1899.12.22
1,320 rows · 10,294 words · 84 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
τῆς 22 Δεκεμβρίου 1899.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 30′ π. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Λ. Πεταλᾶς ὑποβάλλει ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης «νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ—ἀφοῦ ἐξετάσῃ ἐπιμελῶς—ποῖοί εἰσιν οἱ ὀφείλοντες τῇ Παλαιᾷ Ἀτμοπλοϊκῇ Ἑταιρείᾳ Σύρου ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν πρακτορείων αὐτῆς, καὶ τίνα κατ’ αὐτῶν ἔχουσι ληφθῆ μέτρα πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων.»
§2Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως τὰς πληροφορίας ταύτας προσκομίσῃ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη ἀναφορὰ τῶν ἐν τῷ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν ἐλαιῶνι μικρῶν ἐπιτηδευματιῶν, ζητούντων ν’ ἀφομοιωθῶσι πρὸς τοὺς οἰνοπώλας τῶν χωρίων τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν ἐλάσσονα τῶν τρισχιλίων κατοίκων.
§4ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, καθὼς καὶ ἐπὶ ἄλλης, ἥτις θ’ ἀναγνωσθῇ μετ’ ὀλίγον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν προσεχῶς μελετήσῃ τὰ περὶ ἐπιτηδευμάτων, ἵνα φέρῃ πληρέστερον νομοσχέδιον περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν κατ’ αὐτὰ, νὰ ἐξετάσῃ ἀμφότερα τὰ ζητήματα ταῦτα. Οἱ ἐν τῷ Ἐλαιῶνι ἐπιτηδευματίαι παραπονοῦνται, ὅτι κατατάσσονται μεταξὺ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῶν δύο πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐν ᾧ αὐτοὶ ἐργάζονται εἰς μέρη ἔξω τῶν προαστείων, μὴ ἔχοντες κέρδη μείζονα τῶν ἐν τοῖς χωρίοις.
§5Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων προεκάλεσεν ἀρκετὴν ἐξέγερσιν· καὶ ὄχι μόνον παράπονα ἐξεδηλώθησαν, ἀλλὰ καὶ συλλαλητήρια ἐγένοντο καὶ διάφοροι ἀναφοραὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπεστάλησαν, δι’ ὧν κατεδεικνύετο εἰς αὐτὴν τὸ μὴ δίκαιον καὶ τὸ ἐπιβλαβὲς τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἐζητεῖτο ἡ μεταρρύθμισις αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεγνώρισε πράγματι τὸ δίκαιον τῶν παραπόνων αὐτῶν, καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου διορθοῦται ὁ ψηφισθεὶς παλαιὸς νόμος κατά τινα μέρη. Τὸ κυριώτερον ὅμως πάντων καὶ μεγαλείτερον παράπονον τῶν ἐπιτηδευματιῶν εἶναι, ὅτι δὲν δύνανται ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦ λήγοντος ἔτους καὶ νὰ προκαταβάλωσι καὶ τὸ ½ τοῦ φόρου τοῦ ἐρχομένου ἔτους. Δυστυχῶς ἡ Βουλὴ ἐξήντλησε τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου μέχρι σήμερον, δὲν δυνάμεθα δὲ ἤδη νὰ πράξωμέν τι περὶ τοῦ νόμου ἐκείνου, μολονότι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐξεφράσθη, καὶ ἀπεδέχθη ἰδίως τὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνακουφίζονται οἱ ἐπιτηδευματίαι. Ἐν τούτοις ὁ Δεκέμβριος λήγει, ἡ δὲ Βουλὴ διακόπτει τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἐρωτῶ, εἶναι δίκαιον, εἶναι ὀρθὸν, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ὁ νόμος οὗτος, ὁ ψηφισθεὶς, εἶναι πλημμελὴς, ὅτι οἱ φορολογούμενοι ἀδυνατοῦσι νὰ ἐκτελέσωσι τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς ἔχει; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ διοικητικόν τι μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ τεθῇ εἰς ἐκτέλεσιν ὁ νόμος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἤδη ἡ τροποποίησις ζητεῖται διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ δικαστήρια ὅμως θὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον.
§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὰ δικαστήρια βεβαίως εἶναι ἁρμόδια πρὸς τοῦτο. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ δ’ ἐπίσης καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν σύστασίν μου, ἵνα λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διοικητικόν τι μέτρον, ὥστε νὰ μὴ πιεσθῶσιν οἱ φορολογούμενοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας. Ὁ νόμος ὁμολογουμένως ὑφίσταται, ἐνόσῳ δὲν μετεβλήθη, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὸ πλημμελὲς τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ ἐγένετο τοσαύτη συζήτησις, ἡ δὲ Βουλὴ ἐπανειλημμένως ἐξεφράσθη ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς αὐτοῦ, νομίζω ὅτι τίποτε δὲν κωλύει νὰ ληφθῇ διοικητικόν τι μέτρον, ὅπερ τοὐλάχιστον νὰ προλάβῃ τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι συμβῆ, ἐὰν δὲν ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου αὐτοῦ μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νέου νομοσχεδίου. Ἐπίσης συνιστῶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως ἀποδεικνύει ὅτι ἔχει ὅλην τὴν καλὴν πρόθεσιν νὰ συμβιβάσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους μὲ τὰ ἔσοδα καὶ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν νὰ μελετήσῃ καὶ τὰ λοιπὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβαλλόμενα ὑπὸ τὸν τύπον τῆς μεταρρυθμίσεως καθίστανται λίαν καταθλιπτικὰ, νὰ τὰ τροποποιήσῃ δὲ εἰς τρόπον ὥστε οἱ φορολογούμενοι νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς βαρείας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὰ νομοσχέδια ἐπιβάλλουσι. Τρίτον δὲ καὶ τελευταῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ τοῦ ἑπομένου. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἓν ζήτημα σπουδαῖον καὶ ἄξιον πολλῆς μελέτης εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς ἀφομοιώσεως τοῦ Κράτους. Εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρίσκεται τὸ Κράτος, ἐπεῖγον εἶναι νὰ μελετηθῇ σπουδαίως καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, καθόσον, κατὰ κοινὴν γνώμην, κατέστη ἤδη ὥριμον. Ἡ διάκρισις, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ ἐπὶ 35 ἤδη ἔτη, ἐνῷ ἐγένετο ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐκλείψῃ, ὡς μὴ ἀνταποκρινομένη εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ὅτε κατὰ τὸ 1864 ἐλήφθη τὸ μέτρον τοῦτο ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος, ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο μόνον 22 ἑκατομμύρια, ἐνῷ σήμερον ἀνῆλθεν εἰς 112 ἑκατομμύρια. Εἶναι τοιαύτη ἡ διαφορά, ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον λόγου νὰ σκεφθῶσιν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ καὶ κανονίσωσιν, ὅπως καταλληλότερον φρονοῦσι, τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ μὴ πιέζηται ἓν μέρος αὐτοῦ, καὶ ν’ ἀπαλλάττηται ἕτερον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμὲ νὰ ὁρίσω, εἶναι νὰ γείνῃ σκέψις, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ οἰκονομικὴ τοιαύτη, ἡ ὁποία νὰ ἐξασφαλίζῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἱκανοποιῇ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι σήμερον παρουσιάζονται, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συνιστῶ νὰ μὴ ἦναι καταπιεστικὴ ἡ φορολογία εἰς ἓν μόνον μέρος τῆς χώρας, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλλεται κατ’ ἀναλογίαν ἴση φορολογία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἦναι ἴση διὰ τοὺς κατοίκους ὅλου τοῦ Βασιλείου.
§8Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ τὸ μέτρον τὸ οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐζήτησαν. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως κατὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων ἐκλείψωσι τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν ἐκ τοῦ ψηφισθέντος νόμου. Παρακαλῶ πολὺ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦτο, διότι ὁ νόμος οὗτος, ψηφισθεὶς ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ ὑπηρεσιακοῦ περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος, κατέστη λίαν καταπιεστικός.
§9Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ συνιστῶντες νὰ ληφθῇ διοικητικόν τι μέτρον ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἔπρεπε πρὸ αὐτοῦ νὰ ζητήσωσι νὰ προταχθῇ τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων. Φρονῶ δ’ ὅτι σήμερον εἶναι ἄστοχον νὰ νομίζωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ διοικητικὸν μέτρον ἐναντίον τοῦ νόμου.
§10Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπειδὴ σήμερον εἶναι ἡ τελευταία συνεδρίασις τοῦ σταδίου τούτου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος παρ’ αὐτοῦ νομοσχεδίου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ψιλῶν γαιῶν, ὅπερ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν εἰσηγητήριον αὑτοῦ ἔκθεσιν ὑπέβαλεν, ἀποβλέπων μᾶλλον εἰς τὴν προστασίαν τῆς γεωργίας, ἥτις ἀληθῶς χρήζει τοιαύτης, ἢ εἰς ταμιευτικὸν σκοπὸν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἤθελον, λέγω, παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ πίνακα κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ καὶ δήμῳ τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος νόμου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἁπλούστατον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐπίσης ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτὸς τοῦ πίνακος τούτου νὰ ὑποβάλῃ καὶ πίνακα, διὰ τῶν ἁρμοδίων οἰκονομικῶν ἀρχῶν, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν, ἤτοι τσιφλικίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἰδίως ἐν Θεσσαλίᾳ, Στερεᾷ Ἑλλάδι καὶ Εὐβοίᾳ, ὡς καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν, τὴν ὁποίαν αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ δύνανται νὰ μάθωσιν ἐκ διαφόρων πληροφοριῶν, εἴτε παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου αὐτοῦ, εἴτε παρ’ ἄλλων ἰδιοκτητῶν, εἴτε καὶ παρὰ τῶν γεωργῶν. Συμφέρον δ’ ἔχουσιν οἱ ἰδιοκτῆται πρὸ πάντων μεγάλων ἰδιοκτησιῶν νὰ δηλώσωσιν ὁλοκλήρους τὰς καλλιεργουμένας παρ’ αὐτῶν γαίας, διότι, ὡς γνωρίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ γνωρίζομεν ὅλοι, ἐν ᾗ περιπτώσει θελήσωσιν οἱ ἰδιοκτῆται οὗτοι νὰ ἀποκρύψωσι τὴν ἀληθῆ ἔκτασιν, θέλουσιν ἐπὶ μᾶλλον ἐπιβαρυνθῆ. Ζητῶ δὲ τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι καὶ ἐγὼ ὡς καὶ πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι ἐνταῦθα ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ ἐξευρέσεως συστήματος τοιούτου οἰκονομικοῦ, ὥστε καὶ τὸ Κράτος νὰ μὴ ἀπολέσῃ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἰσπράττει ἐκ τοῦ συστήματος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ συνάμα νὰ μὴ περιορισθῇ καὶ καταστραφῇ ἡ γεωργία διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐνῷ σκοπὸς πάντων ἡμῶν εἶναι νὰ ἐνισχυθῇ καὶ προστατευθῇ αὕτη. Ἡ κυριωτέρα δὲ ἀφορμὴ, ἥτις μὲ ἄγει εἰς τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην, εἶναι, ὅτι ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ περιλαμβάνεται διάταξις ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου τῆς στρεμματικῆς ταύτης φορολογίας, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ὁποίας ἡ γεωργία ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐνισχυθῇ, ἀλλὰ καὶ θὰ καταστραφῇ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσπράξῃ, ὄχι μόνον θὰ διπλασιασθῇ, ἀλλὰ καὶ θὰ τριπλασιασθῇ πιθανῶς, ἐνῷ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν εἶναι πῶς νὰ εἰσπράξωμεν πλείονα διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς γεωργίας, ἀλλὰ πῶς, ἐνισχύοντες τὴν γεωργίαν, νὰ εἰσπράξωμεν τόσα, ὅσα μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλουσιν ἀποδείξει κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκεῖνο, ὅπερ σήμερον προτείνω, ὅτι δηλαδὴ διὰ τοῦ μέτρου τούτου ὄχι μόνον θέλομεν εἰσπράξει ὅσα εἰσεπράττομεν μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ θέλομεν ἐνισχύσει καὶ τὴν γεωργίαν, τροποποιοῦντες πάντως τὴν διαβάθμισιν τοῦ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου· διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐὰν ὁ κατώτατος ὅρος, ὃν ἀναγράφετε ἐν αὐτῇ, ἀναγραφῇ ὡς ἀνώτατος ὅρος, τὸ Κράτος θέλει εἰσπράξει ὅσα σήμερον δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν εἰσπράττει.
§11Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἵνα μὴ ἀπομείνῃ ἡ ἐντύπωσις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄντως διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιζητεῖται αὔξησις ἐκ τῆς προσόδου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ῥητὴ ὑπάρχει διάταξις ἐν αὐτῷ, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον μεταβληθῇ εἰς νόμον, πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον βεβαιοῦται ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ οὐδὲ λεπτὸν περισσότερον τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§12Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ φορολογικοῦ τούτου νομοσχεδίου εἶναι νὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα τῶν ἤδη εἰσπραττομένων, ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ βλέπω καθωρισμένην τὴν κατὰ στρέμμα φορολογίαν τοιουτοτρόπως, ὥστε, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὡς ἔχει, θὰ εἰσπραχθῶσι διπλάσια καὶ τριπλάσια ἴσως. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει, ἐὰν βεβαίως τὸ πνεῦμα τοῦ φορολογικοῦ τούτου μέτρου εἶναι τοιοῦτον, δὲν ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ τοιαύτη διαβάθμισις τοῦ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου, ἀλλὰ μετὰ τὰς πληροφορίας, ἃς θὰ ἔχητε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στατιστικῶν, τότε νὰ ἀναγράψητε τὸν δίκαιον ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅρον. Μετ’ ἀπορίας ὅμως ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν λέγοντα, ὅτι δὲν ἠξεύρομεν ἐὰν τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ ἢ ὄχι, καὶ οὕτως ὁμολογεῖτε, ὅτι τὸ ἀφίνετε ἔκθετον, ἐνῷ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας. Ἐγὼ, περὶ τούτου ἐνδιαφερόμενος, λέγω ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, ἃς ζητῶ, ὅτε κατὰ τὴν συζήτησιν, θέλει ἀποδειχθῇ ὁποῖος ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου σας.
§13Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν ἐμποροϋπαλλήλων καὶ τῶν ἡμερομισθίων ἐργατῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διασαφηνισθῇ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς αὐτούς. Διότι ὁ νόμος, ὡς λέγουσι, καὶ ὡς εἶναι ἀληθές, κανονίζει τὸ πληρωτέον ποσὸν ἐκ τῆς ἐτησίας προσόδου· ἀλλ’ αὐτοὶ εἶναι μηνιαῖοι ἢ ἡμερομίσθιοι. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀνισότης καὶ ἀδικία ἡ πληρωμὴ φόρου ἐκ μέρους αὐτῶν; Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἔχουσι δίκαιον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν καὶ δώσῃ τὴν προσήκουσαν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον. Ἐπαναλαμβάνω τὴν τοιαύτην παράκλησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις, ἐπειδὴ θὰ ἀπέλθῃ ὁ ἐξ Ἄργους κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, υἱοθετῶ τὴν πρότασίν του, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, περὶ ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν πραττομένων ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, ὅτε ὑπῆρξαν καὶ ὅτε ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι τῷ ὄντι δὲν προσήκει εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ ἐξευτελίζηται παρὰ τοῦ τελευταίου ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ὑπάλληλος πολλάκις ἐνασκεῖ ἴδια πάθη κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ, ἀγορεύσαντος ἢ καταδιώξαντος αὐτὸν, ἢ πρὸς ἐξευτελισμόν του ἐνεργεῖ· ἐνῷ, ἂν, ὡς οἱ Νομάρχαι, παραπεμφθῶσιν οἱ Βουλευταὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ἐφετῶν, πιστεύω ὅτι θὰ ἀποδίδηται δικαιοσύνη καλλιτέρα ἀπὸ τὴν τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν γνωστοποιῶ, ὅτι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι οἱ ἐν Ἀθήναις ἀπὸ τοῦδε ἤρξαντο σταυροφορίαν ἐναντίον μου δι’ ὅσα εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§14Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ διακοπῶσιν ἐπὶ 20 ἡμέρας αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν οἱ ἐργάται καὶ οἱ ἐμποροϋπάλληλοι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐσφαλμένης ἰδέας, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων τοὺς ἐπιβαρύνει. Οἱ μὲν ἐργάται ἐξαιροῦνται, μὴ ὑποχρεούμενοι εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος, οἱ δὲ ἐμποροϋπάλληλοι, κατὰ τὸ τροποποιηθὲν νομοσχέδιον, δὲν θὰ πληρώνουν ἐφεξῆς αὐτοὶ τὸν φόρον, ἀλλ’ ὁ διευθυντὴς ἢ διοικητής, δηλ. τὸ κατάστημα ἢ τὸ ἐργοστάσιον ἢ ἡ Τράπεζα. Αὐτοὶ θὰ καταβάλλουν τὸν φόρον εἰς τὸ Δημόσιον, κατ’ ἀρχὰς μὲν τὸ ἥμισυ αὐτοῦ, ἐν ἄλλῃ δὲ δόσει τὸ ὑπόλοιπον ἥμισυ, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἑκάστοτε ὑπαλλήλων, τῶν προσώπων δηλαδή, τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦσιν, ἀλλὰ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν μόνον τῶν θέσεων. Ἑπομένως, ἂν ἐμποροϋπάλληλός τις, ὁ ὁποῖος κατὰ μῆνα ὑπηρετεῖ, ἤθελεν ἀποσυρθῆ μετὰ 2 ἢ 3 ἢ 4 μῆνας τοῦ ἔτους ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ὑποχρεοῦται εἰς πληρωμὴν φόρου, διότι τὸν φόρον τὸν προκατέβαλεν ὁ διευθυντής, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν λάβῃ ἀναλόγως ἐκ τῶν μηνιαίων τῶν ὑπαλλήλων, καὶ τῶν ἀπολυθέντων καὶ ἐκείνων δι’ ὧν ἀντικατέστησε τοὺς ἀποσυρθέντας, ἢ θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ ἴδιος, ἂν δὲν ἀντικατέστησε τὸν ἐκλιπόντα ὑπάλληλον κατὰ τὸ ἔτος· ἑπομένως οἱ ἐμποροϋπάλληλοι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον ἐτήσιον, ἀλλ’ εἰς φόρον μηνιαῖον, ἐὰν κατὰ μῆνα ἦναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἄνευ ἀνάγκης κοπιῶσι καὶ προσφεύγουσι δι’ ἀναφορῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητοῦντες τὴν ἀπαλλαγήν των.
§15Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι παλαιά· δὲν ἐγίνωσκον οἱ ἀναφερόμενοι τὸ νομοσχέδιον τὸ νέον. Ἀλλὰ δὲν ἀπέβλεπον εἰς τοῦτο. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν νόμων νὰ ἀσχολώμεθα συζητοῦντες ἐπὶ τῶν διαφόρων ἀναφορῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἄλλως τε ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ κεκλημένος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του.
§16Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐξ Ἀργοστολίου, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ καταγγέλλεται, ὅτι ἔντιμοι πολῖται ἄνευ ἀφορμῆς συνελήφθησαν παρ’ ἀστυφυλάκων καὶ ὡδηγήθησαν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα, ἐντὸς τοῦ γραφείου τοῦ ἀστυνόμου Πέτρου Στρατάκου ὅστις ἐρράπισεν αὐτοὺς, ἐξύβρισε καὶ ἐκτύπησε. Παρακαλῶ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν καταγγελίαν ταύτην καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον. Λαμβάνω δὲ ἐπίσης ἀφορμὴν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ συμπολίτου καὶ συναδέλφου μου κ. Θ. Μαρκέτου πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὑπεβάλομεν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Λεβίδης ἀνεγίνωσκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔγγραφα δημόσια ἐν ἀντιγράφῳ, ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ὅταν ὑποβάλλωνται ἐπερωτήσεις, νὰ ἀναγινώσκωνται ἐκ τῶν προτέρων ἀντίγραφα ἐπισήμων ἐγγράφων πρὸ τῆς καταθέσεως αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν αὐτὴν τὴν τάξιν, καὶ ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Δελλαπόρτα, ὅπως ἀναπτύξωμεν τὴν ἐπερώτησιν. Καίτοι ὅμως παρῆλθον 15 ἡμέραι, ἐν τούτοις δὲν ἐνόμισεν ὀρθὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον. Σήμερον εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα, καὶ βλέπω, ὅτι οὔτε σήμερον καταθέτει τοῦτον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τόσον νομίμως καὶ τόσον τακτικῶς ἠσκήσαμεν δύο ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀφοῦ λοιπὸν μέχρι σήμερον δὲν ὑπεβλήθησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, παρακαλῶ, ὅπως ἐντὸς τῶν ἡμερῶν τούτων τοὐλάχιστον, ὅτε ἡ Βουλὴ θὰ ἀργῇ, τὰ παραδώσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν, ὥστε μετὰ τὰς ἑορτὰς νὰ εὑρισκώμεθα εἰς καιρὸν νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν ἐπερώτησίν μας. Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τοσοῦτον περιφρόνησε τὴν ἐπερώτησιν ἡμῶν.
§17Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὴν περιεφρόνησε; Διατὶ λέγετε αὐτὴν τὴν λέξιν;
§18ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τί ἄλλο εἶναι, ὅταν παρέρχωνται 15 ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἐζητήσαμεν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ ταῦτα δὲν κατατίθενται;
§19ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπορῶ, πῶς ὁ ἐκ Κραναίας κ. Βουλευτὴς ἐπεφυλάχθη μόλις τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐπιδείξῃ τὸν ἀκράτητον αὐτοῦ ζῆλον ὑπὲρ τῶν βουλευτικῶν δικαιωμάτων. Τὴν ἐπερώτησιν, περὶ ἧς ὁ λόγος, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὑπέβαλεν ἕτερος Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας.
§20ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν ὑπέβαλον.
§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Μαρκέτος, λαβὼν πρῶτος τὸν λόγον, ἀπηύθυνεν αὐτήν. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἀπὸ προχθὲς προσεκόμισα εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον τῆς ἀπολύσεως τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶδον τὸν ἐπερωτήσαντα Βουλευτὴν παρόντα, ἐρωτήσας δ’ ἔμαθον ὅτι εἶχεν ἀπέλθει εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, ἐνόμισα ὅτι θὰ παρεξηγούμην, ἂν τότε προεκάλουν τὴν συζήτησιν· διὸ δὲν κατέθεσα τὸν αἰτηθέντα φάκελλον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ θέλων νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων τούτων, διότι, ὡς γινώσκετε πάντες, τοῦ διατάγματος τῆς ἀπολύσεως τοῦ καθηγητοῦ Δελλαπόρτα προετάχθη μακρὰ ἔκθεσις πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ διατάγματος τῆς ἀπολύσεως, περιέχει δὲ, εἴτε ὁλόκληρα εἴτε ἐν περιλήψει, πάντα τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐδικαιολόγουν τὴν τοιαύτην ἀπόλυσιν. Ὅστις λοιπὸν εἶχεν ὄρεξιν, ἠδύνατο ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Ἂν δὲ νομίζω ἄκαιρον τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ σπεύδει εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν της, νὰ καταθέσω τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔγγραφα, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν μας θέλω καταθέσει αὐτὰ προθύμως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρεκάλουν τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς συνεστάθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς παρελθούσης συνόδου τῆς Βουλῆς, τὴν εἰδικὴν, λέγω, ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, ὅπως συνέλθῃ ἐπὶ τέλους καὶ ἐν καιρῷ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπεξεργασθῇ καὶ προμελετήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Μέλη αὐτῆς ἐξελέγησαν τότε παρὰ τοῦ κ. Προέδρου μόνον μεταξὺ τῶν ἐχόντων μόνιμον κατοικίαν ἐν Ἀθήναις Βουλευτῶν, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐργασθῶσι κατὰ τὰς διακοπάς. Πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην δηλῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, οὗ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι, εἴμεθα εἰς τὴν διάθεσίν των, ὅπως παράσχωμεν πᾶσαν πληροφορίαν. Θὰ παρεκάλουν δὲ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως ὑπομνήσῃ τὰ μέλη τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπῆς τὴν ἐργασίαν ταύτην, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ ἦμαι ἠναγκασμένος κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐὰν δηλ. ἡ ἐπιτροπὴ δὲν τὰ ἐπεξεργασθῇ, νὰ ζητήσω τὴν ἀναγραφήν των ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ μὲν κατάθεσις τῶν ἐγγράφων βεβαίως θέλει λάβει χώραν, ἀλλὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν βουλευτὴν Κραναίας κ. Μομφερρᾶτον εἶναι ἀνεπαρκῆ· διότι εἶναι γεγονὸς, ὅτι τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ, καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως καταθέσῃ καὶ τὸν σχετικὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς ἀπειλὰς τοῦ Ὑπουργοῦ, γενομένας κατ’ ἄλλου καθηγητοῦ, εἴτε προφορικῶς αὗται ἐξηνέχθησαν, εἴτε δι’ ἐγγράφου, ὡς ἐγράφη ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, αἵτινες διεφήμισαν τὰ τῶν ἀπειλῶν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν προέβαλεν, εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ μὴ ἐμπρέπουσα οὔτε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν ἰδίως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπηυθύνετο· διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγένετο μία ἐπερώτησις, ἡ ἐπερώτησις πλέον δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα Βουλευτὴν, ἀλλ’ εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον, τοῦ ὁποίου ἀντιπρόσωποι εἴμεθα πάντες οἱ ἐνταῦθα Βουλευταί. Καὶ ἂν ἀπουσίαζεν ὁ κ. Μαρκέτος, ἦτο παρὼν ὁ ἕτερος Βουλευτὴς, ὁ ἐπερωτήσας, ἦτο παροῦσα ἡ Βουλή· ἑπομένως ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ καθεστῶτα, δὲν εἶναι ὀρθὴ, εἶναι ὑπεκφυγή. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός: «τί τὰ θέλετε τὰ ἔγγραφα ταῦτα; ἐγὼ ὑπέβαλα μακροτάτην ἔκθεσιν πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ ἐξέθηκα πάντα». Βεβαίως τὰ τῆς ἐκθέσεως εἶναι γνωστὰ, διότι ἐδημοσιεύθη αὕτη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Γαζέπην ἢ τὸν κ. Δελλαπόρταν, ἀλλ’ εἰς τὸν ἐνεργήσαντα τὴν ἔκθεσιν ταύτην, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἴδῃ, ἐὰν τὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης στηρίζονται ἐπὶ γεγονότων. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ γενόμενον ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Μομφερράτου, ἐπερωτήσαντος τὴν τελευταίαν στιγμὴν, δὲν εἶναι ἀπρεπές· τὸ ἀπρεπὲς ἐγένετο καὶ ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ ἀπρεπὲς εἶναι νὰ μὴ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἀφοῦ προσεκομίσθησαν, ἀλλ’ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ χαρτοφυλακίῳ κλεισμένα, εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο ἤδη νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§23Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Βεβαίως ἐκ τῆς ἐκθέσεως ἠδύνατο νὰ ἐξαχθῇ πραγματικῶς ἐργασία, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἐκθέσεως, πρόκειται καὶ περὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ἔκθεσιν διημείφθησαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς Πρυτανείας τοῦ Πανεπιστημίου. Διότι ἐγένετο π. χ. γνωστόν, ὅτι ὁ κ. πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου ἐθεώρησε παράνομον τὸν διορισμὸν τοῦ καταλαβόντος τὴν ἕδραν τῆς Ὀφθαλμολογίας. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα ὄχι μόνον τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα δὲν ἐδημοσιεύθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐν γένει διημείφθησαν μεταξὺ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Ὑπουργείου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅταν προσκομίσῃ τὸν φάκελλον, νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν προσαγωγὴν τῆς ἐκθέσεως, ἀλλὰ νὰ προσκομίσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Δελλαπόρτα καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Δελλαπόρτα μέχρι τοῦ τελευταίου ἐγγράφου τοῦ διορισμοῦ τοῦ Γαζέπη. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναί τι ἄτοπον, ὡς νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι σήμερον ὑπέμνησα τὴν γενομένην ἐπερώτησιν, διότι οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλ’ ἐξ ἁβροφροσύνης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπερίμενα μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ διότι ἐγὼ δὲν ἐννοῶ σήμερον νὰ ἐγείρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα μετὰ τὰς ἑορτὰς γένηται ἡ συζήτησις, καθόσον ἐν τῷ μεταξὺ βεβαίως δυνάμεθα νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων. Ἀνεξαρτήτως πάντων τούτων λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ παράκλησίν τινα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε, σπουδαιότατον νομίζω τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Οὐ μόνον ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κυρίου Εὐταξία, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν ἐγένετο κατ’ ἐπανάληψιν σκέψις νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων. Εἶναι σπουδαιότατον, κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι οἱ ἔφοροι τῶν ἀρχαιοτήτων ἐγκατελείφθησαν ἐντελῶς εἰς τὴν τύχην των. Μετὰ τὸν νέον μάλιστα ψηφισθέντα νόμον περὶ ἀρχαιοτήτων ἐπιβάλλεται ἀπαραιτήτως ἡ ἀνάγκη τῆς συνδρομῆς καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς οἰκονομικῆς θέσεως αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀνέλαβον τόσων καθηκόντων τὸ βάρος, ὥστε εἶναι ἀδύνατον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, μὲ τὸ μισθάριον, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν, τῶν 200 δραχμῶν, ἀμεταβλήτως ἐφ’ ὅρου ζωῆς νὰ ἐπαρκῶσι. Σημειώσατε δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι κατὰ τὸν νόμον διαχειρίζονται σήμερον τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, διαχειρίζονται ἑκατομμυρίων περιουσίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ μὴ ληφθῇ οὐδεμία φροντὶς περὶ αὐτῶν; Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑποδεικνύω, ὅπως ἀφοῦ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον καρκινοβατεῖ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, παραπεμφθῇ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα μελετηθῇ καὶ ᾖ ἕτοιμον κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον τῆς Συνόδου ταύτης, ὥστε νὰ ληφθῇ ὁριστική τις νομοθετικὴ μέριμνα· διότι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ προστατευθῶσιν αἱ ἀρχαιότητες, ὡς διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία δι’ ἀνθρώπων σχεδὸν λιμοκτονούντων.
§24Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶχε συσταθῆ ἤδη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν νομοσχεδίων. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐμελέτησεν ἄλλα ἀρχαιολογικὰ νομοσχέδια καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας...
§25Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἐμελετήθη.
§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε παρακαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ ἐπεξεργασθῇ τώρα τοὐλάχιστον τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
§27Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁρισθεῖσαν ὅπως ἐξελέγξῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα προβῇ συντόμως καὶ περατώσῃ μάλιστα τὸ ἔργον αὐτῆς πρὸ τῶν ἑορτῶν, διότι μετὰ τὰς ἑορτάς, ἐὰν δὲν περατώσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς ἡ ἐπιτροπή, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον, κατὰ τὰς ἐξαγγελίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διατρέχει ἡ Βουλὴ τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ παραιτούμενον ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ.
§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ πρὸς τινας ἐρωτήσαντας «ἐὰν, κύριε Ὑπουργέ, καταψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὰ νομοσχέδιά σας, τί θὰ κάμητε;» ἀπήντησα «θὰ λάβω τὸν πῖλόν μου καὶ θὰ ἀπέλθω ἐκ τοῦ Ὑπουργείου». Ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος δύναται νὰ ἀπορῇ διὰ τοῦτο, διότι, νέηλυς ὢν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀγνοεῖ ἴσως καὶ τὰ στοιχειωδέστατα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεμία διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ οὐδεμία συνήθεια οὐδὲ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, οὐδὲ Κοινοβουλίων πολλῶν ἄλλων Κρατῶν ἀπαγορεύει τὴν ἀνάγνωσιν ἀντιγράφων δημοσίων ἐγγράφων εἴτε παρὰ Βουλευτῶν, εἴτε παρὰ πρώην Ὑπουργῶν Βουλευτῶν, ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπεθύμουν νὰ διασαφηνισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ σπείρωνται ἰδέαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, αἵτινες, μὴ ἀναιρούμεναι δεόντως, δύνανται ν’ ἀναγορευθῶσι ποτὲ ὡς συνήθεια τοῦ Κοινοβουλίου. Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτήν, τὸν ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἀντιθέτου βεβαιώσαντα τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἤμην δῆθεν ἐν τῷ πρέποντι, ὅτε ἀνεγίγνωσκον τεμάχια ἐγγράφων ἐν ἀντιγράφοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅτι τότε μόνον δὲν εἶναί τις ἐν τῷ πρέποντι, ὅταν ἀναγιγνώσκῃ ἀντίγραφα δημοσίων ἐγγράφων, δυναμένων νὰ ἐκθέσωσι τὴν ἀσφάλειαν ἢ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους. Ἀλλοίμονον ὅμως, ἐὰν θεωρηθῇ ὡς δόγμα, ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένον τοῖς ἐλέγχουσιν, ἢ τοῖς ἐλεγχομένοις, νὰ ποιῶνται χρῆσιν ἐγγράφων, ἅτινα ἔλαβον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐν ἀντιγράφῳ, ὅτε διηύθυνον αὐτό. Ἤθελον δὲ συμβουλεύσει αὐτὸν, καθὸ, ὑποθέτω, ἀρχαιότερος τοῦ κ. συναδέλφου, ἐάν ποτε γένηται καὶ ἐκ δευτέρου Ὑπουργὸς, καὶ μάλιστα τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἐφοδιασθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν διὰ πλειόνων ἀντιγράφων, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ τὴν εὐθύνην αὑτοῦ. Ἐπίσης ὅμως ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς οὐδαμῶς διαγράφει, ὅτι ἀπαγορεύεται, ἵνα διαρκουσῶν τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καταθέτωσι τὰ τυχὸν προηγουμένως ζητηθέντα ἔγγραφα. Διὰ τοῦτο ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐδήλωσεν, ὅτι, καίπερ διαρκουσῶν τῶν διακοπῶν, θέλει καταθέσει τὰ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου αἰτηθέντα ἔγγραφα.
§30ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σήμερον μετὰ μεσημβρίαν, ὅστις τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλει, ἂς προσέλθῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν.
§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς δὲ ταύτης παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ ἔγγραφά τινα, ζητηθέντα παρὰ Βουλευτῶν, ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ παρακαθημένων, ὡς καὶ ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς τὰ παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Θήρας ζητηθέντα, ἅτινα καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω. Ἐννοῶ τὰ ἔγγραφα περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν γαιανθράκων τοῦ στόλου. Διότι ἂς ἦναι βέβαιοι καὶ ὁ ἐπερωτήσας καὶ οἱ τυχὸν ἀκούσαντες περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅτι πολὺ θέλομεν γλεντήσει καὶ μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην μετὰ τὰς διακοπάς.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπέκρινε γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα προχθές, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον ὀλίγας λέξεις νὰ προσθέσω. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ προχθὲς λεχθέντα εἶναι ἀκριβῆ, ἀνεξαρτήτως πάσης ἐν τῷ Κανονισμῷ διατάξεως. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεὶς Ὑπουργὸς δικαιοῦται νὰ λάβῃ, ἐν ὅσῳ εἶναι ἐν ὑπηρεσίᾳ, ἀντίγραφα ἐπισήμων ἐγγράφων, καὶ τῶν ἀντιγράφων ἐκείνων νὰ κάμῃ χρῆσιν, διότι, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, τί γίνονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους; Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὁ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος διετέλεσεν ἄλλοτε Ὑπουργός, δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν ἀντιγράφων ἐγγράφων ἐπισήμων, τὰ ὁποῖα, ἐν ὅσῳ διετέλει Ὑπουργός, ἔλαβεν, ὑπὸ τὸν ὅρον τὰ ἔγγραφα ταῦτα νὰ μὴ ἐκθέτωσι τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐγὼ ἀμφισβητῶ· ἐγὼ διατείνομαι, ὅτι δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἀντιγράφων, διότι τίς θὰ κρίνῃ τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰ ἀντίγραφα βλάπτωσιν ἢ ὄχι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους; Ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος Βουλευτής τις ἀναγινώσκῃ ἔγγραφόν τι, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἔγγραφων αὐτὸ βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἡ δήλωσις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως θὰ γείνῃ κατ’ ἀνάγκην μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου, καὶ πολὺ ὀλίγον διὰ ταύτης ἐξασφαλίζονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§33ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς οἱ ἔχοντες ἀνάγκην ἐγγράφων ζητοῦσι παρὰ τῶν Ὑπουργῶν τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ἀφίεται δὲ εἰς τὴν κρίσιν τῶν Ὑπουργῶν, ὑπ’ εὐθύνην αὐτῶν, νὰ προσαγάγωσι τὰ ἔγγραφα αὐτά, ἢ νὰ ἀρνηθῶσι τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν. Ἑπομένως ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι, καίτοι δὲν ὑπάρχει διάταξις Κανονισμοῦ ὁρίζουσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑπεστήριξα κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, εἶναι ἡ ἀκριβής, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποδέχεται τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης ταύτης.
§35ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἤθελον παρεμβῆ παντελῶς εἰς τὴν συζήτησιν, εἰς ἣν ἔδωκεν ἀφορμὴν ἡ ἀνάγνωσις δημοσίων ἐγγράφων κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἂν δὲν ἐδίδετο σήμερον εἰς αὐτὴν γενικὸς χαρακτήρ. Δοθέντος τοῦ γενικοῦ τούτου χαρακτῆρος, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις γνώμη συμφωνεῖ κατὰ πάντα πρὸς τὰ ἐκτεθέντα πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ δημόσιος ἀνὴρ, ὁ διερχόμενος διὰ τῶν Ὑπουργείων, ὁ καταλαβὼν θέσιν Ὑπουργοῦ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ποιῆται χρῆσιν οὐδενὸς ἐγγράφου ἐξ ἐκείνων, ἅτινα διῆλθον διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ, καθ’ ἣν ὥραν δὲν ἐξακολουθεῖ νὰ κατέχῃ τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ ζήτημα ἐγεννήθη ἀλλαχοῦ, καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐθεωρεῖτο, ὅτι δύναται μὲν ὁ Ὑπουργὸς νὰ κρατήσῃ ἀντίγραφα ἐγγράφων ἐπὶ ὑποθέσεων, ἃς αὐτὸς διεπραγματεύθη, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς αὐτὸν νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν ἐγγράφων τούτων ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ διαδόχου αὐτοῦ, ὅστις, ἐν τοῖς πράγμασιν ὤν, εἶναι καὶ ὁ μόνος κριτὴς τοῦ ἂν ταῦτα συμφέρει ἤδη ἢ δὲν συμφέρει νὰ κατασταθῶσι κοινά. Τόσον δὲ τὸ πρᾶγμα ἐθεωρήθη ἐπικίνδυνον, ὥστε κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἐγεννήθη ἡ γνώμη, ἥτις πρεσβεύεται ἐν Γερμανίᾳ,—καὶ ἀλλαχοῦ ἴσως, ἀλλ’ ἰδίως ἐν Γερμανίᾳ,—ὅτι οὐδὲ κἂν ἀντίγραφα ἐπιτρέπεται ὁ Ὑπουργὸς ἐξερχόμενος νὰ συμπαραλάβῃ. Ἀμφιβάλλω, ἂν ἐγὼ καὶ τὴν τελευταίαν ταύτην γνώμην δύναμαι ἀπεριορίστως νὰ παραδεχθῶ, ἀλλὰ βεβαίως λέγω, ὅτι, ἐὰν Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους, ἀπερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου, κρατήσῃ ἀντίγραφα ἐκ φακέλλων ὑποθέσεων, ἃς διεπραγματεύθη, εἶναι ὑπόχρεως μηδεμίαν νὰ ποιήσηται χρῆσιν αὐτῶν, ἐὰν μὴ λάβῃ προηγουμένως τὴν ἄδειαν τοῦ κατέχοντος τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν ᾧ χρόνῳ πρόκειται νὰ γένηται χρῆσις τῶν ἐγγράφων τούτων. Καὶ διὰ τοῦτο ἔχει καθῆκον νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ὅταν δὲ ταῦτα κατατεθῶσι, δύναται νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ὁ δημόσιος ἀνὴρ, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἔχῃ τοιαύτην δύναμιν χαρακτῆρος, ὥστε ἐκτελῶν τὸ καθῆκον αὑτοῦ νὰ ἀνεχθῇ καὶ νὰ ὑβρισθῇ καὶ νὰ συκοφαντηθῇ, μὴ μεταχειριζόμενος πρὸς ὑπεράσπισιν αὑτοῦ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ἅτινα προσαγόμενα δύνανται κατὰ τὴν πεποίθησιν αὑτοῦ ὄχι μόνον νὰ ἀπαλλάξωσιν αὐτὸν τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποσπάσωσιν ὑπὲρ αὑτοῦ τὸν ἔπαινον. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν τοιαύτην δύναμιν χαρακτῆρος ὁ δημόσιος ἀνὴρ, ἀποδεικνύεται κατώτερος τῆς ἐντολῆς τοῦ διευθύνειν τὰ δημόσια πράγματα. Τοῦτο λέγω, κύριε Πρόεδρε, γενικῶς, εἰς οὐδένα ἀποβλέπων καὶ παντελῶς μὴ ἐπεμβαίνων εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀνακινηθὲν προχθές. Δὲν ἠξεύρω οὐδὲ περὶ τίνων ἐγγράφων πρόκειται, οὐδὲ μέχρι τίνος σημείου ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῶν ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἢ ἂν ἁπλῶς ἐποιήσατο ἀπὸ μνήμης ἔκθεσιν τῶν πραγμάτων, εἰς ἣν βεβαίως ἦτο ἐλεύθερος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐτέθη γενικῶς τὸ ζήτημα, ἔκρινα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ μὴ παραλίπω νὰ δηλώσω, ὅτι συμφωνῶ καθόλου πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐξετάζω τί ἀκριβῶς συμβαίνει ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν ὅμως, ὡς ἤκουσα, συνέβη τοῦτο ἐν Γερμανίᾳ, βεβαίως δὲν εἶναί τις ὑπόχρεως νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην τῆς Γερμανίας, Κράτους μὴ κοινοβουλευτικοῦ, ὡς ἀρίστην πασῶν, ὅταν ὑπάρχωσι πολλὰ ἄλλα Κράτη, ἅτινα διΐστανται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου...
§37ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Εἰς κανὲν Κοινοβούλιον δὲν ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη ὑμῶν.
§38ΛΕΒΙΔΗΣ. Πλανᾶσθε... Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς ἐκεῖνα, ἅπερ προηγουμένως εἶπον, ἅτινα δὲ καὶ προχθὲς ἐπίσης ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ἣν οἱ προαγορεύσαντες ἐξήνεγκον περὶ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Κρατῶν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἔπαυσέ τις διευθύνων τὰ πράγματα τοῦ Κράτους ὡς Ὑπουργὸς, εἶναι πάντοτε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν τὰ ζητήματα, ἅτινα διεπραγματεύθη, ἐκτιθέμενα ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τῶν δημοσίων ἐγγράφων, δύνανται νὰ κλονίσωσιν ἢ νὰ βλάψωσι τὴν ἀσφάλειαν ἢ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους. Ἀλλοίμονον, ἐὰν δεχθῶμεν ἐν γένει, ὅτι, διότι τις ἔπαυσεν ὢν Ὑπουργὸς, εἶναι ἀνίκανος νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν τὰ ἔγγραφα, ὧν ποιήσεται χρῆσιν, δύνανται νὰ ζημιώσωσι τὴν ἀσφάλειαν ἢ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρέθη ἐντελῶς εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸν ἄρτι ἀγορεύσαντα ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν. Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς τί ἔλεγε; «Μὴ ποιεῖτε χρῆσιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ὑμεῖς ἐν ἀντιγράφοις κατέχετε, ἐὰν δὲ ἀρνηθῶμεν ἡμεῖς νὰ καταθέσωμεν αὐτά, τότε ποιήσατε αὐτῶν χρῆσιν»...
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό.
§40ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦτο εἴπετε... Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διαφωνεῖ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅταν ἀναγνωρίζῃ τὸ δικαίωμα εἰς πρώην Ὑπουργὸν, εὐθὺς ὡς ἀρνηθῇ εἰς αὐτὸν ὁ ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργὸς τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, νὰ ποιῆται χρῆσιν τῶν ἀντιγράφων, ἅτινα ἔχει.
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, δεχθῆ τὴν γνώμην ταύτην ὡς ὀρθήν, καὶ εἶναι τῷ ὄντι ἡ γνώμη αὕτη ὀρθή, ἀλλ’ εἶναι τοιαύτη, περιοριζομένη ἐντὸς τῶν λογικῶν αὐτῆς ὁρίων. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἐάν, ὑποθέσατε, ἀντικατασταθῇ Ὑπουργός τις, ἢ καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, πρόκειται δὲ περὶ ζητημάτων, ἅτινα ὁ Ὑπουργὸς οὗτος ἀφῆκεν ἐκκρεμῆ, ὅτε ἀπήρχετο τῆς ἀρχῆς, ἐπειδὴ τὰ ζητήματα ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμενα ἐκκρεμῆ, ἐπιβάλλεται τῷ πρώην Ὑπουργῷ νὰ μὴ ποιήσηται χρῆσιν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, ἅτινα ἀφορῶσι τὰ ζητήματα αὐτά. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα πάντοτε, ὅταν πρόκηται περὶ ζητημάτων σπουδαίων. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ζητημάτων ἤδη περατωθέντων, τίς δύναται εὐλόγως νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι, ὅταν πρώην Ὑπουργὸς ζητῆται νὰ λογοδοτήσῃ, εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον καὶ ἐπιτετραμμένον νὰ ἀρνηθῆτε αὐτῷ τὴν χρῆσιν ἀντιγράφων, ἅτινα αὐτὸς περὶ τῶν ζητημάτων ἐκείνων κατέχει; Δὲν ἐξετάζω τί γίνεται ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις τοῦ κόσμου. Ἤκουσα δόγμα τι, ἀλλὰ τὸ δόγμα τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ βεβαιωθῇ διὰ κειμένου. Εἶμαι ὅμως βεβαιότατος, ὅτι, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος, τοὐλάχιστον τῶν τελευταίων χρόνων, δὲν φροντίζωσι νὰ ὀχυρώσωσι τὴν εὐθύνην αὑτῶν δι’ ἀντιγράφων τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, πολὺ κακῶς φροντίζουσι περὶ τῆς ὑστεροφημίας αὑτῶν. Ἀγνοῶ ἐὰν θὰ γείνω καὶ πάλιν Ὑπουργός, καὶ ἀδιαφορῶ ὅλως. Ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν ποτὲ λάβω πάλιν τὴν τιμὴν αὐτήν, οὐχὶ ἓν ἀντίγραφον, ἀλλὰ δύο ἀντίγραφα ἐξ ἑκάστου ἐπισήμου ἐγγράφου θέλω φροντίσει νὰ ἔχω, ἵνα καλύπτω τὴν εὐθύνην μου. Καὶ τοῦτο συμβουλεύω καὶ εἰς τοὺς νῦν Ὑπουργοὺς καὶ εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῶν.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ῥηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύνανται νὰ κατανοηθῶσιν ἐκδηλοῦντα δύο γνώμας· μίαν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει οἱ Ὑπουργοὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀντίγραφα ἐπισήμων ἐγγράφων ἀνηκόντων εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν των Ὑπουργείου, καὶ δευτέραν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ποιῶνται χρῆσιν αὐτῶν ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει. Κατὰ τῆς πρώτης τῶν δύο τούτων γνωμῶν ὀφείλω νὰ ἀντιταχθῶ, καὶ μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἂν εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ λαμβάνωσιν οἱ Ὑπουργοὶ ἀντίγραφα ἐγγράφων ἀνηκόντων εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διευθύνουσιν, ἐγὼ παρέβην τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην πάντοτε, ὁσάκις μοὶ ἀνετέθη Ὑπουργείου τινὸς ἡ διεύθυνσις. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι τὴν γνώμην μου ταύτην δὲν εἶχε καὶ ἕτερος πολιτικὸς ἀνὴρ, τὸν ὁποῖον μοὶ ἀνέμνησε τὸ νεῦμα ἑνὸς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, διότι, ἐὰν καὶ ἐκεῖνος ἠκολούθει τὴν τακτικὴν ταύτην, δὲν ἤθελε βεβαίως μείνῃ ἄνευ τῶν μέσων τῆς ἀμύνης, ὅτε ἐνεκαλεῖτο διὰ τὸ ἀτιμώτερον τῶν ἐγκλημάτων, τὴν προδοσίαν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὄντως, ἀφ’ ἧς διέπραξα τὰ κοινὰ μέχρι τοῦδε, ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργός, ἔλαβον πάντοτε ἀντίγραφα πάντων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἤθελον καλύψει τὴν εὐθύνην μου, πρὸ μικροῦ δὲ, πρὸ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, παρέβην καὶ τὴν δευτέραν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἐκλελυμένη καὶ φαύλη δημοσιογραφία ἀπέδιδεν εἰς πρόσωπα ἐκτὸς παντὸς ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἀνεύθυνα ἀνακοινώσεις συμβεβηκότων μὴ ἀληθῶν, ἐκ τῶν ψευδῶν δὲ τούτων ἀνακοινώσεων ἤθελεν ἀποπλανηθῆ ἡ περὶ ἐμοῦ γνώμη τῶν ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις συμπολιτῶν μου καὶ ἐξεγερθῆ κατ’ ἐμοῦ ἡ γνώμη αὐτῶν, τότε ἐγὼ ἐδημοσίευσα ἔγγραφον τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Πετρουπόλει, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπεδεικνύετο...
§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ καλῶς ἐπράξατε.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. ὅτι τὴν 1 Ἰουνίου 1895, ὅτε ὁ κ. Wite, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ρωσίας, ἠρνήθη νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἡμεῖς τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐδίδομεν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τὸν ὅρκον ὡς Ὑπουργοὶ, ἑπομένως ὅτι ἦτο φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ὑπέχωμεν ἡμεῖς εὐθύνην διὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Wite νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν τὴν ἐμπορικὴν μεθ’ ἡμῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν διαφωνῶ κατὰ τοῦτο πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μὴ ἀποδεχόμενος τὴν πρώτην γνώμην αὐτοῦ, ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ὅσοι ἐπιθυμοῦσι νὰ μὴ στιγματισθῶσιν ἐν τῇ πατρίδι ὡς προδόται, ἢ καὶ ὡς ἄνθρωποι ἀσεβοῦντες πρὸς τὸ καθῆκον καὶ πρὸς ἑαυτοὺς, πρέπει νὰ λαμβάνωσιν ἀντίγραφα τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὡς Ὑπουργοὶ ὑπέγραψαν, ὅπως δύνωνται νὰ ἔχωσιν ἥσυχον τὴν συνείδησίν των, ὅτι δὲν ἤθελε τολμήσει κανεὶς νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν διέπραξαν, ἢ παραλείψεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν περιέπεσαν. Ἡ δευτέρα γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται χρῆσις ἐγγράφων ἐπισήμων, τῶν ὁποίων κατέχουσι τυχὸν ἀντίγραφα. Τὸ θέμα δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ τις ὡς ἀπολύτως ὀρθὸν, οὐδὲ πρέπει νὰ ἀναγράψῃ τις αὐτὸ ὡς γενικὸν κανόνα. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ γίνεται χρῆσις τῶν ἐγγράφων τούτων, ὅταν ἐκ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν κινδυνεύωσι δημόσια συμφέροντα, καὶ οὐ μόνον ὅταν κινδυνεύωσι δημόσια συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ ὅταν πρόκηται περὶ μικροῦ τινος πράγματος, τὸ ὁποῖον ἤθελε τυχὸν θίξει τὴν φιλοτιμίαν ἢ τὴν ὑπόληψιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατέχει τὸ ἀντίγραφον· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀναγράψῃ τις ὡς γενικὸν κανόνα, ἀλλὰ πρέπει νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο χρῆσις τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ἀναλόγως πρὸς τὰς περιστάσεις.
§46Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὡς ἀπολύτως ἐξηνέχθη ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὀρθή. Δὲν ἐννοῶ ἀληθῶς, ἀφοῦ Ὑπουργὸς διευθύνων τὸ τμῆμα, ὅπερ τῷ ἀνετέθη, λαμβάνει γνῶσιν πάντων τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ἡ ὑπηρεσία φέρει ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτοῦ, πῶς δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἀντίγραφα αὐτῶν ὡς Ὑπουργὸς, ἀφοῦ δύναται ἐν πάσῃ στιγμῇ, καὶ ὅταν ἦναι Ὑπουργὸς καὶ ὅταν παύσῃ νὰ ἦναι Ὑπουργὸς, νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων αὐτῶν προφορικῶς. Τίς θὰ ἠμπόδιζε π. χ. τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν κύριον Λεβίδην, ἂν ἐκ μνήμης ἐνθυμεῖται, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάνθ’ ὅσα ἐν ἐγγράφοις, Ὑπουργὸς διατελῶν τῶν Ναυτικῶν, σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἔμαθεν; Ἂν ἀπαιτεῖται ἄδεια τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ νὰ λάβῃ τις ἀντίγραφα ἐγγράφων εὑρισκομένων ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου, ἂν τότε ἐπιτρέπεται νὰ ποιήσηταί τις χρῆσιν αὐτῶν, διατὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται, ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς νὰ δίδῃ ἄδειαν εἰς ἑαυτὸν, ὅπως λάβῃ τὰ ἀντίγραφα; Λοιπὸν δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένον εἰς Ὑπουργὸν νὰ λαμβάνῃ ἀντίγραφα, καὶ μάλιστα ἐκείνων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι δύνανταί ποτε νὰ θέσωσι τὴν εὐθύνην αὐτοῦ ὑπὸ ἔλεγχον, καὶ νὰ ἔχῃ ἔκτοτε εἰς τὴν διάθεσίν του αὐτά, καὶ νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν διάδοχον αὐτοῦ Ὑπουργόν, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἤθελε προκληθῆ ἀφορμή, νὰ προσαγάγῃ αὐτά. Νομίζω ὅτι εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον, ἀλλὰ καὶ ἀδικαιολόγητον, νὰ μὴ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων, ἀφοῦ τῷ εἶναι εὔκολον νὰ τὰ λάβῃ, καὶ ἀφοῦ ἄλλως δύναται τὸ περιεχόμενον αὐτῶν νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, νομίζω ὅτι δὲν ἐξήρτηται μόνον ἐκ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ἵνα ποιήσηται χρῆσιν τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Εὐθὺς ἅμα τῇ ἐνάρξει τινὸς συζητήσεως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δύναται νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ μὴ ποιήσηται χρῆσιν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐμπιστευτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὧν ἡ ἀνακοίνωσις δύναται νὰ ᾖναι ἐπιβλαβὴς εἰς συμφέροντα τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς Ὑπουργὸς, ἔχων τυχὸν ἔγγραφα τοιαῦτα, προκειμένου περὶ ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμεῖς ἢ δύνανται νὰ βλαβῶσιν ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως, θέλει ἐπιχειρήσει νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὰ ἄνευ συγκαταθέσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ περὶ ἐγγράφων ἐσωτερικῶν, τὰ ὁποῖα καθημερινῶς παρίσταται ἀνάγκη νὰ ὑποβάλλωνται τῇ Βουλῇ, διότι πρόκειται περὶ συνήθους κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης πρώην Ὑπουργῶν ἢ Κυβερνήσεων, ἧς ὁ ἔλεγχος σπανίως συνδέεται μὲ κινδύνους τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἡ Κυβέρνησις δυσκόλως θὰ ἐπικαλεσθῇ κινδύνους, ὅπως ἀποτρέψῃ ἀπὸ τῆς ἀνακοινώσεως αὐτῶν. Ὅταν ὅμως ἐπικαλῆται τοιούτους, οἱοσδήποτε Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ὑποτάσσῃ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἀπέχῃ τῆς ἀνακοινώσεως ἐγγράφων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ μομφήν, ὅτι Ὑπουργός τις ἄνευ δικαιώματος ἔλαβε τὰ ἀντίγραφα, ὅτε ἦτο Ὑπουργός. Τὰ ἀντίγραφα τὰ ἔλαβε νομίμως καὶ δικαίως, ἀλλὰ τὰ ἔλαβεν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ποιήσηται καλὴν αὐτῶν χρῆσιν. Δὲν ποιεῖται ὅμως καλὴν αὐτῶν χρῆσιν, ὅταν καλούμενος ὑπὸ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ, ἐν ὀνόματι τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, νὰ μὴ ἀνακοινώσῃ αὐτὰ, αὐτὸς ἐπιμένῃ νὰ τὰ ἀνακοινώσῃ. Τὸ δημόσιον συμφέρον πρέπει ν’ ἀποφασίζῃ. Συνεπῶς φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν δύναται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἀπολύτως, οὐδὲ νὰ εἴπῃ τις ἀδιακρίτως, ὅτι οὐδὲν ἀντίγραφον ἐγγράφου ληφθὲν παρ’ Ὑπουργοῦ δύναται νὰ ἀνακοινωθῇ παρ’ αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Πρέπει ὁ νῦν Ὑπουργὸς νὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ τότε καθῆκον ἔχει ὁ πρώην Ὑπουργὸς, ὁ θέλων ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ ἔγγραφον, ν’ ἀπόσχῃ τῆς ἀνακοινώσεως. Αὐτὸ ἐπιβάλλουσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, καὶ εἰς ταύτας πάντες πρέπει νὰ ὑποκύπτουν. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ συνήθεια. Ἂν ὅμως προσβολὴν συμφέροντος δημοσίου σπουδαίαν δὲν δύναταί τις νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως ἐγγράφων, ἁπλῶς ἡ ἔλλειψις ἀδείας τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως ληφθῶσιν ἀντίγραφα, δὲν εἶναι λόγος δίδων τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοινώσεως εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θέλει δι’ αὐτῶν νὰ δικαιολογηθῇ.
§47Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διαβεβαιῶ τὸν κύριον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον καὶ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, ὅτι ἅμα ἐγένετο ἡ αἴτησίς του περὶ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων διέταξα τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἑτοιμάσῃ τὰ ἔγγραφα πάντα· ἐπειδὴ ὅμως ὁ φάκελλος αὐτὸς εἶναι λίαν ὀγκώδης καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις, ὁ δὲ φάκελλος τῶν ἀνακρίσεων εὑρίσκεται εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον ἐν Πειραιεῖ, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τῶν δύο αὐτῶν ἡμερῶν νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν κατετέθησαν. Κατὰ συνέπειαν τὸ παράπονόν σας δὲν εἶναι δίκαιον.
§48ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐξέφρασα παράπονον.
§49ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι ἐντὸς δύο ἢ τριῶν τὸ πολὺ ἡμερῶν θὰ συγκεντρωθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ διατάξητε, ὅπως αἱ ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, σταλῶσιν ἐγκαίρως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως δυνηθῶ νὰ συλλέξω τὰς ζητουμένας πληροφορίας καὶ καταθέσω αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§51ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούνης.
§53Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπηύθυνα τὴν παράκλησιν, ἵνα προσαγάγῃ βιβλία ἐλέγχου ἀμίσθων τινῶν Προξενείων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν κατάθεσιν αὐτῶν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, διότι ἡ μελέτη αὐτῶν τῶν βιβλίων εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων.
§54Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ μελέτη τῶν ἐγγράφων αὐτῶν δύναται βεβαίως νὰ ἦναι ὠφέλιμος εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐμελέτησε τὸ ζήτημα πρὶν ὑποβάλῃ τὴν ἐπερώτησίν του, διότι μεταξὺ ἄλλων ζητεῖ καὶ βιβλία ἐλέγχου Προξενικῶν πρακτορείων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑφίστανται πλέον ἀπὸ 15 ἐτῶν, καθὼς λ. χ. τοῦ τῶν Ἁγίων Σαράντα· ἐν τούτοις ὅσα βιβλία ἐλέγχου ὑπάρχουσι θὰ τὰ καταθέσω.
§55ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ νόμος ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι πᾶν Πρακτορεῖον προξενικὸν ἄμισθον ἔχει καὶ βιβλία ἐλέγχου. Λοιπὸν νὰ δώσῃ λόγον διατὶ δὲν ὑπῆρχον.
§56Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Πρόεδρε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαούτης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν «νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐτῶν 1897, 1898 καὶ 1899 τῶν τριῶν Προξενικῶν δικαστηρίων Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας καὶ Σμύρνης».
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐξ ἀρχῆς. Δὲν τὸ ἐνθυμεῖσθε ἴσως.
§59ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ ἐγγράψητε καὶ ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι προὐτίθετο νὰ καταθέσῃ εἰς αὐτὴν πίνακας ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1898, οἱ ὁποῖοι εἶχον ζητηθῆ. Ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φροντίσῃ, ὅπως παρασκευασθῶσι τέλος κατὰ τὸ διάλειμμα τοῦτο, τὸ μεταξὺ τῶν δύο σταδίων, καὶ ἀποστείλῃ αὐτοὺς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως δοθῶσιν εἰς ἡμᾶς, διότι μᾶς χρησιμεύουσιν εἰς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§61Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῇ ἀγορεύσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶχε δηλώσει τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως κατατεθῶσιν ἰδίως τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμόν. Ἔδωκα τοιαύτην ἐντολὴν εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, ἀλλ’ ὡς μοὶ εἶπεν ὁ ἁρμόδιος Διευθυντὴς, ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο χρόνος.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε τώρα καιρόν.
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐθὺς ὡς τελειώσῃ ἡ διαταχθεῖσα ἐργασία, θὰ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες εἰς τὴν Βουλήν.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἀνακόψω τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς τὴν τελευταίαν ταύτην ὥραν, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι εἰς τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἦμαι δὲ βραχύς· ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ συνεδρίασις δὲν θὰ παραταθῇ, διότι ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι τόσον βραχεῖα, ὥστε ἐντὸς δύο λεπτῶν τῆς ὥρας θέλει βεβαίως περατωθῇ. Πλησιάζουσι δύο ἔτη μετὰ πέντε μῆνας, νομίζω, ἀφ’ ὅτου πληθυσμὸς ἑλληνικός, παραχωρηθεὶς διὰ τῆς νέας διαχαράξεως τῶν ὁρίων εἰς τὴν Τουρκίαν, μετηνάστευσεν ἐκεῖθε’, εἰσελθὼν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν καὶ μὴ ἀνεχθεὶς νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν δεσποτείαν ἐκείνην, εἰς ἣν ἡ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ αὐτόν. Ἔκτοτε καὶ ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία καὶ τοῦ Κράτους ἡ πρωτοβουλία ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκδηλωθῶσι πρὸς προστασίαν καὶ διάσωσιν τοῦ πληθυσμοῦ τούτου, ἐγκαθισταμένου ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἡ μὲν ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, συλλέξασα χρήματα, διέθεσεν αὐτὰ εἰς προχείρους βοηθείας, ἡ δὲ δημοσία πρωτοβουλία ἐξεδηλώθη διὰ βεβαιώσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐνταῦθα, προκληθείσης ὑπὸ ἐπερωτήσεων, ὅτι ἤθελε φροντίσει νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς ἐγκαταλείψαντας τὸ κτῆμα, εἰς ὃ ἐργάζοντο, καὶ τὸ χωρίον, εἰς ὃ κατῴκουν πρότερον, Κουτσουφλιανίτας καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ αὐτοὺς ἐν τῷ Ἑλληνικῷ, παρέχουσα εἰς αὐτοὺς κτήματα πρὸς καλλιέργειαν καὶ οἰκήματα. Ὑπῆρξε καὶ τρίτη τις πρωτοβουλία, ἔχουσα χαρακτῆρα ἰδιωτικόν, ἀλλὰ περιοριζομένη μεταξὺ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, πρωτοβουλία ἣν ἀνέλαβον, νομίζω, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ, πρωτοστατοῦντος ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ βασιλόπαιδος Νικολάου. Τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ, οἱ συλλέξαντες τὰ χρήματα, ἀναβαίνοντα εἰς 30 περίπου χιλιάδας δραχμάς, μανθάνω ὅτι θέλουσι νὰ βεβαιωθῶσι τὰ περὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν Κουτσουφλιανιτῶν, ὅπως ἐκλέξωσι τὸ οἰκόπεδον, ἐν ᾧ μέλλουσι νὰ ἐγείρωσι τὴν ἐκκλησίαν τοῦ νέου συνοικισμοῦ. Ἀλλ’ ἐν τῇ περὶ τούτων ἐξετάσει προέκυψεν, ὅτι δὲν ἐξευρέθη μέχρι τοῦδε ὁ χῶρος, δὲν ἐξευρέθησαν αἱ γαῖαι, δὲν ἐξευρέθη τὸ κτῆμα, ἐφ’ οὗ θέλουσιν ἐγκατασταθῆ ἐκεῖνοι, περὶ ὧν ἐλέχθη ὅτι προὐνόησεν ἡ Κυβέρνησις, οὕτω δὲ αἱ 30 χιλιάδες, αἱ φιλοτίμως συλλεγεῖσαι ὑπὸ Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, μένουσιν ἀδιάθετοι. Καὶ αὗται μὲν βεβαίως φυλάσσονται, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλουσι χρησιμεύσει εἰς οὓς προωρίσθησαν σκοπούς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐπιτρέπεται μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ καὶ πλέον ἔτος νὰ μὴ ἦναι κατωρθωμένον νὰ ἐξευρεθῇ ὁ χῶρος ὁ πρὸς ἐγκατάστασιν 150 οἰκογενειῶν ἑλληνικῶν, κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐκπατρισθεισῶν, αἵτινες καὶ περιῆλθον εἰς κατάστασιν ἐνδείας; Κύριε Πρόεδρε, ἀγνοῶ ἐὰν τοῦτο, ὅπερ μοὶ λέγουσι συνάδελφοί τινες, πλησίον ἐνταῦθα καθήμενοι, συνέβη. Ἤκουσα καὶ ἐγὼ, ὅτι μία ἢ δύο ἐκ τῶν οἰκογενειῶν τούτων ἀπελπίσασαι μετέβησαν καὶ πάλιν εἰς τὸ κτῆμα, εἰς ὃ ἦσαν καὶ πρότερον ἐγκατεστημέναι. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἐγένετο, εἶναι ἐξαίρεσις, δικαιολογουμένη ὑπὸ μόνης τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας, βεβαίως δ’ ἔξω τῶν προθέσεων τῶν πραξασῶν. Διότι ὁμολογουμένως εἶναι δυσχερὲς νὰ φαντασθῆτε, ὅτι ἄνθρωποι ἐργατικοὶ, μένοντες ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἄνευ ἐργασίας ἔχουσι πάντοτε τὴν δύναμιν, ἣν ἠθέλομεν ἔχει ἡμεῖς πάντες οἱ ἄλλοι, νὰ προτιμήσωσι τὸν θάνατον τὸν ἐξ ἀσιτίας μᾶλλον ἢ νὰ μεταβῶσι πάλιν πρὸς εὕρεσιν ἐργασίας ἐκεῖ, ὅπου εἰργάζοντο ἄλλοτε. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἐθνικὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐθνικὴν ἐξωτερικὴν, εἶναι σπουδαιότατον. Δὲν ἐπιτρέπεται, ἐσωτερικῶς νὰ μένῃ πληθυσμὸς ὁλόκληρος μὴ ἔχων ἕδραν, μὴ ἔχων ἐγκατάστασιν, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἐγκατάστασιν ἡ Πολιτεία. Δὲν ἐπιτρέπεται ἐθνικῶς, ὑπὸ ἔποψιν ἐξωτερικὴν, πληθυσμὸς τοιοῦτος, ὁποῖος εἶναι ἰδίως ὁ τῶν Κουτσουφλιανιτῶν, νὰ μένῃ ἀπροστάτευτος καὶ παρημελημένος. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐτρέξαμεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ἀποσπωμένους ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος περὶ τοὺς τρισχιλίους Ἕλληνας, καὶ ὅτι ὅτε τοῦτο ἐγίγνετο, — εὐτυχῶς ἀπεφύγομεν τὸ κακὸν κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, διότι τὰ μέρη τὰ μέλλοντα νὰ παραχωρηθῶσιν ἀφέθησαν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν Ἑλλάδα, — δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, λέγω, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον οὕτως ἔμελλον ν’ ἀποφασίσωσιν αἱ Δυνάμεις, νὰ παραχωρήσωσιν εἰς τὴν Τουρκίαν πάλιν περὶ τὰς 3,000 ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἐγένετο πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τοιαύτης λύσεως διάκρισις μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Κουτσοβλάχων, τοσαύτη δὲ ἦτο ἡ ἐπιμονὴ τῶν ἐπηρεαζόντων τὰς σκέψεις τῶν Δυνάμεων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἵνα γένηται διάκρισις μεταξὺ Κουτσοβλάχων καὶ Ἑλλήνων, ὥστε εἰς μὲν τοὺς καθαροὺς Ἕλληνας, οἵτινες ὑπελογίζοντο εἰς 3,000, — οὕτως ἐχαρακτηρίζοντο τὰ πράγματα ὑπὸ τῶν καλοθελητῶν ἡμῶν, — ἐδηλοῦτο ὅτι ἤθελε ληφθῆ πρόνοια, ὅπως ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς πληρωτέας εἰς τὴν Τουρκίαν κρατηθῇ τὸ ἀνάλογον ποσὸν, ὥστε νὰ φροντίσωσιν αἱ Δυνάμεις νὰ ἐγκαταστήσωσιν αὐτοὺς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν μεταναστεύοντας, διὰ δὲ τοὺς Κουτσοβλάχους — ὡσεὶ μὴ ἦσαν οἱ Κουτσόβλαχοι Ἕλληνες — οὐδεμία ἐλαμβάνετο πρόνοια. Οὕτω τὰ πράγματα εἶχον πρὶν ἢ ὁρισθῶσιν ὡς διεγράφησαν διὰ τῆς νέας γραμμῆς. Ἀλλ’ ὅτε διεγράφησαν ὡς σήμερον ἔχουσι διὰ τῆς νέας γραμμῆς, ἐκρίθη ὅτι ὑπῆρχε δικαιολογία ἀπέναντι τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῶν ἐλευθέρων λαῶν, τῶν χριστιανικῶν, ἡ δικαιολογία, ὅτι οἱ ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν Τουρκίαν δὲν ἦσαν Ἕλληνες, ἀλλ’ ἦσαν Κουτσόβλαχοι. Καὶ βεβαίως ἐν τούτῳ οὐδεμία διαφορὰ δι’ ἡμᾶς ὑπάρχει, Κύριοι. Ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἵτινες οὕτω παρέστησαν τὰ πράγματα καὶ ἔπεισαν τὰς Δυνάμεις, ὅτι τοῦ πράγματος ἡ ἀλήθεια εἶχεν οὕτω, διὰ ἐκείνους ἡ διάκρισις εἶναι σπουδαία. Καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τί ἐλέχθη τότε περὶ τούτων. Ἐσημειώθη εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ διαγράμματος τοῦ χωρίου Κουτσούφλιανης, ὅτι οἱ κάτοικοι αὐτοῦ δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐθνικότητα, ἀλλ’ ὅτι ἦσαν Κουτσόβλαχοι. Ἔπειτα ἀνεγράφη, ὅτι οἱ Βλάχοι οὗτοι, «καθὼς φαίνεται, ἄνευ δυσκολιῶν θέλουσι δεχθῆ νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὴν ἄμεσον τοῦ Σουλτάνου διακυβέρνησιν». Ἀλλ’ οἱ Βλάχοι οὗτοι, εὐθὺς ὡς εἶδον ὅτι ἐγένετο ἡ παραχώρησις, ἐγκατέλειπον τὰς ἑστίας αὐτῶν, καὶ κατέφυγον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅσον δὲ καὶ ἂν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τῆς πράξεως αὐτῶν τὰ ἐπεισόδια ἐκεῖνα, ἅτινα περιεβλήθησαν ὑπερβολὴν ὑπὸ τῆς ποιητικῆς ἰδέας, ἡ πρᾶξις ἐκείνη, ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἑστιῶν, εἶναι προϊὸν ὑψίστου ἐθνικοῦ αἰσθήματος, πρᾶξις ὑπερτάτης φιλοπατρίας, οὕτω μάλιστα γενομένη ὑπ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην καθημερινῆς ἐργασίας, ὅπως κερδίσωσι τὸν ἄρτον. Πρὸς τοιαύτην πρᾶξιν ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἀναβάλλωμεν τὴν μέριμναν ἡμῶν περὶ ὁριστικῆς τῶν Κουτσουφλιανιτῶν ἐγκαταστάσεως, καθῆκον ἐσωτερικῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, καθῆκον ἐξωτερικῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Πέποιθα δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, θέλει κατορθώσει νὰ δοθῇ ταχέως πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν, φροντίζουσα νὰ ἐξευρεθῶσι γαῖαι πρὸς ἐγκατάστασιν αὐτῶν.
§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῆς Κουτσούφλιανης· καὶ τοιαῦτα μέτρα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐλήφθησαν. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὑπεμφαίνει μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως...
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
§67Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. ὡς μὴ λαβούσης τὰ κατάλληλα μέτρα. Ὅταν λέγητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιωρίσθη εἰς τὰς δηλώσεις μόνον, ἀρκεῖ ἡ ἔκφρασις αὕτη νὰ ὑποδηλώσῃ μομφήν.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρωτοβουλίαν. Δὲν ἀγνοῶ δὲ, ὅτι εὑρίσκει δυσκολίας. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ δώσω εἰς τὰ λεχθέντα χαρακτῆρα μομφῆς ἢ ἀντιπολιτεύσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ταχυτέρα ἡ ἐνέργεια.
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ γείνῃ ταχυτέρα ἐνέργεια, λέγει ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ ζητήματος τῶν Κουτσουφλιανιτῶν ἔλαβε πρόνοιαν, οὐ μόνον διότι ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς ἐξεδηλώθη, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ ζήτημα ἦτο τοιοῦτον, ὥστε ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα περὶ αὐτῶν προνοήσῃ. Οἱ Κουτσουφλιανῖται ἐξεδήλωσαν τὴν ἀπαίτησιν, ὅπως ἐγκατασταθῶσιν εἰς γαίας κειμένας πλησίον τῶν κτημάτων αὐτῶν· ἀδύνατος δὲ ἀπέβη ἡ ἐξεύρεσις τοιούτων, ἐπαρκῶν πρὸς ἐγκατάστασιν· διότι οἱ κύριοι τῶν γαιῶν αὐτῶν δὲν συνῄνουν εἰς ἐκποίησιν ἢ μόνον κατὰ τὸ ⅕, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπήρκει διὰ τοὺς Κουτσουφλιανίτας. Διὰ τὸ ⅕ μᾶς ἐζήτησαν 80,000 δραχμάς· ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὑπερόγκου τοῦ ποσοῦ, τὸ ⅕ δὲν ἤρκει, ἀδύνατος δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἀγορὰ τῶν ἑτέρων ⅘. Ἐσκέφθημεν νὰ ἐγκαταστήσωμεν αὐτοὺς εἰς κτῆμα ἕτερον μέγα, ὅπερ ἠδύνατο νὰ παραχωρηθῇ, ἀλλὰ ἠρνήθησαν ἐπιμόνως νὰ δεχθῶσιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ κτῆμα ἐκεῖνο ἔκειτο μακρὰν τῶν κτημάτων των, τῶν ἐν τῷ Τουρκικῷ. Ἑπομένως δὲν δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ἐλήφθη μέριμνα δι’ αὐτούς. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν γενομένων ἐνεργειῶν πρὸς ἀγορὰν γαιῶν, οἱ Κουτσουφλιανῖται ἔλαβον τὸ ποσὸν, ὅπερ συνελέχθη ὑπὲρ αὐτῶν ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἰδιωτῶν, ἔλαβον ἐπίσης τὸ εἰς αὐτοὺς ἀναλογοῦν μερίδιον ἐκ τῶν 6,000,000, τῶν δαπανηθέντων δυνάμει τοῦ νόμου, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνῆλθε περίπου εἰς 112,000 δραχμὰς, ἐξηκολούθησαν δὲ καρπούμενοι τῶν κτημάτων των, εἰς ἃ ἐνεργείᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἐλευθέρως μεταβαίνουσιν, ἀναγνωρισθείσης παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀρχῆς, ὅτι δικαιοῦνται, ὡς ὑπήκοοι Ἕλληνες, νὰ ἔχωσι κτήματα ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει καὶ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ κτήματα καὶ νὰ καρπῶνται τῶν κτημάτων των. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν εὕρεσιν γαιῶν, εὑρισκόμεθα, ἐπαναλαμβάνω, πρὸ τῆς δυσκολίας, ἣν προανέφερα. Ἀλλὰ λέγουσί τινες, «διατὶ δὲν φέρετε νόμον πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν τῶν γαιῶν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης;» Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο; Ὁπωσδήποτε θέλομεν ἐπιτείνει τὰς προσπαθείας μας, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν συναίνεσιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γαιῶν εἰς ἑκουσίαν ἀπαλλοτρίωσιν.
§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τῆς προθυμίας τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχω, οὐδ’ ἐξεδήλωσα ἀμφιβολίαν· ἀλλὰ, παρ’ ὅλην τὴν προθυμίαν ταύτην, παρετήρησα ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσέκοψεν εἰς δυσκολίας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποδείξω διέξοδον. Τὸ κτῆμα, περὶ οὗ ὡμίλησε, δὲν δύναται νὰ διατεθῇ ἢ κατὰ τὸ ⅕, ἀλλὰ τὸ κτῆμα τοῦτο εἶναι «τσιφλίκιον», καὶ ἀφοῦ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι «τσιφλικίου», οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ ἰδιοκτήτης, ἔχομεν νόμον, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις, ἐγγυωμένη ἀπέναντι τῶν ἐγχωρίων καλλιεργητῶν, δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ συγκατοικίσῃ τοὺς Κουτσουφλιανίτας μετὰ τῶν καλλιεργητῶν τοῦ κτήματος. Ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ 1890, ὅστις ἐφηρμόσθη καὶ ἐν Ἄρτῃ...
§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύνασθε νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ πωλήσωσι.
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐννοῶ, ὅτι δὲν θὰ εὕρητε προσκόμματα παρὰ τοῖς ἰδιοκτήταις, εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν, διότι θέλουσιν εἶναι ἐξησφαλισμένοι.
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ Κουτσουφλιανῖται ἐννοοῦν νὰ συγκατοικήσουν μετὰ τῶν κατοίκων τοῦ κτήματος. Τότε διατὶ δὲν δέχονται τὸ ⅕;
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι δὲν τὸ θεωροῦν ἀρκετόν.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλουν νὰ ἦναι πλησίον τῶν κτημάτων των.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Τουρκία εἶχε προβῆ εἰς μίσθωσιν τῶν κτημάτων των, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διεμαρτυρήθη, διότι ἡ μετοίκησις τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος δὲν δύναται νὰ στερήσῃ αὐτοὺς τῶν ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ κτημάτων αὐτῶν, καὶ ἡ Τουρκία ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων ἐκείνων, ἐπειδὴ δὲ γνωρίζουσιν, ὅτι θὰ δυνηθῶσι νὰ καρπωθῶσι τῶν κτημάτων των εἰς τὸ μέλλον, ζητοῦσι πρὸς ἐγκατάστασιν γαίας κειμένας πλησίον αὐτῶν. Ἐδῶ εἶναι ἡ δυσκολία.
§77Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Τὸ μέρος, εἰς ὃ εἶναι ἐγκατεστημένοι οὗτοι σήμερον, εἶναι πλησίον τοῦ παλαιοῦ χωρίου· ἐν τῷ μεταξὺ εἶναι τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν. Ἐὰν σταλῶσι πέραν τούτου, εἰς οἱονδήποτε ἐκκλησιαστικὸν κτῆμα, εἶναι ἀδύνατον νὰ οἰκονομηθῶσι, διότι τὰ κτήματα τῶν Μονῶν κεῖνται εἰς πεδιάδας, ὅπου αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς τοῦ ἔτους· ἐπίσης παρέχουσι δυσκολίας οἱ περίοικοι, οἵτινες εἶναι καλλιεργηταὶ καὶ μετὰ τῶν ὁποίων δὲν δύνανται νὰ συμβιώσωσι. Τὸ κτῆμα δὲ, περὶ οὗ ὁ λόγος, εἶναι ἰδιόκτητον, εἶναι λιβάδι ἄνευ κατοίκων, καὶ αὐτὸ χρησιμεύει εἰς αὐτούς. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, θέλουσι συναινέσει οὗτοι εἰς τὴν ἐκποίησιν, διότι πρὶν ἐγένοντο πολλαὶ ῥᾳδιουργίαι. Τώρα ἐπείσθησαν πάντες, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω, νὰ τὸ ἐκποιήσωσιν ἀντὶ 140–150 χιλιάδων δραχμῶν, ἴσως καὶ ὀλιγώτερον. Εἶναι καὶ ἐδῶ πληρεξούσιός τινων ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὁ κ. Καραβασίλης, ὑφηγητὴς τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας ἐν Ἀθήναις τῇ 18]30 Δεκεμβρίου 1899 ὑπογραφείσης προσωρινῆς συμφωνίας περὶ ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας.
§79ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὰ συμπεράσματα τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀποβλέπουσι μᾶλλον εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες θὰ ἐπακολουθήσωσι πρὸς συνομολόγησιν τῆς ὁριστικῆς μετὰ τῆς Ἰταλίας συμβάσεως, ἢ εἰς τοὺς ὅρους τῆς προσωρινῆς ταύτης συμφωνίας. Ἀληθῶς ἐλέχθησαν πολλὰ παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ὅσοι ὡμίλησαν κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν, κατόπιν δὲ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἦτο περιττὸν νὰ προσθέσω ἐγώ τι, ἐὰν μὴ ἐθεώρουν ἀνακριβεῖς σχετικάς τινας πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐθεώρουν ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν, ὅπως μὴ αἱ πληροφορίαι αὗται ῥυθμίσωσι τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Ἀληθῶς ἡ στάσις, ἣν ἐτήρησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ αἱ δηλώσεις αὐτῆς, τόσον αἱ προφορικαί, ὅσον καὶ αἱ ἐν τῇ δικαιολογητικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει ἀναφερόμεναι, ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἐξετίμησεν ἐπαρκῶς τὴν σημασίαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἁλιείας, τοῦ ὁποίου τὴν ἐκχώρησιν ἠρνήθη εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ἀλλ’ ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἁλιεῖς ἔχουσι πολλὰ συμφέροντα εἰς τὰ ἰταλικὰ παράλια, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἤκουσα νὰ ὁρισθῶσιν εἰς ἓν ἑκατομμύριον φράγκων καὶ πλέον κατ’ ἔτος! Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ἐξέφρασεν ἀμφιβολίας, μήπως τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν δεικνύει τὰ κέρδη τὰ πραγματικὰ τῶν Ἑλλήνων ἁλιέων, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω, ἐξ ὅσων ἐγὼ τουλάχιστον ἔχω πληροφοριῶν, ὅτι ἀληθῶς δὲν πρόκειται περὶ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ Ἕλληνες εἰς τὰ παράλια τὰ ἰταλικά, ὡς φαίνεται δὲ τόσης ἀξίας σπόγγος προερχόμενος ἐκεῖθεν. Εἰς τὴν Λαμπεδοῦσαν, ἥτις εἶναι ἰταλικὴ καὶ ἔνθα συνήθως ἁλιεύουσιν ἑλληνικὰ πλοιάρια, γίνεται μεγάλη συγκέντρωσις τοιούτων πλοίων. Ἴσως δὲ ἐκθέσεις περὶ τοῦ προερχομένου ἐκεῖθεν πράγματος μετέδωκαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἐνδεικνύει ἀξίαν πράγματος ἁλιευθέντος εἰς τὰ ἰταλικὰ παράλια. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Διότι τὰ πλοῖα, ἅτινα συγκεντροῦνται εἰς τὴν Λαμπεδοῦσαν, δὲν ἁλιεύουσι καὶ ὅλον αὐτῶν τὸ πρᾶγμα εἰς τὰ παράλια αὐτῆς. Οὔτε δὲ τὰ παράλια τῆς Σαρδηνίας, εἰς ἃ ἐπίσης μεταβαίνουσιν Ἕλληνες ἁλιεῖς, παρέχουσιν ἀξίαν λόγου εἰς αὐτοὺς συγκομιδήν. Εἰς τὰ παράλια ταῦτα ἐλάχιστα ἀσχολοῦνται οἱ Ἕλληνες ἁλιεῖς, εἰς δὲ τὰ παράλια τῆς Λαμπεδούσης μεταβαίνουσι συνήθως οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου καταγόμενοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἁλιεῖς, καὶ οὗτοι ἀδιστάκτως ὁμολογοῦσιν, ὅτι δὲν διακινδυνεύουσι νὰ πάθωσιν ἐντελῶς τίποτε, ἐὰν ἡ Ἰταλία ἤθελεν ἀπαγορεύσει τὴν σπογγαλιείαν εἰς τὰ ἰδικά της παράλια. Τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, μή, ὡς προεῖπον, αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχει, ῥυθμίσωσι τὰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις αὐτῆς, καὶ ὑπερτιμηθῇ οὕτως ἡ ἀξία τῆς ἀμοιβαιότητος τοῦ δικαιώματος τῆς ἁλιείας ἐπὶ βλάβῃ ἡμῶν. Σήμερον δυστυχῶς, καὶ παρὰ τὴν ὑφισταμένην ἀπαγόρευσιν ἁλιείας εἰς τὰ ξένα πλοῖα, ἡ ἁλιεία ἀσκεῖται σχεδὸν ἐλευθέρως εἰς τὰ ἡμέτερα παράλια ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1882. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε ἡ ἀπαγόρευσις ὑπῆρξε πραγματική. Νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται νὰ καταστήσῃ ταύτην πραγματικὴν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίᾳ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος τάσσει ποινὰς αὐστηροτάτας, προστατεύων τὴν θαλασσίαν ἡμῶν παραγωγήν, ὁρίζει δ’ ἐπίσης αὐστηρὰς ποινὰς καὶ κατὰ πάσης καὶ ὑπὸ ἡμεδαπῶν ἀσκουμένης ἁλιείας διὰ μέσων ἐπιβλαβῶν εἰς τὸν γόνον τῶν ἰχθύων, ὁποῖον εἶναι ἡ διὰ δυναμίτιδος ἁλιεία. Γινώσκομεν ὅμως πάντες, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιτήρησις τῆς τοιαύτης ἁλιείας ἀνετέθη εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχάς, αὗται, τόσον ἡ ἀστυνομία, ὅσον καὶ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαί, εἰς ἃς καταγγέλλονται αἱ τοιαῦται πράξεις, δὲν πράττουσι τὸ καθῆκόν των, ἡ δὲ διὰ δυναμίτιδος ἁλιεία καταστρέφει τὰ ἑλληνικὰ παράλια, συντελοῦσι δὲ ἐκ παραλλήλου καὶ αἱ ἰταλικαὶ τράται· ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, δυνατώτατον, νὰ ἐπιτύχῃ ἄριστα ἀποτελέσματα ἡ αὐστηρὰ ἐπίβλεψις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ πρὸς τοῦτο θὰ ηὐχόμην, τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ, καὶ τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἐχειροκρότησεν ἡ Βουλὴ, θὰ ηὐχόμην νὰ ἴδω τὸ αὐτὸ θάρρος ἐπεκτεινόμενον καὶ εἰς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν τήρησιν τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ ἀσκήσῃ τὰ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1882 δικαιώματά του. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμφωνίας λέγει, ὅτι πρόκειται καὶ περὶ διαπραγματεύσεων πρὸς ἁλιείαν κοραλλίων, ἅτινα εἰδικῶς ἀναφέρονται ἐν τῇ προσωρινῇ συμφωνίᾳ, ἐν τόνῳ ἐνδεικνύοντι, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τοῦτο. Τὸν πόρον τοῦτον ἀπεκάλυψεν εἰς ἡμᾶς ἡ Ἰταλία, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν. Εἶναι ὅμως λυπηρὸν, ὅτι, καίτοι ἀπεκαλύφθη ἄγνωστος εἰς ἡμᾶς οἰκονομικὸς πόρος ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καθαρώτερον δὲ ἀπὸ τοῦ 1875, κατόπιν τοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι λυπηρὸν, ὅτι, καίτοι μᾶς ἀπεκαλύφθη ὁ πόρος οὗτος, δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ μάθωμεν τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ, νὰ πεισθῶμεν ἐὰν πράγματι πρόκειται περὶ πόρου, μὴ δήλου μέχρι τοῦδε, ἀρκετὰ πλουσίου καὶ ἀξίου τῆς μερίμνης καὶ τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἢ πρόκειται περὶ πόρου ἰσχνοῦ, ὑπερτιμωμένου ὑπὸ τῆς φαντασίας. Ὁ θαλασσογραφικὸς χάρτης, ὃν ἔχει τὸ Ἰταλικὸν Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον σημειοῦνται αἱ θάλασσαι αἱ παράγουσαι κοράλλια, ὁ χάρτης οὗτος σημειοῖ καὶ τὴν θάλασσαν τῆς Κερκύρας, κατὰ λάθος, ἀντὶ τῆς τῆς Λευκάδος, ὡς παράγουσαν κοράλλια. Ἔκτοτε δὲ, ἀφ’ ἧς ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1875, ὁπότε καὶ ἀπεδείχθη ἐμπράκτως ἡ ὕπαρξις πολλοῦ ποσοῦ κοραλλίου καὶ καλῆς ποιότητος ἐν τῇ θαλάσσῃ τῆς Λευκάδος, παρετηρήθη ἐπίμονος προσπάθεια τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ ἐλευθέραν τὴν ἁλιείαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ παράλια. Ἴσως δὲν πρόκειται περὶ κοραλλίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι μόνον εἰς τὰς θαλάσσας ἐκείνας, ἴσως ὑπάρχουσι καὶ εἰς ἄλλας θαλάσσας, κατὰ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ εἰς τὰς ὁποίας δὲν δίδω μὲν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, μοὶ παρέχουσιν ὅμως αὗται τὸ ἐνδόσιμον νὰ ὑποθέσω, ὅτι καὶ εἰς ἄλλας θαλάσσας, τὰς ὁποίας περιττὸν νὰ δηλώσω, ἵνα καὶ ταύτας μάθωσιν οἱ ἀκωλύτως ἁλιεύοντες Ἰταλοὶ, ὑπάρχουσιν ἐπίσης κοράλλια. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, προασπίζουσα τὰ συμφέροντα ταῦτα, δὲν ἔστερξε νὰ ἐκχωρήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἁλιείας εἰς τοὺς Ἰταλοὺς, φρονῶ ὅτι ἠδύνατο ἐν τῷ μεταξὺ νὰ προβῇ εἰς μελέτην τοῦ ζητήματος τῶν κοραλλίων. Λέγω μελέτην, διότι θεωρῶ αὐτὴν ἀναγκαίαν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Οἱ Ἕλληνες ἁλιεῖς μεταχειρίζονται πλοῖα, οἱ μὲν σπογγαλιεῖς μεγαλείτερα τῶν ἐν χρήσει ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν διὰ τὴν ἁλιείαν κοραλλίων, οἱ δὲ ἰχθυαλιεῖς μικρότερα. Ἡ διδασκαλία τοῦ τρόπου τῆς ἁλιείας εἶναι εὐκολωτάτη, καὶ εὐκολώτατον θὰ ἦτο νὰ τρέψωμεν τοὺς ἁλιεῖς ἡμῶν εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ πόρου τούτου, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῶσιν, ὅτι πρόκειται περὶ πόρου ἱκανοῦ νὰ δώσῃ ἐπωφελῆ εἰς πολλοὺς ἐργασίαν, ἵνα ἀποφασίσωσι νὰ κατασκευάσωσι τὰ ἐπιτήδεια πρὸς τοῦτο πλοῖα. Πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῶσιν οὗτοι, ἐὰν μὴ προηγηθῇ ἡ μελέτη τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν ὑπῆρχε μικρά τις πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸς ἀποστολὴν πλοίου τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ μετὰ εἰδικοῦ καθηγητοῦ τῆς ζωολογίας χάριν τῆς ἐρεύνης ταύτης, ἵνα μελετηθῇ καὶ ἡ ἔκτασις, καθ’ ἣν παράγεται κοράλλιον, καὶ τὸ ποσὸν αὐτοῦ κατὰ θαλάσσας, καὶ τὸ ποιὸν, δὲν νομίζω ὅτι τοιαύτη τις πίστωσις θὰ ἐσημείου σπατάλην ἄσκοπον. Τοὐναντίον, θεωρῶ ἐπιβεβλημένην εἰς τὸ Κράτος τὴν δαπάνην ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ναυτιλία ἡμῶν ἡ ἱστιοφόρος οὔτε δύναται ἀτυχῶς νὰ ὑπάρξῃ πλέον, πλὴν τῆς μικρᾶς ταύτης, τῆς εἰς τὴν σπογγαλιείαν ἀσχολουμένης, καὶ τῆς ἄλλης ἐκείνης, τῆς ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος ἀκτοπλοϊκῆς. Ὅταν δὲ δαπανῶμεν χάριν τῆς ἐν γένει παραγωγῆς, ἢ τοὐλάχιστον φροντίζωμεν νὰ δαπανῶμεν ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, νομίζω ὅτι κατὰ καθῆκον πρέπει νὰ ὑποστῶμεν μικράν τινα δαπάνην ὀλιγίστων χιλιάδων δραχμῶν καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν λέγω, μὲ τὴν ἐλπίδα, ἢ μᾶλλον μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ διανοίξωμεν δρόμον εἰς τὴν μόνην σχεδὸν ἐναπομείνασαν καὶ δυναμένην νὰ ζήσῃ μικρὰν ἱστιοφόρον ναυτιλίαν, τὴν μέχρι τοῦδε ἐγκαταλειφθεῖσαν ὅλως ἀπροστάτευτον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως). Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπογραφείσης δηλώσεως περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἐμπορικῶν πλοίων ἑκατέρας χώρας πρὸς τὰ ἐγχώρια. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 22,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 38,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 81,400 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει. Θὰ ἀναγνωσθῶσιν τὰ πρακτικά.
§81ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι, κύριε Πρόεδρε;
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι μετὰ τὰς ἑορτὰς, εἰς ἡμέραν καὶ ὥραν ὁρισθησομένην ὑπὸ τοῦ Προέδρου.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. (Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 20′ μ. μ.)