1900.02.03
3.364 στίχοι · 25.765 λέξεις · 318 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 3 Φεβρουαρίου 1900.
(Πέμπτη.)
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Τὰ πρακτικὰ ἀναγράφουσι τὰ ἑξῆς, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων (ἀναγινώσκει): «... Τοῦ Ὑπουργοῦ τότε τῶν Οἰκονομικῶν προτείναντος καὶ τῆς Βουλῆς ἀποδεχθείσης τὴν ἀπάλειψιν καὶ τῶν ἄρθρων 7 καὶ 8, ἔγεινε δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς βʹ συζήτησιν». Ὡς βεβαίως ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, ἐγώ τε καὶ διάφοροι Βουλευταὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐζητήσαμεν νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· τότε δὲ ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Βιτάλης ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ἑπομένως πρέπει νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ κατὰ τί;
§4ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Δηλαδὴ δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον· ἐψηφίσθη δι’ ἀναστάσεως μόνον, ἡμεῖς δ’ ἐζητήσαμεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα ἁπλούστατον, ζήτημα καλῆς πίστεως· ἔχω δὲ πλήρη πεποίθησιν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἀμεροληψίαν ὑμῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑμεῖς ἐζητήσατε νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀλλὰ πρὸ τούτου εἶχε προβληθῆ ἔνστασις ἀπαρτίας, διὰ τοῦτο ἦτο περιττὸν νὰ συζητηθῇ κἄν, ἂν ἦτο καιρός, ἢ ὄχι, νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις· διότι, σημειώσατε, ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη ἰδέα, ὅτι εἶχε παρέλθει ὁ καιρός, διότι μὲ διεκόψατε, ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, εἰς τὴν ἀναγγελίαν μου ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλου νομοσχεδίου, ἀφοῦ δι’ ἀναστάσεως εἶχε ψηφισθῆ πλέον τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν ζῴων.
§6ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ἂν παραδεχθῆτε τὸ προηγούμενον τοῦτο, τότε ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ νομοσχέδια θὰ ψηφίζωνται δι’ ἀναστάσεως καὶ ὄχι δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι πάντοτε τυπικῶς ἀναγγέλλει ὁ Πρόεδρος, ὅτι «ἡ Βουλὴ παρεδέχθη», πολλάκις δ’ ἐγείρονται 15 Βουλευταὶ καὶ ζητοῦσι νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις, καὶ γίνεται τοιαύτη. Ἂν λοιπὸν καθιερώσητε τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ καθιερώσητε, τότε ὅλα τὰ νομοσχέδια θὰ ψηφίζωνται δι’ ἀναστάσεως.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδὲν προηγούμενον καθιεροῦται. Ὑμεῖς ἐζητήσατε ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀλλ’ ἐπροτάθη ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας.
§8ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Τότε μένει τὸ ζήτημα ἐκκρεμές· δὲν ἐψηφίσθη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἐψηφίσθη δι’ ἀναστάσεως, ἀλλ’ ὄχι δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Διέταξα νὰ μοὶ φέρωσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐπεξηγοῦσι κάλλιστα τὸ ζήτημα.
§10Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος ἀνήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ τὸ σύνολον τοῦ περὶ φορολογίας τῶν ζῴων νομοσχεδίου· ὁ κ. Βοζίκης ἐρωτᾷ τότε τὸν Πρόεδρον: «Κύριε Πρόεδρε, ἐψηφίσθη καὶ τὸ σύνολον;» ὁ Πρόεδρος ἀπαντᾷ «μάλιστα». Ἀρχίζει δ’ ὁ γραμματεὺς ν’ ἀναγινώσκῃ τὸ παρακάτω νομοσχέδιον...
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές· δὲν ἤρξατο ἡ ἀνάγνωσις ἄλλου νομοσχεδίου. Θὰ εὕρωμεν ἀμέσως, τί ἐγένετο. Ἰδού, μοὶ ἔφεραν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν).
§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ὁ κ. Πρόεδρος ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀκριβὲς, ὡς ἐπίσης εἶναι ἀκριβὲς ὅ,τι ἀναφέρουν τὰ πρακτικά, πλὴν τῆς παραλείψεως ἅπαξ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ρώμας πρὶν ἢ ὁ κ. Βιτάλης προβάλῃ τὴν ἔνστασιν. Πρὶν ἢ λοιπὸν ὁ κ. Βιτάλης ὑποβάλῃ τὴν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας ὁ κύριος Ρώμας ἐζήτησε τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ὁ Πρόεδρος ὅμως δὲν ἐξήτασε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ρώμα, διότι ἀμέσως ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας. Εἰς τὴν θέσιν ταύτην μένει τὸ ζήτημα, καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πρέπει ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§13Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμὲς, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία.
§14ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως μένει ἐκκρεμὴς ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ρώμα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως ὁ κ. Ρώμας ἐζήτησε νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις,—δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου,— ἡ διαφορὰ εἶναι μόνον, ὅτι ἐγὼ ἀντελήφθην, ὅτι ἐζητήθη ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις μετὰ τὴν ἔνστασιν τοῦ κ. Βιτάλη, ὁ δὲ κ. Ρώμας ἰσχυρίζεται ὅτι ἐζήτησε τοῦτο πρὸ τῆς ἐνστάσεως. Ἀλλὰ μόλις ἐγένετο ἔνστασις ἀπαρτίας, δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ πλέον συζήτησις περὶ οὐδενὸς θέματος.
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ἀπόλλυσι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ρώμας, μετὰ τὴν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας νὰ ζητήσῃ τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου βεβαίως. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως τῆς Βουλῆς. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἀναφέρουν, ὡς καὶ ἐγένετο τὸ πρᾶγμα, ὅτι μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον, ἐγὼ εἶπον: «Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ...» Δὲν εἶπον περὶ τίνος, διότι δὲν εἶχον πρόχειρον ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἠρεύνον νὰ τὴν εὕρω, ὅτε ἐγένετο ἔνστασις ἀπαρτίας.
§18ΧΟΙΔΑΣ. Ὥστε μένει ἀκέραιον τὸ ζήτημα.
§19ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικά.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας δὲν δύναται νὰ γείνῃ τι, δὲν δύναται νὰ γραφῇ τι ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ γραφῇ τι μετὰ τὴν ἔνστασιν, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὸ προσθέσω. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μετὰ τὴν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας οὐδὲν δύναται νὰ γραφῇ.
§21ΧΟΙΔΑΣ. Πρέπει νὰ μείνῃ ὅμως ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ κατέληξεν ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις.
§23ΧΟΙΔΑΣ. Θὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἔχομεν δικαίωμα ἢ ὄχι.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.
§25ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ λυθῇ.
§26ΖΩΤΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ τώρα τὸ ζήτημα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, τότε θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ συζητήσεως.
§28ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικά, δὲν ἀπομένει εἰς ἡμᾶς ἀκέραιον τὸ δικαίωμά μας.
§29ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Ῥώμας ὑπέβαλε πρότασιν νὰ προκληθῇ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ ὅτι μόλις ἔγεινεν ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας, δὲν ἠδύνατο νὰ σημειωθῇ ἄλλο τι εἰς τὰ πρακτικά.
§31ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥώμα ἐγένετο πρὸ τῆς ἐστάσεως τοῦ κ. Βιτάλη περὶ ἀπαρτίας.
§32Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ προβάλω τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, διότι δὲν εἰσηκούσθη ὁ κύριος Ῥώμας.
§33ΧΟΙΔΑΣ. Ὁ κύριος Ῥώμας, προβαλὼν τὴν πρότασιν περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἠναγκάσθη νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Βιτάλην νὰ παραιτηθῇ τῆς ἐνστάσεώς του περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοιαύτη συμφωνία. Ἀφοῦ ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγνώσω τὸν κατάλογον.
§35ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐγὼ λέγω τὸ ἑξῆς· ὅτι, ἐὰν ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ ὡς ἔχουσι, δὲν μένει ἀκέραιον τὸ δικαίωμά μου. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσῃ τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος, ἐὰν μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν δὲν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις κατόπιν ἑορτῆς.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς θέλετε νὰ γράψωμεν λοιπὸν εἰς τὰ πρακτικά;
§37ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ὅτι ἐψηφίσθη τὸ σύνολον δι’ ἀναστάσεως.
§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἔχει κατὰ τοῦτο δίκαιον, ὅτι, ἐὰν ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι τὰ πρακτικὰ λέγουσιν, ὅτι ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ συνόλῳ. Ἄρα δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, προεβλήθη μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἀναγγελίαν τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίου καὶ τὴν ἕνεκα τούτου ὑποβολὴν τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑπὸ τοῦ κυρίου Βιτάλη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀμφισβητοῦσι τοῦτο, καίπερ ἐπιβεβαιούμενον ὑπὸ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἔχουσι καλῶς τὰ πρακτικὰ ἢ ὄχι.
§39ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Δέχομαι τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν.
§41Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις. Ἐπιθυμῶ διόρθωσιν σφάλματός τινος. Ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐσφαλμένως ἀναγράφεται «τοῦ δημάρχου Αὐλῶνος», ἐνῷ τὸ ὀρθὸν εἶναι, ὡς εἶπον χθὲς, «τοῦ δημάρχου Κυμαίων»· καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ διορθωθῇ.
§43Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γίνεται συζήτησις, ἐνῷ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν προεβλήθη ἔνστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ζακύνθου περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἢ ἂν δὲν προεβλήθη. Ἀρκεῖ ὅτι ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐβεβαιώσατε καὶ πολλοὶ Βουλευταὶ καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, ὅτι προεβλήθη ἡ ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας... (διάλογοι).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι Βουλευταί.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐγένετο ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῷ συνόλῳ δι’ ἀναστάσεως. Μετὰ τὴν ψήφισιν τούτου προὐτάθη ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας, καὶ μετὰ ταῦτα ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου ἔκαμε πρότασιν περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ὑμεῖς εἶσθε πιστευτὸς, κύριε Πρόεδρε, διότι σᾶς βοηθοῦν τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε· ἐν τούτοις, καίτοι ἔγεινε ψηφοφορία δι’ ἀναστάσεως, νομίζω ὅτι δὲν ἀπωλέσθη τὸ δικαίωμα οὔτε σήμερον ἀκόμη, ἐὰν δὲν μετέβη εἰς ἄλλο θέμα τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἡ Βουλή, νὰ ζητήσῃ καὶ ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτὴς ἢ καὶ ἄλλος οἱοσδήποτε, ὅπως γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ ὑμέτερον πνεῦμα, κύριε Πρόεδρε, δηλαδὴ ἐννοεῖτε ὅτι δὲν ἀπώλεσε τὸ δικαίωμα οἱοσδήποτε Βουλευτής, μετὰ τὴν δι’ ἀναστάσεως ψήφισιν τοῦ συνόλου νὰ ζητήσῃ τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Οἱοσδήποτε Βουλευτὴς ἐπιφυλάττει πάντοτε τὸ δικαίωμα τῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίας, διότι δὲν ἀπωλέσθη τὸ δικαίωμα αὐτοῦ τοῦτο ἐπειδὴ ἀμέσως ἐπῆλθεν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ὥστε τὴν τοιαύτην ἔνστασιν δύναται ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ καὶ σήμερον.
§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς διατείνεται ὅτι ἀπωλέσθη τὸ δικαίωμα νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διότι προὐτάθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Δὲν ἐπῆλθε συνεννόησις μεταξὺ τοῦ κυρίου Ρώμα καὶ τοῦ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ, καὶ ὁ δεύτερος προέτεινε τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ὁ κ. Ρώμας, πολιτικώτερος τοῦ ἑτέρου, ἐπεθύμει νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα ἐπεδιώκετο διὰ τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, τὸ ἴδιον καὶ διὰ τῆς ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως...
§47ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Μάλιστα· εἶμαι εἰλικρινής.
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βλέπετε ὅτι ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς συμφωνεῖ πρὸς ὅσα ἐγὼ λέγω... Ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας προὐτάθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, χωρὶς νὰ συνεννοηθῇ καὶ χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ ἦτο προσφορωτέρα εἰς τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν συνέβη, εἴτε προηγήθη ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, εἴτε προηγήθη ἡ πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι, ἐὰν μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον δι’ ἀναστάσεως, μετὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν ὑπὸ τοῦ κ. Μοσχούλα καὶ ἄλλων, μετὰ τὴν ἑτέραν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν ἑτέρου νομοσχεδίου, δὲν ἀπωλέσθη τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, ὅπως ἡ ψηφοφορία γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, τοῦ Προέδρου ἀναγγείλαντος τὴν συζήτησιν ἑτέρου νομοσχεδίου, ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τοῦ δι’ ἀναστάσεως ἤδη ψηφισθέντος δὲν εἶναι δυνατή. Ἑπομένως λέγω, ὅτι περιττὴ εἶναι ἡ συζήτησις, ἐὰν προὐτάθη πρὶν ἢ ἔπειτα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι προὐτάθη—καὶ τοῦτο ὅλοι ὁμολογοῦσι— μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Προέδρου, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν ἑτέρου νομοσχεδίου. Καὶ δὲν ἀνέφερε μὲν ὁ Πρόεδρος ποίου νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἶπε «πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ...» Μετὰ τὴν δήλωσιν λοιπὸν τοῦ Προέδρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῇ ἔνστασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ ἑπομένως ἀπωλέσθη τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτοῦ.
§49ΧΟΙΔΑΣ. Ναί, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἐνθυμεῖται πότε ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν ἔνστασιν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡ ἀντίληψις ἡ ἰδική μου ἦτο τοιαύτη, καὶ πρὸς τὴν ἀντίληψίν μου συνεφώνησαν καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τὰ ὁποῖα περιέλαβον ἀγορεύσεις Βουλευτῶν μετὰ τὴν ἀναγγελίαν τοῦ Προέδρου, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§51ΧΟΙΔΑΣ. Σχεδὸν ἀμέσως ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν πρότασιν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ κύριος Ρώμας δὲν ἔδωκε τὴν δέουσαν προσοχήν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἠγόρευσαν οἱ κύριοι Μοσχούλας, Βοζίκης κλπ.
§53ΧΟΙΔΑΣ. Ὥστε θὰ ἐπικυρωθῶσιν, ὡς ἔχουσι, τὰ πρακτικά;
§54Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἐνθυμεῖται ὅτι ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐπηκολούθησε.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές.
§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι γιγνομένης ἐνστάσεως περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν πρακτικῶν ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν τὰ πρακτικὰ εἶναι ἀκριβῆ ἢ ὄχι. Ἤδη ἡ Βουλὴ κατὰ πλειονοψηφίαν εἶπεν, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθησαν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σικυῶνος, ἐκφράζοντος τὴν λύπην του διὰ τὰς μομφάς, τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Π. Δ. Πετρίδης ἀπηύθυνεν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Καλκανδῆ. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ Δ. Λερίου, διευθυντοῦ ἰδιωτικοῦ ἐκπαιδευτηρίου καὶ ἀρχαίου διδασκάλου, αἰτουμένου καὶ ἐξ ὀνόματος τῶν συναδέλφων του, ὅπως οἱ διευθυνταὶ τοιούτων ἐκπαιδευτηρίων ἐξαιρεθῶσι τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§58Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κληρώσεως τῶν στρατευσίμων Θεσσαλίας τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1897 καὶ 1898 τῶν νομῶν Λαρίσης, Τρικκάλων, Καρδίτσης καὶ Μαγνησίας καὶ τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν κληρωτῶν καὶ οὐχὶ εἰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, προκειμένου περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων καὶ τῆς περιοδείας αὐτῶν κατόπιν τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας.
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον.
§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατεύματος. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θεωρῶ καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, καίτοι ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει δικαιολογεῖται ἀποχρώντως ἡ ὑποβολὴ αὐτοῦ. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸ πολλοῦ εἶχεν ἀποφασίσει, ὅπως συνταχθῇ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν ἐντολὴν ταύτην ἀνέλαβε νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Οὗτος εἰργάσθη ἐπὶ μακρόν, ὡς ὁ ἴδιος ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν, καὶ κατήρτισε σχέδιον νόμου, ὅπερ καὶ διενεμήθη τοῖς κ. Βουλευταῖς, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου, εἰργάζετο εἰς τὴν σύνταξιν τούτου τοῦ νομοσχεδίου, ὑπεβλήθη αὐτῷ παρὰ τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου ἕτερον σχέδιον νόμου, ἢ μελέτη, ὡς αὕτη ἀποκαλεῖται, ἀφορῶσα εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὴν παραβολὴν τῶν δύο τούτων ἐργασιῶν εὑρέθη, ὅτι ἐπεκράτει ἀσυμφωνία ὡς πρὸς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ἴσως καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἐν τούτοις κατωρθώθη διὰ συνεννοήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μετὰ τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία τις ἐπὶ τῶν δύο τούτων μελετῶν. Καὶ ὄντως ἐπῆλθε συμφωνία τις εἰς τινα σημεῖα. Δὲν ἦτο δυνατὸν ὅμως νὰ ἐπέλθῃ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, ἤτοι νὰ συγχωνευθῶσιν οἱ δύο ὀργανισμοὶ εἰς ἓν κείμενον. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εὗρον τὴν ἐργασίαν τὴν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Βεβαίως θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ἤμην εἰς θέσιν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν ἐργασίαν ταύτην, τοῦ προκατόχου μου κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ ὑποβάλω ταύτην ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, ὡς ἐδήλωσα καὶ κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν, διαφωνῶ πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύτην εἰς ἀντικείμενα θεμελιώδη αὐτῆς, καὶ ἑπομένως δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, ὡς ἀντικείμενον πρὸς τὰς πεποιθήσεις μου. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἐκθέσω εἰς τίνα σημεῖα διαφωνῶ πρὸς τὸ σχέδιον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου ἐκπονηθέντος. Ἐν τούτοις βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι σήμερον ὁ στρατὸς διέπεται ὑπὸ ὀργανισμοῦ οὐχὶ πεπαλαιωμένου συστήματος, οὐχὶ ἀπηρχαιωμένων χρόνων, ἀλλ’ ὑπὸ ὀργανισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς νεωτέρας τακτικῆς. Ὁ ὀργανισμὸς οὗτος χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1887, ἐποχῆς, καθ’ ἣν πάντες οἱ ὀργανισμοὶ τῶν στρατῶν τῆς Εὐρώπης ἦσαν συντετελεσμένοι. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ὑπῆρξεν ἀτελὴς ἐν πολλοῖς, καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν διαφόρων μονάδων τῆς διοικήσεως καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὕπαρξιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, ὁ στρατὸς ἡμῶν περιλαμβάνει τὰς μικρὰς λεγομένας μονάδας τῆς διοικήσεως, οἷον τὸν λόχον, τὸ τάγμα καὶ τὸ σύνταγμα, παραλείπονται δὲ αἱ μεγάλαι μονάδες, οἷον ἡ ταξιαρχία, ἡ μεραρχία καὶ τὸ σῶμα στρατοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν διοίκησιν τῶν στρατῶν ἔν τε εἰρήνῃ καὶ πολέμῳ. Ἡ στρατιὰ εἶναι μονὰς τῆς ἀνωτέρας διοικήσεως, ἀλλὰ περὶ αὐτῆς δὲν πρόκειται σήμερον, διότι ὁ στρατὸς ἡμῶν δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς καταρτίσεως αὐτῆς, ἅτε μὴ ἀποτελούμενος ἐκ πλειόνων σωμάτων στρατοῦ. Ἔκρινα ὅθεν, τό γε νῦν, νὰ συμπληρώσω τὰς μονάδας ταύτας πρῶτον διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τῆς ἀνταποκρινομένης πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς μοίρας ἢ σώματος στρατοῦ (Corps d’ armée) καὶ συνεπῶς τῶν ὑποδεεστέρων μονάδων, τῆς μεραρχίας καὶ ταξιαρχίας. Παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει κατήρτισα ἐπιτελεῖον, ἀρχηγὸς τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁρισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ξένος ἀξιωματικός. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, μετακαλούμενος ἐνταῦθα καὶ καταλαμβάνων τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, δύναται, ποιούμενος χρῆσιν τῶν φώτων καὶ τῆς μακρᾶς αὑτοῦ πείρας, καὶ ἀρυόμενος πάσας τὰς πληροφορίας τὰς ἀφορώσας εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν, νὰ συντάξῃ τὸν κατάλληλον διὰ τὴν χώραν ἡμῶν ὀργανισμόν, ὅστις ἄνευ ἀντιλογίας θ’ ἀνταποκριθῇ εἰς πάσας τὰς προσδοκίας ἡμῶν. Ταύτας τὰς πληροφορίας εἶχον νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ἵδρυσιν ἢ σύστασιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἥτις, ἐπιλαμβανομένη τῶν καθηκόντων αὑτῆς εὐθὺς ὡς ἤθελε ψηφισθῇ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, θὰ δυνηθῇ ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν προκαταρκτικὴν ἐργασίαν, τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς σύνταξιν τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐν κοινῇ συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ, ὅστις μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατεύματος. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐξήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, νομίζω, περὶ τοῦ λοχαγοῦ Διαμαντοπούλου.
§61Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς λέγετε, τί ἀπέγεινε δι’ αὐτὸν, διὰ νὰ μὴ προκαλῶμεν συζήτησιν;
§62ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ Διαμαντόπουλος λαμβάνει μισθὸν ἐνεργείας· ὁ Διαμαντόπουλος, ἐν ἀποστρατείᾳ διατελῶν, θὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, καὶ ἑπομένως θὰ λαμβάνῃ τὴν σύνταξιν τοῦ ταγματάρχου. Καὶ ἕτερος Βουλευτὴς—δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος—χθὲς ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ τῶν ἀντισηκωμάτων τῶν διαθεσίμων. Ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι συντετελεσμένη. Ὡρίσθη ὅτι ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἕκαστος προσέφερε κατὰ τοὺς 15 μῆνας, καθ’ οὓς ὑπηρέτησαν οἱ διαθέσιμοι, θὰ λάβῃ τὸ ἀναλογοῦν αὐτῷ ποσόν.
§63ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε θὰ τὸ λάβῃ, κύριε Ὑπουργέ;
§64ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅλος ὁ φάκελλος εἶναι εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἑπομένως οὐδὲν ἔχομεν ἡμεῖς νὰ πράξωμεν.
§65ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πίστωσις περὶ αὐτοῦ;
§66ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νομίζω. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτοῦ, ζητήσαντος νὰ καταθέσω τὰς ἐκθέσεις τῶν ἀρχηγῶν ἐπιθεωρητῶν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ προβῶ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀφορῶσι τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀφορῶσι τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος, καὶ ἑπομένως δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, τοιαῦτα ἔγγραφα, ἐλέγχοντα τὴν διαγωγήν, τὰς ὑπηρεσίας, τὴν συμπεριφορὰν ἐν γένει τῶν ἀξιωματικῶν, νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὡραῖα!
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 94–96).
§69Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Θὰ ζητήσω πληροφορίαν ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ὑπάρχει πραγματικῶς πίστωσις διὰ τὰ ἀντισηκώματα.
§70Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ μὲν ἐκκαθαρισθεῖσαι τοιαῦται ἀπαιτήσεις ἐπληρώθησαν ἐκ πιστώσεως ἀναγεγραμμένης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν «Ἐπιστροφαὶ χρημάτων». Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνήρχετο εἰς δρ. 40,000 περίπου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ὑπόλοιπον, ἀνεγράφη πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900.
§71ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ ἀπαιτήσεις εἶναι ἐκκαθαρισμέναι;
§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὅλαι. Εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ ἑπομένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρίσκονται 125,000 δραχμαὶ ἀκόμη. Δὲν ἠξεύρω, ἂν εἰς τὸ Συνέδριον ἢ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπάρχει ὑπόλοιπον. Τὸ ὅλον ἀνέρχεται εἰς δραχ. 200,000 περίπου.
§73ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πατρῶν διὰ δύο ψηφισμάτων παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ μὲν τοῦ πρώτου νὰ διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι διέρχονται διὰ τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν, διὰ δὲ τοῦ ἑτέρου ψηφίσματος νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Τὴν παράκλησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐν γένει τῶν δήμων, ἰδίᾳ δὲ τοῦ τῶν Πατρῶν, ὅστις κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐπισκευῆς τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν. Ἀφοῦ δὲ ἅπαξ ἐχαρακτηρίσθησαν αὗται ἐπαρχιακαί, ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Δημόσιον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν. Τρεῖς νομίζω ὅτι εἶναι μόνον, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ δαπάνη εἶναι μικρά. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην παράκλησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας εἶχον παρακαλέσει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τὰς Πάτρας περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἡ φωνή μου, ἀσθενής, ὡς πᾶσα φωνὴ ἀντιπολιτευομένου, ἐξηφανίσθη εἰς τὸ κενὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Ἤδη ἂς ἐνισχυθῇ τοὐλάχιστον ἡ ἀστυνομία δι’ ἀποστολῆς ἱππικῆς δυνάμεως, ἵνα σωθῶσι τὰ κτήματα τῶν φορολογουμένων πολιτῶν.
§74Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐζήτησαν τὴν ἀποστολὴν ἱππικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ἱππικὸν εὑρίσκεται ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἑπομένως εἶναι δύσκολον νὰ σταλῇ εἰς Πάτρας ἱππικὸν ἀπόσπασμα.
§75ΧΟΙΔΑΣ. Ἐὰν εἶναι ἀδύνατον, βεβαίως δὲν ἐπιμένω.
§76ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ ὁ κύριος Ῥοῦφος καὶ ὁ κύριος Παπαδιαμαντόπουλος μοὶ ὡμίλησαν περὶ τῆς ἀποστολῆς ἱππικοῦ ἀποσπάσματος, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ.
§77Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν εἶναι δυνατόν;
§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι δὲν ὑπάρχει ἱκανὴ δύναμις ἐνταῦθα, καθόσον τὰ δύο συντάγματα τοῦ ἱππικοῦ εὑρίσκονται ἐν Θεσσαλίᾳ.
§79ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκετὰ φορολογοῦνται οἱ ἄνθρωποι διὰ τὸν στρατὸν, τὸν ὑπάρχοντα σήμερον ἐν Ἑλλάδι. Τοὐλάχιστον ἂς ἔχωσιν ἀσφάλειαν!
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξενοφῶν Κυριαζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§81ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ρικάκη. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος, καὶ θὰ ὁμιλήσητε μὲ τὴν σειράν σας.
§83ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ σταλῇ στρατιωτικὴ ἐνίσχυσις εἰς τὴν ἀστυνομίαν Πατρῶν, ὅπου ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἀνάγκη πάσης ἄλλης περιφερείας, πρὸς φύλαξιν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατὶ εἰς τὰς Πάτρας νὰ μὴ δύναται νὰ γείνῃ αὐτό.
§84Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Λοκρὶς εἶναι μία ἐκ τῶν εὐπορωτέρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, καὶ οὐδέποτε ἐζήτησε νὰ λάβῃ παροχὴν κυβερνητικήν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπεκράτησε μεγάλη ἀνομβρία. Πάντες οἱ δῆμοι τῆς Λοκρίδος ἔπαθον καταστροφὴν εἰς τοὺς καρποὺς τοὺς δημητριακοὺς, ἰδίως δὲ κατεστράφη ὁ δῆμος τῆς Ἐλατείας, ὅστις στερεῖται τῶν πάντων, διότι ὁ δῆμος Ἐλατείας δὲν ἔχει καμμίαν ἄλλην πρόσοδον, εἰμὴ τὴν πρόσοδον τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι δῆμοι ἔχουσι καὶ τὴν κτηνοτροτροφίαν, ἥτις εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν ἀνεπλήρωσε τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου των. Οἱ κάτοικοι λοιπὸν τοῦ δήμου Ἐλατείας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ψηφίσωσι νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀνασταλῇ ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων τοῦ ἔτους 1899 μέχρι τέλους τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου, ὅτε θὰ ἔχωσι τὰς προσόδους των διὰ νὰ πληρώσουν.
§85ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δικαιότατον.
§86Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἕξ μηνῶν προθεσμίαν ζητοῦσιν οἱ ἄνθρωποι. Δὲν ἔχουσι καμμίαν ἔλλειψιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων των. Ἐὰν λάβητε τοὺς πίνακας, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ Λοκρὶς εἶναι ἡ μόνη ἐπαρχία, ἡ ὁποία καθυστερεῖ μόνον 3–4% ἐπὶ τῶν φόρων, ἐνῷ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι αὐξάνουσι μέχρι τοῦ 67%. Ἐνδέχεται εἰς καὶ μόνος δῆμος νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν ταύτην, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ Θεσσαλικὸν, ἂς φροντίσῃ νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν μία συνδρομὴ δι’ ἀναστολῆς τῶν φόρων μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ἐκ τοῦ δήμου Παμίσου ἰδίᾳ, ἀπηύθυναν οἱ πολῖται πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς, ὑπογεγραμμένας παρὰ πλείστων πολιτῶν, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦσιν, ἐὰν πραγματικῶς ἀπεφασίσθη ἡ μεταστάθμευσις τοῦ τάγματος τοῦ ἑδρεύοντος ἐκεῖ, νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ μετάθεσις αὕτη. Τὰς ἀναφορὰς ταύτας ἔπεμψαν εἰς ἐμὲ, διὰ νὰ κάμω λόγον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Ἔχω τὸ θάρρος, κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῶ εἰς τὴν σύστασιν ταύτην, διότι γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ ἔστειλεν ἔγγραφον, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν, διὰ τοῦ ὁποίου παρεκαλεῖτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποστείλῃ ἐκεῖ ἓν τάγμα διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ τόπου ἐκείνου. Μετὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τῇ κοινῇ ἀποφάσει, ὑπέβαλον διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὥρισα ἕδραν τοῦ τάγματος τὸ Νησίον, ὡς κέντρον καὶ τῆς περιφείας Καλαμῶν καὶ τῆς Μεσσήνης, διὰ νὰ ἐπιτηρηθῇ ἡ τάξις καὶ ἀποκατασταθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Πρὸ τῆς ἀποστολῆς τοῦ τάγματος, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀσφάλεια ἐν Μεσσήνῃ εἶχε διασαλευθῆ. Εἰς ἓν χωρίον, κατά τινα συμπλοκὴν, ὀκτὼ ἔπεσαν θύματα, εἰς τὸ χωρίον Μαυρομμάτι τοῦ δήμου Παμίσου...
§89ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§90Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Εἰς ἄλλο χωρίον, εἰς τὸ χωρίον τῆς Ἀνδανίας Σανδάνιον, κατ’ ἄλλην συμπλοκὴν, τρεῖς ἄλλοι ἐγένοντο φόνοι, ἐπυρπολήθη δὲ καὶ ἓν οἴκημα. Ἡ ἀταξία, ἐν μιᾷ λέξει, βασιλεύει ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Διὰ τοῦτο καὶ πάντοτε εἴδομεν ἁπάσας τὰς Κυβερνήσεις, νὰ ἀποστέλλωσιν ἐκεῖ εὐζωνικὰ τάγματα, ὡς λόγου χάριν ἄλλοτε εἴδομεν ἀποσταλέντα τὸν κ. Μπαϊρακτάρην, τὸν μακαρίτην λοχαγὸν Σαράτζογλουν καὶ ἄλλους ἀξιωματικούς, διότι ἀληθῶς ὁ τόπος ἐκεῖνος ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν παρεκτρέπεται ἐπικινδύνως. Δὲν ἠξεύρω, ἂν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὑπεβλήθη διάταγμα περὶ μεταθέσεως τοῦ τάγματος ἐκ Νησίου, ἢ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν σκοπεῖ νὰ μεταθέσῃ τὸ τάγμα. Ὁπωσδήποτε, πρὶν ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς προβῇ εἰς τὴν μετάθεσιν ταύτην, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ζητήσῃ τὸ ἔγγραφον τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν, ὅπερ εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς δὲ νὰ ζητήσῃ καὶ νέας πληροφορίας παρ’ αὐτῶν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει πεισθῆ, ὅτι ἀληθῶς ἡ παρουσία τοῦ τάγματος ἐν Μεσσήνῃ ἔχει σπουδαῖον λόγον ἀπέναντι τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου ἐκείνου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν εἶναι εἰς καιρὸν σήμερον, νὰ μοὶ δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχει ἀποφασίσει νὰ προσκαλέσῃ τὸ τάγμα εἰς Ἀθήνας, παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν ἔγγραφον τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν.
§91Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἐπιστολὰς ἐκ Μεσσήνης πολλὰς παρὰ συγγενῶν καὶ φίλων μου περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τουτέστι περὶ τῆς μὴ μεταθέσεως τοῦ εὐζωνικοῦ τάγματος ἐκ Μεσσήνης. Ἡ τοποθέτησις τοῦ τάγματος ἐκεῖ ἐθεωρήθη πρὸ πολλῶν χρόνων ἀναγκαιοτάτη. Ὄντως ἐν Καλάμαις ἑδρεύει σύνταγμα πεζικοῦ, ἀλλὰ τοῦτο ἰδανικῶς ὑπάρχει, ὄχι οὐσιαστικῶς, διότι ἓν τάγμα αὐτοῦ ἔχει ἀποσπασθῆ εἰς Πάτρας, ἕτερον εἰς Σπάρτην, ἕτερος δὲ λόγος εἰς Πύλον καὶ ἕτερος εἰς Κυπαρισσίαν, διότι ὑπάρχει ἀνάγκη καθ’ ἑκάστην διὰ τὴν φρουρὰν τῶν φυλακῶν, ἤτοι διὰ τὴν ἀλλαγὴν τῶν φρουρῶν, 70 ἕως 80 ἀνδρῶν. Πάντοτε ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἐν Μεσσήνῃ ἡ τοποθέτησις εὐζωνικοῦ τάγματος, διότι διὰ τῆς παρουσίας αὐτοῦ προλαμβάνονται ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ συμβαίνουσι. Καὶ τῷ ὄντι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς αἱ ἀρχαὶ παρέστησαν τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ τὸ τάγμα ἐστάλη ἐκεῖ, προελήφθησαν πολλὰ δυστυχήματα. Οὐ μόνον δ’ εἰς τοῦτο εἶναι χρήσιμον, ἀλλὰ συντελεῖ καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀφήσῃ ἐκεῖ τὴν ἕδραν τοῦ τάγματος τούτου, μολονότι, ὡς εἶπον, μόνον τὸ ἓν τρίτον τῆς δυνάμεως αὐτοῦ ὑπάρχει ἐκεῖ, διότι ὑπάρχουν ἀποσπάσματα καὶ εἰς τὸ Οἴτυλον καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Γόρτυνος, Πυλίας καὶ Τριφυλίας καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Ἐὰν δὲ ἀνάγκαι ὑπηρεσιακαὶ ἀναγκάζουσι τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσπάσῃ λόχους ἐξ αὐτοῦ, τοῦτο ἐνισχύει τὴν ἰδέαν τῶν κατοίκων. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ νὰ διατάξῃ τὴν διαμονὴν τοῦ τάγματος τούτου ἐν Μεσσήνῃ, ἥτις σύσσωμος ἐξηγέρθη ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τῆς ἐκεῖθεν μεταθέσεώς του. Ἡ μετάθεσις τοῦ τάγματος τούτου ἐκ Μεσσήνης πολλὰ συμφέροντα θὰ παραβλάψῃ τῆς τε κοινωνίας ἐκεῖ ὡς καὶ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ τάγμα εἶναι διὰ πολλοὺς λόγους ἀνάγκη νὰ μείνῃ ἐν Μεσσήνῃ. Πᾶσα ἄλλη ἰδέα ἀντιστρατεύεται εἰς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς Πολιτείας.
§92Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἀνέφερεν ἔγγραφα, σχετικὰ πρὸς τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ εὐζωνικοῦ τάγματος ἐκ Μεσσήνης. Ἐν τούτοις δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ἀμέσως, ὅτι λόγοι ὑπηρεσιακοί, λόγοι ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατεύματος, λόγοι μὴ ἀντιστρατευόμενοι πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάκλησιν τοῦ τάγματος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης εἰς τὴν ἀρχικῶς ὁρισθεῖσαν ὡς ἕδραν ἐπιστρατεύσεως, ἐνταῦθα. Οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν Μεσσήνῃ ἐκ τοῦ 2ου εὐζωνικοῦ τάγματος δὲν εἶναι ἢ μόνον 43 στρατιῶται, 3 ἀξιωματικοὶ καὶ 5 ὑπαξιωματικοί. Ἐνοεῖται δέ, ὅτι, ὅταν τὸ τάγμα ἔλθῃ εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἐπιστρατεύσεως, θ’ ἀντικατασταθῇ ἐκεῖ δι’ ἴσης στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἀπεσπασμένης ἐξ ἄλλων σωμάτων, καὶ ἑπομένως οὐδένα διατρέχει κίνδυνον ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ἀλλὰ καὶ ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη ἐνισχύσεως τῆς στρατιωτικῆς ταύτης δυνάμεως πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν μερῶν ἐκείνων, ἡ ὑπηρεσία θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν προκάτοχόν μου, ὅτι ἡ διασκόρπισις τῶν ταγμάτων εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ μόρφωσιν τοῦ στρατεύματος. Ἄλλως καὶ ἡ Σπάρτη ἔχει τὴν ἀξίωσιν τοῦ καθορισμοῦ ἕδρας συντάγματος ἢ τάγματος, καὶ ἡ Τρίπολις, ἥτις ἦτο πάλαι ποτὲ ἕδρα τάγματος, καὶ τὸ Ἀγρίνιον καὶ πλεῖσται ἄλλαι πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Ἂν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο εἰσέλθωμεν καὶ διανείμωμεν τὸν στρατὸν κατ’ ἐπαρχίας καὶ πόλεις, βεβαιότατα θ’ ἀπολήξωμεν εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν αὐτοῦ. Δὲν φρονῶ ὅτι ἡ διανομὴ τῶν ταγμάτων εἶναι συντελεστικὴ εἴτε εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, εἴτε εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ στρατοῦ. Ἄλλως τε, ὡς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ὡμολόγησε, δὲν ὑπάρχει τάγμα ἐν Μεσσήνῃ, ἀλλὰ μόνον στέλεχος, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐδὲν συντελεῖ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς διασπορᾶς τοῦ στρατεύματος.
§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συγκέντρωσις στρατευμάτων, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐὰν δὲν ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς, δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ. Τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πάντες οἱ στρατιωτικοὶ, καὶ οὐχὶ μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, (ὅστις μὲ καταγγέλλει) ἔχουν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διασκορπίσεως τοῦ στρατοῦ, τὴν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰ διατάγματα καὶ τοὺς ὀργανισμούς, οὓς εἰσηγήσατο ἄλλοτε ἐνταῦθα, καὶ ἐνήργησεν, ὅπως γένωνται νόμοι τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἐζήτησα τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ τάγματος εἰς Μεσσήνην, τὴν ἐζήτησα τῇ ἐπιμονῇ τῶν ἀρχῶν, καὶ τὴν ἐξετέλεσα, διότι γνωρίζω τὴν Μεσσήνην, καθόσον ἐκεῖθεν μέχρι τινὸς ἐξελεγόμην ἀντιπρόσωπος, ἐκεῖ κατοικῶ καὶ ἔχω τὴν περιουσίαν μου, καὶ γνωρίζω καλῶς τὴν ἱστορίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ τόπου. Δὲν εἶναι δ’ ἄλλως ἄγνωστος εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἡ κατάστασις ἡ ἐκεῖ βασιλεύουσα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Ἔχει δὲ καὶ ὑποχρεώσεις ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, ὅπως διατηρῇ ἐκεῖ στρατὸν ἐπαρκῆ, διότι αὕτη προσφέρει ὑπὲρ πᾶσαν ἴσως ἄλλην εἰς τὸ Δημόσιον. Ἂν μάλιστα διαταραχθῇ ἡ δημοσία τάξις, θὰ μειωθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν πληρώσῃ τὰς φυλακὰς ἐκ πολιτῶν, μὴ ἀποτισάντων τοὺς φόρους, πάλιν θὰ ζημιωθῇ. Γνωρίζω ποῖος λόγος παρεκίνησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ τάγματος. Λυποῦμαι, διότι ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι ἐναντίον μου, ἀλλ’ ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ψηφίζουσι τὰς διαταγάς του. Ἐντὸς μικροῦ θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ στείλῃ ἐκεῖ τὸ τάγμα, ἢ ἄλλην ἰσάριθμον δύναμιν, διότι ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν ἀποκατέστη, διότι φυγόδικοι διατρέχουσι τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι πρὸ ὀλίγου ἀκόμη, πρὸ τῆς ἀπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος παραιτήσεώς μου, ἔλαβον χώραν ἐγκλήματα, καὶ ὑπάρχει ἀναβρασμὸς ἐπικίνδυνος. Ἡ παρουσία τοῦ εὐζωνικοῦ τάγματος καὶ μόνη συντελεῖ εἰς τὸ νὰ συγκρατήσῃ τὸ κακόν· ὁσοσδήποτε στρατὸς καὶ ἂν ὑπάγῃ εἰς Μεσσήνην, δὲν θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, οἷον τὸ εὐζωνικὸν τάγμα. Ἡ παρουσία του μόνη ἀρκεῖ νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§95ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐσκόπουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ὅτε ἤθελεν ἔλθει ἡ σχετικὴ πρότασις, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ δίδετε τὸν λόγον κατὰ σειράν, θέλω ὑποβάλει τὴν γνώμην μου ἤδη, ἵνα μὴ ἐπανέλθω. Πολλάκις ἔλαβον τὸν λόγον καὶ παρεκάλεσα νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν μας καὶ περὶ διαθέσεως τοῦ χρόνου. Ἐὰν δ’ ἐλαμβάνετο περὶ τούτου πρόνοια, δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν, καὶ δὲν ἠθέλομεν ἀπολέσει πολύτιμον χρόνον. Σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην ἐργασίας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας, καὶ πάντες ὀφείλομεν νὰ ὑποδείξωμεν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα ἀποτελεσματικῶς νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν. Ἔχομεν ὑποχρεώσεις πρὸς τὸν τόπον καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς παραβλέπομεν, καὶ παρέρχεται ὁ καιρὸς εἰς συζητήσεις περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δύνανται μὲν νὰ ὦσι χρήσιμα, ἀλλὰ δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Ἐρχόμεθα μὲ μεταρρυθμιστικὰς ἰδέας· διατί; ὅπως ἀνακουφίσωμεν τὸν λαὸν, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν πράττομεν· καθ’ ἑκάστην μᾶς γράφουσι καὶ μᾶς ἐρωτῶσι: «τί πράττετε; Ἀκολουθήσατε τὸ παράδειγμα τῶν Θεσσαλῶν.» Ἀλλὰ πῶς νὰ τοὺς προστατεύσωμεν; Καλὸν εἶναι νὰ κανονίσωμεν τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας. Εἶναι σφαλερὰ ἡ ἰδέα, νὰ ἐργαζώμεθα μόνον τὸ ἑσπέρας. Τοῦτο εἶναι ἡ κυρία αἰτία τῆς ἀποτυχίας, καὶ διὰ τοῦτο συμβαίνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη χθὲς καὶ προχθὲς, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν εἰς ἀντεγκλήσεις. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία προΐσταται τῆς πλειονοψηφίας, νὰ κανονίσῃ ἀποτελεσματικῶς τὰς ὥρας. Ἐγὼ θὰ πράξω ὅ,τι ἀνθρωπίνως εἶναι δυνατόν. Πρέπει νὰ στενοχωρηθῶμεν ὀλίγον, ἑπομένως πρέπει νὰ ἀρχίζωμεν ἐνωρίτερον, νὰ ὁρισθῇ δὲ καὶ ὁ χρόνος τῶν ἐπερωτήσεων. Ὑποβάλω καὶ ἑτέραν πρότασιν προσωρινήν. Ἐπειδὴ βλέπω ὅτι αἱ ἐργασίαι κατεπείγουσιν, ἔχομεν δὲ πολλὰ ἀντικείμενα, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔρχονται νὰ βελτιώσωσι ψηφισθέντας νόμους, καὶ ἐπειδὴ ἔρχονται δύο ἑβδομάδες, μεθ’ ἃς αἱ ἐργασίαι λήγουν, ἤθελον προτείνει νὰ συνερχώμεθα τὴν πρωΐαν, εἰς τὰς 9, μέχρι τῆς μεσημβρίας, καὶ ἔπειτα πάλιν ἀπὸ τῆς 2 μ. μ. μέχρι τῆς ἑσπέρας.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν, ὅπως συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ δὶς τῆς ἡμέρας;
§97ΡΙΚΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§98Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ρικάκη ὑποστηρίζομεν καὶ ἡμεῖς, διότι συμβαίνει, οἱ ἐν Ἀθήναις οἰκοῦντες Βουλευταὶ νὰ μὴ ἔρχωνται ἐνωρὶς εἰς τὸ Βουλευτήριον, ὑποφέρομεν δ’ ἕνεκα τούτου ἡμεῖς οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν. Καὶ ἐγὼ προτείνω νὰ ἀρχίζωμεν τὰς ἐργασίας μας εἰς τὰς 9 π. μ., νὰ διακόπτωμεν τὴν μεσημβρίαν, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν μετὰ μεσημβρίαν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ δὶς τῆς ἡμέρας;
§100Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀφορῶσα τὰς προτάσεις καὶ τὴν ψήφισιν αὐτῶν· ὑμεῖς δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶσθε ὁ φύλαξ τοῦ Κανονισμοῦ, ὀφείλετε νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλάκις ὑπεβλήθησαν τοιαῦται προτάσεις καὶ οὕτως ἐψηφίσθησαν, ὑμεῖς δ’ αὐτὸς ἐξανέστητε ἄλλοτε κατὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Ρικάκη.
§102ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑποστηρίζουσι δέκα Βουλευταὶ τὴν πρότασιν;
§103ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ὁρίσῃ τὴν ὥραν. Ἡμεῖς ὡρίσαμεν νὰ συνερχώμεθα τὴν 4ην μ. μ. Θέλετε τώρα νὰ ὁρίσητε τὴν 10 π. μ.; εἶναι δικαίωμά σας.
§104Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ εἶμαι μέλος τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Ποῖος δύναται νὰ ἔλθῃ τὸ πρωΐ; Ἐγὼ πρῶτος δὲν θὰ ἔλθω, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐπίσης. Δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀπαρτία, διότι τὴν πρωΐαν καταγινόμεθα εἰς τὰς ἄλλας ἐργασίας μας. Νὰ ἦσθε πρακτικώτεροι. Ὁρίσατε οἱανδήποτε ὥραν θέλετε, ἀλλὰ Βουλὴν πρὸ μεσημβρίας δὲν θὰ ἔχητε.
§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ρικάκη ἐπιτρέψατέ μοι τὸν λόγον. Ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Ρικάκη, οὐχὶ διότι θέλω νὰ φανῶ κωλυσιεργῶν, καθόσον οὐδέποτε ἔδειξα τοιαύτην διάθεσιν, παρετηρήσατε δὲ χθὲς, ὅτι, ἐνῷ οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως ἀπουσίαζον, πολλοὶ ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγώ, παρεμείναμεν ἐνταῦθα, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ οὕτω ἡ σειρὰ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, ὧν ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ρικάκη ἐγίνετο τυχὸν δεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἠθέλομεν περιπέσει εἰς τὸ ἄτοπον, νὰ βλέπωμεν ματαιουμένας τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καθόσον τὴν πρωΐαν δὲν θὰ κατωρθοῦτο ἀπαρτία, ὡς ἀπεδείχθη πολλάκις, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ ἐματαιοῦτο μετὰ τῆς πρωϊνῆς συνεδριάσεως καὶ ἡ συνεδρίασις ἡ μεταμεσημβρινή. Νομίζω ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ληφθῆ, νὰ ἀρχίζωσιν αἱ συνεδριάσεις τὴν 4 μ. μ. καὶ νὰ ἐξακολουθῶσι μέχρις ὅτου ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, εἶναι τὸ καλλίτερον, καὶ εἰς αὐτὸ δέον νὰ ἐμμείνωμεν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ προτεινόμενα μέτρα ἐδοκιμάσθησαν καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ τότε ἀπέτυχον, ὅπως θὰ ἀποτύχωσι καὶ τώρα, ἂν γείνωσι δεκτά.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τ’ ἀποφασισθέντα, καὶ νὰ προσπαθῶμεν νὰ διευκολύνωμεν τὰς ἐργασίας, οἱ μὲν μὴ παρελκύοντες τὰς συζητήσεις, οἱ δὲ προσερχόμενοι εἰς τὰς συνεδριάσεις.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Μάλιστα, μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε θὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα.
§109Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου καὶ διορθώσῃ ἓν ἄτοπον, ἐπιφέρον πλείστας ὅσας ζημίας εἰς πάντας τοὺς δῆθεν ἐμπόρους καὶ ἐμπορευομένους. Τὸ ἄρθρον 19 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου ὁρίζει τάδε: «Τὰ κατάστιχα, ἅτινα κατὰ τὸ ἄρθρον 8 καὶ ἑπόμενα τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου καὶ 408, 417 καὶ ἑπόμενα τῆς Πολιτ. Δικονομίας ἔχουσι δύναμιν ἀποδεικτικὴν ὑπὲρ τῶν τηρούντων αὐτά, ἤτοι τὸ ἡμερολόγιον, τὸ καθολικόν, τὰ ταμιακὰ βιβλία τῶν δικηγόρων καὶ κλητήρων καὶ τὰ εὑρετήρια τῶν συμβολαιογράφων, ὑπόκεινται εἰς τέλος λεπτῶν δέκα κατὰ πᾶν ἀκέραιον φύλλον τεσσάρων σελίδων, μὴ ὑπερβαῖνον τὸ διπλάσιον τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, εἰς τέλος δὲ λεπτῶν εἴκοσι διὰ πᾶν μεῖζον φύλλον.» Δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου ἕκαστος ἔμπορος ὑπεχρεώθη νὰ ἔχῃ ἐμπορικὰ βιβλία, καθολικὸν καὶ ἀπογραφῶν, ἅτινα ν’ ἀποτελῶσι τὴν ἀπόδειξιν τῶν πιστώσεων καὶ χρεώσεών του. Ὁ νόμος οὗτος ἐδημοσιεύθη τὸ 1887, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεὶς ἐφήρμοσε τὴν διάταξιν ταύτην. Ἐν τούτοις πέρυσι μετέβησαν εἰς τὰ διάφορα καταστήματα, τὰ δῆθεν ἐμπορικά, συνεπείᾳ δῆθεν καταγγελιῶν, καὶ συνέταξαν οἱ ἐφαρμοσταὶ αὐτοῦ πρωτόκολλα παραβάσεως, ὁ δὲ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐπέβαλεν εἰς τοὺς δῆθεν ἐμπόρους τούτους πρόστιμον μέχρι 500 δραχμῶν. Προσέφυγον οἱ δυστυχεῖς εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀτόπου, ἀλλὰ καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπέρριψε τῶν πλείστων τὰς ἐφέσεις. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος ὑπεχρέωσε τὸν ἔμπορον νὰ διατηρῇ βιβλία, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὰ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ἔμπορος; ὁ μάγειρος, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰς τὸ κατάστημά του ἓξ ἀγγεῖα; ἢ ὁ σανδαλοποιός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἓν τεμάχιον δέρματος καὶ δύο ἐργαλεῖα; Καὶ ὑποχρεοῦνται οὗτοι νὰ ἔχωσι βιβλία, καθημερινὸν καὶ ἀπογραφῶν, ἀφοῦ οὐδένα ἔχουσιν ὀφειλέτην; Ὁ φορολογικὸς νόμος διέταξεν, ὅπως ἐπὶ τῶν βιβλίων τῶν ἐμπόρων τίθηται τὸ χαρτόσημον, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ κανονίσῃ ποῖος εἶναι ὁ ἔμπορος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, διὰ νὰ φωτισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ζητήματος, νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, πόσοι ἔμποροι ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ κατηγγέλθησαν ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, πόσοι κατεδικάσθησαν, πόσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων αὐτοῖς προστίμων, καὶ πόσα θὰ εἰσπραχθῶσι, ὡς καὶ ποῖοί εἰσιν οἱ καταδόται, καὶ πόσα κατεβλήθησαν αὐτοῖς. Καὶ ταῦτα, διότι, ὡς μανθάνω, ἄνθρωποί τινες, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀνοησίαν τῶν δῆθεν ἐμπόρων, συνεταιρισθέντες μὲ ἄλλους δημοσίους λειτουργοὺς, ὑπέβαλον μηνύσεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων συνετάχθησαν πρωτόκολλα, κατελογίσθησαν οἱ δῆθεν ἔμποροι οὗτοι, καὶ εἰσπράττονται καὶ θὰ εἰσπραχθῶσι παρ’ αὐτῶν τὰ πρόστιμα.
§110ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω δύο τηλεγραφήματα, ἀποσταλέντα μοι ἐκ Πύργου, τὸ μὲν ἓν ὑπὸ τοῦ κ. Ἰωάννου Κρεστενίτου, πρώην βουλευτοῦ καὶ νῦν ὑποψηφίου τοιούτου, τὸ δὲ ἕτερον ὑπὸ τοῦ δημάρχου Ὀλυμπίων κ. Ἰωάννου Ἀναγνωστοπούλου, δημοσιευθέντα καὶ ἐν τῇ «Πρωΐᾳ». Τὸ πρῶτον τηλεγράφημα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Σκάνδαλα καὶ ὄργια παρελθούσης δημοτικῆς ἐκλογῆς ἤρξαντο ἐπαναλαμβανόμενα ἐν δήμοις Ὀλυμπίων, Λαμπείας, Πηνειΐων, ὑπὸ συγγενοῦς Στεφανοπούλου ἐντοπίου λοχίου Σκόνδρα καὶ ἐπιλοχίου Κολλινιώτου, καταδικασθέντων διὰ διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις καὶ δὴ ζωοκλοπάς. Περὶ ἐκνόμου τοιαύτης διαγωγῆς ὑπαξιωματικῶν τούτων Εἰσαγγελεὺς ἔχει ἀναφέρει Ὑπουργείῳ πλειστάκις, καταδικαστικαὶ δὲ ἀποφάσεις Πλημμελειοδικείου ἀλλεπάλληλοι ἐπῆλθον κατ’ αὐτῶν. Μηνύσεις ὑπὲρ τὰς πεντήκοντα. Ἐν τούτοις ἀναμορφωτικὴ Κυβέρνησις διατηρεῖ αὐτοὺς ἐν τῇ Ἠλείᾳ. Σήμερον, τσακισμένοι κυριολεκτικῶς ὑπὸ βούρδουλα ἀποσπασματάρχου Σκόνδρα, ἤχθησαν δεμένοι ἐκ δήμου Ὀλυμπίων δέκα δυστυχεῖς ἐκλογεῖς εἰς ὑποταμίαν Τομαρᾶν, ὀφειλέται δεκαπέντε δραχμῶν! Μηνύσεις ἐπεδόθησαν. Νομάρχης ἀπουσιάζει. Ἐπόπτης οὐδέποτε ἦλθε πρωτεύουσαν, ἵνα δεχθῇ παραστάσεις πολιτῶν. Τοιαύτη κατάστασις ὄντως πρωτοφανής. Ζητοῦμεν συνδρομὴν φίλων Βουλευτῶν, ὅπως προκαλέσωσι Κυβέρνησιν σκεφθῇ, ὅτι ὑπομονὴ πολιτῶν ἔχει καὶ ὅρια.» «Ι. Κρεστενίτης.» Τὸ δ’ ἕτερον τηλεγράφημα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Σήμερον ἐν χωρίῳ Στρέφι δήμου Ὀλυμπίων ἐπανελήφθησαν ὄργια ἐκλογικὰ ὑπὸ γνωστοῦ ἀποσπασματάρχου ἐντοπίου, καὶ στενοῦ συγγενοῦς Στεφανοπούλου, λοχίου Σκόνδρα. Ζητοῦμεν προστασίαν.» «Ι. Ἀναγνωστόπουλος.» Κύριοι Βουλευταί, οἱ καταγγελλόμενοι ὑπαξιωματικοὶ εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν διέπραξαν τὰ γνωστὰ ὄργια. Καὶ τότε, κύριοι Βουλευταί, δὲν καθυστέρησαν εἰς τὸ καθῆκόν των· ὑπερέβησαν μάλιστα τὰς προσδοκίας τῶν ἐνδιαφερομένων. Πιστοποιητικὰ δὲ τῶν λόγων μου παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πολλὰς καταγγελίας ἔχει εἰς τὸ γραφεῖόν του, ὡς καὶ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ Ἠλείας· νὰ τὰ προσαγάγῃ διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τὴν νέαν μέθοδον τοῦ ἐνεργεῖν ἐκλογάς. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἐνήργησαν κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς διαφόρους σκανδαλώδεις πράξεις ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων δημάρχων τῶν φίλων των, συνέλαβον πολίτας παρανόμως, ἔδεσαν καὶ ἐκακοποίησαν αὐτούς, καὶ περιώδευσαν μετὰ τῶν ὑποψηφίων δημάρχων καὶ ἐπικινδύνων φυγοδίκων εἰς τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας. Δι’ αὐτὰς ὅλας αὐτῶν τὰς πράξεις ἐπεδόθησαν διάφοροι μηνύσεις, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο ἐπ’ αὐτῶν, διότι τυγχάνουσι συγγενεῖς τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, τοῦ κ. Στεφανοπούλου, καθὼς εἶναι ὁ ἐν Λαμπείᾳ ἀστυνόμος...
§111ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συγγενής μου εἶναι ὁ Σκόνδρας ὁ ἀποσπασματάρχης;
§112ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὸ τηλεγράφημα λέγει, ὅτι εἶναι συγγενής σας. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τοῦτο, βεβαιῶ ὅμως ὅτι εἶναι ἐντόπιος. Κουμπάρος σας εἶναι ὁ ἐν Λαμπείᾳ ἀστυνόμος Παππαλουκᾶς, ὃν κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ δημοσίας ἀσφαλείας κατήγγειλα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις τὸν διατηρεῖ ἀκόμη ἐκεῖ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι διὰ τὰ ὄργια τὰ καταγγελλόμενα, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἡ ἐκλογὴ διεξαχθῇ νομίμως. Δὲν ἐλπίζω ὅμως, ὅτι θέλει πράξει τι ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν κρίνω μάλιστα ἐκ δημοσιεύματος, ὅπερ ἐδημοσιεύθη πρό τινος ἐν τοῖς «Καιροῖς», δικαιοῦμαι νὰ ἔχω αὐτὴν τὴν δυσπιστίαν. Ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ ἐδημοσιεύθη, ὅτι ὁ νομάρχης Ἠλείας κ. Παγώνης...
§113ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ψεύματα!
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐκφράζησθε οὕτω πρὸς συναδέλφους σας. Νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.
§115ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Θεοτόκης, μεταβὰς εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Ἀθηνῶν, ἐκάλεσε τὸν νομάρχην Παγώνην εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Πύργου, καὶ ἠρώτησεν αὐτὸν, διατὶ δὲν ἐπεσκέφθη τοὺς βουλευτὰς Στεφανοπούλους κατ’ οἶκον, ὁ δὲ κ. Παγώνης ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ τοὺς ἐπισκεφθῇ, διότι διετέλει ἐν πένθει· ἀπειλητικῶς τότε ἀνταπήντησεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὤφειλε νὰ τοὺς ἐπισκεφθῇ, διότι καὶ αὐτὸς ἐν πένθει διατελῶν ἐπισκέπτεται τοὺς πρεσβευτάς. Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν, δυσπιστῶ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ φοβοῦμαι ὅτι οὐδὲν θέλει ἐνεργήσει αὕτη ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων.
§116Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ. Ἐγὼ δὲν ἐγίνωσκον ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω καιρὸν νὰ ἀναγινώσκω τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσι τοῦ Πύργου γραφόμενα, περιῆλθεν ὅμως εἰς γνῶσίν μου τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Κρεστενίτης ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγίνετο λόγος διὰ μακρῶν περὶ ὀργίων κλπ., ἄνευ ῥητῶν κατηγοριῶν ἢ καταγγελιῶν. Μόλις ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως καλέσωσιν ἀμέσως τὸν κύριον Κρεστενίτην, τὸν ἀποστείλαντα τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, καὶ ζητήσωσι παρ’ αὐτοῦ ῥητὰς καταγγελίας κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ ἑκάτερος αὐτῶν, κατόπιν καταγγελιῶν ῥητῶν, νὰ προβῇ εἰς ὅλα τὰ αὐστηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπιβάλλονται. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος. Ἀλλ’ ἀνέμιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἕτερόν τι· εἶπεν ὅτι ἐγὼ διέταξα τὸν Νομάρχην νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς Βουλευτὰς Ἠλείας. Πρέπει νὰ ἐξιστορήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ πράγματα, ἵνα μάθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν εἶναι τὸ θέμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ πειραχθῶσι τὰ νεῦρα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ. Ἐγὼ ἐπληροφορήθην, ὅτι μεταβὰς εἰς Πύργον ὁ νομάρχης κ. Παγώνης ἐδέχθη τὴν ἐπίσκεψιν τῶν κ. Βουλευτῶν, καὶ ὅτι ὁ Κύριος οὗτος ἔκρινε κατάλληλον νὰ μὴ ἀποδώσῃ τὴν ἐπίσκεψιν. Ἐπειδὴ ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ, καὶ ὅταν λαμβάνῃ τὸν κόπον νὰ κάμῃ τὴν πρώτην ἐπίσκεψιν πρὸς τὸν Νομάρχην, καθῆκον ἔχει ὁ Νομάρχης ν’ ἀποδώσῃ αὐτὴν, ὑπέδειξα πρὸς τὸν κ. Νομάρχην τὸ καθῆκόν του τοῦτο.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Βεβαίως.
§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Νομάρχης μοὶ ἔδωσε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι εὑρίσκετο εἰς πένθος· ἐγὼ ἀπήντησα εἰς αὐτὸν, ὅτι τὰς ἐπισήμους ἐπισκέψεις δὲν κωλύει τὸ πένθος, καὶ ὅτι εἶχε καθῆκον, ἀφοῦ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπεσκέφθησαν αὐτὸν, καὶ μάλιστα Νομάρχην ἐγκατασταθέντα πρώτην φορὰν μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ νομοῦ, καθῆκον εἶχε ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἐπίσκεψιν. Νομίζω δ’ ὅτι ἔπραξα καλῶς, ὑπομνήσας τὸ καθῆκον τοῦτο πρὸς τὸν κ. Νομάρχην.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§120ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Νομάρχης δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ τὸν ἀπολύσῃ, καὶ ὄχι διὰ τῶν λόγων του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δώσῃ νὰ ἐννοήσωσιν οἱ ὑπάλληλοι, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ὑποτελεῖς εἰς τοὺς πολιτευομένους.
§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπόδειξις ὅτι δὲν ἔχω τοιαύτην ἰδέαν περὶ τῶν Νομαρχῶν, εἶναι ὅτι ὁ κ. Παγώνης, πρὶν μεταβῇ εἰς τὸν Πύργον, ἦλθε νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι διατελεῖ εἰς συγγενικὰς σχέσεις μετὰ τοῦ κυρίου Κρεστενίτου, καὶ νὰ μὲ ἐρωτήσῃ, ἐὰν ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι κώλυμα νὰ μεταβῇ ἐκεῖ. Ἀπήντησα εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶχον ἀρίστην ἰδέαν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κυρίου Παγώνη, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἡ ὑπάρχουσα συγγενικὴ σχέσις αὐτοῦ μετὰ τοῦ κ. Κρεστενίτου δὲν κωλύει νὰ μεταβῇ ἐκεῖ. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἐπίσκεψιν εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, ὅτι δὲ δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του τοῦτο, καὶ ὑπέμνησα αὐτῷ τὸ καθῆκόν του. Τί δὲ θέλω πράξει διὰ τὸν Νομάρχην ἐκεῖνον, δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§122Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ πρόκειται περὶ ἀνατροφῆς καὶ οὐχὶ περὶ καθηκόντων τοῦ Νομάρχου. Ὁ κ. Παγώνης διετέλει ἐν πένθει βαρεῖ, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀπέδωκε τὴν ἐπίσκεψιν· ἀπέστειλεν ὅμως τὸ ἐπισκεπτήριόν του πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς Ἠλείας, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος.
§123Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Οἱ γνωρίζοντες τὰ πράγματα τῆς Ἠλείας ἐννοοῦσι διατὶ γίνεται αὐτὸς ὁ θόρυβος. Παρασκευάζουσιν αἰτίας, ἵνα δικαιολογήσωσι τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐκ τῶν ἐκλογῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται αἰτίαι, παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὰς ἀρχὰς νὰ ἀνακρίνωσιν ἀμέσως τὸν κ. Κρεστενίτην, νὰ ἐνεργήσωσι συντόνως ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν του, καὶ τὴν ἀνάκρισιν τὴν διεξαχθησομένην νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§124ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε τρὶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§126Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πρὶν ἢ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζήτησα τὸν λόγον, κρίνω ἐπάναγκες νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον παράλειψιν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν χρόνον τὸν παραιτηθέντα Πρόεδρον ἀνεπλήρου ὁ ἀντιπρόεδρος. Πάντες, νομίζω, οἱ Βουλευταὶ ἔχομεν οὐ μόνον τὸ καθῆκον, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ προσερχώμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ νὰ μετέχωμεν τῶν ἐργασιῶν, διὰ τὰς ὁποίας μᾶς ἀπέστειλαν οἱ ἐκλογεῖς μας· ἀλλὰ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου πρέπει νὰ εἰδοποιώμεθα ἐγκαίρως περὶ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν. Ἀτυχῶς ὅμως εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταγγείλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἕνεκα παραλείψεως τοῦ κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς προεδρεύοντος δὲν ἠδυνήθην νὰ προσέλθω καὶ ἐγὼ ἐγκαίρως πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μου. Πρέπει νὰ εἰδοποιῶνται παρὰ τοῦ Προεδρείου οἱ Βουλευταὶ πάντες ἐγκαίρως, καὶ ὄχι μόνον οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν μίαν ἢ εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα παρὰ τῶν ἀρχηγῶν των. Εἶχον ὅλην τὴν διάθεσιν ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ παρευρεθῶ ἐνταῦθα καὶ νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ μετάσχω τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου. Βεβαίως ἡ ψῆφός μου δὲν ἤθελεν αὐξήσει ἐπαισθητῶς τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια, ἀλλ’ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ παρευρεθῶ κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τόσην αἴσθησιν ἐνεποίησαν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐν τούτοις ὁ προεδρεύων τότε κ. ἀντιπρόεδρος παρέλειψε νὰ καλέσῃ τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἀπόντας ἐξ Ἀθηνῶν, ἐνῷ ὤφειλε — διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, ὅτε λαμβάνουσι γνῶσιν αὐτῆς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ περὶ ἐπαναλήψεως τῶν διακοπεισῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, — ἐνῷ, λέγω, ὤφειλε πρὸ δύο τοὐλάχιστον ἡμερῶν διὰ τῶν Νομαρχῶν νὰ εἰδοποιήσῃ τοὺς Βουλευτάς, ὅτι τὴν δεῖνα ἡμέραν ἐπαναλαμβάνονται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἵνα προσέλθωσι καὶ ἐνασκήσωσι τὰ καθήκοντά των. Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω, ὄχι διὰ νὰ περιαυτολογήσω, ἀλλ’ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν θέσιν καὶ τὸ ἀξίωμα, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ περιέβαλον οἱ ἐντολεῖς μου. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοῦτο οὐδέποτε θέλει συμβῆ εἰς τὸ μέλλον, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι Βουλευταί, εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, ἐνόμισα καθῆκόν μου καὶ ὄχι δικαίωμα μόνον. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον κυρίως ἔλαβον σήμερον τὸν λόγον. Σκοπὸς ἀναντιρρήτως πάσης Πολιτείας εἶναι πρῶτον ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους καὶ δεύτερον ἡ εὐδαιμονία τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται βεβαίως τὰ ὑλικὰ μέσα, τὰ χρήματα, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδὲν δύναται γενέσθαι. Διὰ τοῦτο τὰ μέσα ταῦτα τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ σκοποῦ τῆς Πολιτείας ἐπιβάλλεται εἰς τὸν πολίτην νὰ παρέχῃ διὰ τῶν φόρων. Ἀλλ’ ὅπως ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος, δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ καταβολὴ τῶν μέσων παρὰ τοῦ πολίτου, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαία καὶ ἡ καλὴ χρῆσις αὐτῶν πρὸς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον καταβάλλονται. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω σήμερον περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη πολλάκις, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ συζητηθῇ πάλιν εὐρέως. Ὡς πρὸς τὴν εὐδαιμονίαν ὅμως τοῦ λαοῦ, ἓν τῶν κυριωτέρων μέσων εἶναι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας. Καὶ ὅπως ἡ συγκοινωνία καταστῇ εὔκολος καὶ χρήσιμος εἰς πάντας τοὺς πολίτας, βεβαίως πρέπει νὰ γίνεται καὶ ἡ κατανομὴ τῶν δαπανῶν, τῶν προωρισμένων διὰ ταύτην, ἐξ ἴσου εἰς ὅλα τὰ τμήματα τοῦ Κράτους. Καὶ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ὑπάρχουσι τμήματα τοῦ Κράτους, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀνάγκη εἶναι μᾶλλον ἐπείγουσα, καὶ δι’ ἐθνικοὺς ἀκόμη λόγους, καὶ ταῦτα πρέπει νὰ προτιμῶνται, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραβλέπωνται καὶ ἄλλα τμήματα, διότι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ περὶ αὐτῶν κυρίως μεριμνῶντες καὶ οὐχὶ περὶ τῶν κομματικῶν ἢ τῶν προσωπικῶν συμφερόντων. Δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, νὰ δαπανᾶται ὁ φόρος τῶν πολιτῶν μόνον διὰ τὴν συγκοινωνίαν ἐπαρχιῶν τινων προνομιούχων χάριν προσωπικῶν ἢ κομματικῶν λόγων. Ἡ ἐπαρχία μου Λακεδαίμων εἰσφέρει εἰς τὸ Κράτος, ἂν ὄχι πλείονα, τοὐλάχιστον ἴσα πρὸς ἄλλας ἐπαρχίας, αἵτινες ἐθεωρήθησαν προνομιοῦχοι. Εἶναι ἐπαρχία, τῆς ὁποίας ὁ λαὸς εἶναι νομοταγέστερος, δύναμαι νὰ εἴπω, τοῦ λαοῦ ὅλων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Καὶ μάρτυρα τούτου ἐπικαλοῦμαι τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ἔχοντα ἐνώπιόν του τὰς ἐκθέσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίας καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Σπάρτης. Ἐν τούτοις ἡ ἐπαρχία αὕτη πάντοτε παρωράθη· τελευταία πασῶν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους ἐδέχθη τὰ ἀγαθὰ τῆς Πολιτείας, διὰ τὰ ὁποῖα εἰσφέρει τοὺς φόρους της, τελευταία συνεδέθη δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἡ Σπάρτη, πρωτεύουσα νομοῦ, μὲ τὴν πρωτεύουσαν ἄλλου νομοῦ, τὴν Τρίπολιν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν τελευταῖον κατώρθωσε ν’ ἀποκτήσῃ, κατέστη, ἕνεκα τῆς ἐντελοῦς παραμελήσεώς της, τῆς ἐντελοῦς ἀκηδίας τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐκτέλεσιν καὶ συντήρησιν τῶν δημοσίων ἔργων, ἀδιάβατος, ὡς δ’ ἠκούσατε χθὲς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπίσης ἐνδιαφέρει ἡ κατάστασις τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἐγὼ αὐτὸς περιῆλθον εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἐδέησε νὰ ἀναμείνω ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας, μέχρις οὗ πείσω ἁμαξηλάτην νὰ δεχθῇ νὰ μὲ μεταφέρῃ εἰς Τρίπολιν διὰ τοιαύτης ὁδοῦ. Διότι, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας ὁ πράγματι ἄξιος τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει, νομάρχης κ. Μαρκεζίνης—διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ ὁποίου ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου δὲν δύναμαι ἢ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν...
§127Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ προσθέτω τὴν βεβαίωσίν μου.
§128ΦΙΚΙΩΡΗΣ. .. Μεθ’ ὅλας, λέγω, τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλε πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης, μεταβαίνων ὁ ἴδιος ἐφ’ ἱκανὰς ἡμέρας μέχρις ἀποπερατώσεως 35 σταδίων, ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας παραμένων καὶ αὐτοπροσώπως ἐπιστατῶν εἰς τὴν ἐργασίαν, ἵνα συντελεσθῇ ἡ πρόχειρος ἐπισκευὴ αὐτῆς, μεθ’ ὅλην τὴν ἔλλειψιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Νομαρχίας,—διότι, σημειώσατε, ἔμενεν ἄνευ πρωτοκολλητοῦ καὶ γραφέων, καὶ μόνον μετὰ τοῦ γραμματέως του ἐπρωτοκόλλει μέχρι τοῦδε τὰ ἔγγραφα,—μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας ταύτας τοῦ κ. Νομάρχου, οἱ ἁμαξηλάται ἐφοβοῦντο νὰ ταξειδεύσωσιν, ἕνεκα τοῦ κινδύνου καὶ τῶν ζῴων των καὶ τῶν ἐπιβατῶν, οἱ ὁποῖοι ὁδοιποροῦντες δὲν δύναται νὰ βαίνωσιν ἐπὶ τοιαύτης ὁδοῦ, διότι, ἐὰν ἐξέλθωσι τῆς ἁμάξης, βυθίζονται εἰς τὸν βόρβορον. Ἠναγκάσθην δὲ τηλεγραφικῶς νὰ καλέσω ἄλλην ἅμαξαν ἐκ Τριπόλεως νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ μέσον τῆς ὁδοῦ, ὅπου μὲ μετεβίβασεν ἡ ἐκ Σπάρτης ἅμαξα, ἵνα μὲ μεταφέρῃ εἰς Τρίπολιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις! Δὲν λέγω ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως ἐλέγξω μόνον τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἢ τὸν σήμερον διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν εἶναι ἔλλειψις μόνον αὐτοῦ, εἶναι ἔλλειψις ἁπάντων τῶν προκατόχων του, εἶναι ἔλλειψις αὐτοῦ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ἄλλο προσέχει, παρὰ μόνον πῶς νὰ καταβροχθίζῃ τὸ δημόσιον χρῆμα, ἐγκαταλεῖπον εἰς τὴν τύχην των τὰ δημόσια ἔργα· διότι ἡ ὁδὸς αὕτη μένει ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιτηρήσεως ἀφ’ ὅτου κατεσκευάσθη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1887. Ὁδὸς ἐγκαταλειφθεῖσα ἐπὶ 13 ἔτη, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καταστραφῇ, καὶ ἤδη παρίσταται ἀνάγκη οὐχὶ πλέον ἐπισκευῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν ἐγίνοντο πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, θ’ ἀπήτουν πολὺ ὀλιγωτέραν δαπάνην, ἀλλὰ τελείας ἀνακαινίσεως τῆς ὁδοῦ, καὶ ἡ ἀνακαίνισις αὕτη θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην μυθώδη σχετικῶς, ὅπως οἱ κύριοι ἐργοδηγοὶ καὶ οἱ μηχανικοὶ παριστῶσι. Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ ἀδικήσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, συνιστῶ ὅμως εἰς αὐτὸν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν οὐχὶ μόνον περὶ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, ἤτοι τῆς ὁδοῦ Τριπόλεως–Σπάρτης, ἡ ὁποία διατελεῖ εἰς αὐτὴν τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, ἀλλ’ ἐν γένει περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, ἐὰν θέλῃ τὸ Κράτος νὰ ὑφίσταται ὀλιγωτέρας δαπάνας, καὶ ὀλιγώτεραι ἀφορμαὶ νὰ δίδωνται εἰς τοὺς κυρίους ἐπιτετραμμένους τὰ τῶν δημοσίων ἔργων, ὅπως καταχρῶνται τὸν δημόσιον πλοῦτον. Ἀποφασίσατε τέλος πάντων διὰ νόμου νὰ πραγματοποιήσητε, εἴτε δι’ ὁδοστατῶν, εἴτε δι’ ἐργολάβων, τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, ἢ λάβετε οἱονδήποτε ἄλλο μέτρον, διὰ νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἔλλειψις τῆς τοιαύτης συγκοινωνίας, ἡ ὁποία μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἡ Σπάρτη δικαιοῦται καὶ ἐξ ἱστορικῶν λόγων καὶ ἐκ τῆς τοποθεσίας της νὰ ἔχῃ μεγαλειτέρας ἀξιώσεις, ὅπως μὴ παρορᾶται ἐπὶ τοσοῦτον ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ αἱ ὑπάρχουσαι σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ, ὅπως κατεσκευάσθησαν ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας, διότι ἡ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία δὲν πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ γίνηται ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει θαλάσσιος συγκοινωνία, ἀλλὰ πρέπει νὰ προτιμῶνται δι’ αὐτὴν τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου ἡ ἀνάγκη εἶναι μᾶλλον ἐπείγουσα, καὶ τοιαύτην ἀνάγκην βεβαίως ἔχουσιν αἱ μεσόγειοι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι στεροῦνται ἄλλων μέσων συγκοινωνίας. Ἐν τούτοις παρ’ ἡμῖν διὰ τῶν σιδηροδρόμων συγκοινωνοῦσι κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ διὰ θαλάσσης συγκοινωνοῦσιν, ἐνῷ αἱ μεσόγειοι στεροῦνται καὶ ὁδῶν! Σήμερον διὰ νὰ μεταφέρῃ ὁ Σπαρτιάτης τὸ πορτοκάλλιόν του εἰς τὴν Τρίπολιν, πληρόνει 7 καὶ 8 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Τὰ διὰ τὴν Σπάρτην μεταφερόμενα ἐμπορεύματα μένουσιν ἐπὶ ἑβδομάδας εἰς τὴν Τρίπολιν, δι’ ἔλλειψιν ὁδῶν, διότι δὲν δύνανται οἱ ἁμαξηλάται νὰ μεταφέρωσιν αὐτὰ διὰ τῆς ὁδοῦ, τὴν κατάστασιν τῆς ὁποίας ἠκούσατε. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ πρέπει νὰ δοθῇ μεγίστη προσοχὴ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν θέλῃ πράγματι νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ ὄχι μόνον περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ κόμματος. Εἶδον πρό τινων ἡμερῶν ἀναγραφόμενον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι γίνεται μελέτη, ὅπως στρωθῇ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ εἰς Κυπαρισσίαν καὶ Πύλον, περὶ Σπάρτης δὲ οὐδεὶς γίνεται λόγος. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ προτιμηθῶσιν αἱ γραμμαὶ ἐκεῖναι τῆς Κυπαρισσίας καὶ Πύλου, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὴν θαλάσσιον συγκοινωνίαν, καὶ νὰ μὴ προηγηθῇ ἡ τῆς Σπάρτης, τῆς ὁποίας τὴν κατάστασιν καὶ τὰς ἀνάγκας σᾶς εἶπον προηγουμένως; Νομίζω ὅτι ὄχι μόνον ἔλλειψις εἶναι τοῦτο, ἀλλὰ καὶ μέγιστον ἀδίκημα πρὸς τὸν λαὸν τῆς Λακεδαίμονος, ὁ ὁποῖος φορολογεῖται, ἵνα ἀπολαμβάνῃ καὶ αὐτὸς τὰ ἐκ τῆς Πολιτείας ἀγαθά. Βεβαιῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἡ Λακεδαίμων εἶναι ἐντελῶς κατεστραμμένη, μὲ τοιαύτην μάλιστα κατάστασιν ὁδῶν, ἂν μὴ ἀποκτήσῃ σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν. Δὲν βλέπω διατὶ ἡ Πύλος, διατὶ ἡ Κυπαρισσία πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν ἐν τῇ ἀποκτήσει τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, καὶ νὰ μὴ προτιμηθῇ ἡ Σπάρτη, ἡ ὁποία καὶ ἀνάγκην τοιαύτης συγκοινωνίας μεγίστην ἔχει, καὶ ἀνωτέρα ἐκείνων εἶναι καὶ κατὰ τὸν πληθυσμὸν καὶ κατὰ τὰ ἔσοδα καὶ κατὰ τὴν ἱστορικὴν ἀξίαν, καὶ πρωτεύουσα νομοῦ τυγχάνει. Εἶναι λοιπὸν καθ’ ὅλα ἀδικώτατον νὰ παρορᾶται αὕτη καὶ νὰ προτιμηθῶσι πρωτεύουσαι ἐπαρχιῶν, ὡς ἡ Κυπαρισσία καὶ ἡ Πύλος...
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γίνεται λόγος περὶ Πύλου.
§130ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοῦτο ἀνέγνωσα· δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι ἀληθές. Περαίνων συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι πρέπε ν’ ἀποφασισθῇ νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ προτίμησιν ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Λεονταρίου–Σπάρτης, διότι ἡ Σπάρτη μέχρι τοῦδε ἐγκατελείφθη καὶ δὲν πρέπει νὰ μένῃ πάντοτε ἐγκαταλελειμμένη.
§131ΑΛΕΞ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω. Ὁ τόνος, μεθ’ οὗ ἤρξατο ὁ κ. Βουλευτὴς τῆς ὁμιλίας του, ἀποβλεπούσης εἰς παράλειψιν καθήκοντος ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἦτο τοιοῦτος, ὥστε μοὶ ἐνεποίησεν αἴσθησιν. Εὐτυχῶς ὅμως ἡ παράλειψις, διὰ τὴν ὁποίαν κατήγγειλε τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ αἴσθησις, ἡ ὁποία μοὶ ἐγεννήθη κατ’ ἀρχὰς, ἐξηλείφθη ἀμέσως. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος ἔχει πληρεστάτην συναίσθησιν τοῦ καθήκοντός του, καὶ τούτου ἕνεκα διαμαρτύρεται, διότι ἐγὼ, προεδρεύων, δὲν ἔσπευσα νὰ τὸν καλέσω, γνωστοποιῶν αὐτῷ τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· νομίζω ὅμως, ὅτι εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴν ἦτο γνωστὸν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, κατ’ ἀπόφασιν αὐτῆς, ἤθελον ἐπαναληφθῆ μετὰ τὰς ἑορτάς. Αἱ ἑορταὶ ἔληξαν κατὰ τὰς 7 Ἰανουαρίου· ἑπομένως, ἐὰν ἐπεθύμει νὰ παρευρεθῇ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὤφειλε κατὰ τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου νὰ εὑρίσκηται ἐν Ἀθήναις. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπραξεν, ἀναμένων ἴσως πρόσκλησιν ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς προέβη εἰς τὴν πρόσκλησιν τῶν Βουλευτῶν, ὅτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς ἐπείσθη ὅτι ἦτο ἀρκετὸς ἀριθμὸς Βουλευτῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις. Νομίζω δὲ, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς παρευρέθησαν ἐνταῦθα 211 Βουλευταί. Ἑπομένως ἠδύνατο νὰ παρευρίσκηται καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἂν ἤθελε νὰ μετάσχῃ τῶν σοβαρῶν ἐκείνων συζητήσεων τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπιρρίπτῃ τὴν εὐθύνην τῆς μὴ προσελεύσεώς του εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§132Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, διότι εἶχε μὲν ὁρισθῆ ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν μετὰ τὰς ἑορτὰς, ἀλλ’ ἦτο ἀόριστον, πότε θὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή. Ὤφειλεν ἑπομένως τὸ Προεδρεῖον νὰ γνωρίσῃ τὴν ἡμέραν εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑμεῖς ὡμολογήσατε, ὅτι δὲν ὑπάρχει παράλειψις σκόπιμος· συνεπῶς εἶναι περιττὸς πᾶς λόγος. Ὁ κύριος Λεώπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§134ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, Κύριοι, ὅτι ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Σπάρτης καὶ τοῦ λοιποῦ βασιλείου ἔφθασεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε δὲν ὑπάρχει πλέον καθόλου. Ἡ μόνη ὁδὸς, διὰ τῆς ὁποίας συγκοινωνεῖ ἡ Λακεδαίμων μετὰ τοῦ λοιποῦ βασιλείου, εἶναι ἡ ὁδὸς Τριπόλεως–Σπάρτης· ἡ ὁδὸς αὕτη ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς ἐπισκευῆς της καὶ ἕνεκα τῶν τελευταίων βροχῶν, κατέστη σχεδὸν ἀδιάβατος, οὕτως ὥστε ὄχι μόνον τὰ μεταφορικὰ κάρρα δὲν δύνανται νὰ διέλθωσι διὰ τῆς ὁδοῦ, ἀλλ’ οὔτε αἱ ταχυδρομικαὶ καὶ τῶν ἐπιβατῶν αἱ ἅμαξαι, ἀναγκάζονται δὲ οἱ ἄνθρωποι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, τὰ ἐμπορεύματα καὶ τὰ προϊόντα αὐτῶν νὰ τὰ μεταφέρωσι δι’ ἡμιόνων. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἐὰν δὲν δοθῇ μείζων προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια περὶ τὴν διόρθωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης, μετά τινα χρόνον οὐδόλως θὰ ὑπάρχῃ ὁδὸς, καὶ δὲν θὰ χρειασθῇ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ποσὸν μικρὸν διὰ τὴν ἀνακαίνισιν, ἀλλὰ ποσὸν πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου διὰ τὴν ἐκ νέου κατασκευὴν αὐτῆς, διότι ὁλόκληρος ἡ ὁδὸς, ἕνεκα τῆς πολυχρονίου παραμελήσεως, κατεστράφη. Πλὴν ὅμως τῆς ἀνάγκης ταύτης παρίσταται καὶ ἑτέρα ἀνάγκη διὰ τὴν Λακεδαίμονα, ἡ ἀνάγκη τῆς συνδέσεως αὐτῆς διὰ σιδηροδρόμου μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἡ γραμμὴ ἀπὸ Λεονταρίου μέχρι Σπάρτης, μήκους 45, νομίζω, χιλιομέτρων, ἔχει μελετηθῆ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὑπὸ τῆς ἑταιρείας τῶν Πελοποννησιακῶν σιδηροδρόμων, ἡ ὁποία καὶ ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἐν τούτοις πρό τινων ἡμερῶν εἶδον εἴς τινα ἐφημερίδα, ὅτι ἡ ἑταιρεία, ἐγκαταλείπουσα τὴν γραμμὴν Λεονταρίου–Σπάρτης, θέλει προτιμήσει τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Μελιγαλᾶ–Κυπαρισσίας, θεωροῦσα ταύτην γόνιμον· ἔχει δὲ τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐγγυηθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην ἡ ἑταιρεία νὰ συνάψῃ πρὸς κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ κατασκευάσῃ πρῶτον τὴν γραμμὴν Λεονταρίου– Σπάρτης, καὶ ὄχι ἐκείνην, ἣν αὕτη ἐπιθυμεῖ διὰ τὸν λόγον ὅτι ἔσεται μᾶλλον προσοδοφόρος, καὶ ἥτις, ὡς τοιαύτη, εὐκόλως δύναται κατόπιν νὰ κατασκευασθῇ. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ἐγγυηθῇ διὰ τὸ δάνειον τῆς ἑταιρείας, δέον νὰ πράξῃ τοῦτο ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης· διότι, ἐὰν μείνῃ νεκρὰ ἡ γραμμὴ αὕτη, τὸ μὲν ἐμπόριον τῆς Λακεδαίμονος θέλει καταστραφῆ, ἡ δὲ ἀξία τῶν προϊόντων αὐτῆς, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας, πάντοτε θέλει εἶσθαι ἐξηυτελισμένη.
§135Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ γραμμή, τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου μελετᾷ νὰ κατασκευάσῃ ἀπὸ Μελιγαλᾶ εἰς Κυπαρισσίαν καὶ Πύργον, δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀναγκαία. Ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ γνώμη του αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή. Ἡ ἑταιρεία ἀνεγνώρισεν, ὅτι διὰ τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ταύτης πρόκειται νὰ συνδέσῃ ὄχι μόνον τὴν Μεσσηνίαν μετὰ τῆς Τριφυλίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας μετὰ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν καὶ τοῦ Πύργου, μέχρι τοῦ ὁποίου θὰ προεκταθῇ. Δὲν λέγω ὅτι ἡ γραμμὴ Λεονταρίου–Σπάρτης δὲν εἶναι ἀναγκαία, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ μία γραμμὴ διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἄλλη, ἐνῷ ἡ πρώτη πλειότερα καὶ σπουδαιότερα συμφέροντα καὶ τῆς ἑταιρείας καὶ τῆς κοινωνίας ἐξυπηρετεῖ.
§136Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ Τριφυλίας τε καὶ Λακεδαίμονος νὰ μὴ ἐρίζωσι περὶ τοῦ ποτέρα τῶν δύο σιδηροδρομικῶν γραμμῶν θὰ κατασκευασθῇ πρότερον, διότι τοὺς διαβεβαιῶ, ὅτι ταυτοχρόνως θέλουσι γείνῃ ἀμφότεραι αἱ γραμμαί. Τὰ οἰκονομικὰ τῆς ἑταιρείας εἶναι τοσοῦτον ἀνθηρὰ, ὥστε ἐπὶ τῶν δανείων της δὲν πληρώνει τόκους, ἐπὶ τῶν μετοχῶν δὲν δίδει μερίσματα, αἱ ἀτμομηχαναί της εἶναι ὅλαι τεθραυσμέναι καὶ εἰς κακὴν κατάστασιν. Προχθὲς ἐρχόμενοι ἐκ Τριπόλεως ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Καλαμάκι τὴν ἁμαξοστοιχίαν Πατρῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐταξείδευε καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος· ἡ μηχανὴ, ἡ σύρουσα τὴν ἁμαξοστοιχίαν, εἶχε χαλάσει καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ, μὲ ἐπιτηδειότητα δὲ μεγάλην προσέλαβον τὴν ἀτμομηχανὴν τῆς ἁμαξοστοιχίας Τριπόλεως καὶ ἔφυγαν, ἡμεῖς δὲ ἐμείναμεν ἐκεῖ! Ὥστε τὰ οἰκονομικὰ τῆς ἑταιρείας εἶναι εἰς ἀνθηροτάτην κατάστασιν, καὶ μὴ ἀνησυχεῖτε, διότι ἀμφότεραι αἱ γραμμαὶ συγχρόνως θέλουσι κατασκευασθῆ. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐγχειρίσω εἰς αὐτὸν μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Μαντινείας. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἀναπτύσσονται οἱ λόγοι οἱ ἐν τῷ τηλεγραφήματι, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ἐγχειρίσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτιθέμενοι, καὶ ἤθελον παρακαλέσει αὐτόν, ὅπως θεραπεύσῃ τὰ αἰτήματα τῶν ἀναφερομένων, τὸ δίκαιον τῶν ὁποίων ἀνεγνώρισεν ὁ κύριος Ὑπουργός.
§137Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μεταξὺ τῶν ψηφισθέντων νομοσχεδίων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, κύριοι Βουλευταί, ἦτο καὶ τὸ ἀληθῶς εὐεργετικὸν περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐξησφαλίζετο καὶ ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ξένων ὑπηρεσιῶν καὶ ἡ ἐξασφάλισις ὁπωσδήποτε τῆς τάξεως. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου εἶναι ζήτημα καθαρῶς οἰκονομικὸν, διὸ καὶ διαφοροτρόπως ἐπεβαρύνατε τὸν λαὸν διὰ φορολογικῶν νόμων, καὶ ἑπομένως ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν εἶναι ζήτημα τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θὰ ἔκαμνα δὲ λόγον, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον ἀφορμὴν ἔκ τινος ἐγκυκλίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ἐγκυκλίου ἀπολύει τοὺς χωροφύλακας τοὺς ἔχοντας ὑπηρεσίαν κάτω τῶν 15 ἐτῶν. Νομίζω ὅτι διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ἀδικεῖται ὄχι μόνον τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο οἱ παλαιοὶ οὗτοι χωροφύλακες ὡς διδάσκαλοι τῶν νέων, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ὁπλῖται, οἱ ὁποῖοι ἤδη, μετὰ δεκαπενταετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν, μένουσιν εἰς τοὺς δρόμους! Ἑπομένως νομίζω δίκαιον νὰ λάβῃ μέτρον τι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπως παραμείνωσιν οὗτοι εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καὶ χάριν τῆς ὑπηρεσίας καὶ διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ συμπληρώσωσι τὴν σύνταξίν των, ὁπότε θὰ ἔχωσιν ἡλικίαν 45 ἐτῶν. Ἐκτὸς τούτου γεννᾶται καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, ἐὰν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἐγκυκλίου ν’ ἀπολύῃ τοὺς ὁπλίτας, ἀφοῦ κατόπιν τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμου τότε μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ διατάξῃ τὴν μὴ ἀνακατάταξιν αὐτῶν, ὅταν ἔχωσι καταταχθῆ ἄνω τῶν χιλίων ἐθελονταὶ χωροφύλακες, ἐνῷ ἤδη δὲν ἔχομεν πλέον τῶν 500. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλος λόγος, ἐπίσης ἰσχυρὸς, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀπολυθῇ χωροφύλαξ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἔχει διαγωγὴν ἄμεπτον, οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν ἀπολυθέντων διὰ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κέκτηνται τὰ προσόντα αὐτά. Ἑπομένως νομίζω ἐντελῶς παράνομον τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν.
§138Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος ὑπάρχουσιν ἰαματικαὶ πηγαὶ εἰς τρία μέρη· ἤτοι αἱ παρὰ τὴν Ὑπάτην, αἱ παρὰ τὰς Θερμοπύλας καὶ αἱ παρὰ τὸ Πλατύστομον, χωρίον τοῦ δήμου Μακρακώμης. Καὶ διὰ μὲν τὰς παρὰ τὴν Ὑπάτην ἐλήφθησαν ἀπό τινων ἐτῶν μέτρα τινὰ καὶ πρὸς εὔκολον εἰς αὐτὰ μετάβασιν τῶν ἐχόντων ἀνάγκην τῆς χρήσεως αὐτῶν καὶ πρὸς ἄνετον ἐν αὐταῖς διαμονὴν τῶν λουομένων· ἂν δὲ τὰ μελετώμενα ἔργα συμπληρωθῶσι, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ λουτρὰ ταῦτα θέλουσι καταστῆ ἄξια λόγου. Ἂν λοιπὸν ἐξαιρέσωμεν τὰς πηγὰς ταύτας, αἱ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Φθιώτιδος ὑπάρχουσαι εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία δίκαιον εἶναι νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν πάντων, ἰδίᾳ δὲ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς παρὰ τὰς Θερμοπύλας πηγὰς, εἰς ταύτας εὐκόλως δύναταί τις νὰ μεταβῇ, διότι δι’ αὐτῶν διέρχεται ἡ ἀπὸ Λαμίας εἰς Ἀταλάντην ἄγουσα ἁμαξιτὴ ὁδὸς, καίτοι καὶ τὸ μέσον τοῦτο τῆς συγκοινωνίας κατὰ τὸν χειμῶνα, πολλάκις δὲ καὶ κατὰ τὸ θέρος, ὅταν βρέξῃ, ἐκλείπει, ὡς ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν πολλῶν μεταξὺ Λαμίας καὶ Θερμοπυλῶν κειμένων ἐπὶ τῆς ὁδοῦ γεφυρῶν, τὸ κατάστρωμα τῶν ὁποίων, ξύλινον ὄν, κατέπεσε πρὸ πολλοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰς τοῦ Πλατυστόμου, αὗται, μὴ ὑπαρχούσης ὁδοῦ ἑνούσης ταύτας μετά τινος σημείου τῆς ἀπὸ Λαμίας εἰς Καρπενήσιον ἀγούσης, εἶναι ἀπρόσιτοι εἰς πολλοὺς ἐκ τῶν πασχόντων, οἵτινες, ἔχοντες ἀνάγκην τῶν λουτρῶν τούτων, δὲν δύνανται νὰ ποιήσωνται χρῆσιν αὐτῶν, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ μετενεχθῶσιν ἐκεῖ δι’ ἁμάξης, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης δύνανται νὰ μετακινηθῶσι. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν συγκοινωνίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη αὕτη ἡ δυσκολία. Καὶ ἂν μετὰ πολλοὺς κόπους καὶ κινδύνους οἱ ἀσθενεῖς ἔφθανον ἐκεῖ ζῶντες κατὰ παρελθόντας χρόνους, ἦτο εὔκολον, διὰ τοῦτο δὲ καὶ σύνηθες, ἀντὶ τῆς ἀνακτήσεως τῆς ὑγείας των, νὰ εὕρωσιν ἐκεῖ τὸν θάνατον ἐκ τῆς ὅλως ἀναρμόστου διὰ θεραπευομένους ἀνθρώπους διαίτης ὑπὸ χορτοπλέκτους σκιάδας, ἢ τὸ πολὺ καλύβας, τὰς ὁποίας, ἐλλείψει ἄλλων οἰκημάτων, ἔπλεκον. Ἀπό τινων ἐτῶν οἱ ἑκάστοτε ἐνοικιασταὶ, συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς ἐνοικιάσεως, ἤγειραν μικροὺς οἰκίσκους, ἐν τοῖς ὁποίοις διαμένοντες οἱ ἀσθενεῖς προφυλάσσονται ὁπωσδήποτε ἐκ τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων καὶ ἐκ τοῦ ἀνέμου, ὁ ὁποῖος, διὰ τοὺς ὑγιεῖς εὐχάριστος ὤν, ἀποβαίνει λίαν ἐπικίνδυνος εἰς τοὺς πάσχοντας. Ἡ διαμονὴ λοιπὸν ὡς ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν οἰκίσκων τούτων ὁπωσδήποτε ἐβελτιώθη, καίτοι δὲν κατέστη ἀξία ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα ἀνθρώπων πασχόντων. Μένει ὅμως τὸ ζήτημα τῆς εὐκόλου μεταβάσεως ἄλυτον, καὶ πρὸς λύσιν τούτου παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐξ ὀνόματος τῶν πασχόντων νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ τοὺς ἁρμοδίους μηχανικοὺς, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν καταρρευσάντων ξυλίνων καταστρωμάτων τῶν διαφόρων ἐπὶ τῆς μεταξὺ Λαμίας καὶ Θερμοπυλῶν ὁδοῦ γεφυριδίων, ἡ δαπάνη τῆς ὁποίας δὲν θὰ ὑπερβῇ, κατὰ τοὺς εἰδικοὺς, τὰς τέσσαρας χιλιάδας δραχ., νὰ παραγγείλῃ δὲ καὶ τὴν χάραξιν σχεδίου καὶ σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς κατατασκευὴν ὁδοῦ ἑνούσης τὴν ἀπὸ Λαμίας εἰς Καρπενήσιον ἄγουσαν μετὰ τῶν λουτρῶν Πλατυστόμου, ὁδοῦ ἥτις, μὴ ὑπερβαίνουσα τὰ ἓξ χιλιόμετρα, δὲν θέλει ἀπαιτήσει δαπάνας ὑπερόγκους. Ἐλπίζω ὅτι ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων ἡ Κυβέρνησις θέλει πεισθῆ καὶ ἀποφασίσει τὰς μικρὰς αὐτὰς δαπάνας, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι διὰ μιᾶς τόσον μικρᾶς δαπάνης θέλει πληρώσει ἔλλειψιν σπουδαίαν, ἡ κατάργησις τῆς ὁποίας πολλὰ σχετικῶς κέρδη θέλει δώσει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καίτοι τοῦτο δὲν ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν, κατὰ τὰς περὶ περισσευμάτων διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω παράκλησίν τινα, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὅμως οὐδεμία μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις, καὶ τοῦτο, διότι ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παραμελῶν σπουδαῖα καὶ ἐπείγοντα ζητήματα, ἢ τουλάχιστον ἐπιτρέπων εἰς ἄλλους νὰ παρεμβάλλωσι προσκόμματα εἰς τοιαῦτα ζητήματα, νομίζει πάντοτε, ὅτι ὁσάκις τις ὁμιλῇ ἐνταῦθα, ὁμιλεῖ πρὸς κωλυσιεργίαν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ χθὲς, ἀντὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ἔκρινε καλὸν, ὡς καὶ ἄλλοτε, νὰ χαρακτηρίσῃ κακόπιστον τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ ἐπὶ τούτῳ νὰ μὲ κακίσῃ κατὰ τρόπον δείξαντα, ὅτι τὰ νεῦρά του ὑπερευαισθητοῦν. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῶν ἀτυχῶν Καμαρινιωτῶν. Τί σκέπτεται ἢ μᾶλλον τί περὶ αὐτῶν ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις; Θὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς μέρος, ὅπως συνοικισθῶσιν, ἢ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη ἀδιαφοροῦσα περὶ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς μὲν τὸ ἐν Ἠπείρῳ χωρίον των εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωσι, διότι, ἂν τολμήσωσι τοῦτο, θέλουσι πολὺ ἀκριβὰ πληρώσει τὴν τόλμην των, ἐν Ἑλλάδι δὲ διαμένοντες, οὐδὲν ἄλλο ἔχουσι νὰ περιμένωσιν ἢ τὸν θάνατον, τὸν ὁποῖον καὶ μόνον δύναται νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν ἡ ἀθλιότης, εἰς ἣν τοὺς κατεδίκασεν ἡ ἀναλγησία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως;
§139Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Περὶ δικαιοσύνης, Κύριοι, πολλὰ ἐλέχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, πολλοὶ δὲ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ἰδίᾳ ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Σταυρόπουλος, πλεῖστα ἔκτροπα ἐξετραγώδησαν εἰς βάρος τινῶν τῶν διαχειριστῶν αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Δυστυχῶς, ὡς ἐκ τῆς ἐπειγούσης νομοθετικῆς ἐργασίας, δὲν θεωρῶ τὴν στιγμὴν ταύτην πρόσφορον, ὅπως εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γένηται· λαμβάνων ὅμως ἀφορμὴν ἐξ ἐπιστολῶν συμπολιτῶν μου, ἃς ἔχω εἰς χεῖράς μου, καὶ ἄλλων πολιτῶν διακεκριμένων ἐν Κυπαρισσίᾳ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας καὶ δικογραφίας ἀφορώσας τὸν Πρόεδρον τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν...
§140Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ποῖος εἶναι;
§141ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ὁ Οἰκονόμου. Ὅσοι γνωρίζετε τὸν Οἰκονόμου, δύνασθε νὰ μαρτυρήσητε περὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, περὶ ὧν ἡ ἔγγραφος, ἣν κατατίθημι εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐπερώτησίς μου διαλαμβάνει, καὶ αἱ δικογραφίαι αἱ ἀφορῶσαι τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου τούτου ἀνωτέρου λειτουργοῦ τῆς Θέμιδος, ὅπως γνωσθῇ ποία εἶναι ἡ διεύθυνσις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Δικαστηρίου, καὶ πῶς ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς αὐτὸν παρὰ τῆς Πολιτείας. Ὅταν δὲ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι καὶ αἱ δικογραφίαι αἱ ἀφορῶσαι τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνωτέρου τούτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, τότε εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ παραδώσῃ τοῦτον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα μεταβῇ εἰς τὴν ἑστίαν του, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰκοσάκις ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του, μεταβὰς εἰς Ἄργος, πολλάκις δὲ καὶ ἄνευ ἀδείας. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἐκ τῶν κοινωνιολόγων, ὁμιλῶν περὶ δικαιοσύνης, ἐχαρακτήρισε ταύτην ὡς ἀστείαν, παρατηρήσας τὸ κατὰ χώρας διάφορον τῶν ἀληθειῶν τοῦ δικαίου· ἐν Ἑλλάδι ὅμως τραγικῶς ἀστείαν καθιστᾷ τὴν δικαιοσύνην ἡ ὑπὸ τύπον αὐστηρότητος ἀσκουμένη παρανομία καὶ ἡ ὑπὸ τύπον ἐπιεικείας προστασία τοῦ ἐγκλήματος. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ ἐκ τῆς πολιτείας τοῦ κυρίου αὐτοῦ ἐπίκειται ἐξέγερσις οὐχὶ μόνον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Κυπαρισσίας, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ τοῦ νομοῦ Τριφυλίας, ἢ νὰ μετακαλέσῃ τὸν Κύριον τοῦτον εἰς Ἀθήνας, ἢ νὰ μεταθέσῃ αὐτὸν τάχιστα ἐκ Κυπαρισσίας.
§142Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ὑπάρχουσι δικογραφίαι ἀφορῶσαι τὸν Πρόεδρον τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν, νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἴδῃ ἡ Βουλή, ὅτι καὶ ἄδικος καὶ πρόωρος ἦτο ἡ συζήτησις, ἣν ἤνοιξεν ὁ κ. Βουλευτής, περὶ τῆς ποιότητος τοῦ δικαστοῦ τούτου, καὶ ὄχι ἁρμόζουσα ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ· διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, — καὶ εἶναι εὔκολον εἰς πάντας, ἐὰν θελήσωμεν, νὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν προσώπων, — ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν θ’ ἀφήσωμεν καμμίαν ὑπόληψιν εἰς τὴν θέσιν της, ὁσάκις λαμβάνωμεν ἀφορμὴν κατ’ αὐτῶν, εἴτε δικαίαν, εἴτε ἄδικον. Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀφοῦ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§144ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ λάβῃ τὴν εὐχαρίστησιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ συζητήσῃ, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐξετράπην κατὰ τοῦ δικαστικοῦ αὐτοῦ λειτουργοῦ, ἐνῷ ἔχω τὸ δικαίωμα, ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων ὑποκειμένων, νὰ ἐκτραπῶ καὶ εἰς ὕβρεις, δὲν ἐσυνήθισα ὅμως νὰ ὑβρίζω ἀπόντας.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται ὕβρεις.
§146ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Οἰκονόμου, ὡς διαχειριστὴς τῆς ἐξουσίας τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν...
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ δὲν περιμένετε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα;
§148ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. .. δὲν ἀφῆκεν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ὕβρισε, μὴ σεβόμενος οὔτε τοὺς συναδέλφους του, πολλῷ δὲ μᾶλλον τοὺς δικηγόρους καὶ τοὺς διαδίκους.
§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα πρῶτον, κύριε Πρόεδρε.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριε Μοσχούλα, νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ συζητεῖτε τότε.
§151ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πολὺ καλά· θὰ ἐπανέλθω.
§152Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος κ. Χοϊδᾶς. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὑπάρχουσι ζητήματά τινα, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται ὅτι ἔχουν τοπικὸν χαρακτῆρα, ἐνέχουν οὐχ ἧττον σημασίαν γενικωτέρου τοῦ Κράτους συμφέροντος, ὡς εὐκόλως δύναταί τις νὰ ἐννοήσῃ, ἐὰν ἐγκύψῃ μετὰ προσοχῆς εἰς αὐτά. Ὅταν λέγωμεν ὅτι ἡ ἀγροτικὴ ἐν Πάτραις ἀσφάλεια ἐντελῶς ἐξέλιπε, δὲν ἐννοοῦμεν διὰ τούτου, ὅτι παραβλάπτονται μόνον τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας, ἀλλ’ ὅτι παραβλάπτονται καὶ σπουδαίως ζημιοῦνται καὶ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι δὲν χρειάζεται κόπος πολὺς νὰ ἐννοήσῃ τις, ὅτι, ὅταν αἱ σταφιδάμπελοι καὶ αἱ ἄμπελοι ἀφίνωνται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν παντὸς εἴδους ζημιωτῶν καὶ καταστροφέων, ἡ παραγωγὴ ἐλαττοῦται, ἐλαττουμένης δὲ τῆς παραγωγῆς, δὲν ζημιοῦνται μόνον οἱ κύριοι τῶν κτημάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει ἀδιαφόρως νὰ ἀκούῃ τὰς συστάσεις ἡμῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι πρόκειται περὶ τοπικοῦ ζητήματος. Ὀφείλει ἐξεναντίας νὰ σπεύσῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐν Πάτραις ἀστυνομίας δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος, προωρισμένου διὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι στερεῖται τῆς πρὸς τοῦτο ἀναγκαίας στρατιωτικῆς δυνάμεως· ἀλλὰ τότε, τὸν ἐρωτῶ, διατὶ εἰς Ζάκυνθον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπέστειλε πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐκεῖ ἀστυνομίας εἰδικὸν, ὑπὸ ἀξιωματικὸν, στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα; Δὲν θέλω νὰ ψέξω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τούτῳ, διότι καλῶς ἔπραξε νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐν Ζακύνθῳ. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ πράξῃ καὶ διὰ τὰς Πάτρας. Αἱ διακρίσεις ἐγείρουν δίκαια καὶ εὔλογα παράπονα, καὶ διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ βραδύνῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν δεδικαιολογημένην τῶν συμπολιτῶν μας αἴτησιν, ἀφοῦ καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διὰ ψηφίσματος καὶ ὁ κ. δήμαρχος Πατρέων παριστῶσιν ὡς ἐπιτακτικὴν καὶ ἐπείγουσαν τὴν μέριμναν περὶ φρουρήσεως τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας. Ἐπίσης συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ ὅσον οἷόν τε τάχιον τὴν ἐπισκευὴν τῶν διὰ τῆς πόλεως διερχομένων τριῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, αἵτινες ἀναφέρονται ἐν τῷ διὰ τοῦ κ. δημάρχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβληθέντι ψηφίσματι τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§153Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἔγγραφον παρόμοιον πρὸς τὸ τοῦ συναδέλφου, ἀλλὰ δὲν ἔκρινα ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τοιαῦτα ζητήματα. Ἐπειδὴ ὅμως ἦλθεν ὁ λόγος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγκάζομαι νὰ πληροφορήσω τοὺς συναδέλφους μου, ὅτι τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ὅπως καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, καλῶς καὶ ἐγὼ ἐπίσταμαι. Κατὰ τὴν τελευταίαν διαμονήν μου ἐν Πάτραις μετέβην παρὰ τῷ μηχανικῷ, καὶ ἐξήτασα τὸ ζήτημα τῆς ἐπισκευῆς τῶν ὁδῶν, καθ’ ὅσον δ’ ἐνθυμοῦμαι, ἔχει διαταχθῆ ἡ ἐπισκευὴ αὕτη.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μαρκέτος ἔχει τὸν λόγον.
§155Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Ἐκπληρῶν καθῆκον ἐντεταλμένον ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου, ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα. Ἐπιτροπὴ ἐκλεχθεῖσα ὑπὸ τοῦ λαοῦ Κεφαλληνίας, τοῦ συνελθόντος ἐν πανδήμῳ συλλαλητηρίῳ τῇ 6 Ἰανουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους ἐν Ἀργοστολίῳ, μοὶ ἐπέδωκε ψήφισμα τοῦ λαοῦ Κεφαλληνίας, ἀπευθυνόμενον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ὁ λαὸς Κεφαλληνίας, ἀναγνοὺς ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρὸς», τὰς δηλώσεις τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ παραδοθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὴν ἀπολυταρχίαν, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν πρόκειται νὰ παραβιασθῶσιν οἱ θεσμοὶ οἱ θεμελιώδεις, χάριν τῶν ὁποίων καὶ ἐπαναστάσεις ἐγένοντο καὶ θυσίαι πολλαὶ, ὅπως οἱ θεμελιώδεις οὗτοι νόμοι φθάσωσιν εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκονται, ἐθεώρησε τὰς δηλώσεις ταύτας ὡς σπουδαίας, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ διαμαρτυρηθῇ. Ἐν συλλαλητηρίῳ λοιπὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ προσῆλθον καὶ ἔλαβον μέρος πάσης τάξεως πολῖται, διεμαρτυρήθη ὁ λαὸς τῆς Κεφαλληνίας, καὶ ἐξέδωκε ψήφισμα, τὸ ὁποῖον καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, μοὶ ἔδωκε δὲ ἐντολὴν, ὅπως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑποβάλω τὸ ψήφισμα τοῦτο.
§156ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί διαμαρτύρονται;
§157ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Διαμαρτύρονται κατὰ τῆς μελετωμένης ἀπολυταρχίας ἐπὶ τοῦ στρατοῦ.
§158ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν μᾶς ἀφίνουν νὰ ἡσυχάσωμεν!
§159ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι ἐκπληρῶ ἐντολὴν τοῦ λαοῦ Κεφαλληνίας, καὶ ὤφειλον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, νὰ ἐκπληρώσω τὴν ἐντολὴν ταύτην.
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τὸ ψήφισμα.
§161Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Λαρίσης ἐγένετο δεκτὸν, ὅπως μὴ διέλθῃ ἡ γραμμὴ διὰ Λαρίσης. Λέγων ἂν ἐγένετο δεκτὸν, δὲν ἐννοῶ ἂν ἐγένετο ὁριστικῶς δεκτόν· ἐννοῶ, ἂν ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. Δὲν ἐπεθύμον νὰ ἀναμιχθῶ ἀπὸ τοῦδε καὶ ζητήσω τὸν λόγον, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον ὅταν θὰ ἤρχετο τὸ νομοσχέδιον εἰς συζήτησιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συμβάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἂν ἀναγραφῇ ὅρος τοιοῦτος, δὲν θὰ ἦναι εὔκολον νὰ ἐπιτύχῃ τις τὴν μεταβολήν του, διὰ τοῦτο ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ὅρος οὗτος εἶναι σπουδαῖος, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ἐπιζήμιος, ἂν ἀνεγράφετο ἐν τῇ συμβάσει, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα καθῆκόν μου ἀπὸ τοῦδε νὰ ζητήσω τὸν λόγον καὶ νὰ προκαλέσω τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος τις μυστικότητος τῶν διαπραγματεύσεων, ὅπως τοιοῦτόν τινα ὅρον ἀνακοινώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ.
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται ὅτι, προκειμένου περὶ συμβάσεως, ἡ ὁποία δὲν ὑπεγράφη εἰσέτι, καὶ περὶ τῆς ὁποίας δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ βεβαιώσω, ἂν θὰ ὑπογραφῇ, πᾶσα δήλωσις μοὶ φαίνεται πρόωρος. Ἓν μόνον λέγω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι δὲν ἐγένετο ποτὲ λόγος, ἂν πρέπει νὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ διὰ Λαρίσης, ἀλλ’ ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ σταματήσῃ ὁ σιδηρόδρομος.
§163ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως δύο τρόποι εἶναι νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ Λάρισα· ἢ ἂν εἴπωμεν ὁριστικῶς, ὅτι δὲν θὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ διὰ Λαρίσης, ἢ ὅτι ἡ γραμμὴ θὰ φθάσῃ σήμερον μέχρις ὡρισμένου σημείου, ὅταν δὲ ὁρισθῇ ποτε σημεῖον ἑνώσεως μετὰ τῶν τουρκικῶν σιδηροδρόμων, τότε ἐπέρχεται ἀναγκαίως, ὅτι δὲν θὰ διέλθῃ ἐκ Λαρίσης ἡ γραμμὴ τῆς ἑνώσεως· διότι, ἂν ὁρισθῇ μεμακρυσμένον σημεῖον ἑνώσεως, ἄλλην διεύθυνσιν θὰ λάβῃ ὁ σιδηρόδρομος. Αὐτὸ ἐζήτουν νὰ μάθω. Προέλαβον ἐξηγήσας αὐτὴν τὴν ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω καὶ ἔμαθον, ὅτι δὲν γίνεται τὸ ἓν, θὰ γείνῃ δὲ τὸ ἄλλο. Καὶ ἂν δὲν συνομολογεῖται ῥητῶς σήμερον ὅτι δὲν θὰ διέλθῃ, εἶναι εὐνόητον, ὅτι θὰ τεθῇ τοιοῦτος ὄρος, ὥστε νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ ἀποκλεισμὸς ἀφεύκτως, ὡς εἰ ῥητῶς συνωμολογεῖτο.
§164Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§166Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασις νόμου περὶ τῆς ἐκ νέου ἐγγραφῆς τῶν κατασχέσεων εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκοφυλάκων. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἐγερθῇ περὶ τούτου καμμία συζήτησις.
§167Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ἐγγραφῇ, παρακαλῶ, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§168ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ προταχθῇ.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἴμεθα ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δὲν δύναται νὰ προταχθῇ· θ’ ἀναγραφῇ αὔριον, καὶ τότε ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς προτάξεως ἢ μὴ αὐτοῦ.
§170Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ προταχθῇ αὐτὸ αὔριον, διότι εἶναι τῷ ὄντι ἐπεῖγον.
§171ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης τὸ περὶ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἐπεῖγον, διότι οἱ ἄνθρωποι καθυστεροῦσι τοὺς φόρους ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τῆς ἀναστολῆς.
§172ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ῥητὴ τῆς συζητήσεως αὐτῶν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας.
§173Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ μὲ σημειώσητε, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§175ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, ἤτοι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως «περὶ ὑποβολῆς ἐγγράφως τῶν αἰτήσεων πληροφοριῶν, συστάσεων καὶ ἐπερωτήσεων τῶν Βουλευτῶν», ἀναβληθῇ, διότι ἐπὶ τούτου θέλομεν προκαλέσει συζητήσεις εὐρείας.
§176ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀκούομεν. Περὶ τίνος πρόκειται;
§177ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ζητῶ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῆς πρώτης ἀναγεγραμμένης ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ, διότι ἡ πρότασις αὕτη θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν εὐρυτάτην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσι πλεῖστοι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν μέρος, ἐπειδὴ δὲ ἔγκριτα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσαν ἤδη, ὅτι θὰ λάθωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἀπουσιάζουσι σήμερον ἕνεκα ἐλαφρᾶς ἀσθενείας, ἔρχομαι νὰ παρακαλέσω, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ταύτης εἰς ἄλλην ἡμέραν, ὁρισθησομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§178ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναβληθῇ.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ· ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΘʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1899 περὶ φορολογίας τῶν ζώων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§182ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ὑπάρχει τὸ ζήτημα τῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίας.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐλύθη.
§184ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τῆς ὑφισταμένης προτάσεως τοῦ κυρίου Ῥώμα, ἂν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ἢ ὄχι, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν σήμερον, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν μετεμορφώθη τελείως. Ἤδη λοιπὸν προκειμένου νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν ἔχομεν τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μετεμορφώθη, διὰ νὰ κρίνωμεν.
§185Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ μεταβολαὶ εἶναι εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§186ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἔγειναν καὶ ἄλλαι μεταβολαί· τὸ ἄρθρον 1 μετεβλήθη, τὸ ἄρθρον 3 διεγράφη, τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6 ἐγένοντο 3, 4 καὶ 5· τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 διεγράφησαν. Πρέπει ν’ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ νὰ διανεμηθῇ, διὰ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ συζητήσωμεν.
§187Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν νομίζω ὅτι ὑπέστη τοιαύτην μεταβολήν, ὥστε νὰ ἀναβληθῇ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προβάλλεται ἡ ἀξίωσις, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, προκειμένου περὶ διευκολύνσεως τῶν συζητήσεων, ὅταν μάλιστα τοιαύτην ἀξίωσιν προβάλλῃ ὁ τόσον εἰδικῶς εἰς τὰ θέματα ταῦτα κ. Μπακόπουλος, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχομεν ν’ ἀναβληθῇ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὡς καὶ τοὺς ἄλλους Βουλευτὰς, τοὺς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι, ὅτι, ἂν ἔχουσι τὴν ἰδέαν ὅτι, ὅταν τυπώνωνται ἐκ νέου νομοσχέδια, πρέπει νὰ ἐπακολουθῇ καὶ μία ἀναβολὴ, ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀποφεύγῃ τὰς ἀνατυπώσεις.
§188ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὐτὸ ἀναβάλλεται δι’ αὔριον;
§190ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 97). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων», ὡς ἐτροποποιήθη πρὸ τῆς συζητήσεως ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 98).
§192ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Δὲν θὰ γείνῃ διακοπή; (Θόρυβος).
§193Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπακολουθήσῃ συζήτησις. Δὲν διακόπτομεν;
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέχρι τοῦδε δὲν ἐκάμαμεν τίποτε ἀπολύτως. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐντρέπομαι νὰ διακόψω.
§195Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ διακόψωμεν τώρα, διὰ νὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς ἐννέα.
§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι ἀκόμη.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1...
§198Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, εἶπον, ἔχω τὸν λόγον.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§200ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν εἴπετε ὑμεῖς νὰ γίνεται ἡ διακοπή. Εἶναι 7½ ἡ ὥρα.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκόμη 7½.
§202ΑΛΕΞΑΚΗΣ. 7½ παρὰ δύο λεπτά, ἀκριβῶς.
§203ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἂς διακόψωμεν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν καμμίαν ἐργασίαν, μάλιστα. Ἀλλὰ μόλις τώρα εἰσήλθομεν εἰς τὴν κυριωτέραν ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Τοὐλάχιστον νὰ ἐργασθῶμεν ἡμίσειαν ὥραν.
§205Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρέπει νὰ ὑποβάλω κρίσεις τινὰς, ἵνα τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς, καὶ σκεφθῇ ἂν πρέπει νὰ τὰς υἱοθετήσῃ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου ἤδη ζητεῖται ἡ μεταρρύθμισις, μεταξὺ ἄλλων εἴχομεν ἐπιβάλει φόρον ἐπιτηδεύματος εἰς τὰ ἀτμοκίνητα ἐργοστάσια οἰνοπνευματοποιΐας πεντακοσίων δραχμῶν, ἀδιακρίτως τῆς παραγωγῆς οἰνοπνεύματος. Ἐνθυμεῖσθε προσέτι, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως ἢ τῆς παραγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος, ἐκάμομεν διαβάθμισιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ παράγοντες οἰνοπνεύματα διὰ τῶν ἀτμοκινήτων ἐργοστασίων ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώνωσι φόρον ἀπὸ 6,000 μέχρι 50,000 δραχμῶν, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς κατὰ εἰκοσιτετράωρον. Ἠγέρθη λοιπὸν τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἐξέθηκα, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνωσιν ἴσον ποσὸν φόρου ἐπιτηδεύματος οἱ παράγοντες ἐντὸς 24 ὡρῶν οἰνόπνευμα 500 ὀκάδων καὶ οἱ παράγοντες κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα οἰνόπνευμα μεγαλειτέρων ποσοτήτων. Ὑποβάλλω ἑπομένως τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ἡ φορολογία τοῦ ἐπιτηδεύματος νὰ ὁρισθῇ ἀναλόγως τῆς φορολογίας τῆς καταναλώσεως, τουτέστιν οἱ παράγοντες οἰνόπνευμα κατὰ εἰκοσιτετράωρον 500 ὀκάδων καὶ ἑπομένως πληρόνοντες φόρον καταναλώσεως 6000 δραχμὰς, νὰ πληρόνωσι φόρον ἐπιτηδεύματος ἀνάλογον πρὸς τὰς 6000 δραχμάς, ὅπως οἱ παράγοντες πάλιν οἰνόπνευμα ἀνώτερον ἄνω τῶν 500 ὀκάδων νὰ πληρώνωσι φόρον ἀντίστοιχον ἐπίσης πρὸς τὸν τῆς καταναλώσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθόν. Διότι σᾶς λέγουσιν οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις: «Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος παράγω οἰνόπνευμα 500 ὀκάδων κατὰ ἡμερονύκτιον, εἶναι δίκαιον νὰ πληρόνω τὸν αὐτὸν φόρον πρὸς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Καμπᾶ, τὸ ὁποῖον παράγει 4,000 ἕως 5,000 ὀκάδας οἰνοπνεύματος κατὰ εἰκοσιτετράωρον;» Ἡ ἀνισότης εἶναι κατάδηλος. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν τότε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ μοὶ ἀντέταξεν ὅτι πρέπει εἷς φόρος νὰ ὁρισθῇ δι’ ὅλα τὰ ἐργοστάσια, προκειμένου περὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν κατανάλωσιν, ἐκεῖ θὰ γείνῃ ἡ διαβάθμισις. Ἀλλὰ τοῦτο καθιεροῖ ἀνισότητα ἀσυγχώρητον. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα ἔχω ἀκόμη νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ὑπάρχει ἡ κατηγορία τῶν κατασκευαστῶν σταφιδοκιβωτίων, οἵτινες ἐξομοιοῦνται πρὸς βαρελοποιοὺς καὶ πληρόνουν φόρον 500 δραχμῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ ὁρίσητε ἰδίαν κατηγορίαν δι’ αὐτούς. Οἱ κατασκευάζοντες αὐτὰ ἀπολαμβάνουσιν ἐλάχιστον εἰσόδημα κατ’ ἔτος, διότι οἱ ἔμποροι ξυλείας κατασκευάζουσι καὶ κιβώτια καὶ φορολογοῦνται ὀλιγώτερον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ ἦναι ἔμποροι ξυλείας, κατασκευάζουσι μόνον κιβώτια.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§207Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας τῆς δηλώσεως τῶν ἐπιτηδευμάτων διὰ τὸ ἔτος 1900 μέχρι Μαρτίου γεννᾷ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἴτε ἕνεκα τοῦ ἐπαχθοῦς τοῦ φόρου, εἴτε ἕνεκα τῶν δυσκολιῶν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, δὲν ἐγένοντο αἱ δηλώσεις ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, τὰς ὁποίας ὥρισεν ὁ ἰσχύων νόμος. Ἡ γενικὴ γνώμη, ἡ ἐκφρασθεῖσα παρὰ πολλῶν ἐπαρχιῶν, ἐχαρακτήρισε τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅπως ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, ὡς ἐπαχθέστατον. Τὸν ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐπαχθέστατον, διότι ἀφαιρεῖ κυρίως ἐκ τῶν μικρῶν ἐπιτηδευματιῶν μέρος ἄξιον λόγου τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει διὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπιτηδεύματός των. Οἱ ἐπιτηδευματίαι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μικρὰ κεφάλαια, ὑποχρεούμενοι νὰ καταβάλλωσιν ἐκ τῶν προτέρων τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματός των καὶ νὰ ὑποστῶσιν ὅλας τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, ἀπαντῶσι δυσχερείας, αἵτινες θέτουσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀμφιβολίαν, ἂν δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των ἢ ὄχι. Τὴν γνώμην ταύτην ἐνισχύει ἡ προτεινομένη παράτασις τῆς προθεσμίας. Ὑποτίθεται ὅτι δὲν ἐδήλωσαν πλεῖστοι ἐκ τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, καὶ ὅτι ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία μέχρι τέλους Μαρτίου. Δὲν ἔχομεν καμμίαν πληροφορίαν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, ὁποῖα παρίστανται τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, διὰ νὰ γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς, ἂν τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν πανταχόθεν ἐκ μέρους τῶν ἐπιτηδευματιῶν, εἶναι ἀληθῆ, ἂν ἐκτὸς τοῦ αἰσθήματος τοῦ ἐπαχθοῦς, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας ὁ ἐφαρμοζόμενος φόρος, δὲν συνετέλεσε καὶ εἰς τὸ νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς ἐπιτηδευματίας. Εἶναι οὐσιῶδες τοῦτο. Διότι, ἐὰν φόρος τις συντελῇ νὰ αὐξάνῃ κατά τι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ συντελῇ συνάμα καὶ εἰς τὸ νὰ ἐλαττώνῃ τὴν ἐθνικὴν ἐργασίαν, ὁ φόρος οὗτος ἀναμφιβόλως, ὁ ἐνέχων τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, εἶναι φόρος καταδικαστέος. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δικαιολογῶν τὴν παράτασιν ταύτην, νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐφαρμοσθέντος νόμου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔφερε ταῦτα, θὰ τὸν παρακαλέσω, τοὐλάχιστον πρὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔχωμεν τ’ ἀποτελέσματα αὐτά, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν πραγματικῶς, ποῖα εἶναι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ὅπως κρίνωμεν, ἐξ ὅσων πληροφοριῶν ἔχομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὰ ταμιευτικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§209Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§211Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἡ ἀφορῶσα τοὺς πλανοδίους ἐπιτηδευματίας, ἔχει τι τὸ ὅλως αὐθαίρετον. Οὐδεμία ὑπάρχει βάσις καὶ οὐδεὶς κανὼν, συμφώνως μὲ τὸν ὁποῖον θέλει ὁρίζεσθαι ὁ φόρος, ὅστις θὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς μεταπράτας τούτους, ἀφίνονται δὲ οὗτοι εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου, ὅπως διὰ πρωτοκόλλου ὁρίσωσιν αὐτοὶ οἱονδήποτε ποσὸν φόρου νομίσωσι καλόν. Εἶναι ἐνδεχόμενον, οἱ δύο οὗτοι δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ἔχωσι πλήρη τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντός των καὶ τὴν ἀντίληψιν τῶν κερδῶν ἑκάστου πλανόδιου μεταπράτου, καὶ νὰ ὁρίσωσι λογικόν τινα φόρον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀνθρωπίνως ἀδύνατον, οὗτοι, ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου ὠθούμενοι, νὰ ὁρίσωσιν ὑπερβολικὸν ἐπ’ αὐτῶν φόρον. Εἰς φορολογικοὺς νόμους οὐδέποτε ἀφίνεται ἀπεριόριστος ἐξουσία εἰς τὸν καθορίζοντα τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Πάντοτε τίθενται βάσεις, τίθενται ὅροι, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὁ καθορίζων τὸν φόρον ὀφείλει νὰ περιορισθῇ. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, καίτοι πρόκειται περὶ μικροῦ κύκλου ἐπιτηδευματιῶν, οὐχ ἧττον ἐπειδὴ πρόκειται περὶ φορολογουμένων πολιτῶν Ἑλλήνων, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ, νὰ τεθῶσιν αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος καὶ ὁ εἰρηνοδίκης θέλουσι προσδιορίζει τὸν φόρον τῶν μεταπρατῶν.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§213ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, παρακαλῶ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰ δυνατόν, ἀντὶ τῆς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως γενικῆς προσκλήσεως τοῦ ἁρμοδίου ταμίου ἢ ὑποταμίου περὶ πληρωμῆς τοῦ φόρου, νὰ καθιερώσῃ ἄλλον τρόπον, μᾶλλον προσιτὸν εἰς τοὺς φορολογουμένους, διότι τὰ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως οὔτε οἱ μᾶλλον ἔμπειροι ἀναγινώσκουσι, διὰ νὰ μανθάνωσι τὰς προθεσμίας. Τὸ ἀλλαχοῦ ἐπικρατοῦν σύστημα, τοῦ νὰ εἰδοποιῇ ἀμέσως, εἴτε διὰ ταχυδρομικῶ; στελλομένων εἴτε ἄλλως ἐπιδιδομένων εἰδοποιήσεων, τοὺς φορολογουμένους ὁ ταμίας περὶ τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν ὀφείλουσι νὰ καταβάλωσιν, εἶναι, νομίζω, λίαν εὔκολον νὰ γίνηται καὶ ἐν Ἑλλάδι, τοὐλάχιστον διὰ τὰς πόλεις...
§214Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ δημάρχου.
§215ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ δήμαρχος δὲν εἶναι ἀσφαλὲς μέσον ἀμέσου καὶ ἐμπροθέσμου παραδόσεως τῆς εἰδοποιήσεως. Ἐὰν ὑπεχρεοῦντο οἱ δήμαρχοι νὰ γνωστοποιῶσι διὰ προκηρύξεως, ἢ δι’ ἐπ’ ἐκκλησίας ἀναγνώσεως, τὴν προθεσμίαν, πάλιν εἶναι τοῦτο ἀσφαλέστερον τῆς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως προσκλήσεως. Ἐλπίζω ὅτι τὴν σύστασιν ταύτην θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§216Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι σκοπεύω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας μὲ ἀναγκάζει νὰ προσχωρήσω εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἡμεῖς, εἴτε ὡς δικηγόροι εἴτε καὶ ὡς Βουλευταί, λαμβάνοντες τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε ἀναγινώσκομεν τὰς γενικὰς προσκλήσεις πρὸς πληρωμὴν φόρου εἰς τοὺς ταμίας· πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ γνωρίζῃ ταύτας ὁ πτωχὸς ἐπιτηδευματίας; Διὰ τοῦτο ἤθελον προτείνει νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς πρὸς πληρωμὴν κλήσεως τῶν φορολογουμένων διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ δεχθῇ νὰ ἀναγινώσκηται ἡ πρόσκλησις ἐπ’ ἐκκλησίας καὶ νὰ τοιχοκολλῆται εἰς τὰ δημοσιώτερα μέρη ἑκάστης πόλεως ἢ χωρίου.
§217Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶναι ὀλίγον δίκαιοι πρὸς τοὺς φορολογουμένους. Νομίζω ὅτι ἡ εἰσαχθεῖσα διάταξις πρέπει νὰ μείνῃ. Σήμερον ἰσχύει ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ταμίαν ἡ εἰδικὴ πρόσκλησις πρὸς πληρωμήν. Τοῦτο εἶναι τὸ μόνον μέσον, ἡ μόνη ἐγγύησις πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ φορολογουμένου, ὅταν δὲν θέλῃ νὰ ἦναι ἐκπρόθεσμος. Ἡ τροποποίησις, ἣν εἰσάγει, εἶναι ταμιευτική, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω τυραννικὴ, διότι διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον τῆς φροντίδος ν’ ἀπευθύνῃ εἰδικὴν πρόκλησιν καὶ καταστήσῃ ἀνετωτέραν τὴν θέσιν αὐτοῦ, ἔρχεται νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν τοῦ φορολογουμένου δεινοτέραν. Ἐνῷ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει καθῆκον νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων του καὶ τῶν καθηκόντων του, ἐρχόμεθα τὸ καθῆκον τοῦτο νὰ τὸ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νὰ φροντίζωσι νὰ μανθάνωσιν, ἂν προσεκλήθησαν νὰ πληρώσωσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη μείνῃ ἐν ἰσχύϊ.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§219ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 μεταρρυθμίζει κατά τι τὸ τερατῶδες ἄρθρον 13 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεμία αἴτησις, οὐδεμία ἀγωγὴ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου εἶναι δεκτή, προερχομένη ἀπὸ ἐνοχὴν σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὸ ἐπιτήδευμα, ἐξ οὗ πηγάζει, ἂν ὁ ἐπιτηδευματίας δὲν ἔχῃ ἄδειαν τοῦ ἐπιτηδεύματος. Τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μεταρρυθμίζεται, καὶ ὁ ἐνασκῶν ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι πολλὰ ἐπιτηδεύματα ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν ἐπιτηδεύματος δι’ ἓν μόνον. Ἀλλὰ τούτου οὕτως ἔχοντος, τὸ ἄρθρον 4 παρέλκει, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ διαγραφῇ.
§220ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν νὰ μεταβάλῃ τὸν τρόπον, ὃν καθιεροῖ ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ, περὶ γνωστοποιήσεως τοῦ ἐπιτηδεύματος εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν δικαστηρίων. Τοῦτο θὰ φέρῃ δυσχερείας, διότι ἕκαστος γραμματεὺς θὰ ἦναι ὑπόχρεως νὰ κρατῇ βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐγγράφῃ τὰς γνωστοποιήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει, τῶν διαφόρων ἐπιτηδευματιῶν, καὶ ἔπειτα εὑρετήρια πρὸς εὕρεσιν αὐτῶν καὶ θυρίδας καὶ πιστοποιήσεις καὶ ἴδιον προσωπικὸν καὶ δαπάνας καὶ ἀμφισβητήσεις. Προτιμότερον νὰ καθιερωθῇ ἕτερος τρόπος· π.χ. νὰ δίδωσιν ἀντίγραφα πολλὰ τῶν διπλοτύπων οἱ εἰσπράκτορες, τὰ ὁποῖα νὰ διευθύνωσιν οἱ φορολογούμενοι πρὸς τοὺς δικηγόρους αὑτῶν.
§221Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θεωρῶ περιττὸν τὸ ἄρθρον ὅλως διόλου, διότι μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 13 θὰ πληρώνηται εἷς μόνον φόρος.
§222ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν προταθῇ ἔνστασις, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπιτηδεύματος, θὰ ἔχητε δυσχερείας, πιέσεις, παρελκύσεις.
§223Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπαγόρευσις παρεμβάλλει προσκόμματα, καὶ ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἐνστάσεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, θέλει αὐξήσει αὐτὰς, καὶ οὕτω συντελοῦμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τοῦτο διὰ τῶν φορολογικῶν νόμων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἄρῃ τὴν διάταξιν περὶ προσαγωγῆς τῆς ἀδείας ἐπιτηδεύματος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, διότι ὑποθέσατε ὅτι εἷς ἔμπορος ἐγείρει ἀγωγὴν στηριζομένην ἐπὶ γραμματίου, τὸ ὁποῖον προέρχεται οὐχὶ ἐξ ἐμπορικῆς διαφορᾶς, ἀλλ’ ἐκ πωλήσεως προϊόντων του· τί θὰ συμβῇ; Δύναται νὰ γεννηθῇ συζήτησις, ἂν ἡ διαφορὰ προέρχεται ἐξ ἐμπορίας ἢ μή.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἅρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§225ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε, περὶ ὥραν 7½ νὰ διακόπτῃ.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἀποφασίζει ἄλλως.
§227ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§228Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πράγματι εἶναι νὰ διακόπτῃ κατὰ τὴν ἑβδόμην ἢ ὀγδόην ὥραν τῆς ἑσπέρας, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὴν συνεδρίασιν τὴν ἐνάτην· ἀλλὰ σήμερον, ἕνεκα τοῦ κακοῦ καιροῦ, ἡ Βουλὴ νομίζω ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ κάμῃ ἐξαίρεσιν, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπί τινα ὥραν, ὅπως μὴ λάβωσι τὴν ἐνόχλησιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ἐπανέλθωσιν· ἂν ὅμως ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, τότε πρέπει νὰ διακόψωμεν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§229ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἐπανέλθωσι τὴν ἐνάτην ὥραν ἀκριβῶς. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 7 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.)
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 ἄνευ ἀντιρρήσεως.)
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§233ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, λέγων ἐν τῷ ἄρθρῳ «ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες, μὴ ὄντες ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπῶλαι, πωλοῦσιν ἐν πλείοσι τῆς μιᾶς ἀποθήκαις τοὺς ἐκ τῶν ἀμπέλων αὑτῶν προερχομένους οἴνους, δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν φόρον τῶν διατηρούντων πολλὰ καταστήματα ἐπιτηδευματιῶν»; Ἐὰν ἀμπελοκτήμονες εἰς διαφόρους πόλεις πωλοῦσιν ὀλίγον οἶνον παραγόμενον ἐκ τῶν ἀμπέλων των, οἱ ἀμπελοκτήμονες οὗτοι θὰ πληρόνωσι φόρον;
§234Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). «Εἰς διαφόρους πόλεις», τί ἐννοεῖτε;
§235ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί συμβαίνει. Εἰς διαφόρους πόλεις οἱ ἀμπελοκτήμονες ἀποταμιεύουσι τὸ γλεῦκος αὑτῶν καὶ τὸ διασκευάζουσιν εἰς οἶνον. Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πόλεων τούτων ὑπάγεται καὶ ἡ Τρίπολις. Οἱ ἀμπελοκτήμονες δὲν ἔχουσιν οἰνοπωλεῖα, οὐδ’ εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπῶλαι. Οἱ ἔχοντες οἰνοπωλεῖα βεβαίως πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον. Ἀλλ’ οἱ ἀμπελοκτήμονες οἱ ἀποταμιεύοντες π. χ. χιλίας ὀκάδας οἴνου καὶ μέρος τοῦ οἴνου τούτου πωλοῦντες ἐν τῇ οἰκίᾳ των διὰ τῶν παίδων αὑτῶν, οἱ ἀμπελοκτήμονες οὗτοι θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον;
§236ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§237ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ ὑποβληθῶσι.
§238ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα μου εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώσουν.
§239ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ, διότι μέχρι τοῦδε ὁ ἀμπελοκτήμων, ὁ ὁποῖος ἐπώλει μίαν ὀκᾶν οἴνου λιανικῶς εἰς τὴν οἰκίαν του, ἐπλήρονεν ὡς οἰνοπώλης καὶ πληρόνει ἐπιτήδευμα. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ πάλιν ἐπὶ τούτου.
§240ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§241ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνῃ ἐδῶ μία διάκρισις ὡς πρὸς τοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ. Κατ’ ἀναλογίαν πρέπει ν’ αὐξηθῇ ὁ ἐξαγωγικὸς δασμός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 ἄνευ ἀντιρρήσεως.)
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται.)
§243ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 10, «ὁ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1888 πρόσθετος φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν ἀγωγέων καὶ καρραγωγέων περιορίζεται, τῶν μὲν ἀγωγέων εἰς δραχ. 5, τῶν δὲ καρραγωγέων εἰς τὸ ἥμισυ ποσὸν τοῦ ὑπ’ αὐτῶν πληρονομένου ἐτησίου φόρου ἐπιτηδεύματος.» Δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Κυρίως οἱ ἔχοντες ἀροτριῶντα κτήνη, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται πρὸς καλλιέργειαν τῆς γῆς, ἐνίοτε διὰ τῶν κτηνῶν αὐτῶν τῶν ἀροτριώντων, ἢ διὰ τοῦ κάρρου, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πρὸς μεταφορὰν τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων καὶ τοῦ σπόρου, μεταφέρουσι καὶ φορτία καρπῶν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Ἐκεῖνοι λοιπὸν πληρόνουσι φόρον ἀροτριώντων διὰ τὰ κτήνη τὰ σύροντα τὰ κάρρα των, ἢ διὰ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἄνευ κάρρων, καὶ ἐνίοτε, πέντε ἢ δέκα φορὰς τὸ ἔτος, μεταφέρουσι προϊόντα ἀπὸ τόπου εἰς τόπον καὶ τὰ μεταπωλοῦσιν εἰς πόλεις. Δὲν νομίζετε ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος ἀγωγεῖς, δὲν εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος καρραγωγεῖς, ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος γεωργοί; Δύναται δὲ, διὰ νὰ μὴ γείνῃ κατάχρησις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, νὰ τεθῇ—διότι ἐὰν θέσητε «μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος ἀγωγεῖς», δύνανται νὰ ἐξαιρεθῶσιν ὅλοι οἱ ἀγωγεῖς καὶ οἱ καραγωγεῖς, —ἀλλὰ δύναται, λέγω, νὰ τεθῇ: «οἱ ἀγωγεῖς καὶ καρραγωγεῖς, οἱ πληρόνοντες διὰ τὰ ὑποζύγιά των φόρον ἀροτριώτων κτηνῶν, ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος». Τοῦτο ἔχει ἴσως μεγαλειτέραν σημασίαν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, καὶ ὀλιγωτέραν εἰς τὴν ἰδικήν μου. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριε Ὑπουργὲ, βεβαιωθῆτε ὅτι χρησιμεύει ὡς ἀφορμὴ μεγάλων καταπιέσεων ἐκ μέρους εἴτε τῶν δημάρχων, εἴτε τῶν ἐφόρων, εἴτε ἄλλων ὑπαλλήλων, ἐπιτετραμμένων τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ἤδη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας ἀγωγεῖς ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ καρραγωγεῖς δὲν ὑπάρχουσιν ἢ ὀλίγοι· πρὶν ἢ γείνῃ σιδηρόδρομος ὑπῆρχον πολλοὶ, κρατοῦντες τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Ναυπλίου καὶ Τριπόλεως· μετὰ τὸν σιδηρόδρομον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἄλλων μέσων τῆς συγκοινωνίας οἱ ἀγωγεῖς ἐσπάνισαν· καὶ ἐν τούτοις ἐφ’ ὅλων τῶν γεωργῶν ἔν τισιν ἐπαρχίαις πολλαὶ καταπιέσεις ἀσκοῦνται εἴτε ἀπὸ μέρους τῶν δημάρχων, εἴτε ἀπὸ μέρους τῶν ἐφόρων. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι οἱ καρραγωγεῖς ἢ ἀγωγεῖς, οἱ πληρόνοντες φόρον ἀροτριώντων διὰ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται ἐν τοῖς ἁμαξίοις αὐτῶν, ἢ διὰ τὰ κτήνη τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ ἀγωγέως, ἐξαιροῦνται τοῦ φόρου, δὲν ζημιοῦται τὸ Δημόσιον, διότι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων εἶναι μεγαλείτερoς τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Πρῶτον τοῦτο, καὶ δεύτερον, εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου τοὐλάχιστον συμβαίνει, οἱ χωρικοὶ, οἵτινες διακόπτουσιν ἕνεκα τοῦ καιροῦ τὰς ἀγροτικὰς ἐργασίας των, εἴτε ἐκ τῶν περιβολίων τῶν πέριξ τῶν χωρίων των, εἴτε ἐκ τῶν περιβολίων ἄλλων πόλεων, μεταφέρουσιν ἐνίοτε γεωργικὰ προϊόντα καὶ μεταπωλοῦσιν αὐτά. Εἰς τὴν Τρίπολιν π. χ. συμβαίνει, οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Τεγέας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐργατικώτατοι περὶ τὴν γεωργίαν, καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Κορυθίου, νὰ μεταφέρωσιν ἐξ Ἄργους λαχανικὰ καὶ ἄλλα κηπαῖα προϊόντα, ἢ ἐκ Σπάρτης πορτοκάλλια, λεμόνια κλπ., τὰ ὁποῖα ἀναγκάζονται νὰ πωλῶσιν εἰς τὴν ἀγορὰν Τριπόλεως λιανικῶς. Ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία ἐκεῖ —καὶ οὗτος εἶναι ὁ κυριώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξηγέρθη ὁ κόσμος ὅλος,—ἡ ἀστυνομία, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, θέλει νὰ τοὺς ὑποβάλῃ εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος ὀπωροπωλῶν· δὲν δύνανται νὰ πωλήσουν, ἐὰν δὲν δηλώσουν ὅτι εἶναι ὀπωροπῶλαι, καὶ πολλοὶ χωρικοὶ ἐδήλωσαν, καὶ ἐδήλωσαν τῇ προτροπῇ μου, διότι μὲ ἠρώτησαν, ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ· δὲν εἶναι ὅμως ἐξ ἐπαγγέλματος ὀπωροπῶλαι, εἶναι ἀγωγεῖς. Καὶ ἐνῷ κακῶς κατὰ τὰ προηγούμενα πληρόνουσι φόρον ἀγωγέως εἰς τὸν δῆμον, ἐν τῷ ὁποίῳ κατοικοῦσιν, ἐν τούτοις πληρόνουσι καὶ φόρον ὀπωροπώλου εἰς τὸν δῆμον Τριπόλεως. Φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον. Ὑποβάλλω δὲ τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ εἰς τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Πλὴν τούτου θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ προσέξητε εἰς τὸ ἑξῆς. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάγεται εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἢ εἰς τὸ προηγούμενον ὅ,τι θέλω ἐκθέσει. Ἐν Τριπόλει συμβαίνει τὸ ἑξῆς· βιομήχανοί τινες, οἱ ὁποῖοι ἠτύχησαν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις των, δυστυχοῦσι δὲ καὶ πένονται σήμερον εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον, ἀντὶ νὰ ἐπαιτῶσι, καταγίνονται εἰς τὴν ἑξῆς εὐτελεστάτην ἐργασίαν. Ἔξωθεν τῆς Αʹ δημοτικῆς Σχολῆς τῶν ἀρρένων εἶναι μία πλατεῖα, εἰς τὴν ὁποίαν συναθροίζονται καὶ μεταπωλοῦσιν ὀλίγα λάχανα, διὰ νὰ ἀποζῶσιν. Οἱ τοιοῦτοι πτωχοὶ προφανῶς δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν λαχανοπωλῶν ἢ ὀπωροπωλῶν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν φορολογίαν τῶν πλανοδίων. Αὐτοὺς τοὺς πτωχοὺς ὑπέδειξα καὶ πρὸς τὸν ἔφορον, ὁ ὁποῖος ὡσαύτως συνεκινήθη, καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογῶνται. Ὑπὲρ αὐτῶν ὅλων ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ὅπως στέρξητε νὰ μὴ φορολογηθῶσι, διότι δὲν εἶναι ἐπαγγελματίαι, ἀλλὰ καταγίνονται εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, ἵνα μὴ ἐπαιτῶσι, καὶ μόλις κατορθώνουσι νὰ πορίζωνται ἐξ αὐτῆς 20 ἕως 30 λεπτὰ καθ’ ἑκάστην. Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ προλάβωμεν νομοθετικῶς, διὰ νὰ μὴ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευματιῶν νὰ τρώγωσι τὰ κοτόπουλα τῶν πτωχῶν.
§244Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατήρησιν. Ἐν αὐτῷ ἀναγράφεται, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ἰδιωτικῶν ἁμαξῶν πληρόνουσι φόρον ἑκατὸν δραχμῶν. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ποιήσηται διάκρισιν μεταξὺ ἰδιοκτητῶν ἁμαξῶν συρομένων ὑπὸ δύο ἵππων καὶ ἁμαξῶν συρομένων ὑπὸ ἑνὸς ἵππου. Τοῦτο δὲ λέγω, διότι ὑπάρχουσιν ἰδιοκτῆται ἁμαξῶν, οἱ ὁποῖοι διατηροῦσι ταύτας διὰ τὴν ἐργασίαν των μᾶλλον ἢ δι’ ἀπόλαυσιν, ὡς λ. χ. οἱ ἐνοικιασταὶ κτημάτων, οἵτινες μεταβαίνουσιν εἰς τὰ κτήματα διὰ τὴν ἐργασίαν των, τῶν πλείστων δὲ ἐξ αὐτῶν αἱ ἅμαξαι σύρονται ὑπὸ ἑνὸς ἵππου. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς ἰδιοκτήτας ἁμαξῶν μεθ’ ἑνὸς ἵππου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἐπιβαλλόμενος αὐτοῖς φόρος κατὰ τὸ ἥμισυ· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους, τοὺς ἰδιοκτήτας ἁμαξῶν τῶν πόλεων μετὰ δύο ἵππων, δύναται καὶ νὰ αὐξηθῇ ὁ φόρος.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§246Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ προστεθῇ, ὅτι ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου καὶ οἱ περιοδικῶς ἰχθυοπῶλαι. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι ὁμιλῶ σχετικῶς μὲ ὅσα ἀντιλαμβάνομαι ἐν Τριπόλει, ὅπου κατοικῶ. Ἐν Τριπόλει δὲν ἔχομεν ἐξ ἐπαγγέλματος ἰχθυοπώλας, διότι δὲν ἔχομεν ἰχθυοτροφεῖα· κἄποτε ὅμως οἱ γεωργοί, περὶ ὧν ὡμίλησα προηγουμένως, μεταβαίνουσι τρὶς ἢ τετράκις τοῦ ἔτους, καὶ φέροντες μακρόθεν ἰχθῦς τοὺς πωλοῦσιν ἐν Τριπόλει. Αὐτοὶ ὀφείλουσι νὰ πληρώσουν ἐπιτήδευμα ἰχθυοπωλῶν, διότι ἄλλως κατάσχει τοὺς ἰχθῦς ὁ ἀστυφύλαξ καὶ τοὺς τρώγει εἰς τὸ σπίτι του. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι τινὲς γεωργοί, οἱ ὁποῖοι, ὅταν δὲν ἔχωσιν ἐργασίαν εἰς τοὺς ἀγρούς των, μεταβαίνουσιν εἰς διάφορα λατομεῖα καὶ ἐξάγουσι λίθους. Καὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας, διότι δὲν εἶναι λιθοτόμοι ἐξ ἐπαγγέλματος, ἀλλὰ περιοδικῶς, ὅταν δὲν ἔχωσιν ἐργασίαν, κόπτουσι λίθους· ἀντὶ νὰ διατρίβωσιν εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα ἄεργοι, καταγίνονται εἰς τὴν λιθοτομίαν. Πρέπει, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ λάβητε ταῦτα πάντα ὑπ’ ὄψιν σας, διότι θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἔκαμε τοιαύτην ἐντύπωσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὥστε πολλοὶ ἐφέτος ἐξεπατρίσθησαν εἰς τὴν Ἀμερικήν. Καὶ ἰδοὺ διατί· οἱ νεαροὶ χωρικοὶ δὲν ἐγκαθίστανται ἐν τοῖς χωρίοις, ἀλλὰ μεταβαίνουσιν εἰς Τρίπολιν, ὅπως ἐκμάθωσι τέχνην τινά· ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, ἀναλόγως τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἕκαστος ἔχει εἰς τὸ ἐργοστάσιόν του. Λοιπὸν οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐργοστασίων αὐτῶν ἀρνοῦνται νὰ προσλάβωσι πολλοὺς καλφάδες, ἵνα μὴ αὐξήσῃ ὁ φόρος των, ἑπομένως τὰ πτωχόπαιδα ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς πατρίδας των, καὶ νὰ ἐκπατρισθῶσι καθ’ ἑκατοντάδας εἰς Ἀμερικήν. Ἐπὶ στιγμὴν ἀνεστάλη ὁ ἐκπατρισμὸς, ἕνεκα μιᾶς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, κακῶς ἑρμηνευθείσης ἀπὸ τὸν νομάρχην, καθ’ ἣν διαταγὴν εἰς οὐδένα ἐπετρέπετο ἡ ἀναχώρησις πρὶν ἐκπληρώσῃ τὴν στρατιωτικὴν αὐτοῦ ὑποχρέωσιν· κατόπιν ὅμως, δοθείσης τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναχώρησις μόνον εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους, ἐπανελήφθη ἡ τάσις πρὸς ἐκπατρισμόν. Τελευταίως δὲ καὶ κοράσια ἀκόμη πολλὰ ἐκ τῆς πατρίδος μου ἀνεχώρησαν εἰς Ἀμερικήν. Δὲν γνωρίζω, ἂν τοῦτο εἶναι συμφέρον ἢ ὄχι, ἀλλὰ πάντες, ὅσοι μετηνάστευσαν εἰς Ἀμερικήν, τακτικῶς ἀποστέλλουσι χρήματα εἰς τὰς πατρίδας των. Ἀλλὰ μὴ, πρὸς Θεοῦ, ἀναγκάζομεν διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων αὐτοὺς νὰ μεταναστεύωσι, διότι σᾶς βεβαιῶ, λόγῳ τῶν κομπλιμέντων, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ κάμνητε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ ἐκλογὴν δὲν θὰ ἔχω ἐκλογεῖς νὰ μὲ ψηφίσουν, καὶ θὰ στερηθῆτε τῆς ἐνταῦθα παρουσίας μου (ἱλαρότης).
§247ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὡδήγησε τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διὰ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἀπαλλάσσει τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τοὺς ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ξυλουργοὺς καὶ μαραγκούς, θέλω ὑποδείξει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἄτοπόν τι, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, καὶ τοῦ ὁποίου θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν διόρθωσιν. Ἀπήλλαξε τῆς φορολογίας τοὺς ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ξυλουργοὺς καὶ μαραγκούς, ἐγὼ δὲ θὰ ζητήσω τὴν ἀπαλλαγὴν ἄλλων τεχνιτῶν, οὐχὶ πλέον ἡμερομισθίων, ἀλλὰ ὡρομισθίων. Προσῆλθον παρ’ ἐμοὶ διάφοροι ἐργάται, οἵτινες ἐργάζονται εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ἀεριόφωτος, οἱ λεγόμενοι κοινῶς φαναρτζῆδες, ἢ, κατὰ τὴν παρ’ αὐτοῖς συνήθη γαλλικὴν λέξιν, πλουμπήριδες, ἐκεῖνοι δηλαδή, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὰς συναρμολογήσεις καὶ κολλήσεις τῶν σωλήνων, καὶ ἐν γένει τὰς τοιαύτας ἐργασίας τοῦ ἀεριόφωτος, οἱ ὁποῖοι μοὶ παρεπονέθησαν, ὅτι δὲν ἐργάζονται μὲ τὸν μῆνα, οὔτε μὲ τὴν ἡμέραν, ἀλλὰ μὲ τὴν ὥραν, διότι, ὡς ἐκ τοὺς εἴδους τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσιν, ἵνα μὴ γίνηται κατάχρησις, πληρόνονται μὲ τὴν ὥραν, καὶ συνήθως ἀπολαμβάνουσιν, ἐργαζόμενοι ἐπὶ δέκα ὥρας τὴν ἡμέραν, οἱ μὲν ἱκανώτεροι 5 ἕως 5½ δραχμὰς, οἱ δὲ λοιποὶ 3 ἕως 3½. Αὐτοὶ θεωροῦνται ὑπάλληλοι, καὶ ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον τοῦ 1878, τροποποιηθέντα ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς δύο τοῖς ἑκατὸν, ἢ τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν, ἢ ἕξ τοῖς ἑκατὸν, ἀναλόγως τῶν ἀπολαυῶν των. Τοῦτο ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ φορολογία τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἶναι ὁ νόμος ΣΙϚʹ τοῦ 1867. Τὸ ἄρθρον 7 αὐτοῦ ὁρίζει, ὅτι «δὲν ὑποβάλλονται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος.... θʹ) οἱ ἐργαζόμενοι ἐπὶ μισθῷ ἢ ἡμερομισθίῳ εἰς ἐμπορικὰ ἢ βιομηχανικὰ καταστήματα, ὡς καὶ οἱ μαθητευόμενοι κλπ.» Καὶ ὅμως αὐτοὶ, οἱ οὐχὶ ἐτησίως πληρονόμενοι, οὐχὶ μὲ τὸν μῆνα, ἀλλὰ μὲ τὴν ὥραν, ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὔτε πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου συμφωνεῖ αὐτὸ, οὔτε πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς πολὺ δικαίως ποιεῖται ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν ἡμερομισθίων ξυλουργῶν καὶ μαραγκῶν. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἕτερος λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κύριος Ὑπουργὸς βασίζεται, θὰ πράξῃ ἔργον δικαιοσύνης, νομοθετικῶς νὰ θεραπεύσῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§249Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπαγωγὴν πληρωμῆς ἐπιτηδεύματος διά τινας τῶν κλάσεων, αἱ ὁποῖαι προστίθενται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι αἱ ἐξ αὐτῶν πρόσοδοι θὰ ἦναι ἐλάχιστοι, θέλει ἀποβῆ τοῦτο καταπιεστικώτατον, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Ὑπουργέ, τί ἐννοεῖτε «ἐργοστάσια χειροκίνητα κατασκευῆς ταινιῶν»; Ἐν Τριπόλει τὰ πτωχοκόριτσα ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα ἐργάζονται εἴς τινα ἐργασίαν, πλέκουσι δηλαδὴ διαφόρους ταινίας, ἰδίως ἐκείνας, τὰς ὁποίας οἱ ἑλληνικὰ ἐνδυόμενοι, οἱ φουστανελλοφόροι, φοροῦσιν ἐπὶ τοῦ γόνατος. Ἡ πεῖρα μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι οἱ διάφοροι ἔφοροι τοῦ Κράτους, — δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ Ἐφόρου τοῦ ὑπηρετοῦντος ἤδη ἐν Τριπόλει, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώρισα, — οἱ διάφοροι, λέγω, ἔφοροι τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν ἔρχονται εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν πλείστων ἐκ τῶν φορολογουμένων, τῶν φορολογουμένων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ πληρώνωσι μέγα ποσὸν, καὶ εἴτε ἐλαφρύνουσιν αὐτοὺς τὸν φόρον, εἴτε καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπαλλάττουσιν· ἀλλ’ ὅπως ἐπιτελεσθῇ τοῦτο, πρέπει νὰ μὴ ἐννοηθῶσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐνδεχόμενον ὁ τμηματάρχης νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς συνεννόησιν μὲ αὐτούς. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, ἵνα ἐλαφρύνωσιν ἢ ἀπαλλάξωσι τὸν Α, ἐπιβαρύνουσι τὸν Β, ἢ ἐγγράφουσιν αὐτὸν ὡς φορολογούμενον, χωρὶς νὰ ἦναι ἐπιτηδευματίας, πολλάκις δὲ συμβαίνει νὰ ἐγγράφωσι τὸν αὐτὸν φορολογούμενον δὶς ἢ τρίς. Ἔχω κατάλογον τοιοῦτον, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς φέρω αὔριον, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ θέλετε ἴδει τοὺς ἀδελφοὺς Παπαδοπούλους ἐγγεγραμμένους δὶς καὶ τρὶς ὡς Παπαγεωργίου. Τοιαῦτα δὲ γίνονται πανταχοῦ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, διότι ὁ ἔφορος λ. χ. ἐν Τριπόλει ἔχει ἑπτὰ τέκνα, καὶ δὲν δύναται νὰ ζήσῃ μὲ τὰς διακοσίας δραχμὰς, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὡς μηνιαῖον μισθὸν, καὶ ὅμως ζῇ πλουσιοπαρόχως καὶ καλλίτερα ἀπὸ τὸν μεγαλείτερον κτηματίαν, ὁ ὁποῖος δαπανᾷ χιλίας δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἐπεξηγηθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἵνα μὴ ἴδωμεν τὰ πτωχοκόριτσα ἐκεῖνα, τὰ χειριζόμενα ἐργαλεῖόν τι πρὸς πλέξιμον γοναταριῶν, ἐγγραφόμενα εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν, περὶ ἧς προνοεῖ ἡ προστιθεμένη ἤδη κατηγορία. Εἰς τὴν κατηγορίαν «ἐργοστάσιον χειροκίνητον κατασκευῆς ταινιῶν» ἢ πρέπει νὰ καθορισθῇ, τί ἐννοεῖτε «ἐργοστάσιον», ἢ πρέπει νὰ διαγραφῇ. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ καθορίσητε τὸ ἐργοστάσιον διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος ἐπιβάλλων φορολογίαν ἐπὶ τῶν καυσοξύλων τῶν χρησίμων εἰς τὰ ἐργοστάσια· τότε ἐπέμεινα παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὑπέβαλον τροπολογίαν ἔγγραφον ἐπὶ τούτῳ, ὅπως καθορισθῇ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν τὰ καυσόξυλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς κίνησιν τῶν ἀτμοκινήτων ἐργοστασίων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ βεβαιώσῃ, ὅτι θὰ τὴν ἀποδεχθῇ· ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν τροπολογιῶν συνέβη νὰ ἀναχωρήσω εἰς Τρίπολιν, καὶ ἡ τροπολογία μου ἐκείνη δὲν ἐγένετο δεκτή. Τί λοιπὸν συνέβη; προχθὲς μὲ ἐπεσκέφθησαν εἰς τὴν οἰκίαν μου μερικοὶ ζαχαροπλάσται ἐν Τριπόλει, καὶ γνωρίζετε ὅτι τὰ ζαχαροπλαστεῖα τῆς Τριπόλεως δὲν ἔχουσι τὰς ἐργασίας τῶν ἐν Ἀθήναις, ἔχουσιν ἓν καζανάκι, καὶ τὸν μῆνα μίαν φορὰν ἀνάπτουσιν ἀπὸ κάτω ὀλίγα ξύλα καὶ κατασκευάζουσιν ὀλίγα κομφέττα· ὁ δασάρχης μετέβη ἐκεῖ καὶ τοῖς εἶπε νὰ δηλώσουν τὰ καυσόξυλα, ἅτινα καταναλίσκουσιν εἰς τὰ ἐργοστάσιά των. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου μετέβην καὶ εἰς τὸν κ. Σάμιον, τὸν τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῷ παρέστησα τὸ ἄδικον τοῦ νὰ θεωρῶνται καὶ τὰ ζαχαροπλαστεῖα τῆς Τριπόλεως ὡς ἐργοστάσια. Ὁ κ. Σάμιος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε, διότι τοιαύτην ἔννοιαν ἔχει ὁ νόμος, ὅστις ὁπωσδήποτε δέον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὁ δὲ δασάρχης τοιαύτην διαταγὴν ἔχει ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ, τί ἐννοεῖτε «ἐργοστάσιον».
§250Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐργοστασίων κατασκευῆς ταινιῶν· εἰς τὰ ἐργοστάσια δὲ δὲν περιλαμβάνονται αἱ διὰ τῆς χειρὸς κατασκευαζόμεναι ταινίαι.
§251ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τὰ τοιαῦτα ἐργοστάσια δικαίως νὰ πληρώσουν φόρον· ἀλλ’ εἰς τὴν Τρίπολιν ἐργάζονται κατ’ οἶκον 4 ἢ 5 κορίτσια καὶ πλέκουν καλτσοδέτας διὰ τοὺς φουστανελλοφόρους· τί κερδίζουν αὐτά; Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, τὰ μεγάλα ἐργοστάσια νὰ μὴ πληρόνουν. Ἔρχεται κατόπιν ἡ κατηγορία «πωληταὶ οἰκοδομησίμων ὑλῶν, ἤτοι ἀσβέστου ἢ κεράμων, πορσελλάνης ἢ ἄλλων εἰδῶν». Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου συμβαίνει τὸ ἑξῆς· οἱ γεωργοὶ, κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον, ὅτε τελειώνει ἡ συλλογὴ τῶν καρπῶν, καὶ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου δὲν ἔχουσιν ἐργασίαν, καὶ διὰ νὰ χρησιμοποιήσωσι τὸν Αὔγουστον εἰς ἐργασίαν, ἢ θὰ καύσωσι κανὲν ἀσβεστοκάμινον, ἢ κανὲν κεραμιδοκάμινον. Συνεταιρίζονται λοιπὸν 5 ἢ 6 χωρικοὶ, καὶ ὁ εἷς ἑτοιμάζει τὸ χῶμα, ὁ ἄλλος τὴν λάσπην, ἄλλος τὰ ξύλα, καὶ οὕτω καθεξῆς, καὶ κατασκευάζουν ἄσβεστον ἢ κεράμους. Ἤδη διὰ τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ ὅλοι αὐτοὶ οἱ φιλεργότατοι γεωργοὶ κινδυνεύουσι νὰ τεθῶσιν εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ὡς πωλοῦντες οἰκοδομησίμους ὕλας, κεράμους καὶ ἄσβεστον, ἐνῷ σᾶς λέγω, ὅτι μόνον τὸν Αὔγουστον διαθέτουσι δι’ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ πρὸς διάκρισιν, ὅτι ὑπόκειται εἰς φόρον ἐκεῖνοι οἱ πωληταὶ οἰκοδομησίμων ὑλῶν, οἱ ἔχοντες ἐργοστάσια τοιαῦτα καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἀσκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα αὐτό. Ἔρχεται κατωτέρω κλάσις Ϛʹ «οἰνέμπορος». Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ καθορισθῇ. Ἐν τῇ πόλει τῆς Τριπόλεως ὅλοι οἱ Τριπολῖται εἶναι καὶ ἀμπελοκτήμονες, διότι οὔτε κόμητας οὔτε τραπεζίτας ἔχομεν ἐκεῖ· ἔχομεν κτηματίας καὶ βιομηχάνους, ἀλλ’ οἱ κτηματίαι εἶναι ἀμπελοκτήμονες, καὶ ὁ ἀμπελοκτήμων ἀποταμιεύει τὸν οἶνόν του καὶ τὸν πωλεῖ ἐν τῇ οἰκίᾳ του.
§252Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄλλο οἰνέμπορος καὶ ἄλλο οἰνοπώλης.
§253ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐννοῶ, ὡς τὸ ἐννοεῖτε ὑμεῖς, ἀλλὰ βεβαίως οὔτε ὑμεῖς οὔτε ἐγὼ θὰ ἤμεθα ἔφοροι· θὰ ἦναι ἔφορος π. χ. ὁ Γιώτης, καὶ δὲν ἠξεύρω τί θὰ κάμῃ. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ καθορισθῇ. Κατόπιν «ἔμπορος βιομηχανικῶν προϊόντων». Τοῦτο σηκώνει πολὺ νερό· δύνανται ὅλοι νὰ ἦναι ἐπιτηδευματίαι. Ἀφοῦ ἔχετε τὸν ἔμπορον τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, διατί νὰ ἔχητε τὸν ἔμπορον τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων; Κατωτέρω «ἀτμοκίνητον ἐργοστάσιον κατασκευῆς ταινιῶν». Ἔχετε καὶ χειροκίνητον καὶ ἀτμοκίνητον.
§254Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχουν καὶ τὰ δύο.
§255ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἔμπορος ξυλείας πρὸς κατασκευὴν βαρελίων ἢ ἐπίπλων ἢ ἄλλων εἰδῶν». Καὶ τοῦτο σηκώνει πολὺ νερό, διότι εἶναι μερικοὶ πτωχοί, ἐν Τριπόλει τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε πέρνουν ξύλα καὶ κατασκευάζουν κανὲν βαρέλι· αὐτοὶ διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἔμποροι ξυλείας. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας καὶ νὰ στέρξῃ νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§257ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὸ ἄρθρον αὐτὸ μετὰ τινα χρόνον θὰ συμβῇ, ὥστε ὅλοι οἱ δήμαρχοι καὶ ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἦναι εἰς τὰς φυλακάς. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπὸ τοῦ παρόντος καὶ τῶν προηγουμένων νόμων περὶ ἐπιτηδευμάτων ἐντεταλμένοι καθήκοντα δημόσιοι ἢ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, ἀρνούμενοι ἢ ἀναβάλλοντες τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν, καταδιώκονται καὶ τιμωροῦνται ποινικῶς» κλπ. «Ἀρνούμενοι ἢ ἀναβάλλοντες». Ἀλλ’ ὅπως ἐξετέθη καὶ ἄλλοτε, ὁ δήμαρχος ὁ δυστυχὴς οὔτε γραμματέα ἔχει, οὔτε κλητῆρα, οὔτε χαρτί, οὔτε μελάνην· ἐν τούτοις κατὰ τὴν ὥραν, ἣν ὁρίζει ὁ νόμος, πρέπει ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν νὰ τὴν στείλῃ εἰς τὸν ἔφορον, διότι, ἐὰν δὲν τὴν στείλῃ, τιμωρεῖται ποινικῶς. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ τεθῇ «οἱ ἀρνούμενοι ἢ ἀναβάλλοντες ἐκ προθέσεως»· νὰ προστεθῇ τὸ «ἐκ προθέσεως». Διότι συμβαίνει τέλος πάντων ἓν κώλυμα, εἷς κατακλυσμός, καὶ δὲν δύναται ὁ δήμαρχος νὰ ἀποστείλῃ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν εἰς τὸν ἔφορον ἐντὸς τοῦ χρόνου, ὃν ὁ νόμος ὁρίζει· τότε δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταδιωχθῇ καὶ τιμωρηθῇ ὁ δήμαρχος. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἡ προσθήκη αὕτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§259ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἔχει, εἰς τοὺς συντασσομένους φορολογικοὺς καταλόγους τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐγγράφονται οἱ ἐπιδώσαντες δήλωσιν καὶ οἱ καθ’ ὧν συνετάχθη ἔκθεσις περὶ ἐξασκήσεως ἐπιτηδεύματος ἄνευ ἀδείας ἐπιτηδευματίου. Νομίζω ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἔκθεσις πρὸς τοῦτο, διότι οἱ ἀστυφύλακες, ὡς γνωρίζετε, εὐκολώτατα συντάσσουν μίαν ἔκθεσιν ἐναντίον ἑνὸς, ὅτι ἄνευ ἀδείας ἀσκεῖ ἐπιτήδευμα, τὴν ἔκθεσιν ὅμως τοῦ ἀστυφύλακος τὴν ἐξετάζει ὁ ἔφορος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸ πρόστιμον, τὴν δὲ ἀπόφασιν τοῦ ἐφόρου τὴν ἐξετάζει ὁ εἰρηνοδίκης. Δὲν νομίζετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ ἐγγράφωνται εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν μόνον οἱ συνεπεία ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐφόρου τιμωρηθέντες; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§261ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 15 λέγει: «Ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νόμου ͵ΒΦϞΔʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 ἀνακοπῶν τῶν ἐπιτηδευματιῶν γίνεται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου διοικητικῶς». Πρῶτον τὸ «διοικητικῶς» εἶναι ἀντεπιστημονικὸν, διότι οὐδεὶς ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, εἴτε δικαστικὸς εἴτε διοικητικὸς, προκειμένου ν’ ἀποφανθῇ περί τινος ὑποθέσεως, ἀποφαίνεται διοικητικῶς· ἀποφαίνεται πάντοτε δικαστικῶς, καὶ ὁ νομάρχης περὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του κρίνει ὡς δικαστής. Ἀλλ’ οἱανδήποτε σημασίαν καὶ ἂν ἔχῃ τὸ «διοικητικῶς», φοβοῦμαι μήπως πέσωμεν ἀπὸ τῆς Σκύλλης εἰς τὴν Χάρυβδιν, ἀπὸ τὸν ἔφορον εἰς τὸν εἰρηνοδίκην. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχουν καλοὶ εἰρηνοδίκαι, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ κακοὶ, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι μίαν φορὰν εἴχομεν ἐν Τριπόλει ἕνα, ὁ ὁποῖος δὲν ζῇ, ὁ μακαρίτης, καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφωνήσῃ τὰ ὀνόματα τῶν διαδίκων, ἔσφιγγε τὰ δόντια του, διὰ νὰ μὴ ἐξέλθῃ τῶν φωνητικῶν ὀργάνων καμμία φωνὴ ὄρνιθος, οἱ δὲ χωρικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον τὸν εἰρηνοδίκην αὐτὸν, ἠπείλουν διὰ τοῦ ὀνόματός του τὰς ὄρνιθας! Λοιπὸν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι εἰρηνοδίκαι, καὶ δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν αὐτοῖς τὸ δικαίωμα νὰ δικάζουν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ. Διατὶ νὰ μὴ γίνηται ἡ δίκη ἐπ’ ἀκροατηρίου, καὶ ἐκεῖ νὰ ἀποδεικνύῃ ὁ ἀνακόπτων τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐφόρου ἄδικον, καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀστυφύλακος ἀβάσιμον; Ἡ δὲ διαδικασία νὰ γίνηται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Καὶ ἂν θέλετε, σᾶς ὑπομιμνήσκω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον προτείνει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπικαρπίας, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἐδέχθη τότε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶναι πολὺ μετανενοημένοι ἤδη, διότι, ὡς διεσκευάσθη ὁ νόμος τότε, οὔτε λεπτὸν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, ἐνῷ, ἂν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ὠφελεῖτο καὶ οἱ φορολογούμενοι δὲν θὰ κατεπιέζοντο. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως διὰ τῆς ἀνακοπῆς ὁ φορολογούμενος προτείνῃ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, μέχρι δὲ τῆς παραμονῆς τῆς δίκης ὁ ἔφορος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὰ τῆς ἀνταποδείξεως, καὶ οὕτω εἰς τὴν πρώτην δίκην νὰ ἀποφαίνηται ὁριστικῶς ὁ εἰρηνοδίκης. Πρέπει νὰ μάθητε, καὶ ἀκούσατε τί γίνεται μὲ αὐτοὺς τοὺς νόμους, καὶ δὴ τί ἐγίνετο μὲ τὸν μακαρίτην φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου. Εἷς ἐκ τοῦ δήμου Φαλάνθου εἶχεν ὑποστῆ ἓν πρωτόκολλον ἀπὸ μέρους τοῦ ἐνοικιαστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβαρύνετο μὲ 14 δραχμὰς διὰ φόρον ἀδηλώτου οἴνου· ἀλλὰ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου δὲν ἔλαβε γνῶσιν. Παρήλθεν ἡ προθεσμία τῆς διοικητικῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου, καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς ἐνήγαγε τὸν φορολογούμενον αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου νὰ πληρώσῃ 14 δραχμάς· ἀφοῦ δὲ ὁ εἰρηνοδίκης ἐξέδωκε 14 ὅλας ἀποφάσεις, ἀναιρούσας ἡ μία τὴν ἄλλην, ἐξέδωκε καὶ τὴν τελευταίαν, δι’ ἧς ἀνεκκλήτως καταδικάζει τὸν φορολογούμενον εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν 14 δραχμῶν καὶ εἰς 240 δραχμὰς δικαστικὰ ἔξοδα! Διὰ νὰ μὴ συμβαίνουν λοιπὸν αὐτὰ καὶ διὰ νὰ μὴ δίδωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν εἰρηνοδίκην νὰ ἐκδίδῃ ἀπείρους τοιαύτας ἀποφάσεις καὶ ἐπὶ τέλους νὰ κηρύσσηται ἀναρμόδιος, πρέπει διὰ τῆς πρώτης ἀποφάσεως νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ εἰρηνοδίκης νὰ λύῃ τὴν διαφορὰν καὶ νὰ δημοσιεύῃ τὴν ἀπόφασιν ἀμέσως ἐπ’ ἀκροατηρίου, καὶ οὕτω θὰ διασώζηται ἡ δικαιοσύνη. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ κανονισθῇ οὕτω πῶς ἡ διαδικασία.
§262Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τῆς συζητήσεως, κύριοι Βουλευταί, τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ τύχωσιν εὐρυτέρας ἀναπτύξεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ βαθεῖα δὲ προσοχή, τὴν ὁποίαν παρέσχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς πρακτικὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτοῦ, ἀποδεικνύει ὅτι αἱ παρατηρήσεις δὲν ἀπηυθύνθησαν εἰς ὦτα μὴ ἀκούοντος, καὶ ἑπομένως κατὰ τὸ στάδιον τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως καὶ συζητήσεως ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ληφθῶσι ταῦτα πάντα ὑπ’ ὄψιν, ἢ καὶ ἄλλα ἀναπτυχθησόμενα, ὥστε νὰ μὴ ἀπασχολήσωμεν περισσότερον τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ὡς τροποποιεῖται ὁ νόμος, σπουδαία μεταρρύθμισις γίνεται καὶ εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 15 πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν μέριμναν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα μεταρρυθμισθῇ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ δικαιοσύνη, ἡ κατ’ ἀνακοπὴν τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἀπονεμομένη σήμερον ὑπὸ τῶν εἰρηνοδικῶν. Ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται σήμερον ἡ μεταρρύθμισις, ὁπωσδήποτε δὲν ἀνέγραφε, δὲν καθώριζεν, ἂν ἡ ἐκδίκασις τῶν ἀποφάσεων δέον νὰ γίνηται δικαστικῶς ἢ διοικητικῶς. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέλαβε τὸν νόμον, καὶ δι’ ἐγκυκλίου καθώρισεν, ὅτι αἱ ἐκδικάσεις ἔδει νὰ γίνωνται διοικητικῶς, καὶ διὰ τοῦτο χιλιάδες ἀποφάσεων ἔχουν ἐκδοθῇ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον. Δὲν γνωρίζω ἂν αἱ ἀποφάσεις αὗται παρέσχον τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν του, ἥτις ἦτο αὐθαίρετος, πολλῷ δ’ ὀλιγώτερον νὰ ζητήσῃ νὰ κυρώσῃ τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν του διὰ διατάξεως νομοθετικῆς ὡρισμένης. Τὰ προηγούμενα δὲν μᾶς ἔπειθον περὶ τούτου, αἱ δὲ ἀποφάσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος πολλῷ μᾶλλον δὲν ὤφειλον νὰ προαγάγουν τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιαύτης ἐγκυκλίου. Ὅταν ἀπευθυνώμεθα κατ’ ἀποφάσεων διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ἵνα ἀνεύρωμεν τὸ δίκαιον, πρέπει τῆς δικαστικῆς ταύτης ἀρχῆς, εἰς ἣν προσφεύγομεν, καὶ τὴν ἔκτασιν νὰ καθορίσωμεν καὶ τὸν τρόπον τῆς δικαστικῆς αὐτῆς λειτουργίας. Ἡ διαδικασία δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐν παραβύστῳ, ὡς ἡ τῆς ἀνακρίσεως. Ἡ διαδικασία δέον νὰ γίνηται πανυγηρικῶς, παρεχομένου καὶ τοῦ μέσου τῆς παραστάσεως καὶ τῆς ὑπερασπίσεως εἴτε ὑπὸ τοῦ ἰδίου παθόντος καὶ ἀνακόπτοντος, εἴτε διὰ τοῦ συνηγόρου, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔδει νὰ ὑπάρχῃ τοῦτο, καθόσον διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐπιβάλλονται ποιναί, αἱ δὲ ποιναὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ἐρήμην τοῦ δικαζομένου. Ὅταν καθορίσωμεν χρηματικὴν ποινὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ αὕτη ὑπὸ οἱουδήποτε δικαστοῦ κατὰ τὰς βάσεις τοῦ δικαίου, χωρὶς νὰ δικασθῇ κατ’ ἀντιμολίαν ὁ δικαζόμενος. Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου. Τί παρεσχέθη εἰς ἡμᾶς ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς, ὥστε νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν καὶ καλοὶ καὶ ἠθικοί, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν καὶ ἐξ ἐκείνου τοῦ φυράματος, ὥστε νὰ ἐκπέμπηται ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν, οὐχὶ φωνὴ δικαστοῦ, ἀλλὰ φωνὴ ὀρνέου, ὡς ἐλέχθη περὶ τοῦ πεφημισμένου εἰρηνοδίκου ἐν Τριπόλει; Κύριοι, εἶναι ἀληθές, ὅτι προκειμένου περὶ φορολογίας, καὶ δὴ φορολογίας ἐπιτηδευματιῶν, εἴτε ἐκ τῆς φύσεως τοῦ φόρου, εἴτε ἐκ τῆς μὴ ἀρτίας μέχρι τοῦδε πολιτικῆς καὶ ἠθικῆς μορφώσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων, μάλιστα δὲ τῶν ἐφόρων, δὲν μετεδόθη μέχρι τοῦδε πίστις εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι ἀκέραιον τὸ ἔργον ἐπιτελεῖται ἐξ αὐτῶν, καὶ τοῦτο δυνατὸν νὰ προέρχηται εἴτε ἐξ ὑπερβάλλοντος ζήλου πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, εἴτε ἐξ ὑπερβάλλοντος ζήλου πρὸς τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα. Ἔσχον δὲ τὴν τιμὴν κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν γεγονότα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἐδυσπίστησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶπον ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι συντεταγμένος ὁ νόμος, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ὥστε πολῖται νὰ τιμωρηθῶσι διὰ πρωτοκόλλων τῶν ἐφόρων διὰ ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἐπιτηδεύματα, τὰ ὁποῖα δῆθεν ἢ πράγματι ἐξασκοῦσιν, ἀλλὰ περὶ τῶν ὁποίων ὁ νόμος ἀσαφῶς διατάσσει, σαφεστέρα δὲ ἐπῆλθεν ἡ πρόνοια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἑδραζομένου ἐπὶ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὸν νόμον, καὶ ὁ νομοθέτης ἦτο εἰς κρείττονα θέσιν παντὸς ἐφόρου καὶ εἰρηνοδίκου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον. Διότι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ λέγει πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους: «Ἐξηγήσατε πρὸς τοὺς ἐπιτηδευματίας, ὅτι ὁ νέος νόμος κλπ.» Βλέπετε, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος σαφῶς ἑρμηνεύει, ὅτι ἓν ἐπιτήδευμα ὀφείλει νὰ πληρώνῃ ὁ φορολογούμενος, τὸ ἐπικρατέστερον. Ἐνῷ δὲ τοιαῦτα ἐξετέθησαν, Κύριοι, δι’ ἐγκυκλίου χρονολογουμένης πολλῷ πρὶν ἢ προβῶσιν εἰς σύνταξιν πρωτοκόλλων, ἤτοι ἀπὸ τῆς 12 Ἰουλίου 1899, ἀναφέρω, οὐχὶ χωρὶς νὰ ἔχω τὰ κείμενα, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπῆρξαν ἔφοροι, οἵτινες, παριδόντες καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ τὰς βάσεις τῆς ἠθικῆς καὶ τὴν διαταγὴν τοῦ ἀνωτέρου των, χάριν φατριαστικῶν συμφερόντων, ἢ χάριν ἰδίου ἀθεμίτου προφανῶς συμφέροντος, συνέταξαν ἐναντίον ἑνὸς ἐπιτηδευματίου ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ πρωτόκολλα. Δὲν ἀναφέρω ἄγνωστον ὄνομα: ἔχω ἐνταῦθα σειρὰν πρωτοκόλλων μὲ ἀριθμοὺς ἐναντίον ἠθικωτάτου πολίτου τῆς Ἑλλάδος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος ἔχει τιμήσει διὰ τοῦ χρυσοῦ σταυροῦ, πολίτου ὁ ὁποῖος οὐδέποτε κατὰ τὸν ἑβδομηκονταετῆ δημόσιον καὶ ἰδιωτικὸν αὑτοῦ βίον οὐδεμίαν παρέσχεν ἀφορμήν, ὥστε νὰ γένηται ἄξιος τοιαύτης ἐπιδρομῆς ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶναι ὁ νῦν δήμαρχος Σαλαμῖνος κ. Ἀναγνώστης Κουλούρης. Ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀνωμολόγησε τὰ ἔκτροπα ταῦτα καὶ ἔκθεσμα, καὶ ὅστις τὰς ἀσαφείας τοῦ νόμου, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο ὁ ἔντιμος ἔφορος, ἐζήτησε νὰ θεραπεύσῃ καὶ θὰ θεραπεύσῃ, χάριν τοῦ νομίμου συμφέροντος τοῦ πολίτου αὐτοῦ καὶ ἄλλων πολιτῶν, ὁμοίως ὑποκυψάντων εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἀκούσατε, διότι τὸ θέμα εἶναι ἄξιον προσοχῆς, καὶ ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐμπιστευθῶμεν νὰ δικάζωνται διοικητικῶς τὰ τοιαῦτα πρωτόκολλα ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, καὶ οὐχὶ διὰ παραστάσεως τοῦ ἀνακόπτοντος καὶ προσκομίσεως ἀποδείξεων καὶ μαρτύρων. Ἀκούσατε, Κύριοι! Κατὰ τοῦ κ. Ἀναγνώστου Κουλούρη συνετάχθησαν ὑπὸ τοῦ ἐφόρου Μεγαρίδος πέντε ἢ ἕξ ἀποφάσεις, ὡς ἐξασκοῦντος διάφορα ἰσάριθμα ἐπιτηδεύματα, ἤτοι ὡς τραπεζίτου, οἰνοπώλου, ἐργοστασιάρχου πίσσης, ὡς διατηροῦντος ὑδρόμυλον, ὡς ἔχοντος ἐλαιοτριβεῖον κλπ. Διὰ τούτων ὅλων τῶν ἀποφάσεων τῷ ἐπεβλήθησαν πρόστιμα δραχ. 1550! Γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ποίας ἠθικῆς περιωπῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ περὶ οὗ πρόκειται πολίτης, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ νὰ νοσφισθῇ τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου, καταδολιευόμενος τὸν νόμον. Δὲν εἶχε πλείονα τοῦ ἑνὸς καταστήματα· τὸ ἔργον τοῦ τοκιστοῦ κατὰ ποῖον τρόπον καθωρίσθη; διότι εὑρέθη ἓν συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς πᾶς ἄνθρωπος ἔχων ὀλίγα χρήματα, ἐδάνεισε πρός τινα δραχμὰς 300 ἢ 400. Τὸν ἔκαμαν ἐργοστασιάρχην, διότι πρὸ τριῶν ἐτῶν εἶχεν ἐργοστάσιον, καὶ τί ἐργοστάσιον; μικράν τινα καλύβην, καὶ ἐκεῖ ἕνα λέβητα καὶ κατεσκεύαζε πίσσαν, ἀλλ’ ἐγκαταλειφθὲν πρὸ τριετίας, διότι ἕνεκα τοῦ θανάτου τῆς συζύγου αὐτοῦ εἶχεν ἀποδημήσει. Οὕτω κατ’ ἀναλογίαν ἐχαρακτηρίσθη καὶ ὡς οἰνοπώλης κλπ. Κατὰ τῶν ἀποφάσεων τούτων ἐκοινοποιήθησαν ἀνακοπαί· τὰς ἀνακοπὰς ταύτας συνέταξα ἐγώ, καὶ ὑπεστήριξα ἐν αὐταῖς τὴν ἀπαλλαγὴν ἐπὶ τῇ βάσει ὁδηγιῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ λίαν ἐπαξίως τμηματάρχης ἐκλεκτός, δικαιολογῶν τὴν προτίμησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐζήτησα δ’ ἐπὶ τούτου καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἐφόρου Ἀττικῆς. Αἱ ἀνακοπαὶ αὗται ἐκρατήθησαν ἐπὶ πολὺν χρόνον, καὶ ἐγνώσθη ὅτι ἐθεωρήθη ἀπαλλακτέος ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου, ὅτε βραδύτερον, ἐπειδὴ εἶχε τὸ θάρρος ὁ πολίτης νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του καὶ τὴν ἀλήθειαν ἐπὶ περιστατικοῦ τινος τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐσχίσθησαν αἱ ἀποφάσεις αὗται, καὶ τὴν ἑπομένην συλλήβδην ἐξεδόθησαν ὁριστικαὶ καὶ ἐπιδικάζουσαι τὰ χονδρὰ πρόστιμα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου! Ἔλαβον τὰς ἀποφάσεις ταύτας, καὶ ἀπηυθύνθην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὀφείλω νὰ τῷ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου, ὅτι διέταξε τὴν ἀποστολὴν ἐπιθεωρητοῦ, εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι ἡ ἀκύρωσις τῶν ἀποφάσεων τοῦ ἐφόρου θὰ συνεπαγάγῃ καὶ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκνόμου δικαστικῆς ἐνεργείας. Ἀνέφερα ταῦτα διὰ νὰ ἐλέγξω ὄχι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἐκ τοῦ νόμου ἡ τοιαύτη ἐκδίκασις. Ἄν, Κύριοι, ἐπετρέπετο νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου διὰ σωρείας μαρτύρων καὶ ἐγγράφων ἀποδείξεων, δὲν ἦτο δυνατόν, ὅσον καὶ ἂν ἐχώρει τὸ ἀνήθικον τοῦτο φατριασμοῦ πνεῦμα τοῦ εἰρηνοδίκου, νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν τοιούτων ἀποφάσεων. Ἀλλ’ ἐν τῷ κύκλῳ τῷ στενῷ τοῦ γραφείου του, μὲ τὸ μέγα δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς αὐτὸν, ὡς δικαστικὸν ὑπάλληλον, χωρὶς ν’ ἀκροασθῇ τῆς φωνῆς τοῦ δικαζομένου καὶ τῶν μαρτύρων καὶ νὰ σεβασθῇ τὴν παρουσίαν καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀκροατηρίου, εἶναι εὐκολώτερον νὰ ἀκούσῃ τὴν φωνὴν τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀσυνειδησίας του καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἀδίκως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ ἀναγραφόμενος τρόπος τῆς διοικητικῆς ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου ἐκδικάσεως τῶν ἀνακοπῶν δέον νὰ ἐξαλειφθῇ. Θέλω πείσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, προσάγων ἀποδείξεις, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι εἰρηνοδίκαι τινὲς τοιαύτης ἐμπιστοσύνης. Δὲν εἶναι σύμφωνος ἡ διάταξις πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἐκ τῶν διδαγμάτων τῆς μέχρι τοῦδε πείρας, καὶ ἔχω ἀπόφασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν, καίτοι ἀναγινώσκω ταύτην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ὑπῆρξεν εἰρηνοδίκης ὁ ἐκδοὺς αὐτήν! Θέλω δὲ τὴν παραδώσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προβῇ κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε τοιαύτην ἀπόφασιν, ἀντικειμένην ἐντελῶς πρὸς τὴν στοιχειώδη ἀντίληψιν καὶ ἠθικήν. Ὁ ἐκ Σαλαμῖνος κ. Ἀντώνιος Γαλαῖος, ἰδιοκτήτης 12 πλοίων, ἐκτὸς τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πολλαπλοῦς εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐξ αὐτοῦ, ἐδήλωσεν ἑαυτὸν καὶ ὡς ἐπιτηδευματίαν οἰνοπώλην· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνίοτε αὐτὸς πωλεῖ καὶ ἐγχώρια προϊόντα, καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἔκθεσις τοῦ κ. ἀστυνόμου περὶ τούτου, ἵνα προλάβῃ πᾶσαν ἐνέργειαν καὶ σπουδὴν τοῦ ἐφόρου πρὸς ἔκδοσιν κατ’ αὐτοῦ ἀποφάσεως, ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ἑαυτὸν καὶ ὡς προμηθευτὴν ἐγχωρίων προϊόντων. Τὸ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δηλώσεως διπλότυπον τῆς εἰσπράξεως ἐξεδόθη τὴν 6 Ὀκτωβρίου, τὴν 20 δὲ Ὀκτωβρίου εἶχε τὴν δήλωσίν του πρὸς τὸν δήμαρχον Σαλαμῖνος, διὰ τῆς ὁποίας ἐδήλου, ὅτι κατέβαλεν εἰς τὸ Δημόσιον δρ. 14 καὶ 40/00, τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ὡς προμηθευτὴς ἐγχωρίων προϊόντων. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τὴν 6 Ὀκτωβρίου, ἔχομεν τὴν δήλωσιν τὴν 20 Ὀκτωβρίου· ἀλλὰ τὴν 21 Ὀκτωβρίου ὁ ἔφορος Μεγαρίδος συνέταξε κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν, ὅτι παρέλιπε δῆθεν νὰ δηλώσῃ ἑαυτὸν ὡς προμηθευτὴν ἐγχωρίων προϊόντων. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν περίφημον ἀπόφασιν τοῦ ἐφόρου: «Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν...» (ἀναγινώσκει τὴν ἀπόφασιν). Ἐκοινοποιήσαμεν κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως ἀνακοπὴν, καὶ ἐνῷ ἀνεφερόμεθα εἰς τὴν ἐγκύκλιον ὑπ’ ἀριθ. 61629 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐνῷ ἐβεβαιοῦμεν, ὅτι ἐδηλώσαμεν καὶ ἐπληρώσαμεν τὸ ἐπιτήδευμα, καὶ ἀνεγράφομεν τὸν ἀριθμὸν τοῦ διπλοτύπου καὶ τῆς δηλώσεως,—τῶν ὁποίων ὅμως ἔσχον τὴν πρόνοιαν νὰ μὴ ὑποβάλω παρὰ ἀντίγραφα,—ὁ κ. εἰρηνοδίκης ἀπέρριψε τὴν ἀνακοπήν!...
§263Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ εἰρηνοδίκης αὐτός;
§264Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἰρηνοδίκης Σαλαμῖνος. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα, Κύριοι, διότι σήμερον εἶναι ὁ εἰρηνοδίκης Σαλαμῖνος, αὔριον θὰ ἦναι ὁ εἰρηνοδίκης ἄλλου μέρους. Ἀκούσατε! Ἐκδίδεται ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῇ ἀνακοπῇ μας τῇ 19 Νοεμβρίου, ὁ δὲ θαυμάσιος εἰρηνοδίκης, οὐδὲν σεβόμενος, οὔτε ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου, οὔτε τοὺς ἀκαταμαχήτους λόγους τῆς ἀνακοπῆς, ἐκδίδει τὴν ἀπόφασίν του, δι’ ἧς ἄνευ αἰτιολογικοῦ ἀπορρίπτει τὴν ἀνακοπήν! Ἰδοὺ ἡ ἀπόφασις (ἀναγινώσκει αὐτήν). Κύριοι, μόνον τοῦτο τὸ γεγονός, ἀνεξαρτήτως τῆς ὀδυσσείας ἄλλων προσώπων,—ἠδυνάμην δὲ νὰ φέρω φακέλλους τοιούτων ὑποθέσεων, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, τοὺς παραλείπω,—μόνον, λέγω, τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀρκεῖ νὰ παράσχῃ πλήρη τὴν εἰκόνα. Ἡ τοιαύτη ἀπόφασις ἀρκεῖ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως μὴ ἐμπιστευθῇ, καὶ ἂν μεταξὺ τῶν 350 περίπου εἰρηνοδικῶν τριακόσιοι ἢ καὶ πλέον ἦναι ἱκανοὶ ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰ καθήκοντά των, εἰς δὲ καὶ μόνος ἦναι ἀνάξιος τοιαύτης δικαιοδοσίας, ἀρκεῖ, λέγω, νὰ μὴ ἐμπιστευθῇ τὴν τοιαύτην δικαιοδοσίαν εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας. Δέον ἑπομένως ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ ἐκδίκασις τῶν ἀνακοπῶν τῶν ἐπιτηδευματιῶν ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου γίγνεται ἐπ’ ἀκροατηρίου κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φλογαΐτης ἔχει τὸν λόγον.
§266Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω. Τῷ ὄντι εὐγλωττότατα ἀνεπτύχθησαν αἱ καταχρήσεις ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν ἡ φράσις αὕτη, ἥτις περιέχεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 15. Ἐν πρώτοις εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνο τὸ «διοικητικῶς» νὰ ἐξηγηθῇ διαφοροτρόπως, διότι δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν νόμος, ὁ ὁποῖος ὁρίζει κατὰ τίνα τρόπον δικάζουσιν αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δικάζουσιν αἱ δικαστικαὶ, καὶ τί σημαίνει τὸ «διοικητικῶς», προκειμένου περὶ δίκης διεξαγομένης εἰς τὸ διοικητικὸν δικαστήριον. Ἀλλὰ προχωρῶ καὶ περαιτέρω. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ σφάλμα ἐκεῖνο, τὸ τραχὺ τῷ ὄντι σφάλμα, ὅπερ ἐγένετο διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ἀπό τινος καιροῦ δυστυχῶς ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν τῇ φορολογικῇ καθιερώθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀρχὴ διοικητικὴ νὰ ἐπιβάλῃ πρόστιμον. Τοῦτο ἀντίκειται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὰ καθιερωμένα ἐν ταῖς ἀληθῶς συνταγματικαῖς πολιτείαις. Ἔχομεν ἴσως γαλλικά τινα παραδείγματα, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν γαλλικῶν παραδειγμάτων παρεισέφρησεν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν φορολογικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν ἀπό τινος καιροῦ τὸ τοιοῦτον σύστημα. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, ἀρχαί, αἵτινες δὲν περιβάλλονται διὰ τῶν ἐγγυήσεων δι’ ὧν περιβάλλονται αἱ δικαστικαί, καὶ αἵτινες δὲν ἔχουσι δικαστικὸν χαρακτῆρα καὶ δικαστικὴν δικαιοδοσίαν, καὶ αἵτινες κατὰ κανόνα δὲν δικάζουσι δημοσίᾳ, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ αἱ τοιαῦται ἀρχαὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς χρηματικῆς ποινῆς. Δύνανται βεβαίως νὰ χρησιμεύωσιν ὡς εἰσηγηταὶ τῆς ἐπιβολῆς ποινῶν, οὐδέποτε ὅμως πρέπει αἱ ἀρχαὶ αὗται νὰ ἐπιβάλλωσι ποινάς. Ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος συνετάχθη κατὰ τὸ ἔτος 1833, συνετάχθη δηλαδὴ ἐν ᾗ ἐποχῇ ὑπῆρχον πανταχοῦ τοῦ κόσμου διάφοροι περὶ ποινῆς ἰδέαι. Ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος, ὁ τότε συνταχθεὶς, θεωρεῖται ὡς εἷς τῶν βαρυτάτων ποινικῶν νόμων. Ἐν τούτοις τί παρατηρεῖται; Ὅτι δυνάμει τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβάλλεται πρόστιμον μόνον μέχρις ἑκατὸν δραχμῶν διὰ τὰ πταίσματα, χρηματικὴ δὲ ποινὴ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων τῶν Πλημμελειοδικῶν, δημοσίως δικαζόντων καὶ ἐκ πολλῶν μελῶν συγκειμένων, μέχρι 500 δρ. κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ἐν Γαλλίᾳ δὲ, σημειώσατε ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη δικαιοδοσία, δηλαδὴ ὑπάγονται εἰς ἔφεσιν αἱ καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικείων, καὶ ἔρχεται ἑπομένως τὸ Ἐφετεῖον καὶ ἀποφαίνεται κατ’ ἔφεσιν, ὡς ἀνώτατον δικαστήριον, ἐπὶ τῶν τοιούτου εἴδους ὑποθέσεων. Καὶ εἷς ἔφορος θέλετε νὰ ἐπιβάλλῃ πρόστιμον μέχρι 500 δραχμῶν! Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρῶτον πρέπει τὸ πρόστιμον νὰ περιορισθῇ· νὰ περιορισθῇ εἰς 100 δραχμὰς κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἵνα ἐξισωθῇ πρὸς τὰ λοιπὰ πρόστιμα, τὰ δυνάμει τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενα εἰς τὰ πταίσματα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ ἐφόρου, χρησιμεύοντος μόνον ὡς εἰσηγητοῦ πρὸς ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς, νὰ ἀνατεθῇ δὲ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν ἡ μετὰ δημοσίαν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως, κατὰ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὑπὸ τῆς ποινικῆς νομοθεσίας καθιερωμένας, ἐπιβολή.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§268Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 16 καὶ τὸ ἄρθρον 17 εἶναι περιττὸν νὰ ψηφισθῶσι. Τὸ ἄρθρον 16 τί λέγει; Τοῦτο δὲν λέγω διότι ἔχει σχέσιν τινὰ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἀλλὰ διότι ἀπό τινος καιροῦ παρατηρῶ, ὅτι ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς νόμοις συμβαίνει τοῦτο τὸ προσβλητικὸν τῷ ὄντι διὰ τοὺς καταρτίζοντας τὰ νομοθετήματα: «Πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». Εἶναι δυνατὸν, διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν τελευταῖον νόμον νὰ ἰσχύῃ; Καλὸν εἶναι, ἐν τοῖς νόμοις νὰ ὁρίζωνται, διὰ τὸ σαφέστερον, τίνες διατάξεις τῶν προλαβόντων νόμων καταργοῦνται. Τοῦτο μάλιστα· διότι ἐνίοτε γεννᾶται ἀμφισβήτησις, ἂν διάταξίς τις κατηργήθη ἢ δὲν κατηργήθη. Ἀλλὰ τὸ ὅτι κατηργήθη πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον, περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἀντίκειται ἢ δὲν ἀντίκειται. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ἄρθρον, τὸ 17, καθ’ ὃ «διὰ Β. Διαταγμάτων κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου», λέγω τὰ ἑξῆς. Δυνάμει ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· ἑπομένως εἴτε περιλαμβάνεται καὶ τοῦτο, εἴτε δὲν περιλαμβάνεται, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 17 καὶ 18).
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
§270Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν προσοχήν, μὲ τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθησαν ν’ ἀκροασθῶσι τὰς παρατηρήσεις μου. Ὡς ἀντελήφθητε, αἱ πλεῖσται τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ἐκρίθησαν ὡς εὐπρόσδεκτοι, καὶ ἐν τούτοις ἀπερρίφθησαν, διότι, καίτοι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ μεγάλας προσοχῆς ἠκροάσθη ἐμοῦ, ἐν τούτοις δὲν εἶδον αὐτὸν νὰ κρατήσῃ καμμίαν σημείωσιν· εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἐκτεθέντα ὑπ’ ἐμοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον τὴν ἑσπέραν ταύτην (γέλωτες). (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΚΒʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1863 περὶ φόρου οἰκοδομῶν», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 99).
§272ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§274ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρέπει νὰ ἀναβληθῇ. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅπως καὶ διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ διὰ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ἐπιβαρύνεται ἓν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου, ἐξαιροῦνται δὲ ἐπιβαρύνσεως τοιαύτης ἄλλα τμήματα αὐτοῦ. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἡ Ἑπτάνησος καὶ δῆμοί τινες ἢ ὡρισμέναι ἐπαρχίαι τοῦ ἄλλου βασιλείου δὲν ἐπιβαρύνονται διὰ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, δὲν ἐπιβαρύνονται διὰ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, δὲν ἐπιβαρύνονται διὰ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐκρίθη ἀναγκαῖον παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ αὐξήσῃ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν φόρων αὐτῶν, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ αὐξήσῃ κατ’ ἀναλογίαν καὶ ἡ φορολογία ἡ ὑφισταμένη εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τοῦ βασιλείου, τὰ ὁποῖα δὲν φορολογοῦνται δι’ αὐτῶν τῶν νόμων...
§275ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα; ὡρισμένως.
§276ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ Ἑπτάνησος ὁλόκληρος καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιβαρύνονται.
§277ΖΩΤΟΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ ἄλλαι;
§278ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἰς τὴν Ἑπτάνησον εἶναι τέλος εἰσαγωγικὸν, νομίζω ὅτι, πρὶν ἢ ψηφίσωμεν τὰ βάρη αὐτὰ, τὰ νέα, διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, πρέπει κατ’ ἀναλογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρουσιάσῃ μέτρα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα αὐξηθῇ ἡ φορολογία καὶ τῶν μερῶν τῶν ἄλλων. Πρὸ τούτου νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν περαιτέρω εἰς συζήτησιν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Στερεὰν καὶ τὰς νήσους μὲ νέας φορολογίας, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωνται συγχρόνως καὶ τὰ τμήματα τὰ ἄλλα τοῦ βασιλείου. Ἐπειδὴ δ’ ἔχω τοιαύτην γνώμην, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου οἰκοδομῶν, μέχρις οὗ ὁ κ. Ὑπουργὸς δώσῃ γνώμην, τί θὰ πράξῃ διὰ τὰ ἄλλα τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου.
§279Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν αἱ αὐταὶ συνθῆκαι.
§280ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τίνες συνθῆκαι; Νὰ αὐξηθῇ κατ’ ἀναλογίαν ἡ φορολογία ἡ ὑφισταμένη. Ἀφοῦ αὐξάνει εἰς τὸ ἄλλο βασίλειον ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, διατί νὰ μὴ αὐξήσῃ ἡ φορολογία κατ’ ἴσον λόγον καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον; Νομίζω ὅτι εἶναι λογικώτατον τοῦτο, καὶ ἔχουσι δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶσι τὰ μέρη ἐκεῖνα τοῦ βασιλείου, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνομεν καθημερινῶς, καὶ νὰ ζητήσωσιν ἰσότητα, καὶ νὰ ζητήσωσι νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἐξ ἴσου τὸ βασίλειον, καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιβαρύνωνται οἱ μὲν, καὶ οἱ δὲ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωνται. Τὰ βάρη εἶναι ἴσα καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἴσα.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωτσάκος ἔχει τὸν λόγον.
§282ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις στέργῃ εἰς τὴν ἀναβολήν, δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν παρακάτω.
§283ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπέβαλον πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
§284Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἦτο δεδικαιολογημένη, δὲν ἠθέλομεν ἀντιταχθῆ κατ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρὸς ἀναβολὴν ἐπιχείρημα, ὅπερ εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμον, διότι εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐξάνεται ἡ φορολογία τμημάτων τινῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου, ὅπερ δὲν εἶναι ἀληθές. Ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι οὐδεμία αὔξησις φορολογίας προβάλλεται. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ φορολογία πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ πάντας ἐξ ἴσου. Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας. Ἠδύνατο εἴτε πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἴτε ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ὑποβάλῃ ταύτην. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, διατὶ τὴν προέβαλε. Δὲν πρόκειται νῦν νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου. Εἶναι θέμα ξένον. Λυποῦμαι, μὴ δυνάμενος νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν, ὡς ἐπροτάθη· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι δυνατὸν πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ ἀναβάλλωνται ἀδικαιολογήτως.
§285ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπρότεινεν ὡς λόγον τῆς μὴ παραδοχῆς τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι δὲν ὑπάρχει αὔξησις εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε τοῦτο...
§286ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Εἰσήλθετε εἰς τὰ καθέκαστα;
§287ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι. Ἐξηγῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει αὔξησις φορολογίας. Δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ͵ΒΟΕʹ τῆς 5 Αὐγούστου 1892 φορολογικὴ διαβάθμισις γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁλικῆς ἐτησίας προσόδου τῶν ἐν ἑκάστῃ πόλει οἰκοδομῶν ἑκάστου ἰδιοκτήτου.» Εἶναι ἢ δὲν εἶναι αὐτὸ αὔξησις, κύριε Ὑπουργέ;
§288Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§289ΣΚΟΥΖΕΣ. Νομίζω, εἶναι τόσον σαφὲς αὐτό.
§290ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἄλλο σημεῖον, ἐφ’ οὗ δύνασθε νὰ στηριχθῆτε. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ θὰ σᾶς ἀπαντήσω μετ’ ὀλίγον.
§291ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγώ, κύριε Ὑπουργέ, ἀντέκρουσα τὴν δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν εἴπετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει αὔξησις.
§292ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ τεθῇ αὐτό. Ἀλλ’ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον, συζητοῦμεν.
§293ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπετε ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ τεθῇ.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ὑπάρχει πρότασις περὶ ἀναβολῆς. Ὅταν ἀπορριφθῇ, τότε συζητεῖτε.
§295ΣΚΟΥΖΕΣ. Θέλω νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὑπάρχει αὔξησις.
§296ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν συζητήσωμεν τὸ εἰδικὸν αὐτὸ ἄρθρον, θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι οὐδεμία αὔξησις ὑπάρχει.
§297ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ ἐγὼ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ὑπάρχει αὔξησις εἰς τοὺς μικροὺς ἰδιοκτήτας (Θόρυβος).
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κύριος Κωτσάκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§299ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφορήθη ἡ ἀναβολὴ καὶ ἀπερρίφθη.
§301ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ποῖον;
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§303ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή! (Θόρυβος).
§304ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παραδεχθῇ ἐκ νέου; Ὁρίστε λοιπόν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀλεξάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν δὲν παρεδέχθη... (πρὸς τὸν κ. Μπακόπουλον). Ἐπείσθητε ἤδη;
§306ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Εἶσθε 15;
§308ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴμεθα. (Ἐγείρονται περὶ τοὺς δέκα).
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15. Μόνον 10 ἠγέρθησαν.
§310Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ λαὸς νὰ ὑποφέρῃ αὐτοὺς τοὺς φόρους! (Θόρυβος).
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Περ. Ἀλεξάκη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες Βουλευταὶ 121. Ὁ κύριος Κωτσάκος ἔχει τὸν λόγον.
§313ΜΙΧ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Τὸ σχέδιον νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΚΒʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1863 περὶ φόρου οἰκοδομῶν», ὅπερ εἰσάγεται σήμερον πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ὅμοιον τῷ ἀρχικῶς ὑποβληθέντι, ἀλλὰ τὸ τρίτον τοιοῦτον, οὐσιωδῶς μεταβεβλημένον ἐπὶ τὸ βέλτιον· διότι, χάρις εἰς τὴν ὀξεῖαν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τινὲς μὲν τῶν διατάξεων τοῦ πρώτου ἐτροποποιήθησαν, ἄλλαι δὲ ἀπηλείφθησαν, ὡς ἀντικείμεναι εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ τὸ δίκαιον καὶ λίαν σκληραί. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφαιρεθεισῶν τῶν διατάξεων ἐκείνων δὲν δύναταί τις νὰ ψέξῃ τὸ ἤδη συζητούμενον νομοσχέδιον ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐλαττώμασι τοῦ ἀρχικῶς ὑποβληθέντος ἡμῖν τοιούτου, δὲν πρέπει οὐχ ἧττον νὰ παραλίπῃ, ἐξετάζων τὸ ὑπὸ συζήτησιν, νὰ μνημονεύσῃ καί τινας τῶν διατάξεων τοῦ πρώτου, καὶ νὰ ψέξῃ καὶ ταύτας, διότι τὰ ἐλαττώματα ἀμφοτέρων τῶν σχεδίων τούτων καὶ ὁ χαρακτὴρ αὐτῶν εἰσι κοινὰ δυστυχῶς εἰς πάντας τοὺς νεωτέρους φορολογικοὺς ἡμῶν νόμους καὶ εἰς πάντα τὰ ὑποβαλλόμενα ἡμῖν ἀπό τινος φορολογικὰ νομοσχέδια. Δίδουσι δὲ προσέτι ἡμῖν ἀκριβὲς τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἰδεῶν, ἃς ἔχουσιν οἱ ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ περὶ φορολογίας καὶ φορολογουμένου. Γενικὸς χαρακτήρ, Κύριοι, πάσης τῆς νεαρᾶς φορολογικῆς νομοθεσίας ἡμῶν καὶ τῶν ὑποβαλλομένων φορολογικῶν νομοσχεδίων εἶναι ἡ ἀστοργία, ἡ ἀνεπιείκεια, ἡ πίεσις καὶ ποιά τις ἐχθρότης πρὸς τὸν φορολογούμενον Θεωρεῖται ὡς ἐχθρὸς τοῦ Δημοσίου Θησαυροῦ ὁ φορολογούμενος! ὁ φορολογούμενος, ὅστις, ὡς ἡ ἐργατικὴ μέλισσα, διὰ διαρκοῦς ἐργασίας πλουτίζει τὴν δημοσίαν κυψέλην, ἐξ ἧς τόσοι ἐκτρέφονται καὶ παχύνονται κηφῆνες. Καὶ ἐπινοοῦνται τὰ πάντα κατὰ τοῦ δυστυχοῦς φορολογουμένου, καὶ φορτώνεται οὗτος διὰ μυρίων καὶ παντοειδῶν φροντίδων καὶ ὑποχρεώσεων, ἐνῷ ἡ μόνη λογικὴ καὶ δικαία ὑποχρέωσις τοῦ φορολογουμένου εἶναι ἡ καταβολή, καὶ αὕτη ὅσον οἷόν τε ἀνέτως, τοῦ νενομισμένου φόρου μετὰ προηγουμένην ἀκριβῆ καὶ ἐπιεικῆ βεβαίωσιν αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων ταύτην. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη καὶ προσήκουσα χρηματικὴ ὑποχρέωσις τοῦ πολίτου πρὸς τὸ Κράτος. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, βάρη ἐπὶ βαρῶν, ὑποχρεώσεις ἐπὶ ὑποχρεώσεων, ποιναὶ ἐπὶ ποινῶν, ἐναντίον τοῦ τε Συντάγματος καὶ τοῦ κοινοτέρου αἰσθήματος δικαιοσύνης, σωρεύονται ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ φορολογουμένου διὰ τῶν νέων νόμων καὶ νομοσχεδίων, ἵνα αὐτὸς οὗτος ὁ ἀτυχὴς φορολογούμενος, πάσχων καὶ βασανιζόμενος, προλάβῃ τὴν ἀμέλειαν ἢ κατάχρησιν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν ἐγνώρισα, Κύριοι, νομοθεσίαν ἢ θεσμόν τινα μὴ συγγινώσκοντα τὴν ἀδυναμίαν πρὸς ἐκτέλεσιν πράξεώς τινος ἢ ὑποχρεώσεως. Μόνον εἰς τὸν δυστυχῆ φορολογούμενον δὲν εἶναι συγγνωστὴ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἡ ἐξ ἀδυναμίας, ἔστω καὶ ἀπολύτου, μὴ ἐμπρόθεσμος ἐκτέλεσις τῶν ὑποχρεώσεών του. Καὶ οὐ μόνον συγγνωστὴ δὲν εἶναι ἡ φυσικὴ ἢ ἠθικὴ ἀδυναμία, ἀλλὰ καὶ διὰ δύο καὶ τριῶν ποινῶν συγχρόνως τιμωρεῖται, ἐναντίον παντὸς κανόνος τοῦ δικαίου καὶ πάσης ἐπιστημονικῆς ἀρχῆς! Καὶ διὰ νὰ βεβαιώσω τοὺς ἰσχυρισμούς μου τούτους, καὶ διὰ νὰ καταστήσω ἀναμφισβήτητον τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου, καὶ διὰ ν’ ἀποδείξω μέχρι τίνος βαθμοῦ ἀστοργίας καὶ καταθλιπτικότητος ἐξίκετο τὸ κατὰ τοῦ φορολογουμένου πνεῦμα, τὸ κρατοῦν ἐν τοῖς γραφείοις τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀναφέρω παραδείγματά τινα, λαμβανόμενα οὐχὶ ἐξ ἐψηφισμένων νόμων, ἀλλ’ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ τε ὑπὸ συζήτησιν καὶ τοῦ ἀρχικῶς ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Δυνάμει τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀμφοτέρων τῶν νομοσχεδίων ὁ φορολογούμενος εἶναι ὑποχρεωμένος ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ ποιήσηται δήλωσιν περὶ τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος ἐτησίας προσόδου τῆς οἰκίας του, ἐν περιπτώσει δὲ παραλείψεως τῆς δηλώσεως ταύτης ὑποβάλλεται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ διπλασίου φόρου, κατὰ τὸ ἄρθρον 12. Ἀλλὰ πρὸς τίνα σκοπὸν ἐπιβάλλετε τὴν δήλωσιν ταύτην; πρὸς τίνα σκοπὸν ὑποχρεώνετε εἰς τοιαύτην πρᾶξιν, καὶ ἐπὶ τοιούτῳ μάλιστα κινδύνῳ, τὸν πολίτην, ἀφοῦ ἡ πρᾶξίς του αὕτη εἶναι ματαία, ἀφοῦ ὁ ὁριστικὸς κανονισμὸς τοῦ πληρωτέου διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος φόρου ὑπ’ αὐτοῦ γενήσεται οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δηλώσεώς του ταύτης, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπαληθεύσεως καὶ ἐξακριβώσεως, τῆς γενησομένης ὑπὸ τῆς ἐπὶ τούτῳ ὁριζομένης ἐπιτροπῆς; Καὶ ἂν ἀπουσιάζῃ ἢ ἀσθενῇ ὁ ἀτυχὴς οὗτος φορολογούμενος, ἂν κατάκειται ἀναίσθητος ἐν τῇ κλίνῃ κατὰ τὸν ὡρισμένον πρὸς δήλωσιν χρόνον, διατὶ τὸν τιμωρεῖτε τοσοῦτον ἀπηνῶς διὰ τὴν παράλειψιν ματαίας πράξεως; διατὶ τὸν τιμωρεῖτε διὰ τὴν ἐξ ἀδυναμίας φυσικῆς μὴ ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης; Διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 12, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν § γʹ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐπιβάλλεται ἡ αὐτὴ ποινὴ εἰς τὸν μὴ συντάξαντα ἐπίσημον συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν περὶ τῆς μισθώσεως τῆς οἰκίας του. Ἀλλ’ ἐν τίνι δικαιώματι τοσοῦτον σκαιῶς ἐπεμβαίνετε εἰς τὰς σχέσεις τὰς ἰδιωτικὰς καὶ εἰς τὴν συμπεριφορὰν αὐτὴν τῶν ἀτόμων; διατὶ τιμωρεῖτε τὴν ἠθικὴν αὐτῶν ἐνίοτε ἀδυναμίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης; Τιμωρεῖτε τὸν καλὸν υἱὸν ἢ ἀδελφὸν, δίδοντα πρὸς κατοικίαν τὴν πενιχρὰν αὑτοῦ οἰκίαν, καὶ ἐπὶ εὐτελεῖ μισθώματι, εἰς τὸν πατέρα ἢ τὴν πενομένην αὐτοῦ ἀδελφὴν καὶ μὴ συντάξαντα συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν! Οὐδὲν ἔχετε δικαίωμα· ἔχετε ὅμως σκοπὸν, καὶ ὁ σκοπός σας εἶναι ἡ ἔμμεσος καὶ κεκαλυμμένη φορολογία τοῦ πολίτου. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατανοήσητε, Κύριοι, τὸν βαθμὸν τῆς ἀγριότητος τοῦ κρατοῦντος κατὰ τοῦ φορολογουμένου πνεύματος ἐν τοῖς γραφείοις τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ἀρχικῶς ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἂν ἡ δυσμενὴς τύχη τοῦ φορολογουμένου ἤθελε φέρει αὐτὸν εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ πληρώσῃ ἐμπροθέσμως τὸν φόρον του, ἐὰν ἐπείγουσαι τοῦ βίου ἀνάγκαι, ἐὰν ἀσθένειαι ἢ θάνατος τῆς συζύγου ἢ τῶν τέκνων αὐτοῦ, ἢ ἄλλαι ἀπρόοπτοι καὶ ὑπέρτεραι τῆς θελήσεώς του περιστάσεις, δὲν τῷ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐμπρόθεσμον πληρωμὴν, οὐαὶ αὐτῷ! Δὲν ἀρκοῦσι πλέον πρὸς ἐξιλασμὸν τῶν εἰρημένων Κυρίων αἱ ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων ἐπιβαλλόμεναι βαρύταται ποιναὶ, δὲν ἀρκεῖ τὸ πρόστιμον τῶν 20%, δὲν ἀρκεῖ ὁ τόκος ἐπὶ τῶν ὀφειλομένων πρὸς 8%. Διὰ τὸν φορολογούμενον αὐτὸν δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη, ἵνα τὸν προστατεύσῃ κατὰ τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἁρπαγῆς ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν του ταύτην· κλείονται δι’ αὐτὸν αἱ θύραι τῶν δικαστηρίων! Καὶ τὸ φρικωδέστερον, στερεῖται τῆς πλήρους καὶ ἐλευθέρας διαθέσεως τῆς περιουσίας του ταύτης! Δὲν δύναται οὔτε νὰ μισθώσῃ τὴν οἰκίαν του, ἧς ὀφείλει τὸν φόρον, οὔτε νὰ παραχωρήσῃ ἐπ’ αὐτῆς ἢ νὰ λάβῃ ὑπὲρ αὐτῆς πραγματικὰ δικαιώματα, οὔτε κἂν ν’ ἀπαλλοτριώσῃ αὐτήν! Τοιαῦται ποιναὶ, Κύριοι, καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς δυστροπίας τοῦ χειροτέρου εἴδους ἐπιβαλλόμεναι, βεβαίως καὶ πάνυ δικαίως ἤθελον ἀποκληθῆ παρ’ ὑμῶν σκληραὶ, δρακόντειαι. Ἀλλ’ ὅταν τοιαῦται ποιναὶ ἐπιβάλλωνται κατὰ τῆς ἐκ τῆς δυστυχίας καὶ τῆς συμφορᾶς ἀδυναμίας, πῶς πρέπει προσηκόντως νὰ χαρακτηρισθῶσιν αὗται; πῶς δ’ οἱ τυχὸν ψηφίσαντες ταύτας; Τοιαῦτα νομοθετήματα, τοσοῦτον καταθλιπτικὰ διὰ τὸν λαὸν, δὲν πρέπει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέρχωνται, Κύριοι, τῶν αἰθουσῶν, ἐν αἷς συνεδριάζουσιν ἀντιπρόσωποι λαοῦ ἐλευθέρου, ἂν οὗτοι ἔχωσι πλήρη συναίσθησιν τῆς ἀποστολῆς των καὶ ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των. Τοιοῦτος εἶναι, Κύριοι, γενικῶς ὁ χαρακτὴρ τῆς νεαρᾶς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας· καὶ τῶν ἀπό τινος εἰσαγομένων ἐνώπιον ἡμῶν νομοσχεδίων, τοιοῦτον δὲ καὶ τοσοῦτον ἄγριον τὸ κρατοῦν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ πνεῦμα κατὰ τοῦ φορολογουμένου. Ἡ γνώμη περὶ μὴ ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν νόμων παρ’ ἡμῖν εἶναι σχεδὸν γενικὴ, καὶ ἐξικνεῖται δυστυχῶς μέχρι πεποιθήσεως παρὰ τῷ λαῷ. Αἱ δὲ μομφαὶ κατὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μας, ὡς μὴ ἐκτελούντων ἐκ διαφόρων λόγων μετ’ εὐλαβείας καὶ ἀκριβείας τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, εἰσὶν ὡσαύτως κοινόταται, μετ’ ἐπαίνων δὲ καὶ ὡς τι ἔκτακτον καὶ ἀσύνηθες φαινόμενον φέρεται ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἡ εὐσυνείδητος ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος ὑπό τινος ὑπαλλήλου. Τοιαύτη τις ἑπομένως γνώμη κρατεῖ καὶ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ φόρου οἰκοδομῶν, καὶ τοιαῦται μομφαὶ ἐκφράζονται κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τούτου. Ἀδιάσειστος δὲ μάλιστα εἶναι παρὰ τοῖς πολλοῖς ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ οἰκίαι τῶν πλουσίων καὶ τῶν ἐν ἰσχύϊ πολιτικῇ δὲν φορολογοῦνται συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὅτε κατὰ τὴν εἰσηγητήριον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀρξαμένου ἔτους ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἤκουσα τούτου ὑπισχνουμένου ὅτι σὺν τοῖς ἄλλοις φορολογικοῖς μέτροις θέλει ὑποβάλει ἡμῖν καὶ νομοσχέδιον ἐξασφαλίζον ὅσον ἔνεστιν ἀκριβῆ καὶ δικαίαν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἄνευ αὐξήσεως τῆς φορολογικῆς μονάδος, ἠσθάνθην ἀληθῆ εὐχαρίστησιν, διότι δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐγώ εἰμι ἐκ τῶν πιστευόντων ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ, οὔτε βεβαιοῦται δικαίως καὶ νομίμως, οὔτε εἰσπράττεται κἂν ἀνελλιπῶς. Καὶ ἤλπισα πολὺ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπαγγελθέντος τούτου σκοποῦ, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη μου εἰς τὴν οἰκονομολογικὴν ἱκανότητα, τὴν νοημοσύνην καὶ ἐμπειρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο καὶ εἶναι μεγάλη. Δυστυχῶς ὅμως ἄλλα ἔφερεν ἐπὶ γλώττης ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἄλλα εἶχεν ἐν νῷ, καὶ τούτου ἕνεκα ἐψεύσθην εἰς τὰς προσδοκίας μου. Διότι, ἀντὶ, ὡς προσεδόκων, νὰ ἴδω στρεφομένην ἀμέριστον τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν μέσου καθιστῶντος ἐφεξῆς ἀνέφικτον, εἰ δυνατὸν, ἢ τοὐλάχιστον λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὰ δημόσια ὄργανα τὴν ἀμέλειαν ἢ τὴν κατάχρησιν περὶ τὴν ἀκριβῆ βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου, ἀντὶ νὰ ἴδω αὐστηρὰς ποινὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὰ ἔργα ταῦτα διὰ τὰς ἐκ προθέσεως ἢ ὀλιγωρίας παραβάσεις τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων, ἀντὶ νὰ ἴδω καθιερούμενον ἔλεγχόν τινα ἄμεσον καὶ πραγματικὸν ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ὑπαλλήλων τούτων, περιστέλλοντα τὴν κατάχρησιν, ἀντί, λέγω, πάντων τούτων, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου βλέπομεν τὸν φορολογούμενον θεωρούμενον ὡς ὑπαίτιον τῆς μὴ ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἐχθρότητος κατ’ αὐτοῦ διῆκον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ νομοσχεδίου, βλέπομεν ὑποβαλλομένους πάντας μὲν τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλ’ ἰδίως τοὺς τῶν μικρῶν οἰκιῶν, εἰς βάρη καὶ μερίμνας, καθιστώσας ἀνιαρὸν καὶ δυσβάστακτον φορτίον τὴν ἰδιοκτησίαν οἰκίας, καὶ δὴ μικρᾶς οἰκίας, ἥτις ὀρθῶς μέχρι τοῦδε ἐθεωρεῖτο ὑπὸ τοῦ σώφρονος Ἕλληνος οἰκογενειάρχου ὡς τὸ ἀναγκαιότερον ἀπόκτημα καὶ ἡ ἀσφαλεστέρα διάθεσις τῶν πολυχρονίων αὐτοῦ οἰκονομιῶν καὶ τῶν παντοειδῶν στερήσεων, ἐν τέλει δὲ παρατηροῦμεν ἀποκαλυπτόμενον τὸν κύριον καὶ πραγματικὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι ἀφ’ ἑνὸς μὲν μίαν ἔμμεσον καὶ κεκαλυμμένην, ἀλλὰ λίαν ἐπαχθῆ, φορολογίαν τῶν ἰδιοκτητῶν διὰ τῆς μεταβολῆς λογικῶν καὶ ἐπιεικῶν διατάξεων τῆς κρατούσης παρ’ ἡμῖν τυπικῆς καὶ διαδικαστικῆς νομοθεσίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, παρὰ τὰ ἐπαγγελθέντα, ἐπιβολὴν φόρου ἔνθα μέχρι τοῦ νῦν ἐξ ἐπιεικείας δὲν ἐπεβάλλετο τοιοῦτος, αὔξησιν δὲ τοῦ ἤδη ἐπιβεβλημένου διὰ τρόπου ἀληθῶς ἐπιτηδείου, ἐπὶ προφάσει ὅτι κακῶς καὶ ἐναντίον τοῦ γράμματος καὶ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ἐφηρμόζετο μέχρι τοῦδε νόμος ΒΟΕʹ τοῦ 1892. Ὁμολογῶ, Κύριοι, τὴν ἐμὴν ἀπειρίαν περὶ τὰ τῆς δημοσίας οἰκονομίας. Ἀλλ’ ὅσον δήποτε καὶ ἂν ᾖ τις ἄπειρος περὶ τὰ τοιαῦτα, ὅσον καὶ ἂν ᾖ ἄμοιρος οἰκονομολογικῶν γνώσεων, δὲν δύναται εἰμὴ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἅμα ἀναγνοὺς τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παραβαλὼν τοῦτο πρὸς τὰς κρατούσας διατάξεις, νὰ κατανοήσῃ, ὅτι διὰ τῆς νέας φορολογικῆς διαβαθμίσεως, ἥτις καθιεροῦται δι’ αὐτοῦ, σκοπεῖται ἡ ἐπιβολὴ καὶ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, καὶ οὐχὶ ἡ ἀκριβεστέρα καὶ συμφωνοτέρα δῆθεν πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ͵ΒΟΕʹ βεβαίωσις αὐτοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ φορολογικὴ μονὰς δὲν φαίνεται αὐξανομένη διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς μᾶλλον ἐπιπολαίου παρατηρήσεως κατανοεῖται, ὅτι διὰ τῆς νέας βάσεως, ἥτις τίθεται, καὶ ἐφ’ ἧς γενήσεται ἐφεξῆς ἡ φορολογικὴ διαβάθμισις τῶν οἰκοδομῶν, ὁ φόρος τῶν τριῶν πρώτων τάξεων ἐκ τῶν φορολογουμένων οἰκοδομῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ εἰρημένου νόμου δύναται ν’ αὐξήσῃ πολλάκις πλέον τοῦ 4%. Οὕτω π. χ. ἐὰν ἔχῃ τις οἰκίσκον, ἐν ᾧ κατοικεῖ ὁ ἴδιος καὶ οὗτινος ἡ πρόσοδος εἶναι ἐλάσσων τῶν 240 δρ. ἐτησίως, ἔχῃ δὲ καὶ ἕτερον τοιοῦτον, ὃν δίδει ὑπὸ μίσθωσιν εἰς τρίτους, καὶ ἐξ οὗ ἀπολαμβάνει ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν τῶν 60 δραχ. ἐτησίως, κατὰ τὸν κρατοῦντα ἤδη νόμον, διὰ τὸν πρῶτον, τὸν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου κατοικούμενον οἰκίσκον, δὲν πληρόνει φόρον, πληρώνει δὲ μόνον 5%, ἐκτὸς τῶν δεκατημορίων, διὰ τὸν διδόμενον ὑπὸ μίσθωσιν ἕτερον οἰκίσκον. Ἤδη, ἐὰν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον κατασταθῇ νόμος, διὰ τοῦ συνυπολογισμοῦ τοῦ εἰσοδήματος, τοῦ καθιερουμένου διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου, θέλει πληρόνει φόρον δι’ ἀμφοτέρους τοὺς οἰκίσκους 5%, ἐκτὸς τῶν δεκατημορίων, καὶ οὕτω κατορθοῦται ἡ ἐπιβολὴ φόρου, ἔνθα μέχρι τοῦ νῦν ἐκ λελογισμένης ἐπιεικείας δὲν ἐπεβάλλετο τοιοῦτος. Ἐὰν ἕτερός τις ἔχῃ ἐν τῇ αὐτῇ πόλει δύο οἰκίας, καὶ διὰ μὲν τὴν μίαν, ἧς τὸ εἰσόδημα δὲν ὑπερβαίνεις τὰς 1000 δρ. ἐτησίως πληρόνει 5%, διὰ δὲ τὴν ἄλλην πληρόνει 8%, θέλει πληρόνει ἐφεξῆς, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου, 8% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἀμφοτέρων τῶν οἰκιῶν. Ἠδυνάμην πλεῖστα ὅσα παραδείγματα νὰ φέρω, ποιούμενος διαφόρους ὑπολογισμοὺς, πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν αὐξάνει τεραστίως διὰ τῆς καθιερουμένης ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 7 μεθόδου, ἀλλὰ νομίζω τοῦτο περιττὸν, ἀναμφισβητήτων καταστάντων τῶν ἀναπτυχθέντων ἰσχυρισμῶν μου. Ἀλλ’ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι κακῶς ἐφηρμόζετο μέχρι τοῦδε ὁ ἰσχύων ͵ΒΟΕʹ νόμος «διότι καὶ κατὰ τὸ γράμμα (δῆθεν) καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ φορολογήσῃ μὲ βαρύτερον φόρον τοὺς ἀπολαμβάνοντας μεγαλείτερον εἰσόδημα ἰδιοκτήτας οἰκοδομῶν ἑκάστης πόλεως», ἑπομένως διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπεῖται ἁπλῶς ἡ ὀρθὴ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὅλως ἀνεπιτυχὴς εἶναι ἡ αἰτιολογία αὕτη, διότι, ἂν ἀληθῶς φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τοιαύτην, οἵαν ἀποδίδει αὐτῷ, ἔχει ἔννοιαν ὁ εἰρημένος νόμος, τότε περιττὸς ὁ νέος νόμος, καθόσον ἀρκεῖ διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου του, δίδων αὐτῷ τὴν ἀληθῆ δῆθεν ἔννοιαν, νὰ διατάξῃ τὰς ἁρμοδίους ἀρχὰς νὰ ἐφαρμόσωσι τοῦτον συνῳδὰ τῷ ἀληθεῖ σκοπῷ του. Ἐὰν πάλιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἰδίως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 εἰσάγεται ὡς ἑρμηνευτικὴ τοῦ νόμου ἐκείνου, τότε, ἐρωτῶ, πότε ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ, καὶ πότε οὗτος ἐφηρμόσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, πότε δὲ κατ’ ἄλλον; Διότι οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι τοῦτο σκοποῦσι, τὴν ἄρσιν τῶν ἀμφιβολιῶν περὶ τῆς ἐννοίας νόμου τινὸς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅμως, δὲν γνωρίζω νὰ προέκυψέ ποτε ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου ͵ΒΟΕʹ, οὐδὲ νὰ ἐφηρμόσθη οὗτος διαφοροτρόπως. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ὀρθὸν, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ γράμμα καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ εἰρημένου νόμου ἀντίκεινται πρὸς τὴν γενομένην μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴν αὐτοῦ; Τὸ ἐπ’ ἐμοί, μὲ τὴν μικρὰν πεῖραν, ἣν ἔχω περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, δὲν ἠδυνήθην, ὅσον καὶ ἂν προσέσχον εἰς τὸ γράμμα τοῦ εἰρημένου νόμου, ὅσον καὶ ἂν ἠρεύνησα τὴν σημασίαν τῶν λέξεων, δι’ ὧν ἡ τοῦ νόμου ἔννοια μεταβιβάζεται ἀπὸ τοῦ νοὸς τοῦ νομοθέτου εἰς τὸν ἡμέτερον, δὲν ἠδυνήθην, λέγω, νὰ πεισθῶ, ὅτι προκύπτει ἀλλοία ἔννοια ἐκείνης, ἣν ἔδωκαν μέχρι τοῦδε εἰς τὸν νόμον οἱ ἐφαρμόσαντες τοῦτον. Καὶ ὅταν ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ὅταν ἐκ τῶν λέξεων αὐτῶν, δι’ ὧν ἐνσαρκοῦται καὶ ἐξωτερικεύεται ἡ διάνοια τοῦ νομοθέτου, δὲν γεννᾶται ἀμφιβολία τις περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσφύγῃ τις εἰς ἄλλο εἶδος ἑρμηνείας, οὐδὲ νὰ ἀναζητήσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατὰ μείζονα λόγον δὲν δύναταί τις νὰ καταφύγῃ εἰς ἄλλην ἑρμηνείαν, καὶ δὴ εἰς ἀναζήτησιν τῆς προθέσεως τοῦ νομοθέτου τοῦ νόμου ͵ΒΟΕʹ, διότι ὁ σκοπὸς τούτου εἶναι κατάδηλος ἐκ τοῦ γράμματος αὐτοῦ, σκοποῦντος ἁπλῶς τὸν πάγιον προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, δι’ οὗ βαρύνεται ἑκάστη οἰκοδομὴ ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματός της, ἐνῷ ἕως τότε ὁ φόρος οὗτος προσδιωρίζετο διὰ τῶν ἐτησίων φορολογικῶν νόμων. Οὐδὲ ἠδύνατο ὁ νόμος οὗτος νὰ ἔχῃ ἄλλον σκοπὸν ἢ τὸν ἐκπεφρασμένον ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ δὴ τὴν ἔννοιαν, ἣν θέλει ν’ ἀποδώσῃ αὐτῷ ἡ αἰτιολογικὴ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἔκθεσις. Διότι, Κύριοι, ὁ νόμος ͵ΒΟΕʹ δὲν εἶναι ὁ καταστατικὸς περὶ φορολογίας τῶν οἰκοδομῶν νόμος, δὲν ἐπεβλήθη διὰ τοῦ νόμου τούτου ὁ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν φόρος, ἀλλὰ διὰ τοῦ ΚΒʹ νόμου. Τοῦ νομοθέτου λοιπὸν τοῦ νόμου τούτου ἠδύνατό τις τὸ πολὺ ν’ ἀναζητήσῃ τὴν πρόθεσιν· ἂν δηλονότι ἐσκόπει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται, ἢ ἁπλῶς νὰ φορολογήσῃ ἑκάστην οἰκίαν χωριστὰ, ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος αὐτῆς, ἐπιβάλλων οὕτω φόρον κτηματικὸν, ὅστις ὅμως φόρος οὗτος ἀπόλλυσιν ἤδη τελείως τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, ὡς τοιούτου, καὶ μένει, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐφεξῆς ἀχαρακτήριστος ἐπιστημονικῶς διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1 § βʹ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ἧς ἐπιβάλλεται φόρος οἰκοδομῶν εἰς πρόσωπον ἄσχετον ὅλως καὶ ξένον πρὸς τὴν οἰκοδομὴν, ἤτοι εἰς τὸν ἐκμισθωτὴν τῆς οἰκίας, ἐν περιπτώσει ὑπεκμισθώσεως αὐτῆς ἐπὶ μείζονι μισθώματι. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα ἀκαταγώνιστον δύναταί τις ἐκ περισσοῦ νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἐπιχείρημα καθιστῶν ἀναμφισβήτητον τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου ΚΒʹ, ἐπικαλούμενος τὴν ὑπ’ αὐτῶν τῶν νομοθετῶν τοῦ νόμου τούτου ὁμοιόμορφον ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἀφ’ ἧς ἐνομοθετήθη μέχρι σήμερον. Τοιοῦτοι δὲ νομοθέται καὶ ἐφαρμοσταὶ ὑπῆρξαν ὁ κατὰ τὸ 1863 Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μακαρίτης Δρόσος, ὁ καὶ εἰσαγαγὼν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει τὴν πρότασιν τοῦ νόμου τούτου, θερμοὶ δὲ ὑπέρμαχοι αὐτοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν ὑπῆρξαν οἱ ἀείμνηστοι Κεχαγιᾶς, Καλλιγᾶς καὶ Ἀθ. Πετιμεζᾶς, οἵτινες, Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν γενόμενοι, ἐφήρμοσαν ὁμοιομόρφως τὸν νόμον. Ἀλλὰ καί τις ἄλλος ὑπῆρξεν ὁ συννομοθετήσας ἐκείνοις καὶ ἐφαρμόσας κατόπιν τὸν νόμον κατ’ ἐπανάληψιν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸν ἕτερον τοῦτον ἔχομεν τὸ εὐτύχημα νὰ βλέπωμεν μεταξὺ ἡμῶν συνεδριάζοντα, δηλαδὴ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος συνάδελφον κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην. Καὶ ὅταν οὕτως ἔχωμεν διὰ τῶν ἔργων αὐτοῦ λαλοῦντα αὐτὸν τὸν νομοθέτην περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ὑπ’ αὐτοῦ νομοθετηθέντων, περιττὸν καὶ ματαιόσχολον ν’ ἀναζητῶμεν ἀλλαχοῦ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Κατεδείχθη ἀναμφισβητήτως, φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οὔτε τὸ γράμμα οὔτε τὸ πνεῦμα τῶν νόμων ΚΒʹ καὶ ͵ΒΟΕʹ ὑποστηρίζουσι τὰ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ὅτι σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 7 καὶ ἐν γένει τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ μέχρι τοῦδε βαρύνοντος τὰς οἰκοδομὰς φόρου, ἡ ἐπιβολὴ τοιούτου, ἔνθα μέχρι τοῦ νῦν ἐκ δικαίας ἐπιεικείας δὲν ἐπεβάλλετο καὶ ἡ ἔμμεσος φορολογία. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποίαν γνώμην ἔχετε ὑμεῖς περὶ τοῦ βαρύνοντος τὰς οἰκοδομὰς φόρου, ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀρκούντως βαρὺς εἶναι ὁ φόρος οὗτος, αἱ δὲ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς διατελοῦσιν οἱ ἰδιοκτῆται οἰκοδομῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ταῖς ἄλλαις πόλεσιν, οὐ μόνον τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου δὲν ἐπιτρέπουσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐλάττωσιν αὐτοῦ ὑπαγορεύουσι. Διότι πρέπει νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι αἱ τῆς μέσης καὶ κατωτέρας τάξεως οἰκοδομαί εἰσι πᾶσαι σχεδὸν βεβαρυμέναι δι’ ἐνυποθήκων δανείων, ὑπερβαινόντων ἐνίοτε καὶ τὸ ἥμισυ τῆς ὅλης ἀξίας αὐτῶν. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας διατελούντων τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκοδομῶν, καὶ τοῦ βαρύνοντος αὐτοὺς ἤδη φόρου ὄντος ἀρκούντως ἐπαχθοῦς, πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀποκρούσει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πλειονοψηφία ἄλλως φρονεῖ ὡς πρὸς τοῦτο, πέπεισμαι ὅτι πάντως θέλει ἀποκρούσει τὰς διατάξεις ἐκείνας τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ὧν σκοπεῖται ἡ ἔμμεσος φορολογία καὶ ὑποβάλλεται ὁ φορολογούμενος εἰς τοσοῦτον ὀχληρὰς καὶ κινδυνώδεις, ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου κατέδειξα, ὑποχρεώσεις.
§314Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι, κύριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται αὔξησις φόρου, τοῦτο, νομίζω, οὐδένα ὑμῶν δύναται νὰ διαλάθῃ. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει φέρεται, ὅτι ἐπιδιώκεται μόνον νὰ μὴ ἀποφεύγωσιν οἱ φορολογούμενοι τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις των ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τοῦ σχετικοῦ νὰ ᾖναι ἀνελλιπής. Ἀλλ’ ὑπὸ τὰς φαινομενικῶς ἀθώας ταύτας αἰτιολογίας ὑποκρύπτονται, ὡς λίαν πειστικῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἄργους Βουλευτής, ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος, τοιαῦται διατάξεις, ὥστε ὄχι μόνον αὐξάνουσι τὸν φόρον δυσαναλόγως πρὸς τὰς δυνάμεις τὰς οἰκονομικὰς τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ εἶναι καταθλιπτικαὶ καὶ δυσβάστακτοι. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν—καὶ τὸ λέγω ἀπροκαλύπτως—νὰ κηρυχθῶ καὶ κηρύσσομαι ἐναντίον πάσης αὐξήσεως φόρου. Δὲν ἐκηρύχθην κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τῶν δύο προηγουμένων νομοσχεδίων, καίτοι καὶ ταῦτα εἶναι φορολογικὰ, διότι ταῦτα ἀφορῶσι τροποποιήσεις τῶν ἤδη ἐψηφισμένων φορολογικῶν νόμων. Ἐφεξῆς ὅμως πᾶν φορολογικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου σκοπεῖται ἡ αὔξησις τῶν φόρων, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀποκρουστέον κατ’ ἀρχήν. Καὶ εἶναι ἀποκρουστέον διὰ δύο λόγους. Πρῶτον μὲν, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει πλέον δυνάμεις ὁ λαὸς νὰ βαστάσῃ περαιτέρω αὔξησιν φορολογίας, καὶ δεύτερον, διότι ἐπείσθην ἀδιστάκτως, ὅτι οἱ φόροι τοῦ λαοῦ δὲν χρησιμοποιοῦνται πρὸς τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν πρόοδον αὐτοῦ. Βεβαίως τὴν γνώμην μου ταύτην ἔπρεπε νὰ ἀναπτύξω εὐρύτερον, ἀλλ’ ἡ ὥρα ἐχώρησεν ἤδη πέραν τοῦ μεσονυκτίου, καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ πράξω ἄνευ τοῦ κινδύνου τοῦ νὰ περιαγάγω ὑμᾶς εἰς τὸ δυσάρεστον σημεῖον νὰ δυσφορῆτε ἐναντίον μου ἐπὶ μακρηγορίᾳ. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ περιορισθῶ σήμερον εἰς τὴν διακήρυξιν αὐτὴν, ὅτι ἀποκρούω κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὓς λόγους εἶπον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐὰν ἀπόψε περάσῃ εἰς πρώτην, ἢ εἰς τὴν τρίτην, νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου εὐρύτερον.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§316ΤΣΑΤΣΟΣ. Μίαν ἑρμηνείαν μόνον θέλω νὰ ζητήσω. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου λέγετε τὰ ἑξῆς: «... Διὰ δὲ τὰς ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν κατοικουμένας οἰκοδομὰς, ἡ ἐτησία πρόσοδος δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ κατωτέρα τῆς ὁρισθείσης διὰ τοῦ τελευταίου ὁριστικοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τῶν οἰκοδομῶν.» Γνωρίζετε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συνέβη, κύριε Ὑπουργὲ, διὰ τῶν προσθέτων φορολογικῶν καταλόγων τῶν οἰκοδομῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν, ὅτε ἕνεκα τῆς προσκλήσεως, ἡ ὁποία ἔγεινε διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔλαβον γνῶσιν οἱ πλεῖστοι τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι ᾠκοδόμησαν οἰκοδομὰς ἀπὸ τοῦ 1894 καὶ ἐντεῦθεν, ὅπως ὑποβάλωσιν ἐγκαίρως τὰς ἐνστάσεις των. Ἐνεγράφησαν δὲ οἰκοδομαὶ εἰς ὑπερόγκους τιμὰς καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τοιοῦτον φόρον. Εἶναι δὲ πολλοὶ οἱ τοιοῦτοι. Διότι οὐδεὶς ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐγγραφῆς του ἐν τῷ καταλόγῳ, ἵνα ἐγκαίρως προβάλῃ ἐνστάσεις κατὰ τῆς ἀδίκου κατατάξεώς του. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ γείνῃ μνεία, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τοῦ τακτικοῦ καὶ τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου καὶ οὐχὶ τοῦ προσθέτου.
§317ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 30′ τῆς νυκτός).