1900.03.17
3,604 rows · 28,472 words · 173 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
τῆς 17 Μαρτίου 1900.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποδηματοποιοὶ Τριπόλεως δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ὁ Θεόδωρος Μπαφάλης, ὁπλαρχηγὸς, ζητεῖ ἀποζημίωσιν διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστη ἐκ τοῦ πολέμου. Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§2Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑποδηματοποιοὶ Τριπόλεως δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται ὄχι κατὰ τοῦ βαρέος τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἀλλὰ κατὰ τῶν καταπιέσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐπ’ αὐτῶν καὶ τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως διεξετραγώδησα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς· ὅτε ὅμως ἀνέφερον ταῦτα, δὲν εἶχον συγκεκριμένα γεγονότα. Ἤδη οἱ ὑποδηματοποιοὶ Τριπόλεως διὰ τῆς ἀναφορᾶς των δὲν ζητοῦσι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, ὅπως ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος, ἀλλὰ τὴν ἐπανόρθωσιν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα προσγίγνονται εἰς αὐτοὺς παρὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου ὑπαλλήλων. Ἐν Τριπόλει, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπάρχουσιν ἐν ὅλῳ καταστήματα ὑποδηματοποιΐας περὶ τὰ 15, καὶ πάντα σχεδὸν ἔχουν τὰς αὐτὰς ἐργασίας, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἐξέλεξαν ἐκ τῶν 15 αὐτῶν καταστημάτων 4 μόνον τῶν ἀναφερομένων, ἤτοι τὰ τῶν Μούλακα, Πατρινάκη, Λαγοῦ καὶ Καραβασίλη, καὶ ἐξ αὐτῶν τὰ μὲν δύο πρῶτα ἐπεβάρυναν διὰ φόρου 82 δραχμῶν, τὰ δὲ ἄλλα δύο διὰ φόρου 62 δραχμῶν. Οἱ ὑποδηματοποιοὶ οὗτοι ἀνεφέρθησαν εἰς τὰς ἐπιτοπίους ἀρχάς, ἀλλ’ ὅτε ὁ κατάλογος τῶν ἐπιτηδευματιῶν κατηρτίζετο, αὐτοὶ ἦσαν εἰς διάστασιν πρὸς τὸν τότε δήμαρχον Τριπόλεως, καὶ τούτου ἕνεκα ἐπεβαρύνθησαν διὰ φόρου ὑπερβολικοῦ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὰ κέρδη τῶν καταστημάτων αὐτῶν δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 82 δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ ἐνῷ δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ κέρδη των τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐν τούτοις αὐτὰ τὰ τέσσαρα καταστήματα ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ὑπερβολικοῦ αὐτοῦ φόρου, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐν Τριπόλει ὁ μεγαλείτερος ἔμπορος, — ὁ ὁποῖος συμβαίνει νὰ ἦναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ κυρίου Ρετσίνα καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ μονοπώλιον τῶν προϊόντων τῆς βιομηχανίας τῶν καταστημάτων τοῦ κ. Ρετσίνα, ἐκτὸς δὲ τούτου ἔχει εἰς χεῖράς του καὶ ὅλον τὸ ἐμπόριον τῶν κατειργασμένων δερμάτων καὶ πάντα τὰ βιομηχανικὰ εἴδη, τὰ χρησιμεύοντα πρὸς τροφὴν τῆς ἐν Τριπόλει βιομηχανίας, — αὐτὸς δὲν πληρόνει τόσον φόρον. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ ἀναφερόμενοι, ἐθεωρήθησαν ἀπόκληροι καὶ ἐπεβαρύνθησαν διὰ φόρου ὄντως ὑπερβολικοῦ, νὰ τιμωρηθῶσι δὲ καὶ οἱ δράσται αὐτοῦ τοῦ ἀδικήματος· διότι, ὡς γνωρίζετε, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐκδικάζουσα τὰ ὑποβαλλόμενα παράπονα κατὰ τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀπορρίπτῃ τὰς ἐνστάσεις ταύτας, ἡ ἀπόφασις αὐτῆς ἀποτελεῖ δεδικασμένον, ἐκτὸς ἐὰν οἱ ἐπιτηδευματίαι ἀναφερθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παραπονεθῶσιν ὅτι δὲν ἐξασκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα, δι’ ὃ ὑπεχρεώθησαν εἰς φόρον, ὅτε μόνον τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορθώνῃ τὸ κακόν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως οἱ ἀναφερόμενοι ἐξασκοῦσι τὸ ἐπάγγελμά των, ἀλλὰ κατετάχθησαν εἰς τὸν κατάλογον μὲ φόρον ἐπιτηδεύματος πολὺ ὑπερβολικόν. Διατὶ δὲ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐξαιρετικῶς νὰ πληρόνουν 82 δραχμάς, καὶ οἱ ἄλλοι ὑποδηματοποιοὶ μόνον 21 δραχμάς; Ζητοῦσι λοιπὸν ἰσότητα, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἐνεργήσητε ὅ,τι εἶναι δυνατόν, ὅπως ἐπέλθῃ ἰσότης.
§3ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Θ. Μπαφάλη νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, διότι σκοπῶ ἐπ’ αὐτῆς νὰ φέρω τὸν λόγον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 188).
§7Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε παρομοίαν εἴδησιν ἐκ Τυρνάβου πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔντιμοι συμπολῖταί μου μοὶ τηλεγραφοῦσιν (ἀναγινώσκει): «Διακοπέντος τμήματος γεφύρας, οὐδὲ πεζῇ δυνάμεθα συγκοινωνῆσαι μετὰ Λαρίσης. Τιταρήσιος ἐπλημμύρησεν.» Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὁ Τύρναβος δὲν συγκοινωνεῖ μὲ τὰς λοιπὰς πόλεις, τὴν Λάρισαν καὶ τὴν λοιπὴν Θεσσαλίαν, ἢ μόνον διὰ τῆς γεφύρας τοῦ ποταμοῦ Τιταρησίου, δι’ ἧς διέρχονται οἱ κάτοικοι Τυρνάβου. Ἡ γέφυρα αὕτη κατεκρημνίσθη ἀπὸ τοῦ 1884, καὶ ἔκτοτε δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκαταστῇ ἡ δι’ αὐτῆς συγκοινωνία ἄλλως ἢ διὰ προσωρινῆς τινος ξυλίνης γεφύρας· ἐσχάτως ὅμως ἡ γέφυρα αὕτη ὑπέστη βλάβας τινὰς, αἵτινες δὲν ἐπηνωρθώθησαν, διότι ἀπὸ τοῦ 1895 ἢ 1896 ἤρξατο ἡ κατασκευὴ μονίμου γεφύρας, ἀλλ’ ἡ μόνιμος αὕτη γέφυρα δὲν συνετελέσθη, ἑπομένως ἀνάγκη βεβαίως νὰ συντηρῆται ἡ ξυλίνη γέφυρα μέχρις ὅτου ἀποκαταστῇ ἡ συγκοινωνία διὰ τῆς μονίμου γεφύρας. Ὁ Τιταρήσιος ποταμὸς ἔχει πλάτος 150 μέχρι 200 μέτρων· ἡ κοιλὰς αὐτοῦ εἶναι εὐρεῖα· ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ Ὀλύμπου, φέρει πολλὰ ὕδατα, καὶ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας διακόπτεται ἡ συγκοινωνία. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετ’ ὀλίγον πάλιν ἀφίνει τὴν κοίτην του ξηρὰν καὶ ἀμμώδη, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας διακόπτεται ἡ συγκοινωνία. Παρακαλεῖται ὅθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μέχρι τῆς συντελέσεως τοῦ ἔργου εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ δαπάνη τις πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ξυλίνης γεφύρας. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι χίλιαι δραχμαὶ θὰ ἀρκέσουν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ κάμω λόγον περὶ τοῦ μονίμου ἔργου, τὸ ὁποῖον ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1895, ἐποχῆς καθ’ ἣν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου. Μελέτη περὶ ἀνεγέρσεως γεφύρας εἶχε γείνῃ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Γαλλικὴ Ἀποστολὴ διέμενεν ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ἔργον, ἐπειδὴ ὁ Τιταρήσιος ἔχει χθαμαλὰς τὰς ὄχθας, ὑπελογίσθη νὰ γείνῃ μετὰ σιδηροῦ καταστρώματος, προϋπελογίσθη δὲ ἡ δαπάνη εἰς 450,000 δραχμὰς, καὶ βεβαίως ἤθελεν ἀρκέσει τὸ ποσὸν αὐτό· ἀλλὰ τοῦτο ἠνάγκασε τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις, καίπερ ἀναγνωρίζουσας τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς συγκοινωνίας, νὰ μὴ προβῶσιν, ἀναλογιζόμεναι τὸ κολοσσιαῖον ποσόν. Κατὰ τὸ 1895 ὁ ἀξιότιμος κ. Μαυρομιχάλης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διέταξε νέαν μελέτην τοῦ ἔργου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συστάσεων, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ κατασκευασθῇ ἡ γέφυρα σιδηρᾶ, ἀλλ’ ὅτι, ἐπειδὴ παράκεινται λατομεῖα, ἴσως μελέτη τις ἠδύνατο ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐκτελέσιμον τῆς γεφύρας ταύτης ἐκ λίθων. Εὐτυχῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διετέλει μηχανικὸς τοῦ νομοῦ ἐκείνου ὁ πολλὴν περιποιῶν τιμὴν εἰς τὸ σῶμα τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν κ. Γράβαρης. Ὁ κύριος οὗτος μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ μετὰ τῆς θέρμης, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει, ὁσάκις ἐπιλαμβάνεται ἔργου τινὸς, ἐπελήφθη τῆς μελέτης καὶ κατώρθωσε νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν δαπάνης ἐλάσσονα τοῦ ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς καταρτισθέντος κατὰ 140,000 δραχμάς. Τὸ ἔργον βεβαίως εἶναι τολμηρὸν, ὡς στηριζόμενον ἐπὶ ἀρχῶν τινων, αἵτινες δὲν εἶναι τοσοῦτον γενικευμέναι παρὰ τοῖς μηχανικοῖς ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τοῦτο ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι τινὲς παρὰ τῷ Συμβουλίῳ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλ’ ὁ κ. Γράβαρης, ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας καὶ ὑποστηρίξας προφορικῶς καὶ ἀναπτύξας τὰ σχέδια αὐτοῦ, ἀπέδειξεν εἰς τὸ Συμβούλιον, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ἐκτελέσιμον, καὶ ὅτι πᾶσαι αἱ διαστάσεις εἶναι ἐπαρκεῖς. Οὕτω τὸ ἔργον ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, ἐνεκρίθη ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἤρξατο ἡ κατασκευὴ τῶν βάθρων. Ὁ ἐργολάβος διέκοψεν ἐξ ἀνάγκης τὸ ἔργον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἀλλὰ μετ’ αὐτὴν ἤρξατο καὶ πάλιν τῶν ἐργασιῶν του. Ἡ θεμελίωσις τῶν ἀκροστηριγμάτων, ἥτις εἶναι κολοσσιαῖον ἔργον, ἐπερατώθη, τὰ μεσόβαθρα ἐπίσης ἐθεμελιώθησαν, καὶ δὲν μένει παρὰ ἡ ἀνύψωσις τῶν ποδαρικῶν εἰς ὕψος τριῶν περίπου μέτρων. Εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναλάβει ὁ νῦν ἐργολάβος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ αὐτὸν νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον· φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν θὰ ἦναι μείζων τῶν 30,000 δραχμῶν. Τὸ ἔργον ἀληθῶς εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ πρέπει νὰ συντελεσθῇ. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο πρόκειται περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν τόξων. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι θὰ τῷ χρησιμεύσωσι. Τὸ ἔργον, ἐπείσθη τὸ Συμβούλιον, ὅτι εἶναι ἐκτελέσιμον, δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐμπνέονται πάντες οἱ μηχανικοὶ ὑπὸ τῆς ἰδέας καὶ ἀποφάσεως, ὑφ’ ἧς ἐμπνέεται ὁ καταστρώσας τὸ σχέδιον τοῦ ἔργου, διότι, ὡς εἶπον ὑμῖν, τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εἰσέτι ἐπαρκῶς διαδεδομέναι μεταξὺ τῶν μηχανικῶν. Διὰ τοῦτο, εὐθὺς ὡς ἀπουσιάσῃ ὁ κύριος Γράβαρης ἐκ Λαρίσης, τὸ ἔργον ἀμέσως ἀναστέλλεται, διότι οὐδεὶς μηχανικὸς ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς συνεχίσεως ἔργου, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρόκειται νὰ στοιχίσῃ ὑπὲρ τὰς 30,000 δραχμὰς, καὶ βεβαίως ἕκαστος ἐνδοιάζει, ἀφοῦ μάλιστα αἱ πεποιθήσεις του δὲν ἦναι ἑδραιωμέναι ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐπιστημονικῶν θεωριῶν, ὡς εἶναι ἑδραιωμέναι αἱ τοῦ κ. Γράβαρη. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, εὐθὺς ὡς τὰ βάθρα συντελεσθῶσιν, ὅπερ εἶναι ἔργον ἁπλοῦν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὸν ἐν Βόλῳ διαμένοντα κ. Γράβαρην νὰ ἐπιληφθῇ αὐτὸς τῆς ἐπιτηρήσεως τοῦ ἔργου, διότι ἄλλως τὸ ἔργον δὲν θὰ προχωρήσῃ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου μοὶ ἐτηλεγράφησε συμπολίτης μού τις, ὀνόματι Μπεσὴμ–Σουλεϋμάν. Οὗτος εἶναι κάτοικος τοῦ χωρίου Δερελῆ τοῦ δήμου Γόννων. Μέχρι τοῦ πολέμου τὸ χωρίον τοῦτο κατῳκεῖτο ὑπὸ ἀγροτῶν Ὀθωμανῶν, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες μικρὰς ἰδιοκτησίας γῆς, ἐκαλλιέργουν αὐτὰς, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀγρόται τῆς Θεσσαλίας. Μετὰ τὸν πόλεμον ὅμως καὶ ὁ δήμαρχος ὁ Ὀθωμανὸς ἀπέθανε καὶ ἄλλαι ἐκλογαὶ ἐγένοντο, καὶ τὰ πράγματα μετεβλήθησαν· οὕτω δὲ ἐκ τῶν 135 οἰκογενειῶν, αἵτινες διέμενον ἐν τῷ χωρίῳ τούτῳ, νομίζω ὅτι ἀπέμειναν μόνον 40, ἡ δὲ τάσις τῆς μεταναστεύσεως ὁλονὲν αὐξάνει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκεται ἐν ἰδιαιτέρᾳ τινὶ θέσει, σχετικῶς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ποίαν σημασίαν ἔχει καὶ ποῖα καθήκοντα ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς πολιτευτὰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν συμπολιτῶν μὴ ὁμοειδῆ, μὴ συγκείμενον ἀποκλειστικῶς ἐξ Ἑλλήνων, ἐκ Χριστιανῶν. Ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συμπολίτας Ἰσραηλίτας, καὶ βεβαίως συνέπραξε, καὶ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ εὑρισκόμενος καὶ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ὑπὲρ τῆς ἀνέτου διαμονῆς τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐν Κερκύρᾳ. Εἶναι καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντα Ἕλληνα νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι οἱ Ἰσραηλῖται καὶ οἱ Μωαμεθανοί, οἱ οἰκοῦντες ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἀνάγκη νὰ τυγχάνωσι πάσης προστασίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ἐκεῖ, ὅπου ἀποβλέπομεν, οἱ πληθυσμοὶ τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἔχομεν ἀξιώσεις, εἶναι μικτοί. Διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, ὥστε, χωρὶς νὰ τυγχάνωσιν ἰδιαιτέρων προνομίων προστασίας οἱ Μωαμεθανοὶ οἱ ἐν Ἑλλάδι, νὰ τυγχάνωσι τῆς προστασίας ἐκείνης, τῆς ὁποίας δικαιοῦνται ὡς Ἕλληνες ὑπήκοοι. Δὲν δύναταί τις βεβαίως ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπικρατεῖ ἡ αὐτὴ μέριμνα περὶ πάντων ἐξ ἴσου τῶν πολιτῶν, ἀδιακρίτως θρησκεύματος καὶ καταγωγῆς· ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις δὲν δύνανται νὰ φθάνωσι παντοῦ. Ὁ ἀναφερόμενος Σουλεϋμὰν πάσχει ἐξ ἀφορμῆς κατωτέρων ὀργάνων. Κάποιος δεκανεὺς, ἀστυνομεύων ἐκεῖ, δὲν εἶναι, φαίνεται, εὐχαριστημένος νὰ ἀστυνομεύῃ ἐπὶ Μωαμεθανῶν. Ὁ Σουλεϋμὰν εἶναι εὐκατάστατος, ἔχει ποίμνια, τὰ ποίμνιά του δὲ καθ’ ἑκάστην συλλαμβάνονται, καὶ ὑποχρεοῦται εἰς καταβολὴν συλλήπτρων. Καὶ ἂν εἷς ἀμνὸς ἢ μία αἲξ εἰσέλθῃ εἰς ἀπηγορευμένον τι μέρος, συλλαμβάνεται ὁλόκληρον τὸ ποίμνιόν του ἐκ 300 ζώων καὶ πληρόνει δ’ ὅλα αὐτὰ σύλληπτρα! Τοῦτο δὲ βεβαίως συμβαίνει διότι οἱ ἐκεῖ κάτοικοι Χριστιανοὶ καὶ οἱ τῶν πέριξ χωρίων ἐποφθαλμιῶσι τὰ κτήματα τῶν Μωαμεθανῶν, καὶ εὑρίσκουσιν ὑποστήριξιν παρ’ αὐτοῖς τοῖς δημοσίοις λειτουργοῖς, ἀνθρώποις βεβαίως κατωτέρας βαθμίδος, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι πλήρη συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς πρὸς προστασίαν τῶν κατοίκων Ὀθωμανῶν. Ἔχω καὶ ἄλλην τινὰ αἴτησιν, σήμερον ἐπίσης ληφθεῖσαν, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν γνωρίζω ἂν εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ οἱ αἰτοῦντες. Εἶναι τὸ ζήτημα μᾶλλον νομικὸν, καὶ δὲν εἶμαι πρὸς πλήρη κατανόησιν αὐτοῦ παρεσκευασμένος. Θέλω μόνον τὸ ὑποβάλει, θὰ παρακαλέσω δὲ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσουν, ἂν ὄντως ἔχουσι δίκαιον οἱ ἀναφερόμενοι,—διότι ἐγὼ, ἐπαγαλαμβάνω, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω, διότι δὲν εἶμαι νομικὸς,—καὶ ἐπιφέρωσι τὴν δέουσαν θεραπείαν. Ἰδοὺ τί περὶ τούτου μοὶ τηλεγραφοῦσιν ἐκ Τυρνάβου (ἀναγινώσκει): «Δυνάμει νόμου ͵ΒΦΟΘʹ περὶ φορολογίας ζώων, τελευταία ἡμέρα δηλώσεως, κατὰ ἄρθρον 16, εἶναι 31 Δεκεμβρίου, καὶ δικαίωμα μηνύσεως ἄρχεται, κατ’ ἄρθρον 27, ἀπὸ 10 Φεβρουαρίου. Παραταθείσης προθεσμίας δηλώσεως μέχρις 6 Φεβρουαρίου, κατ’ ἀναλογίαν δικαίωμα μηνύσεως ἄρχεται μετὰ τὴν 18 Μαρτίου. Εἰσήχθησαν φορολογούμενοι σήμερον Πταισματοδικεῖον Τυρνάβου ἐπὶ παραλείψει δηλώσεων κυνῶν, δυνάμει μηνύσεων ἀκύρων, ὡς γενομένων πρὸ τῆς 18 Μαρτίου ὑπὸ ἀξιωματικοῦ εἰδικοῦ. Πταισματοδίκης ἔνστασιν ἀκυρώσεως μηνύσεων, ὡς καὶ ἔνστασιν παραλείψεων ἄρθρων 17 καὶ 18 μὴ ἐκτελεσθεισῶν, ἀπέρριψε. Φορολογούμενοι παρακαλοῦμεν ἐνεργήσητε νομίμως πρὸς ἀπαλλαγὴν ἢ ὑποβολὴν ἐκπροθέσμων δηλώσεων.» (Ὑπογρ.) «Ζαφειρούλης, Τζαντίπας, Δ. Χατζηφάρος.» Τὸ ζήτημα ἀπαιτεῖ ἑρμηνείαν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ αὐτό.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§9ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ τῶν ὑποδηματοποιῶν Τριπόλεως παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ.
§11ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔν τινι τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σπηλιάδης ἔφερε τὸν λόγον περὶ τοῦ τέως νομάρχου Ἠλείας κ. Παγώνη. Δὲν γνωρίζω ποίας ἡ Βουλὴ ἀπεκομίσατο ἐντυπώσεις ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. συναδέλφου, νομίζω ὅμως καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι κατόπιν τοῦ πανηγυρικοῦ, τὸν ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ὑπὲρ τοῦ κυρίου Παγώνη, δὲν ἐξῆλθε τῆς αἰθούσης ταύτης τετρωμένος ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν οὗτος. Τὸ θέμα, περὶ τὸ ὁποῖον περιεστράφη κυρίως ἡ ὁμιλία τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἠλείας, ἦτο, ὅτι ὁ κ. Παγώνης, διατελῶν νομάρχης Ἠλείας καὶ κληθεὶς διὰ λόγους ὑπηρεσίας παρὰ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἔλαβεν ὡς ἀποζημίωσίν του παρὰ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Κατακώλου διὰ τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δραχμὰς 800...
§12ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξαπατήσας, εἶπε, τὸν διευθυντήν.
§13ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. .. εἰπὼν εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης, ὅτι ἐνεκρίθη τὸ ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανε λόγῳ ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ὁ κύριος Παγώνης, ὡς ἐπισήμως ἐπληροφορήθην παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἐκλήθη εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους ὑπηρεσίας. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Κατακώλου, τῆς ὁποίας κατὰ νόμον προΐσταται, ὡς πρόεδρος, ὁ νομάρχης, εἶχε ψηφίσει πρὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Παγώνη ὡς νομάρχου 500 δραχμάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐδίδοντο εἰς τὸν εἰρηνοδίκην Πύργου, ὡς πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας καὶ ἐνεργήσῃ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διὰ τὴν σύναψιν δανείου ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Κατακώλου. Ὅτε ὅμως διωρίσθη ὁ κύριος Παγώνης νομάρχης Ἠλείας, φυσικῷ τῷ λόγῳ αὐτός, ὡς προϊστάμενος, ἀνέλαβε τὴν προεδρίαν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Τότε ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Κατακώλου διὰ νέας ἀποφάσεώς της ἐψήφισε ποσὸν χιλίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδίδετο εἰς τὸν κύριον Παγώνην διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, λόγῳ ἀποζημιώσεως, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν σύναψιν τοῦ δανείου μετὰ τῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Παγώνης, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνώτερος χρημάτων, καὶ εἶναι ὄντως ἀνώτερος χρημάτων, εἶπεν εἰς ἓν τῶν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν χιλίων δραχμῶν ἐθεώρει ὑπερβολικόν. Τότε ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ περιώρισε τὸ ποσὸν τῶν χιλίων δραχμῶν εἰς 800· ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ ὁ κ. Παγώνης, ὡς ὑπερβολικόν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ παρετήρησεν αὐτῷ: «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λάβητε 500 δραχμάς, ἀφοῦ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐψηφίσαμεν διὰ τὸν εἰρηνοδίκην; Σεῖς εἶσθε ἡ προϊσταμένη ἀρχή». Τούτου ἕνεκεν ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως. Ἀπεδέχθη λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν, ἔγραψε δὲ καὶ εἰς Ἀθήνας, πρὸς τὸν μακαρίτην Βλαχόπουλον, νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως ἐγκριθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ μακαρίτης Βλαχόπουλος μετά τινας ἡμέρας τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν κ. Παγώνην ὡς ἑξῆς: «πίστωσις ἐνεκρίθη». Ἀλλ’ ἴσως μὲ ἐρωτήσητε; «Εἶναι ἀληθές, ὅτι εἶχεν ἐγκριθῆ ἡ πίστωσις, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐτηλεγράφει ὁ Βλαχόπουλος πρὸς τὸν Παγώνην;» Πράγματι τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ μακαρίτης Βλαχόπουλος μετὰ τοῦ τμηματάρχου τῆς Διοικήσεως κ. Ἀγγελίδου, εἶχον συνεννοηθῆ περὶ τούτου, ὁ δὲ Ἀγγελίδης εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ἔγκρισιν τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης, καὶ ἑπόμενον ἦτο, ὡς συμβαίνει εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὅτι βεβαίως ἡ ἀποζημίωσις θὰ ἐνεκρίνετο. Τοῦτο νομίζω ὅτι συμβαίνει καὶ εἰς πάντας ὑμᾶς. Πηγαίνετε εἴς τι δημόσιον γραφεῖον διά τινα ὑπόθεσιν, καὶ πληροφορεῖσθε ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ὑπουργοῦ, σᾶς βεβαιοῖ δὲ ὁ τμηματάρχης, ὅτι δὲν θὰ φέρῃ ἀντίρρησιν ὁ Ὑπουργός· τηλεγραφεῖτε ἀμέσως εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον συμπολίτην σας, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐτελείωσεν, ἐνῷ πραγματικῶς δὲν ἔχει τελειώσει, ἀλλὰ μόνον ἀναμένεται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν τὸ αἴσιον πέρας αὐτῆς. Ὅτε ἔλαβεν ὁ κύριος Παγώνης τὸ τηλεγράφημα τοῦ μακαρίτου Βλαχοπούλου, καὶ ἐπείγετο, βιαζόμενος παρὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν σύναψιν τοῦ δανείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μετέβη εἰς τὸ ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης ἐν Πύργῳ, ἐλησμόνησεν ὅμως νὰ παραλάβῃ τὸ τηλεγράφημα,—ἄλλως ἦτο καὶ ἀναξιοπρεπὲς νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ ὑποκαταστήματος τὸ τηλεγράφημα πρὸς πίστωσιν τῶν λόγων του, διότι ἤρκει ἡ ἁπλῆ βεβαίωσίς του·—μετέβη λοιπὸν εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης καὶ ἐζήτησε τὸ παρὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ψηφισθὲν ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν, δι’ ὃν λόγον προανέφερα· ὁ διευθυντὴς ἠρώτησε τὸν κ. νομάρχην, ἂν ὑπάρχει ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου· ὁ νομάρχης, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ τηλεγράφημα τοῦ μακαρίτου Βλαχοπούλου, εἶπεν εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης, ὅτι βεβαίως ὑπάρχει ἔγκρισις. Τότε ὁ διευθυντὴς ἐμέτρησε τῷ κυρίῳ Παγώνῃ τὸ ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν. Τὴν ἐπιοῦσαν ἀμέσως, ἐπειγόμενος οὗτος νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας πρὸς σύναψιν τοῦ δανείου, ἑτοιμάζεται πρὸς ἀναχώρησιν· πρὶν δ’ ἔτι φθάσῃ εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Πύργου, λαμβάνει τηλεγράφημα ἐπίσημον τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν: «Ἐγκρίνομεν τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ... ἐγγράφου τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς αἰτηθεῖσαν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 500.» Ὁ κύριος Παγώνης ἐνόμισεν ὅτι ἦτο λάθος γραφικὸν ὁ ἀριθμὸς 500, καὶ δικαίως, διότι δὲν ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα «τὴν αἰτηθεῖσαν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 800 περιορίζομεν εἰς δραχμὰς 500», ἀλλ’ ἔλεγε: «τὴν αἰτηθεῖσαν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 500 ἐγκρίνομεν». Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤρχετο εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ τὴν ὑπόθεσιν ἀκριβῶς τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἦτο ἐπείγουσα, ἐσκέφθη καθ’ ἑαυτόν: «ὅταν μεταβῶ εἰς Ἀθήνας, θὰ πληροφορηθῶ, ἂν πράγματι ἐνέκρινε τὸ ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν τὸ Ὑπουργεῖον, ἢ ἐμείωσε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 500 δραχμάς». Πράγματι δὲ, ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας, μεταβαίνει εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐρωτᾷ τὸν τμηματάρχην: «Πόσον ποσὸν ἐνεκρίνατε;» Ὁ κ. τμηματάρχης τῷ ἀπαντᾷ: «Ἐνεκρίναμεν ποσὸν δραχμῶν 500 λόγῳ ἀποζημιώσεως». — «Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐνεκρίνατε ποσὸν δραχμῶν 500», παρατηρεῖ ὁ κ. Παγώνης, «διατὶ ἐν τῷ τηλεγραφήματι δὲν ἀνεφέρατε, ὅτι «τὴν αἰτηθεῖσαν πίστωσιν ἐκ δραχ. 800 περιωρίσαμεν εἰς δραχμὰς 500», ἀλλ’ ἐτηλεγραφήσατε ὅτι «ἐνεκρίναμεν τὴν αἰτηθεῖσαν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 500»; Ὁ κ. τμηματάρχης ἀπαντᾷ: «Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διέγραψε τὸ 800 καὶ τὸ ἔκαμε 500, ἐστάλη δὲ τὸ τηλεγράφημα ὡς εἶχεν». Οὕτως ἀκριβῶς ἔχει ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ὁ κύριος Παγώνης παρέμεινεν ἐν Ἀθήναις περὶ τοὺς δύο μῆνας, διατελῶν νομάρχης ἐν ὑπηρεσίᾳ, ἐνόμιζε δ’ ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀποδώσῃ αὐτῷ πρόθεσιν σφετερισμοῦ δραχμῶν 300, καὶ ἐσκόπει, ἅμα ὡς ἐπανήρχετο εἰς Πύργον, νὰ ἀποδώσῃ τὸ ποσὸν τῶν 300 δραχμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐθεώρησε καλὸν ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τῶν καθηκόντων τοῦ νομάρχου, ὅπως τὸν τοποθετήσῃ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Παγώνης ἀνεχώρησεν εἰς Καλάμας, καὶ ἐκεῖθεν ἀπέστειλε πρὸς τὸν διάδοχόν του, τὸν νῦν νομάρχην Ἠλείας κ. Φανδρίδην, μίαν ἀπόδειξιν ἑνὸς τῶν μισθῶν, οὓς εἶχε λαμβάνειν ὁ κ. Παγώνης ὡς νομάρχης, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ πληρώσῃ ἐκ τοῦ μισθοῦ τούτου τὰς 300 δραχμὰς πρὸς τὸν διευθυντὴν τοῦ ἐν Πύργῳ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης, καὶ ὅ,τι ἄλλο ἴσως ἔμεινεν ἀλλαχοῦ χρεώστης ἕνεκα τῆς ἐσπευσμένης ἐκ Πύργου ἀναχωρήσεώς του. Δὲν γνωρίζω ἂν μέχρι τοῦδε ὁ νῦν νομάρχης κ. Φανδρίδης κατώρθωσε νὰ ἐξοφλήσῃ τὴν ἀπόδειξιν. Ὡς ἔμαθον ὅμως ἐξωδίκως, ὁ κύριος νομάρχης δὲν ἐξώφλησεν ἀκόμη τὴν σταλεῖσαν αὐτῷ ἀπόδειξιν τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τοῦ μισθοῦ τοῦ κ. Παγώνη, διότι τὸ οἰκεῖον χρηματικὸν ἔνταλμα δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ ἔτι· ἀλλ’ εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα καὶ ἀφοῦ εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ κ. Φανδρίδου ἡ ἀπόδειξις τοῦ μισθοῦ τοῦ Ἰανουαρίου (τοῦ δεδουλευμένου) τοῦ κ. Παγώνη, βεβαίως θὰ καταβάλῃ ὁ κ. Φανδρίδης τὸ ὀφειλόμενον ποσόν. Δὲν κρίνω ὅμως ἄσκοπον νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ηὐτύχει νὰ ἔχῃ ἀνωτέρους ὑπαλλήλους ἐν πᾶσι τοῖς κλάδοις τῆς διοικήσεως τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Χρυσάνθου Παγώνη, ἡ κατάστασις ἡ ἐν γένει τῆς διοικήσεως δὲν θὰ παρίστα τὸ οἰκτρὸν σημεῖον, εἰς ὃ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εὑρίσκεται, ἡμεῖς δὲ οἱ πολιτευόμενοι δὲν θὰ κατετρίβομεν τὸν χρόνον ἡμῶν, ἀνερχόμενοι καὶ κατερχόμενοι τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων, ὅπως θεραπεύωμεν τὰ δίκαια τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν αἰτήματα, ὅπερ γίνεται ἐπὶ βλάβῃ καὶ ἡμῶν αὐτῶν καὶ τοῦ ἔθνους. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος καὶ εὐγενὴς συνάδελφος κ. Σπηλιάδης, κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκα, θὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐπὶ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν βασισθεὶς ἠδίκησεν ἕνα τῶν μᾶλλον διακεκριμένων διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἐντιμοτέρων Ἑλλήνων πολιτῶν.
§14Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι τοιοῦτος, διατὶ ἀπελύθη;
§15Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι πρόσωπα, κύριε Πρόεδρε, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι ὑπέρτερα πάσης αἰτιάσεως ἢ μομφῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπέρτερα πάσης ἀνάγκης οἱασδήποτε ὑπὲρ αὐτῶν συνηγορίας, τοιοῦτο δὲ πρόσωπον εἶναι ὁ κ. Χρύσανθος Παγώνης. Ὁ κ. Χρύσανθος Παγώνης δὲν ἐπεζήτησε τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἐπεζητήθη παρ’ αὐτῆς. Καὶ ὅτε μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχεν ἐκραγῆ εἰς κραυγάς, ζητῶν ἀνακαίνισιν ἰδεῶν καὶ προσώπων, καθ’ ὑψηλὴν ἐπιλογὴν ἀνεζητήθη τὸ ἐπίλεκτον μέλος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου καὶ τῆς κοινωνίας Καλαμῶν, ὁ κ. Παγώνης, καὶ διωρίσθη νομάρχης. Τοιαύτην ἱστορικὴν ἀρχὴν ἔχει ἡ ἐξαιρετικὴ εἴσοδός του ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ἣν ὄντως ἐτίμησε, δικαιώσας διὰ τῆς ἀκεραίας πολιτικῆς του τὴν ὑψηλὴν ἐκτίμησιν, καὶ παρασχὼν ἑαυτὸν ὑπόδειγμα νομάρχου. Καὶ ὅμως κατὰ τοιούτου ἀνδρὸς, — ἐκ χρηστοῦ βεβαίως συνειδότος, πάντως ὅμως ἐκ πεπλανημένων πληροφοριῶν, — διότι εὐλαβοῦμαι πολὺ τὸν κ. Σπηλιάδην, ὥστε νὰ μὴ ὑπολάβω ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐξ ἄλλης αἰτίας νὰ ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν, — ἐγένετο λόγος δυσμενὴς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ κατά τινα τρόπον αἰτίασις ἐρρίφθη κατ’ αὐτοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὅσα ἄρτι ἐρρήθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτοῦ εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκῆ εἰς ἀπάντησιν ὑπὲρ τοῦ κ. Παγώνη. Μοὶ εἶναι ὅμως ἐπιβεβλημένον νὰ προσθέσω βραχέα τινὰ, διασαφηνίζοντα ἀπορίας τινὰς τοῦ ἐπερωτήσαντος. Ἐλέχθη ὅτι ὁ κ. Παγώνης, οὐχὶ τακτικῶς, σχεδὸν ἐξαπατήσας δῆθεν, ἔλαβεν 800 δραχμὰς παρὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου, ἀντὶ τῶν ἐγκριθεισῶν 500 δραχμῶν. Δὲν ἔχει οὕτω. Πρὶν ἢ ὁ κ. Παγώνης φθάσῃ εἰς Πύργον ὡς νομάρχης, ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ εἶχε ψηφίσει πρᾶξιν, ὅπως ἀποσταλῇ ὁ εἰρηνοδίκης Πύργου, ὡς πρόεδρος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἐνταῦθα πρὸς συνομολόγησιν δανείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἅμα τῇ ἀφίξει τοῦ νομάρχου τὰ ἔργα τοῦ προέδρου τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸν νόμον, ἀνετίθεντο αὐτῷ. Ἐν τούτοις ὁ κ. Παγώνης, ὅτε διεβίβασεν αὐτῷ ὁ τέως πρόεδρος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα περὶ μεταβάσεως εἰς Ἀθήνας τοῦ προέδρου πρὸς σύναψιν δανείου, ἐπαφῆκε τὴν ἐργασίαν ταύτην τῷ κ. εἰρηνοδίκῃ. Ἀλλ’ εἴτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τούτου, εἴτε ἐξ ἄλλου λόγου, ἐβράδυνεν ὁπωσδήποτε ἡ ἀναχώρησις αὐτοῦ εἰς Ἀθήνας. Ἐκ τούτου ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ, κρίνασα ὅτι τελεσφορώτερον, λόγῳ καὶ τοῦ κύρους τοῦ ἐκ τοῦ ἀξιώματος, θὰ διενήργει τὰ τῆς συνάψεως τοῦ δανείου ὁ κ. νομάρχης, προέβη εἰς νέαν πρᾶξιν, ἐψήφισε δὲ κονδύλιον 800 δραχμῶν πρὸς ἐπάρκειαν τῶν δαπανῶν καὶ τῆς παραστάσεως, ἵνα ἔλθῃ ὁ πρόεδρος αὐτῆς ἐνταῦθα καὶ διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Ἐπειδὴ ἐπείγε τὸ ζήτημα, τηλεγραφικῶς διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ πρᾶξις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τηλεγραφικῶς δὲ ὁ προϊστάμενος τῶν δημοσίων ἔργων, ὁ μακαρίτης Βλαχόπουλος, ἀπήντησεν, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου ἐνεκρίθη. Ἀμέσως δ’ ὁ κ. Παγώνης ἀνεχώρησεν εἰς Ἀθήνας, καὶ μόνον ὅτε ἦλθεν ἐνταῦθα ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς εἶχεν ἐγκριθῆ, ἀλλ’ ἐμειώθη ἡ πίστωσις κατὰ 300 δραχμάς. Κατὰ τοιοῦτον ἑπομένως τρόπον, ἀνεπίδεκτον πάσης ἀμφισβητήσεως, ἔλαβεν ὁ κ. Παγώνης δραχμὰς 800. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρέμεινεν ὁ κ. Παγώνης ἐπὶ 2½ μῆνας Εἶναι δὲ γεγονὸς γνωστόν, ὅτι οὐχὶ διὰ λόγους ὑπηρεσίας ἦλθεν ἐνταῦθα· διότι, ἂν ἤρχετο διὰ λόγους δημοσίας, πρὸς τῷ τακτικῷ μισθῷ θὰ ἐλάμβανε καὶ ποσὸν ἡμίσεως ἔτι μισθοῦ, ἤτοι ἓν ἔτι ἡμιόλιον, ὅπερ δίδεται τῷ νομάρχῃ, ὅταν ἐκτὸς τῆς ἕδρας αὑτοῦ ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν. Μετὰ τὴν ἐπὶ δίμηνον περίπου ἐνταῦθα παραμονὴν τοῦ κ. Παγώνη καὶ τὴν εὐτυχῆ περάτωσιν τοῦ ἔργου, ἐφ’ ᾧ ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρόεδρος ταύτης, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκρινε σκόπιμον, ἐν ταῖς γνωσταῖς διοικητικαῖς μεταβολαῖς, ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τῶν καθηκόντων τοῦ νομάρχου, ἄγνωστον διὰ τίνα λόγον, ἀλλ’ οὐχὶ βεβαίως δι’ αὑτὴν τὴν αἰτίαν. Ἐπὶ τῇ περιστάσει ταύτῃ ἔχω ἐντολὴν παρὰ τοῦ κ. Παγώνη, ὅστις μὲ τιμᾷ διὰ τῆς φιλίας του, νὰ εἴπω, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἴτε διεδόθη εἴτε ἐδημοσιεύθη εἴτε περὶ τοῦ ἐπεισοδίου πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς Ἠλείας, τοῦ προελθόντος ἐκ παρεξηγήσεων, εἴτε πρὸς ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν εὐθύνει τὸν κ. Παγώνην, ὅστις οὔτε ὑπηγόρευσεν, οὔτε συνῄνεσεν εἰς τὰ γραφέντα, οὔτε ἁπλῆν κἂν γνῶσιν εἶχεν αὐτῶν. Ἐντεῦθεν ὁ κ. Παγώνης μετέβη εἰς Καλάμας. Ἀλλ’ ἐν Πύργῳ, τῇ τέως ἕδρᾳ του, εἶχε καταλίπει τὰς ἀποσκευάς του, πάντα τὰ ἔγγραφά του, εἶχε τὸ γραφεῖόν του κεκλεισμένον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχον χιλιάδων δραχμῶν καταθέσεις καὶ ἐγγυήσεις διὰ δημοπρασίας, ἑπομένως πρὶν ἢ ἐπανέλθῃ εἰς Πύργον καὶ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἑπομένως καὶ τὰς ἐπὶ πλέον 300 δραχμάς, δὲν ἦτο στάδιον ἀκόμη οἱουδήποτε ἐλέγχου, οἱασδήποτε αἰτιάσεως, οὐδὲ ὑπονοίας κατ’ ἀνδρός, οἷος ὁ κύριος Παγώνης. Ἐκ Καλαμῶν βραδύνας, ἕνεκα οἰκογενειακῶν ἀσχολιῶν, νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως εἰς Πύργον, ἀπέστειλε στενὸν συγγενῆ του, ὅπως παραδώσῃ τὰ γραφεῖά του καὶ μεταξὺ ἄλλων καὶ ὁμολογίας 40 χιλιάδων περίπου δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον κατατεθῆ διὰ διαφόρους δημοπρασίας καὶ αἵτινες εὑρίσκοντο εἰς τὸ κεκλεισμένον ἐκεῖ γραφεῖόν του ἐν τῇ Νομαρχίᾳ, ἔδωκε δ’ ἔκτοτε ἐντολήν, πολὺ πρὶν γείνῃ ἡ ἐπερώτησις, ὅπως ἐκ τῶν καθυστερουμένων δύο μισθοδοσιῶν του κατατεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τῶν 300 δραχμῶν εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν. Μετὰ τὰ λεχθέντα, Κύριοι, ἅτινα εἶναι ἡ ἀπερίστροφος ἀκρίβεια, ἀπεκδέχομαι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας συναδέλφου, ὃν σφόδρα σέβομαι, καὶ οὗτινος τυγχάνει γνωστὴ ἡ πρὸς τὰς ὑπολήψεις τῶν ἄλλων λεπτότης καὶ εὐλάβεια, ἀπεκδέχομαι, λέγω, παρ’ αὐτοῦ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων καὶ τὴν ὀφειλομένην ἐπανόρθωσιν οἱουδήποτε ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον τυχὸν ἐπεγένετο ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς του εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ κυρίου Παγώνη.
§16Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εὐγνωμονῶν διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐκπληρώσω ἓν καθῆκον πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀλήθειαν, μετὰ παρρησίας θὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἠδίκησα τὸν κύριον Παγώνην. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι τρία ἦσαν τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐζήτησα πληροφορίας. Πρῶτον ἰσχυρίσθην, ὅτι ὁ κ. Παγώνης, κληθεὶς διὰ λόγους ὑπηρεσίας ἐνταῦθα, καθ’ ἣν περίπτωσιν θὰ ἐλάμβανεν ἀποζημίωσιν τῶν δαπανῶν, τὴν κεκανονισμένην ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ του, νομίζω, τὸ ὁποῖον ἐπίσης κανονίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἔλαβε καὶ παρὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς δραχμὰς 800, ἵνα διαπραγματευθῇ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐν διαπραγματεύσει μεταξὺ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Κατακώλου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ δεύτερον σημεῖον ἦτο, ὅτι ἔλαβε τὰ χρήματα αὐτὰ πρὶν ἢ ἐγκριθῶσι. Καὶ τρίτον ἐπηρώτησα, ἂν τὰ περισσεύσαντα χρήματα, αἱ 300 δραχμαὶ, — διότι ἡ πρᾶξις τῶν 800 δραχμῶν ἐνεκρίθη μόνον διὰ 500 —ἐπεστράφησαν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, τὸ καὶ σπουδαιότερον, μέρος τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐκείνης καὶ τὸ δεύτερον, ὁμολογῶ, ὅτι εἰς ἐσφαλμένας πληροφορίας στηριχθεὶς ἐπλανήθην...
§17Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε!
§18ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. .. Ἄν μοὶ ἦτο δ’ ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναφέρω τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκε τὰς πληροφορίας, βεβαίως θὰ ἐδικαιολογούμην, ὅτι δὲν ἐφάνην ἐπιπόλαιος, δοὺς πίστιν εἰς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο καὶ πιστεύσας ὅσα ἐξέθηκα...
§19ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Μεγαπᾶνος.
§20ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀναφέρω ὄνομα.
§21ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεφέρατε τότε αὐτό.
§22ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀνέφερα ὄνομα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Κατηναλώσαμεν πολλὴν ὥραν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἀκόμη.
§24ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐξετάσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐβεβαιώθην ἀκριβῶς, ὅτι δὲν ἐκλήθη διὰ λόγους ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐπετράπη εἰς τὸν νομάρχην νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, ἵνα διαπραγματευθῇ τὸ δάνειον ἐκεῖνο. Ἐπίσης ἐβεβαιώθην ἐκ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, ὅτι τηλεγραφικῶς εἶχεν ἀνακοινωθῆ εἰς αὐτὸν ἡ ἔγκρισις τῆς πιστώσεως ταύτης. Συνεπῶς ἐπιθυμῶν νὰ ἐπανορθώσω τὸ ἄδικον,—ἂν προσεγένετο ἄδικόν τι εἰς τὸν κύριον Παγώνην ἐξ ὅσων εἶπον,—ἐκφράζω τὴν βαθεῖάν μου λύπην ἐπὶ τούτῳ. Ἐκ τούτου δὲ λαβὼν ἀφορμήν, ὑπεσχέθην εἰς τὸν ἑαυτόν μου, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ δώσω πίστιν εἰς κανένα ἄλλον παρὰ μόνον εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον μέρος, περὶ τῶν ὑπολειπομένου ποσοῦ ἐκ τῶν 800 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὸ ἐν Πύργῳ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, χωρὶς ν’ ἀμφισβητήσω τὰ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων ἐπὶ τούτου λεχθέντα, βεβαιῶ ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐπεστράφη.
§25Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ συζήτησις ἀπέδειξε τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν ὅσων πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶπον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος· νομίζω δέ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησίς μου, διὰ ν’ ἀποφεύγωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον λαμβάνει χώραν. Παρετήρησα τότε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ζητήματα προσωπικά, ἀποβλέποντα ἰδιώτας, καὶ ὄχι δημοσίους ὑπαλλήλους, περὶ τῶν ὁποίων καὶ μόνον ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ὑπεκφεύγουσι τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Τί νομίζετε ὅτι ἔλαβε χώραν σήμερον; Προεκλήθη μονομαχία μεταξὺ τῶν δύο, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα οἱ μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι συνετάξαμεν τὸ πρωτόκολλον!...
§26Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι!
§27ΡΙΚΑΚΗΣ. .. Ἐδηλώθη ὅτι ὁ κ. Σπηλιάδης ἀνακαλεῖ ὅσα εἶπεν. Αὐταὶ εἶναι ἰδιωτικαὶ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τῆς θέσεως τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον ἐκ προοιμίων νὰ κανονίζῃ τὰ ζητήματα σχετικῶς μὲ τὴν ἀποστολήν μας καὶ μὲ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμός. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον προηγουμένως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἐζήτησε τὸν λόγον, καὶ ὁ κ. Τοπάλης κατόπιν. Ὑμεῖς δὲν ἐζητήσατε.
§31Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν σᾶς παρεκάλεσα περὶ τούτου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ δὲν ἤκουσα. Ὁρίστε, κύριε Νέγρη.
§33ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Προκειμένου νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαγραφῆς τῶν χρεῶν τῶν δήμων, θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται τὰ ὑπὸ τῶν δήμων τοῦ Κράτους (χωριστὰ δι’ ἕκαστον) εἰσπραττόμενα ἐκ σταθμικῶν καὶ μετρικῶν δικαιωμάτων κατ’ ἔτος· εἰδικῶς δὲ διὰ τὸν δῆμον Ἀθηναίων, τί εἰσπράττει οὗτος ἐκ τῶν δικαιωμάτων τούτων, καὶ τί συνεισφέρει ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας.
§34ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ τί ὀφείλει ἕκαστος δῆμος.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν κληροδοτημάτων τοῦ μακαρίτου Κωνσταντίνου Ζάππα, περὶ οὗ εἶπον καὶ χθές, ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω. Ἐγείρονται παράπονα πολλὰ εἰς κοινότητας Ἠπειρωτικάς, εἰς τὰς ὁποίας ἀφέθησαν κληροδοτήματα οὐχὶ παρὰ τοῦ Εὐαγγέλου, ἀλλὰ παρὰ τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν δι’ ἓν τῶν κληροδοτημάτων, τὸ ἀφορῶν τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ζάππειον Παρθεναγωγεῖον, θὰ παρακαλέσω αὐτήν, ὅπως καὶ περὶ τῶν κληροδοτημάτων τούτων, — τὰ ὁποῖα, καίτοι μικρότερα τοῦ πρὸς τὸ Ζάππειον Κωνσταντινουπόλεως, οὐχ ἧττον καὶ ταῦτα ἔχουσι σπουδαιότητά τινα ἐθνικήν, — λάβῃ πρόνοιαν καὶ συμπεριλάβῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προκαταβολήν τινα, ὅπως καὶ ταῦτα ἐκτελεσθῶσιν. Ὑπάρχουσιν οὐκ ὀλίγα καὶ ἐνταῦθα. Ἂν θέλετε δέ, δύναμαι νὰ τὰ ἀναφέρω. Ἐπειδὴ ἔλαβον τὸν λόγον, θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν σύστασίν μου, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου ταύτης, νομίζω, ὑπέβαλον καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ σύστασίς μου ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἄρτης, ὡς μοὶ γράφουσι πολλαχόθεν, οὐδέποτε ὑπῆρξεν εἰς χειροτέραν κατάστασιν τῆς σημερινῆς. Ὑπάρχουσι ληστοφυγόδικοι, οἱ ὁποῖοι τακτικῶς φορολογοῦσι... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων). Φορολογοῦσι, ναί! τοὺς κατοίκους ἐκεῖ. Ἔχω δ’ εἰς χεῖρας μου καὶ ἐπιστολὰς τῶν φυγοδίκων τούτων, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦσι τοὺς κατοίκους. Νομίζω ὅτι — τοὐλάχιστον τοῦτο μοὶ γράφουσιν — εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς ἀνεφέρθησαν οἱ κάτοικοι περὶ τούτου, καὶ ὅτι ταῦτα εἶναι γνωστὰ καὶ εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς...
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔλαβον καμμίαν ἀναφοράν.
§38Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι αἴσθημα προφυλάξεως, ἂν οἱ παθόντες δὲν σᾶς ἔστειλαν ἀναφορὰν, διότι κατηργήθησαν καὶ δὲν ὑπάρχουσι πρὸ καιροῦ ἀποσπάσματα καταδιώξεως, ἐνῷ πάντοτε ὑπῆρχον ἀποσπάσματα ἕνεκα τοῦ ὀρεινοῦ τῆς χώρας· σήμερον δὲ, ὅτε ὁλόκληρος συμμορία διαμένει ἐν Βάλτῳ, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐν Ἄρτῃ, ἐξασκοῦσα φορολογίαν τακτικὴν δι’ ἐπιθέσεων, νομίζω ὅτι ἡ ὕπαρξις ἀποσπασμάτων πρὸς καταδίωξιν τῆς συμμορίας ταύτης ἐπιβάλλεται πλειότερον παρ’ ἄλλοτε. Ὅτι δὲ ἐπιβάλλεται τοῦτο, ἀναγνωρίζουσι καὶ αἱ ἐκεῖ ἀρχαὶ, περὶ ὧν ἐνόμιζον ὅτι ἀνεφέρθησαν ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὸ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει ὅτι δὲν ἔλαβε τοιαύτην ἀναφορὰν, δὲν δύναμαι νὰ μὴ πιστεύσω τὴν διαβεβαίωσιν αὐτοῦ· τὸν παρακαλῶ ὅμως νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὗται δὲν θὰ κρύψωσι κανὲν πραγματικῶς ἐκ τῶν συμβάντων· διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀποσπάσματα, αἱ ἀστυνομίαι ἐκεῖ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διευθύνονται παρ’ ἐνωμοταρχῶν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν σύστασίν μου ταύτην, παρακαλῶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβωσι τὴν ἀναγκαίαν μέριμναν ὑπὲρ τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἄρτης δημοσίας ἀσφαλείας, ἡ ὁποία, ὅπως πολλαχόθεν μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, οὐδέποτε περιῆλθεν εἰς οἵαν νῦν κατάστασιν.
§39Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρὸ τοῦ ἔτους 1897 ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης καὶ ἐν Ἀκαρνανίᾳ ὑπῆρχον ἓν σύνταγμα πεζικοῦ, τὸ 9ον, καὶ ἓν τάγμα εὐζώνων, καὶ μόλις κατώρθου τὸ Ἀρχηγεῖον νὰ διατηρῇ τὴν τάξιν ἐν τῷ νομῷ μέχρι Καλαρρυτῶν. Σήμερον, ὅτε τὸ σύνταγμα δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ τάγμα τῶν εὐζώνων εὑρίσκεται εἰς τὴν Κόρινθον, ὅλος ὁ νομὸς Ἄρτης καὶ ἡ Ἀκαρνανία μένουσιν ἄνευ στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ἄλλοτε ἐγὼ καὶ οἱ κ. Βουλευταὶ ἐξ Ἀκαρνανίας, ὡς καὶ οἱ τῆς Ἄρτης, εἴχομεν παρουσιασθῆ εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ συνεστήσαμεν, ὅπως ἓν τάγμα εὐζώνων ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν εἰς τὴν Ἄρταν, ἵνα οὕτω, ἐπαρκοῦς οὔσης τῆς δυνάμεως, κατορθωθῇ νὰ ὑπάρξῃ δημοσία ἀσφάλεια. Σήμερον ὑπάρχει ἓν μόνον τάγμα εἰς ὅλον τὸν νομὸν Ἄρτης, καὶ εἶναι ἀνεπαρκές. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα, διότι αἱ ἐπαρχίαι Βάλτου καὶ Ἄρτης, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, εὑρισκόμεναι πλησίον τῆς μεθορίου γραμμῆς, διατελοῦσιν ἐν κινδύνῳ, διότι λησταὶ ἐκ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας εἰσέρχονται ἐντὸς τῶν συνόρων, κακοποιὰ δὲ στοιχεῖα ἐξ Ἄρτης καὶ Βάλτου συνεννοοῦνται μετ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν σταλῇ ἐπαρκὴς δύναμις, θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν τῷ νομῷ καὶ θὰ λείψωσι τὰ παράπονα καὶ τῶν κατοίκων καὶ τῶν Βουλευτῶν.
§40Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου εἶχον διαμαρτυρηθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τῶν ἐπαρχιῶν Βονίτσης καὶ Βάλτου, εἶχον δὲ συστήσει εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ πρώτου τάγματος τῶν εὐζώνων, τὸ ὁποῖον καὶ πρὶν ἐστάθμευεν εἰς τὰς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ Βάλτου, ἀλλ’ ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ἐναντίαν ἰδέαν· ἦτο κατὰ τοῦ συστήματος τῆς κατ’ ἐδαφικὰς περιφερείας στρατολογίας, καὶ ἐδικαιολογεῖτο, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ στρατιῶται κατήγοντο ἐξ ἐκείνων τῶν μερῶν, δὲν ἔπρεπε τὸ τάγμα νὰ σταθμεύῃ ἐκεῖ. Τώρα ἤλλαξε γνώμην, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν. Ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, καὶ τὴν πραγματικῶς διασεσαλευμένην τάξιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, νὰ ἐνισχύσῃ τὴν δύναμιν τῶν μερῶν ἐκείνων διὰ τῆς μετασταθμεύσεως ἐκεῖ ἑνὸς τάγματος καὶ ἰδίως τοῦ πρώτου, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς τὴν μεραρχίαν τῆς Ἄρτης.
§41Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Ἔχομεν, Κύριοι, δυστυχῶς δύο κακὰ, τὴν ζωοκλοπὴν καὶ τὴν ἔλλειψιν δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ τὰ δύο δὲ σχετίζονται. Πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ ζωοκλοπῆς, ἀλλ’ αὕτη δυστυχῶς παρηγκωνίσθη. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασις αὕτη, ὅπως συζητηθῇ, καὶ θέλει μάθει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία, ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη ἐφαρμοζομένη θὰ παγιώσῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἄς μὴ χανώμεθα! Δὲν θὰ φέρωσι τὴν ἀσφάλειαν ταύτην οὔτε τὰ τάγματα, οὔτε οἱ καλοὶ αὐτῶν διοικηταί· σᾶς τὸ διαβεβαιῶ μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον. Μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὃν ἀνέφερα, θὰ παύσῃ ἡ ζωοκλοπὴ καὶ θὰ παγιωθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ἐγὼ διετέλεσα ἐπὶ δύο ἔτη διοικητὴς μεταβατικοῦ εἰς τὸν νομὸν τῆς Ἄρτης, καὶ γνωρίζω τί συμβαίνει ἐκεῖ καὶ ἐν γένει εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας. Δὲν μᾶς χρειάζονται μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ἀλλὰ νόμος δρακόντειος, ἵνα κτυπήσωμεν τὴν ζωοκλοπὴν, ἐξ ἧς προκύπτουν τὰ μεγαλείτερα δυστυχήματα, οἱ περισσότεροι φόνοι καὶ τὰ ἄλλα δυσάρεστα εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.
§42ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐγὼ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας κ. Κατσάνου περὶ ἐκτοπίσεως τῶν καταδικαζομένων ἐπὶ ζωοκλοπῇ καὶ ζωοκτονίᾳ, καὶ ἰδιαιτέρως δὲ συνέστησα πρὸς αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, θεσπίζον τὴν ἐκτόπισιν τῶν μὲν καταδικαζομένων ἐπὶ ζωοκτονίᾳ μικρῶν ζώων ἐπὶ ἓν ἔτος, τῶν δὲ ἐπὶ ζωοκτονίᾳ μεγάλων ζώων, ἐπὶ δύο ἔτη. Τοῦτο ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἑδραίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι καὶ ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων ἐπιβάλλει ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν εἰς τοὺς καταδικαζομένους ἐπὶ ζωοκλοπῇ, ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζεται, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο δι’ ἐγκυκλίου νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν ἐξέδωκε τοιαύτην ἐγκύκλιον, καὶ ἂν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐκτόπισιν δι’ ἐγκυκλίου. Ἂν δὲν δύναται, ἂς υἱοθετήσῃ τὴν σχετικὴν πρότασιν νόμου, διότι ἐκ τῆς ζωοκλοπῆς καὶ τῆς ζωοκτονίας γεννῶνται ὅλα τὰ ἐγκλήματα.
§43Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πάλιν παράπονα, τὰ ὁποῖα μοὶ γράφουσιν ἐκ Πύργου τῆς Βουλγαρίας κατὰ τοῦ αὐτόθι ὑποπροξένου κ. Ἐμυάλη. Ἔλαβον ἐκεῖθεν πολλὰς ἀναφορὰς περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑποπροξένου τούτου, καθὼς καὶ ἐπιστολὰς καὶ μίαν ἐφημερίδα ἐκεῖ ἐκδιδομένην καὶ γράφουσαν πολλὰ κατ’ αὐτοῦ. Καταθέτω ταῦτα εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι πρέπει. Ἐπίσης ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν ἀντίγραφον ἀναφορᾶς τῶν ἐν Βόλῳ ἐμπόρων ἀδελφῶν Ζαχαρία κατὰ τοῦ προξένου Θεσσαλονίκης, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ καὶ ταύτην ὑπ’ ὄψιν. Ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσῃ, τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν αὐτῶν ἀδελφῶν Ζαχαρία, παραπονουμένων κατὰ τοῦ τελώνου Βόλου, ὅτι ἠρνήθη νὰ ὑπολογίσῃ πρὸς ἐκπεσμὸν τὸ ὑπ’ αὐτῶν πληρωθὲν κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς τέλος εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§44Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβληθεῖσαν ἀναφορὰν τοῦ ἐν Ἀγυιᾷ ἐμπόρου Καρανίκα καὶ διατάξῃ νὰ ἐπιστραφῶσιν αὐτῷ οἱ ἐπὶ πλέον πληρωθέντες παρ’ αὐτοῦ φόροι δι’ ἐμπορεύματα εἰσαχθέντα διαρκούσης τῆς τουρκικῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις κατέθεσε χθὲς ἔγγραφα περὶ τῆς δημοπρασίας τῆς ἐρέας, δὲν ἐνόησε τὴν ἐπερώτησίν μου, ἢ ὅτι ἐγὼ κακῶς ἐξεφράσθην. Ἐγὼ τὸν παρεκάλεσα νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προκήρυξιν τῆς δημοπρασίας, δι’ ἧς ἐκλήθησαν νὰ μειοδοτήσωσιν οἱ θέλοντες νὰ γείνωσι προμηθευταὶ τῶν ἐρεῶν· ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως ἀντὶ τούτου κατέθεσε τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἴδω τὴν προκήρυξιν, ἡ ὁποία περιέχει τοὺς ὅρους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐγένοντο αἱ προσφοραί.
§47Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ὅροι περιέχονται εἰς τὸ συμβόλαιον.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγένετο ὅμως καὶ προκήρυξις, ἐν ᾗ ἀναγράφονται οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς θὰ ἐγίνοντο δεκτοὶ κατὰ τὴν δημοπρασίαν οἱ συναγωνισθησόμενοι. Πλὴν τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀκούσῃ ἓν τηλεγράφημα σημερινῆς ἡμερομηνίας, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐκ Νάξου (ἀναγινώσκει): «Εἰδοποιῶ ὑμᾶς, ὅτι χθὲς ἐξ ὅρμου Ληῶνος ἐφόρτωσαν τέσσαρα πλοῖα σμύριδα ἄνευ παρουσίας διευθυντοῦ σμύριδος ἢ ἐπιστάτου ἢ ἀντιπροσώπου Ἐλέγχου, ἀλλὰ διὰ μόνου ἀρχιφύλακος, ὅστις ἐζύγισεν εὐνοουμένων αὐτῷ δὶς, μὴ συμμορφωθεὶς μὲ κανονισμὸν, ἵνα παράδοσις γείνῃ κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν, καὶ τοῦτο πρὸς ἐπηρεασμὸν ψηφοφόρων. Παρακαλῶ, πράξατε ὅ,τι φρονεῖτε καλόν.» Ἐπειδὴ ὁ τηλεγραφῶν εἶναι ὁ πρώην συνάδελφος ἡμῶν κ. Μυκώνιος, παραδίδω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ τηλεγράφημα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Δηλιγιάννης.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολλάκις ἐγένετο λόγος καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς περὶ προγράμματος, τὸ ὁποῖον οἱ κ. Ὑπουργοὶ, πρὶν ἢ κληθῶσιν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐδημοσίευσαν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κοινοῦ. Δυστυχῶς δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου ἀντίτυπον τοῦ προγράμματος τούτου, δὲν δύναμαι δὲ νὰ προσδιορίσω ἀκριβῶς ποίας ἐπαγγελίας περιεῖχεν. Ἤκουσα ὅτι μεταξὺ τῶν ποικίλων ἐπαγγελιῶν ἦτο, καὶ ὅτι θέλει εἰσαγάγει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ προτείνει μεταρρυθμίσεις, καὶ προσέτι, ὅτι θέλει καταπολεμήσει τὴν συναλλαγήν. Καὶ ἡ μὲν κυρίως νομοθετικὴ ἐργασία, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον μέχρι τοῦδε οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ ἔδωκεν ἰδέαν τινά, ἴσως μὴ πλήρη, ἢ ἀσαφῆ, τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἐπηγγέλθησαν ἢ σκοποῦσι νὰ προβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ πολιτεία τῶν κυρίων Ὑπουργῶν μοὶ ἔδωκεν ἰδέαν, οὐχὶ πλέον ἀσαφῆ καὶ ἀτελῆ, ἀλλὰ δυστυχῶς πλήρη, τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσιν ἐξαλείψει τὸ πολιτειακὸν τοῦτο ἐλάττωμα τῆς συναλλαγῆς, τὸ ὁποῖον ἀποδίδουσιν εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Ὅ,τι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξαγάγω οὔτε ἐκ τῆς νομοθετικῆς ὕλης, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον εἰς τὸ Κοινοβούλιον οἱ Ὑπουργοὶ, οὔτε ἐκ τῆς πολιτείας αὐτῶν, θέλω προσπαθήσει, ἐρευνῶν τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ τὸ πορισθῶ, ὅπως συμπληρώσω πάντα τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἀνευρίσκω ἐν ταῖς παρασχεθείσαις μοι κατὰ τὰ εἰρημένα πληροφορίαις, ἀφοῦ μοὶ συνέβη νὰ μὴ ἀναγνώσω τὸ πρόγραμμα αὐτῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 διαφέρει ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 ἀνήκει εἰς ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἤχθη εἰς πόλεμον. Ἀλλ’ αἱ τοιαῦται πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι ἐπάγουσιν ἀνωμαλίας αἰσθητὰς καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας, αἵτινες καταλήγουσιν εἰς τὴν ἐξασθένησιν καὶ τὴν ἀτονίαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ προσφύγωμεν εἰς τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, ὅπως διὰ τῆς παραβολῆς ἀναζητήσωμεν τὰς ἰδέας τῶν κυβερνώντων. Ἀλλὰ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898 δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς παραβολὴν πρὸς τὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, διότι τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος τοῦ 1897, καθ’ ὃ ἐγένετο ὁ πόλεμος, ἀναγκαίως μετέχει τῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπεφάνησαν κατὰ τὸ 1897. Ἀλλ’ οὐδ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν παραβολὴν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, διότι, ἂν κατὰ τὸ 1899 δὲν ὑπῆρχον αἱ ἀνωμαλίαι, αἵτινες ἐπῆλθον κατὰ τὸ 1897, ἐξηκολούθησαν δὲ καὶ κατὰ τὸ 1898, ἀφῆκαν ὅμως αἱ ἀνωμαλίαι ἐκεῖναι κατὰ τὸ 1899 κυματισμοὺς, ὁμοίους πρὸς ἐκείνους, οἵτινες κινοῦσι καὶ ταράττουσι τὴν θάλασσαν, καὶ ἀφοῦ κατεσίγασαν τοῦ Βορρᾶ ἢ τοῦ Νότου αἱ σφοδραὶ πνοαί. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσφύγωμεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους, τὸ ὁποῖον προηγεῖτο τοῦ πολέμου, τοῦ ἔτους 1896, ἵνα πρὸς τοῦτον παραβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἔτους ὁμαλοῦ, ἀπαλλαγέντος τῶν ἀνωμαλιῶν, οἷον ὁμαλὸν ἦτο καὶ τὸ ἔτος 1896. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἐπιβληθῆ ἔτι ὁ ἔλεγχος, ἑπομένως προηγεῖτο τοῦ ἐπιβληθέντος ἐλέγχου, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ἐλέγχου, θέλουσι διαφέρει πρὸς ἀλλήλους μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ μὲν προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 κατηρτίσθη ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλλε τότε εἰς τὴν διοίκησιν ἡ ἀγαθοπιστία, ἣν ὤφειλε νὰ ἔχῃ πρὸς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους, μετὰ τῶν ὁποίων ἐπεθύμει νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις, ὅπως συμβιβασθῇ μετ’ αὐτῶν, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 συνετάχθη ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλε πλέον εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν ὁ ἔλεγχος. Μετὰ τοιαύτης προαιρέσεως ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900· καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ καταφύγω εἰς ἐρεύνας ἀριθμῶν, γνωρίζω δὲ πόσον αἰσθάνονται κάματον οἱ ἀκούοντες ἀριθμοὺς, μὴ ἔχοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν κείμενα, ἵνα ἀναγνώσωσι, θέλω προσπαθήσει ὅμως, ὅσον τὸ δυνατὸν, νὰ συντομεύσω τὸ ἀηδὲς τοῦτο ἀνάγνωσμα, ἵνα μειώσω ὅσον δυνηθῶ περισσότερον τὸν κάματον ὑμῶν, καὶ συντελέσω νὰ ἐκφέρητε γνώμας καὶ κρίσεις ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θέλω προβάλει. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, οἷος ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο δυνατὸν νὰ παραβληθῇ προσέτι καὶ πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς ἄλλων παρελθόντων ἐτῶν, διότι ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ γνωρίσματά τινα κύρια, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν ἐκείνοις τοῖς προϋπολογισμοῖς ὑπάρχουσιν· ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐπιληφθῶ τῆς τοιαύτης παραβολῆς αὐτοῦ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω τὰ γενικὰ γνωρίσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Τὰ γενικὰ γνωρίσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ κυρίως χρηματικὰ γνωρίσματα αὐτοῦ, εἰσὶν ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων καὶ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων. Ἡ ἐκτίμησις καὶ ἡ παραβολὴ τῶν δύο τούτων ὅρων ἔχει μεγάλην σημασίαν, χάριν τῆς ὁποίας πρέπει πρὸ παντὸς καὶ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ· ἡ σημασία δὲ αὕτη εἶναι διὰ τὸ Κράτος πολλῷ μεγαλειτέρα, διότι δὲν ἔχομεν πλήρη ἐλευθερίαν, ἵνα ζητήσωμεν ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι τὰ ἔσοδα δύναταί τις ν’ αὐξήσῃ ἐκ τριῶν πόρων: εἴτε ἐκ τῶν πόρων τῶν δανείων, ἀλλ’ ἡ πηγὴ αὕτη ἐξηράνθη πλέον δι’ ἡμᾶς, εἴτε ἐκ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, εἴτε ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, καὶ τὰς πηγὰς δὲ ταύτας ἐγὼ θεωρῶ ξηρανθείσας ὡσαύτως, ξηρανθείσας τοὐλάχιστον διὰ τινὰ ἔτη, διότι κρίνω, ὅτι ἡ παραγωγὴ περιέπεσεν ἤδη εἰς κάματον· ἐὰν δὲ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ παραγωγὴ εἶχε περιπέσει εἰς κάματον πρὸ τοῦ πολέμου, μετὰ τὸν πόλεμον ὁ κάματος ἐγένετο τὰ μάλα αἰσθητὸς, δὲν εἶναι δὲ οὔτε διοικητικῆς συνέσεως ἴδιον, οὔτε πολιτικῆς σωφροσύνης, νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἠθέλομεν αὐξήσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Καὶ ὄντως μετὰ τὴν μείωσιν, τὴν ὁποίαν εἰς τὰ δικαιώματα ἡμῶν ἐπήνεγκεν ὁ ἔλεγχος, πρέπει νὰ ἤμεθα ἐντελῶς νηφάλιοι· ἐπειδὴ δ’ ἔχομεν πολλὰς ἀνάγκας, καὶ ἀνάγκας συντηρήσεως καὶ ἀνάγκας βελτιώσεως καὶ ἀνάγκας ἐλπίδων, νομίζω ὅτι πρέπει, περιοριζόμενοι ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς συντηρήσεως, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπαυξήσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὴν παραγωγὴν, ὅπως δυνηθῶμεν, τοῦ χρόνου προϊόντος, νὰ πορισθῶμεν ἐκ τῆς ἀναπτύξεως καὶ αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον, ἵνα ἐπαρκέσωμεν καὶ εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὰς ἀναγκαίας βελτιώσεις, καὶ προσέτι εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ τῶν ἐλπίδων ἡμῶν ἡ πραγματοποίησις. Ἀρχῆθεν ἔκρινα, ὅτι ἡ μεγάλη οἰκονομικὴ νόσος, ἥτις καταβιβρώσκει τὸν τόπον,—καὶ λέγω περὶ τοῦ τόπου, διότι δὲν βασανίζει ἡ νόσος αὕτη μόνον τὸ Κράτος, ἀλλὰ βασανίζει καὶ τὴν χώραν,—ἡ μεγάλη οἰκονομικὴ νόσος ἦτο, ὅτι παράγομεν ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα πρέπει νὰ παράγωμεν· πρέπει δὲ νὰ παράγωμεν περισσότερα, διότι ἀπροσέκτως, εἴτε μιμούμενοι ἐξ ἐλαφρότητος ἄλλους, εἴτε ἐκ μωρᾶς ματαιότητος,—δὲν εἶναι δὲ σήμερον κατάλληλος ὁ χρόνος, ἵνα προβῶ εἰς λεπτομερεστέραν ἐξέτασιν τῶν αἰτιῶν, —ηὐξήσαμεν τὰς ἀνάγκας ἡμῶν περισσότερον ἢ ὅσον ἔπρεπε νὰ αὐξήσωμεν αὐτάς. Ἕνεκα τούτου δὲ περιήλθομεν εἰς τὴν δεινὴν θέσιν νὰ δημιουργήσωμεν ἀνάγκας καὶ πολλὰς καὶ μεγάλας, τὰ ἔσοδα δὲ νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν, ἵνα πληρώσωμεν αὐτάς. Δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη οἰκονομικὴ σοφία, ἵνα δίδῃ τις γνώμην, ἢ νὰ γράψῃ συνταγὴν φαρμάκων πρὸς θεραπείαν τῆς νόσου· ἀρκεῖ νὰ ἐξετάσωμεν, τί πράττει ὁ ἁπλοῦς καὶ ἀπαίδευτος οἰκογενειάρχης, ὁ ὁποῖος παράγει σῖτον ἀπὸ τὸν ἀγρὸν καὶ οἶνον ἀπὸ τὴν ἄμπελον αὐτοῦ, τὰ ἔσοδα ὅμως ταῦτα αὐτοῦ δὲν ἀρκοῦσι νὰ πληρώσωσι τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ· ὁ οἰκογενειάρχης οὗτος ἀναγκάζεται νὰ περιστείλῃ τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, καὶ τὰ διὰ τὸν ἱματισμὸν τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του καὶ τὰ διὰ τὴν τροφὴν αὐτῶν καὶ τὰ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἀνατροφὴν τῶν τέκνων του. Ἐὰν ὁ οἰκογενειάρχης οὗτος δὲν πράξῃ οὕτω, ἀλλ’ ἀρχίσῃ νὰ δανείζηται, θέλει ἐκποιηθῆ ταχέως καὶ ἡ ἄμπελος αὐτοῦ καὶ ὁ ἀγρὸς αὐτοῦ, καὶ δὲν θέλει πλέον συγκομίζει οὔτε τὸν ὀλίγον σῖτον, ὃν ἐκ τοῦ ἀγροῦ του προσωδεύετο, οὐδὲ τὸν ὀλίγον οἶνον, ὃν ἐκ τῆς ἀμπέλου του κατεσκεύαζεν. Εἰς τοιαύτην εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἡμῶν θέσιν· δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ ν’ αὐξήσῃ τοὺς φόρους. Ὅθεν πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παράγομεν· ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ αὐξήσωμεν, πρέπει νὰ συντρέξῃ καὶ τὸ Κράτος· ὑποχρέωσις δὲ τοῦ Κράτους ἀναντίρρητος εἶναι, νὰ ἐνισχύσῃ τὴν παραγωγὴν, ὅπως αὐξηθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παράγομεν. Ἀληθῶς δὲν ἀρκεῖ ἡ καλὴ θέλησις τοῦ παραγωγοῦ, οὐδ’ ἡ φιλοπονία καὶ ἡ ἐγκράτεια αὐτοῦ· πρέπει νὰ προσέλθῃ καὶ τὸ Κράτος ἐπίκουρον· ἑπομένως, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται διὰ τὴν συντήρησιν τῆς πολιτειακῆς λειτουργίας, χρειάζονται καὶ ἄλλα ποσὰ, ἵνα τὸ Κράτος δι’ αὐτῶν ἐνθαρρύνῃ καὶ ἐνισχύσῃ τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ὅθεν ἀνάγκη μεγίστης σωφροσύνης καὶ ἐγκρατείας κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα οὐδὲ διὰ δανείων, οὐδὲ δι’ αὐξήσεως τῶν φόρων· πρέπει δὲ νὰ ἀσχοληθῶμεν, πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ αὐξήσωμεν νῦν μὲν τὰ ἔσοδα διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, ἐν τῷ μέλλοντι δὲ νὰ κατασταθῇ ἡ χώρα ἱκανή, ἵνα μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ζητήσωμεν τὴν αὔξησιν αὐτῶν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Ἐπὶ τοῦ παρόντος λοιπὸν ὀφείλομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ αὐξήσωμεν τὴν παραγωγὴν ἡμῶν, συγχρόνως δὲ νὰ περιορίσωμεν τὰ ἔξοδα ἡμῶν εἰς τὰ ἀπολύτως ἀναγκαιοῦντα ποσά. Ἂν δὲ μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ δώσω συμβουλὴν πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, θέλω δώσει εἰς αὐτοὺς διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ οἴκου αὐτῶν τὴν αὐτὴν συμβουλὴν, τὴν ὁποίαν ὡς ἀντιπρόσωπος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καλοῦμαι νὰ δώσω εἰς τὸ Κράτος, ὅτι πρῶτον μέλημα πρέπει νὰ ἔχωμεν, πῶς νὰ περιστέλλωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ ὑπερβαίνωσι τὰ ἔσοδα, δεύτερον δὲ, πῶς νὰ ἔχωμεν περισσεῦον χρῆμα, ὅπως τοῦτο διατίθηται εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἔλεγε χθὲς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι ἡ ἀποξήρανσις τελμάτων καὶ ἑλῶν, ἡ ἀποξήρανσις τῶν λιμνῶν καὶ ἡ διαρρύθμισις τῶν κατακλυζόντων τὰ ἐδάφη ὑδάτων, ὅπως ἀποξηραίνηται τὸ ἔδαφος, διατίθηνται δὲ τὰ ὕδατα εἰς ἄρδευσιν τῶν παρακειμένων ξηρικῶν ἀγρῶν, εἶναι ἔργα πρωτίστης ἀνάγκης καὶ ὠφελείας, καὶ ὅτι εἰς ταῦτα πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ Κυβέρνησις. Αἱ συμβουλαί εἰσι βεβαίως συμβουλαὶ σοφαὶ, ἀλλὰ καὶ ποικίλας ἄλλας ἔχομεν παραπλησίας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν, ἵνα συντελέσωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὡς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας δι’ ὁδῶν ἁμαξιτῶν, ἢ ὅπου τοῦτο δὲν καθίσταται εὐχερὲς, δι’ ὁδῶν βατῶν, εἰ δυνατὸν δὲ, καὶ διὰ τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων. Ὁμολογῶ ὅτι εὐχαρίστως ἤκουσα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέγραψεν ἢ πρόκειται νὰ ὑπογράψῃ σύμβασιν περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἀναμιμνήσκομαι δὲ μετὰ λύπης, ὅτι συμβεβηκότα ἀνεξάρτητα τῆς ἐμῆς θελήσεως μὲ παρεκώλυσαν νὰ πραγματοποιήσω ἐπιθυμίαν καὶ σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἶχον, ὅπως τὸ Κράτος δι’ ἰδίων αὐτοῦ χρημάτων καὶ δι’ ἰδίων αὐτοῦ μηχανημάτων προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τμημάτων τινῶν τῆς εἰρημένης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, τῶν ἀποτελούντων τὴν ἀρχὴν αὐτῆς. Μετὰ τοῦ συναδέλφου μου καὶ φίλου μου, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴχομεν συνεννοηθῆ, καὶ ἠρξάμεθα τότε μελέτης καὶ παρασκευῆς πρὸς ἔναρξιν τοῦ ἔργου τῆς κατασκευῆς ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Θήβας, μετὰ διακλαδώσεως εἰς Χαλκίδα καὶ ἐκεῖθεν εἰς Λεβαδείαν. Εἴχομεν δὲ προβῆ καὶ περαιτέρω, διότι, μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις, ἃς ἐλάβομεν παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἴχομεν ἀρχίσει συνεννοήσεις μετ’ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ, ἵνα εἰς τὴν ἐργασίαν χρησιμοποιήσωμεν λόχους ἢ τάγματα τοῦ μηχανικοῦ· εἴχομεν δὲ καὶ ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν τῶν χρημάτων. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ ἐκ βδελυρᾶς ἀντιδράσεως παρασκευασθέντα συμβεβηκότα δὲν μᾶς ἀφῆκαν τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον, εὔχομαι νῦν νὰ γένηται ἀρχὴ τῆς κατασκευῆς, ὅπως προβῇ τὸ ἔργον καὶ φθάσωμεν ὅσον οἷόν τε ταχέως εἰς τὸ πέρας. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Λαρίσης, πρέπει νὰ εἰσφέρῃ τὸ Κράτος, ὀφείλομεν δὲ καὶ τὴν εἰσφορὰν ταύτην νὰ οἰκονομήσωμεν ἀπὸ τὰ ἔσοδα ἡμῶν, ὅπως ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους πρὸς πορισμὸν τῶν δι’ αὐτὴν ἀναγκαιούντων χρημάτων. Πρὸ δέκα ἀκριβῶς ἐτῶν προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὸς ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος δὲν ζῇ πλέον, αὐτὸς δ’ ἡγεῖτο τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου μέλη ἀποτελοῦσι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον. Οὗτος προὐκάλεσε κατὰ τὴν 22 Δεκεμβρίου 1889 νόμον, δι’ οὗ ἀνεβίβασε τὸ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ πληρονόμενον ἕως τότε δικαίωμα ἀπὸ δραχμῶν τεσσάρων, ὡς εἶχε προσδιορίσει αὐτὸ ὁ νόμος τῆς 12 Ἀπριλίου 1887, εἰς δραχμὰς πέντε καὶ λεπτὰ εἴκοσι κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι ηὔξησεν αὐτὸ κατὰ μίαν δραχμὴν καὶ εἴκοσι λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν· τ’ ἀποτελέσματα ὅμως ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνομοθετήθη ἡ αὔξησις αὕτη τοῦ πληρονομένου δικαιώματος ἀπέτυχε, διότι, ἐνῷ αὕτη ἐσκόπει νὰ αὐξήσῃ τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον τοῦ Κράτους, τὸ ἔσοδον τοῦτο ἠλαττώθη ἀπὸ δραχ. 4,556,233.12, ὅσαι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1889, εἰς δρ. 4,392,406.78, ὅσαι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1890, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 163,826.34. Τοῦτο δὲ ἂς μὴ λησμονηθῇ, ἵνα μὴ συμβῇ νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἰσφέρωμεν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι θέλομεν πορισθῆ τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ δικαιώματος, εὑρεθῶμεν δ’ ἐν ἀνικανότητι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς εἰρημένης ὑποχρεώσεως, ἣν θέλομεν ἀναλάβει, ἐὰν δὲν εἰσπράξωμεν ὅσα ἠλπίσαμεν νὰ πορισθῶμεν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μελετηθῶσι μετὰ πάσης ἐπιστασίας τὰ πράγματα, ὅπως πεισθῶμεν, ὅτι θέλομεν ἐπιτύχει· διότι, ἐὰν ἀποτύχωμεν, δὲν θέλομεν καταπονήσει μόνον τὴν κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν, ἀλλὰ θέλομεν εὑρεθῆ προσέτι, ὡς εἶπον, ἐκτεθειμένοι, ἀφοῦ θέλομεν εἶσθαι ἀνίκανοι νὰ πληρώσωμεν ἀκεραίας τὰς ὁποίας θέλομεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν συνηλλάγημεν. Εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πρώτιστα χαρακτηριστικὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι τὴν σχέσιν, εἰς ἣν ἐτάχθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς τὰ ἔξοδα. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνέγραφεν ὡς ἔξοδα μὲν δραχ. 110,240,731.32, ὡς ἔσοδα δὲ 111,315,528· ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πεποιθὼς εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν ὑπολογισμῶν αὐτοῦ, μετὰ θάρρους ὑπεσχέθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸ 1900 θέλομεν ἔχει περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 1,074,797.68. Ἐπειδὴ δὲ πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ ἀδιαθέτων πιστώσεων, καίτοι περὶ τοῦ ὅρου τούτου δὲν ἔχομεν πάντες τὴν αὐτὴν ἰδέαν, ἰδίως δὲ ἐγὼ ποιοῦμαι τὸν ὑπαινιγμὸν τοῦτον ἐν σχέσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐγὼ ἄλλας ἐννοῶ ἀδιαθέτους πιστώσεις, καὶ οὐχὶ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἀναφέρῃ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, διὰ τοῦτο ἐνδέχεται νὰ προσδοκᾷ, ὅτι τὸ περίσσευμα θέλει εἶσθαι ἀνώτερον, ἐὰν προστεθῶσι καὶ αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ εἰρημένα ἀρχικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ μετεβλήθησαν, μετεβλήθησαν καὶ οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἐξόδων, οἱ ἀναγεγραμμένοι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἐσόδων. Σήμερον προσεδόκων, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἤθελε καταθέσει τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ὅτι ἐξ αὐτῶν ἠθέλομεν μάθει τέλος πάντων ἀκριβῶς καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων. Ἀλλ’ ἠναγκάσθην ἤδη νὰ ἐπιδοθῶ εἰς ἀληθῆ ἀνθολογίαν, ἀναζητῶν δηλώσεις καὶ νομοσχέδια πιστώσεων, διὰ νὰ συλλέξω πάσας τὰς προταθείσας ἕως τώρα μεταβολὰς τῶν ἀρχικῶς ἀναγραφέντων ποσῶν, καὶ καταλέξω αὐτάς, ὅπως εὕρω πόσα ἐπὶ τέλους εἰσὶ τὰ ἔξοδα, πόσα δὲ τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἀμφιβάλλω, ἂν ἠδυνήθην νὰ συλλέξω πάσας τὰς μεταβολάς, καὶ διὰ τοῦτο εὐγνωμόνως δέχομαι τὴν προσφορὰν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἣν ἐνδέχεται τέλος νὰ εἰσενέγκῃ κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς...
§51Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ζητηθεὶς πίναξ παρεσκευάσθη, καὶ τὸν καταθέτω.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ταύτην τὴν στιγμὴν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τοῦ ὁποίου, δὲν εἶναι ἡ ὥρα αὕτη κατάλληλος, ὅπως ἐξετάσω τὰς λεπτομερείας, κατὰ τὰ πορίσματα, λέγω, τοῦ πίνακος τούτου, τὰ μὲν ἔσοδα προσδιωρίσθησαν εἰς 112,206,849 δραχμάς, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δραχμὰς 112,236,179.35, ἤτοι ὑπάρχει ἔλλειμμα δραχ. 29,330.35. Ἀλλὰ μόνον τοῦτο τὸ ἔλλειμμα θέλομεν ἔχει; Ἀγνοῶ, ἂν εἰς τ’ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα περιλαμβάνονται καὶ ἄλλα τινὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἔχει ἀναγράψει ὡς ἔξοδα ἀναπόφευκτα. Οὕτως ἡ πίστωσις, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων δι’ ἔξοδα τῆς Βουλῆς, θέλει ἀποβῆ πάντως ἀνεπαρκής, διότι, ἂν τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν δι’ ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν ἐκ δρ. 421,200, διὰ μισθοὺς προσωπικοῦ καὶ ἔξοδα γραφείου ἐκ δραχ. 111,420, καὶ δι’ ἀγορὰν χάρτου ἐκ δραχ. 6,000, τὸ ὅλον 538,620, θέλῃ δαπανηθῆ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς κατὰ τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον συγκληθησομένης τακτικῆς Συνόδου, πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ ἔξοδα τῆς παρούσης ἐκτάκτου Συνόδου, ἧς ἡ διάρκεια παρατείνεται μέχρι τοῦδε, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω μέχρι τίνος χρόνου θέλει ἔτι παραταθῆ. Ἀνέρχονται δὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτάκτου ταύτης Συνόδου ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 702,000...
§53Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ποσὸν τῶν 2,000 δραχμῶν, τὸ πληρωθὲν ἤδη πρὸς ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου λόγῳ ἀποζημιώσεως διὰ τὴν παροῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον, ἐπληρώθη ἤδη εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ψηφισθείσης τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως διὰ νόμου. Ἀπομένει δὲ μόνον νὰ πληρωθῇ, καὶ θὰ πληρωθῇ, τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν χιλίων δι’ ἕκαστον τῶν κ. Βουλευτῶν, τὸ χθὲς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Πρόκειται ἄρα περὶ μόνου τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 233,000. Ἐξεταστέον δὲ εἶναι, ἂν ἡ ἀναγραφεῖσα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 πίστωσις εἶναι ἢ μὴ ἐπαρκής...
§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸν πίνακά σας ἡ τελευταία πίστωσις;
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἐνεκρίθη αὕτη.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλετε στέρξει πάντως νὰ ποιήσωμαι μίαν διαστολήν, ὅτι ὁ ὑποθετικὸς ἢ δυνητικὸς ἂν, ἴσως ἐνταῦθα δὲν εἶχε θέσιν. Ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσητε πίστωσιν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν χιλίων δρ. πρὸς ἕκαστον τῶν κ. Βουλευτῶν, τὴν ἄρτι ἐγκριθεῖσαν, ὀφείλετε νὰ ζητήσητε αὐτὴν ἐκ δρ. 234,000, εἶναι δὲ βεβαίως ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῇ καὶ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ τοιαύτη πίστωσις. Ἑπομένως τὸ ἂν ἐπερίττευε. Πλὴν τούτου δὲ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξετάσω τὰ τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας τὸ Κράτος εἶχε, διὰ νὰ μάθωμεν, ἐὰν ὑπῆρχε περίσσευμα ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ 1899, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καλύψῃ τὴν δαπάνην τῶν 468,000 δραχμῶν, τὴν κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ἐγκριθεῖσαν. Ἀλλὰ ἀναποφεύκτως πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 234,000, αἵτινες ἄρτι ἐνεκρίθησαν, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ πίστωσις τοῦ 1899 δὲν θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὰς δαπάνας τῆς τακτικῆς Συνόδου τοῦ 1899 καὶ προσέτι εἰς τὴν πρώτην δαπάνην τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, τῶν δραχ. 468,000, αἱ ὁποῖαι ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον αὐτῆς. Ὅθεν καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον ἐκ δρ. 1,074,796.68 περίσσευμα μετεποιήθη εἰς ἔλλειμμα ἐπὶ τοῦ παρόντος μόνον δρ. 29,330.35. Ἀλλ’ ἡ ὁμολογία ἐλλείμματος, δὲν σᾶς κρύπτω, ὅτι πρέπει ν’ ἀνησυχήσῃ πάντας ἡμᾶς, οὐχὶ διότι δὲν δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ἔσοδα περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψεν ἐν τῷ πίνακι, ὃν κατέθηκε, δηλαδὴ τῶν δραχ. 112,206,849, ἀλλὰ διότι ἀναγκαζόμεθα πλέον νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ὡς συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς, τὰ ἔξοδα ὑπερβαίνουσι τὰ ἔσοδα. Δὲν ἀμφισβητοῦμεν βεβαίως, ὅτι κατὰ τὸ 1900 ὁ προϋπολογισμὸς ἐπιβαρύνεται δι’ ἐξόδων, διὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐπεβαρύνοντο οἱ πρὸ τοῦ ἔτους 1897 προϋπολογισμοί· πρῶτον, διότι κατὰ τὸ 1900, ὡς καὶ κατὰ τὸ 1899 καὶ 1898, ηὔξησαν τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον, κατὰ τὸν ἐπιβληθέντα συμβιβασμὸν, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· ἐπειδὴ δὲ τὰ ἐν τοῖς πρὸ τοῦ 1897 ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893 προϋπολογισμοῖς ἀναγραφόμενα ἔξοδα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀνήρχοντο εἰς 23,216,425.06, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ τοῦ 1900 ἀναγράφονται 32,609,650.20, ὑπάρχει βεβαίως αὔξησις ἐξόδων κατὰ 9,393,225.14. Δεύτερον, διότι ἕνεκα τῶν τελευταίων μέτρων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1898 ἐφηρμόσθησαν, μετετέθησαν εἰς ἀποστρατείαν πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀναγραφέντες ἐν τοῖς μητρῴοις τῶν συνταξιούχων, ηὐξήθησαν δ’ οὕτως αἱ συντάξεις, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, αἱ μὲν στρατιωτικαὶ κατὰ δρ. 557,811.77, αἱ δὲ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων κατὰ δραχ. 469,123.43, τὸ ὅλον 1,026,935.20. Ὥστε ἡ ἕνεκα τῶν δύο τούτων ἀναγκῶν αὔξησις τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς δρ. 10,420,160.34. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀναποφεύκτων τούτων αὐξήσεων τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται πάλιν εἰς δραχμὰς 101,816,019.01. Ἑπομένως πρὸς τοσοῦτον ποσὸν ἐξόδων πρέπει νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς ἐρεύνας ἡμῶν, διὰ νὰ μάθωμεν, ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ἐξόδων εἶναι ἀναπόφευκτον, ἂν ὄντως εἶναι ἀδύνατον νὰ περιστείλωμεν αὐτό. Δὲν πρέπει δὲ νὰ παραλίπω, ὅτι ἐν τῷ ποσῷ τῶν δραχ. 112,236,179.35, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ πίνακι, τῷ σήμερον κατατεθέντι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν περιλαμβάνονται οὐδὲ τὸ ποσὸν τῶν 234,000 δραχμῶν, αἵτινες ἐνεκρίθη νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, οὐδὲ τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θέλει πληρόνεσθαι ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ τελευταῖον εἰσαχθέντος νομοσχεδίου περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων δόσεων, οὐδὲ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 573,138.17, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταβληθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ὡς ὑπόλοιπον τῶν κατὰ τὸ 1899 πληρωθέντων. Ἂν δὲ προσθέσωμεν καὶ τὰ δύο ταῦτα ποσὰ τῶν ἐξόδων, ὡς πρέπει νὰ προσθέσωμεν αὐτὰ, τότε τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων δὲν εἶναι πλέον δραχ. 112,236,179.35, ἀλλὰ 113,143,321.52, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ἀπ’ αὐτὸ ἀφαιρεθῶσι τ’ ἀναποφεύκτως προστεθέντα ἔξοδα ἐκ δρ. 10,420,160.34, θέλουσιν ὑπολειφθῆ ἔξοδα 102,723,161.18, καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν πρέπει νὰ παραβάλωμεν πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανῶμεν πρὸ τοῦ πολέμου· ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ εἰς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ κατατεθέντι πίνακι, ἐκ δραχ. 29,330.35, πρέπει νὰ προστεθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα, ὅτε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1900 θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς δραχ. 936,468.52. Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1896, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀμέσως πρὸ τοῦ πολέμου προηγηθὲν, τὰ πληρωθέντα κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἔξοδα ἀνῆλθον κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς μόνον 90,890,607.75· ἐὰν δ’ εἰς ταῦτα προστεθῶσι τὰ κατὰ εἰρημένα προστεθέντα ἀναποφεύκτως εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους 10,420,160.34, τὰ ἔξοδα ἤθελον ἀναβιβασθῆ εἰς 101,310,768.09. Οὕτω δὲ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ζητοῦνται ἔξοδα 113,143,321.52, ἐνῷ, ἂν ἐδαπανῶμεν καὶ κατὰ τὸ 1900 ὅσα ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1896, ἤθελον ζητηθῆ ὡς ἔξοδα διὰ τὸ 1900 μόνον δραχ. 101,310,768.09, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν ζητουμένων νῦν ἀπὸ τὸν κ. Σιμόπουλον κατὰ δραχ. 11,832,553.43. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονηθῇ, ὅτι ἐδαπανήθησαν μὲν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 90,890,607.75, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσιν ἔξοδα ὅλως ἔκτακτα, τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχεν ἐφέτος ἀνάγκη, ἀνερχόμενα εἰς 5,112,185.96, ἔξοδα παρασκευῶν ἐκτάκτων· ἐὰν δ’ ἀφαιρέσητε τὰ 5,112,185.96, τότε τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, ὡς εἶπον, 90,890,607.75 ἤθελον εἶσθαι μόνον 85,778,421.79· ἐὰν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ἀκριβὲς ποσὸν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ 1896, ἠθέλετε προσθέσει τὰ ἀναποφεύκτως προστεθέντα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1900 ἐκ δραχ. 10,420,160.34, τότε τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 δὲν ἤθελον εἶσθαι 101,310,768.09, ὅπως πρὸς τὸ ποσὸν αὐτὸ παραβάλωμεν τὰ νῦν ζητούμενα ὑπὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἀλλ’ ἤθελον εἶσθαι 96,198,582.13, τὰ δὲ νῦν ζητούμενα παρὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου ὡς ἔξοδα διὰ τὸ 1900 ἤθελον εἶσθαι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 16,944,739.19. Οὕτω δὲ, ἀντὶ 96,198,582.13, ἔχομεν ἀναγεγραμμένα ἔξοδα τοῦ 1900 δραχ. 113,143,321.52. Ἀλλ’ εἰς ποίας ἀνάγκας προορίζονται τὰ ποσὰ ταῦτα τῶν ἐξόδων; Ὀφείλω νὰ παραβάλω τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα ποσὰ, νὰ εἰσέλθω δὲ καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, διὰ νὰ καταδείξω εἰς ὑμᾶς τὰς διαφοράς. Ἐν τῷ μέρει τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἐν ᾧ ἀναγράφονται αἱ διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πιστώσεις, ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη αὔξησις δραχ. 1,026,935.20 ἕνεκα τῶν ἐπιγενομένων κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τοῦδε χρονικὸν διάστημα αὐξήσεων τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Τὴν αὔξησιν ταύτην κατέταξα πρὸ μικροῦ, ὅτε διέλαβον περὶ αὐτῶν, μεταξὺ τῶν ἀναποφεύκτων αὐξήσεων. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, τὰ ἔξοδα πάντων τῶν κλάδων ηὐξήθησαν ἐν παραβολῇ πρὸ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896. Οὕτως ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ δραχ. 600, διότι, ἐνῷ κατὰ τὰ 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 6,480, κατὰ τὸ 1900 ζητοῦνται 7,080. Ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ δραχμὰς 225,549.55, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 2,195,572.95, διὰ τὸ 1900 ζητοῦνται παρὰ τῶν Ὑπουργῶν 2,424,122.50. Ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ 1,219,639.08, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 5,144,039.82, διὰ τὸ 1900 ζητοῦνται δραχμαὶ 6,363,678.90. Ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ δραχ. 3,428,130.56, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν 12,390,450.44, διὰ τὸ 1900 ζητοῦνται δραχμαὶ 15,838,581. Ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, κατὰ 1,307,369.74, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν 3,774,457.67, κατὰ τὸ 1900 ζητοῦνται 5,081,827.41. Ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου κατὰ 1,374,623.60, διότι ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν 16,662,888.12, διὰ τὸ 1900 ζητοῦνται 18,036,911.72. Ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου κατὰ δραχ. 1,139,449.18, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν 6,683,623.62, ζητοῦνται διὰ τὸ 1900 δρ. 7,823,072.80. Ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου κατὰ δρ. 798,885.25, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 1,377,156.44, διὰ τὸ 1900 ζητοῦνται 2,176,042.19. Ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ἐπιστασίας κατὰ δραχ. 1,513,813.88, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 8,025,776.12, διὰ τὸ 1900 ζητοῦνται δραχμαὶ 9,539,590. Μόνον τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων καὶ τῶν διαφόρων πληρωμῶν ἠλαττώθησαν ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 383,755.98. Οὐδεὶς δὲ κλάδος τῆς δημοσίας διοικήσεως ὑπελείφθη, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα δὲν ηὐξήθησαν κατὰ τὸ 1900· ἕνεκα δὲ τούτου, ἐνῷ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 ἀνῆλθον εἰς δρ. 90,890,907.97, τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 καὶ τῶν ἐπ’ αὐτοῦ πιστώσεων ζητούμενα ἀνέρχονται εἰς 113,143,321.52, ἤτοι περισσότερα 22,252,413.55. Μοὶ παρέχεται ἑπομένως τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, ποῖα ἀγαθὰ θέλομεν πορισθῆ ἢ προσδοκῶμεν νὰ πορισθῶμεν ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης τῶν δαπανῶν; ποίαν βελτίωσιν ἢ ὠφέλειαν προσεδοκῶμεν νὰ μᾶς παραγάγῃ ἑκάστη τῶν αὐξήσεων ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων; Διότι, ἐὰν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καλούμεθα νὰ δαπανήσωμεν διὰ τῶν αὐξήσεων τούτων, εἶναι ἀναπόφευκτα, πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην· ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι ἀναπόφευκτα, ἐὰν δυνάμεθα νὰ συντηρηθῶμεν καὶ ἄνευ αὐτῶν, οὐδεμία τῶν αὐξήσεων τούτων πρέπει νὰ γένηται δεκτή, ἢ ὀφείλομεν ν’ ἀρκεσθῶμεν νὰ ζήσωμεν ὡς ἐζήσαμεν κατὰ τὸ 1896. Καὶ μήπως ὑπελείφθησαν κατὰ τὸ 1896, κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς συντηρήσεως ἑαυτῶν, εἴτε τὸ Κράτος, εἴτε ἡ διοίκησις, εἴτε ἡ χώρα; Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας ἀναποφεύκτους, εἰς θυσίας ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντηρήσωμεν τὴν Πολιτείαν, τότε ὠφείλομεν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην· διότι, ἐὰν αὐξήσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἔξοδα ἡμῶν, θέλομεν περιέλθει εἰς ἀμηχανίαν, ταύτην δὲ πρέπει νὰ προλάβωμεν. Ἐγὼ ἀναζητῶ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εὕρω, δικαιολογίαν τινὰ διὰ τὰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας κατὰ Ὑπουργεῖον ἀπηρίθμησα πρὸ μικροῦ, μόνην δὲ αἰτιολογίαν αὐτῶν ἀκούω τὰς μεταρρυθμίσεις καὶ τὴν ἐξόντωσιν τῆς συναλλαγῆς. Λοιπὸν τὰ δύο μεγάλα ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ προγράμματι τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἀνεγράφησαν, τὰ δύο μεγάλα ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα τῶν Ὑπουργῶν αἱ ἐπαγγελίαι ἔδιδον τὸ θάρρος νὰ ἐλπίσωμεν, αἱ μεταρρυθμίσεις καὶ ἡ ἐξόντωσις τῆς συναλλαγῆς, ἐκ τῆς προσθήκης εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τῶν 22,252,413.55, ἐκ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἐξ αὐτῆς πρόκειται νὰ ἐπιτευχθῶσι; Ρίψατε ἔξω τοῦ παραθύρου τὰ ἀγαθὰ ταῦτα, Κύριοι, καὶ σώσατε τὰ 22,252,419.55, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγουσι νὰ ρίψητε εἰς τὰς ὁδούς. Βεβαίως δὲν λησμονοῦμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 ἐψηφίσθη νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθησαν δέκα νέοι νομοί,— ὧν ἡ ἔκτασις ἀπεκόπη ἀπὸ περιφερειῶν ἄλλων νομῶν,— διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη ἐλπίς, ὅτι θέλουσι συσταθῆ τέσσαρα Πρωτοδικεῖα, διερρυθμίσθησαν δὲ καὶ τὰ τῶν ἐπισκοπῶν κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ προσέτι τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως οὕτως, ὥστε οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τμηματαρχῶν ὑπεβιβάσθησαν εἰς τὴν θέσιν ὑπουργικῶν γραμματέων. Ἐπειδὴ δ’ ἠναγκάσθην νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ καταπνίξω καὶ νὰ μὴ ἐκδηλώσω ἀληθῆ ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι κατ’ ἐκείνων, οἵτινες, ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος, ἐτάχθησαν νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους, ἐκτελοῦσι δὲ τοὺς νόμους καθ’ ὃν τρόπον ἐξετέλεσαν τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐφρόνει, ὅτι ὁ λειτουργῶν νόμος παρέλυε τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐξενεύριζε τὴν διοίκησιν, καὶ ἔβλαπτε τὴν διδασκαλίαν· ἔσπευσε δὲ νὰ προτείνῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζήτησε νὰ μεταβάλῃ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐφάνη εὐδιάθετος νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ προταθὲν νομοσχέδιον, ἤρξαντο δὲ παρατεταμέναι συζητήσεις. Ἀλλὰ τότε συνετελέσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τι, ὅπερ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε καὶ ἡ μνεία αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπικριθῇ· καὶ ὅμως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μνημονεύσω αὐτοῦ, διότι ἐν οὐδενὶ Κοινοβουλίῳ τοῦ κόσμου, ἐν ᾧ ὑπάρχει λειτουργῶν Κανονισμὸς ὅμοιος πρὸς τὸν τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, τὸ σύστημα τοῦ ὁποίου παρελάβομεν καὶ ἡμεῖς, ψηφίζοντες τοὺς νόμους εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ἐν οὐδενί, λέγω, τῶν τοιούτων Κοινοβουλίων συνετελέσθη, ἐτολμήθη παραπλήσιον γεγονός. Ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν τὰς ἀναφανείσας δυσχερείας ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπερβῇ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦσαν ἐκκρεμῆ δύο νομοσχέδια αὐτοῦ, τὸ ἓν ἐξ 168 ἄρθρων καὶ τὸ ἕτερον ἐκ 42 ἄρθρων, ἔλαβε ταῦτα καὶ τὰ μετεποίησε, καίπερ ἐκ 210 ἄρθρων ἀποτελούμενα, εἰς ἓν νομοσχέδιον ἐξ 8 ἄρθρων, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὡς τροπολογίαν τῶν νομοσχεδίων του, καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἀρχικῶς εἰσαχθέντων νομοσχεδίων. Καὶ ἡ Βουλὴ δὲν διέγνω τὸ μέγεθος τοῦ ἀτόπου, διότι, ἂν διεγίνωσκεν αὐτό, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι οὔτε ὁ προϊστάμενος τῆς πλειονοψηφίας ἤθελεν ἐπιτρέψει τοῦτο, οὔτε ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἀποδεχθῆ, ἐπιψηφίζουσα τοιοῦτο νομοσχέδιον, ὡς νομοσχέδιον συζητηθὲν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ὀφείλω νὰ ἐνθυμηθῶ τὸν μακαρίτην Σὴμ, ὅστις ἐξεδύθη τὸν χιτῶνά του καὶ ἐκάλυψε δι’ αὐτοῦ τὸ σῶμα τοῦ Νῶε, τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, γυμνὸν καὶ ἐν καταστάσει ἀσχημοσύνης. Ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὸ αὐτὸ ἐπράξαμεν, οὐδ’ ἐποιησάμεθα μνείαν τοῦ πράγματος, διότι ἀληθῶς ἔπρεπε νὰ ταφῇ ἐν σιωπῇ. Οὕτως ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐρρύθμιζε τὰ τῆς συμπράξεώς του ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πρὸς καταρτισμὸν τῶν νόμων! Ἀλλὰ πῶς ἐξετέλει τοὺς νόμους, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις ἀνετέθη εἰς αὐτόν; Πῶς ἐξετέλεσε τὸν περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμον; Ἀκούσατε. Κατώρθωσε νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους διάταξιν, καθ’ ἣν ὑπεβιβάζοντο οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ τμηματάρχου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ εἶναι βεβαίως πνευματικῶς ἀνεπτυγμένοι ἄνθρωποι, ἀλλ’ εἰσὶ πάντως ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ δὲν ἔχουσιν εὐπορίαν, ἔχουσιν ἀνάγκας, ζῶσι δὲ διὰ τῆς ἐργασίας των, ἥτις παρεῖχεν αὐτοῖς μισθὸν 320 δραχμῶν. Ὅταν δ’ ἀπὸ 320 δρ. ὑποβιβάζητε τὸν μισθὸν αὐτῶν εἰς δραχμὰς 240, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ αὐτοὺς 80 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Τοῦτο ἔμελλε νὰ φέρῃ αὐτοὺς εἰς ἀμηχανίαν, ἀπὸ ταύτης δὲ προθύμως ἔσπευδε νὰ ἐξαγάγῃ αὐτοὺς ὁ κ. Ὑπουργὸς, προσφέρων αὐτοῖς μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα θέσεις καθηγητῶν καὶ γυμνασιαρχῶν, φερούσας μισθὸν 300 καὶ 350 δραχμῶν· ἔλεγεν εἰς αὐτοὺς: «δεῦρο, ἔλθετε, διορίζω ὑμᾶς γυμνασιάρχας, διορίζω ὑμᾶς καθηγητάς». Δηλαδὴ ἐζήτει ν’ ἀποσπάσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς θέσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐπιδεικνύων εἰς αὐτοὺς τὴν ἐκ τοῦ μείζονος μισθοῦ ὠφέλειαν, καὶ νὰ σαγηνεύσῃ αὐτούς. Ἐτίθει αὐτοὺς εἰς τὸ δίλημμα, ἂν ἐπιμένωσι διατηροῦντες τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, νὰ λαμβάνωσι μισθὸν δραχ. 240, ἂν δὲ στέργωσι νὰ γένωνται καθηγηταὶ ἢ γυμνασιάρχαι, νὰ λαμβάνωσι μισθὸν δραχμῶν 300 ἢ 350 κατὰ μῆνα. Ἤλπιζεν ὅτι οὕτω πάντες ἤθελον σπεύσει νὰ πέσωσιν εἰς τὸ δόλωμα, καὶ νὰ ἐγκαταλίπωσι τὰς θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν· τότε δὲν ἤθελον ὑπάρχει πλέον ἐπιθεωρηταὶ, δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἤθελε παραλύσει πᾶσα ἡ λειτουργία αὐτοῦ, διότι ἡ κλεὶς τοῦ νόμου τούτου εἶναι οἱ ἐπιθεωρηταὶ, καὶ ἐπετύγχανεν οὕτω τὴν καταστροφὴν τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνατροπὴν δὲν ἠδυνήθη νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ μόνον τοῦτο ἔπραξε; Μόνον διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ὑπενόμευε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβε μεθ’ ὅρκου τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσῃ; Ἐν τῷ ἐμῷ γραφείῳ ὑπάρχουσιν ἀντίγραφα ἐκθέσεων ἐπιθεωρητῶν, δι’ ὧν οὗτοι εἶχον ὑποβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον γνώμας, προτάσεις καὶ πράξεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπρότεινον δημοδιδασκάλων μεταθέσεις, διορισμοὺς ἢ παύσεις, διδακτηρίων μισθώσεις, ἢ ὀργάνων διδασκαλίας συμπλήρωσιν. Τῶν προτάσεων τούτων οὐδεμίαν ἐξετέλει ὁ Ὑπουργὸς, ἔρριπτε δ’ αὐτὰς εἰς τὸν κάλαθον, διότι ἐπεθύμει καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου νὰ παραλύσῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου. Καὶ ἠκούσατε προχθὲς αὐτοῦ τούτου, λέγοντος ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἐφρόνει ὅτι εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα νὰ μὴ ἐκτελῇ τὰς προτάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, καὶ ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν προτάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα προαιρετικὸν (facultatif)· ἐὰν θέλῃ, ἐκτελῇ αὐτὰς, ἐὰν δὲν θέλῃ, δὲν τὰς ἐκτελεῖ! Ἀφοῦ δ’ οὕτως ἡρμήνευε τὸν νόμον, δὲν ἐξετέλει τὰς πράξεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ἄλλο δὲ τοῦτο μέσον, ἵνα παραλύσῃ τοῦ νόμου τὴν λειτουργίαν, διότι οὕτως ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τῶν γονέων τῶν παίδων καὶ τῶν ἄλλων πολιτῶν κατὰ τοῦ νόμου, καὶ παρεσκεύαζε τοιουτοτρόπως τὴν ἀνατροπὴν τῶν βάσεων τοῦ δυστυχοῦς νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπεθύμει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀνατρέψῃ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ ἐξ ἄλλου ἐπωφελήθη, ἵνα ἀνατρέψῃ τὸν νόμον. Ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως περιελήφθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 58, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ βοήθημα, τὸ ὁποῖον ὤφειλε τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ εἰσφέρῃ εἰς τοὺς δήμους, ὅπως οὗτοι δυνηθῶσι δι’ αὐτοῦ νὰ ἰσοζυγίσωσι τὰ ἔσοδα αὐτῶν πρὸς τὰ ἔξοδα, καὶ ἑπομένως νὰ πληρώνωσιν ἀνέτως τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ βοήθημα, λέγω, τοῦτο δίδοται εἰς τοὺς δήμους τότε μόνον, ὅταν αὐτοὶ ἐξαντλήσωσι πάντα πόρον· διὰ τοῦτο ἐπέτρεψεν ὁ νόμος νὰ ζητῶσιν οἱ δῆμοι νὰ αὐξάνωσι τὸν φορολογικὸν ὅρον τῶν τε ἐμμέσων δημοτικῶν δασμῶν ἐπὶ τῶν πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων καὶ τῶν ἀμέσων δημοτικῶν φόρων μέχρι ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Ἀλλ’ ὡς πανταχοῦ, καὶ ἐν πᾶσι τοῖς Κράτεσι καὶ ἐν πάσαις ταῖς χώραις, πειρῶνται οἱ ἄνθρωποι νὰ καταστρατηγῶνται τοὺς νόμους, διὰ νὰ ὑπεκφεύγωσιν ἢ νὰ μειόνωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν ἔν τισι δήμοις δὲν συνεκάλεσαν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, οὐδ’ ἐπέβαλον τὴν αὔξησιν εἴτε τῶν ἀμέσων φόρων εἴτε τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν δασμῶν, προσδοκῶντες ὅτι θέλει πάντως ἀναγκασθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρισθὲν βοήθημα, πρὸς ἐξίσωσιν τῶν ἐσόδων των πρὸς τὰ ἔξοδα· οὕτω δ’ αὐτοὶ ἀπηλλάσσοντο τῆς ἀνάγκης νὰ συγκαλέσωσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἵνα προτείνωσι τὴν αὔξησιν τῶν εἰρημένων φόρων, καὶ ἔσωζον τοὺς συνδημότας αὑτῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ προσθέτου τούτου φόρου. Ἡ τοιαύτη παράλειψις τῶν δήμων ὑπῆρξε πρόσκομμα εἰς τὴν ἀπονομὴν τοῦ βοηθήματος τοῦ Δημοσίου, εἰς τοὺς πλείστους δὲ τῶν δήμων δὲν ἐχορηγήθη τὸ βοήθημα ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου. Εἶχον τότε ἕνεκα τούτου παρακαλέσει τὸν ἀγαπητόν μοι συνάδελφον, τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι πλέον ἐν τῇ ζωῇ, οὗτος δ’ εἶχε προτείνει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ᾔρετο τὸ κώλυμα τοῦτο, παρείχετο δὲ ἡ εὐκολία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ προσέλθῃ ἐπίκουρον εἰς πάντας τοὺς χρήζοντας τοῦ βοηθήματος δήμους. Ἀλλὰ τότε εἰσήλθομεν εἰς τὸ ἔτος 1897, τὸ τοσοῦτον ἀνώμαλον, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδ’ ἡ Βουλὴ ἠδύνατο ν’ ἀπασχοληθῇ εἰς τροποποιήσεις διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲ ἡμεῖς οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς τοιαύτην χάριν. Δὲν ἐψηφίσθη δ’ ἕνεκα τούτου τότε τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, ὅτε ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ ἓν ἐκ τῶν προηγηθέντων Ὑπουργείων, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο Κοινοβουλευτικὸν, ὁ Ὑπουργὸς δὲ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὁ τότε διετέλει ἐν σχέσεσι μετ’ ἐμοῦ, ἡμέραν τινὰ καθήσας ἐν τῇ Βουλῇ παρ’ ἐμοί, μοὶ ἀνέφερε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅπως ἀρθῇ τὸ περὶ οὗ εἴρηται κώλυμα. Εἶπον αὐτῷ τότε νὰ ζητήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀναγραφὴν του ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὑποσχεθεὶς αὐτῷ, ὅτι ἠθέλομεν ὑποστηρίξει τὴν πρότασιν. Καὶ ὑπεσχέθη νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν πρότασιν, διότι ἡμεῖς ἀντεπροσωπεύομεν τότε τὴν πλειονοψηφίαν· ἐνθυμεῖσθε δὲ τὸ τότε διαπραττόμενον κοινοβουλευτικὸν ἄτοπον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ὑπεστηρίζετο ὑπὸ πλειονοψηφίας φίλης αὐτῷ, ἐχούσης πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην, ἀλλ’ ὑπὸ πλειονοψηφίας μὴ φίλης αὐτῷ, ἐχούσης δ’ ἐμπιστοσύνην οὐχὶ πρὸς αὐτό, ἀλλὰ πρὸς ἡμᾶς, οἵτινες διὰ τῆς ἀνοχῆς ἡμῶν ἐκαλύπτομεν τὸ ἄτοπον. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν ἔστερξε, ζητήσας νὰ προτείνω ἐγὼ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὅπερ δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω, ἀναλαμβάνων τοιαύτην εὐθύνην, τὴν ὁποίαν μόνοι οἱ Ὑπουργοὶ προσῆκε νὰ ὑπέχωσιν. Ἑπομένως δὲν ἐψηφίσθη οὐδὲ τότε τὸ νομοσχέδιον. Ποῖα δ’ ἐκ τούτου ἐπῆλθον ἄλλα ἄτοπα; Πάντες οἱ δῆμοι, ὅσοι συνέπεσε νὰ ἔχωσιν ἢ ν’ ἀναδείξωσι δημοτικοὺς ἄρχοντας ἑλκύοντας τὴν συμπάθειαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οἱ δῆμοι οὗτοι ἠξιώθησαν καὶ ἔλαβον τὸ βοήθημα τοῦ δημοσίου ταμείου· ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ κακότροποι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς γενομένας δημοτικὰς ἐκλογὰς δὲν ἔστερξαν νὰ ἀναδείξωσι δημοτικοὺς ἄρχοντας συμπαθεῖς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀπεστερήθησαν αὐτοῦ, καὶ οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν δήμαρχοι περιήχθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀφοῦ οὐδὲν ἐχορήγει αὐτοῖς βοήθημα τὸ δημόσιον ταμεῖον, νὰ καταβάλλωσιν ἐξ ἰδίων καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ γραφείου τῆς Δημαρχίας καὶ τὰ ἐνοίκια καὶ πάσας τὰς μικρὰς δαπάνας! Ἀνέφερα ταῦτα πάντα διὰ νὰ σᾶς δώσω ἓν δεῖγμα τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι τοῦ Κράτους. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἠρνήθη εἰς τὸν Ἡγεμόνα τὸ δικαίωμα ν’ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, Ὑπουργὸς ὅμως ὄχι μόνον ἀνέστειλεν, ἀλλὰ καὶ κατεστρατηγήσατο τοὺς νόμους, καὶ ὑπενόμευσεν, ἐπεβουλεύθη καὶ ἐδολιεύθη αὐτοὺς, διὰ νὰ καταστήσῃ εὔκολον τὴν ἀνατροπὴν αὐτῶν.
§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μήπως λοιπὸν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ηὐξήθησαν κατὰ 1,307,369.74, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, διὰ νὰ ἐγκατασταθῇ τοιαύτη διοίκησις τῶν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως; Τοιαύτας μᾶς ὑπισχνοῦνται βελτιώσεις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ζητοῦντες νὰ αὐξήσωμεν ἀπέναντι τῶν ἀγαθῶν τούτων τὰ δαπανώμενα διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως! Καὶ εἰς τόσον ὄντως ποσὸν ἀνέρχονται αἱ αὐξήσεις τῶν ἐξόδων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, διότι ζητοῦσι νὰ δαπανήσωσι πλείω τῶν κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων ἐν πᾶσι τοῖς κλάδοις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου. Οὕτω ζητοῦσι διὰ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 δρ. 2,320.25. Ζητοῦσι δι’ ἔξοδα τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχμὰς 6,821.25. Ζητοῦσι διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 1069.90. Καὶ δι’ ἔξοδα τοῦ Γραφείου αὐτῆς ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 2,960. Καὶ διὰ τὰ ἐπιδόματα τῶν ἐπισκόπων, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχμὰς 34,329.93. Καὶ διὰ μισθοὺς ἱεροκηρύκων, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 24,756.67. Καὶ δι’ ἔξοδα περιοδείας αὐτῶν, ὡσαύτως πλέον τῶν κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων δρ. 4,945.50. Καὶ δι’ ἐπιθεωρήσεις τῶν Μονῶν, ὡσαύτως δραχμὰς 1500. Καὶ δι’ ἐσωτερικὰς ἐκκλησιαστικὰς δαπάνας δραχ. 939.15. Καὶ διὰ μισθοὺς ἀλλοθρήσκων πνευματικῶν ἀρχηγῶν, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 1820. Καὶ διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Βιβλιοθηκῶν καὶ τὰ ἔξοδα αὐτῶν αὔξησιν δρ. 2,640.20. Καὶ διὰ τὸ Ἀστεροσκοπεῖον, ὡσαύτως αὔξησιν δρ. 17,222. Καὶ διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 αὔξησιν δραχ. 39,517.70. Καὶ διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Γυμνασίων, αὔξησιν δραχ. 41,000. Καὶ διὰ τὴν Γυμναστικήν, αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου κατὰ δραχ. 132,520. Καὶ διὰ τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 248,486.07. Καὶ διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 δραχ. 758,044.80. Ἐὰν δὲ ἀπὸ τὰς αὐξήσεις ταύτας ἀφαιρέσητε τὰς διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ζητουμένας ἐπὶ πλέον δραχ. 758,044.80, αἱ ζητούμεναι αὐξήσεις διὰ τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον ἀνέρχονται εἰς δρ. 563,748.62. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἦτο ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, βαρὺς ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ, προσπαθῶν ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐτήρησα τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας εἶχον δώσει ἀγορεύων ἐν Βόλῳ, ὅτε ἔλεγον, ὅτι ἠθέλομεν προσπαθήσει νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους εἰς 65 ἢ 66 ἑκατομμύρια, ἰσχυρίζετο δὲ, ὅτι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, τὸν ὁποῖον εἴχομεν εἰσαγάγει, ἀνεβιβάζομεν τὰ ἔξοδα εἰς 69 ἢ 70 ἑκατομμύρια. Ἐὰν δὲν ἔσπευδε ν’ ἀποφήνηται τοιαύτην κατ’ ἐμοῦ γνώμην κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἀνέβαλλε νὰ σχηματίσῃ τὰς ἰδίας γνώμας αὐτοῦ ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἤθελε μάθει, ὅτι ἡμεῖς, διαχειρισθέντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1896, ἠλαττώσαμεν τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους εἰς 62,561,986.73, ἐνῷ εἴχομεν ἐπαγγελθῆ νὰ περιορίσωμεν αὐτὰ εἰς 65 ἢ 66 ἑκατομμύρια, ἂν καὶ μεταξὺ τῶν 62,561,986.73 ἀναγράφονται ὡς ἔξοδα τῆς γενικῆς διοικήσεως καὶ 2,593,786.03, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν πρὸς ἐξόφλησιν ὑποχρεώσεων τοῦ παρελθόντος. Τίνα τάχα ἀγαθὰ ἄλλα μᾶς παρέχει ἢ μᾶς ὑπόσχεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, ἀναβιβάσας τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως εἰς 113 ἑκατομμύρια; Ἀνεζήτησα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 νὰ ἀνεύρω αὐτά, εὗρον δὲ μόνον τὰ ἑξῆς ποσά, προοριζόμενα εἰς δαπάνας παραγωγικάς: 400,000 δραχ. διὰ κατασκευὴν ὁδῶν· 45,000 δι’ ἀποζημιώσεις γαιῶν καταληφθεισῶν ἀπὸ ὁδούς· 50,000 δι’ ἀποζημιώσεις γαιῶν καταληφθεισῶν ἀπὸ σιδηροδρόμους· 10,000 δι’ ἀποζημιώσεις γαιῶν καταληφθεισῶν ἀπὸ τὴν διώρυγα τῆς Κορίνθου· 175,000 διὰ συνδρομὴν τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν· 100,000 διὰ τὴν συμμετοχὴν ἡμῶν εἰς τὴν Παγκόσμιον Ἔκθεσιν· 25,000 δι’ ἔξοδα πρὸς ἐξυγίανσιν τοῦ Φαλήρου· 108,500 δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα εἰς δέκα διάφορα μέρη· 2,500 δι’ οἰκοδομὴν Νοσοκομείου ἐν Παλαμηδίῳ· 2,000 δι’ ἀνέγερσιν μνημείου ἐν Πύλῳ τοῦ Σανταρόζα· 196,000 δι’ ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ· 389,000 δι’ ὁπλισμὸν τῶν πλοίων· 200,000 διὰ κατασκευὴν νέων λεβήτων τῶν πλοίων. Τὸ ὅλον 1,703,000. Τοῦτο δὲ μόνον τὸ ποσὸν προορίζεται δι’ ἔργα παραγωγικά...
§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 δραχμαὶ 113,000,000 ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἀναγράφοντα 32,000,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, νομίζετε ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 113,000,000 εἶναι διὰ μόνα τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀναγεγραμμένος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900; Ἰσχυρίσθητε ὅτι 62,000,000 ἐδαπανήθησαν δι’ ἔξοδα διοικήσεως κατὰ τὸ 1896, ἀφοῦ ἀφηρέσατε τὴν δαπάνην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους· δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ πράξητε τὸ αὐτὸ καὶ ὑπὲρ τῆς χρήσεως τοῦ 1900;
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα... Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγράφονται 32,609,650,20· ἐὰν δὲ προσθέσητε διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν συντάξεων δρ. 1,026,943.20, τὸ συγκεφαλαιούμενον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 33,635,593.40· ἐὰν δ’ ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀναγραφόμενον ὁλικὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων ἐκ δρ. 113,143,321.52, τὸ ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 79,506,728.12 προορίζεται νὰ δαπανηθῇ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς διοικήσεως, ἤτοι εἰς μισθοὺς ὑπαλλήλων καὶ ἔξοδα γραφείων, ἐνῷ διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν μόνον 62,561,986.73, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 16,944,741.39.
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο θέμα αὐτό.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δραχμῶν 62,561,986.73 καὶ τῶν 79,506,728.12 ἀποδεικνύει, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης ἡμεῖς ἐποιησάμεθα ἅλματα, ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἐπιχειρήσει ἄλλοτε μετὰ πλήρους ἀποτυχίας. Κατὰ τὸ 1883 ὁ προϋπολογισμὸς εἶχεν ἀναβιβάσει τὰ ἔσοδα εἰς 73,113,610 νέας δραχμάς, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 72,072,008, ἑπομένως εἶχε προαγγείλει περίσσευμα 1,041,602· περίπου αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρίστα ὡς περίσσευμα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός· ἀλλὰ διὰ τῶν προταθεισῶν ἐπ’ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διαφόρων μεταβολῶν τὸ περίσσευμα μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲ τοῦ 1883, ἀντὶ τοῦ περισσεύματος τῶν δραχμῶν 1,041,602, κατέληξεν εἰς ἔλλειμμα δραχμῶν 9,258,312.81, ἤτοι ἐπῆλθεν ἀποτυχία τῶν προβλέψεων τοῦ χρόνου ἐκείνου κατὰ δραχ. 10,299,914.81. Μήπως προοριζόμεθα νὰ εὑρεθῶμεν καὶ κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1901 πρὸ τοιαύτης τινὸς καταστάσεως; Ἐὰν νῦν ἔτι, ὅτε δὲν ἐψηφίσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἐνδείκνυται ἔλλειμμα 800 ἢ 900 χιλιάδων δραχμῶν, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς νομοθεσίας τῶν περιλαλήτων μεταρρυθμίσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἄλλην λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, τὴν νῦν ἐφαρμοζομένην, μήπως εὑρεθῶμεν μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως ἀπέναντι ἐλλείμματος ἐννέα ἢ δέκα ἑκατομμυρίων, ἂν μάλιστα ἀποτύχωσι καὶ οἱ περὶ τῶν ἐσόδων προϋπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1884 ἀνὴρ ἐπιστήμων, ἀλλὰ μὴ γνωρίζων καλῶς τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ τόπου. Οὗτος συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ προανήγγειλε καὶ αὐτὸς περίσσευμα δραχ. 1,770,480.91, διότι τὰ μὲν ἔσοδα εἶχε προϋπολογίσει εἰς 86,122,950, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 84,352,469.09. Ἀλλ’ ὁ ἀπολογισμὸς ἀπέδειξεν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἴχομεν τὸ προαγγελθὲν περίσσευμα, ἀλλ’ εἴχομεν καὶ ἔλλειμμα 30,602,146.73. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐβαίνομεν δι’ ἁλμάτων εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, εἰς σύστημα μεταρρυθμίσεων! Καὶ τώρα ἐρχόμεθα τὴν αὐτὴν ἐπαναλαμβάνοντες πολιτικήν! Πρέπει λοιπὸν ἀναγκαίως νὰ εἰδοποιήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν κινδύνων, οἵτινες δημιουργοῦνται, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του θέλουσι φροντίσει νὰ σταματήσωσιν, ἵνα προλάβωσι τοὺς κινδύνους αὐτούς. Ἐὰν δὲ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς κατὰ μέρος αὐξήσεις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων, θέλετε συναγάγει περίεργον πόρισμα, ὅτι δὲν ὑπάρχει τμῆμα Ὑπουργείου, δὲν ὑπάρχει ἄρθρον προϋπολογισμοῦ ἐξόδων, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐγένετο αὔξησις. Καὶ ἐνῷ εἴμεθα εἰς τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ πολέμου, ἐνῷ ἐξήλθομεν ἀπὸ καταστάσεως τοσοῦτον ἀνωμάλου, ζημιωμένοι, ἐν μειώσει πολλαπλῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν μειώσει οἰκονομικῇ, ὄχι μόνον ὡς Κράτος, ἀλλὰ καὶ ὡς χώρα, ἐνῷ ὁμοιάζομεν μὲ ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου ἡ οἰκία εἶχε καταληφθῆ ἀπὸ πυρκαϊὰν, καὶ ἐπρόκειτο νὰ συλλέξῃ τὰ καθ’ ἑαυτὸν, ἵνα στεγασθῇ που καὶ δυνηθῇ ν’ ἀποκατασταθῇ διὰ τῆς ἐργασίας του ἐν τῷ μέλλοντι, ἡμεῖς εὕρομεν τὴν περίστασιν νὰ ποιήσωμεν τοιαῦτα ἅλματα, αὐξάνοντες τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἵνα ἀποκτήσωμεν... τί; Δὲν γνωρίζω. Κατὰ τὸ 1896 ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐδαπανήθησαν πάντα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὡς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, καὶ ὡς ἔξοδα ἐπιστροφῆς χρημάτων καὶ ἀποδόσεων. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπραγματοποιήθη ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων ἐξόδων οἰκονομία δραχ. 2,143,298.87, διότι, ἐνῷ τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 15,403,817.41, ἐδαπανήθησαν δραχ. 13,260,518.54. Καὶ ἐπετύχομεν κατὰ τὸ 1896 τὴν ἐλάττωσιν ταύτην τῶν ἐξόδων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ἀπετίσαμεν δραχ. 116,637.25 ἀπέναντι τῶν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ὀφειλομένων εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ κατεθήκαμεν, κατὰ τὸν περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν νόμων τοῦ 1895, δραχ. 648,186 ἐν τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας, ἐνῷ τὰ ποσὰ ταῦτα κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη εἰσήγοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀφαιρέσαντες οὕτως αὐτὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀφοῦ κατεθήκαμεν ὡσαύτως ἐν Τραπέζῃ, κατὰ τὸν ΒΤΟΗʹ νόμον τοῦ 1896, δραχ. 727,838.26, εἰσπραχθείσας παρὰ καθυστερούντων ἐκ τῶν πρὸ τοῦ 1894 στρατολογικῶν ἀπογραφῶν, ἵνα διατεθῶσιν εἰδικῶς δι’ ἑτέρου νόμου εἰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, ποσὸν, ὅπερ πρὸ τοῦ 1896 εἰσήγετο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδον μετὰ τῶν ἄλλων ἐσόδων, ἀφοῦ ἀπετίσαμεν δραχ. 322,882.22 τόκους ἐντόκου γραμματίου, ὀφειλομένους ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Καὶ μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς ἐκτάκτους πληρωμὰς ἐδαπανήσαμεν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων διὰ τὰς μνημονευθείσας ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν κατὰ δραχ. 2,143,298.87. Ἀλλὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 δὲν ζητοῦνται διὰ τὰς μνημονευθείσας ἀνάγκας δραχμαὶ 13,260,518.54, ὅσαι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, ἀλλὰ ζητοῦνται δραχμαὶ 14,389,238.79, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ. 1,128,720.25. Καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἰδίᾳ δὲν ζητοῦνται δραχ. 1,377,156.44, ὅσαι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, οὐδὲ κἂν δραχ. 1,494,017.69, ὅσαι εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, ἀλλὰ ζητοῦνται δραχμαὶ 1,821,218.79, ἤτοι πλέον τῶν κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων κατὰ δραχ. 444,062.35. Οὕτω προσετέθησαν αὐξήσεις: Διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896, ἐκ δραχ. 31,026.91, διότι ηὔξησαν τὸ προσωπικὸν κατὰ ἕνδεκα ὑπαλλήλους. Διὰ τὰ ἔξοδα γραφείου τοῦ Ὑπουργείου, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896, δραχ. 1,833.79. Διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896, δραχ. 82,524.91. Διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁμοία αὔξησις δραχ. 26,778.88. Διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁμοία αὔξησις δραχ. 25,856.56. Διὰ τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ὁμοία αὔξησις δραχ. 75,374.09. Προσετέθησαν δὲ καὶ 80 ἔτι δημόσιοι εἰσπράκτορες, ἕνεκα δὲ τούτου αὔξησις δραχ. 38,400. Διὰ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ὁμοία αὔξησις δραχ. 14,335.95. Διὰ τὰς Ἐφορίας ὁμοία αὔξησις δραχ. 20,030.67. Διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ἐφοριῶν ὁμοία αὔξησις δραχ. 2,436 05. Διὰ τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων ὁμοία αὔξησις δραχ. 1,037.03. Διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Τελωνείων ὁμοία αὔξησις δρ. 83,147.61. Διὰ τὴν κανονικὴν ἐπιχορήγησιν αὐτῶν ὁμοία αὔξησις δραχ. 14,614.61. Διὰ τὴν παρὰ τοῖς τελωνείοις στατιστικὴν ὑπηρεσίαν ὁμοία αὔξησις δραχ. 4,898.30. Διὰ τὰ ἔξοδα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὁμοία αὔξησις δραχ. 21,280.57. Διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν καπνοκοπτηρίων ὁμοία αὔξησις δραχ. 24,108.43. Διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ χαρτοσήμου ὁμοία αὔξησις δραχ. 53,882.38. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σιγαροχάρτου αὔξησις ὡσαύτως 20,000. Διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταγγίσεως κλπ. τοῦ πετρελαίου αὔξησις 7,000. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἁλάτων ὁμοία αὔξησις δραχ. 219,015.84. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν ὁμοία αὔξησις δραχ. 26,404.86. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κτημάτων, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, αὔξησις δραχ. 13,176.34. Καὶ ηὐξήθησαν μὲν τὰ ἔξοδα πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ὡς προεξέθηκα, ἐδημιουργήθησαν ὅμως κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ 135 νέαι θέσεις. Ἵνα δὲ μὴ ὑπολειφθῇ τῶν αὐξήσεων οὐδὲ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ εἰς τὰς δαπάνας αὐτοῦ ἔτι ἀνεγράφη αὔξησις ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, μικρὰ μὲν, ἀλλὰ μαρτυροῦσα τὴν ἀκατάσχετον σπατάλην, διότι προσετέθησαν 50 δραχ. ἔξοδα γραφείου εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἤτοι ἐτησίως δραχ. 600, ἐνῷ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διευθύνει Ὑπουργεῖον, τὰ εἴδη δὲ τῆς γραφικῆς ὕλης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λαμβάνονται ἀπὸ τὴν γραφικὴν ὕλην τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διευθύνει. Καὶ ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφείσης αὐξήσεως τῶν διὰ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον πιστώσεων· ἀλλ’ αἱ αὐξήσεις αὗται εἶχον κατασταθῆ ἀναπόφευκτοι, ἀφοῦ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἐπληρώθη ἀπὸ στοιχειοθέτας καὶ χαρτοθέτας καὶ πιεστάς, μηδεμίαν ἔχοντας γνῶσιν τῆς τέχνης, ἑπομένως μὴ δυναμένους νὰ ἐργασθῶσι, μισθοδοτουμένους δὲ ἀσυνειδήτως, καὶ ἀπὸ σπουδαστὰς ἔτι, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ διορισμὸς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ χρησιμεύει ὡς ὑποτροφία. Τὸ Τυπογραφεῖον ὠργανώθη κατὰ τὸ 1895 ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν κληθέντων νὰ διευθύνωσιν αὐτὸ τεχνικῶν ἀνδρῶν, προσδιωρίσθη δὲ προσωπικὸν τὸ ἀκριβῶς ἀπαιτούμενον· ἀλλὰ νῦν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ ἐργάζεται τὸ προσωπικὸν τὸ ἀκριβῶς ἀπαιτούμενον; Ἔχω σημειώσεις λίαν δυσαρέστους, ἀναγκάζομαι δὲ νὰ ἀναφέρω τὰ ἐν αὐταῖς. Ὁ Γεώργιος Παπαγεωργίου, ἔκτακτος ἐργάτης, λαμβάνων 70 δρ. κατὰ μῆνα, δὲν ἐργάζεται, μηδόλως προσερχόμενος εἰς τὸ Τυπογραφεῖον· εἶναι δὲ σπουδαστής. Ἀλλὰ μαθητὴς Γυμνασίου τυγχάνει καὶ ὁ Χαρίλαος Συριανὸς, διωρισμένος χαρτοθέτης αʹ τάξεως, λαμβάνων μισθὸν δραχ. 60, ἀγνοῶν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν τέχνην τοῦ χαρτοθέτου, ἑπομένως μὴ ἐργαζόμενος, ἐν τῷ Τυπογραφείῳ, μηδὲ προσερχόμενος εἰς αὐτό. Καὶ ὁ Σπυρίδων Φούλιας εἶναι διωρισμένος ἐργάτης αʹ τάξεως, λαμβάνων δραχ. 70 κατὰ μῆνα, μηδόλως ὅμως ἐργαζόμενος μηδὲ προσερχόμενος εἰς τὸ ἐργοστάσιον, διότι καὶ οὗτος τυγχάνει σπουδαστής. Καὶ ὁ Κ. Σαγρῆς τυγχάνει σπουδαστής, μὴ προσερχόμενος εἰς τὸ Τυπογραφεῖον, διωρισμένος ὅμως ὡς ἐργάτης βʹ τάξεως, λαμβάνων μισθὸν κατὰ μῆνα δραχ. 60. Τοιουτοτρόπως αἱ ἐργασίαι τοῦ Ἐθν. Τυπογραφείου μετεποιήθησαν εἰς εἶδος ὑποτροφίας, ἡ ὁποία ἀπονέμεται εἰς τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῶν καὶ ἄλλοι πολλοὶ μισθοδοτοῦνται ἐκεῖ, μηδόλως ἐργαζόμενοι, κατὰ τὸ δοθέν μοι σημείωμα, ἐν ᾧ ἀναγράφονται 15 τοιοῦτοι, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Δημόσιον πληρόνει κατὰ μῆνα δραχ. 1075 εἰς μισθοὺς, ἐνῷ δὲν ἐργάζονται ἐν τῷ Τυπογραφείῳ. Διὰ τὸ γραφεῖον δὲ τῆς Στατιστικῆς, τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὸ ὁποῖον ζητοῦσι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 δρ. 4,898.30 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, εἶχε ληφθῆ ὑπό τινος τῶν προηγηθέντων ἀντικοινοβουλευτικῶν Ὑπουργείων εὐρυτάτη πρόνοια, διότι ἐπῆλθεν ἰδέα εἰς τοὺς τότε Ὑπουργοὺς νὰ ὀργανωθῇ ὡς ἕν Γραφεῖον αὐτοτελὲς, μία Διεύθυνσις, τῆς ὁποίας ὁ Διευθυντὴς ἔμελλε νὰ ἦναι καὶ αὐτὸς μόνιμος, διότι θὰ εἶχε θητείαν δεκαετῆ, μισθὸν δὲ καὶ βαθμὸν Δικαστικοῦ Συμβούλου. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη καὶ ἐτυπώθη, μοὶ ἐστάλη δ’ ἔκτοτε ὑπό τινος ἀντίτυπον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγκατελείφθη, ὡς φαίνεται, εἴτε διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος μετενόησεν, εἴτε διότι ὁ διάδοχος αὐτοῦ ἀπεφάσισε νὰ χρησιμοποιήσῃ εἰς ἄλλον κλάδον ὑπηρεσίας τὴν ἔξοχον ἱκανότητα τοῦ διὰ τὴν διεύθυνσιν τῆς Στατιστικῆς προοριζομένου. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου προτείνεται αὔξησις 228,549.55 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896. Κατὰ τὸ 1896, πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ κεφάλαιον Δʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, τὸ ἐπιγραφόμενον «Διάφοροι ἐξωτερικαὶ ἀνάγκαι, μὴ εἰδικῶς προβλεπόμεναι», ἐδαπανήθησαν δρ. 624,032.72, ἐφέτος δὲ ζητοῦνται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ μόνον 450,000. Καὶ ἐνῷ ἐλαττοῦται οὕτως ἡ πίστωσις αὕτη κατὰ δραχμὰς 174,032.72, ἂν καὶ ἡ ἱερότης τοῦ σκοποῦ αὐτῆς ἐπέβαλλε τὴν διατήρησιν αὐτῆς ἀκεραίας, ηὐξήθησαν πᾶσαι αἱ ἄλλαι πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου οὕτως, ὥστε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους ζητοῦνται δραχ. 228,549.55 περισσότεραι ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896...
§65Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ πίστωσις αὕτη εἶχεν ἐλαττωθῆ εἰς 340,000, ὅτε πέρυσιν ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν εἶχον ὑποβάλει πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ηὔξησα τὴν πίστωσιν ταύτην κατὰ 60,000 δραχ. περίπου· ἤδη τὴν ηὔξησα κατ’ ἄλλας 50,000, καὶ ἐζήτησα 450,000, ἐνῷ, ὡς εἶπον, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εὗρον τὴν πίστωσιν ταύτην μόνον δρ. 340,000. Ὥστε ἐγὼ ὄχι μόνον δὲν ἠλάττωσα αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ τὴν ηὔξησα κατὰ 110,000 δραχμάς.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπικρίνω τοὺς προκατόχους ὑμῶν, οἵτινες ἠλάττωσαν τὴν πίστωσιν αὐτὴν ἀπὸ δραχμῶν 600,000 εἰς 340,000, διότι καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1898 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1897 δὲν ὑπῆρχον πλήρεις καὶ ἄφευκτοι αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας θεραπεύει τὸ Κράτος διὰ τῆς δαπάνης ταύτης, ἢ δὲν ὑπῆρχον τοιαῦται καὶ πανταχοῦ· ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐξέλιπον αἱ ἀνωμαλίαι τῶν εἰρημένων ἐτῶν, ἡ ὁμαλότης τῶν περιστάσεων ἐπανάγει τὰς αὐτὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον πρὸ τοῦ πολέμου, εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ ν’ ἀναγραφῇ ὅλη ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνεγράψατε. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐγένετο τὸ αὐτὸ, ἤτοι ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι καὶ προσετέθησαν νέαι θέσεις. Οὕτως, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν εἰς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου δραχ. 51,859.40, διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους ζητοῦνται πιστώσεις δρ. 61,680, ἤτοι κατὰ δραχ. 9,820.60 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896· προσετέθησαν δὲ δύο ἀκόλουθοι, ἀναβιβασθέντος εἰς ὀκτὼ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀκολούθων, προσετέθη προσέτι εἷς λογιστὴς, μὲ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως ἢ τμηματάρχου, καὶ εἷς κλητήρ. Ηὐξήθησαν ὡσαύτως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 αἱ πιστώσεις ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896: 1) τῶν γραφικῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου κατὰ δραχμὰς 2,702.10· 2) τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θερμάνσεως αὐτοῦ κατὰ 3,343.49· 3) τῶν ταχυδρομικῶν κλπ. κατὰ δραχ. 4,616.83· 4) διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Πρεσβειῶν κατὰ δραχ. 85,165.84· 5) διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Προξενείων κατὰ δραχμὰς 16,707.79· 6) τῶν γραφικῶν ἐξόδων τῶν Προξενείων κατὰ 2,780.45· 7) τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν Προξενείων κατὰ δραχ. 7,559.20· 8) δι’ ἔπιπλα Προξενείων προσετέθη πίστωσις δραχ. 5,000· καὶ 9) ἡ δι’ ἐκτάκτους ἀποστολὰς πίστωσις ηὐξήθη κατὰ δραχ. 74,000.24. Ἀλλ’ ἂν προτεθῇ νὰ ἀναζητήσω εἰς ποῖον Ὑπουργεῖον ἐγένοντο ὀλιγώτεραι αὐξήσεις τῶν ἐξόδων, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐπιδείξω τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ διευθυνόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Καραπαύλου. Μετὰ τοῦ ἀνδρὸς μὲ συνδέουσι συμπάθειαι καὶ ἀναμνήσεις, ἀλλ’ ὁ κ. Καράπαυλος, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἔρριψε...
§67ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἔξω, ναί! (ἱλαρότης).
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονήσω, ὅτι ὁ κ. Καράπαυλος ἀπηνῶς ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ πρό τινος, ἐγκαλέσας με, ὅτι κατά τινα περίοδον χρόνου, ἐμοῦ τυγχάνοντος ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὁ μετ’ ἐμοῦ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς μεταβολὰς, δὲν ἠξεύρω πόσας, 300 ἢ 400. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκεῖνος, ὅστις τότε συνειργάζετο μετ’ ἐμοῦ, δὲν συνδέεται πλέον μετ’ ἐμοῦ διὰ πολιτικῆς φιλίας, ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ λησμονήσω, ὅτι ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐκεῖνος συνειργάζετο μετ’ ἐμοῦ, ἑπομένως νὰ μὴ ἐγκαταλίπω αὐτὸν, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ἀλήθεια εἶναι μεθ’ ἡμῶν, καὶ ἀφοῦ ἔχω ἐν χερσὶν ὀνομαστικὸν κατάλογον, — ὃν μοὶ ἐπρομήθευσεν ἡ φιλοπονία φίλου μου, — ἐν ᾧ δὲν ἀναγράφονται μόνον ἀριθμοὶ, ἀλλὰ τὰ ὀνόματα τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων, οἱ ὁποῖοι μετετέθησαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899, ἀνέρχονται δὲ οἱ μετατεθέντες εἰρηνοδίκαι εἰς 265! Σᾶς εἶπον ὅτι τὰ ὀνόματα αὐτῶν εἶναι ἐγγραμμένα εἰς αὐτὰ τὰ ἓξ φύλλα τοῦ χάρτου (ἐπιδεικνύει φύλλα χάρτου)...
§69Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μὴ μοῦ καταλογίζετε ὅλας τὰς μεταθέσεις, διότι ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου μέχρι 4 Ἀπριλίου ἦτο ἄλλος Ὑπουργός.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλω βεβαίως σᾶς ἀδικήσει... Γραμματεῖς δὲ Εἰρηνοδικείων (ἐπιδεικνύει ὀνομαστικὸν κατάλογον καὶ αὐτῶν) μετετέθησαν 136. Διωρίσθησαν δέκα εἰρηνοδίκαι, (ἐπιδεικνύει ἕτερον ὀνομαστικὸν κατάλογον) καὶ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων 43. Ἀπελύθησαν εἰρηνοδίκαι 5, καὶ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων 28. Μετετέθησαν πταισματοδίκαι 19, καὶ διωρίσθησαν τέσσαρες· μετετέθησαν δὲ γραμματεῖς Πταισματοδικείων 13. Ἐνθυμοῦμαι συνεπαρχιώτην καὶ φίλον μου, χρηστὸν νέον καὶ φιλομαθῆ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἐλαχίστων ὁρμώμενος ἠδυνήθη νὰ γείνῃ διδάκτωρ τὰ νομικὰ, εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὡς πταισματοδίκης, καθ’ ἃς πανταχόθεν μοὶ ἔδωκαν πληροφορίας, ὑπῆρξεν ἄμωμος καὶ ἄψογος...
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀληθέστατον.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὗρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸν δυστυχῆ νέον ἐν Αἰγίῳ, ἐκεῖθεν μετέθεσεν αὐτὸν εἰς Θήβας, ἐκ Θηβῶν μετ’ ὀλίγον μετέθεσεν εἰς τὴν Ζάκυνθον, ἀπὸ τῆς Ζακύνθου εἰς Τρίπολιν, καὶ ἀπὸ τῆς Τριπόλεως εἰς τὴν Λάρισαν. Δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Καράπαυλος καὶ ἄλλην νὰ προκαλέσῃ μετάθεσιν αὐτοῦ, διότι ὁ δυστυχὴς νέος ἀφικόμενος εἰς Λάρισαν ἀπέθανε! Καὶ διέπραξεν ὁ κ. Καράπαυλος ἐν διαστήματι ἓξ μηνῶν 523 μεταβολὰς, ἐκ τῶν ὁποίων 265 εἰσὶ μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν καὶ 136 μεταθέσεις γραμματέων αὐτῶν. Ἐν διαστήματι δὲ ἐννέα μηνῶν, ἤτοι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899, διέπραξε 1318 ἐν ὅλῳ μεταβολάς...
§73Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἀνώτερον προσωπικὸν τῶν δικαστῶν, ἐκτὸς τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων, περὶ ὧν ὡμιλήσατε, δὲν ἔχετε νὰ παρατηρήσητε παρὰ ὀλιγωτέρας μετακινήσεις ἀπὸ ὅσας ἐγένοντο ἄλλοτε.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ τοῦτο. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ἐπίσης, ὅτι τὰ Εἰρηνοδικεῖα, ἡ δικαιοσύνη τοῦ λαοῦ, ἔπαθον τῶν παθῶν των τὸν τάραχον! Καὶ αἱ αὐξήσεις τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἵτινες κατὰ τὸ 1900 προτείνονται, ἀναβιβάζουσι τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου κατὰ 1,219,639.08 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896. Οὕτω προσετέθη ἐπιθεωρητὴς τῶν φυλακῶν, καὶ ἀνεγράφη ἐτησία δαπάνη δραχ. 6,000. Προσετέθη γραμματεὺς αʹ τάξεως, καὶ ἀνεγράφη πίστωσις δι’ αὐτὸν δραχ. 2,880. Ἀνεγράφη δὲ καὶ πίστωσις ἐπιμισθίου δραχ. 600 κατ’ ἔτος διὰ τὸν γενικὸν γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου, συμφώνως πρὸς διάταξιν εἰσφρήσασαν εἰς τὸν περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμον τῆς 25 Ἰουνίου 1899, καθ’ ἣν αὐξάνεται ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν εἶχον διατελέσει κατὰ τὸ παρελθὸν δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἐπὶ πέντε ἔτη. Διὰ τῆς ἀλλοκότου δὲ ταύτης διατάξεως τὸ μισθολόγιον τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἀκολουθεῖ τὴν βαθμολογίαν αὐτῶν, ἀλλὰ τὰς ἰδιότητας τοῦ προσώπου, ἐξομοιοῦνται δὲ πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους κατὰ τὸν μισθὸν ὑπάλληλοι τῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ πολλαὶ καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἄρθρων τῶν κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου ζητοῦνται κατὰ τὸ 1900 προσθῆκαι καὶ αὐξήσεις. Οὕτω προτείνονται αὐξήσεις ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896: Διὰ τὰ γραφικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου δραχ. 4,301.30. Δι’ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀρεοπαγιτῶν δραχ. 9,000. Διὰ προσθήκην δύο ὑπογραμματέων εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ἀρείου Πάγου δραχ. 2,400. Δι’ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας τῶν Ἐφετῶν καὶ δι’ αὔξησιν τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου δραχ. 3,000. Διὰ μισθὸν τῶν τεσσάρων Προέδρων τῶν συσταθησομένων Πρωτοδικείων δραχ. 19,200. Διὰ μισθὸν τῶν τεσσάρων γραμματέων, 12 ὑπογραμματέων καὶ 8 γραφέων δρ. 26,880. Διὰ μισθὸν τῶν τεσσάρων Εἰσαγγελέων καὶ τῶν ἓξ ἀντεισαγγελέων δραχ. 10,800. Διὰ μισθὸν τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῶν τεσσάρων Εἰσαγγελιῶν δρ. 20,520. Δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν τεσσάρων Εἰσαγγελιῶν δραχ. 2,292. Δι’ αὔξησιν ἐνοικίων δραχ. 12,040. Δι’ αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν γραφείων τῶν Πρωτοδικείων Ναυπλίου, Ἠλείας, Λαρίσης ἀνὰ δύο γραφεῖς, καὶ Λευκάδος, Καρδίτσης, Τρικάλων καὶ Βόλου ἀνὰ ἕνα, δραχ. 6,480. Δι’ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως, τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων αʹ καὶ βʹ τάξεως, καὶ διὰ προαγωγὰς αὐτῶν ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν, αὔξησις δραχ. 277,055. Δι’ ἀποζημιώσεις ἀνακριτῶν, αὔξησις δαπάνης 25,000. Δι’ ἐνοίκια Κακουργοδικείων, αὔξησις 3,000. Δι’ ἀποσκευὰς Κακουργοδικείων, 2,600. Δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων, 70,000. Δι’ ἀποζημιώσεις ἰατρῶν, χειρουργῶν κλπ. 13,000. Διὰ δικαιώματα χωροφυλάκων, αὔξησις ὡσαύτως 17,000. Δι’ ἀποζημιώσεις ἐμμίσθων κλητήρων, 10,000. Διὰ συντήρησιν ὑποδίκων καὶ καταδίκων, αὔξησις δραχ. 200,000. Διὰ στατιστικὰς ἐργασίας αὔξησις δραχ. 7,000. Δι’ ἀποσκευὰς Πρωτοδικείων καὶ βιβλιοδέτησιν πρακτικῶν καὶ ἀποφάσεων αὔξησις δραχ. 4,400. Ἑπομένως, ἂν κατὰ τὸ 1896 κατωρθώθη νὰ δαπανηθῶσιν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 167,028.08, κατὰ τὸ 1900 τὰ προϋπολογιζόμενα ὑπερβαίνουσι τὰ κατὰ τὸ 1897 δαπανηθέντα κατὰ 1,219,639.08, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον ηὐξήθη κατὰ 48. Ἀλλὰ εἰς τὴν Διοίκησιν ἀπέκειτο τὸ περιλάλητον ἔργον τῆς ἐξοντώσεως τῆς συναλλαγῆς. Καὶ ἀνέλαβεν αὐτὸ ἡ Διοίκησις, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας τυγχάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ καὶ Πρωθυπουργὸς, καὶ ἔδωκε διδακτικώτατον μάθημα ἐξοντώσεως τῆς συναλλαγῆς, αὐξήσας κατὰ τὸ 1900, καθ’ ἃ πληροφορούμεθα ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ εἰρημένον Ὑπουργεῖον ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, κατὰ πόσους; Μόνον κατὰ 3,046, διότι 3,046 θέσεις προστίθενται κατὰ τὸ εὔδαιμον αὐτὸ ἔτος, τὸ 1900!...
§75ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρόσθετοι;
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται προστιθέμενοι εἰς τοὺς νῦν ὑπάρχοντας (ἀναγινώσκει): 10 νομάρχαι, 10 πρωτοκολληταὶ, 344 Διευθυνταὶ, ἀστυνόμοι καὶ ὑπαστυνόμοι, 2484 ἀστυφύλακες καὶ ἐνωμοτάρχαι, 22 ἀστύατροι, ἀστυκτηνίατροι καὶ ἀστυχημικοὶ, 3 ἐν τῷ Φρενοκομείῳ Κερκύρας, 1 ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Γεν. Διευθύσεως τῶν Ταχυδρομείων, 8 εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Ταχυδρομείων, 45 εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Τηλεγραφείων· 53 ταχυδρομικοὶ διανομεῖς, 43 διανομεῖς καὶ φύλακες Τηλεγραφείων, 1 ἐν τῷ Τηλεγραφικῷ ἐργοστασίῳ, 3 ἐν τῷ Μετσοβείῳ Πολυτεχνείῳ, 3 ἐπιθεωρηταὶ καὶ νομομηχανικοί, 16 κλητῆρες γραφείων νομομηχανικῶν. Τὸ ὅλον 3,046...
§77Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιλαμβάνετε εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν καὶ τοὺς ἀστυφύλακας, οἵτινες θέλουσι καταταχθῆ δυνάμει τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ μήπως ἐγὼ εἶπον, ὅτι προσεθήκατε τὸ πλῆθος τῶν ὑπαλλήλων τούτων αὐθαιρέτως; Ἡ ὑπηρεσία ἡ ἀστυνομική, διὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ προστεθῶσι τόσοι ὑπάλληλοι, ἐκίνησε τὴν ἔκπληξιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποίαν ἰδέαν ἔχουσι περὶ τῆς συναλλαγῆς οἱ Ὑπουργοί. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ συναλλαγὴ ἐπιφαίνεται οὐ μόνον ἐκεῖ, ἔνθα λειτουργεῖ τὸ Κοινοβουλευτικὸν ἢ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ἐπιφαίνεται ὑπὸ πᾶν πολίτευμα, καὶ ὑπ’ αὐτὸ τὸ Αὐτοκρατορικὸν καὶ ὑπὸ τὸ πλέον ἀπολυταρχικόν. Καὶ τοῦτο εἶναι φυσικόν, διότι ὑπὸ πᾶν πολίτευμα πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται δημόσιοι, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ διορίζωσιν οἱ κυβερνῶντες, ὑπὸ πᾶν πολίτευμα ἡ δημοσία διοίκησις ἔχει ἀνάγκην νὰ προμηθεύηται ὑλικόν, νὰ μισθώνῃ οἰκίας, καὶ νὰ συναλλάσσηται μετὰ τῶν ἰδιωτῶν. Ἄν τις ἐξ ὑμῶν ἐκαλεῖτο νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν θρόνον Αὐτοκράτορος, εὔκολον εἶναι νὰ ἀναλογισθῇ, πῶς θέλει εὑρεῖ τὰς χιλιάδας ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους θέλει καλεῖται νὰ διορίσῃ, πόθεν θέλει πορισθῆ αὐτούς. Πόθεν ἄλλοθεν ἢ ἀπὸ τοὺς περιστοιχοῦντας αὐτὸν αὐλικούς, ἢ τοὺς θεράποντας αὑτοῦ; Δὲν εἶναι συναλλαγὴ αὐτή; Δὲν εἶναι πρᾶξις χαριστική, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὸν διορίζοντα πρὸς τοὺς διοριζομένους; Ἡ συναλλαγὴ εἶναι ἀναπόφευκτος. Ἀλλὰ τί πρέπει νὰ γίγνηται; Πρέπει νὰ τίθηνται φραγμοὶ καὶ ὅρια. Ἐνθυμοῦμαι συγγραφέα γνωστόν, ἐσημείωσα δὲ χωρίον συγγράμματος αὐτοῦ, ἐν ᾧ ἀναγράφεται ἡ γνώμη του. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. Τὸ σύγγραμμα εἶναι «περὶ τῆς δημοκρατίας ἐν Ἀμερικῇ», συγγραφεὺς δὲ ὁ Toquevill (ἀναγινώσκει): «Γνωρίζω, ὅτι κατὰ τοὺς παρόντας καιροὺς, καθ’ οὓς φαίνεται σβεννυμένη ἡ ἀγάπη καὶ τὸ σέβας, ἅτινα ἄλλοτε ἀπεδίδοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δύναται νὰ φαίνηται ἀναγκαῖον εἰς τοὺς κυβερνῶντας νὰ δεσμεύωσι στενώτερον διὰ τοῦ συμφέροντος ἕκαστον ἄνθρωπον, νὰ φαίνηται εἰς αὐτοὺς πρόσφορον νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰ πάθη αὐτοῦ, ἵνα κρατῶσιν αὐτὸν ἐν σιωπῇ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολὺ, ὅ,τι δὲ δύναται νὰ φανῇ, διαρκούσης περιόδου τινὸς, αἰτία δυνάμεως, καθίσταται βεβαίως ἐπὶ τέλους μεγάλη αἰτία ταραχῆς καὶ ἀδυναμίας. Παρὰ τοῖς δημοκρατικοῖς λαοῖς, ὡς καὶ παρὰ πᾶσι τοῖς ἄλλοις, ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων θέσεων ἔχει ἐπὶ τέλους ὅρια· ἀλλὰ παρ’ αὐτοῖς τούτοις τοῖς λαοῖς ὁ ἀριθμὸς τῶν φιλοδόξων δὲν ἔχει ποσῶς ὅρια. Αὐξάνει ἀκαταπαύστως, βαθμηδὸν μὲν, ἀλλ’ ἀκατασχέτως, καθ’ ὅσον αἱ κοινωνικαὶ καταστάσεις ἐξομοιοῦνται. Ὅταν λοιπὸν ἡ φιλοδοξία φέρηται πρὸς μόνα τὰ δημόσια ἀξιώματα, ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἀνάγκης περιέρχεται ἐπὶ τέλους ἀπέναντι διαρκοῦς ἀντιπολιτεύσεως... Ἐξ ὅλων τῶν λαῶν τοῦ κόσμου ὁ μᾶλλον δυσκυβέρνητος εἶναι λαὸς θεσιθηρῶν...» Κατὰ τὸν συγγραφέα τάσσονται πάντοτε ὅρια εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν θέσεων, εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν προσώπων, οἱ νόμοι δὲ προσδιορίζουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινές εἰσιν ἀναγκαῖοι. Ἀλλ’ οἱ νόμοι ἡμῶν δημιουργοῦσι καθ’ ἑκάστην νέους ἀριθμοὺς ὑπαλλήλων. Καὶ ἐδημιούργουν τὰς νέας θυσίας, ὅταν ἠδυνάμεθα νὰ εὑρίσκωμεν χρήματα, αὐξάνοντες τοὺς φόρους, ἢ δανειζόμενοι παρ’ ἄλλων χρήματα· ἀλλὰ δημιουργοῦμεν θέσεις, ὡς πράττομεν σήμερον, ὅτε οὐδὲ νὰ δανεισθῶμεν, οὐδὲ νὰ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους μᾶς ἐπιτρέπεται. Καὶ ἀφινόμεθα εἰς τὴν ὀλεθρίαν ἕξιν τῆς σπατάλης. Εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἀποδίδοται τὸ ἐλάττωμα τῆς συναλλαγῆς· ἤκουσα δὲ πολλάκις νὰ λέγηται, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ συγκρατοῦσι τὰς πλειονοψηφίας διὰ παροχῶν, διὰ χαρισμάτων, τὰ ὁποῖα ποιοῦνται πρὸς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἀσυνειδήτως ἐπαναλαμβάνεται ἡ κοινὴ αἰτίασις κατὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἡ Βουλὴ διοικεῖ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νομοθετοῦσιν. Ἡ συναλλαγὴ τῶν κυβερνώντων μετὰ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου βεβαίως ἔχει χαρακτῆρα ἐγκληματικὸν, διότι ἀλλοιώνει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὅταν δ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, χαριζόμενοι δὲν ἐκπληρῶσι ἀκριβῶς τὸ καθῆκον των, εἰς μεγίστους ἐκτίθενται κινδύνους τοῦ Κράτους τὰ συμφέροντα. Εὐτυχῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν εἰσῆλθεν ἄλλη φαγέδαινα, ἄλλο ἔγκλημα ἀποτρόπαιον, τὸ ὁποῖον ἐπέσκηψεν ἐν ἄλλαις αἰθούσαις, ἐν αἷς δὲν κατηγορήθησαν οἱ κυβερνῶντες ἐπὶ συναλλαγῇ διότι διώρισαν δύο γραμματεῖς, ἀλλὰ κατηγοροῦνται ἐπὶ συναλλαγῇ διότι ηὐκόλυναν τὴν διαρπαγὴν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Βεβαίως, ἂν Ὑπουργός τις καλῆται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ διορίσῃ χιλιάδας προσώπων, οὗτος δὲ διορίζῃ κατὰ σύστασιν φίλων του Βουλευτῶν ἀρχηγοὺς ὑπηρεσιῶν, νομάρχας, ταμίας, ἐφόρους, τελώνας, ἀστυνόμους, πράττει τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ πράξῃ, διότι ἕνα κλάδον ὑπηρεσίας, μίαν λειτουργίαν διοικήσεως, παραδίδει εἴς τινα, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι διωρίσθη τῇ συστάσει τοῦ φίλου του Βουλευτοῦ, καὶ ὁ ὁποῖος θέλει εἶσθαι ὑπάλληλος οὐχὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοῦ Βουλευτοῦ, ὅστις ἐμεσολάβησε νὰ διορισθῇ· ἡ συμπάθεια δὲ τοῦ προϊσταμένου τοῦ κλάδου τούτου πρός τινα τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἀδικίαν, διότι καθιστᾷ τὴν διοίκησιν ἄνισον πρὸς τοὺς πολίτας, καὶ ἀφίνει ἀνοικτὴν τὴν θύραν αὐτῆς εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, κλείει δὲ πρὸς τοὺς μὴ φίλους αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται περὶ ὑπαλληλίσκων, τοὺς ὁποίους βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ, περὶ γραφέων προσκολλωμένων εἰς τὰ διοικητικὰ γραφεῖα, πόθεν ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ πληροφορῆται, τίνα νὰ διορίσῃ γραφέα τῆς Ἐφορίας Εὐρυτανίας ἢ τῆς Ἐφορίας Βονίτσης; Πρέπει νὰ ζητήσῃ νὰ προτείνῃ αὐτὸ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος; Καὶ ποῖος ἐγγυᾶται, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος θέλει δώσει εὐσυνείδητον γνώμην περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον προτείνει νὰ διορισθῇ; Πρέπει νὰ πορισθῇ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ σχέσεων τὰς πληροφορίας; Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι δώσει εἰς αὐτὸν πληροφορίας, συνιστῶντες νὰ διορισθῇ οὗτος ἢ ἐκεῖνος, τάχα δὲν θέλουσι καὶ αὐτοὶ περιπέσει εἰς τὸ ἐλάττωμα νὰ ἦναι χαριστικοί; Ἀλλὰ πρέπει νὰ προκαλέσῃ τοὺς τμηματάρχας, ἵνα προτείνωσιν αὐτούς; Τί δὲ τάχα γνωρίζουσιν οἱ τμηματάρχαι ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις; Ἂν λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν συστάσεις Βουλευτῶν διὰ διορισμὸν τῶν μικρῶν ὑπαλλήλων, δὲν πράττει συναλλαγήν· πράττει τὸ ὀλιγώτερον κακὸν ἀπὸ ὅσα ἠδύνατο νὰ πράττῃ, διότι ἀκούει τὴν πρότασιν ἀνδρὸς, ὅστις, ἀφοῦ ἀξιοῦται τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν χιλιάδων συμπολιτῶν του, πρέπει νὰ κριθῇ μᾶλλον παντὸς ἄλλου ἄξιος ἐμπιστοσύνης, ὅτι προτείνει χρηστὸν καὶ ἱκανὸν ἐργάτην δημοσίου γραφείου· μεγαλείτερον δ’ ὄντως δύναται νὰ προσγένηται κακὸν, ἂν ὁ γραφεὺς οὗτος διωρίζετο τῇ προτάσει τοῦ ἐφόρου, ἐπληρόνετο δ’ οὗτος παρὰ τοῦ ἐνδιαφερομένου, ἢ ἂν διωρίζετο τῇ προτάσει τοῦ τμηματάρχου, ὅστις καὶ αὐτὸς δυνατὸν ἦτο νὰ χαρισθῇ πρός τινα, διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς διορίζῃ τοὺς φίλους τῶν Βουλευτῶν εἰς θέσεις προϊσταμένων ὑπηρεσιῶν ἢ κλάδων, ὅπως προσεταιρισθῇ ἢ συγκρατήσῃ τὰς ψήφους αὐτῶν, βεβαίως πράττει πρᾶξιν ἀξίαν κατακρίσεως, διότι διαφθείρει τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ νοθεύει τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, πρᾶξιν οὐχὶ μόνον ἀξίαν κατακρίσεως, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸν τοῦτον ὀλεθρίαν, διότι τοιαύτη κατάχρησις θέλει ἐξασθενίσει αὐτὸν, θέλει δ’ ὑπονομεύσει καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν δύναμίν του, διότι ἡ δύναμις τῶν πλειονοψηφιῶν συντηρεῖται ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον αὗται ἐκπληροῦσιν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν των. Ὅταν δὲ μέλη τῶν πλειονοψηφιῶν ἐκτρέπωνται χαριζόμενα, ἡ δύναμις αὐτῶν ἐκπίπτει, εὐθὺς δ’ ὡς σχηματισθῇ γνώμη, ὅτι ἡ πλειονοψηφία δὲν διερμηνεύει πλέον τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους, ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη δὲν δύναται νὰ ζήσῃ. Τοιαύτην ἔδωκα ἑρμηνείαν ἄλλοτε, ὅτε πρὸ δέκα καὶ ἑπτὰ ἐτῶν ἐνεκαλεῖτο πολιτικὸς ἀνὴρ ὑπέροχος ἀπὸ ἀνταγωνιστὴν ὁρμητικὸν καὶ ἐπιτιθέμενον, καὶ δημοσίᾳ εἶπον τότε τὴν ἐμὴν γνώμην· ἀλλ’ ἡ εἰλικρίνεια αὕτη ἐχρησίμευσεν ὡς μέσον συκοφαντίας. Καὶ μὴ νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι οἱ Πατακίωνες! Ὁ μακαρίτης Πατακίων ἦτο Ἀθηναῖος, γνωστὸς ὡς ἐπίσημος συκοφάντης, παροιμία δ’ ἐγένετο τότε αὕτη «Πατακίωνος συκοφαντικώτερος». Ἐπορίζετο τὰ τοῦ βίου ἐκ τῆς συκοφαντίας καὶ τῆς διαβολῆς τῶν χρηστῶν πολιτῶν· ἦτο προσέτι καὶ κλέπτης καὶ τοιχωρύχος. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐφωράθη ὡς συκοφάντης καὶ ὡς κλέπτης, καὶ ἀπηγχονίσθη. Ὁ δὲ Ὅμηρος ἐν τῇ Ὀδυσσείᾳ ἔγραψε τόν δε τὸν στίχον: «ὡς ἀπόλοιτο καὶ ἄλλος, ὅστις τοιαῦτά γε ῥέζει». Τὸ ἐπιβλέπειν ἀγρύπνως τοὺς ἄλλους, ἐρευνᾷν τὴν πολιτείαν αὐτῶν, καὶ ἰδίως ὅταν αὕτη συνδέηται μετὰ τῶν δημοσίων συμφερόντων, εἶναι δικαίωμα τῶν ἐλευθέρων λαῶν πολύτιμον, διότι τοῦ δικαιώματος τούτου ἡ ἐνάσκησις ἡ εὐσυνείδητος διδάσκει εἰς τοὺς πολλοὺς τὴν χρηστότητα καὶ ἐπιβάλλει τὴν πιστὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ ὑπὸ τὰ φιλελεύθερα πολιτεύματα, καὶ μάλιστα ὑπὸ ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα κρατεῖ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, αὕτη ἡ ἄγρυπνος ἐπιτήρησις τῶν πολιτῶν ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων τῶν διαπραττόντων τὰ δημόσια, μετεποιήθη εἰς μοχθηρίαν κατὰ πάσης ὑπεροχῆς. Νομίζετε ὅτι ὑπὸ τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα δὲν συκοφαντοῦσι καὶ δὲν ἐγκαλοῦσιν ἀδίκως καὶ δὲν ἀποδίδουσιν εἰς τοὺς κυβερνῶντας πράξεις ἀξιοποίνους; Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν φιλελεύθερον πολίτευμα, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἴσως καὶ ἐκ προγόνων ἱστορικὸν ἐλάττωμα. Ἡ εἰρημένη γνώμη, ἣν δημοσίᾳ ἐξεδήλωσα τότε περὶ τῆς συναλλαγῆς, ἔθρεψε τοιούτους πόθους, ἄνδρες δὲ πολιτικοὶ ὑπηγόρευον εἰς φαύλην δημοσιογραφίαν τὴν εἴδησιν, ὅτι «μόνος φίλος τῆς συναλλαγῆς εἶναι ὁ Δηλιγιάννης, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι ἐχθροὶ αὐτῆς»!
§79Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἅγιοι Γεώργιοι, οἱ ὁποῖοι πατάσσουσι τὸ τέρας τῆς συναλλαγῆς!
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἀναφέρω ὀνόματα. Καὶ ὅμως, ὅτε πρὸ 23 ἐτῶν ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἔλαβον ἐπιστολὰς τριῶν φίλων μου ἐκ παρακειμένης ἐπαρχίας, δι’ ὧν δὲν παρεπονοῦντο, ἀλλὰ μὲ ἤλεγχον, διότι μετέθεσα ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῶν δημοδιδασκάλισσαν. Ἀπήντησα δὲ τότε εἰς αὐτούς: «Κύριοι, ἀπέλθετε νὰ εὕρητε ἀλλαχοῦ φίλον, διότι ἐγὼ δὲν στέργω δικαίωμα ἐν ὑμῖν, ἵνα ἐλέγχητε τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀξιῶτε νὰ γνωμοδοτῆτε διὰ τὰς μεταθέσεις δημοδιδασκαλισσῶν». Ἦσαν δ’ οἱ φίλοι μου οὗτοι ἄνδρες χρηστοὶ, καὶ ἀπὸ χρηστῆς προαιρέσεως τοιαῦτα τότε μοὶ ἔγραψαν, ἐκ τῆς ἐπαρχίας δ’ ἐκείνης καὶ νῦν ἔχω φίλον, ἄνδρα πάσης τιμῆς ἄξιον, τὸν ὁποῖον βλέπω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὡσαύτως πρό τινων ἐτῶν προὐκάλεσα τὴν μετάθεσιν Προέδρου τινὸς Πρωτοδικῶν, μοὶ ἐστάλη δὲ παρὰ φίλων τηλεγράφημα, ζητούντων νὰ ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις αὕτη· ἀλλὰ καὶ πρὸς τούτους ἐποιήσαμην γνωστόν, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον αὐτῶν νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὰς μεταθέσεις καὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν. Καὶ ἕτερος φίλος μοὶ ἔστειλε μίαν σημείωσιν, ἐν ᾗ εἶχεν ἀναγράψει διορισμοὺς διαφόρους, καὶ μοὶ ἔγραφεν ὅτι, μόνον ἂν οὗτοι διορισθῶσι, θέλει ἐξακολουθήσει νὰ ἦναι φίλος μου. Ἀπεκρίθην δὲ καὶ εἰς αὐτὸν, ὅτι καλῶς θέλει πράξει, ζητῶν τὴν φιλίαν ἄλλου τινὸς, διότι ἐγὼ δὲν στέργω ὑπὸ ὅρους τοιούτους οὐδενὸς τὴν φιλίαν. Δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ ἀνασκευάσω κατηγορίαν τοσοῦτον ταπεινὴν, τὴν ὁποίαν ἰδιοτέλεια ἀσύγγνωστος καὶ ἀνάρμοστος εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας ὑπαγορεύει, νὰ ἀποδίδωσι πράξεις ἐπιληψίμους εἰς ἄλλους, ἵνα αὐτοὶ λάμψωσιν ὡς ἀστέρες· ἀλλὰ λέγω ταῦτα διὰ νὰ καταδηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς ἐννοῶ τὴν συναλλαγήν. Ἀλλ’ οὐδὲν ταῦτα ἔχουσι κοινὸν πρὸς Κυβέρνησιν, ἥτις αὐξάνει τοσοῦτον ἀδικαιολογήτως καὶ ἀσέμνως τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἵνα δημιουργήσῃ τρισχιλίας ἢ τετρακισχιλίας νέας θέσεις, ὅπως καὶ ἄλλους κατὰ χιλιάδας διορίσῃ ὑπαλλήλους, πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἡ ἐν τοῖς γραφείοις ὑπηρεσία διεξάγεται ἀκοπώτερον, ἂν πενταπλάσιοι γένωνται οἱ γραμματεῖς τῶν Ἐφοριῶν καὶ τετραπλάσιοι οἱ πρωτοκολληταί· οἱ ἐν τῇ Ἐφορίᾳ ὑπάλληλοι θέλουσιν ἐργάζεσθαι τότε ἀνετώτερον ἢ ὅσον ἐργάζονται ὅταν ἦναι εἷς γραμματεὺς καὶ εἷς πρωτοκολλητής. Ἀλλ’ οὐδὲ τοσοῦτον ἔχει ἡ Ἑλλὰς πλοῦτον, ἵνα ἀσυνειδήτως διασπαθίζῃ, οὐδὲ ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κράτος νὰ δίδῃ εἰς τοὺς πολίτας τὴν διδασκαλίαν, ὅτι πρέπει νὰ παραιτῶσι πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν καὶ νὰ ζητῶσι μισθὸν διὰ νὰ ζῶσιν ἐξ αὐτοῦ...
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μήπως ἐκουράσθητε νὰ διακόψωμεν;
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅπως θέλετε.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε μικρὰν διακοπὴν, ἢ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν;
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐπανέλθωμεν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 10′ μ. μ.)
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξακολουθῶ τὰς λεπτομερείας τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἀνάγνωσμα, ὅπερ ἐνδέχεται νὰ μὴ εὑρίσκῃ τὰ ὦτα πρόθυμα, ὅπερ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ παραλίπω, διότι, ὅταν τις ἰσχυρίζηται ὅτι μεταξὺ προϋπολογισμῶν δύο ἐτῶν, τὰ ὁποῖα διαφέρουσι κατὰ τοῦτο πρὸς ἄλληλα, ὅτι ἡ οἰκονομία τῆς χώρας κατέστη ἀσθενεστέρα, καὶ αἱ περιστάσεις ὀλιγώτερον ὁμαλαὶ, ὅταν, λέγω, δύο προϋπολογισμοὶ ἀπέχωσι τοσοῦτον ἀπ’ ἀλλήλων, ὅσον ἀπέχει ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1896 ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς ἐπικρινομένους εἰς ἀντιρρήσεις, ἀφοῦ μάλιστα ἀναφέρει ἀριθμοὺς τοσοῦτον ὀγκώδεις. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω λεπτομερείας, καίτοι αὗται δυσαρεστοῦσι τὸν ἀκούοντα. Ἀνέφερα πρὸ μικροῦ τὰς αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐν τῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν τῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὡσαύτως προσετέθησαν αὐξήσεις, καὶ ταύτας θέλω σᾶς καταδείξει ἐν περιλήψει, παραλείπων τὰ μικρὰ ποσὰ, ἵνα καταστήσω τὰς μελέτας μου ἀνεκτὰς πρὸς τοὺς ἀκούοντας: Αὔξησις δαπανῶν, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896, ἕνεκα αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Νομαρχιῶν δραχ. 32,600. Αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τῶν πρωτοκολλητῶν δραχ. 15,840. Αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τῶν γραφέων τῶν Νομαρχιῶν δραχ. 2,880. Αὔξησις τῆς πιστώσεως τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως δραχ. 4,579. Αὔξησις τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν δραχ. 22,061.16. Αὔξησις τῆς δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις αὐτῶν πιστώσεως δραχ. 1,496.69. Τὰ ἔξοδα διὰ τὰς ἀστυνομίας ἀπὸ δραχ. 2,593,785.13, ὅσαι ἐδαπανήθησαν τὸ 1896, ἀνῆλθον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 εἰς δρ. 4,971,860, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 2,378,074.87. Καὶ αἱ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας δαπάναι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 εἰς δραχ. 61,500, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν μόνον 52,765.61· αὔξησις δραχ. 8,734.39. Καὶ αἱ τοῦ Μαιευτηρίου δαπάναι αὐξάνονται, διότι ἀνεγράφη πίστωσις δρ. 18,880, ἐνῷ εἶχον δαπανηθῆ τὸ 1896 δραχ. 14,890.50· ἤτοι αὔξησις δραχ. 3,989.50. Καὶ αἱ τοῦ Νοσοκομείου τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων ὑπερβαίνουσι τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 6,901.97. Καὶ αἱ διὰ τὸ Φρενοκομεῖον Κερκύρας ὑπερβαίνουσι τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ δρ. 23,785.71. Καὶ αἱ δι’ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑγειονομείων αὐξάνονται κατὰ δραχ. 6,199.81. Καὶ αἱ δι’ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα αὐξάνονται κατὰ δρ. 95,179.39, διότι κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν μόνον δρ. 54,820.61, ἐνῷ νῦν ζητοῦνται δραχμαὶ 150,000. Καὶ αἱ πρὸς συνδρομὴν τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν καὶ Σχολῶν πιστώσεις προϋπελογίσθησαν ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 135,000. Ἐνῷ δὲ τοσαῦται αὐξήσεις προτείνονται, οὐδ’ ὑπάρχει ἄρθρον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τοῦ ὁποίου αἱ πιστώσεις δὲν ηὐξήθησαν, ἠρνήθησαν νὰ ἐγγράψωσι πίστωσιν συνδρομῆς ὑπὲρ τοῦ Συλλόγου «Παρνασοῦ», ὡς ἀνεγράφετο ἐν τοῖς προγενεστέροις προϋπολογισμοῖς. Οὐδεὶς ὑπάρχει δεσμὸς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Συλλόγου «Παρνασοῦ», ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἓν τμῆμα αὐτοῦ ἀνεπλήρωσε τὴν δημοσίαν διοίκησιν, τὸ τμῆμα τῆς Σχολῆς τῶν ἀπόρων παίδων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ἠσχολούμην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς γενικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, πρὸς ἐπιτήρησιν τῶν ἀστέγων παίδων ἀπησχολεῖτο ἄνευ ἀποτελέσματός τινος πᾶσα ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία, ἡ δὲ Σχολὴ τῶν ἀπόρων παίδων οὐ μόνον ἀπήλλαξε τὴν γενικὴν διοίκησιν τῆς ἐνοχλήσεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ προπαρασκευάζει καὶ διδάσκει τὰ γράμματα καὶ τὴν χρηστότητα εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας ἀπόρων παίδων. Μανθάνω ὅτι πρόκειται νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Συλλόγου περὶ τὴν ὕλην ταύτην, καὶ ἑπομένως θέλουσιν αὐξήσει ἕνεκα τούτου τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ἐργασίας ταύτας τοῦ Συλλόγου.
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ τηλεγραφικοῦ καὶ ταχυδρομικοῦ κλάδου ἀναγράφεται αὔξησις δαπάνης δραχ. 588,202.76, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 2,318,277.24, ζητοῦνται διὰ τὸ 1900 δραχ. 2,906,480. Γνωρίζω ὅτι θέλουσιν ἀντιταχθῆ τὰ νομοσχέδια τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι εἰσήχθησαν μετὰ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως, καὶ θέλουσι μᾶς προτείνει ὡς αἰτιολογίαν τῆς αὐξήσεως ταύτης τῶν δαπανῶν, ὅτι, ὅσον αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα ὑπηρεσιῶν τινων, τοσοῦτον προκαλεῖται καὶ τῶν ἐσόδων ἡ αὔξησις. Τὰ ἔσοδα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὸ 1896, τὰ μὲν τῆς τηλεγραφικῆς ἀνῆλθον εἰς δραχ. 748,167.86, τὰ δὲ τῆς ταχυδρομικῆς εἰς δραχ. 2,091,939.22, ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 2,840,107.08. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀναγράφονται ὡς ἔσοδα ἐκ ταχυδρομικῶν τελῶν δραχ. 2,309,500, ὡς ἔσοδα δ’ ἐκ τηλεγραφικῶν τελῶν δραχ. 1,060,000, τὸ ὅλον 3,369,500, ἤτοι ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 529,392.92. Ἀμφιβάλλω δὲ τὰ μάλιστα, ἂν κατὰ τὸ 1900 θέλουσιν εἰσπραχθῆ πλειότερα τῶν 2,840,107.08, ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896 ἐκ ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1897 εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,540,227.41, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογιζομένων ἐξόδων διὰ τὸ 1900 κατὰ δρ. 366,252.59, κατὰ δὲ τὸ 1898 εἰσεπράχθησαν 2,509,510.25, ἤτοι ὀλιγώτερα ἐπίσης τῶν προϋπολογιζομένων ἐξόδων τοῦ 1900 κατὰ δρ. 396,969.75· κατὰ δὲ τὴν δημοσιευθεῖσαν διὰ τοῦ φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 Ἰανουαρίου 1900 (Παραρτ. τεῦχος Δʹ) προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1899, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1899 δραχ. 2,621,632.75 ἐκ τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν τελῶν, ἤτοι καὶ ταῦτα ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογιζομένων ἐξόδων διὰ τὸ 1900 κατὰ δραχ. 284,847.25. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προτείνουσι νὰ προβῶμεν εἰς αὔξησιν δαπανῶν κατὰ ἑπτακοσίας καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θέλουσι καλυφθῆ αἱ αὐξανόμεναι δαπάναι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων· ἀλλὰ κατὰ τοὺς δυσχερεῖς τούτους χρόνους, τοὺς ὁποίους διανύομεν, καθ’ οὓς ἔχομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 μετὰ ὡμολογημένου ἐλλείμματος, κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον, καθ’ ὃν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι πλέον ἢ ἀβέβαιον, ἂν θέλει εἰσπραχθῆ τὸ ποσὸν τῶν ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσόδων· ἐὰν δὲ δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ πάντα τὰ ἔσοδα, τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον ἔλλειμμα θέλει ἐπὶ μᾶλλον ἐξογκωθῆ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι ῥιψοκίνδυνον νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτας μεταρρυθμίσεις, αἵτινες, καὶ ἂν ἤθελον κριθῆ βελτιοῦσαι τὴν ὑπηρεσίαν, αὐξάνουσιν ὅμως τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς τὰ δύο τρίτα ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων ἀναγράφονται αὐξήσεις. Οὕτω τὰ διὰ τὸ προσωπικὸν ἐν τοῖς νομοῖς καὶ ταῖς ἐπαρχίαις ἔξοδα ἀνεγράφησαν πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 7,635.37, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν προσδιωρίσθησαν κατὰ δραχμὰς 34,081.80 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1896. Καὶ διὰ τὸ Μετσόβειον Πολυτεχνεῖον ἀναγράφεται αὔξησις ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δρ. 13,897.75, καὶ δραχ. 1500 προσέτι διὰ τὴν προσθήκην ἐν τοῖς ἐργοστασίοις ἑνὸς τεχνίτου. Πόσα δὲ ἐκ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγραφομένων ἐξόδων εἰσὶν ἔξοδα παραγωγικά, ἔξοδα ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς ἐργασίας; Ταῦτα ἀνέφερα προηγουμένως. Ἀνέρχονται δὲ ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 1,703,000...
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λησμονεῖτε τὸ μέγα ποσὸν τὸ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς δύο ἑκατομμύρια.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν ἔχετε ἀναγράψει 1,300,000.
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι καὶ 700,000 παρελθόντα.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὰ παρελθόντα σᾶς μεταδίδω εἰλικρινῶς τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅτι ταῦτα δὲν καθωρίσθησαν ἔτι, οὐδ’ εἶναι ἔτι γνωστὴ ἡ καταγωγὴ αὐτῶν, οὐδ’ ἡ χρῆσις τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶναι νόμιμα καὶ ἀναγκαῖα τὰ ἔξοδα τῶν 1,300,000, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι ἔξοδα παραγωγικά, ἀλλ’ ἔξοδα συνήθους διοικήσεως· εἶναι ἔξοδα συντηρήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐξετελεῖτο, ὡς φαίνεται, κατὰ τὰ 1898 καὶ 1899, ἢ δὲν ἐξετελεῖτο προσηκόντως· διότι, ἂν ἐξετελεῖτο προσηκόντως, βεβαίως δὲν ἤθελεν ὑπάρξει ἀνάγκη ποσοῦ 1,300,000. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν εἰς συντήρησιν τῶν ὁδῶν 1,094,024.44, εἰς κατασκευὴν δὲ ὁδῶν 1,429,511.70. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφονται αὐξήσεις ἕνεκα διαφόρων ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν, αἵτινες ἀνήγαγον τὰ ἔξοδα εἰς δραχ. 18,086,911.72, ἤτοι 1,424,023.60 πλέον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν σημειουμένων δαπανῶν εἶναι καὶ ἡ διὰ τὴν χωροφυλακήν. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν χωροφυλακὴν δραχ. 2,169,288.63, ἐζητήθησαν δὲ διὰ τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 δρ. 3,056,000, ἀλλὰ διὰ δηλώσεως ἐπροτάθη ἐλάττωσις δρ. 330,000, περιορισθείσης τῆς πιστώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς δραχ. 2,726,000, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 556,711.37. Ἡ μείωσις δὲ αὕτη τῶν 300,000 δραχμῶν ἐπροτάθη ἐπὶ τῶν μισθῶν τῆς χωροφυλακῆς κατὰ δραχ. 310,000, καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τὴν ἱπποφορβὴν αὐτῆς πιστώσεως κατὰ δραχ. 20,000. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 διὰ τὴν χωροφυλακὴν, ἐνδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἀναγράφονται αἱ πιστώσεις αἱ ἀπαιτούμεναι, ἵνα ἐκτελεσθῇ ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος διὰ νόμου ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἡ ἀναγραφομένη δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 7,823,072.80, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 1,139,449.18. Ἐν τῇ αὐξήσει δὲ ταύτῃ περιλαμβάνεται δαπάνη διὰ τὰ πληρώματα τῶν πλοίων τοῦ στόλου ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 488,682.95. Διὰ τὴν ἐπισκευὴν ὅμως καὶ τὴν συντήρησιν τῶν πλοίων τοῦ στόλου ζητοῦνται ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896 κατὰ δραχ. 214,658.53 Δι’ ὁπλισμὸν δ’ ὡσαύτως ζητοῦνται ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 498,060.97. Ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς συνεδριάσεως ταύτης τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν προστίθενται εἰς τὸ προσωπικὸν τὸ νῦν ὑπάρχον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν προῃρέθη ν’ ἀπευθύνῃ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων τῆς ἀστυνομίας δὲν εἶναι αὔξησις ἐξόδων. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ ὑπὲρ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὡς ὠργάνωσεν αὐτὴν ὁ νόμος τοῦ 1899. Εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὸ 1896 εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐμὸς συνάδελφος τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροτείνετο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Κράτος ἀστυνομία μικτὴ, διοικητικὴ μὲν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, δημοτικὴ δὲ ἐν τοῖς δήμοις. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἐμὸς συνάδελφος τότε, καὶ ἐγὼ εἴχομεν τὴν αὐτὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι δύσκολος ἡ μεταβολὴ ἀπὸ τῆς ἀπολύτου στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς τὴν καθ’ ὅλου δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἠναγκάσθημεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μικτὸν αὐτὸ σύστημα. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ἤτοι ἡ τοπικὴ ἀστυνομία, διεξάγεται ἀπὸ τοὺς δημοτικοὺς ἀστυνόμους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος δὲν δαπανᾷ, οἱ δῆμοι δὲ μισθοδοτοῦσιν αὐτούς· ἀλλ’ ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος ἐκτελεῖ τὴν καθαρῶς τοπικὴν ἀστυνομίαν, ταύτην δὲ ἐκτελεῖ διὰ δύο ἢ τριῶν δημοτικῶν κλητήρων, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς πιέσεις κατὰ τῶν πολιτῶν, βοηθοῦνται δὲ ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὄργανον τοῦ δήμου, ἀλλ’ ὄργανον τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὸν ἐμὸν συνάδελφον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ τότε ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἑπομένως τοῦτο δὲν ἐγένετο νόμος, ὄχι διότι ὁ Ἡγεμὼν ἠρνεῖτο νὰ κυρώσῃ αὐτόν, ἀλλὰ διότι ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους ἐνεδείκνυεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπετο νὰ ζητήσωμεν μεταβολὴν τῆς ἀστυνομίας καθ’ ὥραν τοσοῦτον κρίσιμον. Τὸ σύστημα ὅμως, τὸ ὁποῖον νῦν ἐψηφίσαμεν, εἶναι σύστημα διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἑπομένως τὸ Κράτος πρόκειται νὰ διορίσῃ ἑκατοστύας ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι δὲ ἀξία προσοχῆς μόνη ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία προστίθεται εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἂν εἶχεν ἄτοπα, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ ἄτοπα, τὰ ἄτοπα ταῦτα προέρχονται σπανίως μὲν ἐξ ἐλαττωμάτων τῶν διαχειριζομένων τὴν ἀστυνομίαν ἀξιωματικῶν, εἴτε ἐξ ἐλλείψεως χρηστότητος, εἴτε ἐξ ἐλλείψεως εὐθύτητος καὶ εἰλικρινείας, συνήθως δὲ προέρχονται ταῦτα ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ βιαίου, τὸν ὁποῖον μεταδίδει εἰς τὰ ἄτομα ἡ γνῶσις, ὅτι φέρουσι εἰς τὴν ὀσφὺν τὸ ξίφος. Ὅταν τις φέρῃ εἰς τὴν ὀσφὺν τὸ ξίφος, γίνεται συνήθως βιαιότερος, ὁρμητικώτερος, ἐπιθετικώτερος. Διὰ τοῦτο κυρίως κατέκρινα τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, διότι ὁ ἀστυνόμος καλεῖται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα, νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν αὐτουργῶν τῶν ἐγκλημάτων, κύριος δὲ χαρακτὴρ αὐτοῦ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ προσήνεια, ἡ ἁπλότης, οἱ τρόποι οἱ ἤπιοι καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς βίας καὶ τῆς ἐπιθέσεως. Τούτου δ’ ἕνεκα ὁ νομοθέτης τοῦ 1836 ἀνέθεσε τὴν ἀστυνομίαν εἰς τὰ ὄργανα τοῦ δήμου, διότι ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος κατοικεῖ ἐν τῇ αὐτῇ περιφερείᾳ μὲ ἐκείνους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνεργεῖ τὴν ἀστυνομίαν, εἶναι συμπολίτης αὐτῶν, εἶναι γείτων αὐτῶν, καὶ ἂν θελήσῃ αὐστηρῶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, θέλει ἐκπληρώσει αὐτὸ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ καταστῇ τραχὺς καὶ βίαιος, οὐδὲ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν συμπολιτῶν του. Τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι ὑπηρεσία λεπτή, διότι ὁ ἀστυνομεύων ὀφείλει νὰ μὴ ὑπερβῇ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἀναγράφουσι, τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μὴ περιορίζῃ τὰ δικαιώματα αὐτῶν, οὐδὲ νὰ ἐνοχλῇ αὐτοὺς κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, οὔτε κατὰ τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν των. Ὁ ἀστυνόμος ὀφείλει νὰ προσπαθῇ διὰ τῆς πρᾳότητος καὶ τῆς προσηνείας νὰ πραγματοποιῇ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκηρύχθην κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἐκηρύχθην ὅμως καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διὰ τὸν λόγον ὅτι εἰσῆγεν ἀξιωματικοὺς εἰς ὑπηρεσίαν ἐντελῶς ἀλλοτρίαν τῆς ἀνατροφῆς καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν, διότι ἀλλότριον τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι νὰ ἐπιτηρῇ εἰς τὰ κρεοπωλεῖα, ἐὰν σφάζωνται ζῷα ὑγιῆ, εἰς τὰ ἐργαστήρια, ἐὰν τὰ μέτρα καὶ σταθμὰ εἶναι ἀκριβῆ, ἐὰν τηρεῖται ἡ καθαριότης, ἐὰν λαμβάνονται τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῶν μεταδοτικῶν νόσων, αἱ ὁποῖαι ὑπονομεύουσι τὴν δημοσίαν ὑγείαν. Καὶ ὄντως πολλοὶ τῶν κ. κ. ἀξιωματικῶν δὲν ἐννοοῦσι τὸν σκοπὸν τῆς ἀστυνομίας, οὔτε τὰ καθήκοντα τοῦ ἀστυνόμου· ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι περιοδεύων κατὰ τὸ 1895 εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἔλαβον γνῶσιν διαταγῆς τοῦ τότε Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον παρήγγελλε τοὺς μοιράρχους καὶ ἀστυνόμους νὰ ἐπιτηρῶσι ποῦ μεταβαίνω, νὰ μανθάνωσι ποῖά τινα λέγω, ποῖοι προσεγγίζουσιν εἰς ἐμὲ, ποῖοι μὲ ἐπισκέπτονται ἢ συνδιαλέγονται μετ’ ἐμοῦ, καὶ νὰ δίδωσι πληροφορίας εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἀστυνομία πρὸς πρόληψιν καὶ καταστολὴν τῶν ἐγκλημάτων, εἶναι ἀστυνομία πολιτική· ἀστυνομίαν δὲ πολιτικὴν δὲν στέργομεν νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν. Ὑπάρχει ὁ ἀνώτερος ἀστυνόμος, ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀνωτέραν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους καὶ φροντίζει περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πολιτικὴν ἀστυνομίαν οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε τις ἄλλος δύναται νὰ ἀσκήσῃ, διότι οὕτως εἰσάγομεν σύστημα διοικήσεως ἀντιβαῖνον εἰς τὰς βάσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς διοικήσεως. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν, ἐλέγχων με, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Ἰουλίου 1895 (ὅρα σελ. 116 ἐστενογραφημένων πρακτικῶν): «Ἀντὶ τῶν πολλῶν καὶ ἐπουσιωδῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, καὶ ἅτινα πάντα ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο ἀσυγκρίτως προτιμότερον νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, περιορίζοντα τὰς θέσεις τοὐλάχιστον εἰς ὃν ἀριθμὸν σήμερον ἔχομεν. Ἦτο προτιμότερον νὰ συζητήσωμεν νέον ὀργανισμὸν τοῦ Ναυτικοῦ, ὅπως περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν θέσεων εἰς ὅσας σήμερον ἔχομεν». Καὶ ἡμεῖς εἴχομεν προτείνει νομοσχέδια περιορίζοντα τὰς δαπάνας, καταργοῦντα θέσεις, νομοσχέδια, δι’ ὧν μόνον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπετεύχθη οἰκονομία 400,000 καὶ πλέον δραχμῶν. Καὶ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικοῦ Λογιστηρίου, δι’ οὗ ἠλαττοῦντο τὰ ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ καὶ τοῦ γραφείου αὐτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς ὁ νῦν τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν (ὅρα σελ. 1154 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς), ὅτι «περιωρίσθη ἐπὶ τοσοῦτον τὸ προσωπικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἀνεπαρκὲς πρὸς κατάρτισιν τῶν καθιστερούντων ἀπολογισμῶν καὶ οἰκονομικῶν λογαριασμῶν». Καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἴχομεν τότε εἰσαγάγει, εἴχομεν καταρτίσει διὰ συνεννοήσεως καὶ μελέτης μετ’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα τότε νὰ δεχθῇ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὡς εἰ ἐφιλοτιμήθη νὰ διαψεύσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συνέταξε καὶ ἐξετύπωσε τότε ἐντὸς 18 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἀφῃρέθη τὸ περιττεῦον προσωπικόν, οὐ μόνον τῶν ἐγγυτέρων τότε τριῶν χρήσεων τοὺς ἀπολογισμούς, τὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἀπὸ τῆς 11 Νοεμβρίου 1895, τὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1893 ἀπὸ τῆς 30 Ἰανουαρίου 1896, καὶ τὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἀπὸ τῆς 30 Δεκεμβρίου 1896, ἀλλὰ καὶ δύο ἀπωτέρων χρήσεων, τῆς τοῦ ἔτους 1878 μετὰ τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1879, καὶ τῆς τοῦ 1879 μετὰ τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1880· ἐὰν δὲ δὲν ἐπήρχοντο τὰ οἰκτρὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἐτολμήθησαν κατὰ τὴν 17 Ἀπριλίου 1897, τὸ ἔργον τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἀπολογισμῶν καὶ οἰκονομικῶν λογαριασμῶν ἤθελεν ἐξακολουθήσει συντελούμενον μετὰ τῆς αὐτῆς σπουδῆς. Ἂν δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν μετακινήσεων τῶν ὑπαλλήλων, ἤτοι τῶν παύσεων, τῶν διορισμῶν, τῶν μεταθέσεων καὶ παραιτήσεων ἐνδεικνύῃ τὰς πρὸς συναλλαγὴν τάσεις τῶν κυβερνώντων, βεβαίως, ἀφοῦ, ὡς ἠκούσατε, ὁ διοικῶν τὸν κλάδον, οὗτινος τὰ πλεῖστα ὄργανα εἶναι ἐξησφαλισμένα δι’ ἰσοβιότητος, αὐτὸς προέβη ἐντὸς ἐννέα μηνῶν εἰς 1319 μετακινήσεις, εὔλογον εἶναι νὰ ὑποθέσητε εἰς πόσας προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς 5117 προέβη ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ εἰς 1314 προέβη ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πλὴν δ’ αὐτῶν καὶ εἰς 662 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Καὶ ἐφρόνουν ὅτι ἥρμοζεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν, ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1895 καὶ 1896 μετῆλθεν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἐμὸς συνάδελφος, συνεπείᾳ γνώμης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔστερξε νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν μετάθεσιν ἀστυνόμου τῇ συστάσει οὐδενός, πολλῷ δ’ ἧσσον ἔστερξε νὰ προτείνῃ διορισμοὺς ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι ἐνεδεικνύοντο ὑπό τινος τῶν φίλων, ἢ νὰ προβῇ εἰς μετάθεσιν, ἣν τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐπέτρεπεν. Ἀλλ’ ὅταν οἱ προϊστάμενοι τῆς διοικήσεως μετὰ τοσαύτης εὐκολίας διαπράττωσι τὰς μετακινήσεις, τὰ ὄργανα αὐτῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις διδάσκονται, ὅτι ὀφείλουσι νὰ μιμηθῶσι τοὺς προϊσταμένους των, καὶ ἁμιλλῶνται πρὸς τοῦτο. Καὶ ἰδοὺ ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1899 προβὰς καὶ αὐτὸς εἰς 477 μετακινήσεις! Ὀλίγον πρὸ τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας ἐτύγχανεν ὁ κόμης Daru. Εἶχε τότε πρὸ ὀλίγου καιροῦ εἰσαχθῆ ἐν Γαλλίᾳ μεταβολὴ πολιτικὴ, διότι ἀπὸ τοῦ ἀπολύτου Αὐτοκρατορικοῦ πολιτεύματος εἶχεν εἰσαγάγει ὁ Αὐτοκράτωρ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα. Πρότερον δὲν ἐπετρέπετο εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, οὔτε νὰ εἰσηγῶνται νόμους, οὔτε νὰ ὑποστηρίζωσι τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ διωρίζοντο εἰδικοὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν νομοσχεδίων ἀντιπρόσωποι, ὅτε δὲ εἰσήγαγον τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, ἐπετράπη εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ εἰσάγωσι νομοσχέδια καὶ συζητῶσιν ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἔπεισε τὸν Ἡγεμόνα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ καὶ εἰς ἄλλας παραχωρήσεις, καὶ εἰσήγαγε τότε τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ δὲ Νομοθετικὸν Σῶμα τῆς Γαλλίας μετετράπη εἰς Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων, καὶ τῆς Βουλῆς τὰ μέλη εἶχον τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ ἐπηρώτων τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀποκρυνόμενοι ἔδιδον πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ αἱ παραχωρήσεις αὗται δὲν ἐπήρκουν τότε, ἐνετείνετο δ’ ὁσημέραι ὁ ἐρεθισμὸς, ὁ ὁποῖος ἔσυρε τὰ πλήθη κατὰ τῶν βάσεων τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ πολιτεύματος.—Δὲν πρόκειται νὰ γράψω τὴν ἱστορίαν τῶν χρόνων ἐκείνων, οὔτε νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ τῶν γενομένων· ἀφηγοῦμαι μόνον τὰ πράγματα.—Ὁ τότε λοιπὸν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας, ἐπιθυμῶν νὰ δώσῃ παραμυθίαν εἰς τὰ πλήθη, νὰ μειώσῃ τὸν ἐρεθισμὸν, νὰ ἀναστείλῃ τὴν ὁρμὴν, νὰ δώσῃ ἐλπίδας μέλλοντος αἰσιωτέρου, ὅπως ἀποσοβήσῃ τὸ ἐπαναστατικὸν ῥεῦμα, ἀποκρινόμενος εἰς ἐπερώτησιν τοῦ Jules Faure κατὰ τὴν 20 Φεβρουαρίου 1870, ἔλεγε: «Θέλομεν σᾶς προτείνει νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, νόμον περὶ δήμων, νόμον περὶ Τύπου, νόμον περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, νόμον περὶ ἀποκεντρώσεως, σύστασιν ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῆς βιομηχανίας· θέλομεν εἰσαγάγει ὑμᾶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἰς μακρὸν καὶ κοπιώδη δρόμον, τὸν ὁποῖον μέλλομεν νὰ διανύσωμεν.» Προσέφευγεν εἰς ἐλπίδας κατὰ τὰς παραμονὰς θυέλλης, ἥτις ἐπήρχετο· ἀλλ’ αἱ ἐλπίδες δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποσοβήσωσι τὴν θύελλαν, ἥτις ἐπῆλθε, καὶ μετ’ αὐτῆς ἐπῆλθον αἱ γνωσταὶ καταστροφαί. Καὶ ἡμεῖς, οὐχὶ πρὸ τῆς καταστροφῆς καὶ τῆς θυέλλης, ἀλλὰ μετὰ τὴν καταστροφὴν καὶ τὴν θύελλαν, ἔκπληκτοι διηρωτῶμεν ἀλλήλους περὶ τῶν ἐπελθόντων ἀδοκήτως δεινῶν, ἵνα ἀκούσωμεν, πῶς ταῦτα ἐπῆλθον, τίνα τὰ αἴτια αὐτῶν, τί πρέπει νὰ γείνῃ. Κρίσιμος ὥρα διὰ τὸν λαὸν τῆς χώρας καὶ διὰ τοὺς πολίτας τοῦ Κράτους. Κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ὑπέλαβον, ὅτι ἠδύναντο νὰ δώσωσι καὶ αὐτοὶ ἐλπίδας εἰς τὸν λαόν, ὅτι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἔφεραν τὸν πόλεμον, θέλουσιν ἀρθῇ εἰς τὸ μέλλον, θέλουσιν ἐκριζωθῇ, ὅτι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἔφεραν τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου, θέλουσι καὶ ταῦτα ἐκλίπει, θέλουσι καὶ ταῦτα ἐκριζωθῇ, καὶ ὅτι τοιαῦτα πρόκειται νὰ λάβωσιν οἱ κυβερνῶντες μέτρα, ὥστε νὰ καταστήσωσι τὸ Κράτος ὄχι μόνον ἀξιόμαχον, ἀλλὰ καὶ ἱκανὸν νὰ ἀνακτήσῃ ὅ,τι ἔχασε. Καὶ λέγων τοῦτο, δὲν ἐννοῶ τὸν Ἔλεγχον, οὔτε τοὺς κατὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν λόφους, οὓς ἀφῄρεσαν ἀφ’ ἡμῶν, ἐννοῶ τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν τιμήν. Καὶ οὕτως ἀνεῴχθη τὸ στάδιον τῶν μεταρρυθμίσεων, καὶ ἐπῆλθεν ὁ συναγωνισμὸς, τίς νὰ φέρῃ μεταρρυθμίσεις, καὶ ποίας, συναγωνισμὸς ζωηρὸς, καὶ κατωρθώθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ὅ,τι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἐν τῷ τοῦ 1896, καὶ ἂν ἐκεῖνος δὲν εἶχε τόσον εὐρέα τὰ νῶτα, ὥστε νὰ δεχθῇ ἐπ’ αὐτῶν τὸ βάρος τῶν μεταρρυθμίσεων, ἀνέλαβεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, ὁ ὁποῖος ἔκυψε, καὶ ἐπὶ τῶν νώτων αὐτοῦ ἐπεκάθησαν αἱ μεταρρυθμίσεις. Δὲν εἴδετε προταθεῖσαν τὴν πρωτίστην τῶν μεταρρυθμίσεων, τὴν τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως; Καὶ ἐνθυμοῦμαι χρηστὸν συμπολίτην, καὶ ἄλλοτε συνάδελφον ἐν τῇ Βουλῇ, τὸν κύριον Ἀριστείδην Μεντζελόπουλον, ὅστις μοὶ ἔπεμψε κατὰ τὸ 1896 νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον διαφέρει τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι δὲν πραγματεύεται περὶ ἐπισκόπων καὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ χρηστὸς καὶ ἔντιμος οὗτος πολίτης, διατελέσας ἐπὶ πολλὰς περιόδους μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, πονῶν πρὸ παντὸς τὴν πόλιν αὑτοῦ, ζητῶν νὰ δοθῇ ζωὴ εἰς τὴν Κόρινθον, ἣν ἔβλεπε καταπίπτουσαν, ὑπέλαβεν ὅτι ἐμερίμνα περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς καταπτώσεως αὐτῆς καὶ ἀπεσόβει τὸν ἐπερχόμανον κίνδυνον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἐμαυτόν, κατὰ τί θέλουσι χρησιμεύσει αἱ διοικήσεις, ἐὰν ἔχωμεν 5 ἢ 10 νομάρχας περισσοτέρους ἢ ὅσους εἴχομεν προηγουμένους; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ ἀρχῇ, ποσάκις δὲν μὲ ἐπεσκέφθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, στενοχωρούμενος διότι δὲν εὕρισκε νομάρχας ἀξίους τῆς θέσεως, ὅπως ζητήσωμεν νὰ διορισθῶσι! Πᾶς δ’ ὅστις ἀναγνώσει τὸ διάταγμα τῆς 5 Δεκεμβρίου 1845, ἐν ᾧ ἀναγράφονται τὰ καθήκοντα τῶν νομαρχῶν, καὶ προσβλέψει εἰς ἐκείνους οἵτινες τανῦν ὑπάρχουσιν, ἢ καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον, θέλει βεβαίως ἐκπλαγῆ, πῶς οὗτοι ἀνέλαβον τόσον μέγα βάρος, νὰ διοικήσωσι τὴν χώραν καὶ νὰ ἐκπληρώσωσι τοσοῦτον σοβαρὰ καθήκοντα. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας, ἐκρίθη ὅτι, ἂν σχηματίσωμεν 26 νομοὺς, ἀντὶ 16, ἤθελε βελτιωθῇ ἡ διοίκησις. Καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ἐκρίθη, ὅτι, καὶ ἂν ηὐξάνομεν τὰ Πρωτοδικεῖα, θὰ ἐβελτιοῦτο ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Ἐγὼ δὲν πιστεύω εἰς τὰ δημοσιεύματα καὶ τὰς ἀνταποκρίσεις τῶν ἐφημερίδων, καὶ διὰ τοῦτο ἀμφιβάλλω, ἂν εἶναι ἀληθῆ ὅσα ἀνέγνων ἐν ἐφημερίδι ἐκδιδομένῃ ἐν Ναυπλίῳ, τῇ «Ἐλπίδι», κατὰ τὸ 1898 ὡς συνέντευξιν μετὰ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τῆς «Ἐλπίδος», ὅτι ἐν συνεντεύξει μετὰ τοῦ κ. Καραπαύλου ἤκουσε παρ’ αὐτοῦ, ὅτι θεωρεῖ ἔγκλημα πᾶσαν αὔξησιν τῶν Πρωτοδικείων. Ἐν τούτοις ὁ κ. Καράπαυλος ἐπρότεινε καὶ ἐνομοθετήθη ἡ αὔξησις τῶν Πρωτοδικείων κατὰ τέσσαρα. Ἀλλὰ παρῆλθον μῆνες ἐννέα ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, δὲν ἐξεδόθη δὲ τὸ διάταγμα περὶ συστάσεως αὐτῶν. Δὲν ἐξεδόθη διότι δὲν στέργει νὰ ἐκδώσῃ αὐτὸ ὁ προτείνας τὸν περὶ αὐξήσεως τῶν Πρωτοδικείων νόμον Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; ἢ διότι δὲν δύναται νὰ συστήσῃ αὐτά; Δὲν ἐξετάζω, ἐὰν δὲν θέλει ἢ ἂν δὲν δύναται, ἀλλ’ ἐρωτῶ, διατί, ἀφοῦ δὲν ἔστεργε νὰ συσταθῶσι νέα Πρωτοδικεῖα, ἐπρότεινε τὸν νόμον; Ἡ διατί, ἀφοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ συστήσῃ ταῦτα, ἐπρότεινε τὴν σύστασιν αὐτῶν, αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντριβὴς περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν νόμων καὶ περὶ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἧς ἀποτελεῖ μέλος; Ἀλλ’ εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἔχομεν Νομαρχιακὰ Συμβούλια, ἔχομεν μόνον Ἐπαρχιακά. Λοιπὸν ἂς εἰσαγάγωμεν καὶ τὸν θεσμὸν τοῦτον· καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Φλογαΐτης πάντοτε γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως, θέλει πάντως εὐφρανθῆ, ἀναγινώσκων τὸν νόμον περὶ συστάσεως τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, διότι θέλει ἰδεῖ τὴν ἀποκέντρωσιν. Καὶ ἰδού, ὅτι ἔχομεν τὸν νόμον περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, ἀλλὰ δὲν ἐξεδόθη ἔτι τὸ Β. Διάταγμα, τὸ προσδιορίζον τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Ἂς ἦναι ὅμως βέβαιος καὶ ὁ ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτὴς καὶ πᾶς ἄλλος οἷος δήποτε ἤθελε τύχει Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος θέλει μείνει ἀνεκτέλεστος. Δὲν εἶναι αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου τοσοῦτον προηγμέναι, ἡ πολιτικὴ ἀνατροφὴ τοῦ λαοῦ τοσοῦτον προκεχωρηκυῖα, τὰ μέσα αὐτοῦ τοσοῦτον ἄφθονα καὶ αἱ ἀνάγκαι παρεμφερεῖς πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους. Ἐκεῖ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ἔχουσι καθήκοντα καθαρᾶς διοικήσεως, ἐξασκοῦσι δὲ καὶ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς. Πολλοὶ ἄνδρες ἐπιφανεῖς μεταβαίνουσι νὰ προεδρεύσωσι τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἢ νὰ μετάσχωσι τῶν συνεδριάσεων αὐτῶν. Ἐκεῖ οἱ νομοὶ ἔχουσιν ἰδίαν περιουσίαν, συντηροῦσιν ἀγαθοεργὰ καταστήματα, ἕκαστος νομὸς τῆς Γαλλίας ἔχει καθῆκον νὰ συντηρῇ Φρενοκομεῖον διὰ δαπάνης τοῦ νομοῦ. Ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν πόθεν νὰ πληρώσωμεν τοὺς νομαρχιακοὺς συμβούλους, οὓς θέλομεν ἐγκαθιδρύσει, καὶ ἐπενόησαν οἱ Ὑπουργοὶ διάταξιν, ἥτις ἀναιρεῖ τὴν ἀγαθοπιστίαν τοῦ Κράτους κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, διότι δὲν ἀποδεικνύεται καλῆς πίστεως τὸ Κράτος, ὅταν ἐπιβάλλον φόρους ὑπόσχηται, ὅτι τὰ ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθησόμενα χρήματα προορίζει εἰς εἰδικὰ ἔργα, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ καλούμενοι νὰ ἀποδώσωσι τοὺς ἐπιβληθέντας φόρους, οἱ ναυτιλλόμενοι, ἤτοι ὅτι ἀντὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα πληρόνουσι, θὰ λάβωσιν ἀνταλλάγματα τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος ἢ τῆς ἀποβάθρας, καὶ θὰ εὐκολύνωνται οὕτω νὰ ἐκφορτώνωσι καὶ νὰ φορτώνωσι τὰ ἐμπορεύματα αὐτῶν, κατόπιν δὲ ἀναγινώσκουσι μεταγενέστερον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ τοιαῦτα χρήματα τῶν λιμενικῶν ταμείων διατίθενται, ἵνα πληρόνωνται τὴν ἀντιμισθίαν των τὰ μέλη τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων! Ποῦ ἠκούσθη, ἐνῶ τὸ Κράτος ὑπεσχέθη, ὅτι τὰ χρήματα τῶν λιμενικῶν ταμείων θὰ διαθέτῃ εἰς κατασκευὴν λιμένων, εἰς κατασκευὴν κρηπιδωμάτων, εἰς κατασκευὴν ἀποβαθρῶν, ἔπειτα αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος νὰ λαμβάνῃ τὰ χρήματα ταῦτα τῶν λιμενικῶν ταμείων διὰ νὰ μισθοδοτῇ τοὺς νομαρχιακοὺς συμβούλους; Ἀλλὰ οἱ νόμοι, περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν ἐξετελέσθησαν εἰσέτι, ἄγνωστον δὲ πότε θέλουσιν ἐκτελεσθῆ. Καὶ ἔχω μὲν πεποίθησιν, ὅτι ὁ νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων οὐδὲν θέλει παραγάγει ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, οἱ περὶ ὧν εἴρηται νόμοι δὲν ἐκτελοῦνται, διότι ἀνεγράφη ἐν αὐτοῖς διάταξις, ὅτι διὰ διατάγματος θέλει προσδιορισθῆ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἄρχεται ἡ ἰσχὺς αὐτῶν. Τοῦτο φαίνεται ὅτι δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, κατ’ οὐσίαν ὅμως δὲν εἶναι Συνταγματικόν. Κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις, οἱ νόμοι ἰσχύουσι μετὰ ὡρισμένας ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν, ὁ δὲ Βασιλεὺς, κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Οὐδεὶς δύναται νὰ φέρῃ ἀντίρρησιν, ἂν πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ ὁ χρόνος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, ἵνα παρασκευασθῇ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται ἡμέραι τινὲς ἢ ἑβδομάδες, ἢ τὸ πολὺ εἷς ἢ δύο μῆνες· ἀλλὰ νὰ παρατείνηται ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος τῶν νόμων ἐπὶ ἐννέα μῆνας, ἐπὶ δέκα μῆνας, ἐπὶ ἓν ἔτος, εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Διατὶ, Κύριοι, ἐσπεύσατε νὰ προτείνητε νόμους, τοὺς ὁποίους δὲν ἠδύνασθε νὰ ἐκτελέσητε, καὶ ἠναγκάζεσθε νὰ τοὺς ἀφήσητε νεκροὺς ἐπὶ ἐννέα μῆνας; Διατὶ δὲν ἀνεβάλλετε νὰ προτείνητε τοὺς νόμους ἀφ’ οὗ ἠθέλετε παρασκευάσει οὕτω τὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ θέσητε αὐτοὺς ἐν ἐφαρμογῇ ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἑβδομάδων καὶ προβῆτε τότε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν; Καὶ σεῖς ἐσπεύδετε οὕτως, ὥστε ἐπεδιώξατε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν ἐν ὁλονυκτίαις καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῶν πλείστων ἐξ ἡμῶν! Καὶ τοῦτο κατὰ τί διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηγόρευσε τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ἡγεμόνα; Πρέπει νὰ συμπεράνω. Αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι μετεβλήθησαν ἐπὶ τὰ κρείττω ἀπὸ τοῦ 1896. Ἐὰν τότε ἐπέκειτο εἰς τὸ Κράτος τὸ καθῆκον νὰ τακτοποιήσῃ τὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τοὺς δανειστάς του, καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη μόνη ἐπίεζεν ἡμᾶς, ἐξέλιπε μὲν ἀληθῶς νῦν ἡ ἀνάγκη αὕτη, ἀντικατεστάθη ὅμως ὑπὸ ἐπαχθεστάτου βάρους, ὑπὸ τοῦ ἐλέγχου· ἐξέλιπε μὲν ἡ ἀνάγκη αὕτη, ἀλλ’ ἐχειροτέρευσαν πᾶσαι αἱ ἄλλαι περιστάσεις τοῦ τόπου, διότι ἐπεβαρύνθημεν διὰ τῆς ὑπηρεσίας μεγάλου δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν διὰ ν’ ἀποτίσωμεν τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁσάκις ποιοῦμαι λόγον, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναμιμνήσκωμαι μετ’ εὐγνωμοσύνης τῆς προστασίας καὶ συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν μᾶς παρέσχον αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, διὰ τῆς ἐγγυήσεως τῶν ὁποίων ἐπορίσθημεν αὐτό. Ἐχειροτέρευσεν ἡ κατάστασις τῆς χώρας, διότι κατηνάλωσεν ὅλον τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις, διότι ἐξήντλησε πάντα τὰ ἐν τοῖς ταμείοις κεφάλαια, διότι τμῆμα τῆς ἐπικρατείας ἔμεινεν ἔκθετον εἰς τὴν ἐπιδρομὴν τῶν ἐχθρῶν, καὶ ὑπέκυψεν εἰς τὴν κατοχὴν αὐτῶν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, οἱ δὲ ἐχθροὶ ἐλῄϊζον καὶ ἐλεηλάτουν τὴν χώραν τοῦ τμήματος αὐτοῦ, διότι ἕνεκα τούτου ἐξησθένησεν ἡ παραγωγικὴ δύναμις τοῦ τμήματος ἐκείνου, καὶ ἂν τὰ παρελθόντα ἔτη 1895 καὶ 1896 ἠδυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ τμήματος ἐκείνου, ἡ ἐλπὶς αὕτη τυγχάνει σήμερον ἀσθενής, διότι ἡ χώρα ἐκείνη ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐνισχυθῇ, διὰ νὰ παραγάγῃ. Ἐχειροτέρευσεν ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, διότι αἱ νομικαὶ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τοῦ ὁμόρου Κράτους μετεβλήθησαν, καὶ διότι, ἐνῷ ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης ἐδικαιούμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις ἡμῶν ταύτας διὰ συνθηκῶν καὶ συμβάσεων, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος περιμένουσιν ἔτι ἐν Κων/πόλει, οὐδὲ γνωστὸν εἶναι, πότε θέλει τεθῆ τέρμα εἰς τὴν ὑπομονὴν αὐτῶν, ἢ πότε ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀποφασίσει νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ὁριστικὴ συνθήκη ἀπένειμεν εἰς αὐτήν. Ἡ κατάστασις ἰδίως τῶν σχέσεων τούτων τοῦ Κράτους ἐμείωσε τὴν θέσιν τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, τῶν διαμενόντων ἐν τῇ γείτονι χώρᾳ, ἐμείωσε δ’ αἰσθητῶς καὶ τὴν θέσιν τῶν μὴ πολιτῶν Ἑλλήνων ἐκείνων, ὅσοι ἔχουσι τὴν αὐτὴν καταγωγὴν πρὸς ἡμᾶς, εἰσὶν ὁμόφυλοι ἡμῶν. Ἀληθῶς ἐν τοιαύτῃ καταστάσει πολλὰ εἴχομεν νὰ ἐπιθυμήσωμεν, ἀλλ’ ὕστατον πάντων τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν ὁ θεσμὸς νὰ ἐπιτύχῃ, ὕστατον πάντων τὴν προσθήκην δέκα νομαρχῶν, ἢ τεσσάρων Πρωτοδικείων, ἢ τῶν χιλιάδων τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους προσέθηκαν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ καὶ ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός, πολλῷ δ’ ἧσσον τὴν διακόσμησιν...
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τῶν γραφείων.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐχαριστῶ... Καὶ ἐπειδὴ περὶ πολυτελῶν διακοσμήσεων τῶν γραφείων ὁ λόγος, ἐνθυμοῦμαι, ὅτε αἱ περιστάσεις μοὶ ἔδωκαν τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καταστήματα τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν μεγάλων Κρατῶν, ἐνθυμοῦμαι ποίαν εἶχε διακόσμησιν τὸ γραφεῖον, ἐν ᾧ εἰργάζετο ὁ πρώτιστος τῶν συμβούλων τοῦ κόμητος Ἀνδράσυ, ὁ βαρῶνος Ὄρτζυ· ἐνθυμοῦμαι τὰ γραφεῖα αὐτοῦ τοῦ κόμητος Ἀνδράσυ, τοῦ Καγγελαρίου τῆς Αὐστρίας, τὰ γραφεῖα τοῦ κ. Γκίρς. Ἐνθυμοῦμαι τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας κ. Bullow. Καὶ ἂν ἐξετάσητε τὴν ἔκτασιν τῶν Κρατῶν ἐκείνων καὶ παραβάλητε αὐτὴν πρὸς τὴν χιλιομετρικὴν ἔκτασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἐὰν ἐξετάσητε τὰ ἔσοδα ἐκείνων, καὶ παραβάλητε αὐτὰ πρὸς τὰ ἔσοδα τῆς Ἑλλάδος, νομίζω ὅτι θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς ἡμᾶς ἡ τοιαύτη πολυτέλεια, οὐδὲ πρέπει νὰ δαπανῶμεν διὰ νὰ παριστάμεθα ἀλλοῖοι ἢ ὅσον τὰ μέσα μᾶς ἐπιτρέπουσιν. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ τὴν 27 Ἰανουαρίου 1896, ἦσαν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν τότε (ἀναγινώσκει): «... Μόνος ὁ συμβιβασμὸς δὲν ἀρκεῖ, ἵνα ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους. Ἀληθῶς, καὶ ἀφοῦ συνομολογήσωμεν τὸν συμβιβασμόν, ὑπολείπεται ἄλλη πληγή, ἡ τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἥτις δὲν θέλει γένηται δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ διὰ μόνου τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ περὶ ἧς πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν εὐθὺς μετὰ τὸ πέρας τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο ἄλλα ἔχομεν καθήκοντα, διότι, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἡ οἰκονομικὴ νόσος ἔχει τὴν ἕδραν αὐτῆς καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς τὴν ἀνισότητα τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Διὰ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἀσχολούμεθα νὰ μειώσωμεν τὰ ἔξοδα ἡμῶν, ἐπὶ τοσοῦτον πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ προσδοκᾷ τις, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν πάντως, πῶς νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Μόνον διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ὑγείαν καὶ ἐν τῷ Κράτει καὶ ἐν τῇ χώρᾳ, μόνον τότε θέλει δυνηθῆ τὸ Κράτος ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας βεβαίως ὑπέχει καὶ τῶν ὁποίων ἔχει πληρεστάτην συνείδησιν.» Ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι αὐτὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εὐφραδῶς ὁ φίλος μου κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἀνεκοίνωσε χθὲς εἰς τὴν Βουλήν. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἔχωμεν τοῦτο σκοπὸν, καὶ μόνον νὰ ἀσχολώμεθα νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἑπομένως πρέπει νὰ περιστείλωμεν τὰ ἔξοδα ἡμῶν εἰς τοὺς ἐλαχίστους ὅρους τῆς ἀνάγκης, ἵνα ἔχωμεν περισσεύματά τινα, τὰ δὲ περισσεύματα ταῦτα νὰ διαθέσωμεν πρὸς μόνην τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐνισχύοντες τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, παρασκευάζομεν τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, διότι θέλομεν δύνασθαι νὰ εἰσπράττωμεν, τότε δὲ θέλομεν ἔχει στάδιον νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ ἄλλων δευτερευουσῶν ἀναγκῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινε, δὲν περιέχουσιν αὔξησιν φόρων, ἀλλὰ μόνον διαρρύθμισιν τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν, ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως δὲ, τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν προσδοκᾷ νὰ εἰσπράξῃ 3,500,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἢ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 800,000, νὰ εἰσπράξῃ 2,700,000· ὅτι ἐπίσης προσδοκᾷ νὰ εἰσπράξῃ 3,400,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἤτοι περισσότερα τῶν νῦν εἰσπραττομένων κατὰ δραχ. 1,424,471· ὅτι προσδοκᾷ νὰ εἰσπράξῃ 2,500,000 ἀπὸ τὸν φόρον των οἰκοδομῶν, ἤτοι πολλῷ περισσότερα ἢ ὅσα εἰσπράττομεν μέχρι τοῦδε. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἰσπραχθῆ καὶ εἰσαχθῆ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, ποῖος ἄλλος θέλει πληρώσει ἢ οἱ ἐπιτηδευματίαι, ἢ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰκοδομῶν; Τόσον ἐβελτιώθη ἡ θέσις τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ὥστε δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν, χωρὶς νὰ ἐξαντλήσωμεν αὐτοὺς, 1,424,471 περισσότερα ἢ ὅσα μέχρι τοῦδε εἰσεπράττομεν; Ποῖα συμβεβηκότα ἐβελτίωσαν τὴν θέσιν καὶ τὴν τύχην τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἢ ἄλλων φορολογουμένων, παρὰ τῶν ὁποίων προσδοκῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα ἢ ὅσα εἰσεπράττομεν; Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ στέρξωσι νὰ τροποποιήσωσι τὸν προϋπολογισμόν. Νὰ ἀπολυμάνωσιν αὐτὸν ἀπὸ πάσας τὰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγραψαν πρὸς βελτίωσιν δῆθεν τῆς διοικήσεως. Νὰ προσπαθήσωσι μάλιστα, ἂν εἶναι δυνατὸν, νὰ περιστείλωσι καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὸ 1896, καὶ ἀντὶ 62 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐξωδεύθησαν κατὰ τὸ 1896, νὰ κατορθώσωσι νὰ ἐξοδεύσωσι 61 μόνον ἑκατομμύρια. Θέλουσι δὲ κατορθώσει οὕτω νὰ ἔχωσιν ὀγκῶδες περίσσευμα, διότι τὰ ἔσοδα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀναποφεύκτων δαπανῶν θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 92 ἢ 93 ἑκατομμύρια. Ἐὰν δὲ εἰσπραχθῶσιν ἔσοδα 108 ἢ 110 ἑκατομμύρια, θέλομεν ἔχει περίσσευμα 15 ἢ 17 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν δ’ ἔχωμεν τοσοῦτον περίσσευμα, θέλομεν τῷ ὄντι δώσει νέαν ζωὴν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἐργασίαν, καὶ θέλομεν δυνηθῆ νὰ συντελέσωμεν καὶ εἰς ἔναρξιν βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ. Λέγω ἔναρξιν βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, διότι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ὁ στρατὸς θέλει βελτιωθῆ διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Ἡ βελτίωσις τοῦ στρατοῦ, ἐξακολουθῶ ἐπαναλαμβάνων, ἀπαιτεῖ κατασκευὴν ἀνδρῶν στρατοῦ, κατασκευὴν στρατευμάτων, ἀπαιτεῖ προμήθειαν ὑλικοῦ· δὲν εἶναι δὲ πιστευτὸν, δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι ἡ βελτίωσις τοῦ στρατοῦ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ μόνον διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως διοικήσεως πλήρους καὶ ἀγρύπνου. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπὸ τοῦ νόμου προωρίσθη ἵνα ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, θέλει καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ προσπάθεια αὐτοῦ δὲν ἀρκεῖ. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς ἢ οἱ περὶ ἡμᾶς νομίζομεν, ὅτι, ἀφοῦ ἐσχηματίσαμεν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀφοῦ ἀνεθέσαμεν αὐτὴν εἰς τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀνατεθῇ, δὲν ἔχομεν πλέον νὰ μεριμνήσωμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ περιμένωμεν ἀπὸ αὐτὸν ν’ ἀποκαταστήσῃ στρατὸν, ἐπὶ τοσοῦτον θέλομεν ἀδικήσει αὐτὸν ἡμέραν τινὰ, ὅταν αἱ προσδοκίαι ἡμῶν θέλωσι διαψευσθῆ. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ζημία, ἂν ἤθελε μεταδοθῆ εἰς τὸ κοινὸν ἡ ὑπόνοια, ἢ ἤθελε δοθῆ ἀφορμὴ πρὸς διάδοσιν, ὅτι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἡ Θεία Πρόνοια προώρισε νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ Θρόνου τῆς πατρίδος, αὐτὸς δὲν ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντά του πρὸς τὴν πατρίδα. Ἐνθυμοῦμαι γνώμην σοφοῦ ἀνδρὸς, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀναγράψει, καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω χρήσιμον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἀνέγραψα αὐτὴν, διότι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἡ διδασκαλία πρὸς πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι τὸ λειτουργοῦν πολίτευμα δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἐγένετο λόγος ἄλλοτε ἐν Γαλλίᾳ περὶ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ᾐτιῶντο τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπέδιδον εἰς αὐτὴν τὰς ἀτυχίας τοῦ τόπου, καίτοι ὁ τόπος τότε δὲν ἦτο ἀτυχής, διότι ἤκμαζε καὶ οἰκονομικῶς καὶ πολιτικῶς, τότε δὲ ἐτίθει τὰς βάσεις τῆς τοσαύτης ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανικῆς καὶ τῆς ἐν γένει παραγωγῆς, ἡ ὁποία ἐπετεύχθη ἐν Γαλλίᾳ. Ἐπειδὴ δὲ ἠτιῶντο τῆς Βουλῆς, συνεβούλευον πολλοὶ, ἀνήκοντες εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐφαίνετο τότε ὅτι ἐκαλοῦντο εἰς τὴν μέριμναν τῶν κοινῶν, συνεβούλευον νὰ ἐκβιάσωσι τὴν Βουλὴν, ἵνα ψηφίσῃ μέτρα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἔκριναν ἀναγκαῖα. Ἱστορικὸς, ὁ ὁποῖος διὰ τὸ σύγγραμμά του ἐτιμήθη τοσοῦτον, ὥστε κατετάχθη μεταξὺ τῶν Ἀθανάτων, ἔγραφε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐκτοπίσητε τὴν ἐκλογικὴν δύναμιν, θέλετε δημιουργήσει εἰς τὴν Μοναρχικὴν ἀρχὴν, εἰς τὸ Μοναρχικὸν πολίτευμα ἄλλους ἐχθρούς· δὲν θέλετε δύνασθαι πλέον νὰ τὸ σώσητε διὰ πολιτικῶν Συνελεύσεων, πρέπει δὲ νὰ ἐπιτύχητε ἓν τῶν δύο, εἴτε νὰ πείσητε αὐτὰς νὰ ἐνεργῶσι μόναι των, εἴτε νὰ θέσητε αὐτὰς προφανῶς ἐν τῷ ἀδίκῳ, ὅπως δύνησθε νὰ ἐργασθῆτε ἄνευ αὐτῶν.» Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λησμονῶμεν, ὅτι μεγάλη ἀρετὴ τῶν κυβερνώντων εἶναι νὰ λησμονῶσιν ἑαυτοὺς καὶ ν’ ἀφιερῶσι τὴν μέριμνάν των πᾶσαν καὶ τὴν ἐργασίαν των πᾶσαν πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς εὐημερίας ἐν τῇ χώρᾳ, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Οἱ κυβερνῶντες ἐκεῖνοι εἶναι ἄξιοι τῆς κοινῆς εὐγνωμοσύνης, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ σέβωνται τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν λαῶν. «Διὰ νὰ ἦναί τις κυβερνήτης, ἔλεγεν ὁ Mirabeau, πρέπει ἦναι μέγας, νὰ γνωρίζῃ δὲ νὰ ἦναι δίκαιος. Διὰ νὰ συμπράττῃ δὲ εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τῆς πατρίδος, πρέπει νὰ ἦναι εὐλαβὴς πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ νὰ σέβητε τὴν ἀλήθειαν». Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ποταμιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον πλέον.
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ αὔριον; Νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐνωρὶς ἀκόμη.
§100Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον ἀπὸ προχθές.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε προηγεῖσθε ὑμεῖς. Ὁρίστε.
§102ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ προτίθεμαι νὰ ἀπαντήσω διὰ βραχέων εἰς μέρος τι τοῦ λόγου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§104ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Προκληθεὶς ὅμως, καθ’ ὃν τρόπον προεκλήθην, ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ εἰς ἀναίρεσιν τῶν ἰσχυρισμῶν του, ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, καὶ εἰς ἀπόκρουσιν τῶν προσωπικῶν κατ’ ἐμοῦ αἰτιάσεών του. Ἤκουσα, Κύριοι, μετὰ πολλῆς τῆς προσοχῆς τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορεύσεων τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι, ὡς εἰς ἄλλους ἴσως συναδέλφους, καὶ εἰς ἐμὲ αὐτὸν, ἐξ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα ἀντετάχθησαν κατ’ αὐτοῦ, ἀληθοφανέστερόν πως ὑπῆρξε τὸ ἑξῆς. Ἀφοῦ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1896 κατέληξεν εἰς ἔξοδα δρ. 90,890,000 περίπου, ἀφοῦ ἔκτοτε ἔχομεν δεδικαιολογημένην αὔξησιν ἐξόδων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν συντάξεων, διὰ τὰς ἐν τῷ μεταξὺ γενομένας ἀποστρατεύσεις τοσούτων ἀξιωματικῶν, ἀνερχομένην εἰς δραχ. 10,000,000 περίπου, ἀφοῦ, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τῆς ἔκτοτε ἀπαραιτήτου καταστάσης αὐξήσεων τῶν ἐξόδων ἠδύνατο ὁ προϋπολογισμὸς τούτων διὰ τὸ ἔτος 1900 νὰ ἀνέλθῃ εἰς δραχ. 101,000,000 τὸ πολὺ, πῶς νῦν ὑπερέβη αὐτὸς τὰ 112,000,000 δραχμῶν; Ἂν δὲ, Κύριοι, οἱ δύο πρῶτοι ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἐξ Ἄνδρου, ἠσχολήθησαν κυρίως εἰς τὸ νὰ ἐξεύρωσι τὸ ἐνδεχόμενον ἔλλειμμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ἀναβιβάσαντες αὐτὸ, ἐκεῖνος μὲν εἰς 5,000,000, οὗτος δὲ εἰς 6,000,000, οἱ κύριοι ὅμως Βουλευταὶ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Γόρτυνος ἔλαβον ὡς θετικὴν βάσιν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1896. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος ἐξ αὐτῶν, ὑπολογίσας τὸ ἔλλειμμα εἰς 7,000,000, ἰσχυρίσθη ὅτι, ἂν ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς, ὁ ἀνερχόμενος εἰς δραχμὰς 112,000,000, συνετάσσετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896, θὰ περιωρίζετο ὁμοῦ μετὰ τῆς ἔκτοτε ἀναποδράστου ἀποβάσης αὐξήσεως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς 100,000,000, οὕτω δὲ οὐ μόνον τὸ κατ’ αὐτὸν ἔλλειμμα τῶν 7,000,000 θ’ ἀπεφεύγομεν, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα θὰ εἴχομεν ἐκ 5,000,000, δι’ οὗ καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν θ’ ἀναδιωργανοῦμεν, προμηθευόμενοι καὶ ἅπαν τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν πολέμου, καὶ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν θὰ ἐνισχύομεν, καλύπτοντες τὴν χώραν ἡμῶν διὰ σιδηροδρόμων, καὶ ἀποξηραίνοντες πάντα τὰ ἕλη καὶ τέλματα αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸν ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφον ὑπερηκόντισεν ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅστις, μὴ ἐνδιατρίψας πολὺ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ἠσχολήθη ἰδίως εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ ὑποδείξῃ ὅτι, ἐὰν ὡς βάσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1900 ἐλαμβάνετο ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1896, θὰ εἴχομεν ἀσφαλὲς περίσσευμα ἐξ εἴκοσιν ὅλων ἑκατομμυρίων!...
§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκ δέκα ὀκτώ.
§106ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι μεγάλη. Ἂς ἔχωμεν ἐπὶ τέλους καὶ τὸ περίσσευμα τῶν δέκα ὀκτὼ ἑκατομμυρίων καὶ ἂς μᾶς λείπωσι τὰ δύο, διότι καὶ οὕτω θὰ ἐπήρχετο ὁ χρυσοῦς αἰὼν ἐν Ἑλλάδι. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι παρήκουσα, διότι ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος, συνηθίζει νὰ ἔχῃ πάντοτε ἐστραμμένα τὰ νῶτα πρὸς τὴν ἡμετέραν πτέρυγα, καὶ νὰ ἀποτείνῃ τὸν λόγον πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δὲν ἠρκέσθη μόνον, ὡς ὁ ἐκ Φθιώτιδος φίλος του, εἰς τὸ ν’ ἀντιπαραβάλῃ τὰ γενικὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξόδων τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 πρὸς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Αὐτὸς, ὅπως μὴ ἀφήσῃ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ πράγματος, προέβη καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας ἑκάστου Ὑπουργείου καὶ ἑκάστου κεφαλαίου τούτων. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐρεύνη δὲν ἠδύνατο νὰ λησμονήσῃ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ, οὐχὶ τὸν νῦν, ἀλλὰ τὸν τέως, ἤτοι ἐμὲ, τὸν νῦν ἁπλοῦν Βουλευτήν. Ἀνεῦρε δ’ ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐν τοῖς ἐξόδοις αὐτοῦ διὰ τὸ ἔτος 1900 ἐκ δρ. 1,200,000 περίπου, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, καὶ μονονουχὶ ἀνεφώνησε τότε: «Τίνος μαρτυρίας χρείαν ἔχομεν πλέον; αὐταὶ αἱ 1,200,000 δρ. δὲν εἶναι καθαρὰ σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου, ἣν ἄνευ λόγου τινὸς ἐδημιούργησεν ὁ τέως ἄσωτος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, τίς οἶδε χάριν τίνων ἀργομίσθων, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ περισσεύματος τῶν 18,000,000 ποσὸν, δι’ οὗ ἠδύναντο ν’ ἀποξηρανθῶσι τόσα ἕλη καὶ τέλματα ἐν Ἑλλάδι, καὶ νὰ ἐνισχυθῇ οὕτως ἡ ἐγχώριος ἡμῶν παραγωγή;» Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἐὰν καὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων ἡ σπατάλη εἶναι τοιαύτη, οἵα ἡ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ βεβαίως βραδύτερον τὸν λόγον καὶ θὰ ἐξελέγξῃ, ὡς πρὸς αὐτά, τὸ ἀκριβὲς τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, καίτοι δὲν εἶμαι ὑπόχρεως εἰς τοῦτο, ἀφοῦ δὲν προΐσταμαι πλέον αὐτοῦ, ν’ ἀπαντήσω ἐγώ, ἀφοῦ προσωπικῶς προεκλήθην εἰς τοῦτο. Εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ προβῶ, ὄχι βεβαίως, ὅπως ἐξαγάγω τὸν Βουλευτὴν Γόρτυνος ἐκ πλάνης, ἐν ᾗ διατελῶν οὗτος εἶπεν ὅ, τι εἶπεν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἀλλὰ μόνον χάριν ἐκείνων τῶν κ. συναδέλφων, οἵτινες, ἄπειροι ἴσως ὄντες περὶ τὰ τοιαῦτα, ἠδύναντο ν’ ἀποπλανηθῶσιν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἂν ὑπάρχει, Κύριοι, Ὑπουργεῖον, ἐφ’ οὗ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ σύγκρισις μεταξὺ τοῦ ἀπολογισμοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑτέρου ἔτους, τοιοῦτον εἶναι τὸ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὑπάρχουσιν ἔτη, καθ’ ἅ, δι’ εἰδικοὺς λόγους, μὴ δυναμένους νὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ εἰς ἄλλα ἔτη, μένουσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐν αὐτῷ, πιστώσεις ἀνερχόμεναι ἐνίοτε εἰς πολλὰς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Πλὴν τούτου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ἔχομεν τὰς κατ’ ἔτος ἐπερχομένας προσαυξήσεις ἐκ τῶν πενταετιῶν τοῦ διδάσκοντος προσωπικοῦ, ὧν χάριν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ αὐξάνῃ ἐπαισθητῶς ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ. Τὸ πολὺ–πολύ, ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ σύγκρισις τῶν προϋπολογισμῶν δύο διαφόρων ἐτῶν, καὶ τοῦτο, ὅπως ἐν περιπτώσει μὲν αὐξήσεως ἐξόδων ἀποδειχθῇ, ἐὰν αὕτη ὀφείλεται εἰς μόνην τὴν ἐκ τῶν πενταετιῶν προσαύξησιν, ἐν περιπτώσει δ’ ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν διαπιστωθῇ, ἐὰν αὐτὴ εἶναι πραγματική. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ ταῦτα ἀντιπαραβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τὸ ἔτος 1900 πρὸς ἐκεῖνον τοῦ ἔτους 1896, τί θὰ ἴδωμεν; ὅτι, ἐνῷ τότε τὰ ἔξοδα αὐτοῦ προϋπελογίσθησαν ἀρχικῶς εἰς δρ. 5,083,405, δι’ ἀναπληρωματικῶν δὲ πιστώσεων δρ. 46,074, ἀνῆλθον εἶτα εἰς 5,129,479, διὰ τὸ 1900 προϋπολογίζονται αὐτά, μεθ’ ὅλας τὰς ἔκτοτε προσαυξήσεις ἐκ πενταετιῶν, εἰς 4,975,053, ἤτοι ἀντὶ αὐξήσεως ἔχομεν νῦν ἐπὶ ἔλαττον δαπάνην ἐκ δραχμῶν 154,426...
§107ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τί λέγει ὁ ἀπολογισμός;
§108ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω νῦν τὴν διαφορὰν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, Κύριοι, τοῦ 1896 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις «διὰ συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως» ἐκ δρ. 1,500,000. Ἡ πίστωσις αὕτη, ὡς γνωστόν, διατίθεται ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, ἐφ’ ὅσον οὗτοι, συμμορφούμενοι πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895, ὑποβάλλονται εἰς αὔξησιν τῶν δημοτικῶν αὑτῶν φόρων κατὰ ἕν ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Τὸ ἔτος ὅμως 1896 ἐφηρμόσθη τὸ πρῶτον ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ, τότε δὲ οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων, εἴτε ἐξ ἀγνοίας αὐτοῦ, εἴτε καὶ διότι δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς τοῦτο χρόνον, δὲν ἐφρόντισαν νὰ συμμορφωθῶσιν ἀμέσως πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ τύχωσι τοῦ βοηθήματος ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Τούτου ἕνεκεν ἐκ τῶν 1,500,000 δρ., τῶν προωρισμένων εἰς τοιαύτην συνδρομήν, διετέθησαν τότε μόνον 363,359. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ Δημόσιον, προκαταβάλλον τὰς δαπάνας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, πολλὰ ἑκατομμύρια δρ. ἔχει λαμβάνειν παρὰ τῶν ἀπόρων δήμων, ἅτινα, πολὺ ἀμφιβάλλω, ἄν θὰ λάβῃ ποτέ, καὶ μεθ’ ὅλον τὸ εὐεργετικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ κατ’ αὐτὰς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτό, ἀνῆκον εἰς τὴν διαχείρισιν, ὡς γνωστόν, δὲν ἀναγράφεται ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς τῶν χρήσεων. Κατὰ τὰ ἐπιόντα ὅμως ἔτη πολλοὶ τῶν δήμων ἐφρόντισαν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΤΜΘʹ, οὕτω δὲ τὸ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως διατιθέμενον ποσὸν ἐν ἔτει 1899 ἀνῆλθεν εἰς 1,000,000, πολὺ δὲ πιθανὸν αὐτὸ κατὰ τὸ ἔτος 1900 ν’ αὐξήσῃ κατά τινας ἔτι ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν.
§109ΚΑΙΡΗΣ. Βεβαίως θ’ αὐξήσῃ.
§110ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ νῦν ὑμᾶς, Κύριοι, ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ μὴ ἀναγράψω ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 πίστωσιν διὰ συνδρομὴν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐκ δραχ. 1,000,000 τουλάχιστον; Ἐὰν μὴ ἔπραττον οὕτως, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι πρῶτος ὁ κύριος Δηλιγιάννης θὰ ἔβαλλε κατ’ ἐμοῦ τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος, καὶ θ’ ἀπῄτει ἴσως νὰ παραπεμφθῶ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἀπέφυγον νὰ ἐκτελέσω νομίμους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, νὰ ἐφαρμόσω ἕνα νόμον, οὗτινος αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητής. Μήπως δὲν μὲ κατηγόρησεν, ὅτι ἐπὶ ἀθετήσει τοῦ νόμου τούτου ἀπέφυγον νὰ χορηγήσω εἴς τινας ἀπόρους δήμους τοῦ Κράτους, ὑποβληθέντας εἰς τὴν νόμιμον αὔξησιν τῶν φόρων των, τὸ ἀναγκαῖον βοήθημα διὰ τὴν στοιχειώδη αὐτῶν ἐκπαίδευσιν; Διὰ τῆς τοιαύτης ὅμως ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐξ 1,000,000, τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένης εἰς ἐμὲ, ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ αὐξήσῃ ἡ σχετικὴ δαπάνη τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 κατὰ 636,641 δραχμὰς, αἵτινες βεβαίως πᾶν ἄλλο μαρτυροῦσιν ἢ σπατάλην καὶ ἀσωτίαν τοῦ δημοσίου πλούτου, ἢ δημιουργίαν θέσεων ἀργομίσθων, ὡς ἄφησε νὰ ὑπονοήσητε ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος. Ἀλλὰ μήπως εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβεβλημένη αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896; Τότε, Κύριοι, ὑπῆρχον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου Σʹ περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων, 40 Ἐπισκοπαὶ ἐν ἐνεργείᾳ, ἐξ ὧν αἱ πλεῖσται ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔμενον δυστυχῶς ἐν χηρείᾳ, ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει τοῦ νόμου καὶ τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐπὶ θρησκευτικῇ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος αὐτῶν. Ἐντεῦθεν, ἀντὶ νὰ δαπανηθῶσιν ἐν ἔτει 1896 εἰς ἐπιδόματα ἀρχιεπισκόπων καὶ ἐπισκόπων ὑπὲρ τὰς 200,000 δρ., ἐδαπανήθησαν μόλις 110,000. Ἡμεῖς, θέτοντες τέρμα εἰς τοιαύτην ἔκρυθμον ἐκκλησιαστικὴν κατάστασιν, ἀπεφασίσαμεν διὰ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νὰ περιορίσωμεν μὲν τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐπισκοπῶν εἰς 32, ἀλλ’ ἐν ταυτῷ νὰ ἀναγράψωμεν καὶ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν δι’ ὅλους τοὺς ἐπισκόπους ἐξ 145,000 δρ., διότι τοῦτο εἶναι τὸ νόμιμον, τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας. Ἐρωτῶ δὲ νῦν, εἶναι σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου, γιγνομένη χάριν τοποθετήσεως ἀργομίσθων τοῦ κόμματος, ἡ ἐπὶ πλέον ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 δραχμῶν 35,000 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896; Δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἱεροκηρύκων ἐκ 16 εἰς 26. Τοῦτο ἦτο ἀπὸ πολλοῦ ἀνάγκη ἐπαισθητὴ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅστις διψᾷ διὰ τὸ θεῖον κήρυγμα, οὗ ἄνευ ψυχραίνεται ὁσημέραι τὸ θρησκευτικὸν αὐτοῦ αἴσθημα, καὶ ὑπεραίρει τὸ ἔγκλημα τὴν κεφαλὴν ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἦτο σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου ἡ ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 αὔξησις δαπάνης ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 διὰ μισθοδοσίαν καὶ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τῶν νέων ἱεροκηρύκων ἐκ δραχμῶν 22,000; Ὁ νόμος, Κύριοι, ἐπιβάλλει τὴν κατὰ πενταετίαν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τῶν γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν τῶν Γυμνασίων, τῶν σχολαρχῶν καὶ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων. Ἡ αὔξησις αὕτη ἐπέρχεται κατ’ ἔτος δικαιωματικῶς, ὁ δὲ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὀφείλει ν’ ἀναγράψῃ τὴν ἀναγκαίαν δι’ αὐτὴν ἐπὶ πλέον πίστωσιν, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ ν’ ἀκούσῃ ἀπαγγελλόμενον καθ’ ἑαυτοῦ κατηγορητήριον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος ἐπὶ μὴ ἐκτελέσει τοῦ νόμου. Πλὴν τούτου, ἕνεκα τῆς ὁσημέραι παρατηρουμένης αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν ἐπιβάλλεται πάλιν ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ διαίρεσις πολλῶν τάξεων τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων εἰς δύο τμήματα, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ αὔξησις τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ των. Τέλος κατ’ ἔτος ἀποφοιτῶσιν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου δεκάδες ὅλαι διδακτόρων, προλυτῶν καὶ τελειοδιδάκτων τῆς Φιλοσοφικῆς καὶ Θεολογικῆς Σχολῆς, οἵτινες δικαιοῦνται νὰ διορισθῶσι μὲ μισθὸν ἀνώτερον πολλῶν πρωτοβαθμίων ἑλληνοδιδασκάλων, χειροτονηθέντων τοιούτων ἐκ βοηθῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ ἠναγκασμένων νῦν νὰ κάμωσι τόπον εἰς αὐτούς. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους τούτους θὰ ἐννοήσητε, Κύριοι, ὅτι κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην πρέπει ν’ αὐξάνωσιν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αἱ σχετικαὶ πιστώσεις τοῦ Πανεπιστημίου, τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων. Οὕτως, ἐνῷ τὸ 1896 προϋπολογίσθησαν διὰ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου δρ. 499,160, διὰ τοὺς γυμνασιάρχας καὶ καθηγητὰς τῶν Γυμνασίων 603,260, καὶ διὰ τοὺς σχολάρχας καὶ ἑλληνοδιδασκάλους 1,163,784, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 2,216,204, τὸ 1900 ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῶσι διὰ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου δρ. 529,470, διὰ τοὺς γυμνασιάρχας καὶ καθηγητὰς τῶν Γυμνασίων 609,160, καὶ διὰ τοὺς σχολάρχας καὶ ἑλληνοδιδασκάλους 1,444,092, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 2,582,622. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἐπεβάλλετο νῦν, κατ’ ἀνάγκην ἀναπόδραστον, αὔξησις τῶν σχετικῶν πιστώσεων κατὰ δρ. 267,258, αἵτινες βεβαίως δὲν εἶναι σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου, γινομένη χάριν ἀμοιβῆς ἀργομίσθων τοῦ κόμματος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἡμῶν Σύνοδον ἐψηφίσθη ὁ νόμος ΒΧΚΑʹ περὶ Γυμναστικῆς, δι’ οὗ τὸ μάθημα αὐτῆς κατέστη ἓν τῶν πρωτευόντων καὶ ἀπαραιτήτων μαθημάτων τῶν σχολείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ αὐτοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, συνεστάθη δὲ Σχολὴ Γυμναστικὴ καὶ ἀπεφασίσθη ἡ μετάκλησις ἐκ τῆς Ἑσπερίας ἐπιθεωρητοῦ τῆς Γυμναστικῆς. Τὴν ἀνάγκην, Κύριοι, τῆς ἐνισχύσεως τῶν σωματικῶν ἀσκήσεων παρ’ ἡμῖν συνωμολογήσαμεν τότε πάντες ὡς ἀληθῆ ἐθνικὴν ἀνάγκην, διὸ καὶ παμψηφεὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος ΒΧΚΑʹ. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἀπαιτεῖ αὔξησιν τῶν τέως δαπανῶν δι’ αὐτὴν καὶ ἐπιβολὴν νέων. Ἰδοὺ διατί, ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν γυμναστικὴν μόλις 29,144 δραχμαί, διὰ τὸ ἔτος 1900 ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην ἡ πίστωσις αὐτῆς νὰ προϋπολογισθῇ εἰς δρ. 132,520, νὰ ἔχωμεν δ’ οὕτως ἐπὶ πλέον δαπάνην ἐκ δρ. 103,376, τὴν ὁποίαν, ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω, ἐὰν θὰ εἶχέ τις νῦν τὸ θάρρος νὰ διαγράψῃ, ὡς σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐπήρκει παντάπασιν. Ἐδέησε λοιπὸν διὰ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ν’ αὐξήσωμεν αὐτὸν ἐκ 16 εἰς 26, ὅσοι ἦσαν καὶ οἱ νέοι νομοὶ τοῦ Κράτους, ὑποβιβάζοντες χάριν οἰκονομίας τὸν βαθμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐκ τμηματαρχῶν βʹ τάξεως εἰς ὑπουργικοὺς γραμματεῖς αʹ τάξεως. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῆς σχετικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 20,330. Τέλος ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐνόμισε πρέπον ἐν ἔτει 1896 νὰ καταργήσῃ τὰ Ὑποδιδασκαλεῖα, ἅτινα τόσον εὐδοκίμως ἐλειτούργουν ἀπὸ τοῦ 1893. Πάντες, Κύριοι, οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀνομολογοῦσι τὴν χρησιμότητα τῶν ἀποφοίτων αὐτῶν γραμματιστῶν. Εἶναι οὗτοι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνώτεροι τῶν γραμματοδιδασκάλων, ἐν πολλοῖς δὲ καὶ τῶν δημοδιδασκάλων τῶν χειροτονηθέντων ὑπὸ ἐπιτροπῶν πρὸ τοῦ 1878. Ἐγὼ δὲ, θεωρῶν ἀληθὲς ἔγκλημα τὴν προτίμησιν τῶν γραμματοδιδασκάλων ἀντ’ αὐτῶν, — διότι τοῦτο ἐμαρτύρει ἡ κατάργησις τῶν Ὑποδιδασκαλείων ἐν ἔτει 1896 — ἔγνων νὰ ἐπανιδρύσω ταῦτα, μὴ φειδόμενος τῆς σχετικῆς δαπάνης. Τούτου ἕνεκεν ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, πίστωσις ἐπὶ πλέον 40,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, σᾶς ἐδικαιολόγησα ἐκ τοῦ προχείρου πάσας τὰς ἐπὶ πλέον πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, τὰς ἀνερχομένας εἰς δρ. 1,200,596. Αἱ ἐπὶ πλέον αὗται πιστώσεις, ὡς θὰ συνομολογήσητε καὶ ὑμεῖς, ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τῆς κειμένης νομοθεσίας, εἶναι ἀπαραίτητοι ὅλως, εἶναι φύσεως τοιαύτης, ὥστε οὐδεὶς σωφρονῶν Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θὰ ἐτόλμα ποτὲ νὰ μὴ τὰς ἀναγράψῃ. Ἐὰν δὲ εἰς τὸ εἰρημένον ποσὸν προσυπολογίσητε καὶ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκ κενῶν θέσεων, ἃς θὰ ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ ἐξάπαντος καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1900, καὶ αἵτινες θ’ ἀνέλθωσιν εἰς ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος εἶναι κατ’ οὐσίαν οἰκονομικώτερος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, ὡς ἀπεδείχθη καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως αὐτῶν ἐν ἀρχῇ. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ἔτι ὀλίγα τινὰ εἰς ἀπόκρουσιν καὶ τῶν προσωπικῶν ἐκείνων αἰτιάσεων, ἃς ὁ προαγορεύσας ἐνόμισεν εὔκαιρον ν’ ἀπευθύνῃ κατ’ ἐμοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Διὰ μυριοστὴν ταύτην φορὰν ἠθέλησε νὰ μὲ ἐλέγξῃ, διότι τὸ νομοσχέδιόν μου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἠναγκάσθην κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἀνάγνωσιν νὰ περιορίσω ἐξ 168 εἰς 8 μόνον ἄρθρα. Ἀλλὰ τί ἠθέλετε νὰ κάμω, Κύριοι, ἀπέναντι τῆς ἀνενδότου ἐκείνης κωλυσιεργίας, ἣν ἀντέταξε κατὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἀνάγνωσιν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτε ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἠκούοντο ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἐπλησίαζε νὰ διέλθῃ ὁλόκληρος ἡ Σύνοδος μόνον μὲ ἐνστάσεις; Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἦτο δυνατὸν, οὐχὶ εἰς μίαν ἢ δύο, ἀλλὰ καὶ εἰς ἑκατὸν δύο συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον; Ἠναγκάσθην λοιπὸν τότε νὰ συντομεύσω αὐτὸ εἰς 8 ἄρθρα, ἐξ ὧν οὐδὲν ἦτο νέον. Ἦσαν τὰ πρῶτα καὶ κύρια ἄρθρα ἑκάστου κεφαλαίου τοῦ νομοσχεδίου, ἅτινα περιεῖχον τὰς θεμελιώδεις νομοθετικὰς διατάξεις, ἐπεφυλάχθην δὲ διὰ νομοτελεστικῶν διαταγμάτων νὰ ἀναπληρώσω τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ ὀργανισμοὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν περιέχουσιν εὐάριθμα μόνον ἄρθρα, τὰς δὲ καθ’ ἑκάστην διατάξεις αὐτῶν ἀφίνουσιν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὰ νομοτελεστικὰ διατάγματα. Ἐγὼ ἠθέλησα ἐν ἀρχῇ, χαριζόμενος πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ συμπεριλάβω καὶ τὰς νομοτελεστικὰς διατάξεις εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀφοῦ ὅμως εὑρέθησαν Βουλευταὶ, ζητοῦντες ἐκ παντὸς τρόπου, θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου, νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἐνάσκησιν τῶν τοιούτων δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, σιδηρᾶ ἀνάγκη ἐπέβαλλεν εἰς ἐμὲ νὰ περιορίσω τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας νομοθετικὰς διατάξεις, διὰ τοῦτο δὲ πᾶς ἄλλος, νομίζω, εἶναι ἄξιος κατακρίσεως ἢ ἐγώ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μὲ αἰτιᾶται ὅτι κατεστρατήγησα τὸν νόμον ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895, ὑποβιβάσας διὰ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐκ τμηματαρχῶν βʹ τάξεως εἰς ὑπουργικοὺς γραμματεῖς αʹ τάξεως. Ἀλλ’ εἰς τὴν γλῶσσαν ὅλων ἡμῶν τῶν ἄλλων, Κύριοι, τοῦτο εἶναι καὶ λέγεται ἀντικατάστασις νόμου διὰ νόμου, ἢ νομοθετικὴ μεταρρύθμισις. Ἂν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ μομφῆς, πρέπει νὰ γείνῃ κατ’ ἐκείνου, ὅστις ἄνευ λόγου, εὑρίσκων ἕνα ἐπιθεωρητὴν τμηματάρχην αʹ τάξεως, προκαλεῖ γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ ὑποβιβάζει αὐτόν, μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του, ἀπὸ τμηματάρχου αʹ τάξεως εἰς τμηματάρχην βʹ τάξεως. Ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ βαθμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν ἀπὸ τμηματάρχου βʹ τάξεως εἰς γραμματέα αʹ τάξεως, ὁ διὰ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως γενόμενος, ἐγένετο χάριν οἰκονομίας, καὶ οὐχὶ ὅπως ἐξαναγκασθῶσιν οἱ ἐπιθεωρηταὶ εἰς παραίτησιν, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Εἶναι δὲ καθαρὸς μῦθος τὸ λεχθὲν, ὅτι ἀπεπειράθην πολλοὺς ἐξ αὐτῶν νὰ παραπείσω εἰς παραίτησιν, ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει νὰ διορίσω αὐτοὺς γυμνασιάρχας, καὶ ὅτι οὗτοι ἠρνήθησαν. Δύο καὶ μόνοι ἐπιθεωρηταὶ, καὶ δὴ οἱ ἄριστοι πάντων, οἱ κ. Μπουκουβάλας καὶ Προφαντόπουλος, ἠθέλησαν ἀφ’ ἑαυτῶν νὰ παραιτηθῶσιν, ὅπως διορισθῶσι γυμνασιάρχαι. Καὶ τὸν μὲν δεύτερον ἀπέτρεψα ἐγὼ ἀπὸ τοῦ νὰ παραιτηθῇ, ὅπως χρησιμοποιήσω αὐτὸν βραδύτερον ὡς ἀνώτερον ἐπιθεωρητὴν, τοῦ δὲ κ. Μπουκουβάλα ἐδέχθην τὴν παραίτησιν, διότι ἔμελλε ν’ ἀποσταλῇ αὐτὸς ὡς γυμνασιάρχης εἰς Θεσσαλονίκην, ἐκεῖ, ὅπου τὴν σήμερον ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ Γένος ἡμῶν διεξάγουσι τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Οὐδεὶς ἄλλος ἀπεχώρησε τῆς ὑπηρεσίας, πάντες παραμένουσιν ἐν αὐτῇ· δύναμαι μάλιστα νὰ δηλώσω, ὅτι ὑπῆρξάν τινες, οἵτινες καὶ παρεκάλεσαν νὰ μείνωσι! Μὲ αἰτιᾶται προσέτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἐκ λόγων φατριαστικῶν ἀπέφυγον νὰ παράσχω εἴς τινας ἀπόρους δήμους τὸ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν χορήγημα, εἰ καὶ συνεμορφώθησαν αὐτοὶ ἐγκαίρως πρὸ τὸν νόμον. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι πᾶσαν σχετικὴν αἴτησιν, διαβιβασθεῖσάν μοι διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξετέλεσα. Προκαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς νὰ μὲ διαψεύσῃ, ὡς Ὑπουργὸς μὲν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν μοὶ διεβίβασέ ποτε τοιαύτην αἴτησιν καὶ δὲν τὴν ἐξετέλεσα πάραυτα, ὡς διάδοχός μου δ’ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐὰν ἀνεὗρεν ἐν αὐτῷ ἐκκρεμῆ τοιαύτην τινὰ αἴτησιν. Μὲ αἰτιᾶται τέλος ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἐπὶ ἀθετήσει τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895 ἄφησα ἀνεκτελέστους πολλὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων περὶ ἀπολύσεων ἢ μεταθέσεων δημοδιδασκάλων. Ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει, παρακαλῶ, ποῦ τοῦ νόμου ἐκείνου ἀνεὗρε τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν διὰ τὸν Ὑπουργόν; Τὸ ἄρθρον αὐτοῦ 26 ἔχει ἐπὶ λέξει (ἀναγινώσκει): «Παῦσις ἢ εἰς κενὴν θέσιν μετάθεσις δημοδιδασκάλου, δημοδιδασκαλίσσης ἢ γραμματοδιδασκάλου ἐπιτρέπεται, μόνον ἂν αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου κλπ.» Ἐρωτῶ νῦν πάντα νομομαθῆ, — διότι πολλοὶ τοιοῦτοι παρακάθησθε ἐνταῦθα,—πάντα λογικῶς σκεπτόμενον νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ὑπάρχει ἴχνος ὑποχρεώσεως διὰ τὸν Ὑπουργὸν ὑπὸ τὴν λέξιν ἐπιτρέπεται. Ὁ νομοθέτης ἠθέλησε διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἀπόλυσιν ἢ μετάθεσιν τῶν διδασκάλων ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, εἰπὼν ὅτι αὕτη ἐπιτρέπεται μόνον ἂν ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Οὕτω πως τοὐλάχιστον ἡρμήνευσαν καὶ ἐφήρμοσαν τὴν διάταξιν ταύτην πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ 1896 καὶ ἐντεῦθεν Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι πάντα τὰ σχετικὰ πρακτικὰ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, τὰ κατακείμενα ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι οὐδέποτε ἐξετελέσθησαν πᾶσαι αἱ περὶ ἀπολύσεως ἢ μεταθέσεως τῶν δημοδιδασκάλων ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ἤμην ὑπόχρεως νὰ ἐκτελέσω ἐγὼ αὐτὰς, ὅστις ἐγίνωσκον, ὅτι πολλοὶ τῶν δημοδιδασκάλων ἐξετέθησαν εἰς τὴν ἄδικον καταδρομὴν τῶν οἰκείων ἐπιθεωρητῶν καὶ Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, διότι ἐξεδήλωσαν τὸ φρόνημα αὑτῶν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου μου, δι’ οὗ ἀπαλλάσσονται τῆς τυραννίας αὐτῶν...
§111ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν δημοδιδασκάλων Τριπόλεως.
§112ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὔριον θὰ σᾶς φέρω ὅλων τῶν δημοδιδασκάλων Τριπόλεως καὶ Μαντινείας τὰς γνώμας. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἔχει κατὰ τὸν νόμον τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις ταύτας, νομίζω ὅτι οὐδένα ἄλλον πρέπει νὰ αἰτιᾶται ὁ κ. Δηλιγιάννης, εἰμὴ ἑαυτὸν, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, καὶ ἂν ἐνόει νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἔπρεπε ἀντὶ τοῦ «ἐπιτρέπεται» νὰ θέσῃ «ἐπιβάλλεται» εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκτελῇ αὐτάς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὰ θέματα τῆς κατηγορίας, τὰ ὁποῖα διετύπωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ τὰ ὁποῖα πληρέστατα ἀνῄρεσα. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπηύθυνε διαφόρους ἀπειλὰς ἐναντίον μου, ὅτε εἶχον ἀκόμη τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα ὡς Ὑπουργός· πρό τινων δὲ ἡμερῶν, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ ἐπερώτησις περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ πρώην καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Δελλαπόρτα, δὲν ἀπέκρυψε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐγείρῃ κατηγορίαν κατ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ὑπεχώρησε τότε πρὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, εἶχον ὄπισθέν μου πλειονοψηφίαν ἐξ 120 καὶ ἐπέκεινα Βουλευτῶν. Ἰδοὺ ὅμως νῦν, ὅτι ἐγὼ παραιτηθεὶς ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ ἀξιώματος, εἶμαι ἁπλῆ μονὰς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἂν λοιπὸν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς ὅσα εἶπεν, ἂν πράγματι πιστεύῃ ὅτι ἐγὼ ἠθέτησα ἢ ἐπεβουλεύθην τοὺς νόμους, ἂς σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὸ κατ’ ἐμοῦ κατηγορητήριον.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§114ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Παρῆλθε πλέον ἡ ὥρα.
§115ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ προχωρήσωμεν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν πηγαίνωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν θὰ τελειώσωμεν οὔτε εἰς δέκα ἡμέρας τὸν προϋπολογισμόν.
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει διάθεσιν νὰ ὁμιλήσῃ. Ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι καθ’ ἡμέραν πρέπει εἷς μόνον ῥήτωρ νὰ ἀγορεύῃ, τότε δὲν θὰ τελειώσῃ ποτὲ ἡ συζήτησις. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Καραπάνον νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§118Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ νὰ ὁμιλήσω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι τόσον εὐρὺ, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ προβῇ κατωτέρω εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, δὲν ἀντιλέγω. Ἐὰν στέργῃ ἡ Βουλὴ, θὰ ὁμιλήσω αὔριον εἰς καταλληλοτέραν ὥραν.
§119ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ προβῶμεν ἀπόψε εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πιστεύω νὰ ἦναι πολλοὶ οἱ μέλλοντες νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι διὰ νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδια.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, ὅτι ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν εἶναι κἂν παρεσκευασμένος πρὸς συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων.
§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ συζητήσῃ.
§123ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔχομεν τὰς πιστώσεις.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν, ἄλλος λόγος... Αἱ πιστώσεις δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης;
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ εἶναι ἤδη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§127ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Εἶναι προφανὲς, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις δὲν παρετάθη πέραν τοῦ συνήθους μέτρου, τὴν Δευτέραν θὰ λήξῃ. Εἶναι δωδεκάτη ἡ ὥρα. Βεβαίως λαμβάνων τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, εἰδικὸς περὶ τὰ ζητήματα τὰ οἰκονομικὰ, ἵνα ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ περιορίσῃ αὐτὸν εἰς μίαν ὥραν, ὥστε νὰ τελειώσωμεν καὶ ἐνωρίς. Αὔριον θὰ ἔχωμεν νέας ἐργασίας πάλιν. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ μείνωμεν μέχρι τῆς πρωΐας, ὅπως ἀκούσωμεν τὸν κ. Καραπᾶνον, καὶ αὐτὸς θὰ καταπονηθῇ καὶ ἡμεῖς περισσότερον. Εἶναι προφανὲς, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δύο ἔτι συνεδριάσεις θέλουσι φέρει ἡμᾶς εἰς τὸ πέρας τῆς συζητήσεως...
§128ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ αὐτὸ φρονῶ.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ἡμεῖς δὲ διηυκολύναμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς συμπράξεως, ὅπως ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια τῶν πιστώσεων εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι πολὺ εὔλογος ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ τρίτη ἀνάγνωσις πρέπει νὰ γείνῃ μετὰ μελέτην πάντων τῶν θεμάτων τῶν ἐχόντων σχέσιν πρὸς τὴν συζήτησιν, νομίζω ὅτι δυνάμεθα, ἐκλέγοντες ἴσως καὶ συζητοῦντες τὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν νομοσχέδια, τὰ ὑπηρεσιακὰ, ἅτινα θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφίσωμεν, ὅτι δυνάμεθα, λέγω, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς αὔριον, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν Δευτέραν ἡ συζήτησις αὕτη θὰ τελειώσῃ.
§130Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δυσκολία. Ἀφοῦ ἐξεδηλώθη ἡ διάθεσις νὰ ἀναβάλωμεν, ἂς ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· ἀλλ’ ἂς ἐπιτραπῇ εἰς ἐμὲ νὰ κρατήσω σημείωσιν τῆς γενομένης δηλώσεως, ὅτι τὴν Δευτέραν θὰ τελειώσωμεν.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τὴν Δευτέραν θὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν θὰ φανῇ παράδοξον, ἂν παρατείνωμεν τὴν Δευτέραν, ὅπως τελειώσωμεν.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει πιθανότης, ὅτι θέλω ἐπαναλάβει τὸν λόγον, ἑπομένως δὲν ὁμιλῶ ὑπὲρ ἰδίου ἐμοῦ συμφέροντος· νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ προσδιορίσωμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὴν Δευτέραν βεβαίως θέλει περατωθῆ ἡ συζήτησις.
§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ῥητὴν ὑποχρέωσιν ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας. Εἶπον μόνον νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κρατήσω σημείωσιν τῆς δηλώσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο παρά τινος τῶν κυρίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τὴν ὁποίαν ὑποθέτω, ὅτι ἀποδέχεται ἐν γένει ἡ Ἀντιπολίτευσις.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς ὑπήρξατε πολλάκις Βουλευτὴς, ἦσθε μέλος, τὸ ὁποῖον διηρμήνευε τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας, ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι πολλάκις διήρκεσαν αἱ συζητήσεις καὶ ὀκτὼ καὶ δέκα ἡμέρας. Ἐγὼ βεβαίως δὲν σκοπῶ νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποσχεθῶμεν, ὅτι βεβαίως τὴν Δευτέραν τὸ ἑσπέρας θέλει τελειώσει ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ προσπαθήσωμεν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖ αὐτὸ, νομίζω.
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐφ’ οἱουδήποτε ἐξ αὐτῶν ὑπάρξῃ ἡ παραμικρὰ ἔνστασις, νὰ τὸ ἀναβάλλωμεν δι’ αὔριον. Ἔστω καὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων, ἐὰν ὑπάρξῃ τις φρονῶν, ὅτι πίστωσίς τις δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀρκεῖ εἰς ὑμᾶς, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ψηφίζωμεν νομοσχέδια χωρὶς νὰ ἔχωμεν γνῶσιν αὐτῶν;
§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ἂν ὑπάρξῃ ἡ παραμικρὰ ἔνστασις, νὰ ἀναβάλληται. Ὑπάρχει ἐπί τινος νομοσχεδίου ἐπιθυμία συζητήσεως; ἂς ἀναβληθῇ. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν πιστώσεων βεβαίως ὑπάρχουσί τινες, αἱ ὁποῖαι δὲν δίδουσι χώραν εἰς καμμίαν συζήτησιν.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ναί· ἀλλ’ εἶναί τινες τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν τὰς ἐμελέτησαν.
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοιαύτης πιστώσεως, ὅτι ζητοῦσι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
§143ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 320,370 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγιγνώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 8,700 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 9,690.26 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,950,262 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ αὐτὸ, παρακαλῶ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ ναμοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 20,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900.
§148Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλω νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν. Ἡ πίστωσις αὕτη δίδεται δυνάμει νόμου ψηφισθέντος πέρυσιν. Ἀφοῦ ἐψηφίσθη ὁ νόμος πέρυσι καὶ ἦτο γνωστὴ ἡ δαπάνη αὕτη, δὲν νομίζω ὅτι σήμερον ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 παρουσιάζει τὶ τὸ ἔκτακτον καὶ τὸ ἀπρόοπτον. Δαπάνη στηριζομένη ἐπὶ νόμου ψηφισθέντος πρὸ ἑνὸς ἔτους, εἶναι κανονικὸν νὰ ἀναγραφῇ εἰς ἰδιαίτερον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν ἔχει τι τὸ ἔκτακτον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Βεβαίως, ἂν ἦτο ἔκτακτος, δὲν θὰ ἐπανελαμβάνετο κατ’ ἔτος· ἀλλ’ ἡ δαπάνη εἶναι γνωστὴ ἐκ τῶν προτέρων, μὴ χρῄζουσα ψηφίσεως ἰδιαιτέρας, διότι στηρίζεται ἐπὶ νόμου ψηφισθέντος, καὶ πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§149Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐψηφίσθη τοιοῦτος νόμος.
§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐψηφίσθη.
§151ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν εἶχε ψηφισθῆ νόμος, βεβαίως θὰ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βουλευτής.
§152Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐψηφίσθη. Τὸ ἐνθυμεῖται ὁ ἐκ Καρδίτσης βουλευτὴς κ. Τερτίπης, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται.
§153ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Παρελείφθη πέρυσι. Δὲν ἐψηφίσθη.
§154Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπέθετον ὅτι ἐψηφίσθη.
§155ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§156ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ δύο ἑπόμενα νομοσχέδια, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῶσι.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὥστε ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων ἔργων.
§158ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ζητῶ τὸν λόγον.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων.
§161ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μίαν παρατήρησιν μόνον ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς διόρθωσιν. Δὲν ἔχω τὰ ἔγγραφά μου ἐδῶ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ πολλῶν σταθμῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἔχει δὲ τὸ νομοσχέδιον, φαίνεται ὅτι ὅλοι οἱ σταθμοὶ θὰ ἐγερθῶσιν εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀνεγέρσεως «φαρμακαποθήκης ἐν Ἀθήναις, στρατῶνος ἐν Ἀκτίῳ καὶ 25 σταθμῶν ἐν τῇ θέσει Προφήτη Ἠλίᾳ τοῦ Τυρνάβου».
§163ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ 25 σταθμοί, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ γείνωσιν ὅλοι εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν. Προφανῶς πρόκειται περὶ 24 περιπλέον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῇ τὸ κείμενον.
§164Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι καπὰ τὸ ὑπόδειγμα.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖ τὸ ὑπόδειγμα.
§166ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγει ὅτι ὅλοι θ’ ἀνεγερθῶσιν εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ.
§168Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνεβλήθησαν καὶ ἄλλαι πιστώσεις, καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῇ καὶ αὕτη, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιφέρῃ τὴν ἀναγκαίαν διόρθωσιν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων δημοσίων ἔργων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῆς ὑπαρχούσης δεξαμενῆς ἐν τοῖς Λουτροῖς Ὑπάτης.
§171Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 30′ μ. μ.)