Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 35

1900.03.07

3.780 στίχοι · 28.753 λέξεις · 1 πίνακας · 204 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.03.07
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1900)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35

Τῆς 7 Μαρτίου 1900.

(Τρίτη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν ἰδιοκτητῶν ἀτμοπλοίων καὶ ἱστιοφόρων πλοίων, παρακαλούντων νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς προστασίαν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Φιλιατρῶν, παρακαλούντων, ὅπως ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Πύλου–Κυπαρισσίας ἐπεκταθῇ μέχρι Φιλιατρῶν. Ἕτερον τοιοῦτον τοῦ λαοῦ Σοφάδων, ἐκφράζοντος τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ χρέους τῶν ὑπὸ τῆς Ἑλένης Ζαρίφη ἐκχωρηθέντων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὀφειλετῶν. Αἴτησιν φοιτητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς περὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν ἑδρῶν αὐτῆς καὶ ἀναδιορισμοῦ τοῦ ἀπολυθέντος καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας κ. Δελλαπόρτα.

§2Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκτεταμένη.

§4ΜΠΑΣΙΑΣ. Πληροφοροῦμαι παρὰ συμπολιτῶν μου, ὅτι ὑπεβλήθη ἀναφορὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀποσταλεῖσα ἐκ Κεφαλληνίας καὶ ὑπογεγραμμένη παρὰ πολιτῶν καὶ φοιτητῶν, διὰ τὸ ζήτημα τοῦ κ. Δελλαπόρτα. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ δηλώσῃ, ἂν ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ἡ ἀνακοινωθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ, διότι σκοπῶ νὰ τὴν ὑποστηρίξω.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀνακοινωθεῖσαν ἀναφορὰν μοὶ ἐνεχείρισε χθὲς ἐπιτροπὴ φοιτητῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ συνεδρίαζε. Δὲν εἶναι ἐκ Κεφαλληνίας.

§6ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἄς ἀναγνωσθῇ.

§7ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ, ἀφοῦ ζητεῖται ἡ ἀνάγνωσις αὐτῆς.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§9Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἄν δὲν ἀναγνωσθῇ, ζητῶ τὸν λόγον καὶ τὴν ἀναγινώσκω ἐγώ.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Εἶναι τύπος, ὃν πρέπει νὰ τηρήσω... Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά;

§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά).

§12ΜΠΑΣΙΑΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστῶ θερμῶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δυστυχῶς τὸ κακὸν δὲν ἐσταμάτησεν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπολύσεως αὐτοῦ τὸ Πανεπιστήμιον εὑρίσκεται ἐν ἀναρχίᾳ! Σήμερον δέ, καθὼς πληροφοροῦμαι, ἐγένοντο αἱματηραὶ σκηναὶ πρὸ τοῦ Πανεπιστημίου· πυροβολισμοὶ ἐρρίφθησαν, καὶ ἐπληγώθησαν τρεῖς φοιτηταί! Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς ἐλήφθησαν.

§13Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, λυποῦμαι ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ εἶναι ἀπησχολημένη εἰς σοβαρώτατα ζητήματα, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ καιροῦ ὑπέβαλον ἐπερώτησιν. Μὲ ἀναγκάζει δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον ἡ ἀναφορά πρὸ πάντων τῶν φοιτητῶν, ἡ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσα, ἥτις ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον ἡμῶν. Λαμβάνων λοιπὸν τὸν λόγον, ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ εὐχαριστήσω τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι μετὰ δευτέραν ὑπόμνησιν προσεκόμισεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ κυρίου Δελλαπόρτα, καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀντικαταστάτου αὐτοῦ κ. Γαζέπη. Κύριοι Βουλευταί, ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ ἐλλείψεις καὶ αἱ ἀτέλειαι τῆς περὶ Πανεπιστημίου νομοθεσίας παρέχουσιν ἀφορμὴν εἰς τὰ ἄτοπα καὶ σκανδαλώδη γεγονότα, ἅτινα συνταράττουσιν ἑκάστοτε τὴν κοινωνίαν, ὅταν πρόκηται περὶ πληρώσεως ἕδρας τινὸς τοῦ Πανεπιστημίου· ἐξ οὗ δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰσαγαγὼν γενικὸν καὶ πλῆρες νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Διότι, ἐὰν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῶν ἰσχυόντων νόμων, θέλομεν παρατηρήσει ἐν αὐτοῖς τῳόντι τὸ σπέρμα τῶν σκανδάλων. Ὁ νόμος, ὡς γνωστόν, ὁ διέπων τὸ Πανεπιστήμιον, εἶναι βασιλικὸν διάταγμα τοῦ 1837. Ἐν ἄρθρῳ 9 αὐτοῦ εἴρηται, ὅτι «μετὰ πέντε ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Πανεπιστημίου θέλουν συντελέσει τὸ Πανεπιστήμιον καὶ αἱ Σχολαὶ διὰ τῆς συμμετοχῆς των, ἥτις θέλει προσδιορισθῆ ἐν τοσούτῳ ἀκριβέστερον, διὰ νὰ ἀναπλῃρωθῶσιν αἱ χηρεύουσαι καθέδραι». Καὶ ἐνόσῳ μὲν ὑπῆρχεν ἐκκρεμὲς τὸ δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς τῶν Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν, ἐνόσῳ ὁ Ὑπουργὸς αὐθαιρέτως διώριζε τοὺς καθηγητάς, τὰ πράγματα ἔβαινον ὁμαλώτερον. Ἀφ’ ὅτου ὅμως δυστυχῶς, κατὰ τὸ 1882, ἡ Κυβέρνησις ἐξέλαβεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ διάταγμα νομοτελεστικὸν καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ κατάστασις ἐχειροτέρευσε. Περὶ τοῦ κύρους τοῦ διατάγματος τοῦ 1882 γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσι δύο γνῶμαι. Ἐγὼ ὅμως θὰ ἀπέκλινον πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι, ὅτε ἡ Βασιλεία κατὰ τὸ ἔτος 1837 ἐξέδιδε τὸ εἰρημένον διάταγμα καὶ ὑπισχνεῖτο, ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ἐκδώσῃ ἕτερον διάταγμα περὶ τοῦ τρόπου τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν, ἐνόει βεβαίως, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκδώσῃ νόμον, διότι ὁ Βασιλεὺς συνεκέντρου ἐν ἑαυτῷ καὶ ἐχειρίζετο τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τὰ βασιλικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδίδοντο τότε, ἦσαν νόμοι. Νόμον λοιπὸν ὑπισχνεῖτο τὸ διάταγμα ἐκεῖνο νὰ ἐκδώσῃ περὶ τῆς διαδικασίας τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν.

§14Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι συζητήσιμον.

§15ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ 1882 ἐξεδόθη βασιλικὸν διάταγμα, κανονίζον τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην, ἀμέσως κατόπιν, μετὰ τὸ ἔτος 1882, νὰ εὑρίσκετο Κυβέρνησις, ἥτις, ἀποφεύγουσα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ διατάγματος τούτου, ἤθελεν ἀφήσει εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἄνευ συμμετοχῆς τῶν Σχολῶν, διότι τότε ἤθελεν ἀναλαμβάνει ὁ Ὑπουργὸς ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, καὶ θὰ ἠναγκάζετο ἴσως νὰ ἐκλέγῃ καὶ διορίζῃ τοὺς ἱκανωτέρους πρὸς πλήρωσιν τῶν ἑδρῶν, καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν τὰ σφάλματα καὶ τὰ σκανδαλώδη καὶ λυπηρὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα παρετηρήθησαν πολλάκις ἀπὸ τοῦ 1882. Καὶ δὲν λέγω μὲν, ὅτι αἱ Σχολαὶ τοῦ Πανεπιστημίου δὲν προτείνουσιν ἐνίοτε ἀξίους τῳόντι καθηγητὰς καὶ ἐπιστήμονας, ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει συνήθως ὅταν δὲν ἀναμιγνύωνται τὰ πολιτικὰ κόμματα, ὅταν ἡ πίεσις δὲν κάμπτῃ τὰς ἀγαθὰς προθέσεις ἀδυνάτων τινῶν χαρακτήρων. Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ ηὐχόμην πρὸ πάντων νὰ ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν. Ὁ νόμος τοῦ 1837 στηρίζεται ἐπὶ τοῦ Γερμανικοῦ συστήματος. Ἔχομεν ὀργανισμὸν Γερμανικοῦ Πανεπιστημίου. Δύναμαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς βαθέως ἐμελέτησε τὰ ἐν Γερμανίᾳ γενόμενα· τοῦτο δ’ ἐξάγω ἐκ τῆς μακρᾶς ἐκθέσεως αὐτοῦ ἐν τῷ περὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἄρτι ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, ἔνθα ἡ δαψίλεια τῶν γνώσεων αὐτοῦ κατάδηλος γίνεται. Ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχουσιν εἴκοσι περίπου Πανεπιστήμια, καὶ ἡ ἅμιλλα ἀναγκάζει καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τὰ Πανεπιστήμια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἴδια σωματεῖα, νὰ ἐκλέγωσι τοὺς ἀρίστους ἐκ τῶν καθηγητῶν. Ἂν λάβητε δὲ ὑπ’ ὄψιν Γερμανικόν τι Πανεπιστήμιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὸ ἡμέτερον, τὸ Πανεπιστήμιον π. χ. τῆς Βόννης, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι, καίτοι ἐκεῖ ἐδίδαξαν καὶ διδάσκουσιν οἱ ἄριστοι καθηγηταί, καίτοι ὑπάρχει ἡ ἅμιλλα, καίτοι ἡ πρότασις τῶν Σχολῶν περὶ διορισμοῦ καθηγητῶν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγου τριῶν ὑποψηφίων, καίτοι ἡ ἀνάγκη τῆς προτάσεως τοῦ διοριστέου καθηγητοῦ τοιουτοτρόπως περιορίζει τὸ δικαίωμα τῶν Σχολῶν, διότι ἐκ τῶν τριῶν ἐκλέγει ὁ Ὑπουργὸς οἱονδήποτε, κατὰ βούλησιν, οὐχ ἧττον ὑπάρχει καὶ ἀνάλογος ἀριθμὸς ἐκτάκτων καθηγητῶν, οἵτινες παρακολουθοῦσι τοὺς τακτικούς. Ἡ εἰσαγωγὴ παρ’ ἡμῖν τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν ἤθελεν ἐξουδετερώσει ἀναντιρρήτως τὰ θλιβερὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται ἑκάστοτε, ὅτε ἡ πλήρωσις κενῆς ἕδρας τακτικοῦ καθηγητοῦ προκαλεῖται. Διενεργεῖται εἶδος ἐκπορθήσεως μετὰ κατάστρωσιν πλήρους πολεμικοῦ σχεδίου. Ἐὰν ὅμως παρὰ τῷ τακτικῷ καθηγητῇ παρακολουθῇ καὶ εἷς ἔκτακτος, ἀναπτύσσεται ἡ ἅμιλλα. Ὁ θεσμὸς τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν τυγχάνει ἀπαραίτητος, διότι ὁ τακτικὸς καθηγητὴς μετὰ διδασκαλίαν πολυχρόνιον γίνεται τέλειος, ὅταν δ’ αὐτὸς ἀποθάνῃ, δυσχερέστατα ἀναπληροῦται, καὶ ἡ Κυβέρνησις μετὰ δυσκολίας εὑρίσκει τὸν δυνάμενον ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτόν. Ἀπόδειξις ἡ ἕδρα τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ. Εὐχῆς ἔργον λοιπὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ σπεύσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου τὸν θεσμὸν περὶ ἐκτάκτων καθηγητῶν. Ἐν Γερμανίᾳ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους παρατηροῦμεν τὰ ἑξῆς. Ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Βερολίνου πρό τινων ἐτῶν ἦσαν 69 τακτικοὶ καθηγηταὶ καὶ 60 ἔκτακτοι, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Γοτίγγης ἦσαν 73 τακτικοὶ καὶ 25 ἔκτακτοι, τῆς Βόννης 59 τακτικοὶ καὶ 28 ἔκτακτοι, τοῦ Breslau 54 τακτικοὶ καὶ 22 ἔκτακτοι, τῆς Χάλλης 50 τακτικοὶ καὶ 25 ἔκτακτοι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐὰν ἴσχυεν ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ παρ’ ἡμῖν, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιούτων συζητήσεων, δὲν θὰ ἐγίνετο τόσος θόρυβος καὶ δὲν θὰ συνέβαινον ἑκάστοτε γεγονότα, καταρρίπτοντα τὸ γόητρον τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, διότι παρὰ τῷ τακτικῷ καθηγητῇ ἠδύνατο νὰ διορισθῇ καὶ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ἄξιον νὰ καταλάβῃ θέσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέλαβε τὴν μελέτην τοῦ θέματος. Εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται καὶ ὁ ἰσχύων νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅστις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἔχει ἐλαττώματα, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ κατ’ ἀρχὴν ὑπῆρξεν εὐεργετικός, θὰ ἠσθάνθη δὲ βεβαίως ἀνακούφισιν καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου κατὰ τὸν Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον ἠναγκάζετο νὰ κλείηται εἰς τὸ Μοναστήριον Πετράκη, ἵνα ἐν τῇ μονώσει καὶ ὑπὸ τοὺς στροβιλώδεις καπνοὺς τοῦ προσφιλοῦς αὐτῷ ναργιλὲ ἐπιδίδηται εἰς τὴν ἐπίπονον ἐργασίαν τῶν διορισμῶν καὶ παύσεων χιλιάδων διδασκάλων καὶ διδασκαλισσῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ μακαρίτου Πετρίδου εἰργάσθη καὶ ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἐν ἐπιτροπῇ, εἰς ἣν εἶχον τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ μετέχω. Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι μεγάλη συζήτησις ἐγένετο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ περὶ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν. Ἐγὼ ὑπεστήριζον τὴν ἄκραν γνώμην, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν καθηγητῶν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰς Σχολὰς, καὶ νὰ ἀναγραφῇ ὁ θεσμὸς τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν. Αἱ ἀνταλλαγεῖσαι θεωρίαι, τὰ διατυπωθέντα τότε νομοσχέδια ἐλησμονήθησαν. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ποτὲ ὁριστικὴν νομοθετικὴν φροντίδα. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1882 ἐγκύρως ἐξεδόθη, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νομικῶς εἰς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸ φλογερὸν ζήτημα τῆς παύσεως τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα, τὸ ὁποῖον τόσας συζητήσεις καὶ τόσα σκάνδαλα προὐξένησεν. Ἀπεχθάνομαι τὰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, καὶ θὰ προσπαθήσω, ὅσον τὸ δυνατὸν, χρονογραφικῶς νὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα, καὶ ν’ ἀφήσω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, πόσον ἀδικαιολόγητος, πόσον ἄδικος ὑπῆρξεν ἡ παῦσις τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα...

§16Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Κατετέθησαν, κύριε συνάδελφε, τὰ σχετικὰ ἔγγραφα;

§17Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρὸ τριῶν μηνῶν.

§18ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας κατέλαβε δυστυχῶς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἕδραν, τὴν ὁποίαν ἐπωφθαλμία καὶ ἕτερος ἐπιστήμων, ἀλλὰ καὶ ἰσχυρὸς πολιτικὸς, ὁ κ. Γαζέπης. Ὁ διορισμὸς τοῦ καθηγητοῦ κ. Δελλαπόρτα ἐγένετο κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1897. Συνῆλθεν ἡ Σχολὴ, τῇ προσκλήσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ, ὡς ἐκ τοῦ πρακτικοῦ φαίνεται, ὁ κ. Δελλαπόρτας ἔλαβεν ὀκτὼ ψήφους, καὶ ἕξ ὁ κ. Γαζέπης. Διωρίσθη λοιπὸν καθηγητὴς ὁ κ. Δελλαπόρτας, ἀνέλαβε τὴν θέσιν του καὶ ἀνέλαβε καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, ὡς γνωρίζετε, εἶναι παράρτημα τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ ἵδρυσις αὐτοῦ ἀνάγεται εἰς τὸ ἔτος 1843. Ἱδρύθη δὲ τῇ συνδρομῇ φιλανθρώπων. Κατὰ τὸ ὀργανισμὸν αὐτοῦ, ὁ καθηγητὴς τῆς Ὀφθαλμολογίας εἶναι καὶ διευθυντὴς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἡ διοίκησις ὅμως αὐτοῦ διεξάγεται ὑπὸ Ἀδελφάτου, οὗ τὰ μέλη ἰσοβίως διορίζονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἐγένετο μὲν κατόπιν εἷς νόμος, ἵνα καταλληλότερον ῥυθμίσῃ τὰ πράγματα, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη, καὶ ἐπανῆλθε τὸ πρώην καθεστώς. Ὅτε ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας, ἐδοκίμασε φοβερὰς ἀντιδράσεις, ὑπέστη ἀγρίας ἐπιθέσεις, ἐξ ἐκείνων, αἵτινες συνηθίζονται, ὅταν πρόκειται περὶ ἐκπορθήσεως ἕδρας τινὸς ὑπὸ ἀντιπάλου κατεχομένης. Παρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ Ἀδελφάτου, καὶ ἓν ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ ἐδήλωσεν εἰς αὐτὸν ῥητῶς, ὅτι δὲν θὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸν οὐδεμίαν συνδρομὴν, διότι τὸ Ἀδελφᾶτον δὲν θέλει αὐτὸν ὡς Διευθυντήν. Εὗρεν ὁ Δελλαπόρτας κατάστασιν οἰκτροτάτην· δὲν ὑπῆρχον ἐργαλεῖα, δὲν ὑπῆρχον τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς περίθαλψιν τῶν προσερχομένων ἀσθενῶν· ἐπειδὴ δὲ τὸ Ἀδελφᾶτον διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ἐζήτησεν ὁ καθηγητὴς τὰ μέσα πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἀλλὰ τὸ Ἀδελφᾶτον οὐδὲ ὀβολὸν ἔστρεξε νὰ παράσχῃ, οὐδὲ πρὸς ἀγορὰν τοὐλάχιστον τῶν ἐργαλείων, καὶ ἂν δὲν εὑρίσκετο ὁ πρύτανις τότε τοῦ Πανεπιστημίου νὰ μεσολαβήσῃ, ἵνα τὸ Πανεπιστήμιον παράσχῃ συνδρομὴν 2000 δραχμῶν, βεβαίως δὲν θὰ ὑπῆρχον οὐδὲ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἐργαλεῖα. Ἀλλὰ τὸ Ἀδελφᾶτον ἐξηκολούθει τὴν ἐχθρικὴν στάσιν του κατὰ τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ ὁ καθηγητὴς συνειργάζετο μετὰ τοῦ ἐπιμελητοῦ αὐτοῦ κ. Μεταξᾶ, ἑνὸς ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν διαπρεπεστάτων ὀφθαλμολόγων, ὅτε κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1899 ἤρχισε πλέον ἀναφανδὸν καὶ ἀπροκαλύπτως ὁ πόλεμος. Ἐλησμόνησα νὰ σημειώσω, ὅτι καὶ πρὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Δελλαπόρτα, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἀναγνωστάκη, τὸ Ἀδελφᾶτον συνῆλθε καὶ προέτεινε τὸν κ. Μεταξᾶν ὡς μέλος καὶ προσωρινὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Ἀλλὰ μήπως, νομίζετε, τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε τὸν διορισμὸν τοῦτον; Οὐχί! Καὶ διατὶ δὲν τὸν ἐνέκρινε; Διότι τὰ πρακτικὰ τῆς προτάσεως τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Μεταξᾶ, ὡς μέλους τοῦ Ἀδελφάτου, δὲν ἔφθασαν μέχρι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν! Μυστηριώδης χεὶρ παρεκώλυσε τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν! Καὶ ὀφείλω νὰ ἐξάρω ἐνταῦθα τὴν διαγωγὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις, πληροφορηθεὶς τοῦτο, ἠναγκάσθη νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὸ Ἀδελφᾶτον, ἵνα ἀποστείλῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον τῆς παραλείψεως ταύτης. Τότε, νομίζω, διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἐπαξίως σήμερον κατέχων τὴν θέσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Θεοτόκης. Ἀντὶ ὅμως νὰ σταλῶσι τὰ ἔγγραφα, συνέρχεται εἰς νέαν συνεδρίασιν ἡ Ἐπιτροπὴ, καὶ μεταβάλλεται ἡ πρότασις. Ποῖος δὲ προτείνεται; Μήπως προτείνεται καθηγητής τις τοῦ Πανεπιστημίου; μήπως ἆρά γε προτείνεται εἰδικὸς τις ἄλλος; Πλανᾶσθε! Ἐπροτάθη ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης κ. Μερκάτης.

§19ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὡς Διευθυντὴς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου;

§20ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὡς μέλος τοῦ Ἀδελφάτου... Δυστυχῶς ἀποθνήσκει κατόπιν καὶ ἕτερον μέλος τοῦ Ἀδελφάτου, ὁ Χωρέμης. Γίνεται νέα συνέλευσις τοῦ Ἀδελφάτου πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ. Καὶ ποῖος νομίζετε ὅτι προετάθη; Ὁ ἐκ Χαλκίδος συνάδελφος κ. Νικόλαος Καλογερόπουλος. Λοιπὸν τὸ Ἀδελφάτον τοῦ Ὀφθαλμιατρείου εἶναι τὸ Συμβούλιον σχεδὸν τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης! Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ψέξω αὐτό. Εἶναι ἄριστον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει Δελλαπόρτα δὲν ἐφάνη ἀμέτοχον προσωπικῶν συμπαθειῶν. Ὑπῆρχεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου εἷς οἰκονόμος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν ἐν εἴδει μηνύσεως πρὸς τὸ Ἀδελφᾶτον, ὅτι δῆθεν ὁ ἐπιμελητὴς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου κ. Μεταξᾶς ἦτο τραχὺς τὸ ὕφος, καὶ ἕνεκα τῶν τρόπων αὐτοῦ ἠνάγκασε δύο ἐκ τῶν βοηθῶν, «τῶν ἀρίστων», Σφήκαν τινὰ καὶ ἕνα ἄλλον, τοῦ ὁποίου μοὶ διαφεύγει τὸ ὄνομα, νὰ τραπῶσιν εἰς φυγήν, ὅτι δὲ τὰς ἐγχειρήσεις δὲν ἐνήργει ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας, ὁ διευθύνων τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, ἀλλὰ ὁ ἐπιμελητὴς Μεταξᾶς. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διεβιβάσθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς Πρυτανείας δ’ ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας, ὅστις καὶ ἀπελογήθη. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶχεν ἴσως ἀκόμη διανοηθῆ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ πραξικόπημα τῆς παύσεως τοῦ Δελλαπόρτα· εἶχε προβῆ εἰς ἀνάκρισιν περὶ τῆς ὑποστάσεως τῶν κατηγοριῶν καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἐρωτηθέντες δ’ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὡς αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνομολογεῖ ἐν τῇ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἐκθέσει του, οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου Καραμήτσας, Ζωχιὸς καὶ τρεῖς ἢ τέσσαρες ἄλλοι, ἀπεφάνθησαν ἀπροκαλύπτως κατὰ τῆς ἐναντίον τοῦ συναδέλφου αὐτῶν κατηγορίας, καὶ ἐξεμάνησαν κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ Ἀδελφάτου, εἰς ὃ ἀπέδωκαν τὴν κατάστασιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου... Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνανεύει.

§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπειδὴ ἀκριβολογεῖτε εἰς τὴν γλῶσσαν. Ὄχι ἐξεμάνησαν, διότι τότε θὰ ἦταν εἰς τὸ Φρενοκομεῖον.

§22ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι θὰ ἀποστείλητε αὐτοὺς εἰς τὸ Φρενοκομεῖον, καίτοι νομίζω ὅτι μὲ τὸ θάρρος καὶ τὴν τόλμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὑπάρχει κίνδυνος καὶ αὐτὸ νὰ γείνῃ· δὲν εἶναι καθόλου παράξενον. Ἐνῷ λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοιαῦτα ἐβεβαίουν οἱ καθηγηταὶ ἐκεῖνοι, φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐπείσθη νὰ ἀπόσχῃ τῆς διαταράξεως τῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς πραγμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀπεφάσισε τότε νὰ προβῇ εἰς ἀπόλυσιν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, διότι ἐφοβεῖτο, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς δὲν ἦτο ὑπὲρ τοῦ εὐνουμένου του Βουλευτοῦ Χαλκίδος, συνέλαβεν ὅμως τὴν σκέψιν περὶ διχοτομίας τῆς ἕδρας, καὶ ἐνθυμεῖται βεβαίως ἡ Βουλή, ἡλίκος θόρυβος ἠγέρθη, ὅτε ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἐστάλη πρόσκλησις εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν, ὅπως ἀποφανθῇ αὕτη, ἐὰν ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ διχασμοῦ τῆς ἕδρας, ἵνα ἐπικαθήσῃ καὶ ὁ κ. Γαζέπης. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ ἐξετελεῖτο ἡ ἐπιθυμία αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Γαζέπη, διότι δὲν θὰ συνέβαινε τὸ μέγα σκάνδαλον τῆς παύσεως καθηγητοῦ ἐξόχου, οἷος ὁ Δελλαπόρτας· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Σχολὴ τότε ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ταύτην. Καὶ γνωρίζω μὲν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι θὰ ἐπικαλεσθῇ ἴσως τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα, γνωρίζω ὅτι ἐν Πανεπιστημίοις τῆς Γερμανίας, οἷον τὸ τῆς Βόννης, ὑπάρχει κλινικὴ ὀφθαλμολογικὴ καὶ δύο ἐν αὐτῇ καθηγηταὶ διὰ τὴν θεωρητικὴν καὶ πρακτικὴν διδασκαλίαν. Ἀλλ’ ὅ,τι γίνεται ἀλλαχοῦ, εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, δὲν εἶναι εὔλογον νὰ ἐπικαλώμεθα ἡμεῖς, ὅπως καλύψωμεν τὰς μελετωμένας ἁμαρτίας. Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἴσως εὐφυὲς, ἀλλ’ ἡ δικαιολογία εἶναι τέχνασμα, ὅπως οἰκονομηθῇ ἡ ἐπιχείρησις κομματικῆς ἱκανοποιήσεως. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ διαβήματος, ἵνα ἡ Σχολὴ ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ δύο ἕδραι τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέλαβεν ἀναφανδὸν πλέον τὸ ἔργον περὶ ἀποπομπῆς τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα. Δὲν εἶναι ἀκριβές, Κύριοι, τὸ διὰ τῆς δημοσιογραφίας σκοπίμως διατυμπανισθέν, ὅτι αὐτὸς (ὁ κ. Δελλαπόρτας) ἐζήτησε τὴν διχοτομίαν, διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἃ εἶχε τὴν εὐγένειαν νὰ καταθέσῃ ὑπὸ τὰς ὄψεις μου ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐδὲν περὶ τούτου βεβαιοῦται. Ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀκριβὲς, ὅτι ὁ Δελλαπόρτας ἐζήτησε τὴν διχοτομίαν, πάλιν πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐκ τῆς πιέσεως, ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων κατ’ αὐτοῦ ἐπιθέσεων, ἴσως ἐσκέφθη νὰ μὴ ἀντείπῃ εἰς τὴν διχοτομίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ διὰ τῆς προσθήκης καὶ ἑτέρου καθηγητοῦ κατ’ οὐδὲν ἐμειοῦτο ἡ θέσις, ἣν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον καὶ τοσοῦτον ἐπαξίως κατεῖχε, καὶ διότι δὲν ἐνδιεφέρετο, ἂν καὶ ἕτερος ἐδίδασκε τὸ αὐτὸ μάθημα· οὐδόλως ἐφοβεῖτο τὴν ἅμιλλαν καὶ τὸν ἀνταγωνισμόν. Σημειώσατε, Κύριοι, καλῶς, ὅτι ὑποστηρίζων τὴν ὑπόθεσιν τοῦ καθηγητοῦ κ. Δελλαπόρτα, πράττω τοῦτο διότι ἀκράδαντον ἔχω πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ἱκανωτάτων καὶ διαπρεπεστάτων παρ’ ἡμῖν ἐπιστημόνων, ἐν Εὐρώπῃ καὶ αὐτὸς τελειοποιηθεὶς, καὶ ἀλλαχοῦ μὲν, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῷ Gâger καὶ Arlt ἐν Βιέννῃ εἰδικῶς περὶ τὴν ὀφθαλμολογίαν ἀσχοληθεὶς, ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν δὲ καὶ πλέον ἐπιτυχέστατα τὸ ἰατρικὸν ἐπάγγελμα ἀσκήσας, ὡς γνωστὸν, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ, κατέσχε πάντοτε καὶ κατέχει ὑψηλὴν ἐπιστημονικὴν θέσιν, καὶ ἐτίμησεν εἴπερ τις καὶ ἄλλος τὴν ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ ἕδραν, ἣν ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη αὐτῷ. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ θίξῃ τὴν φιλοδοξίαν ἢ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ ἕτερος καθηγητής, τὸ αὐτὸ μάθημα διδάσκων, δὲν ἐφοβεῖτο δὲ πρὸ πάντων τὸν κ. Γαζέπην, διότι εἶχε τὴν ἰδέαν, καὶ εὐλόγως, ὅτι ἦτο πολὺ ἀνώτερος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διὰ μακρᾶς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐζήτησε τὴν ἀπόλυσίν του, ἐζήτησε νὰ κενωθῇ ἡ θέσις, ἵνα μείνῃ τὸ πεδίον τῆς κομματικῆς ἐνεργείας ἐλεύθερον. Ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, ἐθαύμασα μὲν τὴν πολλὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν εὐστροφίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔκτακτον τέχνην περὶ τὸ διαστρέφειν τὰ πράγματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἄριστος χειριστὴς τοῦ καλάμου γνωρίζω κατὰ βάθος αὐτὸν, διότι μετ’ αὐτοῦ συνδέομαι διὰ παλαιᾶς φιλίας, καὶ εἰς τὰς στήλας τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος δέ ποτε συνειργάσθημεν, αὐτὸς μὲν μᾶλλον ὡς δημοσιογράφος ex professo, ἐγὼ δὲ ὡς ἐρασιτέχνης, καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι καὶ συνεπλάκημεν, καὶ ὀλίγου δεῖν ἐμφύλιος πόλεμος ἐξερράγη εἰς τὰς αὐτὰς στήλας μεταξὺ ἡμῶν ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Ἔπεισε λοιπὸν τὴν Α. Μεγαλειότητα, ὅτι ὁ Δελλαπόρτας ἐγένετο πέτρα σκανδάλου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὅτι ἀπαραίτητος ἐτύγχανεν ἡ ἀποπομπὴ αὐτοῦ ἐκ τῆς Σχολῆς, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ οἰκονομήσῃ τὴν κατάστασιν καὶ τὸν εὐνοούμενον αὐτοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπέναντι τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων ἠναγκάσθη νὰ περιπέσῃ εἰς ἀντιφάσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ὁμολογεῖ ὅτι, «καθ’ ἣν ἡμέραν ἐλάμβανε τὴν ἀπολογίαν ταύτην, προσῆλθεν εἰς αὐτὸν ἐπιτροπὴ τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπαρτιζομένη ἐκ τοῦ πρυτάνεως καὶ τῶν καθηγητῶν κ.κ. Γαλβάνη, Μαγγίνα, Καραμήτσα καὶ Χατζημιχάλη, ἥτις ἀνεπιφυλάκτως ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ κ. Δελλαπόρτα». Ἀλλὰ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, ἀφοῦ εἴχετε τοιαύτην διαβεβαίωσιν τῶν καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, διὰ ποῖον λόγον προέβητε εἰς τὴν παῦσιν τοῦ Δελλαπόρτα διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου; Διατὶ ἐπερρίψατε εἰς αὐτὸν ὅλον τὸ βάρος καὶ τὴν εὐθύνην; Διατὶ κατεδικάσατε αὐτὸν, ἵνα ἄρῃ τὸν Σταυρὸν, ἀφοῦ ἐκ τοῦ νόμου οὐδόλως ἐξάγεται, ὅτι τὴν διοίκησιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου δὲν ἔχει ὁ διδάσκων Διευθυντὴς, ἀλλὰ τὸ Ἀδελφᾶτον; Ἡ κατάστασις τοῦ Ὀφθαλμιατρείου ἀνομολογεῖται καὶ ἐν αὐτῇ τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει σας, ἣν ὑπεβάλετε ἄρτι πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου! Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀποτελεῖ ἀντίφασιν καὶ πανηγυρικὴν διαμαρτυρίαν κατὰ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπεσπάσατε ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως· διότι ἐν τῇ ἐκθέσει ὑμῶν ταύτῃ ἀπροκαλύπτως ὁμολογεῖτε, ὅτι, «ἐγκαταλειφθὲν τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον ἀπὸ πολλοῦ εἰς τὴν τύχην του, περιῆλθεν εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, ἕνεκα τῆς ἀνοχῆς τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἀκηδίας τοῦ Πανεπιστημίου». Ἀλλ’ ἐὰν περιῆλθεν εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν ἕνεκα τῆς ἀνοχῆς τοῦ Κράτους, ἕνεκεν ὑμῶν, ἕνεκα τῆς ἀμελείας τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν ἐπαύσατε τὸν καθηγητὴν Δελλαπόρταν; Αὐτὸς ἓν καθῆκον μόνον εἶχε, νὰ διδάσκῃ εἰς τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον καὶ νὰ ἐκτελῇ ἐγχειρήσεις. Ἀλλὰ δὲν ἠδύνασθε νὰ στηριχθῆτε μόνον ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, καὶ ἐννοήσαντες τὴν ἀδυναμίαν σας ἠθελήσατε νὰ δημιουργήσητε καὶ ἕτερον λόγον πρὸς δικαιολογίαν τῆς παύσεως τοῦ διακεκριμένου καθηγητοῦ. Καὶ κατηγορήσατε λοιπὸν αὐτὸν εἰς τὰ ἔγγραφά σας, ὅτι δὲν ἐξετέλει ἐγχειρήσεις, ὅτι τὰς ἐγχειρήσεις πάσας ἐνήργει ὁ ἐπιμελητὴς Μεταξᾶς. Καὶ ποῦ ἐβασίσθητε διὰ νὰ ὑποστηρίξητε τοιοῦτον λόγον; Μήπως ἐνεργήσατε ἀνακρίσεις; μήπως ἐκαλέσατε αὐτὸν τοῦτον τὸν καθηγητὴν, ἵνα ἐρωτήσητε; μήπως προέβητε εἰς ἐπισταμένας ἐρεύνας, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι τῳόντι οὕτως εἶχον τὰ πράγματα; Ἐὰν ὅμως αὐτὸς πράγματι ἦτο ὁ λόγος τῆς παύσεως τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα, ἠδικήσατε ὑμᾶς αὐτοὺς κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἠδικήσατε τὴν κρίσιν σας, διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας δὲν προσήρχετο εἰς τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, ὅτι δὲν προέβαινεν εἰς ἐγχειρήσεις, διότι, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐγὼ μανθάνω, οὐδαμοῦ οἱ διευθυνταὶ τῶν κλινικῶν ὑποχρεοῦνται, ἀνεξαιρέτως πάσας καὶ τὰς ἐλαχίστας τῶν ἐγχειρήσεων νὰ ἐπιχειρῶσιν, ἀλλ’ ἔχουσιν ἐπιστήμονας βοηθοὺς καὶ ἐπιμελητὰς παρ’ ἑαυτοῖς, οἵτινες ἐπίσης ἐργάζονται. Ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας προέβαινεν εἰς τὰς σπουδαιοτέρας τῶν ἐγχειρήσεων, καὶ συνειργάζετο μετὰ τοῦ ἐπιμελητοῦ καὶ βοηθοῦ αὑτοῦ κ. Μεταξᾶ, ὅστις ἐπίσης ἐξετέλει ἐγχειρήσεις. Ἀλλὰ μήπως ὁ Μεταξᾶς ἦτό τις τυχαῖος ἀνὴρ ἐν τῷ Ὀφθαλμιατρείῳ, καὶ ἡ ἀνεξάρτητος αὐτοῦ ἐπιστημονικὴ ἐνέργεια ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς πταῖσμα τῆς Διευθύνσεως; Ἀναμφισβητήτως οὐχί, καὶ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ κ. Μεταξᾶς διακρίνεται ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ὀφθαλμολόγων ὡς εἷς τῶν ἀρίστων καὶ ἱκανωτάτων ἰατρῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Μεταξᾶς, ὡς εἶπον, κατηγγέλθη παρὰ τοῦ οἰκονόμου τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ὅτι διὰ τραχέος τρόπου ἠνάγκασε δύο βοηθοὺς ν’ ἀπομακρυνθῶσιν. Ἔχω ἐνταῦθα ἐπιστολὰς, Κύριοι, αὐτῶν τῶν ἰδίων βοηθῶν, οἵτινες διαμαρτύρονται κατὰ τοιούτου ψεύδους, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀνάγκην καὶ νὰ καταδειχθῇ δι’ ἐκείνους, οἵτινες γνωρίζουσι τὸν κ. Μεταξᾶν. Αἱ ἐπιστολαὶ τῶν βοηθῶν ἐκείνων—τὰς ὁποίας δὲν ἀναγινώσκω, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν,—ἀποδεικνύουσι τὴν ἀνακρίβειαν τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ οἰκονόμου βεβαιουμένων καὶ τὴν ποιότητα τῶν ἄλλων καταγγελιῶν αὐτοῦ, ἐφ’ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐστηρίχθη, ἵνα ἀδικήσῃ ἐπιστήμονας εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντα αὑτῶν ἐκπληροῦντας...

§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτὸς ὁ οἰκονόμος;

§24ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶναι ὁ ταμίας τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Αὐτός, ὅστις ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Δελλαπόρτας δὲν ἐξετέλει ἐγχειρήσεις! Λογιστὴς ὤν, ἐγνωμοδότει ποίας ἐγχειρήσεις ἔπρεπε νὰ ἐνεργῇ ὁ καθηγητὴς καὶ ποίας ὁ ἐπιμελητὴς Μεταξᾶς, καὶ ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν αὐτοῦ ἐστηρίχθησαν αἱ κατὰ τοῦ Δελλαπόρτα ἐπιθέσεις!

§25ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ Μεταξᾶς εἶναι διακεκριμένος ἐπιστήμων καὶ ἐψηφίσθη καὶ ἀπὸ τὴν Σχολὴν ὡς καθηγητής.

§26ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐστηρίχθη καὶ ἐπὶ ἄλλης τινὸς ἐκθέσεως, ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καλογερόπουλος. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Καλογερόπουλος εἶναι ἄριστος νομικὸς, γνωρίζω ὅτι εἶναι εὐφυέστατος ἄνθρωπος, ὅτι διαπρέπει ὡς μέλος τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τῶν Τραπεζῶν, πολλάκις δ’ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκτιμήσω τὴν ἀξίαν του, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰς ἰατρικάς του γνώσεις, εἰς τὰς βεβαιώσεις αὐτοῦ, προκειμένου περὶ γνωμῶν ἀναγομένων εἰς τὸν κλάδον τῆς Ὀφθαλμολογίας, ὅταν μάλιστα αἱ γνῶμαι αὗται βασίζωνται ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν ἑνὸς λογιστοῦ. Ἂν ἀναγνώσητε, Κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Καλογεροπούλου, θέλετε παρατηρήσει τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι τὰς πλείστας ἐγχειρήσεις ἐνήργει ὁ ἐπιμελητὴς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ποτὲ δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεων ἐπὶ ἀνεπισήμων πληροφοριῶν χαλκευθεισῶν νὰ καταδικασθῇ εἷς ἀρχαῖος καὶ εὐδόκιμος καθηγητὴς τῆς Ὀφθαλμολογίας; Διὰ τοιαύτης μεθόδου καὶ ὁ διασημότερος ἐπιστήμων ἠδύνατο νὰ πέσῃ θῦμα. Ἀλλ’ ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη τις ἔκθεσις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, θέλων νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, διώρισεν ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἐκ καθηγητῶν ἀρτίως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προχειρισθέντων, οἵτινες προέβησαν εἰς ἐξέτασιν. Τί ἐξάγεται ὅμως ἐκ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς; Μήπως ἐκάλεσαν, ὡς ὤφειλον, τὸν συνάδελφόν των Διευθυντὴν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἵνα ἐρωτήσωσιν αὐτὸν, ἵνα λάβωσι παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις περὶ τῶν καταγγελλομένων; Ἀναμφισβητήτως οὐχί. Λέγεται ὅτι περὶ λύχνων ἁφὰς ἐπεσκέφθησαν τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, ἠρώτησαν τὸ κατώτερον προσωπικὸν, καὶ ἐβεβαιώθησαν παρ’ αὐτοῦ, ὅτι τὰς ἐγχειρήσεις ἐνήργει μόνος ὁ Μεταξᾶς· ἐξήτασαν δὲ καὶ τὰ βιβλία τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, καὶ ἐκεῖθεν ἐπείσθησαν, ὅτι ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας ἀμελῶς ἐφέρετο. Οὐδεὶς ὅμως ἐτόλμησε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ ἀξίαν. Ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐγγράφων, Κύριοι, ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐπιτευχθεισῶν ἐκθέσεων ἀπελύθη ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας! Ἐννοεῖται ὅτι ἐξ ὅλων τούτων κατάδηλος γίνεται ἡ προσγενομένη ἀκατανόητος ἀδικία, καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ αἰσθάνεται ὅλον τὸ βάρος τῆς τοιαύτης ἐνεργείας. Ἀλλὰ μήπως ἠδίκησε μόνον διακεκριμένον καθηγητὴν καὶ ἐπιστήμονα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ διορισμῷ τοῦ ἀντικαταστάτου τοῦ ἀπολυθέντος καθηγητοῦ διωλίσθησε καὶ εἰς παρανομίαν. Τὸ ζήτημα εἶναι νομικὸν, καὶ νομίζω ὅτι εἶμαι ἁρμόδιος εἰς αὐτὸ νὰ ἀσχοληθῶ. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ διατάγματος τῆς 9 Ἀπριλίου 1882 φέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Χηρευούσης ὁπωςδήποτε καθέδρας τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἀναγκαίας θεωρουμένης παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς πληρώσεως αὐτῆς, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς προσκαλεῖ διὰ τῆς Πρυτανείας τὴν οἰκείαν Σχολὴν, ἵνα δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως, ἐν ᾗ θέλουν λαμβάνεσθαι κατὰ πρῶτον λόγον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐπιστημονικὰ ἔργα τοῦ ὑποψηφίου ἐν τῷ κλάδῳ τῆς ἐπιστήμης, ἐν ᾗ πρόκειται νὰ διδάξῃ, προτείνῃ ὃν ἂν ἤθελε κρίνει ἱκανὸν νὰ πληρώσῃ τὴν τακτικοῦ, ἐκτάκτου ἢ ἐπιτίμου καθηγητοῦ χρήζουσαν ἕδραν...» Ἐρωτῶ λοιπὸν, τίς εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου; Ἡ ἔννοια βεβαίως εἶναι, ὅτι συνέρχεται ἡ Σχολὴ, ποιεῖται εἰσήγησιν ὁ κοσμήτωρ, καὶ συντάσσεται ἔκθεσις, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἕκαστος τῶν καθηγητῶν αἰτιολογεῖ τὴν γνώμην του. Τοῦτο γίνεται, Κύριοι, μόνον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ. Ἐκεῖ ἀκριβέστατα ἐφαρμόζουσι τὸν νόμον· ἕκαστος τῶν καθηγητῶν αἰτιολογεῖ τὴν γνώμην του. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ οἱ ὅροι τοῦ νόμου ἀναστρέφονται· ἐκεῖ, φαίνεται, νομίζουν ὅτι ἡ πρότασις τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν πρέπει νὰ γίνηται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, πῶς συμβιβάζεται ἡ μυστικὴ ψηφοφορία πρὸς τὴν ἀνάγκην ἐκθέσεως ἠτιολογημένης; Ἀνταλλάσσουσι σκέψεις προηγουμένως ἐξωδίκως οἱ καθηγηταὶ, καὶ ἔπειτα τοποθετοῦσι κάλπην καὶ ψηφίζει ἕκαστος ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλει; Βεβαίως τοῦτο δὲν εἶναι λογικόν. Ἡ μυστικὴ ψηφοφορία σημαίνει δειλίαν, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ἕκαστος φανερὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἠτιολογημένην καὶ κρίσιν ἐπὶ τῶν ἔργων τῶν ὑποψηφίων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἀνάγεται εἰς τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα φροντίσῃ περὶ τῆς ἀκριβοῦς τοῦ νόμου ἐφαρμογῆς. Ἀλλ’ εἰδικῶς ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως παρατηρῶ, ὅτι πολλὰ τὰ παράδοξα παρατηροῦνται. Οἱ καθηγηταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ 1897 ἔδιδον ψῆφον πρὸς τὸν Δελλαπόρταν, καὶ κατεψήφιζον τὸν Γαζέπην, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἔδωκαν ψῆφον εἰς τὸν Γαζέπην καὶ κατεψήφισαν τὸν Δελλαπόρταν. Πῶς μετεπείσθησαν; Διατὶ ἡ παλιμβουλία αὕτη καθηγητῶν ἀνεξαρτήτων, ὕψιστον ἀξίωμα κατεχόντων; Ἐγὼ δὲν τολμῶ ν’ ἀποφανθῶ. Δι’ ἓν πρᾶγμα λυποῦμαι, ὅτι εἰς τὴν ψηφοφορίαν αὐτὴν ἀπέφυγε νὰ συμμετάσχῃ ὁ καθηγητὴς κ. Γαλβάνης. Διατὶ ἀπέφυγε τὴν ἐκπλήρωσιν τοσοῦτον σοβαροῦ καθήκοντος; Παράδοξον δι’ ἐμὲ πρᾶγμα!

§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν.

§28ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος, προβάντες εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν, ἐναντίον τῶν ὅρων τοῦ διατάγματος, δὲν ἠτιολόγησαν τὴν ψῆφόν των, καὶ ὁ κοσμήτωρ, μὴ ἔχων αἰτιολογίας, ἀπηύθυνεν, ὡς ἦν ἑπόμενον, εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἐξετίθετο ὅ,τι ἀκριβῶς ἐγένετο (ἀναγινώσκει): «Ἀρξαμένης, λέγει, τῆς συνεδρίας παρεκάλεσα τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἵνα ἕκαστος φανερὰν ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑποψηφίων, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Τῆς πλειονοψηφίας ὅμως τῶν καθηγητῶν μὴ ἀποδεξαμένης τὴν ἐμὴν πρότασιν, προέβη ἡ Σχολὴ εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν.» Ἀλλ’ ὁ πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου, ὅστις καὶ διακεκριμένος νομομαθὴς τυγχάνει, παρέβαλε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κοσμήτορος πρὸς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ εὐλόγως παρετήρησεν, ὅτι ὑπῆρχε κατάδηλος ἀκυρότης· διαβιβάζων δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κοσμήτορος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προσέθετεν (ἀναγινώσκει): «Παρατηρῶ, ὅτι τὸ πρὸς ἐμὲ ἔγγραφον τοῦ κοσμήτορος, δι’ οὗ ἀνακοινοῦταί μοι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, δὲν πληροῖ οὔτε τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Σ. Ὑπουργείου, οὔτε τὴν ἀπαίτησιν τοῦ νόμου, ὁρίζοντος, ὅτι ἡ πρότασις περὶ διορισμοῦ καθηγητοῦ γίνεται δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως.» Ἔλαβε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὲν ἐξεμάνη μὲν, ἀλλ’ ἐθύμωσε, καὶ ἀποτέλεσμα τοῦ θυμοῦ του ὑπῆρξε κεραυνοβόλον ἔγγραφον πρὸς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγει (ἀναγινώσκει): «...Ἐπειδὴ δ’ ἐπροθυμοποιήθητε, κύριε πρύτανι, αὐθημερὸν μὲ τὸ ἔγγραφον τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς νὰ ὑποβάλητε ἡμῖν, καίτοι μὴ αἰτηθεῖσαν, τὴν ὑμετέραν γνώμην περὶ τῶν προτάσεων τῶν Σχολῶν, καὶ δὴ ἐν ἀναφορᾷ, ἥτις κυρίως ἔπρεπε νὰ ἦναι ἁπλῶς διαβιβαστικὴ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κοσμήτορος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ὀκνοῦμεν νὰ δηλώσωμεν ὑμῖν, ὅτι καὶ ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπαραίτητον στοιχεῖον τῶν προτάσεων τὴν αἰτιολογίαν αὐτῶν, τὴν δυναμένην νὰ πείσῃ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ δικαίου αὐτῶν.» Ἀλλ’ ὅτε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, θεωρεῖτε ἀπαραίτητον στοιχεῖον τὴν αἰτιολογίαν ἑκάστης ψηφοφορίας, ὅτε καὶ ὑμεῖς δέχεσθε, ὅτι εἶναι ἄκυρον τὸ πρακτικὸν τῆς Σχολῆς καὶ ἡ ψηφοφορία ἡ μυστική, διὰ ποῖον λόγον προέβητε εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ νέου καθηγητοῦ; Μήπως ἐφοβήθητε τὸν κλονισμὸν τῆς ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ πλειονοψηφίας; Διατὶ δὲν προέβητε εἰς νέαν πρόσκλησιν; Ἂν ἠθέλετε οὕτως ἐνεργήσει, ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ θὰ ἐπείθετο ἴσως νὰ ὑποβάλῃ ἄλλην ἔκθεσιν, ἠτιολογημένην, ὡς ἀπαιτοῦσι τὰ κείμενα τῶν νόμων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι πολυμήχανος καὶ πολύμητις. Ἐσκέφθη νὰ ἐξοικονομήσῃ καὶ πάλιν τὸ πρᾶγμα, καὶ τί, νομίζετε, ἔπραξεν; ἐκάλεσε τοὺς καθηγητάς, οἱ ὁποῖοι εἶχον δεδηλωμένην ὑπὲρ τοῦ Γαζέπη γνώμην, καὶ ἀνεκοίνωσεν αὐτοῖς τὴν στενοχωρίαν του. Οὗτοι δὲ, συνελθόντες ἀνεπισήμως ἐν παρασυναγωγῇ, συνέταξαν ἔγγραφον, καὶ δι’ αὐτοῦ διεμαρτυρήθησαν κατὰ τοῦ κοσμήτορος, ὅτι δὲν περιέλαβε τὰς γνώμας αὑτῶν ἐν τῇ ἐκθέσει του. Δὲν θ’ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, διότι εἶναι μακρόν· ἐν αὐτῷ διακρίνονται αἱ ὑπογραφαὶ τῶν κ. κ. Ζωχιοῦ, Καραμήτσα, Σκλαβούνου, Κατσαρᾶ, Καλλιοντζῆ, Μαγγίνα καὶ Κυριακοῦ, καὶ βεβαιοῦσιν οὗτοι, ὅτι ἠτιολόγησαν τὴν ψῆφόν των, ὅτι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔργα τοῦ καθηγητοῦ Γαζέπη, ὅτι ἑπομένως κακῶς δὲν περιέλαβε τὰς ἐκδηλωθείσας γνώμας καὶ αἰτιολογίας αὐτῶν ὁ κοσμήτωρ ἐν τῇ ἐκθέσει... Ἀλλὰ, νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἐπὶ τοιαύτῃ καταγγελίᾳ ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσητε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· διότι, ἂν ἡ ἔκθεσις τοῦ κοσμήτορος θεωρηθῇ ἐπίσημον ἔγγραφον δημοσίας ἀρχῆς; ὁ κοσμήτωρ καταγγέλλεται, ὅτι σκοπίμως παρέλειψε τὰ οὐσιωδέστερα στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ τὸ διάταγμα τοῦ διορισμοῦ καθηγητοῦ, καὶ ἴσως προσέκρουσεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔδωκεν εἰς τοιαῦτα μικρὰ πράγματα προσοχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, κατελήφθη ὅμως ὑπὸ δισταγμοῦ καὶ ἀμφιβολίας· ὑπώπτευσεν ὅτι τὸ ἐξώδικον ἐκεῖνο πιστοποιητικὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σημασίαν, διότι αἱ πράξεις τῶν Σχολῶν κατὰ τὸν νόμον ἔχουσι χαρακτῆρα δημόσιον, καὶ αἱ πράξεις καὶ ἀποφάσεις αὐτῶν, μόνον ὅταν λαμβάνωνται ἐν συνεδριάσεσιν ὑπὸ τῶν κοσμητόρων προεδρευομέναις, ἔχουσι κῦρος. Ἐὰν δὲ ἡ πληνοψηφία τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς παρέλειψε νὰ ἐκφέρῃ τὰς γνώμας αὐτῆς, δὲν ἠδύνατο ἐξωδίκως ὁμὰς καθηγητῶν διὰ τῆς παραδόσεως ἑνὸς ὅλως ἀνεπισήμου ἐγγράφου νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν καὶ νὰ καλύψῃ τὸ ἄκυρον τῆς ἐπισήμου ἐκθέσεως. Ὑποπτεύσας δὲ ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀνέλαβε πλέον αὐτοκρατορικὰ καθήκοντα, ἀνέλαβεν αὐτὸς νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ἑαυτῷ πάντα τὰ τῆς Σχολῆς δικαιώματα, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα νὰ περιλάβῃ τὰ στοιχεῖα, νὰ αἰτιολογήσῃ αὐτὸς τὴν ψῆφον τῆς Σχολῆς. Ἰδοὺ τί ἐβεβαίωσε πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα (ἀναγινώσκει): «...Εἰς τὸν διορισμὸν αὐτὸν ἐνόμισα πρέπον νὰ προβῶ, διότι ἐπείσθην, ὅτι ὁ προτεινόμενος δύναται ὄντως ἐπαξίως νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν». Παρατάσσονται δὲ τὰ ἔργα καὶ τὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ προτεινόμενος ἐφεῦρε. Νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἡ ἐνέργεια ὑμῶν δὲν ὑπῆρξεν ἔγκυρος. Φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβητε τὸ πρὸς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν ἐρώτημα, ἵνα ἔχητε ἠτιολογημένην ἔκθεσιν, ὅπως προβῆτε εἰς νόμιμον διορισμὸν τοῦ εὐνοουμένου ὑμῶν. Δὲν θέλω περισσότερον νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι ἐπὶ μὲν τῇ ἀπολύσει τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα διεπράχθη μεγίστη ἀδικία καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὴν ἐπιστήμην, ἐπὶ δὲ τῷ διορισμῷ τοῦ νέου καθηγητοῦ μεγάλη παρανομία. Στρεφόμενος δὲ πρὸς πάντας ἐκείνους, οἵτινες ὁπωσδήποτε ὑπεστήριξαν τὴν τοιαύτην ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κατάστασιν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἴσως ἐξεπλήρωσαν ἓν ἀνώνυμον συνάλλαγμα, ἀλλ’ ἐναντίον τῆς συνειδήσεως αὑτῶν ἐξέδωκαν ἀπόφασιν ἀπελπιστικῶς καταδικαστικήν! (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§29ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς κατήρξατο τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ δι’ ὡραίου προλόγου περὶ Πανεπιστημίου καθόλου, ἐν ᾧ διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν νομικῆς ἐμβριθείας ἀπέδειξεν ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1882, τὸ ἀναγνωρίσαν εἰς τὰς Σχολὰς τοῦ Πανεπιστημίου τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τοὺς διοριστέους ἐν αὐταῖς καθηγητὰς, εἶναι ἔκθεσμον ὅλως. Κατέστρεψεν ὅμως τὴν ἀγόρευσίν του δι’ ἐπιλόγου, ἐν ᾧ οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον ἐζήτησε ν’ ἀποδείξῃ ἢ ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Γαζέπη, ὡς μὴ στηριζόμενος εἰς τὸ εἰρημένον διάταγμα, εἶναι πάντη ἄκυρος...

§30ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μὲ παρενοήσατε.

§31ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω μᾶλλον, ὅτι ὁ βουλευτὴς Μομφερρᾶτος παρενόησε τὸν νομομαθῆ Μομφερρᾶτον. Ὁ δεύτερος οὗτος ἔθεσε καὶ ἔλυσε πολὺ ὀρθῶς τὸ ζήτημα ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς του, δὲν διστάζω δὲ νὰ δηλώσω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἀσπάζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὡς γίνεται τοῦτο κατάδηλον καὶ ἐκ τῆς μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἣν προτάσσω τοῦ νομοσχεδίου μου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Διὰ τοῦ ἄρθρου, Κύριοι, 6 τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ὁρίζεται (ἀναγινώσκει): «...Μετὰ δὲ πέντε ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Πανεπιστημίου θέλουν συντελέσει τὸ Πανεπιστήμιον καὶ αἱ Σχολαὶ διὰ τῆς συμμετοχῆς των (ἥτις θέλει προσδιορισθῆ ἐν τοσούτῳ ἀκριβέστερον) διὰ νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ χηρεύουσαι καθέδραι». Ἀλλ’ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος προσωρινὸς ὀργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου ἐδημοσιεύθη ἐν ἔτει 1837 ὡς διάταγμα νομοθετικὸν, ἐν ἐποχῇ ἀπολύτου μοναρχίας. Ὁ νομοθέτης ἐπεφυλάχθη βεβαίως δι’ ἑτέρου νομοθετικοῦ διατάγματος νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς συμμετοχῆς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν Σχολῶν εἰς τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν. Ἀλλὰ τοιοῦτο διάταγμα μέχρι τοῦ 1843 δὲν ἐξεδόθη, ἔκτοτε δὲ, καθιερωθέντος τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, μόνον διὰ νόμου ἠδύνατο νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς συμμετοχῆς οὐ μόνον τῶν Σχολῶν, ὡς ἐγένετο διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 9 Ἀπριλίου 1882, ἀλλὰ καὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς διακελεύει τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τῆς 14)26 Ἀπριλίου 1837. Τὴν γνώμην ταύτην ἔχει καὶ ὁ εἰδικώτατος περὶ τὰ τοιαῦτα κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς.

§32Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Μάλιστα.

§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι δηλαδὴ αὕτη μία ἀπὸ τὰς ὀλίγας γνώμας, ἐν αἷς συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν... Ὁμολογῶ δὲ, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἐφ’ ὅλων τῶν διορισμῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς οὓς προέβην, προεκάλεσα προτάσεις τῶν οἰκείων αὐτοῦ Σχολῶν, τὰς προτάσεις ταύτας οὐδέποτε ἐθεώρησα ὑποχρεωτικὰς δι’ ἐμὲ, ἀλλὰ μόνον συμβουλευτικὰς, ἃς, ὡς τοιαύτας, ἤμην ἐλεύθερος, ἐὰν ἤθελον, ν’ ἀκολουθήσω, ἢ νὰ μὴ λάβω τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψιν. Οὕτω πῶς μόνον ἠδύνατο νὰ διασωθῇ πλήρης καὶ ἀκεραία ἡ διακριτική μου ἐξουσία, ἐν ταυτῷ δὲ πλήρης καὶ ἀκεραία καὶ ἡ εὐθύνη μου ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ συμφωνῶ ἐν τούτῳ πληρέστατα πρὸς τὸν νομομαθῆ Μομφερρᾶτον, διΐσταμαι ἐκ διαμέτρου πρὸς ὅσα ὁ βουλευτὴς Μομφερρᾶτος, χάριν τοῦ συμπολίτου του Δελλαπόρτα καὶ τῶν συγγενῶν τούτου ἐκλογέων του ἐν Κραναίᾳ, εἶπεν, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Γαζέπη εἶναι ἄκυρος, ὡς μὴ συνᾴδων ἐν πᾶσι πρὸς τὸ ἔκθεσμον διάταγμα τοῦ 1882. Κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1837, τὸ μόνον ἐπέχον θέσιν νόμου, ἀρκεῖ νὰ ἦναί τις διδάκτωρ τῆς οἰκείας ἐπιστήμης καὶ νὰ διορισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ προσυπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως ᾖ ἔγκυρος, ἐγκυρότατος, ὁ διορισμός του. Ἐὰν, Κύριοι, ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ βουλευτοῦ Μομφερράτου, τότε δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν διορισμῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τῶν γενομένων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος τοῦ 1882, θὰ ἦσαν ἄκυροι, ἄκυρος δὲ θὰ ἦτο καὶ αὐτὸς ὁ διορισμὸς τοῦ συμπολίτου του Δελλαπόρτα, οὕτως ὥστε μάταιος θὰ ἦτο καὶ πᾶς Φιλιππικὸς κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀπολύσαντος αὐτόν.

§34ΜΠΑΣΙΑΣ. Πῶς;

§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ βουλευτὴς Μομφερρᾶτος ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἐπειδὴ ἐν τῇ προτάσει τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς περὶ τοῦ κ. Γαζέπη δὲν ἀναφέρονται τὰ ἐπιστημονικά του συγγράμματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν κλάδον, ὃν ἔμελλε νὰ διδάξῃ, ἐναντίον τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ διατάγματος τοῦ 1882, καθ’ ὃ, «χηρευούσης ὁπωσδήποτε καθέδρας τοῦ Πανεπιστημίου... ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς προσκαλεῖ διὰ τῆς Πρυτανείας τὴν οἰκείαν Σχολὴν, ἵνα δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως, ἐν ᾗ θέλουν λαμβάνεσθαι κατὰ πρῶτον λόγον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐπιστημονικὰ ἔργα τοῦ ὑποψηφίου ἐν τῷ κλάδῳ τῆς ἐπιστήμης, ἣν πρόκειται νὰ διδάξῃ κλπ.», διὰ τοῦτο ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος καθηγητὴς διωρίσθη παρανόμως, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ εἶναι ἄκυρος ὁ διορισμός του. Ἀλλ’ αἱ πλεῖσται τῶν προτάσεων τῶν Σχολῶν, καὶ ἰδίᾳ τῆς Ἰατρικῆς, ἔχουσι γείνῃ ὅλως ἀναιτιολογήτως, χωρὶς νὰ ἀναφέρωσιν οἱονδήποτε ἐπιστημονικὸν ἔργον τῶν προτεινομένων, ἀναγόμενον εἰς τὸν κλάδον, ὃν ἔμελλον νὰ διδάξωσι. Κατὰ τὴν γνώμην λοιπὸν τοῦ βουλευτοῦ Μομφερράτου, πάντες οὗτοι εἶναι ἀπολυτέοι, μεταξὺ δὲ τούτων ἀπολυτέος ἦτο καὶ ὁ συμπολίτης του κ. Δελλαπόρτας, περὶ οὗ ἀκούσατε, τί ἀναφέρει ἡ σχετικὴ πρότασις τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ... συμφώνως τῷ νόμῳ περὶ προτάσεως καθηγητῶν ἐπρότεινε διὰ ψήφων 8 ὡς καταλληλότερον νὰ ἀναλάβῃ τὴν διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος τῆς Ὀφθαλμολογίας τὸν ὀφθαλμίατρον καὶ ὑφηγητὴν τοῦ αὐτοῦ μαθήματος κ. Ν. Δελλαπόρταν, ὅστις καὶ ἔργα ἐπιστημονικὰ ἄξια λόγου ἔχει, ὡς ὁ νόμος κελεύει (!), καὶ ὑφηγητὴς τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ ἰατρὸς βοηθὸς ἐν τῇ Ἀστυκλινικῇ διατελέσας ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐπέδειξε μεγίστην περὶ τὸ διδάσκειν ἱκανότητα, ἀσφαλίζουσαν ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἐπιτυχῆ διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος τῆς Ὀφθαλμολογίας.»

§36ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν δι’ αὐτὸ τὸν ἀπελύσατε;

§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σεῖς μόνος ἐδικαιοῦσθε, ἢ μᾶλλον εἴχετε καθῆκον νὰ τὸν ἀπολύσητε δι’ αὐτὸ, καθ’ ἣν γνώμην ἔχετε ὡς βουλευτὴς Μομφερρᾶτος, θεωροῦντες ἄκυρον τὸν διορισμόν του, ὡς γενόμενον ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τῆς Σχολῆς μὴ ἀναφερούσης τὰ ἐπιστημονικά του ἔργα, τὰ ἀναγόμενα εἰς ὃν ἔμελλε νὰ διδάξῃ κλάδον. Ἐγὼ ὅμως, ὅστις, συμφωνῶν πρὸς τὸν νομομαθῆ Μομφερρᾶτον, ὑπολαμβάνω ἄκυρον μὲν τὸ διάταγμα τοῦ 1882, ἐγκυρότατον δὲ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ὡς γενόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διδακτορικοῦ του πτυχίου, καὶ δὴ διὰ διατάγματος ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ προσυπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, δὲν ἠδυνάμην βεβαίως νὰ τὸν ἀπολύσω δι’ αὐτὸν τὸν λόγον.

§38ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἀλλὰ διατὶ τότε τὸν ἀπελύσατε;

§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ οὓς λόγους ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὅτε ὑπέβαλον πρὸς αὐτὸν τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Δελλαπόρτα, καὶ οὓς ἐδημοσίευσα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τοὺς λόγους τούτους, προκαλούμενος νῦν, ἐπαναλαμβάνω ἐν πάσῃ δυνατῇ βραχυλογίᾳ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Δελλαπόρτας ὑπῆρξεν ἀπὸ ἐτῶν γνώριμός μου, ἐκ τῆς γνωριμίας δὲ ταύτης εἶχον σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτὸς ἦτο μὲν ἀρχῆθεν ἱκανῶς κατηρτισμένος ὑπὸ ἔποψιν θεωρητικὴν, ἀλλ’ ἀπὸ εἰκοσαετίας, ὡς ἔγγιστα, διατελῶν μακρὰν πάσης Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς, ὡς ἰατρὸς δὲ καὶ ὡς βοηθὸς τῆς Ἀστυκλινικῆς ἀσχολούμενος μᾶλλον περὶ τὴν ἐσωτερικὴν παθολογίαν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ ἱκανὸς ἐγχειρητὴς, τοῦθ’ ὅπερ ἀπαιτεῖται κατ’ ἐξοχὴν παρὰ τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ τῆς Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς. Ὡς τοιοῦτος, δυστυχῶς ἀπέτυχεν αὐτὸς, ἅμα διορισθείς. Ἠναγκασμένος νὰ διευθύνῃ καὶ τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον καὶ νὰ θεραπεύῃ πάντας τοὺς ἐξ ὀφθαλμικῶν νοσημάτων πάσχοντας, τοὺς συρρέοντας εἰς αὐτὸ ἔκ τε τῆς ἐλευθέρας καὶ τῆς ἀλυτρώτου μεγάλης Ἑλλάδος, νὰ ἐκτελῇ δὲ διαφόρους ἐγχειρήσεις ἐπ’ αὐτῶν ἐνώπιον τῶν διδακτόρων τῆς Ἰατρικῆς, διδάσκων ἐνώπιον τούτων τὴν Ὀφθαλμολογίαν ὡς κλινικὸν μάθημα, καὶ ἀσκῶν αὐτοὺς, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ τοῦ ἐπιμελητοῦ αὐτοῦ, καὶ ἐμπράκτως εἰς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος κλάδον τῆς ἐπιστήμης, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καθυστερεῖ πολὺ ὑπὸ τὴν πρακτικὴν ταύτην ἔποψιν. Ἐντεῦθεν ἡ ἐμπόλεμος, οὕτως εἰπεῖν, κατάστασις, εἰς ἣν εὑρέθη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ διορισμοῦ του πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν, τὴν διοικοῦσαν τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον. Ἐντεῦθεν ὁ δημοσιογραφικὸς αὐτοῦ ἀγὼν πρὸς ταύτην, οὗτινος μάρτυρες εἶσθε πάντες οἱ ἀναγινώσκοντες ἐφημερίδας, καὶ καθ’ ὃν αὐτὸς μὲν ἐπέρριπτε τὴν οἰκτρὰν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κατάστασιν τοῦ εὐαγοῦς ἐκείνου καθιδρύματος εἰς τὴν ἀδιαφορίαν τῆς διοικούσης αὐτὸ Ἐπιτροπῆς, αὕτη δὲ εἰς τὴν ἀνικανότητα αὐτοῦ. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ κακίστη λειτουργία τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ καὶ τῶν νοσηλευομένων ἢ θεραπευομένων ἐν αὐτῷ καὶ τῶν παιδευομένων ἐν τῇ Ὀφθαλμολογίᾳ καὶ τῇ Ὀφθαλμολογικῇ Κλινικῇ διδακτόρων τῆς Ἰατρικῆς. Οὕτως εἶχον, Κύριοι, τὰ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ὅτε ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀρχομένου τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1899. Μετὰ ἕνα μῆνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μοὶ διηύθυνεν ἀναφορὰν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος καθιδρύματος, συνοδευομένην ὑπὸ ἀντιγράφου ἀναφορᾶς τοῦ οἰκονόμου καὶ λογιστοῦ τούτου, ἐξ ὧν ἐνεφαίνετο «ἡ μὴ κανονικὴ λειτουργία τοῦ καταστήματος», κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς μὲ παρεκάλει τοῦτο νὰ ἐνεργήσω ὅ,τι ἂν ἐγκρίνω «εἰς τὴν ἐν τῷ Ὀφθαλμιατρείῳ διδασκαλίαν καὶ συναφῆ ταύτῃ ἐν αὐτῷ ἐπιστημονικὴν λειτουργίαν». Ὁ οἰκονόμος καὶ λογιστὴς ἀνέφερεν, ὅτι εἶχον ἀναστραφῆ οἱ ὅροι μεταξὺ Διευθυντοῦ καὶ ἐπιμελητοῦ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Ὁ τελευταῖος εἶχε σφετερισθῆ τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τοῦ Διευθυντοῦ, αὐτὸς δεχόμενος ὅσους ἤθελεν ἀσθενεῖς, καὶ ἐνεργῶν τὰς σπουδαιοτάτας τῶν ἐγχειρήσεων, εἰς δὲ τὸν Διευθυντὴν ἐγκαταλείπων τὰς ἀσημάντους ὅλως καὶ ἀναξίας λόγου, αὐτὸς δεχόμενος καὶ ἀποπέμπων τοὺς νοσοκόμους, καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους καὶ πρὸς τὸν Διευθυντὴν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου φερόμενος σκαιῶς. Ἡ Ἐπιτροπή, βεβαιωθεῖσα περὶ τῆς ἀληθείας τῶν καταγγελλομένων ὑπὸ τοῦ οἰκονόμου καὶ λογιστοῦ δι’ ἐξετάσεως ἐνεργηθείσης ὑπὸ τοῦ ταμίου καὶ τοῦ γραμματέως αὐτῆς, ἐνόμισεν ἐπάναγκες νὰ ἀναφέρῃ ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, «ὡς προϊσταμένην ἀρχὴν καὶ μόνην ἁρμοδίαν, ὅπως λάβῃ πᾶν μέτρον πρόσφορον πρὸς διόρθωσιν τῆς ἀνωμάλου ταύτης καταστάσεως». Ἐπειδὴ, Κύριοι, προέκειτο περὶ ἀνδρὸς γνωρίμου, ὡς προεῖπον, περὶ ἀνδρὸς, ὑπὲρ οὗ θερμότατα συνηγόρει ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάδελφός μου, ὡς συμπολίτης του, ἐνόμιζον δὲ καὶ ἄλλως, ὅτι προέκειτο περὶ ἀνωμαλιῶν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, προερχομένων ἴσως ἐκ παρεξηγήσεων μεταξὺ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Διευθυντοῦ καὶ τοῦ ἐπιμελητοῦ αὐτοῦ ἀφ’ ἑτέρου, ἀπέφυγον ἐπὶ ἑβδομάδας πᾶν ἐπίσημον διάβημα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἠρκέσθην δὲ εἰς τὸ νὰ συστήσω ἰδιαιτέρως, καὶ διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συναδέλφου μου καὶ ἀπ’ εὐθείας, πρὸς τὸν κ. Δελλαπόρταν, (ὅστις μοὶ ὡμολόγησεν, ὅτι αἰτία τοῦ κακοῦ ἦτο τὸ ὀξὺ καὶ παράφορον τοῦ ἐπιμελητοῦ, τοῦ κυρίως προκαλοῦντος πάσας τὰς συγκρούσεις,) ἵνα πᾶσαν καταβάλῃ προσπάθειαν εἰς ἐξομάλυνσιν τῶν σχέσεων αὐτοῦ τε καὶ τοῦ ἐπιμελητοῦ πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀπαλλάττων οὕτω περαιτέρω ἐνοχλήσεων καὶ ἐμὲ καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάδελφόν μου.

§40ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν ἐκάματε παραστάσεις;

§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπάγεται ὑπὸ τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κατ’ ἀκολουθίαν οὐδὲν διάβημα ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ κάμω πρὸς αὐτήν. Δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. Δελλαπόρτας, ἀντὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν σύστασίν μου, ἔκρινε καλὸν νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Σύγκλητον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ νὰ προκαλέσῃ παρέμβασιν ταύτης παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Λαβὼν γνῶσιν τοῦ διαβήματος τούτου τῆς Συγκλήτου, ἐξ οὗ ἐπείσθην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὑπ’ ἐμοῦ συσταθεῖσα συμβιβαστικὴ λύσις τῆς ὑποθέσεως, ἠναγκάσθην οὕτω νὰ προβῶ εἰς τὴν μόνην ἐναπολειπομένην μοι ἐπίσημον περὶ αὐτῆς ἐνέργειαν, καθ’ ἣν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5644 τῆς 26 Μαΐου 1899 ἐγγράφου μου πρὸς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Πανεπιστημίου διαβιβάζων πρὸς τὸν καθηγητὴν κ. Δελλαπόρταν ἐν ἀντιγράφῳ τὰς ἀναφορὰς τοῦ τε οἰκονόμου καὶ λογιστοῦ καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκάλουν αὐτὸν, ἵν’ ἀπολογηθῇ περὶ τῶν καταγγελλομένων δι’ αὐτῶν. Ἐν τῇ ἀπὸ 30 Μαΐου 1899 ἀπολογίᾳ αὐτοῦ ὁ κ. Δελλαπόρτας, χαρακτηρίζων τὰ καταγγελλόμενα ὡς σκευωρίαν, ἧς πρωτουργὸν θεωρεῖ τὸν τέως βοηθὸν Ἀπ. Ἰσιδωρίδην, ἰσχυρίζεται, ὅτι αὐτὸς ἐκτελεῖ πάσας τὰς σπουδαίας, ὁ δὲ ἐπιμελητὴς τὰς ἀσημάντους μόνον ἐγχειρήσεις, καὶ ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ὅπερ αὐτὸς παρέλαβεν «ἐγκαταλελειμμένον εἰς τὴν τύχην του καὶ ἐν ἀποσυνθέσει πλήρει», ἐβελτιώθη τὰ μάλιστα ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του· ἐπιτίθεται εἶτα κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἰσχυριζόμενος περὶ αὐτῆς τάδε: «Συστηματικῶς καὶ ἐν παντὶ ἀσκεῖ κατ’ ἐμοῦ ἀντίδρασιν, παρακωλύει πᾶσαν ἐνέργειάν μου, καὶ διὰ τῶν οὕτω παρεμβαλλομένων προσκομμάτων συντελεῖ προφανέστατα εἰς κατάρριψιν τοῦ κύρους καὶ τῆς ὑπολήψεως, ἣν δικαιοῦται νὰ ἀξιοῖ ἡ Διεύθυνσις»· τέλος δὲ μὲ παρακαλεῖ, ὅπως πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας ἀναθέσω «τὴν ἐξέτασιν τῶν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἢ ἄλλων ἐπιστημόνων». Κατὰ περίεργον, Κύριοι, σύμπτωσιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλάμβανον τὴν ἀπολογίαν ταύτην, προσῆλθεν εἰς ἐμὲ ἐπιτροπὴ τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπαρτιζομένη ἐκ τοῦ πρυτάνεως καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς κ. κ. Γαλβάνη, Μαγγίνα, Καραμήτσα καὶ Χατζημιχάλη, ἥτις ἀνεπιφυλάκτως ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ κ. Δελλαπόρτα καὶ κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἐπιρρίπτουσα εἰς ταύτην πᾶσαν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν κακὴν ὁπωσδήποτε κατάστασιν τοῦ εὐαγοῦς τούτου ἱδρύματος. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπὴ τῆς Συγκλήτου μοὶ ὑπέβαλε παράπονα καὶ κατὰ τοῦ Ἀδελφάτου τοῦ ἐνταῦθα Δημοτικοῦ Βρεφοκομείου. Ἐγὼ πρὸς ταῦτα ἀπήντησα, ὅτι οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχων ἐπὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου καὶ τοῦ Ἀδελφάτου τοῦ Βρεφοκομείου, ὡς ὑπαγομένων ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἢ ἔμμεσον δικαιοδοσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συναδέλφου μου, καθῆκόν μου ὑπολαμβάνω τό γε νῦν νὰ ἐξετάσω καὶ ἐξακριβώσω τὴν ἀλήθειαν τῶν καταγγελλομένων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, περὶ οὗ συμφωνεῖ πληρέστατα καὶ ὁ Διευθυντὴς τούτου ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του, ἅμα δ’ ὡς πεισθῶ περὶ τοῦ ἀδίκου τῶν αἰτιάσεών της, νὰ προβῶ εἰς τὰς δεούσας κατ’ αὐτῆς παραστάσεις παρὰ τῷ προϊσταμένῳ αὐτῆς Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ τῷ ὄντι τῇ 2 Ἰουνίου συνέστησα ἐξεταστικὴν τῆς καταστάσεως τοῦ Ὀφθαλμιατρείου ἐπιτροπὴν, ἰδίᾳ ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν ἐν αὐτῷ λειτουργίαν τοῦ Διευθυντοῦ καὶ καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς. Τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην κατήρτισα ἐκ δύο καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, μὴ ἐχόντων ἤδη ἐκδεδηλωμένην περὶ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου γνώμην, ὡς οἱ μνημονευθέντες καθηγηταί, ἐξ ἑνὸς χειρουργοῦ, τοῦ κ. Καλλιοντζῆ, καὶ ἐξ ἑνὸς κλινικοῦ παθολόγου, τοῦ κ. Ζωχιοῦ, πρὸς δὲ ἐκ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου κ. Μερκούρη, ὅστις ἦτο ἁρμοδιώτατος, ἵνα κρίνῃ περὶ τῆς καταστάσεως ἱδρύματος παρεμφεροῦς πρὸς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ διευθυνόμενον...

§42ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἦτο καὶ ὑποψήφιος δήμαρχος.

§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅσοι, Κύριοι, γινώσκετε τὸν ἱπποτικὸν καὶ εἰλικρινῆ χαρακτῆρα τοῦ κ. Μερκούρη, θὰ συνομολογήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι εἶναι πάντη ἀνυπόστατος καὶ ἀνάξιος τοῦ ἀνδρὸς ὁ ὑπαινιγμὸς οὗτος τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πάλλης. Ἡ ἰδιότης δὲ τοῦ ὑποψηφίου δημάρχου, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁ κ. Μερκούρης θὰ ἐπηρεάζετο χάριν αὐτῆς ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἔπρεπε ν’ ἀποβῇ ὑπὲρ τοῦ κ. Δελλαπόρτα, περὶ οὗ ἔγραφον τότε αἱ ἐφημερίδες, ὅτι ἦγε καὶ ἔφερεν ὅλους τοὺς ἐν Ἀθήναις ἐγκατεστημένους Κεφαλλῆνας. Τοῦτο δὲ μαρτυρεῖ τρανῶς τὸ ἑξῆς γεγονός. Πρὶν ἢ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπὴ μοὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεώς της, ἤτοι τῇ 2 Ἰουνίου, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, προσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου οἱ κ. κ. Δελλαπόρτας καὶ Μερκούρης, ἐκεῖνος μὲν ἐκλιπαρῶν με, οὗτος δὲ συνηγορῶν ἐκθύμως, ὅπως ἀπευθύνω πρὸς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν ἐρώτημα περὶ συστάσεως καὶ δευτέρας ἕδρας τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ περὶ τοῦ καταλλήλου ἵνα διορισθῇ ἐν αὐτῇ, «ἐπὶ τῷ ἰσχυρισμῷ αὐτοῦ (τοῦ κ. Δελλαπόρτα)», ὡς διαβεβαιοῖ ὁ κ. Μερκούρης ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ ἤδη ἐπιστολῇ του πρὸς ἐμέ, «ὅτι πᾶσαι αἱ ἀνωμαλίαι τοῦ Ὀφθαλμιατρείου προήρχοντο ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας του εἰς τὴν θεραπείαν τοσούτων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν πασχόντων ἐξ ὀφθαλμολογικῶν νοσημάτων, οἵτινες χρήζουσι συνήθως τῆς ἐξετάσεως, ἐπισκέψεως καὶ ἐγχειρήσεώς του». Ἐγώ, Κύριοι, ὑπείκων εἰς τὰς παρακλήσεις ταύτας, πρὸς δὲ εἰς τὰς θερμὰς συστάσεις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀξιοτίμου συνδέλφου μου, ἐνέδωκα εἰς τὸ νὰ ἀπευθύνω τὸ ἐρώτημα πρὸς τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν.

§44ΜΑΝΕΤΑΣ. Αὐτὸ εἶναι καθαρὰ συναλλαγή.

§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν συνεζητεῖτο τὸ ἐρώτημά μου ἐν τῇ Σχολῇ, προεκλήθη ἐνταῦθα συζήτησις θυελλώδης περὶ αὐτοῦ, καθ’ ἣν διάφοροι συνάδελφοι, λαβόντες τὸν λόγον, ἐπετέθησαν δριμεῖς ἐναντίον μου, ἰσχυριζόμενοι καὶ τότε, ὅτι προέκειτο περὶ συναλλαγῆς. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην τότε ν’ ἀπαντήσω τι, διότι δὲν εἶχεν ἡ Βουλὴ πρᾶξιν συντετελεσμένην ἐνώπιόν της, δι’ ἣν καὶ μόνην ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ εὐθύνας παρ’ ἐμοῦ. Νῦν ὅμως, ὅτε ἔχει συντελεσθῆ ἡ ἀπόλυσις τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ἀπαντῶ καὶ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην. Δὲν ἐνέδωκα, Κύριοι, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, οὔτε εἰς τὰς παρακλήσεις αὐτοῦ, οὔτε εἰς τὰς συστάσεις τῶν κ. κ. Μερκούρη καὶ Ῥωμάνου. Εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἷς καὶ μόνον καθηγητὴς δὲν ἐπήρκει διὰ τὴν Ὀφθαλμολογίαν καὶ τὴν Ὀφθαλμολογικὴν Κλινικήν. Τούτου ἕνεκα καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου θὰ εὕρητε ἀναγραφομένους δύο καθηγητὰς αὐτῆς, ἕνα τακτικὸν καὶ ἕνα ἔκτακτον. Ἡ πληθὺς τῶν πασχόντων ἐξ ὀφθαλμικῶν νοσημάτων καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθόλου, ἥτις στερεῖται παντὸς ἄλλου Ὀφθαλμιατρείου, ἀξίου τοῦ ὀνόματος τούτου, προσέτι δὲ ἡ πληθὺς τῶν διδακτόρων τῆς Ἰατρικῆς, οἵτινες κατ’ ἔτος ὀφείλουσιν οὐ μόνον ν’ ἀκροασθῶσι τοῦ μαθήματος τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ τῆς Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρακολουθήσωσι τὰς διαφόρους ἐγχειρήσεις καὶ ν’ ἀσκηθῶσι πάντες ἐμπράκτως ἐν ἀρχῇ εἰς τὴν ὀφθαλμοσκόπησιν, εἶτα δὲ καὶ εἰς ἐγχειρήσεις, ὅπως καταρτισθῶσιν ὁπωσδήποτε ἐν τῇ Ὀφθαλμιατρικῇ, ταῦτα πάντα ἐπιβάλλουσιν ἐπιτακτικῶς τὸν διορισμὸν καὶ δευτέρου καθηγητοῦ τοῦ περὶ ὁ λόγος μαθήματος. Τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν, Κύριοι, ἔχει ἱδρυθῆ κατὰ τὸ πρότυπον οὐχὶ τῶν Γαλλικῶν, ἀλλὰ τῶν Γερμανικῶν Πανεπιστημίων. Ἐν ἐκείνοις καὶ ἄλλοι κλάδοι τῆς ἐπιστήμης, μάλιστα δὲ ὁ τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς, καθυστεροῦσι πολὺ τὴν σήμερον. Τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλῆ γνώμη ἐμοῦ, οὐδὲ γνώμη τῶν ἐν Γερμανίᾳ σοφῶν. Εἶναι γνώμη τοῦ ἐπιφανοῦς ὀφθαλμολόγου τῆς Γαλλίας καὶ ἐγκρίτου ὁμογενοῦς κ. Πανᾶ. Οὗτος ἦτο μέχρις ἐσχάτων ὁ μόνος καθηγητὴς τῆς Ὀφθαλμολογίας ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ τῶν Παρισίων. Ὅτε δὲ τελευταῖον, συμπληρώσας τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ ἔσχατον ὅριον διὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν καθηγητῶν, ἀπεχώρησεν ἐκ τοῦ καθηγητικοῦ βίου, ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ δι’ ἐκθέσεώς του πρὸς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος Σχολήν, ὅτι μὲ μίαν μόνην ἕδραν καὶ Κλινικὴν τῆς Ὀφθαλμολογίας ἀδύνατον νὰ μορφωθῶσιν ὀφθαλμίατροι χιλιάδες ὅλαι φοιτητῶν αὐτῆς. Ἐπικαλούμενος δὲ τὸ παράδειγμα τῶν Γερμανικῶν καὶ Αὐστριακῶν Πανεπιστημίων, συνιστᾷ ὡς ἀπαραίτητον τὴν σύστασιν παραρτήματος Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς ἐν ἑκάστῃ Κλινικῇ τῶν Παρισίων. Ἐν τοῖς Γερμανικοῖς καὶ Αὐστριακοῖς Πανεπιστημίοις ὑπάρχουσι τρεῖς καὶ τέσσαρες καθηγηταὶ τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς, οὐδέποτε δὲ σχεδὸν ὀλιγώτεροι τῶν δύο. Εἰς ἀπόδειξιν τούτου, Κύριοι, δὲν σᾶς ἀναγινώσκω ἀποκρύφους σημειώσεις ἐνδιαφερομένου τινός. Ἔχω ἐν τῷ ὀγκώδει τούτῳ τόμῳ (ἐπιδεικνύει αὐτὸν) τὰ ἐπίσημα προγράμματα τῶν Πανεπιστημίων ὅλης τῆς ὑφηλίου διὰ τὸ Ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1899–1900. Κατ’ αὐτὰ, διδάσκουσιν Ὀφθαλμολογίαν καὶ Ὀφθαλμολογικὴν Κλινικὴν τέσσαρες καθηγηταὶ ἐν Βερολίνῳ, οἱ Sweiger, Scocler, Hirschberg καὶ Silex· ἐν Λειψίᾳ τρεῖς, οἱ Sattler, Schröter καὶ Schwarz· ἐν Βιέννῃ τέσσαρες, οἱ Schnabel, Fuchs, Reuss, καὶ Bergmeister. Καὶ ἐν δευτερεύουσι Πανεπιστημίοις, ὧν οἱ φοιτηταὶ δὲν ἀνέρχονται εἰς 3000, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ κυμαίνουσι μεταξὺ 1000 καὶ 2000, εἶναι καθηγηταὶ τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς πλείονες τοῦ ἑνός. Οὕτως ἐν Βρεσλαυΐᾳ διδάσκουσι τέσσαρες, οἱ Foerster, Ubthoff, Cohn καὶ Magnus, ἐν Στρασβούργῳ τρεῖς, οἱ Laqueur, Stilling καὶ Ulrich, ἐν Φρεϊβούργῳ τρεῖς, οἱ Manz, Knies καὶ Baas, ἐν Ἑϊδελβέργῃ τρεῖς, οἱ Leber, Weiss καὶ Hippel, καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Ἂν δὲ πλείονες καθηγηταὶ τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς διδάσκουσιν ἐν ἑκάστῳ τῶν Πανεπιστημίων τῆς Γερμανίας καὶ Αὐστρίας, ἐν χώραις δηλαδὴ ἐχούσαις πολλὰ Πανεπιστήμια (ἡ Γερμανία ἀριθμεῖ 20 τοιαῦτα) καὶ ἐν αἷς δὲν εἶναι τόσον πολὺ διαδεδομένα τὰ ὀφθαλμικὰ νοσήματα, πόσῳ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς πλείονας τοῦ ἑνὸς καθηγητὰς τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος μαθήματος εἰς τὸ μονάκριβον τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀνατολῆς καθόλου Πανεπιστήμιον, εἰς ὃ τόσαι χιλιάδες φοιτητῶν προσέρχονται καὶ ἔνθα ἄπειροι εἶναι οἱ θεραπευόμενοι ἐξ ὀφθαλμικῶν νοσημάτων; Οὐχὶ λοιπὸν χάριν συναλλαγῆς, ἀλλ’ ἐκ πεποιθήσεως ἀπηύθυνα τὸ ἐρώτημα πρὸς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν, ἐκ πεποιθήσεως, ἣν ἐνίσχυεν ἔτι μᾶλλον ἡ γνώμη, ἣν εἶχον περὶ τῶν δύο γνωστοτέρων ὀφθαλμιάτρων ἡμῶν, τῶν κ.κ. Δελλαπόρτα καὶ Γαζέπη, καὶ καθ’ ἣν αὐτοί, ἐκεῖνος μὲν ἐπὶ τὸ θεωρητικώτερον, οὗτος δ’ ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον κατηρτισμένος, θ’ ἀπέβαινεν ἑκάτερος αὐτῶν τὸ ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τοῦ ἄλλου. Ἐνοεῖτε νῦν, Κύριοι, ὁπόσον ἐξεπλάγην, τοιαύτην γνώμην ἔχων περὶ τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ὅτε εἶδον ὅτι καὶ ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ καὶ ἐνταῦθα οἱ φίλοι αὐτοῦ ἐζήτησαν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ διαστρέψωσι τὰς εἰλικρινεστέρας τῶν προθέσεών μου, ὅτε εἶδον, ὅτι, κατ’ εἰσήγησιν αὐτοῦ πάντως καὶ τοῦ ἐπιμελητοῦ αὐτοῦ ἀποπλανηθέντες, τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων ἰσχυρίσθησαν μετὰ πολλοῦ τοῦ στόμφου, ὅτι ἐν οὐδενὶ τῶν Πανεπιστημίων τῆς ὑφηλίου ὑπάρχει δευτέρα ἕδρα τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς. Τὴν τοιαύτην διαγωγὴν τοῦ κυρίου Δελλαπόρτα ἐχαρακτήρισεν ὡς ἑξῆς ὁ κ. Μερκούρης ἐν τῇ προμνημονευθείσῃ ἐπιστολῇ του (ἀναγινώσκει): «... Μετὰ τὰ ἀνωτέρω ὁμολογῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἀληθῆ κατάπληξιν ἐνεποίησεν εἰς ἐμὲ ὁ προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Δελλαπόρτα θόρυβος ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὰς χθεσινὰς συνεδριάσεις των, οὐδὲ δύναμαι ν’ ἀποκρύψω τὴν βαθυτάτην λύπην μου, ὅτι παραπεισθεὶς ὑπὸ τῶν λόγων τοιούτου ἀνθρώπου συνετέλεσα καὶ ἐγὼ ἀκουσίως εἰς τὴν τοιαύτην τροπὴν τῶν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου.» Ἐν τῷ μεταξὺ ὑπέβαλε καὶ ἡ ὀνομασθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της περὶ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἥτις ἐπεβεβαίωσε μέχρι κεραίας τὰς καταγγελίας τῆς διοικούσης τοῦτο ἐπιτροπῆς, ὡς ἐμφαίνεται ἰδίᾳ ἐκ τῆς ἑξῆς περικοπῆς της (ἀναγινώσκει): «... Σχετικῶς δὲ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν ἐν γένει τῶν ἐγχειρήσεων, καὶ μάλιστα τῶν σοβαρωτέρων, οἷον ἐγχειρήσεων ὑπεχύματος (καταρρακτῶν), στραβισμοῦ καὶ ἐξορύξεων ὀφθαλμῶν, ἐβεβαιώθημεν κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα ἡμῖν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰς πλείστας ἐγχειρήσεις, ἵνα μὴ εἴπωμεν κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα, ἐνήργησε μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1899 ὁ ἐπιμελητὴς κύριος Μεταξᾶς, καὶ σχεδὸν ἁπάσας μὴ παρόντος τοῦ κ. καθηγητοῦ, ἐργαζόμενος κατὰ τὴν πρωΐαν, ἐνῷ ὁ κ. καθηγητὴς τακτικῶς μετέβαινεν εἰς αὐτὸ μετὰ μεσημβρίαν, ἐπισκεπτόμενος τοὺς ἐξωτερικοὺς πρὸ πάντων ἀρρώστους καὶ ἐγχειρίζων τινὰς ἐξ αὐτῶν, σπανιώτερον δ’ ἐπιλαμβανόμενος ἐγχειρήσεων ἐπὶ τῶν σοβαρώτερον πασχόντων, καὶ ὧν ἡ παραμονὴ ἐν τῷ καταστήματι ἐπεβάλλετο ὑπὸ ἐπιστημονικῆς ἀνάγκης· τοιούτους δ’ ἐγχειρισθέντας ὑπὸ τοῦ κυρίου καθηγητοῦ, πάσχοντας δὲ ὑπὸ καταρράκτου, ἐβεβαιώθημεν ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν 10 ἕως 12 μεταξὺ 136 ἐν ὅλῳ ἐγχειρισθέντων ἐν τῷ καταστήματι, ἀφ’ ἧς ὁ κύριος Δελλαπόρτας ἀνέλαβε τὴν ἐν αὐτῷ Ὀφθαλμολογικὴν Κλινικήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησε νὰ καλέσῃ καὶ τὸν ἐπιμελητὴν κ. Μεταξᾶν, καὶ ἔστειλε πρὸς τοῦτο ὑπάλληλον, ἀλλὰ δὲν εὗρεν αὐτὸν οἴκοι, ὅτε ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἶπε ῥητῶς, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ προσκληθῇ πρὸς ἐξέτασιν ὁ ἐπιμελητής, ἀναλαμβάνον τοῦτο πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς μὴ ἐξετάσεως αὐτοῦ.» Τὸ μέλος, ὅπερ ὑπαινίσσεται ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ὁ κ. Ζωχιὸς, ὅστις ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Μεταξᾶς τῷ ὡμολόγησε κατ’ ἰδίαν πᾶν ὅ,τι εἶχε καταγγελθῆ κατὰ τοῦ κυρίου Δελλαπόρτα. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, ἐξακολουθῶν νὰ θεωρῶ πέτραν σκανδάλου αὐτὸν τὸν ἐπιμελητὴν Μεταξᾶν, ἀπεδεξάμην προθύμως τὴν παραίτησίν του, διώρισα δὲ, κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ἕτερον ἐπιμελητήν. Ὅτε ὅμως βραδύτερον ἐπείσθην, ὅτι ὁ Κύριος αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἠναγκάσθην νὰ τὸν ἀπολύσω ἐκ τῆς καθηγεσίας, οὐχὶ διότι ἐθεώρουν ἄκυρον τὸν διορισμόν του, ὡς ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, ἀλλὰ διότι ἐπείσθην περὶ τῆς ἀνεπαρκείας αὐτοῦ, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸ πρακτικὸν μέρος τοῦ μαθήματός του, ὡς πρὸς τὴν Κλινικὴν διδασκαλίαν καὶ τὰς ἐγχειρήσεις του, καὶ ἐξ ἄλλων πολλῶν δεδομένων, μάλιστα δὲ ἐκ τῆς ἀναγνωσθείσης ἐκθέσεως τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἣν κατ’ ἀπαίτησιν αὐτοῦ τοῦ κ. Δελλαπόρτα εἶχον συστήσει. Ἐγώ, Κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὕτω πως ἐπετέλεσα ἓν καθῆκον, ἀνιαρὸν μέν, ἐπιβαλλόμενον ὅμως εἰς ἐμὲ ἐπιτακτικῶς ὑπὸ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος καὶ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου καὶ τῶν θεραπευομένων ἐν αὐτῷ καὶ τῶν διδακτόρων τῆς Ἰατρικῆς· μὲ ἥσυχον δὲ τὴν συνείδησιν ἀναμένω νῦν τὴν περὶ τούτου ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ ἐδικαίωσεν ἤδη πληρέστατα τὴν πρᾶξίν μου ἐκείνην· διότι κληθεῖσα μικρὸν μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ἵνα ὑποδείξῃ τὸν κατάλληλον διάδοχόν του, προέτεινε διὰ ψήφων ὀκτὼ κατὰ ἓξ τὸν κ. Γαζέπην. Καὶ ἐξεδήλωσε μὲν τὴν ἀπορίαν του ὁ προαγορεύσας, πῶς ἡ Σχολὴ, ἡ πρὸ δύο ἐτῶν προτείνασα τὸν κ. Δελλαπόρταν ὡς ὑποψήφιον καθηγητήν, εὗρε νῦν ἀνάξιον αὐτὸν διὰ τὴν ἕδραν τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ τῆς Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς καὶ ἐζήτησε μάλιστα ὁ κ. Βουλευτής, τὸ γεγονὸς τοῦτο ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐνεργείας καὶ ἐπηρείας ἀναξίας τῶν ἐγκρίτων καθηγητῶν, τῶν ψηφισάντων νῦν τὸν κ. Γαζέπην. Ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ πιστεύσῃ μᾶλλον, ὅτι οἱ καθηγηταὶ οὗτοι, πεισθέντες περὶ τῆς ἀνικανότητος τοῦ ἀνδρὸς ἐκ τῆς βραχείας αὐτοῦ καθηγεσίας, τὸν κατεψήφισαν; Τί δὲ ἄλλο μαρτυρεῖ τὸ σπάνιον ἀληθῶς φαινόμενον διὰ τὸν Ἰατρικὴν Σχολήν, καθ’ ὃ ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ κ. Γαζέπη οὐ μόνον φανερὰ ὑπῆρξεν, ἀλλὰ καὶ ὑπέβαλεν ἠτιολογημένην ἔκθεσιν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον; Ἀλλ’ ἡ ἐμπάθεια, Κύριοι, ἀπετύφλωσέ τινας ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ τόσον τιμητικὸν διὰ τὸν κ. Γαζέπην, νὰ θέλωσι νὰ παραστήσωσιν ὡς ἔλλειψιν οὐσιώδη τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ προτάσεως, ἀποτελοῦσαν λόγον ἀκυρότητος τοῦ διορισμοῦ του.

§46ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ παρέστησεν ὁ πρύτανις.

§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ πρύτανις ἀπεπλανήθη ἐκ τῶν γιγνομένων ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ, ἐν ᾗ ἐπὶ τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν καὶ ἡ ψηφοφορία γίνεται φανερὰ καὶ λόγοι προβάλλονται συνήθως ὑπὲρ τῆς προτιμήσεως τοῦ ἑνὸς καὶ τῆς ἀποκρούσεως τῶν ἄλλων. Ἀπεπλανήθη δὲ καὶ ἐξ ἐσφαλμένων εἰσηγήσεων τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, ὅστις, ἐγχειρίζων εἰς αὐτὸν τὴν περὶ Γαζέπη πρότασιν, ἣν ὁ ἴδιος εἶχε συντάξει, παρέστησεν αὐτὴν ὡς δῆθεν ἀντικειμένην πρὸς τὸν νόμον, ἅτε μὴ οὖσαν δῆθεν ἠτιολογημένην, ὡς αἱ ἄλλαι προτάσεις περὶ τῶν ἄλλων αὐτῆς καθηγητῶν. Ὅτε ὅμως ὁ κ. πρύτανις ἐπείσθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι πᾶσαι αἱ προτάσεις τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς συνήθως οὕτω γίνονται, ὅτε μάλιστα ἔλαβε γνῶσιν τῆς διαμαρτυρίας τῆς πλειονοψηφίας τῆς Σχολῆς κατὰ τοῦ κοσμήτορός της, ὡς σπεύσαντος νὰ διαβιβάσῃ τὴν περὶ Γαζέπη πρότασιν πρὶν ἢ λάβῃ τὴν γραπτὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, καθηγητοῦ κ. Ζωχιοῦ, τότε ἐνόησε καὶ αὐτὸς, ὅτι ἐγένετο θῦμα πλάνης. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐλπίζω ὅτι ἕκαστος θὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι, ἂν ἡ ἠτιολογημένη πρότασις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς λόγος ἀκυρότητος τοῦ διορισμοῦ τοῦ καθηγητοῦ, τότε ἄκυροι θὰ ἦσαν οἱ διορισμοὶ πάντων τῶν καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, οἱ γενόμενοι ἐπὶ τῇ βάσει μὴ ἠτιολογημένης προτάσεως, πλὴν τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Γαζέπη, ὅστις μόνος ἴσως ἐν αὐτῇ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τόσον τιμητικὴν αἰτιολογίαν, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν ψηφισάντων αὐτὸν καθηγητῶν...

§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῆς πλειονοψηφίας μόνον.

§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ἡ πλειονοψηφία εἶναι ἡ Σχολὴ, καὶ οὐχὶ ἡ μειονοψηφία. Ἡ ἔκθεσις δὲ τῆς πλειονοψηφίας, ἀναφέρουσα ἐμπεριστατωμένως διάφορα ἐπιστημονικὰ ἔργα καὶ ἀνακαλύψεις ἰδίων ἐργαλείων τοῦ κ. Γαζέπη, καὶ τέλος τὴν μακρὰν καὶ εὐδόκιμον τούτου πεῖραν ἐν ἰδίᾳ Ὀφθαλμολογικῇ Κλινικῇ, καὶ οὐχὶ ἐν τῇ Ἀστυκλινικῇ, ἔπεισεν ἐμὲ, ὅτι δικαίως, δικαιότατα, προετείνετο ὑπὸ τῆς Σχολῆς, ἵνα γείνῃ καθηγητὴς αὐτῆς. Ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ, Κύριοι, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τὸ διάταγμα περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Γαζέπη ὡς καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς. Ὁ διορισμὸς οὗτος εἶναι νόμιμος, νομιμώτατος, διότι κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου αὐτὸς εἶναι διδάκτωρ τῆς Ἰατρικῆς, διωρίσθη δὲ καθηγητὴς δυνάμει διατάγματος, φέροντος τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, καὶ δημοσιευθέντος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθέντος νομίμως· ὡς ἐκ περισσοῦ δ’ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ κ. Γαζέπης πλὴν τῆς προτάσεως τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς καὶ ἠτιολογημένην ὑπὲρ αὐτοῦ ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Σχολῆς, οἵαν οὐδεὶς σχεδὸν ἄλλος τῶν καθηγητῶν αὐτῆς. Καὶ ἐν τῷ Τύπῳ, Κύριοι, ἐγράφησαν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ δῆθεν κενῶν ἀπειλῶν, ἐξενεχθεισῶν ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τοῦ πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου, μάλιστα δὲ κατὰ τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς κ. Πεζοπούλου. Ἐγὼ βεβαίως οὐδεμίαν εὐθύνην φέρω δι’ ὅσα γράφονται συνήθως ἐν τῷ Τύπῳ περὶ ἐμοῦ, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι οὐδεμία ἐφημερὶς διερμηνεύει τὰς γνώμας μου. Ἄλλοι εἶναι οἱ ἔχοντες ἐν τῷ Τύπῳ ἴδια ὄργανα, δι’ ὧν ἑκάστην πρωΐαν ἀπειλοῦσι καὶ ὑβρίζουσι Θεούς τε καὶ ἀνθρώπους. Ἐγὼ εὐθύνομαι μόνον δι’ ὅσα λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ δημοσιεύω ἐνίοτε ἐνυπογράφως. Ὡς Ὑπουργὸς, εὐθύνομαι καὶ δι’ ὅσα ἔγγραφα ἀπευθύνω συνήθως. Ἐν τῇ περιπτώσει δὲ ταύτῃ ὁμολογῶ ὅτι ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου τὸ ἑξῆς ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Νοεμβρίου 1899. Ἀριθ. πρωτοκ. 16491. Πρὸς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου. «Ἀποκρινόμενοι πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 620/391 καὶ ἀπὸ 30 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ὑμετέραν ἀναφορὰν, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τὴν ἔλλειψιν τῆς αἰτιολογίας τῆς προτάσεως περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Γ. Γαζέπη ὡς καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς, τὴν ἀπαντῶσαν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 60/54 καὶ ἀπὸ 30 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἐγγράφῳ τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, ἀνεπλήρωσεν ἀποχρώντως ἡ ἔγκλειστος ὧδε διαπεμπομένη ὑμῖν ἐν ἀντιγράφῳ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Σχολῆς ταύτης ἀπὸ 2 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις ἐκπροσωπεῖ τὴν γνώμην τῆς Σχολῆς, ἀναφέρουσα ἐμπεριστατωμένως τὰ προσόντα τοῦ κ. Γαζέπη, ἤτοι καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς πραγματείας αὐτοῦ, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸν κλάδον, ὃν μέλλει νὰ διδάξῃ, καὶ τὰ ἐργαλεῖα, ἅτινα αὐτὸς ἐφεῦρε, καὶ τὴν μακρὰν καὶ εὐδόκιμον κλινικήν του πεῖραν ἐν τῇ Ὀφθαλμιατρικῇ, ἔπεισεν ἡμᾶς, ὅτι οὐ μόνον ἐδικαιούμεθα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον εἴχομεν νὰ προκαλέσωμεν πάραυτα τὸ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ διορίζεται αὐτὸς εἰς τὴν ἕδραν τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ τῆς Ὀφθαλμιατρικῆς Κλινικῆς, ὡς ὁ μόνος κατάλληλος δι’ αὐτήν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς ἀποδεικνύεται δυστυχῶς καὶ ἕτερόν τι, ὅτι δηλαδὴ ὁ κοσμήτωρ ἀπέφυγε σκοπίμως νὰ συμπεριλάβῃ ἐν τῷ ἐγγράφῳ αὐτοῦ τὴν ἠτιολογημένην αὐτῆς πρότασιν, ὡς διετύπωσε ταύτην καὶ προφορικῶς καὶ γραπτῶς ὁ εἰσηγητὴς τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας καθηγητὴς κ. Ι. Ζωχιός. Καὶ ἐκ τῆς ἄλλης δὲ προσπαθείας, ἣν καταβάλλει ὁ κοσμήτωρ ἐν τῷ ἐγγράφῳ αὐτοῦ, ὅπως παραστήσῃ ὅτι δῆθεν ἡ ὑποψηφιότης τοῦ κ. Γαζέπη δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν, ἀφοῦ οὗτος δὲν ὑπέβαλεν αἴτησιν περὶ αὐτῆς εἰς τὴν Σχολήν, τοῦθ’ ὅπερ οὔτε τὸ σχετικὸν Β. Διάταγμα ἀπαιτεῖ, οὔτε ἐτηρήθη ποτὲ ὑπὸ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, προκειμένου περὶ γνωστῶν ἐπιστημόνων (προβ. ἰδίᾳ προτάσεις αὐτῆς περὶ Νικολαΐδου καὶ περὶ Ζαμπακοῦ), καὶ ἐκ ταύτης, λέγομεν, τῆς προσπαθείας τοῦ κοσμήτορος συνάγεται προδήλως, ὅτι οὗτος πᾶν ἄλλο ἐπετέλεσεν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἢ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον. Τούτου ἕνεκα, κύριε πρύτανι, διαπέμποντες ὑμῖν σήμερον ἐν ἀντιγράφῳ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ διαβιβάσητε ταύτην πρὸς τὸν κοσμήτορα αὐτῆς, καλοῦντες τοῦτον εἰς ἀπολογίαν δι’ ὅσα ἐν αὐτῇ καταγγέλλεται, τὴν ἀπολογίαν του δὲ ταύτην νὰ ἀποστείλητε ὑμῖν ὅσον οἷόν τε τάχιον. Ἐπειδὴ δὲ ἐπροθυμοποιήθητε, κ. πρύτανι, αὐθημερὸν μὲ τὸ ἔγγραφον τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς νὰ ὑποβάλητε ἡμῖν, καίτοι μὴ αἰτηθεῖσαν, τὴν ὑμετέραν γνώμην περὶ τῶν προτάσεων τῶν Σχολῶν, καὶ δὴ ἐν ἀναφορᾷ, ἥτις κυρίως ἔπρεπε νὰ ἦναι ἁπλῶς διαβιβαστικὴ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κοσμήτορος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐκνοῦμεν νὰ δηλώσωμεν ὑμῖν, ὅτι καὶ ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπαραίτητον στοιχεῖον τῶν προτάσεων τὴν αἰτιολογίαν αὐτῶν, τὴν δυναμένην νὰ πείσῃ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ δικαίου αὐτῶν. Ὅπως δὲ ἀποδείξωμεν, ὁπόσην σημασίαν ἀποδίδομεν εἰς ὃ ἐπικαλεῖσθε ἄρθρον 1 τοῦ διατάγματος, καθ’ ὃ πρέπει νὰ λαμβάνωνται κατὰ πρῶτον λόγον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐπιστημονικὰ ἔργα τοῦ ὑποψηφίου ἐν τῷ κλάδῳ τῆς ἐπιστήμης, ἣν πρόκειται νὰ διδάξῃ, παραγγέλλομεν ὑμᾶς, ἵνα ζητήσητε πάραυτα παρὰ τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τὰ ἐπιστημονικά του ἔργα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν Παθολογικὴν Ἀνατομίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων προταθεὶς αὐτὸς ἠτιολογημένως ὑπὸ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς διωρίσθη καθηγητὴς αὐτῆς, ὅπως ἴδωμεν, ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ ἐτηρήθη ἡ ἀνωτέρω διάταξις τοῦ διατάγματος, ὑπὲρ οὗ τόσον φαίνεται νῦν αὐτὸς κοπτόμενος.» Αὐταὶ εἶναι, Κύριοι, αἱ φοβεραὶ ἀπειλαί, ἃς δῆθεν ἀπηύθυνα ἐγὼ πρὸς τὸν πρύτανιν τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου καὶ τὸν κοσμήτορα τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, καὶ δι’ ἃς ἐνόμισάν τινες, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ ἐνταῦθα κατηγορητήριον ἐναντίον μου. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐγγράφου θὰ ἐπείσθητε βεβαίως πάντες, ὁπόσον ἀνυπόστατοι ἦσαν αἱ τερθρεῖαι ἐκεῖ αἱ περὶ ταπεινώσεως καὶ ἐξευτελισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Νῦν παρατηρῶ μόνον, ὅτι ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς ἐμφαίνεται τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... Ὁ κ. Ζωχιὸς λέγει, ὅτι προτείνων τὸν κ. Γαζέπην στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι οὗτος εἶναι ὀφθαλμολόγος γνωστὸς εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἔχει ἐκδώσει γνωστὰς εἰς τὸν ἰατρικὸν κόσμον πραγματείας· ἂν δὲ ψηφισθῇ, δυνάμεθα νὰ φέρωμεν λεπτομερεστέραν σημείωσιν τῶν ἔργων του...» Ἡ δὲ πρότασις περὶ διορισμοῦ τοῦ κ. Ν. Πεζοπούλου ὡς καθηγητοῦ τῆς Παθολογικῆς Ἀνατομίας, κατακειμένη ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργείου, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ, συνεπείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19117, διαπεμφθέντος ἡμῖν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 315 ἐπισημειώσεως τῆς Πρυτανείας καὶ ἐπιστρεφομένου ὧδε, ἐν τῇ συνεδρίᾳ αὑτῆς τῆς 25 λήγοντος μηνὸς ἐπρότεινε παμψηφεὶ ὡς ἱκανὸν νὰ καταλάβῃ, ὡς δεύτερος καθηγητὴς, τὴν ἕδραν τῆς Παθολογικῆς Ἀνατομίας καὶ Ἱστολογίας τὸν κ. Νικόλ. Πεζόπουλον.» Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πεζόπουλος ἐν τῇ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1899 ἀπολογίᾳ αὑτοῦ ἀπαριθμεῖ διαφόρους ἰατρικὰς διατριβάς του, ἀλλ’ αὗται πᾶσαι ἀνάγονται εἰς τὴν Νευροπαθολογίαν, ἢ Παθολογίαν ἁπλῶς, οὐδεμία δὲ ἀπολύτως εἰς τὴν Παθολογικὴν Ἀνατομίαν. Καὶ ὅμως χάριν αὐτοῦ ἐδέησε νὰ ἱδρυθῇ δευτέρα ἕδρα τῆς Παθολογικῆς Ἀνατομίας, ζῶντος ἔτι τοῦ καθηγητοῦ αὐτῆς Χασιώτου, νὰ διορισθῇ δ’ αὐτὸς ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως, οἵα ἡ ἀναγνωσθεῖσα, καὶ ὡς ἐκ περισσοῦ νὰ ἐλέγχῃ τὸ ἔγκυρον διορισμοῦ νομιμωτάτου, οἷος ὁ τοῦ κ. Γαζέπη! Τοιαύτη, Κύριοι, ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία μου ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Δελλαπόρτα καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Γαζέπη, πολιτεία οὐδένα λόγον ἔχουσα ν’ ἀποφύγῃ, ἀλλὰ τοὐναντίον προκαλοῦσα τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι οὕτω πως καθίσταται ἡλίου φαεινοτέρα ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ νομιμότης αὐτῆς. Καταστρέφων δὲ νῦν τὸν λόγον, παρατηρῶ ὅτι, πᾶν ὅ,τι ἔπραξα διοικητικῶς ὡς πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ ἔπραξα ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ γοήτρου αὐτοῦ. Τὸ ἀνώτατον ἡμῶν ἐκπαιδευτήριον, Κύριοι, δὲν εὕρηται τὴν σήμερον ἐν τῇ περιωπῇ, ἣν θὰ ηὔχετο πᾶς Ἕλλην, ἔχων συνείδησιν τῆς ὑψηλῆς αὑτοῦ ἀποστολῆς. Βεβαίως ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ αὐτὸ καθηγητὰς ὀτρηροὺς τῆς ἐπιστήμης ἐργάτας, δυναμένους νὰ τιμήσωσιν οἱονδήποτε Πανεπιστήμιον τῆς Ἑσπερίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλοι οἱ καθηγηταὶ αὐτοῦ τοιοῦτοι. Ὑπάρχουσι καὶ οἱ παρ’ ἀξίαν παρεισδύσαντες εἰς αὐτὸ καὶ ἀνίκανοι ν’ ἀνυψωθῶσιν εἰς τὸν μέγαν προορισμὸν τοῦ Πανελληνίου Πανδιδακτηρίου. Ὁ προορισμὸς οὗτος δὲν εἶναι μόνον νὰ καλλιεργῇ αὐτὸ καὶ προάγῃ τὴν ἐπιστήμην αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν καὶ νὰ μορφώνῃ ἐπιστήμονας διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἐπιστημονικῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινωνίας. Τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν Πανεπιστήμιον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ ἄλλον ὑψηλότερον προορισμὸν, χρησιμεῦον ὡς φάρος τηλαυγὴς δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ δι’ ὅλους τοὺς ὁμοδόξους ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἀνατολῇ. Εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προορισμοῦ τούτου πρέπει νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ Πανεπιστήμιον ἐκ παντὸς τρόπου, καὶ διοικητικῶς καὶ νομοθετικῶς, ἀποκαθαίροντες αὐτὸ ἰδίᾳ παντὸς ἀνικάνου στοιχείου. Εἶναι πλάνη, Κύριοι, καὶ πλάνη μεγάλη, νὰ νομίζῃ τις, ὅτι ἡ καθηγεσία τοῦ Πανεπιστημίου εἶναί τι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, καὶ ὅτι ἁμαρτάνει τις εἰς τὸ ὁμοούσιον, ἂν θελήσῃ ν’ ἀπολύσῃ τὸν ἀνάξιον νὰ παρακάθηται ἐν τῇ χορείᾳ τῶν καθηγητῶν αὐτοῦ. Τοιοῦτόν τι δὲν παρεδέχθη ἡ Πολιτεία καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔτι τῶν ἰσοβίων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐφ’ ὧν καθιέρωσε πειθαρχικὴν ἐξουσίαν καὶ δικαιοδοσίαν, καθ’ ἣν ἀπομακρύνονται αὐτοὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας· πῶς λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν ἡμεῖς αὐτὸ ἐπὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου; Ἂν δὲ πρέπῃ ν’ ἀπολύηται ὁ ἀνάξιος δικαστὴς, ὁ παραβλάπτων τὰ συμφέροντα διαδίκων τινῶν μόνον, ἢ ἀδικῶν καθόλου ὡρισμένην τινὰ κοινωνίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας δρᾷ, πόσῳ μᾶλλον ἐπιζήμιος δύναται ν’ ἀποβῇ ὁ ἀνάξιος καθηγητής; Οὗτος δὲν βλάπτει μόνον ἄτομά τινα, ἢ περιωρισμένον τινὰ κύκλον τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ ζημιοῖ ἢ μᾶλλον καταστρέφει γενεὰς ὁλοκλήρους, ὧν τὴν διάνοιαν, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ τὸ ἦθος, διαστρεβλοῖ. Τὸ Πανεπιστήμιον, Κύριοι, ἔχει ἀνάγκην πολλῶν μεταρρυθμίσεων, ὡς ὑποδεικνύω διὰ τῆς μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, τῆς συνοδευούσης τὸ περὶ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ πᾶσα μεταρρύθμισις θὰ ἦτο ματαία, ἐὰν πρὸ παντὸς δὲν ἐνόουν τινὲς τῶν κ. κ. καθηγητῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ καθήκοντα μεγάλα καὶ ὑψηλὰ, εἰς τὴν πιστὴν καὶ εὔορκον ἐκπλήρωσιν τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ ἐπαγρυπνῇ ἡ Πολιτεία. Τοῦτο ἀπαιτεῖ πρὸ παντὸς ἡ τιμὴ καὶ ἀξιοπρέπεια τῶν καθηγητῶν ἐκείνων τοῦ Πανεπιστημίου, οἵτινες, πιστῶς καὶ εὐόρκως ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκόν των, ἀπογοητεύονται, ὅταν παρατηρῶσιν, ὅτι οὐδεμία γίνεται διάκρισις μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν εὐαρίθμων πάνυ εὐτυχῶς συναδέλφων των, οἵτινες ἔχουσιν ὀλιγώρως πρὸς τὸ καθῆκόν των. Τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῶν φοιτητῶν, τοῦτο καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου! (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς δύο περιόδους τοῦ λόγου του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως μοὶ ἐφάνη τὰ μάλιστα συγκεκινημένος, εἰς τὴν περίοδον τοῦ λόγου του, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μία ἕδρα τῆς Ὀφθαλμολογίας πρὸς διδασκαλίαν τῆς ἐπιστήμης ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ εἰς τὴν περίοδον τοῦ λόγου του, κατὰ τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζετο, ἄνευ ἀνάγκης, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προτείνωσιν εἰς τὸν Βασιλέα παύσεις καθηγητῶν. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῶν λόγων, διὰ τῶν ὁποίων παρεστάθη νὰ ἐξυψώσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν σκοπὸν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐπιρροὴν, τὴν ὁποίαν αὐτὸ ἔχει ἐπὶ τοῦ καθόλου Ἑλληνισμοῦ καὶ ἐπὶ τῆς πνευματικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας δὲν παρεπονέθη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἁπλῶς ὡς παύσαντος τὸν κ. Δελλαπόρταν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας· ἐπέκρινε τὸν Ὑπουργὸν, διότι προὐκάλεσε κακῶς καὶ σκανδαλωδῶς τὴν παῦσιν τοῦ καθηγητοῦ· οὐδ’ ἐσκόπει νὰ ἀξιώσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, οὐδ’ ἄλλος τις ἐξ ἡμῶν, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι δὲν περιεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς ἰσοβιότητος, πρέπει νὰ μένωσιν ἰσόβιοι. Καὶ τὸ σκάνδαλον τοῦ διορισμοῦ τοῦ Γαζέπη ἦτο τοσοῦτον μέγα, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη νὰ δοθῇ μάθημα διδασκαλίας εἰς τοὺς πολλούς· ὁμολογῶ δ’ ἐγὼ, ὅτι, ἐὰν ποτε ἤθελον κληθῆ σύμβουλος τοῦ Στέμματος, θέλω ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ θέλω παρακαλέσει τὸν Βασιλέα νὰ ἀποπέμψῃ αὐτὸν τῆς ὑπηρεσίας. Διατὶ εἶναι μέγα τὸ σκάνδαλον; Ὁ κ. Γαζέπης ἐζήτησε τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν του, ἵνα γένηται Βουλευτὴς, καὶ ἐξελέχθη Βουλευτὴς, ἀλλὰ μόλις εἰσῆλθεν εἰς τὸ Βουλευτήριον ἐκίνησε γῆν καὶ θάλασσαν, ὅπως διορισθῇ καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, δηλαδὴ ἐσχεδίασε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἕδραν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο ἔπραξε, περιϋβρίσας διὰ τοῦ διορισμοῦ του τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἔκρινεν, ὅτι ἐπεβάλλετο αὐτῷ τὸ καθῆκον ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν σκανδαλώδη διαγωγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα περικαλύψῃ τὰς πράξεις του, μετέρχεται τακτικὴν ἀλλοπρόσαλλον. Ἐνῷ βεβαιοῖ, ὅτι θεωρεῖ ἀντισυνταγματικὸν τὸ διάταγμα τοῦ 1882, καὶ ὅτι δὲν ἰσχύει, ὅτι εἶναι ἄκυρον, διότι εἶναι ἐκτελεστικὸν, οὐδ’ ἐπετρέπετο νὰ περιλάβῃ διατάξεις νομοθετικὰς, βεβαιοῖ ἀφ’ ἑτέρου τὴν Βουλήν, ὅτι αὐτὸς συνεμορφώθη πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ διατάγματος ἐκείνου, καὶ προσεπάθει νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἀναφέρων πῶς ἐξετέλεσεν αὐτὸ καὶ συνεμορφώθη πρὸς αὐτό. Καὶ ἐνῷ βεβαιοῖ, ὅτι ὁ κ. Δελλαπόρτας δὲν ἦτο νομίμως διωρισμένος καθηγητής, καὶ ὅτι κρίνει ἄκυρον τὸν διορισμόν του, δὲν προβαίνει εἰς τὴν παῦσιν καθηγητοῦ τινος, μηδὲ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων καταγγέλλει, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμοι διατάξεις ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἥτις περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐπροτάθη ὑπὸ τῆς Σχολῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Δελλαπόρτας διωρίσθη καθηγητὴς τῆς Ὀφθαλμολογίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, οὐδὲν δ’ εἶχε πλέον ὁ Ὑπουργὸς δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὑπῆρξεν ἀκυρότης εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ. Ὁ διορισμὸς τῶν καθηγητῶν συντελεῖται διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἐὰν δ’ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν ἐτήρησε τὰς νομίμους διατάξεις κατὰ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ φροντίσῃ νὰ ζητηθῶσιν εὐθῦναι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ προκαλέσαντος τὸν διορισμόν του διὰ παραβάσεως τῶν νόμων, ἀλλὰ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ καταγγέλλῃ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, καὶ νὰ ἀναβαίνῃ ἐπὶ τῆς στέγης, ὡς πετεινός, ἐκσφενδονίζων ἀπειλὰς, ὁτὲ μὲν ὅτι θέλει παύσει τὸν κ. Δελλαπόρταν, ὁτὲ δ’ ὅτι θέλει ζητήσει λόγον παρὰ τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς. Ποῖον μέτρον εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως; Ἐὰν ὁ κ. καθηγητὴς δὲν ἐξεπλήρου ἀκριβῶς τὰ ἔργα τοῦ καθηγητοῦ, ἐὰν δὲν ἐδίδασκε, καθῆκον εἶχε νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ πῶς, νομίζετε, ἠθέλησε νὰ βεβαιώσῃ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργός; Προσεκάλεσε δύο καθηγητὰς καὶ τὸν δήμαρχον, τὸν τότε ὑποψήφιον διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, καὶ ἐκάλεσεν αὐτοὺς νὰ γνωμοδοτήσωσιν αὐτοί, ἐὰν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὡς καθηγητὴς τῆς Ὀφθαλμολογίας ἐν τῷ Ὀφθαλμιατρείῳ! Ἡ διδασκαλία καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἐν καταστήματι φιλανθρωπικῷ μὲν, ἀλλὰ προωρισμένῳ εἰς ἐκπαιδευτικὸν σκοπὸν, ἡ διδασκαλία αὕτη δὲν ἐπετρέπετο νὰ κριθῇ ὑπὸ παντὸς καθηγητοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐκλέξει. Ὤφειλε ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὸν πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ, ἵνα συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκλέγῃ αὐτὸς τὰ πρόσωπα· διότι, ἂν ἦτο ἁρμόδιος ὁ Ὑπουργὸς περὶ τὰ ἀντικείμενα τῆς διοικήσεως, ἦτο ἥκιστα ἁρμόδιος, ἵνα ἐξελέγξῃ τὴν διδασκαλίαν καὶ βεβαιώσῃ τὰ περὶ ταύτης. Δὲν ἦτο δὲ ἀπίθανον, ὁ Ὑπουργός, πρόσωπον πολιτικὸν, νὰ ἐπηρεάζηται ὑπὸ πολιτικῶν σκοπῶν ἢ συμφερόντων, καὶ νὰ ἐκλέξῃ πρόσωπα, ἵνα ἀναθέσῃ εἰς αὐτὰ τὴν ἐξέτασιν, ταῦτα δὲ νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ αὐτὸν, νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν αὐτοῦ, ἢ νὰ προσδοκῶσιν ἐξ αὐτοῦ, καὶ νὰ διατίθενται νὰ δώσωσιν οἵαν αὐτὸς ἐπεθύμει γνώμην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατηνάλωσε πολλὴν ὥραν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς Ὀφθαλμολογίας ἀπαιτεῖ δύο καθηγητὰς, καὶ ἔφερε παράδειγμα τὰς Σχολὰς τῆς Γερμανίας καὶ τὰς Σχολὰς ἄλλων Κρατῶν, λησμονῶν ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος δὲν δημιουργεῖ ἢ μόνον 57 θέσεις καθηγητῶν, καὶ διὰ τῶν 57 αὐτῶν θέσεων ὤφειλε νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς διδασκαλίας πασῶν τῶν Σχολῶν, καὶ τῆς Θεολογικῆς καὶ τῆς Νομικῆς καὶ τῆς Φιλοσοφικῆς καὶ τοῦ Μαθηματικοῦ Τμήματος καὶ τῆς Ἰατρικῆς, ἑπομένως ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 57 καθηγητῶν ὤφειλε νὰ περιορισθῇ ὁ Ὑπουργὸς, καὶ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 57 ἑδρῶν ὤφειλε νὰ προσπαθήσῃ νὰ πληρώσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστημονικῆς διδασκαλίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νομίζω ὅτι ἐλησμόνησε καὶ ἕνα ἄλλον κανόνα, τὸν κανόνα, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀναβιβάζονται εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσι κατὰ προσώπων ἀπόντων, νὰ διαβάλλωσιν ἢ κατηγορῶσιν ἀπόντας, ὅταν οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἦναι παρόντες, ἵνα ἀπολογηθῶσι. Ποίαν ἀπολογίαν δύναται νὰ φέρῃ σήμερον ὁ κ. Δελλαπόρτας, περὶ τοῦ ὁποίου εἴπετε τόσα, ὅσα εἴπητε; Ποίαν ἀπολογίαν δύναται νὰ δώσῃ εἰς ὑμᾶς ὁ διακεκριμένος ἐπιστήμων, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπιμελητὴς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, τὸν ὁποῖον ὠνομάσατε πέτραν σκανδάλου, καὶ ὁ ὁποῖος κατέχει λίαν ἐπιφανῆ θέσιν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ὁ κύριος Μεταξᾶς; Ἀλλὰ ποίαν δικαιολογίαν δύναται νὰ προτείνῃ ὁ κοσμήτωρ τῆς Σχολῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο εἰμὴ ἁπλοῦς συμβολαιογράφος, καλούμενος νὰ βεβαιώσῃ ὅσα ἔλαβον χώραν ἐν τῇ Σχολῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτῆς; Ὁ κοσμήτωρ δὲν ἐκαλεῖτο νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Σχολὴ ἀφῆκεν, οὐδὲ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ψευδομάρτυς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὐδ’ ἐπετρέπετο αὐτῷ νὰ ἀποδεχθῇ καὶ νὰ παρουσιάσῃ ὡς πόρισμα τῶν ἐν τῇ Σχολῇ γενομένων σημείωμα, τὸ ὁποῖον καθηγητὴς, ὃν ἀπεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ἔδωκεν εἰς τὸν πρύτανιν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ δικαιολογίαι δὲν ἐπροτάθησαν ἐν τῇ Σχολῇ, καὶ ὅταν δὲν ἐπροτάθησαν ἐν τῇ Σχολῇ, ὁ κοσμήτωρ δὲν ἔχει καθῆκον, πολλῷ δ’ ἧσσον δικαίωμα, νὰ μνημονεύσῃ αὐτῶν ἐπισήμως ἐν τῇ ἐκθέσει πρὸς τὸν Ὑπουργόν. Ἐν τῇ Σχολῇ ἐγένετο ψηφοφορία, τελευταῖος δ’ ἐψηφοφόρησεν ὁ κοσμήτωρ, καὶ μετὰ τοῦτο ἐλύθη ἡ συνεδρίασις τῆς Σχολῆς. Ἐὰν κατόπιν οἱ προτείναντες τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Γαζέπη καθηγηταὶ, οἱ ἀποτελέσαντες τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Σχολῆς, ἔγραψαν σημείωσιν, ἀφοῦ ἴσως ἔμαθον, ὅτι ὁ κοσμήτωρ ἐμνημόνευσεν ἐν τῇ πρὸς τὸν πρύτανιν ἐκθέσει του, ὅτι εἶχον οὗτοι παραλίπει νὰ αἰτιολογήσωσι τὴν ὑπὲρ τοῦ Γαζέπη γνώμην των, καὶ διὰ τῆς σημειώσεως ἐζήτουν ν’ ἀναπληρώσωσιν ὅ,τι ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς Σχολῆς παρέλιπον, τὸ σημείωμα αὐτῶν οὐδεμίαν εἶχεν ἀξίαν, ὁ δὲ κοσμήτωρ ἤθελε πράξει πλαστογραφίαν, ἂν ἐβεβαίου, ὅτι τὰ ἐν τῇ σημειώσει τῶν καθηγητῶν εἶχον λεχθῆ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Σχολῆς, ἀφοῦ κατὰ τὴν συνεδρίασιν οὐδαμῶς εἶχον αἰτιολογήσει τὴν γνώμην των οἱ εἰρημένοι καθηγηταὶ, καίτοι εἶχεν ὑπομνήσει αὐτοῖς ὁ κοσμήτωρ, ὅτι ὤφειλον νὰ αἰτιολογήσωσιν αὐτήν. Καὶ ὤφειλον ὄντως οἱ καθηγηταὶ δημοσίᾳ νὰ εἴπωσι τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τοῦ Γαζέπη. Τὸ καθῆκον δὲ τοῦ κοσμήτορος ἦτο ὅμοιον πρὸς τὸ καθῆκον συμβολαιογράφου, διότι οὐδὲν ἄλλο ὤφειλε νὰ πράξῃ, εἰμὴ νὰ βεβαιώσῃ πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἐν τῇ Σχολῇ, καὶ ὄχι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως τὰ μέλη τῆς Σχολῆς μετὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Σχολῆς ἔγραψαν. Ἀλλὰ πόθεν ἐπορίσθη τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ προβάλλῃ ὡς πετεινὸς ἀπὸ στέγης οἰκίας τινὸς καὶ νὰ κηρύσσῃ ἀπειλὰς, ὅτι θέλει παύσει τὸν κ. κοσμήτορα, ἢ ὅτι θέλει τιμωρήσει πειθαρχικῶς τὸν κ. πρύτανιν; Ποία εὐπρέπεια, ποία κοσμιότης γλώσσης, ποία σοβαρότης ἤθους ἐπιτρέπει εἰς Ὑπουργὸν νὰ ἐκπέμπῃ ἀπειλὰς, ὡς χυδαῖος ὑβριστής; Ἂν ἐφρόνει ὅτι ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσίν τινος, καθῆκον εἶχε νὰ τὸ πράξῃ, χωρὶς νὰ τὸ προαγγέλλῃ καὶ νὰ τὸ ἐπικηρύσσῃ· ἂν δὲν τὸ ἔπραξεν, ἀποδεικνύει ὅτι ἐνόησε τέλος πάντων, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο αὐτῷ νὰ ἐκτραπῇ εἰς τοιαύτας ἀτασθάλους πράξεις· ἀλλὰ τότε, πῶς ἀπὸ Ὑπουργοῦ μετέβαλεν ἑαυτὸν εἰς χυδαῖον ὑβριστήν; Τίς σᾶς εἶπε νὰ μὴ ζητήσητε παρὰ τοῦ κ. κοσμήτορος εὐθύνας; Ἀλλὰ ποίας εὐθύνας νὰ ζητήσητε; Νὰ ζητήσητε εὐθύνας παρ’ αὐτοῦ διότι δὲν ἐπλαστογράφησε τὰ πρακτικὰ τῆς Σχολῆς, ἀναγράφων ἐν αὐτοῖς, ὅτι οἱ ψηφοφορήσαντες ὑπὲρ τοῦ Γαζέπη καθηγηταὶ ἠτιολόγησαν τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ψῆφόν των; Καὶ σεῖς ἐπράξατε ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ χαρακτηρίσω, διότι βαρὺς πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸ χαρακτηρισμός· προσεκαλέσατε τὸν κ. πρύτανιν νὰ σᾶς πληροφορήσῃ, ἂν κατὰ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. κοσμήτορος εἰς τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμοι διατάξεις. Ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ θέσητε ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα τοῦ καθηγητοῦ, ὅστις ἦτο κοσμήτωρ, νὰ ζητήσητε δὲ νὰ βεβαιωθῆτε, ἂν εἶχεν ἀποδειχθῆ ἡ ἱκανότης αὐτοῦ, ὅτε διωρίσθη καθηγητής; Τοσαῦτα τὰ διαπραχθέντα ἄτοπα. Τί λέγω ἄτοπα; Δι’ ἄλλου προσῆκε νὰ χαρακτηρίσω αὐτὰ προσδιορισμοῦ. Τοσαῦτά εἰσιν ὅσα ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως· δὲν μοὶ ἐπετρέπετο δὲ νὰ σιωπήσω, ὅτε ἤκουσα αὐτοῦ, λαβόντος τὸν λόγον, ἵνα ἀπολογηθῇ εἰς τὰ αἰτιάσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας. Ἀποφεύγω νὰ λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ ἐξελέγχω τὰς ἀτασθαλίας τῶν Ὑπουργῶν, οὐδὲ προσφέρω ὑπηρεσίαν πλέον, ἐξελέγχων αὐτούς, διότι ἐγνώσθη τίνες εἰσὶν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ποῖά τινα πράττουσιν. Ἀρκοῦσιν αἱ πράξεις αὐτῶν νὰ καταστήσωσι δῆλον, ποία ἡ πολιτεία των καὶ ἡ διαγωγή των· ἀρκεῖ δὲ ἡ συνείδησις, ἥτις ἐσχηματίσθη ἐν τῷ λαῷ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διοικοῦσιν ἕκαστον τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως. Δὲν ἔπρεπεν ὅμως ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως ὅσα εἶπε, μὴ ἀκριβῆ, ἄνευ βάσεως, διαστρέφοντα τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀποδεικνύοντα ἀληθῆ κακοπιστίαν. Παρέστη ὡς κεραμεὺς πλάττων πήλινα σκεύη· οὕτως ἐπλάσθησαν παρ’ αὐτοῦ λόγοι, ἐξυφάνθησαν αἰτιάσεις, ἐδημιουργήθησαν ὅσα ἐλέχθησαν παρ’ αὐτοῦ, ἵνα δικαιολογήσωσι πρᾶξιν, τῆς ὁποίας οὐχὶ μόνον ἡ ἐξωτερικὴ ἄποψις παριστᾷ σκάνδαλον, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ αὐτῆς ἐξέτασις αὐταπόδεικτον ἀδικίαν. Δὲν μὲ συνδέουσι δεσμοὶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου καθηγητοῦ, ὅστις ἐπαύθη, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀφορμήν, ἵνα μὴ τιμῶ τὸν ἄνδρα· διὰ τοῦτο βεβαίως ἐθλίβην, ὅτε ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσι πάντα τὰ διαπραχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν πρακτόρων αὐτοῦ, ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ παῦσις αὐτοῦ. Παράνομοι ἐνέργειαι, πιέσεις ἄκοσμοι καὶ θρασεῖαι ἐπὶ τῆς Σχολῆς, αὐτὸ εἶναι τὸ στάδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκυλίετο ὁ ἐκλεκτὸς τῆς πλειονοψηφίας, ὁ σύμβουλος τοῦ Στέμματος, ἵνα δημιουργήσῃ ἀφορμήν, ὅπως παυθῇ ὁ καθηγητὴς καὶ διορισθῇ ὁ διάδοχος αὐτοῦ. Ὅταν τιμᾶταί τις καὶ περιβάλληται διὰ μεγάλων ἀξιωμάτων, ταῦτα ἐπιβάλλουσιν αὐτῷ μεγάλας ὑποχρεώσεις, πρὸ πασῶν δὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἦναι χρηστός, νὰ εὐλαβῆται τὴν ἀλήθειαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν δύναται βεβαίως νὰ θαυμασθῇ διὰ τοιαύτας ἰδιότητας. Καὶ ἂν δύναται νὰ πράττῃ ἀτιμωρητεὶ νῦν, ὅτε ἡ πλειονοψηφία καλύπτει αὐτόν, ὅσα ἔπραξε, καὶ νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἐκτελεῖ τὰ τοῦ νόμου ἀψόγως καὶ ἀμώμως, αἱ πλειονοψηφίαι ὅμως δὲν ἀρκοῦσιν, ἵνα καλύψωσι τὴν παρανομίαν, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ καλύψωσι τὰς ἀτασθαλίας καὶ τὰ σκάνδαλα. Ἡ διάπραξις τῆς παρανομίας, ἡ διάπραξις τοῦ σκανδάλου ἀρκεῖ νὰ ἐγείρῃ τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἕκαστος δὲ τῶν πολιτῶν θέλει δώσει ψῆφον πολὺ διάφορον τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ πλειονοψηφία.

§51Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ἠναγκασμένος ἐκ τοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ ὑπερήσπισε τὴν ὑπόθεσιν αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὡς καὶ περὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἀκολουθεῖ ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπερασπίζων, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἔκνομον, ἀλλὰ τόσον σκανδαλώδη πρᾶξιν. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ὁ προκαλέσας τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπολύσεως ἑνὸς καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ διορισμοῦ ἑτέρου, μορφὴν νομικὴν εἰς τὸ ζήτημα προσέδωκε, παρασχὼν ἀφορμὴν, ὅπως ἐξενέγκωμεν ἐδῶ τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀφοῦ γνωρίζει καλῶς, ὅτι ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων δύναται νὰ ὑποστηρίζηται ὁπωσδήποτε καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη γνώμη. Τὰ ζητήματα, ὡς ἐκεῖνο περὶ οὗ πρόκειται, δὲν ἐξετάζονται ἐν ταῖς Βουλαῖς ὑπὸ τὴν νομικήν των ἔποψιν. Ζήτημα τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δοθείσης ἀφορμῆς, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ νῦν τοῦτο: τί σκοποῦμεν πολιτευόμενοι; τί σκοποῦμεν ζητοῦντες τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων ἡμῶν; Θέλομεν ν’ ἀποκτήσωμεν δύναμιν διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν δι’ αὐτῆς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν προσωπικῶν ἡμῶν πόθων; Ἀπεμπολοῦμεν τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, ὅταν ὑποσχώμεθα πρὸς αὐτὸν ὅτι θὰ ἔλθωμεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, τὰ δίκαια αὐτοῦ τὰ οἰκονομικὰ, τὰ δίκαια αὐτοῦ τὰ πολιτικὰ νὰ ὑπερασπίσωμεν, καὶ ὅμως θυσιάζομεν ταῦτα κατὰ τὴν πρώτην ἔτι Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὑποστηρίζοντες τοὺς κυβερνήτας, τοὺς Ὑπουργοὺς, διὰ νὰ ἐπωφεληθῶμεν εἰς ἀντάλλαγμα τῆς κοινοβουλευτικῆς αὐτῶν, τῆς πολιτικῆς, τῆς κοινωνικῆς ἔτι δυνάμεως, καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Πολιτείαν τὴν συντήρησιν ἡμῶν καὶ τῶν τέκνων ἡμῶν καὶ τῶν συγγενῶν ἡμῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ὅταν δὲ τοιουτοτρόπως τεθῇ καὶ νοηθῇ τὸ ζήτημα, ἡ ἀπάντησις ἐπ’ αὐτοῦ ἔρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶναι ὁ πολιτικῶς ὑπεύθυνος τοῦ μεγάλου σκανδάλου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ἀπολυθέντος τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας, καθ’ ὃν τρόπον οὗτος ἀπελύθη, καὶ διορισθέντος τοῦ ἑτέρου, καθ’ ὃν τρόπον διωρίσθη, μεγάλου σκανδάλου, τὸ ὁποῖον διασείει τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἥν τις ἐζήτησε τὴν ψῆφον τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὸ Βουλευτήριον, καὶ ἐξελέγη Βουλευτὴς, ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς τὰ συμφέροντά του ἔπρεπε νὰ θέση ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, τὰ συμφέροντά του τὰ ἀτομικὰ ν’ ἀφήσῃ ἔξω αὐτοῦ, καὶ νὰ εἰσέλθῃ ἐνταῦθα, μόνον ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποσχέσεις, ἃς ἔδωκε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του, καὶ τὸ καθῆκόν του τὸ δημόσιον, ὡς ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὸ, ἔστω καὶ πλανώμενος. Διότι οὐδεὶς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πλάνας του. Καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκείνου Βουλευτοῦ καὶ νῦν καθηγητοῦ, διότι δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ αὐτὸν προσωπικῶς, ἀλλ’ ὡς δημόσιον ἄνδρα τὸν μέμφομαι, καὶ πράττω τοῦτο μετὰ παρρησίας, καίτοι τὸν γνωρίζω, καίτοι τὸν ἐκτιμῶ ὡς ἰατρὸν, ἀλλὰ μέμφομαι αὐτὸν, ὑποχωρήσαντα εἰς τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ συμφέροντος τοῦ ἀτομικοῦ. Ἀλλὰ μέμφομαι πλειότερον τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, μέμφομαι ἰδίᾳ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις ἐγένετο ὄργανον, ὅπως ἐκπληρώσῃ τοὺς πόθους τοὺς προσωπικοὺς τοῦ διορισθέντος καθηγητοῦ. Τί κοινὸν πρὸς τὸ ζήτημα καὶ πρὸς τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἔχει ὁ ἰσχυρισμός του, ὅτι χρειάζονται δύο ἕδραι τῆς Ὀφθαλμολογίας, ὅταν αὐτὰ τὰ πράγματα καταβοῶσιν, ὅτι ὁ διορισμὸς ἐγένετο μόνον καὶ μόνον διότι ἦτο Βουλευτὴς ὁ διορισθεὶς καθηγητής; καὶ ὄχι μόνον διότι ἦτο ἁπλοῦς Βουλευτὴς, ἀλλὰ διότι εἶχε καὶ Ὑπουργὸν φίλον καὶ συμπολίτην; καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διότι εἶχε καὶ Βουλευτὴν φίλον καὶ συμπολίτην, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν φιλτάτων μοι, τὸν κύριον Καλογερόπουλον, ὅστις προεκάλεσε, μέλος ὢν τοῦ Ἀδελφάτου τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, τὴν ἀφορμὴν τῆς ἀπολύσεως τοῦ πρώην καθηγητοῦ καὶ τὸν διορισμὸν τοῦ φίλου του; Ἀλλ’ ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον γίγνηται ἡ εἰσαγωγὴ τῶν καθηγητῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῇ ὁ λαὸς, ὅτι ἡμεῖς φροντίζομεν περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ περὶ τοῦ πόνου, ὃν αἰσθάνεται ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐκθέσας μετὰ τοσούτου στόμφου ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὰς δικαιολογίας καὶ αἰτιολογίας τῆς πράξεώς του, διὰ νὰ καταλήξῃ ἐν τῷ ἐπιλόγῳ τῆς ὁμιλίας του μὲ τὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον κατέρριψε διὰ τῆς πράξεώς του, περὶ ἧς συζητοῦμεν. Καὶ βεβαίως καταπίπτει ἡ ὑψηλὴ ἰδέα τοῦ Πανεπιστημίου, ὅταν οὕτω γίνωνται αἱ ἀπολύσεις καὶ οἱ διορισμοὶ τῶν καθηγητῶν εἰς τὸ ἀνώτατον αὐτὸ ἵδρυμα, ὅταν οὗτοι οὕτω σκανδαλωδῶς εἰσέρχωνται ἐν αὐτῷ. Δὲν δίδει φῶς εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὸ Πανεπιστήμιον, οὕτω καθιστάμενον διὰ τῶν πράξεών του, ἀλλὰ παράγει τὸ σκότος. Διὰ τοιούτων αὐθαιρεσιῶν ἐκβιάζεται ἡ ταπείνωσις τοῦ φρονήματος τῶν ὑπαρχόντων καθηγητῶν. Τίς ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη, ὅπως οἱ καθηγηταὶ ἀναγκάζωνται νὰ διατελῶσιν εἰς ἀδιάκοπον σχέσιν ἡμιεπίσημον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν τοῖς θαλάμοις τοῦ Ὑπουργείου; Ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ἔχει διαρκῆ κοινωνικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν θέσιν παρὰ τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἁπανταχοῦ, ὅπου ὑπάρχουσι Πανεπιστήμια, ἔχει οὗτος θέσιν πολὺ ἀνωτέραν καὶ διαρκεστέραν τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ἔχει μὲν ἀνατεθῆ πολιτειακῶς ἡ ἐποπτεία τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ τὸ δίκαιον τῆς ἐποπτείας δέον νὰ ἐνασκῆται ὑπ’ αὐτοῦ μετ’ ἄκρου σεβασμοῦ πρὸς τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ καὶ τὴν ὑψηλὴν ἔννοιαν τοῦ Πανεπιστημίου αὐτοῦ. Καὶ ἄλλοτε ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐσεβάσθη δυστυχῶς τὸ Πανεπιστήμιον. Μὴ γνωρίζων ὅτι θὰ προεκαλεῖτο ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζήτησις σήμερον, δὲν ἀνεζήτησα νὰ ἀνεύρω ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ἄλλοτε οὗτος πρὸς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὑβρίζοντο καὶ κατεξευτελίζοντο σχεδὸν πάντες οἱ καθηγηταί. Καὶ βεβαίως εἶχε τὸ θάρρος νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅταν τινὲς καθηγηταὶ, ἐλθόντες μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ἱδρύματος, ἀνέχωνται νὰ ὑβρίζῃ ὁ Ὑπουργὸς αὐτοὺς καὶ τὸ Πανεπιστήμιον, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ἀπέλθουν ἐξ αὐτοῦ! Ἔχω ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ταῦτα, διότι ἀπὸ τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας ὄνειρον τοῦ βίου μου ἔταξα, ὅπως εἰσέλθω εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ εἰσῆλθον εἰς αὐτὸ, πρὸ οὐδενὸς κύψας· ὑπῆρξε δ’ ἀφορμὴ, ὅπως ἐξέλθω ἐκεῖθεν, ἵνα διδάξω ἐκείνους, πῶς πρέπει νὰ φέρωνται, ὅταν θελήσῃ τις νὰ ὑβρίσῃ τὸ Πανεπιστήμιον, πῶς πρέπει νὰ διασώζωσι τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου. Ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ μὴ ἀνέχωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον γιγνομένας παρεμβάσεις, αἱ ὁποῖαι κατεβίβασαν τὸ Πανεπιστήμιον μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ γίνηται ὅ,τι σήμερον ἐγένετο ἐν αὐτῷ. Δεκαπέντε πυροβολισμοὶ ἐρρίφθησαν πρὸ τῶν προπυλαίων, φοιτηταὶ ἐπληγώθησαν, αἷμα ἐχύθη, οὗ ἠθικὸς ὑπεύθυνος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Διότι, ὅταν ἡ σπουδάζουσα νεολαία πείθηται, ὅτι οὕτω κατακτῶνται αἱ θέσεις αἱ καθηγητικαὶ, προσπαθεῖ νὰ κερδίζῃ τὴν εὔνοιαν τῶν καθηγητῶν· ὅταν τοιαῦτα πράττωνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας, βεβαίως οἱ καθηγηταὶ διαιροῦνται εἰς κόμματα, βεβαίως διαβάλλουσι τοὺς φοιτητάς, βεβαίως ἐκμεταλλεύονται τὴν νεανικὴν ὁρμὴν τῶν 18 ἢ 20 ἐτῶν, καὶ ἀναγκάζουσι τοὺς φοιτητὰς νὰ περιβάλλωνται μὲ ῥεβόλβερ καὶ νὰ πυροβολῶσι κατ’ ἀλλήλων. Θὰ ζητήσητε αὔριον τὸν Εἰσαγγελέα, διὰ νὰ συλλάβῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔπταισαν! Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔνοχοι ἐκεῖνοι, ὅταν ὑπὸ τοιαῦτα παραδείγματα τῆς Πολιτείας ἐνεργῶσι. Δὲν εἶναι ἔνοχοι ἐκεῖνοι, ὅταν ἡμεῖς τόσον ἡσύχως ἀκροώμεθα τοιαύτην δικαιολογίαν ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἐνταῦθα, οἵαν πρὸ μικροῦ ἐποιήσατο οὗτος. Ἂν γίνωνται τὰ ἔκτροπα ταῦτα νῦν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ νὰ πείσωσιν ἡμᾶς περὶ τῆς ἀποτυχίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, — διότι ὑπάρχει τοιαύτη τις τάσις, — διὰ νὰ ψηφίσωμεν ἄλλο τι νομοσχέδιον, δὲν γνωρίζω. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ὑβρίζετο τὸ Πανεπιστήμιον.

§52ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Φέρετε πρῶτον τὸ ἔγγραφον, διότι ἄλλως δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ λέγητε ὅτι ὕβρισα τὸ Πανεπιστήμιον.

§53ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μὴ κάμνετε κατάχρησιν μικρολόγων ἐπιχειρημάτων. Σᾶς ἐδήλωσα ἀρχόμενος, ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὴν οὐχὶ ἐξ ἐμοῦ προκληθεῖσαν συζήτησιν, διὰ νὰ ἔχω μετ’ ἐμοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ ἔγγραφον. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἔγγραφον ἂν ἔλειπεν, ἡ ἀγόρευσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ μετὰ στόμφου γενομένη, περὶ διατηρήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ τραχύτης τῆς μορφῆς αὐτῆς πρὸς δικαιολογίαν τῆς σκανδαλώδους πράξεως, τὴν ὁποίαν καταδικάζομεν, δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν; Δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν κατὰ τοῦ Πανεπιστημίου ἡ κατὰ τοῦ προσώπου συμπεριφορὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν ἀπολυθέντα καθηγητήν, ὅστις, ἀφοῦ εἰσήχθη εἰς τὸ Πανεπιστήμιον δι’ ὅλων τῶν νομίμων διατυπώσεων, ὄχι μόνον διὰ τρόπου τόσον σκανδαλώδους ἐξεβλήθη ἐκεῖθεν, ἀλλ’ ἐνεκολάφθη καὶ τὸ στίγμα τῆς ἀμαθείας ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτοῦ; Διότι εἰς τί ἔπταισεν εἷς καθηγητής, τὸν ὁποῖον τόσον φατριαστικῶς ἐξεδιώξατε τοῦ Πανεπιστημίου, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ εἰσαγάγητε τὸν φίλον σας, ὥστε νὰ προσάψητε αὐτῷ καὶ τὸ στίγμα τῆς ἀμαθείας διὰ πολιτειακῆς ἐνεργείας; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ δικαιολογήσητε τὴν τοιαύτην διαγωγὴν κατὰ τοῦ ἀπολυθέντος καθηγητοῦ, ὅταν μάλιστα ὁ νέος καθηγητὴς ἀδυνατῇ καὶ νὰ διδάξῃ; Θὰ περιῆλθε βεβαίως εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ ἀδυναμία αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐπιτηδείως καὶ χωρὶς νὰ προσγίγνηται οὐδὲν ὄφελος πλέον ὑπὲρ τοῦ ἀπολυθέντος καθηγητοῦ, ὅτι ὅ τε ἀπολυθεὶς καθηγητὴς ὡς καὶ ὁ διορισθεὶς συμπληροῦσιν ἀλλήλους εἰς τὴν πλήρη ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, τοῦ ἑνὸς ἔχοντος τὴν θεωρητικὴν μόρφωσιν τοῦ κλάδου του καὶ τοῦ ἑτέρου τὴν πρακτικήν. Ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν πρᾶξίν του ταύτην, — ἣν Βουλὴν ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα οὐ μόνον διὰ τῆς ἀκριβοῦς ἐκθέσεως τῶν γεγονότων, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ εἴδους τῶν ἐπιχειρημάτων ἔτι αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀναφέρομεν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μας, — καὶ εἶπεν, ὡς μέγα ἐπιχείρημα, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ἔχουσι δύο ἕδρας Ὀφθαλμολογίας, διὰ νὰ ὑποδείξῃ τάχα, ὅτι ὁ μὲν διορισμὸς τοῦ διορισθέντος ἐπλήρου τὴν νέαν ἀνάγκην διὰ τὴν δευτέραν θέσιν, ἡ δὲ ἀπόλυσις δι’ ἄλλους λόγους ἐγένετο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ οὐσιώδους λόγου, ὃν ἐξέθηκε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ δέον νὰ κανονίζηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν, ἃς ὥρισεν ὁ νόμος εἰς 57, καὶ ἑπομένως διὰ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ δέον νὰ θεραπεύωνται πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Πανεπιστημίου, ἐρωτῶ, ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ ἀνάγκης δευτέρας ἕδρας Ὀφθαλμολογίας καὶ διὰ τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον εἶναι πόρισμα καὶ συνέπεια τῶν γενικῶν του ἰδεῶν περὶ ὁρισμοῦ τῶν ἑδρῶν ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ τῆς ἐπιστήμης, ἀφ’ ὧν ἡ γνώμη του αὕτη ἐκπορεύεται; ἢ εἶναι πρόχειρος δικαιολογία τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖ νὰ δικαιολογήσῃ; Διότι, ἀφοῦ μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Πανεπιστήμια (κρατῶν τὰ προγράμματα ἀνὰ χεῖρας) ὑπάρχουσι δύο ἕδραι τῆς Ὀφθαλμολογίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πόσαι ἕδραι ὑπάρχουσιν εἰς τὰ Πανεπιστήμια, ἅτινα ἀνέφερε, κεχωρισμένως διὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν καὶ πόσαι ἰδιαιτέρως διὰ τὸ Ἐμπορικὸν Δίκαιον; Καὶ ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι δι’ ἕκαστον τῶν μαθημάτων πολλαὶ ὑπάρχουσιν ἕδραι, πῶς αἱ δύο αὗται ἕδραι, αἱ ὑπάρχουσαι ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ, συνεπτύχθησαν εἰς μίαν καὶ μόνην διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν ὁποῖον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰσήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς πρὸς ψήφισιν; Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη προσωπικὴ νὰ γείνῃ ἡ σύμπτυξις αὕτη τῶν δύο ἑδρῶν εἰς μίαν. Καὶ διατὶ, ὅταν βλέπωμεν τοιαύτην σύγχυσιν ἰδεῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐν αὐτῇ ἔτι τῇ Βουλῇ, διατὶ, διατηρῶν διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τὰς πέντε ἕδρας τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, καὶ γνωρίζων ὅτι εἰς τὰ ἄλλα Πανεπιστήμια, τὰ ξένα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε, ὑπάρχουσι δέκα καὶ πλέον ἕδραι διὰ τοὺς κλάδους τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν, διατὶ ἀνέγραψεν αὐτὸς μίαν καὶ μόνην ἕδραν διὰ τὰς οἰκονομικὰς ἐπιστήμας; Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ καθορισμὸς τῶν ἑδρῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κατέστη προσωπικὸν ζήτημα ἀτυχῶς ἔν τισι τῶν Σχολῶν. Ἀλλὰ δὲν θέλω, οὔτε συμφέρον εἶναι, νὰ εἰσέλθω εἰς ἀνάπτυξιν τῶν λεπτομερειῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Διότι τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει, δύναμαι νὰ εἴπω, ὑπηκόους, καὶ τὸ ὑπήκοον πρέπει νὰ διατηρῇ τὸν σεβασμὸν καὶ νὰ ὑφίσταται εὐεργετικὴν τὴν ἐπίδρασιν τῶν καθηγητῶν. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀνάγκη ἤθελε ποτὲ ἐπιβάλει τὴν ἀποκάλυψιν τῶν πραγμάτων, ἠθέλετε φρίξει! Τῆς καταστάσεως ταύτης ὢν ἐν γνώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διαρρυθμίζει τὰς ἐνεργείας αὑτοῦ, ὅπως χείρονα καταστήσῃ ταύτην. Ἐντεῦθεν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα καὶ μέχρις αἵματος κατέληξαν, ἀποτελέσματα ἀναπόφευκτα τῶν διαβουλίων, τὰ ὁποῖα γίγνονται πρὸς ἐκλογὴν τῶν φίλων, οἵτινες πρέπει νὰ εἰσπηδήσωσιν εἰς τὰς καθηγητικὰς θέσεις τῆς Ἰατρικῆς καὶ Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, τῇ βοηθείᾳ ἐκείνων τῶν δυνάμεων, αἵτινες ἔφεραν τὸν κ. Γαζέπην ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πανεπιστημίου. Αὐτὸ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ ἐπὶ τῆς θέσεως ταύτης τοῦ ζητήματος ὀφείλει ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργός. Δύναται οὗτος νὰ φέρῃ αἰτιολογίας τινὰς διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νόμιμον τῆς πράξεώς του, ἀλλ’ οὐδὲν θὰ ἔχῃ ἐπιχείρημα, ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ σκανδαλῶδες αὐτῆς. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν, τοιαῦτα διακηρυξάμενον κατὰ τοῦ ἀνωτάτου ἐθνικοῦ ἱδρύματος, κατὰ τοῦ Πανεπιστημίου, πρὸς ὃ ἀμέριστον τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ διαρκῶς ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν, διότι εἰς τόπον, ὅπου οὔτε ἀριστοκρατία ὑπάρχει, οὔτε στρατὸς, οὔτε ἄλλη τις δύναμις, πρὸς συντήρησιν τῆς Πολιτείας, πρέπει τοὐλάχιστον κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ προσέχωμεν εἰς τὰ ἠθικὰ κεφάλαια ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἔστω καὶ τεχνητῶς διατηροῦντες αὐτὰ, ὅπως ὑπάρχῃ δι’ αὐτῶν ἓν ἔρεισμα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῆς πατρίδος. Διότι, ἂν μᾶς εὕρωσι τοιαῦται περιστάσεις, ὡς ὑπάρχει ἡ ἰσοπέδωσις ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, ἂν καταρρέωμεν τὸ γόητρον τοῦ ἀνωτάτου ἐθνικοῦ ἱδρύματος, θέλομεν οὐσιωδῶς παραβλάψει αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔθνος. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκρατήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§54Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν νομίζω ὅτι ἐγκατέλιπεν ἡ μνήμη. Ἀνέφερε περὶ ὑποθέσεως γενομένης δῆθεν ἀφορμῆς δυσαρεσκείας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον πρὸ ἐτῶν, ὅτε ἐγὼ καὶ τότε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἦτο ἄλλος ὁ ἀπολύσας αὐτὸν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου... (Θόρυβος).

§55ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (ἐγειρόμενος ἀπὸ τῆς θέσεώς του)...

§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμιλεῖτε κατόπιν.

§57ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι! Ταύτην τὴν στιγμὴν θὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν. Δὲν ὡμίλησα ἐγὼ οὐδόλως περὶ ἐμαυτοῦ. Οὐδέποτε, ἐπὶ δεκαετίαν σχεδὸν, κατεδέχθην νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀπολύσεώς μου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προεκάλεσα. Καὶ ἡ διαγωγή μου αὕτη ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐξετιμήθη ὑπὸ τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς, οἵτινες μὲ ἐψήφισαν ἀντιπρόσωπόν των, εὑρισκόμενον ἐν τῷ οἴκῳ μου...

§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ περίστασις αὕτη σᾶς τιμᾷ.

§59ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Οὐδεὶς δ’ ἐξ ὑμῶν ἔχει τὸ παράστημα νὰ μεμφθῇ ἐμοῦ, οὐδ’ ὡς ἐκλιπαρήσαντος κἂν τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς.

§60ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐμέμφθην ὡς ἐκλιπαρήσαντα τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς. Ἐγὼ σᾶς ἤκουσα ὁμιλοῦντα μετὰ πολλῆς πικρίας περὶ πράξεώς μου ἐν τῷ παρελθόντι, προξενησάσης δῆθεν πολλὴν τὴν δυσαρέσκειαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἐπειδὴ δὲ ἀπεφύγετε νὰ ὀνομάσητε αὐτὴν, ἐνόμισα ὅτι θὰ ἐξελαμβάνετε ἐμὲ ὡς τὸν Ὑπουργὸν, τὸν ἀπολύσαντα ὑμᾶς ἐκ τῆς καθηγεσίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἀλλ’ οὐδὲν, Κύριοι, τούτου ἀνακριβέστερον. Ὁ κ. Γουναράκης ἀπελύθη πρὸ ἐτῶν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἀκριβῶς ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις τὸν ἀνέδειξε καὶ τὸν ἐπέβαλεν ὡς καθηγητὴν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ ἀπελύθη, διότι ὡς καθηγητὴς εἶχεν ἀναμιχθῆ εἰς φοιτητικάς τινας ταραχάς. Καὶ ἐνόμισε νῦν εὔκαιρον τὴν περίστασιν, ἐπὶ τῇ συζητήσει τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Δελλαπόρτα καὶ ἐπὶ ταῖς γενομέναις σήμερον ταραχαῖς πρὸ τῶν προπυλαίων τοῦ Πανεπιστημίου, ν’ ἀναμνησθῇ ἡμερῶν ἀρχαίων, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐκφράσῃ παράπονα κατὰ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι δὲν ἐξανίστανται, ὁσάκις ἀπολύηται συνάδελφός τις αὐτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ προκαλέσῃ τὴν Πολιτείαν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της κατὰ πάσης παρεκτροπῆς. Ἀλλὰ δύναμαι, Κύριοι, καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς καὶ πάντα ἄλλον νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οὐχ ἧττον καὶ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῶν φοιτητῶν, διακρινόμενοι διὰ τὸ νομοταγὲς αὐτῶν φρόνημα, ἀποδοκιμάζουσι τὰς πρὸ μικροῦ ἐπισυμβάσας σκηνὰς,—ἃς πολὺ πιθανὸν νὰ ἔχωσι προκαλέσει στοιχεῖα ξένα τοῦ Πανεπιστημίου,—καὶ θὰ καταβάλωσι πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς πρόληψιν αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Περὶ τούτου μᾶς ἐγγυᾶται πρὸ παντὸς ἡ εὐθύτης καὶ ἡ ἀκαιραιότης τοῦ νῦν πρυτάνεως καὶ τῆς περιστοιχιζούσης αὐτὸν Συγκλήτου, καὶ τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας, ὅπερ ζωηρὸν ἔχουσι καὶ οἱ διδάσκοντες καὶ οἱ σπουδάζοντες ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίῳ. Κατὰ τῶν ἐκτροχιασθέντων θὰ ἐνασκηθῇ ἀμείλικτος ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Πανεπιστημίου, θὰ ἐπιτελέσῃ δὲ αὐστηρῶς, ἀλλὰ δικαίως, τὸ καθῆκόν της καὶ ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Πρὸς δὲ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἠθέλησε νὰ μὲ κακίσῃ, ὅτι ὕβρισα ἀπόντας, τὸν κ. Δελλαπόρταν καὶ δὲν ἠξεύρω τίνα ἄλλον ἀκόμη, ὃν αὐτὸς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς ἐπιστημονικὸν φωστῆρα. Ὁπόσον εἶναι ἀνυπόστατος ὁ ἰσχυρισμός του, γινώσκετε πάντες, ὅσοι ἠκούσατε μεθ’ ὁπόσης ἀπαθείας ἐξέθεσα ἐγὼ πρὶν τὰ κατὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Δελλαπόρτα. Ἀλλὰ μήπως ἐπεθύμει ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ πλέξω τὸ ἐγκώμιον τούτου, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ἀπόλυσίν του; Ἐχαρακτήρισεν εἶτα ὡς σκάνδαλον τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Γαζέπη, καὶ ἠπείλησεν, ὅτι, καλούμενος αὐτός ποτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θ’ ἀπέλυε τοῦτον. Ἀλλὰ, Κύριοι, μεθ’ ὅσα σᾶς εἶπον πρὶν, ἐπείσθητε βεβαίως, ὅτι δὲν εἶναι σκανδαλώδης ὁ διορισμὸς εἰς ἕδραν κενὴν τοῦ κ. Γαζέπη, τοῦ ἔχοντος νὰ ἐπιδείξῃ τόσας μονογραφίας ἐπιστημονικὰς διὰ τὸν κλάδον, ὃν ἔμελλε νὰ διδάξῃ, ἰδίας ἀνακαλύψεις ἐν αὐτῷ καὶ μακρὰν κλινικὴν πεῖραν. Εὐτυχῶς ὁ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μᾶς ἔχει συνηθίσει μὲ ἀπειλὰς, ἃς ἐκτοξεύει μὲν ἀφθόνως, ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς διατελῶν, οὐδέποτε ὅμως ἐκπληροῖ, καλούμενος εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἅμ’ ἀναλαμβάνων τὴν Κυβέρνησιν, ὡς homme d’ état, παραδίδει συνήθως εἰς λήθην τὰς ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἀπειλάς του, καὶ φρονίμως ποιῶν, διότι ἄλλως; ἐὰν ἐξετέλει αὐτὰς, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ παρέμενεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κανεὶς τῶν φίλα φρονούντων πρὸς αὐτόν.

§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συνηθίζω νὰ ἐκφέρω ἀπειλάς. Ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ποιεῖται χρῆσιν τοιούτων μέσων, ἂς δώσῃ λόγον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀναγινώσκουσι τὰς ἀπειλὰς αὐτοῦ ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Τὰς εὐθύνας ὑπέχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ἀπειλάς. Ἐγὼ, ὁσάκις ἐπηγγέλθην τι, ἐξετέλεσα αὐτὸ, καὶ ἔχω ἥσυχον τὴν συνείδησίν μου, ὅτι, ἂν μοὶ δοθῇ εὐκαιρία, θέλω ἐπανορθώσει τὴν τιμὴν τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τῆς παύσεως τοῦ διορισθέντος, ὅστις ἠπάτησε τοὺς ἐκλογεῖς του, ζητήσας τὰς ψήφους αὐτῶν, ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ τὸ ἔθνος ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, ἐνῷ ἐσκόπει διὰ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος νὰ ἐπιβληθῇ, ὅπως διορισθῇ καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Τὴν διδασκαλίαν ταύτην χρεωστῶ νὰ δώσω εἰς τοὺς νεωτέρους, ἵνα μὴ καπηλεύωνται τὴν ψῆφον τῶν συμπολιτῶν των.

§62Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀπόλυσιν τοῦ καθηγητοῦ κ. Δελλαπόρτα, ἀκριβῶς διὰ νὰ προκληθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία προεκλήθη, διότι ἤθελον νὰ ἀκούσω τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπολογουμένου διὰ τὴν πρᾶξιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, ἤθελον ν’ ἀκούσω καὶ ἄλλων διακεκριμένων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσι περὶ αὐτοῦ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπείσθη ἡ Βουλὴ, οὐδὲ θὰ πεισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, ὅτι ἐνήργησε νομίμως, διότι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα περιεστρέφοντο πάντα εἰς προφάσεις καὶ εἰς προσχήματα, ὅπως καλύψωσι τὰ πραγματικὰ ἐλατήρια τῆς τοιαύτης ἐνεργείας. Καὶ τὰ ἐλατήρια ταῦτα ἀπεκάλυψαν τρεῖς ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, οἵτινες σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ ἐλατήρια τῆς παύσεως τοῦ καθηγητοῦ κ. Δελλαπόρτα ἦσαν ἐλατήρια φατριαστικὰ, κομματικὰ, ὑποσχέσεις, συναλλαγὴ, καὶ καταρτισμὸς συνδυασμῶν ἐκλογικῶν ἐν Χαλκίδι. Καὶ τὰ πασίγνωστα εἰς τὸ Πανελλήνιον ἐλατήρια ταῦτα ἠθέλησε νὰ καλύψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς ἀναφορᾶς τοῦ οἰκονόμου τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ οἰκονόμος; εἷς ἔσχατος ὑπάλληλος, ἐξαρτώμενος ἀπὸ τὸ Ἀδελφᾶτον, τὸ ὁποῖον ἔστησε πόλεμον κατὰ τοῦ κυρίου Δελλαπόρτα ἅμα τῷ διορισμῷ αὐτοῦ. Καὶ δύναται τὸ Κοινοβούλιον νὰ πεισθῇ εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ οἰκονόμου, ἑνὸς εὐτελοῦς ὑπαλλήλου, δὲν ἠξεύρω ποίας μισθοδοσίας καὶ ἐκ τίνων ἐλατηρίων διορισθέντος εἰς τὴν θέσιν ταύτην; Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν στηρίζεται μόνον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ οἰκονόμου, στηρίζεται καὶ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἀδελφάτου. Ἀλλὰ σᾶς κατέδειξαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ποῖοι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ἀδελφάτον, καὶ πῶς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐνήργησαν, βυσσοδομοῦντες ἐναντίον τοῦ κ. Δελλαπόρτα, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν παρέσχον οὐδ’ ὀβολὸν, ὅπως δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, καὶ ὁ κ. Δελλαπόρτας ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ νὰ λάβῃ ἐλάχιστον ποσὸν χρημάτων, ὅπως ἐξοικονομήσῃ τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τοῦ καταστήματος. Ποία δὲ ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Ὀφθαλμιατρείου πρὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Δελλαπόρτα καὶ μετὰ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ; Καὶ περὶ αὐτῆς ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις. Δὲν ἐλήφθησαν δὲ πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τοῦ οἰκονόμου, ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἀδελφάτου, τὸ ὁποῖον διεξήγαγε πόλεμον ἀμείλικτον κατὰ τοῦ Δελλαπόρτα! Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι διώρισεν ἐπιτροπὴν ἄλλους καθηγητὰς, διότι οἱ πρῶτοι εἶχον ἐκφράσει γνώμην ὑπὲρ τοῦ Δελλαπόρτα. Ποῖοι ἦσαν οἱ καθηγηταὶ οἱ ὑπὲρ τοῦ κ. Δελλαπόρτα ἐκφρασθέντες; Ὁ πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἀξιότιμοι καθηγηταὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν καὶ ἔκαμαν παραστάσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδῃ ἀκρόασιν εἰς τὰς ῥαδιουργίας τὰς ἐναντίον τοῦ κυρίου Δελλαπόρτα. Καὶ διατὶ δὲν ἐκαλεῖτο, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἡ Πρυτανεία τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ νὰ ἐξετάσωσιν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἀπ’ εὐθείας διώρισεν ἐπιτροπὴν καθηγητὰς δύο, τὸν Ζωχιὸν καὶ τὸν Καλλιοντζῆν, ὁ ὁποῖος διωρίσθη καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ὑπουργοῦντος τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ τὸ τρίτον μέλος ἦτο ὁ ὑποψήφιος δήμαρχος Ἀθηνῶν; Ἐννοεῖται ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα μετέβησαν ἐν καιρῷ νυκτὸς καὶ ἐξήτασαν μόνον τὸν οἰκονόμον, δὲν ἐξήτασαν φοιτητὰς, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Δελλαπόρτας. Ἀλλὰ τίς ἐθεώρησε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ καθηγητὴς τῆς χειρουργικῆς κ. Γαλβάνης εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐκτελῇ ἐγχειρήσεις, διότι ἀναθέτει εἰς τοὺς βοηθοὺς αὐτοῦ σπουδαίας ἐγχειρήσεις ἐν τῷ «Εὐαγγελισμῷ»; Τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ καλύψωσι τὰ πραγματικὰ ἐλατήρια τῆς παύσεως τοῦ κ. Δελλαπόρτα, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ θεωρήσωσιν ὡς ἀληθὲς σκάνδαλον τὴν παῦσιν τοῦ κυρίου Δελλαπόρτα καὶ τὸν διορισμὸν τοῦ κυρίου Γαζέπη.

§63ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις διεξήχθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκφράζει τὴν λύπην αὐτῆς ἐπὶ ταῖς ἐνεργείαις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα καὶ διορισμὸν τοῦ Γαζέπη.»

§64ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω ἑτέραν πρότασιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις· ἡ μία ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πάλλης, ἡ ὁποία ὑποθέτω ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ δέκα Βουλευτάς...

§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρῶν...

§68ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ μία πρότασις εἶναι ἀντίθετος τῆς ἄλλης. Δὲν ὑπάρχει ἀπωτέρα.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ. Ἐὰν δὲν εἶχον ἀκριβῆ ἔννοιαν, μοὶ τὴν ἐδώσατε. Λοιπὸν θὰ ψηφισθῇ αὐτὴ, ἡ ὁποία ἀποκλείει πᾶσαν ἄλλην πρότασιν, ἤτοι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Κανάρη... Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;

§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κανάρη λέγουσιν Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Α. Κασσαβέτη καὶ Θ. Βελλιανίτου, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Γ. Λιδωρίκης
Γ. Κυριζῆς Ν Γ. Ἀνδρίτσος Ν
Α. Παναγιωτόπουλος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Λ. Μελετόπουλος Μιχ. Στελλάκης
Κ. Μωραϊτίνης Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Εὐστ. Ρακόπουλος Ν Γ. Λύρας Ν
Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
Εὐκλείδης Μπίστης Δημ. Τσάτσος
Δημοσθ. Καΐρης Δημ. Τσιτσάρας
Ἀνδρ. Καρατζᾶς Κωνστ. Ζῶτος Ν
Κ. Πλατούτσας Ν Γ. Χατζόπουλος
Μιχ. Κωτσάκος Ο Διον. Στεφάνου
Κων. Γ. Καραπᾶνος Κ. Ἄργασ. Λουβάρδος ἀρν.
Κων. Κοττίκας Ν Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας
Ἰωάν. Καραπᾶνος Γ. Ρῶμας ἀρν.
Εὐάγγ. Γαρουφαλιᾶς Ν Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
Στέφ. Δραγούμης Ο Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Ν. Λεβίδης Ο Χαρίλ. Σπηλιώτης
Θ. Ρετσίνας Ν Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
Φωκίων Νέγρης Ο
Νικ. Γιαννηκώστας Πέτρος Αὐγερινός
Ἐπ. Μ. Κανάρης Ν Χρ. Δραλέξης
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἄγγελος Πετραλιᾶς
Θεόδ. Φλογαΐτης Ν. Δακούτης
Δ. Γ. Ράλλης Π. Παπαχατζῆς
Γεώρ. Βενιζέλος Σπ. Ἰω. Μήλιος Ν
Νικ. Γουναράκης Ο Β. Μαρκεζίνης Ν
Κ. Σταυρόπουλος Ν Νικήτας Συνοδινός Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Χριστόφορος Ἀσιμῆς
Ἀνδρ. Στράτος Τηλέμ. Δενδρινός Ν
Δημ. Καραγιάννης Ν Π. Μαυροκέφαλος
Ἀντ. Καρτάλης Ν Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ο
Κ. Τοπάλης Ο Θεόδ. Ζαΐμης
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Π. Θ. Ζαΐμης Ο
Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν Ὀδ. Λαμπρόπουλος
Ν. Παπαϊωάννου Ν Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Δημ. Γίδας Ν Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
Νικ. Τσόγκας Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
Νικ. Γουλιμῆς Ν Περ. Περρωτῆς
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ἡλ. Μαυρομιχάλης Ν
Περ. Ἀλεξάκης Ο Γ. Οἰκονομόπουλος
Ν. Σπυρακόπουλος Ν Δ. Τερτίπης Ν
Θεόδ. Π. ΔηλιγιάννηςΟ Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν
Θ. Β. Δηλιγιάννης Κ. Ζωγλοπίτης
Χαρίλ. Διγενόπουλος Ν Γ. Φραγκίδης Ν
Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν Ι. Καζαμπάκας
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Σπ. Παπαποστόλου Ν
Μιχ. Φωτιάδης Ν Ξεν. Τσαμαγκίδης Ν
Κ. Σαραφιανὸς Ν Ἀρ. Προβελέγγιος Ν
Γ. Χατζηνικολῆς Ν Α. Μάτσας
Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
Γ. Μέρμηγκας Ν
Γ. Κόρπας Γ. Σισμάνης Ν
Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης Ν
Γ. Θεοτόκης Ν Γ. Πλατανιώτης
Μιχ. Θεοτόκης Ἠλ. Ποταμιάνος
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
Σπ. Χυτήρης Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
Γουλ. Σκάρπας Α. Πετσάλης
Β. Σαμοΐλης Ν Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
Σπ. Ἀγάθος Ν Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης
Ν. Καλογοῦρος Ν Γ. Καπετανάκης
Κ. Χρηστόπουλος Ν Φώτ. Μοσχούλας Ν
Π. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος
Σωτ. Κροκιδᾶς Χ. Κανελλόπουλος Ν
Σπ. Νοταρᾶς Ν Θάνος Μπασιᾶς Ο
Περ. Μεντζελόπουλος Ο Π. Τυπάλδος Ν
Δ. Δημητριάδης Ν Θ. Βελλιανίτης Ο
Ἄθως Ρωμάνος Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ο Πέτρος Μόρης Ν
Θ. Μαρκέτος Ο Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
Σπ. Ε. Στάης Α. Παπαγιαννακόπουλος
Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης
Π. Χοντζόπουλος Ν Ἀντ. Ρικάκης
Ν. Τσοῦχλος Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
Χ. Κ. Βοζίκης
Θ. Πέρρος Ν Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Στέρ. Κοπανίτσας Ν Ν. Μισυρλῆς
Γ. Φικιώρης Νικ. Καράπαυλος Ν
Μελέτ. Ρουσόπουλος Ν Γ. Ράλλης Ο
Βρασίδας Λεώπουλος Σπ. Γκεντιλίνης Ν
Γ. Μαυρομιχάλης Γ. Ζερβὸς ἀρν.
Ι. Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ν. Καραστέργιος Νικόλ. Λεωνίδας Ν
Δ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακός
Ἰωάν. Γ. Λάππας Α. Μαυρογορδᾶτος
Ν. Μπουφίδης Ν Ἀθ. Λαδόπουλος
Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ἀντ. Βιτάλης
Γερ. Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος Ν
Ξ. Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
Β. Βασιλειάδης Κάρολος Βιτάλης
Ἀθαν. Εὐταξίας ἀρν.Κων. Χατζηπέτρος Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος Γ. Κανούτας Ν
Παν. Μανέτας Νικ. Ταρμπάζης Ν
Ι. Μπακόπουλος Θεόδ. Κριεμάδης
Ἠλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ραδινὸς Ν
Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀπ. Ζάππας
Ἀθαν. Κατριβάνος Ν Θ. Σαρσέντης
Ἠλ. Κοτσονάκος Ἀλέξ. Πονηρόπουλος
Γ. Ἀναστασόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος
Γ. Νικολαΐδης Δ. Παπατσώνης Ν
Κ. Τρικούπης Δ. Κατσάνος
Λεων. Δεληγεώργης Α. Σκαλτσοδῆμος Ν
Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν. Τζανετόπουλος
Δ. Λυμπερόπουλος Ν Γ. Ροδόπουλος Ν
Γ. Λυμπερόπουλος Ν Θεόδ. Λυμπρίτης
Περ. Μποῦτος Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
Νικ. Τσαμαδὸς Ν Νικ. Χατζῖσκος
Παντελῆς Γκίκας Ν. Καλογερόπουλος
Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Β. Βουδούρης Ν
Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν Δ. Κριεζώτης
Ι. Τσιριμῶκος Γ. Ἀβέρωφ
Δημ. Κρίτσας Ο Μιλτ. Κανάρης
Α. Πλατῆς Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 127, ἐξ ὧν 105 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 18 κατ’ αὐτῆς, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...

§73ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι δά! Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ σᾶς τὸν ἔδωσα καὶ μοὶ εἴπετε ὄχι.

§75ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶπον ὄχι, διότι εἰσέτι ἐξηκολούθει τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, καὶ ἐγένετο ψηφοφορία.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἠθέλετε ὁμιλήσει, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς διέγραψα. Ἀλλ’ ἀφοῦ θέλετε νὰ ὁμιλήσητε, ὁρίστε.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν, ἢ νὰ εἰσέλθωμεν πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;

§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρῶτον.

§79ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν πρὸ τῶν διακοπῶν ἀπηύθυνα σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς συνίστων αὐτῷ νὰ προσέξῃ, διότι ἔχω λάβει πληροφορίας, ὅτι προτείνεται εἰς αὐτὸν ἡ ἀπόλυσις τοῦ συμβολαιογράφου Τανίας, οἱ δὲ λόγοι, δι’ οὓς προτείνεται ἡ ἀπόλυσις αὕτη, δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Εἶχον λάβει τότε πληροφορίας, ὅτι ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν ἐβεβαίου, ὅτι τέσσαρα βουλεύματα ὑπάρχουσι κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου ἐκείνου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βουλευμάτων αὐτῶν ἐγνωμοδότει νὰ ἀπολυθῇ ὁ συμβολαιογράφος. Δυστυχῶς ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἤκουσε τὰς συστάσεις μου ἐκείνας, καὶ μεθ’ ἡμέρας τινὰς εἶδον δημοσιευομένην ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπόλυσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συμβολαιογράφου. Εἶχον ζητήσει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἰδίως αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔσχε τὴν καλωσύνην χθὲς νὰ καταθέσῃ τὰς γνωμοδοτήσεις ταύτας. Ἡ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, ἡ ὁποία φέρει ἡμερομηνίαν 7 Ἀπριλίου 1899, βεβαιοῖ, ὅτι κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου αὐτοῦ ἔχουσιν ἐκδοθῆ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 1024 (τοῦ 1893), 6588 (τοῦ 1893), 1891 (τοῦ 1891) καὶ 434 (τοῦ 1890) βουλεύματα. Συνεπείᾳ δὲ τῶν βουλευμάτων αὐτῶν καὶ διότι ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου αὐτοῦ συνετάχθη συμβόλαιόν τι εἰκονικὸν, προτείνει τὴν δι’ ἀναξιοπρεπῆ συμπεριφορὰν ἀπόλυσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συμβολαιογράφου. Ἡ γνωμοδότησις αὕτη δὲν ἠξεύρω ποῦ εὑρίσκεται. Ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ παρελθόντος ἔτους μέχρι τοῦδε ὁ ἐνδιαφερόμενος συμβολαιογράφος ἔλαβε γνῶσιν, φαίνεται, τῆς κατ’ αὐτοῦ ἐνεργείας, καὶ δι’ ἀναφορᾶς του, ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, βεβαιοῖ, ὅτι τὰ βουλεύματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων γνωμοδοτεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεώς του, δὲν ἀφορῶσιν αὐτὸν, διότι τὰ μὲν δύο τῶν βουλευμάτων τούτων ἀφορῶσιν ἄλλο πρόσωπον, ἄλλοθεν καταγόμενον, ἐξ ἄλλης ἐπαρχίας, καὶ οὐδεμίαν σχέσιν μετ’ αὐτοῦ ἔχον, εἰμὴ τὴν ταυτότητα τοῦ ὀνόματος, τὸ δὲ τρίτον βούλευμα ἀφορᾷ αὐτὸν, ἀλλὰ τὸ βούλευμα ἐκεῖνο εἶχεν ἐξαφανισθῆ διὰ βουλεύματος τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου. Ὑπολείπεται λοιπὸν ἓν βούλευμα, τὸ τέταρτον, τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν, δι’ οὗ παύει πρὸς καιρὸν ἡ περαιτέρω καταδίωξις κατὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συμβολαιογράφου. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ βούλευμα μένει κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου αὐτοῦ, καίτοι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ βούλευμα εἶχε καθῆκον ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Τὸ μέγα ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔχει πράξει ὁ εἰρημένος συμβολαιογράφος, εἶναι, ὅτι ἔχει συνταχθῆ ἐνώπιον αὐτοῦ συμβόλαιόν τι εἰκονικὸν, καὶ δυνάμει τοῦ 172 ἄρθρου τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων προτείνεται νὰ ἀπολυθῇ ὁ συμβολαιογράφος αὐτός. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν νόμον νὰ συντάσσωνται εἰκονικὰ συμβόλαια; ἢ τὸ ἄρθρον 172 ὑποχρεοῖ τὸν συμβολαιογράφον νὰ μὴ συντάσσωνται ἐνώπιόν του εἰκονικὰ συμβόλαια; Νομίζω ὅτι τοιαύτη ἀπαγόρευσις δὲν ὑπάρχει, διότι τὸ ἄρθρον 172, μόνον ὅταν πρόκειται περὶ ἐγκλήματος ἀπαγορεύει εἰς τὸν συμβολαιογράφον νὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ νὰ συντάσσῃ συμβόλαια, ὑποχρεοῖ δὲ συνάμα αὐτὸν, ὅταν τοιαύτη πρᾶξις ἐγένετο ἐνώπιον του καὶ ἀντιλαμβάνηται ταύτης, νὰ καταγγέλλῃ αὐτὴν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἀλλὰ, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, ἐνῷ ἐπὶ ἔτος σχεδὸν ἡ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν ἔμενε νεκρὰ,—διότι ἀνεκάλυψεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ἀνέφερε, διὰ νὰ ἀπολυθῇ ὁ συμβολαιογράφος, εἶναι ψευδεῖς,—ἔρχεται δεύτερος Εἰσαγγελεὺς πρὸ ὀλίγου, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει μὲν, ὅτι τὰ βουλεύματα, ἐπὶ τῷ ὁποίων βασίζεται ἡ αἴτησις τοῦ πρώτου Εἰσαγγελέως, δὲν ἀφορῶσι τὸν περὶ οὗ πρόκειται συμβολαιογράφον, περιορίζεται ὅμως εἰς τὸ βούλευμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παύει πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐνῷ αὐτὸς οὗτος ὁ Εἰσαγγελεὺς προτείνει πρὸς τὸ Συμβούλιον νὰ μὴ γείνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου, ἔρχεται κατόπιν καὶ μεταβάλλων γνώμην λέγει, ὅτι τὸ βούλευμα ἐκεῖνο εἶναι ἀρκετὸν, καὶ ἡ πρᾶξις ἐκείνη τοῦ συμβολαιογράφου εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ ἀπολυθῇ ὁ συμβολαιογράφος. Ταῦτα ἐγνώριζον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτε ἀπηύθυνα τὴν σύστασίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προσέξῃ καὶ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογράφου· ἐπίστευον δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς οὐ μόνον ἤθελε σταματήσει τὴν τοιαύτην ἄδικον κατὰ ἐντίμου ὑπαλλήλου ἐνέργειαν, ἀλλὰ συγχρόνως ἤθελε ζητήσει καὶ ἀπολογίαν ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος νὰ ζητῇ ἀπόλυσιν ὑπαλλήλου, βασιζόμενος ἐπὶ βουλευμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφεώρων αὐτόν. Ἀλλ’ οἱ διενεργοῦντες καὶ πείσαντες τὸν Εἰσαγγελέα νὰ προβῇ εἰς τὴν γνωμοδότησιν ἐκείνην ἐπέδρασαν καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀντιστῇ εἰς τὸν πειρασμὸν, διότι ἀπεδέχθη τὴν σατανικὴν αὐτὴν ἐνέργειαν, καὶ προεκάλεσε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογράφου. Εἶναι πολλοὶ ὅμως οἱ πιστεύοντες, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος αὐτὸς θὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ δικαιώσωσιν αὐτὸν, διότι παρανόμως τὸν ἀπελύσατε. Ταῦτα εἶχον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς, ὄχι διότι προσδοκῶ ἐπανόρθωσίν τινα τοῦ γενομένου ἀδικήματος,—διότι πράγματι μέγα ἀδίκημα ἐγένετο κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, καθόσον ὄχι μόνον ἀπώλεσε τὴν θέσιν του, ἀλλὰ καὶ ἐνεκολάφθη ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτοῦ τὸ στίγμα τῆς ἀνικανότητος καὶ τῆς ἀναξιοπρεποῦς διαγωγῆς, καὶ ἂν δὲν παρέλθῃ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, δὲν δύναται νὰ ἀνακτήσῃ τὴν θέσιν του, — ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ καυτηριάσω τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καυτηριάζει, καὶ τὴν ὁποίαν ὀνομάζω σατανικήν.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 35′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.).

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ κύριος Γαρουφαλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§82Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου, κύριοι Βουλευταί, ὅπως ἐκφράσω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην καὶ ἐκθέσω τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζω ταύτην, καθόσον φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κανονίζει σπουδαιότατον ζήτημα ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Πρὸς μόρφωσιν τῆς γνώμης μου δὲν ἠκολούθησα τὴν μέθοδον τῶν θεωριῶν, διότι αἱ θεωρίαι, φρονῶ ὅτι, ὅσον λαμπραὶ καὶ ἂν ἦναι, ὅσον καὶ ἂν παρίστανται μὲ τὰ ζωηρότερα χρώματα, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐνίοτε ὀρθαὶ,—ὅπως φρονῶ ὅτι ἴσως συμβαίνει τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου,— δύνανται πάντοτε νὰ ἦναι εὐήκοοι, δύνανται νὰ ἐκπλήττωσι τοὺς ἀκούοντας, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὰ πράγματα, οὔτε νὰ μετατρέψωσι τὴν φορὰν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο πρὸς μόρφωσιν τῆς γνώμης μου ἠκολούθησα τὴν ἀντίθετον μέθοδον, τῆς διὰ τῶν πραγμάτων ἀποδείξεως, διότι φρονῶ, ὅτι, ὅπου λαλοῦσι τὰ πράγματα, ἐκεῖ πᾶσα θεωρία εἶναι περιττή. Ἔχομεν, Κύριοι, πρόσφατον τὴν ἱστορίαν τοῦ πολέμου τοῦ 1897, καὶ ἐκ ταύτης πολλὰ δυνάμεθα νὰ διδαχθῶμεν. Ὁ πόλεμος τοῦ 1897 εἶναι τὸ μέγα κάτοπτρον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγκατοπρίζεται πιστῶς ἡ οἰκτρὰ ἡμῶν κατάστασις, καὶ ὑπὸ πολιτικὴν καὶ ὑπὸ κυβερνητικὴν, πρὸ παντὸς δὲ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν. Εἶναι ἡ μεγαλόσχημος φωτογραφία τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διώκησαν τὸ Κράτος καὶ πρὸ παντὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διώκησαν τὸν στρατὸν, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ εἶναι καὶ ὁ τηλαυγὴς φάρος, ὅστις δύναται νὰ καθοδηγήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις της περὶ τῆς λήψεως τῶν καταλλήλων ἐκείνων μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζεται ὁπωσδήποτε ἀνόρθωσις τῆς κακῆς καταστάσεως. Κατ’ ἐξοχὴν δὲ φρονῶ, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ, προϊὸν τῆς μετὰ τὸν πόλεμον καταστάσεως, ἔχει ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ θέσῃ τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὴν πληγήν. Γνωρίζετε πάντες, Κύριοι, τὰ διατρέξαντα πρὸ τοῦ πολέμου τούτου. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐδημοσιεύετο εἴδησις, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐν συνεντεύξει μετὰ πρέσβεως ξένης Μεγάλης Δυνάμεως ἐδήλου, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τριάκοντα μυριάδων Ἑλλήνων καὶ νὰ ἀνάψῃ γενικὴν πυρκαϊὰν ἀνὰ τὴν Ἀνατολήν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐδημοσιεύοντο εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀπειλητικὰ μανιφέστα τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας», διὰ τῶν ὁποίων ἠπειλοῦντο καὶ Κυβέρνησις καὶ Βασιλεία, ἐὰν δὲν δράσωσιν...

§83ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Συμβαίνει, κύριε Πρόεδρε, ἓν ἄτοπον. Οἱ ἔχοντες εἰσιτήρια ἀκροαταὶ ἐμποδίζονται νὰ εἰσέλθωσι, διότι εἶναι κεκλεισμέναι αἱ θύραι τῆς εἰσόδου.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ αὐτοῦ καταγίνομαι, βλέπετε.

§85ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἀντελήφθην, ἔξωθεν ἐρχόμενος.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ, καὶ διέταξα τὰ δέοντα. Ὁρίστε, κύριε Γαρουφαλιᾶ.

§87ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. .. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἠκούσθη ἡ σθεναρὰ καὶ ἀπειλητικὴ φωνὴ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, ἀπειλοῦντος νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐπαναστάσεως, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἤθελε δράσει. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐσκέφθη νὰ διαψεύσῃ ἐπισήμως τὰ δημοσιευθέντα ὡς ὑπὸ τῆς Α. Μ. λεχθέντα, δὲν ἔσχε τὸ θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἀπειλητικὴν φωνὴν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, δὲν ἔσχε τὴν τόλμην νὰ καταδιώξῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα δεινὰ ἀπειργάσατο εἰς τὸ ἔθνος. Ἀπορῶ δὲ καὶ πῶς αἱ μετὰ τὸν πόλεμον Κυβερνήσεις ἔδειξαν τὴν αὐτὴν μικροψυχίαν, καὶ ἀπορῶ, πῶς ἀκόμη καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν τόλμην, δὲν ἀποδίδει μεγίστην σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἔθνους μετὰ τῆς ἐπαράτου ἐκείνης καὶ ὄχι ἀοράτου δυνάμεως.

§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§89ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Εὐχαρίστως.

§90Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐπάρατος ἢ ἀόρατος ἐκείνη δύναμις ἀπετελεῖτο καὶ ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι μέρος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.

§91ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐγὼ ἐκφέρω ἀτομικὴν γνώμην.

§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ περὶ τίνος πρόκειται· ὅτι ἡ ἐπάρατος ἐκείνη ἑταιρεία ἀπετελεῖτο καὶ ἀπὸ μέλη τῆς παρούσης Κυβερνήσεως (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων καὶ θόρυβος).

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον). Μὴ διακόπτετε!

§94Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν διακόπτω. Μοὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν ὁ ἀγορεύων (θόρυβος).

§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖα εἶναι τὰ μέλη αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνετε καθ’ ἑκάστην;

§96Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κύριος Στάης, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν καὶ εἰς τὴν Κρήτην καὶ ἔκαμνον... (θόρυβος).

§97ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι γνωστὸν αὐτό...

§98Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν ὑπαινιγμοὺς ἐν σχέσει πρὸς τὴν μετάβασίν μου εἰς Κρήτην κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1897, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μετέβην εἰς Κρήτην, οὐχὶ ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὡς ἐλέχθη ἢ ἐγράφη ἐν ἐφημερίδι, οὔτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτής, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ παράσχω πράγματα εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν. Εἰς Κρήτην μετέβην κατόπιν διορισμοῦ μου παρὰ διαφόρων ὁπλαρχηγῶν καὶ ἄλλων Κρητῶν ὡς μέλους ἐπιτροπῆς πρὸς συλλογὴν ἐράνων. Διωρίσθην δὲ τότε ὡς μέλος Κρητικῆς ἐπιτροπῆς παρὰ ὁπλαρχηγῶν φερόντων τὰ γνωστότερα ὀνόματα τῆς Κρήτης, μετ’ ἄλλων ἐγκρίτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ἑνὸς ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ φίλου τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου κυρίου Δεληγεώργη, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κυρίου Ρικάκη καὶ τοῦ κ. Ἰωάννου Δαμβέργη, τοῦ γνωστοῦ φιλολόγου. Μετὰ τῶν Κυρίων ἐκείνων ἐσχηματίσαμεν ἐπιτροπήν, ὅπως ἔλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τοὺς Κρῆτας διὰ συνεισφορῶν, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν συλλέξει ἐνταῦθα. Μετέβην δὲ τότε εἰς Κρήτην, ὅπως ἀντιληφθῶ τῶν πραγμάτων, καὶ ὅπως πεισθῶ, ἂν τῷ ὄντι ἦτο στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κρήτη ἤθελε λάβει ἀνάγκην χρηματικῶν συνδρομῶν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἀγῶνος. Κατὰ τὴν ὀλιγοήμερον ἐν Χανίοις διαμονήν μου συνεδέθην μετὰ τῶν ἐπιφανεστέρων ὁπλαρχηγῶν τῆς Κρήτης. Πρὸς οὐδένα δὲ, δηλῶ ἐντεῦθεν, εἶπον ὅτι δὲν ὀφείλουσιν ὑπακοὴν εἰς τὰς συμβουλὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὑποθέτω δ’ ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐνταῦθα ἔχει λόγον, ὅπως διαμφισβητήσῃ τὰς δηλώσεις μου ταύτας. Οἱ ἐπιφανεῖς Κρῆτες, μετὰ τῶν ὁποίων συνδιελέχθην κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ μετὰ τῶν ὁποίων ἐξηκολούθησα νὰ συνεννοῶμαι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τελευταίας Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, εἶναι ὁ Κωνσταντῖνος Φούμης, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος καὶ ἄλλοι γενναῖοι Κρῆτες, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ πρωταγωνισταὶ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ οἵτινες βεβαίως δὲν εἶχον ἀνάγκην οὔτε τῶν συμβουλῶν μου, οὔτε τῶν συμβουλῶν οἱουδήποτε ἄλλου, ὅπως ἀποφασίσωσι τίνα πορείαν ὤφειλον νὰ τηρήσωσιν εἰς τὸν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς πατρίδος των ἀγῶνα. Τὴν ἡμέραν δὲ τῆς ἀφίξεώς μου εἰς Χανία ἐξερράγη ἡ ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ· τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐσφάγησαν ἑπτὰ Χριστιανοὶ ἐν Ἡρακλείῳ. Νομίζω δὲ, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ παράδοξον, ἂν ἤθελέ τις ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἡ ἄφιξίς μου ἐν Χανίοις εἶχεν ὡς συνέπειαν τὰς σφαγὰς ἐν Ἡρακλείῳ. Τὴν ἑπομένην τῆς ἀναχωρήσεώς μου ἐξερράγη ἐπανάστασις ἐν Χανίοις, οὐδεὶς δὲ ὁ σήμερον ἀγνοῶν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις προεκλήθη ὑπὸ τοῦ Μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς νήσου, δυσφοροῦντος ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ τῶν μεταρρυθμίσεων, ἃς ἐπιμόνως ἐζήτουν οἱ Χριστιανοί. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς δηλώσεις ταύτας, ὅπως μὴ ἀκουσθῶσι πλέον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ λόγοι οὐδεμίαν ἔχοντες ὑπόστασιν περὶ τῆς μεταβάσεώς μου εἰς Κρήτην.

§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Ρώμα, ὅστις εἶναι φίλος μου, χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κύριος Ἀλέξανδρος Ρώμας ἦλθε πρός με καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ὁ κύριος Ρωμάνος ἐπρότεινεν αὐτῷ ν’ ἀποτελέσῃ μέρος ἐπιτροπῆς πρὸς συλλογὴν χρηματικῶν εἰσφορῶν, προοριζομένων νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐθνικοὺς σκοποὺς, ἐζήτησε δὲ καὶ τὴν ἐμὴν συναίνεσιν. Ἐγὼ ἔδωκα ταύτην πρὸς τὸν κύριον Ρώμαν, οὐδ’ ἀπέτρεψα τὸν κ. Ρώμαν νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὴν Κρήτην, ὅπως συμπράξῃ εἰς τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων εἰς τοὺς χρήζοντας τοιαύτης συνδρομῆς Κρῆτας. Ταῦτα λέγω περὶ τοῦ κυρίου Ρώμα. Ἀλλ’ οὐδὲν λέγω περὶ τοῦ κυρίου Ρωμάνου, διότι δὲν φρονῶ ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον τότε περὶ τοῦ κ. Ρωμάνου, οὐδόλως συμφωνοῦσι πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας οὗτος ἔδωκε πρὸ μικροῦ (αἴσθησις).

§100Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ...

§101ΦΩΝΑΙ. Ἀρκεῖ! ἀρκεῖ!

§102Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρωμάνος ἀπήντησε συνεπείᾳ τῆς ὁμιλίας μου. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω. Μετὰ τὴν δήλωσιν, λέγω, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δὲν μένει νὰ εἴπῃ τις τίποτε πλέον. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ρωμάνος ὡμίλησε μόνον περὶ τοῦ ταξειδίου του εἰς Κρήτην κεκαλυμμένως, χωρὶς νὰ εἴπῃ, ἂν ἦτο μέλος ἢ ὄχι τῆς ἀοράτου ἢ ἐπαράτου Ἑταιρείας.

§103ΡΩΜΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν, ἂν ἤμην μέλος, ἢ ὄχι, ἀφοῦ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μετέβην εἰς Κρήτην οὐχὶ κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οὔτε ὅπως ἐνεργήσω τι σχετικὸν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς Ἑταιρείας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, δὲν ἐννοῶ, πόθεν οὗτος ἔλαβε πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιβεβαιοῦσιν ὅσα ἐγὼ σήμερον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν. Ἄν τοιαύτας πληροφορίας ἔλαβεν, αἱ πληροφορίαι του εἶναι ἐσφαλμέναι. Δὲν ἐννοῶ δέ, διατὶ δίδει πίστιν μᾶλλον εἰς ἄλλων πληροφορίας ἢ εἰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας δίδω ἐγὼ αὐτός.

§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἤμην ἐν Κρήτῃ, δὲν ἠκολούθουν τὸν κύριον Ρωμάνον, ἵνα πληροφορῶμαι τί πράττει, οὐδ’ ἐνήσκουν ἀστυνομικὴν ἐπίβλεψιν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐτύγχανον ὅμως τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἕνεκα τούτου μοὶ μετέδιδον πληροφορίας περὶ τῶν γιγνομένων ἐν Κρήτῃ, καὶ ἐπεστάτουν, οὕτως εἰπεῖν, μακρόθεν· ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἐκαλοῦντο νὰ μοὶ μεταδίδωσι πληροφορίας, μοὶ μετέδωκαν διαφόρους τοιαύτας περὶ τοῦ πρώτου ταξειδίου τοῦ κυρίου Ρωμάνου, ὅτε συνεταξείδευσεν οὐχὶ μετὰ τοῦ κυρίου Ρώμα βεβαίως, ἀλλὰ μετὰ τοῦ κ. Μάνου καὶ μετὰ τοῦ κ. Βλαστοῦ, γραμματέως τότε τοῦ κ. Σκουλούδη, διορισθέντος ἐσχάτως Εἰσαγγελέως. Ἐνδέχεται αἱ μεταδοθεῖσαί μοι τότε πληροφορίαι νὰ μὴ ἦσαν ἀκριβεῖς· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι αἱ πληροφορίαι, αἱ τότε δοθεῖσαί μοι, οὐδόλως συμφωνοῦσι πρὸς ὅσα ὁ κ. Ρωμᾶνος εἶπε περὶ ἑαυτοῦ.

§105ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐν τούτοις τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον,—καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ μαρτυρήσω,—οὐδὲν ἐπιβεβαιοῦσιν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.

§106ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ τὰ καταθέσητε.

§107ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ εὐχαρίστως θὰ ἐπεθύμουν νὰ διαφωτισθῇ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ποῖα ἦσαν τὰ μέλη τῆς Ἑταιρίας ἐκείνης, καὶ ἀπὸ ποῖα πρόσωπα ἀπηρτίζετο αὕτη, καὶ ἐπιθυμῶ πρὸ παντός, ὅπως δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ ἔθνος εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀτίμωσιν, εἰς τὴν ἐθνικὴν καταισχύνην. Εἰς ἐπίλογον δὲ τοῦ ἀνακινηθέντος ἐπεισοδίου δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ προκαλέσω νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας λυθῇ καὶ διαφωτισθῶσι πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς αὐτὴν καὶ κατὰ πρόσωπα καὶ κατὰ πράγματα.

§108Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πολὺ αὐστηρὸς εἶσθε ἀπόψε, κύριε συνάδελφε!

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.

§110ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Συνέπεια πάντων τῶν εἰρημένων, κύριοι Βουλευταί, ὑπῆρξε φυσικῷ τῷ λόγῳ ἡ πεποίθησις καὶ παρὰ τῷ λαῷ καὶ παρὰ τῷ στρατῷ, ὅτι καὶ Κυβέρνησις καὶ Βασιλεία ἦσαν σύμφωνοι περὶ τοῦ πολέμου, καὶ ὅτι, διὰ νὰ ἦναι σύμφωνοι, φυσικῷ τῷ λόγῳ διετέλουν ἐν ἐπιγνώσει τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Ὁ πόλεμος ἐπεχειρήθη, ὁ πόλεμος ἐπεβλήθη ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ τί ἀπέδειξεν ὁ πόλεμος; Ὁ πόλεμος ἀπέδειξεν, ὅτι, εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρίσκοντο τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἀλλοῖον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη....

§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό!

§112ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. .. Ὁ πόλεμος ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ στρατός μας, ὡς διεσκευάσθη, ὑπὸ τὸ κρατοῦν πλημμελέστατον σύστημα, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους. Ἠμπορεῖτε νὰ διαψεύδητε, ὅταν...

§113ΛΕΒΙΔΗΣ. Διαφωνεῖ ὁ Γκὸλτς πασσᾶς.

§114ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Σεῖς χάνεσθε μὲ ἕνα Γκὸλτς πασσᾶν! Εἶπον προηγουμένως, ὅτι, ὅπου ὁμιλοῦσι τὰ πράγματα, εἶναι περιττὴ πᾶσα θεωρία καὶ ἐπίκλησις ξένης γνώμης. Ὁ πόλεμος ἀπέδειξεν, ὅτι στρατὸς διοικούμενος ἀπὸ Βουλευτὰς ἀξιωματικοὺς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φανῇ ἀντάξιος τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη, ὑφίσταται καὶ θὰ ὑφίσταται τὸ ἔθνος... (διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).

§115ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπαντᾷ ὁ Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!

§117ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα ν’ ἀμφισβητήσω τὴν δρᾶσιν τὴν καλὴν τοῦ ἐξ Οἰτύλου κυρίου Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ μία ὄασις ἐν τῇ ἐρήμῳ δὲν μεταβάλλει, νομίζω, τὴν ἔρημον Σαχάραν.

§118Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπαντᾷ ὁ Νικολαΐδης.

§119Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ οἱ στρατιωτικοὶ ἐξηυμένισαν τὴν ἱστορίαν τοῦ πολέμου.

§120Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἴσως, ἂν ὑπάρχει σημαία τις, ἀξία μνείας, αὕτη εἶναι ἡ τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν. (Χειροκροτήματα).

§121ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τώρα μὲ προκαλεῖτε νὰ ἀναφέρω ὀνόματα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν θέλω.

§122Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει στρατιωτικὸς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔκαμε τὸ καθῆκόν του.

§123Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προστατεύσητε τὸν ἀγορεύοντα.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι! (Θορυβώδεις διάλογοι).

§125ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὅτε εἶπον ὅτι στρατὸς διοικούμενος ἀπὸ Βουλευτὰς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του, δὲν ἐνόουν νὰ προσβάλω ὡρισμένους Βουλευτὰς, μεταξὺ τῶν ὁποίων παραδέχομαι ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ὄχι ὅλοι (Θόρυβος). Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ πολεμικῶν συμβάντων· θὰ ἀναφέρω ὀλίγα γεγονότα ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἐκ τῆς δράσεως τοῦ στρατοῦ ἐν Ἠπείρῳ, συνεπὴς πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσα, ὅτι ἐμόρφωσα τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐπιμελητείαν ἐν Ἠπείρῳ εἴχομεν ἀνεπαρκεστάτην, πλεῖστοι τῶν ἐφέδρων ἦσαν γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδυτοι, γογγύζοντες ἀνὰ τὰς ὁδοὺς καὶ ἀποθαρρύνοντες καὶ ἑαυτοὺς καὶ τοὺς συναδέλφους των. Σκηνὰς δὲν εἴχομεν, καὶ ἐδέησεν ὁ στρατὸς νὰ στρατωνίζεται ἐντὸς τῆς πόλεως, ἐγκατεσπαρμένος εἰς διαφόρους οἰκίας. Κατὰ πόσον τοῦτο εἶναι ἔργον στρατιωτικῆς προνοίας, οἱ ἁρμόδιοι δύνανται νὰ ἐξετάσωσι... (Θόρυβος).

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὸ νομοσχέδιον; (Θόρυβος).

§127ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔλθετε εἰς τὸ προκείμενον.

§128ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.

§129Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὑποδείξατε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν ῥήτορα νὰ ἀφήσῃ τοὺς Βουλευτάς.

§130ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐπειδὴ προβλέπω, ὅτι ἡ ἐπιμονή μου εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, εἰς τὴν ἀφήγησιν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, χωρὶς νὰ ἀναφέρω πρόσωπα, προκαλεῖ ἀντεγκλήσεις, παραλείπω ταύτην, καὶ θὰ καταλήξω εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀγορεύσεώς μου. Δυστυχῶς, καὶ ἂν τὰ παραλείπω, πάντες τὰ γνωρίζετε. Δυστυχῶς ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῆς δράσεως τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ ὑπῆρξε σειρὰ ὁλόκληρος πανικῶν...

§131Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖ τις νὰ μὴ τὸν διακόψῃ; (Θόρυβος).

§132ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Θέλετε νὰ ἔλθω εἰς τὴν μάχην τῶν Πέντε Πηγαδίων; Εἶμαι πρόθυμος.

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα τὰς μάχας.

§134ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐξ αὐτῶν ἐμόρφωσα γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου (Θόρυβος). Ἐπὶ κεφαλῆς στρατοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδίστασε νὰ θέσῃ τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐμερίμνησε περὶ τῆς αἴγλης καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ μέλλοντος Βασιλέως. Ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ 1897, τοῦ ὁποίου τὰς λεπτομερείας γνωρίζετε, ἀποδεικνύεται ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὁ στρατὸς διοικούμενος ὑπὸ τὸ αὐτὸ πλημμελὲς σύστημα, οὐδὲν παρέχει ἐχέγγυον, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ δυνηθῇ νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικὰ δίκαια καὶ προασπίσῃ τὴν τιμὴν καὶ ἀκεραιότητα τῆς χώρας. Ἐὰν κήδεσθε τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ στρατοῦ, σεῖς οἱ θορυβωδῶς ἐνταῦθα κοπτόμενοι, χειραφετήσατε αὐτὸν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαλλάξατέ τον ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἡ πολιτικὴ εἶναι ὁδοστρωτὴρ, ὅστις τὰ πάντα ἰσοπεδοῖ. Ἡ πολιτικὴ εἶναι ἐμπειρικὴ Σχολὴ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν μανθάνει τις ἄλλο ἢ πῶς νὰ ἀποβάλλῃ τὸν φυσικὸν αὑτοῦ χαρακτῆρα. Θέλετε νὰ ἔχητε στρατὸν ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; ἀποβάλετε πᾶσαν ἐλπίδα περὶ βελτιώσεως αὐτοῦ, μεθ’ ὅσα σχέδια καὶ ὀργανισμοὺς καὶ ἂν ψηφίσητε. Οἱ ὀργανισμοὶ δὲν ἔχουσι τὴν μαγικὴν δύναμιν νὰ μεταβάλλωσι τὰ πράγματα· οἱ ὀργανισμοὶ χρειάζονται νεῦρα, ἀπαιτοῦσι στιβαροὺς βραχίονας, ἀπαιτοῦσι σιδηρᾶν θέλησιν καὶ ἐπιβάλλουσαν, ἵνα λάβωσι σάρκα καὶ ὀστᾶ...

§135ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Χρειάζονται χρήματα.

§136ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τὸ γνωρίζομεν. «l’ argent fait tout». «Δός μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινήσω». Ἀλλ’ ἐννοῶ, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Καὶ ἤκουσα χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, πειρωμένου νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν, ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν ἔχει στάδιον, ὅπως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐπιβλαβῶς. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ ὑπενθυμίσω, ὅτι, ὅτε συνεζήτει, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς Βουλῆς, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν ἔλεγε: «σεῖς πταίετε! σεῖς φθείρετε τὸν στρατὸν!» Καὶ ἀνέφερεν ἐπεισόδιον, συμβὰν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ δὲν ἠξεύρω τίνος Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ προήρχετο ἐκ τοῦ κομματισμοῦ, ὁ ὁποῖος διέφθειρε τὸν στρατόν. Δὲν ἠξεύρω, τίς ἔλεγεν τὴν ἀλήθειαν· ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ ὁ νῦν Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου; Ἐὰν ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ δὲν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ἐπιρροὴν τῆς πολιτικῆς, τὰ ἐκ τοῦ πολέμου μεμαρτυρημένα πράγματα ἐπιβάλλουσιν εἰς ἐμὲ νὰ πιστεύω ἀπολύτως καὶ νὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι μόνος ὁ Διάδοχος διὰ τοῦ κύρους αὑτοῦ καὶ τῆς ὑψηλῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει, δύναται νὰ καταστήσῃ καὶ παγιώσῃ τὴν πειθαρχίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας στρατὸς δὲν ὑπάρχει. Αὐτὸς μόνος δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἰσότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην ἐν τῷ στρατῷ...

§137Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε Διάδοχος, τί θὰ ἐγίνετο;

§138ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ὅ,τι ἐγένετο. Κηρυσσόμενος ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶμαι καὶ ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος θὰ μεταμορφωθῇ εἰς Μωϋσέα καὶ θὰ μεταβάλῃ τὰ πάντα διὰ τῆς μαγικῆς αὑτοῦ ῥάβδου, ἀλλὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ἀστυνομικὸν νόμον, θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μεταβάλῃ τὸ σύστημα τῆς στρατολογίας, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἥμισυ τῶν στρατευσίμων ἀπαλλάσσεται, καὶ τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἕτερον στρατὸν ἐν πολέμῳ, τὸν στρατὸν τῶν ἀπαλλαγέντων. Δὲν συμμερίζομαι τήν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες λέγουσιν, ὅτι ὁ Διάδοχος πρέπει μὲν καὶ δύναται νὰ δρᾷ ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς, ἐκ τῶν παρασκηνίων. Ὄχι! Φρονῶ, ὅτι ὁ Διάδοχος, ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ δρᾷ ἐπὶ τῆς σκηνῆς, ὑπὸ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, ὥστε νὰ κρίνῃ ἡ κοινωνία ἀσφαλῶς περὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν παραλείψεων τῆς διοικήσεως αὐτοῦ. Οὔτε συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἄλλων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ὁ Διάδοχος πρέπει νὰ διάγῃ βίον ἀκαδημαϊκὸν, καὶ θέλουσιν αὐτὸν ἐντὸς τῶν τεσσάρων τοίχων τοῦ σπουδαστηρίου του, κατατριβόμενον ἴσως εἰς Βυζαντινὰς μελέτας. Ἐγὼ θέλω τὸν Διάδοχον δρῶντα ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ ἐκείνῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ παιχθῶσιν αἱ τύχαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ δεύτερον τοῦτο τμῆμα τῆς συνεδριάσεως, ἐν τῷ μέσῳ ἢ περὶ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, δὲν ἤκουσα ἀπ’ ἀρχῆς τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅσα ἤκουσα μοὶ δίδουσιν ἀφορμὴν νὰ ἀναβάλω τὰς παρατηρήσεις, ὅσας εἶχον νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διότι ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιλάβωμαι θεμάτων μὴ προσκειμένων εἰς τὸ νομοσχέδιον, συναφῶν μὲν, ἀλλὰ μὴ ἀπολύτως συνηνωμένων μετ’ αὐτοῦ. Καὶ πρέπει νὰ πράξω τοῦτο, ἀφοῦ κατὰ δυστυχίαν δύο ἀλλεπάλληλοι ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐγένοντο ἀντικείμενον ἐμπαιγμοῦ, διότι ἀληθῶς ἐνεπαίχθησαν αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ὅτε συνέστησε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον αὐτῆς ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, πάντα δὲ τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων ἔκλεισαν ἑρμητικῶς τὰς θύρας των πρὸς τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς, καὶ ἠρνοῦντο νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὴν πᾶσαν πληροφορίαν, ἤτοι τὰ στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων ἔμελλε νὰ χειραγωγήσῃ καὶ διευθύνῃ τὰς ἐρεύνας καὶ γνώμας της. Ἀλλὰ καὶ ἡ τελευταία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας συνέστησε νέαν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, καὶ αὕτη ἐγένετο ἀντικείμενον ἐμπαιγμοῦ νέου, διότι δὲν συνῆλθεν ἔτι ἡ συσταθεῖσα ἐπιτροπὴ, ὡς δ’ ἀνέγνων ἔν τινι ἐφημερίδι, ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, ἀπολέσας τὸ θάρρος, ὅτι δύναται νὰ ἄρξηται ἐργασίας, ἠναγκάσθη νὰ καταθέσῃ τὴν παραίτησίν του. Δὲν βεβαιῶ τὴν εἴδησιν, διότι, ἐὰν ἠναγκάζετο νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του, ἤθελε καταθέσει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν· ἐδημοσιεύθη ὅμως ἡ εἴδησις ὑπὸ ἐφημερίδων...

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Μπουφίδης). Δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐγὼ ἐθεώρησα, ἀφοῦ ἐγενόμην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι καὶ Πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε μὲ ἀντικαταστήσει.

§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πάντοτε προσῆκε νὰ ἀναφέρητε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐπρόκειτο νὰ σᾶς ἀντικαταστήσῃ ὡς μέλος. Γνωρίζω ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς καὶ διὰ μελῶν μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι εἶχεν ἐπιθυμίαν νὰ ζητήσῃ παρ’ ἐμοῦ πληροφορίας ἐπὶ διαφόρων θεμάτων· ἀνεκοίνωσα αὐτῇ τότε, ὅτι προθύμως θέλω δώσει πάσας τὰς πληροφορίας, ὅσας τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ ἀνακοινώσω· ἐζήτησα δὲ νὰ μοὶ γραφῶσι τὰ θέματα, ἵνα ἐξετάσω ταῦτα καὶ συλλέξω τὰς πληροφορίας, ὅσαι δὲν ἐπάγουσι βλάβην εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἡ ἐπιτροπὴ μοὶ διεβίβασε σημείωσιν εἴκοσι καὶ πλέον θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔγραψα τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἡ ἔκθεσις δὲ, τὴν ὁποίαν ἔστειλα, ἀποτελεῖται ἀπὸ 300 περίπου σελίδας. Ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἀγνοῶ. Εἶναι εἰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς; ἀνεγνώσθη ἐν αὐτῇ; ὡδηγήθη αὕτη ἐκ τῶν ἐν αὐτῇ, καὶ συνέλεξε περαιτέρω πληροφορίας; καὶ τίνας; προέβη εἰς ἐργασίαν τινά; Ἀγνοῶ. Ἤθελον μάλιστα παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μοὶ ἐπιστρέψῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἂν δὲν ἐχρησιμοποίησεν αὐτὸ, διότι ἔδωκα μὲν αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων, ὡς ἐντολοδόχον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐσκόπουν δὲ νὰ δώσω αὐτὸ εἰς ἰδιώτας, — διότι ἁπλοῖ ἰδιῶται γίνονται τὰ μέλη τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὅταν ἀφαιρέσητε ἀπὸ αὐτὰ τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, δὲν ἤθελον δὲ στέρξει οὔτε ἔγγραφον οὔτε ἁπλῆν πληροφορίαν νὰ δώσω εἰς συμπολίτας, οἵτινες δὲν περιεβάλλοντο δι’ ἐντολῆς τῆς Βουλῆς...

§142Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς διακόψω, διότι ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν τοιούτου ἐγγράφου, οὔτε ἀνεκοινώθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοιαύτη ἔκθεσις.

§143Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὔτε ἐγὼ ἔλαβον γνῶσιν αὐτοῦ.

§144ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Οὔτε ἐγώ.

§145Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐδόθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος εἰς τὴν πρώτην ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, τὸ ἔγγραφον δὲ τοῦτο παρέλαβον ἐγώ, ὡς γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς, ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων. Ἦτο πλέον τὸ θέρος, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπουσίαζον, ἐγὼ δὲ ἀνεχώρησα, παραθερίσας εἰς Γερμανίαν. Ἔκτοτε δὲν συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ, διότι διελύθη ἡ Βουλὴ, καὶ παρέδωκα τὸ ἔγγραφον ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων εἰς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς κ. Λιμπρίτην. Ὁ δὲ κ. Λιμπρίτης, εὐθὺς ὡς συνεστήθη ἡ δευτέρα ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, νομίζω, ὅτι ἔδωκε τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὸν νέον Πρόεδρον καὶ νῦν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Εἶχε ληφθῆ ἡ ἀπόφασις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσωμεν τὸν πρώην Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως...

§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶχε ληφθῆ ἡ ἀπόφασις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ζητήσητε πληροφορίας, ὄχι νὰ ἐξετάσητε (ἱλαρότης).

§147Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα, νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τοσούτων θεμάτων, ἐφ’ ὧν ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι, νὰ ληφθῶσιν αὗται προφορικῶς, ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως καταρτίσῃ αὕτη σημείωμα τῶν θεμάτων, ἐφ’ ὧν ἀπήντησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Κατὰ τὴν ἐποχὴν δ’ ἐκείνην ἀπουσίαζεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γυθείου Βουλευτὴς, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔχει γνῶσιν τῶν ἀποφασισθέντων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀπεφασίσθη, ὡς εἶπον, νὰ καταστρώσωμεν ἐγγράφως τὰ ἐρωτήματα, καὶ διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐδώσαμεν τὰ θέματα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἀπήντησε διὰ μακροῦ ἐγγράφου· ἠκούσατε δὲ ἤδη ποία ἦτο ἡ τύχη τοῦ ἐγγράφου. Ποῦ εὑρίσκεται ὅμως τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, δὲν γνωρίζω· ἴσως τὸ ἔχει μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐγγράφων ὁ παραιτηθεὶς Πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς παρέδωκεν ἅπαντα τὰ εἰς χεῖράς του ἔγγραφα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπου καὶ εὑρίσκονται ἤδη.

§149ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠνοίχθησαν ἀπὸ κανένα τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα;

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠνοίχθησαν, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ἐγγράφων ἐκείνων δὲν ὑπάρχει φυλλάδιον ἐκ τριακοσίων σελίδων.

§151Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, νομίζω ὅτι ὁ καταλληλότερος, ἵνα ἐπιστρέψῃ αὐτὸ, εἶναι ὁ τέως Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς.

§152ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἀνεκοινώθη ποτὲ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο εἰς τὴν ἐπιτροπήν.

§153Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν ἀνεκοινώθη.

§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συνῆλθε ποτὲ ἡ ἐπιτροπή.

§155Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Συνήλθομεν πολλάκις.

§156ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτομεν ὅτι δὲν συνήλθετε ποτέ, διότι, ἂν εἴχετε συνέλθει, ἠθέλετε συζητήσει τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὸν κ. πρώην Πρωθυπουργόν, ἢ νὰ ὑποβάλητε εἰς αὐτὸν σημείωμα.

§157Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Συνετάχθη σημείωμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρεκαλοῦμεν τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν νὰ ἀπαντήσῃ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν ἐγγράφως, ἀλλ’ εἰς τίνα τὴν ἔδωκε, δὲν γνωρίζω· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἀνεκοινώθη ποτὲ ἔγγραφον ἐκ τριακοσίων σελίδων.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. Βελλιανίτην, τί ἐγένετο τὸ ἔγγραφον.

§159Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ὑφίσταται ἔτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἕτερον ζήτημα, κύριε Βουλευτὰ, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διακόψωμεν τὸν ἀγορεύοντα καὶ τὴν γιγνομένην συζήτησιν.

§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, εἶχον περιέλθει εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἤθελεν ἀπαλλάξει τὴν Βουλὴν τῆς ἐνοχλήσεως νὰ ἀκούσῃ τῶν λόγων αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἥκιστα ἀκριβεῖς, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐστηρίζοντο ἐπὶ εἰκασιῶν ἢ ἐπὶ ἀκουσμάτων καὶ σκέψεων. Ἤθελε πληροφορηθῆ ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπεκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ὅτι ἡ Τουρκία ἐπεκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν ἐπεκήρυξε τὸν πόλεμον ἡ Ἑλλάς, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἦσαν πεπεισμένοι, ὅτι, ἐὰν ἐπεκήρυσσον τὸν πόλεμον, ἤθελον ταχθῆ νὰ πολεμήσωσι τὰ στρατεύματα τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος κατὰ τῶν στρατευμάτων μεγάλης αὐτοκρατορίας, αὐτοκρατορίας τοσοῦτον ἐκτεταμένης, ἐν ᾗ κατοικοῦσι τοσοῦτοι πληθυσμοί, καὶ ἥτις παρέχει πηγὰς στρατολογίας ἀνεξαντλήτους, ἐνῷ ἡ στρατολογία τῆς Ἑλλάδος εἶναι περιωρισμένη ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἐγνώριζον δὲ προσέτι οἱ τότε κυβερνῶντες, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Τουρκίας ἦτο στρατὸς συντεταγμένος, ἠσκημένος, δεδοκιμασμένος εἰς τὸ πῦρ ἐν ἐπανειλημμένοις πολέμοις, ἐνῷ οἱ στρατιῶται τῆς Ἑλλάδος ἦσαν πρωτόπειροι καὶ ἀτελῶς συντεταγμένοι. Οὐδ’ ἠγνόουν, ὅτι αἱ στρατιαὶ τῆς Τουρκίας εἶχον ὑλικὸν ἀφθονώτερον, τελειότερον καὶ καλλίτερον, ἐνῷ τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἡμῶν ὑλικὸν τοῦ πολέμου ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν προμηθειῶν τοῦ 1885 καὶ 1886, διὰ τὰ ὁποῖα μὲ κατήγγειλε πολλάκις ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς αἴτιον τῆς πτωχεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ τὰ ὁποῖα ἐὰν δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1897, ἴσως δὲν θὰ ἤμεθα ἱκανοὶ οὐδὲ νὰ παρασταθῶμεν ἐπὶ τῆς γραμμῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν στρατὸν πολυπληθῆ καὶ ἠσκημένον, καὶ ἂν εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ νικήσωμεν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων τὴν Ἑλλάδα τότε, ἐφρόνουν, ὅτι δὲν συνέφερε πολιτικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπικηρύξῃ τὸν πόλεμον, ἔστω καὶ μετὰ τῆς πιθανότητος τῆς νίκης, διότι τὸ Βασίλειον δὲν ἔχει ὅρια μόνον πρὸς νότον, ἀλλ’ ἔχει ὅρια καὶ πρὸς τὸ βόρειον μέρος, καὶ κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο ὑπάρχουσι πολλὰ καὶ μεγάλα συμφέροντα, καὶ ἐθνικὰ καὶ πολιτικά· οὐδὲ συνέφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐκθέσῃ ἐν κινδύνῳ μέγα μέρος πληθυσμοῦ Ἑλληνικοῦ, οὐδὲ τὰ συμφέροντα, περὶ ὧν εἶπον. Ἀλλὰ διατὶ ὁμιλεῖτε περὶ στρατοῦ, ἐνῷ γνωρίζετε τὸ σύστημα τῆς στρατολογίας, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν Ἑλλάδι, ἐνῷ γνωρίζετε τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, ἐνῷ γνωρίζετε ὅτι στρατὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῇ καὶ νὰ παρασκευασθῇ διὰ δεκατριῶν ἢ δεκαπέντε ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δαπανῶμεν ἡμεῖς; Ἔχετε καθολικὴν στρατολογίαν, δὲν ἔχετε μόνιμον στρατὸν, δὲν ἔχετε μισθοφόρους Ἑλβετοὺς, ἔχετε πολίτας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, οἱ ὁποῖοι πρὸ δέκα ἢ δέκα καὶ πέντε ἐτῶν, ἢ καὶ εἴκοσιν ἐτῶν, ὑπηρέτησαν, ἄλλοι ἓξ μῆνας, ἄλλοι ἓν ἔτος, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ δέκα καὶ ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη ἢ εἴκοσιν ἔτη ἀφήκατε αὐτοὺς ὑπὸ τὰς στέγας των, αὐτοὶ δὲ δὲν ἐλάμβανον κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐτῶν τούτων τὸ ὅπλον, εἰμὴ διὰ νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ κυνήγιον, ἐκαλεῖτε αὐτοὺς νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας. Νομίζετε ὅτι ὁπλῖται τοιοῦτοι ἀποτελοῦσι στρατόν; Εἶναι ἄθροισμα ὁπλοφόρων, δὲν εἶναι στρατός. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπόκρυφα,—τὰ εἶπον,—δὲν ἦσαν ἄγνωστα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ταῦτα δημοσίᾳ εἶχον ἐκθέσει εἰς αὐτὴν, καὶ προβαίνω ἀμέσως νὰ σᾶς ἀναγνώσω, τί εἶπον τότε πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν στρατὸν ἔχομεν στελέχη, ἀλλ’ ἄνδρας δὲν εὑρίσκομεν, ἵνα ἀσκήσωμεν. Καὶ δὲν εὑρίσκομεν ἄνδρας τῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν, κατὰ πλείονα δὲ λόγον δὲν εὑρίσκομεν ἐφέδρους. Καὶ ὅταν τὰ στελέχη δὲν ἔχωσιν ἄνδρας νὰ ἀσκήσωσι, δὲν ἀσκοῦνται οὐδὲ ταῦτα. Ἡ ἐκπαίδευσις τῶν στελεχῶν εἶναι ἀτελὴς, στρατὸν δὲ δὲν ἔχομεν. Ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ θεραπευθῇ, πρέπει νὰ θεραπευθῇ ἐν τῷ πόθῳ, ἵνα τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ συμπληρώσωσι στρατιωτικῶς ἑαυτὰ διὰ διδασκαλίας, τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ τακτικοὶ στρατοὶ, ἵνα δυνηθῶμεν, ἐάν ποτε προσφύγωμεν καὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν, νὰ εὕρωμεν αὐτὴν, ἂν οὐχὶ στρατιωτικῶς ὠργανωμένην, ἂν οὐχὶ ἐφεδρείαν Γερμανικὴν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον διατηροῦσαν ἔτι ἐν τῇ μνήμῃ αὑτῆς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ σχολείου τοῦ στρατοῦ. Ἀληθῶς, ἐὰν ἀπευθυνθῶμεν σήμερον εἰς τὴν ἐφεδρείαν, αὕτη τυγχάνει ἄθροισμα ὁπλιτῶν, οἱ ὁποῖοι ὀλίγον διαφέρουσιν ἀπὸ τοὺς λαμβάνοντας τὸ ὅπλον διὰ νὰ ὑπάγωσι μᾶλλον εἰς κυνήγιον ἢ διὰ νὰ ἀσκηθῶσι.» Ταῦτα ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν 18 Δεκεμβρίου 1896 (ὅρα σελίδα 800 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς). Καὶ δὲν εἶπον μόνον αὐτὰ, διότι καὶ κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1897 ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «...Ποῖον εἴχομεν σκοπὸν, ὅτε συνεκαλοῦμεν τὸ πρῶτον τὰς δύο ἡλικίας, καὶ ἐζητοῦμεν δι’ αὐτῶν νὰ κρατύνωμεν τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ στρατόν; Σκοπὸν εἴχομεν νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας; Ὄχι. Σκοπὸν εἴχομεν νὰ περιφρουρήσωμεν ἀσφαλέστερον τὴν μεθόριον γραμμὴν, διότι οἱ γείτονες ἡμῶν ἠσχολοῦντο νὰ ἐνισχύσωσιν ὡσαύτως τὰς ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς φρουράς των. Ἀλλ’ ὅτε νεώτεραι πληροφορίαι μᾶς ἀνήγγειλαν, ὅτι ἡ Τουρκία διέτασσε μεγαλειτέρας κινήσεις στρατοῦ, καὶ ὅτι παρεσκεύαζεν ἔτι μεγαλειτέραν ἐνίσχυσιν τῶν φρουρῶν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἐσπεύσαμεν τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεκεντρώσαμεν τὰς πληροφορίας ταύτας, νὰ καλέσωμεν τὰς δύο ἄλλας ἡλικίας. Ἐὰν εἴχομεν σκοπὸν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νὰ μᾶς ἐλέγξῃ, διότι, παρασκευαζόμενοι νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον, δὲν παρεσκευάζομεν ἀναλόγως τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον· προὐτιθέμεθα νὰ προλάβωμεν ἐπιδρομὰς ἀκηρύκτους, τὰς ὁποίας αἱ στρατιωτικαὶ κινήσεις τοῦ ὁμόρου Κράτους μᾶς κατήγγελλον ὡς λίαν πιθανὰς.» Λοιπὸν ἐκαλέσαμεν ἡλικίας ὑπὸ τὰ ὅπλα διὰ ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν ἐπιδρομὴν τουρκικῶν στρατιῶν, ἡ ὁποία ἐμελετᾶτο, ὅπως μᾶς ἀναγκάσῃ ν’ ἀνακαλέσωμεν τὰ στρατεύματα ἐκ Κρήτης. Ἡ συγκέντρωσις τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τῆς Τουρκίας ἦτο represailles τοῦ μέτρου, εἰς τὸ ὁποῖον προέβημεν, ἀναγκασθέντες, ἵνα σώσωμεν δέκα χιλιάδας Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκινδύνευον νὰ σφαγῶσιν ὑπὸ τῶν Τούρκων ἐν Ἡρακλείῳ.

§162Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἦτο κήρυξις πολέμου ἡ κατάληψις τῆς Κρήτης.

§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζω ὅτι εἶσθε δεινὸς εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἄγευστοι αὐτοῦ. Βεβαίως τὰ Κράτη δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ στέλλωσι στρατοὺς εἰς ἄλλα Κράτη, ὅταν δὲ στέλλωσι στρατοὺς, βεβαίως ἀναλαμβάνουσι τὴν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν τοῦ μέτρου αὐτῶν τούτου· ὅτε δ’ ἡμεῖς εὑρέθημεν εἰς ἀνάγκην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἐγνωρίζομεν ὅτι ἐξετίθεμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους τὸ μέτρον τοῦτο ἐπέφερε. Δὲν ἠξεύρω δ’ ὄντως, ἐὰν ὑπῆρξε κρισιμωτέρα στιγμὴ ἐκείνης, καθ’ ἣν ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Ἡρακλείου καὶ μετὰ τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου ἠπείλουν δέκα χιλιάδας Κρητῶν χριστιανῶν, νὰ σφάξωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Ἡρακλείου, καθ’ ἣν ὁ Μητροπολίτης Κρήτης ἐπεκαλεῖτο παρὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος τῆς Βασιλίσσης τὴν φιλανθρωπίαν Αὐτῆς, ὅπως σώσῃ τόσας χιλιάδας ψυχῶν, καθ’ ἣν οἱ πρόξενοι τῶν ξένων Κρατῶν δὲν ἠδύναντο νὰ καταβιβάσωσι τὰς λέμβους αὐτῶν εἰς τὸν λιμένα τοῦ Ἡρακλείου. Ἡμεῖς οὐδέποτε διενοήθημεν νὰ ὠθήσωμεν τὴν Κρήτην εἰς ἐπανάστασιν. Ἀφοῦ ἡ Κρήτη εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀπολέσῃ τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς, οἵτινες τῇ παρεχωρήθησαν διὰ τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας, προσεπαθοῦμεν νὰ κατορθώσωμεν νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Κρήτην θεσμοὶ ἐλεύθεροι, οἵτινες νὰ βοηθήσωσιν αὐτὴν, ἵνα ἀναπτυχθῇ οἰκονομικῶς, καὶ ἀνατραφῇ πολιτικῶς εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων αὐτῆς, καὶ δυνηθῇ ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν ἀδικημάτων καὶ τῶν πιέσεων τῶν κρατούντων. Ἐὰν ὑπεκινήθη ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἐπὶ τούτῳ, ἐὰν δ’ ὑπάρχει τις ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ὑπεύθυνος, εἴτε διότι εἰργάσθη νὰ ὑποκινήσῃ καὶ ἐξωθήσῃ τὴν Κρήτην εἰς ἐπανάστασιν, εἴτε διότι ἐλησμόνησεν ἢ ἠθέτησε τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντά του, οὗτος βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει τότε, οἵτινες συνεβουλεύομεν καὶ προετρέπομεν τοὺς Κρῆτας νὰ παρατείνωσι τὴν ὑπομονήν των, ἠσχολούμεθα δὲ καὶ ἠγωνιζόμεθα νὰ πείσωμεν τὴν Εὐρώπην, ἵνα ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Τουρκίαν τὴν παραχώρησιν ἐλευθέρων θεσμῶν. Ἀλλ’ ὅτε οἱ Χριστιανοὶ ἐκινδύνευον νὰ σφαγῶσιν ὑπὸ τῶν Τούρκων, ὅτε οἱ ὁμόφυλοι ἐφώναζον, ζητοῦντες νὰ σώσωμεν αὐτοὺς, θὰ ἦτο ὄντως ἀπανθρωπία διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον νὰ μένῃ ἀπαθὲς, καὶ νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ παράσχῃ προστασίαν εἰς δέκα χιλιάδας Ἑλληνικῶν ψυχῶν. Ἀλλ’ ὅτε ἀνελαμβάνομεν τοιαύτην εὐθύνην, εἴχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι ἤθελεν ἐκτιμηθῆ ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς ἡ διαγωγὴ ἡμῶν, διότι ἡ διαγωγὴ ἡμῶν ἦτο φιλόνομος καὶ συντηρητική. Ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε λάβει τὴν ἀπόφασιν νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας, ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κρήτην εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν δὲ ὑπῆρχέ τις, ὁ ὁποῖος ἠγνόει τοῦτο, —καὶ ὑπῆρχε κατὰ δυστυχίαν τοιοῦτος,—ἐπλάνα αὐτὸν ἡ ἀνάγνωσις τῶν διακοινώσεων τοῦ πρίγκηπος Γορτσακώφ, τῶν ἐκδοθεισῶν κατὰ τὸ 1867. Δὲν θέλω νὰ λυπήσω τινά. Ἡ νεότης ἔχει πολλὰ προτερήματα, καὶ ζηλεύω τοὺς νέους. Ἔχει ζωῆς ἀκμὴν, ὀργανισμὸν ἄρτιον, θερμότητα ἐν τῇ καρδίᾳ καὶ φλόγα ἐν τῇ ψυχῇ. Ἔχει τόλμην καὶ εἶναι ῥιψοκίνδυνος εἰς τὰς ἀποφάσεις καὶ γοργὴ εἰς τοὺς πόδας. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἀτέλειαν, διότι δὲν ἔχει τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν προσώπων. Ἀναγινώσκει τις διακοίνωσίν τινα Ὑπουργοῦ μεγάλου Κράτους, ἀλλ’ ὑπολαμβάνει ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ προηγούμενα τῆς διακοινώσεως, ἢ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο αἱ σχέσεις τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν χρόνον ὁ Ὑπουργὸς αὐτοῦ ἔγραφε τὴν διακοίνωσιν. Ἂν ὁ ἀναγνοὺς τὴν διακοίνωσιν ἔβλεπεν ἢ ἀνεγίνωσκε τὸν ὁρμαθὸν τῶν ἐγγράφων τῶν διπλωματικῶν, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν κατὰ τὸ ἔτος 1867, ὅτε ὁ πρίγκηψ Γορτσακὼφ ἔγραφε τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος διακοίνωσιν, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἦσαν τοιαῦτα, οἷα αὐτὸς συνήγαγεν ἐκ τῆς διακοινώσεως. Ὡσαύτως, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτὴς, ὅστις φαίνεται ὢν γνώστης τοῦ διεθνοῦς δικαίου, καθ’ ὃν χρόνον μὲ διέκοπτε, λέγων ὅτι ἡμεῖς προεκαλέσαμεν τὸν πόλεμον, δὲν ἐγνώριζε, τί μοὶ ἔλεγεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὢν τότε μέλος τῆς Βουλῆς καὶ ἀνήκων τότε εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διότι, ἐὰν ἐγνώριζε τοῦτο, ἐξ εὐλαβείας τοὐλάχιστον πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, εἰς ὃ κατετάχθη, ἤθελε σιωπήσει. Πρόκειται περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἦσαν τὰ πλοῖα ἡμῶν εἰς τὸν λιμένα τῶν Χανίων καὶ καθ’ ὃν οἱ συμμαχικοὶ στόλοι τῶν Δυνάμεων ἐκανονιοβόλουν τοὺς Κρῆτας. Ἤμην τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐτύγχανεν ὁ φίλος μου κ. Σκουζὲς, ὁ δὲ ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτὴς καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς ἤλεγχε καὶ ἐπετίμα ἡμᾶς, λέγων ταῦτα (ἀναγινώσκει): «... Προκύπτει ὅτι ὁ τουρκικὸς στόλος ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου ἔλαβεν ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν κατὰ τῶν Χριστιανῶν ἐπίθεσιν· ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπυροβόλουν τὰ ξένα πλοῖα, ἐπυροβόλουν καὶ τὰ τουρκικὰ πλοῖα κατὰ τῶν Χριστιανῶν, τῶν μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Κρήτης ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου ὑπηκόων τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Διατὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τῆς ἐπιθέσεως τῶν τουρκικῶν πλοίων τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα δὲν ἐπυροβόλησαν κατὰ τῶν τουρκικῶν; Ἀπαντήσατε εἰς ταῦτα, ἐὰν δύνασθε. Δικαιολογήσατε, ἐὰν δύνασθε, τὴν ἀδράνειαν τοῦ στόλου ἡμῶν... Ἰδοὺ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συντελέσητε. Ἐὰν συνέπεια τῶν ἔργων τούτων θὰ ἦτο ἡ καταστροφὴ τῶν πλοίων τῶν ἑλληνικῶν, ἐκ τῆς καταστροφῆς ἐκείνης βεβαίως ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος...» (Ὅρα σελ. 1158 τῶν πρακτικῶν τῆς κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου 1897 συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς). Ὁμολογῶ, ὅτι τότε αἱ σάλπιγγες τῶν στόλων τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων μετέδιδον ἤχους, οἵτινες ἐπλήρουν τὸν ἀέρα κατὰ πάσας τὰς διευθύνσεις, ἀνὰ πάντα τὰ στρώματα, καὶ ὅτι, ἐὰν τὰ πλοῖα ἡμῶν ἀνεμιγνύοντο εἰς τὴν ἐπίθεσιν, τὴν γενομένην τότε ὑπὸ τῶν συμμαχικῶν στόλων κατὰ τῶν ἐπαναστατῶν Κρητῶν, ἠθέλομεν πιθανῶς παρουσιάσει δεύτερον περίβλεπτον θέαμα, καὶ λέγω δεύτερον, διότι τὸ πρῶτον προεκλήθη ἐν Πύλῳ, ὅτε οἱ συμμαχικοὶ στόλοι ἔκαυσαν τὸν τουρκικὸν στόλον. Μεγάλη ἡ δόξα νὰ πέσῃ τις ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ περιπτώσεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι τὴν ἀναγραφὴν «ὦ ξεῖν’ ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι» δὲν ἀνέγνων πολλάκις, καὶ διὰ τοῦτο θαυμάζει αὐτὴν ἡ ἱστορία, καὶ ἐκπλήσσεται ὁ κόσμος, καὶ ἐν τῇ ἐκπλήξει του διορᾷ ἐν τῇ ἀπαστραπτούσῃ λάμψει τοῦ συμβεβηκότος καὶ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα. Ἐὰν ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ ἐξεπλήρου τὸ καθῆκον αὑτῆς, πολλαὶ ἤθελον λυθῆ ἀπορίαι καὶ τοῦ ἐξ Ἄρτης καὶ τοῦ ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτοῦ. Ἤθελε λυθῆ ἡ ἀπορία τοῦ Βουλευτοῦ Ἄρτης, πῶς δὲν κατεδιώξαμεν τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, διότι ἤθελε μάθει, ὅτι ἐπανειλημμένως ἐζητήσαμεν τὴν καταδίωξιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν ἐζητοῦμεν, δὲν ὑπῆρχεν ὅμως ὁ ἀκούων. Συνελάμβανον ἐν Λαρίσῃ τοὺς ἀρματωλοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξεστράτευον πέραν τῶν ὁρίων κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα, καὶ κατέσχον ἑκάστοτε τὰ σκεύη καὶ τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ φυσίγγια καὶ τὰ ὅπλα αὐτῶν, καὶ μετέφερον καὶ παρέδιδον αὐτὰ εἰς τὸ δικαστήριον, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον ἀπέλυεν εὐθὺς αὐτοὺς καὶ ἄφινεν ἐλευθέρους νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν δρόμον των. Προσηλύτιζεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἑταίρους, καὶ ὑπέβαλλεν αὐτοὺς εἰς ὅρκον, καὶ ἐστρατολόγει ἄνδρας, καὶ μάλιστα ἐν μέσαις Ἀθήναις, καὶ ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἢ μᾶλλον τὸ Διοικητικὸν αὐτῆς Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν περιελάμβανε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κραναίας καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἦτο μέλος τοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον συνέλεγε χρήματα, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχεν ἀπόκρυφον καὶ οὐχὶ γνωστὸν σκοπὸν, τὰ μέλη δὲ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς ἦσαν ἄγνωστα, καὶ οἱ ἑταῖροι αὐτῆς ὡρκίζοντο, ὅτε ἐγίγνοντο δεκτοί. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἐφρόνει, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι καταδιώξιμος, ἡ δὲ ἀλληλογραφία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπέβαινε ματαία, καὶ εἰς οὐδὲν κατέληγε. Καὶ ἠγωνιζόμην ἡμέρας καὶ ἑβδομάδας διὰ ν’ ἀποτρέψω πρᾶξιν ἀξίαν καταστολῆς, τὴν λιποταξίαν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ πᾶσαι αἱ προσπάθειαί μου ἐματαιοῦντο. Παρεκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συγκαλέσῃ τοὺς διοικητὰς τῶν ἐν Ἀθήναις φρουρούντων σωμάτων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μετέβην ἐκεῖ καὶ ἐγὼ αὐτὸς, καὶ παρέστησα αὐτοῖς, διὰ τρόπου εὐλήπτου, κρίσεις σαφεῖς καὶ καταληπτὰς, ἀλλ’ εἰς μάτην. Παρέστησα αὐτοῖς, ὅτι ἕκαστος ἀξιωματικὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι φιλόπατρις, οὐδὲ νὰ στέργῃ, ἄλλοι νὰ φαίνωνται περισσότερον αὐτοῦ φιλοπάτριδες. Ἀλλ’ ἐὰν πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ σπεύσωσι νὰ λιποτακτήσωσιν ἐκ πατριωτισμοῦ, τότε ποῦ μένει ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλὰ τίς ἠδύνατο νὰ ματαιώσῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἀποφασισάντων νὰ λιποτακτήσωσι; ...

§164ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ 1896 ἢ τοῦ 1897;

§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τοῦ 1896... Καὶ ἠρώτων αὐτούς: «διατὶ θέλετε νὰ ὑπάγητε εἰς Κρήτην; Μήπως ἡ Κρήτη ἔχει ἀνάγκην ἀνδρῶν, καὶ ἀποφασίζετε νὰ ὑπάγητε εἰς Κρήτην, ἵνα πολεμήσητε ὡς ἄνδρες στρατοῦ, ὡς στρατιῶται;» Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐνέδιδε. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ποῖοι ἦσαν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί. Ἀπαλλάξατέ με δὲ τῆς ἀνάγκης νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματα αὐτῶν.

§166ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀναφέρατέ τα καλλίτερον.

§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι γνωστά.

§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραλίπω νὰ ἀναφέρω, ὅτι λιποτακτήσαντες ἀνεχώρησαν ἐξ Ἀθηνῶν διὰ τραίνου τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, ὅτε δ’ ἔμαθον τοῦτο, ἔσχισα τὰ ἱμάτιά μου, ἐκπλησσόμενος, πῶς ἑταιρεία, ἥτις τὴν συντήρησιν ἑαυτῆς εἶχεν ἐν ταῖς χερσὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἥτις ἐπανειλημμένως ἔτεινε τὴν χεῖρα καὶ πρὸς ἄλλους Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐμὲ, πῶς δὲν ἀνεκοίνωσέ τι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν παραλίαν τῆς Κινέτας τῶν Ἁγίων Θεοδώρων 18 ἢ 20 ἄνδρας τοῦ στρατοῦ! Ποῦ μετέφερεν αὐτοὺς, καὶ ποῦ ἀπήρχοντο αὐτοί; Καὶ ἠναγκάσθη ὁ Διευθυντὴς τῶν σιδηροδρόμων νὰ δώσῃ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, ὅτε ἐγὼ ἐπετίμησα αὐτόν. Ἀλλ’ οὗτος, ὁμολογῶ, περιέπεσεν εἰς παράπτωμα ἐλαφρὸν, ἐλαφρότατον, τὸ παράπτωμα, ὅτι παρέλειψε μόνον νὰ εἰδοποιήσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἐζητεῖτο νὰ μεταφέρῃ εἰς ἔρημον παραλίαν ἀξιωματικοὺς Καὶ ὅτε ἐπανῆλθον οὗτοι ἐκ Κρήτης, ὁμολογῶ ὅτι διετέλεσα ἀπηνὴς διώκτης αὐτῶν μέχρι τοῦ κατωφλίου τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων. Ἐπέμεινα, ὅπως ἀχθῶσιν ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων, χωρὶς βεβαίως νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ στρατιωτικοῦ ἐγκλήματος αὐτῶν. Καὶ τὰ Στρατοδικεῖα; Ἐκήρυξαν αὐτοὺς ἀθώους, χειροκροτοῦντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Καὶ ὅτε οἱ λιποτάκται ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, οἱ ὁποῖοι πρὸς τῇ λιποταξίᾳ εἶχον πράξει καὶ ἄλλο ἔγκλημα, διότι εἶχον ἀφαιρέσει καὶ ὑλικὰ τοῦ στόλου, ἤχθησαν ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, τὸ Ναυτοδικεῖον χειροκροτοῦν ἠθώωσεν αὐτούς! Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ κοινωνικὴ, τοῦ χρόνου ἐκείνου, καὶ δι’ αὐτὴν μᾶς ἐπετίμα ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, διατὶ νὰ μὴ καταδιώξωμεν τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Ἐὰν ἤθελον γράψει τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, ἴσως ἤθελον ἐμποιήσει ἀποθάρρυνσιν εἰς τοὺς ἀναγνώστας, βεβαιῶν, ὅτι ἐτύγχανον τότε ἐν ἀπορίᾳ, ποῦ ἦτο ἡ Ἐθνικὴ αὕτη Ἑταιρεία καὶ ποῦ δὲν ἦτο. Ἀληθῶς πολλάκις ἐξήτασα τὰ κατ’ ἐμὲ, ἵνα πληροφορηθῶ, μήτοι εἶχεν εἰσέλθει καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δώματά μου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ προβῶ εἰς μεγαλειτέρας ἀποκαλύψεις. Ὀφείλω ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι, ἐάν που συνετελέσθησαν πειθαρχικαὶ παραβάσεις, ἐάν που ἐλησμονήθη ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τὸ πρώτιστον τῶν καθηκόντων τοῦ στρατιώτου, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ αἴτιος, οὔτε ἐγὼ ἐπέτρεψα τοιοῦτόν τι. Ἐξ ἐναντίας προσεπάθησα πάντοτε νὰ ἐπαναφέρω αὐτοὺς εἰς τὸ καθῆκον. Ἀλλ’ ὁ Νομάρχης Λαρίσης—καὶ σώζονται παρ’ ἐμοὶ αἱ ἐπιστολαί του—μοὶ περιέγραφε μετὰ θλίψεως, ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ τόπου. Δὲν ἐννοῶ τὴν κατάστασιν τῆς χώρας, τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ... Καὶ μὲ ἐπέκρινεν ὁ ἐξ Ἄρτης νεαρὸς συνάδελφος, διότι παρεκάλεσα τὸν Διάδοχον νὰ μεταβῇ εἰς Λάρισαν καὶ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ εὔχομαι εἰς αὐτὸν, ὅταν ποτὲ ἤθελε κληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη τότε ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος του. Τότε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ ὁ Διάδοχος, ἀλλ’ ὁ πρὸ τοῦ Διαδόχου ἀρχηγεύων, καὶ οἱ Νομάρχαι Λαρίσης καὶ Τρικκάλων καὶ πάντες μοὶ ἔγραφον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκρατηθῇ ὁ στρατὸς, ὅτι ἀφεύκτως θέλει εἰσβάλει εἰς τὸ ὅμορον Κράτος τὴν 25 Μαρτίου, καὶ ὅτι ἐχαρακτήριζεν ἡμᾶς ἀνάνδρους καὶ δειλοὺς, διακηρύσσων ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς δὲν κηρύξωμεν τὸν πόλεμον, ἔμελλον αὐτοὶ νὰ ἐκβιάσωσιν αὐτόν, ἤ, ἐὰν δὲν κηρύξωμεν αὐτὸν, ἔμελλον αὐτοὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς Ἀθήνας, ἵνα δώσωσιν εἰς ἡμᾶς μαθήματα πατριωτισμοῦ.

§169Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀληθέστατα!

§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε ἠρώτησα τὸν συνταγματάρχην Μακρῆν καὶ τοὺς Νομάρχας Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, πῶς ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ὁρμὴν ταύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Πάντες δ’ οὗτοι μοὶ ἀνέφεραν, ὅτι μόνη ἡ παρουσία τοῦ Διαδόχου ἠδύνατο νὰ συγκρατήσῃ τὰ πράγματα. Οὕτω παρεκάλεσα τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα νὰ στέρξῃ νὰ μεταβῇ εἰς Λάρισαν καὶ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ πρὸ τῆς 25 Μαρτίου. Καὶ ἔστερξεν ὁ Διάδοχος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν, καὶ μετέβη ἐκεῖσε καὶ κατώρθωσε νὰ ἀναστείλῃ τὰς ὁρμὰς τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Διάδοχος δὲν ἠδυνήθη κατὰ τὸν Ἀπρίλιον νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐπιδρομὴν τῶν ἁρματωλῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἠσθάνθη ἡ ψυχή μου εὐφροσύνην, τὸ δὲ εὐφρόσυνον αἴσθημα, ὅπερ ἠσθάνθην, παρεμύθησεν ἐν πολλοῖς τὴν ψυχήν μου. Ἠσθάνθην εὐφροσύνην, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λέγῃ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύηται ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ζητήματα τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι αὐτὸς δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον εἴς τινα διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχίας τῶν ἀνωτέρων πρὸς τοὺς κατωτέρους. Δυστυχῶς δὲν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην κατὰ τὸ 1897...

§171Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὴν ἰδίαν γνώμην ἔχω πάντοτε.

§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ἀναγνώσει ὅσα ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Τσαμαδὸς κατὰ τὸ 1896, διὰ νὰ ἀκούσητε, ἐὰν ἔχει πάντοτε τὴν αὐτὴν γνώμην, ὡς λέγει. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ν. Σμόλενιτς, ἀφοῦ τὸ Στρατοδικεῖον ἀπήλλαξε τῆς ἐπὶ λιποταξίᾳ κατηγορίας τοὺς λιποτακτήσαντας εἰς Κρήτην ἀξιωματικούς, προὐκάλεσε διάταγμα, δι’ οὗ ἔταξεν εἰς ἀργίαν αὐτούς. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπηύθυναν πρὸς ἡμᾶς ἐπερώτησιν, διατὶ ἐτάχθησαν εἰς ἀργίαν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐλιποτάκτησαν οὐχὶ διατὶ ἦσαν δειλοί, ἢ διότι ἠθέλησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐλιποτάκτησαν ἐκ πατριωτισμοῦ. Ἀκούσατε, τί ἐν σελίδι 90 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐκτίθεται, ὅτι ἔλεγε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς, ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ, ὅστις τότε δὲν ἦτο, ὡς τυγχάνει νῦν, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τί δ’ ἔλεγον ἐγὼ, ὁ μὴ στρατιωτικὸς, περὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ (ἀναγινώσκει): «Ν. Τσαμαδός. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, εἰσέρχομαι καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Εἶναι τάχα δικαία ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ τῆς ἀργίας εἰς τοὺς νεαροὺς αὐτοὺς ἀξιωματικούς; Καὶ πρῶτον, ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ παραπέμψῃ τούτους εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, ἵνα δικασθῶσιν ἐπὶ λιποταξίᾳ; Νομίζω ὅτι ἡ ἱστορία τῶν προηγουμένων χρόνων καὶ ἡ συμπεριφορὰ τῶν πρώην συναδέλφων του τοῦ 1866, 1867, 1868 καὶ 1869, ἀνδρῶν ἐνδόξων, οἵτινες διῴκησαν τὸ στράτευμα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς ὁ Δ. Βότσαρης, ὁ Σκαρλάτος Σοῦτσος, ὁ Σπυρομήλιος κλπ., ἄλλως μαρτυρεῖ, διότι πάντες οὗτοι τοὺς ἐκ Κρήτης ἐπανελθόντας ἀξιωματικοὺς, τοὺς μεταβάντας διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, οὐ μόνον δὲν παρέπεμψαν ἐπὶ λιποταξίᾳ εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, οὐδ’ ἐπέβαλον αὐτοῖς πειθαρχικὴν ποινὴν, ἀλλὰ καὶ ἤμειψαν, πληρώσαντες τὰς ἀποδοχάς των καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς εἰς Κρήτην διαμονῆς των... Δὲν φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ παραπομπή των ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων ἦτο πρᾶξις λελογισμένη, ἀλλὰ κατὰ πλείονα λόγον δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς εἰς ἀργίαν μεταθέσεώς των δύναται νὰ δικαιολογηθῇ... Φρονῶ δὲ, ὅτι παράνομος καὶ ἄδικος εἶναι ἡ εἰς ἀργίαν μετάθεσις ἀξιωματικῶν νέων, οἵτινες δὲν μετέθησαν εἰς Κρήτην, ὅπως ἀποφύγωσι τὰ βάρη τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας...» Ταῦτα ἔλεγε τότε ὁ κύριος Τσαμαδός. Ἀλλ’ ἡμεῖς τὰ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ δὲν ἐθεωρήσαμεν ποτὲ ὡς ζητήματα, περὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ τὸ Κοινοβούλιον. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4 Δεκεμβρίου 1896 ἔλεγον, ὅτι «ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, τοὺς καθημένους εἴτε ἐπὶ τῆς δεξιᾶς εἴτε ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ δὲν δύνανται νὰ γίγνωνται ἀντικείμενα συζητήσεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὅτι φειδόμενοι τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ στρατοῦ ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀναμιγνυώμεθα εἰς τοὺς ἐσωτερικοὺς κανονισμοὺς αὐτοῦ...» Καὶ πρός τινα Βουλευτὴν, ἐκτρεπόμενον τοῦ προσήκοντος, ἔλεγον: «Κύριε, θέλετε νὰ φέρητε σκάνδαλα εἰς τὴν Βουλήν! Τὸ ἐννοεῖτε; Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ. Ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατὸς ἔχει διαφόρους βαθμίδας, ἔχει ἀρχηγοὺς σωμάτων, ἔχει προϊσταμένους αὑτοῦ, οὗτοι δ’ εἶναι ἐπιτετραμμένοι νὰ τηρῶσι τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ ἀναμιγνυώμεθα εἰς ταύτην. Ἔργον ἡμῶν εἶναι νὰ ἐξελέγχωμεν, ἐὰν παραβαίνωνται οἱ νόμοι· διότι, ἐὰν ὑπάρχει που παράβασις τῶν νόμων, οἱ Ὑπουργοί εἰσιν ὑπεύθυνοι νὰ δώσωσι λόγον.» Ἀλλ’ ἀνέφερα τὸ 1867 διότι αἱ ἄλλαι χρονολογίαι δὲν ὁδηγοῦσιν εἰς παραπλήσια συμβεβηκότα· μόνον κατὰ τὸ 1866–1868 διεπράχθησαν ἀνάλογα. Ἀλλ’ ἦσαν οἱ αὐτοὶ ὅροι; Δὲν ὑπάρχει Κράτος ἐν τῇ ὑφηλίῳ εὐνομούμενον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἤθελον διευθύνει δεκαὲξ ἢ εἴκοσιν ἀνθυπολοχαγοὶ ἢ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ἐλιποτάκτουν κατὰ τὸ 1866, κατὰ τὸ 1867, τίς οἶδε ποῖαι σκέψεις ἔπειθον τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὕτως ἐξυπηρετοῦντο τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897, δὲν εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἐξυπηρετοῦντο οὕτω τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, δὲν εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἐπετρέπετο τοιαύτην νὰ μετέλθωσιν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν οἱ δὲ λιποτακτήσαντες, ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐδημιούργησαν ἰδίαν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ ἐφήρμοσαν ταύτην. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, ὅτε ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸ 1890, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μοὶ μετέδιδε τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς, εἰς τὴν πλειονοψηφίαν δὲ ἀνῆκε καὶ εἷς Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, παράγων ἐκλογικὸς, διαχειριζόμενος μίαν τινὰ πολιτικὴν δύναμιν, ὅστις ἦτο φίλος μου. Ἀλλ’ ἐκάλεσα αὐτὸν ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἶπον αὐτῷ: «Κύριε Βουλευτὰ, δὲν νομίζω ὅτι τὸ 7ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, τὸ σταθμεῦον ἐν Χαλκίδι, πρέπει νὰ διοικῆται ἀπὸ ὑμᾶς· ἐν ὅσῳ δὲ διατελῶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θέλω πράξει ἔγκλημα, ἐὰν στέργω, οἱ φίλοι μου νὰ διοικῶσι τὰ συντάγματα καὶ τὰ τάγματα τοῦ στρατοῦ· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔχετε τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ, σᾶς παρακαλῶ νὰ εὕρητε ἄλλον φίλον. Μετ’ ἐμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦσθε». Καὶ ἀπεμάκρυνα αὐτὸν ἀπ’ ἐμοῦ.

§173Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Πῶς ὀνομάζεται παρακαλῶ;

§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ἀπέφυγον νὰ εἴπω τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἐννοεῖται ὅτι δὲν κρίνω προσῆκον νὰ τὸ εἴπω. Εἶπον, ὅτι ἦτο ἐκ Χαλκίδος, ὅτι ἦτο πολιτικὸς παράγων, ὅτι διεχειρίζετο πολιτικὴν δύναμιν τοῦ τόπου. Αὐτὸς βεβαίως δὲν εἶναι ὁ κ. Βουδούρης, διότι δὲν ἦτο φίλος μου κατὰ τὸ 1890.

§175Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι καὶ νεκρός.

§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς — καὶ λέγων ἡμεῖς ἐννοῶ τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, — τὰ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ οὐδέποτε ἐθίξαμεν, οὐδὲ κρίσιν ποτὲ ἐφέραμεν δυσμενῆ κατὰ τῆς ἐνασκήσεως πειθαρχικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων ἐπὶ τοὺς κατωτέρους. Κατὰ παραληλυθότας χρόνους, καθ’ οὓς δὲν ὑπῆρχε καθολικὴ στρατολογία, ὅτε ὑπῆρχον μόνιμοι στρατοὶ, ἐστρατολογοῦντο συνήθως Ἑλβετοὶ, καὶ οἱ Ἑλβετοὶ ἀπετέλουν τὸ κυριώτερον μέρος τοῦ στρατοῦ. Τώρα δὲν στρατολογοῦνται ἐν Ἑλλάδι Ἑλβετοί. Περισυλλέγονται ὅμως εἰς τὰ δημοσιογραφικὰ γραφεῖα Ἑλβετοὶ, οἱ ὁποῖοι μόλις δύνανται νὰ γράψωσιν ὀλίγας λέξεις Ἑλληνιστὶ, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐπιστημονικὴν γνῶσιν, οὐδ’ ἐθνολογικὴν, οὐδὲ πολιτειολογικὴν, οὐδὲ νομικὴν, οὐδὲ διοικητικὴν, οὐδὲ πολιτικὴν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μισθῷ κατὰ πᾶσαν πρωΐαν ἐξυβρίζουσι καὶ Θεὸν καὶ ἀνθρώπους, καὶ πολίτευμα καὶ νόμους, καὶ πολιτευομένους καὶ μὴ πολιτευομένους, ἵνα ἴσως εὐαρεστῶσιν εἴς τινας. Ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τίνων θέλει ἐπιπέσει συμφορά, ἐάν ποτε ἤθελον πραγματοποιηθῆ οἱ σκοποί, τοὺς ὁποίους ἐξυπηρετοῦσιν; Οὗτοι φωνάζουσιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ διέφθειρε τὸν στρατόν. Ὁ στρατὸς βεβαίως ἀνεμίχθη εἰς τὴν πολιτικὴν πρὸ δεκάδων ἐνιαυτῶν, ἀλλ’ ἀνεμίχθη χειροκροτοῦντος ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἐχειροκρότησε τὸν στρατὸν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος τὴν 3ην Σεπτεμβρίου 1843, ἥτις ἦτο ἔργον τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ, διότι τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Ὄθων ἀπεδέχθη τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἐχειροκρότησε τὸ ἔθνος τὴν 10ην Ὀκτωβρίου 1862, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνετράπη Θρόνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τριακονταετίας ὑπῆρχεν. Ἡ ἱστορία θέλει κρίνει, ἐὰν ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἀπέβη ὠφέλιμος, ἀλλὰ βεβαίως ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ οἱ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐχειροκρότησαν τὴν πρᾶξιν. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ δὲν ἤμην οὔτε συνωμότης, οὐδὲ ἐπαναστάτης, ἀποφεύγω νὰ ἐκφέρω γνώμην, ἀφίνων εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ κρίνῃ. Ἡ πολιτικὴ διέφθειρε τὸν στρατὸν κατὰ τὸ 1843; Ἡ πολιτικὴ διέφθειρεν αὐτὸν κατὰ τὸ 1862; Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὁ στρατὸς σύγκειται ἀπὸ πολίτας Ἕλληνας, καὶ ἂν κατὰ τὸ 1843 καὶ κατὰ τὸ 1862 δὲν εἴχομεν τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, ἣν ἔχομεν νῦν, ἀλλὰ καὶ τότε πολῖται Ἕλληνες ἀπετέλουν τὸν στρατόν, καὶ οὐχὶ Ἑλβετοί, ἐκμισθώνοντες ἑαυτούς, μηδεμίαν ἔχοντες γνώμην, μηδὲ συνδεόμενοι μετὰ τῆς χώρας, μηδ’ ἔχοντες θέλησιν. Ἐὰν σκοπὸν ἔχετε νὰ ἀπατῶμεν ἀλλήλους, πολλοὶ θέλουσιν εἶσθαι πρόθυμοι τοιαύτας νὰ δημοσιεύωσι καὶ τοιαύτας νὰ δίδωσιν ἐπαγγελίας. Πιστεύετε δὲ, ὅτι ἐπειδὴ ἐκλέγονται Βουλευταὶ δέκα ἢ εἴκοσιν ἀξιωματικοὶ, πιστεύετε ὅτι αὐτοὶ διαφθείρουσι τὸ Κοινοβούλιον, ἢ ὅτι αὐτοὶ διαφθείρουσι τὸν στρατόν; Καὶ ἂν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγωνται, νομίζετε ὅτι δὲν θέλουσι πλέον ὑπάρχει εἰς τὰ μέλη τοῦ στρατοῦ αἰσθήματα, συμπάθειαι, συμφέροντα, ἀντιπάθειαι, γνῶμαι, κρίσεις; Ἡμεῖς οἱ πολιτικοὶ ἐνεπνεύσαμεν τὰ αἰσθήματα ταῦτα εἰς τὰ μέλη τοῦ στρατοῦ; Ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν ἐν ταῖς ψυχαῖς αὐτοῦ γνώμας καὶ κρίσεις; ἡμεῖς ἐξυφάναμεν ἐν αὐτοῖς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας; Ὄχι! Ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ Ἕλληνας, γνωρίζομεν δὲ πάντες, ὅτι πάντες ἐνδιαφερόμεθα διὰ πᾶν ὅ,τι συμβαίνει εἴτε ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἴτε ἐν τῷ δημοσίῳ βίῳ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι Βουλευτὴν ἐκλεγόμενον ἄλλοτε ἐκ Σύρου. Διὰ τίνων πράξεων εἶχεν ἀποκτήσει τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκλογέων του; Ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ δὲ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἦτο ἐν ἀνωτέρᾳ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους, καὶ παρεῖχεν εὐκολίας εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ ἀδελφοῦ του. Οὕτω κατεστάθη ὁ ἀνὴρ δημοτικός, καὶ ἐξελέγετο Βουλευτής. Δὲν ἐζήτει νὰ γένηται Βουλευτὴς ὁ παρέχων τὰς εὐκολίας, ἀλλ’ εἰργάζετο, ὅπως ἐκλέγηται ὁ ἀδελφός του. Οἱ φωνάζοντες ὅτι ἡ πολιτικὴ, ὅτι τὰ κόμματα διέφθειραν τὸν στρατόν, εἰσὶ φωνασκοὶ, προβάλλοντες τοὺς ἰσχυρισμούς των, τοὺς ὁποίους διασκευάζει ἡ σοφιστεία, ἢ ἀπεργάζεται ὁ ἀνταγωνισμὸς, ἡ ἐμπάθεια, ἡ μνησικακία, εἴτε ἡ χυδαιότης τῆς ἀγωγῆς, ἢ ὁ ἐκφαυλισμὸς τῶν ἠθῶν. Οἱ τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ προβάλλονται, ἵνα δικαιολογήσωσι πορίσματα, ἢ ἵνα εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν σκέψεις. Καὶ ἠκούσατε βεβαίως πολλάκις, ὅτι τὰ κόμματα διέφθειραν τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὅστις ἀνήκω εἰς κόμμα πολιτικὸν λειτουργοῦν πανταχοῦ τῆς ἐπικρατείας, ὅτε μοὶ συνέβη πρὸ δύο ἐτῶν, καὶ λέγω τοῦτο δημοσίᾳ — καθ’ ἣν ὥραν ἐξηρχόμην τῆς οἰκίας μου, νὰ εὕρω ἐν τῷ προαυλίῳ αὐτῆς παρατεταγμένους εἴκοσιν ἢ εἴκοσι καὶ πέντε ἀξιωματικούς, ἀγνοῶν ἂν ἔμελλον νὰ συναντήσω αὐτοὺς πρὸ τῆς οἰκίας μου, καὶ ἠρώτησα αὐτοὺς, ἂν ζητοῦσιν ἐμὲ, οὗτοι δὲ μοὶ ἀπεκρίθησαν ὅτι ἦλθον πρός με, ἵνα μοὶ ἐκθέσωσι τὰ παράπονά των, δὲν ὤκνησα νὰ ὑπομνήσω αὐτοῖς τὸ καθῆκόν των, καὶ νὰ συμβουλεύσω αὐτοὺς νὰ ἀναφέρωσι τὰ παράπονά των οὐχὶ εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ λόχου των, διότι ὁ λόχος αὐτῶν ἦτο ἁρμόδιος νὰ ἀναφέρῃ αὐτὰ εἰς τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε κρίνει περὶ τῶν παραπόνων των· δὲν ἔστερξα δ’ ἐγὼ νὰ ἀκούσω αὐτά. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ ὁ πολιτικὸς δὲν ἐδέχθην αὐτοὺς, ἄλλοι μὴ πολιτικοὶ ἐδέχθησαν αὐτοὺς, καὶ οὐ μόνον ἔτειναν τὸ οὖς των καὶ ἤκουσαν αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ ἀνεδέχθησαν νὰ θεραπεύσωσι τὰ παράπονά των ταῦτα. Ἀλλὰ τέλος πάντων πρέπει νὰ καταρτίσωμεν στρατὸν, ὁ δὲ στρατὸς δὲν δύναται νὰ καταρτισθῇ, εἰμὴ ἐὰν δημιουργηθῇ ἡ Γενικὴ Διοίκησις αὐτοῦ, ὁ γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ ὑπαχθῇ ὁ στρατὸς εἰς αὐτόν. Μοὶ ἐδόθη πολλάκις ἡ εὐκαιρία καὶ περιστάσεις μὲ ὡδήγησαν νὰ διακρίνω τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰ φιλότιμα αἰσθήματα ἐκείνου, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον προορίζει, ἵνα τάξῃ Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἀναθέσητε τὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς ἕνα Γενικὸν Διοικητὴν οἱονδήποτε, θέλετε διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης κατορθώσει νὰ καταρτίσητε στρατόν; Ποῖον θέλετε καὶ τότε ἔχει στρατόν; Στρατὸς, συγκείμενος ἀπὸ ἄνδρας μὴ ἀσκηθέντας ἐπαρκῶς, μὴ ἀποκτήσαντας τὰ ἤθη τοῦ στρατιώτου ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῷ στρατῶνι, εἶναι στρατός; ἢ εἶναι ἄθροισμα ὁπλοφόρων; Ποσάκις ἐγένετο λόγος περὶ πανικοῦ! Θέλω καὶ ἐγὼ μνημονεύσει αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ νὰ κρίνω ἐπὶ τῶν συμβάντων εἰς τὸ Μάτι. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ πανικὸς εἶναι ἀσθένεια, νόσος ἐνδημοῦσα ἐν τοῖς στρατοῖς, ἡ ὁποία ἐπισκήπτει ἐπ’ αὐτῶν, εἰς τὴν νόσον ταύτην ὑπόκεινται μᾶλλον οἱ ἀγύμναστοι, μᾶλλον οἱ μὴ ἀποκτήσαντες στρατιωτικὴν πεῖραν, μᾶλλον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν διήνυσαν μῆνας καὶ ἔτη ἐν τοῖς στρατῶσι καὶ ἐν τῷ στρατῷ ὡς στρατιῶται. Δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι καλοὶ στρατιῶται καὶ ὅσοι δὲν εἶναι τοιοῦτοι· ἔχω μάλιστα πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν καταρτισθῶσιν, ἐὰν ἀσκηθῶσιν, ἐὰν ἀνατραφῶσιν ἐν τῷ στρατῷ, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θέλει καταλέγεσθαι μετὰ τῶν ἀρίστων στρατῶν, διότι δὲν ἐκτελεῖ μόνον τὸ πρόσταγμα, ἀλλ’ αἰσθάνεται καὶ τὸ καθῆκον νὰ τὸ ἐκτελέσῃ. Ἀλλ’ οἱ 16,000 ἢ 17,000, τοὺς ὁποίους ἔχετε ὑπὸ τὰ ὅπλα, εἶναι στρατός; Ὅτε εἷς ἀντιπρόσωπος Μεγάλης Δυνάμεως μοὶ ἀνεκοίνωσε κατὰ τὰ τέλη Ἰανουαρίου τοῦ 1899, ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐπιμένῃ νὰ μὴ ἀνακαλῇ τὰ πλοῖά της ἐκ τῆς Κρήτης, ἡ Εὐρώπη θ’ ἀναγκασθῇ νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Τουρκίαν νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας ἔχει συλλέξει ἔξωθι τῶν ὁρίων τοῦ Βασιλείου, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην οἱ πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μὲ ἐπληροφόρουν, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τῶν βορείων ὁρίων τῆς Ἑλλάδος ἐφρούρουν 2053 μόνον ἄνδρες.

§177Γ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Ἐπὶ μήκους 125 χιλιομέτρων.

§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς ποῖα ἔργα ὑπάρχει κατεσπαρμένος ὁ στρατός; Εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν φύλαξιν τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν, εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων καὶ τῶν φυγοποίνων, εἰς τὴν συνοδίαν τῶν ὑποδίκων, εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν καταδίκων, εἰς τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, εἰς τὴν φρούρησιν τῶν διαφόρων καταστημάτων. Τί ὑπολείπεται; Συντάγματα μὲ 95 ἄνδρας! Πόσους λοιπὸν θέλετε ἔχει παρόντας, ἵνα ἀσκήσητε; καὶ ποῖοι θέλουσιν ἀσκήσει αὐτούς; Σᾶς παρουσιάζω, Κύριοι, σημείωσιν τῶν δαπανηθέντων χάριν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν, ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1900. Πρέπει νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τῆς σημειώσεως τρεῖς μόνον περιόδους: αʹ) Τὴν περίοδον τοῦ 1880 καὶ 1881. Ὁ κατὰ τὸ 1880 Πρωθυπουργὸς συνεκάλεσεν ἐπιστρατείαν, μετὰ ἕξ δὲ μῆνας, ὅτε παρῃτήθη, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ὑπεστήριζε πλέον αὐτόν, ὁ διαδεχθεὶς αὐτὸν εἰς τὴν πρωθυπουργίαν ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν πολιτικήν. Οὕτω Τρικούπης καὶ Κουμουνδοῦρος συνετέλεσαν τὴν ἐπιστρατείαν, καὶ συνέταξαν τότε δι’ αὐτῆς τὸν στρατόν. Τότε ἐδαπανήθησαν, κατὰ μὲν τὸ 1880 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 48,067,859.32, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δρ. 10,124,959.95, κατὰ δὲ τὸ 1881 διὰ μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 61.602,236.09, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δραχ. 6,582,551.91· τὸ ὅλον, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 109,670,095.41, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δραχ. 16,707,511.86. βʹ) Τὴν περίοδον τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886. Ἐτύγχανον τότε ἐν τῇ ἀρχῇ, εἶχε δὲ ἐξ ἐπιδρομῆς Βουλγαρικῆς ἐκ Σοφίας καταστραφῆ καὶ τὸ τελευταῖον ὀχύρωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου εἶχεν ἀνεγείρει, ἵνα σώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπὸ τῶν ἐπιδρομῶν ἐκ τοῦ Βορρᾶ. Ὑπέλαβον τότε, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ προκαλέσω ἐπιστράτευσιν. Ἐδαπανήθησαν δ’ ἕνεκα αὐτοῦ, κατὰ μὲν τὸ 1885, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 40,954,188.12, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δρ. 14,223,243.27, κατὰ δὲ τὸ 1886, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 51,213,852.36, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δραχ. 6,741,313.16· τὸ ὅλον, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 92,168,040.48, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δρ. 20,664,556.43, ἀπὸ τὰ ὁποῖα βεβαίως πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι δρ. 17,434,657.11, εἰσπραχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ, ὡς καὶ τὸ ἀντίτιμον τῆς «Μυκάλης» καὶ «Σφακτηρίας» αἵτινες ἠγοράσθησαν τότε. γʹ) Τὴν τρίτην περίοδον, τοῦ 1896–1897, καθ’ ἣν περιήχθημεν εἰς πόλεμον, καθ’ ἣν, κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν, διὰ τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον δρ. 16,662,888.12, καὶ διὰ τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δρ. 6,683,623.62, κατὰ δὲ τὸ 1897, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 70,873,977.47, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δρ. 10,624,523.37, τὸ ὅλον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 105,424,941.71, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δρ. 17,308,146.99. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ὑπόλοιπα ἔτη τῆς εἰρήνης καὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς πόσα ἐδαπανῶμεν, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ 1882 ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 13,676,685.21, κατὰ τὸ 1883 δραχμαὶ 15,341,912.85, κατὰ τὸ 1884 δραχ. 22,503,028.85 (διότι ἐγένοντο οἰκοδομαί τινες πρὸς στρατωνισμὸν τοῦ στρατοῦ παρὰ τὴν λεωφόρον Κηφισίας), κατὰ τὸ 1887 δραχμαὶ 15,804,099.98, κατὰ τὸ 1888 δραχ. 16,058,662.86, κατὰ τὸ 1889 δραχ. 16,259,157.82, κατὰ τὸ 1890 δραχμαὶ 18,022,176.49, κατὰ τὸ 1891 δραχ. 16,351,361.28, κατὰ τὸ 1892 δραχ. 15,199,629.32, κατὰ τὸ 1893 δραχ. 14,192,947.08, κατὰ τὸ 1894 δραχ. 14,123,855.26, κατὰ τὸ 1895 δραχ. 15,244,564.94, καὶ κατὰ τὸ 1896 δρ. 16,662,888.12.» Διὰ τοσαύτης δαπάνης εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε στρατόν. Δὲν τὸ λέγω μόνος ἐγώ. Πρὶν ἢ σᾶς εἴπω αὐτὸ ἐγὼ τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶπεν αὐτὸ εἰς ἄλλην Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὁ ὁποῖος εἶναι Πρωθυπουργός. (Ὅρα πρακτικὰ συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν 19 Νοεμβρίου 1896). (Ἀναγινώσκει): «... Ἐν ὅσῳ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν εἶναι καταδεδικασμένα νὰ ἔχωσιν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν ποσὰ μὴ ἐπιτρέποντα τὴν λειτουργίαν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε στρατὸν οὔτε ναυτικόν. Ἔφθασε δ’ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει νὰ μάθῃ, ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσωμεν δαπανῶντες 16 ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, χωρὶς νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ ναυτικόν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἢ πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀσκόπως δαπανῶνται, ἢ πρέπει νὰ εὑρεθῶσι τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καταλλήλως δαπανώμενα δύνανται καὶ στρατὸν νὰ μᾶς δώσωσι καὶ ναυτικὸν ἀντάξιον τοῦ προορισμοῦ του. Ὅταν δ’ ὄπισθεν τῶν φράσεων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται περὶ στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, ἐξετάζων τὸν παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν, οὐδεμίαν εὑρίσκω διαφορὰν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρόντος ἔτους καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω: «φράσεις εἴπετε, κύριε Πρωθυπουργέ· ἀλλ’ ὁ καιρὸς τῶν φράσεων παρῆλθε, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀρκεῖται πλέον εἰς φράσεις.» Ἔχω τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῶν δυσχερειῶν, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι προϋπολογισμὸς ἄλλως συντασσόμενος δύναται νὰ δώσῃ τὰ μέσα, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται πρέπει νὰ αὐξήσωσιν ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ 8 ἑκατομμύρια δραχμῶν, κατὰ δύο δ’ ἑκατομμύρια αἱ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Πρόκειται λοιπὸν νὰ εὕρωμεν 10 ἑκατομμύρια ἐν τοῖς τακτικοῖς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐσόδοις. Τὸ πρᾶγμα δὲν μοὶ φαίνεται ἀδύνατον... Ἐρωτῶ ὑμᾶς, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν δαπανῶντες ὅσα δαπανῶμεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, καὶ νὰ μὴ φροντίσωμεν περὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας;»

§179ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπίκαιρος ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας, νὰ περιορίσωμεν ὅλας τὰς ἄλλας δαπάνας, ὅσον σεβασταὶ καὶ ἂν ἦναι αὗται, καὶ ἐπί τινα ἔτη νὰ περιστείλωμεν τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων χάριν τῶν δύο Ὑπουργείων, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν». Ταῦτα ἔλεγε τότε ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἔχομεν ὀργανισμὸν καθολικῆς στρατολογίας, καὶ ἐνῷ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς καθολικῆς στρατολογίας δὲν ὑπάρχει στρατὸς μόνιμος, ἀλλὰ στρατὸς ἐφεδρείας, ἡμεῖς οὐδέποτε συνεκαλέσαμεν τὴν ἐφεδρείαν, ἵνα τὴν ἀσκήσωμεν. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν στρατὸν οὔτε ἐφεδρείας οὔτε μόνιμον. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν στρατὸν, δὲν ἔχομεν στελέχη ἐπαρκῆ, διότι, ὅτε συνεκεντρώθησαν ὑπὸ τὰς σημαίας κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1897 ἔτους 77,800 ἄνδρες, τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ μόλις ἐπήρκουν εἰς διοίκησιν 50,000 στρατοῦ...

§181ΣΤΡΑΤΟΣ. Τόσοι ἀναλογοῦν.

§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἡ Γενικὴ Διοίκησις στρατοῦ μᾶς λείπει, ἢ πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν νὰ ἀνεύρωμεν μέσα, ἵνα καταρτίσωμεν τὸν στρατὸν; Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἁμάρτημα νὰ ἀφίνωμεν εἰς τὸν κόσμον νὰ πιστεύῃ, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ Γεν. Διοίκησις στρατοῦ, θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατόν· διότι θέλει παρέλθει ἓν ἔτος, θὰ παρέλθωσι δύο ἔτη, θὰ παρέλθωσι τρία ἔτη, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει καὶ τότε μανθάνει, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν, θέλει δ’ ἀποδώσει τότε τὰς εὐθύνας εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ φιλοπατρία καὶ ἡ ἀγαθοπιστία προάγει νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἐντολήν. Δὲν σκοπῶ σήμερον νὰ πραγματευθῶ περὶ τῶν μεταρρυθμίσεων κατὰ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη τὴν ἐπιοῦσαν τῆς 18 Ἀπριλίου· θέλω διαλάβει περὶ τοῦ προγράμματος τούτου κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ θέλω μεταδώσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας μου, ὄχι προσδοκῶν νὰ πείσω, ἢ νὰ μεταδώσω αὐτὰς εἰς μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἵνα ἀκουσθῶσιν αὗται ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· διότι ὁμολογῶ, ὅτι οὐκ ὀλίγοι ἔτρεψαν τὰς προσδοκίας των ἐπὶ τὴν φιλοπατρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις πάντως θέλει ὑποστηρίξει τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαί εἰσι διατεθειμέναι νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ὅταν ἐνθυμῶμαι ὅτι ἔλεγον, ὅτι τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου πρέπει νὰ μᾶς διδάξωσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἄρωμεν τὰς αἰτίας, αἵτινες ἐπήνεγκον τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου, ἀκούω δὲ νὰ προβάλλωσι πρὸς ἄρσιν τῶν αἰτίων τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἢ τὰ ἄλλα εἰσαχθέντα μέχρι τοῦδε, ἐκπλήσσομαι. Ἐὰν αἰτίαι τοῦ πολέμου ἦσαν αἱ ὀλέθριαι ὑποκινήσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἂν τὰ μέλη αὐτῆς βαρύνῃ ἡ ἀρὰ τοῦ ἔθνους, πρέπει δὲ νὰ στιγματίζῃ ἡ καταφρόνησις τοῦ λαοῦ, ποία ἡ σχέσις τούτων πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ; Ἐὰν αἰτία τοῦ πολέμου ἦτο ἡ ἀποπλάνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν φιλοπατρίαν, ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ποίησιν, ἥτις ἀναμιμνήσκει εἰς αὐτὸν τὸ μεγαλεῖον τῆς φυλῆς του, τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ θεραπεύει τὸ κακόν; Ἐὰν τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, οἵαν περιέγραψα πρὸ μικροῦ, τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ βεβαίως δὲν θεραπεύει τὸ κακόν. Πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς, καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν παρρησίαν τοῦ φρονήματος ἡμῶν, καὶ νὰ λέγωμεν τὸ φρόνημα ἡμῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ, οὐδὲν κακὸν θεραπεύει ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ δημιουργεῖ κακὰ, θὰ παραγάγῃ σπέρματα ὀλέθρια καὶ ἐπιβλαβῆ, δι’ ἐμὲ δὲ, ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν μετρῶ τὰ 100 ἔτη, τὰ ὁποῖα ἀνυπόμονοί τινες ζητοῦσι νὰ μοὶ ἀποδώσωσιν (ἱλαρότης), πρὸ πολλοῦ ὅμως ἀπεχαιρέτισα τὴν νεότητα μετὰ μεγάλης θλίψεως, ἐὰν δὲν παραταθῇ πολὺ ὁ βίος μου, καὶ καλὸν εἶναι καὶ κακὸν, ἀλλὰ πάντως θέλει εἶσθαι καλὸν, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιζήσω, ἵνα ἴδω τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα παρασκευάζουσιν εἰς τὸν τόπον τοιαῦτα νομοθετήματα. Δὲν ἔχω δυσάρεστον τὴν ἀνάμνησιν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἦλθε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον· οἱ λόγοι ἦσαν παραμυθητικοὶ, ἐπρόδιδον ἢ τὴν μεγάλην ἀγαθοπιστίαν τοῦ ἀνδρὸς, ἢ τοὐλάχιστον κατήγγελλον τὰς στρατιωτικὰς γνώσεις αὐτοῦ. Σᾶς ἔλεγε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν τῷ ἔμεινε καιρὸς νὰ σπουδάσῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι πέμπτη φορὰ, καθ’ ἣν γίνεται Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τὴν πρώτην φορὰν ἐγένετο τὴν 30 Ἰουλίου 1890, καὶ διήρκεσεν ἡ ὑπηρεσία του ἐπὶ ἡμέρας 86 μόνον, τὴν δευτέραν φορὰν ἐγένετο τὴν 10 Ἰουνίου 1892, καὶ διήρκεσεν ἡ ὑπηρεσία του ἐπὶ 10 μῆνας καὶ 25 ἡμέρας, τὴν τρίτην φορὰν ἐγένετο τὴν 30 Ὀκτωβρίου 1893, καὶ διήρκεσεν ἡ ὑπηρεσία του 1 ἔτος καὶ 74 ἡμέρας, τὴν τετάρτην φορὰν ἐγένετο Ὑπουργὸς τὴν 18 Ἀπριλίου 1897, καὶ διήρκεσεν ἡ ὑπηρεσία του 5 μῆνας καὶ 3 ἡμέρας· ἑπομένως, ἐὰν ἀθροίσητε τὰ χρονικὰ ταῦτα διαστήματα πρὸ τοῦ τελευταίου, κατὰ τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διώκησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ 2 ἔτη, 9 μῆνας καὶ 8 ἡμέρας Ἀλλ’ ἐπειδὴ μέχρι πρὸ μικροῦ δὲν εἶχεν ἀσχοληθῆ νὰ ἀνεύρῃ, ὅτι πρὸς καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ νομοθετηθῇ Γενικὴ Διοίκησις στρατοῦ, τὴν ἀνακάλυψιν ταύτην ἔλαβε τελευταῖον, κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, ὀλίγος ἑπομένως τῷ ὑπελείπετο καιρὸς, ἵνα μελετήσῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι μὲ παρεμύθησεν ἡ εἰλικρίνεια αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ εἰλικρίνεια αὐτοῦ ἦτο ἔτι μεγαλειτέρα, διότι καὶ ἄλλην παρέσχεν ἡμῖν παραμυθίαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε, δὲν ἔχει κανὲν κακὸν, δὲν διαταράσσει τὴν νομοθεσίαν, δὲν προσκρούει εἰς οὐδένα θεσμὸν, εἰς οὐδένα νόμον, διότι τὸ διάταγμα περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ 1892 θὰ μείνῃ ἀκέραιον, 50 δὲ μόνον ἡμερῶν κράτησιν θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ὁ Γεν. Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ. Δὲν γνωρίζω ἐντὸς πόσου χρόνου συνέταξε τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ τὸ συνέταττε· καὶ ἡ εὐχὴ αὕτη δὲν εἶναι ἰδιόρρυθμος ἐπιθυμία ἐμοῦ· ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ ἴδιος τὴν αὐτὴν εὐχὴν εἶχε. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι θὰ ηὔχετο καὶ αὐτὸς νὰ μὴ συνέτασσεν αὐτὸ, εἶναι, ὅτι συνέταξε νέον, διάφορον τοῦ πρώτου, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι τὰ δύο νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν φέρουσι τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἀπεδέχθησαν τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων, τὸν τύπον νὰ γράφωσι τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν ἐν πᾶσι τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ἀλλεπάλληλα προτείνουσι, κανονίζοντα τὴν αὐτὴν ὕλην, ἀλλὰ τροποποιοῦντα ἄλληλα, ἂν καὶ ἐγράφησαν κατὰ διαφόρους χρονικὰς περιόδους. Δὲν λέγω ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξιόποινος, ἀλλὰ γενικοί τινες ὅροι τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀπαιτοῦσιν, αἱ βεβαιώσεις τοῦ χρόνου καὶ αἱ βεβαιώσεις τοῦ τόπου νὰ ἦναι ἀκριβεῖς, οὐδὲ στέργουσι ψευδῆ βεβαίωσιν χρόνου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἐχρονολόγησε τὴν 3 Φεβρουαρίου, καὶ τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε προχθὲς τὸ Σάββατον, καὶ αὐτὸ φέρει χρονολογίαν τῆς 3 Φεβρουαρίου. Ἐὰν δὲ τὰ ἔργα ταῦτα ἤθελον περιέλθει εἰς τὴν ἱστορίαν, — καὶ εἶναι ἄξια νὰ μὴ παραλειφθῶσιν αὐτὰ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν,—ὁ ἱστορικὸς ἤθελεν ἐρωτήσει, πῶς συνέβη, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ δύο νομοσχέδια καὶ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αὐτὴν ἡμέραν τὰ δύο αὐτὰ νομοσχέδια, ἀντίθετα ἀλλήλων, μὴ συμφωνοῦντα πρὸς ἄλληλα;

§183Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ τροπολογίαι ἐδόθησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἔθεσε τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν εἰς τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τί εὐθύνομαι ἐγώ;

§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Φεβρουαρίου 1900. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας Ν. Τσαμαδός.» Τὸ Γραφεῖον εὐθύνει ἡ ἡμερομηνία;

§185ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐδημοσιεύθησαν αἱ τροπολογίαι καὶ ἀνέγραψαν τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ νομοσχέδιον.

§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπεγράφη τὸ νομοσχέδιον παρ’ ὑμῶν;

§187ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ὑπεγράφη· εἶναι αἱ τροπολογίαι.

§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλὴν τῶν τροπολογιῶν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν «νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν».

§189ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι τροπολογίαι.

§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἐπιτρέπετε νὰ θέσωσι τὴν ὑπογραφήν σας καὶ ἡμερομηνίαν, τὴν ὁποίαν σεῖς δὲν ἐθέσατε; Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ πιστεύωμεν τὴν ὑπογραφὴν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἰσάγετε εἰς τὴν Βουλήν;

§191ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς προσέθεσε τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν τοῦ νομοσχεδίου.

§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ θέση ὑπογραφήν.

§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέβαλε τροπολογίας ὁ κ. Ὑπουργός, ἐστάλησαν αἱ τροπολογίαι εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ὅπως προστεθῶσιν εἰς τὰ σχετικὰ ἄρθρα καὶ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἐτέθη δὲ, ἐκ παραδρομῆς βεβαίως, ἡ αὐτὴ ἡμερομηνία.

§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε δώσει ἐντολὴν εἰς τὸ τυπογραφεῖον νὰ θέτουν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ;

§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ, ὄχι βεβαίως· δὲν ἔδωσα καμμίαν ἐντολήν.

§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὅτε προέβημεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, εἴχομεν δισταγμούς. Τὸ ἄρθρον 11 διέτασσεν (ἀναγινώσκει): «Δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος, ὁρισθήσονται καὶ κανονισθήσονται: αʹ) Ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῶν Μεράρχων καὶ Ταξιάρχων, ὡς καὶ τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῶν Ὅπλα, Σώματα, Καταστήματα καὶ Ὑπηρεσίαι.» Λοιπὸν ἔμελλε νὰ ἐκδοθῇ ἓν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε προσδιορίσει ποῖα ὅπλα, ποῖα σώματα, ποῖα καταστήματα, ποῖαι ὑπηρεσίαι στρατιωτικαὶ θέλουσιν ὑπαχθῆ ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Δισταγμὸς ἐξεδηλώθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν εἶναι ἐπιτετραμμένον τοιοῦτοι προσδιορισμοὶ νὰ ἀφίνωνται εἰς τὰ Β. Διατάγματα· διότι, ὅταν προσδιορίζωμεν μεταβολὰς διατάξεων τῶν νόμων, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ προσδιορισμοὶ αὐτοὶ νὰ ἐκδίδωνται οὔτε διὰ κανονισμοῦ στρατιωτικοῦ, οὔτε διὰ Β. Διατάγματος, διότι οὕτω ὁ στρατιωτικὸς κανονισμὸς μεταβάλλεται εἰς νομοθέτημα, τὸ νομοθέτημα δὲ τοῦτο δὲν τὸ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, δὲν τὸ ἐκύρωσεν ὁ Βασιλεύς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ ἀπορία ἦτο εὔλογος, καὶ εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον διώρθωσε τὴν ἀπορίαν· κατὰ τίνα τρόπον; (ἀναγινώσκει τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου): «Ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ Ὑπηρεσίαι καὶ τὰ Καταστήματα· δὲν ὑπάγονται δὲ ἡ Χωροφυλακὴ, τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη καὶ αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι ὑλικοῦ.» Τοιουτοτρόπως τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου διήρεσε πᾶσαν τὴν ὕλην τὴν στρατιωτικὴν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς ὕλην, ἡ ὁποία ἀφίεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰς ὕλην, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀνατίθεται εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν λοιπὸν ἔμεινεν ἡ Χωροφυλακὴ, ἥτις μετά τινα χρόνον, ὅταν τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νέος νόμος περὶ Χωροφυλακῆς, θέλει ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ αὐτή. Ὅθεν ὑπολείπεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη καὶ αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ. Ἡ ἐργασία τῶν Γενικῶν Ἀποθηκῶν τοῦ ὑλικοῦ βεβαίως εἶναι πολὺ σοβαρὰ ἐργασία, μάλιστα καθ’ ὃν χρόνον αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ ἀποτελοῦνται ἀπὸ τέσσαρας τοίχους, τὸ ἐμβαδὸν τῶν ὁποίων εἶναι κενὸν παντὸς ὑλικοῦ. Ἐν Τουρκίᾳ ἔχουσιν ὁρισμὸν, τὰ δωμάτια λέγουσιν ὀντάδες, λέγουσι δὲ εἰς παραπλησίας περιπτώσεις, ὅτι εἶναι Διευθυντὴς κενῶν δωματίων (ὀντατζίμπασης ἀδειανῶν ὀντάδων). Ἀλλὰ καὶ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχει δὲ κάποιον λάθος, διότι τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα δὲν ἠμποροῦν νὰ χωρισθῶσιν ἀπὸ τὸ Τμῆμα τῆς στρατολογίας καὶ ἐπιστρατείας, ἀφοῦ δὲ τὰ τῆς στρατολογίας καὶ ἐπιστρατείας μετετέθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ ὑπάγωνται καὶ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως μένει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη, ὁ καταρτισμὸς τῶν Στρατοδικείων, ἡ φύλαξις τῶν στρατιωτικῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων, ἡ ἀπονομὴ χαρίτων καὶ αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ. Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ εἰς τὴν φράσιν. Κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, διὰ διατάγματος ἤθελον προσδιορισθῆ τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὅπλα, σώματα, καταστήματα καὶ ὑπηρεσίαι· ἀπὸ τὸ νέον νομοσχέδιον παρέλειψαν τὰ «ὅπλα», διότι ἦτο περιττὴ ἡ μνεία αὐτῶν· ἀφοῦ ὑπήχθησαν τὰ στρατιωτικὰ σώματα, ἦτο περιττὸν νὰ ἀναγράψωσι καὶ τὰ «ὅπλα». Λοιπὸν τὸ Γραφεῖον τοῦ Προσωπικοῦ, τὸ Γραφεῖον τοῦ Πεζικοῦ, τὸ Γραφεῖον τοῦ Πυροβολικοῦ, τὸ Γραφεῖον τοῦ Μηχανικοῦ, ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, τὸ Οἰκονομικὸν τμῆμα, ἀλλὰ προσέτι καὶ τὰ Γραφεῖα τοῦ Γενικοῦ Στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου, τὰ ὁποῖα διαιροῦνται εἰς δύο τμήματα, καὶ τὸ Ὑγειονομικὸν Τμῆμα, πάντα ταῦτα θέλουσιν ὑπάγεσθαι εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Βεβαίως τὸ κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι τώρα τὸ Ἀρχηγεῖον, δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ πάντα ταῦτα· μέτρον οἰκονομικὸν θέλει εἶσθαι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραλάβῃ τὰ κατάστιχα τῶν Γενικῶν Ἀποθηκῶν ὑλικοῦ, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ὑπάρχει ὑλικὸν ἐν αὐταῖς, καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν ἐκκρεμῶν στρατιωτικῶν δικῶν, καὶ νὰ ἐνοικιάσῃ ἄλλο κατάστημα, νὰ μεταβῇ δὲ εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου καὶ ἐγκατασταθῇ ἐν αὐτῷ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, διότι ἄλλως τὸ ἐνοίκιον τοῦ οἰκοδομήματος, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ Ἀρχηγεῖον, θὰ ἦναι μέγα, ἐνῷ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀρκοῦν μόνον δύο δωμάτια...

§197Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δέχεσθε νὰ γείνῃ διακοπὴ πέντε λεπτῶν;

§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλῶ, ὅτι δὲν ἐτελείωσα τὸν λόγον μου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ μικράν τινα διακοπήν...

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 45′ μ. μ.)

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ δυστυχίαν ἡ φωνή μου ἔκλεισε.

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ν’ ἀναβάλωμεν;

§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλετε...

§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐξακολούθησις δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 20′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
2Τῆς 7 Μαρτίου 1900.
3(Τρίτη).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκον-
5ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν ἰδιο-
8κτητῶν ἀτμοπλοίων καὶ ἱστιοφόρων πλοίων, παρακαλούν-
9των νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς προστασίαν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς
10ἐμπορικῆς ναυτιλίας.
11Τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Φιλιατρῶν, παρακαλούντων,
12ὅπως ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Πύλου–Κυπαρισσίας ἐπεκταθῇ
13μέχρι Φιλιατρῶν.
14Ἕτερον τοιοῦτον τοῦ λαοῦ Σοφάδων, ἐκφράζοντος τὴν
15εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν
16τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ χρέους τῶν ὑπὸ τῆς Ἑλένης
17Ζαρίφη ἐκχωρηθέντων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὀφειλετῶν.
18Αἴτησιν φοιτητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς περὶ συμπληρώ-
19σεως τῶν κενῶν ἑδρῶν αὐτῆς καὶ ἀναδιορισμοῦ τοῦ ἀπολυ-
20θέντος καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας κ. Δελλαπόρτα.
21§2Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
22§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκτεταμένη.
23§4ΜΠΑΣΙΑΣ. Πληροφοροῦμαι παρὰ συμπολιτῶν μου, ὅτι
24ὑπεβλήθη ἀναφορὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀποσταλεῖσα ἐκ Κε-
25φαλληνίας καὶ ὑπογεγραμμένη παρὰ πολιτῶν καὶ φοιτητῶν,
26διὰ τὸ ζήτημα τοῦ κ. Δελλαπόρτα. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόε-
27δρον νὰ δηλώσῃ, ἂν ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ἡ ἀνακοινωθεῖσα
28ὑπ’ αὐτοῦ, διότι σκοπῶ νὰ τὴν ὑποστηρίξω.
29§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀνακοινωθεῖσαν ἀναφορὰν μοὶ ἐνεχεί-
30ρισε χθὲς ἐπιτροπὴ φοιτητῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ συν-
31εδρίαζε. Δὲν εἶναι ἐκ Κεφαλληνίας.
32§6ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἄς ἀναγνωσθῇ.
33§7ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ, ἀφοῦ
34ζητεῖται ἡ ἀνάγνωσις αὐτῆς.
35§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
36§9Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἄν δὲν ἀναγνωσθῇ, ζητῶ τὸν λό-
37γον καὶ τὴν ἀναγινώσκω ἐγώ.
38§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Εἶναι
39τύπος, ὃν πρέπει νὰ τηρήσω... Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά;
40§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
41(Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά).
42§12ΜΠΑΣΙΑΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστῶ θερμῶς εἰς τὴν
43Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δυστυχῶς τὸ κακὸν δὲν
44ἐσταμάτησεν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ἀλλ’ ἀπὸ
45τῆς ἀπολύσεως αὐτοῦ τὸ Πανεπιστήμιον εὑρίσκεται ἐν ἀναρ-
46χίᾳ! Σήμερον δέ, καθὼς πληροφοροῦμαι, ἐγένοντο αἱματη-
47ραὶ σκηναὶ πρὸ τοῦ Πανεπιστημίου· πυροβολισμοὶ ἐρρίφθη-
48σαν, καὶ ἐπληγώθησαν τρεῖς φοιτηταί! Παρακαλῶ δὲ τὴν
49Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μέτρων,
50ἅτινα ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς ἐλήφθησαν.
51§13Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, λυποῦμαι ὅτι,
52καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ εἶναι ἀπησχολημένη εἰς σοβαρώτατα
53ζητήματα, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος, περὶ
54τοῦ ὁποίου πρὸ καιροῦ ὑπέβαλον ἐπερώτησιν. Μὲ ἀναγκάζει
55δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον ἡ ἀναφορά πρὸ πάντων τῶν φοιτητῶν,
56ἡ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσα, ἥτις ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα
57τοῦτο ἐνώπιον ἡμῶν. Λαμβάνων λοιπὸν τὸν λόγον, ὀφείλω
58ἐν πρώτοις νὰ εὐχαριστήσω τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῆς Δη-
59μοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι μετὰ δευτέραν ὑπόμνησιν προσ-
60εκόμισεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα περὶ
61τῆς ἀπολύσεως τοῦ κυρίου Δελλαπόρτα, καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ
62διορισμοῦ τοῦ ἀντικαταστάτου αὐτοῦ κ. Γαζέπη.
63Κύριοι Βουλευταί, ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ ἐλλείψεις
64καὶ αἱ ἀτέλειαι τῆς περὶ Πανεπιστημίου νομοθεσίας παρέχου-
65σιν ἀφορμὴν εἰς τὰ ἄτοπα καὶ σκανδαλώδη γεγονότα, ἅτινα
66συνταράττουσιν ἑκάστοτε τὴν κοινωνίαν, ὅταν πρόκηται περὶ
67πληρώσεως ἕδρας τινὸς τοῦ Πανεπιστημίου· ἐξ οὗ δύναταί τις
68νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰσαγαγὼν
69γενικὸν καὶ πλῆρες νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπι-
70στημίου. Διότι, ἐὰν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῶν
71ἰσχυόντων νόμων, θέλομεν παρατηρήσει ἐν αὐτοῖς τῳόντι τὸ
72σπέρμα τῶν σκανδάλων. Ὁ νόμος, ὡς γνωστόν, ὁ διέπων τὸ
73Πανεπιστήμιον, εἶναι βασιλικὸν διάταγμα τοῦ 1837. Ἐν ἄρ-
74θρῳ 9 αὐτοῦ εἴρηται, ὅτι «μετὰ πέντε ἔτη ἀπὸ τῆς συστά-
75»σεως τοῦ Πανεπιστημίου θέλουν συντελέσει τὸ Πανεπιστή-
76»μιον καὶ αἱ Σχολαὶ διὰ τῆς συμμετοχῆς των, ἥτις θέλει
77»προσδιορισθῆ ἐν τοσούτῳ ἀκριβέστερον, διὰ νὰ ἀναπλῃ-
78»ρωθῶσιν αἱ χηρεύουσαι καθέδραι». Καὶ ἐνόσῳ μὲν ὑπῆρχεν ἐκ-
79κρεμὲς τὸ δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς τῶν Σχολῶν τοῦ Πανεπι-
80στημίου εἰς τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν, ἐνόσῳ ὁ Ὑπουργὸς
81αὐθαιρέτως διώριζε τοὺς καθηγητάς, τὰ πράγματα ἔβαινον
82ὁμαλώτερον. Ἀφ’ ὅτου ὅμως δυστυχῶς, κατὰ τὸ 1882, ἡ
83Κυβέρνησις ἐξέλαβεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ διά-
84ταγμα νομοτελεστικὸν καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν διαδικασίαν
85τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ κατά-
86στασις ἐχειροτέρευσε. Περὶ τοῦ κύρους τοῦ διατάγματος τοῦ
871882 γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσι δύο γνῶμαι. Ἐγὼ ὅμως θὰ
88ἀπέκλινον πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι, ὅτε ἡ Βασιλεία κατὰ τὸ
89ἔτος 1837 ἐξέδιδε τὸ εἰρημένον διάταγμα καὶ ὑπισχνεῖτο, ὅτι
90μετ’ ὀλίγον θὰ ἐκδώσῃ ἕτερον διάταγμα περὶ τοῦ τρόπου
91τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν, ἐνόει βεβαίως, ὅτι ἐπρόκειτο
92νὰ ἐκδώσῃ νόμον, διότι ὁ Βασιλεὺς συνεκέντρου ἐν ἑαυτῷ
93καὶ ἐχειρίζετο τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τὰ βασιλικὰ δια-
94τάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδίδοντο τότε, ἦσαν νόμοι. Νόμον
95λοιπὸν ὑπισχνεῖτο τὸ διάταγμα ἐκεῖνο νὰ ἐκδώσῃ περὶ τῆς
96διαδικασίας τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν.
97§14Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι συζητήσιμον.
98§15ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ 1882 ἐξεδόθη
99βασιλικὸν διάταγμα, κανονίζον τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ τῶν
100καθηγητῶν. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην, ἀμέσως κατόπιν, μετὰ τὸ
101ἔτος 1882, νὰ εὑρίσκετο Κυβέρνησις, ἥτις, ἀποφεύγουσα τὴν
102ἐφαρμογὴν τοῦ διατάγματος τούτου, ἤθελεν ἀφήσει εἰς τὴν
103διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ δικαίωμα τοῦτο,
104ἄνευ συμμετοχῆς τῶν Σχολῶν, διότι τότε ἤθελεν ἀναλαμ-
105βάνει ὁ Ὑπουργὸς ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, καὶ θὰ ἠναγκά-
106ζετο ἴσως νὰ ἐκλέγῃ καὶ διορίζῃ τοὺς ἱκανωτέρους πρὸς πλή-
107ρωσιν τῶν ἑδρῶν, καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν τὰ σφάλματα
108καὶ τὰ σκανδαλώδη καὶ λυπηρὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα παρε-
109τηρήθησαν πολλάκις ἀπὸ τοῦ 1882. Καὶ δὲν λέγω μὲν, ὅτι
110αἱ Σχολαὶ τοῦ Πανεπιστημίου δὲν προτείνουσιν ἐνίοτε ἀξίους
111τῳόντι καθηγητὰς καὶ ἐπιστήμονας, ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει
112συνήθως ὅταν δὲν ἀναμιγνύωνται τὰ πολιτικὰ κόμματα, ὅταν
113ἡ πίεσις δὲν κάμπτῃ τὰς ἀγαθὰς προθέσεις ἀδυνάτων τινῶν
114χαρακτήρων.
115Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ ηὐχόμην πρὸ πάντων νὰ ὑπῆρχε παρ’ ἡ-
116μῖν ὁ θεσμὸς τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν. Ὁ νόμος τοῦ 1837
117στηρίζεται ἐπὶ τοῦ Γερμανικοῦ συστήματος. Ἔχομεν ὀργα-
118νισμὸν Γερμανικοῦ Πανεπιστημίου. Δύναμαι νὰ ὁμολογήσω,
119ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς βαθέως ἐμελέτησε τὰ ἐν Γερμανίᾳ γενό-
120μενα· τοῦτο δ’ ἐξάγω ἐκ τῆς μακρᾶς ἐκθέσεως αὐτοῦ ἐν τῷ
121περὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἄρτι ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, ἔνθα
122ἡ δαψίλεια τῶν γνώσεων αὐτοῦ κατάδηλος γίνεται. Ἐν Γερμα-
123νίᾳ ὑπάρχουσιν εἴκοσι περίπου Πανεπιστήμια, καὶ ἡ ἅμιλλα
124ἀναγκάζει καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τὰ Πανεπιστήμια,
125τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἴδια σωματεῖα, νὰ ἐκλέγωσι τοὺς
126ἀρίστους ἐκ τῶν καθηγητῶν. Ἂν λάβητε δὲ ὑπ’ ὄψιν Γερμανι-
127κόν τι Πανεπιστήμιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραβληθῇ
128πρὸς τὸ ἡμέτερον, τὸ Πανεπιστήμιον π. χ. τῆς Βόννης, θέ-
129λετε παρατηρήσει, ὅτι, καίτοι ἐκεῖ ἐδίδαξαν καὶ διδάσκουσιν
130οἱ ἄριστοι καθηγηταί, καίτοι ὑπάρχει ἡ ἅμιλλα, καίτοι ἡ
131πρότασις τῶν Σχολῶν περὶ διορισμοῦ καθηγητῶν γίνεται
132ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγου τριῶν ὑποψηφίων, καίτοι ἡ ἀνάγκη
133τῆς προτάσεως τοῦ διοριστέου καθηγητοῦ τοιουτοτρόπως
134περιορίζει τὸ δικαίωμα τῶν Σχολῶν, διότι ἐκ τῶν τριῶν
135ἐκλέγει ὁ Ὑπουργὸς οἱονδήποτε, κατὰ βούλησιν, οὐχ ἧττον
136ὑπάρχει καὶ ἀνάλογος ἀριθμὸς ἐκτάκτων καθηγητῶν, οἵτινες
137παρακολουθοῦσι τοὺς τακτικούς. Ἡ εἰσαγωγὴ παρ’ ἡμῖν τῶν
138ἐκτάκτων καθηγητῶν ἤθελεν ἐξουδετερώσει ἀναντιρρήτως τὰ
139θλιβερὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται ἑκάστοτε, ὅτε ἡ
140πλήρωσις κενῆς ἕδρας τακτικοῦ καθηγητοῦ προκαλεῖται.
141Διενεργεῖται εἶδος ἐκπορθήσεως μετὰ κατάστρωσιν πλήρους
142πολεμικοῦ σχεδίου. Ἐὰν ὅμως παρὰ τῷ τακτικῷ καθηγητῇ
143παρακολουθῇ καὶ εἷς ἔκτακτος, ἀναπτύσσεται ἡ ἅμιλλα. Ὁ
144θεσμὸς τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν τυγχάνει ἀπαραίτητος,
145διότι ὁ τακτικὸς καθηγητὴς μετὰ διδασκαλίαν πολυχρόνιον
146γίνεται τέλειος, ὅταν δ’ αὐτὸς ἀποθάνῃ, δυσχερέστατα ἀνα-
147πληροῦται, καὶ ἡ Κυβέρνησις μετὰ δυσκολίας εὑρίσκει τὸν
148δυνάμενον ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτόν. Ἀπόδειξις ἡ ἕδρα τοῦ
149Ποινικοῦ Δικαίου ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ. Εὐχῆς ἔργον λοιπὸν
150ἤθελεν εἶσθαι νὰ σπεύσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐκ τοῦ ὑποβλη-
151θέντος νομοσχεδίου τὸν θεσμὸν περὶ ἐκτάκτων καθηγητῶν.
152Ἐν Γερμανίᾳ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους παρατηροῦ-
153μεν τὰ ἑξῆς. Ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Βερολίνου πρό τινων
154ἐτῶν ἦσαν 69 τακτικοὶ καθηγηταὶ καὶ 60 ἔκτακτοι, εἰς τὸ
155Πανεπιστήμιον τῆς Γοτίγγης ἦσαν 73 τακτικοὶ καὶ 25
156ἔκτακτοι, τῆς Βόννης 59 τακτικοὶ καὶ 28 ἔκτακτοι, τοῦ
157Breslau 54 τακτικοὶ καὶ 22 ἔκτακτοι, τῆς Χάλλης 50 τα-
158κτικοὶ καὶ 25 ἔκτακτοι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐὰν ἴσχυεν ὁ
159θεσμὸς οὗτος καὶ παρ’ ἡμῖν, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιούτων
160συζητήσεων, δὲν θὰ ἐγίνετο τόσος θόρυβος καὶ δὲν θὰ συνέ-
161βαινον ἑκάστοτε γεγονότα, καταρρίπτοντα τὸ γόητρον τοῦ
162ἡμετέρου Πανεπιστημίου, διότι παρὰ τῷ τακτικῷ καθηγητῇ
163ἠδύνατο νὰ διορισθῇ καὶ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις
164ἐνόμιζεν ἄξιον νὰ καταλάβῃ θέσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἐν-
165θυμοῦμαι ὅτι καὶ ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέλαβε τὴν μελέτην
166τοῦ θέματος. Εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφεί-
167λεται καὶ ὁ ἰσχύων νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅστις,
168εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἔχει ἐλαττώματα, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ
169αὐτοῦ κατ’ ἀρχὴν ὑπῆρξεν εὐεργετικός, θὰ ἠσθάνθη δὲ βε-
170βαίως ἀνακούφισιν καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας
171Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου κατὰ τὸν Ἰούλιον
172καὶ Αὔγουστον ἠναγκάζετο νὰ κλείηται εἰς τὸ Μοναστήριον
173Πετράκη, ἵνα ἐν τῇ μονώσει καὶ ὑπὸ τοὺς στροβιλώδεις κα-
174πνοὺς τοῦ προσφιλοῦς αὐτῷ ναργιλὲ ἐπιδίδηται εἰς τὴν ἐπί-
175πονον ἐργασίαν τῶν διορισμῶν καὶ παύσεων χιλιάδων διδα-
176σκάλων καὶ διδασκαλισσῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ μακαρίτου
177Πετρίδου εἰργάσθη καὶ ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστη-
178μίου ἐν ἐπιτροπῇ, εἰς ἣν εἶχον τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ μετέχω.
179Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι μεγάλη συζήτησις ἐγένετο ἐν τῇ ἐπι-
180τροπῇ ἐκείνῃ περὶ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν. Ἐγὼ ὑπεστή-
181ριζον τὴν ἄκραν γνώμην, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως
182τῶν καθηγητῶν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰς Σχολὰς, καὶ νὰ
183ἀναγραφῇ ὁ θεσμὸς τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν. Αἱ ἀνταλλα-
184γεῖσαι θεωρίαι, τὰ διατυπωθέντα τότε νομοσχέδια ἐλησμονή-
185θησαν. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ποτὲ ὁριστικὴν
186νομοθετικὴν φροντίδα.
187Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1882
188ἐγκύρως ἐξεδόθη, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νομικῶς
189εἰς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸ φλο-
190γερὸν ζήτημα τῆς παύσεως τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα, τὸ
191ὁποῖον τόσας συζητήσεις καὶ τόσα σκάνδαλα προὐξένησεν.
192Ἀπεχθάνομαι τὰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, καὶ θὰ προσπα-
193θήσω, ὅσον τὸ δυνατὸν, χρονογραφικῶς νὰ ἐκθέσω τὰ πράγ-
194ματα, καὶ ν’ ἀφήσω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, πόσον ἀδι-
195καιολόγητος, πόσον ἄδικος ὑπῆρξεν ἡ παῦσις τοῦ καθηγητοῦ
196Δελλαπόρτα...
197§16Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Κατετέθησαν, κύριε συνάδελφε, τὰ σχε-
198τικὰ ἔγγραφα;
199§17Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
200παιδεύσεως). Πρὸ τριῶν μηνῶν.
201§18ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας κατέλαβε
202δυστυχῶς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἕδραν, τὴν ὁποίαν ἐπωφθαλ-
203μία καὶ ἕτερος ἐπιστήμων, ἀλλὰ καὶ ἰσχυρὸς πολιτικὸς, ὁ
204κ. Γαζέπης. Ὁ διορισμὸς τοῦ καθηγητοῦ κ. Δελλαπόρτα
205ἐγένετο κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1897. Συνῆλθεν ἡ Σχολὴ, τῇ
206προσκλήσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως,
207καὶ, ὡς ἐκ τοῦ πρακτικοῦ φαίνεται, ὁ κ. Δελλαπόρτας ἔλαβεν
208ὀκτὼ ψήφους, καὶ ἕξ ὁ κ. Γαζέπης. Διωρίσθη λοιπὸν καθη-
209γητὴς ὁ κ. Δελλαπόρτας, ἀνέλαβε τὴν θέσιν του καὶ ἀνέλαβε
210καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Τὸ Ὀφθαλμια-
211τρεῖον, ὡς γνωρίζετε, εἶναι παράρτημα τοῦ Πανεπιστημίου.
212Ἡ ἵδρυσις αὐτοῦ ἀνάγεται εἰς τὸ ἔτος 1843. Ἱδρύθη δὲ τῇ
213συνδρομῇ φιλανθρώπων. Κατὰ τὸ ὀργανισμὸν αὐτοῦ, ὁ καθη-
214γητὴς τῆς Ὀφθαλμολογίας εἶναι καὶ διευθυντὴς τοῦ Ὀφθαλ-
215μιατρείου, ἡ διοίκησις ὅμως αὐτοῦ διεξάγεται ὑπὸ Ἀδελφά-
216του, οὗ τὰ μέλη ἰσοβίως διορίζονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου
217τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἐγένετο μὲν κατόπιν εἷς νόμος, ἵνα
218καταλληλότερον ῥυθμίσῃ τὰ πράγματα, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος
219κατηργήθη, καὶ ἐπανῆλθε τὸ πρώην καθεστώς. Ὅτε ἀνέλαβε
220τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρ-
221τας, ἐδοκίμασε φοβερὰς ἀντιδράσεις, ὑπέστη ἀγρίας ἐπιθέσεις,
222ἐξ ἐκείνων, αἵτινες συνηθίζονται, ὅταν πρόκειται περὶ ἐκ-
223πορθήσεως ἕδρας τινὸς ὑπὸ ἀντιπάλου κατεχομένης. Παρου-
224σιάσθη ἐνώπιον τοῦ Ἀδελφάτου, καὶ ἓν ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ
225ἐδήλωσεν εἰς αὐτὸν ῥητῶς, ὅτι δὲν θὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸν
226οὐδεμίαν συνδρομὴν, διότι τὸ Ἀδελφᾶτον δὲν θέλει αὐτὸν ὡς
227Διευθυντήν. Εὗρεν ὁ Δελλαπόρτας κατάστασιν οἰκτροτάτην·
228δὲν ὑπῆρχον ἐργαλεῖα, δὲν ὑπῆρχον τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα
229πρὸς περίθαλψιν τῶν προσερχομένων ἀσθενῶν· ἐπειδὴ δὲ τὸ
230Ἀδελφᾶτον διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ἐζήτησεν ὁ
231καθηγητὴς τὰ μέσα πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς τοιαύτης καταστά-
232σεως, ἀλλὰ τὸ Ἀδελφᾶτον οὐδὲ ὀβολὸν ἔστρεξε νὰ παράσχῃ,
233οὐδὲ πρὸς ἀγορὰν τοὐλάχιστον τῶν ἐργαλείων, καὶ ἂν δὲν
234εὑρίσκετο ὁ πρύτανις τότε τοῦ Πανεπιστημίου νὰ μεσολα-
235βήσῃ, ἵνα τὸ Πανεπιστήμιον παράσχῃ συνδρομὴν 2000 δραχ-
236μῶν, βεβαίως δὲν θὰ ὑπῆρχον οὐδὲ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα
237ἐργαλεῖα.
238Ἀλλὰ τὸ Ἀδελφᾶτον ἐξηκολούθει τὴν ἐχθρικὴν στάσιν του
239κατὰ τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ ὁ
240καθηγητὴς συνειργάζετο μετὰ τοῦ ἐπιμελητοῦ αὐτοῦ κ. Με-
241ταξᾶ, ἑνὸς ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν διαπρεπεστάτων ὀφθαλμολόγων,
242ὅτε κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1899 ἤρχισε πλέον ἀναφανδὸν
243καὶ ἀπροκαλύπτως ὁ πόλεμος. Ἐλησμόνησα νὰ σημειώσω, ὅτι
244καὶ πρὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Δελλαπόρτα, μετὰ τὸν θάνατον
245τοῦ Ἀναγνωστάκη, τὸ Ἀδελφᾶτον συνῆλθε καὶ προέτεινε
246τὸν κ. Μεταξᾶν ὡς μέλος καὶ προσωρινὸν Διευθυντὴν τοῦ
247Ὀφθαλμιατρείου. Ἀλλὰ μήπως, νομίζετε, τὸ Ὑπουργεῖον
248ἐνέκρινε τὸν διορισμὸν τοῦτον; Οὐχί! Καὶ διατὶ δὲν τὸν ἐνέ-
249κρινε; Διότι τὰ πρακτικὰ τῆς προτάσεως τοῦ διορισμοῦ τοῦ
250κ. Μεταξᾶ, ὡς μέλους τοῦ Ἀδελφάτου, δὲν ἔφθασαν μέχρι
251τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν! Μυστηριώδης χεὶρ παρε-
252κώλυσε τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν! Καὶ ὀφείλω νὰ ἐξάρω ἐνταῦθα
253τὴν διαγωγὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις,
254πληροφορηθεὶς τοῦτο, ἠναγκάσθη νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὸ Ἀδελ-
255φᾶτον, ἵνα ἀποστείλῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον
256τῆς παραλείψεως ταύτης. Τότε, νομίζω, διηύθυνε τὸ Ὑπουρ-
257γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἐπαξίως σήμερον κατέχων τὴν θέσιν
258τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Θεοτόκης. Ἀντὶ ὅμως νὰ σταλῶσι τὰ
259ἔγγραφα, συνέρχεται εἰς νέαν συνεδρίασιν ἡ Ἐπιτροπὴ, καὶ
260μεταβάλλεται ἡ πρότασις. Ποῖος δὲ προτείνεται; Μήπως
261προτείνεται καθηγητής τις τοῦ Πανεπιστημίου; μήπως ἆρά
262γε προτείνεται εἰδικὸς τις ἄλλος; Πλανᾶσθε! Ἐπροτάθη ὁ
263Διευθυντὴς τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης κ. Μερκάτης.
264§19ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὡς Διευθυντὴς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου;
265§20ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὡς μέλος τοῦ Ἀδελφάτου... Δυστυ-
266χῶς ἀποθνήσκει κατόπιν καὶ ἕτερον μέλος τοῦ Ἀδελφάτου, ὁ
267Χωρέμης. Γίνεται νέα συνέλευσις τοῦ Ἀδελφάτου πρὸς ἀντι-
268κατάστασιν αὐτοῦ. Καὶ ποῖος νομίζετε ὅτι προετάθη; Ὁ ἐκ
269Χαλκίδος συνάδελφος κ. Νικόλαος Καλογερόπουλος.
270Λοιπὸν τὸ Ἀδελφάτον τοῦ Ὀφθαλμιατρείου εἶναι τὸ Συμ-
271βούλιον σχεδὸν τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης! Δὲν θέλω βεβαίως νὰ
272ψέξω αὐτό. Εἶναι ἄριστον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει
273Δελλαπόρτα δὲν ἐφάνη ἀμέτοχον προσωπικῶν συμπαθειῶν.
274Ὑπῆρχεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου εἷς οἰκο-
275νόμος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν ἐν εἴδει μηνύσεως πρὸς
276τὸ Ἀδελφᾶτον, ὅτι δῆθεν ὁ ἐπιμελητὴς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου
277κ. Μεταξᾶς ἦτο τραχὺς τὸ ὕφος, καὶ ἕνεκα τῶν τρόπων αὐ-
278τοῦ ἠνάγκασε δύο ἐκ τῶν βοηθῶν, «τῶν ἀρίστων», Σφήκαν
279τινὰ καὶ ἕνα ἄλλον, τοῦ ὁποίου μοὶ διαφεύγει τὸ ὄνομα, νὰ
280τραπῶσιν εἰς φυγήν, ὅτι δὲ τὰς ἐγχειρήσεις δὲν ἐνήργει ὁ καθη-
281γητὴς Δελλαπόρτας, ὁ διευθύνων τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, ἀλλὰ
282ὁ ἐπιμελητὴς Μεταξᾶς. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη διὰ τοῦ κ. Ὑπουρ-
283γοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διεβιβάσθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
284Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς Πρυτανείας δ’ ἐκλήθη εἰς
285ἀπολογίαν ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας, ὅστις καὶ ἀπελογήθη.
286Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶχεν
287ἴσως ἀκόμη διανοηθῆ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ πραξικόπημα τῆς παύ-
288σεως τοῦ Δελλαπόρτα· εἶχε προβῆ εἰς ἀνάκρισιν περὶ τῆς
289ὑποστάσεως τῶν κατηγοριῶν καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ
290Ὀφθαλμιατρείου, ἐρωτηθέντες δ’ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκ-
291παιδεύσεως, ὡς αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνομολογεῖ ἐν
292τῇ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἐκθέσει του, οἱ καθηγηταὶ
293τοῦ Πανεπιστημίου Καραμήτσας, Ζωχιὸς καὶ τρεῖς ἢ τέσ-
294σαρες ἄλλοι, ἀπεφάνθησαν ἀπροκαλύπτως κατὰ τῆς ἐναντίον
295τοῦ συναδέλφου αὐτῶν κατηγορίας, καὶ ἐξεμάνησαν κατὰ τῆς
296διαγωγῆς τοῦ Ἀδελφάτου, εἰς ὃ ἀπέδωκαν τὴν κατάστασιν
297τοῦ Ὀφθαλμιατρείου... Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκ-
298παιδεύσεως ἀνανεύει.
299§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
300παιδεύσεως). Ἐπειδὴ ἀκριβολογεῖτε εἰς τὴν γλῶσσαν. Ὄχι
301ἐξεμάνησαν, διότι τότε θὰ ἦταν εἰς τὸ Φρενοκομεῖον.
302§22ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι θὰ ἀποστείλητε αὐτοὺς
303εἰς τὸ Φρενοκομεῖον, καίτοι νομίζω ὅτι μὲ τὸ θάρρος καὶ
304τὴν τόλμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὑπάρχει κίνδυνος καὶ αὐτὸ
305νὰ γείνῃ· δὲν εἶναι καθόλου παράξενον.
306Ἐνῷ λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοιαῦτα ἐβεβαίουν
307οἱ καθηγηταὶ ἐκεῖνοι, φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐπεί-
308σθη νὰ ἀπόσχῃ τῆς διαταράξεως τῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς
309πραγμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀπεφάσισε τότε νὰ προβῇ εἰς
310ἀπόλυσιν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, διότι ἐφοβεῖτο, ὅτι ἡ πλειο-
311νοψηφία τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς δὲν ἦτο ὑπὲρ τοῦ εὐνουμέ-
312νου του Βουλευτοῦ Χαλκίδος, συνέλαβεν ὅμως τὴν σκέψιν
313περὶ διχοτομίας τῆς ἕδρας, καὶ ἐνθυμεῖται βεβαίως ἡ Βουλή,
314ἡλίκος θόρυβος ἠγέρθη, ὅτε ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἐστάλη πρόσ-
315κλησις εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν, ὅπως ἀποφανθῇ αὕτη, ἐὰν
316ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ διχασμοῦ τῆς ἕδρας, ἵνα ἐπικαθήσῃ
317καὶ ὁ κ. Γαζέπης. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ ἐξετελεῖτο ἡ ἐπι-
318θυμία αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Γαζέπη, διότι δὲν
319θὰ συνέβαινε τὸ μέγα σκάνδαλον τῆς παύσεως καθηγητοῦ
320ἐξόχου, οἷος ὁ Δελλαπόρτας· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Σχολὴ τότε
321ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ταύτην. Καὶ γνωρίζω μὲν τὴν
322γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως,
323ὅτι θὰ ἐπικαλεσθῇ ἴσως τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα, γνωρίζω
324ὅτι ἐν Πανεπιστημίοις τῆς Γερμανίας, οἷον τὸ τῆς Βόννης,
325ὑπάρχει κλινικὴ ὀφθαλμολογικὴ καὶ δύο ἐν αὐτῇ καθηγηταὶ
326διὰ τὴν θεωρητικὴν καὶ πρακτικὴν διδασκαλίαν. Ἀλλ’ ὅ,τι
327γίνεται ἀλλαχοῦ, εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, δὲν εἶναι εὔλογον
328νὰ ἐπικαλώμεθα ἡμεῖς, ὅπως καλύψωμεν τὰς μελετωμένας
329ἁμαρτίας. Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἴσως εὐφυὲς, ἀλλ’ ἡ δικαιο-
330λογία εἶναι τέχνασμα, ὅπως οἰκονομηθῇ ἡ ἐπιχείρησις κομ-
331ματικῆς ἱκανοποιήσεως.
332Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ διαβήματος, ἵνα ἡ Σχολὴ ἀπο-
333φανθῇ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ δύο ἕδραι τοῦ Πανεπιστη-
334μίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέλαβεν ἀναφανδὸν πλέον τὸ ἔργον
335περὶ ἀποπομπῆς τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα. Δὲν εἶναι ἀκρι-
336βές, Κύριοι, τὸ διὰ τῆς δημοσιογραφίας σκοπίμως διατυμ-
337πανισθέν, ὅτι αὐτὸς (ὁ κ. Δελλαπόρτας) ἐζήτησε τὴν διχο-
338τομίαν, διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἃ εἶχε τὴν εὐγένειαν νὰ
339καταθέσῃ ὑπὸ τὰς ὄψεις μου ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐδὲν περὶ τού-
340του βεβαιοῦται. Ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι τοῦτο ἤθε-
341λεν εἶσθαι ἀκριβὲς, ὅτι ὁ Δελλαπόρτας ἐζήτησε τὴν διχο-
342τομίαν, πάλιν πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐκ τῆς πιέσεως,
343ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων κατ’ αὐτοῦ ἐπιθέσεων, ἴσως ἐσκέφθη
344νὰ μὴ ἀντείπῃ εἰς τὴν διχοτομίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον
345καὶ διὰ τῆς προσθήκης καὶ ἑτέρου καθηγητοῦ κατ’ οὐδὲν
346ἐμειοῦτο ἡ θέσις, ἣν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον καὶ τοσοῦτον ἐπα-
347ξίως κατεῖχε, καὶ διότι δὲν ἐνδιεφέρετο, ἂν καὶ ἕτερος ἐδί-
348δασκε τὸ αὐτὸ μάθημα· οὐδόλως ἐφοβεῖτο τὴν ἅμιλλαν καὶ
349τὸν ἀνταγωνισμόν.
350Σημειώσατε, Κύριοι, καλῶς, ὅτι ὑποστηρίζων τὴν ὑπό-
351θεσιν τοῦ καθηγητοῦ κ. Δελλαπόρτα, πράττω τοῦτο διότι
352ἀκράδαντον ἔχω πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ἱκανωτάτων
353καὶ διαπρεπεστάτων παρ’ ἡμῖν ἐπιστημόνων, ἐν Εὐρώπῃ
354καὶ αὐτὸς τελειοποιηθεὶς, καὶ ἀλλαχοῦ μὲν, ἀλλὰ καὶ παρὰ
355τῷ Gâger καὶ Arlt ἐν Βιέννῃ εἰδικῶς περὶ τὴν ὀφθαλμο-
356λογίαν ἀσχοληθεὶς, ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν δὲ καὶ πλέον ἐπι-
357τυχέστατα τὸ ἰατρικὸν ἐπάγγελμα ἀσκήσας, ὡς γνωστὸν,
358ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ, κατέσχε πάντοτε καὶ κατέχει ὑψη-
359λὴν ἐπιστημονικὴν θέσιν, καὶ ἐτίμησεν εἴπερ τις καὶ ἄλλος
360τὴν ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ ἕδραν, ἣν ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη
361αὐτῷ. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ θίξῃ τὴν φιλοδοξίαν ἢ νὰ
362ἐλαττώσῃ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ ἕτερος καθηγητής, τὸ αὐτὸ μά-
363θημα διδάσκων, δὲν ἐφοβεῖτο δὲ πρὸ πάντων τὸν κ. Γαζέπην,
364διότι εἶχε τὴν ἰδέαν, καὶ εὐλόγως, ὅτι ἦτο πολὺ ἀνώτερος
365αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως,
366διὰ μακρᾶς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρὸς τὴν Α. Μ.
367τὸν Βασιλέα, ἐζήτησε τὴν ἀπόλυσίν του, ἐζήτησε νὰ κενωθῇ
368ἡ θέσις, ἵνα μείνῃ τὸ πεδίον τῆς κομματικῆς ἐνεργείας
369ἐλεύθερον.
370Ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, ἐθαύ-
371μασα μὲν τὴν πολλὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν εὐστροφίαν τοῦ κ.
372Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔκτακτον τέχνην περὶ τὸ διαστρέ-
373φειν τὰ πράγματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
374δεύσεως εἶναι ἄριστος χειριστὴς τοῦ καλάμου γνωρίζω κατὰ
375βάθος αὐτὸν, διότι μετ’ αὐτοῦ συνδέομαι διὰ παλαιᾶς φιλίας,
376καὶ εἰς τὰς στήλας τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος δέ ποτε συνειργά-
377σθημεν, αὐτὸς μὲν μᾶλλον ὡς δημοσιογράφος ex professo,
378ἐγὼ δὲ ὡς ἐρασιτέχνης, καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι καὶ
379συνεπλάκημεν, καὶ ὀλίγου δεῖν ἐμφύλιος πόλεμος ἐξερράγη
380εἰς τὰς αὐτὰς στήλας μεταξὺ ἡμῶν ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν ζη-
381τημάτων. Ἔπεισε λοιπὸν τὴν Α. Μεγαλειότητα, ὅτι ὁ Δελ-
382λαπόρτας ἐγένετο πέτρα σκανδάλου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ,
383ὅτι ἀπαραίτητος ἐτύγχανεν ἡ ἀποπομπὴ αὐτοῦ ἐκ τῆς Σχο-
384λῆς, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ οἰκονομήσῃ τὴν
385κατάστασιν καὶ τὸν εὐνοούμενον αὐτοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς
386ἀπέναντι τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων ἠναγ-
387κάσθη νὰ περιπέσῃ εἰς ἀντιφάσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ὁμο-
388λογεῖ ὅτι, «καθ’ ἣν ἡμέραν ἐλάμβανε τὴν ἀπολογίαν ταύτην,
389προσῆλθεν εἰς αὐτὸν ἐπιτροπὴ τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπι-
390στημίου, ἀπαρτιζομένη ἐκ τοῦ πρυτάνεως καὶ τῶν καθηγη-
391τῶν κ.κ. Γαλβάνη, Μαγγίνα, Καραμήτσα καὶ Χατζημιχάλη,
392ἥτις ἀνεπιφυλάκτως ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ κ. Δελλα-
393πόρτα».
394Ἀλλὰ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, ἀφοῦ εἴχετε τοιαύ-
395την διαβεβαίωσιν τῶν καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς,
396διὰ ποῖον λόγον προέβητε εἰς τὴν παῦσιν τοῦ Δελλαπόρτα
397διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου; Διατὶ ἐπερρί-
398ψατε εἰς αὐτὸν ὅλον τὸ βάρος καὶ τὴν εὐθύνην; Διατὶ κατε-
399δικάσατε αὐτὸν, ἵνα ἄρῃ τὸν Σταυρὸν, ἀφοῦ ἐκ τοῦ νόμου
400οὐδόλως ἐξάγεται, ὅτι τὴν διοίκησιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου
401δὲν ἔχει ὁ διδάσκων Διευθυντὴς, ἀλλὰ τὸ Ἀδελφᾶτον;
402Ἡ κατάστασις τοῦ Ὀφθαλμιατρείου ἀνομολογεῖται καὶ ἐν
403αὐτῇ τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει σας, ἣν ὑπεβάλετε ἄρτι πρὸς
404τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ
405Πανεπιστημίου! Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀποτελεῖ ἀντίφασιν καὶ
406πανηγυρικὴν διαμαρτυρίαν κατὰ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον
407ἀπεσπάσατε ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως· διότι
408ἐν τῇ ἐκθέσει ὑμῶν ταύτῃ ἀπροκαλύπτως ὁμολογεῖτε, ὅτι,
409«ἐγκαταλειφθὲν τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον ἀπὸ πολλοῦ εἰς τὴν τύ-
410χην του, περιῆλθεν εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, ἕνεκα τῆς ἀνο-
411χῆς τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἀκηδίας τοῦ Πανεπιστημίου».
412Ἀλλ’ ἐὰν περιῆλθεν εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν ἕνεκα τῆς ἀνο-
413χῆς τοῦ Κράτους, ἕνεκεν ὑμῶν, ἕνεκα τῆς ἀμελείας τοῦ Πα-
414νεπιστημίου, διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν ἐπαύσατε τὸν καθηγη-
415τὴν Δελλαπόρταν; Αὐτὸς ἓν καθῆκον μόνον εἶχε, νὰ διδά-
416σκῃ εἰς τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον καὶ νὰ ἐκτελῇ ἐγχειρήσεις. Ἀλλὰ
417δὲν ἠδύνασθε νὰ στηριχθῆτε μόνον ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου,
418καὶ ἐννοήσαντες τὴν ἀδυναμίαν σας ἠθελήσατε νὰ δημιουρ-
419γήσητε καὶ ἕτερον λόγον πρὸς δικαιολογίαν τῆς παύσεως
420τοῦ διακεκριμένου καθηγητοῦ. Καὶ κατηγορήσατε λοιπὸν
421αὐτὸν εἰς τὰ ἔγγραφά σας, ὅτι δὲν ἐξετέλει ἐγχειρήσεις, ὅτι
422τὰς ἐγχειρήσεις πάσας ἐνήργει ὁ ἐπιμελητὴς Μεταξᾶς. Καὶ
423ποῦ ἐβασίσθητε διὰ νὰ ὑποστηρίξητε τοιοῦτον λόγον; Μή-
424πως ἐνεργήσατε ἀνακρίσεις; μήπως ἐκαλέσατε αὐτὸν τοῦ-
425τον τὸν καθηγητὴν, ἵνα ἐρωτήσητε; μήπως προέβητε εἰς
426ἐπισταμένας ἐρεύνας, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι τῳόντι οὕτως εἶχον
427τὰ πράγματα; Ἐὰν ὅμως αὐτὸς πράγματι ἦτο ὁ λόγος τῆς
428παύσεως τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα, ἠδικήσατε ὑμᾶς αὐ-
429τοὺς κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἠδική-
430σατε τὴν κρίσιν σας, διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὁ καθη-
431γητὴς Δελλαπόρτας δὲν προσήρχετο εἰς τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον,
432ὅτι δὲν προέβαινεν εἰς ἐγχειρήσεις, διότι, καθ’ ὅσον τοὐ-
433λάχιστον ἐγὼ μανθάνω, οὐδαμοῦ οἱ διευθυνταὶ τῶν κλινι-
434κῶν ὑποχρεοῦνται, ἀνεξαιρέτως πάσας καὶ τὰς ἐλαχίστας
435τῶν ἐγχειρήσεων νὰ ἐπιχειρῶσιν, ἀλλ’ ἔχουσιν ἐπιστήμονας
436βοηθοὺς καὶ ἐπιμελητὰς παρ’ ἑαυτοῖς, οἵτινες ἐπίσης ἐργά-
437ζονται. Ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας προέβαινεν εἰς τὰς σπου-
438δαιοτέρας τῶν ἐγχειρήσεων, καὶ συνειργάζετο μετὰ τοῦ ἐπι-
439μελητοῦ καὶ βοηθοῦ αὑτοῦ κ. Μεταξᾶ, ὅστις ἐπίσης ἐξετέ-
440λει ἐγχειρήσεις. Ἀλλὰ μήπως ὁ Μεταξᾶς ἦτό τις τυχαῖος
441ἀνὴρ ἐν τῷ Ὀφθαλμιατρείῳ, καὶ ἡ ἀνεξάρτητος αὐτοῦ ἐπι-
442στημονικὴ ἐνέργεια ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς πταῖσμα τῆς
443Διευθύνσεως; Ἀναμφισβητήτως οὐχί, καὶ διὰ τὸν ἁπλούστα-
444τον λόγον, ὅτι ὁ κ. Μεταξᾶς διακρίνεται ἐν τῷ κύκλῳ τῶν
445ὀφθαλμολόγων ὡς εἷς τῶν ἀρίστων καὶ ἱκανωτάτων ἰατρῶν.
446Ἀλλ’ ὁ κ. Μεταξᾶς, ὡς εἶπον, κατηγγέλθη παρὰ τοῦ οἰκο-
447νόμου τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ὅτι διὰ τραχέος τρόπου ἠνάγ-
448κασε δύο βοηθοὺς ν’ ἀπομακρυνθῶσιν. Ἔχω ἐνταῦθα ἐπιστο-
449λὰς, Κύριοι, αὐτῶν τῶν ἰδίων βοηθῶν, οἵτινες διαμαρτύρον-
450ται κατὰ τοιούτου ψεύδους, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀνάγκην καὶ
451νὰ καταδειχθῇ δι’ ἐκείνους, οἵτινες γνωρίζουσι τὸν κ. Με-
452ταξᾶν. Αἱ ἐπιστολαὶ τῶν βοηθῶν ἐκείνων—τὰς ὁποίας δὲν
453ἀναγινώσκω, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν,—ἀποδεικνύουσι
454τὴν ἀνακρίβειαν τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ οἰκονόμου βεβαιου-
455μένων καὶ τὴν ποιότητα τῶν ἄλλων καταγγελιῶν αὐτοῦ,
456ἐφ’ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐστηρίχθη, ἵνα ἀδικήσῃ ἐπιστήμονας
457εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντα αὑτῶν ἐκπληροῦντας...
458§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτὸς ὁ οἰκονόμος;
459§24ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶναι ὁ ταμίας τοῦ Ὀφθαλμιατρείου.
460Αὐτός, ὅστις ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Δελλαπόρτας δὲν ἐξετέλει
461ἐγχειρήσεις! Λογιστὴς ὤν, ἐγνωμοδότει ποίας ἐγχειρήσεις
462ἔπρεπε νὰ ἐνεργῇ ὁ καθηγητὴς καὶ ποίας ὁ ἐπιμελητὴς Με-
463ταξᾶς, καὶ ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν αὐτοῦ ἐστηρίχθησαν αἱ κατὰ
464τοῦ Δελλαπόρτα ἐπιθέσεις!
465§25ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ Μεταξᾶς εἶναι διακεκριμένος ἐπιστήμων
466καὶ ἐψηφίσθη καὶ ἀπὸ τὴν Σχολὴν ὡς καθηγητής.
467§26ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐστηρίχθη καὶ
468ἐπὶ ἄλλης τινὸς ἐκθέσεως, ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν
469συνέταξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καλογερόπουλος. Ἐγὼ
470γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Καλογερόπουλος εἶναι ἄριστος νομικὸς,
471γνωρίζω ὅτι εἶναι εὐφυέστατος ἄνθρωπος, ὅτι διαπρέπει ὡς
472μέλος τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τῶν Τραπεζῶν, πολλά-
473κις δ’ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκτιμήσω τὴν ἀξίαν του, ἀλλ’ ἂς
474μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω πεποίθησιν εἰς
475τὰς ἰατρικάς του γνώσεις, εἰς τὰς βεβαιώσεις αὐτοῦ, προκει-
476μένου περὶ γνωμῶν ἀναγομένων εἰς τὸν κλάδον τῆς Ὀφθαλ-
477μολογίας, ὅταν μάλιστα αἱ γνῶμαι αὗται βασίζωνται ἐπὶ
478τῶν πληροφοριῶν ἑνὸς λογιστοῦ. Ἂν ἀναγνώσητε, Κύριοι,
479τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Καλογεροπούλου, θέλετε παρατηρήσει τὴν
480διαβεβαίωσιν, ὅτι τὰς πλείστας ἐγχειρήσεις ἐνήργει ὁ ἐπιμε-
481λητὴς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ποτὲ
482δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεων ἐπὶ ἀνεπισήμων πληροφο-
483ριῶν χαλκευθεισῶν νὰ καταδικασθῇ εἷς ἀρχαῖος καὶ εὐδόκιμος
484καθηγητὴς τῆς Ὀφθαλμολογίας; Διὰ τοιαύτης μεθόδου καὶ
485ὁ διασημότερος ἐπιστήμων ἠδύνατο νὰ πέσῃ θῦμα.
486Ἀλλ’ ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη τις ἔκθεσις. Ὁ κ. Ὑπουρ-
487γὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, θέλων νὰ ἐνισχύσῃ τὴν
488ἐνέργειαν αὐτοῦ, διώρισεν ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἐκ καθη-
489γητῶν ἀρτίως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προχειρισθέντων, οἵ-
490τινες προέβησαν εἰς ἐξέτασιν. Τί ἐξάγεται ὅμως ἐκ τῆς ἐκ-
491θέσεως αὐτῆς; Μήπως ἐκάλεσαν, ὡς ὤφειλον, τὸν συνάδελ-
492φόν των Διευθυντὴν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἵνα ἐρωτήσωσιν
493αὐτὸν, ἵνα λάβωσι παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις περὶ τῶν καταγ-
494γελλομένων; Ἀναμφισβητήτως οὐχί. Λέγεται ὅτι περὶ λύ-
495χνων ἁφὰς ἐπεσκέφθησαν τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, ἠρώτησαν
496τὸ κατώτερον προσωπικὸν, καὶ ἐβεβαιώθησαν παρ’ αὐτοῦ,
497ὅτι τὰς ἐγχειρήσεις ἐνήργει μόνος ὁ Μεταξᾶς· ἐξήτασαν δὲ
498καὶ τὰ βιβλία τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, καὶ ἐκεῖθεν ἐπείσθη-
499σαν, ὅτι ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας ἀμελῶς ἐφέρετο. Οὐδεὶς
500ὅμως ἐτόλμησε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ
501ἀξίαν.
502Ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐγγράφων, Κύριοι, ἐπὶ τῇ βάσει
503τοιούτων ἐπιτευχθεισῶν ἐκθέσεων ἀπελύθη ὁ καθηγητὴς Δελ-
504λαπόρτας! Ἐννοεῖται ὅτι ἐξ ὅλων τούτων κατάδηλος γίνεται
505ἡ προσγενομένη ἀκατανόητος ἀδικία, καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἰς
506τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαι-
507δεύσεως θὰ αἰσθάνεται ὅλον τὸ βάρος τῆς τοιαύτης ἐνεργείας.
508Ἀλλὰ μήπως ἠδίκησε μόνον διακεκριμένον καθηγητὴν
509καὶ ἐπιστήμονα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
510σεως ἐν τῷ διορισμῷ τοῦ ἀντικαταστάτου τοῦ ἀπολυθέντος
511καθηγητοῦ διωλίσθησε καὶ εἰς παρανομίαν. Τὸ ζήτημα εἶναι
512νομικὸν, καὶ νομίζω ὅτι εἶμαι ἁρμόδιος εἰς αὐτὸ νὰ ἀσχο-
513ληθῶ. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ διατάγματος τῆς 9 Ἀπριλίου 1882
514φέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
515«Χηρευούσης ὁπωςδήποτε καθέδρας τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπι-
516στημίου καὶ ἀναγκαίας θεωρουμένης παρὰ τοῦ Ὑπουργείου
517τῆς πληρώσεως αὐτῆς, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς προσκαλεῖ διὰ
518τῆς Πρυτανείας τὴν οἰκείαν Σχολὴν, ἵνα δι’ ἠτιολογημένης
519ἐκθέσεως, ἐν ᾗ θέλουν λαμβάνεσθαι κατὰ πρῶτον λόγον ὑπ’ ὄ-
520ψιν τὰ ἐπιστημονικὰ ἔργα τοῦ ὑποψηφίου ἐν τῷ κλάδῳ τῆς
521ἐπιστήμης, ἐν ᾗ πρόκειται νὰ διδάξῃ, προτείνῃ ὃν ἂν ἤθελε
522κρίνει ἱκανὸν νὰ πληρώσῃ τὴν τακτικοῦ, ἐκτάκτου ἢ ἐπιτί-
523μου καθηγητοῦ χρήζουσαν ἕδραν...»
524Ἐρωτῶ λοιπὸν, τίς εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου; Ἡ ἔννοια
525βεβαίως εἶναι, ὅτι συνέρχεται ἡ Σχολὴ, ποιεῖται εἰσήγησιν ὁ
526κοσμήτωρ, καὶ συντάσσεται ἔκθεσις, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἕκαστος
527τῶν καθηγητῶν αἰτιολογεῖ τὴν γνώμην του. Τοῦτο γίνεται,
528Κύριοι, μόνον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ. Ἐκεῖ
529ἀκριβέστατα ἐφαρμόζουσι τὸν νόμον· ἕκαστος τῶν καθηγη-
530τῶν αἰτιολογεῖ τὴν γνώμην του. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ
531οἱ ὅροι τοῦ νόμου ἀναστρέφονται· ἐκεῖ, φαίνεται, νομίζουν
532ὅτι ἡ πρότασις τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν πρέπει νὰ γίνη-
533ται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, πῶς συμ-
534βιβάζεται ἡ μυστικὴ ψηφοφορία πρὸς τὴν ἀνάγκην ἐκθέσεως
535ἠτιολογημένης; Ἀνταλλάσσουσι σκέψεις προηγουμένως ἐξω-
536δίκως οἱ καθηγηταὶ, καὶ ἔπειτα τοποθετοῦσι κάλπην καὶ
537ψηφίζει ἕκαστος ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλει; Βεβαίως τοῦτο
538δὲν εἶναι λογικόν. Ἡ μυστικὴ ψηφοφορία σημαίνει δειλίαν,
539ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ἕκαστος φανερὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἑαυ-
540τοῦ γνώμην ἠτιολογημένην καὶ κρίσιν ἐπὶ τῶν ἔργων τῶν
541ὑποψηφίων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται
542εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἀνάγεται εἰς τὸ καθῆκον τοῦ
543Ὑπουργείου, ἵνα φροντίσῃ περὶ τῆς ἀκριβοῦς τοῦ νόμου
544ἐφαρμογῆς. Ἀλλ’ εἰδικῶς ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως
545παρατηρῶ, ὅτι πολλὰ τὰ παράδοξα παρατηροῦνται. Οἱ κα-
546θηγηταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ 1897 ἔδιδον ψῆφον πρὸς
547τὸν Δελλαπόρταν, καὶ κατεψήφιζον τὸν Γαζέπην, αὐτοὶ οἱ
548ἴδιοι διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἔδωκαν ψῆφον εἰς τὸν Γα-
549ζέπην καὶ κατεψήφισαν τὸν Δελλαπόρταν. Πῶς μετεπείσθη-
550σαν; Διατὶ ἡ παλιμβουλία αὕτη καθηγητῶν ἀνεξαρτήτων,
551ὕψιστον ἀξίωμα κατεχόντων; Ἐγὼ δὲν τολμῶ ν’ ἀποφανθῶ.
552Δι’ ἓν πρᾶγμα λυποῦμαι, ὅτι εἰς τὴν ψηφοφορίαν αὐτὴν ἀπέ-
553φυγε νὰ συμμετάσχῃ ὁ καθηγητὴς κ. Γαλβάνης. Διατὶ ἀπέ-
554φυγε τὴν ἐκπλήρωσιν τοσοῦτον σοβαροῦ καθήκοντος; Παρά-
555δοξον δι’ ἐμὲ πρᾶγμα!
556§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν.
557§28ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον
558μέρος, προβάντες εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν, ἐναντίον τῶν ὅρων
559τοῦ διατάγματος, δὲν ἠτιολόγησαν τὴν ψῆφόν των, καὶ ὁ
560κοσμήτωρ, μὴ ἔχων αἰτιολογίας, ἀπηύθυνεν, ὡς ἦν ἑπόμενον,
561εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἐξετίθετο ὅ,τι ἀκριβῶς ἐγέ-
562νετο (ἀναγινώσκει): «Ἀρξαμένης, λέγει, τῆς συνεδρίας
563παρεκάλεσα τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἵνα ἕκαστος φανερὰν
564ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑποψη-
565φίων, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Τῆς πλειονοψηφίας ὅμως
566τῶν καθηγητῶν μὴ ἀποδεξαμένης τὴν ἐμὴν πρότασιν, προέβη
567ἡ Σχολὴ εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν.»
568Ἀλλ’ ὁ πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου, ὅστις καὶ διακεκρι-
569μένος νομομαθὴς τυγχάνει, παρέβαλε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κο-
570σμήτορος πρὸς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας,
571καὶ εὐλόγως παρετήρησεν, ὅτι ὑπῆρχε κατάδηλος ἀκυρότης·
572διαβιβάζων δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κοσμήτορος πρὸς τὸ Ὑπουρ-
573γεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προσέθετεν (ἀναγινώ-
574σκει): «Παρατηρῶ, ὅτι τὸ πρὸς ἐμὲ ἔγγραφον τοῦ κοσμή-
575τορος, δι’ οὗ ἀνακοινοῦταί μοι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἰατρικῆς
576Σχολῆς, δὲν πληροῖ οὔτε τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Σ. Ὑπουργείου,
577οὔτε τὴν ἀπαίτησιν τοῦ νόμου, ὁρίζοντος, ὅτι ἡ πρότασις
578περὶ διορισμοῦ καθηγητοῦ γίνεται δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέ-
579σεως.»
580Ἔλαβε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκ-
581παιδεύσεως, καὶ δὲν ἐξεμάνη μὲν, ἀλλ’ ἐθύμωσε, καὶ ἀποτέ-
582λεσμα τοῦ θυμοῦ του ὑπῆρξε κεραυνοβόλον ἔγγραφον πρὸς
583τὴν Πρυτανείαν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγει (ἀνα-
584γινώσκει):
585«...Ἐπειδὴ δ’ ἐπροθυμοποιήθητε, κύριε πρύτανι, αὐθημερὸν
586μὲ τὸ ἔγγραφον τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς νὰ ὑπο-
587βάλητε ἡμῖν, καίτοι μὴ αἰτηθεῖσαν, τὴν ὑμετέραν γνώμην
588περὶ τῶν προτάσεων τῶν Σχολῶν, καὶ δὴ ἐν ἀναφορᾷ, ἥτις
589κυρίως ἔπρεπε νὰ ἦναι ἁπλῶς διαβιβαστικὴ τοῦ ἐγγράφου
590τοῦ κοσμήτορος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ὀκνοῦμεν νὰ δη-
591λώσωμεν ὑμῖν, ὅτι καὶ ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπαραίτητον στοι-
592χεῖον τῶν προτάσεων τὴν αἰτιολογίαν αὐτῶν, τὴν δυναμέ-
593νην νὰ πείσῃ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ δικαίου
594αὐτῶν.»
595Ἀλλ’ ὅτε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως,
596θεωρεῖτε ἀπαραίτητον στοιχεῖον τὴν αἰτιολογίαν ἑκάστης ψη-
597φοφορίας, ὅτε καὶ ὑμεῖς δέχεσθε, ὅτι εἶναι ἄκυρον τὸ πρα-
598κτικὸν τῆς Σχολῆς καὶ ἡ ψηφοφορία ἡ μυστική, διὰ ποῖον
599λόγον προέβητε εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ νέου καθηγητοῦ; Μή-
600πως ἐφοβήθητε τὸν κλονισμὸν τῆς ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ
601πλειονοψηφίας; Διατὶ δὲν προέβητε εἰς νέαν πρόσκλησιν;
602Ἂν ἠθέλετε οὕτως ἐνεργήσει, ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ θὰ ἐπείθετο
603ἴσως νὰ ὑποβάλῃ ἄλλην ἔκθεσιν, ἠτιολογημένην, ὡς ἀπαιτοῦσι
604τὰ κείμενα τῶν νόμων.
605Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι πολυμήχανος καὶ πολύμητις.
606Ἐσκέφθη νὰ ἐξοικονομήσῃ καὶ πάλιν τὸ πρᾶγμα, καὶ τί, νο-
607μίζετε, ἔπραξεν; ἐκάλεσε τοὺς καθηγητάς, οἱ ὁποῖοι εἶχον
608δεδηλωμένην ὑπὲρ τοῦ Γαζέπη γνώμην, καὶ ἀνεκοίνωσεν αὐ-
609τοῖς τὴν στενοχωρίαν του. Οὗτοι δὲ, συνελθόντες ἀνεπισή-
610μως ἐν παρασυναγωγῇ, συνέταξαν ἔγγραφον, καὶ δι’ αὐτοῦ
611διεμαρτυρήθησαν κατὰ τοῦ κοσμήτορος, ὅτι δὲν περιέλαβε
612τὰς γνώμας αὑτῶν ἐν τῇ ἐκθέσει του. Δὲν θ’ ἀναγνώσω τὸ
613ἔγγραφον αὐτὸ, διότι εἶναι μακρόν· ἐν αὐτῷ διακρίνονται αἱ
614ὑπογραφαὶ τῶν κ. κ. Ζωχιοῦ, Καραμήτσα, Σκλαβούνου, Κα-
615τσαρᾶ, Καλλιοντζῆ, Μαγγίνα καὶ Κυριακοῦ, καὶ βεβαιοῦ-
616σιν οὗτοι, ὅτι ἠτιολόγησαν τὴν ψῆφόν των, ὅτι ἔλαβον ὑπ’ ὄ-
617ψιν τὰ ἔργα τοῦ καθηγητοῦ Γαζέπη, ὅτι ἑπομένως κακῶς
618δὲν περιέλαβε τὰς ἐκδηλωθείσας γνώμας καὶ αἰτιολογίας
619αὐτῶν ὁ κοσμήτωρ ἐν τῇ ἐκθέσει... Ἀλλὰ, νομίζω, κύριε
620Ὑπουργὲ, ὅτι ἐπὶ τοιαύτῃ καταγγελίᾳ ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσητε
621τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· διότι, ἂν ἡ ἔκθεσις τοῦ
622κοσμήτορος θεωρηθῇ ἐπίσημον ἔγγραφον δημοσίας ἀρχῆς; ὁ
623κοσμήτωρ καταγγέλλεται, ὅτι σκοπίμως παρέλειψε τὰ οὐσιω-
624δέστερα στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ τὸ
625διάταγμα τοῦ διορισμοῦ καθηγητοῦ, καὶ ἴσως προσέκρουσεν
626εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
627Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔδωκεν εἰς τοιαῦτα μικρὰ πράγματα προσο-
628χὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, κατελή-
629φθη ὅμως ὑπὸ δισταγμοῦ καὶ ἀμφιβολίας· ὑπώπτευσεν ὅτι
630τὸ ἐξώδικον ἐκεῖνο πιστοποιητικὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ση-
631μασίαν, διότι αἱ πράξεις τῶν Σχολῶν κατὰ τὸν νόμον ἔχουσι
632χαρακτῆρα δημόσιον, καὶ αἱ πράξεις καὶ ἀποφάσεις αὐτῶν,
633μόνον ὅταν λαμβάνωνται ἐν συνεδριάσεσιν ὑπὸ τῶν κοσμητό-
634ρων προεδρευομέναις, ἔχουσι κῦρος. Ἐὰν δὲ ἡ πληνοψηφία τῆς
635Ἰατρικῆς Σχολῆς παρέλειψε νὰ ἐκφέρῃ τὰς γνώμας αὐτῆς,
636δὲν ἠδύνατο ἐξωδίκως ὁμὰς καθηγητῶν διὰ τῆς παραδόσεως
637ἑνὸς ὅλως ἀνεπισήμου ἐγγράφου νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλει-
638ψιν καὶ νὰ καλύψῃ τὸ ἄκυρον τῆς ἐπισήμου ἐκθέσεως. Ὑπο-
639πτεύσας δὲ ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀνέλαβε πλέον αὐτοκρα-
640τορικὰ καθήκοντα, ἀνέλαβεν αὐτὸς νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ἑαυτῷ
641πάντα τὰ τῆς Σχολῆς δικαιώματα, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ
642πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα νὰ περιλάβῃ τὰ στοιχεῖα, νὰ
643αἰτιολογήσῃ αὐτὸς τὴν ψῆφον τῆς Σχολῆς. Ἰδοὺ τί ἐβεβαίωσε
644πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα (ἀναγινώσκει): «...Εἰς τὸν
645διορισμὸν αὐτὸν ἐνόμισα πρέπον νὰ προβῶ, διότι ἐπεί-
646σθην, ὅτι ὁ προτεινόμενος δύναται ὄντως ἐπαξίως νὰ κατα-
647λάβῃ τὴν ἕδραν». Παρατάσσονται δὲ τὰ ἔργα καὶ τὰ ἐργα-
648λεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ προτεινόμενος ἐφεῦρε.
649Νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἡ ἐνέργεια ὑμῶν δὲν ὑπῆρξεν
650ἔγκυρος. Φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβητε τὸ πρὸς τὴν Ἰα-
651τρικὴν Σχολὴν ἐρώτημα, ἵνα ἔχητε ἠτιολογημένην ἔκθεσιν,
652ὅπως προβῆτε εἰς νόμιμον διορισμὸν τοῦ εὐνοουμένου ὑμῶν.
653Δὲν θέλω περισσότερον νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς
654προκειμένης ὑποθέσεως. Τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ προσθέσω,
655ὅτι ἐπὶ μὲν τῇ ἀπολύσει τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα διε-
656πράχθη μεγίστη ἀδικία καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὴν ἐπι-
657στήμην, ἐπὶ δὲ τῷ διορισμῷ τοῦ νέου καθηγητοῦ μεγάλη
658παρανομία. Στρεφόμενος δὲ πρὸς πάντας ἐκείνους, οἵτινες
659ὁπωσδήποτε ὑπεστήριξαν τὴν τοιαύτην ἐν τῷ Πανεπιστη-
660μίῳ κατάστασιν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἴσως ἐξεπλήρωσαν ἓν
661ἀνώνυμον συνάλλαγμα, ἀλλ’ ἐναντίον τῆς συνειδήσεως αὑτῶν
662ἐξέδωκαν ἀπόφασιν ἀπελπιστικῶς καταδικαστικήν! (Ἐπι-
663δοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
664§29ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
665κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος
666ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς κατήρξατο τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ
667δι’ ὡραίου προλόγου περὶ Πανεπιστημίου καθόλου, ἐν ᾧ
668διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν νομικῆς ἐμβριθείας ἀπέδειξεν
669ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1882, τὸ ἀναγνωρίσαν εἰς τὰς Σχο-
670λὰς τοῦ Πανεπιστημίου τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τοὺς
671διοριστέους ἐν αὐταῖς καθηγητὰς, εἶναι ἔκθεσμον ὅλως. Κα-
672τέστρεψεν ὅμως τὴν ἀγόρευσίν του δι’ ἐπιλόγου, ἐν ᾧ οὐδὲν
673πλέον οὐδὲν ἔλαττον ἐζήτησε ν’ ἀποδείξῃ ἢ ὅτι ὁ διορισμὸς
674τοῦ κ. Γαζέπη, ὡς μὴ στηριζόμενος εἰς τὸ εἰρημένον διά-
675ταγμα, εἶναι πάντη ἄκυρος...
676§30ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μὲ παρενοήσατε.
677§31ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω μᾶλλον, ὅτι ὁ βουλευτὴς
678Μομφερρᾶτος παρενόησε τὸν νομομαθῆ Μομφερρᾶτον. Ὁ
679δεύτερος οὗτος ἔθεσε καὶ ἔλυσε πολὺ ὀρθῶς τὸ ζήτημα ἐν
680ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς του, δὲν διστάζω δὲ νὰ δηλώσω, ὅτι
681καὶ ἐγὼ ἀσπάζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὡς γί-
682νεται τοῦτο κατάδηλον καὶ ἐκ τῆς μακρᾶς αἰτιολογικῆς
683ἐκθέσεως, ἣν προτάσσω τοῦ νομοσχεδίου μου περὶ ὀργανι-
684σμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Διὰ τοῦ ἄρθρου, Κύριοι, 6 τοῦ
685προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ὁρίζεται (ἀνα-
686γινώσκει): «...Μετὰ δὲ πέντε ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ
687»Πανεπιστημίου θέλουν συντελέσει τὸ Πανεπιστήμιον καὶ
688»αἱ Σχολαὶ διὰ τῆς συμμετοχῆς των (ἥτις θέλει προσδιορισθῆ
689»ἐν τοσούτῳ ἀκριβέστερον) διὰ νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ χη-
690»ρεύουσαι καθέδραι». Ἀλλ’ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος προσωρινὸς
691ὀργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου ἐδημοσιεύθη ἐν ἔτει 1837 ὡς
692διάταγμα νομοθετικὸν, ἐν ἐποχῇ ἀπολύτου μοναρχίας. Ὁ νο-
693μοθέτης ἐπεφυλάχθη βεβαίως δι’ ἑτέρου νομοθετικοῦ διατάγ-
694ματος νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς συμμετοχῆς τοῦ Πανεπιστημίου
695καὶ τῶν Σχολῶν εἰς τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν. Ἀλλὰ
696τοιοῦτο διάταγμα μέχρι τοῦ 1843 δὲν ἐξεδόθη, ἔκτοτε δὲ,
697καθιερωθέντος τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλ-
698λάδι, μόνον διὰ νόμου ἠδύνατο νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς
699συμμετοχῆς οὐ μόνον τῶν Σχολῶν, ὡς ἐγένετο διὰ τοῦ δια-
700τάγματος τῆς 9 Ἀπριλίου 1882, ἀλλὰ καὶ τοῦ Πανεπιστη-
701μίου, ὡς διακελεύει τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τῆς 14)26
702Ἀπριλίου 1837. Τὴν γνώμην ταύτην ἔχει καὶ ὁ εἰδικώτα-
703τος περὶ τὰ τοιαῦτα κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς.
704§32Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Μάλιστα.
705§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι δηλαδὴ αὕτη μία ἀπὸ τὰς ὀλίγας
706γνώμας, ἐν αἷς συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν... Ὁμολογῶ
707δὲ, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἐφ’ ὅλων τῶν διορισμῶν καθηγητῶν
708τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς οὓς προέβην, προεκάλεσα προτάσεις
709τῶν οἰκείων αὐτοῦ Σχολῶν, τὰς προτάσεις ταύτας οὐδέποτε
710ἐθεώρησα ὑποχρεωτικὰς δι’ ἐμὲ, ἀλλὰ μόνον συμβουλευτικὰς,
711ἃς, ὡς τοιαύτας, ἤμην ἐλεύθερος, ἐὰν ἤθελον, ν’ ἀκολουθήσω,
712ἢ νὰ μὴ λάβω τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψιν. Οὕτω πῶς μόνον ἠδύ-
713νατο νὰ διασωθῇ πλήρης καὶ ἀκεραία ἡ διακριτική μου ἐξου-
714σία, ἐν ταυτῷ δὲ πλήρης καὶ ἀκεραία καὶ ἡ εὐθύνη μου
715ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.
716Ἀλλ’ ἐνῷ συμφωνῶ ἐν τούτῳ πληρέστατα πρὸς τὸν νο-
717μομαθῆ Μομφερρᾶτον, διΐσταμαι ἐκ διαμέτρου πρὸς ὅσα ὁ
718βουλευτὴς Μομφερρᾶτος, χάριν τοῦ συμπολίτου του Δελλα-
719πόρτα καὶ τῶν συγγενῶν τούτου ἐκλογέων του ἐν Κραναίᾳ,
720εἶπεν, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Γαζέπη εἶναι
721ἄκυρος, ὡς μὴ συνᾴδων ἐν πᾶσι πρὸς τὸ ἔκθεσμον διάταγμα
722τοῦ 1882. Κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1837, τὸ μόνον ἐπέ-
723χον θέσιν νόμου, ἀρκεῖ νὰ ἦναί τις διδάκτωρ τῆς οἰκείας
724ἐπιστήμης καὶ νὰ διορισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, ὑπογεγραμ-
725μένου ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ προσυπογεγραμμέ-
726νου ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, κα-
727θηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως ᾖ ἔγκυρος, ἐγκυρότατος,
728ὁ διορισμός του. Ἐὰν, Κύριοι, ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ βου-
729λευτοῦ Μομφερράτου, τότε δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς,
730ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν διορισμῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπι-
731στημίου, τῶν γενομένων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος τοῦ
7321882, θὰ ἦσαν ἄκυροι, ἄκυρος δὲ θὰ ἦτο καὶ αὐτὸς ὁ διο-
733ρισμὸς τοῦ συμπολίτου του Δελλαπόρτα, οὕτως ὥστε μά-
734ταιος θὰ ἦτο καὶ πᾶς Φιλιππικὸς κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ
735ἀπολύσαντος αὐτόν.
736§34ΜΠΑΣΙΑΣ. Πῶς;
737§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ βουλευτὴς Μομφερρᾶτος ἰσχυρίσθη, ὅτι,
738ἐπειδὴ ἐν τῇ προτάσει τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς περὶ τοῦ κ.
739Γαζέπη δὲν ἀναφέρονται τὰ ἐπιστημονικά του συγγράμματα,
740τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν κλάδον, ὃν ἔμελλε νὰ διδάξῃ, ἐναντίον
741τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ διατάγματος τοῦ 1882,
742καθ’ ὃ, «χηρευούσης ὁπωσδήποτε καθέδρας τοῦ Πανεπιστη-
743»μίου... ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς προσκαλεῖ διὰ τῆς Πρυ-
744»τανείας τὴν οἰκείαν Σχολὴν, ἵνα δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως,
745»ἐν ᾗ θέλουν λαμβάνεσθαι κατὰ πρῶτον λόγον ὑπ’ ὄψιν τὰ
746»ἐπιστημονικὰ ἔργα τοῦ ὑποψηφίου ἐν τῷ κλάδῳ τῆς ἐπιστή-
747»μης, ἣν πρόκειται νὰ διδάξῃ κλπ.», διὰ τοῦτο ὁ περὶ οὗ
748ὁ λόγος καθηγητὴς διωρίσθη παρανόμως, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ
749εἶναι ἄκυρος ὁ διορισμός του. Ἀλλ’ αἱ πλεῖσται τῶν προ-
750τάσεων τῶν Σχολῶν, καὶ ἰδίᾳ τῆς Ἰατρικῆς, ἔχουσι γείνῃ
751ὅλως ἀναιτιολογήτως, χωρὶς νὰ ἀναφέρωσιν οἱονδήποτε ἐπι-
752στημονικὸν ἔργον τῶν προτεινομένων, ἀναγόμενον εἰς τὸν
753κλάδον, ὃν ἔμελλον νὰ διδάξωσι. Κατὰ τὴν γνώμην λοιπὸν
754τοῦ βουλευτοῦ Μομφερράτου, πάντες οὗτοι εἶναι ἀπολυτέοι,
755μεταξὺ δὲ τούτων ἀπολυτέος ἦτο καὶ ὁ συμπολίτης του
756κ. Δελλαπόρτας, περὶ οὗ ἀκούσατε, τί ἀναφέρει ἡ σχετικὴ
757πρότασις τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς (ἀναγινώσκει):
758«Ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ... συμφώνως τῷ νόμῳ περὶ
759»προτάσεως καθηγητῶν ἐπρότεινε διὰ ψήφων 8 ὡς κα-
760»ταλληλότερον νὰ ἀναλάβῃ τὴν διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος
761»τῆς Ὀφθαλμολογίας τὸν ὀφθαλμίατρον καὶ ὑφηγητὴν τοῦ
762»αὐτοῦ μαθήματος κ. Ν. Δελλαπόρταν, ὅστις καὶ ἔργα ἐπι-
763»στημονικὰ ἄξια λόγου ἔχει, ὡς ὁ νόμος κελεύει (!),
764»καὶ ὑφηγητὴς τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ ἰατρὸς βοηθὸς ἐν τῇ
765»Ἀστυκλινικῇ διατελέσας ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐπέδειξε μεγί-
766»στην περὶ τὸ διδάσκειν ἱκανότητα, ἀσφαλίζουσαν ἐκ τῶν
767»προτέρων τὴν ἐπιτυχῆ διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος τῆς
768»Ὀφθαλμολογίας.»
769§36ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν δι’ αὐτὸ τὸν ἀπελύσατε;
770§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σεῖς μόνος ἐδικαιοῦσθε, ἢ μᾶλλον εἴχετε
771καθῆκον νὰ τὸν ἀπολύσητε δι’ αὐτὸ, καθ’ ἣν γνώμην
772ἔχετε ὡς βουλευτὴς Μομφερρᾶτος, θεωροῦντες ἄκυρον τὸν
773διορισμόν του, ὡς γενόμενον ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τῆς
774Σχολῆς μὴ ἀναφερούσης τὰ ἐπιστημονικά του ἔργα, τὰ ἀνα-
775γόμενα εἰς ὃν ἔμελλε νὰ διδάξῃ κλάδον. Ἐγὼ ὅμως, ὅστις,
776συμφωνῶν πρὸς τὸν νομομαθῆ Μομφερρᾶτον, ὑπολαμβάνω
777ἄκυρον μὲν τὸ διάταγμα τοῦ 1882, ἐγκυρότατον δὲ τὸν διο-
778ρισμὸν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ὡς γενόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
779διδακτορικοῦ του πτυχίου, καὶ δὴ διὰ διατάγματος ὑπογε-
780γραμμένου ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ προσυπογε-
781γραμμένου ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, δὲν ἠδυνάμην βε-
782βαίως νὰ τὸν ἀπολύσω δι’ αὐτὸν τὸν λόγον.
783§38ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἀλλὰ διατὶ τότε τὸν ἀπελύσατε;
784§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ οὓς λόγους ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω
785ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὅτε ὑπέ-
786βαλον πρὸς αὐτὸν τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Δελ-
787λαπόρτα, καὶ οὓς ἐδημοσίευσα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερ-
788νήσεως. Τοὺς λόγους τούτους, προκαλούμενος νῦν, ἐπαναλαμ-
789βάνω ἐν πάσῃ δυνατῇ βραχυλογίᾳ.
790Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Δελλαπόρτας ὑπῆρξεν ἀπὸ ἐτῶν
791γνώριμός μου, ἐκ τῆς γνωριμίας δὲ ταύτης εἶχον σχηματίσει
792τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτὸς ἦτο μὲν ἀρχῆθεν ἱκανῶς κατηρ-
793τισμένος ὑπὸ ἔποψιν θεωρητικὴν, ἀλλ’ ἀπὸ εἰκοσαετίας, ὡς
794ἔγγιστα, διατελῶν μακρὰν πάσης Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς,
795ὡς ἰατρὸς δὲ καὶ ὡς βοηθὸς τῆς Ἀστυκλινικῆς ἀσχολούμενος
796μᾶλλον περὶ τὴν ἐσωτερικὴν παθολογίαν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι
797καὶ ἱκανὸς ἐγχειρητὴς, τοῦθ’ ὅπερ ἀπαιτεῖται κατ’ ἐξοχὴν
798παρὰ τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ τῆς Ὀφθαλ-
799μολογικῆς Κλινικῆς. Ὡς τοιοῦτος, δυστυχῶς ἀπέτυχεν αὐτὸς,
800ἅμα διορισθείς. Ἠναγκασμένος νὰ διευθύνῃ καὶ τὸ Ὀφθαλ-
801μιατρεῖον καὶ νὰ θεραπεύῃ πάντας τοὺς ἐξ ὀφθαλμικῶν νο-
802σημάτων πάσχοντας, τοὺς συρρέοντας εἰς αὐτὸ ἔκ τε τῆς
803ἐλευθέρας καὶ τῆς ἀλυτρώτου μεγάλης Ἑλλάδος, νὰ ἐκτελῇ
804δὲ διαφόρους ἐγχειρήσεις ἐπ’ αὐτῶν ἐνώπιον τῶν διδακτόρων
805τῆς Ἰατρικῆς, διδάσκων ἐνώπιον τούτων τὴν Ὀφθαλμολο-
806γίαν ὡς κλινικὸν μάθημα, καὶ ἀσκῶν αὐτοὺς, εἴτε ἀπ’ εὐθείας,
807εἴτε διὰ τοῦ ἐπιμελητοῦ αὐτοῦ, καὶ ἐμπράκτως εἰς τὸν περὶ
808οὗ ὁ λόγος κλάδον τῆς ἐπιστήμης, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ
809καθυστερεῖ πολὺ ὑπὸ τὴν πρακτικὴν ταύτην ἔποψιν. Ἐντεῦ-
810θεν ἡ ἐμπόλεμος, οὕτως εἰπεῖν, κατάστασις, εἰς ἣν εὑρέθη ἀπὸ
811τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ διορισμοῦ του πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν,
812τὴν διοικοῦσαν τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον. Ἐντεῦθεν ὁ δημοσιογρα-
813φικὸς αὐτοῦ ἀγὼν πρὸς ταύτην, οὗτινος μάρτυρες εἶσθε πάν-
814τες οἱ ἀναγινώσκοντες ἐφημερίδας, καὶ καθ’ ὃν αὐτὸς μὲν
815ἐπέρριπτε τὴν οἰκτρὰν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κατάστασιν τοῦ
816εὐαγοῦς ἐκείνου καθιδρύματος εἰς τὴν ἀδιαφορίαν τῆς διοι-
817κούσης αὐτὸ Ἐπιτροπῆς, αὕτη δὲ εἰς τὴν ἀνικανότητα αὐτοῦ.
818Ἐντεῦθεν καὶ ἡ κακίστη λειτουργία τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἐπὶ
819ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ καὶ τῶν νοσηλευομένων ἢ θεραπευομέ-
820νων ἐν αὐτῷ καὶ τῶν παιδευομένων ἐν τῇ Ὀφθαλμολογίᾳ
821καὶ τῇ Ὀφθαλμολογικῇ Κλινικῇ διδακτόρων τῆς Ἰατρικῆς.
822Οὕτως εἶχον, Κύριοι, τὰ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ὅτε ἐγὼ
823ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστι-
824κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀρχομένου τοῦ Ἀπρι-
825λίου τοῦ 1899. Μετὰ ἕνα μῆνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσω-
826τερικῶν μοὶ διηύθυνεν ἀναφορὰν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ περὶ οὗ
827ὁ λόγος καθιδρύματος, συνοδευομένην ὑπὸ ἀντιγράφου ἀναφο-
828ρᾶς τοῦ οἰκονόμου καὶ λογιστοῦ τούτου, ἐξ ὧν ἐνεφαίνετο
829«ἡ μὴ κανονικὴ λειτουργία τοῦ καταστήματος», κατὰ τὴν
830ἔκφρασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς μὲ παρε-
831κάλει τοῦτο νὰ ἐνεργήσω ὅ,τι ἂν ἐγκρίνω «εἰς τὴν ἐν τῷ
832»Ὀφθαλμιατρείῳ διδασκαλίαν καὶ συναφῆ ταύτῃ ἐν αὐτῷ
833»ἐπιστημονικὴν λειτουργίαν».
834Ὁ οἰκονόμος καὶ λογιστὴς ἀνέφερεν, ὅτι εἶχον ἀναστραφῆ
835οἱ ὅροι μεταξὺ Διευθυντοῦ καὶ ἐπιμελητοῦ τοῦ Ὀφθαλμια-
836τρείου. Ὁ τελευταῖος εἶχε σφετερισθῆ τὰ δικαιώματα καὶ
837καθήκοντα τοῦ Διευθυντοῦ, αὐτὸς δεχόμενος ὅσους ἤθελεν
838ἀσθενεῖς, καὶ ἐνεργῶν τὰς σπουδαιοτάτας τῶν ἐγχειρήσεων,
839εἰς δὲ τὸν Διευθυντὴν ἐγκαταλείπων τὰς ἀσημάντους ὅλως
840καὶ ἀναξίας λόγου, αὐτὸς δεχόμενος καὶ ἀποπέμπων τοὺς νο-
841σοκόμους, καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους καὶ πρὸς τὸν
842Διευθυντὴν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὀφθαλμια-
843τρείου φερόμενος σκαιῶς. Ἡ Ἐπιτροπή, βεβαιωθεῖσα περὶ
844τῆς ἀληθείας τῶν καταγγελλομένων ὑπὸ τοῦ οἰκονόμου καὶ
845λογιστοῦ δι’ ἐξετάσεως ἐνεργηθείσης ὑπὸ τοῦ ταμίου καὶ τοῦ
846γραμματέως αὐτῆς, ἐνόμισεν ἐπάναγκες νὰ ἀναφέρῃ ταῦτα
847εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, «ὡς προϊσταμένην ἀρ-
848»χὴν καὶ μόνην ἁρμοδίαν, ὅπως λάβῃ πᾶν μέτρον πρόσφορον
849»πρὸς διόρθωσιν τῆς ἀνωμάλου ταύτης καταστάσεως».
850Ἐπειδὴ, Κύριοι, προέκειτο περὶ ἀνδρὸς γνωρίμου, ὡς προ-
851εῖπον, περὶ ἀνδρὸς, ὑπὲρ οὗ θερμότατα συνηγόρει ὁ ἀξιότιμος
852ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάδελφός μου, ὡς συμπολίτης του,
853ἐνόμιζον δὲ καὶ ἄλλως, ὅτι προέκειτο περὶ ἀνωμαλιῶν τοῦ
854Ὀφθαλμιατρείου, προερχομένων ἴσως ἐκ παρεξηγήσεων με-
855ταξὺ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Διευθυντοῦ καὶ τοῦ
856ἐπιμελητοῦ αὐτοῦ ἀφ’ ἑτέρου, ἀπέφυγον ἐπὶ ἑβδομάδας πᾶν
857ἐπίσημον διάβημα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἠρκέσθην δὲ εἰς τὸ
858νὰ συστήσω ἰδιαιτέρως, καὶ διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
859συναδέλφου μου καὶ ἀπ’ εὐθείας, πρὸς τὸν κ. Δελλαπόρταν,
860(ὅστις μοὶ ὡμολόγησεν, ὅτι αἰτία τοῦ κακοῦ ἦτο τὸ ὀξὺ καὶ
861παράφορον τοῦ ἐπιμελητοῦ, τοῦ κυρίως προκαλοῦντος πάσας
862τὰς συγκρούσεις,) ἵνα πᾶσαν καταβάλῃ προσπάθειαν εἰς ἐξο-
863μάλυνσιν τῶν σχέσεων αὐτοῦ τε καὶ τοῦ ἐπιμελητοῦ πρὸς
864τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀπαλλάττων οὕτω περαιτέρω ἐνοχλήσεων
865καὶ ἐμὲ καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάδελφόν μου.
866§40ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν ἐκάματε
867παραστάσεις;
868§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπάγεται ὑπὸ τὴν ἀποκλει-
869στικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κατ’ ἀ-
870κολουθίαν οὐδὲν διάβημα ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ κάμω πρὸς αὐτήν.
871Δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. Δελλαπόρτας, ἀντὶ νὰ συμμορφωθῇ
872πρὸς τὴν σύστασίν μου, ἔκρινε καλὸν νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Σύγ-
873κλητον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ νὰ προκαλέσῃ παρέμβασιν ταύ-
874της παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργῷ ἐπὶ
875τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
876Ὀφθαλμιατρείου. Λαβὼν γνῶσιν τοῦ διαβήματος τούτου τῆς
877Συγκλήτου, ἐξ οὗ ἐπείσθην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευ-
878χθῇ ἡ ὑπ’ ἐμοῦ συσταθεῖσα συμβιβαστικὴ λύσις τῆς ὑποθέ-
879σεως, ἠναγκάσθην οὕτω νὰ προβῶ εἰς τὴν μόνην ἐναπολειπο-
880μένην μοι ἐπίσημον περὶ αὐτῆς ἐνέργειαν, καθ’ ἣν διὰ τοῦ
881ὑπ’ ἀριθ. 5644 τῆς 26 Μαΐου 1899 ἐγγράφου μου πρὸς τὴν
882Πρυτανείαν τοῦ Πανεπιστημίου διαβιβάζων πρὸς τὸν καθη-
883γητὴν κ. Δελλαπόρταν ἐν ἀντιγράφῳ τὰς ἀναφορὰς τοῦ τε
884οἰκονόμου καὶ λογιστοῦ καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμια-
885τρείου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκάλουν αὐτὸν,
886ἵν’ ἀπολογηθῇ περὶ τῶν καταγγελλομένων δι’ αὐτῶν.
887Ἐν τῇ ἀπὸ 30 Μαΐου 1899 ἀπολογίᾳ αὐτοῦ ὁ κ. Δελ-
888λαπόρτας, χαρακτηρίζων τὰ καταγγελλόμενα ὡς σκευωρίαν,
889ἧς πρωτουργὸν θεωρεῖ τὸν τέως βοηθὸν Ἀπ. Ἰσιδωρίδην, ἰσχυ-
890ρίζεται, ὅτι αὐτὸς ἐκτελεῖ πάσας τὰς σπουδαίας, ὁ δὲ ἐπιμε-
891λητὴς τὰς ἀσημάντους μόνον ἐγχειρήσεις, καὶ ὅτι ἡ κατάστα-
892σις τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ὅπερ αὐτὸς παρέλαβεν «ἐγκατα-
893»λελειμμένον εἰς τὴν τύχην του καὶ ἐν ἀποσυνθέσει πλήρει»,
894ἐβελτιώθη τὰ μάλιστα ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του· ἐπιτίθεται εἶτα
895κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἰσχυριζόμενος περὶ αὐτῆς τάδε: «Συ-
896»στηματικῶς καὶ ἐν παντὶ ἀσκεῖ κατ’ ἐμοῦ ἀντίδρασιν, παρα-
897»κωλύει πᾶσαν ἐνέργειάν μου, καὶ διὰ τῶν οὕτω παρεμβαλ-
898»λομένων προσκομμάτων συντελεῖ προφανέστατα εἰς κατάρ-
899»ριψιν τοῦ κύρους καὶ τῆς ὑπολήψεως, ἣν δικαιοῦται νὰ ἀξιοῖ
900»ἡ Διεύθυνσις»· τέλος δὲ μὲ παρακαλεῖ, ὅπως πρὸς ἐξακρίβω-
901σιν τῆς ἀληθείας ἀναθέσω «τὴν ἐξέτασιν τῶν τοῦ Ὀφθαλ-
902»μιατρείου εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου
903»ἢ ἄλλων ἐπιστημόνων».
904Κατὰ περίεργον, Κύριοι, σύμπτωσιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλάμ-
905βανον τὴν ἀπολογίαν ταύτην, προσῆλθεν εἰς ἐμὲ ἐπιτροπὴ τῆς
906Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπαρτιζομένη ἐκ τοῦ πρυτά-
907νεως καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς κ. κ. Γαλβάνη,
908Μαγγίνα, Καραμήτσα καὶ Χατζημιχάλη, ἥτις ἀνεπιφυλά-
909κτως ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ κ. Δελλαπόρτα καὶ κατὰ τῆς Ἐπι-
910τροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἐπιρρίπτουσα εἰς ταύτην πᾶσαν
911τὴν εὐθύνην διὰ τὴν κακὴν ὁπωσδήποτε κατάστασιν τοῦ εὐα-
912γοῦς τούτου ἱδρύματος. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἡ περὶ ἧς
913ὁ λόγος ἐπιτροπὴ τῆς Συγκλήτου μοὶ ὑπέβαλε παράπονα καὶ
914κατὰ τοῦ Ἀδελφάτου τοῦ ἐνταῦθα Δημοτικοῦ Βρεφοκομείου.
915Ἐγὼ πρὸς ταῦτα ἀπήντησα, ὅτι οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχων
916ἐπὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου καὶ τοῦ Ἀδελφάτου
917τοῦ Βρεφοκομείου, ὡς ὑπαγομένων ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἢ ἔμμεσον
918δικαιοδοσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συναδέλφου μου, κα-
919θῆκόν μου ὑπολαμβάνω τό γε νῦν νὰ ἐξετάσω καὶ ἐξακρι-
920βώσω τὴν ἀλήθειαν τῶν καταγγελλομένων ὑπὸ τῆς Ἐπιτρο-
921πῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, περὶ οὗ συμφωνεῖ πληρέστατα καὶ
922ὁ Διευθυντὴς τούτου ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του, ἅμα δ’ ὡς πεισθῶ
923περὶ τοῦ ἀδίκου τῶν αἰτιάσεών της, νὰ προβῶ εἰς τὰς δεού-
924σας κατ’ αὐτῆς παραστάσεις παρὰ τῷ προϊσταμένῳ αὐτῆς
925Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν.
926Καὶ τῷ ὄντι τῇ 2 Ἰουνίου συνέστησα ἐξεταστικὴν τῆς
927καταστάσεως τοῦ Ὀφθαλμιατρείου ἐπιτροπὴν, ἰδίᾳ ἐν ἀνα-
928φορᾷ πρὸς τὴν ἐν αὐτῷ λειτουργίαν τοῦ Διευθυντοῦ καὶ κα-
929θηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς. Τὴν ἐπιτροπὴν ταύ-
930την κατήρτισα ἐκ δύο καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, μὴ
931ἐχόντων ἤδη ἐκδεδηλωμένην περὶ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου γνώ-
932μην, ὡς οἱ μνημονευθέντες καθηγηταί, ἐξ ἑνὸς χειρουργοῦ,
933τοῦ κ. Καλλιοντζῆ, καὶ ἐξ ἑνὸς κλινικοῦ παθολόγου, τοῦ κ.
934Ζωχιοῦ, πρὸς δὲ ἐκ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκο-
935μείου κ. Μερκούρη, ὅστις ἦτο ἁρμοδιώτατος, ἵνα κρίνῃ περὶ
936τῆς καταστάσεως ἱδρύματος παρεμφεροῦς πρὸς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ
937διευθυνόμενον...
938§42ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἦτο καὶ ὑποψήφιος δήμαρχος.
939§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅσοι, Κύριοι, γινώσκετε τὸν ἱπποτικὸν καὶ
940εἰλικρινῆ χαρακτῆρα τοῦ κ. Μερκούρη, θὰ συνομολογήσητε
941μετ’ ἐμοῦ, ὅτι εἶναι πάντη ἀνυπόστατος καὶ ἀνάξιος τοῦ ἀν-
942δρὸς ὁ ὑπαινιγμὸς οὗτος τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πάλλης. Ἡ ἰδιό-
943της δὲ τοῦ ὑποψηφίου δημάρχου, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁ
944κ. Μερκούρης θὰ ἐπηρεάζετο χάριν αὐτῆς ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν
945τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἔπρεπε ν’ ἀποβῇ ὑπὲρ τοῦ κ. Δελλα-
946πόρτα, περὶ οὗ ἔγραφον τότε αἱ ἐφημερίδες, ὅτι ἦγε καὶ ἔφε-
947ρεν ὅλους τοὺς ἐν Ἀθήναις ἐγκατεστημένους Κεφαλλῆνας.
948Τοῦτο δὲ μαρτυρεῖ τρανῶς τὸ ἑξῆς γεγονός. Πρὶν ἢ ἡ περὶ
949ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπὴ μοὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεώς
950της, ἤτοι τῇ 2 Ἰουνίου, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, προσῆλ-
951θον εἰς τὴν οἰκίαν μου οἱ κ. κ. Δελλαπόρτας καὶ Μερκούρης,
952ἐκεῖνος μὲν ἐκλιπαρῶν με, οὗτος δὲ συνηγορῶν ἐκθύμως, ὅπως
953ἀπευθύνω πρὸς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν ἐρώτημα περὶ συστά-
954σεως καὶ δευτέρας ἕδρας τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλ-
955μολογικῆς Κλινικῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ περὶ τοῦ κα-
956ταλλήλου ἵνα διορισθῇ ἐν αὐτῇ, «ἐπὶ τῷ ἰσχυρισμῷ αὐτοῦ
957(τοῦ κ. Δελλαπόρτα)», ὡς διαβεβαιοῖ ὁ κ. Μερκούρης ἐν τῇ δη-
958μοσιευθείσῃ ἤδη ἐπιστολῇ του πρὸς ἐμέ, «ὅτι πᾶσαι αἱ ἀνω-
959»μαλίαι τοῦ Ὀφθαλμιατρείου προήρχοντο ἐκ τῆς ἀνεπαρ-
960»κείας του εἰς τὴν θεραπείαν τοσούτων ἐσωτερικῶν καὶ
961»ἐξωτερικῶν πασχόντων ἐξ ὀφθαλμολογικῶν νοσημάτων, οἵ-
962»τινες χρήζουσι συνήθως τῆς ἐξετάσεως, ἐπισκέψεως καὶ ἐγ-
963»χειρήσεώς του». Ἐγώ, Κύριοι, ὑπείκων εἰς τὰς παρακλήσεις
964ταύτας, πρὸς δὲ εἰς τὰς θερμὰς συστάσεις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξω-
965τερικῶν ἀξιοτίμου συνδέλφου μου, ἐνέδωκα εἰς τὸ νὰ ἀπευ-
966θύνω τὸ ἐρώτημα πρὸς τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν.
967§44ΜΑΝΕΤΑΣ. Αὐτὸ εἶναι καθαρὰ συναλλαγή.
968§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν συνεζητεῖτο τὸ ἐρώτημά μου
969ἐν τῇ Σχολῇ, προεκλήθη ἐνταῦθα συζήτησις θυελλώδης περὶ
970αὐτοῦ, καθ’ ἣν διάφοροι συνάδελφοι, λαβόντες τὸν λόγον, ἐπε-
971τέθησαν δριμεῖς ἐναντίον μου, ἰσχυριζόμενοι καὶ τότε, ὅτι
972προέκειτο περὶ συναλλαγῆς. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην τότε ν’ ἀπαν-
973τήσω τι, διότι δὲν εἶχεν ἡ Βουλὴ πρᾶξιν συντετελεσμένην
974ἐνώπιόν της, δι’ ἣν καὶ μόνην ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ εὐθύνας
975παρ’ ἐμοῦ. Νῦν ὅμως, ὅτε ἔχει συντελεσθῆ ἡ ἀπόλυσις τοῦ
976κ. Δελλαπόρτα, ἀπαντῶ καὶ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην.
977Δὲν ἐνέδωκα, Κύριοι, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, οὔτε εἰς τὰς
978παρακλήσεις αὐτοῦ, οὔτε εἰς τὰς συστάσεις τῶν κ. κ. Μερκού-
979ρη καὶ Ῥωμάνου. Εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἷς καὶ μόνον
980καθηγητὴς δὲν ἐπήρκει διὰ τὴν Ὀφθαλμολογίαν καὶ τὴν
981Ὀφθαλμολογικὴν Κλινικήν. Τούτου ἕνεκα καὶ ἐν τῷ νομο-
982σχεδίῳ μου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου θὰ εὕρητε
983ἀναγραφομένους δύο καθηγητὰς αὐτῆς, ἕνα τακτικὸν καὶ ἕνα
984ἔκτακτον. Ἡ πληθὺς τῶν πασχόντων ἐξ ὀφθαλμικῶν νοση-
985μάτων καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθόλου, ἥτις
986στερεῖται παντὸς ἄλλου Ὀφθαλμιατρείου, ἀξίου τοῦ ὀνόμα-
987τος τούτου, προσέτι δὲ ἡ πληθὺς τῶν διδακτόρων τῆς Ἰα-
988τρικῆς, οἵτινες κατ’ ἔτος ὀφείλουσιν οὐ μόνον ν’ ἀκροασθῶσι
989τοῦ μαθήματος τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ τῆς Ὀφθαλμολογι-
990κῆς Κλινικῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρακολουθήσωσι τὰς διαφόρους
991ἐγχειρήσεις καὶ ν’ ἀσκηθῶσι πάντες ἐμπράκτως ἐν ἀρχῇ εἰς
992τὴν ὀφθαλμοσκόπησιν, εἶτα δὲ καὶ εἰς ἐγχειρήσεις, ὅπως κα-
993ταρτισθῶσιν ὁπωσδήποτε ἐν τῇ Ὀφθαλμιατρικῇ, ταῦτα πάν-
994τα ἐπιβάλλουσιν ἐπιτακτικῶς τὸν διορισμὸν καὶ δευτέρου
995καθηγητοῦ τοῦ περὶ ὁ λόγος μαθήματος.
996Τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν, Κύριοι, ἔχει ἱδρυθῆ κατὰ τὸ
997πρότυπον οὐχὶ τῶν Γαλλικῶν, ἀλλὰ τῶν Γερμανικῶν Πανε-
998πιστημίων. Ἐν ἐκείνοις καὶ ἄλλοι κλάδοι τῆς ἐπιστήμης,
999μάλιστα δὲ ὁ τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλμολογικῆς
1000Κλινικῆς, καθυστεροῦσι πολὺ τὴν σήμερον. Τοῦτο δὲν εἶναι
1001ἁπλῆ γνώμη ἐμοῦ, οὐδὲ γνώμη τῶν ἐν Γερμανίᾳ σοφῶν.
1002Εἶναι γνώμη τοῦ ἐπιφανοῦς ὀφθαλμολόγου τῆς Γαλλίας καὶ
1003ἐγκρίτου ὁμογενοῦς κ. Πανᾶ. Οὗτος ἦτο μέχρις ἐσχάτων ὁ
1004μόνος καθηγητὴς τῆς Ὀφθαλμολογίας ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ
1005τῶν Παρισίων. Ὅτε δὲ τελευταῖον, συμπληρώσας τὸ 65
1006ἔτος τῆς ἡλικίας, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ ἔσχατον ὅριον διὰ τὴν
1007διδασκαλίαν τῶν καθηγητῶν, ἀπεχώρησεν ἐκ τοῦ καθηγη-
1008τικοῦ βίου, ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ δι’ ἐκθέσεώς του πρὸς
1009τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος Σχολήν, ὅτι μὲ μίαν μόνην ἕδραν καὶ
1010Κλινικὴν τῆς Ὀφθαλμολογίας ἀδύνατον νὰ μορφωθῶσιν
1011ὀφθαλμίατροι χιλιάδες ὅλαι φοιτητῶν αὐτῆς. Ἐπικαλούμε-
1012νος δὲ τὸ παράδειγμα τῶν Γερμανικῶν καὶ Αὐστριακῶν
1013Πανεπιστημίων, συνιστᾷ ὡς ἀπαραίτητον τὴν σύστασιν παραρ-
1014τήματος Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς ἐν ἑκάστῃ Κλινικῇ τῶν
1015Παρισίων.
1016Ἐν τοῖς Γερμανικοῖς καὶ Αὐστριακοῖς Πανεπιστημίοις
1017ὑπάρχουσι τρεῖς καὶ τέσσαρες καθηγηταὶ τῆς Ὀφθαλμολο-
1018γίας καὶ Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς, οὐδέποτε δὲ σχεδὸν
1019ὀλιγώτεροι τῶν δύο. Εἰς ἀπόδειξιν τούτου, Κύριοι, δὲν σᾶς
1020ἀναγινώσκω ἀποκρύφους σημειώσεις ἐνδιαφερομένου τινός.
1021Ἔχω ἐν τῷ ὀγκώδει τούτῳ τόμῳ (ἐπιδεικνύει αὐτὸν)
1022τὰ ἐπίσημα προγράμματα τῶν Πανεπιστημίων ὅλης τῆς
1023ὑφηλίου διὰ τὸ Ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1899–1900. Κατ’ αὐτὰ,
1024διδάσκουσιν Ὀφθαλμολογίαν καὶ Ὀφθαλμολογικὴν Κλινικὴν
1025τέσσαρες καθηγηταὶ ἐν Βερολίνῳ, οἱ Sweiger, Scocler,
1026Hirschberg καὶ Silex· ἐν Λειψίᾳ τρεῖς, οἱ Sattler,
1027Schröter καὶ Schwarz· ἐν Βιέννῃ τέσσαρες, οἱ Schnabel,
1028Fuchs, Reuss, καὶ Bergmeister. Καὶ ἐν δευτερεύουσι
1029Πανεπιστημίοις, ὧν οἱ φοιτηταὶ δὲν ἀνέρχονται εἰς 3000,
1030ὡς παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ κυμαίνουσι μεταξὺ 1000 καὶ 2000,
1031εἶναι καθηγηταὶ τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλμολογικῆς
1032Κλινικῆς πλείονες τοῦ ἑνός. Οὕτως ἐν Βρεσλαυΐᾳ διδάσκουσι
1033τέσσαρες, οἱ Foerster, Ubthoff, Cohn καὶ Magnus, ἐν
1034Στρασβούργῳ τρεῖς, οἱ Laqueur, Stilling καὶ Ulrich, ἐν
1035Φρεϊβούργῳ τρεῖς, οἱ Manz, Knies καὶ Baas, ἐν Ἑϊδελ-
1036βέργῃ τρεῖς, οἱ Leber, Weiss καὶ Hippel, καὶ οὕτως
1037ἐφεξῆς. Ἂν δὲ πλείονες καθηγηταὶ τῆς Ὀφθαλμολογίας
1038καὶ Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς διδάσκουσιν ἐν ἑκάστῳ τῶν
1039Πανεπιστημίων τῆς Γερμανίας καὶ Αὐστρίας, ἐν χώραις
1040δηλαδὴ ἐχούσαις πολλὰ Πανεπιστήμια (ἡ Γερμανία ἀριθμεῖ
104120 τοιαῦτα) καὶ ἐν αἷς δὲν εἶναι τόσον πολὺ διαδεδομένα
1042τὰ ὀφθαλμικὰ νοσήματα, πόσῳ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν
1043ἡμεῖς πλείονας τοῦ ἑνὸς καθηγητὰς τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος
1044μαθήματος εἰς τὸ μονάκριβον τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀνα-
1045τολῆς καθόλου Πανεπιστήμιον, εἰς ὃ τόσαι χιλιάδες φοιτη-
1046τῶν προσέρχονται καὶ ἔνθα ἄπειροι εἶναι οἱ θεραπευόμενοι
1047ἐξ ὀφθαλμικῶν νοσημάτων;
1048Οὐχὶ λοιπὸν χάριν συναλλαγῆς, ἀλλ’ ἐκ πεποιθήσεως
1049ἀπηύθυνα τὸ ἐρώτημα πρὸς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν, ἐκ πε-
1050ποιθήσεως, ἣν ἐνίσχυεν ἔτι μᾶλλον ἡ γνώμη, ἣν εἶχον περὶ
1051τῶν δύο γνωστοτέρων ὀφθαλμιάτρων ἡμῶν, τῶν κ.κ. Δελλα-
1052πόρτα καὶ Γαζέπη, καὶ καθ’ ἣν αὐτοί, ἐκεῖνος μὲν ἐπὶ τὸ
1053θεωρητικώτερον, οὗτος δ’ ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον κατηρτι-
1054σμένος, θ’ ἀπέβαινεν ἑκάτερος αὐτῶν τὸ ἀναγκαῖον συμπλή-
1055ρωμα τοῦ ἄλλου. Ἐνοεῖτε νῦν, Κύριοι, ὁπόσον ἐξεπλάγην,
1056τοιαύτην γνώμην ἔχων περὶ τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ὅτε εἶδον
1057ὅτι καὶ ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ καὶ ἐνταῦθα οἱ φίλοι αὐτοῦ
1058ἐζήτησαν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ διαστρέψωσι τὰς εἰλικρινε-
1059στέρας τῶν προθέσεών μου, ὅτε εἶδον, ὅτι, κατ’ εἰσήγησιν
1060αὐτοῦ πάντως καὶ τοῦ ἐπιμελητοῦ αὐτοῦ ἀποπλανηθέντες,
1061τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων ἰσχυρίσθησαν μετὰ πολλοῦ τοῦ
1062στόμφου, ὅτι ἐν οὐδενὶ τῶν Πανεπιστημίων τῆς ὑφηλίου
1063ὑπάρχει δευτέρα ἕδρα τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ Ὀφθαλμο-
1064λογικῆς Κλινικῆς. Τὴν τοιαύτην διαγωγὴν τοῦ κυρίου Δελλα-
1065πόρτα ἐχαρακτήρισεν ὡς ἑξῆς ὁ κ. Μερκούρης ἐν τῇ προ-
1066μνημονευθείσῃ ἐπιστολῇ του (ἀναγινώσκει):
1067«... Μετὰ τὰ ἀνωτέρω ὁμολογῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἀληθῆ
1068»κατάπληξιν ἐνεποίησεν εἰς ἐμὲ ὁ προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ.
1069»Δελλαπόρτα θόρυβος ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ καὶ ἐν τῇ
1070»Βουλῇ κατὰ τὰς χθεσινὰς συνεδριάσεις των, οὐδὲ δύναμαι
1071»ν’ ἀποκρύψω τὴν βαθυτάτην λύπην μου, ὅτι παραπεισθεὶς
1072»ὑπὸ τῶν λόγων τοιούτου ἀνθρώπου συνετέλεσα καὶ ἐγὼ
1073»ἀκουσίως εἰς τὴν τοιαύτην τροπὴν τῶν τοῦ Ὀφθαλμια-
1074τρείου.»
1075Ἐν τῷ μεταξὺ ὑπέβαλε καὶ ἡ ὀνομασθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ
1076ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της περὶ τοῦ Ὀφθαλμια-
1077τρείου, ἥτις ἐπεβεβαίωσε μέχρι κεραίας τὰς καταγγελίας
1078τῆς διοικούσης τοῦτο ἐπιτροπῆς, ὡς ἐμφαίνεται ἰδίᾳ ἐκ τῆς
1079ἑξῆς περικοπῆς της (ἀναγινώσκει):
1080«... Σχετικῶς δὲ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν ἐν γένει τῶν ἐγ-
1081»χειρήσεων, καὶ μάλιστα τῶν σοβαρωτέρων, οἷον ἐγχειρήσεων
1082»ὑπεχύματος (καταρρακτῶν), στραβισμοῦ καὶ ἐξορύξεων
1083»ὀφθαλμῶν, ἐβεβαιώθημεν κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα
1084»ἡμῖν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰς πλείστας ἐγχειρήσεις, ἵνα μὴ εἴ-
1085»πωμεν κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα, ἐνήργησε μέχρι τέλους
1086»Ἀπριλίου 1899 ὁ ἐπιμελητὴς κύριος Μεταξᾶς, καὶ σχεδὸν
1087»ἁπάσας μὴ παρόντος τοῦ κ. καθηγητοῦ, ἐργαζόμενος κατὰ
1088»τὴν πρωΐαν, ἐνῷ ὁ κ. καθηγητὴς τακτικῶς μετέβαινεν εἰς
1089»αὐτὸ μετὰ μεσημβρίαν, ἐπισκεπτόμενος τοὺς ἐξωτερικοὺς
1090»πρὸ πάντων ἀρρώστους καὶ ἐγχειρίζων τινὰς ἐξ αὐτῶν,
1091»σπανιώτερον δ’ ἐπιλαμβανόμενος ἐγχειρήσεων ἐπὶ τῶν σο-
1092»βαρώτερον πασχόντων, καὶ ὧν ἡ παραμονὴ ἐν τῷ κατα-
1093»στήματι ἐπεβάλλετο ὑπὸ ἐπιστημονικῆς ἀνάγκης· τοιούτους
1094»δ’ ἐγχειρισθέντας ὑπὸ τοῦ κυρίου καθηγητοῦ, πάσχοντας δὲ
1095»ὑπὸ καταρράκτου, ἐβεβαιώθημεν ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀναγρά-
1096»ψωμεν 10 ἕως 12 μεταξὺ 136 ἐν ὅλῳ ἐγχειρισθέντων ἐν
1097»τῷ καταστήματι, ἀφ’ ἧς ὁ κύριος Δελλαπόρτας ἀνέλαβε τὴν
1098»ἐν αὐτῷ Ὀφθαλμολογικὴν Κλινικήν.
1099»Ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησε νὰ καλέσῃ καὶ τὸν ἐπιμελητὴν κ.
1100»Μεταξᾶν, καὶ ἔστειλε πρὸς τοῦτο ὑπάλληλον, ἀλλὰ δὲν
1101»εὗρεν αὐτὸν οἴκοι, ὅτε ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἶπε
1102»ῥητῶς, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ προσκληθῇ πρὸς ἐξέτασιν ὁ ἐπι-
1103»μελητής, ἀναλαμβάνον τοῦτο πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐ-
1104»θύνην τῆς μὴ ἐξετάσεως αὐτοῦ.»
1105Τὸ μέλος, ὅπερ ὑπαινίσσεται ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπή, εἶναι
1106ὁ κ. Ζωχιὸς, ὅστις ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Μεταξᾶς τῷ ὡμολό-
1107γησε κατ’ ἰδίαν πᾶν ὅ,τι εἶχε καταγγελθῆ κατὰ τοῦ κυρίου
1108Δελλαπόρτα. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, ἐξακολουθῶν νὰ θεωρῶ πέ-
1109τραν σκανδάλου αὐτὸν τὸν ἐπιμελητὴν Μεταξᾶν, ἀπεδεξά-
1110μην προθύμως τὴν παραίτησίν του, διώρισα δὲ, κατὰ πρότα-
1111σιν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ἕτερον ἐπιμελητήν. Ὅτε ὅμως
1112βραδύτερον ἐπείσθην, ὅτι ὁ Κύριος αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ
1113παραμείνῃ ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἠναγκάσθην
1114νὰ τὸν ἀπολύσω ἐκ τῆς καθηγεσίας, οὐχὶ διότι ἐθεώρουν
1115ἄκυρον τὸν διορισμόν του, ὡς ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1116Κραναίας, ἀλλὰ διότι ἐπείσθην περὶ τῆς ἀνεπαρκείας αὐτοῦ,
1117ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸ πρακτικὸν μέρος τοῦ μαθήματός του, ὡς
1118πρὸς τὴν Κλινικὴν διδασκαλίαν καὶ τὰς ἐγχειρήσεις του,
1119καὶ ἐξ ἄλλων πολλῶν δεδομένων, μάλιστα δὲ ἐκ τῆς ἀνα-
1120γνωσθείσης ἐκθέσεως τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἣν κατ’ ἀ-
1121παίτησιν αὐτοῦ τοῦ κ. Δελλαπόρτα εἶχον συστήσει. Ἐγώ,
1122Κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὕτω πως ἐπετέλεσα ἓν
1123καθῆκον, ἀνιαρὸν μέν, ἐπιβαλλόμενον ὅμως εἰς ἐμὲ ἐπιτα-
1124κτικῶς ὑπὸ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος καὶ τοῦ
1125Ὀφθαλμιατρείου καὶ τῶν θεραπευομένων ἐν αὐτῷ καὶ τῶν
1126διδακτόρων τῆς Ἰατρικῆς· μὲ ἥσυχον δὲ τὴν συνείδησιν
1127ἀναμένω νῦν τὴν περὶ τούτου ψῆφον τῆς Βουλῆς.
1128Ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ ἐδικαίωσεν ἤδη πληρέστατα τὴν πρᾶ-
1129ξίν μου ἐκείνην· διότι κληθεῖσα μικρὸν μετὰ τὴν ἀπόλυσιν
1130τοῦ κ. Δελλαπόρτα, ἵνα ὑποδείξῃ τὸν κατάλληλον διάδοχόν
1131του, προέτεινε διὰ ψήφων ὀκτὼ κατὰ ἓξ τὸν κ. Γαζέπην.
1132Καὶ ἐξεδήλωσε μὲν τὴν ἀπορίαν του ὁ προαγορεύσας, πῶς
1133ἡ Σχολὴ, ἡ πρὸ δύο ἐτῶν προτείνασα τὸν κ. Δελλαπόρταν
1134ὡς ὑποψήφιον καθηγητήν, εὗρε νῦν ἀνάξιον αὐτὸν διὰ τὴν
1135ἕδραν τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ τῆς Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς
1136καὶ ἐζήτησε μάλιστα ὁ κ. Βουλευτής, τὸ γεγονὸς τοῦτο ν’ ἀπο-
1137δώσῃ εἰς ἐνεργείας καὶ ἐπηρείας ἀναξίας τῶν ἐγκρίτων καθη-
1138γητῶν, τῶν ψηφισάντων νῦν τὸν κ. Γαζέπην. Ἀλλὰ διατὶ νὰ
1139μὴ πιστεύσῃ μᾶλλον, ὅτι οἱ καθηγηταὶ οὗτοι, πεισθέντες περὶ
1140τῆς ἀνικανότητος τοῦ ἀνδρὸς ἐκ τῆς βραχείας αὐτοῦ καθη-
1141γεσίας, τὸν κατεψήφισαν; Τί δὲ ἄλλο μαρτυρεῖ τὸ σπάνιον
1142ἀληθῶς φαινόμενον διὰ τὸν Ἰατρικὴν Σχολήν, καθ’ ὃ ἡ
1143πλειονοψηφία αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ κ. Γαζέπη οὐ μόνον φανερὰ
1144ὑπῆρξεν, ἀλλὰ καὶ ὑπέβαλεν ἠτιολογημένην ἔκθεσιν ἀπ’ εὐ-
1145θείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον;
1146Ἀλλ’ ἡ ἐμπάθεια, Κύριοι, ἀπετύφλωσέ τινας ἐπὶ τοσοῦ-
1147τον, ὥστε αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ τόσον τιμητικὸν διὰ τὸν κ. Γα-
1148ζέπην, νὰ θέλωσι νὰ παραστήσωσιν ὡς ἔλλειψιν οὐσιώδη τῆς
1149ὑπὲρ αὐτοῦ προτάσεως, ἀποτελοῦσαν λόγον ἀκυρότητος τοῦ
1150διορισμοῦ του.
1151§46ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ παρέστησεν ὁ πρύτανις.
1152§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ πρύτανις ἀπεπλανήθη ἐκ τῶν γιγνομένων
1153ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ, ἐν ᾗ ἐπὶ τῶν ὑποψηφίων καθηγητῶν
1154καὶ ἡ ψηφοφορία γίνεται φανερὰ καὶ λόγοι προβάλλονται
1155συνήθως ὑπὲρ τῆς προτιμήσεως τοῦ ἑνὸς καὶ τῆς ἀποκρού-
1156σεως τῶν ἄλλων. Ἀπεπλανήθη δὲ καὶ ἐξ ἐσφαλμένων εἰση-
1157γήσεων τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, ὅστις, ἐγχει-
1158ρίζων εἰς αὐτὸν τὴν περὶ Γαζέπη πρότασιν, ἣν ὁ ἴδιος εἶχε
1159συντάξει, παρέστησεν αὐτὴν ὡς δῆθεν ἀντικειμένην πρὸς τὸν
1160νόμον, ἅτε μὴ οὖσαν δῆθεν ἠτιολογημένην, ὡς αἱ ἄλλαι προ-
1161τάσεις περὶ τῶν ἄλλων αὐτῆς καθηγητῶν. Ὅτε ὅμως ὁ κ.
1162πρύτανις ἐπείσθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι πᾶσαι αἱ προτά-
1163σεις τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς συνήθως οὕτω γίνονται, ὅτε μά-
1164λιστα ἔλαβε γνῶσιν τῆς διαμαρτυρίας τῆς πλειονοψηφίας τῆς
1165Σχολῆς κατὰ τοῦ κοσμήτορός της, ὡς σπεύσαντος νὰ δια-
1166βιβάσῃ τὴν περὶ Γαζέπη πρότασιν πρὶν ἢ λάβῃ τὴν γρα-
1167πτὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, καθηγητοῦ κ. Ζωχιοῦ, τότε
1168ἐνόησε καὶ αὐτὸς, ὅτι ἐγένετο θῦμα πλάνης.
1169Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐλπίζω ὅτι ἕκαστος θὰ συνομολο-
1170γήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι, ἂν ἡ ἠτιολογημένη πρότασις ἠδύνατο
1171νὰ θεωρηθῇ ὡς λόγος ἀκυρότητος τοῦ διορισμοῦ τοῦ καθηγη-
1172τοῦ, τότε ἄκυροι θὰ ἦσαν οἱ διορισμοὶ πάντων τῶν καθη-
1173γητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, οἱ γενόμενοι ἐπὶ τῇ βάσει μὴ ἠτιο-
1174λογημένης προτάσεως, πλὴν τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Γαζέπη,
1175ὅστις μόνος ἴσως ἐν αὐτῇ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τόσον τιμητικὴν
1176αἰτιολογίαν, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν ψηφισάν-
1177των αὐτὸν καθηγητῶν...
1178§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῆς πλειονοψηφίας μόνον.
1179§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ἡ πλειονοψηφία εἶναι ἡ Σχολὴ, καὶ
1180οὐχὶ ἡ μειονοψηφία. Ἡ ἔκθεσις δὲ τῆς πλειονοψηφίας, ἀνα-
1181φέρουσα ἐμπεριστατωμένως διάφορα ἐπιστημονικὰ ἔργα καὶ
1182ἀνακαλύψεις ἰδίων ἐργαλείων τοῦ κ. Γαζέπη, καὶ τέλος τὴν
1183μακρὰν καὶ εὐδόκιμον τούτου πεῖραν ἐν ἰδίᾳ Ὀφθαλμολογικῇ
1184Κλινικῇ, καὶ οὐχὶ ἐν τῇ Ἀστυκλινικῇ, ἔπεισεν ἐμὲ, ὅτι δι-
1185καίως, δικαιότατα, προετείνετο ὑπὸ τῆς Σχολῆς, ἵνα γείνῃ
1186καθηγητὴς αὐτῆς. Ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ, Κύριοι, ἔλαβον
1187τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Α. Μ. τοῦ Βα-
1188σιλέως τὸ διάταγμα περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Γαζέπη ὡς
1189καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς. Ὁ διορισμὸς οὗ-
1190τος εἶναι νόμιμος, νομιμώτατος, διότι κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ
1191ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου αὐτὸς εἶναι διδάκτωρ τῆς
1192Ἰατρικῆς, διωρίσθη δὲ καθηγητὴς δυνάμει διατάγματος, φέ-
1193ροντος τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν προσυπογρα-
1194φὴν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, καὶ δημοσιευθέντος ἐν τῇ Ἐφη-
1195μερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθέντος νομίμως· ὡς ἐκ
1196περισσοῦ δ’ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ κ. Γαζέπης πλὴν τῆς προτά-
1197σεως τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς καὶ ἠτιολογημένην ὑπὲρ αὐτοῦ ἔκ-
1198θεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Σχολῆς, οἵαν οὐδεὶς σχεδὸν ἄλλος
1199τῶν καθηγητῶν αὐτῆς.
1200Καὶ ἐν τῷ Τύπῳ, Κύριοι, ἐγράφησαν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ
1201ταύτῃ ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ δῆθεν κενῶν ἀπειλῶν, ἐξενε-
1202χθεισῶν ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τοῦ πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου,
1203μάλιστα δὲ κατὰ τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς κ.
1204Πεζοπούλου. Ἐγὼ βεβαίως οὐδεμίαν εὐθύνην φέρω δι’ ὅσα
1205γράφονται συνήθως ἐν τῷ Τύπῳ περὶ ἐμοῦ, ἀφοῦ εἶναι γνω-
1206στὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι οὐδεμία ἐφημερὶς διερμηνεύει τὰς γνώ-
1207μας μου. Ἄλλοι εἶναι οἱ ἔχοντες ἐν τῷ Τύπῳ ἴδια ὄργανα,
1208δι’ ὧν ἑκάστην πρωΐαν ἀπειλοῦσι καὶ ὑβρίζουσι Θεούς τε καὶ
1209ἀνθρώπους. Ἐγὼ εὐθύνομαι μόνον δι’ ὅσα λέγω ἀπὸ τοῦ βή-
1210ματος τούτου ἢ δημοσιεύω ἐνίοτε ἐνυπογράφως. Ὡς Ὑπουρ-
1211γὸς, εὐθύνομαι καὶ δι’ ὅσα ἔγγραφα ἀπευθύνω συνήθως. Ἐν
1212τῇ περιπτώσει δὲ ταύτῃ ὁμολογῶ ὅτι ἀπηύθυνα πρὸς τὴν
1213Πρυτανείαν τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου τὸ ἑξῆς ἔγγραφον
1214(ἀναγινώσκει):
1215«Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Νοεμβρίου 1899.
1216»Ἀριθ. πρωτοκ. 16491.
1217Πρὸς
1218τὴν Πρυτανείαν τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου.
1219«Ἀποκρινόμενοι πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 620/391 καὶ ἀπὸ
122030 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ὑμετέραν ἀναφορὰν, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι
1221τὴν ἔλλειψιν τῆς αἰτιολογίας τῆς προτάσεως περὶ τοῦ διορι-
1222σμοῦ τοῦ κ. Γ. Γαζέπη ὡς καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ
1223Ὀφθαλμολογικῆς Κλινικῆς, τὴν ἀπαντῶσαν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ.
122460/54 καὶ ἀπὸ 30 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἐγγράφῳ τοῦ κοσμή-
1225τορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, ἀνεπλήρωσεν ἀποχρώντως ἡ ἔγ-
1226κλειστος ὧδε διαπεμπομένη ὑμῖν ἐν ἀντιγράφῳ ἔκθεσις τῆς
1227πλειονοψηφίας τῆς Σχολῆς ταύτης ἀπὸ 2 Νοεμβρίου ἐ. ἔ.
1228»Ἡ ἔκθεσις αὕτη τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις ἐκπροσωπεῖ
1229τὴν γνώμην τῆς Σχολῆς, ἀναφέρουσα ἐμπεριστατωμένως τὰ
1230προσόντα τοῦ κ. Γαζέπη, ἤτοι καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς πραγ-
1231ματείας αὐτοῦ, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸν κλάδον, ὃν μέλλει νὰ
1232διδάξῃ, καὶ τὰ ἐργαλεῖα, ἅτινα αὐτὸς ἐφεῦρε, καὶ τὴν μακρὰν
1233καὶ εὐδόκιμον κλινικήν του πεῖραν ἐν τῇ Ὀφθαλμιατρικῇ,
1234ἔπεισεν ἡμᾶς, ὅτι οὐ μόνον ἐδικαιούμεθα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον
1235εἴχομεν νὰ προκαλέσωμεν πάραυτα τὸ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ
1236διορίζεται αὐτὸς εἰς τὴν ἕδραν τῆς Ὀφθαλμολογίας καὶ τῆς
1237Ὀφθαλμιατρικῆς Κλινικῆς, ὡς ὁ μόνος κατάλληλος δι’ αὐτήν.
1238»Ἀλλ’ ἐκ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας
1239τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς ἀποδεικνύεται δυστυχῶς καὶ ἕτερόν τι,
1240ὅτι δηλαδὴ ὁ κοσμήτωρ ἀπέφυγε σκοπίμως νὰ συμπεριλάβῃ
1241ἐν τῷ ἐγγράφῳ αὐτοῦ τὴν ἠτιολογημένην αὐτῆς πρότασιν, ὡς
1242διετύπωσε ταύτην καὶ προφορικῶς καὶ γραπτῶς ὁ εἰσηγητὴς
1243τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας καθηγητὴς κ. Ι. Ζωχιός. Καὶ
1244ἐκ τῆς ἄλλης δὲ προσπαθείας, ἣν καταβάλλει ὁ κοσμήτωρ ἐν
1245τῷ ἐγγράφῳ αὐτοῦ, ὅπως παραστήσῃ ὅτι δῆθεν ἡ ὑποψηφιότης
1246τοῦ κ. Γαζέπη δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν, ἀφοῦ οὗτος δὲν
1247ὑπέβαλεν αἴτησιν περὶ αὐτῆς εἰς τὴν Σχολήν, τοῦθ’ ὅπερ οὔτε
1248τὸ σχετικὸν Β. Διάταγμα ἀπαιτεῖ, οὔτε ἐτηρήθη ποτὲ ὑπὸ
1249τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, προκειμένου περὶ γνωστῶν ἐπιστημόνων
1250(προβ. ἰδίᾳ προτάσεις αὐτῆς περὶ Νικολαΐδου καὶ περὶ Ζαμ-
1251πακοῦ), καὶ ἐκ ταύτης, λέγομεν, τῆς προσπαθείας τοῦ κοσμή-
1252τορος συνάγεται προδήλως, ὅτι οὗτος πᾶν ἄλλο ἐπετέλεσεν ἐν
1253τῇ περιστάσει ταύτῃ ἢ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον.
1254Τούτου ἕνεκα, κύριε πρύτανι, διαπέμποντες ὑμῖν σήμερον ἐν
1255ἀντιγράφῳ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἰατρικῆς Σχο-
1256λῆς, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ διαβιβάσητε ταύτην πρὸς τὸν
1257κοσμήτορα αὐτῆς, καλοῦντες τοῦτον εἰς ἀπολογίαν δι’ ὅσα ἐν
1258αὐτῇ καταγγέλλεται, τὴν ἀπολογίαν του δὲ ταύτην νὰ ἀπο-
1259στείλητε ὑμῖν ὅσον οἷόν τε τάχιον.
1260»Ἐπειδὴ δὲ ἐπροθυμοποιήθητε, κ. πρύτανι, αὐθημερὸν μὲ
1261τὸ ἔγγραφον τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς νὰ ὑπο-
1262βάλητε ἡμῖν, καίτοι μὴ αἰτηθεῖσαν, τὴν ὑμετέραν γνώμην
1263περὶ τῶν προτάσεων τῶν Σχολῶν, καὶ δὴ ἐν ἀναφορᾷ, ἥτις
1264κυρίως ἔπρεπε νὰ ἦναι ἁπλῶς διαβιβαστικὴ τοῦ ἐγγράφου
1265τοῦ κοσμήτορος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐκνοῦμεν νὰ δηλώ-
1266σωμεν ὑμῖν, ὅτι καὶ ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπαραίτητον στοιχεῖον
1267τῶν προτάσεων τὴν αἰτιολογίαν αὐτῶν, τὴν δυναμένην νὰ
1268πείσῃ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ δικαίου αὐτῶν.
1269Ὅπως δὲ ἀποδείξωμεν, ὁπόσην σημασίαν ἀποδίδομεν εἰς ὃ
1270ἐπικαλεῖσθε ἄρθρον 1 τοῦ διατάγματος, καθ’ ὃ πρέπει νὰ
1271λαμβάνωνται κατὰ πρῶτον λόγον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐπιστη-
1272μονικὰ ἔργα τοῦ ὑποψηφίου ἐν τῷ κλάδῳ τῆς ἐπιστή-
1273μης, ἣν πρόκειται νὰ διδάξῃ, παραγγέλλομεν ὑμᾶς, ἵνα
1274ζητήσητε πάραυτα παρὰ τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς
1275τὰ ἐπιστημονικά του ἔργα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν Πα-
1276θολογικὴν Ἀνατομίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων προτα-
1277θεὶς αὐτὸς ἠτιολογημένως ὑπὸ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς διω-
1278ρίσθη καθηγητὴς αὐτῆς, ὅπως ἴδωμεν, ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ ἐτηρήθη
1279ἡ ἀνωτέρω διάταξις τοῦ διατάγματος, ὑπὲρ οὗ τόσον φαίνεται
1280νῦν αὐτὸς κοπτόμενος.»
1281Αὐταὶ εἶναι, Κύριοι, αἱ φοβεραὶ ἀπειλαί, ἃς δῆθεν ἀπηύ-
1282θυνα ἐγὼ πρὸς τὸν πρύτανιν τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου καὶ
1283τὸν κοσμήτορα τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, καὶ δι’ ἃς ἐνόμισάν
1284τινες, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ ἐνταῦθα κατηγορητήριον ἐναντίον
1285μου. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐγγράφου θὰ
1286ἐπείσθητε βεβαίως πάντες, ὁπόσον ἀνυπόστατοι ἦσαν αἱ τερ-
1287θρεῖαι ἐκεῖ αἱ περὶ ταπεινώσεως καὶ ἐξευτελισμοῦ τοῦ Πανε-
1288πιστημίου. Νῦν παρατηρῶ μόνον, ὅτι ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς
1289Ἰατρικῆς Σχολῆς ἐμφαίνεται τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1290«... Ὁ κ. Ζωχιὸς λέγει, ὅτι προτείνων τὸν κ. Γαζέπην
1291»στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι οὗτος εἶναι ὀφθαλμολόγος γνωστὸς
1292»εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἔχει ἐκδώσει γνωστὰς εἰς τὸν ἰατρι-
1293»κὸν κόσμον πραγματείας· ἂν δὲ ψηφισθῇ, δυνάμεθα νὰ φέ-
1294»ρωμεν λεπτομερεστέραν σημείωσιν τῶν ἔργων του...»
1295Ἡ δὲ πρότασις περὶ διορισμοῦ τοῦ κ. Ν. Πεζοπούλου ὡς
1296καθηγητοῦ τῆς Παθολογικῆς Ἀνατομίας, κατακειμένη ἐν τῷ
1297ἀρχείῳ τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργείου, ἔχει ὡς ἑξῆς
1298(ἀναγινώσκει):
1299«Ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ, συνεπείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19117, δια-
1300»πεμφθέντος ἡμῖν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 315 ἐπισημειώσεως τῆς
1301»Πρυτανείας καὶ ἐπιστρεφομένου ὧδε, ἐν τῇ συνεδρίᾳ αὑτῆς
1302»τῆς 25 λήγοντος μηνὸς ἐπρότεινε παμψηφεὶ ὡς ἱκανὸν νὰ
1303»καταλάβῃ, ὡς δεύτερος καθηγητὴς, τὴν ἕδραν τῆς Παθο-
1304»λογικῆς Ἀνατομίας καὶ Ἱστολογίας τὸν κ. Νικόλ. Πεζό-
1305»πουλον.»
1306Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πεζόπουλος ἐν τῇ ἀπὸ
130711 Νοεμβρίου 1899 ἀπολογίᾳ αὑτοῦ ἀπαριθμεῖ διαφόρους
1308ἰατρικὰς διατριβάς του, ἀλλ’ αὗται πᾶσαι ἀνάγονται εἰς
1309τὴν Νευροπαθολογίαν, ἢ Παθολογίαν ἁπλῶς, οὐδεμία δὲ ἀπο-
1310λύτως εἰς τὴν Παθολογικὴν Ἀνατομίαν. Καὶ ὅμως χάριν αὐ-
1311τοῦ ἐδέησε νὰ ἱδρυθῇ δευτέρα ἕδρα τῆς Παθολογικῆς Ἀνα-
1312τομίας, ζῶντος ἔτι τοῦ καθηγητοῦ αὐτῆς Χασιώτου, νὰ διο-
1313ρισθῇ δ’ αὐτὸς ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως, οἵα ἡ ἀναγνωσθεῖσα,
1314καὶ ὡς ἐκ περισσοῦ νὰ ἐλέγχῃ τὸ ἔγκυρον διορισμοῦ νομι-
1315μωτάτου, οἷος ὁ τοῦ κ. Γαζέπη!
1316Τοιαύτη, Κύριοι, ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία μου ἐν τῷ ζητήματι
1317τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Δελλαπόρτα καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ
1318κ. Γαζέπη, πολιτεία οὐδένα λόγον ἔχουσα ν’ ἀποφύγῃ, ἀλλὰ
1319τοὐναντίον προκαλοῦσα τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐν τῇ
1320πεποιθήσει ὅτι οὕτω πως καθίσταται ἡλίου φαεινοτέρα ἡ εἰ-
1321λικρίνεια καὶ ἡ νομιμότης αὐτῆς.
1322Καταστρέφων δὲ νῦν τὸν λόγον, παρατηρῶ ὅτι, πᾶν ὅ,τι
1323ἔπραξα διοικητικῶς ὡς πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ ἔπραξα
1324ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ γοήτρου αὐτοῦ. Τὸ
1325ἀνώτατον ἡμῶν ἐκπαιδευτήριον, Κύριοι, δὲν εὕρηται τὴν σή-
1326μερον ἐν τῇ περιωπῇ, ἣν θὰ ηὔχετο πᾶς Ἕλλην, ἔχων συνεί-
1327δησιν τῆς ὑψηλῆς αὑτοῦ ἀποστολῆς. Βεβαίως ἔχει νὰ ἐπι-
1328δείξῃ αὐτὸ καθηγητὰς ὀτρηροὺς τῆς ἐπιστήμης ἐργάτας, δυ-
1329ναμένους νὰ τιμήσωσιν οἱονδήποτε Πανεπιστήμιον τῆς
1330Ἑσπερίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλοι οἱ καθηγηταὶ αὐτοῦ τοιοῦτοι.
1331Ὑπάρχουσι καὶ οἱ παρ’ ἀξίαν παρεισδύσαντες εἰς αὐτὸ καὶ
1332ἀνίκανοι ν’ ἀνυψωθῶσιν εἰς τὸν μέγαν προορισμὸν τοῦ Πα-
1333νελληνίου Πανδιδακτηρίου. Ὁ προορισμὸς οὗτος δὲν εἶναι μό-
1334νον νὰ καλλιεργῇ αὐτὸ καὶ προάγῃ τὴν ἐπιστήμην αὐτὴν
1335καθ’ ἑαυτὴν καὶ νὰ μορφώνῃ ἐπιστήμονας διὰ τὴν πλήρωσιν
1336τῶν ἐπιστημονικῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινω-
1337νίας. Τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν Πανεπιστήμιον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ
1338καὶ ἄλλον ὑψηλότερον προορισμὸν, χρησιμεῦον ὡς φάρος τη-
1339λαυγὴς δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ δι’ ὅλους τοὺς ὁμοδόξους
1340ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἀνατολῇ. Εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προορισμοῦ
1341τούτου πρέπει νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ Πανεπιστήμιον ἐκ παν-
1342τὸς τρόπου, καὶ διοικητικῶς καὶ νομοθετικῶς, ἀποκαθαίρον-
1343τες αὐτὸ ἰδίᾳ παντὸς ἀνικάνου στοιχείου.
1344Εἶναι πλάνη, Κύριοι, καὶ πλάνη μεγάλη, νὰ νομίζῃ τις,
1345ὅτι ἡ καθηγεσία τοῦ Πανεπιστημίου εἶναί τι ἱερὸν καὶ ἀπαρα-
1346βίαστον, καὶ ὅτι ἁμαρτάνει τις εἰς τὸ ὁμοούσιον, ἂν θε-
1347λήσῃ ν’ ἀπολύσῃ τὸν ἀνάξιον νὰ παρακάθηται ἐν τῇ χορείᾳ
1348τῶν καθηγητῶν αὐτοῦ. Τοιοῦτόν τι δὲν παρεδέχθη ἡ Πολι-
1349τεία καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔτι τῶν ἰσοβίων δικαστικῶν ὑπαλλή-
1350λων, ἐφ’ ὧν καθιέρωσε πειθαρχικὴν ἐξουσίαν καὶ δικαιοδο-
1351σίαν, καθ’ ἣν ἀπομακρύνονται αὐτοὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας· πῶς
1352λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν ἡμεῖς αὐτὸ ἐπὶ τῶν καθηγητῶν
1353τοῦ Πανεπιστημίου; Ἂν δὲ πρέπῃ ν’ ἀπολύηται ὁ ἀνάξιος
1354δικαστὴς, ὁ παραβλάπτων τὰ συμφέροντα διαδίκων τινῶν
1355μόνον, ἢ ἀδικῶν καθόλου ὡρισμένην τινὰ κοινωνίαν, ἐντὸς
1356τῆς ὁποίας δρᾷ, πόσῳ μᾶλλον ἐπιζήμιος δύναται ν’ ἀποβῇ
1357ὁ ἀνάξιος καθηγητής; Οὗτος δὲν βλάπτει μόνον ἄτομά τινα,
1358ἢ περιωρισμένον τινὰ κύκλον τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ ζημιοῖ ἢ
1359μᾶλλον καταστρέφει γενεὰς ὁλοκλήρους, ὧν τὴν διάνοιαν,
1360ἔστιν ὅτε δὲ καὶ τὸ ἦθος, διαστρεβλοῖ.
1361Τὸ Πανεπιστήμιον, Κύριοι, ἔχει ἀνάγκην πολλῶν μεταρ-
1362ρυθμίσεων, ὡς ὑποδεικνύω διὰ τῆς μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκ-
1363θέσεως, τῆς συνοδευούσης τὸ περὶ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ νομο-
1364σχέδιον. Ἀλλὰ πᾶσα μεταρρύθμισις θὰ ἦτο ματαία, ἐὰν πρὸ
1365παντὸς δὲν ἐνόουν τινὲς τῶν κ. κ. καθηγητῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι
1366μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ καθήκοντα μεγάλα καὶ ὑψηλὰ,
1367εἰς τὴν πιστὴν καὶ εὔορκον ἐκπλήρωσιν τῶν ὁποίων ὀφείλει
1368νὰ ἐπαγρυπνῇ ἡ Πολιτεία. Τοῦτο ἀπαιτεῖ πρὸ παντὸς ἡ
1369τιμὴ καὶ ἀξιοπρέπεια τῶν καθηγητῶν ἐκείνων τοῦ Πανεπι-
1370στημίου, οἵτινες, πιστῶς καὶ εὐόρκως ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆ-
1371κόν των, ἀπογοητεύονται, ὅταν παρατηρῶσιν, ὅτι οὐδεμία
1372γίνεται διάκρισις μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν εὐαρίθμων πάνυ
1373εὐτυχῶς συναδέλφων των, οἵτινες ἔχουσιν ὀλιγώρως πρὸς τὸ
1374καθῆκόν των. Τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον
1375τῶν φοιτητῶν, τοῦτο καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους ὁλοκλή-
1376ρου! (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1377§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς δύο περιόδους τοῦ λόγου του
1378ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως μοὶ ἐφάνη τὰ μάλι-
1379στα συγκεκινημένος, εἰς τὴν περίοδον τοῦ λόγου του, κατὰ
1380τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἀρ-
1381κεῖ μία ἕδρα τῆς Ὀφθαλμολογίας πρὸς διδασκαλίαν τῆς
1382ἐπιστήμης ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ εἰς τὴν περίοδον τοῦ
1383λόγου του, κατὰ τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζετο, ἄνευ ἀνάγκης, ὅτι
1384οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προτείνωσιν εἰς τὸν
1385Βασιλέα παύσεις καθηγητῶν. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῶν
1386λόγων, διὰ τῶν ὁποίων παρεστάθη νὰ ἐξυψώσῃ τὴν ἔννοιαν
1387τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν σκοπὸν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐπιρροὴν,
1388τὴν ὁποίαν αὐτὸ ἔχει ἐπὶ τοῦ καθόλου Ἑλληνισμοῦ καὶ ἐπὶ
1389τῆς πνευματικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας.
1390Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας δὲν παρεπονέθη κατὰ
1391τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἁπλῶς ὡς παύσαντος τὸν
1392κ. Δελλαπόρταν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλ-
1393μολογίας· ἐπέκρινε τὸν Ὑπουργὸν, διότι προὐκάλεσε κακῶς
1394καὶ σκανδαλωδῶς τὴν παῦσιν τοῦ καθηγητοῦ· οὐδ’ ἐσκόπει
1395νὰ ἀξιώσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, οὐδ’ ἄλλος τις ἐξ
1396ἡμῶν, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι δὲν
1397περιεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς ἰσοβιότητος,
1398πρέπει νὰ μένωσιν ἰσόβιοι.
1399Καὶ τὸ σκάνδαλον τοῦ διορισμοῦ τοῦ Γαζέπη ἦτο τοσοῦτον
1400μέγα, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη νὰ δοθῇ μάθημα δι-
1401δασκαλίας εἰς τοὺς πολλούς· ὁμολογῶ δ’ ἐγὼ, ὅτι, ἐὰν ποτε
1402ἤθελον κληθῆ σύμβουλος τοῦ Στέμματος, θέλω ἐκπληρώσει
1403τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ θέλω παρακαλέσει τὸν Βασιλέα νὰ
1404ἀποπέμψῃ αὐτὸν τῆς ὑπηρεσίας.
1405Διατὶ εἶναι μέγα τὸ σκάνδαλον; Ὁ κ. Γαζέπης ἐζήτησε
1406τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν του, ἵνα γένηται Βουλευτὴς, καὶ
1407ἐξελέχθη Βουλευτὴς, ἀλλὰ μόλις εἰσῆλθεν εἰς τὸ Βουλευτή-
1408ριον ἐκίνησε γῆν καὶ θάλασσαν, ὅπως διορισθῇ καθηγητὴς ἐν
1409τῷ Πανεπιστημίῳ, δηλαδὴ ἐσχεδίασε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν
1410Βουλὴν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἕδραν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ εἰσ-
1411ελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο ἔπραξε, περιϋβρίσας διὰ τοῦ διο-
1412ρισμοῦ του τὸ Κοινοβούλιον.
1413Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἔκρινεν, ὅτι ἐπεβάλλετο αὐτῷ
1414τὸ καθῆκον ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν σκανδαλώδη διαγωγὴν τοῦ
1415κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα περικαλύψῃ τὰς
1416πράξεις του, μετέρχεται τακτικὴν ἀλλοπρόσαλλον. Ἐνῷ βε-
1417βαιοῖ, ὅτι θεωρεῖ ἀντισυνταγματικὸν τὸ διάταγμα τοῦ 1882,
1418καὶ ὅτι δὲν ἰσχύει, ὅτι εἶναι ἄκυρον, διότι εἶναι ἐκτελεστι-
1419κὸν, οὐδ’ ἐπετρέπετο νὰ περιλάβῃ διατάξεις νομοθετικὰς,
1420βεβαιοῖ ἀφ’ ἑτέρου τὴν Βουλήν, ὅτι αὐτὸς συνεμορφώθη πρὸς
1421τὰς διατάξεις τοῦ διατάγματος ἐκείνου, καὶ προσεπάθει νὰ
1422ἀποδείξῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἀναφέρων πῶς ἐξετέλεσεν
1423αὐτὸ καὶ συνεμορφώθη πρὸς αὐτό. Καὶ ἐνῷ βεβαιοῖ, ὅτι ὁ
1424κ. Δελλαπόρτας δὲν ἦτο νομίμως διωρισμένος καθηγητής,
1425καὶ ὅτι κρίνει ἄκυρον τὸν διορισμόν του, δὲν προβαίνει εἰς
1426τὴν παῦσιν καθηγητοῦ τινος, μηδὲ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων
1427καταγγέλλει, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμοι διατάξεις ἐπὶ
1428τῆς προτάσεως, ἥτις περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐπροτάθη ὑπὸ
1429τῆς Σχολῆς.
1430Ἀλλ’ ὁ κ. Δελλαπόρτας διωρίσθη καθηγητὴς τῆς Ὀφθαλ-
1431μολογίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, οὐδὲν δ’ εἶχε πλέον
1432ὁ Ὑπουργὸς δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὑπῆρξεν ἀκυρότης
1433εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ. Ὁ διορισμὸς τῶν καθηγητῶν συν-
1434τελεῖται διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς προσ-
1435υπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἐὰν δ’ ὁ ἁρμόδιος
1436Ὑπουργὸς δὲν ἐτήρησε τὰς νομίμους διατάξεις κατὰ τὸν
1437διορισμὸν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουρ-
1438γὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ φροντίσῃ νὰ ζητηθῶσιν εὐθῦναι
1439παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ προκαλέσαντος τὸν διορισμόν του
1440διὰ παραβάσεως τῶν νόμων, ἀλλὰ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ
1441καταγγέλλῃ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Δελλαπόρτα, καὶ νὰ ἀνα-
1442βαίνῃ ἐπὶ τῆς στέγης, ὡς πετεινός, ἐκσφενδονίζων ἀπειλὰς,
1443ὁτὲ μὲν ὅτι θέλει παύσει τὸν κ. Δελλαπόρταν, ὁτὲ δ’ ὅτι
1444θέλει ζητήσει λόγον παρὰ τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς
1445Σχολῆς.
1446Ποῖον μέτρον εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1447Ἐκπαιδεύσεως; Ἐὰν ὁ κ. καθηγητὴς δὲν ἐξεπλήρου ἀκριβῶς
1448τὰ ἔργα τοῦ καθηγητοῦ, ἐὰν δὲν ἐδίδασκε, καθῆκον εἶχε νὰ
1449βεβαιώσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ πῶς, νομίζετε, ἠθέλησε νὰ βεβαιώσῃ
1450αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργός; Προσεκάλεσε δύο καθηγητὰς καὶ τὸν
1451δήμαρχον, τὸν τότε ὑποψήφιον διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημάρχου
1452Ἀθηναίων, καὶ ἐκάλεσεν αὐτοὺς νὰ γνωμοδοτήσωσιν αὐτοί,
1453ἐὰν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὡς καθηγητὴς τῆς Ὀφθαλ-
1454μολογίας ἐν τῷ Ὀφθαλμιατρείῳ! Ἡ διδασκαλία καθηγη-
1455τοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἐν καταστήματι φιλανθρωπικῷ μὲν,
1456ἀλλὰ προωρισμένῳ εἰς ἐκπαιδευτικὸν σκοπὸν, ἡ διδασκα-
1457λία αὕτη δὲν ἐπετρέπετο νὰ κριθῇ ὑπὸ παντὸς καθηγη-
1458τοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐκλέξει. Ὤφειλε ν’ ἀπο-
1459ταθῇ πρὸς τὸν πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ νὰ ζητήσῃ
1460παρ’ αὐτοῦ, ἵνα συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, οὐδ’ ἦτο
1461δυνατὸν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκλέγῃ αὐτὸς τὰ
1462πρόσωπα· διότι, ἂν ἦτο ἁρμόδιος ὁ Ὑπουργὸς περὶ τὰ ἀντι-
1463κείμενα τῆς διοικήσεως, ἦτο ἥκιστα ἁρμόδιος, ἵνα ἐξελέγξῃ τὴν
1464διδασκαλίαν καὶ βεβαιώσῃ τὰ περὶ ταύτης. Δὲν ἦτο δὲ ἀπί-
1465θανον, ὁ Ὑπουργός, πρόσωπον πολιτικὸν, νὰ ἐπηρεάζηται
1466ὑπὸ πολιτικῶν σκοπῶν ἢ συμφερόντων, καὶ νὰ ἐκλέξῃ πρόσω-
1467πα, ἵνα ἀναθέσῃ εἰς αὐτὰ τὴν ἐξέτασιν, ταῦτα δὲ νὰ ἐξαρ-
1468τῶνται ἀπὸ αὐτὸν, νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν αὐτοῦ, ἢ
1469νὰ προσδοκῶσιν ἐξ αὐτοῦ, καὶ νὰ διατίθενται νὰ δώσωσιν οἵαν
1470αὐτὸς ἐπεθύμει γνώμην.
1471Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατηνάλωσε πολλὴν ὥραν, ἵνα ἀποδείξῃ,
1472ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς Ὀφθαλμολογίας ἀπαιτεῖ δύο καθη-
1473γητὰς, καὶ ἔφερε παράδειγμα τὰς Σχολὰς τῆς Γερμανίας
1474καὶ τὰς Σχολὰς ἄλλων Κρατῶν, λησμονῶν ὅτι ὁ ἰσχύων νό-
1475μος δὲν δημιουργεῖ ἢ μόνον 57 θέσεις καθηγητῶν, καὶ διὰ
1476τῶν 57 αὐτῶν θέσεων ὤφειλε νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας
1477τῆς διδασκαλίας πασῶν τῶν Σχολῶν, καὶ τῆς Θεολογικῆς
1478καὶ τῆς Νομικῆς καὶ τῆς Φιλοσοφικῆς καὶ τοῦ Μαθηματι-
1479κοῦ Τμήματος καὶ τῆς Ἰατρικῆς, ἑπομένως ἐντὸς τοῦ ἀριθ-
1480μοῦ τῶν 57 καθηγητῶν ὤφειλε νὰ περιορισθῇ ὁ Ὑπουργὸς,
1481καὶ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 57 ἑδρῶν ὤφειλε νὰ προσπαθήσῃ
1482νὰ πληρώσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστημονικῆς διδασκα-
1483λίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
1484Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νομίζω ὅτι ἐλησμόνησε καὶ ἕνα
1485ἄλλον κανόνα, τὸν κανόνα, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀναβιβάζον-
1486ται εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα
1487νὰ ὁμιλῶσι κατὰ προσώπων ἀπόντων, νὰ διαβάλλωσιν ἢ κα-
1488τηγορῶσιν ἀπόντας, ὅταν οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἦναι παρόν-
1489τες, ἵνα ἀπολογηθῶσι. Ποίαν ἀπολογίαν δύναται νὰ φέρῃ
1490σήμερον ὁ κ. Δελλαπόρτας, περὶ τοῦ ὁποίου εἴπετε τόσα, ὅσα
1491εἴπητε; Ποίαν ἀπολογίαν δύναται νὰ δώσῃ εἰς ὑμᾶς ὁ δια-
1492κεκριμένος ἐπιστήμων, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπιμελητὴς τοῦ Ὀφθαλ-
1493μιατρείου, τὸν ὁποῖον ὠνομάσατε πέτραν σκανδάλου, καὶ
1494ὁ ὁποῖος κατέχει λίαν ἐπιφανῆ θέσιν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ὁ κύ-
1495ριος Μεταξᾶς;
1496Ἀλλὰ ποίαν δικαιολογίαν δύναται νὰ προτείνῃ ὁ κο-
1497σμήτωρ τῆς Σχολῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο εἰμὴ ἁπλοῦς συμβο-
1498λαιογράφος, καλούμενος νὰ βεβαιώσῃ ὅσα ἔλαβον χώραν ἐν
1499τῇ Σχολῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτῆς; Ὁ κοσμήτωρ δὲν
1500ἐκαλεῖτο νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Σχολὴ ἀφῆκεν,
1501οὐδὲ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ψευδομάρτυς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὐδ’ ἐ-
1502πετρέπετο αὐτῷ νὰ ἀποδεχθῇ καὶ νὰ παρουσιάσῃ ὡς πόρισμα
1503τῶν ἐν τῇ Σχολῇ γενομένων σημείωμα, τὸ ὁποῖον καθηγη-
1504τὴς, ὃν ἀπεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς,
1505ἔδωκεν εἰς τὸν πρύτανιν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως.
1506Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ δικαιολογίαι δὲν ἐπροτάθησαν ἐν τῇ Σχολῇ,
1507καὶ ὅταν δὲν ἐπροτάθησαν ἐν τῇ Σχολῇ, ὁ κοσμήτωρ δὲν
1508ἔχει καθῆκον, πολλῷ δ’ ἧσσον δικαίωμα, νὰ μνημονεύσῃ αὐ-
1509τῶν ἐπισήμως ἐν τῇ ἐκθέσει πρὸς τὸν Ὑπουργόν.
1510Ἐν τῇ Σχολῇ ἐγένετο ψηφοφορία, τελευταῖος δ’ ἐψηφοφό-
1511ρησεν ὁ κοσμήτωρ, καὶ μετὰ τοῦτο ἐλύθη ἡ συνεδρίασις τῆς
1512Σχολῆς. Ἐὰν κατόπιν οἱ προτείναντες τὸν διορισμὸν τοῦ κ.
1513Γαζέπη καθηγηταὶ, οἱ ἀποτελέσαντες τὴν πλειονοψηφίαν τῆς
1514Σχολῆς, ἔγραψαν σημείωσιν, ἀφοῦ ἴσως ἔμαθον, ὅτι ὁ κοσμή-
1515τωρ ἐμνημόνευσεν ἐν τῇ πρὸς τὸν πρύτανιν ἐκθέσει του, ὅτι
1516εἶχον οὗτοι παραλίπει νὰ αἰτιολογήσωσι τὴν ὑπὲρ τοῦ Γα-
1517ζέπη γνώμην των, καὶ διὰ τῆς σημειώσεως ἐζήτουν ν’ ἀνα-
1518πληρώσωσιν ὅ,τι ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς Σχολῆς παρέλιπον,
1519τὸ σημείωμα αὐτῶν οὐδεμίαν εἶχεν ἀξίαν, ὁ δὲ κοσμήτωρ
1520ἤθελε πράξει πλαστογραφίαν, ἂν ἐβεβαίου, ὅτι τὰ ἐν τῇ ση-
1521μειώσει τῶν καθηγητῶν εἶχον λεχθῆ κατὰ τὴν συνεδρίασιν
1522τῆς Σχολῆς, ἀφοῦ κατὰ τὴν συνεδρίασιν οὐδαμῶς εἶχον αἰ-
1523τιολογήσει τὴν γνώμην των οἱ εἰρημένοι καθηγηταὶ, καίτοι
1524εἶχεν ὑπομνήσει αὐτοῖς ὁ κοσμήτωρ, ὅτι ὤφειλον νὰ αἰτιο-
1525λογήσωσιν αὐτήν. Καὶ ὤφειλον ὄντως οἱ καθηγηταὶ δημοσίᾳ
1526νὰ εἴπωσι τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τοῦ Γα-
1527ζέπη. Τὸ καθῆκον δὲ τοῦ κοσμήτορος ἦτο ὅμοιον πρὸς τὸ
1528καθῆκον συμβολαιογράφου, διότι οὐδὲν ἄλλο ὤφειλε νὰ πρά-
1529ξῃ, εἰμὴ νὰ βεβαιώσῃ πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἐν τῇ Σχολῇ, καὶ
1530ὄχι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως τὰ μέλη τῆς Σχολῆς μετὰ
1531τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Σχολῆς ἔγραψαν.
1532Ἀλλὰ πόθεν ἐπορίσθη τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκ-
1533παιδεύσεως νὰ προβάλλῃ ὡς πετεινὸς ἀπὸ στέγης οἰκίας τινὸς
1534καὶ νὰ κηρύσσῃ ἀπειλὰς, ὅτι θέλει παύσει τὸν κ. κοσμήτορα, ἢ
1535ὅτι θέλει τιμωρήσει πειθαρχικῶς τὸν κ. πρύτανιν; Ποία εὐ-
1536πρέπεια, ποία κοσμιότης γλώσσης, ποία σοβαρότης ἤθους ἐπι-
1537τρέπει εἰς Ὑπουργὸν νὰ ἐκπέμπῃ ἀπειλὰς, ὡς χυδαῖος
1538ὑβριστής; Ἂν ἐφρόνει ὅτι ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσίν
1539τινος, καθῆκον εἶχε νὰ τὸ πράξῃ, χωρὶς νὰ τὸ προαγγέλλῃ
1540καὶ νὰ τὸ ἐπικηρύσσῃ· ἂν δὲν τὸ ἔπραξεν, ἀποδεικνύει ὅτι
1541ἐνόησε τέλος πάντων, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο αὐτῷ νὰ ἐκτραπῇ
1542εἰς τοιαύτας ἀτασθάλους πράξεις· ἀλλὰ τότε, πῶς ἀπὸ
1543Ὑπουργοῦ μετέβαλεν ἑαυτὸν εἰς χυδαῖον ὑβριστήν; Τίς σᾶς
1544εἶπε νὰ μὴ ζητήσητε παρὰ τοῦ κ. κοσμήτορος εὐθύνας;
1545Ἀλλὰ ποίας εὐθύνας νὰ ζητήσητε; Νὰ ζητήσητε εὐθύνας
1546παρ’ αὐτοῦ διότι δὲν ἐπλαστογράφησε τὰ πρακτικὰ τῆς
1547Σχολῆς, ἀναγράφων ἐν αὐτοῖς, ὅτι οἱ ψηφοφορήσαντες ὑπὲρ
1548τοῦ Γαζέπη καθηγηταὶ ἠτιολόγησαν τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ψῆφόν
1549των; Καὶ σεῖς ἐπράξατε ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ
1550χαρακτηρίσω, διότι βαρὺς πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸ χαρακτη-
1551ρισμός· προσεκαλέσατε τὸν κ. πρύτανιν νὰ σᾶς πληροφο-
1552ρήσῃ, ἂν κατὰ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. κοσμήτορος εἰς τὴν θέ-
1553σιν τοῦ καθηγητοῦ ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμοι διατάξεις. Ποῖος
1554σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ θέσητε ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἐπι-
1555στημονικὴν ἱκανότητα τοῦ καθηγητοῦ, ὅστις ἦτο κοσμήτωρ,
1556νὰ ζητήσητε δὲ νὰ βεβαιωθῆτε, ἂν εἶχεν ἀποδειχθῆ ἡ ἱκα-
1557νότης αὐτοῦ, ὅτε διωρίσθη καθηγητής;
1558Τοσαῦτα τὰ διαπραχθέντα ἄτοπα. Τί λέγω ἄτοπα;
1559Δι’ ἄλλου προσῆκε νὰ χαρακτηρίσω αὐτὰ προσδιορισμοῦ. Το-
1560σαῦτά εἰσιν ὅσα ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύ-
1561σεως· δὲν μοὶ ἐπετρέπετο δὲ νὰ σιωπήσω, ὅτε ἤκουσα αὐ-
1562τοῦ, λαβόντος τὸν λόγον, ἵνα ἀπολογηθῇ εἰς τὰ αἰτιάσεις τοῦ
1563ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας. Ἀποφεύγω νὰ λαμβάνω
1564τὸν λόγον διὰ νὰ ἐξελέγχω τὰς ἀτασθαλίας τῶν Ὑπουρ-
1565γῶν, οὐδὲ προσφέρω ὑπηρεσίαν πλέον, ἐξελέγχων αὐτούς,
1566διότι ἐγνώσθη τίνες εἰσὶν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ποῖά τινα πράτ-
1567τουσιν. Ἀρκοῦσιν αἱ πράξεις αὐτῶν νὰ καταστήσωσι δῆ-
1568λον, ποία ἡ πολιτεία των καὶ ἡ διαγωγή των· ἀρκεῖ δὲ ἡ
1569συνείδησις, ἥτις ἐσχηματίσθη ἐν τῷ λαῷ περὶ τοῦ τρόπου,
1570κατὰ τὸν ὁποῖον διοικοῦσιν ἕκαστον τῶν κλάδων τῆς διοι-
1571κήσεως. Δὲν ἔπρεπεν ὅμως ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως ὅσα
1572εἶπε, μὴ ἀκριβῆ, ἄνευ βάσεως, διαστρέφοντα τὴν ἀλήθειαν
1573καὶ ἀποδεικνύοντα ἀληθῆ κακοπιστίαν. Παρέστη ὡς κερα-
1574μεὺς πλάττων πήλινα σκεύη· οὕτως ἐπλάσθησαν παρ’ αὐτοῦ
1575λόγοι, ἐξυφάνθησαν αἰτιάσεις, ἐδημιουργήθησαν ὅσα ἐλέχθη-
1576σαν παρ’ αὐτοῦ, ἵνα δικαιολογήσωσι πρᾶξιν, τῆς ὁποίας οὐχὶ
1577μόνον ἡ ἐξωτερικὴ ἄποψις παριστᾷ σκάνδαλον, ἀλλὰ καὶ ἡ
1578ἐσωτερικὴ αὐτῆς ἐξέτασις αὐταπόδεικτον ἀδικίαν.
1579Δὲν μὲ συνδέουσι δεσμοὶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου καθηγητοῦ,
1580ὅστις ἐπαύθη, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀφορμήν, ἵνα μὴ τιμῶ τὸν
1581ἄνδρα· διὰ τοῦτο βεβαίως ἐθλίβην, ὅτε ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφη-
1582μερίσι πάντα τὰ διαπραχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν
1583πρακτόρων αὐτοῦ, ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ παῦσις αὐτοῦ. Παρά-
1584νομοι ἐνέργειαι, πιέσεις ἄκοσμοι καὶ θρασεῖαι ἐπὶ τῆς Σχο-
1585λῆς, αὐτὸ εἶναι τὸ στάδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκυλίετο ὁ ἐκ-
1586λεκτὸς τῆς πλειονοψηφίας, ὁ σύμβουλος τοῦ Στέμματος, ἵνα
1587δημιουργήσῃ ἀφορμήν, ὅπως παυθῇ ὁ καθηγητὴς καὶ διορι-
1588σθῇ ὁ διάδοχος αὐτοῦ. Ὅταν τιμᾶταί τις καὶ περιβάλλη-
1589ται διὰ μεγάλων ἀξιωμάτων, ταῦτα ἐπιβάλλουσιν αὐτῷ με-
1590γάλας ὑποχρεώσεις, πρὸ πασῶν δὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἦναι
1591χρηστός, νὰ εὐλαβῆται τὴν ἀλήθειαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
1592τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν δύναται βεβαίως νὰ θαυμασθῇ διὰ
1593τοιαύτας ἰδιότητας. Καὶ ἂν δύναται νὰ πράττῃ ἀτιμωρη-
1594τεὶ νῦν, ὅτε ἡ πλειονοψηφία καλύπτει αὐτόν, ὅσα ἔπραξε,
1595καὶ νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἐκτελεῖ τὰ τοῦ
1596νόμου ἀψόγως καὶ ἀμώμως, αἱ πλειονοψηφίαι ὅμως δὲν ἀρ-
1597κοῦσιν, ἵνα καλύψωσι τὴν παρανομίαν, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ
1598καλύψωσι τὰς ἀτασθαλίας καὶ τὰ σκάνδαλα. Ἡ διάπρα-
1599ξις τῆς παρανομίας, ἡ διάπραξις τοῦ σκανδάλου ἀρκεῖ νὰ
1600ἐγείρῃ τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἕκαστος δὲ τῶν
1601πολιτῶν θέλει δώσει ψῆφον πολὺ διάφορον τῆς ψήφου, τὴν
1602ὁποίαν δίδει ἡ πλειονοψηφία.
1603§51Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ἠναγκα-
1604σμένος ἐκ τοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ ὑπερήσπισε τὴν ὑπόθεσιν αὐ-
1605τοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δη-
1606μοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὡς καὶ περὶ τοῦ
1607συστήματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἀκολουθεῖ ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπερα-
1608σπίζων, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἔκνομον, ἀλλὰ τόσον σκανδαλώδη
1609πρᾶξιν. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κραναίας
1610Βουλευτὴς, ὁ προκαλέσας τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος
1611τῆς ἀπολύσεως ἑνὸς καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ
1612διορισμοῦ ἑτέρου, μορφὴν νομικὴν εἰς τὸ ζήτημα προσέ-
1613δωκε, παρασχὼν ἀφορμὴν, ὅπως ἐξενέγκωμεν ἐδῶ τὰς γνώ-
1614μας ἡμῶν περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀφοῦ γνωρίζει κα-
1615λῶς, ὅτι ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων δύναται νὰ ὑποστηρί-
1616ζηται ὁπωσδήποτε καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη γνώμη. Τὰ ζητή-
1617ματα, ὡς ἐκεῖνο περὶ οὗ πρόκειται, δὲν ἐξετάζονται ἐν ταῖς
1618Βουλαῖς ὑπὸ τὴν νομικήν των ἔποψιν. Ζήτημα τῆς Βουλῆς
1619εἶναι τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρος ὁ
1620Ἑλληνικὸς λαός. Δοθείσης ἀφορμῆς, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ νῦν
1621τοῦτο: τί σκοποῦμεν πολιτευόμενοι; τί σκοποῦμεν ζη-
1622τοῦντες τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων ἡμῶν; Θέλομεν ν’ ἀπο-
1623κτήσωμεν δύναμιν διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, ὅπως ἐξασφαλί-
1624σωμεν δι’ αὐτῆς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν προσωπικῶν ἡμῶν
1625πόθων; Ἀπεμπολοῦμεν τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, ὅταν ὑπο-
1626σχώμεθα πρὸς αὐτὸν ὅτι θὰ ἔλθωμεν ἐν τῷ περιβόλῳ
1627τούτῳ, τὰ δίκαια αὐτοῦ τὰ οἰκονομικὰ, τὰ δίκαια αὐτοῦ
1628τὰ πολιτικὰ νὰ ὑπερασπίσωμεν, καὶ ὅμως θυσιάζομεν
1629ταῦτα κατὰ τὴν πρώτην ἔτι Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὑποστη-
1630ρίζοντες τοὺς κυβερνήτας, τοὺς Ὑπουργοὺς, διὰ νὰ ἐπωφελη-
1631θῶμεν εἰς ἀντάλλαγμα τῆς κοινοβουλευτικῆς αὐτῶν, τῆς πο-
1632λιτικῆς, τῆς κοινωνικῆς ἔτι δυνάμεως, καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν
1633εἰς τὴν Πολιτείαν τὴν συντήρησιν ἡμῶν καὶ τῶν τέκνων
1634ἡμῶν καὶ τῶν συγγενῶν ἡμῶν.
1635Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ὅταν δὲ τοιουτοτρόπως τεθῇ
1636καὶ νοηθῇ τὸ ζήτημα, ἡ ἀπάντησις ἐπ’ αὐτοῦ ἔρχεται ἀφ’ ἑ-
1637αυτῆς. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
1638Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶναι ὁ πολιτικῶς ὑπεύθυνος τοῦ
1639μεγάλου σκανδάλου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ἀπολυθέντος τοῦ
1640καθηγητοῦ τῆς Ὀφθαλμολογίας, καθ’ ὃν τρόπον οὗτος ἀπε-
1641λύθη, καὶ διορισθέντος τοῦ ἑτέρου, καθ’ ὃν τρόπον διωρίσθη,
1642μεγάλου σκανδάλου, τὸ ὁποῖον διασείει τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ
1643ἐπὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἥν
1644τις ἐζήτησε τὴν ψῆφον τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς
1645τὸ Βουλευτήριον, καὶ ἐξελέγη Βουλευτὴς, ἀπὸ ἐκείνης τῆς
1646στιγμῆς τὰ συμφέροντά του ἔπρεπε νὰ θέση ἐκτὸς τοῦ Βου-
1647λευτηρίου, τὰ συμφέροντά του τὰ ἀτομικὰ ν’ ἀφήσῃ ἔξω αὐ-
1648τοῦ, καὶ νὰ εἰσέλθῃ ἐνταῦθα, μόνον ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰς
1649ὑποσχέσεις, ἃς ἔδωκε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του, καὶ τὸ καθῆ-
1650κόν του τὸ δημόσιον, ὡς ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὸ, ἔστω
1651καὶ πλανώμενος. Διότι οὐδεὶς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πλά-
1652νας του. Καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκείνου Βουλευ-
1653τοῦ καὶ νῦν καθηγητοῦ, διότι δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ αὐτὸν
1654προσωπικῶς, ἀλλ’ ὡς δημόσιον ἄνδρα τὸν μέμφομαι, καὶ
1655πράττω τοῦτο μετὰ παρρησίας, καίτοι τὸν γνωρίζω, καί-
1656τοι τὸν ἐκτιμῶ ὡς ἰατρὸν, ἀλλὰ μέμφομαι αὐτὸν, ὑποχω-
1657ρήσαντα εἰς τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ συμφέροντος τοῦ ἀτομικοῦ.
1658Ἀλλὰ μέμφομαι πλειότερον τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως,
1659μέμφομαι ἰδίᾳ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις
1660ἐγένετο ὄργανον, ὅπως ἐκπληρώσῃ τοὺς πόθους τοὺς προσω-
1661πικοὺς τοῦ διορισθέντος καθηγητοῦ.
1662Τί κοινὸν πρὸς τὸ ζήτημα καὶ πρὸς τὴν πρᾶξιν τοῦ
1663Ὑπουργοῦ ἔχει ὁ ἰσχυρισμός του, ὅτι χρειάζονται δύο ἕδραι
1664τῆς Ὀφθαλμολογίας, ὅταν αὐτὰ τὰ πράγματα καταβοῶσιν,
1665ὅτι ὁ διορισμὸς ἐγένετο μόνον καὶ μόνον διότι ἦτο Βουλευ-
1666τὴς ὁ διορισθεὶς καθηγητής; καὶ ὄχι μόνον διότι ἦτο ἁπλοῦς
1667Βουλευτὴς, ἀλλὰ διότι εἶχε καὶ Ὑπουργὸν φίλον καὶ συμπο-
1668λίτην; καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διότι εἶχε καὶ Βουλευτὴν
1669φίλον καὶ συμπολίτην, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν φιλτάτων μοι,
1670τὸν κύριον Καλογερόπουλον, ὅστις προεκάλεσε, μέλος ὢν τοῦ
1671Ἀδελφάτου τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, τὴν ἀφορμὴν τῆς ἀπολύ-
1672σεως τοῦ πρώην καθηγητοῦ καὶ τὸν διορισμὸν τοῦ φίλου του;
1673Ἀλλ’ ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον γίγνηται ἡ εἰσαγωγὴ τῶν
1674καθηγητῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἶναι ἀδύνατον νὰ πει-
1675σθῇ ὁ λαὸς, ὅτι ἡμεῖς φροντίζομεν περὶ τῶν συμφερόντων
1676αὐτοῦ.
1677Καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ περὶ
1678τοῦ πόνου, ὃν αἰσθάνεται ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου ὁ κύριος
1679Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐκθέσας μετὰ τοσούτου
1680στόμφου ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὰς δικαιολογίας καὶ αἰτιο-
1681λογίας τῆς πράξεώς του, διὰ νὰ καταλήξῃ ἐν τῷ ἐπιλόγῳ
1682τῆς ὁμιλίας του μὲ τὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν τοῦ Πανεπιστη-
1683μίου, τὸ ὁποῖον κατέρριψε διὰ τῆς πράξεώς του, περὶ ἧς συ-
1684ζητοῦμεν. Καὶ βεβαίως καταπίπτει ἡ ὑψηλὴ ἰδέα τοῦ Πανε-
1685πιστημίου, ὅταν οὕτω γίνωνται αἱ ἀπολύσεις καὶ οἱ διορισμοὶ
1686τῶν καθηγητῶν εἰς τὸ ἀνώτατον αὐτὸ ἵδρυμα, ὅταν οὗτοι οὕτω
1687σκανδαλωδῶς εἰσέρχωνται ἐν αὐτῷ. Δὲν δίδει φῶς εἰς τὸν
1688Ἑλληνισμὸν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύ-
1689σεως, τὸ Πανεπιστήμιον, οὕτω καθιστάμενον διὰ τῶν πρά-
1690ξεών του, ἀλλὰ παράγει τὸ σκότος. Διὰ τοιούτων αὐθαιρε-
1691σιῶν ἐκβιάζεται ἡ ταπείνωσις τοῦ φρονήματος τῶν ὑπαρχόν-
1692των καθηγητῶν. Τίς ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη, ὅπως οἱ καθηγηταὶ
1693ἀναγκάζωνται νὰ διατελῶσιν εἰς ἀδιάκοπον σχέσιν ἡμιε-
1694πίσημον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν τοῖς
1695θαλάμοις τοῦ Ὑπουργείου; Ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστη-
1696μίου ἔχει διαρκῆ κοινωνικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν θέσιν παρὰ
1697τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἁπανταχοῦ, ὅπου
1698ὑπάρχουσι Πανεπιστήμια, ἔχει οὗτος θέσιν πολὺ ἀνωτέραν
1699καὶ διαρκεστέραν τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ἔχει μὲν
1700ἀνατεθῆ πολιτειακῶς ἡ ἐποπτεία τοῦ Πανεπιστημίου εἰς
1701τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ τὸ δίκαιον τῆς ἐποπτείας δέον νὰ ἐνα-
1702σκῆται ὑπ’ αὐτοῦ μετ’ ἄκρου σεβασμοῦ πρὸς τὴν θέσιν τοῦ
1703καθηγητοῦ καὶ τὴν ὑψηλὴν ἔννοιαν τοῦ Πανεπιστημίου αὐτοῦ.
1704Καὶ ἄλλοτε ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐσε-
1705βάσθη δυστυχῶς τὸ Πανεπιστήμιον. Μὴ γνωρίζων ὅτι θὰ
1706προεκαλεῖτο ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζήτησις σήμερον,
1707δὲν ἀνεζήτησα νὰ ἀνεύρω ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν
1708ἄλλοτε οὗτος πρὸς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ
1709τοῦ ὁποίου ὑβρίζοντο καὶ κατεξευτελίζοντο σχεδὸν πάντες
1710οἱ καθηγηταί. Καὶ βεβαίως εἶχε τὸ θάρρος νὰ πράξῃ τοῦτο
1711ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅταν τινὲς καθηγηταὶ, ἐλθόντες μέχρι τοῦ
1712ἀνωτάτου ἱδρύματος, ἀνέχωνται νὰ ὑβρίζῃ ὁ Ὑπουργὸς αὐ-
1713τοὺς καὶ τὸ Πανεπιστήμιον, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ
1714ἀπέλθουν ἐξ αὐτοῦ! Ἔχω ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ταῦτα,
1715διότι ἀπὸ τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας ὄνειρον τοῦ βίου μου
1716ἔταξα, ὅπως εἰσέλθω εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ εἰσῆλθον εἰς
1717αὐτὸ, πρὸ οὐδενὸς κύψας· ὑπῆρξε δ’ ἀφορμὴ, ὅπως ἐξέλθω
1718ἐκεῖθεν, ἵνα διδάξω ἐκείνους, πῶς πρέπει νὰ φέρωνται, ὅταν
1719θελήσῃ τις νὰ ὑβρίσῃ τὸ Πανεπιστήμιον, πῶς πρέπει νὰ δια-
1720σώζωσι τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου. Ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ
1721νὰ μὴ ἀνέχωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον γιγνομένας παρεμ-
1722βάσεις, αἱ ὁποῖαι κατεβίβασαν τὸ Πανεπιστήμιον μέχρι τοῦ
1723σημείου, ὥστε νὰ γίνηται ὅ,τι σήμερον ἐγένετο ἐν αὐτῷ.
1724Δεκαπέντε πυροβολισμοὶ ἐρρίφθησαν πρὸ τῶν προπυλαίων,
1725φοιτηταὶ ἐπληγώθησαν, αἷμα ἐχύθη, οὗ ἠθικὸς ὑπεύθυνος εἶναι
1726ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Διότι, ὅταν ἡ σπουδά-
1727ζουσα νεολαία πείθηται, ὅτι οὕτω κατακτῶνται αἱ θέσεις
1728αἱ καθηγητικαὶ, προσπαθεῖ νὰ κερδίζῃ τὴν εὔνοιαν τῶν κα-
1729θηγητῶν· ὅταν τοιαῦτα πράττωνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας, βε-
1730βαίως οἱ καθηγηταὶ διαιροῦνται εἰς κόμματα, βεβαίως δια-
1731βάλλουσι τοὺς φοιτητάς, βεβαίως ἐκμεταλλεύονται τὴν νεα-
1732νικὴν ὁρμὴν τῶν 18 ἢ 20 ἐτῶν, καὶ ἀναγκάζουσι τοὺς φοι-
1733τητὰς νὰ περιβάλλωνται μὲ ῥεβόλβερ καὶ νὰ πυροβολῶσι
1734κατ’ ἀλλήλων.
1735Θὰ ζητήσητε αὔριον τὸν Εἰσαγγελέα, διὰ νὰ συλλάβῃ ἐκεί-
1736νους οἱ ὁποῖοι ἔπταισαν! Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔνοχοι ἐκεῖνοι, ὅταν
1737ὑπὸ τοιαῦτα παραδείγματα τῆς Πολιτείας ἐνεργῶσι. Δὲν
1738εἶναι ἔνοχοι ἐκεῖνοι, ὅταν ἡμεῖς τόσον ἡσύχως ἀκροώμεθα
1739τοιαύτην δικαιολογίαν ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἐνταῦθα, οἵαν πρὸ μι-
1740κροῦ ἐποιήσατο οὗτος. Ἂν γίνωνται τὰ ἔκτροπα ταῦτα νῦν
1741ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ νὰ πείσωσιν ἡμᾶς περὶ τῆς ἀποτυ-
1742χίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, — διότι ὑπάρχει
1743τοιαύτη τις τάσις, — διὰ νὰ ψηφίσωμεν ἄλλο τι νομοσχέδιον,
1744δὲν γνωρίζω.
1745Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ὑβρί-
1746ζετο τὸ Πανεπιστήμιον.
1747§52ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1748παιδεύσεως). Φέρετε πρῶτον τὸ ἔγγραφον, διότι ἄλλως
1749δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ λέγητε ὅτι ὕβρισα τὸ Πανεπιστήμιον.
1750§53ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μὴ κάμνετε κατάχρησιν μικρολόγων
1751ἐπιχειρημάτων. Σᾶς ἐδήλωσα ἀρχόμενος, ὅτι δὲν ἐγνώριζον
1752τὴν οὐχὶ ἐξ ἐμοῦ προκληθεῖσαν συζήτησιν, διὰ νὰ ἔχω μετ’ ἐ-
1753μοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ ἔγγραφον. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἔγγρα-
1754φον ἂν ἔλειπεν, ἡ ἀγόρευσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ μετὰ
1755στόμφου γενομένη, περὶ διατηρήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ
1756Πανεπιστημίου, ἡ τραχύτης τῆς μορφῆς αὐτῆς πρὸς δικαιο-
1757λογίαν τῆς σκανδαλώδους πράξεως, τὴν ὁποίαν καταδικάζομεν,
1758δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν; Δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν κατὰ τοῦ Πανεπι-
1759στημίου ἡ κατὰ τοῦ προσώπου συμπεριφορὰ τοῦ κ. Ὑπουρ-
1760γοῦ πρὸς τὸν ἀπολυθέντα καθηγητήν, ὅστις, ἀφοῦ εἰσήχθη εἰς
1761τὸ Πανεπιστήμιον δι’ ὅλων τῶν νομίμων διατυπώσεων, ὄχι
1762μόνον διὰ τρόπου τόσον σκανδαλώδους ἐξεβλήθη ἐκεῖθεν,
1763ἀλλ’ ἐνεκολάφθη καὶ τὸ στίγμα τῆς ἀμαθείας ἐπὶ τοῦ μετώ-
1764που αὐτοῦ; Διότι εἰς τί ἔπταισεν εἷς καθηγητής, τὸν ὁποῖον
1765τόσον φατριαστικῶς ἐξεδιώξατε τοῦ Πανεπιστημίου, πρὸς
1766μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ εἰσαγάγητε τὸν φίλον σας, ὥστε νὰ
1767προσάψητε αὐτῷ καὶ τὸ στίγμα τῆς ἀμαθείας διὰ πολιτεια-
1768κῆς ἐνεργείας; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ δικαιολογήσητε
1769τὴν τοιαύτην διαγωγὴν κατὰ τοῦ ἀπολυθέντος καθηγητοῦ,
1770ὅταν μάλιστα ὁ νέος καθηγητὴς ἀδυνατῇ καὶ νὰ διδάξῃ;
1771Θὰ περιῆλθε βεβαίως εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ ἀδυ-
1772ναμία αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐπιτηδείως
1773καὶ χωρὶς νὰ προσγίγνηται οὐδὲν ὄφελος πλέον ὑπὲρ τοῦ ἀπο-
1774λυθέντος καθηγητοῦ, ὅτι ὅ τε ἀπολυθεὶς καθηγητὴς ὡς καὶ ὁ
1775διορισθεὶς συμπληροῦσιν ἀλλήλους εἰς τὴν πλήρη ἐπιστημο-
1776νικὴν μόρφωσιν, τοῦ ἑνὸς ἔχοντος τὴν θεωρητικὴν μόρφωσιν
1777τοῦ κλάδου του καὶ τοῦ ἑτέρου τὴν πρακτικήν. Ἔρχεται ὁ
1778κ. Ὑπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν πρᾶξίν
1779του ταύτην, — ἣν Βουλὴν ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα οὐ μόνον διὰ
1780τῆς ἀκριβοῦς ἐκθέσεως τῶν γεγονότων, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ εἴ-
1781δους τῶν ἐπιχειρημάτων ἔτι αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀναφέρομεν
1782πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μας, — καὶ εἶπεν, ὡς μέγα
1783ἐπιχείρημα, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ὅλα
1784τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ἔχουσι δύο ἕδρας Ὀφθαλμολογίας, διὰ
1785νὰ ὑποδείξῃ τάχα, ὅτι ὁ μὲν διορισμὸς τοῦ διορισθέντος ἐπλή-
1786ρου τὴν νέαν ἀνάγκην διὰ τὴν δευτέραν θέσιν, ἡ δὲ ἀπόλυσις
1787δι’ ἄλλους λόγους ἐγένετο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ οὐσιώδους λόγου,
1788ὃν ἐξέθηκε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής,
1789ὅτι δηλαδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ δέον νὰ
1790κανονίζηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν, ἃς
1791ὥρισεν ὁ νόμος εἰς 57, καὶ ἑπομένως διὰ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ
1792δέον νὰ θεραπεύωνται πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Πανεπιστημίου,
1793ἐρωτῶ, ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ ἀνάγκης δευτέρας ἕδρας
1794Ὀφθαλμολογίας καὶ διὰ τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον εἶναι
1795πόρισμα καὶ συνέπεια τῶν γενικῶν του ἰδεῶν περὶ ὁρισμοῦ
1796τῶν ἑδρῶν ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ τῆς ἐπιστήμης, ἀφ’ ὧν ἡ γνώμη
1797του αὕτη ἐκπορεύεται; ἢ εἶναι πρόχειρος δικαιολογία τῆς εἰ-
1798δικῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖ νὰ δικαιολογήσῃ;
1799Διότι, ἀφοῦ μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Πανεπι-
1800στήμια (κρατῶν τὰ προγράμματα ἀνὰ χεῖρας) ὑπάρχουσι δύο
1801ἕδραι τῆς Ὀφθαλμολογίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πληρο-
1802φορήσῃ, πόσαι ἕδραι ὑπάρχουσιν εἰς τὰ Πανεπιστήμια, ἅτινα
1803ἀνέφερε, κεχωρισμένως διὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν καὶ
1804πόσαι ἰδιαιτέρως διὰ τὸ Ἐμπορικὸν Δίκαιον;
1805Καὶ ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι δι’ ἕκαστον τῶν μαθημάτων πολλαὶ
1806ὑπάρχουσιν ἕδραι, πῶς αἱ δύο αὗται ἕδραι, αἱ ὑπάρχουσαι
1807ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ, συνεπτύχθησαν εἰς μίαν καὶ
1808μόνην διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν ὁποῖον
1809ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰσήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς πρὸς ψήφισιν;
1810Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη προσωπικὴ νὰ γείνῃ ἡ σύμπτυξις αὕτη
1811τῶν δύο ἑδρῶν εἰς μίαν. Καὶ διατὶ, ὅταν βλέπωμεν τοιαύτην
1812σύγχυσιν ἰδεῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ τὰ
1813οἰκονομικὰ ἐν αὐτῇ ἔτι τῇ Βουλῇ, διατὶ, διατηρῶν διὰ τοῦ
1814ὀργανισμοῦ τὰς πέντε ἕδρας τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, καὶ γνω-
1815ρίζων ὅτι εἰς τὰ ἄλλα Πανεπιστήμια, τὰ ξένα, τὰ ὁποῖα
1816ἀνέφερε, ὑπάρχουσι δέκα καὶ πλέον ἕδραι διὰ τοὺς κλάδους
1817τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν, διατὶ
1818ἀνέγραψεν αὐτὸς μίαν καὶ μόνην ἕδραν διὰ τὰς οἰκονομικὰς
1819ἐπιστήμας;
1820Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ καθορισμὸς τῶν ἑδρῶν ἐν τῷ
1821Πανεπιστημίῳ κατέστη προσωπικὸν ζήτημα ἀτυχῶς ἔν
1822τισι τῶν Σχολῶν. Ἀλλὰ δὲν θέλω, οὔτε συμφέρον εἶναι, νὰ
1823εἰσέλθω εἰς ἀνάπτυξιν τῶν λεπτομερειῶν ἐπὶ τοῦ θέματος
1824τούτου. Διότι τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει, δύναμαι νὰ εἴπω, ὑπη-
1825κόους, καὶ τὸ ὑπήκοον πρέπει νὰ διατηρῇ τὸν σεβασμὸν
1826καὶ νὰ ὑφίσταται εὐεργετικὴν τὴν ἐπίδρασιν τῶν καθηγητῶν.
1827Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀνάγκη ἤθελε ποτὲ ἐπιβάλει τὴν ἀποκάλυψιν
1828τῶν πραγμάτων, ἠθέλετε φρίξει! Τῆς καταστάσεως ταύτης
1829ὢν ἐν γνώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διαρρυθμίζει
1830τὰς ἐνεργείας αὑτοῦ, ὅπως χείρονα καταστήσῃ ταύτην. Ἐν-
1831τεῦθεν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα καὶ μέχρις αἵματος κατέ-
1832ληξαν, ἀποτελέσματα ἀναπόφευκτα τῶν διαβουλίων, τὰ ὁποῖα
1833γίγνονται πρὸς ἐκλογὴν τῶν φίλων, οἵτινες πρέπει νὰ εἰσπη-
1834δήσωσιν εἰς τὰς καθηγητικὰς θέσεις τῆς Ἰατρικῆς καὶ Φιλο-
1835σοφικῆς Σχολῆς, τῇ βοηθείᾳ ἐκείνων τῶν δυνάμεων, αἵτινες
1836ἔφεραν τὸν κ. Γαζέπην ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης εἰς τὴν ἕδραν
1837τοῦ Πανεπιστημίου.
1838Αὐτὸ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ ἐπὶ τῆς
1839θέσεως ταύτης τοῦ ζητήματος ὀφείλει ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουρ-
1840γός. Δύναται οὗτος νὰ φέρῃ αἰτιολογίας τινὰς διὰ νὰ ὑποστη-
1841ρίξῃ τὸ νόμιμον τῆς πράξεώς του, ἀλλ’ οὐδὲν θὰ ἔχῃ ἐπιχεί-
1842ρημα, ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ σκανδαλῶδες αὐτῆς. Ἡμεῖς δὲν
1843δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν, τοιαῦτα
1844διακηρυξάμενον κατὰ τοῦ ἀνωτάτου ἐθνικοῦ ἱδρύματος, κατὰ
1845τοῦ Πανεπιστημίου, πρὸς ὃ ἀμέριστον τὴν προσοχὴν ἡμῶν
1846καὶ διαρκῶς ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν, διότι εἰς τόπον, ὅπου οὔτε
1847ἀριστοκρατία ὑπάρχει, οὔτε στρατὸς, οὔτε ἄλλη τις δύναμις,
1848πρὸς συντήρησιν τῆς Πολιτείας, πρέπει τοὐλάχιστον κατὰ
1849τὸ δυνατὸν νὰ προσέχωμεν εἰς τὰ ἠθικὰ κεφάλαια ἐν τῇ κοι-
1850νωνίᾳ, ἔστω καὶ τεχνητῶς διατηροῦντες αὐτὰ, ὅπως ὑπάρχῃ
1851δι’ αὐτῶν ἓν ἔρεισμα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῆς πατρίδος.
1852Διότι, ἂν μᾶς εὕρωσι τοιαῦται περιστάσεις, ὡς ὑπάρχει ἡ
1853ἰσοπέδωσις ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, ἂν καταρρέωμεν τὸ
1854γόητρον τοῦ ἀνωτάτου ἐθνικοῦ ἱδρύματος, θέλομεν οὐσιωδῶς
1855παραβλάψει αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔθνος. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειρο-
1856κρατήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1857§54Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1858παιδεύσεως). Τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν νομίζω ὅτι
1859ἐγκατέλιπεν ἡ μνήμη. Ἀνέφερε περὶ ὑποθέσεως γενομένης
1860δῆθεν ἀφορμῆς δυσαρεσκείας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον πρὸ ἐτῶν,
1861ὅτε ἐγὼ καὶ τότε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς τῆς
1862Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἦτο ἄλλος ὁ ἀπολύσας αὐ-
1863τὸν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου... (Θόρυβος).
1864§55ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (ἐγειρόμενος ἀπὸ τῆς θέσεώς του)...
1865§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμιλεῖτε κατόπιν.
1866§57ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι! Ταύτην τὴν στιγμὴν θὰ λάβητε
1867τὴν ἀπάντησιν. Δὲν ὡμίλησα ἐγὼ οὐδόλως περὶ ἐμαυτοῦ.
1868Οὐδέποτε, ἐπὶ δεκαετίαν σχεδὸν, κατεδέχθην νὰ ὁμιλήσω
1869περὶ τῆς ἀπολύσεώς μου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προεκάλεσα. Καὶ
1870ἡ διαγωγή μου αὕτη ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐξετιμήθη ὑπὸ
1871τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς, οἵτινες μὲ ἐψήφισαν ἀντιπρόσωπόν
1872των, εὑρισκόμενον ἐν τῷ οἴκῳ μου...
1873§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ περίστασις αὕτη σᾶς τιμᾷ.
1874§59ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Οὐδεὶς δ’ ἐξ ὑμῶν ἔχει τὸ παρά-
1875στημα νὰ μεμφθῇ ἐμοῦ, οὐδ’ ὡς ἐκλιπαρήσαντος κἂν τὰς
1876ψήφους τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς.
1877§60ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
1878στικῶν κλπ). Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐμέμφθην ὡς ἐκλιπαρήσαντα
1879τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς. Ἐγὼ σᾶς ἤκουσα ὁμι-
1880λοῦντα μετὰ πολλῆς πικρίας περὶ πράξεώς μου ἐν τῷ παρελ-
1881θόντι, προξενησάσης δῆθεν πολλὴν τὴν δυσαρέσκειαν εἰς τὸ
1882Πανεπιστήμιον, ἐπειδὴ δὲ ἀπεφύγετε νὰ ὀνομάσητε αὐτὴν,
1883ἐνόμισα ὅτι θὰ ἐξελαμβάνετε ἐμὲ ὡς τὸν Ὑπουργὸν, τὸν ἀπο-
1884λύσαντα ὑμᾶς ἐκ τῆς καθηγεσίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
1885Ἀλλ’ οὐδὲν, Κύριοι, τούτου ἀνακριβέστερον. Ὁ κ. Γουνα-
1886ράκης ἀπελύθη πρὸ ἐτῶν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη,
1887ἀκριβῶς ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις τὸν ἀνέδειξε καὶ τὸν ἐπέβαλεν ὡς
1888καθηγητὴν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ ἀπελύθη, διότι ὡς
1889καθηγητὴς εἶχεν ἀναμιχθῆ εἰς φοιτητικάς τινας ταραχάς.
1890Καὶ ἐνόμισε νῦν εὔκαιρον τὴν περίστασιν, ἐπὶ τῇ συζητήσει
1891τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Δελλαπόρτα καὶ ἐπὶ ταῖς γενομέναις
1892σήμερον ταραχαῖς πρὸ τῶν προπυλαίων τοῦ Πανεπιστημίου,
1893ν’ ἀναμνησθῇ ἡμερῶν ἀρχαίων, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐκφράσῃ
1894παράπονα κατὰ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι δὲν
1895ἐξανίστανται, ὁσάκις ἀπολύηται συνάδελφός τις αὐτῶν, ἀφ’ ἑτέ-
1896ρου δὲ νὰ προκαλέσῃ τὴν Πολιτείαν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ κα-
1897θῆκόν της κατὰ πάσης παρεκτροπῆς. Ἀλλὰ δύναμαι, Κύριοι,
1898καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς καὶ πάντα ἄλλον νὰ διαβε-
1899βαιώσω, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οὐχ ἧττον
1900καὶ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῶν φοιτητῶν, διακρινόμενοι
1901διὰ τὸ νομοταγὲς αὐτῶν φρόνημα, ἀποδοκιμάζουσι τὰς πρὸ
1902μικροῦ ἐπισυμβάσας σκηνὰς,—ἃς πολὺ πιθανὸν νὰ ἔχωσι
1903προκαλέσει στοιχεῖα ξένα τοῦ Πανεπιστημίου,—καὶ θὰ
1904καταβάλωσι πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς πρόληψιν αὐτῶν ἐν τῷ
1905μέλλοντι. Περὶ τούτου μᾶς ἐγγυᾶται πρὸ παντὸς ἡ εὐθύτης
1906καὶ ἡ ἀκαιραιότης τοῦ νῦν πρυτάνεως καὶ τῆς περιστοιχι-
1907ζούσης αὐτὸν Συγκλήτου, καὶ τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς καὶ ἀξιο-
1908πρεπείας, ὅπερ ζωηρὸν ἔχουσι καὶ οἱ διδάσκοντες καὶ οἱ
1909σπουδάζοντες ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίῳ. Κατὰ
1910τῶν ἐκτροχιασθέντων θὰ ἐνασκηθῇ ἀμείλικτος ἡ πειθαρχικὴ
1911ἐξουσία τοῦ Πανεπιστημίου, θὰ ἐπιτελέσῃ δὲ αὐστηρῶς, ἀλλὰ
1912δικαίως, τὸ καθῆκόν της καὶ ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη.
1913Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς.
1914Πρὸς δὲ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος παρατηρῶ τὰ
1915ἑξῆς. Ἠθέλησε νὰ μὲ κακίσῃ, ὅτι ὕβρισα ἀπόντας, τὸν κ.
1916Δελλαπόρταν καὶ δὲν ἠξεύρω τίνα ἄλλον ἀκόμη, ὃν αὐτὸς
1917ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς ἐπιστημονικὸν φωστῆρα. Ὁπόσον
1918εἶναι ἀνυπόστατος ὁ ἰσχυρισμός του, γινώσκετε πάντες, ὅσοι
1919ἠκούσατε μεθ’ ὁπόσης ἀπαθείας ἐξέθεσα ἐγὼ πρὶν τὰ κατὰ
1920τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Δελλαπόρτα. Ἀλλὰ μήπως ἐπεθύμει ὁ
1921κ. Βουλευτὴς νὰ πλέξω τὸ ἐγκώμιον τούτου, ὅπως δικαιο-
1922λογήσω τὴν ἀπόλυσίν του; Ἐχαρακτήρισεν εἶτα ὡς σκάν-
1923δαλον τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Γαζέπη, καὶ ἠπείλησεν, ὅτι, κα-
1924λούμενος αὐτός ποτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θ’ ἀπέλυε τοῦτον.
1925Ἀλλὰ, Κύριοι, μεθ’ ὅσα σᾶς εἶπον πρὶν, ἐπείσθητε βεβαίως,
1926ὅτι δὲν εἶναι σκανδαλώδης ὁ διορισμὸς εἰς ἕδραν κενὴν τοῦ
1927κ. Γαζέπη, τοῦ ἔχοντος νὰ ἐπιδείξῃ τόσας μονογραφίας ἐπι-
1928στημονικὰς διὰ τὸν κλάδον, ὃν ἔμελλε νὰ διδάξῃ, ἰδίας ἀνα-
1929καλύψεις ἐν αὐτῷ καὶ μακρὰν κλινικὴν πεῖραν. Εὐτυχῶς ὁ
1930ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μᾶς ἔχει συνηθίσει μὲ ἀπειλὰς,
1931ἃς ἐκτοξεύει μὲν ἀφθόνως, ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς διατελῶν, οὐδέ-
1932ποτε ὅμως ἐκπληροῖ, καλούμενος εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Δηλιγιάν-
1933νης, ἅμ’ ἀναλαμβάνων τὴν Κυβέρνησιν, ὡς homme d’ état,
1934παραδίδει συνήθως εἰς λήθην τὰς ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἀπει-
1935λάς του, καὶ φρονίμως ποιῶν, διότι ἄλλως; ἐὰν ἐξετέλει αὐ-
1936τὰς, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ παρέμενεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κα-
1937νεὶς τῶν φίλα φρονούντων πρὸς αὐτόν.
1938§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συνηθίζω νὰ ἐκφέρω ἀπει-
1939λάς. Ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ποιεῖται χρῆ-
1940σιν τοιούτων μέσων, ἂς δώσῃ λόγον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
1941ἀναγινώσκουσι τὰς ἀπειλὰς αὐτοῦ ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Τὰς εὐ-
1942θύνας ὑπέχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι χωρὶς νὰ δύναν-
1943ται νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ἀπειλάς. Ἐγὼ, ὁσάκις ἐπηγγέλθην τι,
1944ἐξετέλεσα αὐτὸ, καὶ ἔχω ἥσυχον τὴν συνείδησίν μου, ὅτι, ἂν
1945μοὶ δοθῇ εὐκαιρία, θέλω ἐπανορθώσει τὴν τιμὴν τοῦ Κοινο-
1946βουλίου διὰ τῆς παύσεως τοῦ διορισθέντος, ὅστις ἠπάτησε
1947τοὺς ἐκλογεῖς του, ζητήσας τὰς ψήφους αὐτῶν, ἵνα ἀντιπροσω-
1948πεύσῃ τὸ ἔθνος ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, ἐνῷ ἐσκόπει διὰ τοῦ
1949βουλευτικοῦ ἀξιώματος νὰ ἐπιβληθῇ, ὅπως διορισθῇ καθηγη-
1950τὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Τὴν διδασκαλίαν ταύτην χρεωστῶ
1951νὰ δώσω εἰς τοὺς νεωτέρους, ἵνα μὴ καπηλεύωνται τὴν ψῆ-
1952φον τῶν συμπολιτῶν των.
1953§62Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα,
1954τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀπόλυσιν τοῦ καθηγητοῦ κ. Δελλαπόρτα,
1955ἀκριβῶς διὰ νὰ προκληθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία προεκλήθη,
1956διότι ἤθελον νὰ ἀκούσω τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπολογουμένου διὰ
1957τὴν πρᾶξιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, ἤθελον ν’ ἀκούσω καὶ ἄλ-
1958λων διακεκριμένων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου τὴν γνώμην, τὴν
1959ὁποίαν ἔχουσι περὶ αὐτοῦ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπείσθη ἡ Βουλὴ,
1960οὐδὲ θὰ πεισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ
1961ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, ὅτι
1962ἐνήργησε νομίμως, διότι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα περιεστρέ-
1963φοντο πάντα εἰς προφάσεις καὶ εἰς προσχήματα, ὅπως κα-
1964λύψωσι τὰ πραγματικὰ ἐλατήρια τῆς τοιαύτης ἐνεργείας. Καὶ
1965τὰ ἐλατήρια ταῦτα ἀπεκάλυψαν τρεῖς ἀξιότιμοι συνάδελφοι,
1966ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυ-
1967νος Βουλευτὴς, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, οἵ-
1968τινες σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ ἐλατήρια τῆς παύσεως τοῦ καθηγη-
1969τοῦ κ. Δελλαπόρτα ἦσαν ἐλατήρια φατριαστικὰ, κομματικὰ,
1970ὑποσχέσεις, συναλλαγὴ, καὶ καταρτισμὸς συνδυασμῶν ἐκλο-
1971γικῶν ἐν Χαλκίδι. Καὶ τὰ πασίγνωστα εἰς τὸ Πανελλήνιον
1972ἐλατήρια ταῦτα ἠθέλησε νὰ καλύψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς
1973ἀναφορᾶς τοῦ οἰκονόμου τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Ἀλλὰ ποῖος
1974εἶναι αὐτὸς ὁ οἰκονόμος; εἷς ἔσχατος ὑπάλληλος, ἐξαρτώμε-
1975νος ἀπὸ τὸ Ἀδελφᾶτον, τὸ ὁποῖον ἔστησε πόλεμον κατὰ τοῦ
1976κυρίου Δελλαπόρτα ἅμα τῷ διορισμῷ αὐτοῦ. Καὶ δύναται τὸ
1977Κοινοβούλιον νὰ πεισθῇ εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ οἰκονόμου, ἑνὸς
1978εὐτελοῦς ὑπαλλήλου, δὲν ἠξεύρω ποίας μισθοδοσίας καὶ ἐκ
1979τίνων ἐλατηρίων διορισθέντος εἰς τὴν θέσιν ταύτην;
1980Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν στηρίζεται μόνον
1981ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ οἰκονόμου, στηρίζεται καὶ ἐπὶ τῆς ἀναφο-
1982ρᾶς τοῦ Ἀδελφάτου. Ἀλλὰ σᾶς κατέδειξαν οἱ ἀξιότιμοι προ-
1983λαλήσαντες, ποῖοι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ἀδελφάτον, καὶ πῶς
1984εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐνήργησαν, βυσσοδομοῦντες ἐναντίον τοῦ κ.
1985Δελλαπόρτα, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν παρέσχον οὐδ’ ὀβολὸν, ὅπως
1986δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, καὶ ὁ κ. Δελλα-
1987πόρτας ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Πα-
1988νεπιστημίου, διὰ νὰ λάβῃ ἐλάχιστον ποσὸν χρημάτων, ὅπως
1989ἐξοικονομήσῃ τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τοῦ καταστήματος.
1990Ποία δὲ ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Ὀφθαλμιατρείου πρὸ τοῦ διο-
1991ρισμοῦ τοῦ κ. Δελλαπόρτα καὶ μετὰ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ;
1992Καὶ περὶ αὐτῆς ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις. Δὲν ἐλήφθησαν δὲ πάντα
1993ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τοῦ οἰκο-
1994νόμου, ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἀδελφάτου, τὸ ὁποῖον διεξήγαγε πό-
1995λεμον ἀμείλικτον κατὰ τοῦ Δελλαπόρτα! Σᾶς εἶπεν ὁ κ.
1996Ὑπουργὸς, ὅτι διώρισεν ἐπιτροπὴν ἄλλους καθηγητὰς, διότι
1997οἱ πρῶτοι εἶχον ἐκφράσει γνώμην ὑπὲρ τοῦ Δελλαπόρτα.
1998Ποῖοι ἦσαν οἱ καθηγηταὶ οἱ ὑπὲρ τοῦ κ. Δελλαπόρτα ἐκ-
1999φρασθέντες; Ὁ πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἀξιότι-
2000μοι καθηγηταὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν
2001καὶ ἔκαμαν παραστάσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν πρέπει
2002νὰ δίδῃ ἀκρόασιν εἰς τὰς ῥαδιουργίας τὰς ἐναντίον τοῦ κυ-
2003ρίου Δελλαπόρτα. Καὶ διατὶ δὲν ἐκαλεῖτο, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιό-
2004τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἡ Πρυτανεία τοῦ Πανεπιστη-
2005μίου καὶ ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ νὰ ἐξετάσωσιν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς
2006ἀπ’ εὐθείας διώρισεν ἐπιτροπὴν καθηγητὰς δύο, τὸν Ζωχιὸν
2007καὶ τὸν Καλλιοντζῆν, ὁ ὁποῖος διωρίσθη καθηγητὴς τοῦ
2008Πανεπιστημίου ὑπουργοῦντος τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Παι-
2009δείας, καὶ τὸ τρίτον μέλος ἦτο ὁ ὑποψήφιος δήμαρχος
2010Ἀθηνῶν; Ἐννοεῖται ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα με-
2011τέβησαν ἐν καιρῷ νυκτὸς καὶ ἐξήτασαν μόνον τὸν οἰκονό-
2012μον, δὲν ἐξήτασαν φοιτητὰς, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐρ-
2013γασίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Δελλαπόρτας. Ἀλλὰ
2014τίς ἐθεώρησε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ καθηγητὴς τῆς χει-
2015ρουργικῆς κ. Γαλβάνης εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐκτελῇ ἐγχειρήσεις,
2016διότι ἀναθέτει εἰς τοὺς βοηθοὺς αὐτοῦ σπουδαίας ἐγχειρή-
2017σεις ἐν τῷ «Εὐαγγελισμῷ»; Τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ δὲν δύ-
2018νανται νὰ καλύψωσι τὰ πραγματικὰ ἐλατήρια τῆς παύσεως
2019τοῦ κ. Δελλαπόρτα, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ
2020ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ θεωρήσωσιν ὡς ἀληθὲς σκάνδαλον τὴν
2021παῦσιν τοῦ κυρίου Δελλαπόρτα καὶ τὸν διορισμὸν τοῦ κυρίου
2022Γαζέπη.
2023§63ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις
2024διεξήχθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρό-
2025τασιν:
2026«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκφράζει τὴν λύπην αὐτῆς
2027ἐπὶ ταῖς ἐνεργείαις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πρὸς ἀπόλυσιν
2028τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα καὶ διορισμὸν τοῦ Γαζέπη.»
2029§64ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω ἑτέραν πρότα-
2030σιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς:
2031«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν ἐνέρ-
2032γειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2033ταξιν.»
2034§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπεβλήθη-
2035σαν δύο προτάσεις· ἡ μία ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πάλλης, ἡ
2036ὁποία ὑποθέτω ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ δέκα Βουλευτάς...
2037§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως.
2038§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ... καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις ὑπὸ τοῦ κ. Βου-
2039λευτοῦ Ψαρῶν...
2040§68ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ μία πρότασις εἶναι ἀντίθετος τῆς ἄλλης.
2041Δὲν ὑπάρχει ἀπωτέρα.
2042§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ. Ἐὰν δὲν εἶχον ἀκριβῆ ἔννοιαν,
2043μοὶ τὴν ἐδώσατε. Λοιπὸν θὰ ψηφισθῇ αὐτὴ, ἡ ὁποία ἀπο-
2044κλείει πᾶσαν ἄλλην πρότασιν, ἤτοι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου
2045Κανάρη... Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
2046§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως.
2047§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου
2048Κανάρη λέγουσιν Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2049(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2050τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν
2051Α. Κασσαβέτη καὶ Θ. Βελλιανίτου, καὶ εἶτα ἡ δια-
2052λογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2053Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Γ. Λιδωρίκης
2054Γ. Κυριζῆς Ν Γ. Ἀνδρίτσος Ν
2055Α. Παναγιωτόπουλος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
2056Λ. Μελετόπουλος Μιχ. Στελλάκης
2057Κ. Μωραϊτίνης Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
2058Εὐστ. Ρακόπουλος Ν Γ. Λύρας Ν
2059Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
2060Εὐκλείδης Μπίστης Δημ. Τσάτσος
2061Δημοσθ. Καΐρης Δημ. Τσιτσάρας
2062Ἀνδρ. Καρατζᾶς Κωνστ. Ζῶτος Ν
2063Κ. Πλατούτσας Ν Γ. Χατζόπουλος
2064Μιχ. Κωτσάκος Ο Διον. Στεφάνου
2065Κων. Γ. Καραπᾶνος Κ. Ἄργασ. Λουβάρδος ἀρν.
2066Κων. Κοττίκας Ν Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας
2067Ἰωάν. Καραπᾶνος Γ. Ρῶμας ἀρν.
2068Εὐάγγ. Γαρουφαλιᾶς Ν Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
2069Στέφ. Δραγούμης Ο Χρ. Στεφανόπουλος Ν
2070Ν. Λεβίδης Ο Χαρίλ. Σπηλιώτης
2071Θ. Ρετσίνας Ν Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
2072Φωκίων Νέγρης Ο
2073Νικ. Γιαννηκώστας Πέτρος Αὐγερινός
2074Ἐπ. Μ. Κανάρης Ν Χρ. Δραλέξης
2075Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἄγγελος Πετραλιᾶς
2076Θεόδ. Φλογαΐτης Ν. Δακούτης
2077Δ. Γ. Ράλλης Π. Παπαχατζῆς
2078Γεώρ. Βενιζέλος Σπ. Ἰω. Μήλιος Ν
2079Νικ. Γουναράκης Ο Β. Μαρκεζίνης Ν
2080Κ. Σταυρόπουλος Ν Νικήτας Συνοδινός Ν
2081Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Χριστόφορος Ἀσιμῆς
2082Ἀνδρ. Στράτος Τηλέμ. Δενδρινός Ν
2083Δημ. Καραγιάννης Ν Π. Μαυροκέφαλος
2084Ἀντ. Καρτάλης Ν Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ο
2085Κ. Τοπάλης Ο Θεόδ. Ζαΐμης
2086Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Π. Θ. Ζαΐμης Ο
2087Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν Ὀδ. Λαμπρόπουλος
2088Ν. Παπαϊωάννου Ν Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
2089Δημ. Γίδας Ν Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
2090Νικ. Τσόγκας Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
2091Νικ. Γουλιμῆς Ν Περ. Περρωτῆς
2092Ἐπ. Μαυρομμάτης Ἡλ. Μαυρομιχάλης Ν
2093Περ. Ἀλεξάκης Ο Γ. Οἰκονομόπουλος
2094Ν. Σπυρακόπουλος Ν Δ. Τερτίπης Ν
2095Θεόδ. Π. ΔηλιγιάννηςΟ Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν
2096Θ. Β. Δηλιγιάννης Κ. Ζωγλοπίτης
2097Χαρίλ. Διγενόπουλος Ν Γ. Φραγκίδης Ν
2098Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν Ι. Καζαμπάκας
2099Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Σπ. Παπαποστόλου Ν
2100Μιχ. Φωτιάδης Ν Ξεν. Τσαμαγκίδης Ν
2101Κ. Σαραφιανὸς Ν Ἀρ. Προβελέγγιος Ν
2102Γ. Χατζηνικολῆς Ν Α. Μάτσας
2103Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
2104Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
2105Γ. Μέρμηγκας Ν
2106Γ. Κόρπας Γ. Σισμάνης Ν
2107Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης Ν
2108Γ. Θεοτόκης Ν Γ. Πλατανιώτης
2109Μιχ. Θεοτόκης Ἠλ. Ποταμιάνος
2110Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
2111Σπ. Χυτήρης Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
2112Γουλ. Σκάρπας Α. Πετσάλης
2113Β. Σαμοΐλης Ν Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
2114Σπ. Ἀγάθος Ν Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης
2115Ν. Καλογοῦρος Ν Γ. Καπετανάκης
2116Κ. Χρηστόπουλος Ν Φώτ. Μοσχούλας Ν
2117Π. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος
2118Σωτ. Κροκιδᾶς Χ. Κανελλόπουλος Ν
2119Σπ. Νοταρᾶς Ν Θάνος Μπασιᾶς Ο
2120Περ. Μεντζελόπουλος Ο Π. Τυπάλδος Ν
2121Δ. Δημητριάδης Ν Θ. Βελλιανίτης Ο
2122Ἄθως Ρωμάνος Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
2123Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
2124Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ο Πέτρος Μόρης Ν
2125Θ. Μαρκέτος Ο Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
2126Σπ. Ε. Στάης Α. Παπαγιαννακόπουλος
2127Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης
2128Π. Χοντζόπουλος Ν Ἀντ. Ρικάκης
2129Ν. Τσοῦχλος Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
2130Χ. Κ. Βοζίκης
2131Θ. Πέρρος Ν Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
2132Στέρ. Κοπανίτσας Ν Ν. Μισυρλῆς
2133Γ. Φικιώρης Νικ. Καράπαυλος Ν
2134Μελέτ. Ρουσόπουλος Ν Γ. Ράλλης Ο
2135Βρασίδας Λεώπουλος Σπ. Γκεντιλίνης Ν
2136Γ. Μαυρομιχάλης Γ. Ζερβὸς ἀρν.
2137Ι. Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
2138Ν. Καραστέργιος Νικόλ. Λεωνίδας Ν
2139Δ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακός
2140Ἰωάν. Γ. Λάππας Α. Μαυρογορδᾶτος
2141Ν. Μπουφίδης Ν Ἀθ. Λαδόπουλος
2142Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης
2143Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ἀντ. Βιτάλης
2144Γερ. Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος Ν
2145Ξ. Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
2146Β. Βασιλειάδης Κάρολος Βιτάλης
2147Ἀθαν. Εὐταξίας ἀρν.Κων. Χατζηπέτρος Ν
2148Ν. Τριανταφυλλάκος Γ. Κανούτας Ν
2149Παν. Μανέτας Νικ. Ταρμπάζης Ν
2150Ι. Μπακόπουλος Θεόδ. Κριεμάδης
2151Ἠλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ραδινὸς Ν
2152Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀπ. Ζάππας
2153Ἀθαν. Κατριβάνος Ν Θ. Σαρσέντης
2154Ἠλ. Κοτσονάκος Ἀλέξ. Πονηρόπουλος
2155Γ. Ἀναστασόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος
2156Γ. Νικολαΐδης Δ. Παπατσώνης Ν
2157Κ. Τρικούπης Δ. Κατσάνος
2158Λεων. Δεληγεώργης Α. Σκαλτσοδῆμος Ν
2159Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν. Τζανετόπουλος
2160Δ. Λυμπερόπουλος Ν Γ. Ροδόπουλος Ν
2161Γ. Λυμπερόπουλος Ν Θεόδ. Λυμπρίτης
2162Περ. Μποῦτος Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
2163Νικ. Τσαμαδὸς Ν Νικ. Χατζῖσκος
2164Παντελῆς Γκίκας Ν. Καλογερόπουλος
2165Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Β. Βουδούρης Ν
2166Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν Δ. Κριεζώτης
2167Ι. Τσιριμῶκος Γ. Ἀβέρωφ
2168Δημ. Κρίτσας Ο Μιλτ. Κανάρης
2169Α. Πλατῆς Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
2170§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 127, ἐξ ὧν 105
2171ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 18 κατ’ αὐτῆς, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆ-
2172φον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή.
2173Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
2174§73ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι δά! Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ
2175τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
2176§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ σᾶς τὸν ἔδωσα καὶ μοὶ εἴ-
2177πετε ὄχι.
2178§75ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶπον ὄχι, διότι εἰσέτι ἐξηκολούθει τὸ
2179ζήτημα ἐκεῖνο, καὶ ἐγένετο ψηφοφορία.
2180§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἠθέλετε ὁμιλήσει,
2181καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς διέγραψα. Ἀλλ’ ἀφοῦ θέλετε νὰ ὁμιλή-
2182σητε, ὁρίστε.
2183§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν, ἢ νὰ εἰσέλθωμεν
2184πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
2185§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἰς τὴν ἡμερησίαν
2186διάταξιν πρῶτον.
2187§79ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν τελευ-
2188ταίαν συνεδρίασιν πρὸ τῶν διακοπῶν ἀπηύθυνα σύστασιν
2189πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς συνίστων
2190αὐτῷ νὰ προσέξῃ, διότι ἔχω λάβει πληροφορίας, ὅτι προ-
2191τείνεται εἰς αὐτὸν ἡ ἀπόλυσις τοῦ συμβολαιογράφου Τα-
2192νίας, οἱ δὲ λόγοι, δι’ οὓς προτείνεται ἡ ἀπόλυσις αὕτη,
2193δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Εἶχον λάβει τότε πληροφορίας, ὅτι ὁ τότε
2194Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν ἐβεβαίου, ὅτι τέσ-
2195σαρα βουλεύματα ὑπάρχουσι κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου
2196ἐκείνου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βουλευμάτων αὐτῶν ἐγνωμο-
2197δότει νὰ ἀπολυθῇ ὁ συμβολαιογράφος. Δυστυχῶς ὁ Ὑπουργὸς
2198δὲν ἤκουσε τὰς συστάσεις μου ἐκείνας, καὶ μεθ’ ἡμέρας τινὰς
2199εἶδον δημοσιευομένην ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὴν
2200ἀπόλυσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συμβολαιογράφου.
2201Εἶχον ζητήσει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἰδίως αἱ γνω-
2202μοδοτήσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν καὶ
2203Ἐφετῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔσχε τὴν καλω-
2204σύνην χθὲς νὰ καταθέσῃ τὰς γνωμοδοτήσεις ταύτας. Ἡ γνω-
2205μοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, ἡ ὁποία φέ-
2206ρει ἡμερομηνίαν 7 Ἀπριλίου 1899, βεβαιοῖ, ὅτι κατὰ τοῦ
2207συμβολαιογράφου αὐτοῦ ἔχουσιν ἐκδοθῆ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 1024
2208(τοῦ 1893), 6588 (τοῦ 1893), 1891 (τοῦ 1891) καὶ 434
2209(τοῦ 1890) βουλεύματα. Συνεπείᾳ δὲ τῶν βουλευμάτων αὐ-
2210τῶν καὶ διότι ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου αὐτοῦ συνετά-
2211χθη συμβόλαιόν τι εἰκονικὸν, προτείνει τὴν δι’ ἀναξιοπρεπῆ
2212συμπεριφορὰν ἀπόλυσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συμβολαιο-
2213γράφου. Ἡ γνωμοδότησις αὕτη δὲν ἠξεύρω ποῦ εὑρίσκεται.
2214Ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ παρελθόντος ἔτους μέχρι τοῦδε ὁ
2215ἐνδιαφερόμενος συμβολαιογράφος ἔλαβε γνῶσιν, φαίνεται, τῆς
2216κατ’ αὐτοῦ ἐνεργείας, καὶ δι’ ἀναφορᾶς του, ἀπευθυνομένης
2217πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, βεβαιοῖ, ὅτι
2218τὰ βουλεύματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων γνωμοδοτεῖ ὁ Εἰσ-
2219αγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεώς του, δὲν ἀφο-
2220ρῶσιν αὐτὸν, διότι τὰ μὲν δύο τῶν βουλευμάτων τούτων ἀφορῶ-
2221σιν ἄλλο πρόσωπον, ἄλλοθεν καταγόμενον, ἐξ ἄλλης ἐπαρχίας,
2222καὶ οὐδεμίαν σχέσιν μετ’ αὐτοῦ ἔχον, εἰμὴ τὴν ταυτότητα
2223τοῦ ὀνόματος, τὸ δὲ τρίτον βούλευμα ἀφορᾷ αὐτὸν, ἀλλὰ
2224τὸ βούλευμα ἐκεῖνο εἶχεν ἐξαφανισθῆ διὰ βουλεύματος τῶν
2225ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
2226γείνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου. Ὑπολείπεται
2227λοιπὸν ἓν βούλευμα, τὸ τέταρτον, τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν
2228Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν, δι’ οὗ παύει πρὸς καιρὸν ἡ πε-
2229ραιτέρω καταδίωξις κατὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συμβολαιο-
2230γράφου. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ βούλευμα μένει κατὰ τοῦ συμ-
2231βολαιογράφου αὐτοῦ, καίτοι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ
2232τοῦτο τὸ βούλευμα εἶχε καθῆκον ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ μὴ λάβῃ
2233ὑπ’ ὄψιν.
2234Τὸ μέγα ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔχει πράξει ὁ εἰρημένος συμ-
2235βολαιογράφος, εἶναι, ὅτι ἔχει συνταχθῆ ἐνώπιον αὐτοῦ συμ-
2236βόλαιόν τι εἰκονικὸν, καὶ δυνάμει τοῦ 172 ἄρθρου τοῦ Ὀρ-
2237γανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων προτείνεται νὰ ἀπολυθῇ ὁ συμ-
2238βολαιογράφος αὐτός. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἀπαγορεύεται
2239ἀπὸ τὸν νόμον νὰ συντάσσωνται εἰκονικὰ συμβόλαια; ἢ τὸ
2240ἄρθρον 172 ὑποχρεοῖ τὸν συμβολαιογράφον νὰ μὴ συντάσ-
2241σωνται ἐνώπιόν του εἰκονικὰ συμβόλαια; Νομίζω ὅτι τοι-
2242αύτη ἀπαγόρευσις δὲν ὑπάρχει, διότι τὸ ἄρθρον 172, μόνον
2243ὅταν πρόκειται περὶ ἐγκλήματος ἀπαγορεύει εἰς τὸν συμβο-
2244λαιογράφον νὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ νὰ συντάσσῃ συμβόλαια,
2245ὑποχρεοῖ δὲ συνάμα αὐτὸν, ὅταν τοιαύτη πρᾶξις ἐγένετο
2246ἐνώπιον του καὶ ἀντιλαμβάνηται ταύτης, νὰ καταγγέλλῃ αὐ-
2247τὴν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἀλλὰ, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λό-
2248γους, ἐνῷ ἐπὶ ἔτος σχεδὸν ἡ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως
2249τῶν Πρωτοδικῶν ἔμενε νεκρὰ,—διότι ἀνεκάλυψεν ὁ Εἰσαγ-
2250γελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ Εἰσαγ-
2251γελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ἀνέφερε, διὰ νὰ ἀπολυθῇ ὁ συμβο-
2252λαιογράφος, εἶναι ψευδεῖς,—ἔρχεται δεύτερος Εἰσαγγελεὺς
2253πρὸ ὀλίγου, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει μὲν, ὅτι τὰ βουλεύματα,
2254ἐπὶ τῷ ὁποίων βασίζεται ἡ αἴτησις τοῦ πρώτου Εἰσαγγε-
2255λέως, δὲν ἀφορῶσι τὸν περὶ οὗ πρόκειται συμβολαιογράφον,
2256περιορίζεται ὅμως εἰς τὸ βούλευμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παύει
2257πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐνῷ αὐτὸς οὗ-
2258τος ὁ Εἰσαγγελεὺς προτείνει πρὸς τὸ Συμβούλιον νὰ μὴ
2259γείνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου, ἔρχεται κατό-
2260πιν καὶ μεταβάλλων γνώμην λέγει, ὅτι τὸ βούλευμα ἐκεῖνο
2261εἶναι ἀρκετὸν, καὶ ἡ πρᾶξις ἐκείνη τοῦ συμβολαιογράφου
2262εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ ἀπολυθῇ ὁ συμβολαιογράφος.
2263Ταῦτα ἐγνώριζον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτε ἀπηύθυνα τὴν
2264σύστασίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως
2265προσέξῃ καὶ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογρά-
2266φου· ἐπίστευον δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς οὐ μόνον ἤθελε
2267σταματήσει τὴν τοιαύτην ἄδικον κατὰ ἐντίμου ὑπαλ-
2268λήλου ἐνέργειαν, ἀλλὰ συγχρόνως ἤθελε ζητήσει καὶ ἀπολο-
2269γίαν ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος
2270νὰ ζητῇ ἀπόλυσιν ὑπαλλήλου, βασιζόμενος ἐπὶ βουλευμάτων,
2271τὰ ὁποῖα δὲν ἀφεώρων αὐτόν. Ἀλλ’ οἱ διενεργοῦντες καὶ
2272πείσαντες τὸν Εἰσαγγελέα νὰ προβῇ εἰς τὴν γνωμοδότησιν
2273ἐκείνην ἐπέδρασαν καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,
2274καὶ δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀντιστῇ εἰς τὸν πειρα-
2275σμὸν, διότι ἀπεδέχθη τὴν σατανικὴν αὐτὴν ἐνέργειαν, καὶ
2276προεκάλεσε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογράφου. Εἶναι πολ-
2277λοὶ ὅμως οἱ πιστεύοντες, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ὁ συμβολαιο-
2278γράφος αὐτὸς θὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, καὶ ὅτι τὰ δικαστή-
2279ρια θὰ δικαιώσωσιν αὐτὸν, διότι παρανόμως τὸν ἀπελύσατε.
2280Ταῦτα εἶχον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς,
2281ὄχι διότι προσδοκῶ ἐπανόρθωσίν τινα τοῦ γενομένου ἀδική-
2282ματος,—διότι πράγματι μέγα ἀδίκημα ἐγένετο κατὰ τοῦ
2283ὑπαλλήλου ἐκείνου, καθόσον ὄχι μόνον ἀπώλεσε τὴν θέσιν
2284του, ἀλλὰ καὶ ἐνεκολάφθη ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτοῦ τὸ στίγμα
2285τῆς ἀνικανότητος καὶ τῆς ἀναξιοπρεποῦς διαγωγῆς, καὶ ἂν
2286δὲν παρέλθῃ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, δὲν δύναται νὰ
2287ἀνακτήσῃ τὴν θέσιν του, — ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον
2288νὰ καυτηριάσω τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ Εἰσ-
2289αγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καυτηριάζει, καὶ τὴν ὁποίαν ὀνομάζω
2290σατανικήν.
2291§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2292ταξιν.
2293Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
2294(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 35′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
2295βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.).
2296§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως
2297τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
2298Ὁ κύριος Γαρουφαλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
2299§82Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου, κύριοι Βου-
2300λευταί, ὅπως ἐκφράσω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην καὶ ἐκθέσω
2301τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζω ταύτην, καθόσον φρονῶ, ὅτι
2302τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κανονίζει σπουδαιότατον ζήτημα ὑπὸ
2303πᾶσαν ἔποψιν. Πρὸς μόρφωσιν τῆς γνώμης μου δὲν ἠκολού-
2304θησα τὴν μέθοδον τῶν θεωριῶν, διότι αἱ θεωρίαι, φρονῶ ὅτι,
2305ὅσον λαμπραὶ καὶ ἂν ἦναι, ὅσον καὶ ἂν παρίστανται μὲ τὰ
2306ζωηρότερα χρώματα, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐνίοτε ὀρθαὶ,—ὅπως
2307φρονῶ ὅτι ἴσως συμβαίνει τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου,—
2308δύνανται πάντοτε νὰ ἦναι εὐήκοοι, δύνανται νὰ ἐκπλήττωσι
2309τοὺς ἀκούοντας, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὰ πράγ-
2310ματα, οὔτε νὰ μετατρέψωσι τὴν φορὰν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο πρὸς
2311μόρφωσιν τῆς γνώμης μου ἠκολούθησα τὴν ἀντίθετον μέθο-
2312δον, τῆς διὰ τῶν πραγμάτων ἀποδείξεως, διότι φρονῶ, ὅτι,
2313ὅπου λαλοῦσι τὰ πράγματα, ἐκεῖ πᾶσα θεωρία εἶναι περιττή.
2314Ἔχομεν, Κύριοι, πρόσφατον τὴν ἱστορίαν τοῦ πολέμου τοῦ
23151897, καὶ ἐκ ταύτης πολλὰ δυνάμεθα νὰ διδαχθῶμεν. Ὁ
2316πόλεμος τοῦ 1897 εἶναι τὸ μέγα κάτοπτρον, ἐν τῷ ὁποίῳ
2317ἐγκατοπρίζεται πιστῶς ἡ οἰκτρὰ ἡμῶν κατάστασις, καὶ ὑπὸ
2318πολιτικὴν καὶ ὑπὸ κυβερνητικὴν, πρὸ παντὸς δὲ ὑπὸ στρα-
2319τιωτικὴν ἔποψιν. Εἶναι ἡ μεγαλόσχημος φωτογραφία τῶν
2320ἀνδρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διώκησαν τὸ Κράτος καὶ πρὸ παν-
2321τὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διώκησαν τὸν στρατὸν, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ
2322εἶναι καὶ ὁ τηλαυγὴς φάρος, ὅστις δύναται νὰ καθοδηγήσῃ
2323τὴν Βουλὴν εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις της περὶ τῆς
2324λήψεως τῶν καταλλήλων ἐκείνων μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων
2325ἐλπίζεται ὁπωσδήποτε ἀνόρθωσις τῆς κακῆς καταστάσεως.
2326Κατ’ ἐξοχὴν δὲ φρονῶ, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ, προϊὸν τῆς
2327μετὰ τὸν πόλεμον καταστάσεως, ἔχει ἐπιτακτικὸν καθῆκον
2328νὰ θέσῃ τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὴν πληγήν.
2329Γνωρίζετε πάντες, Κύριοι, τὰ διατρέξαντα πρὸ τοῦ πο-
2330λέμου τούτου. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐδημοσι-
2331εύετο εἴδησις, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐν συνεντεύξει μετὰ
2332πρέσβεως ξένης Μεγάλης Δυνάμεως ἐδήλου, ὅτι εἶναι ἕτοιμος
2333νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τριάκοντα μυριάδων Ἑλλήνων καὶ νὰ
2334ἀνάψῃ γενικὴν πυρκαϊὰν ἀνὰ τὴν Ἀνατολήν. Ἐνθυμεῖσθε,
2335κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐδημοσιεύοντο εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀπει-
2336λητικὰ μανιφέστα τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας», διὰ τῶν
2337ὁποίων ἠπειλοῦντο καὶ Κυβέρνησις καὶ Βασιλεία, ἐὰν δὲν δρά-
2338σωσιν...
2339§83ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Συμβαίνει, κύριε Πρόεδρε, ἓν ἄτοπον. Οἱ
2340ἔχοντες εἰσιτήρια ἀκροαταὶ ἐμποδίζονται νὰ εἰσέλθωσι, διότι
2341εἶναι κεκλεισμέναι αἱ θύραι τῆς εἰσόδου.
2342§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ αὐτοῦ καταγίνομαι, βλέπετε.
2343§85ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἀντελήφθην, ἔξωθεν ἐρχόμενος.
2344§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ, καὶ διέταξα τὰ
2345δέοντα.
2346Ὁρίστε, κύριε Γαρουφαλιᾶ.
2347§87ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ... Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ ἐντὸς τοῦ
2348περιβόλου τούτου ἠκούσθη ἡ σθεναρὰ καὶ ἀπειλητικὴ φωνὴ ἑνὸς
2349τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, ἀπειλοῦντος νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς
2350τῆς ἐπαναστάσεως, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἤθελε δράσει.
2351Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐσκέφθη νὰ διαψεύσῃ ἐπι-
2352σήμως τὰ δημοσιευθέντα ὡς ὑπὸ τῆς Α. Μ. λεχθέντα, δὲν ἔσχε
2353τὸ θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἀπειλητικὴν φωνὴν τοῦ κ. ἐξ
2354Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, δὲν ἔσχε τὴν τόλμην νὰ καταδιώξῃ τὴν
2355Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα
2356δεινὰ ἀπειργάσατο εἰς τὸ ἔθνος. Ἀπορῶ δὲ καὶ πῶς αἱ μετὰ
2357τὸν πόλεμον Κυβερνήσεις ἔδειξαν τὴν αὐτὴν μικροψυχίαν,
2358καὶ ἀπορῶ, πῶς ἀκόμη καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει
2359τὴν τόλμην, δὲν ἀποδίδει μεγίστην σημασίαν εἰς τὸ ζή-
2360τημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἔθνους μετὰ
2361τῆς ἐπαράτου ἐκείνης καὶ ὄχι ἀοράτου δυνάμεως.
2362§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
2363§89ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Εὐχαρίστως.
2364§90Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐπάρατος ἢ ἀόρατος
2365ἐκείνη δύναμις ἀπετελεῖτο καὶ ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπο-
2366τελοῦσι μέρος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
2367§91ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐγὼ ἐκφέρω
2368ἀτομικὴν γνώμην.
2369§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ περὶ τίνος
2370πρόκειται· ὅτι ἡ ἐπάρατος ἐκείνη ἑταιρεία ἀπετελεῖτο καὶ
2371ἀπὸ μέλη τῆς παρούσης Κυβερνήσεως (Διαμαρτυρίαι ἐκ
2372τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων καὶ θόρυβος).
2373§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον). Μὴ δια-
2374κόπτετε!
2375§94Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν διακόπτω. Μοὶ ἔδωκε
2376τὴν ἄδειαν ὁ ἀγορεύων (θόρυβος).
2377§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖα εἶναι τὰ μέλη
2378αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνετε καθ’ ἑκάστην;
2379§96Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
2380τερικῶν καὶ ὁ κύριος Στάης, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν καὶ εἰς τὴν
2381Κρήτην καὶ ἔκαμνον... (θόρυβος).
2382§97ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι γνωστὸν αὐτό...
2383§98Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
2384Ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἐποιή-
2385σατο εἰς τὴν Βουλὴν ὑπαινιγμοὺς ἐν σχέσει πρὸς τὴν μετά-
2386βασίν μου εἰς Κρήτην κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1897, νομίζω
2387ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλήν.
2388Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μετέβην εἰς Κρήτην, οὐχὶ ἐν συν-
2389εννοήσει μετὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὡς ἐλέ-
2390χθη ἢ ἐγράφη ἐν ἐφημερίδι, οὔτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος Βου-
2391λευτής, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ παράσχω πράγματα εἰς τὴν τότε
2392Κυβέρνησιν. Εἰς Κρήτην μετέβην κατόπιν διορισμοῦ μου
2393παρὰ διαφόρων ὁπλαρχηγῶν καὶ ἄλλων Κρητῶν ὡς μέλους
2394ἐπιτροπῆς πρὸς συλλογὴν ἐράνων. Διωρίσθην δὲ τότε ὡς
2395μέλος Κρητικῆς ἐπιτροπῆς παρὰ ὁπλαρχηγῶν φερόντων τὰ
2396γνωστότερα ὀνόματα τῆς Κρήτης, μετ’ ἄλλων ἐγκρίτων με-
2397λῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύν-
2398θου, ἑνὸς ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ
2399φίλου τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, τοῦ ἀξιοτίμου
2400βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου κυρίου Δεληγεώργη, τοῦ ἀξιοτί-
2401μου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κυρίου Ρικάκη καὶ τοῦ κ. Ἰω-
2402άννου Δαμβέργη, τοῦ γνωστοῦ φιλολόγου. Μετὰ τῶν Κυρίων
2403ἐκείνων ἐσχηματίσαμεν ἐπιτροπήν, ὅπως ἔλθωμεν ἀρωγοὶ
2404εἰς τοὺς Κρῆτας διὰ συνεισφορῶν, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν συλ-
2405λέξει ἐνταῦθα. Μετέβην δὲ τότε εἰς Κρήτην, ὅπως ἀντιληφθῶ
2406τῶν πραγμάτων, καὶ ὅπως πεισθῶ, ἂν τῷ ὄντι ἦτο στιγμή,
2407κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κρήτη ἤθελε λάβει ἀνάγκην χρηματι-
2408κῶν συνδρομῶν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἀγῶνος. Κατὰ τὴν ὀλι-
2409γοήμερον ἐν Χανίοις διαμονήν μου συνεδέθην μετὰ τῶν ἐπι-
2410φανεστέρων ὁπλαρχηγῶν τῆς Κρήτης. Πρὸς οὐδένα δὲ, δηλῶ
2411ἐντεῦθεν, εἶπον ὅτι δὲν ὀφείλουσιν ὑπακοὴν εἰς τὰς συμβου-
2412λὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὑποθέτω δ’ ὅτι οὐδεὶς ἐκ
2413τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐνταῦθα ἔχει λόγον, ὅπως διαμ-
2414φισβητήσῃ τὰς δηλώσεις μου ταύτας. Οἱ ἐπιφανεῖς Κρῆτες,
2415μετὰ τῶν ὁποίων συνδιελέχθην κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην,
2416καὶ μετὰ τῶν ὁποίων ἐξηκολούθησα νὰ συνεννοῶμαι κατὰ
2417τὴν διάρκειαν τῆς τελευταίας Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, εἶ-
2418ναι ὁ Κωνσταντῖνος Φούμης, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος καὶ
2419ἄλλοι γενναῖοι Κρῆτες, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ πρωταγωνισταὶ
2420τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ οἵτινες βεβαίως δὲν εἶχον ἀνάγκην
2421οὔτε τῶν συμβουλῶν μου, οὔτε τῶν συμβουλῶν οἱουδήποτε
2422ἄλλου, ὅπως ἀποφασίσωσι τίνα πορείαν ὤφειλον νὰ τηρή-
2423σωσιν εἰς τὸν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς πατρίδος των ἀγῶνα.
2424Τὴν ἡμέραν δὲ τῆς ἀφίξεώς μου εἰς Χανία ἐξερράγη ἡ ἐπα-
2425νάστασις ἐν Κρήτῃ· τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐσφάγησαν ἑπτὰ
2426Χριστιανοὶ ἐν Ἡρακλείῳ. Νομίζω δὲ, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ παρά-
2427δοξον, ἂν ἤθελέ τις ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἡ ἄφιξίς μου ἐν Χανίοις
2428εἶχεν ὡς συνέπειαν τὰς σφαγὰς ἐν Ἡρακλείῳ. Τὴν ἑπομένην
2429τῆς ἀναχωρήσεώς μου ἐξερράγη ἐπανάστασις ἐν Χανίοις,
2430οὐδεὶς δὲ ὁ σήμερον ἀγνοῶν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις προεκλήθη
2431ὑπὸ τοῦ Μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς νήσου, δυσφοροῦντος
2432ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ τῶν μεταρρυθμίσεων, ἃς ἐπιμόνως ἐζήτουν
2433οἱ Χριστιανοί.
2434Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὴν
2435Βουλὴν τὰς δηλώσεις ταύτας, ὅπως μὴ ἀκουσθῶσι πλέον ἐν
2436τῷ περιβόλῳ τούτῳ λόγοι οὐδεμίαν ἔχοντες ὑπόστασιν περὶ
2437τῆς μεταβάσεώς μου εἰς Κρήτην.
2438§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βου-
2439λευτὴς ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Ρώμα, ὅστις
2440εἶναι φίλος μου, χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι
2441ὁ κύριος Ἀλέξανδρος Ρώμας ἦλθε πρός με καὶ μοὶ ἀνεκοί-
2442νωσεν, ὅτι ὁ κύριος Ρωμάνος ἐπρότεινεν αὐτῷ ν’ ἀποτελέσῃ
2443μέρος ἐπιτροπῆς πρὸς συλλογὴν χρηματικῶν εἰσφορῶν, προ-
2444οριζομένων νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐθνικοὺς σκοποὺς, ἐζήτησε
2445δὲ καὶ τὴν ἐμὴν συναίνεσιν. Ἐγὼ ἔδωκα ταύτην πρὸς τὸν
2446κύριον Ρώμαν, οὐδ’ ἀπέτρεψα τὸν κ. Ρώμαν νὰ ἀπέλθῃ εἰς
2447τὴν Κρήτην, ὅπως συμπράξῃ εἰς τὴν διανομὴν τῶν βοηθημά-
2448των εἰς τοὺς χρήζοντας τοιαύτης συνδρομῆς Κρῆτας. Ταῦτα
2449λέγω περὶ τοῦ κυρίου Ρώμα. Ἀλλ’ οὐδὲν λέγω περὶ τοῦ
2450κυρίου Ρωμάνου, διότι δὲν φρονῶ ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ
2451ὁμιλήσω περὶ τούτου. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι αἱ πλη-
2452ροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον τότε περὶ τοῦ κ. Ρωμάνου, οὐ-
2453δόλως συμφωνοῦσι πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας οὗτος
2454ἔδωκε πρὸ μικροῦ (αἴσθησις).
2455§100Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιο-
2456τίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ...
2457§101ΦΩΝΑΙ. Ἀρκεῖ! ἀρκεῖ!
2458§102Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρωμάνος ἀπήν-
2459τησε συνεπείᾳ τῆς ὁμιλίας μου. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω.
2460Μετὰ τὴν δήλωσιν, λέγω, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος
2461Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δὲν μένει νὰ εἴπῃ τις τίποτε πλέον.
2462Ἀλλ’ ὁ κύριος Ρωμάνος ὡμίλησε μόνον περὶ τοῦ ταξειδίου
2463του εἰς Κρήτην κεκαλυμμένως, χωρὶς νὰ εἴπῃ, ἂν ἦτο μέλος
2464ἢ ὄχι τῆς ἀοράτου ἢ ἐπαράτου Ἑταιρείας.
2465§103ΡΩΜΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν, ἂν
2466ἤμην μέλος, ἢ ὄχι, ἀφοῦ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι με-
2467τέβην εἰς Κρήτην οὐχὶ κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ἐθνι-
2468κῆς Ἑταιρείας, οὔτε ὅπως ἐνεργήσω τι σχετικὸν πρὸς τὸν σκο-
2469πὸν τῆς Ἑταιρείας.
2470Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος
2471Βουλευτοῦ, δὲν ἐννοῶ, πόθεν οὗτος ἔλαβε πληροφορίας, αἱ
2472ὁποῖαι δὲν ἐπιβεβαιοῦσιν ὅσα ἐγὼ σήμερον ἔλαβον τὴν τιμὴν
2473νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν. Ἄν τοιαύτας πληροφορίας ἔλαβεν,
2474αἱ πληροφορίαι του εἶναι ἐσφαλμέναι. Δὲν ἐννοῶ δέ, διατὶ
2475δίδει πίστιν μᾶλλον εἰς ἄλλων πληροφορίας ἢ εἰς ἐκείνας, τὰς
2476ὁποίας δίδω ἐγὼ αὐτός.
2477§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἤμην ἐν Κρήτῃ,
2478δὲν ἠκολούθουν τὸν κύριον Ρωμάνον, ἵνα πληροφορῶμαι τί
2479πράττει, οὐδ’ ἐνήσκουν ἀστυνομικὴν ἐπίβλεψιν ἐπ’ αὐτοῦ.
2480Ἐτύγχανον ὅμως τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἕνεκα
2481τούτου μοὶ μετέδιδον πληροφορίας περὶ τῶν γιγνομένων ἐν
2482Κρήτῃ, καὶ ἐπεστάτουν, οὕτως εἰπεῖν, μακρόθεν· ἐκεῖνοι δέ,
2483οἱ ὁποῖοι ἐκαλοῦντο νὰ μοὶ μεταδίδωσι πληροφορίας, μοὶ με-
2484τέδωκαν διαφόρους τοιαύτας περὶ τοῦ πρώτου ταξειδίου τοῦ
2485κυρίου Ρωμάνου, ὅτε συνεταξείδευσεν οὐχὶ μετὰ τοῦ κυρίου
2486Ρώμα βεβαίως, ἀλλὰ μετὰ τοῦ κ. Μάνου καὶ μετὰ τοῦ κ.
2487Βλαστοῦ, γραμματέως τότε τοῦ κ. Σκουλούδη, διορισθέντος
2488ἐσχάτως Εἰσαγγελέως. Ἐνδέχεται αἱ μεταδοθεῖσαί μοι τότε
2489πληροφορίαι νὰ μὴ ἦσαν ἀκριβεῖς· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι αἱ πλη-
2490ροφορίαι, αἱ τότε δοθεῖσαί μοι, οὐδόλως συμφωνοῦσι πρὸς ὅσα
2491ὁ κ. Ρωμᾶνος εἶπε περὶ ἑαυτοῦ.
2492§105ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐν τούτοις τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρ-
2493χουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον,—καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἐγὼ δύναμαι
2494νὰ μαρτυρήσω,—οὐδὲν ἐπιβεβαιοῦσιν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. ἐκ
2495Γόρτυνος Βουλευτής.
2496§106ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ τὰ καταθέσητε.
2497§107ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ εὐχαρίστως θὰ ἐπεθύμουν νὰ δια-
2498φωτισθῇ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ποῖα ἦσαν τὰ μέλη τῆς Ἑται-
2499ρίας ἐκείνης, καὶ ἀπὸ ποῖα πρόσωπα ἀπηρτίζετο αὕτη, καὶ ἐπι-
2500θυμῶ πρὸ παντός, ὅπως δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των ἐκεῖ-
2501νοι, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ ἔθνος εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀτίμωσιν, εἰς
2502τὴν ἐθνικὴν καταισχύνην. Εἰς ἐπίλογον δὲ τοῦ ἀνακινηθέντος
2503ἐπεισοδίου δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ προκαλέσω νὰ ὁρι-
2504σθῇ ἡμέρα, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας
2505λυθῇ καὶ διαφωτισθῶσι πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς αὐτὴν καὶ
2506κατὰ πρόσωπα καὶ κατὰ πράγματα.
2507§108Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πολὺ αὐστηρὸς εἶσθε ἀπόψε, κύριε συνά-
2508δελφε!
2509§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
2510§110ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Συνέπεια πάντων τῶν εἰρημένων, κύριοι
2511Βουλευταί, ὑπῆρξε φυσικῷ τῷ λόγῳ ἡ πεποίθησις καὶ παρὰ τῷ
2512λαῷ καὶ παρὰ τῷ στρατῷ, ὅτι καὶ Κυβέρνησις καὶ Βασιλεία
2513ἦσαν σύμφωνοι περὶ τοῦ πολέμου, καὶ ὅτι, διὰ νὰ ἦναι σύμ-
2514φωνοι, φυσικῷ τῷ λόγῳ διετέλουν ἐν ἐπιγνώσει τῆς στρατιω-
2515τικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Ὁ πόλεμος ἐπεχει-
2516ρήθη, ὁ πόλεμος ἐπεβλήθη ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ τί
2517ἀπέδειξεν ὁ πόλεμος; Ὁ πόλεμος ἀπέδειξεν, ὅτι, εἰς οἵαν
2518κατάστασιν εὑρίσκοντο τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα,
2519δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἀλλοῖον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ
2520ὁποῖον ἐπετεύχθη....
2521§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό!
2522§112ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ... Ὁ πόλεμος ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ στρα-
2523τός μας, ὡς διεσκευάσθη, ὑπὸ τὸ κρατοῦν πλημμελέστατον
2524σύστημα, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδο-
2525κίας τοῦ ἔθνους. Ἠμπορεῖτε νὰ διαψεύδητε, ὅταν...
2526§113ΛΕΒΙΔΗΣ. Διαφωνεῖ ὁ Γκὸλτς πασσᾶς.
2527§114ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Σεῖς χάνεσθε μὲ ἕνα Γκὸλτς πασσᾶν!
2528Εἶπον προηγουμένως, ὅτι, ὅπου ὁμιλοῦσι τὰ πράγματα, εἶ-
2529ναι περιττὴ πᾶσα θεωρία καὶ ἐπίκλησις ξένης γνώμης. Ὁ
2530πόλεμος ἀπέδειξεν, ὅτι στρατὸς διοικούμενος ἀπὸ Βουλευτὰς
2531ἀξιωματικοὺς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φανῇ ἀντάξιος τῶν θυ-
2532σιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη, ὑφίσταται καὶ θὰ ὑφίσταται τὸ
2533ἔθνος... (διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).
2534§115ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπαντᾷ ὁ Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἐξετέλεσε τὸ
2535καθῆκόν του.
2536§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
2537§117ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα ν’ ἀμφισβητήσω τὴν
2538δρᾶσιν τὴν καλὴν τοῦ ἐξ Οἰτύλου κυρίου Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ
2539μία ὄασις ἐν τῇ ἐρήμῳ δὲν μεταβάλλει, νομίζω, τὴν ἔρημον
2540Σαχάραν.
2541§118Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπαντᾷ ὁ Νικολαΐδης.
2542§119Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ οἱ στρατιωτι-
2543κοὶ ἐξηυμένισαν τὴν ἱστορίαν τοῦ πολέμου.
2544§120Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἴσως, ἂν ὑπάρχει σημαία τις, ἀξία
2545μνείας, αὕτη εἶναι ἡ τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν. (Χει-
2546ροκροτήματα).
2547§121ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τώρα μὲ προκαλεῖτε νὰ ἀναφέρω ὀνό-
2548ματα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν θέλω.
2549§122Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει στρατιω-
2550τικὸς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔκαμε τὸ καθῆκόν του.
2551§123Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προστατεύσητε τὸν
2552ἀγορεύοντα.
2553§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι! (Θορυβώδεις διά-
2554λογοι).
2555§125ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὅτε εἶπον
2556ὅτι στρατὸς διοικούμενος ἀπὸ Βουλευτὰς δὲν ἦτο δυνατὸν
2557νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του, δὲν ἐνόουν νὰ προσβάλω ὡρισμέ-
2558νους Βουλευτὰς, μεταξὺ τῶν ὁποίων παραδέχομαι ὅτι οἱ πε-
2559ρισσότεροι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ὄχι ὅλοι (Θόρυβος).
2560Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ πολεμικῶν συμ-
2561βάντων· θὰ ἀναφέρω ὀλίγα γεγονότα ἐν γενικαῖς γραμμαῖς
2562ἐκ τῆς δράσεως τοῦ στρατοῦ ἐν Ἠπείρῳ, συνεπὴς πρὸς τὴν
2563ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσα, ὅτι ἐμόρφωσα τὴν γνώμην μου ἐπὶ
2564τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐπιμε-
2565λητείαν ἐν Ἠπείρῳ εἴχομεν ἀνεπαρκεστάτην, πλεῖστοι τῶν
2566ἐφέδρων ἦσαν γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδυτοι, γογγύζοντες ἀνὰ τὰς
2567ὁδοὺς καὶ ἀποθαρρύνοντες καὶ ἑαυτοὺς καὶ τοὺς συναδέλφους
2568των. Σκηνὰς δὲν εἴχομεν, καὶ ἐδέησεν ὁ στρατὸς νὰ στρατω-
2569νίζεται ἐντὸς τῆς πόλεως, ἐγκατεσπαρμένος εἰς διαφόρους οἰ-
2570κίας. Κατὰ πόσον τοῦτο εἶναι ἔργον στρατιωτικῆς προνοίας,
2571οἱ ἁρμόδιοι δύνανται νὰ ἐξετάσωσι... (Θόρυβος).
2572§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὸ νομοσχέ-
2573διον; (Θόρυβος).
2574§127ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔλθετε εἰς τὸ προκείμενον.
2575§128ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι θέλω νὰ δικαιο-
2576λογήσω τὴν ψῆφόν μου.
2577§129Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὑποδείξατε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν ῥή-
2578τορα νὰ ἀφήσῃ τοὺς Βουλευτάς.
2579§130ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐπειδὴ προβλέπω, ὅτι ἡ ἐπιμονή μου
2580εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, εἰς τὴν ἀφήγησιν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς,
2581χωρὶς νὰ ἀναφέρω πρόσωπα, προκαλεῖ ἀντεγκλήσεις, παρα-
2582λείπω ταύτην, καὶ θὰ καταλήξω εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀγο-
2583ρεύσεώς μου. Δυστυχῶς, καὶ ἂν τὰ παραλείπω, πάντες τὰ
2584γνωρίζετε. Δυστυχῶς ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης καταστά-
2585σεως τῆς δράσεως τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ ὑπῆρξε σειρὰ ὁλό-
2586κληρος πανικῶν...
2587§131Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖ τις νὰ μὴ τὸν
2588διακόψῃ; (Θόρυβος).
2589§132ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Θέλετε νὰ ἔλθω εἰς τὴν μάχην τῶν
2590Πέντε Πηγαδίων; Εἶμαι πρόθυμος.
2591§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα τὰς μάχας.
2592§134ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐξ αὐτῶν ἐμόρφωσα γνώμην ἐπὶ τοῦ
2593νομοσχεδίου (Θόρυβος). Ἐπὶ κεφαλῆς στρατοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν
2594ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, ἡ Κυβέρνησις δὲν
2595ἐδίστασε νὰ θέσῃ τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον, ὁ δὲ τότε Ὑπουρ-
2596γὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐμερίμνησε περὶ τῆς αἴγλης καὶ
2597τοῦ γοήτρου τοῦ μέλλοντος Βασιλέως. Ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ
25981897, τοῦ ὁποίου τὰς λεπτομερείας γνωρίζετε, ἀποδεικνύε-
2599ται ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὁ στρατὸς διοικούμενος ὑπὸ τὸ
2600αὐτὸ πλημμελὲς σύστημα, οὐδὲν παρέχει ἐχέγγυον, ὅτι ἐν
2601τῷ μέλλοντι θὰ δυνηθῇ νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικὰ δίκαια καὶ
2602προασπίσῃ τὴν τιμὴν καὶ ἀκεραιότητα τῆς χώρας. Ἐὰν κή-
2603δεσθε τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ στρατοῦ, σεῖς οἱ
2604θορυβωδῶς ἐνταῦθα κοπτόμενοι, χειραφετήσατε αὐτὸν ἀπὸ
2605τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαλλάξατέ τον ἀπὸ τὴν
2606πολιτικήν. Ἡ πολιτικὴ εἶναι ὁδοστρωτὴρ, ὅστις τὰ πάντα
2607ἰσοπεδοῖ. Ἡ πολιτικὴ εἶναι ἐμπειρικὴ Σχολὴ, εἰς τὴν ὁποίαν
2608δὲν μανθάνει τις ἄλλο ἢ πῶς νὰ ἀποβάλλῃ τὸν φυσικὸν αὑτοῦ
2609χαρακτῆρα. Θέλετε νὰ ἔχητε στρατὸν ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὸ
2610Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; ἀποβάλετε πᾶσαν ἐλπίδα
2611περὶ βελτιώσεως αὐτοῦ, μεθ’ ὅσα σχέδια καὶ ὀργανισμοὺς καὶ
2612ἂν ψηφίσητε. Οἱ ὀργανισμοὶ δὲν ἔχουσι τὴν μαγικὴν δύναμιν
2613νὰ μεταβάλλωσι τὰ πράγματα· οἱ ὀργανισμοὶ χρειάζονται
2614νεῦρα, ἀπαιτοῦσι στιβαροὺς βραχίονας, ἀπαιτοῦσι σιδηρᾶν θέ-
2615λησιν καὶ ἐπιβάλλουσαν, ἵνα λάβωσι σάρκα καὶ ὀστᾶ...
2616§135ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Χρειάζονται χρήματα.
2617§136ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τὸ γνωρίζομεν. «l’ argent fait tout».
2618«Δός μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινήσω». Ἀλλ’ ἐννοῶ, ἀνα-
2619λόγως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους.
2620Καὶ ἤκουσα χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ,
2621πειρωμένου νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ στρα-
2622τοῦ δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν, ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν
2623ἔχει στάδιον, ὅπως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐπιβλαβῶς. Ἂς
2624μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ ὑπενθυμίσω, ὅτι, ὅτε συνεζήτει, ὡς Ὑπουρ-
2625γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπο-
2626κλεισμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς Βουλῆς, ἀποτεινόμε-
2627νος πρὸς τὴν Βουλὴν ἔλεγε: «σεῖς πταίετε! σεῖς φθείρετε τὸν
2628στρατὸν!» Καὶ ἀνέφερεν ἐπεισόδιον, συμβὰν μεταξὺ αὐτοῦ
2629καὶ δὲν ἠξεύρω τίνος Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ
2630ὁποῖον ἦτο ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ προήρχετο ἐκ τοῦ κομματι-
2631σμοῦ, ὁ ὁποῖος διέφθειρε τὸν στρατόν. Δὲν ἠξεύρω, τίς ἔλε-
2632γεν τὴν ἀλήθειαν· ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
2633ἢ ὁ νῦν Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου;
2634Ἐὰν ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ δὲν πρέπει ν’ ἀπο-
2635δοθῇ εἰς τὴν ἐπιρροὴν τῆς πολιτικῆς, τὰ ἐκ τοῦ πολέμου με-
2636μαρτυρημένα πράγματα ἐπιβάλλουσιν εἰς ἐμὲ νὰ πιστεύω
2637ἀπολύτως καὶ νὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι μόνος ὁ Διάδοχος
2638διὰ τοῦ κύρους αὑτοῦ καὶ τῆς ὑψηλῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν
2639κατέχει, δύναται νὰ καταστήσῃ καὶ παγιώσῃ τὴν πειθαρχίαν,
2640ἄνευ τῆς ὁποίας στρατὸς δὲν ὑπάρχει. Αὐτὸς μόνος δύναται νὰ
2641ἐπιφέρῃ τὴν ἰσότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην ἐν τῷ στρατῷ...
2642§137Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε Διάδοχος,
2643τί θὰ ἐγίνετο;
2644§138ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ὅ,τι ἐγένετο.
2645Κηρυσσόμενος ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου,
2646δὲν εἶμαι καὶ ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος
2647θὰ μεταμορφωθῇ εἰς Μωϋσέα καὶ θὰ μεταβάλῃ τὰ πάντα
2648διὰ τῆς μαγικῆς αὑτοῦ ῥάβδου, ἀλλὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2649θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ἀστυνομικὸν νόμον, θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ὀργανι-
2650σμὸν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ.
2651Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μεταβάλῃ τὸ σύστημα
2652τῆς στρατολογίας, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἥμισυ τῶν στρατευσί-
2653μων ἀπαλλάσσεται, καὶ τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἕτερον στρατὸν
2654ἐν πολέμῳ, τὸν στρατὸν τῶν ἀπαλλαγέντων.
2655Δὲν συμμερίζομαι τήν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες λέγουσιν,
2656ὅτι ὁ Διάδοχος πρέπει μὲν καὶ δύναται νὰ δρᾷ ἐν τῷ στρατῷ,
2657ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς, ἐκ τῶν παρασκηνίων. Ὄχι! Φρονῶ,
2658ὅτι ὁ Διάδοχος, ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ
2659δρᾷ ἐπὶ τῆς σκηνῆς, ὑπὸ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, ὥστε νὰ κρίνῃ
2660ἡ κοινωνία ἀσφαλῶς περὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν παραλείψεων
2661τῆς διοικήσεως αὐτοῦ. Οὔτε συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἄλ-
2662λων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ὁ Διάδοχος πρέπει νὰ διάγῃ
2663βίον ἀκαδημαϊκὸν, καὶ θέλουσιν αὐτὸν ἐντὸς τῶν τεσσάρων
2664τοίχων τοῦ σπουδαστηρίου του, κατατριβόμενον ἴσως εἰς Βυ-
2665ζαντινὰς μελέτας. Ἐγὼ θέλω τὸν Διάδοχον δρῶντα ἐν τῇ
2666σταδιοδρομίᾳ ἐκείνῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ παιχθῶσιν αἱ τύχαι
2667τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
2668§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ
2669τὸ δεύτερον τοῦτο τμῆμα τῆς συνεδριάσεως, ἐν τῷ μέσῳ ἢ
2670περὶ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης,
2671δὲν ἤκουσα ἀπ’ ἀρχῆς τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅσα
2672ἤκουσα μοὶ δίδουσιν ἀφορμὴν νὰ ἀναβάλω τὰς παρατηρή-
2673σεις, ὅσας εἶχον νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς
2674Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διότι ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιλάβωμαι
2675θεμάτων μὴ προσκειμένων εἰς τὸ νομοσχέδιον, συναφῶν μὲν,
2676ἀλλὰ μὴ ἀπολύτως συνηνωμένων μετ’ αὐτοῦ.
2677Καὶ πρέπει νὰ πράξω τοῦτο, ἀφοῦ κατὰ δυστυχίαν δύο
2678ἀλλεπάλληλοι ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐγένοντο ἀντικείμενον
2679ἐμπαιγμοῦ, διότι ἀληθῶς ἐνεπαίχθησαν αἱ ἀποφάσεις τῆς
2680Βουλῆς καὶ ὅτε συνέστησε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίο-
2681δον αὐτῆς ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, πάντα
2682δὲ τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων ἔκλεισαν ἑρμητικῶς τὰς
2683θύρας των πρὸς τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς, καὶ ἠρνοῦντο νὰ δώ-
2684σωσιν εἰς αὐτὴν πᾶσαν πληροφορίαν, ἤτοι τὰ στοιχεῖα, διὰ
2685τῶν ὁποίων ἔμελλε νὰ χειραγωγήσῃ καὶ διευθύνῃ τὰς ἐρεύ-
2686νας καὶ γνώμας της. Ἀλλὰ καὶ ἡ τελευταία ἀπόφασις τῆς
2687Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας συνέστησε νέαν ἐξεταστικὴν τῶν
2688πραγμάτων ἐπιτροπὴν, καὶ αὕτη ἐγένετο ἀντικείμενον ἐμ-
2689παιγμοῦ νέου, διότι δὲν συνῆλθεν ἔτι ἡ συσταθεῖσα ἐπιτροπὴ,
2690ὡς δ’ ἀνέγνων ἔν τινι ἐφημερίδι, ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, ἀπο-
2691λέσας τὸ θάρρος, ὅτι δύναται νὰ ἄρξηται ἐργασίας, ἠναγκά-
2692σθη νὰ καταθέσῃ τὴν παραίτησίν του. Δὲν βεβαιῶ τὴν εἴδη-
2693σιν, διότι, ἐὰν ἠναγκάζετο νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του,
2694ἤθελε καταθέσει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν· ἐδημοσιεύθη ὅμως
2695ἡ εἴδησις ὑπὸ ἐφημερίδων...
2696§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Μπουφίδης). Δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐγὼ
2697ἐθεώρησα, ἀφοῦ ἐγενόμην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἠδυ-
2698νάμην νὰ ἦμαι καὶ Πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς,
2699καὶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε μὲ ἀντικαταστήσει.
2700§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πάντοτε προσῆκε νὰ ἀνα-
2701φέρητε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐπρόκειτο νὰ σᾶς
2702ἀντικαταστήσῃ ὡς μέλος.
2703Γνωρίζω ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ κατὰ
2704τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς καὶ διὰ με-
2705λῶν μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι εἶχεν ἐπιθυμίαν νὰ ζητήσῃ παρ’ ἐμοῦ
2706πληροφορίας ἐπὶ διαφόρων θεμάτων· ἀνεκοίνωσα αὐτῇ τότε,
2707ὅτι προθύμως θέλω δώσει πάσας τὰς πληροφορίας, ὅσας τὰ
2708συμφέροντα τοῦ Κράτους μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ ἀνακοινώσω·
2709ἐζήτησα δὲ νὰ μοὶ γραφῶσι τὰ θέματα, ἵνα ἐξετάσω ταῦτα
2710καὶ συλλέξω τὰς πληροφορίας, ὅσαι δὲν ἐπάγουσι βλάβην
2711εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἡ ἐπιτροπὴ μοὶ διεβίβασε ση-
2712μείωσιν εἴκοσι καὶ πλέον θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔγραψα
2713τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἡ ἔκθεσις δὲ, τὴν ὁποίαν ἔστειλα,
2714ἀποτελεῖται ἀπὸ 300 περίπου σελίδας.
2715Ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἀγνοῶ. Εἶναι εἰς χεῖ-
2716ρας τῆς ἐπιτροπῆς; ἀνεγνώσθη ἐν αὐτῇ; ὡδηγήθη αὕτη ἐκ
2717τῶν ἐν αὐτῇ, καὶ συνέλεξε περαιτέρω πληροφορίας; καὶ τί-
2718νας; προέβη εἰς ἐργασίαν τινά; Ἀγνοῶ. Ἤθελον μάλιστα
2719παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μοὶ
2720ἐπιστρέψῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἂν δὲν ἐχρησιμοποίησεν αὐτὸ,
2721διότι ἔδωκα μὲν αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐξεταστικὴν
2722τῶν πραγμάτων, ὡς ἐντολοδόχον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐσκόπουν
2723δὲ νὰ δώσω αὐτὸ εἰς ἰδιώτας, — διότι ἁπλοῖ ἰδιῶται γίνονται
2724τὰ μέλη τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὅταν ἀφαιρέσητε ἀπὸ
2725αὐτὰ τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, δὲν ἤθελον δὲ στέρξει οὔτε
2726ἔγγραφον οὔτε ἁπλῆν πληροφορίαν νὰ δώσω εἰς συμπολίτας,
2727οἵτινες δὲν περιεβάλλοντο δι’ ἐντολῆς τῆς Βουλῆς...
2728§142Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς διακόψω, διότι
2729ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, καὶ δύνα-
2730μαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν τοιούτου
2731ἐγγράφου, οὔτε ἀνεκοινώθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοιαύτη ἔκ-
2732θεσις.
2733§143Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὔτε ἐγὼ ἔλαβον γνῶσιν αὐτοῦ.
2734§144ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Οὔτε ἐγώ.
2735§145Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐδόθη παρὰ τοῦ
2736ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος εἰς τὴν πρώτην ἐξεταστι-
2737κὴν ἐπιτροπὴν, τὸ ἔγγραφον δὲ τοῦτο παρέλαβον ἐγώ, ὡς
2738γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς, ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγρά-
2739φων. Ἦτο πλέον τὸ θέρος, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπου-
2740σίαζον, ἐγὼ δὲ ἀνεχώρησα, παραθερίσας εἰς Γερμανίαν. Ἔκ-
2741τοτε δὲν συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ, διότι διελύθη ἡ Βουλὴ, καὶ
2742παρέδωκα τὸ ἔγγραφον ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων εἰς
2743τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς κ. Λιμπρίτην. Ὁ δὲ κ. Λιμ-
2744πρίτης, εὐθὺς ὡς συνεστήθη ἡ δευτέρα ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ,
2745νομίζω, ὅτι ἔδωκε τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὸν νέον Πρόε-
2746δρον καὶ νῦν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Εἶχε ληφθῆ ἡ ἀπόφασις
2747εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσωμεν τὸν πρώην Πρόεδρον
2748τῆς Κυβερνήσεως...
2749§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶχε ληφθῆ ἡ
2750ἀπόφασις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ζητήσητε πληροφορίας, ὄχι
2751νὰ ἐξετάσητε (ἱλαρότης).
2752§147Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα, νὰ ζητήσωμεν πληροφο-
2753ρίας. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τοσούτων θεμάτων,
2754ἐφ’ ὧν ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι, νὰ ληφθῶσιν αὗ-
2755ται προφορικῶς, ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως καταρ-
2756τίσῃ αὕτη σημείωμα τῶν θεμάτων, ἐφ’ ὧν ἀπήντησεν ὁ ἀξιό-
2757τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Κατὰ τὴν ἐποχὴν δ’ ἐκείνην
2758ἀπουσίαζεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γυθείου Βουλευτὴς, καὶ δι’ αὐτὸ
2759δὲν ἔχει γνῶσιν τῶν ἀποφασισθέντων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
2760Ἀπεφασίσθη, ὡς εἶπον, νὰ καταστρώσωμεν ἐγγράφως τὰ
2761ἐρωτήματα, καὶ διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐδώσαμεν
2762τὰ θέματα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὁ
2763ὁποῖος ἀπήντησε διὰ μακροῦ ἐγγράφου· ἠκούσατε δὲ ἤδη
2764ποία ἦτο ἡ τύχη τοῦ ἐγγράφου. Ποῦ εὑρίσκεται ὅμως τὸ ἔγ-
2765γραφον ἐκεῖνο, δὲν γνωρίζω· ἴσως τὸ ἔχει μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐγ-
2766γράφων ὁ παραιτηθεὶς Πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγ-
2767μάτων ἐπιτροπῆς.
2768§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς παρέ-
2769δωκεν ἅπαντα τὰ εἰς χεῖράς του ἔγγραφα εἰς τὸ Γραφεῖον
2770τῆς Βουλῆς, ὅπου καὶ εὑρίσκονται ἤδη.
2771§149ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠνοίχθησαν ἀπὸ κανένα τὰ
2772ἔγγραφα ἐκεῖνα;
2773§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠνοίχθησαν, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ἐγγράφων
2774ἐκείνων δὲν ὑπάρχει φυλλάδιον ἐκ τριακοσίων σελίδων.
2775§151Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος
2776Βουλευτὴς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, νομίζω ὅτι ὁ καταλληλότε-
2777ρος, ἵνα ἐπιστρέψῃ αὐτὸ, εἶναι ὁ τέως Πρόεδρος τῆς ἐπι-
2778τροπῆς.
2779§152ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἀνεκοινώθη ποτὲ τὸ
2780ἔγγραφον ἐκεῖνο εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
2781§153Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν ἀνεκοινώθη.
2782§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συνῆλθε ποτὲ ἡ ἐπιτροπή.
2783§155Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Συνήλθομεν πολλάκις.
2784§156ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτομεν ὅτι δὲν
2785συνήλθετε ποτέ, διότι, ἂν εἴχετε συνέλθει, ἠθέλετε συζητή-
2786σει τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὸν κ. πρώην Πρω-
2787θυπουργόν, ἢ νὰ ὑποβάλητε εἰς αὐτὸν σημείωμα.
2788§157Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Συνετάχθη σημείωμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρε-
2789καλοῦμεν τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν νὰ ἀπαντήσῃ. Ὁ
2790κύριος Δηλιγιάννης ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν ἐγγράφως, ἀλλ’ εἰς
2791τίνα τὴν ἔδωκε, δὲν γνωρίζω· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἀνεκοι-
2792νώθη ποτὲ ἔγγραφον ἐκ τριακοσίων σελίδων.
2793§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. Βελλιανίτην, τί ἐγέ-
2794νετο τὸ ἔγγραφον.
2795§159Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζή-
2796τημα, ἐὰν ὑφίσταται ἔτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη.
2797§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἕτερον ζήτημα, κύριε Βουλευτὰ,
2798διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διακόψωμεν τὸν ἀγορεύ-
2799οντα καὶ τὴν γιγνομένην συζήτησιν.
2800§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας
2801ἐξέθηκα εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὴν ἐξετα-
2802στικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, εἶχον περιέλθει εἰς γνῶ-
2803σιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἤθελεν ἀπαλλάξει τὴν Βου-
2804λὴν τῆς ἐνοχλήσεως νὰ ἀκούσῃ τῶν λόγων αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι
2805ἦσαν ἥκιστα ἀκριβεῖς, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐστηρίζοντο ἐπὶ εἰκα-
2806σιῶν ἢ ἐπὶ ἀκουσμάτων καὶ σκέψεων. Ἤθελε πληροφορηθῆ
2807ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπεκήρυξε τὸν
2808πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ὅτι ἡ Τουρκία ἐπεκήρυξε
2809τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν ἐπεκήρυξε τὸν
2810πόλεμον ἡ Ἑλλάς, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων κατὰ
2811τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἦσαν πεπεισμένοι, ὅτι, ἐὰν ἐπεκήρυσσον
2812τὸν πόλεμον, ἤθελον ταχθῆ νὰ πολεμήσωσι τὰ στρατεύματα
2813τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος κατὰ τῶν στρατευμάτων μεγάλης αὐ-
2814τοκρατορίας, αὐτοκρατορίας τοσοῦτον ἐκτεταμένης, ἐν ᾗ κα-
2815τοικοῦσι τοσοῦτοι πληθυσμοί, καὶ ἥτις παρέχει πηγὰς στρα-
2816τολογίας ἀνεξαντλήτους, ἐνῷ ἡ στρατολογία τῆς Ἑλλάδος
2817εἶναι περιωρισμένη ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασι-
2818λείου. Ἐγνώριζον δὲ προσέτι οἱ τότε κυβερνῶντες, ὅτι ὁ
2819στρατὸς τῆς Τουρκίας ἦτο στρατὸς συντεταγμένος, ἠσκημέ-
2820νος, δεδοκιμασμένος εἰς τὸ πῦρ ἐν ἐπανειλημμένοις πολέ-
2821μοις, ἐνῷ οἱ στρατιῶται τῆς Ἑλλάδος ἦσαν πρωτόπειροι καὶ
2822ἀτελῶς συντεταγμένοι. Οὐδ’ ἠγνόουν, ὅτι αἱ στρατιαὶ τῆς
2823Τουρκίας εἶχον ὑλικὸν ἀφθονώτερον, τελειότερον καὶ καλλίτε-
2824ρον, ἐνῷ τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἡμῶν ὑλικὸν τοῦ πολέμου
2825ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν προμηθειῶν τοῦ 1885 καὶ
28261886, διὰ τὰ ὁποῖα μὲ κατήγγειλε πολλάκις ὁ νῦν Ὑπουρ-
2827γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς αἴτιον τῆς πτωχεύσεως τοῦ
2828Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ τὰ ὁποῖα ἐὰν δὲν ὑπῆρχον κατὰ
2829τὸ 1897, ἴσως δὲν θὰ ἤμεθα ἱκανοὶ οὐδὲ νὰ παρασταθῶμεν
2830ἐπὶ τῆς γραμμῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν στρατὸν πολυπληθῆ
2831καὶ ἠσκημένον, καὶ ἂν εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύ-
2832νατον νὰ νικήσωμεν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων τὴν Ἑλλάδα
2833τότε, ἐφρόνουν, ὅτι δὲν συνέφερε πολιτικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα
2834νὰ ἐπικηρύξῃ τὸν πόλεμον, ἔστω καὶ μετὰ τῆς πιθανότητος
2835τῆς νίκης, διότι τὸ Βασίλειον δὲν ἔχει ὅρια μόνον πρὸς νό-
2836τον, ἀλλ’ ἔχει ὅρια καὶ πρὸς τὸ βόρειον μέρος, καὶ κατὰ
2837τὸ μέρος ἐκεῖνο ὑπάρχουσι πολλὰ καὶ μεγάλα συμφέροντα,
2838καὶ ἐθνικὰ καὶ πολιτικά· οὐδὲ συνέφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα
2839νὰ ἐκθέσῃ ἐν κινδύνῳ μέγα μέρος πληθυσμοῦ Ἑλληνικοῦ, οὐδὲ
2840τὰ συμφέροντα, περὶ ὧν εἶπον.
2841Ἀλλὰ διατὶ ὁμιλεῖτε περὶ στρατοῦ, ἐνῷ γνωρίζετε τὸ
2842σύστημα τῆς στρατολογίας, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν Ἑλλάδι,
2843ἐνῷ γνωρίζετε τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, ἐνῷ γνωρίζετε
2844ὅτι στρατὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῇ καὶ νὰ παρα-
2845σκευασθῇ διὰ δεκατριῶν ἢ δεκαπέντε ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα
2846δαπανῶμεν ἡμεῖς; Ἔχετε καθολικὴν στρατολογίαν, δὲν
2847ἔχετε μόνιμον στρατὸν, δὲν ἔχετε μισθοφόρους Ἑλβετοὺς,
2848ἔχετε πολίτας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, οἱ ὁποῖοι πρὸ δέκα
2849ἢ δέκα καὶ πέντε ἐτῶν, ἢ καὶ εἴκοσιν ἐτῶν, ὑπηρέτησαν,
2850ἄλλοι ἓξ μῆνας, ἄλλοι ἓν ἔτος, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ δέκα καὶ ἐπὶ
2851δεκαπέντε ἔτη ἢ εἴκοσιν ἔτη ἀφήκατε αὐτοὺς ὑπὸ τὰς στέ-
2852γας των, αὐτοὶ δὲ δὲν ἐλάμβανον κατὰ τὸ διάστημα τῶν
2853ἐτῶν τούτων τὸ ὅπλον, εἰμὴ διὰ νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ κυνήγιον,
2854ἐκαλεῖτε αὐτοὺς νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας. Νομίζετε
2855ὅτι ὁπλῖται τοιοῦτοι ἀποτελοῦσι στρατόν; Εἶναι ἄθροισμα
2856ὁπλοφόρων, δὲν εἶναι στρατός. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπόκρυφα,—τὰ
2857εἶπον,—δὲν ἦσαν ἄγνωστα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ταῦτα δη-
2858μοσίᾳ εἶχον ἐκθέσει εἰς αὐτὴν, καὶ προβαίνω ἀμέσως νὰ σᾶς
2859ἀναγνώσω, τί εἶπον τότε πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει):
2860«Εἰς τὸν στρατὸν ἔχομεν στελέχη, ἀλλ’ ἄνδρας δὲν εὑ-
2861»ρίσκομεν, ἵνα ἀσκήσωμεν. Καὶ δὲν εὑρίσκομεν ἄνδρας τῶν
2862»ἐτησίων ἀπογραφῶν, κατὰ πλείονα δὲ λόγον δὲν εὑρίσκο-
2863»μεν ἐφέδρους. Καὶ ὅταν τὰ στελέχη δὲν ἔχωσιν ἄνδρας
2864»νὰ ἀσκήσωσι, δὲν ἀσκοῦνται οὐδὲ ταῦτα. Ἡ ἐκπαίδευσις
2865»τῶν στελεχῶν εἶναι ἀτελὴς, στρατὸν δὲ δὲν ἔχομεν. Ἡ
2866»κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ θεραπευθῇ, πρέπει νὰ θερα-
2867»πευθῇ ἐν τῷ πόθῳ, ἵνα τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ συμπλη-
2868»ρώσωσι στρατιωτικῶς ἑαυτὰ διὰ διδασκαλίας, τῆς ὁποίας
2869»ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ τακτικοὶ στρατοὶ, ἵνα δυνηθῶμεν, ἐάν
2870»ποτε προσφύγωμεν καὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν, νὰ εὕρωμεν αὐ-
2871»τὴν, ἂν οὐχὶ στρατιωτικῶς ὠργανωμένην, ἂν οὐχὶ ἐφεδρείαν
2872»Γερμανικὴν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον διατηροῦσαν ἔτι ἐν τῇ μνήμῃ
2873»αὑτῆς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ σχολείου τοῦ στρατοῦ. Ἀλη-
2874»θῶς, ἐὰν ἀπευθυνθῶμεν σήμερον εἰς τὴν ἐφεδρείαν, αὕτη
2875»τυγχάνει ἄθροισμα ὁπλιτῶν, οἱ ὁποῖοι ὀλίγον διαφέρουσιν
2876»ἀπὸ τοὺς λαμβάνοντας τὸ ὅπλον διὰ νὰ ὑπάγωσι μᾶλλον
2877»εἰς κυνήγιον ἢ διὰ νὰ ἀσκηθῶσι.»
2878Ταῦτα ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν 18 Δεκεμβρίου 1896
2879(ὅρα σελίδα 800 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βου-
2880λῆς). Καὶ δὲν εἶπον μόνον αὐτὰ, διότι καὶ κατὰ τὴν 17
2881Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1897 ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγι-
2882νώσκει):
2883«...Ποῖον εἴχομεν σκοπὸν, ὅτε συνεκαλοῦμεν τὸ πρῶτον
2884»τὰς δύο ἡλικίας, καὶ ἐζητοῦμεν δι’ αὐτῶν νὰ κρατύνωμεν
2885»τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ στρατόν; Σκοπὸν εἴχομεν
2886»νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας; Ὄχι. Σκο-
2887»πὸν εἴχομεν νὰ περιφρουρήσωμεν ἀσφαλέστερον τὴν μεθό-
2888»ριον γραμμὴν, διότι οἱ γείτονες ἡμῶν ἠσχολοῦντο νὰ ἐνι-
2889»σχύσωσιν ὡσαύτως τὰς ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς φρου-
2890»ράς των. Ἀλλ’ ὅτε νεώτεραι πληροφορίαι μᾶς ἀνήγγειλαν,
2891»ὅτι ἡ Τουρκία διέτασσε μεγαλειτέρας κινήσεις στρατοῦ, καὶ
2892»ὅτι παρεσκεύαζεν ἔτι μεγαλειτέραν ἐνίσχυσιν τῶν φρουρῶν
2893»τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἐσπεύσαμεν τὴν αὐτὴν ἡμέραν,
2894»καθ’ ἣν συνεκεντρώσαμεν τὰς πληροφορίας ταύτας, νὰ κα-
2895»λέσωμεν τὰς δύο ἄλλας ἡλικίας. Ἐὰν εἴχομεν σκοπὸν
2896»ἀπ’ ἀρχῆς νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας,
2897»εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νὰ μᾶς ἐλέγξῃ,
2898»διότι, παρασκευαζόμενοι νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον, δὲν
2899»παρεσκευάζομεν ἀναλόγως τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ
2900»Κράτους· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κηρύξωμεν τὸν πό-
2901»λεμον· προὐτιθέμεθα νὰ προλάβωμεν ἐπιδρομὰς ἀκηρύκτους,
2902»τὰς ὁποίας αἱ στρατιωτικαὶ κινήσεις τοῦ ὁμόρου Κράτους
2903»μᾶς κατήγγελλον ὡς λίαν πιθανὰς.»
2904Λοιπὸν ἐκαλέσαμεν ἡλικίας ὑπὸ τὰ ὅπλα διὰ ν’ ἀποκρού-
2905σωμεν τὴν ἐπιδρομὴν τουρκικῶν στρατιῶν, ἡ ὁποία ἐμελε-
2906τᾶτο, ὅπως μᾶς ἀναγκάσῃ ν’ ἀνακαλέσωμεν τὰ στρατεύ-
2907ματα ἐκ Κρήτης. Ἡ συγκέντρωσις τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τῆς
2908Τουρκίας ἦτο represailles τοῦ μέτρου, εἰς τὸ ὁποῖον προέ-
2909βημεν, ἀναγκασθέντες, ἵνα σώσωμεν δέκα χιλιάδας Χριστια-
2910νῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκινδύνευον νὰ σφαγῶσιν ὑπὸ τῶν Τούρκων ἐν
2911Ἡρακλείῳ.
2912§162Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἦτο κήρυξις πολέμου ἡ κατά-
2913ληψις τῆς Κρήτης.
2914§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζω ὅτι εἶσθε δεινὸς εἰς τὸ
2915διεθνὲς δίκαιον, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἄγευστοι αὐτοῦ.
2916Βεβαίως τὰ Κράτη δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ στέλλωσι
2917στρατοὺς εἰς ἄλλα Κράτη, ὅταν δὲ στέλλωσι στρατοὺς, βε-
2918βαίως ἀναλαμβάνουσι τὴν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν τοῦ μέτρου
2919αὐτῶν τούτου· ὅτε δ’ ἡμεῖς εὑρέθημεν εἰς ἀνάγκην, κατὰ
2920τὴν ὁποίαν ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς τὸ
2921μέτρον τοῦτο, ἐγνωρίζομεν ὅτι ἐξετίθεμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς
2922τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους τὸ μέτρον τοῦτο ἐπέφερε. Δὲν
2923ἠξεύρω δ’ ὄντως, ἐὰν ὑπῆρξε κρισιμωτέρα στιγμὴ ἐκείνης,
2924καθ’ ἣν ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Διοι-
2925κητοῦ τοῦ Ἡρακλείου καὶ μετὰ τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου ἠπεί-
2926λουν δέκα χιλιάδας Κρητῶν χριστιανῶν, νὰ σφάξωσιν αὐ-
2927τοὺς εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Ἡρακλείου, καθ’ ἣν ὁ Μητροπο-
2928λίτης Κρήτης ἐπεκαλεῖτο παρὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος τῆς
2929Βασιλίσσης τὴν φιλανθρωπίαν Αὐτῆς, ὅπως σώσῃ τόσας χι-
2930λιάδας ψυχῶν, καθ’ ἣν οἱ πρόξενοι τῶν ξένων Κρατῶν δὲν
2931ἠδύναντο νὰ καταβιβάσωσι τὰς λέμβους αὐτῶν εἰς τὸν λι-
2932μένα τοῦ Ἡρακλείου.
2933Ἡμεῖς οὐδέποτε διενοήθημεν νὰ ὠθήσωμεν τὴν Κρήτην
2934εἰς ἐπανάστασιν. Ἀφοῦ ἡ Κρήτη εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀπο-
2935λέσῃ τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς, οἵτινες τῇ παρεχωρήθησαν διὰ
2936τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας, προσεπαθοῦμεν νὰ κατορθώ-
2937σωμεν νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Κρήτην θεσμοὶ ἐλεύθεροι, οἵτινες
2938νὰ βοηθήσωσιν αὐτὴν, ἵνα ἀναπτυχθῇ οἰκονομικῶς, καὶ ἀνα-
2939τραφῇ πολιτικῶς εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ
2940καθηκόντων αὐτῆς, καὶ δυνηθῇ ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν ἀδι-
2941κημάτων καὶ τῶν πιέσεων τῶν κρατούντων. Ἐὰν ὑπεκινήθη
2942ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἐπὶ τούτῳ,
2943ἐὰν δ’ ὑπάρχει τις ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ὑπεύθυνος,
2944εἴτε διότι εἰργάσθη νὰ ὑποκινήσῃ καὶ ἐξωθήσῃ τὴν Κρήτην
2945εἰς ἐπανάστασιν, εἴτε διότι ἐλησμόνησεν ἢ ἠθέτησε τὰ πρὸς
2946τὴν πατρίδα καθήκοντά του, οὗτος βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς,
2947οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει τότε, οἵτινες συνεβουλεύομεν καὶ προε-
2948τρέπομεν τοὺς Κρῆτας νὰ παρατείνωσι τὴν ὑπομονήν των,
2949ἠσχολούμεθα δὲ καὶ ἠγωνιζόμεθα νὰ πείσωμεν τὴν Εὐρώπην,
2950ἵνα ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Τουρκίαν τὴν παραχώρησιν ἐλευθέρων
2951θεσμῶν. Ἀλλ’ ὅτε οἱ Χριστιανοὶ ἐκινδύνευον νὰ σφαγῶσιν ὑπὸ
2952τῶν Τούρκων, ὅτε οἱ ὁμόφυλοι ἐφώναζον, ζητοῦντες νὰ σώ-
2953σωμεν αὐτοὺς, θὰ ἦτο ὄντως ἀπανθρωπία διὰ τὸ Ἑλληνικὸν
2954Βασίλειον νὰ μένῃ ἀπαθὲς, καὶ νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ παράσχῃ προ-
2955στασίαν εἰς δέκα χιλιάδας Ἑλληνικῶν ψυχῶν.
2956Ἀλλ’ ὅτε ἀνελαμβάνομεν τοιαύτην εὐθύνην, εἴχομεν τὴν
2957ἐλπίδα ὅτι ἤθελεν ἐκτιμηθῆ ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς ἡ δια-
2958γωγὴ ἡμῶν, διότι ἡ διαγωγὴ ἡμῶν ἦτο φιλόνομος καὶ συντη-
2959ρητική. Ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε λάβει τὴν ἀπόφα-
2960σιν νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας, ὅτι δὲν
2961ἦτο διατεθειμένη νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κρήτην εἰς τὴν Ἑλ-
2962λάδα. Ἐὰν δὲ ὑπῆρχέ τις, ὁ ὁποῖος ἠγνόει τοῦτο, —καὶ ὑπῆρχε
2963κατὰ δυστυχίαν τοιοῦτος,—ἐπλάνα αὐτὸν ἡ ἀνάγνωσις τῶν
2964διακοινώσεων τοῦ πρίγκηπος Γορτσακώφ, τῶν ἐκδοθεισῶν
2965κατὰ τὸ 1867. Δὲν θέλω νὰ λυπήσω τινά. Ἡ νεότης ἔχει
2966πολλὰ προτερήματα, καὶ ζηλεύω τοὺς νέους. Ἔχει ζωῆς
2967ἀκμὴν, ὀργανισμὸν ἄρτιον, θερμότητα ἐν τῇ καρδίᾳ καὶ φλό-
2968γα ἐν τῇ ψυχῇ. Ἔχει τόλμην καὶ εἶναι ῥιψοκίνδυνος εἰς τὰς
2969ἀποφάσεις καὶ γοργὴ εἰς τοὺς πόδας. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἀτέ-
2970λειαν, διότι δὲν ἔχει τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν
2971προσώπων. Ἀναγινώσκει τις διακοίνωσίν τινα Ὑπουργοῦ με-
2972γάλου Κράτους, ἀλλ’ ὑπολαμβάνει ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον
2973νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ προηγούμενα τῆς διακοινώσεως, ἢ εἰς
2974τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο αἱ σχέσεις τοῦ Κράτους,
2975καθ’ ὃν χρόνον ὁ Ὑπουργὸς αὐτοῦ ἔγραφε τὴν διακοίνωσιν.
2976Ἂν ὁ ἀναγνοὺς τὴν διακοίνωσιν ἔβλεπεν ἢ ἀνεγίνωσκε τὸν
2977ὁρμαθὸν τῶν ἐγγράφων τῶν διπλωματικῶν, τὰ ὁποῖα ἀν-
2978τηλλάγησαν κατὰ τὸ ἔτος 1867, ὅτε ὁ πρίγκηψ Γορτσακὼφ
2979ἔγραφε τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος διακοίνωσιν, ἤθελεν ἐννοήσει,
2980ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἦσαν τοιαῦτα, οἷα αὐτὸς συνήγαγεν ἐκ
2981τῆς διακοινώσεως. Ὡσαύτως, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. ἐκ Καλα-
2982μπάκας Βουλευτὴς, ὅστις φαίνεται ὢν γνώστης τοῦ διεθνοῦς
2983δικαίου, καθ’ ὃν χρόνον μὲ διέκοπτε, λέγων ὅτι ἡμεῖς προε-
2984καλέσαμεν τὸν πόλεμον, δὲν ἐγνώριζε, τί μοὶ ἔλεγεν ὁ νῦν
2985Πρωθυπουργὸς, ὢν τότε μέλος τῆς Βουλῆς καὶ ἀνήκων τότε
2986εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διότι, ἐὰν ἐγνώριζε
2987τοῦτο, ἐξ εὐλαβείας τοὐλάχιστον πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμ-
2988ματος, εἰς ὃ κατετάχθη, ἤθελε σιωπήσει. Πρόκειται περὶ τοῦ
2989χρόνου, καθ’ ὃν ἦσαν τὰ πλοῖα ἡμῶν εἰς τὸν λιμένα τῶν
2990Χανίων καὶ καθ’ ὃν οἱ συμμαχικοὶ στόλοι τῶν Δυνάμεων
2991ἐκανονιοβόλουν τοὺς Κρῆτας. Ἤμην τότε Πρόεδρος τοῦ
2992Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
2993κῶν ἐτύγχανεν ὁ φίλος μου κ. Σκουζὲς, ὁ δὲ ἐκ Κερκύρας κ.
2994Βουλευτὴς καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς ἤλεγχε καὶ ἐπετίμα ἡμᾶς,
2995λέγων ταῦτα (ἀναγινώσκει):
2996«... Προκύπτει ὅτι ὁ τουρκικὸς στόλος ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ
2997»ἑλληνικοῦ στόλου ἔλαβεν ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν κατὰ τῶν
2998»Χριστιανῶν ἐπίθεσιν· ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπυροβόλουν
2999»τὰ ξένα πλοῖα, ἐπυροβόλουν καὶ τὰ τουρκικὰ πλοῖα κατὰ
3000»τῶν Χριστιανῶν, τῶν μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Κρήτης ὑπὸ
3001»τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου ὑπηκόων τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως.
3002»Διατὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τῆς ἐπιθέσεως τῶν τουρ-
3003»κικῶν πλοίων τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα δὲν ἐπυροβόλησαν κατὰ
3004»τῶν τουρκικῶν; Ἀπαντήσατε εἰς ταῦτα, ἐὰν δύνασθε. Δι-
3005»καιολογήσατε, ἐὰν δύνασθε, τὴν ἀδράνειαν τοῦ στόλου ἡμῶν...
3006»Ἰδοὺ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συντελέσητε. Ἐὰν συν-
3007»έπεια τῶν ἔργων τούτων θὰ ἦτο ἡ καταστροφὴ τῶν πλοίων
3008»τῶν ἑλληνικῶν, ἐκ τῆς καταστροφῆς ἐκείνης βεβαίως ἤθε-
3009»λεν ἐπέλθει ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος...»
3010(Ὅρα σελ. 1158 τῶν πρακτικῶν τῆς κατὰ τὴν 17 Φε-
3011βρουαρίου 1897 συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς).
3012Ὁμολογῶ, ὅτι τότε αἱ σάλπιγγες τῶν στόλων τῶν ἓξ Με-
3013γάλων Δυνάμεων μετέδιδον ἤχους, οἵτινες ἐπλήρουν τὸν ἀέρα
3014κατὰ πάσας τὰς διευθύνσεις, ἀνὰ πάντα τὰ στρώματα, καὶ
3015ὅτι, ἐὰν τὰ πλοῖα ἡμῶν ἀνεμιγνύοντο εἰς τὴν ἐπίθεσιν, τὴν
3016γενομένην τότε ὑπὸ τῶν συμμαχικῶν στόλων κατὰ τῶν ἐπα-
3017ναστατῶν Κρητῶν, ἠθέλομεν πιθανῶς παρουσιάσει δεύτερον
3018περίβλεπτον θέαμα, καὶ λέγω δεύτερον, διότι τὸ πρῶτον
3019προεκλήθη ἐν Πύλῳ, ὅτε οἱ συμμαχικοὶ στόλοι ἔκαυσαν τὸν
3020τουρκικὸν στόλον. Μεγάλη ἡ δόξα νὰ πέσῃ τις ὑπὸ τοιαύτας
3021συνθήκας καὶ περιπτώσεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι τὴν
3022ἀναγραφὴν «ὦ ξεῖν’ ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ὅτι τῇδε κεί-
3023μεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι» δὲν ἀνέγνων πολλάκις,
3024καὶ διὰ τοῦτο θαυμάζει αὐτὴν ἡ ἱστορία, καὶ ἐκπλήσσεται
3025ὁ κόσμος, καὶ ἐν τῇ ἐκπλήξει του διορᾷ ἐν τῇ ἀπαστραπτούσῃ
3026λάμψει τοῦ συμβεβηκότος καὶ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα.
3027Ἐὰν ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ ἐξεπλήρου
3028τὸ καθῆκον αὑτῆς, πολλαὶ ἤθελον λυθῆ ἀπορίαι καὶ τοῦ ἐξ
3029Ἄρτης καὶ τοῦ ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτοῦ. Ἤθελε λυθῆ ἡ
3030ἀπορία τοῦ Βουλευτοῦ Ἄρτης, πῶς δὲν κατεδιώξαμεν τὴν
3031Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, διότι ἤθελε μάθει, ὅτι ἐπανειλημμένως
3032ἐζητήσαμεν τὴν καταδίωξιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν ἐζητοῦ-
3033μεν, δὲν ὑπῆρχεν ὅμως ὁ ἀκούων. Συνελάμβανον ἐν Λαρίσῃ
3034τοὺς ἀρματωλοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξεστράτευον πέραν τῶν ὁρίων
3035κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα, καὶ κατέσχον ἑκάστοτε τὰ σκεύη καὶ
3036τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ φυσίγγια καὶ τὰ ὅπλα αὐτῶν, καὶ μετέ-
3037φερον καὶ παρέδιδον αὐτὰ εἰς τὸ δικαστήριον, ἀλλὰ τὸ δικα-
3038στήριον ἀπέλυεν εὐθὺς αὐτοὺς καὶ ἄφινεν ἐλευθέρους νὰ ἐξ-
3039ακολουθήσωσι τὸν δρόμον των. Προσηλύτιζεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑται-
3040ρεία ἑταίρους, καὶ ὑπέβαλλεν αὐτοὺς εἰς ὅρκον, καὶ ἐστρατο-
3041λόγει ἄνδρας, καὶ μάλιστα ἐν μέσαις Ἀθήναις, καὶ ὅμως ἡ
3042Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἢ μᾶλλον τὸ Διοικητικὸν αὐτῆς Συμβού-
3043λιον, τὸ ὁποῖον δὲν περιελάμβανε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κρα-
3044ναίας καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἦτο μέλος τοῦ
3045τμήματος, τὸ ὁποῖον συνέλεγε χρήματα, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία
3046εἶχεν ἀπόκρυφον καὶ οὐχὶ γνωστὸν σκοπὸν, τὰ μέλη δὲ τοῦ
3047Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς ἦσαν ἄγνωστα, καὶ οἱ ἑταῖροι
3048αὐτῆς ὡρκίζοντο, ὅτε ἐγίγνοντο δεκτοί. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς
3049τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἐφρόνει, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι κατα-
3050διώξιμος, ἡ δὲ ἀλληλογραφία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουρ-
3051γοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπέβαινε ματαία, καὶ εἰς οὐδὲν κατέ-
3052ληγε. Καὶ ἠγωνιζόμην ἡμέρας καὶ ἑβδομάδας διὰ ν’ ἀπο-
3053τρέψω πρᾶξιν ἀξίαν καταστολῆς, τὴν λιποταξίαν τῶν ἀξιω-
3054ματικῶν, καὶ πᾶσαι αἱ προσπάθειαί μου ἐματαιοῦντο. Παρε-
3055κάλεσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συγκαλέσῃ τοὺς
3056διοικητὰς τῶν ἐν Ἀθήναις φρουρούντων σωμάτων ἐν τῷ
3057Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μετέβην ἐκεῖ καὶ ἐγὼ
3058αὐτὸς, καὶ παρέστησα αὐτοῖς, διὰ τρόπου εὐλήπτου, κρίσεις
3059σαφεῖς καὶ καταληπτὰς, ἀλλ’ εἰς μάτην. Παρέστησα αὐτοῖς,
3060ὅτι ἕκαστος ἀξιωματικὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιοῖ, ὅτι εἶ-
3061ναι φιλόπατρις, οὐδὲ νὰ στέργῃ, ἄλλοι νὰ φαίνωνται περισ-
3062σότερον αὐτοῦ φιλοπάτριδες. Ἀλλ’ ἐὰν πάντες οἱ ἀξιωματι-
3063κοὶ σπεύσωσι νὰ λιποτακτήσωσιν ἐκ πατριωτισμοῦ, τότε ποῦ
3064μένει ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλὰ τίς ἠδύ-
3065νατο νὰ ματαιώσῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἀποφασισάντων νὰ λι-
3066ποτακτήσωσι; ...
3067§164ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ 1896 ἢ τοῦ 1897;
3068§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τοῦ 1896... Καὶ ἠρώτων
3069αὐτούς: «διατὶ θέλετε νὰ ὑπάγητε εἰς Κρήτην; Μήπως ἡ
3070Κρήτη ἔχει ἀνάγκην ἀνδρῶν, καὶ ἀποφασίζετε νὰ ὑπάγητε
3071εἰς Κρήτην, ἵνα πολεμήσητε ὡς ἄνδρες στρατοῦ, ὡς στρα-
3072τιῶται;» Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐνέδιδε. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ποῖοι ἦσαν
3073οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί. Ἀπαλλάξατέ με δὲ τῆς ἀνάγκης νὰ
3074ἀναφέρω τὰ ὀνόματα αὐτῶν.
3075§166ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀναφέρατέ τα καλλίτερον.
3076§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι γνωστά.
3077§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραλίπω νὰ
3078ἀναφέρω, ὅτι λιποτακτήσαντες ἀνεχώρησαν ἐξ Ἀθηνῶν διὰ
3079τραίνου τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, ὅτε δ’ ἔμαθον τοῦτο,
3080ἔσχισα τὰ ἱμάτιά μου, ἐκπλησσόμενος, πῶς ἑταιρεία, ἥτις
3081τὴν συντήρησιν ἑαυτῆς εἶχεν ἐν ταῖς χερσὶ τῆς Κυβερνήσεως,
3082καὶ ἥτις ἐπανειλημμένως ἔτεινε τὴν χεῖρα καὶ πρὸς ἄλλους
3083Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐμὲ, πῶς δὲν ἀνεκοίνωσέ τι εἰς
3084τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν παραλίαν
3085τῆς Κινέτας τῶν Ἁγίων Θεοδώρων 18 ἢ 20 ἄνδρας τοῦ στρα-
3086τοῦ! Ποῦ μετέφερεν αὐτοὺς, καὶ ποῦ ἀπήρχοντο αὐτοί; Καὶ
3087ἠναγκάσθη ὁ Διευθυντὴς τῶν σιδηροδρόμων νὰ δώσῃ τὴν πα-
3088ραίτησιν αὐτοῦ, ὅτε ἐγὼ ἐπετίμησα αὐτόν. Ἀλλ’ οὗτος, ὁμο-
3089λογῶ, περιέπεσεν εἰς παράπτωμα ἐλαφρὸν, ἐλαφρότατον, τὸ
3090παράπτωμα, ὅτι παρέλειψε μόνον νὰ εἰδοποιήσῃ ἡμᾶς, ὅτι
3091ἐζητεῖτο νὰ μεταφέρῃ εἰς ἔρημον παραλίαν ἀξιωματικοὺς
3092Καὶ ὅτε ἐπανῆλθον οὗτοι ἐκ Κρήτης, ὁμολογῶ ὅτι διετέ-
3093λεσα ἀπηνὴς διώκτης αὐτῶν μέχρι τοῦ κατωφλίου τῶν στρα-
3094τιωτικῶν δικαστηρίων. Ἐπέμεινα, ὅπως ἀχθῶσιν ἐνώπιον τῶν
3095Στρατοδικείων, χωρὶς βεβαίως νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἐκτίμη-
3096σιν τοῦ στρατιωτικοῦ ἐγκλήματος αὐτῶν. Καὶ τὰ Στρατο-
3097δικεῖα; Ἐκήρυξαν αὐτοὺς ἀθώους, χειροκροτοῦντος τοῦ Ἑλ-
3098ληνικοῦ λαοῦ! Καὶ ὅτε οἱ λιποτάκται ὑπαξιωματικοὶ τοῦ
3099Ναυτικοῦ, οἱ ὁποῖοι πρὸς τῇ λιποταξίᾳ εἶχον πράξει καὶ
3100ἄλλο ἔγκλημα, διότι εἶχον ἀφαιρέσει καὶ ὑλικὰ τοῦ στόλου,
3101ἤχθησαν ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, τὸ Ναυτοδικεῖον χειρο-
3102κροτοῦν ἠθώωσεν αὐτούς!
3103Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ κοινωνικὴ, τοῦ
3104χρόνου ἐκείνου, καὶ δι’ αὐτὴν μᾶς ἐπετίμα ὁ κ. ἐξ Ἄρτης
3105Βουλευτὴς, διατὶ νὰ μὴ καταδιώξωμεν τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
3106ρείαν. Ἐὰν ἤθελον γράψει τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, ἴσως ἤθε-
3107λον ἐμποιήσει ἀποθάρρυνσιν εἰς τοὺς ἀναγνώστας, βεβαιῶν,
3108ὅτι ἐτύγχανον τότε ἐν ἀπορίᾳ, ποῦ ἦτο ἡ Ἐθνικὴ αὕτη Ἑται-
3109ρεία καὶ ποῦ δὲν ἦτο. Ἀληθῶς πολλάκις ἐξήτασα τὰ κατ’ ἐμὲ,
3110ἵνα πληροφορηθῶ, μήτοι εἶχεν εἰσέλθει καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δώ-
3111ματά μου.
3112Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ προβῶ εἰς μεγαλειτέρας ἀποκαλύψεις.
3113Ὀφείλω ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι, ἐάν που συνετελέσθησαν πει-
3114θαρχικαὶ παραβάσεις, ἐάν που ἐλησμονήθη ὑπὸ τῶν ἀξιωμα-
3115τικῶν τοῦ στρατοῦ τὸ πρώτιστον τῶν καθηκόντων τοῦ στρα-
3116τιώτου, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ αἴτιος, οὔτε ἐγὼ ἐπέτρεψα τοιοῦτόν
3117τι. Ἐξ ἐναντίας προσεπάθησα πάντοτε νὰ ἐπαναφέρω αὐτοὺς
3118εἰς τὸ καθῆκον. Ἀλλ’ ὁ Νομάρχης Λαρίσης—καὶ σώζονται
3119παρ’ ἐμοὶ αἱ ἐπιστολαί του—μοὶ περιέγραφε μετὰ θλίψεως,
3120ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ τόπου. Δὲν ἐννοῶ τὴν κατά-
3121στασιν τῆς χώρας, τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ τὴν
3122κατάστασιν τοῦ στρατοῦ... Καὶ μὲ ἐπέκρινεν ὁ ἐξ Ἄρτης νεα-
3123ρὸς συνάδελφος, διότι παρεκάλεσα τὸν Διάδοχον νὰ μεταβῇ
3124εἰς Λάρισαν καὶ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατεύματος.
3125Ἀλλ’ εὔχομαι εἰς αὐτὸν, ὅταν ποτὲ ἤθελε κληθῆ εἰς τὴν Κυ-
3126βέρνησιν, νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη τότε ἡ
3127Κυβέρνησις τῆς πατρίδος του. Τότε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρα-
3128τοῦ, οὐχὶ ὁ Διάδοχος, ἀλλ’ ὁ πρὸ τοῦ Διαδόχου ἀρχηγεύων,
3129καὶ οἱ Νομάρχαι Λαρίσης καὶ Τρικκάλων καὶ πάντες μοὶ
3130ἔγραφον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκρατηθῇ ὁ στρατὸς, ὅτι
3131ἀφεύκτως θέλει εἰσβάλει εἰς τὸ ὅμορον Κράτος τὴν 25 Μαρ-
3132τίου, καὶ ὅτι ἐχαρακτήριζεν ἡμᾶς ἀνάνδρους καὶ δειλοὺς,
3133διακηρύσσων ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς δὲν κηρύξωμεν τὸν πόλεμον, ἔμελ-
3134λον αὐτοὶ νὰ ἐκβιάσωσιν αὐτόν, ἤ, ἐὰν δὲν κηρύξωμεν αὐτὸν,
3135ἔμελλον αὐτοὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς Ἀθήνας, ἵνα δώσωσιν εἰς
3136ἡμᾶς μαθήματα πατριωτισμοῦ.
3137§169Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀληθέστατα!
3138§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε ἠρώτησα τὸν συνταγμα-
3139τάρχην Μακρῆν καὶ τοὺς Νομάρχας Λαρίσης καὶ Τρικκά-
3140λων, πῶς ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ὁρμὴν ταύ-
3141την τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Πάντες δ’ οὗτοι μοὶ ἀνέφεραν,
3142ὅτι μόνη ἡ παρουσία τοῦ Διαδόχου ἠδύνατο νὰ συγκρατήσῃ
3143τὰ πράγματα. Οὕτω παρεκάλεσα τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα νὰ
3144στέρξῃ νὰ μεταβῇ εἰς Λάρισαν καὶ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν
3145τοῦ στρατοῦ πρὸ τῆς 25 Μαρτίου. Καὶ ἔστερξεν ὁ Διάδο-
3146χος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν, καὶ μετέβη ἐκεῖσε καὶ κα-
3147τώρθωσε νὰ ἀναστείλῃ τὰς ὁρμὰς τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ καὶ
3148αὐτὸς ὁ Διάδοχος δὲν ἠδυνήθη κατὰ τὸν Ἀπρίλιον νὰ ἀνα-
3149στείλῃ τὴν ἐπιδρομὴν τῶν ἁρματωλῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
3150ρείας.
3151Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἠσθάνθη ἡ
3152ψυχή μου εὐφροσύνην, τὸ δὲ εὐφρόσυνον αἴσθημα, ὅπερ ἠσθάν-
3153θην, παρεμύθησεν ἐν πολλοῖς τὴν ψυχήν μου. Ἠσθάνθην εὐ-
3154φροσύνην, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν
3155νὰ λέγῃ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ὅτι δὲν πρέπει
3156ν’ ἀναμιγνύηται ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ζητήματα τῆς πειθαρχίας
3157τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι αὐτὸς δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον εἴς
3158τινα διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχίας τῶν ἀνωτέρων πρὸς
3159τοὺς κατωτέρους. Δυστυχῶς δὲν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην
3160κατὰ τὸ 1897...
3161§171Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3162κῶν). Τὴν ἰδίαν γνώμην ἔχω πάντοτε.
3163§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ἀναγνώσει ὅσα ἔλεγε πρὸς
3164τὴν Βουλὴν ὁ κ. Τσαμαδὸς κατὰ τὸ 1896, διὰ νὰ ἀκούσητε,
3165ἐὰν ἔχει πάντοτε τὴν αὐτὴν γνώμην, ὡς λέγει. Κατὰ τὸν
3166χρόνον ἐκεῖνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ν. Σμό-
3167λενιτς, ἀφοῦ τὸ Στρατοδικεῖον ἀπήλλαξε τῆς ἐπὶ λιποτα-
3168ξίᾳ κατηγορίας τοὺς λιποτακτήσαντας εἰς Κρήτην ἀξιω-
3169ματικούς, προὐκάλεσε διάταγμα, δι’ οὗ ἔταξεν εἰς ἀργίαν
3170αὐτούς. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπηύθυναν πρὸς ἡμᾶς ἐπερώτησιν,
3171διατὶ ἐτάχθησαν εἰς ἀργίαν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐλι-
3172ποτάκτησαν οὐχὶ διατὶ ἦσαν δειλοί, ἢ διότι ἠθέλησαν νὰ
3173ἐγκαταλείψωσι τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐλιποτάκτησαν
3174ἐκ πατριωτισμοῦ. Ἀκούσατε, τί ἐν σελίδι 90 τῶν ἐστενογρα-
3175φημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐκτίθεται, ὅτι ἔλεγε τότε
3176πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς, ἀντισυνταγματάρ-
3177χης τοῦ μηχανικοῦ, ὅστις τότε δὲν ἦτο, ὡς τυγχάνει νῦν,
3178Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τί δ’ ἔλεγον ἐγὼ, ὁ μὴ
3179στρατιωτικὸς, περὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ (ἀναγι-
3180νώσκει):
3181«Ν. Τσαμαδός. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, εἰσέρχομαι καὶ εἰς
3182»τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Εἶναι τάχα δικαία ἡ ἐπιβληθεῖσα
3183»ποινὴ τῆς ἀργίας εἰς τοὺς νεαροὺς αὐτοὺς ἀξιωματικούς;
3184»Καὶ πρῶτον, ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ παραπέμψῃ τούτους
3185»εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, ἵνα δικασθῶσιν ἐπὶ λιποταξίᾳ; Νο-
3186»μίζω ὅτι ἡ ἱστορία τῶν προηγουμένων χρόνων καὶ ἡ συμπερι-
3187»φορὰ τῶν πρώην συναδέλφων του τοῦ 1866, 1867, 1868
3188»καὶ 1869, ἀνδρῶν ἐνδόξων, οἵτινες διῴκησαν τὸ στράτευμα
3189»κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς ὁ Δ. Βότσαρης, ὁ Σκαρλάτος
3190»Σοῦτσος, ὁ Σπυρομήλιος κλπ., ἄλλως μαρτυρεῖ, διότι πάντες
3191»οὗτοι τοὺς ἐκ Κρήτης ἐπανελθόντας ἀξιωματικοὺς, τοὺς
3192»μεταβάντας διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, οὐ μόνον δὲν παρέπεμψαν
3193»ἐπὶ λιποταξίᾳ εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, οὐδ’ ἐπέβαλον αὐτοῖς
3194»πειθαρχικὴν ποινὴν, ἀλλὰ καὶ ἤμειψαν, πληρώσαντες τὰς
3195»ἀποδοχάς των καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς εἰς Κρήτην δια-
3196»μονῆς των... Δὲν φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ παραπομπή των
3197»ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων ἦτο πρᾶξις λελογισμένη, ἀλλὰ
3198»κατὰ πλείονα λόγον δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς εἰς ἀρ-
3199»γίαν μεταθέσεώς των δύναται νὰ δικαιολογηθῇ... Φρονῶ
3200»δὲ, ὅτι παράνομος καὶ ἄδικος εἶναι ἡ εἰς ἀργίαν μετάθεσις
3201»ἀξιωματικῶν νέων, οἵτινες δὲν μετέθησαν εἰς Κρήτην, ὅπως
3202»ἀποφύγωσι τὰ βάρη τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας...»
3203Ταῦτα ἔλεγε τότε ὁ κύριος Τσαμαδός. Ἀλλ’ ἡμεῖς τὰ
3204τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ δὲν ἐθεωρήσαμεν ποτὲ ὡς ζητή-
3205ματα, περὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ τὸ Κοινοβούλιον.
3206Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4 Δεκεμβρίου 1896
3207ἔλεγον, ὅτι «ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν εἰς τοὺς
3208»κ. κ. Βουλευτὰς, τοὺς καθημένους εἴτε ἐπὶ τῆς δεξιᾶς εἴτε
3209»ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς πειθαρ-
3210»χίας τοῦ στρατοῦ δὲν δύνανται νὰ γίγνωνται ἀντικείμενα
3211»συζητήσεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὅτι φειδόμενοι τῆς τιμῆς
3212»καὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ στρατοῦ ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀναμι-
3213»γνυώμεθα εἰς τοὺς ἐσωτερικοὺς κανονισμοὺς αὐτοῦ...»
3214Καὶ πρός τινα Βουλευτὴν, ἐκτρεπόμενον τοῦ προσήκοντος,
3215ἔλεγον: «Κύριε, θέλετε νὰ φέρητε σκάνδαλα εἰς τὴν Βου-
3216»λήν! Τὸ ἐννοεῖτε; Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν
3217»πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ. Ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ εἶναι
3218»ἀνατεθειμένη εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατὸς
3219»ἔχει διαφόρους βαθμίδας, ἔχει ἀρχηγοὺς σωμάτων, ἔχει
3220»προϊσταμένους αὑτοῦ, οὗτοι δ’ εἶναι ἐπιτετραμμένοι νὰ τη-
3221»ρῶσι τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν
3222»νὰ ἀναμιγνυώμεθα εἰς ταύτην. Ἔργον ἡμῶν εἶναι νὰ ἐξελέγ-
3223»χωμεν, ἐὰν παραβαίνωνται οἱ νόμοι· διότι, ἐὰν ὑπάρχει που
3224»παράβασις τῶν νόμων, οἱ Ὑπουργοί εἰσιν ὑπεύθυνοι νὰ δώ-
3225»σωσι λόγον.»
3226Ἀλλ’ ἀνέφερα τὸ 1867 διότι αἱ ἄλλαι χρονολογίαι δὲν
3227ὁδηγοῦσιν εἰς παραπλήσια συμβεβηκότα· μόνον κατὰ τὸ
32281866–1868 διεπράχθησαν ἀνάλογα. Ἀλλ’ ἦσαν οἱ αὐτοὶ
3229ὅροι; Δὲν ὑπάρχει Κράτος ἐν τῇ ὑφηλίῳ εὐνομούμενον, τοῦ
3230ὁποίου τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἤθελον διευθύνει δεκαὲξ ἢ
3231εἴκοσιν ἀνθυπολοχαγοὶ ἢ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ.
3232Ἐὰν ἐλιποτάκτουν κατὰ τὸ 1866, κατὰ τὸ 1867, τίς οἶδε
3233ποῖαι σκέψεις ἔπειθον τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὕτως ἐξυπηρετοῦντο
3234τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων κατὰ
3235τὸ 1896 καὶ 1897, δὲν εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἐξυπηρε-
3236τοῦντο οὕτω τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, δὲν εἶχον τὴν γνώμην,
3237ὅτι ἐπετρέπετο τοιαύτην νὰ μετέλθωσιν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν
3238οἱ δὲ λιποτακτήσαντες, ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς Κυβερνή-
3239σεως, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐδημιούργησαν ἰδίαν
3240ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ ἐφήρμοσαν ταύτην. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος
3241δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, ὅτε ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
3242τιωτικῶν, κατὰ τὸ 1890, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μοὶ
3243μετέδιδε τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς, εἰς τὴν πλειονοψηφίαν
3244δὲ ἀνῆκε καὶ εἷς Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, παράγων ἐκλογικὸς,
3245διαχειριζόμενος μίαν τινὰ πολιτικὴν δύναμιν, ὅστις ἦτο φί-
3246λος μου. Ἀλλ’ ἐκάλεσα αὐτὸν ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ Ὑπουρ-
3247γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἶπον αὐτῷ: «Κύριε Βουλευτὰ,
3248δὲν νομίζω ὅτι τὸ 7ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, τὸ σταθμεῦον
3249ἐν Χαλκίδι, πρέπει νὰ διοικῆται ἀπὸ ὑμᾶς· ἐν ὅσῳ δὲ δια-
3250τελῶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θέλω πράξει ἔγκλημα,
3251ἐὰν στέργω, οἱ φίλοι μου νὰ διοικῶσι τὰ συντάγματα καὶ τὰ
3252τάγματα τοῦ στρατοῦ· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔχετε τὴν αὐτὴν γνώ-
3253μην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ, σᾶς παρακαλῶ νὰ εὕρητε ἄλλον
3254φίλον. Μετ’ ἐμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦσθε». Καὶ ἀπεμά-
3255κρυνα αὐτὸν ἀπ’ ἐμοῦ.
3256§173Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Πῶς ὀνομάζεται παρακαλῶ;
3257§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ἀπέφυγον νὰ εἴπω τὸ ὄνομα
3258αὐτοῦ, ἐννοεῖται ὅτι δὲν κρίνω προσῆκον νὰ τὸ εἴπω. Εἶπον,
3259ὅτι ἦτο ἐκ Χαλκίδος, ὅτι ἦτο πολιτικὸς παράγων, ὅτι διεχει-
3260ρίζετο πολιτικὴν δύναμιν τοῦ τόπου. Αὐτὸς βεβαίως δὲν εἶναι
3261ὁ κ. Βουδούρης, διότι δὲν ἦτο φίλος μου κατὰ τὸ 1890.
3262§175Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι καὶ νεκρός.
3263§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς — καὶ λέγων ἡμεῖς ἐννοῶ
3264τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, —
3265τὰ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ οὐδέποτε ἐθίξαμεν, οὐδὲ
3266κρίσιν ποτὲ ἐφέραμεν δυσμενῆ κατὰ τῆς ἐνασκήσεως πειθαρ-
3267χικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων ἐπὶ τοὺς κατωτέρους.
3268Κατὰ παραληλυθότας χρόνους, καθ’ οὓς δὲν ὑπῆρχε καθο-
3269λικὴ στρατολογία, ὅτε ὑπῆρχον μόνιμοι στρατοὶ, ἐστρα-
3270τολογοῦντο συνήθως Ἑλβετοὶ, καὶ οἱ Ἑλβετοὶ ἀπετέλουν τὸ
3271κυριώτερον μέρος τοῦ στρατοῦ. Τώρα δὲν στρατολογοῦνται
3272ἐν Ἑλλάδι Ἑλβετοί. Περισυλλέγονται ὅμως εἰς τὰ δημοσιο-
3273γραφικὰ γραφεῖα Ἑλβετοὶ, οἱ ὁποῖοι μόλις δύνανται νὰ γρά-
3274ψωσιν ὀλίγας λέξεις Ἑλληνιστὶ, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσιν
3275ἐπιστημονικὴν γνῶσιν, οὐδ’ ἐθνολογικὴν, οὐδὲ πολιτειολογι-
3276κὴν, οὐδὲ νομικὴν, οὐδὲ διοικητικὴν, οὐδὲ πολιτικὴν, καὶ οἱ
3277ὁποῖοι ἐπὶ μισθῷ κατὰ πᾶσαν πρωΐαν ἐξυβρίζουσι καὶ Θεὸν
3278καὶ ἀνθρώπους, καὶ πολίτευμα καὶ νόμους, καὶ πολιτευομέ-
3279νους καὶ μὴ πολιτευομένους, ἵνα ἴσως εὐαρεστῶσιν εἴς τινας.
3280Ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τίνων θέλει ἐπιπέσει συμφορά, ἐάν ποτε
3281ἤθελον πραγματοποιηθῆ οἱ σκοποί, τοὺς ὁποίους ἐξυπηρε-
3282τοῦσιν; Οὗτοι φωνάζουσιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ διέφθειρε τὸν
3283στρατόν. Ὁ στρατὸς βεβαίως ἀνεμίχθη εἰς τὴν πολιτικὴν πρὸ
3284δεκάδων ἐνιαυτῶν, ἀλλ’ ἀνεμίχθη χειροκροτοῦντος ὅλου τοῦ
3285Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἐχειροκρότησε τὸν στρατὸν τὸ Ἑλληνι-
3286κὸν ἔθνος τὴν 3ην Σεπτεμβρίου 1843, ἥτις ἦτο ἔργον τοῦ
3287στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ, διότι τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ ἀείμνηστος
3288Βασιλεὺς Ὄθων ἀπεδέχθη τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα.
3289Ἐχειροκρότησε τὸ ἔθνος τὴν 10ην Ὀκτωβρίου 1862, κατὰ
3290τὴν ὁποίαν ἀνετράπη Θρόνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τριακονταετίας
3291ὑπῆρχεν. Ἡ ἱστορία θέλει κρίνει, ἐὰν ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἀπέβη
3292ὠφέλιμος, ἀλλὰ βεβαίως ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ οἱ
3293ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐχειροκρότη-
3294σαν τὴν πρᾶξιν. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ δὲν ἤμην οὔτε συνωμότης,
3295οὐδὲ ἐπαναστάτης, ἀποφεύγω νὰ ἐκφέρω γνώμην, ἀφίνων εἰς
3296τὴν ἱστορίαν νὰ κρίνῃ. Ἡ πολιτικὴ διέφθειρε τὸν στρατὸν
3297κατὰ τὸ 1843; Ἡ πολιτικὴ διέφθειρεν αὐτὸν κατὰ τὸ
32981862; Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὁ στρατὸς σύγκειται ἀπὸ
3299πολίτας Ἕλληνας, καὶ ἂν κατὰ τὸ 1843 καὶ κατὰ τὸ 1862
3300δὲν εἴχομεν τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, ἣν ἔχομεν νῦν,
3301ἀλλὰ καὶ τότε πολῖται Ἕλληνες ἀπετέλουν τὸν στρατόν,
3302καὶ οὐχὶ Ἑλβετοί, ἐκμισθώνοντες ἑαυτούς, μηδεμίαν ἔχοντες
3303γνώμην, μηδὲ συνδεόμενοι μετὰ τῆς χώρας, μηδ’ ἔχοντες
3304θέλησιν. Ἐὰν σκοπὸν ἔχετε νὰ ἀπατῶμεν ἀλλήλους, πολλοὶ
3305θέλουσιν εἶσθαι πρόθυμοι τοιαύτας νὰ δημοσιεύωσι καὶ τοιαύ-
3306τας νὰ δίδωσιν ἐπαγγελίας. Πιστεύετε δὲ, ὅτι ἐπειδὴ ἐκλέγον-
3307ται Βουλευταὶ δέκα ἢ εἴκοσιν ἀξιωματικοὶ, πιστεύετε ὅτι αὐτοὶ
3308διαφθείρουσι τὸ Κοινοβούλιον, ἢ ὅτι αὐτοὶ διαφθείρουσι τὸν
3309στρατόν; Καὶ ἂν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τὸ
3310δικαίωμα νὰ ἐκλέγωνται, νομίζετε ὅτι δὲν θέλουσι πλέον
3311ὑπάρχει εἰς τὰ μέλη τοῦ στρατοῦ αἰσθήματα, συμπάθειαι,
3312συμφέροντα, ἀντιπάθειαι, γνῶμαι, κρίσεις; Ἡμεῖς οἱ πολι-
3313τικοὶ ἐνεπνεύσαμεν τὰ αἰσθήματα ταῦτα εἰς τὰ μέλη τοῦ
3314στρατοῦ; Ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν ἐν ταῖς ψυχαῖς αὐτοῦ
3315γνώμας καὶ κρίσεις; ἡμεῖς ἐξυφάναμεν ἐν αὐτοῖς συμπα-
3316θείας καὶ ἀντιπαθείας; Ὄχι! Ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἀποτελεῖται
3317ἀπὸ Ἕλληνας, γνωρίζομεν δὲ πάντες, ὅτι πάντες ἐνδιαφερό-
3318μεθα διὰ πᾶν ὅ,τι συμβαίνει εἴτε ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἴτε ἐν
3319τῷ δημοσίῳ βίῳ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι Βουλευτὴν ἐκλεγόμενον
3320ἄλλοτε ἐκ Σύρου. Διὰ τίνων πράξεων εἶχεν ἀποκτήσει τὴν
3321ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκλογέων του; Ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος,
3322ὁ δὲ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἦτο ἐν ἀνωτέρᾳ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους,
3323καὶ παρεῖχεν εὐκολίας εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ ἀδελφοῦ του.
3324Οὕτω κατεστάθη ὁ ἀνὴρ δημοτικός, καὶ ἐξελέγετο Βουλευτής.
3325Δὲν ἐζήτει νὰ γένηται Βουλευτὴς ὁ παρέχων τὰς εὐκολίας,
3326ἀλλ’ εἰργάζετο, ὅπως ἐκλέγηται ὁ ἀδελφός του. Οἱ φωνάζον-
3327τες ὅτι ἡ πολιτικὴ, ὅτι τὰ κόμματα διέφθειραν τὸν στρατόν,
3328εἰσὶ φωνασκοὶ, προβάλλοντες τοὺς ἰσχυρισμούς των, τοὺς
3329ὁποίους διασκευάζει ἡ σοφιστεία, ἢ ἀπεργάζεται ὁ ἀνταγωνι-
3330σμὸς, ἡ ἐμπάθεια, ἡ μνησικακία, εἴτε ἡ χυδαιότης τῆς ἀγω-
3331γῆς, ἢ ὁ ἐκφαυλισμὸς τῶν ἠθῶν. Οἱ τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ
3332προβάλλονται, ἵνα δικαιολογήσωσι πορίσματα, ἢ ἵνα εἰσαγά-
3333γωσιν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν σκέψεις. Καὶ ἠκούσατε βε-
3334βαίως πολλάκις, ὅτι τὰ κόμματα διέφθειραν τὸν στρατόν.
3335Ἀλλ’ ἐγὼ, ὅστις ἀνήκω εἰς κόμμα πολιτικὸν λειτουργοῦν
3336πανταχοῦ τῆς ἐπικρατείας, ὅτε μοὶ συνέβη πρὸ δύο ἐτῶν,
3337καὶ λέγω τοῦτο δημοσίᾳ — καθ’ ἣν ὥραν ἐξηρχόμην τῆς οἰ-
3338κίας μου, νὰ εὕρω ἐν τῷ προαυλίῳ αὐτῆς παρατεταγμένους
3339εἴκοσιν ἢ εἴκοσι καὶ πέντε ἀξιωματικούς, ἀγνοῶν ἂν ἔμελλον
3340νὰ συναντήσω αὐτοὺς πρὸ τῆς οἰκίας μου, καὶ ἠρώτησα
3341αὐτοὺς, ἂν ζητοῦσιν ἐμὲ, οὗτοι δὲ μοὶ ἀπεκρίθησαν ὅτι ἦλθον
3342πρός με, ἵνα μοὶ ἐκθέσωσι τὰ παράπονά των, δὲν ὤκνησα
3343νὰ ὑπομνήσω αὐτοῖς τὸ καθῆκόν των, καὶ νὰ συμβουλεύσω
3344αὐτοὺς νὰ ἀναφέρωσι τὰ παράπονά των οὐχὶ εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ
3345εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ λόχου των, διότι ὁ λόχος αὐτῶν ἦτο
3346ἁρμόδιος νὰ ἀναφέρῃ αὐτὰ εἰς τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε
3347κρίνει περὶ τῶν παραπόνων των· δὲν ἔστερξα δ’ ἐγὼ νὰ ἀκού-
3348σω αὐτά. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ ὁ πολιτικὸς δὲν ἐδέχθην αὐτοὺς,
3349ἄλλοι μὴ πολιτικοὶ ἐδέχθησαν αὐτοὺς, καὶ οὐ μόνον ἔτειναν
3350τὸ οὖς των καὶ ἤκουσαν αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ ἀνεδέχθησαν νὰ θε-
3351ραπεύσωσι τὰ παράπονά των ταῦτα.
3352Ἀλλὰ τέλος πάντων πρέπει νὰ καταρτίσωμεν στρατὸν,
3353ὁ δὲ στρατὸς δὲν δύναται νὰ καταρτισθῇ, εἰμὴ ἐὰν δημιουρ-
3354γηθῇ ἡ Γενικὴ Διοίκησις αὐτοῦ, ὁ γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ στρα-
3355τοῦ, καὶ ὑπαχθῇ ὁ στρατὸς εἰς αὐτόν. Μοὶ ἐδόθη πολλάκις
3356ἡ εὐκαιρία καὶ περιστάσεις μὲ ὡδήγησαν νὰ διακρίνω τὸν
3357πατριωτισμὸν καὶ τὰ φιλότιμα αἰσθήματα ἐκείνου, τὸν
3358ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον προορίζει, ἵνα τάξῃ Γενικὸν Διοικη-
3359τὴν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν
3360ἀναθέσητε τὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς ἕνα Γενικὸν Διοι-
3361κητὴν οἱονδήποτε, θέλετε διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης κατορ-
3362θώσει νὰ καταρτίσητε στρατόν; Ποῖον θέλετε καὶ τότε ἔχει
3363στρατόν; Στρατὸς, συγκείμενος ἀπὸ ἄνδρας μὴ ἀσκηθέντας
3364ἐπαρκῶς, μὴ ἀποκτήσαντας τὰ ἤθη τοῦ στρατιώτου ἐν τῷ
3365στρατῷ καὶ ἐν τῷ στρατῶνι, εἶναι στρατός; ἢ εἶναι ἄθροι-
3366σμα ὁπλοφόρων;
3367Ποσάκις ἐγένετο λόγος περὶ πανικοῦ! Θέλω καὶ ἐγὼ μνη-
3368μονεύσει αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ νὰ κρίνω ἐπὶ τῶν συμβάντων
3369εἰς τὸ Μάτι. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ πανικὸς εἶναι ἀσθένεια, νόσος ἐν-
3370δημοῦσα ἐν τοῖς στρατοῖς, ἡ ὁποία ἐπισκήπτει ἐπ’ αὐτῶν,
3371εἰς τὴν νόσον ταύτην ὑπόκεινται μᾶλλον οἱ ἀγύμναστοι, μᾶλ-
3372λον οἱ μὴ ἀποκτήσαντες στρατιωτικὴν πεῖραν, μᾶλλον ἐκεῖ-
3373νοι οἱ ὁποῖοι δὲν διήνυσαν μῆνας καὶ ἔτη ἐν τοῖς στρατῶσι
3374καὶ ἐν τῷ στρατῷ ὡς στρατιῶται. Δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι
3375καλοὶ στρατιῶται καὶ ὅσοι δὲν εἶναι τοιοῦτοι· ἔχω μάλιστα
3376πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν καταρτισθῶσιν, ἐὰν ἀσκηθῶσιν, ἐὰν ἀνα-
3377τραφῶσιν ἐν τῷ στρατῷ, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θέλει κατα-
3378λέγεσθαι μετὰ τῶν ἀρίστων στρατῶν, διότι δὲν ἐκτελεῖ μό-
3379νον τὸ πρόσταγμα, ἀλλ’ αἰσθάνεται καὶ τὸ καθῆκον νὰ τὸ
3380ἐκτελέσῃ.
3381Ἀλλ’ οἱ 16,000 ἢ 17,000, τοὺς ὁποίους ἔχετε ὑπὸ τὰ
3382ὅπλα, εἶναι στρατός; Ὅτε εἷς ἀντιπρόσωπος Μεγάλης Δυ-
3383νάμεως μοὶ ἀνεκοίνωσε κατὰ τὰ τέλη Ἰανουαρίου τοῦ 1899,
3384ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐπιμένῃ νὰ μὴ ἀνακαλῇ τὰ πλοῖά της ἐκ
3385τῆς Κρήτης, ἡ Εὐρώπη θ’ ἀναγκασθῇ νὰ συμβουλεύσῃ τὴν
3386Τουρκίαν νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας ἔχει
3387συλλέξει ἔξωθι τῶν ὁρίων τοῦ Βασιλείου, κατὰ τὴν ἡμέραν
3388ἐκείνην οἱ πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μὲ
3389ἐπληροφόρουν, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τῶν βορείων ὁρίων
3390τῆς Ἑλλάδος ἐφρούρουν 2053 μόνον ἄνδρες.
3391§177Γ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Ἐπὶ μήκους 125 χιλιομέτρων.
3392§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς ποῖα ἔργα ὑπάρχει
3393κατεσπαρμένος ὁ στρατός; Εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν,
3394εἰς τὴν φύλαξιν τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν, εἰς τὴν εἴσ-
3395πραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν φυγο-
3396δίκων καὶ τῶν φυγοποίνων, εἰς τὴν συνοδίαν τῶν ὑποδίκων,
3397εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν καταδίκων, εἰς τὴν φρούρησιν τῶν φυ-
3398λακῶν, εἰς τὴν φρούρησιν τῶν διαφόρων καταστημάτων. Τί
3399ὑπολείπεται; Συντάγματα μὲ 95 ἄνδρας! Πόσους λοιπὸν
3400θέλετε ἔχει παρόντας, ἵνα ἀσκήσητε; καὶ ποῖοι θέλουσιν
3401ἀσκήσει αὐτούς;
3402Σᾶς παρουσιάζω, Κύριοι, σημείωσιν τῶν δαπανηθέντων
3403χάριν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν,
3404ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1900. Πρέπει νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ
3405τῆς σημειώσεως τρεῖς μόνον περιόδους: αʹ) Τὴν περίοδον
3406τοῦ 1880 καὶ 1881. Ὁ κατὰ τὸ 1880 Πρωθυπουργὸς συν-
3407εκάλεσεν ἐπιστρατείαν, μετὰ ἕξ δὲ μῆνας, ὅτε παρῃτήθη,
3408διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ὑπεστήριζε πλέον αὐ-
3409τόν, ὁ διαδεχθεὶς αὐτὸν εἰς τὴν πρωθυπουργίαν ἠκολούθησε
3410τὴν αὐτὴν πολιτικήν. Οὕτω Τρικούπης καὶ Κουμουνδοῦρος
3411συνετέλεσαν τὴν ἐπιστρατείαν, καὶ συνέταξαν τότε δι’ αὐ-
3412τῆς τὸν στρατόν. Τότε ἐδαπανήθησαν, κατὰ μὲν τὸ 1880
3413διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 48,067,859.32,
3414καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δρ. 10,124,959.95,
3415κατὰ δὲ τὸ 1881 διὰ μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν
3416δραχ. 61.602,236.09, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτι-
3417κῶν δραχ. 6,582,551.91· τὸ ὅλον, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
3418Στρατιωτικῶν δρ. 109,670,095.41, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον
3419τῶν Ναυτικῶν δραχ. 16,707,511.86. βʹ) Τὴν περίοδον τῶν
3420ἐτῶν 1885 καὶ 1886. Ἐτύγχανον τότε ἐν τῇ ἀρχῇ, εἶχε δὲ
3421ἐξ ἐπιδρομῆς Βουλγαρικῆς ἐκ Σοφίας καταστραφῆ καὶ τὸ τε-
3422λευταῖον ὀχύρωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου εἶ-
3423χεν ἀνεγείρει, ἵνα σώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπὸ τῶν ἐπι-
3424δρομῶν ἐκ τοῦ Βορρᾶ. Ὑπέλαβον τότε, ὅτι εἶχον καθῆκον
3425νὰ προκαλέσω ἐπιστράτευσιν. Ἐδαπανήθησαν δ’ ἕνεκα αὐτοῦ,
3426κατὰ μὲν τὸ 1885, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ.
342740,954,188.12, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δρ.
342814,223,243.27, κατὰ δὲ τὸ 1886, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
3429Στρατιωτικῶν δραχ. 51,213,852.36, καὶ διὰ τὸ Ὑπουρ-
3430γεῖον τῶν Ναυτικῶν δραχ. 6,741,313.16· τὸ ὅλον, διὰ τὸ
3431Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 92,168,040.48, καὶ
3432διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δρ. 20,664,556.43, ἀπὸ
3433τὰ ὁποῖα βεβαίως πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι δρ. 17,434,657.11,
3434εἰσπραχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξ ἐκποιήσεως
3435ἀχρήστου ὑλικοῦ, ὡς καὶ τὸ ἀντίτιμον τῆς «Μυκάλης» καὶ
3436«Σφακτηρίας» αἵτινες ἠγοράσθησαν τότε. γʹ) Τὴν τρίτην
3437περίοδον, τοῦ 1896–1897, καθ’ ἣν περιήχθημεν εἰς πόλεμον,
3438καθ’ ἣν, κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν, διὰ τὸ ἐπὶ τῶν Στρα-
3439τιωτικῶν Ὑπουργεῖον δρ. 16,662,888.12, καὶ διὰ τὸ ἐπὶ
3440τῶν Ναυτικῶν δρ. 6,683,623.62, κατὰ δὲ τὸ 1897, διὰ τὸ
3441Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 70,873,977.47, καὶ διὰ
3442τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δρ. 10,624,523.37, τὸ ὅλον
3443διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 105,424,941.71,
3444καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δρ. 17,308,146.99.
3445Ἀλλὰ κατὰ τὰ ὑπόλοιπα ἔτη τῆς εἰρήνης καὶ τῆς στρα-
3446τιωτικῆς παρασκευῆς πόσα ἐδαπανῶμεν, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ
3447στρατοῦ; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ 1882
3448ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ.
344913,676,685.21, κατὰ τὸ 1883 δραχμαὶ 15,341,912.85,
3450κατὰ τὸ 1884 δραχ. 22,503,028.85 (διότι ἐγένοντο οἰκο-
3451δομαί τινες πρὸς στρατωνισμὸν τοῦ στρατοῦ παρὰ τὴν λεω-
3452φόρον Κηφισίας), κατὰ τὸ 1887 δραχμαὶ 15,804,099.98,
3453κατὰ τὸ 1888 δραχ. 16,058,662.86, κατὰ τὸ 1889 δραχ.
345416,259,157.82, κατὰ τὸ 1890 δραχμαὶ 18,022,176.49,
3455κατὰ τὸ 1891 δραχ. 16,351,361.28, κατὰ τὸ 1892 δραχ.
345615,199,629.32, κατὰ τὸ 1893 δραχ. 14,192,947.08,
3457κατὰ τὸ 1894 δραχ. 14,123,855.26, κατὰ τὸ 1895 δραχ.
345815,244,564.94, καὶ κατὰ τὸ 1896 δρ. 16,662,888.12.»
3459Διὰ τοσαύτης δαπάνης εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε στρατόν.
3460Δὲν τὸ λέγω μόνος ἐγώ. Πρὶν ἢ σᾶς εἴπω αὐτὸ ἐγὼ τὴν
3461ἑσπέραν ταύτην, εἶπεν αὐτὸ εἰς ἄλλην Βουλὴν ὁ κ. Βουλευ-
3462τὴς ἐκ Κερκύρας, ὁ ὁποῖος εἶναι Πρωθυπουργός. (Ὅρα πρα-
3463κτικὰ συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν 19 Νοεμβρίου
34641896). (Ἀναγινώσκει):
3465«... Ἐν ὅσῳ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
3466»Ναυτικῶν εἶναι καταδεδικασμένα νὰ ἔχωσιν εἰς τὴν διά-
3467»θεσιν αὐτῶν ποσὰ μὴ ἐπιτρέποντα τὴν λειτουργίαν τοῦ ὀρ-
3468»γανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, δὲν θὰ ἔχωμεν
3469»οὔτε στρατὸν οὔτε ναυτικόν. Ἔφθασε δ’ ἡ στιγμή, καθ’
3470»ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει νὰ μάθῃ, ἐὰν θὰ ἐξακο-
3471»λουθήσωμεν δαπανῶντες 16 ἑκατομμύρια διὰ τὸ
3472»Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ 6 ἢ 7 ἑκατομ-
3473»μύρια διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, χωρὶς νὰ
3474»κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ ναυτικόν. Εἶναι
3475»ἀνάγκη νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἢ πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς
3476»προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀσκό-
3477»πως δαπανῶνται, ἢ πρέπει νὰ εὑρεθῶσι τὰ ποσὰ ἐκεῖνα,
3478»τὰ ὁποῖα καταλλήλως δαπανώμενα δύνανται καὶ στρατὸν
3479»νὰ μᾶς δώσωσι καὶ ναυτικὸν ἀντάξιον τοῦ προορισμοῦ του.
3480»Ὅταν δ’ ὄπισθεν τῶν φράσεων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρω-
3481»θυπουργὸς ἀνήγγειλεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται περὶ
3482»στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, ἐξετάζων τὸν παρ’ αὐτοῦ ὑποβλη-
3483»θέντα προϋπολογισμόν, οὐδεμίαν εὑρίσκω διαφορὰν μεταξὺ
3484»τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρόντος ἔτους καὶ τοῦ προϋπο-
3485»λογισμοῦ τοῦ 1897, ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω: «φράσεις εἴ-
3486»πετε, κύριε Πρωθυπουργέ· ἀλλ’ ὁ καιρὸς τῶν φράσεων πα-
3487»ρῆλθε, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀρκεῖται πλέον εἰς φρά-
3488»σεις.»
3489» Ἔχω τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξέλ-
3490»θωμεν τῶν δυσχερειῶν, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι
3491»προϋπολογισμὸς ἄλλως συντασσόμενος δύναται νὰ δώσῃ τὰ
3492»μέσα, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Ὑπουρ-
3493»γείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Γνωστὸν εἶναι,
3494»ὅτι αἱ δαπάναι αὗται πρέπει νὰ αὐξήσωσιν ὡς πρὸς τὸ
3495»Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ 8 ἑκατομμύρια δραχ-
3496»μῶν, κατὰ δύο δ’ ἑκατομμύρια αἱ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
3497»Ναυτικῶν. Πρόκειται λοιπὸν νὰ εὕρωμεν 10 ἑκατομμύρια
3498»ἐν τοῖς τακτικοῖς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐσόδοις. Τὸ πρᾶγμα
3499»δὲν μοὶ φαίνεται ἀδύνατον... Ἐρωτῶ ὑμᾶς, νομίζετε ὅτι
3500»εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν δαπανῶντες ὅσα δαπα-
3501»νῶμεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν,
3502»διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, καὶ νὰ μὴ φροντίσωμεν περὶ
3503»τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας;»
3504§179ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπίκαιρος ἡ γνώμη
3505αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
3506§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων).
3507«Εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπο-
3508»βληθῶμεν εἰς θυσίας, νὰ περιορίσωμεν ὅλας τὰς ἄλλας δα-
3509»πάνας, ὅσον σεβασταὶ καὶ ἂν ἦναι αὗται, καὶ ἐπί τινα
3510»ἔτη νὰ περιστείλωμεν τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουρ-
3511»γείων χάριν τῶν δύο Ὑπουργείων, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
3512»τῶν Ναυτικῶν».
3513Ταῦτα ἔλεγε τότε ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ, ὡς ἔχουσι
3514τὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἔχομεν ὀργανισμὸν καθολικῆς στρα-
3515τολογίας, καὶ ἐνῷ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς καθολικῆς στρα-
3516τολογίας δὲν ὑπάρχει στρατὸς μόνιμος, ἀλλὰ στρατὸς ἐφε-
3517δρείας, ἡμεῖς οὐδέποτε συνεκαλέσαμεν τὴν ἐφεδρείαν, ἵνα
3518τὴν ἀσκήσωμεν. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν στρατὸν οὔτε ἐφε-
3519δρείας οὔτε μόνιμον. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν στρατὸν, δὲν
3520ἔχομεν στελέχη ἐπαρκῆ, διότι, ὅτε συνεκεντρώθησαν ὑπὸ
3521τὰς σημαίας κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1897 ἔτους 77,800 ἄν-
3522δρες, τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ μόλις ἐπήρκουν εἰς διοίκησιν
352350,000 στρατοῦ...
3524§181ΣΤΡΑΤΟΣ. Τόσοι ἀναλογοῦν.
3525§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἔχομεν
3526στρατὸν, ἡ Γενικὴ Διοίκησις στρατοῦ μᾶς λείπει, ἢ πρέπει
3527ν’ ἀσχοληθῶμεν νὰ ἀνεύρωμεν μέσα, ἵνα καταρτίσωμεν τὸν
3528στρατὸν; Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἁμάρτημα νὰ ἀφίνωμεν εἰς
3529τὸν κόσμον νὰ πιστεύῃ, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ Γεν. Διοίκησις
3530στρατοῦ, θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατόν· διότι θέ-
3531λει παρέλθει ἓν ἔτος, θὰ παρέλθωσι δύο ἔτη, θὰ παρέλθωσι
3532τρία ἔτη, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει καὶ τότε μανθάνει, ὅτι
3533δὲν ἔχομεν στρατὸν, θέλει δ’ ἀποδώσει τότε τὰς εὐθύνας
3534εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ φιλοπατρία καὶ ἡ ἀγαθοπιστία
3535προάγει νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἐντολήν.
3536Δὲν σκοπῶ σήμερον νὰ πραγματευθῶ περὶ τῶν μεταρ-
3537ρυθμίσεων κατὰ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη τὴν
3538ἐπιοῦσαν τῆς 18 Ἀπριλίου· θέλω διαλάβει περὶ τοῦ προ-
3539γράμματος τούτου κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπο-
3540λογισμοῦ, καὶ θέλω μεταδώσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας
3541μου, ὄχι προσδοκῶν νὰ πείσω, ἢ νὰ μεταδώσω αὐτὰς εἰς
3542μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἵνα ἀκουσθῶσιν αὗται ἀπὸ
3543τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· διότι ὁμολογῶ, ὅτι οὐκ ὀλίγοι ἔτρε-
3544ψαν τὰς προσδοκίας των ἐπὶ τὴν φιλοπατρίαν τοῦ Ἑλληνι-
3545κοῦ λαοῦ, ὅστις πάντως θέλει ὑποστηρίξει τὰς Κυβερνήσεις,
3546αἱ ὁποῖαί εἰσι διατεθειμέναι νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ τοῦ τόπου.
3547Ἀλλ’ ὅταν ἐνθυμῶμαι ὅτι ἔλεγον, ὅτι τὰ ἀτυχήματα τοῦ
3548πολέμου πρέπει νὰ μᾶς διδάξωσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἄρωμεν
3549τὰς αἰτίας, αἵτινες ἐπήνεγκον τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου,
3550ἀκούω δὲ νὰ προβάλλωσι πρὸς ἄρσιν τῶν αἰτίων τὸ νομο-
3551σχέδιον περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἢ τὰ ἄλλα εἰσα-
3552χθέντα μέχρι τοῦδε, ἐκπλήσσομαι. Ἐὰν αἰτίαι τοῦ πολέ-
3553μου ἦσαν αἱ ὀλέθριαι ὑποκινήσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας,
3554ἂν τὰ μέλη αὐτῆς βαρύνῃ ἡ ἀρὰ τοῦ ἔθνους, πρέπει δὲ νὰ
3555στιγματίζῃ ἡ καταφρόνησις τοῦ λαοῦ, ποία ἡ σχέσις τού-
3556των πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρα-
3557τοῦ; Ἐὰν αἰτία τοῦ πολέμου ἦτο ἡ ἀποπλάνησις τοῦ Ἑλ-
3558ληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν φιλοπα-
3559τρίαν, ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ποίησιν, ἥτις ἀναμιμνήσκει
3560εἰς αὐτὸν τὸ μεγαλεῖον τῆς φυλῆς του, τὸ νομοσχέδιον περὶ
3561Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ θεραπεύει τὸ κακόν; Ἐὰν τὰ
3562ἀτυχήματα τοῦ πολέμου πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν τοι-
3563αύτην κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, οἵαν περιέγραψα πρὸ μι-
3564κροῦ, τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ
3565βεβαίως δὲν θεραπεύει τὸ κακόν. Πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλι-
3566κρινεῖς, καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν παρρησίαν τοῦ φρονήματος ἡμῶν,
3567καὶ νὰ λέγωμεν τὸ φρόνημα ἡμῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
3568ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ, οὐδὲν κακὸν θεραπεύει ἐκ τῶν ὑπαρχόν-
3569των ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ δημιουργεῖ κακὰ, θὰ παραγάγῃ
3570σπέρματα ὀλέθρια καὶ ἐπιβλαβῆ, δι’ ἐμὲ δὲ, ὁ ὁποῖος, ἐὰν
3571δὲν μετρῶ τὰ 100 ἔτη, τὰ ὁποῖα ἀνυπόμονοί τινες ζητοῦσι
3572νὰ μοὶ ἀποδώσωσιν (ἱλαρότης), πρὸ πολλοῦ ὅμως ἀπε-
3573χαιρέτισα τὴν νεότητα μετὰ μεγάλης θλίψεως, ἐὰν δὲν
3574παραταθῇ πολὺ ὁ βίος μου, καὶ καλὸν εἶναι καὶ κακὸν, ἀλλὰ
3575πάντως θέλει εἶσθαι καλὸν, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιζήσω, ἵνα
3576ἴδω τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα παρασκευάζουσιν εἰς τὸν τόπον τοι-
3577αῦτα νομοθετήματα.
3578Δὲν ἔχω δυσάρεστον τὴν ἀνάμνησιν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους
3579εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὴν Βουλὴν,
3580ὅτε ἦλθε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον· οἱ λόγοι
3581ἦσαν παραμυθητικοὶ, ἐπρόδιδον ἢ τὴν μεγάλην ἀγαθοπιστίαν
3582τοῦ ἀνδρὸς, ἢ τοὐλάχιστον κατήγγελλον τὰς στρατιωτικὰς
3583γνώσεις αὐτοῦ. Σᾶς ἔλεγε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
3584Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν τῷ ἔμεινε καιρὸς νὰ σπουδάσῃ τὰ τοῦ
3585ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
3586κῶν, εἶναι πέμπτη φορὰ, καθ’ ἣν γίνεται Ὑπουργὸς τῶν
3587Στρατιωτικῶν. Τὴν πρώτην φορὰν ἐγένετο τὴν 30 Ἰουλίου
35881890, καὶ διήρκεσεν ἡ ὑπηρεσία του ἐπὶ ἡμέρας 86 μόνον,
3589τὴν δευτέραν φορὰν ἐγένετο τὴν 10 Ἰουνίου 1892, καὶ διήρ-
3590κεσεν ἡ ὑπηρεσία του ἐπὶ 10 μῆνας καὶ 25 ἡμέρας, τὴν τρίτην
3591φορὰν ἐγένετο τὴν 30 Ὀκτωβρίου 1893, καὶ διήρκεσεν ἡ
3592ὑπηρεσία του 1 ἔτος καὶ 74 ἡμέρας, τὴν τετάρτην φορὰν ἐγέ-
3593νετο Ὑπουργὸς τὴν 18 Ἀπριλίου 1897, καὶ διήρκεσεν ἡ
3594ὑπηρεσία του 5 μῆνας καὶ 3 ἡμέρας· ἑπομένως, ἐὰν ἀθροίσητε
3595τὰ χρονικὰ ταῦτα διαστήματα πρὸ τοῦ τελευταίου, κατὰ τὸ
3596ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ
3597κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διώκησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
3598Στρατιωτικῶν ἐπὶ 2 ἔτη, 9 μῆνας καὶ 8 ἡμέρας Ἀλλ’ ἐπειδὴ
3599μέχρι πρὸ μικροῦ δὲν εἶχεν ἀσχοληθῆ νὰ ἀνεύρῃ, ὅτι πρὸς
3600καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ νομοθετηθῇ Γενικὴ Διοί-
3601κησις στρατοῦ, τὴν ἀνακάλυψιν ταύτην ἔλαβε τελευταῖον,
3602κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, ὀλίγος ἑπομένως τῷ ὑπε-
3603λείπετο καιρὸς, ἵνα μελετήσῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
3604Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι μὲ παρεμύθησεν ἡ εἰλικρίνεια αὐτοῦ.
3605Ἀλλ’ ἡ εἰλικρίνεια αὐτοῦ ἦτο ἔτι μεγαλειτέρα, διότι καὶ
3606ἄλλην παρέσχεν ἡμῖν παραμυθίαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ
3607ὁποῖον εἰσήγαγε, δὲν ἔχει κανὲν κακὸν, δὲν διαταράσσει τὴν
3608νομοθεσίαν, δὲν προσκρούει εἰς οὐδένα θεσμὸν, εἰς οὐδένα νό-
3609μον, διότι τὸ διάταγμα περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ 1892
3610θὰ μείνῃ ἀκέραιον, 50 δὲ μόνον ἡμερῶν κράτησιν θέλει ἔχει
3611τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ὁ Γεν. Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ.
3612Δὲν γνωρίζω ἐντὸς πόσου χρόνου συνέταξε τὸ πρῶτον
3613νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τὸ νο-
3614μοσχέδιον ἐκεῖνο θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ τὸ συνέταττε· καὶ ἡ εὐχὴ
3615αὕτη δὲν εἶναι ἰδιόρρυθμος ἐπιθυμία ἐμοῦ· ὑποθέτω ὅτι καὶ
3616ὁ ἴδιος τὴν αὐτὴν εὐχὴν εἶχε. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι θὰ ηὔχετο
3617καὶ αὐτὸς νὰ μὴ συνέτασσεν αὐτὸ, εἶναι, ὅτι συνέταξε νέον,
3618διάφορον τοῦ πρώτου, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι τὰ δύο
3619νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν φέρουσι
3620τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἀπε-
3621δέχθησαν τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων, τὸν τύπον νὰ γρά-
3622φωσι τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν ἐν πᾶσι τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ
3623ὁποῖα ἀλλεπάλληλα προτείνουσι, κανονίζοντα τὴν αὐτὴν
3624ὕλην, ἀλλὰ τροποποιοῦντα ἄλληλα, ἂν καὶ ἐγράφησαν κατὰ
3625διαφόρους χρονικὰς περιόδους.
3626Δὲν λέγω ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξιόποινος, ἀλλὰ γενικοί
3627τινες ὅροι τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀπαιτοῦσιν, αἱ βεβαιώσεις
3628τοῦ χρόνου καὶ αἱ βεβαιώσεις τοῦ τόπου νὰ ἦναι ἀκριβεῖς,
3629οὐδὲ στέργουσι ψευδῆ βεβαίωσιν χρόνου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς
3630τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἐχρονολόγησε
3631τὴν 3 Φεβρουαρίου, καὶ τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε προ-
3632χθὲς τὸ Σάββατον, καὶ αὐτὸ φέρει χρονολογίαν τῆς 3 Φε-
3633βρουαρίου. Ἐὰν δὲ τὰ ἔργα ταῦτα ἤθελον περιέλθει εἰς τὴν
3634ἱστορίαν, — καὶ εἶναι ἄξια νὰ μὴ παραλειφθῶσιν αὐτὰ ἀπὸ
3635τὴν ἱστορίαν,—ὁ ἱστορικὸς ἤθελεν ἐρωτήσει, πῶς συνέβη, τὴν
3636αὐτὴν ἡμέραν ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ δύο νομοσχέδια καὶ
3637νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αὐτὴν ἡμέραν τὰ δύο αὐτὰ
3638νομοσχέδια, ἀντίθετα ἀλλήλων, μὴ συμφωνοῦντα πρὸς ἄλ-
3639ληλα;
3640§183Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3641κῶν). Αἱ τροπολογίαι ἐδόθησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
3642Ἐὰν τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἔθεσε τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν
3643εἰς τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τί εὐθύνομαι ἐγώ;
3644§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ἀναγινώσκει).
3645«Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Φεβρουαρίου 1900.
3646»Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
3647»καὶ Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας
3648»Ν. Τσαμαδός.»
3649Τὸ Γραφεῖον εὐθύνει ἡ ἡμερομηνία;
3650§185ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐδημοσιεύθησαν αἱ τροπολογίαι καὶ ἀνέ-
3651γραψαν τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ νομο-
3652σχέδιον.
3653§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπεγράφη τὸ νομοσχέδιον
3654παρ’ ὑμῶν;
3655§187ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ὑπεγράφη· εἶναι αἱ τροπολογίαι.
3656§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλὴν τῶν τροπολογιῶν εἰσήχθη
3657εἰς τὴν Βουλὴν «νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
3658στρατοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
3659τιωτικῶν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν».
3660§189ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι τροπολογίαι.
3661§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἐπιτρέπετε νὰ θέσωσι τὴν
3662ὑπογραφήν σας καὶ ἡμερομηνίαν, τὴν ὁποίαν σεῖς δὲν ἐθέ-
3663σατε; Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ πιστεύωμεν τὴν ὑπογραφὴν τῶν
3664ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἰσάγετε εἰς τὴν Βουλήν;
3665§191ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς προσέθεσε τὴν
3666αὐτὴν ἡμερομηνίαν τοῦ νομοσχεδίου.
3667§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Γραφεῖον
3668τῆς Βουλῆς νὰ θέση ὑπογραφήν.
3669§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέβαλε τροπολο-
3670γίας ὁ κ. Ὑπουργός, ἐστάλησαν αἱ τροπολογίαι εἰς τὸ τυπο-
3671γραφεῖον, ὅπως προστεθῶσιν εἰς τὰ σχετικὰ ἄρθρα καὶ ἀνα-
3672τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἐτέθη δὲ, ἐκ παραδρομῆς βεβαίως,
3673ἡ αὐτὴ ἡμερομηνία.
3674§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε δώσει ἐντολὴν εἰς τὸ
3675τυπογραφεῖον νὰ θέτουν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ;
3676§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ, ὄχι βεβαίως·
3677δὲν ἔδωσα καμμίαν ἐντολήν.
3678§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὅτε προέβημεν εἰς τὴν
3679συζήτησιν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, εἴχομεν δισταγμούς. Τὸ
3680ἄρθρον 11 διέτασσεν (ἀναγινώσκει): «Δι’ εἰδικοῦ στρα-
3681»τιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος,
3682»ὁρισθήσονται καὶ κανονισθήσονται: αʹ) Ἡ ἁρμοδιότης καὶ
3683»ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῶν Με-
3684»ράρχων καὶ Ταξιάρχων, ὡς καὶ τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐ-
3685»τῶν Ὅπλα, Σώματα, Καταστήματα καὶ Ὑπηρεσίαι.»
3686Λοιπὸν ἔμελλε νὰ ἐκδοθῇ ἓν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε
3687προσδιορίσει ποῖα ὅπλα, ποῖα σώματα, ποῖα καταστήματα,
3688ποῖαι ὑπηρεσίαι στρατιωτικαὶ θέλουσιν ὑπαχθῆ ὑπὸ τὴν διοί-
3689κησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Δισταγμὸς ἐξεδη-
3690λώθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν εἶναι ἐπιτετραμμένον τοιοῦτοι
3691προσδιορισμοὶ νὰ ἀφίνωνται εἰς τὰ Β. Διατάγματα· διότι,
3692ὅταν προσδιορίζωμεν μεταβολὰς διατάξεων τῶν νόμων, δὲν
3693εἶναι δυνατὸν οἱ προσδιορισμοὶ αὐτοὶ νὰ ἐκδίδωνται οὔτε
3694διὰ κανονισμοῦ στρατιωτικοῦ, οὔτε διὰ Β. Διατάγματος,
3695διότι οὕτω ὁ στρατιωτικὸς κανονισμὸς μεταβάλλεται εἰς
3696νομοθέτημα, τὸ νομοθέτημα δὲ τοῦτο δὲν τὸ ἐψήφισεν ἡ
3697Βουλὴ, δὲν τὸ ἐκύρωσεν ὁ Βασιλεύς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
3698Στρατιωτικῶν ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ ἀπορία ἦτο εὔλογος, καὶ
3699εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον διώρθωσε τὴν ἀπορίαν· κατὰ
3700τίνα τρόπον; (ἀναγινώσκει τὴν τρίτην παράγραφον
3701τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου): «Ὑπὸ τὴν διοίκησιν
3702»τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα,
3703»αἱ Ὑπηρεσίαι καὶ τὰ Καταστήματα· δὲν ὑπάγονται δὲ ἡ
3704»Χωροφυλακὴ, τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, ἡ Στρατιωτικὴ
3705»Δικαιοσύνη καὶ αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι ὑλικοῦ.»
3706Τοιουτοτρόπως τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου διή-
3707ρεσε πᾶσαν τὴν ὕλην τὴν στρατιωτικὴν εἰς δύο κατηγορίας,
3708εἰς ὕλην, ἡ ὁποία ἀφίεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουρ-
3709γείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰς ὕλην, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖται
3710ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀνατίθεται εἰς
3711τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
3712Στρατιωτικῶν λοιπὸν ἔμεινεν ἡ Χωροφυλακὴ, ἥτις μετά τινα
3713χρόνον, ὅταν τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νέος νόμος περὶ Χωρο-
3714φυλακῆς, θέλει ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
3715τικῶν καὶ αὐτή. Ὅθεν ὑπολείπεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ
3716Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πο-
3717λέμου, τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιο-
3718σύνη καὶ αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ. Ἡ ἐργασία τῶν
3719Γενικῶν Ἀποθηκῶν τοῦ ὑλικοῦ βεβαίως εἶναι πολὺ σοβαρὰ
3720ἐργασία, μάλιστα καθ’ ὃν χρόνον αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι τοῦ
3721ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ ἀποτελοῦνται ἀπὸ τέσσαρας τοίχους,
3722τὸ ἐμβαδὸν τῶν ὁποίων εἶναι κενὸν παντὸς ὑλικοῦ. Ἐν Τουρ-
3723κίᾳ ἔχουσιν ὁρισμὸν, τὰ δωμάτια λέγουσιν ὀντάδες, λέ-
3724γουσι δὲ εἰς παραπλησίας περιπτώσεις, ὅτι εἶναι Διευθυν-
3725τὴς κενῶν δωματίων (ὀντατζίμπασης ἀδειανῶν ὀντάδων).
3726Ἀλλὰ καὶ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα δὲν εἶναι δυνατὸν
3727νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρ-
3728χει δὲ κάποιον λάθος, διότι τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα δὲν
3729ἠμποροῦν νὰ χωρισθῶσιν ἀπὸ τὸ Τμῆμα τῆς στρατολογίας
3730καὶ ἐπιστρατείας, ἀφοῦ δὲ τὰ τῆς στρατολογίας καὶ ἐπι-
3731στρατείας μετετέθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρα-
3732τοῦ, πρέπει νὰ ὑπάγωνται καὶ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα
3733εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως μένει εἰς
3734τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ
3735πολέμου, ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη, ὁ καταρτισμὸς τῶν
3736Στρατοδικείων, ἡ φύλαξις τῶν στρατιωτικῶν καταδίκων καὶ
3737ὑποδίκων, ἡ ἀπονομὴ χαρίτων καὶ αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ.
3738Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ εἰς τὴν φράσιν. Κατὰ
3739τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, διὰ διατάγματος ἤθελον προσδιο-
3740ρισθῆ τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοι-
3741κητοῦ ὅπλα, σώματα, καταστήματα καὶ ὑπηρεσίαι·
3742ἀπὸ τὸ νέον νομοσχέδιον παρέλειψαν τὰ «ὅπλα», διότι ἦτο
3743περιττὴ ἡ μνεία αὐτῶν· ἀφοῦ ὑπήχθησαν τὰ στρατιωτικὰ
3744σώματα, ἦτο περιττὸν νὰ ἀναγράψωσι καὶ τὰ «ὅπλα».
3745Λοιπὸν τὸ Γραφεῖον τοῦ Προσωπικοῦ, τὸ Γραφεῖον τοῦ Πε-
3746ζικοῦ, τὸ Γραφεῖον τοῦ Πυροβολικοῦ, τὸ Γραφεῖον τοῦ Μη-
3747χανικοῦ, ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, τὸ Οἰκο-
3748νομικὸν τμῆμα, ἀλλὰ προσέτι καὶ τὰ Γραφεῖα τοῦ Γενικοῦ
3749Στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου, τὰ ὁποῖα διαιροῦνται εἰς δύο τμή-
3750ματα, καὶ τὸ Ὑγειονομικὸν Τμῆμα, πάντα ταῦτα θέλου-
3751σιν ὑπάγεσθαι εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Βε-
3752βαίως τὸ κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι τώρα τὸ Ἀρχη-
3753γεῖον, δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ πάντα ταῦτα· μέτρον οἰκονο-
3754μικὸν θέλει εἶσθαι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παρα-
3755λάβῃ τὰ κατάστιχα τῶν Γενικῶν Ἀποθηκῶν ὑλικοῦ, ἀφοῦ
3756μάλιστα δὲν ὑπάρχει ὑλικὸν ἐν αὐταῖς, καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν
3757ἐκκρεμῶν στρατιωτικῶν δικῶν, καὶ νὰ ἐνοικιάσῃ ἄλλο κατά-
3758στημα, νὰ μεταβῇ δὲ εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἐπὶ τῶν Στρα-
3759τιωτικῶν Ὑπουργείου καὶ ἐγκατασταθῇ ἐν αὐτῷ ὁ Γενικὸς
3760Διοικητὴς, διότι ἄλλως τὸ ἐνοίκιον τοῦ οἰκοδομήματος, ἐν ᾧ
3761ὑπάρχει τὸ Ἀρχηγεῖον, θὰ ἦναι μέγα, ἐνῷ διὰ τὴν ὑπηρε-
3762σίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀρκοῦν μόνον δύο
3763δωμάτια...
3764§197Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δέχεσθε νὰ γείνῃ διακοπὴ πέντε
3765λεπτῶν;
3766§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλῶ, ὅτι δὲν ἐτελείωσα τὸν
3767λόγον μου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ μικράν τινα δια-
3768κοπήν...
3769§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας.
3770(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
3771βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 45′ μ. μ.)
3772§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος
3773Δηλιγιάννης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
3774§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ δυστυχίαν ἡ φωνή μου
3775ἔκλεισε.
3776§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ν’ ἀναβάλωμεν;
3777§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλετε...
3778§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐξακολούθησις δι’ αὔριον.
3779Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 20′ μετὰ τὸ μεσο-
3780νύκτιον).