1900.03.15
2,382 rows · 18,481 words · 215 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 15 Μαρτίου 1900.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
Μετὰ τοῦτο προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ νέος βουλευτὴς Ἠλείας Ἀθ. Ἀθανασιάδης).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν Β. Μικέλη, Π. Γραπακίτου καὶ Μ. Σκάρδη, καταγγελλόντων τὸν ἐργολάβον τοῦ ἐν Μήλῳ ὀρυχείου ὡς ἐξορύσσοντα μυλόπετρας παρὰ τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας. Ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Α. Πεταλᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων, τὸν ἀφορῶντα τὰ ἐθνικὰ δάση τῆς Εὐρυτανίας Βελισδόνι, Γιαννίτσαρη καὶ Μπέσια. Νὰ δηλώσῃ δὲ, ἂν ὑπάρχει ἐκκρεμὴς εἰσέτι κατηγορία κατὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ δασικὸν τμῆμα κ. Σαμίου, ἢ ἠθωώθη οὗτος πασῶν τῶν ἀποδοθεισῶν αὐτῷ κατηγοριῶν.» Ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπὸ τὸ κεφάλ. 24, ἄρθρον 1, ἐδάφιον βʹ, ἀνεγράφη πίστωσις 700,000 δραχμῶν διὰ πληρωμὰς ἀναληφθεισῶν διὰ συμβολαίων ὑποχρεώσεων πρὸ τοῦ 1898. Ἡ ἐπιγραφὴ τῆς πιστώσεως ταύτης μοὶ φαίνεται ἀσαφὴς, διότι, ἂν ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις καὶ ἐξετελέσθησαν ἔργα πρὸ τοῦ 1898, τὰ δαπανηθέντα εἰσὶν ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ἑπομένως ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ τὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ φροντίσῃ νὰ συνταχθῇ σημείωσις, δηλοῦσα τὰ ἔτη, καθ’ ἃ ἀνελήφθησαν αἱ ὑποχρεώσεις, τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα, καὶ τὰ ἐπιβαρύνοντα ἕκαστον ἔτος ποσά. Προσέτι νὰ δοθῇ πληροφορία, πότε ἐνεκρίθησαν αἱ δημοπρασίαι, δι’ ὧν ἀνελήφθησαν αἱ ὑποχρεώσεις; ἢ, ἂν εἶναι πολλαί, κατὰ ποῖον χρόνον ἐνεκρίθη ἑκάστη αὐτῶν; Ὡσαύτως δὲ, ποῖα μηχανήματα καὶ ποῖα ἐργαλεῖα χρήσιμα εἰς τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν πρόκειται ν’ ἀγορασθῶσι διὰ τῶν 30,000 δραχμῶν τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου; εἰς τί θέλουσι χρησιμεύσει ταῦτα; καὶ ἀφοῦ ἡ συντήρησις γίγνεται δι’ ἐργολαβιῶν, ποία ἀποζημίωσις θέλει πληρωθῆ εἰς τὸν μηχανουργὸν, καὶ ποίαν ὑπηρεσίαν θέλει προσφέρει οὗτος; Πλὴν τούτου ἀπευθύνω παράκλησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἑξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέθηκεν ἔγγραφα περὶ τῆς προμηθείας τῆς ἐρέας καὶ ἄλλων ὑφασμάτων, ἀναγκαίων εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα δὲν εἶναι πάντα, ὅσα εἶχον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ καταθέσῃ· ἰδίως λείπουσιν αἱ προκηρύξεις τῶν δημοπρασιῶν, ἐν αἷς περιλαμβάνονται οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπετρέπετο νὰ συναγωνισθῶσιν οἱ προαιρούμενοι ν’ ἀναλάβωσι τὴν προμήθειαν ἐρεῶν καὶ ὑφασμάτων.
§3Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν κατετέθησαν αὐτὰ, διότι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸν φάκελλον πλέον· ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἔγγραφα συντασσόμενα εἰς διπλοῦν, καὶ τὸ μὲν ἓν προσαρτᾶται εἰς τὰ ἐντάλματα καὶ στέλλεται εἰς τὸ Συνέδριον, τὸ δὲ ἄλλο διατηρεῖται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§5ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ἐρευνήσω.
§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω διατάξει, ὅπως συνταχθῇ ὁ πίναξ ὁ αἰτηθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐκ τοῦ προχείρου δύναμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας διετύπωσε, ζητῶν τὴν κατάθεσιν τοῦ πίνακος. Ὡς γνωστὸν, τὰ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν κανονίζονται οὐχὶ ὀρθῶς, διότι ναὶ μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιλαμβάνονται πιστώσεις πρὸς συντήρησιν ὁδῶν, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς ὑποβάλλεται περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους, ὑποτίθεται δὲ, ὅτι προβλέπει περὶ τῶν δαπανῶν διὰ τὰς συντηρήσεις τοῦ ἐπιόντος ἔτους· ἀλλ’ αἱ συντηρήσεις τοῦ ἐπιόντος ἔτους ὑποβάλλονται πρὸς ἔγκρισιν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, βαρύνουσι δὲ κατὰ μέγα μέρος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἀκολούθου τῆς ἐγκρίσεως ἔτους, τὸ δὲ ἔτος τὸ τρέχον βαρύνεται ὑπὸ συντηρήσεων ἐγκριθεισῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Ὅτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὸ 1899, εὗρον συντηρήσεις ἐκτελεσθείσας κατὰ τὸ 1898, αἱ ὁποῖαι ἐβάρυνον τὸ ἔτος 1899. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ὑπεβλήθη ἀργὰ, ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν προϋπολογισμὸν ὑποβληθέντα ἐνωρίς, οὗτος κανονίζει συντηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγκρίνονται εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἔτους, τὰ δὲ ἔργα συντηρήσεως ἐκτελοῦνται ἐν μέρει κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος καὶ ἐν μέρει κατὰ τὸ ἔτος τῆς ἐγκρίσεως. Ἐκ τούτου προέρχεται ὅλη ἡ ἀνωμαλία, διότι ἓν ἔτος βαρύνεται ὄχι μόνον ὑπὸ τῶν συντηρήσεων τῶν ἐγκεκριμένων ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν συντηρήσεων τῶν ἐγκριθεισῶν κατὰ τὸ παρελθόν. Καὶ αἱ μὲν δαπάναι τῶν ἐγκριθεισῶν καὶ μὴ ἐκτελεσθεισῶν συντηρήσεων εἶναι γνωσταὶ, ἀλλ’ αἱ δαπάναι αἱ ἐγκριθησόμεναι εἶναι ἄγνωστοι, δυσκόλως δὲ δύναταί τις ἀκριβῶς νὰ προϋπολογίσῃ ταύτας. Ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀταξίαν. Πρὸς θεραπείαν ταύτης ἔλαβον ἐφέτος μέτρον, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἀτυχῶς δὲν εἶχε ληφθῆ· ἀπεφάσισα δηλ. νὰ διατάξω τοὺς νομομηχανικοὺς, ὅπως συντάξωσι τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν συντηρήσεων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐγγεγραμμένου ποσοῦ, διανεμομένου ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως τῶν ὁδῶν καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς συντηρήσεως αὐτῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων νομῶν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ ἔχωμεν ἀκρίβειαν ἐν τοῖς λογαριασμοῖς. Τοιαύτη ἀκρίβεια νῦν δὲν δύναται νὰ τηρηθῇ. Εὗρον, ἐπαναλαμβάνω, ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον τῷ 1899, συντηρήσεις ἐγκριθείσας ἤδη, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐξετέλεσα ἐντὸς τοῦ 1900. Ἐκτὸς τῶν συντηρήσεων τοῦ 1900 προσετέθησαν καὶ αἱ συντηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐν μέρει κατὰ τὸ 1900 καὶ ἐν μέρει κατὰ τὸ 1901. Ἑπομένως ἑκάστη χρῆσις βαρύνεται ἀπὸ συντηρήσεις τοῦ τε παρόντος ἔτους καὶ τοῦ παρελθόντος. Ἐντεῦθεν προῆλθεν ἡ δυσκολία. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς, ὅτι ἔπρεπε τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ν’ ἀναγραφῇ ὡς ποσὸν προηγουμένης χρήσεως, διότι ἤρχισεν ἡ ἐργασία καὶ ἐξηκολούθησεν· ἀφοῦ δὲ ἤρχισεν ἡ ἐργασία καὶ ἐξηκολούθησε, πρέπει καὶ νὰ πληρωθῇ, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι καλῶς ἀνεγράφη. Διὰ τῆς ἀναγραφῆς ταύτης δὲν σκοπῶ νὰ κατηγορήσω τὸ παρελθόν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι εἰς τὸ μέλλον, διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον παρεδέχθην, τοιαῦται ἀταξίαι δὲν θὰ συμβῶσι, διότι θὰ ἦναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον χάριν τῶν συντηρήσεων θὰ δαπανηθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ποσὸν, τὸ σχετικὸν πρὸς τὰ ἐργαλεῖα, τὰ ἐργαλεῖα ταῦτα εἶναι οἱ ὁδοστρωτῆρες. Οἱ ὁδοστρωτῆρες οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ Δημόσιον εἶναι κατ’ ἀριθμὸν ἀνεπαρκεῖς, καὶ παρίσταται ἀνάγκη ἀμέσου παραγγελίας δύο ἑτέρων. Ἀργότερα θὰ ἦναι ἀνάγκη καὶ ἄλλων, διότι, ὡς γινώσκετε, συντήρησις γιγνομένη ἄνευ τῆς ἐπικουρίας τοῦ ὁδοστρωτῆρος εἶναι μηδὲν, οὔτε ἡ συνδετικὴ ὕλη δύναται νὰ συνδεθῇ καλῶς. Ἄνευ χρήσεως ὁδοστρωτῆρος αἱ συντηρήσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν πολλὰ, ἀποβαίνουσιν ἀνωφελεῖς, καὶ ἔχομεν παράπονα δίκαια ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν, ὅτι, καίτοι ἐδαπανήθησαν ἄφθονα τοῦ Δημοσίου χρήματα, ἡ κατάστασις τῶν ὁδῶν εἶναι κακὴ, καὶ παρεμβάλλονται προσκόμματα εἰς τὴν συγκοινωνίαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν δαπάνην δι’ ἀποζημίωσιν μηχανουργοῦ, αὕτη ἀνάγεται εἰς τὸν μηχανουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐπιμελεῖται τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁδοστρωτήρων.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὸ Γραφεῖον τῶν δημοσίων ἔργων ἐπεμελεῖτο νὰ ἀναγράψῃ εἰδικώτερον τ’ ἀγορασθησόμενα μηχανήματα καὶ ἐργαλεῖα, ἤθελεν ἀπαλλάξει καὶ ὑμᾶς καὶ ἐμέ. Τὸ ἁπλούστερον ἦτο νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς ἐπιγραφὴν, «πρὸς ἀγορὰν δύο ὁδοστρωτήρων δραχμὰς τόσας». Ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναγραφῆς «μηχανημάτων καὶ ἐργαλείων πρὸς συντήρησιν», βεβαίως δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τίνος πρόκειται, ἰδίως δὲ νὰ μὴ ὑποθέσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀγορᾶς ὁδοστρωτήρων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πίστωσιν τῶν 700,000, βεβαίως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάθετε διὰ τὸ μέλλον, θέλουσιν ἐφαρμοσθῇ, καὶ εὔχομαι νὰ ἐπιτύχωσι. Δὲν εἶναι ὅμως καιρὸς νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τούτου, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ παρόντος. Κατὰ τὴν ἐπιγραφὴν τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ δαπάνη τῶν 700,000 δραχμῶν ἀνάγεται εἰς ἔργα πρὸ τοῦ 1898...
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τοῦ 1899.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τοῦ 1898.
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ 1898, τότε αἱ ἐργασίαι ἐνεκρίθησαν κατὰ τὸ 1897.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 1898 εἶναι γεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 1899, κύριε Βουλευτά. Εἶναι σφάλμα τυπογραφικόν.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἂν εἶναι πρὸ τοῦ 1899, αἱ ἐργασίαι παρεσχέθησαν κατὰ τὸ 1898. Ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι αἱ παρασχεθεῖσαι κατὰ τὸ 1898 παρῆγον δικαιώματα εἰς τοὺς ἐργολάβους, τὰ δικαιώματα δὲ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσι δι’ ἁπλῆς πιστώσεως, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1898 ἔκλεισε τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1899.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἂν ὑποθέσητε ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ τέλους τοῦ 1898 ἐξηκολούθησαν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1899, τότε;...
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε εἶναι ἐργασίαι τοῦ 1899.
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐξήγησα τὰ τοῦ θέματος ἀκριβῶς. Εἶπον ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συντήρησιν, συμβαίνει τὸ ἄτοπον, ὅτι ἔχετε δύο χρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεργοῦσιν ἐν ταυτῷ, ἔχετε ἐπὶ ὁδοῦ τινος ἐργασίαν τινὰ παρασχεθεῖσαν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1898, ἡ ὁποία ἐπληρώθη, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῆς ἐργασίας τῆς συντηρήσεως ἔγεινεν ἐντὸς τοῦ 1899 δι’ ἔργα ἐγκριθέντα κατὰ τὸ 1898. Αὕτη δὲν ἐπληρώθη. Ἐξηκολούθησεν ἡ ἐργασία καὶ μετὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ εὑρεθῇ εἷς τρόπος, ὅπως πληρωθῶσιν οἱ δικαιοῦχοι.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ ὅμως νὰ ἀναφυλλίσητε τὸν προϋπολογισμὸν (κεφάλαιον 24, ἄρθρον 1) τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ἀναγράφεται ῥητῶς 1898.
§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναί, ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι λάθος τυπογραφικόν.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι παρεσχέθησαν ἐργασίαι πρὸ τοῦ 1899, ἄτοπος εἶναι ἡ ἀναγραφὴ, διότι καὶ πᾶσαι αἱ πρὸ τοῦ 1899 χρήσεις εἰσὶ κεκλεισμέναι.
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ τέλους τοῦ 1898 ἐξηκολούθησαν τὸ 1899;
§21Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πάντοτε εἶναι εἰς βάρος τοῦ 1900.
§22Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Δημόσιον πληρόνει τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κατεσκευάσθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους. Ἐὰν λοιπὸν αἱ ἐργασίαι ἐγένοντο τὸ 1899, βεβαίως δύνανται νὰ πληρωθῶσι καὶ ἐντὸς τοῦ 1899, ὡς, ἐὰν αἱ ἐργασίαι ἐγένοντο τὸ 1900, δύναται νὰ πληρωθῶσιν ἐκ πιστώσεων τοῦ ἔτους 1900. Καὶ ἂν μὲν δὲν ἐπαρκῇ ἡ πίστωσις τοῦ 1899 διὰ τὰ ἔργα τοῦ 1899, πρέπει νὰ ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Ἐὰν ὅμως αἱ ἐργασίαι ἐγένοντο κατὰ τὸ 1898, δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ 1898, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1898 τυγχάνει πλέον κεκλεισμένη. Δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ 1899, ἐὰν τὰ ἔργα ἐξετελοῦντο ἐντὸς τοῦ 1899. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ δώσητε παραγγελίαν εἰς τὸ Γραφεῖον νὰ καθορίσωσι τὴν ἐπιγραφήν. Εἶναι πρὸ τοῦ 1899; πρὸ τοῦ 1898; Νὰ γνωρίζωμεν.
§24Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἐγὼ πάντοτε ἐπιμένω, ὅτι εἶναι λάθος τυπογραφικόν, διότι πρόκειται περὶ ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνεκρίθησαν πρὸ τοῦ 1899. Ἐνεκρίθησαν περὶ τὰ τέλη τοῦ 1898, ἡ ἐκτέλεσις δὲ ἤρχισε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1898, καὶ ἐξηκολούθησε καθ’ ὅλον τὸ 1899.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴχετε πλήρη εὐκολίαν τότε ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ 1899 νὰ πληρώσητε τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκτήθησαν δι’ ἐργασίαν προσενεχθεῖσαν τὸ 1899.
§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως αὐτὸ γίνεται σήμερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συντήρησιν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν· διότι πληρόνομεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἐνεκρίθησαν κατὰ τὸ 1898.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν αἱ ἐργασίαι ἐγένοντο κατὰ τὸ 1898, καλῶς ἐπληρώθησαν.
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦ 1898, αἱ ὁποῖαι ἐξηκολούθησαν κατὰ τὸ 1899. Δὲν δύνασθε νὰ κανονίσητε λοιπὸν τοῦτο, διότι κατὰ τὸ 1899, κατὰ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν, ἔχετε σύνολον ἐργασιῶν ἀναγομένων εἰς δύο χρήσεις, διότι ἔχετε τὰς συντηρήσεις τὰς ἐγκριθείσας κατὰ τὸ 1899 καὶ τὰς τοῦ 1898, διάκρισις δὲ εἰς τὰ βιβλία τῶν ἐγκριθεισῶν κατὰ τὸ 1898 καὶ τῶν ἐγκριθεισῶν κατὰ τὸ 1899 ἐργασιῶν δὲν γίνεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία πάντοτε ἐξακολουθεῖ. Εἶπον δὲ, ὅτι εἶναι κακὴ, διότι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ἔπρεπεν ἡ πίστωσις ἡ ἀναγομένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 νὰ κανονίζῃ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀνελήφθησαν κατὰ τὸ 1899, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ χρῆσις τοῦ 1899 βαρύνεται μὲ τὰς δαπάνας συντηρήσεως ἢ μὲ τὸ πλεῖστον τῶν δαπανῶν συντηρήσεως τῶν ἐγκριθεισῶν κατὰ τὸ 1898.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκτελεσθεισῶν ὅμως κατὰ τὸ 1899.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκτελεσθεισῶν κατὰ τὸ 1899, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις ἤρξατο κατὰ τὸ 1898 καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ πληρωμὴ κατὰ τὸ 1899, καθὼς τὸ 1899 βαρύνεται μὲ ἐγκρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ 1899, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις ἤρχισε κατὰ τὸ 1899, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐξηκολούθησαν ἐκτελούμεναι κατὰ τὸ 1900. Ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς ἑνὸς ἔτους καλύπτει ἔξοδα ἀναγόμενα εἰς δύο διαφόρους χρήσεις. Ἐννοεῖται ὅτι ἠθέλησα δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ διακρίνω ποίας ὑποχρεώσεις τὸ Κράτος ἔχει ἀναλάβει εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, καὶ ποίας ὑποχρεώσεις ἔχει ἀναλάβει κατὰ τὸ 1899. Νομίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐπέρχεται βελτίωσις.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διασάφησις, ἣν ζητῶ, εἶναι καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ὑμῶν, διότι δὲν θέλει ἐπιβαρυνθῆ ἡ διαχείρισις ἡ ἰδική σας μὲ 700,000 δραχμάς.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι βαρύνεται μὲ τὸ ποσὸν τῶν 700,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ὅταν δηλῶμεν ποῖος ὁ λόγος, δι’ ὃν βαρύνεται, τότε βεβαίως δικαιολογοῦμεν διατὶ βαρύνεται.
§33ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἤγειρεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, προεκλήθη καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ὑποβαλόντος τὴν 1 Μαρτίου σειρὰν ἐπερωτήσεων, ἐν αἷς περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἐδάφιον τοῦτο. Ἠρώτησα καὶ ἐγὼ τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ «πίνακα ἀναγράφοντα διακεκριμένως εἰς εἰδικὰ ἄρθρα τὰς ἐν κεφαλαίῳ 24, 1, αʹ, βʹ, ἀναμίκτους πιστώσεις, ὡσαύτως δὲ τὰς ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ, ἄρθρῳ 2, αʹ,» καὶ ἀναντιρρήτως αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅπως ἐκτιμήσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ πίστωσις, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν βαρύνει βεβαίως τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι, ὡς βλέπομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, πρόκειται περὶ πληρωμῶν—τοῦτο ῥητῶς λέγει ὁ προϋπολογισμὸς—ἀναληφθεισῶν διὰ συντηρήσεις ὑποχρεώσεων πρὸ τοῦ ἔτους 1898...
§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι λάθος.
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά. Ὅμως πάντοτε βαρύνει τὸ παρελθόν. Πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεων παλαιοτέρων. Αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω.
§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καίτοι βεβαίως ἡ πρόνοια, ἣν καταβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀσφαλιστικὴ καὶ πρὸ πάντων διασαφητικὴ τῶν πραγμάτων, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Βουλὴ εἶναι δυνατὸν ἑκάστοτε νὰ ἐκτιμᾷ τὰ πράγματα ἀκριβέστερον, ὅμως δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὴ σήμερον, κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Σήμερον, κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, νομίζω ὅτι ὀφείλει ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις νὰ προσάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναλελυμένως πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ δημόσια ἔργα, εἴτε πρόκειται περὶ δαπάνης ἀνωτέρας τῶν 10,000 δραχμῶν, εἴτε πρόκειται περὶ δαπάνης κατωτέρας τῶν 10,000, ἀλλ’ ἀνωτέρας τῶν 2,000. Τοῦτο ἐπιβάλλει ὁ κατὰ τὸ 1894 ψηφισθεὶς νόμος. Τοῦτο βεβαίως, προκειμένου περὶ ἔργων, ὁποῖα τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, γεννᾷ τινα δυσχέρειαν, ἀλλ’ ἐὰν τοῦ πράγματος ἐπιληφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑποχρεώσῃ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων νὰ ἐργασθῇ, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τακτοποιηθῇ. Διότι ἑκάστη ὁδὸς ἔχει βεβαίως γνωστὰς εἰς τὸ τμῆμα τὰς ἰδίας αὑτῆς ἀνάγκας. Λοιπὸν τὸ τμῆμα ὀφείλει κατὰ μίαν ἑκάστην ὁδὸν νὰ καταρτίζῃ τοὺς προϋπολογισμούς. Οὕτω θέλομεν ἔχει ἴδιον κεφάλαιον ἐπὶ ἑκάστης ὁδοῦ διὰ πάντα τὰ ἔξοδα, τῆς ἀνακαινίσεως, τῆς ἐπισκευῆς, τῆς συντηρήσεως αὐτῆς, ἐν δὲ τῷ προϋπολογισμῷ θέλει εἰσάγεσθαι ἡ πίστωσις μετ’ ἀναλύσεως κατὰ ὁδούς. Οὕτω θέλομεν ἔχει διὰ τὴν ὁδὸν Α εἴκοσι χιλιάδας, διὰ τὴν ὁδὸν Β δεκαπέντε χιλιάδας, καὶ οὕτω καθεξῆς, καὶ θέλομεν δυνηθῆ ἰδίως νὰ ἐκτιμῶμεν τὰ πράγματα, θέλει δὲ καὶ ἑκάστου Ὑπουργοῦ ἡ εὐθύνη εἶναι κεκαλυμμένη· τὰ ἔξοδα τὰ ἀνταποκρινόμενα εἰς ἔργα περατούμενα ἐντὸς τοῦ χρονολογικοῦ ἔτους θέλουσι πληρόνεσθαι βεβαίως ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου, τὰ ἔξοδα τ’ ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰ ἔργα τὰ γινόμενα ἐντὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους δὲν θέλουσι πληρόνεσθαι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἥτις ἐξακολουθεῖ ἐπὶ δέκα ἔτι μῆνας ἐκκρεμὴς, ἀλλὰ θέλουσι πληρόνεσθαι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ γίνεται ἡ ἐργασία. Τοῦτο βεβαίως ἐνόει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε πρὸ ὀλίγου παρεῖχεν ἐξήγησιν τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἂν συνδυάσῃ τὴν πρόνοιαν, ἣν ἔχει σκοπὸν νὰ καταβάλῃ, πρὸς τὴν πρόνοιαν, ἣν, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ νόμου ΒΣΛΗʹ, παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ, ὅπως καταβάλληται παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος, βεβαίως εἰς τὸν προσεχῆ προϋπολογισμὸν θέλει ἔχει ἡ Βουλὴ ἀληθὲς κάτοπτρον τῶν δημοσίων ἔργων, ἵνα δύνηται ἐν γνώσει καὶ ἐν τελείᾳ σαφηνείᾳ περὶ ἑκάστου κεφαλαίου νὰ σκέπτηται καὶ ν’ ἀποφασίζῃ.
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀπήντησα ἤδη εἴς τινας ἐξ αὐτῶν· μόλις συμπληρώσω τὰς ἐπὶ τῶν ἄλλων πληροφορίας, θέλω τὰς ὑποβάλει. Εἶναι ὀρθὴ ἡ σκέψις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἂν εἶναι πρακτική. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν ὑπόκειται βεβαίως καὶ αὕτη εἴς τινας γενικοὺς κανόνας, τοὺς διέποντας τὰς διαφόρους ἡμῶν ὑπηρεσίας. Ἐὰν ἡ στατιστικὴ ἡ τηρουμένη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων ἔργων, ἦτο πλήρης καὶ ἀκριβὴς, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχομεν στοιχεῖα ἐπαρκῆ, ὅπως ἐκ τῶν προτέρων ὁρισθῇ τὸ διὰ τὰς συντηρήσεις ἀπαιτούμενον ποσόν. Βεβαίως, ἂν ὑπῆρχε στατιστικὴ, ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ ποία ἡ κίνησις ἐπὶ ἑκάστης ὁδοῦ, ποία ἀκριβῶς ἡ κατάστασις τοῦ καταστρώματος ἑκάστης ὁδοῦ, ποία ἡ τῶν τεχνικῶν ἔργων αὐτῆς κλπ., ἠδυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν δαπάνην τὴν πρὸς συντήρησιν αὐτῆς ἀπαιτουμένην. Ἀλλ’ ὡς γινώσκετε, τοιαύτη στατιστικὴ δὲν ὑπάρχει. Πληροφορίας ἀκριβεῖς δὲν ἔχομεν, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἐκτίμησις θ’ ἀποδειχθῇ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπαρκής. Ἄλλως τε δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, ὅτι πολλαὶ φθοραὶ εἰς τὰς ὁδοὺς γίνονται ἕνεκα ἐκτάκτων περιστάσεων. Ἔχετε π. χ. πλημμύρας, ἔχετε πολλὰς βροχὰς, ὅπως εἴχομεν τοιαύτας τὸν παρόντα χειμῶνα. Νομίζετε ὅτι προϋπολογισμοὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκτιμήσεως ἐκ τῶν προτέρων γενομένης θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν, ὅπως ἀποκαταστήσωσι τὴν συγκοινωνίαν εἰς τὰς ἐκτάκτους ταύτας περιστάσεις; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἂν ὑπεχρεοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλλῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς, ὅπως θέλετε καὶ ὅπως θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἐρωτῶ, ἐὰν ἐξ ἐκτάκτων καιρικῶν περιστάσεων ἐπέλθωσι βλάβαι εἰς τεχνικὰ ἔργα καὶ διακοπῇ ἡ συγκοινωνία, εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ πᾶσα πρὸς ἀποκατάστασιν αὐτῆς ἐργασία, διότι δὲν ὑπάρχει ἔγκρισις τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ ταύτην προϋπολογισμοῦ; Πρέπει νὰ προβῆτε ἀμέσως εἰς ἐπανόρθωσιν τῆς βλάβης, διότι ἡ ἀναβολὴ δύναται νὰ φέρῃ καταστροφήν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ὑποδειχθεῖσα λύσις εἶναι ἀπραγματοποίητος. Ἔρχομαι πάλιν εἰς τὸν χωρισμὸν τῶν δαπανῶν. Καὶ ὁ χωρισμὸς οὗτος δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ. Κατὰ νόμον οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν συντηρήσεων πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι μέχρι τοῦ Ἰουνίου,—δυστυχῶς δὲ, δὲν κατορθοῦται πάντοτε ἡ ἔγκαιρος ὑποβολὴ τῶν προϋπολογισμῶν.—Ἅμα τῇ ὑποβολῇ γίνεται ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπεξεργασία τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ μετὰ τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν ἐκτίθενται τὰ ἔργα εἰς δημοπρασίαν· ἀλλὰ πολλάκις παρουσιάζονται μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς δημοπρασίας ἀναφοραὶ, διὰ τῶν ὁποίων προτείνεται ἐλάττωσις. Συνεπείᾳ τούτων ἐπαναλαμβάνεται ἡ δημοπρασία, πολλάκις δ’ ἐπαναλαμβάνεται δὶς, τρὶς, τετράκις, καὶ οὕτω παρέρχεται ὁ χρόνος, καὶ ἡ ἔγκρισις δίδεται περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους. Ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, ἐνῷ κατὰ θεωρίαν αἱ ἰδέαι ὑμῶν εἶναι ὀρθόταται, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἶναι δύσκολον, ἂν μὴ ἀδύνατον, νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἂς περιορισθῶμεν λοιπὸν εἰς ὅσα εἶναι δυνατά. Ἂν κατορθωθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνω, θὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν τὸ ποσὸν ἐν συνόλῳ, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανηθῇ, καὶ δὲν θὰ τρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, εἴτε δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, εἴτε διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα βλέπετε ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Ἐὰν τὸ προτεινόμενον μέτρον ψηφισθῇ, θέλει ἀποτελέσει βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς σημερινῆς.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύο λέξεις μόνον, κύριε Πρόεδρε. Ὅσα εἶπον δὲν ἐλέχθησαν μόνον κατὰ θεωρίαν· εἶπον δὲ αὐτὰ, καίτοι γινώσκω καὶ ἀναγνωρίζω τὰς δυσχερείας, ἃς παρέστησεν ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ θεωρίαν εἶναι ὀρθὴ ἡ σύστασις, ἣν ὑπέβαλον, δυστυχῶς ἐπιβάλλεται καὶ ἐκ τοῦ κειμένου νόμου· ὁ δὲ νόμος εἶναι πρόσφατος,—εἶναι τοῦ 1894,—καὶ τὰ μεσολαβήσαντα ἔτη ἦσαν, ἐκτὸς ἑνός, ὅλα ἀνώμαλα, διὸ καὶ δὲν ἀντελήφθημεν ἀρκούντως, ὁποία ἡ δύναμις καὶ ἡ ἐπιβολὴ αὐτοῦ. Ἡ δύναμις καὶ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ νόμου τοῦ 1894 εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδεμία δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ δαπάνη δι’ οἱονδήποτε δημόσιον ἔργον ἄνευ τῶν προϋπολογισμῶν, οὓς ὑπέδειξα. Δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἄνευ κατ’ ἄρθρον ἀναγραφῆς, δὲν δύναται ἄνευ ἀναγραφῆς δι’ ὁδοποιίαν, ἀλλὰ πρὸ πάντων κατ’ ἄρθρον, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ δαπάνης ἀνωτέρας τῶν 10,000 δραχμῶν, δὲν δύναται κἂν νὰ ἐκτελεσθῇ διὰ πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς ἢ ἐκτάκτου, διὰ Β. Διατάγματος διδομένης. Ἐκεῖ ἀπαιτεῖ ὁ νόμος πάντως διὰ νέου νόμου νὰ παρασχεθῇ πᾶν τὸ ἐπὶ πλέον τοῦ ἀρχικῶς προϋπολογισθέντος, καὶ μόνον προκειμένου περὶ ἔργου ἀξίας κατωτέρας τῶν 10,000 δραχμῶν, δύναται νὰ δοθῇ πίστωσις καὶ διὰ Β. Διατάγματος. Ὅτε δὲ οὕτως ἔχει ὁ νόμος, εἶναι προφανὲς, ὅτι θὰ ἔλθῃ ποτὲ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν, ὄχι βεβαίως τὸν νῦν Ὑπουργὸν, πῶς προέβη εἰς τοιαύτας χορηγήσεις ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν νομίμων διατυπώσεων. Καὶ ἐπειδὴ τοῦτο θέλω νὰ προλάβω, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καίτοι ἀναγνωρίζω πάσας τὰς δυσχερείας, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων καὶ προσπαθήσῃ νὰ συμμορφώσῃ τὰς προβλέψεις αὐτοῦ πρὸς τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων.
§40Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυναν πρὸς ἐμὲ κάτοικοι δύο χωρίων τοῦ Μεσολογγίου. Δι’ αὐτῆς παραπονοῦνται, ὅτι δὲν προστατεύεται ἡ παραγωγὴ προϊόντος, ὅπερ εἶναι καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ δι’ ἄλλους κατοίκους τῆς Ἑλλάδος σπουδαιότατον. Πρόκειται περὶ τοῦ χόρτου τῶν σαρώθρων. Ἐν τῷ δασμολογίῳ φορολογοῦνται τὰ εἰσαγόμενα ἕτοιμα σάρωθρα διὰ δραχμῶν 26 καὶ 45/100 κατὰ 100 ὀκάδας, ἀλλὰ τὸ χόρτον τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον πρὸς κατασκευὴν σαρώθρων ἐν Ἑλλάδι εἰσέρχεται ἀτελές. Οὕτως ὅμως, εἴτε ταμιευτικὸν σκοπὸν ἀποδώσω εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν, εἴτε ἕτερον, ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἀποτυγχάνει, διότι εἰσάγεται μέγα ποσὸν χόρτου, τὸ ὁποῖον μεταποιεῖται εἰς σάρωθρα, οὐδεμία δὲ σχεδὸν εἰσαγωγὴ γίνεται ἑτοίμων σαρώθρων. Οὕτω τὸ Κράτος οὐδὲν ὠφελεῖται, ἀλλὰ δὲν παρέχεται καὶ κανὲν κέρδος εἰς τοὺς ἐν τῷ τόπῳ βιομηχάνους, διότι οἱ ἐγχώριοι κατασκευασταὶ σαρώθρων δύνανται κάλλιστα νὰ μεταχειρισθῶσι χόρτον ἐγχώριον, τούτου δ’ ἡ παραγωγὴ ἐπαρκεῖ εἰς τὴν κατανάλωσιν, διότι εἰς τὸν δῆμον, περὶ οὗ πρόκειται, παράγονται πολλαὶ χιλιάδες ὀκάδες· εἰς τὸ Ἄργος ἔτι περισσότερον. Ὅταν ἐκ μιᾶς ὀκᾶς κατασκευάζωνται δύο σάρωθρα, ἡ δὲ ὁλικὴ παραγωγὴ τοῦ χόρτου ἀνέρχηται εἰς ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων, ἐπαρκεῖ διὰ τὴν ἐγχώριον κατανάλωσιν. Θὰ παρακαλέσω διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ δασμολογίου, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ μεταβάλῃ αὐτὸ διὰ διοικητικῆς πράξεως καὶ παραγγείλῃ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ὅπως μὴ ἐπιτρέπωσιν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τοῦ χόρτου, διότι ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ ἀντίκειται εἰς αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ δασμολογίου, αἵτινες φορολογοῦσι τὰ ἕτοιμα σάρωθρα. Διὰ τὴν κατασκευὴν ἑνὸς σαρώθρου ἐκ χόρτου δαπανῶνται 4 ἢ 5 λεπτὰ μόνον· ἑπομένως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς χόρτου εἰσάγονται σάρωθρα ἕτοιμα. Εὐλόγως ἑπομένως οἱ ἀναφερόμενοι ἀπαιτοῦσι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὑποθέτω ὅτι τοιαῦται εἶναι καὶ αἱ διαθέσεις τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ διὰ τῆς προστασίας αὐτῆς θὰ ἐνισχυθῇ μεγάλη μερὶς καλλιεργητῶν τῆς γῆς.
§41Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν δικαίαν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας καὶ λίαν εὐγλώττως ὑπεστήριξε, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀναφορᾶς, ἥτις ἐστάλη εἰς αὐτόν. Περὶ τούτου τοῦ ζητήματος τῶν σαρώθρων καὶ πέρυσι παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀρκούμενος σήμερον εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. προαγορεύσας, κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα.
§42Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ὑπέβαλε πρὸ ἡμερῶν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ προσαγάγῃ, συμφώνως τῷ νόμῳ ͵ΒΣΛΗʹ τοῦ 1894, τοὺς προϋπολογισμούς τῶν ἔργων, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ κεφάλαιον ΙΖʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐν ἄρθρῳ 2, αʹ, γʹ, δʹ, εʹ, ϛʹ, ζʹ, ηʹ, θʹ, ιαʹ, ιβʹ καὶ ἐν ἄρθρῳ 5, αʹ, βʹ, γʹ. Παρακαλεῖται ὡσαύτως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν τὰ ἐν ἄρθρῳ 3 (ιδʹ) τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου ἀναγραφόμενα ποσὰ πιστώσεως πρὸς ἀποπληρωμὴν ἐργολάβων περατωθεισῶν ἐργασιῶν στηρίζονται ἐπὶ ἐγκεκριμένων προϋπολογισμῶν καὶ τυγχάνωσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν, ἢ ζητοῦνται καθ’ ὑπέρβασιν, ἐπὶ τίνι βάσει καὶ διὰ τίνας λόγους νὰ προσαγάγῃ δὲ καὶ τοὺς ἀντιστοίχους προϋπολογισμούς.» Καταθέτω τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης γραπτὴν. Κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, ἐπὶ τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα πραγματεύεται τὸ κεφάλ. ΙΖʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐν ἄρθρῳ 2, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ κατατεθῇ προϋπολογισμὸς, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἔργων νέων, ἀλλ’ εἶναι ἐπισκευαί, συντηρήσεις κλπ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ ἐν ἄρθρῳ 5, αʹ, βʹ, γʹ, τοῦ προϋπολογισμοῦ, ταῦτα εἶναι ἔργα νέα, καὶ βεβαίως ἀπαιτεῖται νόμος. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης διὰ τὴν ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ φωτὸς ἐν Ναυστάθμῳ καὶ τὴν κατασκευὴν δύο ἀποθηκῶν πρὸς ἐναπόθεσιν καὶ προφύλαξιν τῶν πυρομαχικῶν τοῦ στόλου».
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 169).
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ αἱ κατατεθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πληροφορίαι.
§45Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶχον ὑποβληθῆ παράπονα ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ σιγαροχάρτου, ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη ὅτι ἤθελε μεριμνήσει. Τότε παρουσιάσθη τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν οὐχὶ τῆς ἐσωτερικῆς, ἀλλὰ τῆς ἐξωτερικῆς καταναλώσεως, ἕνεκα τῆς ζημίας, ἣν τὸ Δημόσιον ὑφίστατο, διότι οἱ Ἕλληνες βιομήχανοι δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν, διότι συνδέεται μὲ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Παρετηρήσαμεν ὅτι ἐγένετο συνεννόησίς τις, ἀλλὰ δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ· οἱ καπνοπῶλαι ἔμειναν σύμφωνοι νὰ ἔρχηται τὸ σιγαρόχαρτον κατ’ εὐθεῖαν μὲ τὴν σφραγῖδα, ἀλλὰ περὶ τῆς ποιότητος δὲν ἐγένετο σκέψις. Τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον κατασκευάζει τὸ σιγαρόχαρτον, ἔχει δύο ποιότητας (δεικνύει δείγματα σιγαροχάρτου). Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ Δημόσιον συνηλλάχθη μὲ τὸν ἐργολάβον νὰ λαμβάνῃ καλῆς ποιότητος σιγαρόχαρτον· ἀλλ’ ὅτε ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ σφραγίσωσι τὰ δέματα, ἀντὶ νὰ σφραγίσωσι τὰ τῆς πρώτης ποιότητος, ἐσφράγισαν τὰ τῆς δευτέρας· σήμερον δὲ ὁ ἐργολάβος εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ του, ἡμεῖς δὲ μὲ τὸ κακῆς ποιότητος σιγαρόχαρτον. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ περὶ τούτου, νὰ καταβάλῃ δ’ ἐν ἀνάγκῃ τὴν ἀξίαν τῆς διαφορᾶς τῆς ποιότητος, ἵνα χορηγῆται σιγαρόχαρτον καλῆς ποιότητος καὶ ἡσυχάσωμεν.
§46Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα, ὡς παρουσιάζεται, δεῖται ἐξετάσεως. Ὅ,τι γινώσκω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας εἶναι, ὅτι ὁ χάρτης ὁ παραδιδόμενος ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου εἶναι ὅμοιος πρὸς τὸ δεῖγμα τὸ ἐσφραγισμένον. Ἐπειδὴ ὅμως ἠγέρθησαν αἰτιάσεις κατὰ τῆς ποιότητος τοῦ σιγαροχάρτου, ἔστειλα χάρτην τοιοῦτον εἰς τὸ ἐν Βερολίνῳ Κεντρικὸν Χημεῖον, ὅπως γείνῃ ἀνάλυσις, ἥτις καὶ ἐγένετο. Ἐκ ταύτης δὲ προέκυψεν, ὅτι ὁ χάρτης τοῦ σιγαροχάρτου εἶναι πρωτίστης ποιότητος, καὶ ὅτι οὐδὲν περιέχει τὸ ἐπιβλαβές. Ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων ἐξετάσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ὁ ἐργολάβος, κατεδείχθη ὅτι, ὅτε ἤρχισεν ἡ ἀποστολὴ ἡ πρώτη πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, ἀπεστάλη χάρτης ὅμοιος πρὸς τὸ δεῖγμα, ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν ἀπεστάλη χάρτης κατά τι κατωτέρας ποιότητος· τοῦτο δ’ ἐγένετο, διότι, ὢν ὑποχρεωμένος ὁ ἐργολάβος ν’ ἀποστείλῃ ὡρισμένην ποσότητα, δὲν εἶχεν ἐκ τῆς καλλιτέρας ποιότητος, καὶ ἐκ τούτου ἐσχηματίσθη ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ σταλὲν δὲν ἦτο σύμφωνον πρὸς τὸ δεῖγμα. Τὸ ἐργοστάσιον ἀπέστειλεν εἰς ἡμᾶς καὶ χάρτην ἐξ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον στέλλει εἰς Αἴγυπτον, ἐκ τῆς γενομένης δ’ ἐξετάσεως ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ χάρτης, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς, δὲν εἶναι κατώτερος κατὰ τὴν ποιότητα, ἀλλὰ παρουσιάζει διαφορὰν ὡς πρὸς τὴν πυκνότητα· εἰς τὴν Αἴγυπτον μεταχειρίζονται χάρτην πυκνότερον καὶ κατά τι ἀκριβότερον, κατὰ τὰς γενομένας δὲ παρατηρήσεις ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς καπνὸς περιέχει ἐλαιώδεις οὐσίας, καὶ γίνονται αὗται καταφανεῖς ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἐνῷ εἰς τοὺς γαλλικοὺς καὶ αὐστριακοὺς καπνοὺς ἡ οὐσία αὕτη δὲν περιέχεται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐζητήσαμεν πληροφορίας, καὶ περιμένομεν ἀπάντησιν. Θέλω δ’ ἐξετάσει καὶ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, καὶ θέλω φροντίσει, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ δέουσα θεραπεία.
§47ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὰ δείγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς παρουσίασα, εἶναι ἀπὸ τὸ κατάστημα, καὶ βλέπετε ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι προφανής. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ σιγαρόχαρτον τῆς καλλιτέρας ποιότητος εἶναι πυκνότερον· ἑπομένως δὲν εἶναι τοῦ καπνοῦ τὸ ἐλάττωμα, ἀλλὰ τοῦ χάρτου. Ἐὰν κάμετε σιγάρα ἀπὸ σιγαρόχαρτον τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας ποιότητος, θέλετε ἴδει τὴν διαφοράν.
§48Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Γίνεται συνεννόησις πρὸς διόρθωσιν τοῦ πράγματος.
§49Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δίδει προσοχὴν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ μάλιστα ὅταν αὗται προέρχωνται ἐκ Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι σπανίως ἐπερωτῶσιν. Ἐξ ἐπιστολῆς, ἣν ἔλαβον ἐξ Ὀλυμπίας, μανθάνω ὅτι διωρίσθη γραμματεὺς τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Τριφυλίας εἷς Ἰωάννης Πανταζόπουλος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν βεβαιοῦνται τὰ προσόντα τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, καὶ εἰ δυνατόν, αὔριον. Εἰς τὰ προσόντα ταῦτα θὰ εὕρητε ἐγκληματικήν τινα πρᾶξιν, ὡς παριστᾷ ὁ γράφων πρός με καὶ παρακαλῶν νὰ κάμω ἐπερώτησιν. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, περὶ τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων.
§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διέταξα τὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων, ὅπως συντάξῃ τὸν πίνακα τῶν ὑπαλλήλων, τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής. Μοὶ ὑπεσχέθη δὲ ὁ κ. Διευθυντὴς ὅτι θὰ μοὶ στείλῃ τὸν πίνακα τοῦτον αὔριον. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, παρατηρῶ ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἀπαντήσω καὶ πληροφορήσω αὐτὸν, τί πληρόνει εἰς τοὺς ὑπεργολάβους ὁ ἀναλαβὼν τὴν ἐργολαβίαν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο εἶναι ἄγνωστον καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ταχυδρομικὴν, διότι ὁ ἐργολάβος εἶναι ἐλεύθερος νὰ συμβληθῇ ὅπως ἂν θέλῃ πρὸς τοὺς ὑπεργολάβους.
§51Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τουλάχιστον ὑποβάλετε τὰ ἔγγραφα τῆς δημοπρασίας.
§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θέλω τὰ ὑποβάλει. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας δὲν γίνεται λόγος περὶ τούτου. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐπερωτήσεως ὑμῶν ὑπέθεσα, ὅτι ἐζητεῖτε νὰ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς γενομένας δημοπρασίας καὶ πρὸς τὰς ἄλλας ἐν γένει συμφωνίας.
§53Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, δυνάμει τῆς ὁποίας δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ τὰ χρήματα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσσήνης (Νησίου) καὶ διαθέσῃ ταῦτα πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς θέσεως Τζεφερεμίνι τοῦ χωρίου Τζεφερμίνι μέχρι τῆς Μπούκας, ἀφοῦ ἄλλως, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν μηχανικῶν τῶν ἀποσταλέντων ἐκεῖ, καὶ ἰδίως τοῦ μηχανικοῦ Κελλενὲκ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην ἀσφαλὴς λιμὴν, διότι πέριξ αὐτῶν τῶν μερῶν δὲν ὑπάρχουσι λατομεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ προμηθευθῇ τις τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι ὁ Κελλενὲκ, μεταβὰς ἐκεῖ καὶ ἐξετάσας τὸ μέρος, συνέλαβεν ὑπονοίας, ὅτι ἐκεῖ θὰ ὑποστῇ καθίζησιν τὸ ἔδαφος, καθόσον πολλὰ συμπτώματα ἀπήντησεν, ὅπως συμπεράνῃ τοῦτο, ἐντεῦθεν δὲ ἀπεφάνθη, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐκβαθυνθῇ ἡ λίμνη, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἐν καιρῷ μεγίστης τρικυμίας πρὸς προφύλαξιν τῶν πλοίων, διότι, ὡς εἶπον, δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ λατομεῖα πρὸς παροχὴν τοῦ ἀναγκαίου ὑλικοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος. Διὰ τῆς ὑποβαλλομένης προτάσεως νόμου διευκολύνεται σπουδαίως τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ συγκοινωνία ὅλης τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ κατασκευὴ τῆς εἰρημένης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς καὶ ἡ διακλάδωσις αὐτῆς θὰ ἐξυπηρετήσῃ οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου τῆς Πελοποννήσου. Πλὴν τούτου τὸ λιμενικὸν ταμεῖον θὰ ἔχῃ μεγίστας ὠφελείας, διότι, ἂν κατόπιν ἀποφασισθῇ νὰ γείνῃ λιμὴν, δύναται νὰ λαμβάνῃ ὁ ἐργολάβος ἀπὸ τὰ λατομεῖα τὰ πέριξ τῆς ὁδοῦ, ὁπόθεν θὰ διέλθῃ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ, ἄριστον ὑλικὸν, ὡς π. χ. ἐκ τοῦ λατομείου Τζεφερεμινίου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἔλαβεν ἀρκετὸν πρᾶγμα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος, καὶ τοῦ λατομείου τῆς Ἰθώμης, τὸ ὁποῖον ἔχει στερεὸν ὑλικὸν, ὅπερ δύνανται νὰ χρησιμοποιήσουν οἱ ἁρμόδιοι, ἐὰν ἀποφασισθῇ, ὡς εἶπον, ἡ κατασκευὴ τοῦ λιμένος. Οὕτω δὲ καὶ τὸ νεκρὸν χρῆμα χρησιμοποιεῖται δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου πρὸς εὐκολίαν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς συγκοινωνίας. Φρονῶ δὲ, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ παρακατατεθειμένον ἐν τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ ὑπὸ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου εἶναι ἀρκετὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τοιούτου ἔργου, συμφώνως πρὸς τὰς μελέτας καὶ τὰ σχεδιογραφήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τῷ λιμενικῷ ταμείῳ ὑπῆρχον τότε περὶ τὰς 820,000 δραχμαὶ, ἀλλ’ ἔκτοτε ἐξακολουθοῦσιν αἱ εἰσπράξεις οὐχὶ ἐν σμικρῷ, ὥστε μέχρι σήμερον θὰ ὑπερβαίνῃ τὸ κεφάλαιον τοῦ λιμενικοῦ ταμείου τὸ 1 ἑκατομμύριον. Φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπεῖγον, καὶ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, κ. Βουλευταὶ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἐκ μηχανικῶν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν ἀπὸ τῆς θέσεως Φραγκόβρυσι μέχρι Λεονταρίου, καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως (χωρίου) Χράνος μέχρι Δουσίλα καὶ Διαβολιτσίου, διότι ἡ κατασκευὴ αὐτῆς εἶναι λίαν ἐπίφοβος, καθόσον παρουσιάζονται μεταξὺ Λεονταρίου καὶ Φραγκοβρύσεως καθιζήσεις, καὶ θὰ κινδυνεύουν οἱ ἐπιβάται· φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἀσφαλὴς ἡ γραμμὴ, ὅπως ἔχει χαραχθῇ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ὅπως συσταθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, περὶ ἧς εἶπον, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ σημεῖα ταῦτα τῆς γραμμῆς πρὸς πρόληψιν ἀνεπανορθώτων δυστυχημάτων.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσύνης θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 170).
§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφορᾷ τὸν καταρτισμὸν τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως διατάξῃ τὴν τύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 171). Ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§57Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν, λαμβάνων πρὸς τοῦτο τὸν λόγον. Οὐχὶ διότι ἤθελον ἀφαιρέσει μίαν ὥραν ἐκ τοῦ χρόνου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ μακρότερον χρόνον, ἀλλὰ διότι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ μὴ ὑπῆρχεν ἡ κατάστασις, ἣν θέλω προσπαθήσει νὰ περιγράψω πρὸς ὑμᾶς, νὰ μὴ ὑπῆρχον τὰ μεγάλα κενὰ καὶ αἱ μεγάλαι ἐλλείψεις ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι, ὡς θέλετε ἀκούσει,—ἐλπίζω δ’ ὅτι μετ’ εὐμενείας θὰ συγκατανεύσητε, ἐκ πόνου πρὸς τὴν κατάστασιν,—αὐτόχρημα ἐθνικὸν ζήτημα διὰ τὴν χώραν καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο οὐ μόνον ἔχω συμπαθῶς, ἀλλὰ διάκειμαι, δύναμαι νὰ εἴπω, περιπαθῶς πρὸς αὐτό· τούτου δὲ ἀπόδειξις, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα, ἀπὸ δωδεκαετίας, πλέον ἢ ἑξάκις ἔλαβον, κατὰ διαφόρους περιόδους τῆς Βουλῆς, τὸν λόγον, καὶ ἐζήτησα νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων καὶ Βουλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ ἐπισπάσωμαι τὴν μέριμναν αὐτῶν, καί, εἰ δυνατόν, νὰ ἀποσπάσω μέρος τῆς προσοχῆς καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐργασίας ὑπὲρ αὐτοῦ. Δυστυχῶς οὔτε Κυβέρνησίς τις, οὔτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἐμερίμνησέ ποτε περὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Εἶχον ἤδη καὶ ἐσχάτως λάβει ἀφορμὴν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 29 Μαΐου παρελθόντος ἔτους καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 21 Ἰουλίου, ἐκ συζητουμένων τινῶν νομοσχεδίων, σχετικῶν πρὸς τὰ ναυτικὰ πράγματα, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐν τέλει δὲ καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τούτου. Καὶ τότε, ὁμολογῶ, κατὰ τὴν δευτέραν τῶν ἀγορεύσεών μου, ἔτυχον καὶ προσοχῆς καί τινος κατανεύσεως, ἵνα μὴ εἴπω ὑποσχέσεως, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἤθελε ληφθῆ πρόνοια εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐφ’ οὗ ἔφερα τότε τὸ λόγον. Τὸ ζήτημα ἐκεῖνο εἶναι εἰδικὸν, θὰ μνησθῶ δὲ αὐτοῦ μόνον ἐν παρόδῳ ἐνταῦθα...
§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ κύριοι Ρετσίνας, Βοκοτόπουλος καί τινες ἄλλοι Βουλευταὶ ἐκφράζουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα λάβωσι καὶ οὗτοι τὸν λόγον, ἀφοῦ ἄλλως τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ἀπὼν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ζητοῦσι λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ἢ ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὸς εὐρεῖαν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου, ὅτε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ, ὅπως λάβῃ διαστάσεις ἡ συζήτησις, ἵνα καὶ αὕτη φωτισθῇ ἐκ ταύτης. Ἠθέλομεν λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ἐὰν δὲν ἔχει δυσκολίαν τινὰ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν ἐπαύριον τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως ἤθελον δεχθῆ τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πηγάζουσαν μάλιστα ἐξ εἰσηγήσεως ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ παρακλήσεως αὐτῶν, ἐὰν ἐνόμιζον ὅτι θὰ προέκυπτε πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς ἀναβολῆς ταύτης. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Βουλευτὰς ν’ ἀκούσωσιν ὅσα δι’ ὀλίγων θὰ προσπαθήσω νὰ ἐκθέσω ἐνταῦθα, ἵνα λάβωσιν ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶσι περὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θέλω θίξει, εἰς ἄλλας δὲ συνεδριάσεις, ἐὰν ἤθελε μείνῃ καιρὸς εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ,—ὅπερ ἐγὼ δὲν πιστεύω,—νὰ φέρωσι, λαμβάνοντες ἀφορμήν, (ἐὰν εὐτυχήσω νὰ φθάσω μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ κινήσω τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῶν,) τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθόσον καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος ἐπιθυμοῦσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθιξα κατὰ τὰς δύο συνεδριάσεις τῆς παρελθούσης Βουλῆς, εἶναι τὸ τῆς ἀκτοπλοΐας, ὡς ἐνεργεῖται αὕτη παρά τινων ἐκ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἢ καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν μεμονωμένων ἀτμοπλοίων. Παρέστησα τότε, ὅτι, ἐνῷ λαμβάνουσι παρὰ τοῦ Κράτους σπουδαῖα προνόμια καὶ μεγάλας ἀτελείας, δὲν ἀνταποδίδουσιν οὔτε εἰς τὸ Κράτος, οὔτε εἰς τὴν κοινωνίαν, ἴσα πρὸς τὰ λαμβανόμενα προνόμια ἀνταλλάγματα· τοὐναντίον μάλιστα ἀπειλοῦσιν ἐνίοτε καὶ τὴν ζωὴν τῶν ἐπιβατῶν, οἵτινες ταξειδεύουσι διὰ τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῶν, διὰ τῆς παραβόλου καὶ παραφόρου τάσεως πρὸς συναγωνισμόν, περὶ ἧς πάντες γνωρίζετε. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶχον ἐπικαλεσθῆ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, νομίζων ὅτι ἠδύνατο, ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ, καὶ νὰ παρεμβῇ, ἵνα ἐπιβάλῃ ταῖς ἀτμοπλοϊκαῖς ἑταιρείαις καὶ τοῖς ἰδιώταις ἰδιοκτήταις ἀτμοπλοίων δρομολόγιον, ἢ μᾶλλον τιμολόγιον, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ δέχωνται καὶ νὰ μεταβιβάζωσιν ἐπιβάτας...
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὴν συμβουλὴν ὑμῶν, καὶ ἐπραγματοποίησα ταύτην ἐν μέρει, διότι προσεκάλεσα ὅλους τοὺς διευθυντὰς ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν καὶ συνέστησα αὐτοῖς, ὅπως ἔλθωσιν εἰς συμφωνίας. Εὐχαρίστως δ’ ἔμαθον, ὅτι συνεφώνησαν καὶ ὥρισαν τιμὰς καὶ δρομολόγιον. Ἑπομένως ἡ ἀγόρευσίς σας ὑπῆρξεν ὠφέλιμος.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος καὶ ἡ σημερινὴ, καὶ ἐλπίζω νὰ τύχω τῆς ὑμετέρας προσοχῆς. Ἡ συμφωνία τῶν ἑταιρειῶν...
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐματαιώθη.
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφοῦ συνεφώνησαν, ἔπειτα διέστησαν. Ἀκριβῶς, ὡς τὸ εἶχον προείπει.
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς 9 Μαρτίου ἀνέγραψαν πανηγυρικῶς καὶ αἱ ἄλλαι ἐφημερίδες (ἔχω τὴν ἀδυναμίαν νὰ περισυλλέγω πᾶν ὅτι γράφεται ἐν τῷ Τύπῳ περὶ τῆς ναυτιλίας) καὶ ἡ «Ἐργασία», ἡ ἐφημερὶς τοῦ κυρίου Γουναράκη, ἀνέγραψεν ὡσαύτως τὴν εἴδησιν, ὅτι συνεφώνησαν αἱ ἑταιρεῖαι, τὴν δὲ 10 Μαρτίου ὅτι διέστησαν!... Εἶναι ἀνάγκη, κατ’ ἐμέ, νὰ ἐπιβληθῇ τιμολόγιον, διότι ἡ ἔλλειψις αὐτοῦ φέρει συναγωνισμὸν φοβερόν, καταστρεπτικόν, ἀναγκαζομένων τῶν ἑταιρειῶν νὰ δαπανῶσιν ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μείζονα ποσότητα γαιανθράκων, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ γαιάνθρακες οὗτοι ἔφθασαν εἰς ὑπερδιπλασίαν ἀξίαν, ἐπαπειλεῖται δὲ καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἐπιβατῶν, διότι μεταξὺ δύο τῶν ἀτμοπλοίων ὑπάρχει ἡ πρόθεσις, ἡ ἀπόφασις, νὰ ἔλθωσι καὶ εἰς σύγκρουσιν ἔτι, ἵνα τὸ ἓν βυθίσῃ τὸ ἕτερον! Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔφθασαν, διὰ τὴν ἔλλειψιν τιμολογίου!
§65ΧΟΙΔΑΣ. Αὐτὸ γίνεται μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Ναυπλίου.
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὸ τιμολόγιον δύναται νὰ καθησυχάσῃ τὰ πάθη, διότι οὕτω θὰ κερδίζωσι...
§67Γ. ΡΩΜΑΣ. Δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τιμολόγιον ἡ Κυβέρνησις;
§68ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἔχουσα τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, δύναται νὰ παραγγείλῃ τοὺς λιμενάρχας νὰ ἐπιβάλωσι τοῦτο.
§69ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τῶν συμβάσεων.
§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τῶν συμβάσεων καὶ πολλῶν ἄλλων ἔτι τρόπων δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς λιμενάρχας τὴν γνώμην αὐτῆς, ἔχουσα συνεπίκουρον πρὸς τοῦτο ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, ἡ ὁποία μετὰ λύπης, ἀπὸ ἀπόψεως Ἑλληνικῆς, βλέπει τὴν κατάστασιν, εἰς ἥν περίστασιν τὰ πράγματα. Ἐφαρμόζονται εὐτυχῶς οἱ νόμοι νῦν αὐστηρότερον, — καὶ ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσῃ καὶ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐν τῷ Λιμεναρχείῳ Πειραιῶς ἀπό τινος ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι οἱ κείμενοι, οἱ ἀτελέστατοι, οἱ πανάρχαιοι, οἱ προκατακλυσμιαῖοι, οἱ ἀπὸ τοῦ 1836 τεθεσπισμένοι καὶ διέποντες τὰ τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας, ἐφαρμόζονται νῦν μεθ’ ὑπερβολικῆς αὐστηρότητος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν τῶν πληρωμάτων, τὴν ἰδιότητα τῶν ναυτῶν τῶν ἀποτελούντων τὰ πληρώματα, ἰδίως τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος πολίτου ἢ μὴ, καὶ ἑπομένως μὴ ὑποκειμένου εἰς ὑποχρεώσεις καταβολῆς ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζονται, ὡς ἔδει νὰ ἐφαρμόζωνται, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀσφαλείας τῶν ἐπιβατῶν, ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως τῶν λεβήτων τῶν πλοίων καὶ τῆς καταστάσεως τῶν μηχανῶν αὐτῶν. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, (δὲν λέγω τὰ ὀνόματα, διότι δὲν ἔρχομαι νὰ καταδώσω τινὰ ἐντεῦθεν, ἂν καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω ὀνομαστί τινας τούτων,—τοῦτο ἄλλως εἶναι ἄλλου ἔργον—) δύναμαι, λέγω, νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὑπάρχουσι πλοῖα, τὰ ὁποῖα, θαυμάζει τις, γνωρίζων τὴν κατάστασιν αὐτῶν, πῶς ἀκόμη ἐπιπλέουσιν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης καὶ δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸν βυθὸν αὐτῆς! Εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκονται!...
§71Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τὰ 9/10 τῶν ἀτμοπλοίων!
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τοῦτο ὑπερβολὴ, εὐτυχῶς... Ἐπίσης πλὴν τῶν μηχανῶν ὑπάρχει καὶ μεγίστη ἀτέλεια, ἀνεπάρκεια τῶν πληρωμάτων καὶ ἀνεπάρκεια θερμαστῶν· ἕνεκα δὲ τῆς σμικρότητος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἐκτελοῦσι τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ τῆς σμικρότητος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μηχανικῶν, κοπιάζουσιν οὗτοι ὑπερβαλλόντως, ἐξαντλούμενοι εἰς βαρείας ἐργασίας· δέον δὲ νὰ χωρισθῶσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῶν, ὅπως μὴ γείνωσι πρόξενοι μεγίστου κακοῦ...
§73ΧΟΙΔΑΣ. Εἰς πάντα τὰ ἀτμόπλοια συμβαίνει αὐτό.
§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται... Ἔπειτα νὰ ἐξετασθῶσι τὰ σκάφη, τινὰ τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἡλικίαν 20, 25, 30, 40, 45 ἐτῶν, ναυπηγηθέντα πρὸ τοῦ 1857· νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ἄλλα τ’ ἀπαιτούμενα ἐπὶ παντὸς ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει νὰ διαπεραιώσῃ τόσας ἑκατοντάδας ψυχῶν καὶ τόσους τόννους πραγματειῶν, ὡς γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία τῶν Λιμεναρχείων κάλλιον ἐμοῦ, ὡς καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν. Ἐπὶ τούτων ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Καὶ ἂν ἀκούεται, καὶ βεβαίως ἀκούεται, ὁ ἐνταῦθα γινόμενος λόγος καὶ περαιτέρω τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ φθάσῃ εἰς τὰ ὦτα τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν καὶ αὐτῶν. Ἐλέχθη παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ ναυτικῆς νήσου τοῦ Κράτους, ὅτι τὰ 9/10 τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἀτμοπλοΐας μας εἶναι εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Τοῦτο, μὴ ὂν εὐτυχῶς ἀκριβὲς, εἶναι ὅμως χαρακτηριστικώτατον τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ Πολιτεία περὶ τῆς ναυτιλίας ἡμῶν, χαρακτηριστικώτερον δὲ ἀκόμη καθίσταται, ὅταν ἡ πρόνοια ἡμῶν παραβάλληται πρὸς τὰς κολοσσιαίας προσπαθείας, ἃς πάντα τὰ λοιπὰ Κράτη λαμβάνουσιν ὑπὲρ τῆς ἐξυψώσεως τῆς ναυτιλίας αὐτοῦ ἕκαστον. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, κύριοι συνάδελφοι, ἔχει αὕτη τόσον ἐκπέσει ἐν τῷ τόπῳ, ὥστε χειρίζονται αὐτὴν οἱ λεμβοῦχοι! οἱ λεμβοῦχοι, ἀλλὰ καὶ ἄλλα κατώτατα πρόσωπα τῆς κοινωνίας ἑκάστης πόλεως, διότι αὐτοὶ, ἕνεκα τοῦ συναγωνισμοῦ, ἀναλαμβάνουσιν ἐργολαβικῶς καὶ ἐπὶ ἰδίῳ κέρδει τὴν μεταφορὰν τοῦ ἐπιβάτου. Ὑπάρχει τις ζητῶν εἰσιτήριον; ἀμέσως οὗτοι σπεύδουσι, καὶ ἐπισκεπτόμενοι τὰ Πρακτορεῖα, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, κατορθοῦσι νὰ λάβωσι τὸ εἰσιτήριον, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον τοῖς προσέφερον ἀντὶ τεσσάρων δραχμῶν, νὰ τὸ λάβωσιν ἀντὶ 3 ἢ 2,50. Καὶ οὕτως οἱ λεμβοῦχοι κανονίζουσι τὰς τιμὰς τῶν ναύλων, τὰς ὁποίας δὲν κατορθώνει ἡ Πολιτεία νὰ κανονίσῃ! Περὶ τῆς ἡμετέρας ἀκτοπλοΐας δὲν θὰ εἴπω τι πλέον, διότι τὰ περὶ αὐτῆς κεῖνται ἐκ τῶν κειμένων νόμων εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θ’ ἀπασχολήσω μόνον κατὰ τοῦτο διὰ τῆς ἐπαναλήψεως πάλιν μιᾶς ἐρωτήσεώς μου, ἡ ὁποία, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπω ἐντεῦθεν, ὅτι ὑποβάλλεται διὰ τετάρτην φοράν. Εἶπον κατὰ τὸν Ἰούνιον (ἀναγινώσκει): «Παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω τὸν Μάϊον πληροφορίας περὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν προσόδων τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν δυνάμει τοῦ ποσοστοῦ τῶν 5%, τὸ ὁποῖον αὗται καταβάλλουσι πρὸς τὸ Δημόσιον...» Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ηὐκαίρησε νὰ προσκομίσῃ τὴν πληροφορίαν. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο, ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν σήμερον, διότι ἡ πληροφορία αὕτη σημαίνει πολύ· καθόσον, ἐφ’ ὅσον αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι εἰσπράττουσι πολὺ ὀλιγώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσέπραττον διὰ τῶν κεκανονισμένων εἰσιτηρίων, βεβαίως θὰ εἰσπράττῃ καὶ τὸ Δημόσιον πολὺ ὀλιγώτερα, διότι δὲν εἰσπράττει κατ’ εἰσιτήριον, ἀλλὰ λαμβάνει ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν εἰσπράξεων τῶν ἑταιρειῶν 5%. Θὰ ἠδύνατο δὲ διὰ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, νὰ φανῇ ποία εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν. Καὶ τοῦτο θὰ προσθέσω ἀκόμη· οἱ ἀστυνομικοὶ νόμοι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐφαρμόζονται, καὶ ἂς ἔχωμεν εἴτε στρατιωτικὴν εἴτε διοικητικὴν ἀστυνομίαν· διὸ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ζητήσω τὸ ἑξῆς· νὰ ἦναι ὑποχρεωμέναι αἱ ἑταιρεῖαι νὰ ἀναγράφωσιν ἐν τῷ στελέχει τῶν εἰσιτηρίων τὸ ὄνομα τοῦ ἐπιβάτου, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τὸ εἰσιτήριον· τοῦτο δύναται καὶ ἀστυνομικῶς νὰ χρησιμεύσῃ, διότι ἐξασφαλίζεται ἡ γνῶσις τοῦ τίς ἀπόλλυται, ἢ ἀποθνήσκει, ἢ καταδιώκεται...
§75Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν ἀναγράφεται σήμερον;
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν ἀναγράφεται. Σημειοῦται μόνον: μία θέσις, δύο θέσεις κλπ.
§77ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἡ ταυτότης ὅμως πῶς θὰ βεβαιῶται;
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν. «Ἡ ναυτιλία», κύριοι συνάδελφοι, — καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὲ ἀκολουθήσητε πέραν τῶν ἀκτῶν τῆς Ἑλλάδος, — «ἡ ναυτιλία εἶναι βιομηχανία ἰδιορρύθμου φύσεως», κατὰ τὴν ἔκφρασιν, ἣν εὑρίσκομεν ἐν τῷ περὶ ἀτμήρους ἡμῶν ναυτιλίας λαμπρῷ πονήματι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου βουλευτοῦ κυρίου Ἐμπειρίκου. Ἡ ναυτιλία εἶναι βιομηχανία ἰδιορρύθμου φύσεως, εἶπον, εἶναι ὅμως τι, τὸ ὁποῖον θὰ παραστήσω ὑμῖν διὰ τῶν λέξεων καὶ τῶν ὡραίων φράσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου κ. συναδέλφου (ἀναγινώσκει): «Νομίζει τις, καὶ δικαίως, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ ἄκρου τῶν ἱστῶν κυματίζουσα ἐθνικὴ σημαία φέρει ἐν ταῖς πτυχαῖς αὑτῆς τὸ κάλλιστον μέρος τῆς σπορᾶς τῶν πατριωτικῶν ἰδεῶν, αἵτινες, διασπειρόμεναι ἐν ξέναις χώραις, μέλλουσι ταχέως ν’ ἀναβλαστήσωσι καὶ παραγάγωσι τὸν ἀναμενόμενον γλυκύτατον καρπόν· ὥστε ἡ ἰδιαιτέρα προστασία καὶ ἡ διὰ παντὸς μέσου ἐμψύχωσις τῆς ναυτιλίας παρὰ ταῖς προνομιούχοις ταύταις χώραις τυγχάνει ἓν τῶν πρωτίστων καθηκόντων τῶν ἀρχόντων ἐκείνων, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν τῆς χώρας αὑτῶν.» Περὶ τῆς τοιαύτης ναυτιλίας θέλοντα νὰ ὁμιλήσω πρὸς ὑμᾶς, τῆς πέραν τῶν ὁρίων καὶ τῶν ἀκτῶν τοῦ βασιλείου, παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε διὰ πάσης τῆς ὑμετέρας προσοχῆς. Ὁμιλῶ ἐν πρώτοις δι’ ὀλίγων περὶ τῆς ἱστιοφόρου ναυτιλίας. Καὶ ἄλλοτε ὕψωσα ἐντεῦθεν φωνὴν, θέλων νὰ διαβεβαιώσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ ἡμετέρα ἱστιοφόρος ναυτιλία δὲν κατέπεσεν, ἀλλὰ ζῇ, σχεδὸν, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀκμάζει. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀκμῇ, πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ ἀκολουθῇ κατὰ βαθμὸν τὴν κατάστασιν τῆς ἱστιοφόρου ναυτιλίας παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, παρ’ ἄλλοις λαοῖς, παρ’ οἷς ἀκριβῶς ἡ ἀτμήρης ναυτιλία προήχθη τὰ μέγιστα. Ἓν παράδειγμα δύναται νὰ πείσῃ ὑμᾶς περὶ τούτου. Τὸ 1883 ἡ ἀλλαχοῦ καθόλου ναυτιλία, πλὴν τῆς Ἑλλάδος, εἶχε 48,000 πλοῖα, χωρητικότητος 13,650,000 τόννων. Μετὰ 12 ἔτη τὰ σκάφη ἐκ 48,000 ἀπέμειναν 29,000, καὶ τὸ ποσὸν τῶν τόννων 9,080,000· ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ διάστημα 15 ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1898, τὰ 1450 σκάφη μόλις ἠλαττώθησαν εἰς 1175, οἱ δὲ 223,000 τόννοι ἠλαττώθησαν μόνον εἰς 186,000. Ἔχομεν λοιπὸν, Κύριοι, ἐν τῇ ἱστιοφόρῳ ναυτιλίᾳ ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύεται διὰ 1900 περίπου σκαφῶν καὶ 186,000 τόννων, ἐνῷ τὸ σύνολον τῆς ἀτμήρους ναυτιλίας ἡμῶν μόλις ἀνέρχεται εἰς 160 σκάφη, μικρὰ ἢ μεγάλα, καὶ 150,000 τόννους· ἄρα εἶναι κατὰ πολλὰς δεκάδας χιλιάδας τόννους ἀνωτέρα ἡ ἱστιοφόρος ἡμῶν ναυτιλία τῆς ἀτμήρους. Εἰς χώραν λοιπὸν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται τόσον γενναίως ἐν τῇ ἱστιοφόρῳ ναυτιλίᾳ, πῶς δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη, ὅτι ἡ ἱστιοφόρος ναυτιλία κατέπεσε καὶ ὅτι ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ ληφθῇ καὶ ἡ ἐλαχίστη φροντὶς περὶ αὐτῆς; Ἀπ’ ἐναντίας νομίζω, ὅτι ἡ ἡμετέρα ἱστιοφόρος ναυτιλία, ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος μεταξὺ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίας, τῆς Ἰονικῆς ἀκτῆς καὶ τῆς Συρίας μέχρι τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τῆς Προποντίδος, τοῦ Πόντου, τοῦ Δουνάβεως καὶ τῆς Μαιώτιδος λίμνης, δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὸν τόπον πολλὰς ὑπηρεσίας, καὶ μεγάλα κέρδη νὰ προσθέσῃ εἰς τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν πλοῦτον. Ἀλλαχοῦ, κύριοι συνάδελφοι, — καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἀγνοεῖ τοῦτο, — ἀλλαχοῦ δίδονται βραβεῖα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ναυτιλίας, καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν πλοίων ἱστιοφόρων ἢ ἀτμοκινήτων καὶ διὰ τοὺς μακροὺς πλόας, οὓς ταῦτα ἐκτελοῦσι, λαμβάνουσιν ἀμοιβὰς παρ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω ἐνταῦθα, καὶ ἀνακοινῶ εὐχαρίστως πρὸς ὑμᾶς, τὸν πρῶτον ἀριθμὸν τοῦ δευτέρου ἔτους τοῦ Μηνιαίου Δελτίου τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου, τοῦ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ ἡμετέρου αὐτόθι ἱκανωτάτου καὶ ἀκαμάτου πρεσβευτοῦ κ. Μαυροκορδάτου διατελοῦντος, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω παρ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Μαυροκορδάτου πρὸ 15 ἡμερῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐν αὐτῷ εὑρίσκεται διατριβή, ἐκ τῆς ὁποίας πρέπει ν’ ἀκούσητε ὀλίγους στίχους, ἵνα λάβητε ἰδέαν, οἱ μὴ ὄντες ἐν γνώσει τούτου, περὶ τῶν ἀμοιβῶν καὶ τῶν συνδρομῶν, αἵτινες ἀλλαχοῦ παρέχονται εἰς τὴν ναυτιλίαν (ἀναγινώσκει): «Ἐν Γαλλίᾳ διὰ τὴν κατασκευὴν παντὸς σιδηροῦ ἢ χαλυβδίνου πλοίου, εἴτε ἱστιοφόρου εἴτε ἀτμοπλοίου, χορηγεῖται ἀμοιβὴ 65 φρ. κατὰ τόνιον· διὰ πᾶν ξύλινον πλοῖον ἄνω τῶν 150 τόννων φρ. 40, καὶ διὰ ξύλινα πλοῖα 30 φρ. κατὰ τόννον. Αἱ βοηθητικαὶ μηχαναί, οἱ λέβητες καὶ πᾶν συναφὲς μηχάνημα λαμβάνουσι 15 φράγκα ἀνὰ πᾶσαν ἑκατοντάδα χιλιογράμμων. Αἱ δὲ ἀμοιβαί, εἰς ἃς ἔχουσιν ἀπὸ τοῦ 1893 δικαίωμα μόνον τὰ ἐν Γαλλίᾳ ναυπηγηθέντα πλοῖα, ὁρίζονται ὡς ἑξῆς διὰ τὸ πρῶτον ἔτος τοῦ πλοῦ: 1 φρ. 10/00 διὰ τὰ ἀτμόπλοια, καὶ 1 φρ. 70/00 διὰ τὰ ἱστιοφόρα...» Περὶ τοῦ νόμου τούτου ἠγέρθησαν ἀμφιβολίαι, ἐὰν δύναται νὰ ᾖναι ἐπωφελὴς ἢ ὄχι. Ἐν Γαλλίᾳ δὲν ὠφέλησεν, ὄχι διότι ἡ φύσις τοῦ νόμου εἶναι τοιαύτη, ἀλλὰ διότι ἡ Γαλλία παρέδωκε τὰ ὅπλα, ἔθεσε κάτω τὰς χεῖρας καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς τὴν ναυτιλίαν, καὶ τὰ παρέδωκε καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν Γερμανίαν...
§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔβλαψεν ὁ νόμος.
§80ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Οὐχὶ ἐν προσήκοντι τόπῳ ἐνταῦθα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ὀλίγας λέξεις ἐκ τοῦ φύλλου τῆς παρελθούσης Κυριακῆς τῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν κ. Γουναράκη ἐκδιδομένης «Ἐργασίας» (ἀναγινώσκει): «Χωρητικότης τῶν γαλλικῶν ἐμπορικῶν πλοίων κατὰ τὸ 1887 καὶ 1898. Κατὰ τὸ 1887 ἡ χωρητικότης τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ τῆς Γαλλίας ἦτο, τόσον τῶν ἱστιοφόρων ὡς καὶ τῶν ἀτμοκινήτων, 1,130,000 τόννων. Τὸ 1898 ἦτο 1,336,907 τόννων, μὲ αὔξησιν περίπου 207,000 τόννων, ἐνῷ κατὰ τὴν αὐτὴν χρονικὴν περίοδον ἡ Γερμανία ηὐτύχησε νὰ ἴδῃ τὸν ἐμπορικόν της στόλον αὐξανόμενον ἀπὸ 1,452,000 τόννων εἰς 2,246,710, ἤτοι αὔξησιν 800,000 σχεδὸν τόννων. Ἑπομένως ἡ Γαλλία εὑρίσκεται εἰς τὴν πέμπτην τάξιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας.» Τὸ αὐτὸ δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ περὶ τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1872 εὑρίσκοντο εἰς τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία, σήμερον ἡ Γερμανία ὑπερβαίνει κατὰ 2½ δὶς ἑκατομμύρια τὴν ἀξίαν τῶν ἐμπορευμάτων τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς Γαλλίας...
§81ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Τοῦτο εἶναι συνέπεια τῆς αὐξήσεως τῆς ναυτιλίας.
§82ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα συντελοῦσιν.
§83ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶναι ὅμως ἀκριβὴς ἡ ἔκφρασίς σας διὰ τὴν Γαλλίαν: «παρέδωκα τὰ ὅπλα». Ὑπερβάλλει μόνον τὸ ἕτερον τῶν Κρατῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ Γαλλία προσπαθεῖ νὰ μὴ ὑστερήσῃ.
§84ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο τὸ παραδέχομαι· ἀλλ’ ἡ Γερμανία κατώρθωσε νὰ φθάσῃ εἰς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους δὲν δύναταί τις νὰ συλλάβῃ. Νὰ σκεφθῇ τις περὶ ἀπονομῆς βραβείων καὶ παρ’ ἡμῖν, τοῦτο βεβαίως θὰ ἦτο τόλμη ἀσύγγνωστος· δύνανται ὅμως νὰ ληφθῶσι μέτρα περὶ τῆς ἱστιοφόρου ναυτιλίας τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ φέρωσιν εἰς σωτήρια ἀποτελέσματα. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, διατὶ παρῃτήσαμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἰδέαν τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἱστιοφόρου ναυτιλίας; Αὕτη δύναται ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν νὰ ὑπηρετῇ θαυμασίως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τό τε ἐξαγωγικὸν καὶ τὸ εἰσαγωγικὸν ἐμπόριον ἡμῶν διὰ πλείστων εἰδῶν. Τὰ ἱστιοφόρα πλοῖα δύνανται νὰ μεταφέρωσιν ἐμπορεύματα τινα, τῶν ὁποίων ἡ ἄφιξις εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον δὲν ἔχει σπουδαιότητα, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους καὶ τῆς φύσεως αὐτῶν. Τὰ ἱστιοφόρα ἡμῶν πλοῖα, ἐνισχυόμενα, (τὸ πῶς, δὲν δύναμαι ν’ ἀναπτύξω τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι, ἐὰν εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, δυσκόλως δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τοῦ λόγου του,) δύνανται νὰ μεταφέρωσι Θηραϊκὴν γῆν, σταφίδα, σῦκα, κρόμμυα, μάρμαρα, ἔλαιον, ἐλαίας, βαλανίδια, οἴνους, δέρματα, μόλυβδον, σιδηρόλιθον καὶ ἄλλα εἴδη, ἅτινα χορηγεῖ ἡ παραγωγὴ ἐν γένει τοῦ τόπου. Δύνανται δὲ νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ξυλείαν, σίδηρον, χημικὰ προϊόντα, μηχανὰς, δημητριακοὺς καρποὺς καὶ ἄλλα πολλὰ εἴδη ἐμπορικὰ, μὴ χρήζοντα μεγάλης ταχύτητος...
§85Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ ταχυτέρα μεταφορὰ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔχει σπουδαιότητα.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἴς τινας περιστάσεις, οὐχὶ πάντοτε. Ἀλλ’ ἔστω· τὰ λοιπὰ ὅμως οὐχί... Μὴ ἀπορήσητε δὲ, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἴδητε ὅτι μένομεν παρὰ πολὺ ὀπισθοδρομοῦντες καὶ ὅτι καταβαλλόμεθα, ὡς, κατ’ ἐμὴν γνώμην, κατεβλήθη ἡ Γαλλία ἀπέναντι τῆς Γερμανίας, ὅταν ἴδητε ἐξυπηρετούμενον τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἐμπόριον τοῦ ἡμετέρου τόπου, τό τε εἰσαγωγικὸν καὶ τὸ ἐξαγωγικὸν, ὑπὸ πλοίων τουρκικῶν καὶ ῥουμανικῶν. Ἐν Κωνσταντινουπόλει εὑρισκόμενος, ἔλαβον τὰς ἑξῆς ἀσφαλεστάτας πληροφορίας. Γνωρίζετε ὅτι κατέπλεεν εἰς Πειραιᾶ ἓν ταχύτατον ῥουμανικὸν ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον διέκοψε τοὺς πλόας του, διότι δὲν συνέφερεν εἰς τὴν Ρουμανικὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ἀτμόπλοιον ἐκεῖνο εἶδον προχθὲς ἐν Κων/πόλει, θὰ ἴδωμεν δὲ αὐτὸ καὶ πάλιν εἰς Πειραιᾶ ἐπαναλαμβάνον τοὺς πλόας, διότι ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις—τοῦτο πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ, ἵνα τὸ ἀκούσωσιν οἱ Ἕλληνες Βουλευταὶ, νὰ τὸ ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ναυτικώτατος ἀπὸ τριῶν χιλιάδων ἐτῶν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Ἀργοναυτῶν καὶ πρότερον ἀκόμη, νὰ ἀκούσῃ τὰς προόδους τῆς Ρουμανίας ἐν τῇ ναυτιλίᾳ, καὶ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ χερσαῖος ἐκεῖνος λαὸς, ὁ μέχρι προχθὲς ἀνίκανος ἐν παντὶ θεωρούμενος, προσπαθεῖ νὰ προαγάγῃ τὴν ναυτιλίαν,—διότι ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις, λέγω, ἐπιμένει ν’ ἀποκτήσῃ ναυτιλίαν ἐπὶ πάσῃ θυσίᾳ. Ἔχει λοιπὸν σήμερον δύο ταχύτατα θαλαμηγὰ ἀτμόπλοια, τὸν «Βασιλέα Κάρολον» καὶ τὴν «Πριγκήπισσαν Μαρίαν», διὰ τῶν ὁποίων ἐξυπηρετεῖ τὴν συγκοινωνίαν ἀπὸ Κωστάντσης εἰς Κωνσταντινούπολιν· διὰ τῆς μεγάλης δὲ ταχύτητος τῶν ἀτμοπλοίων τούτων φέρει ἐκεῖ τοὺς ἐπιβάτας ἐν διαστήματι ἕνδεκα ὡρῶν. Ἠναγκάσθησαν λοιπόν τινες τῶν μεγίστων σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν τῆς Εὐρώπης νὰ ἔχωσι τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἁμαξοστοιχίας, ἐκτάκτως ἀφικνουμένας εἰς Κωνστάντσαν, μίαν ἐκ Παρισίων, μίαν ἐκ Βερολίνου καὶ μίαν ἐκ Βιέννης, φερούσας τοὺς ἐπιβάτας ἐξ ὅλης τῆς Εὐρώπης εἰς Κωνστάντσαν, ὅθεν ἐν διαστήματι μόνον ἕνδεκα ὡρῶν, ἐπαναλέγω, μεταφέρονται εἰς Κωνσταντινούπολιν. Τοιουτοτρόπως ἐξυπηρετεῖται ἡ χώρα διὰ μέτρων ἐκτάκτων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν αἱ Κυβερνήσεις. Τί δὲ συνέβη; Ἐπειδὴ τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα καταλείπουσι μέγα ἔλλειμμα, ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὸν ἑξῆς συνδυασμόν. Ἠγόρασε πέντε μεγάλα φορτηγὰ ἀτμόπλοια, διὰ τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουσι Ρουμᾶνοι πλοίαρχοι, ἡ Κυβέρνησις προσέλαβε ξένους· (εἰς τὸ ἓν ὑπηρετεῖ Νορβηγὸς, εἰς τὸ ἕτερον Αὐστριακὸς, εἰς τὸ τρίτον Αὐστριακὸς ἐπίσης, εἰς τὸ τέταρτον Γερμανὸς, εἰς τὸ πέμπτον Ὁλλανδὸς. Εἰς τὸ πλοῖον δὲ, ὅπου ὑπηρετεῖ ὁ Ὀλλανδὸς πλοίαρχος, ὑπηρετεῖ καὶ εἷς ἡμέτερος, ὁ κ. Ἰωάννης Μωριάτης ἐκ Σπετσῶν, ὡς ὑποπλοίαρχος). Τὰ πέντε ταῦτα ἀτμόπλοια τῆς Κυβερνήσεως, φέροντα σῖτον, πλέουσι κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ Ρότερνταμ, μεταφέρουσι δ’ ἐκεῖθεν γαιάνθρακας διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καταναλίσκει αὐτοὺς εἰς τὰ δύο ταχύπλοα καὶ εἰς τοὺς σιδηροδρόμους τοῦ Κράτους· τοιουτοτρόπως δὲ ἡ Κυβέρνησις κερδίζει ἐκ τοῦ ναύλου τοῦ σίτου πρὸς τὰ ἐκεῖ, ἐκ τοῦ ναύλου τῶν γαιανθράκων πρὸς τὰ ἐδῶ, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξυπηρετοῦνται τὰ μέγιστα συμφέροντα τῆς χώρας, διότι ἡ Κωνστάντσα ἐγένετο μία τῶν κεντρικωτάτων ἀποβαθρῶν ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης. Ἡμεῖς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τὸ αὐτό...
§87ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐκάμαμεν τὴν παρακράτησιν!
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ στρέψωμεν τοὺς ἐπιβάτας, τοὺς ταξειδεύοντας ἐκεῖ, πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία πάντοτε εἶναι προτιμοτέρα, θέτοντες καὶ ἡμεῖς εἰς ἐνέργειαν τὴν «Μυκάλην», τὴν «Σφακτηρίαν», καὶ κατασκευάζοντες ἐπίτηδες ἄλλα πλοῖα. Πῶς θέλετε νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς ναυτιλίας, ὅταν εἰς τὰς ἑταιρείας δὲν παρέχωμεν καμμίαν βοήθειαν, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν καταγίνηται εἰς τοιούτους συνδυασμοὺς, διότι δὲν θεωρεῖ αὐτοὺς ἀξίους τῆς ἀποστολῆς της; Ἐν τούτοις ἡ ναυτιλία φθίνει! Οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται οὐδὲ περὶ τῆς ἀκτοπλοΐας, οὐδὲ περὶ τῆς ἱστιοφόρου οὐδὲ περὶ τῆς ἀτμήρους ναυτιλίας! Εἶναι θαῦμα, ὅτι ἀντέχει ἀκόμη ὁ Ἕλλην, καὶ ἀντέχει διότι ἔχει γεννηθῆ ἐν τῷ ὑγρῷ στοιχείῳ, εἶναι ἑπομένως ἐν τῷ προορισμῷ του καὶ δὲν ἔρριψεν ἀκόμη τὰ ὅπλα. Ἀλλὰ μέχρι τίνος σημείου δύναται νὰ ἀντέχῃ; Ἐτρομάζομεν μέχρι τῆς προχθὲς πρὸ τοῦ ἀτμοῦ, λέγοντες ἐν ἀπελπισίᾳ: «Τί νὰ κάμῃ ἡ ἱστιοφόρος ναυτιλία ἀπέναντι τοῦ ἀτμοῦ, ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ γίγαντος!» Ἀλλὰ τί θὰ εἴπωμεν, ἐὰν ἀκούσωμεν τὰς προόδους, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται σήμερον ἡ μηχανικὴ, ὡς πρὸς τὴν κινητήριον δύναμιν; Τὸ ἀτμόπλοιον «Ἔλταν» τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας τοῦ Ἀμβούργου ἐταξείδευσεν ἐσχάτως ἀπὸ Σιγκαπόρης τῶν Ἰνδιῶν μέχρι Σουὲζ οὐχὶ μὲ ἀτμὸν, οὐχὶ μὲ ἠλεκτρισμὸν, ἀλλὰ μὲ ἀέρα ὑγρὸν, ὁ ὁποῖος ἐκίνει τὴν μηχανὴν, ὡς ἀναγινώσκω εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» τῆς 9 Μαρτίου. Οἱ ἄλλοι λαοὶ ποιοῦνται αὐτὰς τὰς προόδους, ἡμεῖς δὲν θέλομεν οὐδὲ τὰ νῦν ἐν μεγίστῃ χρήσει μέσα νὰ μεταχειρισθῶμεν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ναυτιλίας. Ἐν λόγῳ αὐτοῦ τινι ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας ἔλεγεν ἐσχάτως: «Ἐπὶ τοῦ ὕδατος ἔγκειται τὸ μέλλον τῆς Γερμανίας, ἐπὶ τοῦ ὕδατος ἔγκειται τὸ μέλλον τῶν κατοίκων τοῦ Μέλανος Δρυμοῦ καὶ τῶν κατοίκων τῶν Βαυαρικῶν Ἄλπεων καὶ τῶν κατοίκων τῆς Πομερανίας»! Διότι ἐκεῖ εὑρέθη ἡ στιβαρὰ, ἡ ὡς Βριάρεω χεὶρ ἑνὸς ἀνθρώπου, ἔχοντος εὐρυτάτας βλέψεις καὶ κατορθώσαντος νὰ δώσῃ τοιαύτην κίνησιν, τοιαύτην ὤθησιν εἰς τὴν Γερμανικὴν ναυτιλίαν, ὥστε σήμερον νὰ γονατίζῃ ὁ κόσμος, νὰ γονατίζῃ ἡ Ἀγγλία πρὸ αὐτῆς! Ἡ ἐν Ἀμβέρσῃ ἐκδιδομένη ἐφημερὶς «Lloyd Anversois»— εἶπον ἤδη ὑμῖν, ὅτι ἔχω τὴν ἀδυναμίαν νὰ παρακολουθῶ ταῦτα, — ἐν τῷ φύλλῳ αὐτῆς τῆς 2/15 Μαρτίου, ἤτοι πρὸ 13 ἡμερῶν, γράφει ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Κατάκτησις ἀγγλικῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν ὑπὸ τοῦ Βορειογερμανικοῦ Λόϋδ ἐν τῇ Ἀπωτάτῃ Ἀνατολῇ» τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Γνωσταί εἰσιν αἱ πρόοδοι τῆς Γερμανικῆς ναυτιλίας ἐν τῇ Ἀπωτάτῃ Ἀνατολῇ, ἐν συναγωνισμῷ πρὸς τὴν Ἀγγλικήν. Τὸ Βορειογερμανικὸν Λόϋδ («Norddeutscher Lloyd» — ἡ γνωστὴ κραταιὰ Γερμανικὴ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρεία τῆς βορείου θαλάσσης —) ἀπέκτησεν ἐσχάτως τὴν ἀγγλικὴν ἀτμοπλοΐαν «Holt-Linie, τελευταῖον δὲ τὴν «Scottish Oriental Steamshif Cº», πραγματοῦσα οὕτω σοβαρὰν πρόοδον τῆς γερμανικῆς ἐπιρροῆς, ἐπὶ βλάβῃ (Nachtheil, détriment) τῆς ἀγγλικῆς, ἐν ταῖς θαλάσσαις τῆς Κίνας. Τὸ μεταξὺ Singapore καὶ Hongkong ἐμπόριον μεταβιβάζεται οὕτως εἰς χεῖρας τῶν Γερμανῶν. Μετὰ ζωηρᾶς συγκινήσεως ὁ κόσμος τοῦ ἐμπορίου θεωρεῖ τὴν κατάστασιν ταύτην, τὴν ἀπειλητικὴν διὰ τὸ Βρεττανικὸν ἐμπόριον, καὶ τὴν ἐπιτυχῆ τόλμην τῆς Γερμανίας κλπ.» Ταῦτα πάντα ὅμως κατορθοῦνται διὰ μεγάλων, ἐνδελεχῶν, εὐφυῶν προσπαθειῶν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ δι’ οὐκ εὐκαταφρονήτων θυσιῶν. Ἡμεῖς δὲ τί πράττομεν, Κύριοι; Δείξατέ μοι ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ τείνῃ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἀπὸ τοῦ 1888· (λέγω δὲ, ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα). Ἐγένετο ἅπαξ εἷς νόμος περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων, ἀλλ’ ἀγνοῶ διὰ τίνας ἐλλείψεις, ἢ μᾶλλον, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι συνεκρούετο πρὸς νόμον ἄλλον, τὸν περὶ ναυτοδανείων, καὶ διότι δὲν διεσκευάσθη ὡς ἔπρεπεν, ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ, νὰ ἐφαρμοσθῇ κἄν...
§89ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Δηλαδὴ προτιμῶνται τὰ ναυτοδάνεια.
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων, ὁ νόμος ἔμεινεν ἀνεφάρμοστος... Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν γνώμην μου γενικώτερον, ἀπαριθμῶν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἢ κατ’ ἐμὲ δὲν ἔλαβεν, ὅσον ἀφορᾶ τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας καθόλου. Ὁμιλῶν δὲ οὕτω ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐλπίζω ὅτι δὲν κινδυνεύω νὰ χαρακτηρισθῶ ὡς φιλόψογος, ἢ ὡς εὑρὼν τὴν στιγμὴν νὰ πολεμήσω τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ παρουσιάσω ὑμῖν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς σήμερον ἢ τῆς χθὲς, ἢ τὴν ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν διανεμομένην, τὴν φέρουσαν 48 νομοσχέδια ἀναγεγραμμένα. Δείξατέ μοι ἓν νομοσχέδιον, πλὴν τοῦ περὶ παραχωρήσεως χώρου πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς πολεμικῆς (τοῦ Κράτους ὑπόθεσις καὶ αὐτὴ) καὶ πλὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προστασίας τῶν ὠφελίμων τῇ γεωργίᾳ πτηνῶν καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυνηγεσίας, δείξατέ μοι ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις καθ’ ἡμέραν αὐτοκαλεῖται Κυβέρνησις μεταρρυθμιστική, Κυβέρνησις ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ φέρῃ μεταρρυθμίσεις ὠφελίμους εἰς τὸν τόπον. Ἀναγράφονται 12 πιστώσεις κατὰ σειρὰν, ἀναγράφεται νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, περὶ...περὶ...— δὲν θέλω νὰ τὰ ἀναγνώσω ὅλα—νομοσχέδιον περὶ κληρώσεως στρατευσίμων τῆς Θεσσαλίας, περὶ θέσεως καὶ προσόντων ἀρχιμουσικοῦ τοῦ στόλου, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων, περὶ δημοσίων γεωμετρῶν, κλπ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ὑπηρεσιακά. Δείξατέ μοι ἓν νομοσχέδιον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται πράγματι νὰ συντελέσωσι ῥιζικῶς εἰς τὴν βελτίωσιν ἑνὸς τόπου. Ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια περὶ γεωργίας; ποῖα τὰ νομοσχέδια περὶ κτηνοτροφίας; ποῖα τὰ νομοσχέδια περὶ ναυτιλίας; ποῖα τὰ νομοσχέδια περὶ ἐμπορίου;
§91ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐψηφίσαμεν προχθὲς τὸ ἀκατάσχετον τῶν βοῶν καὶ τῶν ἐργαλείων. Αὐτὴ εἶναι μία εὐκολία πρὸς τοὺς παραγωγούς. Μὴ ἀδικεῖτε τόσον τὴν Κυβέρνησιν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ναυτιλίαν. Καὶ ἐνῷ οὐδεμία ἀπὸ δωδεκαετίας, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, ἐλήφθη πρόνοια πρὸς βελτίωσιν τῆς ναυτιλίας, ἀπεναντίας ἀκούομεν αὐτὴν γοερῶς φωνάζουσαν, γοερῶς παραπονουμένην κατὰ τῶν πιέσεων τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν πλέον ἡ μάστιξ τῆς ναυτιλίας! Εἶναι πολὺ δυσάρεστον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λέγηται τοῦτο περὶ τῶν ἐκπροσωπούντων ἡμᾶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι ἀληθέστατον, διότι πανταχόθεν ἀκούονται αὐταὶ αἱ φωναί. Δὲν ὑπάρχει πλοίαρχος μὴ παραπονούμενος. Πιέσεις τῶν προξένων, πιέσεις τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν, πιέσεις πανταχόθεν! Μοὶ ἔλεγε πλοίαρχός τις, Φιλίνης τοὔνομα, πρό τινων ἡμερῶν: «Δοξάζω τὸν Θεὸν, ὅταν προσεγγίζω εἴς τινα λιμένα καὶ μανθάνω ὅτι ὁ Ἕλλην πρόξενος δὲν εἶναι Ἕλλην, ἀλλ’ εἶναι ξένος». Ἐδόξαζε τὸν Θεὸν, Κύριοι! Μοὶ ἔλεγε δὲ νὰ μοὶ δώσῃ ἐνυπόγραφον δήλωσιν, μήπως ἀμφέβαλλον περὶ τῶν πιέσεων, τὰς ὁποίας ὑπέστη παρ’ ἑνὸς προξένου, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν εἰσφορῶν καὶ περὶ τῶν πληρωμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη, καὶ εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν ὁποίων, σᾶς βεβαιῶ, κύριοι συνάδελφοι, ἔφριξα!
§94Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Βουλευτὰ, περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ πλοιάρχου κ. Φιλίνη ἔχει γνῶσιν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν παραδείγματι ἀνέφερα αὐτόν.
§96ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν οἰκείων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κύριος οὗτος δὲν ἐνόει νὰ πληρώσῃ τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ νόμου ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ. Ἐν τῇ περιστάσει δὲ ταύτῃ, δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ὁ πρόξενος ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, θελήσας νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὸν ἀγοραστὴν ἢ πωλητὴν τοῦ πλοίου ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἐκ τοῦ νόμου νὰ εἰσπράξῃ. Ὥστε καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ὁ κύριος οὗτος ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος ἔχῃ παράπονα κατά τινος προξένου, νὰ τὰ διατυπώνῃ μετὰ μείζονος ἀκριβείας, καὶ νὰ μὴ καταγγέλλητε ἀορίστως τὰς προξενικὰς ἀρχὰς ἐπὶ παρανόμοις ἐνεργείαις.
§97Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργῶν Ἐξωτερικῶν...
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§99ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸ δύο μηνῶν, καὶ δὲν ἐδόθη καμμία ἀπάντησις. Νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μομφερρᾶτε, παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.
§101ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι δὲν τῷ δίδονται καταγγελίαι ἐναντίον προξένων.
§102Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ ὑπεβάλετε ἐπερώτησιν πρὸ δύο μηνῶν τῷ ὄντι, διὰ τῆς ποίας παρεκαλέσατε, ὅπως καταθέσω πίνακα ἐμφαίνοντα, τίνων ὑπηκόων Ἑλλήνων ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Σμύρνῃ περιουσίαι ἐκηρύχθησαν σχολάζουσαι ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν. Ἀμέσως ἐζήτησα παρὰ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν κατάλογον τῶν σχολαζουσῶν περιουσιῶν...
§103ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐλησμονήσατε καὶ τὰς μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐναντίον τῶν προξενικῶν ἀρχῶν Αἰγύπτου.
§104ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα, ἐζητήσατε καὶ τὰς καταγγελίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ κατὰ προξένων ἐν Αἰγύπτῳ.
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ τὴν ναυτιλίαν.
§106ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸν σχετικὸν πίνακα τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Πολιτικοῦ Πράκτορος ἔλαβον μόλις χθές· δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ σταλῇ ταχύτερον, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ πίνακος τῶν ἀπὸ δεκατριῶν ἐτῶν σχολαζουσῶν περιουσιῶν, ὅστις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ἐκ τοῦ προχείρου Χθὲς ἔλαβον τὸ ἔγγραφον, σήμερον ἐπρωτοκολλήθη, καὶ αὔριον θὰ τὸ καταθέσω.
§107ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ περιμένωμεν καὶ τὰς μηνύσεις.
§108ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὰς μηνύσεις, ἐπειδὴ παρέδωκα πάσας τὰς κατὰ προξενικῶν ἀρχῶν ἐν Αἰγύπτῳ μηνύσεις πρὸς τὸν Γενικὸν Πρόξενον κ. Γεννάδην, ὃν πρὸ μηνὸς ἀπέστειλα ὡς ἐπιθεωρητὴν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν εἰς Αἴγυπτον, δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω ταύτας. Ὅταν ἐπιστρέψῃ ὁ κύριος Γεννάδης, θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων κατηγγέλθησαν πρόξενοι, καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Γεννάδη. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἠδυνήθην ταχύτερον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κραναίας.
§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ διακόψω ὑμᾶς καὶ νὰ ἐξακολουθήσω (ἱλαρότης). Δὲν τὸ λέγω βεβαίως δι’ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ. Ἡ ἱστιοφόρος ἡμῶν ναυτιλία, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ. Εἶναι κεφάλαιον ἐθνικὸν μέγιστον τὸ νῦν ὑπάρχον. Εἶναι 1200 πλοῖα μεγάλα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παράσχωσι μεγίστην συμβολὴν εἰς τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον. Εἶναι κεφάλαιον ἐθνικὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ σπουδαιότατα τὴν προσοχὴν τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν ὅλων, ἵνα αὐξήσωμεν καὶ διατηρήσωμεν αὐτὸ, ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπὶ μακρότερον· διότι ἡ ἱστιοφόρος ναυτιλία ἐπὶ μακρὸν θὰ διατηρηθῇ. Εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ὑπάρχει ἀκόμη ἡ ναυτιλία ἡ ἱστιοφόρος εἰς μεγίστην ἀκμήν· δὲν ὑπεχώρησε, δὲν παρέδωκε τὰ ὅπλα ἀπέναντι τῆς ἀτμήρους. Τοῦτο τὸ περίεργον εἰσήχθη εἰς τὴν ἱστιοφόρον ναυτιλίαν τῶν Γερμανῶν, ὅτι ἐξυπηρετοῦνται ἱστιοφόρα πλοῖα ὑπὸ τοῦ ἀτμοῦ. Τρισμέγιστα, ἑξαΐστια πλοῖα ἱστιοφόρα ἔχουσιν ἀτμοκίνητα μηχανήματα, διὰ τῶν ὁποίων περιστρέφουσι τὰ ἱστία, φορτώνουσι καὶ ἐκφορτώνουσι κτλ. Ἔχουσι πολλὰς ἀτμομηχανὰς, κινοῦνται ὅμως διὰ τῶν ἱστίων, καὶ προσφέρουσι μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς χώρας αὐτῶν. Πρέπει νὰ συντηρήσωμεν τὴν ἱστιοφόρον ναυτιλίαν, διότι αὐτὴ συγκρατεῖ ἐπὶ τῶν καταστρωμάτων τῶν πλοίων τὰς πολλὰς χιλιάδας τῶν ναυτῶν, οἱ ναῦται δὲ οὗτοι, ἐὰν μὴ εὑρίσκωσιν ἐργασίαν ἐπὶ πλοίων ἱστιοφόρων Ἑλληνικῶν, δὲν εὑρίσκουσιν ἐπαρκῆ καταστρώματα ἀτμοκινήτων πλοίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ κερδίζωσι τὸν ἄρτον αὐτῶν· ἐπειδὴ δὲ ὁ ναύτης, ὁ ἅπαξ ἐργασθεὶς ὡς ναύτης, (τοῦτο ἰσχύει διὰ τὰ 9/10 τῶν ναυτῶν) δὲν δύναται νὰ κερδίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὸν ἄρτον του, εἰμὴ ὡς ναύτης, δὲν δύναται νὰ ἐπιδοθῇ εἰς ἄλλην ἐργασίαν παραγωγικὴν καὶ χρήσιμον εἰς τὸν τόπον, ἐκπατρίζεται. Διὰ τοῦτο βλέπομεν παντοῦ ἀπειρίαν Ἑλλήνων ναυτῶν ἐπὶ τῶν πλοίων τῶν ἄλλων Κρατῶν, τῶν τε ἐμπορικῶν καὶ τῶν πολεμικῶν, βλέπομεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν (καὶ τὴν Βόρειον καὶ τὰς Πολιτείας τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς) τοὺς Ἕλληνας ναύτας ὑπηρετοῦντας εἰς ἐμπορικὰ καὶ πολεμικὰ πλοῖα. Ἴσως δὲ συμβαίνει νὰ γνωρίζητε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, ὅτι ὁ πρῶτος ῥίψας τὴν πρώτην βολὴν ἐν τῇ ναυμαχίᾳ τῆς Μανίλλης, εἰς τὰς ἐσχατιὰς ἐκείνας ἄκρας τοῦ Εἰρηνικοῦ Ὠκεανοῦ, ἦτο Ἕλλην, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγένοντο μεγάλαι τιμαὶ, ὅτε ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην. Πρέπει λοιπὸν νὰ συγκρατήσωμεν τὸ μέγιστον τοῦτο ἐθνικὸν κεφάλαιον τῶν ναυτῶν· οἱ ναῦται δὲ συγκρατοῦνται, ἐπαναλαμβάνω, μόνον ἐπὶ τῶν καταστρωμάτων τῶν ἱστιοφόρων πλοίων, τὰ ὁποῖα, πολλὰ ὄντα, ἔχουσιν ἀνάγκην πολλῶν ναυτῶν· διότι ἐπὶ τῶν 160 ἀτμοκινήτων Ἑλληνικῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι, καὶ ἂν ὑποθέσητε 10 ναύτας ἐπὶ ἑκάστου, ἔχετε 1600 ναύτας· ποῦ εἶναι αἱ 30–35 χιλιάδες τῶν Ἑλλήνων ναυτῶν; Ἢ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἱστιοφόρῳ ναυτιλίᾳ ἡμῶν, ἢ ἔφυγον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ναύτης δι’ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἱκανὸς, πλὴν διὰ τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἀσκεῖ ἐπὶ πλοίων. Ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν βελτιώσεως τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, τῆς κειμένης ἀπὸ παλαιοτάτης, ὡς εἶπον, ἐποχῆς, ἀπὸ τοῦ 1836, καὶ εἰσαγωγῆς νεωτέρων θεσμῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ναυτιλίας τῆς ἐμπορικῆς, καὶ τῆς ἱστιοφόρου καὶ τῆς ἀτμοκινήτου, ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ νόμου περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων, ψηφίζοντες αὐτὸν ἐφαρμόσιμον, ἔχομεν ἀνάγκην ἀτελείας χαρτοσήμου, διότι διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἀσκεῖται μεγίστη καὶ ἀνυπόφορος πίεσις ἐπὶ τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας· ἐὰν πρόκειται ἓν πλοῖον ἱστιοφόρον ἢ ἀτμοκίνητον νὰ πωληθῇ καὶ νὰ μεταβιβασθῇ ἀπὸ ἑνὸς εἰς ἄλλον, φορολογεῖται διὰ χαρτοσήμου ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τῆς ἀξίας του...
§110ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Χαρτοσήμου ἀναλογικοῦ.
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα... Ἐνῷ ἀλλοῦ, ἐν Ἀγγλίᾳ, γίνεται ἡ μεταβίβασις διὰ τῆς ἁπλῆς ἀναγραφῆς τοῦ ὀνόματος ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ Λιμεναρχείου, καὶ τῆς πληρωμῆς ὀλίγων σελινίων, ἢ πεννῶν μόνον· παρέχονται τόσαι εὐκολίαι, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν εὐδοκίμησιν ἐκεῖ ἐπερχομένην. Πρέπει νὰ ἄρωμεν τὰς πιέσεις, περὶ τῶν ὁποίων εἶπον,—καὶ ἐπειδὴ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι καὶ εὐχάριστον εἰς ὑμᾶς, δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω,—πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν ἄρτον τῶν ναυτιλλομένων διὰ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Ἐσχάτως πάλιν ἐγένετο τόσος λόγος περὶ καταχρήσεων· καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἀλλαχοῦ ἀνεκαλύφθησαν καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι πράγματι φέρουσιν εἰς ἀπελπισίαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐλπίζουσιν ἐν τῷ γήρατι αὐτῶν νὰ εὕρωσι ἓν τεμάχιον ἄρτου ἐκεῖ· ἂς ἐλπίσωμεν δ’ ὅτι ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν δεικνύει τώρα ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἀληθῶς αὐτόχρημα ἱερὸν τοῦτο χρῆμα...
§112ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὅ,τι πρέπει νὰ συστήσητε, εἶναι, νὰ ἐξοφλῶνται τὰ ναυτολόγια· διότι ὑπάρχουσι 1560, νομίζω, τοιαῦτα ἀνεξόφλητα.
§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν ἐν πᾶσι, περὶ τῆς ὁποίας καὶ ἐν ἀρχῇ ὡμίλησα καὶ μετὰ ταῦτα. Ἡ ἀτμοκίνητος ναυτιλία ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐποιήσατο ἀληθῆ πρόοδον, ἔκαμεν ἅλματα αὐτόχρημα. Βεβαίως ἠδύναντο νὰ ἐπιτελεσθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, τῇ ναυτικωτάτῃ ἀπὸ καταβολῆς τῶν αἰώνων, περισσότερα, ἀλλ’ ὦμεν εὐχαριστημένοι καὶ ἐπὶ τοῖς μέχρι τοῦδε γενομένοις, ὅτε μάλιστα τὰ γενόμενα ἐγένοντο ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ὑποστηρίξεως τῆς Κυβερνήσεως, τοὐναντίον δὲ καὶ ἐν παρεμβολῇ πλείστων ὅσων πιέσεων καὶ στενοχωριῶν καὶ βλαβῶν ὑπὸ τοῦ ἐπισήμου μέρους τῆς Ἑλλάδος, τῶν ἀρχῶν δηλαδὴ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπηριθμήσαμεν καὶ δὲν πρέπει πλέον νὰ ἀναφέρωμεν. Σπουδαιότατον, κύριοι συνάδελφοι, ζήτημα εἶναι ἡ παροχὴ ὑποστηρίξεως εἰς τὴν ἀτμοκίνητον ναυτιλίαν. Ἡ Ἄνδρος δύναται νὰ καυχηθῇ ὁμολογουμένως, ὅτι ἔκαμε προόδους εἰς τὴν ναυτιλίαν ἀξίας μεγίστου λόγου, ἡ Ἄνδρος δύναται νὰ ὀνομασθῇ τὸ Ἀμβοῦργον τῆς Ἑλλάδος· λέγω δὲ τὸ Ἀμβοῦργον, διότι ἐκεῖ ἔχουν ἐγγράψει εἰς τὰ μητρῷα τοῦ λιμένος του 300 ἀτμόπλοια· ἡ Ἄνδρος, σχετικῶς πρὸς τὸν τόπον μας, ἔχει πολλά, 25 ἀτμόπλοια ἐκ τῶν μεγίστων, δίδει δὲ τὸ μέτρον τοῦ ζήλου καὶ τὴν ὤθησιν καὶ εἰς ἄλλους λιμένας. Ἐπὶ τούτῳ δὲν δύναται νὰ καυχηθῇ δυστυχῶς ἡ Σῦρος, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ πρὸς τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀρχῆθεν διὰ τῆς ὑπάρξεως ἐκεῖ καὶ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ τῶν ἐργοστασίων, καὶ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, περὶ δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ...
§114ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχετε λάθος.
§115ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι νὰ ἔχω λάθος.
§116ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, ὅτι κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ἡ Ἄνδρος καὶ ἡ Σῦρος ἀπέκτησαν 12 μεγάλα ἀτμόπλοια.
§117ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἄνδρος λοιπὸν εἶναι ἀληθῶς τὸ Ἀμβοῦργον τῆς Ἑλλάδος, ὡς πρὸς τὴν ὤθησιν καὶ τὴν συμβολὴν ὑπὲρ τῆς ἀτμοκινήτου ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, τὸ Ἀμβοῦργον, καὶ ἀναλογίζομαι τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς διατρέχομεν ἐκ τῆς ἐπιδόσεως τῆς τεραστίας, τῆς κολοσσιαίας, τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν τοῦ Ἀμβούργου. Τὴν Ἀνατολὴν καὶ ἡμᾶς τοὺς ἐν Ἑλλάδι κατέπνιξαν αἱ Γερμανικαὶ ἑταιρεῖαι, ἀφαιροῦσαι τὸν ἄρτον ἡμῶν ἀπὸ τοῦ μέσου τῆς χώρας ἡμῶν, ἀπὸ τοῦ μέσου τῶν χειρῶν ἡμῶν. Ἔχουσιν ὅμως αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι αἱ Γερμανικαὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀτμοπλοΐα, ἡ ὁποία εἶχε 4 ἀτμόπλοια τὸ 1890, (ἡ «Deutsche Levante Linie») ἔχει σήμερον 25. Τὸ δὲ «Norddentscher Lloyd» ἔχει 60 ἀτμόπλοια, νομίζω, τὰ μέγιστα τῶν ἀτμοπλοίων τοῦ κόσμου, ἐκεῖνα δ’ ἔρχονται ἐδῶ, φέρουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅλα τὰ ἐμπορεύματα, καὶ λαμβάνουσιν ἐκ τῆς Ἑλλάδος ὅλα τὰ ἐμπορεύματα, τὸ ὁποῖον καὶ διὰ τῶν ἀτμοκινήτων μας καὶ τῶν ἱστιοφόρων μας, ἐνισχυομένων καὶ ποδηγετουμένων καὶ ὁδηγουμένων, ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Σήμερον δὲ μανθάνω, ὅτι ἱδρύθη ἀποκλειστικῶς γραμμὴ κατ’ εὐθεῖαν ἐξ Ἀμβούργου, ἵνα ἔρχωνται τὰ ἀτμόπλοια ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ ἐκφορτώνουν εἰς τὸν Πειραιᾶ ἀποκλειστικῶς, καὶ φορτώνουν ἐν Πειραιεῖ ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ Ἀμβοῦργον. Τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπηρετήσουν τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα, δὲν ἠδύνατο τάχα νὰ ἐξυπηρετῆται καὶ διὰ τῶν ἡμετέρων ἀτμοπλοίων καὶ πλοίων; Ἀλλ’ ἐκ τίνος προνοίας; Ἡ πρόνοια, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ληφθῇ,—καὶ ἂς μὴ φανῇ ξένη καὶ τολμηρὰ ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνω εἰς ὑμᾶς,—εἶναι ἡ διὰ τῆς διευκολύνσεως τῆς θαλασσίας ἀσφαλείας· δὲν λέγω Ναυτικῆς Τραπέζης, διότι οὔτε εὔκολον εἶναι νὰ συστηθῇ αὕτη, οὔτε εὔκολος εἶναι ἡ διατήρησις καὶ ἡ διαχείρισις τῆς Τραπέζης ταύτης, διότι αἱ ἀξιώσεις θὰ ἦναι τοιαῦται καὶ τοσαῦται, ὥστε θὰ ναυαγήσῃ, ἀλλ’ ὁμιλῶ μόνον περὶ θαλασσίας ἀσφαλείας. Ἡ ἰδέα αὕτη δὲν εἶναι ἐμή· εὗρον αὐτὴν ἀναγεγραμμένην ἐν ἐφημερίδι, ἡ δὲ ἐφημερὶς, ἡ ὁποία ἀνέγραψε τὴν ἰδέαν ταύτην, —δὲν θέλω νὰ οἰκειοποιηθῶ ἀλλοτρίαν πρότασιν, καὶ ἂν ἦναι καλὴ ἢ κακὴ, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω καλὴ,—προέτεινεν, ἵνα τὰ 13 ἑκατομμύρια τοῦ Συγγροῦ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ Ναυτικῆς Τραπέζης· ἄλλος τις προέτεινε τὴν ἵδρυσιν Θαλασσίων Ἀσφαλειῶν διὰ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας. Δὲν εὑρίσκω δὲ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετηθῇ λαμπρότερον παρ’ ἡμῶν καὶ ἡ πατριωτικὴ προαίρεσις, ἡ ἐν πλείστοις ὅσοις ζητήμασιν ἐπιδειχθεῖσα, τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου ἢ διὰ τῆς ἱδρύσεως διὰ τῶν χρημάτων αὐτοῦ Ναυτικῶν Ἀσφαλειῶν, ἡ ὁποία καὶ μόνη, ἄνευ τῆς λήψεως ἄλλων μέτρων παρ’ ἡμῖν, θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ πραγματικῶς τεραστίαν ὤθησιν εἰς τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν. Ἐκ τοῦ περὶ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας ἀξιολογωτάτου, ἐπαναλαμβάνω, πονήματος τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἀντλῶ τὴν πληροφορίαν, ὅτι 200,000 λίρας στερλίνας καταβάλλουσι τὰ Ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια ἐτησίως δι’ ἀσφαλείας, ἤτοι 5,000,000 χρυσᾶ φράγκα πληρόνουν ἐτησίως εἰς τὰς ξένας Ἀσφαλείας!...
§118ΡΕΤΣΙΝΑΣ. 7,000,000.
§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι πολὺ εὐχαρίστως τὴν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς προτάσεώς μου διδομένην πληροφορίαν παρὰ τοῦ κυρίου Ρετσίνα... Ἀκούετε, Κύριοι; 7 ἑκατομμύρια! Καὶ τὸ χρῆμα τοῦτο ἐξέρχεται κατ’ ἔτος. Ἑπτὰ ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ, δραχμαὶ 10,000,000 καὶ ἐπέκεινα πληρόνονται εἰς ξένας Ἀσφαλείας! Ἐὰν ἱδρυθῇ Ναυτικὴ Ἀσφάλεια διὰ τῶν δεκατριῶν ἑκατομμυρίων τοῦ Συγγροῦ...
§120Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῦ εὑρέθησαν τὰ 13 ἑκατομμύρια;
§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤκουσα ποτὲ ν’ ἀμφισβητῶνται.
§122ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιβεβαιοῦνται ἢ 10 μόνον ἑκατομμύρια, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν 10 τούτων τὰ 4 ἔχουσιν ἄλλον προορισμόν.
§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον ἂς χρησιμεύσῃ ἡ συζήτησις πρὸς διευκρίνησιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἔχω, Κύριοι, νὰ προτείνω καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἐξ ἐκείνων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἀνέφερα, ὅσα νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσι, καὶ δὴ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ. Ἔχω νὰ παρακαλέσω νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ἔχει ἕτοιμον, περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς· περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἐξέρχωνται οἱ ἡμέτεροι πλοίαρχοι. Βεβαίως ἔχομεν ναύτας, καὶ ἐκ τῶν ἀρίστων σήμερον ἐν τῷ κόσμῳ, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν πλοιάρχους...
§124ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Ἔχομεν...
§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχωμέν τινας, ποῦ ἐδιδάχθησαν; Εἰς πρακτικούς τινας ναυτοδιδασκάλους λεγομένους ἐν Πειραιεῖ, παρὰ τοῖς ὁποίοις διδάσκονται ἐπὶ δύο μῆνας.
§126ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἵνα ἀποκτήσῃ τις τὸ δίπλωμα τῆς πλοιαρχίας, ἀπαιτεῖται κατὰ τὸν νόμον τετραετὴς ναυτικὴ ὑπηρεσία, καὶ μετὰ ταῦτα δίδουν πρακτικὰς ἐξετάσεις καὶ λαμβάνουν τὸ δίπλωμα. Οἱ δὲ Ἕλληνες πλοίαρχοι, σᾶς βεβαιῶ, εἶναι πολὺ ἀνώτεροι ἀπὸ πολλοὺς Εὐρωπαίους. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ὁ κύριος Ἐμπειρῖκος μεταχειρίζεται εἰς τὰ ἀτμόπλοιά του Ἕλληνας πλοιάρχους.
§127ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν πραγματικῶς τὸ ὑλικὸν, ἵνα ἔχωμεν ἀρίστους πλοιάρχους, ἀλλ’ ὀλίγοι εἶναι τοιοῦτοι, καὶ θὰ ἦσαν ἄριστοι οἱ ἡμέτεροι πλοίαρχοι, ἐὰν ἐξεπαιδεύοντο καὶ εἰς Σχολὴν Ναυτικήν. Ἔχω ἐπίσης νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων. Δὲν θέλω νὰ τὸ ὑποβάλω ἐγὼ καὶ διὰ τρίτην φορὰν πάλιν· τὸ ὑπέβαλεν ἅπαξ ὁ κύριος Μπούμπουλης εἰς τὰ 1894, τὸ ὑπέβαλα καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1896, εἶναι δὲ καὶ τυπωμένον ἤδη· δὲν θέλω δὲ νὰ τὸ ὑποβάλω πάλιν ἐγώ, διότι δὲν θὰ ἔχῃ ἡ παρ’ ἐμοῦ ὑποβολὴ τὴν βαρύτητα, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι μόλις εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ ψηφισθῇ, διότι οὐδαμόθεν θὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ἀντίρρησιν. Νὰ ἐπισημοποιηθῶσιν οἱ μηχανικοὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων διὰ διπλώματος, παρεχομένου αὐτοῖς μετὰ σπουδάς.
§128ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νὰ ἱδρυθῇ Σχολὴ μηχανικῶν.
§129ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἕτοιμοι, εἶναι κατηρτισμένοι καθ’ ὁλοκληρίαν. Νὰ γείνῃ καὶ Σχολή, ἀλλὰ νὰ γείνῃ καὶ ἐπιτροπὴ αὐστηρὰ, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἐξετάζωνται οἱ ἤδη κατηρτισμένοι, καὶ νὰ λαμβάνωσι δίπλωμα ἐκεῖθεν, δίπλωμα ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δέχονται αἱ ξέναι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι νὰ ἀσφαλίζωσι τὰ Ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια, ἐφ’ ὧν οἱ τοιοῦτοι μηχανικοὶ ὑπηρετοῦσιν. Ἐὰν δηλ. ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος μηχανικὸς ἑνὸς ἀτμοπλοίου δὲν ἔχῃ δίπλωμα ἐπίσημον οἱασδήποτε Σχολῆς, ἡ Ἀσφάλεια δὲν δέχεται νὰ ἀσφαλίσῃ. Εἴμεθα λοιπὸν ἠναγκασμένοι νὰ προσλαμβάνωμεν εἰς τὰ ἀτμόπλοιά μας ξένους μηχανικούς· πληρόνομεν δὲ εἰς αὐτοὺς ἐτησίως 1,000,000 φράγκα χρυσᾶ διὰ μισθοὺς, διότι δὲν ἐλάβομεν ποτὲ τὸν κόπον, ἀφοῦ ἔχομεν τὸ ὑλικὸν τῶν μηχανικῶν, νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον οὔτε τὴν ἐλαχίστην συζήτησιν θὰ προκαλέσῃ, διότι οὐδεὶς ἔχει νὰ ἀντείπῃ· εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἄλλοτε νὰ φέρῃ, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει ἕτοιμον· ἄλλως εἶναι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατασκεύασμα ἔκτοτε.
§130Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ Σχολῆς Μηχανικῶν εἶχον ὑποβάλει νομοσχέδιον καὶ ἐγὼ ἄλλοτε, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§131Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω, ἀλλ’ ἀπηρχαιώθη, καὶ δὲν πρόκειται τώρα νὰ γείνῃ λόγος περὶ αὐτοῦ. Θὰ καταλήξω ὅμως, Κύριοι, εἰς ἄλλην μεγαλειτέραν καὶ σπουδαιοτέραν πρότασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπικαλοῦμαι ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑμῶν. Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1889, δημοσιογραφῶν τότε, ἐξ ἔρωτος πρὸς τὸ δημοσιογραφικὸν ἐπάγγελμα, ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, εἶχον προτείνει τὴν ἵδρυσιν τοῦ περιλαλήτου καὶ περιφήμου ὀγδόου Ὑπουργείου, ἀπὸ τοῦ 1889· κατὰ τὸ 1894, τὴν 11 Φεβρουαρίου, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος ἐντεῦθεν, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπαναλάβω πάλιν τὴν πρότασίν μου καὶ σύστασίν μου καὶ παράκλησίν μου πρὸς τὸν τότε προϊστάμενον τῆς Κυβερνήσεως ἀοίδιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, πρὸς ἵδρυσιν τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου, Ὑπουργείου Γεωργίας, Βιομηχανίας καὶ Ἐμπορίου μετὰ τῆς Ναυτιλίας, μόνον διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς ναυτιλίας, μόνον καὶ μόνον δι’ αὐτήν· τότε ἔλεγον, ὅτι μόνον διὰ τὴν σταφίδα θὰ ἦτο ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἱδρυθῇ τὸ ὄγδοον Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου αἱ δαπάναι δὲν θὰ ἦσαν μεγάλαι· ἔλεγον τότε, ὅτι πέντε τμήματα θ’ ἀποσπάσωμεν ἐκ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, τὸ τμῆμα τῆς Γεωργίας, τὸ τμῆμα τῆς Στατιστικῆς, τὸ τμῆμα τῆς Δημοσίας Οἰκονομίας, τὸ τμῆμα τῆς Ναυτιλίας, τὸ τμῆμα τῶν Δασῶν· θὰ προστεθῶσι δὲ ὁ μισθὸς τοῦ Ὑπουργοῦ, οἱ μισθοὶ ὑπαλλήλων τινῶν, τὸ ἐνοίκιον ἑνὸς οἰκήματος καί τινες ἄλλαι μικραὶ δαπάναι. Ταῦτα δὲ δὲν θ’ ἀπαιτήσουν δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 100,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ εἰς 200 καὶ πλέον χιλιάδας ἂν ἀνήρχετο ἡ δαπάνη, ἤθελον συστήσει αὐτὴν, διότι δὲν γνωρίζω ἄλλην δαπάνην μᾶλλον προσοδοφόρον. Μόνον διὰ τὴν σταφίδα ἂν ἱδρύομεν τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ ἀπέδιδε πολλαπλάσια εἰς τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον. Μόνον διὰ τὴν γεωργίαν ἂν φροτίσωμεν, ὅπως ἀνακόψῃ ἐν μέρει καὶ βαθμηδὸν μέχρι τοῦ ὅλου τὰ τεσσαράκοντα καὶ πεντήκοντα ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα δίδομεν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς σιταρκείας τοῦ τόπου, ἡ δαπάνη τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ εἰς 500,000 δραχμὰς ἐὰν ἀνήρχετο, θὰ ἦτο εὐλογωτάτη. Μόνον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας. Ἀλλὰ τώρα τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο θὰ ἦναι δι’ ὅλα συγχρόνως. Μόνον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ναυτιλίας εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ νὰ ἱδρυθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, Βιομηχανίας, Ἐμπορίου καὶ Ναυτιλίας. Τότε εἶχον ἀναφέρει, δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅμως σήμερον, ὅλας τὰς χώρας τῶν πέντε Ἠπείρων, ἐν ταῖς ὁποίαις ὑπάρχουν παρόμοια Ὑπουργεῖα. Εἶχον τὴν ὑπομονὴν οἱ τότε Βουλευταὶ νὰ ἀκούσουν τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου περὶ τῶν ἐν Εὐρώπῃ, Ἀσίᾳ, Ἀμερικῇ καὶ Αὐστραλίᾳ κρατούντων σχετικῶς πρὸς τὸ προκείμενον Ὑπουργεῖον· διὰ τὴν Ἀφρικὴν δὲν ἀνέφερα, διότι δὲν ἦτο χώρα τοιαύτη, ὥστε νὰ ἔχῃ Ὑπουργεῖα· δὲν ἠξεύρω ὅμως σήμερον, ἐν Αἰγύπτῳ ἐὰν ὑπάρχει. Ὅλαι αἱ χῶραι ἔχουσιν Ὑπουργεῖα Γεωργίας, Βιομηχανίας Ἐμπορίου καὶ Ναυτιλίας, σχετικῶς ὅμως πάντοτε πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νῦν ὑπεστήριξα. Διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ναυτιλίας, θὰ ὑποστηρίζωμεν τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου δύναμαι νὰ εἴπω, διότι ἀπ’ αὐτῆς πρέπει νὰ ἐξαρτήσωμεν τὰς μεγίστας ἐλπίδας μας περὶ τῆς βελτιώσεως καὶ αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ἀπ’ αὐτῆς δυνάμεθα νὰ ἐξαρτήσωμεν αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν· μόνον ἀπὸ τῆς ναυτιλίας δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ὅλα αὐτά, καὶ μόνον διὰ τῆς τοιαύτης ὑποστηρίξεως δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ναυτιλία καὶ ἀνταποδώσῃ καρποὺς ἀγλαούς, ἐθνωφελεῖς, ἐθνοσωτηρίους αὐτόχρημα. Προσφεύγω πάλιν εὐχαρίστως εἰς τὰς γνώμας καὶ τὰς ἀποφάνσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἄνδρου (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐκ τῆς ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον προόδου τῆς ναυτιλίας ἡμῶν προκύψοντα παντοειδῆ ὀφέλη διά τε τοὺς ἰδιώτας καὶ διὰ τὸ ἔθνος ἔσονται ἀνυπολόγιστα, διότι πλὴν τῶν ἄλλων καὶ αὐτὴ ἡ περιφορὰ τῆς κυανολεύκου εἰς πάσας τὰς θαλάσσας ὑψώνει τὸ γόητρον ἡμῶν, ἀναπτερώνει τὰς ἐλπίδας καὶ ἀποδεικνύει ἀναμφισβητήτως, ὅτι πολλαὶ εἰσέτι ζωτικαὶ δυνάμεις ἐναπολείπονται ἡμῖν, ἐκ τῆς ἀτομικῆς ἡμῶν πρωτοβουλίας κυρίως ἐξαρτώμεναι καὶ ἀρκοῦσαι πρὸς πλουτισμὸν καὶ διὰ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους.» Ἐλπίζω ὅτι ἐκ τῶν σκέψεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως δὲν λείπει καὶ ἡ περὶ ἱδρύσεως τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὀγδόου τούτου Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πρῶτον, κατ’ ἐμὲ, ἐν τῇ τάξει καὶ τῇ ἀξίᾳ τῶν ὀκτὼ Ὑπουργείων, ἂν γείνῃ καὶ τοῦτο, καὶ ὄχι τὸ ὄγδοον. Εἶναι τὸ πρῶτον, διότι τοῦτο μόνον τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι τὸ προσοδοφόρον καὶ τὸ μὴ συνεπιφέρον δαπάνας, ἐνῷ τὰ λοιπὰ ἑπτὰ Ὑπουργεῖα, πλὴν τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἐποπτεύοντος τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων, ὅλα τὰ ἄλλα συντελοῦσιν εἰς δαπάνας, λαμβάνουσι χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ δαπανῶσι διὰ τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες ὑπάγονται εἰς αὐτά. Μόνον τὸ ὄγδοον Ὑπουργεῖον θὰ ἦναι τὸ προσοδοφόρον· ἐκεῖνο θὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς γεωργίας, ἐκεῖνο θὰ μεριμνήσῃ περὶ τόσον εἰδῶν ἀναγομένων εἰς τὴν γεωργίαν. Μόνον τὸν βάμβακα ἂν καλλιεργήσῃ προσηκόντως ἡ Ἑλλὰς, θὰ ἔχῃ, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις εἰδικῶν ἀνδρῶν, ὅσον καὶ ἐκ τῆς σταφίδος εἰσόδημα. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο θὰ ἐνισχύσῃ τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν, ἡ ὁποία εὐτυχῶς δὲν εἶναι πλέον ἐν σπαργάνοις, ὡς ἔλεγον μέχρι πρό τινος, διότι κατακτᾷ καθ’ ἡμέραν ἔδαφος· μόνον διὰ τοῦ τρόπου τούτου δυνάμεθα νὰ ἀναπτύξωμεν τὸ ἐμπόριον ἡμῶν, μεταβάλλοντες ὅλους ἡμῶν τοὺς προξένους εἰς ἐμπορικοὺς πράκτορας,—ὁποία εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν προξένων ὅλων τῶν εὐνομουμένων χωρῶν ἐν παντὶ σημείῳ τῆς γῆς.—Μόνον δι’ Ὑπουργείου τοῦ ἐμπορίου δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τὴν ἵδρυσιν Σχολῶν ἐμπορικῶν, ἀπὸ τῶν ὁποίων νὰ ἐξέλθωσιν οἱ ἐμπορευόμενοι καὶ οἱ ἐν τῷ τόπῳ κυκλοφοροῦντες καὶ οἱ διασπειρόμενοι εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς γῆς, ὡς γίνεται σήμερον παρὰ πᾶσι τοῖς λαοῖς, ὡς ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, τῶν ὁποίων αἱ ἐμπορικαὶ Σχολαὶ ἀριθμοῦνται κατὰ ἑκατοντάδας, οἱ δὲ μαθηταί, οἱ ἐξερχόμενοι ἐτησίως, ἀριθμοῦνται κατὰ χιλιάδας. Δὲν πιστεύω νὰ λανθάνῃ καὶ ὑμᾶς, ποῖος κατακλυσμὸς Γερμανῶν ἀπεσταλμένων, ἀποφοίτων τῶν τοιούτων ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐγένετο εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ ἐδῶ, παρ’ ἡμῖν, ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας χώρας. Μόνον διὰ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, τοῦ ὀγδόου, τοῦ πρώτου μᾶλλον, ἐλπίζω τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ναυτιλίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἄλλων, καὶ ἐπρόκειτο μόνον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ναυτιλίας νὰ ἱδρυθῇ τὸ ὄγδοον τοῦτο Ὑπουργεῖον, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς λοιποὺς Ὑπουργοὺς καὶ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, ἂν τυχὸν ἤθελεν εἰσαχθῆ εἰς αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, εἰ δυνατὸν δέ, ἀσυζητητί· διότι πρέπει νὰ ληφθῇ συντονωτάτη σπουδὴ καὶ μέριμνα πρὸς διάσωσιν τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας, ἐφ’ ὅσον εἶναι καιρός· διότι φοβοῦμαι, μὴ ταχέως δὲν θὰ ᾖναι πλέον καιρὸς νὰ συντελέσωσιν ὑπὲρ αὐτῆς οἱαδήποτε μέτρα καὶ ἂν λάβωμεν. Ἂν πρὸ δέκα ἐτῶν εἴχομεν λάβει οἱονδήποτε μέτρον, ἔστω καὶ ἀτελὲς καὶ μὴ πλῆρες, σήμερον θὰ εἴχομεν μεγίστας ὠφελείας ἐκ τοῦ μέτρου ἐκείνου, καὶ ἡ ναυτιλία ἡμῶν δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρίσκεται. Ἄς σπεύσωμεν, διότι «οἱ καιροὶ οὐ μενετοί»! (Ὡραῖα! ὡραῖα!).
§132ΜΠΑΣΙΑΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰ πάνυ ὀρθῶς λεχθέντα ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Θὰ ἐκφράσω μόνον καὶ αὖθις τὴν ἀπορίαν μου, πῶς, ἐνῷ αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἔλαβον ὁμολογουμένως ποιάν τινα μέριμναν ὑπὲρ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὅπερ μόνον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους βλέπομεν ἀναγεγραμμένον κατ’ ἔτος, χωρὶς νὰ ἀκούσωμεν ἄλλην τινὰ ἀξίαν λόγου δρᾶσιν αὐτοῦ, πῶς οὐδέποτε ἐλήφθη ἡ παραμικρὰ φροντίς, εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἐξ ἧς σιτίζεται μέγιστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἥτις οὐκ ὀλίγον πλοῦτον εἰσφέρει εἴς τε τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τὰ ἰδιωτικά. Ἡ τοιαύτη τῆς νομοθεσίας ἀτέλεια βοηθεῖται δυστυχῶς καὶ ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀμελείας, ἧς ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ καὶ αἱ καταχρήσεις ἐν τοῖς Λιμεναρχείοις, αἵτινες ἀπὸ καιροῦ γίνονται καὶ περὶ ὧν ἐσχάτως πολὺς ἐγένετο λόγος, δι’ ὃ καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν καταχρήσεων τούτων, εὐελπιστῶν ὅτι αὗται ἐπὶ τέλους θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἀφορμὴ, ἵνα ἀποκαταστῇ ἡ ἐμπρέπουσα τάξις καὶ ἐνεργῆται ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν συμφερόντων τῶν τε ἰδιωτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, ἰδίᾳ δὲ τοῦ ἀτυχοῦς Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Ἡ λειτουργία τῶν Λιμεναρχείων εἶναι πολὺ σπουδαιοτέρα ἀφ’ ὅ,τι πολλοὶ νομίζουσιν· ἐκτὸς τοῦ ἀστυνομικοῦ μέρους καὶ πλεῖστα ζητήματα καὶ συμφέροντα, ἰδιοκτησίας πλοίων κλπ., ἐξ αὐτῶν ἐξαρτῶνται αὐτὰ τηροῦσι τὰ νηολόγια, ἅτινα εἶναι ὡς πρὸς τοὺς τρίτους τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν, ἀποδεικνύοντα αὐτοῖς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἐνίοτε δὲ καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἐὰν τυχὸν οὗτοι δὲν διετήρησαν ἄλλους τίτλους. Φαντασθῆτε λοιπὸν, εἰς ταῦτα ποῖαι καταχρήσεις δύνανται νὰ εἰσχωρήσωσιν, ἀφοῦ μάλιστα τὰ βιβλία ταῦτα τηροῦνται ὑπὸ λιμεναρχῶν μετατιθεμένων ἑκάστοτε καὶ παραδιδόντων κατὰ τύπους μόνον τὰ βιβλία καὶ ἀρχεῖα, καὶ ἀφοῦ ὁ θεσμὸς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Λιμεναρχείων ἢ οὐδόλως λειτουργεῖ, ἢ λειτουργεῖ πλημμελῶς, πεμπομένου ἐκτάκτως πρὸς ἐπιθεώρησιν τοῦ τυχόντος ἀξιωματικοῦ, ὅστις πολλάκις ἀγνοεῖ καὶ αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῶν Λιμεναρχείων.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§134Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω πρότασιν ἀναβολῆς, κύριε Πρόεδρε.
§135Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ καὶ πολλοὶ θὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι θὰ συζητηθῇ ἐπὶ μακρὸν, καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§136ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θέλετε νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἡ συζήτησις, πρέπει βεβαίως νὰ γείνῃ εὐρυτάτη, καὶ νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν θεωρεῖ λυσιτελῆ διὰ τὴν ὑποστήριξιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἀλλὰ πρὸς τοιαύτην συζήτησιν οἱ πλείονες τῶν Βουλευτῶν δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι σήμερον, διότι πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ στατιστικὰς πληροφορίας καὶ ἄλλας περὶ τῶν γενομένων νομοθετικῶς εἰς ἄλλα Κράτη, ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ συζητήσεως θὰ ἀντλήσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ νομίσῃ πρόσφορα νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νομοσχεδίου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὸ πρᾶγμα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔστω καὶ διὰ τὴν ἀμέσως ἑπομένην αὐτῆς ἡμέραν.
§137Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα αὐτὸ, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζήτησα τὸν λόγον· θεωρῶ ὅμως παράλειψιν καθήκοντος νὰ μὴ ὁμιλήσω νῦν περὶ αὐτοῦ, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς τοπικοῦ τῆς Σύρου, καὶ εἶναι ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ γείνῃ μικρά τις κίνησις ἐμπορίου. Διότι κατόπιν τῆς λυσεγγυήσεως, ἣν μᾶς ἔχετε καθίσει εἰς τὴν ῥάχιν, καὶ τῶν σχετικῶν μειονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν εἰς τὸ ἐμπόριον ἐξ αἰτίας τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δύσκολος ἡ θέσις τῆς Σύρου. Ἐνόσω λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μετὰ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος ὑποβάλῃ ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ ἀκτοπλοΐας, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει μεγάλην ἐπιρροὴν εἰς τὴν Σῦρον, ὑπὸ δύο ἐπόψεις· πρῶτον διότι οἱ ἔμποροι διέθεσαν ὅλην τῶν σχεδὸν τὴν περιουσίαν πρὸς ἀγορὰν ἀτμοπλοίων,— διότι ἕνεκα τῆς λυσεγγυήσεως ἐσταμάτησε σχεδὸν τὸ ἐμπόριον,—δεύτερον δὲ διότι ἕνεκα τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὰ πλοῖα ταξειδεύουν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἱκανοποιῶνται τόσον οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἐν τοῖς ἀτμοπλοίοις, ὅσον καὶ οἱ ἔμποροι. Ἑπομένως παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, διότι τὸ ζήτημα εἶναι μεγίστης σημασίας. Ἐπειδὴ δὲ ἐθίχθη καὶ τὸ ζήτημα τῶν μηχανικῶν, πολλοὶ δὲ τοιοῦτοι μένουσιν ἐν Σύρῳ καὶ ἐν Πειραιεῖ ἄεργοι, διότι, καίτοι εἶναι ἄριστοι μηχανικοὶ καὶ πεπειραμένοι, στεροῦνται διπλωμάτων, νομίζω δίκαιον καὶ περὶ αὐτῶν νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ἢ νὰ διορισθῇ μία ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία μετὰ ἐξέτασιν νὰ τοὺς ἐφοδιάσῃ μὲ διπλώματα, ἕκαστον ἀναλόγως τῆς ἀξίας του. Ἐκ τούτου δὲ θέλουσι φυσικῶς προκύψει δύο καλὰ, καὶ αὐτοὶ θὰ ἐργάζωνται εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ ἀτμόπλοια, καὶ ἐκ τῆς ἐργασίας των ἐν τῷ ἐξωτερικῷ θέλει εἰσέρχεσθαι χρυσὸς εἰς τὸν τόπον μας. Εἶναι δὲ ἀπώλεια χρόνου νὰ ἀναβάλωμεν δι’ ἄλλην ἡμέραν τὴν συζήτησιν, ὅπως ἐπρότεινεν ὁ ἐκ Σύρου κ. συνάδελφος. Δύναται δ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εὐαρεστεῖται, νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ἄλλως τὸ ζήτημα τοῦτο πολλάκις καὶ εἰς ἄλλας περιόδους ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπεστήριξαν αὐτὸ διαπρεπεῖς Βουλευταί. Ἤδη, Κύριοι θέλω εἰσέλθει εἰς ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἴσως φανῇ εἰς ὑμᾶς ὀχληρὸν, διότι εἶναι δευτέρα φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄλλως, προκειμένου περὶ ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σύρου. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς διευθυντρίας τοῦ σχολείου τοῦ δήμου Σύρου, καὶ παρακαλῶ τὸν τέως κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτῆς κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ...
§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι παράνομον.
§139Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Δελλαπόρτα γίνεται... Λυποῦμαι δὲ, σᾶς βεβαιῶ, διότι καὶ ἐγὼ συνετέλεσα διὰ τῆς στάσεώς μου νὰ ἐξοργισθῇ ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ παραφερθῇ κατὰ τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου, ὅπερ ἴσως συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἀπομάκρυνσίν του. Ἐκτὸς τῶν ζητημάτων τούτων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐνθυμηθῇ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ δολοφονηθέντος ἐν Βόλῳ ἱερέως Δαλεζίου. Ἔχω τὴν ἀρχὴν, ἀφοῦ σᾶς ἐλέγχω, διότι τὸ πρόγραμμά σας τὸ «προοδευτικὸν» εἶναι δυστυχῶς λίαν φορολογικὸν, ὑπερέβη δὲ τὸ εὔλογον ὅριον κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια, ἔχω τὴν ἀρχὴν νὰ μὴ ζητῶ καὶ συντάξεις διὰ τοὺς συμπολίτας μου. Διὰ τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο εὗρον ἓν μέσον, ὅπως σᾶς διευκολύνω, διὰ νὰ δοθῇ μικρὰ σύνταξις εἰς τὰς ἀδελφὰς τοῦ ἀτυχοῦ ἱερέως Δαλεζίου. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταὶ, ἔθιξα τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἔχετε γνῶσιν αὐτοῦ. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς τύχης αὐτῆς τῆς οἰκογενείας, θεωρῶ καθῆκόν μου ἐν συντόμῳ νὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς. Ὁ καθολικὸς οὗτος ἱερεὺς, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον προσέφερε μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸν ἀγῶνα ἡμῶν, τὴν προηγουμένην τῆς δολοφονίας του ἡμέραν ἔλαβεν ἐπιστολὴν ἀνώνυμον, διὰ τῆς ὁποίας εἰδοποιεῖτο ὅτι θὰ δολοφονηθῇ, διότι ἐξεφώνησε λόγον ὑπὲρ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας τῆς Ἑλλάδος τὴν ἑπομένην τῆς ἀποπείρας τοῦ Καρδίτση. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὁ δὲ σεβαστὸς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἂς εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν, διὰ νὰ πεισθῇ καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον...
§140ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔγεινε δίκη;
§141ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι· ἐνεργήθησαν ἀνακρίσεις ὑπὸ τοῦ Γάλλου προξένου... Ἵνα, λέγω, πεισθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον περὶ τῆς ἀφορμῆς τῆς δολοφονίας κλπ. καὶ δικαιολογήσῃ ὁπωσδήποτε τὴν μικρὰν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπονείμῃ, ἂν ἐγκρίνῃ. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς σᾶς εἶπον, θὰ γείνῃ ἀφορμὴ ἡ σύνταξις αὕτη νὰ αὐξήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ διευκολύνω ὑμᾶς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, (ἐπιδεικνύει αὐτὴν) εἰς τὴν ὁποίαν θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἔχει ἀπονεμηθῆ ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς εἰς τρία πρόσωπα σύνταξις, ἕνεκα διαφόρων λόγων καὶ διὰ σχετικὴν ὑπόθεσιν. Εἰς τὸν ἕνα ἔχουσι δοθῆ 200 δραχμαὶ, εἰς τὸν ἄλλον 100, καὶ εἰς τὸν ἄλλον 40. Ἐὰν ἐγκρίνῃ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ ἀποσπάσῃ τὰς 100 δραχ. διὰ νὰ δώσῃ μίαν μικρὰν σύνταξιν εἰς τὰς δύο ἀδελφὰς, ἃς κατέλιπεν ὁ δολοφονηθεὶς ἱερεὺς, θέλει πράξει ἀληθῶς ἔργον φιλανθρωπίας, διότι ὁ μεταστὰς ἱερεὺς εἶναι πλέον μάρτυς χάριν τῆς πατρίδος μας.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον, ἀλλ’ εἶναι ἀπών. Μετὰ τὸν κ. Σκουζὲν εἶναι ὁ κ. Ἐμπειρῖκος.
§143ΕΠ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμεῖ πρακτικόν τι νὰ προέλθῃ ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου περὶ διορισμοῦ ἐπιτροπῆς δεκαμελοῦς, ὅπως συζητήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εὐρύτατα καὶ ἰδιαιτέρως, προπαρασκευάσῃ δὲ καὶ τὴν ἀναγκαίαν νομοθετικὴν ἐργασίαν, διὰ τῆς ὁποίας θέλουσιν ἐπακολουθήσει τὰ ἀναμενόμενα ὑπὲρ τῆς ναυτιλίας ἡμῶν ἀγαθά. Οὕτως ἡ Βουλὴ, εἴτε ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ, εἴτε ἐν μεταγενεστέρᾳ, θὰ ἔχῃ τὸν ἁρμόδιον καιρὸν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἐργασίας ταύτης, δηλαδὴ τῆς ἑτοίμης πλέον νομοθετικῆς ταύτης ἐργασίας, διότι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἰδίως νομοθετικὴ ἐργασία ἀπαιτεῖται πρὸς ἐμψύχωσιν καὶ διάσωσιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Παρακαλῶ δὲ, οἱ ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων διορισθησόμενοι νὰ ἦναι ἁρμόδιοι, καὶ νὰ δηλώσωσιν, ἂν ἐπιθυμοῦσι πράγματι νὰ ἐργασθῶσι πρὸς τοῦτο πρεπόντως, οὐχὶ δὲ μόνον διὰ τῶν λόγων, ὡς συνήθως συμβαίνει.
§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος, ὅπως ὑποδείξῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας αὑτῆς ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης. Τότε θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ ὑποβάλῃ. Ὅπωςδήποτε, νομίζω ὅτι, ἂν γείνῃ κατάλληλος ἐκλογὴ προσώπων πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, πολλὰ καλὰ δύνανται νὰ προκύψωσι.
§145ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν ἑκατὸν καὶ πλέον κατοίκων τῆς Ἄνω Ἀμαλιάδος, καὶ εὑρίσκομαι ἠναγκασμένος οὕτω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν σύστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων προέβη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν κ. Πετραλιᾶς. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἔχω ἔτι ὑπ’ ὄψιν, καταγγέλλονται αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαί, ὅτι ἐξαναγκάζουσι τοὺς κρεοπώλας τῆς Ἄνω Ἀμαλιάδος νὰ σφάζωσιν εἰς τὴν Κάτω Ἀμαλιάδα, ὡσεὶ ὑπῆρχον ἐκεῖ δημοτικὰ σφαγεῖα, ἐνῷ πράγματι τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουσιν. Οἱ ἀναφερόμενοι μάλιστα προσθέτουσιν, ὅτι ἕνεκα τούτου ἀπὸ τριάκοντα ἤδη ἡμερῶν δὲν τρώγουσι κρέας.
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι σαρακοστή!
§147ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Φρονῶ ὅτι τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων εἶναι δίκαια· ἐλπίζων δ’ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι θιασώτης τῆς ἐπιβεβλημένης νηστείας, ἡ ὁποία ἄλλως τε, οὕτως ἀσκουμένη, δὲν εἶναι καὶ ἀξία μισθοῦ εἰς τὰ ὄμματα τῆς Ἐκκλησίας, παρακαλῶ αὐτὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν δὲν ἐμερίμνησεν ἤδη, νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀρθῇ ὁ ἄτοπος οὗτος ἐξαναγκασμός.
§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι βεβαίως ἡ ἐπιβολὴ τοιούτου φόρου εἶναι παράνομος, διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι σφαγεῖα, ὁ δῆμος δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ μίσθωμα σφαγείων. Ἐὰν ὑπάρχῃ σφαγεῖον, δικαιοῦται βεβαίως ὁ δῆμος νὰ ζητήσῃ μίσθωμα διὰ τὸ σφαγεῖον, διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου ἐδαπάνησε χρήματα, διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ὁποίου δαπανᾷ χρήματα. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ σφαγεῖον, δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα. Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα, ἔγραψα ἤδη εἰς τὸν νομάρχην, ὅπως ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Γαρουφαλιᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἕδρας τοῦ ὑποτελωνείου Κοπραίνης». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 172). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Χατζίσκος.
§150ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ὁ κύριος Χατζίσκος ἀσθενεῖ, κύριε Πρόεδρε. Σᾶς παρακαλεῖ δὲ νὰ τῷ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσῃ αὔριον.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἄλλος.
§152ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἐπίσης πρόκειται νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλ’ εἶναι ἀδιάθετος ἀπόψε καὶ δὲν δύναται.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσῃ κανείς;
§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ προχωρήσωμεν.
§155ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ρώμα... Λοιπὸν θὰ ὁμιλήσῃ τις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§157Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνομίζομεν, καὶ ἤκουσα, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἡ τάξις αὐτὴ εἶναι, ἐὰν ἐγκρίνει ὁ κύριος εἰσηγητής. Ἐγὼ ἔχω σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον...
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§159Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναμαι ἀπόψε, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Χατζίσκος ἢ ὁ κύριος Μαρκεζίνης.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζίσκος ἀσθενεῖ. Τί νὰ κάμωμεν; Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν φέρωμεν.
§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητος. Μόνος ἐγγεγραμμένος ἦτο ὁ κύριος Χατζίσκος· ἀλλ’ ὁ κ. Χατζίσκος ἀσθενεῖ, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι, ἐὰν ἤθελε λάβει τὸν λόγον ὁ κ. Χατζίσκος, θὰ ἐλάμβανον καὶ ἕτεροι τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἀσθενοῦντος τοῦ κυρίου Χατζίσκου εἶναι δυνατὸν νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ὁ κύριος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς λέγει, ὅτι σκοπεῖ νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλ’ ὄχι ἀπόψε. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ ἴδιον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ καὶ αὔριον. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ πολλοῦ εἶναι ἀναγεγραμμένος ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ὅτι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐδηλώσαμεν, ὅτι ἤθελεν ἀρχίσει ἡ συζήτησις αὐτοῦ μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἤρχισεν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τῆς Δευτέρας, εἴμεθα δὲ ἤδη εἰς τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως ταύτης. Ὑποθέτω, ὅτι ὅσοι ἔχουσι σκοπὸν νὰ λάβωσι τὸν λόγον, εἶναι προῃτοιμασμένοι νὰ πράξωσι τοῦτο, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ πρόκειται περὶ συζητήσεως προϋπολογισμοῦ, καὶ ὑποτίθεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ἔχων εἰδικὰς γνώσεις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῆς, εἶναι πάντοτε παρεσκευασμένος νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ἑπομένως ἀναβολὴ, ὅπως δυνηθῇ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ παρασκευασθῇ, θὰ ἦτο προσβλητικὴ δι’ αὐτὸν, ἐὰν πρὸς στιγμὴν ὑποτεθῇ, ὅτι σοβαρῶς ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν διὰ τὸν λόγον τοῦτον. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.
§162Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐζήτησα ἀναβολὴν, δὲν ἠξίωσα κἂν νὰ προσκληθῶσιν οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσωσιν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, οὔτε ζητῶ τοῦτο. Ἐὰν νομίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν, δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου. Δύναμαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅταν θέλω, καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν...
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§164Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο κανονικὸν, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ,—δὲν ἔχω καμμίαν ἀξίωσιν ἀναβολῆς, ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ μὴ ὑποθέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκφράζω τοιαύτην ἀξίωσιν,—θὰ ἦτο, λέγω, κανονικὸν, νὰ ἀκούσωμεν καὶ τὰς γνώμας τῆς μερίδος τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἐγκρίνει τοῦτο ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς; Δὲν ἔχω κανὲν μέσον νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου ταύτην.
§165Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἴθισται νὰ μονολογῶμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία νομίζει ὅτι πρέπει νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοιούτου νομοθετήματος, εἶναι ἐλευθέρα νὰ τὸ πράξῃ, διότι ἐπικρατεῖ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἓν εἶδος πιέσεως, τὸ ὁποῖον δὲν εἴθισται εἰς Κοινοβούλια ἐργαζόμενα σοβαρῶς. Μέχρι τοῦδε ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δύο ἐκ τῶν ἀντιφρονούντων πρὸς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐξέθεσαν τὰς γνώμας των ἐν πλάτει. Καθῆκον ἔχει ἡ πλειονοψηφία νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπιβάλλεται κατὰ συνέπειαν εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀναιρέσῃ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κύριος εἰσηγητὴς ἐφωτίσθη καὶ ἀποδοκιμάζῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἐλεύθερος νὰ μὴ ὁμιλήσῃ, ἀλλ’ ἤμεθα καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ δικαίῳ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρχεν ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον τοῦ κ. Προέδρου ὁ κ. Χατζίσκος, καὶ ἐνῷ ἠκούσθη ὅτι θὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤμεθα, λέγω, ἐν τῷ δικαίῳ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤθελον καταναλώσει οἱ δύο οὗτοι ῥήτορες ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ μὴ ἔχωμεν τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωμεν, διὰ νὰ συζητήσωμεν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι κανονικὸν θὰ ἦτο, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕτοιμος, νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ συνεπῶς νὰ μὴ χάσωμεν εἰς μάτην τὴν ἑσπέραν ἡμῶν, ἢ νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον, ἵνα μὴ χάσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ὅμως ἐπιμείνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πλειονοψηφία, βεβαίως δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ὑποκύψωμεν.
§166ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμείνατε πρῶτον νὰ ἀκούσητε ἐμέ. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἐδήλωσεν ὅτι θέλει νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται σήμερον, οὐδεὶς δ’ ἄλλος τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ...
§168Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ αὔριον, ὅτε θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Δηλιγιάνης, καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν παρακάτω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§170ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§171ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§172ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δηλῶ καὶ ἐγὼ, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι βεβαίως θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθην νὰ ὁμιλήσω ὅταν ἀκούσω προηγουμένως τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα μὴ ἀναγκαζώμεθα νὰ ἐπανερχώμεθα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἄλλως τε ἡμεῖς ὡμιλήσαμεν διὰ τῆς ἐκθέσεως. Περιμένομεν ν’ ἀκούσωμεν τοὺς ἐναντίους, καὶ τότε θὰ λάβωμεν τὸν λόγον.
§173Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν παραξενεύομαι διὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, διότι θὰ ἀποδείξω ὅτι...
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει λόγον ἡ συζήτησις.
§175Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν. Ἀφοῦ εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι...
§177Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι μᾶς ἀδικεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φρονῶν ὅτι μόνον εἰδικὸς δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ...
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό.
§179Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. .. Διότι ὁ ἀξιωματικὸς ὀφείλει νὰ ἦναι καὶ οἰκονομικός.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμπόδισα κανένα νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀλλὰ, μὲ συγχωρεῖτε, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι εἰς τὰ οἰκονομικὰ εὑρίσκεσθε εἰς οἵαν θέσιν ὁ κ. Καραπᾶνος. Ἐὰν ἠθέλετε ζητήσει ὑμεῖς τὴν ἀναβολὴν, θὰ ἦτο ἐντελῶς δεδικαιολογημένη αὕτη, καὶ δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἀναβολὴ ζητουμένη ὑπὸ τοῦ κ. Καραπάνου δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν κατωτέρω. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων.
§182ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἶναι πρώτη συζήτησις, δὲν εἶναι δευτέρα, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα.
§184Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον πρὸ καιροῦ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην συζήτησιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένοντο τροποποιήσεις τινὲς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιμένουσί τινες τῶν κυρίων συναδέλφων, διὰ νὰ μὴ χρονοτριβῶμεν, δέχομαι νὰ θεωρηθῇ ἡ σημερινὴ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρώτη.
§185ΔΑΟΥΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς κ. Ζέγγελης, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω ἐνταῦθα.
§186Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, καὶ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιτηδευμάτων (θόρυβος).
§187ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ φέρεται εἰς συζήτησιν ἀπροσδοκήτως, διότι δὲν περιεμένετο, εἶναι ὁλόκληρος κῶδιξ, ἐγὼ δὲ οὐδὲ τὰς σημειώσεις μου ἔχω μετ’ ἐμοῦ...
§188ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις.
§189ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι κακίστη ἡ συνήθεια αὕτη, νὰ λέγωμεν ὅτι εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις. Δὲν δυνάμεθα διὰ τοῦτο ἀπαράσκευοι νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν, καὶ ταύτην τὴν πρότασιν ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι κατάφορτος νομοσχεδίων· δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν πιστώσεων· ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐκλέξῃ τὰ νομοσχέδια, ἅτινα ἔχουσι χαρακτῆρα εὔκολον, οὕτω δὲ καὶ ὁ χρόνος δὲν ἀπόλλυται εἰς μάτην.
§190Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας προβάλλει ὁ κ. Βουλευτὴς σήμερον, τὰς ὑπέβαλε καὶ πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα μηνῶν, ὅτε τὸ πρῶτον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἔκτοτε παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν παρεκάλεσα, ἀλλ’ εἰς μάτην, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν νὰ λάβῃ μέρος. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξε τὴν ἔκθεσίν της καὶ κατέθεσεν αὐτήν. Πρόκειται σήμερον περὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως. Ἐὰν δὲν παραδεχθῶμεν σήμερον νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, εἶναι ὡς νὰ τὸ παραπέμψωμεν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διατάξεις τινὲς τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, καὶ πρὸ πάντων ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὰ Ὑποπροξενεῖα, ἀφοῦ κατηργήθησαν τὰ Προξενικὰ Πρακτορεῖα καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συστηθῶσι τὰ νέα Ὑποπροξενεῖα. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ ψηφισθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ εἰς τὴν δευτέραν δύναται νὰ γείνῃ εὐρυτέρα συζήτησις.
§191ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ συζητήσω εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὰ ἔγγραφα, καὶ εἶμαι δεδικαιολογημένος, διότι προέκειτο νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολολισμὸς, πάντες δὲ γνωρίζομεν, ὅτι ἡ γενικὴ συζήτησις αὐτοῦ διαρκεῖ μίαν ἑβδομάδα. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ ἦμαι ἕτοιμος διὰ τὸ νομοσχέδιον; Πρότερον ἦτο ἐγγεγραμμένον πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατόπιν ἐτέθη μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν θὰ ψηφισθῇ ποτέ· ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προτείνει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ θέματος τῆς ναυτιλίας μετὰ τὸν προϋπολογισμόν· νομίζω δὲ, ὅτι τοῦτο προτείνας δὲν ἤθελε νὰ παίξῃ, ἀλλ’ ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν σπουδαίως, ὅτι θὰ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη. Λοιπὸν προφανῶς οὐδὲν χάνει τὸ νομοσχέδιον ἀπόψε, ἐὰν δὲν συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐνῷ ἡ πρότασις, ἣν ὑπέβαλον, διευκολύνει τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ψήφισιν πολλῶν νομοσχεδίων πρωτίστης σημασίας. Αὔριον δὲ συζητοῦμεν εἴτε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως ἠθέλετε προτιμήσει.
§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἐζήτησεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅπως ἀναβληθῇ τὸ θέμα τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ περὶ ναυτιλίας μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν· φθάνομεν ὅμως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ λέγετε «δὲν θέλομεν νὰ συζητήσωμεν, διότι ἀσθενεῖ ὁ δεῖνα καὶ δεῖνα Βουλευτής». Τώρα ἐρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ προξενικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ἀνθίσταται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, λέγων ὅτι δὲν ἔχει τὰς σημειώσεις του· καὶ ἐγὼ λέγω: «ἂς διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν, καὶ ἂς ἐπανέλθωμεν, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὐτήν». Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπόψε· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην ἀναβολῆς, ὅταν πρόκηται περὶ συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει εἰδικότητα. Ἑπομένως δύναται νὰ προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφά του μετὰ τὴν διακοπὴν, καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν. Δὲν πιστεύω ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ δώσῃ χώραν εἰς μακρὰν συζήτησιν.
§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω καθαρὰ, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ἐπιθυμίαν νὰ παρεμποδίσω τὰς μεταρρυθμίσεις, αἵτινες εἰσάγονται· ὑπάρχουσι μάλιστα μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοιαῦται, εἰς ἃς θὰ δώσω καὶ τὴν ψῆφόν μου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,—ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκαλέσθη τὰς γνώμας μου,—εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ τῆς Βουλῆς ἐν τῷ βραχεῖ διαστήματι, ὅπερ ὑπολείπεται· εἶναι νομοσχέδιον δικονομικὸν, εἶναι φορολογικὸν, εἶναι—ὅπερ σπουδαιότατον διὰ Κυβέρνησιν, ἥτις ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας, —νομοσχέδιον αὐξάνον τὰς δαπάνας, διότι πρόκειται ἐφεξῆς νὰ πληρώνωνται οἱ μισθοὶ εἰς χρυσόν...
§194Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μερικῶν μισθῶν μόνον.
§195ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Λοιπὸν ὀρθῶς θέλει πράξει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν ἐξ αὐτοῦ ἐκλέξῃ πρὸς ψήφισιν τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα, ἵνα εὐκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν αἵρεσιν δὲν φέρω ἀντίρρησιν, ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἄρχεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Ὁ κύριος Πεταλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§198Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸ καιροῦ εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν τινὰ, ἢ μᾶλλον προσθήκην, ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου. Ἡ τροπολογία μου αὕτη μετὰ τῆς συνοδευούσης αὐτὴν βραχείας ἐκθέσεως ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη· ἀλλ’ ἔκτοτε βεβαίως ἐλησμονήθη. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν αὐτῆς ἐκ νέου.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§200Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§202ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως ἤθελεν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχωμεν πίνακα, προσκομιζόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις νὰ δεικνύῃ ἡμῖν καὶ ὁρίζῃ ποία ἡ μεταβολή, ἥτις ἐπέρχεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκ τοῦ μισθολογίου, ὅπως τροποποιεῖται. Διότι εἶναι ἀδύνατον, ἐκτὸς ἴσως ἂν κοπιάσῃ τις πολύ, νὰ κατορθώσῃ νὰ παραστήσῃ ἐνταῦθα, τί προκύπτει ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ μισθολογίου. Δεύτερον καὶ σπουδαιότατον εἶναι, νὰ ἔχωμεν πίνακα τῶν εἰσπράξεων τῶν ἀμίσθων ἀρχῶν, αἵτινες μεταβάλλονται σήμερον εἰς ἐμμίσθους, ἐν γένει πίνακα τῶν εἰσπράξεων πασῶν τῶν ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν, διότι ἔχομεν ἐνταῦθα ἀμίσθους προξενικὰς ἀρχὰς, περὶ ὧν παρέχεται δικαιολόγησις, ὅτι μετατρέπονται εἰς ἐμμίσθους λόγῳ τῶν εἰσπράξεων, αἵτινες ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν ἀποδίδονται, καὶ ὅμως εἰς τοὺς γινώσκοντας τὰ κατ’ αὐτὰς αἱ δικαιολογίαι δὲν κομίζονται ἐπαρκεῖς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ τὸ ἑξῆς παράδοξον. Ὑπάρχουσιν ἀρχαί, αἵτινες ἔχουσι τοσαῦτα εἰσοδήματα, ὥστε νὰ διορισθῇ καὶ ἔμμισθος ἀρχὴ καὶ πάλιν νὰ ὑπάρχωσι περισσεύματα, καὶ ἐν τούτοις ἐκεῖ δὲν προτείνεται νὰ διορίζωνται ἔμμισθοι πρόξενοι. Διὰ ποῖον λόγον, δὲν γνωρίζω, ἢ μᾶλλον δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω. Ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς μάλιστα Κυβερνήσεων ἐγένετο λόγος, ὅπως μεταβληθῶσι τὰ Προξενεῖα ταῦτα εἰς ἔμμισθα, καὶ ὅμως σήμερον δὲν περιλαμβάνονται μεταξὺ τῶν μετατρεπομένων εἰς ἔμμισθα. Φέρω παραδείγματα πρόχειρα: Τὸ Κάρδιφ εἶναι σπουδαιότατον, λόγῳ εἰσοδημάτων, τὸ ἐν αὐτῷ Προξενεῖον, εἰσοδημάτων ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξανομένων· εἰς ἑκατοντάδας δὲ ἀριθμοῦνται οἱ Ἕλληνες οἱ ἐν Κάρδιφ. Ὅλον σχεδὸν τὸ ἐμπόριον τῶν γαιανθράκων γίνεται μεταξὺ Κάρδιφ καὶ Ἑλλάδος, διερχόμενον διὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Προξενείου τούτου. Τὸ προσοδοφορώτατον τοῦτο Προξενεῖον μένει ἄμισθον. Τῆς Μελίτης ἐπίσης τὸ Προξενεῖον εἶναι λίαν προσοδοφόρον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἤμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὸ 1892, ἢ καὶ μετὰ ταῦτα, τὸ 1893, ὅτι ὁ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς καὶ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας μὲ ἤλεγξεν ὅτι παρέλιπον νὰ καταστήσω ἔμμισθα τὸ ἄμισθον ἐν Κάρδιφ Προξενεῖον καὶ ἰδίως τὸ ἐν Μελίτῃ. Ἡ Μελίτη ἔχει κατ’ ἔτος εἰσοδήματα τοὐλάχιστον 8,000 χρυσᾶ φράγκα, ἅτινα ἐὰν μετατρέψητε εἰς δραχμὰς, θέλετε εὕρει, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῇ καὶ ὁ πρόξενος καὶ περισσεύματα νὰ ὑπάρχωσιν. Ἡ Μελίτη, τότε ἔχουσα 8,000 φράγκα, βεβαίως σήμερον ἔχει περισσότερα...
§203ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κατά τι ὀλιγώτερα.
§204ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυνατόν· δὲν ἔχομεν ὅμως πίνακα, ἵνα ἀποδείξωμεν τοῦτο... Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν καὶ διὰ ταῦτα καὶ δι’ ἄλλα, ἅτινα θὰ ἐξετάσω ἐν καιρῷ, νὰ ἔχωμεν πίνακα τῶν εἰσπράξεων· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ προσαγάγῃ πίνακα τοιοῦτον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἄλλοτε, δυσκόλως μέν, ἀλλὰ κατωρθώθη νὰ ἔχωμεν πίνακας εἰσπράξεων τῶν κυριωτέρων ἀμίσθων Προξενείων. Τοιοῦτος δὲ πίναξ εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ κατατεθῇ, ἵνα κρίνωμεν, κατὰ πόσον, ἱδρύοντες Προξενεῖα ἔμμισθα, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας αὐτῶν ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἴδωμεν κατὰ πόσον, ἱδρύοντες καὶ ἄλλα, θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀνακουφίσωμεν ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, ἐν οἷς δὲν ὑπάρχουσι μὲν ἐπαρκοῦσαι εἰσπράξεις, ἀλλ’ ὅμως ὑπάρχει ἀνώτερον συμφέρον νὰ διορισθῇ ἔμμισθος πρόξενος. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ἤθελεν εἶναι καλὸν, — διότι καὶ τοῦτο σχετίζεται πρὸς τὸ νομοσχέδιον, — νὰ προσαχθῇ ἐπὶ τέλους καὶ ὁ πίναξ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐμμίσθων ἀρχῶν, πίναξ εὐκολώτατος, διότι ἀκριβῶς ἀναγράφονται τὰ τῶν εἰσπράξεων ἔν τε τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ. Κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, κατ’ ἔτος καταρτίζεται πίναξ τῶν εἰσπράξεων τῶν τε ἐμμίσθων καὶ τῶν ἀμίσθων Προξενείων, ὃν καταθέτει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τηροῦνται ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τοῦ νόμου. Μέχρι τοῦδε, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, σπανίως πίνακες τῶν εἰσπράξεων κατετέθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν. Ἀπὸ τοῦ 1883, ὅτε ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, πίναξ κατετέθη τὸ 1887 τὸ πρῶτον, περιλαμβάνων τὰς εἰσπράξεις τῶν ἐτῶν 1883, 1884, 1885 καὶ 1886, κατὰ τὸ 1892 κατετέθη ὁ πίναξ τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1889 μέχρι τοῦ 1891, καὶ ἐν τῷ μεταξύ, κατὰ τὸ 1889, ὁ πίναξ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1887 καὶ 1888. Πέραν τοῦ 1891 δὲν γνωρίζω ἄν ποτε κατετέθη πίναξ ἐν τῇ Βουλῇ, νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν κατετέθη. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ἰδίως νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα τοῦ τελευταίου ἔτους, ὅστις εἰς ἡμᾶς εἶναι λίαν χρήσιμος. Προκειμένου περὶ τοῦ Προξενείου Ὀδησσοῦ, θέλω παρακαλέσει, αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ περιορισθῶσιν εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν σειρὰν πληροφοριῶν ἐπὶ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν. Περὶ τούτου εὑρίσκεται σημείωσις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι βλέπω, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ ἐνταῦθα τοιαύτην, τῶν ἐσόδων τοῦ 1883–1889, ἐξ ἧς συνάγεται, τί εἰσέπραττε τὸ Προξενεῖον τοῦτο κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, ὑποθέτω δὲ, ὅτι περίπου τὰ αὐτὰ εἰσέπραττε καὶ μετὰ ταῦτα. Κατὰ τὴν σημείωσιν, ἣν ἔχω ἐνταῦθα καὶ ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, κατὰ τὸ 1883 εἰσέπραξε δραχ. 10,065, τὸ 1884 δρ. 8724, τὸ 1885 δρ. 8716. Κατὰ τὸ 1886 δὲν ὑπάρχει σημείωσις· τὸ 1887 εἰσέπραξε δραχμὰς 7697, τὸ 1888 δρ. 7109, καὶ τὸ 1889 δρ. 7678. Καὶ ἐγὼ μὲν σημειώσεις ἔχω μέχρι τοῦ 1889, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ πάσας τὰς πληροφορίας τὰς ἐπισήμους διὰ τῆς ὁδοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἕτοιμος νὰ καταθέσῃ πίνακας, ὡς ἀκούω, θέλω παρακαλέσει νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις αὐτῶν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν πάντες γνῶσιν αὐτῶν.
§205Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, θέλω καταθέσει αὔριον· δύναμαι ὅμως ἐκ τοῦ προχείρου νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας ὡς πρὸς τὰς ἀμίσθους προξενικὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής. Τὸ Προξενεῖον Μελίτης, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐλάβομεν παρὰ τοῦ προξένου, εἰσέπραξε κατὰ τὸ ἔτος 1899 φρ. 5093, καὶ κατὰ 1898 φρ. 5813. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ προξένου ἀναφέρονται οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους αἱ εἰσπράξεις αὗται, αἵτινες κατὰ τὸ 1894 ἀνήρχοντο εἰς 9,000 φράγκα, ἤδη ἐμειώθησαν. Ὡς πρὸς τὸ Προξενεῖον Κάρδιφ, ἔχω πληροφορίας, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελευταίου ἔτους ἀνῆλθον εἰς 17,000 φρ. περίπου, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν 11,000, αἱ ὁποῖαι εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁσάκις τὸ προξενικὸν τέλος, τὸ πληρονόμενον διὰ πρᾶξίν τινα, ὑπερβαίνῃ τὰς 100 δραχμάς, εἰσπράττεται παρὰ τῶν ἀμίσθων προξένων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ Προξενεῖον Κάρδιφ, ὡς καὶ τὰ ἄλλα ἄμισθα Προξενεῖα, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ἀπεφάσισα εἰσέτι νὰ τὰ μεταβάλω εἰς ἔμμισθα, καὶ τοῦτο, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ μεγάλη αὔξησις δαπανῶν· διότι, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διὰ τὴν συντήρησιν ἑνὸς Προξενείου ἀπαιτοῦνται 8 ἕως 10 χιλιάδες φράγκα.
§206ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μέχρι πρὸ ὀλίγου ἦτο Ὑποπροξενεῖον, καὶ χαριστικῶς ἐγένετο Προξενεῖον.
§207ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ συστηθῇ Ὑποπροξενεῖον ἔμμισθον. Θὰ ἐδεχόμην τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην ὀρθὴν τροπολογίαν ἢ πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν, αἵτινες ἤδη μεταβάλλονται εἰς ἐμμίσθους, ἔχω ἐπίσης προσαγάγει πίνακα τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν τοῦτο. Ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἔχωμεν ἀκριβεῖς πληροφορίας τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ τὰ Προξενικὰ Πρακτορεῖα, διότι οἱ ἄμισθοι πρόξενοι δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ στέλλωσι τὰ βιβλία των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· δὲν ἐστέλλοντο δὲ μέχρι τοῦδε, ἐκτὸς ὁσάκις ἐζητοῦντο. Ἐν τούτοις ἐζήτησα ταῦτα, καὶ ἔχω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τοιοῦτον, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Δούνη. Πάντας δὲ τοὺς ζητηθέντας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς πίνακας θέλω καταθέσει αὔριον εἰς τὴν Βουλήν.
§208ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Καίτοι ἐπιφυλάσσομαι αὔριον, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀναπτύξω τὰς ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔθιξε τὸ ζήτημα τῆς μετατροπῆς Προξενείων ἀμίσθων εἰς ἔμμισθα, λέγω ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρεται ἡ γνώμη αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται, ὅτι «ἓν τῶν μελῶν προέτεινε τὴν εἰς Γενικὸν Προξενεῖον προαγωγὴν τοῦ ἐν Βηρυτῷ Προξενείου, πολλὰ δὲ μέλη τὴν μετατροπὴν εἰς ἔμμισθα Προξενεῖα τῶν ἀμίσθων τοιούτων Κάρδιφ, Μελίτης καὶ Ἀμβέρσης, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ ὡς πρὸς τὰ δύο ἐπαφέθη εἰς τὴν κρίσιν καὶ ψῆφον τῆς Βουλῆς». Ταῦτα ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς αʹ συζήτησιν).
§209ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Νὰ σταματήσωμεν ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ψηφισθῶσι, παρακαλῶ, αἱ πιστώσεις.
§211ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 320,370 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται)
§213Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ ἑξῆς πιστώσεις: Κεφ. 15 ἄρθρ. 4. «Ἔξοδα Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν καὶ ἔξοδα μεταθέσεως ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων δραχ. 2,500». Κεφ. 28 ἄρθ. 3. «Ἔξοδα ὑπὲρ δασῶν δραχ. 4,000».
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 173) (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 8,700 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 9,690.26 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 4) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,950,262 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 5) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 20,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. 6) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 200,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. 7) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 1,975,045.45, ἐξ ὧν εἰς χρυσὸν δρ. 5,287, ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ δρ. 742,500 καὶ ἐκ φράγκων χρυσῶν 11,828.25. 8) Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων ἔργων. 9) Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων. 10) Περὶ κυρώσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων δημοσίων ἔργων. 11) Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῆς ὑπαρχούσης δεξαμενῆς ἐν τοῖς Λουτροῖς Ὑπάτης. 12) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1900. 13) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1900. 14) Περὶ παρατάσεως διοριῶν πρὸς πληρωμὴν καὶ δήλωσιν ἀμέσων φόρων ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς ἐπαρχίαις. 15) Περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν πρὸς τὴν Αὐστριακὴν Κυβέρνησιν ἐθνικοῦ οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς. 16) Περὶ παραχωρήσεως ἐκκλησιαστικοῦ χώρου πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ. 17) Περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11 καὶ 15′ μ. μ.)