1900.02.05
2.389 στίχοι · 18.651 λέξεις · 187 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
τῆς 5 Φεβρουαρίου 1900.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι ἔμποροι Καρδίτσης, τὰ καταστήματα τῶν ὁποίων ἐπυρπολήθησαν τῇ 15 Ἀπριλίου 1897 ὑπὸ ἀνταρτῶν, ζητοῦσι βοηθήματα. Αἴτησις τῶν ἐμπόρων Τριπόλεως περὶ ἐλευθέρας πωλήσεως τῆς κινίνης. Ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Πεταλᾶς διὰ γραπτῆς ἐπερωτήσεώς του παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης «νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσαι ἀποφάσεις ἐπάγουσαι θανατικὴν ποινὴν μένουσιν ἀνεκτέλεστοι, καὶ διατί, κατὰ παράβασιν τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 9 Ἰουνίου 1870, μένουσιν ἐκκρεμεῖς, χωρὶς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ χάριτος ἢ οὔ, ἐνῷ ἔδει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ ταύτας εἰς τὸν Βασιλέα ἐντὸς μηνὸς, ἀφ’ ὅτου κατέστησαν τελεσίδικοι αἱ εἰρημέναι ἀποφάσεις.»
§2Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἐννέα δικογραφίαι καταδεδικασμένων εἰς θάνατον εὗρον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Αἱ δικογραφίαι αὗται ἀνέρχονται εἰς ἐποχὰς προγενεστέρας, πρὸ δύο καὶ τριῶν ἐτῶν. Ἐφρόντισα νὰ ὑποβάλω τὰς δικογραφίας αὐτὰς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν χαρίτων, καὶ αὕτη ἀπεφάνθη ἐφ’ ὅλων αὐτῶν τῶν δικογραφιῶν, καὶ ἤδη διαβιβάζονται εἰς τὸν Βασιλέα, ὅπως ἀποφασίσῃ.
§3Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δύναται νὰ ζητῇ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς τῶν χαρίτων, ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀδιάφορος· τὸ Σύνταγμα ἀναθέτει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλλῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα καὶ πρότασιν περὶ ἀπονομῆς ἢ μὴ χάριτος. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ καιροῦ ἐπεκράτησε, καὶ τὸ ὁποῖον πάντοτε κατεδίκασα, τοῦ νὰ ὑπάρχῃ ἐπιτροπὴ χαρίτων, ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὸν νόμον. Μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ ἀναλαμβάνωσι τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των, καταφεύγουσιν εἰς ἐπιτροπάς. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν χαρίτων ποῖον χαρακτῆρα φέρει; σύγκειται ἀπὸ δημοσίους ὑπαλλήλους, τῶν ὁποίων ὁ προορισμὸς εἶναι δι’ ἕκαστον χωριστὸς καὶ προσδιωρισμένος ἀπὸ τὸν νόμον. Ποῖος νόμος τοῖς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνωνται περὶ ἀντικειμένων ἐκτὸς τῆς δικαιοδοσίας των; ποῖος νόμος ἐπέτρεψεν εἰς Ὑπουργὸν νὰ στηρίζηται ἐπὶ γνωμῶν ἄλλων, ὅταν πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ πρᾶξιν ὑπὸ ἰδίαν του εὐθύνην; Δύναται συμβουλευτικῶς καὶ ἰδιαιτέρως νὰ ἐρωτᾷ μίαν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ οὐδέποτε πρέπει νὰ δεσμεύηται ἡ ἐπίσημος ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ τὴν γνώμην τοιούτων ἐπιτροπῶν. Ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εὗρον καὶ ἐγὼ ἐπιτροπὴν τῶν χαρίτων, καὶ ἐζήτησα δικογραφίας καταδίκων εὑρισκομένων εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν καὶ οἱ σημερινοὶ δυστυχεῖς κατάδικοι· ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος μοὶ εἶπε νὰ τὰς διαβιβάσωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν χαρίτων· τὸν ἠρώτησα, ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή; Ἐγὼ εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου, καὶ σήμερον δύναται ἕκαστος νὰ ἐξετάσῃ, ἂν διῴκησα συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκόν μου ἢ ὄχι. Ἑπομένως παρακαλῶ, τοιαῦται ἐπιτροπαὶ νὰ μὴ ἀναφέρωνται εἰς τὴν Βουλήν, διότι οὐδεμίαν ἰσχὺν ἀποδίδω εἰς αὐτάς.
§4Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν χαρίτων δύναται νὰ βλάψῃ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Προκειμένου περὶ χαρίτων, ὁ Ὑπουργός, καθ’ ὅσον μὲν δὲν δίδεται χάρις, δὲν ἔχει εὐθύνην τινά, καθ’ ὅσον ὅμως δίδεται, δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς φέρει τὴν εὐθύνην τῆς πράξεώς του. Ἂν δὲ ὁ Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ συμβουλευθῇ εἴτε τοὺς Εἰσαγγελεῖς εἴτε τοὺς Προέδρους, τοῦτο πράττει πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἰδίας αὑτοῦ κρίσεως. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ νομίζῃ τις, ὅτι εἶναι αὐτὸς μόνος τόσον ἱκανὸς καὶ ὀξυδερκής, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ καὶ εἰς τὴν συνδρομὴν ἄλλων ἐμπείρων. Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὗρε τὴν ἐπιτροπὴν συνεστημένην καὶ ἠθέλησε, πρὶν ἢ ἐπιφέρῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην, νὰ συμβουλευθῇ καὶ τὴν γνώμην τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν Προέδρων τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων, ἀφοῦ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὰς δικογραφίας πρὸς μελέτην, καὶ ἀφοῦ, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, αὐτοὶ ἰδίως οἱ Εἰσαγγελεῖς ἔχουν οὐ μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον νὰ γνωμοδοτῶσι, μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν παρέβη κανένα νόμον, οὔτε τὰ κείμενα.
§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀδικεῖ ἑαυτὸν ὁ κ. Ὑπουργός, νομίζων ὅτι, προκειμένου περὶ ἐνεργείας τοιαύτης, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσῃ καὶ τὴν γνώμην ἄλλων. Προκειμένου, λέγω, νὰ ἐκτελεσθῇ μία ποινικὴ ἀπόφασις, νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ προσόντα νὰ ἐκτιμήσῃ κατὰ πόσον ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἐνέργεια δύναται νὰ ἦναι ἡ προτιμοτέρα. Οἱ Εἰσαγγελεῖς ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀποφανθῶσιν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι μόνον οἱ Εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι συνέπραξαν εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἀντελήφθησαν τὰ καθέκαστα αὐτῆς κατὰ τὴν διαδικασίαν, καὶ ἀντελήφθησαν τὰ διάφορα περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπενεργήσωσιν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς πεποιθήσεως. Ἀλλ’ οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι πληροφορίας ἀπὸ τὰ ἔγγραφα τῆς δικογραφίας μόνον, νομίζω ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἁρμοδιότητα, οὔτε θὰ ἦναι ἡ γνώμη των ἀνωτέρα τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ διατὶ ἐπιμένω εἰς αὐτό; διότι κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν ἔπρεπε νὰ γίνηται σκέψις πρὸς ἐκτέλεσιν τοιούτων ἀποφάσεων· διότι δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ περὶ ἐπανορθώσεως παραλείψεως, τὴν ὁποίαν ἡ ὑπηρεσία ἔκαμε, καὶ ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς φιλανθρωπίας. Μετὰ τετραετίαν νὰ λάβητε ἕνα κατάδικον ἀπὸ τὴν φυλακὴν καὶ νὰ τὸν καρατομήσητε, χωρὶς νὰ ἐξυπηρετῆτε οὐδὲν συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ νόμου, τοῦτο τὸ θεωρῶ ἀσυγχώρητον. Ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐπικρατεῖ, καὶ πρέπει νὰ ἐνθαρρύνωμεν τὸν Ὑπουργόν. Γνωρίζω ὅτι τινὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα συνήθισαν νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων, προσηλοῦνται εἰς τὸ δικαστικὸν μέρος, καὶ ἐντὸς τοῦ κύκλου περιωρισμένης ἐκτιμήσεως σχηματίζουσι τὴν γνώμην των. Νομίζω ὅτι τοιαῦται γνωμοδοτήσεις βλάπτουσι, καὶ ἐπιφέρουσιν ἀποτέλεσμα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ μετανοήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργός.
§6Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Δὲν θέλω νὰ πολεμήσω τὸ συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, ἀλλὰ ἀποκρούω ἐντελῶς τὰς θεωρίας τὰς ἀναπτυχθείσας ὑπ’ αὐτοῦ. Τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος κατάγεται ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐκείνης ἐποχῆς, καθ’ ἣν οἱ ἡγεμόνες εἶχον τὴν παντοδυναμίαν εἰς χεῖρας αὐτῶν καὶ περὶ τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ περὶ τὴν ἔκδοσιν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἢ μᾶλλον αὐτοὶ οὗτοι ἦσαν νομοθέται καὶ δικασταί. Εἶναι γνωστὸν δὲ, ὅτι βαθμηδὸν διὰ τοῦ χρόνου τὰ μεγάλα καὶ συγκεντρωμένα ταῦτα δικαιώματα εἰς χεῖρας τῶν παντοδυνάμων ἡγεμόνων περιωρίσθησαν. Καὶ περιωρίσθησαν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ καταρτισθῇ ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα διὰ τοῦ περιωνύμου μεγάλου χάρτου τῶν ἐλευθεριῶν. Βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐθεωρεῖτο ὡς ἀναπόσπαστον τρόπον τινὰ τῆς προσωπικῆς ἐνεργείας τοῦ ἡγεμόνος, ὑπήχθη εἰς τὰς συνταγματικὰς πράξεις, αἵτινες εὐθύνουσι τοὺς Ὑπουργούς· ἀλλ’ ἐθεωρεῖτο γενικῶς, καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἔτι τῶν φιλελευθερωτάτων συγγραφέων τοῦ παρελθόντος καὶ ἐν μέρει τοῦ παρόντος αἰῶνος ὡς δικαίωμα ἀπαραίτητον· ἐθεωρεῖτο ὅτι ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ δικαιῶται Βασιλεὺς νὰ χαρίζῃ τὰς ποινὰς, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἤθελεν ἐγκρίνει. Ὁ Βεκαρίας, ὁ μέγας ἐκεῖνος Ἰταλὸς φιλόσοφος, ὁ συντελέσας πολὺ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς καταστροφῆς ἀπαισίων ποινῶν καὶ διὰ τῆς προστασίας τῆς ἀθῳότητος, ἐκηρύχθη κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος. Εἶπε μάλιστα, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος εἶναι ἡ καταστολὴ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τοῦ δικαστοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ δικάζειν, εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ ἐγκλήματος. Ἔκτοτε ἤρξατο ἡ διαρρύθμισις τῶν τῆς χάριτος λαμβάνουσα ἄλλην τροπὴν, καὶ σήμερον καὶ ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Συντάγματι περιωρίσθη κατὰ πολὺ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, ὡρίσθησαν δ’ αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς δύναται νὰ δοθῇ χάρις. Καὶ ἐν Ὁλλανδίᾳ καὶ Σουηδίᾳ καὶ Νορβηγίᾳ ὑπάρχουσι πλεῖστοι ὅσοι περιορισμοὶ κατὰ τοῦτο, καὶ δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ἢ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ἀποφάσεων δικαστικῶν ἐπιτροπῶν καὶ δικαστηρίων παρεχόντων ἐγγύησιν, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπονομὴν χάριτος. Δὲν θέλω νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος σήμερον, διότι κατὰ πολλὰ καθυστεροῦμεν, ὅπως παραδεχθῇ τις τοιοῦτόν τι. Ἐν πρώτοις δυστυχῶς ἔχομεν φυλακὰς, αἵτινες, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι μᾶλλον νεκροταφεῖα ζώντων, ἐκτὸς δὲ τούτου ὁ ποινικὸς νόμος ἡμῶν εἶναι ἐν πολλοῖς αὐστηρὸς, καὶ πολλάκις ἐπιβάλλονται ποιναὶ δυσανάλογοι πρὸς τὸ ἔγκλημα. Ἀλλ’ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι δικαίωμα καθαρῶς δικαστικὸν, καὶ ἑπομένως, ὑπαρχουσῶν ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν διατάξεων, καθ’ ἃς ἡ χάρις ἀπονέμεται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῶσι τὰ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς τρόπον ὥστε δικασταὶ ν’ ἀποφαίνωνται περὶ τούτου μετὰ μελέτην σπουδαίαν τῶν δικογραφιῶν. Βεβαίως τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ παρὰ μόνον διότι κατεδικάσθη τις βαρέως ἐξ ὑπαρχῆς. Ἡ μεταμέλεια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστοποιηθῇ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν μεταμέλειαν ἐστηρίχθη κυρίως πάντοτε ὑπὸ τῶν θιασωτῶν τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ τοῦ καταδίκου μεταμέλεια; Ἴσως τὸ ἔγκλημα ἐξιλεώθη ἤδη διὰ τῆς μεταμελείας ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες διέπραξαν τὸ ἀδίκημα, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει κάτοπτρον ἐξωτερικὸν τῆς συνειδήσεως, ὥστε νὰ διακρίνωμεν, ἂν ἐπῆλθεν ἢ ὄχι μεταμέλεια. Οὐχ ἧττον, διὰ τοὺς λόγους, οὓς προλαβόντως εἶπον, νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ κατάχρησις, ἥτις ἀναγκαίως συνοδεύει τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Οὐδεμία ἐγγύησις περὶ τῆς ἐλλόγου καὶ ὀρθῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι, διότι ἡ εὐθύνη ἡ ὑπουργικὴ δὲν ἀποτρέπει ἀπὸ τοιούτων καταχρήσεων. Ἐξ ἐναντίας ἡ κακὴ χρῆσις τοιούτου εἴδους δικαιωμάτων εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς εἶναι ἐκείνη ἀκριβῶς, ἥτις καθιστᾷ πολλάκις τοὺς Ὑπουργοὺς μᾶλλον εὐνοουμένους τῆς πλειοψηφίας.
§7Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν συμπίπτῃ μάλιστα νὰ ἦναι νομικὸς, δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε ἐπιτροπῶν, οὔτε γνωμοδοτήσεων, ὅπως προκαλέσῃ τὴν ἀπονομὴν βασιλικῆς χάριτος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχω συμπολίτην κατάδικον· δὲν ἐζήτησα δὲ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, τὴν ἀπονομὴν χάριτος δι’ αὐτὸν, διότι δὲν ζητῶ αὐτὴν ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως (καὶ τοῦτο λέγω διότι ἀκούω τινὰς ψιθυρίζοντας)· ἐὰν τὴν ἐζήτουν ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μετέβαινον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τὴν ζητήσω. Ὁ κατάδικος οὗτος εἶχεν ἐγκληματίσει κατὰ τὸ 1878, ὅτε δὲν εἶχεν ἀκόμη προσαρτηθῇ ἡ Θεσσαλία, καὶ πλεῖστα ἀνταρτικὰ σώματα ἐλυμαίνοντο τότε αὐτήν. Ὅτε μετέβη ἐκεῖ ὁ ἀείμνηστος Σκαρλάτος Σοῦτσος, ὑπεσχέθη εἰς πάντας τοὺς λῃσταντάρτας, ὅτι, ἐὰν προσήρχοντο, θὰ τοῖς ἀπενέμετο χάρις· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ τότε Κυβέρνησις, ἄλλα σκεπτομένη, δὲν τοῖς ἀπένειμε χάριν, ἀλλὰ τοὺς κατεδίκασεν εἰς βαρείας ποινάς. Μετὰ τὸν Σοῦτσον ὁ Δημήτριος Γρίβας, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἔδωκε ῥητὴν ὑπόσχεσιν εἰς πάντας τούτους, ὅτι, ἐὰν προσήρχοντο, θὰ ἐτύγχανον πλήρους βασιλικῆς χάριτος· ἀντὶ τούτου ὅμως κατεδικάσθησαν ἄλλοι εἰς ἰσόβια καὶ ἄλλοι εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ, καὶ ἀπὸ 20 ἤδη ἐτῶν εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακάς. Ὅτε ἔγεινεν ὁ τελευταῖος Ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος καὶ ἐγκατελείφθησαν τὰ Τρίκκαλα, ὁ νομάρχης ἤνοιξε τὰς φυλακὰς, ἀφήσας τοὺς φυλακισμένους ἐλευθέρους. (Ὅτε δ’ ἐπανῆλθεν ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοδοσίαν, ἡ τότε Κυβέρνησις Ζαΐμη μᾶς ἐκάλεσε καὶ μᾶς εἶπε νὰ προσπαθήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ πείσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ὑπέσχετο ν’ ἀπονείμῃ εἰς αὐτοὺς χάριν διὰ τὸ τέταρτον τῆς ποινῆς. Πράγματι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη ἐτήρησε τὴν ὑπόσχεσίν της, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κύριος Τόμαν, ὡς καὶ ὁ διάδοχος αὐτοῦ κ. Μομφερρᾶτος ἐξετέλεσαν αὐτήν. Ἀλλ’ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν γνωρίζω διατὶ, ἀρνεῖται νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰς ὑποσχέσεις τῶν προκατόχων αὐτοῦ Ὑπουργῶν. Τὸ παράπονον τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, καὶ συστήσω αὐτῷ, ὅπως σπεύσῃ νὰ ἀπονείμῃ τὴν χάριν, ἣν αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις ὑπεσχέθησαν.
§8Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ἀπονομὴ χάριτος, ὡς εἶναι βεβαίως γνωστότατον, ἐστὶ προνομία τοῦ Στέμματος, ἐνασκουμένη ὅμως διὰ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Καὶ βεβαίως ἡ Βουλὴ τούτῳ τῷ λόγῳ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ καὶ ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐνασκήσεως καὶ τῆς προνομίας ταύτης, τῆς ἐκτελουμένης διὰ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Ἀληθῶς λοιπὸν καὶ ἄλλοτε παρόμοιαι συζητήσεις ἐγένοντο ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ἀλλ’ αὐταὶ ἀφεώρων τὴν κακὴν χρῆσιν τῆς προνομίας τῆς χάριτος, τουτέστι τὴν ἀπονομὴν χαρίτων, δι’ ἃς ἡ Βουλὴ ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κακῶς εἶχεν ἐνασκήσει τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Στέμματος, εἰσηγησάμενος πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα προτάσεις χαρίτων κατὰ χιλιάδας, ποσῶς μὴ δικαιολογουμένας. Διὰ τοῦτο ἐνθυμούμεθα, ὅτι μακραὶ καὶ πεισματώδεις ἐγένοντο συζητήσεις ἐνταῦθα, ὅτε κατὰ τὰ προεόρτια Βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἀπενεμήθησαν κατὰ χιλιάδας αἱ χάριτες καὶ τὰ παράσημα. Λέγων ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνασκεῖ ἔλεγχον καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων, ἐννοῶ τὸ δικαίωμα αὐτῆς μόνον προκειμένου περὶ πράξεων θετικῶν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ὅτε ἡ Βουλὴ συζητεῖ, καὶ ἂν θέλῃ, ἀποφασίζει, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἀπενεμήθη χάρις. Νομίζω ὅμως, ὅτι οὐδόλως δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ συζητῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ ἀρνητικὸν, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς ἀπονομὴν χάριτος. Δὲν ἔχει τουτέστιν ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ νὰ ἐπιβάλλῃ τῷ Ὑπουργῷ ἀπονομὴν χάριτος πρὸς ὡρισμένον μάλιστα πρόσωπον, διότι, ἂν ὁ κανὼν οὗτος ἐκυροῦτο, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἤθελεν ἀμέσως ἐπέλθει ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀποτρόπαιος σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν. Ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ἐλευθερία καὶ τὸ δικαίωμα εἰς ἕκαστον τῶν Βουλευτῶν νὰ ζητῇ ἀπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ λόγον, διατὶ δὲν ἀπένειμε χάριν ὡρισμένῳ καταδίκῳ, ὢ! τότε βεβαίως ἀντικαθιστῶμεν ἡμεῖς, ἡ νομοθετικὴ, ἡ ἐλεγκτικὴ ἐξουσία τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡμεῖς οἱ ἀνεύθυνοι τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν. Καίπερ ἐμπνεόμενος καὶ ἐκ χαρακτῆρος καὶ ἐκ παραδόσεως καὶ ἐκ πεποιθήσεως ὑπὸ φιλελευθερωτάτων ἰδεῶν, ποτὲ δὲν ἤθελον ἀνεχθῆ, ἵνα ἀναγορευθῇ εἰς κοινοβουλευτικὴν συνήθειαν ἡ τάξις αὕτη, τουτέστι τοῦ μέμφεσθαι τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῇ μὴ ἀπονομῇ χάριτος εἰς ὡρισμένα πρόσωπα. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅπως διατηρῶνται ἀλώβητα τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρῇ ἀλώβητα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἅτινα καὶ ταῦτά εἰσι καθωρισμένα καὶ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Συντάγματι. Δὲν πρέπει ἄρα νὰ γένηται τοιοῦτόν τι. Ἄλλως ἐπέρχεται ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, ἡ τόσον ἀπάδουσα πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἡ ἀποτρόπαιος σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν. Διὰ τοῦτο, καίτοι οὐδόλως συμπαθῶ πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, νομίζω, ὅτι ἐν τῷ δικαίῳ εὑρίσκεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μὴ δεχόμενος, προτρέπω δὲ καὶ ἐγὼ αὐτὸν νὰ μὴ δεχθῇ νὰ δώσῃ λόγον, διατὶ δὲν ἀπένειμεν εἰς ὡρισμένον πρόσωπον χάριν, διότι τοιουτοτρόπως ὁ Ὑπουργὸς ἀναιρεῖ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ δὲν ἔχει κἄν δικαίωμα νὰ ἀναιρέσῃ αὐτό· ὅπως οὐδόλως, νομίζω, δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ δικαίου ἡ ἑτέρα ἀξίωσις καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις τοῦ πεπειραμένου καὶ σεβαστοῦ ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Ρικάκη, ὅτι δῆθεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδόλως πρέπει νὰ καταφεύγῃ εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν μελέτην τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπιτροπῆς. Ἀπ’ ἐναντίας ἐγὼ πιστεύω, ὅτι πολὺ ὀρθὸς εἶναι ὁ θεσμὸς οὗτος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν χαρίτων.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι θεσμός.
§10ΛΕΒΙΔΗΣ. Θεσμὸν λέγων, ἐννοῶ συνήθειαν, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ὑφισταμένην. Ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τῶν χαρίτων ἀποτελεῖται καὶ ἐκ προσώπων δικαστικῶν, περὶ ὧν τοὐλάχιστον ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι θέλουσιν ἐκτελέσει τὸ καθῆκον αὑτῶν. Λέγων ταῦτα, δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε πάντοτε τὸ καθῆκον αὑτῆς. Ἐν παρῳχημένῃ μάλιστα ἐποχῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τῆς ἀπονομῆς χάριτος εἰς τὸν διαβόητον λήσταρχον Τάκην καὶ εἰς τὸν ἐπίσης διαβόητον λήσταρχον Ροκόφυλλον, ὡς μὴ ἐπικινδύνους δῆθεν εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καίτοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ μακρῶν καὶ ἀριδήλως ἀπεδείχθη, ὅτι ἐκεῖνοι ἦσαν ἐξωλέστατοι καὶ φοβερώτατοι κακοῦργοι, ἐπικίνδυνοι ὅσον οὐδεὶς ἄλλος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν. Ἀλλὰ διότι ἐπιτροπή τις ἐν ὡρισμέναις περιστάσεσιν οὐχὶ ὀρθῶς ἐγνωμοδότησεν, ἐκ πλάνης ἴσως, πρέπει σήμερον νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ὀφείλει νὰ καταφεύγῃ εἰς τὰ φῶτα αὐτῆς; Καὶ ὡς σήμερον διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, ποίαν ἐγγύησιν ἔχομεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, μὴ καταφεύγων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, θέλει καταγείνῃ αὐτὸς οὗτος εἰς τὴν μελέτην πασῶν ἐκείνων τῶν δικογραφιῶν, τῶν λεπτομερειῶν, τῶν καταθέσεων μαρτύρων, τῶν ἐκθέσεων πραγματογνωμόνων, ἵνα κρίνῃ, ἐὰν πρέπει νὰ προκαλέσῃ βασιλικὴν χάριτα. Λέγων λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἐγγύησίς τις ὁπωσδήποτε ἡ ὕπαρξις τοιαύτης ἐπιτροπῆς, δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι καλύπτεται ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τῶν γνωμοδοτήσεων τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἀπομένει πάντοτε ὑπεύθυνος, κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμους, ὅπως ἀπομένει ὑπεύθυνος οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς, καὶ ἂν ἀκόμη προσαγάγῃ γνωμοδότησιν τοῦ οἰκείου νομικοῦ συμβούλου περὶ οἱουδήποτε ζητήματος, καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου· οὔτε ἕπεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπώλεσε τὸ δικαίωμα, ἵνα ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις εἶναι τὸ κυρίως ὑπεύθυνον πρόσωπον. Αἱ ἐπιτροπαὶ, ἢ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, εἰσὶ σώματα ἢ πρόσωπα συμβουλευτικὰ μόνον, καὶ οὐδεμίαν οὐδενὸς δύνανται νὰ καλύψωσιν εὐθύνην. Ἀλλ’ ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει πεποίθησιν ἐπὶ μόνον τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην καὶ κρίσιν, ὅτι ἐξ ἀνάγκης ἠκολούθησε τὰ παραδείγματα τῶν προκατόχων του, καὶ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν χαρίτων, τίς δύναται ἐπὶ τούτῳ νὰ ψέξῃ τὸν Ὑπουργόν; Δύναται μόνον νὰ ψέξῃ αὐτὸν καὶ νὰ ζητήσῃ ἡ Βουλὴ εὐθύνας παρ’ αὐτοῦ καὶ μόνου, ὡς ὑπευθύνου, ἂν κακῶς εἰς εἰδικὰς καὶ ὡρισμένας περιστάσεις ἐνήσκησε τὴν προνομίαν. Διαφέρει τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ δὲν ὀφείλει νὰ συζητῇ περὶ τῶν χαρίτων, ὅταν πρόκειται περὶ γενικοῦ ὡς πρὸς αὐτὰς ζητήματος. Καὶ ἐνῷ ἰσχυρίζομαι, ὅτι οὐδεὶς δύναται κατά τε τὸ Σύνταγμα, κατὰ τοὺς νόμους καὶ κατὰ τὴν ὀρθὴν ἔννοιαν τῆς προνομίας τῆς χάριτος νὰ ζητῇ λόγον καὶ εὐθύνας παρ’ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῷ ὅτι δὲν ἀπένειμε χάριν, ἢ χάριτας, τοὐναντίον λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ζητῇ εὐθύνας παρὰ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῇ κακῇ τυχὸν ἐνασκήσει τῆς προνομίας καὶ τῇ παροχῇ χάριτος, ἢ χαρίτων. Οἱ Ὑπουργοί, ἐν ἄλλοις λόγοις, τῆς Δικαιοσύνης εὐθύνονται ἐπὶ τῇ ἐνασκήσει τῆς προνομίας ταύτης θετικῶς, οὐχὶ δέ ποτε ἀρνητικῶς. Διαφέρει, ὡς εἶπον, τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην αὐτῆς, προκειμένου περὶ γενικῆς ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας ἰδέας, καὶ νὰ συμβουλεύσῃ τὸν Ὑπουργὸν, παραδείγματος χάριν, ὅτι βεβαίως ἀποτρόπαιον εἶναι, ἀντιχριστιανικὸν εἶναι, ἀφιλάνθρωπον ἀληθῶς εἶναι τὸ ἐκτελεῖσθαι τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς καταδίκης, ὅτε ἴσως τὸ ἔγκλημα ἐλησμονήθη, ὅτε ἴσως ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου ἠνορθώθη ὁ πεπτωκὼς νόμος καὶ ἀποκατεστάθη τὸ προσβληθὲν δίκαιον τῆς Πολιτείας. Ταῦτα βεβαίως εἰσὶ θέματα, ἅτινα πᾶν Κοινοβούλιον δύναται εὐρέως καὶ εὐλόγως νὰ συζητήσῃ. Ἐὰν δέ ποτε γένηται λόγος περὶ αὐτῶν, θέλω τολμήσει καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Ἐπίσης ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Βουλὴ, δὲν εἶναι καιρὸς, συγκροτουμένης ἐπιτροπῆς εἰδικῆς, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτης μου. Εἶναι, νομίζω, καὶ ἐγὼ, καιρὸς νὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, εἴτε διὰ τῶν ἰδίων φώτων, εἴτε καταφεύγουσα εἰς τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς, τὸ ζήτημα, τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ κανονισθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος, διότι, Κύριοι, ἂν τὸ Σύνταγμα τῷ ὄντι ἀναγράφει μεταξὺ τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος τὸ δικαίωμα τῆς ἀπονομῆς τῆς χάριτος, τοῦτο οὐδαμῶς σημαίνει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα τοῦ κανονίσαι τὸν τρόπον τῆς ἐνασκήσεως τῆς προνομίας ταύτης.
§11ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κανὲν δικαίωμα δὲν ἔχει.
§12ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ (πρὸς τὸν Χατζηπέτρον). Πλανᾶσθε.
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα.
§14ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα οὑτωσεὶ παρεμπιπτόντως, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἔχει ἡ Βουλὴ ἢ δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα. Συγγραφεῖς περιφανέστατοι, ἐγχώριοί τε καὶ ξένοι, ἰσχυρίσθησαν καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ Βουλαὶ πάντοτε ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ κανονίζειν τὴν προνομίαν ταύτην, καὶ ἐκεῖ, καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου αὕτη ὑφίσταται. Ἀλλὰ ταῦτα, Κύριοι, εἰσὶ ζητήματα οὐχὶ τῆς παρούσης ὥρας. Ἐάν ποτε ἡ Βουλὴ δεχθῇ νὰ συζητήσῃ αὐτὰ, θέλω ἐκφέρει καὶ ἐγὼ τότε τὴν ἐμὴν γνώμην.
§15Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Χαίρω, κύριε Πρόεδρε, διότι βλέπω τὸν σεβαστὸν θεῖόν μου καὶ Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς τραπέντα τὴν ὁδὸν τῆς νομιμοφροσύνης, τὴν ὁποίαν δὲν μὲ συνήθισε νὰ τὸν βλέπω ἀκολουθοῦντα κατὰ τὰ ὀλίγα ἔτη, καθ’ ἃ εὑρίσκομαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ...
§16ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι πάντοτε νομιμόφρων.
§17ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. .. Διαφωνῶ ἐντελῶς πρὸς αὐτὸν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τόσον εὐφραδῶς μακρηγορῶν ἀνέπτυξε, τὸ ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὸ ἔθνος νὰ συνιστῶσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἀπονομὴν χάριτος εἰς καταδίκους, οἵτινες δικαιοῦνται ταύτης, καὶ τοὺς ὁποίους ὁ Ὑπουργὸς βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ πάντας...
§18ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἠδύνατο νὰ τοὺς μάθῃ.
§19ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πῶς;
§20ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τῆς ὑπηρεσίας.
§21ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διὰ τῆς ὑπηρεσίας; Ἡ ὑπηρεσία πιθανὸν νὰ ἔσφαλε καὶ νὰ μὴ τῷ ἀνήγγειλε. Δὲν ὀφείλει ὁ ἀντιπροσωπεύων μίαν ἐπαρχίαν νὰ παραστήσῃ τὰ δίκαια παράπονα τοῦ συμπολίτου του καὶ συστήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν αὐτά;
§22ΑΓ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Βεβαίως.
§23ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει ἄλλην γνώμην. Ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπληροφορήθη, ὅτι χηρεύει ἡ θέσις τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὴν ὑποψηφιότητά του διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του...
§24ΦΩΝΑΙ. Δὲν εἶναι ἐπίκαιρος ἡ εὐφυολογία.
§25ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπίκαιρος εἶναι. Δὲν ἔχω νὰ τῷ ἀπαντήσω τίποτε ἄλλο. Ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ὀλίγα αὐτά. Ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι διὰ τῆς ἀγορεύσεως ταύτης, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἕδρας τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, πανηγυρικῶς ἤθελεν ἀπορριφθῆ ἀπὸ τὴν Νομικὴν Σχολήν.
§26ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ συζήτησις κατέστη σχεδὸν θεωρητική, καὶ ὁμολογῶ ὅτι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ ἀγορεύσαντες εἶχον δίκαιον. Ἀλλ’ ὅλοι δὲν ὡμίλησαν σχεδὸν περὶ τοῦ πρακτικοῦ μέρους τῆς προνομίας τῆς χάριτος. Ἀλλαχοῦ, ὅπου καὶ ἡ ἄσκησις τῆς προνομίας αὐτῆς ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γένηται, καθιερώθη τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν τοῦ λεγομένου προοδευτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον δίδει ἀσφαλῆ διδόμενα πρὸς κρίσιν περὶ τῶν καταδικασθέντων. Κατ’ αὐτό, τὸ μὲν πρῶτον τρίτον τῆς ποινῆς διανύεται ὑπὸ τῶν καταδίκων ἐν πάσῃ αὐστηρότητι κοινῆς ἐργασίας καὶ νυκτερινῆς ἀπομονώσεως, τὸ δὲ δεύτερον τρίτον διανύεται χορηγουμένης τοῖς καταδίκοις, τοῖς δείξασι διαγωγὴν καλήν, ἐλευθερίας τινός, διότι εἰς αὐτοὺς χορηγεῖται ἀγροτικὴ ἐργασία καὶ εὐκολία νὰ ἐξέρχωνται εἰς εὐρεῖς ὑπαιθρίους περιβόλους, κατὰ δὲ τὸ τελευταῖον τρίτον τοῦ χρόνου τῆς ποινῆς ἀφίνονται οἱ καλὴν δείξαντες διαγωγὴν κατάδικοι ἐλεύθεροι μὲν, ἀλλ’ ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν καὶ ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν, ἐὰν ὑποπέσουν εἰς τὸ ἐλάχιστον πταῖσμα, νὰ ἀποτίσουν τὸ ὑπόλοιπον τρίτον τῆς ποινῆς των. Τὸ σύστημα τοῦτο ἰσχύει σήμερον ἐν Οὐγγαρίᾳ, ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Μπόστς, καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας τῶν μελετησάντων αὐτὸ καὶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ μακρόθεν, τὸ σύστημα τοῦτο ἔδωκε λαμπρὰ ἀποτελέσματα. Ἡ προνομία τῆς βασιλικῆς χάριτος βεβαίως δὲν ὑπόκειται εἰς κανένα ἔλεγχον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀσκεῖται τῇ προσυπογραφῇ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὑπογράψας Ὑπουργὸς ὑπόκειται φυσικῶς εἰς κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ εἰς εὐθύνας πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν νομίζῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ συμβουλεύηται ἐπιτροπὰς ἢ πρόσωπα ἄλλα, ἔχει δικαίωμα νὰ πράττῃ τοῦτο, ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο δὲν μειώνει ποσῶς τὴν εὐθύνην του, καίτοι παρ’ ἡμῖν, ὅπου τὴν οὐσίαν καταβιβρώσκουσιν αἱ διατυπώσεις, τοιοῦτοι τύποι χρησιμεύουσι πρὸς δικαιολογίαν, τυπικὴν ὅμως, διότι ἡ γνώμη τῶν ἐπιτροπῶν δύναται νὰ ἦναι, ἐξ ἀμελείας ἔστω, ἐπιβλαβεστάτη. Καὶ ἂν δὲν εἶχεν ἐφευρεθῆ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, ἔδει διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἔχουσαν τοιαῦτα καταγώγια ὡς φυλακάς, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλα λειτουργοῦσι κακῶς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ποινικὸς νόμος ἐπιβάλλων αὐστηροτάτας ποινάς, καὶ ὡς πρὸς τὸ μέτρον τῶν ποινῶν περιορίζων τὸν δικαστὴν, διὰ τὴν Ἑλλάδα ἔπρεπε νὰ ἐφευρεθῇ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, ἵνα μετριάζῃ τὸ καὶ ἐκ τῆς αὐστηρότητος τῶν ποινῶν καὶ ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν δικαστῶν προερχόμενον κακόν. Ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς χάριτος, ἀληθῶς εἰπεῖν, οὔτε ὁ Βασιλεὺς οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ἔχουσι πηγήν τινα ἀσφαλῆ ἢ μόνον περὶ τῶν ἀξίων χάριτος, διότι τὰ καταγώγια, τὰ ὁποῖα ἀποκαλοῦμεν φυλακὰς, διοικοῦνται οὕτως, ὥστε οὐδεὶς ὑπάρχει, ὅστις νὰ δύνηται νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς ἐνδεχομένης βελτιώσεως τῶν καταδίκων. Οἱ Εἰσαγγελεῖς, οἱ ἐπιτηροῦντες κατὰ νόμον τὰς φυλακὰς, ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον τοῦτο τυπικῶς καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐρεύνης ἢ μελέτης. Καὶ οἱ Πρόεδροι δὲ τῶν Πρωτοδικῶν καὶ οἱ Νομάρχαι, οἵτινες συναποτελοῦσι τὰς Ἐφορίας τῶν φυλακῶν, οὐδεμίαν πληροφορίαν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωσι, διότι τὰ καθήκοντα τούτων ἐκτελοῦνται κατὰ τύπους μόνον. Τὸ νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀπολύτως νὰ κρίνῃ, δὲν εἶναι βεβαίως ὀρθόν. Ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ κρύψῃ ἑαυτὸν ὑπὸ ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ δικάσῃ ἐκ νέου τὴν ὑπόθεσιν ἐκ τῶν ἐγγράφων, (διότι μόνον τὰς δικογραφίας ἐξετάζει καὶ ὁ Ὑπουργὸς) εἶναι ὡς νὰ καθιερῶμεν δικαίωμά τι νέας ἀναδικίας, ἀσκουμένης διὰ τῆς μεθόδου τῆς βασιλικῆς χάριτος. Οὔτε ὁ εἷς τρόπος οὔτε ὁ ἕτερος εἶναι συγχωρητοὶ, καὶ φρονῶ, ὅτι δύσκολον εἶναι νὰ κανονισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε διὰ νόμου καθιερώσει διοίκησιν φυλακῶν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ πληροφορίας ὁ Ὑπουργὸς, ἂν πρέπει καὶ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ ἀσκήσῃ τὴν βασιλικὴν χάριν. Αἱ καταχρήσεις αἱ γενόμεναι μέχρι σήμερον, εἶναι μέγισται, καὶ ἂν θεωρηθῇ, ὅτι ἡ ἐγκληματικότης ἔχει πολλοὺς παράγοντας, δὲν εἶναι βεβαίως τελευταῖος παράγων παρ’ ἡμῖν ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος, ἡ ἀτάσθαλος, ἡ ἀκανόνιστος, ἡ αὐθαίρετος, ἡ κομματική, ἡ διὰ μεγάλου ἀριθμοῦ περιοδικῶς ἀπολύσεων καταδίκων ἐμφανιζομένη. Εἶπον ὅλα αὐτὰ διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον νὰ ζητῇ πληροφορίας, ἀλλ’ ὄχι τυπικὰς, ὅπως σήμερον πράττει. Θὰ ἠδύνατο ἴσως δι’ ἐπιθεωρητῶν, καταλλήλως στελλομένων καὶ ἐξεταζόντων τὰς φυλακὰς, νὰ συλλέξῃ πληροφορίας, ἵνα βεβαιωθῇ περὶ αὐτῶν. Θὰ ἠδύνατο, ἂν μεταγενέστερα γεγονότα, προσηκόντως βεβαιούμενα, ἐδείκνυον, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία περιέπεσεν εἰς πλάνην, καὶ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ὑπὸ τῆς δικονομίας ἀναψηλάφησις, ὡς μὴ συντρεχουσῶν τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς αὕτη ἐπιτρέπεται, αὐτὸς τότε ν’ ἀπονέμῃ χάριν. Θὰ ἦτο δ’ ἴσως ὀρθὸν, ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν εἰσαχθῇ κατά τι μέτρον τὸ σύστημα τῆς κατὰ τὸ τελευταῖον τρίτον ἢ τὸ τελευταῖον τέταρτον τοῦ χρόνου τῆς ποινῆς προσωρινῆς ἀπολύσεως τῶν καταδίκων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ διαγωγὴ παρέσχεν ἐχέγγυα, μὲ τὴν νόμιμον ἀπειλὴν, ὅτι, ἂν ὑποπέσωσιν εἰς τὸ παραμικρὸν πταῖσμα, θὰ καταδικάζωνται ὑπὸ τοῦ δικάσοντος δικαστηρίου εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς. Τοιαῦτα μέτρα, ἅτινα ἐνδεικτικῶς ἀνέφερα, ἤθελον εὐχηθῆ καὶ ἐγὼ νὰ μελετηθῶσι. Θὰ μελετηθῶσι; Λίαν ἀμφιβάλλω. Ἢ μᾶλλον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι δὲν θὰ μελετηθῶσι, τώρα τοὐλάχιστον.
§27Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ θεωρία τῆς προνομίας τῆς βασιλικῆς χάριτος ἀνεπτύχθη λίαν καλῶς, λίαν εὐφραδῶς καὶ ἀρκετὰ μακρῶς. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἠπόρησα, ὅτι οἱ ἀναπτύξαντες τὴν θεωρίαν, καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν, δὲν κατέληξαν εἰς ἐκεῖνο τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἀναπτυχθεῖσα παρ’ αὐτῶν θεωρία ἐνεδείκνυεν. Εἶπον οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι, καὶ δὴ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Φλογαΐτης, ὅτι ἐν ἄλλοις Κράτεσιν εἶναι καθωρισμέναι αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπονέμεται ἡ χάρις. Παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος καθορισμὸς τῶν περιπτώσεων, καὶ ἐγένετο λόγος, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐνάσκησις τῆς προνομίας τῆς χάριτος, καὶ ὄντως μεταξὺ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς δέον ν’ ἀπονέμηται ἡ χάρις, εἶναι καὶ μία περίπτωσις, ἐπιτακτικὴ δύναμαι νὰ εἴπω, ἐπιβεβλημένη ὑπὸ τοῦ ἐκ φιλανθρωπίας καθήκοντος τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς καταδίκους· εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν πασχόντων ἐκ μεταδοτικῶν νοσημάτων καταδίκων. Διότι ἡ παραμονὴ αὐτῶν ἐν μέσῳ ὑγιῶν, ἀναγκαίως καθιστᾷ ἀσθενεῖς καὶ ἄλλους ἐλαφροποίνους πολλάκις, καὶ τοιουτρόπως τελεῖται ἐν ὀνόματι τῆς Πολιτείας κατὰ τῶν ὑγιῶν καταδίκων ἀδίκημα ἀπάνθρωπον. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ὄντως ἄριστον, καὶ τὸν συγχαίρω ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τῆς ἱδρύσεως θεραπευτηρίου ἐν Ζακύνθῳ, εὔχομαι δὲ εὐόδωσιν· ἐξαρτᾶται δὲ ἐκ τούτου, ἵνα εὐοδωθῇ τὸ ἔργον, διότι διὰ τοῦ μέτρου τούτου ὄντως θέλουσιν ἀπαλλαγῆ τῶν κινδύνων ἐκ τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων καὶ οἱ ὑγιεῖς κατάδικοι. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν τυπικὴν ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἀσκήσῃ τὴν προνομίαν τῆς χάριτος· εἶναι ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δικαστήρια ἐπὶ τῇ καταδίκῃ τινὸς συνιστῶσι τὴν ἀπονομὴν χάριτος. Ἡ περίπτωσις αὕτη δὲν ἔτυχε ποτὲ τῆς προσηκούσης προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δι’ αὐτὸ βλέπομεν πολλάκις ν’ ἀπονέμωνται χάριτες εἰς καταδίκους, καθ’ ὧν δὲν ὑφίσταται σύστασις δικαστικὴ, καὶ νὰ μὴ ἀπονέμωνται εἰς καταδίκους, ὑπὲρ ὧν ὑπάρχουσι δικαστικαὶ συστάσεις. Φρονῶ ὅτι πλὴν τῆς περιπτώσεως τῶν ἐπικινδύνως νοσούντων, ἐφ’ ὅσον δὲν λειτουργεῖ θεραπευτήριον, εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις αὕτη, ἡ ὁποία δέον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· διότι οἱ δικασταὶ, ἀντιλαμβανόμενοι ἰδίαις αἰσθήσεσι τῆς πράξεως, δι’ ἣν κατηγορεῖταί τις καὶ δι’ ἣν καταδικάζεται, καὶ βλέποντες ὅτι λίαν αὐστηρῶς ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξιν, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπιβάλωσι ποινὴν μετριωτέραν τοῦ ἐλαχίστου βαθμοῦ, συνιστῶσι τοὺς οὕτως αὐστηρῶς καταδικαζομένους ἢ εἰς τὴν ἀπονομὴν πλήρους χάριτος, ἢ εἰς μετριασμὸν τῆς ποινῆς. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, πόσαι ὑπάρχουσι τοιαῦται δικογραφίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης; καὶ τίνα ἐλήφθησαν μέτρα περὶ τῶν τοιούτων συστάσεων; Αἱ συστάσεις δὲ τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων δὲν εἶναι ἄξιαι περιφρονήσεως, διότι δύναται ὁ Ὑπουργὸς, μελετῶν αὐτὰς, νὰ πεισθῇ, ὅτι κατὰ πλεῖστον, ἂν μὴ κατὰ τὸ ὅλον, οἱ σύνεδροι, προτείνοντες τὴν ἀπονομὴν χάριτος, ἢ τὸν μετριασμὸν τῆς ποινῆς δι’ ἀπονομῆς χάριτος, προτείνουσί τι πολὺ δίκαιον καὶ πολὺ ὀρθόν. Διὰ τοὺς τοιούτους θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ, ἔστω δὲ βέβαιος, ὅτι δι’ αὐτοὺς ἐνασκουμένη ἡ προνομία τῆς χάριτος θέλει ἐνασκηθῆ ἐν ὀνόματι τῶν ἀρχῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται αὕτη.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπών.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος.
§31Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνώμην, ἥτις ἐντεῦθεν ἐξηνέχθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω σύστασιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς τινα κατάδικον, καταδικασθέντα εἰς ἰσόβια δεσμὰ πρὸ δεκαεξαετίας. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως προσκγάγῃ τὴν δικογραφίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι θὰ ἴδητε ἀρκετὰ σκληρὰν ὑπόθεσιν εἰς τὸν φάκελλον αὐτῆς. Ὁ καταδικασθεὶς ὀνομάζεται Λεωνίδας Θεῶτος, ἦτο χωροφύλαξ, καὶ κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου, διότι ἐρράπισεν ἕνα ἐνωμοτάρχην, εἰς ἰσόβια δεσμά. Ἡ δίκη διεξήχθη κατὰ τὸ 1884, ἔκτοτε δὲ φθείρεται ἐν ταῖς φυλακαῖς οὗτος διὰ πρᾶξιν, ἥτις εἰς τὴν κοινὴν ποινικὴν νομοθεσίαν μόλις πταῖσμα δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ· καίτοι δὲ ὑπάρχουσι πλεῖσται συστάσεις, μένει οὗτος ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἴσως διότι οὐδεμία ὑπάρχει χεὶρ ὑποστηρίζουσα αὐτόν. Τὴν σύστασιν ταύτην κάμνω ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ παρακαλῶ, ὅπως κατατεθῇ ἡ δικογραφία.
§33Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μίαν παράκλησιν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ συμπολίτης μου ἐργοστασιάρχης κ. Ἰωαννόπουλος, πληροφορηθεὶς ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ ἑκατομμύριά τινα καλύκων χρησιμοποιηθέντων, καὶ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ μικροῦ ποσοῦ καθ’ ἑκάστην ἐκποιεῖ ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, προσφέρεται ν’ ἀναλάβῃ νὰ καθαρίσῃ αὐτούς, θέτων καὶ καψύλια, οὕτως ὥστε νὰ μὴ διακρίνωνται ἂν εἶναι ἐπισκευασμένοι ἢ καινουργεῖς. Τὴν ἐργασίαν δὲ ταύτην ἀναλαμβάνει νὰ κάμῃ ἀντὶ ἐλαχίστης ἀμοιβῆς, χάριν τοῦ ἔθνους. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι πολὺ σοβαρά, ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, ἐὰν ἀναμνησθῶμεν, ὅτι κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, καίτοι εἴχομεν καταβάλει τὴν ἀξίαν 7,500,000 καλύκων εἰς τὰ ἐργοστάσια τῆς Αὐστρίας, ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπέτρεψε νὰ μᾶς ἀποσταλῶσιν. Ἡ τιμὴ κυμαίνεται μεταξὺ 60–65 φράγκων χρυσῶν κατὰ χιλιάδα, ἐνῷ σήμερον τὰ πωλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν 20 μόνον δραχμάς, ὡς ἄχρηστον ὀρείχαλκον. Εἶναι συνεπῶς εὐχῆς ἔργον νὰ δοθῶσιν εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην αὐτὸν, ὁ ὁποῖος διὰ μικρᾶς δαπάνης προσφέρεται ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἔστω καὶ διὰ συναγωνισμοῦ, ἐὰν θέλητε. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐναποταμιεύωμεν ὑλικὸν γυμνασίων, ὄχι πολέμου, κάμνω ὑμῖν γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ποσὸν 750,000 δραχμῶν, προερχόμενον ἐκ τῶν διαφόρων ἀπαλλαγῶν τῶν στρατευσίμων. Τὸ ποσὸν αὐτὸ δύναται ἡ Κυβέρνησις, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, νὰ τὸ διαθέσῃ, ὅπως χρησιμοποιήσῃ ἄχρηστον ὑλικόν, πωλούμενον σχεδὸν δωρεάν. Τὰς σκέψεις μου ταύτας θέτω ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§34Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δι’ ὀλίγων θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, ἥτις ἐνέχει μεγίστην σπουδαιότητα. Τὸ ἐν Ἀθήναις ἐργοστάσιον τοῦ κυρίου Μαλτσινιώτου ὑπέβαλεν ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ἀχρήστων καλύκων καὶ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς εἰς κατάστασιν χρησιμότητος. Ἐζήτησε δὲ πρὸς τοῦτο 25 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλε τὴν αἴτησιν ταύτην πρὸς τὴν Ἐπιθεώρησιν τοῦ Πυροβολικοῦ, ἥτις, ἐπισταμένως ἐξετάσασα τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως. Ἐβεβαίωσε τουτέστιν, ὅτι τὰ δείγματα τὰ εἰς αὐτὴν ὑποβληθέντα ἦσαν ἱκανὰ νὰ πείσωσι πάντας, ὅτι πράγματι τὸ εἰρημένον κατάστημα ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ τοὺς ἀχρήστους κάλυκας. Ἀλλ’ ἐγεννήθη τὸ ἐρώτημα, ἔχοντες εἰς τὰς ἀποθήκας ἡμῶν 53,000,000 φυσίγγια, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν εἰς νέαν δαπάνην πρὸς παρασκευὴν ἀχρήστων καλύκων; Βεβαίως ὄχι· διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ ὁπλισμὸς τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ δὲν εἶναι τοῦ νεωτέρου συστήματος, ἐλπίζομεν ὅμως ἡμέραν τινὰ νὰ τὸν ἀνακαινίσωμεν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἶναι ἤδη ἐντελῶς ἄχρηστος, μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, διότι ἐκ τῶν 130,000 ὅπλων Γκρᾶ, ἅτινα ἐκέκτητο τὸ Κράτος, ὑπῆρχον περὶ τὰς 80,000 καινουργῆ πρὸ τοῦ πολέμου, νῦν ὅμως μόλις ἐκ τούτων ἀπομένουσι περὶ τὰς 6,000. Ἐνταῦθα κεῖται τὸ ζήτημα. Δὲν συμφέρει νὰ δαπανήσωμεν 25 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, ὅπως παρασκευάσωμεν φυσίγγια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα, ἀφοῦ ἔχομεν 53,000,000. Ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, ὅπως κάμωμεν χρῆσιν τοῦ χρήματος, τοῦ παρακατατεθειμένου ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ θίξωμεν τὸ χρῆμα τοῦτο, τὸ ἐξ ἀντισηκωμάτων προερχόμενον, τὸ ὁποῖον, ὡς γινώσκετε, προωρίσθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1896 πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ πρὸς ἀγορὰν φυσιγγίων.
§35Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν καπνοπωλῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι παραπονοῦνται, καὶ δικαίως, ὅτι ἐπανειλημμένως παρέστησαν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὰ παράπονά των περὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθησαν. Ὅτε ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν, ἡ προμήθεια σιγαροχάρτου, ἐζητήθησαν δείγματα, καὶ οἱ καπνοπῶλαι προσεκλήθησαν νὰ γνωμοδοτήσωσι. Μετὰ τὴν γνωμοδότησιν κατεκυρώθη εἰς ἕνα ἐργολάβον ἡ προμήθεια τοῦ σιγαροχάρτου, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον δυστυχῶς, ὡς συνήθως συμβαίνει, ἤρχισεν ἡ κατάχρησις, καὶ ἀντὶ ὁ ἐργολάβος νὰ δίδῃ χάρτην κατὰ τὸ δεῖγμα τὸ ἀρχικόν, ἤρχισε νὰ δίδῃ διάφορον. Τοῦτο βλάπτει σπουδαίως τὰ συμφέροντα τῶν καπνοπωλῶν καὶ τοῦ Κράτους, διότι, ὡς οἱ καπνοπῶλαι παριστάνουσι καὶ εἶναι ἀκριβές, οὐ μόνον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἡ δέουσα κατανάλωσις, ἀλλὰ καὶ οἱ ξένοι προμηθεύονται σιγαρόχαρτον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· δὲν δύνανται δὲ οἱ καπνοπῶλαι νὰ συναγωνισθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἕνεκα τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ σιγαροχάρτου· περιοριζομένης δὲ τῆς καταναλώσεως, ζημιοῦνται οὐ μόνον οἱ καπνοπῶλαι, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον, καὶ τοῦτο διότι ὁ χορηγητὴς δὲν τηρεῖ τὰς ὑποσχέσεις του· γνωρίζω δὲ καὶ ἐκ πείρας, ὅτι τὸ σιγαρόχαρτον εἶναι τῆς ἐσχάτης ποιότητος. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι καὶ ἀπρεπές, ἐνῷ προμηθευτὴς εἶναι τὸ Δημόσιον, νὰ χορηγῇ τοῦτο ἀντὶ μεγάλης τιμῆς ἐμπόρευμα τῆς ἐσχάτης ποιότητος. Συμβαίνει, ὡς πληροφοροῦμαι, τὸ ἑξῆς. Ὁ πρῶτος χορηγητὴς εἶχεν ἀποθήκην ἱκανοῦ ποσοῦ ἐσχάτης ποιότητος σιγαροχάρτου, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν τὸ ἐδέχθη· ἀλλ’ αὐτὸς μετ’ ὀλίγον συνενοήθη μὲ τὸν νέον χορηγητήν, ὅστις τὸ καταναλίσκει τμηματικῶς. Ἀπορῶ δέ, πῶς ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιτετραμμένη τὴν ἐξέλεγξιν, δὲν δίδει τὴν δέουσαν προσοχήν. Τὴν αἴτησιν τῶν καπνοπωλῶν εὑρίσκω δικαιοτάτην, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ἐργολάβον νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις του.
§36Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ σιγαροχάρτου ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ συνετάχθη αὕτη πρὸς τὴν αἴτησιν τῶν καπνοπωλῶν, καὶ ἐν ὁμοψηφίᾳ συνέστησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον περὶ βελτιώσεως τῆς ποιότητος τοῦ σιγαροχάρτου.
§37ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, οὐ μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τῶν καπνοπωλῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Καθιστῶ δὲ γνωστόν, ὅτι ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ σχήματος τοῦ σιγαροχάρτου ἐπέρχεται τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Τὸ σχῆμα ἐσμικρύνθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τὰ δέκα δράμια τοῦ καπνοῦ, τὰ ὁποῖα περιέχει ἓν πακέτον, δὲν δύνανται νὰ περιτυλιχθῶσιν εἰς τὸ διδόμενον σιγαρόχαρτον· φυσικὸν λοιπὸν εἶναι, ὅτι ὁ καταναλωτὴς ἔχει ἀπὸ τὸ πακέτον ποσότητα καπνοῦ, χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ τὸ ἀνάλογον σιγαρόχαρτον, καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχει ποῦ νὰ τὸ ζητήσῃ, θὰ τὸ προμηθευθῇ βεβαίως ἐξ ἄλλης πηγῆς. Ποία δ’ εἶναι αὕτη; φυσικῶς τὸ λαθρεμπόριον. Τοῦτο δὲ φέρει βλάβην εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπερ ζημιοῦται τὴν ἀξίαν τοῦ σιγαροχάρτου, τὸ ὁποῖον ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ λαθρεμπορίου. Καὶ ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τῶν καπνοπωλῶν, οἵτινες διὰ τῆς ἐντίμου ἐργασίας των συμβάλλουσιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἴσπραξιν τόσον σημαντικοῦ ἐσόδου.
§38Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπὶ τῆς συστάσεως τοῦ κυρίου Ρικάκη ὁμολογουμένως πρέπει νὰ δώσῃ μεγάλην προσοχὴν ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ ζήτημα, ὅσον φαίνεται, διότι πολλοὶ καπνοπῶλαι, θέλοντες νὰ ἐξαγάγωσι καπνὸν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀδυνατοῦσιν, ἕνεκα τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ σιγαροχάρτου. Τὸ Δημόσιον θὰ εἶχε μέγα συμφέρον, ἂν ἐπέτρεπε τὴν εἰσαγωγὴν σιγαροχάρτου Ζόπ. Πάντως δὲ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ σιγαροχάρτου, ἐκ τῆς ἀθλίας ποιότητος τοῦ ὁποίου οὐχὶ μικρὰ ζημία προσγίνεται καὶ εἰς τὸ Κράτος.
§39Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, πᾶσαι αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι, ἐν αἷς περιλαμβάνεται καὶ τὸ σιγαρόχαρτον, διατελοῦσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐλευθερίαν ν’ ἀποφασίζῃ μόνη εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ποιότητα τοῦ σιγαροχάρτου. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον κεκλεισμένην συμφωνίαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου μετὰ τοῦ χορηγητοῦ τοῦ σιγαροχάρτου, ἤτοι καταστήματος ἐν Φιούμε τῆς Αὐστρίας· ἐβεβαιώθην δὲ, ὅτι μετὰ ἐπισταμένην ἔρευναν εὑρέθη ἡ ποιότης τοῦ σιγαροχάρτου σύμφωνος πρὸς τὸ δεῖγμα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν ἀποστολὴν παρεδόθη σιγαρόχαρτον ὑποδεεστέρας ποιότητος, διότι αἱ ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι τὸ παρέλαβον, δὲν τὸ ὑπέβαλον εἰς τὴν προσήκουσαν δοκιμασίαν. Ὅτε ἔλαβον γνῶσιν τούτου, ἐζήτησα νὰ γείνῃ ἐξέτασις, καὶ διετάχθη ὁ χορηγητὴς νὰ στείλῃ σιγαρόχαρτον συμφώνως πρὸς τὸ δεῖγμα· ἔμαθον δὲ, ὅτι τοιοῦτον ἐστάλη κατὰ τὴν τρίτην δόσιν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐζήτησα νὰ προμηθευθῶμεν χάρτην καλλιτέρας ποιότητος, Ζόπ. Ἀλλ’ οἱ καπνοπῶλαι, οἱ εἰδικώτερον γινώσκοντες τὰ περὶ τούτου, μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι τοιοῦτος χάρτης λεπτὸς χρησιμεύει μόνον διὰ τὸν καπνὸν τῆς Γαλλίας καὶ ἄλλων μερῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ τὸν καπνὸν τὸν ἰδικόν μας καὶ ἰδίως διὰ τὸν κοινὸν καπνόν, διότι, ὡς λέγουν, ὁ τοιοῦτος χάρτης ὑφίσταται λίπανσίν τινα· μάλιστα αὐτοὶ οἱ ἐξ Εὐρώπης κατασκευασταὶ τοῦ σιγαροχάρτου παρετήρησαν, ὅτι τὸ Ζὸπ εἶναι ἥκιστα κατάλληλον διὰ τὰ ἐξ Ἀνατολικῶν καπνῶν κατασκευαζόμενα σιγαρέτα. Ὅπως δήποτε, ἐπειδὴ ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐκλεκτὰ καπνὰ καὶ δύνανται νὰ μεταχειρισθῶσι καὶ τὸ σιγαρόχαρτον Ζὸπ, ἔδωκα παραγγελίαν ν’ ἀποσταλῇ ποσότης τις ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἔπρεπε νὰ ἦναι τὸ σιγαρόχαρτον εὐρύτερων διαστάσεων, ὅταν πωλῆται εἰς φυλλάδια μετὰ πακέτων ἐκ καπνοῦ. Οὕτως ἐγένετο ἡ κατασκευὴ φυλλαδίων ἐν τῷ ἐργοστασίῳ Κερκύρας· ἀλλ’ ὅτε διενημήθησαν τὰ φυλλάδια εἰς τοὺς καπνοπώλας, ἠγέρθησαν παράπονα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτοὺς νὰ κατασκευάζωσι σιγαρέτα. Ἐπὶ τούτου διεξηγάγομεν ἀλληλογραφίαν οὐχὶ μικρὰν μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Πιστεύω δὲ, ὅτι λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης τῶν παραπόνων τούτων, θὰ κατασκευασθῇ τὸ σιγαρόχαρτον συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν καπνοπωλῶν.
§40Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ εὐελπίζωμαι, ὡς αὐτός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει σχεδὸν 10 μῆνας εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ λέγει ὅτι, μετ’ ὀλίγον χρόνον, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον, προσεκάλεσε τὸν ἐργολάβον, μεθ’ οὗ συνενοήθη, καὶ τὸν ἔπεισε νὰ φέρῃ καλλιτέρας ποιότητος σιγαρόχαρτον. Ἀλλ’ ἀπὸ τότε παρῆλθον ἕξ μῆνες, καὶ ὁ ἐργολάβος ἐξακολουθεῖ τὴν αὐτὴν τέχνην, παραβαίνων τὰς ὑποσχέσεις του. Ἡ ποιότης τοῦ σιγαροχάρτου ἐνταῦθα εἶναι τοιαύτη, ὁποία εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος εὑρίσκεται. Βεβαιωθῆτε ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχον τὴν συναίσθησιν ὅτι κάμνω λαθρεμπόριον, ἐπανερχόμενος πρό τινος χρόνου ἐκ Κρήτης, ἤθελον φέρει σιγαρέτα ἐκ Κρήτης, τὰ ὁποῖα εἶναι κατασκευασμένα διὰ χάρτου ἀρίστης ποιότητος. Ὁ λόγος ὅμως τῆς ἀπαγορεύσεως καὶ τὸ βαρὺ τέλος μὲ ὑποχρεοῖ νὰ μεταχειρίζωμαι αὐτὴν τὴν βρώμαν καὶ δυσωδίαν, ἡ ὁποία καταστρέφει τὸν στόμαχον καὶ μολύνει τὸ αἷμα.
§41ΑΓΓ. Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει γνῶσιν τῆς δυσχεροῦς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ σταφιδοκτήμονες, καὶ μάλιστα σήμερον. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ δηλώσῃ, ἐν τῇ ἰδιότητί του, εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τὰ χρήματα τῆς παρακρατήσεως, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, παρεδόθησαν εἰς τὸν Διευθυντὴν αὐτῆς, καὶ ἂν τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ χορηγήσῃ δάνεια εἰς τοὺς κτηματίας, διότι εἶναι ἤδη ἡ ἐποχὴ τῆς καλλιεργείας, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ σταφιδοκτήμονες ἔχουσι μεγίστην ἀνάγκην δανείων, ἀποβλέψαντες δὲ εἰς τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ τὰ ὑποσχεθέντα ὑπὸ τῆς Τραπέζης δάνεια ἐλπίσαντες, εὑρίσκονται εἰς δυσχερῆ θέσιν, ἐὰν δὲν λάβωσιν αὐτά.
§42Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς γινώσκει καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλή, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶναι αὐτοτελὲς ἵδρυμα, διεπόμενον ὑπὸ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, καὶ ὑπὸ καταστατικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη διὰ Β. Διατάγματος. Πρώτιστον ἔργον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ χρῆμα, ὅπερ ἀνήκει αὐτῇ, εἰς παροχὴν δανείων. Ἡ Κυβέρνησις ἓν μόνον εἶχε καθῆκον, νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὸ χρῆμα, καὶ νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὴν νὰ ἄρξηται τῆς χορηγίας δανείων. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ Τράπεζα ἀσχολεῖται εἰς σύνταξιν τοῦ πιστωτικοῦ πίνακος, ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ παρέλθωσι πολλαὶ ἡμέραι καὶ θὰ ἄρξηται τῆς χορηγίας τοιούτων δανείων. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐποιήσατο τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ τῇ Βουλῇ τ’ ἀποτελέσματα τῆς μετατροπῆς ἢ ἑνοποιήσεως τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δημοσίων δανείων, ὡς καὶ λογαριασμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ τῆς μετατροπῆς αὐτῶν καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν μετατραπέντων μέχρι τοῦδε τίτλων παρ’ αὐτῇ, ὡς καὶ περὶ τοῦ πραγματοποιηθέντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου ποσοῦ, ἐκ τῶν 3,900,000 δραχμῶν, κατὰ τὰ μετὰ τὴν ἑνοποίησιν ἔτη.» Τὸ σημείωμα τοῦτο καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ ἡ Βουλὴ λάβωσι γνῶσιν.
§43ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἐφόρου τῆς ἐν Ἀθήναις Πινακοθήκης. Διὰ τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 10/22 Μαΐου 1834 περὶ τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ τεχνολογικῶν συλλογῶν ἐγένετο σὺν ἄλλαις καὶ ἡ ἐπαγγελία περὶ συλλογῆς εἰκόνων, ἤτοι περὶ Πινακοθήκης. Ἐδέησε νὰ παρέλθωσιν ἔκτοτε ὑπὲρ τὰ 60 ἔτη, ἕως οὗ ἡ Πολιτεία μόλις ἐν ἔτει 1897 ἔγνω διὰ διατάγματος νὰ ἱδρύσῃ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος Πινακοθήκην. Δυστυχῶς, Κύριοι, ἐπεκράτει παρ’ ἡμῖν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ γνώμη, ὅτι, ὡς καὶ ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων, καὶ ἐπὶ τῆς Πινακοθήκης ἔπρεπε νὰ ἀναμείνωμεν προηγουμένως ν’ ἀναφανῶσι μεγάλοι καλλιτέχναι ἐν Ἑλλάδι, ἄλλοι Μιχαὴλ Ἄγγελοι, Ραφαήλ, Ροῦβενς καὶ Μουρίλλοι, ὅπως τότε καὶ μόνον σκεφθῶμεν καὶ ἡμεῖς περὶ ἱδρύσεως τοιαύτης συλλογῆς, τοῦτο δέ, διότι ἐνομίζετο, ὅτι ἡ Πινακοθήκη δὲν εἶχεν ἄλλον προορισμὸν ἢ νὰ περιλάβῃ τὰ ἔργα τῶν νεωτέρων καλλιτεχνῶν. Ἀλλ’ ἡ Πινακοθήκη ἔχει καὶ ἄλλον προορισμόν, σπουδαιότερον κατ’ ἐμέ, τοῦ νὰ περισυλλέξῃ καὶ διασώσῃ τὰ περιλειπόμενα ἔτι κειμήλια τῆς γραφικῆς ἐκ τῆς Βυζαντιακῆς ἐποχῆς, ἐφ’ ὅσον δὲ ἀπαντῶσι τοιαῦτα ἔργα ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐκ τῶν μέσων καὶ νεωτέρων χρόνων. Εἰκόνας δηλαδὴ τοιαύτας ἔχουσιν εἰσαγάγει εἰς αὐτὴν ἐξ Ἰταλίας, Γαλλίας, Ἱσπανίας καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν Κάτω Χωρῶν οἱ κάτοικοι ἰδίᾳ τῶν νήσων, οἱ διὰ τῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου ἐλθόντες πάλαι ποτὲ εἰς ἐπικοινωνίαν πολλὴν πρὸς τὰς χώρας ἐκείνας. Ἔργα τοιαῦτα ὑπῆρχον πρὶν οὐκ ὀλίγα ἐν ταῖς νήσοις ἰδίᾳ τοῦ Αἰγαίου πελάγους, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν κατώρθωσαν ἤδη οἱ ξένοι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἀγοράσωσι καὶ ἐξαγάγωσιν ἐντεῦθεν. Ὑπολείπονται ὅμως ἔτι ἱκανὰ ἐξ αὐτῶν, ἅτινα δυνάμεθα ἔτι ὁμοῦ μετὰ τῶν ἔργων τῆς Βυζαντιακῆς ἐποχῆς νὰ περισυλλέξωμεν καὶ περισώσωμεν ἐν τῇ Πινακοθήκῃ. Ἀλλ’ ἡ Πινακοθήκη ἔχει καὶ ἄλλον σκοπόν, νὰ χρησιμεύσῃ δηλαδὴ ὡς κέντρον, εἰς ὃ νὰ δύνανται ν’ ἀφιερῶσι ζάπλουτοι ὁμογενεῖς τὰς καλλιτεχνικάς των συλλογάς. Ὑπῆρξαν ὁμογενεῖς ἐν Ἑσπερίᾳ, ἔχοντες τοιαύτας συλλογὰς, ἀλλ’ ἐλλείψει Πινακοθήκης δὲν ἔπραξαν τοῦτο, καθόσον μάλιστα εἶχον τὸ παράδειγμα ἄλλων ὁμογενῶν, οἵτινες ἔπεμψαν ἐνταῦθα, δωρούμενοι εἰς τὸ Δημόσιον, διαφόρους συλλογὰς εἰκόνων, ἐξ ὧν ἄλλαι μὲν κατέκειντο ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἄλλαι δ’ ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ καὶ ἄλλαι ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ, ὅτε δὲ τελευταῖον ἠθέλησαν νὰ συλλέξωσι ταύτας, ἀνήρτησαν αὐτὰς εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν εἴς τινα αἴθουσαν τοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου, ἔνθα μάλιστά τινες ἐξ αὐτῶν, λυπηρὸν εἰπεῖν, ὑπέστησαν βλάβην κατὰ τὰς τελευταίας μεγάλας βροχάς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἦτο καιρὸς τέλος πάντων νὰ συσταθῇ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος Πινακοθήκη. Ἀλλ’ εἶχον μέχρι τοῦδε ἓν σπουδαῖον ἐπιχείρημα νὰ προσαγάγωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ὁ κατάλληλος ἀνήρ, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἔργου. Εὐτυχῶς ὁ ἀνὴρ οὗτος εὑρέθη, καὶ δὴ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἐπιφανοῦς Ἕλληνος καλλιτέχνου κυρίου Ἰακωβίδου. Βολιδοσκοπήσας τὰς διαθέσεις αὐτοῦ πρό τινος χρόνου, ἐπείσθην ὅτι εὐγνωμόνως ἀπεδέχετο τὸν διορισμόν του ὡς ἐφόρου τῆς Πινακοθήκης. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ νομοθετηθῇ καὶ ἡ θέσις αὕτη, ὡς ἐγένετο τοῦτο ἐν ἔτει 1887 καὶ διὰ τὰς θέσεις τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἐγώ, ἔχων ἤδη εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου ἓν κληροδότημα, ἐνόμισα ὅτι ἐδικαιούμην νὰ διαθέσω μέρος αὐτοῦ χάριν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος θέσεως, ἀφοῦ κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1834 ὅλαι αἱ θέσεις τῶν ἐφόρων ἀρχαιοτήτων, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τοῦ ἐφόρου τῆς προκειμένης συλλογῆς, εἶναι μὲν ἄμισθοι κατὰ τὸ ἄρθρον 21, ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς τὴν Πολιτείαν ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἐφόρους, τοὺς λαμβάνοντας τοιαύτην θέσιν. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου ἠδυνάμην νὰ διαθέσω ἀνάλογον πρὸς τὴν θέσιν, ἣν κατέχει νῦν ἐν Μονάχῳ ὁ κ. Ἰακωβίδης, ποσὸν, ἕως οὗ διὰ νόμου καθωρίζοντο τὰ τοῦ ἐφόρου τῆς Πινακοθήκης. Νῦν δὲ, ὅτε ἐπέστη ὁ καιρὸς πρὸς τοῦτο, ἔγνων νὰ ὑποβάλω τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν.
§44Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ κληροδότημα, ἀφ’ οὗ ἐλάβετε τὸ ποσὸν, τίνα σκοπὸν ἔχει;
§45ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχει γενικὸν σκοπόν. Τοιοῦτον εἶναι τὸ τοῦ μακαρίτου Δωρίδου.
§46Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ κληροδότημα τοῦ Σούτσου;
§47ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. Ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος κατέλιπε τὴν περιουσίαν αὑτοῦ ὁλόκληρον, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐπιβαρυνουσῶν αὐτὴν ὑποχρεώσεων, καὶ τὴν συλλογὴν τῶν εἰκόνων του, ὑπὲρ συστάσεως Πινακοθήκης. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔπρεπε βεβαίως νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν σύστασιν τῆς Πινακοθήκης. Νομίζω δὲ, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ἰακωβίδης, ἐπανακάμπτων εἰς τὴν Ἑλλάδα, δύναται νὰ συντελέσῃ σπουδαίως εἰς τὴν διοργάνωσιν, πλὴν τῆς Πινακοθήκης, καὶ τῆς Σχολῆς τῶν Καλῶν Τεχνῶν, ἥτις, ὡς ἔχει νῦν, παράρτημα οὖσα τῆς Σχολῆς τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν, δὲν δύναται νὰ ὑψωθῇ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ περιωπήν. Τότε δὲ καὶ ἄλλοι Ἕλληνες καλλιτέχναι, τιμῶντες τὴν σήμερον τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, θὰ ἐπανακάμψωσιν εἰς τὴν πατρίδα, συντρέχοντες εἰς ἀναγέννησιν τῆς καλλιτεχνίας ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῇ πρώτῃ αὐτῆς κοιτίδι.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 102).
§49Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χαίρω, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἰσήγαγε τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ συγχαίρω αὐτὸν διὰ τὴν πρωτοβουλίαν, ἣν ἔσχεν. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους, θέλει συντελέσει, ὅπως στεγασθῇ ἡ Ἑλληνικὴ τέχνη, ἥτις φερέοικος σύρεται μέχρι τοῦδε τῇδε κἀκεῖσε, θὰ δοθῇ δὲ ἀφορμὴ πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν τεχνῶν ἐκείνων, αἵτινες πρώτην κοιτίδα ἔσχον τὴν χώραν ταύτην...
§50Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἀφίνετε κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ νὰ ὁμιλήσητε;
§51Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πότε πρέπει νὰ ὁμιλήσω, γνωρίζω κάλλιον παντὸς ἄλλου, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε εἰς τὰ ὀλίγα, ἅτινα θὰ εἴπω. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ. Ὡς ἀγαθὴ ὑπῆρξεν ἡ ἰδέα τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, εὔστοχος ὑπῆρξεν ὄντως καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Πινακοθήκης, διότι ὁ κ. Ἰακωβίδης εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων ἀνδρῶν, τῶν παγκοσμίως γνωστῶν, οἵτινες δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πραγματικαὶ τῆς Ἑλλάδος δόξαι. Εἰς ἓν μόνον δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, εἰς τὸ ὅτι σκέπτεται νὰ περιορίσῃ τὴν Πινακοθήκην ταύτην εἰς μόνα τὰ ἔργα τῆς Βυζαντινῆς τέχνης...
§52ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶπον τοῦτο. Εὐθὺς ὡς παρουσιασθῶσιν ἔργα τῆς νεωτέρας τέχνης ἄξια λόγου, θὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ περιληφθῶσι καὶ ταῦτα.
§53Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτων μόνον. Δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν Βυζαντινὴν τέχνην καὶ νὰ ἀναμένωμεν πότε ἡ Θεία Πρόνοια θὰ εὐδοκήσῃ, ὅπως ἀναδειχθῶσι Κορέγιοι καὶ Ραφαῆλοι ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν. Πάντως δέον ν’ ἀποκτήσωμεν Πινακοθήκην τινὰ τῶν κλασσικῶν διδασκάλων τῆς Ἀναγεννήσεως. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πρᾶγμα εἶναι δύσκολον, (καθόσον ἡ ἀξία αὐτῶν εἶναι μυθώδης,) ἀλλὰ καὶ τὰ μέσα ἂν εὑρεθῶσι, πάλιν δύσκολον εἶναι νὰ εὕρῃ τις πλέον τοῦ Ρεμπρὰνδ καὶ τοῦ Μιχαὴλ Ἀγγέλου καὶ τοῦ Τιτορέντου ἔργα, διότι ταῦτα ἀπὸ πολλοῦ κατέχουσι τὰ εὐρωπαϊκὰ Μουσεῖα, δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν ἀντίγραφα τῶν ἔργων τούτων, καὶ πρέπει ν’ ἀποκτήσωμεν. Τοῦτο πράττουσι πᾶσαι αἱ δευτερεύουσαι πόλεις τῆς Εὐρώπης, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς ἣν θέσιν καὶ ἡ ἡμετέρα. Ἀναρτῶσι καὶ αὗται ἐν ἀντιγράφοις τὰ ἔργα τῆς μεγάλης ἐποχῆς, τῶν μεγάλων διδασκάλων. Ἂν τοιαύτην ἀποκτήσωμεν ποτὲ Πινακοθήκην, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ποικιλοτρόπως θέλει ἀποβῆ αὕτη ὠφέλιμος εἰς τὴν κοινωνίαν, ἰδίως ὅμως θέλει συντελέσει εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῶν σπουδαστῶν τῆς Καλλιτεχνικῆς Σχολῆς. Αἱ δαπάναι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δὲν εἶναι μεγάλαι, καὶ διὰ ποσοῦ τινος, ἀναγραφομένου εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν τοιούτου εἴδους Πινακοθήκην χρησιμωτάτην οὐ μόνον πρὸς μόρφωσιν τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν σπουδάζουσαν νεότητα.
§54Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν ἀπευθύνω. Ἂν περιέλαβεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ διάταξιν περὶ τῆς Σιναίας Ἀκαδημίας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πρόκειται νὰ μεταβληθῇ προσωρινῶς εἰς Πινακοθήκην; Νομίζω ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει ὁ Ὑπουργός. Ἡ θέλησις τοῦ ἱδρυτοῦ εἶναι νόμος. Θὰ παρακαλέσω διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ, ἂν ἔχει λόγους νὰ θέλῃ νὰ γείνῃ τοῦτο, νὰ γείνῃ διὰ νόμου τουλάχιστον, διότι ἄλλως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, μόνος, νὰ μετατρέψῃ τὴν Σιναίαν Ἀκαδημίαν εἰς Πινακοθήκην, εἰς Μουσεῖον. Διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων δὲν τροποποιοῦνται αἱ διαθῆκαι, οὐδ’ ὁ προορισμὸς τῶν ἱδρυμάτων, ὅσα ἵδρυσαν οἱ διαθέται. Τοῦτο ἂν καθιεροῦτο, θὰ ἠλάττου τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐθνικῶν δωρητῶν, καὶ πρέπει ν’ ἀποκρουσθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§55ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐδήλωσα ἤδη ἀρκετὰ σαφῶς, περιορίζεται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὸ νὰ καθορίσῃ τὴν θέσιν καὶ τὸν μισθὸν τοῦ ἐφόρου τῆς Πινακοθήκης. Τὸ περὶ συστάσεως τῆς Πινακοθήκης διάταγμα εἶχον δημοσιεύσει ἐγὼ ἐν ἔτει 1897, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τότε δέ, ὁμολογῶ, ἤλπιζον ν’ ἀποκτήσῃ ταχέως τὸ Δημόσιον τὴν οἰκίαν, ἣν πρὸς τοῦτο ἔχει κληροδοτήσει ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ ἐλπίς μου ἐκείνη, τοῦτο δὲν κωλύει βεβαίως, ἵνα στεγασθῇ πρὸς καιρὸν ἡ Πινακοθήκη ἐν τινι αἰθούσῃ τοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου ἢ τῆς Σιναίας Ἀκαδημίας, ἐν ᾗ νῦν ἔχουσιν ἐγκαθιδρυθῆ πλὴν τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου τὸ Χριστιανικὸν Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον, τὸ Ἀνθρωπολογικὸν, ἡ Ἰατρικὴ Ἑταιρεία καὶ ἡ Ἐπιστημονικὴ Ἑταιρεία.
§56Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τῆς χήρας Καραβαγγέλη, αἰτούσης σύνταξιν, διότι αὐτὴ καὶ τὰ τέκνα της εὑρίσκονται εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν. Ἡ Βουλὴ ὁμοψήφως παρεδέχθη καὶ συνέστησε τὴν αἴτησιν ἐκείνην. Παρέρχονται αἱ ἡμέραι, προβλέπω δὲ μεθαύριον νέας διακοπὰς κατ’ ἀνάγκην, διότι ἀρχίζει ὁ Καρνάβαλος. Ἐν τούτοις ἡ δυστυχὴς αὕτη χήρα καὶ τὰ παιδιά της στεροῦνται καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου! Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον, ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέστησεν ἡ Βουλή, νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, καὶ νὰ μὴ μείνῃ ἡ χήρα μὲ μόνας τὰς εὐχὰς καὶ τὰς εὐλογίας τὰς ἰδικάς μας.
§57Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν, θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν αἴτησιν περὶ προσκομίσεως πληροφοριῶν, ἣν εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀφορῶσαν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παραστὰς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτε ἐκλήθη ὑπὸ ταύτης, ὅπως δώσῃ πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὰς παραλειφθείσας πιστώσεις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξέφρασε δισταγμοὺς περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑποβληθέντος παρ’ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἂν μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν του ταύτην, περιτταί εἰσι βεβαίως αἱ ζητηθεῖσαι παρ’ ἐμοῦ πληροφορίαι. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑποβληθέντος τούτου νομοσχεδίου, τότε θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸν πίνακα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐνδεικνύηται τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος σήμερον συστήματος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, κατὰ δήμους ἢ καὶ κατὰ χωρία. Εἶχον ζητήσει καὶ ἑτέρας πληροφορίας, ἀλλ’ ἐνδεχόμενον, ἐπειδὴ αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιήσωσιν εὐκόλως ἐργασίας, ἃς αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ ἄλλων Κρατῶν δύνανται νὰ ποιήσωνται, περιορίζομαι μόνον εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον καὶ σήμερον ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου δέον νὰ ἐμφαίνηται τὸ ποσὸν τὸ βεβαιούμενον καὶ εἰσπραττόμενον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ χωρία καὶ κατὰ δήμους. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, κύριε Πρόεδρε, ὑπομιμνήσκω ὡσαύτως εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν αἴτησιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ τῆς γενομένης δαπάνης τῆς ἀποστολῆς τῶν θωρηκτῶν εἰς Μασσαλίαν καὶ τοῦ πλοῦ τοῦ εὐδρόμου «Μιαούλη». Τὰς πληροφορίας ταύτας δυστυχῶς, καίτοι παρῆλθεν ἔκτοτε εἷς μὴν καὶ αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔληξαν, ἐν τούτοις δὲν ὑπέβαλεν ἔτι εἰς ἡμᾶς, ἐνῷ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, αἱ πληροφορίαι αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων ἐγκαίρως ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἤδη ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας ταύτας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καθόσον, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ πληροφορίαι αὗταί εἰσιν ἀναγκαῖαι εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἐξετάσωσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§58ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνέστη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς, ἵνα ἐπεξεργασθῇ τὸ σχέδιον νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 103).
§60Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κύριε Πρόεδρε, πολλὰς ἐζήτησε παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ἵνα καταθέσωσιν εἰς αὐτὴν, πληροφορίας, ἃς αὐτὴ ἐνόμισε χρησίμους διὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον εὐηρεστήθησαν ν’ ἀποστείλωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν τινας τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλαι, αἵτινες δὲν ἐδόθησαν εἰσέτι. Ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως, συνεννοούμενος τῷ κυρίῳ εἰσηγητῇ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὰς κατατεθείσας πληροφορίας, καὶ τῇ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσιν αὗται ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Τινὲς τῶν πληροφοριῶν τούτων εἰσὶ σπουδαιόταται καὶ χρησιμώταται ἅμα, πρὸ πάντων δέ εἰσι χρήσιμοι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ αἱ πληροφορίαι αἱ κατατεθεῖσαι παρὰ τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς τὰ Δημόσια Ἔργα ἀπέστειλαν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μανθάνομεν πράγματα, ἅτινα βεβαίως πρέπει νὰ μάθῃ καὶ ἡ Βουλή, ὧν δὲ βεβαίως ἔχει ἀνάγκην, ὅπως ἐπισταμένως καὶ ἐμβριθῶς προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοὐλάχιστον τῶν πιστώσεων τῶν ἀφορωσῶν τὰ δημόσια ἔργα. Ὅταν ἐπιστῇ ἡ ἁρμοδία ὥρα πρὸς συζήτησιν τῶν περὶ τούτου, ἡ Βουλὴ θέλει πεισθῆ, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἃς ζητοῦμεν, καὶ ὧν τινες κατετέθησαν, εἰσὶ λίαν σπουδαῖαι καὶ χρησιμώταται διὰ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι πρώτην φορὰν ἐπληροφορήθημεν ἐκ τῶν κατατεθεισῶν σημειώσεων, ὅτι ὀγδοήκοντα καὶ ἐπέκεινα ὅλα ἕλη ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι, μικρὰ καὶ μεγάλα, περὶ ὧν δὲ ἐλαχίστη πρόνοια ἐλήφθη ἑκάστοτε ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὰ ὀγδοήκοντα ταῦτα ἕλη εἰσὶ κατεσπαρμένα καθ’ ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, — διότι περὶ τῆς Θεσσαλίας δὲν ἐδόθησαν πληροφορίαι. — Τὰ ὀγδοήκοντα δὲ ταῦτα ἕλη, κατὰ πρόχειρόν τινα ὑπολογισμὸν, ὃν ἐποιησάμην, ἀντιπροσωπεύουσιν ἄνω τῶν 500,000 στρέμματα γαιῶν, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ πολλὰς ἄλλας χιλιάδας στρεμμάτων γαιῶν, κατακλυζομένων διαρκῶς ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἃς τὰ Δημόσια Ἔργα δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ καθορίσωσι, καθ’ ἃ ἀνεκοινώθη πρὸς ἡμᾶς προφορικῶς. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν πληροφοριῶν τούτων, — ἵνα περιορισθῶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἕλη, — εἶναι σπουδαιοτάτη· διότι οὐχὶ εἰς 500,000 στρέμματα δέον νὰ ὑπολογισθῶσι τὰ ἕλη, τὰ κατακλύζοντα τὴν χώραν ἡμῶν, ἀλλ’ εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων στρεμμάτων ἀκόμη, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων Ἔργων πληροφορεῖ ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀκριβεῖς περὶ τούτου πληροφορίας. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ μανθάνῃ, ὅτι τοσαῦται ἐκτάσεις ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν κατακλύζονται ὑπὸ ὑδάτων, καθιστώντων τὰ μέρη ταῦτα τελματώδη, δὲν εἶναι ἆρά γε καιρὸς νὰ σκεφθῇ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ περὶ σπουδαιοτέρου τινὸς μέτρου, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ὑγείας τῶν περιοίκων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αὐξήσῃ ἡ παραγωγικὴ δύναμις τῆς χώρας; Μανθάνοντες οἱ ἁπανταχοῦ ἐπιχειρηματικοὶ ἄνδρες, ὅτι τοσαῦται ἐκτάσεις τελμάτων καὶ ἑλῶν κατακλύζουσι τὴν ἡμετέραν χώραν, δὲν θέλουσιν ἆρά γε σπεύσει, ὅπως ζητήσωσι πληρεστέρας πληροφορίας, καὶ δὲν θέλει λάβει ἆρά γε ἀφορμὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ ἐμβριθέστερον καὶ σπουδαιότερον καὶ πρακτικώτερον τὸ προκείμενον ζήτημα; Ὅταν, Κύριοι, μανθάνωμεν, ὅτι τηλικαύτη εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν ἑλῶν, τῶν κατακλυζόντων τὴν χώραν ἡμῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχώμεθα τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ προνοεῖ περὶ τῆς ἐπειγούσης ταύτης ἀνάγκης διὰ δεκάδων μόνον τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες πολλάκις καὶ δὲν δαπανῶνται; Ὡς θέλετε ἴδει, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ προκάτοχον, καὶ τὸ πρὸ ἐκείνου προκάτοχον, καὶ τέλος πάντων ὅλη ἡ σειρὰ τῶν ἐπὶ ἥμισυν ὅλον αἰῶνα Ὑπουργείων καὶ Ὑπουργῶν, πῶς νομίζετε ὅτι προενόησαν περὶ τῶν ἐλῶν; Διά τινων δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, ὧν τινες πολλάκις καὶ δὲν πραγματοποιοῦνται. Ἀνέφερα ταῦτα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν φορὰν ταύτην εἰργάσθη ὡς ἔδει. Ἀλλὰ βεβαίως αἱ ἐργασίαι αὐτῆς θέλουσι ματαιωθῆ, ἐὰν αἱ πληροφορίαι, αἵτινες προσεκομίσθησαν αὐτῇ, δὲν ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Τοῦτο λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ ἐπισπεύσῃ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κύριος εἰσηγητὴς ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει ὁμιλήσει περὶ τούτου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως εἰσέτι δὲν εἶδον νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς αἱ πληροφορίαι αὗται, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ ποιήσωμαι τὰς παραστάσεις ταύτας καὶ τὰς παρακλήσεις πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω δὲ καὶ πέποιθα, ὅτι θέλει σπεύσει νὰ διατάξῃ, ὅπως τυπωθῶσιν αἱ πληροφορίαι. Καὶ ἤδη, κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως, ἐπειδὴ μέλλει νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός, μέλλουσι δὲ νὰ συζητηθῶσι καὶ ὀργανωτικὰ νομοσχέδια, εὐαρεστηθῇ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν πρώτην Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους. Ἐπεθύμουν, ἡ κατάστασις αὕτη νὰ ἦναι συντεταγμένη κατὰ συντάγματα, τουτέστι νὰ περιέχῃ τὴν δύναμιν ἑκάστου συντάγματος εἰς ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας. Ἐπεθύμουν δ’ ἐπίσης, ἡ κατάστασις αὕτη νὰ περιέχῃ καὶ τὰς κατηγορίας, ὑφ’ ἃς ὑπηρετοῦσιν οἱ στρατιῶται, δηλαδὴ ἐὰν εἶναι κληρωτοὶ τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς ἢ ἄλλης κλπ. Ἐπίσης δὲ καὶ κατάστασιν περὶ τῶν ἐκτελούντων πρόσθετον ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἵνα αἱ πληροφορίαι αὗται ὦσι λυσιτελεῖς ὡς πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ αἰτήσωμαι ταύτας, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ καὶ λεπτομερὴς σημείωσις περὶ τῆς ἕδρας ἑκάστου συντάγματος, ἤτοι ποῦ ἕκαστον σύνταγμα ἑδρεύει, ὅπως ἐπίσης λεπτομερὴς σημείωσις καὶ περὶ τῶν ἀπεσπασμένων ἀνδρῶν ἐξ ἑκάστου συντάγματος, ἤτοι πόσοι ἐξ ἑκάστου συντάγματός εἰσιν ἀπεσπασμένοι, καὶ ποῦ ἑδρεύουσιν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ κατάστασιν, πόσους ἵππους κέκτηται σήμερον τὸ Ἱππικόν, πόσους δὲ ἵππους καὶ ἡμιόνους τὸ Πυροβολικόν. Αἱ πληροφορίαι αὗται βεβαίως εἰσὶν οὐσιώδεις διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐπίσης φρονῶ ὅτι εἰσὶν οὐσιωδέσταται καὶ διὰ τὴν συζήτησιν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, προκειμένου μὲν περὶ τῶν ἀνδρῶν, δέον νὰ προσαχθῶσιν ἀντίγραφα τῶν ἡμερολογίων ἑκάστου σώματος τῆς 1 Φεβρουαρίου ἔ. ἔ. καὶ ἀντίγραφα τῶν μηνιαίων καταστάσεων τοῦ Ἰανουαρίου ἔ. ἔ., προκειμένου δὲ περὶ τῶν κτηνῶν, τὸ ἡμερολόγιον τῆς νομῆς τῆς 1 Φεβρουαρίου ἔ. ἔ.
§61Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶχεν ὑπομονήν τινα, δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν σύστασιν περὶ τυπώσεως τῶν κατατεθεισῶν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ σημειώσεων ἢ καταστάσεων· διότι, πρὶν ἢ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καταρτισθῇ, φυσικὸν εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διανεμηθῶσι καὶ τὰ σημειώματα ταῦτα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Θήρας, εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, εὐθὺς ὡς ἐπεράτωσεν ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἐργασίας της, μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν ὁποίαν εἶχεν αὕτη ἐπιθυμίαν, ὅπως τὰ σημειώματα, τὰ προσκομισθέντα ὑπὸ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἐξαιρέσει ὀλιγίστων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι χρησιμότητα· πάντα λοιπὸν τὰ ἄλλα παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου εἰσηγητοῦ· ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ὅταν διανεμηθῇ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἔκθεσις, θέλουσι συγχρόνως διανεμηθῆ καὶ τὰ σημειώματα ταῦτα.
§62Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν νὰ καταθέσῃ ἐγγράφως σημείωσιν περὶ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζήτησεν, οὐχὶ διὰ τὰς καταστάσεις, διότι αὗται κανονικῶς ὑποβάλλονται, ἀλλὰ διὰ τὰς κατηγορίας τῶν διαφόρων κληρωτῶν, ἢ ἐθελοντῶν.
§63ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§64Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως, μεθ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις ἡμῶν τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη, ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ἀπὸ ἔτους σχεδὸν, σχετικῶς δὲ μὲ τὸν νόμον αὐτὸν ἐτέθη ἐπίσης εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Κύριος σκοπὸς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι, ὡς γνωστὸν, ἡ χορηγία δανείων καὶ ἡ διάδοσις τῆς σταφίδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Δυστυχῶς παρῆλθεν ἔτος ἤδη, καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀσχολεῖται ἢ εἰς διασπάθησιν τῶν ἱερῶν χρημάτων πρὸς διορισμὸν ὑπαλλήλων καὶ ἐνοικίασιν ἀποθηκῶν. Μανθάνω ὅτι ὁ λόγος τῆς μὴ λειτουργίας εἰσέτι τῆς Τραπέζης ταύτης, δηλαδὴ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τοῦ κυριωτέρου σκοποῦ τῆς Τραπέζης, τῆς χορηγίας δανείων ἐπὶ μικρῷ τόκῳ εἰς τοὺς παραγωγοὺς πρὸς βελτίωσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐχορήγησεν εἰσέτι τὰ καθυστερούμενα εἰς αὐτήν. Συνεπῶς παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σπεύσῃ εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ἵνα διευκολύνῃ οὕτω τὸν εὐεργετικὸν προορισμὸν τῆς Τραπέζης.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο περὶ αὐτοῦ χθὲς λόγος, ἀλλὰ δὲν ἦσθε ἐδῶ, καὶ ἐδόθη καὶ ἡ ἀπάντησις.
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦτο συμβαίνει συνήθως εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ὅταν δὲν ἦναι ἐξ ἀρχῆς παρόντες εἰς τὰς συνεδριάσεις. Ὅ,τι δύναμαι νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι, ἂν ἦτο χθὲς παρὼν ἐξ ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως ὁ κ. Βουλευτὴς, ἤθελεν ἀκούσει, ὅτι ὁμοίαν ἐπερώτησιν ὑπέβαλε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς, καὶ εἰς αὐτὸν ἔδωκα τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον χθές.
§67Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν παρέστην κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§69Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κύριε Πρόεδρε. Παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια περὶ Θεσσαλίας, νὰ προταχθῶσι δὲ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα· ἀλλὰ πρὸ πάντων τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι λίαν συντόμως.
§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἔχωσι καὶ συζήτησιν.
§71Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις, ὅπως ψηφισθῶσι τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἀναστέλλεται ἡ εἴσπραξις ὡρισμένων φόρων, καὶ ἀπαλλάσσονται χωρία τινὰ ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου.
§72Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαμπάκας νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του, διότι, ἐὰν ἐπιμείνῃ, δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ψήφισις τῶν παρ’ αὐτοῦ μνημονευθέντων νομοσχεδίων, διότι ἐλλείπει ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος. Ἡ Κυβέρνησις θὰ φροντίσῃ, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν λίαν προσεχῶς. Ἄλλως τε γινώσκει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι ἐδόθησαν ἤδη ὁδηγίαι, ὅπως μὴ καταδιωχθῶσιν οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου.
§73Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως διοριῶν πρὸς πληρωμὴν καὶ δήλωσιν ἀμέσων φόρων ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς ἐπαρχίαις» ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσῃ...
§74Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶπεν ὁ ἐκ Καλαμπάκας κ. Βουλευτής, καὶ εἰς ἀπάντησιν εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ μεταβάλῃ σήμερον τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§75ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε νὰ τὴν εἴπητε, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐπέλθῃ καμμία μεταβολὴ σήμερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§77ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἴσως δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ζητήσω αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔχω σκοπὸν μόνον νὰ ὑποδείξω, ὅτι μετὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου οἱ πολῖται ὑπόκεινται πλὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου καὶ εἰς πρόστιμον 20%.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ὑπόκεινται, διότι θὰ ψηφισθῶσιν οἱ νόμοι.
§79Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐὰν ψηφισθῇ ὁ νόμος, δὲν θὰ ὑπόκεινται.
§80ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα τῆς ὑποχρεώσεως τῶν πολιτῶν δὲν ἤρτηνται ἀπὸ ἓν ἐὰν, προερχόμενον μάλιστα ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἁγυιᾶς, λέγοντος «ἐὰν ψηφισθῇ ὁ νόμος, δὲν θὰ ὑπόκεινται». Ἐὰν αὐτὸ τὸ ἐὰν τὸ ἤκουον λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελον καθησυχάσει καὶ ἐγὼ καὶ βεβαίως καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπεν αὐτό.
§82ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ γνωρίζω, ἔπαυσεν ἡ εἴσπραξις ὡς πρὸς τοὺς φόρους, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, (σιωπηρῶς βεβαίως, διότι ἄνευ νόμου δὲν δύναται νὰ παύσῃ,) καὶ ἑπομένως ἔπαυσεν ὁ κίνδυνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπόκεινται οἱ πολῖται; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως δὲν ἔχει σημασίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμπάκας· ἀλλ’ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ὑφίσταται κίνδυνος, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲν δέχεται τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
§83Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ποιεῖται κατάχρησιν τοῦ λόγου· διότι, ἐὰν ἐπρόσεχεν εἰς ὅ,τι εἶπον εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐκ Καλαμπάκας κ. Βουλευτοῦ, ἤθελεν ἀκούσει, ὅτι τοιαῦται διαταγαὶ ἐδόθησαν, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ καταδίωξις τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν· ἑπομένως, καὶ ἂν ἀναβληθῇ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐπάγεται ἡ ἀναβολὴ βλάβην εἰς οὐδένα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ ὑποβολῆς ἐγγράφως τῶν αἰτήσεων πληροφοριῶν, συστάσεων καὶ ἐπερωτήσεων τῶν Βουλευτῶν.
§85ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐκ νέου ἐγγραφῆς τῶν κατασχέσεων ἀκινήτων εἰς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα, ὧν τὰ βιβλία ἐγγραφῆς κατασχέσεων ἀπωλέσθησαν ἢ κατεστράφησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων». Ὁ κύριος Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§88Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται νὰ ἀναπληρώσῃ μίαν ἔλλειψιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἕνεκα τοῦ πολέμου, ἐξ οὗ ἐπῆλθε καταστροφὴ ἢ ἀπώλεια τῶν βιβλίων πρὸς ἐγγραφὴν τῶν κατασχέσεων ἀκινήτων κτημάτων. Ἐν τῷ συνόλῳ καὶ κατ’ ἀρχὴν βεβαίως εἶμαι σύμφωνος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔχει διατυπωθῆ, παρουσιάζει τοσαύτας ἐλλείψεις, παρουσιάζει δὲ καὶ τοσούτους κινδύνους, ὥστε φοβοῦμαι ὅτι, ἀντὶ νὰ κατασταθῇ πρόξενον ἀγαθῶν, ἴσως κατασταθῇ ἐπιζήμιον. Καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκ νέου ἐγγραφὴν, ἡ ὁποία βεβαιοῦται δι’ ἀποδεικτικοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον πιστοποιεῖται ὅτι ἐδηλοποιήθη ἡ κατάσχεσις εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑποθηκοφύλακα, βεβαίως περὶ αὐτοῦ διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία ἄλλη περίπτωσις, καθ’ ἣν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐλλείπει τὸ ἀποδεικτικὸν τοῦτο, τότε ἡ ἐγγραφὴ θεωρεῖται ὡς γενομένη, καὶ ἔχει ἀποτελέσματα ἀπὸ τῆς νέας συνεπείᾳ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δηλοποιήσεως. Τὸ τοιοῦτον θεωρῶ ἐντελῶς ἄδικον. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι πρό τινος χρόνου, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον ΒΧΛʹ «περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου καὶ μεταγραφῆς τῶν ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν, προσημειώσεων καὶ μεταγραφῶν εἰς τὰ ἀπολεσθέντα ἢ ἐν μέρει καταστραφέντα βιβλία ὑποθηκῶν ἐν Θεσσαλίᾳ». Ἡ περίπτωσις εἶναι καθ’ ὅλα ὁμοία. Καὶ ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκ νέου ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν, προσημειώσεων καὶ μεταγραφῶν εἰς τὰ ἀπολεσθέντα ἢ καταστραφέντα βιβλία. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ἐπρόκειτο περὶ ὑποθηκῶν ἢ προσημειώσεων, περὶ τῶν ὁποίων ἐσώζοντο ἀποδείξεις οἱαιδήποτε περὶ τῆς ἐγγραφῆς αὐτῶν, ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς περὶ αὐτῶν ἠρκέσθη νὰ στηριχθῇ εἰς τὰς τοιούτου εἴδους ἀποδείξεις, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ ὑποθηκῶν ἢ προσημειώσεων, περὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχον ἀποδείξεις, περὶ τῶν τοιούτων καθιέρωσε τρόπον ἀποδείξεως καὶ τρόπον ἀναγνωρίσεως τῆς προϋπαρχούσης ἐγγραφῆς τοιοῦτον, ὥστε ἐξησφάλιζεν ἰδίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τοιαύτας ἀποδείξεις.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν διακόψω. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προταθῇ, συζητηθῇ καὶ μεταβληθῇ εἰς νόμον, ἠρκέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν παρὰ τοῦ ἐκ Τυρνάβου κ. Βουλευτοῦ ὑποβολὴν τῆς προτάσεως νόμου, ἀλλὰ πάντως ἡ παρουσία τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, ἀπουσιάζοντος ἤδη, εἶναι ἀναγκαία εἰς τὴν συζήτησιν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον, ἐὰν ὑπάρχει πρὸς τοῦτο ἀντίρρησις, νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§90Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα διὰ νὰ ζητήσητε τὴν ἀναβολήν!
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διακόπτω, ἀλλὰ θὰ ἦτο σκοπιμωτέρα τότε ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, καὶ πρὸς χάριν αὐτοῦ τοῦ ἀγορεύοντος, ἵνα μὴ ὑποβληθῇ εἰς διπλοῦν κόπον. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει, δύναται νὰ ἀγορεύσῃ.
§92ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσημειώσεις καὶ τὰς ὑποθήκας, περὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχον ἀποδείξεις, περὶ τῶν τοιούτων ἐν ἄρθρῳ 4 τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθην, καθιερώθη διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας δικαστικῶς ἐπεζητεῖτο ἡ ἀναγνώρισις τῆς προϋπαρχούσης ἐγγραφῆς προσημειώσεως ἢ ὑποθήκης, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων ἐγίνετο νέα ἐγγραφὴ τῆς προσημειώσεως ἢ τῆς ὑποθήκης. Τοιαύτην τινὰ διάταξιν ἐπεθύμουν νὰ περιελάμβανε τὸ νῦν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν καθόλου νὰ τεθῶσιν εἰς ἥττονα μοῖραν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τυχὸν τὰς ἀποδείξεις, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ νομοσχέδιον εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν, ὡς ἀκριβῶς ἀποκλεῖον ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον. Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς ἀποδείξεις, τοὺς ὁποίους ἔδει νὰ προστατεύσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀποκλείει. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, μόνον ὅσοι ἔχουσι τὰς ἀποδείξεις, ὅτι εἶχον δηλοποιήσει τὴν ἐγγραφὴν τῆς κατασχέσεως εἰς τὰ βιβλία τῶν κατασχέσεων, δύνανται ἐκ νέου νὰ ἐγγράψωσι τὴν κατάσχεσιν, ἡ δὲ ἐγγραφὴ αὕτη ἀνατρέχει καὶ εἰς τὸν χρόνον τῆς προϋπαρχούσης ἐγγραφῆς, ἐνῷ περὶ τούτου δὲν ἦτο ἀνάγκη κἂν νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια· ὅσοι δὲ ἀπώλεσαν τὰς τοιαύτας ἀποδείξεις ἀποκλείονται, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ ἐκ μέρους τούτων νέα ἐγγραφὴ θέλει ἔχει ἀποτελέσματα ἀπὸ τῆς χρονολογίας τῆς νέας δηλοποιήσεως. Τοῦτο θεωρῶ ἐντελῶς ἀντιφατικὸν πρὸς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει κἂν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ διάταξις αὕτη, ἢ πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ σκοπιμώτερον, Ἀλλὰ καὶ μίαν ἄλλην ἀτέλειαν εὑρίσκω ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, ἀφορῶσαν εἰς τὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ νέα αὕτη ἐγγραφή...
§93Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διωρθώθη.
§94ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μάλιστα· καὶ ἐγένετο δύο μηνῶν προθεσμία. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου... Καὶ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, ὡς καὶ ἐν τῷ ἐψηφισμένῳ ἤδη νόμῳ περὶ ἐγγραφῆς προσημειώσεων ἢ ὑποθηκῶν, ἡ αὐτὴ ἀτέλεια παρατηρεῖται, καὶ ἡ ἀτέλεια αὕτη εἶναι, ὅτι δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διαμενόντων. Ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς τοιαύτης προνοίας ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ πολλοὶ ἀπώλεσαν τὰ δικαιώματά των, καὶ βεβαίως θὰ ὑπάρξωσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπολέσωσι τὰ δικαιώματά των δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι δὲν ὁρίζεται προθεσμία ἰδία διὰ τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμένοντας, ὡς τοῦτο συνήθως γίνεται, ὁριζομένης τοιαύτης οὐχὶ μικροτέρας τῶν ἓξ μηνῶν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολλοὶ εὑρισκόμενοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἔχουσι μεγάλα συμφέροντα ἐν Θεσσαλίᾳ, σχετικὰ πρὸς τὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ρυθμιζόμενα. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ αἱ παρατηρήσεις μου αὗται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπροτάθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§96Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, δύο λέξεις.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπροτάθη ἡ ἀναβολή...
§98ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος θὰ εἴπω.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν.
§100ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι ἤθελε φέρει σήμερον διορθώσεις ἐπὶ ὅλων τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Ροδοπούλου, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ἀπὸ χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ συζητήσῃ, ἀναλαβὼν τὴν φροντίδα καὶ τὴν μέριμναν περὶ καλλιτέρου καταρτισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἴδιος, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ πατὴρ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις· τοὐναντίον πρέπει, ἀφοῦ εἶναι ἐδῶ ὁ ἁρμοδιώτατος πάντων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ὑποβάλῃ οὗτος τὰς τροπολογίας του, ὡς καὶ ἀπὸ χθὲς μᾶς ἀνήγγειλε τοῦτο. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν δὲ τοῦ νομοσχεδίου, πάσας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο πρὸ μικροῦ ὁ ἐκ Τρικκάλων κ. Βουλευτὴς, τὰς περιέχει τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐγὼ ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν.
§101Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις παραπονεῖται, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἰσέρχεται ταχύτερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ δὲν ἐργάζεται πλειότερον εἰς τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς ἔργον. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν ἐγκαίρως ἀπόψε εἰς τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς ἔργον καὶ ἤρξατο συζητοῦσα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον χθὲς ἀκόμη ἐθεωρήθη ὡς κατεπεῖγον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ προτείνεται βελτίωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπειδὴ προτείνονται παρατηρήσεις οὐσιαστικαὶ ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἐνόμισε καλὸν νὰ διακόψῃ τὸν ἀγορεύοντα καὶ προτείνοντα τὰς διορθώσεις ταύτας, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ Βουλὴ ἢ μέλη τῆς Βουλῆς οἱαδήποτε θέλουσι νὰ παρεμποδίσωσι τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, ἢ ἂν αἰτία τούτου δὲν εἶναι ἀκριβῶς οἱ τρόποι, ὧν ποιοῦνται χρῆσιν καὶ αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοί, ἐκφέροντες τὰς γνώμας αὑτῶν, καὶ συντελοῦντες ἴσως εἰς τὸ νὰ παρεμποδίσωσι τὸ κανονικὸν τῆς Βουλῆς ἔργον τοῦ νομοθετεῖν· διότι βεβαίως, ἐὰν πρόκειται εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ κατὰ πᾶσαν συζήτησιν νὰ ἐπιβάλληται μία οἱαδήποτε γνώμη, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ ἐκφέρων αὐτὴν, νὰ ἔρχηται δηλ. τοιουτοτρόπως ἄνευ τάξεως νὰ ἐπιβληθῇ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι φυσικῶς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς παρεμποδίζεται. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν δύνανται νὰ προκαλέσωσι μακρὰς συζητήσεις. Ἀνέπτυξε τὰς γνώμας του ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας χθὲς ὑπεσχέθη ὅτι ἤθελεν εἰσαγάγει, κατόπιν ἀναπτύξεως καὶ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, διατί ἡ ἀπότομος αὕτη διακοπὴ μιᾶς συζητήσεως τόσον ἁπλῆς, τόσον ἐπωφελοῦς ἴσως δι’ ἓν μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου. Νομίζω ὅτι δικαίωμα ὅλων ἡμῶν εἶναι νὰ παραπονεθῶμεν κατὰ τῆς τοιαύτης μὴ τακτικῆς πορείας τῆς Βουλῆς ἐν τῇ νομοθετικῇ αὐτῆς ἐργασίᾳ, νομίζω δὲ, ὅτι ἀναιρεῖ τὴν βάσιν παντὸς παραπόνου, ὁθενδήποτε ἐρχομένου, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἰσέρχεται κανονικῶς εἰς τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς ἔργον, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ν’ ἀφήσῃ νὰ διέλθῃ τοῦτο τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἕτοιμος νὰ ποιήσηται.
§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς περιέπεσεν ἀκριβῶς εἰς τὸ σφάλμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ καταλογίσῃ εἰς ἐμὲ, προβαλόντα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται. Ἐγὼ προέτεινα τὴν ἀναβολὴν, ἵνα διευκολύνω τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἀπῆν τῆς συνεδριάσεως ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οὗτος εἶναι ἁρμοδιώτερος, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς πάσας τὰς παρατηρήσεις, τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, καὶ διότι ἐνόμισα, ὅτι χάριν τοῦ ἀγορεύοντος ἔπρεπε νὰ ἀπαλλάξω αὐτὸν τοῦ κόπου τοῦ νὰ ὑποβάλῃ τὰς παρατηρήσεις του ταύτας εἰς δύο συνεδριάσεις, παρεκάλεσα δέ, ὅπως μὴ ἐξακολουθήσῃ ὁ ἀγορεύων. Ὑπέλαβον, ὅτι θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ ἀναπτύξῃ τὰς παρατηρήσεις του, ὅτε θὰ ἦναι παρὼν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτε τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἐπιψήφισις θὰ ἦναι εὐχερεστέρα. Πᾶν ἄλλο ἢ τὴν παρέλκυσιν τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἀκολουθοῦσα αὐτὴν πλειονοψηφία. Ἡ Κυβέρνησις, βλέπουσα ὅτι ἐπὶ τρεῖς ἤδη ὥρας ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη εἰς ἐπερωτήσεις, καὶ ὅτι μόλις κατὰ τὴν 7ην ὥραν κατωρθώθη νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, φρονεῖ ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ χρόνος ὁ ὑπολειπόμενος νὰ δαπανηθῇ ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, εἶναι δὲ πρέπον ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἦναι παρών, ἵνα μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας του ἐπὶ τῶν διαφόρων παρατηρήσεων. Δι’ αὐτὸ καὶ πάλιν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἔχω διάφορον γνώμην τῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ υἱοθετήσαντος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως συζητήσῃ τοῦτο· ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἁρμοδιώτερος ἴσως τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον, ὅπως συζητήσῃ αὐτό· εἶναι βεβαίως ἁρμοδιώτερος, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠγέρθη, ὅπως ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων...
§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσκόπει νὰ ὁμιλήσῃ.
§105Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐσκόπει νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τοιαύτη, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠγέρθη κρατῶν εἰς χεῖρας αὑτοῦ τὸ νομοσχέδιον... Ἔχω λοιπὸν διάφορον γνώμην περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύναται νὰ ἦναι ἁρμοδιώτερος τοῦ εἰσηγησαμένου τὸ νομοσχέδιον, ὅπως δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις εἰς τὰς γενομένας παρατηρήσεις. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ὄχι κανονικὴν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διακόψαντος τὸν ἀγορεύοντα, ὅπως ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, διατί; διὰ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ γενικώτερον χαρακτῆρα, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναί τι ἄλλο, παρὰ ἔργον νομοθετικὸν τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις πρώτη νὰ ἀφήσῃ τὴν κανονικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς ἐν τῷ νομοθετικῷ αὑτῆς ἔργῳ, ἐὰν θέλει πράγματι νὰ νομοθετῇ ἡ Βουλή, συζητοῦσα καὶ μελετῶσα.
§106ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς περὶ τούτου πρόκειται, περὶ τῆς κανονικῆς ἐργασίας τῆς νομοθετήσεως.
§107Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκωλυσιέργησεν. Ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει νὰ διευθύνῃ χθὲς καὶ σήμερον τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰ πρῶτα βήματά του ἔπρεπε προσεκτικώτερος νὰ δειχθῇ περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῶν τοῦ ἔργου τούτου, διότι ἤδη τὸ γενόμενον δὲν εἶναι εὐάρεστον. Θὰ ἦτο περατωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν δὲν προεβάλλετο ἡ ἄστοχος πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον. Τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σπουδαιότητα, ὥστε νὰ προκαλέσῃ συζητήσεις μακράς, αἱ δὲ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ ἐκ Τρικκάλων ἀξιότιμος Βουλευτής, ἠδύναντο νὰ μὴ τύχωσιν ἀπαντήσεως σήμερον ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ τύχωσι δὲ ἀπαντήσεως αὔριον. Οὕτως ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἤδη ἔχει φθάσει πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ τέλος, καὶ θὰ εἶχε μεταβῆ εἰς ἄλλο θέμα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, δι’ εἰδικῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς προετάχθη τοῦτο μετὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον. Ὁ κυρίως εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, παρὼν τότε, διότι θὰ ἦτο παρὼν χθὲς, εἶδε σήμερον ἐγγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ καθῆκον εἶχε νὰ παρευρεθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀπουσιάσας, δυνατὸν νὰ ἔβλαψε τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐπίσης εἰσηγητὴς, ἂν ὄχι περισσότερον τοῦ πρώτου, καὶ ἠδύνατο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ν’ ἀκούσῃ καὶ συζητήσῃ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Νομίζω διὰ ταῦτα, — καὶ τοῦτο ἵνα μὴ καθιερωθῇ τὸ κακὸν προηγούμενον, ὅτι, ὁσάκις λείπῃ ὁ εἰσηγητὴς νομοσχεδίου τινὸς, δέον ν’ ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις, — νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησίν του καὶ ν’ ἀρχίσωμεν ἄλλην.
§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἄνευ ἀντιρρήσεως, μάλιστα.
§109ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθηκε τροποποιημένην ὑπ’ αὐτοῦ τὴν ψηφισθεῖσαν πρότασιν νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 104). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου 7 τοῦ ἄρθρου 885 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναμφισβητήτως ἔχει σκοπὸν εὐεργετικὸν, καὶ εἶναι καθ’ ὅλα φιλάνθρωπον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ παρατηρήσω, ὅτι ἐμμέσως ἐκπληροῦν τὸν σκοπὸν τοῦτον συντελεῖ οὐχ ἧττον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς πίστεως τῶν γεωργῶν, διότι ἀναμφισβητήτως, ἂν οἱ γεωργοὶ δικαιοῦνται νὰ ἐξαιρέσουν ἐκ τῆς κατασχέσεως ταύτης τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἴδη, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουσι τὰ σήμερον ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐξαιρούμενα τῆς κατασχέσεως, βεβαίως ἐλαττοῦσιν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν των τὰ μέσα τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών των καὶ ἑπομένως τὴν πίστιν αὐτῶν. Νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, τοὐλάχιστον νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ φιλανθρωπικοῦ τούτου σκοποῦ, ἀλλ’ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς πίστεως τοῦ γεωργοῦ. Διὰ τοῦτο μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐξαιροῦνται τρία ἀροτριῶντα κτήνη ἀπὸ τὴν κατάσχεσιν. Νομίζω ὅτι δύο κτήνη ἂν ἐξαιρέσωμεν, εἶναι ἀρκετὰ, καὶ οὕτω πως συνδυάζεται ἡ δύναμις ἡ πιστωτικὴ τοῦ χωρικοῦ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, μὲ τὸν φιλανθρωπικὸν σκοπόν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε τροπολογίαν τοιαύτην;
§113Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Ἔκαμα παρατήρησιν μόνον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§115Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες, κύριοι Βουλευταὶ, βεβαίως ἀντελήφθητε κατὰ τὸν χρόνον τῶν βουλευτικῶν διακοπῶν, ὅτε ἐμείνατε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τὰς ὁποίας ἔχετε τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύητε, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, χωρὶς νὰ λάβωμεν εἴδησιν αὐτοῦ. Ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἐφηρμόσθη ὁ νόμος οὗτος, ὁ λαὸς ἐν μιᾷ φωνῇ καὶ κραυγῇ ἐξηγέρθη κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἡ ἐξέγερσις αὕτη εἶναι, κατ’ ἐμὲ, λίαν δεδικαιολογημένη, διότι καταπιεστικώτερος καὶ καταθλιπτικώτερος νόμος τοῦ νόμου τοῦ μεταρρυθμιζομένου διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου δὲν ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει. Αἱ καταπιέσεις δὲ καὶ αἱ καταθλίψεις αὗται προέρχονται ἐκ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου καὶ ἐκ τοῦ χρόνου τῆς πληρωμῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκ τοῦ πολλαπλοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπέβαλε κατὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῶν μετερχομένων πλείονα τοῦ ἑνὸς ἐπαγγέλματα. Εἶναι βέβαιον, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μειοῦνται κατά τι αἱ καταπιέσεις καὶ αἱ καταθλίψεις τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπεθύμουν, ἀντὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ ἔβλεπον τελειότερόν τι νομοθέτημα, σκοπὸς τοῦ ὁποίου νὰ ἦτο ὄχι μόνον ἡ μείωσις τῶν καταπιέσεων καὶ καταθλίψεων τῶν σήμερον γινομένων, ἀλλ’ ἐν γένει ἡ κωδικοποίησις τῶν περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμων, τὸ σύνολον τῶν ὁποίων, ὡς καὶ ἡ ἐφαρμογή των, κατέστη μυστήριον καὶ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν διαφόρων ἐφοριακῶν γραμματέων. Ὁ φόρος περὶ ἐπιτηδευμάτων ἐψηφίσθη τὸ πρῶτον ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κράτει κατὰ τὸ ἔτος 1867. Ἔκτοτε, ἀπὸ τοῦ 1867, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ πρῶτος νόμος, διακρινόμενος ἐπὶ σαφηνείᾳ καὶ ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ἐψηφίσθησαν 15 ἄλλοι νόμοι μέχρι τοῦ 1899. Τὸ σύνολον οὕτω τῶν νόμων τῶν κανονιζόντων τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀνήρχετο εἰς τὸν ἀριθμὸν 16. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ πρώτου νόμου μέχρι τοῦ τελευταίου, πλεῖσται ἄλλαι ὑπουργικαὶ ἀποφάσεις καὶ Β. Διατάγματα ἐξεδόθησαν, διὰ τῶν ὁποίων ἀείποτε ἐπεβάλλετο φόρος νέος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καὶ ἐπηυξάνετο ὁ ὑπάρχων φόρος, πολλάκις δὲ οἱ πτωχοὶ ἐπιτηδευματίαι, βλέποντες τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἐγγεγραμμένα ἐν τοῖς φορολογικοῖς καταλόγοις τῶν ἐπιτηδευμάτων, δὲν γνωρίζουσιν, ἕνεκα τῆς πολυνομίας, καὶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνεγράφησαν ἐν τῷ φορολογικῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δύνανται νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ καταγίνηται ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε ἐψηφίσαμεν τὸν νῦν μεταρρυθμιζόμενον νόμον, καὶ ἤδη, ὅτε ψηφίζομεν τὸν νέον, καταρτίζουσα νόμους πλημμελεῖς, εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἤθελον κωδικοποιηθῆ ὅλοι οἱ νόμοι περὶ ἐπιτηδευμάτων εἰς ἕνα νόμον, ὥστε οὕτω πῶς νὰ κατασταθῶσιν οἱ νόμοι αὐτοὶ εὐπροσιτώτεροι εἰς τοὺς διαφόρου εἴδους φορολογουμένους... Μία φωνή. Ἑκατὸν πεντήκοντα συνεδριάσεις ἀρκοῦν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ;
§116ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Βουλευτοῦ προορισμὸς εἶναι νὰ συνεδριάζῃ καὶ συζητῇ τοὺς διαφόρους νόμους, ὄχι δὲ νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, δι’ ἑνὸς ἄρθρου, κοιμώμενος καὶ χωρὶς κἂν νὰ τὸ ἀναγινώσκῃ! Ἄν μία ἐπιτροπὴ συνιστᾶτο πρὸς κωδικοποίησιν τῶν διαφόρων νόμων, καὶ ἤρχετο εἷς νόμος πλήρης καὶ μεμελετημένος, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι κατὰ πολὺ θὰ διηυκολύνετο τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν θὰ διενυκτερεύομεν ἐνταῦθα, ὅπως ψηφίζωμεν νόμους, τῶν ὁποίων τὰ σφάλματα ἀναγνωρίζονται ἀμέσως τὴν ἑπομένην τῆς δημοσιεύσεώς των. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ διάφοροι νόμοι, οἱ εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ εἰσάγοντος αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐν ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ ὑπάρχει καὶ ἀνὰ εἷς φαμπρικάντες, ὁ ὁποῖος, τῇ παραγγελίᾳ τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ, φαμπρικάρει καὶ ἕνα νόμον, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ, πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ νόμος. Δὲν γνωρίζω τὴν ποιότητα τῶν κατασκευαστῶν τῶν νόμων ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις· ἂν ὅμως κρίνῃ τις ἐκ τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρεσίας ταύτης, δὲν θὰ σχηματίσῃ καλὴν ἰδέαν καὶ περὶ τῆς ἐν τοῖς λοιποῖς Ὑπουργείοις ὑπηρεσίας. Ἀρκεῖ νὰ μάθητε, Κύριοι, ὅτι διὰ νὰ κατανοήσητε ἕνα νόμον φορολογικὸν, ὄχι μόνον τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀλλὰ καὶ τὸν κατὰ τὴν παροῦσαν, ἔχετε ἀνάγκην βιβλιοθήκης ὁλοκλήρου· διότι βλέπετε π. χ. ὅτι ὁ Α νόμος καταργεῖ τὸν Β νόμον, ἀλλ’ ὄχι ὅλον, ἀλλὰ τὸ τρίτον μόνον ἐδάφιον τοῦ τετάρτου ἄρθρου, μένει δὲ ἐν ἰσχύϊ τὸ ὑπόλοιπον, καὶ οὕτω καθεξῆς. Οὕτω πῶς τὸ γινώσκειν τοὺς νόμους εἶναι ἀποκλειστικὸν μυστήριον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται καλλίτερον νὰ καταδολιεύωνται πᾶσαν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ ὅταν ἔχητε ἀνὰ χεῖρας νόμον τινὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἀναφέρησθε εἰς τὰς διαφόρους ἀρχὰς καὶ ἐρωτᾶτε, διατὶ παραβιάζονται τὰ δικαιώματά σας, ἐναντίον τοῦ νόμου αὐτοῦ, σᾶς ἀπαντοῦν ἐκεῖνοι: «μᾶς τὸ ἐπιτρέπει ὁ τάδε νόμος, ἢ ἡ τάδε ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου». Ταῦτα λοιπὸν, ἐκφράζω τὴν εὐχὴν, νὰ περισταλῶσιν ὅσον οἷόν τε περισσότερον, διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ εἰς Βουλὴν ἀπαρτιζομένην ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ ἄνδρας καταγινομένους εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ γινώσκοντας ἐξ ἰδίας πείρας τὸ δυσνόητον αὐτῶν. Ἂν ἀπηυθύνετο εἰς οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν ἡ ἐρώτησις, «πόσοι νόμοι πραγματεύονται περὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ ἐπὶ ποίου ἀντικειμένου εἰδικῶς πραγματεύεται ἕκαστος νόμος», οὐδεὶς βεβαίως θὰ ἐγίνωσκε ν’ ἀπαντήσῃ. Κατέγεινα πολὺ, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Λιακόπουλος νὰ περισυλλέξῃ τοὺς διαφόρους νόμους εἰς εἰδικὴν συλλογὴν, βεβαίως θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον καὶ εἰς τὸν πολυμαθέστερον τῶν Ἑλλήνων νὰ ἀνεύρῃ ὅλους τοὺς τοιούτους νόμους. Ζητήσατε παρὰ τοῦ καλλιτέρου νομομαθοῦς γνώμην τινὰ νομικήν· θέλει δυσκολευθῆ νὰ σᾶς δώσῃ ἀκριβῆ γνωμοδότησιν. Πάντοτε οἱ νομομαθεῖς ἀποφαίνονται κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως «ἂν δὲν ὑπάρχῃ νεώτερος νόμος, ἀντικείμενος εἰς τὴν γνωμοδότησιν»! Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς νομοθεσίας μας, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ διορθώσωμεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων ἐσυνηθίσαμεν ἀπὸ τινων ἐτῶν νὰ μὴ βλέπωμεν ἐν τῇ Βουλῇ νομοθετήματα αὐτοτελῆ καὶ ἄρτια, πάντα δὲ τὰ ἐξ αὐτῆς ἐξερχόμενα νομοθετήματα νὰ βλέπωμεν χρησιμεύοντα ὡς ἐμβαλώματα, ἂς προβῶ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τοῦ ἐμβαλώματος τοῦ ἤδη προτεινομένου πρὸς ἐμβάλωσιν τοῦ ἐμβαλώματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὡς πρώτην καινοτομίαν, ὑπεχρέωσε τοὺς διαφόρους ἐπιτηδευματίας τῶν πόλεων καὶ χωρίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡρισμένον πληθυσμὸν, ἵνα δηλώσωσι τὸ ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἕκαστος μετέρχεται, καὶ δι’ ἑκάστην δήλωσιν νὰ καταβάλῃ πρὸς τὸν ταμίαν ἢ ὑποταμίαν τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ὑποχρεοῦται δηλονότι ἕκαστος ἐπιτηδευματίας, δι’ ἕκαστον ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον μετέρχεται, νὰ ὑποβάλλῃ κατὰ τὸν Δεκέμβριον ἑκάστου ἔτους δήλωσιν τῶν διαφόρων ἐπαγγελμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ μετέλθῃ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, καὶ ἀναγκάζεται διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου νὰ προπληρώνῃ τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου διὰ μέλλοντα ἐπαγγέλματα. Τοῦτο ἔχει ὡς συνέπειαν τὸ ἑξῆς κακόν. Ὑποθέσατε ὅτι κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἢ Φεβρουάριον ἀναγκάζεταί τις, ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς του, ἢ ἕνεκα λόγων συμφέροντος, νὰ παραιτηθῇ τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ· εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦ ἐπαγγέλματος δι’ ὅλον τὸ ἔτος, καθ’ ὃ δὲν μετῆλθε τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο. Διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου θεραπεύεται κατά τι ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τρίτου τοῦ νόμου ἐν σχέσει πρὸς τὴν διάταξιν 13 τοῦ νόμου, διότι κατὰ τὴν δευτέραν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 ἀξιοῖ ὁ νόμος, δι’ ἕκαστον ἐμπόριον, βιομηχανίαν ἢ ἐπιτήδευμα καὶ δι’ ἕκαστον κατάστημα νὰ ὑποβάλληται ἰδία δήλωσις. Τὸ δὲ ἄρθρον 13 ἐν σχέσει πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην ἀναφέρει: «Οὐδεμία αἴτησις ἀφορῶσα εἰς ἀναγνώρισιν ἢ ὑπεράσπισιν δικαιωμάτων ἢ ἀπαιτήσεων προερχομένων ἐκ δοσοληψίας κατὰ τὴν ἐξάσκησιν ἐμπορίου, βιομηχανίας ἢ ἐπιτηδεύματος ἐκ τῶν εἰς φόρον ὑποκειμένων, ἢ ἔχουσα σχέσιν πρὸς ταῦτα, γίνεται δεκτὴ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἢ ἄλλων ἀρχῶν ἄνευ τῆς προσαγωγῆς τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ παρόντος νόμου ἀδείας, καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δύο τελευταίας τριμηνίας τοῦ ἔτους, τοῦ ἀποδεικτικοῦ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου». Εἶναι, Κύριοι, διάταξις τοῦ νόμου, ἣν, ἀντιστάσεως μὴ οὔσης, ἐψηφίσατε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ὑπὸ διαφόρων συναδέλφων διεξετραγῳδήθησαν αἱ κακαὶ συνέπειαι τῶν δύο τούτων διατάξεων. Καίτοι τὸ νόημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἦτο, ὡς λέγει, νὰ ἀποτυπωθῇ ὅ,τι ἀπετυπώθη ἐν τῷ νόμῳ, ἐν τούτοις, παρὰ τὸ νόημα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνομοθετήθησαν διατάξεις καὶ πρωτοφανεῖς, ἀλλὰ καὶ ἀνεφάρμοστοι, ὅπου δὲ ἐφηρμόσθησαν, προὐκάλεσαν ἐξεγέρσεις· διότι δὲν δύνασθε νὰ ἦσθε δικηγόρος, δὲν δύνασθε νὰ μετέλθητε οὐδὲν ἄλλο ἐπάγγελμα οἱονδήποτε, ἐὰν δὲν πληρώσητε φόρον διὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο· δὲν δύνασθε νὰ ξυσθῆτε δηλαδὴ, ἐὰν δὲν πληρώσητε φόρον διὰ τὸ ξύσιμον! Πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου ἤθελον ὑποβοηθήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ δὲ νὰ προσέξητε, κύριε Ὑπουργὲ, διότι, ἐὰν ἠθέλετε προσέξει κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, δὲν θὰ σᾶς ἠνώχλουν ἤδη, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ πρώτῃ ἀναγνώσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐγὼ προεῖδον τὴν τύχην τῶν παρατηρήσεών μου, καὶ ἐνῷ πολλοὶ καὶ ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς πλειονοψηφίας ἀσμένως ἤκουσαν τοὺς λόγους μου τότε, ἐν τούτοις δὲν τοὺς εἶδον καρποφοροῦντας, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν τότε σημείωσιν ἐκράτησε. Καὶ ἤδη βλέπω, ὅτι θὰ ἔχουν τὴν αὐτὴν τύχην αἱ παρατηρήσεις μου, διότι δὲν κρατεῖ σημειώσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ ντουλάπια τῆς μνήμης του ἀποθέτει ὅσα ἀκούει... Εἶναι φράσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§117Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περιμείνατε, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι προσέχω.
§118ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιαφορῶ περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς γνώμης μου. Εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ, ὅτι ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου πρὸς διάσωσιν τῶν συμπολιτῶν μου ἀπὸ τῶν ὀνύχων τῶν ἐφοριακῶν καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, εἰς οὓς ἀνατίθεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.
§119Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διατὶ δὲν ἀφίνετε εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ ἀναπτύξητε τὰς ἰδέας σας, διὰ νὰ δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ σᾶς ἀπαντῶμεν;
§120ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ ἦμαι παρών. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸ ἐνδιαφέρον σας ὑπὲρ ἐμοῦ. Ἤδη ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου, ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου αὐτοῦ, ὅπως κατ’ ἄρθρον καὶ κατ’ ἐδάφιον ἀναπτύξω τὰς ἐπὶ τούτου ἰδέας μου. Τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἐδάφιον πρῶτον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ κατὰ τὸν νόμον ΒΦΚΔʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων δηλώσεις ἐπιδίδονται ἀπὸ τῆς 1 μέχρι τῆς 20 τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους εἰς διπλοῦν, εἴτε εἰς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον, εἴτε εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν ἢ ὑποταμίαν.» Εἶναι, βλέπετε, μία σχοινοτενὴς ἐγκύκλιος, ἀποτυπουμένη εἰς ἓν ἄρθρον. Τὸ τελευταῖον ὅμως ἐδάφιον ἔχει οὕτω: «Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1901 καὶ ἐφεξῆς ἡ πληρωμὴ τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τοῦ ἔτους δι’ ὃ δὲν ὑπάρχει ὁριστικὸς φορολογικὸς κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου φορολογικοῦ καταλόγου.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει τὰς ἑξῆς καινοτομίας πρὸς διόρθωσιν τοῦ μεταρρυθμιζομένου νόμου. Κατὰ τὸν νόμον, αἱ δηλώσεις ἔπρεπε νὰ γίνωνται τὸν Δεκέμβριον ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, γίνονται δὲ τὸν Δεκέμβριον διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἔτους. Διὰ δὲ τοῦ νέου νομοσχεδίου θεσπίζεται, ὅτι αἱ δηλώσεις αὗται, πλὴν τῶν δηλώσεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ 1900, γίνονται ἀπὸ τῆς 1 μέχρι τῆς 20 Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους, συνοδεύονται ὅμως καὶ μὲ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος τοῦ φόρου. Τὸ πρᾶγμα δὲν φαίνεται σοβαρὸν, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ καθορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς πληρωμῆς μέρους τοῦ φόρου, κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι σοβαρώτατον, καὶ ἐπὶ τούτου προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἀφορᾷ φόρον πληρωνόμενον ὄχι μόνον ἀπὸ μεγαλοεπιχειρηματίας ἢ μεγαλοεισοδηματίας, ἀλλ’ ἐν γένει ἀφορᾷ φόρον πληρονόμενον ἀπὸ μικροβιομηχάνους καὶ μικροεπιχειρηματίας. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πληρωμῆς τοῦ ἡμίσεως φόρου παρὰ Τραπεζῶν ἢ διαφόρων μετόχων αὐτῶν, ὁ θεσπιζόμενος νόμος θὰ ἦτο καταλληλότατος, διότι ὅλαι αἱ Τράπεζαι κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἐκκαθαρίζουσι τὰ κέρδη, καὶ λαμβάνουσι τὸ μέρισμα τῶν διαφόρων μετοχῶν, ἐπίσης δὲ καὶ οἱ μέτοχοι κατὰ τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους ἐξαργυρώνουσι τὰ τοκομερίδιά των. Εἶναι ὁ χρόνος, καθ’ ὃν οὗτοι κανονίζουσι τὰ ἔσοδά των. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου εἴδους εἰσοδηματιῶν, τὸ πρᾶγμα θὰ εἶχε καλῶς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μικροβιομηχάνων, οἵτινες μόλις προσπορίζονται διὰ τῆς ἐργασίας αὐτῶν τὰ πρὸς τὸ ζῆν χρήσιμα, τὸν δὲ Δεκέμβριον, εἴτε καὶ τὸν Ἰανουάριον, ὡς ἐκ τῶν ἑορτῶν καὶ τοῦ ψύχους, δὲν ἔχουσιν ἐργασίας, ἐννοῶ τόσας, ὥστε νὰ ἔχωσι τὰ συνήθη των ἔσοδα ἐκ τῆς ἐργασίας των, ἐνῷ ἀπεναντίας αὐξάνουσι κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας τὰ ἔξοδά των ὡς ἐκ τῆς ἀργίας, τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν τροφίμων καὶ τῆς θερμάνσεως. Λοιπὸν κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον πρέπει νὰ πληρώνηται καὶ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, δηλαδὴ ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, ἐκτὸς δὲ αὐτοῦ τοῦ φόρου πληρόνονται καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι φόροι! Ἐὰν δέ τις δὲν πληρώσῃ τούτους μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους, ὑπάγεται εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερουμένων, καθ’ ὃν πληρόνει καὶ 20% πρόστιμον καὶ 8% τόκον. Πλὴν τοῦ φόρου τούτου ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ φόρου τῶν ζώων, καὶ ἐνῷ δυνάμει τοῦ προγενεστέρου νόμου ὁ φόρος οὗτος τῶν ζώων ἐβεβαιοῦτο κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον, εἰσεπράττετο δὲ ὀλίγον ἀργότερον, κατὰ τὸν νέον νόμον ὁ φόρος οὗτος εἰσπράττεται κατὰ τὸν Δεκέμβριον. Ἐπίσης ὁ φόρος οἰκοδομῶν παρὰ τῶν κατόχων οἰκοδομῶν, ὡς καὶ ὁ φόρος τῶν βοσκησίμων γαιῶν παρὰ τῶν κατόχων αὐτῶν, κατὰ τὰ περὶ τούτων νομοσχέδια, πρέπει νὰ πληρώνηται κατὰ τὸν Δεκέμβριον. Δὲν φρονῶ, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐπαγγελματίαι καὶ φορολογούμενοι, δι’ οὓς γίνεται ὁ νόμος αὐτὸς, εἶναι εἰς θέσιν κατὰ τὸν Δεκέμβριον νὰ πληρώνωσιν ὅλους αὐτοὺς τοὺς φόρους. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ, ὅπως αἱ δηλώσεις ἐπιδίδωνται μὲν ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλὰ νὰ συνοδεύωνται μὲ τὴν πληρωμὴν οὐχὶ τοῦ ½ ἀλλὰ τοῦ ¼ ἢ ⅕ τοῦ φόρου, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ κανονίζηται εἰς δύο δόσεις, πληρονομένας, τῆς μὲν κατὰ τὸ τέλος Ἰουνίου, τῆς δὲ κατὰ τὸ τέλος Αὐγούστου ἢ Σεπτεμβρίου. Τότε νομίζω, ὅτι ἡ φορολογία θὰ ἦναι κἄπως ἀνακουφιστικωτέρα, ἀφοῦ τὸν Δεκέμβριον πληρώνονται ὅλοι οἱ ἄλλοι φόροι, καὶ οἱ φορολογούμενοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀρκετὰ ἀποταμιεύματα δι’ αὐτούς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, προκειμένου περὶ δηλώσεων, ἔχω νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸ ἑξῆς ἄτοπον, ὅπερ βεβαίως δὲν εἶχεν ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν δικηγόρων, καὶ τοῦτο εἶναι πολὺ ὀρθὸν, διότι ὁ φόρος αὐτὸς διὰ τοὺς δικηγόρους κανονίζεται ἄνευ τῆς συναινέσεως ἢ δηλώσεως αὐτῶν. Μόλις δικηγόρος τις ὁρκισθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἀμέσως ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Γραμματεὺς κανονίζουσι τὸν φόρον τούτου. Κατὰ δὲ τὸ κείμενον τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος, μέχρις οὗ ἴσχυσεν ὁ μεταρρυθμιζόμενος, ὁ δικηγόρος δὲν δύναται νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ του ἐπαγγέλματος, ἂν δὲν παρουσιάσῃ διπλοτύπους ἀποδείξεις, ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον. Ἀφοῦ τόσον αὐστηρὸς εἶναι ὁ νόμος διὰ τοὺς δικηγόρους, δι’ οὓς κανονίζεται ὁ φόρος ἄνευ τῆς συμμετοχῆς των, πρὸς τί νὰ ὑποβάλληται ὁ δικηγόρος εἰς δήλωσιν, ὅτι ἐξασκεῖ τὸ ἐπάγγελμά του, ἀφοῦ ἅμα ὁρκισθῇ ἐγγράφεται ἀμέσως εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν;
§121ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζετε, ὅτι ἄνευ προσαγωγῆς τοῦ διπλοτύπου δὲν δύναται ὁ δικηγόρος νὰ παρασταθῇ;
§122ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, νὰ ἐνασκήσῃ οἱοσδήποτε ἐπιτηδευματίας τὸ ἐπάγγελμά του, χωρὶς νὰ δηλώσῃ τοῦτο· πρέπει μάλιστα νὰ κολλήσῃ καὶ ἔξωθι τῆς θύρας του μίαν πλάκα, ἐν ᾗ νὰ ἀναγράφηται τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἐπάγγελμα, ὅπερ ἐνασκεῖ· ἄλλως τιμωρεῖται διὰ πεντηκονταδράχμου προστίμου. Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, τὸν πρὸ τοῦ μεταρρυθμιζομένου, οἱ δικηγόροι, τῇ αἰτήσει τοῦ Προέδρου, εἰσῆγον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τὴν ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Διατὶ λοιπὸν νὰ τοὺς ὑποβάλωμεν εἰς νέας διατυπώσεις; Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, τὰ ἄρθρα 1 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου νὰ διασκευασθῶσιν οὕτως, ὥστε πρῶτον νὰ μὴ ὑποβάλλωνται οἱ φορολογούμενοι εἰς τὴν προπληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος τοῦ φόρου τὸν Ἰανουάριον, καὶ νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1, καθ’ ὃ ἡ δήλωσις δέον νὰ ἔχῃ βεβαίωσιν τοῦ ταμίου ἢ τοῦ ὑποταμίου, ὅτι κατεβλήθη ὁ φόρος. Κατὰ τὸν μεταρρυθμιζόμενον νόμον, ἡ δήλωσις ἐγίνετο εἰς τὸν δήμαρχον, ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ δήλωσις, ἔπρεπε νὰ μεταβῇ ὁ φορολογούμενος εἰς τὸν ὑποταμίαν, νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου, καὶ κατόπιν νὰ μεταβῇ εἰς τὸν δήμαρχον. Ἤδη πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ ἐδάφιον τοῦτο οὕτως, ὥστε νὰ δέχηται δηλώσεις ὅ τε ταμίας, ὁ εἰσπράκτωρ καὶ ὁ ἔφορος, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ὁ φορολογούμενος νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ καταστήματος εἰς κατάστημα. Τὸ ἐδάφιον πέμπτον τοῦ πρώτου ἄρθρου, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἔχει ἀνάγκην τῆς ἑξῆς διορθώσεως· ἐν τέλει αὐτοῦ πρέπει νὰ γραφῇ «καὶ ἐπιστρέφει (ὁ ἔφορος ἢ ὁ ταμίας) τῷ δηλωτῇ τὸ ἓν τῶν φύλλων τῆς δηλώσεως»...
§123Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Καὶ βεβαιοῖ τὴν παράδοσιν».
§124ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὰ δύο ἀντίτυπα λαμβάνει ὁ ἔφορος, δὲν ὑποχρεοῦται δὲ νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ ἓν τῶν ἀντιτύπων πρὸς τὸν φορολογούμενον. Κατὰ τὴν τροπολογίαν, ἣν προτείνω, ὁ φορολογούμενος θὰ κρατῇ ἀντίτυπον ἐπιστρεφόμενον ὑπὸ τοῦ ἐφόρου, πιστοποιοῦντος ὅτι ὁ φορολογούμενος ἐξεπλήρωσε τὰς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεις του, καὶ οὕτω θὰ μένῃ ἥσυχος, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τὸν ἀστυφύλακα, ὅστις θέλει ζητεῖ τὴν ἀπόδειξιν τῆς δηλώσεως. Ὥστε ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου νὰ τεθῇ ἡ φράσις: «ἐπιστρέφεται τῷ δηλωτῇ τὸ ἓν τῶν φύλλων κλπ.» Διότι γνωρίζετε τὰς προσπαθείας, αἱ ὁποῖαι καταβάλλονται ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων—δὲν ἐννοῶ ὅλων—πρὸς κατάθλιψιν τῶν φορολογουμένων, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προλαμβάνωμεν ταύτας. Εἰς τὸ τέλος δὲ τῆς πρώτης περιόδου τοῦ τελευταίου ἐδαφίου φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Δὲν δύναται δὲ ν’ αὐξήσῃ ὁ φόρος ἄνευ εἰδοποιήσεως τοῦ φορολογουμένου, δυναμένου νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις του, δικαζομένας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐκδικαζούσης τὰ κατὰ τοῦ καταλόγου παράπονα». Ζητῶ δὲ τὴν προσθήκην τῆς περιόδου ταύτης διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἅπαξ καὶ μόνον ἐφηρμόσθη ὁ μεταρρυθμιζόμενος νόμος. Προσέτρεξαν λοιπὸν οἱ διάφοροι φορολογούμενοι εἰς τὸν ταμίαν καὶ τὸν ἔφορον, καὶ συνεμορφώθησαν πρὸς τὸν νόμον, καὶ ἐπλήρωσαν τὸ ἀναλογοῦν αὐτοῖς μέρος τοῦ φόρου κατὰ τὸν κατάλογον τοῦ 1898. Ἐὰν π. χ. ὁ Α ἐπιτηδευματίας ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ 1898 διὰ 50 δραχμάς, ἅμα τῇ δηλώσει ἐπλήρωσε τὰς 25, καὶ οὕτως ἔμενεν ἥσυχος, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὴν ὑποχρέωσίν του διὰ τὴν πρώτην δήλωσιν. Ἀλλὰ μετὰ δύο μῆνας ὁ χωροφύλαξ μὲ ἔνταλμα συλλήψεως συλλαμβάνει πολλοὺς ἐξ αὐτῶν καὶ τοὺς ὁδηγεῖ εἰς τὰς φυλακὰς διὰ πληρωμὴν φόρου ἐπιτηδεύματος καθυστερουμένου. Τί δὲ ἀνεκαλύφθη; ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐν τῷ φορολογικῷ καταλόγῳ ηὔξησε δυνάμει συμπληρωτικοῦ καταλόγου, ἕνεκα τῆς φορομανίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἔφοροι. Ἐδήλωσεν ὁ Α φορολογούμενος, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσῃ δραχ. 50 διὰ φόρον ἐπιτηδεύματος· ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστω ὁ ἔφορος ἐνόμισε καλὸν νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν φορολογίαν ταύτην. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ ἐφόρου, νὰ αὐξήσῃ, ἐὰν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῇ ἡ φορολογία τοῦ φορολογουμένου· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει καὶ ὁ φορολογούμενος νὰ λαμβάνῃ ἐγκαίρως εἴδησιν, ὅτι ηὔξησεν ἡ φορολογία του, ἵνα προστρέχῃ εἰς τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἁρμοδία, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, ν’ ἀποφαίνηται, ἂν ὄντως καλῶς ηὔξησεν ἡ φορολογία ἢ ὄχι. Τοιαῦτα παράπονα ἤκουσα πολλὰ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Ἠρεύνησα τῷ ὄντι νὰ μάθω, τί συνέβη, ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐφορίας μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι οὐδεμία μεταβολὴ τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου ἐγένετο. Ἐγὼ ὅμως εἶδον διαφόρους διπλοτύπους ἀποδείξεις, ἃς μοὶ προσήγαγον συμπολῖταί μου, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ὑπ’ αὐτῶν πληρωθεὶς φόρος διὰ τὸ ἔτος 1899 ἦτο μείζων τοῦ πληρωθέντος κατὰ τὸ ἔτος 1898. Πῶς τοῦτο συνέβη, ἀγνοῶ. Ἀλλὰ συνέβη ὄχι μόνον εἰς τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν φόρων τῶν οἰκοδομῶν, χωρὶς νὰ συμβῇ τι, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὴν αὔξησιν ταύτην· διότι ἡ Τρίπολις ἄλλοτε ἦτο εἰς ἀνθηροτέραν κατάστασιν, ἤδη ὅμως, μετὰ τὴν ἕνωσιν μάλιστα τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἤρξατο νὰ φθίνῃ· μάλιστα δὲ καὶ κατὰ τὴν 21 Μαΐου 1898 σεισμὸς κατέστρεψεν ὅλας τὰς οἰκοδομὰς, καὶ ἀντὶ νὰ τύχῃ περιθάλψεως ἢ Τρίπολις, τοὐναντίον οἱ φόροι τῶν οἰκοδομῶν ἐπηύξησαν, ἐδιπλασιάσθησαν, χωρὶς νὰ αὐξήσωσι καὶ τὰ ἔσοδα αὐτῆς, διότι τὰ ἐνοίκια ἐν Τριπόλει εἶναι λίαν ἐξηυτελισμένα. Δὲν ἔχομεν ἐκεῖ ξένους, ὥστε νὰ ἐνοικιάσῃ τις μίαν οἰκίαν. Πᾶς ἔχων μίαν οἰκίαν τὴν ἔχει διὰ νὰ κατοικῇ. Μεταξὺ τούτων εἶμαι καὶ ὁ ὑποφαινόμενος· ἀδιάφορον, ἂν ἡ ἐπαύξησις τῶν οἰκοδομῶν εἶναι ἀναξία λόγου δι’ ἐμέ. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰς ἐμὲ ἐγένετο ἄδικος αὔξησις φόρου, φαντασθῆτε τί ἐγένετο εἰς ἄλλους συμπολίτας μου. Ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀνακαλύψητε, διότι ἴσως τὸ σύνολον τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τὸ βεβαιωθὲν ἐν Τριπόλει, εἶναι μικρότερον τοῦ συνόλου τοῦ φόρου τοῦ βεβαιωθέντος κατὰ τὸ προλαβὸν ἔτος. Πῶς τοῦτο ἐγένετο, ἀγνοῶ, διότι δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τῆς ὑπηρεσίας. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἔχουν συμβῆ πολλὰ λυπηρὰ πράγματα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου πρώτου πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. Μεταβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐτήσιος φόρος ἐπιτηδεύματος ἑκάστου τῶν πλανοδίων καὶ τῶν ἐν ὑπαίθρῳ μεταπρατῶν ὁρίζεται διὰ πρωτοκόλλου τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου, καταβάλλεται δὲ ὁλόκληρος κατὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς δηλώσεως». Οὕτω λέγει τὸ ἄρθρον. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω...
§125ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά!
§127Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ διακόπτωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μεταξὺ τῆς ἑβδόμης καὶ ὀγδόης ὥρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, περὶ τῆς ὁποίας οὐδεμία δύναται σήμερον νὰ γένηται συζήτησις. Ἀλλ’ ἐὰν, διὰ τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς ἡμέρας καὶ λόγῳ εὐκολίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, καλὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τῆς ἐνάτης καὶ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν.
§128ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι εἰς τὰς διαταγάς σας. Ἐδῶ, ἐν Ἀθήναις, μένων, οὐδεμίαν ἄλλην ἐργασίαν ἔχω, παρὰ νὰ καταγίνωμαι εἰς τὰ βουλευτικά μου καθήκοντα.
§129Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἤθελον προσέτι παρακαλέσει νὰ συναινέσῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὥστε τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ προβάλῃ, νὰ τὰς προβάλῃ ἀναγινωσκομένου ἑκάστου ἄρθρου, διότι οὕτως, ὑποθέτω, θὰ ἦναι δυνατὸν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀντιλαμβάνωνται τοῦ θέματος καὶ νὰ φωτίζωνται ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄρθρων· διότι, ἐὰν γένηται ὅ,τι ἐγένετο καὶ προχθὲς, δηλαδὴ ἀρχίσῃ πάλιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐφ’ ὅλην τὴν ἑσπέραν νὰ προβάλλῃ διαφόρους παρατηρήσεις, ἐννοεῖται ὅτι πρῶτον θὰ ἐξακολουθήσῃ πολὺ ἀγορεύων, καὶ δεύτερον, ὅταν φθάσῃ εἰς τὸ τέλος, οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ λησμονήσωσιν ὅ,τι ἐξέθηκεν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου· ἐνῷ ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, ὅταν προβαίνῃ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, δύναται νὰ ἦναι συντομωτέρα ἡ συζήτησις. Ἐγὼ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῶν ἀναγινωσκομένων θὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας κρίνω ἀναγκαίας τροποποιήσεις. Δὲν θέλω νὰ παρακωλύσω τὴν συζήτησιν εἰς οὐδένα. Εἶναι ὑμέτερον δικαίωμα νὰ συζητήσητε, ὅπως ὑμεῖς κρίνετε καλλίτερον. Μόνον γνώμην προέβαλον· ἐὰν δὲν ἀπεδέχεσθε τὴν πρότασιν, δύνασθε νὰ ἐξακολουθήσητε ἀγορεύοντες ἐφ’ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου.
§130ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ πολὺ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς ἐμὲ, χωρὶς νὰ στενοχωρηθῶ διόλου, διότι ἡ πορεία μου ἐν τῇ Βουλῇ δεικνύει, ὅτι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων τῶν ἐπηρεαζομένων ὑπὸ ἀλλοτρίων εἰς ἐμὲ σκέψεων, ὁθενδήποτε προερχομένων, καὶ κανονίζω μόνος ἐγὼ τὰς σκέψεις τὰς ἰδικάς μου. Ἐὰν ὅμως ἔλαβον τὸν λόγον ἤδη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅσοι ἦσθε προχθὲς ἐδῶ, ὅτι ἠκολούθησα τὴν συμβουλὴν ἀκριβῶς καὶ τότε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔφερον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἄρθρον τὰς παρατηρήσεις μου, καὶ ἀνέμενον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ φαινομένου ὅτι ἀπεδέχετο τότε τὰς περισσοτέρας ἐκ τῶν παρατηρήσεών μου, ἀνέμενον, λέγω, πρὶν ἄρξηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν παροῦσαν ἑσπέραν, ὅτι ἤθελεν εὐαρεστηθῆ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποίας ἐκ τῶν παρατηρήσεών μου ἀπεδέχθη καὶ ποίας ὄχι, καὶ τότε καὶ ἐγὼ δὲν ἤθελον σᾶς ἐνοχλήσει· ἀλλὰ δὲν εἶδον τίποτε...
§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου προεβάλετε ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου παρατηρήσεις. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετηρήσατε, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐκράτησα σημειώσεις· διότι εἶπον, ὅτι περὶ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα ὡς ἀποδεξίμους, βεβαίως ἐκράτησα σημείωσιν ἐν τῇ μνήμῃ μου. Ἀνέμενον τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἐζητήσατε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἐμποδίσω, διότι ὡμιλήσατε περὶ κωδικοποιήσεως καὶ περὶ διαφόρων ἄλλων φορολογικῶν θεμάτων καὶ θεωριῶν. Ἦτο δικαίωμά σας. Ὅτε ὅμως εἰσήλθετε εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἄρθρων, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ὡς ἔχων τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἠθέλετε τὴν δεχθῆ.
§132ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκω καὶ ἐγὼ τὴν παρατήρησίν σας συντελεστικωτέραν, καὶ θέλω συμμορφωθῆ πρὸς αὐτὴν, διότι εἶναι τῷ ὄντι συντελεστικωτέρα. Πρὶν ὅμως συμμορφωθῶ πρὸς τὰς παρατηρήσεις σας, τὰς ὁποίας ἄλλως τε εὑρίσκω ὀρθὰς, ἐπεθύμουν νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσίς τις.
§133ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ἐπὶ παραδείγματι, προτίθεμαι νὰ προβάλω τροποποίησιν.
§134ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ (πρὸς τὸν κ. Μπακόπουλον). Ἐπὶ τίνος νομοσχεδίου ὁμιλεῖτε;
§135ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς τρίτης ἐκδόσεως.
§136ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὅλα ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν.
§137ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν, ἀλλ’ ἐγὼ ἐσημείωσα ἀριθμοὺς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν.
§138ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πῶς θὰ διακρίνωμεν;
§139ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Ἡ πρώτη ἔκδοσις τοῦ νομοσχεδίου συνοδεύεται μὲ μίαν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, καὶ αὕτη φέρει νούμερο πρώτη ἔκδοσις...
§140ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ ἐβάλατε ὑμεῖς ὅμως τὰ νούμερα.
§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως... Εἰς τὸ δεύτερον, ἐὰν παρατηρήσητε τὸ 11 ἄρθρον, θέλετε ἴδει, ὅτι οἱ κατασκευασταὶ φακέλλων ὑπάγονται εἰς φόρον, οἱ κατασκευασταὶ πωμάτων ἐκ φελοῦ ὑποβάλλονται εἰς φόρον...
§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις οὕτω. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἠθέλησε νὰ εὐφυολογήσῃ. Εἶναι δικαίωμά του. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακωλύσῃ τὴν διαλογικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θέλει παρατείνει τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως ἄνευ λόγου.
§143ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ τὰ δύο νομοσχέδια, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ νὰ προσέξω.
§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐγινώσκετε αὐτό.
§145ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κ. Τσιτσάραν). Θὰ σᾶς δώσω ἐγὼ τὸ ἰδικόν μου μόλις κατέλθω, καὶ θὰ λάβητε γνῶσιν.
§146ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πολὺ καλά.
§147ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ διορθωθῶσι κατά τι τὰ χρήζοντα διορθώσεως. Τοῦ ἄρθρου 3 π. χ. τοῦ νόμου—ὄχι πλέον τοῦ νομοσχεδίου—νὰ διαγραφῶσιν αἱ παράγραφοι δευτέρα καὶ ἕκτη. Ἐπεθύμουν εἰς τὰ ἄρθρα 5 καὶ 19 τοῦ νόμου νὰ νομοθετηθῇ τὸ ἑξῆς: «Αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἐφόρου πρέπει νὰ κοινοποιῶνται εἰς τοὺς φορολογουμένους κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἡ δὲ ἀνακοπὴ αὐτῶν μόνον εἰς τὸν ἔφορον». Εἶναι ἐπὶ τοῦ νόμου παρατηρήσεις. Δι’ αὐτὸ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τὰς ἀναφέρω, καὶ ἀμέσως θὰ κατέλθω, ἵνα ἀναμείνω τὴν συζήτησιν ἑκάστου ἄρθρου.
§148Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἀνακοινώσῃ τὰς ἰδέας του.
§149ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου ἔχω.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπου ἔχετε.
§151ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ μεταρρυθμιζομένου νόμου, ὁ κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων κανονίζεται ἢ συντάσσεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δοθεισῶν δηλώσεων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων περὶ τοῦ ὅτι μετέρχεταί τις ἐπιτήδευμά τι ἄνευ ἀδείας. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὕτη οὐδεμίαν ἀκριβῆ πιστοποίησιν φέρει, διότι κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ ἔκθεσις ἡ τοιαύτη τοῦ Ἀστυφύλακος κρίνεται ὑπὸ τοῦ ἐφόρου, ὅστις ἐπιβάλλει ποινὴν, ἡ δὲ ἀπόφασις τοῦ ἐφόρου ὑπὸ τῶν εἰρηνοδικῶν. Διὰ τοῦτο θέλω ζητήσει, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁριστικῶν ἀποφάσεων τῶν εἰρηνοδικῶν συντάσσωνται οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι, καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων. Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ἐπεθύμουν νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συστήσω ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου· δηλαδὴ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τοῦ ἡμίσεως νὰ μὴ γίνηται κατὰ τὸν Ἰανουάριον, διότι τοῦτο εἶναι καταθλιπτικώτατον. Παρακαλῶ δὲ, ἵνα μὴ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν, πρὶν συζητηθῇ ἕκαστον ἄρθρον νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐγκρίνῃ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ οὕτω πως νὰ ἀπαλλαγῶμεν συζητήσεως μακρᾶς.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότερη). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθον 1 (ἀναγινώσκεται).
§153ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (ἐγείρεται ἵνα ἀγορεύσῃ).
§154Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ ὑποβάλω πρὶν μίαν παρατήρησιν ἢ ἐρώτησιν, ἐπειδὴ θ’ ἀπαντήσητε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1;
§155ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§156ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, φέρει τέσσαρας ὅρους. Πρῶτον ἀπαιτεῖ, ὅπως αἱ δηλώσεις, ἀντὶ νὰ ὑποβάλλωνται τὸν Δεκέμβριον, ὡς πρὶν, ὑποβάλλωνται τὸν Ἰανουάριον. Δεύτερον, ἀντὶ νὰ ἐπιδίδηται εἰς τὸν δήμαρχον ἡ δήλωσις, θὰ ἐπιδίδηται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν ἔφορον. Τρίτον, ἐνῷ πρὶν ἀπῃτεῖτο, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια, νὰ προκαταβάλῃ τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου ὁ ἐπιτηδευματίας, ἤδη ἀπαιτεῖται ἀπόδειξις, ὄχι μόνον ὅτι κατέβαλε τὸ ἥμισυ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν καθυστερεῖ τὸν φόρον τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τέταρτον, ἀπὸ τοῦ 1901, νομοθετεῖται ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὁριστικὸς φορολογικὸς κατάλογος, ἡ προπληρωμὴ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου ὁριστικοῦ καταλόγου, ἐὰν φέρηται ἐν αὐτῷ ὁριστικῶς ὁ ἐπιτηδευματίας, ἐνῷ πρὶν ὡρίζετο, ὅτι πληρόνει τὸν φόρον τῆς τελευταίας τάξεως τοῦ ἐπιτηδεύματός του. Ὡς παρατηρεῖτε, τέσσαρες μεταβολαὶ ἔγειναν εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Συμφωνῶ, ὡς πρὸς αὐτὰς, μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Θεωρῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὁ Ἰανουάριος εἶναι ὁ πλέον ἀκατάλληλος μὴν πρὸς πληρωμὴν φόρου διὰ τοὺς ἐπιτηδευματίας, εἴτε τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν μέσην τάξιν, εἴτε πολλῷ περισσότερον τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν κατωτάτην τάξιν. Δι’ αὐτοὺς συνήθως δύσκολον νὰ καταβάλωσι τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. Τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου διὰ τοὺς μικροὺς ἐπιτηδευματίας εἶναι συνήθως οὐχὶ μικρὸν βάρος. Ὁ Ἰανουάριος εἶναι ὁ μὴν, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστὸν, ἐξαντλεῖ τὰ ταμεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἄφθονα τὰ χρήματα, ὥστε νὰ ὑποστῶσιν ἀφαιμάξεις πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν δραχμῶν, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον διακοσίων καὶ πλέον. Ὅλαι αἱ δαπάναι τοῦ βίου τὸν Ἰανουάριον εἶναι μεγαλείτεραι. Δὲν εἶναι μόνον οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι συμπίπτουσιν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, κατ’ αὐτὸν τὸν μῆνα, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ καὶ οἰκογενειακαὶ ὑποχρεώσεις τῶν ἑορτῶν τοῦ τέλους τοῦ ἔτους καὶ τοῦ νέου ἔτους, αἱ ὁποῖαι τὰ μικρὰ ταμεῖα τὰ ἐξαντλοῦσι...
§157ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ θέρμανσις πρὸ πάντων.
§158ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφίνω τὰ τῆς θερμάνσεως. Εἶναι ὅμως ἡ πρώτη τοῦ ἔτους, αἱ ἑορταὶ τῶν Χριστουγέννων, ἡμέραι οὐχὶ μόνον ἀργίας, ἀλλὰ καὶ δαπάνης εἰς ἐνδύματα καὶ εἰς τροφὰς καὶ εἰς δῶρα καὶ εἰς παντὸς εἴδους πληρωμάς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος μήν. Οὐδεμίαν ζημίαν δὲ θέλει ὑποστῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἂν μεταφέρῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον, ὄχι διότι τότε δὲν συμπίπτουσι πληρωμαὶ φόρων, ἀλλὰ διότι ἐπὶ τέλους ἔχουν παρέλθει δύο μῆνες, ἀφ’ ἧς ἐπῆλθον αἱ χάριν τῶν ἑορτῶν δαπάναι, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐν τῷ μεταξὺ ἀνέλαβεν ὁ ἰδιώτης κατά τι. Ἐπιδρᾷ δὲ σπουδαίως τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, κύριε Πρόεδρε. Διότι δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὡς ἤδη ἐπιβάλλεται, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν σκεπτόμεθα περὶ τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων, διότι εἰς τοὺς ἄλλους δὲν ὑπάρχει προπληρωμὴ, ἑπομένως ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις παρατείνεται ἐπὶ εἴκοσι δύο μῆνας. Ἀλλ’ ὅταν καθιερώσητε νὰ προπληρόνηται τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου ὑπὸ τοῦ ἐπιτηδευματίου καθ’ ὡρισμένας ἐποχὰς, ἃς ὥρισεν ὁ νόμος, — ἃς ὁρίσωμεν ἀπὸ 1 Μαρτίου μέχρι τῆς 20 αὐτοῦ — μετὰ τρεῖς δὲ μῆνας ἀπὸ τῆς πληρωμῆς νὰ γίνηται ἡ καταβολὴ τοῦ τρίτου τετάρτου, καὶ μετὰ τρεῖς ἄλλους μῆνας ἡ πληρωμὴ τοῦ τελευταίου τετάρτου, δηλαδὴ ἐντὸς ἑξαμηνίας τὰ συντελῆται τοῦ ὅλου ἡ πληρωμὴ, ἐνῷ ἐξασφαλίζετε διὰ τῶν προπληρωμῶν τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου τούτου ἐντὸς βραχυτέρας ἢ σήμερον προθεσμίας καὶ κατὰ τρόπον ἐγγυώμενον τὴν βεβαίαν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἀφ’ ἑτέρου δίδετε εἰς τὸν φορολογούμενον καιρὸν καὶ εὐκολίας περισσοτέρας ἢ νῦν, ὅπως καταβάλῃ ἢ ἐξεύρῃ τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς, ὅταν τυχὸν δὲν ἔχῃ. Αὐστηρότης διὰ τὴν καταβολὴν, ὅταν δίδηται προθεσμία, εἶναι πλέον δικαιολογημένη. Τούτου γινομένου, θὰ συμπίπτῃ ἡ εἴσπραξις καὶ βεβαίωσις τοῦ φόρου πάντοτε ἐντὸς οὐχὶ τῆς χρήσεως, ἀλλὰ τοῦ ἔτους τοῦ οἰκονομικοῦ. Λοιπὸν ἤθελον συνενώσει καὶ ἐγὼ τὰς παρακλήσεις μου παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὅπως θελήσῃ νὰ μεταφέρῃ εἰς βραδυτέραν ἐποχὴν τὴν ἡμέραν τῆς πληρωμῆς. Ἄλλην παρατήρησιν ἐπεθύμουν νὰ φέρω, τὴν ἑξῆς. Λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἔτους τινὸς ὁριστικὸς κατάλογος φορολογικὸς, ἡ προπληρωμὴ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου ὁριστικοῦ καταλόγου. Ὑποθέτω ὅτι τὸ ἥμισυ κατεβλήθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου φορολογικοῦ καταλόγου, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ μέχρι τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν ὁ ἐπιτηδευματίας θέλει πληρώσει τὸ τρίτον τέταρτον τοῦ φόρου, κατηρτίσθη ὁριστικὸς κατάλογος. Ἡ πληρωμὴ τοῦ τρίτου αὐτοῦ θὰ γείνῃ κατὰ τίνα κατάλογον; Πάλιν κατὰ τὸν ἴδιον; Ἴσως ἡ περίστασις εἶναι σπανία, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀδύνατος. Πᾶς τις ἐννοεῖ, ὅτι ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἔχομεν χρόνον, παρεμπίπτοντα μεταξὺ τῆς προθεσμίας πρὸς προκαταβολὴν τοῦ ἡμίσεως φόρου καὶ τῆς ἡμέρας τῆς πληρωμῆς τοῦ τρίτου τετάρτου, ἐπαρκῆ, ὥστε νὰ δύνηται νὰ καταρτισθῇ ὁ κατάλογος. Ἀλλὰ δύναται νὰ συμβῇ καὶ νὰ μὴ καταρτισθῇ ἔν τινι ἐπαρχίᾳ· ἐννοεῖτε ὅτι κατὰ τὸν παλαιὸν ὁριστικὸν κατάλογον πρέπει νὰ γείνῃ ἡ πληρωμὴ καὶ τῆς τρίτης καὶ τῆς τετάρτης δόσεως; Καὶ ἂν ὁ ὁριστικὸς κατάλογος κατατάσσῃ αὐτὸν εἰς ἀνωτέραν ἢ κατωτέραν τάξιν; Ὁ νόμος δὲν ὁρίζει τί θὰ γείνῃ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ ὁριστικὸς κατάλογος τοῦ ἔτους, ὁ καταρτισθεὶς βραδύτερον, ἀπέδειξε τὸν ἐπιτηδευματίαν ὀφειλέτην μικροτέρου φόρου, δὲν πρέπει νὰ ὁρίζῃ ὁ νόμος, ὅτι ἀναλαμβάνει τὸ περιπλέον πληρωθὲν, καὶ νὰ κανονίζῃ ταχεῖαν καὶ ἄνευ πολλῶν διατυπώσεων τὴν ἀπόδοσιν; Πάντες γινώσκετε, πόσον δύσκολον εἶναι νὰ ἀναληφθῇ ἐκ τοῦ Δημοσίου ὅ,τι ἅπαξ κατεβλήθη. Διὰ τοῦτο ἀνάγκη νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἐκπίπτεται τὸ περιπλέον δοθὲν ἐκ τῆς μεταγενεστέρας δόσεως, ἢ ὅτι τὸ περιπλέον τυχὸν ὀφειλόμενον συγκαταβάλλεται μετὰ τῶν ἑπομένων δόσεων. Τοῦτο εἶναι καλὸν ν’ ἀναγραφῇ, ἵνα μὴ καταφεύγωμεν εἰς ἄλλους νόμους, ἢ κανονίζωμεν δι’ ἐγκυκλίου. Τὰ τοιαῦτα πρέπει νὰ κανονίζωνται ἐν τοῖς νόμοις. Εἶναι οὐσιώδεις διατάξεις τῶν νόμων, δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἐγκυκλίων, οὐδὲ διαταγμάτων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ νόμος πρέπει νὰ προΐδῃ καὶ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁλόκληρος ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος τοῦ ἔτους κατεβλήθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταλόγου τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἐνῷ ὁ ὁριστικὸς ἐπιβάλλει μικρότερον ἢ μεγαλείτερον φόρον.
§159ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Εἶναι ὀγδόη ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε· πρέπει νὰ διακόψωμεν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ ὀλίγου εἴπομεν νὰ παραμείνωμεν συζητοῦντες μέχρι τῆς ἐνάτης, καὶ τότε νὰ διακόψωμεν, χωρὶς νὰ ἐπανέλθωμεν· ἀλλ’ ἂν ἤδη ὑπάρχει ἀντίρρησις...
§161ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις (Θόρυβος).
§162ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Θὰ ἐπανέλθωμεν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ διακόψωμεν.
§164ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι· νὰ ἐξακολουθήσωμεν, διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις εἰς τὸ νὰ ἐξακολουθήσωμεν;
§166ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις. Θὰ ἐπανέλθωμεν τὴν ἐνάτην ὥραν (Θόρυβος).
§167ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Θὰ ἐπανέλθωμεν.
§168ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δι’ ἀπόψε τοὐλάχιστον ἂς ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τῆς ἐνάτης, κατ’ ἐξαίρεσιν (Θόρυβος).
§169Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ φορολογικῶν νόμων, ἂς ἀφήσωμεν νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐρχομένην Δευτέραν (Θόρυβος).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, συναινεῖ νὰ παραμείνωμεν ἀπόψε μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας, καὶ νὰ λύσωμεν εἶτα τὴν συνεδρίασιν;
§171ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα.
§172ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀπεχώρησαν πολλοὶ Βουλευταὶ, κύριε Πρόεδρε. Μᾶς πιέζετε!
§173ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὴν Δευτέραν, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος, πολλοὶ Βουλευταὶ ἵστανται ὄρθιοι).
§174Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἢ νὰ προχωρήσωμεν, ἢ ἄλλως τὴν Δευτέραν.
§175ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διεκόψατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διέκοψα παντάπασι (θόρυβος).
§177Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε, θέλει νὰ προχωρήσῃ. Ἐμπρός! (θόρυβος).
§178ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀνεχώρησαν (Θόρυβος). Μετὰ τὴν δήλωσίν σας δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσητε.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐδήλωσα τίποτε. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προχωρήσῃ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1ον ἄρθρον...
§180ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσητε (Θόρυβος).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, ἔλαβεν ἀπόφασιν, καὶ ὁ Πρόεδρος τὴν ἐκτελεῖ. Ἡ Βουλὴ ἠγέρθη καὶ εἶπε νὰ προχωρήσωμεν.
§182ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Νὰ ἤμεθα ἐν τάξει.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ἐκάλεσα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§184ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργός.
§185Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴν εἰς ὅσα εἶπεν ἐκτὸς τοῦ θέματος. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὰς παρατηρήσεις του ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, καὶ εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἡ παρατήρησίς των ἀνάγεται εἰς τοῦτο, ὅτι κατὰ μῆνα Ἰανουάριον πληρόνονται πολλοὶ φόροι, καὶ εἶναι ἀνιαρὸν εἰς τὸν φορολογούμενον τὸ τοιοῦτον. Δὲν ἀποκρούω κατ’ ἀρχὴν τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεών των, προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων φόρων· προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, νομίζω ὅτι οὗτος, παρὰ πάντα ἄλλον φόρον, πρέπει νὰ πληρόνηται τὸν Ἰανουάριον. Τοῦτο εἴθισται εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ὁ νόμος ἀναγράφει τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἀσκῇ ἐπιτήδευμα ἄνευ ἀδείας· ἂν δὲ δὲν ἐπληρόνετο ὁ φόρος τὸν Ἰανουάριον, ὅτε θὰ δίδηται καὶ ἡ ἄδεια, πολλοὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν θὰ ἀσκῶσι τὸ ἐπιτήδευμά των ἄνευ ἀδείας καὶ ἄνευ φόρου. Οὕτω δὲ παραβιάζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου. Ὡς εἰς ἄλλα δ’ ἐπαγγέλματα ἀπαιτεῖται εἰδικὴ ἄδεια, ὡς εἰς τὸ τοῦ ἰατροῦ, τοῦ φαρμακοποιοῦ, οὕτω καὶ ἐνταῦθα. Ἡ σύμπτωσις δὲ νὰ πληρώνωνται πολλοὶ φόροι κατὰ Ἰανουάριον, ἐπῆλθεν οὐχὶ διότι οἱ φόροι πληρόνονται τὸν Ἰανουάριον, ἀλλὰ διότι προκειμένου νὰ τεθῇ τέλος πρόσθετον 20%, ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ἀνέγραψε διάταξιν, καθ’ ἣν οἱ φόροι τοῦ λήξαντος ἔτους, ὅσοι δὲν ἐπληρώθησαν μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ὑπόκεινται εἰς πρόσθετον τέλος 20 τοῖς ἑκατόν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι φόροι μὴ εἰσπραττόμενοι τὸν Ἰανουάριον, ὡς ὁ φόρος τῶν ζώων, ὅστις εἰσπράττεται κατὰ Ἀπρίλιον· ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐδεμία ἐπιβάλλεται ἐπιβάρυνσις εἰς τὸν φορολογούμενον, ὅταν δυστροπῇ, ἀφίνεται νὰ τὸν πληρώσῃ μέχρι τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἂν λάβητε ἀνὰ χεῖρας τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1899, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων δὲν ἐπληρώθη ἢ ἐλάχιστον ποσόν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα τοῦ χρόνου τῆς εἰσπράξεως δύναται νὰ διορθωθῇ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους φόρους, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καθορίσωμεν ἕτερον μῆνα. Ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος ἔπρεπε νὰ πληρόνηται κατὰ τὸ ἥμισυ τὸν Δεκέμβριον, ἀλλὰ τοῦτο εἶχε τὸ ἐλάττωμα, ὅτι τινὲς τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἠδύναντο νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσωσιν, ἂν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἤθελον ἀσκήσει τὸ αὐτὸ ἐπιτήδευμα. Ἀλλαχοῦ ὁ φόρος πληρόνεται ὁλόκληρος ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ ἔτους, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν οἱ ἐπιτηδευματίαι πληρόνουν ἐν ἀρχῇ μόνον τὸν φόρον τῆς πρώτης ἑξαμηνίας...
§186ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ (εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων). Ἀφοῦ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐμμένετε εἰς τὰ συμπεφωνημένα, προβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας. (Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέρχεται τοῦ βήματος).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ περατωθῇ αὕτη ὁ κ. Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίασιν, ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.)