότε θὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Λεπροκομείου.
§241Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὸ Λυσσιατρεῖον Παμπούκη δὲν ἐπιχειρῶ νῦν νὰ ζητήσω νὰ μὴ δοθῇ ἡ πίστωσις, διότι ἔχει χορηγηθῆ δι’ εἰδικοῦ νόμου, ἀλλ’ ἔχω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μετὰ τῆς χορηγίας τῆς πιστώσεως συνδυάσῃ καὶ τὴν ἀναγκαίαν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς λειτουργίας τοῦ καταστήματος, διότι καταντᾷ τὸ διδόμενον εἰς αὐτὸ χορήγημα νὰ ἦναι ἄχρηστον εἰς τὴν κοινωνίαν Ἐπαρχιῶται λυσσόδηκτοι, μεταβάντες εἰς τὸ κατάστημα, ἀπεπέμφθησαν, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ θεραπευθῶσι. Δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποθάνωσιν εἰς τὸ νοσοκομεῖον, ἵνα μὴ βαρυνθῇ ἡ στατιστική του! Ἐκ τούτων τινὲς ἀπέθανον ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ, ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν πατρίδα των, τρεῖς δ’ ἐπέζησαν, παρὰ τὰς προφητείας τοῦ ἰατροῦ. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μὴ ἐπαναληφθῶσι τοιαῦτα ἀπάνθρωπα καὶ ἐπικίνδυνα εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν μέτρα. Ταῦτα μόνον λέγω.
§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παράπονα ὑπεβλήθησαν καὶ εἰς ἐμὲ περὶ μὴ παραδοχῆς ἀπόρων εἰς τὸ Λυσσιατρεῖον Παμπούκη. Διέταξα νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης καὶ ἐξετάσῃ τὸ βάσιμον ἢ μὴ τῶν παραπόνων, καὶ ἂν δικαιολογεῖται ἡ διὰ τὸ κατάστημα αὐτὸ δαπάνη τοῦ Δημοσίου. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμηματάρχου, ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι ἱκανὸς ἀριθμὸς ἀπόρων ἐνοσηλεύθη ἐν τῷ καταστήματι. Ἐγένετο εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ καταστήματος ἡ παρατήρησις, ὅτι ἀπεπέμφθησαν ὑπ’ αὐτοῦ ἄποροί τινες ἀσθενεῖς, οἵτινες καὶ ἔτυχε ν’ ἀποθάνωσι καθ’ ὁδὸν, ἐπανακάμπτοντες εἰς τὰ ἴδια. Ὁ Διευθυντὴς ἀπήντησεν, ὅτι εὗρεν αὐτοὺς ἀνιάτους, καὶ παρέστησεν εἰς τοὺς συγγενεῖς των τὴν κατάστασιν αὐτῶν· ἐν τούτοις εἶπεν αὐτοῖς νὰ τοὺς ἀφήσωσιν εἰς τὸ κατάστημα, ἀλλ’ οἱ συγγενεῖς των ἐπέμενον νὰ τοὺς μεταφέρωσιν εἰς τὰς πατρίδας των, ἵνα ἀποθάνωσιν ἐκεῖ, καὶ τοὺς παρέλαβον μεθ’ ἑαυτῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε τὴν δέουσαν φροντίδα.
§243Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ κατάστημα δέχεται εὐρέως τοὺς ἀπόρους. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐθεραπεύθησαν πλέον τῶν 50 λυσσοδήκτων ἀνθρώπων, καὶ οὐδεὶς ἐπλήρωσεν. Εἰς τὸ κατάστημα εἰσήχθησαν καὶ 12 λυσσόδηκτοι, οὓς δὲν ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἴδῃ ὁ κ. συνάδελφος. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἦσαν κυριολεκτικῶς καταφαγωμένοι, καὶ ἔμελλον ν’ ἀποθάνωσιν ἔτι ἐκ τῶν τραυμάτων καὶ μόνον. Ὅλοι ἔφερον τὰ δήγματα εἰς τὴν κεφαλήν. Ἐσώθησάν τινες, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ δήγματα εἰς τὰς πλευράς, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν κεφαλήν.
§244Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν ἄρθρῳ 9, «ἀπομόνωσις καὶ νοσηλεία φρενοβλαβῶν», παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ποσὸν δραχ. 3,000. Ὡσαύτως ἐν ἄρθρῳ 15, «Λεπροκομεῖον ἐν Θήρᾳ», νὰ προστεθῇ ποσὸν δραχ. 500.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προστίθενται. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 4 δραχ. 442,900. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὰ κεφάλαια 5, «Ἐκτέλεσις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου», ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ 6, «Στρατολογία», ὡς ἔχει.)
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 7. «Βοήθειαι». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§247ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν ὑπὲρ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Κολοκοτρώνη.
§248Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂς προστεθῇ ποσὸν 2,000 δραχμῶν ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 6. Συνδρομὴ τῇ ἐν Ναυπλίῳ κεντρικῇ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἀνδριάντος τοῦ στρατάρχου τῆς Ἑλλάδος Θ. Κολοκοτρώνη δραχ. 2,000.» Ἐπίσης νὰ προστεθῇ ἄρθρον 7. «Συνδρομὴ εἰς τὴν ἀναστήλωσιν ἐν Λαμίᾳ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ ἥρωος Ἀθανασίου Διάκου δραχ. 4,000.» Ὡσαύτως νὰ προστεθῇ ἄρθρον 8. «Συνδρομὴ τῇ ἐν Ζακύνθῳ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ πανηγυρισμοῦ τῆς ἑκατονταετηρίδος Σολωμοῦ δραχ. 2,000.» (Γίνονται δεκτὰ τὰ προστεθέντα τρία ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 7 ἐκ δραχ. 196,300. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὸ κεφάλαιον 8 «Ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων», ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰ κεφάλαια 9–11, ὡς ἔχουσι.)
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Συνδρομὴ εἰς Συλλόγους». (Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα).
§250Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Παρακαλῶ νὰ αὐξηθῇ ἡ πρὸς τὸν Σύλλογον «Παρνασσὸν» ἐπιχορήγησις, διότι αἱ 500 δραχμαὶ εἶναι ὀλίγαι.
§251Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καλὸν θὰ ἦτο, ἐπὶ τῶν βοηθειῶν τούτων νὰ περιορίσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις μας. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ὁ Σύλλογος «Παρνασσὸς», ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπε προχθές, παρέχει πολλὰς ἐκδουλεύσεις, θεωρῶ καλὸν, τὸ ποσὸν τῶν πεντακοσίων δραχμῶν νὰ αὐξηθῇ εἰς χιλίας.
§252ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Θεωρῶ τὸ ποσὸν τοῦτο ὀλίγον, καὶ καλὸν εἶναι νὰ αὐξηθῇ εἰς χιλίας πεντακοσίας δραχμάς.
§253Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ εἰς τὴν «Ἑταιρείαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ» νὰ δοθῇ ἀνάλογον ποσὸν, διότι παρέχει πολλὰς καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἔθνος. (Διάλογοι).
§254ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ, κύριε Πρόεδρε, ἀναγράφονται κυρίως χρηματικαὶ συνδρομαὶ ὑπὲρ τῶν πλείστων παρ’ ἡμῖν Φιλαρμονικῶν ἑταιρειῶν, ἀλλ’ οὔτε μνεία κἂν γίνεται περὶ τῆς νεαρᾶς Φιλαρμονικῆς τῆς πόλεως Σπάρτης, ἐνῷ αὕτη πρωτίστως ἔδει νὰ ὑποστηριχθῇ, ἂν ὄχι χάριν τῆς κατ’ εὐφημισμὸν μόνον ἐπικληθείσης δευτερευούσης ταύτης πόλεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τοὐλάχιστον χάριν τῶν ξένων περιηγητῶν, οἵτινες τὴν ἐπισκέπτονται καθ’ ἑκάστην διὰ λόγους ἱστορικοὺς εὐνοήτους. Προτιμῶν νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ τοιαύτη παράλειψις προῆλθε μᾶλλον ἐκ παραδρομῆς καὶ ὄχι ἐξ ἄλλης δυσμενοῦς αἰτίας, θαρρούντως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἀνάλογος χρηματικὴ συνδρομὴ καὶ διὰ τὴν Φιλαρμονικὴν Σπάρτης.
§255Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχει Καλλιτεχνικὴ Σχολὴ, ἐν ᾗ διδάσκονται ἡ ἰχνογραφία, ἡ ζωγραφικὴ, ἡ πλαστικὴ κλπ. Ἡ Σχολὴ αὕτη εἶναι πρόξενος μεγάλης κοινωνικῆς ὠφελείας. Ἴσως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι μεριμνᾷ διὰ τὴν ἰδίαν ἐπαρχίαν, δὲν ἀνέγραψε ποσόν τι. Θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς Σχολῆς ταύτης.
§256Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πράγματι δὲν ἐμερίμνησα δι’ ὃν λόγον εἴπετε. Θὰ παρετηρήσατε δὲ, ὅτι καὶ διὰ τὴν Φιλαρμονικὴν Ἑταιρείαν Κερκύρας, ἥτις ἐλάμβανεν ἄλλοτε 2,000 δραχμὰς, νῦν ἀναγράφεται ποσὸν 500 μόνον δραχμῶν. Ἡ Ἑταιρεία, ἣν συνιστᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ἀληθῶς εἶναι ἀξία ὑποστηρίξεως. Ἐπειδὴ δὲ καὶ δι’ ἄλλας ἐγένοντο συστάσεις, καλὸν εἶναι νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον, ὅπως δοθῇ πέρας καὶ εἰς τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως ἀναγραφῇ ποσὸν δραχ. διακοσίων δ’ ἑκάστην τῶν Φιλαρμονικῶν Μουσικῶν Ἀργοστολίου, Ληξουρίου, Θήρας, Σπάρτης, Τήνου, Κορίνθου, Λαμίας, Ἄρτης, Καλαμῶν, Μεσολογγίου, Ἀγρινίου, Πύργου, Αἰγίου, Λευκάδος καὶ Λαρίσης. Ἐπίσης νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν διὰ τὰς Φιλαρμονικὰς Πατρῶν καὶ Ζακύνθου εἰς δραχ. 500 δι’ ἑκατέραν. Νὰ ἀναγραφῇ δὲ ποσὸν δραχ. 500 διὰ συνδρομὴν εἰς τὴν Μουσικὴν Ἑταιρείαν Ἀθηνῶν. Ὡσαύτως νὰ αὐξηθῇ ἡ συνδρομὴ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Βιοτεχνικὴν ἑταιρείαν εἰς δραχ. 2,500, διὰ τὴν Βιοτεχνικὴν Ἑταιρείαν Πατρῶν εἰς δραχ. 1,500, διὰ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Φιλοτέχνων εἰς δραχ. 1000, διὰ τὸν Σύλλογον «Παρνασσὸν» εἰς δραχ. 1,500. Νὰ ἀναγραφῇ δὲ συνδρομὴ εἰς τὴν «Ἑταιρείαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ» δραχ. 500, καὶ εἰς τὴν Καλλιτεχνικὴν Ἑταιρείαν Κερκύρας ἐπίσης δραχ. 500.
§257Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος ἐκδίδει περιοδικὸν ἄξιον λόγου. Πρέπει καὶ δι’ αὐτὸ ν’ ἀναγραφῇ ἀνάλογος συνδρομή.
§258Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγραφῇ ποσὸν δραχμῶν τριακοσίων καὶ διὰ τὸν Διδασκαλικὸν Σύλλογον.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§260Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διὰ τὴν Ἐθνολογικὴν Ἑταιρείαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντοτε ἐλαμβάνετο πρόνοια, δὲν βλέπω ἀναγεγραμμένον ποσόν τι ἐφέτος.
§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. (Διάλογοι.)
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως. Καθίσατε, Κύριοι, εἰς τὰς θέσεις σας.
§263ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Νέγρη, τὴν Ἐθνολογικὴν Ἑταιρείαν ἐνεθυμήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§264ΝΕΓΡΗΣ. Ἠλαττώθη τὸ ποσόν;
§265ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ηὐξήθη.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 12, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχ. 13,600. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὰ κεφάλαια 13–18, τὰ μὲν 13, 17 καὶ 18 ὡς ἔχουσι, τὰ δὲ 14, 15 καὶ 16 ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 19. «Ὑδραυλικὰ ἔργα».
§268ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν...(Θόρυβος).
§269Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, δηλῶ, ὅτι δὲν θὰ προσθέσω οὔτε λεπτόν. Ὅτε ἐπρόκειτο περὶ συλλόγων καὶ περὶ ποσοῦ 200 δραχμῶν δι’ ἕκαστον, ἤμην ἐνδοτικός, ἀλλὰ περὶ τῶν ὑδραυλικῶν δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι, διότι αἱ δαπάναι εἶναι μεγάλαι. Ὥστε παρακαλῶ νὰ μὴ ματαιοπονῶμεν.
§270Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐψηφίσαμεν τὸ κεφάλαιον 13, χωρὶς σχεδὸν νὰ τὸ ἐννοήσωμεν, καὶ ἔχω νὰ κάμω παρατηρήσεις. Εἰς τὸν δῆμον Στύρων ὑπάρχει τηλέφωνον, τὸ ὁποῖον συνδέει τὸν δῆμον αὐτὸν μὲ τὴν Κάρυστον. Διὰ τοῦ τηλεφώνου τούτου δὲν ἐξυπηρετεῖται ἡ συγκοινωνία. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀναγράψῃ μικρὸν ποσὸν, ἵνα ἀντικατασταθῇ τὸ τηλέφωνον διὰ τηλεγράφου.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δούνη, ἐψηφίσθη τὸ κεφάλαιον αὐτό. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 19, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὰ λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεως τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ).
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δραχ. 15,862,561. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὸ κεφάλαιον 1, «Κεντρικὴ ὑπηρεσία», ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὰ κεφάλαια 2 καὶ 3, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰ κεφάλαια 4–7, ὡς ἔχουσι).
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 8. «Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα).
§274Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁμοφώνως προέτεινεν, ὅπως χορηγηθῇ πίστωσις 3,000 δραχμῶν πρὸς ἵδρυσιν Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου ἐν Θήρᾳ. Αἱ ἀνασκαφαὶ τῆς Θήρας ἔχουσι μεγίστην σημασίαν.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μαρκεζίνη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὸ κεφάλαιον 9, ὡς ἔχει, καὶ τὰ κεφάλαια 10 καὶ 11, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Συνδρομαὶ καὶ βοηθήματα». (Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα).
§277Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ δίκαιον εἶναι νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῆς συνδρομῆς «εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν πρὸς συντήρησιν Διδασκαλείων ἐν Ἀθήναις, Κερκύρᾳ καὶ Πάτραις» εἰς δραχμὰς 20,000, ὅπως καὶ πέρυσι.
§278Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ προσωρινῶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐνθυμοῦμαι ὅτι πέρυσιν ἐγένετο μακρὰ συζήτησις μεταξὺ τοῦ κυρίου Καραπάνου καὶ τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου δὲ τούτου ὁ Ὑπουργὸς ἐδέχθη αὔξησιν· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις εἰς δραχμὰς 20,000, διότι ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ διατηρήσῃ τὰ καταστήματα ταῦτα. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ συνδρομὴ χιλίων δραχμῶν εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 12, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχμαὶ 34,260. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 13. «Στοιχειώδης ἢ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα).
§280Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ἀνέγραφε δαπάνην 2,000 δραχμῶν δι’ ἐπιθεωρητρίας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως τοῦ ἔτους τούτου διαγράφει τὸ κονδύλιον αὐτό. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν σχολεῖα θηλέων, πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἐπιθεωρητρίας, ἀφοῦ ἄλλως τὸ ποσὸν εἶναι τόσον εὐτελές.
§281Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει ἐπιθεωρήτρια, ἡ ὁποία ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς. Νομίζω ὅτι δι’ αὐτὴν εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ μισθός τις, ὅπως ἐπιθεωρῇ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῶν θηλέων. Εἶναι ἡ δεσποινὶς Καλλισπέρη.
§282ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐσκέφθην ὅτι ἔπρεπε νὰ διαγράψω τὴν πίστωσιν, διότι, καίτοι πολλαὶ τῶν ἐπιθεωρητριῶν εἶχον ἐπιτελέσει κάλλιστα τὸ καθῆκον αὐτῶν, δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐκθέσεις αὐτῶν ὑπὸ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς ἐπιθεωρητρίας, ἣν ὠνόμασεν ὁ ἐξ Ὕδρας ἀξιότιμος συνάδελφος, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑποβάλλῃ ἐκθέσεις ὄχι μόνον εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καλὸν εἶναι νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις 1200 δραχμῶν.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Εὐταξία παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συνεπῶς τὸ ἄρθρον 1, «Προσωπικὸν ἐπιθεωρητῶν», αὐξάνεται κατὰ ποσὸν ἀπὸ δραχ. 80,400 εἰς δραχμὰς 81,600. Συμφώνως δὲ πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προστίθεται καὶ ἄρθρον 8 «Ἐκπαιδευτήρια ἀλλοθρήσκων κοινοτήτων δραχ. 9,960». Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 13 δραχ. 1,365,320. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὸ κεφάλαιον 14, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δραχ. 5,211,047.41. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ δρ. 18,086,211.72). Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐκ δραχμῶν 7,823,072.80).
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν διὰ τὸ ἔτος 1900. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν ἐκ δραχ. 600,000 ὡς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων αὐτοῦ ἐκ δραχ. ὡσαύτως 600,000).
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων.
§288ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,950,262 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 2) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 200,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 1,975,045.45, ἐξ ὧν εἰς χρυσὸν δρ. 5,287, ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ δρ. 742,500 καὶ ἐκ φράγκων χρυσῶν 11,828.25. 4) Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων ἔργων. 5) Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων. 6) Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῆς ὑπαρχούσης δεξαμενῆς ἐν τοῖς Λουτροῖς Ὑπάτης). (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 217,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1900. Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1900. Περὶ παρατάσεως διοριῶν πρὸς πληρωμὴν καὶ δήλωσιν ἀμέσων φόρων ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς ἐπαρχίαις).
§290ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 καὶ 20′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).