1900.03.18
3,438 rows · 26,853 words · 233 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
τῆς 18 Μαρτίου 1900.
(Σάββατον)
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Δραχμανίου τοῦ δήμου Ἐλατείας δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσιν, ὅπως τὸ ἐν Δραχμανίῳ ἑδρεῦον Εἰρηνοδικεῖον μὴ γείνῃ μεταβατικὸν, ὡς ἐγνωμοδότησε τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν. Ὁ Ἀνδρέας Κυριακόπουλος, πρώην ὑποθηκοφύλαξ, δι’ αἰτήσεώς του παρακαλεῖ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ΒΤΚΗʹ νόμου τοῦ 1895 «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων» διὰ τῆς προσθήκης ἐν τέλει τῶν λέξεων «ἢ ὑποθηκοφύλακος». Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Π. Αὐγερινὸς ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λετρίνων περὶ ἱδρύσεως ἰδιαιτέρου σταθμοῦ εἰς τὸ ἀνατολικὸν μέρος τῆς πόλεως Πύργου τοῦ μελετωμένου σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας καὶ ἑνώσεως αὐτοῦ μετὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κατακώλου.
§2ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Συνηγορῶ ἐνθέρμως ὑπὲρ τῶν εὐχῶν, αἱ ὁποῖαι διατυποῦνται ἐν τῷ ψηφίσματι τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λετρίνων, ψηφίσματι, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη καὶ εἰς ἐμὲ ὑπὸ τοῦ δημάρχου Λετρίνων καὶ ἐμοῦ προσφιλοῦς ἐξαδέλφου κ. Κ. Μητροπούλου. Διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου δύο τινὰ ἐπιζητοῦνται· πρῶτον, ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία θὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον Πύργου–Κυπαρισσίας, νὰ ἱδρύσῃ σταθμὸν ἢ στάσιν κατὰ τὸ ἀνατολικὸν μέρος τῆς πόλεως Πύργου, καὶ δεύτερον, ἡ αὐτὴ Ἑταιρεία νὰ ἑνώσῃ τὰς γραμμὰς Πύργου–Κυπαρισσίας καὶ Πύργου–Κατακώλου. Ἡ πρώτη εὐχὴ, ἐπιδιώκουσα νὰ προσδώσῃ ζωτικότητα εἰς συνοικίαν τῆς πόλεως Πύργου, ἡ ὁποία στερεῖται ὅλως τοιαύτης, δὲν δύναται ἢ νὰ τύχῃ θερμῆς συνηγορίας παρ’ ἐμοῦ. Ἡ δευτέρα εὐχὴ εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἕνωσιν τῶν γραμμῶν Κυπαρισσίας–Πύργου καὶ Πύργου–Κατακώλου. Ἐὰν ἡ ἕνωσις αὕτη δὲν γείνῃ, ἀποκλείονται ὅ τε Πύργος καὶ τὸ Κατάκωλον τῆς μεγάλης ἐμπορικῆς κινήσεως, ἡ ὁποία διεξάγεται ἀνὰ τὴν Δυτικομεσημβρινὴν Πελοπόννησον· ἀποκλείονται δὲ ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἡ ἐμπορικὴ κίνησις τοῦ Πύργου, ἡ ἐπὶ τοσοῦτον ἄλλοτε ἀκμαία, ἐπὶ τοσοῦτον ἤδη φθίνει, ἐν ἐποχῇ ἐπίσης, καθ’ ἣν οἱ δημόται τοῦ Πύργου ἔχουσι καταβάλει τοσαῦτα ὑπὲρ τοῦ λιμένος Κατακώλου, καθ’ ἣν δὲν παύουσι καταβάλλοντες, καὶ καθ’ ἣν συντελεῖται περίπου τὸ μέγα τοῦτο ἔργον, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ συντέλεια τῶν βασάνων τῶν ἀτυχῶν Λετριναίων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰ ἀκόμη ἔτη βαρέως δι’ αὐτὸ θὰ φορολογῶνται. Ἐὰν ἐξεναντίας ἡ ἕνωσις ἐπέλθῃ, τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσιν ἐξ αὐτῆς, θὰ ἦναι τοσαῦτα, ὥστε δικαίως τὸ Συμβούλιον τοῦ δήμου Λετρίνων μετὰ τοσαύτης ζέσεως εὔχεται ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ δικαίως ἐπίσης ἡμεῖς τοσοῦτον ἐνθέρμως συνηγοροῦμεν ὑπὲρ τῶν εὐχῶν του τούτων. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ψήφισμα καὶ μεριμνήσῃ περὶ τῆς κατὰ δύναμιν ἐκπληρώσεως τῶν ἐν αὐτῷ διατυπουμένων εὐχῶν.
§3Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εὐχὴ, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λετρίνων, ὅπως παρακληθῇ ἡ Ἑταιρεία τοῦ σιδηροδρόμου νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν γραμμὴν μέχρι Πύργου καὶ νὰ ἐγείρῃ σιδηροδρομικὸν σταθμὸν παρὰ τῇ ἀνατολικῇ πλευρᾷ τῆς πόλεως Πύργου, εἶναι δικαιοτάτη, διότι διὰ τῆς τοιαύτης προεκτάσεως ἡ Ἑταιρεία θέλει ἐξυπηρετήσει σπουδαῖα συμφέροντα τῆς πόλεως Πύργου, καὶ θέλει συντελέσει νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν ἡ πόλις τοῦ Πύργου μετὰ τῶν κατοίκων τῆς ἀνατολικῆς παραλίας τῆς Πελοποννήσου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ ψηφίσματος ἀπευθύνεται καὶ ἑτέρα παράκλησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συντελέσῃ, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἕνωσις τῆς μελετωμένης γραμμῆς Κυπαρισσίας–Πύργου μετὰ τῆς τοῦ Πύργου–Κατακώλου. Διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν δύο τούτων γραμμῶν σκοπεῖται ἡ διάσωσις ἐκ βεβαίου κινδύνου καὶ ἀναποφεύκτου καταστροφῆς τοῦ λιμένος Κατακώλου, πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὁποίου ἐδαπανήθησαν πλέον τῶν 12 ἑκατομμυρίων φράγκων, διότι ὁ σταφιδόκαρπος τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας, ὅστις εἰσάγεται εἰς Πάτρας διὰ Κατακώλου, ἂν δὲν συντελεσθῇ ἡ ἕνωσις, δὲν θὰ εἰσάγηται διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, καὶ ἐκ τούτου θέλει ἀποστερηθῆ ὁ λιμὴν Κατακώλου μεγάλου εἰσοδήματος, ἡ στέρησις τοῦ ὁποίου θὰ ζημιώσῃ αὐτὸν πολύ. Ἑπομένως, ἐκτὸς τῆς παρακλήσεως τῆς προφορικῆς, τὴν ὁποίαν ἀπηυθύναμεν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, θεωρῶ καθῆκον ν’ ἀπευθύνω καὶ ἐντεῦθεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος καὶ μετὰ τοῦ αὐτοῦ ἐνδιαφέροντος τὴν παράκλησιν, ὅπως μεσολαβήσῃ παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δικαίας ταύτης εὐχῆς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τούτου δὲ γιγνομένου, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπισύρῃ ἀμέριστον τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν συμπολιτῶν μας.
§4Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς τὰς διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λετρίνων ἐκφραζομένας εὐχὰς τοῦ τόπου. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὰς μεγάλας ὠφελείας, ὧν γίνονται συνήθως πρόξενοι αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ, ἀλλ’ εἶναι καθῆκον τῶν τόσον φιλοτίμως ὑπὲρ τῆς ἐπιτελέσεως αὐτῶν μεριμνώντων, νὰ καταβάλληται πᾶσα προσπάθεια, ἵνα μὴ ἀδικῶνται πόλεις τινὲς, ὅταν μάλιστα εὐκόλως δύναται τὸ ἀδίκημα νὰ προληφθῇ. Καὶ μεγάλη ἀδικία θὰ προσγείνῃ εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πύργου, τὴν τοσαῦτα ἐκ τῆς ἐξακολουθούσης ἀκόμη κρίσεως πάσχουσαν, ἂν μὴ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως γένηται στάσις τις ἢ σταθμὸς εἰς τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν τῆς πόλεως. Ἰδίᾳ δὲ ἡ ἕνωσις τῆς γραμμῆς ταύτης πρὸς τὴν γραμμὴν Πύργου–Κατακώλου ἐπιβάλλεται οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς πόλεως Πύργου, οὐ μόνον ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ λιμένος Κατακώλου, οὗτινος ἴσως ἀπειλεῖται ἡ ὕπαρξις, ἂν μὴ τοῦτο ἐπιτελεσθῇ,—καὶ θὰ ἦναι ἐντελῶς ἄδικον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν τύχην του λιμὴν, ὑπὲρ οὗ δώδεκα ὅλα ἑκατομμύρια ἔχουσι δαπανηθῆ,—ἀλλ’ ἐπιβάλλεται καὶ ὑπὸ τῶν κανόνων τῶν διεπόντων τὰς ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου σιδηροδρομικὰς γραμμάς. Ποῦ ἠκούσθη, μεγάλαι ἀρτηρίαι σιδηροδρομικῶν γραμμῶν νὰ διέρχωνται τόσον πλησίον λιμένος κεντρικοῦ, λιμένος ἐξαγωγῆς, λιμένος τελείου, τοῦ πλησιεστέρου τέλος ἀληθοῦς λιμένος πρὸς τὰ μέλλοντα νὰ συγκοινωνήσωσι μέρη, καὶ ν’ ἀφίνωσιν αὐτὸν ἄνευ συγκοινωνίας, ὅταν μάλιστα περὶ ἑκατοστύων τινῶν μέτρων μόνον πρόκηται, ἵνα συντελεσθῇ ἡ ἕνωσις αὕτη; Καὶ δὲν προσγίνεται μέγα ἄδικον ἐκ τούτου, οὐ μόνον εἰς τὸν Πύργον, οὐ μόνον εἰς τὸν λιμένα Κατακώλου, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα τὰ μέρη, εἰς πάσας τὰς πόλεις, εἰς πάντα τὰ χωρία, δι’ ὧν θέλει διέλθει ἡ νέα αὕτη γραμμή, ὅταν ἀποκλείηται εἰς αὐτὰ ὁ πλησιέστερος λιμήν; Εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ οἱ Βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν Ὀλυμπίας καὶ Τριφυλίας, ἀναγνωρίζοντες τὸ προσγιγνόμενον εἰς τὰς ἐπαρχίας των ἄδικον, θέλουσι συνηγορήσει καὶ αὐτοὶ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως ταύτης. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἄλλη ἡ Ἑταιρεία ἡ ἀναλαμβάνουσα τὴν νέαν ταύτην γραμμὴν καὶ ἄλλη ἡ κατέχουσα τὸν σιδηρόδρομον Πύργον–Κατακώλου, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη προθύμως θέλει ἀποδεχθῆ τὴν ἕνωσιν, καὶ εἰς θυσίας ἴσως εἶναι ἑτοίμη νὰ ὑποβληθῇ. Πέποιθα δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, δὲν θὰ παρίδῃ τὰς εὐχὰς ταύτας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· ἔστω δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ ἔχῃ ἀμέριστον καὶ αἰωνίαν τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ τόπου.
§5Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ συνοικισμὸς τοῦ Νέου Φαλήρου ἔχει ἐκλέξει ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι πρόεδρος. Ἡ ἐπιτροπὴ πέρυσι, πρὶν ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός, εἶχε παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐγγράψῃ ποσόν τι, καὶ πράγματι ἐνέγραψε 30,000 δραχμὰς, ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς ἐξυγίανσιν τοῦ Φαλήρου. Ἀπὸ τὸ ποσὸν αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν ἐξωδεύθη οὐδὲ λεπτόν. Ἐπῆλθε κατόπιν ἀτυχῶς ἡ πλημμύρα τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἥτις ἐπέφερε τοιαύτην καταστροφὴν ἐν Φαλήρῳ, ὥστε ἡ αὐτόσε διαμονὴ τῶν κατοίκων καθίσταται δύσκολος, διότι καὶ εἰς τὸν ποταμὸν ἐσχηματίσθησαν διάφορα ἕλη καὶ εἰς τὴν σοῦδαν. Ἡ Κυβέρνησις διέταξε τοὺς μηχανικούς, καὶ ἔκαμαν ἐργασίαν τινὰ, ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη δὲν ἐφάνη. Ὁ καιρὸς ἐπείγει, διότι τὸ Νέον Φάληρον, ὡς καὶ τὸ Παλαιὸν, χρησιμεύει ὡς ὁ καλλίτερος τόπος ἀναψυχῆς κατὰ τὸ θέρος τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν· ἐκεῖ καταφεύγουν καὶ ὁ καλὸς λεγόμενος κόσμος καὶ πάσης τάξεως ἄνθρωποι, ὅπως ἀναπνεύσωσι τὸν καθαρὸν ἀέρα καὶ λάβωσιν ἀναψυχήν. Ὡς ὅμως ἔχει σήμερον τὸ Φάληρον, ἡ αὐτόθι διαμονὴ δὲν εἶναι εὐχάριστος, καὶ ἀπαιτοῦνται μέτρα τινά. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα, ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα νὰ μὴ ἦναι τὰ μόνιμα, διότι ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσουν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐκ τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀναγραφέντος ποσοῦ τῶν 30,000 δραχμῶν ἐδαπανήθη ποσόν τι, καὶ πόσον, καὶ νὰ ἀναγράψῃ τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 πρὸς ἐξυγίανσιν τοῦ Φαλήρου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀνέλαβε νὰ μεριμνήσῃ διὰ καταλλήλων δημοσίων ἔργων πρὸς ἀποσόβησιν τῶν πλημμυρῶν καὶ ἀποξήρανσιν τῶν τελμάτων Φαλήρου.
§6Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, λαβὼν τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον ὑμῶν, παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ σταφιδικοῦ νόμου, τοῦ σχετικοῦ πρὸς τὴν παρακράτησιν τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου,—ὅπερ καὶ ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποβαλὼν νομοσχέδιον, ἐφ’ ᾧ ἐκφράζω αὐτῷ, καὶ ὡς Αἰγιεὺς καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Αἰγιαλείας, τὰς εὐχαριστίας μου,—ἐνθυμεῖσθε, ὅτι σᾶς ἀπησχόλησα, παρακαλῶν τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἄλλου ζητήματος, οὐχ ἧττον σπουδαίου διὰ τὸ Αἴγιον, τοῦ ζητήματος τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας προξενεῖ ὁ ποταμὸς Σελινοῦς διὰ τῶν πλημμυρῶν του. Εἶπον τότε, ὅτι παρ’ ὀλίγον κατ’ αὐτὰς νὰ ἐπήρχοντο καταστροφαί. Δυστυχῶς αἱ καταστροφαὶ ἐπῆλθον κατόπιν. Χθεσινὸν τηλεγράφημα ἀναγγέλλει, ὅτι ὁ ποταμὸς Σελινοῦς, διαρρήξας τὰ φράγματα καὶ πλημμυρύσας, ῥέει πρὸς τὸ χωρίον Ζευγολατίον, καταστρέφων τὰς νῦν βλαστησάσας σταφιδαμπέλους. Ζητεῖται δὲ παρὰ τοῦ ἐργοδηγοῦ πίστωσις 400 δραχμῶν πρὸς πρόληψιν μεγαλειτέρων καταστροφῶν. Σήμερον ἔλαβον ἔγγραφον τοῦ δημάρχου Αἰγίου, κοινὸν καὶ πρὸς τὸν συνάδελφόν μου κ. Παναγιωτόπουλον, δι’ οὗ ἐντελλόμεθα, ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Αἰγιαλείας, νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς κινδυνεύοντας κτηματίας, λαμβάνουσα τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ ἐπικειμένου κινδύνου εἴς τε τὰ κτήματα δύο πεδιάδων καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων Τεμένης, Ζευγολατίου καὶ Βαλιμιτίκων...
§7Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλήφθη ἤδη πρόνοια.
§8ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Συνάμα δὲ ἀνακοινοῦται ἡμῖν τὸ περὶ τούτου ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Αἰγίου, δι’ οὗ παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς, λαμβάνουσα ἀπὸ τοῦδε τὰ κατάλληλα μέτρα· ἀνατίθεται δὲ τῷ δημάρχῳ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ἡ ἀποστολὴ ἀντιγράφου τοῦ ψηφίσματος τούτου πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας, ὅπως καὶ οὗτοι, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, ἐνεργήσωσι τὰ καθ’ ἑαυτούς. Ταῦτα ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἤδη χαίρω, μανθάνων παρὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἔλαβε περὶ τούτου πρόνοιαν, ἐγκρίνας τὴν ζητηθεῖσαν παρὰ τοῦ ἐργοδηγοῦ Αἰγίου πίστωσιν 400 δραχμῶν. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ μονιμωτέρας διορθώσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ἐργασίας, ἣν ἤδη ἔκαμεν ὁ ἐργοδηγὸς τοῦ Αἰγίου πρὸς διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ, διότι, ὡς εἶπον, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν λύεται δι’ ὀλίγων ἑκατοντάδων δραχμῶν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ συστηματικὴν ἐργασίαν καὶ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν τῶν δημοσίων ἔργων τὸ περὶ συστηματικῆς διαρρυθμίσεως τῆς κοίτης τοῦ Σελινοῦντος ποταμοῦ νομοσχέδιον, τὸ καταρτισθὲν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Κόρπα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ὑπενθυμίζω αὐτῷ τὴν ἄλλην παράκλησίν μου, περὶ εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου περὶ σημάτων διὰ τὸν σταφιδόκαρπον τοῦ Αἰγίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς τοπικὸν ζήτημα, ὡς ἦτο καὶ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ προκαλέσῃ ἀντιρρήσεις.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§10Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δύο ἀξιόποινοι πράξεις δύο Ὑπουργείων, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν τελεσθεῖσαι, μὲ φέρουσιν εἰς τὸ βῆμα· καὶ λέγω ἐν ἀγνοίᾳ τῶν Ὑπουργῶν, ἐν ὅσῳ δὲν ἐδόθησαν παρ’ αὐτῶν πληροφορίαι εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐνήργησαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον κατὰ νόμον. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Ὑπέβαλον ἐπερώτησιν πρὸ ἡμερῶν, δι’ ἧς ἐζήτουν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὁ Ἰωάννης Α. Πανταζόπουλος διωρίσθη γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας Πυλίας, καὶ δυνάμει τίνων τίτλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσεκόμισε τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀληθῶς ἀντὶ τοῦ Βασιλείου Ν. Πανταζοπούλου, ἔχοντος τὰ προσόντα, διωρίσθη γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας Πυλίας ὁ Ἰωάννης Α. Πανταζόπουλος, ὅστις δὲν εἶχε τὰ προσόντα, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ διάταγμα περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτοῦ καὶ διορισμοῦ τοῦ Βασιλείου Πανταζοπούλου. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἶναι ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ πράγματος ὁ Ὑπουργός. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς μανθάνει, ὅτι ὁ Βασίλειος Πανταζόπουλος δὲν ἐζήτησε νὰ διορισθῇ. Ὑπεβλήθησαν τὰ ἔγγραφα, ἵνα διορισθῇ ὁ Ἰωάννης Πανταζόπουλος, καὶ ἐτηλεγραφήθη αὐτῷ, ὅτι διωρίσθη, τῷ ἐστάλη δὲ ὁ διορισμός του, καὶ ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν. Διωρίσθη τὴν 12 Φεβρουαρίου 1900, καὶ ἐζητήθη ἡ διόρθωσις τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ τὴν 14 Μαρτίου, ἤτοι μετὰ ἕνα μῆνα. Δηλ. ἐπὶ ἕνα περίπου μῆνα διετηρεῖτο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπάλληλος μὴ ἔχων τὰ προσόντα! Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τί ἔκαμε μετὰ τοῦτο; Νομίζω ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ διαβιβάσῃ ἀμέσως πᾶσαν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, νὰ φέρῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, ὅπως ἀνακαλυφθῇ, πῶς ἐγένετο ὁ παράνομος αὐτὸς διορισμὸς, καὶ ἂν ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐνήργησεν ἐν γνώσει, νὰ παυθῇ· νὰ μάθωμεν δὲ καὶ ἡμεῖς, τίς τῶν συναδέλφων ὑπέβαλε τὴν σύστασιν τοῦ διορισμοῦ, ἢ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὗρε καὶ διώρισε τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Περιμένω ἀπάντησιν διὰ νὰ ἐξακολουθήσω.
§11Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ἐξάγεται τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον κατέθηκα, ἀμέσως προέβην εἰς δύο πράξεις· πρῶτον ὑπέβαλον διάταγμα περὶ διορθώσεως τοῦ ὀνόματος,—τὸ ὁποῖον διάταγμα δὲν ἐπεστράφη εἰσέτι,—καὶ δεύτερον διέταξα τὸν οἰκ. ἔφορον Πυλίας νὰ μὴ ἐγκαταστήσῃ τὸν Ἰωάννην Παντζόπουλον, ἐὰν ἤθελε μεταβῆ νὰ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν. Σήμερον εἶχον τηλεγράφημα, ὅτι αὐτὸς πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν μετέβη. Ἐτηλεγράφησα νὰ κοινοποιήσωσιν αὐτῷ, ὅτι δὲν εἶναι διωρισμένος καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπόσχῃ, καθόσον, κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων, οὐδὲν δικαίωμα ἀποκτᾷ αὐτὸς, καὶ ἂν ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν, οὔτε μισθὸν ἀπολαμβάνει. Ὑποθέτω δὲ σήμερον, ὅτι θὰ τῷ κοινοποιηθῇ συντόμως τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεώς του. Κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ ἁρμοδίου εἰσηγητοῦ, τὸ λάθος παρεισέφρησε διότι, ὅτε ἐζητήθη ὁ διορισμὸς τοῦ Βασιλείου Παντζοπούλου, κατετέθη ἓν ἔγγραφον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπεδεικνύετο, ὅτι αὐτὸς προϋπηρέτησεν ὡς τοιοῦτος, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀντιγραφῇ τοῦ σχετικοῦ διατάγματος ἐσημειώθη, ἀντὶ Βασίλειος, Ἰωάννης Παντζόπουλος, αὐτὸς δὲ ὁ ἁρμόδιος εἰσηγητὴς ἦλθε ζητῶν συγγνώμην, διότι ὑπέπεσεν εἰς τὸ λάθος τοῦτο. Εἶναι ὁ τμηματάρχης τοῦ Ἐφοριακοῦ τμήματος, ἀρχαῖος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος. Οὐδεμία λοιπὸν πρόθεσις ὑπῆρχεν, ὅπως διορισθῇ ὑπάλληλος ἄτομον, ὅπερ δὲν εἶχε τὰ προσόντα· ἦτο καθαρὸν γραφικὸν λάθος, τὸ ὁποῖον ἐπανορθοῦται σήμερον, διαταχθέντος τοῦ ἐφόρου νὰ τὸν ἀποβάλῃ.
§12Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μεγάλην γενναιότητα ἀπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸν συγχαίρω, διότι κατώρθωσε νὰ παραστήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ πράγματα, καὶ νὰ περικαλύψῃ τὸ ἔγκλημα, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ εὑρεθῇ, τίς ὁ δράστης αὐτοῦ... Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἴχετε καθῆκον ἀμέσως ν’ ἀποστείλητε πάντα τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Πῶς ἄνθρωπος, ὅστις δὲν ἐζήτησε νὰ διορισθῇ, λαμβάνει διορισμὸν, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα, μεταβαίνει εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν διωρίσθη, ὁρκίζεται καὶ ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, γνωρίζει ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα;—εἶναι μάλιστα γνωστὸν, ὅτι ὁ διορισμὸς ἀπεστάλη αὐτῷ δι’ ἐπιστολῆς.
§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπέστειλα αὐτόν.
§14Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ὄχι ὑμεῖς,— δὲν ἀπευθύνω κατηγορίαν καθ’ ὑμῶν,—εἴχετε ὅμως ὑποχρέωσιν ν’ ἀποστείλητε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ νὰ καταγγείλητε τὴν πρᾶξιν, διότι ἄλλως ὑπέχετε εὐθύνην, ὅτι θέλετε νὰ καλύψητε τὸ ἔγκλημα.
§15ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Βασίλειος Πανταζόπουλος εἶχεν ὑπηρετήσει εἰς ἀνωτέραν θέσιν· ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ κατωτέραν;
§16Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὁ Παρασκευαΐδης ἦτο ἐφέτης, καὶ ἐδέχθη θέσιν ὑπογραμματέως, διὰ νὰ λάβῃ, νομίζω, σύνταξιν. Τὸ δεύτερον ζήτημα—καὶ εὐτυχῶς εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς — εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἀνέγνωσα εἰς τὸν «Νεολόγον» Πατρῶν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, λαβὼν πληροφορίας ὅτι ἄνθρωπός τις ἔλαβεν ἔγγραφον διορισμοῦ, φέρον πλαστὴν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔστειλεν ἀμέσως δύο ἀξιωματικοὺς εἰς ἕν χωρίον, νομίζω, τῆς Ἀμαλιάδος...
§17Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διορθώσω;
§18Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀμέσως... Καὶ ἐνήργησαν ἀνακρίσεις.
§19Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν φέρει καμμίαν εὐθύνην ὁ Ὑπουργός.
§20Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα ταῦτα εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ συνεδύασα αὐτὰ μὲ ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχω. Ἐν τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς δώσῃ σχετικὰς πληροφορίας.
§21Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἷς κύριος Κανελλόπουλος, ὃν ἐγὼ δὲν γνωρίζω διόλου, ἐπλαστογράφησε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπασπιστοῦ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δυνάμει τῆς πλαστογραφίας ταύτης ἐλάμβανεν ἀπὸ τὸν Σιδηρόδρομον Πελοποννήσου δωρεὰν εἰσιτήρια. Τοῦτο μοὶ κατηγγέλθη ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Σιδηροδρόμου. Διέταξα ἀμέσως νὰ γείνῃ ἐξέτασις τοῦ πράγματος, μοὶ ἔφεραν δὲ τὴν διαταγὴν, ἡ ὁποία ἔφερε πλαστὴν τὴν ὑπογραφήν μου, καὶ συνάμα μοὶ καταγγέλθη, ὅτι συνεργὸς τῆς πράξεως εἶναι κάποιος —τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα — ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας ἢ Ἠλείας...
§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶχε διορισθῆ;
§23Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διορισμοῦ. Ἐπλαστογράφησε τὴν ὑπογραφήν μου, καὶ δυνάμει αὐτῆς ἐλάμβανεν εἰσιτήρια τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου δωρεάν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμνε φύλλα πορείας.
§25Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔλεγεν ὅτι μετέβαινε δι’ ὑπηρεσίαν.
§26Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Φαίνεται ὅτι ἦτο συνεννοημένος μετ’ ἄλλων.
§27ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν καλὰ, ἀφοῦ δὲν διέταξε νὰ τὸν μεταφέρουν διὰ πολεμικοῦ ἀτμοπλοίου!
§28Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔστειλα ἀμέσως τὸν ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὸ δικαστικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸν κ. Τσάκωνα, ἐπίτηδες, διὰ νὰ κάμῃ ἐξέτασιν περὶ αὐτοῦ καὶ περὶ τῶν ἄλλων τῶν θεωρουμένων ὡς ὑπόπτων. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, μαθὼν ὅτι μετέβη ὁ ἀξιωματικὸς, ἐφρόντισε νὰ κρυφθῇ. Ὁ ἀξιωματικὸς ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸν ἀστυνόμον, ἵνα εἰδοποιήσῃ τὸν κύριον αὐτὸν νὰ παρουσιασθῇ· οὗτος ὅμως δὲν προσῆλθε· κατὰ συνέπειαν διετάχθη ὁ ἀστυνόμος νὰ τὸν ἀνεύρῃ καὶ τὸν ἀποστείλῃ ὑπὸ συνοδείαν ἐδῶ, ἵνα τὸν παραδώσωμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ τὰ περαιτέρω.
§29Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προτοῦ ἀποστείλητε τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, παρακαλῶ νὰ καταθέσητε αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι σκοπῶ νὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτοῦ.
§30ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουν σχέσιν οἱ δύο φάκελλοι αὐτοί;
§31Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§32Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς, διότι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Πανταζόπουλος εἶναι συμπολίτης μου. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀναγομένης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος γνωρίζει, ὅτι πρώτην φορὰν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐξετέθην ὡς ὑποψήφιος εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ ἐξελέγην πρῶτος Βουλευτής. Οὐδέποτε—ἐπὶ λόγῳ τιμῆς σᾶς βεβαιῶ—μετέβην εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου· εἶμαι κάτοικος διαρκῶς τῶν Ἀθηνῶν, μετέβην δ’ ἐκεῖ μόνον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, καὶ μόνον εἰς τὸν δῆμον Βώλακος, ἐξ οὗ κατάγομαι, καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον δῆμον τῆς ἐπαρχίας μου. Ἐπικαλοῦμαι δὲ πρὸς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν τοῦ συναδέλφου κ. Κανελλοπούλου.
§33ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βεβαιῶ.
§34ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρό τινος καιροῦ, εὑρισκόμενος εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας μου Ἀνδρίτσαιναν, ἔλαβον ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλείου Ν. Πανταζοπούλου, διατελέσαντος ὑποταμίου καὶ γραμματέως Ἐφορίας, ὅστις μοὶ παρεπονεῖτο, ὅτι δὲν εἶχε τὰ μέσα τοῦ ζῆν, καὶ μὲ παρεκάλει, ἐὰν μοὶ ἦτο δυνατὸν, νὰ συντελέσω, ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ ἐξ Ἀνδριτσαίνης ἔγραψα ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς παρεκάλουν αὐτὸν νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν προϋπηρετήσαντα Πανταζόπουλον, τοποθετῶν αὐτὸν εἰς μίαν τῶν Ἐφοριῶν τοῦ Κράτους. Ἐν Ἀνδριτσαίνῃ παρέμεινα ἡμέρας τινὰς, καὶ μετά τινα χρόνον ἔλαβον ἀνάγκην νὰ μεταβῶ εἰς Πύργον, ὅπου πράγματι μετέβην καὶ παρέμεινα ἐπί τινα χρόνον, χάριν οἰκογενειακῶν μου ὑποθέσεων, εἰς ἃς ἤμην ἀπησχολημένος. Ὅτε δὲ ἀφικόμην ἐνταῦθα, ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ Πανταζόπουλος αὐτὸς διωρίσθη γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας Πυλίας. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ διορισμὸς αὐτὸς ἀπεστάλη εἰς τὸν Ἰωάννην Α. Πανταζόπουλον. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ λάθος τοῦτο, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, προέρχεται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἢ ἐξ ἐμοῦ· δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐγὼ, ἐν ἀγνοίᾳ διατελῶν τῶν προσώπων, ὡς πολὺ καλῶς γνωρίζουν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ὀλυμπίας καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ἐγενόμην ἀφορμὴ συγχύσεως τῶν κυρίων ὀνομάτων τῶν δύο αὐτῶν ἀνθρώπων· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω καλῶς, εἶναι, ὅτι ὁ Πανταζόπουλος μοὶ ἐζήτησε νὰ διορισθῇ, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος. Ἐὰν μάλιστα ἐλειτούργει τὸ σύστημα τῆς μεγάλης περιφερείας καὶ ἐξελέγετο ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἐκ τῆς Ὀλυμπίας, ὅπου ἐξελέγη καὶ ἄλλοτε τῇ συνδρομῇ μου, καὶ ὄχι τῇ συνδρομῇ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσηγήσαντο πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Οἰτύλου τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μετέδωκεν οὗτος σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἐγνώριζε τοῦτο, καὶ θὰ ἐπεκύρωνε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Ἐγὼ λοιπὸν εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ διορισμὸς εἶχε ληφθῆ ἀπὸ τὸν δικαιούμενον νὰ λάβῃ τοῦτον, ὅτε πρὸ ἡμερῶν ἔλαβον ἐπιστολήν, δι’ ἧς μοὶ ἐγνώριζεν οὗτος, ὅτι δὲν ἔλαβε τὸν διορισμόν του. Τί εἶχε συμβῆ ἐν τῷ μεταξύ; Ὁ γαμβρός μου μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε τὸν διορισμὸν τοῦ Πανταζοπούλου καὶ ἀπέστειλεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰωάννην Πανταζόπουλον, αὐτὸς δὲ ἐθεώρησε καλόν, ἀφοῦ τῷ ἀπεστάλη ὁ διορισμός, νὰ λάβῃ αὐτὸν καὶ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του. Ὅτε ἐγὼ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν παρὰ τοῦ τμήματος τοῦ Ἐφοριακοῦ, ὅτι ἀπεστάλη ὁ διορισμός, μὴ γνωρίζων εἰς ποῖον ἀπεστάλη, δὲν ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ γράψω πρὸς τὸν Πανταζόπουλον· ὅτε ὅμως ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἠρώτησα, τί συμβαίνει· ἐκεῖ δ’ ἔμαθον, ὅτι, ἀντὶ νὰ διορισθῇ ὁ Βασίλειος Πανταζόπουλος, διωρίσθη ὁ Ἰωάννης Πανταζόπουλος. Τοῦτο θεωρῶ φυσικόν, καὶ νομίζω ὅτι πᾶς τις πείθεται, ὅτι δὲν εἰσεχώρησεν οὔτε σκιὰ ἐγκλήματος, οὔτε ἄλλο τι, εἰμὴ γραφικὸν λάθος· διότι τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, τίς ἦτο ὁ ἔχων τὰ προσόντα, ὁ Βασίλειος ἢ ὁ Ἰωάννης; Τοῦτο συνέβη ἐκ παραδρομῆς· ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐξ Οἰτύλου δὲν πρέπει νὰ τείνῃ εὐήκοον οὖς, καλῇ τῇ πίστει βεβαίως, εἰς εἰσηγήσεις πεπλανημένας, προερχομένας ἐκ πολιτικῶν μου ἀντιπάλων,—οἱ ὁποῖοι, ἐστὲ βέβαιος, κύριε Βουλευτά, θὰ δοκιμάσωσι διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τ’ ἀποτελέσματα τῆς μικροπολιτικῆς αὐτῶν ἐμπαθείας κατὰ τὰς μελλούσας βουλευτικὰς ἐκλογάς.
§35Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, διατὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὀλυμπίας συνάδελφος ἐθεώρησε τὸ ζήτημα προσωπικὸν καὶ ἀνέλαβε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ προσώπου του. Ἐγὼ οὐδένα ὑπηνίχθην. Ἐγὼ εἶπον καθαρῶς, ὅ,τι συνέβη...
§36ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Βλέπετε τὴν ἐπιφάνειαν, δὲν βλέπετε τὸ βάθος, διότι δὲν εἶσθε ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων.
§37Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶδον, ὅτι ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη, εἶναι ἀκριβής, ὅτι ὁ Βασίλειος Πανταζόπουλος εἶχε προσόντα νὰ διορισθῇ, ὁ Ἰωάννης δὲν εἶχε προσόντα· βλέπω ὅτι ὁ Ἰωάννης παρέλαβε τὸν διορισμὸν καὶ μεταβὰς ὡρκίσθη καὶ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπαλλήλου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ποίαν ἐξήγησιν θὰ δώσητε ὑμεῖς; Ἐγὼ εἶδον, ὅτι ὁ Βασίλειος Πανταζόπουλος—κατὰ τὴν ἐπιστολήν, ἣν ἔλαβον,—εἶχε τὰ προσόντα νὰ διορισθῇ, μοὶ γράφουσιν ὅμως ἐκεῖθεν, ὅτι οὗτος δὲν ἐζήτησε διορισμόν.
§38ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ὅτι ὁ Βασίλειος ἐζήτησε νὰ διορισθῇ· καὶ θὰ σᾶς φέρω τὴν ἐπιστολήν του.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου δὲν βεβαιοῖ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως· λέγει τί τῷ γράφουσι.
§40Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἔλαβον μίαν ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ καταγγέλλεται, ὅτι ὁ Ἰωάννης Πανταζόπουλος δὲν εἶχε τὰ προσόντα πρὸς διορισμόν, ὅτι τὰ εἶχεν ὁ Βασίλειος Πανταζόπουλος, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἐζήτησε διορισμόν· βλέπω δὲ συγχρόνως, ὅτι ὁ Ἰωάννης Πανταζόπουλος ἔλαβε τὸν διορισμόν, μετέβη εἰς τὴν θέσιν του καὶ ὡρκίσθη. Ποῖα εἶναι τὰ φαινόμενα, καὶ τὰ ὑπὸ, ὡς ἔλεγεν ὁ κύριος συνάδελφος, καὶ τὰ ἐπί; Τί δὲ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, κύριε Πρόεδρε; Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ τοῦ νόμου.
§41ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Συμφωνῶ.
§42Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἡ σύστασις προέρχεται ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὀλυμπίας, οὐδένα λόγον εἶχε νὰ φοβηθῇ ὁ κ. Βουλευτής, διότι ἡ ἀνάκρισις ἤθελεν ἀποδείξει ὅ,τι εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ ἑπομένως τὸ λάθος ἤθελεν ἔλθει νὰ μᾶς τὸ καταστήσῃ γνωστὸν ἐπισήμως ὁ κ. Ὑπουργός. Οὐδεμίαν ἑπομένως εἶχεν ἀνάγκην ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι ἀληθῆ ἔλεγεν, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς. Ὁ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁμιλῶν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ ὑποθέτῃ ὅτι λέγει ψεύματα, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται καὶ εἰς οὐδένα τῶν Βουλευτῶν, ὅταν μανθάνῃ τοιαῦτα πράγματα, νὰ μὴ προσέρχηται ἐνταῦθα καὶ τὰ καταγγέλλῃ. Ἂς περιμείνῃ ὁ κύριος συνάδελφος νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τότε θὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν λόγον τῆς τιμῆς του.
§43ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὸν νόμον ΒΧΚΖʹ περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν, οἱ ποτοποιοὶ κατατάσσονται εἰς τρεῖς κατηγορίας, ἐξ ὧν ἡ πρώτη φορολογεῖται διὰ 1500 δραχμῶν, ἡ δευτέρα διὰ 1000 καὶ ἡ τρίτη διὰ 500. Ἡ κατάταξις αὕτη ἐνεργεῖται ὑπὸ ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν νομάρχην, τὸν νομομηχανικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου κατετάχθησαν οἱ ποτοποιοὶ διαφόρων μερῶν, ἀλλ’ ἡ κατάταξίς των, ἅμα ἐγένετο, ἐκρίθη ὑπερβολικὴ, καὶ ἐζήτησαν ἀπὸ διάφορα μέρη νὰ μεταρρυθμισθῇ. Τοιαῦται αἰτήσεις ἐγένοντο ἐκ μέρους τῶν ποτοποιῶν Πειραιῶς, Πατρῶν καὶ Τριπόλεως τὸν Νοέμβριον παρελθόντος ἔτους, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αἰτήσεων αὐτῶν, διέταξε τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους Πειραιῶς καὶ Πατρῶν κατὰ τὸν Νοέμβριον νὰ συγκαλέσωσι τὴν κατὰ νόμον ἐπιτροπὴν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων, διότι τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων ἐκρίθησαν εὔλογα. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Πατρῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 6649 ἐγγράφου αὐτοῦ ἀπὸ 16 Νοεμβρίου 1899 ἀπήντησε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι περιῆλθε μετὰ τοῦ γεωμέτρου τὰ καταστήματα τῶν ἀναφερομένων ποτοποιῶν, καὶ ἐξετάσας τὰ βιβλία αὐτῶν ἐπείσθη, ὅτι ὁ καταλογισμός των εἰς τὴν μᾶλλον φορολογουμένην τάξιν εἶναι βαρὺς, συνέστησε δὲ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ ἴδιον ἐγένετο καὶ διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκετο ἡ ὑπόθεσις, ὁπότε μὲ παρεκάλεσαν οἱ ἐκ Πατρῶν ἀναφερθέντες νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς των. Μετέβην εἰς τὸ τμῆμα τὸ ἁρμόδιον, ἀλλ’ ὁ τμηματάρχης μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς. Διεβίβασα τὴν πληροφορίαν αὐτὴν πρὸς τοὺς διαφερομένους, ἀλλ’ ἐπειδὴ οὗτοι ἐπέμενον ὅτι ἐγένετο ἤδη δεκτὴ ὁμοία αἴτησις ἐκ Πειραιῶς, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συστήσω ἐντεῦθεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν αἴτησίν των. Ταῦτα ἐγένοντο, Κύριοι, τὴν 9 Φεβρουαρίου, ὁπότε ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ συνάδελφος κ. Ἀλεξάκης, γνωρίζων καὶ αὐτὸς τὴν διὰ τοὺς Πειραιεῖς ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐφωδιασμένος δὲ μὲ ἀντίγραφον τῆς πρὸς τὸν ἔφορον Πειραιῶς διαταγῆς, διὰ τῆς ὁποίας διατάσσεται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεώς της, ἦλθεν εἰς ἐπικουρίαν μου, καὶ ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 107465 τῆς 16 Νοεμβρίου 1899 διαταγήν του πρὸς τὸν ἔφορον Πειραιῶς περὶ ἐκπτώσεως δικαιώματος καταναλώσεως οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν καὶ μεταβολῆς τῆς τάξεως τῶν φορολογουμένων Μπούμπουλη, Μανούσου καὶ λοιπῶν. Μετὰ ἕνα μῆνα, ἤτοι πρὸ δύο ἡμερῶν, κατετέθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ ζητηθεῖσα διαταγὴ μετὰ τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων, ἐκ τῶν ὁποίων ὄντως ἐξάγεται, ὅτι ἐπὶ τῇ αἰτήσιν τῶν ἐν Πειραιεῖ ποτοποιῶν διέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 107,465 διαταγῆς του, τὰ εἰρημένα. Ἡ διαταγὴ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παραστάσεις ἐγένοντο ἡμῖν ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ποτοποιῶν, ὅτι ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΒΧΚΖʹ ἐπιτροπὴ δὲν κατέταξεν ἕκαστον ποτοποιὸν εἰς τὴν προσήκουσαν τάξιν, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς χωρητικότητος τῶν μηχανημάτων, τῆς παραγωγικότητος αὐτῶν καὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἐργασιῶν ἑκάστου ποτοποιείου, καὶ ὅτι ἕνεκα τῆς κατατάξεως ποτοποιῶν τινων εἰς τὰς μᾶλλον φορολογουμένας τάξεις ἀδυνατοῦσιν οὗτοι εἰς πληρωμὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου. Ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀρθῇ πᾶν δίκαιον παράπονον ἐκ μέρους τινῶν ἀδικηθέντων, ἐντελλόμεθα, ὅπως συνεννοούμενος καὶ μετὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς προβῆτε εἰς ἀναθεώρησιν τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων, καὶ ὑποβάλητε ἡμῖν τὰς συνταχθησομένας ἀποφάσεις...» Μετὰ τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁ ἔφορος Πειραιῶς διὰ τῆς ἀπὸ 14 Νοεμβρίου ἀπαντήσεώς του ὑπέβαλε τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰ πρωτόκολλα ἐκπτώσεως τοῦ ἐπὶ πλέον βεβαιωθέντος φόρου. Παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὅτι καὶ μετὰ ἠλεκτρικῆς ταχύτητος ἐνηργήθησαν ὅλα διὰ τοὺς Πειραιεῖς, ἐνῷ ἡ αἴτησις τῶν ἐν Πάτραις ποτοποιῶν ἔμεινε καὶ μένει ἄνευ ἀπαντήσεως, εἰ καὶ δι’ αὐτὴν ἐγνωμοδότησεν ἡ κατὰ νόμον ἐπιτροπὴ, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίου ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναθεώρησιν, ὁπότε εἶχεν ἤδη ἀποφασίσει τοῦτο διὰ τοὺς Πειραιεῖς. Νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω νὰ τηρηθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ διὰ τοὺς ποτοποιοὺς Πατρῶν.
§44Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ περὶ τῶν ποτοποιῶν Πατρῶν καὶ περὶ πάντων τῶν ἄλλων, τῶν ἀνενεχθέντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ αὐτὸ μέτρον ἐλήφθη, ν’ ἀποσταλῇ ὁ χημικὸς ἐπιθεωρητὴς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεώς του νὰ γένηται πᾶσα ἡ περαιτέρω ἐργασία. Ἡ ἐπιθεώρησις ἤρξατο ἐκ Πειραιῶς, ἤδη δὲ ὁ χημικὸς ἐπιθεωρητὴς εὑρίσκεται εἰς περιοδείαν, ἔχων ἐντολὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν παραπόνων τῶν ἐν Πάτραις, τῶν ἐν Βόλῳ, τῶν ἐν Τριπόλει καὶ ἀλλαχοῦ παραπονεθέντων ποτοποιῶν.
§45Α. ΧΟΙΔΑΣ. Αἱ περὶ τῶν ἐν Πειραιεῖ ποτοποιῶν γνωμοδοτήσεις εἶναι ὑπογεγραμμέναι μόνον ἀπὸ τὸν νομαρχεύοντα Ἀττικῆς, τὸν ἐργοδηγὸν μηχανικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον· δὲν φέρουν ὑπογραφὴν χημικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, οὔτε διετάχθη τοιοῦτος, καὶ ὀρθῶς, διότι ἐξ οὐδεμιᾶς διατάξεως τοῦ νόμου προκύπτει ἡ ἁρμοδιότης του.
§46Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ γείνῃ. Τοῦ εἰδικοῦ χημικοῦ ἡ ἐξέτασις εἶναι προκαταρκτική· προηγήθη ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ τῆς ἐξετάσεως τῆς κατὰ νόμον ἐπιτροπῆς.
§47Α. ΧΟΙΔΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τοὺς ποτοποιοὺς τῶν Πατρῶν τὸ αὐτό.
§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§49ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἤδη, διὰ πέμπτην φορὰν, μεταβάλλει τὰ πραγματικὰ γεγονότα, καὶ ὑπόσχεται πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, ὅτι θὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον ἐπιθεωρητὴν, ἵνα ποιήσηται προκαταρκτικὴν ἐργασίαν, καὶ μετὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἁρμοδία ν’ ἀποφανθῇ. Ὅτε ἐγὼ ὑπέβαλα τὴν σχετικὴν ἐπερώτησιν, ἐγνώριζον κάλλιστα, ὅτι οἱ ποτοποιοὶ Πειραιῶς εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας καὶ οἱ ποτοποιοὶ Τριπόλεως· ὅτι δηλ. οἱ ποτοποιοὶ Πειραιῶς ἀνεφέρθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, παραπονούμενοι ὅτι παρανόμως καὶ ἀδίκως κατετάχθησαν εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον εἰς τάξιν ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ καταταχθῶσι. Τὴν αὐτὴν ἀναφορὰν εἶχον ὑποβάλει καὶ οἱ ποτοποιοὶ Τριπόλεως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Πειραιῶς καὶ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Τριπόλεως, νὰ καλέσωσι τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Ἐγνώριζον κάλλιστα, — καὶ δὲν ἠμφισβήτησε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτε ὑπέβαλον τὸ πρῶτον πρὸς αὐτὸν τὴν ἐπερώτησιν,—ὅτι συνεπείᾳ τῆς διαταγῆς ταύτης συνῆλθεν αὖθις ἡ ἐπιτροπὴ ἐν Τριπόλει, ἡ ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ νομάρχου, τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ νομομηχανικοῦ, καὶ ἐβεβαίωσε διὰ πράξεώς της, ὅτι ἀδίκως κατετάχθησαν εἰς τὴν βʹ κατηγορίαν οἱ ἐν Τριπόλει ποτοποιοὶ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν αʹ κατηγορίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν του, καὶ διέταξε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸν ἔφορον Πειραιῶς, ἵνα μεταβάλῃ τὴν κατηγορίαν τῶν ποτοποιῶν Πειραιῶς, δὲν διέταξεν ὅμως νὰ μεταβληθῇ ἡ κατηγορία καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐν Τριπόλει ποτοποιούς. Ἐπὶ τούτῳ ἤλεγξα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἐπὶ τούτῳ καὶ σήμερον ἐλέγχω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις νομίζει, ὅτι ἐφαρμόζων τοὺς νόμους δύναται κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ νὰ ἐφαρμόζῃ αὐτούς. Καὶ ἀναμιμνήσκομαι ταύτην τὴν στιγμὴν, κύριε Πρόεδρε, ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος, διὰ τῆς ὁποίας ἐβεβαίουν αὐτὸν οἱ γράφοντες, ὅτι ὑπουργικός τις Βουλευτὴς ἔγραφε πρὸς τοὺς ἐν Βόλῳ ποτοποιοὺς νὰ μὴ προσέχουν οἱ ἐκεῖ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς φέρει δύο ἰδιότητας, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ἐγώ. Καὶ ἐρωτῶ ἤδη τὸν κ. Ὑπουργὸν, τίνα γνώμην πρέπει νὰ σχηματίσουν οἱ ἐν Τριπόλει φορολογούμενοι περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν πληροφορῶνται, ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἐφαρμόζονται ἐξ ἴσου δι’ ὅλους τοὺς κατοίκους τοῦ Βασιλείου, δι’ ὅλους τοὺς φορολογουμένους, ἀλλ’ ἐφαρμόζονται ἄλλως διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ καὶ ἄλλως διὰ τοὺς ἐν Τριπόλει; καὶ πρὸς τί ὁ Ὑπουργὸς νὰ στείλῃ ἐπιθεωρητὴν εἰς Τρίπολιν, ἵνα οὗτος ἐρευνήσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀφοῦ βεβαιοῦται ἐπισήμως ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος συνιστᾷ, ὅτι οἱ ποτοποιοὶ οἱ ἐν Τριπόλει ἠδικήθησαν, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέλειψεν ἄχρι τοῦδε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν, παρέλειψε τουτέστι νὰ διατάξῃ τὸν ἔφορον Μαντινείας νὰ μεταβάλῃ τὴν κατηγορίαν τῶν ποτοποιῶν Τριπόλεως καὶ νὰ κατατάξῃ αὐτοὺς εἰς τὴν αʹ κατηγορίαν, ὅπως ἔπραξε, πάνυ δικαίως, διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ ποτοποιούς; Νομίζω ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἔχουν βάσιν τινὰ, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ αὐτῶν θέλει νὰ παρελκύσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ν’ ἀφήσῃ ἐπ’ ἄπειρον τοὺς ἐπιτηδευματίας ἐκείνους νὰ ἀδικῶνται· διότι, ἂν ἄλλως εἶχεν ἡ ὑπόθεσις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνεφορεῖτο ἐκ τῆς ἰδέας τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου, δὲν ἤθελε πράξει διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ ποτοποιοὺς ἄλλο ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξε διὰ τοὺς ἐν Τριπόλει, ἢ θὰ ἔπρατε καὶ διὰ τοὺς ἐν Τριπόλει φορολογουμένους ὅ,τι ἔπραξε διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ.
§50Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐν μιᾷ τῶν τελευταίων συνεδριάσεων ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ συνέστησα σχετικὴν ἀναφορὰν τῶν ποτοποιῶν Πατρῶν, παρέστησα δὲ τότε, ὅτι ἡ δυσαναλογία ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ δύο πόλεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται σχεδὸν ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, δὲν ἐπηρεάζει μόνον τὴν τοπικὴν κατανάλωσιν, ἀλλ’ ἐπηρεάζει καὶ τὸ ἐμπόριον τοῦ εἴδους τούτου· διότι, ὅταν οἱ ποτοποιοὶ τοῦ Πειραιῶς, διατελῶσιν ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους ἀπὸ τοὺς ἐν Πάτραις ποτοποιούς, βεβαίως οἱ ποτοποιοὶ τῶν Πατρῶν δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τότε ἐφάνη εὔνους πρὸς τὴν σύστασίν μου ταύτην, καὶ εἶπεν ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων καὶ θὰ διατάξῃ τὰ δέοντα. Ἐὰν ἐνηργήθη τι ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ· ἂν δ’ ὑπάρχει γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ τὴν προσαγάγῃ.
§51Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαιοσύνην, κύριοι Βουλευταί, ἐζήτησα χθὲς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου περὶ κατανομῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος εἰς τοὺς ἐν Τριπόλει ὑποδηματοποιούς, λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ ἀναφορᾶς αὐτῶν, ἀνακοινωθείσης εἰς τὴν Βουλήν, διότι οὗτοι, δυστημένοι πρὸς τὸν τότε δήμαρχον Τριπόλεως, τὸν λαβόντα μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐνεγράφησαν νὰ πληρώσουν μέγα ποσὸν διὰ φόρον ἐπιτηδεύματος, τόσον ποσὸν, εἰς ὅσον δὲν ἀνέρχεται τὸ ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἐτήσιον κέρδος. Δικαιοσύνην ζητοῦμεν καὶ σήμερον διὰ τοὺς ποτοποιοὺς Τριπόλεως, καὶ δικαιοσύνην ὄχι ἀφῃρημένην, ἀλλὰ δικαιοσύνην συγκεκριμένην καὶ στηριζομένην ἐπὶ τῆς νομολογίας, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠκολούθησεν ὡς πρὸς τοὺς ποτοποιοὺς τοῦ δήμου Πειραιῶς. Ὅ,τι συνέβη ἐν Πειραιεῖ, τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐν Τριπόλει, ὅ,τι ἐνηργήθη ἐν Πειραιεῖ, κατὰ διαταγὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ αὐτὸ ἐνηργήθη καὶ ἐν Τριπόλει, ἀλλ’ ὅ,τι ἀπεφασίσθη διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ ποτοποιούς, δὲν ἀποφασίζεται καὶ διὰ τοὺς ἐν Τριπόλει ποτοποιούς, καίτοι ἡ Τρίπολις ἔχει δύο Βουλευτὰς ὑπουργικούς, ὑποστηρίζοντας τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ὁ Πειραιεὺς ἔχει ἕνα μόνον...
§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κύριος Ρετσίνας ποτὲ δὲν μοὶ ὡμίλησε περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§53ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅ,τι ἀπεφασίσατε διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ ποτοποιοὺς ἀρνεῖσθε ν’ ἀποφασίσητε καὶ διὰ τοὺς ἐν Τριπόλει; Ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῖς περιεχομένοις ἐν τῷ φακέλλῳ, τὸν ὁποῖον προσηγάγετε εἰς τὴν Βουλήν, ἐξιστορεῖται ἡ ὑπόθεσις τῶν ποτοποιῶν Πειραιῶς ἀπαράλλακτα, ὅπως συνέβη καὶ ἐν Τριπόλει· πῶς δηλαδή; ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου περὶ οἰνοπνευματούχων ποτῶν, κατὰ λάθος, ἢ ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου, ἐκανόνισε τὸν φόρον τῶν ποτοποιῶν τῆς πόλεως Πειραιῶς εἰς ὑπερβολικὸν ποσόν· οἱ ποτοποιοὶ ἐκεῖνοι ἀνηνέχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν της, ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἀναθεώρησε, τὴν ἀναθεώρησιν δὲ ταύτην ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διέταξε τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου καὶ τὴν μεταφορὰν τῶν ἀδικηθέντων ἐκ τῆς μιᾶς κατηγορίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον καταταχθῆ οἱ ποτοποιοὶ τοῦ Πειραιῶς, εἰς τὴν ἄλλην, καὶ οὕτω διωρθώθη τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποστῆ εἴτε κατὰ λάθος, εἴτε ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου τῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο συνέβη καὶ ἐν Τριπόλει· οἱ ποτοποιοὶ Τριπόλεως ὑπὸ τῆς κατὰ τὸν νόμον συσταθείσης ἐπιτροπῆς κατετάχθησαν μὲ φόρον 1000 δραχμῶν ἕκαστος, ἐνῷ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος δὲν πωλοῦσι 1000 δραχμῶν ποτὰ, οὔτε τὰ μηχανήματα αὐτῶν ἀξίζουσι περισσότερον τῶν χιλίων δραχμῶν, διότι, ὡς γνωρίζετε, αἱ ἐργασίαι τῶν ἐν Τριπόλει ποτοποιῶν δὲν ἔχουσι τὴν εὐρύτητα τῶν ἐν Πειραιεῖ. Ἀνηνέχθησαν λοιπὸν καὶ οἱ ἐν Τριπόλει ποτοποιοὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν ἐπιτροπὴν ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασιν, ἡ δὲ ἐπιτροπή, ἀναθεωρήσασα τὴν ἀπόφασίν της, ἀνεγνώρισεν ὅτι ἐσφαλμένως οἱ ποτοποιοὶ Τριπόλεως κατελογίσθησαν μὲ φόρον χιλίων δραχμῶν κατ’ ἔτος. Καὶ ἐνῷ ἡ τοιαύτη ἀναγνώρισις ἐγένετο καὶ ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλει νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, ὅπως ἔπραξε διὰ τοὺς ποτοποιοὺς Πειραιῶς! Τὸ τοιοῦτον βεβαίως εἶναι μεροληπτικὸν, καὶ τοῦτο καταγγέλλομεν, καὶ τοῦτο μᾶς ἀναγκάζει νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποστέργει ὄχι μόνον τὸ μέγεθος τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄνισον τῶν φόρων· ἐννοεῖ ὁ πολίτης νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον του, ἀλλ’ ἐννοεῖ νὰ πληρώσῃ τόσον, ὅσον καὶ ὁ γείτων αὑτοῦ, ὅσον καὶ ὁ συνάδελφος αὑτοῦ. Διατὶ ὁ Τριπολίτης ποτοποιὸς νὰ φορολογηθῇ μὲ 1000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ τοῦ ἐκλογέως τοῦ κυρίου Ρετσίνα ὁ φόρος νὰ μετριασθῇ εἰς 500;...
§54Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ποτὲ δὲν ὡμίλησα περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§55ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποτὲ δὲν ὡμιλήσατε, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔρχεσθε, καὶ θέλοντες νὰ δικαιολογήσητε τὰς παρεκτροπὰς τῶν Ὑπουργῶν, λέγετε: «ἐγὼ συνέστησα τοῦτο καὶ ἐκεῖνο», καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ συστάσεις χρησιμεύουν πρὸς πάταξιν τῆς συναλλαγῆς! Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κατήγγειλε παρεκτροπὴν τῆς Διοικήσεως, ὁ δὲ ἐξ Ὀλυμπίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπε: «τῇ συστάσει μου διωρίσθη ἐκεῖνος, ἀλλ’ ἐγένετο λάθος εἰς τὴν σύστασίν μου». Καὶ τοῦτο εἶναι τῷ ὄντι καταστροφὴ τῆς συναλλαγῆς!... Πῶς λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνθυμεῖται τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ κυρίου Ρετσίνα καὶ τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν γενομένην ἀδικίαν, τοὺς δὲ ἐκλογεῖς τῆς Τριπόλεως δὲν τοὺς ἐνθυμεῖται; Θὰ στείλῃ, λέγει, εἰδικὸν ἐπιθεωρητὴν, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ γνωρίζετε, τί σημαίνει ἐξέτασις ὑπὸ εἰδικοῦ ἐπιθεωρητοῦ; Παραπομπὴ τῆς ὑποθέσεως εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας!...
§56Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἀνεμίχθην ποσῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καίτοι τὴν ἐγνώριζον.
§57ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ πιστεύω ὅ,τι λέγετε, ἀλλ’ ἐὰν ἐλάβετε γνῶσιν τῶν ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι προσεγένοντο εἰς τοὺς συμπολίτας σας, καὶ δὲν ἐσπεύσατε νὰ καταστήσητε γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι οἱ συμπολῖταί σας ἀδικοῦνται, παρέβητε τὰ βουλευτικά σας καθήκοντα. Ἐγὼ ἔλαβον εἴδησιν, ὅτι συμπολῖταί μου τρεῖς ἀδικοῦνται, καὶ εἶδον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν πράττει καὶ διὰ τοὺς φορολογουμένους τῆς Τριπόλεως ὅ,τι ἔπραξε διὰ τοὺς ποτοποιοὺς τοῦ Πειραιῶς, ἀλλ’ ἀποστέλλει εἰδικὸν ἐπιθεωρητὴν, ὁ ὁποῖος ἤδη ταξειδεύει, εὑρισκόμενος ἴσως καθ’ ὁδὸν, ἐνῷ ἐκεῖνοι ἔχουν ἴσως πληρώσει τὸν ἄδικον αὐτὸν φόρον, καίτοι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένη, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὸν φόρον αὐτὸν εἰς αὐτοὺς, διὰ πράξεώς της ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κακῶς κατελογίσθησαν μὲ τοιαύτην ποσότητα φόρου, καὶ ὅτι πρέπει ὁ φόρος αὐτὸς νὰ μειωθῇ κατὰ τὸ ἥμισυ. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δίκαιον νὰ ἐγκαλῶμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν τηρεῖ ἰσότητα μεταξὺ τῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους διοικεῖ, ἀφοῦ μάλιστα, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Τρίπολις ἔχει δύο Βουλευτὰς ὑπουργικοὺς, ἐξ ὧν ὁ ἕτερος εἶναι καὶ γαμβρὸς τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ; Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκδώσῃ καὶ διὰ τοὺς ποτοποιοὺς τῆς Τριπόλεως τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ, ἀλλάσσων μόνον τὰ ὀνόματα τῶν φορολογουμένων.
§58Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν συννερίζομαι τὴν πικρίαν, μετὰ τῆς ὁποίας καὶ ὁ ἐκ Μαντινείας καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὡμίλησαν. Θὰ συζητήσω μόνον ἐπὶ τῶν γεγονότων, διότι εἰς τὸν τρόπον, μετὰ τοῦ ὁποίου συνήθως εἰς τὰς συστάσεις αὐτὰς προέρχονται, θέλοντες νὰ ἐλέγξωσι τοὺς Ὑπουργοὺς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀπαντήσω. Παρατηρῶ λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν οὕτω, ἀλλὰ καὶ οἱ νόμοι ἐφαρμόζονται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον διὰ πάντας, εἴτε οὗτοι εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε δὲν εἶναι. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐπρόσεχεν εἰς ὅσα πρότερον εἶπον, τουτέστιν, ὅτι, προκειμένου περὶ κατατάξεως ποτοποιῶν, καίτοι ὁ νόμος καθώριζεν ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ ἁρμοδίας ἀρχὰς, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ οὗτοι ἀποτελοῦσιν, οὕτως εἰπεῖν, εἰδικήν τινα τάξιν, τῆς ὁποίας τὴν παραγωγὴν δὲν δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐλέγξῃ, ἔλαβον τὸ μέτρον πάντοτε νὰ χρησιμοποιήσω τὸν εἰδικὸν ἐπιθεωρητὴν, ὅστις ἐπὶ τούτῳ διωρίσθη. Εἶπον λοιπὸν πρότερον, ὅτι, ἐπειδὴ παράπονα τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ποτοποιῶν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπανειλημμένως καὶ παρεστάθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι καὶ νὰ κλείσουν τὰ καταστήματά των, καὶ ἐπειδὴ ἦτο πρόχειρος ὁ ἔλεγχος τῶν παραπόνων τούτων, παρήγγειλα τὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν καὶ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ὄχι εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τὰς ἀρχὰς, αἵτινες τὸ πρῶτον καθωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅπως αἱ ἀρχαὶ αὗται, ἐκ νέου ἐξετάζουσαι τὴν ὑπόθεσιν, προέλθωσιν εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν τυχὸν ἀδίκως διαπραχθέντων. Ὅτε ἐγένετο αὐτὸ, ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς ἦτο ἀπησχολημένος εἰς εἰδικήν τινα ἐργασίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο εὔκολον νὰ τὸν ἀποσπάσω. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ παράπονα τῶν ἄλλων ποτοποιῶν, ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὰς ἀρχὰς, ἵνα ἴδω, ἐὰν εἶναι βάσιμα, καὶ ὄντως ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος μοὶ εἶπεν, ὅτι τῷ ὄντι εἶναι δίκαια. Κατόπιν τούτου ἀπεφάσισα, μὲ πρώτην εὐκαιρίαν ν’ ἀποστείλω τὸν ἐπιθεωρητὴν, ἵνα ἐξετάσῃ προκαταρκτικῶς, ὅπως μορφώσω καὶ ἐγὼ γνώμην περὶ τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ καὶ διατάξω νὰ γείνῃ διόρθωσις. Ἤδη οἱ κύριοι Βουλευταὶ πρέπει νὰ ἔχωσι μικράν τινα ὑπομονὴν, ἵνα ἴδωσιν, ἐὰν θὰ ἀποδοθῇ καὶ εἰς τοὺς ποτοποιοὺς τῆς Τριπόλεως δικαιοσύνη, ὅπως καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Διατὶ νὰ σπεύδωσι μετὰ τόσης πικρίας νὰ καταγγέλλωσι;
§59ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σπεύδομεν, ὅταν ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα ἐσκέπτεσθε νὰ προσαγάγητε τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προσηγάγετε, καὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν τὰς χιλίας δραχμάς;
§60ΧΟΪΔΑΣ. Ὅ,τι ἐγένετο μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ εἰδικοῦ ἐπιθεωρητοῦ θὰ ἐγένετο προφορικῶς, διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲν ἐξάγεται.
§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἦτο ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου, παρηγγέλθη προφορικῶς νὰ μεταβῇ.
§62ΧΟΪΔΑΣ. Προφορικῶς, μάλιστα· διότι τὸ ἔγγραφόν σας ἀπευθύνεται πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ἵνα καλέσῃ τὴν κατὰ νόμον ἐπιτροπὴν κλπ., ὡς εἶπον προηγουμένως.
§63ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ, ἰσχυριζόμενος ὅτι προαπαιτεῖται ἀπόφασις ἢ ἐνέργεια τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ...
§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἀπαιτεῖται.
§65ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. Οὔτε εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πληροφορίας μόνον ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν ἔφορον Τριπόλεως· διότι, ἂν πράγματι ἐζήτει μόνον πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἔφορον, δὲν θὰ εἶχε πρᾶξιν ὁλοκλήρου τῆς ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ τοῦ ἐφόρου, τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ νομομηχανικοῦ. Πῶς λοιπὸν συμβιβάζεται ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, μὲ αὐτὸ τὸ πραγματικὸν γεγονὸς, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκεῖ ὁλόκληρος ἀπεφήνατο καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπόφασιν, ὅτι ἠδικήθησαν οἱ ἐν Τριπόλει ποτοποιοί; Νομίζω ὅτι ἡ ἀκριβὴς ἀφήγησις τῶν γεγονότων αὐτῶν ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ, ἰσχυριζόμενος ὅσα ἰσχυρίσθη, φρονῶ δὲ, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ,—ἀφοῦ μετὰ παρέλευσιν ὁλοκλήρου μηνὸς καὶ πλέον ηὐδόκησε νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτουν, ἀναβάλλων ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, καίτοι καθ’ ἑκάστην ἐζήτουν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα,—ὀφείλει, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεώς του, διὰ νὰ μὴ παρέλθῃ καὶ ἄλλος χρόνος· διότι οἱ ποτοποιοὶ οἱ ἐν Τριπόλει δὲν δύνανται, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ πληρώσουν τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ, καὶ συνεπῶς καὶ ἡ ἐργασία των θὰ ἐγκαταλειφθῇ καὶ ἐκεῖνοι θὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς, τὴν εὐθύνην δὲ ὁλόκληρον θὰ ἔχητε ὑμεῖς.
§66ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ἐνδιαφέρει νὰ μάθωμεν, κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι, ἐὰν διετάχθη ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς νὰ μεταβῇ εἰς Πάτρας πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν παραπόνων τῶν αὐτόθι ποτοποιῶν. Διετάχθη;
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§68ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε λοιπὸν νὰ διατάξητε καὶ ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως πρὸς πληρωμήν.
§69ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προπληρωτέος ὁ φόρος.
§70ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπλήρωσαν.
§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅσους δὲν ἐπλήρωσαν, διέταξα νὰ μὴ καταδιωχθῶσιν, ὅπου δ’ ἐπληρώθη ὁ φόρος, ὅταν γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις καὶ μεταβληθῇ τυχὸν ἡ φορολογία, θὰ ἐπιστραφῇ τὸ περιπλέον ποσόν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Συνοδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§73Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία καὶ ἐν γένει ἅπαντες οἱ ναυτιλλόμενοι μέχρι τοῦδε εἶχον τὰ παράπονά των κατὰ τῶν διαφόρων λιμενικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, ἀπό τινος ὅμως χρόνου παρουσιάζονται ἄλλαι ἀρχαὶ, αἱ τελωνειακαὶ, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν νὰ πιέζουν τοὺς ναυτιλλομένους εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ζημιῶται, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ, ἐμποροπλοίαρχοι καὶ ναῦται, νὰ ὑποφέρουν τὰ πάνδεινα. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι εἶναι ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰ διάφορα τελωνεῖα τοῦ Κράτους. Ἔρχονται πλοῖα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μὲ φορτία, ἀποβιβάζουσι τὸ φορτίον των εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὴν Σῦρον ἢ εἰς ἄλλον λιμένα τοῦ Κράτους, καὶ ἀφοῦ φορτώσουν, ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν πατρίδα των. Ὡς γνωστὸν, ἕκαστος αὐτῶν ἔχει ἐν τῷ πλοίῳ του διάφορα τρόφιμα, καὶ ἂν θελήσῃ ν’ ἀποβιβάσῃ διὰ τὴν οἰκογένειάν του 10 ὀκάδας π. χ. ζάκχαριν ἢ μίαν ὀκᾶν καφφὲ, προσφέρεται νὰ πληρώσῃ τὸ νόμιμον τέλος, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαὶ ἀρνοῦνται ἀπολύτως τὴν τοιαύτην ἀποβίβασιν τροφίμων, καὶ πρῶτον ὑποχρεοῦσιν αὐτοὺς νὰ πληρώσουν τὰ φαρικὰ τέλη, ἐὰν δὲ πρόκειται ν’ ἀποβιβάσουν 10 ὀκάδας ζάκχαριν καὶ μίαν ὀκᾶν καφφὲ, καὶ τὸ πλοῖόν των ἦναι 500 τόννων, εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν 70 δραχμὰς διὰ φαρικὰ τέλη! Ἀπολύτως δὲ σήμερον παρεμποδίζονται, καὶ ἀπηγορεύθη ἡ ἀποβίβασις τοιούτων τροφίμων εἰς τὰς οἰκίας τῶν ναυτιλλομένων. Ἐκ τούτου τί γίνεται; Βιάζουν τοὺς πλοιάρχους καὶ τοὺς ναύτας νὰ διαπράττωσι λαθρεμπόριον· διότι οὗτοι, θέλοντες νὰ μεταφέρωσιν εἰς τὸ σπῆτί των ὀλίγα τρόφιμα ἐκ τῶν ἐν τοῖς πλοίοις αὑτῶν, προσφέρονται νὰ πληρώσουν δι’ αὐτὰ τὰ νόμιμα τέλη, ἀλλ’ ὅταν αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαὶ τοὺς ἐμποδίζουν, ἀναγκάζονται ν’ ἀποβιβάσωσιν αὐτὰ λαθραίως. Τὸ τοιοῦτον βεβαίως εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι δὲ παράνομον, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος ἐμποδίζων τὴν ἀποβίβασιν. Καθιστῶν δὲ τοῦτο γνωστὸν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει λάβει πρόνοιαν καὶ διατάξῃ νὰ παύσῃ ἡ παράνομος αὕτη ἀπαγόρευσις καὶ πίεσις, ἥτις σπουδαίως ζημιοῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἐκθέτει εἰς κινδύνους τοὺς ναυτιλλομένους.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§75Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§76ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν εἶναι εἰς θέσιν, νὰ μᾶς δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα διὰ τὸν εἰρηνοδίκην Παλαμᾶ.
§77Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὰς ἔλαβον ἀκόμη.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λευκάδος κ. Γερ. Φίλιππας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ΦΞϚʹ νόμου τῆς 21 Δεκεμβρίου 1878 περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας Λευκάδος». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. Ὁ κύριος Κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§79Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀλίγα ζητήματα παρουσιάσθησαν καὶ δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἔχοντα τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Μετὰ τὰ ἐπελθόντα εἰς τὸν τόπον δυστυχήματα ἐκ τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς, καὶ ἕνεκα τῆς θέσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ὁ τόπος, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἡ ὑποχρέωσις καὶ τὸ καθῆκον, ἵνα διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ τῶν οἰκονομικῶν ἐξεύρωμεν διεύθυνσιν ἀλλοίαν ἐκείνης, ἥτις ἐπέφερε τὰ πολλαπλᾶ δυστυχήματα ἐπὶ τῆς χώρας, καὶ σύμφωνον μὲ τὴν κατάστασιν καὶ τὰς δυνάμεις αὐτῆς. Ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν ἡ ἐξεύρεσις διευθύνσεως καθιστώσης δυνατὴν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀνόρθωσιν τῶν ἐπελθουσῶν καταστροφῶν καὶ τὴν πρόληψιν νέων καὶ ἴσως σοβαρωτέρων δυστυχημάτων. Ἡ μελέτη τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 δυστυχῶς ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ τοιαῦται ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλόμεναι σκέψεις δὲν ἐπεκράτησαν εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν κατοπτρίζει οὗτος. Ἀπ’ ἐναντίας αἱ ἐλλείψεις καὶ αἱ πλάναι, αἵτινες ἐπεκράτησαν κατὰ τὴν ἐπὶ δεκαετίαν πρὸ τῆς πτωχεύσεως ἐφαρμοσθεῖσαν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἐπανέρχονται καὶ ἐπαναφαίνονται ἐπιτεινόμεναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900. Ἐμπνέεται καὶ οὗτος ὑπὸ ἀβασίμου καὶ ἐπιδεικτικῆς αἰσιοδοξίας, ὅπως ἐνεπνέοντο καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ πρὸ τοῦ 1893. Ὅσοι ἀποτελεῖτε μέρος τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐνθυμεῖσθε ὁποῖον αἴσθημα αἰσιοδοξίας ἐνέπνεε τότε τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Δὲν θὰ ἐλησμονήσατε, ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναμφισβητήτως σοφὸς καὶ σπουδαῖος, διέβλεπε κατὰ τὸ 1883 τοσοῦτον πλοῦτον τοῦ Δημοσίου, ὥστε ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι βλέπει ἑκατομμύρια δεξιόθεν, ἑκατομμύρια ἀριστερόθεν, ἑκατομμύρια ἔμπροσθεν, ἑκατομμύρια ὄπισθεν, καὶ ὅτι δὲν σκέπτεται ἢ πῶς νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ μὴ ὑπάρχων σήμερον ἐν τῇ ζωῇ, μετά τινα καιρὸν μελετήσας οὐσιαστικώτερον τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τοῦ Δημοσίου, καὶ εὑρεθεὶς ἀπέναντι τῆς προτάσεως μέτρων παρακεκινδυνευμένων, οἷα ἦσαν ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπώλεσε τὸ αἴσθημα τῆς αἰσιοδοξίας, καὶ ὄχι μόνον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐγκατέλιπεν, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτικήν...
§80Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐννοεῖτε τὸν Καλλιγᾶν;
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα... Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν τοιαύτην μεταμέλειαν τοῦ μακαρίτου Καλλιγᾶ, ἡ αἰσιοδοξία ἐξηκολούθησε, πολλάκις δὲ ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ συγκριθῇ μὲ τὸ Βέλγιον, ἐνίοτε δὲ καὶ μὲ τὴν Ἀγγλίαν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς εὐρωστίας. Ἡ αἰσιοδοξία εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀρετὴ διὰ τοὺς διαχειριζομένους τὰ κοινά, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων, τῆς ἀκριβοῦς ἀντιλήψεως αὐτῶν, τῆς ἐξευρέσεως τῶν ἐλλείψεων, καὶ τῆς ἐπιδιώξεως τῆς διορθώσεως αὐτῶν, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ πρὸς τὰ πράγματα, καὶ οὐχὶ μεμονωμένως καὶ ἄνευ τοιούτου συνδυασμοῦ. Εἶναι ὅμως ὀλέθριον ἐλάττωμα διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν ἡ θεωρητικὴ καὶ ἀβάσιμος αἰσιοδοξία, ἡ μὴ ἀπορρέουσα ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ ἡ μετὰ ἐπιδεικτικῆς πεποιθήσεως προβαίνουσα εἰς τολμηρὰν διόρθωσιν μεμονωμένων ἐλλείψεων, ἄνευ συνδυασμοῦ πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ἐκ τῶν ἀπαισιοδόξων. Ἀπεναντίας πάντοτε εἰς τὰς σκέψεις μου ἐπιβάλλω τὴν αἰσιοδοξίαν, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, τῆς μελέτης παντὸς ζητήματος καὶ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν μέσων τῆς θεραπείας πάσης ἐλλείψεως πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἀναγκῶν, τῶν δυνάμεων καὶ τῆς περιστάσεων τῆς χώρας. Ὅπως κατανοήσωμεν ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἀβασίμου αἰσιοδοξίας καὶ παραδειγματισθῶμεν ἐκ τοῦ παρελθόντος, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσωμεν ἐν συντόμῳ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν δαπανῶν τῶν πρὸ τῆς ἐπελεύσεως τῶν ἀτυχημάτων τῆς χώρας ἐτῶν. Δὲν θέλω ἐξετάσει τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Οὐδεμίαν πρακτικὴν ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ φέρῃ ἡ λεπτομερὴς αὐτοῦ ἐξέτασις. Δὲν ἔχομεν δυστυχῶς τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ἓν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὸ θλιβερώτατον ἴσως ὅλων, εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, τοῦ μειώσαντος τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Κράτους, ἀπωλέσαμεν πᾶσαν ἐλευθερίαν ἐνεργείας ἐπὶ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, καὶ οὐδεμίαν ἀποτελεσματικὴν ἐπήρειαν δυνάμεθα νὰ ἐξασκήσωμεν ἀμέσως ἐπὶ τῆς πορείας καὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ διὰ τῶν σκέψεων καὶ ἐνεργειῶν ἡμῶν. Ἐμμέσως μόνον δυνάμεθα νὰ ἐπηρεάσωμεν καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Ἐν μέλλοντι δὲ χρόνῳ θὰ ἦναι ἴσως δυνατὸν νὰ ἐξασκήσωμεν ἐπήρειάν τινα ἐπ’ αὐτοῦ, ἂν ἐπιδιώξωμεν τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν στηριζόμενοι ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Σήμερον ὅμως πᾶσα περὶ αὐτοῦ συζήτησις ἔσεται ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Θὰ περιορίσω ἑπομένως τὴν ἐξέτασιν καὶ μελέτην εἰς τὰς δαπάνας τῆς κυρίως διοικήσεως, διότι ἐπ’ αὐτῶν καὶ μόνων δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν καὶ φθάσωμεν εἰς ἀποτελεσματικὰ συμπεράσματα. Αἱ δαπάναι πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς διοικήσεως ἀνήρχοντο κατὰ τὸ 1883 εἰς 47,154,000 δραχμὰς, ἐκτὸς τοῦ δημοσίου χρέους. Λαμβάνω δὲ ὡς ἀφετηρίαν τὸ 1883, διότι τότε συνεπληρώθη ἡ διοίκησις καὶ τῶν προσαρτηθεισῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αἱ δαπάναι αὗται, κατὰ τὸ 1887 ἀπὸ 47,154,000 δραχ. ἀνῆλθον εἰς 55,108,000. Οὕτω δὲ, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς αἱ δαπάναι τοῦ δημοσίου χρέους ηὔξανον δι’ ἁλμάτων, ηὔξανον συγχρόνως δι’ ἁλμάτων καὶ αἱ δαπάναι τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Κατὰ τὸ 1891 ἀνῆλθον εἰς 65,289,000, κατὰ δὲ τὸ 1894, μετὰ τὴν πτώχευσιν, κατῆλθον εἰς δραχ. 62,851,000, διότι ἕνεκα τῆς ἰδέας τῆς ἐγκαταλείψεως πάσης στρατιωτικῆς παρασκευῆς αἱ δαπάναι τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ὑπεβιβάσθησαν σημαντικῶς, τοῦ μὲν Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς 14,123,000 τοῦ δὲ τῶν Ναυτικῶν εἰς 5,040,000. Τὸ 1896 αἱ δαπάναι αὗται ἀνῆλθον εἰς 65,989,000, ὑπερτερήσασαι τὰς δαπάνας τοῦ 1894, διότι πασιφανὴς ἦτο ἡ ἀνάγκη τῆς βελτιώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων καὶ διὰ τῆς προμηθείας ὁπλισμοῦ καὶ διὰ διαφόρων βελτιώσεων ἐν τοῖς Ὑπουργείοις Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Οὕτω αἱ δαπάναι τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1887 ηὐξήθησαν κατὰ δρ. 7,954,000, ἀπὸ δὲ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1896 κατὰ δραχ. 10,881,000. Ἑπομένως ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1896 ἡ αὔξησις αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 18,835,000 δρ. Ἐν ᾧ δὲ τοιαύτη ἦν ἡ πρόοδος τῶν δαπανῶν εἰς τὰ ὁμαλὰ μὲν ἐκεῖνα ἔτη ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἐνεργείας τῆς Ἑλλάδος, ἀνώμαλα δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς αἰσιοδόξου διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου χρέους, διὰ τὸ 1900 προτείνεται προσθήκη δαπάνης ἑτέρων 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς τὰ 18,835,000, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν ἐντὸς δέκα καὶ τριῶν ἐτῶν. Ἡ προσθήκη δ’ αὕτη τῶν 12 ἑκατομμυρίων εἰς ποίαν στιγμὴν προτείνεται; Εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἐπιτακτικὸν καθῆκον, νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς διορθώσεως τῶν ἐπελθουσῶν καταστροφῶν καὶ περὶ τῆς προλήψεως ἄλλων ἀπειλούντων ἡμᾶς κινδύνων! Ἀλλὰ διὰ τῶν προηγουμένων προσθηκῶν ἐγένετό τι εἰς τὴν χώραν ταύτην; ἐπῆλθε βελτίωσίς τις ἀξία λόγου εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῆς; ἐπῆλθε βελτίωσίς τις εἰς τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Πολιτείας ἐπὶ τῆς προόδου τῆς κοινωνίας καὶ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας; Ἐὰν ἐγένοντο ἔργα τινὰ, τέλεια ἢ ἀτελῆ, ταῦτα δὲν ὀφείλονται εἰς τὰ κεφάλαια τῶν δαπανῶν, τὰ ὁποῖα νῦν ἐξετάζω· ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἀτελεῖς σιδηρόδρομοι καὶ αὐτὴ ἡ πενιχρὰ ὁδοποιία δὲν ἐγένοντο ἐκ τῶν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου, τῶν καταβληθεισῶν διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν, ἀλλ’ ἐγένοντο ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ ἡ κυρία αἰτία τῶν δυστυχημάτων τῆς χώρας. Ἂν ἐξετάσωμεν τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς διοικήσεως καὶ συγκρίνωμεν τὴν σημερινὴν κατάστασιν αὐτῶν μὲ τὴν πρὸ δεκαπενταετίας, δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ εὕρωμεν οὐσιαστικήν τινα βελτίωσιν. Θὰ εὕρωμεν βεβαίως προσθήκην προσωπικοῦ, προσθήκην δαπανῶν ἀγόνων, ἀλλὰ βελτίωσιν εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς διοικήσεως ἢ ὑποστήριξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς δυσκόλως θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν. Ἡ τοιαύτη δ’ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν πάντες ἔχομεν, καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ἐκ τῆς γνώσεως τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἀποδεικνύεται ἀκριβὴς ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀριθμῶν. Ἐξήτασε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ἑκατομμύρια τὰ προστιθέμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, μετὰ πολλῶν δὲ λεπτομερειῶν ἀπέδειξεν, ὅτι οὐδὲν γενναῖον, οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἐπεδιώχθη διὰ τῆς προσθήκης τῶν ἑκατομμυρίων τούτων εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου. Ἂν συγκρίνωμεν δὲ τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι σήμερον, θέλομεν εὕρει, ὅτι τοιοῦτον χαρακτῆρα φέρουσι σχεδὸν πᾶσαι αἱ κατὰ τὸ διάλειμμα τοῦτο κατ’ ἔτος γενόμεναι αὐξήσεις. Ἤθελεν εἶσθαι ἐπίπονον ἔργον καὶ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπεχείρουν νὰ ἐξετάσω ἓν πρὸς ἓν ὅλα τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν αὐξήσεων· ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως ἡ Βουλὴ, ἐν συντόμῳ νὰ ἀναφέρω εἰς αὐτὴν τὰς αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1896. Ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1896 ὑπάρχει αὔξησις δαπανῶν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους κατὰ 1,572,000 δρ., τῶν ὁποίων τὸ πλεῖστον προέρχεται ἐκ τῶν συντάξεων. Δὲν κατατάσσω τὰς συντάξεις εἰς τὸ δημόσιον χρέος, διότι εὐτυχῶς ἐπ’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ γνώμην καὶ ἀπόφασιν ἀποτελεσματικήν. Χωρὶς δὲ νὰ ἀδικήσωμεν τοὺς σημερινοὺς συνταξιούχους καὶ τοὺς δικαιουμένους εἰς σύνταξιν, δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀδιάκοπον καὶ ὑπερβολικὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων, ἂν ἐπιβάλωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἐὰν οἱ ἑκάστοτε ἐρχόμενοι ἐν τῇ Κυβερνήσει Ὑπουργοὶ περιορίσωσι τὴν κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τῆς παύσεως καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, οὐ μόνον δὲν θὰ ἔχωμεν τοιαύτην ὑπερβολικὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων, ἀλλὰ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν καὶ ὑπαλλήλους πεπειραμένους καὶ μετὰ ζήλου καὶ εἰλικρινείας ἐξυπηρετοῦντας τὸ Κράτος. Τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1896 παρουσιάζουσιν αὔξησιν ἐκ δραχ. 3,092,000. Αὕτη δικαιολογεῖται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν μονοπωλίων. Αἱ διάφοροι πληρωμαὶ δὲν δύνανται νὰ συγκριθῶσι, διότι κατὰ τὸ 1887 ὑφίστατο τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον ἀπέδιδε 4,000,000 δρ. περίπου. Κατὰ δὲ τὸ 1896 τὸ ταμεῖον τοῦτο δὲν ὑφίστατο, καὶ τὸ Δημόσιον ἀνέλαβεν αὐτὸ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας. Διὰ τοῦτο τὸ 1887 παρουσιάζει ἀνωτέραν πληρωμὴν εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ κατὰ δραχ. 2,400,000 περίπου. Ἡ κυρίως ὑπηρεσία, ἡ κεντρικὴ, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν παρουσιάζει σπουδαίαν διαφοράν. Ἔμεινεν εἰς τὸ αὐτὸ περίπου σημεῖον τῶν δαπανῶν ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1896. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν παρουσιάζει αὔξησιν 59,900 δραχμῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης 1,468,000· ἡ αὔξησις δὲ αὕτη μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ 1887 καὶ τῶν τοῦ 1896 ἐξηγεῖται ἐκ τῆς μεταφορᾶς τῆς διευθύνσεως τῶν φυλακῶν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπηλλάγη τῆς δαπάνης τῶν φυλακῶν, ἀνέλαβεν ὅμως τὴν δαπάνην τῆς ὁδοποιίας. Ἡ ὑπέρβασις ἐν ἀναλογίᾳ μεταξὺ τῆς δαπάνης, ἧς ἀπηλλάγη, καὶ ἐκείνης, ἣν ἀνέλαβεν, ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ εἰς 1½ ἑκατομμύριον δραχ. περίπου. Ἀλλ’ ἀντὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, παρουσιάζει ὑπέρβασιν δαπάνης 3,843,000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρουσιάζει τοιαύτην ἐκ δραχ. 858,000, τὸ δὲ τῶν Ναυτικῶν ἐκ δρ. 2,990,000. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ἑκάστην τῶν δαπανῶν τούτων, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ὅπως πρὸς ἰδίαν μου πληροφορίαν ἐξήτασα, κατατάξας αὐτὰς εἰς ἰδίους πίνακας, θέλομεν εὕρει, ὅτι ἐκτὸς τῆς ταμιευτικῆς δαπάνης, ἣν προεκάλεσεν ἡ σύστασις τῶν μονοπωλίων, οὐδεμία ἄλλη δαπάνη δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παρουσιάζουσα σπουδαίαν ταμιευτικὴν ἢ προοδευτικήν τινα δικαιολογίαν. Ἀπεναντίας σχεδὸν ἅπασαί εἰσι δαπάναι διεσπαρμέναι εἰς ὅλα τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ, δαπάναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον προσωπικαί, ἐνίοτε ἐπιδείξεως ἢ ἁπλῆς σπατάλης, πάντοτε δὲ ἄγονοι, ἢ ἐλαχίστης ὠφελείας διὰ τὴν διοίκησιν ἢ διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς χώρας. Τὴν τοιαύτην πολιτικήν, τὴν πρὸ τοῦ 1893, ἐπαναφέρει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, ὅστις μετὰ τὰ ἐπελθόντα ἀτυχήματα εἰς τὴν χώραν εἶναι ὁ πρῶτος, τὸν ὁποῖον προσκαλεῖται νὰ μελετήσῃ καὶ συζητήσῃ ἡ Βουλή. Μετὰ τὰ ἀτυχήματα ταῦτα παρῆλθεν ἐν ἀδρανείᾳ πολύτιμος χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον καθῆκον ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἐπελθουσῶν καταστροφῶν καὶ τὴν ἐξεύρεσιν ἀλλοίας διευθύνσεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, συμφώνου μὲ τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς περιῆλθεν αὕτη. Σήμερον δὲ καλούμεθα νὰ μελετήσωμεν καὶ ἐξετάσωμεν, ὁποία πρέπει νὰ ᾖ ἡ τοιαύτη διεύθυνσις. Ἐπιβάλλεται δὲ εἰς ἡμᾶς νὰ πράξωμεν τοῦτο μὲ ὀλιγωτέραν αἰσιοδοξίαν, μὲ πλείονα δὲ φρόνησιν καὶ προσοχήν. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν προϋπολογισμόν, ἐν τῷ ὁποίῳ τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους ἀπαιτεῖ δαπάνην ἀνωτέραν ἐκείνης, ἥτις ἀνεγράφετο κατὰ τὸ 1885. Κατὰ τὸ 1885, ὅτε πάντες ἠρχίσαμεν νὰ αἰσθανώμεθα κλονιζόμενον τὸ ἔδαφος τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἐπαρκείας, ὅτε πάντες ἠρχίσαμεν νὰ φοβώμεθα οἰκονομικὰς καταστροφάς, τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος δὲν ἀπῄτει ὑπηρεσίαν πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τοῦτο σήμερον. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1885 ἀναγράφει δαπάνην ὁλικὴν διὰ τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος δραχ. 29,361,000...
§82Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἴχομεν δὲ κατὰ τὸ 1885 σπουδαίαν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, καθόσον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦτο ἠρμένη ἀπὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1885.
§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀληθῶς δὲν εἴχομεν τότε ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, ἄλλως διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἠθέλομεν ἀναγράψει δαπάνην ἴσην μὲ τὴν τοῦ 1900. Ὁ ἀπολογισμὸς ὅμως τοῦ 1888, ὅστις εἶχε διαφορὰν συναλλάγματος, ἀναγράφει δαπάνην 36,000,000. Ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 ὑπολείπεται τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 κατὰ 3,000,000 δρ. περίπου, ὑπερτερεῖ δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 κατὰ 3,000,000 ἐπίσης. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ βάρος τοῦτο, τὸ ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὑπερτεροῦν τὸ βάρος τοῦ 1885, τὸ ὑπολειπόμενον κατὰ ποσὸν μόνον 3,000,000 τοῦ βάρους τοῦ 1888, πρέπει ν’ ἀφήσῃ ἡμᾶς ἐν ἀδιαφορίᾳ, καὶ ὅτι δὲν ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ἐπιπρόσθετον καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ τοῦ Δημοσίου, ἐκεῖ ὅπου ἡ μελέτη καὶ ἡ ἐνέργεια ἡμῶν δύναται νὰ ᾖ ἀποτελεσματική...
§84ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ὑπελογίσατε ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 36,000,000 περιελαμβάνετο καὶ τὸ χρεωλύσιον, ἐνῷ περιλαμβάνονται τώρα μόνον τόκοι.
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον ὅτι δὲν θὰ ἐξετάσω τὰς λεπτομερείας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀνέφερα τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν αὐτὸ εἰς ἡμᾶς κατὰ τὸ 1885 καὶ 1888. Ἐὰν ἐπεβάλλετο βάρος ἐπὶ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1888 κατὰ 3,000,000 μόνον ἀνώτερον τοῦ σήμερον ἐπιβαλλομένου, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ναυπλίας Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν ἐμπεριείχετο τότε καὶ χρεωλύσιον, ἀσυγκρίτως ἀνώτερον τοῦ σήμερον περιλαμβανομένου, ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι, πολὺ ἀνώτερον, ἡ δημοσία πίστις καὶ ἡ αὐτοτέλεια τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Κηδόμενοι τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου καὶ ἔχοντες τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας ἡμῶν, ἠδυνάμεθα, χρώμενοι καὶ μὴ καταχρώμενοι τῆς δημοσίας πίστεως, νὰ κανονίσωμεν ἄλλως τὰ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ προλάβωμεν τὰ καταστρεπτικὰ διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Σήμερον ὅμως τὰ 32,609,650 δραχμῶν, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, εἶναι βάρος ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ σιδηρᾶς ἀνάγκης, στηριζομένης ἐπὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, εἶναι δαπάνη, ἥτις θ’ αὐξήσῃ ἐκ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἐπεβλήθη εἰς ἡμᾶς ὁ ἔλεγχος οὗτος, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἐξασκήσωμεν ἄμεσον ἐπήρειαν. Παρορῶμεν δὲ τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἄλλων δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐνεργήσωμεν ἀποτελεσματικῶς, καὶ ἀντὶ νὰ περισυλλέξωμεν τὰς ἐπιβαλλομένας σκέψεις καὶ ἐνεργείας ἡμῶν, ἀφινόμεθα εἰς τὴν κατωφέρειαν ἐπιδεικτικῆς αἰσιοδοξίας, καὶ προσθέτομεν 12 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν νέας δαπάνας εἰς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896. Ἀντὶ τῶν δραχ. 65,989,000, αἵτινες ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 διὰ πάσας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, πλὴν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀναγράφομεν διὰ τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας 78,000,000 διὰ τὸ 1900. Ἐπὶ ἑκάστου κεφαλαίου καὶ ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου δαπάνης παρουσιάζεται πάντοτε φαινομενικὴ δικαιολογία τῆς ἑκάστοτε γιγνομένης προσωπικῆς ἢ ἄλλης αὐξήσεως. Ἐν ἐλλείψει δὲ οὐσιαστικῆς τοιαύτης παρουσιάζεται ἡ τυπικῶς ἐπαναλαμβανομένη δικαιολογία τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, ἢ τῆς ἀναγραφῆς ἐν ἰσχύοντι νόμῳ. Αἱ τοιαῦται δὲ δικαιολογίαι παρουσιάζονται ὡς δυνάμεναι νὰ κατισχύσωσι τῆς ἀνάγκης, ἣν ἐπιβάλλει ἡ κατάστασις τῆς χώρας καὶ τοῦ Δημοσίου, τῆς ἀνάγκης, ἵνα, ἀποκρούοντες τοιαύτας δικανικὰς δικαιολογίας, οὐ μόνον ἀποφύγωμεν τὴν νομοθέτησιν, ἀλλὰ καὶ τροποποιήσωμεν καὶ τὰς ἐν ἰσχύουσι νόμοις διατάξεις, αἵτινες ἐπιβάλλουσι δαπάνας ἀγόνους καὶ ἀπειλούσας τὴν χώραν διὰ νέων οἰκονομικῶν καταστροφῶν. Ποῖον δ’ εἶναι τὸ ἄμεσον ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπανερχόμεθα, χωρὶς νὰ παραδειγματισθῶμεν ἐκ τῶν ἐπελθόντων δυστυχημάτων εἰς τὴν χώραν; Ἡ ἐπάνοδος τῶν ἐλλειμμάτων ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους. Ὅτε ἐπῆλθεν εἰς τὴν χώραν τὸ πρῶτον δυστύχημα, ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους, ἐφάνημεν θέλοντες νὰ σωφρονήσωμεν. Ἐπεδιώχθη ὑγιεστέρα πολιτικὴ ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι τοῦ 1896, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη βλέπομεν θετικὸν καὶ οὐχὶ εἰκονικὸν περίσσευμα μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Τὸ περίσσευμα τοῦτο εἶναι βεβαίως ἀποτέλεσμα τοῦ δυστυχήματος τῆς πτωχεύσεως τοῦ Δημοσίου, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἐλάττωσις εἰς τὴν δαπάνην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Δὲν ἠθελήσαμεν ὅμως κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη νὰ διασπείρωμεν τὸ περίσσευμα τοῦτο εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ συνεκρατήσαμεν. Παρουσιάζεται δ’ οὕτω τὸ εὐχάριστον φαινόμενον, ὅτι εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τριακονταετίας ὁλοκλήρου ὑπάρχουσι καὶ τοιοῦτοι τεσσάρων ἐτῶν, παρουσιάζοντες πραγματικὰ περισσεύματα. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη φρόνησις ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἡμᾶς ἐντονώτερον μετὰ τὰ ἐπελθόντα δυστυχήματα, ἀπ’ ἐναντίας οἱ συντάξαντες μετὰ τὸν πόλεμον τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ διετέλει ἐν ἀδρανείᾳ, παραβλέψαντες τὰ μαθήματα τοῦ παρελθόντος, δὲν ἐπεδίωξαν τοιαύτην πολιτικὴν οἰκονομίας καὶ περισυλλογῆς, σήμερον δὲ, ὅτε δρᾷ καὶ ἡ Βουλὴ, ἐπιτείνεται ἡ πολιτικὴ τῆς σπατάλης καὶ τῶν ἐλλειμμάτων. Ὅτι ἔλλειμμα ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898, δὲν ἀμφισβητεῖται. Ὅτι ἔλλειμμα ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, μεθ’ ὅλας τὰς αἰσιοδόξους δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ περισσεύματος 5,000,000 καὶ πλέον, δὲν ἀμφισβητεῖται ἐπίσης σήμερον. Δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ ποσὸν, ἂν δηλ. τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1899 θ’ ἀνέλθῃ εἰς 5, 6 ἢ 8 ἑκατομμύρια,—δὲν ἔχομεν ἀκόμη πλήρη τὰ στοιχεῖα ἐνώπιον ἡμῶν, ὅπως κρίνωμεν ὁποῖον ἔσται τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος τούτου, — ἀλλ’ ὅτι ὑφίσταται ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα ἄξιον λόγου, οὐδεὶς σήμερον δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ἠδύνατο πρὸ τῶν τελευταίων δηλώσεων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀμφισβητηθῇ παρ’ αὐτοῦ, κατὰ τὸ σύνηθες, ἡ ὕπαρξις ἐλλείμματος διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ παρ’ αὐτοῦ, ὅπως ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπεστηρίχθη, περίσσευμα εἰκονικὸν, διὰ θεωρητικῶν ἐπιχειρημάτων καὶ ὑπολογισμῶν, ἀλλὰ σήμερον διὰ τῶν ἐπανειλημμένων δηλώσεών του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁμολογεῖ καὶ αὐτὸς, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα. Ἐνῷ κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν παρίστατο περίσσευμα 1,074,000, ἤρξατο τοῦτο καταπῖπτον, καὶ διὰ μὲν τῆς πρώτης δηλώσεως κατῆλθεν εἰς τὰς 598,000 δραχμὰς, διὰ τῆς δευτέρας εἰς τὰς 460,000, διὰ τοῦ τελευταίου δὲ συγκεφαλαιωτικοῦ πίνακος ἐξαλείφεται καὶ μεταβάλλεται εἰς ἔλλειμμα 29,330 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνέλθῃ εἰς 300 χιλιάδας περίπου δι’ ἄλλων προσεχῶν δηλώσεων. Ἀλλὰ τόσον εἶναι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπειλεῖ διὰ τὸ 1900; Τόσον ἀναφαίνεται τὸ ἔλλειμμα εἰς ἐκείνους, οἵτινες δύνανται νὰ μελετήσωσι καὶ ἐξετάσωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900; Δυστυχῶς ὄχι. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας τὴν ἔκθεσιν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, ὡς εἰσηγητὴς αὐτῆς, ὑπολογίζουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ μελέτης, εὑρίσκει ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 δὲν δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 111,315,000, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς, καὶ νομίζει ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἐξ αὐτοῦ ποσὸν 5,000,000 δραχμῶν, ὑπολογίζουσα οὕτω τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων εἰς δραχμὰς 106,305,000. Εἰς μίαν ἐκ τῶν παρατηρήσεων τῆς ἐπιτροπῆς συνεφώνησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παραδεχθεὶς τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλομένην ἐλάττωσιν τοῦ ἐσόδου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, τὴν ὁποίαν δὲν ἐθεώρει δυνατὴν πρὶν τὰ πράγματα ἐπιβάλωσιν αὐτήν. Ἀντικατέστησε δὲ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην δι’ ἑνὸς ἐκτάκτου πόρου, τοῦ ἐκ τῆς παρακρατήσεως τοῦ 1898, ἀνερχομένου εἰς δραχ. 1,259,000, μὴ ἀνήκοντος εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, καὶ ἀνεβίβασεν οὕτω τὰ ἔσοδα εἰς δρ. 112,206,000. Ἀλλ’ ὅταν ἐξετάσῃ τις τὰ καθέκαστα τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων, (θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι ἀνεπτύχθησαν ἀρκούντως, καὶ μόνον τινὰς ἐξ αὐτῶν νὰ ἀναφέρω,) εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 112,206,000, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ ἄμεσοι φόροι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπολογίζει εἰς 22,856,000 δραχμὰς μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 800,000 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, βεβαίως δὲν δύνανται ν’ ἀποδώσωσι τὸ ποσὸν τοῦτο. Στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐκ τῆς σταφίδος θέλει εἰσπραχθῇ ποσὸν 4,970,000, ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῆς Ἑπτανήσου ποσὸν δραχ. 2,120,000, καὶ δραχ. 3,400,000 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἡ μελέτη τῆς ἀποδόσεως τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν καὶ αἱ περιστάσεις καὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς λειτουργοῦσιν οὗτοι σήμερον, πείθει πάντα ἀμερολήπτως ἐξετάζοντα αὐτοὺς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι 4 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια πλειότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896, καὶ τρία ἑκατομμύρια πλειότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1895. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπολογίζει εἰς 21 ἑκατομμύρια τὰ εἰσπραχθησόμενα ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων. Ὁ ὑπολογισμός της οὗτος ἐνέχει μικράν τινα δόσιν αἰσιοδοξίας· θὰ ἦναι δ’ εὐχάριστον, ἂν αἱ ἐκ τῶν φόρων τούτων εἰσπράξεις φθάσωσι τὸ ὑπ’ αὐτῆς ὑπολογισθὲν ποσόν. Ἐπίσης δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἀσφαλὲς τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν τῶν 32,500,000 ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς. Οἱ λόγοι, δι’ οὓς τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 33,457,000 κατὰ τὸ 1898, ἐξακολουθεῖ δ’ ἔκτοτε ἐλαττούμενον, εἰσὶ γνωστοί, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ ὑπομνήσω αὐτούς. Περὶ τῶν τελῶν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀνεκοίνωσε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν σύγκρισιν τῶν εἰσπράξεων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ἔσοδον εἶναι κατὰ πολὺ ἀνώτερον τοῦ πιθανοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ δραχ. 400,000, ἃς ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν νέων γραμματοσήμων εἴς τε τοὺς καταναλωτὰς καὶ εἰς τοὺς συλλέγοντας τοιαῦτα, τὸ ἔσοδον τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τακτικόν, ἀλλ’ εἶναι ἔκτακτον, μὴ δυνάμενον νὰ ἐπαναλαμβάνηται κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ εἰσπράξεις ἐν συνόλῳ νὰ φθάσωσι τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπολογίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦτο δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς εὐχάριστον ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν, οὐχὶ ὅμως καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν· διότι εἰσπράττοντες τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ τὸ εἰσπράξωμεν πιέζοντες καὶ ἐξασθενοῦντες τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ὡς θὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ τὸ ἐξηγήσω μετ’ ὀλίγον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐξετάζοντες δὲ τὰ ἔξοδα τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900, θὰ εὕρωμεν ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθῇ ἐφαρμοζομένη ἡ πολιτική, ἥτις ἐνέπνευσε τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, πολλαὶ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων πιστώσεων θὰ ἀποβῶσιν ἀνεπαρκεῖς, καὶ ὅτι δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων θὰ αὐξήσῃ τὸ σύνολον αὐτῶν. Εἶναι ἐπίπονον δι’ ἐμὲ, ἤθελε δ’ ἀποβῆ δυσάρεστον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ διέλθω ἓν πρὸς ἓν τὰ πολυάριθμα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν ἐξόδων, ὅπως μεταδώσω εἰς αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐσχημάτισα ἐκ τῆς συγκρίσεως, ἣν ἐποιησάμην, αὐτῶν, καὶ ἅτινα κατέταξα εἰς τοὺς λεπτομερεῖς πίνακας, οὓς ἔχω ἐνώπιόν μου. Καθῆκον ὅμως θεωρῶ νὰ ἐξετάσω κεφάλαιά τινα αὐτῶν. Ἐκ τῶν βαρυτέρων καὶ σπουδαιοτέρων ἐξόδων εἶναι τὸ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Τὸ ἔξοδον τοῦτο παρουσιάζει ὑπέρβασιν ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1899 κατὰ 1,900,000 περίπου δραχμάς. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰλικρινῶς ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμεναι πιστώσεις δυσκόλως θὰ ἐπαρκέσωσιν. Ἀλλὰ θὰ ἐφαρμοσθῇ οὗτος; Αἱ δηλώσεις αἱ ἐπανειλημμέναι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ πραγματοποιηθῶσι; Θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσιν οἱ 3800 ἀστυφύλακες, ἐξ ὧν 2,600 θὰ λαμβάνωσι μισθὸν μόνον 60 δραχμῶν ἕκαστος, καὶ 1000 ἀνὰ δραχ. 70 κατὰ μῆνα; Οἱ δ’ οὕτω γλίσχρως μισθοδοτούμενοι θὰ ὦσιν ἀληθεῖς ἀστυφύλακες, δυνάμενοι νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ ἀποτρέψωσι πάντα κίνδυνον διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως; Δυσκόλως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο. Ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας θὰ μεταβάλῃ εἰς δημοσίους καὶ κομματικοὺς ὑπαλλήλους πολλοὺς δικηγόρους, θὰ ἐπιφέρῃ δὲ καὶ ἑτέραν αὔξησιν δαπάνης, ὡς ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν τελευταίων δηλώσεων, μία τῶν ὁποίων προσθέτει καὶ ἑτέραν δαπάνην εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὁ τελευταῖος νόμος περὶ χωροφυλακῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τῶν δαπανῶν, ἃς ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Τὸ μὴ δυνατὸν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ οἱ δύο οὗτοι νόμοι, ὁ τῆς ἀστυνομίας καὶ ὁ τῆς χωροφυλακῆς, παρουσιάσθησαν ὡς ἐκ τῶν κυριωτέρων παραγόντων τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ἐθνικοῦ πόθου τῆς μορφώσεως στρατοῦ ἀξίου τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ. Μὴ ἐφαρμοζόμενοι ὅμως οἱ νόμοι οὗτοι, πῶς θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ πόθου τούτου τοῦ ἔθνους; Ἡ δὲ μὴ πιστὴ ἐφαρμογὴ αὐτῶν θὰ καταστήσῃ δυσχερῆ, ἢ καὶ ἀδύνατον, τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ὑψηλοτέρου σκοποῦ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νομοθετήματος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τοῦ σκοποῦ τῆς μορφώσεως τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς διοικήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον. Τὸ σύστημα τῆς συγκεντρωτικῆς ἐκγυμνάσεως τοῦ ἔθνους, τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν κληρωτῶν διὰ τῆς προσελεύσεως καὶ τῆς παραμονῆς αὐτῶν εἰς πάγια στρατιωτικὰ σώματα ἐπὶ δύο περίπου ἔτη, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ πιστῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς διὰ μόνων τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας διαθέτομεν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἀναμφισβητήτως τὸ τελειότερον πρὸς ἐκγύμνασιν καὶ μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο ἀνέδειξε τὸν γερμανικὸν στρατόν, τοῦτο δ’ ἐφαρμόζουσι σήμερον τὰ πλεῖστα τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Ἀλλ’ ἵνα φέρῃ ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα, δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ μὲ μόνον τὰς ἀνεπαρκεῖς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν. Ἔχω ἐνώπιόν μου σημείωμα τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τούτου ἐν τοῖς Κράτεσιν, ἅτινα ἐφαρμόζουσιν αὐτό. Ἡ Γερμανία, τῆς ὁποίας ὁ στρατὸς ἐν εἰρήνῃ ἀνέρχεται εἰς 596,565 ἄνδρας, ἐξ ὧν 23,600 ἀξιωματικοί, δαπανᾷ διὰ τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους δαπάνας αὐτοῦ 642 ἑκατομμύρια μάρκα, ἤτοι 1,325,760,000 δραχμάς· ἡ δαπάνη ἑπομένως δι’ ἕκαστον ἄνδρα ἀνέρχεται εἰς 2,233 δραχμάς. Ἡ ἀναλογία δὲ τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ ἐν Γερμανίᾳ εἶναι πολὺ μικροτέρα τῆς παρ’ ἡμῖν ἀναλογίας αὐτῶν. Ἐν Γαλλίᾳ δι’ ἕκαστον ἄνδρα δαπανῶνται δραχ. 1870, ἐν Αὐστρίᾳ δρ. 1480, ἐν Ἰταλίᾳ δραχ. 1595, ἐν Ἱσπανίᾳ δραχ. 1860, ἐν Πορτογαλίᾳ δραχ. 1400 καὶ ἐν Ρουμανίᾳ δραχ. 1200. Παρ’ ἡμῖν δὲ ἡ δαπάνη ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναλογεῖ δι’ ἕκαστον ἄνδρα πρὸς 740 δραχ. περίπου, δηλ. τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν δαπανωμένων ὑπὸ τῆς Πορτογαλίας καὶ κατά τι πλειότερον τοῦ ἡμίσεος τῶν δαπανωμένων ὑπὸ τῆς Ρουμανίας, ἥτις οἰκονομικώτερον τῶν ἄλλων Κρατῶν ἐφαρμόζει τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἐκγυμνάσεως, παραδεχομένη ἔν τισι καὶ τὴν τοπικὴν ἐκγύμνασιν. Ἐὰν νομίζωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν στρατὸν τέλειον διὰ τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, δαπανῶντες 740 δραχμὰς κατ’ ἄνδρα, βεβαίως πλανώμεθα. Πλανώμεθα ἐπίσης, πιστεύοντες ὅτι οἱ πόροι ἡμῶν μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ μορφώσωμεν καὶ ὀργανώσωμεν ἀστυνομίαν διοικητικὴν ἢ στρατιωτικήν, ἀσφαλίζουσαν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀπαλλάττουσαν τὸν στρατὸν τῶν ξένων εἰς αὐτὸν ἐργασιῶν. Δὲν δυνάμεθα νὰ καταβάλωμεν τὰς διὰ τοιαύτην ἀστυνομίαν ἀπαιτουμένας δαπάνας καὶ διαθέσωμεν συνάμα τὰ πρὸς μόρφωσιν στρατοῦ ἀπαιτούμενα ποσά. Μὴ δυνάμενοι νὰ πράξωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀστυνομίας, ὡς καὶ τοῦ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν εἰς τὴν βελτιωμένην ὀργάνωσιν καὶ μόρφωσιν τῶν δήμων. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς, ὅτι οἱ δῆμοι, οἵτινές εἰσιν αἱ ἀρχικαὶ μονάδες τῆς διοικήσεως, εἰσὶ συνάμα θεμέλια τῆς λειτουργίας παντὸς εὐνομουμένου Κράτους. Ἐὰν δ’ ἀπογυμνῶμεν αὐτοὺς πάσης δράσεως καὶ δὲν φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀνορθώσεως αὐτῶν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν μήτε διοίκησιν, μήτε ἀστυνομίαν, μήτε στρατόν. Ἐὰν πράγματι ποθῶμεν, καὶ πρέπει νὰ ποθῶμεν, νὰ μορφώσωμεν στρατὸν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν πόθων τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, ἂν δὲν φροντίσωμεν συγχρόνως νὰ συνδυάσωμεν τὰς ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ σκέψεις μὲ τὰς ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας φροντίδας ἡμῶν. Καθ’ οἱονδήποτε δὲ τρόπον καὶ ἂν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς καὶ τὸν τελευταίως ψηφισθέντα περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, αἱ δυσκολίαι καὶ αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας θὰ ἀπαντήσῃ, θὰ ἐξαναγκάσουν αὐτήν, ἢ νὰ ἐπιδιώξῃ ἀτελῆ καὶ ἀλυσιτελῆ αὐτῶν ἐφαρμογήν, ἢ νὰ ὑπερβῇ κατὰ πολὺ τὰς δαπάνας, αἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900. Ἐλπίζουν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, ὅτι θ’ ἀποφύγωσι τὴν αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος διὰ τῆς μὴ διαθέσεως ὅλων τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κρίνων ἐκ τῶν πιστώσεων, αἵτινες συνήθως μένουσιν ἀδιάθετοι, εὔχομαι νὰ μὴ ἐπιδιώξῃ ἡ Κυβέρνησις τοιοῦτόν τι, ὅπερ δύναται μὲν νὰ ᾖ καλὸν ὑπὸ ταμιευτικὴν ἔποψιν, ἔσεται ὅμως ἐπιβλαβὲς ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν. Λέγω δὲ τοῦτο, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸν χαρακτῆρα, ὃν συνήθως παρουσιάζουσιν αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις. Αὗται συνήθως δὲν προέρχονται ἐκ τῶν ἀγόνων καὶ προσωπικῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν μᾶλλον δεδικαιολογημένων τοιούτων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὡς ἁπλοῦν δ’ ὑπόδειγμα φέρω τελευταῖον σημείωμα, τὸ ὁποῖον εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως προσεκόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ διευθύνοντος τὰ δημόσια ἔργα. Κατ’ αὐτό, ἐπὶ 350,000 δραχ. πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, προωρισμένων διὰ κατασκευὴν διαφόρων γεφυρῶν καὶ ὁδῶν ἐπιβεβλημένης ἀνάγκης, μένουσιν ἀδιάθετοι τοιαῦται ἐκ δραχμῶν 345,000! Μόνον δὲ 5,000 δραχμαὶ ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν μιᾶς γεφύρας ἐν Νάξῳ. Κάλλιον ἂς λείψῃ ἡ μὴ διάθεσις τοιούτων πιστώσεων, αἵτινές εἰσιν αἱ μόναι ὑποσχόμεναι βελτίωσίν τινα καὶ ἐνίσχυσιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας...
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τοῦ 1899 ὁμιλεῖτε;
§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ εἰς πλείστους ἄλλους ἀπολογισμοὺς εὑρίσκομεν τοιαύτας ἀδιαθέτους πιστώσεις.
§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐψηφίσθη ἀργὰ ὁ προϋπολογισμός, αἱ δημοπρασίαι ἐβράδυναν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἔναρξις τῶν ἔργων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ.
§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ μικρὰ ἔργα ὁδοποιΐας, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται αἱ πιστώσεις αὗται, ἠδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσιν εὐκόλως ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τοῦ μεταξὺ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Κατόπιν τῶν ὅσων συντόμως ἀνέπτυξα, καὶ ὅσων ἀνέπτυξαν καὶ οἱ προλαλήσαντες, φοβοῦμαι ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἔσται ἀνώτερον τῶν 4,000,000, ἅτινα προβλέπει ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋλογισμοῦ, ἀνώτερον δὲ καὶ τῶν 5,000,000, ἅτινα προβλέπει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Νέγρης...
§90Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον 8,000,000.
§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πιθανὸν νὰ φθάσῃ καὶ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο... Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὅσον καὶ ἂν αἰσιοδοξῇ, ὅσον καὶ ἂν κατέχηται ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ δικαιολογήσῃ τ’ ἀδικαιολόγητα, δὲν δύναται νὰ μὴ ἀντιλαμβάνηται τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἦτο ἐκ τῶν μᾶλλον συμμετασχόντων εἰς τὴν ἐπίδειξιν τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα μετεβάλλοντον εἰς ἐλλείμματα· ἐν τῇ θέσει δὲ, ἣν κατέχει, δὲν δύναται ἢ νὰ αἰσθάνηται τὸ βάρος τῶν δυστυχημάτων, ἅτινα ἐπῆλθον εἰς τὴν χώραν. Εὐκόλως δὲ δύναται νὰ ὑπολογίσῃ, ὅτι καὶ ἤδη, ὅπως καὶ ἄλλοτε, οἱ ὑπολογισμοί του διὰ μὲν τὰ ἔσοδά εἰσιν ὑπερβολικοὶ, διὰ δὲ τὰ ἔξοδα ἀτελεῖς ἐν γένει, πρὸ πάντων δὲ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ μέτρα, ὧν ἐπεδίωξε τὴν ψήφισιν, καὶ ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα ἐξακολουθεῖ ζητοῦσα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ ὧν ἡ ἐφαρμογὴ θὰ καταστήσῃ τὸ ἔλλειμμα ἔτι σπουδαιότερον. Καὶ ἡ πεῖρα τῶν ἀριθμῶν, ἣν κέκτηται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δύναται νὰ πείσῃ αὐτὸν περὶ τούτου. Στηρίζεται ὅμως διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος ἐπὶ ἐκτάκτου τινὸς πόρου τοῦ Δημοσίου. Μὴ δυνάμενος νὰ στηριχθῇ, ὅπως ἄλλοτε, ἐπὶ τοῦ πόρου τῶν δανείων, στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἀποθέματος, τὸ ὁποῖον ἀφῆκαν τὰ πλεονάσματα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1893 μέχρι 1896, καὶ τὸ ὁποῖον, ἀνερχόμενον εἰς 16½ ἑκατομμύρια, ὑπάρχει ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ἐκ τοῦ ἀποθέματος τούτου ὑπολογίζει νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἐξ αὐτοῦ μέρος θὰ καταβληθῇ δι’ ἄλλας ὑποχρεώσεις, διὰ τὰ ὀφειλόμενα π. χ. εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὴν μερίδα τῆς κατασκευῆς δημοτικῶν σχολείων, θὰ ἀπομείνῃ ὅμως ποσὸν ἀρκετὸν, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν ὀλίγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐξετάσωμεν αὐτὸ, οὐχὶ ἁπλῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν λογιστικὴν, τὴν σκοτίζουσαν τὰ πράγματα, εἰς ἣν κατέφυγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προχθὲς, ὅτε ἠρώτησα αὐτὸν περὶ τῆς διαθέσεως τῶν περισσευμάτων τῶν ἐτῶν 1893–1896, θελήσας νὰ συγχωνεύσῃ ταῦτα εἰς τὴν γενικὴν μερίδα τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν πραγματικὴν καὶ θετικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Μέγα μέρος τῶν περισσευμάτων τούτων ὑπάρχει εἰς πίστιν τοῦ Δημοσίου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, διότι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1897 ἐκαλύφθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150 ἑκατομμυρίων φράγκων. Ἀλλὰ τὸ ἀπόθεμα τοῦτο, ὅπερ εἶναι προϊὸν τῶν πικρῶν ἀτυχημάτων τῆς χώρας, ἐπιτρέπεται νὰ τὸ δαπανήσωμεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν διεσπαρμένων εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ προσωπικῶν καὶ ἀγόνων δαπανῶν; Στοιχειῶδες εἶναι τὸ καθῆκον, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς σήμερον, νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ ἀπόθεμα τοῦτο εἰς θεραπείαν, ἔστω καὶ μικρὰν, τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται παρ’ ἡμῖν μετὰ τὰ ἐπελθόντα δυστυχήματα. Στερούμεθα ὁπλισμοῦ καὶ ἐφοδίων τοῦ στρατοῦ, πλεῖστα δὲ μικρὰ ἔργα, χρήσιμα εἰς τὴν συγκοινωνίαν καὶ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἰδίως τῆς γεωργίας, μένουσιν ἀνεκτέλεστα καὶ ἐγκαταλελειμμένα. Τὸ ἐν τῇ Τραπέζῃ ἀπόθεμα τοῦ Δημοσίου, ἀντὶ νὰ τὸ διαθέσωμεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν διεσπαρμένων προσωπικῶν ἀγόνων δαπανῶν, ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας ταύτας ἀνάγκας. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θίξωμεν τὸ χρῆμα τοῦτο, ἵνα καλύψωμεν ἐλλείμματα τοῦ παρόντος, προερχόμενα ἐκ τοιούτων ἀπερισκέπτων δαπανῶν. Δὲν περιορίζεται ὅμως εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Καταφεύγει καὶ εἰς ἄλλον πόρον, εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς φορολογίας. Βεβαίως, Κύριοι, πᾶν Κράτος, ἔχον ἀνάγκας, τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία ἐπιβάλλεται, περιελθὸν δὲ εἰς τὴν δυστυχῆ ἡμῶν θέσιν καὶ στερούμενον ἄλλων πόρων, προστρέχει εἰς τὴν πηγὴν τῆς φορολογίας. Ἀλλὰ τῆς πηγῆς ταύτης δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ χρῆσις, ὅταν ὑπάρχῃ βεβαιότης, ὅτι διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῶν ἐργαζομένων πολιτῶν τῶν μέσων τῆς παραγωγικῆς αὐτῶν ἐργασίας θὰ ἐπέλθῃ καταπίεσις καὶ μείωσις τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς προόδου τοῦ ἔθνους. Ὅταν ἦναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας πιέζεται ἡ χώρα καὶ παρακωλύεται ἡ παραγωγὴ αὐτῆς, εἶναι ἔγκλημα ἡ προσφυγὴ εἰς τὸν πόρον τοῦτον, καὶ μόνον εἰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ εἰς τὰ Κράτη τὰ ἀδιαφοροῦντα περὶ τοῦ ἔθνους καὶ τὰ θεωροῦντα τὸν λαὸν ὡς προωρισμένον μόνον νὰ δουλεύῃ ὑπὲρ τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ, ἐφαρμόζεται ἡ διὰ τοιαύτης φορολογίας ἐξάντλησις τῆς χώρας καὶ τοῦ λαοῦ. Ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Πολιτείας, ὅπως περιθάλπῃ τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, καὶ τὸ συμφέρον αὐτὸ τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει, ὅπως ἀποφεύγῃ τοῦτο τὴν τοιαύτην φορολογίαν, διότι τὰ ἐξ αὐτῆς ἀποτελέσματα ἐξαντλοῦσι τὴν πηγὴν τὴν τροφοδοτοῦσαν τὸ Κράτος καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ ἀνάγκης αἰσθάνεται τοῦτο. Διὰ τοῦτο βλέπομεν αὐτὸν πάντοτε μετὰ συστολῆς καὶ μετὰ αἰδοῦς παρουσιαζόμενον ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ὁσάκις πρόκηται νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον ἐπιβάλλον νέαν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν, εἴτε διὰ τῆς ἐπιτάσεως τοῦ ποιοῦ τῆς ὑφισταμένης φορολογίας, εἴτε διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ. Ὡς δὲ πάντες παρατηροῦμεν, ὁσάκις εἰσάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, σπεύδει νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι δῆθεν δὲν προτείνει φορολογικὴν αὔξησιν. Ὁσάκις δὲ γίνεται λόγος, ὅτι ζητεῖ αὔξησιν φορολογίας, διαμαρτύρεται ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 1,300,000 δρ., τὰς ὁποίας προσδοκᾷ νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπὶ πλέον τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραττομένων, δὲν εἶναι νέα φορολογία, ἀλλ’ ἁπλῆ τακτοποίησις καὶ διακανόνισις τῆς ὑφισταμένης φορολογίας πρὸς παρεμπόδισιν τῶν καθυστερήσεων καὶ τῶν καταχρήσεων.
§92Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ παραδέχεσθε;
§93Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ὑπάρχει συνάδελφος, τοιαύτην ἀποτείνων ἐρώτησιν. Νομίζετε ὅτι οἱ καθυστεροῦντες ἐπιτηδευματίαι εἶναι οἱ εὔποροι, οἱ δυνάμενοι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, ἢ ἐκεῖνοι ὧν τὸ ἐπιτήδευμα εὐδοκιμεῖ καὶ προοδεύει; Ἐλάχιστοί εἰσιν οἱ τοιοῦτοι· ὁ νόμος δὲ περὶ εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων ἀναγκάζει τοὺς τοιούτους νὰ πληρώνωσι. Καθυστεροῦντές εἰσι κυρίως ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀδίκως κατετάχθησαν εἰς ἀνωτέρας φορολογουμένας τάξεις. Ἐπὶ τῶν τοιούτων κυρίως ἐπιτηδευματιῶν ἐπιβάλλεται ἀμειλίκτως ἡ νέα φορολογία, καὶ παρ’ αὐτῶν ἐπιδιώκεται ἡ εἴσπραξις τοῦ ἐπὶ πλέον ποσοῦ τῶν δρ. 1,300,000. Ἀφαιρεῖται τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῶν χειρῶν τῶν ἐργαζομένων ἐπιτηδευματιῶν, καὶ ἐλαττοῦται κατὰ τοσοῦτον τὸ ἐν τῇ κοινωνίᾳ παραγωγικῶς κυκλοφοροῦν ἐθνικὸν κεφάλαιον. Τοῦτο δὲν μεταβάλλει ἡ δικαιολογία, ὅτι ἀφαιρεῖται τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τοῦ μέσου τοῦ διακανονισμοῦ τῆς ὑφισταμένης φορολογίας καὶ οὐχὶ διὰ νέας τοιαύτης. Τοιαῦται δικαιολογίαι εἰσὶν ἁπλᾶ προσχήματα. Ἐνθυμοῦμαι ἓν παράδειγμα τοιαύτης ἀφαιρέσεως διὰ τῆς ἐκφράσεως τῆς ἐπιθυμίας Ἡγεμόνος γείτονος Κράτους, ἵνα χαρισθῇ αὐτῷ τὸ ἐν τῷ Κράτει τούτῳ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα. Μῆνάς τινας μετὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς ἡγεμονικῆς ταύτης ἐπιθυμίας τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα ἔπαυσε νὰ ἔχῃ ἀξίαν, μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἐδωρήθη τῷ Ἡγεμόνι. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦνται κατὰ μικρὰς δόσεις ἐκ τῶν ἐχόντων αὐτὰ καὶ δι’ αὐτῶν ἐργαζομένων πολιτῶν, δὲν ἀφῃρέθησαν ἐκ τῆς παραγωγικῆς δράσεως τοῦ ἔθνους. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ἐπιτείνοντος τὴν φορολογίαν τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ τοῦ ὁποίου τ’ ἀποτελέσματα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπεδείξαμεν εἰς τὴν Βουλήν. Εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι μέγα τὸ κακὸν, ὅπερ θὰ προκύψῃ ἐξ αὐτοῦ. Βεβαίως ὅμως πολλοὶ ἐπιτηδευματίαι, ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀφαιροῦνται ἀπ’ αὐτῶν ἀνώτερα ποσὰ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονον μέχρι τοῦδε, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσιν, ὡς πρότερον, τὸ ἐπιτήδευμά των. Ὅσοι δήποτε δὲ καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐγκατέλιπον ἢ περιέστειλαν τὴν παραγωγικὴν αὐτῶν ἐργασίαν, θὰ ἐπιφέρῃ βεβαίαν ἐλάττωσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τὸ αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Αὐξάνει καὶ τοῦτο τὴν φορολογίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίζεται, ὅτι καὶ ἐν αὐτῷ περὶ διακανονισμοῦ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου πρόκειται. Δὲν νομίζω τὴν στιγμὴν ταύτην κατάλληλον πρὸς ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ἄν ποτε ἐξετασθῶσιν αὗται, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐκτὸς τῆς κατὰ ποιὸν καὶ ποσὸν αὐξήσεως τῆς φορολογίας ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ διατάξεις, αἵτινες καθηλοῦσι τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, ἐναντίον τῶν στοιχειωδεστέρων κανόνων τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, καὶ πρὸς βλάβην καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῆς κοινωνίας. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσω τὰ ἄλλα νομοθετήματα, τὰ ἐπιτείνοντα τὴν ὑφισταμένην φορολογίαν. Ἔχομεν ὅμως καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ κατάστασις τῆς κοινωνίας ἐπιτρέπει τὴν ἐπίτασιν τῆς φορολογίας, εἴτε κατὰ ποσὸν, εἴτε κατὰ ποιόν. Ὁ πλοῦτος παντὸς ἔθνους, ἐξ οὗ ἀντλεῖ καὶ ἡ Πολιτεία τὸ κύριον μέρος τῶν προσόδων αὑτῆς, εἶναι τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας αὐτοῦ καὶ τῆς ἐν γένει ἐθνικῆς παραγωγῆς. Δι’ αὐτοῦ συντηρεῖται ἡ κοινωνία καὶ προοδεύει, ἐξ αὐτοῦ δὲ καὶ τὸ Κράτος ἀρύεται κυρίως τοὺς πόρους τοὺς ἀναγκαίους διὰ τὴν λειτουργίαν αὑτοῦ. Ἐλάχιστα δ’ εἰσὶ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐξ ἰδίας περιουσίας ἀπολαμβάνουσι μέρος ἄξιον λόγου τῶν ἐσόδων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν λειτουργίαν αὑτῶν. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ ποίαν βλέπομεν βελτίωσιν αὐτῆς, ἐνθαρρύνουσαν ἡμᾶς καὶ ἐπιτρέπουσαν τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας; Ἂς ἐξετάσωμεν τοὺς σπουδαιοτέρους κλάδους τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς. Τὸ κυριώτερον προϊὸν, ὅπερ θεωρεῖται καὶ ὁ σπουδαιότερος πλοῦτος τῆς Ἑλλάδος, ἡ σταφὶς, εἰς ποίαν εὑρίσκεται κατάστασιν; Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντιπρόσωπος σταφιδοφόρου ἐπαρχίας, ὅστις νὰ μὴ παραδέχηται, ὅτι αὕτη εὑρίσκεται εἰς δυσάρεστον κατάστασιν. Μολονότι καὶ τεχνικῶς ἠθελήσαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν αὐτὴν, οὐχ ἧττον ἡ κατάστασις αὐτῆς ἐξακολουθεῖ δυστυχῶς οὖσα δυσάρεστος.
§94ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφέτος ἀτυχεστάτη.
§95Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως καὶ τῆς διαθέσεως τῆς παρακρατηθείσης σταφίδος, ἀλλὰ περιορίζομαι ἀναφέρων τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον καὶ πάντες γνωρίζομεν, ὅτι τὸ κυριώτερον ἡμῶν προϊὸν δὲν μᾶς ἐνθαρρύνει εἰς τὴν ἐπίτασιν τῆς φορολογίας. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐπὶ ἑτέρας ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἴσης σπουδαιότητος μὲ τὴν σταφίδα, τῆς παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Τίνα πρόοδον βλέπομεν εἰς αὐτούς; Τὸ ποσὸν αὐτῶν τὸ εἰσαγόμενον ἔξωθεν, ὅπως θρέψῃ τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὄχι μόνον δὲν ἐλαττοῦται, ἀλλὰ καὶ αὐξάνει. Ἐξ ὅσων δὲ γνωρίζομεν, οὐδεμίαν ἢ ἐλαχίστην ἐπέκτασιν ἔλαβεν ἡ γεωργία, στερουμένη τῆς ἀναγκαίας ὑποστηρίξεως καὶ καθοδηγήσεως ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας. Αἱ μικραὶ ἡμῶν βιομηχανίαι, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, αἱ πλεῖσται, εἴτε ἀπέτυχον, εἴτε φθίνουσιν. Αἱ ὀλίγαι ἐξαιρέσεις, αἱ παρατηρούμεναι εἴς τινα εὐδοκιμοῦντα βιομηχανικὰ καταστήματα ἀπέναντι τοῦ συνόλου τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, εἶναι τόσον μικραὶ, ὥστε οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐνισχύουσι τὴν γνώμην, ὅτι οἱ πόροι καὶ ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας ἐπιτρέπουσι τὴν ἐπίτασιν τῆς φορολογίας. Ὁ μεταλλικὸς ἡμῶν πλοῦτος, ὅστις εἶναι ἄξιος λόγου, εὑρίσκεται εἰς στασιμότητα. Οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη ποτὲ περὶ ὑποστηρίξεως καὶ ἀναπτύξεως αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὴν οἰνοπαραγωγὴν, ἂν ἐξαιρέσωμεν δύο ἢ τρεῖς ἐπαρχίας, αἵτινες ἐπώλησαν τοὺς οἴνους αὐτῶν εἰς τιμὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι συμφέρουσαι εἰς αὐτὰς, αἱ πλεῖσται τῶν ἐπαρχιῶν — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐπαρχίαν — δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πωλήσωσι τοὺς οἴνους των εἰς τιμὴν καλύπτουσαν τὰς δαπάνας τῆς παραγωγῆς αὐτῶν. Μετὰ τὴν νέαν δὲ σύμβασιν μετὰ τῆς Ἰταλίας, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ δυνηθῶσι νὰ διαθέσωσιν ἐπωφελῶς τοὺς οἴνους των πολλοὶ τῶν οἰνοπαραγωγῶν τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἐλαιοπαραγωγὴ κατὰ τὰ τελευταία ἔτη παρουσιάζει ἐλάττωσιν προσόδου ἀξίαν λόγου. Καὶ τὰς ἄλλας δὲ μικρὰς παραγωγὰς, ὡς π. χ. τῶν βελανιδίων, τῶν σύκων κλπ., ἂν ἐξετάσωμεν, δὲν θὰ εὕρωμεν καὶ ἐν αὐταῖς πρόοδόν τινα ἀξίαν λόγου. Ὑπάρχει φαινομενική τις εὐπορία καὶ εὐμάρεια ἐν Ἀθήναις καὶ ἔν τινι ἴσως ἄλλη πόλει τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐμάρεια αὕτη περιορίζεται ἐντὸς κύκλου ὡρισμένων οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀρύονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὰ ἔσοδα αὐτῶν, ἅτινα συγχωνεύονται εἰς τοὺς καλουμένους ἀδήλους πόρους. Οἱ ἄλλοι ἄδηλοι πόροι, ὡς π.χ. ἡ ναυτιλία, ἡ σπογγαλιεία, ἡ ἔλευσις ξένων περιηγητῶν, δὲν παρουσιάζουσιν ἐπίσης πρόοδόν τινα καὶ ἀνάπτυξιν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἐὰν θελήσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τῆς εὐπορίας ἢ μὴ τοῦ τόπου νὰ βασίσωμεν ἐπὶ τῆς εὐμαρείας εὐαρίθμων οἰκογενειῶν, δυνάμεθα νὰ αἰσιοδοξῶμεν περὶ τοῦ πλούτου τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι ὅμως αἱ οἰκογένειαι αὗται, αἱ ὀλιγάριθμοι, τῶν Ἀθηνῶν καὶ τινων ἴσως ἄλλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, αἱ ἀποτελοῦσαι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὸν πληρόνοντα τοὺς δημοσίους φόρους. Ἡ πηγὴ, ἐξ ἧς τὸ Δημόσιον ἀρύεται τοὺς φόρους αὐτοῦ, εἶναι ὁ μέγας ἀριθμὸς τοῦ λαοῦ, ὁ πληρόνων δραχμὴν πρὸς δραχμὴν τὸν φόρον αὐτοῦ. Ὁ μέγας δ’ αὐτὸς ἀριθμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν εἶναι πλούσιος. Ἂν δὲ δὲν πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι δυστυχεῖ, βεβαίως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ἄνευ ὑπερβολῆς, ὅτι δὲν εὐπορεῖ. Ἐν τῇ τοιαύτῃ δὲ καταστάσει τῆς χώρας, μετὰ τὰ ἐπελθόντα δυστυχήματα, μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς αὐτοτελείας ἡμῶν, ἐπιτρέπεται νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ τοῦ γλίσχρου ἐθνικοῦ κεφαλαίου, ὅπερ χρησιμεύει διὰ τὴν συντήρησιν τῶν παραγωγῶν καὶ διὰ τὴν ἐξακολούθησιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν ἐργασιῶν τῶν πολιτῶν; Ἐὰν ἐπὶ τούτου θέσωμεν χεῖρα διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, δὲν θ’ ἀφαιρέσωμεν ποσοστὸν, δίκαιον ἢ ἄδικον, ἐκ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῆς χώρας, ἀλλὰ θ’ ἀφαιρέσωμεν ποσοστὸν ἀναγκαῖον οὐ μόνον εἰς τὴν συντήρησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐργασίας τοῦ λαοῦ. Θὰ περιέλθῃ οὕτω μέγα μέρος τῶν φορολογουμένων εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν, πρὸς βλάβη καὶ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Κράτους...
§96ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ ὁμιλήσητε πολὺ ἀκόμη;
§97Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέτω, ἐπὶ μίαν περίπου ὥραν.
§98ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τότε δὲν προτιμᾶτε νὰ διακόψωμεν;
§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ προτιμῶ νὰ ἐξακολουθήσω.
§100ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθότερον.
§101ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φωνάζετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν, διότι περιδιαβάζετε ἔξω, ἐνῷ ἡμεῖς προσέχομεν ἐδῶ ἐπὶ πέντε ἤδη ὥρας!
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ὁ ῥήτωρ προτιμᾷ νὰ ἐξακολουθήσῃ, δὲν δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν.
§103Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἡμεῖς ἔχομεν διάθεσιν νὰ ἀκούσωμεν τὸν ἀγορεύοντα, θὰ παρακαλέσωμεν τὸν κύριον Καραπάνον νὰ διακόψῃ καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἀλλ’ ὁ ῥήτωρ δὲν θέλει.
§105ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἐπανέλθωμεν.
§106Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′ μ. μ. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.)
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἡ ἐπὶ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν νομοσχεδίων εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Νηπιακοῦ Ἐπιμελητηρίου Μελᾶ συμβάσεως περὶ πεντηκονταετοῦς μισθώσεως τῆς ἐπὶ τῆς πλατείας Λουδοβίκου μεγάλης οἰκίας Μελᾶ». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 190). Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§109Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν κατὰ 12,000,000 δραχμὰς ἀπὸ τοῦ 1896 διὰ τὸ 1900, ἥτις θὰ καλυφθῇ ἐκ τοῦ ἀποθέματος τοῦ Δημοσίου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, καὶ ἥτις συνεπιφέρει τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας, τὴν μὴ ἐπιτρεπομένην ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀσυγχώρητος. Εἰς τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ χώρα, τὸ στοιχειωδέστερον τῶν καθηκόντων ἡμῶν δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ διαθέσωμεν εἰς τοιαύτας αὐξήσεις διεσπαρμένων δαπανῶν τὸ ἀπόθεμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ εἰς ἐπειγούσας καὶ ἐκτάκτους ἀνάγκας, δὲν ἐπιτρέπεται δ’ ἐπίσης διὰ τοιαύτας προσωπικὰς καὶ ἀγόνους δαπάνας νὰ ἐπιβαρύνωμεν διὰ νέας φορολογίας τὴν μὴ πλουσίαν χώραν ἡμῶν καὶ ἐλαττώσωμεν οὕτω τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς προόδου αὐτῆς. Ἐλαττοῦντες τὰ μέσα τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, ἐλαττοῦμεν συνάμα καὶ τὴν πηγήν, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος ἀρύεται τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεώς του. Δὲν θὰ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους νὰ ἴδωμεν αὐτὸ πτωχεῦον ἐκ νέου, διότι δυστυχῶς ἐγένετο ἡ πτώχευσις αὐτοῦ, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῇ. Θὰ τρέξωμεν ὅμως τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας ἐλαττούμενα τὰ μέσα τῆς προόδου καὶ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς, καὶ μαραινομένην τὴν κοινωνίαν. Θὰ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὴν χώραν ἐν ἀνεπαρκείᾳ, ἵνα δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα τῆς λειτουργίας καὶ τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ, καὶ τὸ Κράτος ἐν ἀνεπαρκείᾳ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ καὶ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ὅταν δὲ μήτε οἱ πόροι τῆς χώρας, μήτε ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἐπιτρέπωσιν εἰς αὐτὸ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐπαυξανομένας αὐτοῦ δαπάνας, εὐκόλως δύναταί τις νὰ προαισθανθῇ ποῖαι ἀνωμαλίαι καὶ ποῖα νέα ἀτυχήματα δύνανται νὰ ἀπειλήσωσι τὴν χώραν. Ἐν ταῖς περιστάσεσιν, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα σήμερον, ἐνώπιον τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῶν μαθημάτων τοῦ παρελθόντος, νὰ ἀνορθώσωμεν τὰς ἐπελθούσας καταστροφὰς, καὶ νὰ καταστήσωμεν τὴν χώραν ἱκανὴν νὰ βαδίσῃ πρὸς τὴν πρόοδον, ἔχομεν ἐπιβεβλημένην τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς τὴν διαχείρισιν πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίως τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ ἐξεύρωμεν ἄλλην διεύθυνσιν, διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν μέχρι σήμερον. Ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐπάρκειαν τοῦ Δημοσίου, οὐχὶ ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐσόδων καὶ τῇ ἐξαντλήσει τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐξόδων, ἐν τῇ ὁποίᾳ, ὡς ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου, καὶ ὡς ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀνέπτυξαν, ὑπάρχουσι δαπάναι ἄγονοι, ἄσκοποι, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐπιβλαβεῖς, αἵτινες περικοπτόμεναι δύνανται νὰ ἐξυγιάνωσι τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν. Ἐὰν δὲ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος καὶ τὸ στοιχειῶδες καθῆκον ἡμῶν δὲν ἀρκοῦσιν, ὅπως μᾶς ἐνθαρρύνωσιν εἰς τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, ἂς ὠφεληθῶμεν τοὐλάχιστον ἐκ τῆς μελέτης τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσαντο ἄλλοι, ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ αὐτῶν. Ὅτε ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἐμελέτησε τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐπηρεαζομένη ἰδίως ἐκ τῶν συμφερόντων τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ἀλλὰ συνδυάζουσα μετὰ φρονήσεως καὶ προσοχῆς τὰ συμφέροντα αὐτῶν πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, κατέληξεν εἰς συμπεράσματα σχετιζόμενα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ μὲ τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, ἐμόρφωσε δὲ τὰς βάσεις προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζομένη πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐξυγιάνῃ τὴν οἰκονομικὴν αὑτῆς πολιτικὴν καὶ νὰ στηρίξῃ τὴν θεραπείαν τῶν ἐπελθόντων κακῶν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Ἡ μελέτη αὕτη τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐμπεριέχει ἐν πολλοῖς ἐλλείψεις δυναμένας εὐκόλως νὰ διορθωθῶσι, παρέχει ἡμῖν βάσιν καὶ ἐνίσχυσιν πρὸς ἐπιδίωξιν τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Εἰς πᾶσαν ἀπαίτησιν ἢ ἐσφαλμένην γνώμην πρὸς ὑπερβολικὴν ἢ σπάταλον δαπάνην, πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εὕρῃ ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα πρὸς ἀντίκρουσιν αὐτῶν ἐν τῇ μελέτῃ καὶ τῇ γνώμῃ, τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσαν εἰδικοὶ ἀντιπρόσωποι τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, μελετήσαντες τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Εἰς πάντα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ γνώμη αὕτη δύναται ν’ ἀποβῇ ἰσχυρὸν ὅπλον κατὰ πάσης ἀπαιτήσεως δαπανῶν ἀγόνων καὶ προσωπικῶν, μὴ συμβιβαζομένων μὲ τὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ μὲ τὰς ἀληθεῖς αὐτῆς ἀνάγκας. Ἡ μελέτη τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους διὰ δαπάνης 61,950,000 δραχμῶν, ἤτοι 62 περίπου ἑκατομμυρίων, πλὴν τῶν προσθέτων δαπανῶν διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἃς ὑπολογίζει εἰς δραχ. 1,300,000. Ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἐν ἑκάστῳ κεφαλαίῳ δαπανῶν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἀνέγραψε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης αὑτῆς. Ἀντὶ δὲ τῶν 62 περίπου ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ αὕτη ἀρκετὰ διὰ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 ἀναγράφει 77,977,818, κατὰ τὴν τελευταίαν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγράφει δηλαδὴ ποσὸν ἀνώτερον κατὰ δέκα καὶ ἓξ ἑκατομμύρια διὰ νέας δαπάνας τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους. Τὴν τοιαύτην δ’ αὔξησιν τῶν δαπανῶν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις πρὸς διάπραξιν γενναίου τινὸς ἔργου; ζητεῖ αὐτὴν πρὸς βελτίωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν; ἢ πρὸς ὑποστήριξιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας; Βεβαίως ὄχι. Ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων κατὰ 16 ἑκατομμύρια, ἡ παρουσιαζομένη μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 καὶ τῆς μελέτης τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ πρότερον εἶπον, συγκρίνων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 πρὸς προηγουμένους προϋπολογισμούς, προκύπτει ἐκ δαπανῶν διεσπαρμένων εἰς ὅλα τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ποῦ μὲν κατὰ ἑκατομμύρια, ποῦ δὲ κατὰ χιλιάδας δραχμῶν. Εἶναι αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀνεπαισθήτως, καὶ χωρὶς κἄν ν’ ἀντιλαμβανώμεθα τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν, ψηφίζομεν καθ’ ἡμέραν, καὶ ὅμοιαι τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς πλείστοις νομοσχεδίοις, τοῖς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Εἰς μίαν ὑπηρεσίαν γίνεται προσθήκη δύο ἢ τριῶν ὑπαλλήλων, εἰς ἄλλην προσθήκη ὀλίγων ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἄνεσιν ἢ πρὸς ἐπιδεικτικωτέραν ἐνέργειαν αὐτῆς. Εἶναι αἱ δαπάναι ἐκεῖναι, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἀπέναντι προϋπολογισμοῦ ὑπερβαίνοντος τὰ 100 ἑκατομμύρια παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς πολλοὺς ἐξ ἡμῶν ὡς οὐδεμίαν ἔχουσα σημασίαν, καὶ αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἐμποιοῦσιν ἐντύπωσιν. Δὲν ἐμποιεῖ εἰς ἡμᾶς ἐντύπωσιν, ὅτι εἰς ἓν Ὑπουργεῖον π. χ. προτείνεται ἡ προσθήκη ἑνὸς τμηματάρχου ἢ δύο γραμματέων, ἢ ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνεται ἡ προσθήκη νέων μηχανικῶν καὶ ἡ ἀμοιβὴ πρὸς ἐκπόνησιν σχεδίων. Δὲν νομίζομεν ἀξίαν προσοχῆς τὴν προτεινομένην αὔξησιν δαπάνης χιλιάδων τινῶν δραχμῶν διὰ τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ καθημερινὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας οἱασδήποτε ἑνὸς ἢ πλειοτέρων Ὑπουργείων. Ἑκάστη τῶν δαπανῶν τούτων, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, παρίσταται ὥς τι ἀσήμαντον καὶ ἀνάξιον τοῦ κόπου καὶ τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅταν ὅλας τὰς δαπάνας ταύτας ἑκάστου ἔτους ἀθροίσωμεν, καὶ ὅταν τὸ ἄθροισμα αὐτὸ προσθέσωμεν εἰς ὅμοιον ἄθροισμα προηγουμένων ἐτῶν, φθάνομεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἀνέφερα, ἄνευ οὐδεμιᾶς οὐσιαστικῆς βελτιώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς αὐξήσεως ἀγόνων δαπανῶν καὶ προσωπικοῦ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μὴ ἐργαζομένου. Διότι τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι μέγα μέρος τῶν ὑπαλλήλων τῶν διοριζομένων καὶ μισθοδοτουμένων δὲν ἐργάζεται; Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ποιήσωμαι λεπτομερεστέραν τινὰ σύγκρισιν τῆς μελέτης τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Θὰ προσπαθήσω δὲ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον νὰ πράξω τοῦτο, ἀντιλαμβανόμενος καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ ἀπαγγελία τῶν ἀριθμῶν ἔχει τι τὸ κουραστικὸν διὰ τὴν Βουλήν. Πρῶτον κεφάλαιον δαπανῶν παρουσιάζεται τὸ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Ἐπαναλαμβάνω, ὡς καὶ πρότερον εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξετάζω. Διὰ τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ εὗρεν, ὅτι ποσὸν 7,246,000 δραχμῶν εἶναι ἀρκετόν. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅμως τοῦ 1900 ἀναγράφεται ποσὸν 8,418,000, ἤτοι κατὰ 1,172,000 πλειότερον. Ἡ κυριωτέρα αὔξησις προέρχεται ἐκ τῶν συντάξεων, διότι, ἐνῷ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ προβλέπει 5 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὰς συντάξεις τὰς πολιτικὰς καὶ στρατιωτικὰς, ποσὸν τὸ ὁποῖον συμπίπτει σχεδὸν μὲ τὸ δαπανηθὲν κατὰ τὸ 1896, διὰ τὸ 1900 ἀναγράφεται ποσὸν 6,254,000 δραχμῶν, δηλαδὴ 1,250,000 περισσότερον. Εἶναι εὔκολος ἡ δικαιολογία, ἣν ἀκούω ἐκφερομένην παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀπεστρατεύθησαν πολλοὶ ἀξιωματικοί. Ἡ αὔξησις ὅμως δὲν προέρχεται μόνον ἐκ τῶν ἀποστρατευθέντων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν πολλῶν παυθέντων ὑπαλλήλων. Διατὶ ἐπαύθησαν καὶ ἀντικατεστάθησαν οὗτοι;
§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων ἀνάγεται κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὰς στρατιωτικάς.
§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω λεπτομερείας ἐνώπιόν μου, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων ἔχω ἐξάγεται, ὅτι αἱ συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ηὐξήθησαν.
§112ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάχιστον.
§113Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῇ συγκρίσει τοῦ 1900 πρὸς τὸ 1899, ἀλλ’ αὔξησις ἐγένετο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τὸ 1898 καὶ 1899.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ δαπανωμένου εἰς τὰς στρατιωτικὰς συντάξεις καὶ εἰς τὰς συντάξεις τὰς πολιτικὰς μεταξὺ τοῦ ἔτους 1896 καὶ τοῦ 1900 ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 1,026,943.20
§115Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συντάξεων συνάμα;
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§117Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε τὴν διάκρισιν μεταξὺ στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν;—διότι τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνώτεραι ὑπὲρ τὸ ἥμισυ αἱ στρατιωτικαὶ συντάξεις.
§119Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ νομίζω. Ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τοῦ 1900 πλέον τοῦ ἡμίσεος ἀνήκει εἰς τὰς πολιτικὰς συντάξεις.
§120Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ πλεῖστον τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων ἀνάγεται εἰς τὰς στρατιωτικάς. Διὰ τὴν αὔξησιν ὅμως ταύτην δὲν εἶναι βεβαίως ὑπεύθυνος ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις.
§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ μελετῶ τὸν προϋπολογισμὸν ὡς προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· δὲν ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐθύνην σας. Ὑπεύθυνος θὰ ἦσθε μόνον, ἐὰν, μὴ θέλοντες νὰ σταθμίσητε καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἐξακολουθήσητε τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900.
§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς ἄλλοτε εἴπετε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ πληρώσῃ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 70 ἑκατομμυρίων.
§123Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδέποτε εἶπον αὐτό.
§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως τὸ εἴπετε.
§125Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως σᾶς λανθάνει ἡ μνήμη. Κατὰ τὸ 1887 ὑπεστήριξα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ αὐξηθῇ ἡ φορολογία διὰ τῶν Μονοπωλίων καὶ ἄλλων φόρων, καὶ ὅτι, ὡς εἶχεν ἡ φορολογικὴ ἡμῶν νομοθεσία, ἤθελεν ἀποδώσει 70,000,000 μέχρις 75,000,000, μὲ τὰ 75 δὲ ἑκατομμύρια ταῦτα ὀφείλομεν νὰ διοικήσωμεν τὴν χώραν καὶ συνεννοούμενοι μὲ τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου νὰ παύσωμεν τὴν δανειστικὴν πολιτικήν. Ἂν εἰσηκουόμην τότε, ἠθέλομεν ἴσως ἀποφύγει τὴν χρεωκοπίαν καὶ τὸν πόλεμον μετὰ τῶν καταστροφῶν αὐτοῦ.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων μόνον μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ 1900 εἶναι δραχ. 557,819.77.
§127Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ στρατιωτικαὶ συντάξεις ηὐξήθησαν μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1896, ὁ ὁποῖος περιώρισε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας· ὁ περιορισμὸς δὲ οὗτος ἐπήνεγκε τὴν ἀποστράτευσιν πολλῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 1,972,180.23 ἐπληρώθησαν τὸ 1896 εἰς στρατιωτικὰς συντάξεις, ζητοῦνται δὲ διὰ τὸ 1900 δραχ. 2,530,000. Λοιπὸν εἶναι διαφορὰ 557,819.77.
§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ πρότερον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία δαπάνη μὴ παρουσιάζουσα τὴν δικαιολογίαν της, ἡ δὲ φράσις ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας εἶναι τὸ τελευταῖον καταφύγιον τῶν τοιούτων δικαιολογιῶν.
§130Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἐπιβεβλημέναι ὑπὸ τῶν πραγμάτων.
§131Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀποστράτευσιν τῶν ἐλθόντων εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν νόμον, ἀλλὰ βεβαίως δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν παύσεις ἑκατοντάδων ὑπαλλήλων, καὶ τὸν διορισμὸν ἄλλων, οἵτινες ἐπέφερον αὔξησιν εἰς τὰς πολιτικὰς συντάξεις ἀνωτέραν τῆς τῶν στρατιωτικῶν. Ἐὰν δὲ δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἄμεσος βελτίωσις τῆς περὶ συντάξεων νομοθεσίας ἡμῶν, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπεβλήθη ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων, βεβαίως δὲν ἐπεβάλλετο τοῦτο διὰ τοὺς πλείστους τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, μήτε ἀπαγορεύεται ἡ βελτίωσις τῆς περὶ συντάξεων νομοθεσίας ἡμῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ συμπεριλαμβάνει ποσὸν 1,500,000 δραχ. διὰ κεκλεισμένας χρήσεις, ὑπολόγισε δὲ ὡς δαπάνην διὰ τὴν Κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, πλὴν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, 1,300,000 δραχ. Ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, πλὴν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἀναγράφει δραχ. 2,200,000. Εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἀξία λόγου μεταξὺ τῶν ὑπολογισμῶν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀναγραφῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς μόνον εἰς τοὺς φόρους καταναλώσεως καὶ εἰς τὰ ἔξοδα τῶν δημοσίων νομημάτων καὶ δημοσίων κτημάτων. Ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ εὗρεν, ὅτι διὰ 550,000 δραχ. δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων νομημάτων καὶ δημοσίων κτημάτων, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 ἀναγράφει 900,000 περίπου διὰ τὰς δαπάνας αὐτῶν. Εἰς τὰς διαφόρους πληρωμὰς δὲν ὑπάρχει διαφορά τις, διότι ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ δὲν ὑπολόγισε τὴν κατάθεσιν παρὰ τινι Τραπέζῃ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἀνερχομένων εἰς δραχ. 813,000, καὶ τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς τῶν δικαιωμάτων κοιλοῦ καὶ στατῆρος, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 115,000 δραχμάς. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὑπολόγισεν, ὅτι μὲ 2,016,000 δραχμὰς δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς διαφόρους αὐτοῦ ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 ἀναγράφει 2,424,000, ἤτοι 410,000 περίπου περισσότερον. Ἡ διαφορὰ προέρχεται ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις παρουσιάζει 36,000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον, καὶ ἐκ τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις παρουσιάζει 150,000 δραχ. ἐπὶ πλέον. Ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία δὲν παρουσιάζει αὔξησιν. Τὸ ποσὸν τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900, συμπίπτει περίπου μὲ τὸ ποσόν, ὅπερ ἐθεώρησεν ἀρκετὸν ἡ Ἐπιτροπὴ, παρουσιάζει ὅμως αὔξησιν εἰς τὴν δαπάνην τῶν ἐκτάκτων ἀποστολῶν, τὰς ὁποίας δὲν προέβλεπεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὡς δυναμένας νὰ παραταθῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὑπελόγισε διὰ τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν αὐτοῦ 5,122,000, ὁ προϋπολογισμὸς δὲ τοῦ 1900 ἀναγράφει 6,363,000, δηλαδὴ 1,241,000 ἐπὶ πλέον. Ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται κυρίως ἐκ μισθοδοσιῶν, διότι ἀντὶ τῶν 2,406,000 δρ., τὰς ὁποίας ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπολόγισε διὰ τὰς μισθοδοσίας τῶν διαφόρων δικαστηρίων, ἀπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου μέχρι τῶν Εἰρηνοδικείων, ἀναγράφεται ποσὸν 3,022,000.
§132Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας.
§133Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶπον καὶ ἐγώ. Διὰ τὰς φυλακὰς ἐθεώρησεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀρκετὸν τὸ ποσὸν 1,582,000, ἀναγράφονται δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 δραχ. 1,850,000. Ὅλαι αἱ δαπάναι ἔχουν τὴν δικαιολογίαν των· οὐδεμία ὑπάρχει δαπάνη, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ τὴν δικαιολογίαν της, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ δικαιολογίαι αὗται πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς τὴν μεγάλην δικαιολογίαν, ἥτις εἶναι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ τοῦ Δημοσίου, ἡ ἐπιβάλλουσα εἰς ἡμᾶς τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ μας πρὸς πρόληψιν νέων ἀτυχημάτων.
§134ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν; Νὰ ἀνοίξωμεν τὰς φυλακάς;
§135Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί νὰ κάμετε! Ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς συστάσεως νέων Πρωτοδικείων; Νὰ μὴ ἀνοίξητε τὰς φυλακὰς, ἀλλὰ νὰ δώσητε τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὴν γνώμην, ἥτις ὑπεστηρίχθη ὑπὸ πλείστων συναδέλφων, ὅτι ἡ ποινικὴ ἡμῶν δικονομία παρουσιάζει σπουδαίαν ἔλλειψιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως διὰ πλημμελήματα καὶ τῆς διατηρήσεως τῶν προφυλακισμένων ἐπὶ μῆνας καὶ ἔτη ὁλόκληρα εἰς βάρος καὶ δαπάναις τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς τῆς διορθώσεως τῆς ἀδικίας τῆς προσγιγνομένης εἰς τοὺς προφυλακιζομένους κατὰ τὴν ἰσχύουσαν διάταξιν τῆς ποινικῆς δικονομίας, ὑπάρχει καὶ οἰκονομικὸς λόγος, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς χώρας δὲν ἐπιτρέπει τὰς διὰ τοὺς προφυλακιζομένους δαπάνας. Φροντίσατε διὰ καταλλήλου νομοθετήματος νὰ ἐλαττώσητε τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι τὰς δαπάνας αὐτάς.
§136ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ αὔξησις εἶναι εἰς τοὺς καταδίκους· οἱ κατάδικοι εἶναι ἤδη περὶ τὰς ἕξ χιλιάδας.
§137Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Συντελεῖ πολὺ εἰς τὴν δαπάνην καὶ ἡ ὑποδικία. Κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας κ. Ὑπουργὸς ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπαιτοῦνται δι’ αὐτὴν 500,000 δραχ.
§138Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ διάφορα ἔξοδα ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς, 98,000 δραχμὰς, ἀντὶ 77,000, τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ἀρκετὰς ἡ Ἐπιτροπή. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀντὶ δραχ. 1,700,000, τὰς ὁποίας ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ἀρκετὰς διὰ τὴν ἐφαρμογὴν συστήματος ἀστυνομικοῦ συμφώνου μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις τῆς χώρας καὶ μὲ τὴν λογικὴν, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐκτάκτως παραδέχεται καὶ τὴν προσθήκην 600 ἕως 700 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀναγράφονται δραχ. 4,470,000, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν 50,000 δραχμῶν τῆς τελευταίας δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· δηλαδὴ ἀναγράφονται 2,770,000 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ποίας δὲ ἀστυνομίας; Ἐκείνης, τὰς ἐλλείψεις τῆς ὁποίας κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς μου ἀνέπτυξα, καὶ τῆς ὁποίας τὸ ἐλαττωματικὸν αἰσθανομένη καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς, προβλέπουσα ὅτι, ἐφαρμοζομένη ἡ ἀστυνομία αὕτη ὡς ἐψηφίσθη, δὲν δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν. Διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν 255,000 δραχμὰς ἐθεώρησεν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἀρκετάς· ἀναγράφονται δ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δραχ. 439,000...
§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγράφομεν δρ. 439,000, ἀλλ’ ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ περιλαμβάνονται 150,000 δρ. ἔξοδα ὑγειονομικῶν μέτρων ἕνεκεν ἐπιδημικῶν νόσων κλπ. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν θὰ γείνῃ χρῆσις.
§140Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ πρόβλεψίς σας, διατὶ τὸ ἀναγράφετε;
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα.
§142Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα 2,261,000 δρ. ἐθεώρησεν ἀρκετὰς ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, 2,906,000 ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900, ἤτοι 645,000 περιπλέον. Τί δὲ πρόκειται νὰ γείνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομείων, θὰ τὸ ἴδωμεν, ἂν ἔλθουν εἰς συζήτησιν τὰ σχετικὰ πρὸς αὐτὴν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται καὶ δι’ αὐτῶν αὔξησις μισθῶν, αὔξησις προσώπων, οὐχὶ βεβαίως πάντων πρὸς τὸ ἐργάζεσθαι.
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς τὸ λέγετε.
§144Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχετε ἐδῶ εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, πολλὰ δὲν ἐργάζονται.
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς μένετε εἰς τὸ οἶκόν σας, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων λέγετε ὅτι δὲν ἐργάζονται. Ἂν ὑπάρχει κλάδος, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται, εἶναι αὐτός.
§146Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουν εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται μετὰ ζήλου καὶ ἱκανότητος ἀνωτέρας τῆς ἀμοιβῆς, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν, ὑπάρχουσιν ὅμως ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐργάζονται.
§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ μοὶ τοὺς ὑποδείξητε, ἵνα τοὺς ἀπολύσω.
§148Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶμαι οὔτε ἐλεγκτὴς, οὔτε ἀπαριθμητὴς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου σας.
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς τὰ λέγετε λοιπόν;
§150Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ λέγω, διότι τὰ ἤκουσα ἀπὸ πρόσωπα ἁρμόδια καὶ ὄντα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τοῦτο.
§151Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦδε τὸ προσωπικὸν ἦτο πολὺ ὀλιγώτερον, καὶ ἐκλέπτοντο ὀλιγώτεραι ἐπιστολαί· τώρα κλέπτονται περισσότεραι, διότι ηὔξησε τὸ προσωπικὸν τῶν ταχυδρομείων!
§152Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτι ὑπάρχουσι πρόσωπα ἐργαζόμενα, ὡς εἶπον, πλειότερον τῆς γλίσχρας ἀμοιβῆς, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν, εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πολλὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐργάζονται, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ τούτου οὐδεμίαν φέρετε ἀπόδειξιν.
§154Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἐξετάσητε, θὰ εὕρητε ὑμεῖς αὐτοὶ τὴν ἀπόδειξιν.
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε σεῖς εἶσθε Ὑπουργὸς, πόσους μὴ ἐργαζομένους ἀπελύσατε; Τότε δὲν ἐκάμετε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε τώρα. Οὐδὲν τοιοῦτον εἴδομεν.
§156Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς, δὲν εἶχον ἐπέλθει τ’ ἀποτελέσματα τῆς πτωχεύσεως καὶ τοῦ πολέμου.
§157Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπήγατε ὅμως εἰς τὸ Παρίσι καὶ τὰ προανηγγείλατε.
§158Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ προανήγγειλα ἀπ’ ἐδῶ, ἀπὸ τοῦ βήματος.
§159Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι. Μεταβάντες εἰς Παρισίους τὰ προανηγγείλατε.
§160Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ προανήγγειλα ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν ἐπῆγα νὰ τὰ προαναγγείλω εἰς Παρισίους. Διὰ τὰ διάφορα κτίρια ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ἀρκετὸν τὸ ποσὸν 670,000· ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀναγράφονται δραχ. 883,000. Ὑπάρχει καὶ παρήγορός τις αὔξησις εἰς τὰς δαπάνας τῆς ὁδοποιΐας. Εἶναι δὲ εὐχῆς ἔργον νὰ δαπανηθῇ ἐπωφελῶς καὶ χρησίμως τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ νὰ μὴ ἴδωμεν αὐτὸ χρησιμεῦον πρὸς ἐπίδειξιν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Τὸ ὅλον δὲ τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰς ὁποίας ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὑπελόγισεν εἰς δραχ. 9,865,000, ἀναβιβάζεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 εἰς δραχ. 15,838,000· παρουσιάζει δηλ. προσθήκην 5,973,000 δραχ. εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἄνδρες εἰδικοὶ, οἷοι ἦσαν τὰ μέλη τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, μελετήσαντες τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐθεώρησαν ἀρκετὸν διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὰς δαπάνας ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὑπολογίζει εἰς δρ. 3,438,000, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 τὰς ἀναβιβάζει εἰς δραχμὰς 5,198,000. Τὸ κυριώτερον δὲ μέρος τῆς διαφορᾶς ταύτης προέρχεται ἐκ τῶν μισθοδοσιῶν τῆς ἀνωτέρας, μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως 4,577,000 δραχμὰς ἀναγράφετε δὲ τὰς μισθοδοσίας ταύτας, 3,074,000 δραχ. ἐθεώρησεν ἀρκετὰς ἡ Ἐπιτροπή. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν παρουσιάζει αὔξησιν κατὰ 2,815,000. Ἴσως ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη παρέχει τὴν ἐλπίδα τῆς μορφώσεως στρατοῦ διὰ πληρεστέρας ἐφαρμογῆς τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ...
§161Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πόθεν προέρχεται ἡ αὔξησις;
§162Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προέρχεται ἐκ τῆς μισθοδοσίας τῶν σωμάτων μηχανικοῦ, ἱππικοῦ, πεζικοῦ καὶ νοσοκόμων αὔξησις δρ. 1,100,000.
§163ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι οἰκονομικώτερος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896.
§164Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 16,663,000, διὰ δὲ τὸ 1900 ἀναγράφονται δραχμαὶ 18,086,000. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι ἑκάστη τῶν ἀναγραφομένων δαπανῶν, μονομερῶς ἐξεταζομένη, ἔχει τὴν δικαιολογίαν της. Τὸ σύνολον ὅμως τῶν δικαιολογουμένων τούτων δαπανῶν, διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν, καταλήγει εἰς ἀποτελέσματα ἀπειλοῦντα νέα δυστυχήματα διὰ τὸν τόπον καὶ διὰ τὸ Δημόσιον. Ἡ σκέψις δ’ αὕτη ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ μὴ σταματῶμεν εἰς τὰς δικανικὰς ἢ τὰς ἐκ τῆς συνηθείας δικαιολογίας, ἀλλὰ νὰ σκεφθῶμεν, πῶς θὰ ἐξυγιάνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν, διὰ νὰ προλάβωμεν νέα ἀτυχήματα.
§165ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Προτείνετε δηλ. τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ!
§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν προτείνω τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν ἐννοῶ ποῦ διαβλέπετε. Τὴν γνώμην μου τὴν εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἂν δ’ ἐπροσέξατε εἰς αὐτὴν, θὰ ἐνοήσατε εὐκόλως, ὅτι ἐπιθυμῶ τὴν θετικὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ δι’ ἐξευρέσεως τῆς πρὸς τοῦτο ἀναγκαίας δαπάνης, διὰ τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἣν ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν, διαγράφοντες τὰς ἐν αὐτῷ ἀγόνους καὶ ἀνωφελεῖς δαπάνας...
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν γνώμην σας περὶ στρατοῦ δὲν τὴν ἠκούσαμεν, διότι ἀτυχῶς εἴχετε ἰμφλουέντζαν τότε.
§168Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤμην ἐκ τῶν πρώτων, ὁ ὁποῖος εἶπον τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ, φαίνεται, ἐξ ἄλλης ἰνφλουέντζας ὑμεῖς δὲν τὴν ἠκούσατε.
§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ γνώμη σας ἦτο ναὶ καὶ ὄχι.
§170Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον μήτε ναὶ μήτε ὄχι· εἶπον ὅτι ἔχετε καθῆκον νὰ σεβασθῆτε τὴν εὐθύνην τοῦ ὑψηλοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, ἐμπνεόμενον ἐξ ἁγνοῦ πατριωτισμοῦ καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς τὴν πατρίδα. Σεβόμενοι δὲ τὰ αἰσθήματα ταῦτα τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ὀφείλετε νὰ ἐξυγιάνητε τὸν προϋπολογισμὸν, ὅπως ἐξεύρητε ἐν αὐτῷ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ μόρφωσις καὶ ἡ θετικὴ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν.
§171Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπαντήσατε, παρακαλῶ, εἰς τὴν ἐρώτησίν μου· εἴπατε ὄχι ἢ ναί;
§172Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν θέλετε νὰ ἐννοήσητε τὴν γνώμην μου. Ἐρωτήσεις δὲ, ὁποία αὕτη, ἣν μοὶ ἀποτείνετε, γίνονται μόνον ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων (θόρυβος).
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ μὴ δίδωσιν ἀφορμὴν εἰς παράτασιν τῶν συζητήσεων. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι ὁ πρὸς τοῦτο συμβάλλων, διότι ὅταν ὁ ἀγορεύων λέγῃ ὅτι ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμέναι δαπάναι πλειότεραι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ ἐρωτῶν: «λοιπὸν τί θέλετε; νὰ καταργήσωμεν τὸν στρατόν;», βεβαίως δὲν εἶναι συζήτησις ἐπιτετραμμένη καὶ αὐστηρά.
§174Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ἀρκετὸν τὸ ποσὸν δραχμῶν 5,667,000, ὁ προϋπολογισμὸς δὲ τοῦ 1900 ἀναγράφει δραχ. 7,823,000. Ἡ ὑπέρβασις προέρχεται ἐκ τοῦ ὑλικοῦ καὶ τοῦ ὁπλισμοῦ κατὰ 1,050,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ναυτικῶν κτιρίων καὶ ἔργων κατὰ 35,000 δραχ. περίπου, ἐξ ἐξόδων νοσηλείας κατὰ 100,000, ἐξ ἐπισκευῶν ἀτμολεβήτων καὶ μηχανῶν κατὰ δραχμὰς 469,000, καὶ ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος κατὰ 905,000 δραχμάς. Καὶ ἡ σύγκρισις τῶν δαπανῶν τῶν ἐκτελεσθεισῶν κατὰ τὸ 1896 πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1900, καὶ ἡ σύγκρισις τῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα ὑπελόγισεν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, ἡ ἔχουσα ἀναμφισβήτητον οἰκονομικὸν κῦρος καὶ μελετήσασα τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1900, καταλήγει εἰς παραπλήσιον ἀποτέλεσμα. Ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δαπάνας τὰς ἐκτελεσθείσας κατὰ τὸ 1896, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἔκτακτοι, ὡς ἐκ τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐπιδιορθώσεως διαφόρων πλοίων, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 παρουσιάζει ὑπέρβασιν 12 ἑκατομμυρίων περίπου. Ἐν συγκρίσει δὲ πρὸς τὰς τακτικὰς μόνον δαπάνας, ἃς ὑπελόγισεν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 παρουσιάζει ὑπέρβασιν 16,000,000 δραχμῶν καὶ πλέον. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Διεθνὴς ἐν τῇ μελέτῃ αὐτῆς ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν θὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα. Δὲν προεῖδε τὰς ὑπερβολικὰς αὐξήσεις τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, ἅτινα ὑπερέβησαν κατὰ πολὺ τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τῶν παρελθόντων ἐτῶν...
§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατί;
§176Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι εἰργάσθη πρὸ τοῦ 1898.
§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔπρεπεν, νὰ ἔχῃ τόσην ἱκανότητα, νὰ προΐδῃ ταῦτα.
§178Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν μομφὴν αὐτὴν θὰ ἐδικαιοῦσθε ν’ ἀπευθύνητε, ἂν χαρακτηρίσητε ὡς μάντεις τὰ μέλη αὐτῆς. Καταλήξασα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ παρουσιάζῃ ἔλλειμμα μέχρι τοῦ 1903, τί μᾶς συνεβούλευσε νὰ πράξωμεν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπή; Μᾶς συνεβούλευσε νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν χώραν; Ἐθεώρησε τὴν κατάστασιν αὐτῆς τόσον ἀνθηρὰν, ὥστε νὰ ὠθήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐξεύρεσιν πόρων δι’ ἐπαυξήσεων τῆς φορολογίας; Ἀπεναντίας, ἐσύστησεν εἰς ἡμᾶς νὰ φεισθῶμεν καὶ νὰ περιθάλψωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ τὰ παραγωγικὰ κεφάλαια τῆς χώρας, ἅτινα δὲν ἐθεώρησεν ἀρκετὰ καὶ ὧν τὴν φειδὼ καὶ τὴν περιποίησιν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν, διὰ νὰ δυνηθῇ μετά τινα ἔτη ὁ τόπος, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, νὰ δώσῃ καὶ εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα τελειοτέρας διοικήσεως καὶ ὀργανώσεως. Ἀντὶ νὰ μᾶς ὠθήσῃ εἰς τὴν φορολογίαν, ἐσύστησε τὴν κάλυψιν τοῦ ἐξευρεθέντος ἐλλείμματος δι’ ἐκτάκτου καὶ ἐπωφελοῦς πόρου, διὰ τῆς προσθήκης εἰς τὸ δάνειον τῶν 150,000,000 φρ. ἑτέρων εἴκοσιν ἑκατομμυρίων, ὑπὸ ὅρους λίαν εὐνοϊκοὺς δι’ ἡμᾶς, δηλ. 2½% τόκον κατ’ ἔτος. Διὰ τοῦ προσθέτου τούτου δανείου, οἱ τόκοι τοῦ ὁποίου ἤθελον ἀνέλθει εἰς 500,000 φρ. κατ’ ἔτος, ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἐκάλυπτε τὰ ὑπολογισθέντα ἐλλείμματα μέχρι τοῦ 1903, χωρὶς νὰ πιέσῃ τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, ἀφαιροῦσα διὰ φορολογίας παρὰ τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ κεφάλαια παραγωγικά. Ἀντὶ τοιαύτης φρονίμου πολιτικῆς, ἐπεκράτησε δυστυχῶς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐπιδείξεως πλεονασμάτων καὶ τῆς ἐπανόδου εἰς τὰς ἐσχάτας πλάνας. Ἡ τοιαύτη ἐπιθυμία, ἡ καταλαβοῦσα τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἐν μέρει δὲ καὶ τὴν προκάτοχον αὐτῆς, ἔρριψεν εἰς λήθην τὴν μελέτην τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰς ἐν αὐτῇ ὑγιεῖς ἀρχὰς καὶ συμφερούσας δι’ ἡμᾶς συμβουλὰς, καὶ μᾶς ὠθεῖ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἀγόνων δαπανῶν καὶ εἰς τὴν ἐπιβάρυνσιν τῆς χώρας. Εὐλόγως δὲ δύναταί τις νὰ ἀπορήσῃ, διατὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς πλάνας τοῦ παρελθόντος, μετὰ τὴν πικρὰν πεῖραν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν! Μήπως ὁ δαίμων τῆς συναλλαγῆς, τοῦ ὁποίου τὴν καταπολέμησιν μετὰ τόσης ἐπιδείξεως ἐπηγγέλθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, κατέβαλε καὶ ὑπέταξεν αὐτὴν οὕτως, ὥστε νὰ λησμονῇ αὕτη καὶ τὰς στοιχειώδεις ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ἡ σημερινὴ θέσις τῆς χώρας; Ἢ μήπως ἀπηνὴς τύχη καταδιώκει τὴν χώραν ἡμῶν, διαρκῶς ὠθοῦσα αὐτὴν εἰς τὴν σπάταλον πολιτικὴν, τῆς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ἐννοῶμεν τ’ ἀποτελέσματα; Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο ὁ λόγος τῆς ἐπανόδου ἡμῶν εἰς τὴν τοιαύτην πολιτικὴν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς δὲν εἶναι δύσκολον ν’ ἀντιληφθῇ ἡ Βουλή. Ἐὰν δ’ ἡμεῖς, οἱ ἀνευθύνως διαθέτοντες ἐντεῦθεν τὰς τύχας τῆς χώρας, θέλωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς σπατάλης καὶ τῶν ἀγόνων δαπανῶν, καὶ ν’ ἀναμείνωμεν ἀπαθῶς τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ἂς κυρώσωμεν αὐτὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900. Ἐὰν ὅμως θέλωμεν νὰ φανῶμεν ἀντάξιοι τῶν πόθων τοῦ ἔθνους, ὅπερ θέλει τὴν εἰλικρινῆ διόρθωσιν τῶν ἐπελθουσῶν καταστροφῶν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, ἐὰν παραμένῃ παρ’ ἡμῖν ἡ μνήμη τῶν πικριῶν καὶ τῶν θλίψεων, τὰς ὁποίας ᾐσθάνθημεν, ὅτε ἐπῆλθον αἱ καταστροφαὶ καὶ τὰ δυστυχήματα τῆς χώρας, ὀφείλομεν νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰς ἐν αὐτῷ ἀγόνους δαπάνας, νὰ μεταβάλῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ, ἀντὶ νὰ ζητῇ τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ διὰ τῆς φορολογίας καὶ τὴν ἐξάντλησιν τῶν μικρῶν ἀποθεμάτων τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ στήλῃ τῶν δαπανῶν, ἐν ᾗ θέλει εὕρει τὰ μέσα τῆς θεραπείας τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν, τῆς ἁπλοποιήσεως καὶ βελτιώσεως τῆς ἐν γένει διοικήσεως καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς παραγωγῆς καὶ ἀναπτύξεως τῆς χώρας. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§179ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ἔπρεπε νὰ μὴ ἔχῃ χαρακτῆρα πολεμικῆς, οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκλάβῃ ὡς πολεμικῆς ὑπαγόρευσιν τὴν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑποστήριξιν τῆς ἀρχῆς τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ θεωρήσῃ τὴν τοιαύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως φροντίδα καὶ ἐπιμονὴν ὡς καλὴν ἀφορμὴν καὶ ἔρεισμα πολύτιμον, διδόμενα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐνίσχυσιν παρεχομένην αὐτῇ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως μετὰ θάρρους εἰσέλθῃ εἰς τὸ στάδιον τῶν οἰκονομιῶν. Καὶ ὅσοι μὲν ἦσαν ἐναντίοι τοῦ πολέμου, — καὶ εἶναι μεταξὺ τῶν ἐναντιωτάτων—βλέποντες αὐτὸν ἀναπότρεπτον καὶ γοργῶς ἐπερχόμενον, παρηγοροῦντο ὅτι τοὐλάχιστον τὰ παθήματα τὰ ἐξ αὐτοῦ θέλουσι γείνῃ ἡμῖν μαθήματα πρὸς διόρθωσιν. Καὶ ὅσοι δὲ ὑπεστήριζον, ὅτι ἔδει ν’ ἀποδυθῇ τὸ Κράτος εἰς πόλεμον, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀρνηθῶσι τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἐναντία φρονούντων, ὅτι ἀνέμενε ἡμᾶς βεβαία ἧττα κατὰ γῆν, καὶ αὐτοὶ δικαιολογούμενοι ἔλεγον: «τοὐλάχιστον θ’ ἀποκαλυφθῶσι τὰ πάσχοντα ἡμῶν μέρη, καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία». Ἡ σύμπτωσις τοῦ συμπεράσματος καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ ἦτο μετὰ τὴν ἐπέλευσιν τῶν δυστυχημάτων ἡ γενικὴ εὐχὴ τοῦ τόπου καὶ ὁ ὕψιστος σκοπὸς τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἔδει νὰ ἦναι ἡ πρωτίστη ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς ταύτης. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον ὑπέβαλα πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτουν σύστασιν ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων. Ἔπρεπε νὰ λογισθῶ ὀφλισκάνων μωρίαν, ἂν τὴν πρότασίν μου ἐκείνην ἐθεώρουν ὡς ἀποβλέπουσαν εἰς πρόσωπα καὶ εἰς ἐκζήτησιν καὶ λῆψιν εὐθυνῶν παρὰ προσώπων. Διὰ τοῦτο ἤλπιζον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε σπεύσει νὰ καταστήσῃ πρᾶγμα τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ ἤθελε δείξει προθυμίαν νὰ ἐξετάσῃ, ὄχι τὰς εὐθύνας τῶν προσώπων, ἀλλὰ τῶν πραγμάτων τὴν φύσιν καὶ τὰ αἴτια, ἐξ ὧν αἱ συμφοραὶ παρήχθησαν· νὰ εὕρῃ ποῦ τὰ αἴτια τῆς καταστροφῆς κεῖνται, καὶ νὰ εἴπῃ: «ἐδῶ πάσχομεν, τοιαύτη εἶναι ἡ φύσις τῶν παθημάτων, ταῦτα τὰ πρὸς θεραπείαν μέσα.» Ἐγνώριζα ἐκ τῶν προτέρων τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἐξεπροσώπει αὐτὴν ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὗ τὴν γνώμην ἤξευρα, καὶ δὲν εἶχον ἐλπίδα ὅτι ἤθελε δοθῆ ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία εἰς τὴν πρότασίν μου. Ἀλλ’ ἐπίστευα ὅτι τὸ ζήτημα ἤθελεν ἐνοήσει ἡ Βουλὴ καὶ ἤθελε δεχθῆ αὐτὸ ὡς ἀνεπίδεκτον ἀναβολῆς ἀνάγκην, ὡς ἀνάγκην ἐξαγνισμοῦ, ὑπάρξεως καὶ αὐτοσυντηρησίας. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐκ λόγων προσωπικῆς φιλοτιμίας, ἐπεζήτησε τὴν παραδοχὴν αὐτῆς, ἀλλ’ εἶδον, ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεώς μου, τὸ ἀδύνατον τῆς πληρώσεως τοιαύτης ἀνάγκης ὑπὸ πλειονοψηφίας ἐμπνεομένης ἀπὸ ἄλλην γνώμην, καὶ πεισθεὶς ὅτι ματαίως κοπιῶ, δὲν ἐπανῆλθον. Εἶδον ὅτι τὴν ἐπιτροπὴν κατώρθωσε καὶ αὐτὴν νὰ ὑπνωτίσῃ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς....
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγνώριζον αὐτήν μου τὴν ἰδιότητα!
§181ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. .. Ἕνεκα τούτων δὲν πρέπει νὰ ἀπορῶμεν, ἂν ὅλοι, ὅσοι φέρουσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄρχονται ἀπὸ τῆς ἐπιμόνου καταδείξεως τῶν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἐκ τῶν γεγονότων τοῦ 1897· διότι ταῦτα ἀφῆκαν καὶ θὰ προξενήσωσιν ἀκόμη τοσαῦτα κακὰ, ὥστε θὰ προκαλῶσιν ἐπὶ πολὺ, ἕνεκα τῆς ἀγνοίας τῶν αἰτίων, τὴν ἀτομικὴν ἔρευναν ἑκάστου. Καὶ πρέπει νὰ προκαλῶσιν αὐτήν. Πρέπει νὰ κατανοηθῇ καλῶς, ὁποῖα ἔπαθεν ὁ τόπος, ὁποῖα ἀπειλεῖται νὰ πάθῃ, ἐὰν δὲν φέρῃ τὴν διόρθωσιν ὅπου τὰ πράγματα ἀπαιτοῦσιν, ἕως οὗ, ἔστω καὶ ἐν μέλλοντι ἀπωτέρῳ, ζητηθῇ συστηματικώτερον ἡ ἐξέτασις καὶ εὕρεσις τῶν αἰτίων καὶ κανονισθῇ ἀληθὴς θεραπεία. Ἄν τοιαύτη δὲν ταμῇ ὁδὸς καὶ ἐξακολουθῶμεν νὰ κυβερνώμεθα κατὰ τὰς ἀτομικὰς γνώμας ἑκάστου Πρωθυπουργοῦ, θὰ βαδίζωμεν ψηλαφοῦντες, ἡ ἀνόρθωσις θὰ παραπαίῃ, ἡ δὲ ἀνάρρωσις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ταχέως. Πλὴν τοῦ, δουλείας οὐσίαν ἔχοντος, Ἐλέγχου, πλὴν τῆς ἀπωλείας τῶν φυσικῶν καὶ παρεχόντων ὁπωσδήποτε ἄμυναν προτέρων ὁρίων τῆς χώρας, πλὴν τῆς ἀπωλείας δύο ἐσοδειῶν τῆς Θεσσαλίας, πλὴν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ χώρα, πλὴν τῶν τρομερῶν ζημιῶν, ἃς καὶ ἡ Θεσσαλία καὶ ἄλλα μέρη ὑπέστησαν, πλὴν τῶν δανείων, ἅτινα ἐπεβλήθησαν ἡμῖν, πλὴν τῆς ἐπὶ διετίαν ἀδρανείας 120,000 ἐργατικῶν χειρῶν τῆς ἄλλης Ἑλλάδος καὶ τοῦ πλείστου γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Θεσσαλίας, πλὴν τοῦ ἐκ βάθρων κλονισμοῦ τῶν ἐθνικῶν ἐλπίδων, αἵτινες ἀπώλεσαν τὴν ἄλλοτε ἑδραιότητα καὶ ἀκμήν, πλὴν τῆς οἰκτρῶς ταπεινωθείσης ἐθνικῆς ὑπερηφανείας, πλὴν τῆς δυσεξαλείπτου κηλῖδος τῆς ἕως τότε ἀσπίλου ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας, πλὴν τῆς διασείσεως τῆς πεποιθήσεως ἡμῶν ἐπὶ τὸν στρατὸν, καὶ τῆς ἀδικίας, ἥτις προσεγένετο εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτὸν ἀξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, ἐξ αἰτίων ἀλλοτρίων τῆς ἀξίας των, χαρακτηρισμοῦ ἐξομοιώσαντος αὐτοὺς πρὸς συρφετὸν, πλὴν πάντων τούτων, ἐπάθομεν καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους μεγάλας ἠθικὰς καὶ οἰκονομικὰς καταστροφάς. Οὐ μόνον οἱ ξένοι ἠλάττωσαν τὴν πρὸς ἡμᾶς ἐλπίδα καὶ πεποίθησιν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τούτων τῶν Ἑλλήνων, τῶν ἀγωνιζομένων ἔξω ὑπὲρ τῆς ὑψηλῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, τὸ φρόνημα, ἡ ἐμπνέουσα ἐλπὶς, ἡ δραστηριότης ἐσαλεύθησαν, καὶ ἡ παραγωγικὴ δύναμις ἠλαττώθη πολύ. Ἡ παραγωγικὴ δὲ αὐτῶν δραστηριότης εἶναι παράγων οὐσιώδης τοῦ ἐθνικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου ἡμῶν πλούτου. Καὶ οἱ ἐναντίοι δὲ πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δίκαια ἐνισχύθησαν καὶ κατέστησαν θρασύτεροι καὶ ζημιωδέστεροι. Καὶ ἂν ἀκόμη, ὅπως ἐλπίζω, ἡ Κυβέρνησις ἀποκαταστήσῃ εἰς τὸ ἀκέραιον τὰς προξενικὰς καὶ τὰς ἐμπορικὰς ἡμῶν συνθήκας, θὰ δώσῃ μὲν εἰς αὐτοὺς τὸ πρῶτον ἐφόδιον πρὸς ἀντίστασιν, ἀλλὰ τὴν προτέραν δύναμιν καὶ ζωὴν θὰ βραδύνῃ ν’ ἀνακτήσῃ ὁ Ἑλληνισμός. Ὅλα ταῦτα εἶναι στοιχεῖα κρίσεως καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν αὐτὴ μὲν καταρτίζῃ, ἡμεῖς δὲ συζητῶμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἂς μὴ ἐκλαμβάνῃ δὲ, ὅτι ἐξ ἀντιπολιτεύσεως ἢ ἐκ διεστραμμένης ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων ἡμεῖς ἐλαττοῦμεν τὰς φορολογικὰς δυνάμεις τῶν πολιτῶν. Τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ ἔρχηται εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ ὅλας τὰς παραγωγικὰς τάξεις, καὶ ἀντιλαμβάνομαι εἰς πᾶσαν στιγμὴν, ὅτι αὗται πάσχουσιν ἀχρηματίαν καὶ δυσφοροῦσιν ἐπὶ τῇ διαρκεῖ ἐκ τῶν ὑστερημάτων αὐτῶν ἀντλήσει ὑπὸ τῆς φορολογικῆς ἀντλίας. Ἡ δυσφορία αὕτη εἶναι πρόδρομος ἀνησυχιῶν, ἃς δὲν πρέπει νὰ παραβλέπῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὁμιλῶ ἐξ ἀληθοῦς ἐπιθυμίας νὰ ἴδω τὴν Κυβέρνησιν προκόπτουσαν· διότι μεγάλη θὰ ἦναι συμφορὰ καὶ διὰ τὸν τόπον καὶ διὰ τὸ πολίτευμα, ἂν Κυβέρνησις, ἀπὸ νέους ἄνδρας ἀποτελουμένη, ἔχοντας, ἐλπίζω, τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐργασθῶσι, φανῇ ὅτι καὶ αὕτη ἀποτυγχάνει. Δὲν ἐπιθυμῶ λοιπὸν τὴν ἀποτυχίαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πᾶν ὅ,τι θὰ εἴπω, θέλω νὰ κριθῇ ὡς προερχόμενον ἐκ τῆς εἰλικρινοῦς ἐπιθυμίας νὰ ἴδω αὐτὴν οὐχὶ ἀποτυγχάνουσαν, ὅσον προβλέπω ὅτι θὰ ἀποτύχῃ, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς οὐδαμῶς ἀνταποκρίνεται εἰς ὅσα ὁ τόπος ἐπεθύμει νὰ ἴδῃ καὶ εἰς ὅσα αἱ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσιν. Ἐὰν οἱ πλεῖστοι τῶν ὁμιλησάντων ἐνέμειναν πολὺ καὶ εἰς τὴν στήλην τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶχον δίκαιον. Ἐγὼ δὲ θὰ περιορισθῶ εἰς αὐτὴν μόνην. Νομίζω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν, συγκρινόμενος καὶ πρὸς ἄλλων Κρατῶν, εὐεκτούντων, προϋπολογισμούς; καὶ πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας καὶ πρὸς τὰς ἰδιότητας τοῦ λαοῦ, ὤφειλε νὰ ἦναι ὅλως ἀλλοῖος. Πρὸ πάντων ἔδει νὰ δεικνύῃ μεγάλην φειδὼ περὶ τὰ πρόσωπα καὶ ἐλάττωσιν εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τοῦ δι’ αὐτὰ διατιθεμένου ποσοῦ, καὶ διάφορον τῶν πιστώσεων διάθεσιν. Ὁ πολὺς ἀριθμὸς ὑπαλλήλων οὐ μόνον ἀπορροφᾷ μεγάλα ποσὰ, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν βλάπτει· διότι οἱ πολλοὶ ὑπάλληλοι μερίζουσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐργασίας, καὶ καλλιεργοῦσιν οὕτω τὴν ὀκνηρίαν ἀλλήλων, καὶ διὰ τοῦτο κακῶς ἐκτελεῖται ἡ ὑπηρεσία· ἐκτὸς δὲ τούτου, ἡ ἐλπὶς πολλῶν θέσεων γεννᾷ πολλοὺς ὑποψηφίους πρὸς κατάληψιν αὐτῶν, οἵτινες, ἐγκαταλείποντες τὴν θετικὴν ἐργασίαν, τὴν παραγωγικὴν, καὶ ἀναμένοντες τὴν κατάκτησιν θέσεων, τοῦτο μὲν ἀποτελοῦσι μίαν ἀπὸ τὰς αἰτίας τῆς ἐγκληματικότητος, τοῦτο δὲ συντελοῦσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἀργίας παραγωγῶν ἀνδρῶν, καὶ προσέτι οἱ ἀργοὶ αὐτοὶ χρησιμεύουσιν ὡς παράδειγμα μὴ εὑρέσεως δῆθεν ἐργασίας, καὶ δικαιολογοῦσι τὰς καθ’ ἑκατοντάδας μεταναστεύσεις νεαρῶν πολιτῶν, ὧν τόσον ἀνάγκην ἔχει ὁ τόπος. Οὗτοι ζητοῦσιν ἐν τῇ ξένῃ καὶ μακρὰν τύχην, ἐκ τῆς σφαλερᾶς γνώμης, ὅτι δὲν ἔχει ἡ Πατρὶς δι’ αὐτοὺς στάδιον. Ἡ πληθώρα τῶν ὑπαλλήλων, τῶν πλεοναζόντων καὶ ἀχρήστων τοιούτων, εἶναι πολλαχῶς ἐπιζήμιος. Ἠθέλησα τὴν τοιαύτην περὶ τῆς πληθύος αὐτῶν γνώμην μου νὰ ἴδω ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νὰ προσδιορίσω καὶ εὕρω ποῖα κρησφύγετα ἔχει δι’ αὐτὴν ὁ προϋπολογισμός. Χωρὶς νὰ ὑπολογίσω τὸν ἀόριστον καὶ μυστικὸν ἑσμὸν τῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζώντων ἀνδρῶν, τὸν κρυπτόμενον εἰς τὰ ἀόριστα κονδύλια, τὰ μήτε ἀριθμοὺς προσώπων, μήτε ποσὸν μισθῶν ὁρίζοντα, οἷον τὰ κονδύλια «Ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου», «Ἔκτακτοι ἐργάται τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου», «Προσωπικὸν ζυγίσεως τοῦ καπνοῦ, «Πωληταὶ χαρτοσήμου», «Καλλιέργεια ἁλικῶν καὶ μεταλλείων καὶ μισθὸς προσωπικοῦ αὐτῶν», καὶ παρόμοια ἐν ἄλλοις Ὑπουργείοις, χωρὶς νὰ ὑπολογίσω τὸ προσωπικὸν τῶν Γυμνασίων τῶν συντηρουμένων ὑπὸ δήμων καὶ λιμενικῶν ταμείων, χωρὶς νὰ ὑπολογίσω ταῦτα, εὗρον ὑπαλλήλους ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένους 13,027 καὶ διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἑτέρους 3641 (κατὰ σημείωσιν περὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς παλαιοτέραν, ἐνῷ ἤδη ὁ ἀριθμὸς αὐτῆς εἶναι μείζων), τὸ ὅλον 16,668· καὶ ταῦτα πλὴν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Προσθέσατε εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ βέβαιον, τῶν 16,668 καὶ συνταξιούχους 7816, καὶ θὰ κρίνητε. Δὲν εἶναι δυνατὸν τάχα νὰ μετριασθῇ ὁ ἀριθμὸς οὗτος; Δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ἀναγράφῃ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους; Δὲν εἶναι πολυτέλεια, ἀσωτεία, ἀστοργία πρὸς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν ἡ συντήρησις τῶν λεγεώνων αὐτῶν; Δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ συγκρίνω τοὺς ἀριθμοὺς τούτους πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων ἄλλων Κρατῶν· δὲν ἀμφιβάλλω ὅμως, ὅτι οὐδαμοῦ θὰ παρατηρεῖται ὅ,τι παρ’ ἡμῖν. Ἠθέλησα νὰ ἴδω ἀκόμη, ὁ ἀριθμὸς τῶν οὕτως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀφαιρουμένων ἐκ τῆς παραγωγῆς προσώπων ποσοστὸν μέρος τοῦ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ ἀπασχολεῖ, ἀλλὰ δυστυχῶς στατιστικὴν δὲν ἔχομεν. Ἐφρόνουν, ὡς εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι ὁ τόπος ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς περίοδον φρονήσεως καὶ φειδοῦς, διότι οὐσιώδης σταθμὸς ἐθνικὸς, πολιτειακὸς, κοινωνικὸς ἦτο δι’ ἡμᾶς ὁ πόλεμος. Ἐφρόνουν ὅτι ἠθέλομεν λάβει αὐτὸν ὡς ἀφετηρίαν, καὶ ἠθέλομεν ἀρχίσει ἀπὸ τῆς Βουλῆς πρώτης τὰς μεταρρυθμίσεις, αἵτινες θὰ ἠδύναντο νὰ ἐμπνεύσωσιν ἄλλην γνώμην περὶ τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας τὸ κῦρος, δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι εἶναι οὐσιωδῶς ἠλαττωμένον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου, καὶ διὰ τῶν συζητήσεων ἡμῶν, διὰ τῶν ὁμολογιῶν ἡμῶν καὶ διὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Κοινοβουλίου, ὁσημέραι ἐλαττοῦμεν αὐτό. Πράττομεν ἡμεῖς ὅ,τι πρέπει νὰ πράξωμεν; Δὲν ἀρκοῦσι πρὸς θεραπείαν καὶ τῆς φιλοδοξίας καὶ τῆς δραστηριότητος καὶ τῆς διδακτικῆς ἀποστολῆς τῶν Βουλευτῶν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα μᾶς δίδουσιν; Ἐλέγχομεν προσηκόντως τὰς ἐκλογάς; Ἦτο ἐλέγχου διαδικασία ἡ ἐν τῇ περιόδῳ ταύτῃ γενομένη; ἡ εἰς μίαν ὥραν ἐπικύρωσις ὅλων τῶν ἐκλογῶν; ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἐκθέσεων τῶν καταγγελλουσῶν ἐπεμβάσεις καὶ ἀκυρότητας; Εἶναι ἠτιολογημένη ἡ ἐργασία ἢ μᾶλλον ἡ ἀδράνεια τῶν τμημάτων τῆς Βουλῆς; Προεξεργάζονται καθόλου τὰ τμήματα τὰ εἰσαγόμενα νομοσχέδια; Διατὶ γίνονται ταῦτα; Διότι δὲν ἐνεπνεύσθη, ὡς ἔδει νὰ ἐμπνευσθῇ, εἰς τοὺς Βουλευτὰς αἴσθημα καὶ πνεῦμα γενικωτέρας ἀποστολῆς, πνεῦμα ἐργασίας εἰς γενικὰ ζητήματα, ἀνυψώσεως ἀπὸ τῶν μικρῶν καὶ ταπεινῶν. Ἐφρόνουν ὅτι, μετὰ κόπου μὲν, ἀλλ’ ἐπιτυχῶς, ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ, ὅπως οἱ Βουλευταὶ ἀποδυθῶσιν εἰς ἐργασίαν ἐπὶ γενικῶν θεμάτων, ἀφορώντων εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῶν δημοσίων λειτουργιῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, ὅτι, ἂν οἱ Βουλευταὶ κληθῶσιν, ὅπως, σχηματιζόμενοι εἰς ἐπιτροπὰς ἢ τμήματα, ἀναλάβωσιν, ἐντολῇ τῆς Βουλῆς, νὰ περιέλθωσι τὸν τόπον καὶ μελετήσωσι πάντας τοὺς κλάδους, κοινωνικοὺς ἢ δημοσίους, ἑκάστη εἰς ὡρισμένον μέρος τῆς ἐπικρατείας, καὶ νὰ φέρωσιν ἑκάστη ἐπιτροπὴ ἔκθεσιν περὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἠρεύνησε, θὰ ἐφώτιζον τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, ὥστε νὰ μὴ εὑρισκώμεθα οἱ πλεῖστοι ἀνέτοιμοι εἰς τὰ πλεῖστα νομοθετικὰ ἔργα. Ὅταν δὲ οἱ Βουλευταὶ ἔβλεπον, ὅτι ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ καὶ ἡ φιλοτιμία αὐτῶν καὶ ἡ φιλοπονία καὶ ἡ ὑπόληψις τῶν συμπολιτῶν των εὕρισκον στάδιον, ἱκανοποίησιν καὶ μέτρον ἐκτιμήσεως, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐγκατελίμπανον τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων καὶ τὰς μικροαπαιτήσεις, αἵτινες ἀπορροφοῦσι τὸν πλεῖστον αὐτῶν χρόνον, βλάπτουσιν αὐτοὺς καὶ προξενοῦσι τόσας πικρίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς πᾶσαν περὶ τῶν κυρίως ἔργων ἡμῶν μέριμναν ἀφήσαμεν, καὶ τὴν πρότασιν τοῦ νόμου ἀκόμη, τοῦ σκοποῦντος νὰ ἐξυγιάνῃ τὰς ἐκλογὰς ἀπὸ τῶν καταχρήσεων καὶ τῆς διαφθορᾶς, ἠμελήσαμεν καὶ ἐγκατελείψαμεν ὁλοσχερῶς. Τοιαύτην ὁδὸν ἀκολουθοῦντες, τίνα βλάπτομεν; Ἀναγκαζόμενος, ὡς εἶπον, νὰ θίξω σημεῖά τινα τῆς στήλης τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρήσῃ τις, ὅτι διὰ τούτου προσβάλλω συμφέροντα συναδέλφων, ἢ ὅτι ἀποβλέπω εἰς πρόσωπα. Παρακαλῶ πάντα νὰ πιστεύσῃ, ὅτι οὔτε ὁ εἷς λόγος, οὔτε ὁ ἕτερος μὲ ὁδηγεῖ. Θέλω νὰ δείξω τὰ πράγματα, ὄχι τὰ πρόσωπα. Σεῖς κρίνατε, ἀκούοντες, καὶ περὶ τῶν πραγμάτων καὶ περὶ τῶν προσώπων. Εἰς ἑκάστου Ὑπουργείου τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα τῶν δαπανῶν ἀνευρίσκω τὴν ἀνάγκην καὶ νομοθετικῆς προνοίας καὶ διοικητικῆς βελτιώσεως. Λέγων βελτίωσιν, ἐλπίζω νὰ μὴ ἐρεθίσω τὴν πρὸς δημιουργίαν θέσεων ἀκούραστον προθυμίαν τῶν Ὑπουργῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν βλέπω τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας οἰκονομίας εἰς οὐδὲν χρησιμεῦον. Ἀναγράφεται πίστωσις ἐλαχίστη διὰ προμήθειαν χάρτου καὶ βιβλίων. Ἡ περὶ ἐμπορίας μέριμνα τοῦ τμήματος τούτου εἶναι ἔρημος πάσης προνοίας. Διὰ τὴν στατιστικὴν, ἥτις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς αὐτὸ, οὐδὲν διατίθεται ποσὸν, καὶ δὲν ἔχομεν καμμίαν στατιστικὴν τοῦ πληθυσμοῦ. Βλέπω τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ὑγείας ἐν καχεκτικῇ στασιμότητι. Τὸ Ἰατροσυνέδριον καταγίνεται μόνον εἰς ἀπονομὴν ἀδειῶν εἰς μαίας καὶ ὀδοντοϊατροὺς καὶ εἰς ὁρισμὸν καθάρσεων. Πᾶσα φροντὶς πρὸς ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας ὑγείας ἐλλείπει. Βλέπω εἰς τὸ τμῆμα τῆς Γεωργίας, τοῦ πρωτίστου τούτου κλάδου τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς, δαπάνην μόνον 213,000 δραχμῶν, ἂν δὲ προσθέσωμεν καὶ τὰ ἐκ κληροδοτημάτων δαπανώμενα, ἅτινα, κατὰ τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν, ἀνέρχονται εἰς 823,000, (ἃς ὅμως δὲν δίδει τὸ Δημόσιον) ἔχομεν ἐν ὅλῳ δαπάνην ἑκατομμυρίου. Δὲν ὑπολογίζω ὡς μέριμναν ὑπὲρ τῆς γεωργίας, ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα καὶ τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν τινῶν καὶ τελμάτων, δι’ ἃ ἀναγράφεται δαπάνη δραχ. 101,000, διότι ταῦτα μᾶλλον ἀνάγονται εἰς τὴν δημοσίαν ὑγιεινήν. Ἂν θελήσω νὰ παραβάλω τὸν ἑλληνικὸν προϋπολογισμὸν πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς ἄλλων Κρατῶν, ὡς πρὸς τὰς δαπάνας ὑπὲρ τῆς γεωργίας, βλέπω ὅτι ὑπολειπόμεθα καὶ αὐτῆς τῆς Σερβίας, δαπανώσης ὑπὲρ τῆς γεωργίας 3,227,927 dinar ἢ φράγκα ἐκ καθαρῶν πιστώσεων 48 μόλις ἑκατομμυρίων. Ἡ Δανία, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ καθαρῶν ἐσόδων 60 ἑκατομμυρίων κορωνῶν, (ὑπολογίζω δὲ πάντοτε ἀφαιρῶν τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ποσὸν) δαπανᾷ διὰ τὴν γεωργίαν 2,524,015. Τὰ δύο ταῦτα Κράτη ἔχουσι πληθυσμὸν ὀλιγώτερον κατά τι τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔκτασιν μικροτέραν. Ἡ Ἑλβετία, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ καθαροῦ 90 ἑκατομμυρίων φράγκων, δαπανᾷ διὰ τὴν γεωργίαν καὶ βιομηχανίαν φρ. 4,135,549. Τὸ Βέλγιον, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 308,000,000 φρ., δαπανᾷ διὰ τὴν γεωργίαν 25,201,025. Ἡ Ἰαπωνία, ἐπὶ καθαροῦ προϋπολογισμοῦ 216 ἑκατομμυρίων yen, (ἑκάστου yen ἀναλογοῦντος πρὸς 2 φράγκα καὶ 49 ἑκατοστὰ) δαπανᾷ διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν της 3,634,000. Ἡ Οὑγγαρία, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 375 ἑκατομμυρίων φιορινίων, δαπανᾷ εἰς τὴν γεωργίαν 19,769,000. Ἡ Γαλλία, ἐπὶ 2,227,000,000 φράγκων, δαπανᾷ εἰς τὴν γεωργίαν 187 ἑκατομμύρια φράγκα. Ἡμεῖς δαπανῶμεν 213,000 ἐπὶ 79 ἑκατομμυρίων, ἤτοι τὸ 1/370ὸν, καὶ μετὰ τῶν κληροδοτημάτων τὸ 1)79. Ἡ Σερβία δαπανᾷ τὸ 1)15ον, ἡ Δανία τὸ 1)24ον, ἡ Ἑλβετία τὸ 1)12ον, τὸ Βέλγιον τὸ 1)12ον, ἡ Ἱσπανία τὸ 1)59ον, ἡ Οὑγγαρία τὸ 1)15ον, καὶ ἡ Γαλλία τὸ 1)12ον. Διατὶ λοιπὸν παραπονοῦνται καὶ ἐξεγείρονται οἱ Ὑπουργοὶ, ὅταν γίνωνται παρατηρήσεις, ὅτι δὲν ἐνισχύεται ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου; Βλέπομεν ὅτι ὁ μεταλλικὸς ἡμῶν πλοῦτος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, δὲν ἀποφέρει οὐδὲ ποσοστὸν τοῦ ὅσον ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ἀποφέρῃ. Οὕτως ἡ τιμὴ τοῦ σιδήρου ὑψώθη καταπληκτικῶς. Ἡ Εὐρώπη ζητεῖ σιδηρόλιθον, καὶ ὅμως ἐλάχιστα μεταλλεῖα σιδήρου ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουσιν εἰς ἐνέργειαν. Δὲν ἠδύνατο ἆρά γε νὰ λάβῃ μέτρα τὸ Κράτος πρὸς ἐπέκτασιν τῆς ἐργασίας, ὅπως τὸ ἐξαγόμενον ποσὸν σιδηρολίθου πολλαπλασιασθῇ; Ἡ ζήτησις τοῦ σιδήρου θὰ ἐξακολουθήσῃ. Δὲν εἶναι πρόσκαιρος καὶ ἕνεκα τοῦ πολέμου, ὡς νομίζεται, ἡ ὕψωσις αὕτη. Ὁ σίδηρος, γενόμενος ἡ μόνη σήμερον ὕλη τῆς ναυτιλίας (πολεμικῆς καὶ ἐμπορικῆς), τῶν πυροβόλων, τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, ἐγένετο καὶ οὐσιώδης ὕλη ἐν τῇ οἰκοδομικῇ. Θὰ βαίνῃ λοιπὸν αὐξανομένη ἡ ζήτησις καὶ ἡ τιμὴ αὐτοῦ. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαμινεύσεως τοῦ σιδηρολίθου ἐν τῷ τόπῳ; Ἡ Ἰταλία τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλυσεν, ὡς μανθάνω. Ἡ ἰδέα ὅτι δὲν δύναται ἐδῶ νὰ ἐκκαμινευθῇ ὁ σιδηρόλιθος, διότι τὰ ἔξοδα δὲν καλύπτουσι τὰ ἔσοδα, νομίζω ὅτι δὲν ἵσταται πλέον. Ἡ Ἰταλία ἵδρυσε καμινευτήρια σιδηρολίθου δύο ἐν Νεαπόλει. Τοὐλάχιστον διατὶ δὲν δοκιμάζομεν καὶ ὑμεῖς; Δὲν ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ λάβῃ εἰς τοῦτο κἂν τὴν πρωτοβουλίαν; Μανθάνω ὅτι ἐγένετο ἰδιωτικὴ σκέψις πρὸ ἵδρυσιν ἐνταῦθα τοιαύτης καμίνου. Ἀγνοῶ ἂν εἶναι ἀληθές. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὅλαι αἱ Κυκλάδες εἶναι πλήρεις μεταλλείων σιδήρου. Μοὶ εἶπον ὅτι ἐν Ἀμοργῷ ὑπάρχει σιδηρόλιθος, ἔχων 70% περιεκτικότητα. Δι’ αὐτὸν τὸν πλοῦτον ποίαν βλέπετε ὁ προϋπολογισμὸς νὰ λαμβάνῃ μέριμναν ἐνισχύσεως; Οὐδεμίαν! Μήπως ὁ λευκόλιθος δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐν Ἑλλάδι; Ἡ δὲ σμύρις ἡμῶν, ἡ ἀρίστη, ἀλλαχοῦ τρέφει ἐργοστάσια κατεργασίας αὐτῆς. Ποία πρόνοια ἐλήφθη ποτὲ, ἵνα παράσχῃ αὕτη ἐργασίαν καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ τόπῳ; Περὶ τοιούτων ζωτικῶν θεμάτων οὐδεμία πρόβλεψις γίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, τοῦ ἐπαγγελλομένου μεταρρυθμίσεις! Ἐρωτῶ πάλιν, ἄδικα εἶναι τὰ παράπονα τῶν ἐρευνώντων τὰς στήλας τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τῆς κυβερνητικῆς νάρκης; Εἶναι ἄδικον τὸ παράπονον, ὅτι, ἂν μέχρι τοῦ πολέμου ἐδικαιολογεῖτο αὕτη, ἔκτοτε εἶναι ἀδικαιολόγητος; Περὶ τοῦ ἐμπορίου οὐδεμία μέριμνα, ὡς εἶπον, παρατηρεῖται. Ὁ θεσμὸς τῶν ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων ἐκοιμήθη τὸν νήδυμον! Τὰ τυπικῶς ὑπάρχοντα δύο ἐπιμελητήρια χρησιμεύουσι πότε καὶ πότε, κατ’ ἀραιότατα χρονικὰ διαστήματα, ἵνα δίδωσι καμμίαν γνώμην εἰς δευτερεύοντα ζητήματα καὶ ἵνα ἐκφράζωσιν εὐχὰς κἄποτε. Λειτουργεῖ ἀτόνως ἐν Πάτραις καὶ τυπικῶς ἐν ἄλλῃ τινὶ πόλει. Ἀλλαχοῦ ταῦτα ἔχουσι σωτήριον δρᾶσιν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἐμπορίου. Δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἤδη ζωὴ καὶ δύναμις εἰς αὐτά; Μήπως ἡ Ληξιαρχικὴ ἡμῶν νομοθεσία δὲν ἀργεῖ ἐντελῶς; Δὲν εἶναι τάχα καὶ τοῦτο ἔργον ἀναγόμενον εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; Δὲν ἠδύναντο νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως λειτουργήσῃ ὁ νόμος οὗτος, οὗ ἡ ἀχρηστία ἐπιφέρει τόσας βλάβας εἰς τοὺς πολίτας; Εἶναι θαυμάσιον, ὅτι ἀπό τινος ἐξέλιπον καὶ αὐτοὶ οἱ μικροὶ πίνακες τῆς κινήσεως τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἂν θέλετε νὰ μάθητε πόσοι τῶν κατοίκων ἀνάγονται εἰς ἑκάστην ἡλικίαν, δὲν δύνασθε. Ἀλλὰ τὸ θαυμασιώτερον, ὅτι δὲν εὑρίσκετε εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Στατιστικοῦ τμήματος οὐδὲ τὰς στατιστικὰς τῶν ἄλλων Κρατῶν πλήρεις. Ἤθελον νὰ ὑπολογίσω εἰς πόσον ἀναλογοῦσιν οἱ 17,000 ὑπάλληλοι πρὸς τὸν ὅλον ἐργατικὸν πληθυσμὸν, καὶ δὲν εὗρον στοιχεῖα! Γίνεται, ὡς εἶπον, μία ἀπογραφὴ, καὶ αὐτὴ πλήρης ἀνακριβειῶν, κατὰ δεκαετίαν, καὶ ἐπικαλούμεθα αὐτὴν, μόνον ἵνα δείξωμεν ὅτι ἔχομεν ἀπογραφὴν, ἀλλ’ ἀπογραφὴν ἀκριβῆ δὲν ἔχομεν. Ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Ὁμολογῶ, ὅτι οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι μοὶ φαίνονται ἐκ τῶν μᾶλλον φιλοπόνως ἐργαζομένων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις, παρὰ νὰ ἐκφράσῃ ἀπορίαν, βλέπων ἐν μὲν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ κ. Ζαΐμη τοῦ 1899 διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ διανομεῖς 110, ἐν δὲ τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ νῦν Ὑπουργείου τοῦ αὐτοῦ ἔτους 120, ἐν δὲ τῷ σημερινῷ προϋπολογισμῷ 135...
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἤδη ἑπτάκις τῆς ἡμέρας γίνεται ἡ διανομὴ τῶν ἐπιστολῶν.
§183ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ τὴν αὔξησιν... Ἀλλὰ καὶ ἄλλην παρατήρησιν κάμνω. Ἐνῷ ἔχομεν 135 διανομεῖς διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, πόσους, νομίζετε, ὁρίζει δι’ ὅλας τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας; Μόνον 59, ἤτοι περίπου τὸ ἓν τρίτον. Ἐζήτησα τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας, καὶ ἔμαθον, ὅτι ἐκεῖ ἔχουσιν ἀμίσθους διανομεῖς, λαμβάνοντας 5 λεπτὰ παρ’ ἑκάστου τῶν παραληπτῶν. Διατὶ οἱ ἐπαρχιῶται ὑποβάλλονται εἰς τὸν φόρον τῶν 5 λεπτῶν, καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ὄχι; Ἠρίθμησα τὸν πληθυσμὸν τῶν πόλεων τῶν ἐχουσῶν κατοίκους ἄνω τῶν 6,000 καὶ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν, καὶ εὗρον ὅτι οὗτοι ἀθροίζονται εἰς 275,000 ἀνθρώπους, ἐνῷ ὁ πληθυσμὸς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς εἶναι 150,000 καὶ τῶν Ἀθηνῶν μόνον 107,000...
§184Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ὑμεῖς ἀκολουθεῖτε· μεταβαίνουσιν οἱ ἴδιοι οἱ πολῖται εἰς τὸ ταχυδρομεῖον καὶ λαμβάνουσι τὰς ἐπιστολάς των. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη πολλῶν διανομέων.
§185ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μεταβαίνω ἀληθῶς μόνος εἰς τὸ ταχυδρομεῖον, διότι ὡς ἐκ τῶν ἀσχολιῶν μου αὐτὸν καὶ μόνον τὸν περίπατον δύναμαι νὰ κάμω. Οἱ ἐπαρχιῶται ὅμως ἀναμένουσι τὸν γραμματοκομιστήν.
§186ΤΣΑΤΣΟΣ. Διὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων θεραπεύονται ὅλα αὐτά.
§187ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὴν στήλην τῶν δαπανῶν δι’ ἔργα ὁδοποιΐας, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ἐν αὐτῇ ἀναγράφεται ποσὸν 100,000 δραχμῶν διὰ βατὰς ὁδοὺς, αἵτινες κατ’ ἐξοχὴν ἐνδιαφέρουσι τοὺς γεωργούς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε δήλωσιν, ὅτι δὲν θὰ δαπανηθῇ οὐδὲ λεπτόν...
§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§189ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγένετο παρατήρησις παρά τινων συναδέλφων, καὶ ἐδώσατε αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν.
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἴς τινα μέρη ἀντὶ ἁμαξιτῶν ὁδῶν ἔπρεπε νὰ γείνωσι βαταί.
§191ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπανέρχομαι κατ’ ἀνάγκην εἰς θέματα, περὶ ὧν ὡμίλησα, ὡς π. χ. εἰς τὴν Γεωργίαν, διότι συνδέονται μετὰ τῶν κατόπιν ἐξεταζομένων. Ἐπανερχόμενος ἐνθυμίζω ὑμῖν, ὅτι καὶ οἱ ἐκ Κορίνθου συνάδελφοι ὡμίλησαν, καὶ ἐγὼ, τρὶς λαβὼν τὸν λόγον, εἶπον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς λίμνας Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας, καταδείξας καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Εἶπον ὅτι αἱ γαῖαι τοῦ Φενεοῦ θὰ ἀπέφερον, πωλούμεναι, 400 δραχ. κατὰ στρέμμα. Σήμερον σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὡς ἐλάχιστον ποσὸν τιμῆς δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε 800 δραχ. κατὰ στρέμμα, καὶ μίσθωμα ἐλάχιστον, 18 δραχ. κατὰ στρέμμα ἐτησίως. Εἶναι δὲ 33–35 χιλιάδες τοὐλάχιστον στρέμματα. Ὑπολογίσατε ὁπόσην περιουσίαν καὶ ὁπόσον ἔσοδον ἀφίνει ἡ Κυβέρνησις κινδυνεύοντα ν’ ἀπολεσθῶσι. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ ὄφελος τοῦτο· διότι διὰ τῆς ἀποξηράνσεως θ’ ἀπαλλαγῶσι τὰ πολλὰ περιλίμνια χωρία τῶν ἐλειογενῶν πυρετῶν, οἵτινες καταμαστίζουσιν αὐτούς. Πᾶσα δαπάνη πρὸς ἀποξήρανσιν πολλαπλασία θ’ ἀποδοθῇ. Σήμερον δὲ, ὅτε δὲν εἶναι πλήρης ἡ ἀποξήρανσις, διότι ἔχουσι κατακλυσθῇ ἤδη μόνον 8,000 στρέμματα, εἶναι εὔκολος. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔπραξε μέχρι τοῦδε, οὐδὲ νὰ μελετήσῃ ἠθέλησε. Δὲν ἔπρεπεν ἐκεῖ νὰ ἱδρυθῇ ἀμέσως γεωργικὸς σταθμὸς, νὰ σταλῇ δὲ γεωπόνος, ὅπως μετὰ μηχανικῶν μελετήσωσι τὴν ἀποξήρανσιν καὶ τὴν γεωργικὴν χρησιμοποίησιν τῶν γαιῶν καὶ ὁδηγήσωσι τοὺς χωρικοὺς εἰς τὴν προσφορωτέραν καλλιέργειαν; Ἐνῷ δὲ, ὡς εἶπον, διὰ τὴν γεωργίαν ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει δραχ. 213,000 μόνον, διὰ καλλωπισμὸν τῆς Πρωτευούσης καὶ τοῦ Φαλήρου προϋπολογίζει 134,600, καὶ διὰ τὸν κῆπον τοῦ Ζαππείου ἑτέρας 15,000, ἐν ὅλῳ 149,600· καὶ τοῦτο, ἐνῷ οἱ δύο δῆμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς εἶναι οἱ εὐπορώτεροι τοῦ Κράτους, καὶ αἱ δαπάναι, δαπάναι πολυτελείας. Περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας ἠδυνάμεθα νὰ μὴ δαπανῶμεν πολλὰ, ἀλλ’ ἴσως καὶ ὀλιγώτερα τῶν δαπανωμένων, ἐὰν ἐλαμβάνετο οἵα ἀλλαχοῦ ἐλήφθη πρόνοια περὶ αὐτῆς. Τὰ δυστυχήματα, ὅσα συμβαίνουσιν ἐκ τῶν φαρμακείων, δὲν εἶναι μόνον ὅσα ἀκούομεν· ἐγὼ αὐτὸς κατά τινα ἀσθένειάν μου μικροῦ δεῖν ἐδηλητηριαζόμην, διότι ἐκ λάθους τοῦ βοηθοῦ τοῦ Φαρμακείου ἐτέθη δεκαεξαπλασία δόσις τοῦ ἀναγραφέντος δηλητηριώδους φαρμάκου. Καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία ἐπίβλεψις αὐτῶν γίνεται! Εἰς τοὺς δήμους δὲ δὲν κατωρθώθη νὰ δοθῶσιν ὁδηγίαι περὶ τῶν ἐπιχωρίων νόσων, οὔτε ἰατροὶ διακανονίζοντες τὰ χάριν τῆς ὑγείας μέτρα ὑπάρχουσι...
§192Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἄλλοτε ὑπῆρχον οἱ νομοϊατροί.
§193ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤδη κατηργήθησαν.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἤδη ὑπάρχουσι.
§195ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μάλιστα, ἔχομεν ἀστυϊάτρους, ἀλλ’ ἀμίσθους, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ τῶν ἀγορῶν ἐπιθεώρησις. Ἐννοεῖται, εἰς μικράς τινας ἀστυνομίας πολλοὶ τῶν ἀμίσθων τούτων ζητοῦσι νὰ λάβωσιν ἀνθρωπίνως ὠφέλειάν τινα, ἀφοῦ δὲν ἀμείβονται. Βεβαίως πολλοὶ τούτων ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχητε ἐπὶ τῶν ἀμίσθων οἵαν πεποίθησιν θὰ εἴχετε ἐπ’ αὐτῶν, ἐὰν ἐμισθοδοτοῦντο. Μήπως ἐπιτηροῦνται τὰ Νοσοκομεῖα ἢ λαμβάνονται μέτρα κατὰ τῶν μολυσματικῶν νόσων; Ποία εἶναι ἡ ἰατρικὴ ὅλων τῶν ἀγορῶν ἐπιτήρησις; ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἰχθύων, τοὐλάχιστον ἂν οὗτοι εἶναι προϊόντα ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος; Προκειμένου δὲ περὶ ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος, δὲν εἶναι φανερὸν, ὅτι ἡ καταστροφὴ αὕτη πολλῶν χρησίμων εἰς τροφὴν τῶν ἀνθρώπων ἐνυδρίων δὲν εὑρέθη ἔτι τρόπος νὰ κατασταλῇ; Ἡ ἐπιτήρησις τῶν Λιμεναρχείων, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν κατώρθωσαν νὰ μετριάσωσι τὸ κακόν. Ἐγένετο σκέψις περὶ ἄλλων μέτρων; Οὐδεμία! Εἶναι βέβαιον δὲ, ὅτι σήμερον τρέφεσθε τὸ πλεῖστον ἐξ ἰχθύων διὰ δυναμίτιδος φονευθέντων· Ἰχθυοπῶλαι μὲ ἐβεβαίωσαν περὶ τούτου, καὶ ἀπέκλεισα σχεδὸν τοὺς ἰχθῦς ἀπὸ τὴν τροφὴν τοῦ οἴκου μου, ἀρκούμενος μόνον ὅταν εὑρίσκωμαι εἰς παράλια μέρη νὰ δοκιμάζω αὐτήν. Ἔμαθα μάλιστα, ὅτι οἱ ἰατροὶ δὲν γνωρίζουσι νὰ διακρίνωσι καλῶς τοὺς διὰ δυναμίτιδος ἁλιευομένους ἰχθεῖς. Νομίζω ἀρκετὰ ὅσα εἶπον, ἐνδεικνύων. Ἐὰν θελήσω νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, ὅσους διηρεύνησα, θὰ βαρύνω ὑμᾶς μεγάλως· διὸ ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἐνδεικτικῶς θιγέντα. Ῥίπτων δὲ βλέμμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, θὰ κάμω παρατηρήσεις, δι’ ἃς ἐλπίζω, ὅτι ὁ συμπολίτης μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης (ὃν ἔχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀριθμῶμεν μεταξὺ τῶν ἐκλογέων καὶ συνδημοτῶν) θὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὅσα θὰ εἴπω ἀνάγονται μὲν εἰς τὴν ἐν γένει λειτουργίαν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, τοῦ ὁποίου τὴν λειτουργίαν βλέπω πάσχουσαν, ἀλλὰ περιέχουσι καὶ τὴν ἀπόδειξιν ὅτι οὐδαμῶς ἐθεραπεύθη αὕτη ὑπ’ αὐτοῦ, οὐδὲ μία τῶν καχεξιῶν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Ἀπὸ τοῦ 1871 δὲν ἐξεδόθη καμμία Στατιστικὴ περὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων. Ἐκδίδονται ἀπό τινων ἐτῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὡς δῆθεν στατιστικαὶ, πίνακες τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων, καθιερωθέντες πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ ποσοῦ τῆς ἐργασίας τῶν δικαστῶν. Οἱ πίνακες δ’ οὗτοι ἀναγράφουσι, κατὰ τρόπον περίεργον ταῦτα μόνα: «εἰσήχθησαν τόσαι ὑποθέσεις· ἐδικάσθησαν τόσαι ἐρήμην, τόσαι κατ’ ἀντιμολίαν· τόσαι καταδικαστικαὶ, τόσαι ὁριστικαὶ, τόσαι πολιτικαὶ ἢ ποινικαὶ, τόσαι ὁριστικαὶ ἢ προδικαστικαί». Ἀλλ’ οὐδένα λόγον ποιοῦνται περὶ τοῦ εἰς τίνα ἐγκλήματα ἀφεώρων, πόσοι εἶναι οἱ κατηγορούμενοι, ποίου φύλου, ποίας ἡλικίας, ποῖα κατ’ ἐπαρχίας διεπράχθησαν ἐγκλήματα. Τίποτε ἐξ ὅσων στατιστικῶς γνωρίζει τις τὴν ἐγκληματικότητα. Καὶ ἐδῶ ἡ ἐρημία στατιστικῆς ἐργασίας εἶναι κατάδηλον ὁπόσον εἶναι βλαβερά. Κατόπιν τῆς τοῦ 1871, ὅτε ὁ κ. Κοντόσταυλος ἐξέδοτο τὸν περὶ τοῦ 1869 ἔλεγχον, οὐδὲν γνωρίζομεν. Εἶχεν ἐκδοθῆ τῷ 1852 ἄλλη, καὶ ἄλλη τῷ 1858, αὗται δὲ μ’ ἐβοήθησαν, ἵνα ἐξαγάγω τινὰ συμπεράσματα. Ἐλέγχων τὴν λειτουργίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι ἡμεῖς ἐν συγκρίσει δαπανῶμεν πλειότερα τῶν πλείστων Κρατῶν διὰ τὴν Δικαιοσύνην· καὶ ἂν ἀκόμη χωρίσωμεν τὸ κεφάλαιον τῶν Φυλακῶν, τὸ ὁποῖον ἀναβαίνει εἰς 1,782,000 δραχμὰς, πάλιν τὸ ὑπόλοιπον εἶναι περισσότερον τοῦ ἐν ἄλλοις Κράτεσι δαπανωμένου. Καὶ διὰ τὰς φυλακὰς ἐπίσης δαπανῶμεν πλειότερα, διότι, ἐνῷ φαίνεται ὅτι δαπανῶμεν 1,782,000 δραχμὰς, πράγματι δαπανῶμεν καὶ ἓν ἑκατομμύριον καὶ πλέον περισσότερα· διότι ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν γίνεται παρ’ ἡμῖν διὰ στρατοῦ, ἀπασχολοῦνται δ’ ἐκεῖ, δι’ ὅλα τὰ δεσμωτήρια καὶ τὰς φυλακὰς, πλέον τῶν 1200 ἀνδρῶν, ὧν ἡ συντήρησις εἶναι δαπάνη διὰ τὰς φυλακὰς γιγνομένη. Ἔχετε λοιπὸν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης τὰ ἑξῆς διδόμενα. Ἡμεῖς δαπανῶμεν 6,363,000. Ἐξ αὐτῶν 1,782,000 εἶναι διὰ τὰς φυλακὰς, τὰ δὲ ὑπόλοιπα 4,581,000 διὰ τὰς λοιπὰς δαπάνας τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Οὑγγαρία, ἐπὶ φιορινίων 373 ἑκατομμυρίων καθαρῶν, δαπανᾷ διὰ τὴν Δικαιοσύνην 16,694,000 φιορίνια, ἤτοι τὸ 1]30. Ἡ Αὐστρία ἐπίσης, ἐπὶ 588 ἑκατομμυρίων φιορινίων, δαναπᾷ φιορίνια 24,336, ἤτοι τὸ 1]28. Ἡ Ἰταλία, ἐπὶ ἑνὸς δισεκατομμυρίου λιρῶν ἰταλικῶν, ἢ φράγκων, καὶ πλέον, δαπανᾷ 40,782,445, ἤτοι τὸ 1]26 τῶν διαθεσίμων πιστώσεων. Ἡ Γαλλία ἐπὶ 2,227,000,000 φράγκων, δαπανᾷ διὰ τὴν Δικαιοσύνην 35 ἑκατομμύρια, ἤτοι τὸ 1]63, καὶ διὰ τὰς φυλακὰς 17 σχεδὸν ἑκατομμύρια, ἤτοι τὸ 1]131. Ἡ Ῥουμανία, ἐπὶ 143 ἑκατομμυρίων lei ἢ φράγκων, δαπανᾷ 6,618,294, ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ 1]22. Ἡ Βουλγαρία, ἐπὶ 63 ἑκατομμυρίων φράγκων, δαπανᾷ διὰ φυλακὰς καὶ Δικαιοσύνην 4,587,000. Ἡμεῖς πλησιάζομεν ὀλίγον τὴν Σερβίαν, ἡ ὁποία ἐπὶ 48 ἑκατομμυρίων δαπανᾷ 3,722,000. Ἡ Δανία, ἐπὶ 60 ἑκατομμυρίων κορωνῶν, δαπανᾷ 4,602,088 μετὰ τῶν φυλακῶν, ἤτοι τὸ 1]14. Ἡμεῖς δαπανῶμεν διὰ Δικαιοσύνην καὶ φυλακὰς δραχ. 7,500,000 (μετὰ τῆς φρουρᾶς), ἤτοι τὸ ⅒ ἢ τὸ 1]11 τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ μόνην τὴν Δικαιοσύνην δραχ. 4,641,267, ἤτοι τὸ 1]16. Ἐν γένει λοιπὸν δαπανῶμεν πλειότερα ὅλων τῶν ἄλλων Κρατῶν. Πῶς δὲ λειτουργεῖ ἡ Δικαιοσύνη; Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ κάμω μίαν γενικὴν παρατήρησιν. Πάντοτε, ὁσάκις λέγωμεν, ὅτι καθυστερεῖ μία ὑπηρεσία, λαμβάνομεν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐξ ἐλλείψεως προσώπων. Τοῦτο δὲ μᾶς λέγει καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ δύο νέους τμηματάρχας καὶ ἓξ γραφεῖς. Ἀλλὰ τὸ 1871, ὅτε συνετάχθη ἡ Στατιστικὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶχε τόσους ὑπαλλήλους, οὐδ’ ἀπεσπῶντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπάλληλοι τοῦ Πρωτοδικείου, ὡς νῦν. Παραπονούμεθα διαρκῶς περὶ τῶν συντάξεων, καὶ δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀπαύστου αὐξήσεως προσώπων καὶ μισθῶν αὐξάνονται συγχρόνως καὶ τὰ ποσὰ τῶν συντάξεων μετὰ ταχύτητος, ἥτις μετ’ ὀλίγα ἔτη θὰ κάμῃ τὰ ἓξ ἑκατομμύρια ὀκτὼ καὶ πλέον. Δὲν ἔχομεν, κατ’ ἐμὲ, ἀνάγκην προσώπων. Τὰ πρόσωπα ὑπάρχουσι καὶ ἀργοῦσιν εἰς ὑπηρεσίας ἢ δικαστήρια στερούμενα ἐργασίας. Ἡ ἀνάγκη εἶναι νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ πρόσωπα καὶ ν’ αὐξήσωσιν οἱ μισθοί. Οἱ ἀτελεῖς πίνακες, οὓς κρατῶ, πείθουσι περὶ τούτου. Ἰδοὺ εἷς πίναξ. Ἐν ἔτει 1886 ἔμειναν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ποινικαὶ (διότι περὶ τῶν πολιτικῶν δὲν δύναταί τις νὰ γνωρίζῃ τίποτε ἀκριβῶς) 88,783, τῷ 1887 ἔμειναν 62,682. Δὲν γνωρίζω τίς ἦτο τότε Ὑπουργὸς, φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐνήργει καταλλήλως καὶ ἐξῆψε τὴν δραστηριότητα τῶν δικαστῶν. Τῷ 1888 ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 63,054, τῷ 1889 δὲ 66,627. Ἀκούσατε τώρα τὴν αὔξησιν προϊοῦσαν: Τῷ 1890 ἐκκρεμεῖς 75,963, τῷ 1891 ἔμειναν 89,648, τῷ 1892 ἔμειναν 106,904, τῷ 1893 ἔχομεν 107,019, τῷ 1894 γίνονται 112,549, τῷ 1895 προβαίνουν εἰς 128,664, τῷ 1896 ἔχομεν 130,621, τῷ 1897 ἔμειναν 126,000 (καίτοι τὰ δικαστήρια τῆς Θεσσαλίας ἤργουν καὶ καταγγελίαι δὲν ἐγένοντο), τῷ 1898 ἀνῆλθον εἰς 146,000, καὶ τῷ 1899 ἔχομεν τὴν τρίτην τριμηνίαν ἐκκρεμεῖς 160,000. Τοσαῦται λοιπὸν ὑποθέσεις μένουσιν ἐκκρεμεῖς!
§196ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τὰς διαγράψωμεν, ὅπως καὶ τὰ χρέη.
§197ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔχων εἰς χεῖράς μου ἤδη τὸν πίνακα τοῦτον, ἐνθυμοῦμαί τι, τὸ ὁποῖον παρέλειψα ἐν τῇ ἐρεύνη τῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐννοῶ τὴν ἀστυνομίαν. Δι’ αὐτὴν ἑνοῦμαι πληρέστατα καὶ εἰλικρινέστατα μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἀπέτυχε, καὶ ἡ Διοικητικὴ θ’ ἀποτύχῃ πλειότερον. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι καὶ ἡ ἀνάθεσις εἰς τοὺς δήμους τῆς ἀστυνομίας ἔφερε καλλίτερα ἀποτελέσματα, καὶ ἂν ἡ νομοθεσία τῆς ἀστυνομίας ἐβελτιοῦτο ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, θὰ ἐπετύγχανεν ὁλοσχερῶς. Τὰ στοιχεῖα δὲ, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδει ἡ μελέτη τῶν ἀτελῶν τούτων πινάκων, ἐνδεικνύουσιν ἢ μᾶλλον μαρτυροῦσι καὶ τοῦτο. Τίνας καρποὺς ἔφερεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Ὅσον ἀφορᾷ τὰ πλημμελήματα, βλέπομεν, ὅτι ἀπέβησαν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις (ἐπὶ τῶν κατ’ ἀντιμωλίαν δικῶν) τὸ 1887 9163, τὸ 1888 9,058, τὸ 1889 9,752, τὸ 1890 7,161, τὸ 1891 7,890, τὸ 1892 8,952, τὸ 1893, ὅτε ἤρχισε, νομίζω, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἴχομεν 12,255, τὸ 1894 εἴχομεν 12,885, τὸ 1895 εἴχομεν 9,747, τὸ 1896 δὲ 9,771 τουτέστι πάντοτε ἦσαν πλειότεραι τῶν ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ καὶ τῶν εἰσαγομένων ὑποθέσεων ἂν συγκρίνητε τὸν ἀριθμὸν, θὰ φθάσητε εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Παρετήρησα, ὅτι αἱ εἰσαγόμεναι ποινικαὶ ὑποθέσεις εἶναι πολλαὶ, ὅτι ἐκ τῶν εἰσαγομένων καὶ μὴ ἀναβαλλομένων δικάζονται ἐρήμην συνήθως σχεδὸν τὸ ἥμισυ καὶ ἐνίοτε καὶ πλέον τοῦ ἡμίσεος, ὅτι δὲ ἐκ τῶν κατ’ ἀντιμωλίαν δικαζομένων οἱ ἀθωούμενοι πάντοτε ὑπερβαίνουσι τὸ ἥμισυ, ἐνίοτε δὲ φθάνουσι καὶ τὰ ⅔. Καὶ ἔχω περὶ τούτου σημείωσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικείων, ἐξ ἧς ἀναφέρω μέρος, διότι καὶ τοῦτο δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μία ἀφετηρία κρίσεως. Οὕτω τὸ 1887 ἐξεδόθησαν ἀθωωτικαὶ 10,297, καταδικαστικαὶ 9,163, τὸ 1888 ἀθωωτικαὶ 11,977, καταδικαστικαὶ 9,058, τὸ 1889 ἀθωωτικαὶ 10,781, καταδικαστικαὶ 9,752, τὸ 1890 ἀθωωτικαὶ 9,441, καταδικαστικαὶ 7161, τὸ 1891 ἀθωωτικαὶ 8,590, καταδικαστικαὶ 7,890, τὸ 1892 ἀθωωτικαὶ 10,386, καταδικαστικαὶ 8,952, τὸ 1893 ἀθωωτικαὶ 12,733, καταδικαστικαὶ 12,255, τὸ 1894 ἀθωωτικαὶ 14,054, καταδικαστικαὶ 12,885, τὸ 1895 ἀθωωτικαὶ 12,612, καταδικαστικαὶ 9,747. Εἰς τὰς καταδικαστικὰς δὲν ὑπολογίζω τὰς ἐρήμην. Τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα συνάγομεν ἐκ τῆς παρατηρήσεως ταύτης, εἶναι, ὅτι τὰ δικαστήρια καταγίνονται μὲ περιττὴν ἐργασίαν κατὰ τὸ πλεῖστον, ἡ ὁποία φέρεται εἰς τὸ ἀκροατήριον καὶ ἀπασχολεῖ αὐτό· ὅτι ἡ προδικασία χωλαίνει· ὅτι αἱ ἐρήμην εἶναι σχεδὸν τὸ ἥμισυ τῶν μὴ ἀναβαλλομένων, καὶ ὅτι ὅλαι αἱ ἐρήμην ἀποφάσεις εἶναι καταδικαστικαὶ, τοῦτο δὲ σημαίνει, ὅτι τὰ δικαστήρια μηχανικῶς καταδικάζουσι πάντοτε τοὺς ἐρήμην δικαζομένους. Ἐρωτῶ, περὶ τούτων ἐλήφθη πρόνοιά τις; Ἐγένετο σκέψις, κατὰ τίνα τρόπον νὰ καθαρίζωνται αἱ ὑποθέσεις καὶ νὰ μὴ ἀπασχολῶνται εἰς μάτην τὰ δικαστήρια; Βεβαίως ὄχι. Καὶ εἰς τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις, πλέον τοῦ ἡμίσεος τῶν δικαζομένων ὑποθέσεων ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων γίνονται ἐρήμην, συνήθως δὲ τὸ αὐτὸ σχεδὸν γίνεται καὶ εἰς τὰ Ἐφετεῖα. Πλέον τῶν ⅔ σχεδὸν τῶν κατ’ ἀντιμωλίαν δικαζομένων πρωτοδίκως εἶναι προδικαστικαί. Βεβαίως ἡ δικαιοσύνη, οὕτω λειτουργοῦσα, δὲν δύναται νὰ φέρῃ τ’ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Οἱ δικαστικοὶ λέγουσι πάντοτε, ὅτι καὶ τὸ σύστημα τῶν ἐπιδόσεων καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικείων δῆθεν προφορικῆς συζητήσεως ἢ (ἀληθῶς) τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν προτάσεων, εἶναι ἐλαττωματικὰ, καὶ ὅτι πολλαὶ διορθώσεις ἀπαιτοῦνται, ἀλλὰ μέριμνα οὐδεμία λαμβάνεται. Δὲν ἀναφέρω τοὺς ἀριθμοὺς πρὸς βεβαίωσιν τῆς παρατηρήσεως ταύτης, διότι καὶ εἰς ἐμὲ ὀχληρὸν εἶναι καὶ εἰς σᾶς περιττόν. Ἐν τούτοις ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ἀντὶ ν’ ἀπομακρυνθῇ τοῦ κακοῦ τούτου τῆς αὐξήσεως τῶν προσώπων (ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις), ἐχώθη βαθύτερον εἰς τὸ τέλμα. Δὲν ἀναφέρω οὔτε τῶν Πταισματοδικείων τὴν ἐργασίαν· ἀρκεῖ μόνον νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι τὰ δύο τρίτα ἢ σχεδὸν τόσοι ἐκ τῶν δικαζομένων κηρύσσονται ἀθῶοι. Εἶναι δικαστικὸν τοῦτο, ἢ εἶναι εἰκονικὴ καὶ μηχανικὴ ἐργασία; Βεβαίως ἡ ἐπιθυμία τοῦ εἰσαγαγόντος τὸν νόμον περὶ πταισματοδικῶν ἦτο ὀρθὴ, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ ἅγιος· ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος οὗτος ἐν τῇ πράξει ἀπέτυχεν, οὔτε ἐλαττώσας τὰ πταίσματα, οὔτε τιμωρίας ἐπαρκεῖς δείξας, δικαιολογούσας τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου θεσμοῦ. Τοιαύτη ἡ ἐφαρμογὴ ὅλων τῶν νόμων μας, οἵτινες μετὰ ἓν ἔτος δείκνυνται μάταιοι, ἄσκοποι. Ἂν δ’ ἐξετάσωμεν τὰς φυλακὰς, τί παρατηροῦμεν; Ὅτι εἶναι τυπικὴ ἡ δαπάνη, ἥτις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προβλέπεται, τῶν δραχ. 1,782,000, διότι, ὡς εἶπον, μετὰ τῆς συντηρήσεως τῆς φρουρᾶς εἶναι 3,000,000 δρ. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ὑπελόγισεν 700 δραχμὰς ἐτησίως στοιχίζοντα ἕκαστον ἄνδρα τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Στοιχίζει χιλίας...
§198Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὑπελόγισα 740 δραχμάς.
§199ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ λαμβάνετε τὸν ὀνομαστικὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, τὸν ἀναγραφόμενον εἰς τοὺς προϋπολογισμούς, ὄχι τὴν πραγματικὴν δύναμιν, ἥτις εἶναι πολὺ ὑποδεεστέρα. Ταύτην λαμβάνοντες ὡς διαιρέτην, θὰ εὕρητε 1000 δραχμὰς κατ’ ἄνδρα. Δαπάνη λοιπὸν πρόσθετος δρ. 1,200,000, ἤτοι τὸ ὅλον σχεδὸν τρία ἑκατομμύρια. Πόσα δαπανῶσι τὰ ἄλλα Κράτη; Ὀλιγώτερα, καὶ μὲ σύστημα φυλακῶν ἀνθρώπινον, μὲ παραγωγὴν ἐργασίας καὶ μόρφωσίν τινα τῶν φυλακισμένων. Ἐνθυμοῦμαι δύο τινὰ, ἀμφότερα ἐνδεικτικὰ τῆς σολοίκου ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ὅτε παρελάβομεν τὴν Ἑπτάνησον, εὕρομεν εἰς τὸ δεσμωτήριον τῆς Κεφαλληνίας ἐργασίαν πρὸς παραγωγὴν πυρείων· αἱ ἀρχαὶ ἐζήτησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ γείνῃ προμήθεια ξύλου, θείου, φωσφόρου κλπ., τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις, καὶ ἡ ἐργασία ἔπαυσεν ἔκτοτε, καὶ τὰ ἐργαλεῖα ἐχάθησαν! Ἤδη ἀγοράζει τὸ Δημόσιον, ἕνεκα τοῦ μονοπωλίου, τὰ πυρεῖα ἔξωθεν, καὶ οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς ἀδρανούσας χεῖρας τῶν φυλακισμένων. Οἱ Βαυαροὶ εἶχον συστήσει εἰς Παλαμῆδι ἐργοστάσιον κλινοσκεπασμάτων δι’ ἐγχωρίου ἐρίου, ἀρίστων τὴν ποιότητα καὶ ἐχόντων ἀντοχὴν μείζονα τῶν 30 ἐτῶν.
§200ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα· ἦσαν θαυμασίας ἀντοχῆς.
§201ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν μεταβῆτε εἰς παλαιοῦ τινος στρατιωτικοῦ οἶκον, θέλετε εὕρει ἴσως ἀκόμη ἐξ αὐτῶν σωζόμενον κανὲν κλινοσκέπασμα, χρησιμεῦον ὡς τάπης. Ἠξεύρετε τί ἀπέγεινε τὸ ἐργοστάσιον; Ἐπωλήθησαν διὰ δημοπρασίας τὰ μηχανήματα αὐτοῦ ὡς καύσιμος ὕλη, καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς μετέβαλε τὸ ἐργοστάσιον ἐκεῖνο εἰς φυλακάς! Τάχα δὲν ἦτο προτιμότερον ν’ ἀνασυνίστα τὸ ἐργοστάσιον αὐτό; Δὲν τὸ ἐσκέφθη ἴσως. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἐργασία εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ δὲν ἐγκατελείφθη; Μήπως γίνεται ἐργασία εἰς τὰς φυλακὰς Κερκύρας; Ἀτελεστάτη τις, πενιχρὰ, ἰδιωτικὴ καὶ ἀνοργάνωτος. Πᾶν ὅ,τι ἀλλαχοῦ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον διὰ τὴν πνευματικὴν μόρφωσιν τῶν φυλακισμένων καὶ τὴν οἰκονομίαν τῶν φυλακῶν, παρ’ ἡμῖν εἶναι ἄγνωστον σχεδὸν, ἢ παραλύει ἀμέσως, ἅμα εἰσαγόμενον. Ἐξαίρεσιν ποιεῖ τὸ ὑπὸ τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης ἐπιτηρούμενον Ἐφηβεῖον. Βεβαίως ἡ Διοίκησις εἶναι ἡ πταίουσα. Ἐν τούτοις αἱ δαπάναι αὗται, ὡς εἶπον, αἱ δαπάναι τῶν 2,900,000 διὰ τὰς φυλακὰς, εἶναι μεγάλαι, καὶ μείζονες τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ἡ Γαλλία δαπανᾷ 16,967,280 ἐπὶ 2,227,000,000 φράγκων. Ἡ Ἰταλία 27 ἑκατομμύρια ἐπὶ ἐσόδου καθαροῦ πλέον τοῦ δισεκατομμυρίου. Ἡ Ἀγγλία 1,171,941 λίρας ἐπὶ 113,533,000 λιρῶν. Ἡ Πρωσσία 8,966,000 μάρκα. Οὕτως ἡμεῖς ἔδει νὰ δαπανῶμεν, κατ’ ἀναλογίαν τῆς Γαλλίας ἓν ἑκατομμύριον, κατ’ ἀναλογίαν τῆς Ἀγγλίας ἐν ὅλῳ 1,700,000, κατ’ ἀναλογίαν τῆς Ἰταλίας 1,500,000 καὶ οὕτως ἐφεξῆς· καὶ δαπανῶμεν τρία ἑκατομμύρια! Ἀλλὰ προκειμένου περὶ φυλακῶν, ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐγκληματικότητα, ἣν εἴδαμεν ὅτι οὔτε ἡ Ἀστυνομία οὔτε ἡ Δικαιοσύνη ἐμετρίασαν. Ἤδη παρατηρῶ, ὅτι καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν, ὅτι ἡ ἐγκληματικότης παρ’ ἡμῖν δὲν ἠλαττώθη εἴτε ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας, εἴτε παρ’ ἀμφοτέρων. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰς καταδίκας ἐπὶ κακουργήμασι, καὶ συνάγω, ὅτι τὸ 1858 ἀνελόγει μία καταδίκη ἐπὶ 2868 κατοίκων, τὸ 1869 μία καταδίκη ἐπὶ 1859 κατοίκων, τὸ 1887 μία ἐπὶ 1666, τὸ 1893 μία ἐπὶ 1407, τὸ 1894 μία ἐπὶ 1559· τὸ 1895 ἐλαττοῦνται, διότι ἀναλογεῖ μία ἐπὶ 2172, καὶ τὸ 1896 μία ἐπὶ 2270. Παρατηρῶ ὅτι αἱ καταδίκαι ἀφορῶσι πλειότερα πρόσωπα, ἀλλ’ ἐλλείψει στατιστικῆς δὲν γνωρίζομεν πόσοι εἶναι οἱ καταδικασθέντες, καὶ διὰ τοῦτο λέγω καταδίκας. Ἀλλαχοῦ ὁ μέσος ὅρος εἶναι μία καταδίκη πρὸς πολλῷ μείζονα ἀριθμὸν κατοίκων· ἀρκεῖ νὰ σημειώσω, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τῇ 31 Δ)βρίου 1897 ἐκρατοῦντο διὰ παντὸς εἴδους ἀδικήματα εἰς τὰς φυλακὰς 40,610 ἄνθρωποι, καὶ ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς Γαλλίας εἶναι 38½ ἑκατομμύρια· ὥστε ἀναλογοῦσι χίλιοι κατάδικοι καὶ κἄτι εἰς τὸ ἑκατομμύριον. Ἡμεῖς ἔχομεν φυλακισμένους πλέον τῶν 7,000, ὥστε ἀναλογοῦσι τρισχίλιοι καὶ πλέον κατάδικοι εἰς τὸ ἑκατομμύριον. Ἡ τοιαύτη ἐγκληματικότης εἶναι κάκιστον σύμπτωμα, περὶ οὗ ὅμως δὲν βλέπω νὰ σκέπτηται κἂν ὁ προϋπολογισμός. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς πλειότερον. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ παρ’ ἐμοῦ ἐν ἀρχῇ ῥηθὲν, ὅτι ἔπρεπε τὰ παθήματα νὰ διδάξωσιν ἡμᾶς,—τοῦθ’ ὅπερ εὑρίσκομεν, δυστυχῶς, γινόμενον ὑπὸ τῆς Τουρκίας, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ τῶν τῆς Τουρκίας. Ἡ Τουρκία κατὰ τὸν πόλεμον εἶχε πολλὰ πλοῖα ἄχρηστα, τὰ ὁποῖα ἦσαν τελείως ἀναξιόμαχα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν μεταχειρίσθη αὐτὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καίτοι ἴσως καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἐσίγησε τελείως κατὰ θάλασσαν. Ἅμα τῷ πέρατι τοῦ πολέμου ὅμως ἔθηκεν εἰς ἐνέργειαν τὴν δημιουργίαν ἰσχυροῦ στόλου, καὶ σήμερον πρέπει νὰ θεωρήσωμεν δι’ ἡμᾶς τὴν δύναμιν ταύτην δυσκαταμάχητον, καὶ ἀπολεσθεῖσαν δι’ ἡμᾶς τὴν θάλασσαν, ἂν δὲν φροντίσωμεν. Θὰ σᾶς καταδείξω ποίαν ἤδη δύναμιν κατὰ θάλασσαν ἔχει ἡ Τουρκία καὶ ποίαν ἡμεῖς. Ἡμεῖς ἔχομεν μόνον τὰ τρία θωρηκτὰ, 3,800 τόννων ἕκαστον, καὶ 6 μόνον τορπιλλοβόλα, ὅλα ταχύτητος κατωτέρας τῶν 18 μιλίων. Δὲν πρέπει ν’ ἀπατώμεθα, ὅτι ἔχομεν ἄλλην θαλασσίαν δύναμιν. Τὴν ἄλλην ναυτικὴν ὕλην, ἐκτὸς τῶν τεσσάρων πλοίων, τῶν φερόντων τὰ ὀνόματα ποταμῶν καὶ χρησιμευόντων δι’ ἐκπαίδευσιν, πρέπει ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν, νὰ μεταβάλωμεν εἰς ὑλικὸν ἄλλο χρήσιμον, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὑπολογίζωμεν τί ἔχομεν...
§202Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ποίαν ἄλλην ὕλην;
§203ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὴν «Σφακτηρίαν», τὸν «Μιαούλην» καὶ τὰ λοιπά.
§204ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα;
§205ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ «Ὄλγα», ὁ «Γεώργιος».
§206ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τί θὰ πάρετε ἀπὸ τὴν «Ὄλγαν»;
§207ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Σίδηρον, ἢ ὅ, τι ἄλλο σᾶς εἴπωσιν οἱ ἁρμόδιοι. Ποῖος ἦτο ὁ στόλος τῆς Τουρκίας ὁ πρὶν καὶ ποῖος εἶναι ὁ νῦν;
§208ΣΤΡΑΤΟΣ. Μέχρις ὅτου γείνῃ πόλεμος, τὰ θωρηκτὰ τῆς Τουρκίας θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν προτέραν των κατάστασιν.
§209ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐλπὶς χιμαιρική! Ὅ,τι κάμνει ἤδη θὰ ἔχῃ βίον μακρόν. Ἡ Τουρκία κατασκευάζει ἤδη δύο μεγάλα θωρηκτὰ, ἓν εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἓν εἰς τὴν Ἀμερικήν. Εἶχε πρὶν τὸ «Μασσουδιὲ», 9,223 τόννων, ἤτοι τριπλάσιον τῶν ἰδικῶν μας, καὶ τὸ θωρηκτὸν αὐτὸ μέχρι τοῦδε ἦτο ἄχρηστον· εἶχε τὰ θωρηκτὰ «Ἀζιζιὲ» καὶ «Ὀσμανιὲ». 6,400 τόννων ἑκάτερον, τὸ «Ἀσσὰρ–Γεφὴκ», 4,687 τόννων, δύο ἄλλα, 4,050 τόννων ἑκάτερον· εἶχε τὸ «Οὐνταβεντικιὰρ» καὶ τὸ «Σελιμιὲ», δύο ἀντιτορπιλλικὰ τοῦ 1894, ταχύτητος 25 μιλίων· εἶχε τὰ «Ταφὰρ» καὶ «Μπὲκ–Ἐσφὰν», καὶ δύο ἄλλα, 1800 τόννων ἕκαστον, τὰ «Φεζὶ–Μπὰχρ» καὶ «Σααδί». Ἔχει δὲ καὶ 33 τορπιλλοβόλα, ἐξ ὧν 5 μόνον τῶν 19 μιλίων· ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ταχύτητος ἄνω τῶν 21 μιλίων. Τί ἔκαμε μετὰ τὸν πόλεμον; Ἀναγινώσκω ἐν «τῇ Ναυτικῇ Ἐπετηρίδι» τοῦ λόρδου Βράσεϋ τοῦ 1899, τῇ ἐκδιδομένῃ κατ’ ἔτος καὶ περιεχούσῃ ἀκριβῆ περιγραφὴν τῶν στόλων ὅλων τῶν Κρατῶν. Ἀκούσατε: «Τὰ δύο θωρηκτὰ «Ἀσσὰρ–Τεφὴκ» καὶ «Μασσουδιὲ» ἀνακαινίζονται ὁλοσχερῶς ἐν τοῖς καταστήμασιν «Ἀνσέλμο» ἐν Γενούῃ, τοποθετοῦνται λέβητες νέοι καὶ νέαι μηχαναὶ, τίθεται θώραξ νέος καὶ ὁπλισμὸς νέος· ἤτοι θὰ φέρωσιν ἑκάτερον 12 ταχυβόλα τῶν 15, ἕτερα 16 ταχυβόλα τῶν 16, καὶ ἕτερα δέκα ταχυβόλα τῶν 17. Τὰ πλοῖα «Ἀζιζιὲ», «Μαχμουδιὲ», «Ὀρχανιὲ» καὶ «Ὀσμανιὲ» θὰ ὁπλισθῶσι διὰ νέων ταχυβόλων, ἀντὶ τῶν παλαιῶν Ἄρμστοργκ.» Παρ’ ἡμῖν ἐπικρατεῖ μέχρι τοῦδε καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ παρατηρεῖται ἡ ἄστοχος δαπάνη καὶ ἡ μὴ ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας διάθεσις τῶν πιστώσεων· διότι θεραπεύομεν συχνάκις ματαιοδοξίας, καὶ ἀφίνομεν ἀθεραπεύτους τὰς πρώτας ἀνάγκας. Τοῦτο δὲ μᾶς δεικνύει ἓν μέτρον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὁμολογῶ, ἵνα μὴ ἐρεθίσω τὸν Ὑπουργὸν, καὶ διότι θέλω νὰ λέγω ἐν πᾶσι τὴν ἀλήθειαν, ὅτι οὗτος ἔδειξε καὶ δύναμιν διοικήσεως ἐν πολλοῖς καὶ ἐπιθυμίαν πρὸς διάπραξιν τοῦ ἀγαθοῦ. Ταῦτα δὲν ἀρνούμεθα, ἀλλ’ ἡ ἀποστολὴ τῶν τριῶν θωρηκτῶν εἰς Μασσαλίαν διὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Φωκαέων εἰς τί ἐχρησίμευσε; Καὶ ἂν εἴχομεν προσκληθῆ (ὅπερ δὲν ἐγένετο), δὲν ἤρκει ἡ ἀποστολὴ ἑνὸς, ἐκείνου ὅπερ ἐδεῖτο ἐπισκευῆς; Τὰ ἄλλα ἐστάλησαν μόνον διὰ νὰ παραστῶσιν εἰς τὰς πανηγύρεις, καὶ ἦτο δαπάνη ματαία. Ἐν τούτοις αἱ πρώτισται τοῦ Ναυτικοῦ ἀνάγκαι εἶναι μεγάλαι. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Ἱστορία τοῦ τόπου μας μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ κατοικῶν αὐτὸν λαὸς κατήγαγε νίκας καὶ ἔσωσε τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ, ὁσάκις ἐκυριάρχει τῆς θαλάσσης. Ἡ καταστροφὴ τοῦ στόλου τοῦ Ξέρξου ἔφερε τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου. Κατὰ τὸν ἀγῶνα τῆς Ἀνεξαρτησίας, ἐν ὅσῳ ἐκρατοῦμεν τῆς θαλάσσης, ἀντεπεξηρχόμεθα κατὰ τοῦ ἀτάκτου στρατοῦ τῆς Τουρκίας. Ἡ καταστροφὴ τοῦ Δράμαλη ἐπῆλθε διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ αὐτῷ ἐπικουρίας ὁ στόλος. Ἀλλ’ ὅτε ὁ στόλος τοῦ Ἰμπραὴμ κατίσχυσε καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν Πύλον, ἡ Ἑλλὰς ἔμελλε νὰ καταβληθῇ, ἐὰν οἱ στόλοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων δὲν ἀπήλλασσον αὐτὴν τοῦ τοιούτου κινδύνου. Ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πρέπει νὰ μεριμνῶμεν περὶ τῆς θαλάσσης, ἡ ὁποία εἶναι περισσότερον πατρὶς ἡμῶν ἢ ἡ χέρσος· διότι τοῦ Κράτους ἡμῶν ἡ μεγάλη ἔκτασις, ἡ μεγάλη δύναμις, ὁ μέγας πληθυσμὸς, ὁ πλοῦτος, ἡ δραστηριότης εἶναι ἡ θάλασσα. Πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ναυπήγησιν τοῦ πλοίου, δι’ ὃ ὁ ἀοίδιμος Ἀβέρωφ ὥρισε ποσὸν ἱκανὸν πρὸς ἐκπαιδευτικοὺς πλόας, διότι ὁ «Μιαούλης» δύναται ἥκιστα νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τοῦτο. Πρέπει νὰ διαρρυθμίσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ Ναυστάθμου, χωρίζοντες τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ τεχνικοῦ μέρους. Πρέπει ἡ Προπαιδευτικὴ Μοῖρα νὰ τελειοποιηθῇ. Πρέπει ν’ ἀναδιοργανωθῇ ἡ διαχείρισις τῶν ὑλικῶν τοῦ Ναυστάθμου, νὰ ὀργανωθῶσι δὲ τὰ συνεργεῖα αὐτοῦ, ἵνα δαπανῶνται ὀλιγώτερα καὶ παράγωσι κρείσσονα ἐργασίαν. Πρέπει νὰ βελτιωθῇ ἡ δίαιτα τῶν τεχνιτῶν, ἵνα παύσωσιν ὄντες καχεκτικοί. Νὰ ἱδρυθῇ ὑπηρεσία χαρτῶν, ἐργαλείων καὶ πυξίδων, ν’ ἀγορασθῶσι τορπιλλοβόλα, νὰ γίνηται ἡ προαγωγὴ διὰ διαγωνισμῶν, νὰ ἀνανεωθῇ τὸ ὑλικὸν τῶν τορπιλλῶν. Πρέπει οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἔχωσι πυρομαχικὰ, καὶ τὰ πληρώματα νὰ γυμνάζωνται διαρκῶς, τὰ δὲ πλοῖα νὰ ἦναι ἐφωδιασμένα, διότι αἱ κατὰ τὸν πόλεμον ἀτέλειαι, τὰς ὁποίας εἶχον τὰ πλοῖα, εἶναι σχεδὸν ἀπίστευτοι. Ὅτε ἡ «Ὕδρα» ἔφθασεν εἰς Χανία, ὁ μοίραρχος ἔγραφε ζητῶν τηλεσκόπιον, διότι δὲν εἶχε τὸ πλοῖον! Δὲν εἶχεν ἀποθήκην ὕδατος διὰ τὰς μηχανὰς, δὲν εἶχεν ἀποθήκας ἀνθράκων, καὶ ἦτο ἀνάγκη κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐγκαταλείπῃ ἡ «Ὕδρα» τὸν λιμένα τῶν Χανίων, ἵνα μεταβαίνῃ εἰς Μῆλον. Δὲν εἶχεν ἠλεκτρικοὺς προβολεῖς, δὲν εἶχε ψυκτήρια τοῦ ἀτμοῦ πρὸς ὑδροποίησιν τοῦ ἀτμοῦ τῶν μηχανῶν. Πρέπει νὰ συστηθῇ Σχολὴ διὰ τοὺς μηχανικοὺς, διότι σήμερον γίνεται ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ ὑπὸ τὰ καταστρώματα ἐργαζόμενον πλήρωμα, τὸ εἰς τὰς μηχανὰς ἀσχολούμενον, εἶναι ἴσον τὸν ἀριθμὸν καὶ ἐπίσης ἀναγκαῖον τοῦ ἄλλου πληρώματος τοῦ πολεμικοῦ πλοίου, καὶ οἱ ἐκεῖ ἐργαζόμενοι ἀξιωματικοὶ παρέχουσι πλείστας ὑπηρεσίας εἰς τοὺς ἐπὶ τοῦ καταστρώματος· καὶ διὰ τοῦτο ἐν Ἀμερικῇ ἐπῆλθεν ἐξομοίωσις τῶν δύο κλάδων, ὡς καὶ ἐν Ἰαπωνίᾳ. Πρέπει καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως ἐκπαιδεύωνται καὶ οἱ μηχανικοὶ ἐν Σχολῇ, ἐν ᾗ θὰ ἐκπαιδεύωνται καὶ οἱ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ μηχανικοὶ, διότι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως αὐτῶν πάσχει πολλὰ ἡ ἡμετέρα ἀτμήρης ναυτιλία. Τοιαῦτα ἔργα δύνανται νὰ γείνωσι πολλὰ καὶ ταχέως. Ἀλλὰ δὲν βλέπω καμμίαν τοιαύτην πρόνοιαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἂν δὲ παραβάλωμεν τὸ παρ’ ἡμῖν διατιθέμενον ποσὸν διὰ τὰς πολεμικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, δαπανῶμεν πλειότερον τῶν Κρατῶν τοῦ Αἵμου διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν ὁμοῦ, ἀλλὰ διὰ τὸν στρατὸν δαπανῶμεν πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη. Δὲν θέλω νὰ παραβάλω τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὰ μεγάλα Κράτη ἢ πρὸς τὴν Ἰαπωνίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔρχεται πολὺ φῶς, χρήσιμον καὶ εἰς ἡμᾶς, διότι αὕτη, ἐγκολπωθεῖσα ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ τοὺς φιλελευθέρους θεσμοὺς καὶ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πολιτισμὸν, ἀγωνίζεται ἐν τῇ πρώτῃ Ἀνατολῇ τὸν ἀγῶνα τῆς προόδου. Ἡ Ἰαπωνία ἐκ καθαρᾶς προσόδου 210,000,000 yen (τὸ yen ἀναλογεῖ πρὸς 2 φρ. καὶ 49/00) δαπανᾷ 57 ἑκατομμύρια διὰ τὸν στρατὸν τῆς γῆς καὶ 62 ἑκατομμύρια διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Ἐκ τῶν Κρατῶν τοῦ Αἵμου ἡ Ρουμανία δαπανᾷ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἐκ τῶν 143 ἑκατομμυρίων ἐσόδων 45 ἑκατομμύρια. (Κατ’ ἀναλογίαν ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ δαπανῶμεν 21 ἑκατομμύρια). Ἡ Βουλγαρία ἐκ τῶν 63 ἑκατομμυρίων δαπανᾷ 22 ἑκατομμύρια. Ἡ Σερβία ἐπὶ 48 ἑκατομμυρίων δαπανᾷ 15,544,000, δηλ. τὸ τρίτον τοῦ προϋπολογισμοῦ της. Ἡμεῖς διὰ τὰς δύο δυνάμεις δαπανῶμεν τὸ τρίτον καὶ πλέον ἴσως τῶν καθαρῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἄνευ ὁπλισμοῦ, ἄνευ ὑλικοῦ, ἁπλῶς πρὸς συντήρησιν τῶν ἀνδρῶν, διὰ τὸν στρατὸν δὲ τῆς ξηρᾶς πολὺ ὀλιγώτερα. Ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ δὲν θὰ ἀρκέσῃ. Ὁ ἀείμνηστος Κυβερνήτης μετεχειρίσθη τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ στρατηγοῦ Μαιζὼν διὰ νὰ ὀργανώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, καὶ Γάλλοι εἶναι οἱ ὀργανωταὶ τῆς Στρατιωτικῆς τῶν Εὐελπίδων Σχολῆς, τοῦ Ὁπλοστασίου καὶ τοῦ Ἱπποφορβείου. Ὁ Ὄθων ἔφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα 12,000 στρατοῦ καὶ σῶμα τεχνιτῶν καὶ ἀξιωματικῶν, καὶ Βαυαρὸς ἀξιωματικὸς ἦτο Ὑπουργός· Εἰς αὐτοὺς δ’ ὀφείλομεν καὶ τὴν γνῶσιν πολλῶν τεχνῶν. Ἀλλ’ οἱ στρατοὶ πρὸ πάντων δέονται χρημάτων, καὶ ἄνευ αὐτῶν οὐδὲν ἐστὶ γενέσθαι τῶν δεόντων. Ἄνευ τούτων μὴ ἐλπίζετέ ποτε ὅτι θὰ γείνῃ στρατός. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν στρατόν τινα μετρίου ἀριθμοῦ, ἔχομεν ἀνάγκην γενναιοτάτων ποσῶν, καὶ δὲν βλέπω ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οὐδὲ ἄνωθεν, μέτρα παρέχοντα ἐλπίδα νὰ ἐξοικονομηθῶσι πόροι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι. Οὐδὲ θ’ ἀποκτήσωμέν τι ἄνευ μεγάλων οἰκονομιῶν εἰς πρόσωπα, ὄχι μόνον πειραματικῶν (δι’ ἀποκοπῆς τῶν ποσῶν), ἀλλὰ διὰ νομοθετικῶν μέτρων, διὰ συγχωνεύσεως ὑπηρεσιῶν συμφυῶν ἢ συναφῶν, ἢ περιφερειῶν, ἅς τὰ νέα μέσα συγκοινωνίας προσήγγισαν, διὰ μετριασμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσώπων καὶ διὰ καταργήσεως ὑπηρεσιῶν ἀχρήστων. Ἀλλὰ περὶ ὅλων τούτων πρέπει νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς μὲ ἐνέβαλεν εἰς ἀπελπισίαν. Βλέπων ἐνίοτε ἐρεθιζομένους τοὺς κ. Ὑπουργοὺς εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν ἀγορευόντων, ἐνθυμοῦμαι τοῦ Πλουτάρχου τὴν παρατήρησιν, ὅτι «αἱ συμφοραὶ πικρὰ τὰ ἤθη καὶ μικρόλυπα καὶ εἰς ὀργὰς ἀκροσφαλῆ ποιοῦσι καὶ δύσκολον τὴν ἀκοὴν καὶ τραχεῖαν εἰς πάντα λόγον τόνον ἔχοντα ἐνοχλουμένην». Δὲν νομίζετε, ὅταν βλέπητε τοὺς Ὑπουργοὺς ταρασσομένους εἰς πᾶσαν παρατήρησιν, ὅτι εὑρίσκετε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀξιώματος τούτου εἰς αὐτούς; Πρέπει ν’ ἀλλάξητε ἀκοὴν καὶ ἤθη, νὰ ἦσθε ὑπόμονοι καὶ νὰ ἀκούητε τὴν ἀλήθειαν, νὰ μὴ θεωρῆτε δὲ τὰ λεγόμενα ὡς προϊόντα ἀντιπολιτεύσεως. Πρέπει νὰ συντελέσητε εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ φρονήματος καὶ τοῦ συναισθήματος τῆς αὐτοπεποιθήσεως τῶν σχετιζομένων μεθ’ ὑμῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν συμπολιτῶν μας. Δὲν εἶναι δὲ πάντοτε καλὸν μάθημα πρὸς τοῦτο τὸ νὰ κηρύσσωμεν ἡμεῖς ἡμᾶς αὐτοὺς ἀνικάνους πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν. Καὶ θαυμάζω μὲ τὴν πολιτικὴν αὐτοκτονίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁμολογήσαντος ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ εἰσαγωγικῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὅτι ὁ στρατὸς διείπετο ὑπὸ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς πλάνης, ἥτις ὁμολογουμένως, εἴτε ἐξ αὐταπαρνησίας προῆλθεν, εἴτε ἐξ ἄλλης αἰτίας, προξενεῖ ἐντύπωσιν. Ἀλλὰ δὲν συνομολογῶ ὡς ἀρχὴν τὴν δήλωσίν σου ταύτην.
§210ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§211ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀφοῦ σεῖς διῳκήσατε τὸν στρατὸν ἐπὶ τρία ἔτη, ἔχετε πεῖραν ἰδίαν. Ἐφρόνουν ὅτι διοικήσαντες τὸν στρατὸν ἐπὶ τρία ἔτη, δὲν θὰ εἴχετε τοιαύτην γνώμην. Ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἕκαστος ἰδέαν περὶ τοῦ πολιτεύματος, καὶ οἱονδήποτε πολίτευμα ἂν θέλετε, πάντοτε θὰ ἔχῃ τοῦτο ἀνάγκην συνδρομῆς ἀνδρῶν πολλῶν καὶ πεπειραμένων. Τὸ πολίτευμα δὲ τὸ νῦν, ἐὰν θέλετε πράγματι νὰ εὐοδωθῇ πλειότερον παντὸς ἄλλου, δύναται νὰ μορφώσῃ πεπειραμένους ἄνδρας, ἀφοῦ οἱ νῦν εἰς αὐτὸ μετέχοντες πράττουσι τοῦτο, θυσιάζοντες πολλὰ καὶ καταρτιζόμενοι πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἐὰν θέλετε νὰ μὴ ἤμεθα ἀπαισιόδοξοι, πρέπει νὰ χρησιμοποιήσητε αὐτοὺς, διότι οὕτω μορφοῦνται δυνάμεις, οἵας ἄλλο πολίτευμα δὲν δίδει. Ἐὰν δὲ ἡμᾶς αὐτοὺς ἀνικάνους κηρύττομεν, ποῖοι θὰ κυβερνήσωσι τὸν τόπον; Οἱ νέοι δὲ, οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θέλοντες καὶ δυνάμενοι νὰ ἐργασθῆτε, διατὶ δὲν ζητεῖτε στάδιον καὶ δρᾶσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐν τῇ περὶ τῶν γενικῶν τοῦ Κράτους ἀναγκῶν μελέτῃ καὶ συζητήσει; Διατὶ δὲν δίδετε, σεῖς οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὴν φιλοδοξίαν αὐτῶν διέξοδον διὰ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀσπασθῶσιν, ἐργασίας πρακτικῆς καὶ χρησίμου; Μένοντες ἀργοὶ, φυσικῶς ἀσχολοῦνται εἰς τὰς μικρὰς ἀπαιτήσεις τῶν προσώπων. Ἀλλὰ κακὴ Σχολὴ εἶναι αὕτη, καὶ κακὰ θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα. Οἱ Βουλευταὶ δύνανται πολὺ νὰ ὠφελήσωσιν, ἂν καλῶς χρησιμοποιηθῶσι. Χρειάζεται ὅμως ἀπόφασις τῶν διεπόντων τὰ κόμματα, ἀπόφασις νὰ μὴ σταματῶσι πρὸ τοῦ κινδύνου τῆς πτώσεως καὶ χάριν ἐφαρμογῆς ἰδεῶν πολὺ μικροτέρων τῆς ἰδέας τοῦ νὰ μὴ ἀφῶσι πλέον τὴν κατάστασιν ταύτην. Ὅσοι ζητοῦσι τὴν ἀρχὴν «διὰ τὸ ὄνομα καὶ τὴν τιμὴν αὐτῆς μόνον», ὄχι δὲ «διὰ τὸ φρόνημα καὶ τὸ νοῦν καὶ τὸν λόγον τῆς ἀρχῆς», ὡς λέγει πάλιν ὁ Πλούταρχος διὰ τὸν Κάτωνα, κακὴν ὑπηρεσίαν προσφέρουσιν, εἰς τὴν Πατρίδα. Διδάξατε αὐτοὺς νὰ ζητῶσι τὴν ἀρχὴν οὐχὶ διὰ τὸ ὄνομα καὶ τὴν τιμήν, ἀλλὰ διὰ τὸ φρόνημα καὶ τὸν νοῦν καὶ τὸν λόγον. Ἔχω καθῆκον καὶ πάλιν νὰ στραφῶ πρὸς τοὺς νέους ὑμᾶς Βουλευτάς. Νὰ ὑπενθυμίσω ὑμῖν ὅσα εἶπον, νὰ σᾶς προσθέσω δὲ, ὅτι ἔχετε καθῆκον νὰ στρέψητε τὴν προσπάθειάν σας εἰς τοῦτο, ὅπως ἡ πρὸς σᾶς ὑπόληψις τῶν συμπολιτῶν σας στηρίζηται εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν πατριωτικῶν σας ἐργασιῶν. Νὰ ζητήσητε σεῖς πρῶτοι ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ χρησιμοποιήσῃ ὑμᾶς εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ εἰς τὴν πρακτικὴν ἔρευναν καὶ τὴν εὕρεσιν τρόπων προόδου τῶν διαφόρων κοινωνικῶν δυνάμεων. Ἐξακολουθοῦντες τὸ ἔργον τῆς μικρᾶς φιλαρεσκείας καὶ ἀρχηγοὶ κομμάτων καὶ πολιτευόμενοι οἱοιδήποτε, τὸ ἔργον τῆς φιλαρεσκείας τοῦ λαμβάνειν τὰς μικρὰς ἀπὸ τῆς Ἐξουσίας παροχὰς, τοῦ λείχεσθαι περὶ τὴν Ἀρχὴν, ἐνθυμίζετε τὸν μῦθον τοῦ Αἰσώπου περὶ τῆς γαλῆς, ἥτις ἔλειχε τὴν ῥίνην τοῦ σιδηρουργοῦ, καὶ ἡδύνετο, φθείρουσα τὴν γλῶσσαν αὐτῆς καὶ τὸ ἴδιον αἷμα πίνουσα. Προσέξατε ὅμως, μὴ, ἐξακολουθοῦντες τὴν ἀπόλαυσιν ταύτην, αἰσθανθῆτε αἰφνιδίως, ὅτι ἀπωλέσατε τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ λέγειν τὴν ἀλήθειαν, οἱ δὲ ἐκλογεῖς σας ἀπολέσωσι τὴν δύναμιν καὶ τὴν ὄρεξιν νὰ σᾶς ἐκλέγωσι. Προσέξατε, διότι ὁ λαὸς ἐβαρύνθη, καὶ ἂν τὸ ἐννοήσητε ἀργὰ, θὰ ἦσθε ἄχρηστοι καὶ πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ θέλωσι νὰ ἐργασθῶσι. Σᾶς ἀνοίγεται στάδιον πρὸς τοῦτο. Ἐλπίζω δὲ, πᾶσα Κυβέρνησις, καὶ ἡ παροῦσα ἀκόμη, νὰ δείξῃ προθυμίαν, ἵν’ ἀποδεχθῇ ἐκθύμως τὴν προσφοράν σας. Θὰ τὸ κάμητε ὅμως; (Εὖγε! εὖγε!).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§213ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ θὰ ζητήσω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§215ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ προϋπέδειξα μάλιστα, ὅτι δὲν εἶμαι ἐντελῶς ἕτοιμος, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἡ ὥρα κατάλληλος.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κηρύξω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
§217ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν κηρύξητε περατωμένην τὴν συζήτησιν, πρακτικὸν σκοπὸν δὲν θὰ ἔχῃ τοῦτο, διότι ἐπὶ τοῦ πρώτου κεφαλαίου ἢ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ δύναται πάλιν νὰ γείνῃ συζήτησις. Ὥστε καλλίτερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον εἶναι νὰ ἀναβάλωμεν.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει προθυμίαν νὰ ἐργασθῇ. Λοιπόν, ἐὰν θέλητε νὰ ὁμιλήσητε, ὁρίστε.
§219ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς δὲν ἐκουράσθητε, κύριε Πρόεδρε!
§220ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ γινόμενον τώρα νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ μεταβολὴν γνώμης.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, κύριε Βουλευτά, ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου. Καλῶ τὸν βουλόμενον νὰ ἀγορεύσῃ· μὴ ὑπάρχοντος δὲ οὐδενός, θὰ κηρύξω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
§222ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω, καὶ ἐν ταὐτῷ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα, ἐμμένουσα εἰς τὰ χθὲς δειχθέντα αἰσθήματα, ἀναβάλῃ εἰς τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ ἀναβάλῃ.
§224ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶσθε κύριοι ν’ ἀποφασίσητε.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μὴ ὑπάρχοντος οὐδενὸς νὰ ἀγορεύσῃ, κηρύττω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
§226Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι ἡμίσεια μετὰ τὸ μεσονύκτιον· ἤλθομεν εἰς τὰς 4, ἀνεχωρήσαμεν εἰς τὰς 8½ καὶ ἐπανήλθομεν εἰς τὰς 10. Ἑπτὰ ὡρῶν ἐργασία εἶναι, νομίζω, ἐπαρκής. Νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκής; νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν 8 καὶ 9 ὥρας; νομίζετε ὅτι ἡ ἐργασία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι σπουδαία; Νομίζω ὅτι μειοῦται ἡ περὶ ὑμῶν γνώμη, ἐὰν ἐπιμένητε ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δυνάμεθα ἐπὶ ὀκτὼ ἢ ἐννέα ὥρας νὰ ἐργαζώμεθα μετὰ σπουδαιότητος.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐκτελῶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν κηρύσσεται περατωμένη ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§228ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν θὰ γείνουν πολλαὶ παρατηρήσεις.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κάμετε.
§230ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι δυνατὸν τώρα;
§231Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἐσόδων πρέπει νὰ διακόψωμεν. Ἐπειδὴ εἴπομεν ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ γείνῃ τὴν Δευτέραν, εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς ὅσα εἴπομεν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους δραχ. 112,206,840. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1900).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 45′ τῆς νυκτός).