1900.02.07
3,288 rows · 25,750 words · 224 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Τῆς 7 Φεβρουαρίου 1900.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπαναληπτικῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς Χαλκίδος ἐστάλησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Παρακαλεῖται τὸ Ζʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς νὰ συνέλθῃ αὔριον ὥρᾳ 3 μ. μ. πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν ἐμπόρων καὶ κατοίκων Ἀργοστολίου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Ὡσαύτως τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Λεβιδίου, αἰτουμένων τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς διὰ τῆς κωμοπόλεως ταύτης διερχομένης ὁδοῦ, ἧς τὴν ἐργασίαν ἠμέλησεν ὁ ἐργολάβος. Ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Μαζεΐκων τοῦ δήμου Κλειτορίας περὶ παρεμποδίσεως τῆς περαιτέρω ὑλοτομίας τοῦ δάσους Μαζίου. Αἴτησιν τοῦ Π. Κουλουριώτου, κατοίκου Πειραιῶς, ζητοῦντος τὴν ἀναθεώρησιν ἀποφάσεώς τινος τοῦ τελώνου Πειραιῶς κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ. Ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ σταφίδος. Αἴτησιν τῶν ἀδελφῶν τοῦ δολοφονηθέντος ἐν Βόλῳ διαρκούσης τῆς τουρκικῆς κατοχῆς ἐφημερίου τῶν καθολικῶν Ι. Φρ. Δαλεζίου, αἰτουμένων σύνταξιν. Ὑπόμνημα τοῦ ἰατροῦ Μ. Οἰκονομίδου περὶ τοῦ φαρμάκου Βαρλᾶ πρὸς θεραπείαν τῆς φθίσεως. Ὁ κ. Οἰκονομίδης ζητεῖ τὸν ἐπὶ τοῦ φαρμάκου τούτου ἐπίσημον ἔλεγχον τῆς ἐπιστήμης καὶ τὴν ἵδρυσιν ἰδίας κλινικῆς φυματιώντων.
§2Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ πέρυσι παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ, πόσα χρήματα εἶναι παρακατατεθειμένα εἰς τὸ ταμεῖον Ἀγυιᾶς ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν κοινοτικῶν βοσκῶν, διότι, καίτοι αἱ κοινότητες Ἀγυιᾶς εἶναι πολὺ πλούσιαι, οὐδὲν ἔργον δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι, διότι τὰ χρήματά των καθυστεροῦνται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἠδιαφόρησε. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δώσῃ μίαν ἀπολογίαν περὶ τῶν κρατουμένων χρημάτων τῶν κοινοτικῶν ταμείων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Παξῶν κ. Βελλιανίτου, καταθέτει τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν καταβύθισιν ἑλληνικοῦ ἱστιοφόρου ὑπὸ τουρκικοῦ τορπιλλοβόλου. Κύριοι, ἐπειδὴ παρετήρησα ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἕνεκα τῶν Ἀπόκρεω δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ γίνηται διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως τὸ ἑσπέρας καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα κατόπιν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λύσῃ ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα τοῦτο,
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς ὑγιεινῶν λόγων. Ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν ἐπετεύχθη ἀπαρτία μετὰ τὴν 8ην ὥραν τῆς ἑσπέρας, τοῦτο δὲν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς πολιτικὴν ἀντίθεσιν πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι οἱ δυνάμενοι ν’ ἀνθέξωσιν εἰς τὸ ψῦχος καὶ εἰς τὴν ὑγρασίαν ἐπανέρχονται, ἀλλ’ εἶναι πολλοί, ἴσως οἱ περισσότεροι, οἱ μὴ δυνάμενοι. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως τὴν ὀγδόην ὥραν λύηται ἡ συνεδρίασις.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μέχρι τῆς ἐνάτης.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ παραμένωμεν μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. Θέλετε;
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§8Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπιτροπεία τῶν ἐν Ἀθήναις συντεχνιῶν λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐμοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν αἴτησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξετάζει τὰ νομοσχέδια περὶ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐγένετο συζήτησις μακρὰ ἐν τῇ συνελεύσει τῶν μελῶν τῶν συντεχνιῶν, πόρισμα δὲ τῆς συζητήσεως ταύτης εἶναι ἡ αἴτησις, δι’ ἧς αἱ συντεχνίαι ἐκφράζουσι τὴν γνώμην, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐφαρμοζόμενα θέλουσι φέρει ἀποτελέσματα ὀλέθρια εἰς τὴν τάξιν αὐτῶν, καὶ ἀναφέρονται πρὸς τὴν Βουλὴν, παρακαλοῦσαι αὐτὴν, ὅπως, εἰ δυνατόν, μεταρρυθμίσῃ κατὰ τὴν βάσιν τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, καὶ, εἰ δυνατόν, μὴ ψηφίσῃ ποσῶς αὐτὰ, ἀφοῦ ταῦτα δὲν κρίνονται ὑπὸ τῆς κοινωνίας ὡς ἀναγκαῖα, καὶ ἀφοῦ δὲν πρόκειται δι’ αὐτῶν καὶ μόνων νὰ βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας. Προτείνουσι δὲ οὗτοι, ὅτι τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσι τὰ τῆς Πολιτείας οἰκονομικῶς, εἶναι αἱ οἰκονομίαι, διὰ τὰς ὁποίας λέγουσιν, ὅτι βλέπουσι τὴν Κυβέρνησιν οὐδόλως μεριμνῶσαν. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, καὶ, εἰ δυνατόν, νὰ τυπωθῇ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά;
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§11ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συγκατατεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν τύπωσιν τοὐλάχιστον, ἵνα ἴδωμεν, τί περιλαμβάνει.
§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§13ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§15Δ. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὑπογεγραμμένην ὑπὸ πλείστων συμπολιτῶν μου, διαμαρτυρομένων διὰ τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας μας. Καθ’ ἣν ἐποχὴν, κύριε Πρόεδρε, ἡ συγκοινωνία θεωρεῖται ὡς παράγων τῆς εὐημερίας τῶν λαῶν, νομίζω ὅτι εἶναι σκληρὸν, μία ἐπαρχία νὰ στερῆται τοιαύτης, καὶ νὰ εὑρίσκηται ἀποκεκλεισμένη, καθ’ ἣν μάλιστα στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπιχορήγησιν παρέχει. Κατὰ τὴν τελευταίαν δημοπρασίαν τῶν ἀγόνων γραμμῶν ἀνέλαβε τὴν γραμμὴν Πειραιῶς–Κυθήρων ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία Τζὼν Μὰκ–Δοῦαλ. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, κακῶς ποιοῦσα, φρονῶ, ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν—ἂν ἐπέτρεψε—νὰ ἐκχωρήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς γραμμῆς ταύτης εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην ἀτμοπλοίου, τὸν κύριον Διακάκην, ὅστις μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν ἀνέλαβε νὰ ἐκπληρώσῃ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ. Ὁ Κύριος οὗτος εἶναι ἰδιοκτήτης ἑνὸς μόνου ἀτμοπλοίου, καὶ λέγω ἑνός, διότι ἓν ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε, δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ ὑπερβῇ τὸν Μαλέαν, καὶ δὶς ἤδη ἐπιχειρῆσαν νὰ διαβῇ τοῦτον, μικροῦ δεῖν κατεποντίζετο μετὰ τῶν ἐπιβατῶν. Μὲ τὸ ἓν λοιπὸν μόνον ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἰδιοκτήτης κ. Διακάκης ἔχει, ἐννοεῖ νὰ ἔχῃ γραμμὴν μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Κυθήρων, καὶ νὰ ἐκτελῇ καὶ τὴν γραμμὴν τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου· ἐπειδὴ δ’ ἑπομένως ἐπείγεται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς Πειραιᾶ, ἵνα μὴ χάσῃ τὸ δρομολόγιον τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου, προσεγγίζει μόνον εἰς Ἁγίαν Πελαγίαν, ὅρμον, ὅστις ἀπέχει 6 ὥρας τῆς πόλεως, παραλείπει δὲ τὴν προσέγγισιν εἰς τὸν λιμένα τῶν Κυθήρων. Οὕτω δὲ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρι σήμερον δὶς μόνον προσήγγισεν εἰς τὸν λιμένα. Ἐγὼ αὐτὸς ἤμην ἕτοιμος πρὸ 15 ἡμερῶν νὰ ἀναχωρήσω ἐκ Κυθήρων, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ εὕρω εὐκαιρίαν, ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ εἰς Γύθειον, ἵνα ἐπιβιβασθῶ ἐπὶ ἑτέρου ἀτμοπλοίου, καὶ ἔλθω εἰς Ἀθήνας. Προσθέσατε δὲ καὶ τοῦτο· ὅτι ὁ κ. Διακάκης, κατορθώσας νὰ ἔχῃ τὸ μονοπώλιον μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Κυθήρων, ηὔξησε τοὺς ναύλους εἰς βαθμὸν ἀφόρητον. Οὕτως, ἐνῷ ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Γυθείου ὁ ναῦλος τῆς τρίτης θέσεως εἶναι δύο δραχμαί, ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Κυθήρων εἶναι 12 δραχμαί, διὰ δὲ τὴν Αʹ θέσιν πληρόνομεν 30 δραχμάς! Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ ἑταιρεία Διακάκη ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις της, ἐν ἀνάγκῃ δέ, νὰ ἀκυρώσῃ τὴν γενομένην ἐκχώρησιν ταύτην, καὶ νὰ ἀναγκάσῃ τὴν ἑταιρείαν Τζὼν νὰ ἐκπληροῖ αὐτὴ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς διὰ τῆς συμβάσεως ἀνέλαβε, καὶ τὰς ὁποίας, ἂν δὲν ἠδύνατο, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ.
§16Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς ἡ ἑταιρεία Διακάκη δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πολλὰ ἀτμόπλοια· ἔχει δύο μόνον. Ἡ Κυβέρνησις ἀληθῶς, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ γείτων τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἔχει ὑπεύθυνον ἀπέναντί της τὴν ἑταιρείαν Τζὼν Μὰκ–Δοῦαλ· ἐν τούτοις ὅμως δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ εἰς τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κυθήρων, ὅτι ἔκτακτοι κακοκαιρίαι ἐπεκράτησαν ἐσχάτως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προσήγγισαν ἐκεῖ τὰ ἀτμόπλοια, καθὼς συνέβη πολλάκις καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς περὶ τὸν Μαλέαν κατοικοῦντας, νὰ ἐπιβιβαζώμεθα καὶ νὰ καραδοκῶμεν καλὸν καιρὸν ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἢ τρεῖς δεκαπενθημερίας, χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ πλεύσωμεν, ἕνεκα ἀνωτέρας βίας. Ἡ ἑταιρεία Διακάκη — ἂς τὴν ὀνομάσωμεν ἑταιρείαν — εἶναι τακτικωτάτη, καὶ πάντοτε ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις της, ἐκτελοῦσα τὰ δρομολόγια, ἅπερ ἀνέλαβεν. Ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπεύθυνον τὴν ἑταιρείαν Τζών, ὡς εἶπον.
§17Δ. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἐπὶ 15 ἡμέρας εἰς μάτην περιέμενον εἰς τὴν προκυμαίαν· τὸ ἀτμόπλοιον δὲν προσήγγισε, καίτοι οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνωτέρα βία.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Φικιώρη, τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν Σπάρτης.
§19Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις διωρίσθη κατὰ τὸ 1891 ἢ 1892, ὅπως ἐξετάσῃ ποῖα τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἑταιρείας Τζὼν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσωσι πλόας τινάς. Κατὰ τὰς ἐκθέσεις ἐκείνας, τινὰ τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἑταιρείας ταύτης ἔπρεπε νὰ ἐπισκευασθῶσι· πρέπει δὲ νὰ γνωρίζωμεν, ἂν ἐπεσκευάσθησαν, ἂν ἡ ἐπισκευή των ἔγεινε συμφώνως πρὸς τὰς ἐκθέσεις ταύτας, καὶ ἂν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσωσι πλόας.
§20Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσκέφθην καὶ ἐγὼ περὶ τούτου, καὶ ἂν ἦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρὼν ἐνταῦθα, ἤθελον νὰ δηλώσω, ὅτι ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει, καθ’ ἣν θὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος, θέλω ὁμιλήσει ἐν ἐκτάσει περὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ὑπὸ πρακτικωτάτην ἔποψιν. Δηλῶ δὲ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι θέλω πράξει τοῦτο ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει.
§21ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα, διὰ νὰ λάβουν καὶ ἄλλοι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπουσιάζει, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα. Θέλω δὲ ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον αὐτῷ τε καὶ τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον, συζητουμένης συμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρείαν Σταθάτου. Ἀκριβῶς ἔχω νὰ φέρω παράδειγμα ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον. Ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται πραγματικῶς νὰ ὦσιν ἀσφαλῆ, καὶ ἂν μένωσιν ἐντὸς λιμένος, ὑπὸ τὴν πνοὴν ἐλαχίστου ἀνέμου, τοιαῦτα ἀτμόπλοια ταξειδεύουσι τὸ σύμπλεγμα τῶν Κυκλάδων, ὅπου οἱ ἄνεμοι καὶ αἱ τρικυμίαι εἶναι τόσον βίαιοι, ὥστε κατὰ πᾶσαν στιγμὴν κινδυνεύουσι νὰ καταποντισθῶσι, μετ’ αὐτῶν δὲ καὶ ἑκατοντάδες ἐπιβατῶν. Ἐπειδὴ ὅμως θὰ ὁμιλήσω ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει, ἀπέχω σήμερον πάσης ἀναπτύξεως.
§23ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καίτοι δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἀναπληρώσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι τὰ παράπονα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου δὲν εἶναι δίκαια. Διότι μόλις μετεβιβάσθησαν ἐκ Κυθήρων παράπονα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν μὴ τακτικὴν προσέγγισιν τῶν ἀτμοπλοίων ἐν Καψαλίῳ, ὅπου δυνάμει τῆς συμβάσεως ὑποχρεοῦνται νὰ προσεγγίζωσιν ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, πάραυτα ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν ἡ Διεύθυνσις τῆς ἑταιρείας. Ἀλλὰ ἡ μὴ τακτικὴ προσέγγισις, ὡς ἐβεβαιώθη ἐπισήμως, προῆλθεν ἐκ τῶν σφοδρῶν τρικυμιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτουν κατὰ τὸν λήξαντα μῆνα, ὡς εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ἐν τῷ Αἰγαίῳ καὶ τῷ Ἰονίῳ πελάγει. Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβεν ἤδη ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως, καιροῦ ἐπιτρέποντος, μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ ἄτοπον, ὅπερ ἴσως ἅπαξ ἔλαβε χώραν.
§24Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνδέεται καὶ μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ταξειδευόντων ἐν τοῖς πλοίοις, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει σχέσιν μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, δὲν πρέπει νὰ ταξειδεύουσι μὲ προφανῆ κίνδυνον τῶν ἐπιβατῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ταχέως πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, ὅπως ἐξακριβωθῇ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ ἀτμοκίνητα.
§25ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ διαταχθῇ ἡ ἐξέτασις αὐτῶν! (Θόρυβος).
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τούτου ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§27ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοῦ κινδύνου τούτου, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον σπουδαίας προσοχῆς καὶ ἱκανὸν νὰ θέσῃ εἰς ἀνησυχίαν τὴν Βουλὴν, ὅπως προβῇ σήμερον εἰς ἐξέτασιν καὶ ἐξακρίβωσιν αὐτοῦ.
§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, οὐδὲ συμφέρον, νὰ κλονίζηται ἡ ἐπὶ τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας τῆς χώρας πεποίθησις τοῦ κόσμου διὰ τοιούτων διαδόσεων, μὴ βασιζομένων ἴσως ἐπὶ τοῦ ἀληθοῦς καὶ τοῦ ἀκριβοῦς. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ γνωρίζω ἐκ μικρᾶς τινος πείρας, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι, ὁσάκις τις καταγγέλλῃ ἑταιρείαν τινὰ ἐπὶ τῷ ὅτι πλοῖόν τι δὲν ἔχει ἐν καλῇ καταστάσει ἢ τοὺς λέβητας, ἢ τὰς μηχανὰς, ἢ τὸ σκάφος, ἀνέκαθεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν λαμβάνει τὴν δέουσαν περὶ τούτων πρόνοιαν. Γνωρίζω ὅτι συνέβη νὰ κωλυθῶσιν ἐνίοτε πλοῖα τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἡμῶν ἑταιρειῶν τοῦ νὰ ἐκτελέσωσι πλόας, συνεπείᾳ τοιαύτης καταγγελίας, εἶναι ὅμως καὶ βεβαιότατον, ὅτι εὐθὺς ὡς τοὺς διευθύνοντας τὰς ἑταιρείας ταύτας κατέστησαν οἱ ἁρμόδιοι προσεκτικοὺς περὶ τοιαύτας τινὰς ἐλλείψεις, πάντοτε οὗτοι ἔσπευσαν πρὸς διόρθωσιν τῆς βλάβης ἢ τῆς ἐλλείψεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον οὑτωσὶ ἀορίστως νὰ κλονίζηται ἡ τοῦ κοινοῦ πεποίθησις. Γνωρίζω ὅτι ἄλλοτε πλοῖόν τι ἀτμοπλοϊκῆς Ἑλληνικῆς ἑταιρείας ἠμποδίσθη ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, συνεπείᾳ τοιαύτης καταγγελίας, ν’ ἀποπλεύσῃ, ἡ δὲ ἑταιρεία ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ἐπιδιορθώσῃ τὴν βλάβην. Πιστεύω δ’ ὅτι, εὐθὺς ὥς τις ἔχει πληροφορίας, ὅτι πλοῖον οἱασδήποτε Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας ἔχει βλάβην τινὰ, καὶ καταγγείλῃ τοῦτο προσηκόντως, συμφέρον ἔχει ἡ ἑταιρεία νὰ προβῇ εἰς τὴν διόρθωσιν τῆς βλάβης. Γνωρίζω δὲ, ὅτι ἀνέκαθεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὑποθέτω δὲ, καὶ σήμερον, εὐθὺς ὡς καταγγέλλεται αὐτῷ ἔλλειψις ἢ βλάβη πλοίου, καθίστησι προσεκτικοὺς τοὺς ὑπευθύνους, λαμβάνον καὶ τὰ προσήκοντα μέτρα. Ὅσοι γνωρίζουσιν ὁποίας ὑπηρεσίας παρέχουσιν αἱ ἑταιρεῖαι αὗται καὶ κατὰ τὴν συνήθη κατάστασιν τῶν πραγμάτων, πρὸ πάντων δὲ ὁπόσας καὶ ἡλίκας ὑπηρεσίας παρέσχον κατὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῆς πατρίδος, νομίζω, ὅτι μετὰ μεγίστης εὐλαβείας καὶ εὐγνωμοσύνης ὀφείλουσι νὰ ὁμιλῶσι περὶ τῶν ἑταιρειῶν αὐτῶν. Διότι δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐπισήμως, ὅτι τὸ Κράτος ἤθελεν εἶσθαι ἀνίκανον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ νὰ τεθῇ εἰς ἐπιστράτευσιν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ ἐν λόγῳ ἑταιρεῖαι. Τοῦτο καὶ μόνον εἶναι ἀρκετόν.
§29Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὀλίγας λέξεις θέλω προσθέσει, διότι μὲ ἀπήλλαξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ μακρηγορήσω. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ὅτι ὑπεύθυνος διὰ τὴν μὴ ἐπιθεώρησιν τῶν ἀναχωρούντων ἀτμοπλοίων εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Οὔτε ἁρμόδιος οὔτε ὑπεύθυνος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἁρμόδιος καὶ ὑπεύθυνος εἶναι μόνον ὁ λιμενάρχης, ὁ ὁποῖος ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ ἀναχωροῦντα ἀτμόπλοια. Οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ λιμενάρχου, ἀλλὰ συνέστησαν καὶ ἐπιτροπὴν εἰδικὴν, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἐπιθεώρησις τῶν ἀναχωρούντων ἀτμοπλοίων. Τοῦτο δὲ τακτικώτατα ἐγίνετο. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἠθέλησεν ἀτμόπλοιόν τι νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς τὸν κανόνα, ἵνα ἐπιθεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ λιμενάρχου· ὁ λιμενάρχης δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἀναχώρησίν του, κατηγγέλθη ἡ ἑταιρεία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ τοῦτο διέταξε τὸν λιμενάρχην νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, ὅπερ καὶ ἔπραξεν οὗτος, καὶ τὸ ἀτμόπλοιον ἐπισκευασθὲν ἀνεχώρησεν. Ὥστε ἡ ἐπιθεώρησις εἶναι καθῆκον τῶν κατὰ τόπους λιμεναρχῶν.
§30Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι οὔτε Ἁρμόδιος οὔτε Ἀριστογείτων, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων. Αἱ κατὰ τόπους λιμενικαὶ ἀρχαὶ ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐπιθεωρῶσι τὰ πλοῖα, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ἐξ ὅσων ὅμως εἶπεν ὁ ἐκ Σύρου κ. συνάδελφος λαμβάνων ἀφορμὴν, θὰ εἴπω τινά. Μοὶ κατηγγέλθη, ὡς Ὑπουργῷ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἀτμόπλοιόν τι τῆς ἑταιρείας Τζὼν δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ταξειδεύσῃ. Διέταξα τὸν λιμενάρχην καὶ συνέστησεν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὸ πλοῖον καὶ ἀνεῦρεν ἐλλείψεις τινὰς, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων δὲν ἔπρεπε νὰ ταξειδεύσῃ, ἐὰν πρὶν δὲν ἐπεσκευάζετο. Τὸ πλοῖον πράγματι ἐπεσκευάσθη, καὶ ἀφοῦ ἀνηγγέλθη τοῦτο, διέταξα καὶ ἐσχηματίσθη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐκ νέου τὸ ἐπεθεώρησε, καὶ μετὰ ταῦτα ἐπετράπη ὁ ἀπόπλους. Εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ταῦτα, διὰ νὰ μὴ δυσφημῶνται αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι.
§31Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἑστίαν» ἀνεγράφετο ἀπόψε, ὅτι ἐντάλματά τινα μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Πανεπιστημίου, ἀποσταλέντα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐπεστράφησαν ἐκεῖθεν ἀνυπόγραφα. Οἱ ὑπάλληλοι παραπονοῦνται, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἐξήγησιν.
§32Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὸν ἀρχικὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ τοὺς καθηγητὰς καὶ ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν ἔπρεπε νὰ μισθοδοτῇ τὸ Πανεπιστήμιον ἐκ τῆς ἰδίας αὑτοῦ περιουσίας. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχε τοιαύτην, ἀνέλαβε τὸ Κράτος νὰ προκαταβάλλῃ τοὺς μισθοὺς, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον, ἀποκτῶν ποτε ἰδίαν περιουσίαν, θὰ ἐπέστρεφε τὰ προκαταβαλλόμενα. Καὶ ἐπὶ πολλὰ μὲν ἔτη τὸ Κράτος ἐξηκολούθει νὰ πληρόνῃ ὅλους τοὺς μισθούς· ὅτε δὲ τὸ Πανεπιστήμιον ἀπέκτησεν ἰδίαν περιουσίαν, ἐπλήρονε τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους του. Τοῦτο συνέβαινε μέχρι τοῦ 1893, ὅτε ἐκ διαφόρων περιστάσεων τὸ Πανεπιστήμιον εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν νὰ καταβάλῃ τοὺς μισθοὺς τῶν γραμματέων, τῶν ὑπογραμματέων, τῶν γραφέων καὶ κλητήρων καὶ τῶν ἐπιμελητῶν, καὶ τὰ ἔξοδα τῶν διαφόρων ἐργαστηρίων καὶ κλινικῶν. Ἐν ἔτει 1894 ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐνομιμοποιοῦντο αἱ θέσεις αὗται, καὶ ἀνελάμβανε τὸ Κράτος νὰ πληρόνῃ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη· ἐπειδὴ δὲ ἀνεγράφησαν τότε αἱ σχετικαὶ πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐξέδιδε τὰ σχετικὰ ἐντάλματα, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐθεώρει αὐτά. Ἐν ἔτει 1895 ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, ἀπαρτιζόμενον ἐξ ἑνὸς μόνον ἄρθρου, καθ’ ὃ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο νὰ καταβάλῃ τοὺς μισθοὺς τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ὑπαλλήλων τοῦ Πανεπιστημίου. Εἰς τὸ μέτρον τοῦτο προέβη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὡς φαίνεται, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ταχέως ἤθελεν ὑποβάλει σχέδιον νέου ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, δι’ οὗ θὰ ἐνομιμοποιοῦντο αἱ ἔμμισθοι θέσεις αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐκώλυσεν, ἵνα ἀναγράφωνται ἔκτοτε αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἐκδίδωνται τὰ σχετικὰ ἐντάλματα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, θεωρῶνται παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ πληρώνωνται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν οἱ ὑπάλληλοι. Τοῦτο ἐγένετο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 μέχρι τοῦ 1899. Ἡμεῖς εἴμεθα τῆς γνώμης, ὅτι κατὰ Σύνταγμα δὲν πρέπει ν’ ἀναγράφωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ νὰ μισθοδοτῶνται ὑπάλληλοι, ὧν αἱ θέσεις δὲν ἔχουσι νομοθετηθῆ. Διὰ τοῦτο ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῷ παρ’ ἡμῶν συνταχθέντι νομοσχεδίῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, περὶ οὗ ὑπῆρχεν ἡ ἐλπὶς, ὅτι θὰ συνεζητεῖτο καὶ θὰ ἐψηφίζετο, ἐλήφθη, λέγω, πρόνοια καὶ περὶ νομοθετήσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος θέσεων. Δυστυχῶς ὅμως τὸ νομοσχέδιον δὲν ἦλθεν εἰς συζήτησιν, ἐν δὲ τῷ μεταξὺ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐθεώρησε μὲν τὰ ἐντάλματα διὰ τὸ ἔτος 1899, ἐξεδήλωσεν ὅμως δισταγμοὺς διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐψηφίζετο τὸ μνημονευθὲν νομοσχέδιον. Ἡ γνώμη αὐτοῦ συνεφώνει πρὸς τὴν γνώμην ἡμῶν· διὸ ἐσκέφθην νὰ μὴ ἀναγράψω τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον, νὰ ζητηθῇ ἡ πίστωσις. Δυστυχῶς ὅμως ἐπιβραδύνεται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν δὲ τῷ μεταξὺ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Πανεπιστημίου πρέπει νὰ πληρωθῶσι. Διὰ τοῦτο ἐγένοντο παραστάσεις εἰς τὴν Σύγκλητον, ὅπως ἐπὶ 2 ἢ 3 μῆνας τοῦ 1900 προκαταβάλῃ αὐτὴ τοὺς μισθοὺς, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἐψηφίζετο τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον καὶ θ’ ἀνεγράφετο ἡ ἀναγκαία πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὁπότε καὶ τὰ προκαταβληθέντα θὰ ἐπεστρέφοντο τῇ Συγκλήτῳ. Οὕτως ἔχει, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα.
§33Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ βραδύνῃ.
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τί θέλετε νὰ κάμωμεν τότε, ἀφοῦ ἔχομεν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν οὐδεμία θέσις μισθοδοτεῖται, ἐὰν δὲν ἔχῃ νομοθετηθῆ; Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γείνῃ, εἶναι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἀδύνατος ἡ ἐπιψήφισις ὁλοκλήρου τοῦ Πανεπιστημιακοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀποσπάσωμεν ἐξ αὐτοῦ τὸ σχετικὸν κεφάλαιον, καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνην τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπεβλήθη.
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπεβλήθη κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης Συνόδου· δυστυχῶς ὅμως συνωδεύετο ὑπὸ μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὡς πάντα τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὑποβαλλόμενα καὶ εἰς τὰς ἄλλας Βουλάς. Ἀλλαχοῦ συνοδεύονται αὐτὰ ὑπ’ ἐκθέσεων οὐχὶ ἑνὸς καὶ δύο φύλλων, ἀλλὰ τόμων ὁλοκλήρων. Σᾶς ἀναφέρω, ἐπὶ παραδείγματος, αὐτὴν τὴν Γαλλίαν, ἔνθα τελευταῖον, προκειμένου περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐδημοσιεύθησαν μέχρι τοῦδε ἐκθέσεις, ἀπαρτίζουσαι τρεῖς ὀγκώδεις τόμους. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι, προκειμένου περὶ τόσον σοβαροῦ νομοσχεδίου, οἷον τὸ Πανεπιστημιακὸν, ὤφειλον νὰ μὴ ἀρκεσθῶ εἰς ὀλίγας λέξεις τυπικὰς, αἰτιολογούσας τὰς δι’ αὐτοῦ εἰσαγομένας μεταρρυθμίσεις, ἀλλὰ νὰ συντάξω μακρὰν καὶ λεπτομερῆ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἧς ἡ ἐκτύπωσις ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ βραδύνῃ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελον νὰ ἀκούσω καὶ τὴν γνώμην τῆς Συγκλήτου, τῶν Σχολῶν καὶ τῶν διαφόρων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, οἵτινες προΐστανται ἐργαστηρίων καὶ κλινικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς νομοθετουμένας θέσεις τῶν γραμματέων, τῶν γραφέων, ἐπιμελητῶν, βοηθῶν, κλητήρων καὶ καθεξῆς. Δυστυχῶς ἐβράδυναν καὶ ἡ Σύγκλητος καὶ αἱ Σχολαὶ καὶ οἱ ἁρμόδιοι καθηγηταὶ νὰ ὑποβάλωσι τὰς γνώμας των. Αὐτοὶ δηλαδὴ ἐνόμιζον, ὅτι ἐζητεῖτο ἡ γνώμη των ἐφ’ ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ ἐγὼ εἶχον ἤδη αὐτὴν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτε συνέτασσον τὸ νομοσχέδιόν μου, διότι ἤδη ὁ προκάτοχός μου, ὁ μακαρίτης Πετρίδης, ὅτε ἐσκέπτετο νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ Πανεπιστημίου εἰς τὴν Βουλὴν, προεκάλεσε καὶ τὴν Σύγκλητον καὶ τὰς Σχολὰς νὰ ὑποβάλωσι τὰς γνώμας των, καὶ αὐταὶ ὑπέβαλον ἔκτοτε μακρὰς ἐκθέσεις. Ἠρκέσθην λοιπὸν νῦν νὰ ζητήσω τὰς γνώμας αὐτῶν, μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰς νομοθετουμένας θέσεις, αὗται δὲ μόλις χθὲς ὑπεβλήθησαν, καὶ τυποῦνται νῦν καὶ αὐταὶ ὡς παράρτημα τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἐλπίζω, μέχρι τέλους τῆς ἑβδομάδος, ἢ κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος, νὰ διανεμηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέν.
§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀφορῶσιν ἐν γένει τὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἀνοργανώσεως τοῦ Πανεπιστημίου, θὰ προκαλέσωσι δὲ καὶ μελέτην καὶ συζήτησιν, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκτενοῦς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐκθέσεως μόνη, πολὺ δὲ πλειότερον ἡ μελέτη καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, θ’ ἀπαιτήσῃ πολὺν χρόνον, δὲν θεωρῶ δὲ κανονικὸν νὰ μισθοδοτῶνται διὰ προκαταβολῶν ὑπάλληλοι τοῦ Πανεπιστημίου, πρέπει καὶ οὗτοι, ὅπως μέχρι τοῦδε, ἔστω καὶ ἀτάκτως, νὰ μισθοδοτῶνται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν θέλει ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν, τὴν μὴ τακτικὴν, τῆς ἀναγραφῆς ἄνευ νόμου δαπάνης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶναι καλὸν νὰ ἀποσπάσῃ τὸ σχετικὸν τμῆμα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου του καὶ νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως κανονισθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν μισθῶν τούτων διὰ νόμου, ἀκολούθως δὲ, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁλόκληρος ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ πρὸ αὐτοῦ νόμος, ὁ ἀφορῶν τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, ν’ ἀποτελέσῃ ἓν ὅλον μὲ τὸν νόμον τὸν ψηφισθησόμενον περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Νομίζω, ὅτι τακτικωτέρα καὶ κανονικωτέρα, καὶ ὑπὸ λογιστικὴν καὶ ὑπὸ νομοθετικὴν ἔποψιν, θέλει εἶναι ἡ ἀπόσπασις τοῦ τμήματος τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπερ θὰ ἐπιψηφισθῇ ταχύτατα, διότι δὲν θέλει ἀπαιτήσει μελέτην καὶ συζήτησιν, ὅταν θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ ὑποβολὴ ὁλοκλήρου τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου.
§38Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀνεκοίνωσεν, ὅτι πρόκειται τὸ Κράτος νὰ ἀναλάβῃ τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Πανεπιστημίου, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα, τίς ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου καὶ κατὰ τίνα τρόπον διεχειρίζοντο ταύτην οἱ ἁρμόδιοι, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖαι εἶναι αἱ πραγματικαὶ πρόσοδοι τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἐντεῦθεν θὰ ἐννοήσωμεν ποῖαι αἱ ἀνάγκαι αὐτοῦ καὶ πῶς διατίθεται τὸ χρῆμα αὐτό. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τούτου, διότι πολλὰ λέγονται περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὰ τοῦ Πανεπιστημίου διαχειρίζονται. Ἐὰν δ’ ὄντως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διαδίδονται εἶναι ἀληθῆ, καιρὸς εἶναι, ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῶν πραγμάτων· διότι, ἐὰν δὲν συμβαίνωσιν ὅσα διαδίδονται, ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι, νομίζω, πλέον ἢ ἐπαρκὴς, ἵνα ἱκανοποιῇ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ ἕνα γενικὸν πίνακα τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου.
§39Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐκτιθέμενος τὰ περὶ μισθοδοσίας, ἥτις οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει νόμου γίνεται μέχρι τοῦδε εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐξέφρασε μομφήν τινα οἱονεὶ, ἢ καὶ παράπονον, πρὸς τὴν Βουλὴν· διότι ὁμιλῶν περὶ τῆς εἰσηγητικῆς αὑτοῦ ἐκθέσεως, ἥτις προτάσσεται τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, εἶπεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δυστυχῶς συνοδεύεται διὰ μακροτάτης ἐκθέσεως...
§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶπον αὐτό.
§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἤδη, μετὰ τὴν ἀνάκλησιν τῆς φράσεως ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,—διότι ἡ ἄρνησις τῆς λεχθείσης φράσεως εἶναι ἀνάκλησις,—λέγω ὅτι ἠδύνατό τις νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ὑπολαμβάνει ὅτι δὲν ἀξίζει νὰ ὑποβάλλωνται μακραὶ ἐκθέσεις πρὸς αὐτήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰσήχθη τοιαύτη καὶ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς γίνεται καὶ ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς σᾶς εἶπεν, ὑποβάλλονται ἐκθέσεις ὄχι πολυσέλιδοι, ἀλλὰ δίτομοι καὶ τρίτομοι ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων, πρέπει νὰ μάθωμεν, καὶ πῶς γίνεται ἐπ’ αὐτῶν ἡ συζήτησις εἰς τὰ ἄλλα Κοινοβούλια. Ἐὰν εἰς τὰ ἄλλα Κοινοβούλια ὑποβάλλονται ἐκθέσεις ὀγκώδεις ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, πρέπει νὰ γένηται γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ψηφίζονται ἀπνευστὶ εἰς τρεῖς συνεδριάσεις, οὔτε εἰς μίαν Σύνοδον, ὅτι δ’ ἐπὶ 4 καὶ 5 ἔτη εἰς τὴν Γαλλίαν συνεζητεῖτο...
§42ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ δεκαετίαν.
§43Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ἐπὶ δεκαετίαν συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται ἤδη ἡ συζήτησις τοιούτων νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλὴν, ἂς γείνῃ γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι νομοσχέδια τοιαῦτα θ’ ἀπαιτήσωσιν, ἂν μὴ πολυετῆ συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, βεβαίως ὅμως μακροτάτην. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζομεν πάντες, εἶναι τοῦτο, ὅτι τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, δέον νὰ λαμβάνῃ τὴν ἀντιμισθίαν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον δὲν εἶναι δυνατὸν νῦν τοῦτο, εἴμεθα σύμφωνοι, ὅταν ἀποφασίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ ὑποβάλῃ μεμονωμένον νομοσχέδιον, νομιμοποιοῦν τὰς θέσεις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ, ἂν ὄχι ἀσυζητητὶ, ἀλλ’ ὅπως συζητοῦνται τὰ τοιαῦτα ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια.
§44Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Συγκλήτου, ὅπως τὸ Πανεπιστήμιον προκαταβάλῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, καὶ ἡ διαβεβαίωσις, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Σύγκλητον ἔδωκεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι θὰ ἐγκρίνῃ αὐτὸ, προδικάζει τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει νὰ προπληρόνωνται οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἂν καὶ πότε θὰ ψηφισθῇ οὗτος, εἶναι σήμερον ἄδηλον, ὡς καὶ ἂν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ ἦναι ὁ νῦν ἢ ἄλλος, ἄλλην ἴσως ἔχων γνώμην. Οὕτω ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς ἐκθέτει τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Πανεπιστήμιον εἰς ζημίας, ἐὰν δὲν σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ τοὐλάχιστον τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν τοὺς ὑπαλλήλους, τὸ νομοσχέδιον ἐκ τοῦ ὅλου νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Τοῦτο ἐπιβάλλεται αὐτῷ καὶ εἶναι καὶ εὔκολον. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν καὶ ἐγὼ, ὅπως σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ὑπαλλήλων, ἵνα μὴ ἡ Βουλὴ παρίσταται ἁπλοῦς ἀκροατὴς νομοθετημάτων, διότι νομοθέτημα βεβαίως εἶναι τὸ νὰ συμβουλεύῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὴν Σύγκλητον τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως τὸ Πανεπιστήμιον προκαταβάλῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, ἐνῷ δὲν εἶναι βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐγκρίνῃ καὶ πότε θὰ ἐγκρίνῃ τὰς προτάσεις αὐτοῦ.
§45ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐξ Ἄρτης καὶ Μεσολογγίου ἔδιδον μείζονα προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους μου, ἢ ἂν ἐγὼ ηὐτύχουν νὰ ἦμαι καταληπτὸς εἰς αὐτοὺς, βεβαίως δὲν θὰ ἐλάμβανον οὗτοι τὸν λόγον νὰ εἴπωσιν ὅσα εἶπον. Ἐγὼ ἐδήλωσα σαφῶς, ὅτι ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ταύτης, ἢ τὸ πολὺ μέχρι τῆς προσεχοῦς, θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Τότε θὰ ἴδωμεν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ ὁλόκληρον. Καὶ ὅτι οὐδὲν βεβαίως κωλύει ἡμᾶς, ἵν’ ἀποσπάσωμεν τὸ σχετικὸν κεφάλαιον καὶ ψηφίσωμεν αὐτὸ καὶ μόνον. Μετὰ τὴν τοιαύτην δήλωσίν μου, νομίζω ὅτι ἦτο περιττὸν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἐπιμένουν, ὅπως συντάξω νῦν νέον νομοσχέδιον καὶ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τοῦτο εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐκ Μεγάρων Βουλευτοῦ, λέγω ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ χώρᾳ, ὅταν τὰ τοιαῦτα θέματα ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλήν, εἰσάγονται οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως συζητηθῶσι καὶ διευκρινισθῶσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ δὴ ὄχι ἐπὶ Συνόδους, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ Περιόδους ἔτι Βουλευτικάς. Καὶ παρ’ ἡμῖν δέ, Κύριοι, τὰ ζητήματα τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἔχουσιν ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἤδη ἐπὶ πολλὰς Περιόδους, πρὸ αὐτῆς δ’ ἔχουσιν ἀπασχολήσει ἐπὶ μακρὸν τὴν κοινὴν γνώμην, ἰδίως πάντας τοὺς εἰδικούς παρ’ ἡμῖν περὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ζητήματα. Παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1870, ἀφ’ ὅτου ὁ Σύλλογος πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων ἀπέστειλεν εἰς Γερμανίαν τοὺς πρώτους ὑποτρόφους του, ὅπως σπουδάσωσι τὴν νεωτέραν παιδαγωγικὴν ἐπιστήμην, καὶ ταύτην διαδώσωσιν εἶτα ἐν Ἑλλάδι, ἔκτοτε τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα εἶναι ἐπὶ τοῦ τάπητος καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἔκτοτε πᾶσαι σχεδὸν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ἀναγόμενα εἴτε εἰς τὴν κατωτέραν, εἴτε εἰς τὴν μέσην, εἴτε εἰς τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, εἴτε καὶ εἰς ὅλας ὁμοῦ. Σᾶς ἀναφέρω ἐπὶ τούτῳ τὸ παράδειγμα τοῦ μακαρίτου Μίληση, τοῦ κ. Δηλιγιάννη, τοῦ κ. Μανέτα, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ μακαρίτου Πετρίδου. Τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα παρέσχον ἀφορμήν, ἵνα διαλευκανθῶσι παρ’ ἡμῖν ἱκανῶς τὰ ἐκπαιδευτικὰ ζητήματα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Νῦν ὑποβαλόντες καὶ ἡμεῖς τοιαῦτα νομοσχέδια, ἐφροντίσαμεν διὰ τῶν ἐκθέσεων ἡμῶν νὰ διαφωτίσωμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὅλων τῶν σχετικῶν ζητημάτων, καὶ ἡ Βουλὴ εἶχε καιρὸν νὰ μελετήσῃ αὐτὰ καὶ σχηματίσῃ γνώμην πεφωτισμένην. Προκειμένου δὲ περὶ συζητήσεως αὐτῶν, ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν αὕτη παρετείνετο ἐπὶ Συνόδους ὁλοκλήρους, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Μεγάρων κ. Βουλευτής! Ὑπὸ τοιούτους ὅρους οὐδεμία οὐδαμοῦ τῆς ὑφηλίου θὰ ἐγίνετο ποτὲ νομοθετικὴ ἐργασία! Ἡ συζήτησις ἑνὸς ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ ἴσως μίαν, δύο ἢ τρεῖς συνεδριάσεις, καθ’ ἃς θὰ σχηματίσωμεν τὴν γνώμην, ἂν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ ψηφισθῇ. Τοῦτο θὰ γείνῃ καὶ ἐπὶ τοῦ Πανεπιστημιακοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἴδωμεν ὅτι αὐτὸ δύναται νὰ ψηφισθῇ ὁλόκληρον, ἔχει καλῶς· ἄλλως, περιοριζόμεθα εἰς μόνην τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου. Ὑπάρχει τι ἁπλούστερον τούτου; Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἀπαντῶν εἰς τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ, ὡς θελήσαντος δῆθεν νὰ συνθηκολογήσω ἰδιαιτέρως μετὰ τῆς Συγκλήτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν δύναται βεβαίως ἢ νὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἢ μᾶλλον αὐτοῦ τοῦ νόμου τῶν νόμων, τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν οἱ μισθοί. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ; ἔπρεπε τὸ προσωπικὸν νὰ μείνῃ ἄνευ μισθοῦ; ἀλλὰ τότε θὰ ἠναγκάζοντο νὰ ἀποσυρθῶσι τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον. Ἐγὼ δέ, ἐὰν προῆλθον εἰς συνεννόησίν τινα μετὰ τῆς Συγκλήτου, προῆλθον ὄχι ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργός. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι, ὑφ’ οἱουδήποτε ἂν ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἔγκρισις τῆς τοιαύτης δαπάνης, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶσιν αὐτὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους; Ὄχι μόνον, Κύριοι, ὁ σήμερον, ἀλλὰ καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ οἱαδήποτε Κυβέρνησις ἂν ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος δαπάνης, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ παράσχῃ αὐτὴν ἡ Βουλή, ἥτις οὐδέποτε θὰ λησμονήσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχει οὐ μόνον ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον πρὸς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον. Ὅπως δὲ μέχρι τοῦδε οὐχὶ ἐπὶ τινας μόνον μῆνας, ἀλλ’ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἠνέχθη αὕτη νὰ πληρόνῃ τὸ Κράτος τοὺς μισθοὺς αὐτοὺς ἄνευ νόμου, ἁπλῶς διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῶν σχετικῶν πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ νῦν δὲν θ’ ἀρνηθῇ τοὺς μισθοὺς δύο ἢ τριῶν μόνον μηνῶν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑφίσταται μεταξὺ ἡμῶν οὐσιώδης διαφωνία, δυναμένη νὰ δικαιολογήσῃ τὴν περαιτέρω συζήτησιν περὶ τοῦ πράγματος.
§46Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δικαιολογοῦσι παραβάσεις, τὰς ὁποίας ἠδύνατο καὶ δύναται ν’ ἀποφύγῃ, καὶ δι’ αὐτὸ ὡμίλησα, ὡς ὡμίλησα. Νομίζω ὅτι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως συμφωνεῖ μετὰ τοῦ Πανεπιστημίου νὰ προκαταβάλῃ τοὺς μισθοὺς τὸ Πανεπιστήμιον, τοῦ ὁποίου δι’ αὐτὸ οὐδεμία ἐκ τοῦ νόμου ὑφίσταται ὑποχρέωσις, ἐπιβάλλεται αὐτῷ, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ, νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσίν της. Ἀφοῦ δεχόμεθα, τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ τὴν δαπάνην ταύτην, πρέπει νὰ τὴν ἀναλάβῃ συμφώνως μὲ τοὺς νόμους. Τί ἐγίνετο πρίν; Οὐδὲν σημαίνει, ἂν δὲν ἦτο σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν διεβεβαίωσε τὸ Πανεπιστήμιον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀναλάβῃ καὶ καταβάλῃ τὸ Κράτος τὴν δαπάνην αὐτὴν, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, ὁρίζον ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου καταβάλλονται οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Πανεπιστημίου ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Αὐτὸ μόνον εἶπον. Τὸ νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἡ λύσις τοῦ ζητήματος μισθῶν, εἶναι καὶ ἄτοπον καὶ ἐπικίνδυνον, διότι ἄδηλον εἶναι, ἂν καὶ πότε ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτό. Ὅ,τι συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, δὲν φρονῶ ὅτι συνέβη ποτὲ εἰς Κοινοβούλιον. Οὐδέποτε συνέβη νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν του Κοινοβούλιον ὑποβεβλημένα τρία νομοσχέδια περὶ ἐκπαιδεύσεως, δηλ. περὶ τῆς κατωτέρας, τῆς μέσης καὶ τῆς ἀνωτάτης, καὶ περὶ πλείστων ἄλλων ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα μετὰ τῶν ἐκπαιδευτικῶν αὐτῶν συνδέονται.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ...
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ὅ,τι πράττει εἷς Ὑπουργὸς, ἐλαυνόμενος πιθανῶς ὑπὸ μεγάλου ζήλου ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπως διοργανώσῃ τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους καὶ τοὺς βαθμοὺς, ὅτι αὐτὸ ἐπίσης ὑποχρεοῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ ταχύτερον τὰ νομοσχέδια ταῦτα συζητήσῃ. Σεῖς ἐπράξατε ἴσως καλῶς ἐνομίσατε ὅτι καὶ ὥριμα ταῦτα ἦσαν ἐκ τῆς προηγηθείσης ἐργασίας τῶν ἄλλων καὶ ὑμῶν αὐτῶν, ὅπως ὑποβληθῶσιν ὅλα ὁμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, νομίζω ὅτι, ἀδιακρίτως συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης, τῆς ὁποίας δὲν ἠξεύρω πόσος χρόνος ὑπολείπεται ἀκόμη, νὰ συζητήσῃ τὰ τρία ταῦτα σπουδαῖα νομοσχέδια. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται οὔτε ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἡ ἀναβολὴ, ὅπως ὑποβάλητε ἴδιον νομοσχέδιον περὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφοῦ θέλετε τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου.
§49Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ἓν παράπονον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Εἰς ὅσα βραχύτατα εἶπε περὶ τῆς ἀνάγκης μακρᾶς συζητήσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, καὶ δὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, διεῖδεν ἀπειλὴν, ὑπ’ ἐμοῦ ἐξενεχθεῖσαν, περὶ μὴ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὲς οὔτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπήντησεν εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, εἰπὼν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ὅτε συνεζητήθη ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον περὶ κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως, ἡ συζήτησις δὲν ἔλαβε χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ συζήτησις ἔλαβε χώραν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅπου τὸ ζήτημα κατέστη ὥριμον, καὶ ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ 1872 συνεζητήθη καὶ συζητεῖται τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἀναδράμωμεν εἰς τοὺς παλαιοτέρους χρόνους, τὸ ζήτημα τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἐν Ἑλλάδι ἤρξατο συζητούμενον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ μακαρίτου Κοραῆ, ἀλλ’ ἔκτοτε ἔμεινεν ἄλυτον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ἰδιαίτερον θέμα, καὶ τὸ θέμα μᾶς τὸ δίδει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Συνέβη ἐν τῇ Γαλλίᾳ, ἐπὶ δεκαετίαν νὰ συζητῶσιν ἐν σχεδίῳ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προεκλήθησαν καὶ γνῶμαι καθηγητῶν καὶ γνῶμαι ἐπιτροπῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν καὶ γνῶμαι ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς. Ἤδη τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον διαφέρει πρὸς τὸ ζήτημα ἐν γένει τὸ ἐκπαιδευτικόν. Ἐὰν συνεζητήθη τὸ ζήτημα ἐν Ἑλλάδι, δὲν συνεζητήθη ὅμως καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν ὁποῖον συνέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τοιαῦται μεταβολαί, ὅσον καὶ ἂν ὡρίμασαν ἔστω ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὡριμάσωσιν ὡς νομοσχέδια καὶ ἐν τῇ μελέτῃ τῆς Βουλῆς, ὥστε ν’ ἀπεκδέχηται ὁ κ. Ὑπουργὸς σύντομον συζήτησιν, ὅταν δὲν ἔχωσιν εἰσαχθῆ ἢ μόλις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἴσως ταῦτα νὰ ἐχωνεύθησαν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι καὶ καθ’ ὃν τρόπον εἶπεν, ὡς τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ καὶ ἀντελήφθη αὐτὸς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων του. Ἐν τούτοις, παρὰ πάντα ταῦτα, ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὴ ἀποδεχόμενος τὰς προτάσεις, τὰς εὐλόγους καὶ νομίμους, πάντων τῶν Βουλευτῶν, ὅπως ὡς τάχιον ὑποβάλῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον περὶ νομιμοποιήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, εἶπεν ὅτι θὰ γένηται ἀπόπειρα ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας κατὰ τὰς μελλούσας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐξ ἄλλων, πολλῆς σπουδαιότητος, ἀντελήφθη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη, ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ, ἀντιστάσεως μὴ οὔσης, νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν ἄνευ ἀληθοῦς συζητήσεως. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ κάμῃ μίαν δοκιμήν. Δικαίωμά του εἶναι. Ἡμεῖς ἀπευθυνόμενοι ὅμως πρὸς αὐτὸν, τῷ λέγομεν: «ἣν δὲ λῇς, πεῖραν λαβέ».
§50Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ θέμα παρουσιάζει, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, μίαν ἀρχὴν ἀρκετὰ σπουδαίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ πρότερον. Βεβαίως, κατὰ τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ πληρωθῶσι μισθοὶ, ἀπαιτεῖται νόμος, καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου στηρίζονται αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμεναι δαπάναι. Ἡ ἀρχὴ αὕτη παρημελήθη πολλάκις, καὶ ἐκτὸς τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ σήμερον ἔτι, ἐὰν διατρέξῃ τις ἅπαντα τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλει εὕρει ἴσως τινά, εἰς τὰ ὁποῖα παρέβλεψαν τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ παράβλεψις τῆς ἀρχῆς ταύτης δὲν εἰσήγαγε μίαν ἀπόλυτον ἀνωμαλίαν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, διότι αἱ δαπάναι αὗται ἀνεγράφοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐψηφίζοντο παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπετέλουν ἓν ὁλόκληρον σῶμα τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ἡ ἀρχὴ ὅμως τῆς μὴ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπανῶν μὴ καθιερωμένων διὰ νόμου, ἀλλὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν διὰ προκαταβολῆς, εἴτε ἀμέσου παρὰ τοῦ Κράτους, εἴτε ἐμμέσου, ἀφ’ ἑτέρου ταμείου, μὲ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Κράτους, ὅπως πληρώσῃ ταύτην, ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι κατ’ ἐμὲ ὅ,τι ὀλεθριώτερον διὰ τὴν ἐν γένει διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν σήμερον δαπάναι μὴ νομιμοποιημέναι, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἀναγράφονται, ἐκτελοῦνται δὲ ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τοῦ συστήματος τῶν προκαταβολῶν, ἐὰν, λέγω, τοιαύτη ἀρχὴ καθιερωθῇ, δὲν ἠξεύρω ποῦ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἐπὶ παντὸς εἴδους δαπάνης καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι Ὑπουργὸς δικαιολογεῖται, ἐπιτρέπων τὴν πληρωμὴν διὰ προκαταβολῶν, ὡς εἶπον, εἴτε ἀμέσως παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἴτε παρ’ ἄλλων, πᾶσα δαπάνη τότε δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ γνώσεως, ἄνευ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ οἱονδήποτε δισταγμὸν νὰ εἰσαγάγῃ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον, τὸ νομιμοποιοῦν τὰς δαπάνας ταύτας, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ καθιερωθὲν σύστημα, καὶ νὰ ἀναγράψῃ τοὐλάχιστον αὐτὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κατὰ προτίμησιν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ, τῆς διὰ προκαταβολῆς πληρωμῆς αὐτῶν, τὸ ὁποῖον σύστημα, ἐὰν τὸ παραδεχθῶμεν καὶ τὸ ἀσπασθῶμεν, δὲν ἠξεύρω ποῦ δύναται νὰ μᾶς φέρῃ. Τοῦτο, νομίζω ὅτι, διὰ τὸν λόγον ὅτι εἰσήλθομεν δῆθεν εἰς τὴν ὁδὸν τὴν κανονικωτέραν, τὴν πλήρη νομιμοποίησιν τῶν δαπανῶν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀναμένῃ τὰς μακρὰς μελέτας του καὶ συζητήσεις, ἢ καὶ μόνας τὰς μελέτας ἀκόμη τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ ἐν γένει ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ τὸ ταχύτερον πρέπει νὰ κανονίσῃ τὰς δαπάνας ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἰδίας ὁδοῦ, ὅπως προηγουμένως εἶπον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλέξανδρος Ῥώμας ἔχει τὸν λόγον.
§52ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἐπληροφορήθην, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου εἷς Βουλευτὴς ἀπηύθυνεν ὕβριν βαρεῖαν κατ’ ἐμοῦ. Παρεκάλεσα φίλους τινὰς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὅπως μάθω τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἴσως οἱ φίλοι μου ἠθέλησαν νὰ μοὶ ἀποκρύψωσι τοῦτο, ἢ ἴσως καὶ δὲν τὸ ἐγνώριζον. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καίτοι μετὰ λύπης μου, νὰ προκαλέσω τὸν ἄγνωστον ἐκεῖνον νὰ εἴπῃ τὸ ὄνομά του. Εἶναι, Κύριοι, πιθανὸν καὶ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἔχω ἀνατροφὴν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ πρὸ πάντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου. Γίνομαι δὲ περίεργος νὰ ἴδω, ἂν ὁ Κύριος αὐτός, ὅστις ὀφείλει νὰ ὀνομάσῃ τὸν ἑαυτόν του, θὰ ἦναι τοσοῦτον αὐθάδης ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς, ὅσον αὐθάδης ὑπῆρξεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. (Εὖγε! εὖγε!).
§53ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὰς ἐφημερίδας, σχετικῶς πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, ἀνεμίχθη καὶ τὸ ὄνομά μου, ἀγνοῶ ὑπὸ τίνος, δηλῶ ὅτι τοιαύτη ὕβρις κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου δὲν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ χείλη μου.
§54ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Οὐδέποτε ἐπίστευσα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε ὑμεῖς βαρύν τινα λόγον κατ’ ἐμοῦ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤκουσα τοιαύτην ὕβριν.
§56Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τοῦτο δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐπιβεβαιώσω περὶ τοῦ κ. Βαλαωρίτου.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περιττόν.
§58ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου, ὅτι ὑμεῖς δὲν μοὶ ἀπηυθύνατε τὴν φράσιν.
§59ΠΟΛΛΟΙ. Οὔτε ἄλλος τις.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἤκουσα κἂν τοιαύτην φράσιν. Ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπῆρξε Βουλευτὴς ἐκστομίσας τοιαύτην φράσιν. Οὔτε ἄλλος τις τοιοῦτόν τι ἀντελήφθη.
§61Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀνεμίχθην καὶ ἐγὼ, νὰ εἴπω τινά. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος κ. Βιτάλης, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἀντελήφθη,— κακῶς βεβαίως — ὅτι ὕβρις ἀπηυθύνθη κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Ρώμα· ὅτε δὲ ὁ κ. Βιτάλης ἠγέρθη τῆς θέσεώς του, καὶ ἐκάκισε τὸν ἄγνωστον, ὡς ἀσεβῶς τοιαύτην λέξιν ἐξενεγκόντα, ἠγέρθην τῆς θέσεώς μου καὶ εἶπον, ὅτι οὐδεὶς ὕβρισε τὸν κύριον Ρώμαν, διότι ὁ κύριος Ρώμας εἶναι ἀνώτερος πάσης ὕβρεως. Πᾶσα δὲ ἡ Βουλὴ ἐπεδοκίμασε τοὺς λόγους μου. Ὥστε οὐδεὶς εἶναι ὁ ἀπευθύνας ὑβριστικὴν λέξιν· ἀγνοῶ δὲ, πῶς ὁ κύριος Βιτάλης ἀντελήφθη τοῦτο.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά. Ὁ κύριος Συνοδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§63ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἦτο πυροτέχνημα!
§64Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἰατροῦ Οἰκονομίδου, ἐπειδὴ ὅμως ἀπουσιάζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναβάλω τὴν ὁμιλίαν μου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης.
§66Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ποικιλοτρόπως φορολογεῖται, καθ’ ἣν στιγμὴν καὶ αὐτὴν τὴν τροφὴν τοῦ κρέατος ἀναγκάζεται νὰ ἐλαττώσῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀναγκάζεται καὶ τοὺς σκύλλους του ἀκόμη νὰ φονεύσῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν πρώτην φορὰν ἀπὸ τῆς ἐλευθερώσεως τοῦ βασιλείου μας ἀναγκάζεται καὶ τὸ ἐπιτήδευμα αὐτοῦ νὰ προπληρώσῃ, τὰς δὲ οἰκίας του ἀκόμη νὰ πωλήσῃ ἕνεκα τοῦ νέου νόμου τοῦ φόρου οἰκοδομῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν, λέγω, πάντα ταῦτα διαπράττονται, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ ἐν Κωνσταντινουπόλει τὸν ἀξιότιμον συμπολιτευόμενον βουλευτὴν κ. Στεφάνου μὲ ἐπιχορήγησιν γενναιοτάτην, δηλ. τῷ δίδει καθ’ ἑκάστην ἡμέραν 190 φράγκα καὶ ἴσως καὶ πλέον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι...
§67Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Διακόσια εἴκοσι!
§68Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τόσον τὸ χειρότερον! Δὲν θέλω νὰ θίξω τὸ ζήτημα, ἂν ὁ βουλευτὴς κ. Στεφάνου καὶ ἐπιτετραμμένος ἐν Κωνσταντινουπόλει διὰ τὴν προξενικὴν σύμβασιν ἔχει τὸ δικαίωμα ἢ ὄχι, καίτοι Βουλευτὴς, καίτοι λαμβάνων τὴν ἐκ 2,000 δραχ. ἀποζημίωσιν τοῦ Βουλευτοῦ, νὰ διαμένῃ ἐκεῖ καὶ ὡς ὑπάλληλος ἔκτακτος. Αὐτὸ εἶναι ἀνώτερον τῶν γνώσεών μου ζήτημα. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον φέρω σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκεῖνο τὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐνῷ βλέπει ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ὅτι οἱ γείτονες Ὀθωμανοὶ διπλωμάται ἐξακολουθοῦσι νὰ μᾶς ἐμπαίζωσι, λέγοντες, ὁτὲ μὲν ὅτι ἔχουσι μπαϊράμι, ὁτὲ δὲ, ὅτι πίνουσι τὸν καφέ των, ἢ μᾶς προσφέρουσι τοιοῦτον, ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ διατηρῇ εἰς τὴν θέσιν ταύτην τὸν συμπολιτευόμενον Βουλευτὴν καὶ ἄλλους ἀκόμη ἐκτάκτους ὑπαλλήλους του μὲ ἁδρὰ ἐπιμίσθια! Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ ἐγνώριζεν ὅτι αἱ Δυνάμεις, γνωρίζουσαι κάλλιον ἡμῶν τοὺς Τούρκους διπλωμάτας, εἶχον τὴν πρόνοιαν νὰ θέσωσιν εἰς τὴν συνθήκην τὸν ὅρον, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Τούρκων, νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις καὶ νὰ τιθέμεθα εἰς τὴν διαιτησίαν αὐτῶν, πῶς ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῇ ἐν Κων)πόλει τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Στεφάνου καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν, καὶ δὴ μὲ αὐτὰ τὰ ἁδρὰ ἐπιμίσθια ἐκ 220 φράγκων τὴν ἡμέραν μόνον δι’ αὐτόν; Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔδωκεν αὐτὸ τὸ ἐπιμίσθιον δι’ ὀλίγον χρόνον, καὶ χάριν τῆς Ἑλληνικῆς ἀξιοπρεπείας ἔπρεπε νὰ τὸ ὁρίσῃ οὕτω, δὲν εἶχεν ὅμως λάβει ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ τὸ ἐξηκολούθει ἐπ’ ἄπειρον. Εἶναι, Κύριοι, δαπάνη σοβαρὰ ἑκατοντάδων χιλιάδων φράγκων χρυσῶν, καὶ ἐφιστῶ μεγάλως τὴν προσοχὴν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τοὐλάχιστον ἐπρόκειτο νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο κατ’ εὐχὴν, οὔτε κἂν ἤθελον κάμει σήμερον λόγον περὶ αὐτοῦ· ἀλλ’ ὄχι μόνον, ὡς ἀκριβῶς πληροφοροῦμαι, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θὰ φθάσῃ ποτὲ εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα, ἀλλά, ὡς ἀτυχῶς πληροφοροῦμαι ἐκ σοβαρᾶς καὶ αὐθεντικῆς πηγῆς, μὴ ἐπιτρεπούσης οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν, οἱ Ὀθωμανοὶ διπλωμάται μᾶς ἐπιβάλλουσι νὰ παύσωμεν καὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν, δηλαδὴ θέλουσι νὰ ἐμποδίσωσι νὰ εἰσέρχωνται εἰς τοὺς λιμένας των τὰ ἀτμόπλοιά μας, τὰ φέροντα τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν, καὶ τὰ ἱστιοφόρα μας! Ζήτημα σοβαρὸν, τὸ ὁποῖον, μετὰ λύπης σᾶς λέγω, θὰ ἔχῃ σοβαρὰς συνεπείας καὶ εἰς τὸ φρόνημα τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ, διότι εἶναι ἡ μόνη των παρηγορία νὰ βλέπωσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν κυματίζουσαν· ἔχετε δὲ, πιστεύω, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἀφορμὰς νὰ γνωρίζητε, ποῖος ἐνθουσιασμὸς καταλαμβάνει αὐτοὺς, καὶ ποία συγκίνησις διαχέεται εἰς τοὺς ὑποδούλους ἀδελφούς μας, ἅμα τῇ ἐμφανίσει εἰς τοὺς λιμένας των ἑλληνικοῦ πλοίου. Ἐκτὸς δὲ τοῦ ὑψηλοῦ τούτου ἐθνικοῦ ζητήματος, ἐξ οὗ ἀτυχῶς παραβλάπτονται σπουδαῖα συμφέροντα τῶν ὁμογενῶν μας, ἐκτὸς τούτων τῶν λόγων, καταστρέφονται καὶ αἱ ἑλληνικαὶ ἀτμοπλοΐαι μας, διότι οὕτω θὰ περιορισθῶσιν αὗται νὰ ταξειδεύωσι μόνον ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος· εἰς τὰς ἑλληνικὰς δὲ ἀτμοπλοΐας ζῶσι 500 οἰκογένειαι τοὐλάχιστον Συριαναί. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, τί θὰ γείνωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Δὲν ἀρκεῖ δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ σπογγαλιεία μας δυστυχῶς περιορίζεται. Ἀλλὰ μόνον ταῦτα, εἶναι, κύριοι Βουλευταί; Δὲν εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς λυσεγγυήσεως; Τὸ νομίζετε ἀνάξιον λόγου, ὑπὸ ἔποψιν καὶ ἠθικὴν καὶ ὑλικήν; Περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὡμίλησα ἐπὶ πολύ· καὶ ὑπεσχέθη μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν, οὐδὲν ὅμως, ἀτυχῶς διὰ τὸ ἔθνος καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὴν Σῦρον, ἔπραξε. Διὰ τῆς λυσεγγυήσεως ταύτης ἀναγκάζονται οἱ ἐμπορικοὶ πρὸ πάντων λιμένες μας, ὁσάκις ἀναχωρῶσιν ἀτμόπλοια ἢ ἱστιοφόρα διὰ τὴν Τουρκίαν καὶ ἦναι φορτωμένα μὲ καπνὸν καὶ πολλὰ ἄλλα εἴδη, νὰ τηλεγραφῶσι καὶ εἰδοποιῶσιν αἱ ἀρχαί μας τὴν Τουρκίαν περὶ τοῦ εἴδους καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ φορτίου, ὅτι δηλ. ἀνεχώρησε, φερ’ εἰπεῖν, ἐκ Σύρου τὸ δεῖνα ἀτμόπλοιον μὲ τόσας ὀκάδας καπνοῦ, τόσας ἐξ ἐκείνου τοῦ εἴδους κλπ. κλπ. Κατεδικάσθημεν δηλαδή, ἐν ἑνὶ λόγῳ, νὰ κάμνωμεν τὸν χωροφύλακα τῆς Τουρκίας, καὶ τοῦτο, διότι αὕτη δὲν δύναται νὰ περιορίσῃ τὸ λαθρεμπόριόν της!... Εἶναι ψευδές καὶ τοῦτο, κύριε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργέ; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μοὶ ὑπεσχέθη καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἐλάμβανε πρόνοιαν, διότι καὶ εἰς αὐτὸν ἀφορᾷ ἐν μέρει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι μᾶλλον ἁρμόδιος καὶ ἐπιτετραμμένος, ἔπρεπε νὰ λύσῃ ταῦτα τὰ σοβαρὰ ζητήματα πρῶτον, καὶ ἔπειτα νὰ φέρῃ εἰς τοὺς χοροὺς τὸν Τουρκικὸν μεγαλόσταυρον (γέλωτες). Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνδιεφέρετο περισσότερον διὰ τὸ ἀτυχὲς τοῦτο ἔθνος, δὲν ἤθελον ἐξακολουθεῖ αὐταὶ αἱ γνωσταὶ πιέσεις εἰς τὰς ὑποδούλους ἐπαρχίας παρὰ τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἀτυχῶς εὑρίσκεται τὸ ἐξωτερικόν μας ζήτημα, ἕνεκα τῆς ἀδιαφορίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, εἶναι πλέον Κυβέρνησις αὐτή; εἶναι Διοίκησις; εἶναι Δικαιοσύνη; Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται ἰδίως περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, μήπως καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου του δὲν παρέλυσεν; Ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς δὲν ἀπέστειλε κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου του, ἵνα ἐνεργῶσιν ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων δημάρχων τῆς Κυβερνήσεως, ὡς τὸν διεκπεραιωτὴν τοῦ Ὑπουργείου τούτου καὶ τέως βουλευτὴν Σύρου; Ἢ ἂν δὲν ἔστειλεν αὐτὸς τοῦτον εἰς Σῦρον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ποίαν τιμωρίαν τῷ ἐπέβαλεν, ὅτε τῷ ἐγένετο τοῦτο γνωστόν; Αὐτή, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ ἔθνους μας, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξωτερική μας πολιτική, αὐταὶ εἶναι αἱ δαπάναι αἱ ἄσκοποι, ἃς κάμνει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀναγκάζεται νὰ ἐπιβάλλῃ τοὺς βαρεῖς φόρους εἰς τὸν λαὸν, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ πλέον.
§69ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ διεκπεραιωτὴς τοῦ Ὑπουργείου;
§70Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι ὁ κύριος Σοῦτσος.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρέπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§72ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Κατὰ τὰ κρατοῦντα, οἱ ναῦται ἡμῶν, κατατασσόμενοι εἰς τὸ ναυτικὸν, χρεοῦνται διὰ τῆς ἀξίας τοῦ ἱματισμοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι, κατὰ μῆνα δὲ κρατεῖται ποσοστὸν ἐκ τοῦ συσσιτίου των πρὸς ἐξόφλησιν. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἐπιστράτους τοῦ 1897 ἐργάτας θαλάσσης — δὲν γνωρίζω ἂν εἰς πάντας, γνωρίζω ὅμως, εἰς πλείστους, — συνέβη νὰ μὴ γείνῃ καμμία κράτησις κατὰ τὰς πληρωμὰς τῶν μισθῶν. Ἐννοεῖται ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐγνώριζον, τί ἐδικαιοῦντο νὰ λαμβάνωσι, καὶ ἂν ἐλάμβανον πλείονα, οὔτε ἀπέκειτο εἰς αὐτοὺς νὰ ὑποβάλωσι παρατηρήσεις περὶ τούτου. Τώρα δὲ συμβαίνει τὸ παράδοξον, ἀφυπηρετήσαντες αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ εὑρεθῶσιν ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου! Ἔχουσι δὲ ἐκδοθῆ πλεῖστα ὅσα ἐντάλματα, δι’ ὧν καταδιώκονται νὰ πληρώσωσι, τίς μὲν 60, τίς δὲ 70, καὶ ἄλλος 100 ἢ 120 δραχμὰς καὶ πλέον. Ἀληθῶς τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ λάβῃ τὸ τίμημα ἐκεῖνο τοῦ χορηγηθέντος ἱματισμοῦ. Ἀλλ’ εἶναι περισσότερον ἄδικον νὰ ἀπομείνῃ τις ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ ἐξεπλήρωσε τὴν στρατιωτικήν του ὑποχρέωσιν! Ἀφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τοῦτο. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι ἢ ὅτι θεωρῶ τὴν ἐκ τοιούτων ὀφειλῶν καταπίεσιν τόσων πτωχῶν ναυτῶν, διότι ἐξεπλήρωσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, μὴ ἐξαίρουσαν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Πολιτείας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον ἀπευθύνει εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν παράκλησιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσίν τινα, ἣν ὑπέβαλε τελευταῖον ὁ ἐν Μελίτῃ πρόξενος, περὶ τῆς κινήσεως καὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ περιλαμβάνονται πληροφορίαι, αἵτινες, καὶ ἄλλως γνωσθεῖσαι ἐνταῦθα, ἐγέννησαν κατάπληξιν ἐναντίον τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Εἶναι δὲ ἄδικον, εἰς βάρος τοῦ μεγάλου ἡμῶν ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ νὰ γίνωνται τοιαῦται ἐκθέσεις ἐκ μεμονωμένων παραδειγμάτων. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν καλὴν πρόθεσιν τοῦ κ. προξένου. Παρέσχε τῷ ὄντι διὰ τῆς ἐκθέσεώς του πληροφορίας πολυτίμους. Ἀτυχῶς ὅμως ἔδωκε πολλὴν εὐπιστίαν εἰς τὰς πληροφορίας, ὅτι πάντες οἱ πλοίαρχοι τῶν εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς σπογγαλιευτικῶν πλοίων φεύγουσιν ἐκεῖθεν ἄνευ ναυτιλιακῶν ἐγγράφων, ἵνα ἀποφύγωσιν ὑποχρεώσεις χρηματικὰς, τὰς ὁποίας ἔχουσι πρὸς τοὺς δανειστάς των. Αὐτὸ ἐδυσφήμησεν ὁλόκληρον τὴν τάξιν τῶν πλοιάρχων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν γνωρίζει τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναγκάζονται πλοίαρχοί τινες νὰ φεύγουσιν ἐκεῖθεν, ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν Ἑλλάδα ἄνευ ναυτιλιακῶν ἐγγράφων. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι, ὅτι ἐξαναγκάζονται ὑπὸ τῆς Προξενικῆς ἀρχῆς νὰ ἀφίνωσιν ἐκεῖ τὰ ναυτιλιακὰ ἔγγραφα, νὰ ἐπανέρχωνται δὲ κατόπιν, ἵνα τὰ λαμβάνωσιν, ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἀπομακρύνονται τοῦ κέντρου τοῦ προξενικοῦ 250 καὶ 300 μίλια, ὅταν δὲ τελειώνωσι τὸ ταξείδιόν των, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι εὔκολον εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὸ Σφὰξ, πλέοντες τὰ 200 ἢ 300 μίλια, ἵνα ἀναλάβωσι τὰ ναυτιλιακά των ἔγγραφα! Διατὶ δὲ πράττει τοῦτο ἡ Γαλλικὴ προξενικὴ ἀρχή, εἰς ἣν ἔχει ἀνατεθῆ καὶ ἡ προστασία τῶν ἡμετέρων; Διὰ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν φορολογίαν τῆς ἐξαγωγῆς τὸν ἁλιευθέντα σπόγγον. Συμβαίνει δὲ καὶ τὸ ἑξῆς, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐν Ἑλλάδι ἄτοπον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὀρθότατα, κατόπιν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εἶχε περιέλθει τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, ἠθέλησεν, ὅπως ἡ ἐπίβλεψις τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν ἦναι αὐστηρὰ εἰς τὴν ἐξόφλησιν τῶν ναυτολογίων. Αἱ λιμενικαὶ ἀρχαὶ ἀληθῶς ἀσκοῦσι τὴν ἐπίβλεψιν συμφώνως πρὸς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὅταν παρουσιάζωνται εἰς αὐτὰς οἱ πλοίαρχοι, οἱ ἄνευ ναυτιλιακῶν ἐγγράφων ἐξ Ἀφρικῆς ἐπιστρέφοντες, εὑρίσκουσι κυριολεκτικῶς τὸν μπελᾶ των ἐκ τῆς ἀμέτρου αὐτῶν αὐστηρότητος, καὶ ἀπασχολοῦνται ἐδῶ ἐπὶ ἡμέρας πολλάς. Συνέπεσε καὶ εἰς ἐμὲ ἐντὸς τῶν τελευταίων ἡμερῶν νὰ βλέπω τοιούτους πλοιάρχους ἀδικουμένους ὑπὸ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν εἰδικῶς περὶ τῶν ἐκεῖθεν προερχομένων πλοιάρχων, ἵνα μὴ ἐξασκῆται κατ’ αὐτῶν αὐτὴ ἡ αὐστηρότης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εὔλογος.
§73Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀνεκοίνωσεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀφυπηρετησάντων ἐφέδρων ναυτῶν, ὡς ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου διὰ τὰ χορηγηθέντα αὐτοῖς ἐνδύματα κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, ἀπευθύνονται καὶ εἰς ἐμὲ καθ’ ἑκάστην ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου...
§74Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμέ.
§75ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι πρὸς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς τῶν ναυτικῶν δήμων ἀπευθύνονται ταῦτα, διότι ἀπὸ ἱκανοῦ χρόνου ἤρξατο ἀμείλικτος καταδίωξις κατ’ ἐκείνων τῶν νέων, τοὺς ὁποίους ἐν κρισίμοις στιγμαῖς ἀπέσπασε τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς ἐργασίας των, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὸ ὑπέρτατον πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκον. Καὶ ἀφοῦ ἦλθον προθύμως καὶ ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὑτῶν τοῦτο ὅτε ἄλλοι ἀνάνδρως ἀπέφευγον τὴν κατάταξιν, ἔρχεται σήμερον ἡ Πολιτεία καὶ καταδιώκει αὐτοὺς, ὅπως εἰσπράξῃ τὸ εὐτελὲς αὐτὸ ποσὸν, τὸ ἐκπροσωποῦν τὴν ἀξίαν τῶν ἐνδυμάτων, ἅτινα ἔφθειρον οἱ ἐπίστρατοι οὗτοι, ὑπηρετοῦντες τὴν πατρίδα! Μολονότι τριετία παρῆλθε, δὲν κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῶσιν αἱ ὀφειλαὶ αὗται. Εἰσεπράχθησαν βεβαίως παρὰ τῶν δυναμένων νὰ πληρώσωσιν, ἀλλ’ ἀπέμειναν οἱ πενέστεροι ἐκ τούτων, δι’ οὓς τὸ ποσὸν τῶν 100 καὶ 120 δραχμῶν, μὲ τὸ ὁποῖον ἔχουσι χρεωθῆ, εἶναι ὀγκῶδες. Καὶ ζητεῖται ἀμειλίκτως ἡ εἴσπραξις τῶν χρημάτων τούτων, διὰ νὰ πλουτισθῇ ἴσως τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ κατασταθῇ δυνατὸν, ὅπως ἀνέτως τρέφωνται οἱ ἐκ πάσης γῆς Ἑλλάδος πλημμυρήσαντες τὰς Ἀθήνας ἀργόσχολοι καὶ ἀργόμισθοι...
§76Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θέλετε νὰ μὴ πληρώσουν; Κάλλιστα. Διατὶ ἀναφέρετε ἀργομίσθους καὶ ἀργοσχόλους;
§77ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι πάσης πληρωμῆς οὗτοι, διότι ἀληθῶς εἶναι τερατῶδες νὰ καταδιώκωνται ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας καὶ νὰ ῥίπτωνται εἰς τὰς φυλακὰς ἐκεῖνοι, οἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ ὅτι προσῆλθον ἐνθουσιωδῶς καὶ ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα αὑτῶν.
§78Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δηλαδὴ προτείνετε νὰ παύσῃ ἡ καταδίωξις; νὰ παύσῃ ἡ εἴσπραξις; Θεωρεῖτε αὐτὴν παράνομον;
§79ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Γνωρίζω ὅτι νομίμως ἐνεργεῖται ἡ εἴσπραξις αὕτη, ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ ἀνομολογῶν, ὅτι εἶναι ἀδικωτάτη ἡ εἴσπραξις, δὲν περιποιεῖ δὲ οὐδόλως τιμὴν εἰς πεπολιτισμένον Κράτος νὰ διέπηται ἀπὸ τοιούτους νόμους. Τί ζητεῖτε ἀπὸ τοὺς νέους τούτους; Πληρωμὴν διὰ τὴν ἀξίαν τῶν στρατιωτικῶν ἐνδυμάτων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ εἶχον ἀποθηκευθῇ τὰ ἐνδύματα ταῦτα, ὅπως διατεθῶσιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐκλήθησαν ὑπὸ τὰς σημαίας ἐν ὥραις σκληραῖς, τὰς ὁποίας διήρχετο ἡ χώρα.
§80Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλετε νὰ χαρισθῶσι τὰ ὀφειλόμενα;
§81ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ ὑποστηρίζω, διότι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ αὕτη ὡς ὀφειλή. Ἀφοῦ κατὰ τὸν πόλεμον ἀφήσαμεν ἀποθήκας μεγάλας πλήρεις πολυτίμου ὑλικοῦ, ἀφοῦ ἐγκατελείψαμεν μυριάδας ὅπλων, μυριάδας πολεμεφοδίων, καὶ στολῶν, ἀφοῦ ἀνέπαφα ἐγκατελείψαμεν τηλεβόλα εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ, παρ’ οὐδενὸς δ’ ἐζητήθη μέχρι τοῦδε εὐθύνη διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν ταύτην, ἔρχεσθε σήμερον καὶ καταδιώκετε ἐκείνους, τοὺς ἀμοίρους χρημάτων, ὅπως πληρώσωσι τὰ ἐνδύματα, μὲ τὰ ὁποῖα τοὺς ἐνέδυσε τὸ Κράτος εἰς τὴν ὑπερτάτην ἐκείνην στιγμὴν τοῦ κινδύνου! Ἀλλ’ εἰς ποῖον Κράτος πεπολιτισμένον δύνανται νὰ συμβαίνωσι ταῦτα;
§82Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλετε νὰ χαρισθῶσιν ὅσα ὀφείλονται; φέρετε νομοσχέδιον.
§83ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὑμεῖς ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσαγάγητε νομοσχέδιον τοιοῦτον, δι’ οὗ νὰ ἀπαλλαγῶσιν οὗτοι τῆς πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῆς. Εἶναι καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἔχοντος εἰς χεῖράς του τὰ στοιχεῖα, νὰ πράξῃ τοῦτο· διότι, ὅσον καὶ ἂν περιβάλῃ ἡ νομιμότης τὴν καταδίωξιν τούτων, δὲν παύει αὕτη νὰ ἦναι ἄστοργος καὶ ἄδικος.
§84Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσκόπουν καὶ ἐγὼ δι’ ἐπερωτήσεως νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν διὰ τὰς ἀποδοχὰς, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν οἱ δυστυχεῖς ναῦται τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ· ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτὴς, θέλω συμπληρώσει τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τοὺς ἁπλοῦς ἰδίᾳ ναύτας τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Ἡ μισθοδοσία τῶν ὁπλιτῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ ἔχει κανονισθῆ τόσον πενιχρὰ, ὥστε μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἱματισμοῦ καὶ τῆς τροφοδοσίας τί, νομίζετε, ἀπομένει εἰς τοὺς ναύτας; 5 ἢ 7 δραχμαὶ κατὰ μῆνα! Μὲ αὐτὰς ὀφείλουσιν οἱ ναῦται νὰ συντηρῶνται καὶ νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς ὅλα τὰ ἄλλα χρεώδη. Ἡ μισθοδοσία δὲ αὕτη μένει ἡ ἰδία, καὶ ὅταν οἱ ναῦται μεταβαίνωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Συλλογισθῆτε λοιπὸν τὸ ἑλληνικὸν ναυτικὸν, ὅταν μεταβαίνῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, πῶς παρίσταται! οἱ ἁπλοῖ ναῦται δὲν ἔχουσι παρὰ 20 λεπτὰ χάρτινα καθ’ ἡμέραν, ὅπως προσπορίζωνται ὀλίγον καπνὸν ἢ ὀλίγα ἄλλα εἴδη, χρήσιμα ἐν τῷ βίῳ. Καὶ ἐν τούτοις δαπανῶμεν, Κύριοι, ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως ταξειδεύωσι τὰ πλοῖα πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ναυτῶν τοῦ στόλου, φειδόμεθα δὲ μικροῦ ποσοῦ, προκειμένου περὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν ναυτῶν, λίαν ἀτόπως. Πρέπει τουλάχιστον νὰ πληρώνωνται τὰ εἴκοσι αὐτὰ λεπτὰ εἰς χρυσόν. Πῶς νὰ μείνῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἷς ναύτης μὲ εἴκοσι λεπτὰ χάρτινα τὴν ἡμέραν, Κύριοι; Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἰδίᾳ διὰ τοὺς ναύτας τοὺς μεταβαίνοντας εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐπίσης δὲν φρονῶ πρέπον νὰ παριστάμεθα θεαταὶ τῆς καταδιώξεως τῶν πρώην ναυτῶν, διότι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὸν ἱματισμὸν αὐτῶν.
§85Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι, ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι οἱ ναῦται ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσουν τὸν ἱματισμόν, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος τοῖς δίδει. Ἐκ τῆς μισθοδοσίας δ’ αὐτῶν κρατεῖται κατὰ μῆνα ποσόν τι, μέχρις οὗ ἐξοφληθῇ τὸ τίμημα τοῦ ἱματισμοῦ. Ἐν καιρῷ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐδόθη ἱματισμὸς εἰς τοὺς ναύτας, δὲν ἐλήφθη δὲ πρόνοια νὰ κρατηθῇ τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἱματισμοῦ, οἱ δὲ ναῦται ἀπολυθέντες ἔμειναν χρεῶσται εἰς τὸ Κράτος διὰ τὸν ἱματισμόν, ὁ ὁποῖος τοῖς ἐδόθη. Προσεκλήθησαν ἤδη νὰ πληρώσουν τὸν ἱματισμόν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἡ πρόκλησις αὕτη περιέχει τι τὸ ἄτοπον ἢ ἄνομον;
§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι εἶναι ἄνομον.
§87Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σεῖς μᾶς εἴπετε «πιέζετε αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς διὰ νὰ πάρητε αὐτά, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν, καὶ νὰ τὰ μοιράσητε εἰς τοὺς ἀργομίσθους.» Κατὰ τί πιέζομεν; Ζητεῖ τὸ Κράτος νὰ εἰσπράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῷ ὀφείλεται. Ἤθελον σᾶς ἐννοήσει, ἐὰν ἐπροβάλλετε πρότασιν, ὅπως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πληρώσουν τὰ ὀφειλόμενα, ἢ κατὰ μηνιαίας δόσεις· δὲν ἐννοῶ ὅμως, πῶς θέλετε, τὸ Κράτος νὰ χαρίσῃ αὐτὸ τὸ ποσόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ὁ νόμος, Κύριοι, ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι, ὅταν πλοῖον πολεμικὸν ἐξέρχηται τοῦ Κράτους, ὁ μὲν κυβερνήτης αὐτοῦ λαμβάνει τὸν μισθόν του διπλοῦν εἰς χρυσόν, οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουν τὸν μισθόν των εἰς χρυσόν, οἱ δὲ ναῦται λαμβάνουν τὸν μισθόν των εἰς χαρτονόμισμα. Αὐτὰ λέγει ὁ νόμος. Τώρα, ἂν θέλετε καὶ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, καὶ ἐγὼ τὸ εὑρίσκω ἄδικον, καὶ προτίθεμαι, μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν πρὸς τοὺς συναδέλφους μου, νὰ λάβω πρόνοιαν περὶ διορθώσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἶναι νόμος, πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται.
§88ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀληθῶς τὸ Δημόσιον δικαιοῦται νὰ λάβῃ ὅ,τι ζητεῖ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον, καίτοι νόμιμον, νὰ ζητῆτε νὰ πληρώσωσι, καὶ μάλιστα διὰ μιᾶς, 120 καὶ 140 δραχμὰς οἱ πτωχοὶ ἀφυπηρετήσαντες. Δι’ αὐτὸ θὰ συστήσω τοὐλάχιστον ἐπιείκειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔστω καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἄλλο τι.
§89Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μισθοδοσίας τῶν ναυτῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν μεταβαινόντων εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὑπεβλήθη πρότασις νόμου, νομίζω, τετράκις ἢ πεντάκις καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον· ὑπεβλήθη καὶ παρ’ ἄλλων καὶ παρ’ ἐμοῦ. Εἶχον δὲ διαφόρους ἐπιστολὰς παρὰ διαφόρων ναυτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν κατὰ τὸ τελευταῖον ταξείδιον, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν εἰς Μασσαλίαν, ἐν αἷς ἐξετίθετο ἡ ὑπὸ χειρίστους ὅρους διαβίωσις ἐκεῖ τῶν ναυτῶν, ἰδίως δὲ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περισσοτέρας ὑποχρεώσεις καὶ εἶναι πενέστατοι.
§90Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα περὶ ἀποδόσεως ὑπὸ τῶν ναυτῶν τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ δι’ ἱματισμὸν αὐτῶν, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐξετοπίσθη ἀπὸ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔθεσεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἑρμιονίδος. Εἶναι ὄντως νόμιμον, ὅτι γίνεται κράτησις παρ’ ἑκάστου ναύτου ἐκ τῆς μισθοδοσίας του διὰ τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐνδυμασίας τῆς ναυτικῆς, τὸ ὁποῖον προκαταβάλλει εἰς αὐτὸν τὸ Κράτος, γίνεται δὲ ἐξαιρετικῶς τοῦτο ἐν τῷ ναυτικῷ, καθόσον ἐξαιρετικὴ εἶναι καὶ ἡ μισθοδοσία τοῦ ναύτου, διότι ὁ ναύτης λαμβάνει μισθὸν τριπλάσιον καὶ τετραπλάσιον τοῦ μισθοῦ τοῦ στρατιώτου τῆς ξηρᾶς. Ἀλλ’ ἂν εἶναι νόμιμον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κάμνει ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλεται εἰς τὴν ἀρχὴν ἑνὸς ἀτόπου, καὶ ἑπομένως δεδικαιολογημένως ὑψώθη ἡ φωνή, ὅπως ἡ Πολιτεία δείξῃ ἐπιείκειάν τινα περὶ τὴν εἴσπραξιν. Ἐκ τοῦ νόμου ἡ κράτησις δὲν γίνεται χονδρικῶς, δὲν λαμβάνεται διὰ μιᾶς ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 120 δραχμῶν, ὅσον εἶναι τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐνδυμασίας, ἀλλὰ μηνιαίως, κατὰ ποσὰ μικρὰ, ὥστε δὲν εἶναι ἐπαισθητὸν τὸ ποσὸν τὸ προκρατούμενον ἐκ τῆς μισθοδοσίας. Τὸ ἄτοπον ὀφείλεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἡ ὑπηρεσία, ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ τοῦ καθήκοντός της, δὲν προέβη εἰς τὴν μηνιαίαν κράτησιν ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ἐκ τούτου ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξέλθουν τῆς ὑπηρεσίας οἱ ναῦται φέροντες ῥάκη καὶ μίαν ὑποχρέωσιν βαρεῖαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταβάλωσιν ἀθρόως εἰς τὸ Δημόσιον. Νομίζω ὅτι τὸ Δημόσιον δύναται νὰ ἄρῃ τὸ ἄτοπον, ὁρίζον νὰ γένηται κατὰ μηνιαίας δόσεις ἡ καταβολὴ τοῦ ὀφειλομένου. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν πάσας αὐτὰς τὰς περιστάσεις, ἰδίως δὲ τὰς ἐξαιρετικάς, ὑφ’ ἃς ἐκλήθησαν καὶ ἀπεσπάσθησαν ἐκ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν ἐκεῖνοι παρὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται ποσὸν λίαν σημαντικὸν σήμερον δι’ αὐτοὺς, προέτεινε, — καὶ, νομίζω, δὲν ἀντέκρουσε τὴν γνώμην ταύτην ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, — ὅπως ἀπαλειφθῇ τοῦτο τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν τῇ Βουλῇ, ὁπόταν γενήσεται ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις, θὰ γείνῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζήτησις, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐκ πνεύματος ἐπιεικείας ἡ Βουλὴ δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀπάλειψιν εἰδικῶς τοῦ κονδυλίου τούτου ὡς ἐσόδου. Ἂν ὅμως δὲν ἀπαλειφθῇ, ὑπάρχει στάδιον διευκολύνσεως τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν, καὶ τοῦτο δύναται νὰ πράξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διατάσσων τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων κατὰ μηνιαίας δόσεις.
§91Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατόπιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Μεγαρίδος λεχθέντων περιορίζομαι ν’ ἀπευθύνω μίαν μόνον ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, τὴν ἑξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἐβεβαίωσεν, ὅτι οἱ ἀφεθέντες ναῦται καταδιώκονται, καὶ ὅτι τὰ χρέη των ταῦτα προέρχονται ἐκ τιμήματος ἱματισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἠμέλησαν νὰ εἰσπράξωσιν οἱ ἁρμόδιοι ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου διὰ κρατήσεως ἐκ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ναυτῶν, ἐφ’ ὅσον οὗτοι ὑπηρέτουν ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης. Ἀλλ’ ἐγὼ πληροφοροῦμαι, ὅτι δὲν πταίουσι μόνοι οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ναυστάθμου, ἡ ὁποία, ἐνῷ κατέταξε καὶ ἐφωδίασε διὰ τῶν κεκανονισμένων εἰδῶν ἱματισμοῦ καὶ διένειμεν εἰς τὰ διάφορα πολεμικὰ πλοῖα καὶ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοὺς ναύτας, ἠμέλησε ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὰς διαφόρους ταύτας ἀρχὰς τὰς καταστάσεις τοῦ χορηγηθέντος εἰς ἕκαστον ναύτην ἱματισμοῦ. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήτασε τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἂν κατόπιν τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος ἐπείσθη, ὅτι οἱ ὑπηρετήσαντες ναῦται, ἀφυπηρετήσαντες, ἐγκατέλιπον χρέος ὑφιστάμενον μετὰ τὴν γενομένην ἐκ τῶν ἀποδοχῶν τῶν κράτησιν, ἢ τοῦτο ὑφίστατο διότι οὐδέποτε ἐγένετο κράτησις πρὸς ἀπόσβεσιν αὐτοῦ. Καὶ ἂν μὲν τὸ πρῶτον, τὸ Ὑπουργεῖον κακῶς πρᾶξαν διέταξε τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ, χαρακτηρισθέντος ὡς δημοσίου ἐσόδου, διότι τοὺς ναύτας ὤφειλε τὸ Δημόσιον νὰ ἐνδύσῃ, προσκληθέντας ὑπὸ τὰς σημαίας, ἀδιάφορον ἂν ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας των δὲν ἤρκεσεν, ὅπως διὰ τῆς νομίμου κρατήσεως ἀποσβεσθῇ τὸ χρέος των τοῦτο· ἂν δὲ τὸ δεύτερον, ἂν δηλαδὴ τὸ χρέος αὐτὸ ὑφίσταται ἕνεκα ἀμελείας τῆς ὑπηρεσίας, τοῦτο ἔπρεπε κατὰ τοὺς νόμους νὰ καταβάλωσιν οἱ ὑπεύθυνοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ τὸ εἰσπράξωσιν ἐν καιρῷ.
§92Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς συμπολίτης μου ἐξεπατρίσθη διότι δὲν εἶχε νὰ πληρώσῃ τὰς 120 δραχμάς.
§93Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς παρούσης Συνόδου εἶχε γείνῃ πολὺς λόγος περὶ ναυτικῶν πραγμάτων, καὶ τότε ἐπέμεινα καὶ ἐπεφυλάχθην νὰ προσδιορισθῇ βραδύτερον ἡμέρα συζητήσεως γενικωτέρας, διότι πολλὰ ζητήματα ἠγέρθησαν καὶ πολλαὶ παραλείψεις ἀπεδόθησαν, συγχρόνως δὲ καὶ πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ τῶν ταξειδίων, ἅτινα ἔκαμον τὰ πολεμικὰ πλοῖα· ἔκτοτε δὲ λόγος δὲν ἐγένετο, διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν τὸ ἐπέτρεψαν. Ἐπειδὴ ὅμως τώρα ἐγένετο λόγος καὶ παρατήρησις, ὅτι ἑτοιμάζεται καὶ δεύτερον ἐξωτερικὸν ταξείδιον—τὸ ὁποῖον δὲν ἀποδοκιμάζω, ἂν τὰ οἰκονομικά μας τὸ ἐπιτρέπουσιν,—ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ ἰδίως περὶ αὐτῶν τῶν ταξειδίων, διότι, προκειμένου περὶ τούτου, θὰ ἦτο καλὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ναυτῶν, περὶ ὧν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια.
§94Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος χθὲς μὲ ἐπηρώτησεν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἤμην παρών, διὰ νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως, καὶ ὁ σεβαστὸς Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, ὅπως δώσω μὲ ὀλίγας λέξεις τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ δώσω περὶ τοῦ ταξειδίου τοῦ «Μιαούλη». Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι τὸ εὔδρομον «Μιαούλης» ἐπεχείρησε πλοῦν ἐξωτερικόν, ὁ ὁποῖος διήρκεσε 5 μῆνας. Ἐπίσης γνωρίζετε, ὅτι ἡ Μοῖρα τῶν θωρηκτῶν ἀπεστάλη εἰς τὴν Μασσαλίαν, ὅπως παρασταθῇ εἰς τὰς ἑορτὰς τῆς πόλεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἐκαθαρίσαμεν δύο θωρηκτὰ εἰς τὴν δεξαμενὴν Τουλῶνος, τὸ δὲ θωρηκτὸν «Ψαρὰ» παρέμεινεν εἰς τὸ ἐργοστάσιον τῶν «Forges et Chantiers» διὰ νὰ κάμῃ τὰς ἐπισκευάς του. Εὑρίσκομαι, Κύριοι, εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θέλω ζητήσει παρ’ αὐτῆς παρὰ μόνον πίστωσιν ὀλίγων σχετικῶς χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἴσως ὄχι πλέον τῶν 10,000, αἱ ὁποῖαι διετέθησαν διὰ νὰ παρασταθῇ καὶ τὸ πλοῖον «Μιαούλης» καὶ ἡ Ναυτικὴ Μοῖρα ἀναλόγως τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἔθνους. Τὸ εὔδρομον «Μιαούλης» ἐπεσκέφθη διαφόρους εὐρωπαϊκοὺς λιμένας, εἰς οὓς πάντας ἔτυχε τιμῶν καὶ περιποιήσεων μεγάλων. Ἐνόμισα ὅτι, ὅσον πτωχοὶ καὶ ἂν ἤμεθα, ὠφείλομεν νὰ ἀνταποδώσωμεν τὰς περιποιήσεις αὐτάς. Ἔδωσα λοιπὸν δι’ ἔξοδα παραστάσεως εἰς τὸν πλοίαρχον τοῦ εὐδρόμου «Μιαούλη» φρ. 8,500, νομίζω, ἅτινα ἦσαν ὅλα τὰ ἔξοδα παραστάσεως, καὶ 4,500 φράγκα δι’ ἔξοδα παραστάσεως εἰς τὸν ναύαρχον διοικητὴν τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, ἵνα ἀνταποδώσῃ τὰς περιποιήσεις, τῶν ὁποίων ἔτυχεν ἐν Μασσαλίᾳ. Πάντα τὰ λοιπὰ ἔξοδα τοῦ «Μιαούλη» ὡς καὶ τῶν Θωρηκτῶν, τὰ ὁποῖα μετέβησαν εἰς τὴν Μασσαλίαν, ἐγένοντο ἐξ οἰκονομιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν. Ἔκτακτοι δαπάναι ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐγένοντο, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω καμμίαν πίστωσιν παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔκαμα ὅλας τὰς δαπάνας, διὰ τὰς ὁποίας μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ σᾶς δώσω ἀκριβῆ σημείωσιν καὶ λογαριασμόν. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§95ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσωσι, κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνωνται τὰ ταξείδια ἄνευ προσθέτων δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἐγὼ πρῶτος κηρύσσομαι συνήγορος αὐτῶν. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ προσοχὴν καὶ εἰς τοὺς Ἀνατολικοὺς λιμένας. Περὶ τούτου ἐξέφρασα καὶ ἄλλοτε τὴν γνώμην μου. Τὰ ταξείδια τὰ ἐξωτερικὰ εἶναι καλὰ καὶ πρέπει νὰ γίνωνται, ἀλλὰ νὰ μὴ παραβλέπωμεν καὶ τὰ ταξείδια εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ὅπου ἔχομεν πολλὰ συμφέροντα.
§96ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δηλώσῃ, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός.
§97Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δημοπρασία καμμία δὲν ἐγένετο· κατὰ συνέπειαν, πῶς θέλετε νὰ ἐγκριθῶσι πρακτικά;
§98ΑΣΙΜΗΣ. Προεκηρύχθη.
§99ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οὐδὲ προεκηρύχθη, οὐδ’ ἐγένετο δημοπρασία. Ὅλα τὰ περὶ τούτου γραφέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας εἶναι ὀνειροπολήματα.
§100Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ τῆς κωμοπόλεως Καλαρρύτων παρά τινος κατοίκου ἐκεῖ, τηλεγραφοῦντος πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ αὐτόθι Παρθεναγωγείου, καὶ παραπονουμένου κατὰ τοῦ νομάρχου Ἄρτης, ὅτι δὲν ἐπικυροῖ πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἕνεκα τῆς μὴ κυρώσεως τῆς προτάσεως ταύτης ἐπέρχεται ἡ ἀργία τῶν ἐκεῖ σχολείων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ὁ νόμος κελεύει, ὅπως μὴ παρεμποδίζηται ἡ λειτουργία τοῦ σχολείου ἕνεκα δὲν ἠξεύρω τίνος ἰδιοτροπίας τοῦ κυρίου νομάρχου.
§101Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ αἱ παραστάσεις καὶ ἀναφοραὶ τῶν ἐνδιαφερομένων, αἱ ὑποβληθεῖσαι εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς ἁρμοδίας καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπέβησαν μάταιαι, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ φέρω τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἔν τινι ἰχθυοτροφείῳ τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου ὁ ἐνοικιαστὴς καθυστέρησε δύο δόσεις, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ἀνέρχεται, νομίζω, εἰς 25,000 ἢ 30,000 δραχμάς. Κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὸ συμβόλαιον τῆς ἐνοικιάσεως, ὁσάκις ἐνοικιαστὴς ἰχθυοτροφείου δὲν καταβάλῃ καὶ μίαν δόσιν, ὅταν δ’ ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα τῆς πληρωμῆς τῆς ἑπομένης δόσεως δὲν ἔχῃ καταβάλει τὴν προηγουμένην, αὐτοδικαίως κυρύσσεται ἔκπτωτος τῆς ἐνοικιάσεως, καὶ τὸ Δημόσιον δικαιοῦται νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἔκπτωτον καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἀναπλειστηριασμόν. Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἰχθυοτροφείου ἐκείνου δὲν κατέβαλε τὴν δόσιν τῆς 1 Ἰουνίου, ὡς ἦτο ὑποχρεωμένος, οὐδὲ τὴν τῆς 1 Νοεμβρίου. Ἑπομένως κατὰ τὴν 14 Νοεμβρίου ἐγένετο αὐτοδικαίως ἔκπτωτος, δυνάμει τοῦ νόμου, καὶ ὤφειλον αἱ ἀρχαὶ νὰ διατάξωσι τὸν ἀναπλειστηριασμόν. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ὅπως ὑπομνήσω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἁπλῶς ἕν καθῆκον, ὅπερ ἔχει, ἂν ἡ ἀναβολὴ αὕτη δὲν ἐγίνετο παραίτιος ζημίας μεγάλης εἰς τὸν ἐγγυητήν. Τοῦτο πᾶς τις ἐννοεῖ. Αἱ ἀρχαὶ Μεσολογγίου, δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι συνεννοημέναι πρὸς τοῦτο μετὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἀλλὰ τοῦτο ἀδιάφορον, διότι πράττουσιν ὡς ἂν ἦσαν συνεννοημέναι, ἵνα βλάψωσι τὸν ἐγγυητήν, βλάψωσι δὲ καὶ τὸ Δημόσιον, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ὠφελήσωσι τὸν ἐνοικιαστήν, καίτοι παραβάτην τῶν ὑποχρεώσεων αὑτοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἡ εὐμένεια μᾶλλον ἐπεβάλλετο ὑπὲρ τοῦ ἐγγυητοῦ. Ἐνῷ ὁ ἐγγυητὴς ἀπηυθύνθη ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν πρὸς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς καὶ παρέστησε μάλιστα, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς ἐργάζεται, ὅπως μεταβιβάσῃ εἰκονικῶς πᾶσαν τὴν περιουσίαν του, ἐκτὸς τῆς ὑποθηκευμένης, ἥτις δὲν ὑπερβαίνει τὰς 5,000 δραχμάς, ἐνῷ ἡ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλὴ ὑπερβαίνει τὰς 25,000 δραχμάς, καὶ μετὰ τὴν προσθήκην τῶν 20% ἀνέρχεται εἰς πολὺ ἀνώτερον ποσόν, ἐνῷ, λέγω, παρέστησεν, ὅτι τὴν περιουσίαν του πᾶσαν ἐργάζεται νὰ μεταβιβάσῃ εἰκονικῶς, διὰ νὰ εὑρεθῇ μίαν ἡμέραν ἄνευ περιουσίας, καὶ νὰ ἐπιπέσῃ ἅπασα ἡ ζημία ἀπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ εἰς τὸν ἐγγυητήν, αἱ ἀρχαὶ ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη νὰ ἀναβάλλωσι νὰ τὸν κηρύξουν ἔκπτωτον. Ἡ ἐκ τῆς ἀναβολῆς ζημία εἶναι καταφανής. Ἐὰν γείνῃ βραδύτερον ὁ ἀναπλειστηριασμός, καὶ ἀποδειχθῇ, ὡς θὰ ἀποδειχθῇ, εἰς τὸ ἀρχικὸν τίμημα τῆς ἐνοικιάσεως ἔλλειμμα, τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ μετὰ τῶν καθυστερουμένων δόσεων δὲν θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ἐνοικιαστοῦ, διότι τοιαύτη δὲν θὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ἐγγυητοῦ, καὶ τοῦτο ἀδίκως, διότι ἦτο δυνατὸν, ἂν τὸ Δημόσιον ἐφρόντιζεν ἐγκαίρως, καὶ ἡ ζημία, ἡ ὁποία τώρα ἐγένετο ἀναπόφευκτος, νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστήν, ὅστις εἶναι ὁ κύριος ὀφειλέτης, καὶ νὰ μὴ ἐπιπέσῃ ἀδίκως ἐπὶ τοῦ ἐγγυητοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐργάζεται μόνον οὕτως ὁ ἐνοικιαστής, ἐν γνώσει τῶν δημοσίων ἀρχῶν, ἀλλ’ ἀφαιρεῖ καὶ ἐκ τοῦ ἰχθυοτροφείου αὐτοῦ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πράγματι εἶναι ἔκπτωτος, πᾶν ὑλικόν, τὸ ὁποῖον μετὰ τὸν ἀναπλειστηριασμὸν κατὰ τὴν μεταβίβασιν τοῦ ἰχθυοτροφείου εἰς χεῖρας τοῦ νέου ἐνοικιαστοῦ ἤθελε χρησιμεύσει διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ, καὶ τὸ μεταφέρει εἰς ἄλλο μέρος. Ἑπομένως ἐργάζεται νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ εἰς βάρος τοῦ δυστυχοῦς ἐγγυητοῦ. Οἱ προσερχόμενοι ἵνα διαγωνισθῶσι, βλέποντες ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει ἐκ τῶν χρησίμων ἐν τῷ ἰχθυοτροφείῳ, θὰ προσφέρωσι μικρότερον τίμημα. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὁ παλαιὸς μάλιστα ἐνοικιαστὴς συμφέρον ἔχει νὰ ἀναλάβῃ πάλιν τὸ ἀναπλειστηριαζόμενον ἰχθυοτροφεῖον, διότι θὰ τὸ ἀναλάβῃ ἐπὶ εὐτελεῖ ἀντιτίμῳ. Ἐκ τούτων βλέπετε, πόσαι εἶναι καὶ πόθεν προέρχονται αἱ ζημίαι οὐχὶ τόσον τοῦ Δημοσίου, διότι ἔπρεπεν ἄλλας νὰ ἔχῃ ἀρχάς, ἀλλὰ τοῦ ἐγγυητοῦ. Διαμαρτύρομαι, διότι αἱ ζημίαι προέρχονται ἐκ τῆς ἀνοχῆς, ἂν μή τι ἄλλο, τῶν ἀρχῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὸ Προεδρεῖον, παραπέμψητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως, ἣν ὑπαγορεύουσιν αἱ παρατηρήσεις μου.
§102Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900, ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, διότι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἐπεφυλάχθησαν νὰ συντάξωσιν ἰδίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλωσι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προσεχοῦς Τετάρτης.
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. [Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 104(α)].
§105ΡΙΚΑΚΗΣ. Τώρα, ὅτε ἐτελείωσεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰς ἐργασίας της, δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς τρεῖς;
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ρικάκη, κατόπιν.
§107Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Σήμερον περὶ τὴν 10ην συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς μᾶς ἀνέγνωσεν ἐπὶ δύο ὥρας περίπου τὴν μακροτάτην ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν οὐχὶ καθαρογραφημένην, ἀλλ’ ἐν σχεδίῳ. Χαίρω δὲ, διότι κατώρθωσεν ὁ κ. εἰσηγητὴς ἢ κατωρθώθη εἰς τὸ διάστημα τεσσάρων ὡρῶν ν’ ἀντιγραφῇ ἡ μακροτάτη αὕτη ἔκθεσις καὶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐκτενοῦς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας, εἴπομεν ὅτι διαφωνοῦμεν ῥιζικῶς πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὅτι θέλομεν συντάξει ἰδίαν ἔκθεσιν, πρὸς τοῦτο δ’ ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου. Τοιοῦτος δὲ, νομίζω, βεβαίως εἶναι ἐπαρκὴς μέχρι τῆς προσεχοῦς Τετάρτης, ὅτε θὰ καταθέσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἔκθεσίν μας.
§108Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐνόχλησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην πρὸς αὐτοὺς ἐν προγενεστέρᾳ συνεδριάσει. Πρόκειται περὶ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς, ἡ ὁποία γίνεται τώρα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τοῦ καταργηθέντος ἤδη νόμου, ὡς πρὸς τὰς ποινικὰς διατάξεις, περὶ φορολογίας τῶν ζώων. Ἐὰν δὲν ἀνασταλῶσιν αἱ καταδιώξεις, χίλιοι περίπου πολῖται τρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῶσι ποινὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ ἤδη κρατοῦντος νόμου. Κάμνω μικρὰν ὑπόμνησιν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι καταργηθέντος ποινικοῦ τινος νόμου δὲν δύνανται νὰ τιμωρηθῶσι τὰ ἐγκλήματα, περὶ ὧν αὐτὸς προέβλεπε, καὶ τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ μένουσιν ἀνέγκλητα. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ διατάξωσι τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς νὰ παύσωσι τὰς καταδιώξεις, ἵνα μὴ ἀναγκάζωνται οἱ χωρικοὶ νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰ ποίμνιά των εἰς τὰ παραχειμάδια αὐτῶν, ἢ εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, καὶ μεταβαίνωσιν εἰς Τρίπολιν, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παλαιοῦ νόμου οἱ ἐρήμην δικαζόμενοι δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἀνακοπῆς τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν δημοσίους κατηγόρους νὰ παύσωσι τὰς δίκας, ἐπίσης δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διατάξῃ τοὺς ταμίας νὰ παύσωσι τὰς καταδιώξεις πρὸς εἴσπραξιν προστίμων διὰ τοιούτων ἀποφάσεων ἐπιβληθέντων εἰς τοὺς χωρικοὺς ἐκείνους.
§109Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνωμολόγησεν, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον τὸ τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ὅτι αἱ ποινικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ παλαιοῦ περὶ φορολογίας τῶν ζώων ἔπαυσαν ἰσχύουσαι διὰ τοῦ νέου νόμου, καὶ ἀνωμολόγησε τοῦτο διὰ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιδιώκεται νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων ἐκείνων. Εἶναι σύμφωνος λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι δὲν ἰσχύουσι, καὶ συνεπῶς, ὅτι κακῶς κατεδικάσθησαν οἱ φορολογούμενοι καὶ κακῶς ἐπεβλήθησαν ποιναὶ εἰς αὐτοὺς, ποιναὶ ἄνευ νόμου, ποιναὶ ἐπιβαλλόμεναι ἐναντίον τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ ἐναντίον ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τοιαύτας λοιπὸν ἀποφάσεις ἐναντίον τῶν νόμων καὶ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος εἶναι νόμῳ ὑπόχρεως (καὶ διὰ νὰ ἦναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδέας του) νὰ διατάξῃ τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς νὰ μὴ ἐπιζητήσωσι νὰ τὰς ἐκτελέσωσι, διότι καὶ αἱ διατάξεις καὶ αἱ ἀποφάσεις αὗται εἶναι αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς ἀπολύτως ἄκυροι!. Ἀλλ’ ἐπίσης νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς φέρει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραγγείλῃ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς...
§110Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ μὴ εἰσάγωσι τοιαύτας ὑποθέσεις.
§111ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα. Τοιαῦτα συνιστῶ, καὶ καταλήγω.
§112ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ ἀποσυρθῶσιν αἱ ἤδη εἰσηγμέναι.
§113ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐνθυμοῦνται βεβαίως τὰ ἀτυχήματα καὶ τὰς συμφορὰς καὶ τὰς μεγάλας ζημίας, αἵτινες ἐπῆλθον εἰς τοὺς κατοίκους διαφόρων συνοικιῶν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καί τινων ἐκ τῶν περιχώρων κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου ἐκ τῆς πλημμύρας. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὄχι πάντες, βεβαίως οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἀγνοοῦσιν, εἶναι ἡ ἀνησυχία, ὁ φόβος καί, τολμῶ νὰ εἴπω, ἡ ἀγωνία, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι, οἱ ἐκ τῆς πλημμύρας παθόντες, ὁσάκις ἐπέρχονται καὶ πάλιν βροχαί, ὁσάκις ὁ καιρὸς φαίνεται ἀπειλῶν θύελλαν. Περίτρομοι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, συναθροίζουσι τὰ ἔπιπλά των καὶ τὰ ἐνδύματά των, καὶ μένουσι διανυκτερεύοντες, ὅπως σώσωσι τὴν οἰκογένειάν των καὶ τὰ ὀλίγα ἐφόδιά των, ἐὰν τυχὸν ἐπήρχετο καὶ πάλιν ἡ βροχὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐνέσκηψε τὴν ἀποφράδα ἐκείνην νύκτα. Ἐφέτος ὁ καιρὸς, πρὸς εὐτυχίαν τῶν γεωργῶν καὶ τῶν κτηματιῶν, εἶναι βροχερὸς, ὡς πάντες ἀντιλαμβάνεσθε, καὶ δὲν παρέρχονται δύο ἢ τρεῖς ἡμέραι χωρὶς νὰ βρέξῃ. Ἀλλ’ ἡ εὐτυχία τῶν γεωργῶν καὶ τῶν κτηματιῶν εἶναι ἡ σπάθη τοῦ Δαμοκλέους, ἡ ὁποία κρέμαται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν σεισμοπαθῶν. Συνεπῶς θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν, ἐγκρίνουσα εἴτε τὸ ἓν σύστημα, τὸ προταθὲν ὑπὸ τούτων τῶν μηχανικῶν, εἴτε τὸ ἕτερον σύστημα, τὸ προταθὲν ὑπὸ ἄλλων μηχανικῶν, καὶ νὰ σπεύσῃ ν’ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας πρὸς πρόληψιν νέων ἀτυχημάτων· διότι, σᾶς βεβαιῶ, εἶναι ἀληθὴς ἀγωνία αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑφίστανται οἱ ἀτυχεῖς κάτοικοι τῶν παθόντων μερῶν. Ἰδίως θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε πρό τινος περὶ τῶν ἀτυχῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κουκουβάουνες. Οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι κάτοικοι εἶδον ἐν μιᾷ νυκτὶ 42 ἢ 43 οἰκίας τοῦ χωρίου των, τουτέστι τὸ τρίτον ἢ τέταρτον τοῦ ὅλου τῶν οἰκοδομῶν, παρασυρθείσας ἢ διασαλευθείσας ὑπὸ τῆς πλημμύρας. Ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως ἀποφεύγωνται εἰς τὸ ἑξῆς ἐν ἐνδεχομένῃ πλημμύρᾳ αἱ ζημίαι. Ἐσχάτως ὑπὲρ τῶν πλημμυροπαθῶν τοῦ χωρίου Κουκουβάουνες ἐπῆλθεν ἀρωγὸς ἡ γενναία συνδρομὴ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἐπῆλθεν ἡ ἐξ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας συνδρομή, καὶ πρόκειται νὰ διανεμηθῇ τὸ ἀνάλογον εἰς ἕκαστον βοήθημα, ὥστε ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐπισκευὴ ἢ καὶ ἡ ἀνέγερσις ἐκ νέου τῶν παθουσῶν οἰκοδομῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα, ὥστε, ἐὰν ἐπανέλθῃ, ὡς εἶναι φυσικὸν καὶ πιθανὸν, νέα πλήμμυρα, νὰ μὴ πάθωσι τὰ αὐτὰ οἱ ἀτυχεῖς κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι μόλις θὰ ἔχωσι στεγασθῆ ὅπως δήποτε. Πρέπει νὰ λάβῃ, ὅπως ὑπεσχέθη ἄλλως τε, ἐν μέτρον ῥιζικὸν ὑπὲρ τοῦ χωρίου Κουκουβάουνες, ἵνα μὴ ἐκ νέου πάθωσιν οἱ κάτοικοι τὰς αὐτὰς ζημίας.
§114Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχουσι κάτοικοι παθόντες ἐκ τῶν πλημμυρῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τοιοῦτοι εἶναι πανθομολογουμένως οἱ κάτοικοι τῶν Καμινίων καὶ τῶν ἐργοστασίων Πειραιῶς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰ ¾ ἔπαθον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ σύστασις καὶ συζήτησις ἐπὶ τῆς συστάσεως ταύτης ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ, καθ’ ἣν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀπουσιάζει, εἶναι πάντῃ περιτταί. Ἑπομένως ἐπιφυλάττομαι καὶ ἐγὼ νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ παρόντος ἐνταῦθα τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§115Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Τρικκάλων, διὰ τοῦ ὁποίου καταγγέλλεται ὅτι ἐζητήθη δι’ ἐνστάσεως ἡ διαγραφὴ χιλίων διακοσίων ἐκλογέων ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Τρικκαίων. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ θίξω τὸ ζήτημα, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐζητήθη ἡ διαγραφή· σκοπός μου εἶναι ν’ ἀνακοινώσω παράπονα κατὰ μέτρου τοῦ εἰρηνοδίκου, τὸ ὁποῖον ἴσως ἔλαβεν οὗτος ἐκ πλάνης, ἢ καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἢ καὶ ἐκ παρερμηνείας τοῦ νόμου. Παραπονεῖται ὁ τηλεγραφῶν, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς οὗτοι δὲν εἰδοποιήθησαν ὅτι ζητεῖται ἡ διαγραφὴ αὐτῶν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ ὑποψία, ὅτι ἐβεβαιώθη ψευδῶς ὑπὸ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ὅτι εἶναι ἀνύπαρκτοι. Οἱ πληρεξούσιοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔμαθον ἐξωδίκως, ὅτι ζητεῖται ἡ διαγραφή των, προσῆλθον εἰς τὸν εἰρηνοδίκην καὶ ἐζήτησαν νὰ ἐπιδείξῃ πρὸς αὐτοὺς τὰς ἐνστάσεις, ἵνα ὑποβάλωσι τὰς ἀντιρρήσεις των. Ὁ κ. εἰρηνοδίκης ἠρνήθη νὰ παραδώσῃ τὰς ἐνστάσεις. Ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ σοβαρότης τοῦ ζητήματος, διότι προκειμένου περὶ δικαιώματος ἐκλογικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κριθῇ τοῦτο ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ. Ἡ ἔνστασις, ἡ ἀφορῶσα εἰς ἀφαίρεσιν τοιούτου δικαιώματος, δὲν εἶναι ἐκ τῶν τηρουμένων μυστικῶν· ἀπεναντίας φρονῶ, ὅτι αἱ τοιαῦται ἐνστάσεις περὶ ἐγγραφῆς ἢ διαγραφῆς ἀπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου πρέπει νὰ ὦσι δημόσιαι. Ἀδιαφορῶ, ἐπαναλαμβάνω, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ζητεῖται ἡ διαγραφὴ τῶν ἐκλογέων, ἢ ἂν ὑπάρχουσιν οὗτοι ἢ εἶναι ἀνύπαρκτοι. Ἀσχέτως πρὸς ταῦτα, διαβλέπω εἰς τὸ μέτρον τοῦ εἰρηνοδίκου κίνδυνον.
§116ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§117ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Εἶναι ἀδελφός σας (γέλως)... Διαβλέπω κίνδυνον ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ· διότι, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι πᾶς εἰρηνοδίκης ἀπολύτως, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου ἐνεργῶν, δύναται νὰ μὴ παραδίδῃ εἰς τὴν δημοσιότητα τὰς ἐνστάσεις, διὰ τῶν ὁποίων προσβάλλεται τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα τῶν πολιτῶν, τότε τοῦτο καθίσταται λίαν προβληματικόν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὸν εἰρηνοδίκην Τρικκάλων νὰ παραδώσῃ εἰς τοὺς αἰτοῦντας πληρεξουσίους τὰς ἐνστάσεις, ἵνα φέρωσι τὰς ἀντιρρήσεις των. Ἐπὶ τούτου δὲ ὑποβάλλω καὶ σχετικὴν ἐπερώτησιν. Παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν διαταγήν του, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐκπνεύσῃ ἡ ὀκταήμερος προθεσμία, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἄρχεται ἡ ὑποβολὴ τῶν ἀντιρρήσεων, καὶ οὕτως οἱ καθ’ ὧν ἡ ἔνστασις διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ ἀπολέσωσι τὰ πολιτικά των δικαιώματα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως «περὶ ὑποβολῆς ἐγγράφως τῶν αἰτήσεων πληροφοριῶν, συστάσεων καὶ ἐπερωτήσεων τῶν Βουλευτῶν». Αὐτὸ ἀναβάλλεται δι’ ἄλλην συνεδρίασιν.
§119Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μὴ τὸ ἐγγράφετε πρῶτον.
§120Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁριστικῶς ἀναβάλλεται διὰ τὴν Τετάρτην.
§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ διὰ σύντομον χρονικὸν διάστημα, παρατηρῶ, ὅτι ἐκτὸς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, ὑπάρχει καὶ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν τοῦ κανονισμοῦ περὶ τοῦ τρόπου τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἀναμφισβητήτως τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων δὲν εἶναι τὸ παρεμβάλλον τὰς δυσκολίας. Τὸ νομοθετεῖν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρεμβάλλει τοιαύτας, διότι παρουσιάζονται ἀτελῆ τὰ νομοσχέδια. Καὶ θὰ καταλήξω εἰς πρότασιν. Νομίζω ὅτι ἡ μελέτη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ, εἶναι, πῶς νὰ νομοθετῶμεν καὶ πῶς νὰ ἔχωμεν νόμους δυναμένους νὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ ν’ ἀποφεύγωμεν τὴν εἰς ἑκάστην Σύνοδον διόρθωσιν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν ἀτελεῖς ἢ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως διορισθῇ ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ μελετήσῃ ἐν γένει τὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ σκεφθῇ καὶ διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου καὶ διὰ τὰ τῆς νομοθεσίας καὶ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας ἡμῶν κατὰ τρόπον ἔχοντα πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς μεμονωμένην μεταρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν προσεχῆ Τετάρτην ἀποφασίζομεν καὶ περὶ τούτου. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐκ νέου ἐγγραφῆς τῶν κατασχέσεων ἀκινήτων εἰς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα, ὧν τὰ βιβλία ἐγγραφῆς κατασχέσεων ἀπωλέσθησαν ἢ κατεστράφησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§123Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὰ νομοσχέδια, Κύριοι, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας, ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ περιβάλλωνται οὐ μόνον διὰ τῆς στοργῆς, ἣν πάντες ὀφείλομεν πρὸς λαὸν, ὅστις τοσαύτας συμφορὰς ἕνεκα τοῦ τελευταίου πολέμου ὑπέστη, ἀλλὰ καὶ διὰ πάσης ἐπιεικείας, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἔτι ἤθελον προσκρούει καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, νομίζω ὅτι ἡ ἐπιείκεια πρέπει νὰ κάμπτηται, καὶ ἡ κριτικὴ νὰ ἐπιτελῇ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑποβάλλεται τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν νομοσχέδιον; Κατὰ τὸν πόλεμον ἀπωλέσθησαν ἢ κατεστράφησαν, λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, τὰ εἰδικὰ βιβλία, ἐν οἷς ἐγγράφονται αἱ κατασχετήριοι ἐκθέσεις. Σήμερον τοιαῦτα βιβλία δὲν ὑπάρχουσιν· οἱ δανεισταὶ, οἵτινές εἰσι πρόθυμοι νὰ δώσωσι τὰ χρήματά των, ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀγοράσωσι κτήματα, δὲν τολμῶσι νὰ προβῶσιν εἰς τοιαύτας δικαιοπραξίας, διότι λείπει τὸ εἰδικὸν βιβλίον, ἐν ᾧ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνεύρωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, θὰ ἠδύναντο νὰ μάθωσι, μήπως ὑπάρχῃ κατάσχεσις ἐπιβεβλημένη, ἵνα ὦσιν ἀσφαλεῖς εἰς τὴν παροχὴν τῶν δανείων, ἢ εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον πληροῖ ἆρά γε τὸν σκοπὸν, ὃν προτίθεται; ἐξασφαλίζει τὴν κτηματικὴν πίστιν; προστατεύει τοὺς δανειστὰς ἢ τοὺς ἀγοραστὰς τῶν κτημάτων ἐκ τοῦ κινδύνου ὑφισταμένων κατασχέσεων; Ἐγὼ ἐσχημάτισα, Κύριοι, τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐ μόνον δὲν προστατεύει τὰ τοιαῦτα συμφέροντα τῶν δανειστῶν καὶ ἀγοραστῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον δύναται νὰ ἐκθέσῃ αὐτὰ εἰς ἀναπόφευκτον κίνδυνον. Καὶ ἰδοὺ διατί. Κατὰ τὸ ἄρθρον 960 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὅταν προβαίνῃ τις εἰς κατάσχεσιν ἀναγκαστικὴν, ὀφείλει τῳόντι νὰ κοινοποιήσῃ τὴν κατασχετήριον ἔκθεσιν εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα, οὗτος δὲ χρεωστεῖ νὰ μεταγράψῃ τὴν ἔκθεσιν εἰς τὰ εἰδικὰ βιβλία. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἢ δὲν γένηται τοιαύτη κοινοποίησις, ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον; Ἐὰν ἠδυνάμεθα ἐν τῷ νόμῳ νὰ ἔχωμεν διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπέρχεται ἀκυρότης τῆς κατασχέσεως, ὅταν ἡ διατύπωσις τῆς πρὸς τὸν ὑποθηκοφύλακα κοινοποιήσεως ἤθελε παραλείπεσθαι, τότε τὸ ζήτημα ἦτο βεβαίως λελυμένον· ἀλλὰ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 960 δὲν ἀπειλεῖται τοιαύτη ἀκυρότης, τοὐναντίον μάλιστα εὑρίσκομεν ὡς συνέπειαν, μόνον ὅτι ὁ κλητὴρ, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ἐπιδώσῃ τὴν ἔκθεσιν, καὶ ὁ ὑποθηκοφύλαξ, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ ἐγγράψῃ αὐτὴν ἐν τοῖς βιβλίοις, ὑπόκεινται εἰς ἀποζημιώσεις καὶ πειθαρχικὰς ποινάς. Ἡ διάταξις ἐλήφθη ἐκ τῶν ἄρθρων 677, 678 καὶ 679 τῆς Γαλλικῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τὰς διατάξεις ταύτας ἐπαναλαμβάνει καὶ τὸ νομοσχέδιον, προβλέπει δὲ περὶ τῶν ἑξῆς περιστάσεων. Ἐὰν μὲν δανειστής τις προέβη ἤδη πρὸ τοῦ πολέμου εἰς κατάσχεσιν, ἀλλ’ ὄχι καὶ εἰς ἐπίδοσιν τῆς ἐκθέσεως πρὸς τὸν ὑποθηκοφύλακα, ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἡμερῶν, καὶ ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς ἄρχονται αἱ νόμιμοι συνέπειαι· ἐὰν δὲ κατέχῃ ἀποδεικτικὸν δικαστικοῦ κλητῆρος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται, ὅτι εἶχεν ἐπιχειρήσει τοιαύτην πρὸς τὸν ὑποθηκοφύλακα κοινοποίησιν, τότε παρουσιάζει τὸ ἀποδεικτικὸν, καὶ θεωρεῖται ἀνατρέχουσα ἡ μεταγραφὴ τῆς ἐκθέσεως εἰς τὸν χρόνον τῆς ἐπιδόσεως. Αὐτὰς τὰς δύο περιστάσεις προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ διέλαθε τὴν προσοχὴν βεβαίως τοῦ εὐφυοῦς συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου κ. Ροδοπούλου, καὶ τὴν μεγάλην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πεῖραν, ὅτι ἑτέρα διάταξις τῆς Πολιτικῆς Δικομίας καθιστᾷ ἐντελῶς ἄσκοπον τὴν νομοθετικὴν ταύτην πρόνοιαν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 959 ὁ ἐπισπεύδων δανειστὴς ὀφείλει νὰ ἐπιδώσῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτοῦ πρὸς τὸν ὀφειλέτην, ἀπὸ τῆς ἡμέρας δὲ τῆς ἐπιδόσεως ἐπέρχεται οὐσιωδέστατον ἀποτέλεσμα, ὅτι ὁ ὀφειλέτης δὲν δύναται πλέον νὰ προβῇ εἰς συμβατικὴν ὑποθήκην, ἢ εἰς ἐκποίησιν τοῦ κτήματος· καὶ ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 963 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ἣν αἱ τοιαῦται πράξεις τοῦ ὀφειλέτου εἶναι ipso jure ἄκυροι, οὐδ’ ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου πρὸς ἀπαγγελίαν τῆς ἀκυρότητος. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν, ποῖον ἆρά γε θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ὑπακούσει ὁ δανειστὴς εἰς τὸν ψηφιζόμενον ἤδη νόμον ὑμῶν; ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα, ὅταν ὁ ἀπειθὴς οὗτος δανειστὴς ἀφῆκε μὲν νὰ διαρρεύσῃ ἄπρακτος ἡ πρὸς κοινοποίησιν εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα προθεσμία, ἀλλὰ κατέχει ἐπιδοτήριον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ὅτι ἐπέδωκε τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸν ὀφειλέτην; ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα, ἐὰν ἕτερος τρίτος, παρασυρόμενος ἐκ τοῦ νόμου σας, καὶ βλέπων ὅτι δὲν ὑπάρχει κοινοποίησις κατασχέσεως εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα, νομίζει ὅτι ἀσφαλῶς δανείζει, ὅτι ἀσφαλῶς ἀγοράζει; Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι, ὅτι ἡ μὲν ὑποθήκη ἄκυρος, ἡ δὲ ἐκποίησις ἐπίσης ἀνίσχυρος. Ἀλλὰ τότε ποίους ἐννοεῖτε ὑμεῖς νὰ προστατεύσητε; τὸν δανειστὴν, ὁ ὁποῖος περιμένει τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ δανείσῃ; ἢ τὸν ἀγοραστὴν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ χρῆμα, ἵνα ἀποκτήσῃ τὸ κτῆμα; Οὐδέτερον τούτων. Ποῖον λοιπὸν προστατεύει τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν; Καὶ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συμβουλευθῇ τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ ἀπόφασις 241 τοῦ 1854 κηρύσσει ἄκυρον τὸ δάνειον τὸ μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην γενόμενον, ἀδιάφορον ἂν ἐπεδόθη ἢ μὴ ἡ ἔκθεσις εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα. Ἐπίσης ἡ ἀπόφασις 124 τοῦ ἔτους 1890 θεωρεῖ ἄκυρον πρᾶξιν, ἥτις ἐγένετο μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς ἐκθέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην. Καὶ ὅταν ταῦτα οὕτως ἔχωσι, ποῖος ὁ λόγος τοῦ ὑμετέρου νομοσχεδίου; Παρασκευάζετε ἁπλῶς μίαν ἀσφαλῆ παγίδα διὰ τὸ κεφάλαιον, καὶ παρασύρετε εἰς βέβαιον κίνδυνον τοὺς μέλλοντας νὰ δανείσωσιν ἢ νὰ ἀγοράσωσι κτήματα ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, ἐὰν ἐξετάσωμεν καὶ κατ’ οὐσίαν τὸ νομοσχέδιον, παρατηροῦμεν ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν προβλέπετε, τραυματίζετε δὲ συγχρόνως καὶ ἄλλας δικονομικὰς ἀρχὰς, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῆτε. Διότι γίνεται π. χ. ἐν αὐτῷ λόγος περὶ ἀπολεσθέντων εἰδικῶν βιβλίων· ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εὑρεθῇ βιβλίον τοιοῦτον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐγένοντο μεταγραφαὶ κατασχετηρίων ἐκθέσεων, τί θὰ πράξητε; Θὰ θεωρήσητε ἆρά γε, ὅτι τὸ βιβλίον αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπίσημον; Φαντασθῆτε εἰς ποίαν ἀνωμαλίαν, εἰς ποίαν σύγχυσιν θὰ εὑρεθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑποθηκοφυλακείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἀνοίγει νέον βιβλίον καὶ προβαίνει εἰς νέας ἐγγραφὰς κατασχέσεων, ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι ἀπωλέσθη τὸ παλαιὸν, ἀνακαλύπτει κατόπιν αὐτό! Ἀλλὰ καὶ ἄλλη περίπτωσις δύναται νὰ παρουσιασθῇ. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ ἐπισπεύδων κατεῖχεν ἐπιδοτήριον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπεδεικνύετο ὅτι ἡ κοινοποίησις εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα ἔλαβε χώραν, ἀλλὰ κατόπιν ἀπώλεσεν αὐτό. Περὶ τούτου οὐδὲν προβλέπει τὸ ὑμέτερον νομοσχέδιον. Οὐδεμίαν ἐγὼ διακρίνω περὶ τούτου πρόνοιαν. Καὶ ἀγνοεῖτε λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει διάταξις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἡ τοῦ ἄρθρου 390, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν περιπτώσει ἀπωλείας ἐγγράφων εἰδικὴ διαγράφεται διαδικασία; Τὴν διαδικασίαν ταύτην καὶ ὑμεῖς παρεδέχθητε εἰς προηγούμενον νόμον, ὃν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσαμεν, προκειμένου περὶ τῆς ἀπωλείας τῶν βιβλίων τῶν ὑποθηκῶν. Διατὶ λησμονεῖτε αὐτὴν ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ; Ἀλλὰ τὰ κενὰ ταῦτα καταλείπουσι νόμοι, οἵτινες κατασκευάζονται stante pede, νόμοι οἵτινες ἄνευ συστήματος, ἄνευ μελέτης, ῥίπτονται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἔλλειψιν προστατευτικῶν ἀποτελεσμάτων, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, καὶ πολὺ λογικῶς, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἠδυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν τὴν διάταξιν, ὅτι, ἐὰν οἱ κατασχόντες δὲν προβῶσιν εἰς νέαν κοινοποίησιν εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα, αἱ κατασχέσεις κηρύσσονται ἄκυροι. Αὐτὸ βεβαίως θὰ ἦτο πρακτικώτερον, ἀλλὰ καὶ πολὺ τολμηρὸν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τότε ἠθέλετε λύσει τὰς χεῖρας τῶν ὀφειλετῶν, ἠθέλετε ματαιώσει τὰς συνεπείας τῆς ἀκυρότητος τοῦ ἄρθρου 963, ἠθέλετε περιθάλψει τὸν δόλον, καὶ ἠθέλετε διευκολύνει τὴν ἐκποίησιν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἤδη ἐγκύρως κατασχεθῆ. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἁπλῶς νὰ μετέρχωμαι πολεμικὴν κατὰ τῶν νομοσχεδίων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν μάλιστα ταῦτα ἐπαγγέλλωνται νὰ θεραπεύσωσι Θεσσαλικὰ συμφέροντα, ἤθελον ὑποδείξει ἄλλον τρόπον προστασίας τῆς κτηματικῆς πίστεως. Ὑπάρχει προηγουμένη νομοθετικὴ ὕλη, ἐκ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο ἄριστα βεβαίως νὰ ἀντλήσῃ μέσα, ὅπως προστατεύσῃ τοὺς δανειστὰς, ὅπως περιφρουρήσῃ τοὺς κεφαλαιούχους καὶ τοὺς ἀγοραστὰς κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπως προστατεύσῃ δὲ καὶ αὐτοὺς τοὺς ὀφειλέτας, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκουσιν ἀγοραστὰς, οὔτε δανειστὰς, ὡς ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ τῷ ὄντι ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι πρὶν ἢ ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὀνομασθῇ καὶ προχειρισθῇ πατριάρχης τῶν οἰκονομολόγων ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κύριος Σιμόπουλος, εἶχε χρηματίσει ἀρχιερεὺς τῆς Θέμιδος, Ὑπουργὸς δηλαδὴ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ἔτει 1892, καὶ εἰργάσθη τότε εὐσυνειδήτως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἶχε συντάξει νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως ἐν γένει. Ἐὰν λοιπὸν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠξίου νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἤθελεν ἀνακαλύψει διὰ τῆς ὀξυδερκείας του σπουδαιότατόν τινα θεσμὸν, ὃν ἡ νεωτέρα νομοθεσία τῆς Ἰταλίας εὐδοκίμως ἐφαρμόζει, τὸν θεσμὸν τῆς ἀνατροπῆς ἐν τῇ διαδικασίᾳ τῆς κατασχέσεως. Καὶ ἐνῷ γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι σφόδρα ἐναντίος εἶμαι τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀνατροπῆς τῶν δικῶν, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐξοβελισθῆ ἤδη ἐκ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ὑπάρχει δὲ καὶ ἕτοιμον περὶ τούτου νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς κατασχέσεως, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀνατροπήν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1892, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐντὸς 90 ἡμερῶν ὁ κατασχὼν καὶ ἐπισπεύδων δανειστὴς δὲν προβῇ εἰς τὸν πλειστηριασμὸν τοῦ κτήματος, ἡ κατάσχεσις ἀνατρέπεται, καὶ δύναται πᾶς τις ἄλλος δανειστὴς ἀκινδύνως πλέον νὰ προβαίνῃ εἰς κατάσχεσιν, πλὴν ἐὰν ὑπάρξῃ, ἐννοεῖται, παρεμπῖπτόν τι κώλυμα δικαστικῆς ἀναστολῆς. Διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον τὰς ἀτελευτήτους δίκας τῶν εἰκονικῶν κατασχέσεων, τὰς δίκας περὶ ἐπιδείξεως ἐγγράφων καὶ τόσας ἄλλας στρεψοδικίας ἐν τῇ ἀναγκαστικῇ ἐκποιήσει τῶν κτημάτων, αἵτινες καιρίως πλήττουσι τὴν κτηματικὴν πίστιν πρὸς βλάβην καὶ τῶν δανειστῶν καὶ τῶν τιμίων ὀφειλετῶν. Τοιαῦτα νομοσχέδια πρέπει ἐκ τῶν πρώτων νὰ εἰσάγωνται, διότι ταῦτα δύνανται νὰ προστατεύσωσιν οὐ μόνον τῆς Θεσσαλίας τὰ τραυματισθέντα συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τὴν κτηματικὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος καθόλου. Τοιαῦτα νομοσχέδια ἀποτελοῦσι πράγματι μεταρρυθμιστικὸν πρόγραμμα, καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δικαστικῆς νομοθεσίας, ἥτις ἔχει ἀνάγκην κατεπειγούσης θεραπείας καὶ ῥιζικῆς βελτιώσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέχεται ὑπὸ ὀργασμοῦ νομοθετικοῦ σπασμωδικοῦ, καὶ ἐνῷ π. χ. βλέπομεν αὐτὸν σπεύδοντα νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ μηνυτοῦ...
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θεσμοῦ νεκροῦ.
§125Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Θεσμοῦ ὁ ὁποῖος τῳόντι ἀπέθανε καὶ μόνον δὲν ἐκηδεύθη, θεσμοῦ ὁ ὁποῖος περιέπεσεν εἰς ἐντελῆ ἀχρηστίαν καὶ κατέστη ἀκίνδυνος, αἰφνιδίως ἀνακαλύπτομεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐμπνεόμενον ὑπὸ ὀνείρων, φανταζόμενον νὰ εἰσαγάγῃ βαρύτατον νομοσχέδιον περὶ ἀστικοῦ κώδικος, καὶ τάσσοντα μάλιστα καὶ συντόμους προθεσμίας πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ ὑπηρεσίας τινὸς βαναύσου, περὶ μισθώσεως ὑπηρεσίας χειρώνακτος, ἣν ὀφείλουσι νὰ περατώσωσιν ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν, πρὸς σύνταξιν ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ 14 ἔτη εἰργάσθησαν οἱ Γερμανοί! Καὶ περὶ τοῦ θέματος μὲν τούτου ἐν καιρῷ θὰ συζητήσωμεν. Προκειμένου ὅμως σήμερον περὶ νομοσχεδίου δικονομικοῦ, ἐρωτῶ, διὰ ποῖον ἆρά γε λόγον, ἐνῷ πρόκειται κατάδηλος καὶ ἄγαν κατεπείγουσα ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου περὶ ἐκτελέσεως, καὶ ἐνῷ ἔχετέ τινα ἐργασίαν τοῦ 1892, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως παρέχει τὴν πρώτην τουλάχιστον ὕλην, ἐὰν δὲν εἶναι τελεία, διὰ ποῖον λόγον δὲν φέρετε νομοσχέδιον γενικὸν ὁλόκληρον περὶ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως, ἀλλὰ κατασπαράσσετε τὰς διατάξεις τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, ὅπως καταστρέψητε καὶ τὸ ὀλίγον ἐκεῖνο, ὅπερ κανονικῶς ὁπωσδήποτε λειτουργεῖ; Ἐπὶ ἓν ἔτος βλέπω διατυμπανιζομένην εἰς τὰς ἐφημερίδας τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐργάζεται, ὅτι εἰσάγεται τέλος πάντων τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν βλέπω τίποτε...
§126Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Διατὶ ἐπιμένετε περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως;
§127ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Παράδοξος ἐρώτησις! Διότι ὀφείλω νὰ ἐπαινέσω τὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἡ διαδικασία τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως ἔχει ἀνάγκην ἀπαραίτητον καὶ ἐπείγουσαν βελτιώσεως, καὶ διότι, ἂν ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1892, θὰ πεισθῆτε ὅτι ἡ ὕλη αὐτοῦ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις μεταρρυθμιστικῆς ἐργασίας. Ἐνῷ λοιπὸν δὲν εἰσάγετε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν φιλοδοξίαν οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, προκαλεῖτε συζητήσεις ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον οὐδὲν τὸ ὠφέλιμον παρέχουσιν, οὐδὲν γενικὸν συμφέρον θεραπεύουσιν, ἀλλὰ καὶ δυνατὸν νὰ παραβλάψωσιν ὁλόκληρον τὴν οἰκονομίαν τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἰδέαν τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖά εἰσι προϊόντα τῆς στιγμῆς. Ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ ἔργα γενναιότερα ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως. Ἂς λείψουν ὅλαι αἱ ἄλλαι φιλοδοξίαι. Ἡ μεταρρύθμισις τοῦ νόμου περὶ ἐκτελέσεως δύναται νὰ ὠφελήσῃ, δύναται νὰ ἀνορθώσῃ πράγματι τὴν κτηματικὴν πίστιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἀποσύρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἵνα μελετήσῃ αὐτὸ βαθύτερον, καὶ μόνον ἐὰν πεισθῇ ὅτι ἔχει τινὰ χρησιμότητα, νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, ἄλλως ἂς μὴ κατατρίβηται εἰς ἄχρηστα θέματα, ἐνῷ ἡ δικαστικὴ νομοθεσία ἔχει τόσας ἄλλας κατεπειγούσας ἀνάγκας.
§128Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τοῦ ὁποίου τὰς γνώμας ἐν μέρει συμμερίζομαι, ἦτο παρὼν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἤκουε τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἔδωκα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς εἶπεν, ἐν συνόψει ὅμως, ὅ,τι ἐν πλατυσμῷ ἀπηγγέλθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ἐὰν ἦτο παρών, ἤθελε μὲ ἀπαλλάξει τοῦ κόπου νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, Κύριοι, τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομικῶν ἀγνοεῖ τὴν ἐπικρατοῦσαν νομολογίαν ἐπὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων. Καὶ εἶπον ἐγὼ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει τοῦ κ. Καραπάνου, ὅτι ἡ μὴ κοινοποίησις τῆς ἐκθέσεως κατασχέσεως εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα δὲν φέρει τὴν ἀκυρότητα· καὶ ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δεδηλωμένη ἡ κατάσχεσις εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα, ἀποδεικνύει δὲ ὁ ἐπισπεύδων δανειστής, ὅτι ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν ὀφειλέτην ἡ κατάσχεσις, αὕτη εἶναι ἔγκυρος. Καὶ εἶπον προσέτι, ὅτι ἐπὶ πολὺ ἠρνήθην νὰ φέρω εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τῶν Θεσσαλῶν βουλευτῶν κ.κ. Λιμπρίτου καὶ Ῥοδοπούλου, διότι δὲν ἔβλεπον τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ, ἠναγκάσθην ὅμως νὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτε τὴν ἀνάγκην ταύτην μοὶ παρέστησαν Θεσσαλοὶ Βουλευταί. Ἡ Τράπεζα, μοὶ εἶπον, κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, δὲν δανείζει ἢ ἐπὶ ἀποδείξει τοῦ ὑποθηκοφύλακος, ὅτι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένη κατάσχεσις ἐπὶ τοῦ εἰς ὑποθήκην διδομένου κτήματος. Ἐπεχείρησα ἐπανειλημμένως νὰ πείσω τὴν Τράπεζαν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ματαία, διότι, καὶ ἂν δὲν ᾖναι ἐγγεγραμμένη ἡ κατάσχεσις, ἀποδειχθῇ ὅμως ὅτι ὑπάρχει κατάσχεσις, ἡ κατάσχεσις αὕτη εἶναι ἔγκυρος. Δυστυχῶς, ἡ Τράπεζα ἐπέμενε μέχρις ἐσχάτων, μέχρι τῆς προχθές, κατὰ συνέπειαν ἀπαραίτητος ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸν δῆμον Τυρνάβου καὶ τὸν δῆμον Φαρσάλων, εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι κατεστράφησαν τὰ βιβλία, ἑπομένως οἱ δῆμοι οὗτοι στεροῦνται σήμερον τῶν δανείων τῆς Τραπέζης. Ἰδοὺ ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου, ἰδοὺ ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ζητοῦσιν εὐλόγως τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ νὰ εὐκολυνθῇ ἡ παροχὴ δανείων εἰς τοὺς δήμους αὐτούς. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἂν ἦτο παρών, δὲν θὰ ἔλεγεν ὅσα εἶπεν. Ἀλλὰ λέγει ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος: «πῶς δὲν προνοεῖτε καὶ περὶ ἀπολεσθέντων ἐπιδοτηρίων;» Εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Λιμπρίτου ὑπῆρχε καὶ σχετικὴ διάταξις, ἀλλ’ ἀπέκρουσε ταύτην αὐτὴ ἡ Τράπεζα, διότι κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ἐπετρέπετο, ἐντὸς τριῶν μηνῶν, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τὰ ἐπιδοτήρια τῶν κατασχέσεων, νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον τὴν βεβαίωσιν τῆς ἀπωλείας; ἡ Τράπεζα ὅμως ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀνατρέπεται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, διότι πρέπει νὰ περιμένωμεν τὴν περάτωσιν τῶν τοιούτων δικῶν. Καὶ οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐθέσαμεν τὴν διάταξιν ταύτην. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, ἐγὼ τοὐναντίον ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως πρέπει νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν, λυποῦμαι δὲ πολύ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις εἰργάσθη πρὸς σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως, ἀγνοεῖ ὅτι ἐργάζεται ἤδη ἐπιτροπὴ ἄλλη πρὸς σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς βεβαίως δὲν ἀγνοεῖ, δὲν εἶναι νομοσχέδιον ἡμερῶν καὶ ὡρῶν. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξω τὸ ὀρθὸν τούτου, φέρω ὡς παράδειγμα αὐτὸ τὸ περὶ ἐκτελέσεως νομοσχέδιον τοῦ 1892, τοῦ ὁποίου τὴν πατρότητα δὲν ἀρνεῖται ὁ συνάδελφος. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐξήγειρε τοιαύτας ἀντιρρήσεις, ὥστε ἠναγκάσθη ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς, ὁ κ. συνάδελφός μου, ὁ εἰσαγαγὼν τοῦτο, νὰ τὸ ἀποσύρῃ, ἵνα σκεφθῇ περὶ τῶν ἀντιρρήσεων. Σήμερον ἐργάζεται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτροπὴ, καὶ ἐργάζεται πρὸ πάντων ὁ ἀξιότιμος καθηγητής, ὁ εἰδικώτατος τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας κ. Ψαρρᾶς, καὶ ἔχει ἤδη προχωρήσει εἰς τὴν ἐργασίαν, προχθὲς δὲ ἀκόμη μοι ἔλεγεν, ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὴν τελευταίαν μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Γερμανίᾳ, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχῃ ἑτοίμην τὴν ὕλην, καὶ θὰ λάβωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὴν φέρωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Βλέπει λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν παύομεν ἐργαζόμενοι, οὔτε σπασμωδικῶς κινούμεθα. Θὰ ἦτο ὅμως γελοῖον ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας κ. Βουλευτάς, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις ἐργάζεται γενικῶς περὶ ἐκτελέσεως, καὶ περιμένετε τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ψήφισιν τοῦ περὶ αὐτῆς νομοσχεδίου, διὰ νὰ σᾶς παρασχεθῶσι τὰ δάνεια». Ἀλλὰ μὲ κατέκρινεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀκόμη καὶ διότι ἔλαβον πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἤμην ἄξιος ἐπαίνων διὰ τοῦτο. Νομίζω δέ, ὅτι καὶ προθεσμία ἐπεβάλλετο νὰ ταχθῇ, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ τελειώσῃ ὁπόταν ἤθελεν, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται νὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Καὶ ἐν τῷ διατάγματι τοῦ διορισμοῦ τῆς προηγουμένης ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἐτάχθη προθεσμία, ἡ ὁποία μετὰ ταῦτα δι’ ἑτέρου διατάγματος παρετάθη, ὑμεῖς δὲ ἐδέχθητε νὰ ἐργασθῆτε ὑπὸ τὴν προθεσμίαν ἐκείνην. Ἄλλως τε τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε παρέχουσι πᾶσαν ἐγγύησιν, ὅτι θέλουσιν ἐργασθῆ λυσιτελέστατα. Εἶμαι δὲ εὐτυχὴς, ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μέχρι τοῦδε εἶναι πλῆρες καὶ ἕτοιμον τὸ γενικὸν μέρος καὶ τὸ περὶ ἐνοχῶν, καὶ δίδεται εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου καὶ τὰ ἄλλα μέρη θὰ περατωθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλλήν.
§129ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἡ ἐργασία εἶχε συντελεσθῆ ἀπὸ τοῦ 1892, καὶ ἁπλῆ ἐπεξεργασία ἐγένετο ἤδη.
§130ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται τῷ ὄντι νὰ γείνῃ ἤδη νέα ἐργασία, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἰδίως ἐν Γερμανίᾳ, ἦτο ἀνάγκη νὰ συμβουλευθῶμεν καὶ τὸν Γερμανικὸν κώδικα...
§131ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Διατὶ δὲν μεταφράζετε λοιπὸν τὸν Γερμανικόν;
§132ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κύριος συνάδελφος, πεπειραμένος νομικὸς, ἐρωτᾷ, πῶς δὲν μεταφράζομεν τὸν κώδικα τὸν Γερμανικὸν, διὰ νὰ μεταφέρωμεν αὐτὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφέρωμεν ἁπλῶς τὰς διατάξεις τοῦ Γερμανικοῦ κώδικος καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὰς εἰς τόπον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὅλως διάφορα ἤθη ὑπάρχουσι καὶ διάφορα ἔθιμα ἰσχύουσιν; Εἶναι δυνατὰ αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε; Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετά. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§133Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἐνόησα, ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ χθὲς ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὡμίλησα, καταδείξας τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν κρίσιν μου παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ σήμερον βλέπω, ὅτι ἐντελῶς ἤλλαξεν ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐνόμιζον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐξασφαλίσεως δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τυχὸν ὑπέστησαν βλάβην τινὰ ἕνεκα καταστροφῆς ἢ ἀπωλείας τῶν βιβλίων ἐγγραφῆς κατασχέσεων. Καὶ ἐπειδὴ τὰ δικαιώματα ταῦτα εἶχον ἀποκτήσει οἱ δανεισταὶ, στρεφόμενοι κατὰ ὀφειλετῶν, ἐνόμιζον ὅτι ὑπὲρ τῶν δανειστῶν τούτων ἐμερίμνα τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ εἴπω παραδόξως, μετ’ ἀπορίας εἶδον σήμερον, ὅτι, ἀντὶ νὰ λαμβάνηται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μέριμνα ὑπὲρ τῶν δανειστῶν τούτων, οἱ ὁποῖοι ἐνέγραψαν τὰς κατασχέσεις αὐτῶν εἰς τὰ βιβλία, ἀπεναντίας λαμβάνεται μέριμνα ὑπὲρ ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἐνεγράφησαν αἱ κατασχέσεις. Διότι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειταί τινες ἐκ τῶν ὀφειλετῶν, κατὰ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐνεργηθῆ κατάσχεσις ἐναντίον τῶν κτημάτων αὐτῶν, νὰ δανεισθῶσι σήμερον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, φροντίζομεν, ὥστε νὰ καταρτισθῶσι τὰ βιβλία ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι ἄνευ τούτων ἀδυνατεῖ αὕτη νὰ δανείσῃ, οὕτως ὥστε ν’ ἀποκλεισθῶσι πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρὶν εἶχον ἐγγράψει κατασχέσεις ἐπὶ τῶν κτημάτων τούτων.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι δά!
§135ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Καὶ τὸ ἀποδεικνύω διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ πρόκειται νὰ νομοθετηθῇ, ὅτι δικαιοῦνται νὰ ἐγγράψωσιν εἰς τὰ βιβλία ταῦτα τὰς κατασχέσεις αὑτῶν μόνον οἱ ἔχοντες ἀποδείξεις ἐγγράφους, εἴτε ἀντίγραφον τῆς κατασχέσεως, εἴτε ἀποδεικτικὸν ἐπιδόσεως, ὅτι ἐδηλοποιήθη ἡ κατάσχεσις εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα· μόνον ἐκεῖνοι θὰ ἐπαναλάβωσι τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὰ βιβλία τῶν κατασχέσεων, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν ἐντελῶς τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καὶ δὲν ἔχουσι καμμίαν ἔγγραφον ἀπόδειξιν περὶ τῆς προγενεστέρας κατασχέσεως αὐτῶν, ἐκεῖνοι ἀποκλείονται ἐντελῶς. Καὶ ἰδοὺ πῶς (ἀναγινώσκει): «...ἄλλως, ἐν ἐλλείψει τοιούτου ἀποδεικτικοῦ προγενεστέρας δηλοποιήσεως, ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὸ βιβλίον τῶν κατασχέσεων θεωρεῖται γενομένη καὶ ἔχει ἀποτελέσματα ἀπὸ τῆς χρονολογίας τῆς νέας συνεπείᾳ τοῦ παρόντος νόμου γενομένης δηλοποιήσεως». Τὸ τοιοῦτον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ ἄδικον, διότι ἀκριβῶς νομίζω, ὅτι σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν ἕνεκα τοῦ πολέμου τὰς ἀποδείξεις αὑτῶν, ἢ τῶν ὁποίων αἱ ἀποδείξεις ὑπέστησαν καταστροφὴν ἕνεκα τοῦ πολέμου, καὶ διὰ τοῦτο χθὲς ἐζήτουν νὰ ὁρισθῇ τρόπος ἀποδείξεως τῆς προϋπάρξεως τῶν τοιούτων ἐκθέσεων κατασχέσεως, ὡς συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ ἐκ νέου ἐγγραφῆς προσημειώσεων καὶ ὑποθηκῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη πρόκειται, ἐπὶ βλάβῃ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐνεργήσει κατασχέσεις πρὸ τοῦ πολέμου, νὰ εὐνοηθῶσιν οἱ καθ’ ὧν αὗται ὀφειλέται, ἵνα κατορθώσωσιν ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν κτημάτων των νὰ λάβωσι δάνεια ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ τοιοῦτον σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰδικεύσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ νομοσχέδιον, νὰ μὴ τὸ ἐπεκτείνῃ ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ νὰ τὸ περιορίσῃ εἰς τὸν Τύρναβον καὶ τὴν Λάρισαν· διότι εἶναι γενικὸν τὸ νομοσχέδιον, ἀπώλεια δὲ βιβλίων τοιούτων κατασχέσεων ἐν Τρικκάλοις δὲν ὑφίσταται, διότι τὰ βιβλία τῶν κατασχέσεων ἐκεῖ σώζονται δυνάμει τοῦ ψηφιζομένου νόμου. Ἴσως ζητηθῇ νὰ γείνωσι νέα βιβλία, ἴσως τις ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπῆρχε καὶ ἄλλο βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἀπωλέσθη, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολλὰ δύνανται νὰ συμβῶσι πρὸς ζημίαν τῶν πολιτῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, συμφώνως καὶ πρὸς τὰς ἰδέας τῶν κυρίων ἐκ Λαρίσης καὶ Τυρνάβου Βουλευτῶν, νὰ περιορίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀφορῶν μόνον τὴν Λάρισαν καὶ τὸν Τύρναβον, ὡς ἄλλως τε διαλαμβάνει καὶ ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Λιμπρίτου. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἐγὼ βεβαίως ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἔχει, διότι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸ θεωρῶ ἐπιζημιώτατον.
§136Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς ἔχει δίκαιον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπιγράφεται «περὶ ἐκ νέου ἐγγραφῆς τῶν κατασχέσεων ἀκινήτων εἰς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα, ὧν τὰ βιβλία ἐγγραφῆς ἀπωλέσθησαν ἢ κατεστράφησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων», ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως εἶναι γενικὸν δι’ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν, διότι ἅπασα σχεδὸν ἡ Θεσσαλία κατελήφθη κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου ὑπὸ τῶν Τούρκων, καὶ δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσιν ἄλλα περιστατικὰ, ἄγνωστα, ἢ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ κατασκευασθῶσι, καὶ καλλίτερον θὰ ἦτο, κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, κάλλιον παντὸς ἄλλου γνωρίζοντος τὴν κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας του, νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι τοῦτο ἀφορᾷ τὰς ἐπαρχίας δεῖνα καὶ δεῖνα. Ἀλλὰ καὶ οὕτω, κύριε Πρόεδρε, τροποποιούμενον τὸ νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι ἔχει ἐλαττώματα, δικαιολογοῦντα τὴν συμβουλὴν τοῦ ἐντίμου ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτοῦ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον καλλίτερον μελετηθῇ. Ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον, ποία εἶναι; Ἐν πολλαῖς ἐπαρχίαις κατὰ τὸν πόλεμον, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἐξηφανίσθησαν τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, ἐν ταῖς ὁποίοις ἐγγράφονται αἱ κατασχέσεις. Ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος ἐκ τῆς τοιαύτης ἐλλείψεως ἐγγραφῆς τῶν κατασχέσεων; Ὁ κίνδυνος πρῶτον τῶν μελλόντων νὰ δανείσωσιν ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν καὶ μὴ εὑρισκόντων βιβλία, ἐν τοῖς ὁποίοις νὰ βεβαιωθῶσιν, ἂν ὑπῆρχε κατάσχεσις· καὶ τοιαύτη παρουσιάζεται, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἡ Τράπεζα δὲν δέχεται νὰ δανείζῃ, καίτοι ὑπάρχουσι μεγάλαι ἀνάγκαι τῶν κατοίκων, διότι δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν δὲν ἐπεβλήθη κατάσχεσις. Νομίζει λοιπόν, ὅτι θεραπεύει τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τῆς γνώσεως τῆς Τραπέζης διὰ τῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν διαγράφει· ἐὰν μὲν σώζηται, διότι εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ ἐπισπεύδοντος δανειστοῦ, τὸ ἐπιδοτήριον, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα, ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ ἐπιδοτήριον ὅτι ἐκοινοποιήθη ἡ δηλοποίησις, νὰ γένηται ἡ ἐγγραφὴ ἐν τῷ νέῳ βιβλίῳ· ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτον ἐπιδοτήριον καὶ τοιαύτη δηλοποίησις τῆς ἐγγραφῆς, τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὰ βιβλία τῶν κατασχέσεων ἔχει ἀποτέλεσμα ἀπὸ τῆς χρονολογίας τῆς νέας συνεπείᾳ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου. Καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις αὐτάς, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ἐπιδοτήριον εἰς χεῖρας τοῦ ἐπισπεύδοντος, ποῖον κίνδυνον τρέχομεν; Τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν κατασχέσεις γενομένας μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν Τούρκων, μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν βιβλίων αὐτῶν, ἢ ἄλλας μεταβολὰς τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἀκινήτων, καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ δυνάμεθα ν’ ἀντιτάξωμέν τι εἰς αὐτούς, τοὺς ἐκ τῶν ὑστέρων ἴσως εἰλικρινῶς ἢ ἐκ συμπαιγνίας ἐπιβαλόντας κατάσχεσιν ἢ ἄλλας πράξεις ἐνεργήσαντας ἐπὶ τῶν ἀκινήτων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἔχουσιν ἓν δικαίωμα προγενέστερον τῆς ἐγγραφῆς, τὴν ὁποίαν δυνάμει τοῦ νέου νόμου ἐνέγραψαν ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν ὑποθηκῶν. Τοιαῦται δὲ περιστάσεις δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ παρουσιασθῶσι, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν βιβλίων αὐτῶν νὰ ἐπιβάλῃ τις κατάσχεσιν ἐπὶ ἀκινήτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει κατάσχεσις, καὶ ἡ κατάσχεσις αὕτη νὰ μὴ δύναται ν’ ἀποκρουσθῇ· διατί; Διότι ἡ ἐγγραφὴ τῆς παλαιᾶς κατασχέσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο μετὰ τὴν νέαν, εἶναι μεταγενεστέρα. Λοιπόν, ἐὰν οὕτω πως τὸ νομοσχέδιον κανονίζῃ τὰ τῆς θεραπείας τῆς ἐλλείψεως αὐτῆς, δηλαδὴ ἐὰν μὲν ἔχῃ τις ἐπιδοτήριον καὶ δηλοποίησιν, νὰ τὰ παρουσιάσῃ, καὶ τότε ἀνέρχεται μέχρι τῆς ἡμερομηνίας ἐκείνης τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς, ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ τοιοῦτον ἐπιδοτήριον, καὶ ἴσως αὐτὴ θὰ ᾖναι ἡ συνήθης περίστασις, τότε μόνον ἀπὸ τῆς νέας ἐγγραφῆς δύναται ν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα, θὰ ἔχωμεν μεγάλας ζημίας, τὰς ὁποίας δὲν βλέπω νὰ θεραπεύῃ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ αὕτη εἶναι ἴσως μία ἐκ τῶν κυριωτέρων ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον νὰ θεραπεύσῃ. Κατὰ τίνα τρόπον δύναται τοῦτο νὰ θεραπευθῇ, δὲν δύναμαι νὰ ὑποδείξω ἤδη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν καλλίτερον μελετηθῇ ἡ περίπτωσις αὕτη, δύναται ἴσως, παρεμβάσει τοῦ δικαστηρίου, κανονιζομένη ὑπὸ τοῦ νόμου, νὰ βεβαιωθῇ τὸ δικαίωμα. Ἡ ὕπαρξις εἰς χεῖρας τοῦ δανειστοῦ ἐπιδοτηρίου περὶ ἐπιδόσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην, ἐπίσης τὸν ὠφελεῖ· εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἐνήργησε κατάσχεσιν, καὶ πιθανῶς τὴν ἐνέγραψεν, ἀλλ’ ἐκεῖνος κατὰ τοῦ ὁποίου θὰ παρουσιασθῇ τοιοῦτον ἐπιδοτήριον, θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι αὐτὸς καλῶς ἐνέγραψε τὴν κατάσχεσιν, ἢ καλῶς ἐνέγραψε τὴν ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ κτήματος αὐτοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει βιβλίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ᾖναι ἐγγεγραμμένη ἡ κατάσχεσις ἐκείνη. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ ἡ ἔλλειψις, καὶ πρέπει τὸ νομοσχέδιον, καλλίτερον μελετῶν τὰ πράγματα, νὰ ὑποδείξῃ τρόπους ἄλλους, οἱ ὁποῖοι πάσας τὰς περιπτώσεις νὰ δύνανται νὰ θεραπεύσωσιν. Ἀνάγκη, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐπιδοτήριον κοινοποιήσεως τῆς δηλοποιήσεως, νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὥστε τὸ δικαίωμα νὰ πιστοποιηθῇ καὶ νὰ ἀνέλθῃ μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνηργήθη. Διὰ τοῦτο εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§138Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν γένει ἡ ἀτελὴς συζήτησις τῶν νομοσχεδίων εἶναι πάντοτε ἐπιβλαβὴς εἰς ταῦτα καὶ συνεπῶς εἰς τοὺς πολίτας, ἐπιβλαβεστάτη ὅμως ἰδίως εἶναι, ὅταν ἀτελὴς γίνηται ἡ συζήτησις νομοσχεδίων δικαστικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ συναφθῶσι νομικαὶ σχέσεις μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ἃς δὲν δύναται νὰ ῥυθμίσῃ ἀμέσως ἕτερον νομοσχέδιον, μεταρρυθμίζον τὸ πρῶτον. Τοιαῦτα ἐκ τῆς ἀτελοῦς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἰδίως τῶν ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ἀναγραφομένων, ἐπίκεινται προφανῶς ἄτοπα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀντιλέξας πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κραναίας, ἀνωμολόγησε τὰ ἐν ταῖς γενικαῖς ἀρχαῖς τοῦ δικαίου καὶ τῶν νόμων, παρέλειψεν ὅμως τὴν ἐξαιρετικὴν περίστασιν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἤτοι ἡ Τράπεζα ἐκείνη, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ δανείσῃ, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς δάνεια, ἐὰν καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει αὐτὴ δὲν ψηφισθῶσι τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κινδυνεύει τὸ δικαίωμα τῆς νομοθεσίας τοιούτων νομοσχεδίων νὰ μετατοπισθῇ ἐκ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων κ. Κριεμάδης, πνεῦμα προστασίας τῶν δικαιούχων, οἵτινες εἶχον προβῆ εἰς κατάσχεσιν, καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἀποδεικτικὰ τῆς κατασχέσεως, ἤτοι τὰ βιβλία ἐγγραφῆς αὐτῶν, ἐκλάπησαν ἢ ἐνεπρήσθησαν ἢ ἐν γένει κατεστράφησαν εἰς τὸν πόλεμον, δὲν εὑρίσκω τοῦτο τὸ πνεῦμα ἐν τῇ δηλώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰπόντος ὅτι τὸ νομοσχέδιον γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἵνα ἡ Τράπεζα δανείσῃ εἰς τοὺς κτηματίας ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα δὲν εἶναι ἐπιβεβαρυμένα δι’ ὑποθήκης· διότι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἀφεθῇ, ὡς ἔχει, ἰδίως δὲ ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ῥιζικὴ τροποποίησις ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, θὰ ἔχωμεν ὅλους τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ τείνωμεν νὰ προστατεύσωμεν πλέον οὐχὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδάνεισαν, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς κατασχέσεις καὶ οἵτινες ἐνέγραψαν αὐτὰς, ἀλλὰ θὰ νομιμοποιήσωμεν τὰ καθεστῶτα ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν ἀκριβῶς, ἐπωφεληθέντες ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν ὑποθηκοφυλακείων καὶ τῶν βιβλίων, νὰ συνάψωσι νέας, ψευδεῖς, εἴτε καὶ ἀληθεῖς, ἄλλας ὑποχρεώσεις, ἐντελῶς ἀναιρούσας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον πρὸς προηγουμένους δανειστάς. Τοιοῦτον δὲ δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ διάταξις ἡ τελευταία τοῦ νομοσχεδίου σᾶς λέγει, ὅτι μετὰ δίμηνον προθεσμίαν, ἐὰν δὲν γείνῃ νέα ἐγγραφὴ κατασχέσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 1, πᾶσα ἐγγραφὴ ἐν τῷ μεταξὺ γενομένη ὑπέρκειται τῆς ἐγγραφῆς, ἡ ὁποία ὑπῆρχε μὲν, ἀλλὰ δὲν ἀποδεικνύεται ἐγγράφως, ὡς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὁρίζει. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, ἵνα κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην εὐρύτερον συζητηθῇ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τροποποιούμενον ὡς ἑξῆς: «ἐὰν μὲν προσαγάγῃ τὸ ἀποδεικτικὸν τῆς προηγουμένης κατὰ τὸ ἄρθρον 960 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δηλοποιήσεως τῆς κατασχέσεως, ἢ τὸ ἐπιδοτήριον τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην, κλπ.» Κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; Ν’ ἀποδειχθῇ κατά τινα τρόπον, ἐγγράφως ἢ ὁπωσδήποτε, ὅτι ὑπῆρχε κατάσχεσις, καὶ δὴ ὑπῆρξεν ἐγγραφὴ τῆς κατασχέσεως εἰς τὰ οἰκεῖα βιβλία. Διατὶ λοιπόν, ἐὰν λείπῃ τὸ ἀποδεικτικὸν τῆς δηλοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα, νὰ μὴ προστεθῇ «ἢ τὸ ἐπιδοτήριον τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην»; Διότι, ὅταν ὁ δανειστὴς προβῇ εἰς μίαν κατάσχεσιν, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸ βιβλίον τῶν ὑποθηκῶν τὴν κατάσχεσιν, διότι οὐδὲν νόμιμον κέρδος προσπορίζεται ἐξ αὐτοῦ, ἐὰν δὲν κοινοποιήσῃ καὶ εἰς τὸν ὀφειλέτην, ὅστις δύναται ἐν τῷ χρόνῳ τῷ μεσολαβοῦντι μέχρι τῆς κοινοποιήσεως πρὸς αὐτὸν νὰ ἐκποιήσῃ τὸ κτῆμα, καὶ ὁ τρίτος, ὁ ἐν καλῇ πίστει εὑρισκόμενος, ν’ ἀποκτήσῃ νόμιμον δικαίωμα. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἵνα προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον, μετὰ τὰς λέξεις «ἐὰν μὲν προσαγάγῃ τὸ ἀποδεικτικὸν τῆς κατασχέσεως» τὰ ἑξῆς: «ἢ τὸ ἐπιδοτήριον τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην». Διότι ἔχομεν τὸ τεκμήριον, ὅτι ὁ δανειστὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ κοινοποιήσῃ τὴν κατάσχεσιν εἰς τὸν ὀφειλέτην, κατὰ μείζονα λόγον θὰ εἶχε σπεύσει νὰ ἐγγράψῃ τὴν κατάσχεσιν ταύτην εἰς τὰ βιβλία τοῦ ὑποθηκοφυλακείου. Διὰ τοῦτο ἡ προσθήκη αὕτη νομίζω ὅτι συμπληροῖ, ἂν ὄχι ἐν ὅλῳ, ἀλλ’ ἐν μέρει, κατά τι, τὸ κενόν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐὰν ἦτο δυνατόν, θὰ πρότεινον νὰ ἐξευρεθῇ καὶ τρόπος τις ἀποδείξεως ἐν τεταγμένῃ προθεσμίᾳ τῆς ὑπάρξεως κατασχέσεως, ἐὰν ἡ ἔγγραφος ἀπόδειξις λείπῃ ἐξ ἀνωτέρας αἰτίας· τοῦτο δὲ θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ δίκαιον, καὶ θὰ συνεπλήρου τὸν νόμον, ὅστις βεβαίως δὲν ἀφορᾷ εἰς προσωρινὸν μέτρον, ἐξυπηρετοῦν τὰ συμφέροντα μιᾶς Τραπέζης, ἀλλὰ εἰς γενικὴν πρόνοιαν καὶ προστασίαν τῶν δικαιούχων, οἱ ὁποῖοι εἶχον κεκτημένα δικαιώματα, καὶ ἡ ἀπόδειξις τῶν κεκτημένων τούτων δικαιωμάτων ἐξηφανίσθη ἕνεκα ἐκτάκτων λόγων.
§139ΗΛΙΑΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον φέρει τίτλον «περὶ ἐκ νέου ἐγγραφῆς τῶν κατασχέσεων ἀκινήτων εἰς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα, ὧν τὰ βιβλία ἐγγραφῆς κατασχέσεων ἀπωλέσθησαν ἢ κατεστράφησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων». Τοιουτοτρόπως ὁ τίτλος προσδιορίζει χρονικὸν διάστημα, τοπικὸν ὅμως περιορισμὸν δὲν ἔχει, διότι μόνον κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων ἐὰν ἐγένετο ἀπώλεια ἢ καταστροφὴ βιβλίων, τότε προβλέπουσι τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ περιορισμὸν κατὰ τόπον δὲν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ μόνη ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἀρκεῖ, ἵνα μὴ καταστήσῃ τὸ νομοσχέδιον γενικὸν δι’ ὅλον τὸ Κράτος....
§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκ τοῦ τίτλου ἐξάγεται.
§141ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ τίτλος δὲν προσδιορίζει τὸν τόπον, διότι μόνον τὸ χρονικὸν διάστημα ὁρίζει τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἀλλὰ δὲν λέγει καὶ περὶ τῶν ἀκινήτων τῶν κειμένων ἐν Θεσσαλίᾳ.
§142ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐξάγεται.
§143ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πῶς ἐξάγεται; Νομίζω ὅτι, ἂν εἰς τὸ 1ον ἄρθρον, μετὰ τὰς λέξεις «πᾶς δανειστής, τῇ ἐπισπεύσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο κατάσχεσις ἀκινήτου πρὸ τῆς 11 Ἀπριλίου 1897, κειμένου εἰς τὴν περιφέρειαν ὑποθηκοφυλακείου», προστεθῇ «ὑπαγομένου εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα Λαρίσης, Καρδίτσης, Τρικκάλων καὶ Βόλου», περιορίζεται τὸ πρᾶγμα ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἀνάγκη, καὶ δὲν γίνεται νόμος γενικός. Δὲν ἀρκεῖ δὲ μόνον, ἂν εἴπωμεν ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα Τυρνάβου καὶ Φαρσάλων. Τοὐλάχιστον ἂς προστεθῇ τοῦτο: «ὅλων τῶν ὑποθηκοφυλακείων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Πρωτοδικείων Λαρίσης», καὶ τότε ἐννοεῖται. Βεβαίως αἱ νῦν δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ αἴρουσι τὴν ἀμφιβολίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔχῃ ὁ νόμος ἀνάγκην νὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν πρακτικῶν καὶ νὰ μὴ συνάγηται ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου ἡ ἔννοιά του ἀναμφιβόλως.
§144Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Βεβαίως εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ἐκ Ναυπλίας Βουλευτοῦ.
§145Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς τελευταίας παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας ἀπαντῶ, ὅτι ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου ἀρκεῖ· ἐὰν δὲ δὲν ἀρκεῖ, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὴν προσθήκην, διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται περὶ μόνον τῶν ὑποθηκοφυλακείων Τυρνάβου καὶ Φαρσάλων...
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁρίσατέ το λοιπόν.
§147ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν. Ἐὰν πρόκειται νὰ ὁρισθῇ ὡς λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ, καὶ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὸ «ὑποθηκοφυλακείου» αἱ λέξεις «ὑπαγομένου εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Πρωτοδικείων Λαρίσης, Καρδίτσης καὶ Τρικκάλων».
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μετὰ τὰς λέξεις «κειμένου εἰς τὴν περιφέρειαν ὑποθηκοφυλακείου», θὰ προστεθῇ: «ὑπαγομένου εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Πρωτοδικείων Λαρίσης, Καρδίτσης καὶ Τρικκάλων».
§149ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Διάλογοι).
§150Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀφοῦ θέλετε ἔγγραφον ἀπόδειξιν, ὅτι ὑπῆρχε κατάσχεσις καὶ ἔχει ἀπολεσθῆ τὸ ἀποδεικτικὸν τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα, ὑπάρχει δὲ τὸ ἐπιδοτήριον τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην...
§151ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ κατασχέσεως. Δὲν ἕπεται ὅτι, ἐπειδὴ ἐκοινοποίησεν ὁ δανειστὴς εἰς τὸν ὀφειλέτην, ἐνέγραψε τὴν κατάσχεσιν.
§152Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει τὸ τεκμήριον.
§153ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐπὶ τεκμηρίων δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν.
§154Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο: ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ τὸ ἀποδεικτικὸν τοῦτο, ὑπάρχει τεκμήριον, ὅτι ἔκαμε τὴν ἐγγραφὴν τῆς κατασχέσεως· ὅπως δὲ ἀπωλέσθησαν τὰ ἄλλα βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπώλεσεν ὁ δανειστὴς καὶ τὸ ἐπιδοτήριον ἐκεῖνο, τὸ ἀποδεικνῦον τὴν κοινοποίησιν τῆς δηλοποιήσεως, νὰ ὑπάρχῃ δὲ μόνον τὸ ἀποδεικτικὸν τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην (διάλογοι)... Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸ παραδέχεται.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ παραδέχεται.
§156Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ παραδέχομαι.
§157Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν δὲν εἶναι ἀπολύτως ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ προλαλήσας περὶ τοῦ τεκμηρίου, τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὸ ἐπιδοτήριον τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην, οὐχ ἧττον ὅμως εἶναι ἓν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα μετ’ ἄλλων δύνανται νὰ βελτιώσωσι τὴν θέσιν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον ζημιοῖ. Διότι τί λέγει; πάντες, ὅσοι δὲν ἔχουν ἐπιδοτήρια τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὰ βιβλία, αὐτοὶ χάνουν πᾶν δικαίωμα, καὶ μόνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς νέας ἐγγραφῆς ἀποκτῶσι δικαίωμα, ἑπομένως οἱ ἀποκτήσαντες οἱονδήποτε δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου δύνανται νὰ τὸ ὑποστηρίξωσιν ἀπέναντι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐπιδοτήριον ἐγγραφῆς τῆς κατασχέσεως. Λέγω λοιπόν, ὅτι, ἀφοῦ αὐτοὺς τοὺς ἀναγκάζομεν μόνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς νέας ἐγγραφῆς νὰ ἔχωσι δικαίωμα ἐγγραφῆς τῆς κατασχέσεως, καλλίτερον νὰ μὴ ὁρίσῃ τίποτε ὁ νόμος περὶ αὐτῶν, καὶ νὰ ἀφήσῃ νὰ διεκδικήσουν τὰ δικαιώματά των ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ὁπότε τὰ δικαστήρια, προκειμένου περὶ καταστροφῆς τῶν βιβλίων, δυνατὸν διὰ διαφόρων ἄλλων ἀποδείξεων, τὰς ὁποίας θὰ διατάξωσι, καὶ τὰς ὁποίας δύνανται οἱ δικαιοῦχοι νὰ προσαγάγωσι, νὰ τοῖς δώσωσι πολὺ προγενεστέραν προτεραιότητα παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τοῖς δίδει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως ν’ ἀποφύγωσιν οἱ δικαιοῦχοι τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχουσι μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς νέας ἐγγραφῆς. Σημειώσατε δὲ, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου καὶ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐγγραφῆς πόσα δύνανται νὰ συμβῶσι.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε προτείνετε τὴν ἀπάλειψιν ἀπὸ τῶν λέξεων «ἄλλως, ἐν ἐλλείψει τοιούτου ἀποδεικτικοῦ» κλπ.;
§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα· διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιζημιώτερον ἢ ὠφελιμώτερον τὸ προτεινόμενον εἰς τοὺς ἔχοντας προηγουμένην κατάσχεσιν καὶ ἀπολέσαντες τὸ ἀποδεικτικὸν τῆς δηλοποιήσεως τῆς κατασχέσεως.
§160Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀπαντήσω, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἐνεγράφη ἡ κατάσχεσις σήμερον καὶ ἐν τούτοις ἔχει κοινοποιηθῆ ἡ κατάσχεσις εἰς τὸν ὀφειλέτην πρὸ δύο μηνῶν, ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἰσχύει ἡ κατάσχεσις. Εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν τὴν ἐνέγραψε σήμερον. Λοιπὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐγγραφῆς, δὲν εἶναι ἀκριβές· ἐὰν ὁ ἐγγράψας τὴν κατάσχεσιν ἀποδείξῃ ὅτι ἔχει κοινοποιήσει τὴν κατάσχεσιν εἰς τὸν ὀφειλέτην πρὸ μηνῶν, οὐδόλως βλάπτεται, διότι ἔκτοτε ἰσχύει ἡ κατάσχεσις.
§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιόν σας, μόνον ἐὰν ἔχῃ τις ἀπόδειξιν τῆς δηλοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑποθηκοφύλακα, κανονίζεται ὁριστικῶς καὶ τελειωτικῶς ἡ ἡμέρα τῆς ἐγγραφῆς τῆς κατασχέσεως· ἐὰν ὅμως ἔχῃ ἐπιδοτήριον τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην, δὲν δύναται αὐτὸ νὰ τὸ ἀντιτάξῃ ἐναντίον τινὸς, ὁ ὁποῖος προτείνει δικαίωμα προτεραιότητος, ἢ ὁ ὁποῖος ἀπέκτησεν οἱονδήποτε ἄλλο δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου (διάλογοι). Ἐὰν παρουσιάσητε ἀποδεικτικὸν, ὅτι ἐκοινοποιήσατε τὴν κατάσχεσιν εἰς τὸν ὀφειλέτην, δὲν ἀπεκτήσατε κανὲν δικαίωμα ἐναντίον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος σᾶς λέγει ὅτι, «ἐνῷ σὺ ἐκοινοποίεις κατάσχεσιν, ἐγὼ ἀπέκτησα δικαίωμα ἄλλο», διότι πρέπει νὰ ἔχῃ ἐγγραφῆ ἡ κατάσχεσις εἰς τὰ βιβλία, ἵνα ἀντιταχθῇ.
§162Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου δὲν ἀποδίδει τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀποδίδει εἰς αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· διότι, κατ’ ἐμὲ, συνέπεια τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου ταύτης θὰ ἦναι ἀπώλεια τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησέ τις διὰ τῆς κατασχέσεως· διότι λέγει ἡ παράγραφος αὕτη: «... ἄλλως, ἐν ἐλλείψει τοιούτου ἀποδεικτικοῦ προγενεστέρας δηλοποιήσεως, ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὸ βιβλίον τῶν κατασχέσεων θεωρεῖται γενομένη καὶ ἔχει ἀποτελέσματα ἀπὸ τῆς χρονολογίας τῆς νέας συνεπείᾳ τοῦ παρόντος νόμου γενομένης δηλοποιήσεως.» Παρακαλῶ, ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐγγραφῆς μιᾶς κατασχέσεως ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν ὑποθηκῶν; Ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς· ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγραφῇ νέα ὑποθήκη, ἡ ἐγγραφομένη δὲ ὑποθήκη δὲν δύναται νὰ κατισχύσῃ τῆς ἐγγραφείσης κατασχέσεως, διότι δυνάμει ῥητῆς διατάξεως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατασχέσεως ἀπόλλυσιν ὁ κύριος τοῦ κατασχεθέντος τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλλοτριώσεως αὐτοῦ καὶ ἑπομένως ἀπόλλυσι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως ὑποθήκης, καὶ οἱ δανεισταί του τὸ τῆς ἐγγραφῆς προσημειώσεως. Ἐὰν τοιαῦτα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς κατασχέσεως, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε εἶχον ἐγγεγραμμένην μίαν κατάσχεσιν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀτυχῶς ἀπώλεσαν τὰ ἀποδεικτικὰ τῆς κατασχέσεως; Θὰ ἦναι αὕτη ἡ ἑξῆς: ὅτι ὁ δόλιος ὀφειλέτης καὶ κύριος τοῦ κατασχεθέντος θὰ δύναται μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ δανειστὴς θὰ προέλθῃ εἰς νέαν ἐγγραφὴν τῆς κατασχέσεώς του, θὰ δύναται νὰ χορηγῇ ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου δικαιώματα καὶ ὑποθήκην, θὰ δύναται νὰ συνεννοῆται μετὰ δανειστοῦ του, ὅπως ἐγγράψῃ προσημείωσιν· ἀλλ’ οὕτως ἡ κατάσχεσις καὶ τ’ ἀποτελέσματά της βεβαίως ἀπόλλυνται. Ἀναμφισβητήτως δὲ συνεπάγεται ἀπώλειαν δικαιωμάτων ἡ τελευταία αὕτη παράγραφος, καὶ διὰ τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς τελευταίας παραγράφου, ἡ ὁποία εἶναι οὐδὲν ὀλιγώτερον ἢ δημευτική, διότι συνεπάγεται ἀπώλειαν δικαιωμάτων. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἀποδεικτικοῦ τῆς ἐγγραφῆς συνεπάγεται τὴν ἀναδρομὴν τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔλαβε χώραν, καὶ ἂν ἐνεγράφη μεταγενεστέρως, διότι ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λέγει ῥητῶς, ὅτι «ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὸ βιβλίον τῶν κατασχέσεων θεωρεῖται γενομένη καὶ ἔχει ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς χρονολογίας τῆς νέας συνεπείᾳ τοῦ παρόντος νόμου γενομένης δηλοποιήσεως». Τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου· ἄλλα δὲν θὰ ἔχῃ· Θὰ ἦναι αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, ὅτι θὰ δύναται ὁ κακῆς πίστεως κύριος τοῦ ἤδη κατασχεθέντος κτήματος ν’ ἀπαλλοτριώσῃ αὐτὸ, ἢ νὰ χορηγήσῃ οἱονδήποτε δικαίωμα, ἢ καὶ δικαίωμα ἐγγραφῆς ὑποθήκης ἐπ’ αὐτοῦ. Ψηφιζομένης τῆς διατάξεως ταύτης, ὠφελεῖται ὁ κακῆς πίστεως ὀφειλέτης, ἐπὶ δημεύσει δικαιωμάτων νομίμως κτηθέντων.
§163Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐννοοῦμεν ὅτι ἡ νέα ἐγγραφὴ θὰ ἔχῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἐγγραφὴ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Λοιπὸν, ὅταν λέγωμεν, ὅτι «ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὰ βιβλία τῶν κατασχέσεων θεωρεῖται γενομένη καὶ ἔχει ἀποτελέσματα ἀπὸ τῆς χρονολογίας τῆς νέας συνεπείᾳ τοῦ παρόντος νόμου γενομένης δηλοποιήσεως», ἐννοοῦμεν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἐγγραφὴ τῆς κατασχέσεως. Ἐὰν ἔχῃ ἀποτελέσματα, καὶ ποῖα καὶ πόσα ἔχει, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Τἀποτελέσματα λοιπὸν τῆς ἐγγραφῆς, ὄχι τῆς κατασχέσεως.
§164Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐγγραφῆς εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν γνωρίζω διατὶ νομοθετοῦμεν.
§165Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι, ὄχι ὅπως ἐξασφαλίσῃ τοὺς δανειστὰς, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν τὰς κατασχέσεις, ἀλλ’ ὅπως διευκολύνῃ τὴν ἀξίωσιν, τὴν μὴ στηριζομένην ἄλλως εἰς τὸν νόμον, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, νὰ προσάγωσιν οἱ αἰτοῦντες δάνειον ἐπὶ ὑποθήκῃ πιστοποιητικὸν, ἂν ὑπάρχει ἢ ὄχι κατάσχεσις ἐπὶ τοῦ προσφερομένου εἰς ὑποθήκην ἀκινήτου. Ἡ τοιαύτη ἀξίωσις δὲν φαίνεται οὔτε εὔλογος οὔτε νόμιμος, διότι δὲν βλέπω ποῖα εἶναι τὰ ἐκ τοῦ νόμου ἀποτελέσματα, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα συνεπάγεται ἡ ἐγγραφὴ τῆς κατασχέσεως εἰς τὸ βιβλίον τῶν ὑποθηκῶν. Ὑπάρχει κἀνὲν ἀποτέλεσμα; Ὄχι. Ἀποτελέσματα συνεπάγεται μόνον ἡ κοινοποίησις τῆς κατασχέσεως πρὸς τὸν ὀφειλέτην. Ἐὰν ὁ δανειστὴς ἔχῃ ἐπιδοτήριον, ὅτι ἐκοινοποίησε πρὸς τὸν ὀφειλέτην τὴν κατάσχεσιν, πᾶσα πρᾶξις τοῦ ὀφειλέτου μετὰ τὴν κοινοποίησιν αὐτὴν εἶναι ἄκυρος. Δι’ αὐτὸ ἐκπλήττομαι,— ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω—πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιμένει νὰ λέγῃ, καὶ ἀναγράφει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἔχει ἀποτελέσματα ἡ νέα ἐγγραφὴ, ἀφοῦ οὐδὲν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἡ παλαιά. Πρόκειται λοιπὸν περὶ λέξεων κενῶν ἐννοίας. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οὐδόλως ἔπρεπε νὰ ἐνδώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τοιαύτας ἀξιώσεις πιστωτῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἔχουν. Θέλω νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐὰν τὸ πιστωτικὸν αὐτὸ κατάστημα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοιοῦτον πιστοποιητικὸν ὑποθηκοφύλακος ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάσχεσις, καὶ δώσῃ τὸ δάνειον ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἡ ὑποθήκη αὕτη ἔχει ἰσχὺν, ἐὰν ὑπάρχῃ κατάσχεσις καὶ ἐπιδοτήριον, ὅτι ἐκοινοποιήθη αὕτη εἰς τὸν ὀφειλέτην; Βεβαίως ὄχι. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν πρέπει νὰ ἐνδώσωμεν εἰς τοιαύτην ἀξίωσιν, καὶ νὰ ψηφίζωμεν νόμους ἄνευ ἐννοίας καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος, καταναλίσκοντες χρήσιμον χρόνον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἀπαγορεύεται εἰς τὸν κατασχόντα δανειστὴν, ὁ ὁποῖος τυχὸν ἔχασε τὰ ἐπιδοτήρια τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως πρὸς τὸν ὀφειλέτην καὶ τὸν ὑποθηκοφύλακα, νὰ ἀποδείξῃ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, τὴν ἀπώλειαν τῶν ἐγγράφων τούτων;
§166Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀπαγορεύεται.
§167ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νόμου, ὅστις ἀνατρέπει διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας οὐσιωδεστάτας.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§169Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ὑπεβλήθη πρότασις περὶ διαγραφῆς τῆς τελευταίας περιόδου τοῦ ἄρθρου, εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον διῃρημένως.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε δηλαδὴ νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἄλλως, ἐν ἐλλείψει τοιούτου ἀποδεικτικοῦ» κλπ. μέχρι τέλους τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§171Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ συμπράξωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς, ἀνατρέπονται γνωσταὶ καὶ πάγιαι ἀρχαὶ τοῦ Δικαίου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀντὶ νὰ ζητηθῇ ἡ προστασία τῶν ἀρχικῶν δανειστῶν καὶ δικαιούχων, λαμβάνεται πρόνοια ὑπὲρ τῶν μελλόντων δανειστῶν. Δι’ αὐτοῦ δὲν προστατεύονται προηγούμεναι κατασχέσεις καὶ δηλοποιήσεις κατασχέσεων πρὸ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, ὡς ἔδει, ἀλλ’ εἰσάγεται νομοθεσία ἐναντίον τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου καὶ ἐναντίον τῶν ἀνεγνωρισμένων δικαιούχων, κεκτημένων ἤδη δικαιώματα, διότι κατέσχον τὰ κτήματα τῶν ὀφειλετῶν των καὶ ἐδηλοποίησαν τὴν κατάσχεσιν τῶν ὑποθηκοφυλάκων. Θέλετε νὰ ἴδητε τὸ βάσιμον καὶ δίκαιον τῶν λόγων μου; Θὰ σᾶς φέρω ἀπόδειξιν διὰ τῆς παραγράφου, ἣν ἀτυχῶς ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ καὶ δι’ ἧς ἀναιροῦνται δικαιώματα παλαιῶν κατασχόντων δανειστῶν. Ἐὰν συμβῇ ποτε, συνεπείᾳ τῶν διαπραγματεύσεων, εἰς ἃς εὑρίσκεται ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία πρὸς τὴν Τουρκίαν, νὰ ἀποδοθῶσί τινα ἐκ τῶν ἀπολεσθέντων βιβλίων μετὰ τοὺς δύο μῆνας τῆς προθεσμίας τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν βιβλίων ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ Α προέβη εἰς κατάσχεσιν, ὅτι ἐκοινοποίησε τὴν κατάσχεσιν τῷ ὀφειλέτῃ, ὅτι ἐνέγραψε τὴν κατάσχεσιν εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, καὶ ἔχει συνεπείᾳ ὅλων τούτων τῶν πράξεων ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῷ παρέχουσιν οἱ κείμενοι νόμοι, τί θὰ πράξῃ, πῶς θὰ δικαιωθῇ ὁ δανειστὴς οὗτος ἀπέναντι τῶν διατάξεων τοῦ ψηφιζομένου τούτου νομοσχεδίου; Ἔχομεν πλήρη δήμευσιν τῶν δικαίων του! Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ἢ ὄχι; Δεύτερον, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Πολιτικὴ ἡμῶν Δικονομία ἔχει προνοήσει περὶ τοιούτων ἀπωλειῶν βιβλίων εἴτε ἐξ ἐμπρησμοῦ, εἴτε ἐξ ἐξαφανίσεως, καὶ αἱ περὶ τούτων ἀποδείξεις ἔχουσι καθορισθῆ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ προνοοῦντος διὰ τὰ συμφέροντα τῶν Τραπεζῶν καὶ ὄχι τῶν δανεισθησομένων καὶ δικαιούχων, τί γίνεται; Αἴρονται αὐταὶ αἱ γενικαὶ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Δύναταί τις νὰ προσκομίσῃ ὅλα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, εἴτε ἐγγράφως εἴτε ἐμμαρτύρως, καὶ πάντα ταῦτα νὰ ἦναι μηδὲν, χάρτης ἄγραφος, ἐὰν δὲν προσαχθῇ τὸ ἐπιδοτήριον τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως. Ἀναιροῦνται δὲ οὕτω δικαιώματα οὐσιωδέστατα. Ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ βλέπομεν διάταξιν κυροῦσαν ὅλας τὰς ἀδικίας, ἃς εἶπον, διότι λέγει τὸ ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Αἱ μὴ ἐγγραφεῖσαι συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου κατασχέσεις ἐντὸς τῆς δι’ αὐτοῦ τασσομένης προθεσμίας θεωροῦνται ὡς μηδέποτε δηλωθεῖσαι εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑποθηκοφύλακα· ἐὰν δὲ δηλωθῶσι μετὰ τὴν προθεσμίαν, ἡ δήλωσις ἰσχύει μόνον ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς αὐτῆς.» Εἶναι δυνατὸν ἡ διάταξις αὕτη νὰ γείνῃ ἀφετηρία, ὥστε πάντες οἱ ἰδιοκτῆται κτημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον κατασχεθῆ καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀφειλέται, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ τὸ περίφημον αὐτὸ ἀποδεικτικὸν τῆς δηλοποιήσεως τῆς κατασχέσεως, νὰ συνάψωσι ψευδεῖς σχέσεις, ψευδεῖς συμβάσεις περὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἢ καὶ νὰ μεταβιβάσωσιν αὐτὰ εἰς συγγενεῖς των. Αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου διδάσκουσι καὶ προάγουσι τὴν ἀνηθικότητα εἰς τοὺς πολίτας. Εἶναι δὲ πράγματα αὐτά, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταγίνηται καὶ νὰ τὰ συζητῇ ἡ Βουλή; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου 7 τοῦ ἄρθρου 885 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§173Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ;
§174Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαιότατα.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§176Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι θέλω συντελέσει καὶ ἐγὼ, ὅπως διασκευασθῇ τὸ νομοσχέδιον οὕτως, ὥστε νὰ ἐκπληροῖ τὸν σκοπόν του, διότι, ὅπως ἔχει, ὄχι μόνον δὲν ἐκπληροῖ τὸν φιλάνθρωπον σκοπόν του, ἀλλὰ τοὐναντίον θέλει καταστρέψει τὴν πίστιν, τῆς ὁποίας ἀπόλυτον ἀνάγκην πρὸ παντὸς ἔχουσιν οἱ γεωργοί. Πάντες, κύριοι Βουλευταί, ἀναγνωρίζετε, ὅτι ἡ κοινωνικὴ τάξις, ἡ ἔχουσα ἀνάγκην τῆς μερίμνης τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πάσης προστασίας, εἶναι ἡ γεωργικὴ τάξις, ἥτις ἔχει ἐγκαταλειφθῇ εἰς τὴν τύχην της. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι σκοπὸς τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ προστασία τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν· φοβοῦμαι ὅμως, ὅπως ἔχει διατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, μήπως ἀντὶ πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ, ἐπέλθῃ ἐναντίον ἀποτέλεσμα, ἢ τοὐλάχιστον, ἐὰν ψηφισθῇ ὡς ἔχει, μήπως ἀποβῇ τελείως ἄκαρπον. Πάντες παραπονούμεθα, καὶ δικαίως, κατὰ μικροκεφαλαιούχων τινῶν, οἵτινες ἐκμυζῶσι τὴν δύναμιν τῶν γεωργῶν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καθιστῶσιν αὐτοὺς τελείως ἀνικάνους πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ γεωργικοῦ των ἐπαγγέλματος, διότι οἱ μικροκεφαλαιοῦχοι ἐκεῖνοι, ἐκμεταλλευόμενοι τὰς ἀνάγκας, εἰς ἃς εὑρίσκονται οἱ γεωργοί, δὲν διστάζουσι νὰ διαθέτωσι τὰ μικρὰ αὑτῶν κεφάλαια ἐπὶ τόκοις μυθικοῖς. Γνωρίζω μικροκεφαλαιοῦχον τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος ἐτόκισε 10% τὴν ἡμέραν, — ἂν δύνασθε, εὕρετε πόσον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν κατ’ ἔτος.—Εἶχε γραμμάτιον, δι’ οὗ ὁ ὀφειλέτης ὑπέσχετο νὰ πληρόνῃ τῷ δανειστῇ μίαν δεκάραν ἑκάστην ἡμέραν ἐφ’ ἑκάστης δραχμῆς. Ἀλλ’ ὁ μικροκεφαλαιοῦχος ἐκεῖνος ἐδάνεισεν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, διότι ὁ ὀφειλέτης ἐστερεῖτο παντελῶς πίστεως. Γνωρίζω ὅμως ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὑπάρχουσι μικροκεφαλαιοῦχοι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, οἱ ὁποῖοι δανείζουσιν ἀξιόχρεους ὀφειλέτας πρὸς 5% κατ’ ἔτος, καὶ τοιαῦτα συμβόλαια διὰ μεγάλα κεφάλαια ἄπειρα ἔχουσι συνταχθῆ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἐπὶ τοιούτοις ὅροις δὲν δανείζουσιν οὔτε αἱ Τράπεζαι ἐν Ἀθήναις.
§177Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πέντε τοῖς ἑκατὸν κατὰ μῆνα εἶναι ὁ συνήθης τόκος ἐν Θεσσαλίᾳ.
§178ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀγορεύοντα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅπερ μετεβλήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς νόμον τοῦ Κράτους, καὶ θέλει, ἐὰν κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, γείνῃ νόμος τέλειος, ὅτι ἐργασία γίνεται πρὸς μετατροπήν τινα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τοιαύτην, ὥστε νὰ προστατεύσῃ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα πολὺ δειλὰ κατέστησαν, ὅπως ἐξέρχωνται τῆς κρύπτης των εἰς κυκλοφορίαν. Ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω σκέψεις μού τινας περὶ τούτου. Ἡ Πολιτικὴ ἡμῶν Δικονομία τῳόντι εἶναι σύστημα ἐν ὅλῳ σοφόν, ὑπάρχουσιν ὅμως ἐν αὐτῇ διατάξεις τινὲς, αἵτινες παρέλκουσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὰς δίκας, ὥστε πολλοὶ ἐκ τῶν καταγινομένων εἰς τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα συμβουλεύουσι τοὺς πελάτας αὑτῶν, ἐὰν μὲν ἔχωσι δίκαιον, νὰ μὴ προστρέχωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ἐὰν δ’ ἔχωσιν ἄδικον, νὰ προστρέχωσι, διότι, κατὰ τὸν μηχανισμὸν διατάξεών τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, βεβαίως ὁ ἔχων ἄδικον θὰ ἐξέλθῃ εὐχαριστημένος ἐκ τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος. Τρία εἶναι τὰ κεφάλαια, ἅτινα καθιστῶσι τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν ἐπιβλαβῆ καὶ ὄχι ἐπωφελῆ. Πρῶτον τὸ νὰ ἐπιτρέπηται τοῖς διαδίκοις γὰ προτείνωσιν ἀντιφατικὰς ἐνστάσεις. Ἐνάγεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ὁ δανεισθεὶς ὀφειλέτης παρὰ τοῦ δανειστοῦ, καὶ ἀντιτάσσει κατ’ αὐτοῦ, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ἔχῃ τοῦτο συνέπειαν καὶ χωρὶς οἱ δικασταὶ νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ἐφαρμόζωσι τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ἀντιτάσσει, λέγω, τὰ ἑξῆς: «Πρὸ δύο ἐτῶν, ὅτε ἐδανείσθην, ἤμην ἀνήλικος, ἤδη δὲ εἶμαι παρήλικος, καὶ δέον νὰ μὴ ἀπαγγελθῇ κατ’ ἐμοῦ προσωπικὴ κράτησις!» Καὶ τὸ δικαστήριον ἐξετάζει ἀμφοτέρας τὰς ἐνστάσεις. Ἢ ἀντιτάσσει ὁ ὀφειλέτης, ὅτι ἡ ἐν τῷ γραμματίῳ ὑπογραφή του δὲν εἶναι γνησία, ἄλλως ὅτι ἐξώφλησε. Διατάσσονται δι’ ἀμφότερα τὰ θέματα ἀποδείξεις, καὶ ὅταν ὁ δικαστὴς δὲν διακρίνηται ἐπὶ ἐπιμελείᾳ, ἐκδίδει μίαν ἀπόφασιν διὰ τὸ ἓν θέμα, καὶ ὅταν ἡ δίκη περιηγηθῇ ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς διαδικασίας καὶ ὅλα τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους, ἐπανέρχεται εἰς τὸ πρωτόδικον δικαστήριον, ἵνα τοῦτο ἐξετάσῃ τὴν ἄλλην ἔνστασιν, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2. Δι’ ἑκάστην ἔνστασιν γίνεται μία περιήγησις τῆς δίκης εἰς ὅλα τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους, καὶ ἕνεκα τούτου οὐδεμία δίκη περατοῦται ἐν Ἑλλάδι. Αἰτία τούτου αἱ διατάξεις τῆς Δικονομίας, αἱ ἐπιτρέπουσαι ἀντιφατικὰς ἐνστάσεις, καὶ ἡ δειλία τῶν δικαστῶν, οἵτινες δὲν τιμωροῦσι τοὺς δικηγόρους τοὺς καταφεύγοντας εἰς τοιαύτας ἐνστάσεις. Ἀλλὰ μέχρις οὗ ἀποδειχθῇ τὸ ἀνυπόστατον ἢ μὴ τῶν τοιούτων ἐνστάσεων, ὁ διατάξας ἀποδείξεις δικαστής, καὶ ἂν ᾖναι ἐν τῇ ζωῇ, βεβαίως δὲν θὰ ᾖναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων καὶ αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ μένουσιν ἀνεφάρμοστοι ἀπέναντι τοῦ στρεψοδίκου διαδίκου. Δεύτερον ἐλάττωμα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι τὸ ἀδύνατον τῆς περιστολῆς κακῶν ἕξεων μερικῶν δικηγόρων, πρὸ πάντων εἰς τὰ δικαστήρια τὰ πάσχοντα ἀπὸ πληθώραν ἐργασίας. Κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας καὶ τὰ καθιερωμένα παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ, ὁ Πρόεδρος ὁρίζει τὸν χρόνον, καθ’ ὃν οἱ πληρεξούσιοι τῶν διαδίκων καταθέτουσι τὰς προτάσεις αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως συμβῇ, δικηγόρος τις νὰ ἔχῃ μέγα ἐνδιαφέρον διὰ τὸ συμφέρον τοῦ πελάτου του, κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν προτείνει εἰς τὰς ἐγγράφους προτάσεις του ἰσχυρισμούς, ὧν οὐδεμίαν εἴδησιν λαμβάνει ὁ ἀντίδικός του, οὗ ἕνεκα δὲν ἀρνεῖται εἰδικῶς τούτους, τὸ δὲ δικαστήριον δέχεται ὡς ὡμολογημένους τοὺς τοιούτους ἰσχυρισμούς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Δικονομία πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, ὥστε τὸ δικαστήριον νὰ δέχηται ὡς ὡμολογημένας μόνον τὰς ἐνστάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ῥητῶς δέχονται οἱ διάδικοι, τὰς δὲ ἄλλας νὰ ἐξετάζῃ ἐξ ἐπαγγέλματος. Πρὸ δύο ἐτῶν εἶδον ἀπόφασιν ἀμερικανικοῦ δικαστηρίου, ἥτις ἐστάλη εἰς Τρίπολιν πρὸς ἐκτέλεσιν. Ἡ τοιαύτη ἀπόφασις ἐξήταζεν ἐξ ἐπαγγέλματος ἐνστάσεις προτεινομένας καὶ τοὺς ἐν τῇ ἀγωγῇ ἰσχυρισμοὺς ἐρήμην τοῦ ἐναγομένου. Τὸ δικαστήριον διέταξε καὶ διεξήχθησαν ἀποδείξεις, μετὰ δὲ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῶν δὲν ἠρκέσθη εἰς ταύτας, διὰ νὰ δεχθῇ τὴν ἀγωγήν, ἀλλ’ ἐπέβαλε καὶ ὅρκον, πρὸς τελείαν ἀπόδειξιν τῆς ἀγωγῆς. Ἐπεθύμουν οὕτω νὰ ἴδω διαμορφουμένην τὴν Δικονομίαν ἡμῶν κατὰ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, τί νὰ εἴπῃ τις διὰ τὸ κεφάλαιον περὶ ἐκτελέσεως; Ἀγωνίζεται τις ἐπὶ αἰῶνα διὰ νὰ λάβῃ τελεσίδικον ἀπόφασιν, καὶ ὅταν λάβῃ ταύτην, μεταβαίνει πρὸς ἐκτέλεσιν, καὶ ἐκεῖ εὑρίσκεται πρὸ ἄλλων οὐσιωδῶν προσκομμάτων πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δίκαιον, καὶ ἀντὶ νὰ ἐνισχύσητε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, τοὐναντίον δημιουργεῖτε νέας ἐνστάσεις εἰς τὸν στρεψόδικον ὀφειλέτην καὶ τὸν στρεψόδικον δικηγόρον, καὶ συντελεῖτε εἰς τὸ ἀδύνατον τῆς ἐκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Κατὰ τὸ ἄρθρον 885 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ἕβδομον ἐδάφιον τοῦ ὁποίου μεταρρυθμίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐξαιρεῖται ἐν ἐδαφίῳ μὲν 4 (καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι κακῶς ἔχει ἡ διατύπωσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου) «ἡ ἐπὶ ὀκτὼ τουλάχιστον ἡμέρας διὰ τὸν ὀφειλέτην καὶ τὴν οἰκογένειάν του ἀναγκαία ζωοτροφία», τὸ δὲ ἐδάφιον 7, τοῦ ὁποίου ἡ μεταρρύθμισις κυρίως ζητεῖται, ἔχει οὕτω: «ἐπὶ γεωργῶν, εἷς βοῦς ἢ μία δάμαλις, ἢ δύο αἶγες, ἢ εἷς ὄνος, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὀφειλέτου». Ἐνδεχόμενον τὰ ἐξαιρούμενα πάσης κατασχέσεως νὰ ᾖναι μικροῦ λόγου ἄξια, ἀλλ’ ἡ διατύπωσις, ὡς ἔχει ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, εἶναι σαφεστάτη. Ἔχετε ἕνα βοῦν; δὲν δύναμαι νὰ σᾶς τὸν κατάσχω, ἀδιάφορον ἂν ὁ βοῦς ἐκεῖνος εἶναι ἀροτὴρ ἢ δὲν εἶναι ἀροτήρ. Νῦν δὲ τί θεσμοθετοῦμεν; Ἀκούσατε τὰς δίκας, τὰς ὁποίας προκαλεῖτε, ἀκούσατε τοὺς ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους θέτετε εἰς τὸ στόμα τῶν στρεψοδίκων δικηγόρων καὶ τῶν κακῆς πίστεως διαδίκων. Τὸ ἕβδομον ἐδάφιον τοῦ 885 ἄρθρου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας μεταμορφοῦται οὕτω: «ἐπὶ γεωργῶν ἐξαιροῦνται τῆς κατασχέσεως τρία ἀροτριῶντα κτήνη καὶ ἓν μεταγωγικόν». Ὑποθέσατε ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὀφειλέτης εἰς τὸν Α δανειστὴν, ὁ ὁποῖος, μετὰ πολλὰς περιηγήσεις τῆς ἀγωγῆς του εἰς ὅλα τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους, κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ μίαν τελεσιδικίαν κατ’ ἐμοῦ, ὅστις ἔχω εἰς τὴν κυριότητά μου τέσσαρα ζῷα παντὸς εἴδους, χωρὶς εἴδησιν περὶ γεωργίας, καὶ τὰ τέσσαρα αὐτὰ ζῷα ἔρχεται νὰ κατάσχῃ ὁ δανειστής μου· παρουσιάζομαι τότε ἐγὼ καὶ τῷ λέγω: «Ἄ! Κύριε, δὲν δύνασθε νὰ τὰ κατάσχητε, διότι τὰ τρία ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀροτριῶντα, τὸ ἓν δὲ μεταγωγικόν». Δι’ αὐτὸ λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ μὴ τεθῇ τοιοῦτος ὁρισμὸς εἰς τὰ ἀκατάσχετα ζῷα, διότι πᾶν ζῷον θὰ γίνηται ἀροτριῶν, ὅταν πρόκειται νὰ κατασχεθῇ, καὶ ἐνῷ θὰ γίνωνται ἀροτριῶντα πρὸς τροφὴν τῆς στρεψοδικίας, τοὐναντίον τὰ πραγματικῶς ἀροτριῶντα κτήνη θὰ κατάσχωνται, καὶ δὲν θὰ προστατεύωνται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον μεταβάλλετε, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας πᾶσα ἔνστασις προτεινομένη κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν πρέπει νὰ ἦναι ἐκκαθαρισμένη. Κατάσχετε τοῦ ὄντως γεωργοῦ τὸ ἀροτριῶν κτῆνος, τὸ ὁποῖον ἔχει, καὶ σᾶς λέγει τὸ δικαστήριον «ἡ ἀγωγὴ τοῦ ὀφειλέτου εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι δὲν εἶναι καθαρισμένη ἡ ἔνστασις, καθ’ ἣν τὸ κατασχεθὲν εἶναι ἀροτριῶν, ἀφοῦ δὲν ἀποδεικνύεται»...
§179ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς;
§180ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ ἀμέσως ἡ ἰδιότης τοῦ κτήνους· ἄλλως, ἂν τὸ πάρῃ ὁ κλητὴρ ὡς μὴ ἀροτριῶν, τοιοῦτον θὰ μείνῃ. Ἔχει κανὲν χαρακτηριστικὸν τὸ ἀροτριῶν, ὥστε ὁ κλητὴρ νὰ τὸ διακρίνῃ καὶ νὰ ἀποτραπῇ ἀπὸ τῆς κατασχέσεως; Εἶναι ζήτημα ἀποδείξεως· ἀλλ’ ἐπιτρέπονται κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀποδείξεις περὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ κτήνους; Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἐπιθυμῶ, τὸ νομοσχέδιον νὰ μεταρρυθμισθῇ ἐπὶ τὸ τελειότερον... Μία φωνή. Ἆ!
§181ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λέγετε «ἃ!», διότι ἐγὼ εἶμαι δικηγόρος καὶ ὁμιλῶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ νόμου. Δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος, ἂν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐργασθῇ μίαν ὥραν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔχει μεγαλειτέραν πεῖραν ὅλων ἡμῶν, καὶ διῆλθον τόσαι ὑποθέσεις ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ του γραφείου, ὅσας ἡμεῖς οἱ νεώτεροι δὲν εἴδομεν μέχρι τοῦδε. Λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα μελετηθῇ μᾶλλον ἐπισταμένως.
§182Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τί ζητεῖτε;
§183ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί ζητῶ· νὰ καθορισθῇ, πῶς θ’ ἀποδεικνύηται ἡ ἰδιότης τοῦ κτήνους, ὅτι εἶναι ἀροτριῶν, ἢ νὰ λείψῃ ἡ ἰδιότης τοῦ ἀροτριῶντος· δεύτερον, ὁποίου εἴδους εἶναι τὰ ἀροτριῶντα καὶ ὁποίου τὰ μεταγωγικὰ, διότι ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ ἡ ἀροτρίωσις γίνεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δι’ ἵππων. Ἂν ἐξαιρέσητε τούτους καὶ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα γεωργὸν νὰ ἔχῃ ἀκατασχέτους τρεῖς ἵππους ἀροτριῶντας καὶ ἕνα μεταγωγικόν, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν προστατεύετε τοὺς γεωργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην προστασίας, ἀλλὰ προστατεύετε τοὺς στρεψοδίκους ἐκείνους ἀρχοντοχωριάτας, κατὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ δικαστικὴ ἀπόφασις, διότι ὁ ἔχων τρεῖς ἀροτριῶντας ἵππους καὶ ἕνα μεταγωγικὸν, ἀξίας τὸ ὅλον 2–3 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, αὐτὸς εἶναι κεφαλαιοῦχος ἐν τοῖς χωρίοις, καὶ δὲν εἶναι ἄξιος προστασίας, καὶ ἐκεῖνος εἶναι στρεψόδικος· διότι ὁ πτωχὸς καὶ ἀδύνατος ὀφειλέτης θὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του, καὶ οἱ λίθοι θὰ σᾶς συνδράμωσιν, ἂν προβῆτε εἰς ἐκτέλεσιν κατὰ τοῦ πτωχοῦ χωρικοῦ, τοὐναντίον δὲ, οὐδεὶς θὰ σᾶς δώσῃ χεῖρα βοηθείας, ἂν προβῆτε ἐναντίον χωρικοῦ ἔχοντος θέσιν τινὰ ἐν τῷ χωρίῳ. Δι’ αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ ὁρίσητε, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ τὴν ποσότητα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ, ὡς τὴν ὁρίζετε, εἰς τρία ἀροτριῶντα καὶ ἓν μεταγωγικὸν, τὴν εὑρίσκω μεγάλην...
§184ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν δύνανται νὰ ἀροτριώσωσιν, ἂν δὲν ἔχουν τρεῖς καὶ τέσσαρας ἀροτῆρας.
§185ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλίας, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ πάντες οἱ γεωργοὶ δὲν δύνανται νὰ καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγρούς των, ἐὰν δὲν ἔχωσι τρεῖς ἢ τέσσαρας βοῦς.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τουλάχιστον τρεῖς.
§187ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δέχομαι αὐτό· ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τρεῖς καὶ τέσσαρας βόας, ποτὲ δὲν θὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἴδωσι τὰ κτήνη αὑτῶν κατασχόμενα. Καὶ διατί; Διότι ὁ ἔχων τέσσαρα ἀροτριῶντα κτήνη, βεβαίως θὰ ἔχῃ καὶ ἔκτασιν γαιῶν νὰ καλλιεργῇ, καὶ ὁ ἔχων τοσαύτην ἔκτασιν γαιῶν εἶναι εὔπορος, καὶ βεβαίως θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ πληρόνῃ τὰ χρέη του, βεβαίως ὁ δανειστὴς θὰ κατάσχῃ τὰ ἀκίνητα αὐτοῦ, ὄχι ἐκ φιλανθρωπίας, ἀλλὰ διότι ἡ ἐκτέλεσις ἐπὶ ἀκινήτων εἶναι εὐκολωτέρα παρὰ ἐπὶ κινητῶν. Πλὴν τῆς ἐξαιρέσεως τῆς κατασχέσεως τεσσάρων ἀροτριώντων κτηνῶν,—καὶ δὲν εἶναι μόνον βόες ἀροτῆρες, εἶναι καὶ ἵπποι, ἕκαστος τῶν ὁποίων ἔχει ἀξίαν τοὐλάχιστον 500 δραχμῶν· εἰς τὴν πατρίδα μου ἔχουσιν ἵππους, διὰ τῶν ὁποίων ἀροτριῶσι, ἀξίας 1000 δρ. ἕκαστον...
§188ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγετε! (γελᾷ).
§189ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ γελᾶτε, παρακαλῶ; Νομίζετε ὅτι δύνασθε διὰ τοῦ τυχόντος ἵππου νὰ σχίσητε, νὰ καλλιεργήσητε τὴν γῆν; Πρέπει νὰ ἔχητε ἵππον πρώτης τάξεως· καὶ ποίαν ἀξίαν ἔχει ὁ πρώτης τάξεως ἵππος, τὸ γνωρίζετε ὅλοι. Πλὴν λοιπὸν τοῦ ἀκατασχέτου τῶν τεσσάρων κτηνῶν, —καὶ πρέπει νὰ καθορισθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πῶς θ’ ἀποδεικνύηται ἡ ἰδιότης τοῦ ἀροτριῶντος καὶ τοῦ μεταγωγικοῦ κτήνους,—ἐξαιροῦνται ἐκ τῆς κατασχέσεως γεωργικὰ ἐργαλεῖα καὶ σκεύη ἀξίας τριακοσίων δραχμῶν. Εἰς τὴν πατρίδα μου καλλιεργοῦν μὲ ἄροτρα γερμανικὰ, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἐσχάτως ἀπέστειλεν ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖ διὰ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων. Ἕκαστον αὐτῶν τῶν ἀρότρων ἀξίζει ἑβδομήκοντα δραχμὰς, καὶ ἑβδομήκοντα ἡ σβάρνα, ἔχομεν 140· ὑμεῖς νομοθετεῖτε νὰ ἐξαιρῶνται τῆς κατασχέσεως ἐργαλεῖα ἀξίας τριακοσίων δραχμῶν· Θέλετε λοιπὸν τὸν γεωργὸν κεφαλαιοῦχον. Ἀλλ’ ὁ κεφαλαιοῦχος πρέπει νὰ πληρόνῃ τὰ χρέη του...
§190Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὸ κάρρο του;
§191ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κάρρο εἰς τὸν τόπον μου θεωρεῖται μεταγωγικὸν μέσον καὶ ὄχι σκεῦος ἀροτριώσεως· ὁ ἔχων δὲ κάρρον θὰ πληρόνῃ ἐπιτήδευμα, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θὰ ἔχῃ ποτέ. Τί δὲ θέλει συμβῆ ἐκ τούτου; Ὁ ὀφειλέτης, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς κατασχέσεως θέλει προστρέχει εἰς δικηγόρον, καὶ τότε ὅ,τι τοῦ ἀφίσει ὁ δανειστὴς θὰ τοῦ τὸ πέρνῃ ὁ δικηγόρος. Λοιπὸν θέλω νὰ διασκευασθῇ οὕτω πῶς τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ μὴ περιπίπτῃ εἰς χεῖρας τῶν δικηγόρων ὁ πτωχὸς γεωργός. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκατανόητον δι’ ἐμὲ, πολλῷ δὲ μᾶλλον διὰ τὸν εἰρηνοδίκην τῶν Κουκουβαούνων, καὶ πολὺ περισσότερον διὰ τὸν κλητῆρα τῆς ἐκτελέσεως, εἶναι ἡ διατύπωσις τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ σπόρου, διότι πᾶς δημητριακὸς καρπὸς θὰ ἦναι ἀκατάσχετος. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως τὸ διατὶ (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιρεῖται τῆς κατασχέσεως καὶ ἡ πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς καλλιεργείας μέχρι τῆς προσεχοῦς συγκομιδῆς ἀπαιτουμένη σπορὰ, ἥτις δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ (τοῦ ὀφειλέτου) κατὰ τὸ τελευταῖον πρὸ τῆς κατασχέσεως γεωργικὸν ἔτος σπαρὲν ποσὸν σπόρου». Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, πόσα ἀποδεικτικὰ μέσα θέλετε νὰ θέσω εἰς τὴν διάθεσίν σας, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ σπόρου, ὃν ἐσπείρατε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος; Εἶναι πολὺ δυσδιάκριτον τοῦτο. Θὰ βλέπητε λοιπὸν ἀποθήκας πεπληρωμένας δημητριακῶν καρπῶν παντὸς εἴδους, καὶ ὁ κλητὴρ νὰ μὴ τολμᾷ νὰ εἰσέλθῃ, διότι ὁ ἰδιοκτήτης ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι σπόρος, ὃν θὰ σπείρῃ κατὰ τὸν μῆνα ἐκεῖνον, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ κλητὴρ, πρὶν ἔλθῃ ὁ Ἰούνιος, νὰ κατάσχῃ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὁρίσητε, ποία ποσότης πρέπει νὰ μένῃ ἀκατάσχετος, διότι ἄλλως ὅλαι αἱ ἀποθῆκαι τῶν μικρεμπόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρὸς βλάβην τοῦ πτωχοῦ πληθυσμοῦ συλλέγουν καὶ ἀποταμιεύουσι τὸν σῖτον, τὸν ὁποῖον πωλοῦσιν εἰς ὑψηλὰς τιμὰς κατὰ τὸν χειμῶνα, θὰ ἦναι πλήρεις σίτου, θὰ σᾶς λέγουν δὲ οἱ ἔμποροι οὗτοι περὶ τοῦ σίτου αὐτοῦ: «εἶναι ὁ σπόρος, τὸν ὁποῖον θὰ σπείρω ἀπὸ τὸν Ἰανουάριον μέχρι τοῦ Ἰουνίου ἢ Αὐγούστου· δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν κατάσχητε». Θέσατε λοιπὸν ἓν ὅριον, μέχρι τέλους Νοεμβρίου τοὐλάχιστον, διότι ἡ σπορὰ τότε ἔχει τελειώσει· ὁρίσατε τὴν ἐποχὴν καὶ τὴν ποσότητα ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀφίνητε ἀκατάσχετον διὰ τοὺς γεωργοὺς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων γίνεται τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν γίνεται διὰ τοὺς μεγαλοκτηματίας. Ὁ κύριος Μανέτας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου εἶναι ὁ μεγαλείτερος κτηματίας, καὶ αἱ ἀποθῆκαί του εἶναι πεπληρωμέναι δημητριακῶν καρπῶν· κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ: «αὐτὸς εἶναι ὁ σπόρος, διότι θὰ σπείρω τοὺς ἀγρούς μου πάλιν ἐφέτος». Φρονῶ ὅτι δὲν ἔχετε σκοπὸν νὰ προστατεύσητε τὸν κύριον Μανέταν, ἀλλὰ τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἔχῃ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, κτήνη καὶ σπορὰν, διὰ νὰ ἐργάζηται. Ταῦτα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν σας, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ τὰ ὑποβάλω κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅπως λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ τὰ μελετήσητε, καὶ ἄν τινα τούτων εὕρητε ὀρθὰ, νὰ τὰ παραδεχθῆτε, πρὸ πάντων δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλάξητε ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων νομοθετεῖτε, ἀπὸ τοὺς δικηγόρους καὶ τὰ δικαστήρια, μήτε ἐμοῦ ἐξαιρουμένου.
§192Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ἐφωτίσθη ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὴν ἀγόρευσίν σας, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον θὰ ὠφεληθῶσιν ἐξ αὐτῆς οἱ στρεψόδικοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διδαχθῶσιν ἐξ αὐτῆς ἐν ἄκρᾳ τελειότητι καὶ θὰ ἐφαρμόζωσι τὰς ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας ἀνεπτύξατε.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκει).
§194ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐαρεστηθῇ νὰ συμβουλευθῇ δικονομίας ἄλλων Κρατῶν, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ποτὲ, προκειμένου περὶ γεωργῶν, δὲν κάμνουσιν αὗται τόσον εὐρείας ἐξαιρέσεις· ἐξαιροῦν δύο ἵππους ἀροτῆρας, ἢ δύο γαλακτοφόρα καὶ ἓν μεταγωγικόν. Ἡ δικονομία δὲν ἐξαιρεῖ ἐργαλεῖα, εἰμὴ ἀξίας μέχρι 500 δραχμῶν, καὶ ταῦτα διότι, ἂν ἐξήρει ὅσα νῦν τὸ νομοσχέδιον λέγει, θὰ ἐστέρει τὸν γεωργὸν ἢ τὸν τεχνίτην πάσης πίστεως, πρὸς βλάβην αὐτοῦ. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ νῦν δικονομία ἐξαιρεῖ ἐργαλεῖα μέχρις 100 δραχμῶν, αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐξαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον, δῆθεν ὑπὲρ τῶν γεωργῶν, ἀνέρχονται εἰς δρ. 4,000. Δὲν ὠφελοῦμεν δὲ τὸν γεωργὸν, κηρύσσοντες ἀκατάσχετον πᾶσαν αὐτοῦ τὴν περιουσίαν, διότι οὕτως ἀποστεροῦμεν αὐτὸν πάσης πίστεως ἀπέναντι τῶν κεφαλαίων. Ἐπιβάλετε περιορισμὸν μόνον μέχρι δύο ἀροτήρων βοῶν, ἢ δύο γαλακτοφόρων ζώων καὶ ἑνὸς μεταγωγικοῦ, καὶ ἐξαίρεσιν γεωργικῶν ἐργαλείων μέχρις 100 δραχμῶν, καὶ σπόρου ὡρισμένου ποσοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔκτασιν τοῦ ἀγροῦ τοῦ γεωργοῦ...
§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ κάρρο του;
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ὄχι διαλογικὴ ἡ συζήτησις.
§197ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ κάρρο του δὲν εἶναι γεωργικὸν ἐργαλεῖον· εἶναι μεταγωγικόν. Μὲ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν σήμερον, τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰς 150 δραχμάς, ἐκτὸς ἂν γεωργικὸν ἐργαλεῖον θεωρήσητε πᾶν χρήσιμον εἰς τὸν γεωργὸν ἀντικείμενον, οἷον τὰ ὑφάσματα, ἅτινα ἁπλοῦσιν, ἵνα ῥίψωσι τὸν σῖτον μετὰ τὸ ἁλώνισμα. Αὐτὰ ὅμως δὲν δύνανται νὰ γείνωσι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τὰ ἐξαιρετέα κατασχέσεως ζῷα περιορισθῶσιν εἰς δύο μεταγωγικὰ ἢ δύο ἀροτριῶντα ἢ δύο γαλακτοφόρα, καὶ ἂν ἐπίσης περιορισθῶσι τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα εἰς ἀξίαν 250 δραχμῶν, ἀφίνεται μὲν εἰς αὐτὸν μία περιουσία διὰ νὰ συντηρηθῇ, ἀφίνεται δὲ καὶ ἐλευθέρα περιουσία, ἡ ὁποία νὰ παρηγορῇ τὸν δανειστήν του καὶ νὰ τὸν ἐνθαρρύνῃ, ὅπως δανείζῃ τὸν γεωργόν· ἄλλως, ὅταν κηρύσσητε ἀκατάσχετον οὐχὶ πλέον τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης τοῦ γεωργοῦ, ἀλλὰ τὴν περιουσίαν του ὅλην, ἐνισχύετε τὴν κατάχρησιν ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου. Ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ὡμίλησεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς προστασίας τοῦ γεωργοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀληθὴς προστασία τοῦ γεωργοῦ εἶναι, ὅταν τὸν ἀφήσητε νὰ ἔχῃ ποιάν τινα πίστιν διὰ τὴν ἐργασίαν του, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰς ἐξαιρέσεις, ἤτοι τὰ ἀκατάσχετα πράγματα τοῦ ὀφειλέτου.
§198Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐκπλήττουσιν αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ γενόμεναι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁσάκις ὑποβάλληται νομοσχέδιόν τι φορολογικὸν ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ, εἴτε κατ’ ἀρχὴν, διότι πονοῦμεν ὑπὲρ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, ὃν τοσοῦτον προσφυῶς χθὲς ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους βουλευτὴς κ. Κωτσάκος ὡς τὴν φιλόπονον μέλισσαν, ἥτις ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, ὡς ἐν κυψέλῃ, ἀποθέτει τὸ μέλι τῆς ἐργασίας, τὸ ὁποῖον ἔρχονται νὰ φάγωσι κατόπιν οἱ διάφοροι δημόσιοι κηφῆνες, ὁσάκις, λέγω, πρόκειται νὰ φορολογηθῶσιν οἱ γεωργοὶ, ἐγείρομεν φωνὰς δικαίας ὑπὲρ αὐτῶν καὶ κοπτόμεθα. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν μοναδικῶς, τοὐλάχιστον ἐν τῇ παρούσῃ περιόδῳ τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλεται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀρχὴν ἔχει νὰ ἀνακουφίσῃ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτὸν τὰ ἐφόδια, διὰ τῶν ὁποίων καὶ αὐτὸς θὰ ζήσῃ καὶ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι ἡ παραγωγὸς ἐκείνη καὶ πολύτιμος μέλισσα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, παρουσιάζονται οἱ προβάλλοντες ἀντιρρήσεις! Καὶ μοὶ ἐφάνη περίεργον, πῶς τοιαύτας ἰδέας προέβαλον ὁ εὐφυὴς ἐκ Μαντινείας συνάδελφος καὶ ὁ νομομαθὴς ἐκ Ναυπλίας Βουλευτής...
§199ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί προέβαλον;
§200Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἀκούσητε. Ἐλέχθη ὅτι διὰ τοῦ ἀκατασχέτου τῶν τριῶν ἀροτριώντων κλπ. Θὰ ἐκλίπῃ ἡ γεωργικὴ πίστις. Παράδοξος συλλογισμός! Τὸ μέγα κεφάλαιον τῆς γεωργίας δὲν εἶναι, ὡς ἐν τῇ ἐμπορίᾳ, ἡ πίστις, εἶναι ἡ ἐργασία, καὶ τὴν ἐργασίαν ταύτην σκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον διὰ τοῦ καθιερουμένου ἀκατασχέτου τῶν ἀροτριώντων ζώων, τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων καὶ τοῦ ἐπαρκοῦντος διὰ τὴν σπορὰν ποσοῦ. Δὲν σαλεύεται ἡ πίστις, ὡς δὲν ἔπαθεν ἡ πίστις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἐνομοθετήθη τὸ ἀκατάσχετον τῶν μισθῶν των. Προεβλήθη εἶτα, ὅτι τὰ τρία ἀροτριῶντα κτήνη, ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ ἦναι ἀκατάσχετα μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι μὲν ἀροτριῶντα κτήνη, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἀρχοντίσκοι ἐν τοῖς δήμοις ἢ τοῖς χωρίοις, ἀλλ’ ἔχουσιν ἄλλα κτήνη, ὡς εὔποροι δὲ καὶ δυνάμενοι, θὰ ἀνακόπτωσι τὰς ἐκτελέσεις, προβάλλοντες τὸ ἀκατάσχετον αὐτῶν, ὡς ἀροτριώντων, ἐνῷ τοὐναντίον οἱ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὄντως τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, ἀδυνατοῦντες νὰ ἀντίσχωσιν εἰς τὸν δαπανηρὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν ἐκτελούντων, εἰς οὐδὲν θὰ ὠφεληθῶσι. Καὶ ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς δικονομικῶς: «κατὰ τίνα τρόπον θὰ καθορισθῇ ἡ ἀπόδειξις; πῶς θὰ διακριθῇ ἡ ἰδιότης τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν;» Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ ἄλλων ἀντικειμένων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, καθ’ ἣν αἱ ἐκκαθαρισμέναι ἐνστάσεις λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν καὶ πρόχειρα ἀπαιτοῦνται τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, θὰ ἦτο ὄντως δυσχερὲς τὸ ἔργον, καὶ θὰ ἔδει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ σαφεστέρου προσδιορισμοῦ τῶν ἀκατασχέτων ἀντικειμένων. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν ἀροτριώντων, εἶναι γνωστὸν ὑπὸ τίνα στάδια φορολογοῦνται ταῦτα, καὶ ὅτι γίνονται δηλώσεις τῶν ἀροτήρων. Ὥστε οἱ γεωργοὶ ἐκεῖνοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ πνεῦμα προνοίας ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, εἶναι ἐξησφαλισμένοι πάντες, καὶ ἔχουσι τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐδήλωσαν, ἄρα ὅτι ἔχουσιν ἀροτριῶντα κτήνη...
§201ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἀπόδειξιν;
§202Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόδειξις ἔγγραφος, ἐκκαθαρισμένη, ἀκαταμάχητος, εἶναι αὐτὴ ἡ δήλωσις, ἣν ἕκαστος γεωργὸς ἔχει εἰς χεῖρας, κατὰ νόμον δηλώσας τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀροτριώντων αὑτοῦ. Ποίαν ἄλλην θέλετε ἀπόδειξιν; Ὅταν ἔχῃ τις τὴν δήλωσιν ταύτην, ἔχει ἐξησφαλισμένον τὸ ἀκατάσχετον...
§203ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ....
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§205Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν μὲ διακόπτει. Τοὐναντίον μοὶ παρέχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ λύσω τυχὸν ὑπάρχουσαν ἀπορίαν... Βεβαίως δὲ θὰ δηλώσῃ ὁ ἔχων ἀροτριῶντα. Καὶ ὅταν ὁ γεωργὸς ἦναι ὡπλισμένος διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης καὶ τοῦ διπλοτύπου τοῦ ἀποδεικνύοντος τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου τοῦ ὑπάρχοντος καὶ εἰσπραττομένου ἐπὶ τῶν ἀροτήρων, ποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν θέλετε; Καὶ εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, ὅτι θὰ ἰσχυρισθῇ ὁ πλούσιος, ὅτι οἱ βόες του δὲν εἶναι ἀροτῆρες, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ μία διαδικασία, ἥτις θέλει ἀνακόψει τὴν κατάσχεσιν. Καὶ δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ προβάλλων βασιμώτερον ταῦτα ὁ ὡπλισμένος μὲ τὴν πρόχειρον ἀπόδειξιν διὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι ἔχει ὄντως ἀροτριῶντα ζῶα; Κατωτέρω θέλω ἀπαντήσει εἰς τὴν ἀντίρρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ναυπλίας Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν τριῶν βοῶν, οἵτινες δὲν θὰ κατάσχωνται, εἶναι ὑπερβολικόν...
§206ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ βοῶν.
§207Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ἀροτριώντων εἶναι τὸ αὐτό. Ἀροτριῶντα δύνανται νὰ ἦναι καὶ βόες καὶ ἵπποι καὶ ἡμίονοι καὶ ὄνοι. Ἐγώ, Κύριοι, σᾶς δηλῶ, ὅτι ἔχω τὰς ἐμπνεύσεις μου, ἀρυόμενος τὰς παρατηρήσεις μου—ὅπως ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἔχει τὰς ἰδικάς του ἐκ τῆς ἐπαρχίας του,— ἐκ τῆς ἰδίας μου ἐπαρχίας, ἐκ τῆς Μεγαρίδος, καὶ λέγω ὅτι, ὡς ὑπάρχουσιν ἵπποι ἀροτῆρες ἐν Μαντινείᾳ, ὑπάρχουσιν ἵπποι καὶ ὄνοι καὶ ἡμίονοι ἀροτῆρες ἐν Μεγαρίδι· καὶ ἔχομεν τὰς δηλώσεις· ἐν ταῖς δηλώσεσι δὲ καθορίζεται, ἐὰν τὰ ἀροτριῶντα εἶναι βόες ἢ ἵπποι ἢ ἡμίονοι. Ἐὰν ὁ γεωργὸς ἔχῃ καὶ δηλώσῃ οὐχὶ βόας, ἀλλ’ ἕνα ἵππον, ἕνα ὄνον καὶ ἕνα ἡμίονον ὡς ἀροτῆρας, ταῦτα βεβαίως εἶναι τὰ ἀροτριῶντά του, καὶ ταῦτα δὲν θὰ ὑπάγωνται εἰς κατάσχεσιν. Αἱ δηλώσεις δὲ εἶναι ἐπιτεταγμέναι ἐκ τοῦ νόμου καὶ γνωσταὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Μὲ ἐκπλήττει δὲ, πῶς διέφυγε καὶ τοῦτο τὸ πολυΐδμον πνεῦμα τοῦ κυρίου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ.
§208ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§209Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἤδη ἀπαντήσατε, ἐὰν ἔχετέ τι εἰς ἀπάντησιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει: «προσέτι δὲ δὲν κατάσχονται τὰ ἀναγκαιοῦντα πρὸς καλλιέργειαν ἐργαλεῖα μέχρις ἀξίας τριακοσίων δραχμῶν.» Ἀναγνωρίζω πνεῦμα προνοίας ὑπὲρ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ, καὶ ὅμως καὶ κατ’ αὐτῆς ἤκουσα ἀντικρούσεις παραδόξους ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν! Εὑρίσκουσί τινες μέγα τὸ ποσὸν τῶν 300 δραχμῶν, δι’ ὧν ἐκτιμῶνται τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, τὰ ἀφιέμενα ἀκατάσχετα. Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα εἰς τὸν ἀρχέγονον ἀκόμη τρόπον τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς, διὰ τῆς ἀξίνης ἢ τοῦ ἀρότρου ἐκείνου τοῦ Ἡσιόδου. Σήμερον ἔχομεν τὰ νέα εὐρωπαϊκὰ ἄροτρα εἰσηγμένα εἰς πολλὰς ἐπαρχίας, ὡς καὶ τὰς θεριστικὰς μηχανάς. Ἀλλ’ ἀναγκαιοῦντα πρὸς καλλιέργειαν ἐργαλεῖα δὲν εἶναι μόνον τὰ ἄροτρα, εἶναι καὶ τὰ δίτροχα κάρρα, ὄργανα καὶ ταῦτα ἀπαραίτητα τοῖς γεωργοῖς. Ὅπου τὰ κτήματα κεῖνται εἰς μακρὰν ἀπόστασιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέρχωνται εἰς ταῦτα οἱ γεωργοὶ ἢ φερόμενοι διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν κάρρων μετὰ τοῦ σπόρου καὶ τῶν ἄλλων ἐφοδίων. Ἡ πόλις τῶν Μεγάρων, ἥτις περιλαμβάνει 7½ χιλιάδας περίπου κατοίκους, ἔχει ὑπὲρ τὰ 300 κάρρα, διπλάσια δὲ ἡ λοιπὴ ἐπαρχία μου, χρήσιμα μόνον διὰ τὰς γεωργικὰς ἐργασίας. Ταῦτα εἶναι τὰ μεταγωγικὰ τοῦ σπόρου καὶ τῶν χρησίμων, καθόσον οἱ γεωργοὶ μεταβαίνουσιν εἰς κτήματα ἀπέχοντα δύο καὶ τρεῖς ὥρας τῆς πόλεως ἢ τοῦ χωρίου των. Ὁ νομοθέτης ἐνταῦθα προφανῶς σκοπεῖ νὰ ἀσφαλίσῃ ὅλα τὰ ἐπιτήδεια πρὸς ἀροτρίασιν τῆς γῆς καὶ μεταφορὰν τοῦ γεωργοῦ, οὕτως ὥστε οὗτος νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐλευθέρως τὴν ἐργασίαν του. Οὐχὶ δὲ ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἐργαλείων εἶναι ἡ ἀσφάλεια τοῦ ποσοῦ τοῦ δανεισθέντος εἰς τοὺς γεωργοὺς, ἀλλ’ ἡ ἐξασφάλισις μόνον τῆς ἐργασίας, ἡ δὲ ἐργασία ἐξασφαλίζεται ὅταν ἔχωσιν ἐλευθέρους τοὺς βόας, τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, τὰ μεταγωγικὰ μέσα καὶ πάντα τὰ πρὸς καλλιέργειαν χρήσιμα. Ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου περιλαμβάνει ὡς ἐργαλεῖα γεωργικὰ καὶ τὰ πρὸς μεταγωγὴν χρήσιμα, εἶναι ὅτι ἀναγράφει ὡς ἀκατάσχετον καὶ ἓν μεταγωγικὸν ζῷον. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν τὸ δίτροχον γεωργικὸν κάρρον καὶ τὸ ἄροτρον (ὅπερ κατ’ ὀλίγον θὰ εἰσαχθῇ τελειότερον) μὴ ὑπαγόμενα εἰς κατάσχεσιν, εὑρίσκετε τὴν ἀξίαν αὐτῶν μέχρι 300 δραχμῶν ὑπερβολικὴν καὶ μὴ δικαιολογουμένην; Ἐὰν δ’ ἀνεγράφετο ποσὸν μικρότερον τῶν 300 δραχμῶν, θὰ ἠνοίγετο εἰς τοὺς αἰσχροκερδεῖς δανειστὰς εὐρὺ στάδιον καταχρήσεως καὶ καταδολιεύσεως τοῦ νόμου κατὰ τῶν γεωργῶν. Ἡ τάξις τῶν τοκιστῶν καὶ τῶν τοκογλύφων θὰ ὑπελόγιζεν, ὅτι μόνον τὸ ἄροτρον διαφεύγει τὴν ἁρπάγην τῆς κατασχέσεώς των, καὶ θὰ ἀφήρουν οὕτω τὰ λοιπὰ μέσα, ἄνευ τῶν ὁποίων ἀδύνατον οἱ γεωργοὶ νὰ καλλιεργήσωσι, νὰ ἀροτριάσωσι, νὰ σπείρωσι τὴν γῆν, καὶ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν ἄρτον των καὶ προαγάγωσι τὸν δημόσιον θησαυρόν...
§210ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ καὶ τὰ γεωργικὰ κάρρα;
§211Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια, καὶ δίδεται ἡ κοινοβουλευτικὴ ἑρμηνεία ἄνευ ἀντιρρήσεως.
§212ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ζητεῖτε ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἐὰν εἶναι τοιαύτη ἡ ἔννοια;
§213Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τοιαύτην δίδει ἔννοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται ἐκ τοῦ δικαστικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ προσκομίσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα βεβαιωθῆτε, ὅτι ὑπάρχουσι κάρρα ὑπὲρ τὰ 200 μόνον ἐν τῇ Μεγαρίδι, ὧν οἱ κάτοχοι ἀπηλλάγησαν τοῦ φόρου τῶν καρραγωγέων, διότι ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀρχῶν, ὅτι ταῦτα εἶναι κάρρα ἀποκλειστικῶς γεωργικὰ, χρήσιμα μόνον εἰς τὴν γεωργίαν καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλην ἐργασίαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὕπαρξιν τούτων. Ὁ ἐκ Ναυπλίας κ. Βουλευτὴς ἀντεῖπεν, εὑρίσκων ὅτι πολλοὶ εἶναι οἱ τρεῖς ἀροτῆρες δι’ ἕκαστον γεωργὸν, οἱ ἐξαιρούμενοι τῆς κατασχέσεως. Θαυμάζω διὰ τοῦτο· διότι, ἐνῷ πάντες ἐν τῇ Βουλῇ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι μεγίστη ἀνάγκη εἶναι νὰ ὠθηθῇ ὁ τόπος πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, ἐν δὲ τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ μακροτάτη συζήτησις ἔλαβε χώραν περὶ συστάσεως καὶ εἰδικοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, ἵνα, οὕτως εἰπεῖν, ἀποτραπῇ ὁ τόπος ἀπὸ τῆς ὑπαλληλίας καὶ ἄλλων ἐπιπολαίων ἐπαγγελμάτων, ἐπιζημίων καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς πολίτας καὶ εἰς τὸ Κράτος, συζήτησις ἐν τούτοις γίνεται ἤδη, ὅτι τὰ ἀφινόμενα ἀκατάσχετα τρία ἀροτριῶντα εἶναι πολλά! Ἂς ἡσυχάσωσι δὲ οἱ φοβούμενοι ὅτι διὰ τῶν μέτρων τοῦ νομοσχεδίου ὑπὲρ τῶν γεωργῶν θὰ φυγαδευθῇ ἡ γεωργικὴ πίστις, ἐνῷ πράγματι πολυπραγμονοῦσιν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν. Ἀλλ’ ἐξασφαλίζοντες εἰς τοὺς γεωργοὺς τὸ ἀκατάσχετον τριῶν ἀροτριώντων, δὲν ἐξαλείφομεν, τοὐναντίον ἐνισχύομεν εἰς τὸν δανειστὴν τὴν ἐλπίδα ὅτι θέλει εἰσπράξει τὸ ὀφειλόμενον. Αὐξάνομεν τὰ ὅρια τῆς ἐργασίας τοῦ γεωργοῦ. Ἡ ὑπάρχουσα διάταξις τοῦ ἄρθρου 885 τῆς Πολιτ. Δικονομίας, καθ’ ἣν ἐξαιρεῖται τῆς κατασχέσεως εἷς βοῦς, εἶναι μωρά· εἶναι εἰρωνεία διὰ τὸν γεωργόν! Δύναται νὰ ἀρώσῃ τὴν γῆν δι’ ἑνὸς βοός; Ἀλλὰ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὅταν ὁ γεωργὸς ἔχῃ τρεῖς ἀροτῆρας, δύναται διὰ δύο ζευγῶν μετὰ τοῦ μεταγωγικοῦ νὰ καλλιεργῇ τὴν γῆν, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τοὺς πλείστους τῶν γεωργῶν τὸ ἓν ζευγάρι δὲν ἀρκεῖ, ἐκεῖ δὲ, ὅπου ὑπάρχουσι δύο ζεύγη ἀροτριώντων, θὰ ὑπάρξῃ καὶ μείζων ἐργασία, μείζων παραγωγὴ καὶ μεῖζον εἰσόδημα, ὥστε οὐδένα νὰ διατρέξῃ κίνδυνον ὁ δανειστής. Καὶ ἐν ταύτῃ τῇ διατάξει εὑρίσκω πνεῦμα καὶ μελέτης καὶ προστασίας ὑπὲρ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, οἱ καθαυτὸ δὲ γεωργοὶ, καὶ οἱ ἀπορώτατοι, ἔχουσι καὶ τρία καὶ τέσσαρα ἀροτριῶντα κτήνη...
§214ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Ἔχουσι καὶ ἁμάξια, τὰ ὁποῖα σύρουν τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα.
§215Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. .. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ σεισαχθείας τῶν δανείων. Ἀκριβῶς ὁ δανειστὴς εἴτε παρελθόντων εἴτε μελλόντων δανείων, ὁ ὁποῖος θέλει ἴδει τὸν γεωργὸν κατέχοντα τρία ἀροτριῶντα ζῷα,—δὲν θὰ τὰ κατέχῃ δὲ βεβαίως πρὸς πολυτέλειαν, διότι δὲν χρησιμεύουσι δι’ ἄλλην τινὰ χρῆσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀροτρίασιν τῆς γῆς,— ὁ δανειστὴς οὗτος, ἐπαναλαμβάνω, περισσότερας θὰ ἔχῃ ἐλπίδας καὶ περισσότερα ἐχέγγυα, ὅτι θὰ λάβῃ τὸ χρῆμά του. Ἄξιον σοβαρᾶς προσοχῆς καὶ συζητήσεως εἶναι καὶ ἕτερον ζήτημα, Κύριοι. Συζητεῖται ἐνταῦθα, καὶ εἶναι ὄντως ἄξιον συζητήσεως, τὸ ποσὸν τοῦ σπόρου, ὁ ὁποῖος δέον νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς κατασχέσεως. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸν σπόρον τοῦ τελευταίου ἔτους. Ἀλλὰ τὸ ἀπροσδιόριστον τοῦτο δύναται νὰ γεννήσῃ κινδύνους εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν. Ἐὰν δὲν ὁρίσωμεν τὸ ποσὸν τοῦ σπόρου, θὰ ἴδωμεν τοὺς κεφαλαιούχους σιτοπαραγωγοὺς, οἵτινες εἶναι δυνατὸν τρισχίλια κοιλὰ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος νὰ σπείρωσι, νὰ μὴ τρέχωσι τὸν κίνδυνον οὗτοι νὰ ἴδωσι κατασχόμενον τὸ ποσὸν τῶν τρισχιλίων κοιλῶν.
§216ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ὀλίγοι οὗτοι.
§217Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον. Συζητοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνδεχομένων γενικῶς. Αὐτοὶ εἶναι εἰς θέσιν γενικῶς εὔπορον, ὥστε δεδικαιολογημένως νὰ μὴ παραδέχωμαι ὑπὲρ τούτων τὴν πρόνοιαν τοῦ νομοθέτου ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπαγγέλλεται νὰ προστατεύσῃ τὴν τάξιν τῶν γεωργῶν, τῶν ὁποίων γνωρίζομεν τὸν μέσον ὅρον τοῦ σπειρομένου κατ’ ἔτος σίτου. Δὲν εἶναι λογικὸν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὁρίσωμεν ἀκατάσχετον ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ σπαρὲν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος. Ἐξ ἀνωμάλων περιστάσεων, εἴτε ἐξ ἐλλείψεως τῆς πρώτης ὕλης, τοῦ σπόρου, εἴτε ἐξ ἀσθενείας τοῦ γεωργοῦ, πιθανὸν νὰ μὴ ἐσπάρη ἐπαρκὲς ποσὸν κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Ἔχομεν παράδειγμα τὰ τελευταῖα γεγονότα τῆς Θεσσαλίας· ἐκ τῶν πολεμικῶν ἀτυχιῶν ὑπῆρξεν ἓν ἔτος, καθ’ ὃ δὲν ἐσπάρη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος ἐσπείρετο, δὲν ἐσπάρη γενικῶς, δὲν ἐσπάρη κατ’ ἰδίαν ὑπὸ ἑκάστου ἀτόμου. Τοῦτο δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ἑπομένως τὸ προηγούμενον ἔτος νὰ παρουσιάζῃ ὀλίγον τὸ ποσὸν τοῦ σπαρέντος σίτου, καὶ ὅμως τοῦτο θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τοῦ ἀκατασχέτου ποσοῦ τοῦ σπόρου εἰς ἕκαστον γεωργόν. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ὁρίσωμεν ὡς ἀκατάσχετον ἓν ποσὸν πεντακοσίων ἐπὶ παραδείγματι ὀκάδων μέχρις ἑξακοσίων. Τοιοῦτος εἶναι ὁ μέσος ὅρος τοῦ σπειρομένου ποσοῦ εἰς τὰς τάξεις, ὧν σκοποῦμεν τὴν προστασίαν.
§218ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀναλόγως.
§219Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ ἀναλογία. Ἐὰν ἔχωμεν ποσὸν ἄνω τῶν 500 ὀκάδων ὡς ποσὸν σπειρόμενον ἐτησίως ὑφ’ ἑνὸς γεωργοῦ, τότε ἐξερχόμεθα ἐκ τῶν ὅρων τῆς γεωργικῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ νὰ προστατεύσῃ ὁ νόμος, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν τάξιν τῶν μεγάλων γεωκτημόνων, ὑπὲρ τῆς ὁποίας δὲν σκοπεῖ βεβαίως νὰ προνοήσῃ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἐὰν, Κύριοι, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐρευνήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἐπισκοπήσωμεν μετ’ εἰλικρινοῦς πόνου διὰ τίνων φόρων καὶ διὰ τίνων βαρῶν φορτώνομεν τὸν φιλόπονον γεωργικὸν πληθυσμὸν, νομίζω ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρχον ἀτέλειαί τινες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀτέλειαι ὅμως, αἱ ὁποῖαι τείνουσι νὰ ἐξασφαλίσωσι κατά τινα τρόπον ἐπαρκέστερον τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα καὶ ἐν γένει πάντα τὰ ἐφόδια πρὸς προστασίαν τοῦ γεωργοῦ καὶ πρόοδον τῆς γεωργίας, πείθομαι ὅτι ὀφείλομεν νὰ παρίδωμεν τὰς ἀτελείας ταύτας χάριν τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ σκοπός του εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐργασίας εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς, ἡ ἐξασφάλισις τῆς εὐημερίας των. Ἡ εὐημερία δὲ τῆς γεωργίας εἶναι ἡ παγίωσις τῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§220Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Ὄχι λίαν ἐπικαίρως, μοὶ φαίνεται, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, ὡς ἂν ἡμεῖς ἐδῶ οἱ ἄλλοι νὰ μὴ ἔχωμεν καμμίαν σχέσιν μὲ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς, ἐδημιούργησε δὲ μίαν διαφωνίαν πρὸς ὅσα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ὡς ἐπιτήδειος σκιαμάχος ἀνῳκοδόμησεν ἐπὶ τῆς προσπεποιημένης αὑτοῦ διαφωνίας πρὸς ἐμὲ, καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν γεωργῶν, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ὑπερασπίζομαι πλειότερον αὐτοῦ, διότι, ἐὰν ὅσα ἐγὼ ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν γείνωσι δεκτὰ, ταῦτα θέλουσι συντελέσει εἰς προστασίαν τῶν γεωργῶν καὶ καταστροφὴν τῶν δικηγορικῶν συμφερόντων ἡμῶν τῶν δικηγόρων. Διότι τί ἐγὼ συνέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης; Νὰ καθορίσῃ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν μὴ τοιούτων, ἵνα μὴ οἱ γεωργοὶ ὑποπίπτωσιν εἰς τοὺς ὄνυχας τῶν δικηγόρων καὶ ὅ,τι ἀφίνει ὁ δανειστὴς τὸ λαμβάνῃ ὁ δικηγόρος. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ θεωρεῖ ἀδύνατον ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ λέγει ὅτι ἀρκεῖ ἡ δήλωσις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλὰ ἡ δήλωσις, πολὺ καλλίτερον ἐμοῦ γινώσκετε, Κύριοι, ὅτι ἀορίστως ἀναφέρει ἐν αὐτῇ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν...
§221Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναφέρει ἀορίστως. Λέγει «ἵππου, βοῶν» κλπ.
§222ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἵππου, βοῶν», λέγει. Ἀλλὰ ἵππος, βοῦς, ἡμίονος δὲν εἶναι μόνον τὰ ἀροτριῶντα κτήνη· εἶναι καὶ μὴ ἀροτριῶντα κτήνη... Ἐὰν λοιπὸν διὰ μιᾶς τροποποιήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νομοθετηθῇ, ὥστε αἱ δηλώσεις ν’ ἀναγράφωσι τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ κτήνους, τὸ ὁποῖον ἕκαστος δηλώνει, βεβαίως ἡ δήλωσις αὕτη θ’ ἀποτελῇ πλήρη ἀπόδειξιν, ὁ κλητὴρ θὰ ἀπέχῃ, καὶ οὕτω πως δὲν θὰ ἐξαναγκάζῃ αὐτὸν νὰ μεταβαίνῃ... (διακοπαὶ ἐκ δεξιῶν καὶ θόρυβος). Ὑμεῖς λέγετε ὅ,τι θέλετε, ὡς εἰ μὴ εἴχομεν νόμον, χθὲς καταργηθέντα, ὁ ὁποῖος διετύπου τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα πρὸς ἀπόδειξιν τῆς κατοχῆς καὶ κυριότητος τῶν μεγάλων ζῴων. Ἐὰν ὁ γεωργὸς, ὁ προσερχόμενος πρὸς τὸν δήμαρχον, ἐν τῇ δηλώσει διατυπώσῃ, ὅτι ἔχει τόσα κτήνη ὑπὸ τὰ δεῖνα χαρακτηριστικὰ, δὲν θέλει ἀποτελεῖ ἡ τοιαύτη δήλωσις πλήρη ἀπόδειξιν; Ταῦτα ὑπέβαλον ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἔχω δίκαιον πολὺ, ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι ἡ κρίσις μου ἐσφαλμένη, ἀλλὰ δὲν ἐμέμφθην τὸν γεωργὸν, οὔτε κατεφέρθην κατὰ τῶν γεωργῶν, διότι, βεβαιωθῆτε, ἐγὼ ἀνήκω εἰς γεωργικὴν οἰκογένειαν, καὶ ἐκλέγομαι ἀπὸ καθαρῶς γεωργικὴν ἐπαρχίαν, γνωρίζω δὲ τὰ δεινοπαθήματα τῶν γεωργῶν καλλίτερον ὑμῶν, διότι ἐγὼ ζῶ μεταξὺ τῶν γεωργῶν καὶ δὲν ἀπολαμβάνω τῶν θελγήτρων τῶν Ἀθηνῶν, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε (γέλωτες).
§223ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω. Ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς εἶναι ἴσως τὸ ὑγιέστερον στοιχεῖον τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τὸ μᾶλλον ἠδικημένον παρὰ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν αὐτὸν, ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο διὰ μέτρων προσφόρων. Κακῶς λέγουν, ὅτι οἱ ζητοῦντες τὸν περιορισμὸν τῶν κατασχέσεων ῥήτορες ἐπικαλοῦνται θεωρίας. Δὲν εἶναι θεωρίαι, ἀλλ’ ἀληθεῖς λόγοι, ὅτι τὸ κεφάλαιον πρέπει νὰ ἐξασφαλίσῃ ἑαυτὸ, ὅτι τὸ κεφάλαιον εἶναι ἀπαραίτητος μοχλὸς ἐργασίας καὶ προόδου διὰ τὸν γεωργὸν, ὃν δὲν πρέπει νὰ στερήσητε αὐτοῦ, ὅτι τὸ χρῆμα, εἰς ὅσον μικροτέρας χεῖρας, ἤτοι εἰς ὅσον μικροτέρους κεφαλαιούχους εὑρίσκεται, τόσον καλλίτερον γνωρίζει νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ τόσον χειρότερον θὰ πάθῃ ὁ γεωργός, ὅστις ἤθελε λάβει χρημάτων ἀνάγκην· διότι ποῦ θὰ καταφύγῃ οὗτος; Εἰς τὴν Τράπεζαν; Βεβαίως ὄχι, οὐδὲ εἰς τὸν μεγάλον τραπεζίτην. Κατ’ ἀναπόδραστον λοιπὸν ἀνάγκην θὰ καταφύγῃ εἰς τὸν τοκογλύφον, ὁ ὁποῖος θὰ τῷ εἴπῃ «πώλησέ μου τὰ ζῷά σου, καὶ σοῦ θέτω χρόνον ἐξωνήσεως»· καὶ θὰ πράξῃ τοῦτο ὁ γεωργός, πειθόμενος τῇ ἀνάγκῃ, ἣν καὶ Θεοὶ πείθονται· καὶ τότε, ἐὰν αὐτὸς δὲν δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος, δὲν θὰ προσφύγῃ εἰς ἐκτέλεσιν ὁ δανειστής, ἀλλὰ θὰ τοῦ πάρῃ τὰ ζῷά του. Αὐτὰ τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἐπέλθωσι διὰ μέτρων ἀπροσφόρων. Ἂς σκεφθῶσι καλλίτερον οἱ κύριοι Ὑπουργοί, καὶ ἂς κάμουν ὅ,τι θέλουν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 μ. μ.)