Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Sitting 43

1900.03.16

3,927 rows · 30,209 words · 4 tables · 226 turns

Date
1900.03.16
Presidency
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Period
ΙΕ
Session
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1900)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43.

τῆς 16 Μαρτίου 1900.

(Πέμπτη)

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Νικόλαος Μοναστηριώτης δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ υἱοῦ του ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὡς πάσχοντος ἐκ χρονίας παθήσεως. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Γεώργιος Ἀρκούδας, ὁπλαρχηγὸς, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ ν’ ἀπονεμηθῇ αὐτῷ μηνιαῖον βοήθημα. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, συνέστησα εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τοῦ θέματος τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἀποτελουμένην ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων Βουλευτῶν: Θ. Ρετσίνα, Ν. Λεωνίδα, Κ. Παπαμιχαλοπούλου, Δ. Βοκοτοπούλου, Ν. Τριανταφυλλάκου, Α. Μπασιᾶ, Ἀλεξ. Μ. Κανάρη, Β. Μαρκεζίνη, Ἐπ. Ἐμπειρίκου, Π. Μαυροκεφάλου καὶ Ι. Κουντουριώτου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§2Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ζητηθέντα πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας τῶν ἐρεῶν, τῆς ἐνεργηθείσης κατὰ τὸ 1899, τῇ 28 Μαρτίου.

§3Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 67 τοῦ περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ᾼΡΟΗʹ νόμου». Ἀφορᾷ εἰς τὴν εἴσπραξιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς χρυσὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, διότι ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ ἐγεννήθησαν ἀντιρρήσεις, ἂν πρέπει νὰ πληρώνωνται τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς χρυσὸν ἢ εἰς χαρτονόμισμα.

§4Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πάντοτε ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.

§5Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.

§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε!

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 174).

§8Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, ἐμφαίνοντα τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν...

§9Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἀνέρχεται αὕτη;

§10ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀνέρχεται, ὡς πρὸς μὲν τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης τῶν ἤδη ὑφισταμένων ἀρχῶν, εἰς 99,000 κατ’ ἔτος δραχμάς...

§11ΠΕΤΑΛΑΣ. Χρυσᾶς;

§12ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι, χαρτίνους... Ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν δὲ τῆς δαπάνης ἕνεκα προσθήκης νέων θέσεων εἰς τὰς ὑφισταμένας προξενικὰς ἀρχὰς, εἰς δρ. 74,000, καὶ ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης τὴν ἐκ τῆς συστάσεως νέων προξενικῶν ἀρχῶν, μέχρι τοῦδε ἀμίσθων καὶ ἤδη ἐμμίσθων, εἰς δρ. 100,000. Ὑπάρχουσιν, ἐννοεῖται, εἰσπράξεις, ἃς μέχρι τοῦδε ἐκαρποῦντο οἱ ἄμισθοι πρόξενοι, αἵτινες περίπου ἀνέρχονται εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀνέρχονται καὶ αἱ δαπάναι τῶν νέων προξενικῶν ἀρχῶν. Πρὸς τούτοις καταθέτω κατάστασιν τῶν ἐσόδων τῶν ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν διὰ τὸ 1899, ἀνερχομένων εἰς 550,000 φρ. χρυσᾶ. Τὰ ἔσοδα εἶναι 550,000 φρ. χρυσᾶ, τὰ δ’ ἔξοδα 656,000 δραχμαί. Ὥστε τὰ ἔξοδα εἶναι ἐλάσσονα τῶν ἐσόδων. Προσέτι καταθέτω σημείωμα εἰσπράξεων τῶν τέως Προξενικῶν Πρακτορείων, νῦν δὲ μεταβαλλομένων εἰς ἔμμισθα Ὑποπροξενεῖα. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι διὰ τῆς καταθέσεως τῶν πινάκων ἀπαντῶ εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.

§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τυπωθῶσιν αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε, διότι εἶναι ἀπαραίτητα.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175).

§15ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω καὶ ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Θηβῶν βουλευτοῦ κ. Δαούτη περὶ πολιτικῶν καὶ ποινικῶν ἀποφάσεων τῶν προξενικῶν δικαστηρίων Κωσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας καὶ Σμύρνης κατὰ τὰ ἔτη 1897, 1898 καὶ 1899, καὶ ἐκθέσεις τῶν προξενικῶν ἀρχῶν Ἀλεξανδρείας, Σμύρνης καὶ Καΐρου περὶ τῶν σχολαζουσῶν περιουσιῶν ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Σμύρνῃ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887 μέχρι τοῦ ἔτους τούτου, εἰς ἀπάντησιν πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Κραναίας βουλευτοῦ κ. Μομφερράτου. Πρὸς τούτοις, εἰς ἀπάντησιν πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Πάλλης κ. Μπασιᾶ, καταθέτω τὰς ἐκθέσεις διαφόρων προξενικῶν ἀρχῶν, αἵτινες, ἀπαντῶσαι εἰς ἐρώτησιν τοῦ Ὑπουργείου, συνέστησαν ὡς ἀναγκαίας τὰς μεταβολὰς, εἰς ἃς προέβημεν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος προξενικοῦ νομοσχεδίου.

§16Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ Δεκέμβριον μῆνα ἐνεστῶτος ἔτους, κύριε Ὑπουργὲ, εἶχον ὑποβάλει ἐπερωτήσεις τινὰς, δι’ ὧν ἐζήτουν τὴν κατάθεσιν τῶν βιβλίων ἐλέγχου καὶ ἄλλας τινὰς πληροφορίας, ἀναφερομένας εἰς τὰ Προξενεῖα. Περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἐδηλώσατε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὰς διακοπὰς θέλουσι κατατεθῆ αἱ πληροφορίαι, ὡς καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἐκείνῃ ἀναφερόμενα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε καὶ διὰ τὸ ὁποῖον εἶχον ζητήσει τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ αἱ πληροφορίαι εἰσέτι δὲν προσεκομίσθησαν. Σᾶς ὑπομιμνήσκω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην, καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἵνα ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ταύτης, εἰ δυνατὸν, προσαγάγητε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διότι πολὺ θέλουν συντελέσει αὗται εἰς διαφώτισιν διατάξεών τινων τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ. Πλὴν δὲ τῶν βιβλίων ἐλέγχου, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, εἶχον παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ προσαγάγητε καὶ πιστοποιητικὰ, βεβαιοῦντα τὰ προσόντα προξένων τινῶν, οἵτινες καὶ ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἐκείνῃ. Πολὺ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἵνα εὐαρεστηθῆτε νὰ καταθέσητε τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα, διότι δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη, ὅτι οἱ διορισμοὶ αὐτοὶ εἶναι παράνομοι...

§17ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδεὶς διορισμὸς εἶναι παράνομος.

§18ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπάρχει τοιαύτη ἰδέα, οἵαν εἶπον.

§19ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδόλως.

§20ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπάρχει. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι, ἀφοῦ ἐδόθη τοιαύτη ἀφορμὴ, ἔπρεπε νὰ σπεύσητε νὰ καταθέσητε τὰ πιστοποιητικὰ, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν προέβητε ἢ μὴ εἰς διορισμὸν χωρὶς νὰ ὑπάρχωσιν ὅλα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα στοιχεῖα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω καὶ μίαν ἄλλην ἐπερώτησιν. Γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι συνεπείᾳ ἐνεργειῶν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις εἶχεν ὁρίσει ποσὸν 65,000 λιρῶν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἀπελευθερωθέντων Ἑλλήνων καὶ Εὐρωπαίων ἐκ τῆς πόλεως Ὄμδερμαν. Ἀπηλευθερώθησαν ὄντως 24 ἐκ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι διέμενον ἐν αἰχμαλωσίᾳ ἐπὶ 18 ὅλα ἔτη! Ἐπανελθόντες δ’ εἰς Αἴγυπτον, ὑπέβαλον πρὸς τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ πολιτικὸν πράκτορα τῆς Ἑλλάδος τὰς αἰτήσεις αὑτῶν, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδὲν ἀπολύτως ἐγένετο. Ἐγνώσθη μάλιστα τελευταῖον, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρίσει διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται Ἑλλήνων καὶ Εὐρωπαίων αἰχμαλώτων, τὸ διέθεσε πρὸς ἀμοιβὴν τοῦ αἰγυπτιακοῦ στρατοῦ, ὅστις ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον τοῦ Σουδάν. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος προσαγάγητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην διημείφθησαν μεταξὺ τοῦ Πολιτικοῦ Πρακτορείου ἡμῶν καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ ὑπομνήσητε εἰς τὸν κύριον πολιτικὸν πράκτορα νὰ δώσῃ σαφεῖς πληροφορίας, πόθεν ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ μετατροπὴ τοῦ σκοποῦ τῆς διαθέσεως τῶν 65,000 λιρῶν, αἱ ὁποῖαι ὡρισμένως εἶχον προορισθῆ διὰ τοὺς αἰχμαλώτους.

§21Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς μοὶ ἀπηύθυνε, θέλω εὐχαρίστως αὔριον ἢ μεθαύριον καταθέσει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ πληροφορίαι του εἶναι ἀνακριβεῖς. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἀνακριβὴς εἶναι ἡ εἴδησις, ἣν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ παρανόμων διορισμῶν ἀμίσθων προξένων. Ὑποθέτω ὅτι ἴσως ἄμισθός τις πρόξενος παυθεὶς ἐχορήγησεν αὐτῷ ἀνακριβεῖς πληροφορίαι περὶ τῶν νομίμως διορισθέντων ἀμίσθων προξένων.

§22ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον βεβαιοῦτε.

§23ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδεὶς οὔτε παρ’ ἐμοῦ οὔτε παρὰ τῶν προκατόχων μου διωρίσθη παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἴσως ὁ κύριος Βουλευτὴς δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς, τί ζητεῖ παρ’ ἐμοῦ. Ζητεῖ πιθανῶς νὰ μάθῃ, ἂν οἱ διορισθέντες ἄμισθοι πρόξενοι ἦσαν πρώην ὑπάλληλοι. Τοιαύτην ἔννοιαν ἴσως ἔχει ἡ ἐπερώτησίς του. Ὑπάρχει τῷ ὄντι διάταξις τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν προτιμῶνται πρώην ὑπάλληλοι, ἀλλ’ εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ ἀμίσθους προξένους ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι δὲν διετέλεσαν ὑπάλληλοι. Ἐζήτησα, κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἔλαβον δὲ γνῶσιν πίνακος, ὅστις φέρει τὰ ὀνόματα 120 περίπου κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν διορισθέντων παρὰ διαφόρων Ὑπουργῶν ἀμίσθων προξένων, οἵτινες δὲν εἶχον προηγουμένην ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως οὐδεὶς παράνομος διορισμὸς ἐγένετο. Τὰς ἄλλας πληροφορίας, ἃς ἐζήτησεν ὁ κύριος Δούνης, δύναται νὰ εὕρῃ ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μπασιᾶ, ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν. Μοὶ ἐζήτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ βιβλία ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἂν ἦτο χθὲς παρὼν, ἤθελεν ἀκούσει, λεχθὲν παρ’ ἐμοῦ, ὅτι βιβλία ἐλέγχου ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν δὲν ὑπάρχουσι, καθόσον οἱ ἄμισθοι προξενικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως κατ’ ἔτος ὑποβάλλωσι βιβλία ἐλέγχου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐν τούτοις ἐζήτησα τοιαῦτα, καὶ ὅσα μοὶ ἐστάλησαν εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀφοῦ κατέθηκα ἐπίσημον σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνονται αἱ εἰσπράξεις, εἶναι περιττὸν νὰ προσαγάγω καὶ αὐτά.

§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βεβαίως.

§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας χρηματικῆς εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον. Ὡς γνωρίζετε, κατ’ ἔτος τὸ Δημόσιον δίδει εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον χορήγημά τι. Περὶ τοῦ χορηγήματος τοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον διδομένου ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1895, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος κανονίζει μόνον τὰ τοῦ χορηγήματος τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἔκτοτε, χωρὶς νὰ γείνῃ ἕτερος νόμος, ἐξηκολούθησεν ἡ καταβολὴ χορηγήματος, καὶ οὕτως ἀνεγράφη εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1896–1899 ἡ συνεισφορὰ αὕτη, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 137,000 δραχμὰς, ἄνευ νόμου κανονίζοντος αὐτήν. Ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπάρχῃ νόμος κανονίζων τὰ τοῦ χορηγήματος, καὶ ἐπειδὴ, μὴ ὑπάρχοντος νόμου, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δύναται νὰ φέρῃ δυσκολίας εἰς τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, ἐθεώρησα ὅτι ἦτο πρέπον νὰ ὑποβάλω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου θ’ ἀναγραφῇ καὶ τὸ ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΧΕʹ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ὑπάρχει μία ἔλλειψις, ὅτι δὲν γίνεται λόγος περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Τὰ περὶ τούτων κανονίζονται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Ἐκτὸς τούτου ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἐκανονίζετο ἡ ἐκλογὴ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι αὕτη θὰ ἐγίνετο σὺν τῇ ἐκλογῇ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ ἄρθρον τι, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελε γείνῃ ἐκλογὴ χωριστά. Ἐπειδὴ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀκριβῶς εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται, ὅτι γιγνομένης τῆς ἐκλογῆς χωριστὰ δὲν ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία δικαστικῶν ἀντιπροσώπων. Καὶ τοῦτο πρὸς ἀποφυγὴν τῆς μεγάλης δαπάνης, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ὁ διορισμὸς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ὑποβάλλω ἔτι νομοσχέδιον περὶ προκαταβολῆς τοῦ Δημοσίου 30,000 δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ζαππείου Παρθεναγωγείου. Καθὼς γνωρίζετε, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διαχειριζομένη τὰ τῆς περιουσίας τοῦ Ζάππα εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκ τῆς διαθήκης αὐτοῦ νὰ συνεισφέρῃ ὡρισμένον ποσὸν κατ’ ἔτος πρὸς συντήρησιν τῶν Ζαππείων Παρθεναγωγείων. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ περιῆλθεν ὡς ἐκ τοῦ πολέμου εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι δὲν τῇ ἐπιτρέπουσι νὰ καταβάλῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν· ἐκ τούτου δὲ πολλοὶ κίνδυνοι δύνανται νὰ προέλθωσιν εἰς τὰ εἰρημένα καταστήματα, περὶ ὧν καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐνδιαφερώμεθα. Ἄλλον τρόπον δὲν εὕρομεν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος ἢ νὰ προκαταβάλωμεν ποσόν τι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ζαππείου, τὸ ὁποῖον αὕτη ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Ὑποβάλλω προσέτι σχέδιον νόμου περὶ φωτισμοῦ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐτησίας χορηγίας ἐκ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Κερκύρας πρὸς τὸν δῆμον Κερκυραίων. Ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας εἰς διαφόρους δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμους τινὰς, δι’ ὧν ἐπιτρέπεται εἴς τινας ὑπαλλήλους νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν ἐν Κρήτῃ· διὰ τῶν νόμων τούτων ἐξασφαλίζεται τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως τῶν εἰρημένων ὑπαλλήλων. Ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατον, εὐθὺς ὡς παρίσταται ἡ ἀνάγκη χορηγήσεως ἀδείας εἰς ὑπάλληλόν τινα, νὰ φέρωμεν εἰδικὸν νόμον, καλὸν εἶναι νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα διὰ νόμου ἐπιτρέποντος νὰ χορηγῶνται τοιαῦται ἄδειαι εἰς ὑπαλλήλους θεωρουμένους παρὰ τῆς Κρητικῆς Κυβερνήσεως ἀναγκαίους. Καταθέτω ἤδη ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κυρίου Ἀλεξάκη.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 176–181).

§27ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέν, περὶ προκαταβολῆς ποσοῦ εἰς τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ζάππειον Παρθεναγωγεῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐγκρίνῃ ἐξ ὅλης ψυχῆς ἡ Βουλή, διότι προνοεῖ περὶ ἱδρύματος μεγάλης ἐθνικῆς σημασίας, ἕνεκα τῶν καρπῶν, οὓς ἀποφέρει, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἄξιον μεγάλης ὑποστηρίξεως. Καὶ ὁ λόγος, ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναφέρει, ὅπως δικαιολογήσῃ προχείρως τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Ζάππα ἐπιτροπὴ δὲν εὐπορεῖ, ἕνεκα τῆς ἀπωλείας τῶν ἐκ τῆς Θεσσαλίας εἰσοδημάτων, ἅτινα εἶναι καὶ τὰ μεγάλα αὐτοῦ εἰσοδήματα, εἶναι ἀληθής. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπέστη καιρὸς νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν μόνος οὗτος ὁ λόγος ἐπήνεγκε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ζαππείου πρὸς τὸ Ζάππειον Παρθεναγωγεῖον, ἱερᾶς ὑποχρεώσεως, ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τῆς διαθήκης. Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι μόνος ὁ λόγος οὗτος· καὶ ἐπειδὴ ἔρχεται εἰς ἐξέτασιν τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ ὑποκαταστήσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τὴν ἐπιτροπὴν τὴν Ζάππειον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν κληροδοτημάτων τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς πάντας, καὶ πάσας τὰς πληροφορίας, αἵτινες θέλουσι δείξει εἰς τὴν Βουλὴν, ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ κεφάλαια τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ εἰς ὁμόλογα καὶ μετοχάς, καὶ τὰ χρήματα τὰ κατατεθειμένα ἐπὶ τόκῳ, ἀφ’ οὗ χρόνου παρέλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας. Διότι ἡ ἐπιτροπὴ παρέλαβε μὲν ὁμολογίας καὶ μετοχὰς ἀνηκούσας εἰς τὸν μακαρίτην Ζάππαν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων αὐτῆς κατήρτισε κεφάλαιον, ὅπερ κατετέθη ἐπὶ τόκῳ ὑπὸ τῶν διευθυνόντων τὰ τῆς περιουσίας. Αἱ πληροφορίαι αὗται θέλουσι δώσει ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τοῦ ζητήματος ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, καὶ ἀποφανθῇ, ἂν πρέπει νὰ καταβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ βοήθημα εἰς τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ζάππειον Παρθεναγωγεῖον ἀντὶ τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς.

§28Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα δεικνύοντα τὰ εἰσοδήματα τῆς Ζαππείου περιουσίας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τὴν ἐπιτροπήν.

§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως διευκολύνω τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας, παρατηρῶ, ὅτι ἡ διαθήκη εἶναι τετυπωμένη ἐν φυλλαδίῳ. Πάντες ἐπίσης οἱ ἀπολογισμοὶ μέχρι τοῦ 1898 νομίζω ὅτι εἶναι δημοσιευμένοι διὰ τοῦ τύπου, ὥστε ἔχομεν πάντα ταῦτα πρόχειρα. Ὑπάρχει δὲ καὶ βιβλίον ὀγκῶδες, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ τῆς περιουσίας τοῦ Ζάππα τῆς τε ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, καὶ περιλαμβάνει πρὸ πάντων ἐκθέσεις, οὐχὶ πάσας, πολλοῦ λόγου ἀξίας, ἑνὸς τῶν ἐμπίστων τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, τοῦ κυρίου Ἰωάννου Λοβέρδου, διαχειριστοῦ τῶν κτημάτων ἐν Ῥουμανίᾳ. Εἶπον οὐχὶ πάσας, διότι μετὰ τὴν τύπωσιν τῶν τευχῶν τούτων ὑπεβλήθησαν καὶ ἕτεραι ἐκθέσεις τοῦ κυρίου Λοβέρδου, ἐξ ὧν, ἐὰν μελετηθῶσι, θέλει προκύψει, ὅτι σπατάλη ὁλοκλήρου ἑκατομμυρίου ἐγένετο καὶ ἀπώλεια εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, μεταξὺ Ῥουμανίας καὶ Ἑλλάδος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν, τί συμβαίνει, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν ἴδωμεν τοῦτο, θέλομεν κατανοήσει τί συμβαίνει, θέλομεν κατανοήσει τί ἐξέφυγε τῶν χειρῶν ἡμῶν ἐκ τῆς κληρονομίας τοῦ Ζάππα.

§30Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ προσθέσω ὀλίγα τινά. Ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς Ἠπείρου λαμβάνω ἐπιστολὰς, δι’ ὧν παραπονοῦνται αἱ κοινότητες, ὅτι δὲν ἀποδίδονται εἰς αὐτὰς τὰ ἀναγκαῖα κληροδοτήματα ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα. Διὰ τοῦτο προσθέτω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ δοθῶσι πληροφορίαι, διότι καλὸν νὰ ἐξηγηθῇ εἰς τὰς κοινότητας, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ τι ἐκ τῶν κληροδοτημάτων τῶν ἀφεθέντων εἰς αὐτάς.

§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ συγχωρηθῇ, ἂν καὶ πάλιν λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Πράττω τοῦτο, ἵνα διευκολύνω τὰς ἐρεύνας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἀφορῶσιν εἰς κληροδοτήματα ἀφεθέντα ὑπὸ τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα, ἀναφέρονται δὲ εἰς δύο ἢ τρεῖς κοινότητας τῆς Ἠπείρου, τὴν τοῦ Λαμπόβου καὶ ἄλλας τινάς. Ἀλλὰ τὰ κληροδοτήματα ταῦτα οὐδέποτε ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, διότι, ἐν ὅσῳ μὲν ἔζη καὶ εἶχε τὴν ἐπικαρπίαν τῆς περιουσίας τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας, αὐτὸς παρέδιδε τὰ ποσὰ εἰς τὰς κοινότητας· ἀλλ’ ἅμα τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, ὅτε ἑνουμένης τῆς ἐπικαρπίας εἰς τὴν κυριότητα ἤρχετο ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ἐπῆλθεν ἡ κατάσχεσις τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὕτω πᾶσα ἡ περιουσία ἐκείνη κατέχεται ὑπ’ αὐτῆς καὶ ἄλλων ἐν Ρουμανίᾳ, εἰς δὲ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων δὲν ἔμεινεν ἄλλο, παρὰ τὸ κατάστημα τῶν Ὀλυμπίων, ὅπερ, ὡς γνωστὸν, δὲν ἀποφέρει εἰσόδημα. Ἡ δίκη δὲ, ἥτις ἠγέρθη ἐν Ρουμανίᾳ, διεξήχθη κατὰ τρόπον δαπανηρότατον διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, ἥτις ἐδαπάνησεν εἰς τὰ Ρουμανικὰ δικαστήρια ποσὸν κολοσσιαῖον καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε τὰ δίκαια αὐτῆς ἀπώλοντο καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἀπώλοντο, διότι πάντα τὰ συμφέροντα συνησπίσθησαν, ἵνα ἐξοβελίσωσι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ στερήσωσιν αὐτὴν πάσης ἀξιώσεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐνταῦθα εἶχε καταβληθῆ πρόνοια, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἓν μέρος τῶν δικαίων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ κατέσχε κληροδοτήματα ὀφειλόμενα ὑπὸ τῆς περιουσίας τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα εἰς τοὺς ἀνεψιοὺς αὐτοῦ, οἵτινες ἐν Ρουμανίᾳ διεξεδίκουν τὴν κληρονομίαν τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα, ἐγένετο δ’ ἐγκαίρως ἡ κατάσχεσις, τελευταῖον ὅμως δὲν ἠξεύρω ποῖαι γνῶμαι ἐπεκράτησαν, καὶ ἡ κατάσχεσις αὕτη περιουσίας ἀναβαινούσης εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων εἰς συμψηφισμὸν μέρους τῶν ἐν Ρουμανίᾳ ἀπωλειῶν, ἡ κατάσχεσις αὕτη ἤρθη, καὶ ἔκτοτε ὅλον τὸ χρῆμα, τὸ κατασχεθὲν ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1899, παρεδόθη εἰς ἐκείνους, καθ’ ὧν εἶχεν ἐνεργηθῆ ἡ κατάσχεσις. Τοιαῦτα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα ὡς πρὸς τὰ χωρία τὰ ἐν Ἠπείρῳ. Εἰς ταῦτα ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων οὐδέποτε ἐπλήρωσε ποσόν τι, ἀλλὰ μόνον ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας ἐπλήρονεν, ἐνόσῳ ἔζη, διότι ἐξετέλει αὐτὸς τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα.

§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν ἐδημοσιεύθη ἢ ὄχι ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, ἀγνοῶ· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν τῆς διαθήκης ταύτης. Ἐπειδὴ δὲ ἡ περιουσία τῶν δύο ἐξαδέλφων ἐχρησιμοποιήθη πρὸς ἐθνικοὺς σκοποὺς, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωσιν, ἐμφαίνουσαν ποία ἡ πρόσοδος τῆς περιουσίας τῆς ἐν Ἑλλάδι κειμένης τοῦ ἀειμνήστου Κωνσταντίνου Ζάππα, καὶ ποῖαι ὑποχρεώσεις κατὰ τὴν διαθήκην βαρύνουσι τὴν ἐπιτροπὴν, δηλαδὴ τὴν ἐν Ἑλλάδι περιουσίαν, εἴτε πληρονόμεναι ἐνταῦθα, εἴτε ἀλλαχοῦ.

§33ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Συνέπεσεν ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός μου νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἕνεκα τούτου νομίζω χρέος μου νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, σὺν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν οἱ προλαλήσαντες, νὰ καταθέσῃ πρῶτον ὅλας τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν νομικῶν, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίσθη πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς δίκης περὶ τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα, δεύτερον τὴν ἀλληλογραφίαν τὴν διαμειφθεῖσαν μεταξὺ τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ρουμανίας· τρίτον νὰ κατατεθῇ πᾶσα ἡ δικογραφία ἡ σχετιζομένη μὲ τὴν τελευταίαν κατάσχεσιν, τὴν ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς χεῖρας τῶν δύο κληροδόχων τῆς κληρονομίας Κωνσταντίνου Ζάππα, ὅπως καὶ αὕτη χρησιμεύσῃ εἰς διαφώτισιν τῶν κ. Βουλευτῶν. Ἂν δ’ ἦτο δυνατόν, νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τά τε ἀφορῶντα εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ μακαρίτου Εὐαγγέλου Ζάππα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ θανάτου του, ὁπότε τὸ Δημόσιον, προβλέπον τὴν ἐνδεχομένην ἀμφισβήτησιν τῆς διαθήκης, προὐκάλεσε γνωμοδοτήσεις διαφόρους τότε, καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ μακαρίτου Κωνσταντίνου Ζάππα, ὡς καὶ τὰ κατὰ τὰς σχετικὰς δίκας ἔγγραφα.

§34ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Ἀπὸ τοῦ 1889.

§35ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔχουσι τυπωθῇ δύο τεύχη· τὸ ἓν ἀφορᾷ εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα, περιέχον τὴν διαθήκην καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἠδύναντο νὰ ἀντιτάξουν οἱ κληρονόμοι κατὰ τῆς διαθήκης, καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, περιέχον καὶ τὸν σχετικὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδέχθη τὴν κληρονομίαν τὸ Δημόσιον καὶ συνέστησε τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Ζάππειον. Φρονῶ ὅτι ταῦτα εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατεθῶσιν, ὅπως γείνῃ πλήρης τῆς ὑποθέσεως ἔρευνα.

§36ΜΠΑΣΙΑΣ. Κατά τινα συνεδρίαν τῆς παρελθούσης Συνόδου ἐζήτησα δι’ ἐπερωτήσεώς μου ἀκριβῶς τὰ νῦν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ζητηθέντα, ἀλλὰ δυστυχῶς, κατὰ κακὴν ἐπικρατοῦσαν συνήθειαν, εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, εἴτε ἐξ ἀκαταστασίας ἢ ἀνικανότητος τῆς ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ὑπηρεσίας, οὐδ’ εἰς ἐμὲ ἐδόθη ἡ ὀφειλομένη ἀπάντησις. Ἤδη ἐν καιρῷ ἐξεδόθησαν δύο Λευκαὶ Βίβλοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπειδὴ δ’ ἔκτοτε σπουδαιότατα συνετελέσθησαν ζητήματα, ὡς ἡ ἀποκατάστασις τῶν μετὰ τῆς Ρουμανίας φιλικῶν σχέσεων, ἡ τελεσίδικος ἀπόφασις τῶν Ρουμανικῶν δικαστηρίων καὶ συμβιβασμὸς μετὰ τῶν κληρονόμων, φρονῶ ὅτι δέον νὰ ἐκδοθῇ καὶ τρίτη Λευκὴ Βίβλος, περιέχουσα ὁλόκληρα τὰ εἰρημένα ἔγγραφα, πρὸς δὲ καὶ τὰ σχετικὰ ἐπὶ τούτων διαμειφθέντα καὶ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας καὶ τὴν ἐν γένει ἐξέλεγξιν καὶ κατάστασιν τῆς πολυπαθοῦς καὶ πολυθρυλήτου κληρονομίας Ζάππα, ἵνα οὕτω μελετήσωμεν αὐτὰ καὶ σχηματίσωμεν σαφῆ γνώμην.

§37ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ νέου Φαλήρου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ληφθῇ καὶ αὕτη ὑπ’ ὄψιν ὁμοῦ μὲ τὰς ἄλλας ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις παρέπεμψεν εἰς ἐπιτροπὴν περὶ τῶν παθόντων ἐκ τῆς πλημμύρας, διότι αὐτοὶ εὑρίσκονται μεταξὺ φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας, ἢ μᾶλλον μεταξὺ φθορᾶς καὶ φθορᾶς. Ἀπετάθησαν εἰς τὰς Ἀθήνας, τοῖς εἶπον ὅτι διοικητικῶς, ἢ μᾶλλον δημοτικῶς, ὑπάγονται εἰς τὸν Πειραιᾶ· ἀπετάθησαν εἰς τὸν Πειραιᾶ, τοῖς εἶπον, ὅτι τὰ βοηθήματα τὰ δοθέντα ἦσαν διὰ τὸν Πειραιᾶ, τὸ δὲ Νέον Φάληρον δὲν εἶναι Πειραιεύς. Οὕτω δὲ οἱ παθόντες τὰς μεγίστας ζημίας εὑρίσκονται μεταξὺ φθορᾶς καὶ φθορᾶς. Καὶ ἐπειδὴ περὶ πλημμυροπαθῶν ὁ λόγος, θὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ παρελθὸν τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶχον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τοῦ χωρίου Κουκουβαούνων, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἔστειλε μηχανικόν, ὅστις ἐργάζεται ἤδη πρὸς κατάστρωσιν τοῦ σχεδίου τοῦ χωρίου, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ κάτοικοι νὰ ἀνεγείρωσι τὰς οἰκοδομάς των. Ἔκτοτε μετέβην εἰς τὸ χωρίον Κουκουβάουνες, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία παρήχθη εἰς ἐμὲ, καὶ θὰ παρήγετο εἰς οἱονδήποτε ἤθελε μεταβῆ καὶ ἴδει, εἶναι ἀνωτέρα πάσης περιγραφῆς· διότι ἡ κεντρικὴ ὁδὸς τοῦ χωρίου, ἡ ὁποία εἶχε πλάτος 12 ἢ 14 μέτρων, σήμερον εἶναι εὐρεῖα κοίτη, χείμαρος 50 ἢ 60 μέτρων, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύο μόνον οἰκοδομαὶ σώζονται, καὶ αὗται οὐχὶ ἕνεκα τῆς ἀσφαλεστέρας ἴσως αὐτῶν κατασκευῆς, ἀλλ’ ἕνεκα ὅλως διόλου τυχαίου συμβάντος. Εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ ἴδω καὶ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς πλημμύρας. Τὸ ἔργον αὐτὸ, ὡς ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος ὁ μηχανικὸς, εἶναι προσωρινὸν, ὅπως ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δευτέρα βροχὴ ἐπήρχετο, μὴ βλαφθῶσιν αἱ οἰκοδομαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐσώθησαν ἀπὸ τὴν πρώτην πλημμύραν. Αὐτὸ ἦτο ἔργον χιλίων ἢ δύο χιλιάδων δραχμῶν, διότι οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ μία ἐκσκαφὴ χάνδακος ὑπάρχοντος δεξιὰ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης πρὸς τὴν Κηφησιάν. Ἀλλ’ ἐκεῖθεν ὡδηγήθην ὑπὸ τῶν κατοίκων εἰς ὀλίγον ἀπωτέραν θέσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους, δύναται νὰ γείνῃ ἔργον, ὅπερ δύναται νὰ σώσῃ ἐντελῶς τὸ χωρίον, ἐπαπειλούμενον ὑπὸ δευτέρας πλημμύρας. Περὶ τούτου λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸν μηχανικὸν νὰ κάμῃ τὴν ἀπαιτουμένην μελέτην καὶ τὸν ἀπαιτούμενον προϋπολογισμὸν, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ἔργον δὲν θὰ στοιχίσῃ πολὺ, δὲν εἶναι μεγάλης ἀξίας, ἐνῷ διὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ δύναται νὰ σωθῇ διὰ παντὸς τὸ χωρίον. Αὐτὸ ἐπεθύμουν. Οἱ δὲ κάτοικοι τοῦ χωρίου προσφέρουσι τὴν ἐργασίαν αὐτῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ὅσα ἐνδείκνυνται ὡς δυνάμενα νὰ γείνωσιν ὑπ’ αὐτῶν, τὸ δὲ τεχνικὸν ἔργον, τὸ φρᾶγμα, δὲν εἶναι μεγάλης δαπάνης. Ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω τὸ ἔργον ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖον, διὰ νὰ γείνῃ πρὶν ἐπέλθῃ δευτέρα καταστροφὴ εἰς τὸ χωρίον.

§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ᾐτήσατο πληροφορίας περὶ τοῦ διορισθέντος εἰς θέσιν γραμματέως τῆς Ἐφορίας Πυλίας Ἰωάννου Πανταζοπούλου, λόγῳ ὅτι οὗτος στερεῖται τῶν ἐκ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένων προσόντων. Ἀποδεικνύεται ἀληθῶς, ὅτι ἐν τῷ Β. Διατάγματι, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη, εἶχε παρεισφρήσει λάθος γραφικὸν, ὀφειλόμενον εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἤτοι ἀντὶ νὰ σημειωθῇ Βασίλειος Πανταζόπουλος ἐσημειώθη Ἰωάννης Πανταζόπουλος. Δὲν ἔχω ἐπίσημον πληροφορίαν, ἂν ὁ οὕτω διορισθεὶς ἐγκατεστάθη. Τὸ σημείωμα, ὅπερ καταθέτω, ἀποδεικνύει, ὅτι ἐκεῖνος, πρὸς διορισμὸν τοῦ ὁποίου προὐκλήθη τὸ Β. Διάταγμα, ὀνομάζεται Βασίλειος Πανταζόπουλος, καὶ ὅτι οὗτος ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα, ὄχι δὲ ὁ ἐκ παραδρομῆς σημειωθεὶς ἐν τῷ διατάγματι. Ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ διατάξεως ἀναγραφείσης εἰς τὸν νόμον τὸν σταφιδικὸν καὶ ἀφορώσης εἰς τὰ τοῦ σταφιδοκάρπου Αἰγιαλείας. Τῇ προτάσει τῶν ἁρμοδίων, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχε καθιερωθῇ ἐξαίρεσίς τις ὡς πρὸς τὸν σταφιδόκαρπον Αἰγιαλείας καὶ τὸν σταφιδόκαρπον ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἤτοι δὲν ἐπετρέπετο κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ἡ προσαγωγὴ δελτίων ἀποταμιεύσεως, εἰμὴ μόνον ἐκ τῆς ἐν Αἰγίῳ ἀποθήκης. Τοῦτο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ προὐκάλεσε παράπονα ἐκ μέρους τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ σταφιδεμπόρων Αἰγιαλείας, οἱ ὁποῖοι μάλιστα προέβησαν καὶ εἰς καταστρατήγησιν τοῦ νόμου. Μεταβάλλεται ἤδη τὸ ἄρθρον 4 κατὰ τρόπον, ὥστε αὐτὸς ὁ περιορισμὸς νὰ μείνῃ μόνον διὰ τὴν Κεφαλληνίαν, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κεφαλληνίας οὐδὲν μέχρι τοῦδε παράπονον ὑπέβαλον, τοὐναντίον μάλιστα οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ἐδήλωσαν, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ μείνῃ ὁ περιορισμὸς οὗτος ὡς πρὸς τὴν Κεφαλληνίαν. Ἐγένετο λόγος κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων περὶ τῶν δηλωσάντων ἐθνικὰς γαίας κατὰ τὸν περὶ ἐθνικῶν γαιῶν νόμον, οἵτινες δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὰς γαίας τὰς ὁποίας ἐδήλωσαν καὶ αἱ ὁποῖαι παρεχωρήθησαν εἰς αὐτούς. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην εἶπον εἰς ἀπάντησιν τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, οἵτινες προὐκάλεσαν δι’ ἐπερωτήσεως τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον παραχωρητήρια, ὁ νόμος ὁ σχετικὸς παρέχει τὴν εὐκολίαν τῆς παραιτήσεώς των. Ὑπῆρχεν ὅμως μία δυσκολία ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ παραχωρητήρια, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τριῶν μόνον μηνῶν εἶχον τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, νὰ παραιτηθῶσιν. Ἀποδεικνύεται νῦν, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, οἵτινες ἔλαβον τὰ παραχωρητήρια, δὲν ἦσαν κάτοχοι δηλωθεισῶν ὑπ’ αὐτῶν γαιῶν, καὶ παρημέλησαν ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ παραιτηθῶσιν αὐτῶν. Αὐτοὶ δικαίως ἐξεγείρονται κατὰ τῆς ἀπαιτήσεως, ὅπως πληρώσωσι δόσεις τῶν γαιῶν τούτων, γαιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔλαβον κατοχήν. Ἐνόμισα, ὅτι εἶναι προσῆκον καὶ δίκαιον νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία ἐπὶ ἓξ μῆνας, ὅπως οἱ βουλόμενοι παραιτηθῶσι καὶ ἀπαλλαγῶσι τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου. Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριφυλίας κυρίου Πονηροπούλου ἐγένετο λόγος καὶ περί τινος ἄλλου ἀτόπου, λαμβάνοντος χώραν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ἀτόπου τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς μεταβιβάσεως γαιῶν πρὸς ἕτερον διὰ πράξεως συμβολαιογραφικῆς. Εἰς τὰ δημόσια βιβλία εἶναι ἐγγεγραμμένοι βεβαίως ὡς ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου οἱ τὸ πρῶτον δηλώσαντες· αὐτοὶ καταδιώκονται, ἐνῷ τὰς γαίας κατέχουσι δυνάμει νομίμων τίτλων ἕτεροι. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου προτείνεται ἡ ὡς πρὸς τοῦτο ἐνδεικνυομένη θεραπεία, ἐπιτρεπομένης τῆς καταδιώξεως καὶ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο νομίμως ἐκδοχεῖς καὶ κατέχουσι τὰς ἐθνικὰς γαίας. Εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐνθυμεῖσθε, εἶχε ψηφισθῇ νόμος περὶ συστάσεως τριῶν νέων συνεργείων, ὅπως ὁ νόμος περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς ἐπὶ τέλους κατωρθωθῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἐλήφθη ὡς προσὸν ἀπαιτούμενον ἀπὸ τοὺς διορισθησομένους τὸ προσὸν γραφέως βʹ τάξεως, δηλ. δίπλωμα Πανεπιστημίου, ἢ ἀπολυτήριον Γυμνασίου ἢ Σχολαρχείου καὶ διετὴς ὑπηρεσία. Ὡς ἐκ τούτου ὀλίγιστοι προσῆλθον. Ἐν τούτοις τῶν συνεργείων ἡ ἐργασία εἶναι πολύτιμος. Δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ συνεργείων, καθ’ ὃ ἀρκεῖ καὶ τὸ προσὸν τῆς ὑπηρεσίας γραμματέως Ἐφορίας ἢ Ταμείου. Ἐν Σύρῳ ὑπῆρχε μία οἰκία, συνεχομένη μετὰ τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος, ἡ ὁποία ὅμως ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρείαν, τὴν πρὸ τῆς σημερινῆς λειτουργοῦσαν ἐν Σύρῳ. Ἡ οἰκία χρησιμεύει εἰς τὴν δημοτικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι μάλιστα οὕτω συνηνωμένη μὲ τὸ κατάστημα τὸ τελωνειακὸν, ὥστε ἡ πρόσκτησις αὐτῆς ἦν ἐπιβεβλημένη. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε συνομολογήσει σύμβασιν περὶ προσκτήσεως τοῦ οἰκοδομήματος τούτου. Νῦν ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ συμβολαίου τούτου.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 182–185).

§40ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλε, περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν ἔθιξε τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Κεφαλληνίαν. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔλαβον τὸν λόγον πρό τινων ἡμερῶν, ἀκριβῶς δὲ σήμερον ἐσκόπουν νὰ ἐπανέλθω, διότι ἔλαβον τηλεγράφημα μακροσκελὲς παρὰ πλείστων συμπολιτῶν μου καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ παρακαλοῦσι νὰ συντελέσω, ὅπως, ἂν ἐπέλθῃ μεταβολή τις εἰς τὸν περὶ παρακρατήσεως νόμον, μὴ θιγθῶσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Κεφαλληνίαν· χαίρω δὲ, διότι ὡς πρὸς τοῦτο μὲ προέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφ’ ᾧ καὶ πάλιν τὸν εὐχαριστῶ.

§41Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Ἡ ἐν Κάρδιφ τῆς Ἀγγλίας Ἑλληνικὴ παροικία μοὶ πέμπει ἀναφορὰν, δι’ ἧς παραπονοῦνται οἱ ἐκεῖ ἀποκατεστημένοι Ἕλληνες κατὰ τοῦ αὐτόθι προξένου τῆς Ἑλλάδος. Παρόμοια παράπονα διεβίβασαν καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὰ παράπονα, τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτιθέμενα, εἶναι βάσιμα ἢ μὴ, ἀλλὰ διὰ νὰ παραπονῶνται καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, βεβαίως κἄτι θὰ συμβαίνει, καὶ εὐλόγως παραπονοῦνται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα ταῦτα, καὶ ἂν εὕρῃ αὐτὰ βάσιμα, νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν.

§42Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἀναφορὰν τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, ἐν ᾗ ἐκτίθενται παράπονα ἀφορῶντα εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ προξένου. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην παρέπεμψα εἰς τὴν ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείαν, ὅπως ἐξετάσῃ, ἂν τὰ παράπονα εἶναι βάσιμα.

§43ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῆς Μαρίας Ἀντωνίου καὶ Γεωργίας Δασκαλάκη, χηρῶν ἀστυφυλάκων φονευθέντων κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐν Ἠπείρῳ. Αἱ δυστυχεῖς αὗται γυναῖκες μετὰ τὸν θάνατον τῶν συζύγων αὐτῶν ἐζήτησαν καὶ ἔλαβον τὴν κανονικὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν ἡ θέσις τοῦ ἀστυφύλακος ἔδιδεν. Ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη ὁ εὐεργετικὸς νόμος περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν πολέμῳ φονευθέντων στρατιωτικῶν, ὑπέβαλον καὶ αὐταὶ ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησαν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου. Παραδόξως ὅμως, ἡ ἀναφορά των αὕτη δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, διότι ἰσχυρίσθη ἡ ὑπηρεσία, ὅτι δὲν ἦσαν χῆραι στρατιωτῶν, ἀλλὰ χῆραι ἀστυφυλάκων. Νομίζω ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη τοῦ νόμου εἶναι λίαν βεβιασμένη καὶ ἄδικος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι αἱ χῆραι τῶν ἀστυφυλάκων εἶχον μείζονα δικαιώματα νὰ ζητήσωσιν, ὅπως τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος, διότι οἱ μὲν στρατιῶται πίπτοντες ἐξετέλουν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, νομίμως ἐπιβεβλημένον, λόγῳ τῆς ὑπηρεσίας των, οἱ ἀστυφύλακες ὅμως δὲν εἶχον νόμιμον ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν πολέμῳ, εἶχον ἄλλην ὑπηρεσίαν, μὴ στρατιωτικὴν, ὑπακούσαντες δὲ αὐθορμήτως εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος καὶ φονευθέντες, ἐξετέλεσαν πλέον τοῦ καθήκοντος. Ἑπομένως εἶναι ἄδικον νὰ μὴ τύχωσι καὶ αἱ χῆραι αὐτῶν τοῦ εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον ἔτυχον αἱ χῆραι τῶν στρατιωτῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν...

§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§45ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. .. Καὶ ἂν τυχὸν ὑπάρχῃ κενόν τι εἰς τὸν νόμον, νὰ συμπληρωθῇ τὸ κενὸν αὐτό. Ἄλλως εἶναι ἐλάχιστος ὁ ἀριθμὸς τῶν χηρῶν τῶν πεσόντων κατὰ τὸν πόλεμον ἀστυφυλάκων· εἶναι πέντε ἢ ἕξ τοιαῦται χῆραι. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ἔχοντα καὶ τὴν ὁμόθυμον, ὡς βλέπω, σύστασιν, τῆς Βουλῆς...

§46ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§47ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. .. νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὃν παρακαλῶ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν.

§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παραδόσατε, παρακαλῶ, τὴν ἀναφοράν.

§49ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μάλιστα.

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 217,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 186).

§51ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διευκολύνῃ εἰς ἡμᾶς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις κατέστη κάπως δυσχερὴς ἀφ’ ὅτου κατὰ διαφόρους περιόδους προσετέθησαν νέαι δηλώσεις, ὧν πολλαὶ ἀναφέρονται καὶ διπλαῖ. Τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε νὰ βεβαιωθῶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων. Ποῖον εἶναι σήμερον τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων; εἶναι 112,471,000 ἢ εἶναι ὀλιγώτερα; τὰ ἔσοδα εἶναι 112,206,000 ἢ εἶναι περισσότερα; Τοῦτο, νομίζω, ἀναγκαιοῖ νὰ γνωρίζωμεν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν, διότι ἐγὼ ἔφθασα νὰ εὕρω ἔλλειμμα 400,000 δραχμῶν, ἐνῷ, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ὡμίλησε περὶ ἐλλείμματος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῇ ἀκριβὴς πίναξ τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων καὶ ἐξόδων μετὰ τὰς ὑποβληθείσας δηλώσεις.

§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὔριον θὰ τὸν καταθέσω.

§53Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω αὐτῷ φιλόφρονα ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἐξ ἐνδιαφέροντος πρὸς εὐγενῆ σκοπόν. Εἶναι δὲ ὁ σκοπὸς οὗτος ἡ προστασία τῶν ζώων, δι’ ἣν εἶναι ἱδρυμένη ἐνταῦθα ἑταιρεία ἐξ εὐγενῶν συμπολιτῶν καὶ συμπολιτίδων ἡμῶν. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν, ὡς ἐκπροσωπῶν ἐνταῦθα τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας ταύτης, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλωσι νομοσχέδιον βραχύτατον, τὸ ὁποῖον, νομίζω καὶ ἐλπίζω, ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν των, ἀφορῶν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ σκοποῦ τῆς ἑταιρείας ταύτης. Εἶναι τόσον βραχὺ τὸ νομοσχέδιον, ὥστε ἐλπίζω, ὅτι ἡ μὲν Κυβέρνησις δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ εὐγενοῦς σκοποῦ, χαρακτηρίζοντος καὶ τὸν ἡμέτερον τόπον καὶ ἡμᾶς ὡς πεπολιτισμένους.

§54Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Μάλιστα.

§55Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τοῦτο θέλω ἐπικαλεσθῆ ἐπὶ ἄλλου θέματος τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Μὴ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ἔχω αὐτὸν ἀκροατὴν χθὲς, ὅτε ὡμίλησα περὶ τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας, ἐπεφύλαξά τι, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου του, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως θὰ παρακαλέσω αὐτόν. Οἱ φανοὶ καὶ οἱ φάροι, ἱδρυμένοι εἰς τὰ παράλια τῆς ἡμετέρας χώρας, εἶναι, ὡς εἰκὸς, χρησιμώτατοι οὐ μόνον εἰς τὴν ἡμετέραν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παγκόσμιον ναυτιλίαν. Ἕνεκα δὲ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τῆς ἡμετέρας χώρας καὶ τῆς φύσεως αὐτῆς, ἡ χρησιμότης τῶν φάρων καὶ φανῶν ἀποβαίνει μείζων. Μοὶ ἐνεποίησε βαθεῖαν ἐντύπωσιν, ὅτε ἐσχάτως, ταξειδεύων διὰ ξένου ἀτμοπλοίου, συνέβη ν’ ἀκούσω, μετὰ δικαίας σχεδὸν ἀγανακτήσεως παραπονουμένους τοὺς ναυτικοὺς ἐπὶ τῇ μὴ τηρήσει τῶν διεθνῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν φάρων καὶ φανῶν. Διότι, κατὰ τοὺς διεθνεῖς κανονισμοὺς, οἱ φάροι καὶ φανοὶ πρέπει νὰ ἀνάπτωνται ἅμα τῇ δύσει τοῦ ἡλίου, οὐδὲ ἓν λεπτὸν μετὰ ταῦτα, καὶ νὰ σβέννυνται ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου εἰς τὸν ὁρίζοντα. Τοῦτο δυστυχῶς δὲν συμβαίνει εἰς τὰς ἡμετέρας ἀκτὰς, ἤκουσα δὲ δικαίως ἀληθῶς παραπονουμένους τοὺς ναυτικούς. «Πρὸ δέκα λεπτῶν ἔδυσεν ὁ ἥλιος, καὶ ὁ φανὸς τῆς Κέας δὲν ἀνήφθη ἔτι· πρὸ ἑνὸς τετάρτου ἔδυσεν ὁ ἥλιος, καὶ ὁ φανὸς τῆς Ἄνδρου δὲν φαίνεται ἀκόμη! Ποῦ θὰ διευθυνθῶ ἐγώ, ἔχων νυκτερινὴν ὥραν πρὸς διάβασιν ἐκεῖθεν καὶ καιρὸν δυσάρεστον;» Ταῦτα μοὶ ἔλεγεν ὁ κυβερνήτης τοῦ Γερμανικοῦ πλοίου κ. Λέσιγκ. Μοὶ ἐπανάλαβε δὲ τὴν αὐτὴν παρατήρησιν καὶ ὁ δεύτερος κυβερνήτης, μὴ γνωρίζων ὅτι εἶχον ἤδη ἀκούσει αὐτὴν προηγουμένως παρὰ τοῦ πρώτου. Τοῦτο γίνεται πολλάκις. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι ζήτημα ἀφορῶν ὄχι μόνον εἰς τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν, ἀλλὰ εἰς τὴν παγκόσμιον, ὡς εἶπον, πολὺ θερμῶς ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ διατάξῃ ὅ,τι δεῖ πρὸς ἐπανόρθωσιν τῆς ἐλλείψεως ταύτης.

§56Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διαβεβαιῶ, Κύριοι, τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὁσάκις ἐγένετο καταγγελία κατὰ ὑπαλλήλου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ὅτι δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του, αὐτοστιγμεὶ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἀπελύθη. Κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐπιστάται ἢ φύλακες τῶν φανῶν, καταγγελθέντες ὅτι δὲν ἤναψαν τὸν φανὸν ἐγκαίρως, ἢ ὅτι τὸν ἔσβυσαν προώρως, αὐτοστιγμεὶ ἀπελύθησαν.

§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάζηται προηγουμένως ἡ ὑπόθεσις, ἵνα μὴ συμβῇ καὶ ἄδικος παῦσις.

§58Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ πλοίαρχος Γερμανικοῦ ἀτμοπλοίου ἢ ἑτέρου πλοίου ξένου ἤθελεν ὑποβάλει καταγγελίαν μὴ βάσιμον. Ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι αὐστηρόταται ἐξεδόθησαν περὶ τούτου διαταγαὶ, καὶ πᾶς μὴ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του ἀπολύεται ἀμέσως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ὡμίλησε χθὲς ἐν ἀπουσίᾳ μου περὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας εἶναι σπουδαιότατον, καὶ πάντες ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται ἐκ τοῦ προχείρου καὶ τροχάδην, οὕτως εἰπεῖν, νὰ λυθῇ. Ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ ζητήσω ἀπὸ διαφόρους Εὐρωπαϊκὰς Κυβερνήσεις τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν ἐμπορικὴν αὐτῶν ναυτιλίαν, ἐζήτησα τὸν Ἰταλικὸν, τὸν Ἀγγλικὸν καὶ τὸν Δανικὸν νόμον, καὶ ἤδη οἱ νόμοι οὗτοι μεταφράζονται, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι θὰ δυνηθῶ εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποβάλω.

§59Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ λησμονήσητε καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων.

§60Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὑπὸ μελέτην, καὶ ἐλπίζω, ἐὰν ἴδω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει διάθεσιν νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν αὐτοῦ, νὰ τὸ ὑποβάλω.

§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀκόμη νὰ προσθέσω δύο λέξεις, δι’ ὧν θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν, ἐπὶ ἄλλου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ τέως τοιούτου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν οἱανδήποτε ἱκανοποίησιν τῶν ἐν τῷ πολέμῳ διακριθέντων ἢ ἀνδραγαθησάντων, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, ὑπαξιωματικῶν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν σύστασίν μου ταύτην, ἐν ᾧ μέτρῳ ἀνήκει ἐπὶ τοιούτου ζητήματος νὰ φέρῃ Βουλευτὴς τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ἐνδιαφέρον εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις γνωρίζω καὶ ἀναγνωρίζω. Εἶμαι δὲ ὑπόχρεως, διότι ἐσχημάτισα πεποίθησιν περὶ τῆς ἀξίας ἐν τῷ πολέμῳ καὶ τῶν παρασχεθεισῶν ἐκδουλεύσεων παρ’ ἑνὸς προσώπου, νὰ ἀναφέρω τοῦτο ὀνομαστί. Γενικῶς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ κάμω τὴν σύστασίν μου ταύτην, ἀλλ’ ὀνομαστὶ ἀναφέρω ἕνα τοιοῦτον, νῦν ἐπιλοχίαν ἐν τῷ πεζικῷ, τὸν Παναγιώτην Καρβέλαν, περὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου κείμενα καὶ πληροφορίας θετικὰς, καὶ περὶ οὗ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους προσήκει ἀμοιβή τις, οἱαδήποτε ἤθελε κριθῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρὰ τῆς ὑπηρεσίας ἢ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, ὡς μανθάνω, συνεστήθη πρὸς ἐξέτασιν καὶ διευκρίνησιν τοῦ ζητήματος τούτου. Διὰ τὸν ὑπαξιωματικὸν τοῦτον δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν εὐαρεστηθῇ, προχείρως ἐξετάζων, νὰ λάβῃ πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ διαψεύσωσι τὴν διαβεβαίωσιν, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν ταύτην.

§62ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν δέουσαν πρόνοιαν περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν εἰς τὸν πόλεμον. Δὲν συντάσσομαι μετὰ τῶν φρονούντων ὅτι οὐδεὶς ἠνδραγάθησε, διότι πολλοὶ ἐπέδειξαν πολεμικὰς ἀρετὰς, καὶ αἱ ἀρεταὶ αὗται πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσιν, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπόδειγμα εἰς τοὺς ἐπιγιγνομένους. Ἰδίᾳ δὲ ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν ἐσχηματίσθη πεποίθησις, ὅτι ὑπῆρξεν εἷς τῶν ἀρίστων ὑπαξιωματικῶν ὁ περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος. Μανθάνω ὅτι ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις μεγίστης σπουδαιότητος τοῦ ταξιάρχου Σμολένσκη ὑπὲρ αὐτοῦ διὰ τὴν δρᾶσίν του ἐν τῷ ἐπισήμῳ πολέμῳ· καὶ ἐν τῇ μάχῃ δὲ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου ἐν Μακεδονίᾳ διέπρεψεν, ὡς μαρτυροῦσι προξενικὰ ἔγγραφα.

§63Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ ἐξευτελίζωμεν τὰ πάντα καὶ νὰ μὴ ὑποτιμῶμεν τὰ πάντα!

§64Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος ἀνέπτυξε δεόντως τὴν ἀνάγκην νὰ τύχωσιν ἱκανοποιήσεώς τινος οἱασδήποτε οἱ ἐπιτελέσαντες μετ’ εἰλικρινοῦς φιλοπατρίας τὸ καθῆκον αὑτῶν, φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον μέτρον ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν, ὅτι ὡς ἄνδρες ὀφείλομεν νὰ μὴ δείξωμεν πρὸς ἄνδρας ἐπιδείξαντας ἐθελοθυσίαν πατριωτικὴν, νὰ μὴ δείξωμεν περιφρόνησιν, οἷα θέλει βεβαίως δειχθῆ, ἐὰν ἱκανοποίησις τις δὲν δοθῇ εἰς αὐτοὺς, καὶ μὴ ἀποσβέσωμεν τὸ πῦρ τὸ ἱερὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν ὅπως δήποτε νὰ ὑποδαυλίζωμεν. Ὁ ὑπαξιωματικὸς, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κατέσχε θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, πλὴν δὲ τούτου διεκρίθησαν καὶ ἄλλοι ἐν Κρήτῃ, ἐν Γριμπόβῳ καὶ ἀλλαχοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, περὶ τῶν διακριθέντων τούτων κατὰ τὸν πόλεμον στρατιωτικῶν, ἵνα μὴ, ἐπαναλαμβάνω, ἀποσβεσθῇ τὸ ἱερὸν πῦρ. Ὀφείλει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ὀδύσσειαν, ἣν ὑπέστη ὁ ὑπαξιωματικὸς, τὸν ὁποῖον συνέστησεν ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος.

§65ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος παράσχῃ εὐμενῆ ἀκρόασιν εἰς σύστασιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀρχαίαν Ὀλυμπίαν. Πρό τινος εἶχον ἀναγνώσει ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συνιστᾶται ἐκεῖ ταχυδρομικὸν καὶ τηλεγραφικὸν γραφεῖον. Τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον ἔκτοτε λειτουργεῖ τακτικώτατα, τηλεγραφικὸν ὅμως τοιοῦτον δὲν συνεστήθη. Τὴν μὴ σύστασιν τοῦ τηλεγραφικοῦ γραφείου θεωρῶ παράλειψιν σημαντικὴν, ἰδίᾳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, καθ’ ἣν συρρέουσαν ἀθρόοι ἐκεῖ οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι, μεταβαίνοντες κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ Πατρῶν εἰς Ὀλυμπίαν καὶ ἐπανερχόμενοι εἰς Πάτρας, δὲν δύνανται νὰ ποιῶνται χρῆσιν τοῦ τηλεγράφου ἢ μόνον ἐν Πάτραις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν μου ταύτην, προβῇ εἰς τὴν ταχεῖαν σύστασιν τοῦ εἰρημένου τηλεγραφικοῦ γραφείου, ἀποκαταστῇ δὲ οὕτω ἡ ἀρχαία Ὀλυμπία καὶ τηλεγραφικῶς, οἵα εἶναι ἤδη ἀρχαιολογικῶς, χώρα ὄντως παγκόσμιος.

§66Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Βασιλικῆς ἀπεφήνατο ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς κυματοθραύστου κατὰ τὸ μεσημβρινὸν μέρος τοῦ ἐκεῖσε λιμένος, ἵνα διὰ τοῦ ἔργου αὐτοῦ κατασκευασθῇ λιμὴν, δυνάμενος νὰ δώσῃ ἀσφαλῆ ἀγκυροβολίαν εἰς πλοῖα μεγάλης χωρητικότητος. Ὁ νομομηχανικὸς κ. Κακιούζης, κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, κατήρτισε τὸ σχεδιογράφημα καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὸ ἔργον αὐτὸ, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐνέκρινε τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ἔργον τοῦ κ. μηχανικοῦ, καὶ οὕτως ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προταθείσης ἐργασίας, ἥτις ὅμως ἐξετελέσθη μόνον ἐν μέρει, ἐφ’ ὅσον τὰ χρήματα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου ἐξήρκεσαν, κατὰ δὲ τὸν χειμῶνα τοῦ 1898–1899 τὰ πρὸς φόρτωσιν μεγάλης χωρητικότητος πλοῖα, μεταβάντα εἰς Βασιλικὴν πρὸς φόρτωσιν προϊόντων, εὗρον ἀσφαλῆ ἀγκυροβολίαν ἐν αὐτῷ. Κατ’ αὐτὰς, ὡς πληροφοροῦμαι πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ χρεωλυτικὸν δάνειον ἐκ δραχμῶν 100,000 πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τοῦτο, ὑπολογιζόμενον μετὰ τοῦ χρεωλυσίου εἰς 7½% μόνον, φέρει κεφάλαιον καὶ τόκους δραχ. 247,000, ἐξοφλητέον εἰς 33 περίπου ἔτη. Ἴσως δὲ νὰ ἦναι καὶ κατά τι ὀλιγώτερον. Ἐγὼ δὲν ἀντιτείνω εἰς τὸ δάνειον, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ποία ἡ ἐγκριθεῖσα δαπάνη καὶ ποῖον τὸ μῆκος τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἔργου, πόσον ἐξ αὐτοῦ μῆκος ἐξετελέσθη καὶ πόσον χρῆμα ἐδαπανήθη, διὰ νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει τοῦ μέλλοντος νὰ δαπανηθῇ κεφαλαίου, καὶ ἂν ἡ δαπάνη ἀναλογεῖ πρὸς τὰς ὠφελείας, ἃς τὸ ἔργον θέλει παρέξει, καὶ ἂν τὸ αἰτούμενον ποσὸν δὲν ὑπερβαίνει τὸν ἐγκριθέντα προϋπολογισμόν. Ἐπίσης ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔφερα εἰς γνῶσιν αὐτοῦ τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην κατασκευῆς γεφύρας ἐπὶ τῆς διώρυγος Λευκάδος, τοσοῦτον ἀναγκαίας διὰ τὴν μετὰ τῆς Ἀκαρνανίας συγκοινωνίαν. Ἡ γέφυρα δὲν κατεσκευάσθη, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ἐμερίμνησε διὰ τοῦ διορισμοῦ δύο πορθμέων νὰ γίνεται ἡ ἀπαιτουμένη συγκοινωνία· ἀλλ’ ὡς μανθάνω, οἱ πορθμεῖς οὗτοι, μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὸν μισθὸν, ὃν λαμβάνουσιν, ὑποχρεοῦσι τοὺς διερχομένους εἰς πληρωμὴν διοδίων, ὅπερ ἄδικον καὶ παράνομον. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἄρσεως τοῦ ἀτόπου τούτου.

§67Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως εἶναι παράνομον νὰ λαμβάνωσι πορθμεῖα, ἀφοῦ πληρώνονται μισθὸν παρὰ τοῦ Δημοσίου.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Βοκοτόπουλος καὶ Ρετσίνας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 187).

§69Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μεταξὺ τῶν προσκομισθέντων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγγράφων περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ γραμματέως τῆς Ἐφορίας Πυλίας δὲν ὑπάρχει ὅ,τι ἀκριβῶς ἐζήτησα. Παρακαλῶ δὲ, μέχρις ὅτου τακτοποιηθῶσι καὶ προσκομισθῶσι πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, νὰ μὴ ἐπιστραφῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὰ κατατεθέντα, ἀλλὰ νὰ μείνωσιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν κλπ. πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΕʹ Περιόδου ἐκ δραχ. 235,180. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πίστωσιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. Ὁ κύριος Χατζίσκος ἔχει τὸν λόγον.

§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης.

§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κύριος Χατζίσκος ἐπιθυμεῖ νὰ ἀγορεύσῃ, ἐπειδὴ εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἀντιλέγω.

§73Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ ἀπαντήσῃ, εἶπεν, ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προκληθεὶς κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς χθὲς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, εἰς τοὺς ἐπικρίναντας τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν...

§74Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ πλήρης ἡσυχία, διότι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καθίσατε εἰς τὰς θέσεις σας.

§76ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. .. ἀλλὰ θὰ ἀπαντήσῃ ὁπόταν ἀκούσῃ καὶ ἄλλους ἀναιροῦντας τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἑδράζεται ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμός. Ἴσως ἀπαντήσῃ ὁπόταν ἀκούσῃ καὶ τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὅστις, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἀποδείξει ὁποῖαί εἰσιν αἱ βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἐκ τῶν προτέρων ἀποδεικνύεται ἐντελῶς πλημμελής. Ἂς ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν καὶ αὐτὸς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, καὶ θ’ ἀκούσῃ καὶ τοῦ ἐκ Γόρτυνος σεβαστοῦ πολιτευτοῦ καὶ ἄλλων ἐπιλέκτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καθῆκον ἐχόντων εἴπερ ποτὲ νὰ ἀποδείξωσιν, ἐὰν ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς ἀνταποκρίνεται ἢ μὴ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, πρὸς τὰς σημερινὰς θλιβερὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ θὰ ἀκούσῃ καὶ ἐμοῦ, εἰς ὃν θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀπαντήσῃ. Ἐγὼ ἐσκόπουν, Κύριοι, κατὰ καθῆκον, ἀποτελῶν μέλος τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, νὰ ἐξανέγκω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, ῥίπτων πέπλον λήθης ἐπὶ τῆς παρελθούσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἂς χρησιμεύσῃ ἡμῖν ὡς μάθημα διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἀναγνώσας τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἰδίᾳ τὸν πρόλογον αὐτῆς,—ὃν αὐτὸς δὲν ἀνέγνω κατὰ τὴν συνεδρίαν, ἣν εἴχομεν ὁρίσει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως ὑποβάλῃ ἡμῖν τὴν ἔκθεσίν του ταύτην, περιορισθεὶς μόνον νὰ ἀναγνώσῃ τὰς κρίσεις αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ,—δὲν δύναμαι, εἰμὴ νὰ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τῆς ἀνευλαβείας πρὸς τὴν ἀλήθειαν, κατὰ τῆς ἀνευλαβείας πρὸς τὴν μνήμην τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες, ὑπηρετήσαντες μέχρι τοῦ 1882 τὴν χώραν, ἠξιώθησαν τοιαύτης δυσφήμου μνείας παρὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παρερχόμενος εὐλαβῶς τὸν τάφον τοῦ τελευταῖον θανόντος ἀειμνήστου πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ἵσταμαι ἐπίσης εὐλαβῶς πρὸ τῶν τάφων τῶν ἀειμνήστων πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες μέχρι τοῦ 1882 προσήνεγκον τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. εἰσηγητὴν, ἐὰν ὄντως εἰσὶν ἄξιοι τοιαύτης μνείας οἱ κυβερνήσαντες τὴν χώραν ἡμῶν μέχρι τοῦ 1882. Ἀληθῶς πρόγραμμα τῆς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἦτο ἡ κατάρτισις ἰσοζυγίου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος. Ἂν δὲ τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἐν πολλοῖς ἀπέτυχεν, ἴσως ἀντίξοοι περιστάσεις, ἴσως τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποθέσεως, ὅπερ ἀπερρόφα μέγα μέρος τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, συνετέλεσεν εἰς τὴν μὴ πραγματοποίησιν τούτου. Καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προσπαθῶν διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς οἰκονομικῆς ἐκείνης πολιτικῆς ἐπέτυχεν, ἀναφέρεται εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1882 καὶ 1892 πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἀνακράζων: «Ἰδοὺ ὅτι τὸ ὡς ὄνειρον θεωρούμενον ὑπὸ τῶν θρηνωδῶν τοῦ συστήματος ἐκείνου, ἡ πραγματοποίησις τοῦ ἰσοζυγίου, ἐπέτυχεν!» Ἀνατρέξας εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν ἐκείνων,— οὐχὶ βεβαίως διότι ἐδυσπίστουν πρὸς τὰ γραφόμενα ἐν ἐπισήμοις κειμένοις, ἀλλ’ ἵνα ἀντλήσω ἐκεῖθεν στοιχεῖα πρὸς μελέτην τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, — ἀνευρίσκω, ὅτι καὶ τὰ γραφόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει παρὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἰσιν ἐναντία τῆς ἀληθείας, καθόσον ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1882 ἀπέληξεν οὐχὶ εἰς περίσσευμα, ἀλλ’ εἰς ἔλλειμμα 14 ἑκατομμυρίων, ὁ δὲ τοῦ 1892 εἰς ἔλλειμμα 2,000,000, καὶ ἀπορῶ, πῶς, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἀναγράφει ἐν ἐπισήμοις κειμένοις ἀνακριβῆ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦτο, ὡς λέγει, τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον, μὴ καὶ αἱ Κυβερνήσεις αἱ πρὸ τοῦ 1882 καὶ πᾶσα Κυβέρνησις δὲν εἶχον σκοπὸν τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ; «Αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι», ἐξακολουθεῖ λέγων ὁ κ. εἰσηγητὴς, «πρόγραμμα εἶχον τὸ μοιραῖον, ὅπερ ὡδήγει τὴν χώραν εἰς τελματώδη κατάστασιν μέχρι τοῦ 1882!»...

§77Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ τῆς ὁποίας ἐτράφησαν οὗτοι καὶ ἐπαχύνθησαν!

§78ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. .. Καὶ ζητῶν νὰ ἀνεύρῃ τὰ αἴτια τῆς τελματώδους ταύτης καταστάσεως, ὄντως ἀπετελματώθη ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς. Τοιοῦτον πρόγραμμα εἶχον καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπετεύχθη, ἔπρεπε νὰ ἠξεύρητε ὁποῖα ἦσαν τὰ ἔσοδα καὶ ὁποῖαι αἱ δαπάναι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ νὰ μὴ ἀναγράφητε, ἀνευλαβῶς πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ δάνεια ἦσαν 420,000,000 δρ., ἡ δὲ ὑπηρεσία αὐτῶν 26,000,000, ἐξ ὧν 22,000,000 εἰς χρυσόν. Δὲν γνωρίζω πῶς νὰ χαρακτηρίσω τοιαύτην ἀναγραφὴν ἀνακριβειῶν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω βραδύτερον τ’ ἀποτελέσματα ἐκ τῶν ἐπισήμων κειμένων, ἵνα μάθητε ὁπόσα ἦσαν τὰ δάνεια τὰ ἐπιβαρύνοντα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ὁπόση ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν. Ἀλλὰ χαρακτηρίζων ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τὴν πρὸ τοῦ 1882 πολιτικὴν ὡς πολιτικὴν νοσηρὰν, λησμονεῖ ὁποῖοι ἄνδρες ὑπηρέτουν τότε εἰς τὰ δημόσια ἀξιώματα, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας, λησμονεῖ ὅτι οἱ ἄνδρες, οἵτινες βραδύτερον ἀνῆλθον τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, κατεῖχον τότε τὰς θέσεις τῶν νομαρχῶν! Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, σήμερον, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν μάλιστα τοῦ νέου διοικητικοῦ συστήματος, τίνες εἰσὶν οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν διοίκησιν τῶν νομῶν; «Περὶ οὐδενὸς ἐμερίμνων οἱ τότε κυβερνῶντες», ἐπιλέγει ὁ κ. εἰσηγητής, «ἀλλὰ μόνον ἐδείκνυον εἰς τὸν λαὸν τὰς θύρας τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅπως ἐκεῖθεν πορίζηται τὰ πρὸς τὸ ζῆν, καὶ διὰ τοῦτο ἐχαιρέτα μετ’ ἀλλαλαγμῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰς ἀλλαγὰς τῶν Κυβερνήσεων». Ἀληθῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τῆς τότε ἐποχῆς ἠκολούθει μετὰ προσοχῆς τὴν πορείαν τῶν κυβερνητῶν αὐτοῦ· δὲν εἶχεν ὑποκύψει ἔτι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς βαρείας φορολογίας, δὲν κατείχετο ὑπὸ τῆς νῦν δυσπραγίας, ὥστε νὰ μὴ δίδῃ προσοχὴν εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς. Ἐὰν δὲ σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνεπνέετο ὑπὸ τῶν φρονημάτων, ὑφ’ ὧν ἐνεπνέετο κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1882 ἐποχήν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἐψηφίζετο ἐνταῦθα τόσον εὐκόλως νόμος ἀντιβαίνων εἰς οὐσιώδη συνταγματικὴν διάταξιν. «Καὶ ἐδαπανήθησαν τὰ 400,000,000», ἀνακράζετε, «ἄνευ οὐδενὸς μεγάλου ἀποκτήματος ὑπὲρ τῆς χώρας!» Καὶ δὲν ἦτο ἀπόκτημα μέγα, ληγούσης τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας καὶ τμήματος τῆς Ἠπείρου εἰς τὴν Ἑλλάδα, χάρις βεβαίως εἰς τὴν ἀρωγὴν τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἄνδρα, εἰς τὴν δεξιότητα καὶ ὀξύνοιαν τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν τὴν εὐφροσύνην νὰ βλέπωμεν σήμερον παρακαθημένους μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου; Καὶ τὸ ἀπόκτημα τὸ μέγα τῆς μετὰ τὸ 1882 οἰκονομικῆς πολιτικῆς ὁποῖον εἶναι, Κύριοι; Ἡ πτώχευσις καὶ ἡ μετὰ ταῦτα ἐπελθοῦσα δεινὴ συμφορὰ εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν! Κρίνατε, ἂν ἡ πολιτικὴ ἡ πρὸ τοῦ 1882 εἶναι τοιαύτη, οἵαν ἠθέλησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας νὰ παραστήσῃ ὑμῖν. Καὶ εἰς ἐπικύρωσιν τῶν λόγων του περὶ τῆς τότε οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς μετὰ ταῦτα, ἀκούσατε διὰ βραχέων τ’ ἀποτελέσματα τεσσαράκοντα ἐννέα ἐτῶν, ἐν σχέσει πρὸς τ’ ἀποτελέσματα δέκα καὶ τριῶν ἐτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων κειμένων, τῶν ἀπολογισμῶν: Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, ἀπὸ τοῦ 1833 δηλονότι, μέχρι τοῦ 1882, ἤτοι ἐπὶ 49 ἔτη, εἰσεπράχθησαν ἐκ τακτικῶν ἐσόδων δραχ. 1,104,750,000, ἐκ δανείων δὲ δραχ. 374,416,000, τὸ ὅλον 1,479,166,000, καὶ ἐδαπανήθησαν 1,531,000,000· προκύψαντα ἐλλείμματα 52,166,000. Τὰ ποσὰ ταῦτα εἰσεπράχθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν εἰς διοίκησιν 49 ἐτῶν. Ἀκούσατε καὶ πόσα εἰσεπράχθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν ἐπὶ 13 μόνον ἔτη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1895. Ἔσοδα τακτικὰ εἰσεπράχθησαν 1,116,675,000, ἔσοδα ἔκτακτα ἐκ δανείων 360,981,000, ἐν ὅλῳ 1,477,656,000, ἤτοι ὅσον ποσὸν εἰσεπράχθη περίπου καὶ ἐδαπανήθη ἐπὶ 49 ἔτη εἰσεπράχθη καὶ ἐδαπανήθη ἐπὶ 13 καὶ μόνον ἔτη! Συγκρίνατε καὶ κρίνατε!...

§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τῆς προόδου!

§80Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ὀνομαστικὰ βαρύνουν, ὄχι τὰ πραγματικά.

§81ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ὀνομαστικῶν καὶ πραγματικῶν μεγάλη. Ὁ νόμος τῆς προόδου δὲν εἶναι αὐτός. Καὶ ἐπαινεῖ ὁ κ. εἰσηγητὴς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἦτο τοιαύτη μέχρι τοῦ 1894, διότι μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς τὴν χώραν πτώχευσιν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἀείμνηστος πολιτικὸς ἀνὴρ, κατανοήσας ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἔθετο βάσεις ἀλλοίας ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος τότε παρ’ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ· τὴν πολιτικὴν ὅμως τὴν μέχρι τοῦ 1894 ἐννοοῦσι νὰ συνεχίσωσιν οἱ καθήμενοι σήμερον ἐν τοῖς ἐδωλίοις τῆς Κυβερνήσεως ὡς δ’ ἰσχυρίζονται, δὲν θὰ περιορισθῶσι μόνον εἰς τὴν ἐπίτευξιν ἰσοζυγίου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος,—διότι ἤδη μετεβλήθησαν τὰ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἠλαττώθη μεγάλως,—ἀλλ’ ἔχοντες συναίσθησιν τῆς ὑψηλῆς αὑτῶν ἀποστολῆς, θὰ ἀποσείσωσι ταχέως ἀπὸ τοῦ τραχήλου τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν ἔλεγχον, ὅστις ἐπεκάθησεν ἐφ’ ἡμῶν! Βλέπετε, ὅτι οὐ μόνον μεριμνῶσιν, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα,—καὶ βεβαίως περὶ τούτου οὐδὲ συζήτησις ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ χώραν, διότι θὰ ἦτο ἀπελπιστικὸν, μετὰ τὴν διακανόνισιν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων πρὸς τοὺς πιστωτὰς περικοπῶν, νὰ συζητῶμεν, Κύριοι, περὶ ἐλλειμμάτων,—ἀλλὰ, ὡς εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ περίσσευμα αὐτοῦ εἶναι βέβαιον, καὶ συνεπῶς εἰς ἕνα καὶ μόνον ὑψηλὸν σκοπὸν ἀποβλέπουσιν οἱ κυβερνῶντες, εἰσηγούμενοι τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς τὸ πῶς νὰ κατορθώσωσι νὰ ἀποτινάξωσι ταχέως τὸ ὄνειδος, ὅπερ ἐπεκάθησεν ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν, τὸν ἔλεγχον! Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἔχοντες καὶ συναίσθησιν τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, θὰ φροντίσωσιν, ὄχι μόνον νὰ ἐπέλθῃ ἡ εἰς ἀκέραιον ἀποκατάστασις τοῦ Κράτους ἐγκαίρως, ἀλλὰ καὶ ἡ πολιτεία των νὰ ᾖναι τοιαύτη, ὥστε πάντες ν’ ἀποβλέψωσιν εἰς ἡμᾶς καὶ αὖθις, ὡς μέλλοντας ν’ ἀξιώσωμεν δικαίως τὴν ἡγεμονίαν ἐπὶ τῆς Ἀνατολῆς! Τοιοῦτοι λόγοι, Κύριοι, προβάλλονται ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ! Καὶ ἀπέναντι τοιούτων πομπωδῶν φράσεων ὑποβάλλεται τοιοῦτος προϋπολογισμὸς, ὃν καλούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν θ’ ἀπολήξῃ εἰς τὸ πολυθρύλητον, ὡς καὶ ἄλλοτε, περίσσευμα, ἢ εἰς τὸ συνήθως παρουσιαζόμενον ἔλλειμμα — καὶ ἔλλειμμα, Κύριοι, δυστυχῶς οὐ σμικρόν. Ὡς πρὸς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, θ’ ἀπευθυνθῶ πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πείσω καὶ αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς ν’ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα. Κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει ἔσοδα 111,315,528, ἀλλὰ σὺν ταῖς δηλώσεσιν αὐτοῦ ἀνέρχονται ταῦτα εἰς 112,206,000, ὁ δὲ τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς 111,608,000, ἐκτὸς τῶν διὰ τῶν σήμερον διανεμηθεισῶν δηλώσεων αἰτουμένων νέων πιστώσεων, ἀνερχομένων εἰς 600 χιλιάδας περίπου, ὧν τὸ ποσὸν θὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα τ’ ἀναγραφόμενα ἐν αὐτῷ. Ποιεῖται δὲ τὴν ἑξῆς σκέψιν. Εἰς τὰ ἔσοδα, προϋπολογισθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων προηγουμένων ἐτῶν καὶ τῆς παρατηρουμένης προόδου εἰσπράξεων ἐπί τινων ἐξ αὐτῶν, σχετικῶς πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1899, προκύπτει καθαρὰ προσθήκη 4,229,000 δραχμῶν, σχετικῶς δὲ πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1898, ὧν ἔχομεν τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, ἀπολήξαντα εἰς 104,945,000, προστίθενται δρ. 8,440,000, αἵτινες ἀφεύκτως, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐν τῇ ἐνεστώσει χρήσει. Ὑπολογίζει δὲ τὴν ἐπαύξησιν τῶν 8,440,000 δραχμῶν ἐκ διαφόρων φόρων, δηλαδὴ ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ζῴων, ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπί τινων ἄλλων, καὶ καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θ’ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα 1,074,000 δραχ. ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων καὶ ἐξόδων· κατὰ δὲ τὰς δηλώσεις, ἃς ἐποιήσατο, δὲν θ’ ἀπολήξῃ πλέον εἰς περίσσευμα, ἀλλὰ μόνον εἰς ἰσοζύγιον! Κατὰ τὰ προϋπολογισθέντα τουτέστιν ἔξοδα καὶ ἔσοδα, καὶ συμφώνως ταῖς δηλώσεσι, θὰ ἔχῃ ἰσοζύγιον, ἐὰν εἰσπράξῃ ὅσα προϋπολογίζει καὶ δαπανήσῃ ὅσα ἐπίσης ζητεῖ διὰ τῶν πιστώσεων. Ἐξετάσας ὅμως αὐτὰς τὰς προσθήκας τῶν 8,440,000 δραχμῶν ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 καὶ πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898, ἀνευρίσκω διαφορὰν ἀποτελεσμάτων ἀλλοίαν τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παριστανομένης. Ἴσως εὑρίσκομαι ἐν πλάνῃ, ἀλλ’ ἐνόμισα ἀναγκαῖον, ἐπειδὴ ἡ διαφορὰ αὕτη μοὶ ἐφάνη ἀρκετὰ σπουδαία, νὰ ὑποβάλω τὰς ἐπὶ ταύτης κρίσεις μου εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Καὶ πρῶτον ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, προϋπολογιζομένου ἐν σχέσει πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898, διατείνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἔχῃ ἐπαύξησιν ἐκ τοῦ φόρου τούτου 500,000 δραχ. κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν χρῆσιν τοῦ 1900. Ὡς πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν, ἀνακαλύπτω, ὅτι ἡ διαφορὰ δὲν θὰ ᾖναι 500,000, ἀλλὰ μόνον 325,000, διότι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν εἰσεπράχθησαν 2,175,274, προϋπολογίζονται δὲ ὡς εἰσπραχθησόμενα κατὰ τὸ 1900 2,500,000, συνεπῶς ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι 500,000, ἀλλὰ 325,274...

§82Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ 2,175,274 πόθεν τὰ λαμβάνετε;

§83ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1898.

§84Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσπραχθέντα;

§85ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως. Ποιοῦμαι τὴν παραβολὴν ταύτην, διότι ἐπ’ αὐτῆς στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν βεβαιοῖ, ὅτι θὰ ἔχῃ διαφορὰν ἐπὶ πλέον 500,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ ἐξ εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρόμων, ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, ἀνευρίσκω διαφορὰν οὐχὶ 500,000, ὡς ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ 450,000. Ἑπομένως προκύπτει ἐλάττωσις 50,000 δραχμῶν καὶ ἐξ αὐτῶν. Ἐπὶ τῶν μονοπωλίων ὅμως παρατηρῶ μείζονα ἔτι διαφορὰν, καθόσον ἐκ τῶν μονοπωλίων προϋπολογίζονται ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι 12,710,000, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ αὐτῶν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898 εἶναι 11,840,000 δραχ. Ἡ διαφορὰ ἑπομένως μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1900 δὲν εἶναι 2 ἑκατομμύρια, ὡς ἀναγράφετε, ἀλλὰ μόνον 870,000. Ἐλαττουμένου δὲ καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων, συμφώνως ταῖς δηλώσεσιν ὑμῶν, κατὰ 800,000 δραχμὰς, παρὰ τὰς αἰσιοδοξίας σας προκύπτει διαφορὰ ἐπίσης ἐπὶ πλέον αὐξήσεως οὐχὶ 1,700,000 δραχμῶν, ἀλλὰ μόνον 900,000. Καὶ οὕτως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐπὶ πλέον καθ’ ὑμᾶς εἰσπραχθησομένων κατὰ τὸ 1900 πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1898 εἰσπραχθέντα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκ τῶν ἀριθμῶν πορισμάτων, οὓς ἀνεκοίνωσα ὑμῖν, εἶναι 2,165,000 ἐπὶ ἔλαττον. Ὅθεν ἀντὶ νὰ προσθέσητε εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 δραχ. 8,400,000, δέον νὰ προσθέσητε μόνον 6,270,000. Καὶ οὕτως ἀπεδείχθη, Κύριοι, ὅτι, καὶ ἂν τὰ προϋπολογιζόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσπραχθῶσιν, ἡ διαφορὰ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα εἶναι κατὰ 2,170,000 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρὰ τὰς ἐπαγγελίας του, διὰ τῶν ἀριθμῶν του αὐτῶν πιστοποιεῖ, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς παρ’ αὐτοῦ προϋπολογισμὸς θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα 3,170,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἤδη ἐξετάσωμεν, ἂν ὄντως τὸ ἔλλειμμα τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ θὰ ἦναι μόνον 2,000,000 περίπου δρ. Πρὸς τοῦτο ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω διὰ βραχέων καὶ ἐγὼ τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἵνα μὴ παλλιλογήσω ἐν πολλοῖς μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου συναδέλφου, τοῦ καὶ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας, θὰ περιορισθῶ εἰς παρατηρήσεις μόνον τινὰς, δι’ ὧν θὰ πεισθῆτε, νομίζω, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1900 δὲν δύναται νὰ ἦναι ὀλιγώτερον, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, τῶν 6,000,000 δραχ. Δὲν μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν ἐπιεικῶς, ἵνα μὴ πειράξω τὰ νεῦρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν...

§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεὶς ὑπῆρξε λόγος πρὸς διατάραξιν τῶν νεύρων μου· ἄλλως τε δὲν εἶμαι εὐτυχῶς νευρικός.

§87ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶπον τοῦτο διότι σᾶς εἶδον προχθὲς, ὅτε ὁ κ. εἰσηγητὴς εἶπε τὴν λέξιν ἐπιεικῶς, ταραχθέντα.

§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν ζητοῦμεν παρ’ οὐδενὸς ἐπιείκειαν, ἀλλὰ μόνον δικαιοσύνην.

§89ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διὰ τῆς λέξεως ἐπιεικῶς ἡ μειονοψηφία οὐδὲν ἄλλο ἐζήτει νὰ παραστήσῃ ἢ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι προτιμᾷ εἰς τὰς προβλέψεις αὑτῆς νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑστερήσασα ἢ νὰ φανῇ ὅτι ἐξογκοῦσα τὰ ἐλλείμματα πράττει τοῦτο ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως... Λυπούμεθα ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τοῦ ἔτους τούτου θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα, εὐχόμεθα δὲ, ὅπως τὸ ἔλλειμμα τοῦτο περιορισθῇ μόνον εἰς 6,000,000. Καὶ πρῶτον, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συμφώνως τῷ ὑποβληθέντι παρ’ αὐτοῦ νομοσχεδίῳ, τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐκ 440,000 δραχ. ἀπαλείφεται, τῶν δήμων μὴ ἐπιβαρυνομένων τοῦ λοιποῦ διὰ τῆς εἰσφορᾶς ταύτης. Ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τῆς τρεχούσης καὶ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, ὡς ὀρθῶς διετύπωσεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, πάντως πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις κατὰ 500,000 δραχμὰς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον συνεπείᾳ τῆς προπληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῆς ψηφίσεως δρακοντείων διατάξεων, δι’ ὧν ζητεῖται ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἐλάττωσις τῆς διαφορᾶς μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων, αἱ διαφοραὶ ἐκ τῆς καθυστερήσεως τῶν φόρων τῆς παρούσης χρήσεως δὲν θὰ ἀνέλθωσιν εἰς ὃ ποσὸν ἐν τῷ παρελθόντι. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀπολήψεων ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς διετύπωσεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 700,000 περίπου ἐκ τοῦ ποσοῦ — ὅπερ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νομίζω ὅτι δὲν θ’ ἀμφισβητήσῃ — τῶν κρατήσεων ἐκ μισθῶν τῶν ἀστυφυλάκων καὶ τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων διὰ τὰς στολὰς αὐτῶν, διότι, ὡς τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τῶν διαφόρων προϋπολογισμῶν ἀπέδειξαν, τὸ ἔσοδον αὐτὸ θεωρεῖται μᾶλλον εἰκονικόν· ἀλλὰ καὶ ἂν εἰσπραχθῇ ποσόν τι περισσότερον τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας ὑπολογιζομένου ἐκ δραχ. 100,000, τὸ ποσὸν τοῦτο ἔσεται ἐλάχιστον. Ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀκινήτων δημοσίων κτημάτων παρεδέχθημεν ἐλάττωσιν κατὰ 150,000 δραχμάς. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας συνέστησεν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ ἔσοδον τοῦτο, ὅπερ ὁμολογουμένως ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος βαίνει ἐλαττούμενον. Ἀλλ’ ἐγώ, εἰ καὶ συνυπέγραψα τὴν ἔκθεσιν ταύτην, νομίζω ὅτι, οἱανδήποτε πρόνοιαν καὶ ἂν λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ πλείονα, ἰδίᾳ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν παγίων καὶ προσωρινῶν δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἕνεκα τῆς δυσπραγίας, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ γεωργικὸς παρ’ ἡμῖν πληθυσμός.

§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουν ἐξοφληθῆ πρὸ πολλοῦ!

§91ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πιθανὸν καὶ τοῦτο. Τοιαύτη ἐλάττωσις παρατηρεῖται καὶ ἐν τῷ φόρῳ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐλαττουμένῳ, ὅπερ πιστοποιεῖ τὴν δυστυχίαν τῶν γεωργῶν. Ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν δημοσίων κτημάτων καὶ νομημάτων παρεδέχθημεν ἐλάττωσιν 100,000 δραχ. ἐκ τῆς σμύριδος. Αἱ ἐκ τῶν μονοπωλίων προβλέψεις ἔχουσι καὶ καθ’ ἡμᾶς ἀκριβῶς, καθόσον ὁμολογουμένως παρατηροῦμεν τὰς εἰσπράξεις αὐξανούσας. Ἐπὶ τῶν τελῶν καὶ δικαιωμάτων ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι τὴν ἐπαύξησιν ἐκ ταχυδρομικῶν τελῶν κατὰ δρ. 500,000 βασιζομένην εἰς τὴν ἐκτύπωσιν νέου γραμματοσήμου, δὲν ἀποδεχόμεθα, διότι ὅ,τι ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι ἐπὶ τῇ ἐκτυπώσει νέου γραμματοσήμου, ἀναμνηστικοῦ τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ νῦν, ἐκλιπόντος τοῦ λόγου ἐκείνου. Ἐὰν δ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει πεποίθησιν, ὅτι τὸ Κράτος, ἑκάστοτε προβαῖνον εἰς τὴν ἐκτύπωσιν νέων γραμματοσήμων, δύναται νὰ εἰσπράττῃ ἐπὶ πλέον 500,000 δραχμάς, τότε εἶναι εὐχάριστον κατ’ ἔτος νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτην ἐκτύπωσιν, εἰσπράττοντες ποσὸν 500,000 δραχμῶν, καὶ οὕτως ἐν μέσῳ τῆς ἀπορίας ἐξευρέσεως νέου ἐσόδου νὰ ἀντλῶμεν τοιοῦτον ἐκ τῆς ἐκτυπώσεως νέου γραμματοσήμου, προμηθευομένου κατὰ τὴν θέλησιν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων παρὰ τῶν γραμματοσημοφίλων! Ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον, Κύριοι, ἐφ’ οὗ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ, κεφάλαιον χρῆζον μεγαλειτέρας ἐρεύνης, εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως, ἰδίως εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Ἀληθῶς κατὰ τὸ 1898 τὸ ἔσοδον ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς ἦτο πρωτοφανὲς εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, ἀνελθὸν εἰς 6,960,264 δρ. πλέον τοῦ τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Οἱ λόγοι τῆς τοιαύτης αὐξήσεώς εἰσιν ἔκτακτοι, συνεπείᾳ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, ἀλλ’ ὑπῆρξαν τὸ αἴτιον νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ μὲν ἐξ ἐλλείψεως ἀποθεμάτων τοῦ ἐμπορίου κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τῆς ἐκ ταύτης εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων ἀφθόνων, τὸ δὲ ἕνεκα τῆς συρροῆς πολλοῦ κόσμου ἐνταῦθα, τὸ πλεῖστον ἐκ προσφύγων, ἀλλ’ ἔχοντος ἀνάγκην τῶν πρὸς διατήρησιν αὑτοῦ ἀναγκαίων, καὶ συνεπῶς δαπανήσαντος ὅ,τι ἐλάμβανε παρὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς συντήρησιν καὶ ἔνδυσιν αὑτοῦ, καὶ τρίτον ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἐσοδείας δημητριακῶν καρπῶν. Ἐὰν δὲ παρατηρήσωμεν τὴν στατιστικὴν τῶν ἐτῶν 1896–1898, θὰ ἴδωμεν τὴν καταπληκτικὴν αὐτὴν διαφορὰν ἐπὶ τῶν εἰσαχθέντων εἰδῶν, ἰδίᾳ δημητριακῶν καρπῶν καὶ ὑφασμάτων. Κατὰ τὸ 1895 εἰσήχθη σῖτος καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἀξίας 27,585,995 φράγκων, τὸ 1896 φρ. 29,202,491, τὸ 1897 φρ. 33,140,633, τὸ 1898 φρ. 37,116,931. Βλέπετε οἵα καταπληκτικὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1896! διαφορὰ περίπου 8,000,000 φρ. ἐπὶ τοῦ σίτου· ἑπομένως κρίνατε καὶ τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς. Ἐπίσης καὶ ἐξ ὑφασμάτων· τὸ 1895 εἰσήχθησαν τοιαῦτα ἀξίας 20,330,824 φράγκων, τὸ 1896 φρ. 22,955,539, τὸ 1897 φρ. 20,371,281, καὶ τὸ 1898 φρ. 31,522,983. Προφανῶς εἶναι τοῖς πᾶσι καταληπτὴ ἡ αὔξησις τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς. Δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν τὰ τέλη ταῦτα ἐξ εἰσαγωγῆς καὶ κατὰ τὸ 1900, ὡς ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαττον κατὰ 2 καὶ μόνον περίπου ἑκατομμύρια τῶν τοῦ 1898; Βεβαίως ὄχι. Ναὶ μὲν καὶ κατὰ τὸ 1899 τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς ὑπερέβησαν κατά τι τὰς προσδοκίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἰδίως ὑπερέβη αὐτὰς ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὸ αὐτὸ ἔσοδον — δὲν ἐννοῶ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς,— καὶ κατὰ τὸ 1900. Διότι, ἐὰν τὸ ἀπόθεμα τοῦ 1898 ἐξηντλήθη, πάντως μένει τοιοῦτον ἐκ τοῦ 1899, ἐν μέρει ἐξαντληθὲν, τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ 1900, δὲν δύναται ὅμως, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, νὰ φθάσῃ τὸ τοῦ 1899, καθόσον τὰ τέλη ἐκ δημητριακῶν καρπῶν, ἐὰν ὑπάρξῃ, ὡς πάντες εὐχόμεθα, εὐφορία, βεβαίως θέλουσιν εἶσθαι ἐλάσσονα τῶν τοῦ 1898 καὶ 1899, διότι, ὡς ἠκούσατε, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν σιτηρῶν τῶν εἰσαχθέντων τὸ 1898 πρὸς τὰ τοῦ 1896 ἦτο 8 ἑκατομμύρια, πρὸς δὲ τὰ τοῦ 1895 10 ἑκατομμύρια, καὶ θὰ εὐχηθῶμεν νὰ ὑπάρξῃ ἡ προσδοκωμένη εὐφορία, καὶ ἂς περιορισθῇ τὸ ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς ἔσοδον. Ἀλλ’ ὁ συντάσσων τὸν προϋπολογισμὸν πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ μὴ ἦναι τόσον αἰσιόδοξος, ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι βασιζόμενος ἐπὶ αἰσιοδοξιῶν βασίζεται ἐπὶ ψευδῶν ὑπολογισμῶν ἐσόδων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ψευδῶν ὑπολογισμῶν προβαίνει εἰς ἀναγραφὰς πιστώσεων, ἃς δὲν δύναται νὰ καλύψῃ ἐκ τῆς ἐπερχομένης ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων, καὶ διὰ τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ἡ ἀπαισιοδοξία, ἂν εἶναι ἐλάττωμα τοῖς ἀτόμοις, εἶναι προτέρημα τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ οὐδεμίαν παρατήρησιν ποιοῦμαι, πεποιθὼς ὅτι ὁ φόρος οὗτος βαίνει αὐξάνων καὶ ὡς ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῆς λαθρεμπορίας. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ὅμως τῶν ἀμέσων φύρων ὑποβάλλω παρατηρήσεις τινὰς, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, τὸ ποσὸν τῶν 23,656,000 δραχμῶν, ὅπερ ἀναγράφεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εἰσπραχθῇ. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοὺς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, ἐκεῖ βλέπομεν, ὅτι τὸ ἀνώτερον ποσὸν, τὸ εἰσπραχθὲν ἐξ ἀμέσων φόρων, ἦτο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ τοῦ 1893, ὁπότε εἰσεπράχθη ποσὸν περὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἴχομεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἔσοδον δραχ. 2,200,000, ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τὸ πρωτοφανὲς σχεδὸν ἔσοδον, ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου εὐφορίας, 2,300,000, ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος 4,700,000, καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν δ’ ἀμέσων φόρων ἀποτελέσματα λίαν εὐάρεστα, ἀναβιβάσαντα τὸ ὅλον ποσὸν εἰς 20 ἑκατομμύρια, πρώτην φορὰν εἰς τοσοῦτον ποσὸν ἀνελθόντος τοῦ ἐσόδου ἐξ ἀμέσων φόρων. Ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ποῦ βασιζόμενος προϋπολογίζει ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 23,656,000; Βεβαίως οἱ φόροι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, εἰσὶν οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ζῴων, ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἀλλ’ ἀμέσως ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων ἀφαιρεῖ ποσὸν 800,000 δραχμῶν, ἰδὼν τὰς αἰσιοδοξίας του σβεννυμένας. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, συνεπείᾳ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου, περιέχοντος λίαν αὐστηρὰς διατάξεις, δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος τὸ 1899, ἀλλὰ πάντως κατώτερον τοῦ ἀναγραφομένου διὰ τὸ 1900 ἐκ δρ. 3,400,000. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἐπίσης. Ἀλλ’ ἂν συγκρίνωμεν τὰς ἀναλογίας τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐκ τῶν φόρων τούτων ἐσόδου πρὸς τὰς ἐλαττώσεις, αἵτινες ἀφεύκτως θέλουσι προκύψει ἰδίως ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θέλομεν ἔχει μεγάλην διαφορὰν ἐσόδων ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογιζομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διότι δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ Θεσσαλικὸς πληθυσμὸς, —ἐξ ἧς ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ αἰτεῖται τὴν ἀναστολὴν τῶν φόρων τῆς Θεσσαλίας, καὶ δικαίως, — ἕνεκα, λέγω, τῆς δυσπραγίας, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ γεωργικὸς τῆς Θεσσαλίας πληθυσμὸς, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τοῦ φόρου τούτου τὸ προϋπολογιζόμενον ποσόν. Ἐκ δὲ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, καὶ ἂν εἰσπραχθῇ τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν 1,700,000, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὸ ἔτος τοῦτο ἔσεται εὔφορον, προκύπτει διαφορὰ πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ 1899 ἐκ δραχ. 600,000. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν πρέπει νὰ στηρίζῃ τὰς ἐλπίδας αὑτοῦ ἐπὶ ἐσόδου μὴ σταθεροῦ, οἷον τὸ τοῦ ἐλαίου, καθόσον τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ ἐλαίου ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν καιρικῶν περιστάσεων. Ὅθεν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔκρινε ταῦτα λίαν αἰσιοδόξως, ἀναγράψας τὸ ποσὸν τῶν 23,656,000. Κατ’ ἐμὲ, ἐὰν εἰσπραχθῶσιν εἴκοσι καὶ ἓν ἑκατομμύρια, πρέπει νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι. Ἐκ τῆς ἐπισκοπήσεως ταύτης τῶν ἐσόδων, ὡς διετύπωσε καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, συμπεραίνομεν, ὅτι ἔσονται ταῦτα ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ 5 περίπου ἑκατομμύρια. Ἤδη προσθέτει εἰς ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὰς τελευταῖον ἐπενεχθείσας ὑπ’ αὐτοῦ μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς παρακρατήσεως τοῦ 1898, ἀνερχόμενον εἰς 1,259,321 δραχμάς. Τὸ ἔσοδον τοῦτο κατ’ ἀρχὰς ἐσκέπτετο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1899, καθόσον ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους λέγει, ὅτι «... εἰς τὰς ἀνωτέρω ὅμως εἰσπράξεις (τοῦ 1899) δέον νὰ προστεθῇ τὸ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Κεφαλαίου Ηʹ τοῦ προυπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἀναγραφόμενον ἔσοδον ἐξ ἰσοτίμου σταφιδοκάρπου, εἰσπραχθέντος ὡς φόρου εἰς εἶδος τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897, ἐκ δραχ. 3,859,258, καὶ δραχμαὶ 1,268,000, εἰς ὅσα θέλει ἀνέλθει τὸ ὡς ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων εἰσαχθησόμενον ἐντὸς τοῦ 1899 ποσὸν ἐκ φόρου πρὸς 4% ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου τῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους 1898...», διότι ὑπέθετεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ εἰσεπράττετο μέχρι τέλους τοῦ 1899· ἀλλ’ ἤδη, ἐπειδὴ θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ κατὰ τὸ 1900, τὸ προσθέτει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 ὡς ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ χρῆσις τοῦ 1899 διαρκεῖ μέχρι τοῦ προσεχοῦς Ὀκτωβρίου....

§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, δὲν κρατεῖ ἡ διάρκεια τῆς λογιστικῆς χρήσεως τῶν 22 μηνῶν. Αἱ τοιαῦται εἰσπράξεις καταλογίζονται εἰς τὴν χρῆσιν, εἰς ἣν περιλαμβάνονται οἱ 12 πρῶτοι μῆνες.

§93ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐξεκαθαρίσθη μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1899;

§94ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐξεκαθαρίζετο, ἤθελε καταλογισθῆ εἰς πίστωσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον συζητοῦμεν, δὲν εἶναι εἰσέτι ἐκκαθαρισμένον ὁριστικῶς τὸ προϊὸν τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς ἀποταμιεύσεως τῆς ἐσοδείας τοῦ 1898.

§95ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὀρθῶς τότε τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 1,259,321 δραχ. προσθέτετε εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1900... Καὶ οὕτως ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπολήγει εἰς ἰσοζύγιον· καθ’ ἡμᾶς ὅμως, ὡς θ’ ἀποδείξῃ ὁ ἀπολογισμὸς, θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα τουλάχιστον 5 ἑκατομμυρίων. Ἤδη ἐξετάσωμεν διὰ βραχέων τὰ ἔξοδα, — ὄχι βεβαίως κατὰ κεφάλαιον, ἀλλ’ ἐν περιλήψει, — ὅπως ἴδωμεν, ἐὰν πράγματι αἱ ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις εἰσὶν ἐπαρκεῖς. Καὶ ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι, εἰ καὶ ὑπέρογκοί εἰσιν αἱ ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις, ἐν τούτοις δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀκριβῶς ἀνταποκρινόμεναι πρὸς τὰς ἐνδεχομένας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ ἀμέσως ἐπὶ τοῦ Αʹ μέρους, «Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων», συνεπείᾳ τῆς ὑποβληθείσης σήμερον πρὸς ψήφισιν προσθέτου ἐπιχορηγήσεως ἑκάστῳ τῶν Βουλευτῶν χιλίων δραχμῶν δέον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο 234,000. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν παρελθουσῶν χρήσεων τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενά εἰσιν ἀνεπαρκῆ· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, δι’ ὧν ζητεῖται αὔξησις ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων. Ἀλλ’ ὡς ἠξεύρετε, τὸ ἔξοδον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων δὲν εἶναι δυνατὸν ἐγκαίρως νὰ ἐκκαθαρισθῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀφορῶν εἰς κεκλεισμένας χρήσεις εἶναι πάντη ἀνεπαρκὲς, καὶ θὰ χρειασθῇ αὔξησις πιστώσεων κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν δημοσίων ἔργων, ἰδίᾳ τῆς συντηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς τῶν διαφόρων δημοσίων κτιρίων, ὡς καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, αἱ ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς· καὶ ἀπόδειξις τό τε παρελθὸν καὶ αἱ μέχρι τοῦδε ζητηθεῖσαι νέαι πιστώσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ζητήσητε καὶ ἑτέρας ἔτι πιστώσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, εἴτε διὰ Β. Διαταγμάτων, εἴτε διὰ νόμων κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, εἰ καὶ οὐδεμίαν σχεδὸν πρόνοιαν, ὡς μὴ ὤφελε, λαμβάνετε περὶ ἔργων παραγωγικῶν, καὶ μάλιστα ἔργων ἀποβλεπόντων εἰς ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἐν τούτοις αἱ ἀναγραφόμεναι πιστώσεις εἶναι οὐ μόνον ἀνεπαρκεῖς, ἀλλὰ καὶ ἀνευλαβεῖς πρὸς τὴν ἀλήθειαν, καθόσον διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ ἐν Καλαβρύτοις ἀναγράφετε πίστωσιν δρ. 30,000 μόνον, ἐνῷ μέχρι τοῦδε εἰσιν ἀπαιτηταὶ παρὰ τοῦ ἀναλαβόντος τὸ ἔργον 36,000. Ἀνάγκη ὅθεν νὰ προστεθῇ πίστωσις ἑτέρων 30,000, ἂν ἐννοεῖτε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον, ἐκτὸς ἐὰν ἐγκαταλειφθῇ, ὅτε αἱ ἐκ τούτου ζημίαι ἔσονται πολλαπλαῖ, εἰς μάτην δαπανηθεισῶν 100,000 μέχρι τοῦδε, καὶ τοῦ ἔργου καταστρεφομένου ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῆς δημοσίας ὑγείας καὶ τῆς γεωργίας. Δὲν θεωρῶ προσέτι ἐπαρκῆ καὶ τὴν πίστωσιν εἰς τὸ κεφάλαιον «ἀπόδοσις χρημάτων» καὶ ἰδίᾳ «δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις». Ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς εἶναι πάντοτε ἀνεπαρκές...

§96Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ποσὸν εἶναι ἀνώτερον τῶν ἀναγραφέντων κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη.

§97ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα αἱ ζητηθεῖσαι ἄλλοτε πιστώσεις ἦσαν τοσαῦται, ὥστε καὶ τὸ ἀναγραφὲν σήμερον νὰ θεωρῆται κατώτερον ἐκείνων. Νομίζω ἐπίσης, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς ἱπποφορβῆς καὶ τῆς τροφῆς τοῦ στρατοῦ, αἱ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις εἰσὶν ἀνεπαρκεῖς, καθόσον τὸ ποσὸν αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς εὐφορίας καὶ ἐκ τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν...

§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκτελέσεως.

§99ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀληθῶς· ἀλλὰ τὰ τῆς προμηθείας τῶν εἰδῶν τούτων δύνανται νὰ κανονισθῶσιν ἐπωφελέστερον εἰς τὸ Κράτος.

§100Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τὸ ἐνεστὼς ἔτος εἶναι εὔφορον, εἰς δὲ τὸν προϋπολογισμὸν ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρελθόντος.

§101ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ἐλπίδες μόνον ὑπάρχουσι, καὶ δὲν δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ τι, πρὶν ἢ παρέλθῃ ὁ Μάϊος, ὁ ἐπισφραγίζων τὴν εὐφορίαν. Καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν αἱ πιστώσεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν προμήθειαν γαιανθράκων, δὲν νομίζω ὅτι εἰσὶν ἐπαρκεῖς· θὰ χρειασθῇ αὔξησις καὶ αὐτῶν.

§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ὑπερτίμησις τῶν γαιανθράκων κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν σχετικῶν πιστώσεων.

§103ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, λέγετε· ἀλλ’ ὡς τὸ μέχρι τοῦδε παρελθὸν ἀποδεικνύει, συνήθως αἱ ἀναγραφόμεναι πιστώσεις εἰς τοιαῦτα κεφάλαιά εἰσιν ἀνεπαρκεῖς, καὶ διὰ τοῦτο ἑκάστοτε ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Ἀλλὰ καὶ τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγραφεῖσαν διὰ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν, ἥτις εἶναι καὶ ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν, θεωρῶ ἀνεπαρκῆ. Εἰς τὸν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος προϋπολογισμὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀναγράψει νομισματικὴν διαφορὰν ἀναλογοῦσαν πρὸς 1,50, δυστυχῶς ὅμως τὸ συνάλλαγμα ἀνῆλθεν εἰς 1,67, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον εἰς 1,57 καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1899. Δὲν δύναταί τις νὰ προΐδῃ ὁποία ἔσται ἡ διαφορὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀναγράφετε πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 1,60, ἐνῷ μέχρι σήμερον ὑπερετιμήθη εἰς 1,62, φθάσαν εἰς 1,65 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου...

§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κατέλθῃ ἴσως εἰς 1,50 βραδύτερον.

§105ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εὔχομαι νὰ κατέλθῃ καὶ εἰς 1,40... Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐλπίζει ὅτι θὰ κατέλθῃ εἰς 1,50, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἐλπίζῃ· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐλπίζῃ τις, δὲν πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς τὴν σύμβασιν, — ἀξίαν λόγου ἄλλως τε, — τὴν ἀναμενομένην ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ, περὶ ἀποπερατώσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Λαρίσης, δι’ ἧς συμβάσεως κατωρθώθη, ὥστε ἡ ἑταιρεία νὰ διαθέσῃ ποσὸν 22 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν ἐπὶ τιμῇ φράγκου 1,46, διδομένου αὐτῇ τοῦ ἀντιτίμου εἰς πιστωτικὰ γραμμάτια ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων. Τὰ τοιαῦτα ἔργα ὁμολογουμένως συντείνουσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ συναλλάγματος, ἀλλ’ ἡ βελτίωσις αὕτη, στηριζομένη ἐπὶ τοιούτων μέτρων, εἶναι προσωρινή. Θέλετε νὰ βελτιωθῇ ἡ νομισματικὴ διαφορά; — ἴσως εἶναι τολμηρὸν, ἐγὼ, οὗ τὰ οἰκονομικὰ φῶτά εἰσι βεβαίως ἀσθενῆ, ἀπέναντι τῶν ἀπλέτων φώτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ν’ ἀποφανθῶ ἐπὶ ζητημάτων νομισματικῆς διαφορᾶς, ἀλλ’ ἐν τούτοις θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. — Θέλετε, λέγω, νὰ βελτιωθῇ ἡ νομισματικὴ διαφορά; νὰ ἀνατιμηθῇ τὸ πιστωτικὸν ἡμῶν γραμμάτιον; Συντάξατε προϋπολογισμὸν ἀσφαλῆ, προϋπολογισμὸν πραγματικόν, περιλαμβάνοντα ἁπάσας τὰς δαπάνας, περιλαμβάνοντα νομισματικὴν διαφορὰν τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος ἐπὶ τοῖς χείροσιν ὅροις τῆς ἐνδεχομένης δαπάνης πρὸς προμήθειαν αὐτοῦ, καὶ οὕτω θὰ ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὑμῶν εἶναι ἀκριβής, ἀπολήγων οὐχὶ εἰς ἰσοζύγιον, ἀλλ’ εἰς περίσσευμα, καὶ οὕτω θ’ ἀνορθώσητε τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἥτις εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία, κατ’ ἐμέ, τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος. Πείθομαι περὶ τούτου, οὐχὶ θεωρητικῶς ἐξετάζων τὸ ζήτημα, ἀλλὰ πραγματικῶς, ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς χώρας ἡμῶν. Ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς κ. Δηλιγιάννης, κατὰ τὸ 1891, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπρομηθεύθη συνάλλαγμα ἐκ τῆς ἀγορᾶς, χωρὶς νὰ προστρέξῃ εἰς δάνειον, πρὸς ἀπότισιν τῶν τοκοχρεωλυσίων τοῦ ἔτους ἐκείνου, περὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν. Βεβαίως ἡ τοιαύτη τοῦ συναλλάγματος προμήθεια ἐπήνεγκεν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου· ἀλλ’ ὁποίαν ὑποτίμησιν, νομίζετε; 20% μόνον. Καὶ λέγων μόνον 20%, ἴσως θεωρηθῶ ὅτι δὲν ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην μου περὶ συναλλάγματος. Καὶ ὅμως βραδύτερον, ὁπότε περιεκόπησαν τὰ τοκοχρεωλύσια διὰ τοῦ νόμου τῆς πτωχεύσεως, ἐζητήθη συνάλλαγμα μόνον 10 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐν τούτοις τὸ πιστωτικὸν νόμισμα κατῆλθεν εἰς 1,80. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι αἰτία τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου δὲν εἶναι τόσον ἡ ζήτησις καὶ ἡ προσφορὰ τοῦ χρυσοῦ, ὅσον αὐτὴ ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἐφ’ ἧς ἑδράζεται τὸ πιστωτικὸν γραμμάτιον. Διὰ τοῦτο, ἂν θέλωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας, πρέπει κυρίως νὰ καταρτίσωμεν προϋπολογισμὸν πραγματικόν, προϋπολογισμὸν ἀπολήξοντα εἰς περίσσευμα, ὅπως διὰ τοῦ περισσεύματος ἀφ’ ἑνὸς μὲν δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, ἂν νομίζωμεν τοῦτο ἀναγκαῖον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἰδίᾳ δὲ συντελέσωμεν ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐπαυξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπαυξήσεως, ἀναπτυσσομένης οὕτω καὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, θὰ συντελέσωμεν ἀσφαλῶς εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν διαφορᾶς. Ὁ ὑποβληθεὶς ὅθεν προϋπολογισμὸς θέλει ἀπολήξει πάντως εἰς ἔλλειμμα 5 ἑκατομμυρίων· καὶ εἶναι θλιβερόν, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν συμφορὰν, νὰ συζητῶμεν περὶ προϋπολογισμοῦ ἀπολήγοντος εἰς ἔλλειμμα, ἐνῷ καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ συζητῶμεν περὶ προϋπολογισμοῦ ἀπολήγοντος εἰς περίσσευμα, νὰ συζητῶμεν μόνον περὶ περισσευμάτων, καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ταῦτα. Ἤδη ὅμως γεννᾶται τὸ ζήτημα: ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ὁ ἀπολήγων εἰς ἔλλειμμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα; δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ προϋπολογισμὸς ἄρτιος; Εἰς τοῦτο καλούμεθα, Κύριοι, νὰ σκεφθῶμεν, καὶ ἔχομεν καθῆκον πάντες οἱ μετέχοντες τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐξενέγκωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων ἡμῶν νόμων δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν προϋπολογισμὸν ἀπολήγοντα εἰς περίσσευμα. Ἂς ἴδωμεν δὲ, ἂν πρὸ τῶν ὑποβληθέντων παρ’ ὑμῶν προϋπολογισμῶν ὑπεβλήθησαν προϋπολογισμοὶ ἀπολήξαντες εἰς περίσσευμα κατὰ τὴν δευτέραν οἰκονομικὴν περίοδον, τὴν ἐπελθοῦσαν μετὰ τὴν χρεωκοπίαν. Πράγματι ὑπεβλήθησαν τοιοῦτοι προϋπολογισμοὶ, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1895 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 94,657,000, ἐπληρώθησαν διὰ δαπάνας 91,641,000, καὶ ἔμεινε περίσσευμα 3,016,000. Κατὰ δὲ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 εἰσεπράχθησαν 96,931,000, ἐδαπανήθησαν δὲ μόνον 90,890,000, ἤτοι προέκυψε περίσσευμα δρ. 6,041,000. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ παρατηρήσητε, ὅτι τότε ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἦτο ἐλάσσων τῆς νῦν, τότε δ’ ἐπίσης ἦτο ἔλασσον καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς συντάξεις, ἐνῷ ἔκτοτε τὸ ποσὸν τοῦτο ηὐξήθη. Καὶ τίς ἀρνεῖται ταῦτα; Ἀλλ’ ἂν προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν συντάξεων εἰς τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1896, ἔχομεν ποσὸν δρ. 28,336,000. Δι’ ἔξοδα ἐν γένει διοικήσεως ἐδαπανήθησαν 62,500,000, καὶ εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα, ὡς ἐνθυμοῦμαι, συμπεριελήφθησαν καὶ πολλαὶ ἔκτακτοι δαπάναι, δαπάναι δι’ ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, δαπάναι διὰ κατασκευὴν λεβήτων τοῦ στόλου, δαπάναι διὰ τροφὴν τῶν ἐκ Κρήτης γυναικοπαίδων καὶ ἄλλαι τινὲς, καὶ ἐν τούτοις τὸ ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 62 μόνον ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων ἀναβιβάζεται εἰς 112,206,849, τὰ δὲ δαπανηθησόμενα εἰς ἴσον περίπου ποσὸν, πρὸς ὃ ποιήσομαι σύγκρισιν, ἵνα ἴδητε, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ ἀνέρχεται νῦν τὸ χρέος ἡμῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἤδη πληρονομένων συντάξεων πάντως δύναται νὰ καταρτισθῇ προϋπολογισμὸς ἀπολήγων εἰς περίσσευμα. Ἀφαιρῶ τὸ διὰ τὰς συντάξεις καὶ διὰ δημόσιον χρέος πληρονόμενον ἤδη ποσὸν ἐκ δρ. 38,863,000, ἤτοι κατὰ 10,500,000 πλέον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896· ἀπομένουσι διὰ τὴν διοίκησιν, ἐκτὸς τῶν συντάξεων καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, δραχ. 74,000,000 περίπου, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τότε ἦσαν μόνον, ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ, 62,550,000· ἤτοι ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον δαπάνης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1900 ἐξ 11,500,000. Τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 11,500,000 καλύπτει τὴν αὔξησιν ἔκτοτε τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν συντάξεων, ὑπολειπομένων καὶ 1,500,000 δρ. Οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα τοῦ 1900, τὰ προϋπολογισθέντα, θὰ ἦσαν μόνον 100,000,000, σὺν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων. Ὑποθέσωμεν ὅθεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, ὡς διατεινόμεθα, εἶναι 6 ἑκατομμυρίων· ἀφαιροῦμεν τὰ 6 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν 112,000,000, θὰ ἔχωμεν ἔσοδα 106,000,000, καὶ ἔξοδα 100,000,000. Τὰ 6 ἑκατομμύρια ταῦτα δύνασθε νὰ διαθέσητε πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀληθῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, καὶ οὐχὶ νὰ δαπανᾶτε ταῦτα ὑπὲρ τροποποιήσεως νόμων, δι’ ὧν λέγετε ὅτι σκοπεῖτε τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, ἐνῷ σκοπὸς ὑμῶν εἶναι ἡ ἱκανοποίησις κομματικῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ καὶ ἂν διὰ τῶν νομοσχεδίων σας, ἃ ὑπεβάλετε, νομίζετε ὅτι θέλετε κατορθώσει τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, οἰκοδομεῖτε ἀπὸ τῆς στέγης, ἐνῷ ἔπρεπε ν’ ἀρχίσητε οἰκοδομοῦντες ἐκ τῶν θεμελίων. Ἄνευ ἀσφαλῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἄνευ ἀνορθώσεως τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς βελτίωσιν τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως· διότι, ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν καταλήγῃ εἰς ἔλλειμμα, εἰς περιστάσεις μάλιστα, οἷαι αἱ παροῦσαι, καθ’ ἃς τὸ ἔλλειμμα ἡμῶν δὲν δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν πλέον διὰ δανείων, ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδυνάμεθα, ἠθέλομεν πράξει ἔργον ἀφροσύνης, ἀκολουθοῦντες τὴν τακτικὴν τῶν δανείων, τὸ ἀποτέλεσμα ἔσται, ὅτι, ἀντὶ ν’ ἀποτινάξητε τὸν ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν ἐπικαθήμενον ἔλεγχον, θὰ ἐπισπεύσητε τὴν ἔλευσιν βαρυτέρου τοιούτου. Τοιοῦτον λοιπὸν προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ καταρτίσωμεν, προϋπολογισμὸν ἀσφαλῆ, τὸ δὲ περίσσευμα αὐτοῦ νὰ διαθέσωμεν κατὰ πρῶτον ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς καὶ εἶτα ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατόν. Τὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς δέον νὰ μελετηθῶσιν ἐπισταμένως, διότι τὸ Κράτος ἡμῶν δεῖται μεγίστης ἐνισχύσεως ὡς πρὸς τὰς παραγωγικὰς αὑτοῦ δυνάμεις, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν γεωργίαν, τὸν πρῶτον ἐθνικὸν ἡμῶν παράγοντα, ὅστις παράγων ὁσημέραι βαίνει μαραινόμενος, ἕνεκα τῆς ἀκηδίας τῆς Πολιτείας...

§106Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὄγδοον Ὑπουργεῖον, περὶ οὗ ἄλλοτε καὶ χθὲς ἔτι ἔκαμα λόγον, θὰ σώσῃ αὐτήν.

§107ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πιθανὸν καὶ τοῦτο. Ποῖα εἶναι τὰ ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας μέτρα, δύναμαι διὰ βραχέων νὰ εἴπω, μὴ θέλων νὰ ἐξαντλήσω τὴν ὑπομονὴν ὑμῶν. Τὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας εἶναι πρῶτον ἡ ἐμπέδωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως. Καὶ δυστυχῶς δὲν ποιεῖται περὶ πολλοῦ τὸ μέγα αὐτὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπερ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ βάσις τῆς προόδου πάσης Πολιτείας. Ἐὰν νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας θὰ κατορθώσῃ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἃς μάθῃ παρ’ ἐμοῦ, ὅτι, ἂν ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀπέτυχεν, ἔτι μᾶλλον θ’ ἀποτύχῃ ὁ θεσμὸς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Καὶ ἀπόδειξιν τούτου τρανοτέραν θέλετε ἄλλην ἢ τὴν τῆς πληθύος, τοῦ ἑσμοῦ, δύναμαι νὰ εἴπω, τῶν δικηγόρων, οἵτινες ὑπέβαλον αἰτήσεις ἀστυνομικῶν θέσεων;—ὅπως ἐκπληρώσωσι βεβαίως τὸ πρὸς τὴν πατρίδα αὑτῶν καθῆκον!—Μόνον αὐτὸ τὸ τεκμήριον μοὶ δίδει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ...

§108ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;

§109ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ διατί, ὁ χρόνος θ’ ἀποκαλύψῃ... Ἂν ἐπαναφέρητε τὸν θεσμὸν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἐπὶ νέων βάσεων, ὑπὸ ποινικὰς διατάξεις αὐστηροτέρας, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλει εὐδοκιμήσει ὁ θεσμὸς αὐτὸς, καὶ οὕτω θ’ ἀποφύγητε δαπάνην οὐχὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἣν ἀναγράφετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ καὶ πλείονα ταύτης, ἣν εἴτε ὑμεῖς, εἴτε ἄλλη Κυβέρνησις, ἀναστέλλουσα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου, θέλει χρησιμοποιήσει ὑπὲρ τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας. Θέλετε ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας; Ἐκτὸς τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, φροντίσατε περὶ συστάσεως Γεωργικῶν Τραπεζῶν, περὶ ἐνισχύσεως τῆς γεωργικῆς πίστεως, ἥτις σήμερον εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ὁ δυστυχὴς γεωργὸς νὰ δανείζηται πρὸς 30 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν! Θέλετε ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας; Φροντίσατε περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀντικαθιστῶντες αὐτὸν διὰ φόρου οὐχὶ βεβαίως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἣν ὑπεδείξατε ὑμεῖς, ἀλλὰ διὰ φόρου ἄλλου, δικαίου, φόρου, Κύριοι, εἰσοδήματος. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἰδιοκτήτης ἀγροτικῶν κτημάτων, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι σήμερον οἱ φόροι ὅλοι ἐπιπίπτουσιν ἐπὶ τῶν δυστυχῶν γεωργῶν, τῶν μὴ ἐχόντων οὐδὲ τὰ μέσα νὰ θάψωσι πολλάκις τὰ τέκνα των, ἀποθνήσκοντα ἐκ τῶν νοσογόνων τελμάτων· ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες εἶναι ἰδιοκτῆται, ἐκεῖνοι οἵτινες εὐποροῦσι, κάτοχοι ὄντες πολλῶν κεφαλαίων ἐν Ἑλλάδι, οὐδένα φόρον ἄμεσον ἀποτίνουσι! Διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας περὶ στρεμματικῆς φορολογίας ἐνομίσατε, ὅτι ἠδύνασθε νὰ ἀνακουφίσητε τοὺς ἀτυχεῖς γεωργούς· ἀλλὰ δὲν ἠθέλετε ἐπιτύχει τοῦτο· θὰ εὕρισκον καὶ πάλιν οἱ ἰδιοκτῆται μέθοδον, ἵνα ἐπιρρίψωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν γεωργῶν...

§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πάντοτε εὑρίσκουσιν οἱ ἰδιοκτῆται μεθόδους πιέσεως τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν, ὅταν θέλωσι νὰ ἐπιβαρύνωσι τούτους.

§111ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ νόμος περὶ φόρου εἰσοδήματος τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οἱ γεωργοὶ δὲν θ’ ἀποτίνωσι φόρον. Καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀποτίνωσιν οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ φόρον, οὐδὲ οἱ λοιποὶ γεωργοί, οἱ κάτοχοι ὀλίγων στρεμμάτων γῆς, διότι οὗτοί εἰσιν ἐργάται. Φορολογεῖται ἡ ἐργασία διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ὑπάρχοντος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, φορολογία δὲ ἐπὶ τῆς ἐργασίας στερεῖται φορολογικῆς βάσεως· εἶναι φορολογία ἄδικος, ἄνισος, βάρβαρος! Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐπὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἂς γείνῃ τέλος πάντων ἀπαρχή, ἵνα ἀποτίνωσι φόρον τινὰ καὶ τὰ κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι, ἵνα φορολογῶνται καὶ οἱ εὔποροι καὶ μὴ ἐπιπίπτωσιν ὅλοι οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ἀπορωτέρων τάξεων τῆς κοινωνίας ἡμῶν, ἐπὶ τῶν δυστυχῶν γεωργῶν. Θέλετε ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας; Φροντίσατε περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων. Μέγα εἶναι τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Τὰ τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων πρέπει νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου οὕτως, ὥστε καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἕλη, καὶ αἱ κοινότητες νὰ συνεισφέρωσιν ὑπὲρ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, ἀλλὰ νὰ συνεισφέρῃ κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ Κράτος, ἡ Πολιτεία, διότι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας, ἔχει δὲ καὶ συμφέρον ἔμμεσον, τὸ τῆς ἐπαυξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καὶ δι’ αὐτοῦ τὸ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θ’ ἀποδοθῶσι τῷ γεωργικῷ πληθυσμῷ γαῖαι εὔφοροι, μέχρι τοῦδε ἄγονοι,—ἐζητήσαμεν δὲ περὶ τούτου πληροφορίας παρὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐδόθησαν ἡμῖν τοιαῦται, εἰ καὶ δὲν εἶναι πλήρεις, διότι δὲν ἐμελετήθησαν εἰσέτι ἐπαρκῶς τὰ τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἐκτὸς τῆς Θεσσαλίας, ἀνέρχονται εἰς τετρακοσίας χιλιάδας στρέμματα αἱ τελματώδεις γαῖαι,—ἐκτὸς, λέγω, τούτου, θὰ συντελέσητε μεγάλως καὶ εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, περιστελλομένης τῆς θνησιμότητος, ὅπερ ἰδίᾳ εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὸν γεωργικὸν, πληθυσμόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἀνάγκη παρίσταται καὶ διευθετήσεως τῶν χειμάρρων καὶ τῶν ποταμῶν, δι’ ἧς ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ καταστῶσι γαῖαι ἀρδευτικαὶ καὶ λιπαινόμεναι λίαν γόνιμοι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ περισταλῇ ἡ καταστροφὴ αὐτῶν, διότι θὰ παύσωσιν οὕτω μεταβαλλόμεναι εἰς χαλικώδεις ἀχρήστους ἐκτάσεις. Φροντίζοντες δὲ περὶ τῆς γεωργικῆς τάξεως, πρέπει νὰ φροντίσωμεν συγχρόνως καὶ περὶ συγκοινωνίας, καὶ ἰδίως περὶ κατασκευῆς γεφυρῶν ἐπὶ τῶν χειμάρρων καὶ τῶν ποταμῶν. Ἂς περιορισθῇ πρὸς καιρὸν ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν, καὶ ἂς προτιμηθῶσιν αἱ γέφυραι τῶν ποταμῶν καὶ χειμάρρων, ὅπως οἱ δυστυχεῖς γεωργοὶ, μεταβαίνοντες ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, ἢ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ἔνθα καλοῦνται συχνάκις, κατηγορούμενοι ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ, μὴ εὑρίσκωσιν ἐν τοῖς ῥήθροις τῶν ποταμῶν τὸν θάνατον! Καὶ ἠξεύρετε, τίνες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστόν εἰσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες μεταβαίνουσι συνήθως εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν ἐπὶ τοιαύτῃ κατηγορίᾳ; Ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν κατέβαλον τὸν ὀβολὸν αὑτῶν εἰς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὰ τῆς φυλάξεως τῶν δασῶν! Φροντίσατε περὶ τοιούτων μέτρων, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἐνισχύετε τὴν γεωργίαν. Ἐνισχυομένης δὲ τῆς γεωργίας ἡμῶν, ἐνισχύεται καὶ αὐξάνει ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν πλοῦτος· ἐνισχυομένου δὲ, ὡς εἶπον, τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, ἐνισχύονται τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἡμῶν· ἐνισχυομένων δὲ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ συνεπῶς καὶ τῆς δημοσίας πίστεως αὐτοῦ, τακτοποιεῖται ἡ νομισματικὴ ἡμῶν ἀνωμαλία, καὶ οὕτω θέλομεν ἔχει προϋπολογισμὸν δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξασφαλίσωμεν περίσσευμα δαπάνης τοιαύτης, οἵα ἐπιβάλλεται πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, Κύριοι, τί βλέπομεν; Βλέπομεν προϋπολογισμὸν συνεπάγοντα αὔξησιν ἀσκόπων δαπανῶν, βλέπομεν νομοθετήματα, ἃ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχουσιν ἢ τὴν ἐπαύξησιν θέσεων πρὸς κορεσμὸν τῆς κομματικῆς ἡμῶν πολιτικῆς! Καὶ ψηφίζομεν καθ’ ἡμέραν νομοθετήματα τοιαῦτα, ἅτινα οὐδὲ νὰ ἀναγνώσωμεν κἂν ἐπαρκεῖ ἡμῖν ὁ χρόνος! Τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ ὑμῶν, πολιτικὴ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, πολιτικὴ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν φόρων...

§112Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνακριβὲς αὐτό.

§113Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.

§114ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπαύξησις φόρων, λέγει ὁ κύριος συνάδελφος, καὶ ἐπιβεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν! Ἀλλὰ διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλετε, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς συμπληρώσεως ἢ τροποποιήσεως τῶν φορολογικῶν σας νόμων, ἐπαυξάνετε αὐτούς. Καὶ δὲν εἶναι ἐπαύξησις φόρων, ὁπόταν διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ζητῆτε καὶ λαμβάνητε φόρον ἀπὸ ἕνα ἐπιτηδευματίαν διὰ δύο καὶ τρία ἐπιτηδεύματα; Δὲν εἶναι ἐπαύξησις φορολογίας νὰ προπληρόνῃ ὁ ἐπιτηδευματίας τὸν φόρον αὐτοῦ, ἐνῷ εἶναι ἄδηλον ἂν θέλῃ ἐπιζήσει;

§115Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Αὐτὸ εἶναι φρικῶδες!

§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἁπανταχοῦ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος προπληρόνεται, διότι διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου λαμβάνει ὁ εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος ὑποκείμενος τὴν ἄδειαν πρὸς ἄσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ προηγουμένῳ νόμῳ· δὲν προπληρόνεται δὲ, εἰμὴ ὁ φόρος μιᾶς ἑξαμηνίας μόνον.

§117ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ τοιαῦτά εἰσι βεβιασμέναι δικαιολογίαι.

§118Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅσον πλειότερα ἀφαιροῦνται ἀπὸ τοῦ λαοῦ, κατὰ τοσοῦτον ἡ φορολογία εἶναι βαρυτέρα.

§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην ταύτην, οὐδὲν πρέπει νὰ ἀφαιρῆται ἀπὸ τὸν λαὸν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἤτοι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀσυδοσία! Πῶς ὅμως θέλουσιν ἐκπληρωθῆ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας;

§120ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ λέγω ταῦτα εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Καὶ ὅταν προϋπολογίζητε ἐξ ἑνὸς φόρου νὰ εἰσπράξητε πλείονα τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραττομένων, καὶ διὰ τοῦ συστήματός σας, ὅπως ἐλαττώσητε δῆθεν τὴν διαφορὰν μεταξὺ εἰσπραττομένων καὶ βεβαιουμένων, καταφεύγητε εἰς τοιαύτας δρακοντείους διατάξεις, ὥστε ἀναγκάζετε πολλάκις τὸν ἐπιτηδευματίαν νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον αὑτοῦ, ἔστω καὶ ἂν σκοπῇ νὰ παύσῃ ἐνασκῶν τὸ ἐπάγγελμά του, ἵνα μὴ συρθῇ εἰς τὰς φυλακὰς, τί ἄλλο, παρ’ ὅ,τι εἶπον, συμβαίνει;

§121ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ, λέγετε τοῦτο. Ὁ νόμος δὲν ὑποχρεώνει εἰς δήλωσιν, οὐδ’ εἰς φορολογίαν, τὸν προτιθέμενον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἐπιτήδευμά του.

§122ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Σᾶς διαψεύδουσι τὰ πράγματα... Δὲν εἶναι ἐπαύξησις φορολογίας, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐν τούτοις ἐπιβάλλει στρεμματικὴν φορολογίαν, ἧς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς κατὰ στρέμμα γῆς ἀνήγαγεν εἰς 80 λεπτὰ τῆς ποτιστικῆς, τῆς δὲ ξηρικῆς εἰς 40 λεπτά.

§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί ἐζητεῖτο δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Βουλευτά; Ἐζητεῖτο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται νῦν, ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν πρόκειται ἄρα περὶ αὐξήσεως φόρου.

§124ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τότε ἔπρεπε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ διατάξητε τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς νὰ ποιήσωνται τοιαύτας τὰς μελέτας αὐτῶν, ὥστε νὰ θέσητε ὡς ἀνώτατον ὅρον ἐκεῖνον, ὃν σήμερον ἔχετε ὡς κατώτατον· διὰ τῆς τοιαύτης δὲ διαβαθμίσεως θὰ ἐπείθεσθε, ὅτι τὸ ποσὸν, ὅπερ εἰσπράττετε σήμερον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν...

§125ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι διάταξις ῥητὴ τοῦ νομοσχεδίου.

§126ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφει ἀνώτατον ὅρον 80 λεπτὰ, κατώτατον δὲ 40. Σᾶς ἐζήτησα στατιστικὴν περὶ τούτου, ἀλλὰ μοὶ ἀπηντήσατε, ὅτι ἴσως δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ συνεμορφώθητε τῇ ἐπερωτήσει μου. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διετυπώσατε τοιαύτας ἰδέας...

§127Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτῃ τὸν ἀγορεύοντα, ἀλλὰ οἱ ἄλλοι τίποτε!

§128ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον. Ἂς διακόπτωσι. Δὲν εἶναι αὔξησις φορολογίας, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ὅμως ἐπιβάλλεται αὔξησις φορολογίας ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν!...

§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν βοσκησίμων γαιῶν προτείνεται μικρά τις αὔξησις τοῦ ὑφεστῶτος φόρου, ἀλλὰ δικαιοτάτη.

§130ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι ὅμως αὔξησις... Δὲν εἶναι, λέγει, αὔξησις φορολογίας, καὶ ἐν τούτοις ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν! Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς παρατηρῶ, περισσότερον πειράζεται, ἂν τῷ ἀποδίδωμεν τὸ τίτλον, ὅτι εἶναι φορομανὴς, ἢ ἂν ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα.

§131Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμὲ δὲν πειράζει τίποτε ἐξ ὅσων λέγετε.

§132ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως, διότι ὅ,τι λέγω προέρχεται ἐκ χρηστοῦ συνειδότος... Μεθ’ ὅλας ὅμως τὰς διαμαρτυρίας σας, τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ ὑμῶν, πολιτικὴ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν φόρων, πολιτικὴ τῶν ἀσκόπων δαπανῶν. Διὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς μὴ νομίζετε ὅτι δύνασθε ν’ ἀνταποκριθῆτε πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, πρὸς τὰς σημερινὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος ἡμῶν· διὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς μὴ νομίζετε ὅτι ἐφαρμόζετε τὸ πρόγραμμα, ὅπερ ἐπηγγέλθητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ δεινὴν συμφορὰν ἓν μόνον πρόγραμμα ἐννοεῖ, ἀγαθὴν καὶ χρηστὴν διοίκησιν, περικοπὴν δαπανῶν, ἐλάττωσιν φορολογίας, εἰ δυνατὸν, ἐπὶ τῶν ἀπορωτέρων τάξεων...

§133ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἰκονομίας.

§134ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. .. Καὶ τὸ περίσσευμα, τὸ ἀπομένον ἀπὸ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ ἐνισχύσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ ὑπὲρ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, ὃν δυστυχῶς τείνετε νὰ διαλύσητε. Ἀλλ’ ὅταν λαμβάνητε τὸ μέτρον τῶν προσωρινῶν ἀδειῶν, οὐδὲν ἄλλο ζητεῖτε διὰ τούτου, εἰμὴ νὰ περικόψητε δαπάνας ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἶναι πρέπον... Καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος κατ’ ἄλλην περίστασιν, — οὐχὶ τὴν παροῦσαν, ἥτις εἶναι καὶ χείρων ἐκείνης, διότι σήμερον ῥυθμισθέντα τὰ τῶν χρεῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συμβιβασμοῦ παρέχουσιν ἀσφαλέστερον ἔδαφος, — ὅτι πρέπει νὰ διασκευάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν οὕτως, ὥστε νὰ περικόψωμεν δαπάνας καὶ ἐκ τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐξ ἄλλων Ὑπουργείων, καὶ ταῦτα τὰ ποσὰ νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Καὶ ὅ,τι ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιβάλλεται σήμερον νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι σήμερον τὸ πρόγραμμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς εἶπον, μετὰ τὴν δεινὴν συμφορὰν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξήλθομεν κατησχυμένοι, εἶναι ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ. Εἰς αὐτὸν, Κύριοι, τὸ ἔθνος ἀποβλέπει. Ἐθλίβην, ὅπως καὶ πάντες ὑμεῖς, διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν συμφορὰν, ἀλλ’ οὐχὶ τόσον διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστη τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, ἰδίως ἡ δύσμοιρος Θεσσαλία, οὔτε καὶ διὰ τὴν περικοπὴν τῶν συνόρων, διότι, κατ’ ἐμὲ, ὅρια ἰσχυρὰ ἑνὸς Κράτους εἶναι τὰ στήθη τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ, ὅσον ἐθλίβην διὰ τὴν ἠθικὴν ζημίαν, διὰ τὴν ἀτίμωσιν, ἣν ὑπέστη ἡ χώρα ἡμῶν. Χάριν τῆς τιμῆς ἡμῶν δέον νὰ προνοήσωμεν ὑπερ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν καὶ ὄχι διὰ τῆς ψηφίσεως νόμου, δι’ οὗ ἀνατίθεται ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον. Ἡ διοργάνωσις τοῦ στρατοῦ χρήζει μέσων, διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν δὲ ταῦτα, πρέπει νὰ καταρτίσωμεν προϋπολογισμὸν ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν, οὐχὶ προϋπολογισμὸν, δι’ οὗ οὐδὲν ἄλλο ζητεῖται, εἰμὴ ἡ ἐπιστέγασις τῆς συναλλαγῆς, ἧς ἐκηρύσσετο πολέμιος ἀδυσώπητος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἐτύγχανεν ἀντιπολιτευόμενος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Τοιοῦτος ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν περιστάσεων νὰ ἦναι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν. Καὶ ὀφείλετε νὰ ὑποχωρήσετε πρὸ τῆς γνώμης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲν ἄλλο ζητούσης, εἰμὴ περικοπὴν ἀσκόπων δαπανῶν. Αἱ γνῶμαι δὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἰσὶ γνῶμαι ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος...

§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τῆς μειονοψηφίας πάντοτε.

§136ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀληθῶς, ἀλλὰ τῆς Ἑλλάδος ὅλης πραγματικῶς... Περικοπὴ δαπανῶν εἶναι τὸ πρόγραμμά της, καὶ οὐχὶ δημιουργία θέσεων διὰ τῶν νέων νόμων, οὓς ψηφίζετε. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τώρα ἀκριβῶς ἐκ τῆς διακοπῆς ὑμῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἐπροτείνομεν ἡμεῖς περικοπὴν δαπανῶν, μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἐζήτουν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσπρακτόρων, αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γραφέων καὶ τῶν ὑπογραμματέων!

§137ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς διευκόλυνσιν τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων!

§138ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔχετε δίκαιον νὰ λέγητε, ὅτι εἶναι γνῶμαι τῆς μειονοψηφίας αἱ γνῶμαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Καὶ ἐχλευάζετε τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῶν ὑπουργικῶν βάθρων).

§139ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ἐχλεύασα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν.

§140ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐχλευάζετε διὰ τῆς φράσεώς σας, ὅτε ἐλέγετε, ὅτι ἀπορεῖτε διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ὑποσχέσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἣν ἔδιδεν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ὅτι θὰ κατώρθου νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους εἰς 62 ἑκατομμύρια.

§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγεννήθη ἐκεῖνος ποῦ θὰ χλευάσῃ τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν!

§142Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅταν ἀπορῇ τις, χλευάζει, κύριε Βουλευτά; Δὲν χλευάζει.

§143ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἴσως ἡ φράσις μου δὲν διερμήνευσεν ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ τότε Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος.

§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅ,τι εἴπετε ὡς λεχθὲν παρ’ ἐμοῦ εἶναι χλευασμὸς, τότε ὅ,τι ὑμεῖς εἴπετε ταύτην τὴν ἑσπέραν ἀποτελεῖ σειρὰν χλευασμῶν ἐναντίον ἡμῶν. Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἀποτείνητε τοιαύτας αἰτιάσεις, μάλιστα κατ’ ἐμοῦ, μὴ συνηθίσαντος νὰ χλευάζω οὐδένα.

§145ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἴσως ἡ φράσις μου, ἐπαναλέγω, ἦτο δριμεῖα, ἴσως παρεσύρθην ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου· ἀλλ’ ἤθελον διὰ ταύτης νὰ εἴπω, ὅτι ὑμεῖς, ἐπικρίνοντες τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ἐξεφράζετε ἀπορίαν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους εἰς 62 ἑκατομμύρια, πῶς ἐτόλμα νὰ δίδῃ τοιαύτας ὑποσχέσεις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Καὶ ὅμως, ἐλθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐπραγματοποίησε—διότι ἐννοεῖ νὰ πραγματοποιῇ τὰς ἐπαγγελίας του—ὅ,τι ἐπηγγέλλετο τότε ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγός. Καταρτίσατε ὅθεν καὶ ὑμεῖς προϋπολογισμὸν περιλαμβάνοντα ἔξοδα διοικήσεως μέχρις 62,000,000, προσθέτοντες δὲ καὶ τὴν ἔκτοτε ἐπαύξησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὴν τῶν συντάξεων, ἀναβιβάσατε αὐτὸν μόνον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000. Τοιοῦτον προϋπολογισμὸν θέλομεν ἡμεῖς, προϋπολογισμὸν σταθερὸν, δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δημοσίους ἀνάγκας. Καὶ νομίζομεν, ὅτι ὁ τοιοῦτος προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ φρονήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἡμεῖς ἔχετε ἐναντίαν ἰδέαν, ἀναμείνατε τὸν χρόνον, ἵνα πεισθῆτε περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἡ τιμωρία, ἐπερχομένη μετὰ νέαν συμφορὰν, εἶναι ἀνωφελής. Πεποιθότες οὐ μόνον εἰς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἥτις ἐπιβάλλεται σήμερον, τῆς καταρτίσεως τοιούτου προϋπολογισμοῦ, ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν νὰ ὑποχωρήσητε, ἐὰν θέλετε νὰ σώσητε τὴν πατρίδα, κινδυνεύουσαν. Ἐὰν δὲν θέλετε νὰ τὴν σώσητε ἐκ τοῦ ἐπαπειλοῦντος αὐτὴν κινδύνου, ἐξακολουθεῖτε ἐμμένοντες εἰς τὴν τοιαύτην τακτικὴν, ἀλλὰ τότε ἐγγὺς δυστυχῶς ἔσται ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν δεινῶν συμφορῶν ἐργάται καὶ αὖθις θὰ γίνητε! Δευτέρα χρεωκοπία τοῦ Κράτους, μὴ λησμονῶμεν ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλας συνεπείας, χείρονας τῶν τῆς πρώτης· δευτέρα χρεωκοπία σημαίνει ἐπέκτασιν τοῦ ἐλέγχου ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως· ἔλεγχος δὲ τοιοῦτος εἶναι πλήρης ὑποδούλωσις τῆς χώρας ἡμῶν! Ἂν νομίζετε ὅτι τοιαύτη πολιτικὴ εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ ἔθνος, ἀσπασθῆτε αὐτήν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι γνήσιον τέκνον τῆς πατρίδος, ὅστις φροντίζει ὑπὲρ τῆς σωτηρίας αὐτῆς. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 9 καὶ 50′ μ. μ.)

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον.

§149Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Πρὶν εἰσέλθω, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ παραπονεθῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα καὶ φίλον μου (τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως τιμῶ) διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἀπέκρυψα δῆθεν ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἀνέγνωσα πρὸς αὐτὴν τὸν πρόλογον τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νομίζω ὅτι ἐνθυμοῦνται καλῶς ὅλα τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἥ τε πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν συνήλθομεν, πρῶτόν μου ἔργον ἦτο νὰ ἀναγνώσω πρὸς αὐτὰ τὸ προοίμιον καὶ εἶτα τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· λυποῦμαι δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας κ. Μανέτας δὲν εἶναι παρὼν, ἵνα σᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι ἐκεῖνος ἦτο ὁ πρῶτος, ὅστις εἶπεν, ὅτι «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθήσωμεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν ἔκθεσιν ὁλόκληρον καὶ τὸν πρόλογον αὐτῆς, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ὑπέχομεν ἡμεῖς εὐθύνην διὰ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν αὐτῇ». Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην συνετάχθη καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας κ. Δούνης καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐξ Ἄνδρου ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καΐρης...

§150Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς ἤρξατο ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν ἀπὸ τοῦ προλόγου, καὶ τὸν παρεκαλέσαμεν νὰ σταματήσῃ.

§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὥστε ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος δὲν ἦτο ἀληθής.

§152ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι ἄδικος ἦτο καὶ ἡ ἄλλη αἰτίασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, εἰπόντος ὅτι ἐν τῷ προλόγῳ ἀναγράφεται, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἀπὸ τοῦ 1882 κρατήσασα εἶχε σκοπὸν τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἐπετεύχθη, ἐνῷ βλέπουσιν οἱ ἀναγινώσκοντες τὴν ἔκθεσιν, ὅτι δὲν ἀναγράφεται ἐν αὐτῇ ὅτι ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον ἀπὸ τοῦ 1882, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο ἦτο ὁ κυριώτερος σκοπὸς τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἐπραγματοποιήθη ὅμως βραδύτερον, «ὡς μαρτυρεῖ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1888, ἀλλὰ καὶ ὁ τοῦ 1893, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ ἔτι οἱ μέχρι τοῦ ἔτους 1892 ἀπολογισμοὶ, καίτοι ἐπεβαρύνθησαν μὲ ἀκεραίαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ὅμως δὲν κατέλιπον σοβαρὰ καὶ ἄξια μνείας ἐλλείμματα». Ταῦτα ῥητῶς ἀναγράφονται ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἑπομένως ἦτο περιττὸν νὰ ἀναφέρῃ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1882, ὅτι κατέληξεν εἰς ἔλλειμμα· ὡς εἴδετε δὲ μάλιστα, περιωρίσθη εἰς μόνον τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1882. Ἐπίσης ἐκάκισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τὸ προοίμιον τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, διότι νομίζει ὅτι ἀναφέρομεν, ὅτι ὁ παρὼν προϋπολογισμὸς δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν ἢ τὴν ἀπόσεισιν τοῦ ἐθνικοῦ ὀνείδους, δηλ. τοῦ ἐλέγχου, ἐνῷ ἀναφέρομεν, ὅτι πρέπει διὰ τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ νὰ προβλέπηται αὐτὸ ὡς ἀπώτερος σκοπός. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος, εἶναι, ὅτι παραδεχόμεθα δῆθεν, ὅτι μόνον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1882 ἐπῆλθέ τι καλὸν εἰς τὸν τόπον, καὶ εἶπε: «τὰ 482,000,000 λοιπὸν, τὰ δαπανηθέντα μέχρι τοῦ 1882, ἐδαπανήθησαν εἰς μάτην;» Δὲν ἠξεύρω, ἂν οὗτος ἐννοεῖ, ὅτι ἐδαπανήθησαν ταῦτα διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τῆς Θεσσαλίας· ἀλλ’ οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς Θεσσαλίας ἐπετεύχθη πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1882. Πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἠλευθερώθη ἡ Θεσσαλία, δὲν λησμονοῦμεν ὅμως ἡμεῖς, ὅτι ἡ κυρία ἀφορμὴ τῆς ἐλευθερίας τῆς Θεσσαλίας ἀνάγεται εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1880. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1879, ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ηʹ Περιόδου, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔλεγε, κακίζων τὴν Συμπολίτευσιν τῶν χρόνων ἐκείνων, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικὸν δὲν εὑρίσκετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὔτε εἰς τὸ ἄλφα αὑτοῦ· προσέθετε μάλιστα, ὅτι ἦτο εἰς πολὺ χειρότερον σημεῖον τὸ ἐθνικὸν ζήτημα τότε ἢ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου. Τότε, ὡς ἐνθυμοῦμαι,—καὶ ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικά,—ἐνθυμοῦνται δὲ κάλλιον ἐμοῦ οἱ πρεσβύτεροι τῶν κυρίων συναδέλφων, ἐξηγέρθη σύσσωμος ἡ Συμπολίτευσις κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ Τρικούπης, ἰδίως δ’ ἐξηγέρθη ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος, καὶ περισσότερον πάντων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ Τρικούπη, διότι δὲν ἤθελε ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ ΙΓʹ Πρωτόκολλον τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου ἦτο ἴδιον αὑτοῦ ἔργον, ἐλησμόνει ὅμως ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι βεβαίως ἡ ἄστοχος διεξαγωγὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡμῶν ζητήματος τότε συνετέλεσεν, ὥστε παραστὰς οὗτος εἰς τὸ Βερολίνειον Συνέδριον νὰ μὴ λάβῃ θέσιν ὁμότιμον ἐν αὐτῷ. Ἐλησμόνει ὅτι ἡ Ἀγγλία, μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Σώλσβαρυ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, συνέταξεν ἐγκύκλιον τότε, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ τάξῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς ὁμότιμον θέσιν μετὰ τῶν λοιπῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν· τοῦτο δ’ ἔπραττε διότι ἤθελεν, οὐχὶ τόσον νὰ ὑπερτιμήσῃ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, ὅσον ἴσως νὰ ὑποτιμήσῃ τὴν θέσιν τῆς Ρωσσίας, ἡ ὁποία παρίστατο ἐν τῷ Συνεδρίῳ ὡς διεκδικήτρια τῶν δικαίων τῶν Σλαυϊκῶν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐπετεύχθη, διότι ἡ φωνὴ τοῦ σιδηροῦ Βίσμαρκ ἦτο ἐναντία ἡμῶν, καὶ κατίσχυσε δυστυχῶς, κληθέντων ἡμῶν ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς Προέδρου τοῦ Συνεδρίου, ἁπλῶς μόνον, ὅπως ἐξενέγκωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ 15 ἄρθρου τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Ἀλλὰ μετὰ τὸν τίτλον τοῦτον τέλος πάντων τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου, τίτλον οὐχὶ χιμαιρικόν, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ Βήκονσφηλδ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Ὁμοτίμων ἀγορεύων μετὰ τὴν ἐκ Βερολίνου ἐπάνοδον, ὠνόμαζε, τὸ πρῶτον, ὡς ἐνθυμοῦμαι, πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ἡ λύσις τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος, ἦτο ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως, ἣν ἔκαμε βραδύτερον ἡ Τουρκία, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς νέας διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐγένοντο εἰς τὴν Πρέβεζαν. Αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἀπέτυχον, καὶ κατεφεύγομεν μετ’ οὐ πολὺ εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς Δυνάμεις πρὸς λύσιν τῆς διαφορᾶς. Τότε ἡ Πύλη ἀνέθηκεν εἰς τὸν Σαβφὲτ πασσᾶν, Ὑπουργὸν αὐτῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα, περιέπλεξε δ’ οὗτος οὕτω τὴν Ἑλλάδα, ὥστε νὰ θεωρήσῃ καὶ αὐτὴ ὡς συζητήσιμον τὸ ΙΓʹ πρωτόκολλον τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου. Τότε δὲ ἡ Κυβέρνησις, δεχθεῖσα νὰ συζητήσῃ τοῦτο, ἔδωκε διαταγὰς εἰς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμέτερον πρεσβευτὴν, ὅστις ἐτύγχανε νὰ ἦναι τότε ὁ μακαρίτης Π. Βράϊλας Ἀρμένης, ὅστις καὶ κατέστρωσε νέον σχέδιον νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀντιθέτου τῆς τοῦ Βερολίνου. Μόλις συνέβη τοῦτο, ὁ Σαβφὲτ πασᾶς, ὡς ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ Εʹ Πρωτοκόλλου, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Σεπτεμβρίου (5 Ὀκτωβρίου) 1879 εἶπε: «Σαφές ἐστὶν, ὅτι πᾶν τὸ συζητήσιμον εἶναι καὶ τροποποιήσιμον, ἀφοῦ πᾶν τὸ μὴ τροποποιήσιμον εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως». Ἐτέθη λοιπὸν ὑπὸ συζήτησιν τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐκφύγῃ τῶν χειρῶν ἡμῶν τὸ ΙΓʹ Πρωτόκολλον τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου. Κατόπιν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, διεδέξατο ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1880, κατὰ συγκυρίαν δ’ εὐτυχῆ, διεδέχετο καὶ τὸν Βήκονσφηλδ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Ἀγγλίας ὁ Γλάδστων. Τότε ἐν τῇ νέᾳ Συνδιασκέψει τοῦ Βερολίνου τὸ ζήτημα τὸ ἡμέτερον ἐλύθη, καὶ ἐδίδετο νέα ὁροθετικὴ γραμμὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὴν γραμμὴν ταύτην, καίπερ ἀπομακρυνομένην τῆς πρώτης, τῆς τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου, ἔσπευσεν ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης ν’ ἀποδεχθῇ, διότι διέβλεπεν, ὡς βαθύνους πολιτικὸς, τὴν προσέγγισιν τῆς Αὐστρίας πρὸς τὴν Γερμανίαν, ἥτις ἤρχιζε τότε, ἐξ οὗ καὶ εἴκαζεν, ὅτι ἡ ἰσορροπία τῶν Δυνάμεων ἤθελε μεταβληθῆ. Κατὰ τὴν γραμμὴν, ἥτις τότε ἐδίδετο εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὅριον θὰ παρηκολούθει τὸ ῥεῖθρον (thalweg) τοῦ Καλαμᾶ ἀπὸ τῶν ἐκβολῶν τοῦ ποταμοῦ τούτου εἰς τὴν Ἰόνιον Θάλασσαν μέχρι τῶν πηγῶν αὐτοῦ παρὰ τὸ Χὰν Καλυβάκι, εἶτα δὲ τὰς δειράδας (crêtes) τῶν ὀρέων, αἵτινες διαχωρίζουσι τὰς λεκάνας πρὸς βορρᾶν μὲν τῆς Βογιούσης, τοῦ Ἁλιάκμονος, τοῦ Μαυρονερίου καὶ τῶν παραποταμίων τούτου, πρὸς νότον δὲ τοῦ Καλαμᾶ, τῆς Ἄρτης, τοῦ Ἀσπροποτάμου καί τοῦ Σαλαμβριᾶ (ἀρχαίου Πηνειοῦ) καὶ τῶν παραποταμίων αὐτῶν, ὅπως καταλήξῃ εἰς τὸν Ὄλυμπον, οὗτινος θὰ παρηκολούθει τὴν δειράδα μέχρι τῆς ἐν τῷ Αἰγαίῳ ἀνατολικῆς αὐτῆς ἄκρας. Καὶ ταῦτα, ἀφοῦ σημειωθῇ, ὅτι ἡ γραμμὴ ἐκείνη ἄφινε πρὸς μεσημβρίαν τὴν λίμνην τῶν Ἰωαννίνων καὶ πάντα τὰ εἰς αὐτὴν ἐκβάλλοντα ῥεῖθρα, ὡς καὶ τὸ Μέτσοβον, ἅτινα καθίσταντο κτήσεις τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Τρικούπης ὅμως, κάλλιστα ἐννοῶν ὅτι πρέπει νὰ στηρίζηταί τις καὶ εἰς τὰς ἰδίας αὑτοῦ δυνάμεις, καὶ ὅταν ἔτι ἔχῃ τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἐκάλεσε τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1880, τὴν ὁποίαν κατόπιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου, — ὅστις δὲν εἶχε τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, τοῦ νὰ πράττῃ τὰ ἀντίθετα τῶν ἀντιπάλων, ἐρχόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν, — ἐνέκρινε καὶ ἐξηκολούθησεν αὐτήν. Εἴδετε δὲ τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, ὅτι ἐδόθη ἡ νέα γραμμὴ τὴν 31 Μαρτίου 1888. Ἠθέλησεν ὁ προλαλήσας ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τοῦτο ἀνῆκεν εἰς τὴν πολιτικὴν, ἥτις τότε ἐκυβέρνα, τὴν τοῦ Κουμουνδούρου, καὶ εἰς τὸν ἐπὶ τῆς προηγουμένης πρωθυπουργίας ἐκείνου Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτήν. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον, ἐὰν ὁ κ. Χατζίσκος ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ὑπέγραφε τῇ 31 Μαρτίου τὴν συνθήκην ἐκείνην. Βεβαίως ὅμως οὔτε ὁ Τρικούπης, οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, ὁ καὶ ἀρχηγὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος συναδέλφου, θὰ ἔπραττε τοῦτο, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἀπεκάλεσεν, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τὴν εἰρήνην ταύτην ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» Ἀνταλκίδειον. Ἄλλως ἔχομεν τὴν δήλωσιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Κουμουνδούρου, ἐπιστείλαντος 10 ἡμέρας πρὸ τῆς 31 Μαρτίου, ἤτοι τὴν 21 Μαρτίου (2 Ἀπριλίου) 1881, διακοίνωσιν πρὸς τὴν Εὐρώπην, ὅπως προλάβῃ τὴν ἀποσταλεῖσαν ἄλλην πρὸς τὴν Ἑλλάδα διακοίνωσιν τῆς Εὐρώπης τῇ 26 Μαρτίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἐν ᾗ ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἴδῃ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ ἀποδεχομένην τὴν τοιαύτην μερικὴν λύσιν, θὰ δικαιωθῇ νὰ τὴν κατῃγορήσῃ ἐπὶ ἀπρονοησίᾳ καὶ ἐλαφρότητι, θὰ δυσπιστῇ πρὸς αὐτὴν ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ αὐτὴν θ’ ἀνομολογῇ ὡς τὴν μόνην δημιουργὸν ἀνωμάλου καὶ πλήρους κινδύνων καταστάσεως πραγμάτων. Περιττὸν δὲ νὰ ἐπαναλάβωμεν, τί οἱ Ἕλληνες τῆς Τουρκίας θέλουσι σκεφθῆ περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Εὐρώπη αὐτὴ δὲν ἤθελε λείψει νὰ ἐκπλαγῇ, καὶ εὐλόγως...» Ταῦτα ἔγραφεν ἐκεῖνος, ὅστις συγχρόνως ἀπεκάλει ἰδανικὴν τὴν γραμμὴν ἐκείνην, ἐξ ἧς θὰ ἔλειπεν ἡ Ἐλασσὼν καὶ ἡ κοιλὰς τοῦ Ξηριᾶ. Ἀλλ’ εἶπε πρὸς τοῖς ἄλλοις ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου αὑτοῦ, ὅτι δεικνύμεθα δῆθεν ἀνευλαβεῖς πρὸς τὴν μνήμην τῶν προαποβιωσάντων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας. Πᾶν ἄλλο, Κύριοι, ἢ ἀνευλαβῶς ἔχομεν πρὸς τὴν μνήμην τῶν προαπελθόντων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς πατρίδος, οὐδὲ λησμονοῦμεν τὰς παρασχεθείσας πρὸς τὸν τόπον ὑπηρεσίας παρὰ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀνδρῶν, ἀνομολογοῦμεν τοὐναντίον τοὺς μόχθους καὶ τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους κατέβαλον οὗτοι, καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862, ὅτε διετέλει ὑπὸ δυσχερεστάτας ἀληθῶς περιστάσεις ἡ πατρίς. Εὐλαβούμεθα τὴν μνήμην τοῦ Κωλέττη, τοῦ Μαυροκορδάτου, τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη, τοῦ Μεταξᾶ, τοῦ Καποδιστρίου μάλιστα, δὲν λησμονοῦμεν δὲ μετὰ τὸ 1862 τὴν βαρύτητα τοῦ Βούλγαρη, τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ Δεληγεώργη, τὴν μετριοφροσύνην τοῦ Ζαΐμη, τὴν βαθύνοιαν τοῦ Κουμουνδούρου. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει νὰ διατεινώμεθα, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Χαριλάου Τρικούπη ἐτέθησαν αἱ βάσεις συστηματικῆς πολιτικῆς ἐν τῷ τόπῳ. Διότι φρονοῦμεν πεποιθότως, ὅτι, ἂν ὁ Τρικούπης ἐτήρει τὴν πεπατημένην, ἐὰν δὲν θὰ ἐκαρκινοβατοῦμεν, βεβαίως ὅμως θὰ ἐχελωνοβατοῦμεν τοὐλάχιστον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἣν ἐννοῶ νὰ ἐκτιμῶ. Ἀλλ’ ἐρωτῶσι, τί τὸ μέγα ἀπόκτημα τῆς πολιτικῆς ταύτης; Τὸ μέγα ταύτης ἀπόκτημα, ἂν μὴ ἄλλο, εἶναι ὁ ὑπερδιπλασιασμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Εἶναι μέγα τοῦτο, Κύριοι, κατόρθωμα, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς κανὲν γεναῖον βῆμα ἐν τῷ τόπῳ, οὐδὲ ν’ ἀποκτήσωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τὸ ἐλάχιστον ἔστω ἀγαθόν. Ἤδη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πολιτικὴν ἄκρων δαπανῶν ἀπεκάλεσε τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὁ ἐξ Ἄνδρου ἀξιότιμος Βουλευτής, εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀγορεύων πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τοιοῦτον δοὺς χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, δὲν ἐνόμισε, φαίνεται, ὅτι εἶχε καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἰσχυρισμὸν αὑτοῦ τοῦτον...

§153ΚΑΙΡΗΣ. Ἀναγράφετε ἔξοδα 111,000,000 δραχμῶν.

§154ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. .. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐξήτασε τὰ κεφάλαια τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐχὶ πάντα, διότι, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῆς τε μειονοψηφίας καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, εἰς τὰ πλεῖστα τῶν κεφαλαίων δὲν διίστανται αἱ γνῶμαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὰς τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἐν τούτοις ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα παρέδραμεν ὁ κ. συνάδελφος τὰ κεφάλαια αὐτῶν, ἐνῷ ἐκεῖθεν ἐνόμιζέ τις ὅτι ἤθελεν ἀρυσθῇ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἤγαγον αὐτὸν ν’ ἀποκαλέσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πολιτικὴν τῶν ἄκρων δαπανῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἀνέπτυξε καὶ μίαν οἰκονομικὴν θεωρίαν, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, καθ’ ἣν πρέπει ἡ κατάρτισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους νὰ βασίζηται ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἔτους τοῦ προηγουμένου τῆς χρήσεως, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται. Ἡ θεωρία αὐτοῦ αὕτη ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐξέπληξε, διότι καὶ ἡ Βουλὴ πᾶσα, ὡς καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῆς, γνωρίζει, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ, θὰ ἐλησμόνησε δὲ μόνον ἴσως, ὅτι ὑπάρχει διάταξίς τις τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1852 περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν (ἄρθρον 5) «ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑποβάλλεται εἰς τὰς Βουλὰς διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ψηφίζεται δὲ καὶ κυροῦται ἐντὸς τῆς Συνόδου τῆς ληγούσης πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου φέρει τὸ ὄνομα ὁ προϋπολογισμός». Ἐπὶ τῇ νομίμῳ ὑποθέσει λοιπὸν, ὅτι συνέρχεται ἡ Βουλὴ κατὰ Νοέμβριον μῆνα, δὲν ὑπέχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ ἀμέσως τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ ἑπομένου ἔτους κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς θὰ ἔχῃ δεδομένα τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως, ἀφοῦ δὲν ἔχει λήξει κἂν τὸ οἰκονομικὸν ἔτος; Διὰ ταῦτα, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καταρτίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἀπέβλεψεν εἰς τὰ δεδομένα ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ οὐ μόνον εἰς ταῦτα, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ψηφισθέντας πέρυσι, κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου, νόμους περὶ ἐπιτηδευμάτων, περὶ φορολογίας τῶν ζῴων, περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν κλπ. Ἐκτὸς τούτων ὅμως, καταρτίζουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἀπέβλεψε πρὸ πάντων εἰς τὴν αὐστηρὰν ὑπ’ αὐτῆς ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως, ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὰ ἡ εἰλικρινὴς ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντός των. Ἀντὶ συγκρίσεως τῶν προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1900 ἐσόδων πρὸς τὰς ἐνεργηθείσας εἰσπράξεις, κατὰ τοὺς δεδημοσιευμένους ὁριστικοὺς ἢ προσωρινοὺς ἀπολογισμούς, τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895, 1896, 1897 καὶ 1898, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἴσως νὰ ἀγάγῃ εἰς ἄτοπα, διότι αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898 παρουσίασαν μικρὰς ἢ μεγάλας ἀνωμαλίας ἕνεκα τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο τότε ἡ χώρα, ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπεν ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους νὰ φέρῃ τὸ πεδίον τῆς συζητήσεως, καὶ ἀλλαχοῦ νὰ στηρίξῃ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῆς, ἐρχομένη εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, Κύριοι, θέλομεν ἔχει πρὸ πάντων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα πρὸς αὐτὴν ἀπαντήσωμεν. Οὕτω: «ΚΕΦ. Αʹ. Ἄμεσοι φόροι. Ἄρθρ. 1. Φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν». Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει εἰσπρακτέον ποσὸν ἐκ δρ. 2,180,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς θεωρεῖ εἰσπράξιμον ποσὸν μόνον 1,900,000, ἤτοι ὑπολογίζει τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἔλαττον κατὰ 280,000 δραχμάς. Κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσπρακτέων, εἰσπραχθέντων καὶ εἰσπραξίμων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1899, τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899 ἐβεβαιώθησαν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους φόροι ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκ δραχμῶν 2,589,947.25, ἐλπίζεται δὲ βεβαίωσις ὁμοίων φόρων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1900 μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν λήγει ἡ χρῆσις τοῦ 1899, ἤτοι μέχρι τῆς 31 8βρίου 1900, ἐκ δρ. 20,000 ἀκόμη, ὥστε τὰ εἰσπρακτέα ἐκ τοῦ φόρου τούτου θ’ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 2,609,947,25...

§155Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσπρακτέα ἢ βεβαιωτέα;

§156ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Βεβαιωτέα, μάλιστα... Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοὺς, τίς δύναται νὰ μὴ παραδεχθῇ, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1900 δὲν θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 2,180,000 δραχμῶν, ἐὰν λάβῃ μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη τῆς Θεσσαλίας, τὰ ὁποῖα εἶχον καταστραφῆ ἕνεκα τοῦ πολέμου καὶ τὰ ὁποῖα δὲν κατωρθώθη ν’ ἀντικατασταθῶσιν οὔτε κατὰ τὸ 1898, ἀλλ’ οὔτε κατὰ τὸ 1899, θ’ ἀντικατασταθῶσιν ἐφέτος, λάβῃ δ’ ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν τακτοποίησιν πλέον τῶν κατοίκων τοῦ βασιλείου καὶ τὴν μελετωμένην ἐκβίασιν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων; Κατὰ ταῦτα, θέλει πραγματοποιηθῆ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ἔσοδον ἐκ δρ. 2,180,000, ἀφοῦ μάλιστα τρανοτάτη τούτου ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἴσον σχεδὸν πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1893, 1894 καὶ 1895, ἐξ ἄλλου δὲ, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1895 ἐπὶ εἰσπρακτέων φόρων ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκ δραχμῶν 2,559,924.05, ἤτοι μικροτέρα τῆς τοῦ 1899 κατὰ 21,023.20, παρουσίασεν εἰσπράξεις ἐκ δραχ. 2,203,266.19, ἤτοι πλέον τῶν προϋπολογισθεισῶν διὰ τὸ 1900 κατὰ δραχμὰς 43,266.19. Ἕνεκα τούτων πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀβάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας, προτείνοντος ἐλάττωσιν 280,000 δραχμῶν. Ἄρθρον 6. «Ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος, πλὴν τοῦ τῆς Ἑπτανήσου, εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελωνεῖα». Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ὡς εἰσπράξιμον ποσὸν 4,970,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρει ὡς ποσὸν εἰσπράξιμον 4,400,000, ὥστε θεωρεῖ ὅτι θὰ ἀπέλθῃ μείωσις τοῦ φόρου τούτου κατὰ 570,000 δραχμάς. Ἡμεῖς δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ κατὰ συνέχειαν παρατηρουμένη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν πρόοδος τῆς ἐμφυτεύσεως τῶν σταφιδαμπέλων ἐξηκολούθησε μέχρις ἐσχάτων, ἵνα προσδοκῶμεν ἔκτακτα εἰσοδήματα διὰ τὸ ἔτος 1900. Δὲν εἶναι ὅμως δίκαιον νὰ στηρίξωμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἐσοδειῶν τῶν ἐτῶν 1897, 1898 καὶ 1899, διότι ὡς πρὸς μὲν τὸ 1899 δὲν ἔχομεν θετικὰ ἔτι ἀποτελέσματα, διότι δὲν ἐφθάσαμεν ἔτι εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως, τὰ ἔτη δὲ 1897 καὶ 1898 δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὅρος συγκρίσεως, διότι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἔλειπον αἱ ἐργατικαὶ χεῖρες, κληθεῖσαι εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἀνάγκη λοιπὸν πρὸς ὑπολογισμὸν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, πλὴν τοῦ τῆς Ἑπτανήσου, ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896. Ἐκ τῶν ἐπισήμων τοῦ Ὑπουργείου στοιχείων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἐσοδεία τοῦ σταφιδοκάρπου ἀνῆλθε κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1895 εἰς λίτρας ἑνετικὰς 308,450,628, κατὰ δὲ τὸ 1896 εἰς λίτρας ἑνετικὰς 253,087,273, ἤτοι διὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη εἰς λίτρας ἑνετικὰς 561,537,301, παρεχούσας μέσον ὅρον λίτρας 280,768,950. Ἐὰν ἄνευ προσθήκης τινὸς ἐκ μείζονος εἰσοδήματος τῶν μὴ καλλιεργηθεισῶν κατὰ τὸ παρελθὸν σταφιδαμπέλων ὑπολογίσωμεν τὸν μέσον τοῦτον ὅρον ὡς ἐσοδείαν σταφιδοκάρπου ἐφετεινῆς χρήσεως, καὶ περιστείλωμεν διὰ τῆς ἀπαιτουμένης ἐπιτηρήσεως τὰς καταχρήσεις, αἵτινες διενεργοῦνται ὑπὸ τῶν ἐμπόρων ὡς πρὸς τοὺς τόπους τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐξαγομένου προϊόντος, οὕτως ὥστε νὰ διχασθῇ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ φόρου πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἰδιαιτέρας φορολογίας τῶν δραχμῶν 19 καὶ 16,50 ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος ἑνετικῶν λιτρῶν, θὰ ἔχωμεν ἔσοδα εἰσπρακτέα ἐπὶ λιτρῶν ἑνετικῶν 140,000,000 × 19 = δραχ. 2,660,000, ἐπὶ λιτρ. ἑνετ. 140,000,000 × 16,50 = δραχ. 2,310,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμὰς 4,970,000. Ὥστε μᾶλλον πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν — ὅπερ ἡμεῖς πιστεύομεν, καὶ παρακαλῶ νὰ πιστεύῃ μεθ’ ἡμῶν καὶ ἡ Βουλὴ, — αὔξησιν τοῦ ἐσόδου, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ἐσοδεία ἐφέτος ἐλπίζεται εὐτυχεστέρα, ὥστε νὰ ὑπερτερήσῃ κατὰ 4 ἕως 5 ἑκατομμύρια λιτρῶν ἑνετικῶν τὸν εἰρημένον μέσον ὅρον. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔλεγεν ὅτι ἡ σταφὶς τοῦ 1900 θὰ ἐξαχθῇ κατὰ τὸ 1901. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦ παραγομένου σταφιδοκάρπου, εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἐξάγεται καθ’ ὃ ἔτος καὶ παράγεται. Ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ ἂν ἡ σταφὶς τοῦ 1900 δὲν ἐξαχθῇ κατὰ τὸ 1900, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1901, πάλιν τὸ ἐξ αὐτῆς εἰσπράξιμον ἔσοδον θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, διότι ἔχομεν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καθ’ ὃ «εἰς τὴν αὐτὴν χρῆσιν ἀνήκουσιν αἱ γενόμεναι ὑπηρεσίαι καὶ τὰ παρὰ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ ἀποκτηθέντα δικαιώματα ἐντὸς τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρει ἡ χρῆσις». Ἰσχυρίσθη ἐπίσης ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι τὸ ἰσότιμον τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ εἰσπραττόμενον ὡς φόρος εἰς εἶδος πρὸς 4%, δὲν θ’ ἀποδοθῇ ἐγκαίρως εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ἀλλ’ ὅτι θὰ συμβῇ ὅ,τι καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ὅτε, ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο ἐγκαίρως ἡ ἐκκαθάρισις, εἰσήγετο ὡς ἔσοδον κεκλεισμένων χρήσεων εἰς ἄλλους μετὰ ταῦτα προϋπολογισμοὺς, ὡς συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, διότι πρόκειται σήμερον περὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ἂν ἤθελεν ἀρνηθῆ — ὅπερ δὲν δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις — νὰ ἀποδώσῃ τοῦτο ἡ Τράπεζα, θὰ κρατηθῇ αὐτὸ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ ἀποδοθησομένου εἰς αὐτὴν ποσοῦ ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς ἐσοδείας τοῦ 1898. Ἄλλως τε ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει κεφάλαια ἀνερχόμενα εἰς δρ. 3,400,000 περίπου, ἐκτὸς τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς ὑπάρχοντος σταφιδοκάρπου. Ἐκτὸς τούτων ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἔλαβεν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου εἰσάγηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διαρκούσης τῆς χρήσεως. Ἐρχόμεθα νῦν, Κύριοι, εἰς τὰ ἄρθρα 12, 13, 14 καὶ 15. «Ἔγγειοι φόροι Ἑπτανήσου, εἰσπραττόμενοι ἐν τοῖς τελωνείοις». Ἀκολουθῶ, βλέπετε, τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν δραχ. 2,120,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγράφει 1,700,000, ἤτοι κατ’ αὐτὴν θὰ ἐπέλθῃ μείωσις δραχ. 420,000. Ἡ Κυβέρνησις ἐστηρίχθη πρὸ πάντων εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1898, προϋπολογίσασα τὰς βλέψεις της ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 2,120,000 δραχμῶν, διότι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1898 εἶναι τὰ ἑξῆς. Ἔχομεν κατὰ τὸ 1898:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κεφ. Αʹἄρθρ.12ἐκ σταφίδος 805,136.55
» 13ἐξ ἐλαίου 1,099,927.—
» 14ἐκ σάπωνος καὶ ἐλαιοπυρήνων 113,627.—
» 15ἐξ οἴνου κλπ. 30,445.15
ἐν ὅλῳ δραχ. 2,049,035.70

Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κεφ. Αʹἄρθρ.12ἐκ σταφίδος δρ.1,080,000
» 13ἐξ ἐλαίου » 880,000
» 14ἐκ σάπωνος καὶ ἐλαιο-
πυρήνων » 150,000
» 15ἐξ οἴνου κλπ. » 10,000
Ἐν ὅλῳ δρ.2,120,000

Ἐπειδὴ ὅμως ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐτόνισε πρὸ πάντων τὸ ζήτημα τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποδίδει σημασίαν, διότι εἶναι τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τοῦ φόρου, πρέπει ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νὰ φέρωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν λόγον. Στηρίζεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ὅτι τὸ 1900 εἶναι ἔτος εὔφορον, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀναντίρρητον φυσιολογικὸν φαινόμενον, καθ’ ὃ διαδοχικῶς τὸ ἓν ἔτος τῆς παραγωγῆς τῶν ἐλαιῶν εἶναι ἄφορον, τὸ δὲ ἄλλον εὔφορον. Ἐὰν οὕτω τὸ 1900 προμηνύηται εὔφορον, σημαίνει ὅτι τὸ 1899 ἦτο ἄφορον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἦναι ἄφορον ἔτος τὸ 1899, σημαίνει ὅτι τοιοῦτον ἦτο καὶ τὸ 1897· κατ’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἀναλογίαν καὶ τὸ ἔτος 1898 ἦτο ἔτος εὔφορον. Ἂς λάβωμεν λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν παραγωγὴν τοῦ 1898, ἵνα προϋπολογίσωμεν τὴν παραγωγὴν τὴν ἐξ ἐλαίου τοῦ 1900. Ἐὰν λάβωμεν αὐτὴν ὡς βάσιν (ἄρθρ. 13 ἐξ ἐλαίου 1,099,927) καὶ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰ ἄλλα ποσὰ τοῦ 1900, τὰ ὁποῖα εἶπον (Κεφ. Αʹ ἄρθρ. 12 ἐκ σταφίδος 1,080,000, ἄρθρ. 14 ἐκ σάπωνος καὶ ἐλαιοπυρήνων 150,000, ἄρθρ. 15 ἐξ οἴνου 10,000, θὰ φθάσωμεν εἰς ποσὸν δραχ. 2,339,927. Καὶ ἐπειδὴ ἀναγράφομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν 2,120,000, βλέπετε ὅτι ἴσως θὰ ἔχωμεν καὶ περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 219,927. Ὥστε ἀβάσιμος ὅλως ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερε πρὸς τούτοις, ὅτι τὸ ἔλαιον δὲν ἐξάγεται κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ παράγεται, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἡμεῖς, ἐκτὸς τοῦ λόγου τῆς παραγωγῆς τοῦ 1898, ἔχομεν καὶ τὸν λόγον, ὅτι κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας, γίνεται καὶ ὁλόκληρος ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ προϊόντος. Στηριζόμεθα δὲ εἰς αὐτὸν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898. Ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Κεφάλ. Αʹ ἄρθρ. 13. Ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1898 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1898 ποσὸν ἐξ ἐλαίου δρ. 1,099,927. Ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1899 μέχρι 1 Ὀκτωβρίου 1899 ἐξ ἐλαίου μηδέν· ἤτοι ὅλον τὸ ποσὸν ἐξήχθη ἐντὸς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ καὶ παρήχθη τὸ ἔλαιον. Ὥστε βλέπετε, ὅτι κατὰ τοὺς τρεῖς τελευταίους μῆνας, δηλαδὴ κατὰ τοὺς πρώτους τῆς παραγωγῆς, γίνεται ὁλόκληρος ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐλαίου ἐκ τῆς Ἑπτανήσου. Ἔχομεν τώρα: «Ἄρθρ. 16. Φόρος ἐπὶ τῶν ζώων». Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν 3,500,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τὸ περιορίζει εἰς 2,700,000, ἤτοι κατ’ αὐτὴν ἐπέρχεται μείωσις 800,000 δραχ. Τοῦτο δὲν εἶναι κἂν συζητήσιμον, διότι ἔχομεν ἤδη τὴν ὑποβληθεῖσαν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν φαίνεται, ὅτι ἡ πρόβλεψις αὕτη τῆς μειονοψηφίας εἶναι κατὰ σύμπτωσιν, ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος προχθές, ἀληθής. Προβαίνοντες εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχομεν: «Ἄρθρ. 17. Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων». Ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει ποσὸν δρ. 3,400,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς περιορίζει τοῦτο εἰς δρ. 3,300,000, ἤτοι κατ’ αὐτὴν θὰ ἐπέλθῃ μείωσις τοῦ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ κατὰ δραχ. 100,000. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι μετὰ τὰ ἐκτιθέμενα ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκθέσει τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο κἂν νὰ γείνῃ σκέψις περὶ μειώσεως τοῦ ποσοῦ τούτου. Καίτοι δὲ πρὸς τούτοις φρονοῦμεν, ὅτι μείωσις ποσοῦ δρ. 100,000 ἐπὶ 3,400,000 εἶναί τι ἀνεπαίσθητον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις ἄλλως ἀκριβῶς νὰ ὑπολογίσῃ, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὑπεστηρίχθη τοῦτο καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὀλίγας λέξεις καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Κατὰ τὰ συγκεντρωθέντα εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν σχετικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐκ τοῦ νόμου ΒΦΙΘʹ τοῦ 1899, τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1899 ἐκ φόρου ἐπιτηδευμάτων τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1900 δραχ. 1,400,000 παρὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ὑπερβαίνει τὰς 3,000 ψυχάς. Κατ’ αὐτὴν τὴν σκέψιν, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν ἄλλο τόσον ποσὸν, ἤτοι ἄλλας 1,400,000 δραχμὰς, καὶ θὰ ἔχωμεν οὕτω 2,800,000. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ πληρωμαὶ γίνονται, ὡς γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φόρων τοὺς ὁποίους πληρόνουσιν οἱ ἐπιτηδευματίαι τῶν κατωτέρων τάξεων, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ἄλλο ἓν πρόσθετον ποσὸν 400,000 ὡς συμπληρωματικὸν, διὰ τῶν ὁριστικῶν καταλόγων κανονισθησόμενον. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 400 τούτων χιλιάδων φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν δραχμὰς 100,000, αἱ ὁποῖαι ἀναλογοῦσιν εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐγκαταλίπει τὸ ἐπάγγελμα αὑτῶν καὶ δὲν ἤθελον πληρώσει ἑπομένως φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἔχομεν λοιπὸν 300,000 δραχμὰς μόνον, καὶ 2,800,000, τὸ ὅλον 3,100,000 δραχμάς. Εἰς τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν κατοίκων τῶν χωρίων, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 3,000 ψυχάς. Διὰ τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ὑπολογίζομεν ἐπὶ 700,000 δραχμῶν μόνον 400,000, καὶ ἔχομεν 3,100,000, καὶ 400,000, τὸ ὅλον 3,500,000· ἤτοι παρουσιάζομεν καὶ πλέον τοῦ προϋπολογισθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ποσοῦ 100,000 δραχμάς. Ἄρθρ. 18. «Φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν». Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν δρ. 2,500,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς περιστέλλει αὐτὸ εἰς 2,450,000, ἤτοι παρουσιάζει μείωσιν δραχ., 50,000. Ἡμεῖς ὑπελογίζομεν, ὅτι δὲν θ’ ἀπολεσθῶσιν αἱ 50,000, ἀλλὰ θὰ εἰσπραχθῶσι καὶ αὐταὶ, διότι στηριζόμεθα εἰς τὰς περισσοτέρας οἰκοδομὰς, αἱ ὁποῖαι ἀνηγέρθησαν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, καὶ εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν ἐφέτος ἐνέργειαν τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως. Συγχρόνως λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς τελευταίους καταλόγους τῆς νέας πενταετίας τοῦ 1899–1903, κατὰ τοὺς ὁποίους, συνταχθέντας, προκύπτει βεβαίωσις κατὰ 15% ἐπὶ πλέον τῆς προκυψάσης κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Κεφ. Βʹ. «Φόροι καταναλώσεως». Ἄρθρ. 1. «Τελωνειακὸς δασμὸς εἰσαγωγῆς». Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει 32,500,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς παραδέχεται μόνον 32,000,000, ἤτοι κατ’ αὐτὴν θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις δρ. 500,000. Ἡμεῖς, ἀναγράφοντες τὸ ποσὸν τοῦτο, στηριζόμεθα πρὸ παντὸς εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τούτου δρ. 34,457,232.94. Ἐνθυμούμεθα ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, προέτεινεν ἐλάττωσιν τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς,—κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω,— ἕνεκα τῆς ἀναμενομένης ἐφέτος εὐφορίας τῶν σιτηρῶν ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, καὶ ὁ λόγος οὗτος ἂν εἶναι ἀληθὴς,—καὶ εὔχομαι νὰ ἦναι,— δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην σημασίαν ὡς πρὸς τὴν μείωσιν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον προϋπολογίζει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ φρονοῦμεν τοῦτο πεποιθότως· διότι, ἐὰν ἡ Θεσσαλία ἕξῃ ἐφέτος περισσοτέραν εὐφορίαν σίτου, σημαίνει, κατὰ φυσικὸν λόγον, ὅτι θὰ εὐπορῇ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, καὶ ἑπομένως θὰ δύναται νὰ προμηθεύηται εἴδη ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θὰ ἐπρομηθεύετο, ἐὰν διετέλει ἐν πτωχείᾳ. Ἀλλ’ ὁ σπουδαιότερος λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς· ἡ μὴ εἰσαγωγὴ σίτου θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἥτις ἐκεῖθεν ἕλκει ἀκριβῶς τὴν ἀφορμὴν τῆς ὑπερτιμήσεως, διότι ἀρκετὸν χρηματικὸν ποσὸν στέλλεται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν εἰς χρυσὸν διὰ τὸ ἀντίτιμον τοῦ εἰσαγομένου σίτου. Τί θὰ συμβῇ ἐκ τούτου; Τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος θὰ θελήσωσι νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ ἔμποροι, πολὺ φρονίμως βεβαίως σκεπτόμενοι, καὶ θὰ προμηθευθῶσι διὰ τὰ καταστήματα αὐτῶν περισσότερα εἴδη ἢ ὅσα θὰ ἐπρομηθεύοντο, ἐὰν τὸ συνάλλαγμα ἦτο ὑψωμένον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν ἀκόμη καὶ ἄλλο τι νὰ παρατηρήσωμεν. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τελωνειακῆς ἀστυνομίας εἶναι ἓν τῶν σοβαρωτέρων νομοσχεδίων, τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δι’ αὐτοῦ βεβαίως θὰ κατορθωθῇ ἡ περιστολὴ τῆς λαθρεμπορίας, κατορθουμένης δὲ τῆς περιστολῆς τῆς λαθρεμπορίας, μόνον ἐκ τῆς ζαχάρεως, ἐπὶ παραδείγματι, θὰ δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν περὶ τὰ 10,000,000 περισσότερα ἀπέναντι τῶν σήμερον εἰσπραττομένων 5,000,000 δραχμῶν. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ κεφάλαιον Γʹ ἄρθρον 2. «Τέλη ἐκπαιδευτικά». Ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει δραχμὰς 1,200,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγράφει ποσὸν 1,000,000 δραχμῶν, ἤτοι ἐκπίπτει δραχ. 200,000. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐπιμένει εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 1,200,000, στηριζομένη, ἐκτὸς τῶν ἄλλων βλέψεων αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τῶν ἑξῆς· λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας τοῦ ἐλευσομένου σχολικοῦ ἔτους 1900–1901, οἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, ὑπολογίζει δὲ, ὅτι θὰ ἦναι γενναιότερον τὸ ποσὸν ἐφέτος, διότι βεβαίως ὁ ὀργασμὸς πρὸς τὴν παιδείαν αὐξάνει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, διότι ἡ κατάστασις τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου εἶναι ἤδη ὁμαλή, καὶ θὰ φέρῃ αὐτοὺς εἰς θέσιν νὰ ἐπιδίδωνται περισσότερον εἰς τὰ γράμματα. Ὑπολογίζει λοιπὸν, ὅτι μεῖζον ποσὸν θὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ πρῶτον τετράμηνον τοῦ 1900–1901, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς συντελεσθείσας εἰσπράξεις κατὰ τὸ πρῶτον τετράμηνον τοῦ 1899–1900 καὶ τὰς συντελεσθησομένας κατὰ τὸ 1900 εἰσπράξεις τοῦ διανυομένου σχολικοῦ ἔτους 1896–1900. Ἀλλ’ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ πίνακα τῶν ἐνεργηθεισῶν εἰσπράξεων ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893 μέχρι καὶ τοῦ 1899, πλὴν τοῦ 1897. Διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω κατὰ μῆνα τὰς γενομένας εἰσπράξεις τῶν ἐτῶν τούτων καὶ ὑποβάλω εἰς κάματον τὴν Βουλὴν, θὰ διαιρέσω ἕκαστον ἔτος εἰς τοὺς 8 μῆνας καὶ εἶτα εἰς τοὺς 4, καὶ θὰ παρουσιάσω τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Οὕτω κατὰ τοὺς ὀκτὼ μῆνας τοῦ 1893,

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις Αὐγούστου, ἔχομεν 696,051
κατὰ τοὺς τέσσαρας μῆνας, ἀπὸ Σεπτεμβρίου
μέχρι Δεκεμβρίου, ἔχομεν 798,202
ἐν ὅλῳ δρ. 1,494,253
Κατὰ τὸ 1894, ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις
Αὐγούστου 654,138
καὶ ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 837,021
ἐν ὅλῳ δρ. 1,491,159
Κατὰ τὸ 1895, ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις
Αὐγούστου 673,559
ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 548,199
ἐν ὅλῳ δρ. 1,221,758

Ἀπὸ τοῦ 1896 ὅμως παρατηρεῖται ἐλάττωσις, ἕνεκα τῆς καταργήσεως τότε τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰς τὴν κατωτάτην ἐκπαίδευσιν, τῆς ἐλαττώσεως δὲ τούτων εἰς τὴν μέσην καὶ τὴν ἀνωτέραν. Οὕτως ἔχομεν εἰσπράξεις κατὰ τὸ ἔτος 1896:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις Αὐγούστου 393,965
ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 555,648
ἐν ὅλῳ δρ. 949,613
Κατὰ τὸ 1898, ἀπὸ Ἰανουρίου μέχρις
Αὐγούστου 353,402
ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 443,164
ἐν ὅλῳ δρ. 796,566
Κατὰ δὲ τὸ 1899, ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις
Αὐγούστου 394,719
καὶ ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 508,423
ἐν ὅλῳ δρ. 903,142

Κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον συνέταξα, ἡ διαφορὰ τοῦ 1899 πρὸς τὸ 1898 εἶναι ἐπὶ πλέον δρ. 106,576, ἡ διαφορὰ δὲ τοῦ 1900 πρὸς τὸ 1899 εἶναι δρ. 296,858. Ὑποθέτομεν δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἐφέτος πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἀπαλλάσσονται τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν οἱ φοιτηταὶ οἱ ἐκ Θεσσαλίας, οὐδὲ οἱ ἐξ Ἠπείρου, οὐδ’ οἱ ἐκ Μακεδονίας, οὐδ’ οἱ ἐκ Κρήτης. Κεφάλ. Γʹ. «Τέλη καὶ δικαιώματα». Ἄρθρ. 11. «Τέλη ταχυδρομικὰ ἐξ ἀντιτίμου καταναλισκομένου γραμματοσήμου ἐν γένει καὶ ἐπιστολικῶν δελταρίων». Ἔχομεν ποσὸν 2,200,000 δραχμῶν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ἡ μειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς περιορίζει τὸ ποσὸν εἰς 1,500,000, ἤτοι ἐπέρχεται μείωσις κατ’ αὐτὴν κατὰ 700,000 δραχμάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς ἐκτυπώσεως κατὰ τὸ τρέχον ἔτος νέου τύπου γραμματοσήμου, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὡς γελοῖον ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον παρίσταται ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζομεν ὅτι ἔχει ἄδικον ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ τὸν λόγον, ὅτι πρέπει ἰδίως νὰ στηριχθῶμεν, εὐελπιστοῦντες ὅτι θὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ, εἰς τὴν πύκνωσιν, τὴν ἐπέκτασιν καὶ τὴν προσθήκην νέων ταχυδρομικῶν γραμμῶν. Ἀλλ’ εἶπον καὶ τοῦτο πρὸς ἡμᾶς: «εἰς τί θὰ χρησιμεύσουν αἱ νέαι ταχυδρομικαὶ γραμμαὶ, ἀφοῦ θὰ γείνωσιν εἰς χωρία, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐλάχιστον πληθυσμὸν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν συνήθισαν ν’ ἀλληλογραφῶσιν;» Εἰς αὐτὸ νομίζω ὅτι δύναταί τις εὐχερῶς ν’ ἀπαντήσῃ, ὅτι, ἐὰν οἱ κάτοικοι τῶν μικρῶν χωρίων ἢ μερῶν δὲν ἔχουσιν ἀλληλογραφίαν πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν μεγάλων κέντρων, οἱ κάτοικοι ὅμως τῶν μεγάλων κέντρων, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην περισσότερον, δύνανται ν’ ἀλληλογραφῶσι πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν μικρῶν μερῶν, ὅτι δὲ καὶ θὰ ὠθήσωσι καὶ αὐτοὺς εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν. Ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς προεῖπον, φρονεῖ ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται ἐκ τῆς ἐκτυπώσεως τῶν νέων γραμματοσήμων, δὲν θὰ εἰσπραχθῇ. Νομίζω ὅτι ἡ μειονοψηφία ἔχει ἐντελῶς ἄδικον, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐκ τοῦ τύπου τῶν ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων εἰσεπράχθη ποσὸν διπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζομεν ἡμεῖς, διότι τότε εἰσεπράχθησαν 800,000 δραχμαί. Βεβαίως ὁ τύπος τοῦ ἐφετεινοῦ γραμματοσήμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν τοῦ γραμματοσήμου τοῦ ἀναμνηστικοῦ, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ καὶ ἡμεῖς δὲν ὑπολογίζομεν ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἀλλὰ μόνον τὸ ἥμισυ, 400,000, οὐχὶ δὲ 500,000, διότι αἱ 100,000 εἶναι ἐκ τοῦ λόγου τῆς πυκνώσεως, τῆς ἐπεκτάσεως καὶ τῆς προσθήκης νέων ταχυδρομικῶν γραμμῶν. Ἄλλως δὲ, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπωφελῶς, διότι ἀποτελοῦσι σχεδὸν κωδικοποίησιν τῶν ταχυδρομικῶν νόμων. Ἐὰν παρατηρήσῃ τις, θὰ ἴδῃ ὅτι 24 τοιοῦτοι νόμοι καταργοῦνται ἢ τροποποιοῦνται. Εἶναι ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα περιποιοῦσι μεγάλην τιμὴν καὶ εἰς τὸν ὑποβαλόντα ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν φιλοτίμως ἐργασθέντα ἐπὶ τούτων ἀξιότιμον Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Ἄρθρον 15. «Τέλη τηλεγραφικά». Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν 1,000,000, κατὰ τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς 900,000, ἤτοι καὶ ἐνταῦθα ἐκπίπτεται ὑπ’ αὐτῆς ποσὸν 100,000 δραχμῶν. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν τοὺς αὐτοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων στηριζόμενοι, συγχρόνως δὲ, ὅτι ἐφέτος ἐπεσκευάσθησαν αἱ βλαβεῖσαι γραμμαὶ τῆς Θεσσαλίας, ἤνοιξαν δὲ καὶ 30 τηλεγραφικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα ἦσαν κλειστὰ κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐλλείψει προσωπικοῦ. Κεφάλ. Εʹ ἄρθρ. 10. «Τίμημα Ναξίας σμύριδος». Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν χρηματικὸν εἰς χρυσὸν δραχ. 600,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τὸ περιορίζει εἰς 500,000, ἤτοι ἐπέρχεται κατ’ αὐτὴν καὶ ἐνταῦθα μείωσις 100,000 δραχμῶν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημέναι αἱ προβλέψεις αὗται τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τὸν λόγον ὅτι αἱ ἀποθῆκαι αἱ ἱδρυθεῖσαι ἐν Σύρῳ δὲν εἶναι δυνατὸν, καθὸ εὑρισκόμεναι ἐν κέντρῳ ἐμπορικῆς κινήσεως, ἢ νὰ προκαλέσωσι τὴν ἀγορὰν τῆς Ναξίας σμύριδος εἰς μείζονα βαθμὸν ἢ ἂν περιωρίζετό τις ν’ ἀγοράζῃ αὐτὴν κατ’ εὐθεῖαν ἐκ τῆς Νάξου. Ἐπειδὴ ἔκαμε παρατήρησίν τινα ὁ ἀξιότιμος τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Νέγρης, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς πρὸς τὴν Ναξίαν σμύριδα, διότι εἶναι φόρος προϋπολογιζόμενος εἰς χρυσὸν, λέγομεν ὅτι ἀναγράφομεν χωριστὰ τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος, διότι κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων πρὸς τακτοποίησιν τῶν πληρωμῶν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ εἰσπράξεις εἰς χρυσὸν, καὶ θὰ καταλογισθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἡ νομισματικὴ διαφορὰ, ὅτε θὰ ἐπέλθῃ ἡ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τροπὴ αὐτῶν. Κεφάλ. Ϛʹ. «Ἐκποίησις δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν». Ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ποσὸν δρ. 1,051,600, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει 900,000 δραχμὰς, ἤτοι καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἐπιφέρει μείωσιν δραχ. 151,600. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς φρονεῖ, ὅτι ἐλπίζεται ἡ εἴσπραξις καὶ μείζονος ποσοῦ τῶν 151,600 δραχμῶν ἐκ μόνων τῶν προσωρινῶν καὶ παγίων δόσεων τῶν παραχωρηθεισῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἔχομεν δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 8 ἐφέτος καὶ τὴν δόσιν τῶν κατὰ τὸ 1899 δηλωθεισῶν καὶ τῶν δηλωθησομένων κατὰ τὸ 1900 γαιῶν. Κεφ. Ζʹ. «Ἀπολήψεις ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ». Ἄρθρ. 12. «Κρατήσεις ἐκ τῶν μισθῶν τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων τοῦ Β. Ναυτικοῦ διὰ τὸ τίμημα τοῦ χορηγουμένου αὐτοῖς ἱματισμοῦ». Ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ποσὸν δρ. 449,310. Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 13, «κρατήσεις ἐκ τῶν μισθῶν ὑπαστυνόμων, ἐνωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων διὰ τὰς στολὰς αὐτῶν», ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν δρ. 389,160. Ἤτοι διὰ τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα συλλήβδην 838,470, ἡ δὲ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς παραδέχεται μόνον 100,000, προτείνει ἑπομένως ἔκπτωσιν δραχ. 738,470. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα ταῦτα, τ’ ἀναγραφόμενα ὑπὸ τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13 τοῦ Κεφαλ. Ζʹ, παρατηροῦμεν ὅτι ἴσα ποσὰ περιλαμβάνονται καὶ εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ ἑπομένως μόνον καθ’ ὅσον θὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ ἔξοδα, κατὰ τοσοῦτον θὰ εἰσπραχθῶσι καὶ τὰ ἔσοδα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἱματισμὸν τὸν χορηγούμενον εἰς τὰ πληρώματα τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ἐπὶ τούτου παρατηροῦμεν, ὅτι ἐκ τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὸ 1898 ποσοῦ δραχμῶν 242,176 εἰσεπράχθησαν δραχ. 224,770, ἐπελθόντος ἐλλείμματος ἐκ δραχ. 17,406, ἐκ δὲ τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 ποσοῦ δραχ. 266,175 εἰσεπράχθησαν δρ. 227,650, ἤτοι ἐπῆλθεν ἔλλειμμα δραχ. 38,525. Παρατηροῦμεν ὅμως, ὅτι καὶ αἱ ἐπὶ ἔλαττον αὗται ἐκ δρ. 55,931 διαφοραὶ θέλουσιν εἰσπραχθῆ, διότι ἐχρεώθησαν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους οἱ ὀφείλοντες ταῦτα μετὰ τὴν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ ναυτικοῦ ἀπόλυσίν των, οἵτινες καὶ καταδιώκονται νῦν ὑπὸ τῶν ταμιῶν, πολὺ δ’ ἐνδεχόμενον καὶ νὰ εἰσεπράχθησαν ἤδη ταῦτα τὰ ποσά. Κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ εἰρημένου λόγου κατὰ τὸ 1894 δρ. 199,285.74, κατὰ τὸ 1895 δραχ. 217,647.52, κατὰ τὸ 1896 δραχ. 190,421.44, καὶ κατὰ τὸ 1897 δρ. 452,464.59. Ὀφείλομεν δὲ, ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενοι, νὰ σημειώσωμεν, ὅτι κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1898 ἔτη αἱ λόγῳ ἱματισμοῦ κρατήσεις ἀφῃροῦντο ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν χορηγουμένων διὰ τὰς μισθοδοσίας τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, τὸ δὲ ὁλικὸν ποσὸν τῶν ἐκπτώσεων ἐσημειοῦτο ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὡς πίστωσις διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἱματισμοῦ· αἱ δὲ λόγῳ τοῦ ἱματισμοῦ κρατήσεις, ἐκπιπτόμεναι ἐκ τῶν μισθοδοτικῶν πινάκων, ἔμενον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἀπὸ τοῦ 1898 ὅμως ἔτους καὶ ἐντεῦθεν αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἱματισμοῦ δηλοῦνται ὡς δημόσιον ἔσοδον καὶ ἀναγράφονται ὡς τοιοῦτον ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, αἱ δὲ γενόμεναι κρατήσεις, σημειούμεναι ἐν τοῖς πίναξι τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων, καὶ ἐκπιπτόμεναι ἐκ τοῦ πληρωτέου ποσοῦ εἰς τοὺς δικαιούχους λόγῳ μισθοδοσίας, ἀποδίδονται εἰς τὸ Δημόσιον διὰ χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐκδιδομένων ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κεντρικοῦ ταμίου, ὅστις ἐκδίδει γραμμάτια παραλαβῆς. Ἤδη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ἡ ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 καθ’ ὑπέρβασιν ἀπὸ τοῦ 1899 πίστωσις διὰ μισθὸν 35 εἰσπρακτόρων θεωρεῖται ἀπαραίτητος ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τὸν λόγον ὅτι ὑπάρχουσι δῆμοί τινες, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν εἰσπράκτορας, ἵνα ἀναθέσωμεν αὐτοῖς τὴν λειτουργίαν ταύτην, διότι δὲν ἀπολαμβάνουσιν ἱκανὰ ποσοστὰ, ἵνα ἔχωσιν ὠφελείας, ὑπόκεινται δ’ ἄλλως καὶ εἰς τὴν παροχὴν ἐγγυήσεως χιλίων δραχμῶν ἕκαστος. Ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶναι ἄδικον τοῦτο, ὡς ἀδίκως ἠλέγχθημεν καὶ προηγουμένως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, ἀπόδειξις τὸ ἑξῆς· ὅτι σήμερον μὲ ἔσοδα τοῦ Κράτους 111 ἑκατομμυρίων δαπανῶμεν δι’ εἰσπράκτορας ὅσα ποσὰ ἐδαπανῶμεν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1887 ἔτη, πρὶν δηλαδὴ συσταθῶσι τὰ Ὑποταμεῖα, καὶ μετ’ αὐτὰ μέχρι τοῦ 1892, ὅτε εἴχομεν εἰσπράξιμα ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 75–85 ἑκατομμυρίων, διπλάσια δὲ, ἤτοι δρ. 1.926,800, ἐδαπανῶμεν κατὰ τὰ ἔτη 1890 καὶ 1891, ὅτε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 93–96 ἑκατομμύρια δραχ. Καὶ ἀκούσατε λεπτομερείας. Κατὰ τὸ 1884, ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους 86,122,950, εἴχομεν εἰσπράκτορας 420, ἐτήσιον αὐτῶν μισθὸν δρ. 201,600, ποσοστὰ 250,000· ἤτοι ἐν ὅλῳ 451,600 δραχ. ἐδαπανῶμεν δι’ αὐτούς. Κατὰ τὸ 1885, ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους 74,006,586, εἴχομεν εἰσπράκτορας 390, ἐτήσιον μισθὸν δρ. 187,200, ποσοστὰ 250,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 437,200. Κατὰ τὸ 1886, ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους 88,047,999.58, τὰ αὐτὰ, ὡς καὶ κατὰ τὸ 1885. Κατὰ τὸ 1887, ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους 94,656,907, εἴχομεν εἰσπράκτορας 350, ἐτήσιον μισθὸν δρ. 168,000, ποσοστὰ 250,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 418,000. Κατὰ τὸ 1888 ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους 95,306,231 εἴχομεν εἰσπράκτορας 350, ἐτήσιον μισθὸν δραχ. 168,000, ποσοστὰ 300,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 468,000. Κατὰ τὸ 1889, ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους 96,449,453, εἴχομεν εἰσπράκτορας 270, ἐτήσιον μισθὸν δρ. 129,600, ποσοστὰ 500,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 629,600. Κατὰ τὸ 1890, ἐπὶ ἐσόδων 93,967,720, εἴχομεν εἰσπράκτορας 160, ἐτήσιον μισθὸν δρ. 76,800, ποσοστὰ 850,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 926,800. Κατὰ τὸ 1891, ἐπὶ ἐσόδων 96,541,462, εἴχομεν εἰσπράκτορας 160, ἐτήσιον μισθὸν δρ. 76,800, ποσοστὰ δρ. 850,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμὰς 926,800. Κατὰ τὸ 1892, ἐπὶ ποσοῦ ἐσόδων 103,550,792, εἴχομεν εἰσπράκτορας 160, ἐτήσιον μισθὸν δρ. 76,800, ποσοστὰ δρ. 600,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 676,800. Κατὰ δὲ τὸ 1900, ἐπὶ 112,206,849, εἴχομεν ἀριθμὸν εἰσπρακτόρων 200, ἐτήσιον μισθὸν δραχ. 96,000, ποσοστὰ δρ. 370,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἴχομεν πιστώσεις δι’ αὐτοὺς δραχ. 466,000, ἀκριβῶς δηλ. ὀλιγώτερα κατὰ τὸ διπλάσιον τῶν ὅσα εἴχομεν κατὰ τὸ 1890 καὶ τὸ 1891 ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὡς εἶπον, μόνον 93–96 ἑκατομμυρίων. Κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 3. «Ἔσοδα εἰσπραχθησόμενα ἐκ καθυστερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων». Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν 3,500,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τὸ περιορίζει εἰς 3,000,000, ἤτοι κατ’ αὐτὴν θὰ ἔχωμεν ἔκπτωσιν 500,000. Ἀφοῦ ὅμως, ὡς ἀνομολογεῖται καὶ ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας, ἔχομεν 3,000,000 κατὰ μέσον ὅρον τὸ 1895–1898, πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι θὰ συμπληρώσωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 3,500,000, διότι ἐκτὸς τῆς ἐπιμελοῦς ἐνεργείας, ἡ ὁποία θὰ καταβληθῇ ἐφέτος πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἔχομεν καὶ τὸν ἄλλον λόγον, ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν, ἕνεκα τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου ͵ΒΦΛΖʹ τῆς 17 Μαρτίου 1898, εἶχεν ἀναβληθῆ καὶ καθυστερήσει ἡ εἴσπραξις τῶν καθυστερούντων. Ἔχομεν δὲ ἐνεργηθείσας εἰσπράξεις,—ἵνα πεισθῇ τις καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων—κατὰ τὸ 1894 δρ. 2,750,963, κατὰ τὸ 1895 δρ. 2,273,322, κατὰ τὸ 1896 δρ. 3,639,679, κατὰ τὸ 1897 δρ. 2,433,671, κατὰ τὸ 1898 δρ. 3,674,507, καὶ κατὰ τὸ 1899 δρ. 2,283,521· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 εἶχον ἐνεργηθῆ δύο γενικαὶ ἐκλογαί, καθ’ ἃς, ὡς πάντοτε παρετηρήθη, ἐπέρχεται χαλάρωσις τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸν κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς παρούσης συνεδριάσεως ἀγορεύσαντα ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρχόμενος προχθὲς τῆς ὁμιλίας του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνέφερεν ὅτι δὲν πρέπει κἂν νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸ τεῦχος τοῦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι αὐτὸ, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, στηρίζεται ἐπὶ ἀναληθειῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι αὐτόχρημα μαθηματικαὶ, ἀριθμητικαί. Παρέστησε δηλαδὴ, ὅτι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου,—ἂν δὲ περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔρχομαι νὰ ποιήσωμαι εὔφημον μνείαν, καθὸ περιττὸν, διὰ τὸν Διευθυντὴν ὅμως τοῦ Γεν. Λογιστηρίου δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει τίτλον ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὑπὲρ αὐτοῦ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς κατὰ τὸ 1892, καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὑπὲρ αὐτοῦ ὁ νῦν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899,—παρέστησε, λέγω, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι αὐτόχρημα ἀγνοοῦσιν ἀμφότεροι καὶ τὴν πρώτην πρᾶξιν τῆς ἀριθμητικῆς! Διότι, εἶπεν, ἐνῷ κατὰ τὴν γενικὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἀναγράφεται ποσὸν ἐκ μονοπωλιακῶν ἐσόδων 2,000,000, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τὴν κατ’ ἄρθρον ἀναγράφεται ποσὸν ἐσόδων ἐπὶ πλέον 700,000 δραχμῶν. Δὲν διεῖδεν ὅμως, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς· εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τὴν γενικὴν ἀναγράφεται τὸ εἰρημένον ποσὸν τῶν 2,000,000 ὡς ὑπολογισμὸς τῶν ἐπὶ πλέον εἰσπραχθησομένων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ παρατηρήσωμεν ἐνταῦθα, ὅτι εἰς τὰ μονοπώλια περιλαμβάνεται ἐφέτος καὶ τὸ ἅλας τῆς Ζακύνθου, διότι ἀπὸ τοῦ 1899 ἔτους διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΑʹ ὑπήχθησαν αἱ ἐν Ζακύνθῳ ἁλικαὶ εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους· ἔχομεν δὲ ἐπὶ 1,375,000 ὀκάδων, πρὸς 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, προσθήκην 40,000 δραχμῶν. Πρὸς τούτοις πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου, προσδοκωμένην ἀσφαλῶς ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ προηγουμένως εὐφήμως ἐμνημόνευσα, καὶ ὅπερ πρέπει νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως θεωρήσῃ ἐκ τῶν πρώτων, ὧν πρέπει νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ ἐπιψήφισις ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Σὺν τούτοις πρέπει νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ἐφέτος θὰ δοθῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν μεῖζον ποσὸν ἐκ τῶν μονοπωλιακῶν εἰδῶν, διότι ἕνεκα τοῦ πολέμου οὔτε κατὰ τὸ 1897 οὔτε κατὰ τὸ 1898 εἰσήχθησαν εἴδη μονοπωλιακὰ εἰς τὴν Θεσσαλίαν· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1899, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἰσήχθησαν ὅσα ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσι, διότι ὑπῆρχον ἐναποθηκευμένα ἐκ τῆς ἐποχῆς τῆς κατοχῆς τῶν Τούρκων. Ὅσον ἀφορᾷ τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1899, τὰ ὁποῖα σᾶς παρέστησαν τόσον μαῦρα οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι αὐτὰ θὰ ἦναι λίαν εὐοίωνα, καὶ ὅτι θὰ καταλήξῃ μάλιστα ἡ χρῆσις τοῦ 1899 εἰς περίσσευμα, καὶ δὴ 4,000,000. Ἔχομεν προϋπολογισμὸν ἐξόδων τοῦ 1899 ἐκ δραχμῶν 103,418,273, πιστώσεις διὰ νόμων χορηγηθείσας δραχ. 1,727,870, ζητουμένας πιστώσεις διὰ τῶν ὑποβεβλημένων νομοσχεδίων δραχ. 6,486,377, ζητηθησομένας μέχρι λήξεως τῆς χρήσεως δραχ. 200,000, ἐν ὅλῳ 111,832,520. Ἐκ τούτων θὰ παρουσιασθῶσιν ἀφεύκτως πλεονάσματα ἐκ 5,000,000· λέγομεν δὲ ἀφεύκτως, διότι στηριζόμεθα εἰς τὰ ἑξῆς. Πρῶτον ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 1,975,045,45, ἐξ ὧν εἰς χρυσὸν δραχ. 5,287, ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 742,500 καὶ ἐκ φράγκων χρυσῶν 11,828.25», ἐκ τοῦ ὁποίου βλέπετε, ὅτι θὰ μείνῃ περίσσευμα πιστώσεων δρ. 1,200,000. Ἔχομεν πλεόνασμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὴν συνοδεύουσαν τὸ προχθὲς ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχέδιον, δρ. περίπου 270,000. Ἐκ τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων θὰ προκύψῃ πλεόνασμα ποσοῦ δρ. 3,590,000, ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ἔχωμεν πλεονάσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἐκ δραχ. 1,500,000. Κατὰ τὰς παραστάσεις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐκ δραχ. 500,000· κατὰ τὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ δραχ. 740,000· κατὰ τὰς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ 350,000· κατὰ τὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξ 100,000· καὶ κατὰ τὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τέλος, ἐκ δρ. 460,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ πλεονάσματα ἐκ δραχ. 3,590,000. Ἐὰν προσθέσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,200,000, τὸ ὁποῖον ἀρτίως ἐμνημόνευσα, καὶ τὰς ἐπίσης μνημονευθείσας δρ. 270,000, πλεόνασμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἔχομεν ἐν ὅλῳ ποσὸν 5,060,000. Ἐὰν τὰ 5 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν 111,832,520, ἔχομεν 106,832,520 δραχμάς· καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 θ’ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα τεσσάρων ἐν ὅλῳ ἑκατομμυρίων. Ἤδη ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Προϋπελογίσθησαν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προϋπολογισμοῦ τὰ ἔσοδα εἰς 111,315,528, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 110,240,731, ἤτοι προϋπελογίσθη περίσσευμα 1,074,797. Κατόπιν ὅμως τῶν δηλώσεων, τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ἔσοδα ἀνεβιβάσθησαν εἰς δραχμὰς — περὶ ὧν προηγουμένως ἠρώτα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης—112,206,849. Λέγομεν δὲ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, διότι στηριζόμεθα εἰς τὰ ἑξῆς. Ἔχομεν τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πίνακα μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900, καθ’ ὃν ἔχομεν ἐλαττώσεις μὲν τὰς 800,000 δραχ. ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζῴων, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα, αὐξήσεις δέ: «Κεφ. Ηʹ ἄρθρον 5. Ἰσότιμον σταφιδοκάρπου, εἰσπραχθέντος ὡς φόρου εἰς εἶδος ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου τῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους 1898, ἐκ λιτρῶν 276,330,280×δρ. 4 κατὰ χιλιόλιτρ. =1,105,321». «Ἔξοδα ἐκτελέσεως τοῦ νόμου δραχ. 154,000». Ἐν ὅλῳ 1,259.321. Ἔχομεν ἐπὶ τοῦ Κεφ. ΙΒʹ δὶς, ἄρθρ. 2 «εἰσφορὰ ὑπὲρ τῶν δήμων τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων 432,000». Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἔχομεν αὐξήσεις μὲν δρ. 1,691,321, ἐλαττώσεις δὲ 800,000· ἤτοι πλεόνασμα καθαρὸν δραχ. 891,321, τὸ ὁποῖον προστιθέμενον εἰς τὸ ἀρχικὸν ποσὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἐξ 111,315,528 φέρει τὸ ποσὸν 112,206,849. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀκριβὴς ἀριθμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ἔξοδα, τ’ ἀναβιβασθέντα διὰ τῶν διαφόρων δηλώσεων εἰς δραχ. 111,812,579· ἑπομένως κατ’ αὐτὸν τοῦτον τὸν πίνακα (ἐπιδεικνύει αὐτὸν) θὰ ἔχωμεν περίσσευμα δραχ. 394,270. Ἀλλὰ τὸ περίσσευμα μὴ νομίζομεν ὅτι θὰ ἦναι τόσον μικρὸν, οὔτε πρέπει νὰ μὴ εὐελπιζώμεθα ὅτι θὰ ἦναι πολὺ μεγαλύτερον τοῦ ποσοῦ τούτου. Στηριζόμεθα δὲ εἰς τὰ ἑξῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς, ἀναγράφων τὸ ποσὸν αὐτὸ ὡς τὸ ἀναγράφει, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ἐφηρμόζετο ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, προσέτι ὅτι θὰ συνιστῶντο τὰ νέα Πρωτοδικεῖα ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους· ἤδη ὅμως διανύομεν τὸν τρίτον μῆνα τοῦ ἔτους, πλησιάζομεν εἰς τὸ τέλος τοῦ τρίτου μηνὸς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων αὐτῶν· ἰδοὺ ἓν κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιασθῇ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως. Ἔχομεν προσέτι τὸ νομοσχέδιον «περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων», τὸ ὁποῖον εἶναι νομοσχέδιον σπουδαιοτάτης σημασίας. Ἐὰν τοῦτο ψηφισθῇ, δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι ἐκτὸς τῶν προϋπολογισθέντων 3,500,000 ὡς ποσοῦ ἐκ παρελθουσῶν κεκλεισμένων χρήσεων, θὰ ἔχωμεν ἄλλα 3,500,000 περιπλέον. Δυνάμεθα ἴσως νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τοσοῦτον ποσὸν, καὶ θὰ ἔχωμεν ἑπομένως ἀπολογισμὸν καὶ μὲ περίσσευμα 3,500,000, ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου, γιγνομένου νόμου. Ἔχομεν ἐπὶ παραδείγματι τὸ ἄρθρον 6 αὐτοῦ, (ἀλλ’ ἴδε καὶ ἄρθρον 12) τὸ ὁποῖον ὁρίζει (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ διὰ μετρητῶν καταβαλλομένου ποσοῦ κατὰ τὴν προεξόφλησιν τοῦ ὑπαγομένου εἰς ἀνανέωσιν ἢ καὶ ἀνανεωθέντος χρέους ἐκπίπτονται ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου: Αʹ) Διὰ τὰ χρέη τὰ ἀνήκοντα εἰς τὰς ἀρχαιοτέρας χρήσεις μέχρι τῆς τοῦ 1880 συμπεριλαμβανομένης αʹ) 40%, ἐὰν ταῦτα προέρχωνται ἀπὸ φόρους καὶ δικαιώματα ἐπικαρπίας, ποινικὰ καὶ δικαστικὰ ἔξοδα, τέλη χαρτοσήμου, ἔξοδα ἀπαριθμήσεως καὶ καταμετρήσεως, πρόστιμα καὶ χρηματικὰς ποινὰς καὶ ἀπὸ ἐνοικιάσεις φόρων· βʹ) 30%, ἐὰν προέρχωνται ἐξ ἐνοικίων δημοσίων ἢ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων καὶ νομημάτων· γʹ) 20%, ἐὰν προέρχωνται ἐκ δόσεων τοῦ τιμήματος παραχωρηθεισῶν συνεπείᾳ δηλώσεων ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν· καὶ δʹ) 10%, ἐὰν προέρχωνται ἐκ δόσεων τοῦ τιμήματος παραχωρηθέντων διὰ δημοπρασίας ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν φθαρτῶν κτημάτων καὶ γηπέδων, ἢ ἐκ λογιστικῶν προσκομμάτων καὶ ἐλλειμμάτων τῆς διαχειρίσεως δημοσίων ὑπολόγων. Βʹ) Τὸ ἥμισυ τῶν ὅρων τούτων διὰ τὰ χρέη τῶν προεκτεθεισῶν κατηγοριῶν, ἐὰν ταῦτα ἀνήκωσιν εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1881 μέχρι 1895 συμπεριλαμβανομένης.» Ἐπειδὴ δὲ οἱ ὅροι εἶναι πολὺ εὐεργετικοὶ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ σπεύσωσι νὰ ἐπωφεληθῶσιν οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν εὐεργετικῶν αὐτῶν ὅρων, διότι ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ἐπιβαρυντικὴ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον σπεύσει νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, γιγνομένου νόμου. Ταῦτα εἴχομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀριθμοὺς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστηρίχθη, Κύριοι, ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ ἀναμορφωτικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἀπέληξεν εἰς μηδὲν, ὅτι οὐδὲν ἐπήνεγκε τοῦτο ἀγαθὸν, οὔτε ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, οὔτε οἱ ἄλλοι νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ ἠρωτήσαμεν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἐκ τῆς μειοψηφίας, τίνα μέτρα ἠδύναντο νὰ φέρωσι πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τεθέντων εἰς ἐφαρμογὴν καὶ προτεινομένων, καὶ τὰ ἔντιμα ταῦτα μέλη ἀντέταξαν ἀπόλυτον ἄρνησιν καὶ σιγήν· δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐκθέσωσι τὰς γνώμας αὐτῶν. Εἶπον μόνον εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὡς πρὸς τὴν μεταβολὴν τῆς ἀστυνομίας ἀπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὑπεστήριξαν, ὅτι ἡ καταλληλοτέρα ἀστυνομία εἶναι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Ἡμεῖς ἀντετάχθημεν εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν ταύτην, διότι τὰ κακὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἶναι ἔναυλα ἔτι εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν, διότι ἐκείνη ἐχρησίμευε μόνον ἵνα διαιωνίζῃ τὴν ὀξύτητα τῶν παθῶν, τῶν δημοτικῶν καὶ πολιτικῶν, ἡ δὲ δρᾶσις αὐτῆς ἦτο καταπίεσις τῶν ἀντιπάλων, μεροληψία ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς φατρίας· ἑπομένως ἀστυνομία δὲν ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς δημοτικῆς· καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἐμορφώθη ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ πλέον ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, εἶναι, ὅτι μετὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐζητήθη ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ δημοτική· κατόπιν κατηργήθη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ ὡρίσθη εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῆς ἄλλη, διοικητική, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐλειτούργησε, καὶ ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπολεμήθη συστηματικώτερον καὶ ὁμοφώνως ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, μόνον ἡ δημοτικὴ δὲν ἀντικατέστησεν αὐτήν. Τί ἄλλο ἐξάγεται ἐκ τούτων ἢ ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους οὐδόλως ζητεῖ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν; —ὅπερ σημαίνει, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία κατεδικάσθη διὰ παντὸς εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν.—Ἀλλὰ τὸ νόστιμον εἶναι, ὅτι καὶ ἐν τούτῳ διῃρέθησαν αἱ γνῶμαι τῆς μειονοψηφίας. Ἄλλοι ἤθελον, εἰς τὰς μικρὰς μὲν πόλεις νὰ ἰσχύῃ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, εἰς τὰς μεγάλας δὲ, τὰς πρωτευούσας ἐπαρχιῶν ἢ νομῶν, ἡ διοικητικὴ, ἤθελον δηλαδὴ τὸ μικτὸν σύστημα· ἄλλοι πάλιν ἤθελον πανταχοῦ δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης εἶπεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐννοεῖ τὴν δημοτικὴν, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν πόλεων, καὶ δὴ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ βασιλείου, κατ’ ἀλλόκοτον ἀληθῶς θεωρίαν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ ἐλέγχου τοῦ συστήματος τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ ποιήσωνται ὑποχωρήσεις τινὰς καὶ αὐτοὶ οἱ θιασῶται αὐτῆς, καὶ εἶπον πρὸς ἡμᾶς: «δὲν θέλομεν καὶ ἡμεῖς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τῶν παλαιῶν χρόνων· θέλομεν αὐτὴν βελτιωμένην.» — «Τίνας βελτιώσεις ἐννοεῖτε;» ἠρωτήσαμεν αὐτούς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ὕψωσαν τοὺς ὤμους, δείξαντες ὅτι καὶ τὸν τρόπον τῆς βελτιώσεως αὐτῆς προσδοκῶσι πάλιν παρ’ ἡμῶν, τῶν πολεμίων αὐτῆς! Ἠρωτήσαμεν αὐτοὺς ἐπίσης νὰ ὑποδείξωσι πρὸς ἡμᾶς, τίνα εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλονται ὅτι θὰ ἐφαρμόσουν, ἐὰν κληθῶσί ποτε εἰς τὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ τὰ συζητήσωμεν, καὶ ἴδωμεν ἂν θὰ πεισθῶμεν ὑπ’ αὐτῶν· διότι ἡμεῖς ἐλέγομεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι «ἔχομεν τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἀληθῶς ἀναμορφωτικόν, καὶ αὐτὸ καταγινόμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν· πῶς ἀξιοῦτε νὰ ἐγκαταλίπωμεν τοῦτο ἀπέναντι τῶν ἀγνώστων μέτρων, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ λόγων ἐπικαλεῖσθε;» Ἀλλὰ καὶ πάλιν οὐδὲν ἀπήντων. Ἐδεικνύομην εἰς αὐτοὺς τοὺς νόμους, τοὺς ψηφισθέντας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι κολοσσιαίαν ἐργασίαν, τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, τὸν νόμον περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, τὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τοὺς φορολογικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτελοῦσιν αὔξησιν βαρῶν, ἀλλ’ ἀποβλέπουσι μόνον εἰς τὸν τρόπον τοῦ διακανονισμοῦ ἐπὶ τὸ βέλτιον τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ εἰς ταῦτα οὐδὲν ἀντέτασσον. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν στρεμματικὸν φόρον καὶ ὁλόκληρον τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔφεραν πάντες οἱ Ὑπουργοὶ ἐνώπιον ἡμῶν, ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμὸν ἑκάστης ὑπηρεσίας, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ψηφισθέντα νόμον περὶ γυμναστικῆς καὶ τὰ λοιπὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως ἀποτελοῦσι περίλαμπρον οἰκοδόμημα, ὅπερ πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἄλλως εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει καὶ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέει, ἀδιάφορον ἂν ἀτυχῶς ἀπεχώρησε τῆς ὑπουργικῆς ἕδρας ὁ εἰσαγαγὼν αὐτά,—ἀτυχῶς, διότι εἶναι κεφάλαιον ἐθνικὸν ἀληθῶς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος,—τὰ ἐκπαιδευτικά, λέγω, νομοσχέδια, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν βάσιν, τὸ Α καὶ τὸ Ω τοῦ ἀναμορφωτικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ταχυδρομικά, τέλος τὰ ἀφορῶντα πάντα κλάδον τῆς ὑπηρεσίας, τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὴν ὕδρευσιν τῆς πρωτευούσης, καὶ τὴν πρόνοιαν περὶ συμπληρώσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου τῆς χώρας, ἰδίως περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τῶν συνόρων, τοῦ ὑψίστης ἀληθῶς ἐθνικῆς σημασίας ἔργου τούτου, ἔχομεν πρὸ ἡμῶν καταπλῆσσον ἐκ τῆς μεγαλοπρεπείας αὐτοῦ τὸ μεταρρυθμιστικὸν καὶ ἀναμορφωτικὸν ἀληθῶς ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς λοιπὸν ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ ἔργον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀρνούμενα τὰ ἔντιμα μέλη τῆς μειονοψηφίας νὰ προτείνωσιν ἴδια αὑτῶν μέτρα, ἐλησμόνησαν ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς νὰ δηλῶσι τὴν γνώμην αὐτῶν, διότι αὕτη εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν· ἐλησμόνησαν ὅτι ὁ ἀοίδημος Τρικούπης, ὅταν ἤθελε νὰ πολεμήσῃ τὰς Κυβερνήσεις, τῶν ὁποίων ἀπετέλει τὴν ἀντιπολίτευσιν, πάντοτε προέβαλλεν ἴδια αὑτοῦ μέτρα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ Τρικούπης ὁλόκληρον σύστημα, ἀφορῶν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως. Τὸ σύστημα τοῦτο ἔκαμε τοιαύτην ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε αὕτη, καίπερ ἀρτίως ἐξελθοῦσα ἐκ τῶν καλπῶν τῆς 23 Σεπτεμβρίου 1879, ἔσπευσε καὶ περιεπτύχθη αὐτό, καὶ ἀνήγαγε τὸν ἐργάτην αὐτοῦ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης ἦτο εἰς θέσιν, ἐντὸς πέντε ἡμερῶν νὰ καταρτίσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ, προϋπολογισμὸν μάλιστα ἐν ἰσοζυγίῳ, ἐνῷ ἔχομεν παράδειγμα, τὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκραύγαζε κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ Τρικούπη ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα, καὶ ἐν τούτοις, ἐλθὼν τρὶς εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν κατώρθωσε νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον, νέον, προϋπολογισμόν! Δὲν κατώρθωσε νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον προϋπολογισμὸν τῷ 1885, αἰτιώμενος τὴν ἔλλειψιν χρόνου πρὸς τοῦτο· ἀλλὰ τὴν αὐτὴν αἰτίασιν προέβαλε καὶ τῷ 1886. Ἐλθὼν δ’ αὐτὸς τῷ 1890 εἰς τὴν ἐξουσίαν, διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίασιν δὲν ὑπέβαλεν ἴδιον προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ οὔτε τῷ 1892 ὑπέβαλε τοιοῦτον, ἵνα ἔλθῃ καὶ κατὰ τὸ 1895 καὶ μὴ κατορθώσῃ καὶ τότε νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον αὑτοῦ προϋπολογισμόν! Καὶ ἐστηρίζετο πάντοτε εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη! Ἀλλ’ εἶπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸς ἡμᾶς, ὅτι μετὰ τὰ ἀτυχῆ γεγονότα τοῦ πολέμου τοῦ 1897 ἡ χώρα ἀπῄτει παρὰ τῶν νέων κυβερνητῶν αὑτῆς ἀναμορφωτικὸν σύστημα, πρὸ πάντων δὲ γενναίας βλέψεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπεδείξατο τὴν μεγαλειτέραν αὑτῆς στοργήν. Ἡ Κυβέρνησις κατενόησεν, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι ὁ ἄγρυπνος φρουρὸς τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος, καὶ ὅτι οἱ μὴ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἐλέγχονται ἀδιαφοροῦντες περὶ αὐτῶν τῶν τυχῶν, περὶ τῆς ὑποστάσεως αὐτῆς τῆς πατρίδος των. Διὰ τοῦτο καὶ ἀνέγραψεν ὡς ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἄρθρων τοῦ προγράμματος αὑτῆς, δι’ οὗ κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, τὴν πρόνοιαν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν πρόνοιαν ταύτην ἐπεδείξατο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι τὸ πρῶτον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ἦτο ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δι’ οὗ ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὰ ἔργα αὑτῶν τὰ στρατιωτικά. Ἀλλ’ ἐθεώρει αὕτη, ὅτι καὶ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν θὰ ἦτο εὔστοχον ἄνευ συμπληρώσεως· διότι τί τὸ ὄφελος, ἂν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἔστελλον εἰς τοὺς στρατῶνας, καὶ οὗτοι, ἐπανερχόμενοι εἰς αὑτοὺς, εὕρισκον αὐτοὺς κενοὺς ἀνδρῶν; Ἐσκέφθη λοιπὸν νὰ ὀργανώσῃ τὴν χωροφυλακὴν, ἵνα περιορίσῃ τοὺς στρατιώτας εἰς τὴν ἐκγύμνασιν αὑτῶν εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ στρατιώτου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἦτο ἐπαρκές. Δι’ ὃ ἐδέησε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπομακρύνσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς Βουλῆς. Καὶ πάλιν ὅμως καὶ τοῦτο δὲν ἦτο ἐπαρκές. Ὑπέβαλε λοιπὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προσεκαλοῦντο ἀξιωματικοὶ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὅπως μορφώσωσι τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Ἀλλὰ καὶ τὰ τέσσαρα ταῦτα μέτρα δὲν ἐθεώρει ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ τὰ μόνα ἐπαρκῆ. Διὰ τοῦτο ἀνέθηκεν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἐκπόνησιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐνθυμούμεθα πάντες, μεθ’ ὁπόσης θέρμης πατριωτικῆς ὁ εὐθαρσὴς ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἀνέπτυσσεν ἐνταῦθα, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐργάζεται ἀνειδότως εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ὅτι θὰ ἐθεώρει εὐτυχῆ, τὴν εὐτυχεστέραν ἡμέραν τοῦ βίου του, τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ ὑπέβαλλε σχέδιον ὀργανισμοῦ τοῦ στρατεύματος ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πῶς δὲν κατωρθώθη τοῦτο νὰ εἰσαχθῇ, γινώσκει ἡ Βουλὴ πᾶσα ἐκ τῶν ἐκτυλιχθέντων ἐνταῦθα κατὰ τὸ δεύτερον τμῆμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ. Ὅπως ὅμως δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν ἐψηφισμένον τὸ νομοσχέδιον περὶ μὴ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διανυόντων τοῦτον ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ παράδοξον τοῦτο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶχε κατὰ τοιοῦτον τρόπον συνταχθῆ ὑπ’ αὐτοῦ, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ψηφισθῇ, οὕτω δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν μέχρι σήμερον εἰσαγόμενον εἰς τὴν Βουλὴν νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατεύματος, διότι δὲν ἐπήρκεσε πρὸς τοῦτο ὁ χρόνος εἰς τὸν νέον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ νέος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅμως ἐθεώρησεν ὡς πρῶτον μέλημα αὑτοῦ νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη πρὸ ἡμερῶν, καὶ τὸ ὁποῖον τοσαύτας θυέλλας προὐκάλεσε, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἠθέλησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ χαρακτηρίσῃ καὶ ὡς ἀντισυνταγματικόν! Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῶν νομοσχεδίων, ὅπως προβάλλεται ὑπὸ τῶν ἀντιπολιτευομένων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς τὴν Βουλήν, δὲν μὲ τρομάζει ποσῶς, καὶ τοῦτο, διότι δὲν μεταχειρίζονται αὐτὸ ὡς extremum medium ἐν τῇ πολεμικῇ αὑτῶν κατά τινος νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὰ μεταχειρίζονται ὡς τὸ προχειρότερον ὅπλον, δι’ οὗ πολεμοῦσι πᾶν νομοσχέδιον, ὁμοιάζοντες ἐν τούτῳ πρὸς τοὺς ἐμπειρικοὺς ἰατρούς, οἵτινες τὴν πανάκειαν προβάλλουσι καὶ αὐτοὶ ὡς τὸ μόνον φάρμακον κατὰ πάσης νόσου καὶ πάσης μαλακίας. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προέκειτο νὰ φέρῃ πολλὰ ζητήματα ἐν τῷ μέσῳ. Καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὸ δῆθεν ἀντισυνταγματικὸν αὐτοῦ. Ὁ πρῶτος λόγος τούτου ἦτο, ὅτι ἀφῃρεῖτο ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ὁ δεύτερος, ὅτι ἀφῃρεῖτο ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀνετίθετο εἰς τὸν Διάδοχον· ὁ τρίτος, ὅτι ἀνετίθετο ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν αὐτὸν ἐν εἰρήνῃ, εἰς τὸν αὐτὸν ἐν πολέμῳ ἀρχηγόν. Ἀλλ’ ἂν ἦτο ἀληθὲς τοῦτο, πῶς δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντισυνταγματικόν, ἀφοῦ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον τὴν ἀντισυνταγματικότητα, σᾶς ἔλεγον ὅτι ἠδύνασθε μὲν νὰ ἀφαιρέσητε πάσας τὰς ἐξουσίας ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀναθέσητε αὐτὰς εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, καὶ ὑπέβαλον μάλιστα καὶ τοιαύτην πρότασιν ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν; Ἀλλὰ ποῦ ἐστηρίζετο τότε ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν πρώτην αὑτῆς ἔποψιν; Σᾶς ἔλεγον ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου δὲν ὑπέχει εὐθύνας· ἀλλ’ ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ἄλλοτε Πρωθυπουργὸς ἠρωτᾶτο ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἂν ἐθεωρεῖτο ὁ Διάδοχος ὑπεύθυνος ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου, ἀπήντα «βεβαίως». Ἀλλ’ ἂν ἦτο ὑπεύθυνος, τότε σημαίνει, ὅτι ἀπέβαλλε τὴν ἡγεμονικὴν αὑτοῦ χλαμύδα, ὅτε μετέβαινεν εἰς τὸ Γʹ Ἀρχηγεῖον. Ἀλλὰ διατὶ τάχα δὲν θ’ ἀποβάλλῃ αὐτὴν καὶ σήμερον, ὅταν θὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ Γενικὸν Διοικητήριον τοῦ στρατοῦ; Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Σᾶς ἔλεγον, ὅτι ἀρκεῖ ὅτι εἶναι ὁ αὐτὸς ἀρχηγὸς ἐν εἰρήνῃ τε καὶ ἐν πολέμῳ, ἐνῷ ἀκριβῶς αὐτὸ ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶσιν, ὅτι ὁ αὐτὸς ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀρχηγὸς καὶ ἐν πολέμῳ, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, ἵνα μὴ ἀποβάλῃ αὐτήν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐμόρφωσε τὸν στρατὸν ἐν εἰρήνῃ ὡς ἤθελε καὶ ὡς ἔπρεπεν, ἀλλὰ κατόπιν, μὴ διευθύνων αὐτὸς τὸν στρατὸν ἐν πολέμῳ, δὲν ἔχει πλέον εὐθύνην τῆς κακῆς ἐκτελέσεως. Ὁ κύριος λόγος ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθησαν ἐπὶ τέλους νὰ φανερώσωσιν οἱ πολεμοῦντες τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅτι δηλ. δὲν εἶχον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν ἀμεροληψίαν τοῦ Διαδόχου· ὁ κύριος λόγος, τὸν ὁποῖον, ἐνῷ αὐτεκαλοῦντο γενναῖοι, ὡς πολεμοῦντες τὴν ἀνάθεσιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ὅμως, δειλοὶ ἀπέναντι ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θὰ συνήντων, ἀπέκρυπτον ἐπιμελῶς, ὁ κύριος λόγος, λέγω, ὡς ὁμολόγησε μόνος ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτής, ὁ ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἦτο, ὅτι ἔλειψεν ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὸν Διάδοχον, ἕνεκα τῆς ἀρχηγίας αὑτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ, χωρὶς νὰ συλλογισθῶσιν, ὅτι τότε ἔστελλον αὐτὸν ἐκεῖ ὡς ἀμνὸν αἴροντα τὰς ἁμαρτίας πάντων ἡμῶν, καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ ἐν γένει, σήμερον δὲ, ὅτε ἔρχεται αὐτὸς οὗτος καὶ τοῖς λέγει, ὅτι θέλει νὰ ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ διὰ νὰ ἐκπλύνῃ αὐτὴν τὴν ὕβριν ἀπὸ τοῦ ἡγεμονικοῦ αὑτοῦ μετώπου, τῷ ἀρνοῦνται αὐτὴν τὴν χάριν! Τὸ ζήτημα ὅμως τοῦ στρατιωτικοῦ τούτου νομοσχεδίου προσήνεγκεν ἐν τῷ μέσῳ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο καὶ νὰ λείψῃ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος,—διὰ τὸν ὁποῖον ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην,— λαβὼν ἀφορμὴν δῆθεν ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἠθέλησε νὰ κακίσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν διὰ τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου, καὶ ἐπετέθη ὁρμητικὸς κατ’ αὐτῆς, ἰδίως δὲ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῶν χρόνων ἐκείνων, καὶ μάλιστα κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου νῦν τῆς Κυβερνήσεως, τότε δὲ ἁπλοῦ μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, καὶ ἐνεκάλεσε τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην ὡς πραγματικοὺς αἰτίους τοῦ πολέμου καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφορῶν! Ὑπελάμβανεν ἴσως ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης, ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς ἁπλοϊκοὺς, καὶ ἀνέφερεν οὕτω περικοπάς τινας ἐκ τῶν λόγων τῶν ἐδικῶν του καὶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, διὰ νὰ πείσῃ δῆθεν ἡμᾶς περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἰσχυρισμῶν του! Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν Φιλιππικὸν αὐτοῦ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οὐδὲν ἔχει τις νὰ παρατηρήσῃ ἢ ὅτι ἦτο Φιλιππικὸς μάταιος, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἐπαινῶν τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην. Ἀλλὰ σᾶς παρέστησε μετὰ τρόπου παραστατικοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν τέχνην καὶ τὴν μαγείαν ἀληθῶς κατέχει, καὶ εἶναι ἀξιόζηλος πρὸς τοῦτο, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε τοσαύτας διακλαδώσεις, ὥστε κατήντησε νὰ ἐρευνᾷ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, μὴ κρύπτῃ καὶ αὐτὸς αὐτὴν εἰς τὰ δωμάτια αὑτοῦ, μὴ περιέχῃ καὶ αὐτὸς ἐν ἑαυτῷ τὸ μικρόβιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, μὴ εἶναι καὶ αὐτὸς μέλος αὐτῆς! Σᾶς παρέστησεν ὅτι εἶχε φλέγοντα τὸν πόθον νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ κατορθώσῃ, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀκούων—κατὰ τὴν φράσιν, ἣν ἠναγκάσθη, ἐρωτηθεὶς, νὰ ἀναφέρῃ δίς.— Δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀκούων σημαίνει, ὅτι δὲν εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς κανένα, σημαίνει, ὅτι καὶ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, παρὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ νόμιμον συνδρομὴν πρὸς ἐνέργειαν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐκεῖνα ἐνδεχόμενον νὰ παρήκουον τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, διότι θὰ ἦσαν ἴσως μέλη τῆς ἑταιρείας ἐκείνης, καὶ δὲν θὰ ἤθελον, ἐπειδὴ ἡ ἑταιρεία ὑπέβαλλε τὰ μέλη αὐτῆς ὑπὸ ὅρκον, νὰ παρακούσωσιν εἰς τὸν ὅρκον τοῦτον αὐτῆς, ἐνῷ ἔπρεπε βεβαίως νὰ ὑπακούωσιν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Πολιτείας. Σᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ ὁ στρατὸς δὲν ὑπήκουεν εἰς τὰ νεύματά του, καὶ ἡ Δικαιοσύνη αὐτὴ εἶχεν ἀρνηθῆ τὴν ὑπακοὴν εἰς αὐτόν! Καὶ ἐστήριξε τοὺς λόγους του εἰς τὸ ἑξῆς. Ἦλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τὴν συνδρομὴν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἀλλ’ ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς ἔστρεψεν εἰς αὐτὸν τὰ νῶτα, εἰπὼν ὅτι δὲν ἐθεώρει τὴν πρᾶξιν ἀξιόποινον. Μετέβαινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπέτεινε πατριωτικὰς νουθεσίας εἰς τοὺς μέλλοντας ἐκ πατριωτισμοῦ νὰ λιποτακτήσωσιν εἰς τὴν Κρήτην ἀξιωματικούς, ἀλλ’ οὗτοι εἶχον βύσει τὰ ὦτα αὑτῶν, καὶ δὲν ὑπήκουον εἰς τὴν ἐπίσημον φωνὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ Βασιλέως! Σᾶς εἶπεν ὅτι διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπληροφορήθη, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι μεθ’ ὑπαξιωματικῶν διεπραιώθησαν δι’ ἰδιαιτέρου σιδηροδρομικοῦ συρμοῦ εἰς τὸν σκοπὸν, καὶ ὡς μόνην ἄγραν ἔσχε τὴν κατόπιν βεβαίως ἑορτῆς ἐπελθοῦσαν παραίτησιν τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπανελθόντων τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ὤκνησε καὶ αὐτοῦ τοῦ Στρατοδικείου νὰ ὑπερβῇ τὸν οὐδὸν, οὐχὶ ἵνα ἐπηρεάσῃ τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλ’ ἵνα ἐπιβληθῇ καὶ ζητηθῇ ἡ καταδίωξις τῶν ἀξιωματικῶν ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὡς ἀπάντησιν ἔλαβε τὴν ἀθώωσιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ χειροκροτήματα, μεθ’ ὧν ὁ λαὸς συνώδευσε τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῶν στρατοδικῶν! Σᾶς εἶπεν ἀκολούθως, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Ναυτοδικεῖον δὲ ὤκνησεν ὡσαύτως νὰ καταβῇ πρὸς τιμωρίαν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες ἐλιποτάκτησαν, ὑποπεσόντες μάλιστα καὶ εἰς ἄλλο βαρύτατον ἔγκλημα, ὡς ὑπεξαιρέσαντες καὶ λαβόντες μεθ’ ἑαυτῶν εἴδη τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ μετὰ τῆς αὐτῆς παταγώδους τὸν ὑπεδέχθησαν πομπῆς! Σᾶς ἔλεγεν, ὅτι δὲν εἶχε τὴν δύναμιν ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν ὁρμὴν τοῦ στρατεύματος, καὶ ὅτι, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐλάμβανε παρὰ τῶν νομαρχῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων καὶ παρὰ τοῦ ἀρχηγεύοντος ἐκεῖ, ἀπέβαινεν ἀδύνατον νὰ συγκρατηθῶσιν οἱ ἄτακτοι τῆς Ἐθνικῆς καὶ οἱ τακτικοὶ τοῦ στρατοῦ, ἵνα μὴ ἐξέλθωσι τὴν 25 Μαρτίου· καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσε τὸν Διάδοχον, κατὰ σύστασιν τῶν εἰρημένων ἀρχῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μεταβῇ εἰς Θεσσαλίαν, ὅπως συγκρατήσῃ τὰ πλήθη. Ἓν δὲ μόνον ἐλησμόνησε νὰ σᾶς εἴπῃ,—διότι ἂν τὸ ἐνεθυμεῖτο, θὰ σᾶς ἔλεγεν ἴσως καὶ αὐτό,—ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ πολύκροτος ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως, ἡ δημοσιευθεῖσα διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῇ 27 Νοεμβρίου 1896, δι’ ἧς ἡ Α.Μ. παρώρμα τὴν Κυβέρνησιν εἰς πολεμικὰς παρασκευάς, ὅτι καὶ αὐτὴ ἴσως ἐγράφη δι’ ἀοράτου τινὸς χειρὸς τῆς φωραθείσης ἑταιρείας! Καὶ ταῦτα πάντα λέγων, ἐνόμιζεν ὅτι ἀπήγγελλε κατηγορητήριον κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, χωρὶς νὰ ἐννοῇ, ὅτι ἀπήγγελλε κατηγορητήριον, καὶ δὴ σφοδρότατον, κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας αὐτὸς ἦτο ὁ ἡγήτωρ, κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ! Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν καὶ πάντας ὁμοῦ, τί ἄλλο ἐσήμαινον πάντα ταῦτα ἢ ὅτι εἶχεν ἐκφύγει τῶν χειρῶν αὐτοῦ ἡ ἐξουσία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; τί ἄλλο ἢ ὅτι αἱ κυβερνητικαὶ αὐτοῦ χεῖρες ἦσαν ἔκλυτοι καὶ παραλυτικαὶ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα; τί ἄλλο ἢ ὅτι τὸ πηδάλιον τῆς ἐξουσίας δὲν ὑπήκουε πλέον εἰς αὐτόν; τί ἄλλο ἢ ὅτι τὸ Κράτος εἶχε καταντήσει ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του Κράτος μὴ εὐνομούμενον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἐκανόνιζον 16 ἢ 20 ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ; Καὶ σᾶς τὸ λέγει ὁ ἴδιος (ἀναγινώσκει): «... Δὲν ὑπάρχει Κράτος ἐν τῇ ὑφηλίῳ εὐνομούμενον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἤθελον διευθύνει δεκαὲξ ἢ εἴκοσιν ἀνθυπολοχαγοὶ, ἢ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ!» Κατήντησε λοιπὸν τὸ Κράτος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του Κράτος μὴ εὐνομούμενον! Καὶ δύναται νὰ ὀνομασθῇ πλέον κυβερνήτης ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔφθασεν εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε ἐκ παντελοῦς ἀδυναμίας νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ φέροντος, ὅπως τὸν φέρῃ ὅπου τὸν ἔφερε; Καὶ ὑπὸ τοιαύτην Κυβέρνησιν ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ διεξαγάγῃ καὶ αὐτὸν τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, ἐνῷ στοιχειώδη εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ τὸν ὑψηλὸν αὐτοῦ πῖλον καὶ νὰ κατέλθῃ δύο–δύο τὰς κλίμακας τῆς ἐξουσίας, ὅπως κάμῃ τόπον εἰς ἄλλους, οἵτινες θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ ἀναστείλωσι, νὰ περιορίσωσι τὸ κακὸν, νὰ γείνωσιν ἴσως κύριοι αὐτοῦ! Καὶ σᾶς εἶπε, νίπτων τὰς χεῖρας, ὡς ὁ Πιλάτος, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐνόει τὸν πόλεμον, ὅτι αὐτὸς δὲν παρεσκεύαζεν αὐτὸν, ὅτι αὐτὸς, ἂν ἔστειλε τὸν στρατὸν εἰς τὴν Κρήτην, τὸν ἔστειλε πρὸς προστασίαν τῶν ὁμοφύλων. Διότι σᾶς εἶπεν αὐτολεξεὶ (ἀναγινώσκει): «... Ἦτο ὄντως ἀπανθρωπία διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, νὰ μένῃ ἀπαθὲς καὶ νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ παράσχῃ προστασίαν εἰς δέκα χιλιάδας Ἑλληνικῶν ψυχῶν». Σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἂν ἔστειλε τὸν στρατὸν εἰς τὰ σύνορα, τὸν ἔστειλε κατ’ ἀντιπεπονθότα λόγον ἐπὶ ταῖς παρασκευαῖς τῆς Τουρκίας· ἐπὶ τέλους δὲ, ὅτι ὡς πρὸς τὸν πόλεμον οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ ἐπικυρωθέντα ὑπὸ τῆς Τουρκίας τὸν ἀπεδέχθη, διότι αὐτὸς ἐγίνωσκεν, ὅτι στρατὸν δὲν εἴχομεν, ἀλλ’ ἄθροισμα ὀπλοφόρων. Καὶ ὅμως ἄλλα τότε ἐφρόνει, καὶ ἄλλα λέγει σήμερον ὅτι τότε ἐφρόνει, ὅπως ἄλλα τότε ἐφρόνει ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ἄλλα ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα αὐτοῦ σήμερον, ὅτι τότε ἐφρόνει. Ἔλεγε τότε ὁ ἀξιότιμος νῦν Πρωθυπουργὸς, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 17 Φεβρουαρίου 1897 (ἀναγινώσκει): «...Διαφωνοῦμεν, διότι δὲν βλέπομεν ἀναπτυσσομένην παρ’ ὑμῶν τὴν δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ βλέπωμεν· φοβούμεθα τ’ ἀποτελέσματα τῆς χαλαρᾶς ὑμῶν ἐνεργείας, καὶ τοὺς φόβους τούτους ἐκδηλοῦμεν, καὶ ὅταν προκαλῆτε ἡμᾶς νὰ δώσωμεν εἰς ὑμᾶς ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὑπὸ τῶν φόβων τούτων κατεχόμενοι, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἄλλο ἢ ὅτι ἀρνούμεθα ψῆφον ἐμπιστοσύνης.» Τί ἄλλο λοιπὸν ἔπραττεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἢ ἐνεκάλει τὴν τότε Κυβέρνησιν διὰ τὴν χαλαρότητα τῆς ἐνεργείας αὑτῆς; Ἀλλὰ διατὶ τοῦτο; Παρακολουθήσωμεν τὸν ἴδιον, ἵνα ἴδωμεν, τί ἔλεγε κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν (ἀναγινώσκει): «... Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐστείλατε τὸν στόλον εἰς Κρήτην, καὶ διετάξατε τὸν στρατὸν ν’ ἀποβιβασθῇ, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως ἐλάβετε κατοχὴν τῆς Κρήτης, ἔπρεπε ν’ ἀναλογισθῆτε πλέον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι μικρὰ, ἀλλ’ εἶναι μεγάλη, διότι μέγα ἔργον ἀνελάμβανεν. Ἔπρεπε ν’ ἀναλογισθῆτε, ὅτι τὰ μεγάλα αὐτὰ ἔργα διὰ τῶν συνήθων μέσων δὲν κατορθοῦνται, ὅτι δὲ μικρὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐτόλμησεν οὐ μόνον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ν’ ἀντιπαραταχθῇ, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλην τὴν Εὐρώπην ν’ ἀντισταθῇ, κατὰ μυρίων δυσχερειῶν ἔχει νὰ παλαίσῃ, καὶ ὅτι, ὅπως ταύτας ἀντιμετωπίσῃ, (ἀκούσατε!) τρέχει τὸν κίνδυνον πλήρους καταστροφῆς.» Ἰδοὺ οἱ προφητικοὶ λόγοι τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ! Καὶ ἀντὶ νὰ θεωρήσῃ αὐτὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἄλλον Thiers τῆς Ἑλλάδος, ἔρχεται καὶ ἐγκαλεῖ αὐτὸν ὡς αἴτιον τοῦ πολέμου! Ἀλλ’ εἶπε καὶ τὰ ἀκόλουθα—κατὰ τὴν αὐτὴν πάντοτε συνεδρίασιν—ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς (ἀναγινώσκει): «Τὸ τόλμημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Κρήτῃ, βεβαίως ἔπρεπε νὰ γεννήσῃ ἀνησυχίας ὡς πρὸς τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, καὶ τὰς ἀνησυχίας ταύτας ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ μὴ περιμένῃ τὴν τελευταίαν στιγμὴν, ἵνα καλέσῃ τὰς ἐφεδρείας. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν. Κατηγορῶ αὐτὴν διότι δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας τῶν ἐφέδρων συγκλήσεως.» Καὶ τί ἄλλο ἐσήμαινον πάντα ταῦτα ἢ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τῶν χρόνων ἐκείνων εἶχε πλήρη συναίσθησιν τοῦ τολμήματος, ὅπως ὀρθότατα ὠνόμασε τὴν πρᾶξιν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἐκραύγαζε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, συνιστῶσα εἰς αὐτὴν τὴν ταχίστην ἐνέργειαν; Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν ἐστάλη καλῶς ἢ κακῶς, ὑπὸ τὸν τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐστάλη τότε, ὁ στρατὸς εἰς Κρήτην. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐστάλη ὑπὸ τὸν τύπον τῆς κατοχῆς, βεβαίως ὀρθῶς ἀντελαμβάνετο ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἐξέφυγε πλέον τὸ ἔδαφος τὸ εἰρηνικὸν ἐκ τῶν ποδῶν ἡμῶν, ὅτι ἐρρίψαμεν φανερὰ τὸ χειρόκτιον εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ ἀκηρύκτου πολέμου πρὸς αὐτήν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐκβάλλῃ πατριωτικὰς κραυγὰς καὶ νὰ ἐξορκίζῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν συντέλεσιν τῶν παρασκευῶν, ἀφοῦ ἔφερε πλέον τὰ πράγματα ὅπου τὰ ἔφερε, καὶ νὰ μὴ δίδῃ καιρὸν παρασκευῶν εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἔκτοτε τόσος χρόνος καὶ ἔχει ἴσως λησμονηθῆ, ἀφοῦ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ὅστις συνέταξε τὸ ἔγγραφον, ὡς κυβερνήτης, ἐλησμονήθη, ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν εἰς Κρήτην, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναγνώσω ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως—εὐτυχῶς εἶναι σύντομον—τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς 1 Φεβρουαρίου 1897, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεστέλλετο ὁ στρατὸς εἰς Κρήτην (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 6671. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ σώματος τῆς κατοχῆς τῆς Κρήτης συνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ Βάσσον Τιμολέοντα. Τὰ ἐν Κρήτῃ διαπραχθέντα μέχρι τοῦδε ἐπήνεγκον εἰς τὴν δυστυχῆ νῆσον ἀληθῆ ἀναρχίαν, καθ’ ἣν αἱ οἰκογένειαι τῶν Χριστιανῶν καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν ἔμειναν ἐκτεθειμέναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀχαλινώτου φανατισμοῦ καὶ εἰς τὴν διαρπαγὴν τοῦ ὄχλου. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἐπὶ πλέον νὰ ἀνεχθῇ τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, εἰς ἣν περιήχθησαν οἱ ἐπὶ τῆς νήσου ὁμόφυλοι πληθυσμοί, μεθ’ ὧν συνδέεται διὰ τῆς θρησκείας καὶ διὰ δεσμῶν ἱερῶν. Διὰ τοῦτο ἀπεφάσισε ν’ ἀποστείλῃ στρατὸν, ὅπως καταλάβῃ τὴν νῆσον» (καὶ ὄχι πρὸς προστασίαν τῶν πληθυσμῶν, ὅπως σᾶς εἶπε πρὸ ἡμερῶν,) «καὶ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν εἰρήνην ἐν αὐτῇ· τοῦ στρατοῦ δὲ τούτου τὴν διοίκησιν ἐνεπιστεύθη εἰς ὑμᾶς. Ἀποβιβαζόμενος μετὰ τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς στρατοῦ εἰς Κρήτην καὶ ἐν καταλλήλῳ μέρει, θέλετε ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Αʹ καταλάβει τὴν νῆσον ταύτην, ἐκδιώκων τοὺς Τούρκους ἐκ τῶν φρουρίων, καὶ κατέχων αὐτά. Πᾶσαν ἐνέργειαν ὑμῶν θέλετε στηρίξει εἰς τοὺς κειμένους ἑλληνικοὺς νόμους, ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ ὑπ’ εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἅμα τῇ ἀποβιβάσει ὑμῶν θέλετε ἐκδώσει τὴν σχετικὴν προκήρυξιν περὶ τῆς κατοχῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Φεβρουαρίου 1897. Ὁ Ὑπουργὸς Ν. Σμόλενιτς.» Καὶ ἐξεδόθη ἡ προκήρυξις τῆς κατοχῆς ὑπὸ τοῦ Βάσσου τότε πρὸς τὸν Κρητικὸν λαόν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Δηλιγιάννης δὲν ἔδιδε σημασίαν εἰς τὴν συσσώρευσιν τοσαύτης εὐφλέκτου ὕλης εἰς τὰ βόρεια σύνορα τῆς Ἑλλάδος. Σήμερον δ’ ἔρχεται καὶ ψέγει τὴν Ἀντιπολίτευσιν τῶν χρόνων ἐκείνων, ἐνῷ τότε ἐπῄνει αὐτήν, ἐκφραζόμενος ὑπὲρ αὐτῆς οὕτω (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἀμφισβητῶ» (ἔλεγε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 6 Ἀπριλίου 1897 ὁ κ. Δηλιγιάννης) «τὴν φιλοπατρίαν οὐδενὸς· ἀναγνωρίζω ὅτι πάντες ἔχομεν τὸ αὐτὸ αἴσθημα καὶ τοὺς αὐτοὺς πόθους, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ συγχαρῶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον». (Χειροκροτήματα γενικὰ τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων).» Καὶ ὅμως τώρα ἠκούσατε πῶς ἦλθε νὰ ψέξῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν τῶν χρόνων ἐκείνων! Ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐνῷ εἶναι ἀξιοκατάκριτος ἐντελῶς, ὅτι ἔστειλε τὸν στρατὸν εἰς Κρήτην ἐπὶ σκοπῷ κατοχῆς, ἀφοῦ ἐγίνωσκεν, ὡς εἶπεν, ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε λάβει τὴν ἀπόφασιν νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας, ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κρήτην, ὅπως σᾶς εἶπε προχθές,—ὁ λόγος αὐτοῦ ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἔχει δημοσιευθῆ εἰς τὴν «Πρωΐαν» (ἀναγινώσκει): «... Ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε λάβει τὴν ἀπόφασιν νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας, ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κρήτην εἰς τὴν Ἑλλάδα...» — ἐπίσης εἶναι μᾶλλον ἀξιοκατάκριτος διότι ἔστειλε τὸν στρατὸν, ἐνῷ ἐγίνωσκεν, ὅτι τοῦτο θὰ ὡδήγει ὅπου ὡδήγησεν, ἐνῷ ὑπελάμβανεν αὐτὸν ἄθροισμα ὁπλοφόρων. Ἐν τούτοις, ἐνῷ σήμερον λέγει, ὅτι τοιαύτην τότε εἶχεν ἰδέαν περὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι τοιαῦτα ἔλεγε τότε εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ὅπως περιστέλλῃ δῆθεν τὸ πολεμικὸν αὐτῶν μένος, ἀκούσατε τί τότε ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τοῦ πολέμου, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 3 Ἀπριλίου 1897 (ἀναγινώσκει): «... Ἕνεκα τούτου καὶ ἕτερον καθῆκον ἐδημιουργήθη ἡμῖν, νὰ ἀσχοληθῶμεν ἰδίως πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας καὶ πρὸς τὴν παρασκευὴν στρατοῦ ἀξιομάχου, δυναμένου καὶ τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους νὰ ὑπερασπίσῃ καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ διασώσῃ· καὶ τοῦτο τὸ ἔργον ἐπεδιώξαμεν μετὰ πάσης φροντίδος. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης κατωρθώθη νὰ μειωθῶσιν αἰσθητῶς αἱ ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζει πάντοτε ἡ ἐσπευσμένη σύνταξις στρατοῦ. Ἀληθῶς τὰς ἐλλείψεις ταύτας ἐμειώσαμεν αἰσθητῶς· προσδοκῶμεν δὲ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θέλουσι καὶ αὗται ἐντελῶς ἀρθῆ, καὶ ὁ στρατὸς ἡμῶν θέλει εὑρεθῆ εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὑτοῦ.» (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).» Αὐτὸ ἦτο τὸ ἄθροισμα τῶν ὁπλοφόρων, ὅπως ὀνομάζει σήμερον τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος! Καὶ ταῦτα ἐν παρόδῳ,—τὰ ὁποῖα δὲν προεκάλεσα βεβαίως ἐγώ. Νοσεῖ λοιπὸν ὁ πολιτικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς, ὅπως πολλάκις ἠκούσαμεν τοῦτο ἐπαναλαμβανόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ νοσεῖ οὐχὶ ἀπὸ τῶν τελευταίων μόνον χρόνων. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἀκριβῶς τὸ νόσημα δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς νόσημα συγγενὲς μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παλιγγενεσίας, διὰ τὸν λόγον, ὅτι μετὰ τὸν βαθὺν τῆς δουλείας ζόφον ἐπελθοῦσα ἡ ἐθνικὴ αὐγὴ τῆς ἐλευθερίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ θαμβώσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν κατοίκων τῆς χώρας. Σημειώσατε πρὸς τούτοις, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, μετὰ τὴν ἐλευθερίαν, ἦτο ἀσύντακτον τὸ πλῆθος, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποταχθῇ εὐχερῶς ὑπὸ τὴν πειθαρχίαν τοῦ νόμου. Καὶ παράδειγμα ἔχομεν τὸν θάνατον τοῦ Καποδιστρίου, ὁ ὁποῖος βαρύνει βεβαίως τὴν μνήμην τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Καποδιστρίου ἦλθεν ἡ βασιλεία τοῦ Ὄθωνος, τοῦ ὁποίου σήμερον ἀναμιμνήσκονται πολλοὶ, καὶ σᾶς λέγουσιν, ὅτι «ἦτο ἀγαθὸς ὁ ἡγεμὼν τῶν χρόνων ἐκείνων». Ἀλλ’ ἡ ἀγαθότης ἑνὸς ἡγεμόνος φρονῶ ὅτι εἶναι τὸ ὀλιγώτερον προσὸν δι’ ἕνα ἡγεμόνα τῆς ἱστορίας, διότι τὰ ἀνάκτορα δὲν εἶναι μοναστήρια, ἵνα ζητῇ τις, ὅπως οἱ ἐνδιαιτώμενοι ἐν αὐτοῖς προβάλλωσιν, ὡς τὸ μόνον προσὸν, τὴν ἀγαθότητα. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος ἡ Ἑλλὰς βεβαίως δὲν κατήγαγε προόδους... (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).

§157Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ εὐλαβώμεθα τὴν μνήμην ἑνὸς Βασιλέως.

§158ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Ὄθων ἔθεσε τὰς βάσεις τῆς προόδου καὶ τῆς τάξεως.

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθεὶς ἔχει τὰς ἰδέας του.

§160ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν θέλω νὰ προσβάλω τὴν μνήμην τοῦ πρώτου Βασιλέως. Τοὐναντίον σέβομαι τὴν μνήμην αὐτοῦ. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἐνῷ εἶχε μεγάλην τὴν καρδίαν, δὲν εἶχε τὰς χεῖρας στιβαρὰς εἰς τὴν διοίκησιν. Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ ἡ ἱστορία (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι). Εὑρίσκετο εἰς διαρκῆ διαπάλην. Κατήντησε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς τὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπέμβασιν τῶν ξένων τότε, διὰ νὰ δύναται νὰ στηριχθῇ, καὶ ἐδημιουργήθησαν τὰ ξενικὰ κόμματα...

§161ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Ὄθων;

§162ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, μετὰ τὸ 1843, καίτοι ὑποσχεθεὶς ἐνόρκως νὰ κυβερνήσῃ συνταγματικῶς τὴν χώραν, καὶ ἔπρεπεν εὐόρκως νὰ κυβερνήσῃ αὐτήν, ἐξηκολούθει κυβερνῶν δι’ ὧν καὶ πρὸ τοῦ 1843 μέσων. Καὶ δι’ αὐτὸ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπέτυχε.

§163ΣΤΡΑΤΟΣ. Πλανᾶσθε ἱστορικῶς, καὶ δὲν γνωρίζετε τὸ παρελθὸν καθόλου...

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἰδέαι του.

§165ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἱστορίας, βεβαίως βαρύνουσι τὴν μνήμην τοῦ Ὄθωνος. Οὕτως ἡ ἐποχὴ τοῦ Πάρκερ, τῆς καθόδου δηλαδὴ τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου παρὰ τὴν Σαλαμῖνα κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1849, καὶ ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἡνωμένου ἀγγλογαλλικοῦ στόλου εἰς Πειραιᾶ τῷ 1854 καὶ ἡ κατοχὴ τούτου ὑπὸ τῶν Γάλλων τῇ 14 Μαΐου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὡς καὶ ἡ κατάσχεσις τοῦ τότε πολεμικοῦ τῆς Ἑλλάδος ναυτικοῦ, βαρύνουσι τὴν μνήμην τοῦ μεγαλόφρονος ἄλλως ἐκείνου Βασιλέως. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς λοιπὸν τοῦ Ὄθωνος χαρακτηρίζεται ἡ νοθεία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ἐπενέβαινεν ὁ Ὄθων εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς καὶ τῆς ἄνω Βουλῆς, καὶ ἔδωκεν οὕτω τὴν πρώτην ὤθησιν εἰς τὸ νὰ δολιευώμεθα ἡμεῖς αὐτοὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα (Θόρυβος). Ἦλθε μετ’ αὐτὸν ὁ Γεώργιος. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ἦτο τὸ πάθημα τοῦ Ὄθωνος, καὶ ἠθέλησεν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τοῦ ἐστεμμένου προκατόχου του, νὰ λάβῃ τὴν ἀντίθετον ἄκραν, ἀντὶ νὰ λάβῃ ἀκριβῶς τὴν μέσην. Διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι, ἐνῷ ἀκριβῶς τὸ Σύνταγμα ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος ἐφθάρη ἐκ τῆς πολλῆς χρήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος τὸ ὑπέβαλλεν, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοὐναντίον τοῦ Γεωργίου ἔπαθεν ἐκ τῆς ἀχρηστίας, διότι ἐτέθη οἱονεὶ ἐν πλαισίῳ, χωρὶς νὰ γίνηται χρῆσις αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο φωνάζομεν πάντες «Θέλομεν δρᾶσιν τῆς Βασιλείας», καὶ διὰ τοῦτο παρεξηγούμεθα, ἕνεκα τῶν ἰδεῶν ἡμῶν τούτων περὶ δράσεως τῆς Βασιλείας, ὅτι εἴμεθα μοναρχικοί, ἀπολυτόφρονες, καὶ ὅτι δὲν εἴμεθα δῆθεν ἡμεῖς συνταγματικοί, κοινοβουλευτικοί! Ἀλλ’ ἡ διαφθορὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ζῇ καὶ προάγεται βεβαίως διὰ τῆς συναλλαγῆς, καὶ τὴν συναλλαγὴν ἔρχονται νὰ σᾶς χαρακτηρίσωσιν ὅλοι, ὅτι πολεμοῦσιν! Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς συναλλαγῆς, βεβαίως ἡ κωλυσιεργία, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, αὐτὴ εἶναι ἡ παρέχουσα τὴν μείζονα τροφὴν εἰς αὐτήν· διότι ἐπιβλαβεστέρα τυγχάνει πάντοτε ἡ συναλλαγή, ὅταν παρουσιάζηται ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἀνάγκης. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὴν συναλλαγήν, ὅλα τὰ κόμματα φωνάζουσι κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ὁμολογήσουν, τίς εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον. Ἐδῶ, ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἷς μόνον εἶναι ἀντισυναλλακτικὸς, ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς καὶ ἄλλοτε Πρωθυπουργὸς κ. Δ. Ράλλης, εἷς δὲ κατ’ ἐπάγγελμα συναλλακτικὸς, ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κύριος Δηλιγιάννης... (διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν).

§166ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι ψεῦδος αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε!

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, μὴ διακόπτετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.

§168ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν δεχόμεθα νὰ λέγωνται μωρίαι ἐδῶ! (θόρυβος).

§169ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν ἀρνηθῇ ὁ κύριος Δηλιγιάννης, μάλιστα.

§170ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν καταδέχεται νὰ σοῦ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Δηλιγιάννης, Κύριε, ὅταν λέγῃς τοιαύτας μωρίας! (θόρυβος).

§171ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔγεινες γελοῖος! (ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).

§172ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς κάμνω ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ἐν ὅσῳ ἀκούομεν τοιαύτας ἀνοησίας, θὰ κάμνωμεν ἐνστάσεις ἀπαρτίας μέχρι πρωΐας.

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δύνασθε νὰ κάμνητε ἐνστάσεις ἀπαρτίας, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ λέγητε τοιαύτας φράσεις.

§174ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκούωμεν τοιαύτας ἀνοησίας! (θόρυβος)

§175ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε!...

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκάματε ἔνστασιν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις πλέον.

§177ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν βλέπετε τοὐλάχιστον τὰς φυσιογνωμίας τῶν φίλων σας, οἱ ὁποῖοι γελῶσι; Διὰ νὰ σώσω τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία γελᾷ διαρκῶς, δι’ αὐτὸ κάμνω ἔνστασιν ἀπαρτίας...

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται πλέον συζήτησις. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§179ΣΚΟΥΖΕΣ. .. Καὶ σᾶς δηλῶ, ὅτι θὰ κάμνω ἕως αὔριον ἔνστασιν, ἐν ὅσῳ ἀκούω τοιαύτας ἀνοησίας! (Θόρυβος).

§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἔνστασιν δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε... Ὁρίστε, παρακαλῶ, ψηφολέκτης.

§181Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔκαμεν ἔνστασιν, κύριε Πρόεδρε. Ἠπείλησεν ὅτι θὰ κάμῃ.

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμε... Παρακαλῶ, κύριε Σκουζὲ, ὑπεβάλετε ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἢ οὔ;

§183ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα. Δὲν ἀνακαλῶ ποτὲ ὅ,τι λέγω. Σᾶς εἶπον ὅτι ἔκαμον ἔνστασιν ἀπαρτίας διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπον, καὶ σᾶς δηλῶ, ὅτι ἕως αὔριον τὸ πρωΐ θὰ κάμνω ἐνστάσεις ἀπαρτίας, ἐν ὅσῳ ἀκούωμεν αὐτά.

§184Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτό.

§185ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀντιπροσωπεύει τὴν Κυβέρνησιν ὁ κύριος Μαρκεζίνης.

§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει συζήτησις.

§187Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐγὼ (γέλωτες).

§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθῃ εἷς ψηφολέκτης... Ὁρίστε, κύριε Πετρίδη, κύριε Γουναράκη. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ Α. Μπασιᾶ, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 134. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.

§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ ποιήσωμαι δήλωσίν τινα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Θήρας ἔλαβε τὸν λόγον, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅσα ἐλέχθησαν παρ’ αὐτοῦ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐλέχθησαν παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τὴν ἐξέτασιν μόνον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐξέτεινε τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ἅτινα κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι μᾶλλον θέματα ἱστορικά. Ἐπὶ τούτων ἐξέφρασε τὴν ἀτομικήν του γνώμην. Καὶ εἶχον καθῆκον νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπί τινων τῶν θεμάτων τούτων, ἅτινα συνεζήτησεν, ἐγώ, ὡς διερμηνεύων τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, δὲν δύναμαι ἢ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι κατὰ πάντα σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καλὸν εἶναι, οἱ κύριοι Βουλευταὶ, εἴτε τῆς πλειονοψηφίας εἴτε τῆς μειονοψηφίας, νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰ ξένα πρὸς τὴν συζήτησιν θέματα, κυρίως τὰ θέματα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀταράχως δύναται νὰ κρίνῃ. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι τὰ γεγονότα, ἅτινα σχετίζονται πρὸς τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν πολιτικῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην χωρίζουσιν ἡμᾶς. Καθῆκον ἔχομεν, ἵνα τὰ θέματα ταῦτα ἐγκαταλείπωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν, ἥτις θὰ ἀποδώσῃ ἑνὶ ἑκάστῳ τὸ δίκαιον.

§191ΣΚΟΥΖΕΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀποσύρω τὴν ἀναγγελίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ὅτι ἤθελον ἐξακολουθεῖ νὰ κάμνω ἐνστάσεις, ἂν ἐξηκολούθει ὁ ἀγορεύων προσβάλλων τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.

§192ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐξ ὅσων εἶπον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποδεικνύται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, καὶ ὅτι ἀνταπεκρίθη πληρέστατα εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρέπει οὕτω μεθ’ ὑπερηφανείας νὰ ἀποβλέπῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἑαυτὴν, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς πρὸς αὐτὴν, καὶ νὰ φρονῶμεν ὅτι πολιτευομένη οὕτω καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὡς ἐπολιτεύθη ἄχρι τοῦ νῦν, θὰ δυνηθῇ μίαν ἡμέραν, ὅταν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, νὰ προσδοκᾷ μετὰ γαλήνης καὶ μετὰ θάρρους, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει τιμήσει καὶ αὖθις αὐτὴν, ἀνανεῶν τὴν πρὸς αὐτὴν ἐντολὴν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτος νὰ φανῇ ἀμνήμων τῶν εὐεργετικῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἔσχεν ἐπὶ τὴν χώραν ἡ ψῆφος αὐτοῦ τῆς 7 Φεβρουαρίου παρελθόντος ἔτους.

§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω καλὸν νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ προχωρήσωμεν κατωτέρω εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἰς τὴν ψήφισιν τῶν πιστώσεων.

§194Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.

§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θ’ ἀποφασίσω ἐγὼ, θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.

§196Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐννοεῖτε, κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν πιστώσεων;

§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τρίτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων.

§198Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε δεκαπέντε. Μόνον ὑμεῖς ζητεῖτε ὀνομαστικὴν κλῆσιν.

§200Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τότε προβάλλω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§202ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀποσύρει τὴν ἔνστασιν ὁ κύριος Βιτάλης.

§203Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι, δὲν τὴν ἀποσύρω. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Α. Μπασιᾶ. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 127. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων.

§205Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεκοινώθη χθές, κύριε Πρόεδρε, ὑπό τινων τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐνταῦθα, ὅτι προτίθενται οὗτοι νὰ ὁμιλήσωσιν εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐνόμισα δέ, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐφάνη μὴ συναινῶν πρὸς τὴν τοιαύτην συζήτησιν. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν πιστώσεων.

§206Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ, ὅπως αὔριον γένηται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν, 320,370 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 8,700 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 4) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 9,690.26 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899).

§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,950,262 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899.

§209Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 20,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 200,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900.

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 1,975,045.45, ἐξ ὧν εἰς χρυσὸν δραχ. 5,287, ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ δραχ. 742,500 καὶ ἐκ φράγκων χρυσῶν 11,828 25.

§211ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὑπομιμνήσκω τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 590,000 δραχμῶν, ἣν θεωρεῖ ἀδιάθετον, εὑρίσκεται ἤδη εἰς Εὐρωπαϊκὰς Τραπέζας καὶ φέρει τόκον εἰς τοὺς δανειστάς· ὥστε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀδιάθετος πίστωσις;

§212Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων ἔργων. Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων. Περὶ κυρώσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων δημοσίων ἔργων. Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῆς ὑπαρχούσης δεξαμενῆς ἐν τοῖς Λουτροῖς Ὑπάτης. Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1900. Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1900. Περὶ παρατάσεως διοριῶν πρὸς πληρωμὴν καὶ δήλωσιν ἀμέσων φόρων ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς ἐπαρχίαις. Περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν πρὸς τὴν Αὐστριακὴν Κυβέρνησιν ἐθνικοῦ οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς. Περὶ παραχωρήσεως ἐκκλησιαστικοῦ χώρου πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ).

§213Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀρκεῖ πλέον ἕως ἐδῶ. Τὰ λοιπὰ νὰ ἀναβληθῶσιν. Ἄλλως θὰ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§214ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀναβάλλονται· ἀρκεῖ.

§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ ἀπειλὰς ἐνστάσεων περὶ μὴ ἀπαρτίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Ἐὰν οἱ Κύριοι ἔχουν ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὴν διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκδηλουμένην, ἂς πολεμήσωσι τὰ νομοσχέδια, ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν δύναται νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐνστάσεων.

§216ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, αὐτοὶ ἀνεχώρησαν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ περιωρίζετο εἰς τὰς πιστώσεις. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Δραγούμης εἶπε, συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι μόνον αἱ πιστώσεις θὰ συζητηθῶσιν, ἐπίσης καὶ ὁ κ. Καραπᾶνος, καὶ οὕτως ἀνεχώρησαν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωσιν ὅσας εἶχον παρατηρήσεις. Πολλοὶ λοιπὸν, μακρυθέντες ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι δὲν θὰ συζητηθῶσιν ἄλλα θέματα, ἐκτὸς τῶν πιστώσεων, καὶ πεισθέντες ἐκ τῆς μετὰ τοῦ κ. Προέδρου συνεννοήσεως...

§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ποταμιᾶνε.

§218ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς τὸ ἤκουσε.

§219ΧΟΪΔΑΣ. Μάλιστα.

§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προηγήθη καμμία συνεννόησις.

§221ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐκτὸς τούτου, οἱ περισσότεροι δὲν ἔχομεν κἂν ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Διὰ τοὺς λόγους δὲ τούτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις, ἀφοῦ καὶ ἐκεῖνοι ἀνεχώρησαν καὶ ἐκ τῶν παρόντων οἱ πλείονες δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι. Βλέπετε ὅτι ἡμεῖς παραμένομεν διὰ νὰ παράσχωμεν τῇ Κυβερνήσει τὴν ὀφειλομένην παρ’ ἡμῶν συνδρομὴν εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς πρὸς ἀπαρτίαν. Πρέπει ὅθεν, ὅταν γίνηται ἀντίρρησις περὶ νομοσχεδίου τινὸς, ὅτι πρέπει τοῦτο νὰ ὑποστῇ εὐρεῖαν συζήτησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐπιμένῃ, θέλουσα νὰ ψηφίσῃ ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ μὴ σχετιζόμενα πρὸς τὰς πιστώσεις καὶ χρήζοντα συζητήσεως, διότι οὕτω πιέζει καὶ τοὺς μὴ ποιουμένους χρῆσιν τῆς κωλυσιεργίας.

§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος μὴ ἀπαιτοῦντος εὐρεῖαν, ὅπως λέγετε, συζήτησιν. Προκειμένου περὶ παραχωρήσεως γηπέδου πρὸς ἀνοικοδόμησιν Ναυτικῆς Σχολῆς, προκειμένου περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδου διὰ τὴν Αὐστριακὴν Ἀρχαιολογικὴν Σχολὴν, προέβητε εἰς ἀπειλὰς ὑποβολῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἐὰν ἀπ’ ἀρχῆς ἠθέλετε εἴπει αὐτὰ, τὰ ὁποῖα τώρα εἴπετε, ἐὰν ἔχετε διάθεσιν νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζετε ὡς σπουδαῖα, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν εἰς ἄλλην ἡμέραν. Ἀλλὰ ἡ πρότασις, οὕτω πως διατυπουμένη, εἶναι ἐντελῶς διάφορος τῆς προτάσεως, ἥτις προϋποθέτει ὅτι ἡ πλειονοψηφία πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς μειονοψηφίας ἕνεκα τοῦ φόβου τῶν περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐνστάσεων.

§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὸ ἑπόμενον. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ προθεσμίας πρὸς συζήτησιν τῶν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων Ἀθηνῶν εἰσαγομένων προσωπικῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ἀγωγῶν.

§224ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πῶς θέλετε νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ, ἐνῷ δὲν τὸ γνωρίζομεν;

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κληρώσεως στρατευσίμων Θεσσαλίας. 2) Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους κλπ. 3) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΦΕʹ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου. 4) Περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ ᾼΦΚΑʹ νόμου περὶ στρατολογίας).

§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43.
2τῆς 16 Μαρτίου 1900.
3(Πέμπτη)
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται
5καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προ-
6ηγουμένης συνεδριάσεως.)
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Νικόλαος Μοναστηριώτης δι’ ἀναφορᾶς
8του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ υἱοῦ του
9ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὡς πάσχοντος ἐκ χρονίας
10παθήσεως. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
11Στρατιωτικῶν.
12Ὁ Γεώργιος Ἀρκούδας, ὁπλαρχηγὸς, δι’ ἀναφορᾶς του
13ζητεῖ ν’ ἀπονεμηθῇ αὐτῷ μηνιαῖον βοήθημα.
14Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, συνέστησα εἰ-
15δικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τοῦ θέματος τῆς ἐμπορικῆς
16ναυτιλίας, ἀποτελουμένην ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων Βουλευτῶν:
17Θ. Ρετσίνα, Ν. Λεωνίδα, Κ. Παπαμιχαλοπούλου, Δ. Βοκο-
18τοπούλου, Ν. Τριανταφυλλάκου, Α. Μπασιᾶ, Ἀλεξ. Μ. Κα-
19νάρη, Β. Μαρκεζίνη, Ἐπ. Ἐμπειρίκου, Π. Μαυροκεφάλου καὶ
20Ι. Κουντουριώτου.
21Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
22§2Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
23κῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ
24ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ζητηθέντα
25πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας τῶν ἐρεῶν, τῆς ἐνεργηθείσης
26κατὰ τὸ 1899, τῇ 28 Μαρτίου.
27§3Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
28Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέ-
29διον «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 67 τοῦ περὶ
30Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ᾼΡΟΗʹ νόμου». Ἀφορᾷ εἰς
31τὴν εἴσπραξιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς χρυσὸν τῶν δικαιωμάτων
32τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, διότι ὑπάρχει ἀμφι-
33βολία καὶ ἐγεννήθησαν ἀντιρρήσεις, ἂν πρέπει νὰ πληρώ-
34νωνται τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς χρυσὸν
35ἢ εἰς χαρτονόμισμα.
36§4Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πάντοτε ὑπὲρ τοῦ
37Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
38§5Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
39§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε!
40§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
41ράρτημα, ἀριθ. 174).
42§8Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
43Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα
44ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη,
45ἐμφαίνοντα τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς
46ψηφίσεως τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔλαβον τὴν τι-
47μὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν...
48§9Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἀνέρχεται αὕτη;
49§10ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀνέρχεται, ὡς πρὸς μὲν τὴν αὔξησιν τῆς
50δαπάνης τῶν ἤδη ὑφισταμένων ἀρχῶν, εἰς 99,000 κατ’ ἔτος
51δραχμάς...
52§11ΠΕΤΑΛΑΣ. Χρυσᾶς;
53§12ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι, χαρτίνους... Ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν
54δὲ τῆς δαπάνης ἕνεκα προσθήκης νέων θέσεων εἰς τὰς ὑφι-
55σταμένας προξενικὰς ἀρχὰς, εἰς δρ. 74,000, καὶ ὡς πρὸς
56τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης τὴν ἐκ τῆς συστάσεως νέων προ-
57ξενικῶν ἀρχῶν, μέχρι τοῦδε ἀμίσθων καὶ ἤδη ἐμμίσθων, εἰς
58δρ. 100,000. Ὑπάρχουσιν, ἐννοεῖται, εἰσπράξεις, ἃς μέχρι
59τοῦδε ἐκαρποῦντο οἱ ἄμισθοι πρόξενοι, αἵτινες περίπου ἀνέρ-
60χονται εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀνέρχονται καὶ αἱ δαπάναι
61τῶν νέων προξενικῶν ἀρχῶν.
62Πρὸς τούτοις καταθέτω κατάστασιν τῶν ἐσόδων τῶν ἐμ-
63μίσθων προξενικῶν ἀρχῶν διὰ τὸ 1899, ἀνερχομένων εἰς
64550,000 φρ. χρυσᾶ. Τὰ ἔσοδα εἶναι 550,000 φρ. χρυσᾶ, τὰ
65δ’ ἔξοδα 656,000 δραχμαί. Ὥστε τὰ ἔξοδα εἶναι ἐλάσσονα
66τῶν ἐσόδων.
67Προσέτι καταθέτω σημείωμα εἰσπράξεων τῶν τέως Προ-
68ξενικῶν Πρακτορείων, νῦν δὲ μεταβαλλομένων εἰς ἔμμισθα
69Ὑποπροξενεῖα.
70Ὑποθέτω δὲ, ὅτι διὰ τῆς καταθέσεως τῶν πινάκων ἀπαν-
71τῶ εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
72§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τυπωθῶσιν αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε,
73διότι εἶναι ἀπαραίτητα.
74§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
75Παράρτημα, ἀριθ. 175).
76§15ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω καὶ ἔγ-
77γραφα σχετικὰ πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Θηβῶν βουλευτοῦ κ.
78Δαούτη περὶ πολιτικῶν καὶ ποινικῶν ἀποφάσεων τῶν προ-
79ξενικῶν δικαστηρίων Κωσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας καὶ
80Σμύρνης κατὰ τὰ ἔτη 1897, 1898 καὶ 1899, καὶ ἐκθέσεις
81τῶν προξενικῶν ἀρχῶν Ἀλεξανδρείας, Σμύρνης καὶ Καΐρου
82περὶ τῶν σχολαζουσῶν περιουσιῶν ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Σμύρνῃ
83ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887 μέχρι τοῦ ἔτους τούτου, εἰς ἀπάντησιν
84πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Κραναίας βουλευτοῦ κ. Μομφερράτου.
85Πρὸς τούτοις, εἰς ἀπάντησιν πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευ-
86τοῦ Πάλλης κ. Μπασιᾶ, καταθέτω τὰς ἐκθέσεις διαφόρων
87προξενικῶν ἀρχῶν, αἵτινες, ἀπαντῶσαι εἰς ἐρώτησιν τοῦ
88Ὑπουργείου, συνέστησαν ὡς ἀναγκαίας τὰς μεταβολὰς, εἰς
89ἃς προέβημεν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος προξενικοῦ νομοσχεδίου.
90§16Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ Δεκέμβριον μῆνα ἐνεστῶτος ἔτους,
91κύριε Ὑπουργὲ, εἶχον ὑποβάλει ἐπερωτήσεις τινὰς, δι’ ὧν
92ἐζήτουν τὴν κατάθεσιν τῶν βιβλίων ἐλέγχου καὶ ἄλλας τινὰς
93πληροφορίας, ἀναφερομένας εἰς τὰ Προξενεῖα. Περὶ τὸ τέ-
94λος τοῦ ἔτους ἐδηλώσατε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὰς δια-
95κοπὰς θέλουσι κατατεθῆ αἱ πληροφορίαι, ὡς καὶ ὅλα τὰ ἄλλα,
96τὰ ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἐκείνῃ ἀναφερόμενα. Ἀλλὰ δυστυχῶς
97ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπε-
98βάλετε καὶ διὰ τὸ ὁποῖον εἶχον ζητήσει τὰς πληροφορίας
99ταύτας, καὶ αἱ πληροφορίαι εἰσέτι δὲν προσεκομίσθησαν. Σᾶς
100ὑπομιμνήσκω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην, καὶ σᾶς παρα-
101καλῶ, ἵνα ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ταύτης, εἰ δυνατὸν, προσα-
102γάγητε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διότι πολὺ θέλουν συν-
103τελέσει αὗται εἰς διαφώτισιν διατάξεών τινων τοῦ νομο-
104σχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ.
105Πλὴν δὲ τῶν βιβλίων ἐλέγχου, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, εἶχον
106παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ προσαγάγητε καὶ πιστοποιητικὰ, βε-
107βαιοῦντα τὰ προσόντα προξένων τινῶν, οἵτινες καὶ ἀναφέ-
108ρονται ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἐκείνῃ. Πολὺ θὰ σᾶς παρακαλέσω,
109ἵνα εὐαρεστηθῆτε νὰ καταθέσητε τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα,
110διότι δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη, ὅτι οἱ διορισμοὶ
111αὐτοὶ εἶναι παράνομοι...
112§17ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδεὶς διορισμὸς εἶναι παράνομος.
113§18ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπάρχει τοιαύτη ἰδέα, οἵαν εἶπον.
114§19ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδόλως.
115§20ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπάρχει. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι, ἀφοῦ ἐδόθη
116τοιαύτη ἀφορμὴ, ἔπρεπε νὰ σπεύσητε νὰ καταθέσητε τὰ πι-
117στοποιητικὰ, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν προέβητε ἢ μὴ εἰς διορισμὸν
118χωρὶς νὰ ὑπάρχωσιν ὅλα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα
119στοιχεῖα.
120Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω καὶ μίαν ἄλλην ἐπε-
121ρώτησιν. Γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι συνεπείᾳ ἐνεργειῶν
122τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις εἶχεν
123ὁρίσει ποσὸν 65,000 λιρῶν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἀπελευ-
124θερωθέντων Ἑλλήνων καὶ Εὐρωπαίων ἐκ τῆς πόλεως Ὄμ-
125δερμαν. Ἀπηλευθερώθησαν ὄντως 24 ἐκ τῶν δυστυχῶν ἐκεί-
126νων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι διέμενον ἐν αἰχμαλωσίᾳ ἐπὶ 18
127ὅλα ἔτη! Ἐπανελθόντες δ’ εἰς Αἴγυπτον, ὑπέβαλον πρὸς
128τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ πολιτικὸν πράκτορα τῆς Ἑλλάδος τὰς
129αἰτήσεις αὑτῶν, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδὲν ἀπολύτως ἐγένετο. Ἐγνώ-
130σθη μάλιστα τελευταῖον, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, τὸ
131ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρίσει διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν περὶ
132ὧν πρόκειται Ἑλλήνων καὶ Εὐρωπαίων αἰχμαλώτων, τὸ
133διέθεσε πρὸς ἀμοιβὴν τοῦ αἰγυπτιακοῦ στρατοῦ, ὅστις ἔλαβε
134μέρος εἰς τὸν πόλεμον τοῦ Σουδάν. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν,
135ὅπως εὐαρεστούμενος προσαγάγητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα
136εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην διημείφθησαν μεταξὺ τοῦ Πολιτικοῦ
137Πρακτορείου ἡμῶν καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, καὶ,
138εἰ δυνατὸν, νὰ ὑπομνήσητε εἰς τὸν κύριον πολιτικὸν πρά-
139κτορα νὰ δώσῃ σαφεῖς πληροφορίας, πόθεν ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ
140μετατροπὴ τοῦ σκοποῦ τῆς διαθέσεως τῶν 65,000 λιρῶν,
141αἱ ὁποῖαι ὡρισμένως εἶχον προορισθῆ διὰ τοὺς αἰχμαλώτους.
142§21Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
143Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος
144Βουλευτὴς μοὶ ἀπηύθυνε, θέλω εὐχαρίστως αὔριον ἢ μεθαύριον
145καταθέσει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ πλη-
146ροφορίαι του εἶναι ἀνακριβεῖς. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἀνακριβὴς
147εἶναι ἡ εἴδησις, ἣν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ παρανό-
148μων διορισμῶν ἀμίσθων προξένων. Ὑποθέτω ὅτι ἴσως ἄμισθός
149τις πρόξενος παυθεὶς ἐχορήγησεν αὐτῷ ἀνακριβεῖς πληροφο-
150ρίαι περὶ τῶν νομίμως διορισθέντων ἀμίσθων προξένων.
151§22ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον βεβαιοῦτε.
152§23ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδεὶς οὔτε παρ’ ἐμοῦ οὔτε παρὰ τῶν προ-
153κατόχων μου διωρίσθη παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἴσως
154ὁ κύριος Βουλευτὴς δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς, τί ζητεῖ παρ’ ἐμοῦ.
155Ζητεῖ πιθανῶς νὰ μάθῃ, ἂν οἱ διορισθέντες ἄμισθοι πρόξενοι
156ἦσαν πρώην ὑπάλληλοι. Τοιαύτην ἔννοιαν ἴσως ἔχει ἡ ἐπε-
157ρώτησίς του. Ὑπάρχει τῷ ὄντι διάταξις τοῦ νόμου, κατὰ
158τὴν ὁποίαν προτιμῶνται πρώην ὑπάλληλοι, ἀλλ’ εἶναι ἀπο-
159λύτως ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ ἀμίσθους προξένους
160ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι δὲν διετέλεσαν ὑπάλληλοι.
161Ἐζήτησα, κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ,
162πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἔλαβον δὲ γνῶσιν πίνακος,
163ὅστις φέρει τὰ ὀνόματα 120 περίπου κατὰ τὴν τελευταίαν
164δεκαετίαν διορισθέντων παρὰ διαφόρων Ὑπουργῶν ἀμίσθων
165προξένων, οἵτινες δὲν εἶχον προηγουμένην ὑπηρεσίαν. Ἑπο-
166μένως οὐδεὶς παράνομος διορισμὸς ἐγένετο.
167Τὰς ἄλλας πληροφορίας, ἃς ἐζήτησεν ὁ κύριος Δούνης, δύ-
168ναται νὰ εὕρῃ ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς
169ἀπάντησιν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μπασιᾶ, ὡς πρὸς τὰς
170εἰσπράξεις τῶν ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν.
171Μοὶ ἐζήτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ βιβλία ἐλέγχου.
172Ἀλλ’ ἂν ἦτο χθὲς παρὼν, ἤθελεν ἀκούσει, λεχθὲν παρ’ ἐμοῦ,
173ὅτι βιβλία ἐλέγχου ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν δὲν ὑπάρχουσι,
174καθόσον οἱ ἄμισθοι προξενικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουσι τὴν ὑπο-
175χρέωσιν, ὅπως κατ’ ἔτος ὑποβάλλωσι βιβλία ἐλέγχου εἰς τὸ
176Ὑπουργεῖον. Ἐν τούτοις ἐζήτησα τοιαῦτα, καὶ ὅσα μοὶ ἐστά-
177λησαν εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω
178ὅτι ἀφοῦ κατέθηκα ἐπίσημον σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμ-
179φαίνονται αἱ εἰσπράξεις, εἶναι περιττὸν νὰ προσαγάγω καὶ
180αὐτά.
181§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βεβαίως.
182§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
183τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλη-
184σιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπο-
185βάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας χρηματικῆς εἰς τὸ Ἐθνι-
186κὸν Πανεπιστήμιον. Ὡς γνωρίζετε, κατ’ ἔτος τὸ Δημόσιον
187δίδει εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον χορήγημά τι. Περὶ τοῦ
188χορηγήματος τοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον διδομένου ὑπάρχει
189ὁ νόμος τοῦ 1895, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος κανονίζει μόνον τὰ
190τοῦ χορηγήματος τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἔκτοτε, χωρὶς νὰ
191γείνῃ ἕτερος νόμος, ἐξηκολούθησεν ἡ καταβολὴ χορηγήματος,
192καὶ οὕτως ἀνεγράφη εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν
1931896–1899 ἡ συνεισφορὰ αὕτη, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς
194137,000 δραχμὰς, ἄνευ νόμου κανονίζοντος αὐτήν.
195Ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπάρχῃ νόμος κανο-
196νίζων τὰ τοῦ χορηγήματος, καὶ ἐπειδὴ, μὴ ὑπάρχοντος νό-
197μου, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δύναται νὰ φέρῃ δυσκο-
198λίας εἰς τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, ἐθεώρησα ὅτι ἦτο
199πρέπον νὰ ὑποβάλω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, μετὰ τὴν
200ψήφισιν τοῦ ὁποίου θ’ ἀναγραφῇ καὶ τὸ ποσὸν εἰς τὸν προϋ-
201πολογισμόν.
202Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τοῦ
203νόμου ͵ΒΧΕʹ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Εἰς
204τὸν νόμον ἐκεῖνον ὑπάρχει μία ἔλλειψις, ὅτι δὲν γίνεται λό-
205γος περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Τὰ περὶ τούτων κα-
206νονίζονται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Ἐκτὸς τού-
207του ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἐκανονίζετο ἡ ἐκλογὴ τῶν Νομαρχια-
208κῶν Συμβουλίων ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι αὕτη θὰ ἐγίνετο σὺν
209τῇ ἐκλογῇ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν
210τῷ νόμῳ ἄρθρον τι, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν περίπτωσιν,
211καθ’ ἣν ἤθελε γείνῃ ἐκλογὴ χωριστά. Ἐπειδὴ θὰ εὑρεθῶμεν
212εἰς τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀκριβῶς εἰς τὴν περί-
213πτωσιν ταύτην, ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν
214νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται, ὅτι γιγνομένης τῆς
215ἐκλογῆς χωριστὰ δὲν ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία δικαστικῶν
216ἀντιπροσώπων. Καὶ τοῦτο πρὸς ἀποφυγὴν τῆς μεγάλης δα-
217πάνης, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ὁ διορισμὸς τῶν ἀντιπροσώπων
218τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς.
219Ὑποβάλλω ἔτι νομοσχέδιον περὶ προκαταβολῆς τοῦ Δη-
220μοσίου 30,000 δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει
221Ζαππείου Παρθεναγωγείου. Καθὼς γνωρίζετε, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ
222διαχειριζομένη τὰ τῆς περιουσίας τοῦ Ζάππα εἶναι ὑποχρεω-
223μένη ἐκ τῆς διαθήκης αὐτοῦ νὰ συνεισφέρῃ ὡρισμένον ποσὸν
224κατ’ ἔτος πρὸς συντήρησιν τῶν Ζαππείων Παρθεναγωγείων.
225Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ περιῆλθεν ὡς ἐκ τοῦ πολέμου εἰς οἰκονο-
226μικὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι δὲν τῇ ἐπιτρέπουσι νὰ κατα-
227βάλῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν· ἐκ τούτου δὲ πολλοὶ κίν-
228δυνοι δύνανται νὰ προέλθωσιν εἰς τὰ εἰρημένα καταστήματα,
229περὶ ὧν καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐνδιαφερώμεθα. Ἄλλον τρόπον
230δὲν εὕρομεν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος ἢ νὰ προκαταβάλωμεν
231ποσόν τι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ζαππείου, τὸ ὁποῖον αὕτη
232ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον.
233Ὑποβάλλω προσέτι σχέδιον νόμου περὶ φωτισμοῦ τοῦ
234πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός.
235Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐτησίας χορηγίας ἐκ
236τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Κερκύρας πρὸς τὸν δῆμον Κερκυ-
237ραίων.
238Ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας εἰς
239διαφόρους δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμους
240τινὰς, δι’ ὧν ἐπιτρέπεται εἴς τινας ὑπαλλήλους νὰ ἀναλάβω-
241σιν ὑπηρεσίαν ἐν Κρήτῃ· διὰ τῶν νόμων τούτων ἐξασφαλί-
242ζεται τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως τῶν εἰρημένων ὑπαλλήλων.
243Ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατον, εὐθὺς ὡς παρίσταται ἡ ἀνάγκη χο-
244ρηγήσεως ἀδείας εἰς ὑπάλληλόν τινα, νὰ φέρωμεν εἰδικὸν νό-
245μον, καλὸν εἶναι νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα διὰ νόμου ἐπι-
246τρέποντος νὰ χορηγῶνται τοιαῦται ἄδειαι εἰς ὑπαλλήλους
247θεωρουμένους παρὰ τῆς Κρητικῆς Κυβερνήσεως ἀναγκαίους.
248Καταθέτω ἤδη ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Γόρτυνος
249βουλευτοῦ κυρίου Ἀλεξάκη.
250§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
251ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
252(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 176–181).
253§27ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέ-
254δρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέν, περὶ προκαταβολῆς ποσοῦ
255εἰς τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ζάππειον Παρθεναγωγεῖον εἶ-
256ναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐγκρίνῃ ἐξ ὅλης ψυχῆς ἡ Βουλή, διότι
257προνοεῖ περὶ ἱδρύματος μεγάλης ἐθνικῆς σημασίας, ἕνεκα τῶν
258καρπῶν, οὓς ἀποφέρει, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἄξιον μεγάλης ὑπο-
259στηρίξεως. Καὶ ὁ λόγος, ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναφέρει,
260ὅπως δικαιολογήσῃ προχείρως τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἡ ἐκτε-
261λεστικὴ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Ζάππα ἐπιτροπὴ δὲν εὐ-
262πορεῖ, ἕνεκα τῆς ἀπωλείας τῶν ἐκ τῆς Θεσσαλίας εἰσοδημά-
263των, ἅτινα εἶναι καὶ τὰ μεγάλα αὐτοῦ εἰσοδήματα, εἶναι
264ἀληθής. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπέστη καιρὸς νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν
265μόνος οὗτος ὁ λόγος ἐπήνεγκε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκπλη-
266ρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ζαππείου πρὸς
267τὸ Ζάππειον Παρθεναγωγεῖον, ἱερᾶς ὑποχρεώσεως, ἐπιβαλλο-
268μένης ὑπὸ τῆς διαθήκης. Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν
269εἶναι μόνος ὁ λόγος οὗτος· καὶ ἐπειδὴ ἔρχεται εἰς ἐξέτασιν τὸ
270ζήτημα, ἂν πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ ὑποκαταστήσῃ εἰς τὰς
271ὑποχρεώσεις τὴν ἐπιτροπὴν τὴν Ζάππειον πρὸς ἐκτέλεσιν
272τῶν κληροδοτημάτων τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, παρακαλῶ τὸν
273κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν
274συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς
275προϋπολογισμοὺς τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς πάντας, καὶ πάσας
276τὰς πληροφορίας, αἵτινες θέλουσι δείξει εἰς τὴν Βουλὴν, ποῦ
277ἐδαπανήθησαν τὰ κεφάλαια τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ εἰς ὁμόλογα
278καὶ μετοχάς, καὶ τὰ χρήματα τὰ κατατεθειμένα ἐπὶ τόκῳ,
279ἀφ’ οὗ χρόνου παρέλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν διαχείρισιν τῆς
280περιουσίας. Διότι ἡ ἐπιτροπὴ παρέλαβε μὲν ὁμολογίας καὶ
281μετοχὰς ἀνηκούσας εἰς τὸν μακαρίτην Ζάππαν, ἀλλὰ καὶ ἐκ
282τῶν εἰσπράξεων αὐτῆς κατήρτισε κεφάλαιον, ὅπερ κατετέθη
283ἐπὶ τόκῳ ὑπὸ τῶν διευθυνόντων τὰ τῆς περιουσίας. Αἱ πλη-
284ροφορίαι αὗται θέλουσι δώσει ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ
285ἐξετάσῃ τὰ περὶ τοῦ ζητήματος ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, καὶ ἀπο-
286φανθῇ, ἂν πρέπει νὰ καταβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ βοήθημα εἰς
287τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ζάππειον Παρθεναγωγεῖον ἀντὶ τῆς
288Ζαππείου ἐπιτροπῆς.
289§28Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ εὐαρε-
290στηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βου-
291λὴν πίνακα δεικνύοντα τὰ εἰσοδήματα τῆς Ζαππείου περιουσίας
292καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
293§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως διευκολύνω τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ
294ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ προαγο-
295ρεύσας, παρατηρῶ, ὅτι ἡ διαθήκη εἶναι τετυπωμένη ἐν φυλ-
296λαδίῳ. Πάντες ἐπίσης οἱ ἀπολογισμοὶ μέχρι τοῦ 1898 νο-
297μίζω ὅτι εἶναι δημοσιευμένοι διὰ τοῦ τύπου, ὥστε ἔχομεν
298πάντα ταῦτα πρόχειρα. Ὑπάρχει δὲ καὶ βιβλίον ὀγκῶδες, τὸ
299ὁποῖον περιλαμβάνει πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ τῆς περι-
300ουσίας τοῦ Ζάππα τῆς τε ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ,
301καὶ περιλαμβάνει πρὸ πάντων ἐκθέσεις, οὐχὶ πάσας, πολλοῦ
302λόγου ἀξίας, ἑνὸς τῶν ἐμπίστων τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα,
303τοῦ κυρίου Ἰωάννου Λοβέρδου, διαχειριστοῦ τῶν κτημάτων
304ἐν Ῥουμανίᾳ. Εἶπον οὐχὶ πάσας, διότι μετὰ τὴν τύπωσιν
305τῶν τευχῶν τούτων ὑπεβλήθησαν καὶ ἕτεραι ἐκθέσεις τοῦ
306κυρίου Λοβέρδου, ἐξ ὧν, ἐὰν μελετηθῶσι, θέλει προκύψει, ὅτι
307σπατάλη ὁλοκλήρου ἑκατομμυρίου ἐγένετο καὶ ἀπώλεια εἰς
308βάρος τοῦ Δημοσίου, μεταξὺ Ῥουμανίας καὶ Ἑλλάδος. Εἶναι
309ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν, τί συμβαίνει, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν,
310ὅτι, ὅταν ἴδωμεν τοῦτο, θέλομεν κατανοήσει τί συμβαίνει,
311θέλομεν κατανοήσει τί ἐξέφυγε τῶν χειρῶν ἡμῶν ἐκ τῆς
312κληρονομίας τοῦ Ζάππα.
313§30Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ προσθέσω ὀλίγα τινά.
314Ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς Ἠπείρου λαμβάνω ἐπιστολὰς,
315δι’ ὧν παραπονοῦνται αἱ κοινότητες, ὅτι δὲν ἀποδίδονται
316εἰς αὐτὰς τὰ ἀναγκαῖα κληροδοτήματα ἐκ τῆς περιουσίας
317τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα. Διὰ τοῦτο προσθέτω καὶ ἐγὼ εἰς
318τὴν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ δοθῶσι πλη-
319ροφορίαι, διότι καλὸν νὰ ἐξηγηθῇ εἰς τὰς κοινότητας, ἐὰν
320εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ τι ἐκ τῶν κληροδοτημάτων τῶν ἀφε-
321θέντων εἰς αὐτάς.
322§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ συγχωρηθῇ, ἂν καὶ πάλιν λαμ-
323βάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Πράττω τοῦτο, ἵνα
324διευκολύνω τὰς ἐρεύνας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
325Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἀφορῶσιν
326εἰς κληροδοτήματα ἀφεθέντα ὑπὸ τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα,
327ἀναφέρονται δὲ εἰς δύο ἢ τρεῖς κοινότητας τῆς Ἠπείρου,
328τὴν τοῦ Λαμπόβου καὶ ἄλλας τινάς. Ἀλλὰ τὰ κληροδοτή-
329ματα ταῦτα οὐδέποτε ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν
330Ὀλυμπίων, διότι, ἐν ὅσῳ μὲν ἔζη καὶ εἶχε τὴν ἐπικαρπίαν
331τῆς περιουσίας τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα ὁ Κωνσταντῖνος Ζάπ-
332πας, αὐτὸς παρέδιδε τὰ ποσὰ εἰς τὰς κοινότητας· ἀλλ’ ἅμα
333τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, ὅτε ἑνουμένης τῆς ἐπικαρπίας εἰς τὴν κυ-
334ριότητα ἤρχετο ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων,
335ἐπῆλθεν ἡ κατάσχεσις τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὕτω
336πᾶσα ἡ περιουσία ἐκείνη κατέχεται ὑπ’ αὐτῆς καὶ ἄλλων ἐν
337Ρουμανίᾳ, εἰς δὲ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων δὲν ἔμεινεν
338ἄλλο, παρὰ τὸ κατάστημα τῶν Ὀλυμπίων, ὅπερ, ὡς γνωστὸν,
339δὲν ἀποφέρει εἰσόδημα. Ἡ δίκη δὲ, ἥτις ἠγέρθη ἐν Ρουμα-
340νίᾳ, διεξήχθη κατὰ τρόπον δαπανηρότατον διὰ τὴν Ἐπιτρο-
341πὴν τῶν Ὀλυμπίων, ἥτις ἐδαπάνησεν εἰς τὰ Ρουμανικὰ
342δικαστήρια ποσὸν κολοσσιαῖον καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε τὰ δί-
343καια αὐτῆς ἀπώλοντο καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἀπώλοντο, διότι
344πάντα τὰ συμφέροντα συνησπίσθησαν, ἵνα ἐξοβελίσωσι τὴν
345Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ στερήσωσιν αὐτὴν πάσης ἀξιώ-
346σεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐνταῦθα εἶχε καταβληθῆ πρό-
347νοια, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἓν μέρος τῶν δικαίων τῆς Ἑλλά-
348δος καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ
349κατέσχε κληροδοτήματα ὀφειλόμενα ὑπὸ τῆς περιουσίας τοῦ
350Κωνσταντίνου Ζάππα εἰς τοὺς ἀνεψιοὺς αὐτοῦ, οἵτινες ἐν
351Ρουμανίᾳ διεξεδίκουν τὴν κληρονομίαν τοῦ Εὐαγγέλου Ζάπ-
352πα, ἐγένετο δ’ ἐγκαίρως ἡ κατάσχεσις, τελευταῖον ὅμως δὲν
353ἠξεύρω ποῖαι γνῶμαι ἐπεκράτησαν, καὶ ἡ κατάσχεσις αὕτη
354περιουσίας ἀναβαινούσης εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν,
355αἵτινες ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων
356εἰς συμψηφισμὸν μέρους τῶν ἐν Ρουμανίᾳ ἀπωλειῶν, ἡ κατά-
357σχεσις αὕτη ἤρθη, καὶ ἔκτοτε ὅλον τὸ χρῆμα, τὸ κατασχε-
358θὲν ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1899, παρεδόθη εἰς ἐκείνους,
359καθ’ ὧν εἶχεν ἐνεργηθῆ ἡ κατάσχεσις.
360Τοιαῦτα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς κληρονομίας
361τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα ὡς πρὸς τὰ χωρία τὰ ἐν Ἠπείρῳ.
362Εἰς ταῦτα ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων οὐδέποτε ἐπλήρωσε
363ποσόν τι, ἀλλὰ μόνον ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας ἐπλήρονεν,
364ἐνόσῳ ἔζη, διότι ἐξετέλει αὐτὸς τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης
365τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα.
366§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν ἐδημοσιεύθη ἢ ὄχι ἡ διαθήκη
367τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, ἀγνοῶ· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει
368γνῶσιν τῆς διαθήκης ταύτης. Ἐπειδὴ δὲ ἡ περιουσία τῶν
369δύο ἐξαδέλφων ἐχρησιμοποιήθη πρὸς ἐθνικοὺς σκοποὺς, θὰ
370παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
371καταθέσῃ σημείωσιν, ἐμφαίνουσαν ποία ἡ πρόσοδος τῆς
372περιουσίας τῆς ἐν Ἑλλάδι κειμένης τοῦ ἀειμνήστου Κων-
373σταντίνου Ζάππα, καὶ ποῖαι ὑποχρεώσεις κατὰ τὴν διαθήκην
374βαρύνουσι τὴν ἐπιτροπὴν, δηλαδὴ τὴν ἐν Ἑλλάδι περιουσίαν,
375εἴτε πληρονόμεναι ἐνταῦθα, εἴτε ἀλλαχοῦ.
376§33ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Συνέπεσεν ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ
377ἐπαγγέλματός μου νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν
378ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἕνεκα τούτου νομίζω χρέος μου νὰ λάβω
379καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
380τῶν Οἰκονομικῶν, σὺν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν οἱ
381προλαλήσαντες, νὰ καταθέσῃ πρῶτον ὅλας τὰς γνωμοδοτήσεις
382τῶν νομικῶν, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίσθη πρὸ
383τῆς ἐνάρξεως τῆς δίκης περὶ τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλου
384Ζάππα, δεύτερον τὴν ἀλληλογραφίαν τὴν διαμειφθεῖσαν με-
385ταξὺ τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας καὶ τοῦ
386Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων
387μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ρουμανίας· τρίτον νὰ κατατεθῇ
388πᾶσα ἡ δικογραφία ἡ σχετιζομένη μὲ τὴν τελευταίαν κατά-
389σχεσιν, τὴν ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς χεῖρας τῶν
390δύο κληροδόχων τῆς κληρονομίας Κωνσταντίνου Ζάππα, ὅπως
391καὶ αὕτη χρησιμεύσῃ εἰς διαφώτισιν τῶν κ. Βουλευτῶν. Ἂν
392δ’ ἦτο δυνατόν, νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τά τε ἀφο-
393ρῶντα εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ μακαρίτου Εὐαγγέλου Ζάππα
394ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ θανάτου του, ὁπότε τὸ Δημόσιον, προβλέ-
395πον τὴν ἐνδεχομένην ἀμφισβήτησιν τῆς διαθήκης, προὐκάλεσε
396γνωμοδοτήσεις διαφόρους τότε, καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κλη-
397ρονομίαν τοῦ μακαρίτου Κωνσταντίνου Ζάππα, ὡς καὶ τὰ
398κατὰ τὰς σχετικὰς δίκας ἔγγραφα.
399§34ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Ἀπὸ τοῦ 1889.
400§35ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔχουσι τυπωθῇ δύο τεύχη· τὸ ἓν ἀφορᾷ
401εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα, περιέχον τὴν δια-
402θήκην καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἠδύναντο νὰ ἀντιτάξουν
403οἱ κληρονόμοι κατὰ τῆς διαθήκης, καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὴν κληρο-
404νομίαν τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, περιέχον καὶ τὸν σχετικὸν
405νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδέχθη τὴν κληρονομίαν τὸ Δημό-
406σιον καὶ συνέστησε τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Ζάππειον. Φρονῶ ὅτι
407ταῦτα εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατεθῶσιν, ὅπως γείνῃ πλήρης τῆς
408ὑποθέσεως ἔρευνα.
409§36ΜΠΑΣΙΑΣ. Κατά τινα συνεδρίαν τῆς παρελθούσης Συνό-
410δου ἐζήτησα δι’ ἐπερωτήσεώς μου ἀκριβῶς τὰ νῦν ὑπὸ τῶν
411ἀξιοτίμων συναδέλφων ζητηθέντα, ἀλλὰ δυστυχῶς, κατὰ κα-
412κὴν ἐπικρατοῦσαν συνήθειαν, εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας τῶν κυρίων
413Ὑπουργῶν, εἴτε ἐξ ἀκαταστασίας ἢ ἀνικανότητος τῆς ἐν τοῖς
414Ὑπουργείοις ὑπηρεσίας, οὐδ’ εἰς ἐμὲ ἐδόθη ἡ ὀφειλομένη ἀπάν-
415τησις. Ἤδη ἐν καιρῷ ἐξεδόθησαν δύο Λευκαὶ Βίβλοι ἐπὶ τοῦ
416ζητήματος, ἐπειδὴ δ’ ἔκτοτε σπουδαιότατα συνετελέσθησαν
417ζητήματα, ὡς ἡ ἀποκατάστασις τῶν μετὰ τῆς Ρουμανίας φι-
418λικῶν σχέσεων, ἡ τελεσίδικος ἀπόφασις τῶν Ρουμανικῶν δι-
419καστηρίων καὶ συμβιβασμὸς μετὰ τῶν κληρονόμων, φρονῶ
420ὅτι δέον νὰ ἐκδοθῇ καὶ τρίτη Λευκὴ Βίβλος, περιέχουσα
421ὁλόκληρα τὰ εἰρημένα ἔγγραφα, πρὸς δὲ καὶ τὰ σχετικὰ ἐπὶ
422τούτων διαμειφθέντα καὶ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας καὶ τὴν
423ἐν γένει ἐξέλεγξιν καὶ κατάστασιν τῆς πολυπαθοῦς καὶ πολυ-
424θρυλήτου κληρονομίας Ζάππα, ἵνα οὕτω μελετήσωμεν αὐτὰ
425καὶ σχηματίσωμεν σαφῆ γνώμην.
426§37ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ κατα-
427θέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ νέου Φα-
428λήρου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς
429τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ληφθῇ καὶ αὕτη ὑπ’ ὄψιν ὁμοῦ μὲ
430τὰς ἄλλας ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις παρέπεμψεν
431εἰς ἐπιτροπὴν περὶ τῶν παθόντων ἐκ τῆς πλημμύρας, διότι
432αὐτοὶ εὑρίσκονται μεταξὺ φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας, ἢ μᾶλλον
433μεταξὺ φθορᾶς καὶ φθορᾶς. Ἀπετάθησαν εἰς τὰς Ἀθήνας,
434τοῖς εἶπον ὅτι διοικητικῶς, ἢ μᾶλλον δημοτικῶς, ὑπάγονται
435εἰς τὸν Πειραιᾶ· ἀπετάθησαν εἰς τὸν Πειραιᾶ, τοῖς εἶπον,
436ὅτι τὰ βοηθήματα τὰ δοθέντα ἦσαν διὰ τὸν Πειραιᾶ, τὸ δὲ
437Νέον Φάληρον δὲν εἶναι Πειραιεύς. Οὕτω δὲ οἱ παθόντες
438τὰς μεγίστας ζημίας εὑρίσκονται μεταξὺ φθορᾶς καὶ φθορᾶς.
439Καὶ ἐπειδὴ περὶ πλημμυροπαθῶν ὁ λόγος, θὰ προσθέσω
440ὀλίγας λέξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν
441τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ παρελθὸν τμῆμα
442τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶχον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν
443νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τοῦ χωρίου Κουκουβαούνων, καὶ ὀφείλω
444νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
445κῶν, διότι ἔστειλε μηχανικόν, ὅστις ἐργάζεται ἤδη πρὸς κατά-
446στρωσιν τοῦ σχεδίου τοῦ χωρίου, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ κάτοι-
447κοι νὰ ἀνεγείρωσι τὰς οἰκοδομάς των. Ἔκτοτε μετέβην εἰς
448τὸ χωρίον Κουκουβάουνες, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ ἐντύπωσις,
449ἡ ὁποία παρήχθη εἰς ἐμὲ, καὶ θὰ παρήγετο εἰς οἱονδήποτε
450ἤθελε μεταβῆ καὶ ἴδει, εἶναι ἀνωτέρα πάσης περιγραφῆς·
451διότι ἡ κεντρικὴ ὁδὸς τοῦ χωρίου, ἡ ὁποία εἶχε πλάτος 12 ἢ
45214 μέτρων, σήμερον εἶναι εὐρεῖα κοίτη, χείμαρος 50 ἢ 60
453μέτρων, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύο μόνον οἰκοδομαὶ σώζονται, καὶ
454αὗται οὐχὶ ἕνεκα τῆς ἀσφαλεστέρας ἴσως αὐτῶν κατασκευῆς,
455ἀλλ’ ἕνεκα ὅλως διόλου τυχαίου συμβάντος. Εἶχον τὴν περιέρ-
456γειαν νὰ ἴδω καὶ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ἡ Κυβέρνη-
457σις κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς πλημμύρας. Τὸ ἔργον αὐτὸ, ὡς
458ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος ὁ μηχανικὸς, εἶναι προσωρινὸν, ὅπως ἐν
459περιπτώσει, καθ’ ἣν δευτέρα βροχὴ ἐπήρχετο, μὴ βλαφθῶ-
460σιν αἱ οἰκοδομαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐσώθησαν ἀπὸ τὴν πρώτην πλημ-
461μύραν. Αὐτὸ ἦτο ἔργον χιλίων ἢ δύο χιλιάδων δραχμῶν, διότι
462οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ μία ἐκσκαφὴ χάνδακος ὑπάρχοντος δεξιὰ
463τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης πρὸς τὴν Κηφησιάν. Ἀλλ’ ἐκεῖθεν ὡδη-
464γήθην ὑπὸ τῶν κατοίκων εἰς ὀλίγον ἀπωτέραν θέσιν, ἐν τῇ
465ὁποίᾳ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους, δύναται νὰ γείνῃ ἔργον,
466ὅπερ δύναται νὰ σώσῃ ἐντελῶς τὸ χωρίον, ἐπαπειλούμενον
467ὑπὸ δευτέρας πλημμύρας.
468Περὶ τούτου λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν
469Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸν μηχανικὸν νὰ κάμῃ τὴν ἀπαι-
470τουμένην μελέτην καὶ τὸν ἀπαιτούμενον προϋπολογισμὸν,
471διότι νομίζω, ὅτι τὸ ἔργον δὲν θὰ στοιχίσῃ πολὺ, δὲν εἶναι
472μεγάλης ἀξίας, ἐνῷ διὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ δύναται νὰ
473σωθῇ διὰ παντὸς τὸ χωρίον. Αὐτὸ ἐπεθύμουν. Οἱ δὲ κάτοι-
474κοι τοῦ χωρίου προσφέρουσι τὴν ἐργασίαν αὐτῶν πρὸς ἐκτέ-
475λεσιν τῶν ἔργων, ὅσα ἐνδείκνυνται ὡς δυνάμενα νὰ γείνωσιν
476ὑπ’ αὐτῶν, τὸ δὲ τεχνικὸν ἔργον, τὸ φρᾶγμα, δὲν εἶναι με-
477γάλης δαπάνης. Ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω τὸ ἔργον ὡς
478ἀπολύτως ἀναγκαῖον, διὰ νὰ γείνῃ πρὶν ἐπέλθῃ δευτέρα κατα-
479στροφὴ εἰς τὸ χωρίον.
480§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
481κῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Κ. Κουμουν-
482δοῦρος ᾐτήσατο πληροφορίας περὶ τοῦ διορισθέντος εἰς θέσιν
483γραμματέως τῆς Ἐφορίας Πυλίας Ἰωάννου Πανταζοπούλου,
484λόγῳ ὅτι οὗτος στερεῖται τῶν ἐκ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένων
485προσόντων. Ἀποδεικνύεται ἀληθῶς, ὅτι ἐν τῷ Β. Διατάγ-
486ματι, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη, εἶχε παρεισφρήσει λάθος γρα-
487φικὸν, ὀφειλόμενον εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἤτοι ἀντὶ
488νὰ σημειωθῇ Βασίλειος Πανταζόπουλος ἐσημειώθη Ἰωάννης
489Πανταζόπουλος. Δὲν ἔχω ἐπίσημον πληροφορίαν, ἂν ὁ οὕτω
490διορισθεὶς ἐγκατεστάθη. Τὸ σημείωμα, ὅπερ καταθέτω, ἀπο-
491δεικνύει, ὅτι ἐκεῖνος, πρὸς διορισμὸν τοῦ ὁποίου προὐκλήθη
492τὸ Β. Διάταγμα, ὀνομάζεται Βασίλειος Πανταζόπουλος, καὶ
493ὅτι οὗτος ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα, ὄχι δὲ ὁ ἐκ παραδρομῆς
494σημειωθεὶς ἐν τῷ διατάγματι.
495Ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ διατάξεως ἀναγραφεί-
496σης εἰς τὸν νόμον τὸν σταφιδικὸν καὶ ἀφορώσης εἰς τὰ τοῦ
497σταφιδοκάρπου Αἰγιαλείας. Τῇ προτάσει τῶν ἁρμοδίων, κατὰ
498τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχε καθιερωθῇ ἐξαί-
499ρεσίς τις ὡς πρὸς τὸν σταφιδόκαρπον Αἰγιαλείας καὶ τὸν
500σταφιδόκαρπον ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἤτοι δὲν ἐπετρέπετο κατὰ
501τὴν διάταξιν ταύτην ἡ προσαγωγὴ δελτίων ἀποταμιεύσεως,
502εἰμὴ μόνον ἐκ τῆς ἐν Αἰγίῳ ἀποθήκης. Τοῦτο ἐν τῇ ἐφαρ-
503μογῇ προὐκάλεσε παράπονα ἐκ μέρους τῶν σταφιδοκτημό-
504νων καὶ σταφιδεμπόρων Αἰγιαλείας, οἱ ὁποῖοι μάλιστα προέ-
505βησαν καὶ εἰς καταστρατήγησιν τοῦ νόμου. Μεταβάλλεται
506ἤδη τὸ ἄρθρον 4 κατὰ τρόπον, ὥστε αὐτὸς ὁ περιορισμὸς νὰ
507μείνῃ μόνον διὰ τὴν Κεφαλληνίαν, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι
508τῆς Κεφαλληνίας οὐδὲν μέχρι τοῦδε παράπονον ὑπέβαλον,
509τοὐναντίον μάλιστα οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ἐδήλωσαν, ὅτι
510ἐπιθυμοῦσι νὰ μείνῃ ὁ περιορισμὸς οὗτος ὡς πρὸς τὴν Κε-
511φαλληνίαν.
512Ἐγένετο λόγος κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων
513περὶ τῶν δηλωσάντων ἐθνικὰς γαίας κατὰ τὸν περὶ ἐθνικῶν
514γαιῶν νόμον, οἵτινες δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐγκατασταθῶσιν
515εἰς τὰς γαίας τὰς ὁποίας ἐδήλωσαν καὶ αἱ ὁποῖαι παρεχω-
516ρήθησαν εἰς αὐτούς. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην εἶπον εἰς
517ἀπάντησιν τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, οἵτινες προὐκάλεσαν
518δι’ ἐπερωτήσεως τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι
519ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον παραχωρητήρια, ὁ νό-
520μος ὁ σχετικὸς παρέχει τὴν εὐκολίαν τῆς παραιτήσεώς των.
521Ὑπῆρχεν ὅμως μία δυσκολία ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
522ἔλαβον τὰ παραχωρητήρια, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τριῶν μό-
523νον μηνῶν εἶχον τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸν κείμενον νόμον,
524νὰ παραιτηθῶσιν. Ἀποδεικνύεται νῦν, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν,
525οἵτινες ἔλαβον τὰ παραχωρητήρια, δὲν ἦσαν κάτοχοι δηλω-
526θεισῶν ὑπ’ αὐτῶν γαιῶν, καὶ παρημέλησαν ἐντὸς τριῶν μηνῶν
527νὰ παραιτηθῶσιν αὐτῶν. Αὐτοὶ δικαίως ἐξεγείρονται κατὰ τῆς
528ἀπαιτήσεως, ὅπως πληρώσωσι δόσεις τῶν γαιῶν τούτων,
529γαιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔλαβον κατοχήν. Ἐνόμισα,
530ὅτι εἶναι προσῆκον καὶ δίκαιον νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία
531ἐπὶ ἓξ μῆνας, ὅπως οἱ βουλόμενοι παραιτηθῶσι καὶ ἀπαλ-
532λαγῶσι τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου.
533Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριφυλίας κυρίου Πονηρο-
534πούλου ἐγένετο λόγος καὶ περί τινος ἄλλου ἀτόπου, λαμβάνον-
535τος χώραν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῶν
536ἐθνικῶν γαιῶν, ἀτόπου τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς μετα-
537βιβάσεως γαιῶν πρὸς ἕτερον διὰ πράξεως συμβολαιογραφικῆς.
538Εἰς τὰ δημόσια βιβλία εἶναι ἐγγεγραμμένοι βεβαίως ὡς
539ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου οἱ τὸ πρῶτον δηλώσαντες· αὐτοὶ
540καταδιώκονται, ἐνῷ τὰς γαίας κατέχουσι δυνάμει νομίμων
541τίτλων ἕτεροι. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου προτεί-
542νεται ἡ ὡς πρὸς τοῦτο ἐνδεικνυομένη θεραπεία, ἐπιτρεπομένης
543τῆς καταδιώξεως καὶ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο νομί-
544μως ἐκδοχεῖς καὶ κατέχουσι τὰς ἐθνικὰς γαίας.
545Εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου, ὅσοι ἐξ
546ὑμῶν ἐνθυμεῖσθε, εἶχε ψηφισθῇ νόμος περὶ συστάσεως τριῶν
547νέων συνεργείων, ὅπως ὁ νόμος περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς
548ἐπὶ τέλους κατωρθωθῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ
549ἐκείνῳ ἐλήφθη ὡς προσὸν ἀπαιτούμενον ἀπὸ τοὺς διορισθησο-
550μένους τὸ προσὸν γραφέως βʹ τάξεως, δηλ. δίπλωμα Πανεπι-
551στημίου, ἢ ἀπολυτήριον Γυμνασίου ἢ Σχολαρχείου καὶ διετὴς
552ὑπηρεσία. Ὡς ἐκ τούτου ὀλίγιστοι προσῆλθον. Ἐν τούτοις
553τῶν συνεργείων ἡ ἐργασία εἶναι πολύτιμος. Δι’ αὐτὸ ὑπο-
554βάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ
555νόμου περὶ συνεργείων, καθ’ ὃ ἀρκεῖ καὶ τὸ προσὸν τῆς ὑπη-
556ρεσίας γραμματέως Ἐφορίας ἢ Ταμείου.
557Ἐν Σύρῳ ὑπῆρχε μία οἰκία, συνεχομένη μετὰ τοῦ τελωνεια-
558κοῦ καταστήματος, ἡ ὁποία ὅμως ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊ-
559κὴν Ἑταιρείαν, τὴν πρὸ τῆς σημερινῆς λειτουργοῦσαν ἐν Σύρῳ.
560Ἡ οἰκία χρησιμεύει εἰς τὴν δημοτικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι μά-
561λιστα οὕτω συνηνωμένη μὲ τὸ κατάστημα τὸ τελωνειακὸν,
562ὥστε ἡ πρόσκτησις αὐτῆς ἦν ἐπιβεβλημένη. Ἡ προκάτοχος
563Κυβέρνησις εἶχε συνομολογήσει σύμβασιν περὶ προσκτήσεως
564τοῦ οἰκοδομήματος τούτου. Νῦν ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ
565κυρώσεως τοῦ συμβολαίου τούτου.
566§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
567ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
568(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 182–185).
569§40ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν κ.
570Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ
571ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλε, περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου
57228 τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συ-
573στάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν ἔθιξε τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν
574Κεφαλληνίαν. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔλαβον τὸν λόγον
575πρό τινων ἡμερῶν, ἀκριβῶς δὲ σήμερον ἐσκόπουν νὰ ἐπανέλθω,
576διότι ἔλαβον τηλεγράφημα μακροσκελὲς παρὰ πλείστων συμ-
577πολιτῶν μου καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ὁλοκλήρου
578τῆς ἐπαρχίας, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ παρακαλοῦσι νὰ συντελέσω,
579ὅπως, ἂν ἐπέλθῃ μεταβολή τις εἰς τὸν περὶ παρακρατήσεως
580νόμον, μὴ θιγθῶσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Κεφαλληνίαν· χαίρω
581δὲ, διότι ὡς πρὸς τοῦτο μὲ προέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
582Οἰκονομικῶν, ἐφ’ ᾧ καὶ πάλιν τὸν εὐχαριστῶ.
583§41Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Ἡ ἐν Κάρδιφ τῆς Ἀγγλίας Ἑλληνικὴ πα-
584ροικία μοὶ πέμπει ἀναφορὰν, δι’ ἧς παραπονοῦνται οἱ ἐκεῖ
585ἀποκατεστημένοι Ἕλληνες κατὰ τοῦ αὐτόθι προξένου τῆς
586Ἑλλάδος. Παρόμοια παράπονα διεβίβασαν καὶ πρὸς τὸν
587Βασιλέα καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν γνω-
588ρίζω, ἂν τὰ παράπονα, τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτιθέμενα, εἶναι
589βάσιμα ἢ μὴ, ἀλλὰ διὰ νὰ παραπονῶνται καὶ πρὸς τὸν Βα-
590σιλέα καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, βε-
591βαίως κἄτι θὰ συμβαίνει, καὶ εὐλόγως παραπονοῦνται. Παρα-
592καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ
593παράπονα ταῦτα, καὶ ἂν εὕρῃ αὐτὰ βάσιμα, νὰ σπεύσῃ νὰ
594φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν.
595§42Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
596Καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἀναφορὰν τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, ἐν ᾗ ἐκτί-
597θενται παράπονα ἀφορῶντα εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ προξέ-
598νου. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην παρέπεμψα εἰς τὴν ἐν Λονδίνῳ
599Πρεσβείαν, ὅπως ἐξετάσῃ, ἂν τὰ παράπονα εἶναι βάσιμα.
600§43ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῆς Μα-
601ρίας Ἀντωνίου καὶ Γεωργίας Δασκαλάκη, χηρῶν ἀστυφυ-
602λάκων φονευθέντων κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐν Ἠπείρῳ.
603Αἱ δυστυχεῖς αὗται γυναῖκες μετὰ τὸν θάνατον τῶν συζύ-
604γων αὐτῶν ἐζήτησαν καὶ ἔλαβον τὴν κανονικὴν σύνταξιν, τὴν
605ὁποίαν ἡ θέσις τοῦ ἀστυφύλακος ἔδιδεν. Ἀλλ’ ὅτε κατὰ
606τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη ὁ εὐεργετικὸς νόμος περὶ
607τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν πολέμῳ φονευθέντων στρατιωτικῶν,
608ὑπέβαλον καὶ αὐταὶ ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησαν νὰ
609ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου. Παραδόξως ὅμως,
610ἡ ἀναφορά των αὕτη δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, διότι ἰσχυρίσθη
611ἡ ὑπηρεσία, ὅτι δὲν ἦσαν χῆραι στρατιωτῶν, ἀλλὰ χῆραι
612ἀστυφυλάκων. Νομίζω ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη τοῦ νόμου εἶναι
613λίαν βεβιασμένη καὶ ἄδικος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι
614αἱ χῆραι τῶν ἀστυφυλάκων εἶχον μείζονα δικαιώματα νὰ
615ζητήσωσιν, ὅπως τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος, διότι οἱ μὲν
616στρατιῶται πίπτοντες ἐξετέλουν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα,
617νομίμως ἐπιβεβλημένον, λόγῳ τῆς ὑπηρεσίας των, οἱ ἀστυ-
618φύλακες ὅμως δὲν εἶχον νόμιμον ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετή-
619σωσιν ἐν πολέμῳ, εἶχον ἄλλην ὑπηρεσίαν, μὴ στρατιωτικὴν,
620ὑπακούσαντες δὲ αὐθορμήτως εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος
621καὶ φονευθέντες, ἐξετέλεσαν πλέον τοῦ καθήκοντος. Ἑπο-
622μένως εἶναι ἄδικον νὰ μὴ τύχωσι καὶ αἱ χῆραι αὐτῶν τοῦ
623εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον ἔτυχον αἱ χῆραι τῶν στρατιωτῶν.
624Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύ-
625την εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν...
626§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
627§45ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ... Καὶ ἂν τυχὸν ὑπάρχῃ κενόν τι εἰς
628τὸν νόμον, νὰ συμπληρωθῇ τὸ κενὸν αὐτό. Ἄλλως εἶναι ἐλά-
629χιστος ὁ ἀριθμὸς τῶν χηρῶν τῶν πεσόντων κατὰ τὸν πόλε-
630μον ἀστυφυλάκων· εἶναι πέντε ἢ ἕξ τοιαῦται χῆραι.
631Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ἔχοντα καὶ τὴν ὁμόθυμον,
632ὡς βλέπω, σύστασιν, τῆς Βουλῆς...
633§46ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
634§47ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ... νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀναφορὰν πρὸς
635τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὃν παρακαλῶ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’
636ὄψιν.
637§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παραδόσατε, παρα-
638καλῶ, τὴν ἀναφοράν.
639§49ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μάλιστα.
640§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε
641τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀνα-
642πληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 217,000 ἐπὶ τοῦ εἰδι-
643κοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
644τικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Θέλει τυπωθῆ καὶ δια-
645νεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 186).
646§51ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
647ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διευκολύνῃ εἰς ἡμᾶς τὴν μελέτην
648τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις κατέστη κάπως δυσχερὴς ἀφ’ ὅτου
649κατὰ διαφόρους περιόδους προσετέθησαν νέαι δηλώσεις, ὧν
650πολλαὶ ἀναφέρονται καὶ διπλαῖ. Τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν ἠδυ-
651νήθην μέχρι τοῦδε νὰ βεβαιωθῶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξό-
652δων καὶ ἐσόδων. Ποῖον εἶναι σήμερον τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν
653ἐξόδων; εἶναι 112,471,000 ἢ εἶναι ὀλιγώτερα; τὰ ἔσοδα
654εἶναι 112,206,000 ἢ εἶναι περισσότερα; Τοῦτο, νομίζω,
655ἀναγκαιοῖ νὰ γνωρίζωμεν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν,
656διότι ἐγὼ ἔφθασα νὰ εὕρω ἔλλειμμα 400,000 δραχμῶν, ἐνῷ,
657καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
658δὲν ὡμίλησε περὶ ἐλλείμματος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατα-
659τεθῇ ἀκριβὴς πίναξ τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων καὶ ἐξό-
660δων μετὰ τὰς ὑποβληθείσας δηλώσεις.
661§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
662κῶν). Αὔριον θὰ τὸν καταθέσω.
663§53Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπευθυ-
664νόμενος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνω τὴν
665τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω αὐτῷ φιλόφρονα ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν
666ἀνέλαβεν ἐξ ἐνδιαφέροντος πρὸς εὐγενῆ σκοπόν. Εἶναι δὲ ὁ
667σκοπὸς οὗτος ἡ προστασία τῶν ζώων, δι’ ἣν εἶναι ἱδρυμένη
668ἐνταῦθα ἑταιρεία ἐξ εὐγενῶν συμπολιτῶν καὶ συμπολιτίδων
669ἡμῶν. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν, ὡς ἐκπροσωπῶν ἐνταῦ-
670θα τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς
671ἑταιρείας ταύτης, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρε-
672στηθῇ, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
673σύνης ὑποβάλωσι νομοσχέδιον βραχύτατον, τὸ ὁποῖον, νομίζω
674καὶ ἐλπίζω, ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν των, ἀφορῶν εἰς τὴν ὑποστή-
675ριξιν τοῦ σκοποῦ τῆς ἑταιρείας ταύτης. Εἶναι τόσον βραχὺ
676τὸ νομοσχέδιον, ὥστε ἐλπίζω, ὅτι ἡ μὲν Κυβέρνησις δὲν θὰ
677δυσκολευθῇ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ, καθ’
678ὅσον πρόκειται περὶ εὐγενοῦς σκοποῦ, χαρακτηρίζοντος καὶ
679τὸν ἡμέτερον τόπον καὶ ἡμᾶς ὡς πεπολιτισμένους.
680§54Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Μάλιστα.
681§55Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τοῦτο θέλω ἐπικα-
682λεσθῆ ἐπὶ ἄλλου θέματος τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
683τῶν Ναυτικῶν. Μὴ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ἔχω αὐτὸν ἀκροατὴν
684χθὲς, ὅτε ὡμίλησα περὶ τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας, ἐπεφύ-
685λαξά τι, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
686Ὑπουργείου του, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως θὰ παρακα-
687λέσω αὐτόν. Οἱ φανοὶ καὶ οἱ φάροι, ἱδρυμένοι εἰς τὰ παρά-
688λια τῆς ἡμετέρας χώρας, εἶναι, ὡς εἰκὸς, χρησιμώτατοι οὐ
689μόνον εἰς τὴν ἡμετέραν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παγκόσμιον ναυτι-
690λίαν. Ἕνεκα δὲ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τῆς ἡμετέρας χώρας
691καὶ τῆς φύσεως αὐτῆς, ἡ χρησιμότης τῶν φάρων καὶ φανῶν
692ἀποβαίνει μείζων. Μοὶ ἐνεποίησε βαθεῖαν ἐντύπωσιν, ὅτε ἐσχά-
693τως, ταξειδεύων διὰ ξένου ἀτμοπλοίου, συνέβη ν’ ἀκούσω, μετὰ
694δικαίας σχεδὸν ἀγανακτήσεως παραπονουμένους τοὺς ναυ-
695τικοὺς ἐπὶ τῇ μὴ τηρήσει τῶν διεθνῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι
696κανονίζουσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν φάρων καὶ φανῶν. Διότι,
697κατὰ τοὺς διεθνεῖς κανονισμοὺς, οἱ φάροι καὶ φανοὶ πρέπει
698νὰ ἀνάπτωνται ἅμα τῇ δύσει τοῦ ἡλίου, οὐδὲ ἓν λεπτὸν μετὰ
699ταῦτα, καὶ νὰ σβέννυνται ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου εἰς τὸν
700ὁρίζοντα. Τοῦτο δυστυχῶς δὲν συμβαίνει εἰς τὰς ἡμετέρας
701ἀκτὰς, ἤκουσα δὲ δικαίως ἀληθῶς παραπονουμένους τοὺς ναυ-
702τικούς. «Πρὸ δέκα λεπτῶν ἔδυσεν ὁ ἥλιος, καὶ ὁ φανὸς τῆς
703»Κέας δὲν ἀνήφθη ἔτι· πρὸ ἑνὸς τετάρτου ἔδυσεν ὁ ἥλιος, καὶ
704»ὁ φανὸς τῆς Ἄνδρου δὲν φαίνεται ἀκόμη! Ποῦ θὰ διευ-
705»θυνθῶ ἐγώ, ἔχων νυκτερινὴν ὥραν πρὸς διάβασιν ἐκεῖθεν καὶ
706»καιρὸν δυσάρεστον;» Ταῦτα μοὶ ἔλεγεν ὁ κυβερνήτης τοῦ
707Γερμανικοῦ πλοίου κ. Λέσιγκ. Μοὶ ἐπανάλαβε δὲ τὴν αὐτὴν
708παρατήρησιν καὶ ὁ δεύτερος κυβερνήτης, μὴ γνωρίζων ὅτι
709εἶχον ἤδη ἀκούσει αὐτὴν προηγουμένως παρὰ τοῦ πρώτου.
710Τοῦτο γίνεται πολλάκις. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι ζήτημα ἀφορῶν
711ὄχι μόνον εἰς τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν, ἀλλὰ εἰς τὴν παγκό-
712σμιον, ὡς εἶπον, πολὺ θερμῶς ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ.
713Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ διατάξῃ ὅ,τι
714δεῖ πρὸς ἐπανόρθωσιν τῆς ἐλλείψεως ταύτης.
715§56Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
716Διαβεβαιῶ, Κύριοι, τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὁσάκις ἐγένετο καταγ-
717γελία κατὰ ὑπαλλήλου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ὅτι δὲν ἐκτε-
718λεῖ τὸ καθῆκόν του, αὐτοστιγμεὶ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἀπελύθη.
719Κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ
720Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐπιστάται ἢ
721φύλακες τῶν φανῶν, καταγγελθέντες ὅτι δὲν ἤναψαν τὸν φα-
722νὸν ἐγκαίρως, ἢ ὅτι τὸν ἔσβυσαν προώρως, αὐτοστιγμεὶ ἀπε-
723λύθησαν.
724§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάζηται
725προηγουμένως ἡ ὑπόθεσις, ἵνα μὴ συμβῇ καὶ ἄδικος παῦσις.
726§58Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ
727πλοίαρχος Γερμανικοῦ ἀτμοπλοίου ἢ ἑτέρου πλοίου ξένου
728ἤθελεν ὑποβάλει καταγγελίαν μὴ βάσιμον.
729Ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι αὐστηρόταται ἐξε-
730δόθησαν περὶ τούτου διαταγαὶ, καὶ πᾶς μὴ ἐκπληρῶν τὸ κα-
731θῆκόν του ἀπολύεται ἀμέσως.
732Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελ-
733φος ὡμίλησε χθὲς ἐν ἀπουσίᾳ μου περὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτι-
734λίας, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
735Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας εἶναι σπουδαιότα-
736τον, καὶ πάντες ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύ-
737ναται ἐκ τοῦ προχείρου καὶ τροχάδην, οὕτως εἰπεῖν, νὰ λυθῇ.
738Ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ ζητήσω ἀπὸ διαφόρους Εὐρωπαϊ-
739κὰς Κυβερνήσεις τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν ἐμπο-
740ρικὴν αὐτῶν ναυτιλίαν, ἐζήτησα τὸν Ἰταλικὸν, τὸν Ἀγγλι-
741κὸν καὶ τὸν Δανικὸν νόμον, καὶ ἤδη οἱ νόμοι οὗτοι μετα-
742φράζονται, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία θὰ
743ἐπεξεργασθῇ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι θὰ δυνηθῶ
744εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποβάλω.
745§59Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύ-
746τῃ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ λησμονήσητε καὶ τὸ νομο-
747σχέδιον περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων.
748§60Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὑπὸ μελέτην, καὶ ἐλ-
749πίζω, ἐὰν ἴδω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει διάθεσιν νὰ προβῇ εἰς
750συζήτησιν αὐτοῦ, νὰ τὸ ὑποβάλω.
751§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀκόμη νὰ προσθέσω
752δύο λέξεις, δι’ ὧν θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου
753Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν,
754ἐπὶ ἄλλου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ τέως τοιούτου
755κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ
756κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ τῶν
757ἀφορώντων εἰς τὴν οἱανδήποτε ἱκανοποίησιν τῶν ἐν τῷ πο-
758λέμῳ διακριθέντων ἢ ἀνδραγαθησάντων, ἐὰν ὑπάρχωσι τοι-
759οῦτοι, ὑπαξιωματικῶν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν σύστασίν μου
760ταύτην, ἐν ᾧ μέτρῳ ἀνήκει ἐπὶ τοιούτου ζητήματος νὰ φέρῃ
761Βουλευτὴς τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
762ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ἐνδιαφέρον εἰς τοιαύ-
763τας ὑποθέσεις γνωρίζω καὶ ἀναγνωρίζω. Εἶμαι δὲ ὑπόχρεως,
764διότι ἐσχημάτισα πεποίθησιν περὶ τῆς ἀξίας ἐν τῷ πολέμῳ
765καὶ τῶν παρασχεθεισῶν ἐκδουλεύσεων παρ’ ἑνὸς προσώπου,
766νὰ ἀναφέρω τοῦτο ὀνομαστί. Γενικῶς λαμβάνω τὴν τιμὴν
767νὰ κάμω τὴν σύστασίν μου ταύτην, ἀλλ’ ὀνομαστὶ ἀνα-
768φέρω ἕνα τοιοῦτον, νῦν ἐπιλοχίαν ἐν τῷ πεζικῷ, τὸν Πανα-
769γιώτην Καρβέλαν, περὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου κεί-
770μενα καὶ πληροφορίας θετικὰς, καὶ περὶ οὗ ἐσχημάτισα τὴν
771πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους προσήκει
772ἀμοιβή τις, οἱαδήποτε ἤθελε κριθῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
773Στρατιωτικῶν, παρὰ τῆς ὑπηρεσίας ἢ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία,
774ὡς μανθάνω, συνεστήθη πρὸς ἐξέτασιν καὶ διευκρίνησιν τοῦ
775ζητήματος τούτου. Διὰ τὸν ὑπαξιωματικὸν τοῦτον δύναται
776ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν εὐαρεστηθῇ, προχεί-
777ρως ἐξετάζων, νὰ λάβῃ πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω ὅτι
778δὲν θὰ διαψεύσωσι τὴν διαβεβαίωσιν, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν
779νὰ ποιήσωμαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν ταύτην.
780§62ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ λάβῃ
781ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν δέουσαν πρόνοιαν περὶ
782τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν εἰς τὸν πόλεμον.
783Δὲν συντάσσομαι μετὰ τῶν φρονούντων ὅτι οὐδεὶς ἠνδραγά-
784θησε, διότι πολλοὶ ἐπέδειξαν πολεμικὰς ἀρετὰς, καὶ αἱ ἀρε-
785ταὶ αὗται πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσιν, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς
786ὑπόδειγμα εἰς τοὺς ἐπιγιγνομένους. Ἰδίᾳ δὲ ἐκ τῶν ὑπαξιω-
787ματικῶν αὐτῶν ἐσχηματίσθη πεποίθησις, ὅτι ὑπῆρξεν εἷς τῶν
788ἀρίστων ὑπαξιωματικῶν ὁ περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ
789Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος. Μανθάνω ὅτι ὑπάρχει καὶ
790ἔκθεσις μεγίστης σπουδαιότητος τοῦ ταξιάρχου Σμολένσκη
791ὑπὲρ αὐτοῦ διὰ τὴν δρᾶσίν του ἐν τῷ ἐπισήμῳ πολέμῳ· καὶ
792ἐν τῇ μάχῃ δὲ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου ἐν Μακεδονίᾳ διέπρε-
793ψεν, ὡς μαρτυροῦσι προξενικὰ ἔγγραφα.
794§63Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ ἐξευτελίζωμεν τὰ
795πάντα καὶ νὰ μὴ ὑποτιμῶμεν τὰ πάντα!
796§64Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος
797ἀνέπτυξε δεόντως τὴν ἀνάγκην νὰ τύχωσιν ἱκανοποιήσεώς
798τινος οἱασδήποτε οἱ ἐπιτελέσαντες μετ’ εἰλικρινοῦς φιλοπα-
799τρίας τὸ καθῆκον αὑτῶν, φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῇ
800εἰς τοιοῦτον μέτρον ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν πρέπει νὰ παρί-
801δωμεν, ὅτι ὡς ἄνδρες ὀφείλομεν νὰ μὴ δείξωμεν πρὸς ἄνδρας
802ἐπιδείξαντας ἐθελοθυσίαν πατριωτικὴν, νὰ μὴ δείξωμεν περι-
803φρόνησιν, οἷα θέλει βεβαίως δειχθῆ, ἐὰν ἱκανοποίησις τις δὲν
804δοθῇ εἰς αὐτοὺς, καὶ μὴ ἀποσβέσωμεν τὸ πῦρ τὸ ἱερὸν, τὸ
805ὁποῖον ὀφείλομεν ὅπως δήποτε νὰ ὑποδαυλίζωμεν.
806Ὁ ὑπαξιωματικὸς, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνά-
807δελφος, κατέσχε θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, πλὴν δὲ τούτου διε-
808κρίθησαν καὶ ἄλλοι ἐν Κρήτῃ, ἐν Γριμπόβῳ καὶ ἀλλαχοῦ.
809Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ,
810ὅσον εἶναι δυνατὸν, περὶ τῶν διακριθέντων τούτων κατὰ τὸν
811πόλεμον στρατιωτικῶν, ἵνα μὴ, ἐπαναλαμβάνω, ἀποσβεσθῇ
812τὸ ἱερὸν πῦρ. Ὀφείλει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
813νὰ μελετήσῃ τὴν ὀδύσσειαν, ἣν ὑπέστη ὁ ὑπαξιωματικὸς, τὸν
814ὁποῖον συνέστησεν ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος.
815§65ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω
816τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ
817Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος παρά-
818σχῃ εὐμενῆ ἀκρόασιν εἰς σύστασιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀρχαίαν
819Ὀλυμπίαν. Πρό τινος εἶχον ἀναγνώσει ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
820Κυβερνήσεως, ὅτι συνιστᾶται ἐκεῖ ταχυδρομικὸν καὶ τηλε-
821γραφικὸν γραφεῖον. Τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον ἔκτοτε λει-
822τουργεῖ τακτικώτατα, τηλεγραφικὸν ὅμως τοιοῦτον δὲν συν-
823εστήθη. Τὴν μὴ σύστασιν τοῦ τηλεγραφικοῦ γραφείου θεωρῶ
824παράλειψιν σημαντικὴν, ἰδίᾳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, καθ’ ἣν
825συρρέουσαν ἀθρόοι ἐκεῖ οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι, μεταβαίνοντες
826κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ Πατρῶν εἰς Ὀλυμπίαν καὶ ἐπανερχόμενοι
827εἰς Πάτρας, δὲν δύνανται νὰ ποιῶνται χρῆσιν τοῦ τηλεγράφου
828ἢ μόνον ἐν Πάτραις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κύριον
829Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν
830σύστασιν μου ταύτην, προβῇ εἰς τὴν ταχεῖαν σύστασιν τοῦ
831εἰρημένου τηλεγραφικοῦ γραφείου, ἀποκαταστῇ δὲ οὕτω ἡ
832ἀρχαία Ὀλυμπία καὶ τηλεγραφικῶς, οἵα εἶναι ἤδη ἀρχαιο-
833λογικῶς, χώρα ὄντως παγκόσμιος.
834§66Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἡ λιμενικὴ ἐπι-
835τροπὴ Βασιλικῆς ἀπεφήνατο ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς κυματο-
836θραύστου κατὰ τὸ μεσημβρινὸν μέρος τοῦ ἐκεῖσε λιμένος, ἵνα
837διὰ τοῦ ἔργου αὐτοῦ κατασκευασθῇ λιμὴν, δυνάμενος νὰ δώσῃ
838ἀσφαλῆ ἀγκυροβολίαν εἰς πλοῖα μεγάλης χωρητικότητος. Ὁ
839νομομηχανικὸς κ. Κακιούζης, κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνή-
840σεως, κατήρτισε τὸ σχεδιογράφημα καὶ τὸν προϋπολογισμὸν
841τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὸ ἔργον αὐτὸ, ἡ δὲ Κυβέρ-
842νησις ἐνέκρινε τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ἔργον τοῦ
843κ. μηχανικοῦ, καὶ οὕτως ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς
844τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προταθείσης ἐργασίας, ἥτις ὅμως ἐξετελέ-
845σθη μόνον ἐν μέρει, ἐφ’ ὅσον τὰ χρήματα τοῦ λιμενικοῦ τα-
846μείου ἐξήρκεσαν, κατὰ δὲ τὸν χειμῶνα τοῦ 1898–1899 τὰ
847πρὸς φόρτωσιν μεγάλης χωρητικότητος πλοῖα, μεταβάντα εἰς
848Βασιλικὴν πρὸς φόρτωσιν προϊόντων, εὗρον ἀσφαλῆ ἀγκυροβο-
849λίαν ἐν αὐτῷ.
850Κατ’ αὐτὰς, ὡς πληροφοροῦμαι πρόκειται νὰ συνομολο-
851γηθῇ χρεωλυτικὸν δάνειον ἐκ δραχμῶν 100,000 πρὸς συμπλή-
852ρωσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τοῦτο, ὑπολογιζόμενον
853μετὰ τοῦ χρεωλυσίου εἰς 7½% μόνον, φέρει κεφάλαιον καὶ
854τόκους δραχ. 247,000, ἐξοφλητέον εἰς 33 περίπου ἔτη. Ἴσως
855δὲ νὰ ἦναι καὶ κατά τι ὀλιγώτερον. Ἐγὼ δὲν ἀντιτείνω εἰς
856τὸ δάνειον, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
857Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ποία ἡ ἐγκριθεῖσα δαπάνη
858καὶ ποῖον τὸ μῆκος τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἔργου, πόσον ἐξ
859αὐτοῦ μῆκος ἐξετελέσθη καὶ πόσον χρῆμα ἐδαπανήθη, διὰ
860νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει τοῦ μέλλοντος νὰ δαπανηθῇ κεφαλαίου,
861καὶ ἂν ἡ δαπάνη ἀναλογεῖ πρὸς τὰς ὠφελείας, ἃς τὸ ἔργον θέ-
862λει παρέξει, καὶ ἂν τὸ αἰτούμενον ποσὸν δὲν ὑπερβαίνει τὸν
863ἐγκριθέντα προϋπολογισμόν.
864Ἐπίσης ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι κατὰ τὸ
865παρελθὸν ἔτος ἔφερα εἰς γνῶσιν αὐτοῦ τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγ-
866κην κατασκευῆς γεφύρας ἐπὶ τῆς διώρυγος Λευκάδος, τοσοῦτον
867ἀναγκαίας διὰ τὴν μετὰ τῆς Ἀκαρνανίας συγκοινωνίαν. Ἡ
868γέφυρα δὲν κατεσκευάσθη, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ.
869Ὑπουργὸν, διότι ἐμερίμνησε διὰ τοῦ διορισμοῦ δύο πορθμέων
870νὰ γίνεται ἡ ἀπαιτουμένη συγκοινωνία· ἀλλ’ ὡς μανθάνω,
871οἱ πορθμεῖς οὗτοι, μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὸν μισθὸν, ὃν λαμβά-
872νουσιν, ὑποχρεοῦσι τοὺς διερχομένους εἰς πληρωμὴν διοδίων,
873ὅπερ ἄδικον καὶ παράνομον. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν
874νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἄρσεως τοῦ ἀτόπου τούτου.
875§67Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
876τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως εἶναι παράνομον νὰ λαμβά-
877νωσι πορθμεῖα, ἀφοῦ πληρώνονται μισθὸν παρὰ τοῦ Δημοσίου.
878§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Βοκοτόπουλος καὶ Ρε-
879τσίνας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ
880μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ
881διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 187).
882§69Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μεταξὺ τῶν προσκομισθέν-
883των παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγγράφων περὶ
884τοῦ διορισμοῦ τοῦ γραμματέως τῆς Ἐφορίας Πυλίας δὲν
885ὑπάρχει ὅ,τι ἀκριβῶς ἐζήτησα. Παρακαλῶ δὲ, μέχρις ὅτου
886τακτοποιηθῶσι καὶ προσκομισθῶσι πάντα τὰ σχετικὰ ἔγ-
887γραφα, νὰ μὴ ἐπιστραφῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
888μικῶν τὰ κατατεθέντα, ἀλλὰ νὰ μείνωσιν ἐν τῷ Γραφείῳ
889τῆς Βουλῆς.
890§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
891ξιν.
892Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως
893τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς περὶ χορη-
894γίας ἀναπληρωματικῶν κλπ. πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
895γισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΕʹ
896Περιόδου ἐκ δραχ. 235,180.
897Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πίστωσιν ταύτην παρακαλοῦνται
898νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
899παρεδέχθη.
900Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογι-
901σμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ
902ἔτους 1900.
903Ὁ κύριος Χατζίσκος ἔχει τὸν λόγον.
904§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης.
905§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κύριος Χατζίσκος ἐπιθυμεῖ
906νὰ ἀγορεύσῃ, ἐπειδὴ εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπο-
907λογισμοῦ, δὲν ἀντιλέγω.
908§73Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ ἀπαντήσῃ, εἶπεν, ὁ ἀξιότιμος εἰση-
909γητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προκληθεὶς
910κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς χθὲς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου
911Βουλευτοῦ, εἰς τοὺς ἐπικρίναντας τὸν ὑποβληθέντα προϋπο-
912λογισμόν...
913§74Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ πλή-
914ρης ἡσυχία, διότι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον.
915§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καθίσατε εἰς τὰς θέσεις
916σας.
917§76ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ... ἀλλὰ θὰ ἀπαντήσῃ ὁπόταν ἀκούσῃ καὶ
918ἄλλους ἀναιροῦντας τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἑδράζεται
919ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμός. Ἴσως ἀπαντήσῃ ὁπόταν ἀκούσῃ
920καὶ τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὅστις, ἔχω πεποί-
921θησιν, ὅτι θέλει ἀποδείξει ὁποῖαί εἰσιν αἱ βάσεις τοῦ προϋ-
922πολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἐκ
923τῶν προτέρων ἀποδεικνύεται ἐντελῶς πλημμελής. Ἂς ἔχῃ
924τὴν ὑπομονὴν καὶ αὐτὸς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
925Ὑπουργὸς, καὶ θ’ ἀκούσῃ καὶ τοῦ ἐκ Γόρτυνος σεβαστοῦ
926πολιτευτοῦ καὶ ἄλλων ἐπιλέκτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου,
927καθῆκον ἐχόντων εἴπερ ποτὲ νὰ ἀποδείξωσιν, ἐὰν ὁ ὑποβλη-
928θεὶς προϋπολογισμὸς ἀνταποκρίνεται ἢ μὴ πρὸς τὰς ἀνάγκας
929τοῦ Κράτους, πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, πρὸς τὰς σημερι-
930νὰς θλιβερὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ θὰ ἀκούσῃ καὶ ἐμοῦ, εἰς ὃν
931θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀπαντήσῃ.
932Ἐγὼ ἐσκόπουν, Κύριοι, κατὰ καθῆκον, ἀποτελῶν μέλος
933τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς,
934νὰ ἐξανέγκω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος προϋ-
935πολογισμοῦ, ῥίπτων πέπλον λήθης ἐπὶ τῆς παρελθούσης οἰκο-
936νομικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἂς χρησιμεύσῃ ἡμῖν ὡς μάθημα
937διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἀναγνώσας τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ
938τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἰδίᾳ τὸν πρόλογον
939αὐτῆς,—ὃν αὐτὸς δὲν ἀνέγνω κατὰ τὴν συνεδρίαν, ἣν εἴχο-
940μεν ὁρίσει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως ὑποβάλῃ ἡμῖν τὴν ἔκθεσίν
941του ταύτην, περιορισθεὶς μόνον νὰ ἀναγνώσῃ τὰς κρίσεις
942αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ,—δὲν δύναμαι,
943εἰμὴ νὰ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τῆς ἀνευλαβείας
944πρὸς τὴν ἀλήθειαν, κατὰ τῆς ἀνευλαβείας πρὸς τὴν μνήμην
945τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες, ὑπηρετήσαντες μέχρι τοῦ
9461882 τὴν χώραν, ἠξιώθησαν τοιαύτης δυσφήμου μνείας παρὰ
947τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
948Παρερχόμενος εὐλαβῶς τὸν τάφον τοῦ τελευταῖον θανόν-
949τος ἀειμνήστου πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ἵσταμαι ἐπίσης εὐλαβῶς
950πρὸ τῶν τάφων τῶν ἀειμνήστων πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες
951μέχρι τοῦ 1882 προσήνεγκον τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν
952πατρίδα, καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. εἰσηγητὴν, ἐὰν ὄντως εἰσὶν ἄξιοι
953τοιαύτης μνείας οἱ κυβερνήσαντες τὴν χώραν ἡμῶν μέχρι
954τοῦ 1882. Ἀληθῶς πρόγραμμα τῆς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐν-
955τεῦθεν οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἦτο ἡ κατάρτισις ἰσοζυγίου
956ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος. Ἂν δὲ τὸ
957πρόγραμμα τοῦτο ἐν πολλοῖς ἀπέτυχεν, ἴσως ἀντίξοοι περι-
958στάσεις, ἴσως τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποθέσεως, ὅπερ
959ἀπερρόφα μέγα μέρος τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, συνε-
960τέλεσεν εἰς τὴν μὴ πραγματοποίησιν τούτου. Καὶ ὁ κ. εἰση-
961γητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προσπαθῶν
962διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς
963οἰκονομικῆς ἐκείνης πολιτικῆς ἐπέτυχεν, ἀναφέρεται εἰς τ’ ἀπο-
964τελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1882 καὶ 1892 πρὸς
965ἐπίρρωσιν τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἀνακράζων: «Ἰδοὺ ὅτι τὸ ὡς
966ὄνειρον θεωρούμενον ὑπὸ τῶν θρηνωδῶν τοῦ συστήματος ἐκεί-
967νου, ἡ πραγματοποίησις τοῦ ἰσοζυγίου, ἐπέτυχεν!»
968Ἀνατρέξας εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν ἐκείνων,—
969οὐχὶ βεβαίως διότι ἐδυσπίστουν πρὸς τὰ γραφόμενα ἐν ἐπι-
970σήμοις κειμένοις, ἀλλ’ ἵνα ἀντλήσω ἐκεῖθεν στοιχεῖα πρὸς
971μελέτην τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, — ἀνευρίσκω, ὅτι
972καὶ τὰ γραφόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει παρὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς
973πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἰσιν ἐναντία τῆς ἀληθείας, καθό-
974σον ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1882 ἀπέληξεν οὐχὶ εἰς περίσσευμα,
975ἀλλ’ εἰς ἔλλειμμα 14 ἑκατομμυρίων, ὁ δὲ τοῦ 1892 εἰς ἔλ-
976λειμμα 2,000,000, καὶ ἀπορῶ, πῶς, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ
977τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἀναγράφει ἐν ἐπισήμοις κειμένοις ἀνα-
978κριβῆ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
979νης ἦτο, ὡς λέγει, τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον, μὴ καὶ αἱ Κυ-
980βερνήσεις αἱ πρὸ τοῦ 1882 καὶ πᾶσα Κυβέρνησις δὲν εἶχον
981σκοπὸν τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ;
982«Αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι», ἐξακολουθεῖ λέγων ὁ κ. εἰσηγητὴς,
983«πρόγραμμα εἶχον τὸ μοιραῖον, ὅπερ ὡδήγει τὴν χώραν εἰς
984τελματώδη κατάστασιν μέχρι τοῦ 1882!»...
985§77Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ τῆς ὁποίας ἐτράφησαν
986οὗτοι καὶ ἐπαχύνθησαν!
987§78ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ... Καὶ ζητῶν νὰ ἀνεύρῃ τὰ αἴτια τῆς τελ-
988ματώδους ταύτης καταστάσεως, ὄντως ἀπετελματώθη ὁ κ.
989εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς. Τοιοῦτον πρόγραμμα εἶχον καὶ αἱ
990Κυβερνήσεις ἐκεῖναι· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπετεύχθη, ἔπρεπε νὰ ἠξεύ-
991ρητε ὁποῖα ἦσαν τὰ ἔσοδα καὶ ὁποῖαι αἱ δαπάναι τῆς ἐπο-
992χῆς ἐκείνης, καὶ νὰ μὴ ἀναγράφητε, ἀνευλαβῶς πρὸς τὴν
993ἀλήθειαν, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ δάνεια ἦσαν
994420,000,000 δρ., ἡ δὲ ὑπηρεσία αὐτῶν 26,000,000, ἐξ ὧν
99522,000,000 εἰς χρυσόν. Δὲν γνωρίζω πῶς νὰ χαρακτηρίσω
996τοιαύτην ἀναγραφὴν ἀνακριβειῶν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω βραδύ-
997τερον τ’ ἀποτελέσματα ἐκ τῶν ἐπισήμων κειμένων, ἵνα μάθητε
998ὁπόσα ἦσαν τὰ δάνεια τὰ ἐπιβαρύνοντα τὸν προϋπολογισμὸν
999τοῦ Κράτους μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ὁπόση ἡ ὑπηρεσία
1000αὐτῶν. Ἀλλὰ χαρακτηρίζων ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας
1001τὴν πρὸ τοῦ 1882 πολιτικὴν ὡς πολιτικὴν νοσηρὰν, λησμονεῖ
1002ὁποῖοι ἄνδρες ὑπηρέτουν τότε εἰς τὰ δημόσια ἀξιώματα, ἐν
1003σχέσει πρὸς τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας, λησμονεῖ ὅτι οἱ ἄνδρες, οἵ-
1004τινες βραδύτερον ἀνῆλθον τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα,
1005κατεῖχον τότε τὰς θέσεις τῶν νομαρχῶν! Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς,
1006σήμερον, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν μάλιστα τοῦ νέου διοικητικοῦ
1007συστήματος, τίνες εἰσὶν οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν διοίκησιν
1008τῶν νομῶν;
1009«Περὶ οὐδενὸς ἐμερίμνων οἱ τότε κυβερνῶντες», ἐπιλέγει
1010ὁ κ. εἰσηγητής, «ἀλλὰ μόνον ἐδείκνυον εἰς τὸν λαὸν τὰς θύ-
1011ρας τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅπως ἐκεῖθεν πορίζηται τὰ πρὸς
1012τὸ ζῆν, καὶ διὰ τοῦτο ἐχαιρέτα μετ’ ἀλλαλαγμῶν ὁ Ἑλλη-
1013νικὸς λαὸς τὰς ἀλλαγὰς τῶν Κυβερνήσεων». Ἀληθῶς ὁ Ἑλλη-
1014νικὸς λαὸς τῆς τότε ἐποχῆς ἠκολούθει μετὰ προσοχῆς τὴν
1015πορείαν τῶν κυβερνητῶν αὐτοῦ· δὲν εἶχεν ὑποκύψει ἔτι ὑπὸ
1016τὸ βάρος τῆς βαρείας φορολογίας, δὲν κατείχετο ὑπὸ τῆς νῦν
1017δυσπραγίας, ὥστε νὰ μὴ δίδῃ προσοχὴν εἰς τὰ τῆς πολιτι-
1018κῆς. Ἐὰν δὲ σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνεπνέετο ὑπὸ τῶν
1019φρονημάτων, ὑφ’ ὧν ἐνεπνέετο κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1882 ἐπο-
1020χήν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἐψηφίζετο ἐνταῦθα τόσον εὐκό-
1021λως νόμος ἀντιβαίνων εἰς οὐσιώδη συνταγματικὴν διάταξιν.
1022«Καὶ ἐδαπανήθησαν τὰ 400,000,000», ἀνακράζετε, «ἄνευ
1023οὐδενὸς μεγάλου ἀποκτήματος ὑπὲρ τῆς χώρας!» Καὶ δὲν ἦτο
1024ἀπόκτημα μέγα, ληγούσης τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἡ προσάρ-
1025τησις τῆς Θεσσαλίας καὶ τμήματος τῆς Ἠπείρου εἰς τὴν
1026Ἑλλάδα, χάρις βεβαίως εἰς τὴν ἀρωγὴν τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ
1027καὶ εἰς τὸν ἄνδρα, εἰς τὴν δεξιότητα καὶ ὀξύνοιαν τοῦ ὁποίου
1028ὀφείλομεν τὴν εὐφροσύνην νὰ βλέπωμεν σήμερον παρακαθη-
1029μένους μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Θεσσαλίας
1030καὶ τῆς Ἠπείρου; Καὶ τὸ ἀπόκτημα τὸ μέγα τῆς μετὰ τὸ
10311882 οἰκονομικῆς πολιτικῆς ὁποῖον εἶναι, Κύριοι; Ἡ πτώ-
1032χευσις καὶ ἡ μετὰ ταῦτα ἐπελθοῦσα δεινὴ συμφορὰ εἰς τὴν
1033πατρίδα ἡμῶν! Κρίνατε, ἂν ἡ πολιτικὴ ἡ πρὸ τοῦ 1882 εἶναι
1034τοιαύτη, οἵαν ἠθέλησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας νὰ
1035παραστήσῃ ὑμῖν. Καὶ εἰς ἐπικύρωσιν τῶν λόγων του περὶ
1036τῆς τότε οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς μετὰ ταῦτα, ἀκού-
1037σατε διὰ βραχέων τ’ ἀποτελέσματα τεσσαράκοντα ἐννέα ἐτῶν,
1038ἐν σχέσει πρὸς τ’ ἀποτελέσματα δέκα καὶ τριῶν ἐτῶν, ἐπὶ τῇ
1039βάσει ἐπισήμων κειμένων, τῶν ἀπολογισμῶν:
1040Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, ἀπὸ τοῦ 1833 δηλο-
1041νότι, μέχρι τοῦ 1882, ἤτοι ἐπὶ 49 ἔτη, εἰσεπράχθησαν ἐκ
1042τακτικῶν ἐσόδων δραχ. 1,104,750,000, ἐκ δανείων δὲ δραχ.
1043374,416,000, τὸ ὅλον 1,479,166,000, καὶ ἐδαπανήθησαν
10441,531,000,000· προκύψαντα ἐλλείμματα 52,166,000. Τὰ
1045ποσὰ ταῦτα εἰσεπράχθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν εἰς διοίκησιν
104649 ἐτῶν. Ἀκούσατε καὶ πόσα εἰσεπράχθησαν καὶ ἐδαπανή-
1047θησαν ἐπὶ 13 μόνον ἔτη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1895.
1048Ἔσοδα τακτικὰ εἰσεπράχθησαν 1,116,675,000, ἔσοδα ἔκτα-
1049κτα ἐκ δανείων 360,981,000, ἐν ὅλῳ 1,477,656,000, ἤτοι
1050ὅσον ποσὸν εἰσεπράχθη περίπου καὶ ἐδαπανήθη ἐπὶ 49 ἔτη
1051εἰσεπράχθη καὶ ἐδαπανήθη ἐπὶ 13 καὶ μόνον ἔτη! Συγκρί-
1052νατε καὶ κρίνατε!...
1053§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τῆς
1054προόδου!
1055§80Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ὀνομαστικὰ βαρύνουν, ὄχι τὰ
1056πραγματικά.
1057§81ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ὀνομαστικῶν
1058καὶ πραγματικῶν μεγάλη. Ὁ νόμος τῆς προόδου δὲν εἶναι
1059αὐτός.
1060Καὶ ἐπαινεῖ ὁ κ. εἰσηγητὴς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις,
1061ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἦτο τοιαύτη μέχρι τοῦ 1894,
1062διότι μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς τὴν χώραν πτώχευσιν ὁ τότε
1063Πρωθυπουργὸς, ἀείμνηστος πολιτικὸς ἀνὴρ, κατανοήσας ὅτι
1064δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν πολι-
1065τικὴν, ἔθετο βάσεις ἀλλοίας ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος τότε
1066παρ’ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ· τὴν πολιτικὴν ὅμως τὴν μέχρι
1067τοῦ 1894 ἐννοοῦσι νὰ συνεχίσωσιν οἱ καθήμενοι σήμερον ἐν
1068τοῖς ἐδωλίοις τῆς Κυβερνήσεως ὡς δ’ ἰσχυρίζονται, δὲν θὰ
1069περιορισθῶσι μόνον εἰς τὴν ἐπίτευξιν ἰσοζυγίου ἐπὶ τῇ βάσει
1070τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος,—διότι ἤδη μετεβλήθησαν
1071τὰ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημο-
1072σίου χρέους ἠλαττώθη μεγάλως,—ἀλλ’ ἔχοντες συναίσθησιν
1073τῆς ὑψηλῆς αὑτῶν ἀποστολῆς, θὰ ἀποσείσωσι ταχέως ἀπὸ τοῦ
1074τραχήλου τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν ἔλεγχον, ὅστις ἐπεκάθησεν
1075ἐφ’ ἡμῶν! Βλέπετε, ὅτι οὐ μόνον μεριμνῶσιν, ὅπως ὁ προ-
1076ϋπολογισμὸς ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα,—καὶ βεβαίως περὶ
1077τούτου οὐδὲ συζήτησις ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ χώραν, διότι θὰ
1078ἦτο ἀπελπιστικὸν, μετὰ τὴν διακανόνισιν τοῦ δημοσίου ἡμῶν
1079χρέους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων πρὸς τοὺς πιστωτὰς περι-
1080κοπῶν, νὰ συζητῶμεν, Κύριοι, περὶ ἐλλειμμάτων,—ἀλλὰ, ὡς
1081εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1082τὸ περίσσευμα αὐτοῦ εἶναι βέβαιον, καὶ συνεπῶς εἰς ἕνα καὶ
1083μόνον ὑψηλὸν σκοπὸν ἀποβλέπουσιν οἱ κυβερνῶντες, εἰσηγού-
1084μενοι τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς τὸ πῶς νὰ κατορθώσωσι νὰ
1085ἀποτινάξωσι ταχέως τὸ ὄνειδος, ὅπερ ἐπεκάθησεν ἐπὶ τοῦ
1086τραχήλου ἡμῶν, τὸν ἔλεγχον! Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἔχον-
1087τες καὶ συναίσθησιν τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, θὰ φροντί-
1088σωσιν, ὄχι μόνον νὰ ἐπέλθῃ ἡ εἰς ἀκέραιον ἀποκατάστασις
1089τοῦ Κράτους ἐγκαίρως, ἀλλὰ καὶ ἡ πολιτεία των νὰ ᾖναι
1090τοιαύτη, ὥστε πάντες ν’ ἀποβλέψωσιν εἰς ἡμᾶς καὶ αὖθις, ὡς
1091μέλλοντας ν’ ἀξιώσωμεν δικαίως τὴν ἡγεμονίαν ἐπὶ τῆς Ἀνα-
1092τολῆς!
1093Τοιοῦτοι λόγοι, Κύριοι, προβάλλονται ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ
1094τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ! Καὶ ἀπέναντι τοιούτων
1095πομπωδῶν φράσεων ὑποβάλλεται τοιοῦτος προϋπολογισμὸς,
1096ὃν καλούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν θ’ ἀπολήξῃ εἰς τὸ πολυθρύ-
1097λητον, ὡς καὶ ἄλλοτε, περίσσευμα, ἢ εἰς τὸ συνήθως παρου-
1098σιαζόμενον ἔλλειμμα — καὶ ἔλλειμμα, Κύριοι, δυστυχῶς οὐ
1099σμικρόν.
1100Ὡς πρὸς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων,
1101θ’ ἀπευθυνθῶ πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
1102μικῶν, ὅπως πείσω καὶ αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπο-
1103βληθεὶς προϋπολογισμὸς ν’ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα. Κατὰ
1104τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ προϋπολογισμὸς
1105περιλαμβάνει ἔσοδα 111,315,528, ἀλλὰ σὺν ταῖς δηλώσεσιν
1106αὐτοῦ ἀνέρχονται ταῦτα εἰς 112,206,000, ὁ δὲ τῶν ἐξόδων
1107ἀνέρχεται εἰς 111,608,000, ἐκτὸς τῶν διὰ τῶν σήμερον δια-
1108νεμηθεισῶν δηλώσεων αἰτουμένων νέων πιστώσεων, ἀνερχο-
1109μένων εἰς 600 χιλιάδας περίπου, ὧν τὸ ποσὸν θὰ προστεθῇ
1110εἰς τὰ ἔξοδα τ’ ἀναγραφόμενα ἐν αὐτῷ. Ποιεῖται δὲ τὴν ἑξῆς
1111σκέψιν. Εἰς τὰ ἔσοδα, προϋπολογισθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέ-
1112σου ὅρου τῶν εἰσπράξεων προηγουμένων ἐτῶν καὶ τῆς παρα-
1113τηρουμένης προόδου εἰσπράξεων ἐπί τινων ἐξ αὐτῶν, σχετικῶς
1114πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1899, προκύπτει καθαρὰ
1115προσθήκη 4,229,000 δραχμῶν, σχετικῶς δὲ πρὸς τὰ προϋ-
1116πολογισθέντα κατὰ τὸ 1898, ὧν ἔχομεν τὸν προσωρινὸν ἀπο-
1117λογισμὸν, ἀπολήξαντα εἰς 104,945,000, προστίθενται δρ.
11188,440,000, αἵτινες ἀφεύκτως, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου
1119Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐν τῇ ἐνε-
1120στώσει χρήσει. Ὑπολογίζει δὲ τὴν ἐπαύξησιν τῶν 8,440,000
1121δραχμῶν ἐκ διαφόρων φόρων, δηλαδὴ ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν
1122ζῴων, ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπί
1123τινων ἄλλων, καὶ καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋ-
1124πολογισμὸς θ’ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα 1,074,000 δραχ. ἐπὶ
1125τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων
1126καὶ ἐξόδων· κατὰ δὲ τὰς δηλώσεις, ἃς ἐποιήσατο, δὲν θ’ ἀπο-
1127λήξῃ πλέον εἰς περίσσευμα, ἀλλὰ μόνον εἰς ἰσοζύγιον! Κατὰ
1128τὰ προϋπολογισθέντα τουτέστιν ἔξοδα καὶ ἔσοδα, καὶ συμ-
1129φώνως ταῖς δηλώσεσι, θὰ ἔχῃ ἰσοζύγιον, ἐὰν εἰσπράξῃ ὅσα
1130προϋπολογίζει καὶ δαπανήσῃ ὅσα ἐπίσης ζητεῖ διὰ τῶν πι-
1131στώσεων.
1132Ἐξετάσας ὅμως αὐτὰς τὰς προσθήκας τῶν 8,440,000
1133δραχμῶν ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα ἐν τῷ
1134προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 καὶ πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ
11351898, ἀνευρίσκω διαφορὰν ἀποτελεσμάτων ἀλλοίαν τῆς ὑπὸ
1136τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παριστανομένης. Ἴσως
1137εὑρίσκομαι ἐν πλάνῃ, ἀλλ’ ἐνόμισα ἀναγκαῖον, ἐπειδὴ ἡ δια-
1138φορὰ αὕτη μοὶ ἐφάνη ἀρκετὰ σπουδαία, νὰ ὑποβάλω τὰς ἐπὶ
1139ταύτης κρίσεις μου εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς.
1140Καὶ πρῶτον ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, προϋπο-
1141λογιζομένου ἐν σχέσει πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸν ἀπο-
1142λογισμὸν τοῦ 1898, διατείνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1143νομικῶν, ὅτι θὰ ἔχῃ ἐπαύξησιν ἐκ τοῦ φόρου τούτου 500,000
1144δραχ. κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν χρῆσιν τοῦ 1900. Ὡς πρὸς τὸν
1145φόρον αὐτὸν, ἀνακαλύπτω, ὅτι ἡ διαφορὰ δὲν θὰ ᾖναι 500,000,
1146ἀλλὰ μόνον 325,000, διότι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898
1147ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν εἰσεπράχθησαν 2,175,274,
1148προϋπολογίζονται δὲ ὡς εἰσπραχθησόμενα κατὰ τὸ 1900
11492,500,000, συνεπῶς ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι 500,000, ἀλλὰ
1150325,274...
1151§82Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ 2,175,274 πόθεν τὰ λαμβάνετε;
1152§83ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1898.
1153§84Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσπραχθέντα;
1154§85ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως. Ποιοῦμαι τὴν παραβολὴν ταύτην,
1155διότι ἐπ’ αὐτῆς στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκο-
1156νομικῶν βεβαιοῖ, ὅτι θὰ ἔχῃ διαφορὰν ἐπὶ πλέον 500,000
1157δραχμῶν.
1158Ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ ἐξ εἰσι-
1159τηρίων τῶν σιδηροδρόμων, ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, ἀνευρίσκω
1160διαφορὰν οὐχὶ 500,000, ὡς ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
1161τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ 450,000. Ἑπομένως προκύπτει
1162ἐλάττωσις 50,000 δραχμῶν καὶ ἐξ αὐτῶν.
1163Ἐπὶ τῶν μονοπωλίων ὅμως παρατηρῶ μείζονα ἔτι δια-
1164φορὰν, καθόσον ἐκ τῶν μονοπωλίων προϋπολογίζονται ὅτι θὰ
1165εἰσπραχθῶσι 12,710,000, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ αὐτῶν
1166κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898 εἶναι 11,840,000 δραχ.
1167Ἡ διαφορὰ ἑπομένως μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1900 δὲν
1168εἶναι 2 ἑκατομμύρια, ὡς ἀναγράφετε, ἀλλὰ μόνον 870,000.
1169Ἐλαττουμένου δὲ καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων, συμφώνως
1170ταῖς δηλώσεσιν ὑμῶν, κατὰ 800,000 δραχμὰς, παρὰ τὰς αἰ-
1171σιοδοξίας σας προκύπτει διαφορὰ ἐπίσης ἐπὶ πλέον αὐξή-
1172σεως οὐχὶ 1,700,000 δραχμῶν, ἀλλὰ μόνον 900,000. Καὶ
1173οὕτως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐπὶ πλέον καθ’ ὑμᾶς εἰσπρα-
1174χθησομένων κατὰ τὸ 1900 πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1898 εἰσπραχθέν-
1175τα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκ τῶν ἀριθμῶν πορισμάτων, οὓς ἀνε-
1176κοίνωσα ὑμῖν, εἶναι 2,165,000 ἐπὶ ἔλαττον. Ὅθεν ἀντὶ νὰ
1177προσθέσητε εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 δραχ. 8,400,000, δέον
1178νὰ προσθέσητε μόνον 6,270,000.
1179Καὶ οὕτως ἀπεδείχθη, Κύριοι, ὅτι, καὶ ἂν τὰ προϋπολο-
1180γιζόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσ-
1181πραχθῶσιν, ἡ διαφορὰ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα εἶναι κατὰ
11822,170,000 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καὶ αὐτὸς
1183ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρὰ τὰς ἐπαγγελίας
1184του, διὰ τῶν ἀριθμῶν του αὐτῶν πιστοποιεῖ, ὅτι ὁ ὑποβλη-
1185θεὶς παρ’ αὐτοῦ προϋπολογισμὸς θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα
11863,170,000 δραχμῶν.
1187Ἀλλ’ ἤδη ἐξετάσωμεν, ἂν ὄντως τὸ ἔλλειμμα τοῦ ὑποβλη-
1188θέντος προϋπολογισμοῦ θὰ ἦναι μόνον 2,000,000 περίπου δρ.
1189Πρὸς τοῦτο ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω διὰ βραχέων καὶ ἐγὼ τὰ
1190ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἵνα μὴ παλλιλογήσω ἐν
1191πολλοῖς μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου συναδέλφου, τοῦ καὶ
1192εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας, θὰ περιορισθῶ εἰς παρατηρήσεις
1193μόνον τινὰς, δι’ ὧν θὰ πεισθῆτε, νομίζω, ὅτι τὸ ἔλλειμμα
1194τοῦ 1900 δὲν δύναται νὰ ἦναι ὀλιγώτερον, ὡς εἶπε καὶ ὁ
1195κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, τῶν 6,000,000 δραχ. Δὲν
1196μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν ἐπιεικῶς, ἵνα μὴ πειράξω τὰ νεῦρα
1197τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν...
1198§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1199κῶν). Οὐδεὶς ὑπῆρξε λόγος πρὸς διατάραξιν τῶν νεύρων μου·
1200ἄλλως τε δὲν εἶμαι εὐτυχῶς νευρικός.
1201§87ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶπον τοῦτο διότι σᾶς εἶδον προχθὲς, ὅτε
1202ὁ κ. εἰσηγητὴς εἶπε τὴν λέξιν ἐπιεικῶς, ταραχθέντα.
1203§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν ζητοῦμεν παρ’ οὐδενὸς
1204ἐπιείκειαν, ἀλλὰ μόνον δικαιοσύνην.
1205§89ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διὰ τῆς λέξεως ἐπιεικῶς ἡ μειονοψηφία
1206οὐδὲν ἄλλο ἐζήτει νὰ παραστήσῃ ἢ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι προ-
1207τιμᾷ εἰς τὰς προβλέψεις αὑτῆς νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑστερή-
1208σασα ἢ νὰ φανῇ ὅτι ἐξογκοῦσα τὰ ἐλλείμματα πράττει τοῦτο
1209ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως... Λυπούμεθα ὅτι ὁ προϋπολο-
1210γισμὸς καὶ τοῦ ἔτους τούτου θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα, εὐ-
1211χόμεθα δὲ, ὅπως τὸ ἔλλειμμα τοῦτο περιορισθῇ μόνον εἰς
12126,000,000.
1213Καὶ πρῶτον, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
1214τῶν Οἰκονομικῶν, συμφώνως τῷ ὑποβληθέντι παρ’ αὐτοῦ
1215νομοσχεδίῳ, τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
1216νομίας ἐκ 440,000 δραχ. ἀπαλείφεται, τῶν δήμων μὴ ἐπι-
1217βαρυνομένων τοῦ λοιποῦ διὰ τῆς εἰσφορᾶς ταύτης.
1218Ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τῆς τρεχούσης καὶ τῶν πα-
1219ρελθουσῶν χρήσεων, ὡς ὀρθῶς διετύπωσεν ὁ κ. εἰσηγητὴς
1220τῆς μειονοψηφίας, πάντως πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις κατὰ
1221500,000 δραχμὰς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον συνεπείᾳ τῆς
1222προπληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῆς
1223ψηφίσεως δρακοντείων διατάξεων, δι’ ὧν ζητεῖται ἡ εἴσπρα-
1224ξις τῶν φόρων, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἐλάττωσις τῆς διαφορᾶς με-
1225ταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων, αἱ διαφοραὶ ἐκ τῆς καθυ-
1226στερήσεως τῶν φόρων τῆς παρούσης χρήσεως δὲν θὰ ἀνέλθωσιν
1227εἰς ὃ ποσὸν ἐν τῷ παρελθόντι.
1228Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀπολήψεων ἐκ τῶν
1229ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς διετύπωσεν ὁ κ. εἰση-
1230γητὴς τῆς μειονοψηφίας, θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις κατὰ δραχ.
1231700,000 περίπου ἐκ τοῦ ποσοῦ — ὅπερ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1232ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νομίζω ὅτι δὲν θ’ ἀμφισβητήσῃ — τῶν
1233κρατήσεων ἐκ μισθῶν τῶν ἀστυφυλάκων καὶ τῶν πληρωμά-
1234των τῶν πλοίων διὰ τὰς στολὰς αὐτῶν, διότι, ὡς τὰ μέχρι
1235τοῦδε ἀποτελέσματα τῶν διαφόρων προϋπολογισμῶν ἀπέδει-
1236ξαν, τὸ ἔσοδον αὐτὸ θεωρεῖται μᾶλλον εἰκονικόν· ἀλλὰ καὶ
1237ἂν εἰσπραχθῇ ποσόν τι περισσότερον τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγη-
1238τοῦ τῆς μειονοψηφίας ὑπολογιζομένου ἐκ δραχ. 100,000,
1239τὸ ποσὸν τοῦτο ἔσεται ἐλάχιστον.
1240Ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀκινήτων δημοσίων κτημά-
1241των παρεδέχθημεν ἐλάττωσιν κατὰ 150,000 δραχμάς. Ὁ
1242ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας συνέστησεν ἐπὶ τοῦ
1243κεφαλαίου τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δώσῃ προσοχὴν
1244εἰς τὸ ἔσοδον τοῦτο, ὅπερ ὁμολογουμένως ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος
1245βαίνει ἐλαττούμενον. Ἀλλ’ ἐγώ, εἰ καὶ συνυπέγραψα τὴν ἔκ-
1246θεσιν ταύτην, νομίζω ὅτι, οἱανδήποτε πρόνοιαν καὶ ἂν λάβῃ
1247ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσ-
1248πράξῃ πλείονα, ἰδίᾳ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν παγίων καὶ προσω-
1249ρινῶν δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἕνεκα τῆς δυσπραγίας, εἰς
1250ἣν εὑρίσκεται ὁ γεωργικὸς παρ’ ἡμῖν πληθυσμός.
1251§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουν ἐξοφληθῆ πρὸ πολλοῦ!
1252§91ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πιθανὸν καὶ τοῦτο.
1253Τοιαύτη ἐλάττωσις παρατηρεῖται καὶ ἐν τῷ φόρῳ ἐπὶ τῶν
1254ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐλαττουμένῳ,
1255ὅπερ πιστοποιεῖ τὴν δυστυχίαν τῶν γεωργῶν.
1256Ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν δημοσίων κτημάτων καὶ νο-
1257μημάτων παρεδέχθημεν ἐλάττωσιν 100,000 δραχ. ἐκ τῆς
1258σμύριδος. Αἱ ἐκ τῶν μονοπωλίων προβλέψεις ἔχουσι καὶ
1259καθ’ ἡμᾶς ἀκριβῶς, καθόσον ὁμολογουμένως παρατηροῦμεν
1260τὰς εἰσπράξεις αὐξανούσας. Ἐπὶ τῶν τελῶν καὶ δικαιω-
1261μάτων ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ὀρθῶς παρετήρησεν,
1262ὅτι τὴν ἐπαύξησιν ἐκ ταχυδρομικῶν τελῶν κατὰ δρ. 500,000
1263βασιζομένην εἰς τὴν ἐκτύπωσιν νέου γραμματοσήμου, δὲν ἀπο-
1264δεχόμεθα, διότι ὅ,τι ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι ἐπὶ τῇ ἐκτυ-
1265πώσει νέου γραμματοσήμου, ἀναμνηστικοῦ τῶν Ὀλυμπιακῶν
1266ἀγώνων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ νῦν, ἐκλιπόντος τοῦ
1267λόγου ἐκείνου. Ἐὰν δ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
1268ἔχει πεποίθησιν, ὅτι τὸ Κράτος, ἑκάστοτε προβαῖνον εἰς τὴν
1269ἐκτύπωσιν νέων γραμματοσήμων, δύναται νὰ εἰσπράττῃ ἐπὶ
1270πλέον 500,000 δραχμάς, τότε εἶναι εὐχάριστον κατ’ ἔτος
1271νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτην ἐκτύπωσιν, εἰσπράττοντες πο-
1272σὸν 500,000 δραχμῶν, καὶ οὕτως ἐν μέσῳ τῆς ἀπορίας ἐξευ-
1273ρέσεως νέου ἐσόδου νὰ ἀντλῶμεν τοιοῦτον ἐκ τῆς ἐκτυπώ-
1274σεως νέου γραμματοσήμου, προμηθευομένου κατὰ τὴν θέλη-
1275σιν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων παρὰ τῶν
1276γραμματοσημοφίλων!
1277Ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον, Κύριοι, ἐφ’ οὗ θὰ παρακαλέσω τὴν
1278Βουλὴν νὰ προσέξῃ, κεφάλαιον χρῆζον μεγαλειτέρας ἐρεύ-
1279νης, εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς φόρους τῆς καταναλώ-
1280σεως, ἰδίως εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Ἀληθῶς κατὰ τὸ
12811898 τὸ ἔσοδον ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς ἦτο πρωτοφανὲς εἰς
1282τὴν χώραν ἡμῶν, ἀνελθὸν εἰς 6,960,264 δρ. πλέον τοῦ τῶν
1283παρελθόντων ἐτῶν. Οἱ λόγοι τῆς τοιαύτης αὐξήσεώς εἰσιν
1284ἔκτακτοι, συνεπείᾳ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, ἀλλ’ ὑπῆρξαν τὸ
1285αἴτιον νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ μὲν ἐξ ἐλλείψεως
1286ἀποθεμάτων τοῦ ἐμπορίου κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τῆς ἐκ
1287ταύτης εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων ἀφθόνων, τὸ δὲ ἕνεκα τῆς
1288συρροῆς πολλοῦ κόσμου ἐνταῦθα, τὸ πλεῖστον ἐκ προσφύγων,
1289ἀλλ’ ἔχοντος ἀνάγκην τῶν πρὸς διατήρησιν αὑτοῦ ἀναγ-
1290καίων, καὶ συνεπῶς δαπανήσαντος ὅ,τι ἐλάμβανε παρὰ τοῦ
1291Δημοσίου πρὸς συντήρησιν καὶ ἔνδυσιν αὑτοῦ, καὶ τρίτον
1292ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἐσοδείας δημητριακῶν καρπῶν. Ἐὰν δὲ
1293παρατηρήσωμεν τὴν στατιστικὴν τῶν ἐτῶν 1896–1898,
1294θὰ ἴδωμεν τὴν καταπληκτικὴν αὐτὴν διαφορὰν ἐπὶ τῶν εἰσ-
1295αχθέντων εἰδῶν, ἰδίᾳ δημητριακῶν καρπῶν καὶ ὑφασμά-
1296των. Κατὰ τὸ 1895 εἰσήχθη σῖτος καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἀξίας
129727,585,995 φράγκων, τὸ 1896 φρ. 29,202,491, τὸ 1897
1298φρ. 33,140,633, τὸ 1898 φρ. 37,116,931. Βλέπετε οἵα
1299καταπληκτικὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1896!
1300διαφορὰ περίπου 8,000,000 φρ. ἐπὶ τοῦ σίτου· ἑπομένως
1301κρίνατε καὶ τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς. Ἐπίσης
1302καὶ ἐξ ὑφασμάτων· τὸ 1895 εἰσήχθησαν τοιαῦτα ἀξίας
130320,330,824 φράγκων, τὸ 1896 φρ. 22,955,539, τὸ 1897
1304φρ. 20,371,281, καὶ τὸ 1898 φρ. 31,522,983.
1305Προφανῶς εἶναι τοῖς πᾶσι καταληπτὴ ἡ αὔξησις τῶν τε-
1306λῶν τῆς εἰσαγωγῆς. Δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ εἰσπρά-
1307ξωμεν τὰ τέλη ταῦτα ἐξ εἰσαγωγῆς καὶ κατὰ τὸ 1900, ὡς
1308ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαττον
1309κατὰ 2 καὶ μόνον περίπου ἑκατομμύρια τῶν τοῦ 1898;
1310Βεβαίως ὄχι. Ναὶ μὲν καὶ κατὰ τὸ 1899 τὰ τέλη τῆς
1311εἰσαγωγῆς ὑπερέβησαν κατά τι τὰς προσδοκίας τοῦ κ.
1312Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἰδίως ὑπερέβη αὐτὰς ὁ φό-
1313ρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν,
1314ὅτι θὰ ἔχωμεν τὸ αὐτὸ ἔσοδον — δὲν ἐννοῶ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ
1315τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς,— καὶ κατὰ
1316τὸ 1900. Διότι, ἐὰν τὸ ἀπόθεμα τοῦ 1898 ἐξηντλήθη, πάν-
1317τως μένει τοιοῦτον ἐκ τοῦ 1899, ἐν μέρει ἐξαντληθὲν, τὸ
1318ὁποῖον θὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ 1900, δὲν δύναται ὅμως, κατ’ ἐ-
1319μὴν κρίσιν, νὰ φθάσῃ τὸ τοῦ 1899, καθόσον τὰ τέλη ἐκ
1320δημητριακῶν καρπῶν, ἐὰν ὑπάρξῃ, ὡς πάντες εὐχόμεθα,
1321εὐφορία, βεβαίως θέλουσιν εἶσθαι ἐλάσσονα τῶν τοῦ 1898
1322καὶ 1899, διότι, ὡς ἠκούσατε, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν σι-
1323τηρῶν τῶν εἰσαχθέντων τὸ 1898 πρὸς τὰ τοῦ 1896 ἦτο
13248 ἑκατομμύρια, πρὸς δὲ τὰ τοῦ 1895 10 ἑκατομμύρια, καὶ
1325θὰ εὐχηθῶμεν νὰ ὑπάρξῃ ἡ προσδοκωμένη εὐφορία, καὶ ἂς
1326περιορισθῇ τὸ ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς ἔσοδον. Ἀλλ’ ὁ συντάσ-
1327σων τὸν προϋπολογισμὸν πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ μὴ ἦναι τόσον
1328αἰσιόδοξος, ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι
1329βασιζόμενος ἐπὶ αἰσιοδοξιῶν βασίζεται ἐπὶ ψευδῶν ὑπολογι-
1330σμῶν ἐσόδων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ψευδῶν ὑπολογι-
1331σμῶν προβαίνει εἰς ἀναγραφὰς πιστώσεων, ἃς δὲν δύναται
1332νὰ καλύψῃ ἐκ τῆς ἐπερχομένης ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων, καὶ
1333διὰ τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ἡ ἀπαισιοδοξία, ἂν εἶναι ἐλάττωμα
1334τοῖς ἀτόμοις, εἶναι προτέρημα τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Οἰ-
1335κονομικῶν.
1336Ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ οὐδεμίαν παρατήρησιν ποι-
1337οῦμαι, πεποιθὼς ὅτι ὁ φόρος οὗτος βαίνει αὐξάνων καὶ ὡς ἐκ
1338τοῦ περιορισμοῦ τῆς λαθρεμπορίας.
1339Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ὅμως τῶν ἀμέσων φύρων ὑποβάλλω
1340παρατηρήσεις τινὰς, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, τὸ
1341ποσὸν τῶν 23,656,000 δραχμῶν, ὅπερ ἀναγράφεται ὑπὸ
1342τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εἰσπραχθῇ. Ἐὰν
1343ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοὺς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ
1344ἐντεῦθεν, ἐκεῖ βλέπομεν, ὅτι τὸ ἀνώτερον ποσὸν, τὸ εἰσπρα-
1345χθὲν ἐξ ἀμέσων φόρων, ἦτο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ τοῦ 1893,
1346ὁπότε εἰσεπράχθη ποσὸν περὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ
1347τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἴχομεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν
1348ἀροτριώντων κτηνῶν ἔσοδον δραχ. 2,200,000, ἐκ τοῦ φόρου
1349ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τὸ πρωτοφανὲς σχεδὸν ἔσοδον, ἕνεκα τῆς
1350ἐκτάκτου εὐφορίας, 2,300,000, ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφί-
1351δος 4,700,000, καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν δ’ ἀμέσων φόρων ἀποτε-
1352λέσματα λίαν εὐάρεστα, ἀναβιβάσαντα τὸ ὅλον ποσὸν εἰς 20
1353ἑκατομμύρια, πρώτην φορὰν εἰς τοσοῦτον ποσὸν ἀνελθόντος
1354τοῦ ἐσόδου ἐξ ἀμέσων φόρων. Ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1355Οἰκονομικῶν ποῦ βασιζόμενος προϋπολογίζει ὅτι θὰ εἰσπράξῃ
135623,656,000; Βεβαίως οἱ φόροι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζε-
1357ται, εἰσὶν οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ζῴων, ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων
1358καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἀλλ’ ἀμέσως ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν
1359ζῴων ἀφαιρεῖ ποσὸν 800,000 δραχμῶν, ἰδὼν τὰς αἰσιοδο-
1360ξίας του σβεννυμένας. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων,
1361συνεπείᾳ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου, περιέχοντος λίαν
1362αὐστηρὰς διατάξεις, δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν ἀνώτερον
1363τοῦ προϋπολογισθέντος τὸ 1899, ἀλλὰ πάντως κατώτερον
1364τοῦ ἀναγραφομένου διὰ τὸ 1900 ἐκ δρ. 3,400,000. Ἐκ
1365τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἐπίσης. Ἀλλ’ ἂν συγκρίνωμεν
1366τὰς ἀναλογίας τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐκ τῶν φόρων τούτων ἐσό-
1367δου πρὸς τὰς ἐλαττώσεις, αἵτινες ἀφεύκτως θέλουσι προκύ-
1368ψει ἰδίως ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θέλο-
1369μεν ἔχει μεγάλην διαφορὰν ἐσόδων ἐπὶ ἔλαττον τῶν προ-
1370ϋπολογιζομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διότι δὲν πιστεύω
1371νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι,
1372εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ Θεσσαλικὸς πληθυσμὸς,
1373—ἐξ ἧς ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον,
1374δι’ οὗ αἰτεῖται τὴν ἀναστολὴν τῶν φόρων τῆς Θεσσαλίας,
1375καὶ δικαίως, — ἕνεκα, λέγω, τῆς δυσπραγίας, εἰς ἣν εὑρίσκεται
1376ὁ γεωργικὸς τῆς Θεσσαλίας πληθυσμὸς, εἶναι ἀδύνατον νὰ
1377εἰσπραχθῇ ἐκ τοῦ φόρου τούτου τὸ προϋπολογιζόμενον ποσόν.
1378Ἐκ δὲ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, καὶ ἂν εἰσπραχθῇ τὸ προ-
1379ϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν 1,700,000, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι
1380τὸ ἔτος τοῦτο ἔσεται εὔφορον, προκύπτει διαφορὰ πρὸς τὸ
1381ποσὸν τοῦ 1899 ἐκ δραχ. 600,000. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ.
1382Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν πρέπει νὰ στηρίζῃ τὰς
1383ἐλπίδας αὑτοῦ ἐπὶ ἐσόδου μὴ σταθεροῦ, οἷον τὸ τοῦ ἐλαίου,
1384καθόσον τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ ἐλαίου ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν καιρικῶν
1385περιστάσεων. Ὅθεν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν
1386ἀμέσων φόρων ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκο-
1387νομικῶν ἔκρινε ταῦτα λίαν αἰσιοδόξως, ἀναγράψας τὸ ποσὸν
1388τῶν 23,656,000. Κατ’ ἐμὲ, ἐὰν εἰσπραχθῶσιν εἴκοσι καὶ ἓν
1389ἑκατομμύρια, πρέπει νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι.
1390Ἐκ τῆς ἐπισκοπήσεως ταύτης τῶν ἐσόδων, ὡς διετύπωσε
1391καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, συμπεραίνομεν, ὅτι
1392ἔσονται ταῦτα ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων ὑπὸ τοῦ κ.
1393Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ 5 περίπου ἑκατομ-
1394μύρια. Ἤδη προσθέτει εἰς ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1395Οἰκονομικῶν, κατὰ τὰς τελευταῖον ἐπενεχθείσας ὑπ’ αὐτοῦ
1396μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς παρα-
1397κρατήσεως τοῦ 1898, ἀνερχόμενον εἰς 1,259,321 δραχμάς.
1398Τὸ ἔσοδον τοῦτο κατ’ ἀρχὰς ἐσκέπτετο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ
1399προσθέσῃ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1899, καθόσον ἐν τῇ εἰσηγητικῇ
1400ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους λέγει, ὅτι
1401«... εἰς τὰς ἀνωτέρω ὅμως εἰσπράξεις (τοῦ 1899) δέον νὰ
1402»προστεθῇ τὸ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Κεφαλαίου Ηʹ τοῦ προ-
1403»υπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἀναγραφόμενον
1404»ἔσοδον ἐξ ἰσοτίμου σταφιδοκάρπου, εἰσπραχθέντος ὡς φόρου
1405»εἰς εἶδος τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897,
1406»ἐκ δραχ. 3,859,258, καὶ δραχμαὶ 1,268,000, εἰς ὅσα θέ-
1407»λει ἀνέλθει τὸ ὡς ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων εἰσαχθη-
1408»σόμενον ἐντὸς τοῦ 1899 ποσὸν ἐκ φόρου πρὸς 4% ἐπὶ
1409»τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου τῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους
1410»1898...», διότι ὑπέθετεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ εἰσε-
1411πράττετο μέχρι τέλους τοῦ 1899· ἀλλ’ ἤδη, ἐπειδὴ θὰ
1412εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ κατὰ τὸ 1900, τὸ προσθέτει εἰς
1413τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 ὡς ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων.
1414Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ χρῆσις τοῦ 1899 διαρκεῖ μέχρι
1415τοῦ προσεχοῦς Ὀκτωβρίου....
1416§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1417κῶν). Ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν κεκλεισμένων καὶ
1418διαγεγραμμένων χρήσεων, δὲν κρατεῖ ἡ διάρκεια τῆς λογι-
1419στικῆς χρήσεως τῶν 22 μηνῶν. Αἱ τοιαῦται εἰσπράξεις
1420καταλογίζονται εἰς τὴν χρῆσιν, εἰς ἣν περιλαμβάνονται οἱ
142112 πρῶτοι μῆνες.
1422§93ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐξεκαθαρίσθη μέχρι τέλους τοῦ
1423ἔτους 1899;
1424§94ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐξεκαθαρίζετο, ἤθελε καταλογι-
1425σθῆ εἰς πίστωσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Καὶ καθ’ ὃν χρό-
1426νον συζητοῦμεν, δὲν εἶναι εἰσέτι ἐκκαθαρισμένον ὁριστικῶς τὸ
1427προϊὸν τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς ἀποταμιεύσεως τῆς ἐσοδείας
1428τοῦ 1898.
1429§95ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὀρθῶς τότε τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 1,259,321
1430δραχ. προσθέτετε εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1900... Καὶ οὕτως ὁ
1431ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
1432Οἰκονομικῶν, ἀπολήγει εἰς ἰσοζύγιον· καθ’ ἡμᾶς ὅμως, ὡς
1433θ’ ἀποδείξῃ ὁ ἀπολογισμὸς, θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα του-
1434λάχιστον 5 ἑκατομμυρίων.
1435Ἤδη ἐξετάσωμεν διὰ βραχέων τὰ ἔξοδα, — ὄχι βε-
1436βαίως κατὰ κεφάλαιον, ἀλλ’ ἐν περιλήψει, — ὅπως ἴδωμεν,
1437ἐὰν πράγματι αἱ ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις εἰσὶν ἐπαρκεῖς.
1438Καὶ ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι, εἰ καὶ ὑπέρογκοί εἰσιν αἱ
1439ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις, ἐν τούτοις δὲν δύνανται νὰ θεωρη-
1440θῶσιν ὡς ἀκριβῶς ἀνταποκρινόμεναι πρὸς τὰς ἐνδεχομένας
1441ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ ἀμέσως ἐπὶ τοῦ Αʹ μέρους, «Βου-
1442λὴ τῶν Ἀντιπροσώπων», συνεπείᾳ τῆς ὑποβληθείσης σή-
1443μερον πρὸς ψήφισιν προσθέτου ἐπιχορηγήσεως ἑκάστῳ τῶν
1444Βουλευτῶν χιλίων δραχμῶν δέον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ κε-
1445φάλαιον τοῦτο 234,000. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν παρελ-
1446θουσῶν χρήσεων τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενά εἰσιν ἀνε-
1447παρκῆ· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολο-
1448γισμοῦ ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, δι’ ὧν ζητεῖ-
1449ται αὔξησις ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων. Ἀλλ’ ὡς ἠξεύρετε,
1450τὸ ἔξοδον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων δὲν εἶναι δυνατὸν ἐγ-
1451καίρως νὰ ἐκκαθαρισθῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ
1452ἀφορῶν εἰς κεκλεισμένας χρήσεις εἶναι πάντη ἀνεπαρκὲς, καὶ
1453θὰ χρειασθῇ αὔξησις πιστώσεων κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900.
1454Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν δημοσίων ἔργων, ἰδίᾳ τῆς συν-
1455τηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς τῶν διαφόρων δημοσίων κτιρίων, ὡς
1456καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, αἱ ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις
1457δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς· καὶ ἀπόδειξις τό τε παρελθὸν καὶ αἱ μέ-
1458χρι τοῦδε ζητηθεῖσαι νέαι πιστώσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων
1459θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ζητήσητε καὶ ἑτέρας ἔτι πιστώσεις ἐπὶ
1460τοῦ κεφαλαίου τούτου, εἴτε διὰ Β. Διαταγμάτων, εἴτε διὰ
1461νόμων κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς.
1462Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, εἰ καὶ οὐ-
1463δεμίαν σχεδὸν πρόνοιαν, ὡς μὴ ὤφελε, λαμβάνετε περὶ ἔργων
1464παραγωγικῶν, καὶ μάλιστα ἔργων ἀποβλεπόντων εἰς ἀποξή-
1465ρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἐν τούτοις αἱ ἀναγραφόμεναι πι-
1466στώσεις εἶναι οὐ μόνον ἀνεπαρκεῖς, ἀλλὰ καὶ ἀνευλαβεῖς
1467πρὸς τὴν ἀλήθειαν, καθόσον διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ Βου-
1468ραϊκοῦ ποταμοῦ ἐν Καλαβρύτοις ἀναγράφετε πίστωσιν δρ.
146930,000 μόνον, ἐνῷ μέχρι τοῦδε εἰσιν ἀπαιτηταὶ παρὰ τοῦ
1470ἀναλαβόντος τὸ ἔργον 36,000. Ἀνάγκη ὅθεν νὰ προστεθῇ
1471πίστωσις ἑτέρων 30,000, ἂν ἐννοεῖτε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔρ-
1472γον, ἐκτὸς ἐὰν ἐγκαταλειφθῇ, ὅτε αἱ ἐκ τούτου ζημίαι ἔσον-
1473ται πολλαπλαῖ, εἰς μάτην δαπανηθεισῶν 100,000 μέχρι
1474τοῦδε, καὶ τοῦ ἔργου καταστρεφομένου ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῆς
1475δημοσίας ὑγείας καὶ τῆς γεωργίας.
1476Δὲν θεωρῶ προσέτι ἐπαρκῆ καὶ τὴν πίστωσιν εἰς τὸ κεφά-
1477λαιον «ἀπόδοσις χρημάτων» καὶ ἰδίᾳ «δικαστικαὶ ἀπο-
1478ζημιώσεις». Ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι τὸ
1479ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς εἶναι πάν-
1480τοτε ἀνεπαρκές...
1481§96Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1482κῶν). Τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 πο-
1483σὸν εἶναι ἀνώτερον τῶν ἀναγραφέντων κατὰ τὰ προηγούμενα
1484ἔτη.
1485§97ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα αἱ ζητηθεῖσαι ἄλλοτε
1486πιστώσεις ἦσαν τοσαῦται, ὥστε καὶ τὸ ἀναγραφὲν σήμερον
1487νὰ θεωρῆται κατώτερον ἐκείνων.
1488Νομίζω ἐπίσης, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτι-
1489κῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς ἱπποφορβῆς καὶ τῆς τροφῆς τοῦ
1490στρατοῦ, αἱ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις εἰσὶν ἀνεπαρκεῖς,
1491καθόσον τὸ ποσὸν αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς εὐφορίας καὶ ἐκ
1492τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν...
1493§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκ-
1494τελέσεως.
1495§99ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀληθῶς· ἀλλὰ τὰ τῆς προμηθείας τῶν
1496εἰδῶν τούτων δύνανται νὰ κανονισθῶσιν ἐπωφελέστερον εἰς
1497τὸ Κράτος.
1498§100Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1499Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τὸ ἐνεστὼς ἔτος εἶναι εὔφορον, εἰς δὲ
1500τὸν προϋπολογισμὸν ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πα-
1501ρελθόντος.
1502§101ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ἐλπίδες μόνον
1503ὑπάρχουσι, καὶ δὲν δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ τι, πρὶν ἢ
1504παρέλθῃ ὁ Μάϊος, ὁ ἐπισφραγίζων τὴν εὐφορίαν.
1505Καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν αἱ πιστώσεις, αἱ
1506ἀφορῶσαι εἰς τὴν προμήθειαν γαιανθράκων, δὲν νομίζω
1507ὅτι εἰσὶν ἐπαρκεῖς· θὰ χρειασθῇ αὔξησις καὶ αὐτῶν.
1508§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1509κῶν). Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ὑπερτίμησις τῶν γαιανθράκων κατὰ
1510τὸν ὑπολογισμὸν τῶν σχετικῶν πιστώσεων.
1511§103ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, λέγετε· ἀλλ’ ὡς τὸ μέ-
1512χρι τοῦδε παρελθὸν ἀποδεικνύει, συνήθως αἱ ἀναγραφόμεναι
1513πιστώσεις εἰς τοιαῦτα κεφάλαιά εἰσιν ἀνεπαρκεῖς, καὶ διὰ
1514τοῦτο ἑκάστοτε ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις.
1515Ἀλλὰ καὶ τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγραφεῖσαν διὰ τὴν νο-
1516μισματικὴν διαφορὰν τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν, ἥτις εἶ-
1517ναι καὶ ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν, θεωρῶ ἀνεπαρκῆ. Εἰς τὸν
1518κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος προϋπολογισμὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
1519τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀναγράψει νομισματικὴν διαφορὰν
1520ἀναλογοῦσαν πρὸς 1,50, δυστυχῶς ὅμως τὸ συνάλλαγμα
1521ἀνῆλθεν εἰς 1,67, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον εἰς 1,57 καθ’ ὅλον
1522τὸ ἔτος 1899. Δὲν δύναταί τις νὰ προΐδῃ ὁποία ἔσται ἡ
1523διαφορὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀναγράφετε πίστωσιν ἐπὶ τῇ
1524βάσει τοῦ 1,60, ἐνῷ μέχρι σήμερον ὑπερετιμήθη εἰς 1,62,
1525φθάσαν εἰς 1,65 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου...
1526§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κατέλθῃ ἴσως εἰς 1,50 βραδύτερον.
1527§105ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εὔχομαι νὰ κατέλθῃ καὶ εἰς 1,40... Ὁ κ.
1528Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐλπίζει ὅτι θὰ κατέλθῃ εἰς
15291,50, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἐλπίζῃ· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐλ-
1530πίζῃ τις, δὲν πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς τὴν σύμβασιν, — ἀξίαν
1531λόγου ἄλλως τε, — τὴν ἀναμενομένην ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλ-
1532ληνικοῦ, περὶ ἀποπερατώσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–
1533Λαρίσης, δι’ ἧς συμβάσεως κατωρθώθη, ὥστε ἡ ἑταιρεία νὰ
1534διαθέσῃ ποσὸν 22 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν ἐπὶ τιμῇ φράγ-
1535κου 1,46, διδομένου αὐτῇ τοῦ ἀντιτίμου εἰς πιστωτικὰ
1536γραμμάτια ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν μέχρι
1537τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων. Τὰ τοιαῦτα ἔργα ὁμολο-
1538γουμένως συντείνουσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ συναλλάγμα-
1539τος, ἀλλ’ ἡ βελτίωσις αὕτη, στηριζομένη ἐπὶ τοιούτων μέ-
1540τρων, εἶναι προσωρινή. Θέλετε νὰ βελτιωθῇ ἡ νομισματικὴ
1541διαφορά; — ἴσως εἶναι τολμηρὸν, ἐγὼ, οὗ τὰ οἰκονομικὰ
1542φῶτά εἰσι βεβαίως ἀσθενῆ, ἀπέναντι τῶν ἀπλέτων φώτων τοῦ
1543κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ν’ ἀποφανθῶ ἐπὶ ζητημά-
1544των νομισματικῆς διαφορᾶς, ἀλλ’ ἐν τούτοις θὰ εἴπω τὴν γνώ-
1545μην μου. — Θέλετε, λέγω, νὰ βελτιωθῇ ἡ νομισματικὴ δια-
1546φορά; νὰ ἀνατιμηθῇ τὸ πιστωτικὸν ἡμῶν γραμμάτιον; Συν-
1547τάξατε προϋπολογισμὸν ἀσφαλῆ, προϋπολογισμὸν πραγματι-
1548κόν, περιλαμβάνοντα ἁπάσας τὰς δαπάνας, περιλαμβάνοντα
1549νομισματικὴν διαφορὰν τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος ἐπὶ τοῖς
1550χείροσιν ὅροις τῆς ἐνδεχομένης δαπάνης πρὸς προμήθειαν αὐ-
1551τοῦ, καὶ οὕτω θὰ ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ προϋπο-
1552λογισμὸς ὑμῶν εἶναι ἀκριβής, ἀπολήγων οὐχὶ εἰς ἰσοζύγιον,
1553ἀλλ’ εἰς περίσσευμα, καὶ οὕτω θ’ ἀνορθώσητε τὴν πίστιν τοῦ
1554Κράτους, ἥτις εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία, κατ’ ἐμέ, τῆς ὑπερτι-
1555μήσεως τοῦ συναλλάγματος. Πείθομαι περὶ τούτου, οὐχὶ θεω-
1556ρητικῶς ἐξετάζων τὸ ζήτημα, ἀλλὰ πραγματικῶς, ἐκ τῆς
1557ἱστορίας τῆς χώρας ἡμῶν. Ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς κ. Δηλι-
1558γιάννης, κατὰ τὸ 1891, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπρομηθεύθη συνάλ-
1559λαγμα ἐκ τῆς ἀγορᾶς, χωρὶς νὰ προστρέξῃ εἰς δάνειον, πρὸς
1560ἀπότισιν τῶν τοκοχρεωλυσίων τοῦ ἔτους ἐκείνου, περὶ τὰ 20
1561ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν. Βεβαίως ἡ τοιαύτη τοῦ συναλλάγ-
1562ματος προμήθεια ἐπήνεγκεν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ
1563γραμματίου· ἀλλ’ ὁποίαν ὑποτίμησιν, νομίζετε; 20%
1564μόνον. Καὶ λέγων μόνον 20%, ἴσως θεωρηθῶ ὅτι δὲν
1565ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην μου περὶ συναλλάγ-
1566ματος. Καὶ ὅμως βραδύτερον, ὁπότε περιεκόπησαν τὰ τοκο-
1567χρεωλύσια διὰ τοῦ νόμου τῆς πτωχεύσεως, ἐζητήθη συνάλ-
1568λαγμα μόνον 10 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐν τούτοις τὸ πιστωτι-
1569κὸν νόμισμα κατῆλθεν εἰς 1,80. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι αἰ-
1570τία τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου δὲν εἶ-
1571ναι τόσον ἡ ζήτησις καὶ ἡ προσφορὰ τοῦ χρυσοῦ, ὅσον αὐτὴ
1572ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἐφ’ ἧς ἑδράζεται τὸ πιστωτικὸν γραμ-
1573μάτιον. Διὰ τοῦτο, ἂν θέλωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῆς νομι-
1574σματικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας, πρέπει κυρίως νὰ καταρτίσωμεν
1575προϋπολογισμὸν πραγματικόν, προϋπολογισμὸν ἀπολήξοντα
1576εἰς περίσσευμα, ὅπως διὰ τοῦ περισσεύματος ἀφ’ ἑνὸς μὲν
1577δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως,
1578ἂν νομίζωμεν τοῦτο ἀναγκαῖον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐργασθῶ-
1579μεν ὑπὲρ ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἰδίᾳ δὲ συντε-
1580λέσωμεν ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐπαυ-
1581ξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπαυξή-
1582σεως, ἀναπτυσσομένης οὕτω καὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους,
1583θὰ συντελέσωμεν ἀσφαλῶς εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς νομισμα-
1584τικῆς ἡμῶν διαφορᾶς.
1585Ὁ ὑποβληθεὶς ὅθεν προϋπολογισμὸς θέλει ἀπολήξει πάν-
1586τως εἰς ἔλλειμμα 5 ἑκατομμυρίων· καὶ εἶναι θλιβερόν, μετὰ
1587τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν συμφορὰν, νὰ συζητῶ-
1588μεν περὶ προϋπολογισμοῦ ἀπολήγοντος εἰς ἔλλειμμα, ἐνῷ κα-
1589θῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ συζητῶμεν περὶ προϋπολογισμοῦ ἀπολή-
1590γοντος εἰς περίσσευμα, νὰ συζητῶμεν μόνον περὶ περισσευμά-
1591των, καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ταῦτα.
1592Ἤδη ὅμως γεννᾶται τὸ ζήτημα: ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
1593ἐνεστῶτος ἔτους, ὁ ἀπολήγων εἰς ἔλλειμμα, δὲν εἶναι δυνα-
1594τὸν νὰ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα; δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κα-
1595ταρτισθῇ προϋπολογισμὸς ἄρτιος; Εἰς τοῦτο καλούμεθα, Κύ-
1596ριοι, νὰ σκεφθῶμεν, καὶ ἔχομεν καθῆκον πάντες οἱ μετέ-
1597χοντες τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐξενέγκωμεν
1598τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
1599κειμένων ἡμῶν νόμων δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν προϋπο-
1600λογισμὸν ἀπολήγοντα εἰς περίσσευμα. Ἂς ἴδωμεν δὲ, ἂν πρὸ
1601τῶν ὑποβληθέντων παρ’ ὑμῶν προϋπολογισμῶν ὑπεβλήθησαν
1602προϋπολογισμοὶ ἀπολήξαντες εἰς περίσσευμα κατὰ τὴν δευ-
1603τέραν οἰκονομικὴν περίοδον, τὴν ἐπελθοῦσαν μετὰ τὴν χρεω-
1604κοπίαν. Πράγματι ὑπεβλήθησαν τοιοῦτοι προϋπολογισμοὶ, ὁ
1605προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896.
1606Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1895 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ
160794,657,000, ἐπληρώθησαν διὰ δαπάνας 91,641,000, καὶ
1608ἔμεινε περίσσευμα 3,016,000. Κατὰ δὲ τὸν ἀπολογισμὸν
1609τοῦ 1896 εἰσεπράχθησαν 96,931,000, ἐδαπανήθησαν δὲ μό-
1610νον 90,890,000, ἤτοι προέκυψε περίσσευμα δρ. 6,041,000.
1611Ἀλλ’ ἴσως μοὶ παρατηρήσητε, ὅτι τότε ἡ ὑπηρεσία τοῦ δη-
1612μοσίου χρέους ἦτο ἐλάσσων τῆς νῦν, τότε δ’ ἐπίσης ἦτο ἔλασ-
1613σον καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς συντάξεις, ἐνῷ ἔκτοτε
1614τὸ ποσὸν τοῦτο ηὐξήθη. Καὶ τίς ἀρνεῖται ταῦτα; Ἀλλ’ ἂν
1615προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν συντάξεων εἰς τὸ ποσὸν τῆς ὑπη-
1616ρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1896, ἔχομεν ποσὸν δρ.
161728,336,000. Δι’ ἔξοδα ἐν γένει διοικήσεως ἐδαπανήθησαν
161862,500,000, καὶ εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα, ὡς ἐνθυμοῦμαι, συμ-
1619περιελήφθησαν καὶ πολλαὶ ἔκτακτοι δαπάναι, δαπάναι δι’ ὁ-
1620πλισμὸν τοῦ στρατοῦ, δαπάναι διὰ κατασκευὴν λεβήτων τοῦ
1621στόλου, δαπάναι διὰ τροφὴν τῶν ἐκ Κρήτης γυναικοπαίδων
1622καὶ ἄλλαι τινὲς, καὶ ἐν τούτοις τὸ ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 62
1623μόνον ἑκατομμύρια.
1624Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 τὸ πο-
1625σὸν τῶν ἐσόδων ἀναβιβάζεται εἰς 112,206,849, τὰ δὲ δα-
1626πανηθησόμενα εἰς ἴσον περίπου ποσὸν, πρὸς ὃ ποιήσομαι
1627σύγκρισιν, ἵνα ἴδητε, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ
1628ἀνέρχεται νῦν τὸ χρέος ἡμῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἤδη πλη-
1629ρονομένων συντάξεων πάντως δύναται νὰ καταρτισθῇ προϋ-
1630πολογισμὸς ἀπολήγων εἰς περίσσευμα. Ἀφαιρῶ τὸ διὰ τὰς συν-
1631τάξεις καὶ διὰ δημόσιον χρέος πληρονόμενον ἤδη ποσὸν ἐκ δρ.
163238,863,000, ἤτοι κατὰ 10,500,000 πλέον τοῦ προϋπολο-
1633γισμοῦ τοῦ 1896· ἀπομένουσι διὰ τὴν διοίκησιν, ἐκτὸς τῶν
1634συντάξεων καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, δραχ.
163574,000,000 περίπου, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τότε ἦσαν
1636μόνον, ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ, 62,550,000· ἤτοι ἔχομεν δια-
1637φορὰν ἐπὶ πλέον δαπάνης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους
1638μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1900 ἐξ 11,500,000. Τὸ ποσὸν
1639αὐτὸ τῶν 11,500,000 καλύπτει τὴν αὔξησιν ἔκτοτε τῆς ὑπη-
1640ρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν συντάξεων, ὑπολειπομέ-
1641νων καὶ 1,500,000 δρ. Οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα τοῦ 1900, τὰ προϋ-
1642πολογισθέντα, θὰ ἦσαν μόνον 100,000,000, σὺν τῇ ὑπηρεσίᾳ
1643τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων. Ὑπο-
1644θέσωμεν ὅθεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολο-
1645γισμοῦ, ὡς διατεινόμεθα, εἶναι 6 ἑκατομμυρίων· ἀφαιροῦμεν
1646τὰ 6 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν 112,000,000, θὰ ἔχωμεν ἔσοδα
1647106,000,000, καὶ ἔξοδα 100,000,000. Τὰ 6 ἑκατομμύρια
1648ταῦτα δύνασθε νὰ διαθέσητε πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀληθῶν
1649ἀναγκῶν τῆς χώρας, καὶ οὐχὶ νὰ δαπανᾶτε ταῦτα ὑπὲρ τρο-
1650ποποιήσεως νόμων, δι’ ὧν λέγετε ὅτι σκοπεῖτε τὴν βελτίω-
1651σιν τῆς διοικήσεως, ἐνῷ σκοπὸς ὑμῶν εἶναι ἡ ἱκανοποίησις
1652κομματικῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ καὶ ἂν διὰ τῶν νομοσχεδίων
1653σας, ἃ ὑπεβάλετε, νομίζετε ὅτι θέλετε κατορθώσει τὴν βελ-
1654τίωσιν τῆς διοικήσεως, οἰκοδομεῖτε ἀπὸ τῆς στέγης, ἐνῷ
1655ἔπρεπε ν’ ἀρχίσητε οἰκοδομοῦντες ἐκ τῶν θεμελίων. Ἄνευ
1656ἀσφαλῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἄνευ ἀνορθώσεως τῆς δημοσίας
1657ἡμῶν πίστεως δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς βελτίωσιν τῶν
1658κλάδων τῆς διοικήσεως· διότι, ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν
1659καταλήγῃ εἰς ἔλλειμμα, εἰς περιστάσεις μάλιστα, οἷαι αἱ
1660παροῦσαι, καθ’ ἃς τὸ ἔλλειμμα ἡμῶν δὲν δυνάμεθα νὰ κα-
1661λύψωμεν πλέον διὰ δανείων, ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδυνάμεθα, ἠθέλο-
1662μεν πράξει ἔργον ἀφροσύνης, ἀκολουθοῦντες τὴν τακτικὴν
1663τῶν δανείων, τὸ ἀποτέλεσμα ἔσται, ὅτι, ἀντὶ ν’ ἀποτινάξητε
1664τὸν ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν ἐπικαθήμενον ἔλεγχον, θὰ ἐπι-
1665σπεύσητε τὴν ἔλευσιν βαρυτέρου τοιούτου.
1666Τοιοῦτον λοιπὸν προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ καταρτίσω-
1667μεν, προϋπολογισμὸν ἀσφαλῆ, τὸ δὲ περίσσευμα αὐτοῦ νὰ
1668διαθέσωμεν κατὰ πρῶτον ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγω-
1669γῆς καὶ εἶτα ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἂν
1670θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατόν. Τὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παρα-
1671γωγῆς δέον νὰ μελετηθῶσιν ἐπισταμένως, διότι τὸ Κράτος
1672ἡμῶν δεῖται μεγίστης ἐνισχύσεως ὡς πρὸς τὰς παραγωγι-
1673κὰς αὑτοῦ δυνάμεις, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν γεωργίαν, τὸν πρῶ-
1674τον ἐθνικὸν ἡμῶν παράγοντα, ὅστις παράγων ὁσημέραι βαί-
1675νει μαραινόμενος, ἕνεκα τῆς ἀκηδίας τῆς Πολιτείας...
1676§106Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὄγδοον Ὑπουργεῖον,
1677περὶ οὗ ἄλλοτε καὶ χθὲς ἔτι ἔκαμα λόγον, θὰ σώσῃ αὐτήν.
1678§107ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πιθανὸν καὶ τοῦτο.
1679Ποῖα εἶναι τὰ ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας μέτρα,
1680δύναμαι διὰ βραχέων νὰ εἴπω, μὴ θέλων νὰ ἐξαντλήσω τὴν
1681ὑπομονὴν ὑμῶν. Τὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας
1682εἶναι πρῶτον ἡ ἐμπέδωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τά-
1683ξεως. Καὶ δυστυχῶς δὲν ποιεῖται περὶ πολλοῦ τὸ μέγα αὐτὸ
1684ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπερ
1685κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ βάσις τῆς προόδου πάσης Πολιτείας. Ἐὰν
1686νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς διοικη-
1687τικῆς ἀστυνομίας θὰ κατορθώσῃ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημο-
1688σίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἃς μάθῃ παρ’ ἐμοῦ, ὅτι, ἂν ὁ
1689θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀπέτυχεν, ἔτι μᾶλλον
1690θ’ ἀποτύχῃ ὁ θεσμὸς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Καὶ ἀπό-
1691δειξιν τούτου τρανοτέραν θέλετε ἄλλην ἢ τὴν τῆς πληθύος, τοῦ
1692ἑσμοῦ, δύναμαι νὰ εἴπω, τῶν δικηγόρων, οἵτινες ὑπέβαλον
1693αἰτήσεις ἀστυνομικῶν θέσεων;—ὅπως ἐκπληρώσωσι βεβαίως
1694τὸ πρὸς τὴν πατρίδα αὑτῶν καθῆκον!—Μόνον αὐτὸ τὸ τεκμή-
1695ριον μοὶ δίδει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἀδύ-
1696νατον νὰ ἐπιτύχῃ...
1697§108ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;
1698§109ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ διατί, ὁ χρόνος θ’ ἀποκαλύψῃ... Ἂν
1699ἐπαναφέρητε τὸν θεσμὸν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἐπὶ νέων
1700βάσεων, ὑπὸ ποινικὰς διατάξεις αὐστηροτέρας, ἐστὲ βέβαιοι,
1701ὅτι θέλει εὐδοκιμήσει ὁ θεσμὸς αὐτὸς, καὶ οὕτω θ’ ἀποφύγητε
1702δαπάνην οὐχὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἣν ἀναγράφετε ἐν τῷ προϋ-
1703πολογισμῷ, ἀλλὰ καὶ πλείονα ταύτης, ἣν εἴτε ὑμεῖς, εἴτε
1704ἄλλη Κυβέρνησις, ἀναστέλλουσα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ
1705ἐκείνου, θέλει χρησιμοποιήσει ὑπὲρ τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν
1706τῆς χώρας.
1707Θέλετε ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας; Ἐκτὸς τῆς δημοσίας ἀσφα-
1708λείας καὶ τάξεως, φροντίσατε περὶ συστάσεως Γεωργικῶν
1709Τραπεζῶν, περὶ ἐνισχύσεως τῆς γεωργικῆς πίστεως, ἥτις σή-
1710μερον εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ὁ δυστυχὴς γεωρ-
1711γὸς νὰ δανείζηται πρὸς 30 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν! Θέλετε ἐνίσχυσιν
1712τῆς γεωργίας; Φροντίσατε περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν
1713ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀντικαθιστῶντες αὐτὸν διὰ φόρου οὐχὶ
1714βεβαίως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἣν ὑπεδείξατε ὑμεῖς,
1715ἀλλὰ διὰ φόρου ἄλλου, δικαίου, φόρου, Κύριοι, εἰσοδήματος.
1716Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἰδιοκτήτης ἀγροτικῶν κτημάτων, ἀλλ’ ὀφείλω
1717νὰ ὁμολογήσω, ὅτι σήμερον οἱ φόροι ὅλοι ἐπιπίπτουσιν ἐπὶ
1718τῶν δυστυχῶν γεωργῶν, τῶν μὴ ἐχόντων οὐδὲ τὰ μέσα νὰ
1719θάψωσι πολλάκις τὰ τέκνα των, ἀποθνήσκοντα ἐκ τῶν νοσο-
1720γόνων τελμάτων· ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες εἶναι ἰδιοκτῆται, ἐκεῖνοι
1721οἵτινες εὐποροῦσι, κάτοχοι ὄντες πολλῶν κεφαλαίων ἐν Ἑλ-
1722λάδι, οὐδένα φόρον ἄμεσον ἀποτίνουσι! Διὰ τοῦ νομοσχεδίου
1723σας περὶ στρεμματικῆς φορολογίας ἐνομίσατε, ὅτι ἠδύνασθε νὰ
1724ἀνακουφίσητε τοὺς ἀτυχεῖς γεωργούς· ἀλλὰ δὲν ἠθέλετε ἐπι-
1725τύχει τοῦτο· θὰ εὕρισκον καὶ πάλιν οἱ ἰδιοκτῆται μέθοδον,
1726ἵνα ἐπιρρίψωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν γεωργῶν...
1727§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1728κῶν). Πάντοτε εὑρίσκουσιν οἱ ἰδιοκτῆται μεθόδους πιέσεως
1729τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν, ὅταν θέλωσι νὰ ἐπιβαρύνωσι
1730τούτους.
1731§111ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ νόμος περὶ φόρου εἰσοδήμα-
1732τος τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οἱ γεωργοὶ δὲν θ’ ἀποτί-
1733νωσι φόρον. Καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀποτίνωσιν οἱ ἐπίμορτοι καλ-
1734λιεργηταὶ φόρον, οὐδὲ οἱ λοιποὶ γεωργοί, οἱ κάτοχοι ὀλίγων
1735στρεμμάτων γῆς, διότι οὗτοί εἰσιν ἐργάται. Φορολογεῖται ἡ
1736ἐργασία διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ὑπάρχοντος τῶν ἀροτριών-
1737των κτηνῶν, φορολογία δὲ ἐπὶ τῆς ἐργασίας στερεῖται φορο-
1738λογικῆς βάσεως· εἶναι φορολογία ἄδικος, ἄνισος, βάρβαρος! Ὁ
1739φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐπὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἂς γείνῃ τέ-
1740λος πάντων ἀπαρχή, ἵνα ἀποτίνωσι φόρον τινὰ καὶ τὰ κεφά-
1741λαια ἐν Ἑλλάδι, ἵνα φορολογῶνται καὶ οἱ εὔποροι καὶ μὴ
1742ἐπιπίπτωσιν ὅλοι οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ἀπορωτέρων τάξεων τῆς
1743κοινωνίας ἡμῶν, ἐπὶ τῶν δυστυχῶν γεωργῶν.
1744Θέλετε ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας; Φροντίσατε περὶ ἀποξη-
1745ράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων. Μέγα εἶναι τὸ ζήτημα αὐτὸ,
1746καὶ ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως
1747καὶ τῆς Βουλῆς. Τὰ τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων πρέπει νὰ κανο-
1748νισθῶσι διὰ νόμου οὕτως, ὥστε καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, ἐντὸς τοῦ
1749ἐδάφους τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἕλη, καὶ αἱ κοινότητες νὰ
1750συνεισφέρωσιν ὑπὲρ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, ἀλλὰ νὰ
1751συνεισφέρῃ κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ Κράτος, ἡ Πολιτεία, διότι
1752τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον νὰ φροντίσῃ περὶ
1753τῆς δημοσίας ὑγείας, ἔχει δὲ καὶ συμφέρον ἔμμεσον, τὸ τῆς
1754ἐπαυξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καὶ δι’ αὐτοῦ τὸ τῆς ἐπαυ-
1755ξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν
1756ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θ’ ἀποδοθῶσι τῷ γεωρ-
1757γικῷ πληθυσμῷ γαῖαι εὔφοροι, μέχρι τοῦδε ἄγονοι,—ἐζητή-
1758σαμεν δὲ περὶ τούτου πληροφορίας παρὰ τοῦ τμήματος τῶν
1759δημοσίων ἔργων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐδόθησαν ἡμῖν τοιαῦ-
1760ται, εἰ καὶ δὲν εἶναι πλήρεις, διότι δὲν ἐμελετήθησαν εἰσέτι
1761ἐπαρκῶς τὰ τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, καὶ ἐκ τῶν πληροφο-
1762ριῶν αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἐκτὸς
1763τῆς Θεσσαλίας, ἀνέρχονται εἰς τετρακοσίας χιλιάδας στρέμ-
1764ματα αἱ τελματώδεις γαῖαι,—ἐκτὸς, λέγω, τούτου, θὰ συν-
1765τελέσητε μεγάλως καὶ εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ γεωργικοῦ πλη-
1766θυσμοῦ, περιστελλομένης τῆς θνησιμότητος, ὅπερ ἰδίᾳ εἶναι
1767ἀναγκαῖον εἰς τὸν γεωργικὸν, πληθυσμόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς
1768ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἀνάγκη παρίσταται
1769καὶ διευθετήσεως τῶν χειμάρρων καὶ τῶν ποταμῶν, δι’ ἧς
1770ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ καταστῶσι γαῖαι ἀρδευτικαὶ καὶ λιπαινόμε-
1771ναι λίαν γόνιμοι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ περισταλῇ ἡ καταστροφὴ
1772αὐτῶν, διότι θὰ παύσωσιν οὕτω μεταβαλλόμεναι εἰς χαλικώ-
1773δεις ἀχρήστους ἐκτάσεις.
1774Φροντίζοντες δὲ περὶ τῆς γεωργικῆς τάξεως, πρέπει νὰ
1775φροντίσωμεν συγχρόνως καὶ περὶ συγκοινωνίας, καὶ ἰδίως περὶ
1776κατασκευῆς γεφυρῶν ἐπὶ τῶν χειμάρρων καὶ τῶν ποταμῶν.
1777Ἂς περιορισθῇ πρὸς καιρὸν ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν, καὶ ἂς
1778προτιμηθῶσιν αἱ γέφυραι τῶν ποταμῶν καὶ χειμάρρων, ὅπως
1779οἱ δυστυχεῖς γεωργοὶ, μεταβαίνοντες ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, ἢ
1780εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ἔνθα καλοῦνται συχνάκις,
1781κατηγορούμενοι ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ, μὴ εὑρίσκωσιν ἐν
1782τοῖς ῥήθροις τῶν ποταμῶν τὸν θάνατον! Καὶ ἠξεύρετε, τίνες
1783ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστόν εἰσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες μεταβαίνουσι συν-
1784ήθως εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν ἐπὶ τοιαύτῃ κατη-
1785γορίᾳ; Ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν κατέβαλον τὸν ὀβολὸν αὑτῶν εἰς
1786τοὺς ἐπιτετραμμένους τὰ τῆς φυλάξεως τῶν δασῶν! Φροντί-
1787σατε περὶ τοιούτων μέτρων, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἐνισχύετε
1788τὴν γεωργίαν. Ἐνισχυομένης δὲ τῆς γεωργίας ἡμῶν, ἐνισχύε-
1789ται καὶ αὐξάνει ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν πλοῦτος· ἐνισχυομένου δὲ,
1790ὡς εἶπον, τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, ἐνισχύονται τὰ ἔσοδα
1791τοῦ Κράτους ἡμῶν· ἐνισχυομένων δὲ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους
1792καὶ συνεπῶς καὶ τῆς δημοσίας πίστεως αὐτοῦ, τακτοποιεῖται
1793ἡ νομισματικὴ ἡμῶν ἀνωμαλία, καὶ οὕτω θέλομεν ἔχει προϋ-
1794πολογισμὸν δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς
1795πατρίδος, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξασφαλίσωμεν περίσσευμα δα-
1796πάνης τοιαύτης, οἵα ἐπιβάλλεται πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν τῆς
1797χώρας. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, Κύριοι, τί βλέπομεν; Βλέπομεν προ-
1798ϋπολογισμὸν συνεπάγοντα αὔξησιν ἀσκόπων δαπανῶν, βλέ-
1799πομεν νομοθετήματα, ἃ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχουσιν ἢ
1800τὴν ἐπαύξησιν θέσεων πρὸς κορεσμὸν τῆς κομματικῆς ἡμῶν
1801πολιτικῆς! Καὶ ψηφίζομεν καθ’ ἡμέραν νομοθετήματα τοι-
1802αῦτα, ἅτινα οὐδὲ νὰ ἀναγνώσωμεν κἂν ἐπαρκεῖ ἡμῖν ὁ χρό-
1803νος! Τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ ὑμῶν, πολιτικὴ τῆς αὐξή-
1804σεως τῶν δαπανῶν, πολιτικὴ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν φόρων...
1805§112Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνακριβὲς αὐτό.
1806§113Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1807κῶν). Βεβαίως.
1808§114ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπαύξησις φόρων, λέγει ὁ κύριος
1809συνάδελφος, καὶ ἐπιβεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
1810μικῶν! Ἀλλὰ διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλετε,
1811ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς συμπληρώσεως ἢ τροποποιήσεως τῶν
1812φορολογικῶν σας νόμων, ἐπαυξάνετε αὐτούς. Καὶ δὲν εἶναι
1813ἐπαύξησις φόρων, ὁπόταν διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευ-
1814μάτων ζητῆτε καὶ λαμβάνητε φόρον ἀπὸ ἕνα ἐπιτηδευμα-
1815τίαν διὰ δύο καὶ τρία ἐπιτηδεύματα; Δὲν εἶναι ἐπαύξησις
1816φορολογίας νὰ προπληρόνῃ ὁ ἐπιτηδευματίας τὸν φόρον αὐτοῦ,
1817ἐνῷ εἶναι ἄδηλον ἂν θέλῃ ἐπιζήσει;
1818§115Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Αὐτὸ εἶναι φρικῶδες!
1819§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1820κῶν). Ἁπανταχοῦ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος προπληρό-
1821νεται, διότι διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου λαμβάνει ὁ εἰς
1822φόρον ἐπιτηδεύματος ὑποκείμενος τὴν ἄδειαν πρὸς ἄσκησιν
1823τοῦ ἐπαγγέλματός του. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ὑπῆρχε καὶ ἐν
1824τῷ προηγουμένῳ νόμῳ· δὲν προπληρόνεται δὲ, εἰμὴ ὁ φόρος
1825μιᾶς ἑξαμηνίας μόνον.
1826§117ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ τοιαῦτά εἰσι βεβιασμέναι δικαιολογίαι.
1827§118Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅσον πλειότερα ἀφαιροῦνται ἀπὸ
1828τοῦ λαοῦ, κατὰ τοσοῦτον ἡ φορολογία εἶναι βαρυτέρα.
1829§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην ταύτην, οὐδὲν πρέπει
1830νὰ ἀφαιρῆται ἀπὸ τὸν λαὸν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἤτοι πρέπει
1831νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀσυδοσία! Πῶς ὅμως θέλουσιν ἐκπληρωθῆ
1832αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας;
1833§120ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ λέγω ταῦτα εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ φόρου
1834τῶν ἐπιτηδευμάτων. Καὶ ὅταν προϋπολογίζητε ἐξ ἑνὸς φό-
1835ρου νὰ εἰσπράξητε πλείονα τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραττομέ-
1836νων, καὶ διὰ τοῦ συστήματός σας, ὅπως ἐλαττώσητε δῆθεν τὴν
1837διαφορὰν μεταξὺ εἰσπραττομένων καὶ βεβαιουμένων, κατα-
1838φεύγητε εἰς τοιαύτας δρακοντείους διατάξεις, ὥστε ἀναγ-
1839κάζετε πολλάκις τὸν ἐπιτηδευματίαν νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον
1840αὑτοῦ, ἔστω καὶ ἂν σκοπῇ νὰ παύσῃ ἐνασκῶν τὸ ἐπάγ-
1841γελμά του, ἵνα μὴ συρθῇ εἰς τὰς φυλακὰς, τί ἄλλο, παρ’ ὅ,τι
1842εἶπον, συμβαίνει;
1843§121ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ, λέγετε τοῦτο.
1844Ὁ νόμος δὲν ὑποχρεώνει εἰς δήλωσιν, οὐδ’ εἰς φορολογίαν, τὸν
1845προτιθέμενον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἐπιτήδευμά του.
1846§122ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Σᾶς διαψεύδουσι τὰ πράγματα... Δὲν
1847εἶναι ἐπαύξησις φορολογίας, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1848Οἰκονομικῶν, καὶ ἐν τούτοις ἐπιβάλλει στρεμματικὴν φορο-
1849λογίαν, ἧς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς κατὰ στρέμμα γῆς ἀνή-
1850γαγεν εἰς 80 λεπτὰ τῆς ποτιστικῆς, τῆς δὲ ξηρικῆς εἰς 40
1851λεπτά.
1852§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί ἐζητεῖτο δι’ αὐτοῦ τοῦ νομο-
1853σχεδίου, κύριε Βουλευτά; Ἐζητεῖτο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσ-
1854πράττεται νῦν, ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα τοῦ φόρου τῶν ἀρο-
1855τριώντων κτηνῶν. Δὲν πρόκειται ἄρα περὶ αὐξήσεως φόρου.
1856§124ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τότε ἔπρεπε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ διατά-
1857ξητε τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς νὰ ποιήσωνται τοιαύτας τὰς με-
1858λέτας αὐτῶν, ὥστε νὰ θέσητε ὡς ἀνώτατον ὅρον ἐκεῖνον, ὃν
1859σήμερον ἔχετε ὡς κατώτατον· διὰ τῆς τοιαύτης δὲ διαβαθ-
1860μίσεως θὰ ἐπείθεσθε, ὅτι τὸ ποσὸν, ὅπερ εἰσπράττετε σή-
1861μερον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν...
1862§125ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι διάταξις ῥητὴ τοῦ νομοσχεδίου.
1863§126ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφει
1864ἀνώτατον ὅρον 80 λεπτὰ, κατώτατον δὲ 40. Σᾶς ἐζήτησα
1865στατιστικὴν περὶ τούτου, ἀλλὰ μοὶ ἀπηντήσατε, ὅτι ἴσως
1866δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ συνεμορφώθητε τῇ ἐπερωτή-
1867σει μου. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ
1868Προϋπολογισμοῦ διετυπώσατε τοιαύτας ἰδέας...
1869§127Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸ
1870δικαίωμα νὰ διακόπτῃ τὸν ἀγορεύοντα, ἀλλὰ οἱ ἄλλοι τί-
1871ποτε!
1872§128ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον. Ἂς διακόπτωσι.
1873Δὲν εἶναι αὔξησις φορολογίας, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1874Οἰκονομικῶν. Καὶ ὅμως ἐπιβάλλεται αὔξησις φορολογίας ἐπὶ
1875τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν!...
1876§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας
1877τῶν βοσκησίμων γαιῶν προτείνεται μικρά τις αὔξησις τοῦ
1878ὑφεστῶτος φόρου, ἀλλὰ δικαιοτάτη.
1879§130ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι ὅμως αὔξησις... Δὲν εἶναι, λέγει,
1880αὔξησις φορολογίας, καὶ ἐν τούτοις ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ
1881αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν!
1882Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς παρατηρῶ, περισσότερον πειράζεται,
1883ἂν τῷ ἀποδίδωμεν τὸ τίτλον, ὅτι εἶναι φορομανὴς, ἢ ἂν ὁ
1884προϋπολογισμὸς αὐτοῦ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα.
1885§131Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμὲ δὲν πειράζει τίποτε ἐξ ὅσων
1886λέγετε.
1887§132ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως, διότι ὅ,τι λέγω προέρχεται ἐκ
1888χρηστοῦ συνειδότος... Μεθ’ ὅλας ὅμως τὰς διαμαρτυρίας σας,
1889τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ ὑμῶν, πολιτικὴ τῆς ἐπαυξή-
1890σεως τῶν φόρων, πολιτικὴ τῶν ἀσκόπων δαπανῶν.
1891Διὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς μὴ νομίζετε ὅτι δύνασθε ν’ ἀν-
1892ταποκριθῆτε πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, πρὸς τὰς σημερι-
1893νὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος ἡμῶν· διὰ τῆς τοιαύτης πολι-
1894τικῆς μὴ νομίζετε ὅτι ἐφαρμόζετε τὸ πρόγραμμα, ὅπερ
1895ἐπηγγέλθητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
1896μετὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ δεινὴν συμφορὰν ἓν μόνον πρό-
1897γραμμα ἐννοεῖ, ἀγαθὴν καὶ χρηστὴν διοίκησιν, περικοπὴν δα-
1898πανῶν, ἐλάττωσιν φορολογίας, εἰ δυνατὸν, ἐπὶ τῶν ἀπορω-
1899τέρων τάξεων...
1900§133ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἰκονομίας.
1901§134ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ... Καὶ τὸ περίσσευμα, τὸ ἀπομένον ἀπὸ
1902τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ ἐνισχύ-
1903σεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ ὑπὲρ ὀργανώσεως τοῦ στρα-
1904τοῦ, ὃν δυστυχῶς τείνετε νὰ διαλύσητε. Ἀλλ’ ὅταν λαμβά-
1905νητε τὸ μέτρον τῶν προσωρινῶν ἀδειῶν, οὐδὲν ἄλλο ζη-
1906τεῖτε διὰ τούτου, εἰμὴ νὰ περικόψητε δαπάνας ἐκεῖ, ὅπου
1907δὲν εἶναι πρέπον... Καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνθυμοῦμαι
1908τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος κατ’ ἄλλην περί-
1909στασιν, — οὐχὶ τὴν παροῦσαν, ἥτις εἶναι καὶ χείρων ἐκείνης,
1910διότι σήμερον ῥυθμισθέντα τὰ τῶν χρεῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
1911συμβιβασμοῦ παρέχουσιν ἀσφαλέστερον ἔδαφος, — ὅτι πρέπει
1912νὰ διασκευάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν οὕτως, ὥστε νὰ
1913περικόψωμεν δαπάνας καὶ ἐκ τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐξ ἄλλων
1914Ὑπουργείων, καὶ ταῦτα τὰ ποσὰ νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῆς
1915ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Καὶ ὅ,τι ἔλεγε τότε ὁ κ.
1916Πρωθυπουργὸς, ἐπιβάλλεται σήμερον νὰ πραγματοποιηθῇ,
1917διότι σήμερον τὸ πρόγραμμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς εἶ-
1918πον, μετὰ τὴν δεινὴν συμφορὰν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξήλθομεν
1919κατησχυμένοι, εἶναι ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ. Εἰς αὐτὸν,
1920Κύριοι, τὸ ἔθνος ἀποβλέπει.
1921Ἐθλίβην, ὅπως καὶ πάντες ὑμεῖς, διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν
1922συμφορὰν, ἀλλ’ οὐχὶ τόσον διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστη τὸ
1923ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, ἰδίως ἡ δύσμοιρος Θεσσαλία, οὔτε καὶ
1924διὰ τὴν περικοπὴν τῶν συνόρων, διότι, κατ’ ἐμὲ, ὅρια ἰσχυρὰ
1925ἑνὸς Κράτους εἶναι τὰ στήθη τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ, ὅσον ἐθλί-
1926βην διὰ τὴν ἠθικὴν ζημίαν, διὰ τὴν ἀτίμωσιν, ἣν ὑπέστη
1927ἡ χώρα ἡμῶν. Χάριν τῆς τιμῆς ἡμῶν δέον νὰ προνοήσωμεν
1928ὑπερ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν καὶ ὄχι
1929διὰ τῆς ψηφίσεως νόμου, δι’ οὗ ἀνατίθεται ἡ Γενικὴ Διοίκη-
1930σις τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον. Ἡ
1931διοργάνωσις τοῦ στρατοῦ χρήζει μέσων, διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν
1932δὲ ταῦτα, πρέπει νὰ καταρτίσωμεν προϋπολογισμὸν ἐπὶ
1933βάσεων ἀσφαλῶν, οὐχὶ προϋπολογισμὸν, δι’ οὗ οὐδὲν ἄλλο
1934ζητεῖται, εἰμὴ ἡ ἐπιστέγασις τῆς συναλλαγῆς, ἧς ἐκηρύσ-
1935σετο πολέμιος ἀδυσώπητος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
1936μικῶν, ὅτε ἐτύγχανεν ἀντιπολιτευόμενος τῆς Κυβερνήσεως
1937τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ.
1938Τοιοῦτος ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν περιστάσεων νὰ ἦναι ὁ
1939προϋπολογισμὸς ἡμῶν. Καὶ ὀφείλετε νὰ ὑποχωρήσετε πρὸ
1940τῆς γνώμης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲν ἄλλο ζητούσης,
1941εἰμὴ περικοπὴν ἀσκόπων δαπανῶν. Αἱ γνῶμαι δὲ τῆς Ἀντι-
1942πολιτεύσεως, ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἰσὶ γνῶ-
1943μαι ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος...
1944§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1945κῶν). Τῆς μειονοψηφίας πάντοτε.
1946§136ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀληθῶς, ἀλλὰ τῆς
1947Ἑλλάδος ὅλης πραγματικῶς... Περικοπὴ δαπανῶν εἶναι
1948τὸ πρόγραμμά της, καὶ οὐχὶ δημιουργία θέσεων διὰ τῶν
1949νέων νόμων, οὓς ψηφίζετε. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τώρα ἀκριβῶς ἐκ
1950τῆς διακοπῆς ὑμῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας Βουλευ-
1951τοῦ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολο-
1952γισμοῦ, ἐνῷ ἐπροτείνομεν ἡμεῖς περικοπὴν δαπανῶν, μέλη
1953τῆς πλειονοψηφίας ἐζήτουν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσπρα-
1954κτόρων, αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γραφέων καὶ τῶν ὑπο-
1955γραμματέων!
1956§137ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς διευκόλυνσιν τῆς εἰσπράξεως
1957τῶν ἐσόδων!
1958§138ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔχετε δίκαιον νὰ λέγητε, ὅτι εἶναι γνῶ-
1959μαι τῆς μειονοψηφίας αἱ γνῶμαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Καὶ
1960ἐχλευάζετε τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν... (δια-
1961μαρτυρίαι ἐκ τῶν ὑπουργικῶν βάθρων).
1962§139ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ἐχλεύασα τὸν ἀξιότιμον ἐκ
1963Γόρτυνος Βουλευτήν.
1964§140ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐχλευάζετε διὰ τῆς φράσεώς σας, ὅτε
1965ἐλέγετε, ὅτι ἀπορεῖτε διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ὑποσχέσεων
1966τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἣν ἔδιδεν εἰς τοὺς
1967ἐκλογικοὺς συλλόγους, ὅτι θὰ κατώρθου νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδα
1968τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους εἰς 62 ἑκατομμύρια.
1969§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγεννήθη ἐκεῖνος ποῦ θὰ χλευάσῃ
1970τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν!
1971§142Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
1972Ὅταν ἀπορῇ τις, χλευάζει, κύριε Βουλευτά; Δὲν χλευάζει.
1973§143ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἴσως ἡ φράσις μου δὲν διερμήνευσεν ἀκρι-
1974βῶς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ τότε Βουλευτοῦ ἐκ Παρ-
1975νασσίδος.
1976§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅ,τι εἴπετε ὡς λεχθὲν παρ’ ἐμοῦ
1977εἶναι χλευασμὸς, τότε ὅ,τι ὑμεῖς εἴπετε ταύτην τὴν ἑσπέ-
1978ραν ἀποτελεῖ σειρὰν χλευασμῶν ἐναντίον ἡμῶν. Εἶναι ἀναγ-
1979καῖον νὰ μὴ ἀποτείνητε τοιαύτας αἰτιάσεις, μάλιστα κατ’ ἐ-
1980μοῦ, μὴ συνηθίσαντος νὰ χλευάζω οὐδένα.
1981§145ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἴσως ἡ φράσις μου, ἐπαναλέγω, ἦτο δρι-
1982μεῖα, ἴσως παρεσύρθην ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου· ἀλλ’ ἤθελον
1983διὰ ταύτης νὰ εἴπω, ὅτι ὑμεῖς, ἐπικρίνοντες τὸν τότε Πρω-
1984θυπουργὸν, ἐξεφράζετε ἀπορίαν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ περιο-
1985ρίσῃ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους εἰς 62 ἑκατομ-
1986μύρια, πῶς ἐτόλμα νὰ δίδῃ τοιαύτας ὑποσχέσεις εἰς τὸν Ἑλ-
1987ληνικὸν λαόν! Καὶ ὅμως, ἐλθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐπραγμα-
1988τοποίησε—διότι ἐννοεῖ νὰ πραγματοποιῇ τὰς ἐπαγγελίας
1989του—ὅ,τι ἐπηγγέλλετο τότε ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγός.
1990Καταρτίσατε ὅθεν καὶ ὑμεῖς προϋπολογισμὸν περιλαμβά-
1991νοντα ἔξοδα διοικήσεως μέχρις 62,000,000, προσθέτοντες δὲ
1992καὶ τὴν ἔκτοτε ἐπαύξησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους
1993καὶ τὴν τῶν συντάξεων, ἀναβιβάσατε αὐτὸν μόνον μέχρι τοῦ
1994ποσοῦ τῶν 100,000. Τοιοῦτον προϋπολογισμὸν θέλομεν ἡμεῖς,
1995προϋπολογισμὸν σταθερὸν, δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς
1996δημοσίους ἀνάγκας. Καὶ νομίζομεν, ὅτι ὁ τοιοῦτος προϋπο-
1997λογισμὸς εἶναι ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ φρονήματος τοῦ Ἑλλη-
1998νικοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἡμεῖς ἔχετε ἐναντίαν ἰδέαν, ἀναμείνατε τὸν
1999χρόνον, ἵνα πεισθῆτε περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἡ τιμωρία, ἐπερχο-
2000μένη μετὰ νέαν συμφορὰν, εἶναι ἀνωφελής.
2001Πεποιθότες οὐ μόνον εἰς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
2002ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἥτις ἐπιβάλλεται σήμερον, τῆς
2003καταρτίσεως τοιούτου προϋπολογισμοῦ, ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν
2004νὰ ὑποχωρήσητε, ἐὰν θέλετε νὰ σώσητε τὴν πατρίδα, κινδυ-
2005νεύουσαν. Ἐὰν δὲν θέλετε νὰ τὴν σώσητε ἐκ τοῦ ἐπαπειλοῦν-
2006τος αὐτὴν κινδύνου, ἐξακολουθεῖτε ἐμμένοντες εἰς τὴν τοιαύ-
2007την τακτικὴν, ἀλλὰ τότε ἐγγὺς δυστυχῶς ἔσται ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν
2008δεινῶν συμφορῶν ἐργάται καὶ αὖθις θὰ γίνητε! Δευτέρα χρεω-
2009κοπία τοῦ Κράτους, μὴ λησμονῶμεν ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλας
2010συνεπείας, χείρονας τῶν τῆς πρώτης· δευτέρα χρεωκοπία ση-
2011μαίνει ἐπέκτασιν τοῦ ἐλέγχου ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τῆς διοι-
2012κήσεως· ἔλεγχος δὲ τοιοῦτος εἶναι πλήρης ὑποδούλωσις
2013τῆς χώρας ἡμῶν! Ἂν νομίζετε ὅτι τοιαύτη πολιτικὴ
2014εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ ἔθνος, ἀσπασθῆτε αὐτήν. Ἡμεῖς νο-
2015μίζομεν, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι γνήσιον τέκνον τῆς πατρίδος, ὅστις
2016φροντίζει ὑπὲρ τῆς σωτηρίας αὐτῆς. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀρι-
2017στερᾶς).
2018§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
2019§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
2020(Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
2021βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 9 καὶ 50′ μ. μ.)
2022§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2023Ὁ κύριος Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον.
2024§149Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Πρὶν εἰσέλθω, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέ-
2025τασιν τοῦ θέματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξό-
2026δων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900, νομίζω ὅτι δικαι-
2027οῦμαι νὰ παραπονεθῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα καὶ
2028φίλον μου (τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως τιμῶ) διὰ τὸν λόγον τὸν
2029ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἀπέκρυψα δῆθεν ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ δὲν
2030ἀνέγνωσα πρὸς αὐτὴν τὸν πρόλογον τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειο-
2031νοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νομίζω ὅτι
2032ἐνθυμοῦνται καλῶς ὅλα τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἥ τε
2033πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην,
2034καθ’ ἣν συνήλθομεν, πρῶτόν μου ἔργον ἦτο νὰ ἀναγνώσω πρὸς
2035αὐτὰ τὸ προοίμιον καὶ εἶτα τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπο-
2036λογισμοῦ· λυποῦμαι δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μαν-
2037τινείας κ. Μανέτας δὲν εἶναι παρὼν, ἵνα σᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι
2038ἐκεῖνος ἦτο ὁ πρῶτος, ὅστις εἶπεν, ὅτι «δὲν εἶναι δυνατὸν
2039»νὰ καθήσωμεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν ἔκθεσιν ὁλόκληρον καὶ τὸν
2040»πρόλογον αὐτῆς, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ὑπέχομεν ἡμεῖς εὐθύ-
2041»νην διὰ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν αὐτῇ». Πρὸς
2042τὴν γνώμην ταύτην συνετάχθη καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ
2043Καρυστίας κ. Δούνης καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς
2044κ. Λεβίδης, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐξ Ἄνδρου ἀξιότιμος συνάδελφος κ.
2045Καΐρης...
2046§150Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς
2047ἤρξατο ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν ἀπὸ τοῦ προλόγου, καὶ τὸν
2048παρεκαλέσαμεν νὰ σταματήσῃ.
2049§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
2050κῶν). Ὥστε ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος δὲν
2051ἦτο ἀληθής.
2052§152ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι ἄδικος ἦτο καὶ ἡ
2053ἄλλη αἰτίασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, εἰπόντος ὅτι
2054ἐν τῷ προλόγῳ ἀναγράφεται, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἀπὸ τοῦ 1882
2055κρατήσασα εἶχε σκοπὸν τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἐπε-
2056τεύχθη, ἐνῷ βλέπουσιν οἱ ἀναγινώσκοντες τὴν ἔκθεσιν, ὅτι
2057δὲν ἀναγράφεται ἐν αὐτῇ ὅτι ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον ἀπὸ
2058τοῦ 1882, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο ἦτο ὁ κυριώτερος σκοπὸς τῆς πο-
2059λιτικῆς ἐκείνης, ἐπραγματοποιήθη ὅμως βραδύτερον, «ὡς
2060»μαρτυρεῖ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1888, ἀλλὰ καὶ ὁ τοῦ 1893,
2061»ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ ἔτι οἱ μέχρι τοῦ ἔτους 1892 ἀπολογισμοὶ,
2062»καίτοι ἐπεβαρύνθησαν μὲ ἀκεραίαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
2063»δημοσίου χρέους, ὅμως δὲν κατέλιπον σοβαρὰ καὶ ἄξια
2064»μνείας ἐλλείμματα». Ταῦτα ῥητῶς ἀναγράφονται ἐν τῇ ἐκ-
2065θέσει. Ἑπομένως ἦτο περιττὸν νὰ ἀναφέρῃ ὁ ἀξιότιμος προ-
2066αγορεύσας τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1882, ὅτι κατέληξεν εἰς
2067ἔλλειμμα· ὡς εἴδετε δὲ μάλιστα, περιωρίσθη εἰς μόνον τὸν
2068ἀπολογισμὸν τοῦ 1882.
2069Ἐπίσης ἐκάκισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τὸ προοίμιον τῆς
2070ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, διότι νομίζει ὅτι
2071ἀναφέρομεν, ὅτι ὁ παρὼν προϋπολογισμὸς δὲν ἔχει ἄλλον
2072σκοπὸν ἢ τὴν ἀπόσεισιν τοῦ ἐθνικοῦ ὀνείδους, δηλ. τοῦ ἐλέγ-
2073χου, ἐνῷ ἀναφέρομεν, ὅτι πρέπει διὰ τοῦ εἰσαχθέντος προϋπο-
2074λογισμοῦ νὰ προβλέπηται αὐτὸ ὡς ἀπώτερος σκοπός.
2075Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ
2076Φθιώτιδος συνάδελφος, εἶναι, ὅτι παραδεχόμεθα δῆθεν, ὅτι
2077μόνον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1882 ἐπῆλθέ τι καλὸν εἰς τὸν τό-
2078πον, καὶ εἶπε: «τὰ 482,000,000 λοιπὸν, τὰ δαπανηθέντα
2079μέχρι τοῦ 1882, ἐδαπανήθησαν εἰς μάτην;»
2080Δὲν ἠξεύρω, ἂν οὗτος ἐννοεῖ, ὅτι ἐδαπανήθησαν ταῦτα διὰ
2081τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τῆς Θεσσαλίας· ἀλλ’ οὐδεὶς ἀρ-
2082νεῖται, ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς Θεσσαλίας ἐπετεύχθη πρὸ τῆς
2083ἐποχῆς τοῦ 1882. Πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς
2084τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἠλευθερώθη ἡ Θεσσαλία, δὲν
2085λησμονοῦμεν ὅμως ἡμεῖς, ὅτι ἡ κυρία ἀφορμὴ τῆς ἐλευθερίας
2086τῆς Θεσσαλίας ἀνάγεται εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1880.
2087Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1879, ἐν τῇ
2088Βουλῇ τῆς Ηʹ Περιόδου, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὁμιλῶν
2089ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔλεγε, κακίζων τὴν Συμπολίτευ-
2090σιν τῶν χρόνων ἐκείνων, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικὸν δὲν εὑ-
2091ρίσκετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὔτε εἰς τὸ ἄλφα αὑτοῦ· προσ-
2092έθετε μάλιστα, ὅτι ἦτο εἰς πολὺ χειρότερον σημεῖον τὸ
2093ἐθνικὸν ζήτημα τότε ἢ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Βερολινείου
2094Συνεδρίου. Τότε, ὡς ἐνθυμοῦμαι,—καὶ ἀναγράφεται εἰς τὰ
2095πρακτικά,—ἐνθυμοῦνται δὲ κάλλιον ἐμοῦ οἱ πρεσβύτεροι τῶν
2096κυρίων συναδέλφων, ἐξηγέρθη σύσσωμος ἡ Συμπολίτευσις κατὰ
2097τῆς ἰδέας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ Τρικούπης, ἰδίως
2098δ’ ἐξηγέρθη ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος, καὶ
2099περισσότερον πάντων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς,
2100τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη δια-
2101μαρτυρόμενος κατὰ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ Τρικούπη, διότι
2102δὲν ἤθελε ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ ΙΓʹ Πρωτόκολ-
2103λον τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου ἦτο ἴδιον αὑτοῦ ἔργον, ἐλη-
2104σμόνει ὅμως ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι βεβαίως ἡ ἄστοχος διεξα-
2105γωγὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡμῶν ζητήματος τότε συνετέλεσεν,
2106ὥστε παραστὰς οὗτος εἰς τὸ Βερολίνειον Συνέδριον νὰ μὴ λάβῃ
2107θέσιν ὁμότιμον ἐν αὐτῷ. Ἐλησμόνει ὅτι ἡ Ἀγγλία, μὲ τὴν
2108ὑπογραφὴν τοῦ Σώλσβαρυ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν,
2109συνέταξεν ἐγκύκλιον τότε, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ τάξῃ
2110τὴν Ἑλλάδα εἰς ὁμότιμον θέσιν μετὰ τῶν λοιπῶν Εὐρωπαϊ-
2111κῶν Κρατῶν· τοῦτο δ’ ἔπραττε διότι ἤθελεν, οὐχὶ τόσον νὰ
2112ὑπερτιμήσῃ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, ὅσον ἴσως νὰ ὑποτιμήσῃ
2113τὴν θέσιν τῆς Ρωσσίας, ἡ ὁποία παρίστατο ἐν τῷ Συνεδρίῳ
2114ὡς διεκδικήτρια τῶν δικαίων τῶν Σλαυϊκῶν. Τοῦτο ὅμως
2115δὲν ἐπετεύχθη, διότι ἡ φωνὴ τοῦ σιδηροῦ Βίσμαρκ ἦτο ἐναν-
2116τία ἡμῶν, καὶ κατίσχυσε δυστυχῶς, κληθέντων ἡμῶν ὑπ’ αὐ-
2117τοῦ, ὡς Προέδρου τοῦ Συνεδρίου, ἁπλῶς μόνον, ὅπως ἐξενέγ-
2118κωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ 15 ἄρθρου τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου
2119Στεφάνου.
2120Ἀλλὰ μετὰ τὸν τίτλον τοῦτον τέλος πάντων τοῦ Βερο-
2121λινείου Συνεδρίου, τίτλον οὐχὶ χιμαιρικόν, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ
2122Βήκονσφηλδ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Ὁμοτίμων ἀγορεύων
2123μετὰ τὴν ἐκ Βερολίνου ἐπάνοδον, ὠνόμαζε, τὸ πρῶτον, ὡς ἐν-
2124θυμοῦμαι, πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ἡ λύσις τοῦ
2125ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος, ἦτο ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως, ἣν
2126ἔκαμε βραδύτερον ἡ Τουρκία, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς νέας δια-
2127πραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐγένοντο εἰς τὴν Πρέβεζαν. Αἱ
2128διαπραγματεύσεις αὗται ἀπέτυχον, καὶ κατεφεύγομεν μετ’ οὐ
2129πολὺ εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν
2130εἰς τὰς Δυνάμεις πρὸς λύσιν τῆς διαφορᾶς. Τότε ἡ Πύλη ἀνέ-
2131θηκεν εἰς τὸν Σαβφὲτ πασσᾶν, Ὑπουργὸν αὐτῆς ἐπὶ τῶν Ἐξω-
2132τερικῶν, νὰ διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα, περιέπλεξε δ’ οὗτος οὕτω
2133τὴν Ἑλλάδα, ὥστε νὰ θεωρήσῃ καὶ αὐτὴ ὡς συζητήσιμον
2134τὸ ΙΓʹ πρωτόκολλον τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου. Τότε δὲ ἡ
2135Κυβέρνησις, δεχθεῖσα νὰ συζητήσῃ τοῦτο, ἔδωκε διαταγὰς εἰς
2136τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμέτερον πρεσβευτὴν, ὅστις ἐτύγ-
2137χανε νὰ ἦναι τότε ὁ μακαρίτης Π. Βράϊλας Ἀρμένης, ὅσ-
2138τις καὶ κατέστρωσε νέον σχέδιον νέας ὁροθετικῆς γραμ-
2139μῆς, ἀντιθέτου τῆς τοῦ Βερολίνου. Μόλις συνέβη τοῦτο, ὁ
2140Σαβφὲτ πασᾶς, ὡς ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ Εʹ
2141Πρωτοκόλλου, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Σεπτεμβρίου
2142(5 Ὀκτωβρίου) 1879 εἶπε: «Σαφές ἐστὶν, ὅτι πᾶν τὸ συζητή-
2143»σιμον εἶναι καὶ τροποποιήσιμον, ἀφοῦ πᾶν τὸ μὴ τροπο-
2144»ποιήσιμον εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως». Ἐτέθη λοιπὸν ὑπὸ συ-
2145ζήτησιν τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως δὲν ἦτο δυ-
2146νατὸν ἢ νὰ ἐκφύγῃ τῶν χειρῶν ἡμῶν τὸ ΙΓʹ Πρωτόκολλον
2147τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου.
2148Κατόπιν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου,
2149διεδέξατο ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, κατὰ τὰς
2150ἀρχὰς τοῦ 1880, κατὰ συγκυρίαν δ’ εὐτυχῆ, διεδέχετο καὶ
2151τὸν Βήκονσφηλδ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Ἀγγλίας ὁ Γλάδστων.
2152Τότε ἐν τῇ νέᾳ Συνδιασκέψει τοῦ Βερολίνου τὸ ζήτημα τὸ
2153ἡμέτερον ἐλύθη, καὶ ἐδίδετο νέα ὁροθετικὴ γραμμὴ εἰς τὴν
2154Ἑλλάδα. Τὴν γραμμὴν ταύτην, καίπερ ἀπομακρυνομένην
2155τῆς πρώτης, τῆς τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου, ἔσπευσεν ὁ ἀοί-
2156διμος Τρικούπης ν’ ἀποδεχθῇ, διότι διέβλεπεν, ὡς βαθύνους πο-
2157λιτικὸς, τὴν προσέγγισιν τῆς Αὐστρίας πρὸς τὴν Γερμανίαν,
2158ἥτις ἤρχιζε τότε, ἐξ οὗ καὶ εἴκαζεν, ὅτι ἡ ἰσορροπία τῶν Δυ-
2159νάμεων ἤθελε μεταβληθῆ.
2160Κατὰ τὴν γραμμὴν, ἥτις τότε ἐδίδετο εἰς τὴν Ἑλλάδα,
2161τὸ ὅριον θὰ παρηκολούθει τὸ ῥεῖθρον (thalweg) τοῦ Καλαμᾶ
2162ἀπὸ τῶν ἐκβολῶν τοῦ ποταμοῦ τούτου εἰς τὴν Ἰόνιον Θάλασ-
2163σαν μέχρι τῶν πηγῶν αὐτοῦ παρὰ τὸ Χὰν Καλυβάκι, εἶτα
2164δὲ τὰς δειράδας (crêtes) τῶν ὀρέων, αἵτινες διαχωρίζουσι
2165τὰς λεκάνας πρὸς βορρᾶν μὲν τῆς Βογιούσης, τοῦ Ἁλιάκ-
2166μονος, τοῦ Μαυρονερίου καὶ τῶν παραποταμίων τούτου, πρὸς
2167νότον δὲ τοῦ Καλαμᾶ, τῆς Ἄρτης, τοῦ Ἀσπροποτάμου καί
2168τοῦ Σαλαμβριᾶ (ἀρχαίου Πηνειοῦ) καὶ τῶν παραποταμίων
2169αὐτῶν, ὅπως καταλήξῃ εἰς τὸν Ὄλυμπον, οὗτινος θὰ παρηκο-
2170λούθει τὴν δειράδα μέχρι τῆς ἐν τῷ Αἰγαίῳ ἀνατολικῆς αὐτῆς
2171ἄκρας. Καὶ ταῦτα, ἀφοῦ σημειωθῇ, ὅτι ἡ γραμμὴ ἐκείνη ἄφινε
2172πρὸς μεσημβρίαν τὴν λίμνην τῶν Ἰωαννίνων καὶ πάντα τὰ
2173εἰς αὐτὴν ἐκβάλλοντα ῥεῖθρα, ὡς καὶ τὸ Μέτσοβον, ἅτινα κα-
2174θίσταντο κτήσεις τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Τρικούπης ὅμως,
2175κάλλιστα ἐννοῶν ὅτι πρέπει νὰ στηρίζηταί τις καὶ εἰς τὰς
2176ἰδίας αὑτοῦ δυνάμεις, καὶ ὅταν ἔτι ἔχῃ τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἑαυ-
2177τοῦ, ἐκάλεσε τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1880, τὴν ὁποίαν κατό-
2178πιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου, — ὅστις δὲν εἶχε τὴν ἀρ-
2179χὴν τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, τοῦ νὰ πράττῃ τὰ ἀντί-
2180θετα τῶν ἀντιπάλων, ἐρχόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν, — ἐνέκρινε καὶ
2181ἐξηκολούθησεν αὐτήν. Εἴδετε δὲ τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύ-
2182της πολιτικῆς, ὅτι ἐδόθη ἡ νέα γραμμὴ τὴν 31 Μαρτίου 1888.
2183Ἠθέλησεν ὁ προλαλήσας ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τοῦτο ἀνῆκεν
2184εἰς τὴν πολιτικὴν, ἥτις τότε ἐκυβέρνα, τὴν τοῦ Κουμουνδού-
2185ρου, καὶ εἰς τὸν ἐπὶ τῆς προηγουμένης πρωθυπουργίας ἐκεί-
2186νου Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος πολι-
2187τευτήν. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον, ἐὰν ὁ κ. Χατζίσκος ἐτύγ-
2188χανεν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ὑπέγραφε τῇ 31 Μαρ-
2189τίου τὴν συνθήκην ἐκείνην. Βεβαίως ὅμως οὔτε ὁ Τρικού-
2190πης, οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, ὁ καὶ ἀρχη-
2191γὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος συναδέλφου, θὰ ἔπραττε
2192τοῦτο, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἀπεκάλεσεν,
2193ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τὴν εἰρήνην ταύτην ἐν τῇ «Πρωΐᾳ»
2194Ἀνταλκίδειον. Ἄλλως ἔχομεν τὴν δήλωσιν αὐτοῦ τού-
2195του τοῦ Κουμουνδούρου, ἐπιστείλαντος 10 ἡμέρας πρὸ τῆς
219631 Μαρτίου, ἤτοι τὴν 21 Μαρτίου (2 Ἀπριλίου) 1881, δια-
2197κοίνωσιν πρὸς τὴν Εὐρώπην, ὅπως προλάβῃ τὴν ἀποστα-
2198λεῖσαν ἄλλην πρὸς τὴν Ἑλλάδα διακοίνωσιν τῆς Εὐρώπης
2199τῇ 26 Μαρτίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἐν ᾗ ἔλεγε τὰ ἑξῆς:
2200«Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἴδῃ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ ἀποδεχο-
2201»μένην τὴν τοιαύτην μερικὴν λύσιν, θὰ δικαιωθῇ νὰ τὴν κατῃ-
2202»γορήσῃ ἐπὶ ἀπρονοησίᾳ καὶ ἐλαφρότητι, θὰ δυσπιστῇ πρὸς
2203»αὐτὴν ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ αὐτὴν θ’ ἀνομολογῇ ὡς τὴν
2204»μόνην δημιουργὸν ἀνωμάλου καὶ πλήρους κινδύνων κατα-
2205»στάσεως πραγμάτων. Περιττὸν δὲ νὰ ἐπαναλάβωμεν, τί
2206»οἱ Ἕλληνες τῆς Τουρκίας θέλουσι σκεφθῆ περὶ τῆς Ἑλ-
2207»ληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Εὐρώπη αὐτὴ δὲν ἤθελε λείψει
2208»νὰ ἐκπλαγῇ, καὶ εὐλόγως...» Ταῦτα ἔγραφεν ἐκεῖνος, ὅστις
2209συγχρόνως ἀπεκάλει ἰδανικὴν τὴν γραμμὴν ἐκείνην, ἐξ ἧς
2210θὰ ἔλειπεν ἡ Ἐλασσὼν καὶ ἡ κοιλὰς τοῦ Ξηριᾶ.
2211Ἀλλ’ εἶπε πρὸς τοῖς ἄλλοις ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας
2212ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου αὑτοῦ, ὅτι δεικνύμεθα δῆθεν ἀνευλα-
2213βεῖς πρὸς τὴν μνήμην τῶν προαποβιωσάντων πολιτικῶν ἀν-
2214δρῶν τῆς χώρας. Πᾶν ἄλλο, Κύριοι, ἢ ἀνευλαβῶς ἔχομεν πρὸς
2215τὴν μνήμην τῶν προαπελθόντων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς πα-
2216τρίδος, οὐδὲ λησμονοῦμεν τὰς παρασχεθείσας πρὸς τὸν τό-
2217πον ὑπηρεσίας παρὰ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀνδρῶν, ἀνομολο-
2218γοῦμεν τοὐναντίον τοὺς μόχθους καὶ τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποί-
2219ους κατέβαλον οὗτοι, καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862,
2220ὅτε διετέλει ὑπὸ δυσχερεστάτας ἀληθῶς περιστάσεις ἡ πα-
2221τρίς. Εὐλαβούμεθα τὴν μνήμην τοῦ Κωλέττη, τοῦ Μαυρο-
2222κορδάτου, τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη, τοῦ Μεταξᾶ, τοῦ Κα-
2223ποδιστρίου μάλιστα, δὲν λησμονοῦμεν δὲ μετὰ τὸ 1862 τὴν
2224βαρύτητα τοῦ Βούλγαρη, τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ Δεληγεώργη,
2225τὴν μετριοφροσύνην τοῦ Ζαΐμη, τὴν βαθύνοιαν τοῦ Κουμουν-
2226δούρου. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει νὰ διατεινώμεθα, ὅτι ἀπὸ
2227τῆς ἐποχῆς τοῦ Χαριλάου Τρικούπη ἐτέθησαν αἱ βάσεις συ-
2228στηματικῆς πολιτικῆς ἐν τῷ τόπῳ. Διότι φρονοῦμεν πεποι-
2229θότως, ὅτι, ἂν ὁ Τρικούπης ἐτήρει τὴν πεπατημένην, ἐὰν δὲν
2230θὰ ἐκαρκινοβατοῦμεν, βεβαίως ὅμως θὰ ἐχελωνοβατοῦμεν τοὐ-
2231λάχιστον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἣν ἐννοῶ νὰ ἐκτιμῶ.
2232Ἀλλ’ ἐρωτῶσι, τί τὸ μέγα ἀπόκτημα τῆς πολιτικῆς ταύ-
2233της; Τὸ μέγα ταύτης ἀπόκτημα, ἂν μὴ ἄλλο, εἶναι ὁ ὑπερ-
2234διπλασιασμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Εἶναι μέγα τοῦτο,
2235Κύριοι, κατόρθωμα, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ
2236προβῶμεν εἰς κανὲν γεναῖον βῆμα ἐν τῷ τόπῳ, οὐδὲ ν’ ἀπο-
2237κτήσωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τὸ ἐλάχιστον ἔστω ἀγαθόν.
2238Ἤδη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πολιτικὴν ἄκρων δα-
2239πανῶν ἀπεκάλεσε τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνή-
2240σεως ὁ ἐξ Ἄνδρου ἀξιότιμος Βουλευτής, εἰσηγητὴς τῆς μειο-
2241νοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀγορεύων πρὸ
2242ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ
2243τοιοῦτον δοὺς χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερ-
2244νήσεως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, δὲν ἐνόμισε, φαίνεται, ὅτι εἶχε
2245καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἰσχυρισμὸν αὑτοῦ
2246τοῦτον...
2247§153ΚΑΙΡΗΣ. Ἀναγράφετε ἔξοδα 111,000,000 δραχμῶν.
2248§154ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ... Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐξήτασε τὰ κεφά-
2249λαια τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐχὶ πάντα, διότι,
2250ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῆς τε μειονοψηφίας καὶ
2251τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐ-
2252τοῦ, εἰς τὰ πλεῖστα τῶν κεφαλαίων δὲν διίστανται αἱ γνῶ-
2253μαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὰς τῆς Συμπολιτεύσεως.
2254Ἐν τούτοις ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα παρέδραμεν ὁ κ. συνάδελ-
2255φος τὰ κεφάλαια αὐτῶν, ἐνῷ ἐκεῖθεν ἐνόμιζέ τις ὅτι ἤθελεν
2256ἀρυσθῇ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἤγαγον αὐτὸν ν’ ἀποκα-
2257λέσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πολιτικὴν
2258τῶν ἄκρων δαπανῶν.
2259Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἀνέπτυξε καὶ μίαν οἰκο-
2260νομικὴν θεωρίαν, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, καθ’ ἣν πρέπει
2261ἡ κατάρτισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους νὰ βασίζη-
2262ται ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἔτους τοῦ προηγουμένου τῆς
2263χρήσεως, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται. Ἡ θεωρία αὐτοῦ αὕτη
2264ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐξέπληξε, διότι καὶ ἡ Βουλὴ πᾶσα, ὡς καὶ
2265ἐγὼ μετ’ αὐτῆς, γνωρίζει, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶ-
2266ναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ, θὰ ἐλησμόνησε δὲ μόνον ἴσως, ὅτι
2267ὑπάρχει διάταξίς τις τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1852
2268περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων
2269καὶ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν (ἄρ-
2270θρον 5) «ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑποβάλλε-
2271»ται εἰς τὰς Βουλὰς διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
2272»γοῦ, ψηφίζεται δὲ καὶ κυροῦται ἐντὸς τῆς Συνόδου τῆς ληγού-
2273»σης πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου φέρει τὸ ὄνομα
2274»ὁ προϋπολογισμός». Ἐπὶ τῇ νομίμῳ ὑποθέσει λοιπὸν, ὅτι
2275συνέρχεται ἡ Βουλὴ κατὰ Νοέμβριον μῆνα, δὲν ὑπέχει τὴν
2276ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ ἀμέ-
2277σως τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ ἑπομένου ἔτους
2278κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ; Ἐν τοιαύ-
2279τῃ περιπτώσει, πῶς θὰ ἔχῃ δεδομένα τ’ ἀποτελέσματα τῆς
2280χρήσεως, ἀφοῦ δὲν ἔχει λήξει κἂν τὸ οἰκονομικὸν ἔτος;
2281Διὰ ταῦτα, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καταρτίσῃ τὸν
2282προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἀπέβλεψεν εἰς τὰ δεδομένα ἀπο-
2283τελέσματα τῶν εἰσπράξεων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ οὐ
2284μόνον εἰς ταῦτα, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ψηφισθέντας πέρυσι, κατὰ
2285τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου, νόμους
2286περὶ ἐπιτηδευμάτων, περὶ φορολογίας τῶν ζῴων, περὶ ἐπι-
2287βολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματού-
2288χων ὑγρῶν καὶ ποτῶν κλπ. Ἐκτὸς τούτων ὅμως, καταρτί-
2289ζουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἀπέβλεψε πρὸ πάντων
2290εἰς τὴν αὐστηρὰν ὑπ’ αὐτῆς ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς
2291εἰσπράξεως, ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὰ ἡ εἰλικρινὴς ἐκπλήρω-
2292σις τοῦ καθήκοντός των. Ἀντὶ συγκρίσεως τῶν προϋπολογι-
2293σθέντων διὰ τὸ 1900 ἐσόδων πρὸς τὰς ἐνεργηθείσας εἰσπρά-
2294ξεις, κατὰ τοὺς δεδημοσιευμένους ὁριστικοὺς ἢ προσωρινοὺς
2295ἀπολογισμούς, τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895, 1896, 1897
2296καὶ 1898, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἴσως νὰ ἀγάγῃ εἰς ἄτοπα,
2297διότι αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898 παρου-
2298σίασαν μικρὰς ἢ μεγάλας ἀνωμαλίας ἕνεκα τῆς ἀνωμά-
2299λου καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο τότε ἡ χώρα, ἡ Κυβέρ-
2300νησις ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπεν ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους νὰ φέρῃ τὸ
2301πεδίον τῆς συζητήσεως, καὶ ἀλλαχοῦ νὰ στηρίξῃ τοὺς ὑπο-
2302λογισμοὺς αὐτῆς, ἐρχομένη εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ προϋπο-
2303λογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1900.
2304Κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, Κύριοι, θέλομεν ἔχει πρὸ
2305πάντων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτρο-
2306πῆς, ἵνα πρὸς αὐτὴν ἀπαντήσωμεν. Οὕτω: «ΚΕΦ. Αʹ. Ἄμε-
2307σοι φόροι. Ἄρθρ. 1. Φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων
2308κτηνῶν». Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει εἰσπρακτέον ποσὸν
2309ἐκ δρ. 2,180,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς θεωρεῖ εἰσ-
2310πράξιμον ποσὸν μόνον 1,900,000, ἤτοι ὑπολογίζει τὸ ποσὸν
2311τοῦ φόρου ἔλαττον κατὰ 280,000 δραχμάς. Κατὰ τὴν δη-
2312μοσιευθεῖσαν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσπρακτέων, εἰσ-
2313πραχθέντων καὶ εἰσπραξίμων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1899,
2314τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899 ἐβεβαιώθησαν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ
2315Κράτους φόροι ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκ δραχμῶν
23162,589,947.25, ἐλπίζεται δὲ βεβαίωσις ὁμοίων φόρων ἀπὸ 1
2317Ἰανουαρίου 1900 μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν λήγει ἡ χρῆσις
2318τοῦ 1899, ἤτοι μέχρι τῆς 31 8βρίου 1900, ἐκ δρ. 20,000
2319ἀκόμη, ὥστε τὰ εἰσπρακτέα ἐκ τοῦ φόρου τούτου θ’ ἀνέλ-
2320θωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 2,609,947,25...
2321§155Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσπρακτέα ἢ βεβαιωτέα;
2322§156ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Βεβαιωτέα, μάλιστα... Κατὰ τοὺς ὑπο-
2323λογισμοὺς αὐτοὺς, τίς δύναται νὰ μὴ παραδεχθῇ, ὅτι κατὰ
2324τὸ ἔτος 1900 δὲν θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 2,180,000
2325δραχμῶν, ἐὰν λάβῃ μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ἀροτριῶντα
2326κτήνη τῆς Θεσσαλίας, τὰ ὁποῖα εἶχον καταστραφῆ ἕνεκα τοῦ
2327πολέμου καὶ τὰ ὁποῖα δὲν κατωρθώθη ν’ ἀντικατασταθῶσιν
2328οὔτε κατὰ τὸ 1898, ἀλλ’ οὔτε κατὰ τὸ 1899, θ’ ἀντικατα-
2329σταθῶσιν ἐφέτος, λάβῃ δ’ ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν τακτο-
2330ποίησιν πλέον τῶν κατοίκων τοῦ βασιλείου καὶ τὴν μελετω-
2331μένην ἐκβίασιν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων;
2332Κατὰ ταῦτα, θέλει πραγματοποιηθῆ τὸ ἐν τῷ προϋπολογι-
2333σμῷ ἀναγραφόμενον ἔσοδον ἐκ δρ. 2,180,000, ἀφοῦ μάλιστα
2334τρανοτάτη τούτου ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι
2335ἴσον σχεδὸν πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1893, 1894 καὶ
23361895, ἐξ ἄλλου δὲ, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1895 ἐπὶ εἰσπρακτέων
2337φόρων ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκ δραχμῶν 2,559,924.05, ἤτοι
2338μικροτέρα τῆς τοῦ 1899 κατὰ 21,023.20, παρουσίασεν εἰσ-
2339πράξεις ἐκ δραχ. 2,203,266.19, ἤτοι πλέον τῶν προϋπολο-
2340γισθεισῶν διὰ τὸ 1900 κατὰ δραχμὰς 43,266.19. Ἕνεκα
2341τούτων πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀβάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. εἰσ-
2342ηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας, προτείνοντος ἐλάττωσιν 280,000
2343δραχμῶν.
2344Ἄρθρον 6. «Ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος, πλὴν
2345τοῦ τῆς Ἑπτανήσου, εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελω-
2346νεῖα». Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ὡς εἰσπράξιμον ποσὸν
23474,970,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρει ὡς ποσὸν
2348εἰσπράξιμον 4,400,000, ὥστε θεωρεῖ ὅτι θὰ ἀπέλθῃ μείωσις
2349τοῦ φόρου τούτου κατὰ 570,000 δραχμάς. Ἡμεῖς δὲν θὰ
2350ἐπικαλεσθῶμεν τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ κατὰ συνέχειαν παρα-
2351τηρουμένη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν πρόοδος τῆς ἐμφυτεύσεως τῶν
2352σταφιδαμπέλων ἐξηκολούθησε μέχρις ἐσχάτων, ἵνα προσδο-
2353κῶμεν ἔκτακτα εἰσοδήματα διὰ τὸ ἔτος 1900. Δὲν εἶναι ὅμως
2354δίκαιον νὰ στηρίξωμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἐσο-
2355δειῶν τῶν ἐτῶν 1897, 1898 καὶ 1899, διότι ὡς πρὸς μὲν τὸ
23561899 δὲν ἔχομεν θετικὰ ἔτι ἀποτελέσματα, διότι δὲν ἐφθά-
2357σαμεν ἔτι εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως, τὰ ἔτη δὲ 1897 καὶ
23581898 δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὅρος συγκρίσεως,
2359διότι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἔλειπον αἱ ἐργατικαὶ χεῖρες,
2360κληθεῖσαι εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἀνάγκη λοιπὸν πρὸς ὑπο-
2361λογισμὸν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, πλὴν τοῦ τῆς
2362Ἑπτανήσου, ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐτῶν
23631895 καὶ 1896.
2364Ἐκ τῶν ἐπισήμων τοῦ Ὑπουργείου στοιχείων ἀποδεικνύε-
2365ται, ὅτι ἡ ἐσοδεία τοῦ σταφιδοκάρπου ἀνῆλθε κατὰ μὲν τὸ
2366ἔτος 1895 εἰς λίτρας ἑνετικὰς 308,450,628, κατὰ δὲ τὸ
23671896 εἰς λίτρας ἑνετικὰς 253,087,273, ἤτοι διὰ τὰ δύο
2368ταῦτα ἔτη εἰς λίτρας ἑνετικὰς 561,537,301, παρεχούσας
2369μέσον ὅρον λίτρας 280,768,950. Ἐὰν ἄνευ προσθήκης τινὸς
2370ἐκ μείζονος εἰσοδήματος τῶν μὴ καλλιεργηθεισῶν κατὰ τὸ
2371παρελθὸν σταφιδαμπέλων ὑπολογίσωμεν τὸν μέσον τοῦτον ὅρον
2372ὡς ἐσοδείαν σταφιδοκάρπου ἐφετεινῆς χρήσεως, καὶ περιστεί-
2373λωμεν διὰ τῆς ἀπαιτουμένης ἐπιτηρήσεως τὰς καταχρήσεις,
2374αἵτινες διενεργοῦνται ὑπὸ τῶν ἐμπόρων ὡς πρὸς τοὺς τόπους
2375τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐξαγομένου προϊόντος, οὕτως ὥστε νὰ
2376διχασθῇ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ φόρου πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἰδιαι-
2377τέρας φορολογίας τῶν δραχμῶν 19 καὶ 16,50 ἐπὶ ἑκάστης
2378χιλιάδος ἑνετικῶν λιτρῶν, θὰ ἔχωμεν ἔσοδα εἰσπρακτέα ἐπὶ
2379λιτρῶν ἑνετικῶν 140,000,000 × 19 = δραχ. 2,660,000, ἐπὶ
2380λιτρ. ἑνετ. 140,000,000 × 16,50 = δραχ. 2,310,000, ἤτοι
2381ἐν ὅλῳ δραχμὰς 4,970,000. Ὥστε μᾶλλον πρέπει νὰ ὑπο-
2382λογίσωμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν — ὅπερ ἡμεῖς πιστεύομεν, καὶ παρα-
2383καλῶ νὰ πιστεύῃ μεθ’ ἡμῶν καὶ ἡ Βουλὴ, — αὔξησιν τοῦ
2384ἐσόδου, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ἐσοδεία ἐφέτος ἐλπίζεται εὐτυχεστέρα,
2385ὥστε νὰ ὑπερτερήσῃ κατὰ 4 ἕως 5 ἑκατομμύρια λιτρῶν ἑνε-
2386τικῶν τὸν εἰρημένον μέσον ὅρον.
2387Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ τέως Ὑπουρ-
2388γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
2389ἔλεγεν ὅτι ἡ σταφὶς τοῦ 1900 θὰ ἐξαχθῇ κατὰ τὸ 1901.
2390Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦ παραγομένου σταφιδοκάρπου, εἶναι βε-
2391βαιωμένον, ὅτι ἐξάγεται καθ’ ὃ ἔτος καὶ παράγεται. Ἐκτὸς
2392δὲ τούτου, καὶ ἂν ἡ σταφὶς τοῦ 1900 δὲν ἐξαχθῇ κατὰ τὸ
23931900, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1901, πάλιν τὸ ἐξ αὐτῆς εἰσπράξιμον
2394ἔσοδον θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, διότι ἔχομεν τὸ
2395ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καθ’ ὃ «εἰς τὴν
2396»αὐτὴν χρῆσιν ἀνήκουσιν αἱ γενόμεναι ὑπηρεσίαι καὶ τὰ παρὰ
2397»τοῦ Κράτους καὶ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ ἀποκτηθέντα δικαιώ-
2398»ματα ἐντὸς τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρει ἡ χρῆσις».
2399Ἰσχυρίσθη ἐπίσης ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
2400τὴς, ὅτι τὸ ἰσότιμον τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ εἰσπραττόμενον
2401ὡς φόρος εἰς εἶδος πρὸς 4%, δὲν θ’ ἀποδοθῇ ἐγκαίρως εἰς τὸ
2402Δημόσιον ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν
2403χρῆσιν τοῦ 1899, ἀλλ’ ὅτι θὰ συμβῇ ὅ,τι καὶ κατὰ τὰ πα-
2404ρελθόντα ἔτη, ὅτε, ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο ἐγκαίρως ἡ ἐκκαθά-
2405ρισις, εἰσήγετο ὡς ἔσοδον κεκλεισμένων χρήσεων εἰς ἄλλους
2406μετὰ ταῦτα προϋπολογισμοὺς, ὡς συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν
2407ἔτος διὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἀλη-
2408θὲς, διότι πρόκειται σήμερον περὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέ-
2409ζης, καὶ ἂν ἤθελεν ἀρνηθῆ — ὅπερ δὲν δύναται νὰ ὑποθέσῃ
2410τις — νὰ ἀποδώσῃ τοῦτο ἡ Τράπεζα, θὰ κρατηθῇ αὐτὸ ὑπὸ τοῦ
2411Δημοσίου ἐκ τοῦ ἀποδοθησομένου εἰς αὐτὴν ποσοῦ ἐκ τοῦ
2412σταφιδοκάρπου τῆς ἐσοδείας τοῦ 1898. Ἄλλως τε ἔχομεν
2413ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει κεφάλαια ἀνερχόμενα εἰς δρ.
24143,400,000 περίπου, ἐκτὸς τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς
2415ὑπάρχοντος σταφιδοκάρπου. Ἐκτὸς τούτων ἡ ὑπηρεσία τοῦ
2416Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἔλα-
2417βεν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ
2418τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου εἰσάγηται εἰς τὸ δημόσιον
2419ταμεῖον διαρκούσης τῆς χρήσεως.
2420Ἐρχόμεθα νῦν, Κύριοι, εἰς τὰ ἄρθρα 12, 13, 14 καὶ 15.
2421«Ἔγγειοι φόροι Ἑπτανήσου, εἰσπραττόμενοι ἐν τοῖς
2422τελωνείοις». Ἀκολουθῶ, βλέπετε, τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονο-
2423ψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς.
2424Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν δραχ. 2,120,000,
2425ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγράφει 1,700,000, ἤτοι
2426κατ’ αὐτὴν θὰ ἐπέλθῃ μείωσις δραχ. 420,000. Ἡ Κυβέρνησις
2427ἐστηρίχθη πρὸ πάντων εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ
24281898, προϋπολογίσασα τὰς βλέψεις της ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν
24292,120,000 δραχμῶν, διότι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1898 εἶναι
2430τὰ ἑξῆς. Ἔχομεν κατὰ τὸ 1898:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2431Κεφ. Αʹἄρθρ.12ἐκ σταφίδος 805,136.55
2432 » 13ἐξ ἐλαίου 1,099,927.—
2433 » 14ἐκ σάπωνος καὶ ἐλαιοπυρήνων 113,627.—
2434 » 15ἐξ οἴνου κλπ. 30,445.15
2435 ἐν ὅλῳ δραχ. 2,049,035.70
2436Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2437Κεφ. Αʹἄρθρ.12ἐκ σταφίδος δρ.1,080,000
2438 » 13ἐξ ἐλαίου » 880,000
2439 » 14ἐκ σάπωνος καὶ ἐλαιο-
2440 πυρήνων » 150,000
2441 » 15ἐξ οἴνου κλπ. » 10,000
2442 Ἐν ὅλῳ δρ.2,120,000
2443Ἐπειδὴ ὅμως ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐτόνισε πρὸ
2444πάντων τὸ ζήτημα τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου, εἰς τὸ ὁποῖον
2445ἀποδίδει σημασίαν, διότι εἶναι τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τοῦ
2446φόρου, πρέπει ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νὰ φέρωμεν καὶ ἡμεῖς
2447τὸν λόγον.
2448Στηρίζεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ὅτι τὸ 1900 εἶναι ἔτος εὔ-
2449φορον, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀναντίρρητον φυσιολογικὸν
2450φαινόμενον, καθ’ ὃ διαδοχικῶς τὸ ἓν ἔτος τῆς παραγωγῆς τῶν
2451ἐλαιῶν εἶναι ἄφορον, τὸ δὲ ἄλλον εὔφορον. Ἐὰν οὕτω τὸ 1900
2452προμηνύηται εὔφορον, σημαίνει ὅτι τὸ 1899 ἦτο ἄφορον, ἀλλὰ
2453διὰ νὰ ἦναι ἄφορον ἔτος τὸ 1899, σημαίνει ὅτι τοιοῦτον ἦτο
2454καὶ τὸ 1897· κατ’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἀναλογίαν καὶ τὸ ἔτος
24551898 ἦτο ἔτος εὔφορον. Ἂς λάβωμεν λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν
2456παραγωγὴν τοῦ 1898, ἵνα προϋπολογίσωμεν τὴν παραγωγὴν
2457τὴν ἐξ ἐλαίου τοῦ 1900. Ἐὰν λάβωμεν αὐτὴν ὡς βάσιν
2458(ἄρθρ. 13 ἐξ ἐλαίου 1,099,927) καὶ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰ
2459ἄλλα ποσὰ τοῦ 1900, τὰ ὁποῖα εἶπον (Κεφ. Αʹ ἄρθρ. 12 ἐκ
2460σταφίδος 1,080,000, ἄρθρ. 14 ἐκ σάπωνος καὶ ἐλαιοπυ-
2461ρήνων 150,000, ἄρθρ. 15 ἐξ οἴνου 10,000, θὰ φθάσω-
2462μεν εἰς ποσὸν δραχ. 2,339,927. Καὶ ἐπειδὴ ἀναγράφομεν ἐν
2463τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν 2,120,000, βλέπετε ὅτι ἴσως θὰ
2464ἔχωμεν καὶ περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 219,927. Ὥστε ἀβάσι-
2465μος ὅλως ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς.
2466Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ τέως
2467Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερε πρὸς τούτοις, ὅτι τὸ
2468ἔλαιον δὲν ἐξάγεται κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ παράγεται, ἀλλὰ
2469κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἡμεῖς, ἐκτὸς τοῦ λόγου τῆς παρα-
2470γωγῆς τοῦ 1898, ἔχομεν καὶ τὸν λόγον, ὅτι κατὰ τοὺς τρεῖς
2471μῆνας, γίνεται καὶ ὁλόκληρος ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ προϊόντος. Στη-
2472ριζόμεθα δὲ εἰς αὐτὸν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898.
2473Ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1898.
2474Κεφάλ. Αʹ ἄρθρ. 13. Ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1898 μέχρι 31
2475Δεκεμβρίου 1898 ποσὸν ἐξ ἐλαίου δρ. 1,099,927. Ἀπὸ 1
2476Ἰανουαρίου 1899 μέχρι 1 Ὀκτωβρίου 1899 ἐξ ἐλαίου μη-
2477δέν· ἤτοι ὅλον τὸ ποσὸν ἐξήχθη ἐντὸς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ καὶ
2478παρήχθη τὸ ἔλαιον.
2479Ὥστε βλέπετε, ὅτι κατὰ τοὺς τρεῖς τελευταίους μῆνας,
2480δηλαδὴ κατὰ τοὺς πρώτους τῆς παραγωγῆς, γίνεται ὁλόκλη-
2481ρος ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐλαίου ἐκ τῆς Ἑπτανήσου.
2482Ἔχομεν τώρα: «Ἄρθρ. 16. Φόρος ἐπὶ τῶν ζώων». Ὁ
2483προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν 3,500,000, ἡ μειονοψηφία
2484τῆς ἐπιτροπῆς τὸ περιορίζει εἰς 2,700,000, ἤτοι κατ’ αὐ-
2485τὴν ἐπέρχεται μείωσις 800,000 δραχ. Τοῦτο δὲν εἶναι κἂν
2486συζητήσιμον, διότι ἔχομεν ἤδη τὴν ὑποβληθεῖσαν δήλωσιν τοῦ
2487ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν φαί-
2488νεται, ὅτι ἡ πρόβλεψις αὕτη τῆς μειονοψηφίας εἶναι κατὰ
2489σύμπτωσιν, ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος προχθές, ἀληθής.
2490Προβαίνοντες εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχο-
2491μεν: «Ἄρθρ. 17. Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων». Ὁ
2492προϋπολογισμὸς παρουσιάζει ποσὸν δρ. 3,400,000, ἡ μειο-
2493νοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς περιορίζει τοῦτο εἰς δρ. 3,300,000,
2494ἤτοι κατ’ αὐτὴν θὰ ἐπέλθῃ μείωσις τοῦ εἰσπραχθησομένου
2495ποσοῦ κατὰ δραχ. 100,000. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι μετὰ τὰ
2496ἐκτιθέμενα ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκθέσει
2497τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο κἂν νὰ
2498γείνῃ σκέψις περὶ μειώσεως τοῦ ποσοῦ τούτου. Καίτοι δὲ
2499πρὸς τούτοις φρονοῦμεν, ὅτι μείωσις ποσοῦ δρ. 100,000 ἐπὶ
25003,400,000 εἶναί τι ἀνεπαίσθητον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις
2501ἄλλως ἀκριβῶς νὰ ὑπολογίσῃ, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὑπεστηρίχθη
2502τοῦτο καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν
2503ὀλίγας λέξεις καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος.
2504Κατὰ τὰ συγκεντρωθέντα εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ
2505Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν σχετικὰ ἀποτελέσματα, τὰ
2506ἐκ τοῦ νόμου ΒΦΙΘʹ τοῦ 1899, τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε κατὰ
2507τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1899 ἐκ φόρου ἐπιτηδευμάτων
2508τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1900 δραχ. 1,400,000 παρὰ τῶν
2509ἐπιτηδευματιῶν τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων, τῶν
2510ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ὑπερβαίνει τὰς 3,000 ψυχάς. Κατ’ αὐτὴν τὴν
2511σκέψιν, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ διὰ τὴν δευτέραν ἑξα-
2512μηνίαν ἄλλο τόσον ποσὸν, ἤτοι ἄλλας 1,400,000 δραχμὰς,
2513καὶ θὰ ἔχωμεν οὕτω 2,800,000. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ πληρωμαὶ
2514γίνονται, ὡς γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φόρων
2515τοὺς ὁποίους πληρόνουσιν οἱ ἐπιτηδευματίαι τῶν κατωτέρων
2516τάξεων, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ἄλλο ἓν πρόσθετον ποσὸν
2517400,000 ὡς συμπληρωματικὸν, διὰ τῶν ὁριστικῶν κατα-
2518λόγων κανονισθησόμενον. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 400 τούτων χιλιά-
2519δων φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν δραχμὰς 100,000,
2520αἱ ὁποῖαι ἀναλογοῦσιν εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας ἐκείνους,
2521οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐγκαταλίπει τὸ ἐπάγγελμα αὑτῶν καὶ
2522δὲν ἤθελον πληρώσει ἑπομένως φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἔχο-
2523μεν λοιπὸν 300,000 δραχμὰς μόνον, καὶ 2,800,000, τὸ ὅλον
25243,100,000 δραχμάς. Εἰς τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο πρέπει νὰ
2525προσθέσωμεν καὶ τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν κα-
2526τοίκων τῶν χωρίων, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς
25273,000 ψυχάς. Διὰ τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ὑπολογίζομεν ἐπὶ
2528700,000 δραχμῶν μόνον 400,000, καὶ ἔχομεν 3,100,000,
2529καὶ 400,000, τὸ ὅλον 3,500,000· ἤτοι παρουσιάζομεν καὶ
2530πλέον τοῦ προϋπολογισθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
2531νομικῶν ποσοῦ 100,000 δραχμάς.
2532Ἄρθρ. 18. «Φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν». Ὁ προϋπολο-
2533γισμὸς ἀναγράφει ποσὸν δρ. 2,500,000, ἡ μειονοψηφία τῆς
2534ἐπιτροπῆς περιστέλλει αὐτὸ εἰς 2,450,000, ἤτοι παρουσιάζει
2535μείωσιν δραχ., 50,000. Ἡμεῖς ὑπελογίζομεν, ὅτι δὲν θ’ ἀπο-
2536λεσθῶσιν αἱ 50,000, ἀλλὰ θὰ εἰσπραχθῶσι καὶ αὐταὶ, διότι
2537στηριζόμεθα εἰς τὰς περισσοτέρας οἰκοδομὰς, αἱ ὁποῖαι ἀνη-
2538γέρθησαν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, καὶ εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν ἐφέ-
2539τος ἐνέργειαν τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως. Συγχρόνως λαμ-
2540βάνομεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς τελευταίους καταλόγους τῆς νέας πεν-
2541ταετίας τοῦ 1899–1903, κατὰ τοὺς ὁποίους, συνταχθέν-
2542τας, προκύπτει βεβαίωσις κατὰ 15% ἐπὶ πλέον τῆς προκυ-
2543ψάσης κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη.
2544Κεφ. Βʹ. «Φόροι καταναλώσεως». Ἄρθρ. 1. «Τε-
2545λωνειακὸς δασμὸς εἰσαγωγῆς». Ὁ προϋπολογισμὸς ἀνα-
2546γράφει 32,500,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς παραδέχε-
2547ται μόνον 32,000,000, ἤτοι κατ’ αὐτὴν θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις
2548δρ. 500,000. Ἡμεῖς, ἀναγράφοντες τὸ ποσὸν τοῦτο, στηρι-
2549ζόμεθα πρὸ παντὸς εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ
25501898, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τού-
2551του δρ. 34,457,232.94. Ἐνθυμούμεθα ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος
2552τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν προχθὲς ἀπὸ τοῦ
2553βήματος, προέτεινεν ἐλάττωσιν τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσ-
2554αγωγῆς,—κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω,— ἕνεκα τῆς
2555ἀναμενομένης ἐφέτος εὐφορίας τῶν σιτηρῶν ἐν τῇ Θεσ-
2556σαλίᾳ. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, καὶ ὁ λόγος οὗτος ἂν εἶναι
2557ἀληθὴς,—καὶ εὔχομαι νὰ ἦναι,— δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην
2558σημασίαν ὡς πρὸς τὴν μείωσιν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον προϋ-
2559πολογίζει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ
2560φρονοῦμεν τοῦτο πεποιθότως· διότι, ἐὰν ἡ Θεσσαλία ἕξῃ
2561ἐφέτος περισσοτέραν εὐφορίαν σίτου, σημαίνει, κατὰ φυ-
2562σικὸν λόγον, ὅτι θὰ εὐπορῇ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, καὶ ἑπο-
2563μένως θὰ δύναται νὰ προμηθεύηται εἴδη ἐκ τοῦ ἐξωτερι-
2564κοῦ, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θὰ ἐπρομηθεύετο, ἐὰν διετέλει ἐν
2565πτωχείᾳ. Ἀλλ’ ὁ σπουδαιότερος λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς· ἡ μὴ
2566εἰσαγωγὴ σίτου θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐπι-
2567καταλλαγῆς, ἥτις ἐκεῖθεν ἕλκει ἀκριβῶς τὴν ἀφορμὴν τῆς
2568ὑπερτιμήσεως, διότι ἀρκετὸν χρηματικὸν ποσὸν στέλλεται
2569εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν εἰς χρυσὸν διὰ τὸ ἀντίτιμον τοῦ εἰσα-
2570γομένου σίτου. Τί θὰ συμβῇ ἐκ τούτου; Τῆς ὑποτιμήσεως
2571τοῦ συναλλάγματος θὰ θελήσωσι νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ ἔμπο-
2572ροι, πολὺ φρονίμως βεβαίως σκεπτόμενοι, καὶ θὰ προμηθευ-
2573θῶσι διὰ τὰ καταστήματα αὐτῶν περισσότερα εἴδη ἢ ὅσα
2574θὰ ἐπρομηθεύοντο, ἐὰν τὸ συνάλλαγμα ἦτο ὑψωμένον. Ἀλλ’ ἐκ-
2575τὸς τούτου ἔχομεν ἀκόμη καὶ ἄλλο τι νὰ παρατηρήσωμεν.
2576Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος
2577Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τελωνειακῆς ἀστυ-
2578νομίας εἶναι ἓν τῶν σοβαρωτέρων νομοσχεδίων, τῶν ὑπο-
2579βαλλομένων εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δι’ αὐτοῦ βεβαίως θὰ
2580κατορθωθῇ ἡ περιστολὴ τῆς λαθρεμπορίας, κατορθουμένης δὲ
2581τῆς περιστολῆς τῆς λαθρεμπορίας, μόνον ἐκ τῆς ζαχάρεως,
2582ἐπὶ παραδείγματι, θὰ δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν περὶ τὰ
258310,000,000 περισσότερα ἀπέναντι τῶν σήμερον εἰσπραττο-
2584μένων 5,000,000 δραχμῶν.
2585Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ κεφάλαιον Γʹ ἄρθρον 2. «Τέλη
2586ἐκπαιδευτικά». Ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει δραχμὰς
25871,200,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγράφει ποσὸν
25881,000,000 δραχμῶν, ἤτοι ἐκπίπτει δραχ. 200,000. Ἡ
2589Κυβέρνησις ὅμως ἐπιμένει εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ τῶν
25901,200,000, στηριζομένη, ἐκτὸς τῶν ἄλλων βλέψεων αὐτῆς,
2591καὶ ἐπὶ τῶν ἑξῆς· λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τοὺς τέσσαρας πρώ-
2592τους μῆνας τοῦ ἐλευσομένου σχολικοῦ ἔτους 1900–1901,
2593οἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, ὑπολογίζει
2594δὲ, ὅτι θὰ ἦναι γενναιότερον τὸ ποσὸν ἐφέτος, διότι βεβαίως
2595ὁ ὀργασμὸς πρὸς τὴν παιδείαν αὐξάνει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος,
2596διότι ἡ κατάστασις τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου εἶναι ἤδη
2597ὁμαλή, καὶ θὰ φέρῃ αὐτοὺς εἰς θέσιν νὰ ἐπιδίδωνται περισ-
2598σότερον εἰς τὰ γράμματα. Ὑπολογίζει λοιπὸν, ὅτι μεῖζον ποσὸν
2599θὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ πρῶτον τετράμηνον τοῦ 1900–1901,
2600ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς συντελεσθείσας εἰσπράξεις κατὰ τὸ πρῶ-
2601τον τετράμηνον τοῦ 1899–1900 καὶ τὰς συντελεσθησομέ-
2602νας κατὰ τὸ 1900 εἰσπράξεις τοῦ διανυομένου σχολικοῦ ἔτους
26031896–1900. Ἀλλ’ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ πίνακα τῶν ἐνερ-
2604γηθεισῶν εἰσπράξεων ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους
26051893 μέχρι καὶ τοῦ 1899, πλὴν τοῦ 1897. Διὰ νὰ μὴ ἀνα-
2606φέρω κατὰ μῆνα τὰς γενομένας εἰσπράξεις τῶν ἐτῶν τούτων
2607καὶ ὑποβάλω εἰς κάματον τὴν Βουλὴν, θὰ διαιρέσω ἕκα-
2608στον ἔτος εἰς τοὺς 8 μῆνας καὶ εἶτα εἰς τοὺς 4, καὶ θὰ πα-
2609ρουσιάσω τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν.
2610Οὕτω κατὰ τοὺς ὀκτὼ μῆνας τοῦ 1893,
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2611ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις Αὐγούστου, ἔχομεν 696,051
2612κατὰ τοὺς τέσσαρας μῆνας, ἀπὸ Σεπτεμβρίου
2613μέχρι Δεκεμβρίου, ἔχομεν 798,202
2614ἐν ὅλῳ δρ. 1,494,253
2615Κατὰ τὸ 1894, ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις
2616Αὐγούστου 654,138
2617καὶ ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 837,021
2618ἐν ὅλῳ δρ. 1,491,159
2619Κατὰ τὸ 1895, ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις
2620Αὐγούστου 673,559
2621ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 548,199
2622ἐν ὅλῳ δρ. 1,221,758
2623Ἀπὸ τοῦ 1896 ὅμως παρατηρεῖται ἐλάττωσις, ἕνεκα
2624τῆς καταργήσεως τότε τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰς τὴν
2625κατωτάτην ἐκπαίδευσιν, τῆς ἐλαττώσεως δὲ τούτων εἰς τὴν
2626μέσην καὶ τὴν ἀνωτέραν. Οὕτως ἔχομεν εἰσπράξεις κατὰ
2627τὸ ἔτος 1896:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2628Ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις Αὐγούστου 393,965
2629ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 555,648
2630ἐν ὅλῳ δρ. 949,613
2631Κατὰ τὸ 1898, ἀπὸ Ἰανουρίου μέχρις
2632Αὐγούστου 353,402
2633ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 443,164
2634ἐν ὅλῳ δρ. 796,566
2635Κατὰ δὲ τὸ 1899, ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις
2636Αὐγούστου 394,719
2637καὶ ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 508,423
2638ἐν ὅλῳ δρ. 903,142
2639Κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον συνέταξα, ἡ διαφορὰ τοῦ
26401899 πρὸς τὸ 1898 εἶναι ἐπὶ πλέον δρ. 106,576, ἡ διαφορὰ
2641δὲ τοῦ 1900 πρὸς τὸ 1899 εἶναι δρ. 296,858. Ὑποθέτο-
2642μεν δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν
2643τοῦτο, διότι ἐφέτος πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἀπαλ-
2644λάσσονται τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν οἱ φοιτηταὶ οἱ ἐκ Θεσ-
2645σαλίας, οὐδὲ οἱ ἐξ Ἠπείρου, οὐδ’ οἱ ἐκ Μακεδονίας, οὐδ’ οἱ
2646ἐκ Κρήτης.
2647Κεφάλ. Γʹ. «Τέλη καὶ δικαιώματα». Ἄρθρ. 11.
2648«Τέλη ταχυδρομικὰ ἐξ ἀντιτίμου καταναλισκομένου
2649γραμματοσήμου ἐν γένει καὶ ἐπιστολικῶν δελτα-
2650ρίων». Ἔχομεν ποσὸν 2,200,000 δραχμῶν κατὰ τὸν προϋ-
2651πολογισμὸν, ἡ μειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς περιορίζει
2652τὸ ποσὸν εἰς 1,500,000, ἤτοι ἐπέρχεται μείωσις κατ’ αὐτὴν
2653κατὰ 700,000 δραχμάς.
2654Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων
2655ἐκ τῆς ἐκτυπώσεως κατὰ τὸ τρέχον ἔτος νέου τύπου γραμ-
2656ματοσήμου, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολι-
2657τεύσεως καὶ ὡς γελοῖον ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον, ὑπὸ τὸν
2658ὁποῖον παρίσταται ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ τεύχους
2659τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζομεν ὅτι ἔχει ἄδικον ἡ Ἀντι-
2660πολίτευσις, διὰ τὸν λόγον, ὅτι πρέπει ἰδίως νὰ στηριχθῶμεν,
2661εὐελπιστοῦντες ὅτι θὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ, εἰς τὴν πύ-
2662κνωσιν, τὴν ἐπέκτασιν καὶ τὴν προσθήκην νέων ταχυδρομι-
2663κῶν γραμμῶν.
2664Ἀλλ’ εἶπον καὶ τοῦτο πρὸς ἡμᾶς: «εἰς τί θὰ χρησιμεύ-
2665σουν αἱ νέαι ταχυδρομικαὶ γραμμαὶ, ἀφοῦ θὰ γείνωσιν εἰς
2666χωρία, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐλάχιστον πληθυσμὸν καὶ τὰ ὁποῖα
2667δὲν συνήθισαν ν’ ἀλληλογραφῶσιν;» Εἰς αὐτὸ νομίζω ὅτι δύ-
2668ναταί τις εὐχερῶς ν’ ἀπαντήσῃ, ὅτι, ἐὰν οἱ κάτοικοι τῶν μι-
2669κρῶν χωρίων ἢ μερῶν δὲν ἔχουσιν ἀλληλογραφίαν πρὸς τοὺς
2670κατοίκους τῶν μεγάλων κέντρων, οἱ κάτοικοι ὅμως τῶν με-
2671γάλων κέντρων, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην περισσό-
2672τερον, δύνανται ν’ ἀλληλογραφῶσι πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν
2673μικρῶν μερῶν, ὅτι δὲ καὶ θὰ ὠθήσωσι καὶ αὐτοὺς εἰς τὴν
2674ἀλληλογραφίαν.
2675Ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς προεῖπον, φρο-
2676νεῖ ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται ἐκ τῆς ἐκτυπώσεως
2677τῶν νέων γραμματοσήμων, δὲν θὰ εἰσπραχθῇ. Νομίζω ὅτι ἡ
2678μειονοψηφία ἔχει ἐντελῶς ἄδικον, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐκ
2679τοῦ τύπου τῶν ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων εἰσεπράχθη
2680ποσὸν διπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζομεν ἡμεῖς, διότι
2681τότε εἰσεπράχθησαν 800,000 δραχμαί. Βεβαίως ὁ τύπος
2682τοῦ ἐφετεινοῦ γραμματοσήμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν
2683σημασίαν τοῦ γραμματοσήμου τοῦ ἀναμνηστικοῦ, ἀλλὰ δι’
2684αὐτὸ καὶ ἡμεῖς δὲν ὑπολογίζομεν ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ τὸ αὐτὸ
2685ποσὸν, ἀλλὰ μόνον τὸ ἥμισυ, 400,000, οὐχὶ δὲ 500,000,
2686διότι αἱ 100,000 εἶναι ἐκ τοῦ λόγου τῆς πυκνώσεως, τῆς
2687ἐπεκτάσεως καὶ τῆς προσθήκης νέων ταχυδρομικῶν γραμμῶν.
2688Ἄλλως δὲ, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ νομοσχέδια,
2689τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
2690γικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ ὁποῖα
2691βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπωφελῶς, διότι
2692ἀποτελοῦσι σχεδὸν κωδικοποίησιν τῶν ταχυδρομικῶν νόμων.
2693Ἐὰν παρατηρήσῃ τις, θὰ ἴδῃ ὅτι 24 τοιοῦτοι νόμοι καταρ-
2694γοῦνται ἢ τροποποιοῦνται. Εἶναι ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ
2695ὁποῖα περιποιοῦσι μεγάλην τιμὴν καὶ εἰς τὸν ὑποβαλόντα
2696ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν
2697φιλοτίμως ἐργασθέντα ἐπὶ τούτων ἀξιότιμον Γενικὸν Διευ-
2698θυντὴν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων.
2699Ἄρθρον 15. «Τέλη τηλεγραφικά». Κατὰ τὸν προϋπο-
2700λογισμὸν 1,000,000, κατὰ τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς
2701900,000, ἤτοι καὶ ἐνταῦθα ἐκπίπτεται ὑπ’ αὐτῆς ποσὸν
2702100,000 δραχμῶν. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔχομεν νὰ παρατη-
2703ρήσωμεν τοὺς αὐτοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων στηριζό-
2704μενοι, συγχρόνως δὲ, ὅτι ἐφέτος ἐπεσκευάσθησαν αἱ βλαβεῖ-
2705σαι γραμμαὶ τῆς Θεσσαλίας, ἤνοιξαν δὲ καὶ 30 τηλεγρα-
2706φικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα ἦσαν κλειστὰ κατὰ τὸ παρελθὸν,
2707ἐλλείψει προσωπικοῦ.
2708Κεφάλ. Εʹ ἄρθρ. 10. «Τίμημα Ναξίας σμύριδος».
2709Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν χρηματικὸν εἰς χρυσὸν
2710δραχ. 600,000, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τὸ περιορίζει
2711εἰς 500,000, ἤτοι ἐπέρχεται κατ’ αὐτὴν καὶ ἐνταῦθα μεί-
2712ωσις 100,000 δραχμῶν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι
2713δεδικαιολογημέναι αἱ προβλέψεις αὗται τῆς μειονοψηφίας τῆς
2714ἐπιτροπῆς, διὰ τὸν λόγον ὅτι αἱ ἀποθῆκαι αἱ ἱδρυθεῖσαι ἐν
2715Σύρῳ δὲν εἶναι δυνατὸν, καθὸ εὑρισκόμεναι ἐν κέντρῳ ἐμ-
2716πορικῆς κινήσεως, ἢ νὰ προκαλέσωσι τὴν ἀγορὰν τῆς Ναξίας
2717σμύριδος εἰς μείζονα βαθμὸν ἢ ἂν περιωρίζετό τις ν’ ἀγο-
2718ράζῃ αὐτὴν κατ’ εὐθεῖαν ἐκ τῆς Νάξου.
2719Ἐπειδὴ ἔκαμε παρατήρησίν τινα ὁ ἀξιότιμος τέως Ὑπουρ-
2720γὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Νέγρης, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος
2721ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς πρὸς τὴν Ναξίαν σμύριδα, διότι
2722εἶναι φόρος προϋπολογιζόμενος εἰς χρυσὸν, λέγομεν ὅτι ἀνα-
2723γράφομεν χωριστὰ τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος, διότι κατὰ
2724τὴν ἔκδοσιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων πρὸς τακτοποίη-
2725σιν τῶν πληρωμῶν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς
2726θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ εἰσπράξεις εἰς χρυσὸν, καὶ θὰ κατα-
2727λογισθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἡ νομισματικὴ διαφορὰ, ὅτε θὰ ἐπέλθῃ
2728ἡ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τροπὴ αὐτῶν.
2729Κεφάλ. Ϛʹ. «Ἐκποίησις δημοσίων κτημάτων ἀκι-
2730νήτων καὶ κινητῶν». Ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ποσὸν δρ.
27311,051,600, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει 900,000
2732δραχμὰς, ἤτοι καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἐπιφέρει μείωσιν
2733δραχ. 151,600. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς φρονεῖ, ὅτι
2734ἐλπίζεται ἡ εἴσπραξις καὶ μείζονος ποσοῦ τῶν 151,600
2735δραχμῶν ἐκ μόνων τῶν προσωρινῶν καὶ παγίων δόσεων τῶν
2736παραχωρηθεισῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἔχομεν δὲ κατὰ
2737τὸ ἄρθρον 8 ἐφέτος καὶ τὴν δόσιν τῶν κατὰ τὸ 1899 δη-
2738λωθεισῶν καὶ τῶν δηλωθησομένων κατὰ τὸ 1900 γαιῶν.
2739Κεφ. Ζʹ. «Ἀπολήψεις ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋ-
2740πολογισμοῦ». Ἄρθρ. 12. «Κρατήσεις ἐκ τῶν μι-
2741σθῶν τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων τοῦ Β. Ναυτι-
2742κοῦ διὰ τὸ τίμημα τοῦ χορηγουμένου αὐτοῖς ἱματι-
2743σμοῦ». Ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ποσὸν δρ. 449,310. Εἰς δὲ
2744τὸ ἄρθρον 13, «κρατήσεις ἐκ τῶν μισθῶν ὑπαστυνό-
2745μων, ἐνωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων διὰ τὰς στολὰς
2746αὐτῶν», ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν δρ. 389,160.
2747Ἤτοι διὰ τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα συλλήβδην 838,470, ἡ δὲ
2748μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς παραδέχεται μόνον 100,000,
2749προτείνει ἑπομένως ἔκπτωσιν δραχ. 738,470.
2750Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα ταῦτα, τ’ ἀναγραφόμενα ὑπὸ τὰ
2751ἄρθρα 12 καὶ 13 τοῦ Κεφαλ. Ζʹ, παρατηροῦμεν ὅτι ἴσα
2752ποσὰ περιλαμβάνονται καὶ εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ ἑπομένως μό-
2753νον καθ’ ὅσον θὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ ἔξοδα, κατὰ τοσοῦ-
2754τον θὰ εἰσπραχθῶσι καὶ τὰ ἔσοδα.
2755Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἱματισμὸν τὸν χορηγούμενον εἰς τὰ
2756πληρώματα τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ἐπὶ τούτου παρατηροῦμεν, ὅτι
2757ἐκ τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὸ 1898 ποσοῦ δραχμῶν
2758242,176 εἰσεπράχθησαν δραχ. 224,770, ἐπελθόντος ἐλλείμ-
2759ματος ἐκ δραχ. 17,406, ἐκ δὲ τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ
2760τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 ποσοῦ δραχ. 266,175 εἰσεπράχθησαν
2761δρ. 227,650, ἤτοι ἐπῆλθεν ἔλλειμμα δραχ. 38,525. Παρα-
2762τηροῦμεν ὅμως, ὅτι καὶ αἱ ἐπὶ ἔλαττον αὗται ἐκ δρ. 55,931
2763διαφοραὶ θέλουσιν εἰσπραχθῆ, διότι ἐχρεώθησαν εἰς τὰ ταμεῖα
2764τοῦ Κράτους οἱ ὀφείλοντες ταῦτα μετὰ τὴν ἐκ τῶν τάξεων
2765τοῦ ναυτικοῦ ἀπόλυσίν των, οἵτινες καὶ καταδιώκονται νῦν
2766ὑπὸ τῶν ταμιῶν, πολὺ δ’ ἐνδεχόμενον καὶ νὰ εἰσεπράχθησαν
2767ἤδη ταῦτα τὰ ποσά. Κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ Ὑπουργείου
2768τῶν Ναυτικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, εἰσεπράχθη-
2769σαν ἐκ τοῦ εἰρημένου λόγου κατὰ τὸ 1894 δρ. 199,285.74,
2770κατὰ τὸ 1895 δραχ. 217,647.52, κατὰ τὸ 1896 δραχ.
2771190,421.44, καὶ κατὰ τὸ 1897 δρ. 452,464.59. Ὀφείλο-
2772μεν δὲ, ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενοι, νὰ σημειώσωμεν, ὅτι
2773κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1898 ἔτη αἱ λόγῳ ἱματισμοῦ κρατή-
2774σεις ἀφῃροῦντο ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν χορηγουμένων διὰ τὰς
2775μισθοδοσίας τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, τὸ δὲ ὁλικὸν πο-
2776σὸν τῶν ἐκπτώσεων ἐσημειοῦτο ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν
2777ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὡς πίστωσις διὰ τὴν
2778προμήθειαν τοῦ ἱματισμοῦ· αἱ δὲ λόγῳ τοῦ ἱματισμοῦ κρα-
2779τήσεις, ἐκπιπτόμεναι ἐκ τῶν μισθοδοτικῶν πινάκων, ἔμενον
2780ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἀπὸ τοῦ 1898 ὅμως ἔτους καὶ ἐντεῦθεν
2781αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις διὰ τὴν
2782προμήθειαν τοῦ ἱματισμοῦ δηλοῦνται ὡς δημόσιον ἔσοδον καὶ
2783ἀναγράφονται ὡς τοιοῦτον ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐσό-
2784δων τοῦ Κράτους, αἱ δὲ γενόμεναι κρατήσεις, σημειούμεναι ἐν
2785τοῖς πίναξι τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων, καὶ ἐκπιπτόμε-
2786ναι ἐκ τοῦ πληρωτέου ποσοῦ εἰς τοὺς δικαιούχους λόγῳ μι-
2787σθοδοσίας, ἀποδίδονται εἰς τὸ Δημόσιον διὰ χρηματικῶν
2788ἐνταλμάτων, ἐκδιδομένων ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κεντρικοῦ ταμίου,
2789ὅστις ἐκδίδει γραμμάτια παραλαβῆς.
2790Ἤδη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ἡ
2791ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 καθ’ ὑπέρβασιν
2792ἀπὸ τοῦ 1899 πίστωσις διὰ μισθὸν 35 εἰσπρακτόρων θεω-
2793ρεῖται ἀπαραίτητος ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς,
2794διὰ τὸν λόγον ὅτι ὑπάρχουσι δῆμοί τινες, εἰς τοὺς ὁποίους
2795δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν εἰσπράκτορας, ἵνα ἀναθέσωμεν
2796αὐτοῖς τὴν λειτουργίαν ταύτην, διότι δὲν ἀπολαμβάνουσιν
2797ἱκανὰ ποσοστὰ, ἵνα ἔχωσιν ὠφελείας, ὑπόκεινται δ’ ἄλλως
2798καὶ εἰς τὴν παροχὴν ἐγγυήσεως χιλίων δραχμῶν ἕκαστος.
2799Ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶναι ἄδικον τοῦτο, ὡς ἀδίκως ἠλέγχθημεν καὶ
2800προηγουμένως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ,
2801ἀπόδειξις τὸ ἑξῆς· ὅτι σήμερον μὲ ἔσοδα τοῦ Κράτους 111
2802ἑκατομμυρίων δαπανῶμεν δι’ εἰσπράκτορας ὅσα ποσὰ ἐδα-
2803πανῶμεν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1887 ἔτη, πρὶν δηλαδὴ συστα-
2804θῶσι τὰ Ὑποταμεῖα, καὶ μετ’ αὐτὰ μέχρι τοῦ 1892, ὅτε
2805εἴχομεν εἰσπράξιμα ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 75–85 ἑκατομμυ-
2806ρίων, διπλάσια δὲ, ἤτοι δρ. 1.926,800, ἐδαπανῶμεν κατὰ τὰ
2807ἔτη 1890 καὶ 1891, ὅτε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς
280893–96 ἑκατομμύρια δραχ. Καὶ ἀκούσατε λεπτομερείας.
2809Κατὰ τὸ 1884, ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους 86,122,950, εἴ-
2810χομεν εἰσπράκτορας 420, ἐτήσιον αὐτῶν μισθὸν δρ. 201,600,
2811ποσοστὰ 250,000· ἤτοι ἐν ὅλῳ 451,600 δραχ. ἐδαπανῶ-
2812μεν δι’ αὐτούς. Κατὰ τὸ 1885, ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους
281374,006,586, εἴχομεν εἰσπράκτορας 390, ἐτήσιον μισθὸν δρ.
2814187,200, ποσοστὰ 250,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 437,200.
2815Κατὰ τὸ 1886, ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους 88,047,999.58, τὰ
2816αὐτὰ, ὡς καὶ κατὰ τὸ 1885. Κατὰ τὸ 1887, ἐπὶ ἐσόδων
2817τοῦ Κράτους 94,656,907, εἴχομεν εἰσπράκτορας 350, ἐτή-
2818σιον μισθὸν δρ. 168,000, ποσοστὰ 250,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ.
2819418,000. Κατὰ τὸ 1888 ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους 95,306,231
2820εἴχομεν εἰσπράκτορας 350, ἐτήσιον μισθὸν δραχ. 168,000,
2821ποσοστὰ 300,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 468,000. Κατὰ τὸ
28221889, ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους 96,449,453, εἴχομεν εἰσπρά-
2823κτορας 270, ἐτήσιον μισθὸν δρ. 129,600, ποσοστὰ 500,000,
2824ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 629,600. Κατὰ τὸ 1890, ἐπὶ ἐσόδων
282593,967,720, εἴχομεν εἰσπράκτορας 160, ἐτήσιον μισθὸν δρ.
282676,800, ποσοστὰ 850,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 926,800. Κατὰ
2827τὸ 1891, ἐπὶ ἐσόδων 96,541,462, εἴχομεν εἰσπράκτορας 160,
2828ἐτήσιον μισθὸν δρ. 76,800, ποσοστὰ δρ. 850,000, ἤτοι ἐν
2829ὅλῳ δραχμὰς 926,800. Κατὰ τὸ 1892, ἐπὶ ποσοῦ ἐσόδων
2830103,550,792, εἴχομεν εἰσπράκτορας 160, ἐτήσιον μισθὸν δρ.
283176,800, ποσοστὰ δρ. 600,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 676,800.
2832Κατὰ δὲ τὸ 1900, ἐπὶ 112,206,849, εἴχομεν ἀριθμὸν εἰσ-
2833πρακτόρων 200, ἐτήσιον μισθὸν δραχ. 96,000, ποσοστὰ δρ.
2834370,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἴχομεν πιστώσεις δι’ αὐτοὺς δραχ.
2835466,000, ἀκριβῶς δηλ. ὀλιγώτερα κατὰ τὸ διπλάσιον τῶν
2836ὅσα εἴχομεν κατὰ τὸ 1890 καὶ τὸ 1891 ἐπὶ ἐσόδων τοῦ
2837Κράτους, ὡς εἶπον, μόνον 93–96 ἑκατομμυρίων.
2838Κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 3. «Ἔσοδα εἰσπραχθησόμενα ἐκ καθυ-
2839στερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων». Ὁ προϋ-
2840πολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν 3,500,000, ἡ μειονοψηφία τῆς
2841ἐπιτροπῆς τὸ περιορίζει εἰς 3,000,000, ἤτοι κατ’ αὐτὴν
2842θὰ ἔχωμεν ἔκπτωσιν 500,000. Ἀφοῦ ὅμως, ὡς ἀνομολογεῖ-
2843ται καὶ ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας, ἔχομεν 3,000,000 κατὰ μέ-
2844σον ὅρον τὸ 1895–1898, πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι θὰ συμ-
2845πληρώσωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 3,500,000, διότι ἐκ-
2846τὸς τῆς ἐπιμελοῦς ἐνεργείας, ἡ ὁποία θὰ καταβληθῇ ἐφέτος
2847πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἔχομεν καὶ τὸν ἄλλον
2848λόγον, ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν, ἕνεκα τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου
2849͵ΒΦΛΖʹ τῆς 17 Μαρτίου 1898, εἶχεν ἀναβληθῆ καὶ καθυ-
2850στερήσει ἡ εἴσπραξις τῶν καθυστερούντων. Ἔχομεν δὲ ἐνερ-
2851γηθείσας εἰσπράξεις,—ἵνα πεισθῇ τις καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμά-
2852των τούτων—κατὰ τὸ 1894 δρ. 2,750,963, κατὰ τὸ 1895
2853δρ. 2,273,322, κατὰ τὸ 1896 δρ. 3,639,679, κατὰ τὸ 1897
2854δρ. 2,433,671, κατὰ τὸ 1898 δρ. 3,674,507, καὶ κατὰ τὸ
28551899 δρ. 2,283,521· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι
2856κατὰ τὸ 1899 εἶχον ἐνεργηθῆ δύο γενικαὶ ἐκλογαί, καθ’ ἃς,
2857ὡς πάντοτε παρετηρήθη, ἐπέρχεται χαλάρωσις τῆς εἰσπρά-
2858ξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων.
2859Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς μειονο-
2860ψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸν κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς
2861παρούσης συνεδριάσεως ἀγορεύσαντα ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος
2862συνάδελφον.
2863Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν
2864Οἰκονομικῶν, ἀρχόμενος προχθὲς τῆς ὁμιλίας του ἐπὶ τοῦ
2865προϋπολογισμοῦ, ἀνέφερεν ὅτι δὲν πρέπει κἂν νὰ λάβῃ τις ὑπ’
2866ὄψιν τὸ τεῦχος τοῦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι αὐτὸ, κατὰ
2867τὸν κ. Βουλευτὴν, στηρίζεται ἐπὶ ἀναληθειῶν, αἱ ὁποῖαι εἶ-
2868ναι αὐτόχρημα μαθηματικαὶ, ἀριθμητικαί. Παρέστησε δη-
2869λαδὴ, ὅτι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Διευ-
2870θυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου,—ἂν δὲ περὶ τοῦ Ὑπουρ-
2871γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔρχομαι νὰ ποιήσωμαι εὔφημον
2872μνείαν, καθὸ περιττὸν, διὰ τὸν Διευθυντὴν ὅμως τοῦ Γεν.
2873Λογιστηρίου δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει τίτλον ὑπὲρ ἑαυ-
2874τοῦ καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὑπὲρ αὐτοῦ ὁ ἐκ
2875Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς κατὰ τὸ 1892, καὶ τοὺς λό-
2876γους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὑπὲρ αὐτοῦ ὁ νῦν ἀξιότιμος Ὑπουρ-
2877γὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολο-
2878γισμοῦ τοῦ 1899,—παρέστησε, λέγω, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀτ-
2879τικῆς, ὅτι αὐτόχρημα ἀγνοοῦσιν ἀμφότεροι καὶ τὴν πρώτην
2880πρᾶξιν τῆς ἀριθμητικῆς! Διότι, εἶπεν, ἐνῷ κατὰ τὴν γενι-
2881κὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἀναγράφεται ποσὸν ἐκ μονοπωλια-
2882κῶν ἐσόδων 2,000,000, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τὴν κατ’ ἄρθρον
2883ἀναγράφεται ποσὸν ἐσόδων ἐπὶ πλέον 700,000 δραχμῶν.
2884Δὲν διεῖδεν ὅμως, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς· εἰς τὴν εἰση-
2885γητικὴν ἔκθεσιν τὴν γενικὴν ἀναγράφεται τὸ εἰρημένον ποσὸν
2886τῶν 2,000,000 ὡς ὑπολογισμὸς τῶν ἐπὶ πλέον εἰσπραχθη-
2887σομένων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῷ προϋ-
2888πολογισμῷ. Ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ παρατηρήσωμεν ἐν-
2889ταῦθα, ὅτι εἰς τὰ μονοπώλια περιλαμβάνεται ἐφέτος καὶ τὸ
2890ἅλας τῆς Ζακύνθου, διότι ἀπὸ τοῦ 1899 ἔτους διὰ τοῦ νό-
2891μου ͵ΒΦΟΑʹ ὑπήχθησαν αἱ ἐν Ζακύνθῳ ἁλικαὶ εἰς τὸ μονο-
2892πώλιον τοῦ Κράτους· ἔχομεν δὲ ἐπὶ 1,375,000 ὀκάδων, πρὸς
28935 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, προσθήκην 40,000 δραχμῶν. Πρὸς τού-
2894τοις πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν καταστολὴν τοῦ λα-
2895θρεμπορίου, προσδοκωμένην ἀσφαλῶς ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ
2896νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ προηγουμένως εὐφήμως ἐμνημό-
2897νευσα, καὶ ὅπερ πρέπει νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν,
2898ὅπως θεωρήσῃ ἐκ τῶν πρώτων, ὧν πρέπει νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ
2899ἐπιψήφισις ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Σὺν τούτοις πρέπει νὰ προσθέ-
2900σωμεν, ὅτι ἐφέτος θὰ δοθῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν μεῖζον ποσὸν
2901ἐκ τῶν μονοπωλιακῶν εἰδῶν, διότι ἕνεκα τοῦ πολέμου οὔτε
2902κατὰ τὸ 1897 οὔτε κατὰ τὸ 1898 εἰσήχθησαν εἴδη μονοπω-
2903λιακὰ εἰς τὴν Θεσσαλίαν· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1899, δύναταί
2904τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἰσήχθησαν ὅσα ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσι,
2905διότι ὑπῆρχον ἐναποθηκευμένα ἐκ τῆς ἐποχῆς τῆς κατοχῆς
2906τῶν Τούρκων.
2907Ὅσον ἀφορᾷ τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1899,
2908τὰ ὁποῖα σᾶς παρέστησαν τόσον μαῦρα οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντι-
2909πολιτεύσεως, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι αὐτὰ θὰ ἦναι λίαν εὐοίωνα,
2910καὶ ὅτι θὰ καταλήξῃ μάλιστα ἡ χρῆσις τοῦ 1899 εἰς περίσ-
2911σευμα, καὶ δὴ 4,000,000. Ἔχομεν προϋπολογισμὸν ἐξόδων
2912τοῦ 1899 ἐκ δραχμῶν 103,418,273, πιστώσεις διὰ νόμων
2913χορηγηθείσας δραχ. 1,727,870, ζητουμένας πιστώσεις διὰ
2914τῶν ὑποβεβλημένων νομοσχεδίων δραχ. 6,486,377, ζητη-
2915θησομένας μέχρι λήξεως τῆς χρήσεως δραχ. 200,000, ἐν ὅλῳ
2916111,832,520. Ἐκ τούτων θὰ παρουσιασθῶσιν ἀφεύκτως πλεο-
2917νάσματα ἐκ 5,000,000· λέγομεν δὲ ἀφεύκτως, διότι στη-
2918ριζόμεθα εἰς τὰ ἑξῆς. Πρῶτον ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον «περὶ
2919χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 1,975,045,45,
2920ἐξ ὧν εἰς χρυσὸν δραχ. 5,287, ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογι-
2921σμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς
2922χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ
2923δραχμῶν 742,500 καὶ ἐκ φράγκων χρυσῶν 11,828.25», ἐκ
2924τοῦ ὁποίου βλέπετε, ὅτι θὰ μείνῃ περίσσευμα πιστώσεων δρ.
29251,200,000. Ἔχομεν πλεόνασμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
2926τικῶν, κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2927Ναυτικῶν, τὴν συνοδεύουσαν τὸ προχθὲς ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ
2928νομοσχέδιον, δρ. περίπου 270,000. Ἐκ τῶν λοιπῶν Ὑπουρ-
2929γείων θὰ προκύψῃ πλεόνασμα ποσοῦ δρ. 3,590,000, ὡς ἑξῆς:
2930Κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν,
2931θὰ ἔχωμεν πλεονάσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἐκ
2932δραχ. 1,500,000. Κατὰ τὰς παραστάσεις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ
2933Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
2934δεύσεως, ἐκ δραχ. 500,000· κατὰ τὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2935Στρατιωτικῶν, ἐκ δραχ. 740,000· κατὰ τὰς τοῦ Ὑπουρ-
2936γείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ 350,000· κατὰ τὰς τοῦ Ὑπουρ-
2937γείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξ 100,000· καὶ κατὰ τὰς τοῦ Ὑπουρ-
2938γείου τῶν Οἰκονομικῶν τέλος, ἐκ δρ. 460,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ
2939πλεονάσματα ἐκ δραχ. 3,590,000. Ἐὰν προσθέσωμεν εἰς τὸ
2940ποσὸν τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,200,000, τὸ ὁποῖον ἀρτίως
2941ἐμνημόνευσα, καὶ τὰς ἐπίσης μνημονευθείσας δρ. 270,000,
2942πλεόνασμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἔχομεν ἐν ὅλῳ
2943ποσὸν 5,060,000. Ἐὰν τὰ 5 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἀφαιρέσω-
2944μεν ἐκ τῶν 111,832,520, ἔχομεν 106,832,520 δραχμάς· καὶ
2945ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 θ’ ἀπο-
2946λήξῃ εἰς περίσσευμα τεσσάρων ἐν ὅλῳ ἑκατομμυρίων.
2947Ἤδη ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900.
2948Προϋπελογίσθησαν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ
2949τῶν Οἰκονομικῶν προϋπολογισμοῦ τὰ ἔσοδα εἰς 111,315,528,
2950τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 110,240,731, ἤτοι προϋπελογίσθη περίσσευμα
29511,074,797. Κατόπιν ὅμως τῶν δηλώσεων, τῶν γενομένων ὑπὸ
2952τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ ἐπενεκτέων μετα-
2953βολῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων,
2954τὰ ἔσοδα ἀνεβιβάσθησαν εἰς δραχμὰς — περὶ ὧν προηγου-
2955μένως ἠρώτα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγού-
2956μης—112,206,849. Λέγομεν δὲ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, διότι
2957στηριζόμεθα εἰς τὰ ἑξῆς. Ἔχομεν τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ
2958κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πίνακα μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ
2959ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων
2960τῆς χρήσεως τοῦ 1900, καθ’ ὃν ἔχομεν ἐλαττώσεις μὲν τὰς
2961800,000 δραχ. ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζῴων, τὰς ὁποίας ἐμνημό-
2962νευσα, αὐξήσεις δέ: «Κεφ. Ηʹ ἄρθρον 5. Ἰσότιμον στα-
2963φιδοκάρπου, εἰσπραχθέντος ὡς φόρου εἰς εἶδος ἐπὶ τοῦ
2964ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου τῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους
29651898, ἐκ λιτρῶν 276,330,280×δρ. 4 κατὰ χιλιόλιτρ.
2966=1,105,321». «Ἔξοδα ἐκτελέσεως τοῦ νόμου δραχ.
2967154,000». Ἐν ὅλῳ 1,259.321. Ἔχομεν ἐπὶ τοῦ Κεφ. ΙΒʹ
2968δὶς, ἄρθρ. 2 «εἰσφορὰ ὑπὲρ τῶν δήμων τοῦ Κράτους
2969ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων 432,000».
2970Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἔχομεν αὐξήσεις μὲν δρ. 1,691,321, ἐλαττώ-
2971σεις δὲ 800,000· ἤτοι πλεόνασμα καθαρὸν δραχ. 891,321,
2972τὸ ὁποῖον προστιθέμενον εἰς τὸ ἀρχικὸν ποσὸν τοῦ προϋπο-
2973λογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἐξ 111,315,528 φέρει τὸ ποσὸν
2974112,206,849. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀκριβὴς ἀριθμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν
2975ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900.
2976Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ἔξοδα, τ’ ἀναβιβασθέντα διὰ τῶν δια-
2977φόρων δηλώσεων εἰς δραχ. 111,812,579· ἑπομένως κατ’ αὐ-
2978τὸν τοῦτον τὸν πίνακα (ἐπιδεικνύει αὐτὸν) θὰ ἔχωμεν
2979περίσσευμα δραχ. 394,270. Ἀλλὰ τὸ περίσσευμα μὴ νομί-
2980ζομεν ὅτι θὰ ἦναι τόσον μικρὸν, οὔτε πρέπει νὰ μὴ εὐελπιζώ-
2981μεθα ὅτι θὰ ἦναι πολὺ μεγαλύτερον τοῦ ποσοῦ τούτου. Στη-
2982ριζόμεθα δὲ εἰς τὰ ἑξῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς, ἀναγράφων τὸ
2983ποσὸν αὐτὸ ὡς τὸ ἀναγράφει, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ἐφηρ-
2984μόζετο ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, προσέτι ὅτι
2985θὰ συνιστῶντο τὰ νέα Πρωτοδικεῖα ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους·
2986ἤδη ὅμως διανύομεν τὸν τρίτον μῆνα τοῦ ἔτους, πλησιάζο-
2987μεν εἰς τὸ τέλος τοῦ τρίτου μηνὸς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν
2988ἐφαρμογὴν τῶν νόμων αὐτῶν· ἰδοὺ ἓν κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ
2989παρουσιασθῇ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως. Ἔχομεν προσέτι τὸ
2990νομοσχέδιον «περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλο-
2991μένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσό-
2992δων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων», τὸ ὁποῖον εἶναι νομοσχέδιον
2993σπουδαιοτάτης σημασίας. Ἐὰν τοῦτο ψηφισθῇ, δυνάμεθα νὰ
2994προσδοκῶμεν, ὅτι ἐκτὸς τῶν προϋπολογισθέντων 3,500,000
2995ὡς ποσοῦ ἐκ παρελθουσῶν κεκλεισμένων χρήσεων, θὰ ἔχωμεν
2996ἄλλα 3,500,000 περιπλέον. Δυνάμεθα ἴσως νὰ ἐλπίζωμεν,
2997ὅτι θὰ ἔχωμεν τοσοῦτον ποσὸν, καὶ θὰ ἔχωμεν ἑπομένως ἀπο-
2998λογισμὸν καὶ μὲ περίσσευμα 3,500,000, ἐὰν ἀποβλέψωμεν
2999εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου,
3000γιγνομένου νόμου. Ἔχομεν ἐπὶ παραδείγματι τὸ ἄρθρον 6
3001αὐτοῦ, (ἀλλ’ ἴδε καὶ ἄρθρον 12) τὸ ὁποῖον ὁρίζει (ἀναγινώ-
3002σκει):
3003«Ἐπὶ τοῦ διὰ μετρητῶν καταβαλλομένου ποσοῦ κατὰ
3004»τὴν προεξόφλησιν τοῦ ὑπαγομένου εἰς ἀνανέωσιν ἢ καὶ ἀνα-
3005»νεωθέντος χρέους ἐκπίπτονται ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου:
3006»Αʹ) Διὰ τὰ χρέη τὰ ἀνήκοντα εἰς τὰς ἀρχαιοτέρας χρήσεις
3007»μέχρι τῆς τοῦ 1880 συμπεριλαμβανομένης αʹ) 40%,
3008»ἐὰν ταῦτα προέρχωνται ἀπὸ φόρους καὶ δικαιώματα
3009»ἐπικαρπίας, ποινικὰ καὶ δικαστικὰ ἔξοδα, τέλη χαρτοσή-
3010»μου, ἔξοδα ἀπαριθμήσεως καὶ καταμετρήσεως, πρόστιμα
3011»καὶ χρηματικὰς ποινὰς καὶ ἀπὸ ἐνοικιάσεις φόρων· βʹ) 30%,
3012»ἐὰν προέρχωνται ἐξ ἐνοικίων δημοσίων ἢ ἐκ-
3013»κλησιαστικῶν κτημάτων καὶ νομημάτων· γʹ) 20%,
3014»ἐὰν προέρχωνται ἐκ δόσεων τοῦ τιμήματος παραχω-
3015»ρηθεισῶν συνεπείᾳ δηλώσεων ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν
3016»γαιῶν καὶ φυτειῶν· καὶ δʹ) 10%, ἐὰν προέρχων-
3017»ται ἐκ δόσεων τοῦ τιμήματος παραχωρηθέντων διὰ δημο-
3018»πρασίας ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν φθαρτῶν κτημάτων καὶ
3019»γηπέδων, ἢ ἐκ λογιστικῶν προσκομμάτων καὶ ἐλλειμμάτων
3020»τῆς διαχειρίσεως δημοσίων ὑπολόγων.
3021»Βʹ) Τὸ ἥμισυ τῶν ὅρων τούτων διὰ τὰ χρέη τῶν προεκτε-
3022»θεισῶν κατηγοριῶν, ἐὰν ταῦτα ἀνήκωσιν εἰς τὰς χρήσεις τῶν
3023»ἐτῶν 1881 μέχρι 1895 συμπεριλαμβανομένης.»
3024Ἐπειδὴ δὲ οἱ ὅροι εἶναι πολὺ εὐεργετικοὶ, δὲν ὑπάρχει
3025ἀμφιβολία, ὅτι θὰ σπεύσωσι νὰ ἐπωφεληθῶσιν οἱ ὀφείλοντες
3026εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν εὐεργετικῶν αὐτῶν ὅρων, διότι ὑπάρ-
3027χει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ἐπιβαρυν-
3028τικὴ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον σπεύσει νὰ συμμορ-
3029φωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, γιγνο-
3030μένου νόμου.
3031Ταῦτα εἴχομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀριθ-
3032μοὺς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ
3033Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900.
3034Καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ βή-
3035ματος τούτου ὑπεστηρίχθη, Κύριοι, ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ ἀναμορφω-
3036τικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἀπέληξεν εἰς μηδὲν, ὅτι οὐδὲν
3037ἐπήνεγκε τοῦτο ἀγαθὸν, οὔτε ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαι-
3038ρέσεως, οὔτε οἱ ἄλλοι νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ
3039κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ ἠρωτήσαμεν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς
3040τὰ ἐκ τῆς μειοψηφίας, τίνα μέτρα ἠδύναντο νὰ φέρωσι πρὸς
3041ἀντικατάστασιν τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τεθέντων εἰς ἐφαρ-
3042μογὴν καὶ προτεινομένων, καὶ τὰ ἔντιμα ταῦτα μέλη ἀντέ-
3043ταξαν ἀπόλυτον ἄρνησιν καὶ σιγήν· δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐκθέσωσι
3044τὰς γνώμας αὐτῶν. Εἶπον μόνον εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὡς πρὸς τὴν
3045μεταβολὴν τῆς ἀστυνομίας ἀπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὑπε-
3046στήριξαν, ὅτι ἡ καταλληλοτέρα ἀστυνομία εἶναι ἡ δημοτικὴ
3047ἀστυνομία. Ἡμεῖς ἀντετάχθημεν εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν ταύ-
3048την, διότι τὰ κακὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἶναι ἔναυλα
3049ἔτι εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν, διότι ἐκείνη ἐχρησίμευε μόνον ἵνα διαιω-
3050νίζῃ τὴν ὀξύτητα τῶν παθῶν, τῶν δημοτικῶν καὶ πολιτικῶν,
3051ἡ δὲ δρᾶσις αὐτῆς ἦτο καταπίεσις τῶν ἀντιπάλων, μεροληψία
3052ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς φατρίας· ἑπομένως ἀστυνομία δὲν ὑπῆρ-
3053χεν ἐπὶ τῆς δημοτικῆς· καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἐμορφώθη ἡ ἰδέα,
3054ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ πλέον ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, εἶ-
3055ναι, ὅτι μετὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐζητήθη ἡ κα-
3056τάργησις τοῦ Ἀρχηγείου, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ δημοτική·
3057κατόπιν κατηργήθη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ ὡρίσθη
3058εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῆς ἄλλη, διοικητική, ἀλλ’ ὁ νόμος
3059ἐκεῖνος δὲν ἐλειτούργησε, καὶ ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος
3060ἐπολεμήθη συστηματικώτερον καὶ ὁμοφώνως ἡ στρατιωτικὴ
3061ἀστυνομία, μόνον ἡ δημοτικὴ δὲν ἀντικατέστησεν αὐτήν. Τί
3062ἄλλο ἐξάγεται ἐκ τούτων ἢ ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους
3063οὐδόλως ζητεῖ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν;
3064—ὅπερ σημαίνει, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία κατεδικάσθη διὰ
3065παντὸς εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν.—Ἀλλὰ τὸ νόστιμον εἶναι,
3066ὅτι καὶ ἐν τούτῳ διῃρέθησαν αἱ γνῶμαι τῆς μειονοψηφίας.
3067Ἄλλοι ἤθελον, εἰς τὰς μικρὰς μὲν πόλεις νὰ ἰσχύῃ ἡ δημοτικὴ
3068ἀστυνομία, εἰς τὰς μεγάλας δὲ, τὰς πρωτευούσας ἐπαρχιῶν ἢ
3069νομῶν, ἡ διοικητικὴ, ἤθελον δηλαδὴ τὸ μικτὸν σύστημα·
3070ἄλλοι πάλιν ἤθελον πανταχοῦ δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ὁ δὲ
3071ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης εἶπεν εἰς ἡμᾶς,
3072ὅτι ἐννοεῖ τὴν δημοτικὴν, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἰς τὰς πρωτευ-
3073ούσας τῶν πόλεων, καὶ δὴ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ βασιλείου,
3074κατ’ ἀλλόκοτον ἀληθῶς θεωρίαν.
3075Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ ἐλέγχου τοῦ συστήματος τῆς δημοτι-
3076κῆς ἀστυνομίας ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ ποιήσωνται ὑπο-
3077χωρήσεις τινὰς καὶ αὐτοὶ οἱ θιασῶται αὐτῆς, καὶ εἶπον πρὸς
3078ἡμᾶς: «δὲν θέλομεν καὶ ἡμεῖς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τῶν
3079παλαιῶν χρόνων· θέλομεν αὐτὴν βελτιωμένην.» — «Τίνας
3080βελτιώσεις ἐννοεῖτε;» ἠρωτήσαμεν αὐτούς. Ἀλλὰ καὶ πά-
3081λιν ὕψωσαν τοὺς ὤμους, δείξαντες ὅτι καὶ τὸν τρόπον τῆς βελ-
3082τιώσεως αὐτῆς προσδοκῶσι πάλιν παρ’ ἡμῶν, τῶν πολεμίων
3083αὐτῆς! Ἠρωτήσαμεν αὐτοὺς ἐπίσης νὰ ὑποδείξωσι πρὸς ἡμᾶς,
3084τίνα εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλονται ὅτι θὰ ἐφαρμό-
3085σουν, ἐὰν κληθῶσί ποτε εἰς τὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ τὰ συζητή-
3086σωμεν, καὶ ἴδωμεν ἂν θὰ πεισθῶμεν ὑπ’ αὐτῶν· διότι ἡμεῖς
3087ἐλέγομεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι «ἔχομεν τὸ σύστημα τῆς Κυβερ-
3088νήσεως, ἀληθῶς ἀναμορφωτικόν, καὶ αὐτὸ καταγινόμεθα νὰ
3089ἐφαρμόσωμεν· πῶς ἀξιοῦτε νὰ ἐγκαταλίπωμεν τοῦτο ἀπέναντι
3090τῶν ἀγνώστων μέτρων, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ λόγων ἐπικαλεῖ-
3091σθε;» Ἀλλὰ καὶ πάλιν οὐδὲν ἀπήντων. Ἐδεικνύομην εἰς αὐ-
3092τοὺς τοὺς νόμους, τοὺς ψηφισθέντας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
3093Σύνοδον, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι κολοσσιαίαν ἐργασίαν, τὸν νό-
3094μον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, τὸν νόμον περὶ
3095νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς
3096ἀστυνομίας, τὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς,
3097τοὺς φορολογικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτελοῦσιν αὔξησιν
3098βαρῶν, ἀλλ’ ἀποβλέπουσι μόνον εἰς τὸν τρόπον τοῦ διακανο-
3099νισμοῦ ἐπὶ τὸ βέλτιον τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ εἰς
3100ταῦτα οὐδὲν ἀντέτασσον.
3101Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν στρεμματικὸν φόρον καὶ ὁλό-
3102κληρον τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔφεραν πάντες οἱ Ὑπουργοὶ
3103ἐνώπιον ἡμῶν, ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμὸν ἑκάστης ὑπηρεσίας,
3104ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ψηφισθέντα νόμον περὶ γυμναστικῆς
3105καὶ τὰ λοιπὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ
3106ἀξιότιμος τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰ ὁποῖα
3107ὁμολογουμένως ἀποτελοῦσι περίλαμπρον οἰκοδόμημα, ὅπερ
3108πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ
3109ἄλλως εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει καὶ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέει, ἀδιά-
3110φορον ἂν ἀτυχῶς ἀπεχώρησε τῆς ὑπουργικῆς ἕδρας ὁ εἰσα-
3111γαγὼν αὐτά,—ἀτυχῶς, διότι εἶναι κεφάλαιον ἐθνικὸν ἀληθῶς
3112ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος,—τὰ ἐκπαιδευτικά, λέγω, νομοσχέ-
3113δια, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν βάσιν, τὸ Α καὶ τὸ Ω τοῦ ἀναμορ-
3114φωτικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν
3115τὰ ταχυδρομικά, τέλος τὰ ἀφορῶντα πάντα κλάδον τῆς ὑπη-
3116ρεσίας, τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὴν ὕδρευσιν τῆς
3117πρωτευούσης, καὶ τὴν πρόνοιαν περὶ συμπληρώσεως τοῦ σιδη-
3118ροδρομικοῦ δικτύου τῆς χώρας, ἰδίως περὶ κατασκευῆς τοῦ
3119σιδηροδρόμου τῶν συνόρων, τοῦ ὑψίστης ἀληθῶς ἐθνικῆς ση-
3120μασίας ἔργου τούτου, ἔχομεν πρὸ ἡμῶν καταπλῆσσον ἐκ τῆς
3121μεγαλοπρεπείας αὐτοῦ τὸ μεταρρυθμιστικὸν καὶ ἀναμορφω-
3122τικὸν ἀληθῶς ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς λοιπὸν
3123ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ ἔργον τοῦτο τῆς Κυβερνή-
3124σεως.
3125Ἀλλ’ ἀρνούμενα τὰ ἔντιμα μέλη τῆς μειονοψηφίας νὰ προ-
3126τείνωσιν ἴδια αὑτῶν μέτρα, ἐλησμόνησαν ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν
3127ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς νὰ δηλῶσι τὴν γνώμην αὐτῶν, διότι αὕτη
3128εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν· ἐλησμόνησαν ὅτι ὁ ἀοί-
3129δημος Τρικούπης, ὅταν ἤθελε νὰ πολεμήσῃ τὰς Κυβερνήσεις,
3130τῶν ὁποίων ἀπετέλει τὴν ἀντιπολίτευσιν, πάντοτε προέβαλλεν
3131ἴδια αὑτοῦ μέτρα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
3132προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
3133Βουλῆς ὁ Τρικούπης ὁλόκληρον σύστημα, ἀφορῶν εἰς ὅλους
3134τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως. Τὸ σύστημα τοῦτο ἔκαμε τοι-
3135αύτην ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε αὕτη, καίπερ ἀρτίως
3136ἐξελθοῦσα ἐκ τῶν καλπῶν τῆς 23 Σεπτεμβρίου 1879, ἔσπευσε
3137καὶ περιεπτύχθη αὐτό, καὶ ἀνήγαγε τὸν ἐργάτην αὐτοῦ εἰς
3138τὴν ἐξουσίαν.
3139Ἀλλ’ ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης ἦτο εἰς θέσιν, ἐντὸς πέντε ἡμε-
3140ρῶν νὰ καταρτίσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ,
3141προϋπολογισμὸν μάλιστα ἐν ἰσοζυγίῳ, ἐνῷ ἔχομεν παρά-
3142δειγμα, τὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος
3143ἐκραύγαζε κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ Τρικούπη
3144ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα, καὶ ἐν τούτοις, ἐλθὼν τρὶς εἰς τὴν ἐξου-
3145σίαν, δὲν κατώρθωσε νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον, νέον, προϋπολογι-
3146σμόν! Δὲν κατώρθωσε νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον προϋπολογισμὸν τῷ
31471885, αἰτιώμενος τὴν ἔλλειψιν χρόνου πρὸς τοῦτο· ἀλλὰ τὴν
3148αὐτὴν αἰτίασιν προέβαλε καὶ τῷ 1886. Ἐλθὼν δ’ αὐτὸς τῷ
31491890 εἰς τὴν ἐξουσίαν, διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίασιν δὲν ὑπέβαλεν
3150ἴδιον προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ οὔτε τῷ 1892 ὑπέβαλε τοιοῦ-
3151τον, ἵνα ἔλθῃ καὶ κατὰ τὸ 1895 καὶ μὴ κατορθώσῃ καὶ τότε
3152νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον αὑτοῦ προϋπολογισμόν! Καὶ ἐστηρίζετο
3153πάντοτε εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη!
3154Ἀλλ’ εἶπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸς ἡμᾶς, ὅτι μετὰ τὰ ἀτυ-
3155χῆ γεγονότα τοῦ πολέμου τοῦ 1897 ἡ χώρα ἀπῄτει παρὰ
3156τῶν νέων κυβερνητῶν αὑτῆς ἀναμορφωτικὸν σύστημα, πρὸ
3157πάντων δὲ γενναίας βλέψεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ στρα-
3158τοῦ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ ἡ
3159Κυβέρνησις ἐπεδείξατο τὴν μεγαλειτέραν αὑτῆς στοργήν. Ἡ
3160Κυβέρνησις κατενόησεν, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι ὁ ἄγρυπνος φρου-
3161ρὸς τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος, καὶ ὅτι οἱ μὴ ἐνδιαφερόμενοι
3162ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἐλέγχονται ἀδιαφοροῦντες περὶ αὐτῶν τῶν
3163τυχῶν, περὶ τῆς ὑποστάσεως αὐτῆς τῆς πατρίδος των. Διὰ
3164τοῦτο καὶ ἀνέγραψεν ὡς ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἄρθρων τοῦ
3165προγράμματος αὑτῆς, δι’ οὗ κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, τὴν
3166πρόνοιαν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν πρόνοιαν ταύτην ἐπεδεί-
3167ξατο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἐξουσίαν,
3168διότι τὸ πρῶτον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ἦτο ἡ κατάργησις
3169τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δι’ οὗ ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ τοὺς
3170ἀξιωματικοὺς εἰς τὰ ἔργα αὑτῶν τὰ στρατιωτικά. Ἀλλ’ ἐθεώ-
3171ρει αὕτη, ὅτι καὶ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν θὰ ἦτο εὔστοχον ἄνευ
3172συμπληρώσεως· διότι τί τὸ ὄφελος, ἂν τοὺς ἀξιωματικοὺς
3173ἔστελλον εἰς τοὺς στρατῶνας, καὶ οὗτοι, ἐπανερχόμενοι εἰς αὑ-
3174τοὺς, εὕρισκον αὐτοὺς κενοὺς ἀνδρῶν; Ἐσκέφθη λοιπὸν νὰ
3175ὀργανώσῃ τὴν χωροφυλακὴν, ἵνα περιορίσῃ τοὺς στρατιώτας
3176εἰς τὴν ἐκγύμνασιν αὑτῶν εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ στρατιώτου.
3177Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἦτο ἐπαρκές. Δι’ ὃ ἐδέησε νὰ ὑποβάλῃ
3178νομοσχέδιον περὶ ἀπομακρύνσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς
3179Βουλῆς. Καὶ πάλιν ὅμως καὶ τοῦτο δὲν ἦτο ἐπαρκές. Ὑπέ-
3180βαλε λοιπὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προσεκαλοῦντο ἀξιω-
3181ματικοὶ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὅπως μορφώσωσι τὸν στρατὸν τῆς
3182ξηρᾶς καὶ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Ἀλλὰ καὶ τὰ τέσσαρα
3183ταῦτα μέτρα δὲν ἐθεώρει ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ τὰ μόνα ἐπαρκῆ.
3184Διὰ τοῦτο ἀνέθηκεν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν
3185τὴν ἐκπόνησιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐνθυμούμεθα
3186πάντες, μεθ’ ὁπόσης θέρμης πατριωτικῆς ὁ εὐθαρσὴς ἐξ Οἰτύ-
3187λου Βουλευτὴς ἀνέπτυσσεν ἐνταῦθα, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
3188ὅτι ἐργάζεται ἀνειδότως εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ
3189ὅτι θὰ ἐθεώρει εὐτυχῆ, τὴν εὐτυχεστέραν ἡμέραν τοῦ βίου
3190του, τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ ὑπέβαλλε σχέδιον ὀργανισμοῦ τοῦ
3191στρατεύματος ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πῶς δὲν κα-
3192τωρθώθη τοῦτο νὰ εἰσαχθῇ, γινώσκει ἡ Βουλὴ πᾶσα ἐκ τῶν
3193ἐκτυλιχθέντων ἐνταῦθα κατὰ τὸ δεύτερον τμῆμα τῶν ἐργα-
3194σιῶν αὐτῆς ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ.
3195Ὅπως ὅμως δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν ἐψηφισμένον τὸ
3196νομοσχέδιον περὶ μὴ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας
3197τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διανυόντων τοῦτον ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ,
3198ἀφοῦ ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου τέως Ὑπουργοῦ τῶν
3199Στρατιωτικῶν τὸ παράδοξον τοῦτο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο
3200εἶχε κατὰ τοιοῦτον τρόπον συνταχθῆ ὑπ’ αὐτοῦ, ὥστε νὰ μὴ
3201δύναται νὰ ψηφισθῇ, οὕτω δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν μέχρι
3202σήμερον εἰσαγόμενον εἰς τὴν Βουλὴν νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρα-
3203τεύματος, διότι δὲν ἐπήρκεσε πρὸς τοῦτο ὁ χρόνος εἰς τὸν νέον
3204Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ νέος Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
3205τιωτικῶν ὅμως ἐθεώρησεν ὡς πρῶτον μέλημα αὑτοῦ νὰ φέρῃ
3206τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὸ
3207ὁποῖον ἐψηφίσθη πρὸ ἡμερῶν, καὶ τὸ ὁποῖον τοσαύτας θυέλλας
3208προὐκάλεσε, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἠθέλησεν ἡ Ἀντιπο-
3209λίτευσις νὰ χαρακτηρίσῃ καὶ ὡς ἀντισυνταγματικόν! Ὁμο-
3210λογῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῶν νομοσχε-
3211δίων, ὅπως προβάλλεται ὑπὸ τῶν ἀντιπολιτευομένων κατὰ
3212τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς τὴν Βουλήν, δὲν μὲ τρομάζει ποσῶς,
3213καὶ τοῦτο, διότι δὲν μεταχειρίζονται αὐτὸ ὡς extremum
3214medium ἐν τῇ πολεμικῇ αὑτῶν κατά τινος νομοσχεδίου,
3215ἀλλὰ τὰ μεταχειρίζονται ὡς τὸ προχειρότερον ὅπλον, δι’ οὗ
3216πολεμοῦσι πᾶν νομοσχέδιον, ὁμοιάζοντες ἐν τούτῳ πρὸς τοὺς
3217ἐμπειρικοὺς ἰατρούς, οἵτινες τὴν πανάκειαν προβάλλουσι
3218καὶ αὐτοὶ ὡς τὸ μόνον φάρμακον κατὰ πάσης νόσου καὶ πά-
3219σης μαλακίας.
3220Ἀλλ’ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προέκειτο νὰ
3221φέρῃ πολλὰ ζητήματα ἐν τῷ μέσῳ. Καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὸ
3222δῆθεν ἀντισυνταγματικὸν αὐτοῦ. Ὁ πρῶτος λόγος τούτου ἦτο,
3223ὅτι ἀφῃρεῖτο ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν·
3224ὁ δεύτερος, ὅτι ἀφῃρεῖτο ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀνε-
3225τίθετο εἰς τὸν Διάδοχον· ὁ τρίτος, ὅτι ἀνετίθετο ἡ Γενικὴ
3226Διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν αὐτὸν ἐν εἰρήνῃ, εἰς τὸν αὐτὸν
3227ἐν πολέμῳ ἀρχηγόν. Ἀλλ’ ἂν ἦτο ἀληθὲς τοῦτο, πῶς δύναται
3228νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντισυνταγματικόν, ἀφοῦ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ὑπε-
3229στήριζον τὴν ἀντισυνταγματικότητα, σᾶς ἔλεγον ὅτι ἠδύνασθε
3230μὲν νὰ ἀφαιρέσητε πάσας τὰς ἐξουσίας ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ,
3231ἀλλὰ νὰ μὴ ἀναθέσητε αὐτὰς εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου,
3232καὶ ὑπέβαλον μάλιστα καὶ τοιαύτην πρότασιν ὑπὸ τὴν ψῆφον
3233ὑμῶν; Ἀλλὰ ποῦ ἐστηρίζετο τότε ἡ ἀντισυνταγματικότης
3234τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν πρώτην αὑτῆς ἔποψιν; Σᾶς ἔλεγον
3235ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου δὲν ὑπέχει εὐθύνας· ἀλλ’ ὅτε ὁ
3236ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ἄλλοτε Πρωθυπουργὸς
3237ἠρωτᾶτο ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἂν ἐθεωρεῖτο ὁ Διάδοχος
3238ὑπεύθυνος ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου, ἀπήντα «βε-
3239βαίως». Ἀλλ’ ἂν ἦτο ὑπεύθυνος, τότε σημαίνει, ὅτι ἀπέ-
3240βαλλε τὴν ἡγεμονικὴν αὑτοῦ χλαμύδα, ὅτε μετέβαινεν εἰς τὸ
3241Γʹ Ἀρχηγεῖον. Ἀλλὰ διατὶ τάχα δὲν θ’ ἀποβάλλῃ αὐτὴν
3242καὶ σήμερον, ὅταν θὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ Γενικὸν Διοικητήριον
3243τοῦ στρατοῦ;
3244Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Σᾶς ἔλεγον, ὅτι ἀρκεῖ ὅτι εἶναι
3245ὁ αὐτὸς ἀρχηγὸς ἐν εἰρήνῃ τε καὶ ἐν πολέμῳ, ἐνῷ ἀκριβῶς
3246αὐτὸ ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶσιν, ὅτι ὁ αὐτὸς ἔπρεπε νὰ ἦναι
3247ἀρχηγὸς καὶ ἐν πολέμῳ, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, ἵνα μὴ
3248ἀποβάλῃ αὐτήν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐμόρφωσε τὸν στρατὸν ἐν
3249εἰρήνῃ ὡς ἤθελε καὶ ὡς ἔπρεπεν, ἀλλὰ κατόπιν, μὴ διευθύνων
3250αὐτὸς τὸν στρατὸν ἐν πολέμῳ, δὲν ἔχει πλέον εὐθύνην τῆς
3251κακῆς ἐκτελέσεως. Ὁ κύριος λόγος ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖνος,
3252τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθησαν ἐπὶ τέλους νὰ φανερώσωσιν οἱ
3253πολεμοῦντες τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅτι δηλ. δὲν εἶχον ἐμπι-
3254στοσύνην εἰς τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν ἀμεροληψίαν τοῦ Δια-
3255δόχου· ὁ κύριος λόγος, τὸν ὁποῖον, ἐνῷ αὐτεκαλοῦντο γεν-
3256ναῖοι, ὡς πολεμοῦντες τὴν ἀνάθεσιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως
3257τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ὅμως, δειλοὶ ἀπέ-
3258ναντι ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θὰ συνήντων, ἀπέκρυπτον ἐπιμε-
3259λῶς, ὁ κύριος λόγος, λέγω, ὡς ὁμολόγησε μόνος ὁ ἐκ Πατρῶν
3260ἀξιότιμος Βουλευτής, ὁ ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκεί-
3261νου, ἦτο, ὅτι ἔλειψεν ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς
3262τὸν Διάδοχον, ἕνεκα τῆς ἀρχηγίας αὑτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ, χω-
3263ρὶς νὰ συλλογισθῶσιν, ὅτι τότε ἔστελλον αὐτὸν ἐκεῖ ὡς ἀμνὸν
3264αἴροντα τὰς ἁμαρτίας πάντων ἡμῶν, καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ
3265τοῦ λαοῦ ἐν γένει, σήμερον δὲ, ὅτε ἔρχεται αὐτὸς οὗτος
3266καὶ τοῖς λέγει, ὅτι θέλει νὰ ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν
3267τοῦ στρατοῦ καὶ διὰ νὰ ἐκπλύνῃ αὐτὴν τὴν ὕβριν ἀπὸ τοῦ
3268ἡγεμονικοῦ αὑτοῦ μετώπου, τῷ ἀρνοῦνται αὐτὴν τὴν χάριν!
3269Τὸ ζήτημα ὅμως τοῦ στρατιωτικοῦ τούτου νομοσχεδίου
3270προσήνεγκεν ἐν τῷ μέσῳ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο
3271καὶ νὰ λείψῃ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος,—διὰ τὸν
3272ὁποῖον ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν κατὰ
3273τὴν συνεδρίασιν ταύτην,— λαβὼν ἀφορμὴν δῆθεν ἐκ τῶν λε-
3274χθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἠθέλησε
3275νὰ κακίσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν διὰ τὸ ζήτημα τοῦ
3276πολέμου, καὶ ἐπετέθη ὁρμητικὸς κατ’ αὐτῆς, ἰδίως δὲ κατὰ
3277τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῶν χρόνων ἐκείνων, καὶ μάλιστα κατὰ
3278τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου νῦν τῆς Κυβερνήσεως, τότε δὲ ἁπλοῦ
3279μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, καὶ
3280ἐνεκάλεσε τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην
3281ὡς πραγματικοὺς αἰτίους τοῦ πολέμου καὶ τῶν ἐθνικῶν
3282συμφορῶν! Ὑπελάμβανεν ἴσως ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης,
3283ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς ἁπλοϊκοὺς, καὶ ἀνέφερεν οὕτω περικοπάς
3284τινας ἐκ τῶν λόγων τῶν ἐδικῶν του καὶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ
3285νῦν Πρωθυπουργοῦ, διὰ νὰ πείσῃ δῆθεν ἡμᾶς περὶ τῆς ἀλη-
3286θείας τῶν ἰσχυρισμῶν του! Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν Φιλιππικὸν
3287αὐτοῦ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οὐδὲν ἔχει τις νὰ
3288παρατηρήσῃ ἢ ὅτι ἦτο Φιλιππικὸς μάταιος, διότι οὐδεὶς ὑπάρ-
3289χει ὁ ἐπαινῶν τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην. Ἀλλὰ σᾶς παρέστησε
3290μετὰ τρόπου παραστατικοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν τέχνην καὶ τὴν
3291μαγείαν ἀληθῶς κατέχει, καὶ εἶναι ἀξιόζηλος πρὸς τοῦτο, ὅτι ἡ
3292Ἐθνικὴ Ἑταιρία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε τοσαύ-
3293τας διακλαδώσεις, ὥστε κατήντησε νὰ ἐρευνᾷ ὁ τότε Πρωθυ-
3294πουργὸς καὶ τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, μὴ κρύπτῃ καὶ αὐτὸς αὐτὴν
3295εἰς τὰ δωμάτια αὑτοῦ, μὴ περιέχῃ καὶ αὐτὸς ἐν ἑαυτῷ τὸ μι-
3296κρόβιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, μὴ εἶναι καὶ αὐτὸς μέλος
3297αὐτῆς! Σᾶς παρέστησεν ὅτι εἶχε φλέγοντα τὸν πόθον νὰ προ-
3298βῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρίας, ἀλλὰ δὲν ἠδυ-
3299νήθη νὰ τὸ κατορθώσῃ, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀκούων—κατὰ
3300τὴν φράσιν, ἣν ἠναγκάσθη, ἐρωτηθεὶς, νὰ ἀναφέρῃ δίς.—
3301Δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀκούων σημαίνει, ὅτι δὲν εἶχεν ἐμπι-
3302στοσύνην εἰς κανένα, σημαίνει, ὅτι καὶ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα,
3303παρὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ νόμιμον συνδρομὴν πρὸς
3304ἐνέργειαν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐκεῖνα ἐνδε-
3305χόμενον νὰ παρήκουον τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, διότι θὰ ἦσαν
3306ἴσως μέλη τῆς ἑταιρείας ἐκείνης, καὶ δὲν θὰ ἤθελον, ἐπειδὴ
3307ἡ ἑταιρεία ὑπέβαλλε τὰ μέλη αὐτῆς ὑπὸ ὅρκον, νὰ παρα-
3308κούσωσιν εἰς τὸν ὅρκον τοῦτον αὐτῆς, ἐνῷ ἔπρεπε βεβαίως νὰ
3309ὑπακούωσιν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Πολιτείας. Σᾶς εἶπεν, ὅτι
3310καὶ ὁ στρατὸς δὲν ὑπήκουεν εἰς τὰ νεύματά του, καὶ ἡ Δι-
3311καιοσύνη αὐτὴ εἶχεν ἀρνηθῆ τὴν ὑπακοὴν εἰς αὐτόν! Καὶ ἐστή-
3312ριξε τοὺς λόγους του εἰς τὸ ἑξῆς. Ἦλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
3313ζητήσῃ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τὴν συνδρομὴν τοῦ
3314Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἀλλ’ ὁ κύριος Εἰσαγ-
3315γελεὺς ἔστρεψεν εἰς αὐτὸν τὰ νῶτα, εἰπὼν ὅτι δὲν ἐθεώρει τὴν
3316πρᾶξιν ἀξιόποινον. Μετέβαινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
3317τιωτικῶν καὶ ἀπέτεινε πατριωτικὰς νουθεσίας εἰς τοὺς μέλ-
3318λοντας ἐκ πατριωτισμοῦ νὰ λιποτακτήσωσιν εἰς τὴν Κρήτην
3319ἀξιωματικούς, ἀλλ’ οὗτοι εἶχον βύσει τὰ ὦτα αὑτῶν, καὶ
3320δὲν ὑπήκουον εἰς τὴν ἐπίσημον φωνὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ
3321Βασιλέως! Σᾶς εἶπεν ὅτι διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του τὴν ἡμέ-
3322ραν, καθ’ ἣν ἐπληροφορήθη, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι μεθ’ ὑπα-
3323ξιωματικῶν διεπραιώθησαν δι’ ἰδιαιτέρου σιδηροδρομικοῦ
3324συρμοῦ εἰς τὸν σκοπὸν, καὶ ὡς μόνην ἄγραν ἔσχε τὴν κατόπιν
3325βεβαίως ἑορτῆς ἐπελθοῦσαν παραίτησιν τοῦ Διευθυντοῦ τῶν
3326Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπανελθόντων
3327τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ὤκνησε καὶ αὐτοῦ τοῦ Στρατοδικείου
3328νὰ ὑπερβῇ τὸν οὐδὸν, οὐχὶ ἵνα ἐπηρεάσῃ τὴν Δικαιοσύνην,
3329ἀλλ’ ἵνα ἐπιβληθῇ καὶ ζητηθῇ ἡ καταδίωξις τῶν ἀξιωμα-
3330τικῶν ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὡς ἀπάν-
3331τησιν ἔλαβε τὴν ἀθώωσιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ χειρο-
3332κροτήματα, μεθ’ ὧν ὁ λαὸς συνώδευσε τὴν ἀπόφασιν ταύ-
3333την τῶν στρατοδικῶν! Σᾶς εἶπεν ἀκολούθως, ὅτι καὶ εἰς
3334αὐτὸ τὸ Ναυτοδικεῖον δὲ ὤκνησεν ὡσαύτως νὰ καταβῇ πρὸς
3335τιμωρίαν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτι-
3336κοῦ, οἵτινες ἐλιποτάκτησαν, ὑποπεσόντες μάλιστα καὶ εἰς
3337ἄλλο βαρύτατον ἔγκλημα, ὡς ὑπεξαιρέσαντες καὶ λαβόντες
3338μεθ’ ἑαυτῶν εἴδη τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ μετὰ τῆς αὐ-
3339τῆς παταγώδους τὸν ὑπεδέχθησαν πομπῆς! Σᾶς ἔλεγεν, ὅτι
3340δὲν εἶχε τὴν δύναμιν ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν ὁρμὴν τοῦ στρα-
3341τεύματος, καὶ ὅτι, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐλάμ-
3342βανε παρὰ τῶν νομαρχῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων καὶ παρὰ
3343τοῦ ἀρχηγεύοντος ἐκεῖ, ἀπέβαινεν ἀδύνατον νὰ συγκρατηθῶσιν
3344οἱ ἄτακτοι τῆς Ἐθνικῆς καὶ οἱ τακτικοὶ τοῦ στρατοῦ, ἵνα
3345μὴ ἐξέλθωσι τὴν 25 Μαρτίου· καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσε τὸν
3346Διάδοχον, κατὰ σύστασιν τῶν εἰρημένων ἀρχῶν, νὰ εὐαρε-
3347στηθῇ νὰ μεταβῇ εἰς Θεσσαλίαν, ὅπως συγκρατήσῃ τὰ πλήθη.
3348Ἓν δὲ μόνον ἐλησμόνησε νὰ σᾶς εἴπῃ,—διότι ἂν τὸ ἐνεθυμεῖτο,
3349θὰ σᾶς ἔλεγεν ἴσως καὶ αὐτό,—ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ πολύκροτος
3350ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως, ἡ δημοσιευθεῖσα διὰ τῆς Ἐφημε-
3351ρίδος τῆς Κυβερνήσεως τῇ 27 Νοεμβρίου 1896, δι’ ἧς ἡ Α.Μ.
3352παρώρμα τὴν Κυβέρνησιν εἰς πολεμικὰς παρασκευάς, ὅτι καὶ
3353αὐτὴ ἴσως ἐγράφη δι’ ἀοράτου τινὸς χειρὸς τῆς φωραθείσης
3354ἑταιρείας!
3355Καὶ ταῦτα πάντα λέγων, ἐνόμιζεν ὅτι ἀπήγγελλε κατη-
3356γορητήριον κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, χωρὶς νὰ ἐννοῇ,
3357ὅτι ἀπήγγελλε κατηγορητήριον, καὶ δὴ σφοδρότατον, κατὰ
3358τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας αὐτὸς ἦτο ὁ ἡγή-
3359τωρ, κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ!
3360Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν καὶ πάντας ὁμοῦ,
3361τί ἄλλο ἐσήμαινον πάντα ταῦτα ἢ ὅτι εἶχεν ἐκφύγει τῶν χει-
3362ρῶν αὐτοῦ ἡ ἐξουσία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; τί ἄλλο ἢ
3363ὅτι αἱ κυβερνητικαὶ αὐτοῦ χεῖρες ἦσαν ἔκλυτοι καὶ παραλυ-
3364τικαὶ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα; τί ἄλλο ἢ ὅτι τὸ πηδάλιον τῆς
3365ἐξουσίας δὲν ὑπήκουε πλέον εἰς αὐτόν; τί ἄλλο ἢ ὅτι τὸ
3366Κράτος εἶχε καταντήσει ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του Κράτος μὴ
3367εὐνομούμενον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἐκανόνι-
3368ζον 16 ἢ 20 ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ; Καὶ σᾶς
3369τὸ λέγει ὁ ἴδιος (ἀναγινώσκει): «... Δὲν ὑπάρχει Κρά-
3370»τος ἐν τῇ ὑφηλίῳ εὐνομούμενον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐξωτερικὴν
3371»πολιτικὴν ἤθελον διευθύνει δεκαὲξ ἢ εἴκοσιν ἀνθυπολοχα-
3372»γοὶ, ἢ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ!»
3373Κατήντησε λοιπὸν τὸ Κράτος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του Κρά-
3374τος μὴ εὐνομούμενον!
3375Καὶ δύναται νὰ ὀνομασθῇ πλέον κυβερνήτης ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος
3376ἔφθασεν εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε ἐκ παντελοῦς ἀδυναμίας νὰ
3377ἀφεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ φέροντος, ὅπως τὸν φέρῃ ὅπου τὸν
3378ἔφερε; Καὶ ὑπὸ τοιαύτην Κυβέρνησιν ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο
3379νὰ διεξαγάγῃ καὶ αὐτὸν τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, ἐνῷ στοιχειώδη
3380εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ τὸν ὑψηλὸν αὐτοῦ πῖλον καὶ
3381νὰ κατέλθῃ δύο–δύο τὰς κλίμακας τῆς ἐξουσίας, ὅπως κάμῃ
3382τόπον εἰς ἄλλους, οἵτινες θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ ἀναστείλωσι,
3383νὰ περιορίσωσι τὸ κακὸν, νὰ γείνωσιν ἴσως κύριοι αὐτοῦ!
3384Καὶ σᾶς εἶπε, νίπτων τὰς χεῖρας, ὡς ὁ Πιλάτος, ὅτι αὐτὸς
3385δὲν ἐνόει τὸν πόλεμον, ὅτι αὐτὸς δὲν παρεσκεύαζεν αὐτὸν,
3386ὅτι αὐτὸς, ἂν ἔστειλε τὸν στρατὸν εἰς τὴν Κρήτην, τὸν ἔστειλε
3387πρὸς προστασίαν τῶν ὁμοφύλων. Διότι σᾶς εἶπεν αὐτολεξεὶ
3388(ἀναγινώσκει): «... Ἦτο ὄντως ἀπανθρωπία διὰ τὸ Ἑλλη-
3389»νικὸν Βασίλειον, νὰ μένῃ ἀπαθὲς καὶ νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ πα-
3390ράσχῃ προστασίαν εἰς δέκα χιλιάδας Ἑλληνικῶν ψυχῶν».
3391Σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἂν ἔστειλε τὸν στρατὸν εἰς τὰ σύνορα, τὸν
3392ἔστειλε κατ’ ἀντιπεπονθότα λόγον ἐπὶ ταῖς παρασκευαῖς τῆς
3393Τουρκίας· ἐπὶ τέλους δὲ, ὅτι ὡς πρὸς τὸν πόλεμον οὐδὲν ἄλλο
3394ἔπραξεν ἢ ἐπικυρωθέντα ὑπὸ τῆς Τουρκίας τὸν ἀπεδέχθη,
3395διότι αὐτὸς ἐγίνωσκεν, ὅτι στρατὸν δὲν εἴχομεν, ἀλλ’ ἄ-
3396θροισμα ὀπλοφόρων.
3397Καὶ ὅμως ἄλλα τότε ἐφρόνει, καὶ ἄλλα λέγει σήμερον ὅτι
3398τότε ἐφρόνει, ὅπως ἄλλα τότε ἐφρόνει ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς
3399καὶ ἄλλα ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα αὐτοῦ σήμερον, ὅτι τότε
3400ἐφρόνει. Ἔλεγε τότε ὁ ἀξιότιμος νῦν Πρωθυπουργὸς, κατὰ
3401τὴν συνεδρίασιν τῆς 17 Φεβρουαρίου 1897 (ἀναγινώσκει):
3402«...Διαφωνοῦμεν, διότι δὲν βλέπομεν ἀναπτυσσομένην παρ’ ὑ-
3403»μῶν τὴν δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ βλέπωμεν·
3404»φοβούμεθα τ’ ἀποτελέσματα τῆς χαλαρᾶς ὑμῶν ἐνεργείας,
3405»καὶ τοὺς φόβους τούτους ἐκδηλοῦμεν, καὶ ὅταν προκαλῆτε
3406»ἡμᾶς νὰ δώσωμεν εἰς ὑμᾶς ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὑπὸ τῶν
3407»φόβων τούτων κατεχόμενοι, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἄλλο
3408»ἢ ὅτι ἀρνούμεθα ψῆφον ἐμπιστοσύνης.»
3409Τί ἄλλο λοιπὸν ἔπραττεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἢ ἐνεκάλει
3410τὴν τότε Κυβέρνησιν διὰ τὴν χαλαρότητα τῆς ἐνεργείας αὑ-
3411τῆς; Ἀλλὰ διατὶ τοῦτο; Παρακολουθήσωμεν τὸν ἴδιον, ἵνα
3412ἴδωμεν, τί ἔλεγε κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν (ἀναγινώσκει):
3413«... Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐστείλατε τὸν στόλον εἰς Κρήτην, καὶ
3414»διετάξατε τὸν στρατὸν ν’ ἀποβιβασθῇ, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ
3415»Βασιλέως ἐλάβετε κατοχὴν τῆς Κρήτης, ἔπρεπε ν’ ἀναλογι-
3416»σθῆτε πλέον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι μικρὰ, ἀλλ’ εἶναι με-
3417»γάλη, διότι μέγα ἔργον ἀνελάμβανεν. Ἔπρεπε ν’ ἀναλογι-
3418»σθῆτε, ὅτι τὰ μεγάλα αὐτὰ ἔργα διὰ τῶν συνήθων μέσων δὲν
3419»κατορθοῦνται, ὅτι δὲ μικρὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐτόλμησεν
3420»οὐ μόνον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ν’ ἀντιπαραταχθῇ, ἀλλὰ καὶ
3421»πρὸς ὅλην τὴν Εὐρώπην ν’ ἀντισταθῇ, κατὰ μυρίων δυσχε-
3422»ρειῶν ἔχει νὰ παλαίσῃ, καὶ ὅτι, ὅπως ταύτας ἀντιμετω-
3423»πίσῃ, (ἀκούσατε!) τρέχει τὸν κίνδυνον πλήρους καταστρο-
3424»φῆς.»
3425Ἰδοὺ οἱ προφητικοὶ λόγοι τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ! Καὶ
3426ἀντὶ νὰ θεωρήσῃ αὐτὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἄλλον
3427Thiers τῆς Ἑλλάδος, ἔρχεται καὶ ἐγκαλεῖ αὐτὸν ὡς αἴτιον
3428τοῦ πολέμου!
3429Ἀλλ’ εἶπε καὶ τὰ ἀκόλουθα—κατὰ τὴν αὐτὴν πάντοτε
3430συνεδρίασιν—ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς (ἀνα-
3431γινώσκει): «Τὸ τόλμημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Κρήτῃ,
3432»βεβαίως ἔπρεπε νὰ γεννήσῃ ἀνησυχίας ὡς πρὸς τοὺς κινδύ-
3433»νους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν ὁροθετι-
3434»κὴν γραμμὴν, καὶ τὰς ἀνησυχίας ταύτας ἔπρεπε νὰ λάβῃ
3435»ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ μὴ περιμένῃ τὴν τελευταίαν
3436»στιγμὴν, ἵνα καλέσῃ τὰς ἐφεδρείας. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο
3437»κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν. Κατηγορῶ αὐτὴν διότι δὲν ἀνε-
3438»γνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας τῶν ἐφέδρων συγκλήσεως.»
3439Καὶ τί ἄλλο ἐσήμαινον πάντα ταῦτα ἢ ὅτι ἡ Ἀντιπο-
3440λίτευσις τῶν χρόνων ἐκείνων εἶχε πλήρη συναίσθησιν τοῦ
3441τολμήματος, ὅπως ὀρθότατα ὠνόμασε τὴν πρᾶξιν ὁ νῦν
3442Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἐκραύγαζε πρὸς τὴν Κυβέρ-
3443νησιν, συνιστῶσα εἰς αὐτὴν τὴν ταχίστην ἐνέργειαν;
3444Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν ἐστάλη καλῶς ἢ κακῶς, ὑπὸ
3445τὸν τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐστάλη τότε, ὁ στρατὸς εἰς Κρή-
3446την. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐστάλη ὑπὸ τὸν τύπον τῆς κατοχῆς, βε-
3447βαίως ὀρθῶς ἀντελαμβάνετο ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἐξέφυγε
3448πλέον τὸ ἔδαφος τὸ εἰρηνικὸν ἐκ τῶν ποδῶν ἡμῶν, ὅτι ἐρρί-
3449ψαμεν φανερὰ τὸ χειρόκτιον εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτι εὑρισκό-
3450μεθα πρὸ ἀκηρύκτου πολέμου πρὸς αὐτήν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ
3451περιπτώσει, ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐκβάλλῃ πατριωτικὰς κραυ-
3452γὰς καὶ νὰ ἐξορκίζῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν συν-
3453τέλεσιν τῶν παρασκευῶν, ἀφοῦ ἔφερε πλέον τὰ πράγματα
3454ὅπου τὰ ἔφερε, καὶ νὰ μὴ δίδῃ καιρὸν παρασκευῶν εἰς τὴν
3455Τουρκίαν.
3456Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἔκτοτε τόσος χρόνος καὶ ἔχει ἴσως
3457λησμονηθῆ, ἀφοῦ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ὅστις συνέταξε τὸ
3458ἔγγραφον, ὡς κυβερνήτης, ἐλησμονήθη, ὁ σκοπὸς τῆς ἀπο-
3459στολῆς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν εἰς Κρήτην, ἀναγκάζομαι νὰ ἀνα-
3460γνώσω ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως—εὐτυχῶς εἶναι
3461σύντομον—τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς 1 Φεβρουαρίου 1897,
3462διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεστέλλετο ὁ στρατὸς εἰς Κρήτην (ἀναγι-
3463νώσκει):
3464«Ἀριθ. 6671.
3465»Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν ἀρ-
3466»χηγὸν τοῦ σώματος τῆς κατοχῆς τῆς Κρήτης συν-
3467»ταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ Βάσσον Τιμολέοντα.
3468»Τὰ ἐν Κρήτῃ διαπραχθέντα μέχρι τοῦδε ἐπήνεγκον εἰς
3469»τὴν δυστυχῆ νῆσον ἀληθῆ ἀναρχίαν, καθ’ ἣν αἱ οἰκογένειαι
3470»τῶν Χριστιανῶν καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν ἔμειναν ἐκτεθει-
3471»μέναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀχαλινώτου φανατισμοῦ καὶ εἰς
3472»τὴν διαρπαγὴν τοῦ ὄχλου.
3473»Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἐπὶ πλέον νὰ ἀνε-
3474»χθῇ τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, εἰς ἣν περιήχθησαν οἱ
3475»ἐπὶ τῆς νήσου ὁμόφυλοι πληθυσμοί, μεθ’ ὧν συνδέεται διὰ
3476»τῆς θρησκείας καὶ διὰ δεσμῶν ἱερῶν.
3477»Διὰ τοῦτο ἀπεφάσισε ν’ ἀποστείλῃ στρατὸν, ὅπως κατα-
3478»λάβῃ τὴν νῆσον» (καὶ ὄχι πρὸς προστασίαν τῶν πληθυσμῶν,
3479»ὅπως σᾶς εἶπε πρὸ ἡμερῶν,) «καὶ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν
3480»καὶ τὴν εἰρήνην ἐν αὐτῇ· τοῦ στρατοῦ δὲ τούτου τὴν διοί-
3481»κησιν ἐνεπιστεύθη εἰς ὑμᾶς.
3482»Ἀποβιβαζόμενος μετὰ τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς στρατοῦ εἰς Κρή-
3483»την καὶ ἐν καταλλήλῳ μέρει, θέλετε ἐν ὀνόματι τοῦ Βα-
3484»σιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Αʹ καταλάβει τὴν νῆσον
3485»ταύτην, ἐκδιώκων τοὺς Τούρκους ἐκ τῶν φρουρίων, καὶ κα-
3486»τέχων αὐτά. Πᾶσαν ἐνέργειαν ὑμῶν θέλετε στηρίξει εἰς
3487»τοὺς κειμένους ἑλληνικοὺς νόμους, ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως
3488»καὶ ὑπ’ εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
3489»Ἅμα τῇ ἀποβιβάσει ὑμῶν θέλετε ἐκδώσει τὴν σχετι-
3490»κὴν προκήρυξιν περὶ τῆς κατοχῆς.
3491»Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Φεβρουαρίου 1897.
3492»Ὁ Ὑπουργὸς
3493»Ν. Σμόλενιτς.»
3494Καὶ ἐξεδόθη ἡ προκήρυξις τῆς κατοχῆς ὑπὸ τοῦ Βάσσου
3495τότε πρὸς τὸν Κρητικὸν λαόν.
3496Ἀλλ’ ὁ κύριος Δηλιγιάννης δὲν ἔδιδε σημασίαν εἰς τὴν
3497συσσώρευσιν τοσαύτης εὐφλέκτου ὕλης εἰς τὰ βόρεια σύνορα
3498τῆς Ἑλλάδος. Σήμερον δ’ ἔρχεται καὶ ψέγει τὴν Ἀντιπο-
3499λίτευσιν τῶν χρόνων ἐκείνων, ἐνῷ τότε ἐπῄνει αὐτήν, ἐκ-
3500φραζόμενος ὑπὲρ αὐτῆς οὕτω (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἀμφι-
3501»σβητῶ» (ἔλεγε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 6 Ἀπριλίου
35021897 ὁ κ. Δηλιγιάννης) «τὴν φιλοπατρίαν οὐδενὸς· ἀναγνω-
3503»ρίζω ὅτι πάντες ἔχομεν τὸ αὐτὸ αἴσθημα καὶ τοὺς αὐτοὺς
3504»πόθους, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ συγχαρῶ τὴν
3505»Ἀντιπολίτευσιν διὰ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατὰ
3506»τὸν χρόνον τοῦτον». (Χειροκροτήματα γενικὰ τῶν Βου-
3507»λευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων).»
3508Καὶ ὅμως τώρα ἠκούσατε πῶς ἦλθε νὰ ψέξῃ τὴν Ἀντι-
3509πολίτευσιν τῶν χρόνων ἐκείνων!
3510Ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐνῷ εἶναι ἀξιοκατάκριτος ἐντε-
3511λῶς, ὅτι ἔστειλε τὸν στρατὸν εἰς Κρήτην ἐπὶ σκοπῷ κατο-
3512χῆς, ἀφοῦ ἐγίνωσκεν, ὡς εἶπεν, ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε λάβει
3513τὴν ἀπόφασιν νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας,
3514ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κρήτην, ὅπως
3515σᾶς εἶπε προχθές,—ὁ λόγος αὐτοῦ ἐκ τῶν ἐστενογραφημέ-
3516νων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἔχει δημοσιευθῆ εἰς τὴν «Πρωΐαν»
3517(ἀναγινώσκει): «... Ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε λά-
3518»βει τὴν ἀπόφασιν νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρ-
3519»κίας, ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κρή-
3520»την εἰς τὴν Ἑλλάδα...» — ἐπίσης εἶναι μᾶλλον ἀξιοκατά-
3521κριτος διότι ἔστειλε τὸν στρατὸν, ἐνῷ ἐγίνωσκεν, ὅτι τοῦτο
3522θὰ ὡδήγει ὅπου ὡδήγησεν, ἐνῷ ὑπελάμβανεν αὐτὸν ἄθροισμα
3523ὁπλοφόρων.
3524Ἐν τούτοις, ἐνῷ σήμερον λέγει, ὅτι τοιαύτην τότε εἶχεν
3525ἰδέαν περὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι τοιαῦτα ἔλεγε τότε εἰς τοὺς
3526ἀντιφρονοῦντας, ὅπως περιστέλλῃ δῆθεν τὸ πολεμικὸν αὐτῶν
3527μένος, ἀκούσατε τί τότε ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ
3528ἔθνους, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τοῦ πολέμου, κατὰ τὴν συνε-
3529δρίασιν τῆς 3 Ἀπριλίου 1897 (ἀναγινώσκει):
3530«... Ἕνεκα τούτου καὶ ἕτερον καθῆκον ἐδημιουργήθη ἡμῖν,
3531»νὰ ἀσχοληθῶμεν ἰδίως πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς
3532»χώρας καὶ πρὸς τὴν παρασκευὴν στρατοῦ ἀξιομάχου, δυνα-
3533»μένου καὶ τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους νὰ ὑπερασπίσῃ καὶ τὰ
3534»ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ διασώσῃ· καὶ τοῦτο τὸ ἔργον ἐπεδιώ-
3535»ξαμεν μετὰ πάσης φροντίδος. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν
3536»Βουλὴν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης κατωρθώθη νὰ μειω-
3537»θῶσιν αἰσθητῶς αἱ ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζει πάν-
3538»τοτε ἡ ἐσπευσμένη σύνταξις στρατοῦ. Ἀληθῶς τὰς ἐλλεί-
3539»ψεις ταύτας ἐμειώσαμεν αἰσθητῶς· προσδοκῶμεν δὲ, ὅτι
3540»ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θέλουσι καὶ αὗται ἐντελῶς ἀρθῆ, καὶ
3541»ὁ στρατὸς ἡμῶν θέλει εὑρεθῆ εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσῃ
3542»τὴν ἀποστολὴν αὑτοῦ.» (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτή-
3543»ματα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).»
3544Αὐτὸ ἦτο τὸ ἄθροισμα τῶν ὁπλοφόρων, ὅπως ὀνομάζει
3545σήμερον τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος!
3546Καὶ ταῦτα ἐν παρόδῳ,—τὰ ὁποῖα δὲν προεκάλεσα βε-
3547βαίως ἐγώ.
3548Νοσεῖ λοιπὸν ὁ πολιτικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς, ὅπως πολ-
3549λάκις ἠκούσαμεν τοῦτο ἐπαναλαμβανόμενον ἀπὸ τοῦ βήμα-
3550τος τούτου, ἀλλὰ νοσεῖ οὐχὶ ἀπὸ τῶν τελευταίων μόνον
3551χρόνων. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἀκριβῶς τὸ νόσημα δύναται
3552νὰ θεωρηθῇ ὡς νόσημα συγγενὲς μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν
3553παλιγγενεσίας, διὰ τὸν λόγον, ὅτι μετὰ τὸν βαθὺν τῆς δου-
3554λείας ζόφον ἐπελθοῦσα ἡ ἐθνικὴ αὐγὴ τῆς ἐλευθερίας δὲν
3555ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ θαμβώσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν κατοίκων
3556τῆς χώρας. Σημειώσατε πρὸς τούτοις, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν
3557ἐκείνην, μετὰ τὴν ἐλευθερίαν, ἦτο ἀσύντακτον τὸ πλῆθος, καὶ
3558δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποταχθῇ εὐχερῶς ὑπὸ τὴν πειθαρχίαν
3559τοῦ νόμου. Καὶ παράδειγμα ἔχομεν τὸν θάνατον τοῦ Καπο-
3560διστρίου, ὁ ὁποῖος βαρύνει βεβαίως τὴν μνήμην τῆς νεωτέρας
3561Ἑλλάδος. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Καποδιστρίου ἦλθεν ἡ βασι-
3562λεία τοῦ Ὄθωνος, τοῦ ὁποίου σήμερον ἀναμιμνήσκονται πολ-
3563λοὶ, καὶ σᾶς λέγουσιν, ὅτι «ἦτο ἀγαθὸς ὁ ἡγεμὼν τῶν χρόνων
3564ἐκείνων». Ἀλλ’ ἡ ἀγαθότης ἑνὸς ἡγεμόνος φρονῶ ὅτι εἶναι τὸ
3565ὀλιγώτερον προσὸν δι’ ἕνα ἡγεμόνα τῆς ἱστορίας, διότι τὰ
3566ἀνάκτορα δὲν εἶναι μοναστήρια, ἵνα ζητῇ τις, ὅπως οἱ ἐνδιαι-
3567τώμενοι ἐν αὐτοῖς προβάλλωσιν, ὡς τὸ μόνον προσὸν, τὴν
3568ἀγαθότητα. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπὶ
3569τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος ἡ Ἑλλὰς βεβαίως δὲν κατήγαγε
3570προόδους... (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
3571§157Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ εὐλαβώμεθα
3572τὴν μνήμην ἑνὸς Βασιλέως.
3573§158ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Ὄθων ἔθεσε τὰς βάσεις τῆς προόδου καὶ
3574τῆς τάξεως.
3575§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθεὶς ἔχει τὰς ἰδέας του.
3576§160ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν θέλω νὰ προσβάλω τὴν μνήμην τοῦ
3577πρώτου Βασιλέως. Τοὐναντίον σέβομαι τὴν μνήμην αὐτοῦ.
3578Ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἐνῷ εἶχε μεγάλην τὴν καρδίαν, δὲν εἶχε
3579τὰς χεῖρας στιβαρὰς εἰς τὴν διοίκησιν. Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τὸ
3580ἀρνηθῇ ἡ ἱστορία (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι). Εὑρίσκετο
3581εἰς διαρκῆ διαπάλην. Κατήντησε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς τὰ τῆς
3582Ἑλλάδος ἐπέμβασιν τῶν ξένων τότε, διὰ νὰ δύναται νὰ
3583στηριχθῇ, καὶ ἐδημιουργήθησαν τὰ ξενικὰ κόμματα...
3584§161ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Ὄθων;
3585§162ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, μετὰ τὸ 1843, καίτοι
3586ὑποσχεθεὶς ἐνόρκως νὰ κυβερνήσῃ συνταγματικῶς τὴν χώ-
3587ραν, καὶ ἔπρεπεν εὐόρκως νὰ κυβερνήσῃ αὐτήν, ἐξηκολούθει
3588κυβερνῶν δι’ ὧν καὶ πρὸ τοῦ 1843 μέσων. Καὶ δι’ αὐτὸ δυ-
3589νάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπέτυχε.
3590§163ΣΤΡΑΤΟΣ. Πλανᾶσθε ἱστορικῶς, καὶ δὲν γνωρίζετε τὸ
3591παρελθὸν καθόλου...
3592§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἰδέαι του.
3593§165ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ
3594τὴν γνώμην τῆς ἱστορίας, βεβαίως βαρύνουσι τὴν μνήμην
3595τοῦ Ὄθωνος. Οὕτως ἡ ἐποχὴ τοῦ Πάρκερ, τῆς καθόδου δη-
3596λαδὴ τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου παρὰ τὴν Σαλαμῖνα κατὰ τὰ
3597τέλη τοῦ 1849, καὶ ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἡνωμένου ἀγγλογαλ-
3598λικοῦ στόλου εἰς Πειραιᾶ τῷ 1854 καὶ ἡ κατοχὴ τούτου ὑπὸ
3599τῶν Γάλλων τῇ 14 Μαΐου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὡς καὶ ἡ κατά-
3600σχεσις τοῦ τότε πολεμικοῦ τῆς Ἑλλάδος ναυτικοῦ, βαρύ-
3601νουσι τὴν μνήμην τοῦ μεγαλόφρονος ἄλλως ἐκείνου Βασιλέως.
3602Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς λοιπὸν τοῦ Ὄθωνος χαρακτηρίζεται ἡ
3603νοθεία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι δὲν δυνά-
3604μεθα ν’ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ἐπενέβαινεν ὁ Ὄθων εἰς τὸν καταρ-
3605τισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς καὶ τῆς ἄνω Βουλῆς, καὶ ἔδω-
3606κεν οὕτω τὴν πρώτην ὤθησιν εἰς τὸ νὰ δολιευώμεθα ἡμεῖς
3607αὐτοὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα (Θόρυβος).
3608Ἦλθε μετ’ αὐτὸν ὁ Γεώργιος. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον παρά-
3609δειγμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ἦτο τὸ πάθημα τοῦ Ὄθωνος, καὶ
3610ἠθέλησεν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τοῦ ἐστεμμένου προκα-
3611τόχου του, νὰ λάβῃ τὴν ἀντίθετον ἄκραν, ἀντὶ νὰ λάβῃ ἀκρι-
3612βῶς τὴν μέσην. Διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι, ἐνῷ ἀκριβῶς τὸ
3613Σύνταγμα ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος ἐφθάρη ἐκ τῆς πολλῆς χρήσεως,
3614εἰς τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος τὸ ὑπέβαλλεν, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοὐναντίον
3615τοῦ Γεωργίου ἔπαθεν ἐκ τῆς ἀχρηστίας, διότι ἐτέθη οἱονεὶ ἐν
3616πλαισίῳ, χωρὶς νὰ γίνηται χρῆσις αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο φωνά-
3617ζομεν πάντες «Θέλομεν δρᾶσιν τῆς Βασιλείας», καὶ διὰ
3618τοῦτο παρεξηγούμεθα, ἕνεκα τῶν ἰδεῶν ἡμῶν τούτων περὶ
3619δράσεως τῆς Βασιλείας, ὅτι εἴμεθα μοναρχικοί, ἀπολυ-
3620τόφρονες, καὶ ὅτι δὲν εἴμεθα δῆθεν ἡμεῖς συνταγματικοί, κοι-
3621νοβουλευτικοί!
3622Ἀλλ’ ἡ διαφθορὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ζῇ
3623καὶ προάγεται βεβαίως διὰ τῆς συναλλαγῆς, καὶ τὴν συναλ-
3624λαγὴν ἔρχονται νὰ σᾶς χαρακτηρίσωσιν ὅλοι, ὅτι πολεμοῦ-
3625σιν! Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς συναλλαγῆς, βεβαίως
3626ἡ κωλυσιεργία, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη,
3627αὐτὴ εἶναι ἡ παρέχουσα τὴν μείζονα τροφὴν εἰς αὐτήν· διότι
3628ἐπιβλαβεστέρα τυγχάνει πάντοτε ἡ συναλλαγή, ὅταν παρου-
3629σιάζηται ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἀνάγκης.
3630Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὴν συναλλαγήν, ὅλα τὰ κόμματα φω-
3631νάζουσι κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον ἔχει
3632ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ
3633ὁμολογήσουν, τίς εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον. Ἐδῶ, ἐν τῷ
3634Κοινοβουλίῳ, εἷς μόνον εἶναι ἀντισυναλλακτικὸς, ὁ ἐξ Ἀτ-
3635τικῆς βουλευτὴς καὶ ἄλλοτε Πρωθυπουργὸς κ. Δ. Ράλλης,
3636εἷς δὲ κατ’ ἐπάγγελμα συναλλακτικὸς, ὁ ἐκ Γόρτυνος βου-
3637λευτὴς κύριος Δηλιγιάννης... (διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος
3638ἐξ ἀριστερῶν).
3639§166ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι ψεῦδος αὐτό, τὸ
3640ὁποῖον λέγετε!
3641§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, μὴ δια-
3642κόπτετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
3643§168ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν δεχόμεθα νὰ λέγων-
3644ται μωρίαι ἐδῶ! (θόρυβος).
3645§169ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν ἀρνηθῇ ὁ κύριος Δηλιγιάννης, μά-
3646λιστα.
3647§170ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν καταδέχεται νὰ σοῦ ἀπαν-
3648τήσῃ ὁ κύριος Δηλιγιάννης, Κύριε, ὅταν λέγῃς τοιαύτας μω-
3649ρίας! (θόρυβος).
3650§171ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔγεινες γελοῖος! (ἐξακο-
3651λουθεῖ ὁ θόρυβος).
3652§172ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς
3653Βουλῆς κάμνω ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ἐν ὅσῳ ἀκούομεν τοιαύ-
3654τας ἀνοησίας, θὰ κάμνωμεν ἐνστάσεις ἀπαρτίας μέχρι πρωΐας.
3655§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δύνασθε νὰ κάμνητε ἐν-
3656στάσεις ἀπαρτίας, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ λέγητε τοιαύτας
3657φράσεις.
3658§174ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκούω-
3659μεν τοιαύτας ἀνοησίας! (θόρυβος)
3660§175ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε!...
3661§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκάματε ἔνστασιν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
3662γείνῃ συζήτησις πλέον.
3663§177ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν βλέπετε τοὐλάχιστον τὰς φυσιογνωμίας
3664τῶν φίλων σας, οἱ ὁποῖοι γελῶσι; Διὰ νὰ σώσω τὴν ἀξιο-
3665πρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία γελᾷ διαρκῶς, δι’ αὐτὸ κάμνω
3666ἔνστασιν ἀπαρτίας...
3667§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται πλέον συζήτησις. Θ’ ἀνα-
3668γνωσθῇ ὁ κατάλογος.
3669§179ΣΚΟΥΖΕΣ... Καὶ σᾶς δηλῶ, ὅτι θὰ κάμνω ἕως αὔριον
3670ἔνστασιν, ἐν ὅσῳ ἀκούω τοιαύτας ἀνοησίας! (Θόρυβος).
3671§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἔνστασιν δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλή-
3672σητε... Ὁρίστε, παρακαλῶ, ψηφολέκτης.
3673§181Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔκαμεν ἔνστασιν, κύριε Πρόεδρε.
3674Ἠπείλησεν ὅτι θὰ κάμῃ.
3675§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμε... Παρακαλῶ, κύριε Σκουζὲ, ὑπε-
3676βάλετε ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἢ οὔ;
3677§183ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα. Δὲν ἀνακαλῶ ποτὲ ὅ,τι λέγω. Σᾶς
3678εἶπον ὅτι ἔκαμον ἔνστασιν ἀπαρτίας διὰ τὸν λόγον, τὸν
3679ὁποῖον εἶπον, καὶ σᾶς δηλῶ, ὅτι ἕως αὔριον τὸ πρωΐ θὰ κά-
3680μνω ἐνστάσεις ἀπαρτίας, ἐν ὅσῳ ἀκούωμεν αὐτά.
3681§184Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτό.
3682§185ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀντιπροσωπεύει τὴν Κυβέρνησιν
3683ὁ κύριος Μαρκεζίνης.
3684§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει συζήτησις.
3685§187Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐγὼ (γέλωτες).
3686§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθῃ εἷς ψηφολέκτης... Ὁρίστε, κύ-
3687ριε Πετρίδη, κύριε Γουναράκη.
3688Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου.
3689(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν
3690κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν
3691Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ Α. Μπασιᾶ, ὡς ψηφολεκτῶν.
3692Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
3693§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 134. Ἡ Βουλὴ εἶναι
3694ἐν ἀπαρτίᾳ.
3695§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἐπιβάλ-
3696λεται εἰς ἐμὲ νὰ ποιήσωμαι δήλωσίν τινα. Ὁ ἀξιότιμος Βου-
3697λευτὴς ἐκ Θήρας ἔλαβε τὸν λόγον, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειο-
3698νοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅσα
3699ἐλέχθησαν παρ’ αὐτοῦ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐλέχθησαν
3700παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ
3701ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τὴν ἐξέτασιν μόνον τοῦ
3702προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐξέτεινε τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ἄλλων θε-
3703μάτων, ἅτινα κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι μᾶλλον θέματα
3704ἱστορικά. Ἐπὶ τούτων ἐξέφρασε τὴν ἀτομικήν του γνώμην.
3705Καὶ εἶχον καθῆκον νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι
3706ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπί τινων τῶν θεμάτων τούτων,
3707ἅτινα συνεζήτησεν, ἐγώ, ὡς διερμηνεύων τὴν γνώμην τῆς
3708πλειονοψηφίας, δὲν δύναμαι ἢ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι κατὰ
3709πάντα σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς
3710ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
3711Καλὸν εἶναι, οἱ κύριοι Βουλευταὶ, εἴτε τῆς πλειονοψηφίας
3712εἴτε τῆς μειονοψηφίας, νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰ ξένα πρὸς τὴν
3713συζήτησιν θέματα, κυρίως τὰ θέματα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων
3714οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀταράχως δύναται νὰ κρίνῃ. Εἶπον καὶ ἄλ-
3715λοτε, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι τὰ γεγονότα, ἅτινα
3716σχετίζονται πρὸς τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, δὲν εἶναι δυνατὸν
3717νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν πολιτικῶν παθῶν, τὰ
3718ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην χωρίζουσιν ἡμᾶς. Καθῆκον ἔχομεν, ἵνα
3719τὰ θέματα ταῦτα ἐγκαταλείπωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν, ἥτις θὰ
3720ἀποδώσῃ ἑνὶ ἑκάστῳ τὸ δίκαιον.
3721§191ΣΚΟΥΖΕΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου
3722Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀποσύρω τὴν ἀναγ-
3723γελίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ὅτι ἤθελον ἐξακολουθεῖ νὰ κάμνω
3724ἐνστάσεις, ἂν ἐξηκολούθει ὁ ἀγορεύων προσβάλλων τὸν ἀρχη-
3725γὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
3726§192ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐξ ὅσων εἶπον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
3727ἀποδεικνύται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της,
3728καὶ ὅτι ἀνταπεκρίθη πληρέστατα εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ
3729Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρέπει οὕτω μεθ’ ὑπερηφανείας νὰ ἀπο-
3730βλέπῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἑαυτὴν, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς πρὸς αὐ-
3731τὴν, καὶ νὰ φρονῶμεν ὅτι πολιτευομένη οὕτω καὶ εἰς τὸ μέλ-
3732λον, ὡς ἐπολιτεύθη ἄχρι τοῦ νῦν, θὰ δυνηθῇ μίαν ἡμέραν,
3733ὅταν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, νὰ προσδοκᾷ μετὰ γα-
3734λήνης καὶ μετὰ θάρρους, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει τιμή-
3735σει καὶ αὖθις αὐτὴν, ἀνανεῶν τὴν πρὸς αὐτὴν ἐντολὴν, διότι
3736δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτος νὰ φανῇ ἀμνήμων τῶν εὐεργετικῶν
3737ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἔσχεν ἐπὶ τὴν χώραν ἡ ψῆφος αὐτοῦ
3738τῆς 7 Φεβρουαρίου παρελθόντος ἔτους.
3739§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω καλὸν νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτη-
3740σιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ προχωρήσωμεν κατωτέρω εἰς
3741τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἰς τὴν ψήφισιν τῶν πιστώσεων.
3742§194Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
3743§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θ’ ἀποφασίσω ἐγὼ, θ’ ἀποφασίσῃ ἡ
3744Βουλή.
3745§196Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐννοεῖτε, κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῶ-
3746μεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν πιστώσεων;
3747§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
3748Τρίτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ
3749δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν
3750προξενικῶν νόμων.
3751§198Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε,
3752νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
3753§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε δεκαπέντε. Μόνον ὑμεῖς ζητεῖτε
3754ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
3755§200Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τότε προβάλλω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
3756§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
3757§202ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀποσύρει τὴν
3758ἔνστασιν ὁ κύριος Βιτάλης.
3759§203Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι, δὲν τὴν ἀποσύρω.
3760(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν
3761κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ.
3762Χατζηπέτρου καὶ Α. Μπασιᾶ. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ δια-
3763λογή).
3764§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 127.
3765Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως
3766τῶν προξενικῶν νόμων.
3767§205Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεκοινώθη χθές, κύριε Πρό-
3768εδρε, ὑπό τινων τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐνταῦθα, ὅτι προ-
3769τίθενται οὗτοι νὰ ὁμιλήσωσιν εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
3770τούτου. Ἐνόμισα δέ, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐφάνη μὴ
3771συναινῶν πρὸς τὴν τοιαύτην συζήτησιν. Θὰ παρακαλέσω ἑπο-
3772μένως τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχε-
3773δίου τούτου, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν πι-
3774στώσεων.
3775§206Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν).
3776Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ, ὅπως αὔριον
3777γένηται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
3778§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται δι’ αὔριον.
3779(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ
3780συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ
3781ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια:
37821) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ-
3783μῶν, 320,370 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
3784τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους
37851899.
37862) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ.
378715,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ
3788Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
37893) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ.
37908,700 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ
3791Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
37924) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ.
37939,690.26 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
3794τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους
37951899).
3796§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3797χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,950,262
3798ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουρ-
3799γείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
3800§209Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3801(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρ-
3802θρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας
3803ἀντιρρήσεως.
3804Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ
3805εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
3806ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια:
3807Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 20,000 ἐπὶ
3808τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσω-
3809τερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900.
3810Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 200,000 ἐπὶ
3811τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
3812τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900.
3813§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3814χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 1,975,045.45,
3815ἐξ ὧν εἰς χρυσὸν δραχ. 5,287, ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολο-
3816γισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς
3817χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων
3818ἐκ δραχ. 742,500 καὶ ἐκ φράγκων χρυσῶν 11,828 25.
3819§211ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὑπομιμνήσκω τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ
3820τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 590,000 δραχμῶν,
3821ἣν θεωρεῖ ἀδιάθετον, εὑρίσκεται ἤδη εἰς Εὐρωπαϊκὰς Τρα-
3822πέζας καὶ φέρει τόκον εἰς τοὺς δανειστάς· ὥστε πῶς εἶναι
3823δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀδιάθετος πίστωσις;
3824§212Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
3825κῶν). Θὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
3826(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρ-
3827θρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας
3828παρατηρήσεως.
3829Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ
3830εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
3831ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια:
3832Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφό-
3833ρων ἔργων.
3834Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν
3835ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων.
3836Περὶ κυρώσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων
3837δημοσίων ἔργων.
3838Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν
3839μεταρρύθμισιν τῆς ὑπαρχούσης δεξαμενῆς ἐν τοῖς Λουτροῖς
3840Ὑπάτης.
3841Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος
38421900.
3843Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος
38441900.
3845Περὶ παρατάσεως διοριῶν πρὸς πληρωμὴν καὶ δήλωσιν
3846ἀμέσων φόρων ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς ἐπαρχίαις.
3847Περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν πρὸς τὴν Αὐστριακὴν Κυβέρ-
3848νησιν ἐθνικοῦ οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν Ἀρχαιολογικῆς
3849Σχολῆς.
3850Περὶ παραχωρήσεως ἐκκλησιαστικοῦ χώρου πρὸς ἵδρυσιν
3851Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ).
3852§213Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀρκεῖ πλέον ἕως ἐδῶ. Τὰ λοιπὰ νὰ
3853ἀναβληθῶσιν. Ἄλλως θὰ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρ-
3854τίας.
3855§214ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀναβάλλον-
3856ται· ἀρκεῖ.
3857§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ ἀπειλὰς ἐν-
3858στάσεων περὶ μὴ ἀπαρτίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν
3859συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Ἐὰν οἱ Κύριοι ἔχουν ἐναντίαν
3860γνώμην πρὸς τὴν διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκδηλουμένην, ἂς
3861πολεμήσωσι τὰ νομοσχέδια, ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν δύναται νὰ
3862ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν περὶ μὴ ἀπαρ-
3863τίας ἐνστάσεων.
3864§216ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν
3865ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον κατὰ τὴν συζή-
3866τησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, αὐτοὶ ἀνεχώρησαν, ἐπὶ τῇ
3867πεποιθήσει ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ περιωρίζετο εἰς τὰς πιστώσεις.
3868Νομίζω ὅτι ὁ κ. Δραγούμης εἶπε, συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ κ.
3869Προέδρου, ὅτι μόνον αἱ πιστώσεις θὰ συζητηθῶσιν, ἐπίσης
3870καὶ ὁ κ. Καραπᾶνος, καὶ οὕτως ἀνεχώρησαν καὶ δὲν εἶναι
3871δυνατὸν νὰ φέρωσιν ὅσας εἶχον παρατηρήσεις. Πολλοὶ λοι-
3872πὸν, μακρυθέντες ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι δὲν θὰ συζητηθῶσιν
3873ἄλλα θέματα, ἐκτὸς τῶν πιστώσεων, καὶ πεισθέντες ἐκ τῆς
3874μετὰ τοῦ κ. Προέδρου συνεννοήσεως...
3875§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ποταμιᾶνε.
3876§218ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς τὸ ἤκουσε.
3877§219ΧΟΪΔΑΣ. Μάλιστα.
3878§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προηγήθη καμμία συνεννόησις.
3879§221ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐκτὸς τούτου, οἱ περισσότεροι δὲν ἔχο-
3880μεν κἂν ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Διὰ τοὺς λόγους δὲ
3881τούτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις, ἀφοῦ
3882καὶ ἐκεῖνοι ἀνεχώρησαν καὶ ἐκ τῶν παρόντων οἱ πλείονες
3883δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι. Βλέπετε ὅτι ἡμεῖς παραμένομεν
3884διὰ νὰ παράσχωμεν τῇ Κυβερνήσει τὴν ὀφειλομένην παρ’ ἡ-
3885μῶν συνδρομὴν εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς πρὸς ἀπαρτίαν. Πρέπει
3886ὅθεν, ὅταν γίνηται ἀντίρρησις περὶ νομοσχεδίου τινὸς, ὅτι
3887πρέπει τοῦτο νὰ ὑποστῇ εὐρεῖαν συζήτησιν, καὶ ἡ Κυβέρνη-
3888σις νὰ μὴ ἐπιμένῃ, θέλουσα νὰ ψηφίσῃ ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ
3889μὴ σχετιζόμενα πρὸς τὰς πιστώσεις καὶ χρήζοντα συζητή-
3890σεως, διότι οὕτω πιέζει καὶ τοὺς μὴ ποιουμένους χρῆσιν τῆς
3891κωλυσιεργίας.
3892§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἔκαμα τὴν
3893παρατήρησιν ταύτην, διότι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος μὴ
3894ἀπαιτοῦντος εὐρεῖαν, ὅπως λέγετε, συζήτησιν. Προκειμένου
3895περὶ παραχωρήσεως γηπέδου πρὸς ἀνοικοδόμησιν Ναυτικῆς
3896Σχολῆς, προκειμένου περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδου διὰ τὴν
3897Αὐστριακὴν Ἀρχαιολογικὴν Σχολὴν, προέβητε εἰς ἀπειλὰς
3898ὑποβολῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἐὰν ἀπ’ ἀρχῆς ἠθέ-
3899λετε εἴπει αὐτὰ, τὰ ὁποῖα τώρα εἴπετε, ἐὰν ἔχετε διάθεσιν
3900νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα χαρακτηρί-
3901ζετε ὡς σπουδαῖα, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ ἀναβάλωμεν
3902τὴν συζήτησιν εἰς ἄλλην ἡμέραν. Ἀλλὰ ἡ πρότασις, οὕτω
3903πως διατυπουμένη, εἶναι ἐντελῶς διάφορος τῆς προτάσεως,
3904ἥτις προϋποθέτει ὅτι ἡ πλειονοψηφία πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ
3905τῆς μειονοψηφίας ἕνεκα τοῦ φόβου τῶν περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐν-
3906στάσεων.
3907§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὸ ἑπόμενον.
3908Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ
3909προθεσμίας πρὸς συζήτησιν τῶν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου
3910καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων Ἀθηνῶν εἰσαγομένων προσωπικῶν
3911κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ἀγω-
3912γῶν.
3913§224ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πῶς θέλετε νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ, ἐνῷ
3914δὲν τὸ γνωρίζομεν;
3915§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό.
3916(Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ
3917εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
3918ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια:
39191) Περὶ κληρώσεως στρατευσίμων Θεσσαλίας.
39202) Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων
3921περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους κλπ.
39223) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΦΕʹ νόμου τῆς 28 Μαΐου
39231887 περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου.
39244) Περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ ᾼΦΚΑʹ νόμου περὶ
3925στρατολογίας).
3926§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μετὰ τὸ
3927μεσονύκτιον).