1900.02.04
2,418 rows · 19,175 words · 196 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
Τῆς 4 Φεβρουαρίου 1900.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κεντρικὴ ἐπιτροπὴ τῆς ἑκατονταετηρίδος τοῦ ποιητοῦ Σολωμοῦ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως συνδράμῃ αὐτὴν διὰ τὴν τέλεσιν τῶν ἑορτῶν ἐν Ζακύνθῳ. Καὶ ἄλλοτε εἶχεν ἀναφερθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ δὲν γνωρίζω ποίαν ἀπόφασιν εἶχε λάβει τότε ἡ Βουλή. Ἤδη φρονῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ μετὰ συστάσεως πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως δοθῇ συνδρομή τις.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συνιστῶ νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς τελέσεως τῆς ἑορτῆς τῆς ἑκατονταετηρίδος τοῦ Σολωμοῦ ἡ αἰτουμένη παρ’ αὐτῆς συνδρομὴ, διότι ὁ Σολωμὸς ὑπῆρξεν ὁ μέγιστος τῶν Ἑλλήνων ποιητῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ σᾶς προέλαβεν ἤδη, συστήσασα τὴν αἴτησιν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ ἐκ Κυνουρίας βουλευτὴς κ. Χοντζόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου Μαριοῦ τῆς Κυνουρίας, παρακαλούντων νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ἀλλ’ ἐξακολουθήσωσιν ὑπαγόμενοι εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κύριος Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον.
§5ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπιτροπὴ ἐξ ἐμπόρων Τριπόλεως μοὶ ἐνετείλατο τηλεγραφικῶς νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ἔστειλαν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὡς μοὶ γράφουν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ ὁλικὴ πώλησις θειϊκῆς κινίνης, ἣν ἔχουν ἐναποθηκεύσει ἐν τοῖς καταστήμασιν αὐτῶν. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα, ἂν ὀρθῶς ἢ μὴ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία διέταξε νὰ μὴ ἐπιτραπῇ παρὰ μόνον εἰς φαρμακοποιοὺς ἡ πώλησις θειϊκῆς κινίνης, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι δικαία ἡ αἴτησις τῶν συμπολιτῶν μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρακαταθήκην, ἣν ἔχουσι, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ τοῖς δοθῇ προθεσμία, ἵνα ὁλικῶς πωλήσωσι τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι.
§6ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἀπεστάλη τοιοῦτον τηλεγράφημα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν θ’ ἀπασχολήσω σήμερον τὴν Βουλήν. Ἐπιφυλάσσομαι δι’ αὔριον.
§7ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς πληροφορίας παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πρωτοδικῶν, ἐὰν ὑπεβλήθησαν μηνύσεις, ποῖαι καὶ πότε, κατὰ τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Ὀλυμπίων ἀστυνομεύοντος λοχίου Σκόνδρα καὶ τοῦ ἐπιλοχίου Κολλινιώτου, ἐὰν ἐξεδικάσθησαν αἱ κατ’ αὐτῶν καταγγελίαι, καὶ πόσαι ὑπῆρξαν καταδικαστικαὶ καὶ ἐπὶ τίσι πράξεσι, πόσαι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς καταγγελίαι κατ’ αὐτῶν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας, καὶ διατὶ δὲν εἰσήχθησαν πρὸς ἐκδίκασιν αἱ ὑποθέσεις αὗται. Τὰς ἀπαντήσεις δὲ τὰς τηλεγραφικὰς τοῦ Εἰσαγγελέως παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς αὔριον εἰς τὴν Βουλήν.
§8Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέσατε τὸ σημείωμα.
§9ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα. Καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν ἔχω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὁ νόμος ΒΧϞΖʹ περὶ δικαιώματος καταναλώσεως τῶν οἰνοπνευματωδῶν ὑγρῶν καὶ ποτῶν. Κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, ἐξ ἀγνοίας ἢ καὶ ἐκ προθέσεως τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, ἤτοι τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία κατέταξεν εἰς τὰς διαφόρους κλάσεις τῆς φορολογίας τοὺς διαφόρους ποτοποιοὺς, συνέβησαν ἀδικήματα. Δὲν γνωρίζω ποῖα καὶ πόσα συνέβησαν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἐν Τριπόλει συνέβησαν ἀδικήματα· οἱ ἐκεῖ ποτοποιοὶ κατετάχθησαν εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, ἤτοι ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσουν χιλίας δραχμὰς κατ’ ἔτος, χωρὶς ἡ ἐπιτροπὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος συμβουλεύει, τί δέον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων γεγονότων νὰ κατατάσσωσι τοὺς φορολογουμένους εἰς πρώτην ἢ δευτέραν ἢ τρίτην κατηγορίαν. Κατέταξαν λοιπὸν τοὺς ποτοποιοὺς ἐν Τριπόλει εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν. Οἱ φορολογούμενοι παρεπονέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐνστάσεώς των, καὶ ὁ Ὑπουργὸς, κατιδὼν τὸ βάσιμον τῶν παραπόνων των, παρήγγειλεν εἰς τὸν ἔφορον Μαντινείας νὰ καλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν παραπόνων. Ὄντως συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ κατιδοῦσα τὴν πλάνην, εἰς ἣν ὑπέπεσεν ἐν τῇ πρώτῃ ἀποφάσει αὐτῆς, προέβη εἰς δευτέραν ἀπόφασιν, καὶ κατέταξε τοὺς φορολογουμένους εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν. Ἦτο δίκαιον λοιπὸν νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἐπὶ πλέον πληρωθὲν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ κατετάχθησαν οἱ ἴδιοι εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Διὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς 16 τοῦ παρελθόντος μηνὸς ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· διέταξε ν’ ἀποδοθῶσι τὰ ἐπὶ πλέον πληρωθέντα εἰς τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς ἄνευ αἰτίας πληρώσαντας; Νομίζω ἐπίσης, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παραγγείλῃ νὰ καταταχθῶσιν οὗτοι ἐν τῷ φορολογικῷ καταλόγῳ εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν. Ἐπὶ τούτῳ περιμένω ἀπάντησιν.
§10Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω ἐξετάσει, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὴν ὑπόθεσιν. Νομίζω ὅτι ἔδωκα διαταγήν τινα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ἀποτέλεσμα.
§11ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς βοηθήσω ἐγώ. Δι’ ἄλλους ὁμοίας φύσεως φορολογουμένους, γενομένων παραπόνων, ἐδώκατε ἀμέσως διαταγὰς—καὶ βλέπω ἤδη νὰ μειδιῶσιν οἱ ἀντιπρόσωποί των, διότι κατώρθωσαν τοιοῦτον κατόρθωμα.— Διετάξατε ἀμέσως οὐ μόνον ν’ ἀποδοθῶσι τὰ ἐπὶ πλέον πληρωθέντα, ἀλλὰ καὶ νὰ καταταχθῶσιν οὗτοι εἰς ἣν κατηγορίαν ἦτο δίκαιον νὰ καταταχθῶσι. Δὲν ἐννοῶ διατὶ οἱ φορολογούμενοι τῆς Τριπόλεως νὰ μὴ ἦναι καὶ ἐκεῖνοι τόσον συμπαθεῖς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διατὶ νὰ μετέρχηται οὗτος δύο μέτρα, καὶ διὰ τοὺς μὲν νὰ παραγγέλλῃ παραχρῆμα νὰ διορθῶται τὸ ἀδίκημα, τοὺς δ’ ἄλλους νὰ μὴ λαμβάνῃ ποσῶς ὑπ’ ὄψιν. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ δὲν ἐνθυμεῖται σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ περιμένω ἕως αὔριον τὴν ἀπάντησίν του. Ἀπὸ πολλοῦ παρατηρεῖται μία κατάστασις, ἡ ὁποία, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Ἐπερωτῶμεν διὰ πράξεις ἀναγομένας εἰς τὸν δημόσιον βίον τῶν ὑπαλλήλων, καὶ οὐδεμίαν λαμβάνομεν ἀπάντησιν. Λυποῦμαι δὲ διότι σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι παρών. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου ὑπέβαλον αὐτῷ ἐπερωτήσεις ἀφορώσας ὄργανα ἀστυνομικὰ, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἠξιώθην νὰ λάβω ἀπάντησιν. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ τάξις αὕτη, δὲν ἐννοῶ διατὶ καθήμεθα ἐδῶ, καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως.
§12Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρὰ τοῦ δημάρχου Ἀβίας τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἔλαβον τηλεγράφημα, δι’ οὗ μοὶ κάμνει γνωστὸν καὶ μὲ παρακαλεῖ νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἷς τῶν ἐκεῖ γνωστῶν ληστοφυγοδίκων, ἑνωθεὶς μετ’ ἄλλων τοιούτων ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἢ ἴσως γειτονικῶν δήμων, εἰσῆλθεν εἰς τὸν δῆμον Ἀβίας, ἀπειλῶν καὶ ἐπιτιθέμενος κατὰ τῶν φιλησύχων πολιτῶν. Καθ’ ὃν χρόνον ἤμην ἐγὼ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχον διαθέσει ἱκανὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα κατ’ αὐτοῦ, ἅτινα τὸν κατεδίωκον καὶ τὸν ἐστενοχώρησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε βλέπων ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ σωθῇ, εἶχεν ἐκπατρισθῆ. Νῦν ὅμως ἐπανῆλθεν ἀπειλητικώτερος, ὥστε οἱ πολῖται ζητοῦσι νὰ λάβῃ μέτρα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ σώσωσι τὴν τιμὴν καὶ τὴν ζωήν των. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα. Ταῦτα εἶναι ἀρχὴ ὀδυνῶν, διότι ταῦτα συμβαίνουσι μετὰ τὴν ἀναχώρησιν ἐκ Νησίου τοῦ εὐζωνικοῦ τάγματος.
§13Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικάς τινας πληροφορίας περὶ τοῦ σημείου, εἰς ὃ εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῶν Θεσσαλικῶν μασμπατάδων. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου ἡ Ἐπιμελητεία τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ παρέλαβεν ἐκ Θεσσαλίας μεγάλας ποσότητας σίτου, καὶ ἐνεχείρισεν εἰς τοὺς δικαιούχους, ἀντὶ πάσης ἄλλης πληρωμῆς, μασμπατάδες, ἤτοι ἐντάλματα πληρωτέα ἐκ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ ταμείου τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας ἅμα τῇ ἐκδώσει τοῦ σχετικοῦ ἰραδέ. Τὸ ποσὸν τὸ ὑπὸ τῶν μασμπατάδων ἀντιπροσωπευόμενον ἀνέρχεται εἰς ἓν περίπου ἑκατομμύριον δραχμῶν. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν γνωρίζομεν θετικόν τι περὶ τοῦ ζητήματος, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν διπλωματίαν. Γνωρίζω καλῶς τὰς δυσχερείας, εἰς ἃς εὑρίσκεται Κυβέρνησις Κράτους μικροῦ, διαπραγματευομένη ζήτημα μετὰ Κυβερνήσεως Κράτους μεγάλου καὶ ἐξελθόντος νικηφόρου ἐκ πολέμου προσφάτου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θίγει τὰς διεθνεῖς σχέσεις. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐκανονίσθη ἤδη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς Τουρκίας, ὅπερ δὶς ἀπεφάσισεν, ὅπως πληρωθῶσιν οἱ μασμπατάδες. Ὑπολείπεται μόνον ἡ ὑπὸ τῆς Α. Μεγαλειότητος ἔκδοσις τοῦ σχετικοῦ ἰραδέ. Δὲν ὑπάρχει δ’ ἀμφιβολία, ὅτι εὐθὺς ὡς τὰ παράπονα ταῦτα τῶν δικαιούχων φθάσωσιν εἰς τὰ ὦτα τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Σουλτάνου, οὗτος, ἐν τῷ ἐγνωσμένῳ αὐτοῦ φιλοδικαίῳ συναισθήματι, θέλει διατάξει ἀμέσως τὴν πληρωμὴν τούτων. Εὐελπιστῶ κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν τῷ διακρίνοντι αὐτὸν ζήλῳ περὶ πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, θέλει ἀσχοληθῆ δραστηρίως πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἀποτρέψῃ οὕτως ἀπὸ τῆς Θεσσαλίας τὴν νέαν ταύτην ζημίαν.
§14Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν διὰ τὰ ὑπὲρ ἐμοῦ αἰσθήματά του. Τὸ ζήτημα τῶν μασμπατάδων εἶναι ζήτημα λελυμένον πρὸ πολλοῦ. Ἐπιτροπὴ συστᾶσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας ἀπεφάνθη περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς τοὺς δικαιούχους. Καὶ ὁ Μέγας Βεζύρης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνωσαν εἰς τὸν κ. Μαυροκορδᾶτον, ὅτι περὶ τοῦ δικαίου τῶν Θεσσαλῶν κατόχων μασμπατάδων οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, ὑπολείπεται δὲ μόνον ἡ ἔκδοσις τοῦ ἰραδὲ, ὅστις ἐλπίζω ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θέλει ἐκδοθῆ.
§15Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις εἶναι σχετικὴ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, περὶ ὧν σημείωσιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὐτῷ· ἤτοι, πόσοι ὑπάλληλοι διπλωματικοὶ ἢ προξενικοὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς θέσεις των, καὶ πόσοι εἶναι ἀπεσπασμένοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ πόσον χρόνον ἔχουσιν ἀποσπασθῆ, καὶ πόσον ἕκαστος μισθοδοτεῖται. Εἶναι ἡ τρίτη φορά, καθ’ ἣν ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν ταύτην.
§16Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἷς καὶ μόνος εὑρίσκεται ἀπεσπασμένος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Δοκὸς, γενικὸς πρόξενος ἐν Ἰωαννίνοις. Οἱ λοιποὶ μετέβησαν εἰς τὰς θέσεις των ἅμα ὡς ἐξεδόθησαν τὰ ἐκτελεστήριά των, ἢ ἅμα ὡς ἔπαυσαν αἱ αἰτίαι, δι’ ἃς εὑρίσκοντο ἐνταῦθα.
§17Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶχον ἄλλοτε παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ βιβλίον τῶν προξένων. Ἐδήλωσεν ὅτι θέλει ἑτοιμάσει καὶ ὑποβάλει τοιοῦτον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν της, ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν κατετέθη. Διὸ καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ τούτου.
§18ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νῦν ἰσχύων ὀργανισμός, ὢν πρὸ πολλοῦ ἤδη ἀπηρχαιωμένος, δὲν ἀνταποκρίνεται πλέον εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Πρόκειται δὲ δι’ αὐτοῦ νὰ νομιμοποιηθῇ ἄλλως ἐν μέρει καὶ τὸ ὑπάρχον προσωπικόν, διότι ἀπὸ ἐτῶν ἤδη μέρος αὐτοῦ ὑφίσταται παρὰ τὸν κείμενον ὀργανισμόν, μισθοδοτούμενον δυνάμει τῆς πιστώσεως, τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου νομιμοποιοῦνται αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος θέσεις, καὶ συμπληροῦται καθόλου τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ δὴ ἄνευ οἱασδήποτε αὐξήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπέρχονται ἐν αὐτῷ ἄλλαι οἰκονομίαι, ὧν ἕνεκεν ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου μέλλει νὰ συμπληρωθῇ τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς πληροφορίας, αἵτινες ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Παρεκλήθην νὰ ὑποβάλω πίνακα ἀκριβῆ τῆς κατὰ τὸν νόμον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως χορηγουμένης συνδρομῆς εἰς ἐπιδεεῖς ἢ ἐνδεεῖς δήμους ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895 μέχρι τοῦ 1899. Ὡς θὰ ἴδῃ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος λειτουργεῖ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1896. Ἔκτοτε ἔχομεν τὰς συνδρομὰς, τὰς χορηγουμένας παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σχετικῆς πιστώσεως, τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Κατ’ ἀκολουθίαν ὑποβάλλω πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς τοιαύτας χορηγίας ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τοῦ 1899. Ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ ἐπεθύμει ἴσως νὰ ἔχῃ αὐτὸν κατὰ δήμους, ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι πίνακες ἔχουσι δημοσιευθῆ ἤδη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ πιθανὸν νὰ μὴ ἔχῃ αὐτοὺς πρόχειρα τὰ σχετικὰ αὐτῆς φύλλα, ἐπισυνάπτω καὶ ταῦτα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε συγχρόνως σημείωσιν, ἐμφαίνουσαν τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἑκάστου δήμου ἀναγεγραμμένην ἐκπαιδευτικὴν πίστωσιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον τοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, πρὸς τὸν προϊστάμενον τοῦ ὁποίου δύναται ν’ ἀπευθύνῃ τὴν ἐπερώτησίν του ὁ κύριος Βουλευτής.
§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ πόσον ηὔξησαν αἱ χορηγίαι, κύριε Ὑπουργέ;
§20ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὸ 1896 ἀνῆλθον αὐταὶ εἰς δρ. 367,000, κατὰ τὸ 1897 εἰς δρ. 893,000, ἐν αἷς 331,000 ἐχορηγήθησαν διὰ διατάγματος, συνταχθέντος ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῷ 1897 καὶ κυρωθέντος διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΦΚΕʹ, ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν σχολείων Θεσσαλίας, ἔνθα κατὰ τὸν πόλεμον οὐδεμία εὑρίσκετο δημοτικὴ ἀρχὴ, οὐδὲν δημοτικὸν ταμεῖον, διὸ ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸν τὸ Δημόσιον. Κατὰ τὸ ἔτος 1898 ἐχορηγήθησαν δρ. 918,000, καὶ κατὰ τὸ 1899 δρ. 914,000.
§21Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται περὶ τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ πίνακος τῶν ἐν εἴδει προκαταβολῶν καταβαλλομένων εἰς τοὺς δήμους οἱ ὁποῖοι δὲν ηὔξησαν τὰς πιστώσεις των;
§22Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν τοῦτο, θὰ γείνῃ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 100).
§24Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἀνήγγειλα, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θέλω καταθέσει τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897. Τοῦτον καταθέτω ἤδη ἔντυπον εἰς τὴν Βουλήν. Θέλει δὲ διανεμηθῆ καὶ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§25ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Ναυπλίου, ὅτι ὁ ἐκεῖ πταισματοδίκης, ἰδὼν ἐν τῷ καταστήματι τοῦ Πταισματοδικείου, ἢ μετακαλεσάμενος παρ’ αὐτῷ, ἕνα τῶν ἐντιμοτάτων ἐμπόρων τοῦ Ναυπλίου, δημοτικὸν σύμβουλον καὶ πολίτην ἀνεπτυγμένον, τὸν κ. Κωνσταντῖνον Μητρομάραν, ἐξύβρισεν αὐτὸν σκαιῶς, διότι ἔμαθεν, ὡς τῷ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε περὶ αὐτοῦ καλὴν γνώμην! (ἱλαρότης). Ὁ ὑβρισθεὶς προσέφυγεν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν καὶ ἀνακριτικὴν ἀρχὴν, ὅπως θέσωσιν εἰς ἐνέργειαν ταχέως τὴν καταγγελίαν καὶ προβῶσιν εἰς ἀνάκρισιν καὶ ἐκδικάσωσι τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις συνεκίνησε τοὺς λαβόντας γνῶσιν τοῦ γεγονότος κατοίκους τοῦ Ναυπλίου, οἵτινες εἶναι ἀσυνήθιστοι νὰ ἀνέχωνται ὑπαλλήλους βαναύσως προσφερομένους καὶ μάλιστα πρὸς πολίτας, οἷος ὁ κύριος Μητρομάρας. Οἱ κακοὶ τρόποι τῶν δικαστικῶν προσώπων πολλάκις κατηγγέλθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὅταν ὁ σκαιὸς τοὺς τρόπους γίνηται καὶ ἐξυβριστικός, τότε καθιστᾷ εὔλογον πᾶσαν ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν κατ’ αὐτοῦ δυσμενῆ ἔκφρασιν, καὶ εἶναί τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξεγείρῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ καὶ αὖθις νὰ διατάξῃ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ ἀναγγείλῃ τὴν ἔκβασιν αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν.
§26Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ δήμῳ Μαντινείας τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας συμβαίνει τι ἄδικον, ἐφ’ οὗ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσι δύο χωρία, Σάγγα καὶ Τσιπιανὰ, ὧν οἱ κάτοικοι, κατὰ τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ἐδήλωσαν γαίας ἐν τῷ ἀργῷ πεδίῳ τῆς Μαντινείας. Ἀλλὰ πάσας τὰς γαίας ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησεν εἰς τὸν Ρεβελιώτην καὶ τοὺς κληρονόμους αὐτοῦ. Ἐν τούτοις οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι χωρικοὶ καταδιώκονται καὶ πληρόνουσιν ἐτησίας δόσεις, χωρὶς νὰ ἔχωσι γαίας. Εἶχον ἀναφερθῆ πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ αἱ ἀναφοραί των κατέκειντο ἐκεῖ ἀνενέργητοι. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν κατωρθώθη νὰ ἀνευρεθῶσι, κατακείμεναι εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπεστάλησαν δὲ εἰς τὴν Ἐφορίαν Μαντινείας, ἥτις ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ, δι’ ἔλλειψιν προσωπικοῦ, ἐστάθη ἀδύνατον νὰ διαλευκανθῇ τὸ ζήτημα, καὶ ἐπὶ τῇ προφάσει ταύτῃ ἐπεστράφησαν τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνταῦθα ὅμως τοῦτο, ἀντὶ νὰ ἐνεργήσῃ δραστηρίως καὶ πέμψῃ πρόσωπον κατάλληλον πρὸς ἐξέτασιν τῶν παραπόνων καὶ ἀπαλλαγὴν τῶν χωρικῶν ἀπὸ πληρωμῆς μὴ ὀφειλομένης, κατέλιπεν, ἕνεκα ἀνεπαρκείας προσωπικοῦ, τὸν φάκελλον ἄνευ ἐνεργείας εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ γραμματέως κ. Πανᾶ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ οἱ χωροφύλακες ἐξακολουθοῦσι συλλαμβάνοντες τοὺς χωρικούς, νὰ διατάξῃ τὴν προσωρινὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως καὶ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοῦ ἀδίκου, τὸ ὁποῖον ὑφίστανται.
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἐζήτησα συμπληρωματικὰς πληροφορίας περὶ τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἤκουσα δὲ ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέμενον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐφικτὸν, θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς προσαγάγει...
§28Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἄμεσος κατάθεσις ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐφικτή.
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Οὐ μόνον εἶναι ἐφικτὸν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρξῃ ἡ παραμικρὰ δυσκολία εἰς τὴν κατάθεσιν, ἀφοῦ ἔχετε τὰ τεύχη τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας, ἐντὸς δὲ τοῦ τεύχους τοῦ 1899 ἔχετε ἀναγράψει 1½ ἑκατομμύριον διὰ τοὺς δήμους. Ἐντὸς τῶν τελευταίων δὲ ἐτῶν κατεβλήθησαν περὶ τὰ 3,500,000 δρ. Ἀφοῦ τὸ γενικὸν ἀποτέλεσμα ἀνεγράφη εἰς τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν, ἡ κατάθεσις τῶν λεπτομερειῶν δὲν εἶναι παρὰ ζήτημα ἀντιγραφῆς ἐκ τῆς μερίδος, ἐξ ἧς ἐξήχθη τὸ γενικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ληψοδοσίας τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου. Λυποῦμαι πολύ, βλέπων τὴν ἔλλειψιν προθυμίας, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, ἣν δεικνύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν. Δὲν πρόκειται περὶ αἰτήσεως μυστικῶν πληροφοριῶν. Αἱ πληροφορίαι αὗται θὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἠκούσαμεν συζητούμενα, καὶ ὅμως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν πρὸ δύο καὶ ἐπέκεινα μηνῶν, δὲν κατετέθησαν. Τὰς πληροφορίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον· δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν τὰς ἔχει, διότι, ἐὰν δὲν τὰς ἔχῃ, τότε προτείνει νόμους ἄνευ ὡρισμένης βάσεως. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας περὶ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τοῦ δοθέντος διὰ τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἐπίσης περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκιῶν, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸν αὐτὸν ἰδιοκτήτην· ἀμφότεραι δ’ αἱ πληροφορίαι δὲν ἀπαιτοῦσι παρὰ ἐργασίαν ἀντιγραφῆς μόνον, διότι ἐν ταῖς Ἐφορίαις, ἰδίως ταῖς τῶν μεγάλων πόλεων, εἶναι γνωστοὶ οἱ ἰδιοκτῆται. Ὡς πρὸς τὸν ἐλάχιστον δὲ ὅρον τῆς μισθώσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἡ ἐργασία τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι πρόχειρος, ὁ κατάλογος ὑπάρχει, καὶ δὲν ἔχει ἢ νὰ ζητηθῇ ἀντίγραφον. Νομίζω ὅτι ἡ ἀμοιβαία ἁβραφροσύνη μεταξὺ τῶν συνεργαζομένων ἐπιβάλλει, ὅπως δίδωμεν ἀμοιβαίας πληροφορίας, ἡμεῖς μὲν, ὡς Βουλευταί, ὁσάκις ἔχωμεν τοιαύτας, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀφ’ ἑτέρου, ἥτις ἔχει τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, ὅπως φωτίζῃ καὶ ἡμᾶς, καὶ οὕτως εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν μὴ ἐξερχώμεθα τῶν βάσεων τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν.
§30Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμία ἔλλειψις προθυμίας ὑπάρχει παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἥτις πάντοτε σπεύδει νὰ προσάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αἰτουμένας πληροφορίας. Ὡς πρὸς τὰς πληροφορίας ὅμως, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἐδήλωσα, ὅτι τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, εἰς ὃ παρέπεμψα τὴν αἴτησίν του περὶ τῆς διακρίσεως τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸν αὐτὸν ἰδιοκτήτην, μοὶ παρετήρησεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀνέφικτον, διότι ἀπαιτεῖται κοπιωδεστάτη ἐργασία ἐφ’ ὅλων τῶν καταλόγων, ὅπως εὑρεθῶσιν αἱ οἰκοδομαὶ αἱ ἀνήκουσαι εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην· οὐχ ἧττον συνέστησα ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία αὕτη. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον αἴτημα αὐτοῦ περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων, παρετήρησα ἤδη, ὅτι, ἐπειδὴ αἱ δημοπρασίαι ἐξακολουθοῦσιν, ἀναβάλλω νὰ δώσω τὴν ὁριστικὴν ἀπάντησιν.
§31Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἐχόντων πολλὰς οἰκίας εἶναι ἁπλούστατον, διότι οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι κοινοποιοῦσι τακτικῶς κατ’ ἔτος εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας προσκλήσεις πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἀντίγραφα δὲ τῶν προσκλήσεων τούτων δύναται νὰ παρουσιάσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Εἶναι ζήτημα ἀντιγραφῆς. Εὐχαριστῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς προθυμίας τοῦ νὰ φωτίζῃ ἑκάστοτε τὴν Βουλὴν, συνιστῶ ὅμως αὐτῷ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐκδηλώσεως ταύτης.
§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμοίας αἰτήσεις καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον, καὶ ἐπαναλαμβάνω τετάρτην ἤδη φορὰν τὴν παράκλησιν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ πληροφορήσῃ περὶ τῆς μετατροπῆς τοῦ ἐσωτερικοῦ χρέους. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τοιαύτας πληροφορίας, δύναται νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Τραπέζης, ἥτις δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ τὰς χορηγήσῃ, διότι διεξήγαγε τὴν μετατροπὴν αὐτήν.
§33Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν προηγουμένην ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἀπήντησα, παραπέμψας αὐτὸν εἰς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπου αἱ πληροφορίαι αὗται ἀναγράφονται· ἐζήτησα δὲ καὶ προσθέτους πληροφορίας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ ἀποστέλλῃ τίτλους ὡς ἐκ τῶν γενομένων τροπῶν· μετ’ ὀλίγας ὅμως ἡμέρας θὰ ᾖναι ἑτοίμη πλήρης ἡ ἐργασία αὕτη.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δήμαρχοι τῶν δήμων Εὐυδρίου καὶ Σκοτούσης τῆς ἐπαρχίας Φαρσάλων δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῶσιν ἕνεκα τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν κατοίκων ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, παρακαλοῦσι δὲ, ὅπως κρατηθῇ τὸ πεμπτημόριον τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπράξεων τῶν δήμων τούτων, πρὸς βαθμιαίαν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν των, ἀποδοθῇ δὲ εἰς αὐτοὺς τὸ ὑπόλοιπον.
§35Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ΑΥϞΓʹ τοῦ 1887, δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ἡ μετάκλησις παντὸς δημοσίου ὑπαλλήλου, ὑπηρετοῦντος ἐν ἐπαρχίᾳ, εἰς Ἀθήνας δι’ ὑπηρεσίαν· ἂν δ’ ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ προσαγάγῃ ὀνομαστικὸν κατάλογον, πόσοι ὑπάλληλοι ἔχουσι μετακληθῆ εἰς Ἀθήνας δι’ ὑπηρεσίαν, καὶ ἐκ τίνος γραφείου ἕκαστος, καὶ εἰς ποῖον γραφεῖον ἐν Ἀθήναις προσεκολλήθη. Προσέτι θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐκ τῶν νόμων τοῦ Κράτους (τοὺς ὁποίους ἀναφέρω ὀνομαστὶ ἐν τῇ ἐγγράφῳ ἐπερωτήσει, ἣν καταθέτω,) ἐπιτρέπεται εἰς πάντα μὴ φέροντα διορισμὸν δημοσίου ὑπαλλήλου νὰ ἀναμιγνύηται ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις, οὐχὶ ὡς ζητῶν πληροφορίας, ἀλλ’ ὡς ἐνεργῶν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν σπουδαιοτάτων δημοσίων ἐγγράφων· διότι πληροφοροῦμαι, ὅτι τοιοῦτος ὑπάλληλος διατηρεῖται παρανόμως ἐν τῷ ταμειακῷ τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§36ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐκ τοῦ προχθὲς ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν, σήμερον δὲ τυπωθέντος καὶ διανεμηθέντος ἡμῖν ψηφίσματος τῶν προέδρων διαφόρων συντεχνιῶν, ἐπληροφορήθησαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ περὶ τῆς ἀνησυχίας, ἥτις κατέλαβε τὸ κοινὸν ἐπὶ τῇ δημοσιευθείσῃ εἰδήσει, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν ἐγκατελείφθη, λόγῳ ὅτι δῆθεν δὲν ὡρίμασεν εἰσέτι. Πάντες γνωρίζετε, πόσον τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνδιαφέρει τοὺς πολίτας. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς ἡσυχίαν τοῦ κοινοῦ, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ εἴδησις ἔχεται ἀκριβείας, καὶ ἂν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, τὸ ὁποῖον, ὡς φαίνεται, εἶχεν ὑποδειχθῆ, κατὰ τὸ ἐν λόγῳ ψήφισμα, ὅτε ἐκ μέρους τῶν προέδρων τῶν συντεχνιῶν εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ σχετικὴ ἀναφορά.
§37Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔπαυσε μελετῶσα ἡ Κυβέρνησις τὸ θέμα τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Δὲν δύναμαι ὅμως σήμερον νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, πότε θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλῃ αὐτῇ τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον, διότι ἀπαιτοῦνται πολλὰ στοιχεῖα καὶ ὥριμος σκέψις, ὅπως μὴ ἐκ τῆς καταργήσεως εὑρεθῶσιν οἱ δῆμοι εἰς ἀδυναμίαν νὰ διοικηθῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ μελετῶσα τὸ ζήτημα, καὶ θὰ ᾖναι εὐτυχὴς, ἂν δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§39Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι! Ἔχω τὸν λόγον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐλάβετε, ἔλαβον καὶ ἐγώ. Θὰ τὸ ἀνακοινώσω αὔριον. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ὅσοι θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, νὰ ζητῶσι τὸν λόγον ἐκ τῶν προτέρων, διὰ νὰ μὴ παρουσιάζηται αὐτὸ τὸ φαινόμενον, τὸ οὐχὶ εὐχάριστον, νὰ λέγῃ ὁ Πρόεδρος «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», οἱ δὲ Βουλευταὶ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ ζητῶσι τὸν λόγον.
§41Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, πότε θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι πολλοί, θέλοντες νὰ ζητήσωσι τὸν λόγον, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ πράξωσι τοῦτο, ὅταν ὁ Πρόεδρος ἀπαγγείλῃ τὸ «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν στηριζομένην εἰς τὴν λογικήν· δὲν ἐννοῶ νὰ ἀρνηθῶ εἰς κανένα τὸν λόγον. Ὁ κύριος Λιμπρίτης δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, ἐὰν θέλῃ.
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἕκαστος θέλει νὰ διατηρῇ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ μέχρι τῆς τελευταίας ὥρας· διότι ἐγὼ π. χ. θέλω νὰ ἦμαι ἐλεύθερος νὰ κρίνω κατὰ ποίαν ὥραν θὰ λάβω τὸν λόγον, ἂν ὑπάρχουν ἀρκετοὶ Βουλευταί, ἂν ἔλαβον τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα, κλπ.
§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα λύεται διὰ μιᾶς προτάσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Νὰ συστηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται νὰ ἐπερωτήσωσι, νὰ μὴ βραδύνωσι νὰ ὑποβάλλωσι τὰς ἐπερωτήσεις των.
§45Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μέχρι τοῦδε ἐπεκράτει τὸ ἀκόλουθον σύστημα· ὅτε ἐξηντλεῖτο ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσιν, ὁ κ. Πρόεδρος ἠρώτα, ἂν ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον.
§46Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ μέχρι τοῦδε κρατοῦν σύστημα ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Δὲν δύνασθε, κύριε Πρόεδρε, νὰ καθιερώσητε νέον σύστημα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν καθιερώθη τίποτε.
§48Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ τάξις εἶναι, ὅταν τις τηρῇ τὸ βῆμα, νὰ μὴ λαμβάνωσιν ἄλλοι τὸν λόγον, οἱ θέλοντες δὲ νὰ λάβωσι τὸν λόγον, νὰ ἐπιφυλάσσωνται νὰ τὸν λάβωσιν ἀργότερα. Ἐγὼ εἶχον καταλάβει τὸ βῆμα· ἔπρεπε νὰ σεβασθῆτε καὶ τὸ βῆμα καὶ τὸν λαλοῦντα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ ὀλίγην προσοχὴν ἐπὶ θέματος, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ καταθέσω τηλεγράφημα, ἀπευθυνθὲν πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὸν συνάδελφόν μου ἐκ Λαρίσης κ. Καραστέργιον. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι πολὺ οὐσιώδης· πρὸς πρόληψιν δὲ ζημιῶν τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἠναγκασμένον, κατόπιν ἀποφάσεως τῶν δικαστηρίων, ν’ ἀποζημιώσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ζημιωθῆ διὰ τῆς, οὕτως εἰπεῖν, μετά τινος ἀπροσεξίας δοθείσης διαταγῆς, καλὸν εἶναι νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἐγκαίρως καὶ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς διαταγῆς τῆς ἤδη ἐκδοθείσης. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὀλίγην γεωγραφίαν θὰ κάμω κατ’ ἀνάγκην. Ἐγγὺς τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀπὸ τῶν ὑπωρειῶν, ἐκρέει μεγάλη πηγὴ ὕδατος, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Μάτι. Ἡ πηγὴ αὕτη ἔχει ἓν μέγα πλεονέκτημα, ὅτι, ἐνῷ πολλάκις καὶ αὐτὸς ὁ Πηνειὸς παρουσιάζεται μὲ πολὺ ὀλίγα ὕδατα εἰς ἐποχὴν ξηρασίας, ἡ πηγὴ αὕτη εἶναι τοσοῦτον ἄφθονος, ὥστε συμβαίνει πολλάκις τὰ ὕδατα αὐτῆς νὰ ἦναι πλειότερα τῶν ὑδάτων καὶ αὐτοῦ τοῦ Πηνειοῦ, ὅστις ὡς κοιλάδα ἔχει ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν Θεσσαλίαν. Τὰ ὕδατα ταῦτα, τὰ διαυγέστατα καὶ ἀφθονώτατα, λίαν ἠρέμα βαίνουσι καὶ ἑνοῦνται μετὰ τοῦ Πηνειοῦ, ἀφοῦ διατρέξωσι διάστημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν περὶ τὰ 10 ἢ 12 χιλιόμετρα, μὲ τοὺς κατὰ τὸν ῥοῦν ἑλιγμούς. Τὰ ὕδατα ταῦτα εἶναι πολύτιμα, διότι ὄχι μόνον πλείστους ὅσους ὑδρομύλους κινοῦσιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄρδευσιν χρησιμεύουσι, καὶ εἰς μεγαλειτέρας ἐκτάσεις δύνανται ἐπωφελῶς νὰ χρησιμοποιηθῶσιν, ὡς περὶ τούτου γίνεται σκέψις. Οἱ ὑδρόμυλοι εἶναι ἱδρυμένοι, ἄλλοι μὲν πρὸ διακοσιετίας, ἄλλοι δὲ βραδύτερον, τινὲς δὲ μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, ἤτοι ἀπὸ εἴκοσιν ἐτῶν περίπου. Οἱ ὑδρόμυλοι, οἵτινες ὑπάρχουσιν ἀπὸ διακοσίων ἐτῶν ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τούτου, ὅστις ὀνομάζεται Ποτάμι, ἀνήκουσιν εἰς Ὀθωμανοὺς, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντες δικαίωμα νὰ ἱδρύσωσι τοὺς ὑδρομύλους τούτους, ἔλαβον τοῦτο αὐθαιρέτως. Κατόπιν ὅμως ἀνεγνωρίσθησαν τὰ ἐπὶ τοῦ ὕδατος τούτου δικαιώματα τῆς Μονῆς Παναγίας, τῆς ἱδρυμένης ἐν Ἐλασσῶνι, πρὸς τὴν ὁποίαν καταβάλλεται ἤδη τὸ μίσθωμα. Φρονῶ ὅτι οὔτε τῆς Μονῆς ταύτης τὰ δικαιώματα θὰ θελήσῃ νὰ προσβάλῃ τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ ἀνήκουσιν εἰς Μονὴν, ἥτις καὶ σχολεῖα ἐκ τούτων διατηρεῖ καὶ ἄλλα κοινωφελῆ ἔργα διαπράττει, οὔτε τὰ τῶν ἰδιωτῶν.
§49Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πηγὴ αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν Μονήν.
§50ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐκεῖ, ὅπου ἀναβλύζει τὸ ὕδωρ, ὑπάρχουσι τὰ κτήματα τοῦ χωρίου Λυγαριᾶς, ἀλλὰ τὸ χωρίον τοῦτο δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν, διότι τὸ ὕδωρ ἐκρέει χαμηλότερον τῶν γαιῶν, καὶ θὰ ἐχρειάζετο ἀτμομηχανὴ πρὸς ἀνύψωσιν αὐτῶν. Πάντως ἐπὶ τοῦ ὕδατος τούτου ἔχουσι δουλείαν οἱ ὑδρόμυλοι. Ἀλλ’ ὑφίσταται προσέτι ἓν ἰχθυοτροφεῖον τοῦ Δημοσίου, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ δώσω πληροφορίας τινάς. Τὸ ἰχθυοτροφεῖον τοῦτο ἐνοικιάζεται κατ’ ἔτος ἀντὶ δραχμῶν χιλίων, ἢ κατὰ τριετίαν ἀντὶ τριῶν χιλιάδων· διὰ τὴν ἐπαύξησιν ὅμως τοῦ ἐνοικίου τούτου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τὴν καταστροφὴν τῶν φραγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων δύο ὑδρόμυλοι, ἀνήκοντες ὁ μὲν εἰς τὸν Βασίλειον Ράπτην, ὁ δὲ εἰς τὸν Ἰωάννην Σκόνδραν, παραλαμβάνουσι τὸ ὕδωρ. Δι’ ἑκάτερον τῶν ὑδρομύλων τούτων, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀπὸ εἰκοσαετίας ποιοῦνται χρῆσιν τοῦ ὕδατος ὡς κινητηρίου δυνάμεως, ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ τὰς 25,000 δραχμαὶ, μεγάλας δὲ εὐκολίας παρέχουσιν οὗτοι εἰς τοὺς ἐν τοῖς πέριξ χωρίοις οἰκοῦντας. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγεννήθη εἰς τὸν νοῦν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, τοῦ κ. Ἀργυροπούλου, ὅτι τὸ ἰχθυοτροφεῖον δὲν ἐνοικιάζεται ἕνεκα τῶν φραγμάτων τούτων, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουσι τοὺς ἰχθεῖς νὰ ἀνέρχωνται ἀπὸ τοῦ Πηνειοῦ πρὸς τὸ Μάτι, καὶ ν’ ἀνανεῶται ὁ γόνος, ἐξεδόθη ἡ διαταγὴ τῆς καταστροφῆς τῶν φραγμάτων αὐτῶν. Ἐὰν ἦτο ἐπιμελέστερος ὁ κύριος οἰκονομικὸς ἔφορος, ἤθελε πληροφορηθῆ, ὅτι ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐχθροπραξιῶν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον οἱ ἐνοικιασταὶ κατ’ ἀνάγκην ἐγκατέλειψαν τὸ ἰχθυοτροφεῖον, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν βραδύτερον ἔλυσε τὴν ἐνοικίασιν ἐκείνην. Ἐγκαταλειφθέντος οὕτω τοῦ ἰχθυοτροφείου, πᾶς τις ἦτο ἐλεύθερος νὰ ἁλιεύῃ ἐν αὐτῷ ἐν πάσῃ ἐποχῇ, καὶ οὐχὶ ἐν τῇ ὡρισμένῃ ἐποχῇ,—διότι ὑπάρχουσιν ὡρισμέναι ἐποχαὶ, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ ἁλιεία, κατὰ δὲ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον ἀπαγορεύεται αὕτη, ἵνα αὐξάνῃ ὁ γόνος, τῶν ἰχθύων—ἰδίᾳ δὲ προέβησαν εἰς τοῦτο αἱ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τυρνάβου ἐγκατεστημέναι οἰκογένειαι Ἀθιγγάνων, αἱ ὁποῖαι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ ἁλιεύουσιν ἐν τῷ ἰχθυοτροφείῳ, καταστρέψασαι οὕτω τελείως τὸν γόνον. Προσέτι ὅλα τὰ μικρὰ ἐκεῖνα φυλακεῖα, φράγματα καὶ λοιπὰ ἱδρύματα, τὰ παρομαρτοῦντα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς, ὅλα κατεστράφησαν. Ὥστε δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἑπόμενον ἦτο, ὅτε ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος προεκήρυξε τὴν δημοπρασίαν, νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἐνοικιαστής, εἰμὴ ἐπὶ ὀλιγίστῳ μισθώματι, διότι θὰ ἦτο ὑπόχρεως καὶ νὰ ἀνιδρύσῃ ἰδίαις δαπάναις καὶ φροντίδι ἰδίᾳ πάντα ταῦτα. Ὁ οἰκονομ. ἔφορος, θέλων νὰ δικαιολογηθῇ ἀπέναντι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διατὶ δὲν ἐγίνετο προσφορὰ ἀνάλογος πρὸς τὸ παρελθὸν, ἀνέφερεν ὅτι τὰ φράγματα τῶν ὑδρομύλων εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουσι νὰ ἀνέρχωνται οἱ ἰχθεῖς ἀπὸ τοῦ Πηνειοῦ καὶ πλουτίζωσι τὸ ἰχθυοτροφεῖον, καὶ ἐζήτησεν, ὅπως ταῦτα καταστραφῶσι. Καὶ πῶς ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἤδη ἀνήρχοντο; καὶ πῶς αὐτῶν μόνον τῶν δύο ὑδρομύλων τὰ φράγματα ἐμποδίζουσι τοὺς ἰχθεῖς, δὲν ἐμποδίζουσι δὲ καὶ τὰ ἄλλα τῶν ὑδρομύλων τῶν Ὀθωμανῶν, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται ἀπὸ διακοσιετίας; Τὸ τηλεγράφημα ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Διατασσόμεθα, συνεπείᾳ τηλεγραφικῆς διαταγῆς Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, νὰ ἄρωμεν τὰ ἐν ποταμῷ Μάτι πρὸς λειτουργίαν ὑδρομύλων φράγματα, πάντες ἔχοντες τοιαῦτα, ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, λόγῳ ὅτι παραβλάπτομεν τροφοδότησιν ἰχθυοτρόφου ποταμοῦ. Ἀλλὰ φράγματα ἀνηγείραμεν συμφώνως τῷ νόμῳ καὶ μετ’ ἄδειαν ἀρχῆς ἡμεῖς μὲν πρὸ εἰκοσαετίας, οἱ δὲ πρὸ ἡμῶν καὶ ἐν τῷ αὐτῷ ἰχθυοτρόφῳ ποταμῷ κείμενοι ὑδρόμυλοι, ἀνήκοντες εἰς τουρκικὰ βακούφια, ἱδρύθησαν πρὸ διακοσιετίας. Ἀλλὰ μὴ ἐπεκτεινομένου πρὸς τοὺς τουρκικοὺς ὑδρομύλους τοῦ μέτρου τῆς καταστροφῆς, κατὰ τί βλάπτουσιν ἡμέτερα φράγματα ἰχθυοτρόφον ποταμόν; ἢ τί ὠφελήσουσι καταστρεφόμενα; Καὶ τῶν βακουφικῶν δὲ καταστρεφομένων, ἀξία ἰχθυοτροφείου κατὰ τὴν ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον εἰσφορὰν δὲν αὐξάνει ἢ κατὰ ἑξακοσίας δραχμὰς ἐνιαυσίως, πλέον δὲ τῶν χιλίων ζημιωθήσεται τὸ Δημόσιον ἀπὸ ἀπώλειαν φόρου ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν τεσσάρων ὑδρομύλων, καταστραφησομένων, ἐκτὸς ζημίας, ἣν προξενήσει ἰδιώταις. Διαταγὴν προεκάλεσε προσφορὰ ἀφερεγγυοτάτου Δημ. Τσιάκα, ὅστις ὑπὸ ὅρον καταστροφῆς παντὸς φράγματος καὶ ὑδρομύλου ἐν τῷ ποταμῷ ἀνεβίβασεν ἀπὸ τρεῖς εἰς ἓξ χιλιάδας δραχμὰς πενταετίας μίσθωμα ἰχθυοτροφείου. Ἀλλὰ ἐλατήριον προσφορᾶς δὲν εἶναι ἡ μετὰ τὴν καταστροφὴν ἀξία τοῦ ἰχθυοτροφείου, ἀλλὰ σκοπὸς τοῦ προκαλέσαι καταστροφὴν ὑδρομύλων μας, δι’ ὃν πολλῷ πλείονα ἠδύναντο προσφέρωσιν ἀντίθετα συμφέροντα ἔχοντες ἐχθροί μας. Ὅθεν παρακαλοῦμεν ἐπισκοπηθῇ τὸ νόμιμον καὶ σκόπιμον τῆς προκειμένης διαταγῆς, ἀνακληθῇ δ’ ἐγκαίρως ἐκτέλεσις αὐτῆς, καὶ καθόσον ὑδρομύλων κοινῆς ἀνάγκης ὄντων, καταστροφὴ αὐτῶν ἐπάγεται γενικὸν πέριξ χωρίοις κακὸν, καὶ πᾶν τοῦτο δι’ ἑξακοσίας δραχμάς!» «Ι. Σκόνδρας, Β. Ράπτης.» Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ ἐπίκειται ἡ καταστροφὴ τῶν φραγμάτων αὐτῶν, νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς διαταγῆς, καὶ κατόπιν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ πεισθῇ, ὅτι εἶναι ὅλως ἀνωφελὴς ἡ καταστροφὴ τῆς ἰδιωτικῆς αὐτῆς τῶν ἀναφερομένων περιουσίας. Ὑπάρχουσι δὲ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ αὔξησις τοῦ γόνου τῶν ἰχθύων. Οἱ ἐνοικιασταὶ μετασχηματίζουσιν ἐντὸς τοῦ Πηνειοῦ ἢ ἐντὸς τοῦ Ματίου ὡρισμένα μέρη, ἐν τοῖς ὁποίοις παρασκευάζεται ὁ γόνος τῶν ἰχθύων, καὶ τοῦτον μεταφέρουσιν εἶτα εἰς ἄλλα μέρη. Ἰδοὺ ἓν μέσον, τοῦ ὁποίου δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις, καὶ ὄχι νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν βάρβαρον ἰδέαν τῆς καταστροφῆς τῶν ὑδρομύλων καὶ νὰ νομίζωμεν ὅτι, ἐὰν ἑνώσωμεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε ὅλους τοὺς ποταμοὺς τῆς οἰκουμένης; Θὰ ἰσχυροποιήσωμεν τὸν γόνον τῶν ἰχθύων. Ἐὰν καταστρέψωμεν τὰ φράγματα καὶ ἐπιφέρωμεν τοσαύτας ζημίας, θὰ ἐκμισθώσωμεν ἴσως κατά τι περισσότερον τὸ ἰχθυοτροφεῖον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σκεπτώμεθα κατὰ τρόπον τοσοῦτον παράδοξον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς, πρὸς πρόληψιν τοῦ κακοῦ.
§51Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαβὼν ἀφορμὴν, κύριε Πρόεδρε, ἐξ ἀναφορᾶς ἑνὸς καταδίκου, ὀνόματι Μυλωνᾶ, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσους ἐκ τῶν περιληφθέντων ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἐπιάτρου κ. Μιλτιάδου Μανούσου, ὁ ὁποῖος ἐνήργησεν ἐπιθεώρησιν τῶν φυλακῶν, πόσους ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἔκρινεν ἀξίους νὰ συστηθῶσιν εἰς τὴν βασιλικὴν χάριν, ἀπέλυσε, καὶ πόσοι διαμένουσιν ἔτι ἐν ταῖς φυλακαῖς· διότι νομίζω, ὅτι περὶ τὰ ¾ ἐκ τούτων μένουσιν ἔτι ἐν ταῖς φυλακαῖς, τοῦτο δ’ ἐπιφέρει ζημίαν, διότι καὶ αἱ ἀσθένειαι ἐν ταῖς φυλακαῖς αὐξάνουσι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐπιβαρύνεται. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὴν κατάστασιν τῶν ὀνομάτων τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Μανούσου, καὶ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν προέβη εἰς ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Ἐὰν ἀμφιβάλλει περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Μανούσου, διατὶ δὲν καταγγέλλει αὐτόν; Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ τῷ ἐγεννήθη καμμία ἀμφιβολία, διότι ὁ κύριος Μανοῦσος εἶναι ὄχι μόνον ἐκ τῶν διακεκριμένων ἰατρῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐντιμοτάτων χαρακτήρων.)
§52Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ τῆς χρηστότητος τοῦ κ. Μανούσου δὲν ἀμφέβαλλον ποτὲ, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἐξελέξαμεν καὶ τὸν ἀπεστείλαμεν εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους. Συνεπείᾳ τῆς ἐκθέσεώς του ἐδόθησαν μέχρι τοῦδε χάριτες εἰς ὅλους ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὴν ἀσθένειαν ἐπιστοποίησεν ὁ κύριος Μανοῦσος, ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος τῆς ποινῆς των δὲν ἦτο ὑπέρτερος τῶν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς βαρυποίνους, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐτόλμησα ἀκόμη νὰ προβῶ εἰς χάριτας. Ἔλαβον ὅμως τὸ μέτρον, ὅπως ἐν Ζακύνθῳ γείνῃ νοσοκομεῖον διὰ τοὺς πάσχοντας ἐκ μεταδοτικῶν νοσημάτων, εἰς τὸ νοσοκομεῖον δὲ τοῦτο, συντελούμενον, ὡς γνωρίζουσιν ἤδη οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐκ Ζακύνθου, μετ’ ὀλίγον, θέλομεν πέμψει τοὺς πάσχοντας ἐκ μεταδοτικῶν νοσημάτων, εἰς ὅσους, διὰ λόγους δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ χάρις.
§53Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς πάσχοντας ἐξ ἀνιάτων νοσημάτων τί ἀπεφασίσατε;
§54ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ αὐτοὺς θὰ στείλωμεν ἐκεῖ.
§55Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφρόνουν, ὅτι τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διατάξας τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν φυλακῶν καὶ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν νοσημάτων τῶν ἐν αὐταῖς κρατουμένων, ἤθελεν ἐπακολουθήσει ἕτερον μέτρον, τὸ τῆς ἀπολύσεως τῶν ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως ὑποδεικνυομένων ὡς ἀπολυτέων. Καὶ προέβη ὄντως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ἀπόλυσιν πολλῶν φυλακισμένων, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ὀλίγων μόνον ἡμερῶν ἢ ὀλίγων μηνῶν ζωὴ ὑπολείπεται, ὅπως δυνηθῶσιν οὗτοι ν’ ἀναπνεύσωσιν ἐπ’ ὀλίγον τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, καὶ θέλει διατάξει, ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει βεβαιωμένον νόσημα ἀνίατον, τὴν ἐνέργειαν τῶν δεόντων πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς χάριτος.
§56ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἐπιστημονικὴ βεβαίωσις ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσωσι, πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι τῶν δεινῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πάσχουσιν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι κατάδικός τις ἔχει διανύσει ποινὴν 5, 6 ἢ 7 ἐτῶν καὶ εἶναι βεβαιωμένον ἐπιστημονικῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς σωτηρίας δι’ αὐτὸν, φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀποδοθῇ οὗτος εἰς τοὺς κόλπους τῆς οἰκογενείας του, ἀφοῦ πάσχει ἄνευ ἐλπίδος θεραπείας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ τελεία ἀπαλλαγή του δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, δὲν θὰ ἦναι ὀλίγον ἀνακουφιστικὸν τοῦ ἠθικοῦ τοῦ πάσχοντος καταδίκου, ἐὰν ὑπάρχει εἰσέτι μεῖζον ὑπόλοιπον ποινῆς, νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ποινή του, καὶ οὕτω μετενεχθῇ αὐτὸς ἐκ τῶν δεσμωτηρίων εἰς τὰς ἐπανορθωτικὰς φυλακάς; Νομίζω ὅμως, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον μόνον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι δικαίωμα πρὸ παντὸς τοῦ Βασιλέως, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ πολίτευμα ἀπένειμε τὴν προνομίαν τῆς ἀπονομῆς τῆς χάριτος· ἀκριβῶς δὲ ὑψῶν τὴν φωνὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ εὔχομαι, ὅπως ἡ φωνή μου τύχῃ εὐμενοῦς ὑποδοχῆς εἰς τὰ ὦτα τῆς Α. Μεγαλειότητος. Ἔργον φιλανθρωπίας ὑπαγορεύει τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ βεβαίως ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης δὲν θέλει παρίδει τὴν εὐχὴν, ἥτις τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου.
§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος τούτου ζητήματος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Νομίζω ὅτι ἡ προνομία τῆς χάριτος, ἐνασκουμένη ὑπὸ τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, δύναται νὰ ἐξετασθῇ καὶ νὰ ἐξετάζηται, ὑποβαλλομένη εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Περὶ τούτου καὶ ἄλλοτε λόγος ἐγένετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς. Ἡ δὲ ἀπονομὴ χαρίτων εἰς καταδίκους εἴτε διὰ πλημμέλημα, εἴτε διὰ κακούργημα, δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ νόμιμον νὰ ἐνασκῆται δυνάμει γενικοῦ ὁρισμοῦ καὶ γενικοῦ μέτρου· διότι ἡ τοιαύτη ἀπονομὴ τῶν χαρίτων, ἡ ἀποφέρουσα ἓν γενικὸν μέτρον, οὐχὶ δ’ ἐκ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς μελέτης τοῦ ἀδικήματος ἑνὸς ἑκάστου καταδίκου, ἀναιρεῖ τὸν σκοπὸν τῆς προνομίας αὐτῆς, ὡς ἐκτρεπομένη τῶν ἀρχῶν, ἐξ ὧν ἡ προνομία καθιερώθη. Καὶ ἵνα ἐξηγηθῶ σαφέστερον, οὐδέποτε εἶναι ὀρθὸν, ἐξετάζων τις τὴν προνομίαν τῆς χάριτος ὑπὸ τὸν ἀκριβῆ αὐτῆς χαρακτῆρα, νὰ δεχθῇ, ὅτι ἐπιτρέπεται τῷ Ὑπουργῷ νὰ ἀπονέμῃ τὰς βασιλικὰς χάριτας, κανονίζων τὴν ἀπονομὴν αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει γενικοῦ μέτρου. Δὲν εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ νὰ διατελῇ τις σύμφωνος πρὸς τὴν ἀφορμὴν καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς προνομίας ταύτης, εἰσηγούμενος πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὅτι π. χ. οἱ κατάδικοι, ἢ ἔστω οἱ ἀσθενεῖς κατάδικοι, οἱ ἔχοντες νὰ διανύσωσιν εἰσέτι δύο ἐτῶν φυλάκισιν, δέον νὰ λάβωσι κατὰ γενικὸν κανόνα χάριν, ἢ ὅτι οἱ εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν καταδικασθέντες, ἔχοντες δὲ ν’ ἀποτίσωσι τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν ποινὴν εἰσέτι π. χ., δέον καὶ αὐτοὶ κατὰ γενικὸν κανόνα νὰ τύχωσι χάριτος. Ἡ χάρις δέον ν’ ἀπονέμηται — καὶ οὕτως ἀλλαχοῦ ἀπονέμεται — ἀφοῦ ἐξετασθῇ ἓν ἕκαστον ἰδίᾳ τῶν προσώπων, τῶν ἀξιούντων νὰ λάβωσι χάριν. Θέλει ἐξετασθῆ βεβαίως καὶ ἡ λόγῳ ὑγείας κατάστασις αὐτοῦ, θέλει ἐξετασθῆ βεβαίως καὶ ἡ πρᾶξις, ἐφ’ ᾗ οὗτος κατεδικάσθη, θέλει ἐξετασθῆ πρὸ πάντων ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ, ἢ ἐν τῇ φυλακῇ. Καὶ ὅταν πᾶσαι αὗται αἱ περιπτώσεις, ἐπακριβῶς καὶ ἀμερολήπτως σταθμιζόμεναι καὶ ἐξεταζόμεναι, πείσωσι τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν, ὅτι τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος πρόσωπον εἶναι ἄξιον χάριτος, τότε εἰς αὐτὸ τὸ ὡρισμένον πρόσωπον δέον ν’ ἀπονεμηθῇ ἡ χάρις. Τοῦτο λοιπὸν δέον νὰ ἐκτελῆται ἑκάστοτε καὶ περὶ ἑνὸς ἑκάστου συγκεκριμένου προσώπου. Εἰδεμὴ, ἀναγράφοντες γενικὰς κατηγορίας, καὶ λαμβάνοντες γενικὰς ἀποφάσεις, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἀπονέμοντες τὴν βασιλικὴν χάριν, ἀντὶ δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι σπείρομεν τὴν ἀδικίαν, ἀδικοῦμεν ἄλλους, μὴ τυχόντας εὐλόγως ἐπιβαλλομένης χάριτος, καὶ πρὸ πάντων ἀδικοῦμεν τοὺς παθόντας καὶ τὸ διὰ τοῦ ἀδικήματος προσβληθὲν δίκαιον τῆς Πολιτείας. Οὐδεὶς δ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλῃ καὶ ἐκ δευτέρου τὸ ἀναιρεθὲν δίκαιον τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο κατὰ παρωχημένην ἐποχὴν, ὅτε κατὰ χιλιάδας ἀπενεμήθησαν αἱ βασιλικαὶ χάριτες, ἐνεργουμένων βουλευτικῶν ἐκλογῶν, καὶ ἄλλοι τότε συνάδελφοι, ὧν τινες παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν ἔσχομεν τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὴν τόλμην νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τοιούτου συστήματος, νὰ καταδικάσωμεν αὐτὸ, νὰ καταδείξωμεν τὰ ἄτοπα αὐτοῦ, καὶ νὰ εἴπωμεν τοῖς τε τότε Ὑπουργοῖς καὶ τοῖς μέλλουσιν, ὅτι τότε μόνον δὲν ἀποβάλλει τὸ γόητρον αὐτῆς ἡ ὑψίστη τῷ ὄντι αὕτη προνομία τοῦ Στέμματος, ὁ κάλλιστος οὗτος, ὡς ἐρρήθη, τῶν ἀδαμάντων τοῦ Στέμματος, ὅταν ἡ βασιλικὴ αὕτη προνομία ἐνασκῆται ἐπὶ τῇ βάσει ἐμπεριστατωμένης καὶ εἰδικῆς καὶ προσωπικῆς ἐξετάσεως ἑνὸς ἑκάστου καταδίκου, εἰς ὃν σκέψις γίνεται νὰ ἀπονεμηθῇ χάρις. Ἄλλως, Κύριοι, κινδυνεύομεν νὰ ποιώμεθα δωρεὰς πρὸς τοὺς καταδίκους ἀμελετήτως καὶ ἐπιπολαίως, ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ κλονίσωμεν ἐκ θεμελίων τὴν ὡραιοτάτην ταύτην καὶ ἁγιωτάτην τῷ ὄντι τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος. Διὰ τοῦτο ἐγὼ, μὴ ἀναμιγνυόμενος εἰς τὰς λεπτομερείας, ἃς πρὸ ὀλίγου ἤκουσα, ἀλλ’ ἐξετάζων τὸ θέμα ἐξ ὑψηλοτέρας περιωπῆς, δὲν εὑρίσκω λόγον τινὰ, ἵνα ἐπαινέσω τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἀντελήφθην αὐτοῦ καλῶς, ἐὰν τουτέστιν ὁ κ. Ὑπουργὸς διῄρεσε τοὺς καταδίκους εἰς τάξεις καὶ εἰς γενικὰς κατηγορίας, πρὸς ἀπονομὴν χαρίτων χονδρικῶς. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς τοιαύτης ἀπονομῆς τῶν χαρίτων, καὶ φρονῶ, ὅτι θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν αὐτὸς ὁ κύριος Ὑπουργὸς θέλει ζητήσει τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τούτου, ἵνα ἐπανέλθῃ τὸ πρώην καθεστὼς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἡ ἀρχαιοτέρα ἐποχὴ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, καθ’ ἣν οὐδέποτε εἶχεν ἀκουσθῆ ἡ ἐνάσκησις τῆς προνομίας ταύτης κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρό τινων ἐτῶν αὕτη ἐνησκήθη, καὶ καθ’ ὃν δυστυχῶς βλέπω, ὅτι καὶ σήμερον θέλει ἐνασκηθῆ. Λέγων ταῦτα, οὐδαμῶς ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τὰς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τουτέστι δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι, ἐὰν ἐφαρμόσῃ γενικόν τι μέτρον, δὲν θέλει ἐκτελέσει τὸ μέτρον τοῦτο ἐπακριβῶς, ὅτι θέλει χαρισθῆ εἰς πρόσωπα, ἤτοι εἰς συμπαθείας καὶ συστάσεις. Παντάπασι δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἔχω πᾶσαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, εὐθὺς ὡς ἐπὶ τῇ βάσει γενικοῦ τινος μέτρου ἀποφασίσῃ νὰ ἐνασκήσῃ τὴν προνομίαν ταύτην, θέλει ἐνασκήσει αὐτὴν ἐν πάσῃ τῇ εἰλικρινείᾳ, ἥτις, ὡς ἀντελήφθην, χαρακτηρίζει αὐτόν. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀγορεύω, διότι ἐπιθυμῶ νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς ἀλλαχοῦ καὶ πῶς παρ’ ἡμῖν ἄλλοτε ἐνησκεῖτο καὶ πῶς σήμερον ἐνασκεῖται ἡ ἁγιωτάτη αὕτη τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος.
§58Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὸ γενικὸν μέρος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἔθιξε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶμαι καθ’ ὅλα σύμφωνος· ὅταν δηλ. πρόκειται κατὰ γενικὴν ἀρχὴν καὶ κατὰ γενικὴν θεωρίαν νὰ κανονισθῶσιν αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ χάρις ἡ βασιλικὴ δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ, νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου προσδιορίζεται ἑκάστοτε καὶ κανονίζεται ἡ χρῆσις τοῦ προνομίου τούτου. Εἶμαι συμφωνότατος, ὅτι ἡ θεωρία του εἶναι ὀρθή. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν καταδίκων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου ἐγένετο λόγος, οἱ ὁποῖοι ἀνεγνωρίσθη ὅτι πάσχουσιν ἀπὸ ἀνίατα νοσήματα καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰσὶ καταδεδικασμένοι εἰς θάνατον, ἀνεξαρτήτως τῆς ποινῆς, ἡ ὁποία τοῖς ἐπεβλήθη, νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει ἓν ἄλλο καθῆκον· ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς περιποιήσεως καὶ περιθάλψεως αὐτῶν, ἐν ὅσῳ τοὺς κρατεῖ καὶ τοὺς στερεῖ τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας, ἤ, μὴ δυναμένη νὰ πράξῃ τοῦτο, ὀφείλει νὰ τοῖς ἀπονείμῃ τὴν χάριν, ἵνα δυνηθῶσιν οὗτοι νὰ παρατείνωσι τὸν βίον των, τυγχάνοντες περιποιήσεως, ἢ νὰ ἀποθάνωσι τοὐλάχιστον ἐν ἀνέσει καὶ περιθάλψει τῆς οἰκογενείας των. Ὅπως ἡ Πολιτεία, κύριε Πρόεδρε, ἔχει δικαίωμα, χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, νὰ ἐπιβάλλῃ ποινάς, ἔχει καὶ καθήκοντα ἀπέναντι τῶν προσώπων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὰς ἐπιβάλλει. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἡ Πολιτεία νὰ μεγεθύνῃ τὰς ποινὰς πέραν τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἔθηκε. Καταδικάζεται εἷς ἐγκληματίας εἰς 5 ἢ 10 ἐτῶν εἱρκτήν· ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ τὸν τιμωρήσῃ σχετικῶς μὲ τὴν ποινήν, ἡ ὁποία τῷ ἐπεβλήθη, καὶ εἰς τὸν βαθμὸν κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ νόμος προσδιορίζει αὐτήν. Τί γίνεται σήμερον; Οἱ πλεῖστοι κατάδικοι, οἱ ὁποῖοι πάσχουσιν ἀπὸ ἀνίατα νοσήματα, τὰ ἀπέκτησαν ἐντὸς τῶν φυλακῶν· τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀνεγίνωσκον πρό τινων ἡμερῶν ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι εἰς τὰς φυλακάς, νομίζω, τῶν Τρικκάλων, ἐντὸς ἑνὸς καταγωγίου, εὑρίσκονται 50 ἄνθρωποι, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἰσὶ καὶ ὑπόδικοι καὶ κατάδικοι καὶ φθισιῶντες!...
§59ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους συμβαίνει αὐτό.
§60ΡΙΚΑΚΗΣ. .. Ὁ ἐγκληματίας εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστῇ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, διότι ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν καὶ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος προσδιορίζει; Καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία, ἀναχωροῦσα ἀπὸ λόγους ἐντελῶς κατ’ ἐμὲ ἐσφαλμένους, νὰ νομίζῃ ὅτι τὸν κατάδικον, τοῦ ὁποίου ἡ ποινὴ ἀπομένει εἰς 3 ἢ 5 ἔτη, δύναται νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἄλλην θέσιν καὶ εἰς ἄλλην ἐκεῖνον, ὅστις θὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ποινὴν εἰς διάστημα 10 ἐτῶν; Ὅταν ἡ κατάστασίς των ἦναι ἐλεεινή, ἕνεκα δὲ τῶν ἐλλείψεων τῆς Πολιτείας ὦσιν ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωσι τὴν ποινήν, ἡ ὁποία τοῖς ἐπεβλήθη, μὲ τὴν ζωήν των αὐτήν, εἶναι, λέγω, ἐπιτετραμμένον, ἀφοῦ βεβαιοῦται πλέον τὸ ἀνίατον τοῦ παθήματός των, καὶ δὲν δύναται νὰ τοὺς περιθάλψῃ καὶ νὰ παρατείνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τὸν βίον των, τοὐλάχιστον ἐκ φιλανθρωπίας, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τοὺς κρατῇ ἐντὸς τῶν καταγωγίων, ὅπου ἤδη εὑρίσκονται, καὶ νὰ ἐπιταχύνῃ τὸν θάνατόν των; Αὗται εἶναι αἱ ἰδέαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ σκεφθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ μέτρα εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Δὲν πρέπει νὰ δυσκολευώμεθα νὰ φαινώμεθα εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἴσως γενναιότεροι, ὅταν ἀναγνωρίζωμεν τὰ ἰδικά μας ἐλαττώματα, τὰ ἐλαττώματα τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν θλιβερὰν αὐτὴν κατάστασιν. Θέλομεν, Κύριοι, νὰ ἐξομοιώμεθα μὲ τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ἐπικαλούμεθα νομοθεσίας εὐρωπαϊκάς, ἐπικαλούμεθα συστήματα φυλακῶν, καὶ ἐν τούτοις πᾶς ὅστις ἐπεσκέφθη τὰς φυλακάς μας, βεβαίως θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι αὗται εἶναι χειρότεραι καὶ τῶν τῆς Τουρκίας καὶ παντὸς ἄλλου βαρβάρου Κράτους. Δὲν ἔχει λοιπὸν τὸ δικαίωμα κἀνεὶς νὰ θέτῃ εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ζωὴν τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, χωρὶς προηγουμένως νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα καὶ νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλας ἐκείνας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἔχει ἀπέναντι αὐτῶν. Εἶχε γείνῃ λόγος ἄλλοτε περὶ καταδίκων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τριῶν καὶ τεσσάρων ἐτῶν μένουσιν ὑπὸ τὴν καταδίκην τῆς κεφαλικῆς ποινῆς, καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐλαμβάνετο κανὲν μέτρον. Ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἐξέθηκα τὴν γνώμην μου δημοσίᾳ, καὶ ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας, ἵνα τὴν ἀναπτύξω καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀπευθύνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Κατεδικάσθησαν, ὡς ἤκουσα, καὶ δὲν ἀμφισβητήθη, αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν εἰς κεφαλικὴν ποινὴν, καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, τῶν διελθόντων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀπεφάσισε νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτῶν, καὶ νὰ λάβῃ ἓν ἐκ τῶν δύο μέτρων, ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν, ἢ νὰ μεταβάλῃ τὴν ποινήν· ἤκουσα δὲ ὡς δικαιολόγημα τὰ ἑξῆς: «Δύσκολος ἡ ἐκτίμησις τῶν περιστάσεων· ἄλλως τόσοι προηγούμενοι δὲν ἐνήργησαν, ὥστε ἐγὼ σήμερον δυσκολεύομαι νὰ λάβω ἓν μέτρον ὁριστικὸν, ἂν καὶ ἀναγνωρίζω πράγματι, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι ἄτοπον». Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ὀρθόν! Ἐγὼ ἔγραψα καὶ ἐκήρυξα, καὶ διὰ δημοσίας ἐκθέσεώς μου ὑπέβαλον εἰς τὸν Βασιλέα, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ κεφαλικὴ ποινὴ, ἡ ὁποία ἐκτελεῖται μετὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη ὑπὸ τῆς Πολιτείας, εἶναι δολοφονία, διαπραττομένη ὑπὸ τῆς Πολιτείας, δὲν εἶναι ἐκτέλεσις δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου δὲν ἐκπληροῦται· ἀπεναντίας, ἐὰν σήμερον, ἄνθρωπον τὸν ὁποῖον κατεδικάσατε πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ἔγκλημα ἐλησμονήθη, παρὰ τοῦ ὁποίου ἡ κοινωνία δὲν ἔλαβε καμμίαν ἱκανοποίησιν, τὸν ὁποῖον ἐκρατήσατε ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ὑπὸ τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους, βλέποντα εἰς τὸ ὄνειρόν του μὲ καρδιοκτύπημα τὴν λαιμητόμον, ἐὰν σήμερον, λέγω, ὕστερον ἀπὸ τέσσαρα ἔτη, τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, εὐδοκήσητε νὰ ἀνοίξητε τὰς φυλακὰς, ἵνα τὸν φέρητε εἰς τὸ προαύλιον καὶ τὸν καρατομήσητε, εἶναι δολοφονία, καὶ πᾶσα παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος ταύτης θεωρῶ ὅτι εἶναι οὐχὶ συγκεχωρημένη, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην φράσιν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ θὰ τὸν ἐνθαρρύνω νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἔπραξα καὶ δὲν μετεμελήθην, νὰ δηλώσῃ δηλ. ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἄλλοι παρέλειψαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των ἐγκαίρως, αὐτὸς δὲν διαπράττει δολοφονίας, καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὸν Βασιλέα περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ἡ ἀμέλεια τῶν προκατόχων του ἐπὶ τόσα ἔτη ἐβασάνισε.
§61Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῆς ὡραίας, ὡς εἶπε, προνομίας τοῦ Στέμματος, τῆς βασιλικῆς χάριτος, εἰσὶν ἄξια ὄντως προσοχῆς ἐν ἀκαδημαϊκῇ συζητήσει τοῦ θέματος· νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι δίκαια ὡς πρὸς τὴν εἰδικὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰδικῶς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς βαρυποίνους καταδίκους, κατὰ τῶν ὁποίων ἔχει μὲν ἀποφανθῆ ἡ Δικαιοσύνη, ἀλλ’ ἀπεφάνθη τελευταῖον καὶ ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ὅτι πάσχουσι νόσους ἀνιάτους, καὶ ἑπομένως συνέστησεν, ὅπως τύχωσι καὶ οὗτοι τῆς βασιλικῆς χάριτος. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως ἂν ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλεγεν ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἀπονομῆς τῶν βασιλικῶν χαρίτων, δὲν πρέπει τις δογματίζων νὰ ἀποφαίνηται ὅτι κατὰ τύπον γενικὸν δύνανται νὰ δίδωνται χάριτες, περιέπεσεν ἀκριβῶς εἰς τὸν κύκλον, τὸν ὁποῖον ἤρχετο νὰ ἐλέγξῃ· διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλεγεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ ἕνα τύπον νὰ δίδωνται χάριτες χονδρικῶς, οὕτως εἰπεῖν, καθιέρου ἓν σύστημα συζητήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέκλειε τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν λεγομένων του ὡς δογματικῶν· ἀλλ’ ὅταν ζητῇ τις νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν προνομίαν ταύτην, τὴν ἱερὰν, τῆς βασιλικῆς χάριτος, ἀφορῶν εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν τῆς λέξεως καὶ τῆς ἐννοίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ ταύτην εἰς τύπους πολιτικούς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ ταύτην εἰς ἔλεγχον, διότι ἀναιρεῖται πλέον ἡ προνομία, μία ἐκ τῶν ὑψίστων προνομιῶν, τῶν κεχορηγημένων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ Στέμμα. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου δὲν εἰσέρχεται εἰς τὰ ὅρια τῆς βασιλικῆς ἐνεργείας, τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς εὐθύνης ἐγείρεται μόνον καθ’ ὅσον ταύτην ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ὑποβάλλει εἰς τὸ Στέμμα. Ἐὰν ταῦτα ἔχονται ἀληθείας καὶ ὀρθότητος ἐν τῇ γενικῇ ἐρεύνη τοῦ ζητήματος τῆς προνομίας, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ πείρᾳ καὶ τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῇ τῆς προνομίας, δὲν εἶναι ἀπρόσβλητα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὑπάρχουσι περιστάσεις, γενικαὶ ἢ ἐθνικαί, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπιβάλωσιν εἴτε εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν, εἴτε εἰς τὸν Βασιλέα, τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος ἄνευ τῶν περιορισμῶν καὶ τῶν ὁρίων, οὓς ἄλλοι ἀνέφεραν, ἄνευ δηλ. εἴτε συστάσεων ἐπιτροπῶν, εἴτε παρατηρήσεων ἐπὶ τῆς φύσεως τοῦ κακουργήματος, εἴτε γνωματεύσεων ἐπιτροπῶν ἢ τοῦ ἐφόρου τῶν φυλακῶν, εἴτε μελετῶν περὶ τοῦ χρόνου, ὃν ὁ κατάδικος διήνυσεν ἐν τῇ φυλακῇ, πολλοῦ ἢ ὀλίγου, ἢ περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ποινῆς, ἐὰν εἶναι ποινὴ πλημμελήματος ἢ κακουργήματος. Ὅλα ταῦτα ἀναιροῦνται εἰς στιγμάς τινας γενικὰς, ἐθνικὰς, καὶ τότε βλέπομεν ἀθρόας τὰς βασιλικὰς χάριτας. Καὶ ὅταν τοιαῦτα γενικὰ γεγονότα ἔλαβον χώραν, βεβαίως ἡ φωνὴ τῆς φιλανθρωπίας, ἡ φωνὴ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ἡ φωνὴ τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, ἥτις ὑπηγόρευσεν εἴτε εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ, εἴτε εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ὑπογράψῃ τὰς βασιλικὰς χάριτας, μόνον ἡ φωνὴ αὕτη ἀκούεται, καὶ οὐχὶ ἡ φωνὴ τῆς πολιτικῆς. Ἐὰν δ’ ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς προγενεστέραν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὄντως καθ’ ἑκατοντάδας ἀπενεμήθησαν αἱ χάριτες, ἢ ἐμετριάστησαν ποιναὶ καταδίκων, κατὰ τὴν ἑορτασθεῖσαν ἐνηλικίωσιν τοῦ Διαδόχου, νομίζω ὅτι ὑπηγόρευσε τότε τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τῆς βασιλικῆς χάριτος ἄλλη εὐγενεστέρα φωνὴ, οὐχὶ ἡ φωνὴ τῆς πολιτικῆς, αὕτη δὲ δὲν πρέπει νὰ εἰσχωρῇ εἰς τοιαῦτα γενικὰ ζητήματα. Σχετικῶς ὅμως πρὸς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς: ὅτι οὔτε κατὰ τὴν μίαν ἔποψιν, οὔτε κατὰ τὴν ἄλλην, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρευνηθῇ ἐν τῷ κύκλῳ, ὃν ὥρισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, τῆς ὑποβολῆς τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων περὶ χαρίτων καὶ τῆς ὑπογραφῆς τούτων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Διότι ἡμεῖς ἐθέσαμεν ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπόρροια τῆς γενικῆς συζητήσεως, εἶναι ἀπόρροια τῶν κοινοτέρων αἰσθημάτων παντὸς ἀνθρώπου καὶ παντὸς Ἕλληνος· ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι, ἐὰν ἐλήφθη ὡς γενικὸν μέτρον, καὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον ἐν μόνῃ μάλιστα τῇ περιστάσει ταύτῃ νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον περὶ καταδίκων πασχόντων ἐξ ἀνιάτων νόσων, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοιοῦτον μέτρον ἔλαβε, καὶ ἐφήρμοσε τοῦτο καὶ ἐπὶ ἐλαφροποίνων, δὲν αἴρονται οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰς τοιαύτας βασιλικὰς χάριτας εἰς τοὺς ἐλαφροποίνους, προκειμένου περὶ βαρυποίνων. Διότι, ἐνόσῳ οὗτοι δὲν εἶναι καταδεδικασμένοι εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, νομίζω ὅτι ἡ καταδίκη, ἥτις ἐπεβλήθη εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τῆς φύσεως λόγῳ ἀσθενείας, ὑπέρκειται πάσης ἄλλης καταδίκης εἴτε Πλημμελειοδικείου, εἴτε Κακουργιοδικείου, καὶ ἔρχεται πλέον ἡ ἀνθρωπινή φωνὴ, ἥτις ἐπιτάσσει εἰς τὸν Θρόνον καὶ τὴν Πολιτείαν νὰ ἀπονείμῃ εἰς αὐτοὺς χάριν· διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ συνέπραττεν ἡ Πολιτεία εἰς τὸν θάνατον, καθόσον σήμερον τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν της εἶναι τοσοῦτον οἰκτρόν, ὥστε ὄχι νὰ θεραπεύῃ, ὄχι νὰ πραγματοποιῇ τὸν σκοπὸν τῆς φυλακῆς, ἀλλ’ οὔτε νὰ βελτιώνῃ ἠθικῶς καὶ σωματικῶς τὸν κατάδικον, εἶναι ἐπαρκὴς ἡ Πολιτεία. Νομίζω δέ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν ἔσπευδεν ἡ Πολιτεία ἐπὶ τοιούτων ἔστω καὶ βαρυποίνων, πασχόντων ὅμως, κατὰ βεβαίωσιν ἀδιάσειστον ἰατρικήν, ἀνιάτως, νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία συμπράττει εἰς τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν, χωρὶς νὰ ἀνακοπῶ ἐκ τῶν λεχθέντων, ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν ὀρθῶν, ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασιν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς συντόνως προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ ἔργου περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς τοὺς βεβαιωμένως πάσχοντας ἀνιάτως καταδίκους.
§62Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν θεωρητικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ θὰ συνενώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου πρὸς τὰ λεχθέντα, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἀπονέμῃ χάριν εἰς τοὺς πάσχοντας καταδίκους, ὄχι μόνον χάριν αὐτῶν τῶν πασχόντων ἀνιάτως, ἀλλὰ καὶ χάριν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία, ἕνεκα τοῦ ἀθλίου συστήματος τῶν φυλακῶν, ὑπὸ τὸ ὁποῖον σήμερον διατελοῦσι, δὲν δύναται νὰ προφυλάξῃ ἐκ τῆς συγκαταβιώσεως μετὰ τῶν πασχόντων. Εἶναι λοιπὸν τοῦτο ἐπιβεβλημένον, ὄχι μόνον χάριν τῆς σωτηρίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν ἐλπίζουσι πλέον νὰ σωθῶσιν, ἀλλὰ θέλουσι μόνον, ἐξερχόμενοι τῶν φυλακῶν, νὰ ἀποθάνωσιν ἐν τοῖς κόλποις τῶν οἰκογενειῶν των, ἀλλὰ καὶ χάριν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους, ὡς εἶπον, δὲν δύναται νὰ προφυλάξῃ ἐκ τῆς συγκαταβιώσεως μετὰ τῶν πασχόντων ἀνίατα νοσήματα μολυσματικά. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κύριε Πρόεδρε, καταθέτω ἀναφορὰν καταδίκου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἀναφορᾶς του ταύτης παραπονεῖται, ὅτι κατεδικάσθη εἰς 19 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμά, ἐνῷ ὁ ἀληθὴς ἔνοχος δὲν εἶναι αὐτός, ἀλλ’ ἐκ πλάνης, διὰ τὴν ταυτότητα τοῦ ὀνοματεπωνύμου του πρὸς τὸν ἀληθῆ ἔνοχον, ἐπῆλθεν ἡ καταδίκη αὐτοῦ. Ἐὰν πράγματι, ὡς ἀναφέρει ἐν τῇ ἀναφορᾷ του, ὑπάρχουσι πιστοποιητικὰ τοιαῦτα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ ἀλήθεια τῶν παραπόνων του, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης,—πρὸς τὸν ὁποῖον παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀποστείλητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην,—ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν σχετικὸν φάκελλον καὶ ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν δικαιοσύνην.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Ἀδαμόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς.
§64ΤΙΜΟΛ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε δύο νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν, τὸ μὲν περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 885 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, πραγματευόμενον περὶ τοῦ ἀκατασχέτου τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων κλπ., τὸ δὲ περὶ συμβατικοῦ τόκου. Ἐπειδὴ ἀμφότερα ταῦτα τὰ νομοσχέδια εἶναι κατεπειγούσης φύσεως, ἰδίως δὲ τὸ πρῶτον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συγκατατεθῶσι νὰ προταχθῶσι ταῦτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, συζητηθῶσι δὲ σήμερον. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου δὲν θὰ ἐκπληρωθῇ, ἐὰν παρέλθωσιν ὀλίγαι ἔτι ἡμέραι, ἰδίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ περὶ ἀκατασχέτου τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων καὶ ζώων νομοσχέδιον, διότι ἅπαντα ταῦτα θὰ κατασχεθῶσι παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ θὰ ἐκποιηθῶσι.
§65Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ προλαλήσαντος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον αὐτὰ τὰ νομοσχέδια πρόκειται νὰ ψηφισθῶσιν ἀσυζητητὶ, διότι οὐδεὶς, πιστεύω, εἶναι διατεθειμένος νὰ προβάλῃ οἱανδήποτε ἐναντίωσιν εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ὑποδεικνυομένου δ’ ἄλλως καὶ ὑπὸ τῆς κοινῆς ἤδη πείρας πάντων τῶν ἐθνῶν, διότι πανταχοῦ τοῦ κόσμου σήμερον ἀπηγορεύθη ἡ κατάσχεσις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων.
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀλλὰ πρέπει πρῶτον νὰ ψηφισθῶσί τινα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ ὑποβολῆς ἐγγράφως τῶν αἰτήσεων πληροφοριῶν, συστάσεων καὶ ἐπερωτήσεων τῶν Βουλευτῶν.
§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς ἀναβληθῇ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐκ νέου ἐγγραφῆς τῶν κατασχέσεων ἀκινήτων εἰς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα, ὧν τὰ βιβλία ἐγγραφῆς κατασχέσεων ἀπωλέσθησαν ἢ κατεστράφησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων».
§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ πληροφορίας τινὰς θὰ ζητήσω. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὰς ὑποθήκας καὶ τὰς προσημειώσεις, τὸ ζήτημα δὲ, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἔχει τι τὸ σχετικὸν μὲ τὰ ζητήματα τῶν δύο τούτων ἐγγραφῶν, καὶ προέρχεται ἐκ τῶν ἰδίων περιστάσεων. Θέλω νὰ μάθω, διατί ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ κατασχέσεις τῶν κτημάτων, καὶ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι γεννῶσι σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ νέου, καίτοι ἐκανονίσθησαν παρεμφερῆ καὶ ὁμοειδῆ ζητήματα.
§72Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μολονότι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ροδοπούλου, τὸ υἱοθετῶ, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Εἰς προηγουμένην Σύνοδον τῷ ὄντι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, δὲν ὑπεβλήθη δὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι τοῦτο ἔρχεται νὰ πληρώσῃ εἰδικὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ἡ προέκτασις τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Θεσσαλίᾳ. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδουσι τὰ δικαστήρια ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 960 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τοῦ μνημονευομένου ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ παράλειψις τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα δὲν φέρει ἀπόλυτον ἀκυρότητα τῆς κατασχέσεως, καὶ κατὰ συνέπειαν ἠδύνατο νὰ λείψῃ· αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐβράδυνεν ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ κακῶς μὲ ᾐτιάθη ὁ ἐκ Τυρνάβου βουλευτὴς κ. Λιμπρίτης. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἐπέμενε καὶ ἐπιμένει, διότι ἐν τῷ καταστατικῷ αὐτῆς ἀναφέρεται, ὅτι δὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ δώσῃ ἐνυπόθηκα δάνεια, ἂν ὁ ὀφειλέτης, ὁ ζητῶν τὸ δάνειον, δὲν παρουσιάσῃ πιστοποιητικὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένη κατάσχεσις εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τοὺς δήμους τῶν Τρικκάλων καὶ Φαρσάλων, ὅπου κατεστράφησαν τὰ βιβλία τῶν κατασχέσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ δάνεια. Ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς ταύτης ἐγεννήθη ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πληροῖ τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ ἐπιτρέπει εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας κατασχέσεις ἐπὶ τῶν κτημάτων των νὰ συνάψωσι δάνεια.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§74Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀντὶ «ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν» νὰ τεθῇ «ἐντὸς δύο μηνῶν».
§75Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον, δὲν θὰ ἦτο ἠναγκασμένος νὰ φέρῃ τὴν τροποποίησιν ταύτην. Ἐκεῖ θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἐγὼ θέτω τρίμηνον προθεσμίαν, ἐκεῖ θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἐγὼ λαμβάνω πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς ἀπωλείας τῶν ἐγγράφων, συνεπεία τῶν ὁποίων ἐγένοντο αἱ κατασχέσεις, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον ἤδη. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβαρύνθη νὰ ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον μου.
§76Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐβαρύνθην νὰ τὸ ἀναγνώσω. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προθεσμίαν, τῷ ὄντι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Λυμπρίτου, τὸ ὁποῖον ἐμελέτησα πολύ, ἔχει προθεσμίαν τρίμηνον, ἐγὼ δὲ, ἀντὶ τῶν 20 ἡμερῶν, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ροδοπούλου, νομίζω ὅτι δύο μῆνες εἶναι ἀρκετοί. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Λυμπρίτου, τὰς ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἐμελέτησα, ἀλλὰ σήμερον, ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἀναπτύξω τὰ ζητήματα, ἄλλως θὰ ἔπειθον τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι εἶναι περιτταὶ αἱ διατάξεις ἐκεῖναι.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§78Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν ἔχω. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, ἀναφέρεται εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα προσέξῃ, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῇ τὸ νομοθέτημα τοῦτο δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἢ διὰ μόνον ὡρισμένους νομούς. Ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει πρέπει ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, νὰ ὁρισθῶσιν οἱ νομοὶ καὶ οἱ δῆμοι τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Φθιώτιδος, οἱ ὁποῖοι ὁρίζονται καὶ ἐν τῷ νόμῳ τῷ ψηφισθέντι περὶ ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν καὶ προσημειώσεων. Θεωρῶ τοῦτο ἀναγκαῖον, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ, ὅτι ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου εἰς αʹ συζήτησιν).
§79ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ δύο ἐκεῖνα νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων προηγουμένως ἐποιησάμην λόγον;
§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΒΦΟΘʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1899 περὶ φορολογίας τῶν ζώων. Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§82Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς διεσκευάσθη κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν καὶ εἰσήχθη ἤδη, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην συζήτησιν, εἶναι κατὰ πολὺ βελτιωμένον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαχθὲν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐλαττοῦνται κατὰ πολὺ αἱ καταπιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίσταντο οἱ φορολογούμενοι συνεπείᾳ τοῦ κρατοῦντος νόμου, τοῦ μεταρρυθμιζομένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν ἐλαττοῦνται καὶ αἱ καταθλίψεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται δυνάμει τοῦ κειμένου νόμου, καταθλίψεις τὰς ὁποίας ἐξέθηκα κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεών μου ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διαβεβαιώσας με, ὅτι ὑπάρχει τρόπος νὰ μειωθῶσιν αἱ καταθλίψεις αὗται. Αἱ καταθλίψεις δὲ, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ φορολογούμενοι, προέρχονται κυρίως ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ὁ φόρος. Ὡς ἔχει ὁ νόμος ὁ μεταρρυθμιζόμενος διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὁ φόρος οὗτος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται διὰ μιᾶς διπλοτύπου ἀποδείξεως, ἐκδιδομένης ἑκάστοτε ἀπὸ μέρους τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀποδείξεως ταύτης θὰ ἦναι εὐτελέστατον, διότι προκειμένου περὶ ἀμνῶν ἢ ἐριφίων, τὸ ἀντικείμενον εἶναι μία δραχμή, ἢ μετὰ τοῦ δημοτικοῦ φόρου 1,20, προκειμένου δὲ περὶ μεγάλων ζώων, τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀποδείξεως εἶναι 3 δραχμαί. Παρέστησα κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι, ἐὰν συμβῇ ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ἦναι αἰσχροκερδὴς καὶ ἐκδίδῃ τοιαύτας ἀποδείξεις, χωρὶς νὰ ἐσφάγησαν ζῷα, οἱ χωρικοὶ πολὺ ἤθελον δυσκολευθῆ νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια πρὸς ἀκύρωσιν τῶν τοιούτων ἀποδείξεων, διότι βεβαίως ἤθελον ὑποστῆ δαπάνην μεγαλειτέραν τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἀποδείξεως ταύτης· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεών μου, καὶ μὲ ἐβεβαίωσεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὅτι ὑπάρχει τρόπος διορθώσεως καὶ περιστολῆς τῶν τοιούτων καταθλίψεων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως, ὡς εἰσάγεται, δὲν βλέπω νὰ ἔλαβε κἀνὲν μέτρον ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ τῷ ὑπομνήσω καὶ πάλιν, ὅτι ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου αὐτοῦ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι καταθλιπτικὸς ἐπίσης, ὡς καὶ μέχρι τοῦδε. Τὴν δευτέραν δὲ κατάθλιψιν, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ φορολογούμενοι...
§83Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρώτη ποία εἶναι, παρακαλῶ; δὲν ἐνόησα.
§84ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐκδίδει π. χ. μίαν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐσφάξατε ἕνα ἀμνόν, καὶ ὑποχρεοῦσθε νὰ πληρώσητε μίαν δραχμήν, χωρὶς νὰ σφάξητε τὸν ἀμνόν. Πῶς θὰ διορθωθῇ τὸ ἀδίκημα τοῦτο; Ὁ νόμος ὁρίζει μίαν διαδικασίαν, νὰ ἀνακόπτητε τὴν ἀπόφασιν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς χωρικὸς θὰ προσφεύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια διὰ μίαν δραχμὴν, καὶ οὕτω πως αἱ τοιούτου εἴδους ἀποδείξεις θὰ ἀποβαίνωσιν αἰτία πλουτισμοῦ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τοὺς αἰσχροκερδεῖς,—τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περιστείλωμεν.—Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος. Τὸν ἐννοεῖτε τώρα; Ἡ δευτέρα δὲ κατάθλιψις, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ φορολογούμενοι, εἶναι ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν μὴ σφαζομένων ζώων, ἰδίως τῆς προπληρωμῆς, τὴν ὁποίαν καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ σήμερον, ἐξαιροῦνται τοῦ φόρου ἐκ τῶν οἰκοσίτων ζώων εἷς χοῖρος, εἷς ἀμνὸς καὶ ἓν ἐρίφιον. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ μετὰ τὸ «ἐρίφιον» «ἢ μία αἴξ», διότι ἐνδεχόμενον ὁ ἐνοικιαστὴς ἢ ὁ εἰρηνοδίκης νὰ σᾶς εἴπῃ «ἐρίφιον ἐξαιρεῖται, αἴξ δὲν ἐξαιρεῖται». Δι’ αὐτὸ λοιπὸν νὰ προστεθῇ τὸ διαζευτικὸν ἢ «ἢ μία αἴξ». Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἰ δυνατόν, νὰ συναινέσῃ νὰ ἀπαλλαγῶσιν ὅλοι οἱ κύνες τῆς φορολογίας, καὶ ὄχι μόνον οἱ τῶν κωμοπόλεων καὶ χωρίων καὶ τῶν πόλεων, αἵτινες δὲν εἶναι πρωτεύουσα ἐπαρχίας ἢ νομοῦ· δηλ. νὰ μὴ ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν καὶ οἱ κύνες τῶν πόλεων, αἵτινες εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ ἢ ἐπαρχίας, διότι ὁ φόρος αὐτὸς θὰ ἦναι ἐλάχιστος, ἡ δὲ ἐξέγερσις τοῦ λαοῦ δυσανάλογος πρὸς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ διαγράψῃ τὸν φόρον αὐτόν.
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ τῶν βελτιώσεων καὶ τῶν ἀνακουφίσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος διεῖδεν ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ. Ἐψηφίσαμεν νόμον, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἐμελετήθη ἀρκούντως, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ παρουσίασε πολλὰς καὶ οὐσιώδεις ἐλλείψεις· προκαλούμενοι δὲ σήμερον, διὰ τετάρτου ἤδη νομοσχεδίου, νὰ διορθώσωμεν τὰς ἐλλείψεις ταύτας, βλέπω ὅτι θὰ ψηφίσωμεν νέας δυσκολίας διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος, ὃν συζητοῦμεν, μίαν κυρίως τροποποίησιν οὐσιαστικὴν εἰσάγει ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δημοσίου φόρου· καθιστᾷ τὴν διάκρισιν τῶν ζῴων τῶν σφαζομένων πρὸς κατανάλωσιν καὶ τῶν σφαζομένων πρὸς μεταφοράν. Ἡ διάκρισις αὕτη δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἰσχύοντι, καὶ ἤδη, ἂν ὑπάρξῃ τοιαύτη, ἀφοῦ παρουσιάσθη τὸ ζήτημα ἴσως παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, βεβαίως κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ὁ τόπος τῆς σφαγῆς εἶναι καὶ ὁ τόπος, εἰς ὃν πρέπει νὰ πληρόνηται ὁ φόρος. Ἐνταῦθα εἰσάγεται διάκρισις, καὶ ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ὑπὲρ τοῦ δήμου οὐχὶ ἕνεκα τῆς σφαγῆς τοῦ ζῴου, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς καταναλώσεως. Ὁ φόρος μεταβάλλεται τοιουτοτρόπως ἀπὸ φόρου τῆς σφαγῆς τοῦ ζῴου εἰς φόρον καταναλώσεως. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἐν ᾧ μεταβάλλομεν τὸν χαρακτῆρα τοῦ φόρου, δὲν φροντίζομεν διὰ τοῦ νόμου νὰ καθορίσωμεν ποῖον ἔσται τὸ διακριτικὸν τοῦ σφαζομένου πρὸς κατανάλωσιν, πῶς θ’ ἀποδεικνύηται νομίμως καὶ τακτικῶς ἡ κατανάλωσις τοῦ φορολογουμένου ζῴου. Ὑπῆρχον ἐν τῷ καταργουμένῳ νόμῳ διατάξεις ἴσως βαρεῖαι καὶ καταθλιπτικαί, καὶ ἕνεκα τούτου καταργητέαι· ἀλλ’ ἂν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἦσαν βαρεῖαι, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῶσι διατάξεις ἄλλαι, καθιστῶσαι ἂν οὐχὶ ἀπολύτως εὔκολον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον σχετικῶς εὔκολον, τὴν διάκρισιν μεταξὺ ζῴων σφαζομένων πρὸς κατανάλωσιν καὶ ζῴων σφαζομένων πρὸς μεταφοράν. Διότι κατὰ τίνα τρόπον θὰ δυνηθῇ ὁ σφάζων ζῷόν τι νὰ ἀποδείξῃ τὴν πρόθεσιν, χάριν τῆς ὁποίας σφάζει αὐτό; Ὑπάρχει μία πρόσθετος διάταξις ἐν τῷ προσθέτῳ ἄρθρῳ 6 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν «ἡ περὶ ἀπαλλαγῆς διάταξις τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ΒΣΟΘʹ νόμου τοῦ 1899 ἐφαρμόζεται ὅταν ὁ μὴ καταβαλὼν τὸν φόρον, ἐπὶ τῇ δηλώσει ὅτι πρόκειται νὰ μεταφέρῃ καὶ καταναλώσῃ τὸ σφαγὲν ζῷον εἰς ἕτερον δῆμον, κατηνάλωσεν αὐτὸ ἐν ᾧ δήμῳ ἐσφάγη». Ἀλλὰ καὶ ἡ διάταξις αὕτη οὐδὲν μέσον διακρίσεως τοῦ σκοποῦ τῆς σφαγῆς τοῦ ζῴου εἰσάγει, ἀφίνεται ἑπομένως αὐθαίρετόν τι στάδιον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς νέας διατάξεως ἐκ τοῦ νέου χαρακτηρισμοῦ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦτο δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἄλλας δυσχερείας, δυσχερείας ἴσως ἀνυπερβλήτους, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀναγκάσωσιν ἡμᾶς νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου, ὃν ψηφίζομεν σήμερον. Βεβαίως οἱ νέοι φορολογικοὶ νόμοι κατὰ τὴν ἐφαρμογήν των παρουσιάζουσιν ἐλλείψεις, καὶ ἐφ’ ὅσον παρουσιάζονται τοιαῦται, διορθοῦνται διὰ νομοθετικῶν πράξεων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τοὺς νόμους τούτους θεμελιώδεις ἐλλείψεις, αἵτινες ἐκ τῶν προτέρων καθιστῶσι δυσχερῆ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Δὲν ἠξεύρω ἑπομένως, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐννοεῖ ἐν τῇ πράξει τὴν διάκρισιν, καὶ πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ ὅλας τὰς λεπτομερείας τοῦ ἰσχύοντος νόμου τακτικῶς καὶ νομίμως ἀπέναντι τῶν σφαζόντων ζῷα εἴτε πρὸς κατανάλωσιν, εἴτε πρὸς μεταφοράν. Ἐλάττωμα παρουσιάζει ἐπίσης ἡ ἀντικατάστασις τῆς δημοτικῆς φορολογίας. Περὶ τούτου, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλήν. Εἶναι μία νέα μετατόπισις τῆς φορολογίας. Ὅπως ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζῴων μετετόπισε τὸν ἄμεσον φόρον ἐπὶ τῶν ζῴων, ὅστις ἴσχυε προηγουμένως, ἀπὸ τοὺς κυρίους καὶ κατόχους τῶν ζῴων εἰς τοὺς καταναλίσκοντας αὐτὰ ἐν ταῖς πόλεσιν ἰδίως, οὕτω καὶ σήμερον, ὁλόκληρον τὴν φορολογίαν τὴν δημοτικήν, ἐκ τῶν δήμων, οἵτινες ἐλάμβανον τὴν φορολογίαν ταύτην παρὰ τῶν ζῴων, καὶ ἐδικαιολογεῖτο τοιουτοτρόπως ἡ φορολογία αὕτη, τὴν μετατοπίζει εἰς τοὺς καταναλωτάς, καὶ ἰδίως εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο παρέχει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ μίαν ἔλλειψιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Κατὰ τὸ 1900, ἐκ τῆς κακῶς τιθεμένης ταύτης φορολογίας, δὲν θὰ γείνῃ ἡ διανομὴ τοῦ εἰσπραχθησομένου δημοτικοῦ φόρου, καὶ δὲν θὰ λάβωσι τίποτε οἱ δῆμοι οἱ ἀγροτικοί, ἑπομένως θέλουσι στερηθῆ τοῦ φόρου τούτου, καὶ οὕτω θέλουσι στερηθῆ καὶ τῶν μέσων τῆς καταβολῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἕτερον ἐλάττωμα, ὅπερ παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφ. 3 τοῦ ἄρθρου 6. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζῴων μίαν κυρίως πρέπει νὰ ἔχῃ βάσιν, τὰ δημοτικὰ σφαγεῖα. Τότε μόνον ὁ φόρος οὗτος εἶναι λογικὸς καὶ καλός, ὅταν ὑπάρχουν ὡρισμένα σφαγεῖα, ἐν οἷς νὰ σφάζωνται τὰ φορολογούμενα ζῷα. Ὅταν δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα σφαγεῖα, ὁ φόρος οὗτος, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐπιβληθῇ, ὅσας δήποτε καὶ ἂν λάβωμεν προφυλάξεις καὶ μέτρα, θέλει εἶσθαι φόρος ἀναμφισβητήτως ἀτελὴς ἀφ’ ἑνός, καταπιεστικὸς ἀφ’ ἑτέρου. Ἐνῷ δὲ βάσις τοῦ φόρου τούτου εἶναι τὰ σφαγεῖα, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 καθιστᾷ προνομιοῦχα τὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα δὲν σφάζονται ἐν τοῖς σφαγείοις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατόπιν τῶν ἀναπτυχθέντων ἐνταῦθα, ἐνόησεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διάταξιν τῆς προπληρωμῆς τοῦ φόρου διὰ πᾶν σφαζόμενον ζῷον, εἰσήγαγεν ἑπομένως τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ καθορίζει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις αὗται. Μία τῶν περιστάσεων τούτων εἶναι, ὅτι οἱ σφάζοντες ζῷα ἐν τῇ οἰκίᾳ των ἢ ἀλλαχοῦ ἔχουσι τὸ δίκαιον προνόμιον, ὅπως ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀνακοινώσωσι τὴν σφαγὴν ταύτην καὶ ἀπαλλαγῶσιν οὕτω πάσης τιμωρίας καὶ προστίμου, ἢ ἐντὸς 8 ἡμερῶν, ἐὰν δὲν ἐγένετο καταγγελία. Καὶ τοῦτο εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων, ὅτι καθιστᾷ προνομιούχους τοὺς σφάζοντας ζῷα ἐκτὸς τῶν σφαγείων, ἑπομένως θὰ διευκολύνῃ πάντα πολίτην Ἕλληνα νὰ μὴ σφάζῃ ζῷα ἐν τοῖς σφαγείοις, ἀλλ’ ἐν τῇ οἰκίᾳ του, ἢ ἀλλαχοῦ, ὅπου δύναται, διότι τοῦτο πράττων ἔχει τὴν προθεσμίαν τῶν τριῶν ἢ τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν, διὰ νὰ εἰδοποιήσῃ καὶ πληρώσῃ τὸν φόρον. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐποιησάμην, νομίζων ὅτι ἔχομεν καθῆκον, ὅταν πρόκειται νὰ διορθώσωμεν ἐλλείψεις ὑπάρχοντος νόμου, νὰ προσέχωμεν, ὅπως μὴ ὁ ψηφιζόμενος νόμος παρουσιάζῃ ἐλλείψεις οὐσιωδεστέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ διορθώσωμεν.
§86Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας φαίνεται ὀρθή, ἀλλὰ δύναται νὰ διορθωθῇ διὰ τῆς προσθήκης, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς τιμωρεῖται κατὰ τὰς νομίμους διατάξεις περὶ πλαστογραφίας καὶ περὶ καταπιέσεως, καὶ τότε δὲν πιστεύω νὰ προβῇ εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ, καὶ ἂν δὲν τὸ εἴπωμεν, ἐννοεῖται.
§88ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ἤδη νὰ διασαφηνισθῇ τὸ ἄρθρον 7, ἂν ἀφορᾷ καὶ τὰ περίχωρα τῶν Ἀθηνῶν, Ἅγιον Σάββαν, Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Ρέντην, Μοσχάτον, Κολοκυνθοῦν, Σεπόλια καὶ Πατήσια, διότι αὐτὰ οὔτε πόλεις εἶναι, οὔτε κωμοπόλεις, οὔτε χωρία. Οἱ κύνες τῶν μερῶν τούτων ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν;
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θ’ ἀπαντήσω εἰς πάσας τὰς παρατηρήσεις μετ’ ὀλίγον.
§90ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πολλοὶ ἐκ τῶν μισθωσάντων τὸν φόρον αὐτὸν σκοπεύουσι νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, ζητοῦντες τὴν ἀκύρωσιν τῆς μισθώσεως, τῆς γενομένης εἰς αὐτοὺς δυνάμει τοῦ προηγουμένου νόμου, ὅστις προβλέπει περὶ φορολογίας τῶν ἐν ἑκάστῳ τόπῳ σφαζομένων, ἰδίως δὲ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐμίσθωσαν τὸν φόρον τοῦτον εἰς πόλεις ἢ κώμας, ἐν αἷς γίνεται σφαγὴ ζῴων πρὸς μεταφορὰν εἰς ἄλλους δήμους, ὡς ἐν Ἄργει καὶ τοῖς πέριξ τοῦ Ναυπλίου χωρίοις, ἐν Κορίνθῳ καὶ ἀλλαχοῦ, διότι θεωροῦσιν οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ μίσθωσις ἢ πώλησις τοῦ φόρου, καὶ ἥτις προβλέπει περὶ μεταφορᾶς, δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ, ὁ δὲ ἐπερχόμενος σήμερον νόμος, ὁ τροποποιῶν τὸν φόρον σφαγῆς εἰς φόρον καταναλώσεως, ζημιοῖ αὐτοὺς οὕτως οὐσιωδῶς, ὥστε οὔτε τὰ δύο τρίτα ἀπολαμβάνουν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προϋπελόγιζον ὅτι ἤθελον ἀπολαύσει, ἂν ὁ νόμος ἐφηρμόζετο ὡς εἶχε. Καθιστῶ τοῦτο γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι, ἂν ἔλαβε πληροφορίαν ὅτι τὰ συμβόλαια ταῦτα τρέχουσι κίνδυνον, ὀρθὸν εἶναι νὰ προβλέψῃ περὶ νέας μισθώσεως, ὅπως καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μὴ ζημιωθῶσι καὶ τὸ Δημόσιον μὴ ἐκτεθῇ εἰς ἀποζημιώσεις.
§91Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ φόρος, ὡς ἐπεβλήθη, ἀπέβη φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν ζῴων· ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ὅμως ἀναγράφεται, ὅτι, ὁσάκις πρὸς μεταφορὰν ἐδήλωσεν ὁ σφάζων ζῷον ἔν τινι δήμῳ, ὑπόκειται εἰς φόρον οὐχὶ εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς, ἀλλ’ εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως τοῦ ζῴου τῆς μεταφορᾶς. Ἂν δὲ μεταφερθῇ ἐκεῖ καὶ δὲν καταναλωθῇ, τὸ σφαγὲν θὰ πληρώσῃ πάντοτε τὸν φόρον; Ὑποθέσατε ὅτι τὸ μεταφερόμενον ἀπωλέσθη καθ’ ὁδὸν, ἢ ἠλλοιώθη, καὶ δὲν δύναται νὰ καταναλωθῇ· θὰ ὑπόκειται πάντοτε εἰς φορολογίαν;
§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν ἀπολεσθῇ καθ’ ὁδὸν ἢ ὑποστῇ σῆψιν, δὲν θὰ καταναλωθῇ, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς φόρον (ἀνέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα). Δὲν θ’ ἀπασχολήσω, Κύριοι, τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητημάτων θεωρητικῶν, διότι νομίζω, ὅτι δὲν προσιδιάζουσιν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο τὰ θεωρητικὰ θέματα. Ἑπομένως δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ χαρακτηρίσωσι τὸν ἐπιβαλλόμενον φόρον ὡς φόρον καταναλώσεως καὶ ὄχι ὡς ἔγγειον, διότι ἐγὼ ἀναχωρῶ ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἔγγειος, ὡς ἦτο καὶ πρότερον· πρότερον εἰσεπράττετο διὰ τῆς κατὰ ζῷον ἐπιβολῆς τοῦ φόρου, νῦν δ’ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ σφαζομένου ζῴου. Ἐπὶ τούτου δὲν θέλω περισσότερον ἐνδιατρίψει, οὐδὲ θέλω ἐπίσης ἀπαντήσει εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ναυπλίας Βουλευτοῦ, ὅστις ἐπροκάλεσε τὴν προσοχήν μου, μήπως οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων δὲν δικαιωθῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἐνῳκίασαν, ἐκράτει ἄλλος νόμος. Καὶ τοῦτο διότι εἰς ἃ μέρη συμβαίνει τοῦτο, οἱ μέλλοντες νὰ παρουσιασθῶσιν ὡς ἐνοικιασταί, πάντες ἐζήτησαν παρὰ τῶν ἐφόρων καὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίας, ἂν ὁ φόρος τῶν σφαζομένων ζώων πρὸς τὸν σκοπὸν μεταφορᾶς θὰ εἰσπραχθῇ ἐν τῷ τόπῳ τῆς σφαγῆς ἢ ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν, ὅτι θὰ πληρωθῇ εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τις ὁ ζημιούμενος ἐκ τῶν ἐνοικιαστῶν εἰς τοὺς δήμους, ἐν οἷς γίνεται ἡ σφαγὴ πρὸς μεταφορὰν, εἶναι, ὅτι οὐδὲν παράπονον μέχρι τοῦδε ἠγέρθη· καὶ ἂν ἤθελέ τις ὑποβάλει τὸ παράπονον, βεβαιωθῆτε, ὅτι προθύμως ἤθελον δεχθῆ τὴν διάλυσιν τῆς μισθώσεως, διότι εἰς ἐκείνους τοὺς δήμους αἱ προσφοραὶ ἦσαν πολὺ γλίσχραι. Πρέπει δὲ νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται ἐνταῦθα, δὲν ἔχουν πρακτικὸν χαρακτῆρα· ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν σφαζομένων ζώων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μεταφορᾶς, πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ τοιαῦτα ζῷα εἶναι ἐλάχιστα, δὲν ἀποτελοῦσι δὲ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν σφαζομένων ἐν ᾧ τόπῳ καταναλίσκονται ζώων· πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἐνθυμώμεθα, ὅτι ἡ τοιαύτη μεταφορὰ γίνεται ἰδίως εἰς τὴν πρωτεύουσαν· ἂν δ’ ἐξετάσητε, πόσα μεταφέρονται ἐσφαγμένα, θέλετε ἀνακαλύψει, ὅτι οὔτε τὸ χιλιοστὸν τῶν ἐνταῦθα καταναλισκομένων μεταφέρεται ἐσφαγμένον, διότι συνήθως προτιμῶσιν οἱ κρεοπῶλαι νὰ μεταφέρωσι τὰ ζῷα οὐχὶ ἐσφαγμένα, διότι ὑπάρχει μὲν ἐν τῇ μεταφορᾷ εὐκολία τις, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ κίνδυνοι κατὰ τὴν μεταφορὰν ζώου μὴ ζῶντος. Εἶχον ὑποσχεθῆ νὰ ἀνακοινώσω, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, καὶ ὤφειλον νὰ ἀνακοινώσω τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τούτου. Νῦν δίδω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ τούτου πληροφορίας. Ὄντως τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ δὲν ἐδικαίωσαν τὰς προσδοκίας μου. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι ἀνεγνώσατε τὸν νόμον, αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ εἶχον προκληθῆ, διὰ πρωτοκόλλων νὰ ὁρίσωσι τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου, ὡς ἐξ ἀφετηρίας, ἐπρόκειτο νὰ γένωνται αἱ περαιτέρω ἐν τῇ δημοπρασίᾳ προσφοραὶ, ἀλλ’ εἴτε ἐκ πλάνης, εἴτε διότι πράγματι ὁ φόρος αὐτὸς τὸ πρῶτον εἰσάγεται καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων οἱ ἐλάχιστοι ὅροι, οἱ προσδιορισθέντες ὑπὸ τῶν ἀρχῶν ἀπεδείχθησαν ὡς μὴ ἐφαρμόσιμοι, καὶ ἐζητήθη ὑπὸ τῶν ἰδίων ἀρχῶν ἡ διόρθωσις αὐτῶν. Ἐζητήθη εἰς τινας ἐπαρχίας, εἰς τινας δήμους, καὶ τρίτη καὶ τετάρτη διόρθωσις. Ὅταν πρόκειται περὶ φόρου τὸ πρῶτον εἰσαγομένου, δυσκόλως δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ προείπῃ τις τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συντάξω τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900, εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἀκριβῶς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐλαχίστων ὅρων, τῶν καθορισθέντων ὑπὸ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν. Κατ’ ἐκείνους, ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἶχεν ὁρισθῆ εἰς 2,300,000 δραχμὰς περίπου.
§93Δ. ΚΑΙΡΗΣ. 2,200,000.
§94ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 2,280,000 ... Ἡ ὑπηρεσία ὑπελόγιζεν, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν πεῖραν τὴν κεκτημένην ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὅτι ἀπὸ τῶν ἐλαχίστων ὅρων μέχρι τῆς πραγματοποιήσεως τῶν προσφορῶν πάντοτε ὑπάρχει μία διαφορὰ 30 ἕως 40%.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. 35%.
§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 30 ἕως 40%. Δι’ αὐτὸ ἀπεδέχθην 35% ... Διὰ τοῦτο ὑπελόγισα ὡς εἰσπράξιμον ἐκ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000 δραχμῶν. Δυστυχῶς, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἄνω τῶν 2,200,000.
§97ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἀμφοτέρων τῶν φόρων;
§98ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Περὶ τῶν σφαζομένων ὁμιλῶ. Διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπελογίσθη ἡ πρόσοδος τῶν σφαζομένων εἰς 3,000,000, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶπον ὅτι ἀντὶ 3,000,000 θὰ ἔχωμεν 2,200,000. Ἀλλ’ ὑπάρχει, φυσικῶς, καὶ ἑτέρα πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν μὴ σφαζομένων ζώων, ἐκ τῶν μεγάλων λεγομένων ζώων. Ἐκεῖ ἡ ὑπηρεσία ἔχει ὑπολογίσει εἰσπράξεις 400,000 δρ. Καὶ πλὴν τούτου καὶ 100,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν κυνῶν. Κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα—διότι εἶναι ἀποτελέσματα δηλώσεων μόνον...
§99ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰσπράξεων.
§100ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ δηλώσεων μόνον, καὶ οὐχὶ ἀπαριθμήσεων.
§101ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα, ἔχομεν βεβαιωμένον τὸ ποσὸν δρ. 259,226, ἐκ τῶν ὁποίων 56,000 προέρχονται ἐκ τοῦ φόρου τῶν κυνῶν· ἑπομένως ἔχομεν διὰ δηλώσεις καὶ εἰσπράξεις τοῦ νόμου τούτου 203 χιλιάδας, ἀντὶ 400,000. Ἑπομένως ἔχομεν καὶ ἐνταῦθα μίαν μείωσιν.—Ὁμιλῶ πάντοτε περὶ τῶν προβλέψεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900.
§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. 259,000 εἴπετε;
§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 259,226 δρ. ἔχομεν μέχρι τοῦδε δηλώσεις καὶ εἰσπράξεις. Ἐννοεῖται, ὅτι θὰ γένηται ἀπαρίθμησις, καὶ θὰ γένηται τοιαύτη, διότι πολλοὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων κατήγγειλαν ὡς ἐλαττωματικὰς τὰς δηλώσεις. Εἶναι πιθανὸν καὶ ἐκ τούτου νὰ προκύψῃ διαφορὰ ἐπὶ πλέον 100 χιλιάδων δραχμῶν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας. Ὁπωσδήποτε, σχετικῶς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ὑπάρχει μείωσις 700,000 δρ. περίπου ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἐλέχθησαν πολλὰ ἐντεῦθεν, οὐχὶ μόνον σήμερον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας προηγουμένας συνεδριάσεις. Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τούτων δὲν ἀνάγονται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· ἀνάγονται εἰς τὸν νόμον τὸν ὑφεστῶτα. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ ὑφεστῶτος νόμου νὰ μεταβληθῶσι, δέον ἡ συζήτησις νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν διατάξεών τινων τοῦ ὑφεστῶτος νόμου. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον βεβαιοῦνται αἱ παραβάσεις τοῦ νόμου, δηλαδὴ ἡ ἔκδοσις διπλοτύπων, ἀποτελεῖ μίαν ὑπηρεσίαν πολύπλοκον, δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ παρὸν σχέδιον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ τοῦ θέματος τούτου πολλὰ εἶπε Βουλευτὴς ἐκ τῶν νοημονεστάτων, διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἠρκούμεθα εἰς τὸ διπλότυπον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁπλούστερον, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς ὁπωσδήποτε εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκδώσῃ διπλότυπον, δὲν θέλομεν καταφύγει πάλιν εἰς τὰ εὐλογημένα πρωτόκολλα, ὅπερ θὰ ἦναι ἀκόμη χειρότερον; Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι τὸ διπλότυπον τοῦτο θὰ ἦναι συντεταγμένον ὅπως τὰ λοιπὰ διπλότυπα συντάσσονται, φέρον ἀκριβῶς τὸν τύπον τοῦ πρωτοκόλλου, διότι δηλοῖ ἀκριβῶς, πόθεν καὶ διὰ ποῖον λόγον ἐκδίδεται τὸ διπλότυπον. Ἑπομένως καθιστᾷ ἁπλουστέραν τὴν διαδικασίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κτηνοτρόφος, εἰς τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἐπιδοθῇ τοιαύτη διπλότυπος ἀπόδειξις, ἤθελεν ὑπολάβει ἑαυτὸν ἠδικημένον...
§105ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε;
§106ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
§107ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ διπλότυπος αὕτη ἀπόδειξις δὲν ἐκηρύσσετο διοικητικῶς ἐκτελεστὴ, ἢ ἀνεστέλλετο ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς ἅμα τῇ κοινοποιήσει τῆς ἀνακοπῆς, τὸ πρᾶγμα διωρθοῦτο.
§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ φόρος τοσοῦτον μικρός...
§109ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἶναι μικρός.
§110ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἡ λειτουργία δὲ τοῦ νόμου τούτου ἐγένετο τοσοῦτον ἀπροσκόπτως, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐμβάλωμεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ κτηνοτρόφου τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ στρεψοδικήσῃ, προκειμένου περὶ τόσον μικροῦ φόρου. Ἐπαναλαμβάνω, αἱ δημόσιαι ἀρχαὶ παρηγγέλθησαν, ὄχι μόνον παρ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, ὧν οἱ ὑπάλληλοι μετέχουσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὅπως μὴ ἐπιτρέψωσι καταπιέσεις διὰ τῶν ἐνοικιαστῶν· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο παράπονον μέχρι τοῦδε.
§111ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἦτο καιρὸς ἀκόμη. Πότε θὰ ἐγίνετο;
§112ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μία ἑτέρα παρατήρησις προεβλήθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ἔνθα ὑπάρχει ἡ ἐξαίρεσις τοῦ χοίρου, τοῦ ἀμνοῦ καὶ τοῦ ἐριφίου, ἐκ τῶν οἰκοσίτων, νὰ συμπεριληφθῇ «καὶ μία αἴξ». Δὲν ἤθελον ἔχει δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν προσθήκην ταύτην, ἐὰν δὲν ἐφοβούμην, ὅτι ὑπὸ τὴν τοιαύτην ἐξαίρεσιν εἶναι δυνατὸν νὰ γένωνται καταχρήσεις, ἐγὼ δὲ οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα, εἰμὴ νὰ παραδεχθῶ ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καθιερωμένη καὶ διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου. Καὶ ἐκεῖ τῷ ὄντι ἐξῃρεῖτο ἐκ τῶν οἰκοσίτων εἷς χοῖρος καὶ ἓν πρόβατον, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐξαιρεῖται, οὐ μόνον τὸ πρόβατον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐρίφιον, ἀρκεῖ νὰ ἦναι οἰκόσιτα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἴσως εἰς ὅλα τὰ μέρη ὑπάρχουσιν αἶγες, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν οἰκόσιτοι.
§113ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἰς τὰ χωρία.
§114ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ χωρία δὲν εἶναι οἰκόσιτοι. Οἰκόσιτοι εἶναι ἐκεῖναι μόνον, αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦνται πρὸς παροχὴν γάλακτος.
§115ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν σφάζηται καὶ ἡ πρὸς παροχὴν γάλακτος, ὑπόκειται εἰς φόρον.
§116ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον, τί εἶναι σύνηθες. Ἐὰν δὲ τὸ ἐξετάσητε καλῶς, θὰ εὕρητε, ὅτι εἶναι ἐπάγγελμα αὐτό. Θὰ ἦναι γαλακτοπώλης. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι τόσον μικρὸν τὸ πρᾶγμα, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται προσθήκη τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τοιαύτη προσθήκη δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς καταχρήσεις...
§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἐννοεῖτε «ἀμνὸς ἢ ἐρίφιον»; Μόνα των ἂν ὑπάρχωσιν αὐτά; ἢ ἂν ἦναι τέκνα τῆς μητρός;
§118ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού. Πρότερον ὁ φόρος ἐπεβάλλετο κατὰ κεφαλὴν· ἑπομένως ἐξῃρεῖτο ἓν πρόβατον, εἰς χοῖρος— ἐκ τῶν οἰκοσίτων πάντοτε.—Τώρα δὲν ἐπιβάλλεται κατὰ κεφαλήν· ἐπιβάλλεται εἰς τὰ σφαζόμενα. Ἐὰν λοιπὸν ἔχῃ τις ἐν τῷ οἴκῳ του μίαν προβατίναν οἰκόσιτον, ἐπὶ τῆς προβατίνας θὰ ὑπολογισθῇ εἷς ἀμνὸς, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ οἰκοσίτου, καὶ δὲν θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον.
§119ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔχει ἓν μαρτίνι.
§120ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔχει ἓν μαρτίνι,—τὸ ὁποῖον συμβαίνει συνήθως, καὶ συνάδει πρὸς τὰ ἤθη τὰ ἑλληνικὰ τῶν χωρίων.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχει ὅμως πολλὰς τὰς δυσκολίας.
§122ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἑνὸς νόμου τὸ πρῶτον εἰσαγομένου νὰ μὴ παρουσιασθῶσι τοιαῦταί τινες δυσκολίαι. Ἐννοεῖται, θέλει ἀποκτηθῇ ἡ προσήκουσα πεῖρα, καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ οἱ κτηνοτρόφοι καὶ οἱ ἔχοντες οἰκοσίτους χοίρους καὶ αἶγας θέλουσι συνηθίσει καὶ θέλουσιν ἀποφύγει τὴν ἀνιαρότητα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει φορολογία, ἡ ὁποία δὲν ἐπάγεται ἐνοχλήσεις. Βεβαίως τὸ καλλίτερον ἦτο νὰ μὴ ἔχωμεν κανένα φόρον, καὶ νὰ μὴ προξενῶμεν καμμίαν ἐνόχλησιν εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ συμβιβασθῇ πρὸς τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος.
§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ μαρτίνι αὐτὸ θεωρεῖται οἰκόσιτον;
§124ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἰκόσιτον, βεβαίως.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καίτοι δὲν εἶναι ἀμνὸς ἢ ἐρίφιον;
§126ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμνὸς αὐτὸ ὀνομάζεται· καὶ ὅταν λέγῃ τις, ὅτι ἐθυσίασε τὸν ἀμνὸν, ἐννοεῖται ὅτι ἐθυσίασε τὸ μαρτίνι. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς δὲν εὗρε τὴν διατύπωσιν τῶν ἄρθρων 3, 4 καὶ 5 πρόσφορον πρὸς ὃν σκοπὸν αὕτη ἐγένετο, ἤτοι πρὸς κατανομὴν τοῦ φόρου τοῦ δημοτικοῦ εἰς οὓς δήμους ἀνήκει οὗτος. Κατέκρινε τὸ γενόμενον, ἤτοι τὴν μετάθεσιν τοῦ φόρου ἀπὸ τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον διῃτῶντο ἄλλοτε τὰ ζῷα καὶ ὅπου ἐπεβάλλετο, εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως. Εἶναι ἡ φύσις τοῦ πράγματος τοιαύτη, ὥστε, ἀφοῦ ὁ φόρος ὁ ἔγγειος μετετέθη ἀπὸ τοῦ κατὰ κεφαλὴν φόρου, τοῦ ἐπιβαλλομένου ἄλλοτε εἰς ὃν τόπον διῃτῶντο τὰ μικρὰ ταῦτα ζῷα, εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς, φυσικὸν ἦτο νὰ εἰσπράττηται καὶ ὁ φόρος ὁ δημοτικὸς ἐν τῷ τόπῳ τῆς σφαγῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τούτου ἀδικοῦνται οἱ ἰδίως κτηνοτρόφοι δῆμοι,—διότι εἰς ἐκείνους δὲν γίνεται ἡ σφαγὴ ἢ μᾶλλον ἡ κατανάλωσις τῶν ἀμνῶν ἢ τῶν ἐριφίων,—ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ καθιερωθῇ τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενον σύστημα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς φορολογίας τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν. Νομίζω ὅτι δὲν ἠδύνατό τι καλλίτερον νὰ ἐπινοηθῇ. Πρὸς στιγμὴν εἶχον συλλάβει τὴν ἰδέαν νὰ ἐπαναφέρω, ὡς πρὸς τὸν δημοτικὸν φόρον, τὸ προηγούμενον σύστημα, τὸ τῆς φορολογίας κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ τῶν ζώων, ἐφ’ ὅσον διαιτῶνται ἔν τινι μέρει· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἤθελον περιπέσει εἰς τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἤθελον ν’ ἀποφύγω, τὸ ἄτοπον τῶν ἐνοικιάσεων, τὸ συνδεόμενον πρὸς τὰς ἀπαριθμήσεις, διότι ἀκριβῶς τὰ ἐλαττώματα τοῦ συστήματος ἐκείνου ἀπετέλεσαν τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα ἐπεβλήθη ἡ μεταβολὴ τῆς φορολογίας. Παρετηρήθη συγχρόνως, ὅτι οἱ δῆμοι οὗτοι διὰ τὸ 1900 ἤθελον στερηθῆ τοῦ φόρου τούτου καθ’ ὅλον τὸ ἔτος.
§127Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι καθ’ ὅλον.
§128ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. διότι πρόκειται νὰ πληρωθῇ εἰς αὐτοὺς ὁ φόρος κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους, κατὰ τὸν νόμον.
§129Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Νὰ γείνῃ ἐξήγησις. Αὐτὸ ἂν τὸ παραδέχεσθε, μάλιστα. Κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο τὸ χρονικὸν τοῦ 1900, μέχρις οὗ ἀρχίσῃ ὁ ἐπιπρόσθετος φόρος, ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, δὲν θὰ λάβωσι.
§130ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρόσθετος φόρος ἤρξατο.
§131Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ 20%;
§132ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συνενοικιάσθη. Καὶ ἂν τυχὸν εἴχετε τὴν περιέργειαν νὰ ἐβλέπετε καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας νὰ γίνηται λόγος περὶ τούτου, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ δημοτικὸς φόρος συνενῳκιάσθη μετὰ τοῦ δημοσίου.
§133Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς; ἄνευ νόμου;
§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὸ ἐζήτησαν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, καὶ ἐνοικιάσθη πανταχοῦ, διότι καὶ πρότερον συνενοικιάζετο. Ἄλλως τε καὶ ὁ νόμος τὸ λέγει.
§135Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ σᾶς ἐξηγήσω. Ὁ φόρος ὁ δημοτικὸς, ὁ ἐπιβαλλόμενος διὰ τῶν τριῶν ἄρθρων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ὁ φόρος ὁ δημοτικός, ὁ ὁποῖος εἰσεπράττετο προηγουμένως.
§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἴδιος.
§137Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Προηγουμένως ὁ δημοτικὸς φόρος, ἡ εἰσφορά, εἰσεπράττετο ἐπὶ τῶν ζώων τῶν διαιτωμένων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, εἰσεπράττετο μὲ τὸν φόρον τὸν δημόσιον· ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων δὲν εἶναι ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν ζώων τῶν διαιτωμένων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, εἶναι ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν καταναλισκομένων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ. Εἶναι ἑπομένως νέος φόρος τὸ 20%, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται. Ἄλλο ζήτημα, ἂν εἶναι καλὸς ἢ κακὸς, ἀλλ’ εἶναι φόρος νέος, καὶ οὐχὶ ὁ παλαιὸς ὁ δημοτικός. Ἐὰν ἐπιβάλλετε, ἐὰν εἰσπράττετε τοιοῦτον φόρον, τὸν εἰσπράττετε βεβαίως ἄνευ νόμου, διότι ὁ πλάττων τὸν φόρον τοῦτον νόμος θὰ ἦναι ὁ συζητούμενος σήμερον, διότι προηγουμένως δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος φόρος, καὶ ἂν εἰσπράττετε τοιοῦτον φόρον, τὸν εἰσπράττετε παρανόμως.
§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀναχωρῆτε ἐκ τῆς θεωρίας, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων εἶναι φόρος καταναλώσεως καὶ δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν προηγουμένως εἰσπραττόμενον ἔγγειον φόρον, θὰ καταλήξητε εἰς οἷα συμπεράσματα κατελήξατε.
§139Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ θεωριῶν.
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀκριβῶς λέγω, ὅτι ὁ πρότερον κατὰ κεφαλὴν ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα διῃτῶντο τὰ κτήνη, εἰσπραττόμενος εἰσπράττεται καὶ ἐπὶ τῶν σφαζομένων, ἄρα εἶναι ἔγγειος, καὶ μετὰ τοῦ ἐγγείου φόρου συμβεβαιοῦται καὶ συνεισπράττεται καὶ ὁ δημοτικός.
§141Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι εἶναι καὶ φόρος τελωνειακός.
§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τελωνείου. Δὲν ἔχει τίποτε τὸ κοινὸν ὁ δασμὸς τελωνείου. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας.
§143Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, δὲν ἔχει σχέσιν.
§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, διότι ὁ τελωνειακὸς δασμὸς εἶναι πρᾶγμα τι ἔμμεσος. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὕτως ὡς πρὸς τὰ ζῷα τὰ σφαζόμενα. Ὁ φόρος ὁ εἰσπραττόμενος ἐπὶ τῶν ζώων εἶναι ἡ δημοτικὴ εἰσφορά, καὶ περὶ τούτου λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ νόμου τούτου, ὅπως κανονισθῶσι καλλίτερον τὰ περὶ τούτου, ἤτοι νὰ μὴ ζημιωθῶσιν οἱ δῆμοι, πρὸ πάντων οἱ δῆμοι οἱ ὀρεινοί, οἱ κτηνοτρόφοι, οἵτινες ἤθελον ζημιωθῆ ἕνεκα τῆς μεταβολῆς ἢ τῆς μεταστάσεως τοῦ φόρου ἀπὸ τοῦ κατὰ κεφαλὴν φόρου εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σφαζομένων. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κίνδυνος νὰ ζημιωθῇ οὐδεὶς τῶν δήμων ἐκ τοῦ φόρου τούτου.
§145Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ εἴσπραξις ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, γίνεται ἄνευ νόμου.
§146Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσπράττεται δημοτικὸς φόρος σήμερον;
§147ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§148Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσπράττετε 20 λεπτὰ;
§149ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνοικιάσθη ἐκ μέρους τῶν δήμων. Οἱ ἴδιοι οἱ δῆμοι ἐζήτησαν νὰ συνενοικιασθῇ.
§150Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§152ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐγένετο ἑτέρα παρατήρησις, ἂν ἐν ταῖς διατάξεσι περὶ κυνῶν εὑρισκομένων ἐν ταῖς πρωτευούσαις ἐπαρχιῶν περιλαμβάνονται καὶ οἱ κύνες τῶν προαστείων, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἂν περιλαμβάνονται οἱ κύνες τῶν Σεπολίων, Κολοκυνθοῦς, Πατησίων κλπ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων τὰ προάστεια λογίζονται ὡς ἀποτελοῦντα ἀναπόσπαστον μέρος τῆς πόλεως. Ἐγὼ εἶχον σχηματίσει τὴν ἰδέαν νὰ προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τούτου, ἀλλὰ πολλοὶ συνάδελφοι, ἰδίως ἀντιπρόσωποι μεγαλοπόλεων, μοὶ παρέστησαν, ὅτι καὶ διὰ λόγους ὑγείας πρέπει νὰ διατηρηθῇ ὁ φόρος, διότι ἕνεκα τοῦ φόρου ἐξέλιπεν ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν κυνῶν.
§153Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ὀνομάζῃ τὸν φόρον ὅπως θέλει, δύναται νὰ τὸν ὀνομάζῃ ἔγγειον, ταχυδρομικόν, τηλεγραφικόν· οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ. Δὲν θ’ ἀμφισβητήσω δὲ τὰς φιλολογικὰς διαθέσεις αὐτοῦ. Ὅ,τι ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, εἶναι τὸ νὰ πείσῃ τινά, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν φόρον τῶν διαιτωμένων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ. Ὁ εἷς εἶναι διάφορος τοῦ ἄλλου. Ὅσον καὶ ἂν θέλῃ νὰ περιφρονήσῃ τὰς οἰκονομικὰς θεωρίας καὶ νὰ ὑψωθῇ ὑπεράνω τῆς ἐπιστήμης, δὲν δύναται νὰ μετατρέψῃ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ὁ φόρος τῶν σφαζομένων εἶναι διάφορος τοῦ φόρου τῶν μὴ σφαζομένων· καὶ ἵνα πεισθῇ, ἂς ἐξετάσῃ, τί συμβαίνει εἰς ἄλλα Κράτη, ὅπου ὑφίστανται ἀμφότεροι οἱ φόροι. Τοιοῦτος ὢν ὁ φόρος, ἐψηφίσθη ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν αὐτοῦ παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ νομοθετήσῃ ἡ ἰδία, ὅτι ἐκτὸς τοῦ δημοσίου φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων θὰ ἐπιβάλῃ καὶ δημοτικὸν φόρον ἐπὶ τούτων. Ὑπάρχει νόμος περὶ δημοτικῆς εἰσφορᾶς καὶ φορολογίας, καθ’ ὃν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσπράττηται φόρος εἰσαγωγῆς καὶ ἐπὶ τῶν ὠνίων, ἑπομένως καὶ διὰ τὰ εἰσαγόμενα κρέατα· ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλητε δημοτικὸν φόρον ἐπὶ νέου φόρου νομοθετηθέντος, τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπραξέ τι, τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ παραβιάζει τὰ τῆς νομοθετικῆς. Οὐδεὶς δύναται νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ εἰσπράξῃ φόρον δημοτικόν. Ὅτε εἶπον, ὅτι θὰ λείψῃ μέρος τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἕνεκα τῆς μεταβολῆς, δὲν ἐνόμιζον ἀναγκαῖον νὰ εἰσέλθω εἰς πλειοτέραν ἀνάπτυξιν πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔπραξέ τι πέραν τῶν ὁρίων της.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης παρηκολούθησε τὰς ἐξηγήσεις, αἵτινες ἐγένοντο, καὶ καθ’ ἃς ῥητῶς ἐδηλώθη, ὅτι ἡ δημοτικὴ εἰσφορά, ἡ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ νόμου, δὲν καταργεῖται, ἀλλὰ θὰ συνεισπράττηται, ὡς καὶ πρότερον, μόνον δὲ περὶ ἑνὸς ἐλήφθη πρόνοια, περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Οὐδεμία ὑπάρχει περὶ τούτου ἀμφιβολία. Ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ὁ δημοτικὸς φόρος θὰ συνεισπράττηται μετὰ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων.
§155Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐγένετο, ὡς ἐνθυμοῦμαι, λόγος καὶ περὶ τῆς δημοτικῆς εἰσφορᾶς, πάντες ὅμως κατειχόμεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι θέλει ἰσχύει τὸ φορολογικὸν σύστημα ἐπὶ τῶν ζώων, ὅπερ καὶ πρὶν ἴσχυεν, οὐδεὶς δὲ λόγος ἐγένετο περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νέου συστήματος καὶ ἐπὶ τῶν δημοτικῶν εἰσφορῶν. Δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἀπῆλθε τῆς Βουλῆς, λαβὼν τὸν νόμον, χωρὶς ὁ νόμος νὰ περιέχῃ τι, οὔτε νὰ ἐνδεικνύῃ ὅτι δι’ ἁπλῆς δηλώσεως θὰ μετατραπῇ τὸ ἰσχῦον σύστημα εἰς τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νέου νόμου καθιερώθη. Ἠπόρησα δὲ, ὅτε σήμερον ἤκουσα αὐτὸν λέγοντα, ὅτι συνενῳκίσθη μετὰ τοῦ δημοσίου καὶ ὁ δημοτικὸς φόρος, ὁ ἀνερχόμενος μάλιστα εἰς ἀξιοσέβαστον ποσόν, διότι εἶναι περίπου τὸ ⅕ δι’ ὅλους τοὺς δήμους, καθόσον ὁ νόμος περὶ εἰσφορᾶς ὁρίζει ὡς ἀνώτατον ὅριον τὸ ⅕ τοῦ δημοσίου φόρου. Δὲν γνωρίζω ποῖον φόρον ἔχουν ἐπιβάλει οἱ δῆμοι ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζῴων, δὲν καθιεροῦται ὅμως εἰς πάντας τοὺς δήμους δημοτικὴ εἰσφορὰ ἀναλογοῦσα ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου μέχρι τοῦ ⅕. Ἤδη αὐτὸ τὸ ποσὸν εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, καὶ ἐπιβάλλεται ἐν τούτοις ἄνευ νόμου, ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι συνενῳκιάσθη καὶ μετὰ τοῦ δημοσίου θὰ εἰσπραχθῇ. Πιθανώτατα θέλει γείνῃ ἀμφισβήτησις, ἥτις θὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ δικαστηρίου. Ἤθελον διὰ τοῦτο ἐκφράσει τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς δηλώσῃ σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος καὶ νὰ καταχωρισθῇ τουλάχιστον ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 διάταξις, λέγουσα ὅτι κυροῦται ἡ ἐνοικίασις ἡ μέχρι τοῦδε γενομένη. Καὶ θὰ ἔχωμεν μὲν τότε τὸ παράδοξον φαινόμενον νόμου ἀναγομένου εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ νομοθετοῦντος δι’ αὐτό, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀποτροπῆς ζημιῶν καὶ περὶ ὠφελείας τῶν δήμων, ἂς κυρωθῇ οὕτω ἡ γενομένη ἄνευ νόμου ἐνοικίασις προσόδου.
§156Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς εἴπῃ, διὰ τίνος διαδικασίας θὰ βεβαιοῦται καὶ θὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος τῶν σφαζομένων ζῴων κατὰ τὴν μεταφορὰν εἰς ἕτερον δῆμον;
§157Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ διαδικασία εἶναι ἁπλουστάτη. Κατὰ τὸ ὑποβληθὲν τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ἐθεωρήθη καλὸν νὰ δίδηται μία δήλωσις περὶ τοῦ τρόπου τῆς καταναλώσεως, ἀλλ’ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὡς ὀρθὴν ἀνεγνώρισα, ὅτι οἱ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ μεταφέρωσι ζῷα εἰς ἄλλον δῆμον θὰ ὑποβάλλωνται εἰς πολλὰς διατυπώσεις, μοὶ ὑπεμνήσθη δὲ καὶ ὑπό τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ τὸ ὑπάρχον παρ’ ἡμῖν ἔθιμον, ὅταν γίνωνται οἰκογενειακαὶ τελεταὶ, νὰ μεταφέρωσιν οἱ κάτοικοι, μεταβαίνοντες εἰς ἄλλον δῆμον, ἐσφαγμένον τὸ ζῷον, καὶ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὑρίσκηται πανταχοῦ ὁ ἀστυνόμος. Συμβουλευθεὶς καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, εὗρον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ὅλων αὐτῶν τῶν διατυπώσεων, καὶ ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι ἁρμοδιώτερος νὰ ἀνακαλύψῃ τὰς παραβάσεις τοῦ φορολογικοῦ νόμου, ἄλλως τε δὲ, δὲν πρόκειται καὶ περὶ μεγάλου ἀριθμοῦ ζῴων, τὰ ὁποῖα σφάζονται ἀλλαχοῦ καὶ καταναλίσκονται ἀλλαχοῦ. Ὁ ἐνοικιαστὴς ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου εὐκόλως δύναται νὰ μάθῃ τὸν σφάζοντα τὸ ζῷον ἵνα τὸ μεταφέρῃ ἀλλαχοῦ. Ἐπειδὴ μοὶ παρεστάθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σφαγῇ ἓν ζῷον πρὸς μεταφορὰν εἰς ἕτερον δῆμον καὶ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ μεταφορὰ ἔκ τινος περιστάσεως, π.χ. νὰ μὴ προσεγγίσῃ τὸ ἀτμόπλοιον εἰς ὃν προώρισε τὴν κατανάλωσιν τόπον ὁ μεταφέρων ἐσφαγμένον τὸ ζῷον, προσετέθη διάταξις, καθ’ ἣν ἀπαλλάσσεται πάσης ποινῆς, ὅταν δηλώσῃ τοῦτο. Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσσολογγίου, ὅτι ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ λάβωμεν, εἶναι περιττὴ, διότι ἡ δημοτικὴ εἰσφορὰ, ἡ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοτικῶν φόρων, ἀνέρχεται εἰς 2%, δηλ. εἰς 20% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου, καθιεροῦται δὲ καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δῆμος, ὁ ὁποῖος δίδει εἰσφορὰν 20%, πάντες οἱ δῆμοι αὐτὸν τὸν φόρον εἰσπράττουσι, καὶ αὐτὸς συνενοικιάζεται μόνον ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως μὴ ἀδικηθῶσιν οἱ δῆμοι οἱ ὀρεινοὶ, οἱ κτηνοτρόφοι, αὐτὸν δὲ τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητεῖται.
§158Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φοβοῦμαι, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐνοήθην παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἄλλως θὰ ἀπέφευγε νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἤδη ἔδωκεν. Ἠρώτησα τὸν κύριον Ὑπουργὸν, διὰ τίνος διαδικασίας θὰ βεβαιοῦται καὶ θὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος τῶν ἐν ἑνὶ δήμῳ, ἀλλὰ πρὸς μεταφορὰν καὶ κατανάλωσιν εἰς ἕτερον, σφαζομένων ζώων, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι αὐτὴν τὴν φροντίδα ἀφῆκεν εἰς τὸν ἐνοικιαστήν. Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸ ἓν σκέλος τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ οὐδόλως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑτέραν περίπτωσιν. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι μέχρι τῆς μεταφορᾶς δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ δήλωσις, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι διαγράφεται ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἡ διαδικασία τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν εἰς ἄλλον δῆμον πρὸς κατανάλωσιν μεταφερομένων σφαγίων, διότι ἡ διαγραφομένη ἐν τῷ νόμῳ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην. Ἡ διάταξις τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἰσχύοντος νόμου λέγει: «Ὁ φόρος οὗτος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ἐν τοῖς κατὰ τόπους δημοτικοῖς σφαγείοις, ἢ καὶ ἐν ἄλλοις τόποις, πρὸς τοῦτο ὡρισμένοις, κατὰ τὴν σφαγὴν τοῦ ζώου.» Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἡ μόνη, ἥτις παρέχει ἐγγύησίν τινα περὶ τοῦ ὅτι ἡ διὰ τοῦ νόμου πραγματοποιηθεῖσα μετάθεσις τῆς φορολογίας δὲν θ’ ἀποβῇ καταθλιπτική, διότι ἀφέθη εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς, ὁπουδήποτε εὕρωσι σφάγιον, εἴτε παρ’ ἰδιώτῃ, εἴτε παρὰ κρεοπώλῃ, νὰ βεβαιῶσι τὴν παράνομον σφαγήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν δικαιοδοσίαν, διὰ τῆς ὁποίας βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ὁ φόρος, αὕτη δὲ ἀνάγεται εἰς τὴν βʹ περίπτωσιν τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου. Ὅλη αὕτη ἡ διαδικασία βεβαίως δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σφαγὴ λαμβάνει χώραν ἐν δημοσίοις τόποις, ἐπὶ τούτῳ καθωρισμένοις διὰ τῆς ἀστυνομικῆς διατάξεως, καὶ ἡ βεβαίωσις γίνεται ἐκεῖ, ἐπὶ τόπου. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἔχετε τὴν δευτέραν περίπτωσιν τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, ἑπομένως μήτε ἡ διαδικασία ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νόμου δύναται νὰ λάβῃ χώραν. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι πολὺ ὀλίγα εἶναι τὰ σφάγια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μεταφέρονται πρὸς κατανάλωσιν εἰς ἕτερον δῆμον. Φοβοῦμαι ὅτι πλανᾶται, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἂς μὴ ἔχῃ ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν ἀφήσῃ τὴν διάταξιν ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ διέλθωσι δι’ αὐτῆς ὅλα τὰ σφάγια, καὶ ἀκριβῶς θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχει ἑτέρα κύρωσις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐν ἄρθρῳ 25 αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ κύρωσις αὕτη δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰ σφάγια τὰ μεταφερόμενα πρὸς κατανάλωσιν εἰς ἕτερον δῆμον, διότι καὶ ἡ κύρωσις αὕτη ὁμιλεῖ ὄχι περὶ τῶν σφαγίων τῶν μεταφερομένων, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, παρὰ τῷ διὰ τοῦ νόμου ὁριζομένῳ, γιγνομένης σφαγῆς. Τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νόμου λέγει: «Οἱ παρὰ τὸν νόμον τοῦτον ἐνεργοῦντες σφαγὴν ζώων καὶ οἱ κατέχοντες ἀδήλωτα ζῷα ἐκ τῶν ὑπαγομένων κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου τούτου εἰς φορολογίαν εἰσάγονται συνεπείᾳ καταγγελίας δημοσίου ἢ δημοτικοῦ ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου ἢ καὶ ἰδιώτου ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου κλπ., τιμωροῦνται δὲ μὲ πρόστιμον ἴσον μὲ τὸ τριπλάσιον τοῦ νομίμου φόρου, βεβαιουμένου καὶ εἰσπραττομένου σὺν τῷ προστίμῳ...» Παράγραφος τρίτη: «Ἀπαλλάσσονται πάσης ποινῆς ὅσοι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σφαγῆς, καὶ ἂν ἐγένετο καταγγελία, ἢ πρὸ πάσης καταγγελίας, καὶ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σφαγῆς, ἤθελον αὐθόρμητοι δηλώσει πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν ἢ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου τὴν γενομένην ἄνευ πληρωμῆς τοῦ φόρου σφαγὴν, καὶ ἤθελον καταβάλει τοῦτον.» Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς μεταφορᾶς πρὸς κατανάλωσιν τῶν σφαγίων εἰς ἕτερον δῆμον, ἔρχεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἀνοίγει δύο θύρας, δι’ ὧν ὁλόκληρος ἡ φορολογία θὰ διαρρεύσῃ. Τὸ ἄρθρον 6 λέγει: «Ἡ περὶ ἀπαλλαγῆς διάταξις τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ͵ΒΦΟΘʹ τοῦ 1899 νόμου ἐφαρμόζεται εἰς τὰς ἑξῆς μόνον περιπτώσεις 1) ὅταν ὁ μὴ καταβαλὼν τὸν φόρον ἐπὶ τῇ δηλώσει ὅτι πρόκειται νὰ μεταφέρῃ καὶ καταναλώσῃ τὸ σφαγὲν ζῷον εἰς ἕτερον δῆμον, κατηνάλωσεν αὐτὸ ἐν ᾧ δήμῳ ἐσφάγη· 2) ὅταν δὲν κατεβλήθη πρὸ τῆς σφαγῆς ὁ φόρος ἕνεκεν τῆς τοῦ ἁρμοδίου πρὸς εἴσπραξιν ἀπουσίας ἐκ τῆς πόλεως, κωμοπόλεως ἢ χωρίου, ἔνθα ἐγένετο ἡ σφαγή· καὶ 3) ὅταν ἡ ἄνευ καταβολῆς τοῦ φόρου σφαγὴ ἐγένετο εἰς μὴ καθωρισμένα πρὸς σφαγὴν μέρη ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἁρμοδίου πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου.» Ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν θ’ ἀκολουθήσῃ ἐκεῖνος ὅστις θὰ θελήσῃ θὰ τύχῃ προθεσμίας ὀκταημέρου ἢ δεκαημέρου, θὰ ἦναι αὐτή, τὴν ὁποίαν διαγράφουσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἔχει πρὸς πώλησιν τὸ σφάγιον ἐν ᾧ τόπῳ ἐσφάγη, ἀλλὰ πρὸς μεταφοράν, καὶ οὕτω θὰ ἔχῃ τὸ πλεονέκτημα τῆς παραγράφου γʹ τοῦ ἄρθρου 25, τὸ ὁποῖον τῷ χορηγεῖ τὴν περίπτωσιν τῆς καταδολιεύσεως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὡς πρὸς τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6, ὅτι τοῦτο βεβαίως συνεπάγεται τὴν μεταρρύθμισιν τῶν διατάξεων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ εἰς ὡρισμένον μέρος σφαγὴ τῶν ζώων· ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη ὄχι μόνον τοῦτο τὸ ἄτοπον ἔχει, ἀλλ’ ἀναγκαίως θὰ καθιερώσῃ καὶ τὴν ἀρχήν, ὅτι ὁπουδήποτε θὰ δύναταί τις νὰ σφάζῃ· θέλει μάλιστα ἐνθαρρύνει εἰς τὴν ἐκτὸς τῶν τόπων τῶν προσδιωρισμένων σφαγήν, διότι οὕτω πως θὰ ἀποκτᾷ ὁ σφάζων ἐκτὸς τῶν ὡρισμένων τόπων τὸ πλεονέκτημα νὰ μὴ καταβάλλῃ τὸν φόρον ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας. Δὲν δύναται δὲ νὰ ἐπικαλεσθῇ τις πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6, διότι, ὅταν ὑπάρχῃ συγγνώμη, ἡ συγγνώμη αὕτη ὄχι μόνον συνεπάγεται τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου μετὰ τριήμερον, ἀλλὰ συμπαρασύρει καὶ τὸ τυχὸν παράπτωμα, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸ ἄρθρον 25 τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Διὰ τῶν δύο διατάξεων τοῦ αʹ καὶ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου ἀναιρεῖται ἐντελῶς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου σας, καὶ θέλετε φθάσει εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Βεβαίως ὅμως τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀτελές, διότι δὲν διαγράφει διαδικασίαν, δι’ ἧς θὰ βεβαιοῦται καὶ θὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων πρὸς μεταφορὰν καὶ κατανάλωσιν εἰς ἕτερον δῆμον.
§159Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ φόβοι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δὲν εἶναι βάσιμοι, διότι πρὸ παντὸς δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου αὐτὸν εἶχε τὸν σκοπόν, νὰ μεταβάλῃ ἀκριβῶς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ ὁποίου προτείνεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἔλεγεν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος βεβαιοῦται ἐν τῷ τόπῳ τῆς σφαγῆς, τὸ δὲ ἄρθρον 1 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τροποποιεῖ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, ὁρίζον ὅτι ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐν ᾧ τόπῳ καταναλίσκεται τὸ σφαγὲν ζῷον. Ἑπομένως ὅ,τι πρότερον ἐπρόκειτο νὰ γίνηται ἐν τῷ τόπῳ τῆς σφαγῆς, σήμερον θέλει γίνεσθαι ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως, προκειμένου περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σφάζονται εἰς ἕτερον δῆμον καὶ μεταφέρονται εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως. Ἡ πεῖρα δὲ καθιέρωσε καὶ τὴν διαδικασίαν. Εἴπομεν καὶ πρότερον, ὅτι συνήθως ἡ μεταφορὰ γίνεται διὰ τοῦ σιδηροδρόμου ἢ δι’ ἀτμοπλοίων. Λοιπὸν οἱ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τεταγμένοι πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων οὐδὲν ἕτερον πράττουσιν ἢ παραμένουσιν εἰς τοὺς σταθμοὺς τῶν σιδηροδρόμων, ἢ εἰς τὰς θέσεις, διὰ τῶν ὁποίων γίνεται ἡ διὰ θαλάσσης εἰσαγωγὴ τοιούτων ζώων, καὶ ἐκεῖ εἰσπράττουσι τὸν φόρον. Κατὰ τίνα τρόπον διακρίνεται ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου; καὶ τοῦτο ἐπίσης ὡρίσθην μία μικρὰ σφραγὶς ἐπὶ τοῦ μεταφερομένου σφαγίου. Διατὶ τὴν εὐκολίαν τὴν παρεχομένην διὰ τῆς παραγράφου γʹ τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἐξετείναμεν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν καταβάλλουσι τὸν φόρον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς σφαγῆς, ἀλλ’ ὅταν θὰ μεταφέρωσι τὸ σφάγιον εἰς ἄλλον δῆμον; τὸ εἶπον προχθές· διότι εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτοὺς νὰ συμβῇ, ἐκ περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεών των, νὰ μὴ πραγματοποιήσωσι τὴν μεταφορὰν, τὴν ὁποίαν εἰλικρινῶς ἐδήλωσαν, ἠναγκάσθησαν δὲ νὰ καταναλώσωσι τὸ ζῷον εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔσφαξαν αὐτό. Ἔπρεπε νὰ παρασχεθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ εὐκολία αὕτη· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ παράσχωμεν αὐτὴν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐσκέφθησαν νὰ νοσφισθῶσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, καὶ ἔσφαξαν τὸ ζῷον ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἔσφαξαν αὐτὸ εἰς τόπον ἄλλον ἢ τὸν ὡρισμένον, ἀλλὰ κατόπιν ἐσκέφθησαν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀνακαλυφθῶσι καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς συνεπείας τοῦ νόμου καὶ τὰς ποινάς, καὶ προσέρχονται νὰ δηλώσωσι τὴν σφαγήν. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου. Δὲν φοβοῦμαι δὲ, ὅτι εἶναι κίνδυνος νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ θύραι πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐνταῦθα πρόκειται οὐχὶ περὶ τῶν σφαζομένων ἐν τῷ ὡρισμένῳ τόπῳ ἢ ὑπὸ τὰς ὄψεις τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου ἢ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐσφάγησαν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, καὶ ἴσως ὑπάρχει πρόθεσις νὰ μὴ πληρωθῇ ὁ φόρος, ἴσως δὲ νὰ ἐπαρουσιάσθη καὶ ἡ ἀνάγκη, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας κ. Μπακόπουλος, ἡ ἀνάγκη εἴς τινα οἰκοδεσπότην νὰ σφάξῃ ἐκτάκτως ἕνα ἀμνὸν, διὰ νὰ ξενίσῃ φίλον τινά. Εἶναι δὲ φυσικὸν, ὅτι ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς δηλώσεως μεταβάλλονται καὶ αἱ διατάξεις αὗται, διότι ὅταν μεταβληθῇ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, ὅταν δὲν ἀπομείνῃ ἡ πρώτη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν μόνον εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς δύναται νὰ βεβαιωθῇ ὁ φόρος, ἐννοεῖται ὅτι ὁ θέλων νὰ καταδολιευθῇ τὸν νόμον θὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς συνεπείας αὐτοῦ.
§160ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Οἱ κάτοικοι, κύριε Πρόεδρε, τῆς πόλεως Ἄρτης εἰσάγουσι κρέατα ἐσφαγμένων ζώων ἐκ τοῦ ὀθωμανικοῦ, δηλ. ἐκ τοῦ ἀντιπέραν μέρους τῆς γεφύρας, καὶ συνέβη ὁ ἐνοικιαστὴς Ἄρτης νὰ ζητῇ φόρους καὶ ἀπὸ αὐτούς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τοῦ νόμου περὶ τούτου.
§161Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια διὰ τοῦ νόμου, διότι δὲν ἐπιβάλλομεν φόρον ἐπὶ τοῦ κρέατος, ἀλλὰ φόρον ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων. Καὶ χθὲς ἀπέκρουσα πρότασιν μεταρρυθμίσεως, ὅπως ῥητῶς ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς φόρον τὸ κρέας· διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ῥητῶς δὲ εἶπον, ὅτι, ὅταν ζητηθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ κρέατος παρὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου, πρέπει νὰ καταδιώξωσι τὸν ἐνοικιαστήν. Ἐξαίρεσις πρέπει νὰ γείνῃ προφανῶς δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουσι τὸ σφάγιον ὁλόκληρον τεμαχισμένον εἰς τεμάχια, ὅπως νοσφισθῶσι τὸν φόρον.
§162ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Πρόκειται περὶ πολλῶν ἐσφαγμένων ζώων, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξηγήσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρόνωσι φόρον ζῷα σφαζόμενα ἐν τῷ ὀθωμανικῷ ὑπὸ κατόχων διαμενόντων ἐν τῷ ὀθωμανικῷ ἐδάφει, ἀφοῦ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀφορῶν εἰς ἔγγειον φόρον.
§163ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ προσθέσω μόνον ὀλίγας λέξεις, ὅπως διαφωτίσω, ἂν δυνηθῶ, τὸ ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σφάλλεται, νομίζω, φρονῶν ὅτι εἶναι μικρὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν σφαζομένων ἐν τινι τόπῳ πρὸς μεταφορὰν εἰς ἕτερον τόπον σφαγίων. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι πολλά εἰσι τὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα σφάζονται, ἵνα μετενεχθῶσι πρὸς πώλησιν εἰς ἄλλον τόπον παρὰ τὸν τῆς σφαγῆς. Παρατηρῶ προσέτι, ὅτι αἱ ἐγκρίσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς, διότι ἡ κατακύρωσις ἐγένετο πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐγκυκλίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐκανονίσθη, ὅτι δὲν πληρόνουν εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς τὰ πρὸς μεταφορὰν σφαζόμενα. Ἐπίσης πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ἐν Ἄργει σφάζονται πολλὰ πρόβατα, τὰ ὁποῖα στέλλονται ἐν μέρει εἰς Τρίπολιν καὶ ἐν μέρει εἰς Ἀθήνας, ἐγὼ δὲ γνωρίζω, ὅτι ἐκ τοῦ δήμου Μιδέας τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας, κατὰ βραχύτατα χρονικὰ διαστήματα, φέρονται πλέον τῶν 3,000 πρόβατα ἐσφαγμένα, ἐπίσης δὲ καὶ ἐκ Κορινθίας φέρονται πολλά. Ὁ ἀριθμὸς λοιπὸν αὐτῶν εἶναι μέγας, καὶ πολὺ θὰ ζημιωθῶσιν οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου, οἱ ὁποῖοι ἐνῳκίασαν στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐκ τοιούτων σφαγίων εἴσπραξιν φόρου. Ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, διότι, διὰ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐξερεύνησιν ὁ ἐνοικιαστὴς, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας. Λέγω τοῦτο, διότι καὶ ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ ἀπέδειξεν ὁ νόμος τοιαῦτα ἐλαττώματα καίρια, ἀναγκαίως παρέχοντα τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι θὰ ἐλαττωθῇ πολὺ τὸ ἔσοδον.
§164Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω ὅτι δὲν ἐξηγήθη ἀρκούντως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἐξ Ἄρτης συνάδελφος. Ἡ πόλις Ἄρτης εἶναι γνωστὸν εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται, ἕνεκα τοῦ ἀτυχοῦς ὁρίου. Τοῦτο δὲ ἀντιληφθεῖσα καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἀπὸ τοῦ 1882 ἐξέδωκε διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἰσχὺν νόμου ἀκολούθως, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὰ προϊόντα τῶν ἰδιοκτησιῶν τῶν Ἀρτινῶν, ὅσαι ἔμειναν εἰς τὸ τουρκικὸν ἔδαφος, εἰσάγονται ἐλευθέρως, διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ συντήρησις τῆς πόλεως Ἄρτης. Μεταξὺ τῶν προϊόντων τῶν ἐλευθέρως εἰσαγομένων εἶναι καὶ τὰ σφαζόμενα ζῷα, τὰ ζῷα δηλαδὴ, τὰ ὁποῖα σφάζονται ἐκτὸς τῆς Ἄρτης καὶ εἰσάγονται ἐσφαγμένα. Ἐὰν ἑπομένως φορολογηθῶσι τὰ εἰσαγόμενα ἀτελῆ ζῷα; — ἀτελῆ ὑπὸ ἔποψιν φόρου τῶν ζῴων καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν, διότι δὲν ἐπλήρονον τὸν καταργηθέντα φόρον ἐπὶ τῶν ζῴων, μήτε ἄλλα τέλη, χάριν τῆς εὐκολίας τῆς δοθείσης τὸ 1882 εἰς τὴν πόλιν Ἄρτης, — ἐὰν, λέγω, ταῦτα σήμερον φορολογηθῶσι, θὰ ἐπέλθωσι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τὸ διάταγμα τοῦ 1882 ἠθέλησε νὰ προλάβῃ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ νέου φόρου τῶν ζώων τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων, ἀφοῦ ληφθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι κατὰ πάσης τυχὸν καταχρήσεως ἐγγυήσεις, πρέπει νὰ διατηρηθῇ καὶ μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ φόρου τῶν ζώων. Δύναται νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως ἀσφαλισθῇ ἡ ταυτότης τῶν ζώων τούτων, τῶν εἰσαγομένων ἐκ τῆς πεδιάδος Ἄρτης, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ φέρῃ τὴν κατάργησιν τοῦ διατάγματος τούτου ἡ μεταβολὴ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ τὸ εὕρῃ οὐ μόνον δίκαιον, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖον.
§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶμαι ὑποχρεωμένος ὁπωσδήποτε νὰ δώσω μίαν διασάφησιν. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εἰσάγονται ζῷα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὑποβάλλονται εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐπὶ τῶν σφαζομένων ἐπιβαλλομένου φόρου. Ἐὰν ὡς πρὸς τὴν Ἄρταν ἤθελε γείνῃ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἠθέλομεν καταργήσει καὶ τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν φορολογεῖται πᾶν ζῷον σφαζόμενον ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως. Ὁθενδήποτε λοιπὸν καὶ ἂν ἔρχηται τὸ ζῷον, θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον.
§166Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο, νομίζω ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ μεταξὺ ζώων ἀλλοδαπῶν καὶ ζώων ἡμεδαπῶν· πᾶν ὅ,τι εἰσέρχεται ἐν Ἑλλάδι, εἴτε διὰ Πειραιῶς, εἴτε δι’ Ἄρτης, θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον.
§167Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι μία εὐκολία, ἣν ἡ Βουλὴ τοῦ Κράτους ἔδωκε. Θέλει τώρα ν’ ἀφαιρεθῇ; ἂς ἀφαιρεθῇ.
§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ ὅλα τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσπράττεται εἰσαγωγικὸν τέλος, ἐνῷ εἰς τὴν Ἄρταν δὲν εἰσπράττεται εἰσαγωγικὸν τέλος δυνάμει εἰδικοῦ νόμου.
§169ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἔλλειψιν νόμου διὰ τὸν δημοτικὸν φόρον διὰ τοῦ ἑξῆς ἐπιχειρήματος, ὅτι καὶ ὁ δημοτικὸς φόρος εἶναι ἄμεσος φόρος, ἄμεσος φόρος εἶναι καὶ ὁ νῦν ἐπιβαλλόμενος, ἑπομένως περιττὸν διὰ νέου νόμου νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν νέον τρόπον τῆς φορολογίας καὶ ἐπὶ τῆς σφαγῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τῶν λέξεων δὲν δύναταί τις νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα, οὐδὲ διὰ λέξεων νὰ διατηρήσῃ αὐτά, μεταβληθέντα ἤδη. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἀπὸ ἀμέσου φόρου ἐγένετο φόρος καταναλώσεως. Προδήλως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε, τὸν αὐτὸν φόρον κατὰ ποσὸν νὰ τὸν ἐπιβάλῃ κατὰ τὴν σφαγὴν τῶν ζώων. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι ἐν τῇ μεταβολῇ αὐτῇ διετήρησε καὶ τὴν φύσιν τοῦ φόρου, διατηρήσας τὸ ποσόν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἔπαυσε πλέον νὰ ᾖναι ἄμεσος, καὶ ἐγένετο φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων, ἤτοι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἐὰν τὸν ἐπιβάλλῃ κατὰ τὴν σφαγήν, τὸν ἐπιβάλλει βεβαίως ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καταναλίσκονται, καθ’ ὅσον καταναλίσκονται. Δὲν φορολογεῖ πλέον τὰ ζῷα ὡς ζῷα, ἀλλὰ καθ’ ὅσον καταναλίσκονται καὶ κατὰ τὴν κατανάλωσιν, ἡ ὁποία βεβαιοῦται κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς σφαγῆς. Μεταβληθείσης τῆς φύσεως τοῦ φόρου, βεβαίως ἔπρεπε διὰ τοῦ νόμου νὰ μεταβληθῇ καὶ ὁ δημοτικὸς ἐπ’ αὐτῶν φόρος, ἂν θέλωμεν καὶ αὐτὸς νὰ ἐπιβάλληται καὶ εἰσπράττηται κατὰ τὴν σφαγήν, ὄχι δὲ νὰ ὑπονοῆται. Εἷς ἄμεσος φόρος, ὑπάρχων κατὰ τὴν δημοτικὴν νομοθεσίαν, δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς φόρον ἔμμεσον ἢ καταναλώσεως. Τοῦτο ἀναμφισβήτητον· ἀλλὰ πῶς; Διότι μετεβλήθη ὁ δημόσιος, ὅν, ἔστω, παρηκολούθει; Οὐχί· διότι ὁμολογῶ μὲν, ὅτι ὁ δημοτικὸς φόρος ἐπεβάλλετο καὶ εἰσεπράττετο καθ’ ὃν τρόπον ἐπεβάλλετο καὶ εἰσεπράττετο καὶ ὁ δημόσιος φόρος, ἀλλ’ ἅπαξ μεταβληθέντος τοῦ δημοσίου φόρου, δὲν ἕπεται, ὅτι συμμετεβλήθη καὶ ὁ δημοτικός. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν ἠδύνατο ἄνευ μεταβολῆς δι’ εἰδικῆς διατάξεως νὰ μεταβληθῇ ὁ δημοτικὸς φόρος. Κατὰ τὸν νόμον, τὴν δημοτικὴν εἰσφορὰν πρέπει κατ’ ἔτος τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ὁρίσῃ καὶ νὰ κυρώσῃ ὁ νομάρχης. Νῦν βλέπομεν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 3 καθιεροῦται ὁριστικῶς καὶ τελειωτικῶς ὁ φόρος ὁ δημοτικός. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει: «Μετὰ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ͵ΒΦΘΘʹ τοῦ ἔτους 1899 δημοσίου φόρου συμβεβαιοῦται καὶ συνεισπράττεται εἰσφορὰ ὑπὲρ τῶν δήμων τοῦ Κράτους ἴση πρὸς τὸ ⅕ τοῦ δημοσίου φόρου.» Ὁ φόρος ὁ δημόσιος, ὁ νῦν ἐπιβληθείς, εἶναι διαρκὴς φόρος, ἑπομένως διαρκὴς ἐγένετο αὐτῷ καὶ ὁ φόρος ὁ δημοτικός. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νομίζω, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνοικιασθῇ μετὰ τοῦ δημοσίου φόρου καὶ ὁ δημοτικός, καὶ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν συμφωνεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ νομοθεσία καὶ ὅτι ὑπάρχει φορολογία ἄνευ νόμου, νὰ δεχθῇ, ὅπως τεθῇ διάταξις κυροῦσα τὰ ἄνευ νόμου γενόμενα. Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου εἶχον παρατηρήσει, ὅτι ἡ μεταβολὴ, ἣν ἔφερεν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνεδείκνυεν, ὅτι σκοπὸν εἶχε νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ὅπως ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου γίνηται κατὰ τὴν σφαγὴν ἐν τοῖς σφαγείοις, ἢ ἐν τοῖς ὡρισμένοις πρὸς σφαγὴν τόποις, διότι, ἐν μὲν τῷ νόμῳ τῷ ἰσχύοντι ῥητῶς λέγεται, ὅτι ἐν τοῖς σφαγείοις ἢ τοῖς τόποις τοῖς καθωρισμένοις πρὸς σφαγὴν γίνεται ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, ἤδη λέγεται ἁπλῶς «κατὰ τὴν σφαγήν»· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐσιώπησε, δὲν ἐπέμεινα. Ἤδη ὅμως, εἰς τὴν τελευταίαν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 6, ὡς νῦν φέρεται, προσθέτει περίπτωσιν τρίτην, καθ’ ἣν «ἡ περὶ ἀπαλλαγῆς διάταξις ἐφαρμόζεται, ὅταν ἡ ἄνευ καταβολῆς τοῦ φόρου σφαγὴ ἐγένετο εἰς μὴ καθωρισμένα πρὸς σφαγὴν μέρη, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἁρμοδίου πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου» καὶ τότε δηλαδὴ γίνεται ἀπαλλαγή. Ἑπομένως δύναταί τις, μολονότι παρέβη τὸν νόμον, καταβάλλων τὸν φόρον μετὰ τρεῖς ἡμέρας, νὰ ἀπαλλαγῇ πάσης ποινῆς καὶ πάσης τιμωρίας. Ὅταν λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς ἔχωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν ὁρίζει, ἐπαναλαμβάνω, τὴν διάταξιν τοῦ παλαιοῦ νόμου, ὅτι ἐν τοῖς σφαγείοις πρέπει νὰ γίνηται ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου, ἐπάγεται δ’ ἔπειτα διάταξις, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νὰ σφάζῃ τις ὅπου δήποτε θέλῃ, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἁρμοδίων, ἀρκεῖ νὰ πληρώσῃ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν καὶ ἀπαλλάσσεται, θὰ παραλύσῃ πᾶσα ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε περισσότερον νὰ ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ τοῦ ἔργου του, παρ’ ὅσον ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἰς πολλὰς διατάξεις ἀντετάχθημεν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἤδη νὰ μὴ συμβῇ ἡ παράβασις αὕτη καθημερινῶς εἰς τόπον, ὅπου, παρ’ ὅλας τὰς ἀστυνομικὰς ἀπαγορεύσεις, ἐπικρατεῖ ἡ κακὴ ἕξις νὰ μὴ σφάζωσιν ἐκεῖ, ὅπου ὥρισεν ἡ ἀστυνομία; Παρατηρήσατε τὰ ἐν Ἀθήναις συμβαίνοντα, τὰ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ. Ὑπάρχει σφαγεῖον, καίτοι ἀτελὲς, ὑπάρχει ἀστυνομικὴ διάταξις ἐπιβάλλουσα τὴν σφαγὴν τῶν ζώων ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, καὶ ἐν τούτοις βλέπομεν καθ’ ἡμέραν ἐν ταῖς ὁδοῖς νὰ σφάζωνται ζῷα, καὶ τὸ αἷμα νὰ ῥέῃ καὶ νὰ ῥυπαίνῃ τὰς ὁδοὺς καὶ τὸν ἀέρα, ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς ἀστυνομίας! Λοιπὸν εἰς τόπον, ὅπου ἐπικρατοῦσι τοιαῦται ἕξεις, εἰς τόπον, ὅπου δὲν θὰ κατασκευασθῶσι ταχέως σφαγεῖα, διότι οἱ δῆμοι διὰ τοῦ νόμου ἀποβάλλουσι μέγα μέρος τῶν εἰσοδημάτων καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ συμφέροντος πρὸς ἵδρυσιν τῶν δημοτικῶν σφαγείων, ἐνῷ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ φορολογούμενος νὰ προκαταβάλῃ τὸν φόρον κατὰ τὴν σφαγὴν, ἐρχόμεθα νὰ τῷ ἐπιτρέψωμεν νὰ σφάζῃ ὅπου θέλει, ἀρκεῖ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον. Λοιπὸν διατὶ δὲν θὰ γείνῃ ἡ παράβασις; Θὰ γείνῃ τακτικὴ καὶ κανονική, διότι μετὰ 3 ἡμέρας ἐπιτρέπεται αὐτῷ, καίτοι δὲν ἔσφαξεν ἐν σφαγείῳ, νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον καὶ ν’ ἀπαλλαχθῇ. Οὕτω αὐτὸς ὁ νόμος τῷ διευκολύνει τὴν παράβασιν τοῦ νὰ μὴ σφάζῃ ἐν τοῖς σφαγείοις ἢ τοῖς ὡρισμένοις τόποις πρὸς σφαγήν, ὅπου ἴσως θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑφίσταται δαπάνην καὶ νὰ διατηρῇ ἄνθρωπον διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν σφαγίων. Τοιουτοτρόπως ἐργαζόμεθα νὰ μὴ ἀποκτήσωμεν σφαγεῖα ἐν ταῖς πόλεσιν, ὅπου τόσον εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν καθαριότητα καὶ τὴν ὑγιεινήν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ γʹ ἐδαφίου τοὐλάχιστον, διότι θὰ παραβιάζηται ἐφεξῆς ἀσφαλῶς ἡ διάταξις περὶ σφαγῆς ἐν τοῖς σφαγείοις.
§170Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλοίμονον τότε!
§171ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ περιορίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν αὐστηρότερον τὴν σφαγὴν ἐν τοῖς σφαγείοις, ἢ τοῖς τόποις τοῖς ὡρισμένοις ὡς σφαγείοις. Πῶς τώρα θέλομεν νὰ εὐκολύνωμεν, ἵνα μὴ γίνηται τοῦτο;
§172Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μεταβάλλομεν.
§173ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι συντρέχει εἰς τοῦτο ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3. Διατί, ἀφοῦ θὰ δύναταί τις, σφάζων εἰς τὴν οἰκίαν του ἢ εἰς τὸ κρεοπωλεῖόν του, κρυφίως, νὰ μὴ καταδιωχθῇ καὶ νὰ πληρώσῃ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ἀντὶ νὰ πληρώσῃ ἀμέσως, διατὶ νὰ μὴ τὸ πράξῃ καὶ ν’ ἀποφεύγῃ νὰ μεταβαίνῃ σφάζων ἐν τοῖς σφαγείοις; Ἄν τις δὲν ἀνακαλυφθῇ ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων ἡμερῶν, πιθανώτατον εἶναι, ὅτι δὲν θ’ ἀνακαλυφθῇ οὔτε μετὰ ταῦτα, καὶ δὲν θὰ πληρώσῃ φόρον. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, καὶ ἄν τις δὲν ἐπιθυμῇ νὰ σφετερισθῇ τὸν φόρον, δὲν θὰ σφάζῃ ἐν τοῖς σφαγείοις, ὁσάκις προτιμᾷ ἄλλο μέρος, διότι οὐδένα διατρέχει κίνδυνον καταδιώξεως καὶ τιμωρίας, ἂν πληρώσῃ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. Ποῦ τότε ἡ συνδρομή, ἡ βοήθεια τοῦ νόμου, ὅπως παύσῃ πᾶσα ὁδὸς ἔχουσα καὶ ἓν σφαγεῖον;
§174Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διαβεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι οἱ φόβοι του εἶναι ἀβάσιμοι, διότι ὁ νόμος ὁ ὑφεστὼς προνοεῖ εὐμενῶς ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον εὑρεθῆ ἠναγκασμένοι νὰ σφάξωσιν εἰς μέρος ἀπόκεντρον, εἰς μέρος τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὰς αἰσθήσεις τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου, καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος διέλαθε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι, καὶ ἕνεκα τοῦ νόμου καὶ ἕνεκα τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, νὰ σφάζωσιν εἰς ὡρισμένον μέρος, διότι εἰς αὐτοὺς δὲν ἐπιτρέπεται. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν ἐλαχίστων ἐκείνων παραβάσεων, εἰς τὰς ὁποίας τυχὸν ἤθελον ἐκτάκτως ὑποπέσει τις, σφάζων ζῷα. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν φόρον τὸν δημοτικόν, παρατηρῶ, ὅτι πρῶτον, πρὶν ἢ γείνῃ ἡ ἐνοικίασις, προσεκλήθησαν πάντες οἱ δῆμοι καὶ ἐψήφισαν τὴν εἴσπραξιν φόρου 20% ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζῴων, καὶ οὕτως ἐνοικιάσθη.
§175ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε ἰσχύει διὰ τὸ 1899.
§176ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν δὲ καὶ προηγούμενον. Ὅτε τὸ πρῶτον μετεβλήθη ὁ φόρος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων εἰς φόρον ἔγγειον ἐπὶ τοῦ οἴνου, πρόνοιά τις δὲν εἶχε ληφθῆ περὶ τούτου, καὶ τότε πάλιν παρηκολούθει ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων τὸν φόρον τοῦ οἴνου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τὰ σήμερον γινόμενα, μετὰ τὸν σημερινὸν νόμον, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει τις ἀσάφεια, αὕτη αἴρεται.
§177Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέτρεψε τὴν εἴσπραξιν δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζῴων.
§178Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον γίνεται κατὰ τὴν φορολογίαν τῶν χοίρων, οὐχὶ βεβαίως τῶν οἰκοσίτων, διότι οἱ οἰκόσιτοι δὲν ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν. Πληρόνεται ὁ αὐτὸς φόρος διὰ πάντα χοῖρον οἱουδήποτε μεγέθους καὶ οἱουδήποτε βάρους. Εἶναι ἀδικώτατον τοῦτο· εἶναι ἄδικον, χοιρίδιον ὀλίγων ὀκάδων, ἀξίας 10 ἢ 15 δραχμῶν, νὰ πληρόνῃ τὸν αὐτὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ χοῖρος τῶν 200 ὀκάδων. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ φόρου μέχρις ὡρισμένου βάρους ἢ ἡλικίας, ἢ νὰ γείνῃ δικαιοτέρα διαβάθμισις τοῦ φόρου αὐτῶν, διότι ἐν τοῖς χοίροις παρατηρεῖται μεγίστη διαφορὰ ἀξίας, ἥτις δὲν παρατηρεῖται ἐν τοῖς ἄλλοις ζώοις, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ὁ φόρος αὐτῶν νὰ μὴ ἦναι πολὺ δυσανάλογος πρὸς τὴν ἀξίαν.
§179Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι διότι δέν μοι εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τοιαύτην ἐξαίρεσιν. Καὶ θὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ διακρίνητε ἐκ τοῦ βάρους τὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα θὰ φορολογήσητε. Ἡ δυσαναλογία αὕτη τῆς φορολογίας ὑπάρχει ἁπανταχοῦ, μεταξὺ βουβάλου π.χ. καὶ μόσχου, μεταξὺ ἀμνοῦ καὶ κριοῦ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν, τὸν ὁποῖον πληρόνει εἷς ἵππος ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενος· ἔχετε ἵππον ἀξίζοντα 100 δραχμὰς καὶ ἵππον ἀξίζοντα 5,000 δραχμὰς, ὑποβάλλεται καὶ οὗτος καὶ ἐκεῖνος εἰς τὸ αὐτὸ τέλος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ ἐξαιρέσητε τοῦ φόρου τὸ χοιρίδιον, παρατηρῶ, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ κυριώτερα σφάγια, τῶν ὁποίων γίνεται μεγαλειτέρα κατανάλωσις.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§181Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν μεταφερομένων σφαγίων, ἡ τροπολογία βεβαίως δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ. Δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6. Κατ’ ἐμὲ, δὲν ἐφαρμόζεται. Ἐὰν δὲ θελήσῃ νὰ καταστήσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐνεργὸν, ἀναγκαίως πρέπει νὰ περιλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μίαν προσθήκην, διὰ τῆς ὁποίας ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 6 θὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν μεταφερομένων εἰς ἄλλον δῆμον σφαγίων. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης γεννᾶται ἡ ἑξῆς ἀπορία. Ὑποθέσατε ὅτι σφάζεται τὸ ζῶον καὶ καταβάλλεται ὁ φόρος — καὶ ἡ ἀπορία αὕτη διατυποῦται, διότι δύναται νὰ γεννήσῃ πολλὰ πράγματα εἰς τὸ Δημόσιον.— Ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατέβαλε τὸν φόρον, διότι τυχὸν προὐτίθετο νὰ καταναλώσῃ τὸ σφάγιον εἰς τὸν τόπον ἔνθα ἐσφάγη, μεταφέρει τὸ σφάγιον ἀλλαχοῦ. Καὶ τότε γεννᾶται ἡ ἑξῆς ἀπορία· θὰ καταβάλῃ τὸν φόρον αὐτὸν ἐκ νέου εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως; Βεβαίως δὲν προτίθεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιβάλῃ δύο φόρους ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ σφαγίου. Ἀναγκαίως λοιπὸν θὰ προέλθῃ ἡ ἑξῆς ἀμφισβήτησις. Ὁ μὲν ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τοῦ τόπου ἐν τῷ ὁποίῳ ἐσφάγη τὸ σφάγιον, θὰ εἴπῃ «καλῶς εἰσέπραξα», ὁ δὲ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου ἐν τῷ τόπῳ, εἰς ὃν θὰ μεταφερθῇ τὸ σφάγιον, θὰ εἴπῃ «ἐγὼ δὲν εἰσέπραξα τίποτε». Καὶ ἐν τούτοις τὸ σφάγιον αὐτὸ μετεφέρθη, καὶ ἀφοῦ μετεφέρθη τὸ σφάγιον, ἀναγκαίως πρέπει νὰ καταβληθῇ ὁ φόρος. Θὰ ἔχητε δ’ οὕτως ἐπεκτεινομένας καὶ ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων πρώτης ἀνάγκης τὰς ἀμφισβητήσεις τὰς ἐκ τῶν διαπυλίων, καὶ τὰς ἀμφισβητήσεις ταύτας ἐπεκτεινομένας καὶ εἰς φόρον τοῦ Δημοσίου. Νομίζω ὅτι αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὰς δυσχερείας, εἰς ἃς θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι τῶν ἐνοικιαστῶν τὸ Δημόσιον.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Νέγρη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου (ἀναγινώσκεται).
§183ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός.
§184Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι· δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τεθῇ.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Νέγρη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§186ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ἢ; «ἢ εἷς ἀμνὸς ἢ ἓν ἐρίφιον»;
§187Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ τῶν οἰκοσίτων ζώων. Λοιπὸν ἐὰν ἔχῃ τις ἕνα ἀμνὸν, εἶναι εἷς ἀμνὸς, ἐὰν ἔχῃ ἓν ἐρίφιον, εἶναι ἓν ἐρίφιον. Συνεπῶς τὸ ἄρθρον καλῶς ἔχει. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–6, ὡς ἔχουσιν).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§189Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ τέλος τοῦ τετάρτου στίχου τοῦ ἄρθρου 7 νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ὡς καὶ οἱ ἐν τοῖς πλοίοις.» (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 7, γίνεται δεκτόν).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§191Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ περὶ ἐπιτηδευμάτων, κύριε Πρόεδρε.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§193ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ὑπάρχει.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν πλέον ἀπόψε.
§195ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν, κύριε Πρόεδρε.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι αὔριον εἰς τὰς 4. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.)