Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 19

1900.01.28

2.905 στίχοι · 22.549 λέξεις · 1 πίνακας · 75 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.01.28
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1900)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19

Τῆς 28 Ἰανουαρίου 1900.

(Παρασκευή).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 3 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Λαυρίου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων ἐν τῷ δήμῳ Λαυρεωτικῆς.

§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης θὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Καλαβρύτων δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ γεφύρας εἰς θέσιν Γκριντσαίϊκα. Οἱ βουλευταὶ Καρυστίας κ. κ. Μέρμηγκας, Σαραφιανὸς καὶ Χατζηνικολῆς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ καθορισμοῦ ἐπισκοπικῆς περιφερείας ἐν Καρυστίᾳ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 71).

§4ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως θέλω ἀναπτύξει αὐτήν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Π. Πετρίδης δι’ ἐπερωτήσεώς του παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν «νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ αἰτηθὲν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον σημείωμα, ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται πόσοι ἐκ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων μένουσιν ἀπεσπασμένοι εἰς διαφόρους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσίας, μὴ μεταβάντες εἰς τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ θέσεις των, καὶ ποῖον μισθὸν ἀπολαμβάνουσιν οὗτοι.» Ὁ κ. Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ἔχει τὸν λόγον.

§6Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀμφισβητεῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεγομένων, ὅτι ἡ σιωπὴ ὑμῶν, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀναμφίλεκτος ἀπόδειξις, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου καταδικάζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς συμπάσης.» Ἀγορεύων, ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς ὑμᾶς προχθές. Δὲν κατώρθωσεν ὅμως νὰ ψυχολογήσῃ, δὲν ἠδυνήθη νὰ διαγνώσῃ, τί ἐσήμαινεν ἡ σιωπὴ ὑμῶν. Ἠθέλησε νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματός μου, τὸ ὁποῖον ἤκουσε κατὰ μίαν τῶν ἀγορεύσεών μου, καὶ ἐζήτησε νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐπικυρώσῃ ὅ,τι ἀνακριβῶς ἔλεγεν ἐντεῦθεν, καὶ ἡ Βουλὴ ἔμεινεν ἔκπληκτος, βλέπουσα τὸν Πρωθυπουργὸν ὑποστηρίζοντα τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ καταδικάζοντα ἑαυτὸν καὶ τοὺς συνεργάτας αὐτοῦ! Τόσον δὲ ἦτο εἰς ἄγνοιαν τῆς ψυχολογικῆς ὑμῶν καταστάσεως, ὥστε εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων, ἀντιθέτου πρὸς ἐμὲ πολιτικῆς, συμπολίτης μου εἰλικρινὴς ὅμως, ὁ κ. Καπετανάκης, ἐγερθεὶς ἐξ ἀγανακτήσεως, προσεκάλεσε τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ σεβασθῇ ἑαυτὸν, καὶ νὰ μὴ θέτῃ εἰς τὸ στόμα τοῦ ἀντιπάλου αὐτοῦ λέξεις καὶ ἐννοίας μὴ ἐκδηλωθείσας. Ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σωθῇ. Παραζαλισμένος, οὐδὲ ἤξευρε τί ἔλεγεν, οὐδὲ ἤξευρε τί ἐβεβαίου, οὐδ’ ἐνόησεν, ὅτι κατήγγελλε τοὺς συναδέλφους του καὶ ἑαυτόν. Καὶ θὰ ἀποδείξω τοῦτο. Ἀκολουθήσατε τὴν σειρὰν τῶν λόγων μου. Ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἀληθῶς τὸ ἔλλειμμα τῶν 4,000,000 εἶναι ὁ λόγος, ὅστις προεκάλεσε τὴν παραίτησίν μου, καὶ κατέφυγεν εἰς διαστροφὴν τῆς ἀληθείας· ἔθεσεν εἰς τὸ στόμα μου ὅ,τι δὲν εἶχον εἴπει, παρέλειψε δὲ νὰ παρακολουθήσῃ τὴν σειρὰν τῶν ἐπιχειρημάτων μου, δι’ ὧν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐγνώριζεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, δὲν εἶπε τίποτε, ἐλησμόνησε, παρέλειψε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ἀνεθεωρήσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προκατόχου μου, καὶ ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ τὰς ἐνστάσεις τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον μὲ τὰς πιστώσεις τὰς ὁποίας ἀνεγράφομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἠδυνάμεθα, ἐὰν παρουσιασθῶσιν ὑπερβάσεις, νὰ λάβωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καὶ ἐσημειώσαμεν ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἐνιαυσίῳ διάταξιν περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ παρεσιώπησε σκοπίμως τὴν πίστωσιν τῆς ἱπποφορβῆς, καὶ παρεσιώπησε σκοπίμως νὰ ἀναφέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ συγγενοῦς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔλαβε τὸ σεβαστὸν ποσὸν τῶν 853,091 δραχμῶν, ὡς ἐργολάβος τῆς ἱππονομῆς τῶν ἐφίππων σωμάτων τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν μόνον,—διότι ἐλλείπουσιν οἱ λογαριασμοὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ σωμάτων ἀπὸ ἱκανῶν μηνῶν.—Ἐλησμόνησε νὰ ἀναφέρῃ τὸ μέρος τοῦτο καὶ τὸ ὄνομα τοῦ συγγενοῦς τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γνωρίζῃ ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα, καὶ τί ποσὸν θὰ ἔχῃ νὰ λάβῃ ὁ συγγενὴς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ πιστεύετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ὁ τόσον στενὰ συνδεδεμένος κ. Καμπᾶς νὰ μὴ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πάσας τὰς δοσοληψίας, τὰς ὁποίας εἶχε μεθ’ ἑνὸς οἱουδήποτε Ὑπουργείου; Ἀνεμνήσθη μόνον τὴν πίστωσιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν ἱματισμὸν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἐκ προμελέτης δὲν ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ρετσίνα, φίλου ἰδιαιτέρου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῶν στενωτάτων, καὶ μᾶς εἶπε μόνον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῷ εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωμεν, διότι δὲν εἶχε τὰ συμβόλαια. Εἶπεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ συμβόλαια, διὰ νὰ ἴδωμεν τίνας ὑποχρεώσεις ἔχομεν, διὰ νὰ κρίνωμεν τί ποσὸν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀπεδέχθη ὅ,τι εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε συντάξει ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης. Καὶ ἐπιμεμελημένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσύγχισε τὰς δύο συνεντεύξεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσαμεθα, τὴν μίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοὺς διαθεσίμους, καθ’ ἣν ὑπεδείχθη ὅτι ἡ πίστωσις ἐκείνη ἤθελε παρουσιάσει ἔλλειμμα, καὶ τὴν δευτέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ συντάξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἐγώ τε καὶ οἱ δύο Κύριοι, ὅτε προσκαλέσαντες ἐνώπιον ἡμῶν τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους καὶ ἐξετάσαντες αὐτοὺς ἠρευνήσαμεν ἐκεῖ καὶ τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ 1899 ἐν γένει, καὶ ὑπεχρεώθην νὰ τηλεγραφήσω, καὶ ἐτηλεγράφησα εἰς ὅλα τὰ σώματα καὶ τὰ ἐπιμελητήρια, ὄχι πλέον περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ κεκλεισμένων χρήσεων, τὰς ὁποίας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 δὲν ἀναγράφει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Γνωρίζων τὴν ἀνικανότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, δὲν ἀνέγραψεν εἰς αὐτὸν τὸ ποσὸν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἀνερχόμενον εἰς 1,500,000 περίπου δραχμάς. Ἐπίσης δὲ δὲν ἀνέγραψε τὸ ποσὸν 150,000 δραχμῶν, ἀνῆκον εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Ἀφοῦ εἴχετε ἀκούσει πρὸ μιᾶς ἡμέρας τὴν ἱστορίαν ὅλων τούτων, ἠκούσατε προχθὲς μόνον ῥητορικὰς ἀποστροφὰς, σκοπὸν ἐχούσας νὰ διαστρέψωσι τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔπεισεν ὑμᾶς, καὶ ἔσπευσε νὰ σᾶς δηλώσῃ, ὅτι μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον σᾶς παρέστησεν ὡς ἄγνωστον εἰς αὐτοὺς, ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐτίθετο ἐκποδὼν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τακτοποιηθῇ ἄλλως ἡ ὑπόθεσις, εἰμὴ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων ταῦτα, ὅτι διέψευδε κατηγορηματικῶς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις πρό τινων ἡμερῶν, ζητῶν πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν, ἐβεβαίου, ὅτι δυνάμει μέτρων, ἅπερ λαμβάνει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐτακτοποιήθη καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ θὰ ἔχωμεν πλεόνασμα 1,500,000. Ἀλλ’ ἐὰν ἀληθῶς οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, πρὸς τί ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ Ὑπουργοῦ; Μὴ τάχα δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ μὲ τὸν πρώην Ὑπουργὸν νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ὑπόθεσις ὁμοίως; Δὲν εἶναι τοῦτο ἀπόδειξις τρανὴ, ὅτι ὑπῆρξεν ὡς ἀφορμὴ τὸ ἔλλειμμα; Ἔχω ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῶ ἐπιχειρήματα καὶ ῥητορικὰ σχήματα, διὰ νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν λέγει ἀλήθειαν; Ἀλλ’ ἔχων ἀνάγκην νὰ ἐπικυρώσῃ ἔτι πλέον, ὅτι ὁ λόγος τῆς παραιτήσεώς μου ἦτο τὸ ἔλλειμμα, δὲν ἐσεβάσθη οὔτε ἑαυτὸν, οὔτε τὸ ἀξίωμά του, καὶ ἐξήρθρωσε τὰ γεγονότα. Ἐστράφη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ἐζήτησεν ἐκεῖ νὰ εὕρῃ ἔρεισμα, ὅπως σᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ἐφάνη ἀπορῶν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ λέγω ταῦτα, προκειμένου περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, προκειμένου περὶ τοῦ Ἀρχηγείου, ἀφοῦ ἐγὼ συνέταξα ὀργανισμὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνέγραψα, ὅτι ἀνεγνώριζον Ἀρχηγεῖον καὶ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Διαδόχου, ὡσὰν νὰ μὴ ἐνθυμῆσθε τάχα, τί εἶπον ἐγὼ, ὅτε ἐξήγουν τὰ περὶ τούτου. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀνακεφαλαιώσω ταῦτα, ἔρχομαι εἰς τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οὗτος εἶπεν, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπεχώρουν, μοὶ ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραιτηθῶ, καὶ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ὑπεχώρησα διὰ τοῦτο. Ἐγὼ διετεινόμην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσω ἀρχηγίαν εἰς τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα, διότι δὲν ἐνεπιστευόμην εἰς τοὺς περὶ αὐτόν· καὶ ἀνέπτυξα ἐπὶ μακρὸν τὰ περὶ τούτου, καὶ ἐδεχόμην τότε μόνον νὰ δώσω ἀρχηγίαν, ὁπόταν διὰ νόμου ἐγὼ ἤθελον καταστήσει συμβουλευτικὴν μόνον τὴν δύναμιν τοῦ Ἀρχηγείου. Ἀνέγραφον δὲ εἰς τὸν ὀργανισμὸν, ὅτι κατ’ ἔτος ἐκ περιτροπῆς οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἰδιαιτέραν τοῦ Διαδόχου καὶ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον θὰ ἀναλαμβάνωσιν ὑπηρεσίαν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ποῖος ἐκ τῶν δύο ὑπεχώρησεν; ἐγὼ ἢ ὁ Πρωθυπουργός; Καὶ ἀνέγραφον ταῦτα ἐν τῷ ὀργανισμῷ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Διαδόχου, διότι ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀνέλαβε τὴν Ἀντιβασιλείαν τοῦ Κράτους ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, διεξήγαγε μὲ ἁβροφροσύνην καὶ εὐθύτητα τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, διότι δὲν εἶχε τότε ἄνδρας παρ’ ἑαυτῷ, ἔχοντας ἀφορμὴν νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καίτοι ὁ Διάδοχος εἶχεν ἀφορμὴν ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς μου πρὸς τὴν Α. Ὑψηλότητα τὸν πρίγκηπα Γεώργιον, ἐκ τῆς στάσεως δὲ ταύτης τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου εὑρέθη οὗτος δυστυχῶς εἰς τὴν ἐπιβληθεῖσαν ἀνάγκην, ὥστε αὐτὸς οὗτος νὰ καταγγείλῃ τοὺς ἐμπεπιστευμένους αὐτῷ, καὶ νὰ γείνωσιν οὗτοι σήμερον ἰδιῶται, μὴ ἔχοντες τὴν τιμὴν νὰ φέρουν τὰ παράσημα τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ. Εἶχον λοιπὸν προηγούμενον λίαν σημαντικὸν, καὶ ἐδιδάχθην ἐκ τούτου, καὶ ἀξιῶ, ὥστε πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ λαμβάνωσι τὴν τιμὴν νὰ συναναστρέφωνται καὶ ὑπηρετῶσι περὶ τῇ Α. Ὑψηλότητι, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ὑπέστημεν εἰς τὴν Κρήτην, ὅτε ἡ Α. Ὑ. ὁ πρίγκηψ διετάχθη νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ εὑρεθῇ καὶ πάλιν ἄλλη Ὑψηλότης νὰ καταγγείλῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτῆς, καὶ νὰ πάθῃ παρόμοια, ἢ καὶ χειρότερα, καὶ τὸ ἔθνος. Καὶ ἀναλύων τὰ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶπε πρὸς ὑμᾶς, ἀπευθυνόμενος εἰς ἐμέ: «Μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ Διαδόχου περισσότερον κῦρος καὶ αὐθεντίαν ἔχουν αἱ γνῶμαι ἐκείνου»! Δὲν καταδέχομαι καὶ νὰ τὸ συλλογισθῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς γνώσεις, καὶ νὰ κατέλθω μετ’ αὐτοῦ εἰς συζήτησιν περὶ τούτου.

§7Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτον.

§8Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχει μεγαλειτέραν αὐθεντίαν.

§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον, διότι οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶ τοιοῦτόν τι.

§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διπλώματος δὲν ἔχω ἀνάγκην παρ’ αὐτοῦ.

§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περίεργον πρᾶγμα!

§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνώτερος συνταγματάρχης τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν μεγάλου Κράτους, εἰς τὸν ἀπέναντι ἐμοῦ στρατὸν εὑρισκόμενος, διὰ τοῦ Βασιλέως μοὶ ἔδωκε τίτλον τῆς στρατιωτικῆς μου ἱκανότητος. Ἀνώτερος Αὐστριακὸς ἀξιωματικὸς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς καταλήψεως τῆς Θεσσαλίας μοὶ ἔδωκε περγαμηνὴν στρατιωτικὴν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἀπέναντι ἐμοῦ στρατοῦ δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ τὴν περὶ ἐμοῦ γνώμην του, ὡς καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ ἀξιωματικοί, οἱ διελθόντες ἐντεῦθεν. Συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, διότι κατῆλθον μέχρι τοῦ ποταποῦ σημείου, νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐμαυτοῦ. Δὲν ἠδυνάμην ὅμως νὰ πράξω ἄλλως, ὅταν ἐξ ὅλων τῶν σημείων οἱ πρὸ μικροῦ συνάδελφοί μου, καὶ ὡς Ὑπουργοῦ καὶ ὡς ἀξιωματικοῦ, ἐζήτουν νὰ μὲ ἀποδείξωσιν ἀνίκανον. Ἔλεγον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παραζαλισμένος καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματός μου, κατήγγελλε τοὺς ἑαυτοῦ συνυπουργούς. Διότι καταγγέλλων τὸν ὀργανισμόν, ὅστις ἔδωκε τὴν ἧτταν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατήγγελλε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ἀνικανότητι, διότι ἔργον αὐτοῦ εἶναι ὁ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμός. Καὶ ὅτε ὕβριζε τοὺς Ὑπουργούς, νεκρούς τε καὶ ζῶντας, λέγων ὅτι καταδολιεύονται τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα, καὶ παριστῶν αὐτοὺς ἀνικάνους, κατήγγελλε τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αὐτὸς διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅτε δὲ εἶδον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀναβαίνοντα τὸ βῆμα, ἐπίστευσα, ὅτι οὗτος ἤθελε δώσει τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἤθελε διαμαρτυρηθῆ, ὅπως διεμαρτυρήθη ὅτε ἦτο Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι οὗτος ἀπεστράτευσεν ἐξάδελφόν του ἐκ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἐζήτει τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν παρανομίαν ἐκείνην. Ἀλλὰ παρ’ ἐλπίδα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ τούτου, παρουσίασεν ἐνώπιον ἡμῶν πιστοποιητικὰ ἱκανότητος αὐτοῦ, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀπεφάνθη περὶ αὐτοῦ ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης, διότι ἦτο Βουλευτὴς καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν του, ὅπως ἐπιθεωρηθῇ, καὶ δὲν παρουσιάσθη, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἀνέγραφεν αὐτὸν ἡ Α. Ὑψ. εἰς τοὺς πίνακας. Ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ὅτε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τοὺς ἐν ἀδείᾳ ἀξιωματικοὺς νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος διὰ νὰ ὑποστῶσι τὴν δοκιμασίαν, ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἀναγνωρίσει ἀκόμη τὰς ἐκλογάς, καὶ τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀναγγείλει αὐτούς, καὶ συνεπῶς ὁ κ. Τσαμαδὸς διετέλει ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου.

§13Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βουλευτὴς εἶναι ὁ ἐκλεγόμενος.

§14Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡραία θεωρία! Πρὶν ἡ Βουλὴ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογάς, δὲν εἶναι Βουλευταὶ οἱ ἐκλεγόμενοι, διότι τὰ δικαστήρια δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἐξελέγξεως, ἀλλὰ μόνον ἀνακηρύξεως τῶν πλειονοψηφούντων. Ἐὰν δὲν τὸ γνωρίζετε, τόσων ἐτῶν Βουλευτής, σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Καὶ ἀφοῦ δὲν σᾶς ἀνέγραψεν ἡ Α. Ὑψηλότης, κατὰ τὰ νόμιμα θεωρεῖσθε στάσιμος. Καὶ ἄλλην μομφὴν κατ’ ἐμοῦ ἐζήτησε νὰ ἐπιρρίψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ζητῶν νὰ μὲ διδάξῃ τὰ καθήκοντά μου καὶ ὡς πολίτου καὶ ὡς Βουλευτοῦ. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἥκιστα ἁρμόδιος νὰ δίδῃ μαθήματα συμπεριφορᾶς καὶ ἀνατροφῆς πρὸς πάντας ὁ κύριος Θεοτόκης. Μοῦ ἐμέμφθη, ὅτι ἔγγραφον ἐμπιστευθέν μοι παρὰ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος μετεχειρίσθην, ἐναντίον τῶν καθηκόντων μου καὶ τῆς δικαιοδοσίας μου. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Ἡ Α. Ὑψηλότης μοὶ ἔδωκε τὸν ὀργανισμόν, καὶ ὅτε ἐπείσθη, ὅτι ἐγὼ δὲν τὸν υἱοθέτουν, μοὶ ἐζήτησε τοῦτον, ἐγὼ δὲ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ κρατήσω ἀντίγραφον, καὶ μοὶ τὸ ἐπέτρεψε, διότι ὅλος ὁ δημοσιογραφικὸς κόσμος ἐπετίθετο κατ’ ἐμοῦ, ζητῶν νὰ παραστήσῃ τὸν ὀργανισμόν, ὃν δὲν ἐνόμιζον κατάλληλον νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος μου, ὡς ἐφαρμόσιμον. Ἐζήτησα λοιπὸν διὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον μοὶ ἔστειλε, τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Πάλλη, νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν, ὅπως λάβω ἀντίγραφον τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, ἵνα ὑπερασπίσω ἐμαυτὸν ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν θὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἐκινδύνευεν ἡ ὑπόληψίς μου, ὡς Ὑπουργοῦ καὶ ὡς ἀτόμου, καὶ μοὶ ἐδόθη ἡ ἄδεια· ἐὰν δ’ ἐλάμβανε τὸν κόπον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἢ αἱ ἐργασίαι του τῷ ἐπέτρεπον, νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἐξώφυλλον τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, ἤθελεν ἴδει ἐν αὐτῷ τυπωμένον: «ἀντίγραφον τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος». Οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἤθελον νὰ ἦμαι ἀσυνεπὴς καὶ ἐκτὸς τῶν κανόνων τῆς χρηστῆς συμπεριφορᾶς, διότι δὲν ἤμην μόνον δημόσιος ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἤμην καὶ Κουμουνδοῦρος, καὶ εἶχον καθῆκον νὰ μὴ ἦμαι ἀσυνεπὴς καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν συναντῶμαι ὁπωσδήποτε. Καὶ ἀφοῦ πάντα τὰ ἐπιχειρήματα αὑτοῦ ᾐσθάνετο ἐν ἑαυτῷ, ὅτι ἦσαν ἀνίσχυρα νὰ τὸν κρατήσουν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐζήτει ν’ ἀναρριχηθῇ, καὶ εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἀφοῦ εἶδε κλονιζόμενον ὑπὸ τοὺς πόδας αὑτοῦ τὸ ἔδαφος, ἀφοῦ εἶδεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ καλύψῃ τὴν ἀλήθειαν,—διότι θὰ τὸν ἠρώτα τις, «διατί, ἀφοῦ ἐκαλύψατε τὸ ἔλλειμμα, ἔχοντες μάλιστα καὶ πλεόνασμα, ἀφοῦ ἦσθε σύμφωνοι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ, ἔπρεπε νὰ πέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;»—ἐζήτησε τὴν σωτηρίαν του ἀλλαχοῦ, εἰς τὰ Ἀνάκτορα, καὶ συνεκύλισεν ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ τὸν ἀνώτατον καὶ ἀνεύθυνον ἄρχοντα! Τίς ὡμίλησε περὶ Βασιλέως; Ἐγώ; Ὄχι. Δὲν ἐνθυμεῖσθε οὔτ’ ἐδῶ οὔτ’ ἐν δημοσιότητί ποτε νὰ ἔπραξα τοῦτο. Ὁσάκις ὡμίλησα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐν ταῖς συζητήσεσι κατὰ νομοθετημάτων, δι’ ὧν παρεχωροῦντο ἐκτάσεις γαιῶν, ἐζήτουν νὰ παραστήσω, ὅτι δὲν μᾶς ἐπετρέπετο νὰ καθιστῶμεν τοὺς Βασιλεῖς ἰδιοκτήτας, ὑπεδείκνυον, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ δοθῶσι χρήματα αὐτοῖς, ἵνα ἀσχολῶνται μόνον εἰς τὰ ὕψιστα αὑτῶν ἔργα καὶ καθήκοντα. Ὡς δ’ ἐνθυμεῖσθε, δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν ἡ κατὰ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου ὁμιλία μου πρὸς τὴν δρᾶσιν τὴν βασιλικὴν, οὐδὲ καὶ ἀσεβῆ ὑπαινιγμὸν κατ’ αὐτῆς ἐξεδήλωσα. Ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην νὰ κολακεύσῃ,—μολονότι προσεπάθησε δι’ ὅλων τῶν περιστροφῶν νὰ ἀποδείξῃ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν συνειθίζει αὐτὸς νὰ κολακεύῃ—εἶχεν ἀνάγκην νὰ κολακεύσῃ, διότι ἡ πολιτεία του ὑπῆρξε τοιαύτη προτοῦ γείνῃ Πρωθυπουργός, ἥτις ἄφινε καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα ἀνάμνησιν οὐχὶ εὐχάριστον. Καὶ ἐπειδὴ ἠθέλησε νὰ μὲ παραστήσῃ ἀσεβοῦντα, ἔχω ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω, ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀποδείξω, τίς ὁ ἀσεβήσας. Τίς ἀγνοεῖ τὴν ἱστορίαν, ἥτις ἐγέννησε τὸ Κρητικὸν ζήτημα καὶ ἐπηκολούθησεν ὁ πόλεμος; Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποτελοῦν σήμερον τὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦντες τότε νὰ θέσουν ἐκποδὼν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ κατεῖχε τὴν ἀρχὴν, τὸ ὑπὸ τὸν κ. Θεόδωρον Δηλιγιάννην, ἵνα καταλάβωσι τὴν ἀρχὴν, ἐνόμισαν εὐπρεπὲς καὶ συνᾷδον πρὸς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, καὶ συνᾷδον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, νὰ ὑπονομεύσουν καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἀνατρέψουν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο! Καὶ σχηματίζεται ἡ Ἀόρατος, καὶ ἐντὸς αὐτῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν πρώτην θέσιν, καὶ ἄλλα μέλη, φίλοι καὶ στενῶς συνδεόμενοι πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἀπετέλουν τὴν ὁμάδα καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης! Ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη δὲν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ζητῇ μόνον τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς Βασιλείας καὶ κατὰ τῶν βασιλοπαίδων ἐπήρχετο ἀμείλικτος! Ἀλλὰ δὲν ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου μόνον καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας τὰς ἐξωτερικὰς ἀντίδρασιν σημαντικὴν ἐπεχείρει, καὶ ἐδημοσιεύθησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἐπιστολαὶ ἐπισήμου μέλους τῶν φίλων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀνεγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ ταξίδια τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ ὧν ἐζητεῖτο νὰ μὴ ἀποδοθῇ τίποτε εἰς τὴν ἀγωνιζομένην Κρήτην, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βασιλεία ἐπολιτεύοντο κάκιστα καὶ ἐπρόδιδον τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, διὰ νὰ δυνηθοῦν οὕτω νὰ ἁρπάσουν τὴν ἀρχήν! Καὶ ὅτε ἡ πολιτεία αὐτῶν ἡ τοιαύτη ἐκλόνισεν ἐκ βάθρων τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ μικροῦ δεῖν ἐποτίζοντο αἱ Ἀθῆναι μὲ αἷμα, ὁ διευθύνων τὴν ὅλην αὐτὴν ἐνέργειαν καὶ ἀρχηγὸς τῶν κινημάτων, δοὺς τὸ σύνθημα τῶν ἐργασιῶν, μετέβη εἰς Κέρκυραν καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ, ἐμπορευόμενος τὸ ἔλαιον, τὸ ἐκ τῶν κτημάτων του προερχόμενον, περιμένων νὰ καρπωθῇ τ’ ἀποτελέσματα τῆς πολιτείας του ταύτης (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ)... Περιμείνατε, διότι θὰ γελάσητε ἀκόμη περισσότερον... Ὅτε δὲ ἀνετράπη, ἐπὶ κινδύνῳ τῆς πατρίδος ἡμῶν, διὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ ἀγῶνος, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ ἦλθεν ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς νὰ λάβῃ μέρος, ἵνα διοικήσῃ τὸ Κράτος κατὰ τὴν κρισιμωτάτην στιγμὴν, τὴν κινδυνώδη, τῆς πατρίδος, ὅτε ἔπρεπε νὰ καταγίνηται, ὅπως ἀναστείλῃ τὸ κακὸν, κατεγίνετο εἰς διορισμοὺς καὶ καταδιώξεις ὑπαλλήλων, τὰς ὁποίας διεξετραγώδησε μετὰ τόσου πόνου τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Ὥστε καὶ ὅτε ἦσαν ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας καὶ ἐζήτουν νὰ ἁρπάσωσιν αὐτὴν, καὶ ὅτε ἀνῆλθον ἐπ’ αὐτὴν, καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὤφειλον νὰ ἐντείνωσι πᾶσαν τὴν προσοχὴν καὶ τὰς ἐνεργείας αὑτῶν, δὲν ἐμερίμνων περὶ πατρίδος, ἀλλ’ ἐμερίμνων περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν αὐτῶν ἀναγκῶν. Ἀλλὰ δὲν βλέπετε μόνον τὸν Πρωθυπουργὸν, θέλοντα νὰ παραστήσῃ ἐμὲ ὑβριστὴν καὶ ὡς ζητοῦντα νὰ κλονίσω τὸ γόητρον τῆς Δυναστείας, ἀλλὰ καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ζητήσαντα νὰ μοὶ δώσῃ μαθήματα πειθαρχίας καὶ σεβασμοῦ. Καὶ ἐλησμόνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λέγων ταῦτα, ὅτι κατέχων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἔδιδε τηλεγραφικὴν διαταγὴν πρὸς τὸν Διάδοχον, νὰ μὴ ἀναφέρηται πρὸς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ μόνον εἰς αὐτὸν, δι’ ἧς παρίστα τὴν Αὑτοῦ Ὑψηλότητα ἀντιπειθαρχικὸν, ὅτε τοῦ ἀπηγόρευε νὰ δίδῃ τὰς πληροφορίας πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ ὕβριζε τὸν Βασιλέα, διότι οὐδὲν ἄλλο ἔλεγε διὰ τῆς διαταγῆς ἐκείνης ἢ ὅτι «δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ σέ»! Ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, τὶς ἐξ ἡμῶν τῶν δύο γνωρίζει τὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι, καὶ ποῖος δύναται νὰ ὀνομασθῇ πολίτης χρηστὸς καὶ στρατιώτης πειθαρχικός; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχεν, ὡς ἀνεκοίνου ἐντεῦθεν, πεποιθήσεις περὶ τῆς δράσεως τοῦ Βασιλέως· διότι καὶ ἐν τῷ ἐκλογικῷ προγράμματι αὑτῶν ἀνέγραφον, ὅτι, «ἂν ἀνέλθωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, θὰ βάλωμεν τὸν Βασιλέα εἰς τὴν θέσιν αὑτοῦ!» Τίς περισσότερον ἄλλου ἠσέβησε πρὸς τὴν Δυναστείαν; Τί κατήγγελλεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ πρόγραμμα καὶ οἱ συντάξαντες αὐτό; Κατήγγελλον τὸν Βασιλέα εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἐξέρχεται τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ ὅρκου αὑτοῦ, καὶ ὅτι διὰ τῆς πολιτείας του τὸ πολίτευμα σαλεύεται! Ἀλλ’ ἤθελέ τις μὲ ἐρωτήσει: «ἀφοῦ ἐγνώριζες ταῦτα, πῶς ἐδέχθης νὰ συνεργασθῇς μετ’ αὐτῶν;» Κύριοι, ἐπίστευον καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ ἄνδρες οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, οἱ πολιτευόμενοι καὶ οἱ θέλοντες νὰ διαπράττωσι τὰ κοινὰ, ἔχουν ὅρια εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν, καὶ ἄλλοι μὲν, ἀναλόγως τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται ἐν ἑαυτοῖς, πολιτεύονται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τούτου, ἄλλοι δ’ ὑπερπηδῶσι ταῦτα, ἀλλ’ ὅταν καταλάβωσι τὴν ἀρχὴν, ζητοῦσι νὰ διοικήσουν καλλίτερον τῶν πρώτων, ἵνα ἐμπνεύσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λαὸν, καὶ ἑδραιώσωσι τὸ ἀγαθὸν εἰς τὴν φίλην αὐτῶν πατρίδα. Παρουσιάζετο λοιπὸν εἰς ἐμὲ ἡ εὐκαιρία, ὅτε τὸ πρόγραμμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο καὶ ἐπεβάλλετο ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν πρώτην παρουσιασθησομένην κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, παρουσιάζετο, λέγω, διὰ τῆς προσκλήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ἐμὲ ἡ εὐκαιρία νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς παρουσίας μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Κατόπιν ἑνὸς πολέμου καὶ μιᾶς δυστυχίας τῆς πατρίδος μου, ἐὰν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ συνδέσω τὸ ὄνομά μου πρὸς τόσῳ μεγάλην πρᾶξιν, ἥτις θὰ ἠδύνατο, καὶ ἂν ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιμετωπίσω εἰς τὸ μέλλον τὸν ἐχθρὸν, νὰ δώσῃ τὴν νίκην εἰς τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος μου καὶ τὴν τιμὴν, δὲν ἐδίστασα νὰ δώσω τὸ χέρι μου, δὲν ἐδίστασα νὰ καταλάβω τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ συνεργασθῶ μετ’ αὐτῶν, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἰς τὴν κληρονομίαν, τὴν ὁποίαν οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἐκληροδότησαν πρὸς ἡμᾶς. Καὶ ἀνέλαβον, Κύριοι, τὴν ἀρχὴν, καὶ ἀποκλειστικῶς καθηλώθην εἰς τὸ ἔργον μου, καὶ προσεπάθησα ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὅτε ἐνόμισα, ὅτι τὸ ἔργον μου ἐπλήρου τὰς συνθήκας, ἐζήτησα ν’ ἀποφύγω πᾶν ἐμπόδιον, ἵνα φθάσω μέχρις ἐδῶ, καὶ ἐδέχθην νὰ ἀναγράψω ὅ,τι ἀνέγραψα, τὸ ὁποῖον δὲν μεταβάλλει καθόλου τὴν βάσιν, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἴδω τὸ ἔργον μου γινόμενον νόμον τοῦ Κράτους, καὶ ν’ ἀποδώσω τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος μου εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἵνα ᾖ ἕτοιμος εἰς τὴν πρώτην στιγμήν. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἀνάγκη, νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τὴν πρώτην εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ἀφοῦ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὰ ἐπανέλαβε; Δὲν εἶναι βεβαίως ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνωμολόγει ὅ,τι εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ διευθύνῃ τὰ κοινὰ, καὶ ὅτι τὴν πατρίδα ἡμῶν μετ’ ὀλίγον θὰ σύρῃ καὶ πάλιν εἰς τὸν καθολικὸν ἔλεγχον· διότι ἦσαν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες διέπουν τὰ τῆς ἀρχῆς καὶ σήμερον, οἱ ὁποῖοι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ προβῶμεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς συνθήκης, προέτειναν τὸν ἔλεγχον! Ἐζήτησαν οἰκονομικῶς νὰ δεσμεύσουν τὴν πατρίδα ἡμῶν, διότι πολλὰς σχέσεις ἔχουν μὲ τὰ μονοπώλια καὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν καὶ τὴν τραπεζικὴν ἀκόμη τοῦ τόπου. Ζητοῦσι καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου τοῦ ἀπολυταρχικοῦ νὰ συλλάβωσιν εἰς τοὺς ὄνυχας αὑτῶν καὶ τὸν στρατὸν, διὰ νὰ πνίξωσι πᾶν μέσον ἀμύνης τῆς χώρας κατὰ τῶν ἐπιβουλευόντων τὰς ἐλευθερίας του καὶ τὴν ὕπαρξίν του! Διότι οὐδεὶς δύναται νὰ γνωρίζῃ, ποῖοι θὰ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες θ’ ἀποτελέσουν τὸ ἐπιτελεῖον, οἷας διανοητικῆς δυνάμεως, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἀντιλαμβάνωνται τῶν ἐπιβλαβῶν σχεδίων καὶ νὰ μὴ γίνωνται θύματα. Ἠγωνίσθη ἐπ’ ἀρκετὸν προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σᾶς πείσῃ, καὶ ἀφοῦ εἶδεν ὅτι δὲν τὸ κατώρθωσε καὶ αὐτὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προέβαλον τὴν διαβεβαίωσίν των, δηλαδὴ προέταξαν τὴν τιμὴν αὑτῶν, διὰ νὰ ἐκβιάσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν, τοῦ ὅτι ὅσα λέγουσιν εἶναι ἀληθῆ, καὶ τοῖς ἐφάνη ὅτι μὲ ἐνίκησαν, καὶ ὅτι συνετρίβην εἰς τὸν βράχον τῆς τιμῆς αὐτῶν, καὶ συντριβεὶς δὲν κατέρχομαι τὸ βῆμα, ἀλλὰ σωροῦμαι εἰς τὴν θέσιν μου!

§15Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν μάλιστα ταύτην δύνανται νὰ ἀναβάλωσι τὴν ψήφισιν τοῦ ὀργανισμοῦ εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, Κύριοι, τὴν σημασίαν τοῦ γεγονότος, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τὴν σπουδαιότητα τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ ἀναπτυχθέντα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναβολή, οὔτε νὰ προηγηθῇ οὐδεμία ἄλλη κοινοβουλευτικὴ πρᾶξις, ἐὰν δὲν λύσωμεν ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει ἐπαναφέρει τὴν τελευταῖον κλονισθεῖσαν ἁρμονίαν τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τῆς γνώμης ταύτης ἰδίως προτίθεμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἡ πρόφασις τῶν οἰκονομικῶν μέσων δὲν δικαιολογεῖ. Ἡ Ἑλλὰς ὤφειλεν, ἅμα τῷ πέρατι τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὀφείλει στρατιωτικῶς νὰ ὀργανωθῇ, ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἦτο ἐποχὴ νὰ προσέξῃ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, νὰ βελτιώσῃ τὴν ἐσωτερικήν της κατάστασιν, ἀλλ’ ἦτο ἐποχὴ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία τὴν ἠτίμασε καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας ὑπέστη τὰ κακὰ καὶ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ὑπέστη. Ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ δοθῇ ὅλη ἡ προσοχή, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδά μας, ὠφείλομεν νὰ τὰ διαθέσωμεν ἀπ’ ἀρχῆς πρὸς μόνον τοῦτον τὸν σκοπόν. Τί ἐπράξαμεν, Κύριοι; Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἠσχολήθημεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν ἐσωτερικήν μας κατάστασιν· ἐνῷ αἱ θύραι τῆς οἰκίας εἶναι τεθραυσμέναι καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν ἐλαχίστην προσβολήν, ἐφροντίσαμεν νὰ καλλωπίσωμεν τὰς αἰθούσας τῆς οἰκίας καὶ νὰ τὰς αὐξήσωμεν, διότι μᾶς ἐφαίνοντο στενόχωροι! Ὡς ἐκ τούτου εἰσήχθησαν τὰ ψηφισθέντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τί ἔκαμαν; Ηὔξησαν τὰ ἔξοδα! Παρημελήθη τὸ σπουδαῖον ζήτημα! Καὶ σήμερον τί μᾶς λέγουσι; «Καλὸς εἶναι ὁ ὀργανισμός, ἀλλ’ οἰκονομικῶς δὲν ἀντέχει ὁ τόπος· πρέπει νὰ τὸν ἀναβάλωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, μήπως τὰ 18 ἑκατομμύρια τὰ κάμωμεν 16»! Ἐγὼ λέγω ὄχι! Τὰ 18 νὰ γείνουν 22 ἑκατομμύρια. Ἀφοῦ κατὰ τοὺς ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι προητοιμάσθησαν, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων ἀπαιτοῦνται 22 ἑκατομμύρια, ἐπιμένω ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν 22, καὶ νὰ γείνωσιν 22 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν πᾶσαν αὔξησιν δαπάνης ἀπὸ πᾶν ἄλλο ἔργον, ἀπὸ πᾶσαν μεταρρύθμισιν. Ὁ ὀργανισμὸς ὁ στρατιωτικὸς οὐ μόνον εἶναι ἀπαραίτητος, ὅπως θέσῃ τὴν βάσιν τῆς ἐνεργείας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ εἶναι ἀπαραίτητος διὰ νὰ ἡσυχάσητε καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνησυχοῦσιν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος· καὶ ἂν θελήσητε νὰ μάθητε, ποῖαι εἶναι αἱ ἐντυπώσεις των ἐκ τῆς καταστάσεώς μας, θέλετε συμφωνήσει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς καθησυχάσωμεν, πρὶν ἢ ἐντελῶς ἀπελπισθῶσιν ἀπὸ ἡμᾶς! Ἐπερίμενον μετὰ τὸν πόλεμον νὰ μᾶς ἴδωσιν ἀσχολουμένους εἰς τὴν στρατιωτικὴν τακτοποίησίν μας· προσεφέρθησαν νὰ μᾶς ὑποστηρίξωσι χρηματικῶς, Σύλλογος δὲ ὑπὲρ ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης συνεστήθη. Εἰσὶν ἕτοιμοι νὰ συνεισφέρωσι.

§16Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μὲ τὰ λόγια πάντοτε!

§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐτυπώθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Συλλόγου καὶ διενεμήθη. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ τὸν σεβασθῶμεν.

§18Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σοβαρῶς πιστεύετε, ὅτι μὲ συνεισφορὰς θὰ κάμητε στρατόν;

§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι! Δὲν λέγω αὐτό.

§20Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ λέγετε.

§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐλέχθη. Ἰδοὺ τί θέλω νὰ εἴπω. Ἄλλοτε ἐγένετο λόγος περὶ ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης· προῆλθε μάλιστα ἡ ἰδέα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις ἐπὶ μακρὰ ἔτη διῴκησε ὸν τόπον. Οἱ ἔξω ὁμογενεῖς ἐνόμισαν, ὅτι τώρα δύνανται νὰ τὴν πραγματοποιήσωσι, καὶ προσεφέρθησαν...

§22Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Καὶ πόσα ἔστειλαν ἕως τώρα;

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ. Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τὰς διακοπὰς, κύριε Ρικάκη.

§24ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ ἠρωτήσατε πόσα ἔστειλαν. Σᾶς εἶδον ὅτι ἔχετε διάθεσιν διὰ νὰ τὰ ἐξοδεύσητε δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν; Σᾶς εἶδον ὅτι προετοιμάζετε ἑπτατάξια σχολεῖα! (γέλωτες). Λοιπὸν εἶναι ἀπαραίτητον, Κύριοι, πρὶν ἢ λήξῃ ἡ Σύνοδος νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμός. Ἡ Βουλγαρία ἐκτελεῖ μεγάλα γυμνάσια κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἡ Σερβία ηὔξησε τὸν στρατόν της. Ἡ Τουρκία ἐξοπλίζεται καὶ αὐξάνει τὰς πολεμικάς της ἐνεργείας. Ἡ Ἑλλὰς τί ἔκαμε; Πηγαίνετε εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος νὰ ἴδητε τὸν Καρνάβαλον! (γέλωτες). Καὶ νομίζετε ὅτι αὐτὰ δὲν γράφονται, δὲν λέγονται, δὲν γίνονται γνωστὰ, καὶ δὲν ἀπελπίζουσι τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐστραμμένους πρὸς ἡμᾶς τοὺς ὀφθαλμούς των, οἱ ὁποῖοι σφάζονται σήμερον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐλπίζουσιν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ μόνους βοήθειαν καὶ συνδρομήν;

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.

§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος;

§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα;

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι. Λοιπὸν ὁρίστε!

§29Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος;

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.

§31Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε πρὸ αὐτοῦ ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§33Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ ἀποχώρησις ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Οἰτύλου δὲν ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ θέμα συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε εἷς εἴτε ἕτερος ὑπῆρξεν ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀπεχώρησεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἔθος, ἀλλὰ καὶ κατὰ καθῆκον, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μετ’ αὐτὸν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν αὐτῇ νομοσχέδια περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, δι’ ὧν ἐπρόκειτο νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἀπαιτηταὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπεχρέωσαν αὐτὸν ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ἀρχῆς. Καὶ, κατ’ αὐτὸν, ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀπεχώρησεν ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἦτο ἡ διαφωνία αὐτοῦ καὶ πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, υἱοθετήσασαν, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν γνώμην τοῦ Διαδόχου ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τοὺς πρώην συναδέλφους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Οἰτύλου, ἡ διαφωνία δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπεδέχθη τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ υἱοθέτησε τὴν γνώμην τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου. Ἀλλ’ εἴτε ὁ εἷς εἴτε ὁ ἕτερος ὑπῆρξεν ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀπεχώρησε τῆς ἀρχῆς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ὑπῆρχε θέμα συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἠδύνατο ἐκ δικαιώματος καὶ ἐκ καθήκοντος προσωπικοῦ νὰ ἐκθέσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου τοὺς λόγους, οἵτινες ἐξηνάγκασαν αὐτὸν νὰ ἀπέλθῃ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ οἱ λόγοι οὗτοι βεβαίως εἶναι ἀλλότριοι πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ἀφοῦ, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ἀκλόνητος καὶ ἀκεραία ἐνέμεινεν ἡ πλειονοψηφία παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησίν του, ἀφοῦ δὲν ἔχαιρε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, ἀναγκαίως ὤφειλε ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ἀρχῆς. Καὶ ἴσως λυπεῖται, διότι δὲν ἔπραξε τοῦτο ταχύτερον, μιμούμενος τὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πατρός. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν ὄχι μόνον δὲν ἐκλονίσθη ἡ πλειονοψηφία ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου ἐκ τῶν τάξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐνισχύθη αὕτη, ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορος ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν ἀπησχόλησεν ἡ μακρὰ αὕτη συζήτησις ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας τὴν Βουλήν, τὴν ἀπησχόλησε μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν ἱκανοποιήσεως προσωπικῆς φιλοτιμίας. Οὐδὲ θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὰ πράγματα ἔμενον ἕως ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῆς μακρᾶς ἐκείνης ἀναπτύξεως, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, κατὰ παραβολὴν πρὸς τὴν μελέτην τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Διαδόχου, παρέλειψαν καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι πάντα, ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τῶν δύο αὐτῶν μελετῶν, εἶναι ἐντελῶς ἀλλότρια πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ὀργανισμόν, ὅπως μελετήσῃ καὶ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ ἔχῃ δὲ ἡ Βουλὴ τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα περὶ τοῦ τίνα βαρύνει ἡ εὐθύνη ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 πιστώσεις, αἵτινες ἀναγκαίως ἔδει ν’ ἀναγραφῶσι πρὸς ἱκανοποίησιν ἁπάντων τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Τὸ θέμα τοῦτο θὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ὅταν συζητηθῶσιν αἱ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθεῖσαι πιστώσεις. Τὸ θέμα τοῦ ὀργανισμοῦ ὅμως εἶναι ἐντελῶς ἀλλότριον πρὸς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ οὐδὲν σχέδιον ἔχει ὑπ’ ὄψιν. Καὶ ὅτε οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἐπεβάλλετο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἐθεώρει ἀσύμφορον καὶ ὅτι δὲν συνεβιβάζετο μὲ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ ἀγορεύοντος νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τοῦ θέματος. Τὸ θέμα δὲ ἦν ἓν μόνον, οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔπραξεν ὡς ὤφειλε, δὲν ἔπραξε δὲ ὡς ὤφειλε, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀγόρευσις τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου ἔδιδεν αὐτῷ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του ἐπὶ τοῦ μελετωμένου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ τότε ἐτέθη πλέον τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ καθῆκον ἔχει νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἔχει καθῆκον νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Ὁ λόγος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε σαφὴς, σαφέστατος, εἶναι δὲ ὁ πρόδρομος τοῦ μετ’ ὀλίγον ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου. Ἀφοῦ δὲ ἐξήνεγκε τὴν γνώμην του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθῆκον ἔχει ἡ Βουλή, ὡς εἶπον, νὰ ἐξετάσῃ, ὁποία εἶναι αὕτη, καὶ κατὰ πόσον δὲν πρέπει ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς της, ἀπὸ τῆς πρώτης ἐκδηλώσεως τῆς γνώμης ταύτης, ἂν ἀντίκειται πρὸς τὰ καθεστῶτα, ν’ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν ἔχει δυσπιτίαν πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς Β. Οἰκογενείας. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦτο πάλιν παρεῖδε τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἐπεβάλλοντο εἰς Σύμβουλον τοῦ Στέμματος. Διότι ἡ Βουλὴ οὐδὲ δικαιοῦται οὐδὲ δύναται νὰ ἐκφράσῃ ἐμπιστοσύνην ἢ δυσπιστίαν πρὸς τὴν Δυναστείαν. Ἡ Δυναστεία εἶναι τὸ θεμέλιον τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, οὐδὲ τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Δυναστείαν. Ἂν δ’ ὑπῆρχε περίπτωσις, ὅπως προκληθῇ τοιοῦτον μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀναγκαίως ἠθέλομεν φθάσει εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης οὐχὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς τὴν Δυναστείαν καὶ τὰ μέλη αὐτῆς. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ὡς τὸ ἔθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· δὲν πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἔχει ἢ δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Βασιλείαν. Ἡ Βασιλεία εἶναι ἀνωτέρα τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Τὴν Βασιλείαν του κατέστησεν ὁ λαὸς ἐν τῷ κυριαρχικῷ του δικαιώματι. Ἐκείνη εἶναι ἀΐδιος ἀρχή, αἱ δὲ Βουλαὶ ἔρχονται καὶ παρέρχονται. Καὶ δὲν ἦτο βεβαίως οὔτε συνταγματικόν, ἀλλ’ οὔτε εὐπρεπές, νὰ τεθῇ τοιοῦτον ἐρώτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀφίνων κατὰ μέρος τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διετυπώθη ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔρχομαι νὰ ἐκτιμήσω τὴν γνώμην αὐτοῦ, τὴν ὄντως σαφῶς ἐκφρασθεῖσαν, καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου ἡ ἀνωτάτη διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Τὴν γνώμην μου, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ ἄλλοτε ὑπῆρξαν Βουλευταί, τὴν γνωρίζουσιν. Εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 1 Μαρτίου 1896. Ἐπρόκειτο τότε περὶ τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίου, δι’ οὗ καθίστατο ἡ Α. Β. Υ. ὁ βασιλόπαις Γεώργιος πρόεδρος ἐπιτροπῆς κατασκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ μηχανῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Καὶ τότε ἀντετάχθην παντὶ σθένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Τί ἔλεγον τότε; Ἔλεγον ὅτι πᾶν ὅ,τι συνεπάγεται εὐθύνην εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον μὲ τὸ ἔργον μέλους τῆς Δυναστείας. Εὐτυχῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, σύνοιδεν ἐν καιρῷ τὸ μὴ ὀρθὸν αὐτοῦ, καὶ δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, μάλιστα ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ψηφίσεως τοῦ τρίτου ἄρθρου, ἐν ᾧ ἐμνημονεύετο τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλόπαιδος, ἐφρόντισεν, ὅπως διαγραφῇ ἡ σχετικὴ διάταξις. Οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δὲ ἡ πεῖρα ἡ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ πεῖρα ἡ ἀτομική μου, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐκλόνισε τὴν πεποίθησιν, ἣν εἶχον σχηματίσει τότε καὶ ἣν ἐξήνεγκον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ σήμερον ἡ πεῖρα ἡ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διδάσκει ἡμᾶς, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει ν’ ἀποδώσωμεν εὐθύνην ἐκεῖ, ὅπου τὸ πολίτευμα κατέστησε τὸ ἀνεύθυνον. Βεβαίως τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει, ὅτι ἀνεύθυνος εἶναι μόνος ὁ Βασιλεύς, ἀλλ’ ἐμμέσως ἀνεύθυνα εἶναι καὶ πάντα τὰ μέλη τῆς Β. Οἰκογενείας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδίδετε εὐθύνην ἐπὶ πράξεων πολιτειακῶν εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ μὴ συγκλονίζητε ἐκ βάθρων τὴν Δυναστείαν, χωρὶς νὰ μὴ ἐπιρρίπτητε εὐθύνην εἰς τὸν ἀνεύθυνον. Καὶ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, ἣν κατέχει ἐπίσης μὲ ἐμὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς διδάσκει περὶ τούτου. Μᾶς ἤλεγξαν πικρῶς, διότι ἐθέσαμεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, καὶ ἡ ἐπίκρισις ἐκείνη ἐγένετο διὰ διπλωματικῶν παραστάσεων. Μᾶς παρέστησαν τότε, ὅτι τοιαύτην ἀποδεχθέντες τακτικήν, ἀναγκαίως ἐπερρίψαμεν τὴν εὐθύνην τῶν ἀτυχημάτων τοῦ πολέμου ἐπὶ τὴν Δυναστείαν, καὶ ἐκλονίσαμεν τὰς βάσεις αὐτῆς. Ἂν δ’ ἐκεῖναι αἱ κατακρίσεις, ἐμνημόνευσεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβον χώραν, τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸ ὅτι ἀπεδόθη διὰ τῆς ἀναθέσεως διοικήσεως εὐθύνη εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπέχωσι τοιαύτην. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω ἄλλην πεῖραν, ἣν ἐκτήσατο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ αὑτοῦ ἐγὼ αὐτός, ὅτε κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετέβη εἰς τὸν στρατὸν τῶν Θερμοπυλῶν, καὶ ἀντελήφθη τίς ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ἑνὸς στρατοῦ, καὶ τίς ἦτο ἡ τοῦ ἄλλου, καὶ παρέστησε τὴν κατάστασιν ταύτην πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἴσως, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι ἡ πεῖρα τὸν ἐδίδαξεν, ὅτι πρέπει νὰ χωρισθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἀπέβλεπεν εἰς τὴν καθημερινὴν πρακτικὴν τῶν Κυβερνήσεων· ἀλλὰ ταῦτα λέγων, ἐβεβαίου τὰ ἴδια ἐλαττώματα, καὶ ὄχι τὰ ἐλαττώματα τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀνίκανος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀντιστῇ εἰς τοὺς πειρασμοὺς ἀκριβῶς τοὺς κομματικοὺς, τοὺς πειρασμοὺς τῶν φίλων του, εἶναι μᾶλλον ἀνάξιος νὰ ἦναι Ὑπουργός, παρὰ ἐκεῖνος, ὅστις ἐκ τῶν ἀσχολιῶν του δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναδιφήσῃ τὰ βιβλία τοῦ εἰδικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀνεύρῃ τίνες ἦσαν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Ἐκεῖνο ὅπερ λείπει ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἐλαττωματικὸν τὸ πολίτευμα, εἶναι ἡ ἔλλειψις τοῦ χαρακτῆρος, ἡ ἔλλειψις σθένους καὶ δυνάμεως. Ἔχετε τὴν δύναμιν, ἔχετε τὸ σθένος νὰ ἐκτελέσητε τὸ καθῆκόν σας ἀπέναντι παντὸς πειρασμοῦ; Τότε θὰ ὀρθοποδήσῃ τὸ πολίτευμα καὶ ἡ Πολιτεία. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ λιποψυχεῖτε, καὶ τὴν λιποψυχίαν σας αὐτὴν τὴν ἀποδίδετε εἰς τὸ πολίτευμα, βεβαίως κατὰ κρημνῶν θὰ βαίνωμεν, ὡς βαίνομεν! (Εὖγε! εὖγε!) Ἡ Μεγάλη Ἀγγλία, Κύριοι, διέρχεται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην κρίσιν, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κινδυνεύει τὸ γόητρόν της, ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν Ἄγγλων ἐσκέφθη ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ πολίτευμα τὸ ἀγγλικόν...

§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Πρωθυπουργὸς αὐτός.

§35Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπέδωσε τὴν ἀποτυχίαν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ πολίτευμα. (Ὁ Πρωθυπουργὸς κατέδειξε τὸ ἐλάττωμα τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἀπέναντι μυρίων πλεονεκτημάτων αὐτοῦ πρὸς τὰ ἀπόλυτα πολιτεύματα. Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι βεβαίως τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα δύνανται νὰ ζημιώσωσι τὰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις ἐκ τοῦ ὅτι συνεπάγονται τὰς ἐλευθέρας συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἔψεξε τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ παρ’ ὅλην τὴν κρίσιν, ἣν διέρχεται ἡ Ἀγγλία, οὐδόλως ἐκλονίσθη τὸ πολίτευμα· οὐδ’ ἀπεδόθη ἡ παραμικρὰ μομφὴ εἰς τὴν Βασίλισσαν τῆς Ἀγγλίας, διότι ἐφρόντισαν νὰ τηρήσωσι τὸ ἀνεύθυνον τῆς Δυναστείας ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας καὶ τοῦ στρατοῦ. Σεῖς δὲ διὰ τῆς δηλώσεώς σας οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ ν’ ἀποδίδητε τὴν εὐθύνην εἰς τὸ ἀνεύθυνον. Καὶ λέγετε, ὅτι θέλετε νὰ χωρίσητε τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν πολιτικήν! Καὶ διατὶ νὰ χωρίσητε μόνον τὸν στρατόν; Διατὶ νὰ μὴ χωρίσητε καὶ τὴν Δικαιοσύνην, καὶ τὴν Διοίκησιν, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τὴν Παιδείαν, καὶ τὰ Οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν Πολιτικήν; Μὴ πάσχουσιν ὀλιγώτερον; Εὐτυχῶς ὁ Βασιλεὺς ἔχει πολλοὺς υἱούς. Ζητήσατε, ὅπως ἕκαστος αὐτῶν τραπῇ εἰς μίαν εἰδικότητα, καὶ θέσατε ἐπὶ ἑκάστου τῶν κλάδων τούτων τοὺς βασιλόπαιδας, ὡς θέτετε ἐπὶ τοῦ στρατοῦ τὸν Διάδοχον. Θὰ ἦσθε συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς. Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ἀποδίδοντες τὴν διοίκησιν εἰς τὸν Διάδοχον, καταργοῦντες τὸ ἀνεύθυνον αὐτοῦ, λέγετε ὅτι ἀπομακρύνετε τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ κέντρον τῆς πολιτικῆς εἶναι, καὶ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλως, εἶναι βεβαίως ἡ Δυναστεία. Τὶ κάμνετε λοιπὸν, ἀποδίδοντες εἰς τὰ μέλη τῆς Δυναστείας τὴν ἀνωτάτην διοίκησιν τοῦ Στρατοῦ; Χωρίζετε αὐτὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ ἀντὶ τῶν μικρῶν ἐπιρροῶν ἀποδίδετε αὐτὸν εἰς τὰς μεγάλας. Εἶναι μοναδικὸν ἴσως παράδειγμα Κοινοβουλίου, καὶ μοναδικὸν παράδειγμα Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔδει νὰ περισυλλέξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ περισυλλέξωμεν τὰ ναυάγια, νὰ περισυλλέξωμεν τὰ ἐρείπια, νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ πολίτευμα, καθιστῶντες αὐτὸ καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ πραγματικὴν, νὰ θέλωμεν νὰ καταργήσωμεν αὐτό. Ἀλλ’ οἱ Ἄγγλοι—καὶ ἓν παράδειγμα ἐπεκαλέσθην πρὸ ὀλίγου—δὲν μετέρχονται τοιαύτην πολιτικήν. Ὅτε Ἐδουάρδος ὁ Αʹ κατέκτα τὴν Οὐαλλίαν, ὅτε κατέκτα τὴν Σκωτίαν, τὸ Παρλαμέντον ἐψήφιζε τότε, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅτε Ἑρρῖκος ὁ Εʹ κατέκτα ὁλόκληρον τὴν Γαλλίαν, κατατροπῶν τὰς 100,000 Γάλλων στρατιωτῶν εἰς Agincourt μὲ 12,000 Ἄγγλους, ὅτε ἀνεκηρύσσετο ἐπίτροπος τῆς Ἀγγλίας, τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ἀνέγραφεν εἰς τὰ πρακτικά του, ὅτι νόμος δὲν ἰσχύει ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Οὕτω ἀνδρίζονται οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη, οὕτω ἀνδρίζονται τὰ πολιτεύματα. Καὶ ὄχι διὰ τῆς πολιτικῆς τῶν Πτωχοπροδρόμων (εὖγε! εὖγε!), διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Γερουσίας τῆς αὐτοκρατορουμένης Ρώμης, διὰ τῆς πολιτικῆς τῶν νεοβυζαντινῶν. Δύναται ἡ πολιτικὴ αὕτη νὰ συντελέσῃ εἰς ὀφέλη προσωπικὰ, εἰς θεραπείαν φιλοτιμιῶν προσωπικῶν, ἀλλ’ ἄγει βεβαίως εἰς τὴν καταστροφήν! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).

§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγνώριζον, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν παρίστατο κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη σήμερον, ἐνόμιζον ὅμως, ὅτι ἤθελε λάβει τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἀγόρευσίν μου, πρὶν ἐπ’ αὐτῆς λάβῃ τὸν λόγον. Παρακαλῶ ὅμως ὑμᾶς, οἵτινες ἠκούσατε ἐμοῦ ἀγορεύοντος, εἶπον ποτὲ, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα; Ὑπεστήριξα ποτὲ ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι πρέπει τὸ πολίτευμα τοῦτο νὰ καταργηθῇ, ὅπως ὑπάρχῃ παρ’ ἡμῖν στρατός; Ἀπεναντίας ὑπεστήριξα, ὅτι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως τὸν στρατὸν ἀποχωρίσωμεν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Καὶ λέγων ταῦτα, τί ἐνόουν; Ἐνόουν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποχωρίσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς ἐπιρροὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὑπὸ πάσας τὰς παρελθούσας Κυβερνήσεις ἐπέδρασαν πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἀδύνατον, ὅσοι ἔλαβον πεῖραν τῶν παρ’ ἡμῖν, νὰ μὴ ἀνομολογήσωσιν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῶν προσκολλήσεων καὶ τῶν ἀποσπάσεων καὶ τῶν μεταθέσεων, συστήματος, τὸ ὁποῖον παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων πάντοτε ἐφηρμόσθη, ὁ στρατὸς παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ἢ κατ’ ὄνομα. Ἐὰν δ’ ἐξακολουθήσῃ διατελῶν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, τὰ ἀποτελέσματα ἔσονται καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καθῆκον ἔχει νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ὁ κ. Βουλευτής. Ὅτε δ’ ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἰσχυροὶ καὶ δυνατοὶ οἱ κυβερνῶντες, ὅπως ἀποφύγωμεν τὰ κακὰ, περὶ ὧν ἐποιησάμην μνείαν, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὁ τόπος κυβερνᾶται. Καὶ ἤθελον ἐννοήσει τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ, ἂν τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, παρουσιάζοντο ὑπὸ τὸ κράτος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν παρουσιάζοντο κατὰ τὸ παρελθὸν ὅλον. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν, ὅτι εἰς τὸ ἀρτοποιεῖον Πειραιῶς, ἐπὶ παραδείγματι, ὑπὸ πάσας τὰς Κυβερνήσεις, ἀντὶ 45 ἀνδρῶν, ὑπάρχουν 185, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Ἐπιμελητήριον, εἰς τὸ ὁποῖον μόλις ὁ ἀριθμὸς τοῦ πρωτοκόλλου φθάνει εἰς 25, εἶναι ἀπεσπασμένοι 20 ὑπαξιωματικοί, ὅταν βλέπωμεν τάγματα καὶ συντάγματα νὰ ἦναι ἄνευ ἀξιωματικῶν, καὶ οἱ πλεῖστοι αὐτῶν εὑρίσκονται ἐν Ἀθήναις, ὅταν βλέπωμεν τέλος ἄλλα πολλὰ, τὰ ὁποῖα παραλύουν τὸν στρατὸν, καὶ ὅταν ἡ κατάστασις αὕτη παρατηρῆται ἐπὶ πασῶν τῶν Κυβερνήσεων, δὲν πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν τὴν αἰτίαν τοῦ κακοῦ καὶ νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσωμεν αὐτὴν καὶ τὴν πολεμήσωμεν; Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Ράλλης, ἐὰν διὰ τῆς ἀρχῆς, ἣν ὑποστηρίζετε, δὲν καταργεῖτε τὸ Σύνταγμα, δίδετε ἐξουσίας, λησμονοῦντες τὸ ἀνεύθυνον, τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιερωμένον. Ἀλλὰ τὸ ἀνεύθυνον περιορίζεται εἰς τὸν Βασιλέα, δὲν ἐπεκτείνεται δὲ καὶ εἰς τοὺς βασιλόπαιδας. Ἄλλως ἂς μὴ λησμονήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι σήμερον ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν στρατὸν οἱ βασιλόπαιδες, ἀδιάφορον δὲ ποῖον βαθμὸν ἐν τῷ στρατῷ κατέχουσιν. Οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ, εὐθύνας ἔχουσι. Πῶς λοιπὸν τὸ ἀνεύθυνον δὲν κωλύει τοὺς βασιλόπαιδας νὰ ἔχωσι σήμερον βαθμοὺς ἐν τῷ στρατῷ; Τί θέλετε τοὺς βασιλόπαιδας; νὰ κάθηνται καὶ ἐν ὀκνηρίᾳ νὰ διάγωσι τὸν βίον των, παραμένοντες ἁπλοῖ θεαταὶ τῆς καταστάσεως; Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἔχω τὰς ἰδέας τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἀνευθύνου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ὑπηρετῶν ὡς μέραρχος, δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ποῖα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ; Τὰ δικαιώματα ταῦτα θὰ καταργήσωσι τὸ Σύνταγμα; θὰ περιορίσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ; τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς; τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως; Ἐὰν ζητήσωμεν, ὅπως τοιαῦτα δικαιώματα ἀπονεμηθῶσιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, τότε ἀπορρίψατε τὰς προτάσεις ἡμῶν· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ μένωμεν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, οὐδὲν δικαίωμα ἔχει οἱοσδήποτε νὰ εἴπῃ, ὅτι καταπατοῦμεν τὸ Σύνταγμα. Ὅτε ζητοῦμεν νὰ χωρισθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, καὶ ἀσχοληθῇ οὗτος ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ἔργον του, ζητοῦμεν νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις ἐκείνη, ἐν ᾗ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν στρατὸν, ἀλλὰ συνδέεται μετὰ τῆς πολιτικῆς, ὅπως δι’ αὐτῆς ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐν τῷ στρατῷ ἐργασίας του δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει. Ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἀποσπωμένης τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπου ἡ ἐπίδρασις ἡ πολιτικὴ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι Ὑπουργὸς, πάντοτε θέλει ἐξασκεῖσθαι, ὁ στρατὸς θ’ ἀποδοθῇ εἰς τὰ ἔργα του, καὶ θέλει δυνηθῆ ἡμέραν τινὰ, ὅτε τὸ ἔθνος θὰ ζητήσῃ τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, νὰ κατορθώσῃ, ὅπως λησμονηθῶσι τὰ ἀτυχήματα τοῦ παρελθόντος καὶ προσθέσῃ νέας σελίδας δόξης εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος).

§37Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀδίκως μὲ ἤλεγξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν παρέστην κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του. Παρέστην κατ’ αὐτὴν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, καὶ ἀντελήφθην πράγματι τὰς φράσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν τὴν προελθοῦσαν ἐκ τῆς ἀνακηρύξεως τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἀνωτάτη διοίκησις τοῦ στρατεύματος πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ἀπέδωκα δὲ εἰς τὴν φράσιν ἐκείνην τὴν ἔννοιαν, ἣν πραγματικῶς εἶχε. Κατ’ ἐμὲ, οἱ θεσμοὶ ἡμῶν δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδοθῆ ἡ εὐθύνη τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον. Αὐτὸς ὁ Διάδοχος εἶπε τὴν μεγάλην ἐκείνην ἀλήθειαν, ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεζητοῦντο αἱ εὐθῦναι τοῦ πολέμου, εἶπεν ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν πειθαρχίαν. Καὶ εἰς αὐτὸν θέλετε ν’ ἀποδώσητε τὴν ἀνωτάτην διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἄνευ πειθαρχίας πλέον καὶ ἄνευ ἐλέγχου! Διότι ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον τὸν ἀξιωματικὸν, ὅστις ἤθελεν ἐκ πεποιθήσεως, ἐξ ἀφοσιώσεως πρὸς τὸ καθῆκον αὐτοῦ, εὑρεθῇ ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ βασιλόπαιδος! Καὶ τοῦτο τὸ εἴδετε σεῖς, ὡς τὸ εἶδον καὶ ἐγὼ, διότι διωρίσθη ἀρχηγὸς ἐπιτελείου διὰ Β. Διατάγματος, καὶ ὁ ἀρχηγὸς ἐκείνου τοῦ ἐπιτελείου, εἰς ἣν ἐποχὴν τὰ φῶτά του καὶ ἡ ἱκανότης του ἀπῃτοῦντο ἐκ τοῦ κρισίμου τῶν περιστάσεων τοῦ στρατεύματος, ἠναγκάσθη μετὰ τρεῖς ἡμέρας δρομαίως νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Ἀθήνας! Κατ’ ἐμὲ, οἱαδήποτε διοίκησις πραγματικὴ, ἀποδιδομένη εἰς μέλη τῆς Δυναστείας, δὲν δύναται παρὰ νὰ συνεπαγάγῃ ἀποτελέσματα ἀληθῶς καταστρεπτικὰ καὶ διὰ τὴν χώραν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Δυναστείαν. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἀνέγραψε τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν ὡς πρώτην καὶ κυρίαν βάσιν αὐτοῦ. Ἀνέγραψε συγχρόνως καὶ τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ εἴπετέ μοι, τί ὑπολείπεται ἐκ τοῦ ἀνευθύνου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἤθελε συρθῆ ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου ἢ ἄλλο μέλος τῆς Δυναστείας ἤθελε συρθῆ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων; Διὰ αὐτὸ δὲ ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς ἀναθέσεως τῆς ἀρχηγίας τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, διότι ἅμα ὡς ἀπεδόθη αὕτη αὐτῷ, ἢ ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ οἱῳδήποτε κινδύνῳ, ἢ ἄλλως ἡ ἀνάκλησίς του συνεπήγετο τὴν καθαίρεσιν αὐτοῦ ὡς Διαδόχου. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλει μᾶς φέρει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ καθιερώσητε! Ὡμιλήσατε περὶ ἀποσπάσεως, περὶ ἀδειῶν. Καὶ ταύτας ποῖοι τὰς δίδουν; Μήπως τὰς λαμβάνουν οἱ βαθμοφόροι μόνοι των; Τὰς δίδετε σεῖς, καὶ τὸ ἐλάττωμα εἶναι ἰδικόν σας, καὶ οὐχὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν θεσμῶν. Δὲν ἔχετε τὴν δύναμιν ν’ ἀντιταχθῆτε; Φύγετε ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, καὶ θὰ ἔλθῃ καὶ δεύτερος, ὁ ὁποῖος θὰ φύγῃ, καὶ ὁ τρίτος, ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Οὕτω σκέπτονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν προσωπικῶν φιλοτιμιῶν, λέγουν, ὡς σεῖς: «μᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιταχθῶμεν κατ’ αὐτῶν τῶν πειρασμῶν». Ἀλλὰ ταῦτα λέγοντες ἐπιρρίπτετε ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος τὸ ἴδιον ὑμῶν ἐλάττωμα. Ἀλλὰ καὶ πᾶς ἐγκληματίας — οὐδὲ θέλω νὰ προσβάλω τινὰ διὰ τῆς τοιαύτης παραβολῆς, κάπως ἀποτρόπου, — δύναται νὰ εἴπῃ: «ἐγκλημάτισα, ἀλλὰ τὸ σφάλμα ἔγκειται εἰς τὸν νόμον, ὅστις δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ μὲ σταματήσῃ πρὸ τοῦ ἐγκλήματος». Λοιπὸν καταργήσατε τοὺς νόμους! καταργήσατε τὸ πολίτευμα! Καὶ βεβαίως τοῦτο ἔχετε κατὰ νοῦν, ὅταν ἀποδίδητε ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἁρμόζει, εὐθύνας, ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῶσι. Καὶ κατὰ τοῦτο τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ὑπερέχει τῶν ἀπολυταρχικῶν. Ἡ μάχη τοῦ Σεδὰν καθῄρεσε τὴν δυναστείαν Ναπολέοντος τοῦ Γʹ! Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ μάχαι αἱ ἀπολεσθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ ἀφῆκαν ἀκλόνητον τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ταῦτα εἶναι ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεσθε ὅτι θὰ πράξητε, εἶναι ἀντίθετα πρὸς ὅσα μελετᾶτε νὰ πράξητε. Διὰ τοῦτο δὲ λέγω, ὅτι εἶναι ἐχθροὶ τοῦ πολιτεύματος, ἐχθροὶ τῆς χώρας ἐκεῖνοι, οἵτινες τοιαύτας ἰδέας ἐνισχύουσι, καὶ τοιαῦτα ἐπαγγέλλονται. Τί ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα, γνωρίζω, ὡς γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς· ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἀποδίδει διοίκησιν εἰς τοὺς βασιλόπαιδας· ἐτέθησαν δ’ οὗτοι ἐκτὸς τῶν στελεχῶν ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται τὰ μέλη τῆς Δυναστείας. Εἴδετε ἐπιθεωρήσεις ἐνώπιον βασιλοπαίδων παρὰ συνταγματαρχῶν ἢ στρατηγῶν; Ὁ βασιλόπαις, ὁ λοχίας, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς, ἵσταται παρὰ τῷ ἀρχηγῷ καὶ ἐπιθεωρεῖ τὸ στράτευμα! Ἀλλ’ οὕτω εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πειθαρχία ἐν αὐτῷ; Κύριοι, ἀκριβῶς τὰ ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν, πρέπει νὰ μᾶς κάμουν νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι εἶναι καιρὸς, ὅτι πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν τελείαν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ζητήσωμεν πραγματικὰς εὐθύνας, τοιαύτας δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπεκδεχώμεθα παρὰ ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ βεβαίως διὰ τοῦ σχεδίου ὑμῶν δὲν ἀποβλέπετε εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος.

§38ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, καίτοι ὁμολογῶ, ὅτι ἐπὶ μακρὸν ἐδίστασα, ἀλλὰ λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα φέρω ἐπιμαρτυρίαν εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου μετὰ τόνου εὐγλώττων λόγων ὑπεστήριξε. Γνωστὸν ὅτι μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου ἀπὸ πολλῶν χρόνων εὑρίσκομαι πολιτικῶς ἀντίθετος, ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν ὅμως ζητημάτων ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὑρίσκω αὐτὸν πάντοτε εἰς τὴν θέσιν του. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύπωσε πρὸ ὀλίγου ἄρνησιν τῆς ἐννοίας τῶν λόγων, οὓς εἶπε προχθὲς, ἰσχυρίσθη δὲ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν παρηκολούθησε τὴν ἀγόρευσίν του, διότι αὐτὸς προέλαβε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ὀργανισμοῦ αὑτοῦ εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ δὲν μένει τις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, μόνον διότι ἐπικαλεῖται τὰ ὅρια ταῦτα, μένει ἐκεῖνος, ὅστις, ὁδηγούμενος οὐχὶ μόνον ὑπὸ τοῦ γράμματος, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ πνεύματος καὶ τῶν παραδόσεων, ἅτινα πάντα συναποτελοῦσι τὸ ὅλον συνταγματικὸν οἰκοδόμημα, φροντίζει νὰ ῥυθμίζῃ τὰς πράξεις αὑτοῦ οὕτως, ὥστε νὰ προκύπτῃ τὸ συνταγματικὸν ἀγαθὸν, ὁποῖον ἠθέλησεν αὐτὸ ὁ νομοθέτης τῶν θεσμῶν. Καὶ ὅτε ἔρχεται Κυβέρνησις, ἥτις ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, κυμαίνουσα μεταξὺ μιᾶς καὶ ἄλλης γνώμης, ἔφθασεν εἰς συμπέρασμα, — μετὰ μερικὴν ὑποχώρησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, — καθ’ ὃ ἀναγνωρίζει μὲν τὸν Διάδοχον ὡς ἀρχηγὸν, δέχεται ὅμως νὰ μὴ μεταγγισθῇ εἰς αὐτὸν ὁλόκληρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ὑπηρεσία, μετὰ τὴν τοιαύτην ὑποχώρησιν καὶ τὴν δήλωσιν πρὸς τὸν Ὑπουργόν, ὅτι συνεφώνησαν μετ’ αὐτοῦ, καὶ τὴν ἄδειαν νὰ συντάξῃ ὁριστικῶς τὸν ὀργανισμὸν, ἔρχεται, λέγω, καὶ ἀνακόπτει τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, καὶ ἀφίνει καὶ παρέρχεται ὁ χρόνος ὁ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου μέχρι τῆς διακοπῆς αὐτῶν, καὶ δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸν ὀργανισμόν του, διότι, λέγουσι, πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ ἀλλαχοῦ...

§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι...

§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ὅτε βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ εἰσάγῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, ὅτε βλέπομεν μετὰ ταῦτα ἐπερχομένην μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν ὑπαρχόντων καὶ τοῦ ἀποχωρήσαντος διαφωνίαν, ἧς ἀφορμὴ, ὡς εἶπον, εἶναι αἱ πιστώσεις, ἀλλ’ αἰτία βεβαίως δὲν εἶναι, τότε ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν, ἀποχωρήσαντος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἰσήχθη ὁ ὀργανισμὸς, ἔργον ἐκείνου, τοῦ ἀποχωρήσαντος, ἀλλὰ καὶ τῶν παραμενόντων. Τὸν λόγον δὲν θέλω ζητήσει εἰς ἔγγραφον ἀνωμάλως εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἣν καλῶς ἡρμήνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Καὶ πᾶς ὅστις ἤκουσε τὴν ἀγόρευσιν ταύτην καὶ ὅστις ἀνέγνωσεν αὐτήν, μὴ θέλων νὰ ἀδικήσῃ, παρασυρόμενος ἐκ τῆς πρώτης ἐντυπώσεως, τὸν ἀγορεύσαντα, ἐπείσθη ὅτι, καθὼς ἐτέθη τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐξουσία ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παραδοθῇ εἰς πρόσωπον, ὅπερ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελέσῃ ὑπουργικὰ καθήκοντα. Ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἀπηγόρευσε νὰ ἀνατίθενται Ὑπουργεῖα εἰς τοὺς βασιλόπαιδας· τοῦτο δὲ πράττει ἡ Κυβέρνησις σήμερον. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, μεταφέρει τὸ Ὑπουργεῖον εἰς αὐτούς. Εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τὸ κοινὸν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατασκεύασμα· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰσάγει τὸ ἀπὸ κοινοῦ γενόμενον, τὸ ἀπὸ κοινοῦ συμφωνηθὲν ἔργον. Δὲν θέλω στηριχθῆ οὔτε εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καίτοι εἶναι πιστευτοί, οὔτε εἰς τὸ δημοσίευμα τὸ ὑπ’ αὐτοῦ διανεμηθέν, οὗτινος τὸ περιεχόμενον θέλω νὰ ἀγνοῶ· στηρίζομαι ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, βεβαιώσαντος ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ κοινοῦ κατήρτισε τὸν ὀργανισμόν. Καὶ ἐρωτῶ· ἀλλὰ ποῖος λόγος ἔφερεν ἔπειτα μεταβολὴν γνώμης; τὸν λόγον δ’ εὑρίσκετε εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀκούσατε, πῶς τὸ ζήτημα πραγματεύεται (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἐκείνῳ βεβαίως εὑρίσκοντο περιορισμοὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀπέβλεπον εἰς τὸ παρελθόν, ὁ ὁποῖος ἐδιδάχθην ἐκ τῆς πικρᾶς πείρας τοῦ παρελθόντος πόσον ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὑπῆρξεν ἐπιβλαβὴς διὰ τὸν στρατόν, δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀποδεχθῶ τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος ἐστηρίζετο, ἔθεσα δὲ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑποστηρίζων, ὅτι ὁ στρατὸς ἔπρεπε νὰ χωρισθῇ ἐντελῶς ἐκ τῆς πολιτικῆς, ὑποστηρίζων, ὅτι ὁ χωρισμὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐνόσῳ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀφίετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱοιδήποτε περιορισμοί, ὁσοιδήποτε περιορισμοὶ καὶ ὁπωσδήποτε διατυπούμενοι, ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν στρατὸν ἐκ τῶν ἐπιδράσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπέβησαν, κατ’ ἐμέ, καταστρεπτικαὶ διὰ τὸν στρατὸν καὶ αἱ ὁποῖαι μεγάλως συνετέλεσαν, ἵνα ὁ στρατὸς περιέλθῃ εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία κατέστησεν αὐτὸν ἀνίκανον, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ.» Ἠκούσατε οἱοιδήποτε περιορισμοί, ὁσοιδήποτε περιορισμοὶ καὶ ὁπωσδήποτε διατυπούμενοι δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐπαναγάγωσι τὸν στρατὸν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἦναι, δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ καταστήσωσιν ἐν αὐτῷ διοίκησιν ἀξίαν τοῦ προορισμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τίνες εἶναι οὗτοι, οἱ οἱοιδήποτε καὶ ὁσοιδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε διατυπούμενοι περιορισμοί; Εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες διατυποῦνται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ συνέταξαν ἐν συμπράξει μετὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν...

§41ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Αὐτὸ τὸ λέγετε σεῖς.

§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ λέγω ἐγὼ βεβαίως, διότι τοιούτων περιορισμῶν νομοσχέδια συνετάχθησαν καὶ ἐκεῖ περιλαμβάνονται τῷ ὄντι περιορισμοί, οὐχὶ οἱοιδήποτε καὶ ὁσοιδήποτε, ἀλλὰ σπουδαῖοι περιορισμοί. Καὶ ἂν τὰ τρία νομοσχέδια τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, —δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι δὲν εἶναι καιρὸς, δὲν εἶμαι δὲ καὶ ἁρμόδιος νὰ ἐπεμβῶ, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν κρίνω, — μετ’ εἰλικρινείας ὑποστηριζόμενα, εἰσήγοντο καὶ ἐψηφίζοντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, βεβαίως οἱ περιορισμοὶ ἐκεῖνοι ἦσαν ἀρκούντως ἰσχυροὶ, ὥστε νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ παράλυσις τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἦσαν εἰς χεῖρας κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἱκανῶν κυβερνητῶν ἀρκούντως ἰσχυραί, ἵνα συγκρατήσωσι τὰς ἡνίας τῆς διοικήσεως, σπουδαῖοι, μεμελετημένοι περιορισμοὶ καὶ μὴ ἔχοντες ἄλλου πράγματος ἀνάγκην ἢ τῆς εἰλικρινείας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ· καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἂν συνεζητοῦντο ἐκεῖνοι οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἤθελον εὕρει πάντας τοὺς Βουλευτὰς συμφώνους, ὅση καὶ ἂν ἦτο ἡ αὐστηρότης ἡ περιλαμβανομένη ἐν αὐτοῖς. Ἐγκατέλιπε λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιοῦτον ὀργανισμὸν, ἐγκατέλιπεν αὐτὸν διότι δὲν ἤρκει εἰς τὰς προθέσεις αὐτοῦ οὗτος ὁ ὀργανισμός. Ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ ἤθελον ἀλλαχοῦ νὰ μεταφέρωσι τὸ κέντρον τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν ἤρκει εἰς αὐτοὺς ἡ ὑποχώρησις, εἰς ἣν λυποῦμαι ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἔστερξεν, ὑποχώρησις καθ’ ἣν προσετίθετο καὶ ἀρχηγὸς καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἀρχηγοῦ εἰς τὰ Συμβούλια τὰ μέλλοντα ν’ ἀποφασίζωσι περὶ τῶν θεμάτων τῶν ἑκάστοτε κατὰ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους ἐμφανιζομένων, οὐχὶ διότι φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνεύθυνον τὸ πρόσωπον τοῦ ἀρχηγοῦ, ὅστις δὲν ἐνδείκνυται ἁπλῶς διὰ τοῦ βαθμοῦ ἐν τῷ παρασκευασθέντι νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ὁρίζεται ἰσοβίως, ἤ, ὀρθότερον, ὁρίζεται ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ τὸ ἀξίωμα τὸ Διαδοχικὸν, ἐπὶ ἑνὸς προσώπου, ἐπ’ ἐκείνου, ὅστις, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ, εἶναι πάντοτε ὁ ἀρχαιότερος στρατηγὸς ἐν τῷ στρατῷ. Τὸ πρόσωπον, ὅπερ διὰ τοῦ τοιούτου ὁρισμοῦ ἐγκαθιδρύεται συνεργάτης ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ, ἥτις ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως, — διότι ὑπῆρξε νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, — καίτοι δὲν εἶναι ἀνεύθυνον, ὡς ἐκ τῆς θέσεως ὅμως αὐτοῦ ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, εἶναι ἔργῳ ἀνεπίδεκτον εὐθύνης. Διότι, Κύριοι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι δὲν πρόκειται κἂν περὶ ἁπλοῦ βασιλόπαιδος, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, περὶ τοῦ βασιλόπαιδος ἐκείνου, ὅστις ἔχει ἀξίωμα ἐπίσημον, ἀξίωμα Βασιλέως ἐν προσδοκίᾳ, περὶ τοῦ προσώπου ἐκείνου, ὅπερ κατ’ ἔτος ἐνασκεῖ τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν, περὶ τοῦ προσώπου ἐκείνου, ὅπερ δὲν φαντάζομαι πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποχωρίσητε ἐπὶ ἐνεργείᾳ τινὶ ὑπευθύνῳ ἀπὸ τῆς θέσεως, ἣν κατέχει, χωρὶς ἐν ταὐτῷ νὰ μειώσητε καὶ τὸ ἀξίωμα, ὅπερ ἐκ τῆς γεννήσεως ἔχει. Ἐνόσῳ δὲ δὲν δύνασθε νὰ χωρίσητε τελείως τὸ ἓν ἀξίωμα ἀπὸ τοῦ ἄλλου, φροντίσατε καὶ προσέξατε μὴ παραδώσητε εἰς τὸ πρόσωπον τὸ φέρον ἀμφότερα ταῦτα τὰ ἀξιώματα ὑπουργήματα, ἅτινα συνεπάγονται τοιαύτας εὐθύνας, ὥστε νὰ φθάσῃ ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ ἀπροχώρητον ὁ μέλλων νὰ κρίνῃ περὶ τῶν εὐθυνῶν. Τὸ θέμα, Κύριοι, δὲν παρουσιάζεται ἐν Ἑλλάδι τὸ πρῶτον· προκειμένου περὶ βασιλοπαίδων ἐν γένει, ἁπανταχοῦ οἱ βασιλόπαιδες, ὡς ἐκ τῆς ἐντολῆς, ἣν ἔχει ἡ Βασιλεία, νὰ ἦναι ὁ πρῶτος ἀμύντωρ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους, οἱ βασιλόπαιδες εἶναι οἱ συμπαραστάται οἱ παρακολουθοῦντες τὸν Βασιλέα εἰς τὸν στρατόν, κατατασσόμενοι εἰς αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενοι ἐν αὐτῷ ὑπὲρ τῆς ἀμύνης τῆς χώρας καὶ τῶν δικαίων αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀλλαχοῦ, ὅπου τὰ πράγματα εἶναι καλῶς ὠργανωμένα, καλῶς μεμελετημένα, εἴτε πρόκειται περὶ Κρατῶν μὴ κοινοβουλευτικῶν, ἀλλ’ ἁπλῶς συνταγματικῶν μοναρχικῶν, ὅπως ἡ Πρωσσία, εἴτε πρόκειται περὶ Κρατῶν ἐξόχως ἐλευθέρων ἐν τῇ συνταγματικῇ ὀργανώσει, ὅπως ἡ Ἀγγλία, οἱ βασιλόπαιδες, ἢ ἀκριβέστερον τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν ἔχωσιν ἐν αὐτῇ, μετὰ πολλῆς προσοχῆς τοποθετοῦνται εἰς ἀξιώματα στρατιωτικὰ, εἰς τὰς ἀρχηγίας περὶ ὧν πρόκειται, καὶ δὲν βλέπετε αὐτοὺς, ὅταν ἔλθῃ ὥρα ἀνωτέρας διοικήσεως, καὶ ὅτε ἔτι ἔχουσι τὴν ἀξίαν τοῦ ἀοιδίμου Φρειδερίκου, τοῦ πατρὸς τῆς ἡμετέρας Σοφίας, τοῦ μετέπειτα Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας, δὲν βλέπετε αὐτοὺς διευθύνοντας τὸ ἔργον ὁλόκληρον τοῦ πολέμου, δὲν βλέπετε αὐτοὺς ἔχοντας εἰς χεῖρας ὅλην τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ βλέπετε αὐτοὺς συμπαραστάτας, συνεργάτας, ὑποτεταγμένους καὶ ἐργαζομένους ὑπὸ αὐστηροτάτην πειθαρχίαν, δίδοντας αὐτοὺς πρώτους τὸ παράδειγμα τῆς πειθαρχίας, ἵνα ἐμπνέωσιν αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, διότι ἄνωθεν πάντοτε ἐρχόμενον τὸ παράδειγμα εὐδοκιμεῖ, ἢ φέρει καταστροφήν· βλέπετε αὐτοὺς ὑφισταμένους τὴν ἐπίκρισιν τῶν προϊσταμένων,—καὶ ἐπικρίσεις ἐδέχθη ὁ δεξιὸς, νοήμων καὶ ἱκανώτατος στρατηγὸς, ὁ Φρειδερίκος, παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐπιτελείου,—βλέπετε αὐτοὺς οὕτω μόνον ἐργαζομένους καὶ ἀποκομίζοντας μόνας ἐκείνας τὰς εὐθύνας, ἃς ἐν τοιούτῳ ἔργῳ πᾶς ἀνὴρ ἀποκομίζει, τὴν εὐθύνην τὴν ἐκ τῆς ἀνικανότητος, τὴν εὐθύνην τὴν ἐκ τῆς ἀνανδρίας. Ἀλλὰ τὰς ἄλλας εὐθύνας, τὰς ἐχούσας χαρακτῆρα κυβερνητικόν, φέρουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι τεταγμένοι ὑπὸ τῶν πολιτευμάτων, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ταῦτα, ἵνα φέρωσιν εὐθύνας. Βλέπετε ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀνατρέχοντες εἰς τὴν ἱστορίαν, ἧς ἐμνημόνευσε καλῶς πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου, βλέπετε τὸν σύζυγον τῆς Βασιλίσσης, τῆς παρούσης Βασιλίσσης, ν’ ἀποκρούῃ προσφερομένην εἰς αὐτὸν τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, προσφερομένην δὲ ὑπὸ τίνος, κύριε Πρόεδρε; προσφερομένην ὑπὸ τοῦ νικηφόρου στρατηγοῦ τοῦ Βατερλώ, ὑπὸ τοῦ Βελλιγκτῶνος· βλέπετε τὸν πρίγκηπα Ἀλβέρτον ἀρνούμενον διαρρήδην τὴν ἀρχηγίαν, καὶ ἀρνούμενον ἐγγράφως, δι’ ἐγγράφου, ὅπερ παρέμεινεν εἰς τὴν ἱστορίαν, ἵνα τιμήσῃ καὶ τὸ πολίτευμα τὸ Ἀγγλικὸν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἡγεμονίδας τῆς Ἀγγλίας. Δὲν ἐπιτρέπεται, ἔλεγεν ἐκεῖνος, ν’ ἀναλάβῃ εὐθύνην ἐκεῖνος, ὅστις δὲν δύναται κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀποδόσεως εὐθύνης ν’ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ φέρει· δὲν δύναται ὁ σύζυγος τῆς Βασιλίσσης, δὲν πρέπει νὰ φέρῃ εὐθύνην. Καὶ ὅτε εἰσῆλθεν εἰς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ μέγας ἀνὴρ, ὁ μέγας ῥήτωρ τῆς Ἀγγλίας, ὃν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀπώλεσεν, οὐχὶ ἡ Ἀγγλία, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ φιλελευθέρα ἀνθρωπότης, ὁ Γλάδστων, βλέπετε τὸν Γλάδστωνα ἐπιδοκιμάζοντα τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ πρίγκηπος, πρὸς ὃν ἄλλως μετ’ αὐστηρότητος συμπεριεφέρετο, ἐπαινοῦντα τὴν γενναίαν καὶ σώφρονα αὐτοῦ ἄρνησιν, καὶ λέγοντα περὶ τοῦ προσενεγκόντος τὴν ἀρχηγίαν δαφνηφόρου στρατάρχου, ὅτι τὸ γῆρας εἶχε παραλύσει τὴν δύναμιν τῆς κρίσεως αὐτοῦ. Ταῦτα ἐν Ἀγγλίᾳ.

§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Δοὺξ τοῦ Κέμπριτζ;

§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Δοὺξ τοῦ Κέμπριτζ εἶναι ἁπλοῦν μέλος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, καὶ ὑπῆρξεν ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐπειδὴ μοὶ ἐνθυμίζει τοῦτο ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ πρὸς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ γραφόμενα καὶ λεγόμενα, ὅπως ἴδῃ μέχρι τίνος ἀνατρέχουσιν αἱ εὐθῦναι τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἀποδίδονται τὰ δυστυχήματα τὰ ἐν Τρανσβάαλ, καὶ οἱ κίνδυνοι οἱ ἕνεκεν αὐτῶν.

§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἔπαυσε νὰ ἦναι ἀρχηγός.

§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν ἀμφοτέροις τοῖς στρατοπέδοις, κρατεῖ σήμερον πεποίθησις, ὅτι ἀπὸ τοιούτου ἔργου διοικητικοῦ συμφέρει, πρέπει νὰ μένωσι μακρὰν τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Ἀλλ’ ἐξερχόμενοι τῆς Ἀγγλίας καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὴν Γερμανίαν, ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ θέσις ἐκεῖ τοῦ υἱοῦ τοῦ πρώτου Αὐτοκράτορος, τοιούτου στρατηγοῦ, τοιούτου ἀνδρὸς καὶ ἐν στρατιωτικοῖς καὶ ἐν πολιτικοῖς ἔργοις διακεκριμένου. Θέλετε, Κύριοι, νὰ μάθητε, πῶς αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς, ὑπὸ τὰς συμβουλὰς τοῦ μεγαλοφυοῦς αὐτοῦ συμβούλου, προσεφέρετο πρὸς τὸν Διάδοχον, τὸν μετέπειτα Αὐτοκράτορα Φρειδερῖκον; Δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀνατρέξητε εἰς τ’ ἀπομνημονεύματα τοῦ Βίσμαρκ, ἵνα ἴδητε ὁποία ἦτο ἡ γνώμη αὐτοῦ, γνώμη ἣν ἀπεδέχθη ὁ βασιλεὺς τῆς Πρωσσίας, περὶ τῆς θέσεως τοῦ Διαδόχου ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ὁ Διάδοχος βεβαίως ἔχει ἐπίσημον θέσιν, ἀλλά, λέγει ὁ Βίσμαρκ, δὲν ἔχει ἀξίωμα ἐνεργὸν (ἀναγινώσκει): «Ὁ πρίγκηψ Διάδοχος δὲν ἔχει θέσιν ἐπίσημον ἀπέναντι τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, καὶ οὐδὲν δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ δημοσίᾳ». Καὶ πρὸς ποῖον λέγει ταῦτα; πρὸς ποῖον γράφει ταῦτα ὁ Βίσμαρκ; Πρὸς τὸν Βασιλέα τῆς Πρωσσίας, τὸν πατέρα τοῦ Διαδόχου. Διότι συνέπεσε τότε, συνεργαζόμενος—ὡς πρέπει νὰ ἐργάζηται ὁ Διάδοχος παντὸς Θρόνου—ἐν τοῖς συμβουλίοις τοῖς διαφόροις, στρατιωτικοῖς ἢ πολιτικοῖς, καὶ προπαιδευόμενος ἐν αὐτοῖς καὶ παρασκευαζόμενος εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὰς γνώμας αὐτοῦ μὴ γιγνομένας ἀποδεκτὰς, καὶ ἐφρόνει ὅτι ἡ πορεία τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ πατρός του ἦτο ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν χώραν, συνέπεσε τότε ν’ ἀνενεχθῇ πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα δι’ ὑπομνήματος, διαμαρτυρόμενος καὶ ἐκφέρων ζωηρότερον τὴν διαφωνίαν αὐτοῦ...

§47Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κἄτι περισσότερον. Εἶχε γείνῃ δεκτὸς ὁ Διάδοχος ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὅπως ἀποκτήσῃ τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων, ἐπειδὴ δὲ ἠθέλησε νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐναντίαν, ἐζητήθη, ὅπως ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτὸν ἡ εἴσοδος εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.

§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. καὶ ἀπειλῶν ὅτι θὰ ἀνακοινώσῃ τὰς γνώμας αὐτοῦ δημοσίᾳ, ἵνα προκαλέσῃ ἐκδήλωσιν τῆς δημοσίας γνώμης. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ὁ πατὴρ τοῦ Διαδόχου, πέμψας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ γνώμην ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἅτινα προέβαλεν ὁ υἱός του· ὁ δὲ πρίγκηψ Βίσμαρκ,—Θαυμάσατε ἐν τούτῳ τὸν Ὑπουργὸν,— ὁ πρίγκηψ Βίσμαρκ, Ὑπουργὸς μοναρχίας περιωρισμένως συνταγματικῆς, ὁμιλῶν πρὸς τὸν πατέρα περὶ τοῦ υἱοῦ, λέγει μὲν καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα ἀνέγνωσα ὑμῖν πρὸ μικροῦ,— ἀνέγραψε ταῦτα εἰς τὸ περιθώριον τοῦ ὑπομνήματος,—λέγει δὲ καὶ ἄλλα, ἅτινα, ἀνευλαβὴς ἤθελέ τις θεωρηθῆ, ἂν ἐξεστόμιζεν ἐνταῦθα, διότι παρ’ ἡμῖν πᾶς ὅστις λέγει τὴν ἀλήθειαν ἀπεριστρόφως, ὅσον εὐλαβῶς καὶ ἂν λέγῃ αὐτὴν, ὅσον καὶ ἂν ἐκ τῆς ἀληθείας ταύτης προκύπτῃ καὶ τῆς χώρας ἡ σωτηρία καὶ τῆς δυναστείας, ἥτις εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη μετὰ τῆς χώρας, πᾶς ὅστις λέγει τὴν ἀλήθειαν, ὀνομάζεται ἀντιδυναστικός. Ἐκεῖ ὅμως, οὐ μόνον δὲν ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος ἀντιδυναστικὸς ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις ἔδιδε μαθήματα εἰς τὸν Διάδοχον, καὶ ἔλεγε, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι, ἂν ἤθελέ ποτε σκεφθῆ σπουδαίως νὰ τολμήσῃ ὁ Διάδοχος ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγράφετο ἐν τῷ ὑπομνήματι αὐτοῦ, ἤθελε κατασταθῆ ἄξιος ποινικῆς καταδιώξεως· ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς τῆς Πρωσσίας,—δὲν ἦτο Αὐτοκράτωρ τότε, ἐν ἔτει 1863,—λαβὼν τὸ ὑπόμνημα μετὰ τῶν παρατηρήσεων τοῦ Πρωθυπουργοῦ του, συνέταξεν αὐτὸς τὴν ἀπάντησιν, ἐξ ἧς οὐδεμία τῶν παρατηρήσεων τοῦ Βίσμαρκ παρελείφθη. Ἀνὴρ ἔχων φρόνησιν καὶ ἀξίαν καὶ εἰλικρίνειαν, ἀνὴρ οἷος ὁ Διάδοχος Φρειδερῖκος, ὁ μετέπειτα Αὐτοκράτωρ, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀναγνωρίσῃ ἐπὶ τέλους τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων τοῦ Πρωθυπουργοῦ· ἀνελθὼν εἰς τὸν θρόνον, ἐκράτησε παρ’ ἑαυτῷ Πρωθυπουργὸν ἐκεῖνον, ὅστις τοιαῦτα περὶ αὐτοῦ ἔγραψεν. Οὕτω συμπεριφέρονται, κύριε Πρόεδρε, οἱ Ὑπουργοὶ πρὸς τὰς Δυναστείας, πρὸς τὰ βασιλικὰ πρόσωπα, πρὸς τοὺς βασιλόπαιδας, ὅπως καὶ εἰς αὐτοὺς γίνωνται χρήσιμοι καὶ εἰς τὴν χώραν· οὕτως ἀπροκαλύπτως λέγουσι τὴν ἀλήθειαν· οὕτω δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ περικαλύπτῃ αὐτοὺς ὁ καπνὸς τῶν κολάκων, οἵτινες ἐν πάσῃ χώρᾳ πᾶσαν Αὐλὴν καὶ πάντα Θρόνον περιστοιχίζουσι καὶ περισκοτίζουσιν. Ὅπου δὲ οἱ Ὑπουργοὶ οὕτω συμπεριφέρονται πρὸς τοὺς ἡγεμόνας καὶ τοὺς περὶ αὐτοὺς πρίγκηπας, καὶ τῶν ἡγεμόνων αἱ ὑποθέσεις βαίνουσι καλλίτερον καὶ τῆς χώρας αἱ ὑποθέσεις ἀνορθοῦνται. Δὲν ἔρχονται οἱ Ὑπουργοὶ ἐν τῇ Βουλῇ νὰ κινῶσι ζητήματα περὶ τῆς ἀφοσιώσεως τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν ἡγεμονοπαίδων εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Περὶ αὐτῆς οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ἀλλὰ καὶ οὐδενὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλλῃ. Διότι ὁ Βασιλεὺς οὐδέποτε πράττει τὸ κακὸν, ὁ Βασιλεὺς οὐδέποτε ἔχει προαίρεσιν κακὴν, καὶ τὸ πλάσμα τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Ἄν ἔπταισεν ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου,—καὶ θὰ ἐξετάσω τοῦτο,—εἰσαγαγὼν ἐνταῦθα ὀνόματα βασιλικὰ, ὅπως ὁμιλήσῃ μετ’ αὐστηρότητος περὶ τῶν ἔργων αὐτῶν, πολὺ περισσότερον ἔπταισεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαριθμῶν αὐτὰ ἓν πρὸς ἓν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἵνα πλέξῃ τὸ ἐγκώμιον αὐτῶν. Καὶ τίς ἔψεξε τὸν Ἡρακλέα; Καὶ τίς ἔχει δικαίωμα νὰ φαντασθῇ, ὅτι χωρεῖ ψόγος κατ’ αὐτοῦ; Δὲν ἐννοεῖ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὕτως, ὡς εὐλόγως παρετήρησεν ὁ συνάδελφός μου, θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, προκειμένου περὶ προσώπων ἀνωτέρων πάσης ἐμπιστοσύνης; Ἀλλ’ ἔπταισε τάχα ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος, ὁμιλήσας περὶ τοῦ προσώπου τοῦ ἀρχηγοῦ, ὃν ἀναγράφει ὁ ὀργανισμὸς, αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ ὀργανισμὸς, ὃν αὐτὸς μετὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν κατεσκεύασεν; Ἀναφέρων τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἆρά γε εἰσήγαγεν ἐνταῦθα ἀνεύθυνον πρόσωπον εἰς τὴν συζήτησιν; Ὅτε ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀνευθύνου προσώπου, ὡμίλησε μόνον ἵνα ἀναφέρῃ ἰδιαιτέραν τινὰ μετ’ αὐτοῦ συνομιλίαν ἢ περίστασιν, ἣν, κάλλιον ἴσως ἤθελε πράξει, ἂν παρέλειπεν ὅλως. Ἀλλ’ ὅτε ὡμίλησε περὶ τοῦ Διαδόχου, ὡμίλησε περὶ αὐτοῦ ὡς συνεργασθέντος ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ἢ μετὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ. Καὶ πῶς ἠδύνατο νὰ παραλίπῃ τὴν τοιαύτην μνείαν, ἀφοῦ ἡ συνεργασία ἐγένετο, ἀφοῦ τὴν συνεργασίαν ἀνωμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἐπ’ αὐτῆς ἐστήριξε τὴν ἀντίρρησιν κατὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, ὃν παρεσκεύαζε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἐπ’ αὐτῆς ἐστήριξε τὸ δίλημμα, ὅπερ ἔστρεψε κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, λέγων αὐτῷ «ἢ ὑποτάχθητι ἢ παραιτήθητι»; Κατὰ τίνα τρόπον ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἔλθῃ τὸ ὄνομα τοῦτο ἐνταῦθα; Τὸ ὄνομα ἔφερεν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνταῦθα, διότι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργοὶ,—ἐν τούτῳ δὲ μετέχει τῆς εὐθύνης καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου,—ἐπέτρεψαν νὰ γένηται θόρυβος περὶ ταύτην τὴν ὑπόθεσιν, ἐπέτρεψαν νὰ γένωνται ἀνακοινώσεις, οὐχὶ μόνον ἐκεῖναι, ἃς ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς προερχομένας ἐκ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀνακοινώσεις ἐκ τῶν Γραφείων, ἅτινα ἀκριβῶς παρεσκεύασαν ὅλην ταύτην τὴν λυπηρὰν ὑπόθεσιν. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ ὑπαίτιος τοῦ κακοῦ, διότι ἐπέτρεψε νὰ γείνῃ ὁ θόρυβος· καὶ ὅτε ἐγένετο θόρυβος, ἡ ἀνάμιξις κατέστη τρανοτέρα, καὶ ὅτε κατέστη αὕτη τρανοτέρα, τὸ ὄνομα ἔφθασε μέχρι τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἔφθασε δὲ μέχρι τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς χωρὶς ν’ ἀπευθυνθῇ καμμία ὕβρις κατ’ αὐτοῦ. Καὶ ὡς, ὀρθῶς διακόψας, ἄλλος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς παρετήρησε, τὸ ὅτι οὐδὲν μέλος τῆς Βουλῆς ἐξηγέρθη, ὅπως διαμαρτυρηθῇ, αὐτὸ τοῦτο σημαίνει, ὅτι οὐδεμία ἐξηνέχθη ὕβρις. Ἀλλὰ καὶ ποία ἡ ὕβρις; Ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προσδιορίσῃ αὐτὴν, ἵνα διατηρήσῃ τὴν λέξιν, ἥτις ἐξέφυγε μὲν τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων αὐτοῦ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ τὴν ἀποσύρῃ: «Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὕβρις τοῦ Διαδόχου εἶναι τὸ λέγειν, ὅτι ἐπιβουλεύεται τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος του.» Ἀλλ’ εἶπέ τίς ποτε ἐνταῦθα, ἠκούσατε ὑμεῖς τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπόντος ὅτι ὁ Διάδοχος ἐπιβουλεύεται τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου εἶπεν, ὅτι τὰ γενόμενα ἀποτελοῦσιν ἐπιβουλὴν κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος· καὶ ἂν δὲν εἶναι ταῦτα μεμελετημένα, ὅπως ἐκεῖνος φρονεῖ, βεβαίως τὰ γενόμενα εἶναι τοσοῦτον ἀπρόσεκτα καὶ ἀμελῆ καὶ τοσοῦτον τεθεμελιωμένα ἐπὶ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ ἀρέσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες κατασκευάζουσιν αὐτά, ὥστε φθάνουσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ὡς εἰ προήρχοντο ἐξ ἐπιβουλῆς. Ἀλλ’ ἦσαν ἀναγκαῖα πάντα ταῦτα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα δυνηθῇ νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι καὶ ἡ Ἑλλὰς αὐτὴ δὲν θὰ ἐσώζετο μετὰ τὸν πόλεμον, ἂν δὲν ηὐτύχει νὰ ἔχῃ τὸν Βασιλέα,—ὃν ἀληθῶς κατ’ εὐτυχίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ Θρόνου,— ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ Βασιλέως ἔσωσεν ἀπὸ τῆς καταστροφῆς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐπιτρέπεται εἰς Πρωθυπουργὸν τοιαύτη βλασφημία; Βλασφημία ἀληθής, διότι ἡ Ἑλλὰς ὑφίσταται ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ἔχει θέσιν ἐν τῇ χορείᾳ τῶν Κρατῶν καὶ ἔχει θέσιν ἐν τῇ ἰσορροπίᾳ τῇ εὐρωπαϊκῇ.

§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ποῦ ἦτο ὁ ἐχθρός;

§50ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἦτο ἐκεῖ, ὅπου ἔφεραν αὐτόν· καὶ οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἤθελε προχωρήσει περισσότερον, ὅτι, ἐν ἀδυναμίᾳ τῆς Ἑλλάδος, ἤθελεν ἐπιτρέψει ἡ Εὐρώπη νὰ κατέλθῃ καὶ περαιτέρω, ἤθελεν ἐπιτρέψει νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τὴν ὀθωμανικὴν κυριαρχίαν. Ὅστις λέγει τὰ ἐναντία, δὲν γνωρίζει τοὺς χρόνους, ἐν οἷς ζῶμεν, δὲν γνωρίζει τὰ ἔθνη τὰ κατοικοῦντα τὴν Εὐρώπην. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἂν ἦτο πάντως ἀνάγκη μνείας τοῦ πράγματος, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ γενικῇ ἐργασίᾳ πρὸς σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος ἐβάρυνεν ἐπὶ τὴν πλάστιγγα καὶ ἡ ἐργασία τοῦ Βασιλέως, διότι οἱ Βασιλεῖς βεβαίως ἐν ὡρισμέναις ὥραις ἔχουσι θέσιν, ἕνεκα τῶν συγγενειῶν αὐτῶν, εἰς ὡρισμένα ἔργα. Ἀλλ’ ἀπὸ τούτου μέχρι τοῦ νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν δὲν παρενέβαινεν ὁ Βασιλεύς, κατεστρέφετο ἡ Ἑλλάς, μεγάλη ἡ ἀπόστασις. Ἀκούσατε τὴν φράσιν αὐτοῦ: «ἀποβλέπω εἰς αὐτὸν ὡς εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔσωσε κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου ἐκ καταστροφῆς βεβαίας»...

§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐπαναλέγω.

§52ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Αὕτη εἶναι ἡ γλῶσσα, ἣν ἐχαρακτήρισε πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου· αὕτη εἶναι ἡ γλῶσσα ἐκείνων, οὓς παραδέχομαι ὅτι δὲν ἐζήλωσεν ἐν τῷ πολιτικῷ αὐτοῦ βίῳ ὁ κύριος Πρωθυπουργός· αὕτη εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν κολάκων. Δὲν ἐλέχθησαν βεβαίως ταῦτα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκ πνεύματος κολακείας, ἀλλ’ ἔστω βέβαιος, ὅτι τὸ ἄρωμα, ὅπερ ἐξεπέμφθη ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ, ἔχει πολλὴν τὴν συγγένειαν πρὸς τὸ θυμίαμα τὸ ἐκπεμπόμενον ὑπὸ τῶν κολάκων.

§53Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, διότι καὶ ἐπὶ τῶν δύο λόγων, οἵτινες ἐπροτάθησαν ἑκατέρωθεν ὡς αἰτία παραιτήσεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἐδίδετο ἀφορμή, ὅπως λάβω τὸν λόγον βραδύτερον. Ἐνόμισα, ὅτι ἐπὶ μὲν τοῦ νομοσχεδίου τῶν πιστώσεων ἠδύνατο νὰ ἐκθέσῃ τις τὴν γνώμην του περὶ τοῦ ἐλλείμματος τῶν τεσσάρων ἥμισυ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν Κυβέρνησιν προεκάλεσαν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ δὲ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θέλει ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, εἴτε περὶ ὀργανώσεως νέου Ἀρχηγείου τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐδίδετο ἀφορμή, ὅπως ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν νέων ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι φαίνονται νῦν κρατοῦσαι παρ’ αὐτῇ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ διότι δὲν ἤθελον νὰ γείνω δυσάρεστος εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, κρίνων τινὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν τετραήμερον ταύτην συζήτησιν ὑπεστηρίχθησαν. Κατὰ τὴν μακρὰν αὐτὴν συζήτησιν δύο κυρίως γεγονότα προέκυψαν, σπουδαιότατα κατ’ ἐμέ. Πρῶτον, ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς συντάξεως καὶ ἐκτελέσεως τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπικρατεῖ ἡ ἀλληλεγγύη ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικρατῇ μεταξὺ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν ἀφ’ ἑτέρου, καὶ ἡ ὁποία ἐν ἄλλοις Ὑπουργείοις ὑπῆρξε. Κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀγνοῇ ἐντελῶς καὶ πῶς συντάσσεται καὶ πῶς ἐκτελεῖται ὁ προϋπολογισμὸς ἑκάστου Ὑπουργείου, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτρέπεται ν’ ἀγνοῇ τὰς δαπάνας καὶ τὰ ἐλλείμματα τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ ὅταν ἀκόμη ταῦτα ἀνέρχωνται μέχρι τεσσάρων καὶ πλέον ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὅσον ἀνῆλθον τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ἐκ κακῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε καὶ ἐκ κακῆς διοικήσεως τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀγνοῶσιν, ὅτι ἐλλείμματα τοσοῦτον μεγάλα, ὅσον τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, χάριν τῶν ὁποίων ζητεῖται νῦν πίστωσις ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἐπῆλθον ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ διὰ γνωστὰς ἀνάγκας, χωρὶς αὐτοὶ οὐδεμίαν νὰ φέρωσιν εὐθύνην. Οὐδὲ δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τοσοῦτον ἔνοχος ἐγένετο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὴ μνημονεύσας αὐτῶν, καὶ τοσοῦτον ἀθῷος εἶναι αὐτὸς ἐπὶ τῇ διαταράξει αὐτῇ, ὥστε πρέπει ἄνευ συγγνώμης ν’ ἀποπεμφθῇ ὁ Ὑπουργὸς οὗτος τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ αἱ δαπάναι, ἐξ ὧν τὰ ἐλλείμματα, ἦσαν γνωσταὶ αὐτῷ καὶ τῷ Πρωθυπουργῷ. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν, ἥτις προτάσσεται τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τῶν τεσσάρων περίπου ἑκατομμυρίων, θέλετε ἴδει, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται προέρχονται ἐκ γνωστῶν δαπανῶν, ὥστε βεβαίως πρέπει νὰ θεωρήσητε, ἂν ὄχι ἀνωτέραν, ἀλλ’ ἴσην, τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἀγνοίᾳ αὐτῶν τοῦ τε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Διότι τοσαῦται ὑπῆρξαν αἱ ἐλαττώσεις τινῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, καὶ τοσοῦτον ἀσύγγνωστοι, τοσοῦτον δὲ βέβαια ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπήρχοντο ἐξ αὐτῶν καὶ ἐξ ἄλλων ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὥστε βεβαίως κρίνων τις καὶ ἐλέγχων τὴν εὐθύνην τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπ’ αὐτοῖς, ἀδύνατον νὰ μὴ ἀποφανθῇ, ὅτι καὶ οἱ τρεῖς ἔχουσι τὴν αὐτὴν εὐθύνην, ἂν τὰ ἐλησμόνησαν. Ὅταν βλέπωμεν ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ν’ ἀποφασίζηται, ὅπως ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ παραμείνωσιν οἱ ἄνδρες τῆς ἐφεδρείας τοῦ 1896 ἢ οἱ κληρωτοὶ τοῦ 1897 πέραν τοῦ ὑπολογισθέντος χρόνου, ἀπόφασις, ἥτις ἀναγκαίως θὰ συνεπαγάγῃ νέαν δαπάνην, ἐκπλήσσεταί τις, βλέπων νὰ λησμονῆται τοῦτο, καὶ νὰ ἀπορῶσιν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐγένοντο δι’ αὐτοὺς δαπάναι λησμονηθεῖσαι, καὶ ὅτι προβάλλει ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, ὅπερ παρεστάθη ἀπερισκέπτως ἐν ἰσοζυγίῳ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅταν βλέπητε ὅτι κατὰ τὸν Ἰούλιον, ψηφιζομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἤτοι κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει γείνῃ πᾶσα πλέον ἡ συγκομιδὴ τῶν πρὸς ἱπποφορβὴν χρησίμων καὶ ἔχει κανονισθῆ ἡ τιμή, ἀναγράφεται δι’ ἱπποφορβὴν ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸ ὁποῖον εἶναι τοσοῦτον κατώτερον τοῦ ὁριστέου, λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κτηνῶν καὶ τῆς γνωστῆς τιμῆς, ἡ ὁποία ἐκανονίσθη πλέον, ὥστε ἄφευκτον σπουδαῖον ἔλλειμμα, βεβαίως πρέπει τὴν αὐτὴν εὐθύνην ν’ ἀποδώσητε ἐπὶ τῇ παραλείψει ταύτῃ καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τοσοῦτον πασιγνώστως κατωτέραν τῆς πραγματικῆς ἀναγραφὴν ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν βλέπητε ὅτι γνωσταὶ καὶ βέβαιαι δαπάναι ἐκ τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1899 οὐ μόνον ὑπολογίζονται ἐν ἀρχῇ περιωρισμέναι, ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ οὕτως ὑπελογίσθησαν, περιορίζονται πλέον τοῦ ἡμίσεος, ὅπως φανῶσιν ἠλαττωμέναι αἱ δαπάναι τοῦ στρατοῦ, βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐντελῶς ἀμέτοχοι τῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία βαρύνει τοὺς ἀγνοοῦντας τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐλλειμμάτων ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων. Φρονῶ διὰ τοῦτο, ὅτι περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὸ μέγιστον μέρος τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν κατὰ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς μὴ ἐγκαίρως ἀνακοινωθέντα ὑπ’ αὐτοῦ, φέρει εὐθύνην καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅτι δυσκόλως δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται ὑπῆρξαν δικαία αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκρίθη ἀναγκαῖον ν’ ἀπομακρυνθῇ τοῦ Ὑπουργείου ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτων δὲν θὰ ἐμμείνω πλειότερον, διότι, ὅταν συζητηθῇ ἡ πίστωσις περὶ τῶν δαπανῶν αὐτῶν, ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ἀφορμὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀκούσῃ καὶ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ σχηματίσῃ ἀκριβεστέραν γνώμην περὶ εὐθύνης καὶ κατὰ πόσον παρεβιάσθη ἡ ἀλληλεγγύη ἡ ὑπουργική. Ἀλλ’ ἐκ τῆς τετραημέρου αὐτῆς συζητήσεως προέκυψε καὶ ἄλλο σπουδαῖον γεγονὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι καὶ ἐγὼ ἠναγκασμένος νὰ φέρω τὸν λόγον. Ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἀπελπισθεῖσα περὶ τοῦ δυνατοῦ βελτίονος στρατιωτικῆς διοικήσεως ὑπ’ αὐτὴν καὶ ὑπὸ τὸ κρατοῦν κοινοβουλευτικὸν σύστημα, ὡς ἐν Ἑλλάδι ἐφαρμόζεται, ἀπεφάσισε νὰ παρεκκλίνῃ τῆς κεχαραγμένης γραμμῆς, καὶ ἀφαιροῦσα τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραδώσῃ αὐτὴν εἰς τὸν ἀνώτατον καὶ ἀρχαιότατον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὅστις εἶναι καὶ ἐπὶ πολὺ θὰ ἦναι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι σπουδαῖον ὑπὸ δύο ἐπόψεις· ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ τρόπου τῆς διορθώσεως ὁμολογουμένου κακοῦ ὅστις τρόπος εἶναι καινοφανὴς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὅτι Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ ἔρχεται ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ ἔθνους νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι αὐτὴ ἐντελῶς ἀπηλπίσθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ καλλιτέραν, δι’ ὧν κέκτηται μέσων, διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ δι’ αὐστηρᾶς καὶ ἀμερολήπτου ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, καὶ ὅτι μόνη ἐλπὶς σωτηρίας ὑπάρχει ἡ ἀφαίρεσις τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν πρώτοις ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσῃ τις, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἀπελπισθεῖσα περὶ διορθώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, δὲν ἀπηλπίσθη συγχρόνως καὶ περὶ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτήν, ἂν μὴ εἰς χείρονα, κατάστασιν. Δὲν ἐνδιαφέρουν ἡμᾶς μόνον τὰ στρατιωτικὰ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι κλάδοι τῆς διοικήσεως. Διατὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οὐδὲν πλέον ἔχει νὰ μετέλθῃ μέσον βελτιώσεως, περὶ δὲ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως φρονεῖ ὅτι εἶναι εὐκολώτερον αὐτῇ νὰ βελτιώσῃ αὐτούς; Ἂν διοικοῦσα ὡς διοικεῖ, δι’ ὧν ἔχει μέσων, κακῶς διοικεῖ, διατὶ θὰ διοικήσῃ καλλίτερον μὲ τοὺς νέους νόμους, οὓς ἔλαβε καὶ θὰ λάβῃ ἐκ τῆς Βουλῆς; Τί ἐμποδίζει αὐτὴν σήμερον νὰ διοικῇ καλῶς; Ποία εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία εἰς μὲν τὰ στρατιωτικὰ ἀπήλπισεν αὐτὴν, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους κλάδους δὲν ἀπήλπισε καὶ ἐννοεῖ νὰ ἐμμένῃ εἰς τὸ αὐτὸ σύστημα; Δὲν εἶναι τάχα ἡ αὐτὴ αἰτία καθ’ ἅπασαν τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους; Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἀθλία κατάστασις τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία κατὰ τὸ 1897 μᾶς ἤγαγεν εἰς τὰ γνωστὰ τοῦ πολέμου ἀτυχήματα, καὶ ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ τόπου, προέρχεται ἐξ ἄλλης αἰτίας ἢ ἐξ ἐκείνης, ἐξ ἧς προέρχεται ἡ κακὴ κατάστασις ἐν γένει τοῦ τόπου καὶ τῆς ἄλλης διοικήσεως. Καὶ ποία εἶναι ἡ αἰτία τῆς κακῆς αὐτῆς διοικήσεως, ἥτις παρέλυσε τὴν εὐνομίαν καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας, καὶ ἀνέστειλε τὴν πρόοδον τοῦ τόπου; ποία ἄλλη ἢ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν δὲν τολμῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ ν’ ἀνακηρύξωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος; Ποῖος ἄλλος εἶναι ὁ κυριώτερος λόγος τῆς κακῆς αὐτῆς καταστάσεως τῆς διοικήσεως ἢ ἡ ἀνάμιξις τῆς Βουλῆς ἐν τῇ διοικήσει; Ποῖος ἄλλος εἶναι ὁ λόγος ἢ ὅτι ἐν Ἑλλάδι καθιερώσαμεν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καὶ ἐφαρμόζομεν τὴν κοινοβουλευτικὴν διοίκησιν; Ἔχω ἀνάγκην, Κύριοι, ν’ ἀποδείξω, ὅτι αὕτη εἶναι ὀλεθρία καὶ ὅτι τοιαύτη κοινοβουλευτικὴ διοίκησις εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος καὶ ἀνατρεπτικὴ τῆς βασιλικῆς συνταγματικῆς ἐξουσίας; Ὁ Βασιλεὺς καὶ οὐχὶ ἡ Βουλὴ ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος τὴν ἐντολὴν καὶ τὸ καθῆκον νὰ κυβερνᾷ, ἢ νὰ διοικῇ κυβερνῶν καὶ διοικῶν, οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας βεβαίως, ἀλλὰ διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἔχει δὲ λάβει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ ἔθνους διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ οὐδόλως δικαιοῦται νὰ παραχωρήσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις παρ’ ἡμῖν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπὸ χρόνου πολλοῦ μετηνέχθη ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Βασιλέως, ὀφείλοντος νὰ ἐνασκῇ αὐτὴν δι’ Ὑπουργῶν ἐξ αὐτοῦ προερχομένων καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀντλούντων αὐτὴν, καὶ παρεδόθη ὁλοσχερῶς εἰς χεῖρας τῶν κομμάτων τοῦ Κοινοβουλίου· ἐνῷ τὸ Κοινοβούλιον ἀποκλειστικὴν ἔχει ἀποστολὴν τὸ νομοθετεῖν καὶ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῶν κυβερνώντων καὶ διοικούντων, οὐχὶ δὲ τὸ συγκυβερνᾶν καὶ συνδιοικεῖν μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μετεβλήθη εἰς διοικητικὸν σῶμα, συνδιοικοῦν μετὰ τῶν Ὑπουργῶν διὰ τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Ὑπάρχει τις δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τοιαύτη ἀνάμιξις τῆς Βουλῆς εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους εἶναι ἐναντία εἰς αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, διότι ἐντελῶς ἐξαφανίζει τὴν εὐθύνην τῶν κυβερνώντων, ἐφ’ ᾗ θεμελιοῦται τὸ πολίτευμα ἡμῶν, τὴν εὐθύνην ἐπὶ ταῖς πράξεσι τῆς διοικήσεως; Πῶς δύναται νὰ ἐλέγξῃ αὐτὰς καὶ νὰ ζητήσῃ ἐπ’ αὐταῖς εὐθύνας ἡ Βουλή, ἥτις συμμετέχει τῆς διοικήσεως καὶ εἶναι συνυπεύθυνος τῇ Κυβερνήσει καὶ τοῖς ὀργάνοις τῆς διοικήσεως; Ὑποθέσατε ὅτι εἴχομεν νόμον ἐπιβάλλοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναθέτῃ τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους εἰς τοὺς φίλους αὐτῆς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Βουλευτὰς, καὶ διοίκησιν ὑπὸ Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας διεξαγομένην. Εἶναι δυνατὸν, τοιοῦτοι Βουλευταὶ, νὰ ἐνόησε τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ὅπως ἐλέγχωσι τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως, καὶ ζητῶσιν εὐθύνας, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι; Ἀπαράλλακτον ἐν τούτοις εἶναι τὸ γινόμενον παρ’ ἡμῖν ἄνευ νόμου. Διὰ τοῦτο παρ’ ἡμῖν ἀπὸ καιροῦ δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος κοινοβουλευτικὸς καὶ εὐθύνη ὑπουργική. Ἐλέχθησαν πολλὰ κατὰ τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλὰ τὸ διορίζειν ὑπαλλήλους καθ’ ὑπόδειξιν Βουλευτῶν δὲν εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ κακὸν, οὐδὲ τὸ μόνον καὶ κύριον κακόν. Ὅ,τι ἀποτελεῖ τὴν κακὴν διοίκησιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ παραλύει πᾶσαν ἐνέργειαν καὶ πᾶσαν εὐεργετικὴν ἐπίδρασιν τῶν νόμων καὶ πᾶν ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα αὐτῶν, προκειμένου περὶ νόμων συνήθως ἀρίστων καὶ καλῶς μεμελετημένων καὶ νενομοθετημένων, εἶναι ὅτι ἡ διοίκησις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπακούει οὐχὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὡς ἀντιπρόσωπον τῶν νόμων καὶ ἀμερόληπτον ἐκτελεστὴν αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπακούει καὶ συμμορφοῦται συστηματικῶς πρὸς τὰς θελήσεις καὶ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φίλων καὶ ὀπαδῶν τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων. Οἱ κυβερνῶντες τοῦτο ἀναγκάζονται νὰ θέλωσιν. Οὐχὶ λοιπὸν ἁπλῶς ὁ διορισμὸς ὑπαλλήλων ὑποδειχθέντων παρὰ Βουλευτῶν ἀποτελεῖ τὸ κακὸν, ἀλλ’ ἡ ἀποστολὴ αὐτῶν εἰς τὰς θέσεις των, ὅπως ὑπηρετῶσι κατὰ τὰς ὁδηγίας τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου. Διότι, ἐὰν ὁ διορισθεὶς διωρίσθη συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, ἐὰν φέρῃ τὰ νενομισμένα προσόντα, ἐὰν ἔχῃ παρελθὸν ἄμεμπτον, μεταβὰς δ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ διωρίσθη, ἀφεθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς νόμους αὐστηρῶς καὶ ἀμερολήπτως, παυθῇ δὲ ἐπὶ πάσῃ παραβάσει, οὐδὲν τὸ κακόν. Ἀλλ’ ὅταν πᾶς ὑπάλληλος, διοριζόμενος παρ’ ἡμῖν, ἐντολὴν σιωπηρὰν ἀλλὰ σαφῆ, λαμβάνῃ, μεταβαίνων εἰς τὴν θέσιν του, πρώτιστον καθῆκον νὰ θεωρῇ τὴν ὑποταγὴν εἰς τὰς ὑποδείξεις καὶ τὰ συμφέροντα τῶν κατὰ τόπους φίλων τοῦ κόμματος, καὶ κατ’ αὐτὰς νὰ διοικῇ, ὅταν ὁ ὑπάλληλος ἐννοῇ, ὅτι μὴ πράττων τοῦτο θὰ παυθῇ, ἡ διοίκησις δὲν ὑπάρχει πλέον εἰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν, οἵους ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ἀλλ’ εἰς χεῖρας τῶν ἑκάστοτε ἐπικρατουσῶν φατριῶν. Ἐκ τούτου ἡ ἀγανάκτησις κατὰ τῶν κυβερνώντων καὶ κατὰ τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν λοιπὸν ἡ τοιαύτη ἔλλειψις ἀμερολήπτου καὶ ἀφατριάστου διοικήσεως εἶναι ὁ λόγος τῆς παραλυσίας τῆς διοικήσεως, ὁ λόγος οὗτος ἀδύνατον ἦτο νὰ μὴ ἐπιδράσῃ εἰς τὴν παράλυσιν καὶ τῶν τοῦ στρατοῦ. Καὶ πραγματικῶς ἐπέδρασε καὶ κατέστησεν ἀδύνατον τὴν μόρφωσιν στρατοῦ. Καὶ εἰς αὐτὸν ἀνεμίχθη ἡ κοινοβουλευτικὴ διοίκησις τῆς χώρας. Τοσοῦτον δὲ ἐπεκράτησεν αὕτη ἐν τῷ στρατῷ, ὥστε γενικὴ κατέλαβε τοὺς στρατιωτικοὺς ἀπὸ καιροῦ ἀπελπισία περὶ ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ στρατιωτικῆς ἀληθῶς διοικήσεως αὐτοῦ. Ἡ γενικὴ αὕτη ἀπελπισία ὁλοκλήρου στρατοῦ περὶ τῆς τύχης του ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Τοιαύτη ἀπελπισία ἀπὸ πάντας ἐν τῷ Κράτει εἶναι μέγιστον κακὸν, καὶ κατεδείχθη παρ’ ἡμῖν τοιοῦτον. Ἐγὼ ἀληθῶς, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι μία τῶν κυριωτάτων αἰτιῶν τοῦ τελευταίου πολέμου, ὃν παραδόξως ἐπεχειρήσαμεν παρὰ τὴν θέλησιν ἡμῶν, παρὰ τὴν θέλησιν τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, ἦτο αὐτὴ ἡ ἀπελπισία τοῦ στρατοῦ, ἐννοῶ τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ πάσης βελτιώσεως καὶ προόδου τῶν στρατιωτικῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων. Ἐγκαταλειφθέντες παρ’ ὅλων, καὶ βλέποντες ὅτι οὐδεμία παρ’ οὐδενὸς καταβάλλεται φροντὶς πρὸς καταρτισμὸν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, ἐνῷ καθ’ ἡμέραν τὸ ἔθνος ὑπὸ μεγαλειτέρων ἠπειλεῖτο κινδύνων, πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐρρίφθησαν εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου, καὶ παρέσυραν σχεδὸν καὶ πάντας τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς. Οὕτω ὁ στρατὸς, χωρὶς νὰ ἀκούῃ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Ἡγεμόνος, ἐκηρύχθη ὑπὲρ ἀμέσου πολέμου. Ὁ στρατὸς ἐξέφυγεν ἐντελῶς ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συμπαρέσυρε πάντας, διότι Κυβέρνησις καὶ Ἡγεμὼν, μὴ ἐξασκοῦντες οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐν τοιαύταις στιγμαῖς, οὐδὲν δύνανται νὰ πράξωσι παρὰ τὴν θέλησιν αὐτοῦ, ἄνευ ἐσωτερικῶν κινδύνων. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ μὴ παραμελῶμεν τὰ τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀπελπιζόμενος οὗτος νὰ ζητῇ διέξοδον πότε εἰς ἐσωτερικὰ καὶ πότε εἰς ἐξωτερικὰ κινήματα. Φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἂν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἀπηλπίσθη ὅτι δύναται νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ προτείνῃ μέτρα πρὸς τοῦτο, δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ τὴν αὐτὴν ἀπελπισίαν καὶ διὰ τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς διοικήσεως, εὑρισκομένους εἰς οὐχὶ καλλιτέραν κατάστασιν, καὶ νὰ μὴ προτείνῃ μέσα βελτιώσεως αὐτῶν ἐπίσης. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως ἓν ὑπάρχει μέσον σωτηρίας, ἡ ἀπομάκρυνσις, ἡ παῦσις τῆς ἀναμίξεως τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς ἐνεργοῦ διοικήσεως. Ἐφ’ ὅσον διοικεῖ τὸ Κοινοβούλιον, οὐδεὶς νόμος, εἴτε ὑπάρχων εἴτε ψηφισθησόμενος, θὰ ἐπαρκέσῃ ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν πραγμάτων. Πᾶσαν μεταρρύθμισιν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι αὕτη καλὴ, μηδενίζει ἡ ἀνάμιξις εἰς τὴν διοίκησιν ἀκριβῶς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἦναι ξένοι πρὸς αὐτήν. Εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ προσπαθῆτε νὰ θεραπεύσητε ἐξ ἀσθενειῶν ἀνθρώπινον σῶμα, εἰς ὃ δι’ ἐνέσεων ἐγχέετε μολυσματικὰς οὐσίας. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ διοίκησις ἀφιεμένη εἰς χεῖρας αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι τεταγμένοι ἐκ τοῦ Συντάγματος, ὅπως ζητῶσιν εὐθύνας παρὰ τῶν διοικούντων. Περὶ διορθώσεως τοιαύτης τῶν πραγμάτων καταστάσεως βεβαίως τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ἐννοῶ νὰ ὁμιλήσω. Ἓν μόνον μετὰ πεποιθήσεως πρεσβεύω, ὅτι, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις τῶν κακῶν αὐτῶν, αὕτη μόνον ἐκ τοῦ Βασιλέως δύναται νὰ ἐπέλθῃ νομίμως, διότι εἰς τὸν Βασιλέα τὸ πολίτευμα ἐχορήγησε πᾶσαν τὴν δύναμιν πρὸς τοῦτο καὶ πάντα τὰ μέσα. Ἄλλως, ἐνόσῳ αἱ Κυβερνήσεις ἀφίενται νὰ συγκροτῶνται καὶ συντηρῶνται καθ’ ὃν τρόπον συγκροτοῦνται καὶ συντηροῦνται παρ’ ἡμῖν, διὰ συνδιοικουσῶν μετ’ αὐτῶν πλειονοψηφιῶν, οὐδεμία ἐλπὶς θεραπείας ὑπάρχει. Τοιαῦται Κυβερνήσεις καὶ πλειονοψηφίαι ἀπολαύουσαι τῶν τῆς ἐξουσίας ἐπ’ ὠφελείᾳ αὑτῶν καὶ βλάβῃ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν, θὰ ἐξακολουθῶσιν ἀναγκαίως ἀπολαύουσαι τῆς πλειονοψηφίας καθ’ ὅλην τὴν τετραετίαν καὶ διατηρούμεναι ἐν τῇ ἀρχῇ. Τοιαῦται πλειονοψηφίαι δὲν δύνανται ἢ πάντοτε νὰ ἐπιδοκιμάζωσι τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ κωφεύωσι πρὸς τοὺς ἀντιπάλους αὐτῆς, πρὸς τὰς κατακρίσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὰς παραστάσεις καὶ τὰς καταγγελίας αὐτῆς, ὅσον καὶ ἂν ὦσι δίκαιαι, καὶ ἀφίνουσαι οὕτω νὰ ὑπάρχῃ εἰς χεῖρας αὐτῶν ἡ διοίκησις, δὲν ἀνατρέπονται συνήθως ἢ ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὅταν οὗτος μετὰ 4 ἔτη καλῆται εἰς νέας ἐκλογάς. Αὐτὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων οὐδεμία δυστυχῶς ἄλλη ἐξουσία τολμᾷ νὰ μετατρέψῃ, ὅσον καὶ ἂν ἀπεδείχθη διὰ μακρᾶς ἐφαρμογῆς καταστρεπτικὴ εἰς τὸν τόπον. Οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν ἀπό τινος ὁ λαὸς, ὡς ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς, κατὰ τετραετίαν καλεῖται, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τῶν Κυβερνήσεων, ὅσον καὶ ἂν ὑπῆρξαν ἐν τῷ μεταξὺ ὀλέθριαι. Ἐκ τῆς νέας δ’ ἐπίσης Βουλῆς, ἡ ὁποία διαδέχεται τὴν πρώτην, οὐδεμία ἐπέρχεται μεταβολή, διότι καὶ αὐτὴ κατὰ τὸ ἴδιον λειτουργεῖ σύστημα, ἡ δὲ Βασιλεία κατέχεται δυστυχῶς ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι, ἐνόσῳ καὶ τοιαύτη πλειονοψηφία ὑποστηρίζει μίαν Κυβέρνησιν, αὕτη ὀφείλει νὰ ὑποτάσσηται. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὑπὸ τοιαύτην δὲ κατάστασιν δὲν ἐννοῶ, πῶς διὰ νομοθετημάτων νέων εἶναι δυνατὸν νὰ παύσῃ ἢ νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη. Ὅταν ἡ διοίκησις δὲν θέλῃ, οὐδεὶς νόμος εἶναι καλός. Λοιπόν, ἐὰν ὁμολογῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς δὲν δύναται νὰ πράξῃ καλόν τι, ὁμολογεῖ συνάμα, ὅτι καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον κλάδον δύναται νὰ πράξῃ τὸ καλὸν, καὶ, ὡς ὑπηνίχθη ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, δὲν ὑπολείπεται καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἢ ὅ,τι προτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν. Δὲν μένει δηλαδὴ ἄλλο ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποδεικνύεται διὰ τὸν στρατὸν, ὡς μόνον μέσον σωτηρίας, ἡ παράδοσις τῆς διοικήσεως καὶ τῶν ἄλλων κλάδων μὲ τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν εἰς ἄλλα μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἅτινα δὲν θὰ ἐπηρεάζωνται ἐκ τῆς πολιτικῆς, ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ τοιαύτη ὁμολογία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀδυναμίας πρὸς διόρθωσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἑπομένως καὶ τῆς ὅλης διοικήσεως, πρέπει σπουδαίως νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, καὶ νομίζω, ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν εὔλογοι, τοιαύτην δὲ διαμαρτυρίαν ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον καὶ ἐγὼ νὰ ἀπευθύνω. Ἀφοῦ Κυβέρνησις Κοινοβουλευτικὴ ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς διορθώσεως ἔν τινι κλάδῳ, καταδικάζει ἑαυτὴν καὶ τὸ κρατοῦν σύστημα. Τοῦτο δ’ ἐννοῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον ἡ Βουλή. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ὡς προεῖπον, φρονῶ, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀπελπιστική, ὑπὸ τὸ διοικοῦν τὴν χώραν σύστημα, ἀφοῦ δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ μεταβάλῃ αὐτὸ, οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ, ὅπως ὁ ἀνώτερος καὶ ἀρχαιότατος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ὅστις εἶναι ὁ Διάδοχος, ἀναλάβῃ τὴν αὐτοτελῆ διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι, ὅσην καὶ ἂν ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἀμερόληπτος, ἀφατρίαστος, προοδευτικὴ ἤθελεν εἶσθαι ὑπ’ αὐτὸν ἡ διεύθυνσις τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, εὑρίσκω ὑπὸ τὸ πολίτευμα ἡμῶν δύσκολον τοῦτο. Οὐχὶ διότι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου εἶναι ἀνεύθυνος,—διότι τὸ Σύνταγμα οὐδὲν περὶ τούτου λέγει,—ἀλλὰ διότι ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγράφεται διάταξις ἀποκλείουσα τοιαύτην διοίκησιν, ἂν μέλλῃ νὰ μὴ ᾖναι δι’ αὐτὴν ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ὁ δὲ Βασιλεὺς ἐνασκεῖ αὐτὴν διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων Ὑπουργῶν. Ἡ διοίκησις τοῦ στρατεύματος, περιλαμβανομένη σήμερον εἰς τὰ καθήκοντα, ἅπερ ἀνήκουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως εἶναι μία τῶν σπουδαιοτάτων ἐξουσιῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τοῦ Βασιλέως. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὑπὸ πολίτευμα, οἷον τὸ ἡμέτερον, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀποσπασθῇ ἓν μέρος τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, ἀναγόμενον εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ παραδοθῇ εἰς τὸν Διάδοχον, ἢ εἰς ἓν τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργός. Διότι δὲν δύναται νὰ ἐνασκηθῇ οὐδὲ κατὰ κεραίαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, εἰμὴ διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Δὲν δύναται ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταβιβάζῃ εἰς ἄλλους βασιλικὴν ἐξουσίαν ἢ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὑπεύθυνος καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν, ἣν θέλομεν νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Διάδοχον. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γείνῃ, ἂν ἠθέλομεν δεχθῆ νόμον δίδοντα τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ οὐχὶ ἀναφαιρέτως καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Διάδοχον, ἀλλ’ εἰς τὸν φέροντα ὡρισμένον βαθμὸν, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ὁσάκις ἐγκρίνῃ, νὰ δύναται ν’ ἀφαιρῇ τὴν διοίκησιν ὁ Βασιλεύς. Ἀλλὰ τότε δὲν ἔχομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις. Πλὴν πῶς νὰ δοκιμάσωμεν χωρὶς ὑπεύθυνον; Διότι πρέπει νὰ δώσωμεν ἐξ ἀνάγκης τῷ Ὑπουργῷ τὸ δικαίωμα, εἴτε συνεπείᾳ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, εἴτε καὶ ἐξ ἰδίας τοῦ Ὑπουργοῦ πρωτοβουλίας, νὰ ὑποβάλλῃ τῷ ἀρχηγῷ τὰς γνώμας αὑτοῦ, καὶ ἐν διχογνωμίᾳ νὰ ὑποβάλλῃ τῷ Βασιλεῖ τὴν παραίτησιν αὑτοῦ, ἢ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀρχηγοῦ. Ὅταν δὲν ἐπιτρέπηται τοῦ ἀρχηγοῦ ἀντικατάστασις, δὲν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἄνευ τούτου δὲν ἔχει ἄλλο νὰ πράξῃ ἢ ἐν διαφωνίᾳ Ὑπουργοῦ καὶ ἀρχηγοῦ πάντοτε νὰ παραιτῆται ὁ Ὑπουργὸς, ἢ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος. Ὁ μηχανισμὸς ὅμως οὕτω, ὁ συνταγματικὸς, τῶν εὐθυνῶν ἤθελεν ἐκλίπει, ἂν ἀνεγνωρίζετο εἰς τὸν Διάδοχον, ὡς τὸν ἀνώτατον καὶ ἀρχαιότατον ἀξιωματικὸν, ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ μᾶλλον ἢ ἧττον περιωρισμένη, εἰς δὲ τὸν Ὑπουργὸν δὲν ἀνεγνωρίζετο τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ. Τοιοῦτον δικαίωμα ἀντικαταστάσεως τοῦ Διαδόχου εἶναί τι ἄτοπον, ἀλλ’ ἄνευ αὐτοῦ ἔχομέν τι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ πολίτευμα. Ἀνεφέρθησαν πρὸ μικροῦ παραδείγματα ἄλλων Κρατῶν, ὡς τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γερμανίας. Ἐν Ἀγγλίᾳ, καίτοι Κράτει συνταγματικῷ, ἀπεσπάσθησαν ἀληθῶς ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πλεῖστα δικαιώματα, ἀποδοθέντα τῷ ἀρχηγῷ τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἄλλοτε ἦν μέλος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, νῦν δ’ εἶναι στρατηγὸς, διαπρέψας ἐν τοῖς πολέμοις τῶν Ἰνδιῶν καὶ τῆς Αἰγύπτου. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀπὸ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ ἀνεγνωρίζοντο, περιωρίσθησαν κατά τι, διότι αἱ καταχρήσεις αἱ ἀναφανεῖσαι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου ἐξ ἀνακρίσεως κοινοβουλευτικῆς, ἠνάγκασαν τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἀφαιρέσῃ τινὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀνηκόντων πρὶν τῷ ἀρχηγῷ τοῦ στρατοῦ καὶ δώσῃ ταῦτα τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1888 περιωρίσθησαν σπουδαίως τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπεξετάθησαν τὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσι τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐν Ἀγγλίᾳ, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ πολίτευμα ἐκεῖ εἶναι ἄλλο. Ἐκεῖ τὸ Κοινοβούλιον εἶναι συντακτικὴ συνέλευσις καὶ ὄχι νομοθετικὸν σῶμα. Ἐκεῖ ἡ ἄνω καὶ ἡ κάτω Βουλὴ μετὰ τῆς Βασιλίσσης ἀποτελοῦσι συντακτικὸν σῶμα, δυνάμενον ἐν ἑκάστῃ στιγμῇ νὰ μεταβάλλῃ πρόρριζα, ἂν θέλῃ, τὸ πολίτευμα. Βεβαίως ὁ λαὸς ἐν ἐκλογαῖς δύναται ν’ ἀποδοκιμάσῃ καὶ μεταβάλῃ τὰ γενόμενα. Ἀλλ’ ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς πᾶσαν στιγμὴν αἱ τρεῖς ἐξουσίαι, αἱ ἀποτελοῦσαι τὸ Συντακτικὸν Σῶμα, ἡ ἄνω καὶ κάτω Βουλὴ καὶ ἡ Βασίλισσα, δύνανται νὰ μεταβάλωσιν ὅ,τι δήποτε ἐκ τοῦ πολιτεύματος θελήσωσι, καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν μέγαν χάρτην, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται τὸ θεμέλιον τῶν Ἀγγλικῶν ἐλευθεριῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρὸ μικροῦ ὡμίλουν. Πρὸ μικροῦ ὡμίλουν περὶ κοινοβουλευτικῆς διοικήσεως. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἠθελήσαμεν νὰ ἀντλήσωμεν καὶ ἠντλήσαμεν τὸ παράδειγμα τῆς κοινοβουλευτικῆς διοικήσεως, καὶ τὸ μετηνέγκομεν ἐν Ἑλλάδι. Ἐν Ἀγγλίᾳ πραγματικῶς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐγκαθιδρύθη βαθμηδὸν διὰ τῆς πράξεως καὶ διὰ τῆς ἀνοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου ἡ κοινοβουλευτικὴ λεγομένη διοίκησις. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸ Κοινοβούλιον, ὡς παρ’ ἡμῖν, καὶ ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Τοιαύτην κοινοβουλευτικὴν διοίκησιν ἀποκρούει τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, νὰ εἰσαγάγῃ δ’ αὐτὴν ἐν τῷ Συντάγματι, ἀδυνατεῖ ἡ Βουλή. Ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι εἶναι διακεκριμένη ἡ ἐξουσία ἡ ἐκτελεστική, καὶ ἑπομένως ἡ διοίκησις εἶναι κεχωρισμένη ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοθετικήν. Τὸ Κοινοβούλιον μόνον νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἔχει, ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν οὐδεμίαν ἔχει. Ἐν Ἀγγλίᾳ θὰ ἴδητε πολλάκις ἀναγραφόμενον, ὅτι ἡ διοίκησις εἶναι κοινοβουλευτική· ἀλλ’ ἐκεῖ τοῦτο ἐπετεύχθη, διότι ἐκ τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κοινοβούλιον, ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ τοιαύτην μεταμόρφωσιν κατ’ ἀνοχήν. Ὁμοίαν μεταβολὴν ἐποιήσατο καὶ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ἰδίως μετὰ τὸ 1881 καὶ 1888, διότι ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο ἀκωλύτως. Παρεχώρησε πολλὰ δικαιώματα εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ἀφαιρέσασα ταῦτα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ πρὸ μικροῦ ἐνταῦθα ῥηθὲν περὶ τοῦ λόγου τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, τοῦ τελευταῖον ἐκφωνηθέντος ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων, ἐν ᾧ ὑπάρχει ἡ φράσις, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν εἶναι πρόσφορον ὄργανον πολέμου. Νομίζω ὅτι διὰ τούτου δὲν ὑπενόει ὁ λόρδος Σώλσβαρυ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου ἐν ὥρᾳ πολέμου. Μᾶλλον ἐνόει τοῦ Κοινοβουλίου τὰς δυσκολίας εἰς ὀργάνωσιν στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὡς εἶναι γνωστόν, κατ’ ἔτος ψηφίζεται νόμος ἀναστέλλων τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ὑποχρεωτικῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὁ δὲ στρατὸς ἀποτελεῖται ἐξ ἐθελοντῶν. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅσοι σήμερον παρακολουθεῖτε τὰ τοῦ πολέμου αὐτῆς κατὰ τοῦ Τράνσβααλ καὶ τῆς Ὀράγγης, θὰ παρετηρήσατε, ὅτι σπουδαία ἐμορφώθη κοινὴ γνώμη, ἀπαιτοῦσα, ὅπως καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐφαρμοσθῇ μετὰ τὸν πόλεμον ἡ καθολικὴ στρατολογία, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον δυσχεραίνει τὰς στρατιωτικὰς ἐργασίας αὐτῆς ἐν Ἀφρικῇ, ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ πολέμου κατὰ τοῦ Τράνσβαλ, εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια καὶ ἡ δυσκολία περὶ τὴν ἐπιστράτευσιν ἀρκετοῦ στρατοῦ, ὅπως ἀντιταχθῇ κατὰ τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς ἐν Τράνσβαλ καὶ ἐν Ὀράγγῃ καὶ ἐν Νατὰλ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐπειδή, ὡς εἶπον, τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον κατ’ ἔτος παρακωλύει τὴν ψήφισιν τῶν παλαιῶν αὐτῶν νόμων, οἵτινες θὰ ἐπέτρεπον σήμερον, ὅπως καὶ ἐκεῖ ὑπάρχῃ ἡ καθολικὴ στρατολογία, διὰ τοῦτο παρεπονέθη ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας. Τὸ παράδειγμα λοιπὸν τῆς Ἀγγλίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, διότι ἡμεῖς μὲν ἔχομεν διάταξιν, τὴν ὁποίαν πρὶν ἐμνημόνευσα, διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύουσαν νὰ ἀσκῇ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασιλέως ἄλλος ἢ οἱ Ὑπουργοί, ἐν Ἀγγλίᾳ δὲ καὶ ὑπάρχουσαν τοιαύτην διάταξιν δύναται νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλ’ οὔτε τὰ ἐν Γερμανίᾳ γινόμενα δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐφαρμόσωμεν. Ἐν Γερμανίᾳ ἀληθῶς ὁ Αὐτοκράτωρ οὐ μόνον εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, ἀλλ’ ἀσκεῖ προσωπικῶς μεγίστην ἐξουσίαν ἐν τῇ διευθύνσει τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Ὄχι μόνον αὐτὸς καλεῖ κατ’ ἔτος τὰ διάφορα τμήματα τοῦ ὁμοσπονδιακοῦ στρατοῦ ὑπὸ τὰς σημαίας καὶ διανέμει καὶ τοποθετεῖ αὐτά, ἀλλ’ αὐτὸς μόνος διοικεῖ τὰ τοῦ στρατοῦ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, διότι αὐτὸς προβιβάζει, αὐτὸς τοποθετεῖ τὰς φρουράς, αὐτὸς μετακινεῖ τοὺς ἀξιωματικούς, γινώσκετε δέ, ὅτι καὶ ἰδιαίτερον Ὑπουργεῖον ἔχει, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Αὐτοκράτορος, τὸ ὁποῖον διευθύνει στρατηγός, ὅστις συνάμα εἶναι ὁ διευθύνων τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκεῖθεν δὲ, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἰδιαιτέρου τοῦ Αὐτοκράτορος, ἐξέρχονται ὅλαι αἱ ἀποφάσεις αἱ σπουδαῖαι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικά. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἔχει παρὰ μόνον τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ τῆς administration αὐτοῦ, δηλαδὴ τὴν συντήρησιν καὶ τὴν φροντίδα περὶ πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὰς τροφάς, τὰς πληρωμὰς τῶν μισθῶν, τὸν ἱματισμὸν καὶ τὰ τοιαῦτα· ἡ ἄλλη ὅμως, ἡ καθαρῶς στρατιωτικὴ διοίκησις, ἡ ἐκπαίδευσις, τὰ γυμνάσια, αἱ συγκεντρώσεις, ἡ συγκρότησις τῶν σωμάτων, ὅλα ταῦτα ὑπάγονται εἰς τὴν προσωπικὴν ἐξουσίαν τοῦ Αὐτοκράτορος. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ τοῦτο ἐν Γερμανίᾳ, ὑπάρχει δυνάμει τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας συνετάχθη, ὅπως κανονίσῃ τὰ τῆς ὁμοσπονδίας, ἐκανόνισε καὶ τὰ περὶ τοῦ στρατοῦ, ἐν τῷ κανονισμῷ δ’ αὐτῷ δὲν ἠμέλησε νὰ ὁρίσῃ λεπτομερῶς καὶ τὰ τῆς ἐξουσίας τοῦ Αὐτοκράτορος ἐπὶ τῶν τοῦ στρατοῦ, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ τῆς Πρωσσίας, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα μετὰ τῆς Πρωσίας ἀπετέλεσαν τὴν Γερμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Ἐδόθησαν λοιπὸν πολλὰ δικαιώματα εἰς τὸν Αὐτοκράτορα, ὅπως δυνηθῇ καὶ τὴν ἑνότητα νὰ φέρῃ ἐν τῷ στρατῷ τῆς Γερμανικῆς Ὁμοσπονδίας καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἔχῃ, ὅπως προπαρασκευάζῃ πρὸς πόλεμον τὸν στρατὸν, τοῦ ὁποίου εἶναι προσωπικὸς ὁ ἀρχηγὸς καὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τούτου ὁ λόγος, δύναμαι ν’ ἀναφέρω καὶ τὴν ἄλλην ἀτέλειαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, ἕνεκα τῆς σιωπῆς του ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν ἔδωκεν οὐ μόνον ἐν πολέμῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν εἰρήνῃ. Τί ὅμως διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν δίδει αὐτῷ, ὅταν δὲν χορηγῇ αὐτῷ κανὲν δικαίωμα, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπόφευκτα, ὅπως τοὐλάχιστον παρασκευάζηται ὁ στρατὸς πρὸς πόλεμον; Ἤδη οὐδὲν δύναται νὰ πράττῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐννοῶ νὰ ἦναι τὸ πολίτευμα ζηλότυπον εἰς τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εὐλόγως ἐμπνέουν φόβους καταχρήσεων, ἂν αὐτὴ ἡ μεγάλη ἐξουσία τοῦ στρατοῦ ἤθελεν ἀπεριορίστως παραδοθῆ εἰς χεῖρας τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλ’ ὑπάρχουν τινὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀφόβως ἠδύνατο τὸ πολίτευμα νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅπως μακρὰν τῶν ἐπηρεασμῶν, μακρὰν τῶν κινδύνων τῶν ἐκ τῆς πολιτικῆς, δύνηται νὰ παρασκευάζῃ πλήρη καὶ τέλειον τὸν στρατὸν πρὸς πόλεμον. Ἐν πᾶσιν ἀπαιτεῖται ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ἤδη, καὶ οὐδὲν ἄνευ αὐτοῦ δύναται νὰ γείνῃ. Δὲν λέγω ὅτι καὶ μὲ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀποδίδει σήμερον τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν Ἡγεμόνα, δὲν εἶναι εὔκολον εἰς αὐτὸν, παρακολουθοῦντα τὰ στρατιωτικὰ καὶ ἐνδιαφερόμενον, νὰ πράξῃ πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἰδίως ἐμποδίζουν τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσάγει εἰς αὐτὸν ἡ πολιτική. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τοῦ Ἡγεμόνος θὰ ἦτο μεγαλειτέρα καὶ ἡ ἀνάμιξις ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος δραστηριωτέρα, ἂν καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῷ ἀνεγνωρίζοντό τινα δικαιώματα. Πρόσκομμα λοιπὸν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν ὑπάρχει, καὶ νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι μετὰ προσοχῆς πρέπει ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἅπαξ ὡμολόγησε τὴν ἀδυναμίαν αὐτῆς, ὅπως διευθύνῃ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ τόπου καὶ κατὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας τὰ στρατιωτικά, νὰ μελετήσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευάσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα, ἀναπληροῦν μὲν τὴν ἀδυναμίαν αὐτῆς, μὴ προσκροῦον δ’ εἰς τὸ πολίτευμα. Οὐδὲν ὠφελεῖ νὰ νομοθετήσωμεν ἔργον προσκροῦον εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἂν μέλλῃ νὰ ἦναι ὠφέλιμον, ὡς ἐλπίζω, θὰ φέρῃ θανάσιμον ἐλάττωμα. Μόνον ἐὰν τοιοῦτον νομοθέτημα πρόκειται νὰ μὴ προσκρούῃ εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον, πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συζητηθῇ. Συζήτησις μὴ συνταγματικοῦ νόμου, προκειμένου περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Διαδόχου, πρέπει νὰ μὴ προκληθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἂν πιστεύῃ εἰς τὸ ὠφέλιμον αὐτοῦ. Ἐλπίζω ὅτι κατὰ τοῦτο ὑπῆρξεν ὠφέλιμος ἡ γενομένη συζήτησις. Ἂς προσπαθήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ συμβιβάσῃ τὰς γνώμας αὐτῆς καὶ τὰ μέτρα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Οὕτω θὰ συμβιβάσῃ αὐτὸ καὶ πρὸς τὴν συνείδησιν τῶν Βουλευτῶν, καὶ θὰ συζητηθῇ ὡς νομοθέτημα στρατιωτικόν, οὐχὶ ὡς νομοθέτημα σκοποῦν νὰ μηδενίσῃ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. (Εὖγε! εὖγε!).

§54Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἐμελέτησα μετὰ πολλῆς ἐπιστασίας καὶ τὸν ὀργανισμὸν τὸν ὁποῖον παρεσκεύασεν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, καὶ τὸν ὀργανισμὸν ὅστις παρεστάθη ὡς ἀντιγραφὴ μελέτης καταρτισθείσης ὑπὸ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ὁπωσδήποτε ἔρριψα βλέμμα εἴς τε τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, ὁμολογῶ, ὅτι ὑπὲρ οὐδετέρου ἐξ αὐτῶν εἶμαι διατεθειμένος· τοῦτο δὲ, διότι δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶμεν οἰκονομικῶς εἴτε εἰς τὸν ἕνα ὀργανισμόν, εἴτε εἰς τὸν ἄλλον, καὶ ἐξ ὁμιλιῶν μου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον γινώσκει ἡ Βουλή, ὅτι ἐγὼ δὲν διατελῶ ἄγαν αἰσιόδοξος, καὶ φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη οἰκονομιῶν καὶ οἰκονομιῶν ἀνηλεῶν ἐν πᾶσι τοῖς Ὑπουργείοις, ἀλλὰ καὶ ἀνάγκη ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐκγυμνάζηται μὲν στρατιωτικῶς σύμπας ὁ λαὸς, ἀλλὰ κατὰ τρόπον πολὺ οἰκονομικόν. Ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου ταύτας ἄλλοτε ἐπικαιρότερον, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀναπτυχθείσας ἄλλως τε ὑπ’ ἐμοῦ διὰ μακρῶν ἐν χρόνῳ προλαβόντι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ὀφείλω νὰ διαμφισβητήσω ἀκριβῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι τὸ νὰ ἀναγνωρισθῇ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἔχων ἓν μέγα μέρος δικαιωμάτων καὶ ἓν μέγα μέρος δυνάμεως τῆς διοικήσεως, εἶναι δῆθεν ἀντισυνταγματικόν. Δὲν πρόκειται νὰ προδικάσω τὸ ζήτημα, ἐὰν τῷ ὄντι συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ νὰ ἀναγνωρισθῇ ἀρχηγὸς ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἶναι τῷ ὄντι πιθανὸν, ὅτι εἶναι δυνατόν, οἱοιδήποτε, ἐκμεταλλευόμενοι τὰς προσωπικὰς δυσαρεσκείας τούτων ἢ ἐκείνων, ἔστω καὶ ἀδικαιολογήτους, νὰ προκαλέσωσιν ἐπίθεσιν κατ’ αὐτοῦ προσωπικὴν, ὅπερ βεβαίως εἶναι ζημιωδέστατον εἰς τὸ Κράτος. Ὅτι ὅμως δὲν ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα ν’ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ στρατοῦ εἰς γενικὸν ἀρχηγὸν, ἔχοντα δικαιώματα, καὶ μεγάλα δικαιώματα, κατωτέρας διοικήσεως, αὐτὸ κατ’ οὐδένα τρόπον δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ. Ἐν πρώτοις φρονῶ, ὅτι, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν ὀργανωθῇ ὁ στρατός, εἴτε ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, ὡς ἐγὼ φρονῶ, κατ’ ἄλλο σύστημα, εἴτε καὶ ὑπὸ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ νὰ προκόπτῃ, ἐνόσῳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα νῦν ἔχει. Δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας, καὶ νὰ καυχώμεθα ἐπὶ ἄκρᾳ φιλοπατρίᾳ καὶ εὐσυνειδησίᾳ καὶ ἐντιμότητι, ὁποία δὲν παρουσιάζεται εἰς τὰ χρονικὰ τῆς ἱστορίας. Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι πρέπει διὰ νομοθεσίας ἀποκεντρωτικῆς νὰ περιορισθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα τῶν Ὑπουργῶν, ὅσα τείνουσιν εἰς χαρίσματα, διότι ἄλλως ἐπέρχεται ἡ παραλυσία τῆς διοικήσεως ἐν πᾶσι τοῖς κλάδοις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐπέρχεται δ’ ἐν ταὐτῷ ἡ ὑποδούλωσις αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς συμβαίνει κατὰ πρώτιστον λόγον ἐν τῷ στρατῷ. Ἂν ἐν τῷ στρατῷ πρόκειται νὰ ἐπικρατῇ ὅ,τι σήμερον ἐπικρατεῖ, καὶ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ διορίζῃ ὁ Ὑπουργὸς τούτους ἢ ἐκείνους εἰς τὰ σώματα, νὰ τοποθετῇ, νὰ προβιβάζῃ κατ’ ἰδίαν ἐκλογὴν καὶ ἔτι μᾶλλον νὰ ἀποσπᾷ ὑπαξιωματικοὺς, ἔστω καὶ ἐμμέσως, διὰ τῶν ἀπ’ αὐτοῦ ἐξαρτωμένων σωματαρχῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν στρατὸν ὑφ’ οἱονδήποτε σύστημα. Δὲν φρονῶ ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ σύστασις Ἀρχηγείου, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δύναται νὰ διαχειρίζηται ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀπαιτεῖται βεβαίως ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία περιλαμβάνει πάντα τὰ δικαιώματα, καὶ αὐτὰ τὰ δικαιώματα τὰ κατώτερα, τὰ τῆς διοικήσεως. Ὁ Βασιλεὺς διοικεῖ τὸν στρατὸν, καὶ βεβαίως ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ διοικῇ τὸν στρατὸν, ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ, ὡς διαχειριστὴς ὑπεύθυνος τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, ὁ Ὑπουργὸς ὅλα τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, ὅσα συνδέονται πρὸς τὴν ἀνωτάτην διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνωτάτη διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἡ ἀπονομὴ τῶν βαθμῶν, ἢ ἔτι μᾶλλον ἡ κατάταξις τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰ σώματα καὶ τὰς λοιπὰς στρατιωτικὰς λειτουργίας, ἡ ἐπίβλεψις τῶν μερικῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν κατὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ ἡ διαχείρισις τῆς πειθαρχίας. Τὸ Σύνταγμα μάλιστα ἡμῶν ῥητῶς λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς βαθμούς, ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῶσιν ἄλλως τὰ κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς καὶ πολὺ μᾶλλον τὰ κατὰ τὴν τοποθέτησιν καὶ μετάθεσιν. Ναὶ, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Βασιλέως, καὶ ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀνατεθῇ αὕτη εἰς ἄλλον, διότι ἡ διαχείρισις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων ὀφείλει νὰ εὐθύνῃ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τούτου. Ὁ Βασιλεὺς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνεργεῖ ἐν τῇ σφαίρᾳ μόνον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ διοικήσει δὲν ἐνεργεῖ, ἀλλὰ μεταβιβάζει τὴν διοικητικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν εἰς τοὺς λειτουργοὺς τοὺς προϊσταμένους τῆς διοικήσεως. Ταῦτα δὲ (τὰ τῆς διοικήσεως) ὁρίζονται διὰ τῶν ὀργανικῶν νόμων, ὑποκειμένων εἰς μεταβολάς. Τοῦτο εἶναι καταφανές. Πλεῖστα ὅσα δικαιώματα δὲν εἶναι ἀνατεθειμένα ὑπὸ τῶν νόμων ἡμῶν εἰς κατωτέρας ἀρχὰς τοῦ Κράτους; Ὁ Βασιλεὺς διαχειρίζεται τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τοὺς διοικητικοὺς ἡμῶν νόμους, ὁ νομάρχης ἔχει μέγα μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς διοικήσεως. Πόθεν ἀντλεῖ τοῦτο; Τὸ ἀντλεῖ ἀπὸ τῶν νόμων, διότι δὲν ἕπεται, ὅτι καὶ ἡ κατωτέρα διοίκησις εἶναι ἀνάγκη νὰ προέρχηται ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τῆς βασιλικῆς· ἀντιπροσωπεύει ἁπλῶς αὐτὴν, καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς ἐνεργεῖ. Εἶπον τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λάλον ἄλλοτε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἂν ὑποβληθῇ, ἢ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, προκειμένου περὶ τοῦ ἐν γένει ζητήματος τοῦ στρατιωτικοῦ, μόνον καὶ μόνον διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἀπολύτως νὰ κατορθωθῇ ποτε νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς, ἐνόσῳ διευθύνει Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν ὡς διευθύνει. Δόξα τῷ Θεῷ δὲν πρόκειται περὶ διοικήσεως ὀλίγων μηνῶν καὶ ἐτῶν, πρόκειται περὶ διοικήσεως μακροτάτης, καὶ ἡ διοίκησις αὕτη ἡ μακροτάτη ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο στρατὸν, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ἀναγκάζονται νὰ κύπτωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τὰς κομματικάς. Ἀνάγκη πρὸς διεύθυνσιν φερέγγυον τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων νὰ ὑπάρχῃ Ἀρχηγεῖον ἀνεξάρτητον, ἀλλὰ καὶ τοῦτο περιοριζόμενον ὑπὸ ἐπιτελείου ἐξ ἑνός, καὶ ἐξ ἄλλου ὑπὸ ἀρχῆς ἐξ εὐμαθῶν καὶ εὐσυνειδήτων ἀξιωματικῶν συγκροτουμένης, κατὰ τρόπον ἐγγυώμενον, ὅτι δὲν θέλουσι παρεισφρήσει αἱ προσωπικαὶ συμπάθειαι καὶ τὸ φατριαστικὸν πνεῦμα, ὡς πολλάκις μέχρι τοῦδε ἐδήλωσα. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἂν συμφέρει ἴσως νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἀρχηγία εἰς τὸν Διάδοχον, διὰ μόνον τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον προεῖπον. Τοῦτο εἶναι ἀληθῶς ἄξιον σκέψεως. Εἶναι ἀληθῶς πιθανὸν ὁπωσδήποτε ἐκ τούτου νὰ μειωθῇ τὸ γόητρον τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, ἕνεκα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἥτις εἶναι φυσικὸν πάντοτε νὰ γίνηται, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω προσέτι, ὅτι ἀκριβῶς, ὅπου ἐλειτούργησε καὶ λειτουργεῖ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀκριβῶς ἐκεῖ ὑπάρχει Ἀρχηγεῖον στρατοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπὸ ἐτῶν ἀπενεμήθη βαθμιαίως πολὺ μεγάλη δύναμις εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ ἐκεῖ, ἀλλ’ ἀνέκαθεν ἐκεῖ διευθύνει τὸ Ναυαρχεῖον τὸν στόλον. Λοιπὸν ἡμεῖς θέλομεν ἑκάστοτε νὰ φαινώμεθα φιλελευθερώτεροι δῆθεν τῶν Ἄγγλων; Ἐὰν θέλωμεν νὰ πολιτευώμεθα ἀληθῶς ἐλευθέρως καὶ ἀληθῶς συνταγματικῶς, ἀληθῶς κοινοβουλευτικῶς, πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας.

§55Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ παρὰ τῶν Κυρίων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον σήμερον ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§56Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, κατέληξεν ἡ Κυβέρνησις, ζητήσασα ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Μάτην ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς νὰ ἐκτρέψῃ τὸ ζήτημα, ἀποκρούων τὴν ἐν αὐτῷ πολιτικὴν ἔννοιαν, καὶ θεωρῶν τοῦτο ὡς ἀναγόμενον εἰς ἀνεπίφθονον οἰκογενειακὴν σφαῖραν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα ἐξ ἀρχῆς ἐνεῖχε καὶ ἐνέχει σπουδαίαν σημασίαν καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν αὐτὸ τὸ συνταγματικὸν καθεστώς. Εἶναι καιρὸς, Κύριοι, νὰ ἐκστομισθῇ ἡ φωνὴ τῆς ἀληθείας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ τὸ θυμιατήριον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἄφθονος ὁ λιβανωτὸς ἀνυψώθη, νὰ ἀναρτηθῇ πλέον εἰς μίαν γωνίαν τοῦ Βουλευτηρίου. Εἶναι δὲ ἐπιτεταγμένον εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του σαφῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἁπλῶς ἔρις οἰκογενιακὴ ἔλαβε χώραν μεταξὺ τῶν κυβερνώντων· δὲν φρονῶ ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι μεταβολὴ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀπομάκρυνσις αὕτη, εἴτε ἀφετηρίαν ἔσχε τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ἀφετηρίαν ἔσχε τὴν διαφωνίαν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν Διάδοχον, εἶναι ζήτημα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θίγουσι καιρίως τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τὴν οἰκονομικὴν, καιριώτατα δὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς ὡς συνταγματικῆς Κυβερνήσεως. Ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὄχι τὸ μέγα ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἦτο τὸ ἐπενεγκὸν τὴν διαφωνίαν του πρὸς τὸν Διάδοχον καὶ τὴν παραίτησιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, περὶ οὗ διεπιστώθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἦτο ἐν ἄκρᾳ ἀγνοίᾳ αὐτῆς, πρᾶγμα ὅπερ οὐδεὶς ἐπίστευσε, οὐδεὶς δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δηλ. ἠδύνατο νὰ διαφύγῃ τὴν γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλλειμμα ὑπερβαῖνον τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ ἂν οὕτως εἶχε καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τοσοῦτον ἐκπληκτικῇ, ὅσον παχυλῇ, διετέλει ἡ Κυβέρνησις περὶ τὸ κολοσσιαῖον ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος ἐν ταῖς πιστώσεσι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, νομίζετε ὅτι ἡ παραίτησις τοῦ τέως κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν αἴρει τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχουσι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἅπαν τὸ Ὑπουργεῖον; Καὶ δὲν ἀναιρεῖται, δὲν ἐξατμίζεται ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ πᾶσα τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ ἀγνώστου αὐτῇ κολοσσιαίου τούτου ἐλλείμματος; Καὶ δὲν ἔλεγε, δὲν ἐκαυχᾶτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καταρχόμενος τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ὅτι ἐξονυχίσας τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἀνέδραμεν εἰς τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ ἐξήτασε τὰ πάντα, δαπάνας καὶ ἔσοδα, ὅπως ἀρτίαν, ἀληθῆ, πιστήν, παράσχῃ τὴν εἰκόνα τοῦ παρελθόντος, καὶ ἐκ ταύτης δώσῃ τὰς βάσεις τοῦ οἰκονομικοῦ του ἔργου διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀνθηρὸν παρέστησεν, ἵνα ἐξάρῃ τὴν λύσιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ 1900; Ἤδη ἡ τυχαία ἀνακάλυψις τοῦ ἐλλείμματος δὲν ἀνατρέπει τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο τὸ οἰκονομικόν; Καὶ ἡ ἀνακάλυψις αὕτη τοῦ ἐλλείμματος δὲν ἐκτίθησιν ἀπολύτως καὶ Κυβέρνησιν καὶ Κράτος ἐν τοσούτῳ ῥιζικῶς εὐθύνοντι τὴν χώραν ζητήματι εἰς σκληρὰς ἐπικρίσεις; Ἂν δὲ διετέλει ὄντως ἐν ἀγνοίᾳ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀναξία νὰ ἵσταται ἐπὶ τῶν ἑδρῶν αὐτῆς, καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη, διότι εἷς Ὑπουργὸς κατέλιπε τὸ ἑδώλιόν του κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, ἀπομακρυνθεὶς ἢ ἀποπεμφθείς. Ἂν κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον μετατοπίζωνται τὰ ζητήματα τῶν εὐθυνῶν, εὔκολον ἦτο ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ στραφῇ καὶ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ αὑτοῦ προϊστάμενον τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ ἀναγκάσῃ αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ, καὶ ὁ προϊστάμενος τοῦ οἰκονομικοῦ τμήματος νὰ ἀναζητήσῃ τὸν ἀμέσως κατώτερον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἠμέλησε νὰ φανερώσῃ εἰς τὸν ἀνώτερον αὑτοῦ τὰ τοῦ ἐλλείμματος! Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχουν τολμηροί, σκοποῦντες νὰ ἐμπαίξωσι τὴν κοινὴν πολιτικὴν ἀντίληψιν διὰ τοιαύτης λύσεως, ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους δὲν εἶναι τοσοῦτον ἁπλοϊκή, ὥστε νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις των. Οὐδὲ λέγοντες οἱ Ὑπουργοί, ὡς ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀπεκδυθῶσι τῆς εὐθύνης, ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὰ τοῦ ἐλλείμματος, δύνανται νὰ πείσωσί τινα περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ εἴτε ἐν γνώσει διετέλουν τοῦ ἐλλείμματος, ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκλονίσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὀρθῶς σπεύδει ζητοῦσα ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔδει ἐλευθέρως νὰ συζητηθῇ ἐνταῦθα, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ γενικῶν γραμμῶν ἔθιξαν, ὡς ἔδει, οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς κ. κ. Δραγούμης καὶ Ράλλης, εἶναι ζήτημα ἐπίσης εὐθῦνον τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο· οὐχὶ ἂν δὲν εἶναι βελτίων ὁ ὀργανισμὸς τοῦ τέως κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ κράτιστος ὁ τοῦ Διαδόχου, ἀλλ’ ἂν ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῶν ἐντεῦθεν διαφωνιῶν ἐγένετο ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἐδάφους. Μήπως ἀπεκαλύφθη τὸ ζήτημα μόνον κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς; καὶ μήπως δὲν εἴχομεν μακρὰς καὶ λεπτομερεῖς ἀνακοινώσεις τοῦ Τύπου περὶ τῶν διαφωνιῶν, αἵτινες ὑφίσταντο μεταξὺ τοῦ Διαδόχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀλλ’ ὄπισθεν τοῦ Διαδόχου, τοῦ ὁποίου τὸ ἀνεύθυνον καὶ τὸ ὑπεύθυνον συγχέεται καὶ ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς ἀκόμη συνταγματολόγους, ὄπισθεν τοῦ Διαδόχου τίς ὑπάρχει, ὁ περιέπων τὴν γνώμην του; Καὶ ὅταν ἐπὶ τοσοῦτον λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη τοῦ Διαδόχου, δὲν εἶναι αὕτη ἡ γνώμη τοῦ ἀνευθύνου, τοῦ ὄπισθεν ἱσταμένου τοῦ Διαδόχου; Καὶ ὅταν ἀκούῃ τις διαφωνίας μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Διαδόχου, τὰς διαφωνίας ταύτας δὲν θὰ τὰς εὕρῃ, οὔτε θὰ τὰς ἀναζητήσῃ μεταξὺ τοῦ συγκεκαλυμμένου ἀνευθύνου καὶ ὑπευθύνου Διαδόχου· αὗται ὑπάρχουσι μεταξὺ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἀνευθύνου Βασιλέως. Διότι περὶ τίνος πρόκειται; πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, ἥτις ἠγέρθη μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον. Ἦτο ἐπιβεβλημένον ἔργον εἰς πᾶσαν Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ὀργανισμὸν καὶ μεταρρυθμίσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ ἀνοικοδομήσῃ τὰ ἐρείπια τοῦ ὀδυνηροῦ ἐκείνου παρελθόντος. Εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Διάδοχος, ὡς πρῶτος ὑπήκοος τοῦ πατρός του, νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τούτου. Ἀλλὰ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ σχεδίου τοῦ Διαδόχου ἔθιγε τὴν συνταγματικὴν μηχανὴν, διότι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Διαδόχου, καθ’ ὃν τρόπον συνεζητήθη ἐπὶ ἡμέρας καὶ μῆνας, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐγνώσθη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, χωρὶς νὰ διαψευσθῇ ὑπὸ τῶν ἐχόντων καθῆκον νὰ διαψεύσωσι τοιαύτας ἰδέας, θιγούσας τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ σταματήσῃ μετὰ βαθυτέρας προσοχῆς ἡ Βουλή. Τί ἐζητεῖτο διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Διαδόχου; Ἐζητεῖτο ἵνα τὸ νομοθετικὸν ἔργον, τὸ διὰ τῆς ἐθνικῆς βουλήσεως ἐμπιστευθὲν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, μετατεθῇ εἰς τοὺς ἀνευθύνους. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 παρεῖχε τοιαῦτα δικαιώματα εἰς τὴν Βασιλείαν, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863 ἐχορήγησε μερίδα ἀναμίξεως μόνον τῆς Βασιλείας εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐχορήγησεν ὅμως αὐτῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἐχορήγησε τὸ δικαίωμα οὐχὶ νὰ νομοθετῇ, ἀλλὰ νὰ κρίνῃ τὰ νομοθετήματα, ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται ἢ νὰ δίδῃ τὸ κῦρος τῶν νόμων. Ἂν ὁ σοφὸς νομοθέτης οὕτω δὲν ὥριζε, θὰ ἐδημιουργοῦντο περιστάσεις ἀναιροῦσαι τὸ δόγμα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ πράξῃ τὸ κακὸν, καὶ τὸ δόγμα τοῦ ἀνευθύνου τῆς Βασιλείας. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐτέθη, ὡς ἐτέθη, ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα τοῦ σχεδίου τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ πιστεύων, ὅτι ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἐκείνῳ τοῦ Διαδόχου, ἔστω καὶ ἂν ἦτο ὁ ἄριστος, δὲν ὑπῆρχεν ἡ θέλησις τῆς Βασιλείας; Ἀλλ’ εἰς τὴν Βασιλείαν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποβάλλῃ σχέδια νόμων εἰς τὴν Βουλήν; Ὄχι, κατὰ τὸ Σύνταγμα. Τὸ δικαίωμα τῆς Βασιλείας εἶναι νὰ παρέχῃ ἢ νὰ ἀρνῆται τὴν κύρωσιν. Ἂν ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίζετο ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἀντίθετος πρὸς τὰ φρονήματα τοῦ Βασιλέως, ἔχει οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὸ κῦρος εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σεῖς θὰ ἐψηφίζετε, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἵνα ἐκ τῶν προτέρων συζητήσῃ καὶ ἐπιβάλῃ τὸν τοιοῦτον ὀργανισμόν. Ἄλλως θὰ ἐκινδύνευεν ἡ λειτουργία τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς. Διότι, ἐὰν ἐγνώριζεν ἡ Βουλή, ὅτι τὸ ὑποβαλλόμενον αὐτῇ ἔργον ἀπέρρεεν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως, εἰς δύο σκέψεις ἠδύνατο νὰ προέλθῃ, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἀνεγνώριζε τὸ λυσιτελὲς τοῦ ἔργου· ἢ ὑποδούλως νὰ κύψῃ εἰς τὴν βασιλικὴν θέλησιν, ἢ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Τὸ πρῶτον θὰ ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμα· θὰ ἐνομοθέτει ἡ Βασιλεία, καὶ οὐχὶ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους. Τὸ δεύτερον θὰ ἦτο ἄρνησις τῶν ἀγαθῶν ἢ ὀρθῶν σκέψεων καὶ προθέσεων τῆς Βασιλείας ὑπὲρ τοῦ τόπου, καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ τότε, ὅτι ὄντως ἐτίθετο δεινὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης οὐχὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς τὴν Βασιλείαν! (ἐπιδοκιμασίαι). Ἀλλ’ ἐθίχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ἕτερα ζητήματα ἐνταῦθα, καὶ ὄψιμοι ἐπῆλθον αἱ κραυγαὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἠγέρθη καὶ ἔλεγε «θέλομεν στρατόν!» Εἶπεν ὅτι εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος βλέπομεν τάγματα καὶ συντάγματα ἀξιωματικῶν προσκεκολλημένων ἐνταῦθα, ὅτι ἐν τῷ στρατιωτικῷ ἀρτοποιείῳ Πειραιῶς ὑπάρχουσιν, ἀντὶ 25, ἑκατὸν πεντήκοντα ἀπεσπασμένοι ἐργάται, καὶ ἀνωμολόγει τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ τοιαύτην, ὥστε νὰ ἦναι ἐπιτεταγμένη ἡ σύντονος πρόνοια καὶ φροντὶς ὑπὲρ αὐτοῦ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθ’ ἣν στιγμὴν παρεσύρετο εἰς αὐτὰς τὰς ἀληθείας, ἔβαλλε μὲν κατὰ τοῦ χθὲς συναδέλφου του Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὅσα ἔλεγεν ἦσαν ἡ δεινοτέρα κατηγορία καθ’ ἑαυτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως! Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἀπεκαλύφθη ἐξαίφνης σήμερον, εἶναι γνωστὴ ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Καὶ τίνα μέτρα ἐλήφθησαν εἴτε ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοὐλάχιστον τῆς παρούσης, πρὸ τόσου χρόνου, ἐξ ὧν νὰ πιστεύσωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν τῆς προνοίας των, εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν κραυγῶν των; Ἡ τοιαύτη κατάστασις τοῦ στρατοῦ ὀφείλεται, λέγουσιν, εἰς πάσας τὰς Κυβερνήσεις. Ὀφείλεται εἰς τὴν ὑπεύθυνον ἀπό τινος πάντων Πολιτικήν. Καὶ ἐπιχειρεῖται τὸ μέγα τοῦτο ἔργον, νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς πολιτικῆς, καὶ δὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα παραδοθῇ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου, βαπτιζομένου Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὰ ψηφιζόμενα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὴν πρόνοιαν τῶν ἰσχυρῶν, εἴτε ἀνωτάτων, εἴτε ἀνευθύνων, εἴτε ὑπευθύνων, ἀλλ’ ἡ ἐπιτυχὴς ἐφαρμογὴ αὐτῶν, καὶ τοιαύτην δὲν εἴδομεν. Δὲν εἶναι τὰ νομοθετήματα, ἅτινα δημιουργοῦσι τοὺς ἄνδρας τοὺς δημιουργοῦντας στρατοὺς, ὅταν μάλιστα οὗτοι, κατὰ φορὰν ἀτυχῆ, δὲν ηὐνοήθησαν ὑπὸ τῆς μοίρας εἰς μεγαλουργήματα. Ὅτε ἐσπιλοῦτο ἡ ὡραία ἐθνικὴ ἱστορία χιλιετηρίδων ὅλων, κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, καὶ ἐφεύγομεν κυλιόμενοι ἐντεῦθεν τῆς Ὄθρυος, μέχρι τοῦ στενοῦ τῶν Θερμοπυλῶν, τὸ ὁποῖον ἐδόξασε πεσὼν οὐχὶ ὁ Δοὺξ, ἀλλὰ ὁ Βασιλεὺς τῆς Σπάρτης, τὸ ἔθνος τότε ἠγέρθη ἐν μιᾷ φωνῇ, ἀλλόφρον ἐκ τοῦ ὀνείδους. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἀντὶ ἀληθῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας πάντες ἀπεξεδεχόμεθα, τί εἴδομεν; Εἴδομεν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀξιωματικοὶ φιλότιμοι ἠρνοῦντο νὰ ἐξέλθωσι μὲ τὴν τιμίαν στολὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ Ἕλληνος, εἴδομεν βροχὴν χρυσῶν ἐπωμίδων! Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐκκαθάρισις! Εἰς κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν ὀφείλεται ἡ βροχὴ αὕτη τῶν ἐπωμίδων; Καὶ ὅτε εὑρίσκω τοιαύτην τὴν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ πρόνοιαν τῶν ἀνευθύνων ἀντικοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων, πῶς θὰ προέλθω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους ἐμπιστευόμενος τὰς τύχας τοῦ στρατοῦ; Ὅπου ἡ ἱστορία μᾶς ἀναφέρει γεγονότα, διδάσκοντα πολλὰ, περιττεύει ἡ ἐπιζήμιος ἀνάπτυξις θεωριῶν. Καὶ τὰ γεγονότα εἶναι τοσοῦτον πρόχειρα, ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μόνον ὑπὸ τυπικὴν ἔποψιν, συνταγματικὴν, ἐζήτησαν νὰ ἐρευνήσωσιν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου νὰ ἦναι ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀπήντησαν «οὐχί», ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, θὰ εὕρωσι τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν ἐν τῇ γραμμῇ τῆς Ὄθρυος, ἐν Δομοκῷ ἢ ἐν Λαμίᾳ, ὅτε ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως ἀπεστέλλοντο ἐπιτελάρχαι, οἷος ὁ Λιμπρίτης, ἢ ἐδίδοντο διαταγαὶ ἄλλαι καὶ ἀπεκρούοντο, καὶ ὡς ἀπάντησις ἐτηλεγραφεῖτο ἀπειλὴ παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἀρχηγίας! Ἡ λύσις, Κύριοι, δίδεται διὰ τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ δίδεται καὶ διὰ τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ ἂν ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ὄντως ὑπεύθυνος, θὰ διέπραττε τὸ μέγα ἔγκλημα τῆς ἀνυποταξίας κατὰ τῶν διαταγῶν τῆς προϊσταμένης Κυβερνήσεως, καὶ δὴ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ; Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητήθη τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν τοιοῦτον φλέγον ζήτημα συνταγματικὸν ἐτέθη οὐχὶ πρὸ τῆς Βουλῆς, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν οἱ ἀρεσκόμενοι νὰ λέγωσιν ἀείποτε τὰ εὐχάριστα εἰς τοὺς Βασιλεῖς, καὶ νὰ θεωρῶσιν ἀσεβεῖς ἐκείνους, οἵτινες τολμῶσι νὰ εἴπωσι τὰ δυσάρεστα μὲν, ἀληθῆ δὲ, ἀλλ’ ἐτέθη ἀπεριστρόφως πρὸ τοῦ Βασιλέως. Τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ συνταγματικὸν ἐλύθη ἀπὸ πολὺ προγενεστέρας ἐποχῆς, καὶ ἡ ἀνάμιξις τοῦ Διαδόχου εἰς τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ, πέραν ἢ ἐναντίον τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔταξαν τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ Θεσμοὶ τοῦ Κράτους, συνεζητήθη πρὸ τοῦ Βασιλέως καθ’ ἡμέραν ἀποφράδα διὰ τὸ ἔθνος. Ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, (ἀπευθύνεται πρὸς τὴν δεξιὰν) οἵτινες ὀμνύετε εἰς τὴν μνήμην τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι ἡ σημαία τοῦ κόμματός σας, ἔχετε μίαν πολιτικὴν παρακαταθήκην περὶ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἀκατάλληλος, οὐδὲ τὸ ζήτημα ξένον, ἵνα ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην καὶ τὰ πολιτικὰ αἰσθήματα ὑμῶν τὴν ἀποφράδα ἡμέραν. Προέκειτο σύγκρουσις τῶν πολιτικῶν φατριῶν ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ Ἄρεως, καὶ μετέβη ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος ἐκεῖ, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἄνευ ἐντολῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἑπομένην ἀνήρχετο ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Ἠρωτήθη ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, ἂν θὰ διανεμηθῇ πρόσκλησις εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρὸς συνεδρίασιν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθόσον ἐθρυλεῖτο ἐπικειμένη παραίτησις, καὶ ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ διανεμηθῇ, καὶ διενεμήθη, ἡ δὲ Βουλὴ προέκειτο νὰ συνέλθῃ τὴν τετάρτην μετὰ μεσημβρίαν ὥραν, ὅτε τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ μεσημβρίαν κατῆλθε τῶν Ἀνακτόρων, καὶ τὸ πρῶτον ἔργον τοῦ ἀειμνήστου Πρωθυπουργοῦ ἦτο νὰ διατάξῃ, ὅπως διανεμηθῇ εἰδοποίησις πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς, ὅτι ὑπαρχούσης ὑπουργικῆς κρίσεως ἡ Βουλὴ δὲν θέλει συνεδριάσει. Ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον πρῶτοι οἱ συνάδελφοί του Ὑπουργοὶ, οἱ μὴ ἐπιλήσμονες, ἐλπίζω, τῶν συμπερασμάτων τῆς τελευταίας ὁμιλίας του, οἱ μνήμονες τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀφηγήθη,—καὶ εἶμαι μεταξὺ τῶν αὐτηκόων—δὲν θὰ εὑρεθῶσιν εἰς θέσιν νὰ διαψεύσωσιν οὔτε γραμμὴν ἐξ ὅσων θὰ λεχθῶσιν. Ἀνῆλθεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, καὶ ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἶπεν, ὅτι ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὄχι μόνον τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπαρκῆ ἀπαρτίαν, ἵνα συντελεσθῇ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι πρὸς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα βαδίσῃ αὕτη μετὰ πεποιθήσεως, χρειάζεται καὶ τοῦ ἑτέρου παράγοντος τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἡ συνδρομή, τῆς Βασιλείας, ἔστω καὶ κατ’ ἐπίφασιν· ἠρώτησε δὲ περὶ τοῦ διαβήματος τῆς μεταβάσεως τοῦ Διαδόχου εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως καὶ τῆς ἀναμίξεως αὐτοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ἄνευ διαταγῆς. Ὁ Βασιλεὺς ἀπεκρίθη, ὅτι τοῦτο ἀπετέλει δικαίωμα τοῦ Διαδόχου, ὡς τοιούτου καὶ ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ δὲ ἀείμνηστος Πρωθυπουργός, ὅστις τελευταίαν φορὰν ὕψωσε τὴν φωνὴν τῆς ἀληθείας καὶ ἤκουσαν ταύτην τὰ βασιλικὰ ὦτα, εἶπεν, ὅτι ἡ τοιαύτη μετάβασις τοῦ Διαδόχου εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως ἀπετέλει πρᾶξιν ἀντισυνταγματικὴν καὶ πρᾶξιν ἔκτροπον· ἀνέλυσε δὲ πρὸς τὸν ἐνάντια φρονοῦντα Βασιλέα, ὅτι ἡ Α. Ὑψηλότης, ὡς Διάδοχος μὲν, οὐδεμίαν ἰδιαιτέραν κατὰ τοὺς νόμους εἶχε δικαιοδοσίαν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἀφήσῃ εἰς τὰ Ἀνάκτορά του τὴν χλαμύδα τοῦ Διαδόχου, ἵνα μεταβῇ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως· ἀλλ’ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ καὶ διεκδικήσῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐκεῖ πρὸς τάξιν στρατευμάτων, τεταγμένων ὑπὸ ὡρισμένας διαταγὰς ἄλλου, ἄνευ διαταγῆς τοῦ προϊσταμένου του Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἦτο τότε ὁ κ. Τσαμαδὸς, τοιαύτην διαταγὴν δὲν ἔδωκε. Δὲν εἶναι δυνατὸν, εἶπε, νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις συνταγματικὴ, ἥτις νὰ θεωρήσῃ νόμιμον τὴν ἐνέργειαν τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν, Κυβέρνησις κηδομένη τοῦ γοήτρου καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Διαδόχου νὰ ἐπιτρέπῃ αὐτῷ, ὡς ἀρχηγῷ τοῦ στρατοῦ, νὰ μεταβῇ εἰς τὸ μέσον τῶν συγκρουομένων τότε μερίδων ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ Ἄρεως, διότι ἐν τῇ συγκρούσει ἐκείνῃ ἦτο δυνατὸν νὰ ῥιφθῶσι λίθοι, ἐξ ὧν ἔδει νὰ φυλαχθῇ ἡ ὑψηλὴ κεφαλὴ τοῦ Διαδόχου. Ἦτο δυνατὸν, ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ τῆς καταστάσεως, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ συνδέων τὸ ἀξίωμα τοῦτο μὲ τὸ τοῦ Διαδόχου, νὰ διατάξῃ πῦρ ἐναντίον τῶν συγκρουομένων, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι θὰ διέτασσεν αἱματοχυσίαν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἡ δὲ Κυβέρνησις βεβαίως ἄχαρι καὶ ὀλέθριον διὰ τὴν Βασιλείαν θὰ ἐπετέλει ἔργον, γινομένη παραίτιος νὰ θεωρηθῇ ὁ Διάδοχος ὑπεύθυνος τῆς αἱματοχυσίας, τὸ αἷμα δὲ θὰ ἐχώριζεν ἐκ τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ τὸν μέλλοντα Βασιλέα του. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κατέληξε λέγων πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι τὸ γενόμενον εἶναι ζήτημα θεσμῶν, ἀφ’ ἧς μάλιστα στιγμῆς ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἡ ἐνέργεια τοῦ Διαδόχου, καὶ δέον νὰ καλέσῃ ἄλλους συμβούλους, συμφωνοτέρους πρὸς τὰς τοιαύτας γνώμας. Καὶ ἔπεσεν οὕτω ὁ τότε ἀείμνηστος Πρωθυπουργός. Ἐπῆλθον δὲ ῥαγδαῖα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐδικαίωσαν τὴν γνώμην του, ὅτι ἡ διαφωνία του ἦτο διαφωνία συνταγματικῶν ἀρχῶν ἀπέναντι τάσεων, ὧν τὰς ὀλεθρίας συνεπείας εἴδομεν ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ πολέμου, τολμηροτέρας δὲ διαβλέπουσι πάντες οἱ μὴ ἐθελοτυφλοῦντες ἐν τῷ ζητήματι, ἐξ οὗ ἐπήγασεν ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐρευνῶ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Διαδόχου εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς ἢ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ λυομένου τοῦ διφυοῦς ζητήματος διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν τύχην τῆς ὁποίας καλούμεθα νὰ δώσωμεν ἢ ἀρνηθῶμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, δέον νὰ ἐρευνήσωμεν, τί ἔπραξεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη, εἴτε ἐν τῷ προγράμματι αὐτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴτε εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, εἴτε πρὸ μιᾶς ὥρας, ὅτε ἔλεγε τὰ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ; Ἐπηγγέλθη πανηγυρικῶς εἰς τὰς περιοδείας του, μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἀποπείρας τοῦ Καρδίτση, ἡ Α. Μεγαλειότης, ἐπηγγέλθη στρατόπεδα, ἵνα ἀποσύρῃ διὰ πραγμάτων καὶ οὐχὶ διὰ λόγων τὸν στρατὸν ἐκ τῆς πολιτικῆς, τὸν στρατὸν ἐκ τῶν τριόδων καὶ τῶν πλατειῶν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ δὲν εἴδομεν τίποτε πραγματοποιούμενον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἀφήσαντος οὕτως ἐκτεθειμένους τοὺς ἀπέναντι τοῦ λαοῦ ἐπισήμους βασιλικοὺς λόγους. Εἴδομεν τὴν Κυβέρνησιν θέτουσαν τὴν χεῖρα ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ κατόπιν ἀστόργως ἐπιλήσμονα ὅλων. Εἰσήγαγε νομοσχέδια, καὶ ἐψήφισε ταῦτα διὰ κραταιᾶς πλειονοψηφίας, οἷον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, ἀλλὰ μόνον πρὸς φενακισμόν, ἀφοῦ δὲν ἐφήρμοσε ταῦτα ἔτι. Ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἀπεμάκρυνεν ἐκ τῆς Βουλῆς τὸν στρατὸν, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶδε δεκαπέντε Βουλευτὰς στρατιωτικοὺς ἐνταῦθα διαβουλευομένους νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς τάξεις της, καὶ εἶδεν ἡ Κυβέρνησις ἑαυτὴν κλονιζομένην, ἐκλονίσθησαν αἱ πεποιθήσεις της περὶ τῆς καταστάσεως τῆς κακῆς τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἔμεινε νομοσχέδιον, καὶ τὸ νομοσχέδιον θὰ μείνῃ νομοσχέδιον, καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲν θέλει ψηφισθῆ! Προὐτίμησε τὸ συμφέρον της ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐψήφισε τὰ ἄλλα δύο νομοσχέδια, ῥίπτουσα στάκτην εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ κόσμου! ἐψήφισε τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἵνα μεταθέσῃ ἐκ τῶν τάξεων τῆς καταπεσούσης ἐν τῇ γενικῇ συνειδήσει στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐργασίαν τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλὰ δὲν εἴδομεν ἔτι ἐφαρμοζόμενον τὸν νόμον τοῦτον, δὲν εἴδομεν ἐφαρμοζόμενον τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, δι’ οὗ μᾶς ὑπέσχετο, ὅτι θὰ παραλάβῃ ἐκ τῶν φρουρῶν καὶ τῶν ἄλλων δημοσίων ὑπηρεσιῶν τὸ στράτευμα, ἵνα τὸ ἀποδώσῃ εἰς τὰ στρατόπεδα. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ πάντων τούτων συνεδέετο μὲ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τῆς χώρας, καὶ δὲν ἔχομεν τοιαύτας δαπάνας ἐπαρκεῖς. Καὶ μὴ τάχα δὲν ἔλεγεν ὑμῖν ἡ Ἀντιπολίτευσις: «ἐφέρατε τὰ σωτήρια ταῦτα νομοσχέδια, ἀλλ’ ἐφροντίσατε περὶ τῶν δαπανῶν;» Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑψούμενος τότε ἐπὶ τῶν ποδῶν του, ἔλεγε «λέγετε λόγια εἰς τὸν ἀέρα!» Τίς ἔλεγε λόγια εἰς τὸν ἀέρα, καὶ τίς εὑρέθη εἰς τὸ κενὸν, ἂς κρίνῃ ἡ Βουλὴ σήμερον ἐκ τῶν πραγμάτων. Πῶς δὲ τὰ οἰκονομικὰ δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἐφαρμογήν; Ποῖα οἰκονομικά; Ἐὰν δὲν εἴχετε περισσεύματα, ἦσαν περιττοὶ οἱ δαπανηροὶ νόμοι περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ περὶ συστάσεως Πρωτοδικείων, οὓς ὑπηγόρευσε σκανδαλώδης συναλλαγὴ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις φανῇ ἀρεστὴ εἰς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν σύστασιν τούτων καὶ τὴν δημιουργίαν θέσεων. Πᾶσαν δαπάνην νέαν ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὴν μόνην νέαν δαπάνην ὤφειλε κατὰ πρῶτον λόγον ν’ ἀφιερώσῃ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν συλλαμβάνομεν τὴν Κυβέρνησιν οὐδαμῶς μεριμνήσασαν μέχρι τοῦδε περὶ τοῦ στρατοῦ, ἐναντίον δὲ τοῦ Συντάγματος διαχειρισθεῖσαν τὸ ζήτημα τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι εἰς ἡμᾶς ἐπιτεταγμένον καὶ νὰ εἴπωμεν ταῦτα ἐλευθεροστόμως καὶ νὰ ῥίψωμεν μέλαιναν ψῆφον κατὰ τῶν κυβερνητῶν, τοὺς ὁποίους ἐλέγχομεν ἰδιαίτατα ὡς ἀγωνιζομένους οὐχὶ νὰ ὑπηρετήσωσι τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας. Δὲν εἶναι ὅμως ὠφέλιμα καὶ συμφέροντα εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ εἰς τὸ ἔθνος ἀείποτε τὰ ἀρέσκοντα. Τὰ συμφέροντα εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὴν Βασιλεία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Εἶναι καιρὸς νὰ λεχθῇ αὕτη, καὶ ἡ ἀλήθεια πρὸς τὴν Βασιλείαν καὶ ἡ ἀλήθεια πρὸς τὸ ἔθνος δὲν ἐξεπορεύθη, οὔτε πρότερον οὔτε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐκ τῶν θέσεων τούτων (δεικνύει τὰς θέσεις τῶν Ὑπουργῶν). (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).

§57ΔΟΥΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἀπὸ 4 ἡμερῶν συγκεντροῖ τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ ἔσω καὶ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ τὸ συζητούμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ζήτημα...

§58Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς μένει ἥσυχος.

§59ΔΟΥΝΗΣ. Νὰ ἦσθε πεπεισμένοι, ὅτι ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς πολὺ περισσότερον προσέχει, νὰ ἦσθε πεπεισμένοι, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑφίσταται τὰς συνεπείας τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, δὲν εἶναι ὁ ἔσω Ἑλληνισμὸς, ἀλλ’ εἶναι ὁ ἔξω.

§60ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ μάθῃ ἀκόμη.

§61ΔΟΥΝΗΣ. Καὶ ἐνδιαφέρει περισσότερον αὐτὸν, παρὰ τὸν ἔσω Ἑλληνισμὸν, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Τὸ ζήτημα, καθ’ ὃν τρόπον ἀνεπτύχθη ὑπὸ τοῦ ἐξ Οἰτύλου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἀνεπτύχθη πολιτικώτατα ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀρχηγοῦ, βεβαίως ἔλαβε χαρακτῆρα καθαρῶς πολιτικόν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ζητήματος τούτου θὰ προέκυπτε πρότασις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Μήτοι ἠλέγχθη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως; Μήτοι ἠλέγχθησαν οἱ διοικοῦντες ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν ταύτην; Μήτοι ἐξητάσθη καὶ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως;...

§62Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ὅταν ὁμιλῇ ἀντιπολιτευόμενος, ὑπομειδιᾶτε· τὸν εἰρωνεύεσθε! Διὰ ποῖον λόγον;

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε...

§64ΒΙΤΑΛΗΣ. Οὔτε εἰς τὴν θέσιν σας οὔτε εἰς τὸ ἀξίωμά σας ἐπιτρέπεται τοῦτο. Ἐπανειλημμένως τὸ παρετήρησα.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, καθήσατε ἥσυχος.

§66ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος μειδιῶν ὑποβιβάζει τὴν ἑαυτοῦ θέσιν. Τίνα λόγον λοιπὸν εἶχε καὶ ποίαν ἀφορμὴν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης, ἀφοῦ ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν προσήκει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, καὶ τὸ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἔχετε τοὺς 137;

§67ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. 142 (γέλωτες).

§68ΔΟΥΝΗΣ. Διατὶ ἐκ τῶν λόγων τῶν προλαλησάντων θέλετε δῆθεν νὰ ἐπιτύχητε ψῆφον, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δῆθεν ἡ ἐν γένει πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἀξία τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει εἰσέτι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ δὲν ἐξήλεγξεν εἰσέτι οὔτε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὴν ἐν γένει τῆς χώρας διοίκησιν, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ μόλις γνωρίζει τί διανοεῖσθε νὰ πράξητε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ πράξητε, ἐγκλείει κινδύνους διὰ τὴν χώραν, καὶ πολλοὶ ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὑπέδειξαν τοὺς κινδύνους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἐρειδομένη ἐπὶ τῶν 137 ἢ 147, θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὅτι θέλει πράξει, θέλει φέρει εἰς δεινὴν θέσιν τὸν λαόν. Ὁ λαὸς γνωρίζει ὁποία εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως καὶ διατηρήσεως τῆς Δυναστείας. Οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι μὴ πεπεισμένος ὅτι ἡ Δυναστεία παρ’ ἡμῖν εἶναι εὐεργετικὴ, ὅτι εἶναι ὄντως τὸ παλλάδιον τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ οὐδεὶς διενοήθη νὰ ψέξῃ τὴν Δυναστείαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ὡς ὀρθότατα ἀνέπτυξαν οἱ πρὸ ἐμοῦ, θὰ φέρῃ βλάβην πρὸς τὴν Δυναστείαν καὶ ἐξασθένησιν αὐτῆς, εἶναι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐπανέλαβε καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἐπιμένει. Ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης ἰδέας, διότι καὶ ἐγὼ, ὡς πολίτης Ἕλλην καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος, ἐνδιαφέρομαι νὰ ὑπάρχῃ εὐλάβεια καὶ σεβασμὸς πρὸς τὴν Δυναστείαν, νὰ ἦναι δὲ ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ αἰσθήματα ταῦτα βαθύτερα. Τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διὰ παραδειγμάτων λίαν ἐπιτυχῶν σᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι ὀφείλετε, ἂν ἔχετε τοιαύτην ἰδέαν, νὰ τὴν ἐγκαταλείψητε, καὶ νὰ ἀκολουθήσητε ὅ,τι δύναται ὄντως νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἡμῶν, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν διαρκῶς, διότι οὕτω θέλομεν κατορθώσει νὰ ἀντιστῶμεν νικηφόρως κατὰ τῶν περικυκλούντων τὸν Ἑλληνισμὸν ἐχθρῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐκ Βορρᾶ, οἵτινες ἀνέκυψαν θρασύτατοι καὶ ἐπετέθησαν λάβροι κατὰ τῶν ἡμετέρων. Γνωρίζετε ὁποῖα καὶ ὁπόσα ἐγκλήματα ἔχουσι διαπράξει καὶ διαπράττουσι κατὰ τῶν ὁμογενῶν προκρίτων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ; Γνωρίζετε μετὰ πόσης ἐπιμονῆς καὶ δραστηριότητος ἐργάζονται καὶ δύναταί τις εἰπεῖν θὰ ἐργάζωνται μετὰ δαιμονίας τακτικῆς ἐν Θρᾴκῃ καὶ Μακεδονίᾳ; Ἐν ταύταις ταῖς χώραις διατρέχει κίνδυνον ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ εἶναι λυπηρὸν, ὅτι οὐδαμῶς βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν παρέχουσαν τὰ μέσα εἰς τοὺς ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θρᾴκῃ, ὅπως τελεσφόρως ἀμυνθῶσι. Καὶ ἂν τὸ ζήτημα τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς στρατιωτικῆς τῆς χώρας καταντᾷ πρόβλημα ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀμύνης δὲν εἶναι πρόβλημα εἰς Κυβέρνησιν γνωρίζουσαν νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Καταλήγων τὸν λόγον, φρονῶ πεποιθότως, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ἀπόρροια τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ δὲν συνεζήτησε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐξήλεγξε τὴν διοίκησιν οὐδὲ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Τίνα λοιπὸν ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης ζητεῖ; Θέτετε διὰ τῆς προτάσεως ὑμῶν τὴν Βουλὴν εἰς δίλημμα, διότι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης φέρετε τὴν Δυναστείαν, τὸν ἀνεύθυνον, ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ ὅταν ζητῆτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, εἶναι ὡς νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ, ἂν ἐμπιστεύεται τὰς τύχας τοῦ ἔθνους εἰς τὴν Δυναστείαν ἢ ὄχι (Θόρυβος). Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει τοῦτο, μὴ ἐμβαθύνας εἰς τὴν σημασίαν τῆς ψήφου ταύτης, καὶ φέρει οὕτω τὴν Βουλὴν εἰς δυσχερῆ θέσιν.

§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν καὶ σκοπῶ βραχέα νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἔκρινα ὅμως, ὅτι θὰ ἦτο προσφορώτερον νὰ εἴπω αὐτὰ ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι ἀπὸ τῆς θέσεώς μου δὲν ἀκούουσι πάντες τῶν λόγων μου. Ὅταν ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἢ ὑπὸ Βουλευτῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως προβάλληται ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τῶν προβαλόντων τὴν πρότασιν ταύτην, ὑποχρεούμεθα δὲ πάντες νὰ δώσωμεν ψῆφον· ἔχουσιν ὅμως δικαίωμα, μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι, νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ψῆφόν των, καὶ ἠκούσατε ἤδη πολλῶν συναδέλφων δικαιολογησάντων τὴν μέλαιναν ψῆφον, τὴν ὁποίαν σκοποῦσι νὰ δώσωσιν. Ἐγὼ ἀγορεύσας εἶπον γνώμην, ὅτι εἰς ἡμᾶς, τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν παρέχεται ἀφορμὴ νὰ μεταβάλωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Ὅταν δὲ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν πρό τινων ἡμερῶν ψηφοφορίαν, διὰ τῆς ὁποίας κατεδηλώθη εἰς αὐτὴν ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, δὲν ἔκρινε μάταιον νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν σημερινὴν ψηφοφορίαν, καὶ ἐπιμένῃ ἐπιθυμοῦσα ἴσως νὰ μάθῃ, ἂν θέλῃ ἐκδηλωθῇ καὶ σήμερον ἡ αὐτὴ δύναμις τῆς ἐμπιστοσύνης, ἥτις ἐξεδηλώθη προχθὲς, θέλομεν βεβαίως μετάσχει τῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ ψηφοφοροῦντες δηλοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὡς δὲν εἴχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς πολιτικὰς ἰδέας αὐτῶν, ὅτε οὗτοι ἦσαν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, πολλῷ δ’ ἧττον νῦν, ὅτε εἰσὶν ἐν τῇ Κυβερνήσει, διότι οὐ μόνον ἔχουσι τὰς αὐτὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχον καὶ πρότερον, ἀλλὰ καὶ ἐφαρμόζουσιν αὐτὰς καθ’ ὃν τρόπον διαχειρίζονται τὴν δημοσίαν ἀρχήν.

§70ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ψῆφος συναισθήσεως τοῦ κλονισμοῦ, ὃν ἔπαθε. Τὸ ζήτημα, ὅπερ θέτει, καταδεικνύει, ὅτι εὐτυχῶς συνησθάνθη τὸ πλῆγμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἐκ τῆς συζητήσεως, συναισθάνεται δηλαδή, ὅτι ἐξῆλθε τετραυματισμένη, καὶ ζητεῖ τὸ ἔμπλαστρον τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα καλύψῃ τὰ τραύματα. Οἱανδήποτε καὶ ἂν παραδεχθῇ τις ἐκδοχὴν περὶ τῶν λόγων, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν συζήτησιν ταύτην, δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσεν αὐτὴν οὐχὶ προσηκόντως, καὶ ὅτι προεκάλεσεν αὐτὴν διὰ τῆς ἀστόχου πολιτικῆς αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀναγάγῃ τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ καταφανῇ, ὅτι αὐτὸς μόνος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ἠγνόει τὸ ἔλλειμμα, ἂς αἰτιᾶται τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις τόσῳ σοβαρὸν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν πρᾶγμα δὲν ἠδυνήθη νὰ ἴδῃ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφει ὑποχρεώσεις καθυστερουμένας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν εἰσηγητήριον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔκθεσιν, ἐκεῖ ὅπου ποιεῖται τοὺς ὑπολογισμοὺς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν χρήσεων τοῦ 1898 καὶ 1899, οὐδαμῶς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας. Καὶ ἐνῷ ποιεῖται μακρὸν λόγον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ ὑπολογίζει τὰ πληρωτέα, λησμονεῖ τὸ 1,650,000 δρ., αἵτινες ἐν τέλει τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφονται σαφῶς καὶ ἄνευ ἐνδοιασμοῦ. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του ἐκείνους περὶ τῶν βαρῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899 καὶ τὴν αὔξησιν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, τῆς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δημοσίων χρεῶν, καὶ ἥτις, κατ’ ἐμὲ, ὑπερβαίνει τὰς δρ. 900,000. Οὕτω τὰ δύο μόνον ταῦτα κονδύλια, ἅτινα δὲν ἠδύνατο νὰ ἀγνοῇ, τὰ λησμονεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ ὑπολογίζων ἄνευ αὐτῶν ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ὄχι μόνον εἰς ἰσοζύγιον θὰ λήξῃ, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα θ’ ἀφήσῃ. Νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ ἠγνόει; Δὲν δυνάμεθα. Ἀλλ’ εἶναι αὐτὰ μόνα; Δυστυχῶς εἶναι πολλὰ τὰ λησμονηθέντα, ἵνα παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχουσιν ἄδικον οἱ ἀπαισιόδοξοι. Καὶ ὅταν ἀντὶ τοῦ 1,650,000 τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν συνομολογεῖται ἔλλειμμα 4,200,000, ποῦ στηρίζεται πλέον ἡ αἰσιοδοξία του καὶ τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὸ περίσσευμα; Διὰ τῶν προχθὲς εἰσαχθέντων νομοσχεδίων ὑπόσχεται πάλιν, ὅτι θὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα· ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία καὶ ἡ διάψευσις τῶν βεβαιώσεών του, τῶν καὶ διὰ τοῦ μακροῦ λόγου αὑτοῦ καὶ διὰ τῆς γραπτῆς ἐκθέσεως, ἣν προτάσσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν συνέταξε κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1899, ὅτε εἶχεν ὅλα τὰ διδόμενα ἀληθοῦς κρίσεως, μᾶς ἀφίνει πλέον νὰ πιστεύσωμεν τὴν νέαν περὶ ἰσοζυγίου, καὶ δὴ περὶ περισσεύματος, αἰσιόδοξον πρὸς ἡμᾶς ἀγγελίαν του; Ἐὰν δὲ δεχθῶμεν ὡς ἐκδοχὴν τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν λησμονεῖτε βεβαίως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, λέγων ὅτι αἰτία τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἦτο τὸ ἔλλειμμα, εἶπε συγχρόνως, ὅτι, ὡς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν, ὃν εἶχε μελετήσει, ὅτε ὁ παραιτηθεὶς Ὑπουργὸς διεφώνησεν ὡς πρὸς τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, τῷ ὑπεδείχθη, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ παραιτηθῇ, καὶ τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεχώρησε, καὶ συνέταξε τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι δὲ ταῦτα λέγων ὁμολογεῖ ὅτι ἐγνώρισε πῶς διετυπώθη τὸ φιλονικηθὲν ζήτημα εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις παρητήθη. Ἀλλὰ μετὰ τὸ συμπέρασμα τοῦτο κατ’ ἀνάγκην εὑρίσκομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ σειομένου ἐδάφους· διότι, ἐὰν συνεφώνησαν, διατὶ σήμερον ἀπαρνεῖται τὸ ἔργον, εἰς ὃ μετέσχε; καὶ ἂν δὲν εἶχε συμφωνήσει, διατὶ σαφῶς δὲν τῷ ἔλεγεν, ὅτι ἀποδοκιμάζει καὶ πάλιν τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ; Δύναταί τις ὅμως νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἠγνόει τὸν ὀργανισμὸν, ἀφοῦ ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος τὸ ἐναντίον, καὶ προσωμολόγησεν, ὅτι ἐπὶ τούτου ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐδέχθη καὶ ὅτι συνειργάσθη καὶ μετὰ τοῦ τμηματάρχου; Ἐὰν δὲ δὲν ἠγνόει τὸν ὀργανισμὸν ἐκεῖνον, ὅστις, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τότε πῶς χθὲς ἀπεκήρυττεν αὐτόν; Καὶ ἂν δὲν ἐδέχετο αὐτὸν, διατὶ μετὰ θάρρους, ὅπερ ἔδει νὰ ἔχῃ, ὡς Πρωθυπουργὸς, δὲν τῷ εἶπεν ὅτι οὔτε αὐτὸν δέχεται; Πασίγνωστον εἶναι, ὅτι πανταχοῦ ὑψώθη φωνὴ, μετὰ τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου, ὅτι πρώτιστον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως ἔδει νὰ ἦναι ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ, οὗτινος ἡ ἀποτυχία, ἐφ’ ὅσον ὀφείλεται εἰς τὴν ἀτέλειαν τοῦ ὀργανισμοῦ, γεννᾷ τὸ ἄδικον, νὰ βλέπωμεν καταγγελλομένους διὰ τὰ τελευταῖα ἀτυχήματα ἀξιωματικοὺς ἀξίους πάσης ἐμπιστοσύνης τοῦ τόπου, ἀξιωματικοὺς φιλοτίμους, καὶ ὧν τὴν τιμὴν ἔπρεπε πρώτιστα ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναστηλώσῃ, εἰσάγουσα τὰ πρὸς τοῦτο νομοθετήματα, ἀφιεμένους εἰς τὴν ἄδικον περὶ αὐτῶν κρίσιν. Ποίαν ἔλαβε πρόνοιαν διὰ τὴν διοίκησιν καὶ διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ἅτινα ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ πρῶτον μέλημα αὑτῆς καὶ πρώτην ἀσχολίαν τῆς Βουλῆς, ἅμα ἦλθε; Καὶ μετὰ πάροδον ἔτους ἤδη, σήμερον βλέπομεν, ὅτι οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔχει, οὐδεμίαν γνώμην ἐκφράζει, οὐδένα ὀργανισμὸν λέγει ὅτι ἔχει. Ὁ κ. Πρόεδρος διὰ τοῦ λόγου του ἐζήτησε νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν ὀχυρώματος μαρτυροῦντος τὴν ἀδυναμίαν αὐτοῦ εἰς τὸ νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, τὴν ἀδυναμίαν νὰ προστατεύσῃ μόνην τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἥτις (εὐθύνη) καὶ μόνη πρέπει νὰ ἦναι ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἀντισυνταγματικὸν εἶναι νὰ γίνηται λόγος περὶ Δυναστείας ἐν τῇ συζητήσει τῶν εὐθυνῶν τοῦ Ὑπουργείου. Ἀνήγαγεν ὅμως τὸ ζήτημα εἰς προσβολὴν κατὰ τῆς Δυναστείας, ὅπερ οὐδαμῶς οὔτε ἐνοήθη οὔτε πρέπει νὰ νοηθῇ, καὶ λίαν ὀψίμως ἐπὶ τοιούτου θέματος ὡμίλησε περὶ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Δυναστείας, θέματος, ἐφ’ οὗ πολὺ πλειότερα ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ἂν ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ. Διατὶ ἔπραξε τοῦτο; διότι ἴσως εἶχεν ἀνάγκην καὶ τὴν παρὰ τῷ Θρόνῳ κλονισθεῖσαν ἴσως θέσιν τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ἀνορθώσῃ. Καὶ ἐν τούτῳ λοιπὸν ἦτο ἀτυχής. Σήμερον δὲ ζητεῖ ψῆφον· καὶ θὰ λάβῃ ψήφους, ἀλλ’ αἱ ψῆφοι, ἃς θὰ λάβῃ, θὰ ἦναι ψῆφοι σωτηρίας, ψῆφοι συντηρήσεως, οὐχὶ ὅμως ψῆφοι ἐμπιστοσύνης.

§71Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Δὲν ἀναβαίνω ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν τετραήμερον συζήτησιν, οὔτε θὰ συμβουλεύσω τὸ Κοινοβούλιον πῶς πρέπει νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Φλογαΐτης εἶπε, καθὼς καὶ οἱ ἀξιότιμοι ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. κ. Δεληγεώργης καὶ Δραγούμης καὶ πολλοὶ ἔγκριτοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς ἦλθε καὶ ὡμίλησεν εἰς τὴν τούρλαν τοῦ Σαββάτου! (γέλωτες. Ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησεν ὅπως πρέπει, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι πολλοὶ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μοὶ εἶπον, ὅτι «εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλὰ συνεχάρημεν τὸν κ. Πρωθυπουργόν· πολὺν καιρὸν εἴχομεν ν’ ἀκούσωμεν τοιοῦτον λόγον». Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶπε τοῦτο. Διότι ὁμολογουμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνύψωσε τὴν Βασιλείαν εἰς τὴν πρέπουσαν θέσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας καὶ σύντροφος τοῦ συναδέλφου κ. Λαμπρινίδου εἶπεν ἄνταλα μάνταλα, καὶ ἠθέλησε νὰ μᾶς διδάξῃ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, ἐνῷ ὁμολογουμένως ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔθεσε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζηπέτρου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουσιν Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Α. Κασσαβέτη καὶ Π. Δ. Πετρίδου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ)

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Περ. Ἀλεξάκης Ο
Γ. Κυριαζῆς Ν. Σπυρακόπουλος Ν
Α. Παναγιωτόπουλος Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
Λ. Μελετόπουλος Ν Θ. Β. Δηλιγιάννης
Κ. Μωραϊτίνης Ν Χαρ. Διγενόπουλος Ν
Εὐστ. Ρακόπουλος Ν Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν
Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
Εὐκλείδης Μπίστης Ν Μιχ. Φωτιάδης Ν
Δημοσθ. Καΐρης Ο Γ. Λιδωρίκης Ν
Ἀνδρ. Καρατζᾶς Ν Γ. Ἀνδρίτσος Ν
Κ. Πλατούτσας Ν Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Μιχ. Κωτσάκος Ο Μιχ. Στελλάκης Ο
Κων. Γ. Καραπᾶνος Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Κων. Κοττίκας Ν Γ. Λύρας Ν
Ἰωάν. Καραπᾶνος Ο Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
Εὐάγγ. Γαρουφαλιᾶς Ν Δημ. Τσάτσος Ν
Στέφ. Δραγούμης Ο Δημ. Τσιτσάρας Ο
Ν. Λεβίδης Ο Κωνστ. Ζῶτος Ν
Θ. Ρετσίνας Ν Γ. Χατζόπουλος
Φωκίων Νέγρης Ο Διον. Στεφάνου
Νικ. Γιαννηκώστας Ν Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
Ἐπ. Μ. Κανάρης Ν Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας Ο
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Γ. Ρῶμας Ν
Θεόδ. Φλογαΐτης Ο Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
Δ. Γ. Ράλλης Ο Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Γεώργ. Βενιζέλος Χαρίλ. Σπηλιώτης Ο
Νικ. Γουναράκης Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
Κ. Σταυρόπουλος Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Ο Π. Λύγερινός
Δημ. Καραγιάννης Ν Χρ. Δαραλέξης Ο
Ἀνδρ. Στράτος Ο Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο
Ἀντ. Καρτάλης Ν Ν. Δαούτης Ο
Κ. Τοπάλης Ο Π. Παπαχατζῆς
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Σπ. Ἰω. Μήλιος
Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν Β. Μαρκεζίνης Ν
Ν. Παπαϊωάννου Ν Νικήτας Συναδινός Ν
Δημ. Γίδας Ν Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
Νικ. Τσόγκας Ν Γηλ. Δενδρινός Ν
Νικ. Γουλμῆς Ν Π. Μαυροκέφαλος Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ο
Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας ἀρν
Π. Θ. Ζαΐμης Ο Ν. Τριανταφυλλάκος Ο
Ὀδ. Λαμπρόπουλος Ν Παν. Μανέτας Ο
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ο Ι. Μπακόπουλος
Ἡρ. Καλαμπάκας Ν Ἠλ. Ζέγγελης Ν
Γεώργ. ΠαπαθανασίουΝ Φ. Βάρβογλης Ν
Περ. Περρωτὴς Ν Ἀθαν. Κατριβάνος Ν
Ἠλ. Μαυρομιχάλης Ν Ἠλ. Κοτσονάκος Ν
Γ. Οἰκονομόπουλος Ν Γ. Ἀναστασόπουλος Ο
Δ. Τερτίπης Ν Γ. Νικολαΐδης Ο
Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν Κ. Τρικούπης Ν
Κ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ο
Γ. Φραγκίδης Ν Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Ι. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ν
Σ. Παπαποστόλου Ν Γ. Λυμπερόπουλος Ν
Ξεν. Τσαμαγκίδης Ν Περ. Μποῦτος Ο
Κ. Σαραφιανὸς Ν Ἀρ. Προβελέγγιος Ν
Γ. Χατζηνικολῆς Ν Α. Μάτσας Ν
Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
Γ. Μέρμηγκας Ν
Γ. Κόρπας Γ. Σισμάνης Ν
Τρ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης Ν
Γ. Θεοτόκης ἀρνΓ. Πλατανιώτης
Μιχ. Θεοτόκης Ἠλ. Ποταμιάνος Ο
Γουλ. Σκάρπας Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
Σπ. Χυτήρης Ν Α. Πετσάλης Ο
Σπ. Ἀγάθος Ν Κωνστ. Α. ΚουμουνδοῦροςΟ
Β. Σαμσίλης Ν Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Ν. Καλογοῦρος Ν Γ. Καπετανάκης Ν
Κ. Χριστόπουλος Ν Φ. Μοσχούλας
Π. Πετρίδης Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
Σωτ. Κροκιδᾶς Χ. Κανελλόπουλος Ο
Σπ. Νοταρᾶς Θάνος Μπασιᾶς
Π. Μεντζελόπουλος Ν Π. Τυπάλδος Ν
Δ. Δημητριάδης Ν Θ. Βελλιανίτης
Ἄθως Ρωμάνος ἀρνἈνάρ. Σιμόπουλος ἀρν
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ο Πέτρος Μόρης Ν
Θ. Μαρκέτος Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
Σπ. Ε. Στάης Ν Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης
Π. Χοντζόπουλος Ν Α. Ρικάκης Ο
Ν. Τσοῦχλος Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς Ο
Χ. Κ. Βοζίκης Ο Ἀχ. Γεροκωστόπουλος
Θ. Πέρρος Ν Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Στέφ. Κοπανίτσας Ν Ν. Μισυρλῆς
Γ. Φικιώρης Νικ. Καράπαυλος ἀρν
Μελέτ. Ρουσόπουλος Ν Γ. Ράλλης
Βρασίδας Λεώπουλος Σπ. Γκεντιλίνης Ν
Γ. Μαυρομιχάλης Ο Γ. Ζερβὸς Ν
Ι. Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ν. Καραστέργιος Ο Νικόλ. Λεωνίδας Ν
Δ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακός
Ἰωάν. Γ. Λάππας Α. Μαυρογορδᾶτος
Ν. Μπουφίδης Ν Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Α. Βιτάλης
Γερ. Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος Ν
Ξ. Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
Β. Βασιλειάδης Ο Κάρολος Βιτάλης Ο
Κων. Χατζηπέτρος Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
Γ. Κανούτας Νικ. Τσαμαδὸς ἀρν.
Νικ. Ταρυμπάζης Ν Παντελῆς Γκίκας Ο
Θεόδ. Κριεμάδης Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
Γ. Ραδινός Ν Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Ἀπ. Ζάππας Ν Ι. Τσιριμῶκος
Θ. Σαρσέντης Ν Δημ. Κρίτσας
Α. Πονηρόπουλος Ν Ν. Α. Πλατῆς Ν
Δ. Ἀναστασόπουλος Νικ. Χατζῖσκος Ο
Δ. Παπακτσώρης Ν Ν. Καλογερόπουλος Ν
Δ. Κατσάνος Β. Βουδούρης ἀρν.
Δ. Σκαλτσοδῆμος Ν
Ν. Τζανετόπουλος Ν Γ. Ἀβέρωφ
Γ. Ροδόπουλος Ν Μιλτ. Κανάρης
Θεόδ. Λυμπρίτης Ο Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 180. Ἐκ τούτων 119 εἶπον Ναὶ, καὶ 54 εἶπον Ὄχι, ἠρνήθησαν δὲ ψῆφον οἱ Ὑπουργοί. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους παραπονεῖται ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκῆ χρόνον, ἵνα ἐργασθῇ, διότι ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἀρχίζει εἰς τὰς 3. Ἐὰν θέλετε, ν’ ἀλλάξωμεν τὴν ὥραν, χάριν τῆς ἐπιτροπῆς.

§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὰς 4.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς αὔριον αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς θὰ ἄρχωνται τὴν 4ην ὥραν μ. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 15′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
2Τῆς 28 Ἰανουαρίου 1900.
3(Παρασκευή).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 3 καὶ 30′ μ. μ. ἀνα-
5γινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρα-
6κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Λαυρίου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν
8κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων
9ἐν τῷ δήμῳ Λαυρεωτικῆς.
10§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης θὰ λάβω τὸν
11λόγον, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε.
12§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
13Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Καλαβρύτων δι’ ἀναφορᾶς των
14παρακαλοῦσι νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ γεφύρας εἰς θέσιν
15Γκριντσαίϊκα.
16Οἱ βουλευταὶ Καρυστίας κ. κ. Μέρμηγκας, Σαραφιανὸς
17καὶ Χατζηνικολῆς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ καθο-
18ρισμοῦ ἐπισκοπικῆς περιφερείας ἐν Καρυστίᾳ. Θέλει τυπωθῆ
19καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 71).
20§4ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως θέλω
21ἀναπτύξει αὐτήν.
22§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Π. Πετρίδης
23δι’ ἐπερωτήσεώς του παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
24Ὑπουργὸν «νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ αἰτηθὲν καὶ κατὰ
25τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον σημείωμα, ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται πό-
26σοι ἐκ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων μένουσιν ἀπεσπασμένοι εἰς
27διαφόρους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσίας, μὴ μεταβάντες εἰς
28τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ θέσεις των, καὶ ποῖον μισθὸν ἀπολαμ-
29βάνουσιν οὗτοι.»
30Ὁ κ. Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ἔχει τὸν λόγον.
31§6Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἶναι
32ἀληθὲς, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀμφισβητεῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν
33παρ’ ἐμοῦ λεγομένων, ὅτι ἡ σιωπὴ ὑμῶν, Κύριοι, εἶναι ἡ
34ἀναμφίλεκτος ἀπόδειξις, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύ-
35λου καταδικάζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς συμπάσης.»
36Ἀγορεύων, ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς ὑμᾶς
37προχθές. Δὲν κατώρθωσεν ὅμως νὰ ψυχολογήσῃ, δὲν ἠδυνήθη
38νὰ διαγνώσῃ, τί ἐσήμαινεν ἡ σιωπὴ ὑμῶν. Ἠθέλησε νὰ ὠφε-
39ληθῇ ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματός μου, τὸ ὁποῖον ἤκουσε κατὰ μίαν
40τῶν ἀγορεύσεών μου, καὶ ἐζήτησε νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, διὰ
41νὰ ἐπικυρώσῃ ὅ,τι ἀνακριβῶς ἔλεγεν ἐντεῦθεν, καὶ ἡ Βουλὴ
42ἔμεινεν ἔκπληκτος, βλέπουσα τὸν Πρωθυπουργὸν ὑποστηρί-
43ζοντα τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κατα-
44δικάζοντα ἑαυτὸν καὶ τοὺς συνεργάτας αὐτοῦ! Τόσον δὲ ἦτο
45εἰς ἄγνοιαν τῆς ψυχολογικῆς ὑμῶν καταστάσεως, ὥστε εἷς ἐκ
46τῶν συναδέλφων, ἀντιθέτου πρὸς ἐμὲ πολιτικῆς, συμπολίτης
47μου εἰλικρινὴς ὅμως, ὁ κ. Καπετανάκης, ἐγερθεὶς ἐξ ἀγανα-
48κτήσεως, προσεκάλεσε τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ σεβασθῇ ἑαυτὸν,
49καὶ νὰ μὴ θέτῃ εἰς τὸ στόμα τοῦ ἀντιπάλου αὐτοῦ λέξεις
50καὶ ἐννοίας μὴ ἐκδηλωθείσας. Ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Πρω-
51θυπουργὸς νὰ σωθῇ. Παραζαλισμένος, οὐδὲ ἤξευρε τί ἔλεγεν,
52οὐδὲ ἤξευρε τί ἐβεβαίου, οὐδ’ ἐνόησεν, ὅτι κατήγγελλε τοὺς
53συναδέλφους του καὶ ἑαυτόν. Καὶ θὰ ἀποδείξω τοῦτο. Ἀκο-
54λουθήσατε τὴν σειρὰν τῶν λόγων μου.
55Ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἀλη-
56θῶς τὸ ἔλλειμμα τῶν 4,000,000 εἶναι ὁ λόγος, ὅστις προε-
57κάλεσε τὴν παραίτησίν μου, καὶ κατέφυγεν εἰς διαστροφὴν
58τῆς ἀληθείας· ἔθεσεν εἰς τὸ στόμα μου ὅ,τι δὲν εἶχον εἴπει,
59παρέλειψε δὲ νὰ παρακολουθήσῃ τὴν σειρὰν τῶν ἐπιχειρη-
60μάτων μου, δι’ ὧν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
61κονομικῶν ἐγνώριζεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἔλ-
62λειμμα τοῦτο. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, δὲν εἶπε τίποτε, ἐλησμόνησε,
63παρέλειψε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
64νομικῶν, εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ἀνεθεωρήσαμεν τὸν προϋπο-
65λογισμὸν τοῦ προκατόχου μου, καὶ ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ τὰς
66ἐνστάσεις τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ
67ὑπηρεσία ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοι-
68κηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον μὲ τὰς πιστώσεις τὰς ὁποίας ἀνεγρά-
69φομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
70Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἠδυνάμεθα, ἐὰν παρουσιασθῶσιν ὑπερ-
71βάσεις, νὰ λάβωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καὶ ἐση-
72μειώσαμεν ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἐνιαυσίῳ διάταξιν περὶ τούτου.
73Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ παρεσιώπησε
74σκοπίμως τὴν πίστωσιν τῆς ἱπποφορβῆς, καὶ παρεσιώπησε
75σκοπίμως νὰ ἀναφέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ συγγενοῦς τοῦ Ὑπουρ-
76γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔλαβε τὸ σεβαστὸν ποσὸν τῶν
77853,091 δραχμῶν, ὡς ἐργολάβος τῆς ἱππονομῆς τῶν ἐφίπ-
78πων σωμάτων τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν μόνον,—διότι ἐλλείπου-
79σιν οἱ λογαριασμοὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ σωμάτων ἀπὸ ἱκανῶν
80μηνῶν.—Ἐλησμόνησε νὰ ἀναφέρῃ τὸ μέρος τοῦτο καὶ τὸ
81ὄνομα τοῦ συγγενοῦς τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι
82δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γνωρίζῃ
83ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα, καὶ τί ποσὸν θὰ ἔχῃ νὰ λάβῃ ὁ συγ-
84γενὴς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
85Καὶ πιστεύετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ὁ τόσον στενὰ συν-
86δεδεμένος κ. Καμπᾶς νὰ μὴ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν
87τῶν Οἰκονομικῶν πάσας τὰς δοσοληψίας, τὰς ὁποίας εἶχε
88μεθ’ ἑνὸς οἱουδήποτε Ὑπουργείου; Ἀνεμνήσθη μόνον τὴν
89πίστωσιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν ἱματισμὸν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἐκ
90προμελέτης δὲν ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ρετσίνα, φίλου
91ἰδιαιτέρου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῶν στε-
92νωτάτων, καὶ μᾶς εἶπε μόνον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῷ εἶπεν, ὅτι
93δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔπρεπε
94νὰ ἀναγράψωμεν, διότι δὲν εἶχε τὰ συμβόλαια. Εἶπεν ἡ ὑπη-
95ρεσία, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ συμβόλαια, διὰ νὰ ἴδωμεν τίνας
96ὑποχρεώσεις ἔχομεν, διὰ νὰ κρίνωμεν τί ποσὸν θὰ ἠδυνά-
97μεθα νὰ ἀναγράψωμεν, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
98κῶν δὲν ἀπεδέχθη ὅ,τι εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τὸν προϋπολογι-
99σμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε συντάξει ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης.
100Καὶ ἐπιμεμελημένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσύγχισε τὰς δύο
101συνεντεύξεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσαμεθα, τὴν μίαν εἰς τὸ Ὑπουρ-
102γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοὺς διαθεσίμους, καθ’ ἣν ὑπε-
103δείχθη ὅτι ἡ πίστωσις ἐκείνη ἤθελε παρουσιάσει ἔλλειμμα,
104καὶ τὴν δευτέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ
105νὰ συντάξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἐγώ τε καὶ
106οἱ δύο Κύριοι, ὅτε προσκαλέσαντες ἐνώπιον ἡμῶν τοὺς ἁρ-
107μοδίους ὑπαλλήλους καὶ ἐξετάσαντες αὐτοὺς ἠρευνήσαμεν
108ἐκεῖ καὶ τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ 1899 ἐν γέ-
109νει, καὶ ὑπεχρεώθην νὰ τηλεγραφήσω, καὶ ἐτηλεγράφησα
110εἰς ὅλα τὰ σώματα καὶ τὰ ἐπιμελητήρια, ὄχι πλέον περὶ
111ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ κεκλει-
112σμένων χρήσεων, τὰς ὁποίας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
1131900 δὲν ἀναγράφει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Γνωρί-
114ζων τὴν ἀνικανότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, δὲν
115ἀνέγραψεν εἰς αὐτὸν τὸ ποσὸν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων,
116ἀνερχόμενον εἰς 1,500,000 περίπου δραχμάς. Ἐπίσης δὲ
117δὲν ἀνέγραψε τὸ ποσὸν 150,000 δραχμῶν, ἀνῆκον εἰς τὴν
118χρῆσιν τοῦ 1898.
119Ἀφοῦ εἴχετε ἀκούσει πρὸ μιᾶς ἡμέρας τὴν ἱστορίαν ὅλων
120τούτων, ἠκούσατε προχθὲς μόνον ῥητορικὰς ἀποστροφὰς,
121σκοπὸν ἐχούσας νὰ διαστρέψωσι τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἐνόμι-
122σεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔπεισεν ὑμᾶς, καὶ ἔσπευσε νὰ
123σᾶς δηλώσῃ, ὅτι μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος αὐ-
124τοῦ, τὸ ὁποῖον σᾶς παρέστησεν ὡς ἄγνωστον εἰς αὐτοὺς, ἡ
125πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐτίθετο ἐκποδὼν, καὶ δὲν ἦτο
126δυνατὸν νὰ τακτοποιηθῇ ἄλλως ἡ ὑπόθεσις, εἰμὴ διὰ τῆς ἀπο-
127μακρύνσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἐλη-
128σμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων ταῦτα, ὅτι διέψευδε
129κατηγορηματικῶς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις
130πρό τινων ἡμερῶν, ζητῶν πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν, ἐβε-
131βαίου, ὅτι δυνάμει μέτρων, ἅπερ λαμβάνει τὸ Ὑπουργι-
132κὸν Συμβούλιον, ἐτακτοποιήθη καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ θὰ
133ἔχωμεν πλεόνασμα 1,500,000. Ἀλλ’ ἐὰν ἀληθῶς οὕτως
134ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, πρὸς τί ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ Ὑπουργοῦ; Μὴ
135τάχα δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ μὲ τὸν πρώην Ὑπουργὸν νὰ τα-
136κτοποιηθῇ ἡ ὑπόθεσις ὁμοίως; Δὲν εἶναι τοῦτο ἀπόδειξις
137τρανὴ, ὅτι ὑπῆρξεν ὡς ἀφορμὴ τὸ ἔλλειμμα; Ἔχω ἀνάγκην
138νὰ μεταχειρισθῶ ἐπιχειρήματα καὶ ῥητορικὰ σχήματα, διὰ
139νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν λέγει ἀλήθειαν;
140Ἀλλ’ ἔχων ἀνάγκην νὰ ἐπικυρώσῃ ἔτι πλέον, ὅτι ὁ λό-
141γος τῆς παραιτήσεώς μου ἦτο τὸ ἔλλειμμα, δὲν ἐσεβάσθη
142οὔτε ἑαυτὸν, οὔτε τὸ ἀξίωμά του, καὶ ἐξήρθρωσε τὰ γεγο-
143νότα. Ἐστράφη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ἐζήτη-
144σεν ἐκεῖ νὰ εὕρῃ ἔρεισμα, ὅπως σᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο
145περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ἐφάνη ἀπο-
146ρῶν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ λέγω ταῦτα, προκειμένου περὶ
147τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, προκειμένου περὶ τοῦ Ἀρχη-
148γείου, ἀφοῦ ἐγὼ συνέταξα ὀργανισμὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνέγρα-
149ψα, ὅτι ἀνεγνώριζον Ἀρχηγεῖον καὶ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Δια-
150δόχου, ὡσὰν νὰ μὴ ἐνθυμῆσθε τάχα, τί εἶπον ἐγὼ, ὅτε ἐξή-
151γουν τὰ περὶ τούτου.
152Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀνακεφαλαιώσω ταῦτα, ἔρχομαι εἰς τὰ
153λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οὗτος εἶπεν, ὅτι,
154ἐὰν δὲν ὑπεχώρουν, μοὶ ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὅτι ἔπρεπε νὰ
155παραιτηθῶ, καὶ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ὑπεχώρησα διὰ τοῦτο. Ἐγὼ
156διετεινόμην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσω ἀρχηγίαν εἰς τὴν
157Αὐτοῦ Ὑψηλότητα, διότι δὲν ἐνεπιστευόμην εἰς τοὺς περὶ
158αὐτόν· καὶ ἀνέπτυξα ἐπὶ μακρὸν τὰ περὶ τούτου, καὶ ἐδε-
159χόμην τότε μόνον νὰ δώσω ἀρχηγίαν, ὁπόταν διὰ νόμου ἐγὼ
160ἤθελον καταστήσει συμβουλευτικὴν μόνον τὴν δύναμιν τοῦ
161Ἀρχηγείου. Ἀνέγραφον δὲ εἰς τὸν ὀργανισμὸν, ὅτι κατ’ ἔτος
162ἐκ περιτροπῆς οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὴν ὑπη-
163ρεσίαν τὴν ἰδιαιτέραν τοῦ Διαδόχου καὶ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον
164θὰ ἀναλαμβάνωσιν ὑπηρεσίαν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ποῖος
165ἐκ τῶν δύο ὑπεχώρησεν; ἐγὼ ἢ ὁ Πρωθυπουργός; Καὶ ἀνέ-
166γραφον ταῦτα ἐν τῷ ὀργανισμῷ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν
167ὑπηρετούντων ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Διαδόχου, διότι
168ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτι-
169κῶν, καὶ ἀνέλαβε τὴν Ἀντιβασιλείαν τοῦ Κράτους ἡ Αὐτοῦ
170Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, διεξήγαγε μὲ ἁβροφροσύνην καὶ εὐ-
171θύτητα τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, διότι δὲν εἶχε τότε ἄνδρας
172παρ’ ἑαυτῷ, ἔχοντας ἀφορμὴν νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἐνέρ-
173γειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καίτοι ὁ Διάδοχος
174εἶχεν ἀφορμὴν ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς μου πρὸς τὴν Α. Ὑψη-
175λότητα τὸν πρίγκηπα Γεώργιον, ἐκ τῆς στάσεως δὲ ταύτης
176τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου εὑρέθη οὗτος δυστυχῶς εἰς τὴν ἐπι-
177βληθεῖσαν ἀνάγκην, ὥστε αὐτὸς οὗτος νὰ καταγγείλῃ τοὺς
178ἐμπεπιστευμένους αὐτῷ, καὶ νὰ γείνωσιν οὗτοι σήμερον ἰδιῶ-
179ται, μὴ ἔχοντες τὴν τιμὴν νὰ φέρουν τὰ παράσημα τοῦ Ἕλ-
180ληνος ἀξιωματικοῦ.
181Εἶχον λοιπὸν προηγούμενον λίαν σημαντικὸν, καὶ ἐδιδά-
182χθην ἐκ τούτου, καὶ ἀξιῶ, ὥστε πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ
183νὰ λαμβάνωσι τὴν τιμὴν νὰ συναναστρέφωνται καὶ ὑπηρε-
184τῶσι περὶ τῇ Α. Ὑψηλότητι, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κίν-
185δυνον, τὸν ὁποῖον ὑπέστημεν εἰς τὴν Κρήτην, ὅτε ἡ Α. Ὑ. ὁ
186πρίγκηψ διετάχθη νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ εὑρεθῇ
187καὶ πάλιν ἄλλη Ὑψηλότης νὰ καταγγείλῃ τοὺς ἀξιωματι-
188κοὺς αὐτῆς, καὶ νὰ πάθῃ παρόμοια, ἢ καὶ χειρότερα, καὶ
189τὸ ἔθνος.
190Καὶ ἀναλύων τὰ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ
191τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶπε πρὸς ὑμᾶς, ἀπευθυνόμενος εἰς ἐμέ:
192«Μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ Διαδόχου περισσότερον
193κῦρος καὶ αὐθεντίαν ἔχουν αἱ γνῶμαι ἐκείνου»! Δὲν καταδέ-
194χομαι καὶ νὰ τὸ συλλογισθῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συγ-
195κριθῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς πρὸς τὰς
196στρατιωτικὰς γνώσεις, καὶ νὰ κατέλθω μετ’ αὐτοῦ εἰς συ-
197ζήτησιν περὶ τούτου.
198§7Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτον.
199§8Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχει μεγαλει-
200τέραν αὐθεντίαν.
201§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον, διότι οὔτε ἦτο δυ-
202νατὸν νὰ σκεφθῶ τοιοῦτόν τι.
203§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διπλώματος δὲν ἔχω ἀνάγκην
204παρ’ αὐτοῦ.
205§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περίεργον πρᾶγμα!
206§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνώτερος συνταγματάρχης τῶν
207γενικῶν ἐπιτελῶν μεγάλου Κράτους, εἰς τὸν ἀπέναντι ἐμοῦ
208στρατὸν εὑρισκόμενος, διὰ τοῦ Βασιλέως μοὶ ἔδωκε τίτλον
209τῆς στρατιωτικῆς μου ἱκανότητος. Ἀνώτερος Αὐστριακὸς
210ἀξιωματικὸς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς καταλήψεως τῆς Θεσσαλίας
211μοὶ ἔδωκε περγαμηνὴν στρατιωτικὴν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ σε-
212βαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἀπέναντι
213ἐμοῦ στρατοῦ δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ τὴν περὶ ἐμοῦ γνώμην
214του, ὡς καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ ἀξιωματικοί, οἱ διελθόντες ἐντεῦθεν.
215Συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, διότι κατῆλθον μέχρι τοῦ πο-
216ταποῦ σημείου, νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐμαυτοῦ. Δὲν ἠδυνάμην
217ὅμως νὰ πράξω ἄλλως, ὅταν ἐξ ὅλων τῶν σημείων οἱ πρὸ
218μικροῦ συνάδελφοί μου, καὶ ὡς Ὑπουργοῦ καὶ ὡς ἀξιωμα-
219τικοῦ, ἐζήτουν νὰ μὲ ἀποδείξωσιν ἀνίκανον.
220Ἔλεγον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς
221Κυβερνήσεως παραζαλισμένος καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἀντεπε-
222ξέλθῃ κατὰ τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματός
223μου, κατήγγελλε τοὺς ἑαυτοῦ συνυπουργούς. Διότι καταγγέλ-
224λων τὸν ὀργανισμόν, ὅστις ἔδωκε τὴν ἧτταν εἰς τὴν Ἑλ-
225λάδα, κατήγγελλε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ἀνι-
226κανότητι, διότι ἔργον αὐτοῦ εἶναι ὁ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμός.
227Καὶ ὅτε ὕβριζε τοὺς Ὑπουργούς, νεκρούς τε καὶ ζῶντας,
228λέγων ὅτι καταδολιεύονται τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα,
229καὶ παριστῶν αὐτοὺς ἀνικάνους, κατήγγελλε τὸν νῦν Ὑπουρ-
230γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αὐτὸς
231διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅτε δὲ εἶδον
232τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀναβαίνοντα τὸ βῆμα,
233ἐπίστευσα, ὅτι οὗτος ἤθελε δώσει τὴν παραίτησίν του ἀπὸ
234τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἤθελε διαμαρτυρηθῆ, ὅπως διεμαρτυ-
235ρήθη ὅτε ἦτο Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ νῦν Ὑπουρ-
236γοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι οὗτος ἀπεστράτευσεν ἐξάδελφόν
237του ἐκ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἐζήτει τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα,
238διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν παρανομίαν ἐκείνην. Ἀλλὰ παρ’ ἐλ-
239πίδα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ τούτου, παρου-
240σίασεν ἐνώπιον ἡμῶν πιστοποιητικὰ ἱκανότητος αὐτοῦ, καὶ
241μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀπεφάνθη περὶ αὐτοῦ ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλό-
242της, διότι ἦτο Βουλευτὴς καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ πα-
243ρουσιασθῇ ἐνώπιόν του, ὅπως ἐπιθεωρηθῇ, καὶ δὲν παρου-
244σιάσθη, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἀνέγραφεν αὐτὸν ἡ Α. Ὑψ. εἰς
245τοὺς πίνακας. Ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
246τιωτικῶν, ὅτι, ὅτε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
247διέταξε τοὺς ἐν ἀδείᾳ ἀξιωματικοὺς νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώ-
248πιον τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος διὰ νὰ ὑποστῶσι τὴν δοκιμα-
249σίαν, ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἀναγνωρίσει ἀκόμη τὰς ἐκλογάς, καὶ
250τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀναγγείλει αὐτούς, καὶ συν-
251επῶς ὁ κ. Τσαμαδὸς διετέλει ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουρ-
252γείου.
253§13Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
254Βουλευτὴς εἶναι ὁ ἐκλεγόμενος.
255§14Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡραία θεωρία! Πρὶν ἡ Βουλὴ
256ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογάς, δὲν εἶναι Βουλευταὶ οἱ ἐκλεγόμενοι,
257διότι τὰ δικαστήρια δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἐξελέγξεως, ἀλλὰ
258μόνον ἀνακηρύξεως τῶν πλειονοψηφούντων. Ἐὰν δὲν τὸ γνω-
259ρίζετε, τόσων ἐτῶν Βουλευτής, σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν ἐκλο-
260γικὸν νόμον. Καὶ ἀφοῦ δὲν σᾶς ἀνέγραψεν ἡ Α. Ὑψηλότης,
261κατὰ τὰ νόμιμα θεωρεῖσθε στάσιμος.
262Καὶ ἄλλην μομφὴν κατ’ ἐμοῦ ἐζήτησε νὰ ἐπιρρίψῃ ὁ κ.
263Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ζητῶν νὰ μὲ διδάξῃ τὰ καθή-
264κοντά μου καὶ ὡς πολίτου καὶ ὡς Βουλευτοῦ. Φρονῶ ὅτι εἶ-
265ναι ἥκιστα ἁρμόδιος νὰ δίδῃ μαθήματα συμπεριφορᾶς καὶ
266ἀνατροφῆς πρὸς πάντας ὁ κύριος Θεοτόκης. Μοῦ ἐμέμφθη,
267ὅτι ἔγγραφον ἐμπιστευθέν μοι παρὰ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος
268μετεχειρίσθην, ἐναντίον τῶν καθηκόντων μου καὶ τῆς δι-
269καιοδοσίας μου. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Ἡ Α. Ὑψηλότης
270μοὶ ἔδωκε τὸν ὀργανισμόν, καὶ ὅτε ἐπείσθη, ὅτι ἐγὼ δὲν
271τὸν υἱοθέτουν, μοὶ ἐζήτησε τοῦτον, ἐγὼ δὲ ἐζήτησα παρ’ αὐ-
272τοῦ νὰ κρατήσω ἀντίγραφον, καὶ μοὶ τὸ ἐπέτρεψε, διότι
273ὅλος ὁ δημοσιογραφικὸς κόσμος ἐπετίθετο κατ’ ἐμοῦ, ζητῶν
274νὰ παραστήσῃ τὸν ὀργανισμόν, ὃν δὲν ἐνόμιζον κατάλληλον
275νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος μου, ὡς ἐφαρ-
276μόσιμον. Ἐζήτησα λοιπὸν διὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον
277μοὶ ἔστειλε, τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Πάλλη, νὰ μοὶ δώσῃ
278τὴν ἄδειαν, ὅπως λάβω ἀντίγραφον τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου,
279ἵνα ὑπερασπίσω ἐμαυτὸν ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν θὰ ἐνόμιζον, ὅτι
280ἐκινδύνευεν ἡ ὑπόληψίς μου, ὡς Ὑπουργοῦ καὶ ὡς ἀτόμου,
281καὶ μοὶ ἐδόθη ἡ ἄδεια· ἐὰν δ’ ἐλάμβανε τὸν κόπον ὁ κ.
282Πρωθυπουργός, ἢ αἱ ἐργασίαι του τῷ ἐπέτρεπον, νὰ ἀναγνώ-
283σῃ τὸ ἐξώφυλλον τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, ἤθελεν ἴδει ἐν αὐτῷ
284τυπωμένον: «ἀντίγραφον τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Α. Β. Ὑψηλό-
285τητος». Οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἤθελον νὰ ἦμαι ἀσυνεπὴς καὶ
286ἐκτὸς τῶν κανόνων τῆς χρηστῆς συμπεριφορᾶς, διότι δὲν
287ἤμην μόνον δημόσιος ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἤμην καὶ Κουμουνδοῦ-
288ρος, καὶ εἶχον καθῆκον νὰ μὴ ἦμαι ἀσυνεπὴς καὶ πρὸς ἐμὲ
289καὶ πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν συναντῶμαι ὁπωσδήποτε.
290Καὶ ἀφοῦ πάντα τὰ ἐπιχειρήματα αὑτοῦ ᾐσθάνετο ἐν
291ἑαυτῷ, ὅτι ἦσαν ἀνίσχυρα νὰ τὸν κρατήσουν εἰς τὸ ὕψος, εἰς
292τὸ ὁποῖον ἐζήτει ν’ ἀναρριχηθῇ, καὶ εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ
293ἀφοῦ εἶδε κλονιζόμενον ὑπὸ τοὺς πόδας αὑτοῦ τὸ ἔδαφος,
294ἀφοῦ εἶδεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ καλύψῃ τὴν ἀλήθειαν,—διότι
295θὰ τὸν ἠρώτα τις, «διατί, ἀφοῦ ἐκαλύψατε τὸ ἔλλειμμα, ἔχον-
296τες μάλιστα καὶ πλεόνασμα, ἀφοῦ ἦσθε σύμφωνοι εἰς τὸ
297ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ, ἔπρεπε νὰ πέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
298Στρατιωτικῶν;»—ἐζήτησε τὴν σωτηρίαν του ἀλλαχοῦ, εἰς
299τὰ Ἀνάκτορα, καὶ συνεκύλισεν ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ τὸν
300ἀνώτατον καὶ ἀνεύθυνον ἄρχοντα! Τίς ὡμίλησε περὶ Βασι-
301λέως; Ἐγώ; Ὄχι. Δὲν ἐνθυμεῖσθε οὔτ’ ἐδῶ οὔτ’ ἐν δη-
302μοσιότητί ποτε νὰ ἔπραξα τοῦτο. Ὁσάκις ὡμίλησα ἐν τῇ
303Βουλῇ, καὶ ἐν ταῖς συζητήσεσι κατὰ νομοθετημάτων, δι’ ὧν
304παρεχωροῦντο ἐκτάσεις γαιῶν, ἐζήτουν νὰ παραστήσω, ὅτι
305δὲν μᾶς ἐπετρέπετο νὰ καθιστῶμεν τοὺς Βασιλεῖς ἰδιοκτή-
306τας, ὑπεδείκνυον, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ δοθῶσι χρήματα
307αὐτοῖς, ἵνα ἀσχολῶνται μόνον εἰς τὰ ὕψιστα αὑτῶν ἔργα
308καὶ καθήκοντα. Ὡς δ’ ἐνθυμεῖσθε, δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν
309ἡ κατὰ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου ὁμιλία μου πρὸς τὴν
310δρᾶσιν τὴν βασιλικὴν, οὐδὲ καὶ ἀσεβῆ ὑπαινιγμὸν κατ’ αὐτῆς
311ἐξεδήλωσα. Ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην νὰ κολακεύσῃ,—μολονότι
312προσεπάθησε δι’ ὅλων τῶν περιστροφῶν νὰ ἀποδείξῃ πρὸς
313ὑμᾶς, ὅτι δὲν συνειθίζει αὐτὸς νὰ κολακεύῃ—εἶχεν ἀνάγκην νὰ
314κολακεύσῃ, διότι ἡ πολιτεία του ὑπῆρξε τοιαύτη προτοῦ γείνῃ
315Πρωθυπουργός, ἥτις ἄφινε καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὸν
316Βασιλέα ἀνάμνησιν οὐχὶ εὐχάριστον. Καὶ ἐπειδὴ ἠθέλησε
317νὰ μὲ παραστήσῃ ἀσεβοῦντα, ἔχω ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω,
318ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀποδείξω, τίς ὁ ἀσεβήσας.
319Τίς ἀγνοεῖ τὴν ἱστορίαν, ἥτις ἐγέννησε τὸ Κρητικὸν ζή-
320τημα καὶ ἐπηκολούθησεν ὁ πόλεμος; Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπο-
321τελοῦν σήμερον τὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦντες τότε νὰ θέσουν
322ἐκποδὼν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ κατεῖχε τὴν ἀρχὴν, τὸ ὑπὸ τὸν
323κ. Θεόδωρον Δηλιγιάννην, ἵνα καταλάβωσι τὴν ἀρχὴν, ἐνό-
324μισαν εὐπρεπὲς καὶ συνᾷδον πρὸς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνι-
325σμόν, καὶ συνᾷδον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, νὰ
326ὑπονομεύσουν καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ
327ἀνατρέψουν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο! Καὶ σχηματίζεται ἡ
328Ἀόρατος, καὶ ἐντὸς αὐτῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
329εἶχε τὴν πρώτην θέσιν, καὶ ἄλλα μέλη, φίλοι καὶ στενῶς
330συνδεόμενοι πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἀπετέλουν τὴν ὁμάδα
331καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης! Ἡ Ἑταιρεία
332ἐκείνη δὲν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ζητῇ μόνον τὴν ἀνα-
333τροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς Βασιλείας καὶ
334κατὰ τῶν βασιλοπαίδων ἐπήρχετο ἀμείλικτος! Ἀλλὰ δὲν
335ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου μόνον καὶ εἰς τὰς ἐνερ-
336γείας τὰς ἐξωτερικὰς ἀντίδρασιν σημαντικὴν ἐπεχείρει, καὶ
337ἐδημοσιεύθησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἐπιστολαὶ ἐπισήμου μέ-
338λους τῶν φίλων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀνεγράφησαν εἰς
339τὰς ἐφημερίδας τὰ ταξίδια τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερι-
340κῶν, δι’ ὧν ἐζητεῖτο νὰ μὴ ἀποδοθῇ τίποτε εἰς τὴν ἀγωνι-
341ζομένην Κρήτην, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ
342Βασιλεία ἐπολιτεύοντο κάκιστα καὶ ἐπρόδιδον τὰ συμφέ-
343ροντα τοῦ ἔθνους, διὰ νὰ δυνηθοῦν οὕτω νὰ ἁρπάσουν τὴν
344ἀρχήν! Καὶ ὅτε ἡ πολιτεία αὐτῶν ἡ τοιαύτη ἐκλόνισεν
345ἐκ βάθρων τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ μικροῦ δεῖν ἐποτίζοντο
346αἱ Ἀθῆναι μὲ αἷμα, ὁ διευθύνων τὴν ὅλην αὐτὴν ἐνέργειαν
347καὶ ἀρχηγὸς τῶν κινημάτων, δοὺς τὸ σύνθημα τῶν ἐργα-
348σιῶν, μετέβη εἰς Κέρκυραν καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ, ἐμπορευόμενος
349τὸ ἔλαιον, τὸ ἐκ τῶν κτημάτων του προερχόμενον, περιμέ-
350νων νὰ καρπωθῇ τ’ ἀποτελέσματα τῆς πολιτείας του ταύ-
351της (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ)... Περιμείνατε, διότι θὰ
352γελάσητε ἀκόμη περισσότερον... Ὅτε δὲ ἀνετράπη, ἐπὶ
353κινδύνῳ τῆς πατρίδος ἡμῶν, διὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ
354ἀγῶνος, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ ἦλθεν ὁ ἐκ Κερκύρας Βου-
355λευτὴς νὰ λάβῃ μέρος, ἵνα διοικήσῃ τὸ Κράτος κατὰ τὴν
356κρισιμωτάτην στιγμὴν, τὴν κινδυνώδη, τῆς πατρίδος, ὅτε
357ἔπρεπε νὰ καταγίνηται, ὅπως ἀναστείλῃ τὸ κακὸν, κατεγί-
358νετο εἰς διορισμοὺς καὶ καταδιώξεις ὑπαλλήλων, τὰς ὁποίας
359διεξετραγώδησε μετὰ τόσου πόνου τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον
360τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Ὥστε καὶ ὅτε ἦσαν ἐκτὸς τῆς
361ἐξουσίας καὶ ἐζήτουν νὰ ἁρπάσωσιν αὐτὴν, καὶ ὅτε ἀνῆλθον
362ἐπ’ αὐτὴν, καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὤφειλον νὰ ἐν-
363τείνωσι πᾶσαν τὴν προσοχὴν καὶ τὰς ἐνεργείας αὑτῶν, δὲν
364ἐμερίμνων περὶ πατρίδος, ἀλλ’ ἐμερίμνων περὶ τῶν ἐπαρ-
365χιακῶν αὐτῶν ἀναγκῶν.
366Ἀλλὰ δὲν βλέπετε μόνον τὸν Πρωθυπουργὸν, θέλοντα
367νὰ παραστήσῃ ἐμὲ ὑβριστὴν καὶ ὡς ζητοῦντα νὰ κλονίσω τὸ
368γόητρον τῆς Δυναστείας, ἀλλὰ καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν
369Στρατιωτικῶν ζητήσαντα νὰ μοὶ δώσῃ μαθήματα πειθαρ-
370χίας καὶ σεβασμοῦ. Καὶ ἐλησμόνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
371τιωτικῶν, λέγων ταῦτα, ὅτι κατέχων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
372Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἔδιδε τηλεγραφικὴν
373διαταγὴν πρὸς τὸν Διάδοχον, νὰ μὴ ἀναφέρηται πρὸς τὸν
374Βασιλέα, ἀλλὰ μόνον εἰς αὐτὸν, δι’ ἧς παρίστα τὴν Αὑτοῦ
375Ὑψηλότητα ἀντιπειθαρχικὸν, ὅτε τοῦ ἀπηγόρευε νὰ δίδῃ
376τὰς πληροφορίας πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ ὕβριζε τὸν Βασιλέα,
377διότι οὐδὲν ἄλλο ἔλεγε διὰ τῆς διαταγῆς ἐκείνης ἢ ὅτι «δὲν
378ἔχομεν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ σέ»! Ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ,
379τὶς ἐξ ἡμῶν τῶν δύο γνωρίζει τὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι, καὶ
380ποῖος δύναται νὰ ὀνομασθῇ πολίτης χρηστὸς καὶ στρατιώ-
381της πειθαρχικός;
382Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι
383ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχεν, ὡς ἀνεκοίνου ἐντεῦθεν, πεποι-
384θήσεις περὶ τῆς δράσεως τοῦ Βασιλέως· διότι καὶ ἐν τῷ ἐκ-
385λογικῷ προγράμματι αὑτῶν ἀνέγραφον, ὅτι, «ἂν ἀνέλθω-
386μεν εἰς τὴν ἀρχὴν, θὰ βάλωμεν τὸν Βασιλέα εἰς τὴν θέσιν
387αὑτοῦ!» Τίς περισσότερον ἄλλου ἠσέβησε πρὸς τὴν Δυνα-
388στείαν; Τί κατήγγελλεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ πρό-
389γραμμα καὶ οἱ συντάξαντες αὐτό; Κατήγγελλον τὸν Βα-
390σιλέα εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἐξέρχεται τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ
391ὅρκου αὑτοῦ, καὶ ὅτι διὰ τῆς πολιτείας του τὸ πολίτευμα
392σαλεύεται!
393Ἀλλ’ ἤθελέ τις μὲ ἐρωτήσει: «ἀφοῦ ἐγνώριζες ταῦτα, πῶς
394ἐδέχθης νὰ συνεργασθῇς μετ’ αὐτῶν;» Κύριοι, ἐπίστευον
395καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ ἄνδρες οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῷ περιβόλῳ
396τούτῳ, οἱ πολιτευόμενοι καὶ οἱ θέλοντες νὰ διαπράττωσι τὰ
397κοινὰ, ἔχουν ὅρια εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν, καὶ ἄλ-
398λοι μὲν, ἀναλόγως τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται ἐν
399ἑαυτοῖς, πολιτεύονται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἀνταγωνισμοῦ
400τούτου, ἄλλοι δ’ ὑπερπηδῶσι ταῦτα, ἀλλ’ ὅταν καταλάβωσι
401τὴν ἀρχὴν, ζητοῦσι νὰ διοικήσουν καλλίτερον τῶν πρώ-
402των, ἵνα ἐμπνεύσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λαὸν, καὶ
403ἑδραιώσωσι τὸ ἀγαθὸν εἰς τὴν φίλην αὐτῶν πατρίδα. Πα-
404ρουσιάζετο λοιπὸν εἰς ἐμὲ ἡ εὐκαιρία, ὅτε τὸ πρόγραμμα
405τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο καὶ ἐπεβάλλετο ἡ ἀναδιοργάνωσις
406τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν πρώτην παρουσιασθησομένην κοινο-
407βουλευτικὴν Κυβέρνησιν, παρουσιάζετο, λέγω, διὰ τῆς προσ-
408κλήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ἐμὲ ἡ εὐκαιρία νὰ συντε-
409λέσω εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς παρουσίας
410μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Κατόπιν ἑνὸς
411πολέμου καὶ μιᾶς δυστυχίας τῆς πατρίδος μου, ἐὰν μοὶ ἦτο δυ-
412νατὸν νὰ συνδέσω τὸ ὄνομά μου πρὸς τόσῳ μεγάλην πρᾶξιν,
413ἥτις θὰ ἠδύνατο, καὶ ἂν ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντι-
414μετωπίσω εἰς τὸ μέλλον τὸν ἐχθρὸν, νὰ δώσῃ τὴν νίκην εἰς
415τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος μου καὶ τὴν τιμὴν, δὲν ἐδίστασα
416νὰ δώσω τὸ χέρι μου, δὲν ἐδίστασα νὰ καταλάβω τὸ ἑδώλιον
417τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ συνεργασθῶ μετ’
418αὐτῶν, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ
419Ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἰς τὴν κληρονομίαν, τὴν ὁποίαν οἱ πρό-
420γονοι ἡμῶν ἐκληροδότησαν πρὸς ἡμᾶς. Καὶ ἀνέλαβον, Κύ-
421ριοι, τὴν ἀρχὴν, καὶ ἀποκλειστικῶς καθηλώθην εἰς τὸ ἔργον
422μου, καὶ προσεπάθησα ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἐμπιστοσύ-
423νην τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ
424ὅτε ἐνόμισα, ὅτι τὸ ἔργον μου ἐπλήρου τὰς συνθήκας, ἐζή-
425τησα ν’ ἀποφύγω πᾶν ἐμπόδιον, ἵνα φθάσω μέχρις ἐδῶ, καὶ
426ἐδέχθην νὰ ἀναγράψω ὅ,τι ἀνέγραψα, τὸ ὁποῖον δὲν μετα-
427βάλλει καθόλου τὴν βάσιν, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἴδω τὸ ἔργον μου
428γινόμενον νόμον τοῦ Κράτους, καὶ ν’ ἀποδώσω τὸν στρατὸν
429τῆς πατρίδος μου εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἵνα ᾖ ἕτοιμος εἰς τὴν
430πρώτην στιγμήν.
431Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἀνάγκη, νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἰς τὴν
432ἀγόρευσίν μου τὴν πρώτην εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ἀφοῦ ὁ κύριος
433Πρωθυπουργὸς τὰ ἐπανέλαβε; Δὲν εἶναι βεβαίως ἀνάγκη νὰ
434σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυ-
435βέρνησις διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνωμολό-
436γει ὅ,τι εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ διευθύνῃ τὰ
437κοινὰ, καὶ ὅτι τὴν πατρίδα ἡμῶν μετ’ ὀλίγον θὰ σύρῃ καὶ
438πάλιν εἰς τὸν καθολικὸν ἔλεγχον· διότι ἦσαν αὐτοὶ ἐκεῖνοι,
439οἵτινες διέπουν τὰ τῆς ἀρχῆς καὶ σήμερον, οἱ ὁποῖοι, ὅτε
440ἐπρόκειτο νὰ προβῶμεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς συν-
441θήκης, προέτειναν τὸν ἔλεγχον! Ἐζήτησαν οἰκονομικῶς νὰ
442δεσμεύσουν τὴν πατρίδα ἡμῶν, διότι πολλὰς σχέσεις ἔχουν
443μὲ τὰ μονοπώλια καὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν καὶ τὴν
444τραπεζικὴν ἀκόμη τοῦ τόπου. Ζητοῦσι καὶ διὰ τοῦ νόμου
445τούτου τοῦ ἀπολυταρχικοῦ νὰ συλλάβωσιν εἰς τοὺς ὄνυχας
446αὑτῶν καὶ τὸν στρατὸν, διὰ νὰ πνίξωσι πᾶν μέσον ἀμύνης
447τῆς χώρας κατὰ τῶν ἐπιβουλευόντων τὰς ἐλευθερίας του καὶ
448τὴν ὕπαρξίν του! Διότι οὐδεὶς δύναται νὰ γνωρίζῃ, ποῖοι
449θὰ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες θ’ ἀποτελέσουν τὸ ἐπιτελεῖον, οἷας
450διανοητικῆς δυνάμεως, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἀντιλαμβάνων-
451ται τῶν ἐπιβλαβῶν σχεδίων καὶ νὰ μὴ γίνωνται θύματα.
452Ἠγωνίσθη ἐπ’ ἀρκετὸν προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ
453σᾶς πείσῃ, καὶ ἀφοῦ εἶδεν ὅτι δὲν τὸ κατώρθωσε καὶ αὐτὸς
454καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προέβαλον τὴν δια-
455βεβαίωσίν των, δηλαδὴ προέταξαν τὴν τιμὴν αὑτῶν, διὰ
456νὰ ἐκβιάσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν, τοῦ ὅτι ὅσα λέγουσιν
457εἶναι ἀληθῆ, καὶ τοῖς ἐφάνη ὅτι μὲ ἐνίκησαν, καὶ ὅτι συνε-
458τρίβην εἰς τὸν βράχον τῆς τιμῆς αὐτῶν, καὶ συντριβεὶς
459δὲν κατέρχομαι τὸ βῆμα, ἀλλὰ σωροῦμαι εἰς τὴν θέσιν μου!
460§15Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ διαμαρτυ-
461ρηθῶ κατὰ τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι
462μετὰ τὴν συζήτησιν μάλιστα ταύτην δύνανται νὰ ἀναβά-
463λωσι τὴν ψήφισιν τοῦ ὀργανισμοῦ εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον.
464Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, Κύριοι, τὴν σημασίαν τοῦ γεγονό-
465τος, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τὴν σπουδαιότητα τῆς ἀποστο-
466λῆς ἡμῶν, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ
467ἀναπτυχθέντα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναβολή, οὔτε νὰ προη-
468γηθῇ οὐδεμία ἄλλη κοινοβουλευτικὴ πρᾶξις, ἐὰν δὲν λύσω-
469μεν ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν στρατιωτικὴν
470ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει ἐπαναφέρει
471τὴν τελευταῖον κλονισθεῖσαν ἁρμονίαν τοῦ στρατοῦ. Κατὰ
472τῆς γνώμης ταύτης ἰδίως προτίθεμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ.
473Ἡ πρόφασις τῶν οἰκονομικῶν μέσων δὲν δικαιολογεῖ. Ἡ
474Ἑλλὰς ὤφειλεν, ἅμα τῷ πέρατι τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, νὰ
475ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὀφείλει στρατιωτικῶς νὰ ὀργανωθῇ, ἡ Ἑλ-
476λὰς ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἦτο ἐποχὴ νὰ προσέξῃ
477εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, νὰ βελτιώσῃ τὴν ἐσωτερικήν
478της κατάστασιν, ἀλλ’ ἦτο ἐποχὴ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατά-
479στασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία τὴν ἠτίμασε καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας
480ὑπέστη τὰ κακὰ καὶ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ὑπέστη.
481Ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ δοθῇ ὅλη ἡ προσοχή, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ
482τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ αὐ-
483ξήσωμεν τὰ ἔσοδά μας, ὠφείλομεν νὰ τὰ διαθέσωμεν ἀπ’ ἀρ-
484χῆς πρὸς μόνον τοῦτον τὸν σκοπόν.
485Τί ἐπράξαμεν, Κύριοι; Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον
486ἠσχολήθημεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν ἐσωτερικήν μας κατά-
487στασιν· ἐνῷ αἱ θύραι τῆς οἰκίας εἶναι τεθραυσμέναι καὶ δὲν
488δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν ἐλαχίστην προσβολήν, ἐφρον-
489τίσαμεν νὰ καλλωπίσωμεν τὰς αἰθούσας τῆς οἰκίας καὶ νὰ
490τὰς αὐξήσωμεν, διότι μᾶς ἐφαίνοντο στενόχωροι! Ὡς ἐκ τού-
491του εἰσήχθησαν τὰ ψηφισθέντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τί ἔκα-
492μαν; Ηὔξησαν τὰ ἔξοδα! Παρημελήθη τὸ σπουδαῖον ζήτημα!
493Καὶ σήμερον τί μᾶς λέγουσι; «Καλὸς εἶναι ὁ ὀργανισμός,
494ἀλλ’ οἰκονομικῶς δὲν ἀντέχει ὁ τόπος· πρέπει νὰ τὸν ἀνα-
495βάλωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, μήπως τὰ 18 ἑκατομμύρια τὰ κά-
496μωμεν 16»! Ἐγὼ λέγω ὄχι! Τὰ 18 νὰ γείνουν 22 ἑκατομ-
497μύρια. Ἀφοῦ κατὰ τοὺς ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι προητοιμά-
498σθησαν, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων ἀπαιτοῦνται
49922 ἑκατομμύρια, ἐπιμένω ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν 22, καὶ
500νὰ γείνωσιν 22 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν πᾶσαν αὔ-
501ξησιν δαπάνης ἀπὸ πᾶν ἄλλο ἔργον, ἀπὸ πᾶσαν μεταρρύθ-
502μισιν.
503Ὁ ὀργανισμὸς ὁ στρατιωτικὸς οὐ μόνον εἶναι ἀπαραίτη-
504τος, ὅπως θέσῃ τὴν βάσιν τῆς ἐνεργείας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ
505εἶναι ἀπαραίτητος διὰ νὰ ἡσυχάσητε καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
506ἀνησυχοῦσιν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος· καὶ ἂν θελήσητε νὰ μά-
507θητε, ποῖαι εἶναι αἱ ἐντυπώσεις των ἐκ τῆς καταστάσεώς
508μας, θέλετε συμφωνήσει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς καθη-
509συχάσωμεν, πρὶν ἢ ἐντελῶς ἀπελπισθῶσιν ἀπὸ ἡμᾶς! Ἐπερί-
510μενον μετὰ τὸν πόλεμον νὰ μᾶς ἴδωσιν ἀσχολουμένους εἰς
511τὴν στρατιωτικὴν τακτοποίησίν μας· προσεφέρθησαν νὰ μᾶς
512ὑποστηρίξωσι χρηματικῶς, Σύλλογος δὲ ὑπὲρ ταμείου ἐθνι-
513κῆς ἀμύνης συνεστήθη. Εἰσὶν ἕτοιμοι νὰ συνεισφέρωσι.
514§16Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
515Μὲ τὰ λόγια πάντοτε!
516§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐτυπώθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Συλλόγου καὶ
517διενεμήθη. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ τὸν σεβασθῶμεν.
518§18Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σοβαρῶς πιστεύετε, ὅτι μὲ συνεισφο-
519ρὰς θὰ κάμητε στρατόν;
520§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι! Δὲν λέγω αὐτό.
521§20Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ λέγετε.
522§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλ-
523λοτε ἐλέχθη. Ἰδοὺ τί θέλω νὰ εἴπω. Ἄλλοτε ἐγένετο λό-
524γος περὶ ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης· προῆλθε μάλιστα ἡ ἰδέα
525ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις ἐπὶ μακρὰ ἔτη διῴκησε
526ὸν τόπον. Οἱ ἔξω ὁμογενεῖς ἐνόμισαν, ὅτι τώρα δύνανται
527νὰ τὴν πραγματοποιήσωσι, καὶ προσεφέρθησαν...
528§22Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
529κῶν κλπ.). Καὶ πόσα ἔστειλαν ἕως τώρα;
530§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ.
531Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τὰς διακοπὰς, κύριε Ρικάκη.
532§24ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ ἠρωτήσατε πόσα ἔστειλαν. Σᾶς εἶδον ὅτι
533ἔχετε διάθεσιν διὰ νὰ τὰ ἐξοδεύσητε δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν;
534Σᾶς εἶδον ὅτι προετοιμάζετε ἑπτατάξια σχολεῖα! (γέλω-
535τες).
536Λοιπὸν εἶναι ἀπαραίτητον, Κύριοι, πρὶν ἢ λήξῃ ἡ Σύνο-
537δος νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμός.
538Ἡ Βουλγαρία ἐκτελεῖ μεγάλα γυμνάσια κατὰ τὴν στιγ-
539μὴν ταύτην. Ἡ Σερβία ηὔξησε τὸν στρατόν της. Ἡ Τουρκία
540ἐξοπλίζεται καὶ αὐξάνει τὰς πολεμικάς της ἐνεργείας. Ἡ
541Ἑλλὰς τί ἔκαμε; Πηγαίνετε εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγ-
542ματος νὰ ἴδητε τὸν Καρνάβαλον! (γέλωτες). Καὶ νομίζετε
543ὅτι αὐτὰ δὲν γράφονται, δὲν λέγονται, δὲν γίνονται γνωστὰ,
544καὶ δὲν ἀπελπίζουσι τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχου-
545σιν ἐστραμμένους πρὸς ἡμᾶς τοὺς ὀφθαλμούς των, οἱ ὁποῖοι
546σφάζονται σήμερον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐλπίζουσιν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ
547μόνους βοήθειαν καὶ συνδρομήν;
548§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
549§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος;
550§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα;
551§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι. Λοιπὸν
552ὁρίστε!
553§29Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος;
554§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
555§31Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε πρὸ αὐτοῦ ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.
556§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
557§33Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ ἀποχώρησις ἐκ τῆς
558ἀρχῆς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Οἰτύλου δὲν ἠδύνατο νὰ χο-
559ρηγήσῃ θέμα συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε εἷς εἴτε ἕτε-
560ρος ὑπῆρξεν ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀπεχώρησεν. Ὁ κ.
561Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἔθος, ἀλλὰ καὶ κατὰ καθῆ-
562κον, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ
563Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μετ’ αὐτὸν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς
564τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν αὐτῇ νομοσχέδια περὶ χορηγίας
565ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, δι’ ὧν ἐπρόκειτο νὰ ἱκανο-
566ποιηθῶσιν ἀπαιτηταὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τῇ
567εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ὁ ἀξιό-
568τιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς λό-
569γους, οἵτινες ὑπεχρέωσαν αὐτὸν ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ἀρχῆς.
570Καὶ, κατ’ αὐτὸν, ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀπεχώρησεν ἐκ τῆς ἀρχῆς,
571ἦτο ἡ διαφωνία αὐτοῦ καὶ πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου
572καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, υἱοθετήσασαν, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ.
573Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν γνώμην τοῦ Διαδόχου ἐπὶ
574τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τοὺς πρώην συναδέλ-
575φους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Οἰτύλου, ἡ διαφωνία δὲν ἐπῆλθεν ἐκ
576τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπεδέχθη
577τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ υἱοθέτησε τὴν
578γνώμην τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου. Ἀλλ’ εἴτε ὁ εἷς εἴτε ὁ
579ἕτερος ὑπῆρξεν ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀπεχώρησε τῆς ἀρχῆς ὁ ἀξιό-
580τιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν
581ὑπῆρχε θέμα συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἠδύνατο ἐκ δικαιώ-
582ματος καὶ ἐκ καθήκοντος προσωπικοῦ νὰ ἐκθέσῃ ὁ κ. Βου-
583λευτὴς Οἰτύλου τοὺς λόγους, οἵτινες ἐξηνάγκασαν αὐτὸν νὰ
584ἀπέλθῃ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ οἱ λόγοι
585οὗτοι βεβαίως εἶναι ἀλλότριοι πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βου-
586λευτὴς Οἰτύλου ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ἀφοῦ, ὡς ἐκ τῶν
587ὑστέρων ἀπεδείχθη, ἀκλόνητος καὶ ἀκεραία ἐνέμεινεν ἡ πλειο-
588νοψηφία παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησίν του,
589ἀφοῦ δὲν ἔχαιρε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, ἀναγκαίως
590ὤφειλε ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ἀρχῆς. Καὶ ἴσως λυπεῖται, διότι
591δὲν ἔπραξε τοῦτο ταχύτερον, μιμούμενος τὸ παράδειγμα τοῦ
592μεγάλου αὐτοῦ πατρός.
593Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν
594ὄχι μόνον δὲν ἐκλονίσθη ἡ πλειονοψηφία ἐκ τῆς ἀποχωρή-
595σεως τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου ἐκ τῶν τάξεων τῆς Κυβερνή-
596σεως, ἀλλὰ καὶ ἐνισχύθη αὕτη, ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ εἶ-
597ναι ἐντελῶς ἀδιάφορος ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κα-
598θήκοντα τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν ἀπησχόλησεν ἡ μακρὰ αὕτη
599συζήτησις ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας τὴν Βουλήν, τὴν ἀπη-
600σχόλησε μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν ἱκανοποιήσεως προσωπικῆς
601φιλοτιμίας. Οὐδὲ θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐν περιπτώσει,
602καθ’ ἣν τὰ πράγματα ἔμενον ἕως ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ὁ κ.
603Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρα-
604τηρήσω, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῆς μακρᾶς ἐκεί-
605νης ἀναπτύξεως, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ ὀρ-
606γανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, κατὰ παραβο-
607λὴν πρὸς τὴν μελέτην τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Διαδόχου, παρέ-
608λειψαν καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βου-
609λῆς, διότι πάντα, ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τῶν δύο αὐτῶν με-
610λετῶν, εἶναι ἐντελῶς ἀλλότρια πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
611Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ὀργανισμόν, ὅπως μελε-
612τήσῃ καὶ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ ἔχῃ δὲ ἡ Βουλὴ τὴν εὐ-
613καιρίαν νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα περὶ τοῦ τίνα βαρύνει ἡ εὐθύνη
614ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899
615πιστώσεις, αἵτινες ἀναγκαίως ἔδει ν’ ἀναγραφῶσι πρὸς ἱκα-
616νοποίησιν ἁπάντων τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Τὸ θέ-
617μα τοῦτο θὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ὅταν συζητηθῶσιν αἱ ὑπὸ τοῦ
618Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθεῖσαι πιστώσεις. Τὸ
619θέμα τοῦ ὀργανισμοῦ ὅμως εἶναι ἐντελῶς ἀλλότριον πρὸς τὰς
620ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ οὐδὲν σχέδιον ἔχει
621ὑπ’ ὄψιν. Καὶ ὅτε οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἐπεβάλλετο
622εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἐθεώρει
623ἀσύμφορον καὶ ὅτι δὲν συνεβιβάζετο μὲ τὰ καθήκοντα τῆς
624Βουλῆς, ὅπως ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ ἀγορεύοντος νὰ περιορισθῇ
625ἐντὸς τοῦ θέματος. Τὸ θέμα δὲ ἦν ἓν μόνον, οἱ λόγοι τῆς
626παραιτήσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
627δὲν ἔπραξεν ὡς ὤφειλε, δὲν ἔπραξε δὲ ὡς ὤφειλε, διότι ἐθεώ-
628ρησεν, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀγόρευσις τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου ἔδι-
629δεν αὐτῷ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του ἐπὶ τοῦ
630μελετωμένου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ τότε ἐτέθη πλέον
631τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ καθῆκον ἔχει νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ, ἐπὶ
632τοῦ ὁποίου ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἔχει καθῆκον νὰ ἐκφέρῃ
633τὴν γνώμην του. Ὁ λόγος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
634ὑπῆρξε σαφὴς, σαφέστατος, εἶναι δὲ ὁ πρόδρομος τοῦ μετ’ ὀ-
635λίγον ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου. Ἀφοῦ δὲ ἐξήνεγκε τὴν
636γνώμην του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθῆκον ἔχει ἡ
637Βουλή, ὡς εἶπον, νὰ ἐξετάσῃ, ὁποία εἶναι αὕτη, καὶ κατὰ
638πόσον δὲν πρέπει ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς της, ἀπὸ τῆς
639πρώτης ἐκδηλώσεως τῆς γνώμης ταύτης, ἂν ἀντίκειται πρὸς
640τὰ καθεστῶτα, ν’ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτῆς.
641Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν ἔχει δυσπι-
642τίαν πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ
643πρὸς τὰ μέλη τῆς Β. Οἰκογενείας. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦτο
644πάλιν παρεῖδε τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἐπεβάλλοντο εἰς Σύμ-
645βουλον τοῦ Στέμματος. Διότι ἡ Βουλὴ οὐδὲ δικαιοῦται οὐδὲ
646δύναται νὰ ἐκφράσῃ ἐμπιστοσύνην ἢ δυσπιστίαν πρὸς τὴν Δυ-
647ναστείαν. Ἡ Δυναστεία εἶναι τὸ θεμέλιον τοῦ πολιτεύμα-
648τος ἡμῶν, οὐδὲ τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Δυ-
649ναστείαν. Ἂν δ’ ὑπῆρχε περίπτωσις, ὅπως προκληθῇ τοιοῦ-
650τον μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀναγκαίως
651ἠθέλομεν φθάσει εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης οὐχὶ πρὸς τὴν
652Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς τὴν Δυναστείαν καὶ τὰ μέλη αὐτῆς.
653Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ὡς τὸ ἔθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
654βερνήσεως· δὲν πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἔχει ἢ
655δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Βασιλείαν. Ἡ Βασιλεία εἶ-
656ναι ἀνωτέρα τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Τὴν Βασιλείαν του κα-
657τέστησεν ὁ λαὸς ἐν τῷ κυριαρχικῷ του δικαιώματι. Ἐκείνη
658εἶναι ἀΐδιος ἀρχή, αἱ δὲ Βουλαὶ ἔρχονται καὶ παρέρχονται.
659Καὶ δὲν ἦτο βεβαίως οὔτε συνταγματικόν, ἀλλ’ οὔτε εὐπρε-
660πές, νὰ τεθῇ τοιοῦτον ἐρώτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
661Ἀλλ’ ἀφίνων κατὰ μέρος τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διε-
662τυπώθη ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔρχομαι
663νὰ ἐκτιμήσω τὴν γνώμην αὐτοῦ, τὴν ὄντως σαφῶς ἐκφρα-
664σθεῖσαν, καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ
665Θρόνου ἡ ἀνωτάτη διοίκησις τοῦ στρατοῦ.
666Τὴν γνώμην μου, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐκεῖ-
667νοι, οἵτινες καὶ ἄλλοτε ὑπῆρξαν Βουλευταί, τὴν γνωρίζουσιν.
668Εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς
6691 Μαρτίου 1896. Ἐπρόκειτο τότε περὶ τῆς ψηφίσεως νο-
670μοσχεδίου, δι’ οὗ καθίστατο ἡ Α. Β. Υ. ὁ βασιλόπαις Γεώρ-
671γιος πρόεδρος ἐπιτροπῆς κατασκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ μη-
672χανῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Καὶ τότε ἀντετάχθην παντὶ σθένει εἰς
673τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Τί ἔλεγον τότε;
674Ἔλεγον ὅτι πᾶν ὅ,τι συνεπάγεται εὐθύνην εἶναι ἐντελῶς
675ἀσυμβίβαστον μὲ τὸ ἔργον μέλους τῆς Δυναστείας. Εὐτυχῶς
676ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο,
677σύνοιδεν ἐν καιρῷ τὸ μὴ ὀρθὸν αὐτοῦ, καὶ δὲν ἐπέμεινεν εἰς
678τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, μάλιστα ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ψηφί-
679σεως τοῦ τρίτου ἄρθρου, ἐν ᾧ ἐμνημονεύετο τὸ ὄνομα τοῦ Βα-
680σιλόπαιδος, ἐφρόντισεν, ὅπως διαγραφῇ ἡ σχετικὴ διάταξις.
681Οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δὲ ἡ πεῖρα ἡ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,
682ἡ πεῖρα ἡ ἀτομική μου, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐκλόνισε τὴν
683πεποίθησιν, ἣν εἶχον σχηματίσει τότε καὶ ἣν ἐξήνεγκον ἐνώ-
684πιον τῆς Βουλῆς. Καὶ σήμερον ἡ πεῖρα ἡ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
685νης διδάσκει ἡμᾶς, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει ν’ ἀποδώσω-
686μεν εὐθύνην ἐκεῖ, ὅπου τὸ πολίτευμα κατέστησε τὸ ἀνεύθυνον.
687Βεβαίως τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει, ὅτι ἀνεύθυνος εἶναι μόνος
688ὁ Βασιλεύς, ἀλλ’ ἐμμέσως ἀνεύθυνα εἶναι καὶ πάντα τὰ μέλη
689τῆς Β. Οἰκογενείας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδίδετε εὐθύ-
690νην ἐπὶ πράξεων πολιτειακῶν εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς
691Οἰκογενείας, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ μὴ συγκλονίζητε ἐκ βάθρων
692τὴν Δυναστείαν, χωρὶς νὰ μὴ ἐπιρρίπτητε εὐθύνην εἰς τὸν
693ἀνεύθυνον. Καὶ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, ἣν κατέχει ἐπί-
694σης μὲ ἐμὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς διδάσκει περὶ
695τούτου. Μᾶς ἤλεγξαν πικρῶς, διότι ἐθέσαμεν ἐπὶ κεφαλῆς
696τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 τὸν Διά-
697δοχον τοῦ Θρόνου, καὶ ἡ ἐπίκρισις ἐκείνη ἐγένετο διὰ διπλω-
698ματικῶν παραστάσεων. Μᾶς παρέστησαν τότε, ὅτι τοιαύτην
699ἀποδεχθέντες τακτικήν, ἀναγκαίως ἐπερρίψαμεν τὴν εὐθύνην
700τῶν ἀτυχημάτων τοῦ πολέμου ἐπὶ τὴν Δυναστείαν, καὶ ἐκλο-
701νίσαμεν τὰς βάσεις αὐτῆς. Ἂν δ’ ἐκεῖναι αἱ κατακρίσεις,
702ἐμνημόνευσεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβον χώραν,
703τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸ ὅτι ἀπεδόθη διὰ τῆς ἀναθέ-
704σεως διοικήσεως εὐθύνη εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ
705ὑπέχωσι τοιαύτην.
706Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω ἄλλην πεῖραν, ἣν ἐκτήσατο ὁ
707Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ αὑτοῦ ἐγὼ αὐτός, ὅτε
708κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετέβη εἰς τὸν
709στρατὸν τῶν Θερμοπυλῶν, καὶ ἀντελήφθη τίς ἦτο ἡ κατά-
710στασις τοῦ ἑνὸς στρατοῦ, καὶ τίς ἦτο ἡ τοῦ ἄλλου, καὶ πα-
711ρέστησε τὴν κατάστασιν ταύτην πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
712βούλιον. Ἴσως, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι ἡ πεῖρα τὸν ἐδίδαξεν, ὅτι πρέ-
713πει νὰ χωρισθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἀπέβλεπεν
714εἰς τὴν καθημερινὴν πρακτικὴν τῶν Κυβερνήσεων· ἀλλὰ ταῦτα
715λέγων, ἐβεβαίου τὰ ἴδια ἐλαττώματα, καὶ ὄχι τὰ ἐλαττώ-
716ματα τοῦ πολιτεύματος.
717Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀνίκανος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀντιστῇ εἰς τοὺς
718πειρασμοὺς ἀκριβῶς τοὺς κομματικοὺς, τοὺς πειρασμοὺς τῶν
719φίλων του, εἶναι μᾶλλον ἀνάξιος νὰ ἦναι Ὑπουργός, παρὰ
720ἐκεῖνος, ὅστις ἐκ τῶν ἀσχολιῶν του δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναδι-
721φήσῃ τὰ βιβλία τοῦ εἰδικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου
722τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀνεύρῃ τίνες ἦσαν αἱ ὑποχρεώσεις
723τοῦ Κράτους. Ἐκεῖνο ὅπερ λείπει ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς,
724ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἐλαττωματικὸν τὸ πολίτευμα,
725εἶναι ἡ ἔλλειψις τοῦ χαρακτῆρος, ἡ ἔλλειψις σθένους καὶ δυ-
726νάμεως. Ἔχετε τὴν δύναμιν, ἔχετε τὸ σθένος νὰ ἐκτελέ-
727σητε τὸ καθῆκόν σας ἀπέναντι παντὸς πειρασμοῦ; Τότε θὰ
728ὀρθοποδήσῃ τὸ πολίτευμα καὶ ἡ Πολιτεία. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ λι-
729ποψυχεῖτε, καὶ τὴν λιποψυχίαν σας αὐτὴν τὴν ἀποδίδετε
730εἰς τὸ πολίτευμα, βεβαίως κατὰ κρημνῶν θὰ βαίνωμεν, ὡς
731βαίνομεν! (Εὖγε! εὖγε!)
732Ἡ Μεγάλη Ἀγγλία, Κύριοι, διέρχεται κατὰ τὴν στιγμὴν
733ταύτην κρίσιν, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κινδυνεύει τὸ
734γόητρόν της, ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν Ἄγγλων ἐσκέφθη ν’ ἀποδώσῃ
735τὴν ἀποτυχίαν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ πολίτευμα τὸ ἀγγλικόν...
736§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Πρωθυπουργὸς
737αὐτός.
738§35Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπέδωσε τὴν ἀπο-
739τυχίαν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ πολίτευμα. (Ὁ Πρωθυπουργὸς
740κατέδειξε τὸ ἐλάττωμα τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινο-
741βουλευτικοῦ πολιτεύματος ἀπέναντι μυρίων πλεονεκτη-
742μάτων αὐτοῦ πρὸς τὰ ἀπόλυτα πολιτεύματα. Καὶ ὁ Πρω-
743θυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι βεβαίως τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα
744δύνανται νὰ ζημιώσωσι τὰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις ἐκ τοῦ
745ὅτι συνεπάγονται τὰς ἐλευθέρας συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ,
746ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἔψεξε τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πο-
747λιτεύματος. Καὶ παρ’ ὅλην τὴν κρίσιν, ἣν διέρχεται ἡ Ἀγ-
748γλία, οὐδόλως ἐκλονίσθη τὸ πολίτευμα· οὐδ’ ἀπεδόθη ἡ
749παραμικρὰ μομφὴ εἰς τὴν Βασίλισσαν τῆς Ἀγγλίας, διότι
750ἐφρόντισαν νὰ τηρήσωσι τὸ ἀνεύθυνον τῆς Δυναστείας ὡς
751πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας καὶ τοῦ στρατοῦ. Σεῖς δὲ διὰ
752τῆς δηλώσεώς σας οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ ν’ ἀποδίδητε τὴν
753εὐθύνην εἰς τὸ ἀνεύθυνον. Καὶ λέγετε, ὅτι θέλετε νὰ χωρί-
754σητε τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν πολιτικήν! Καὶ διατὶ νὰ χωρί-
755σητε μόνον τὸν στρατόν; Διατὶ νὰ μὴ χωρίσητε καὶ
756τὴν Δικαιοσύνην, καὶ τὴν Διοίκησιν, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν,
757καὶ τὴν Παιδείαν, καὶ τὰ Οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους
758ἀπὸ τὴν Πολιτικήν; Μὴ πάσχουσιν ὀλιγώτερον; Εὐτυχῶς
759ὁ Βασιλεὺς ἔχει πολλοὺς υἱούς. Ζητήσατε, ὅπως ἕκα-
760στος αὐτῶν τραπῇ εἰς μίαν εἰδικότητα, καὶ θέσατε ἐπὶ ἑκά-
761στου τῶν κλάδων τούτων τοὺς βασιλόπαιδας, ὡς θέτετε ἐπὶ
762τοῦ στρατοῦ τὸν Διάδοχον. Θὰ ἦσθε συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς.
763Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ἀποδίδοντες τὴν διοίκησιν εἰς τὸν
764Διάδοχον, καταργοῦντες τὸ ἀνεύθυνον αὐτοῦ, λέγετε ὅτι
765ἀπομακρύνετε τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ κέν-
766τρον τῆς πολιτικῆς εἶναι, καὶ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλως,
767εἶναι βεβαίως ἡ Δυναστεία. Τὶ κάμνετε λοιπὸν, ἀποδίδοντες
768εἰς τὰ μέλη τῆς Δυναστείας τὴν ἀνωτάτην διοίκησιν τοῦ
769Στρατοῦ; Χωρίζετε αὐτὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ ἀντὶ τῶν
770μικρῶν ἐπιρροῶν ἀποδίδετε αὐτὸν εἰς τὰς μεγάλας. Εἶναι
771μοναδικὸν ἴσως παράδειγμα Κοινοβουλίου, καὶ μοναδικὸν
772παράδειγμα Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν στιγ-
773μὴν ἔδει νὰ περισυλλέξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ περισυλλέξω-
774μεν τὰ ναυάγια, νὰ περισυλλέξωμεν τὰ ἐρείπια, νὰ ἐνισχύ-
775σωμεν τὸ πολίτευμα, καθιστῶντες αὐτὸ καὶ τὴν λειτουρ-
776γίαν αὐτοῦ πραγματικὴν, νὰ θέλωμεν νὰ καταργήσωμεν
777αὐτό.
778Ἀλλ’ οἱ Ἄγγλοι—καὶ ἓν παράδειγμα ἐπεκαλέσθην πρὸ
779ὀλίγου—δὲν μετέρχονται τοιαύτην πολιτικήν. Ὅτε Ἐδου-
780άρδος ὁ Αʹ κατέκτα τὴν Οὐαλλίαν, ὅτε κατέκτα τὴν
781Σκωτίαν, τὸ Παρλαμέντον ἐψήφιζε τότε, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο
782ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Κοινοβουλίου.
783Ὅτε Ἑρρῖκος ὁ Εʹ κατέκτα ὁλόκληρον τὴν Γαλλίαν, κατα-
784τροπῶν τὰς 100,000 Γάλλων στρατιωτῶν εἰς Agincourt
785μὲ 12,000 Ἄγγλους, ὅτε ἀνεκηρύσσετο ἐπίτροπος τῆς Ἀγ-
786γλίας, τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ἀνέγραφεν εἰς τὰ πρα-
787κτικά του, ὅτι νόμος δὲν ἰσχύει ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βου-
788λῆς. Οὕτω ἀνδρίζονται οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη, οὕτω ἀνδρί-
789ζονται τὰ πολιτεύματα. Καὶ ὄχι διὰ τῆς πολιτικῆς τῶν
790Πτωχοπροδρόμων (εὖγε! εὖγε!), διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς
791Γερουσίας τῆς αὐτοκρατορουμένης Ρώμης, διὰ τῆς πολι-
792τικῆς τῶν νεοβυζαντινῶν. Δύναται ἡ πολιτικὴ αὕτη νὰ συν-
793τελέσῃ εἰς ὀφέλη προσωπικὰ, εἰς θεραπείαν φιλοτιμιῶν
794προσωπικῶν, ἀλλ’ ἄγει βεβαίως εἰς τὴν καταστροφήν! (Χει-
795ροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
796§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγνώριζον, Κύριοι,
797ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν παρίστατο κατὰ τὴν
798συνεδρίασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀγορεύσω
799ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη σήμερον, ἐνόμιζον
800ὅμως, ὅτι ἤθελε λάβει τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἀγόρευ-
801σίν μου, πρὶν ἐπ’ αὐτῆς λάβῃ τὸν λόγον. Παρακαλῶ ὅμως
802ὑμᾶς, οἵτινες ἠκούσατε ἐμοῦ ἀγορεύοντος, εἶπον ποτὲ, ὅτι
803πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα;
804Ὑπεστήριξα ποτὲ ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι πρέπει τὸ πολίτευμα
805τοῦτο νὰ καταργηθῇ, ὅπως ὑπάρχῃ παρ’ ἡμῖν στρατός;
806Ἀπεναντίας ὑπεστήριξα, ὅτι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύ-
807ματος πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως τὸν στρατὸν ἀποχω-
808ρίσωμεν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Καὶ λέγων ταῦτα, τί ἐνόουν;
809Ἐνόουν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποχωρίσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς
810ἐπιρροὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν παροῦσαν
811Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὑπὸ πάσας τὰς παρελθούσας Κυβερνήσεις
812ἐπέδρασαν πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ.
813Εἶναι ἀδύνατον, ὅσοι ἔλαβον πεῖραν τῶν παρ’ ἡμῖν, νὰ μὴ
814ἀνομολογήσωσιν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῶν προσκολλή-
815σεων καὶ τῶν ἀποσπάσεων καὶ τῶν μεταθέσεων, συστήμα-
816τος, τὸ ὁποῖον παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων πάντοτε ἐφηρ-
817μόσθη, ὁ στρατὸς παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ἢ κατ’ ὄνομα. Ἐὰν
818δ’ ἐξακολουθήσῃ διατελῶν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, τὰ ἀποτε-
819λέσματα ἔσονται καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν
820κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου
821καθῆκον ἔχει νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ὁ κ. Βουλευτής. Ὅτε δ’ ἔλε-
822γεν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἰσχυροὶ καὶ δυνατοὶ οἱ κυβερνῶν-
823τες, ὅπως ἀποφύγωμεν τὰ κακὰ, περὶ ὧν ἐποιησάμην μνείαν,
824δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὁ τόπος κυ-
825βερνᾶται. Καὶ ἤθελον ἐννοήσει τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ, ἂν
826τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, παρουσιάζοντο ὑπὸ τὸ κράτος
827τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν παρουσιάζοντο κατὰ τὸ
828παρελθὸν ὅλον. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν, ὅτι εἰς τὸ ἀρτοποιεῖον
829Πειραιῶς, ἐπὶ παραδείγματι, ὑπὸ πάσας τὰς Κυβερνήσεις,
830ἀντὶ 45 ἀνδρῶν, ὑπάρχουν 185, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι εἰς τὸ
831Στρατιωτικὸν Ἐπιμελητήριον, εἰς τὸ ὁποῖον μόλις ὁ ἀριθ-
832μὸς τοῦ πρωτοκόλλου φθάνει εἰς 25, εἶναι ἀπεσπασμένοι 20
833ὑπαξιωματικοί, ὅταν βλέπωμεν τάγματα καὶ συντάγματα
834νὰ ἦναι ἄνευ ἀξιωματικῶν, καὶ οἱ πλεῖστοι αὐτῶν εὑρί-
835σκονται ἐν Ἀθήναις, ὅταν βλέπωμεν τέλος ἄλλα πολλὰ,
836τὰ ὁποῖα παραλύουν τὸν στρατὸν, καὶ ὅταν ἡ κατάστασις
837αὕτη παρατηρῆται ἐπὶ πασῶν τῶν Κυβερνήσεων, δὲν πρέπει
838νὰ ἀνεύρωμεν τὴν αἰτίαν τοῦ κακοῦ καὶ νὰ ἔχωμεν τὸ θάρ-
839ρος νὰ ὁμολογήσωμεν αὐτὴν καὶ τὴν πολεμήσωμεν;
840Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Ράλλης, ἐὰν διὰ τῆς ἀρχῆς, ἣν ὑπο-
841στηρίζετε, δὲν καταργεῖτε τὸ Σύνταγμα, δίδετε ἐξουσίας,
842λησμονοῦντες τὸ ἀνεύθυνον, τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κα-
843θιερωμένον. Ἀλλὰ τὸ ἀνεύθυνον περιορίζεται εἰς τὸν Βασι-
844λέα, δὲν ἐπεκτείνεται δὲ καὶ εἰς τοὺς βασιλόπαιδας. Ἄλλως
845ἂς μὴ λησμονήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι σήμερον ὑπηρετοῦσιν
846εἰς τὸν στρατὸν οἱ βασιλόπαιδες, ἀδιάφορον δὲ ποῖον βαθμὸν
847ἐν τῷ στρατῷ κατέχουσιν. Οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οἱ βαθ-
848μοὶ αὐτοὶ, εὐθύνας ἔχουσι. Πῶς λοιπὸν τὸ ἀνεύθυνον δὲν κω-
849λύει τοὺς βασιλόπαιδας νὰ ἔχωσι σήμερον βαθμοὺς ἐν τῷ
850στρατῷ; Τί θέλετε τοὺς βασιλόπαιδας; νὰ κάθηνται καὶ
851ἐν ὀκνηρίᾳ νὰ διάγωσι τὸν βίον των, παραμένοντες ἁπλοῖ
852θεαταὶ τῆς καταστάσεως; Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἔχω τὰς ἰδέας
853τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἀνευθύνου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ
854ὑπηρετῶν ὡς μέραρχος, δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ ὡς ἀρχη-
855γὸς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ποῖα τὰ δικαιώ-
856ματα, τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ;
857Τὰ δικαιώματα ταῦτα θὰ καταργήσωσι τὸ Σύνταγμα; θὰ
858περιορίσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ; τὰ
859δικαιώματα τῆς Βουλῆς; τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως;
860Ἐὰν ζητήσωμεν, ὅπως τοιαῦτα δικαιώματα ἀπονεμη-
861θῶσιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, τότε ἀπορρίψατε τὰς
862προτάσεις ἡμῶν· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ μένωμεν ἐντὸς τοῦ Συντάγ-
863ματος, οὐδὲν δικαίωμα ἔχει οἱοσδήποτε νὰ εἴπῃ, ὅτι κατα-
864πατοῦμεν τὸ Σύνταγμα. Ὅτε ζητοῦμεν νὰ χωρισθῇ ὁ στρα-
865τὸς ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, καὶ ἀσχοληθῇ οὗτος ἀποκλειστικῶς
866εἰς τὸ ἔργον του, ζητοῦμεν νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις ἐκείνη,
867ἐν ᾗ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν στρατὸν, ἀλλὰ
868συνδέεται μετὰ τῆς πολιτικῆς, ὅπως δι’ αὐτῆς ἐπιτύχῃ
869ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐν τῷ στρατῷ ἐργασίας του δὲν
870ἤθελεν ἐπιτύχει. Ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἀποσπωμένης τῆς
871διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπου ἡ ἐπίδρα-
872σις ἡ πολιτικὴ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι Ὑπουργὸς, πάντοτε
873θέλει ἐξασκεῖσθαι, ὁ στρατὸς θ’ ἀποδοθῇ εἰς τὰ ἔργα του, καὶ
874θέλει δυνηθῆ ἡμέραν τινὰ, ὅτε τὸ ἔθνος θὰ ζητήσῃ τὰς ὑπη-
875ρεσίας αὐτοῦ, νὰ κατορθώσῃ, ὅπως λησμονηθῶσι τὰ ἀτυχή-
876ματα τοῦ παρελθόντος καὶ προσθέσῃ νέας σελίδας δόξης εἰς
877τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς
878ὑπουργικῆς πτέρυγος).
879§37Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀδίκως μὲ ἤλεγξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
880Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν παρέστην κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του.
881Παρέστην κατ’ αὐτὴν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, καὶ ἀντελή-
882φθην πράγματι τὰς φράσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ
883μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν τὴν προελθοῦσαν ἐκ τῆς ἀνακηρύ-
884ξεως τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἀνωτάτη διοίκησις τοῦ στρατεύμα-
885τος πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ἀπέ-
886δωκα δὲ εἰς τὴν φράσιν ἐκείνην τὴν ἔννοιαν, ἣν πραγματι-
887κῶς εἶχε. Κατ’ ἐμὲ, οἱ θεσμοὶ ἡμῶν δὲν δύνανται νὰ ὑπάρ-
888ξωσιν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδοθῆ ἡ εὐθύνη τῆς
889διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον. Αὐτὸς ὁ Διάδο-
890χος εἶπε τὴν μεγάλην ἐκείνην ἀλήθειαν, ἀκριβῶς καθ’ ἣν
891ἐποχὴν συνεζητοῦντο αἱ εὐθῦναι τοῦ πολέμου, εἶπεν ὅτι εἶναι
892ἐξ ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν
893πειθαρχίαν. Καὶ εἰς αὐτὸν θέλετε ν’ ἀποδώσητε τὴν ἀνωτά-
894την διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἄνευ πειθαρχίας πλέον καὶ
895ἄνευ ἐλέγχου! Διότι ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον τὸν ἀξιωματι-
896κὸν, ὅστις ἤθελεν ἐκ πεποιθήσεως, ἐξ ἀφοσιώσεως πρὸς τὸ
897καθῆκον αὐτοῦ, εὑρεθῇ ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ
898βασιλόπαιδος! Καὶ τοῦτο τὸ εἴδετε σεῖς, ὡς τὸ εἶδον καὶ
899ἐγὼ, διότι διωρίσθη ἀρχηγὸς ἐπιτελείου διὰ Β. Διατάγμα-
900τος, καὶ ὁ ἀρχηγὸς ἐκείνου τοῦ ἐπιτελείου, εἰς ἣν ἐποχὴν
901τὰ φῶτά του καὶ ἡ ἱκανότης του ἀπῃτοῦντο ἐκ τοῦ κρισί-
902μου τῶν περιστάσεων τοῦ στρατεύματος, ἠναγκάσθη μετὰ
903τρεῖς ἡμέρας δρομαίως νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Ἀθήνας!
904Κατ’ ἐμὲ, οἱαδήποτε διοίκησις πραγματικὴ, ἀποδιδομένη
905εἰς μέλη τῆς Δυναστείας, δὲν δύναται παρὰ νὰ συνεπαγάγῃ
906ἀποτελέσματα ἀληθῶς καταστρεπτικὰ καὶ διὰ τὴν χώραν,
907ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Δυναστείαν. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἀνέγρα-
908ψε τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν ὡς πρώτην καὶ κυρίαν βά-
909σιν αὐτοῦ. Ἀνέγραψε συγχρόνως καὶ τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βα-
910σιλέως. Ἀλλ’ εἴπετέ μοι, τί ὑπολείπεται ἐκ τοῦ ἀνευθύνου,
911ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἤθελε συρθῆ
912ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου ἢ ἄλλο μέλος τῆς Δυναστείας
913ἤθελε συρθῆ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων; Διὰ αὐτὸ δὲ ἡ Κυ-
914βέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς ἀναθέσεως
915τῆς ἀρχηγίας τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον κατὰ τὸν πό-
916λεμον τοῦ 1897, διότι ἅμα ὡς ἀπεδόθη αὕτη αὐτῷ, ἢ ἔπρεπε
917νὰ μείνῃ ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ οἱῳδήποτε κινδύνῳ, ἢ ἄλλως ἡ
918ἀνάκλησίς του συνεπήγετο τὴν καθαίρεσιν αὐτοῦ ὡς Δια-
919δόχου. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλει μᾶς
920φέρει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ καθιερώσητε!
921Ὡμιλήσατε περὶ ἀποσπάσεως, περὶ ἀδειῶν. Καὶ ταύτας
922ποῖοι τὰς δίδουν; Μήπως τὰς λαμβάνουν οἱ βαθμοφόροι μόνοι
923των; Τὰς δίδετε σεῖς, καὶ τὸ ἐλάττωμα εἶναι ἰδικόν σας, καὶ
924οὐχὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν θεσμῶν. Δὲν ἔχετε τὴν δύ-
925ναμιν ν’ ἀντιταχθῆτε; Φύγετε ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, καὶ θὰ
926ἔλθῃ καὶ δεύτερος, ὁ ὁποῖος θὰ φύγῃ, καὶ ὁ τρίτος, ὁ ὁποῖος
927θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Οὕτω σκέπτονται
928ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος.
929Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν
930προσωπικῶν φιλοτιμιῶν, λέγουν, ὡς σεῖς: «μᾶς εἶναι ἀδύνα-
931τον νὰ ἀντιταχθῶμεν κατ’ αὐτῶν τῶν πειρασμῶν». Ἀλλὰ
932ταῦτα λέγοντες ἐπιρρίπτετε ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος τὸ ἴδιον
933ὑμῶν ἐλάττωμα. Ἀλλὰ καὶ πᾶς ἐγκληματίας — οὐδὲ θέλω νὰ
934προσβάλω τινὰ διὰ τῆς τοιαύτης παραβολῆς, κάπως ἀποτρό-
935που, — δύναται νὰ εἴπῃ: «ἐγκλημάτισα, ἀλλὰ τὸ σφάλμα ἔγ-
936κειται εἰς τὸν νόμον, ὅστις δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ μὲ σταμα-
937τήσῃ πρὸ τοῦ ἐγκλήματος». Λοιπὸν καταργήσατε τοὺς νό-
938μους! καταργήσατε τὸ πολίτευμα! Καὶ βεβαίως τοῦτο ἔχετε
939κατὰ νοῦν, ὅταν ἀποδίδητε ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἁρμόζει, εὐθύνας,
940ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῶσι. Καὶ κατὰ τοῦτο
941τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ὑπερέχει τῶν ἀπολυταρχικῶν.
942Ἡ μάχη τοῦ Σεδὰν καθῄρεσε τὴν δυναστείαν Ναπολέοντος
943τοῦ Γʹ! Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ μάχαι αἱ ἀπολεσθεῖσαι ὑπὸ τοῦ
944ἀγγλικοῦ στρατοῦ ἀφῆκαν ἀκλόνητον τὴν Βασιλείαν καὶ
945τὴν δημοσίαν τάξιν. Ταῦτα εἶναι ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας οὐ-
946δεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλ-
947λεσθε ὅτι θὰ πράξητε, εἶναι ἀντίθετα πρὸς ὅσα μελετᾶτε
948νὰ πράξητε. Διὰ τοῦτο δὲ λέγω, ὅτι εἶναι ἐχθροὶ τοῦ πολι-
949τεύματος, ἐχθροὶ τῆς χώρας ἐκεῖνοι, οἵτινες τοιαύτας ἰδέας
950ἐνισχύουσι, καὶ τοιαῦτα ἐπαγγέλλονται.
951Τί ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα, γνωρίζω, ὡς γνωρίζετε καὶ
952ὑμεῖς· ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἀποδίδει διοίκησιν εἰς τοὺς
953βασιλόπαιδας· ἐτέθησαν δ’ οὗτοι ἐκτὸς τῶν στελεχῶν ἕνεκα
954τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται τὰ
955μέλη τῆς Δυναστείας. Εἴδετε ἐπιθεωρήσεις ἐνώπιον βασιλο-
956παίδων παρὰ συνταγματαρχῶν ἢ στρατηγῶν; Ὁ βασι-
957λόπαις, ὁ λοχίας, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς, ἵσταται παρὰ τῷ ἀρχη-
958γῷ καὶ ἐπιθεωρεῖ τὸ στράτευμα! Ἀλλ’ οὕτω εἶναι δυνατὸν
959νὰ ὑπάρξῃ πειθαρχία ἐν αὐτῷ;
960Κύριοι, ἀκριβῶς τὰ ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν, πρέ-
961πει νὰ μᾶς κάμουν νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι εἶναι καιρὸς, ὅτι πρέ-
962πει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν τελείαν λειτουργίαν τοῦ πολι-
963τεύματος, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ζητήσωμεν πραγματικὰς εὐθύ-
964νας, τοιαύτας δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπεκδεχώμεθα παρὰ ἐν
965τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ βεβαίως διὰ τοῦ
966σχεδίου ὑμῶν δὲν ἀποβλέπετε εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πο-
967λιτεύματος.
968§38ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω μέρος
969εἰς τὴν συζήτησιν, καίτοι ὁμολογῶ, ὅτι ἐπὶ μακρὸν ἐδίστασα,
970ἀλλὰ λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα φέρω ἐπιμαρτυρίαν εἰς ἐκεῖνα,
971ἅτινα ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου μετὰ τόνου εὐγλώττων λό-
972γων ὑπεστήριξε. Γνωστὸν ὅτι μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συμπο-
973λίτου μου ἀπὸ πολλῶν χρόνων εὑρίσκομαι πολιτικῶς ἀντί-
974θετος, ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν ὅμως ζητημάτων ὀφείλω νὰ
975ὁμολογήσω, ὅτι εὑρίσκω αὐτὸν πάντοτε εἰς τὴν θέσιν του.
976Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύπωσε πρὸ ὀλίγου ἄρνησιν τῆς
977ἐννοίας τῶν λόγων, οὓς εἶπε προχθὲς, ἰσχυρίσθη δὲ, ὅτι ὁ κ.
978Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν παρηκολούθησε τὴν ἀγόρευσίν
979του, διότι αὐτὸς προέλαβε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἐν τῇ διατυπώ-
980σει τοῦ ὀργανισμοῦ αὑτοῦ εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ
981Συντάγματος. Ἀλλὰ δὲν μένει τις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συν-
982τάγματος, μόνον διότι ἐπικαλεῖται τὰ ὅρια ταῦτα, μένει
983ἐκεῖνος, ὅστις, ὁδηγούμενος οὐχὶ μόνον ὑπὸ τοῦ γράμματος,
984ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ πνεύματος καὶ τῶν παραδόσεων, ἅτινα
985πάντα συναποτελοῦσι τὸ ὅλον συνταγματικὸν οἰκοδόμημα,
986φροντίζει νὰ ῥυθμίζῃ τὰς πράξεις αὑτοῦ οὕτως, ὥστε νὰ
987προκύπτῃ τὸ συνταγματικὸν ἀγαθὸν, ὁποῖον ἠθέλησεν αὐτὸ
988ὁ νομοθέτης τῶν θεσμῶν. Καὶ ὅτε ἔρχεται Κυβέρνησις, ἥτις
989ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτι-
990κῶν, κυμαίνουσα μεταξὺ μιᾶς καὶ ἄλλης γνώμης, ἔφθασεν
991εἰς συμπέρασμα, — μετὰ μερικὴν ὑποχώρησιν τοῦ Ὑπουργοῦ
992τῶν Στρατιωτικῶν, — καθ’ ὃ ἀναγνωρίζει μὲν τὸν Διάδοχον
993ὡς ἀρχηγὸν, δέχεται ὅμως νὰ μὴ μεταγγισθῇ εἰς αὐτὸν ὁλό-
994κληρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ὑπηρεσία, μετὰ
995τὴν τοιαύτην ὑποχώρησιν καὶ τὴν δήλωσιν πρὸς τὸν Ὑπουρ-
996γόν, ὅτι συνεφώνησαν μετ’ αὐτοῦ, καὶ τὴν ἄδειαν νὰ συν-
997τάξῃ ὁριστικῶς τὸν ὀργανισμὸν, ἔρχεται, λέγω, καὶ ἀνακό-
998πτει τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, καὶ ἀφίνει καὶ παρέρχεται ὁ χρό-
999νος ὁ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου μέχρι
1000τῆς διακοπῆς αὐτῶν, καὶ δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ
1001ὑποβάλῃ τὸν ὀργανισμόν του, διότι, λέγουσι, πρέπει νὰ με-
1002λετηθῇ καὶ ἀλλαχοῦ...
1003§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦ-
1004τόν τι...
1005§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... Ὅτε βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ
1006εἰσάγῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, ὅτε βλέπομεν μετὰ ταῦτα
1007ἐπερχομένην μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν ὑπαρχόντων καὶ
1008τοῦ ἀποχωρήσαντος διαφωνίαν, ἧς ἀφορμὴ, ὡς εἶπον, εἶναι
1009αἱ πιστώσεις, ἀλλ’ αἰτία βεβαίως δὲν εἶναι, τότε ὀφείλομεν
1010νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν, ἀποχωρήσαντος
1011τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἰσήχθη ὁ ὀργανι-
1012σμὸς, ἔργον ἐκείνου, τοῦ ἀποχωρήσαντος, ἀλλὰ καὶ τῶν παρα-
1013μενόντων. Τὸν λόγον δὲν θέλω ζητήσει εἰς ἔγγραφον ἀνω-
1014μάλως εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν ἀγόρευ-
1015σιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἣν καλῶς ἡρμήνευσεν ὁ κ. Βουλευ-
1016τὴς ἐξ Ἀττικῆς. Καὶ πᾶς ὅστις ἤκουσε τὴν ἀγόρευσιν ταύ-
1017την καὶ ὅστις ἀνέγνωσεν αὐτήν, μὴ θέλων νὰ ἀδικήσῃ,
1018παρασυρόμενος ἐκ τῆς πρώτης ἐντυπώσεως, τὸν ἀγορεύσαντα,
1019ἐπείσθη ὅτι, καθὼς ἐτέθη τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς,
1020πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐξουσία ἀπὸ
1021τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παραδοθῇ εἰς πρόσω-
1022πον, ὅπερ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελέσῃ ὑπουργικὰ
1023καθήκοντα.
1024Ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἀπηγόρευσε νὰ ἀνατίθενται Ὑπουρ-
1025γεῖα εἰς τοὺς βασιλόπαιδας· τοῦτο δὲ πράττει ἡ Κυβέρνη-
1026σις σήμερον. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς
1027εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, μεταφέρει τὸ Ὑπουργεῖον εἰς αὐτούς.
1028Εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τὸ κοινὸν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1029Στρατιωτικῶν κατασκεύασμα· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰσά-
1030γει τὸ ἀπὸ κοινοῦ γενόμενον, τὸ ἀπὸ κοινοῦ συμφωνηθὲν
1031ἔργον. Δὲν θέλω στηριχθῆ οὔτε εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Κου-
1032μουνδούρου, καίτοι εἶναι πιστευτοί, οὔτε εἰς τὸ δημοσίευμα
1033τὸ ὑπ’ αὐτοῦ διανεμηθέν, οὗτινος τὸ περιεχόμενον θέλω νὰ
1034ἀγνοῶ· στηρίζομαι ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, βε-
1035βαιώσαντος ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ κοινοῦ κατήρτισε τὸν ὀρ-
1036γανισμόν. Καὶ ἐρωτῶ· ἀλλὰ ποῖος λόγος ἔφερεν ἔπειτα
1037μεταβολὴν γνώμης; τὸν λόγον δ’ εὑρίσκετε εἰς τὴν ἀγόρευσιν
1038τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀκούσατε, πῶς τὸ ζήτημα πραγμα-
1039τεύεται (ἀναγινώσκει):
1040«Ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἐκείνῳ βεβαίως εὑρίσκοντο περιο-
1041ρισμοὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐγώ, ὁ ὁποῖος
1042ἀπέβλεπον εἰς τὸ παρελθόν, ὁ ὁποῖος ἐδιδάχθην ἐκ τῆς πι-
1043κρᾶς πείρας τοῦ παρελθόντος πόσον ἡ διοίκησις τοῦ στρα-
1044τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὑπῆρξεν ἐπιβλαβὴς διὰ τὸν στρα-
1045τόν, δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀποδεχθῶ τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας
1046ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος ἐστηρίζετο, ἔθεσα δὲ τὸ ζήτημα ἐνώ-
1047πιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑποστηρίζων, ὅτι ὁ στρα-
1048τὸς ἔπρεπε νὰ χωρισθῇ ἐντελῶς ἐκ τῆς πολιτικῆς, ὑποστη-
1049ρίζων, ὅτι ὁ χωρισμὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐνόσῳ
1050ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀφίετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1051Στρατιωτικῶν. Οἱοιδήποτε περιορισμοί, ὁσοιδήποτε περιο-
1052ρισμοὶ καὶ ὁπωσδήποτε διατυπούμενοι, ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἠδύ-
1053ναντο νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν στρατὸν ἐκ τῶν ἐπιδράσεων
1054ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπέβησαν, κατ’ ἐμέ, καταστρεπτικαὶ διὰ
1055τὸν στρατὸν καὶ αἱ ὁποῖαι μεγάλως συνετέλεσαν, ἵνα ὁ στρα-
1056τὸς περιέλθῃ εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία κατέστη-
1057σεν αὐτὸν ἀνίκανον, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμὸν
1058αὐτοῦ.»
1059Ἠκούσατε οἱοιδήποτε περιορισμοί, ὁσοιδήποτε περιορι-
1060σμοὶ καὶ ὁπωσδήποτε διατυπούμενοι δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ
1061ἐπαναγάγωσι τὸν στρατὸν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἦναι, δὲν
1062εἶναι ἱκανοὶ νὰ καταστήσωσιν ἐν αὐτῷ διοίκησιν ἀξίαν τοῦ
1063προορισμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τίνες εἶναι οὗτοι, οἱ οἱοι-
1064δήποτε καὶ ὁσοιδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε διατυπούμενοι
1065περιορισμοί; Εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες διατυποῦνται εἰς τὸ
1066νομοσχέδιον, ὅπερ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ συνέταξαν ἐν συμπρά-
1067ξει μετὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν...
1068§41ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
1069στικῶν κλπ). Αὐτὸ τὸ λέγετε σεῖς.
1070§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ λέγω ἐγὼ βεβαίως, διότι τοιούτων
1071περιορισμῶν νομοσχέδια συνετάχθησαν καὶ ἐκεῖ περιλαμ-
1072βάνονται τῷ ὄντι περιορισμοί, οὐχὶ οἱοιδήποτε καὶ ὁσοιδή-
1073ποτε, ἀλλὰ σπουδαῖοι περιορισμοί. Καὶ ἂν τὰ τρία νομο-
1074σχέδια τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, —δὲν ἐπεμ-
1075βαίνω εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι δὲν εἶναι καιρὸς, δὲν εἶ-
1076μαι δὲ καὶ ἁρμόδιος νὰ ἐπεμβῶ, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν
1077κρίνω, — μετ’ εἰλικρινείας ὑποστηριζόμενα, εἰσήγοντο καὶ
1078ἐψηφίζοντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, βεβαίως οἱ περιορισμοὶ ἐκεῖνοι
1079ἦσαν ἀρκούντως ἰσχυροὶ, ὥστε νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ παρά-
1080λυσις τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἦσαν εἰς χεῖρας κατὰ τὸ
1081μᾶλλον ἢ ἧττον ἱκανῶν κυβερνητῶν ἀρκούντως ἰσχυραί, ἵνα
1082συγκρατήσωσι τὰς ἡνίας τῆς διοικήσεως, σπουδαῖοι, μεμελε-
1083τημένοι περιορισμοὶ καὶ μὴ ἔχοντες ἄλλου πράγματος ἀνάγ-
1084κην ἢ τῆς εἰλικρινείας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ· καὶ ἐνώπιον τῆς Βου-
1085λῆς ἂν συνεζητοῦντο ἐκεῖνοι οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, ἐπὶ τοῦ κε-
1086φαλαίου τούτου ἤθελον εὕρει πάντας τοὺς Βουλευτὰς συμφώ-
1087νους, ὅση καὶ ἂν ἦτο ἡ αὐστηρότης ἡ περιλαμβανομένη ἐν αὐ-
1088τοῖς. Ἐγκατέλιπε λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιοῦτον ὀργα-
1089νισμὸν, ἐγκατέλιπεν αὐτὸν διότι δὲν ἤρκει εἰς τὰς προθέσεις
1090αὐτοῦ οὗτος ὁ ὀργανισμός.
1091Ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ ἤθελον ἀλλα-
1092χοῦ νὰ μεταφέρωσι τὸ κέντρον τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ,
1093καὶ δὲν ἤρκει εἰς αὐτοὺς ἡ ὑποχώρησις, εἰς ἣν λυποῦμαι ὅτι
1094ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἔστερξεν, ὑποχώρησις καθ’ ἣν
1095προσετίθετο καὶ ἀρχηγὸς καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἀρχηγοῦ εἰς τὰ
1096Συμβούλια τὰ μέλλοντα ν’ ἀποφασίζωσι περὶ τῶν θεμάτων
1097τῶν ἑκάστοτε κατὰ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους ἐμφανιζομέ-
1098νων, οὐχὶ διότι φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνεύθυνον τὸ πρόσωπον τοῦ
1099ἀρχηγοῦ, ὅστις δὲν ἐνδείκνυται ἁπλῶς διὰ τοῦ βαθμοῦ ἐν
1100τῷ παρασκευασθέντι νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ὁρίζεται ἰσοβίως, ἤ,
1101ὀρθότερον, ὁρίζεται ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ τὸ ἀξίωμα τὸ Διαδοχι-
1102κὸν, ἐπὶ ἑνὸς προσώπου, ἐπ’ ἐκείνου, ὅστις, ὅ,τι δήποτε καὶ
1103ἂν συμβῇ, εἶναι πάντοτε ὁ ἀρχαιότερος στρατηγὸς ἐν τῷ
1104στρατῷ. Τὸ πρόσωπον, ὅπερ διὰ τοῦ τοιούτου ὁρισμοῦ ἐγκα-
1105θιδρύεται συνεργάτης ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ, ἥτις ὁρίζεται ἐν τῷ
1106νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἐν τῷ νομοσχε-
1107δίῳ τῆς Κυβερνήσεως, — διότι ὑπῆρξε νομοσχέδιον τῆς Κυ-
1108βερνήσεως, — καίτοι δὲν εἶναι ἀνεύθυνον, ὡς ἐκ τῆς θέσεως
1109ὅμως αὐτοῦ ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, εἶναι ἔργῳ ἀνεπί-
1110δεκτον εὐθύνης. Διότι, Κύριοι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι δὲν πρό-
1111κειται κἂν περὶ ἁπλοῦ βασιλόπαιδος, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ τοῦ
1112Διαδόχου τοῦ Θρόνου, περὶ τοῦ βασιλόπαιδος ἐκείνου, ὅστις
1113ἔχει ἀξίωμα ἐπίσημον, ἀξίωμα Βασιλέως ἐν προσδοκίᾳ, περὶ
1114τοῦ προσώπου ἐκείνου, ὅπερ κατ’ ἔτος ἐνασκεῖ τὴν Βασιλικὴν
1115ἐξουσίαν, περὶ τοῦ προσώπου ἐκείνου, ὅπερ δὲν φαντάζομαι
1116πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποχωρίσητε ἐπὶ ἐνεργείᾳ τινὶ ὑπευ-
1117θύνῳ ἀπὸ τῆς θέσεως, ἣν κατέχει, χωρὶς ἐν ταὐτῷ νὰ μειώ-
1118σητε καὶ τὸ ἀξίωμα, ὅπερ ἐκ τῆς γεννήσεως ἔχει.
1119Ἐνόσῳ δὲ δὲν δύνασθε νὰ χωρίσητε τελείως τὸ ἓν ἀξίωμα
1120ἀπὸ τοῦ ἄλλου, φροντίσατε καὶ προσέξατε μὴ παραδώσητε
1121εἰς τὸ πρόσωπον τὸ φέρον ἀμφότερα ταῦτα τὰ ἀξιώματα
1122ὑπουργήματα, ἅτινα συνεπάγονται τοιαύτας εὐθύνας, ὥστε νὰ
1123φθάσῃ ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ ἀπροχώρητον ὁ μέλλων νὰ κρίνῃ
1124περὶ τῶν εὐθυνῶν.
1125Τὸ θέμα, Κύριοι, δὲν παρουσιάζεται ἐν Ἑλλάδι τὸ πρῶ-
1126τον· προκειμένου περὶ βασιλοπαίδων ἐν γένει, ἁπανταχοῦ οἱ
1127βασιλόπαιδες, ὡς ἐκ τῆς ἐντολῆς, ἣν ἔχει ἡ Βασιλεία, νὰ
1128ἦναι ὁ πρῶτος ἀμύντωρ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ἀνεξαρτη-
1129σίας τοῦ Κράτους, οἱ βασιλόπαιδες εἶναι οἱ συμπαραστά-
1130ται οἱ παρακολουθοῦντες τὸν Βασιλέα εἰς τὸν στρατόν,
1131κατατασσόμενοι εἰς αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενοι ἐν αὐτῷ ὑπὲρ τῆς
1132ἀμύνης τῆς χώρας καὶ τῶν δικαίων αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀλλαχοῦ,
1133ὅπου τὰ πράγματα εἶναι καλῶς ὠργανωμένα, καλῶς μεμε-
1134λετημένα, εἴτε πρόκειται περὶ Κρατῶν μὴ κοινοβουλευτικῶν,
1135ἀλλ’ ἁπλῶς συνταγματικῶν μοναρχικῶν, ὅπως ἡ Πρωσσία,
1136εἴτε πρόκειται περὶ Κρατῶν ἐξόχως ἐλευθέρων ἐν τῇ συν-
1137ταγματικῇ ὀργανώσει, ὅπως ἡ Ἀγγλία, οἱ βασιλόπαιδες, ἢ
1138ἀκριβέστερον τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, οἱανδή-
1139ποτε θέσιν καὶ ἂν ἔχωσιν ἐν αὐτῇ, μετὰ πολλῆς προσοχῆς
1140τοποθετοῦνται εἰς ἀξιώματα στρατιωτικὰ, εἰς τὰς ἀρχη-
1141γίας περὶ ὧν πρόκειται, καὶ δὲν βλέπετε αὐτοὺς, ὅταν ἔλθῃ
1142ὥρα ἀνωτέρας διοικήσεως, καὶ ὅτε ἔτι ἔχουσι τὴν ἀξίαν τοῦ
1143ἀοιδίμου Φρειδερίκου, τοῦ πατρὸς τῆς ἡμετέρας Σοφίας, τοῦ
1144μετέπειτα Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας, δὲν βλέπετε αὐ-
1145τοὺς διευθύνοντας τὸ ἔργον ὁλόκληρον τοῦ πολέμου, δὲν βλέ-
1146πετε αὐτοὺς ἔχοντας εἰς χεῖρας ὅλην τὴν διοίκησιν τοῦ στρα-
1147τοῦ, ἀλλὰ βλέπετε αὐτοὺς συμπαραστάτας, συνεργάτας, ὑπο-
1148τεταγμένους καὶ ἐργαζομένους ὑπὸ αὐστηροτάτην πειθαρ-
1149χίαν, δίδοντας αὐτοὺς πρώτους τὸ παράδειγμα τῆς πειθαρ-
1150χίας, ἵνα ἐμπνέωσιν αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, διότι ἄνω-
1151θεν πάντοτε ἐρχόμενον τὸ παράδειγμα εὐδοκιμεῖ, ἢ φέρει
1152καταστροφήν· βλέπετε αὐτοὺς ὑφισταμένους τὴν ἐπίκρισιν τῶν
1153προϊσταμένων,—καὶ ἐπικρίσεις ἐδέχθη ὁ δεξιὸς, νοήμων καὶ
1154ἱκανώτατος στρατηγὸς, ὁ Φρειδερίκος, παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ
1155ἐπιτελείου,—βλέπετε αὐτοὺς οὕτω μόνον ἐργαζομένους καὶ
1156ἀποκομίζοντας μόνας ἐκείνας τὰς εὐθύνας, ἃς ἐν τοιούτῳ ἔργῳ
1157πᾶς ἀνὴρ ἀποκομίζει, τὴν εὐθύνην τὴν ἐκ τῆς ἀνικανότητος,
1158τὴν εὐθύνην τὴν ἐκ τῆς ἀνανδρίας.
1159Ἀλλὰ τὰς ἄλλας εὐθύνας, τὰς ἐχούσας χαρακτῆρα κυ-
1160βερνητικόν, φέρουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι τεταγμένοι ὑπὸ
1161τῶν πολιτευμάτων, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ταῦτα, ἵνα φέ-
1162ρωσιν εὐθύνας. Βλέπετε ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀνατρέχοντες εἰς τὴν
1163ἱστορίαν, ἧς ἐμνημόνευσε καλῶς πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος συμ-
1164πολίτης μου, βλέπετε τὸν σύζυγον τῆς Βασιλίσσης, τῆς πα-
1165ρούσης Βασιλίσσης, ν’ ἀποκρούῃ προσφερομένην εἰς αὐτὸν τὴν
1166ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, προσφερομένην δὲ ὑπὸ τίνος, κύριε
1167Πρόεδρε; προσφερομένην ὑπὸ τοῦ νικηφόρου στρατηγοῦ τοῦ
1168Βατερλώ, ὑπὸ τοῦ Βελλιγκτῶνος· βλέπετε τὸν πρίγκηπα
1169Ἀλβέρτον ἀρνούμενον διαρρήδην τὴν ἀρχηγίαν, καὶ ἀρνού-
1170μενον ἐγγράφως, δι’ ἐγγράφου, ὅπερ παρέμεινεν εἰς τὴν ἱστο-
1171ρίαν, ἵνα τιμήσῃ καὶ τὸ πολίτευμα τὸ Ἀγγλικὸν, ἀλλὰ
1172καὶ τοὺς ἡγεμονίδας τῆς Ἀγγλίας. Δὲν ἐπιτρέπεται, ἔλεγεν
1173ἐκεῖνος, ν’ ἀναλάβῃ εὐθύνην ἐκεῖνος, ὅστις δὲν δύναται κατὰ
1174τὴν ὥραν τῆς ἀποδόσεως εὐθύνης ν’ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τοῦ
1175ἀξιώματος, ὅπερ φέρει· δὲν δύναται ὁ σύζυγος τῆς Βασιλίσ-
1176σης, δὲν πρέπει νὰ φέρῃ εὐθύνην. Καὶ ὅτε εἰσῆλθεν εἰς ἐξέ-
1177τασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ μέγας ἀνὴρ, ὁ μέγας ῥήτωρ
1178τῆς Ἀγγλίας, ὃν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀπώλεσεν, οὐχὶ ἡ Ἀγ-
1179γλία, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ φιλελευθέρα ἀνθρωπότης, ὁ Γλάδ-
1180στων, βλέπετε τὸν Γλάδστωνα ἐπιδοκιμάζοντα τὴν πρᾶξιν
1181ταύτην τοῦ πρίγκηπος, πρὸς ὃν ἄλλως μετ’ αὐστηρότητος
1182συμπεριεφέρετο, ἐπαινοῦντα τὴν γενναίαν καὶ σώφρονα αὐ-
1183τοῦ ἄρνησιν, καὶ λέγοντα περὶ τοῦ προσενεγκόντος τὴν ἀρ-
1184χηγίαν δαφνηφόρου στρατάρχου, ὅτι τὸ γῆρας εἶχε παραλύ-
1185σει τὴν δύναμιν τῆς κρίσεως αὐτοῦ. Ταῦτα ἐν Ἀγγλίᾳ.
1186§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Δοὺξ τοῦ Κέμ-
1187πριτζ;
1188§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Δοὺξ τοῦ Κέμπριτζ εἶναι ἁπλοῦν μέ-
1189λος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, καὶ ὑπῆρξεν ἀρχηγὸς τοῦ
1190στρατοῦ. Καὶ ἐπειδὴ μοὶ ἐνθυμίζει τοῦτο ὁ κύριος Πρόεδρος
1191τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὑ-
1192τοῦ πρὸς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ γραφόμενα καὶ λεγόμενα, ὅπως ἴδῃ
1193μέχρι τίνος ἀνατρέχουσιν αἱ εὐθῦναι τῆς καταστάσεως, εἰς
1194ἣν ἀποδίδονται τὰ δυστυχήματα τὰ ἐν Τρανσβάαλ, καὶ οἱ
1195κίνδυνοι οἱ ἕνεκεν αὐτῶν.
1196§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἔπαυσε νὰ ἦναι ἀρ-
1197χηγός.
1198§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν ἀμφοτέροις τοῖς
1199στρατοπέδοις, κρατεῖ σήμερον πεποίθησις, ὅτι ἀπὸ τοιού-
1200του ἔργου διοικητικοῦ συμφέρει, πρέπει νὰ μένωσι μακρὰν
1201τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας.
1202Ἀλλ’ ἐξερχόμενοι τῆς Ἀγγλίας καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὴν
1203Γερμανίαν, ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ θέσις ἐκεῖ τοῦ υἱοῦ τοῦ πρώ-
1204του Αὐτοκράτορος, τοιούτου στρατηγοῦ, τοιούτου ἀνδρὸς
1205καὶ ἐν στρατιωτικοῖς καὶ ἐν πολιτικοῖς ἔργοις διακεκριμέ-
1206νου. Θέλετε, Κύριοι, νὰ μάθητε, πῶς αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς, ὑπὸ
1207τὰς συμβουλὰς τοῦ μεγαλοφυοῦς αὐτοῦ συμβούλου, προσεφέ-
1208ρετο πρὸς τὸν Διάδοχον, τὸν μετέπειτα Αὐτοκράτορα Φρει-
1209δερῖκον; Δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀνατρέξητε εἰς τ’ ἀπομνημονεύ-
1210ματα τοῦ Βίσμαρκ, ἵνα ἴδητε ὁποία ἦτο ἡ γνώμη αὐτοῦ,
1211γνώμη ἣν ἀπεδέχθη ὁ βασιλεὺς τῆς Πρωσσίας, περὶ τῆς θέ-
1212σεως τοῦ Διαδόχου ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ὁ Διάδοχος βεβαίως
1213ἔχει ἐπίσημον θέσιν, ἀλλά, λέγει ὁ Βίσμαρκ, δὲν ἔχει ἀξίωμα
1214ἐνεργὸν (ἀναγινώσκει): «Ὁ πρίγκηψ Διάδοχος δὲν ἔχει
1215θέσιν ἐπίσημον ἀπέναντι τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, καὶ οὐ-
1216δὲν δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ δημοσίᾳ». Καὶ πρὸς ποῖον λέγει
1217ταῦτα; πρὸς ποῖον γράφει ταῦτα ὁ Βίσμαρκ; Πρὸς τὸν Βα-
1218σιλέα τῆς Πρωσσίας, τὸν πατέρα τοῦ Διαδόχου. Διότι συνέ-
1219πεσε τότε, συνεργαζόμενος—ὡς πρέπει νὰ ἐργάζηται ὁ Διά-
1220δοχος παντὸς Θρόνου—ἐν τοῖς συμβουλίοις τοῖς διαφόροις,
1221στρατιωτικοῖς ἢ πολιτικοῖς, καὶ προπαιδευόμενος ἐν αὐτοῖς
1222καὶ παρασκευαζόμενος εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑποθέσεων
1223τοῦ Κράτους, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὰς γνώμας αὐτοῦ μὴ γιγνομέ-
1224νας ἀποδεκτὰς, καὶ ἐφρόνει ὅτι ἡ πορεία τοῦ Πρωθυπουρ-
1225γοῦ τοῦ πατρός του ἦτο ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν χώραν, συνέπεσε
1226τότε ν’ ἀνενεχθῇ πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα δι’ ὑπομνήματος, δια-
1227μαρτυρόμενος καὶ ἐκφέρων ζωηρότερον τὴν διαφωνίαν αὐτοῦ...
1228§47Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κἄτι περισσότερον. Εἶχε γείνῃ δεκτὸς
1229ὁ Διάδοχος ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὅπως ἀποκτήσῃ
1230τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων, ἐπειδὴ δὲ ἠθέλησε νὰ ἐκφέρῃ
1231γνώμην ἐναντίαν, ἐζητήθη, ὅπως ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτὸν ἡ
1232εἴσοδος εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
1233§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... καὶ ἀπειλῶν ὅτι θὰ ἀνακοινώσῃ τὰς
1234γνώμας αὐτοῦ δημοσίᾳ, ἵνα προκαλέσῃ ἐκδήλωσιν τῆς δη-
1235μοσίας γνώμης. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ὁ πατὴρ τοῦ Διαδόχου,
1236πέμψας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ γνώ-
1237μην ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἅτινα προέβαλεν ὁ υἱός του· ὁ δὲ πρίγ-
1238κηψ Βίσμαρκ,—Θαυμάσατε ἐν τούτῳ τὸν Ὑπουργὸν,—
1239ὁ πρίγκηψ Βίσμαρκ, Ὑπουργὸς μοναρχίας περιωρισμένως
1240συνταγματικῆς, ὁμιλῶν πρὸς τὸν πατέρα περὶ τοῦ υἱοῦ,
1241λέγει μὲν καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα ἀνέγνωσα ὑμῖν πρὸ μικροῦ,—
1242ἀνέγραψε ταῦτα εἰς τὸ περιθώριον τοῦ ὑπομνήματος,—λέγει
1243δὲ καὶ ἄλλα, ἅτινα, ἀνευλαβὴς ἤθελέ τις θεωρηθῆ, ἂν ἐξε-
1244στόμιζεν ἐνταῦθα, διότι παρ’ ἡμῖν πᾶς ὅστις λέγει τὴν ἀλή-
1245θειαν ἀπεριστρόφως, ὅσον εὐλαβῶς καὶ ἂν λέγῃ αὐτὴν, ὅσον
1246καὶ ἂν ἐκ τῆς ἀληθείας ταύτης προκύπτῃ καὶ τῆς χώρας ἡ
1247σωτηρία καὶ τῆς δυναστείας, ἥτις εἶναι ἀρρήκτως συνδεδε-
1248μένη μετὰ τῆς χώρας, πᾶς ὅστις λέγει τὴν ἀλήθειαν, ὀνο-
1249μάζεται ἀντιδυναστικός. Ἐκεῖ ὅμως, οὐ μόνον δὲν ἐθεωρήθη
1250ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος ἀντιδυναστικὸς ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις ἔδιδε
1251μαθήματα εἰς τὸν Διάδοχον, καὶ ἔλεγε, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι,
1252ἂν ἤθελέ ποτε σκεφθῆ σπουδαίως νὰ τολμήσῃ ὁ Διάδοχος
1253ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγράφετο ἐν τῷ ὑπομνήματι αὐτοῦ, ἤθελε κατα-
1254σταθῆ ἄξιος ποινικῆς καταδιώξεως· ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς τῆς
1255Πρωσσίας,—δὲν ἦτο Αὐτοκράτωρ τότε, ἐν ἔτει 1863,—λα-
1256βὼν τὸ ὑπόμνημα μετὰ τῶν παρατηρήσεων τοῦ Πρωθυπουρ-
1257γοῦ του, συνέταξεν αὐτὸς τὴν ἀπάντησιν, ἐξ ἧς οὐδεμία τῶν
1258παρατηρήσεων τοῦ Βίσμαρκ παρελείφθη. Ἀνὴρ ἔχων φρόνη-
1259σιν καὶ ἀξίαν καὶ εἰλικρίνειαν, ἀνὴρ οἷος ὁ Διάδοχος Φρει-
1260δερῖκος, ὁ μετέπειτα Αὐτοκράτωρ, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀνα-
1261γνωρίσῃ ἐπὶ τέλους τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων τοῦ
1262Πρωθυπουργοῦ· ἀνελθὼν εἰς τὸν θρόνον, ἐκράτησε παρ’ ἑαυτῷ
1263Πρωθυπουργὸν ἐκεῖνον, ὅστις τοιαῦτα περὶ αὐτοῦ ἔγραψεν.
1264Οὕτω συμπεριφέρονται, κύριε Πρόεδρε, οἱ Ὑπουργοὶ πρὸς
1265τὰς Δυναστείας, πρὸς τὰ βασιλικὰ πρόσωπα, πρὸς τοὺς βα-
1266σιλόπαιδας, ὅπως καὶ εἰς αὐτοὺς γίνωνται χρήσιμοι καὶ εἰς
1267τὴν χώραν· οὕτως ἀπροκαλύπτως λέγουσι τὴν ἀλήθειαν· οὕτω
1268δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ περικαλύπτῃ αὐτοὺς ὁ καπνὸς τῶν κο-
1269λάκων, οἵτινες ἐν πάσῃ χώρᾳ πᾶσαν Αὐλὴν καὶ πάντα Θρό-
1270νον περιστοιχίζουσι καὶ περισκοτίζουσιν. Ὅπου δὲ οἱ Ὑπουρ-
1271γοὶ οὕτω συμπεριφέρονται πρὸς τοὺς ἡγεμόνας καὶ τοὺς
1272περὶ αὐτοὺς πρίγκηπας, καὶ τῶν ἡγεμόνων αἱ ὑποθέσεις
1273βαίνουσι καλλίτερον καὶ τῆς χώρας αἱ ὑποθέσεις ἀνορ-
1274θοῦνται.
1275Δὲν ἔρχονται οἱ Ὑπουργοὶ ἐν τῇ Βουλῇ νὰ κινῶσι ζη-
1276τήματα περὶ τῆς ἀφοσιώσεως τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν ἡγεμο-
1277νοπαίδων εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Περὶ
1278αὐτῆς οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ἀλλὰ καὶ οὐδενὶ ἐπιτρέπεται νὰ
1279ἀμφιβάλλῃ. Διότι ὁ Βασιλεὺς οὐδέποτε πράττει τὸ κακὸν, ὁ
1280Βασιλεὺς οὐδέποτε ἔχει προαίρεσιν κακὴν, καὶ τὸ πλάσμα
1281τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Ἄν ἔπταισεν ὁ κ. Βου-
1282λευτὴς Οἰτύλου,—καὶ θὰ ἐξετάσω τοῦτο,—εἰσαγαγὼν ἐν-
1283ταῦθα ὀνόματα βασιλικὰ, ὅπως ὁμιλήσῃ μετ’ αὐστηρότητος
1284περὶ τῶν ἔργων αὐτῶν, πολὺ περισσότερον ἔπταισεν ὁ Πρόε-
1285δρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαριθμῶν αὐτὰ ἓν πρὸς ἓν ἀπὸ τοῦ
1286βήματος τῆς Βουλῆς, ἵνα πλέξῃ τὸ ἐγκώμιον αὐτῶν. Καὶ τίς
1287ἔψεξε τὸν Ἡρακλέα; Καὶ τίς ἔχει δικαίωμα νὰ φαντασθῇ,
1288ὅτι χωρεῖ ψόγος κατ’ αὐτοῦ; Δὲν ἐννοεῖ ὁ κύριος Πρόεδρος
1289τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὕτως, ὡς εὐλόγως παρετήρησεν ὁ
1290συνάδελφός μου, θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, προκειμένου
1291περὶ προσώπων ἀνωτέρων πάσης ἐμπιστοσύνης; Ἀλλ’ ἔ-
1292πταισε τάχα ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος, ὁμιλήσας περὶ τοῦ
1293προσώπου τοῦ ἀρχηγοῦ, ὃν ἀναγράφει ὁ ὀργανισμὸς, αὐτὸς
1294ἐκεῖνος ὁ ὀργανισμὸς, ὃν αὐτὸς μετὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν
1295κατεσκεύασεν; Ἀναφέρων τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἆρά γε εἰσήγα-
1296γεν ἐνταῦθα ἀνεύθυνον πρόσωπον εἰς τὴν συζήτησιν; Ὅτε
1297ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀνευθύνου προσώπου, ὡμίλησε μόνον ἵνα
1298ἀναφέρῃ ἰδιαιτέραν τινὰ μετ’ αὐτοῦ συνομιλίαν ἢ περίστα-
1299σιν, ἣν, κάλλιον ἴσως ἤθελε πράξει, ἂν παρέλειπεν ὅλως.
1300Ἀλλ’ ὅτε ὡμίλησε περὶ τοῦ Διαδόχου, ὡμίλησε περὶ αὐτοῦ
1301ὡς συνεργασθέντος ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ἢ μετὰ τῶν Ὑπουργῶν
1302ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ. Καὶ πῶς ἠδύνατο νὰ παραλίπῃ τὴν τοι-
1303αύτην μνείαν, ἀφοῦ ἡ συνεργασία ἐγένετο, ἀφοῦ τὴν συνερ-
1304γασίαν ἀνωμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἐπ’ αὐτῆς
1305ἐστήριξε τὴν ἀντίρρησιν κατὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, ὃν παρεσκεύαζε
1306τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἐπ’ αὐτῆς ἐστήριξε
1307τὸ δίλημμα, ὅπερ ἔστρεψε κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ Ὑπουρ-
1308γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, λέγων αὐτῷ «ἢ ὑποτάχθητι ἢ πα-
1309ραιτήθητι»; Κατὰ τίνα τρόπον ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἔλθῃ
1310τὸ ὄνομα τοῦτο ἐνταῦθα; Τὸ ὄνομα ἔφερεν αὐτὸς ὁ κ. Πρω-
1311θυπουργὸς ἐνταῦθα, διότι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ
1312ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργοὶ,—ἐν τούτῳ δὲ μετέχει τῆς εὐθύνης καὶ
1313ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου,—ἐπέτρεψαν νὰ γένηται θόρυ-
1314βος περὶ ταύτην τὴν ὑπόθεσιν, ἐπέτρεψαν νὰ γένωνται ἀνα-
1315κοινώσεις, οὐχὶ μόνον ἐκεῖναι, ἃς ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ ὁ κ.
1316Πρωθυπουργὸς ὡς προερχομένας ἐκ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ,
1317ἀλλ’ ἀνακοινώσεις ἐκ τῶν Γραφείων, ἅτινα ἀκριβῶς παρε-
1318σκεύασαν ὅλην ταύτην τὴν λυπηρὰν ὑπόθεσιν. Αὐτὸς λοιπὸν
1319εἶναι ὁ ὑπαίτιος τοῦ κακοῦ, διότι ἐπέτρεψε νὰ γείνῃ ὁ θό-
1320ρυβος· καὶ ὅτε ἐγένετο θόρυβος, ἡ ἀνάμιξις κατέστη τρανο-
1321τέρα, καὶ ὅτε κατέστη αὕτη τρανοτέρα, τὸ ὄνομα ἔφθασε
1322μέχρι τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἔφθασε δὲ μέχρι τοῦ βή-
1323ματος τῆς Βουλῆς χωρὶς ν’ ἀπευθυνθῇ καμμία ὕβρις κατ’ αὐ-
1324τοῦ. Καὶ ὡς, ὀρθῶς διακόψας, ἄλλος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς
1325παρετήρησε, τὸ ὅτι οὐδὲν μέλος τῆς Βουλῆς ἐξηγέρθη, ὅπως
1326διαμαρτυρηθῇ, αὐτὸ τοῦτο σημαίνει, ὅτι οὐδεμία ἐξηνέχθη
1327ὕβρις. Ἀλλὰ καὶ ποία ἡ ὕβρις; Ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1328γὸς νὰ προσδιορίσῃ αὐτὴν, ἵνα διατηρήσῃ τὴν λέξιν, ἥτις
1329ἐξέφυγε μὲν τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων αὐτοῦ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ
1330λόγου, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ τὴν ἀποσύρῃ: «Ἐγὼ φρονῶ,
1331ὅτι ὕβρις τοῦ Διαδόχου εἶναι τὸ λέγειν, ὅτι ἐπιβουλεύεται
1332τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος του.»
1333Ἀλλ’ εἶπέ τίς ποτε ἐνταῦθα, ἠκούσατε ὑμεῖς τοῦ τέως
1334Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπόντος ὅτι ὁ Διάδοχος ἐπι-
1335βουλεύεται τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
1336Οἰτύλου εἶπεν, ὅτι τὰ γενόμενα ἀποτελοῦσιν ἐπιβουλὴν κατὰ
1337τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος· καὶ ἂν δὲν εἶναι ταῦτα μεμε-
1338λετημένα, ὅπως ἐκεῖνος φρονεῖ, βεβαίως τὰ γενόμενα εἶναι
1339τοσοῦτον ἀπρόσεκτα καὶ ἀμελῆ καὶ τοσοῦτον τεθεμελιωμένα
1340ἐπὶ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ ἀρέσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες κατα-
1341σκευάζουσιν αὐτά, ὥστε φθάνουσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα,
1342ὡς εἰ προήρχοντο ἐξ ἐπιβουλῆς.
1343Ἀλλ’ ἦσαν ἀναγκαῖα πάντα ταῦτα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1344γόν, ἵνα δυνηθῇ νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι καὶ ἡ Ἑλλὰς αὐτὴ
1345δὲν θὰ ἐσώζετο μετὰ τὸν πόλεμον, ἂν δὲν ηὐτύχει νὰ ἔχῃ
1346τὸν Βασιλέα,—ὃν ἀληθῶς κατ’ εὐτυχίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ Θρό-
1347νου,— ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ Βασιλέως ἔσωσεν ἀπὸ τῆς κατα-
1348στροφῆς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐπιτρέπεται εἰς Πρωθυπουργὸν
1349τοιαύτη βλασφημία; Βλασφημία ἀληθής, διότι ἡ Ἑλλὰς
1350ὑφίσταται ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ἔχει θέσιν ἐν τῇ χορείᾳ τῶν Κρατῶν
1351καὶ ἔχει θέσιν ἐν τῇ ἰσορροπίᾳ τῇ εὐρωπαϊκῇ.
1352§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ποῦ ἦτο ὁ ἐχ-
1353θρός;
1354§50ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἦτο ἐκεῖ, ὅπου ἔφεραν αὐτόν· καὶ
1355οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἤθελε προχωρήσει
1356περισσότερον, ὅτι, ἐν ἀδυναμίᾳ τῆς Ἑλλάδος, ἤθελεν ἐπι-
1357τρέψει ἡ Εὐρώπη νὰ κατέλθῃ καὶ περαιτέρω, ἤθελεν ἐπιτρέψει
1358νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τὴν ὀθωμανικὴν κυριαρχίαν.
1359Ὅστις λέγει τὰ ἐναντία, δὲν γνωρίζει τοὺς χρόνους, ἐν οἷς
1360ζῶμεν, δὲν γνωρίζει τὰ ἔθνη τὰ κατοικοῦντα τὴν Εὐρώπην.
1361Ἐκεῖνο, ὅπερ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός,
1362ἂν ἦτο πάντως ἀνάγκη μνείας τοῦ πράγματος, εἶναι τοῦτο,
1363ὅτι ἐν τῇ γενικῇ ἐργασίᾳ πρὸς σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος ἐβά-
1364ρυνεν ἐπὶ τὴν πλάστιγγα καὶ ἡ ἐργασία τοῦ Βασιλέως, διότι
1365οἱ Βασιλεῖς βεβαίως ἐν ὡρισμέναις ὥραις ἔχουσι θέσιν, ἕνεκα
1366τῶν συγγενειῶν αὐτῶν, εἰς ὡρισμένα ἔργα. Ἀλλ’ ἀπὸ τούτου
1367μέχρι τοῦ νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν δὲν παρενέβαινεν ὁ Βασιλεύς, κατε-
1368στρέφετο ἡ Ἑλλάς, μεγάλη ἡ ἀπόστασις. Ἀκούσατε τὴν
1369φράσιν αὐτοῦ: «ἀποβλέπω εἰς αὐτὸν ὡς εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος
1370μᾶς ἔσωσε κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου ἐκ καταστροφῆς
1371βεβαίας»...
1372§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐπαναλέγω.
1373§52ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... Αὕτη εἶναι ἡ γλῶσσα, ἣν ἐχαρα-
1374κτήρισε πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου· αὕτη εἶναι ἡ
1375γλῶσσα ἐκείνων, οὓς παραδέχομαι ὅτι δὲν ἐζήλωσεν ἐν τῷ
1376πολιτικῷ αὐτοῦ βίῳ ὁ κύριος Πρωθυπουργός· αὕτη εἶναι ἡ
1377γλῶσσα τῶν κολάκων. Δὲν ἐλέχθησαν βεβαίως ταῦτα ὑπὸ
1378τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκ πνεύματος κολακείας, ἀλλ’ ἔστω
1379βέβαιος, ὅτι τὸ ἄρωμα, ὅπερ ἐξεπέμφθη ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ,
1380ἔχει πολλὴν τὴν συγγένειαν πρὸς τὸ θυμίαμα τὸ ἐκπεμπό-
1381μενον ὑπὸ τῶν κολάκων.
1382§53Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι Βουλευταί,
1383νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, διότι καὶ ἐπὶ τῶν δύο λόγων,
1384οἵτινες ἐπροτάθησαν ἑκατέρωθεν ὡς αἰτία παραιτήσεως τοῦ
1385πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἐδίδετο ἀφορμή,
1386ὅπως λάβω τὸν λόγον βραδύτερον. Ἐνόμισα, ὅτι ἐπὶ μὲν
1387τοῦ νομοσχεδίου τῶν πιστώσεων ἠδύνατο νὰ ἐκθέσῃ τις τὴν
1388γνώμην του περὶ τοῦ ἐλλείμματος τῶν τεσσάρων ἥμισυ
1389ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν Κυβέρνησιν προεκάλεσαν
1390τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτι-
1391κῶν, ἐπὶ δὲ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θέλει ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς
1392Κυβερνήσεως, εἴτε περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, εἴτε περὶ
1393ὀργανώσεως νέου Ἀρχηγείου τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐδίδετο ἀφορ-
1394μή, ὅπως ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν νέων ἰδεῶν,
1395αἱ ὁποῖαι φαίνονται νῦν κρατοῦσαι παρ’ αὐτῇ, ὅσον ἀφορᾷ
1396τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐπεθύμουν, Κύριοι,
1397νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ διότι δὲν ἤθελον νὰ γείνω δυσάρε-
1398στος εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, κρίνων
1399τινὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν τετραήμε-
1400ρον ταύτην συζήτησιν ὑπεστηρίχθησαν.
1401Κατὰ τὴν μακρὰν αὐτὴν συζήτησιν δύο κυρίως γεγο-
1402νότα προέκυψαν, σπουδαιότατα κατ’ ἐμέ. Πρῶτον, ὅτι ἐν
1403τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς συντάξεως καὶ
1404ἐκτελέσεως τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ
1405Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπικρατεῖ ἡ ἀλληλεγγύη
1406ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικρατῇ μεταξὺ Πρωθυπουργοῦ
1407καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ἄλλων
1408Ὑπουργῶν ἀφ’ ἑτέρου, καὶ ἡ ὁποία ἐν ἄλλοις Ὑπουργείοις
1409ὑπῆρξε. Κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Ὑπουρ-
1410γὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀγνοῇ ἐντελῶς
1411καὶ πῶς συντάσσεται καὶ πῶς ἐκτελεῖται ὁ προϋπολογισμὸς
1412ἑκάστου Ὑπουργείου, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι
1413Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτρέπεται ν’ ἀγνοῇ τὰς δαπάνας
1414καὶ τὰ ἐλλείμματα τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ ὅταν ἀκόμη
1415ταῦτα ἀνέρχωνται μέχρι τεσσάρων καὶ πλέον ἑκατομμυρίων
1416δραχμῶν, ὅσον ἀνῆλθον τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
1417κῶν, εἴτε ἐκ κακῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε καὶ
1418ἐκ κακῆς διοικήσεως τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ.
1419Κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν
1420Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς
1421Κυβερνήσεως νὰ ἀγνοῶσιν, ὅτι ἐλλείμματα τοσοῦτον μεγάλα,
1422ὅσον τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, χάριν τῶν ὁποίων
1423ζητεῖται νῦν πίστωσις ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἐπῆλθον ἐν τῇ διοι-
1424κήσει τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ διὰ γνωστὰς ἀνάγκας, χωρὶς
1425αὐτοὶ οὐδεμίαν νὰ φέρωσιν εὐθύνην. Οὐδὲ δικαιοῦται ὁ
1426Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ νὰ
1427ὑποστηρίξῃ, ὅτι τοσοῦτον ἔνοχος ἐγένετο ὁ Ὑπουργὸς τῶν
1428Στρατιωτικῶν διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολο-
1429γισμοῦ, μὴ μνημονεύσας αὐτῶν, καὶ τοσοῦτον ἀθῷος εἶναι
1430αὐτὸς ἐπὶ τῇ διαταράξει αὐτῇ, ὥστε πρέπει ἄνευ συγγνώ-
1431μης ν’ ἀποπεμφθῇ ὁ Ὑπουργὸς οὗτος τοῦ Ὑπουργείου.
1432Ἀλλ’ αἱ δαπάναι, ἐξ ὧν τὰ ἐλλείμματα, ἦσαν γνωσταὶ αὐτῷ
1433καὶ τῷ Πρωθυπουργῷ. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν, ἥτις
1434προτάσσεται τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τῶν τεσ-
1435σάρων περίπου ἑκατομμυρίων, θέλετε ἴδει, ὅτι αἱ πιστώσεις
1436αὗται προέρχονται ἐκ γνωστῶν δαπανῶν, ὥστε βεβαίως πρέ-
1437πει νὰ θεωρήσητε, ἂν ὄχι ἀνωτέραν, ἀλλ’ ἴσην, τὴν εὐθύ-
1438νην ἐπὶ τῇ ἀγνοίᾳ αὐτῶν τοῦ τε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
1439κῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Διότι τοσαῦ-
1440ται ὑπῆρξαν αἱ ἐλαττώσεις τινῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουρ-
1441γείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899,
1442καὶ τοσοῦτον ἀσύγγνωστοι, τοσοῦτον δὲ βέβαια ἐκ τῶν προ-
1443τέρων τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπήρχοντο ἐξ αὐτῶν καὶ
1444ἐξ ἄλλων ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὥστε
1445βεβαίως κρίνων τις καὶ ἐλέγχων τὴν εὐθύνην τοῦ πρώην
1446Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
1447κονομικῶν, ὡς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπ’ αὐ-
1448τοῖς, ἀδύνατον νὰ μὴ ἀποφανθῇ, ὅτι καὶ οἱ τρεῖς ἔχουσι
1449τὴν αὐτὴν εὐθύνην, ἂν τὰ ἐλησμόνησαν.
1450Ὅταν βλέπωμεν ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ν’ ἀποφα-
1451σίζηται, ὅπως ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ παραμείνωσιν οἱ
1452ἄνδρες τῆς ἐφεδρείας τοῦ 1896 ἢ οἱ κληρωτοὶ τοῦ 1897
1453πέραν τοῦ ὑπολογισθέντος χρόνου, ἀπόφασις, ἥτις ἀναγκαίως
1454θὰ συνεπαγάγῃ νέαν δαπάνην, ἐκπλήσσεταί τις, βλέπων νὰ
1455λησμονῆται τοῦτο, καὶ νὰ ἀπορῶσιν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ
1456Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐγένοντο δι’ αὐτοὺς δαπά-
1457ναι λησμονηθεῖσαι, καὶ ὅτι προβάλλει ἔλλειμμα ἐν τῷ
1458προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, ὅπερ παρεστάθη ἀπερισκέπτως
1459ἐν ἰσοζυγίῳ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅταν
1460βλέπητε ὅτι κατὰ τὸν Ἰούλιον, ψηφιζομένου τοῦ προϋπολο-
1461γισμοῦ τοῦ 1899, ἤτοι κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν
1462ἔχει γείνῃ πᾶσα πλέον ἡ συγκομιδὴ τῶν πρὸς ἱπποφορβὴν
1463χρησίμων καὶ ἔχει κανονισθῆ ἡ τιμή, ἀναγράφεται δι’ ἱππο-
1464φορβὴν ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸ ὁποῖον εἶναι τοσοῦτον
1465κατώτερον τοῦ ὁριστέου, λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κτηνῶν καὶ
1466τῆς γνωστῆς τιμῆς, ἡ ὁποία ἐκανονίσθη πλέον, ὥστε ἄφευ-
1467κτον σπουδαῖον ἔλλειμμα, βεβαίως πρέπει τὴν αὐτὴν εὐθύ-
1468νην ν’ ἀποδώσητε ἐπὶ τῇ παραλείψει ταύτῃ καὶ εἰς τὸν
1469Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1470Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τοσοῦτον πασιγνώστως κα-
1471τωτέραν τῆς πραγματικῆς ἀναγραφὴν ἐν τῷ σχετικῷ ἄρ-
1472θρῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν βλέπητε ὅτι γνωσταὶ καὶ
1473βέβαιαι δαπάναι ἐκ τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος
14741899 οὐ μόνον ὑπολογίζονται ἐν ἀρχῇ περιωρισμέναι, ἀλλὰ
1475καὶ ἀφοῦ οὕτως ὑπελογίσθησαν, περιορίζονται πλέον τοῦ ἡμί-
1476σεος, ὅπως φανῶσιν ἠλαττωμέναι αἱ δαπάναι τοῦ στρατοῦ,
1477βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1478νομικῶν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐντελῶς ἀμέτοχοι τῆς
1479εὐθύνης, ἡ ὁποία βαρύνει τοὺς ἀγνοοῦντας τὴν ὕπαρξιν τῶν
1480ἐλλειμμάτων ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων.
1481Φρονῶ διὰ τοῦτο, ὅτι περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ποσῶν, τὰ
1482ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὸ μέγιστον μέρος τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ
1483ὁποῖα προεκάλεσαν κατὰ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπομάκρυν-
1484σιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς μὴ ἐγκαί-
1485ρως ἀνακοινωθέντα ὑπ’ αὐτοῦ, φέρει εὐθύνην καὶ ὁ Ὑπουρ-
1486γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅτι δυσ-
1487κόλως δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται
1488ὑπῆρξαν δικαία αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκρίθη ἀναγκαῖον
1489ν’ ἀπομακρυνθῇ τοῦ Ὑπουργείου ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν
1490Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτων δὲν θὰ ἐμμείνω πλειότε-
1491ρον, διότι, ὅταν συζητηθῇ ἡ πίστωσις περὶ τῶν δαπανῶν αὐ-
1492τῶν, ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ἀφορμὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1493Οἰκονομικῶν ν’ ἀκούσῃ καὶ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
1494τιωτικῶν, καὶ νὰ σχηματίσῃ ἀκριβεστέραν γνώμην περὶ εὐ-
1495θύνης καὶ κατὰ πόσον παρεβιάσθη ἡ ἀλληλεγγύη ἡ ὑπουρ-
1496γική.
1497Ἀλλ’ ἐκ τῆς τετραημέρου αὐτῆς συζητήσεως προέκυψε
1498καὶ ἄλλο σπουδαῖον γεγονὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι καὶ ἐγὼ
1499ἠναγκασμένος νὰ φέρω τὸν λόγον. Ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις,
1500ἀπελπισθεῖσα περὶ τοῦ δυνατοῦ βελτίονος στρατιωτικῆς διοι-
1501κήσεως ὑπ’ αὐτὴν καὶ ὑπὸ τὸ κρατοῦν κοινοβουλευτικὸν σύ-
1502στημα, ὡς ἐν Ἑλλάδι ἐφαρμόζεται, ἀπεφάσισε νὰ παρεκ-
1503κλίνῃ τῆς κεχαραγμένης γραμμῆς, καὶ ἀφαιροῦσα τὴν διοί-
1504κησιν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν
1505νὰ παραδώσῃ αὐτὴν εἰς τὸν ἀνώτατον καὶ ἀρχαιότατον τῶν
1506ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὅστις εἶναι καὶ ἐπὶ
1507πολὺ θὰ ἦναι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο
1508εἶναι σπουδαῖον ὑπὸ δύο ἐπόψεις· ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔπο-
1509ψιν τοῦ τρόπου τῆς διορθώσεως ὁμολογουμένου κακοῦ ὅστις
1510τρόπος εἶναι καινοφανὴς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὅτι
1511Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ ἔρχεται ἐνώπιον τῶν ἀντιπρο-
1512σώπων τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ ἔθνους νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι αὐτὴ ἐν-
1513τελῶς ἀπηλπίσθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ καλλιτέ-
1514ραν, δι’ ὧν κέκτηται μέσων, διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ
1515δι’ αὐστηρᾶς καὶ ἀμερολήπτου ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, καὶ
1516ὅτι μόνη ἐλπὶς σωτηρίας ὑπάρχει ἡ ἀφαίρεσις τῆς διοική-
1517σεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
1518Ἐν πρώτοις ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσῃ τις, ἂν ἡ Κυβέρνησις,
1519ἀπελπισθεῖσα περὶ διορθώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγ-
1520μάτων, δὲν ἀπηλπίσθη συγχρόνως καὶ περὶ τῶν ἄλλων κλά-
1521δων τῆς διοικήσεως, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εὑρίσκονται εἰς τὴν
1522αὐτήν, ἂν μὴ εἰς χείρονα, κατάστασιν. Δὲν ἐνδιαφέρουν ἡμᾶς
1523μόνον τὰ στρατιωτικὰ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι κλάδοι τῆς διοι-
1524κήσεως. Διατὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων νομίζει ἡ
1525Κυβέρνησις, ὅτι οὐδὲν πλέον ἔχει νὰ μετέλθῃ μέσον βελτιώ-
1526σεως, περὶ δὲ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως φρονεῖ ὅτι
1527εἶναι εὐκολώτερον αὐτῇ νὰ βελτιώσῃ αὐτούς; Ἂν διοικοῦσα
1528ὡς διοικεῖ, δι’ ὧν ἔχει μέσων, κακῶς διοικεῖ, διατὶ θὰ διοι-
1529κήσῃ καλλίτερον μὲ τοὺς νέους νόμους, οὓς ἔλαβε καὶ θὰ
1530λάβῃ ἐκ τῆς Βουλῆς; Τί ἐμποδίζει αὐτὴν σήμερον νὰ δι-
1531οικῇ καλῶς; Ποία εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία εἰς μὲν τὰ στρα-
1532τιωτικὰ ἀπήλπισεν αὐτὴν, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους κλάδους δὲν
1533ἀπήλπισε καὶ ἐννοεῖ νὰ ἐμμένῃ εἰς τὸ αὐτὸ σύστημα; Δὲν
1534εἶναι τάχα ἡ αὐτὴ αἰτία καθ’ ἅπασαν τὴν διοίκησιν τοῦ
1535Κράτους; Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην ἐκεί-
1536νων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἀθλία κατάστασις τῶν στρα-
1537τιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία κατὰ τὸ 1897 μᾶς
1538ἤγαγεν εἰς τὰ γνωστὰ τοῦ πολέμου ἀτυχήματα, καὶ ἡ ὁποία
1539ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὴν ἐξέγερσιν
1540τοῦ τόπου, προέρχεται ἐξ ἄλλης αἰτίας ἢ ἐξ ἐκείνης, ἐξ ἧς
1541προέρχεται ἡ κακὴ κατάστασις ἐν γένει τοῦ τόπου καὶ τῆς
1542ἄλλης διοικήσεως. Καὶ ποία εἶναι ἡ αἰτία τῆς κακῆς αὐτῆς
1543διοικήσεως, ἥτις παρέλυσε τὴν εὐνομίαν καὶ τὴν εὐημερίαν
1544τῆς χώρας, καὶ ἀνέστειλε τὴν πρόοδον τοῦ τόπου; ποία ἄλλη ἢ
1545ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν
1546δὲν τολμῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ ν’ ἀνακηρύξωμεν ἀπὸ τοῦ βήμα-
1547τος; Ποῖος ἄλλος εἶναι ὁ κυριώτερος λόγος τῆς κακῆς αὐτῆς
1548καταστάσεως τῆς διοικήσεως ἢ ἡ ἀνάμιξις τῆς Βουλῆς ἐν τῇ
1549διοικήσει; Ποῖος ἄλλος εἶναι ὁ λόγος ἢ ὅτι ἐν Ἑλλάδι κα-
1550θιερώσαμεν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καὶ ἐφαρμόζομεν τὴν κοι-
1551νοβουλευτικὴν διοίκησιν; Ἔχω ἀνάγκην, Κύριοι, ν’ ἀπο-
1552δείξω, ὅτι αὕτη εἶναι ὀλεθρία καὶ ὅτι τοιαύτη κοινοβουλευ-
1553τικὴ διοίκησις εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος καὶ ἀνατρε-
1554πτικὴ τῆς βασιλικῆς συνταγματικῆς ἐξουσίας; Ὁ Βασιλεὺς
1555καὶ οὐχὶ ἡ Βουλὴ ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος τὴν ἐντολὴν
1556καὶ τὸ καθῆκον νὰ κυβερνᾷ, ἢ νὰ διοικῇ κυβερνῶν καὶ διοι-
1557κῶν, οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας βεβαίως, ἀλλὰ διὰ τῶν ὑπευθύνων
1558Ὑπουργῶν, ἔχει δὲ λάβει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ ἔθνους
1559διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ οὐδόλως δικαιοῦται νὰ παραχω-
1560ρήσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις παρ’ ἡ-
1561μῖν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπὸ χρόνου πολλοῦ μετηνέχθη
1562ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Βασιλέως, ὀφείλοντος νὰ ἐνασκῇ αὐτὴν
1563δι’ Ὑπουργῶν ἐξ αὐτοῦ προερχομένων καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀντλούν-
1564των αὐτὴν, καὶ παρεδόθη ὁλοσχερῶς εἰς χεῖρας τῶν κομμά-
1565των τοῦ Κοινοβουλίου· ἐνῷ τὸ Κοινοβούλιον ἀποκλειστικὴν
1566ἔχει ἀποστολὴν τὸ νομοθετεῖν καὶ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῶν
1567κυβερνώντων καὶ διοικούντων, οὐχὶ δὲ τὸ συγκυβερνᾶν καὶ
1568συνδιοικεῖν μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μετεβλήθη
1569εἰς διοικητικὸν σῶμα, συνδιοικοῦν μετὰ τῶν Ὑπουργῶν διὰ
1570τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Ὑπάρχει τις δυνά-
1571μενος ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τοιαύτη ἀνάμιξις τῆς Βουλῆς εἰς
1572τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους εἶναι ἐναντία εἰς αὐτὰς τὰς
1573βάσεις τοῦ πολιτεύματος, διότι ἐντελῶς ἐξαφανίζει τὴν εὐθύ-
1574νην τῶν κυβερνώντων, ἐφ’ ᾗ θεμελιοῦται τὸ πολίτευμα ἡμῶν,
1575τὴν εὐθύνην ἐπὶ ταῖς πράξεσι τῆς διοικήσεως; Πῶς δύναται
1576νὰ ἐλέγξῃ αὐτὰς καὶ νὰ ζητήσῃ ἐπ’ αὐταῖς εὐθύνας ἡ Βουλή,
1577ἥτις συμμετέχει τῆς διοικήσεως καὶ εἶναι συνυπεύθυνος τῇ
1578Κυβερνήσει καὶ τοῖς ὀργάνοις τῆς διοικήσεως; Ὑποθέσατε
1579ὅτι εἴχομεν νόμον ἐπιβάλλοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπο-
1580χρέωσιν νὰ ἀναθέτῃ τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κρά-
1581τους εἰς τοὺς φίλους αὐτῆς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Βουλευτὰς, καὶ
1582διοίκησιν ὑπὸ Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας διεξαγομένην.
1583Εἶναι δυνατὸν, τοιοῦτοι Βουλευταὶ, νὰ ἐνόησε τὸ Σύνταγμα
1584ἡμῶν, ὅπως ἐλέγχωσι τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως, καὶ ζη-
1585τῶσιν εὐθύνας, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι; Ἀπαράλ-
1586λακτον ἐν τούτοις εἶναι τὸ γινόμενον παρ’ ἡμῖν ἄνευ νόμου.
1587Διὰ τοῦτο παρ’ ἡμῖν ἀπὸ καιροῦ δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος κοι-
1588νοβουλευτικὸς καὶ εὐθύνη ὑπουργική. Ἐλέχθησαν πολλὰ κατὰ
1589τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλὰ τὸ διορίζειν ὑπαλλήλους καθ’ ὑπό-
1590δειξιν Βουλευτῶν δὲν εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ κακὸν, οὐδὲ
1591τὸ μόνον καὶ κύριον κακόν. Ὅ,τι ἀποτελεῖ τὴν κακὴν διοί-
1592κησιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ παραλύει πᾶσαν ἐνέργειαν καὶ πᾶσαν
1593εὐεργετικὴν ἐπίδρασιν τῶν νόμων καὶ πᾶν ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα
1594αὐτῶν, προκειμένου περὶ νόμων συνήθως ἀρίστων καὶ καλῶς
1595μεμελετημένων καὶ νενομοθετημένων, εἶναι ὅτι ἡ διοίκησις
1596ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπακούει οὐχὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὡς ἀντι-
1597πρόσωπον τῶν νόμων καὶ ἀμερόληπτον ἐκτελεστὴν αὐτῶν,
1598ἀλλ’ ὑπακούει καὶ συμμορφοῦται συστηματικῶς πρὸς τὰς
1599θελήσεις καὶ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φίλων
1600καὶ ὀπαδῶν τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων. Οἱ κυβερνῶντες
1601τοῦτο ἀναγκάζονται νὰ θέλωσιν. Οὐχὶ λοιπὸν ἁπλῶς ὁ διο-
1602ρισμὸς ὑπαλλήλων ὑποδειχθέντων παρὰ Βουλευτῶν ἀπο-
1603τελεῖ τὸ κακὸν, ἀλλ’ ἡ ἀποστολὴ αὐτῶν εἰς τὰς θέσεις των,
1604ὅπως ὑπηρετῶσι κατὰ τὰς ὁδηγίας τῶν φίλων τοῦ Ὑπουρ-
1605γείου. Διότι, ἐὰν ὁ διορισθεὶς διωρίσθη συμφώνως πρὸς τοὺς
1606νόμους, ἐὰν φέρῃ τὰ νενομισμένα προσόντα, ἐὰν ἔχῃ παρελ-
1607θὸν ἄμεμπτον, μεταβὰς δ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ διωρίσθη,
1608ἀφεθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς νόμους αὐστηρῶς καὶ ἀμερολήπτως,
1609παυθῇ δὲ ἐπὶ πάσῃ παραβάσει, οὐδὲν τὸ κακόν. Ἀλλ’ ὅταν
1610πᾶς ὑπάλληλος, διοριζόμενος παρ’ ἡμῖν, ἐντολὴν σιωπηρὰν
1611ἀλλὰ σαφῆ, λαμβάνῃ, μεταβαίνων εἰς τὴν θέσιν του, πρώτι-
1612στον καθῆκον νὰ θεωρῇ τὴν ὑποταγὴν εἰς τὰς ὑποδείξεις
1613καὶ τὰ συμφέροντα τῶν κατὰ τόπους φίλων τοῦ κόμματος,
1614καὶ κατ’ αὐτὰς νὰ διοικῇ, ὅταν ὁ ὑπάλληλος ἐννοῇ, ὅτι μὴ
1615πράττων τοῦτο θὰ παυθῇ, ἡ διοίκησις δὲν ὑπάρχει πλέον εἰς
1616χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν, οἵους ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ ἀνώτατος
1617ἄρχων, ἀλλ’ εἰς χεῖρας τῶν ἑκάστοτε ἐπικρατουσῶν φατριῶν.
1618Ἐκ τούτου ἡ ἀγανάκτησις κατὰ τῶν κυβερνώντων καὶ κατὰ
1619τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους.
1620Ἐὰν λοιπὸν ἡ τοιαύτη ἔλλειψις ἀμερολήπτου καὶ ἀφατριά-
1621στου διοικήσεως εἶναι ὁ λόγος τῆς παραλυσίας τῆς διοική-
1622σεως, ὁ λόγος οὗτος ἀδύνατον ἦτο νὰ μὴ ἐπιδράσῃ εἰς τὴν
1623παράλυσιν καὶ τῶν τοῦ στρατοῦ. Καὶ πραγματικῶς ἐπέ-
1624δρασε καὶ κατέστησεν ἀδύνατον τὴν μόρφωσιν στρατοῦ. Καὶ
1625εἰς αὐτὸν ἀνεμίχθη ἡ κοινοβουλευτικὴ διοίκησις τῆς χώρας.
1626Τοσοῦτον δὲ ἐπεκράτησεν αὕτη ἐν τῷ στρατῷ, ὥστε γενικὴ
1627κατέλαβε τοὺς στρατιωτικοὺς ἀπὸ καιροῦ ἀπελπισία περὶ
1628ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ στρατιωτικῆς ἀληθῶς
1629διοικήσεως αὐτοῦ. Ἡ γενικὴ αὕτη ἀπελπισία ὁλοκλήρου
1630στρατοῦ περὶ τῆς τύχης του ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ δυσά-
1631ρεστα ἀποτελέσματα. Τοιαύτη ἀπελπισία ἀπὸ πάντας ἐν τῷ
1632Κράτει εἶναι μέγιστον κακὸν, καὶ κατεδείχθη παρ’ ἡμῖν
1633τοιοῦτον.
1634Ἐγὼ ἀληθῶς, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι μία τῶν κυριωτάτων
1635αἰτιῶν τοῦ τελευταίου πολέμου, ὃν παραδόξως ἐπεχειρήσα-
1636μεν παρὰ τὴν θέλησιν ἡμῶν, παρὰ τὴν θέλησιν τῶν ἐξου-
1637σιῶν τοῦ Κράτους, ἦτο αὐτὴ ἡ ἀπελπισία τοῦ στρατοῦ, ἐν-
1638νοῶ τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ πάσης βελτιώσεως καὶ προόδου
1639τῶν στρατιωτικῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων. Ἐγκαταλει-
1640φθέντες παρ’ ὅλων, καὶ βλέποντες ὅτι οὐδεμία παρ’ οὐδενὸς
1641καταβάλλεται φροντὶς πρὸς καταρτισμὸν τῶν στρατιωτικῶν
1642δυνάμεων τοῦ τόπου, ἐνῷ καθ’ ἡμέραν τὸ ἔθνος ὑπὸ μεγα-
1643λειτέρων ἠπειλεῖτο κινδύνων, πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐρ-
1644ρίφθησαν εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου, καὶ παρέσυραν σχεδὸν
1645καὶ πάντας τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς. Οὕτω ὁ στρατὸς,
1646χωρὶς νὰ ἀκούῃ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Ἡγε-
1647μόνος, ἐκηρύχθη ὑπὲρ ἀμέσου πολέμου. Ὁ στρατὸς ἐξέφυ-
1648γεν ἐντελῶς ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συμπα-
1649ρέσυρε πάντας, διότι Κυβέρνησις καὶ Ἡγεμὼν, μὴ ἐξα-
1650σκοῦντες οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐν τοιαύταις
1651στιγμαῖς, οὐδὲν δύνανται νὰ πράξωσι παρὰ τὴν θέλησιν αὐ-
1652τοῦ, ἄνευ ἐσωτερικῶν κινδύνων. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ
1653μὴ παραμελῶμεν τὰ τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀπελ-
1654πιζόμενος οὗτος νὰ ζητῇ διέξοδον πότε εἰς ἐσωτερικὰ καὶ
1655πότε εἰς ἐξωτερικὰ κινήματα.
1656Φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἂν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἀπηλπίσθη
1657ὅτι δύναται νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρα-
1658τοῦ, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ προτείνῃ μέτρα πρὸς τοῦτο, δὲν δύ-
1659ναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ τὴν αὐτὴν ἀπελπισίαν καὶ διὰ τοὺς
1660ἄλλους κλάδους τῆς διοικήσεως, εὑρισκομένους εἰς οὐχὶ καλ-
1661λιτέραν κατάστασιν, καὶ νὰ μὴ προτείνῃ μέσα βελτιώσεως
1662αὐτῶν ἐπίσης. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοι-
1663κήσεως ἓν ὑπάρχει μέσον σωτηρίας, ἡ ἀπομάκρυνσις, ἡ παῦ-
1664σις τῆς ἀναμίξεως τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς ἐνεργοῦ διοι-
1665κήσεως. Ἐφ’ ὅσον διοικεῖ τὸ Κοινοβούλιον, οὐδεὶς νόμος, εἴ-
1666τε ὑπάρχων εἴτε ψηφισθησόμενος, θὰ ἐπαρκέσῃ ὑπὲρ βελτιώ-
1667σεως τῶν πραγμάτων. Πᾶσαν μεταρρύθμισιν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι
1668αὕτη καλὴ, μηδενίζει ἡ ἀνάμιξις εἰς τὴν διοίκησιν ἀκριβῶς
1669ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἦναι ξένοι πρὸς αὐτήν. Εἶναι
1670τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ προσπαθῆτε νὰ θεραπεύσητε ἐξ ἀσθενειῶν
1671ἀνθρώπινον σῶμα, εἰς ὃ δι’ ἐνέσεων ἐγχέετε μολυσματικὰς
1672οὐσίας. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐ-
1673δοκιμήσῃ διοίκησις ἀφιεμένη εἰς χεῖρας αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶ-
1674ναι τεταγμένοι ἐκ τοῦ Συντάγματος, ὅπως ζητῶσιν εὐθύ-
1675νας παρὰ τῶν διοικούντων.
1676Περὶ διορθώσεως τοιαύτης τῶν πραγμάτων καταστάσεως
1677βεβαίως τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ἐννοῶ νὰ ὁμιλήσω. Ἓν μό-
1678νον μετὰ πεποιθήσεως πρεσβεύω, ὅτι, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ
1679ἐπέλθῃ διόρθωσις τῶν κακῶν αὐτῶν, αὕτη μόνον ἐκ τοῦ Βα-
1680σιλέως δύναται νὰ ἐπέλθῃ νομίμως, διότι εἰς τὸν Βασιλέα
1681τὸ πολίτευμα ἐχορήγησε πᾶσαν τὴν δύναμιν πρὸς τοῦτο καὶ
1682πάντα τὰ μέσα. Ἄλλως, ἐνόσῳ αἱ Κυβερνήσεις ἀφίενται
1683νὰ συγκροτῶνται καὶ συντηρῶνται καθ’ ὃν τρόπον συγκρο-
1684τοῦνται καὶ συντηροῦνται παρ’ ἡμῖν, διὰ συνδιοικουσῶν
1685μετ’ αὐτῶν πλειονοψηφιῶν, οὐδεμία ἐλπὶς θεραπείας ὑπάρ-
1686χει. Τοιαῦται Κυβερνήσεις καὶ πλειονοψηφίαι ἀπολαύουσαι
1687τῶν τῆς ἐξουσίας ἐπ’ ὠφελείᾳ αὑτῶν καὶ βλάβῃ τῶν ἐχθρῶν
1688αὐτῶν, θὰ ἐξακολουθῶσιν ἀναγκαίως ἀπολαύουσαι τῆς πλειο-
1689νοψηφίας καθ’ ὅλην τὴν τετραετίαν καὶ διατηρούμεναι ἐν τῇ
1690ἀρχῇ. Τοιαῦται πλειονοψηφίαι δὲν δύνανται ἢ πάντοτε νὰ
1691ἐπιδοκιμάζωσι τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ κωφεύωσι
1692πρὸς τοὺς ἀντιπάλους αὐτῆς, πρὸς τὰς κατακρίσεις τῆς
1693Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὰς παραστάσεις καὶ τὰς καταγγε-
1694λίας αὐτῆς, ὅσον καὶ ἂν ὦσι δίκαιαι, καὶ ἀφίνουσαι οὕτω
1695νὰ ὑπάρχῃ εἰς χεῖρας αὐτῶν ἡ διοίκησις, δὲν ἀνατρέπονται
1696συνήθως ἢ ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὅταν οὗτος μετὰ 4 ἔτη καλῆται
1697εἰς νέας ἐκλογάς. Αὐτὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν κατάστασιν
1698τῶν πραγμάτων οὐδεμία δυστυχῶς ἄλλη ἐξουσία τολμᾷ νὰ
1699μετατρέψῃ, ὅσον καὶ ἂν ἀπεδείχθη διὰ μακρᾶς ἐφαρμογῆς
1700καταστρεπτικὴ εἰς τὸν τόπον. Οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν ἀπό
1701τινος ὁ λαὸς, ὡς ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμε-
1702ρικῆς, κατὰ τετραετίαν καλεῖται, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τῶν
1703Κυβερνήσεων, ὅσον καὶ ἂν ὑπῆρξαν ἐν τῷ μεταξὺ ὀλέθριαι.
1704Ἐκ τῆς νέας δ’ ἐπίσης Βουλῆς, ἡ ὁποία διαδέχεται τὴν πρώ-
1705την, οὐδεμία ἐπέρχεται μεταβολή, διότι καὶ αὐτὴ κατὰ τὸ
1706ἴδιον λειτουργεῖ σύστημα, ἡ δὲ Βασιλεία κατέχεται δυστυ-
1707χῶς ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι, ἐνόσῳ καὶ τοιαύτη πλειονοψηφία ὑπο-
1708στηρίζει μίαν Κυβέρνησιν, αὕτη ὀφείλει νὰ ὑποτάσσηται.
1709Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὑπὸ τοιαύτην
1710δὲ κατάστασιν δὲν ἐννοῶ, πῶς διὰ νομοθετημάτων νέων εἶ-
1711ναι δυνατὸν νὰ παύσῃ ἢ νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη.
1712Ὅταν ἡ διοίκησις δὲν θέλῃ, οὐδεὶς νόμος εἶναι καλός. Λοι-
1713πόν, ἐὰν ὁμολογῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς
1714δὲν δύναται νὰ πράξῃ καλόν τι, ὁμολογεῖ συνάμα, ὅτι καὶ
1715εἰς οὐδένα ἄλλον κλάδον δύναται νὰ πράξῃ τὸ καλὸν, καὶ,
1716ὡς ὑπηνίχθη ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, δὲν ὑπολεί-
1717πεται καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἢ ὅ,τι προτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν στρα-
1718τιωτικῶν. Δὲν μένει δηλαδὴ ἄλλο ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπὸ
1719τῆς Κυβερνήσεως ὑποδεικνύεται διὰ τὸν στρατὸν, ὡς μόνον
1720μέσον σωτηρίας, ἡ παράδοσις τῆς διοικήσεως καὶ τῶν ἄλ-
1721λων κλάδων μὲ τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν εἰς ἄλλα μέλη τῆς Βα-
1722σιλικῆς Οἰκογενείας, ἅτινα δὲν θὰ ἐπηρεάζωνται ἐκ τῆς πο-
1723λιτικῆς, ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου.
1724Ἀλλὰ τοιαύτη ὁμολογία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως
1725περὶ ἀδυναμίας πρὸς διόρθωσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγ-
1726μάτων, ἑπομένως καὶ τῆς ὅλης διοικήσεως, πρέπει σπου-
1727δαίως νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, καὶ νομίζω, ὅτι αἱ
1728διαμαρτυρίαι τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν εὔλογοι, τοι-
1729αύτην δὲ διαμαρτυρίαν ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον καὶ ἐγὼ νὰ
1730ἀπευθύνω. Ἀφοῦ Κυβέρνησις Κοινοβουλευτικὴ ὁμολογεῖ, ὅτι
1731δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς διορθώσεως ἔν τινι κλάδῳ, καταδικάζει
1732ἑαυτὴν καὶ τὸ κρατοῦν σύστημα. Τοῦτο δ’ ἐννοῶ, ὅτι δὲν
1733πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον ἡ Βουλή. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ὡς
1734προεῖπον, φρονῶ, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀπελ-
1735πιστική, ὑπὸ τὸ διοικοῦν τὴν χώραν σύστημα, ἀφοῦ δὲ ἡ
1736Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ μεταβάλῃ αὐτὸ, οὐδεμίαν θὰ εἶχον
1737δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ, ὅπως ὁ ἀνώτερος καὶ ἀρχαιότατος
1738ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ὅστις εἶναι ὁ Διάδοχος, ἀναλάβῃ
1739τὴν αὐτοτελῆ διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι,
1740ὅσην καὶ ἂν ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἀμερόληπτος, ἀφατρίαστος,
1741προοδευτικὴ ἤθελεν εἶσθαι ὑπ’ αὐτὸν ἡ διεύθυνσις τῶν στρα-
1742τιωτικῶν πραγμάτων, εὑρίσκω ὑπὸ τὸ πολίτευμα ἡμῶν
1743δύσκολον τοῦτο. Οὐχὶ διότι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρό-
1744νου εἶναι ἀνεύθυνος,—διότι τὸ Σύνταγμα οὐδὲν περὶ τούτου
1745λέγει,—ἀλλὰ διότι ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγράφεται
1746διάταξις ἀποκλείουσα τοιαύτην διοίκησιν, ἂν μέλλῃ νὰ μὴ
1747ᾖναι δι’ αὐτὴν ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
1748Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν
1749Βασιλέα, ὁ δὲ Βασιλεὺς ἐνασκεῖ αὐτὴν διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ
1750διοριζομένων Ὑπουργῶν. Ἡ διοίκησις τοῦ στρατεύματος,
1751περιλαμβανομένη σήμερον εἰς τὰ καθήκοντα, ἅπερ ἀνήκου-
1752σιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως εἶναι
1753μία τῶν σπουδαιοτάτων ἐξουσιῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
1754σίας τοῦ Βασιλέως. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντα-
1755σθῶμεν ὑπὸ πολίτευμα, οἷον τὸ ἡμέτερον, ὅτι εἶναι ἐπιτε-
1756τραμμένον ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀποσπασθῇ ἓν μέρος
1757τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, ἀναγόμενον εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ
1758παραδοθῇ εἰς τὸν Διάδοχον, ἢ εἰς ἓν τῶν μελῶν τῆς Βασι-
1759λικῆς Οἰκογενείας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουρ-
1760γός. Διότι δὲν δύναται νὰ ἐνασκηθῇ οὐδὲ κατὰ κεραίαν ἡ
1761ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, εἰμὴ διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν.
1762Δὲν δύναται ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μετα-
1763βιβάζῃ εἰς ἄλλους βασιλικὴν ἐξουσίαν ἢ συμφώνως πρὸς τὸ
1764Σύνταγμα. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὑπεύθυνος καὶ διὰ τὴν στρα-
1765τιωτικὴν διοίκησιν, ἣν θέλομεν νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Διά-
1766δοχον. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γείνῃ, ἂν ἠθέλομεν
1767δεχθῆ νόμον δίδοντα τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ οὐχὶ ἀνα-
1768φαιρέτως καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Διάδοχον, ἀλλ’ εἰς τὸν
1769φέροντα ὡρισμένον βαθμὸν, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ὁσάκις ἐγ-
1770κρίνῃ, νὰ δύναται ν’ ἀφαιρῇ τὴν διοίκησιν ὁ Βασιλεύς. Ἀλ-
1771λὰ τότε δὲν ἔχομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνη-
1772σις. Πλὴν πῶς νὰ δοκιμάσωμεν χωρὶς ὑπεύθυνον; Διότι πρέ-
1773πει νὰ δώσωμεν ἐξ ἀνάγκης τῷ Ὑπουργῷ τὸ δικαίωμα, εἴτε
1774συνεπείᾳ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, εἴτε καὶ ἐξ ἰδίας τοῦ
1775Ὑπουργοῦ πρωτοβουλίας, νὰ ὑποβάλλῃ τῷ ἀρχηγῷ τὰς γνώ-
1776μας αὑτοῦ, καὶ ἐν διχογνωμίᾳ νὰ ὑποβάλλῃ τῷ Βασιλεῖ τὴν
1777παραίτησιν αὑτοῦ, ἢ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀρχηγοῦ.
1778Ὅταν δὲν ἐπιτρέπηται τοῦ ἀρχηγοῦ ἀντικατάστασις, δὲν δύ-
1779ναταί τις νὰ φαντασθῇ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἄνευ τού-
1780του δὲν ἔχει ἄλλο νὰ πράξῃ ἢ ἐν διαφωνίᾳ Ὑπουργοῦ καὶ
1781ἀρχηγοῦ πάντοτε νὰ παραιτῆται ὁ Ὑπουργὸς, ἢ καὶ ἡ Κυ-
1782βέρνησις ὁλόκληρος. Ὁ μηχανισμὸς ὅμως οὕτω, ὁ συνταγμα-
1783τικὸς, τῶν εὐθυνῶν ἤθελεν ἐκλίπει, ἂν ἀνεγνωρίζετο εἰς τὸν
1784Διάδοχον, ὡς τὸν ἀνώτατον καὶ ἀρχαιότατον ἀξιωματικὸν,
1785ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ μᾶλλον ἢ ἧττον περιωρισμένη, εἰς
1786δὲ τὸν Ὑπουργὸν δὲν ἀνεγνωρίζετο τὸ δικαίωμα τῆς ἀντι-
1787καταστάσεως αὐτοῦ. Τοιοῦτον δικαίωμα ἀντικαταστάσεως
1788τοῦ Διαδόχου εἶναί τι ἄτοπον, ἀλλ’ ἄνευ αὐτοῦ ἔχομέν τι
1789ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ πολίτευμα.
1790Ἀνεφέρθησαν πρὸ μικροῦ παραδείγματα ἄλλων Κρατῶν,
1791ὡς τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γερμανίας. Ἐν Ἀγγλίᾳ, καίτοι
1792Κράτει συνταγματικῷ, ἀπεσπάσθησαν ἀληθῶς ἀπὸ τοῦ
1793Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πλεῖστα δικαιώματα, ἀποδο-
1794θέντα τῷ ἀρχηγῷ τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἄλλοτε ἦν μέλος τῆς
1795Βασιλικῆς Οἰκογενείας, νῦν δ’ εἶναι στρατηγὸς, διαπρέψας
1796ἐν τοῖς πολέμοις τῶν Ἰνδιῶν καὶ τῆς Αἰγύπτου. Ἐν Ἀγγλίᾳ,
1797ἀπὸ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰς
1798τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ ἀνεγνωρίζοντο, περιωρίσθησαν κατά
1799τι, διότι αἱ καταχρήσεις αἱ ἀναφανεῖσαι κατὰ τὰς ἀρχὰς
1800τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου ἐξ ἀνακρίσεως κοινοβουλευτικῆς,
1801ἠνάγκασαν τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἀφαιρέσῃ τινὰ τῶν δικαιω-
1802μάτων τῶν ἀνηκόντων πρὶν τῷ ἀρχηγῷ τοῦ στρατοῦ καὶ
1803δώσῃ ταῦτα τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ
1804τοῦ 1888 περιωρίσθησαν σπουδαίως τὰ δικαιώματα τοῦ
1805Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπεξετάθησαν τὰ τοῦ ἀρ-
1806χηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσι τὰ δικαιώ-
1807ματα ταῦτα ἐν Ἀγγλίᾳ, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ πολίτευμα
1808ἐκεῖ εἶναι ἄλλο. Ἐκεῖ τὸ Κοινοβούλιον εἶναι συντακτικὴ
1809συνέλευσις καὶ ὄχι νομοθετικὸν σῶμα. Ἐκεῖ ἡ ἄνω καὶ ἡ
1810κάτω Βουλὴ μετὰ τῆς Βασιλίσσης ἀποτελοῦσι συντακτικὸν
1811σῶμα, δυνάμενον ἐν ἑκάστῃ στιγμῇ νὰ μεταβάλλῃ πρόρριζα,
1812ἂν θέλῃ, τὸ πολίτευμα. Βεβαίως ὁ λαὸς ἐν ἐκλογαῖς δύναται
1813ν’ ἀποδοκιμάσῃ καὶ μεταβάλῃ τὰ γενόμενα. Ἀλλ’ ἐν Ἀγ-
1814γλίᾳ εἰς πᾶσαν στιγμὴν αἱ τρεῖς ἐξουσίαι, αἱ ἀποτελοῦσαι
1815τὸ Συντακτικὸν Σῶμα, ἡ ἄνω καὶ κάτω Βουλὴ καὶ ἡ Βασί-
1816λισσα, δύνανται νὰ μεταβάλωσιν ὅ,τι δήποτε ἐκ τοῦ πολι-
1817τεύματος θελήσωσι, καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν μέγαν χάρτην, ὁ
1818ὁποῖος θεωρεῖται τὸ θεμέλιον τῶν Ἀγγλικῶν ἐλευθεριῶν.
1819Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας τοῦ
1820Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ
1821τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρὸ μικροῦ ὡμίλουν. Πρὸ μικροῦ
1822ὡμίλουν περὶ κοινοβουλευτικῆς διοικήσεως. Ἐν Ἀγ-
1823γλίᾳ ἠθελήσαμεν νὰ ἀντλήσωμεν καὶ ἠντλήσαμεν τὸ παρά-
1824δειγμα τῆς κοινοβουλευτικῆς διοικήσεως, καὶ τὸ μετηνέγκο-
1825μεν ἐν Ἑλλάδι. Ἐν Ἀγγλίᾳ πραγματικῶς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν
1826ἐγκαθιδρύθη βαθμηδὸν διὰ τῆς πράξεως καὶ διὰ τῆς ἀνοχῆς
1827τοῦ Κοινοβουλίου ἡ κοινοβουλευτικὴ λεγομένη διοίκησις. Ἐκεῖ
1828δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸ Κοινοβούλιον,
1829ὡς παρ’ ἡμῖν, καὶ ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Τοιαύτην κοινοβουλευ-
1830τικὴν διοίκησιν ἀποκρούει τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, νὰ εἰσα-
1831γάγῃ δ’ αὐτὴν ἐν τῷ Συντάγματι, ἀδυνατεῖ ἡ Βουλή. Ἐν
1832τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι εἶναι διακεκριμένη ἡ ἐξουσία ἡ
1833ἐκτελεστική, καὶ ἑπομένως ἡ διοίκησις εἶναι κεχωρισμένη
1834ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοθετικήν. Τὸ Κοινοβούλιον μόνον
1835νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἔχει, ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν οὐδεμίαν
1836ἔχει. Ἐν Ἀγγλίᾳ θὰ ἴδητε πολλάκις ἀναγραφόμενον, ὅτι ἡ
1837διοίκησις εἶναι κοινοβουλευτική· ἀλλ’ ἐκεῖ τοῦτο ἐπετεύχθη,
1838διότι ἐκ τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κοινοβούλιον, ἠδύ-
1839νατο νὰ ὑποστῇ τοιαύτην μεταμόρφωσιν κατ’ ἀνοχήν. Ὁμοίαν
1840μεταβολὴν ἐποιήσατο καὶ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ἰδίως
1841μετὰ τὸ 1881 καὶ 1888, διότι ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο
1842ἀκωλύτως. Παρεχώρησε πολλὰ δικαιώματα εἰς τὸν ἀρχηγὸν
1843τοῦ στρατοῦ, ἀφαιρέσασα ταῦτα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1844Στρατιωτικῶν. Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ
1845πρὸ μικροῦ ἐνταῦθα ῥηθὲν περὶ τοῦ λόγου τοῦ Πρωθυπουρ-
1846γοῦ τῆς Ἀγγλίας, τοῦ τελευταῖον ἐκφωνηθέντος ἐν τῇ Βουλῇ
1847τῶν Λόρδων, ἐν ᾧ ὑπάρχει ἡ φράσις, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον
1848δὲν εἶναι πρόσφορον ὄργανον πολέμου. Νομίζω ὅτι διὰ τού-
1849του δὲν ὑπενόει ὁ λόρδος Σώλσβαρυ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύ-
1850που ἐν ὥρᾳ πολέμου. Μᾶλλον ἐνόει τοῦ Κοινοβουλίου τὰς
1851δυσκολίας εἰς ὀργάνωσιν στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἐν Ἀγγλίᾳ,
1852ὡς εἶναι γνωστόν, κατ’ ἔτος ψηφίζεται νόμος ἀναστέλλων
1853τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ὑποχρεωτικῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας,
1854ὁ δὲ στρατὸς ἀποτελεῖται ἐξ ἐθελοντῶν. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅσοι
1855σήμερον παρακολουθεῖτε τὰ τοῦ πολέμου αὐτῆς κατὰ τοῦ
1856Τράνσβααλ καὶ τῆς Ὀράγγης, θὰ παρετηρήσατε, ὅτι σπου-
1857δαία ἐμορφώθη κοινὴ γνώμη, ἀπαιτοῦσα, ὅπως καὶ ἐν Ἀγ-
1858γλίᾳ ἐφαρμοσθῇ μετὰ τὸν πόλεμον ἡ καθολικὴ στρατολογία,
1859διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον δυσχεραίνει τὰς στρατιωτι-
1860κὰς ἐργασίας αὐτῆς ἐν Ἀφρικῇ, ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ πολέμου
1861κατὰ τοῦ Τράνσβαλ, εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια καὶ ἡ δυσκολία περὶ
1862τὴν ἐπιστράτευσιν ἀρκετοῦ στρατοῦ, ὅπως ἀντιταχθῇ κατὰ
1863τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς ἐν Τράνσβαλ καὶ ἐν Ὀράγγῃ καὶ ἐν Να-
1864τὰλ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐπειδή, ὡς εἶπον, τὸ Ἀγγλικὸν Κοινο-
1865βούλιον κατ’ ἔτος παρακωλύει τὴν ψήφισιν τῶν παλαιῶν αὐ-
1866τῶν νόμων, οἵτινες θὰ ἐπέτρεπον σήμερον, ὅπως καὶ ἐκεῖ
1867ὑπάρχῃ ἡ καθολικὴ στρατολογία, διὰ τοῦτο παρεπονέθη ὁ
1868Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας.
1869Τὸ παράδειγμα λοιπὸν τῆς Ἀγγλίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς
1870διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, διότι
1871ἡμεῖς μὲν ἔχομεν διάταξιν, τὴν ὁποίαν πρὶν ἐμνημόνευσα,
1872διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύουσαν νὰ ἀσκῇ τὴν ἐκτε-
1873λεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασιλέως ἄλλος ἢ οἱ Ὑπουργοί,
1874ἐν Ἀγγλίᾳ δὲ καὶ ὑπάρχουσαν τοιαύτην διάταξιν δύναται
1875νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Κοινοβούλιον.
1876Ἀλλ’ οὔτε τὰ ἐν Γερμανίᾳ γινόμενα δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ
1877ἐφαρμόσωμεν. Ἐν Γερμανίᾳ ἀληθῶς ὁ Αὐτοκράτωρ οὐ μό-
1878νον εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ,
1879ἀλλ’ ἀσκεῖ προσωπικῶς μεγίστην ἐξουσίαν ἐν τῇ διευθύνσει
1880τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Ὄχι μόνον αὐτὸς καλεῖ
1881κατ’ ἔτος τὰ διάφορα τμήματα τοῦ ὁμοσπονδιακοῦ στρατοῦ
1882ὑπὸ τὰς σημαίας καὶ διανέμει καὶ τοποθετεῖ αὐτά, ἀλλ’ αὐ-
1883τὸς μόνος διοικεῖ τὰ τοῦ στρατοῦ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔπο-
1884ψιν, διότι αὐτὸς προβιβάζει, αὐτὸς τοποθετεῖ τὰς φρουράς,
1885αὐτὸς μετακινεῖ τοὺς ἀξιωματικούς, γινώσκετε δέ, ὅτι καὶ
1886ἰδιαίτερον Ὑπουργεῖον ἔχει, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Αὐτοκρά-
1887τορος, τὸ ὁποῖον διευθύνει στρατηγός, ὅστις συνάμα εἶναι ὁ
1888διευθύνων τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
1889Στρατιωτικῶν. Ἐκεῖθεν δὲ, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἰδιαι-
1890τέρου τοῦ Αὐτοκράτορος, ἐξέρχονται ὅλαι αἱ ἀποφάσεις αἱ
1891σπουδαῖαι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικά. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν
1892Στρατιωτικῶν ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἔχει παρὰ μόνον τὰ τοῦ ὀρ-
1893γανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ τῆς administration αὐτοῦ,
1894δηλαδὴ τὴν συντήρησιν καὶ τὴν φροντίδα περὶ πᾶν ὅ,τι ἀνά-
1895γεται εἰς τὰς τροφάς, τὰς πληρωμὰς τῶν μισθῶν, τὸν ἱμα-
1896τισμὸν καὶ τὰ τοιαῦτα· ἡ ἄλλη ὅμως, ἡ καθαρῶς στρατιω-
1897τικὴ διοίκησις, ἡ ἐκπαίδευσις, τὰ γυμνάσια, αἱ συγκεντρώ-
1898σεις, ἡ συγκρότησις τῶν σωμάτων, ὅλα ταῦτα ὑπάγονται
1899εἰς τὴν προσωπικὴν ἐξουσίαν τοῦ Αὐτοκράτορος.
1900Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ τοῦτο ἐν Γερμανίᾳ, ὑπάρχει δυνάμει
1901τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν συγ-
1902κρότησιν τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας συνετάχθη, ὅπως
1903κανονίσῃ τὰ τῆς ὁμοσπονδίας, ἐκανόνισε καὶ τὰ περὶ τοῦ
1904στρατοῦ, ἐν τῷ κανονισμῷ δ’ αὐτῷ δὲν ἠμέλησε νὰ ὁρίσῃ
1905λεπτομερῶς καὶ τὰ τῆς ἐξουσίας τοῦ Αὐτοκράτορος ἐπὶ τῶν
1906τοῦ στρατοῦ, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ τῆς Πρωσσίας, ἀλλὰ
1907καὶ τὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα μετὰ τῆς Πρωσίας
1908ἀπετέλεσαν τὴν Γερμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Ἐδόθησαν λοι-
1909πὸν πολλὰ δικαιώματα εἰς τὸν Αὐτοκράτορα, ὅπως δυνηθῇ
1910καὶ τὴν ἑνότητα νὰ φέρῃ ἐν τῷ στρατῷ τῆς Γερμανικῆς Ὁμο-
1911σπονδίας καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἔχῃ, ὅπως προπαρασκευάζῃ
1912πρὸς πόλεμον τὸν στρατὸν, τοῦ ὁποίου εἶναι προσωπικὸς ὁ
1913ἀρχηγὸς καὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου.
1914Ἐπειδὴ δὲ περὶ τούτου ὁ λόγος, δύναμαι ν’ ἀναφέρω καὶ
1915τὴν ἄλλην ἀτέλειαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συν-
1916τάγματι, ἕνεκα τῆς σιωπῆς του ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τὸ
1917ἡμέτερον Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἀρχηγίαν
1918τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν ἔδωκεν οὐ μόνον ἐν πολέμῳ, ἀλλὰ καὶ
1919ἐν εἰρήνῃ. Τί ὅμως διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐκείνη, τὴν
1920ὁποίαν δίδει αὐτῷ, ὅταν δὲν χορηγῇ αὐτῷ κανὲν δικαίωμα,
1921ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπόφευκτα, ὅπως τοὐλάχιστον
1922παρασκευάζηται ὁ στρατὸς πρὸς πόλεμον; Ἤδη οὐδὲν δύνα-
1923ται νὰ πράττῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐννοῶ
1924νὰ ἦναι τὸ πολίτευμα ζηλότυπον εἰς τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα,
1925τὰ ὁποῖα εὐλόγως ἐμπνέουν φόβους καταχρήσεων, ἂν αὐτὴ ἡ
1926μεγάλη ἐξουσία τοῦ στρατοῦ ἤθελεν ἀπεριορίστως παραδοθῆ
1927εἰς χεῖρας τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλ’ ὑπάρχουν τινὰ πράγματα,
1928τὰ ὁποῖα ἀφόβως ἠδύνατο τὸ πολίτευμα νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν
1929Ἡγεμόνα, ὅπως μακρὰν τῶν ἐπηρεασμῶν, μακρὰν τῶν κιν-
1930δύνων τῶν ἐκ τῆς πολιτικῆς, δύνηται νὰ παρασκευάζῃ πλήρη
1931καὶ τέλειον τὸν στρατὸν πρὸς πόλεμον. Ἐν πᾶσιν ἀπαιτεῖ-
1932ται ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ἤδη, καὶ οὐδὲν ἄνευ αὐτοῦ δύ-
1933ναται νὰ γείνῃ. Δὲν λέγω ὅτι καὶ μὲ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα
1934ἀποδίδει σήμερον τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν Ἡγεμόνα, δὲν εἶναι
1935εὔκολον εἰς αὐτὸν, παρακολουθοῦντα τὰ στρατιωτικὰ καὶ
1936ἐνδιαφερόμενον, νὰ πράξῃ πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἰδίως ἐμποδίζουν
1937τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσάγει εἰς αὐτὸν ἡ πολιτική.
1938Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τοῦ Ἡγεμόνος θὰ ἦτο μεγαλειτέρα καὶ ἡ
1939ἀνάμιξις ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος δραστηριωτέρα, ἂν καὶ ἄνευ
1940τῆς συμπράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῷ ἀνε-
1941γνωρίζοντό τινα δικαιώματα.
1942Πρόσκομμα λοιπὸν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν ὑπάρχει,
1943καὶ νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι μετὰ προσοχῆς πρέπει ἡ Κυβέρ-
1944νησις, ἀφοῦ ἅπαξ ὡμολόγησε τὴν ἀδυναμίαν αὐτῆς, ὅπως
1945διευθύνῃ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ τόπου
1946καὶ κατὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας τὰ στρατιωτικά, νὰ μελε-
1947τήσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευάσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς
1948τὴν Βουλὴν νομοθέτημα, ἀναπληροῦν μὲν τὴν ἀδυναμίαν αὐ-
1949τῆς, μὴ προσκροῦον δ’ εἰς τὸ πολίτευμα. Οὐδὲν ὠφελεῖ νὰ
1950νομοθετήσωμεν ἔργον προσκροῦον εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἂν
1951μέλλῃ νὰ ἦναι ὠφέλιμον, ὡς ἐλπίζω, θὰ φέρῃ θανάσιμον
1952ἐλάττωμα. Μόνον ἐὰν τοιοῦτον νομοθέτημα πρόκειται νὰ
1953μὴ προσκρούῃ εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον, πρέπει νὰ εἰσαχθῇ
1954εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συζητηθῇ. Συζήτησις μὴ συνταγματικοῦ
1955νόμου, προκειμένου περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Διαδόχου, πρέ-
1956πει νὰ μὴ προκληθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἂν πι-
1957στεύῃ εἰς τὸ ὠφέλιμον αὐτοῦ. Ἐλπίζω ὅτι κατὰ τοῦτο ὑπῆρ-
1958ξεν ὠφέλιμος ἡ γενομένη συζήτησις. Ἂς προσπαθήσῃ ἡ Κυ-
1959βέρνησις νὰ συμβιβάσῃ τὰς γνώμας αὐτῆς καὶ τὰ μέτρα πρὸς
1960τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Οὕτω θὰ συμβιβάσῃ αὐτὸ
1961καὶ πρὸς τὴν συνείδησιν τῶν Βουλευτῶν, καὶ θὰ συζητηθῇ ὡς
1962νομοθέτημα στρατιωτικόν, οὐχὶ ὡς νομοθέτημα σκοποῦν νὰ
1963μηδενίσῃ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. (Εὖγε! εὖγε!).
1964§54Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἐμε-
1965λέτησα μετὰ πολλῆς ἐπιστασίας καὶ τὸν ὀργανισμὸν τὸν
1966ὁποῖον παρεσκεύασεν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουρ-
1967γός, καὶ τὸν ὀργανισμὸν ὅστις παρεστάθη ὡς ἀντιγραφὴ με-
1968λέτης καταρτισθείσης ὑπὸ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Δια-
1969δόχου, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ὁπωσδήποτε ἔρριψα βλέμμα εἴς τε
1970τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, ὁμολογῶ, ὅτι ὑπὲρ οὐδετέρου ἐξ αὐ-
1971τῶν εἶμαι διατεθειμένος· τοῦτο δὲ, διότι δὲν μοὶ φαίνεται,
1972ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν, εἶναι
1973δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶμεν οἰκονομικῶς εἴτε εἰς τὸν ἕνα
1974ὀργανισμόν, εἴτε εἰς τὸν ἄλλον, καὶ ἐξ ὁμιλιῶν μου κατὰ
1975τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον γινώσκει ἡ Βουλή, ὅτι ἐγὼ δὲν δια-
1976τελῶ ἄγαν αἰσιόδοξος, καὶ φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη οἰ-
1977κονομιῶν καὶ οἰκονομιῶν ἀνηλεῶν ἐν πᾶσι τοῖς Ὑπουρ-
1978γείοις, ἀλλὰ καὶ ἀνάγκη ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς
1979τρόπον ὥστε νὰ ἐκγυμνάζηται μὲν στρατιωτικῶς σύμπας
1980ὁ λαὸς, ἀλλὰ κατὰ τρόπον πολὺ οἰκονομικόν. Ἐπιφυλάττο-
1981μαι νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου ταύτας ἄλλοτε ἐπικαιρότε-
1982ρον, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀναπτυχθεί-
1983σας ἄλλως τε ὑπ’ ἐμοῦ διὰ μακρῶν ἐν χρόνῳ προλαβόντι.
1984Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ὀφείλω νὰ διαμφισβητήσω
1985ἀκριβῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν πολλοὶ τῶν
1986ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι τὸ νὰ ἀναγνωρισθῇ ἀρχηγὸς τοῦ
1987στρατοῦ, ἔχων ἓν μέγα μέρος δικαιωμάτων καὶ ἓν μέγα μέ-
1988ρος δυνάμεως τῆς διοικήσεως, εἶναι δῆθεν ἀντισυνταγματι-
1989κόν. Δὲν πρόκειται νὰ προδικάσω τὸ ζήτημα, ἐὰν τῷ ὄντι
1990συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ νὰ ἀναγνωρισθῇ ἀρχηγὸς ὁ Διάδοχος
1991τοῦ Θρόνου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἶναι τῷ ὄντι
1992πιθανὸν, ὅτι εἶναι δυνατόν, οἱοιδήποτε, ἐκμεταλλευόμενοι τὰς
1993προσωπικὰς δυσαρεσκείας τούτων ἢ ἐκείνων, ἔστω καὶ ἀδι-
1994καιολογήτους, νὰ προκαλέσωσιν ἐπίθεσιν κατ’ αὐτοῦ προσω-
1995πικὴν, ὅπερ βεβαίως εἶναι ζημιωδέστατον εἰς τὸ Κράτος.
1996Ὅτι ὅμως δὲν ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα ν’ ἀνατεθῇ ἡ διοί-
1997κησις ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ στρατοῦ εἰς γενικὸν ἀρχη-
1998γὸν, ἔχοντα δικαιώματα, καὶ μεγάλα δικαιώματα, κατω-
1999τέρας διοικήσεως, αὐτὸ κατ’ οὐδένα τρόπον δύναμαι ν’ ἀπο-
2000δεχθῶ. Ἐν πρώτοις φρονῶ, ὅτι, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ
2001ἂν ὀργανωθῇ ὁ στρατός, εἴτε ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, ὡς
2002ἐγὼ φρονῶ, κατ’ ἄλλο σύστημα, εἴτε καὶ ὑπὸ τὸ ἐπικρατοῦν
2003σύστημα, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ νὰ προ-
2004κόπτῃ, ἐνόσῳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἐκεῖνα τὰ
2005δικαιώματα, τὰ ὁποῖα νῦν ἔχει.
2006Δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας,
2007καὶ νὰ καυχώμεθα ἐπὶ ἄκρᾳ φιλοπατρίᾳ καὶ εὐσυνειδησίᾳ
2008καὶ ἐντιμότητι, ὁποία δὲν παρουσιάζεται εἰς τὰ χρονικὰ
2009τῆς ἱστορίας. Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι πρέπει διὰ νομοθεσίας
2010ἀποκεντρωτικῆς νὰ περιορισθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ δικαιώ-
2011ματα τῶν Ὑπουργῶν, ὅσα τείνουσιν εἰς χαρίσματα, διότι
2012ἄλλως ἐπέρχεται ἡ παραλυσία τῆς διοικήσεως ἐν πᾶσι τοῖς
2013κλάδοις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐπέρχεται δ’ ἐν ταὐτῷ ἡ
2014ὑποδούλωσις αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς
2015συμβαίνει κατὰ πρώτιστον λόγον ἐν τῷ στρατῷ. Ἂν ἐν τῷ
2016στρατῷ πρόκειται νὰ ἐπικρατῇ ὅ,τι σήμερον ἐπικρατεῖ, καὶ
2017ἐξακολουθήσῃ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ διορίζῃ ὁ Ὑπουργὸς τού-
2018τους ἢ ἐκείνους εἰς τὰ σώματα, νὰ τοποθετῇ, νὰ προβιβάζῃ
2019κατ’ ἰδίαν ἐκλογὴν καὶ ἔτι μᾶλλον νὰ ἀποσπᾷ ὑπαξιωμα-
2020τικοὺς, ἔστω καὶ ἐμμέσως, διὰ τῶν ἀπ’ αὐτοῦ ἐξαρτωμέ-
2021νων σωματαρχῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ
2022ἔχωμεν στρατὸν ὑφ’ οἱονδήποτε σύστημα. Δὲν φρονῶ ὅτι
2023ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ σύστασις Ἀρχηγείου, ἐπὶ τῷ
2024λόγῳ δῆθεν ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ὁ Βασιλεὺς ἔχει
2025τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν
2026δύναται νὰ διαχειρίζηται ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ.
2027Ἀπαιτεῖται βεβαίως ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ διαχειρί-
2028σει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ
2029τις, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία περιλαμβάνει πάντα τὰ δι-
2030καιώματα, καὶ αὐτὰ τὰ δικαιώματα τὰ κατώτερα, τὰ
2031τῆς διοικήσεως. Ὁ Βασιλεὺς διοικεῖ τὸν στρατὸν, καὶ βε-
2032βαίως ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ διοικῇ τὸν στρατὸν, ὑπὸ τὴν
2033εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ, ὡς διαχειρι-
2034στὴς ὑπεύθυνος τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, ὁ Ὑπουργὸς ὅλα τὰ
2035δικαιώματα ἐκεῖνα, ὅσα συνδέονται πρὸς τὴν ἀνωτάτην δι-
2036οίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνωτάτη διοίκησις
2037τοῦ στρατοῦ ἡ ἀπονομὴ τῶν βαθμῶν, ἢ ἔτι μᾶλλον ἡ κατά-
2038ταξις τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰ σώματα καὶ τὰς λοιπὰς
2039στρατιωτικὰς λειτουργίας, ἡ ἐπίβλεψις τῶν μερικῶν στρα-
2040τιωτικῶν ἀρχῶν κατὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐ-
2041τῶν καὶ ἡ διαχείρισις τῆς πειθαρχίας. Τὸ Σύνταγμα μάλι-
2042στα ἡμῶν ῥητῶς λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον
2043τοὺς στρατιωτικοὺς βαθμούς, ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρι-
2044σθῶσιν ἄλλως τὰ κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς καὶ πολὺ μᾶλλον
2045τὰ κατὰ τὴν τοποθέτησιν καὶ μετάθεσιν. Ναὶ, βεβαίως δὲν
2046ἐπιτρέπεται ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῶν
2047χειρῶν τοῦ Βασιλέως, καὶ ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀνα-
2048τεθῇ αὕτη εἰς ἄλλον, διότι ἡ διαχείρισις τῆς ἐκτελεστικῆς
2049ἐξουσίας καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν στρατιωτικῶν πραγ-
2050μάτων ὀφείλει νὰ εὐθύνῃ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ δὲν πρόκει-
2051ται ἤδη περὶ τούτου. Ὁ Βασιλεὺς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελε-
2052στικῆς ἐξουσίας, ἐνεργεῖ ἐν τῇ σφαίρᾳ μόνον τῆς Κυβερνή-
2053σεως ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ διοικήσει
2054δὲν ἐνεργεῖ, ἀλλὰ μεταβιβάζει τὴν διοικητικὴν αὐτοῦ ἐξου-
2055σίαν εἰς τοὺς λειτουργοὺς τοὺς προϊσταμένους τῆς διοική-
2056σεως. Ταῦτα δὲ (τὰ τῆς διοικήσεως) ὁρίζονται διὰ τῶν ὀρ-
2057γανικῶν νόμων, ὑποκειμένων εἰς μεταβολάς. Τοῦτο εἶναι
2058καταφανές. Πλεῖστα ὅσα δικαιώματα δὲν εἶναι ἀνατεθει-
2059μένα ὑπὸ τῶν νόμων ἡμῶν εἰς κατωτέρας ἀρχὰς τοῦ Κρά-
2060τους; Ὁ Βασιλεὺς διαχειρίζεται τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν,
2061καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τοὺς διοικητικοὺς ἡμῶν νόμους, ὁ νο-
2062μάρχης ἔχει μέγα μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν τῇ
2063σφαίρᾳ τῆς διοικήσεως. Πόθεν ἀντλεῖ τοῦτο; Τὸ ἀντλεῖ ἀπὸ
2064τῶν νόμων, διότι δὲν ἕπεται, ὅτι καὶ ἡ κατωτέρα διοίκησις
2065εἶναι ἀνάγκη νὰ προέρχηται ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τῆς βασιλι-
2066κῆς· ἀντιπροσωπεύει ἁπλῶς αὐτὴν, καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς
2067ἐνεργεῖ.
2068Εἶπον τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λά-
2069λον ἄλλοτε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀρ-
2070γανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἂν ὑποβληθῇ, ἢ κατὰ τὴν συζήτησιν
2071τοῦ προϋπολογισμοῦ, προκειμένου περὶ τοῦ ἐν γένει ζητή-
2072ματος τοῦ στρατιωτικοῦ, μόνον καὶ μόνον διότι νομίζω,
2073ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἀπολύτως νὰ κατορθωθῇ ποτε νὰ ὑπάρξῃ
2074στρατὸς, ἐνόσῳ διευθύνει Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν ὡς διευ-
2075θύνει. Δόξα τῷ Θεῷ δὲν πρόκειται περὶ διοικήσεως ὀλίγων
2076μηνῶν καὶ ἐτῶν, πρόκειται περὶ διοικήσεως μακροτάτης,
2077καὶ ἡ διοίκησις αὕτη ἡ μακροτάτη ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι
2078δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο στρατὸν, διότι
2079οἱ Ὑπουργοὶ ἀναγκάζονται νὰ κύπτωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις
2080τὰς κομματικάς.
2081Ἀνάγκη πρὸς διεύθυνσιν φερέγγυον τῶν στρατιωτικῶν
2082πραγμάτων νὰ ὑπάρχῃ Ἀρχηγεῖον ἀνεξάρτητον, ἀλλὰ καὶ
2083τοῦτο περιοριζόμενον ὑπὸ ἐπιτελείου ἐξ ἑνός, καὶ ἐξ ἄλλου
2084ὑπὸ ἀρχῆς ἐξ εὐμαθῶν καὶ εὐσυνειδήτων ἀξιωματικῶν συγ-
2085κροτουμένης, κατὰ τρόπον ἐγγυώμενον, ὅτι δὲν θέλουσι πα-
2086ρεισφρήσει αἱ προσωπικαὶ συμπάθειαι καὶ τὸ φατριαστικὸν
2087πνεῦμα, ὡς πολλάκις μέχρι τοῦδε ἐδήλωσα. Ἄλλο τὸ ζή-
2088τημα, ἂν συμφέρει ἴσως νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἀρχηγία εἰς τὸν Διά-
2089δοχον, διὰ μόνον τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον προεῖπον. Τοῦτο
2090εἶναι ἀληθῶς ἄξιον σκέψεως. Εἶναι ἀληθῶς πιθανὸν ὁπωσδή-
2091ποτε ἐκ τούτου νὰ μειωθῇ τὸ γόητρον τοῦ Διαδόχου τοῦ
2092Θρόνου, ἕνεκα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἥτις εἶναι φυσικὸν πάν-
2093τοτε νὰ γίνηται, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύν-
2094ταγμα. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω προσέτι, ὅτι ἀκριβῶς, ὅπου
2095ἐλειτούργησε καὶ λειτουργεῖ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα,
2096ἀκριβῶς ἐκεῖ ὑπάρχει Ἀρχηγεῖον στρατοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀλη-
2097θές, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπὸ ἐτῶν ἀπενεμήθη βαθμιαίως πολὺ
2098μεγάλη δύναμις εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ ἐκεῖ, ἀλλ’ ἀνέ-
2099καθεν ἐκεῖ διευθύνει τὸ Ναυαρχεῖον τὸν στόλον. Λοιπὸν
2100ἡμεῖς θέλομεν ἑκάστοτε νὰ φαινώμεθα φιλελευθερώτεροι δῆ-
2101θεν τῶν Ἄγγλων; Ἐὰν θέλωμεν νὰ πολιτευώμεθα ἀληθῶς
2102ἐλευθέρως καὶ ἀληθῶς συνταγματικῶς, ἀληθῶς κοινοβουλευ-
2103τικῶς, πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγ-
2104γλίας.
2105§55Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ παρὰ τοῦ
2106ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ παρὰ τῶν Κυρίων, οἱ
2107ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον σήμερον ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
2108νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς πρότασιν:
2109«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύ-
2110νην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερη-
2111σίαν διάταξιν.»
2112§56Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς, κύριοι Βουλευταὶ,
2113κατέληξεν ἡ Κυβέρνησις, ζητήσασα ψῆφον ἐμπιστοσύνης
2114παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Μάτην ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ
2115Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς νὰ ἐκτρέψῃ τὸ ζήτημα, ἀποκρούων
2116τὴν ἐν αὐτῷ πολιτικὴν ἔννοιαν, καὶ θεωρῶν τοῦτο ὡς ἀνα-
2117γόμενον εἰς ἀνεπίφθονον οἰκογενειακὴν σφαῖραν τῆς Κυβερ-
2118νήσεως. Τὸ ζήτημα ἐξ ἀρχῆς ἐνεῖχε καὶ ἐνέχει σπουδαίαν
2119σημασίαν καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνή-
2120σεως καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς ἐπὶ ζητήματος, τὸ
2121ὁποῖον ἔθιξεν αὐτὸ τὸ συνταγματικὸν καθεστώς. Εἶναι και-
2122ρὸς, Κύριοι, νὰ ἐκστομισθῇ ἡ φωνὴ τῆς ἀληθείας ἐν τῷ Κοι-
2123νοβουλίῳ, καὶ τὸ θυμιατήριον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἄφθονος ὁ λι-
2124βανωτὸς ἀνυψώθη, νὰ ἀναρτηθῇ πλέον εἰς μίαν γωνίαν τοῦ
2125Βουλευτηρίου. Εἶναι δὲ ἐπιτεταγμένον εἰς πάντα Βουλευ-
2126τὴν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του σαφῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
2127Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τού-
2128του ἁπλῶς ἔρις οἰκογενιακὴ ἔλαβε χώραν μεταξὺ τῶν κυ-
2129βερνώντων· δὲν φρονῶ ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ πρώην Ὑπουρ-
2130γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι μεταβολὴ τοῦ προσωπικοῦ τῆς
2131Κυβερνήσεως. Ἡ ἀπομάκρυνσις αὕτη, εἴτε ἀφετηρίαν ἔσχε
2132τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
2133Στρατιωτικῶν, εἴτε ἀφετηρίαν ἔσχε τὴν διαφωνίαν τοῦ τέως
2134Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν Διάδοχον, εἶναι ζήτημα ἐξ ἐκείνων, τὰ
2135ὁποῖα θίγουσι καιρίως τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τὴν
2136οἰκονομικὴν, καιριώτατα δὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς ὡς συνταγ-
2137ματικῆς Κυβερνήσεως. Ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
2138σεως, ὅτι ὄχι τὸ μέγα ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρα-
2139τοῦ ἦτο τὸ ἐπενεγκὸν τὴν διαφωνίαν του πρὸς τὸν Διάδο-
2140χον καὶ τὴν παραίτησιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
2141τικῶν, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, περὶ
2142οὗ διεπιστώθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἦτο ἐν ἄκρᾳ
2143ἀγνοίᾳ αὐτῆς, πρᾶγμα ὅπερ οὐδεὶς ἐπίστευσε, οὐδεὶς δύνα-
2144ται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δηλ. ἠδύνατο νὰ διαφύγῃ τὴν γνῶ-
2145σιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλλειμμα ὑπερβαῖνον
2146τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ ἂν οὕτως εἶχε καὶ
2147ἦτο δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τοσοῦτον ἐκπληκτι-
2148κῇ, ὅσον παχυλῇ, διετέλει ἡ Κυβέρνησις περὶ τὸ κολοσσιαῖον
2149ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος ἐν ταῖς πιστώσεσι τοῦ προϋπολογι-
2150σμοῦ τοῦ 1899, νομίζετε ὅτι ἡ παραίτησις τοῦ τέως κ.
2151Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν αἴρει τὴν εὐθύνην, τὴν
2152ὁποίαν ἔχουσι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
2153ἅπαν τὸ Ὑπουργεῖον; Καὶ δὲν ἀναιρεῖται, δὲν ἐξατμίζε-
2154ται ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ πᾶσα τῆς Κυβερνήσεως μετὰ
2155τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ ἀγνώστου αὐτῇ κολοσσιαίου τούτου ἐλ-
2156λείμματος; Καὶ δὲν ἔλεγε, δὲν ἐκαυχᾶτο ὁ κ. Ὑπουργὸς
2157ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καταρχόμενος τῆς εἰσηγήσεως τοῦ
2158προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ὅτι ἐξονυχίσας τὰ τῆς οἰκονο-
2159μικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἀνέδραμεν εἰς τὸ παρελ-
2160θὸν ἔτος καὶ ἐξήτασε τὰ πάντα, δαπάνας καὶ ἔσοδα, ὅπως
2161ἀρτίαν, ἀληθῆ, πιστήν, παράσχῃ τὴν εἰκόνα τοῦ παρελθόν-
2162τος, καὶ ἐκ ταύτης δώσῃ τὰς βάσεις τοῦ οἰκονομικοῦ του
2163ἔργου διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀνθηρὸν πα-
2164ρέστησεν, ἵνα ἐξάρῃ τὴν λύσιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ 1900;
2165Ἤδη ἡ τυχαία ἀνακάλυψις τοῦ ἐλλείμματος δὲν ἀνατρέπει
2166τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο τὸ οἰκονομικόν; Καὶ ἡ ἀνακάλυψις
2167αὕτη τοῦ ἐλλείμματος δὲν ἐκτίθησιν ἀπολύτως καὶ Κυβέρ-
2168νησιν καὶ Κράτος ἐν τοσούτῳ ῥιζικῶς εὐθύνοντι τὴν χώραν
2169ζητήματι εἰς σκληρὰς ἐπικρίσεις; Ἂν δὲ διετέλει ὄντως ἐν
2170ἀγνοίᾳ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀναξία νὰ ἵσταται ἐπὶ τῶν ἑδρῶν
2171αὐτῆς, καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη, διότι εἷς Ὑπουρ-
2172γὸς κατέλιπε τὸ ἑδώλιόν του κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν
2173τρόπον, ἀπομακρυνθεὶς ἢ ἀποπεμφθείς. Ἂν κατὰ τοῦτον
2174τὸν τρόπον μετατοπίζωνται τὰ ζητήματα τῶν εὐθυνῶν, εὔ-
2175κολον ἦτο ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
2176στραφῇ καὶ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ αὑτοῦ
2177προϊστάμενον τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ ἀναγκάσῃ
2178αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ, καὶ ὁ προϊστάμενος τοῦ οἰκονομικοῦ
2179τμήματος νὰ ἀναζητήσῃ τὸν ἀμέσως κατώτερον ὑπάλληλον,
2180ὁ ὁποῖος ἠμέλησε νὰ φανερώσῃ εἰς τὸν ἀνώτερον αὑτοῦ τὰ
2181τοῦ ἐλλείμματος! Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχουν τολμηροί, σκοποῦν-
2182τες νὰ ἐμπαίξωσι τὴν κοινὴν πολιτικὴν ἀντίληψιν διὰ τοιαύ-
2183της λύσεως, ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους δὲν εἶναι τοσοῦτον
2184ἁπλοϊκή, ὥστε νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις
2185των. Οὐδὲ λέγοντες οἱ Ὑπουργοί, ὡς ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀπεκ-
2186δυθῶσι τῆς εὐθύνης, ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὰ τοῦ ἐλλείμματος,
2187δύνανται νὰ πείσωσί τινα περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμ-
2188βάνω, εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ εἴτε ἐν γνώσει διετέλουν τοῦ ἐλλείμ-
2189ματος, ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκλονίσθη κατὰ τοιοῦτον
2190τρόπον, ὥστε ὀρθῶς σπεύδει ζητοῦσα ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
2191Τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔδει ἐλευθέρως νὰ συζητη-
2192θῇ ἐνταῦθα, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ γενικῶν γραμμῶν ἔθιξαν, ὡς
2193ἔδει, οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς κ. κ. Δραγούμης καὶ Ράλλης,
2194εἶναι ζήτημα ἐπίσης εὐθῦνον τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ζήτημα
2195εἶναι τοῦτο· οὐχὶ ἂν δὲν εἶναι βελτίων ὁ ὀργανισμὸς τοῦ
2196τέως κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ κράτιστος
2197ὁ τοῦ Διαδόχου, ἀλλ’ ἂν ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος τοῦ
2198ὀργανισμοῦ καὶ τῶν ἐντεῦθεν διαφωνιῶν ἐγένετο ἐπὶ τοῦ
2199συνταγματικοῦ ἐδάφους. Μήπως ἀπεκαλύφθη τὸ ζήτημα μό-
2200νον κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς; καὶ μήπως
2201δὲν εἴχομεν μακρὰς καὶ λεπτομερεῖς ἀνακοινώσεις τοῦ Τύ-
2202που περὶ τῶν διαφωνιῶν, αἵτινες ὑφίσταντο μεταξὺ τοῦ
2203Διαδόχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀλλ’ ὄπι-
2204σθεν τοῦ Διαδόχου, τοῦ ὁποίου τὸ ἀνεύθυνον καὶ τὸ ὑπεύ-
2205θυνον συγχέεται καὶ ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς ἀκόμη συνταγματο-
2206λόγους, ὄπισθεν τοῦ Διαδόχου τίς ὑπάρχει, ὁ περιέπων
2207τὴν γνώμην του; Καὶ ὅταν ἐπὶ τοσοῦτον λαμβάνηται
2208ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη τοῦ Διαδόχου, δὲν εἶναι αὕτη ἡ γνώμη
2209τοῦ ἀνευθύνου, τοῦ ὄπισθεν ἱσταμένου τοῦ Διαδόχου; Καὶ
2210ὅταν ἀκούῃ τις διαφωνίας μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
2211τιωτικῶν καὶ τοῦ Διαδόχου, τὰς διαφωνίας ταύτας δὲν θὰ
2212τὰς εὕρῃ, οὔτε θὰ τὰς ἀναζητήσῃ μεταξὺ τοῦ συγκεκαλυμ-
2213μένου ἀνευθύνου καὶ ὑπευθύνου Διαδόχου· αὗται ὑπάρχουσι
2214μεταξὺ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἀνευθύνου Βασι-
2215λέως. Διότι περὶ τίνος πρόκειται; πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ
2216ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, ἥτις
2217ἠγέρθη μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον. Ἦτο ἐπιβεβλημένον ἔρ-
2218γον εἰς πᾶσαν Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ὀργανισμὸν
2219καὶ μεταρρυθμίσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ ἀνοικοδομήσῃ τὰ
2220ἐρείπια τοῦ ὀδυνηροῦ ἐκείνου παρελθόντος. Εἶχε τὸ δι-
2221καίωμα ὁ Διάδοχος, ὡς πρῶτος ὑπήκοος τοῦ πατρός του,
2222νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τούτου. Ἀλλὰ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ σχεδίου τοῦ
2223Διαδόχου ἔθιγε τὴν συνταγματικὴν μηχανὴν, διότι ἡ ἐπι-
2224βολὴ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Διαδόχου, καθ’ ὃν τρόπον συνε-
2225ζητήθη ἐπὶ ἡμέρας καὶ μῆνας, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐγνώσθη
2226εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, χωρὶς νὰ διαψευσθῇ ὑπὸ τῶν
2227ἐχόντων καθῆκον νὰ διαψεύσωσι τοιαύτας ἰδέας, θιγούσας
2228τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
2229πρέπει νὰ σταματήσῃ μετὰ βαθυτέρας προσοχῆς ἡ Βουλή.
2230Τί ἐζητεῖτο διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Διαδό-
2231χου; Ἐζητεῖτο ἵνα τὸ νομοθετικὸν ἔργον, τὸ διὰ τῆς ἐθνι-
2232κῆς βουλήσεως ἐμπιστευθὲν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ
2233λαοῦ, μετατεθῇ εἰς τοὺς ἀνευθύνους. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843
2234παρεῖχε τοιαῦτα δικαιώματα εἰς τὴν Βασιλείαν, ἀλλὰ τὸ
2235Σύνταγμα τοῦ 1863 ἐχορήγησε μερίδα ἀναμίξεως μόνον
2236τῆς Βασιλείας εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐχορήγησεν ὅμως
2237αὐτῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἐχο-
2238ρήγησε τὸ δικαίωμα οὐχὶ νὰ νομοθετῇ, ἀλλὰ νὰ κρίνῃ τὰ
2239νομοθετήματα, ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται ἢ
2240νὰ δίδῃ τὸ κῦρος τῶν νόμων. Ἂν ὁ σοφὸς νομοθέτης οὕτω
2241δὲν ὥριζε, θὰ ἐδημιουργοῦντο περιστάσεις ἀναιροῦσαι τὸ
2242δόγμα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ πράξῃ τὸ κακὸν, καὶ
2243τὸ δόγμα τοῦ ἀνευθύνου τῆς Βασιλείας. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς
2244ἐτέθη, ὡς ἐτέθη, ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα τοῦ σχεδίου
2245τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ πιστεύων,
2246ὅτι ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἐκείνῳ τοῦ Διαδόχου, ἔστω καὶ ἂν
2247ἦτο ὁ ἄριστος, δὲν ὑπῆρχεν ἡ θέλησις τῆς Βασιλείας;
2248Ἀλλ’ εἰς τὴν Βασιλείαν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποβάλ-
2249λῃ σχέδια νόμων εἰς τὴν Βουλήν; Ὄχι, κατὰ τὸ Σύνταγμα.
2250Τὸ δικαίωμα τῆς Βασιλείας εἶναι νὰ παρέχῃ ἢ νὰ ἀρνῆται
2251τὴν κύρωσιν. Ἂν ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ὑπέβαλλεν εἰς τὴν
2252Βουλὴν καὶ ἐψηφίζετο ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἀντίθετος
2253πρὸς τὰ φρονήματα τοῦ Βασιλέως, ἔχει οὗτος τὸ δικαίωμα
2254νὰ ἀρνηθῇ τὸ κῦρος εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σεῖς θὰ ἐψηφίζετε,
2255ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἵνα ἐκ
2256τῶν προτέρων συζητήσῃ καὶ ἐπιβάλῃ τὸν τοιοῦτον ὀργανι-
2257σμόν. Ἄλλως θὰ ἐκινδύνευεν ἡ λειτουργία τῆς συνταγμα-
2258τικῆς μηχανῆς. Διότι, ἐὰν ἐγνώριζεν ἡ Βουλή, ὅτι τὸ ὑπο-
2259βαλλόμενον αὐτῇ ἔργον ἀπέρρεεν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Βα-
2260σιλέως, εἰς δύο σκέψεις ἠδύνατο νὰ προέλθῃ, καθ’ ἣν περί-
2261πτωσιν δὲν ἀνεγνώριζε τὸ λυσιτελὲς τοῦ ἔργου· ἢ ὑποδού-
2262λως νὰ κύψῃ εἰς τὴν βασιλικὴν θέλησιν, ἢ νὰ ἀρνηθῇ τὴν
2263ψήφισιν αὐτοῦ. Τὸ πρῶτον θὰ ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμα·
2264θὰ ἐνομοθέτει ἡ Βασιλεία, καὶ οὐχὶ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ
2265ἔθνους. Τὸ δεύτερον θὰ ἦτο ἄρνησις τῶν ἀγαθῶν ἢ ὀρθῶν
2266σκέψεων καὶ προθέσεων τῆς Βασιλείας ὑπὲρ τοῦ τόπου, καὶ
2267θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ τότε, ὅτι ὄντως ἐτίθετο δεινὸν ζή-
2268τημα ἐμπιστοσύνης οὐχὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς
2269τὴν Βασιλείαν! (ἐπιδοκιμασίαι).
2270Ἀλλ’ ἐθίχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ἕτερα ζητή-
2271ματα ἐνταῦθα, καὶ ὄψιμοι ἐπῆλθον αἱ κραυγαὶ τοῦ κ. Πρω-
2272θυπουργοῦ, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἠγέρ-
2273θη καὶ ἔλεγε «θέλομεν στρατόν!» Εἶπεν ὅτι εἰς τὴν πλατεῖαν
2274τοῦ Συντάγματος βλέπομεν τάγματα καὶ συντάγματα ἀξιω-
2275ματικῶν προσκεκολλημένων ἐνταῦθα, ὅτι ἐν τῷ στρατιω-
2276τικῷ ἀρτοποιείῳ Πειραιῶς ὑπάρχουσιν, ἀντὶ 25, ἑκατὸν
2277πεντήκοντα ἀπεσπασμένοι ἐργάται, καὶ ἀνωμολόγει τὴν
2278κατάστασιν τοῦ στρατοῦ τοιαύτην, ὥστε νὰ ἦναι ἐπιτεταγ-
2279μένη ἡ σύντονος πρόνοια καὶ φροντὶς ὑπὲρ αὐτοῦ τῆς Κυ-
2280βερνήσεως· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθ’ ἣν στιγμὴν παρε-
2281σύρετο εἰς αὐτὰς τὰς ἀληθείας, ἔβαλλε μὲν κατὰ τοῦ χθὲς
2282συναδέλφου του Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὅσα
2283ἔλεγεν ἦσαν ἡ δεινοτέρα κατηγορία καθ’ ἑαυτοῦ καὶ τῆς
2284Κυβερνήσεως! Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ.
2285Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἀπεκαλύφθη ἐξαίφνης σήμερον,
2286εἶναι γνωστὴ ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Καὶ τίνα μέτρα ἐλήφθη-
2287σαν εἴτε ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοὐ-
2288λάχιστον τῆς παρούσης, πρὸ τόσου χρόνου, ἐξ ὧν νὰ πι-
2289στεύσωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν τῆς προνοίας των, εἰς τὴν εἰ-
2290λικρίνειαν τῶν κραυγῶν των; Ἡ τοιαύτη κατάστασις τοῦ
2291στρατοῦ ὀφείλεται, λέγουσιν, εἰς πάσας τὰς Κυβερνήσεις.
2292Ὀφείλεται εἰς τὴν ὑπεύθυνον ἀπό τινος πάντων Πολιτι-
2293κήν. Καὶ ἐπιχειρεῖται τὸ μέγα τοῦτο ἔργον, νὰ ἀφαιρεθῇ
2294ὁ στρατὸς ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς πολιτικῆς, καὶ δὴ τοῦ
2295Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα παραδοθῇ εἰς τὰς χεῖρας
2296τοῦ Διαδόχου, βαπτιζομένου Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἀλλὰ δὲν
2297εἶναι τὰ ψηφιζόμενα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύ-
2298ουσι τὴν πρόνοιαν τῶν ἰσχυρῶν, εἴτε ἀνωτάτων, εἴτε ἀνευ-
2299θύνων, εἴτε ὑπευθύνων, ἀλλ’ ἡ ἐπιτυχὴς ἐφαρμογὴ αὐτῶν,
2300καὶ τοιαύτην δὲν εἴδομεν. Δὲν εἶναι τὰ νομοθετήματα, ἅτινα
2301δημιουργοῦσι τοὺς ἄνδρας τοὺς δημιουργοῦντας στρατοὺς,
2302ὅταν μάλιστα οὗτοι, κατὰ φορὰν ἀτυχῆ, δὲν ηὐνοήθησαν ὑπὸ
2303τῆς μοίρας εἰς μεγαλουργήματα.
2304Ὅτε ἐσπιλοῦτο ἡ ὡραία ἐθνικὴ ἱστορία χιλιετηρίδων
2305ὅλων, κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, καὶ ἐφεύγομεν κυλιό-
2306μενοι ἐντεῦθεν τῆς Ὄθρυος, μέχρι τοῦ στενοῦ τῶν Θερμο-
2307πυλῶν, τὸ ὁποῖον ἐδόξασε πεσὼν οὐχὶ ὁ Δοὺξ, ἀλλὰ ὁ Βα-
2308σιλεὺς τῆς Σπάρτης, τὸ ἔθνος τότε ἠγέρθη ἐν μιᾷ φωνῇ,
2309ἀλλόφρον ἐκ τοῦ ὀνείδους. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἀντὶ
2310ἀληθῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας πάντες ἀπεξεδεχόμεθα,
2311τί εἴδομεν; Εἴδομεν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀξιωματικοὶ φιλό-
2312τιμοι ἠρνοῦντο νὰ ἐξέλθωσι μὲ τὴν τιμίαν στολὴν τοῦ
2313ἀξιωματικοῦ Ἕλληνος, εἴδομεν βροχὴν χρυσῶν ἐπωμίδων!
2314Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐκκαθάρισις! Εἰς κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνη-
2315σιν ὀφείλεται ἡ βροχὴ αὕτη τῶν ἐπωμίδων; Καὶ ὅτε εὑ-
2316ρίσκω τοιαύτην τὴν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ πρόνοιαν τῶν ἀνευ-
2317θύνων ἀντικοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων, πῶς θὰ προέλθω
2318ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους ἐμπιστευόμενος τὰς τύχας τοῦ στρα-
2319τοῦ; Ὅπου ἡ ἱστορία μᾶς ἀναφέρει γεγονότα, διδάσκοντα
2320πολλὰ, περιττεύει ἡ ἐπιζήμιος ἀνάπτυξις θεωριῶν. Καὶ τὰ
2321γεγονότα εἶναι τοσοῦτον πρόχειρα, ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι
2322μόνον ὑπὸ τυπικὴν ἔποψιν, συνταγματικὴν, ἐζήτησαν νὰ
2323ἐρευνήσωσιν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου νὰ
2324ἦναι ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀπήντησαν «οὐχί», ἐν τῷ
2325Κοινοβουλίῳ τούτῳ, θὰ εὕρωσι τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν ἐν τῇ
2326γραμμῇ τῆς Ὄθρυος, ἐν Δομοκῷ ἢ ἐν Λαμίᾳ, ὅτε ὑπὸ
2327τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως ἀπεστέλλοντο ἐπιτελάρχαι, οἷος
2328ὁ Λιμπρίτης, ἢ ἐδίδοντο διαταγαὶ ἄλλαι καὶ ἀπεκρούοντο,
2329καὶ ὡς ἀπάντησις ἐτηλεγραφεῖτο ἀπειλὴ παραιτήσεως ἀπὸ
2330τῆς ἀρχηγίας! Ἡ λύσις, Κύριοι, δίδεται διὰ τῶν συν-
2331ταγματικῶν θεωριῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ δίδεται καὶ
2332διὰ τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα τὴν στιγ-
2333μὴν ταύτην, καὶ ἂν ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ὄντως ὑπεύ-
2334θυνος, θὰ διέπραττε τὸ μέγα ἔγκλημα τῆς ἀνυποταξίας κατὰ
2335τῶν διαταγῶν τῆς προϊσταμένης Κυβερνήσεως, καὶ δὴ ἐνώ-
2336πιον τοῦ ἐχθροῦ;
2337Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν
2338συνεζητήθη τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν
2339ὁποίαν τοιοῦτον φλέγον ζήτημα συνταγματικὸν ἐτέθη οὐχὶ
2340πρὸ τῆς Βουλῆς, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν οἱ ἀρε-
2341σκόμενοι νὰ λέγωσιν ἀείποτε τὰ εὐχάριστα εἰς τοὺς Βασι-
2342λεῖς, καὶ νὰ θεωρῶσιν ἀσεβεῖς ἐκείνους, οἵτινες τολμῶσι νὰ
2343εἴπωσι τὰ δυσάρεστα μὲν, ἀληθῆ δὲ, ἀλλ’ ἐτέθη ἀπεριστρό-
2344φως πρὸ τοῦ Βασιλέως. Τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ συνταγματι-
2345κὸν ἐλύθη ἀπὸ πολὺ προγενεστέρας ἐποχῆς, καὶ ἡ ἀνάμιξις
2346τοῦ Διαδόχου εἰς τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ, πέραν ἢ ἐναν-
2347τίον τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔταξαν τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ Θε-
2348σμοὶ τοῦ Κράτους, συνεζητήθη πρὸ τοῦ Βασιλέως καθ’ ἡμέ-
2349ραν ἀποφράδα διὰ τὸ ἔθνος.
2350Ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, (ἀπευθύνεται πρὸς τὴν δε-
2351ξιὰν) οἵτινες ὀμνύετε εἰς τὴν μνήμην τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς,
2352τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι ἡ σημαία τοῦ κόμματός σας, ἔχετε
2353μίαν πολιτικὴν παρακαταθήκην περὶ τῶν θεσμῶν τῆς χώ-
2354ρας. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἀκατάλληλος, οὐδὲ τὸ ζήτημα ξένον,
2355ἵνα ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην καὶ τὰ πολιτικὰ αἰσθήματα
2356ὑμῶν τὴν ἀποφράδα ἡμέραν. Προέκειτο σύγκρουσις τῶν πο-
2357λιτικῶν φατριῶν ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ Ἄρεως, καὶ μετέβη ἡ
2358Α. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος ἐκεῖ, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ,
2359ἄνευ ἐντολῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἑπομένην ἀνήρχετο ὁ
2360ἀείμνηστος Τρικούπης εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Ἠρωτήθη ὑπὸ
2361τῆς Διευθύνσεως τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, ἂν θὰ διανεμηθῇ
2362πρόσκλησις εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρὸς συνεδρίασιν τὴν ἡμέραν
2363ἐκείνην, καθόσον ἐθρυλεῖτο ἐπικειμένη παραίτησις, καὶ
2364ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ διανεμηθῇ, καὶ διενεμήθη, ἡ δὲ Βουλὴ
2365προέκειτο νὰ συνέλθῃ τὴν τετάρτην μετὰ μεσημβρίαν ὥραν,
2366ὅτε τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ μεσημβρίαν κατῆλθε τῶν Ἀνα-
2367κτόρων, καὶ τὸ πρῶτον ἔργον τοῦ ἀειμνήστου Πρωθυπουργοῦ
2368ἦτο νὰ διατάξῃ, ὅπως διανεμηθῇ εἰδοποίησις πρὸς τοὺς κ.
2369Βουλευτὰς, ὅτι ὑπαρχούσης ὑπουργικῆς κρίσεως ἡ Βουλὴ δὲν
2370θέλει συνεδριάσει. Ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον πρῶτοι οἱ συνά-
2371δελφοί του Ὑπουργοὶ, οἱ μὴ ἐπιλήσμονες, ἐλπίζω, τῶν συμ-
2372περασμάτων τῆς τελευταίας ὁμιλίας του, οἱ μνήμονες τῶν
2373ἱστορικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀφηγήθη,—καὶ εἶμαι μεταξὺ
2374τῶν αὐτηκόων—δὲν θὰ εὑρεθῶσιν εἰς θέσιν νὰ διαψεύσωσιν
2375οὔτε γραμμὴν ἐξ ὅσων θὰ λεχθῶσιν. Ἀνῆλθεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα
2376ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, καὶ ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως
2377εἶπεν, ὅτι ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὄχι
2378μόνον τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπαρκῆ ἀπαρτίαν, ἵνα
2379συντελεσθῇ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι πρὸς
2380τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα βαδίσῃ αὕτη μετὰ πεποιθή-
2381σεως, χρειάζεται καὶ τοῦ ἑτέρου παράγοντος τοῦ συνταγμα-
2382τικοῦ πολιτεύματος ἡ συνδρομή, τῆς Βασιλείας, ἔστω καὶ
2383κατ’ ἐπίφασιν· ἠρώτησε δὲ περὶ τοῦ διαβήματος τῆς μεταβά-
2384σεως τοῦ Διαδόχου εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως καὶ τῆς ἀνα-
2385μίξεως αὐτοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ἄνευ διαταγῆς. Ὁ
2386Βασιλεὺς ἀπεκρίθη, ὅτι τοῦτο ἀπετέλει δικαίωμα τοῦ Δια-
2387δόχου, ὡς τοιούτου καὶ ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ δὲ ἀεί-
2388μνηστος Πρωθυπουργός, ὅστις τελευταίαν φορὰν ὕψωσε τὴν
2389φωνὴν τῆς ἀληθείας καὶ ἤκουσαν ταύτην τὰ βασιλικὰ ὦτα,
2390εἶπεν, ὅτι ἡ τοιαύτη μετάβασις τοῦ Διαδόχου εἰς τὸ πεδίον
2391τοῦ Ἄρεως ἀπετέλει πρᾶξιν ἀντισυνταγματικὴν καὶ πρᾶ-
2392ξιν ἔκτροπον· ἀνέλυσε δὲ πρὸς τὸν ἐνάντια φρονοῦντα Βασι-
2393λέα, ὅτι ἡ Α. Ὑψηλότης, ὡς Διάδοχος μὲν, οὐδεμίαν ἰδιαι-
2394τέραν κατὰ τοὺς νόμους εἶχε δικαιοδοσίαν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ,
2395δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἀφήσῃ εἰς τὰ Ἀνάκτορά του τὴν
2396χλαμύδα τοῦ Διαδόχου, ἵνα μεταβῇ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρα-
2397τοῦ εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως· ἀλλ’ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ
2398δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ καὶ διεκδικήσῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν
2399ἐκεῖ πρὸς τάξιν στρατευμάτων, τεταγμένων ὑπὸ ὡρισμένας
2400διαταγὰς ἄλλου, ἄνευ διαταγῆς τοῦ προϊσταμένου του Ὑπουρ-
2401γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
2402κῶν, ὅστις ἦτο τότε ὁ κ. Τσαμαδὸς, τοιαύτην διαταγὴν δὲν
2403ἔδωκε. Δὲν εἶναι δυνατὸν, εἶπε, νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις συν-
2404ταγματικὴ, ἥτις νὰ θεωρήσῃ νόμιμον τὴν ἐνέργειαν τοῦ Δια-
2405δόχου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν, Κυβέρνησις κηδομένη τοῦ γο-
2406ήτρου καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Διαδόχου νὰ ἐπιτρέπῃ αὐτῷ,
2407ὡς ἀρχηγῷ τοῦ στρατοῦ, νὰ μεταβῇ εἰς τὸ μέσον τῶν συγ-
2408κρουομένων τότε μερίδων ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ Ἄρεως, διότι ἐν
2409τῇ συγκρούσει ἐκείνῃ ἦτο δυνατὸν νὰ ῥιφθῶσι λίθοι, ἐξ ὧν
2410ἔδει νὰ φυλαχθῇ ἡ ὑψηλὴ κεφαλὴ τοῦ Διαδόχου. Ἦτο δυνατὸν,
2411ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ τῆς καταστάσεως, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ
2412συνδέων τὸ ἀξίωμα τοῦτο μὲ τὸ τοῦ Διαδόχου, νὰ διατάξῃ
2413πῦρ ἐναντίον τῶν συγκρουομένων, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ
2414ἦτο, ὅτι θὰ διέτασσεν αἱματοχυσίαν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλλη-
2415νικοῦ Θρόνου, ἡ δὲ Κυβέρνησις βεβαίως ἄχαρι καὶ ὀλέθριον
2416διὰ τὴν Βασιλείαν θὰ ἐπετέλει ἔργον, γινομένη παραίτιος νὰ
2417θεωρηθῇ ὁ Διάδοχος ὑπεύθυνος τῆς αἱματοχυσίας, τὸ αἷμα
2418δὲ θὰ ἐχώριζεν ἐκ τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ τὸν μέλλοντα
2419Βασιλέα του. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κατέληξε λέγων πρὸς
2420τὸν Βασιλέα, ὅτι τὸ γενόμενον εἶναι ζήτημα θεσμῶν, ἀφ’ ἧς
2421μάλιστα στιγμῆς ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἡ ἐνέρ-
2422γεια τοῦ Διαδόχου, καὶ δέον νὰ καλέσῃ ἄλλους συμβούλους,
2423συμφωνοτέρους πρὸς τὰς τοιαύτας γνώμας. Καὶ ἔπεσεν οὕτω
2424ὁ τότε ἀείμνηστος Πρωθυπουργός. Ἐπῆλθον δὲ ῥαγδαῖα τὰ
2425γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐδικαίωσαν τὴν γνώμην του, ὅτι ἡ δια-
2426φωνία του ἦτο διαφωνία συνταγματικῶν ἀρχῶν ἀπέναντι
2427τάσεων, ὧν τὰς ὀλεθρίας συνεπείας εἴδομεν ἐν τῇ διεξαγωγῇ
2428τοῦ πολέμου, τολμηροτέρας δὲ διαβλέπουσι πάντες οἱ μὴ
2429ἐθελοτυφλοῦντες ἐν τῷ ζητήματι, ἐξ οὗ ἐπήγασεν ἡ ἀπομά-
2430κρυνσις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου.
2431Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐρευνῶ
2432τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Διαδόχου εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς ἢ
2433τῆς ὑποβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ λυομένου τοῦ διφυοῦς ζη-
2434τήματος διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν τύχην τῆς ὁποίας κα-
2435λούμεθα νὰ δώσωμεν ἢ ἀρνηθῶμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, δέον
2436νὰ ἐρευνήσωμεν, τί ἔπραξεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη,
2437εἴτε ἐν τῷ προγράμματι αὐτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴτε
2438εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, εἴτε
2439πρὸ μιᾶς ὥρας, ὅτε ἔλεγε τὰ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ
2440στρατοῦ; Ἐπηγγέλθη πανηγυρικῶς εἰς τὰς περιοδείας του,
2441μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἀποπείρας τοῦ Καρδίτση, ἡ Α. Με-
2442γαλειότης, ἐπηγγέλθη στρατόπεδα, ἵνα ἀποσύρῃ διὰ πραγ-
2443μάτων καὶ οὐχὶ διὰ λόγων τὸν στρατὸν ἐκ τῆς πολιτικῆς,
2444τὸν στρατὸν ἐκ τῶν τριόδων καὶ τῶν πλατειῶν τῶν Ἀθη-
2445νῶν, καὶ δὲν εἴδομεν τίποτε πραγματοποιούμενον παρὰ τοῦ
2446Ὑπουργείου, ἀφήσαντος οὕτως ἐκτεθειμένους τοὺς ἀπέναντι
2447τοῦ λαοῦ ἐπισήμους βασιλικοὺς λόγους. Εἴδομεν τὴν Κυβέρ-
2448νησιν θέτουσαν τὴν χεῖρα ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ τοῦ
2449λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ κατόπιν ἀστόργως ἐπιλήσμονα
2450ὅλων. Εἰσήγαγε νομοσχέδια, καὶ ἐψήφισε ταῦτα διὰ κρα-
2451ταιᾶς πλειονοψηφίας, οἷον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας,
2452τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, ἀλλὰ μόνον πρὸς φενα-
2453κισμόν, ἀφοῦ δὲν ἐφήρμοσε ταῦτα ἔτι. Ὑπέβαλε τὸ νομο-
2454σχέδιον, δι’ οὗ ἀπεμάκρυνεν ἐκ τῆς Βουλῆς τὸν στρατὸν, ἀλλὰ
2455τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶδε δεκαπέντε Βουλευτὰς
2456στρατιωτικοὺς ἐνταῦθα διαβουλευομένους νὰ ἐγκαταλείψωσι
2457τὰς τάξεις της, καὶ εἶδεν ἡ Κυβέρνησις ἑαυτὴν κλονιζομένην,
2458ἐκλονίσθησαν αἱ πεποιθήσεις της περὶ τῆς καταστάσεως τῆς
2459κακῆς τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἔμεινε νομοσχέδιον,
2460καὶ τὸ νομοσχέδιον θὰ μείνῃ νομοσχέδιον, καὶ τὸ νομοσχέ-
2461διον δὲν θέλει ψηφισθῆ! Προὐτίμησε τὸ συμφέρον της ἡ Κυ-
2462βέρνησις ἀντὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐψήφισε
2463τὰ ἄλλα δύο νομοσχέδια, ῥίπτουσα στάκτην εἰς τοὺς ὀφθαλ-
2464μοὺς τοῦ κόσμου! ἐψήφισε τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτι-
2465κῆς ἀστυνομίας, ἵνα μεταθέσῃ ἐκ τῶν τάξεων τῆς καταπε-
2466σούσης ἐν τῇ γενικῇ συνειδήσει στρατιωτικῆς ἀστυνομίας
2467εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐργασίαν τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀξιωματι-
2468κούς, ἀλλὰ δὲν εἴδομεν ἔτι ἐφαρμοζόμενον τὸν νόμον τοῦτον,
2469δὲν εἴδομεν ἐφαρμοζόμενον τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς,
2470δι’ οὗ μᾶς ὑπέσχετο, ὅτι θὰ παραλάβῃ ἐκ τῶν φρουρῶν καὶ
2471τῶν ἄλλων δημοσίων ὑπηρεσιῶν τὸ στράτευμα, ἵνα τὸ ἀπο-
2472δώσῃ εἰς τὰ στρατόπεδα. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις,
2473ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ πάντων τούτων συνεδέετο μὲ τὸ οἰκονομι-
2474κὸν ζήτημα τῆς χώρας, καὶ δὲν ἔχομεν τοιαύτας δαπάνας
2475ἐπαρκεῖς. Καὶ μὴ τάχα δὲν ἔλεγεν ὑμῖν ἡ Ἀντιπολίτευσις:
2476«ἐφέρατε τὰ σωτήρια ταῦτα νομοσχέδια, ἀλλ’ ἐφροντίσατε
2477περὶ τῶν δαπανῶν;» Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑψούμενος
2478τότε ἐπὶ τῶν ποδῶν του, ἔλεγε «λέγετε λόγια εἰς τὸν
2479ἀέρα!» Τίς ἔλεγε λόγια εἰς τὸν ἀέρα, καὶ τίς εὑρέθη
2480εἰς τὸ κενὸν, ἂς κρίνῃ ἡ Βουλὴ σήμερον ἐκ τῶν πραγμάτων.
2481Πῶς δὲ τὰ οἰκονομικὰ δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἐφαρμογήν; Ποῖα
2482οἰκονομικά; Ἐὰν δὲν εἴχετε περισσεύματα, ἦσαν περιττοὶ
2483οἱ δαπανηροὶ νόμοι περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ περὶ
2484συστάσεως Πρωτοδικείων, οὓς ὑπηγόρευσε σκανδαλώδης
2485συναλλαγὴ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις φανῇ ἀρεστὴ εἰς τὸν σεβαστὸν
2486Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἐνδιαφερο-
2487μένους διὰ τὴν σύστασιν τούτων καὶ τὴν δημιουργίαν θέσεων.
2488Πᾶσαν δαπάνην νέαν ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὴν μόνην
2489νέαν δαπάνην ὤφειλε κατὰ πρῶτον λόγον ν’ ἀφιερώσῃ πρὸς
2490τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν συλλαμβά-
2491νομεν τὴν Κυβέρνησιν οὐδαμῶς μεριμνήσασαν μέχρι τοῦδε
2492περὶ τοῦ στρατοῦ, ἐναντίον δὲ τοῦ Συντάγματος διαχειρι-
2493σθεῖσαν τὸ ζήτημα τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν,
2494εἶναι εἰς ἡμᾶς ἐπιτεταγμένον καὶ νὰ εἴπωμεν ταῦτα ἐλευθε-
2495ροστόμως καὶ νὰ ῥίψωμεν μέλαιναν ψῆφον κατὰ τῶν κυβερ-
2496νητῶν, τοὺς ὁποίους ἐλέγχομεν ἰδιαίτατα ὡς ἀγωνιζομένους
2497οὐχὶ νὰ ὑπηρετήσωσι τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα
2498τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας. Δὲν εἶναι ὅμως ὠφέλιμα καὶ
2499συμφέροντα εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ εἰς τὸ ἔθνος ἀείποτε τὰ
2500ἀρέσκοντα. Τὰ συμφέροντα εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὴν Βασι-
2501λεία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Εἶναι καιρὸς νὰ λεχθῇ αὕτη, καὶ ἡ
2502ἀλήθεια πρὸς τὴν Βασιλείαν καὶ ἡ ἀλήθεια πρὸς τὸ ἔθνος
2503δὲν ἐξεπορεύθη, οὔτε πρότερον οὔτε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐκ
2504τῶν θέσεων τούτων (δεικνύει τὰς θέσεις τῶν Ὑπουρ-
2505γῶν). (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).
2506§57ΔΟΥΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἀπὸ
25074 ἡμερῶν συγκεντροῖ τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ ἔσω καὶ τοῦ ἔξω
2508Ἑλληνισμοῦ τὸ συζητούμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ζήτημα...
2509§58Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
2510Ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς μένει ἥσυχος.
2511§59ΔΟΥΝΗΣ. Νὰ ἦσθε πεπεισμένοι, ὅτι ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς
2512πολὺ περισσότερον προσέχει, νὰ ἦσθε πεπεισμένοι, ὅτι ἐκεῖ-
2513νος ὁ ὁποῖος ὑφίσταται τὰς συνεπείας τοῦ ἀτυχοῦς πολέ-
2514μου, δὲν εἶναι ὁ ἔσω Ἑλληνισμὸς, ἀλλ’ εἶναι ὁ ἔξω.
2515§60ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ μάθῃ ἀκόμη.
2516§61ΔΟΥΝΗΣ. Καὶ ἐνδιαφέρει περισσότερον αὐτὸν, παρὰ τὸν
2517ἔσω Ἑλληνισμὸν, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν.
2518Τὸ ζήτημα, καθ’ ὃν τρόπον ἀνεπτύχθη ὑπὸ τοῦ ἐξ Οἰ-
2519τύλου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἀνεπτύχθη
2520πολιτικώτατα ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
2521ἀρχηγοῦ, βεβαίως ἔλαβε χαρακτῆρα καθαρῶς πολιτικόν.
2522Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἐκ τῆς ἀναπτύξεως
2523τοῦ ζητήματος τούτου θὰ προέκυπτε πρότασις ἐμπιστοσύ-
2524νης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Μήτοι ἠλέγχθη ἡ πολιτικὴ τῆς
2525Κυβερνήσεως; Μήτοι ἠλέγχθησαν οἱ διοικοῦντες ὑπὸ τὴν
2526Κυβέρνησιν ταύτην; Μήτοι ἐξητάσθη καὶ ἡ οἰκονομικὴ πο-
2527λιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως;...
2528§62Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ὅταν ὁμιλῇ
2529ἀντιπολιτευόμενος, ὑπομειδιᾶτε· τὸν εἰρωνεύεσθε! Διὰ ποῖον
2530λόγον;
2531§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε...
2532§64ΒΙΤΑΛΗΣ. Οὔτε εἰς τὴν θέσιν σας οὔτε εἰς τὸ ἀξίωμά
2533σας ἐπιτρέπεται τοῦτο. Ἐπανειλημμένως τὸ παρετήρησα.
2534§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, καθήσατε ἥσυχος.
2535§66ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος μειδιῶν ὑποβιβάζει τὴν
2536ἑαυτοῦ θέσιν.
2537Τίνα λόγον λοιπὸν εἶχε καὶ ποίαν ἀφορμὴν ἔλαβεν ἡ Κυβέρ-
2538νησις, ἵνα ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης, ἀφοῦ ὁ
2539σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν
2540προσήκει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, καὶ τὸ
2541ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἔχετε τοὺς 137;
2542§67ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. 142 (γέλωτες).
2543§68ΔΟΥΝΗΣ. Διατὶ ἐκ τῶν λόγων τῶν προλαλησάντων
2544θέλετε δῆθεν νὰ ἐπιτύχητε ψῆφον, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ τὴν ἐν-
2545τύπωσιν, ὅτι δῆθεν ἡ ἐν γένει πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως
2546ὑπῆρξεν ἀξία τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ
2547δὲν γνωρίζει εἰσέτι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ
2548ἡ Βουλὴ δὲν ἐξήλεγξεν εἰσέτι οὔτε τὴν οἰκονομικὴν πολιτι-
2549κὴν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὴν ἐν γένει τῆς χώρας διοίκησιν,
2550ἀλλὰ ἡ Βουλὴ μόλις γνωρίζει τί διανοεῖσθε νὰ πράξητε ὡς
2551πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Σᾶς εἶπον
2552ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ πράξητε, ἐγκλείει κινδύνους
2553διὰ τὴν χώραν, καὶ πολλοὶ ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὑπέδειξαν
2554τοὺς κινδύνους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἐρειδομένη ἐπὶ τῶν 137
2555ἢ 147, θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν
2556ὅτι θέλει πράξει, θέλει φέρει εἰς δεινὴν θέσιν τὸν λαόν. Ὁ
2557λαὸς γνωρίζει ὁποία εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως καὶ δια-
2558τηρήσεως τῆς Δυναστείας. Οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι μὴ πε-
2559πεισμένος ὅτι ἡ Δυναστεία παρ’ ἡμῖν εἶναι εὐεργετικὴ, ὅτι
2560εἶναι ὄντως τὸ παλλάδιον τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ μέλλοντος
2561τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ οὐδεὶς διενοήθη νὰ ψέξῃ τὴν
2562Δυναστείαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ὡς ὀρθότατα ἀνέπτυξαν
2563οἱ πρὸ ἐμοῦ, θὰ φέρῃ βλάβην πρὸς τὴν Δυναστείαν καὶ ἐξα-
2564σθένησιν αὐτῆς, εἶναι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐπανέλαβε καὶ εἰς
2565τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἐπιμένει. Ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυ-
2566ρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης ἰδέας, διότι καὶ ἐγὼ, ὡς πολίτης
2567Ἕλλην καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος, ἐνδιαφέρομαι νὰ ὑπάρχῃ εὐλά-
2568βεια καὶ σεβασμὸς πρὸς τὴν Δυναστείαν, νὰ ἦναι δὲ ὅσον τὸ
2569δυνατὸν τὰ αἰσθήματα ταῦτα βαθύτερα. Τοῦτο εἶναι τὸ συμ-
2570φέρον τῆς πατρίδος, τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
2571Διὰ παραδειγμάτων λίαν ἐπιτυχῶν σᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι ὀφεί-
2572λετε, ἂν ἔχετε τοιαύτην ἰδέαν, νὰ τὴν ἐγκαταλείψητε, καὶ νὰ
2573ἀκολουθήσητε ὅ,τι δύναται ὄντως νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα
2574τῆς πατρίδος ἡμῶν, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς, διὰ
2575τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν διαρκῶς, διότι οὕτω
2576θέλομεν κατορθώσει νὰ ἀντιστῶμεν νικηφόρως κατὰ τῶν
2577περικυκλούντων τὸν Ἑλληνισμὸν ἐχθρῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐκ
2578Βορρᾶ, οἵτινες ἀνέκυψαν θρασύτατοι καὶ ἐπετέθησαν λάβροι
2579κατὰ τῶν ἡμετέρων. Γνωρίζετε ὁποῖα καὶ ὁπόσα ἐγκλήματα
2580ἔχουσι διαπράξει καὶ διαπράττουσι κατὰ τῶν ὁμογενῶν προ-
2581κρίτων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ; Γνωρίζετε μετὰ πό-
2582σης ἐπιμονῆς καὶ δραστηριότητος ἐργάζονται καὶ δύναταί
2583τις εἰπεῖν θὰ ἐργάζωνται μετὰ δαιμονίας τακτικῆς ἐν Θρᾴκῃ
2584καὶ Μακεδονίᾳ; Ἐν ταύταις ταῖς χώραις διατρέχει κίν-
2585δυνον ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ εἶναι λυπηρὸν, ὅτι οὐδαμῶς βλέ-
2586πομεν τὴν Κυβέρνησιν παρέχουσαν τὰ μέσα εἰς τοὺς ἐν Μα-
2587κεδονίᾳ καὶ Θρᾴκῃ, ὅπως τελεσφόρως ἀμυνθῶσι. Καὶ ἂν τὸ
2588ζήτημα τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς στρατιωτικῆς τῆς χώρας
2589καταντᾷ πρόβλημα ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων, ἀλλὰ τὸ ζή-
2590τημα τῆς ἀμύνης δὲν εἶναι πρόβλημα εἰς Κυβέρνησιν γνω-
2591ρίζουσαν νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς.
2592Καταλήγων τὸν λόγον, φρονῶ πεποιθότως, ὅτι ἡ πρότα-
2593σις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ἀπόρροια
2594τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ δὲν συνεζήτησε
2595τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐξήλεγξε τὴν διοίκησιν
2596οὐδὲ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Τίνα λοιπὸν ἔκφρα-
2597σιν ἐμπιστοσύνης ζητεῖ; Θέτετε διὰ τῆς προτάσεως ὑμῶν
2598τὴν Βουλὴν εἰς δίλημμα, διότι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης
2599φέρετε τὴν Δυναστείαν, τὸν ἀνεύθυνον, ἐντὸς τῆς αἰθούσης
2600ταύτης, καὶ ὅταν ζητῆτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, εἶναι ὡς νὰ
2601ζητῆτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ, ἂν ἐμπιστεύεται τὰς τύ-
2602χας τοῦ ἔθνους εἰς τὴν Δυναστείαν ἢ ὄχι (Θόρυβος). Ἀλλ’ ὁ
2603κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει τοῦτο, μὴ ἐμβαθύνας εἰς τὴν ση-
2604μασίαν τῆς ψήφου ταύτης, καὶ φέρει οὕτω τὴν Βουλὴν εἰς
2605δυσχερῆ θέσιν.
2606§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν καὶ σκοπῶ βραχέα νὰ εἴπω
2607πρὸς τὴν Βουλὴν, ἔκρινα ὅμως, ὅτι θὰ ἦτο προσφορώτερον
2608νὰ εἴπω αὐτὰ ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι ἀπὸ τῆς θέσεώς μου
2609δὲν ἀκούουσι πάντες τῶν λόγων μου.
2610Ὅταν ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἢ ὑπὸ Βουλευτῶν φίλων τῆς
2611Κυβερνήσεως προβάλληται ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἰς οὐδέ-
2612να ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τῶν προβα-
2613λόντων τὴν πρότασιν ταύτην, ὑποχρεούμεθα δὲ πάντες νὰ
2614δώσωμεν ψῆφον· ἔχουσιν ὅμως δικαίωμα, μετὰ τὴν πρότα-
2615σιν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
2616θέλουσι, νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ψῆφόν των, καὶ ἠκούσατε ἤδη
2617πολλῶν συναδέλφων δικαιολογησάντων τὴν μέλαιναν ψῆφον,
2618τὴν ὁποίαν σκοποῦσι νὰ δώσωσιν. Ἐγὼ ἀγορεύσας εἶπον
2619γνώμην, ὅτι εἰς ἡμᾶς, τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν πα-
2620ρέχεται ἀφορμὴ νὰ μεταβάλωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Ὅταν
2621δὲ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν πρό τινων ἡμερῶν ψηφοφορίαν,
2622διὰ τῆς ὁποίας κατεδηλώθη εἰς αὐτὴν ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς
2623Βουλῆς, δὲν ἔκρινε μάταιον νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν σημερινὴν
2624ψηφοφορίαν, καὶ ἐπιμένῃ ἐπιθυμοῦσα ἴσως νὰ μάθῃ, ἂν θέλῃ
2625ἐκδηλωθῇ καὶ σήμερον ἡ αὐτὴ δύναμις τῆς ἐμπιστοσύνης,
2626ἥτις ἐξεδηλώθη προχθὲς, θέλομεν βεβαίως μετάσχει τῆς ψη-
2627φοφορίας, ἀλλὰ ψηφοφοροῦντες δηλοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμ-
2628πιστοσύνην εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὡς δὲν εἴχομεν ἐμπιστοσύ-
2629νην εἰς τὰς πολιτικὰς ἰδέας αὐτῶν, ὅτε οὗτοι ἦσαν ἐν τῇ
2630ἀντιπολιτεύσει, πολλῷ δ’ ἧττον νῦν, ὅτε εἰσὶν ἐν τῇ Κυβερ-
2631νήσει, διότι οὐ μόνον ἔχουσι τὰς αὐτὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας
2632εἶχον καὶ πρότερον, ἀλλὰ καὶ ἐφαρμόζουσιν αὐτὰς καθ’ ὃν
2633τρόπον διαχειρίζονται τὴν δημοσίαν ἀρχήν.
2634§70ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ
2635Κυβέρνησις, εἶναι ψῆφος συναισθήσεως τοῦ κλονισμοῦ, ὃν
2636ἔπαθε. Τὸ ζήτημα, ὅπερ θέτει, καταδεικνύει, ὅτι εὐτυχῶς
2637συνησθάνθη τὸ πλῆγμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἐκ τῆς συζητή-
2638σεως, συναισθάνεται δηλαδή, ὅτι ἐξῆλθε τετραυματισμένη,
2639καὶ ζητεῖ τὸ ἔμπλαστρον τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα καλύψῃ
2640τὰ τραύματα. Οἱανδήποτε καὶ ἂν παραδεχθῇ τις ἐκδοχὴν
2641περὶ τῶν λόγων, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν συζήτησιν ταύτην,
2642δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προεκάλε-
2643σεν αὐτὴν οὐχὶ προσηκόντως, καὶ ὅτι προεκάλεσεν αὐτὴν
2644διὰ τῆς ἀστόχου πολιτικῆς αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ πρώην
2645Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2646γὸς νὰ ἀναγάγῃ τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ
2647καταφανῇ, ὅτι αὐτὸς μόνος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν συζήτη-
2648σιν. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ἠγνόει τὸ ἔλλειμμα, ἂς αἰτιᾶται
2649τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις τόσῳ σοβαρὸν διὰ
2650τὸν προϋπολογισμὸν πρᾶγμα δὲν ἠδυνήθη νὰ ἴδῃ. Ἀλλὰ
2651τοῦτο δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει
2652του ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφει ὑπο-
2653χρεώσεις καθυστερουμένας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
2654κῶν, καὶ ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν εἰση-
2655γητήριον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔκθεσιν, ἐκεῖ ὅπου ποιεῖται
2656τοὺς ὑπολογισμοὺς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν χρήσεων
2657τοῦ 1898 καὶ 1899, οὐδαμῶς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑπο-
2658χρεώσεις ταύτας. Καὶ ἐνῷ ποιεῖται μακρὸν λόγον περὶ τῶν
2659ἀποτελεσμάτων καὶ ὑπολογίζει τὰ πληρωτέα, λησμονεῖ τὸ
26601,650,000 δρ., αἵτινες ἐν τέλει τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουρ-
2661γείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφονται σαφῶς καὶ ἄνευ
2662ἐνδοιασμοῦ. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του
2663ἐκείνους περὶ τῶν βαρῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899 καὶ τὴν
2664αὔξησιν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, τῆς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
2665τῶν εἰς χρυσὸν δημοσίων χρεῶν, καὶ ἥτις, κατ’ ἐμὲ, ὑπερ-
2666βαίνει τὰς δρ. 900,000. Οὕτω τὰ δύο μόνον ταῦτα κον-
2667δύλια, ἅτινα δὲν ἠδύνατο νὰ ἀγνοῇ, τὰ λησμονεῖ ὁ κύριος
2668Ὑπουργὸς, καὶ ὑπολογίζων ἄνευ αὐτῶν ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ χρῆσις
2669τοῦ 1899 ὄχι μόνον εἰς ἰσοζύγιον θὰ λήξῃ, ἀλλὰ καὶ
2670περίσσευμα θ’ ἀφήσῃ. Νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ ἠγνόει; Δὲν
2671δυνάμεθα. Ἀλλ’ εἶναι αὐτὰ μόνα; Δυστυχῶς εἶναι πολλὰ
2672τὰ λησμονηθέντα, ἵνα παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχου-
2673σιν ἄδικον οἱ ἀπαισιόδοξοι. Καὶ ὅταν ἀντὶ τοῦ 1,650,000
2674τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν συνομολο-
2675γεῖται ἔλλειμμα 4,200,000, ποῦ στηρίζεται πλέον ἡ αἰσιοδο-
2676ξία του καὶ τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὸ περίσσευμα; Διὰ τῶν προ-
2677χθὲς εἰσαχθέντων νομοσχεδίων ὑπόσχεται πάλιν, ὅτι θὰ κα-
2678λύψῃ τὸ ἔλλειμμα· ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία καὶ ἡ διάψευσις τῶν
2679βεβαιώσεών του, τῶν καὶ διὰ τοῦ μακροῦ λόγου αὑτοῦ καὶ
2680διὰ τῆς γραπτῆς ἐκθέσεως, ἣν προτάσσει τοῦ προϋπολογι-
2681σμοῦ, ὃν συνέταξε κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1899, ὅτε εἶ-
2682χεν ὅλα τὰ διδόμενα ἀληθοῦς κρίσεως, μᾶς ἀφίνει πλέον νὰ
2683πιστεύσωμεν τὴν νέαν περὶ ἰσοζυγίου, καὶ δὴ περὶ περισσεύ-
2684ματος, αἰσιόδοξον πρὸς ἡμᾶς ἀγγελίαν του; Ἐὰν δὲ δε-
2685χθῶμεν ὡς ἐκδοχὴν τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ
2686ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν λησμονεῖτε βε-
2687βαίως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, λέ-
2688γων ὅτι αἰτία τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἦτο τὸ ἔλ-
2689λειμμα, εἶπε συγχρόνως, ὅτι, ὡς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν, ὃν εἶχε
2690μελετήσει, ὅτε ὁ παραιτηθεὶς Ὑπουργὸς διεφώνησεν ὡς
2691πρὸς τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, τῷ ὑπεδείχθη, ὅτι δὲν
2692ἠδύνατο ἢ νὰ παραιτηθῇ, καὶ τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
2693τιωτικῶν ὑπεχώρησε, καὶ συνέταξε τὸν προϋπολογισμόν,
2694ὅτι δὲ ταῦτα λέγων ὁμολογεῖ ὅτι ἐγνώρισε πῶς διετυπώθη τὸ
2695φιλονικηθὲν ζήτημα εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις
2696παρητήθη. Ἀλλὰ μετὰ τὸ συμπέρασμα τοῦτο κατ’ ἀνάγκην
2697εὑρίσκομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ σειομένου ἐδάφους·
2698διότι, ἐὰν συνεφώνησαν, διατὶ σήμερον ἀπαρνεῖται τὸ ἔρ-
2699γον, εἰς ὃ μετέσχε; καὶ ἂν δὲν εἶχε συμφωνήσει, διατὶ σα-
2700φῶς δὲν τῷ ἔλεγεν, ὅτι ἀποδοκιμάζει καὶ πάλιν τὸν ὀργανι-
2701σμὸν αὐτοῦ; Δύναταί τις ὅμως νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἠγνόει
2702τὸν ὀργανισμὸν, ἀφοῦ ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος τὸ ἐναντίον, καὶ
2703προσωμολόγησεν, ὅτι ἐπὶ τούτου ἐγένετο μακρὰ συζήτη-
2704σις καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐδέχθη καὶ ὅτι συνειργάσθη καὶ
2705μετὰ τοῦ τμηματάρχου; Ἐὰν δὲ δὲν ἠγνόει τὸν ὀργανι-
2706σμὸν ἐκεῖνον, ὅστις, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀτ-
2707τικῆς, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τότε
2708πῶς χθὲς ἀπεκήρυττεν αὐτόν; Καὶ ἂν δὲν ἐδέχετο αὐτὸν,
2709διατὶ μετὰ θάρρους, ὅπερ ἔδει νὰ ἔχῃ, ὡς Πρωθυπουργὸς,
2710δὲν τῷ εἶπεν ὅτι οὔτε αὐτὸν δέχεται;
2711Πασίγνωστον εἶναι, ὅτι πανταχοῦ ὑψώθη φωνὴ, μετὰ τὰ
2712ἀτυχήματα τοῦ πολέμου, ὅτι πρώτιστον μέλημα τῆς Κυ-
2713βερνήσεως ἔδει νὰ ἦναι ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ, οὗτινος ἡ
2714ἀποτυχία, ἐφ’ ὅσον ὀφείλεται εἰς τὴν ἀτέλειαν τοῦ ὀργανι-
2715σμοῦ, γεννᾷ τὸ ἄδικον, νὰ βλέπωμεν καταγγελλομένους διὰ
2716τὰ τελευταῖα ἀτυχήματα ἀξιωματικοὺς ἀξίους πάσης ἐμπι-
2717στοσύνης τοῦ τόπου, ἀξιωματικοὺς φιλοτίμους, καὶ ὧν τὴν
2718τιμὴν ἔπρεπε πρώτιστα ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναστηλώσῃ, εἰσά-
2719γουσα τὰ πρὸς τοῦτο νομοθετήματα, ἀφιεμένους εἰς τὴν
2720ἄδικον περὶ αὐτῶν κρίσιν. Ποίαν ἔλαβε πρόνοιαν διὰ τὴν
2721διοίκησιν καὶ διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ἅτινα ἔπρε-
2722πεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ πρῶτον μέλημα αὑτῆς καὶ πρώ-
2723την ἀσχολίαν τῆς Βουλῆς, ἅμα ἦλθε; Καὶ μετὰ πάρο-
2724δον ἔτους ἤδη, σήμερον βλέπομεν, ὅτι οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔχει,
2725οὐδεμίαν γνώμην ἐκφράζει, οὐδένα ὀργανισμὸν λέγει ὅτι ἔχει.
2726Ὁ κ. Πρόεδρος διὰ τοῦ λόγου του ἐζήτησε νὰ ὀχυρωθῇ
2727ὄπισθεν ὀχυρώματος μαρτυροῦντος τὴν ἀδυναμίαν αὐτοῦ εἰς
2728τὸ νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, τὴν ἀδυναμίαν νὰ προστατεύσῃ
2729μόνην τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἥτις
2730(εὐθύνη) καὶ μόνη πρέπει νὰ ἦναι ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν
2731τῇ Βουλῇ, διότι ἀντισυνταγματικὸν εἶναι νὰ γίνηται λόγος
2732περὶ Δυναστείας ἐν τῇ συζητήσει τῶν εὐθυνῶν τοῦ Ὑπουρ-
2733γείου. Ἀνήγαγεν ὅμως τὸ ζήτημα εἰς προσβολὴν κατὰ τῆς
2734Δυναστείας, ὅπερ οὐδαμῶς οὔτε ἐνοήθη οὔτε πρέπει νὰ νοηθῇ,
2735καὶ λίαν ὀψίμως ἐπὶ τοιούτου θέματος ὡμίλησε περὶ τῆς
2736Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Δυναστείας, θέ-
2737ματος, ἐφ’ οὗ πολὺ πλειότερα ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ἂν ἤθελε νὰ
2738ὁμιλήσῃ. Διατὶ ἔπραξε τοῦτο; διότι ἴσως εἶχεν ἀνάγκην
2739καὶ τὴν παρὰ τῷ Θρόνῳ κλονισθεῖσαν ἴσως θέσιν τῆς Κυ-
2740βερνήσεώς του νὰ ἀνορθώσῃ. Καὶ ἐν τούτῳ λοιπὸν ἦτο ἀτυ-
2741χής. Σήμερον δὲ ζητεῖ ψῆφον· καὶ θὰ λάβῃ ψήφους, ἀλλ’ αἱ
2742ψῆφοι, ἃς θὰ λάβῃ, θὰ ἦναι ψῆφοι σωτηρίας, ψῆφοι συντη-
2743ρήσεως, οὐχὶ ὅμως ψῆφοι ἐμπιστοσύνης.
2744§71Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Δὲν ἀναβαίνω ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ
2745ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν τετραήμερον συζήτησιν, οὔτε θὰ συμ-
2746βουλεύσω τὸ Κοινοβούλιον πῶς πρέπει νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῶν
2747νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Φλο-
2748γαΐτης εἶπε, καθὼς καὶ οἱ ἀξιότιμοι ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπο-
2749λιτεύσεως κ. κ. Δεληγεώργης καὶ Δραγούμης καὶ πολλοὶ ἔγ-
2750κριτοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται εἰς πᾶσαν
2751στιγμὴν νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος
2752ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς ἦλθε καὶ ὡμίλησεν εἰς τὴν τούρ-
2753λαν τοῦ Σαββάτου! (γέλωτες.
2754Ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησεν ὅπως πρέ-
2755πει, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι πολλοὶ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ τῆς
2756Ἀντιπολιτεύσεως μοὶ εἶπον, ὅτι «εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι,
2757ἀλλὰ συνεχάρημεν τὸν κ. Πρωθυπουργόν· πολὺν καιρὸν εἴχο-
2758μεν ν’ ἀκούσωμεν τοιοῦτον λόγον». Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ κ.
2759Δηλιγιάννης εἶπε τοῦτο. Διότι ὁμολογουμένως ὁ κ. Πρωθυ-
2760πουργὸς ἀνύψωσε τὴν Βασιλείαν εἰς τὴν πρέπουσαν θέσιν.
2761Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας καὶ σύντροφος τοῦ συνα-
2762δέλφου κ. Λαμπρινίδου εἶπεν ἄνταλα μάνταλα, καὶ ἠθέ-
2763λησε νὰ μᾶς διδάξῃ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, ἐνῷ ὁμολο-
2764γουμένως ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος τῆς
2765Ἀντιπολιτεύσεως ἔθεσε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του.
2766§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ.
2767Χατζηπέτρου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
2768«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστο-
2769σύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμε-
2770ρησίαν διάταξιν.»
2771Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουσιν Ναὶ, οἱ
2772μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2773(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2774τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Α. Κασσαβέτη καὶ
2775Π. Δ. Πετρίδου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον
2776πρωτόκολλον ψηφοφορίας, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ)
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2777Ἀνδρέας Πεταλᾶς Περ. Ἀλεξάκης Ο
2778Γ. Κυριαζῆς Ν. Σπυρακόπουλος Ν
2779Α. Παναγιωτόπουλος Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
2780Λ. Μελετόπουλος Ν Θ. Β. Δηλιγιάννης
2781Κ. Μωραϊτίνης Ν Χαρ. Διγενόπουλος Ν
2782Εὐστ. Ρακόπουλος Ν Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν
2783Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
2784Εὐκλείδης Μπίστης Ν Μιχ. Φωτιάδης Ν
2785Δημοσθ. Καΐρης Ο Γ. Λιδωρίκης Ν
2786Ἀνδρ. Καρατζᾶς Ν Γ. Ἀνδρίτσος Ν
2787Κ. Πλατούτσας Ν Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
2788Μιχ. Κωτσάκος Ο Μιχ. Στελλάκης Ο
2789Κων. Γ. Καραπᾶνος Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
2790Κων. Κοττίκας Ν Γ. Λύρας Ν
2791Ἰωάν. Καραπᾶνος Ο Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
2792Εὐάγγ. Γαρουφαλιᾶς Ν Δημ. Τσάτσος Ν
2793Στέφ. Δραγούμης Ο Δημ. Τσιτσάρας Ο
2794Ν. Λεβίδης Ο Κωνστ. Ζῶτος Ν
2795Θ. Ρετσίνας Ν Γ. Χατζόπουλος
2796Φωκίων Νέγρης Ο Διον. Στεφάνου
2797Νικ. Γιαννηκώστας Ν Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
2798Ἐπ. Μ. Κανάρης Ν Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας Ο
2799Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Γ. Ρῶμας Ν
2800Θεόδ. Φλογαΐτης Ο Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
2801Δ. Γ. Ράλλης Ο Χρ. Στεφανόπουλος Ν
2802Γεώργ. Βενιζέλος Χαρίλ. Σπηλιώτης Ο
2803Νικ. Γουναράκης Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
2804Κ. Σταυρόπουλος Ν
2805Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Ο Π. Λύγερινός
2806Δημ. Καραγιάννης Ν Χρ. Δαραλέξης Ο
2807Ἀνδρ. Στράτος Ο Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο
2808Ἀντ. Καρτάλης Ν Ν. Δαούτης Ο
2809Κ. Τοπάλης Ο Π. Παπαχατζῆς
2810Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Σπ. Ἰω. Μήλιος
2811Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν Β. Μαρκεζίνης Ν
2812Ν. Παπαϊωάννου Ν Νικήτας Συναδινός Ν
2813Δημ. Γίδας Ν Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
2814Νικ. Τσόγκας Ν Γηλ. Δενδρινός Ν
2815Νικ. Γουλμῆς Ν Π. Μαυροκέφαλος Ν
2816Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ο
2817Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας ἀρν
2818Π. Θ. Ζαΐμης Ο Ν. Τριανταφυλλάκος Ο
2819Ὀδ. Λαμπρόπουλος Ν Παν. Μανέτας Ο
2820Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ο Ι. Μπακόπουλος
2821Ἡρ. Καλαμπάκας Ν Ἠλ. Ζέγγελης Ν
2822Γεώργ. ΠαπαθανασίουΝ Φ. Βάρβογλης Ν
2823Περ. Περρωτὴς Ν Ἀθαν. Κατριβάνος Ν
2824Ἠλ. Μαυρομιχάλης Ν Ἠλ. Κοτσονάκος Ν
2825Γ. Οἰκονομόπουλος Ν Γ. Ἀναστασόπουλος Ο
2826Δ. Τερτίπης Ν Γ. Νικολαΐδης Ο
2827Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν Κ. Τρικούπης Ν
2828Κ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ο
2829Γ. Φραγκίδης Ν Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
2830Ι. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ν
2831Σ. Παπαποστόλου Ν Γ. Λυμπερόπουλος Ν
2832Ξεν. Τσαμαγκίδης Ν Περ. Μποῦτος Ο
2833Κ. Σαραφιανὸς Ν Ἀρ. Προβελέγγιος Ν
2834Γ. Χατζηνικολῆς Ν Α. Μάτσας Ν
2835Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
2836Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
2837Γ. Μέρμηγκας Ν
2838Γ. Κόρπας Γ. Σισμάνης Ν
2839Τρ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης Ν
2840Γ. Θεοτόκης ἀρνΓ. Πλατανιώτης
2841Μιχ. Θεοτόκης Ἠλ. Ποταμιάνος Ο
2842Γουλ. Σκάρπας Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
2843Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
2844Σπ. Χυτήρης Ν Α. Πετσάλης Ο
2845Σπ. Ἀγάθος Ν Κωνστ. Α. ΚουμουνδοῦροςΟ
2846Β. Σαμσίλης Ν Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
2847Ν. Καλογοῦρος Ν Γ. Καπετανάκης Ν
2848Κ. Χριστόπουλος Ν Φ. Μοσχούλας
2849Π. Πετρίδης Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
2850Σωτ. Κροκιδᾶς Χ. Κανελλόπουλος Ο
2851Σπ. Νοταρᾶς Θάνος Μπασιᾶς
2852Π. Μεντζελόπουλος Ν Π. Τυπάλδος Ν
2853Δ. Δημητριάδης Ν Θ. Βελλιανίτης
2854Ἄθως Ρωμάνος ἀρνἈνάρ. Σιμόπουλος ἀρν
2855Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
2856Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ο Πέτρος Μόρης Ν
2857Θ. Μαρκέτος Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
2858Σπ. Ε. Στάης Ν Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
2859Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης
2860Π. Χοντζόπουλος Ν Α. Ρικάκης Ο
2861Ν. Τσοῦχλος Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς Ο
2862Χ. Κ. Βοζίκης Ο Ἀχ. Γεροκωστόπουλος
2863Θ. Πέρρος Ν Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
2864Στέφ. Κοπανίτσας Ν Ν. Μισυρλῆς
2865Γ. Φικιώρης Νικ. Καράπαυλος ἀρν
2866Μελέτ. Ρουσόπουλος Ν Γ. Ράλλης
2867Βρασίδας Λεώπουλος Σπ. Γκεντιλίνης Ν
2868Γ. Μαυρομιχάλης Ο Γ. Ζερβὸς Ν
2869Ι. Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
2870Ν. Καραστέργιος Ο Νικόλ. Λεωνίδας Ν
2871Δ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακός
2872Ἰωάν. Γ. Λάππας Α. Μαυρογορδᾶτος
2873Ν. Μπουφίδης Ν Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
2874Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης
2875Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Α. Βιτάλης
2876Γερ. Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος Ν
2877Ξ. Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
2878Β. Βασιλειάδης Ο Κάρολος Βιτάλης Ο
2879Κων. Χατζηπέτρος Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
2880Γ. Κανούτας Νικ. Τσαμαδὸς ἀρν.
2881Νικ. Ταρυμπάζης Ν Παντελῆς Γκίκας Ο
2882Θεόδ. Κριεμάδης Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
2883Γ. Ραδινός Ν Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
2884Ἀπ. Ζάππας Ν Ι. Τσιριμῶκος
2885Θ. Σαρσέντης Ν Δημ. Κρίτσας
2886Α. Πονηρόπουλος Ν Ν. Α. Πλατῆς Ν
2887Δ. Ἀναστασόπουλος Νικ. Χατζῖσκος Ο
2888Δ. Παπακτσώρης Ν Ν. Καλογερόπουλος Ν
2889Δ. Κατσάνος Β. Βουδούρης ἀρν.
2890Δ. Σκαλτσοδῆμος Ν
2891Ν. Τζανετόπουλος Ν Γ. Ἀβέρωφ
2892Γ. Ροδόπουλος Ν Μιλτ. Κανάρης
2893Θεόδ. Λυμπρίτης Ο Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
2894§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 180. Ἐκ τούτων 119 εἶ-
2895πον Ναὶ, καὶ 54 εἶπον Ὄχι, ἠρνήθησαν δὲ ψῆφον οἱ Ὑπουρ-
2896γοί. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή.
2897Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους παρα-
2898πονεῖται ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκῆ χρόνον, ἵνα ἐργασθῇ, διότι ἡ
2899συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἀρχίζει εἰς τὰς 3. Ἐὰν θέλετε, ν’ ἀλ-
2900λάξωμεν τὴν ὥραν, χάριν τῆς ἐπιτροπῆς.
2901§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὰς 4.
2902§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
2903Λοιπὸν ἀπὸ τῆς αὔριον αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς θὰ ἄρ-
2904χωνται τὴν 4ην ὥραν μ. μ.
2905Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 15′ μ. μ.)