1899.12.20
3,735 rows · 29,033 words · 263 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
Τῆς 20 Δεκεμβρίου 1899.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῆς ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς κατήρτισα ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν προξενικῶν νόμων» ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων Βουλευτῶν: Λ. Μελετοπούλου, Ν. Καλογεροπούλου, Γ. Ρώμα, Ἀρ. Πετροπουλάκη, Μιχαὴλ Φωτιάδου, Λ. Κασσαβέτη, Ν. Βαφειαδάκη, Θ. Βελλιανίτου, Α. Χοϊδᾶ, οἵτινές εἰσι καὶ μέλη τῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν διαρκοῦς ἐπιτροπῆς, καὶ Ἐμμ. Ρέπουλη, Δ. Τσάτσου, Ι. Κουντουριώτου, Ἠλ. Ζέγγελη, Α. Καρτάλη, Περ. Βαλαωρίτου, Στεφ. Δραγούμη, Ν. Δαούτη καὶ Γ. Καπετανάκη.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαγράψητε τὸ ὄνομά μου, διότι μοὶ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μετάσχω.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ τοῦ κυρίου Δραγούμη προστίθεται ὁ κ. Π. Μαυρομμάτης. Παρακαλῶ δὲ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην νὰ συνέλθῃ αὔριον εἰς τὸ Βουλευτήριον πρὸς ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της.
§4Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσκαλέσητε τὰς ἐπιτροπὰς νὰ συνέλθωσι καὶ ἐργασθῶσιν, ἰδίως δὲ τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπήν, διότι μένουσιν ἐκκρεμῆ τὰ νομοσχέδια.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλάκις παρεκάλεσα τοὺς κ. Βουλευτάς, τοὺς ἀποτελοῦντας τὰς ἐπιτροπάς, καὶ ἤδη παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ συνέλθωσι καὶ προβῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας των.
§6Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων εἰς ἐπιτροπὴν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, καθόσον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου εἶχον ἐκφράσει τοιαύτην ἐπιθυμίαν. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θὰ ἄρξηται ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συζήτησις, θὰ παρακαλέσω νὰ ᾖ ἑτοίμη ἡ ἐπὶ τούτου μελέτη τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἄλλως θ’ ἀναγκασθῶμεν καὶ ἄνευ αὐτῆς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§7Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν ἐπιτροπῶν, ἃς ἀναγράφει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, συνήθεια ἐπεκράτησεν, ὅπως σπανιώτατα αὗται ἐργάζωνται, πλὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις καὶ αὕτη ἐργάζεται, ἴσως διότι ἡ περὶ ταύτης διάταξις εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Συντάγματι. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ὁσάκις ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τῇ προτάσει ἢ τῇ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς, καταρτίζῃ εἰδικὰς ἐπιτροπὰς, αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται καθῆκον ὑπέρτατον καὶ ἐπιβεβλημένον ἔχουσι νὰ ἐργάζωνται δραστηρίως καὶ ἀόκνως περὶ τῶν ζητημάτων, ἅτινα ὑποβάλλονται εἰς αὐτάς. Διότι ἐὰν τοῦτο δὲν ἐκτελῆται, δὲν πρέπει νὰ ὦμεν τότε ἄδικοι, δὲν πρέπει νὰ κατηγορῶμεν τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ὅτι αὐτοὶ σφετερίζονται τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· δὲν πρέπει, ὁμιλοῦντες περὶ τῶν Ὑπουργῶν, νὰ λέγωμεν, ὅτι προσκομίζουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια, ἅτινα ποικίλοι γραμματεῖς ἢ ὑπογραμματεῖς τῶν Ὑπουργείων συντάσσουσιν, ἢ ἔχουσιν ἐπὶ ὁλοκλήρους δεκαετηρίδας ἐντὸς τῶν συρταρίων αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς, τοὐλάχιστον αἱ εἰδικαί, δὲν ἐργάζονται. Ἔχομεν ὅμως εὐτυχῶς τὸ προηγούμενον, ὅτι ὁσάκις ἡ Βουλὴ, εἴτε κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, εἴτε κατὰ προηγουμένην, κατήρτισεν εἰδικὴν, τεχνικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἐπιτροπὴν, σχεδὸν πάντοτε ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐργασίαι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀρτιώτεραι τῶν νομοθετημάτων, ἅτινα παρουσιάζουσιν αἱ ποικίλαι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ ἐπαγγέλλωμαι βεβαίως τὸν ἄνθρωπον, ὅστις θέλει νὰ συμβουλεύῃ τοὺς ἄλλους, νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχομεν πάντες νὰ συντελῶμεν εἰς τὴν εὐδοκίμησιν τοῦ νεωτερισμοῦ τούτου,—λέγω δὲ νεωτερισμοῦ, διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πολλὰς ἡ Βουλὴ διώρισε τοιαύτας εἰδικὰς ἐπιτροπὰς,—καὶ νὰ ἐπιμείνωμεν, ὅπως αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται μετὰ δραστηριότητος καὶ λελογισμένως καταρτίζωσι τὰς μελέτας αὐτῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν ἀπέστειλε τηλεγραφικὸν ὑπόμνημα κατὰ τῆς ἀναδρομικῆς ἰσχύος τοῦ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως νομοσχεδίου.
§9Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται).
§11Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐκλείψῃ ἡ κατάστασις τοῦ δικαιοστασίου· δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα ὕβρις διὰ τὸν τόπον ἢ ἡ διατήρησις τοῦ δικαιοστασίου ἐπὶ τῇ ψευδεῖ ὑποθέσει, ὅτι ὑπάρχει ἐπιστράτευσις, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις σιωπᾷ, ἵνα μὴ καταργηθῇ ὁ νόμος αὐτοδικαίως διὰ τῆς λήξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἡ διὰ διαταγμάτων παράτασις τοῦ δικαιοστασίου εἶναι αὐτόχρημα ὕβρις πρὸς τὸν τόπον, εἶναι ἄρνησις δικαιοσύνης. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὤφειλον νὰ προτάξωσι τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ὥστε εἴτε νὰ καταργηθῇ αὕτη, εἴτε νὰ διατηρηθῇ, καὶ ἐκλείψῃ οὕτως ἡ ψευδὴς αὕτη κατάστασις. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς, ὅπως πρὸ πάσης ἄλλης ὑποθέσεως ζητήσωσι νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλησαν προσέτι εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ ἑξῆς τηλεγραφήματα. 1) Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Γλυπίας τῆς Κυνουρίας περὶ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ ὁμωνύμου δήμου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης. 2) Τηλεγράφημα κατοίκων Στεμνίτσης, παραπονουμένων κατὰ τῶν ἐκεῖ ἀστυνομικῶν ὀργάνων. 3) Τηλεγράφημα Γεωργίου Μπελέτση, παραπονουμένου κατὰ τοῦ νομάρχου κ. Μεσσηνέζη, μὴ ἀποδεχθέντος τὴν πρὸς διορισμὸν ἀγροφύλακος αἴτησίν του. Ὁ κ. Διγενόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§13Χ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γραφεῖον τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, κύριοι Βουλευταὶ, εὑρίσκεται εἰς ἀρίστην κατάστασιν, καὶ τόσον καλὴν, οἵαν θὰ ηὐχόμην νὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιδείξωσιν ὅλα τὰ γραφεῖα τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ ὀφείλεται εἰς ἕνα ὑπάλληλον, τὸν ἀρχειοφύλακα Ἀνδρέαν Καρατζᾶν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἐτῶν ἐργάζεται ἐκεῖ, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ νόμοι περὶ προσόντων δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ προβιβασθῇ. Τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, βραβεῦον τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν τιμιότητα τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ὑπέβαλεν αἴτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὸν ἠθική τις ἀμοιβή. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εἰσακούσῃ τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, ἐὰν δὲ δὲν δύναται νὰ πράξῃ τι, τότε νὰ καταθέσῃ τὰ περὶ τούτου σχετικὰ ἔγγραφα ἐνταῦθα, ἵνα ἀναγνωσθῶσι καὶ οὕτω δοθῇ ἱκανοποίησις εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν. Μεταβαίνω εἰς ἕτερον ζήτημα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸ τινων ἡμερῶν ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δημάρχου Δημητσάνης, καὶ τότε προκληθεὶς ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὴν μὲν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον ἐκλογὴν ἐκέρδησα διὰ πλειονοψηφίας 300 ψήφων, τὴν δὲ χθεσινὴν ἀναπληρωματικὴν θὰ ἐκέρδιζον διὰ περισσοτέρων. Ἤδη δύναμαι ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τοὺς φίλους μου, ὅτι τὴν χθεσινὴν ταύτην ἐκλογὴν ἐκέρδησα διὰ πλειονοψηφίας τριακοσίων ἑξήκοντα ἑπτὰ ψήφων.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σᾶς συγχαίρομεν.
§15Χ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶπον ἵνα ἀναμείνω συγχαρητήρια, διότι τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν, ἐνδιαφέρει ὅμως ἄλλο τι. Ὑπεδείχθη προχθὲς δι’ ἐπερωτήσεως, ὅτι ἐγὼ, ἔχων δῆθεν ἀνάγκην διὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην κυβερνητικῆς ἐπιδράσεως, ὑπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου παρεσχέθη ἄδεια εἴς τινα ὑπάλληλον. Ἀπήντησα τότε, ὅτι ἡ ἄδεια αὕτη ἐδόθη διότι ὁ συγγενής μου, ἀδελφὸς τοῦ ἀποθανόντος δημάρχου, εἶχεν ἀνάγκην νὰ παρασταθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην, ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν οἰκογένειάν του κατὰ τὰς συγκινήσεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν φυσικῶς ἐξεγείρονται. Ἤδη μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα πείθεται πᾶς τις, ὅτι τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῆς ἀδείας αὐτῆς, διότι μία ψῆφος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα ἐπὶ ἐκλογῆς, τὴν ὁποίαν ἐκερδήσαμεν διὰ πλειονοψηφίας 367 ψήφων. Πρέπει δὲ νὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι προκειμένου περὶ μιᾶς τοιαύτης ἀδείας δι’ ἕνα συγγενῆ μου ἠδύναντο οἱ ἀντίθετοί μου νὰ ὑποπτευθοῦν ἐντεῦθεν, ὅτι ὑπῆρξε σκοπός τις ἐκλογικός. Διότι κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἐνηργήθησαν τρεῖς ἐκλογαὶ, αἱ βουλευτικαὶ, αἱ γενικαὶ δημοτικαὶ καὶ ἡ εἰδικὴ ἐκλογὴ. Ποῖα δὲ τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν; Τῆς μὲν βουλευτικῆς μικτὰ, τὰ ἀποτελέσματα ὅμως τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἦσαν ὑπὲρ ἡμῶν μὲ μεγάλην πλειονοψηφίαν. Ἡ Γορτυνία ἔχει ἕνδεκα δήμους, ἐκερδήσαμεν δὲ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου εἰς τοὺς ἐννέα δήμους, ἐνῷ οἱ ἀντίπαλοί μου μόνον εἰς τοὺς δύο· καὶ εἰς τοὺς ἐννέα δ’ ἐκέρδησα μὲ μεγάλην πλειονοψηφίαν, μὲ 350, μὲ 250, μὲ 120 καὶ καθεξῆς, ἐνῷ οἱ ἀντίπαλοί μου ἐκέρδησαν εἰς τοὺς δήμους των μόνον μὲ 40 ψήφων πλειονοψηφίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας, εἶναι δὲ ἐντελῶς γνωστὴ εἰς τοὺς ἀντιπάλους, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑποπτευθοῦν διὰ τὴν τοιαύτην ἄδειαν, ὅτι δηλαδὴ ἐνυπῆρχε πρόθεσις εἴτε τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐμοῦ πρὸς παραβίασιν τῆς ἐκλογῆς. Ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ταῦτα, ὅπως ἱκανοποιήσω ἐμαυτὸν, διότι ἐμμέσως ἐρρίφθη ὑπόνοια, ὅτι ὑποδεικνύω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄτοπα, ὅπερ ἦτο περιττὸν, ἀφοῦ εἶχον τοσαύτην πλειονοψηφίαν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῆς ἀδείας αὐτῆς.
§16Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς ἐμὲ δὲν φαίνεται ἄπορον, διατὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐθεώρησε τόσον μέγα τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐκέρδησεν ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος ὁ ἀδελφός του ἐν Δημητσάνῃ, καθόσον ἐπὶ αἰῶνα ὁλόκληρον διώκει τὸν δῆμον αὐτοῦ ἄλλη οἰκογένεια, ἡ τῶν Ἀντωνοπούλων. Ἀφοῦ δὲ κατωρθώθη τέλος πάντων νὰ ἐκλεχθῇ Βουλευτὴς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς, ἐνῷ ἐκ νεότητος ἠξίου καὶ προσεπάθει νὰ περιβληθῇ τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ καὶ κατώρθωσε τοῦτο εἰς τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς, ἀφοῦ ἤδη ἐκλέγεται ὁ ἀδελφός του δήμαρχος, βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ τοσοῦτον μέγα τὸ γεγονὸς, ὥστε νὰ ἀναγγείλῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐνόμιζε βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνησύχει περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς, καὶ συνεπῶς, διὰ νὰ καταπαύσῃ τὴν ἀνησυχίαν ταύτην, εἶχε καθῆκον νὰ ἀναγγείλῃ τοῦτο, διότι οἱ κ. Βουλευταὶ δὲν θὰ ἐκοιμῶντο, οὔτε θὰ ἐγεύοντο μετὰ τὴν συνεδρίασιν, ἐὰν τὸ εὐχάριστον τοῦτο γεγονὸς δὲν ἀνηγγέλλετο παρὰ τοῦ συναδέλφου εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ ταῦτα ἀφορῶσι τὸν συνάδελφον. Ἠθέλησεν ὅμως νὰ μεμφθῇ ἐμὲ, διότι ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, διατὶ ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, φεύγων ἐκ τῆς θέσεώς του, μεταβαίνει εἰς τὸν τόπον, εἰς ὃν ἐνηργεῖτο ἡ ἐκλογή. Νομίζω ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Βουλευτοῦ τοῦτο μόνον καὶ κύριον ἴσως εἶναι, τὸ νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤλεγξα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον ὑπεβλήθη καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς, διότι ἐν τοιαύταις ἡμέραις παρεχωρήθη ἄδεια εἰς ὑπάλληλον διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν μὲ πλειονοψηφίαν ἠδύνατο νὰ κερδηθῇ ἡ ἐκλογὴ, ἢ μὲ μίαν καὶ μόνην ψῆφον. Ὁ κ. συνάδελφος προβαίνει αἰτιολογῶν τὴν χορηγίαν τῆς ἀδείας ταύτης, δι’ ἣν ἐγὼ ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, ὅτι ἀπέθανεν εἷς συγγενὴς τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου καὶ συνεπῶς ἔπρεπε νὰ προστατεύσῃ τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ μὲ ἐξελέγξῃ, γνωρίζει ὅτι πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν εἶχε συμβῆ τὸ δυστύχημα ἐκεῖνο, καὶ εἶχε παραχωρηθῆ ἄδεια εἰς τὸν ὑπάλληλον καὶ μετέβη εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ ἐπροστάτευσε τὴν οἰκογένειαν καὶ διηυθέτησε τὰ τῶν ὑποθέσεων αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς ταύτης τῷ παρεχωρήθη καὶ ἑτέρα ἄδεια· καὶ ἠρώτησα, πῶς ἡ ἄδεια αὕτη, ἡ δευτέρα, συνέπεσε μὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς; Δὲν ἠδύνατο μετὰ 3 ἢ 5 ἡμέρας νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ταύτην; Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εὑρίσκεται ἐν ἀδίκῳ, νὰ θέλῃ νὰ ἐπικρίνῃ τόσον ἀθώαν ἐπερώτησιν, ἣν ὑπέβαλον, καὶ ἡ ὁποία ἀπέρρεεν ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον εἶχον, καὶ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν συνάδελφον, ἵνα μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἀδελφοῦ του ὡς δημάρχου εἶναι ὑπερτέρα ἐκείνης, ἣν προχθὲς μᾶς εἶπεν.
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ ἀδείας χορηγηθείσης εἰς ὑπάλληλόν τινα, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπεβλήθη αἴτησις τοῦ γραμματέως τοῦ Ταμείου Σπετσῶν περὶ χορηγίας δεκαπενθημέρου ἀδείας. Τὴν ἄδειαν ἐνέκρινα, μὴ γινώσκων, οὔτε τίς ἦτο ὁ αἰτῶν. Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει ὅμως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐτηλεγράφησα ἀμέσως εἰς τὸν ταμίαν Γόρτυνος, ὅπως διατάξῃ ἐξ ὀνόματός μου τὸν ὑπάλληλον τοῦτον νὰ ἐπιστρέψῃ ἀμέσως εἰς τὴν θέσιν του, ἐπὶ ἀπειλῇ παύσεως.
§18ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποίαν ἡμέραν ἐτηλεγραφήσατε;
§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπηρωτήσατε. Ἐγὼ δὲν γινώσκω, ἂν μετέβαινε λόγῳ τῶν ἐκλογῶν ἢ λόγῳ ἄλλῳ. Ὅσοι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν διετέλεσαν Ὑπουργοὶ γινώσκουσιν, ὅτι συμβαίνει πολλάκις νὰ ὑποβάλλωνται 15 ἢ 20 αἰτήσεις περὶ χορηγήσεως ἀδειῶν. Ἐγὼ δὲν ἐγίνωσκον, ἐὰν ὁ ὑπάλληλος, περὶ οὗ πρόκειται, ἦτο ἐκ Γόρτυνος, οὔτε ἐὰν ἐπρόκειτο ἐκεῖ νὰ γείνῃ δημοτικὴ ἐκλογή. Διὰ τοῦτο τῷ ἐχορήγησα ἄδειαν. Ὅτε μοὶ ἐδώκατε ἀφορμὴν, ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν ταμίαν Γόρτυνος νὰ διατάξῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν θέσιν του.
§20ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν, δὲν συνάδουσι πρὸς ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται. Τότε ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην ὅλων...
§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§22ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. καὶ σήμερον ἀκόμη εἶπεν, ὅτι παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν χορηγίαν τῆς ἀδείας, καὶ οὕτω ὁ κ. συνάδελφος ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§23Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπιτροπὴ δικαστικῶν κλητήρων μοὶ ἔφερε σήμερον ἀναφοράν, ἀπευθυνομένην εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς παραπονοῦνται, ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου νόμου ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου ἐπιτηδεύματος...
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου ἀπαλλάσσονται.
§25ΔΟΥΝΗΣ. Τότε χαίρω πολύ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς προέλαβε τὴν ἐπιθυμίαν των.
§26ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον ἐπιστολὴν ὑπογεγραμμένην ἀπὸ πολλοὺς συμπολίτας μου, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ δίδουσι τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῶν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐμερίμνησε καὶ κατηρτίσθη ἐντελῶς τὸ ἐν Ἀνδριτσαίνῃ Γυμνάσιον, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἀπὸ τῆς συστάσεώς του κατηρτίσθη ἄριστα, καὶ τοῦτο χάριν τῆς καλῆς ἐκλογῆς τῶν καθηγητῶν. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως μοὶ δίδουσι τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκφράσω τὰ παράπονά των κατὰ τοῦ ἰδίου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐν ὀνόματι αὐτῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἕνεκα τῆς ἀνακλήσεως τοῦ διδασκάλου τῆς Γʹ τάξεως, καὶ ἕνεκα τῆς πρὸ ὀλίγου γενομένης μεταθέσεως ἑτέρου διδασκάλου τῆς δευτέρας τάξεως, τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον ἀργεῖ, καὶ διατρέχουσιν 70 ἕως 80 μαθηταὶ τὸν κίνδυνον νὰ ἀπολέσωσιν ὁλόκληρον ἔτος. Ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διὰ ποῖον λόγον ἀνεκάλεσεν ἀπὸ τῆς 15 Σεπτεμβρίου τὸν διδάσκαλον τῆς Γʹ τάξεως Κωστόπουλον καὶ τὸν κρατεῖ διαρκῶς ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ μεριμνήσῃ νὰ τὸν ἀναπληρώσῃ δι’ ἄλλου; Ἄν λόγῳ ὑπηρεσίας τὸν ἀνεκάλεσε καὶ τὸν κρατεῖ ἐνταῦθα ἐπὶ ὁλόκληρον τρίμηνον, ὤφειλε νὰ συμπληρώσῃ τὴν θέσιν του· ἀλλὰ δὲν εἶδον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως οὔτε μετάθεσιν οὔτε ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἐπειδὴ ὁ χρόνος παρέρχεται καὶ οἱ μαθηταὶ ἀργοῦσι, νὰ ἀποστείλῃ διδασκάλους καταλλήλους καὶ νὰ συμπληρώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, καὶ τοιουτοτρόπως συμπληροῦται τὸ εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Γυμνασίου ἔκαμεν εἰς τὸν τόπον. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι τὸν εὐγνωμονεῖ ἡ ἐπαρχία, καὶ τὸν εὐχαριστῶ καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως διὰ τὸν τέλειον καταρτισμὸν τοῦ Γυμνασίου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καθὼς καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν ἕως τώρα δὲν ἐμερίμνησαν, νὰ μεριμνήσωσι περὶ τοῦ διορισμοῦ ἀστυνόμου, ὅπως ἐπὶ τέλους λυτρωθῇ ἡ κοινωνία ἀπὸ τοὺς ἀσπρογαλονάδες, τοὺς ὀρθῶς ἀποκαλουμένους σταυρωτῆδες, νὰ μεριμνήσῃ, λέγω, περὶ τούτου τὸ ταχύτερον. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραγγείλῃ ἢ μᾶλλον νὰ παρακαλέσῃ τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα Κυπαρισσίας νὰ περατώσῃ τὰς ἐκκρεμεῖς κατηγορίας κατ’ αὐτῶν τῶν ἀσπρογαλονάδων ἀστυνόμων, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ κοινωνία καὶ νὰ περισταλῶσι καὶ αὐτοὶ, καὶ νὰ σωθῇ ὁ τόπος, ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἀπὸ τὰς χεῖράς των.
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ γενομένη σύντομος συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πατρῶν μοὶ ἀνέμνησε τὴν κατάστασιν τῆς ὑφισταμένης εἰσέτι ἐπιστρατείας. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀτόπων, τὰ ὁποῖα ἡ κατάστασις αὕτη ἐπιφέρει, οὐδεμίαν ἔχουσα δεδικαιολογημένην καὶ σπουδαίαν βάσιν, ὡς ἐπληροφορήθην, ἐπέφερε καὶ τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, ὅτι οἱ ἀποστρατευθέντες ἀξιωματικοί, εἴτε τῇ αἰτήσει αὐτῶν, εἴτε καὶ ἄνευ τῆς αἰτήσεώς των, ἐχαρακτηρίσθησαν παρὰ τῶν δικαστηρίων ὡς παρανόμως ἀποστρατευθέντες, διότι κατὰ διάταξιν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται ἀποστράτευσις διαρκούσης τῆς ἐπιστρατείας. Συνεπῶς οἱ ἀποστρατευθέντες θεωροῦνται ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὸν στρατόν, καὶ δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι τὰς ἀπολαυάς των. Ἐὰν πράγματι τοῦτο εἶναι ἀκριβές, τοῦτο καὶ μόνον ἤθελεν ἀρκέσει, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ μὴ παρατάσεως ἐπὶ πλέον καταστάσεως καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνόμου, διότι οὔτε ἐν ἐπιστρατεύσει τῳόντι εὑρισκόμεθα, οὔτε εἰς τὰ πρόθυρα πολέμου. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς Δικαιοσύνης καὶ Στρατιωτικῶν, ἐὰν πράγματι τὰ δικαστήρια ἐχαρακτήρισαν ὡς παρανόμους τὰς ἀποστρατεύσεις, ἕνεκα τῆς παρατεταμένης καὶ ἀδικαιολογήτου καταστάσεως τῆς ἀποστρατείας, νὰ σπεύσωσι νὰ κηρύξωσι τὴν λῆξιν αὐτῆς.
§28Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠδύνατο τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ νὰ φέρῃ διόρθωσιν εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων. Νομίζω ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, νὰ ἐπιτρέπηται μὲν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, διαρκούσης τῆς ἐπιστρατείας ἢ καὶ τοῦ πολέμου ἀκόμη, νὰ ζητῶσι τὴν σύνταξίν των, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέπηται καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν θέλῃ, νὰ τὴν δίδῃ νὰ μὴ γίνηται δηλ. ὑποχρεωτικῶς δεκτὴ ἡ τοιαύτη αἴτησις. Οὕτω νομίζω ὅτι πολλὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, θὰ προελαμβάνοντο. Πρέπει λοιπὸν νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα οὕτως, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς νὰ δίδῃ, ἂν θέλῃ, τὴν σύνταξιν, τὸ ἄτομον δὲ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ζητῇ ὑποχρεωτικῶς διὰ τὸν Ὑπουργόν.
§29Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ γείνῃ περὶ τούτου συζήτησις, καθόσον ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων, ἐκεῖ δὲ θὰ συζητηθῶσι ταῦτα. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν διατήρησιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον αὕτη διετηρεῖτο, τοὐλάχιστον ὅτε ἤμην ἐγὼ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἦτο τὸ μὲν ἕνεκα τοῦ δικαιοστασίου, ἤτοι ἐν σχέσει πρὸς τὴν δικαιοσύνην, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, τὸ δὲ διότι, διατηρουμένης τῆς ἐπιστρατεύσεως, δύνανται κατὰ νόμον νὰ ἐφαρμόζωνται ἀκόμη αἱ διατάξεις περὶ ἐπιτάξεως, ὡς ἡ περὶ εἰσφορῶν.
§30Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μίαν παράκλησιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἀνυποτάκτων, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων ἀνέρχεται εἰς δεκάδας χιλιάδων, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωσιν ὑπέρογκα ποσά, ἐὰν θέλωσι ν’ ἀπαλλαγῶσι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ποῖα μέτρα φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα εἰς ἀνωμαλίαν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταί, προέκειτο νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἴσως ἤθελον παραδεχθῆ νὰ ἀναβάλω τὸ θέμα τοῦτο, ὅπως μὴ παρεμβάλω καὶ τὴν ἐλαχίστην ἔστω δυσχέρειαν περὶ τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων τινῶν, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἐπείγοντα καὶ ἀναγκαῖα, καίτοι δὲν εἶμαι φίλος αὐτῆς. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται, οὕτως εἰπεῖν, ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς ἐμὲ δι’ ἐποχὴν, καθ’ ἣν καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, καὶ ἐπειδὴ θεωρῶ, ὅτι κατεπεῖγον ζήτημα εἶναι, ὄχι μόνον ὅταν ἐπερωτῶνται οἱ ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργοί, ἀλλ’ ὅταν καὶ οἱ παρελθόντες, τολμῶ νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς πρός τε τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν περὶ ζητημάτων τινῶν, δι’ ἃ εὐηρεστήθη προχθὲς νὰ μὲ ἐπερωτήσῃ. Ἐνθυμεῖσθε λοιπόν, ὅτι, ὅτε προέκειτο περὶ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἔτους, ἀνερχομένης εἰς 326,000 δραχμάς, ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀνέφερεν, ὅτι μέρος τῆς πιστώσεως ταύτης ἤθελε διατεθῆ ὑπὲρ ἀντικαταστάσεως τῶν καταστραφέντων ἠλεκτρικῶν μηχανημάτων τῶν «Ψαρῶν». Ἐξεπλάγην ἀληθῶς, καὶ δικαίως, διότι ὑπέθεσα, ὅτι προέκειτο περὶ καταστροφῆς τῶν ἠλεκτρικῶν μηχανημάτων τῶν «Ψαρῶν», τῶν ἠλεκτρικῶν μηχανημάτων τῶν κομισθέντων ἐνταῦθα ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἡγέτης μὲν ἦν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, Ὑπουργὸς δὲ τῶν Ναυτικῶν ἐγώ. Ἠρώτησα τότε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργόν: «πρόκειται περὶ τῶν νέων μηχανημάτων τῶν «Ψαρῶν», ἢ περὶ τῶν παλαιῶν;» Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, προχείρως βεβαίως, ὅσῳ καὶ εὐκόλως, ἀπήντησεν, ὅτι καὶ τῶν τριῶν μάλιστα Θωρηκτῶν τὰ ἠλεκτρικὰ φῶτα, τὰ ὑφ’ ἡμῶν κομισθέντα, ἦσαν κατεστραμμένα. Ἀλλ’ ὅτε κατέφυγεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸ πρωΐ, ἔμαθεν, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἀκριβές, καὶ ἐλθὼν κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, ὡμολόγησεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν νέων ἠλεκτρικῶν μηχανημάτων τῶν Θωρηκτῶν, διότι ταῦτα οὐδὲ κἂν ἐτοποθετήθησαν, μάλιστα δέ, ὅτι εἰσὶ καὶ ἀρίστης κατασκευῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν περιωρίσθη εἰς αὐτὰ μόνον· προσέθηκε, δυστυχῶς πάλιν δι’ αὐτὸν, ὅτι τὰ ἠλεκτρικὰ μηχανήματα, τὰ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης κομισθέντα, δι’ ἃ ἐδαπανήθησαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, 212,000 δραχμαί, ἦσαν μὲν ἀρίστης κατασκευῆς, καὶ διετηροῦντο ἐν ἀρίστῃ καταστάσει, δυστυχῶς ὅμως, προσέθηκε, τὰ ἠλεκτρικὰ μηχανήματα τὰ διὰ τὴν θωρακοβάριδα «Βασιλεὺς Γεώργιος» εὑρέθησαν ἀκατάλληλα διὰ τὸ σκάφος, ἐχρησιμοποιήθησαν ὅμως ὑπὲρ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ναυστάθμου. Ἑπομένως ζημία βεβαίως εἰς τὸ Κράτος δὲν ἐπῆλθεν, ἢ ζημία ἐπῆλθε προσωρινῶς εἰς τὸ πλοῖον, ὅπερ δὲν ἐφωτίσθη, ὡς ἡμεῖς εἴχομεν ἐπιχειρήσει νὰ φωτίσωμεν, ἤτοι νὰ ἰσχυροποιήσωμεν καὶ αὐτό. Ἐπιδεικνύων δ’ ἔγγραφόν τι τῆς ὑπηρεσίας, ἐπέρριψεν, ἂν οὐχὶ κατ’ εὐθεῖαν, ἐμμέσως ὅμως, τὴν εὐθύνην ἐπ’ ἐμέ, ὅστις, μὴ πειθόμενος εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἥτις ἐγνωμάτευσεν, ὅτι οἱ παραλληλεπίπεδοι λέβητες τοῦ «Γεωργίου» ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῶσι μὲν, ἀλλὰ πάλιν διὰ παραλληλεπιπέδων, ἐδέχθην δῆθεν αὐθαιρέτως ὅλως, αὐτοβούλως, καίπερ μὴ εἰδικός, σύστημα ὅλως νέον, τὸ σύστημα τῶν λεβήτων τῶν κυλινδρικῶν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐγώ, καίπερ μὴ μαντεύων βεβαίως, ὅτι ἐδύνατο τοιαύτη τις—ἂς ἐπαναλάβω—ἐπερώτησις ν’ ἀποταθῇ πρὸς ἐμέ, ἀπήντησα ὅμως ἐκ τοῦ προχείρου, καίτοι ἀφ’ ἧς ἤμην Ὑπουργὸς ἔχουσι παρέλθει τρία ὅλα ἔτη...
§33Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Βουλευτά, ἐπιτρέπετε;
§34ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συμπεράνω.
§35ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν σᾶς ἔκαμα ἐπερώτησιν ἐγώ· ἀπήντησα εἰς τὴν ἰδικήν σας ἐρώτησιν.
§36ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ καλά· τὸ αὐτὸ εἶναι.
§37ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σεῖς ἠρωτήσατε, τί γίνονται αἱ μηχαναὶ, αἱ παρ’ ὑμῶν προμηθευθεῖσαι διὰ τὴν θωρακοβάριδα «Γεώργιον», διὰ τὸν «Κανάρην», διὰ τὸν «Μιαούλην», καὶ ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὸ ἐρώτημα τὸ ἰδικόν σας.
§38ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§39ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἴπετε, ὅτι σᾶς ἔκαμα ἐπερώτησιν.
§40ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι μοὶ ἐκάμετε ἐπερώτησιν, διότι, ἀπαντῶντες εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου, μὲ ἐμέμφθητε, ὅτι, ἐνῷ ἐγὼ εἶχον τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ τοῦ στόλου κ. Γιαλούση περὶ τοῦ ὅτι ἔδει μὲν ν’ ἀνανεωθῶσιν οἱ λέβητες, ν’ ἀνανεωθῶσιν ὅμως ἐπὶ τῷ αὐτῷ συστήματι τῶν παραλληλεπιπέδων, αὐθαιρέτως ὅλως προέτεινα τὴν ἀλλαγὴν τοῦ συστήματος διὰ τοῦ συστήματος τῶν κυλινδρικῶν. Τοῦτο ἐνόουν, λέγων ὅτι μὲ ἐπηρωτήσατε. Καίτοι δὲ ἔχουσι παρέλθει τρία ἔτη ἔκτοτε, ἤμην βέβαιος ὅμως ἀκριβῶς, ὅτι τὰ πράγματα δὲν παρίσταντο ἐν ἀκριβείᾳ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ σκοποῦ, ἄπαγε, ἀλλὰ διότι ἡ εὐλογημένη ἡ ὑπηρεσία δὲν παρέσχεν ἴσως αὐτῷ τὰς δεούσας πληροφορίας ἐν ἀκριβείᾳ. Εἶπον λοιπὸν ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἐκείνης, ὅτι ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ἄριστα, ὅτι ναὶ μὲν ὁ ἀρχιμηχανικὸς τοῦ στόλου εἶχε τοιαύτην γνώμην, ὅταν ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀξιωματικοὶ ὅμως κατὰ βαθμὸν μὲν κατώτεροι, κατ’ ἐπιστήμην ὅμως ἀνώτεροι, καὶ ὡς εἰδικώτεροι, διότι εἶναι ἀξιωματικοὶ ναυπηγικοί, ὁ κ. Βίμπος, ὁ τότε μὲν ὑποναυπηγός, νῦν δὲ ναυπηγὸς ἐπαξίως, εἷς βεβαίως τῶν ἀρίστων ἀξιωματικῶν τοῦ τεχνικοῦ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἶχε γνωμοδοτήσει ἀντιθέτως, ἤτοι ὅτι οὐδὲ νὰ ληφθῇ κἂν ὑπ’ ὄψιν ἔπρεπεν ἡ γνώμη τοῦ κ. Γιαλούση περὶ μὴ ἀποδοχῆς τοῦ συστήματος τῶν κυλινδρικῶν λεβήτων. Εἴτε ὁ Θεὸς μὲ ἐφώτισεν, εἴτε τέλος πάντων δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο, ἔτυχε νὰ λάβω διὰ τὸ πολιτικὸν ἀρχεῖόν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἀντίγραφά τινων ἐγγράφων. Ὑπεσχέθην λοιπὸν τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι θέλω προσκομίσει ὁλόκληρον τὸν φάκελλον, ἐν ἀντιγράφοις βεβαίως, τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα πείσω αὐτὸν, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ ὀρθῷ καὶ τῷ δικαίῳ. Καὶ εἰς τοῦτο προβαίνω ἀμέσως. Ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν ἤθελον ἀναλάβει ν’ ἀναπτύξω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, σημαντικὴν ἄλλως κατ’ ἐμὲ, διότι πρόκειται τέλος πάντων περὶ τῶν πλοίων τοῦ στόλου, ὑπὲρ ὧν ἱκανὰ ἑκατομμύρια ἐδαπάνησε καὶ δαπανᾷ τὸ Κράτος, ἐὰν δὲν ἐπίστευον καὶ δὲν διέβλεπον, καὶ δὲν κατενόει ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐνεῖχέ τινα ἔννοιαν οἱονεὶ μομφῆς κατὰ τῆς ἐνεργείας μου. Καὶ κατὰ πρῶτον μὲν, Κύριοι, πῶς τάχα ἐφαντάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τόσῳ μεγάλην ἐργασίαν, εἰς τὴν ἀνανέωσιν ὅλων τῶν λεβήτων ὅλων τῶν πλοίων τοῦ στόλου; Διότι, Κύριοι, ἐὰν τοῦτο δὲν ἐξετελεῖτο, βεβαίως τὰ πλοῖα ἦσαν καταδεδικασμένα εἰς πλήρη ἀδράνειαν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δηλῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ὥρας τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς ποσῶς δὲν εἶμαι διατεθειμένος ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν ὅλῃ τῇ εὐρύτητι αὐτοῦ. Θέλω ὅμως ἀναπτύξει αὐτὸ εὐθὺς κατὰ τὰς πρώτας συνεδριάσεις μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἵνα παύσωσι φλυαροῦντες οἱ ἀνόητοι καὶ οἱ μοχθηροί. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ τῆς λόγῳ λεβήτων καταστάσεως τῆς θωρακοβάριδος «Βασιλεὺς Γεώργιος», ἐξ ἐκθέσεως, ἥτις διὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ μηχανικοῦ μοὶ ὑπεβλήθη περὶ τῆς καταστάσεως εἰδικῶς τοῦ πλοίου τούτου, θέλω ἀναγνώσει ὀλίγας μόνον γραμμάς. — «6 Μαΐου 1896». Εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀρίστου μηχανικοῦ αʹ τάξεως τοῦ στόλου κ. Λαζαρίμου, ἀξιωματικοῦ, ὅστις οὐδενὸς εἶναι δεύτερος, (ἀναγινώσκει): «Ἐπιθεωρήσας ἐσωτερικῶς τοὺς εἰς τὸ πέρας τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν εὑρισκομένους ἀτμολέβητας τῆς θωρακοβάριδος ταύτης, εὗρον αὐτοὺς ἔτι πλέον ἐξησθενημένους τῆς πρὸ διετίας ἐπιθεωρήσεώς μου, ὡς τοῦτο καταδείκνυται καὶ ἐκ τῆς νέας ἐξ αὐτῶν ἐξαγομένης σκωρίας. Τὰ μέρη δὲ τῶν λεβήτων, τὰ ὑποστάντα τὴν μεγαλειτέραν φθοράν, εἶναι τὰ τῶν φλογοθαλάμων, ἔνθα κεῖνται οἱ βωμοὶ κλπ, εἰς τὰ ὁποῖα μέρη ἡ φθορὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον τὰ πάχη τῶν ἐλασμάτων ἠλαττώθησαν πλέον τοῦ ἡμίσεος, ἀλλὰ καὶ συνδέται τινὲς ἀπεκόπησαν, καὶ ἄλλοι εἰσὶν ἕτοιμοι νὰ ἀποκοπῶσιν.» Ὅστις γνωρίζει ὀλίγην μηχανικὴν, τὰ στοιχεῖα, ἐννοεῖ καλῶς, ὅτι πρόκειται περὶ λεβήτων ἐντελῶς κατεστραμμένων (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Καὶ ἐν τοιαύτῃ (ἐρωτᾷ ὁ μηχανικὸς αὐτὸς ἀξιωματικὸς) τοῦ πλοίου καταστάσει, ὁποίαν μείωσιν θλίψεως ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν ἤδη, ἵνα ἤμεθα ἀσφαλεῖς ἐκ τοῦ κινδύνου τῆς ἐκρήξεως;» Πολλαπλασιάσατε τώρα τὴν ἔκθεσιν ταύτην ἐπὶ ὅλα τὰ πλοῖα τοῦ στόλου, καὶ καμαρώσατε τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ μοὶ παρέδωκαν τὸν στόλον! Στόλον ἄνευ λεβήτων, ἄνευ νέων τηλεβόλων, ἄνευ πυξίδων, ἄνευ ἠλεκτρικῶν προβολέων, ἄνευ ἑκατοντάδος ἀναγκαίων μηχανημάτων, ἄνευ καλωδίων, ἄνευ βαμβακοπυρίτιδος, ἔρημον καὶ ἐγκαταλελειμμένον!
§41Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Βουλευτὰ, μὲ συγχωρεῖτε καὶ πάλιν νὰ σᾶς διακόψω;
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁρίστε.
§43ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς κατηγόρησε κανείς, διότι ἐκάματε τοὺς λέβητας τοῦ «Βασιλέως Γεωργίου»;
§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§45ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς κατηγόρησα. Ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἠλλάξατε τοὺς λέβητας, διότι ἦσαν εἰς κακὴν κατάστασιν. Δὲν σᾶς κατηγόρησα διὰ τοῦτο. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι ἠλλάξατε τὸ σύστημα, καὶ τὸ ἠλεκτρικὸν δὲν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω.
§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. Ὅταν λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία εἶχε τοιαύτην ἔκθεσιν περὶ τοῦ πλοίου αὑτοῦ, ὀρθῶς καὶ δικαίως ἐσκέφθη περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων. Ὁ ἀρχιμηχανικὸς τοῦ στόλου κ. Γιαλούσης ἦτο μὲν ὑπὲρ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων, ἀλλὰ διὰ τοῦ αὐτοῦ συστήματος, τῶν παραλληλεπιπέδων, δυνάμει τῆς γνωμοδοτήσεως ἐκείνης, ἧς τὸ πρωτότυπον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ παρελθοῦσάν τινα συνεδρίασιν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Καὶ αὐτὸς ὅμως ὁ κ. Γιαλούσης ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ ταύτῃ τῆς 17 Ἰουλίου 1896 ἔτους ἔλεγε: «... καὶ οὐχὶ ὑπὲρ ἑτέρου συστήματος κυλινδρικῶν ἀτμολεβήτων, ὅπερ καὶ καλλίτερον εἶναι»! Ὥστε καὶ ἐκεῖνος ἀπεδέχετο ὡς καλλίτερον σύστημα τὸ τῶν κυλινδρικῶν λεβήτων. Ἐπειδὴ ὅμως ὅλοι οἱ ναυπηγικοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ στόλου, οἵτινες βεβαίως συνεζήτουν, προκειμένου περὶ τοιούτων ἐργασιῶν, ἤρξαντο νὰ ταράσσωνται, καὶ νὰ πληροφορῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι, ἐὰν ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Γιαλούση, εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς εἰ ἐρρίπτομεν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν θάλασσαν, τὴν δὲ γνώμην ταύτην, τὴν ἐναντίαν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ κ. Γιαλούση, κυρίως ὑπεστήριξεν ὁ ναυπηγὸς ἀξιωματικὸς κ. Βίμπος, ἐκάλεσα αὐτὸν, ἵνα μοὶ δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας. Ὁ δὲ κ. Βίμπος, μετὰ μακροτάτην προφορικὴν ἀνάπτυξιν, δι’ ἐκθέσεως αὑτοῦ τῆς 18 Ἰουνίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους μοὶ ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Συνεπείᾳ προφορικῆς ὑμῶν διαταγῆς, ἀφορώσης τὸ προτιμητέον σύστημα ἀτμολεβήτων διὰ τὴν θωρακοβάριδα «Β. Γεώργιος», ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ κ. Γιαλούση, ἀναφέρω ὑμῖν εὐσεβάστως, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι τὰ ἐν αὐτῇ ἐπιχειρήματα εἶναι μὲν ἰσχυρὰ, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἐξουδετερώσωσι τὴν ἀπόλυτον ὑπεροχὴν τῶν κυλινδρικῶν λεβήτων, διότι ἐν ἴσῃ θλίψει τὸ βάρος τῶν κυλινδρικῶν εἶναι λίαν μικρότερον τῶν παραλληλεπιπέδων, ὑπόκεινται εἰς ὀλιγωτέρας ζημίας, καὶ προσπορίζουσι μεγαλειτέραν ἀσφάλειαν καὶ ἀντοχὴν, ὡς ἐκ τοῦ σχήματος αὐτῶν κλπ.» (Ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 17627). Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, ἀφοῦ εἶδον αὐτὴν τὴν διάστασιν τῶν δύο αὐτῶν ἀξιωματικῶν, ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ μὴ ἀποφανθῶ αὐθαιρέτως, βασιζόμενος εἰς τὰς ἐμὰς περὶ τούτου ἀσθενεῖς γνώσεις, ὡς ἐβεβαίου προχθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός. Διὰ τοῦτο συνεκρότησα τεχνικὴν ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν κυρίων Γιαλούση ἀρχιμηχανικοῦ, Ἀναστασίου ναυπηγοῦ, Λαζαρίμου μηχανικοῦ αʹ τάξεως, καὶ Παυλίδου ἀνθυποναυπηγοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, συνελθοῦσα εἰς συνεδρίασιν, ἐδιχογνώμησε, μοὶ ὑπέβαλον δὲ δύο ἐκθέσεις, μίαν μὲν οἱ δύο μηχανικοὶ, δι’ ἧς ἐτάσσοντο πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Γιαλούση, ἑτέραν δὲ οἱ δύο ναυπηγικοὶ, οἵτινες ἀπέκρουον τὴν γνώμην τῶν μηχανικῶν καὶ τοῦ κ. Γιαλούση. Ἡ ἔκθεσις τῶν ναυπηγικῶν εἶναι λίαν ἐμπεριστατωμένη, ὡς, ὁμολογῶ, καὶ ἡ ἄλλη. Βεβαίως δὲν θέλω ἐπιχειρήσει ν’ ἀναγνώσω αὐτὴν ἐνώπιον ὑμῶν· ἀλλὰ θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει, ἐλπίζω, ὀλίγας μόνον γραμμὰς ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης τῶν ναυπηγικῶν νὰ συλλέξω, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ πάντα, εἴτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης εἴτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ὄντα, ν’ ἀποφανθῇ ἐν συνειδήσει μετὰ ταῦτα, ἐὰν οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἔχων εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, αὐτοστιγμεὶ δὲν ἤθελε κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ συστήματος τῶν λεβήτων τοῦ «Β. Γεωργίου», τουτέστιν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῶν κυλινδρικῶν, ἐφ’ ᾗ ὅμως προχθὲς δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ μὲ μεμφθῇ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, πρὸς ὃν καὶ σήμερον—παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ ἐννοήσῃ καλῶς τοῦτο—λογαριάζομαι. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ ἔκθεσις τῶν ναυπηγικῶν (ἀναγινώσκει): «Προκειμένου νὰ κατασκευασθῶσι νέοι λέβητες διὰ τὴν θωρακοβάριδα «Β. Γεώργιος», ἐσκέφθημεν, ὅτι καιρὸς ἦτο πλέον νὰ μὴ μένῃ τὸ πλοῖον εἰς τὴν ἀπηρχαιωμένην αὐτοῦ κατάστασιν, διότι, ὡς γνωστὸν, τὸ πλοῖον τοῦτο εἶναι ἀρίστης κατασκευῆς καὶ ἄριστα εὐτυχῶς διατηρεῖται τὸ κυρίως σκάφος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία σοβαρῶς σκέπτεται νὰ καταστήσῃ τὸ πλοῖον τοῦτο ἀξιόμαχον, καὶ οὐχὶ νὰ ἀπατᾶται ὅτι ἔχει πλοῖον, ἐξοδεύουσα ἀρκετὰ, τότε πρέπει νὰ προβῇ πρῶτον εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λεβήτων τῆς χαμηλῆς πιέσεως δύο ἀτμοσφαιρῶν διὰ λεβήτων μεσαίας πιέσεως τεσσάρων ἀτμοσφαιρῶν, καὶ ὡς τοιούτους προτείνομεν τοὺς ἐν τῷ ᾧδε συνημμένῳ σχεδίῳ. Διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης τῆς θερμαντικῆς ἐπιφανείας αὐξάνει ἡ δύναμις τοῦ πλοίου, καὶ χρητιμοποιεῖται καλλίτερον τὸ θερμαντικόν. Πλὴν ὅμως τούτων, τὴν αὔξησιν τῆς πιέσεως εἰς τέσσαρας ἀτμοσφαίρας ἐθεωρήσαμεν ἐπιβεβλημένην, διότι, ὡς ἐπληροφορήθημεν παρὰ τοῦ μηχανικοῦ τοῦ πλοίου κ. Γκέτς, (αὐτὸς, Κύριοι, ἦτο δοκιμώτατος Ἄγγλος μηχανικός, ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στόλῳ ὑπηρετήσας, πολλοὺς διδάξας καὶ πολλὰς τῷ Κράτει παρασχὼν ὑπηρεσίας) ὅστις ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον διηύθυνε τὰς μηχανὰς τοῦ πλοίου τούτου, αὗται συχνότατα εἶχον προσβολὰς ὕδατος, ὅπερ, ὡς γνωστὸν, φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ ἀτμὸς κατὰ τὰς χαμηλὰς πιέσεις. Διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς πιέσεως καὶ τῶν ἄνω μνησθέντων πλεονεκτημάτων ἐπιτρέπεται πλέον ἡμῖν νὰ σκεφθῶμεν περὶ βελτιώσεων, καὶ ὡς τοιαύτην προτείνομεν τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ πυροβολείου κλπ. κλπ. Διὰ τῶν βελτιώσεων τούτων θὰ δύναται πλέον ἡ ὑπηρεσία νὰ λογίζῃ τὸν «Γεώργιον» ὡς πλοῖον ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του, καὶ οὐχὶ ψιλῷ ὀνόματι πλοῖον, σπαταλῶσα πρὸς συντήρησιν ὑλικά!» Καὶ τὸ συμπέρασμα: «Ἐν τέλει συμπεραίνομεν, ὅτι, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία σκέπτηται νὰ δώσῃ νέαν ζωὴν εἰς τὸ πλοῖον τοῦτο, τότε οἱ λέβητες πρέπει ἀφεύκτως νὰ γείνωσι κυλινδρικοί. Ἂν δὲ σκέπτηται νὰ ἀφήσῃ τοῦτο εἰς οἵαν κατάστασιν καὶ μέχρι τοῦδε, μὴ συμβαδίζουσαν μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς, τότε οἱ λέβητες δύνανται νὰ γείνωσι παραλληλεπίπεδοι, μὲ πίεσιν 2 μόνον ἀτμοσφαιρῶν.» «Εὐπειθέστατοι Ἡ ἐπιτροπὴ Ἄγγ. Ἀναστασίου ναυπηγὸς Π. Παυλίδης ἀνθυποναυπηγός.» Ὁ δὲ ναυπηγὸς ἐκ νέου προσθέτει (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Ἀναστασίου φρονεῖ, ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ ὑπηρεσία προτιμᾷ παραλληλεπιπέδους λέβητας τῶν κυλινδρικῶν, προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν τὸ πλοῖον ἐγκατελιμπάνετο εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρίσκεται, ἢ κάλλιον νὰ κατεδικάζετο, πρὸς ἀποφυγὴν δαπανῶν.» Ἄγγ. Ἀναστασίου ναυπηγός.»
§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν, κύριε Βουλευτά;
§48ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀμέσως, κύριε Πρόεδρε. Δὲν ἔχω πολλά. Νομίζω, ὅτι οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς, ἔχων τοιαῦτα ἔγγραφα, ἤθελε προτιμήσει τοὺς λέβητας τούτους, οὓς ἐπροτίμησα καὶ ἐγώ.
§49Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁρίστε νὰ ἀναγνώσητε (προτείνει ἔγγραφόν τι.)
§50ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀνεγνώσαμεν. Εἶναι τὸ πρῶτον, τὸ τοῦ κ. Γιαλούση. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἀποδοκιμάζουσιν. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀπαντῶ. Περίεργον πῶς δὲν μὲ ἐννοήσατε.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ἔχετε πλῆρες δικαίωμα, ἵνα ζητήσητε τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, διὰ τῶν ὁποίων θέλετε νὰ ἀποδείξητε, ὅτι, ἐὰν προέβητε εἰς ἀλλαγὴν συστήματος λεβήτων, ἐναντίον τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ κ. Γιαλούση, ἐπράξατε τοῦτο, βασιζόμενος εἰς ἄλλας ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας εὕρετε καλλιτέρας, ἢ εἰς τὰς ὁποίας ἐδώκατε περισσοτέραν πίστιν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι χρῆσις ἀντιγράφων ἄνευ αἰτήσεως προσαγωγῆς ἐγγράφων δὲν εἶναι τακτική. Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο τακτικώτερον νὰ ζητήσητε, πρὸ πάσης συζητήσεως, τὴν προσαγωγὴν ἐγγράφων; Φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε διετέλεσαν Ὑπουργοί, νὰ φέρωσι φακέλλους ἰδικούς των, ἀντίγραφα δηλαδὴ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅπως ἐπικαλεσθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἐὰν ἐδυστρόπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ παρ’ ὑμῶν ζητούμενα, τότε θὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῆτε κατὰ τῆς δυστροπίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἄλλως θέλομεν φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἰς Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίγραφα ἐγγράφων ἐπισήμων, καὶ τῶν ἀντιγράφων τούτων νὰ γείνῃ χρῆσις, ἀφιεμένου εἰς τὴν κρίσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἂν ἐπιτρέπεται ἢ ὄχι ἡ ἀνακοίνωσις ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τακτικὸν εἶναι νὰ ζητηθῇ ἡ προσαγωγὴ ἐγγράφων, ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἤθελε προσαγάγει ταῦτα, ἡ Βουλὴ θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἂν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Ὑπουργὸς δὲν εὑρίσκει πρέπον, ὅπως ἀνακοινώσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, εἶναι βάσιμοι ἢ ὄχι. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ ἰδιαιτέρως εἰς τὸ ζήτημα, τὸ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς συζητούμενον, φρονῶ ὅτι οὐδὲν δικαίωμα θὰ εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀρνηθῇ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, τῶν ὁποίων ἀντίγραφα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν.
§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ πρῶτον παρακαλῶ ὑμᾶς, εὐθὺς ὡς ἀκούσητε, ὅτι ἐγὼ ἀναγινώσκω ἔγγραφα—ἀντίγραφα βεβαίως, διότι τὰ πρωτότυπα εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ· εἶπον ὅτι εἶναι ἀντίγραφα.
§54ΛΕΒΙΔΗΣ. Προσέξατε. Δὲν πρόκειται νὰ εἴπω ἐκεῖνο, ὅπερ ἐφαντάσθητε.... Εὐθὺς λοιπὸν ὡς ἀκούσητε, ὅτι ἐγὼ ἀναγινώσκω ἔγγραφον δυνάμενον νὰ ἐκθέσῃ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ ὑποδείξητε τοῦτο, ἵνα παύσω ἀναγινώσκων αὐτό. Ἀλλὰ διαβεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα θέλετε ἀκούσει, ἐκ παντὸς ἄλλου ζητήματος δύναται νὰ κινδυνεύσῃ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους, ὡς ἐκινδύνευεν ἡ ἀσφάλεια τῆς πρωτευούσης ἐκ τοῦ κ. Λευκαδίου, ὡς λέγουσιν, οὐδέποτε ὅμως ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐγὼ θέλω ἀναγνώσει.
§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δύνασθε κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀναγινώσκητε ὅμως.
§56ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως. Ἔχετε δίκαιον, διότι δὲν εἶμαι καὶ Ἀναγνώστης. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω ἐγγράφους ἐπερωτήσεις. Καὶ ἔχω ἐπερωτήσεις τινὰς, οὐχὶ βεβαίως 112, ἀλλὰ 13 μόνον. Ἔχετε δίκαιον· κακὸς ὁ ἀριθμός. Εἶναι, βλέπετε, κατὰ μίαν ἑκατοντάδα ὀλιγώτεραι ὅσων ἄλλοτε ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ εἶχεν ὑποβάλει ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργός. Ἔχω λοιπὸν αὐτὸ τὸ σημείωμα ἐδῶ, ὅπερ βεβαίως θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα διευθυνθῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ σημείωμα τοῦτο ἔχει ἀνάγκην ἀναπτύξεώς τινος, λίαν ἄλλως συντόμου, διότι θέλετε ἴδει, ὅτι δὲν θέλω ἀπασχολήσει ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, ἀγορεύω πρὸς διαφωτισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα ἐννοήσῃ τίνα ἔγγραφα ζητῶ νὰ φέρῃ, ὧν νομίζω ἐγὼ ὅτι ἔχω ἀνάγκην. Προβαίνω λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτὴν, ἀπαντῶν πάντοτε εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§57ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἔκαμα ἐπερώτησιν (ἱλαρότης).
§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ οὕτω τὸ ἐξέλαβον (ἱλαρότης). Ἀλλὰ, Κύριοι, παρακαλῶ νὰ μοὶ δωρήσητε ἐπί τινας στιγμὰς τὴν προσοχὴν ὑμῶν, διότι θέλω παρουσιάσει ὑμῖν καὶ ἓν ἄλλο ἔγγραφον, ἐξ οὗ δὲν κινδυνεύει βεβαίως πάντοτε—μὴ ἀνησυχῆτε, παρακαλῶ,—ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους, ἐξ οὗ ὅμως θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐχὶ ἐγὼ, ὁ τέλος πάντων κατοικῶν πλησίον τοῦ Φαλήρου καὶ πλησίον τοῦ Πειραιῶς, καὶ δυνάμενος νὰ γνωρίζω τοὐλάχιστον τί πρᾶγμα εἶναι ἡ θάλασσα, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ συμπολῖται πλέον τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὧν πολλοὶ οὐδέποτε εἶδον τὰ κύματα τῆς θαλάσσης, ἐὰν ἐτύγχανον νὰ ἦναι Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν, (ἱλαρότης) βεβαίως ἤθελον κηρυχθῆ ὑπὲρ τῶν κυλινδρικῶν λεβήτων (γέλωτες), μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ τοῦ στόλου κ. Γιαλούση καὶ τοῦ νῦν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ. Διατί; Διότι ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐργασία προγενεστέρα, ἡ τοῦ 1893 ἔτους, ἐν ᾗ τί λέγεται; (ἀναγινώσκει): «Οἱ λέβητες, οἵτινές εἰσι παλαιοὶ καὶ παραλληλεπίπεδοι χαμηλῆς πιέσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνανεωθῶσι, θὰ ἦτο ἑπομένως ὀρθὸν, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἀντικαθίστα τούτους δι’ ἑτέρων ἀτμολεβήτων κυλινδρικῶν (ἀκούετε;) μεσαίας πιέσεως, οἵτινες ἕνεκα τῆς μεγαλειτέρας αὐτῶν θλίψεως καὶ τὴν ταχύτητα τοῦ πλοίου θὰ ηὔξανον, καὶ οἰκονομίαν εἰς τὴν καύσιμον ὕλην θὰ ἐπέφερον. Ὁ φωτισμὸς τοῦ πλοίου θὰ κατασταθῇ δυνατὸς μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λεβήτων, ὅτε διὰ τῆς ἀνωτέρας θλίψεως θὰ δύναται ἐπαρκῶς νὰ λειτουργῇ ἠλεκτρικὴ μηχανή.» Τίτλος τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης: «Περὶ θωρακοβάριδος Γεωργίου». Ὥστε ὑπάρχει, βλέπετε, καὶ ἔκθεσις τοῦ 1893 ἔτους!
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τίνος εἶναι ἡ ἔκθεσις αὕτη;
§60ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι ἔχουσιν ὑπογράψει;
§61ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖοι νομίζετε;
§62ΠΟΛΛΟΙ. Ποῦ νὰ ἠξεύρωμεν;
§63ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὰ ἐδῶ σᾶς θέλω! (γέλωτες) Οἱ Γορτύνιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶδον ποτὲ θάλασσαν; Ὁ Γιαλούσης, ὁ μακαρίτης ὁ Μπότσαρης, ὁ Βίμπος, ὁ Ἀναστασίου!! (γέλωτες). Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Γιαλούσης πρὸ δύο μόλις ἐτῶν τότε εἶχε γνωμοδοτήσει ὑπὲρ τῶν κυλινδρικῶν λεβήτων. (Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν). Ὁρίστε, ἐὰν τὴν θέλετε (δεικνύει τὴν ἔκθεσιν).
§64ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔχει λυθῆ. Οἱ κυλινδρικοὶ θεωροῦνται πάντοτε καλλίτεροι.
§65ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, Κύριοι, ἀντικατεστάθησαν οἱ παραλληλεπίπεδοι λέβητες διὰ τῶν κυλινδρικῶν, διότι οὐδεὶς σπουδαῖος ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπενεχθῶσι βελτιώσεις ῥιζικαὶ ἐπὶ πλοίου τινὸς, ἐν τῇ ἐποχῇ ταύτῃ τῆς προόδου, εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ἀπηρχαιωμένον σύστημα λεβήτων. Εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐμφανισθῇ ἐξαίφνης ἐνταῦθα καμμίαν ἡμέραν καὶ ζητήσῃ νὰ ὁπλίσῃ τὸν στρατὸν διὰ καρυοφυλλίων (γέλωτες). Λοιπὸν οὐδεμίαν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὑπέχει εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἀντικαταστάσει τῶν παραλληλεπίδων λεβήτων τοῦ «Γεωργίου» διὰ κυλινδρικῶν. Ἐξ ἐναντίας χάρις πρέπει νὰ ὀφείληται αὐτῇ ἐπὶ τῷ ὅτι πλοῖον, περὶ οὗ ὁ μηχανικὸς ἀξιωματικὸς, ὁ ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη διοικῶν αὐτὸ, εἶχεν ἀποφανθῆ, ὅτι εἶναι πλοῖον καταδεδικασμένον εἰς θάνατον, διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου κατωρθώθη, τὸ σαπιοκάραβο ἐκεῖνο, ὅπερ μετὰ μεγίστου κινδύνου ἐξετέλει πλόας, Κύριοι, ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Ναυστάθμου, νὰ γένηται πλοῖον πολεμικὸν, βεβαίως λόγῳ κινήσεως τουλάχιστον τῶν μηχανῶν.
§66Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τόσον δὲ, ὥστε κατωρθώθη—καὶ πληροφορῶ περὶ τούτου τὴν Βουλὴν—ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀκίνητον καὶ δὲν δύναται νὰ κινηθῇ.
§67ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλὲ, τί λέγετε! Ἰδέα σας θὰ ἦναι καὶ αὐτὴ, κύριε Ὑπουργέ.
§68ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία τὸ λέγει.
§69ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ ἔχητε τοσαύτην πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ὑπηρεσίαν, ὅταν μόνος ὑμεῖς δὲν δύνασθε νὰ λαμβάνητε γνῶσιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων.
§70ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν ναύαρχον. Πολίτης εἶμαι μὲ ψηλὸ καπέλλο.
§71ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ μὲ χαμηλό. (γέλωτες). Αὐτὸ, Κύριοι, ἦτο τὸ ζήτημα, τὸ πρῶτον μέρος τουτέστι τῆς ἀπαντήσεώς μου εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλά, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς,— λοιπὸν δυστυχοευτυχῶς,—ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν περιωρίσθη εἰς ταῦτα μόνον. Ὡμίλησεν, οὐ μόνον κατηγορῶν ἐμοῦ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ συστήματος τῶν λεβήτων τοῦ πλοίου τούτου, ἀλλὰ καὶ μεμφόμενος τὸ ἠλεκτρικὸν σύρμα, οὗτινος προμήθειάν τινα μικράν, 750 δραχμῶν, εἶχον ἐγὼ ἐνεργήσει ἐκ τοῦ ἐνταῦθα ἠλεκτρικοῦ καταστήματος τοῦ δεδοκιμασμένου ἠλεκτρολόγου κ. Κωνσταντίνη. Διότι πρέπει νὰ καταστήσω γνωστὸν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τὰ μὲν ἠλεκτρικὰ μηχανήματα τῶν τριῶν θωρηκτῶν εἶχε παραγγείλει εἰς τὴν ἐν Παρισίοις ἑδρεύουσαν ἑταιρείαν, τὴν γνωστοτάτην εἰς ὅλον τὸν κόσμον, τῶν κυρίων Sauter-Harlé et Cie, τὰ δὲ ἠλεκτρικὰ μηχανήματα τοῦ «Μιαούλη» καὶ τοῦ «Γεωργίου», ἐπειδὴ ἡ ἐν λόγῳ ἑταιρεία ἐζήτει μεγάλας τιμάς, προέκρινε νὰ κατασκευασθῶσι μὲν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, δι’ ἐγχωρίου ὅμως συναγωνισμοῦ· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συναγωνισμὸς εἶναί τι δυσχερέστατον, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ τοσοῦτον λεπτεπιλέπτων ἔργων. Προεκλήθη λοιπὸν συναγωνισμὸς περὶ κατασκευῆς τῶν ἠλεκτρικῶν μηχανημάτων τοῦ «Γεωργίου» καὶ τοῦ «Μιαούλη», δι’ ἐνσφραγίστων—σημειώσατε καλῶς—προσφορῶν. Παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὸν τρόπον τοῦ συναγωνισμοῦ. Δὲν ἠξεύρω διατί, μοὶ εἶχεν ἐπέλθει ἡ ἰδέα, ὅτι προέκειτο περὶ τοιούτων ἔργων, νὰ παρίσταμαι κατὰ τοὺς συναγωνισμούς. Λοιπὸν παρέστην καὶ εἰς αὐτόν. Μεταξὺ τῶν μειοδοτῶν προσέφερε τιμὴν καὶ ὁ ἠλεκτρολόγος, ὡς εἶπον, κ. Κωνσταντίνης, περὶ οὗ μετὰ λοιδορίας ὡμίλησε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργός...
§72ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι μετὰ λοιδορίας.
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως εἶναι λίαν ἀξιόλογος ἄνθρωπος καὶ ἀξιότιμος,—διότι τυγχάνει νὰ τὸν γνωρίζω.
§74ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Καὶ ἐντιμότατος.
§75ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι δημότης τοῦ δήμου Ζακύνθου.
§76ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Μάλιστα.
§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤκουσα ὅμως, ὅτι εἶναι καὶ δημότης Ἀθηναίων. Καὶ βεβαιῶ σήμερον, ὅτι πραγματικῶς εἶναι δημότης Ἀθηναίων. Μὴ νομίζετε, ὅτι λέγω ταῦτα ἄνευ σκοποῦ, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἔχω λόγον τινά, οὗ ἕνεκεν ἐπιμένω εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς δημοτικότητος τοῦ κ. Κωνσταντίνη. Ἠνεῴχθησαν λοιπὸν οἱ φάκελλοι, καὶ εὑρέθη μειοδότης ὁ κ. Κωνσταντίνης. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νομίζω,—ἂν ἐπλανήθην, εἰμὶ ἕτοιμος νὰ ὁμολογήσω τὴν πλάνην μου,—ὑπέδειξε προχθὲς, ὅτι ἡ προμήθεια αὕτη ἐδόθη τῷ κ. Κωνσταντίνῃ, ἴσως δῆθεν διότι ἦτο δημότης Ἀθηναίων...
§78ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποτέ!
§79ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχει καλῶς... Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἀφοῦ ἠνεῴχθησαν οἱ φάκελλοι, εἶπον τοῖς συναγωνισθεῖσι: «Κύριοι, αὐτὸ τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν κινδύνῳ οἰκονομικῷ, ὑμεῖς δὲ ἐστὲ πολῖται Ἕλληνες. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν—νὰ βεβαιωθῶ ὅμως προηγουμένως παρ’ ὑμῶν, ὅτι δὲν θέλετε ἐγείρει ἀξίωσιν κατὰ τοῦ Δημοσίου,—ἀφοῦ ἠνεῴχθησαν οἱ φάκελλοι, καὶ βεβαίως ἡ προμήθεια θέλει κατακυρωθῇ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ κ. Κωνσταντίνη, ὡς μειοδοτήσαντος,— μοὶ δίδετε λοιπὸν τὴν ἄδειαν νὰ ἐνεργήσω ἐνταῦθα, παρόντων ὑμῶν, καὶ ἀνοικτὸν συναγωνισμόν;» Αὐτοὶ ἔμειναν ἐμβρόντητοι. Ἀλλὰ πρὶν ἀπαντήσωσιν, ἐγὼ ἐκήρυξα προφορικὸν ἀνοικτὸν συναγωνισμόν· συνεπείᾳ δὲ τριμαχίας, τετραμαχίας, μεταξὺ αὐτῶν, κατωρθώθη ἡ τιμὴ τῆς ἐργασίας ταύτης νὰ ἐκπέσῃ μετὰ τοὺς ἀνοιχθέντας φακέλλους κατὰ 2,800 δραχμάς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐπειδὴ περὶ τούτου ἐπηρωτήθην καὶ ἐπερωτῶ, νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔγγραφα.
§80ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀνακριβέστατον.
§81ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἅμα ἀποδειχθῇ, τότε τὸ πέρνω ’πίσω (γέλωτες). Ἀλλ’ ἐστὲ βέβαιος, ὅτι θέλετε πάθει ὅ,τι καὶ μὲ τοὺς κυλινδρικοὺς λέβητας. Δὲν ἔχει οὕτω; Ἀναμφιλέκτως.
§82Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπειδὴ μὲ ἐρωτᾶτε, σᾶς ἀπαντῶ. Ἐκάματε τὴν δημοπρασίαν δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν. Εἰς τὴν δημοπρασίαν ἔλαβον μέρος ὁ Κωνσταντίνης καὶ δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι. Τελευταῖος μειοδότης δὲν ἦτο ὁ Κωνσταντίνης· ἦτο κἄποιος ἄλλος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι,—Θὰ σᾶς φέρω τὸν φάκελλον,—ὁ δὲ σύντροφος τοῦ Κωνσταντίνη, ἀφοῦ ἠνεώχθησαν οἱ φάκελλοι, καὶ ἔλαβε γνῶσιν τῆς τελευταίας προσφορᾶς, ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ λέγει: «Κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε, διότι ἐβράδυνα νὰ ἔλθω· δὲν ἐπρόφθασα, καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε τὴν προσφοράν μου». Καὶ ἐδέχθητε αὐτήν, καὶ ἔγεινε τελευταῖος μειοδότης ὁ σύντροφος τοῦ Κωνσταντίνη, ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, ἠνεώχθησαν οἱ φάκελλοι ἐνώπιον τῶν ἄλλων.
§83ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ δίδεται τὴν ἄδειαν νὰ ἐρωτήσω καὶ ἐγώ; (ἱλαρότης). Καὶ ἂν ἐγένοντο ταῦτα, ἅπερ ἀρνοῦμαι, ὅταν ἠνεώχθησαν οἱ φάκελλοι, ἡ τιμή, ἣν εἶχε προσφέρει ὁ κ. Κωνσταντίνης, δὲν ἦτο κατωτέρα τῶν τιμῶν τῶν ἄλλων;
§84ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διότι εἴχετε τὴν διάθεσιν νὰ τὴν κατακυρώσητε εἰς τὸν Κωνσταντίνην.
§85ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ἡ προσφορὰ Κωνσταντίνη ἦν κατωτέρα τῆς τῶν ἄλλων, καὶ ἐὰν συνέβη αὐτὸ, ὅπερ λέγετε, τί κατωρθώσαμεν; Νὰ ἐκπέσῃ ἔτι κατωτέρω ἡ τιμὴ κατὰ 2,800 δραχμὰς διὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ. Κωνσταντίνη. Ἐγὼ, Κύριοι, τῷ ὄντι εἶναι δυνατὸν νὰ πλανῶμαι περὶ πολλὰ ζητήματα, διότι δὲν πρόκειται νὰ διαδεχθῶ τὸν ἑτοιμοθάνατον Πάπαν, τὸν ἀλάθητον· ὁμολογῶ λοιπὸν, ὅτι πολλάκις πλανῶμαι· πιστεύω ὅμως, ὅτι ὅσοι ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηνται ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θέλουσιν ἐνθυμηθῆ, ὅτι, ὁσάκις ἀγορεύω περὶ συγκεκριμένων πραγμάτων, βασίζομαι πάντοτε ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων, —ἐνθυμηθῆτε, παρακαλῶ, πόσον πρὸ ὀλίγου τὰ ἐπίσημα ἔγγραφά μου εἶχον ταράξει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς—καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρω μάρτυρας ἄλλους καὶ ἐξωτικούς. Ὑμεῖς πάντες πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, ὅτι ὅσα εἶχε βεβαιώσει προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῶν λεβήτων τοῦ «Γεωργίου», πειθόμενος εἰς δολίας ἢ πεπλανημένας εἰσηγήσεις τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἀπεδείχθησαν ὅλα ἐσφαλμένα καὶ ἕωλα, καὶ ἀντεστράφησαν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἤνεγκον αὐτὰ ἐνταῦθα. Διότι ἔχομεν τὸν κ. Γιαλούσην, οὗτινος ἐπιδεικνύω ὑμῖν τὴν γνωμοδότησιν...
§86ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἔκθεσίν του.
§87ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Γιαλούσης εἶναι σήμερον ἀπόστρατος, πειθαρχικώτατος ἀξιωματικὸς, πεπαιδευμένος, κάτοχος δὲν ἠξεύρω πόσων γλωσσῶν· δύναται νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ καὶ τὰ δώδεκα εὐαγγέλια (ἱλαρότης) εἰς ὅλας τὰς γλώσσας τοῦ κόσμου. Καὶ εἶναι μὲν ἀπόστρατος, ἀλλὰ διατελεῖ ἀξιωματικὸς ὑμῶν, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ γελωτοποιῆται ὁ κ. Γιαλούσης, κύριε Ὑπουργὲ, διότι μὲ τιμᾷ καὶ διὰ τῆς φιλίας αὐτοῦ. Ἀλλὰ λέγω ὑμῖν καὶ πάλιν, ὅτι ὁ κ. Γιαλούσης ἐγνωμοδότησεν οὕτω κατὰ τὸ 1896 ἔτος· ἀντιθέτως ὅμως ἐγνωμοδότησαν οἱ ναυπηγοὶ τοῦ στόλου, καὶ ἐπὶ πλέον αὐτὸς οὗτος εἶχε συμφωνήσει πρὸς αὐτοὺς κατὰ τὸ 1893 ἔτος. Λοιπὸν παρακάτω. Καὶ ἵνα μὴ χρονοτρυβῶμεν, ἂς προχωρήσωμεν. Ὁ κ. Κωνσταντίνης χαρακτηρίζεται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀκόμη, ὡς ἄνθρωπος μὴ ἔχων γνῶσίν τινα, μηδὲ τὴν ἐλαχίστην, περὶ τῶν πραγμάτων τούτων. Ἐνῷ, Κύριοι, εἶναι πτυχιοῦχος τῆς ἐνταῦθα Τηλεγραφικῆς Σχολῆς, εἶναι διδάκτωρ τῶν φυσικομαθηματικῶν ἐπιστημῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι πτυχιοῦχος μηχανικὸς τῆς Ἀνωτέρας τῆς Τηλεγραφίας καὶ τοῦ Ἠλεκτρισμοῦ Σχολῆς τῶν Παρισίων. «Πῶς ταῦτα γνωρίζετε;» θέλετε ἴσως μοὶ εἴπει. Διότι, ἐπειδὴ προέκειτο περὶ σπουδαίας καὶ λεπτῆς ἐργασίας, ἠθέλησα τότε νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Κωνσταντίνης ἐκέκτητο τὰ προσόντα, ἵνα συναγωνισθῇ, καὶ εἶχον λάβει ἑπομένως ἔκτοτε ὑπὸ σημείωσιν ὅλους τοὺς τίτλους αὐτοῦ. Εἶχε μάλιστα ἔλθει καὶ μὲ ἄλλον τίτλον, μὲ τὸ ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 243 τῆς 30 Δεκεμβρίου τοῦ 1866 ἔτους τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων, ὑφ’ ἧς καὶ ἀνεγνωρίζετο ὡς πτυχιοῦχος τῆς ἐν Παρισίοις Τηλεγραφικῆς Σχολῆς, καὶ ὡς ἐργολάβος δι’ ἔργα τηλεγραφικὰ «οἱασδήποτε ἀξίας». Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνα ταῦτα. Ἐκράτησα ἀντίγραφον καί τινος σπουδαιοτάτου πιστοποιητικοῦ· μετ’ ὀλίγον δὲ θέλετε ἀκούσει διατὶ χαρακτηρίζω τοῦτο ὡς σπουδαιότατον. Καὶ ἰδοὺ αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 18)30 Ἰουλίου 1889. Τῷ κ. Α. Κωνσταντίνῃ, Μηχανικῷ ἠλεκτρολόγῳ καὶ μηχανικῷ τῶν τηλεγράφων. Εἰς Ἀθήνας. «Εἰμὶ λίαν εὐτυχής, δυνάμενος νὰ βεβαιώσω, ὑμᾶς, ὅτι ἀείποτε τὰ μέγιστα ηὐχαριστήθην ἐκ τῆς εἰδικότητος ὑμῶν ὡς πρὸς τὰ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ, καὶ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ ἐξεπληρώσατε πάσας τὰς ἐντολάς, τὰς ἀνατεθείσας ὑμῖν... Εὐχαριστῶ ἄρα ὑμᾶς ἐν ὀνόματι τῆς Ἑταιρείας ἐπί τε τῷ ζήλῳ καὶ τῇ ἀφοσιώσει, δι’ ὧν δὲν ἐπαύσατε φροντίζοντες κλπ.» «Ἐν ὀνόματι τῆς Ἑταιρείας Ὁ Διευθυντής.» Ποίας Ἑταιρείας; καὶ τίς ὁ Διευθυντής; Τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν, καὶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Μάτσα! τοῦ συναδέλφου ἡμῶν, καὶ φίλου ὑμῶν, κύριοι Ὑπουργοί. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀνθρώπου μὴ κεκτημένου ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἵνα ἐμφανισθῇ πρὸς συναγωνισμὸν, καὶ δὴ τοιοῦτον εἰδικῶς, ὡς ἠθελήσατε νὰ ἀφήσητε νὰ ὑπονοηθῇ. Καὶ τώρα; Σᾶς τὸ χαρίζω καὶ αὐτό. Ἄλλο. Τῷ ὄντι, ἀφοῦ ἡ ἐργασία κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ κ. Κωνσταντίνη, συνετάχθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5089 συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν κ. Ρουσοπούλου,—οὗτινος ἀντίγραφον παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,—ὁ δὲ κ. Κωνσταντίνης ἔγραψεν εἰς Γαλλίαν ἀμέσως, ἵνα ἐκτελεσθῇ ἡ παραγγελία. Πρὸς ποίους τώρα ἔγραψε; Τάχα πρὸς ἀγνώστους καὶ ἀπείρους; Πρὸς τὸ ἐν Παρισίοις παγκοσμίου φήμης μέγα Κατάστημα Barbier-Benard, τὸ ἁμιλλώμενον, καὶ λόγῳ ἐργασιῶν καὶ λόγῳ ἀξίας, πρὸς τὴν ἑτέραν τῶν τοιούτων ἑταιρειῶν, πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις ἐπίσης Sauter-Harlé et Cnie. Τοὺς Barbier-Benard καλῶς γνωρίζετε οἱ ἔχοντες τοιαύτας ὑποθέσεις· εἶναι ἡ ἑταιρεία, ἧς καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι πελάτης, διότι ἐκ ταύτης προμηθευόμεθα τοὺς φανοὺς τῆς ὑπηρεσίας τῶν φάρων καὶ τῶν φανῶν. Εὐθὺς ὡς ἡ Ἑταιρεία ἔλαβε τὴν παραγγελίαν παρὰ τοῦ κ. Κωνσταντίνη, ἀμέσως ἔγραψε πρὸς αὐτόν, ὅτι τὰ μὲν ἠλεκτρικὰ μηχανήματα τοῦ «Μιαούλη» καλῶς ὑπελογίσθησαν μὲ πίεσιν 5 ἀτμοσφαιρῶν, ἀλλὰ τὰ μηχανήματα τοῦ «Γεωργίου» κακῶς ὑπελογίσθησαν μὲ πίεσιν 2 ἀτμοσφαιρῶν, ὅτι δὲ πρέπει ἡ πίεσις καὶ αὐτῶν νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 5 ἀτμοσφαίρας, διότι ἄλλως ἔσονται ἀκατάλληλα, θέλουσι δὲ παρέχει πράγματα κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῶν. Σημειώσατε καλῶς, ὅτι οἱ ὅροι τῶν συμφωνιῶν, περὶ ὧν ποιεῖται λόγον ἡ διακήρυξις ἡμῶν (Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, Παραρτήματος τεῦχος Γʹ τῆς 24 Δεκεμβρίου 1896), ἐγένοντο συνεπείᾳ προπαρασκευαστικῆς μελέτης ὑπὸ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης. Ὁ κ. Κωνσταντίνης τὴν μακρὰν ἔκθεσιν τῶν κυρίων Barbier-Benard, ἐνισχυομένην μάλλιστα διὰ χωρίων σπουδαιοτάτων Γάλλων ἠλεκτρολόγων, ὑπέβαλε τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἣν καὶ εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν ἡ ὑπηρεσία ἡ εἰδικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἐνεφανίσθησαν λοιπὸν ἐνώπιόν μου οἱ εἰδικοί, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Κωνσταντίνης ἐπὶ τῇ βάσει τεχνικωτάτης καὶ ἐπιστημονικωτάτης ἐκθέσεως τῶν Barbier-Benard, ἣν καὶ αὐτοὶ ὡς ὀρθοτάτην δέχονται, προτείνει τῷ Ὑπουργείῳ νὰ αὐξήσῃ ἡ πίεσις τῶν ἀτμοσφαιρῶν τοῦ «Γεωργίου» ἀπὸ 2 εἰς 5, ὡς εἶχεν ὁρισθῆ ἡ πίεσις καὶ διὰ τὸν «Μιαούλην». Ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουδούρης καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος, καὶ ἐγὼ καὶ οἱοσδήποτε μάχιμος ἀκόμη ἀξιωματικός, ὅταν ἡ εἰδικὴ τεχνικὴ ὑπηρεσία ὁμιλῇ, αὐτὸς καλὸν εἶναι νὰ σιωπᾷ. Εὐτυχῶς δ’ ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι οὔτε αὐτός, οὔτε οἱ πρώην Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ ὑπέχωσιν εὐθύνην τινὰ ἐπὶ ἔργοις καθαρῶς τεχνικοῖς, ὅταν ἐξήντλησαν ὅλα τὰ μέσα, τὰ ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιμελείας καὶ τῆς προσοχῆς. Εἶπον, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν Barbier-Benard ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν τὰ ἠλεκτρικὰ μηχανήματα κατασκευασθῶσιν ὑπὸ πίεσιν 2 ἀτμοσφαιρῶν, θέλουσι παράσχει πολλὰ πράγματα τῷ πλοίῳ, οὗτινος τὰς διαστάσεις, ὡς καὶ τὰς τῆς μηχανῆς καὶ τὰς τῶν λεβήτων, εἶχεν ἀναγγείλει βεβαίως ὁ κ. Κωνσταντίνης τῇ ἐν λόγῳ Ἑταιρείᾳ. Διότι αἱ διαστάσεις τοῦ τε πλοίου, τῆς μηχανῆς καὶ τῶν λεβήτων εἰσὶν ἀναγκαῖαι πρὸς ὁρισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς πιέσεως εἰς ἀτμοσφαίρας, ἐπειδὴ ἡ ἔντασις τῶν λεβήτων, οἵτινες χρησιμεύουσι πρὸς παραγωγὴν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, ποικίλλει βεβαίως, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀτμοσφαιρῶν. Ὁ χῶρος ἄρα τοῦ πλοίου εἶναι ζήτημα οὐσιωδέστατον. Ὁ κ. Κωνσταντίνης ἀπηύθυνε τῷ Ὑπουργείῳ τὴν ἐν λόγῳ ἀναφορὰν αὑτοῦ τῇ 26 Μαρτίου 1897 ἔτους, δηλαδὴ ἡμέρας δέκα πρὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ πολέμου. Καίτοι δὲ βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ τότε ἦτο βεβαρυμένη ἐκ πολλῶν, ποικίλων καὶ σπουδαίων ἐργασιῶν, ὅμως ἐφροντίσαμεν, ὡς ἠκούσατε ἤδη, ὅπως ζητήσωμεν ἐπανειλημμένως τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἣν καὶ ἐκτιμήσαντες ἐξετελέσαμεν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ καὶ ἄλλα δύο ἔγγραφα, οὐχὶ χάριν ἐμοῦ, ἀλλ’ ἵνα ἐξαγάγω αὐτὸν ἐκ βαθυτάτης πλάνης, εἰς ἣν ἐν τῇ ἀθωότητι αὑτοῦ ὑπέπεσε. Διότι ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν προκληθεῖσαν ἐκείνην συζήτησιν, ὅτε ἐγὼ ἠγέρθην ἐκεῖθεν, ἐκ τοῦ ὄρους, (δεικνύει τὴν εἰς τὰ ἀνώτερα ἑδώλια θέσιν του ἐν τῇ αἰθούσῃ) καὶ ἠγόρευσα, κἄποιος ἐκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν ὄπισθεν τῆς εὐλογημένης αὐτῆς στήλης, καὶ ὡμίλησε πρὸς αὐτόν· ὅτε δ’ ἐπανῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐνεφανίσθη πλήρης θάρρους, ἕνεκα τῶν πληροφοριῶν, ἃς τῷ ἔδωκαν, ἵνα μὲ ἀποστομώσῃ, καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς: «ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἄν ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν μοὶ δίδει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἶναι ἀκριβὴς, ἡ παραλαβὴ ἐγένετο ἐπὶ τῇ ὑπουργίας σας, καὶ τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν νομικὸν σύμβουλον εἶναι ἀπὸ σᾶς.» Λοιπὸν παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ καταθέσῃ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα ἀποδείξῃ οὐχὶ διὰ τῶν κρυπτομένων ὑπαλλήλων ὄπισθεν τῆς στήλης, ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐπισήμως, ἂν ἡ παραλαβὴ τῶν 300 ἐκείνων μέτρων τοῦ κακοῦ, ὡς λέγουσι, καλῳδίου, ἀξίας δὲ 750 δραχμῶν, ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ, καὶ ἂν ἐγὼ ἀπηύθυνα δῆθεν τὸ ἔγγραφον εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον, δι’ οὗ ἠρώτων, ἂν τὸ ἐν λόγῳ καλῴδιον ὑπεχρεούμην νὰ δεχθῶ. Διότι βεβαίως καὶ ἡ παραλαβὴ καὶ τῶν ἠλεκτρικῶν μηχανημάτων τοῦ «Γεωργίου» καὶ τοῦ καλῳδίου ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Ράλλη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· ἐὰν δὲ εἶναι ἐνταῦθα, ἂς μὴ ἀνησυχήσῃ, διότι οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην καὶ αὐτὸς, ὡς θέλετε πεισθῆ μετ’ ὀλίγον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ μηχανὴ αὐτὴ, ἡ μὴ λειτουργήσασα ἐν τῷ «Γεωργίῳ», εἶναι ἄχρηστος; Ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐτοποθετήθη ἐν τοῖς συνεργείοις τοῦ Ναυστάθμου, πρὶν ἢ δὲ τοποθετηθῇ ἐκεῖ, ἐλειτούργει ἐν τῇ Ὑποβρυχίῳ Ἀμύνῃ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ζημίας, ἣν ὑπέστη τὸ Κράτος ἐξ ἀχρήστου πράγματος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένος καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ μηχανὴ αὕτη εἶναι δῆθεν ἀκατάλληλος διὰ τὸν «Γεώργιον»· καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῶν προσώπων, ἅτινα ἐγνωμοδότησαν περὶ τῆς σχετικῆς ἀνικανότητος τῆς μηχανῆς, διότι ὑποπτεύω, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα θὰ εἶναι οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες διεφώνησαν πρὸς τοὺς ναυπηγοὺς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς συστήματος τῶν λεβήτων τοῦ «Γεωργίου», ἢ τέλος πάντων μηχανικοὶ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες ἀδιακόπως διαφωνοῦσι πρὸς τοὺς ναυπηγικούς. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη πρὸς στιγμὴν δεχθῶ, ὅτι ἡ μηχανὴ ἡ ἠλεκτρικὴ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐν τῷ «Γεωργίῳ», πάλιν ὁ τότε Ὑπουργὸς δὲν ὑπέχει εὐθύνην δι’ ἔργα τεχνικὰ, ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ περιορισμοὺς ἄρτι ἔλεγον. Μήπως δὲν δύναται νὰ τοποθετηθῇ ἐν τῷ «Γεωργίῳ» ἐλλείψει χώρου; Μήπως λοιπὸν ἡ ἠλεκτρικὴ αὕτη μηχανή, ὡς καὶ πᾶσα ἠλεκτρικὴ μηχανὴ πλοίου, ἐπειδὴ ἔχει ἀνάγκην ἰδίου λέβητος, τούτῳ τῷ λόγῳ, ἤτοι ἐλλείψει χώρου πρὸς τοποθέτησιν ἰδίου λέβητος, δὲν δύναται νὰ τοποθετηθῇ ἐν τῷ «Γεωργίῳ»; Δέον δὲ νὰ ἔχωσιν αἱ ἠλεκτρικαὶ μηχαναὶ ἴδιον λέβητα, διότι γελοῖον ἔσεται, ὅταν τὸ πλοῖον δὲν πλέῃ, καὶ πολυδάπανον ἅμα, νὰ ἐργάζωνται οἱ κυρίως λέβητες τοῦ πλοίου, οἱ τῆς κινήσεως ὑπὲρ τῶν ἠλεκτρικῶν μηχανημάτων. Ἢ μήπως ὑπάρχῃ ἄλλη τις αἰτία, ἄγνωστος ἡμῖν; Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, ἡ ἀχρηστία τῆς μηχανῆς διὰ τὸν «Γεώργιον» προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐδέχθη τὴν γνώμην τῶν Barbier-Benard πρὸς αὔξησιν τῆς πιέσεως ἀπὸ 2 εἰς 5 ἀτμοσφαίρας; Καὶ τότε ὅμως πάλιν ὑπέχει τὴν εὐθύνην ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ οὐχί, Κύριοι. Διότι, ὅσῳ ἡ πίεσις εἶναι ἐλάσσων, τόσῳ αἱ διαστάσεις τῆς μηχανῆς εἰσὶ μείζονες. Ἄρα, ἐὰν ἡ πίεσις ἔμενε μὲ 2 ἀτμοσφαίρας, ἤθελεν ἀπαιτηθῆ εὐρύτερος χῶρος πρὸς τοποθέτησιν. Ἐπαναλαμβάνω, ἂν ἦναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἠλεκτρικὴ μηχανὴ ἡ διὰ τὸν «Γεώργιον» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετηθῇ ἐντὸς τοῦ πλοίου ἐλλείψει χώρου, ἂν κατεσκευάζετο ὑπὸ πίεσιν 2 ἀτμοσφαιρῶν, οὐχὶ δὲ 5, πολὺ περισσότερον δὲν ἤθελεν ὑπάρχει χῶρος ἐν τῷ πλοίῳ, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι, ὅσῳ ἡ πίεσις εἶναι μικροτέρα, τοσούτῳ περισσότερος χῶρος ἀπαιτεῖται πρὸς τοποθέτησιν τῆς μηχανῆς. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι ὅλως μηχανικὸν, καὶ βεβαίως πλεῖστοι τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ἔχοντες γνώσεις εἰδικὰς, θέλουσιν ἐν τῇ συνειδήσει αὑτῶν ἀποφανθῆ, ὅτι ταῦτα, ὅσα λέγω, εἰσὶν ἀληθῆ. Πληροφορῶ δὲ τώρα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ παραγγελία ἀνετέθη τῷ κ. Κωνσταντίνῃ οὐχὶ ἀντὶ 39,000 δραχμῶν, ὡς ἰσχυρίζετο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἀντὶ 46,000. Μετ’ ἐμὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀνέλαβεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Ράλλης. Ἐνῷ δὲ ὁ κ. Κωνσταντίνης διέτριβεν ἐν Γαλλίᾳ χάριν τῶν ἠλεκτρολογικῶν αὑτοῦ ὑποθέσεων, ἤρξατο ἡ παράδοσις τῶν ἐξαρτημάτων τῆς ἐν λόγῳ ἠλεκτρικῆς μηχανῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Ὥστε ποῦ Νικόλαος Λεβίδης, βουλευτὴς Ἀττικῆς, Ὑπουργὸς Ναυτικῶν, εἰς ὃν παρεδόθησαν δῆθεν καὶ τὸ μηχάνημα καὶ τὰ ἐξαρτήματα, ὡς ἐβεβαίωσαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν οἱ ὄπισθεν τῆς στήλης τῆς Βουλῆς ὑπάλληλοι τῆς ὑπηρεσίας; Ἤρχισαν λοιπὸν νὰ παραδίδωνται οἱ λαμπτῆρες, τὰ οἰνοπνεύματα, οἱ ξύλινοι πήχεις, τὰ ὑποστηρίγματα τῶν λαμπτήρων, καὶ ὅλα τὰ παρακολουθοῦντα τὴν τοποθέτησιν οἱασδήποτε ἠλεκτρικῆς μηχανῆς, μεταξὺ δὲ αὐτῶν παρεδόθη καὶ τὸ καλώδιον, οὗτινος ἡ ἀξία, κατὰ τοὺς πίνακας, οὓς προχθὲς εἴδομεν, ἀνέρχεται εἰς 750 δραχμάς! Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς παραλαβῆς ἐζήτει προσθήκας, προσθήκας ὅμως μὴ ἀναφερομένας ἐν τῷ συμβολαίῳ,—ὁ κ. Κωνσταντίνης βεβαίως δὲν ὑπεχρεοῦτο εἰς τοῦτο.—Μετὰ ταῦτα ἡ ὑπηρεσία ἤρξατο, ἄλλα μὲν τῶν ἐξαρτημάτων τοῦ μηχανήματος νὰ ἐγκρίνῃ, ἄλλα δὲ νὰ ἀπορρίπτῃ, μεταξὺ δὲ τῶν ἀπορριφθέντων εἰδῶν ἦτο καὶ τὸ καλώδιον τῶν 300 μέτρων, τῶν 750 δραχμῶν. Τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Ράλλης ὑπέβαλε τῷ νομικῷ συμβούλῳ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἠκούσατε, ἂν ἐκ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ὑπόχρεων ἦτο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δεχθῇ τὴν προμήθειαν ταύτην, ὁ δὲ νομικὸς σύμβουλος ἐγνωμάτευσεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἦτο ὑπόχρεων. Εἶπεν ὅμως ἡ ἔκθεσις τοῦ νομικοῦ συμβούλου,—καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω, ἵνα κατατεθῇ,—καὶ ὅτι «ὅσα μὲν εἰσὶ παραληπτέα, ἂς παραληφθῶσιν, ὅσα δὲ δὲν εἶναι κατὰ τοὺς κανόνας τῆς τέχνης, ἂς ἀπορριφθῶσιν, ὁ δὲ προμηθευτὴς ἂς ἀντικαταστήσῃ αὐτά»· τοῦθ’ ὅπερ ὁ κ. Κωνσταντίνης καὶ ἐδέχθη. Ταῦτα, Κύριοι, ἐγίγνοντο λοιπὸν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ συμπολίτου μου, κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1897 ἔτους, ὅτε ἐγὼ ἐποιούμην τὰς διατριβὰς εἰς τὸ Καπανδρίτι τοῦ Μαραθῶνος, πολὺ μακρὰν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ποῦ Ὑπουργεῖον καὶ νομικὸς σύμβουλος; Ἕνας πάρεδρος τοῦ χωριοῦ μόνον (γέλωτες). Ἐπανέρχεται ἐκ τῆς Γαλλίας ὁ κ. Κωνσταντίνης, καὶ εὑρίσκει τὴν κατάστασιν αὐτήν· ἡ ὑπηρεσία νὰ ζητῇ πλείονα τῶν ὅσων ὁ ἐργολάβος ὑπεχρεοῦτο νὰ παραδώσῃ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἤθελε νὰ ἔλθῃ εἰς συζητήσεις καὶ ἔριδας καὶ δίκας πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐδέχθη ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ ἀπορριφθέντα. Θέλετε ἐκπλαγῆ, Κύριοι, ὅτι ἐδέχθη ν’ ἀντικαταστήσῃ μεταξὺ τῶν ἀπορριφθέντων καὶ τὸ καλώδιον, περὶ οὗ τοσοῦτος λόγος ἐγένετο, τῶν 750 δραχμῶν. Ὥστε καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ καλώδιον εἶχε παραληφθῆ ἐπ’ ἐμοῦ, ὅπερ ἀπεδείχθη ἀνυπόστατον, πάλιν ἐγὼ δὲν ἤθελον εὐθύνεσθαι, ἀφοῦ τὸ ἐν λόγῳ καλώδιον, ἐπιστραφὲν τῷ προμηθευτῇ, οὐδεμίαν τῷ Κράτει ζημίαν ἐπήνεγκεν. Ἀλλὰ διατὶ πάλιν τότε ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία παρέλαβε καὶ τὸ νέον καλώδιον, ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν ἐξεπλήρου ὅλους τοὺς ἀπαιτουμένους ὅρους πρὸς διοχέτευσιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος; Τίς εὐθύνεται; Ὁ κ. Ράλλης; Εἶναι γελοῖον, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ὅλως τεχνικῆς ὑποθέσεως, ἧς τὰ στοιχεῖα καὶ τοὺς ὅρους διαπραγματεύονται εἰδικῶς οἱ τὰς τεχνικὰς ταύτας ὑποθέσεις ἐντεταλμένοι ἁρμόδιοι, μεθ’ ὧν συνευθύνονται οἱ Ὑπουργοί, μόνον ὅταν οὗτοι δὲν ἐξήντλησαν ὅλα τὰ μέσα, τὰ ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιμελείας καὶ τῆς προσοχῆς, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου ἔλεγον. Ἀλλὰ τώρα, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποκαλύψωμεν καὶ ἄλλο τι εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα συμπληρώσωμεν τὰ λεγόμενα. Τὸ ἀντικατασταθὲν καλώδιον τῶν 750 δραχμῶν παρεδόθη τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἠκούσατε, κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1897 ἔτους, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην Ὑπουργὸς, ἀλλὰ κάτοικος Καπανδριτίου. Ἕκαστος θέλει ἐρωτήσει, τίνα πρόνοιαν ἔλαβεν ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ναυστάθμου ἢ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης περὶ τοῦ λεπτεπιλέπτου τούτου ἀντικειμένου; Ποίαν; Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι κατὰ προηγουμένην τινὰ ἀρχαίαν Κυβέρνησιν εἶχε γείνῃ προμήθεια καλωδίου, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀξίας 700–800 χιλιάδων φράγκων, ἢ πολλῷ πλειοτέρων. Τὸ δὲ καλώδιον εἶχε ῥιφθῆ εἴς τινα τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Ναυστάθμου πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἔκτοτε. Καὶ ὅτε ἐγὼ παρέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὁ Διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης τότε ἀντιπλοίαρχος, ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ βασιλόπαις Γεώργιος, μοὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, κατατεθεῖσαν παρ’ ἐμοῦ καὶ εἰς τὴν Βουλήν (τετυπωμένην ἐν τέλει τοῦ τόμου τῆς δευτέρας Συνόδου τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου), ἐν ᾗ δ’ ἐκθέσει ἡ Α. Ὑψηλότης, ἡ μηδόλως ἐπὶ τῇ παλαιᾷ ἐκείνῃ καταστροφῇ εὐθυνομένη, ἐνυπογράφως ἐβεβαίου, ὅτι ἐκ τοῦ καλωδίου ἐκείνου τῶν 700–800 χιλιάδων δραχμῶν (ἢ καὶ πολλῷ πλειοτέρων) οὔτε μέτρον ἓν ἐσώζετο, διότι ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία τότε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν οὐδέποτε εἶχον φροντίσει, ἵνα οἰκοδομήσωσι τὰς καταλλήλους δεξαμενὰς, ὧν ἐντὸς τίθενται τὰ καλώδια, ὅπως μὴ ὑφίστανται τὰς ἐκ τῆς ἀτμοσφαίρας μεταβολὰς καὶ καταστροφὰς, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶχεν ἀτυχῶς συμβῆ τότε. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τότε καταγγελθέντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τῇ εἰσηγήσει μου, — διότι ἐγνώριζον τὰ πράγματα, ὡς διατελέσας εἰσηγητὴς τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1885 ἔτος, πρὸ τοῦ κινήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, — ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία ᾠκοδόμησε Δεξαμενὴν, κατὰ τοὺς κανόνας ὅλους τῆς τέχνης, ἵνα τὰ ἀγοραζόμενα παρὰ τοῦ Δημοσίου καλώδια τοποθετῶνται ἐντὸς, καὶ μὴ φθείρωνται, ὡς καὶ ἐτοποθετήθησαν τὰ ἀρίστης ποιότητος καὶ ἱκανῆς ἀξίας καλώδια, τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ἀγορασθέντα, δι’ ὧν δ’ ἐπλούτισα τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν.
§88ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τίνα μέτρα ἐλάβετε κατὰ τῶν ὑπαιτίων τῆς καταστροφῆς ταύτης;
§89ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀφήσατε κατὰ μέρος τὴν συζήτησιν αὐτὴν, ἀφοῦ πρόκειται, ὡς ἴσως δὲν γνωρίζετε, περὶ ὑπευθύνων πρὸ εἰκοσαετίας. Τὰ καλώδια, ὡς ἐκ τῶν συστατικῶν αὐτῶν, καὶ μάλιστα ἐν κλίμασι θερμοῖς, ὡς τὸ ἡμέτερον, ἐὰν δὲν προστατευθῶσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐμβαπτιζόμενα ἐντὸς ὕδατος, εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῶσι πέραν χρονικοῦ διαστήματος μηνῶν τινων. Ἐν τούτοις τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντίνη ἀντικατασταθὲν καλώδιον τῶν 300 μέτρων, τῆς ἀξίας τῶν 750 δραχμῶν, ὅπερ, ὡς ἤδη ἠκούσατε, οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς τοῦ κ. Ράλλη παρελήφθη, ἀντὶ τοῦ ἀπορριφθέντος, ἐπὶ πόσους μῆνας, παρακαλῶ, ἔμεινεν ἀνεπιτήρητον ὅλως καὶ ἀπροστάτευτον; Ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1897 ἔτους μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐκρίθη ὀρθὸν ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ νὰ παρασκευασθῇ ὁ «Μιαούλης», ἵνα ἐπιχειρήσῃ τὸν γνωστὸν αὐτοῦ πλοῦν, δηλ. μέχρι τοῦ Μαΐου ἐ. ἔ., ἤτοι ἐπὶ 21 μῆνας!
§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχε τεθῇ ἐν τῇ Δεξαμενῇ;
§91ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.
§92ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ποῖος εὐθύνεται διὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ καλωδίου τῶν 750 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον κατεστράφη ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς καλῆς συντηρήσεως;
§93ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἐπαγγέλλομαι οὔτε τὸν Εἰσαγγελέα οὔτε τὸν δημόσιον κατήγορον.
§94ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἦσο Ὑπουργὸς, καὶ ἔπρεπε νὰ τιμωρήσῃς τὸν αἴτιον.
§95ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ἤμην εἰς τὸ Καπανδρίτι! Δὲν ἠκούσατε ὅ,τι εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ἤμην Ὑπουργὸς κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1897;
§96ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ μάθωμεν τὸν αἴτιον, διὰ νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας. Πρέπει νὰ δοθῇ ἓν τέλος εἰς αὐτὰς τὰς καταχρήσεις.
§97ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τοῦ μεγάλου ποσοῦ λέγετε; Νὰ τὸν εὕρωμεν. Ἡ Βουλὴ εἶναι μαθημένη ἀπὸ ἐξεταστικὰς ἐπιτροπάς· ἔχετε τρεῖς ἐπιτροπὰς διὰ τὴν ὥραν. Σχηματίσατε μίαν ἀκόμη. Θὰ ἦναι ἡ συνέχεια τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1885. Πῶς θέλετε, ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εὕρω τὸν ὑπεύθυνον περὶ ὑποθέσεως, ἥτις συνέβαινε κατὰ τὸ 1877 ἔτος; Ἢ ποῦ εἶχον καιρὸν, ὡς Ὑπουργὸς, νὰ ἀνασκάπτω τοὺς τάφους τῶν ἄλλων;
§98ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἦτο τὸ 1884 ἢ 1885.
§99ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ ὁ ὑπεύθυνος ἀμέσως ἐπὶ πράξει τοῦ 1877, ἢ ἔστω τοῦ 1884 ἔτους.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλέχθη παρ’ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐγένετο τὸ 1885. Βεβαιῶ, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής.
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ καλωδίου αὐτοῦ ἐγένετο πολὺς λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν ἡ συζήτησις μὲ τὰ καλώδια αὐτά, περὶ ὧν ὁμιλεῖτε.
§102ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ σύρματα τέλος πάντων, ἢ μᾶλλον τὰ καλώδια,—διότι καλώδιον εἶναι τὸ ὅλον, σύρμα εἶναι τὸ ἐντὸς τοῦ καλωδίου περιεχόμενον, ὁ ἀγωγὸς,—λοιπὸν τὰ εὐλογημένα αὐτὰ καλώδια ἐκ τίνων μερῶν συναποτελοῦνται; πῶς τὰ σύρματα περιβάλλονται, ὅπως τὸ ἠλεκτρικὸν ῥεῦμα ἐλευθέρως καὶ ἀκινδύνως διοχετεύηται; Περιβάλλονται διὰ γουταπέρκας, διὰ καουτσοὺκ καὶ δι’ ἄλλων ἀκόμη μέσων ἀπομονωτικῶν. Ἐὰν δὲ τὰ καλώδια δὲν διατελῶσιν ἐμβεβαπτισμένα ἐντὸς ὕδατος, ἐξ οὗ ἡ ἀνάγκη τῶν δεξαμενῶν ἐν τοῖς ναυστάθμοις, βεβαίως καταστρέφονται, ἢ οὐσιωδῶς βλάπτονται. Ἐὰν ἄρα δεχθῶμεν, ὅτι τὰ καλώδια, περὶ ὧν ἔλεγε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τῆς προμηθείας, ἅτινα ἐν ὅλῳ ἦσαν μέτρων 300, ἀξίας δὲ 750 δραχμῶν, ἀνεφλέγησαν,—πρόκειται δὲ πάντοτε περὶ τῶν ἐπὶ τοῦ κ. Ράλλη ἀντικατασταθέντων καλωδίων...
§103ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ ἀξιωματικὸς, ὅτι ἀνεφλέγησαν, ὡς κακῆς ποιότητος.
§104ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Ἐὰν ταῦτα ἀνεφλέγησαν, ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος τῆς ἀναφλέξεως; Παρακαλῶ δὲ, ἐπειδὴ οὔτε ὑμεῖς οὔτε ἐγὼ εἴμεθα ἠλεκτρολόγοι, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, νὰ συστήσητε τῷ κ. ἀξιωματικῷ τῷ εἰδικῷ, ἐὰν αὐτὸς εἶπεν ὑμῖν περὶ ἀναφλέξεως τῶν καλωδίων, ὅτι τὰ μέταλλα δὲν ἀναφλέγονται, ἡ πυρῖτις ἀναφλέγεται, ὁ βάμβαξ ἀναφλέγεται, τὰ μέταλλα οὐχί. Δὲν ἀνεφλέγησαν λοιπὸν, ἀλλ’ ἐρυθροπυρώθησαν (γέλωτες). Παρακαλῶ δὲ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, νὰ κάμητε τὸ μικρὸν αὐτὸ μαθηματάκι τῷ κ. ἀξιωματικῷ, διότι μετ’ ὀλίγον θέλετε ἴδει, ὅτι πρέπει νὰ τοῦ κάμητε ἓν πολὺ μεγάλο μάθημα. Διότι πρέπει νὰ λάβωσι τοιαῦτα μαθήματά τινες, ἵνα μὴ νομίζωσιν ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα ἐλευθέρως νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὴν ἄγνοιαν καὶ τὴν ἀγαθὴν πίστιν τῶν Ὑπουργῶν, — διότι ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτε εἶπε ταῦτα, ἅτινα σήμερον ἐγὼ ἀναλύω, καὶ ὅταν ἐν τῷ δικαιώματι, ὅπερ ἔχει, τοῦ ἀμύνεσθαι ὅταν ἐλέγχηται, παραφέρηται ὀλίγον, πράττει ταῦτα χωρὶς νὰ θέλῃ, ἀκουσίως, ἀνευθύνως, βεβαίως ἐκ τῶν κακῶν εἰσηγήσεων τῆς ὑπηρεσίας.
§105Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀνέφερεν ὅ,τι εἶπον, δὲν εἶχε καμμίαν πρόθεσιν νὰ κάμῃ κακὴν εἰσήγησιν, διότι τὸ ἔγγραφον φέρει τόπον προελεύσεως τὴν Λιβερπούλην, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς οὗτος εἶναι ὁ ὑποπλοίαρχος Χρηστομάνος, ὁ ὁποῖος ἐσπούδασεν ἐπὶ τριετίαν εἰς Αὐστρίαν, καὶ φέρει δίπλωμα λαμπρὸν, καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἀναφορᾶς του λέγει, ὅτι ἡ ἀνάφλεξις τῶν καλωδίων τοῦ «Μιαούλη» ἐγένετο ἕνεκα τῆς κακῆς ποιότητος αὐτῶν.
§106ΛΕΒΙΔΗΣ. Πάλιν ἀνάφλεξις! Τώρα, Κύριοι, ἔρχεται τὸ σπουδαῖον ζήτημα, διατὶ τὸ καλώδιον αὐτὸ τῶν 300 μέτρων, ἀξίας 750 δραχμῶν, δὲν ἀνεφλέγη, ἀλλ’ ἐρυθροπυρώθη, καὶ τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δι’ ἣν καθιστῷ αὐτὸν προσεκτικὸν, ἕνεκα τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἔχει, νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβεῖς πληροφορίας, ὁσάκις ζητῶνται. Λέγω λοιπὸν, ὅτι πρῶτον ἔρχεται τὸ ζήτημα, διατὶ ἐρυθροπυρώθησαν τὰ 300 μέτρα τῶν καλωδίων, καὶ διατὶ ὁ εἰδικὸς αὐτὸς ἀξιωματικὸς (δὲν ἀντελήφθην καλῶς τίνος Ἠλεκτρολογικῆς Σχολῆς) ἀποδίδει τὴν αἰτίαν τῆς, κατ’ αὐτὸν καὶ κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἀναφλέξεως εἰς τὴν κακὴν ποιότητα τῶν στοιχείων, τῶν ὑλικῶν, τῶν συναποτελούντων τὸ ἠλεκτρικὸν καλώδιον. Εἶναι, πιστεύω, τὰ ζητήματα σαφῶς τεθειμένα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθόλου.
§108ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχετε γνώμην, κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτῶν; Τότε σκοπεῖτε βεβαίως νὰ μὴ προεδρεύητε.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔχω γνώμην, διότι νομίζω περιττὸν νὰ συζητῆτε περὶ τοιούτων ζητημάτων ἐν τῇ Βουλῇ, πρὶν ἢ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, διότι νομίζω, ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, καὶ νὰ γνωρίζωμεν τὰ γεγονότα, περὶ ὧν ἡ συζήτησις.
§110ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως· καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀγορεύω, ἵνα ἐννοήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τίνα ἔγγραφα ζητῶ νὰ κατατεθῶσι, καὶ τίς ἡ αἰτία τῆς ἀνάγκης τῆς καταθέσεως αὐτῶν, ἵνα μὴ ἔχωμεν μετὰ ταῦτα ἐρωτήσεις: «διατὶ ἐζητήσατε νὰ κατατεθῇ τὸ ἔγγραφον αὐτό; διατὶ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο; Δὲν σᾶς χρησιμεύει κλπ.» Ἐγὼ βεβαιῶ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει ἐπιθυμῶ εἰλικρινῶς νὰ βοηθήσω ὑμᾶς...
§111Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς εὐχαριστῶ πάρα πολύ· σᾶς εἶμαι εὐγνώμων.
§112Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τίποτε... Ἐπιθυμῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ γνωρίσῃ τὴν αἰτίαν καὶ τὸν σκοπὸν, ἵνα ζητήσῃ τὴν παρὰ τῆς ὑπηρεσίας προσαγωγὴν ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐγγράφων. Διότι, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δὲν μοὶ λέγετε, ποῦ εὑρέθησαν ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς αὐταὶ αἱ προβαλλόμεναι ἀπόπειραι περιορισμῶν; Οὔτε συζήτησιν κἂν ἐπιδέχονται. Εἶμαι ἐγὼ ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ;
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, συζητήσατε· ἀλλ’ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν συζήτησιν, διότι δὲν γινώσκομεν ἡμεῖς περὶ τίνος συζητεῖτε.
§114Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ, ἵνα καταστήσω γνωστὰ ὅλα τὰ ἔγγραφα, ὧν ἔχω ἀνάγκην, καὶ μὴ μετὰ ταῦτα χρονοτριβῶμεν. Ἐνθυμήθητε, παρακαλῶ, τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐνθυμήθητε, ὅτι, ἐὰν ἀνέλθω τὸ βῆμα, ἵνα ἀναπτύξω τοιοῦτον θέμα, πολλὰς ὥρας θέλω καταναλώσει, διότι ἔχω εὐθύνην, διότι παρεστάθημεν ἐνταῦθα ὡς ἀγνοοῦντες καὶ τὸ Ἄλφα πάσης ἄλλης ἐπιστήμης, ἐκτὸς ἴσως ὀλίγων νομικῶν, ἅτινα ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐλησμόνησα ὀλίγον, διότι ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν δικηγόρον (γέλωτες).
§115Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ τὰ ναυτικὰ ἐλησμονήσατε.
§116Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ αὐτὰ ἐλησμόνησα, ἐνῷ ὑμεῖς δὲν θὰ τὰ λησμονήσητε· ἀλλ’ ἤδη ὁμιλοῦμεν περὶ ἠλεκτρικῶν πραγμάτων, οὐχὶ περὶ ναυτικῶν. Λοιπὸν ἐρυθροπυρώθησαν τὰ καλώδια· ἀποδεικνύει τοῦτο τὴν κακὴν συσκευασίαν, τὴν κακὴν κατασκευὴν τῶν καλωδίων; Μήπως τὰ καλώδια ἐρυθροπυρώθησαν...
§117Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἠρυθροπυρώθησαν.
§118Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως, διότι εἶναι ἡ αὔξησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως γνωρίζει καλλίτερά μου τὴν Γραμματικήν, ἀφοῦ δὰ εἶναι ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Λοιπὸν διατὶ ἐρυθραηρυθροπυρώθησαν τὰ καλώδια; (διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπεδεύσεως). Διότι κυρίως ἐπὶ μῆνας εἴκοσι καὶ ἕνα εἶχον ἀφήσει αὐτὰ εἰς τὴν τύχην των! Ἐγὼ ὅμως κατὰ τοὺς μῆνας τούτους δὲν ἤμην Ὑπουργός. Ἀλλ’ οὔτε καὶ κατηγορῶ τοὺς τότε Ὑπουργοὺς ὄντας. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ καλώδια δὲν ἦσαν κατεστραμμένα ἐκ τῆς κακῆς συντηρήσεως αὐτῶν, καὶ κατεστράφησαν εὐθὺς ὡς ἐλειτούργησαν ἐν τῷ πλοίῳ «Ναυάρχῳ Μιαούλῃ», ἀναποφεύκτως ἕπεται, ὅτι οἱ τεχνικοὶ ὅροι τῆς ἐγκαταστάσεως, ἣν δὲν ἐνήργησεν ὁ Κωνσταντίνης, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ πλοίου, ἐπὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, δὲν ἐτηρήθησαν κατὰ τοὺς ἐπιστημονικοὺς κανόνας. Διότι, ἐὰν καλῶς ὑπολογισθῇ ἡ διάμετρος τοῦ σύρματος, ὥστε τὸ διερχόμενον ῥεῦμα νὰ ἦναι ἀνάλογον, ἐὰν καλῶς ὑπολογισθῇ τὸ σύρμα τὸ προστατευτικὸν τῆς μολυβδασφαλίδος, ἐὰν ὁ θετικὸς καὶ ὁ ἀρνητικὸς πόλος ὦσι καλῶς κεχωρισμένοι, ἡ ἐρυθροπύρωσις εἶναι ἀδύνατος, ἐπειδή, καταστρεφομένης τῆς προστατευτικῆς μολυβδασφαλίδος διὰ τοῦ μεγάλου ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος, ἡ διέλευσις αὐτοῦ διακόπτεται. Μὴ τηρηθέντων δὲ τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ τεχνικῶν ὅρων τῆς ἐγκαταστάσεως, ἐπῆλθεν ἡ ἐρυθροπύρωσις τοῦ καλωδίου. Οἱ λαμπτῆρες λοιπόν, οἱ τοποθετηθέντες ἐν ἀρχῇ καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐν τῷ «Ναυάρχῳ Μιαούλῃ», ἐδύναντο νὰ λειτουργῶσι διὰ σύρματος ἀναλόγου, καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ προφυλάξεις ἐξέθηκα. Εὑρέθη ὅμως, ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ἀνάγκη νὰ πολλαπλασιασθῶσιν οἱ λαμπτῆρες, διότι, βλέπετε, αὐτὸ τὸ πλοῖον προέκειτο νὰ πλεύσῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, προέκειτο νὰ κάμῃ βιζίταις εἰς ὅλους τοὺς Ἡγεμόνας καὶ εἰς ὅλας τὰς Αὐλὰς τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Φυσικῷ τῷ λόγῳ ἡ παράστασις ἔπρεπε νὰ ἦναι ἔκπαγλος, λόγῳ φωτὸς τοὐλάχιστον. Λοιπὸν τί γίνεται; Νὰ πολλαπλασιάσωμεν τοὺς λαμπτῆρας. Λαμπτῆρες ἐδῶ, λαμπτῆρες ἐκεῖ, λαμπτῆρες παρέκει! Καὶ ἔγεινε λοιπὸν τὸ πλοῖον ἐκεῖνο, ἀντὶ πολεμικοῦ, ὡς εἶδος πολυελαίου. Λαμπτῆρες δεξιά, λαμπτῆρες ἀριστερά, πανταχοῦ λαμπτῆρες! Καὶ ποῦ δὲν ὑπῆρχε λαμπτήρ! Εἴχομεν τὸν εἰδικὸν ἀξιωματικόν, ὅστις ἐπεστάτει εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτήν· μάλιστα αὐτοὶ οἱ λαμπτῆρες ἐτοποθετοῦντο ἐν πλῷ. Τί λοιπὸν ἐκ τούτου ἔπρεπε νὰ συμβῇ; Ὁ κ. ἀξιωματικὸς, ὅστις ἐπεστάτει εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὴν ἀναλογίαν τοῦ σύρματος τοῦ ἠλεκτρικοῦ, οὔτε τὰς μολυβδασφαλίδας, οὔτε ὅτι ταῦτα πάντα κατ’ ἀναλογίαν ἐξυπηρετοῦσιν ὡρισμένον ἀριθμὸν λαμπτήρων, ἀλλὰ προσέθετε λαμπτῆρας, πάντες δὲ οἱ ἐπιστημονικοὶ καὶ τεχνικοὶ ὅροι τῆς τοποθετήσεως ἐξέλειπον. Ὅτε λοιπὸν οἱ λαμπτῆρες αὐτοὶ ἠνεῴχθησαν, ἢ ἠνοίγοντο, τί συνέβη; Τί ζητεῖ ὁ λαμπτὴρ ἀνοιγόμενος...
§119Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ῥεῦμα.
§120Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βλέπω, ὅτι, καίπερ χερσαῖος, ἔχετε καὶ ναυτικὰς γνώσεις κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν... Ζητεῖ λοιπὸν ῥεῦμα διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν δύο ἀντιθέτων πόλων. Ἀνοίγετε ὡρισμένον ἀριθμὸν λαμπτήρων, διότι ἔχετε ὡρισμένην δύναμιν ῥεύματος. Ἀλλὰ ὑμεῖς ἠθέλετε πολυέλαιον, δηλαδὴ ἐπολλαπλασιάσατε δυσαναλόγως πρὸς τὰ καλώδια τοὺς λαμπτῆρας· λοιπὸν ἀνοίγετε τὸν πολυέλαιον, σχηματίζεται ἰσχυρότερον ῥεῦμα, συσσώρευσις δυσαναλόγου ποσότητος, καὶ τί συμβαίνει τότε; Ἐρυθροπυροῦνται τὰ καλώδια. Αὐτὰ λοιπὸν, Κύριοι, συνέβησαν. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ ἐπίσημον σημείωμα, πόσοι λαμπτῆρες ὑπῆρχον ἐν τῷ πλοίῳ ἐν ἀρχῇ, πόσοι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι, κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν τοῦ φωτισμοῦ τοῦ πλοίου, καὶ μὲ πόσους λαμπτῆρας ἐπεσκέφθησαν ἐν τέλει τὰς διαφόρους Αὐλὰς τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Διότι, Κύριοι, τί θέλει ἀποδειχθῆ; Αὐτὸ, ὅπερ λέγω, ὅτι, ἐὰν τὸ σύρμα αὐτὸ τοῦ κ. Κωνσταντίνη ἠρυθροπυρώθη, τὸ πρᾶγμα ἐγένετο ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ κ. ἀξιωματικοῦ, καίτοι ἐγὼ ποσῶς δὲν ἐνδιαφέρομαι, διότι, ὡς ἀπέδειξα ἤδη, οὐδὲν ἐπ’ ἐμοῦ ἢ ἕνεκεν ἐμοῦ ἐγένετο. Ἀλλ’ εἶναι μόνα ταῦτα; Ἡ προμήθεια, περὶ ἧς ὁ λόγος, δὲν ἐγένετο μόνον ἐκ τοῦ κ. Κωνσταντίνη, διότι τότε, πρὶν ἢ δηλαδὴ ὁ «Μιαούλης» ἐκπλεύσῃ, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατέφυγε διὰ τὸ ἐν λόγῳ πλοῖον καὶ εἰς ἄλλους πωλητὰς καλωδίου, καὶ δὴ ποῦ νομίζετε; Εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἐργοληψιῶν. Δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα κατηγορήσω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ συμπαθείαις δῆθεν πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἐργοληψιῶν, διότι ἡ ἐν λόγῳ Ἑταιρεία εἶναι πολὺ σπουδαία. Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγετε, τίς δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τὰ ἐρυθροπυρωθέντα σύρματα τοῦ «Μιαούλη» δὲν εἶναι τὰ ἐκ τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν ἀγορασθέντα; Δὲν ἔχομεν ἆρά γε ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ, θῦμα εἴτε τῶν κακῶν καλωδίων, εἴτε τῆς κακῆς ἐγκαταστάσεως, εἴτε τῆς κακῆς συντηρήσεως αὐτῶν, ἐφ’ ᾗ δὲν εὐθύνεται βεβαίως ἡ Ἑταιρεία, τὴν οἰκίαν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κυριακούλη Μαυρομιχάλη; Προχθὲς δὲν ἐγένετο ἔναρξις πυρκαϊᾶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν; Πρὸ ὀλίγου δὲν ἐγένετο ἔναρξις πυρκαϊᾶς ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἐκ τῶν ἐρυθροπυρωθέντων συρμάτων τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν; Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι πταίει ἡ Ἑταιρεία ἐπὶ τούτοις· αὐτῆς ὅμως ἦσαν τὰ καλώδια κλπ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι πρέπον νὰ δίδωνται πληροφορίαι τοῖς Ὑπουργοῖς οὐχὶ ἀκριβεῖς, οὐδ’ εἶναι πρέπον νὰ ἔρχωνται οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐνταῦθα, ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ ἐγείρωνται ὡς κατήγοροι τῶν ἄλλων, ἐνῷ, ὡς ἀπέδειξα, ὡς πρὸς τὴν εἰδικὴν ταύτην ὑπόθεσιν, οὐδεὶς τῶν διευθυνάντων μέχρι τοῦδε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ κατηγορηθῇ, ὡς καὶ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου ἠθέλετε εὐθύνεσθαι, ἄν τις ἀνελάμβανε νὰ ζητήσῃ εὐθύνην παρ’ ὑμῶν ἐπὶ τούτοις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ καταθέσητε ὅλα τὰ ἔγγραφα, ὧν σημείωσιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δώσω εἰς τὸ Προεδρεῖον· ὅταν δὲ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὅσα ζητῶ, τότε, ἐὰν εὐαρεστῆσθε, δυνάμεθα νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν συζήτησιν.
§121ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας μακρὸν ἔκαμε λόγον περὶ καλωδίων τῆς ὑποβρυχίου ἀμύνης, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 700,000 δραχμὰς, καὶ ἔκαμε λόγον κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε εἰς πολλοὺς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν διατελοῦσιν ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ ἐμποιήσῃ πράγματι τὴν ἐντύπωσιν ὡς ἐὰν τὰ καλώδια ταῦτα εἶχον παραγγελθῆ καὶ παραληφθῆ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ προκατόχου αὐτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὑφ’ ὃν οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη περὶ συντηρήσεώς των, ἐντεῦθεν δ’ ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ, ἐξ ἧς ἐφρόντισεν αὐτὸς νὰ τὰ σώσῃ. Εἷς δὲ τῶν κυρίων συναδέλφων ἠρώτησεν αὐτὸν ἐπανειλημμένως, διατὶ, ἅμα ἀνακαλύψας τὴν τοιαύτην καταστροφὴν, δὲν ἐφρόντισε νὰ μάθῃ, τίνες οἱ ὑπεύθυνοι δι’ αὐτὴν, ἵνα τοὺς τιμωρήσῃ; ἀλλ’ ὁ ἀγορεύων ἀπέφυγε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Διάφοροι Βουλευταὶ ἀπηύθυνον διάφορα ἐρωτήματα, εἷς δὲ εἶπεν, ὅτι ἡ προμήθεια ἀνάγεται εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν, καὶ τότε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς συνεταράχθη πάραυτα καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα μὴ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ὁμιλῇ περὶ ναυτικῶν πραγμάτων. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ὡμίλησα ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἠγέρθη ἡ ἀπορία καὶ ὠνομάσθησαν διάφορα ἔτη, ἀνέφερα καὶ ἐγὼ ἓν ἔτος, ἀφοῦ παρακάθημαι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐλέχθη ὅτι εἶχον παραγγελθῆ πρὸ τοῦ 1885. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶχον δικαίωμα καὶ ἐγὼ, ἂν ὄχι ὡς Ὑπουργὸς, ὡς Βουλευτὴς ὅμως, ὅτε ἀνεφέροντο παρ’ ἄλλων διάφορα ἔτη, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ἓν ἔτος, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπιρρίψω οὐδεμίαν εὐθύνην οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1885, οὔτε εἰς ἄλλην, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς καταστάσεως, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ Ὑπουργοὶ, εἶναι ὑπεύθυνοι αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἐπῆλθεν οὕτω μία καταστροφὴ, χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τίνα εὐθύνει ἡ ζημία, ἡ προσγενομένη εἰς τὸ Δημόσιον.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις τῶν καλωδίων, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἦτο γνωστὴ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι, καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν ἐν τῇ ἀρχῇ κατὰ τὸ 1885, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὁ κ. Γ. Μπούμπουλης, οὗτος πρῶτος κατήγγειλε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀλλ’ ἡ προμήθεια τῶν καλωδίων καὶ ἡ ἐγκατάλειψις αὐτῶν δὲν ἐγένετο κατὰ τὸ 1885, ἀλλὰ κατὰ προηγουμένην ἐποχήν. Ἡ ἀγορὰ αὐτῶν εἶχε γείνῃ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπὸ τὸν κ. Γ. Μπούμπουλην, Ὑπουργὸν κατὰ τὸ 1881, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπὸ τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον, ἡ ἐγκατάλειψις δ’ αὐτῶν εἰς τὸ ὕπαιθρον ἐπὶ ἔτη ἐγένετο ἐπὶ ἄλλων Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ ἐξετασθῇ τίνες εὐθύνονται διὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν καλωδίων τούτων, οὐδ’ ἂν αὕτη εὐθύνει τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ἢ ἄλλους. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπέφυγε νὰ εἴπῃ εἰς τίνα ἀνήκει ἡ εὐθύνη τῆς ἀπωλείας τῶν καλωδίων τούτων, ἔπραξε τοῦτο ἐξ ἀνασκοπῆς πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν ὑπευθύνων, ἥτις ὄντως περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἀποφυγόντα νὰ ὀνομάσῃ αὐτά. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκαλεῖτο ἐκ τῆς ἁρμοδιότητος αὐτοῦ νὰ δώσῃ πληροφορίας καὶ συμβουλὰς ἐπὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία δὲν ὑπάγεται εἰς τὸν κλάδον του, ἐνῷ ὑπάρχει Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας, ἂν ἀπηυθύνετο αὐτῷ περὶ τούτου ἐπερώτησις, καὶ ἐνῷ ὑπάρχει καὶ Πρόεδρος Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπῆλθε μετὰ μεγάλης σπουδῆς νὰ καταγγείλῃ, ὅτι ἐγένετο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1885. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κύριος Λεβίδης, ὡς δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὡσαύτως ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Ὑπουργικὴ εὐθύνη δὲν καθιεροῦται μόνον ἐπὶ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας πράττουσιν οἱ Ὑπουργοί, ἢ καὶ τῶν παραλείψεων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν παραλείψεων, τὰς ὁποίας πράττουσιν οἱ ὑπ’ αὐτούς. Διότι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ καθῆκον τῆς ἐπιτηρήσεως, οὐδ’ ἐπιτρέπεται αὐτοῖς ν’ ἀφίνωσι τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς νὰ παραμελῶσι τὰ καθήκοντά των. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἐπέρχηται ἐντεῦθεν ζημία τοῦ Δημοσίου ἢ βλάβη τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καθῆκον εἶναι τῶν Ὑπουργῶν νὰ προλάβωσι τὴν τοιαύτην ζημίαν ἢ βλάβην, καταγγέλλοντες τὴν ὀλιγωρίαν ἢ τὴν ἀνικανότητα τῶν ὑπαλλήλων των.
§123Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρακαλῶ νὰ δώσῃ, ἂν δύναται, πληροφορίαν τινὰ, τὴν ἑξῆς. Ἐν Πύργῳ, ἐκ πρωτοβουλίας καθαρῶς τοῦ λαοῦ, εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ τελεσθῇ μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν Ἄγγλων, ὅσοι ἔπεσαν εἰς τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξάγουσιν ἐν Ἀφρικῇ. Ἀνέγνων ὅμως σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς ἱερεῖς νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἱεροτελεστείαν, καὶ οὕτως ἐματαιώθη τὸ μνημόσυνον. Ἐθεωρήθη ἀπίστευτον τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ οὐχ ἧττον νὰ μάθω, ἂν τῳόντι παρενέβη ἡ Σύνοδος, καὶ ἂν τῆς παρεμβάσεως ταύτης ἔχει γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§124ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Τὸ ζήτημα ἀνάγεται εἰς τὰ καθαρῶς πνευματικὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῆς Συνόδου, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ, κατὰ τὸν καταστατικὸν νόμον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δύναμαι ὅμως νὰ διαβεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι, ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ ὡς παρεστάθη ὑπὸ τοῦ Τύπου, ὅπερ ὅμως ἐγὼ, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς μου, δὲν δύναμαι νὰ διαπιστώσω, διότι δὲν ἔχω λάβει οὔτε ἐπισήμως οὔτε ἀνεπισήμως γνῶσιν αὐτοῦ, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εὕρηται ἐν τῷ δικαίῳ, ἐὰν ἠρνήθη τὴν συγκατάθεσίν της ὑπὲρ τελέσεως ἐπισήμου ἐκκλησιαστικοῦ μνημοσύνου χάριν ἑτεροδόξων, χριστιανῶν μὲν, ἀλλὰ σὺν ἄλλοις πολλοῖς ἀποκρουόντων καὶ τὰς εὐχὰς καὶ τὰ μνημόσυνα καὶ τῆς ἰδίας, πολλῷ δὲ μᾶλλον ξένης Ἐκκλησίας ὑπὲρ τῶν νεκρῶν.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§126ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ὃν χρόνον λοιπὸν οἱ ἴδιοι, ζῶντες, ἀποκρούουσι τὰς εὐχὰς καὶ τὰ μνημόσυνα τῶν ζώντων ὑπὲρ τῶν νεκρῶν, καθ’ ὃν χρόνον αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία των οὔτε εὐχὰς οὔτε μνημόσυνα ἐπιτρέπει ὑπὲρ τῶν τεθνεώτων, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπον, ἀτοπώτατον, ἐὰν ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἐπέτρεπεν ἐπισήμως τὴν τέλεσιν μνημοσύνου ὑπὲρ αὐτῶν. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀπάρνησις τελεία τῶν ἀρχῶν της, ἀλλὰ καὶ ἐμπαιγμὸς τῶν ἀρχῶν τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας, ὑπὲρ μελῶν τῆς ὁποίας ζητοῦσί τινες νὰ τελέσωσι μνημόσυνον. Ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν, Κύριοι, εὔχεται ὑπὲρ ἑτεροδόξων, καὶ ἀλλοθρήσκων ἔτι, ἀλλὰ ζώντων μόνον, ὡς ἐν Τουρκίᾳ λ.χ. ὑπὲρ τοῦ Σουλτάνου, οὐδέποτε δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν νεκρῶν. Τί θὰ ἔλεγον οἱ Τοῦρκοι περὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐὰν ἐτόλμα μετὰ θάνατον τοῦ Σουλτάνου νὰ τελέσῃ εὐχὰς καὶ μνημόσυνα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του; ὅ,τι καὶ οἱ Ἄγγλοι θὰ ἔλεγον νῦν περὶ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, ἐὰν ἐπέτρεπεν ἐπισήμως τὴν τέλεσιν μνημοσύνου ὑπὲρ τῶν πεσόντων ἐν Τράνσβααλ Ἄγγλων, ὅτι δηλαδὴ αὐτὴ δὲν ἔχει συναίσθησιν τῶν ἀρχῶν της, ἀλλ’ οὐδὲ σέβεται κἂν τὰς ἀρχὰς τῆς Ἐκκλησίας των. Μνημόσυνα, Κύριοι, ἐπιτρέπεται νὰ τελεσθῶσιν ἐν Ἑλλάδι ὑπὲρ τῶν πεσόντων ἐν Τράνσβααλ Ἄγγλων, ἀλλὰ μόνον πολιτικά. Καὶ διὰ τούτων ὅμως δύναται καὶ πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ βαθὺ αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν μεγάλην καὶ κραταιὰν ἐκείνην Δύναμιν, ἥτις ἀείποτε ἐπρωτοστάτησεν ἐν παντὶ ζητήματι, ἀφορῶντι εἰς τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διὸ καὶ δικαίως καταλέγεται μεταξὺ τῶν πρώτων προστατίδων Δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος.
§127ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἕν τῶν πρώτων προσόντων τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἔλλειψις παντὸς φανατισμοῦ καὶ πάσης μισαλλοδοξίας.
§128ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Δεῖγμα τῆς ἐξόχου ταύτης ἀρετῆς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἔχομεν τὴν ἐγκύκλιον αὐτῆς τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ πάντων τῶν ἄλλων Πατριαρχείων τὰς παραγγελίας, καθ’ ἃς, ὅπου τῆς Ἑλληνικῆς γῆς ἀποθάνῃ ἀλλόδοξος καὶ δὲν ὑπάρχῃ ἱερεὺς τοῦ δόγματος αὐτοῦ, ἵνα παράσχῃ αὐτῷ τὴν τελευταίαν θρησκευτικὴν ἐπικουρίαν καὶ ἐνταφιάσῃ αὐτόν, ὀφείλει νὰ ἐμφανίζηται ὁ ἱερεὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἐκτελῇ ὑπὲρ αὐτοῦ τὰ τελευταῖα χριστιανικὰ καθήκοντα, μὴ ἐρευνῶν περὶ τοῦ δόγματος, εἰς ὃ ἀνήκει. Κατὰ τοῦτο διακρίνεται πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας ἡ Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Καὶ τῶν ὁρισμῶν τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ἐφαρμογὴ πολλάκις ἐγένετο καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Τουρκίᾳ, ὑπὸ τὴν πρυτανείαν τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλληνικῶν Πατριαρχείων καὶ Συνόδων. Δὲν ἔχομεν μόνον ἓν παράδειγμα, καθ’ ὃ, προκειμένου περὶ θανάτου, προκειμένου περὶ μνημοσύνου ἡγεμόνος μὴ ὀρθοδόξου, ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία παρεδέχθη καὶ διέταξε καὶ ἐξετέλεσεν ἐπιμνημοσύνους τελετάς, φροντίσασα μόνον, προκειμένου περὶ ἀλλοδόξων, ν’ ἀναγινώσκωνται αἱ εὐχαὶ αἱ ἁρμόζουσαι εἰς τὴν περίστασιν καὶ ἃς ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ν’ ἀπαγγείλῃ, γινώσκομεν δὲ, ὅτι καὶ αἱ εὐχαὶ ὑπὲρ τῶν ἀλλοδόξων ἡγεμόνων πάντοτε γίνονται κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ γίνηται μόνον διάκρισις μεταξὺ ὁμοδόξων καὶ ἀλλοδόξων, καὶ ἐκεῖ ἀκούομεν τὸ «εὐσεβέστατος» καὶ «θεοσεβέστατος». Δὲν βλέπω λοιπὸν διὰ τίνα λόγον,—καὶ ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ εἴπωμεν γνώμην πρὶν ἢ γνωρίσωμεν τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν,—δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον, ὅτε Ἕλληνες ὀρθόδοξοι πολῖται ἐπεθύμησαν ἐν ἐκκλησίαις ν’ ἀκούσωσιν ἀναγινωσκομένας εὐχὰς ὑπὲρ χριστιανῶν πεσόντων ἐν τῷ πολέμῳ, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, ἡ οὕτω πάντοτε συμπεριφερομένη πρὸς τοὺς ἀλλοδόξους ἐν ὁμοίαις περιπτώσεσι, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτη εὗρεν ἀφορμάς, ἵνα παρεμβάλῃ κώλυμα. Εἰκάζω,—καὶ εὔχομαι, ἵνα ἡ εἰκασία μου ἀποδειχθῇ ἀκριβής,—ὅτι ἄλλο τι συνέβη, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ κατελήφθη ὑπὸ αἰσθήματος διακρίσεως μεταξὺ χριστιανῶν καὶ χριστιανῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐν τῇ προσεχεῖ συνεδριάσει νὰ φέρῃ πληροφορίας περὶ τοῦ ἀκριβοῦς λόγου τῆς παρεμποδίσεως τοῦ μνημοσύνου.
§130Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶπεν, ὅτι δὲν ἠξεύρει ἐὰν ἡ Σύνοδος πράγματι ἀπηγόρευσε τὴν ἱεροτελεστίαν τοῦ μνημοσύνου, κατόπιν ὅμως, δι’ ὅσων προσέθηκεν, ἔδωκεν ἡμῖν νὰ ἐνοήσωμεν, ὅτι τοιαύτη ἀπαγόρευσις ἐγένετο. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνεποίησε θλιβερὰν αἴσθησιν, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν πιθανὴν αὐτὴν ἀπαγόρευσιν ἐπεδοκίμασε. Δὲν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου ν’ ἀνασκευάσω τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐπειδὴ, λέγει, πρόκειται περὶ χριστιανῶν μὲν, ἀλλ’ ἑτεροδόξων, δὲν πρέπει ἡ Ἐκκλησία νὰ εὐχηθῇ ὑπὲρ αὐτῶν! Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀναχρονισμὸς, ἀνάξιος οὐχὶ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουσιν εἰς Χριστόν. Σήμερον, ὅτε τόσοι ἀγῶνες καὶ προσπάθειαι καταβάλλονται, ἵνα ἑνωθῇ ἡ Ἀγγλικανικὴ Ἐκκλησία μετὰ τῆς ἡμετέρας, εἶναι καὶ ἀφροσύνη νὰ λέγωμεν διὰ τοῦ στόματος αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εὐχώμεθα ὑπὲρ τῶν Ἄγγλων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ἡρωϊκῶς εἰς ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς πατρίδος των. Τότε δὲν μοὶ λέγετε, πῶς ἐπιτρέπεται νὰ τελῶμεν δοξολογίας ὑπὲρ προσώπων, τὰ ὁποῖα πρεσβεύουσιν ἄλλα δόγματα; Δὲν κάμνομεν συχνὰ δοξολογίας ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως; Καὶ ὅμως ὁ Βασιλεὺς πρεσβεύει ἄλλο δόγμα. Διὰ τοῦτο τὰς ὑπονοίας, ἃς ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀποκλίνω καὶ ἐγὼ νὰ θεωρήσω ὡς βασίμους. Πρόκειται ἴσως περὶ πολιτικῶν λόγων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μία λαϊκὴ πρωτοβουλία καθαρῶς δὲν εἶχε καμμίαν ἔννοιαν πολιτικὴν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μᾶς ἐκθέσῃ τυχὸν ἀπέναντι ἄλλων ἐθνῶν. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ὀφείλομεν πλεῖστα εἰς ἐκείνην τὴν Δύναμιν, ὑπὲρ ἧς ἐξεδηλώθησαν ζωηραὶ αἱ συμπάθειαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἄλλως δὲ, μήπως ἡ Δύναμις αὕτη διεξάγῃ ἀγῶνα κατὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων, τῶν ἐπίσης εὐεργετησασῶν ἡμᾶς εἰς ὅλας μας τὰς ἐθνικὰς δοκιμασίας; Ἐπὶ τίνι λοιπὸν δεδικαιολογημένῃ ἀφορμῇ εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἶναι εὔλογον, ὅτι εἶναι δίκαιον, ὅτι εἶναι ὀρθὸν, ὅτι εἶναι πολιτικὸν νὰ ἀπαγορεύωμεν τὴν ἐκδήλωσιν τῶν ζωηρῶν συμπαθειῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὲρ τῆς Δυνάμεως ἐκείνης, ἡ ὁποία τοσάκις καὶ εἰς παμμέγιστον βαθμὸν μᾶς εὐηργέτησεν; Ἔπρεπε νὰ συλλογισθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ παρεμποδίσωσι τὴν ἐκδήλωσιν τῶν ζωηρῶν τούτων συμπαθειῶν, ὅτι καὶ προχθὲς ἀκόμη εἰς τὴν Κρήτην εὐγενῆ τέκνα τῆς Ἀγγλίας ἔχυσαν τὸ αἷμά των, τὸ ὁποῖον ἀκόμη ἀχνίζει, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐχρησίμευσεν ὡς ἀσφαλὲς θεμέλιον τῆς ὁριστικῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ διὰ τῆς ἐκδιώξεως τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, καὶ λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, διότι τοιαῦτα ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου.
§131Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα μετὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς τὸν λόγον, ἵνα προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι. Εὐχάριστον εἶναι ἀληθῶς, ὅτι οὐχὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὡς πιστεύω, ἡ ἐκπροσωποῦσα τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀλλ’ εἷς Ἐπίσκοπος τοῦ Κράτους, ὁρμώμενος ἐκ δικαιώματος, ὅπερ δὲν ἐκτείνεται πέραν τῆς δικαιοδοσίας τῆς σφαίρας αὑτοῦ, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Πατρῶν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀπηγόρευσε τὴν τέλεσιν τοῦ μνημοσύνου...
§132ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι γνωστὸν αὐτό.
§133ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Διότι ἡμεῖς ἐπληροφορήθημεν, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος οὐδαμῶς ἔλαβε γνῶσιν τούτου πρὸ τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ μνημοσύνου. Λέγω εὐχάριστον εἶναι, ὅτι τὴν παρακώλυσιν δὲν ἐνήργησεν ἡ ἐπίσημος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, διότι ἀληθῶς ὅλοι οἱ Ἕλληνες πολῖται, ἐὰν τοιοῦτόν τι συνέβαινεν, ἔπρεπε νὰ ὑψώσωσι τὰς χεῖρας καὶ καλύψωσι τὸ πρόσωπον ἐξ αἰσχύνης. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, τῷ ὄντι προέκειτο τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Ἐκκλησίας νὰ τελεσθῇ τὸ Μνημόσυνον, ἴσως ἐδύνατό τις νὰ περιχαρακωθῇ ἐντὸς ὅλων ἐκείνων τῶν στενῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα κατὰ καιρὸν οἱ Ὀρθόδοξοι ἔγραψαν, ἀποκρούοντες τὰ μνημόσυνα ὑπὲρ ἑτεροδόξων χριστιανῶν. Ἀλλ’ ὅτε δὲν προέκειτο περὶ πρωτοβουλίας προερχομένης ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ οἱ χριστιανοὶ ἠθέλησαν νὰ δεηθῶσι πρὸς τὸν Θεόν, τὸν Θεὸν ἐκεῖνον, ὃν σχεδὸν κατὰ τοὺς αὐτοὺς τρόπους λατρεύουσιν ἄλλοι χριστιανοί, νομίζω, ὅτι ἦτο ἀναχρονισμὸς ὅλως, ἀντικείμενος εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἐποχῆς, ἐν ᾗ ζῶμεν, νὰ θελήσωμεν νὰ περιχαρακωθῶμεν ἐντὸς στενῆς ἑρμηνείας, ἑρμηνείας μὴ προερχομένης ἐκ τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος τῆς Ἑλληνικῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μήπως, Κύριοι, δὲν ὑπάρχῃ διάταξις τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρίστανται ἑτερόθρησκοι ἀνάδοχοι τέκνων τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Ἀλλὰ ποσάκις δὲν παρέστησαν κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ ἁγίου μυστηρίου τῆς βαπτίσεως πρὸς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀναδόχοις τῶν βαπτιζομένων τέκνων ἡμῶν καὶ χριστιανοὶ ἀνήκοντες εἰς ἄλλα τοῦ Χριστιανισμοῦ δόγματα; Βασιλόπαιδες τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐβαπτίσθησαν ὑπὸ ἀναδόχων ἑτεροδόξων, ἀντιπροσώπων Βασιλέων καὶ Αὐτοκρατόρων ἑτεροδόξων; Εἷς, Κύριοι, εἶναι ὁ Θεὸς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καὶ οἱ ἱερεῖς ὅλου αὐτοῦ τοῦ κόσμου, εἴτε πρόκειται περὶ Καθολικῶν, εἴτε πρόκειται περὶ Διαμαρτυρομένων, εἴτε πρόκειται περὶ Ὀρθοδόξων, οἱ ἱερεῖς ὅλων αὐτῶν τῶν δογμάτων καὶ αἱ δεήσεις αὐτῶν βεβαίως εἰσὶν εὐπρόσδεκτοι παρὰ τῷ ἑνὶ καὶ μόνῳ Θεῷ. Λυποῦμαι δέ, διότι ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ὁ ἄλλος δοῦλος Ἑλληνισμὸς τοσοῦτον ἐλευθεριώτερα καὶ μεγαλοφρονέστερα φρονεῖ, εὑρέθημεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, ἵνα ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ταπεινοτέραν καὶ στενοτέραν αὐτοῦ ἔποψιν. Λυποῦμαι ὅτι τὸ παράδειγμα τῆς Αὐτοῦ Θείας Παναγιότητος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ζητοῦντος φιλικωτέρας σχέσεις πρὸς τὴν Προτεσταντικὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἐμιμήθη ὁ Ἱεράρχης τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Καὶ συγκινοῦμαι ἀκόμη, ὅταν ἐνθυμῶμαι, ὅτι πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἐν τῷ περιβλέπτῳ Περιοδικῷ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀνεγίνωσκον τὴν ὡραίαν καὶ πλήρη μεγαλείου ἐκείνην ἐπιστολὴν τῆς Αὐτοῦ Θείας Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως πρὸς τὸν θείᾳ προνοίᾳ Ἀρχιεπίσκοπον Κανταβρυγίας. Εἴθε, κύριε Πρόεδρε, — καὶ λέγω τοῦτο ἐν πεποιθήσει, — εἴθε, τηρουμένων τῶν ἀπαραγράπτων ὅρων τοῦ δόγματος τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴθε νὰ ἐπέλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ δυνηθῶμεν ὁπωσδήποτε νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν ἀδελφὴν Ἀγγλικανικὴν Ἐκκλησίαν, ἐξ ἧς ὀλίγα οὐσιώδη ἡμᾶς διαχωρίζουσιν, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἐν ταύτῃ πρὸ πάντων τῇ ἐποχῇ ὑπάρχουσιν ἄλλα Κράτη, ἐπίσις ὁμόδοξα, ἅτινα, ἂν οὐχὶ ἐπισήμως, βεβαίως ὅμως δι’ Ἑταιρειῶν, ἐπισήμως ἀναγνωριζομένων, ὑπονομεύουσι τὴν Ἀνατολικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὑπονομεύοντα συγχρόνως οὕτω καὶ τὸν Ἑλληνισμόν.
§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα κατέστη, βλέπετε, ἐκκλησιαστικόν. Τουλάχιστον τοιαύτην διατύπωσιν ἔδωκεν εἰς αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἐγὼ δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐὰν δὲν εἶχε λεχθῆ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἐὰν δὲν εἶχεν ἐπαναληφθῆ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ὅτι ὑπόνοιά τις δύναται νὰ γεννηθῇ περὶ ἐνεργείας τινὸς, ἥτις ἴσως ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸ ληφθὲν μέτρον ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Πατρῶν. Τουλάχιστον οὕτως ἐχαρακτήρισε τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς λεχθέντα ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτής. Δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἔδωκε τὰς διαταγὰς, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο λόγος. Ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὰ πνευματικὰ καθήκοντα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τῶν Ἐπισκόπων, ἡ δὲ Πολιτεία εἰς ταῦτα δικαίωμα δὲν ἔχει νὰ ἐπέμβῃ. Ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει, καθῆκον ἔχει νὰ δηλώσῃ διὰ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων αὐτῆς, ὅτι οἱ Ἕλληνες ὅλοι αἰσθάνονται ἐν τῷ βάθει τῆς καρδίας μεγίστην λύπην διὰ τὰ παθήματα ἔθνους, πρὸς τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνισμὸς ὀφείλει εὐγνωμοσύνην (εὖγε! εὖγε!) ὄχι μόνον διὰ τὰ παρ’ αὐτοῦ πραχθέντα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀλλὰ δι’ ὅσα ὑπὲρ Ἑλλάδος ἔπραξε κατὰ τὸν ἱερὸν ἡμῶν ἀγῶνα καὶ μετ’ αὐτὸν, καθ’ ὅλας τὰς κρισίμους τοῦ ἔθνους περιστάσεις. Οὐδεὶς Ἕλλην θέλει λησμονήσει, τί ἔπραξεν ἡ Ἀγγλία ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, οὐδεὶς Ἕλλην θέλει λησμονήσει, ὅτι μετὰ τὸν ἀτυχῆ τελευταῖον πόλεμον ἡ Ἀγγλία ἐπροστάτευσε τὴν Ἑλλάδα. Τὰ εἰς τὴν Ἀγγλίαν παρὰ τῆς Ἑλλάδος ὀφειλόμενα ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε θέλει λησμονήσει. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Δυνάμεθα νὰ θαυμάσωμεν τὴν ἀνδρείαν τῶν Βόερς, ἀλλ’ ἐν τῷ βάθει τῆς καρδίας του, ἐπαναλαμβάνω, ὁ Ἕλλην αἰσθάνεται μεγίστην λύπην διὰ τὰ παθήματα μεγάλου ἔθνους, πρὸς τὸ ὁποῖον τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ Ἕλληνος ἐν ὅσῳ ὑπάρχει Ἑλλάς. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, βεβαίως ἀντιπροσωπεύουσι τὸ αἴσθημα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἤθελον ἐγερθῆ, ὅπως ὁμιλήσω, ἄν δὲν ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀποκαταστήσω τὰ πράγματα εἰς τὸ ἀκριβὲς, ἐφ’ ὅσον τὰ λεχθέντα ἀνεφέροντο εἰς ὅσα προεῖπον. Οὐδὲν εἶπον τὸ δυνάμενον νὰ γεννήσῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἀπέδωκα εἰς ὡρισμένον πρόσωπον ἢ εἰς ὡρισμένας ἐνεργείας τὴν ἀποτυχίαν τοῦ μνημοσύνου. Ὡμίλησα γενικῶς καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ προαποφανθῇ τις κατὰ τῆς Συνόδου καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐμποδισάσης τὸ μνημόσυνον. Ἠθέλησα νὰ μάθω, τίνες οἱ λόγοι, δι’ οὓς παρεκωλύθη τοῦτο. Ὑπέθεσα, ἀναγνωρίσας ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἦτο ἀνίκανος νὰ διατάξῃ τοιαύτην ἀπαγόρευσιν, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ γεννῆσαν παρεξήγησιν καὶ παρεμπόδισαν τὸ μνημόσυνον, καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ποία ἡ ἀκριβὴς ὄψις τῶν πραγμάτων. Τοῦτο καὶ μόνον εἶπον. Τοῦτο ἕκαστος δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ ὅπως θέλει. Ἀλλὰ οἱ λόγοι οἱ ἐμοὶ δὲν παρεῖχον ἀφορμὴν, ὅπως παρασταθῶσιν ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὡς γενόμενοι παραίτιοι συζητήσεως οἱασδήποτε τῶν διαταγῶν τῆς Ἐκκλησίας.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐλέχθησαν ὅσα ἐλέχθησαν, διότι, ἐὰν ταῦτα ἐλέχθησαν μετὰ σκοποῦ, ἵνα διατυπώσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι κακῶς ἐλέχθησαν, διότι τὸ θέμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει τὴν ψιλὴν πόρρωθεν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἵνα τηρῶνται, μὴ παραβαθῶσι δὲ κατά τι οἱ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν νόμοι. Ἀλλ’ ἡ διοίκησις τῶν πνευματικῶν ὑποθέσεων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τῶν ἱερῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι συνιστῶσι τὴν νομοθεσίαν αὐτῆς, δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον· ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις ἀνήκει εἰς τὰ πνευματικὰ καθήκοντα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡμεῖς δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπερωτῶμεν τὸν Ὑπουργὸν διὰ τὰ γενόμενα, ἀφοῦ οὐδεμίαν ἐπὶ τούτοις δύναται νὰ ὑπέχῃ εὐθύνην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ αἰτιολογία, ἡ ὁποία ἐδόθη πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκληφθῇ ὅτι εἶναι αἰτιολογία βάσιμος καὶ λογικὴ, διότι, ἐὰν κατὰ τὸ δόγμα τῶν πεσόντων εἰς τὴν Ν. Ἀφρικὴν δὲν ὑπάρχῃ μετὰ θάνατον μετάνοια, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἱκετεύωμεν τὸν Θεὸν, καὶ νὰ ἐπικαλώμεθα τὴν ἄκραν ἐπιείκειαν καὶ μακροθυμίαν αὐτοῦ πρὸς τὰς ἀτελείας τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, δὲν εἴμεθα δεδικαιολογημένοι, ἐὰν ἀρνώμεθα νὰ ἱκετεύωμεν τὴν θείαν χάριν ὑπὲρ τῶν πεσόντων ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀφρικῇ χριστιανῶν· ἐὰν δ’ ἠρνούμεθα νὰ ὑποβάλωμεν τοιαύτην πρὸς τὸν Ὕψιστον ἱκεσίαν, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ὑποληφθῶμεν, ὅτι ἡ ἄρνησις ἦτο ἐκδίκησις καὶ τιμωρία τῶν πεσόντων, ὡς ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Διαμαρτυρομένων, διότι καὶ οἱ πεσόντες, τέκνα τῆς εἰρημένης Ἐκκλησίας, δὲν πιστεύουσιν, ὡς ἡμεῖς, ὅτι ὑπάρχει μετάνοια. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Σεβασμιώτατος Ἐπίσκοπος Πατρῶν καὶ Ἠλείας, πολλῷ δ’ ἧττον, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος διέταξε νὰ μὴ ἐπιτρέψωσι τὴν τέλεσιν τοῦ μνημοσύνου, ἀλλ’ ὅτι ἴσως ἱερεῖς ἐν τῷ τόπῳ, ὑπὸ μικροῦ φανατισμοῦ ἐμπνεόμενοι, ἠρνήθησαν νὰ τελέσωσι τὸ μνημόσυνον. Τὰ λεχθέντα ὅμως πρὸ μικροῦ ἐλπίζω ὅτι θέλουσι δώσει εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ, πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διερμηνεύουσι τὸ φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως, διερμηνεύουσι συγχρόνως καὶ τὸ φρόνημα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ μόνον τὸ φρόνημα ἡμῶν τῶν συνερχομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ τὸ φρόνημα παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ τε ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει καὶ τοῦ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος (εὖγε! εὖγε!). Δὲν εἶναι δυνατὸν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον πάντοτε διεκρίθη ὡς ἐμφορούμενον ὑπὸ εὐγενῶν αἰσθημάτων, ἑπομένως ὡς ἔθνος εὐγνῶμον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε λησμονεῖ τὰ καθήκοντα τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς εὐεργέτας αὑτοῦ, νὰ μείνῃ ἀδιάφορον, ὅταν αἱ στρατιαὶ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας κακοπαθῶσι καὶ διέρχωνται τὰς δοκιμασίας τοῦ πολέμου ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀφρικῇ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ αἰσθήματος τούτου τῆς εὐγνωμοσύνης, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρός τε τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν καὶ πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις, ὅσαι ἐπροστάτευσαν κατὰ τὸν μέγα ἀγῶνα τὴν κινδυνεύουσαν ἐθνικότητα ἡμῶν καὶ συνετέλεσαν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, πρός τε τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν καὶ πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις, αἵτινες καὶ τελευταῖον ἔδωκαν εἰς ἡμᾶς χεῖρα βοηθείας, καὶ οὐ μόνον συνετέλεσαν, ἵνα βελτιωθῇ ἡ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κατάστασις τῆς ἀδελφῆς μεγαλοννήσου, τῆς τοσοῦτον καὶ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη δοκιμασθείσης καὶ τόσα δεινὰ ὑποστάσης, ἀλλ’ ἦλθον ἐπίκουροι ἰσχυροὶ ἡμῶν καὶ κατὰ τὰς ἄλλας περιστάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καθ’ ὃν προεκλήθη εἰς πόλεμον, καὶ κατ’ αὐτὸν ἐδυστύχησεν, ἐκτὸς, λέγω, τῆς εὐγνωμοσύνης, ἡμεῖς κατ’ ἄλλο ἔχομεν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡμῖν ἡ ἱστορία καὶ ἡ ἐθνικότης ἡμῶν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι λαὸς, τὸν ὁποῖον ἡ ἱστορία καὶ ἡ ἐθνικότης ὑποχρεοῖ νὰ διατελῇ πάντοτε συμπαθὴς πρὸς τὰς ἐλευθερίας τῶν ἄλλων λαῶν. Ἄν δὲ πρὸ ἡμίσεως αἰῶνος ἔγραφεν ἐν Παρισίοις ἐφημερίς τις, ὅτι αἱ ἐλευθερίαι τῶν λαῶν, καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἡ ἀνάπτυξις καὶ πρόοδος εὑρίσκουσι πάντοτε στέγην εἰς τὴν συνεννόησιν τῆς Ἀγγλίας μετὰ τῆς Γαλλίας, διότι ἡ συνεννόησις αὕτη εἶναι ὁ πρόμαχος τῶν δικαιωμάτων τούτων τῆς ἀνθρωπότητος, βεβαίως ἡ μείωσις τοῦ γοήτρου, τῆς ἐπιρροῆς, τῆς ἰσχύος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας εἶναι ζημία καθολική, διότι μειώνει τὴν ἐπικουρίαν, τὴν ὁποίαν παρ’ αὐτῆς προσδοκᾷ καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν ἄμυναν κατὰ πάσης καταχρήσεως τῆς ἰσχύος καὶ κατὰ πάσης βίας. Ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς εὔχεται ἐνθέρμως νὰ μὴ μειωθῇ οὔτε τὸ γόητρον οὔτε ἡ ἰσχὺς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν ὡσαύτως νὰ εὐχώμεθα ὑπὲρ τῶν ὅπλων αὐτῆς. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐξ ὁλοκλήρου τῆς αἰθούσης).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§138Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὔριον, αὔριον.
§140ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι αὔριον δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀγορεύσω, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος σήμερον.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν (ἀντιρρήσεις ἐξ ἀριστερῶν).
§142ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἰσήλθομεν παντάπασι (θόρυβος). Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν Βουλευτῶν, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλὴν συνεχῶς καὶ ἐπὶ ματαίῳ. Ὁσάκις πρόκειται νὰ ἀνακοινώσω τι, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος οὐσιώδους· ἀρκετὰ οὐσιῶδες δὲ εἶναι τὸ ζήτημα, ὅπερ θὰ θίξω, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§143ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, αὔριον.
§144ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Διατὶ αὔριον;
§145ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὔριον πιθανὸν νὰ ἀπουσιάζω, κατ’ ἀκολουθίαν θὰ ὁμιλήσω σήμερον, καὶ μὴ ἀσχάλλετε, παρακαλῶ, διότι ἔχω πρὸς τοῦτο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνασκήσω (θόρυβος). Πρόκειται περὶ ἀνωμαλίας τινὸς, παρουσιαζομένης εἰς τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ὅστις μετ’ οὐ πολὺ τίθεται εἰς ἐφαρμογήν· πρὸ μικροῦ δ’ ἔλαβον ἐπιστολὴν παρὰ φίλου μου οἰκοῦντος εἰς κωμόπολιν, ἡ ὁποία δὲν ἀριθμεῖ κατοίκους περισσοτέρους τῶν 1500.
§146Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν (θόρυβος).
§147ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, οἱ κύνες πολυτελείας καὶ κυνηγεσίας ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν 10 δραχμῶν, οἱ δὲ λοιποὶ κύνες ἐπίσης ὑποβάλλονται εἰς φόρον τριῶν δραχμῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ εἰρημένου νόμου ἐξαιροῦνται οἱ ποιμενικοὶ κύνες, ὡς καὶ οἱ κύνες τῶν χωρίων, ὧν ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 1500 ψυχὰς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογραφήν. Ἐνῷ δὲ ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς καὶ σαφὴς, κανονίζει δὲ τίνες οἱ κύνες οἱ φορολογούμενοι καὶ τίνες οἱ μὴ ὑπαγόμενοι εἰς φορολογίαν, οἱ ἐντεταλμένοι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περιπίπτουσιν εἰς παρερμηνείας αὐτοῦ· λαμβάνω δὲ ἐπιστολὴν παρὰ φίλου μου, οἰκοῦντος, ὡς σᾶς ἔλεγον προηγουμένως, εἰς πολίχνην, ἡ ὁποία δὲν ἀριθμεῖ κατοίκους πλείονας τῶν 1500, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ λέγει, ὅτι ὁ ἔφορος τοῦ Ξηροχωρίου, εἰς ὃν ὑπάγεται ἡ ἐν λόγῳ κώμη, εἰδοποιεῖ τὸν δήμαρχον αὐτῆς, ὅπως οἱ κάτοικοι αὐτῆς δηλώσωσι τοὺς κύνας τῆς πολυτελείας καὶ τῆς κυνηγεσίας, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ εἰρημένῃ κώμῃ. Οἱ κάτοικοι ταύτης ἀνησύχησαν, διότι γνωρίζουν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον δὲν ὀφείλουσι νὰ δηλώσωσι τοὺς κύνας των, καὶ ὅτι πάντες οἱ κύνες αὐτῶν ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας· ἐν τούτοις ὁ ἔφορος ἐπιμένει. Ὅπως ἀρθῇ δὲ πᾶσα ἀμφιβολία, εἶναι ἀνάγκη νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν φρονεῖ ὅτι οἱ κύνες τῶν χωρίων τῶν ἐχόντων κατοίκους ὀλιγωτέρους τῶν 1500 ὑπάγονται εἰς φορολογίαν. Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι «δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἀνωτέρω φόρον (2 δʹ) οἱ κύνες τῶν χωρίων, ὧν ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 1500 ψυχὰς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογραφήν»· ἐν τούτοις, ὡς εἶπον, ὁ ἔφορος ζητεῖ νὰ δηλώσωσιν αὐτούς. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάγονται εἰς φορολογίαν,—καὶ δὲν ὑπάγονται βεβαίως— ἂς λάβῃ τὴν ἐνόχλησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὰς Ἐφορίας ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἑρμηνεύῃ τὸν νόμον, καὶ νὰ λέγῃ εἰς αὐτοὺς, ὅτι οἱ κύνες αὐτοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς φορολογίαν, ἵνα μὴ ἀναγκάζωνται οἱ ἄνθρωποι νὰ δηλῶσιν αὐτούς· διότι τὸ ἄτοπον τοῦτο δὲν παρατηρεῖται μόνον εἰς τὴν εἰρημένην κώμην, ἀλλ’ εἰς πολλὰς Ἐφορίας τὸ αὐτὸ συμβαίνει, ὡς μὲ πληροφοροῦσιν ἀξιότιμοι συνάδελφοι.
§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐξετάσω.
§149Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῶσιν, ὅπως προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ τὸ συζητήσωμεν πρὸ τῆς λήξεως τῶν συνεδριάσεων. Τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ νόμος ΒΦϞΔʹ τοῦ 1899 ἐν ἄρθρῳ 3 ἐδάφ. ϛʹ λέγει, ὅτι οἱ ἐπιτηδευματίαι ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι τὴν δήλωσίν των ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου· ἡ δήλωσις αὕτη συνεπάγεται καὶ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδευματίου πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς δηλώσεως. Γνωρίζετε δὲ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἀπεπληρώθη εἰσέτι ὁ φόρος τοῦ 1899, θέλει δὲ ἀποπληρωθῆ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου. Οὕτω οἱ συμπολῖται ἡμῶν προσκαλοῦνται νὰ πληρώσωσιν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τοῦ ἔτους 1900, ἐντὸς δὲ τοῦ ἑπομένου μηνὸς τὸ ¼ τοῦ φόρου τοῦ 1899, καὶ τοῦτο ἐν μέσῳ τῶν ἁγίων τούτων ἑορτῶν, καθ’ ἃς ἕκαστος οἰκογενειάρχης σκέπτεται, πῶς νὰ οἰκονομήσῃ ποσόν τι, ὅπως διέλθῃ αὐτὰς ἡ οἰκογένειά του ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει. Ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις αἱ ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου ΒΦϞΔʹ εἶναι προωρισμέναι νὰ μετατρέψωσι τὴν χαρὰν εἰς συμφορὰν, καὶ νὰ ἀποσπάσωσιν ἴσως τοὺς ἐπιτηδευματίας ἀπὸ τὸ μέσον τῶν ὀλοφυρομένων τέκνων των, ὅπως ὁδηγήσωσιν αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακάς. Τοιαῦται διατάξεις, Κύριοι, ἐξεγείρουν τὴν δημοσίαν συνείδησιν, καὶ δέον νὰ τροποποιηθῶσιν. Εὐτυχῶς τὸ νέον ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον περὶ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων φέρει τὴν προσήκουσαν τροποποίησιν, ἀλλ’ εὑρίσκεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον μεταξὺ τῶν τελευταίων. Ἤδη εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἐζήτησα νὰ προταχθῇ, ὅπως συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου· δυστυχῶς δὲν ἐπέτυχον τοῦτο. Ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη σήμερον καιρός, Κύριοι, νὰ συζητηθῇ ἐγκαίρως, ἂν προταχθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν ὑμᾶς, χάριν τῶν συμπολιτῶν μας, χάριν τῶν ἱερῶν τούτων ἡμερῶν, νὰ μὴ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν ἐπὶ πλέον. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θ’ ἀντιτείνῃ εἰς τοῦτο.
§150Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προταχθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ σοβαρὰ ἀμφιβολία, διότι ἄρθρα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἀκριβῶς τὴν ἀναστολὴν τῶν δηλώσεων, θὰ ἦναι ἄχρηστα, ἂν μὴ ὁ νόμος οὗτος ψηφισθῇ πρὸ τῆς 31 τρέχοντος μηνὸς Δεκεμβρίου. Τίνι τρόπῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἐπαχθεστάτη εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, θέλει δυνηθῆ, ἐὰν δὲν τροποποιηθῇ οὗτος πρὸ τοῦ νέου ἔτους, νὰ μετριάσῃ τὸ ἐπαχθὲς τοῦ νόμου ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ ἀνακουφίσῃ τοὺς φορολογουμένους; Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τοῦ ὑποβληθέντος καὶ σήμερον διανεμηθέντος νομοσχεδίου, δύναται, λέγω, δι’ ἐγκυκλίου νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναστολήν. Ἀλλ’ ὁ νόμος βεβαίως δὲν τῷ παρέχει τοιοῦτον δικαίωμα. Ἀφοῦ δὲ ὁ νόμος δὲν παρέχει τοιοῦτον δικαίωμα, ἕπεται ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον καὶ δικαιότατον, ἵνα ἡ πλειονοψηφία δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅπως προταχθῇ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ἄλλως, ἐὰν ψηφισθῇ μετὰ τὰς ἑορτὰς, αἱ πλεῖσται τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἔσονται ἄνευ σκοπιμότητος, εἶναι δὲ αἱ μόναι ἴσως εὐεργετικαὶ διατάξεις.
§151ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν δέχεται νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, πρέπει νὰ ᾖ αἱ δέκα οἱ προτείνοντες.
§153ΝΕΓΡΗΣ. Εἴμεθα δέκα (ἐγείρονται πλείονες τῶν δέκα).
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ζητήματα δὲν τίθενται οὕτω (διάλογοι).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐπειδὴ εἶναι δέκα οἱ προτείνοντες τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κατὰ τὸν Κανονισμὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
§156Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἐπείγοντα χαρακτῆρα, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη προτάξεως αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι, ὡς ὑποθέτω, ἡ Βουλὴ θὰ συνέλθῃ εἰς δύο ἀκόμη συνεδριάσεις, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις, ἥτις προβάλλεται, νὰ προταχθῇ τοῦτο πρὸ τῆς ψηφίσεως τῶν ἄλλων, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπίσης νὰ προταχθῇ πρὸ τῆς ψηφίσεως τῶν περὶ πιστώσεων νομοσχεδίων. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ εἰς ταῦτα ἐκτενὴς συζήτησις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρξῃ, οὐδεὶς προτίθεται, ὡς ἐλπίζω, ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ περὶ ἐπιτηδευμάτων νομοσχέδιον.
§157ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν δὲν φθάσωμεν, τότε τί μέλλει γενέσθαι;
§158Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φθάσωμεν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπιμένωσιν οἱ προτείνοντες τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασίν των. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ματαίως θὰ χάσωμεν τὸν καιρὸν, ἀφοῦ θὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου.
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐπιμένουσι.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας ἐν Ἀθήναις τῇ 18) 30 Δεκεμβρίου 1899 ὑπογραφείσης προσωρινῆς συμφωνίας περὶ ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας.
§162Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πληροφορίας τινὰς θέλω ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἤμεθα καὶ ἡμεῖς ἐν γνώσει καὶ τῶν λεπτομερειῶν καὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι παρεκίνησαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδεχθῇ τὰς τροποποιήσεις τῆς ἰσχυούσης συμβάσεως, καὶ ἰδίως τὴν τροποποίησιν τὴν λίαν ἐπαχθῆ διὰ τὴν χώραν, τὴν τροποποίησιν τοῦ δασμοῦ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῶν οἴνων. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας βεβαίως εἶχε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν,—καὶ πληροφορίας τοιαύτας νομίζω ἀναγκαίας διὰ τὴν Βουλήν,—τὴν περὶ τῆς ναυτιλιακῆς κινήσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, δηλαδὴ ποία εἶναι ἡ ναυτιλιακὴ κίνησις τῆς Ἰταλίας ἐν Ἑλλάδι, καὶ ποία ἡ τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἰταλίᾳ· δεύτερον, ἦτο καλὸν νὰ γνωρίζωμεν ποία εἶναι ἡ κίνησις ὡσαύτως ἡ εἰσαγωγικὴ ἐξ Ἑλλάδος εἰς Ἰταλίαν τοῦ οἴνου, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται ἐξαίρεσις ἐν γένει τῆς φορολογίας τῆς τελωνειακῆς, καὶ ποία ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ξηρῶν σύκων καὶ τῶν σταφίδων, τὰ ὁποῖα ὡσαύτως ὑποβάλλονται διὰ τῆς συμβάσεως εἰς τὸ γενικὸν δασμολόγιον. Ὥστε, ἐὰν δὲν εἶναι σήμερον αἱ πληροφορίαι αὗται πρόχειροι, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§163Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§164Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπίσης μίαν ἄλλην πληροφορίαν, κύριε Πρόεδρε. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, τὰ σήμερον ἀναγνωσθέντα καὶ ἐπικυρωθέντα, ἀνέγνωσα ὅτι ὁ κ. Πεταλᾶς ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ δηλώσῃ, ἂν πλοιάρια ὑπὸ σημαίαν ἰταλικὴν ἁλιεύωσιν εἰς τὰ ἑλληνικὰ παράλια καὶ πῶς. Δηλαδὴ ὑπάρχει συνθήκη τις περὶ τούτου, ἢ αὐθαιρέτως πράττουσι τοῦτο καὶ κατὰ συγκατάβασιν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν;» Ἐν ᾧ ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης φαίνεται, ὅτι τὰ τῆς ἁλιείας ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς παραλίοις ἐκ μέρους ἰταλικῶν πλοίων δὲν θὰ ἐφαρμόζωνται πλέον, ἐν τούτοις παραδειγματιζόμενος ἐκ τοῦ παρελθόντος δύναταί τις νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τοῦτο θέλει ἐξακολουθήσει. Ὅ,τι γίνεται μέχρι τοῦδε, θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Δυνάμει ὅμως τίνος νόμου τοιαύτη ἁλιεία, μὴ ὑπαρχούσης συνθήκης, ἐπιτρέπεται εἰς ξένους; καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ ἐξακολούθησις; Ὑποθέτω ὅτι τοιαύτη ἀπορία ἐνέπνευσε καὶ τὸν ἐξ Ἁγυιᾶς κ. συνάδελφον, ἵνα ἀπευθύνῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Αἱ ἀρχαὶ πανταχοῦ τοῦ Κράτους ἠνέχθησαν πάντοτε τὴν ἁλιείαν τῶν ἰταλικῶν πλοιαρίων εἰς τὰ ἑλληνικὰ παράλια καὶ παρὰ τὸν νόμον καὶ παρὰ τὰς ῥητὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἀληθῶς πολλαὶ Κυβερνήσεις δι’ αὐστηρῶν διαταγῶν ἀπηγόρευσαν τὴν τοιαύτην ἁλιείαν. Ἐν τούτοις αἱ λιμενικαὶ καὶ ἀστυνομικαὶ ἀρχαί, εὐχαριστούμεναι διότι εὑρίσκουσιν αὐταὶ καὶ οἱ ἄλλοι πολῖται εἰς τὴν ἀγορὰν ἰχθῦς, ἐθεώρησαν εὔλογον νὰ ἐπιτρέπωσι νὰ γίνηται ἡ ἁλιεία ἔστω καὶ παρανόμως καὶ πρὸς ζημίαν ἄλλων πολιτῶν Ἑλλήνων. Ἀλλὰ μήπως εἶναι τοῦτο μόνον τὸ ἄτοπον; Ἡ διὰ τῶν ἰταλικῶν στρατῶν ἁλιεία, εἶναι πασίγνωστον ταῖς ἀρχαῖς αὐταῖς, ὅτι γίνεται καὶ ὅτι πάντοτε ἐγίνετο κατὰ τρόπον καταστρέφοντα κολοσσιαῖον ποσὸν μικρῶν ἰχθύων καὶ γόνου τῶν ἰχθύων ἐν τοῖς παραλίοις, πρὸς βλάβην τοῦ πλούτου τῶν ἡμετέρων θαλασσῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου προξενεῖ καὶ ζημίαν εἰς τοὺς Ἕλληνας ἁλιεῖς, καθὼς καὶ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν ἰχθυοτροφείων τοῦ Δημοσίου, διότι ἐκ τῆς ἀνοικτῆς θαλάσσης εἰσέρχονται ἐν τοῖς ἰχθυοτροφείοις οἱ ἰχθῦς. Ἐπειδὴ δ’ αἱ ἐνοικιάσεις αὐτῶν γίνονται ἐπὶ τῷ ὅρῳ ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ διὰ στρατῶν ἁλιεία, προκαλοῦνται δίκαι κατὰ τοῦ Δημοσίου. Διὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἔχῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι.
§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴς ἀγνοεῖ βεβαίως διατὶ οἱ Ἰταλοὶ ἁλιεῖς ἁλιεύουσιν εἰς τὰ ἑλληνικὰ παράλια, δὲν ἐπίστευον ὅμως ὅτι ἀγνοεῖ τοῦτο καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι οὐ μόνον σήμερον, ἀλλὰ καὶ πρὸ 20 καὶ 25 ἴσως ἐτῶν, αἱ ἰταλικαὶ ἀνεμότραται ἁλιεύουσιν εἰς τὰ ἑλληνικὰ ὕδατα, καὶ ἔχω ἐνταῦθα βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη παρὰ τοῦ κ. Ξανθοπούλου ἐν ἔτει 1877, καὶ τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «αἱ ἰταλικαὶ ἀνεμότραται, παρ’ ὅλας τὰς διατάξεις τῶν νόμων, ἐξακολουθοῦσιν ἁλιεύουσαι ἐντὸς τῶν ἑλληνικῶν ὑδάτων». Βλέπετε, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι παλαιόν. Οὐδεμία ὑπάρχει συνθήκη ἀναγνωρίζουσα τὸ δικαίωμα τοῦτο. Αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν ὑπῆρξαν αὐστηραὶ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἁλιείας ταύτης, καθόσον γίνεται παρ’ Ἑλλήνων σπουδαιοτάτη ἁλιεία σπόγγων εἰς τὰ ἰταλικὰ παράλια, καὶ οὐδέποτε ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε ταύτην. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀκολουθοῦσα τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλικῆς, δὲν ἠμπόδισε τὴν ἁλιείαν. Γινώσκω, ὅτι πολλάκις ἐδόθησαν διαταγαὶ πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἁλιείας, ἀλλὰ αἱ διαταγαὶ αὗται δὲν ἐφηρμόσθησαν αὐστηρῶς, δι’ ὃν λόγον προανέφερα, καὶ διότι ἐξηγέρθησαν κατ’ αὐτῶν αὐτοὶ οἱ κάτοικοι τῶν παραλίων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες ἐνόμιζον, ὅτι εἰς τὴν ἁλιείαν τῶν ἀνεμοτρατῶν ὀφείλεται ἡ εὐθηνία τῶν πωλουμένων ἰχθύων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Δικαίωμα πρὸς ἁλιείαν δὲν ἀνεγνωρίζετο κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ τοιοῦτον δικαίωμα οὐδόλως ἀναγνωρίζεται διὰ τῆς προσωρινῆς συμφωνίας. Κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συνομολογήσεως ὁριστικῆς συνθήκης δὲν ἀπησχόλησε πρωτίστως τὴν προσοχὴν ἡμῶν τὸ ζήτημα τῆς ἁλιείας, ἥτις, ὡς εἶπον, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐξασκεῖται εἰς τὰ ἑλληνικὰ ὕδατα. Τὸ ζήτημα τὸ κυρίως ἀπασχολῆσαν ἡμᾶς ἦτο τὸ τῶν οἴνων, διότι οὗτοι ἀποτελοῦσι τὴν σπουδαιοτέραν ἐν Ἰταλίᾳ εἰσαγωγὴν μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων. Δυστυχῶς ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ἕνεκα λόγων οὐχὶ ἐμπορικῶν, ἀλλὰ πολιτικῶν ἐσωτερικῶν, εὑρέθη ἐν ἀδυναμίᾳ, ἵνα προβῇ εἰς παραχωρήσεις ὡς πρὸς τοὺς οἴνους, καὶ κατὰ συνέπειαν κατέστη ἀδύνατος ἡ συνομολόγησις ὁριστικῆς συνθήκης. Ἔμενε λοιπὸν τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς, ὅτε ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν εἰς ἡμᾶς, ἵνα προβῶμεν εἰς προσωρινὴν συμφωνίαν. Κατὰ τὰς περὶ ταύτης διαπραγματεύσεις ἐπανῆλθε τὸ ζήτημα τῶν οἴνων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κατορθώσωμεν ἐλάττωσιν τελῶν ὁμοίαν ἐκείνης, ἥτις καθιεροῦτο διὰ τῆς παλαιᾶς συμβάσεως. Κατωρθώσαμεν ὅμως ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἐπιβάρυνσιν, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει ἅμα τῇ καταργήσει τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ ἀπεδέχθημεν τὴν προσωρινὴν συμφωνίαν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ πεισθῇ ἡ Ἰταλία, ὅπως, ἐν ὅσῳ ὑφίσταται ἐμπορικὴ σύμβασις μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Αὐστρίας καὶ Γερμανίας, παραχωρήσῃ εἰς ἡμᾶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, καίτοι κατεβάλομεν μεγάλας προσπαθείας, δὲν ἠδυνήθημεν σήμερον νὰ ἐπιτύχωμεν. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν συμφέρον, οὐ μόνον ὑπὸ ἔποψιν ἐμπορικὴν καὶ ναυτιλιακήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, νὰ μὴ ἀρνηθῶμεν τὴν ψήφισιν τῆς ὑπὸ συζήτησιν προσωρινῆς συμβάσεως.
§166Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ λόγος τῆς γενομένης ἐπερωτήσεως εἶναι νὰ φωτισθῶμεν, μὴ ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν, ἐνῷ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις φαίνεται ὑποχωρήσασα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἁλιείας, ὡς ἐγκαταλιποῦσα τὰς ἀπαιτήσεις αὑτῆς, ζημιωθῶμεν ἡμεῖς, δεχόμενοι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ σύμβασις, αὐξανομένου τοῦ φόρου εἰσαγωγῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου ἀπὸ 5,77, ὡς εἶναι σήμερον, εἰς 12 φράγκα. Ἐὰν ὑπάρχουσιν ἕτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν προσωρινὴν σύμβασιν, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναται νὰ μάθῃ σήμερον, οὐδεμίαν ἔχω νὰ φέρω ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἂν κρίνωμεν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ἐν Ἑλλάδι διὰ τὴν ἁλιείαν τῶν ἰταλικῶν πλοίων, νομίζω ὅτι ἡ Ἰταλία οὐδόλως θέλει ζημιωθῆ ἐκ τῆς διατηρήσεως τοῦ καθεστῶτος, διότι ἐνῷ ἀπαγορεύεται ἡ ἁλιεία αὐτῶν ἐν τοῖς παραλίοις ἡμῶν, αὕτη ἐν τούτοις γίνεται ἀνενοχλήτως, καὶ περιττὸν νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τῆς νέας συμβάσεως. Ἡμεῖς ὅμως θέλομεν ζημιωθῆ ἐν τῷ ἐμπορίῳ τῶν οἴνων μετὰ τῆς Ἰταλίας, διότι πρόδηλον ὅτι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν οἴνων ἡμῶν εἰς τὴν Ἰταλίαν μὲ τέλος 12 φράγκων καθ’ ἑκατόλλιτρον. Οὔτε ἄλλη παραχώρησις βλέπω νὰ γίνηται εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἰταλία οὕτω οὐδὲν ἀπόλλυσι, διότι ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποστῆ, ἂν τὰ ἁλιευτικὰ πλοῖα αὐτῆς ἠμποδίζοντο νὰ ἁλιεύωσιν εἰς τὰ ἑλληνικὰ παράλια, δὲν θὰ ἐπέλθῃ, διότι καὶ μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως οἱ Ἰταλοὶ ἁλιεῖς θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ ἁλιεύωσιν, ὡς καὶ πρὸ αὐτῆς, εἰς τὰ παράλια ἡμῶν. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνάπτωμεν ἐμπορικὰς συνθήκας καὶ νὰ ἐπιτυγχάνωμεν παραχωρήσεις ἐκ τῶν ἄλλων Κρατῶν. Φρονῶ ὅτι ἡ κατάχρησις αὕτη πρέπει νὰ παύσῃ τουλάχιστον τώρα, ὅτε καὶ τὸ συμφέρον συνάψεως ἐπωφελοῦς συνθήκης συνηγορεῖ. Ἄνευ τούτου, ὅπερ ὅλως νόμιμον, διότι οὐδαμοῦ ἐπιτρέπεται, ἔτι καὶ εἰς τοὺς ἰθαγενεῖς, ἡ καθ’ οἱανδήποτε ὥραν τοῦ ἔτους καὶ δι’ οἱωνδήποτε ὀργάνων ἁλιεία, ἀδύνατον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰς ἡμετέρας αἰτήσεις, ὅσον καὶ ἂν ἦναι δίκαιαι. Εὐτυχῶς ἔχομεν ἀρκετοὺς ἁλιεῖς, ὅπως ἀναπληρώσωσι τοὺς Ἰταλοὺς, ἂν ἔπαυον οὗτοι ἐργαζόμενοι. Δὲν θὰ στερηθῇ ἡ κοινωνία ἰχθύων, ἀρκεῖ νὰ ζητῶνται τοιοῦτοι πρὸς κατανάλωσιν. Ἡ προστασία λοιπὸν τῶν ἰταλικῶν ἁλιευτικῶν πλοίων εἶναι οὐ μόνον παράνομος, ἀλλὰ καὶ ἀδικαιολόγητος. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι ἐπιζήμιος ἡ ἁλιεία αὕτη εἰς τὸν πλοῦτον τῶν ἰχθύων, δηλαδὴ ἡ διὰ τῶν ἀνεμοτρατῶν, ἔχει καθῆκον καὶ συμφέρον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπαγόρευσις ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων λιμενικῶν καὶ ἀστυνομικῶν ἀρχῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι συνήθως ὑπενδύονται ἑλληνικὰ συμφέροντα τὰ ἰταλικὰ πλοῖα· Ἕλληνες μεταβαίνουν εἰς Ἰταλίαν καὶ φέρουν αὐτά. Τὰ πλοῖα ταῦτα, ἁλιεύοντα, ὁπόταν θέλουν καὶ ὅπως θέλουν, εἰς τὰς ἑλληνικὰς θαλάσσας, μεταβαίνουσιν ὑπὸ ἰταλικὴν σημαίαν εἰς τὰς παραλίους ἡμῶν πόλεις, ὅπου εὑρίσκουσι τοὺς ἐν αὐταῖς φίλους ἰχθυοπώλας καὶ πωλοῦσιν αὐτοῖς. Αἱ ἀρχαὶ κλείουν τοὺς ὀφθαλμούς. Ἄλλοτε ἔρχονται καὶ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν, ὅτε πάντες συμφωνοῦσι, καὶ λιμενικαὶ καὶ ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ, πάλιν νὰ παραβλέψωσι τὴν παράβασιν ταύτην, καὶ νὰ ἀνεχθῶσι, χάριν δῆθεν τῶν κατοίκων, καὶ αὐτὴν τὴν παρανομίαν. Τὰ πάντα γίνονται τῇ ἐνόχῳ καὶ ἐπιμέμπτῳ ἀνοχῇ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Αὕτη δὲ θὰ ἐξακολουθῇ, ἂν δὲν λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα ἡ Κυβέρνησις. Ἐλέχθη ὅτι παρῃτήθη ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις τῆς πληρωμῆς τοῦ ποσοῦ 1,80 πέραν τῶν 12 βαθμῶν οἰνοπνεύματος ἐν τῷ οἴνῳ καθ’ ἑκατόλλιτρον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦτο κεῖται ἐν τῇ γενικῇ νομοθεσίᾳ τῆς Ἰταλίας· δὲν εἶναι παραχώρησις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἐν Ἰταλίᾳ πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τοὺς 15 βαθμοὺς ὁ οἶνος ὁ εἰσαγόμενος, ἵνα πληρώνῃ διὰ τὸ πέραν τῶν 15 βαθμῶν ποσὸν πρὸς 1 φρ. καὶ 80 ἑκατοστὰ κατὰ βαθμὸν ἐπὶ τοῦ ἑκατολλίτρου. Ὅπως δήποτε δὲν εἶναι δυνατὸν οἶνος ἑλληνικὸς ἐφεξῆς νὰ εἰσαχθῇ εἰς Ἰταλίαν μὲ φορολογίαν 12 φράγκων καθ’ ἑκατόλλιτρον. Τὰ τῆς ἁλιείας ἀπέναντι τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ μόνον μέσον, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παραστάσεις ἡμῶν, καὶ ταῦτα συνιστῶ καὶ πάλιν.
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλομεν νὰ καθορίσωμεν τὰ θέματα. Ἡ ἁλιεία οὐδὲν ἔχει κοινὸν μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν. Οὐδέποτε τὸ δικαίωμα τῆς ἁλιείας παρεχωρήθη διὰ συμβάσεως. Συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, ὅτι εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ τὰ αὐστηρότερα μέτρα πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ζημιῶν τῶν ἐπερχομένων ἐκ τῆς ἁλιείας τῶν ἀνεμοτρατῶν, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ εἴπω, ὅτι δὲν συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, ὅτε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προσωρινῆς συμφωνίας προβαίνει εἰς σύγκρισιν αὐτῆς πρὸς τὰ ἄλλοτε συνομολογηθέντα. Δὲν δυνάμεθα νὰ συγκρίνωμεν τὴν προσωρινὴν συμφωνίαν μὲ τὴν σύμβασιν τοῦ 1889, οὔτε ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ ἀρυσθῶμεν ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ 1889. Τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο παραγνώρισις τῆς νέας οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Εὐρώπης. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι σήμερον ἐπικρατεῖ ἐν Εὐρώπῃ τὸ προστατευτικὸν πνεῦμα. Αἱ ἐν Εὐρώπῃ κρατοῦσαι ἰδέαι κατὰ τὸ 1889 ἦσαν ὅλως διάφοροι, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν ἐκείνων συνομολογήθη τότε ἡ σύμβασις· ἀλλὰ δὲν κρατοῦσι πλέον αἱ ἰδέαι αὗται. Καὶ ἡ Γαλλία εἶχεν ἄλλοτε δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλε μικρὸν δασμὸν ἐπὶ τῆς σταφίδος· ἀλλὰ τί ἐγένετο ἔκτοτε; Ἀλλὰ μήπως οἱ ὅροι μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἰταλίας δὲν ἦσαν ἄλλοτε διάφοροι τῶν σήμερον μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν κρατούντων; Εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν νὰ συγκρίνωμεν δύο συμβάσεις, αἵτινες κατηρτίσθησαν ὑπὸ τὸ κράτος οἰκονομικῶν ὅρων ὅλως διαφόρων. Σήμερον κρατοῦσι παρ’ ὅλοις σχεδὸν τοῖς Κράτεσι τῆς Εὐρώπης ἰδέαι ὅλως νέαι. Σύμβασις, ἡ ὁποία συνωμολογήθη ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀρχῶν τοῦ libre-échange, δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ μὲ συμφωνίαν συνομολογηθεῖσαν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν προστατευτικῶν ἀρχῶν. Ὑπάρχει τις ὁ δυνάμενος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συναινέσῃ ἡ Ἰταλία εἰς σύμβασιν ὁμοίαν τῆς σήμερον κρατούσης; Ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ ὁ τοιαῦτα ὑποστηρίζων, ἐκτὸς ἐὰν ἀγνοῇ ὅτι χάριν τῶν οἴνων κυρίως ἡ Ἰταλία διέρρηξε τὰς ἐμπορικὰς σχέσεις αὑτῆς μὲ τὴν Γαλλίαν. Ἀδύνατον λοιπὸν ἦτο νὰ ἐπιτύχωμεν σήμερον τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἐπετεύχθησαν τότε. Βεβαίως ἐπεμείναμεν καὶ προσεπαθήσαμεν, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἄξιοι κατακρίσεως διότι δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοιούτους ὅρους, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐπετύχομεν παραχωρήσεις ὁμοίας ἐκείνων, αἵτινες ἐπετεύχθησαν διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1889, ἐπειδὴ κατωρθώσαμεν νὰ περιορισθῇ ὁ δασμὸς ἐπὶ τῶν οἴνων εἰς 12 φράγκα, ἀλλὰ δὲν κατωρθώσαμεν νὰ περιορίσωμεν τοῦτον εἰς 5 καὶ 75%, ἡ συνομολογηθεῖσα συμφωνία εἶναι κακή. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοιαύτης βάσεως ὄχι μόνον ἡ συζήτησις τῆς προκειμένης συμβάσεως, ἀλλὰ πάσης ἐν τῷ μέλλοντι συμβάσεως θὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα ὄχι λογικά. Εἴχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὰς κρατούσας ἐν Εὐρώπῃ ἀρχὰς, καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς μεταβολὰς ταύτας νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν καλλιτέρους ὅρους διὰ τὸ ἐμπόριον τὸ ἡμέτερον. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι κατὰ τοῦτο αἱ προσπάθειαι ἡμῶν ὑπῆρξαν ἐπιτυχεῖς.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι οἱ βαρύτεροι ἢ οἱ ἐλαφρότεροι ὅροι, τοὺς ὁποίους προτείνουσιν ἐκεῖνοι, μεθ’ ὧν διαπραγματευόμεθα τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως, ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν συμφερόντων αὐτῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν συμφερόντων ἡμῶν. Ἑπομένως, ἂν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ εἰς οὓς ἐπρότεινεν ὅρους, αὐτὸ ἀφορᾷ αὐτὴν, αὐτὴ ἐπείσθη ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμένῃ, εἰς ἡμᾶς δ’ ἐναπόκειται, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκομεν ὅτι οἱ ὅροι οὗτοι δὲν εἶναι συμφέροντες, νὰ τοὺς ἀποκρούωμεν, καὶ νὰ μὴ στέργωμεν νὰ συνομολογήσωμεν τὴν σύμβασιν. Ἡ Ἰταλία καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχε προβάλει ὅρους βαρεῖς, καὶ ἐπέμενεν εἰς αὐτούς. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀπὸ τοῦ 1869 μέχρι τοῦ 1877, ὀκτὼ ὁλόκληρα ἔτη, ἐγίνοντο διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Ἰταλίας, ἀλλ’ ἦτο δύσκολον νὰ πείσωμεν αὐτὴν νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους ἡμῶν, νὰ παραιτηθῇ δὲ ὅρων τινῶν, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινε τότε, καὶ τὸ ζήτημα ἐπὶ ἔτη ἔμενεν ἐκκρεμὲς, ἡ δὲ Ἰταλία προσέφυγεν εἰς μέτρα καταθλιπτικὰ κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἑλληνικῶν προϊόντων, καὶ ηὔξησε τὰ πληρωνόμενα εἰς τοὺς λιμένας αὐτῆς λιμενικὰ τέλη. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1877 εὑρέθη τρόπος συναλλαγῆς, καὶ οὕτω διηκολύνθη ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀσχοληθῇ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἱστορίαν τῆς συνομολογήσεως τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως τοῦ 1877, ὅτε ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ ἀποθανὼν ἡγέτης τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουν οἱ Ὑπουργοὶ, ὅστις ἦτο τότε μέλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἐπονομασθέντος Ὑπουργείου. Ἐνθυμοῦμαι δὲ τὰ τότε γενόμενα, διότι ἐγὼ δὲν ἔστεργον εἰς τὰ ἀντισηκώματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ἡ Ἰταλία καὶ παρεχωρήσαμεν ἡμεῖς, ὅπως κατασταθῇ εὐχερὴς τῆς συμβάσεως ἡ συνομολόγησις. Ὡς πρὸς τὴν ἁλιείαν, βεβαίως οὐδὲν δικαίωμα ἀπέκτησεν ἡ Ἰταλία, διότι ἡ ἁλιεία διαπράττεται κατ’ ἀνοχὴν ἡμῶν· ἐπειδὴ ὅμως ἡ διάπραξις τῆς ἁλιείας ἀπέβαινεν ἐπιζήμιος, διότι τὰ ἁλιευτικὰ ἰταλικὰ πλοῖα προσήγγιζον πολὺ εἰς τὴν ἀκτὴν καὶ κατέστρεφον τὸν γόνον τῶν ἰχθύων, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξέδωκε διαταγὴν, δι’ ἧς ἀπηγόρευσεν εἰς τὰς ἀνεμότρατας νὰ προσεγγίζωσιν ἐγγύτερον τῆς ἀποστάσεως βολῆς ἀπὸ τῆς παραλίας. Ἂν πρέπει νὰ παρατείνωμεν τὴν ἀνοχὴν ἡμῶν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, τοῦτο μένει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, μήπως τυχὸν ἡ παράτασις τῆς ἀνοχῆς ταύτης φέρει βλάβην· ἂν δὲ οὐδὲν συμφέρον τῆς χώρας ἤθελε κινδυνεύει, ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν θέσει τέρμα εἰς τὴν ἀνοχὴν, ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ κρίνῃ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι εὐκταῖον, καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι νὰ ἐπιδείξῃ μεγάλην αὐστηρότητα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ναυτικοῦ κανονισμοῦ, ὅπως μὴ ἐπέρχηται ἡ βλάβη ἡ ἐκ τῆς καταστροφῆς τοῦ γόνου τῶν ἰχθύων. Ὡς πρὸς τοὺς οἴνους, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ δώδεκα λίραι αἱ ἰταλικαὶ, ὡς εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν οἴνων ἡμῶν, μετὰ τῶν προσθέτων τελῶν, θὰ καταστήσουν δύσκολον, εἰ μὴ ἀδύνατον, τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων εἰς Ἰταλίαν. Δὲν ἠδυνήθην, ἕνεκα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ μελετήσω λεπτομερέστερον τὰ τῆς ἱστορίας τῆς συνομολογηθείσης κατὰ τὸ 1877 συμβάσεως, θέλω ὅμως τὸ πράξει κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν. Παρακαλῶ ὅμως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀσχοληθῇ καὶ οὗτος περὶ τούτου, διότι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐσμὲν ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου, ὀφείλομεν μετὰ φειδοῦς νὰ ἐκφέρωμεν γνώμας.
§169ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συμμερίζομαι πληρέστατα τοὺς λόγους, οὓς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπως παράσχῃ ἐξήγησιν τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν εὑρέθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἧς τὸ περιεχόμενον βεβαίως δὲν παρέχει ἀφορμὴν ἀγαλλιάσεως. Αὐτὴ ἡ ἔκθεσις ἡ αἰτιολογικὴ, ἡ προταχθεῖσα τῆς συμβάσεως, ἀνομολογεῖ, ὅτι ὁ δασμὸς τῶν δώδεκα φράγκων ἐπὶ τῶν οἴνων εἶναι καθαρῶς ἀπαγορευτικὸς τῆς εἰσαγωγῆς τῶν οἴνων, ὅτε μάλιστα συνδιατηροῦνται καὶ τὰ πρόσθετα τέλη, τὰ ἐπιβαλλόμενα ἐπὶ οἴνων, οἵτινες τυχὸν εἶναι ἀνώτεροι τῶν 15 βαθμῶν. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δύσκολον εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξέλθῃ τῆς δυσκολίας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περὶ ἐλαίων ὁμιλήσας, εἶπέ τι, ὅπερ δίδει ἀφορμὴν νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινὰ περὶ τούτου. Ἐζητήθη, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐζητήθη τὸ πρῶτον αὔξησις καὶ τοῦ δασμοῦ τοῦ ἐλαίου, ἀλλ’ εὐτυχῶς εἰς τοῦτο ὑπεχώρησεν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις. Προκειμένου περὶ τοῦ ἐλαίου, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν εὑρίσκεται προκειμένου περὶ τῶν οἴνων. Προκειμένου περὶ τοῦ ἐλαίου, ἡ Ἑλλὰς νομίζω ὅτι ἔχει προϊὸν, ὅπερ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ, καὶ ἴσως, ἂν πρόκειτο ἐγὼ νὰ ἐκλέξω μεταξὺ οἴνου καὶ ἐλαίου, ἤθελον προτιμήσει νὰ ἀπαγορεύηται ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἐλαίου καὶ ὄχι τοῦ οἴνου. Καὶ ἰδοὺ διατί· διότι τὸ ἔλαιον τὸ ἡμέτερον εἶναι ἀρίστης ποιότητος. Ἐκεῖνο ὅπου ἐλλείπει εἰς ἡμᾶς, εἶναι ὁ καθαρισμὸς αὐτοῦ· εἰσάγεται δὲ εἰς τὴν Ἰταλίαν, μόνον ἵνα καθαρισθῇ ἐκεῖ, καὶ ἐκεῖθεν ἐξαχθῇ ὡς ἰταλικόν. Εὐτυχῶς ἀπό τινος χρόνου ἡ πρόοδος τοῦ τόπου ἔφερεν ἀποτελέσματα καὶ κατὰ τοῦτο, ἅτινα μετ’ οὐ πολὺ θὰ καταστήσωσιν ἡμᾶς ἐντελῶς ἀνεξαρτήτους ἀπὸ πάσης ξένης Δυνάμεως καὶ εἰδικῶς ἀπέναντι τῆς Ἰταλίας. Ἔχομεν ἐν Κερκύρᾳ κατάστημα καθαρίζον ἄριστα τὰ ἔλαια, ἔχομεν τὸ κατάστημα τὸ ἐν Γυθείῳ, καὶ ἐν Καλάμαις δὲ καὶ ἐν Λακεδαίμονι καὶ ἐν Ἀττικῇ καλῶς κατεργάζονται τὰ ἔλαια κατ’ ὀλίγον δὲ θέλει ἐπεκταθῆ ὁ συστηματικὸς καθαρισμὸς τοῦ ἐλαίου ἐφ’ ὅλης τῆς ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Καὶ ἴσως θὰ ἦτο εὐκταία νύξις πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἴσως θὰ ἦτο εὐκταία ὤθησις, ἂν εἴχομεν περιορισμόν τινα ἔξωθεν, ὥστε νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ πράξωμεν ταχέως ἐκεῖνο, ὅπερ ἔπρεπεν ἀφ’ ἡμῶν αὐτῶν νὰ ἔχωμεν ἤδη πεπραγμένον. Δὲν μὲ στενοχωρεῖ λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦ ἐλαίου. Ἐκεῖνο ἐφ’ οὗ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκληθῇ ὅλη ἡ προσοχὴ ἡμῶν, καὶ ἰδιαίτατα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ ἡ σύμβασις ἐπὶ τέλους περιωρίσθη εἰς τὰ δύο ταῦτα, νὰ αὐξήσῃ τὸν δασμὸν τοῦ οἴνου καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παγίωσιν εἰδῶν τινων τοῦ δασμολογίου, ἅτινα ἰδίως ἐνδιαφέρουσιν εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἐν τούτοις ἐφρόντισαν οἱ συντάκται τοῦ σχεδίου Ἰταλοὶ νὰ ἐγγράψωσιν ἕνα πρὸς ἕνα ὅλους τοὺς ὅρους, ἐφ’ ὧν ἐπέμεναν μέχρι τοῦδε, δεικνύοντες διὰ τούτου, ὅτι θὰ ἐπιμείνωσιν εἰς ταῦτα κατὰ τὴν μέλλουσαν διαπραγμάτευσιν τῆς συνθήκης· τοῦτο δὲ δίδει ἀφορμὴν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, ὅπως προκαλέσωμεν ἄγρυπνον τὴν μέριμναν κατὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς συνομολόγησιν τῆς ὁριστικῆς συμβάσεως, μέριμναν καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις πέποιθα, ὅτι θέλει καταβάλει τὴν προσήκουσαν προσοχήν. Ἐν ἄρθρῳ 3 βλέπομεν, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον τὸ καὶ ἤδη ὑπάρχον δικαίωμα ἀκτοπλοΐας. Μόναι ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Τουρκία ἔχουσι δικαίωμα ἀκτοπλοΐας παρ’ ἡμῖν. Λοιπὸν βλέπω τὴν προσπάθειαν τῆς Ἰταλίας νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀκτοπλοΐαν, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἡ Ἰταλία ἐκ τῆς ἀκτοπλοΐας δὲν ζημιοῦται. Περὶ τούτου ἔχω ἄκραν πεποίθησιν, νομίζω δὲ, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξετάσωμεν μετὰ πάσης προσοχῆς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀκτοπλοϊκὴν κίνησιν τῆς Ἰταλίας, καὶ παρακαλῶ νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὥστε καὶ ἡ Βουλή, ἂν εὑρεθῇ ἀπέναντι νέας συζητήσεως, νὰ ἔχῃ νέας πληροφορίας. Βλέπω κατὰ δεύτερον λόγον, ὅτι ἐπιμένει ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν σύμβασιν ῥητῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἁλιείας. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι δὲν ἀναγράφεται ἡ ἁλιεία· ἀναγράφεται ἵνα ἐπιφυλαχθῇ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις νὰ διαπραγματευθῇ περὶ αὐτῆς, δι’ οὗ καὶ ὑπομιμνήσκει, ὅτι, ἂν δὲν συμφωνήσωμεν καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ, τὰ μένοντα ἐκκρεμῆ μετ’ αὐτῆς, εἶναι κίνδυνος, μήπως εὑρεθῶμεν ἔξω καὶ αὐτῆς τῆς ἄνευ τέρματος συμβάσεως. Τί λέγει ἐν ἄρθρῳ 1; «Τὰ συμβαλλόμενα μέρη ἐπιφυλάσσονται, ἵνα διαπραγματευθῶσι βραδύτερον τὸν ἀμοιβαῖον διακανονισμὸν τῶν εἰς τὴν ἁλιείαν ἀφορώντων (ἁλιεία ἰχθύων, ἁλιεία σπόγγων, ἁλιεία κοραλλίων)». Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἐθέσαμεν τὸν ὅρον τοῦτον· εἶναι τεθειμένος ἐκεῖθεν, ἵνα ὑπομιμνήσκῃ ἡμᾶς, ὅτι ἔχουσι τὸν νοῦν αὐτῶν ἐκεῖ ἐπιστήσει. Καὶ εἰς τοῦτο θέλω ἐπιμείνει ὀλίγον, διότι γίνεται λόγος περὶ ἁλιείας ἰχθύων καὶ σπόγγων. Προκειμένου περὶ τοῦ πρώτου, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἄν ποτε ἐξαναγκασθῶμεν νὰ παραχωρήσωμεν κατ’ ἀμοιβαιότητα τὸ δικαίωμα τῆς ἁλιείας καὶ εἰς ἄλλους, ἐννοεῖται, ὅτι πρέπει νὰ τὸ παραχωρήσωμεν τηρουμένων τῶν νόμων τῶν ὑφισταμένων περὶ τῆς ἁλιείας ἐν Ἑλλάδι. Ἔχομεν δὲ νόμον, καθ’ ὃν ἡ δι’ ἀνεμοτρατῶν ἁλιεία εἶναι ἀπηγορευμένη, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νόμου τούτου γίνεται ἡ ἀστυνομία τῶν θαλασσῶν, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος πρὸ ὀλίγου. Ὑπάρχοντος τούτου τοῦ νόμου, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ οἱαδήποτε ξένη Κυβέρνησις, λέγουσα «καταργήσατε τὸν νόμον ὑμῶν, ἵνα δεχθῆτε τὰ ὄργανα ἡμῶν τὰ ἁλιευτικά». Εἰς τὴν ξένην Κυβέρνησιν θέλομεν εἴπει ἴσως, ὅτι ἐπιτρέπομεν τὴν ἁλιείαν ἐν ταῖς θαλάσσαις ἡμῶν κατ’ ἀμοιβαιότητα, ἀλλ’ ἐκτελεσθησομένην κατὰ τοὺς νόμους τοὺς Ἑλληνικοὺς καὶ διὰ τῶν ὀργάνων τῶν ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τῶν νόμων ἡμῶν. Ἐγένετο λόγος περὶ τῶν σπόγγων, καὶ ἐγένετο λόγος, ἵνα ἐννοηθῇ καλῶς ὑπὸ τῶν ἡμετέρων Ὑπουργῶν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἰταλικὰ παράλια σπογγοφόρα, τὰ πρὸς τὴν Τύνιδα ἰταλικὰ παράλια Παντελαρίας, καὶ ἴσως καὶ τῆς Λαμπεδούσης, τῆς ἑλληνικῆς Λοπαδούσης. Δὲν ἔχω περὶ τούτου ἀκριβεῖς πληροφορίας· ὑποθέτω μόνον, ὅτι ἡ Λοπαδοῦσα εἶναι σημεῖον συγκεντρώσεως τῶν σπογγαλιέων, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέχει βεβαίως κάλλιον ἐμοῦ τὸ ζήτημα. Ὁπωσδήποτε ὅμως εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς Ἰταλίας, ἐχούσης παράλια σπογγοφόρα. Δὲν πρέπει νὰ νομίσωμεν, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐξ ἐπιεικείας παρείχετο εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τῆς σπογγαλιείας, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μέχρι ταύτης τῆς ὥρας οὐδὲν ἄλλο ἔθνος ναυτικὸν κατώρθωσε νὰ χρησιμοποιήσῃ σπουδαίως τὰ σκάφανδρα εἰς ἁλιείαν. Ἐν τούτῳ πρωτεύουσιν οἱ Ἕλληνες ἁλιεῖς. Οἱ Ἰταλοὶ ἐπεχείρησαν νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ σκάφανδρα εἰς ἁλιείαν κοραλλίων, καὶ ἀμέσως κατὰ τὰ πρῶτα ἀτυχήματα ἐγκατέλιπον αὐτὰ, διότι εἶδον, ὅτι τὰ σκάφανδρα δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἔξω τῶν ἠρέμων ὑδάτων τῶν λιμένων, τῶν ὀλίγον βαθέων, ἐνῷ γινώσκομεν ἡμεῖς, ὅτι Ἕλληνες ἁλιεῖς καταβαίνουσιν εἰς βάθος εἴκοσι καὶ τριάκοντα ὀργυιῶν, ἤτοι ἑξήκοντα μέτρων. Εἶναι βέβαιον λοιπὸν, ὅτι ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἔχομεν ἔδαφος, ἵνα διαπραγματευθῶμεν· δὲν εἴμεθα τόσον ἀφωπλισμένοι, ὥστε νὰ ἀναγκασθῶμεν, ἐπὶ τῇ ὑποδείξει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χάσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς σπογγαλιείας, νὰ ὑποχωρήσωμεν πρὸ τῆς ὥρας, ἢ περισσότερον τοῦ προσήκοντος. Θίγω ἁπλῶς τὸ ζήτημα, ἵνα δώσω ἔννοιαν τῆς ἰδέας, ἣν ἔχω. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν κοραλλίων, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἔνδεια κοραλλίου εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Ἰταλίας, ἐν αἷς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐργάζονται τὰ ἰταλικὰ ἁλιευτικὰ τῶν κοραλλίων πλοιάρια. Ἄλλοτε ἡ ἐργασία αὕτη ἤκμαζεν· ἡλίευον ἄφθονον τὸ κοράλλιον, καὶ εἰσῆγον τοῦτο εἰς τὰ ἰταλικὰ ἐργαστήρια, ὅπου ἀνεπτύχθη βιομηχανία σπουδαιοτάτη. Νῦν ἡ βιομηχανία αὕτη κατέπεσε πολύ· τὰ παράλια τῆς Σικελίας εἶναι ἄπορα εἰς κοράλλια, ἡ Σαρδηνία βαίνει εἰς ἐξάντλησιν, τὰ δὲ ἐν Ἀλγερίᾳ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τῆς Ἰταλίας, διότι οἱ Γάλλοι κατώρθωσαν νὰ συστήσωσιν ἀποικίαν Ἰταλῶν ἐκγαλλισθέντων, καὶ ἀπερρόφησαν τὸν ἥμισυν ἁλιευτικὸν στόλον, ὃν εἶχεν ἡ Ἰταλία. Ὡς ἐκ τούτου ἡ Ἰταλία ἠναγκάσθη νὰ στραφῇ πρὸς ἄλλα μέρη, ὅπου ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι εὑρίσκονται κοράλλια. Κατὰ συγγράμματα Ἰταλικὰ, ἅτινα ἀνέγνωσα, ὑπετέθη, ὅτι ὑπῆρχον κοράλλια εἰς Κέρκυραν, ἀλλ’ ἐπλανήθησαν κατὰ τοῦτο, φαίνεται δὲ, ὅτι τὰ κοράλλια εὑρίσκονται ἐν Λευκάδι, περὶ τὰς ἐρημονήσους, ὅπου φαίνεται ὅτι ὑπάρχουσι στρώματα κοραλλίων, εἰς ἕνα μόνον Ἰταλὸν γνωστά, ποῦ ἀκριβῶς ὑπάρχουσι, τὸν Πέπον ὀνόματι, ὅστις κατὰ τὸ 1869 ἐζήτησε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἁλιεύσῃ ἐκεῖ, καὶ κατώρθωσε νὰ λάβῃ προσωρινὴν ἄδειαν. Κατὰ τὸ 1875 κατώρθωσε νὰ λάβῃ πάλιν ἄδειαν ἁλιείας ἐν τῷ μέρει ἐκείνῳ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, μὴ συννενοηθέντος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὅτε αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ κατήγγειλαν τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησεν ἐξηγήσεις, καὶ ἠμποδίσθη ἡ περαιτέρω ἁλιεία. Ἐπειδὴ ὅμως δυνάμει ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἐργασθῆ κανονικῶς ὁ ἄνθρωπος, ἀφέθη νὰ φύγῃ ἐλεύθερος μετὰ τοῦ προϊόντος τῆς ἁλιείας αὐτοῦ. Λέγεται μάλιστα, ὅτι τὰ κοράλλια, ἅτινα μεθ’ ἑαυτοῦ συναπεκόμισεν, εἶχον ἀξίαν ἄνω τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων φράγκων. Ἴσως ταῦτα εἶναι ὑπερβολικά. Ἀλλ’ αὐτὸς φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ κινῶν καὶ σήμερον τὴν ὑπόθεσιν τῶν κοραλλίων. Ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα, φαίνεται ὅτι ὁ ἀνακαλύπτων κοράλλια, εἴτε Γάλλος εἶναι εἴτε Ἰταλὸς, εἰς οὐδένα ἀποκαλύπτει τὴν θέσιν, εἰς ἣν ὑπάρχει τὸ στρῶμα, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ δὲν ὑπάρχουσι μυστικώτεροι ἄνθρωποι, ἐχεμυθέστεροι τῶν κοραλλιαγρευτῶν. Προκειμένου λοιπὸν περὶ κοραλλίων, νομίζω ὅτι ἐνδεικνύεται ἀπὸ τοῦδε μέριμνα, ὅπως ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα ἐν Ἑλλάδι, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ παραχωρήσωμεν τὸ πρὸς τὴν ἁλιείαν τούτων δικαίωμα εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀγωνισθῶμεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους καὶ ἡμεῖς. Ἀγνοοῦμεν δὲ τί δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ· πιθανὸν νὰ ἦναι μικρᾶς ἀξίας τὸ κορράλλιον, ἢ νὰ ἦναι τὸ στρῶμα οὐχὶ μέγα, ἀλλὰ πιθανὸν καὶ τὸ ἐναντίον. Ἐὰν δὲ προνοήσωμεν καταλλήλως, ἐὰν μεταπέμψωμεν εἰς Ἑλλάδα Ἰταλοὺς ἢ Γάλλους ἁλιεῖς καὶ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς ὑποχρεωτικῶς συνεργάτας Ἕλληνας, οἵτινες οὕτω συνεργαζόμενοι θὰ διδαχθῶσι τὴν τέχνην, πιθανῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς ἐγχώριον μετὰ ἔτη τὴν ἁλιείαν τοῦ κοραλλίου. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὸ τέταρτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁρίζον ὅτι τὸ νῦν δασμολόγιον διατηρεῖται, τὸ μὲν Ἑλληνικὸν γενικὸν δασμολόγιον ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου καὶ κεκαθαρμένου θείου, τὸ δὲ γενικὸν Ἰταλικὸν δασμολόγιον ἐπὶ τῶν ξηρῶν σύκων καὶ τῶν σταφίδων. Νομίζω ὅτι ἡ παγίωσις ὡς πρὸς τὸ θεῖον καλῶς παρεχωρήθη, διότι καὶ ἂν δὲν παρεχωρεῖτο, εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρήσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτήν, ἀφοῦ τὸ τῆς Μήλου θεῖον ἀπεδείχθη ὅτι δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ, ὥστε καὶ ἂν ἐδίδετο ἡ ἀτέλεια καθ’ ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Ἰταλίαν, θὰ διετηροῦμεν αὐτὴν ἐκ συμφέροντος. Εἰσήχθησαν ἐξ Ἰταλίας κατὰ τὸ 1897 ὀκάδες θείου 4,089,590, ἀξίας φράγκων 204 χιλιάδων, ἔχει δὲ βεβαίως συμφέρον ἡ Ἰταλία νὰ διατηρηθῇ ἡ ἀτέλεια αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἄνευ τῆς διατάξεως ταύτης εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀτέλειαν, εἶπον ὅτι δὲν ἐπικρίνω τὴν παγίωσιν ταύτην. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς παγιώσεως ταύτης ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ ἐπαγιοῦτο ἐν Ἰταλίᾳ δασμὸς ἄλλος ἢ ἐκεῖνος, ὅστις ἐπαγιώθη, διότι βεβαίως ἡ παγίωσις τοῦ δασμοῦ τῶν ξηρῶν σύκων καὶ τῶν σταφίδων, μόνον διότι ἔχομεν τὰ ἐνδιαφέροντα ταῦτα προϊόντα, ἔχει ἀξίαν τυπικήν· δηλαδὴ ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Ἰταλίαν σταφίδος Κορινθιακῆς κατὰ τὸ 1897 ἀνῆλθεν εἰς ὀκάδας 527,362, τιμῆς φράγκων 79,104, ἐνῷ ἡ ὅλη ἐξαγωγὴ ἐξ Ἑλλάδος τὸ αὐτὸ ἔτος ἀνέρχεται εἰς φρ. 33,300,323, ἡ δὲ ἐξαγωγὴ ἄλλης σταφίδος εἰς Ἰταλίαν ἀνῆλθεν εἰς ὀκ. 30,013 ἢ φράγκα 4,502, ἐνῷ ἡ ὅλη ἐξαγωγὴ ἐξ Ἑλλάδος ἀνῆλθεν εἰς φρράγκα 314,536. Ἀξίας ἀμφότεραι φρ. 83,606. Τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως ἔχει ὁπωσδήποτε σημασίαν τινά, ἀλλ’ ἐξεταστέον, ποῖος εἶναι ὁ δασμὸς ὁ ἐν Ἰταλίᾳ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς σταφίδος; Εἶναι εἴκοσι φράγκα κατὰ ἑκατὸν χιλιόγραμμα· μεγαλείτερος φόρος τούτου ἐπὶ τῆς σταφίδος δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τεθῇ· εἶναι σχεδὸν ἀπαγορευτικός. Ὥστε ἡμεῖς ἐνταῦθα παγιοῦμεν τὸ δυσάρεστον. Ἀλλὰ καὶ δὲν βλάπτει τοῦτο. Ὡς πρὸς τὰ σῦκα παρατηρῶ, ὅτι ἑκατὸν ἑβδομήκοντα τέσσαρες στατῆρες ἐξήχθησαν εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ εἰσηγάγομεν ἐκεῖθεν 2,088 φράγκα. Καὶ τούτου τοῦ δασμοῦ ἡ παγίωσις (φρ. 15 τὰ 100 χιλιόγραμμα) μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιδιωχθῇ. Ἡ παγίωσις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ τυροῦ θὰ ἦτο λίαν ἐνδιαφέρουσα εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι παραδόξως γίνεται μεγάλη ἐξαγωγὴ εἰς Ἰταλίαν, — γίνεται καὶ εἰς Αἴγυπτον καὶ εἰς Μελίτην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν μεγίστη.—Οἱ τελευταῖοι πίνακες περιέχουσι τὸ μικρότερον ποσόν, διότι κατὰ τὰ προγενέστερα ἔτη εἰσήχθησαν μεγαλείτερα. Κατὰ τὸ 1897 εἰσηγάγομεν τυρὸν εἰς Ἰταλίαν 80,155 ὀκάδας, ἀξίας φράγκων 108 χιλιάδων, δηλαδὴ ποσὸν ἀποτελοῦν τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῆς ὅλης ἐξαγωγῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν τυρὸν ἔπρεπε νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχή. Ἐπίσης νομίζω ὅτι θὰ ἦτο εὐκταῖον (ταῦτα λέγω ὄχι διὰ τὸ παρὸν, ἀλλὰ διὰ τὰς μελλούσας διαπραγματεύσεις) νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ σπόγγοι, ὧν ἡ ἐξαγωγὴ εἰς Ἰταλίαν δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας, καίτοι πολὺ ὑπολείπεται τῆς εἰς Ἀγγλίαν ἢ Ἀμερικήν. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω, καὶ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἐπαναλήψεως τῶν διαπραγματεύσεων, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ συνθήκη αὕτη, σήμερον ψηφιζομένη, αὔριον δύναται νὰ καταγγελθῇ, καὶ μετὰ ἓξ μῆνας νὰ εὑρεθῶμεν ἄνευ συνθήκης πρὸς τὴν Ἰταλίαν, νὰ ἐξαντλήσωσι τὴν πρόνοιαν αὐτῶν, ὅπως ἡ προσεχὴς ὑπάρξῃ κρείσσων τῆς παρούσης.
§170Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες δὲν ἐπέκριναν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ τῆς συμβάσεως ταύτης.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶχον ἀφορμήν.
§172ΡΩΜΑΝΟΣ. .. Ἀφοῦ δὲ ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέθηκε τοὺς λόγους γενικωτέρου συμφέροντος, οἱ ὁποῖοι συνηγόρουν ὑπὲρ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως, θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν πληροφοριῶν τινων, ἐξ ὧν θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐκτὸς τῶν γενικωτέρων λόγων, οἵτινες παρεκίνησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀποκρούσῃ τὴν τελευταίαν ὥραν τὴν συνομολόγησιν τῆς μετὰ τῆς Ἰταλίας ἐμπορικῆς συμφωνίας, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι λόγοι, ἀφορῶντες εἰς τὴν προστασίαν, ἣν ὀφείλει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παρέχῃ εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον καὶ τὴν ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον τὴν παραδοχὴν τῆς συμβάσεως ταύτης. Ὅτε ἠρξάμεθα τῶν διαπραγματεύσεων, ὁ ὅρος, ὅστις κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἔδει νὰ θεωρηθῇ ἀπαράβατος, ἦτο ὁ ὅρος τῆς συνομολογήσεως τῆς συνθήκης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις παρετήρησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν, ὅτι μετὰ τέσσαρα ἔτη θὰ παύσῃ παραχωροῦσα εἰς οἱονδήποτε Κράτος, ὡς πρὸς τοὺς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰς Ἰταλίαν εἰσαγομένους οἴνους, τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον τῶν 5,77 φράγκων τὸ ἑκατόλλιτρον, καὶ θὰ ἀνυψώσῃ τοῦτο εἰς 15 ἢ τοὐλάχιστον εἰς 12 φράγκα. Εἰς τοῦτο ἀπήντησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἰταλία παρέχει εἰς τοὺς ἐξ Αὐστρίας καὶ Γαλλίας οἴνους τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον τῶν 5,77, εἶναι δίκαιον νὰ παρέχῃ τοῦτο καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅσοι ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσωσι τὴν ἔκθεσιν τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως θὰ ἐπείσθησαν ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ παροῦσα ἔπραξαν πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν πρὸς περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων τῶν οἰνοπαραγωγῶν Λευκάδος, Κερκύρας, Κύμης καὶ λοιπῶν μερῶν, ἐξ ὧν εἰσάγονται Ἑλληνικοὶ οἶνοι εἰς Ἰταλίαν. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἐπέμεινεν ἐπίσης εἰς τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὸ γενικὸν δασμολόγιον τοῦ ἐξ Ἑλλάδος εἰσαγομένου ἐλαίου, ἀλλ’ εὐτυχῶς κατωρθώθη, ὅπως παραιτηθῇ τῆς ἀξιώσεως ταύτης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἡ ὑποχώρησις αὕτη δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν σπουδαιότητα, ἣν θὰ εἶχεν ἡ ἐξακολούθησις τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἑλληνικῶν οἴνων εἰς Ἰταλίαν κατὰ τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον. Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει, ὅτι τὰ ἑλληνικὰ ἔλαια δύνανται νὰ καταναλωθῶσι καὶ εἰς ἄλλας ἀγορᾶς, πλὴν τῶν ἰταλικῶν, ἐν τούτοις τὸ ποσὸν ἑλληνικοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς Ἰταλίαν, εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξιον. Οὕτω κατὰ τὸ ἔτος 1894 εἰσήχθησαν εἰς Ἰταλίαν 2,186,005 ὀκάδες, κατὰ τὸ ἔτος 1895 ὀκ. 1,313,806, κατὰ τὸ ἔτος 1896 ὀκ. 533,657, κατὰ τὸ ἔτος 1897 ὀκ. 1,568,792, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1898 ὑπὲρ τὰ δύο ἑκατομμύρια.
§173ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ τρίτον τῆς ὅλης ἐξαγωγῆς.
§174ΡΩΜΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1899 μέχρι τῆς 18 Νοεμβρίου εἰσήχθησαν εἰς Ἰταλίαν 1,511,455 ὀκάδες ἐλαίου. Ὡς πρὸς τοὺς εἰς Ἰταλίαν εἰσαγομένους οἴνους, ἔχω τὰς ἑξῆς στατιστικὰς πληροφορίας. Κατὰ τὸ 1894 εἰσήχθησαν 40,303 ἑκατόλλιτρα, κατὰ τὸ ἔτος 1895 εἰσήχθησαν 66,735, κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἑκατόλ. 55,383, τὸ 1897 ἑκατόλ. 103,987, τὸ 1898 ἑκατόλ. 26,882, τὸ 1899 μέχρι 18 Νοεμβρίου 51,603 ἑκατόλλιτρα. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀξίας τῶν οἴνων Κερκύρας, Λευκάδος, Κύμης καὶ Εὐβοίας ἀνέρχεται εἰς δέκα φράγκα τὸ ἑκατόλλιτρον, ἡ εἰσαγωγὴ τῶν οἴνων εἰς Ἰταλίαν κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899 δὲν ὑπερέβη τὰς 800,000 φράγκα, ἤτοι δι’ ἓν ἔτος ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀξίας τοῦ εἰς Ἰταλίαν εἰσαγομένου οἴνου δὲν ὑπερβαίνει τὰς 400,000 φρ. χρυσᾶ.
§175ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδοὺ τί ἔχω ἐγὼ σημειωμένον ἐκ τοῦ ἐπισήμου πίνακος. Ὁ πίναξ ὁ Ἑλληνικὸς λέγει, ὅτι ἐξήχθησαν 10,233,988 ὀκάδες, ἀξίας φράγκων 2,865,516, ἀπέναντι ἐξαγωγῆς γενικῆς ἀξίας 5,525,000· δηλαδὴ τὸ ἥμισυ τοῦ οἴνου τοῦ ἐξαχθέντος ἐπέμφθη εἰς Ἰταλίαν.
§176ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἔχω τὸν ἐπίσημον πίνακα.
§177ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸς, ὃν ἐπικαλοῦμαι, εἶναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§178ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ αὐτὸν τὸν ἀριθμόν.
§179ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν βεβαίως γνωρίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν, διότι ἄλλως φαίνεται ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀκέραιοι. Ἐδῶ ἔχω 10 ἑκατομμύρια ὀκάδας κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς πίνακας. 10 δ’ ἑκατομμύρια ὀκάδες ἔχουσι τιμὴν φρ. 2,865,000.
§180ΡΩΜΑΝΟΣ. Δραχμῶν.
§181ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ πίνακες ἔχουσι πάντοτε ἀναγεγραμμένα φράγκα. Ἤτοι τρία ἑκατομμύρια περίπου.
§182ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶναι τρεῖς πίνακες. Τῷ 1897 ναί. Ἔχετε τοῦ 1898;
§183ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἔχω, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899 ἦσαν ἔτη εἰς τὴν Ἑλλάδα ὀλέθρια διὰ τοὺς οἴνους. Ἦτο λοιπὸν φυσικόν, ὅτι ἐξήχθη πολὺ ὀλιγώτερος οἶνος. Δὲν εἴχομεν νὰ ἐξαγάγωμεν, δὲν εἴχομεν νὰ πίωμεν.
§184ΡΩΜΑΝΟΣ. Κατὰ τοὺς πίνακας, τὸ ποσὸν τοῦ μέσου ὅρου βεβαίως δὲν ὑπερβαίνει τὴν ἀξίαν τῶν 500 χιλιάδων. Τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πινάκων, οὓς ἔχω. Δὲν εἶναι λογαριασμὸς, τὸν ὁποῖον ἔκαμα ἐγὼ ἐκ τοῦ προχείρου· εἶναι οἱ πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἰταλίας.
§185ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπετε, ὅτι ὁ μέσος ὅρος εἶναι 10 φράγκα τὸ ἑκατόλλιτρον. Πόθεν σᾶς ἐδόθη αὐτὸς ὁ ἀριθμός; Διότι θὰ ἦναι λανθασμένος.
§186ΡΩΜΑΝΟΣ. Τόσος εἶναι· 8 ἕως 10 ἢ 12.
§187ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν Οἰκονομικῶν, ἢ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι Κερκυραῖος, καὶ θέλετε μάθει, ὅτι δὲν ἐπωλήθη ἀκόμη οἶνος ὀκτὼ φράγκα τὸ ἑκατόλλιτρον. Ἐρωτήσατε καὶ τὸν κ. ἐκ Λευκάδος Βουλευτήν.
§188ΡΩΜΑΝΟΣ. Μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι τῳόντι οἱ Κερκυραϊκοὶ οἶνοι οἱ πρὸς ἐξαγωγὴν πωλοῦνται πρὸς 10–12 φράγκα χρυσᾶ τὸ ἑκατόλλιτρον ἐν Ἑλλάδι. Ἔχομεν λοιπὸν ὡς μέσον ὅρον τῆς ἀξίας τῶν εἰς Ἰταλίαν εἰσαγομένων οἴνων 400,000 φρ. χρυσᾶ ἐτησίως, ἢ ἔστω καὶ 500,000 φράγκα. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι πάντως εἰς τὸ δέκατον μόλις τῆς ἀξίας τῆς ὅλης εἰς Ἰταλίαν εἰσαγωγῆς ἑλληνικῶν προϊόντων ἀνέρχεται ἡ τῶν οἴνων ἀξία, ἀφοῦ εἰς πέντε περίπου ἑκατομμύρια ἀνέρχεται ἡ ἀξία τῶν εἰς Ἰταλίαν εἰσαγομένων ἐτησίως ἑλληνικῶν προϊόντων ἐν γένει.
§189ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς πίνακας;
§190ΡΩΜΑΝΟΣ. Κατὰ τοὺς Ἰταλικούς.
§191ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς λέγει ἐδῶ.
§192ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν πινάκων τοῦτο ἐμφαίνεται, ὅτι τὸ δέκατον τῆς ἀξίας τῆς ὅλης εἰσαγωγῆς ἀποτελεῖ ἡ ἀξία τῶν οἴνων.
§193ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τοῦ 1897 εἶναι δύο ἑκατομμύρια.
§194ΡΩΜΑΝΟΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὐλάχιστον τὴν λοιπὴν εἰσαγωγὴν εἰς Ἰταλίαν, ἀφοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν οἴνων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἀπαντῶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ εἰσαγομένου θείου ἀνέρχεται εἰς 10 ἑκατομμύρια ὀκάδας.
§195ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς πίνακας;
§196ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Ὅπερ ἀντιπροσωπεύει ἀξίαν φρ. 2,500,000, καὶ βεβαίως ἕνεκα τούτου ἡ Ἰταλία ἐπίσης ἔχει συμφέρον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ εἰς Ἑλλάδα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετ’ ἀπορίας ἀνέγνωσεν, ὅτι ἀπέναντι τῆς παραχωρήσεως ταύτης οὐδὲν ἕτερον ἐλάβομεν, εἰμὴ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ δασμολογίου ἐπὶ τῶν σύκων καὶ τῆς σταφίδος. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ λάβῃ ἀνὰ χεῖρας τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔκθεσιν, ἐξ ἧς θέλει ἴδει, ὅτι ἐκτὸς τῶν γνωστῶν καὶ πολλὰς ἄλλας παραχωρήσεις ἐζήτει παρ’ ἡμῶν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ἐξ ὧν ἤθελεν ἐπέλθει μείωσις τελωνειακῶν εἰσπράξεων. Ἐννοεῖται ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἤθελε δεχθῆ νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν. Ἐνομίσαμεν ὅμως, ὅτι ὠφείλομεν, ὅπως μὴ φανῶμεν δυστροποῦντες, νὰ δώσωμεν ἐξηγήσεις τινὰς πρὸς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ὡμολόγησεν, ὅτι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ συνθήκη ὑπὸ τοὺς ὅρους ἐκείνους. Ἀλλὰ μόλις πρὸ 8 ἡμερῶν, τὴν τελευταίαν στιγμήν, μᾶς προέτεινεν ἐν τῇ εὐθυδικίᾳ του, ἐννοῶν ὅτι ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ὅρους δὲν δύναται νὰ ἐπιμείνῃ, καὶ λυπούμενος ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν οἰνοπαραγωγῶν τῆς Ἰταλίας—τῆς Μέσης καὶ τῆς Σικελίας—συγκρούονται πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων παραγωγῶν, μᾶς προέτεινε, λέγω, τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ ὑπογράψωμεν τὴν προσωρινὴν ταύτην συμφωνίαν. Παρῃτήθη ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις τῆς ἀπαιτήσεως τῆς ἁλιείας, παρῃτήθη τῶν δασμολογικῶν ἐκπτώσεων, τὰς ὁποίας ἐζήτει, καὶ ἐπέμεινε μόνον εἰς τὸν ὅρον τῆς ἐξαιρέσεως τῶν ἑλληνικῶν οἴνων ἀπὸ τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου, ὅστις θ’ ἀναγραφῇ εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἰταλία θέλει τυχὸν συνομολογήσει εἰς τὸ μέλλον. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐὰν ἦτο Ὑπουργὸς, θὰ ὑπέγραφε τὴν σύμβασιν ταύτην. Μένει εἰς ἡμᾶς, βραδύτερον, ὅταν νέαι διαπραγματεύσεις ἀρχίσωσι, νὰ ἴδωμεν, ἂν διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου ὡς πρὸς τὰ ἰταλικὰ προϊόντα, διὰ τὴν ἐξασφάλισιν, τὴν ὁποίαν παρέχομεν εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἂν ἀπέναντι τῆς παροχῆς ταύτης δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν ἄλλα ἀνταλλάγματα. Ἄλλως ἡ συνθήκη αὕτη δύναται νὰ καταγγελθῇ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Φρονῶ ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐπράξαμεν πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας, θὰ ἦτο δὲ ἀδικαιολόγητον, ἂν, ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν οἰνοπαραγωγῶν,—καὶ βεβαίως ὅλοι ἔχομεν τὸ αὐτὸ ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδιαφέρον,—ἠθέλομεν θυσιάσει τόσα ἄλλα συμφέροντα τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας, τοῦ ἐμπορίου, ὡς καὶ γενικώτερα τοιαῦτα.
§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως οὐδεὶς μέμφεται τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ὑπάρχει πρόθεσις μομφῆς τινος αὐτῆς διὰ τὴν συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται ἡ συμφωνία αὕτη νὰ χρησιμεύσῃ ἁπλῶς ὡς ἀφετηρία καὶ ὡς παρέχουσα τὸ χρονικὸν διάστημα πρὸς συνομολόγησιν συνθήκης, εἶναι καλὴ καὶ ὠφέλιμος καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν ἡ συζήτησις τῶν διαφόρων θεμάτων. Ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς, ἐκ τῶν ὁποίων μέγα μέρος ἐδόθη παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν οἴνων, ἡ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται δασμὸς δώδεκα φράγκων κατὰ ἑκατόλλιτρον, ἀποβαίνει σχεδὸν ἀπαγορευτική. Τὰ πρόσθετα δὲ τέλη, νομίζω, δύνανται νὰ ἦναι καὶ κάτω τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τῆς εἰσαγωγῆς ἐν περιπτώσει ὑπερβάσεως τοῦ ἀριθμοῦ ἄνω τῶν 15. Εἶναι, νομίζω, καὶ ἄλλα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι κατά τι. Ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι τὰ 12 φράγκα εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον παρίστανται ἀρκετά, ὅπως ὁ δασμὸς χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπαγορευτικός. Ἑπομένως ἓν μόνον χαρακτηρίζεται ὡς εὐχάριστον, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ οἴνων ἑλληνικῶν ἀνέρχεται εἰς ποσὸν σχετικῶς μικρὸν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν οἴνων, τὸ ἐξαγόμενον διὰ τὴν Ἰταλίαν καὶ ἐκ Λευκάδος καὶ ἐκ Κερκύρας καὶ ἐκ Κύμης, καὶ ἐκ Κεφαλληνίας ἐν μέρει, ἀλλ’ ἰδίως ἐκ Κερκύρας, Λευκάδος καὶ Κύμης, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ εἰς Ἰταλίαν εἰσαγόμενον ἐξ Ἑλλάδος, εἶναι πολὺ ἀνωτέρας ἀξίας τῶν 400 χιλιάδων. Λέγω τοῦτο ὄχι διὰ νὰ καλύψω τὴν δυσάρεστον ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ ἀπαγόρευσις πλέον εἰσαγωγῆς ἑλληνικῶν οἴνων εἰς Ἰταλίαν, ἀλλ’ ὅπως ἐξηγήσω τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἐντύπωσιν περὶ τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποδίδω εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην. Περὶ τῶν ἐλαίων συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι, ἂν ἡ Ἰταλία σήμερον καταναλίσκῃ μέγα ποσὸν ἑλληνικοῦ ἐλαίου, τοῦτο προέρχεται ἀναμφιβόλως ἐκ τῆς βιομηχανίας τῆς Ἰταλικῆς καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ἐκεῖ καταναλώσεως. Εὑρίσκουσι τὰ ἑλληνικὰ ἔλαια κακῶς παρεσκευασμένα, καὶ ἐπωφελοῦνται τῆς μεγάλης αὐξήσεως τῆς τιμῆς αὐτῶν μετὰ τὴν ἐπισκευασίαν αὐτῶν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐνεργοῦσι. Νομίζω ὅτι ἀλλοῦ πρέπει νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ καὶ τῆς Βουλῆς καὶ πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατανάλωσιν καὶ ἐξαγωγὴν τῶν ἐλαίων. Τὰ ἔλαια μίαν ἔχουσι καὶ δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπωφελεστάτην κατανάλωσιν, αὕτη δὲ εἶναι ἡ ἐν Ρωσίᾳ.
§198ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ αἱ ἐλαῖαι.
§199Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ αἱ ἐλαῖαι. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐλαίου. Ἡ κατανάλωσις τοῦ ἐλαίου ἐν Ρωσίᾳ ἔχει τι τὸ λίαν προστατευτικὸν διὰ τὰ ἑλληνικὰ ἔλαια, διότι ἐν Ρωσίᾳ ὑπάρχει ἐγκύκλιος τῆς Συνόδου τῆς Ρωσίας, ἐπιβάλλουσα εἰς τὰς ῥωσικὰς ἐκκλησίας καὶ Μονὰς τὴν κατανάλωσιν ἐλαίου προερχομένου ἐξ ὀρθοδόξων χωρῶν. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἐξεδόθη, καὶ οὐδέποτε ἀνεκλήθη πρὸ δεκαπενταετίας. Ἐὰν ἡ φροντὶς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τείνῃ εἰς τὴν σχετικὴν βελτίωσιν τῶν ἑλληνικῶν ἐλαίων καὶ εἰς τὴν ὤθησιν τῆς ἐξαγωγῆς αὐτῶν εἰς Ρωσίαν, βεβαίως ἡ ὠφέλεια τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν ἐν Ἑλλάδι ἔσται ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα ἐκείνης, ἥτις ὑπάρχει σήμερον διὰ τῆς ἐν Ἰταλίᾳ καταναλώσεως. Ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἐλαίων ἐν Ἰταλίᾳ ὠφελεῖ καὶ δὲν βλάπτει αὐτήν, διότι ταῦτα ἀποτελοῦσι πρώτην ὕλην βιομηχανικῆς παραγωγῆς. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι εἶναι παραχώρησις τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔλαια. Τὸ ζήτημα τὸ οὐσιαστικώτερον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, καὶ πάλιν ἀναφέρω, οὐχὶ ὅπως ἐπιμείνω, ἀλλ’ ὅπως τελειότερον μελετήσωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τοὺς ὅρους τῆς συμφωνίας ταύτης καὶ ἴδωμεν, ἐφ’ ὅσον ἡ μελέτη μας θέλει χρησιμεύσει εἰς τὰς μελλούσας διαπραγματεύσεις, εἶναι τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ἰδίως, εἰς τὴν πρώτην παράγραφον, ἀναφέρεται τὸ ζήτημα τῆς ναυτιλίας. Εἰς τοῦτο εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ποιούμεθα σπουδαίας παραχωρήσεις εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα, ὅπως κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ τῆς ναυτιλιακῆς κινήσεως, τῆς Ἰταλικῆς ἐν Ἑλλάδι καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Ἰταλίᾳ, νομίζω δὲ, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸν πίνακα τοῦτον.
§200Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως.
§201Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἡ Ἰταλία ἐπέτυχεν ἀναμφισβητήτως τὴν παγίωσιν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θείου ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ζήτημα τοῦ θείου ἐν Ἰταλίᾳ δὲν ἔχει μὲν τὴν εὐρύτητα, τὴν ὁποίαν ἔχει παρ’ ἡμῖν τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἔχει τὴν αὐτὴν σημασίαν ἐν στενωτέρῳ κύκλῳ, διότι οἱ κύριοι ὀρυχείων θείου ἐν Ἰταλίᾳ εὑρέθησαν πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ εὑρίσκονται εἰς θέσιν ὑπερβολικῆς παραγωγῆς καὶ μικρᾶς καταναλώσεως. Εἶναι λοιπὸν σχετικῶς μεγάλη ἡ παραχώρησις, τὴν ὁποίαν ποιούμεθα. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δι’ ἐργασίας σπουδαιοτέρας δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μέγα μέρος τοῦ εἰς ἡμᾶς ἀναγκαιοῦντος θείου, ἂν ὄχι σήμερον, εἰς τὸ μέλλον τοὐλάχιστον, καὶ ἂν ὑποστηριχθῇ ἡ ἐξόρυξις αὐτοῦ, τὸ ὀρυχεῖον τῆς Μήλου, ὡς ἤκουσα, δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ μέγιστον μέρος, ἂν ὄχι τὸ ὅλον, τοῦ καταναλισκομένου ἐν Ἑλλάδι θείου. Ἑπομένως ἡ παραχώρησις αὕτη, ἡ ὁποία ἔχει τὴν σπουδαιότητά της διὰ τὴν Ἰταλίαν, ἔχει ἐπίσης καὶ δι’ ἡμᾶς τὴν σπουδαιότητά της, διότι ἡ παραχώρησις αὕτη ἀφαιρεῖ παρ’ ἡμῶν τὸ μέσον τῆς ὑποστηρίξεως τῆς θειοπαραγωγῆς. Διὰ τὰ σῦκα καὶ τὴν σταφίδα ἐπαγιώθη πρὸς βλάβην ἡμῶν ὁ ἀπαγορευτικὸς δασμός. Εἶμαι τῆς γνώμης,—καὶ τοῦτο βλέπω καὶ ἐξ ἰδίας πείρας,—ὅτι ἐν τῇ βορείῳ Ἰταλίᾳ βεβαίως ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ κατανάλωσις τῆς σταφίδος...
§202Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως· ἀλλὰ δὲν στέργουσιν εἰς ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ κατὰ ἓν φράγκον.
§203Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον πρότερον, ὅτι ἡμεῖς βεβαίως δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὴν Ἰταλίαν, οὐδ’ ἔχομεν συμφέρον σήμερον, καὶ ἂν ἠδυνάμεθα εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι αἱ σχέσεις αἱ σημεριναὶ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας εἶναι τοιαῦται, ὥστε ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα ἐνδοτικοὶ πρὸς τὴν Ἰταλίαν. Τοῦτο δὲν τὸ συζητῶ. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ἀκριβῶς, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θέλει νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τούτῳ, καὶ ἐγὼ δὲ πρῶτος ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἐκφέρω τὰς γνώμας μου ταύτας οὐχὶ πρὸς σκοπὸν μομφῆς, οὐδὲ πρὸς σκοπὸν ἐπικρίσεως, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ καθορίσω καὶ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ τὴν Βουλὴν τὰ διάφορα ζητήματα. Εἶναι λοιπὸν τὸ ἄρθρον 4 διττῶς βαρὺ δι’ ἡμᾶς. Πρόκειται νὰ κρίνωμεν, ὅταν θὰ ἔχωμεν τοὺς στατιστικοὺς πίνακας τοὺς ναυτιλιακοὺς, κατὰ πόσον εἶναι βαρύ. Θὰ ἔχωμεν τοιουτοτρόπως μίαν γενικωτέραν γνῶσιν τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Θὰ ἐπιτύχωμεν βελτίονας ὅρους εἰς τὸ μέλλον, ἢ δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν; τοῦτο βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν· ἀλλὰ καθορίζοντες τοὺς ὅρους καὶ τὸ βάρος τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, εἶναι δυνατὸν διὰ διαπραγματεύσεων καλῶς διεξαγομένων, εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς τὰς συζητήσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἰταλικῆς νὰ κατορθώσωμεν εἰς τὴν ὁριστικὴν σύμβασιν νὰ ἐπιτύχωμεν βελτίονάς τινας ὅρους. Δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν περὶ τούτου, ἀλλ’ ἡ ἐξήγησις τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀναδεχόμεθα, καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνομεν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιφέρῃ βελτίονας ὅρους. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἁλιείας, τὸ ὁποῖον μένει ἐκκρεμὲς, καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι τὰς ἐκτενέστερον ἀναπτυχθείσας γνώμας, ὅτι ἔχει σπουδαιότητα μεγάλην, νομίζω δὲ, ὅτι κυρίως σπουδαιότητα δι’ ἡμᾶς ἔχει τὸ ζήτημα τῆς ἁλιείας τῶν κοραλλίων. Μείζονα σημασίαν τοῦ ζητήματος τῆς σπογγαλιείας ἔχει τὸ ζήτημα τῆς ἁλιείας τῶν κοραλλίων, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι πρόσφορα ὅλα τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος. Ἀναμένω τὰς πληροφορίας τὰς ναυτιλιακὰς, ὅπως λάβω πάλιν τὸν λόγον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπογραφείσης δηλώσεως περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἐμπορικῶν πλοίων ἑκατέρας χώρας πρὸς τὰ ἐγχώρια.
§205ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἴτε σήμερον, εἴτε αὔριον, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν, πρὶν ἢ συναφθῇ ἡ σύμβασις αὕτη, ἐγένετο προσπάθεια νὰ συναφθῇ γενικωτέρα σύμβασις, περιλαμβάνουσα ὄχι μόνον τὴν ναυτιλίαν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ τυχὸν ἀντιρρήσεις τῆς Ἱσπανίας.
§206Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τῳόντι καὶ ἡ πρόθεσις ἡμῶν, ἅμα ὡς ἡ Ἱσπανικὴ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν ἡμῖν τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ταύτης, ἦτο νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν συνομολόγησιν ὁριστικῆς συνθήκης ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας μετὰ τῆς Ἱσπανίας. Ἡ Ἱσπανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀπέκρουσε τοῦτο, παρετήρησεν ὅμως, ὅτι, ἂν δὲν σπεύσωμεν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὰ πλοῖά της, τὰ προσορμιζόμενα εἰς ἑλληνικοὺς λιμένας, τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ πλοῖα τῶν Κρατῶν τῶν ἐχόντων συνθήκην μετὰ τῆς Ἑλλάδος, θ’ ἀναγκασθῇ καὶ αὕτη, εἰς τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐφαρμόσῃ διπλάσια τέλη ἀγκυροβολίας. Ἐπειδὴ δὲ ἱσπανικὰ πλοῖα μόλις δύο κατ’ ἔτος προσορμίζονται εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς λιμένας, ἐνῷ ἑλληνικὰ πλοῖα περὶ τὰ 30 εἰς τὴν Βαρκελώνην μόνον, κατὰ τὴν στατιστικὴν τὴν ὁποίαν ἔχω, προσορμίζονται κατ’ ἔτος, καὶ βεβαίως πολλὰ ἄλλα εἰς ἄλλους λιμένας τῆς Ἱσπανίας, ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην τῆς Ἱσπανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐδέχθημεν, ὅπως προσωρινῶς κανονίσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο.
§207ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε στατιστικὰς πληροφορίας περὶ τῆς ναυτιλιακῆς κινήσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας;
§208ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὅσας ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωμεν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, τὰς ἔχομεν. Ὡς πρὸς τὴν Βαρκελώνην, ἔχομεν δύο ἱστιοφόρα καὶ 28 ἀτμόπλοια ἐτησίως προσορμιζόμενα.
§209ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς πρὸς τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος, ὁ ὁποῖος μᾶς παρέχεται. Βεβαίως εἶναι συμφέρον εἰς τὴν ναυτιλίαν, ἀλλ’ ὁ ὅρος τῆς ἀμοιβαιότητος δὲν εἶναι πάντοτε πρᾶγμα. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἠξεύρετε ὅτι δύο συστήματα καταμετρήσεως τῶν πλοίων ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ συστήματα, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τῆς καταμετρήσεως τῆς χωρητικότητος τῶν πλοίων, ὁ ὁποῖος διαφέρει πολὺ κατ’ ἐπικρατείας. Ὅτε διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ παρὰ πλοιάρχων Ἑλλήνων, προκειμένου περὶ τῆς Ἰταλίας, οἱ ὁποῖοι παρεπονοῦντο, ὅτι ἀτμόπλοια καὶ ἱστιοφόρα ἑλληνικὰ, πληρώνοντα δῆθεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα μὲ τὰ ἰταλικὰ, εὑρίσκοντο ἐν ἥσσονι μοίρᾳ. Τοῦτο δὲν εἶναι λάθος τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι λάθος ἰδικόν μας. Ἐπὶ τούτου συνεννοηθεὶς μὲ τὸν συνάδελφόν μου τὸν τότε διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, συνέστησα ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τὸν τμηματάρχην τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ ἕνα ἢ δύο ἄλλους ὑπαλλήλους ἁρμοδίους, οἱ ὁποῖοι ἐξήτασαν τὸ ζήτημα. Δυστυχῶς αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις, αἱ ἐπελθοῦσαι, δὲν ἐπέτρεψαν νὰ τελειώσω τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ ὅτε ἡμεῖς ἀπεχωρήσαμεν τοῦ Ὑπουργείου, δὲν εἶχε τελειώσει. Δὲν γνωρίζω τί συνέβη κατόπιν, ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως συνεννοούμενος μετὰ τοῦ συναδέλφου του Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐκκαθαρίσωσι τὸ ζήτημα, διότι ἐκ κακῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου τὰ ἡμέτερα πλοῖα ἔφερον εἰς τὰ ναυτιλιακά των ἔγγραφα ἀριθμὸν τόννων χωρητικότητος ἀνωτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤθελον φέρει, ἐὰν κατεμετροῦντο ἐν Ἰταλίᾳ ἢ ἐν Ἱσπανίᾳ, καὶ ἕνεκα τούτου προκύπτει ζημία εἰς τὸ ἡμέτερον ναυτικόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900 καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἰδίου ἔτους 1900 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1900. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 60,473 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δραχ. 107,238,734.85. 2) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δραχ. 15,236,267.40).
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 384,602 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
§212Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπεθύμουν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγένετο νέα σύμβασις μὲ τὸ Δημόσιον περὶ προμηθείας πυρείων, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ δώσῃ πληροφορίας, τίνες ἐγένοντο προτάσεις ἐκ μέρους ἄλλης ἑταιρείας.
§213Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν συζήτησιν τῆς αὔριον θὰ φέρω τὰς πληροφορίας ταύτας.
§214Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἑτέραν πληροφορίαν· ἂν ἐγένετο προσφορὰ εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς προμήθειαν πετρελαίου ῥωσικοῦ, καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ἐγένετο ἡ προσφορὰ αὕτη.
§215ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ, αὔριον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 10,048.58 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ζητήσω πληροφορίας τινάς. Κατὰ τὸ 1895 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπῆρχεν ἄρθρον 2 τοῦ κεφαλαίου Αʹ, ὑπὸ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις δραχ. 28,000, ἥτις προωρίζετο διὰ πολλὰς ἀνάγκας, ἤτοι διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν γραφικῶν ἐξόδων, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ φωτισμοῦ, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς θερμάνσεως, διὰ συνήθεις καλλιγραφικὰς καὶ λιθογραφικὰς ἐργασίας, δι’ ἐκτάκτους καλλιγραφικὰς ἐργασίας, δι’ ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς ἐφημερίδας, δι’ ἀγορὰν βιβλίων καὶ δι’ ἄλλας ἔτι ἀνάγκας. Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἀναμίξεως πολλῶν ἀναγκῶν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πλημμελὲς, διότι ἐνίοτε ἀποτελεῖ πειρασμὸν εἰς τοὺς διαχειριζομένους, οὐδέποτε δὲ συντελεῖ καὶ εἰς τὴν ἀκρίβειαν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων. Διὰ τοῦτο, ὅτε συνέτασσον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, διῄρεσα τὸ ἄρθρον τοῦτο εἰς τέσσαρα ἴδια ἄρθρα, καὶ κατένειμα εἰς ἕκαστον αὐτῶν ἀνάλογον μέρος τῆς πιστώσεως. Οὕτω ἐν ἰδίῳ ἄρθρῳ 2 ἀνέγραψα πίστωσιν ἀνάλογον διὰ χάρτην καὶ λοιπὰ εἴδη γραφικῆς καὶ λιθογραφικῆς ἐργασίας, δι’ ἐκτάκτους καλλιγραφικὰς καὶ λιθογραφικὰς ἐργασίας· ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ 3 περιέλαβον ἀνάλογον πίστωσιν διὰ φωτισμὸν, θέρμανσιν καὶ λοιπὰς ἀπροβλέπτους δαπάνας· ἐν ἄρθρῳ 4 πίστωσιν ἀνάλογον διὰ συνδρομὴν ἐφημερίδων ἑλληνικῶν καὶ ἐξωτερικῶν καὶ δι’ ἀγορὰν βιβλίων· καὶ ἴδιον ἄρθρον 5 προώρισα διὰ πιστώσεις ἀναγκαίας πρὸς συνδρομὴν εἰς τηλεγραφικήν τινα ἑταιρείαν. Τὸ ἄθροισμα δὲ τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἀνεγράφησαν ὑπὸ τὰ εἰρημένα ἄρθρα 2, 3 καὶ 4, ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 19,400, διότι ὑπὸ τὸ ἄρθρον 5 οὐδεμία εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις, οὕτω δὲ ἡ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ κεφαλ. Αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ἀναγεγραμμένη ἐκ δραχμῶν 28,000 πίστωσις ἐμειώθη κατὰ δραχ. 8,600, ἐδαπανήθησαν ὅμως κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1896 δραχμαὶ 20,726. Ἡ τάξις αὕτη ἐτηρήθη, ὡς παρετήρησα, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899· ἀλλὰ νῦν ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, ἤτοι ἐπὶ τῆς ἐκ δραχμῶν 8,928 πιστώσεως τοῦ ἄρθρου 2 ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχμῶν 2,834.90, καὶ ἐπὶ τῆς ἐκ δραχμῶν 7,472 ζητηθείσης διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ εἰρημένου κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσεως ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχμῶν 7,310.08, καὶ ἐπὶ τῆς ἐκ δραχμῶν 3600 ζητηθείσης διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσεως ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 300. Οὕτω, ἀντὶ τῶν δραχμῶν 20,726, αἵτινες ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, ζητοῦνται κατὰ τὸ 1899 πιστώσεις ἐκ δραχ. 30,214.98.
§218Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ φέρω τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής. Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ προσθέσω, τὰς ὁποίας ἄλλως εὑρίσκετε καὶ εἰς τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον ἔκθεσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος γνωρίζει, ὅτι τὰ τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχον παραμεληθῆ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Μοὶ ἀνέφεραν, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη αἱ δαπάναι τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐπληρώνοντο ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐπετρέπετο. Οὕτω καὶ φέτος, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἡ δαπάνη τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θερμάνσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῇ μὲ τὴν μικρὰν πίστωσιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἔτι διαθέσιμος, ἠναγκάσθην δὲ νὰ ζητήσω τὴν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν πρὸς τακτοποίησιν τῶν ἐκκρεμῶν λογαριασμῶν.
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε καταβάλει προσπάθειαν, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τάξιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ εἰδικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· ἐὰν δὲ συνέβη τοιοῦτόν τι, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς λέγετε, τοῦτο εἶναι παρεκτροπή, τὴν ὁποίαν ἀπορῶ πῶς ἀνεγνώρισε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐπιθεωρῆσαν τὰ ἐντάλματα. Ὅθεν συνιστῶ ὑμῖν, πρὶν ἢ τοῦτο παρέλθῃ, νὰ κρίνητε αὐτὸ ἄξιον, ἵνα ἐφελκύσῃ τὴν προσοχήν σας.
§220Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ἐμὲ ἔκαμεν ἐντύπωσιν μία φράσις, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξηγήσῃ, ὑποθέτω, ὁ πίναξ, ὃν ὑπεσχέθη νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· εἶναι ἡ φράσις «ἀπρόβλεπτοι δαπάναι». Ἀπὸ ἐτῶν ἐπεκράτησεν εἰς τὴν τάξιν τῶν δαπανῶν ἡ ἰδέα τῆς εἰδικοποιήσεως, καὶ ἂν ἀνατρέξητε εἰς τοὺς προηγουμένους προϋπολογισμούς, θέλετε ἴδει, ὅτι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι συνεκεντροῦντο εἰς ἓν ἄρθρον· σήμερον διαιροῦνται εἰς πολλά· τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν δαπανῶν. Ἡ ἰδέα αὕτη ἀναιρεῖται διὰ τῆς φράσεως «ἀπρόβλεπτοι δαπάναι». Ἐὰν πρόκειται περὶ φωτισμοῦ καὶ περὶ θερμάνσεως, τοῦτο δύναται ῥητῶς νὰ λεχθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἐκ δραχ. 323.347.16. Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἐκ δραχμῶν 72,000). Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 22,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 38,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 81,400 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΒΦΟΘʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1899 περὶ φορολογίας τῶν ζώων», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 60).
§222ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ ζώων εἰσάγει διατάξεις βαρυτέρας τοῦ ἰσχύοντος νόμου, διότι ὑποβάλλει τοὺς κρεοπώλας εἰς ἐγγυήσεις ἀξιοχρέους διὰ πᾶσαν μεταφορὰν σφαγίων ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον· χρειάζονται δὲ πρὸς τοῦτο διατυπώσεις ὁλόκληροι. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀναβληθῇ.
§223Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οἱ κρεοπῶλαι θὰ πληρώνωσι καὶ εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς καὶ εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως. Προτιμᾶτε νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, ἢ νὰ μεταρρυθμισθῇ;
§224ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μόλις πρὸ μικροῦ διενεμήθη.
§225Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ἀναφέρει ὁ κ. Βουλευτῆς ἐκ Μαντινείας εἶναι ὅτι ἐλλείπει ὁ κατάλληλος χρόνος πρὸς μελέτην. Τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ νὰ μεταρρυθμίσῃ διατάξεις οὐσιαστικὰς τοῦ παλαιοῦ νόμου. Μία τῶν διατάξεων τούτων εἶναι, ὅταν πρόκηται σφάγιον νὰ μεταφερθῇ ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσι πολλὰ τὰ τρωτὰ τοῦ νομοσχεδίου, δύναται νὰ ἀναβληθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν αὔριον.
§226Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ προτιμᾷ, διότι αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ ποῖον εἶναι προτιμητέον, ἀφοῦ ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι· ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος, καὶ ἂν εἷς νόμος δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ. Ἡμεῖς κατὰ τοῦτο ἀπεκδυόμεθα πᾶσαν εὐθύνην, περιοριζόμεθα δὲ μόνον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐξετάσωμεν ἂν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν αὐτό.
§227Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ οὐδέποτε ἐπεδίωξα μετάθεσιν εὐθυνῶν· αἱ εὐθῦναι βαρύνουσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι τεταγμένοι ἐκ τοῦ νόμου νὰ τὰς ὑπέχουν. Ἐγὼ εἶπον μόνον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατεπεῖγον, διότι ἀφορᾷ εἰς θέματα ἐνδιαφέροντα οὐ μόνον τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ τοὺς φορολογουμένους.
§228Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφος, εἶναι ἀξία μελέτης, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀφίνει εἰς τοὺς ἀστυνόμους νὰ κρίνωσιν, ἂν εἶναι ἀξιόχρεως ἡ ἐγγύησις ἢ μή· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τί πρόκειται νὰ γείνῃ; Θὰ ὑπάρχουν κρεοπῶλαι, τῶν ὁποίων τὴν ἀξιόχρεων ἐγγύησιν δὲν θ’ ἀναγνωρίζωσιν οἱ ἀστυνόμοι· τί θὰ γείνῃ, ἐὰν αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ μετέρχωνται τὸ ἐμπόριόν των; Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ εἶναι πολὺ σοβαρά, καὶ ἠκούσατε διαμαρτυρίας ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔχει πολλὰ τὰ τρωτά.
§229Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον διενεμήθη, ἐπέρχεται οὐσιώδης βελτίωσις εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἐψηφίσθη, διότι ἔχομεν τροπολογίας καὶ ἀφαιρέσεις. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι τροποποίησις, ἡ ὁποία εἰσήχθη πρὶν ἀκόμη εἰσαχθῇ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον.
§230Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι δικαίωμά μου.
§231Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως. Μάλιστα εὔχομαι νὰ ἐπέλθῃ καὶ τρίτη καὶ τετάρτη τροποποίησις τοῦ πρώτου νομοσχεδίου· βελτιοῦται οὕτω τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον (ἱλαρότης). Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν διατυπώσεων τῆς μεταφορᾶς τῶν ζώων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπιβάλλει τὴν διανομὴν τοῦ φόρου εἰς τοὺς δήμους, νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπραξέ τι, τὸ ὁποῖον χρήζει ἀναμφισβητήτως ἀντικαταστάσεως, πολὺ πλειότερον ἴσως τῆς ἀντικαταστάσεως, τὴν ὁποίαν βλέπω διὰ τῆς διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 2. Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 «μετὰ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΘʹ τοῦ ἔτους 1899 δημοσίου φόρου συμβεβαιοῦται καὶ συνεισπράττεται εἰσφορὰ ὑπὲρ τῶν δήμων τοῦ Κράτους ἴση πρὸς τὸ ⅕ τοῦ δημοσίου φόρου». Αὐξάνεται ὁλόκληρος ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων κατὰ 20%, ὁλόκληρον δὲ τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθησόμενον εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδον, ὅπερ κατανέμεται ἐπὶ τῇ ὁριζομένῃ βάσει (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 7. Ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς κλπ., συνερχομένη ὁρίζει διὰ πρωτοκόλλου τὸν μέσον ὅρον τῆς εἰσπραχθείσης κατὰ τὰ ἔτη 1894, 1895 καὶ 1896 ὑπὸ ἑκάστου δήμου δημοτικῆς εἰσφορᾶς, κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ΞΗʹ τοῦ 1847, ἐπὶ τῶν ἐν τῇ περιοχῇ αὐτῶν διαιτωμένων αἰγῶν, προβάτων, βοῶν, ἀγελάδων, βουβάλων καὶ χοίρων.» Δηλ. ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ὁρίσῃ, τί εἰσέπραττεν ἕκαστος δῆμος ἐκ τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῶν ζῴων, ἅτινα ἔβοσκον ἐν αὐτῷ, καὶ ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττεν ἕκαστος δῆμος, θὰ διανεμηθῇ τὸ σύνολον τῆς εἰσπράξεως ἐκ τοῦ προσθέτου ἑνὸς πέμπτου τοῦ φόρου. Τί θὰ συμβῇ δ’ οὕτω; Τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον εἰσέπραττον οἱ δῆμοι ἐκ τῶν ζῴων, ἅτινα ἔβοσκον ἐν αὐτοῖς, θὰ πληρώσωσιν οἱ ἀστικοὶ δῆμοι, ἐντὸς τῶν ὁποίων οὐδὲν ζῷον βόσκει. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα βόσκουσιν ἐντὸς δήμου τινός, οὐδόλως λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἐπιβολὴν δημοτικοῦ φόρου, ἀλλὰ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὰ ζῷα τὰ σφαζόμενα ἐν ταῖς πόλεσι. Καὶ ἰδοὺ παράδειγμα· πόλις, ἡ ὁποία καταναλίσκει πλειότερα πάσης ἄλλης ἐσφαγμένα ζῷα, εἶναι αἱ Ἀθῆναι. Αἱ Ἀθῆναι θέλουσι καταβάλει τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος θὰ διανεμηθῇ εἰς ὅλους τοὺς δήμους, αἱ δὲ Ἀθῆναι δὲν θὰ λάβωσι τίποτε, διότι ἐντὸς τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐλάχιστα εἶναι τὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα βόσκουσι, καὶ ἂν αἱ Ἀθῆναι καταβάλωσιν 100,000 δραχμὰς, βεβαίως δὲν θὰ λάβωσι παρὰ 500 δραχμὰς, ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ ταύτῃ. Λάβετε ἕνα δῆμον ἀγροτικὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔβοσκον 5 ἢ 10 χιλιάδες πρόβατα, ζῷα. Ταῦτα ἐπλήρωνον ἓν ποσοστὸν εἰσφορῶν δημοτικῶν, καὶ ἐπλήρωνον φόρον εἰς τὸν δῆμον, εἰς ὃν ἀνῆκον. Σήμερον ὁ ἀγροτικὸς αὐτὸς δῆμος οὐδὲν θὰ πληρώσῃ ἐκ τῆς νέας ταύτης εἰσφορᾶς, διότι ἐλάχιστα σφάζονται ἐν αὐτῷ· πάντες γνωρίζομεν, ὅτι εἶναι πολὺ μικρὰ ἡ κατανάλωσις ἐσφαγμένων ζῴων ἐν τοῖς ἀγροτικοῖς δήμοις. Καίτοι λοιπὸν ἐλάχιστα θέλει καταβάλει ὡς εἰσφορὰν, οὐχ ἧττον θέλει συμμεθέξει πολὺ πλειότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλει καταβάλει. Ὁ δῆμος Μαραθῶνος π. χ. θὰ λάβῃ δεκαπλάσια τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ πλημμελοῦς τῆς βάσεως καὶ ἐκ τῆς συγχύσεως μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Εἶναι ὅμως ἄτοπον καὶ ἄδικον νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον τῶν ἀγροτικῶν δήμων οἱ ἀστικοὶ δῆμοι. Τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἠθέλησαν νὰ εἰσαγάγωσιν, ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι βάσιμον, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν θ’ ἀργήσῃ νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις νέα.
§232Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδένα σκοπὸν ἔχομεν νὰ μεταβάλωμεν τὰς προσόδους τῶν ἀστικῶν καὶ τῶν ἀγροτικῶν δήμων. Οἱ ἀστικοὶ δῆμοι ἔχουσι τὴν πρόσοδον αὐτῶν ἀπὸ τὰ ἀρνία καὶ τὰ βουβάλια καὶ βῴδια, τὰ καταβάλλοντα τὸν φόρον ἐν τοῖς τελωνείοις. Σήμερον τί ἐπιζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἐπλήρωνον τὰ πρόβατα, αἱ αἶγες κλπ. ἕνα δημοτικὸν φόρον· αὐτὸν τὸν φόρον θέλομεν νὰ τὸν ἀσφαλίσωμεν ὑπὲρ αὐτῶν. Δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῶσι τὰ κείμενα.
§233ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα ἐσφαγμένα ζῷα ποῦ θὰ πληρώνωσι τὸν φόρον αὐτόν; πῶς θὰ ἀποδεικνύηται ὅτι ἐσφάγησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Δεύτερον, αἱ διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 2, ὅπως ἅμα τῇ ἀφίξει τοῦ σφαγίου ἐδῶ παρουσιασθῇ ὁ κομίζων αὐτὸ καὶ πληρώσῃ τὸν νενομισμένον φόρον εἰς τὸν ταμίαν καὶ λάβῃ ἀπόδειξιν πληρωμῆς καὶ προσέτι νὰ παρουσιασθῇ καὶ εἰδοποιήσῃ τὴν ἀστυνομίαν, ἵνα αὕτη μεταβῇ καὶ βεβαιωθῇ περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐν τῇ ἀδείᾳ ζῴων, καὶ οὕτω θεωρηθῇ ἡ ἄδεια, εἶναι διατυπώσεις ἐνοχλητικαὶ, δυσάρεστοι, πιεστικαὶ καὶ ἄδικοι, ὡς πρὸς τὰ σφάγια τὰ ἐρχόμενα διὰ τοῦ σιδηροδρόμου εἰς Ἀθήνας, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δοθῶσι λίαν πρωῒ πρὸς πώλησιν. Εἶναι δυνατὸν, αὐτὸς ὁ μικρὸς ἔμπορος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν σφαγὴν, νὰ κάμῃ ἐγκαίρως ὅλας αὐτὰς τὰς δηλώσεις, ὥστε ἐγκαίρως νὰ δοθῶσι τὰ σφάγια εἰς τὴν κατανάλωσιν; Τελευταῖον ἐρωτῶ, τὸ ἄρθρον 6 δηλοῖ τὸν φόρον τῶν σφαγίων;
§234Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ φόρου τῶν σφαγίων, πρόκειται περὶ εἰσφορᾶς, ὅπως τὴν χαρακτηρίζει ὁ δημοτικὸς νόμος τοῦ 1847, τὴν ὁποίαν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον μαζὺ μὲ τὸν δημόσιον φόρον.
§235ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐν τοῖς δημοτικοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον φόρος σφαγίων. Αὐτὸ προϋποθέτει ὕπαρξιν σφαγίων. Αὐτὸν τὸν φόρον ἐννοεῖτε;
§236ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Ποταμιᾶνε.
§237Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως ἢ καταστροφῆς τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, μεταρρυθμίζον ἄλλον νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἄλλα νομοσχέδια, μεταρρυθμίζοντα νόμους, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην! Καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔχει τοῦτον τὸν ἰδιάζοντα χαρακτῆρα, ὅτι μεταρρυθμίζει τὸ νομοσχέδιον τὸ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν διανεμηθὲν εἰς ἡμᾶς, τὸ μεταρρυθμίζον τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὁ ὁποῖος, εἰρήσθω, δὲν ἐφηρμόσθη καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις. Πρὶν ἢ λοιπὸν γευθῇ ὁ λαὸς τῶν ἀγαθῶν τοῦ νόμου ἐκείνου μεταρρυθμίζεται ὁ νόμος, καὶ δὴ ἐπὶ τὰ χείρω, διότι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καταστρέφονται ἤδη καὶ ἔθιμα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ εἶναι πολὺ δύσκολον, εἷς λαὸς νὰ ἐξοικειωθῇ πρὸς νόμον μεταβάλλοντα ἄρδην τὰ ἔθιμα αὐτοῦ, διότι, ὅσον ἐλαφρῶς φαίνεται ὁ νόμος αὐτὸς, εὑρισκόμενος ἐν τῷ χάρτῃ, τόσον βαρύτατος εἶναι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Διότι ἀπαγορεύεται ἡ μεταφορὰ ἑνὸς σφαγίου ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, ἂν δὲν παρουσιάσητε εἰς τὸν ἀστυνόμον ἢ τὸν ἔφορον ἀξιόχρεων ἐγγυητήν· τὸ δὲ ἀξιόχρεων τοῦ ἐγγυητοῦ ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀστυνόμου ἢ τοῦ ἐφόρου, τῶν ὁποίων τὴν προθυμίαν, ὅπως φανῶσιν εὐσυνείδητοι καὶ τίμιοι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, πάντες γνωρίζετε. Σεῖς ὁ ἴδιος, κύριε Ὑπουργὲ, μάθετε ὅτι, ἂν ζητήσητε νὰ σᾶς ἐπιτραπῇ νὰ μεταφέρητε σφάγιον ἀπὸ ἑνὸς χωρίου τοῦ δήμου σας εἰς χωρίον ἄλλου δήμου, θέλετε καταβασανισθῆ ἀπὸ τὸν ἀστυνόμον ἢ τὸν ἔφορον, διότι, οἱονδήποτε ἐγγυητὴν καὶ ἂν προσφέρητε, θέλουσι τὸν θεωρήσει ἀναξιόχρεων. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θέλει νὰ ἀμείβῃ τοὺς εὐεργέτας αὐτοῦ, ἢ καὶ τὰς σχέσεις αὐτοῦ νὰ συντηρῇ μὲ φιλοδωρήματά τινα, ὅπως ὠνόμαζε νομάρχης τις ὅλα τὰ δῶρα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἔστελλον. Λοιπὸν μεταβαίνει ὁ Ἕλλην ποιμὴν ἀπὸ τοῦ χωρίου τοῦ δήμου του εἰς ἄλλον δῆμον, καὶ θέλει νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν προστάτην του ἢ τὸν φίλον του· βεβαίως θὰ προσκομίσῃ εἰς αὐτὸν καὶ ἓν σφάγιον. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δὲν δύναται νὰ κομίσῃ τὸ σφάγιον, ἂν δὲν ὑπάγῃ νὰ εὕρῃ τὸν κύριον ἀστυνόμον ἢ τὸν κύριον ἔφορον μὲ ἀξιόχρεων ἐγγυητὴν, καὶ νὰ δώσῃ ἀξιόχρεων ἐγγύησιν, νὰ λάβῃ τὰ ἀποδεικτικὰ, καὶ τότε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ δήμου του. Ὅταν δὲ τὸ σφάγιον φθάσῃ εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, τότε ἀνάγκη νὰ λάβῃ ἕτερα ἔγγραφα, τὰ ἀνακλητήρια τῆς ἐγγυήσεως, ἀπόδειξιν δηλαδὴ ἐμφαίνουσαν ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον, ὅπως λυθῇ ἡ ἐγγύησις· ἄλλως εἶναι προσωπικῶς ὑπεύθυνος ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος δέχεται τοιαύτην ἐγγύησιν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Καὶ τοῦτο τὸ τονίζω, ὅπως γείνῃ κατάδηλον, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ προσωπικῶς ὑπεύθυνοι εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, θέλουσιν ἀποβῆ ὅσον δύναταί τις νὰ φαντασθῇ τυραννικοὶ κατὰ τῶν φορολογουμένων. Δὲν εἶναι δυνατή, κύριε Ὑπουργὲ, ἡ ἐκπλήρωσις τοιούτων διατυπώσεων διὰ νὰ μεταφερθῇ εἰς ἀμνὸς ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, διότι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ καταπιέσεις ἀσκοῦνται ὅπου ὁ φόρος εἶναι μικρὸς, καθόσον διὰ τὸν μικρὸν αὐτὸν φόρον δὲν θὰ καταδεχθῇ ἢ δὲν θέλει δυνηθῆ οὐδεὶς χωρικὸς νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ θὰ προτιμήσῃ νὰ συμβιβάσῃ τὴν ὑπόθεσιν μὲ τὸν ἔφορον ἢ τὸν ἐνωμοτάρχην ἢ τὸν ἐνοικιαστήν; γνωρίζετε δὲ τὴν σημασίαν τοῦ τοιούτου συμβιβασμοῦ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ κηρύσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶναι ἀδύνατον, νόμος προσκρούων πρὸς τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ λαοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζεται, νὰ ἐφαρμοσθῇ. Διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, θέλομεν ἔχει κατὰ τὴν ἑπομένην Βουλευτικὴν Σύνοδον ἄλλα παράπονα καὶ ἄλλα νομοσχέδια, καὶ οὕτω θέλομεν ἀγρυπνεῖ διὰ νὰ ψηφίζωμεν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι προωρισμένα νὰ ζήσωσιν, ὡς ἀπορροφοῦντα ὄχι μόνον καὶ τὸ τελευταῖον χρηματικὸν κερμάτιον ἐκ τοῦ θυλακίου τοῦ πτωχοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν τελευταίαν σταγόνα σιέλου ἐκ τῆς γλώσσης τοῦ χωρικοῦ. Δὲν βλέπω δὲ, ἀφοῦ πρόκειται τὸ σφάγιον νὰ καταναλωθῇ ὄχι εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς, ἀλλ’ εἰς ἄλλον τόπον, δὲν βλέπω τί χρειάζεται ἡ ἄδεια τοῦ ἀστυνόμου ἢ τοῦ ἐφόρου τοῦ τόπου τῆς σφαγῆς διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ σφαγίου εἰς ἄλλον δῆμον. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 πρέπει νὰ ἐξοβελισθῇ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι θὰ ἀποβῇ, κύριε Ὑπουργὲ, καταπιεστικώτατον.
§238Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἠρχίσατε συζητοῦντες κατὰ τρόπον ἀποδεικνύοντα ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἐξήγειρε τὰ νεῦρά σας, ὅτι θεωρεῖτε αὐτὸ ἀνεπίδεκτον συζητήσεως, καὶ κατελήξατε εἰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἢ μᾶλλον εἰς πρότασιν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι δὲν θὰ δεχθῶ τροπολογίαν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἤθελον παρακαλέσει νὰ μὴ συζητῆτε κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος πείθει πάντα, ὅστις ἤθελε σᾶς ἀκούσει, ὅτι θεωρεῖτε τὸ νομοσχέδιον ὀλέθριον, ἂν δὲν τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 2 αὐτοῦ.
§239Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι προσεπάθησα νὰ προσεγγίσω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν πρᾳότητα τοῦ ὕφους του καὶ τὴν γαλήνην, ἀλλὰ μοὶ εἶναι ὅλως ἀδύνατον. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μοὶ συγχωρήσῃ, ἂν τὸ ὕφος μου εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον πρὸς τὸ ἰδικόν του, ἀφοῦ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ λόγος δικαιολογῶν τὴν θέσιν μου εἰς τὴν ἀντίθετον πτέρυγα ἐκείνης, ἐν ᾗ παρακάθηται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις κατὰ τὰ ἄλλα συμφωνεῖ πρὸς ἡμᾶς, ἀφοῦ δέχεται ὅ,τι ἡμεῖς προτείνομεν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἶναι, νὰ φροντίζῃ, ὅπως τὰ νομοσχέδιά του διακρίνωνται ἐπὶ εὐκρινείᾳ, ὡς εὐκρινὴς εἶναι ὅταν ὁμιλῇ. Προχθὲς ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων, καὶ ὅτε ἐγὼ ὡμίλουν ἐπ’ αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντα, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σαφέστατα λέγει τὸ γράμμα τοῦ νόμου.
§240Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν μετ’ ὀλίγον εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, θὰ ἀναγνώσω τὴν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς ἔδωκα τὴν προσήκουσαν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὀλίγας ἡμέρας, ἀφ’ ἧς οὗτος ἐτέθη εἰς ἰσχύν. Ἡ ἑρμηνεία ἐκείνη ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Περὶ τῆς ἑρμηνείας ταύτης, ἢ μᾶλλον περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἐποιησάμην προχθὲς μνείαν, ὅτε προεκλήθην ὑφ’ ὑμῶν, μεμφθέντων τοῦ τελευταίου νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει μου καὶ ὅστις δὲν μετερρύθμισε τὸν πρὸ αὐτοῦ ἰσχύοντα νόμον ὡς πρὸς τὸν ἐξασκοῦντα πλείονα τοῦ ἑνὸς ἐπαγγέλματα ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι, πλὴν τῶν πωλούντων οἰνοπνεύματα.
§241Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, οὐδεμία ἀντήρρησις· ἀλλὰ δὲν πταίω ἐγώ, ἂν ὁ νόμος δὲν λέγῃ ὅ,τι ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ συντάκτης καὶ εἰσηγητὴς αὐτοῦ. Καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν, εἶπον ὅτι, ἐὰν ἡ ἐγκύκλιός του εἶναι εὐπρόσδεκτος εἰς τὸν ἔφορον Μεγαρίδος, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι τοιαύτης ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου περιφρονεῖ ἑκατὸν πεντήκοντα νόμους, διότι ἐκ τῆς ἀκριβοῦς ἢ μὴ ἐφαρμογῆς τῆς ἐγκυκλίου ἐξαρτᾷ τὴν ἐφοριακὴν θέσιν του, ἀπέναντι τῶν δικαστηρίων ὅμως ἡ ἐγκύκλιος θέλει μείνει χάρτης ἄγραφος καὶ θέλει δώσει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ν’ ἀπευθύνῃ κατηγορίαν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀποστείλαντος ἐγκυκλίους ἀντιθέτους πρὸς τὸν νόμον. Ἐὰν λοιπὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐξωβελίζετο καὶ δὲν ἐζητοῦντο αὐταὶ αἱ διατυπώσεις, ὅπως μεταφέρῃ εἷς χωρικὸς ἓν σφάγιον ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, ἀξίας τριῶν δραχμῶν, βεβαίως ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἦτο μᾶλλον ἐφαρμόσιμος. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι καὶ κατὰ μιᾶς ἄλλης ἰδέας ἐντετυπωμένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Διατὶ τάχα νὰ πληρώνηται ὁ φόρος σφαγῆς εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως καὶ οὐχὶ εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς; Ἀφοῦ ἐκεῖ ἀνετράφη τὸ σφάγιον, ὁ δῆμος ἐκεῖνος ὑπεβλήθη εἰς τὰ βάρη τῆς φυλακῆς, ὁ δῆμος ἐκεῖνος θυσιάζει πρὸς τήρησιν τῆς δημοτικῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας τῆς ζωῆς τοῦ ποιμένος· διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ πληρωθῇ ἐκεῖ ὁ φόρος, ἀφοῦ ἐκεῖ σφάζεται τὸ σφάγιον; Καὶ ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν κυρίαν καινοτομίαν ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ποινὰς πολλαπλᾶς εἰς τὸν ἀμελήσαντα νὰ δηλώσῃ τὴν μεταφορὰν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον τοῦ σφαγίου, ὁρίζει ὅτι ὁ τε ἐγγυητὴς καὶ ὁ κύριος ἢ κάτοχος τῶν ζώων ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου καὶ εἰς πληρωμὴν προστίμου ἴσου πρὸς αὐτόν. Αὐτὸ δὲν τὸ θεωρῶ δίκαιον, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐρρήθη, αἱ πολλαπλαῖ ποιναὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν καταστρατήγησιν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 5 περιέχει μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ παλαιοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ἀλλὰ καίτοι δὲν περιέχεται εἰς τὸν νέον νόμον, ἐν τούτοις ἐφηρμόσθη καὶ διὰ τὸν φόρον τοῦ 1899, κακῶς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, καὶ ἐφηρμόσθη καὶ κατὰ τρόπον ἐναντίον μάλιστα καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, διὸ καὶ ἐπερώτησιν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὁποίας θέλω σᾶς ἀπασχολήσει ἐπὶ τοῦ θέματος ἐκτενέστερον. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 6 περιέχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ὡσὰν νὰ μὴ ἤρκει ὁ εἷς ἐνοικιαστὴς τοῦ δημοσίου φόρου ἐπὶ τῶν σφαγίων.
§242Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δημοτικὸς φόρος συνενοικιάζεται μετὰ τοῦ φόρου τοῦ Δημοσίου.
§243Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι πρόκειται περὶ δύο ἐνοικιαστῶν. Ἀλλὰ καὶ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς παρετήρησεν, εἰσὶν ὀρθά. Λαμβάνω δὲ παράδειγμα τὸν δῆμο Ἀθηναίων, καὶ ἐρωτῶ, διατὶ ὁ φόρος ὁ ὁποῖος εἰσπράττεται ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων, ἔνθα σφάζονται τὰ πλειότερα σφάγια ἢ καθ’ ὅλον τὸ λοιπὸν Κράτος, νὰ διανέμηται μεταξὺ ὅλων τῶν δήμων τοῦ Κράτους; Ὁ δῆμος Ἀθηναίων, χάριν τῶν σφαζομένων τούτων ζώων, ὑποβάλλεται εἰς μεγίστας δαπάνας καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς καθαριότητος ἕνεκα τῶν ἀκαθαρσιῶν, τὰς ὁποίας προκαλοῦσι τὰ σφάγια, καὶ ὅμως ἡ ὑπ’ αὐτοῦ εἰσπραττομένη πρόσοδος θέλει κατανέμεσθαι ἐφεξῆς καὶ εἰς τοὺς ἀπωτάτους δήμους τοῦ Κράτους. Τοῦτο νομίζω ἄδικον καὶ καταπιεστικώτατον, καὶ ἀνεφάρμοστον θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ καταψηφίσῃ.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ κυριώτερον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι μεταβάλλει τὴν βάσιν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Ἡ βάσις τοῦ νόμου ἦτο ὁ σκοπὸς ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ ἄμεσος φόρος, ὁ ὁποῖος εἰσεπράττετο τότε διὰ τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν προβάτων καὶ ἐπληρώνετο κατὰ κεφαλὴν ἑκάστου ζώου, καὶ νὰ περιορισθῇ ἐπὶ μόνων τῶν ἀμνῶν καὶ τῶν ἄλλων ζώων, τὰ ὁποῖα ἐσφάζοντο· ἑπομένως ὁ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐπιψηφισθεὶς κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν Σύνοδον νόμος μετέτρεπεν ἄμεσον φόρον εἰς ἄλλον φόρον ἐπίσης ἄμεσον· διέφερε δὲ ὁ εἰρημένος νόμος ἀπὸ τὸν ἕως τότε ἰσχύοντα κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ πληρωνόμενος ἕως τότε κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον φόρος κατὰ κεφαλὴν πάντων τῶν μικρῶν ζώων ἐπεβάλλετο διὰ τοῦ νέου νόμου κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ μόνων τῶν σφαζομένων, καὶ εἰσεπράττετο καθ’ ὃν χρόνον ἐσφάζοντο τὰ ζῷα. Τὸν φόρον αὐτὸν διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου μεταβάλλομεν αὖθις, καὶ μεταποιοῦμεν ἀπὸ φόρου κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ τῆς σφαγῆς τῶν ζώων εἰς φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἤτοι ἀπὸ φόρου ἀμέσου εἰς φόρον ἔμμεσον. Ἕνεκα δὲ τούτου ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ ἀνέγραψαν μίαν διαδικασίαν, ἡ ὁποία τῷ ὄντι εἶναι καταθλιπτικὴ διὰ τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ σφάζωσιν ἓν ἀρνίον. Ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον διαδικασία ἐπιβάλλει διατυπώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων πάντως θέλουσι προκύψει καταπιέσεις τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελέσεως, εἴτε ἀστυνομικὰ λέγονται τὰ ὄργανα ταῦτα, εἴτε οἰκονομικοὶ ἔφοροι, καταπιέσεις αἱ ὁποῖαι θέλουσιν εἶναι τόσῳ μᾶλλον αἰσθηταὶ, ὅσον πρόκειται περὶ σφαγίων ἀξίας τριῶν ἢ 5 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως περὶ πληρωμῆς φόρου μὴ ὑπερβαίνοντος τὴν μίαν δραχμήν. Καὶ αἱ καταπιέσεις ἀποτελοῦσι πρόσθετον ἄτοπον, πλὴν τοῦ ἑτέρου ἀτόπου τοῦ νόμου, ὅστις τὸν περὶ ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ μόνων τῶν σφαζομένων ζώων καὶ πληρωμῆς αὐτοῦ κατὰ τὴν σφαγὴν αὐτῶν ἄμεσον φόρον μετατρέπει εἰς ἔμμεσον. Εἶναι δὲ ἄξιον προσοχῆς τὸ ἄτοπον τοῦτο, διότι, ἐνῷ τὸν ἔμμεσον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου φόρον μετεβάλομεν εἰς ἄμεσον, τὸν ἄμεσον ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων φόρον μεταβάλλομεν εἰς ἔμμεσον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἀληθῶς δὲν ἐννοῶ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· διότι, ἐὰν ἐπληρώνετο ὁ φόρος τῶν ζώων κατὰ τὴν σφαγὴν τῶν ζώων, ἐν τῷ τόπῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ταῦτα σφάζονται, ὑπῆρχε καὶ λόγος αἰτιολογικὸς τοῦ φόρου βάσιμος, ὁ λόγος ὅτι τὸ ζῷον αὐτὸ ζῇ, τρέφεται καὶ ἀνήκει εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου ἐκείνου, ἡ δὲ περιφέρεια ἐκείνη, ὁ δῆμος, ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ νὰ λάβῃ δημοτικόν φόρον, ὃν ἔμελλε νὰ λάβῃ εἰσπραττόμενον συγχρόνως μετὰ τοῦ δημοσίου φόρου καὶ ἐν ἀναλογίᾳ τινὶ πρὸς αὐτόν. Ἀδικοῦμεν δὲ τὴν περιφέρειαν ἐκείνην, τὸν δῆμον ἐκεῖνον, διότι ἀφαιροῦμεν ἀπὸ αὐτὸν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε πρὶν ἢ ὁ φόρος μεταβληθῇ. Ἀληθῶς βαίνομεν ἀπὸ ἀτόπου εἰς ἄτοπον, διότι ὑποχρεοῦμεν τὸν εἰσάγοντα ἐσφαγμένον ζῷον νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον εἰς τόπον ἄλλον καὶ οὐχὶ εἰς τὸν τόπον εἰς ὃν ἐγένετο ἡ σφαγή, ἤτοι ἀφαιροῦμεν τὸν ἐπὶ τῶν ζῴων δημοτικὸν φόρον ἀπὸ πάντας τοὺς δήμους Ἀττικῆς, ἐν οἷς σφάζονται ἀμνοὶ, μεταφερόμενοι εἰς Ἀθήνας πρὸς πώλησιν, καὶ ἀποδίδομεν τὸ ἀφαιρούμενον τοῦτο παρὰ τῶν δήμων ποσὸν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων, διότι ἐν Ἀθήναις θέλουσι καταναλωθῆ οἱ σφαγέντες ἀμνοί. Τοῦτο εἶναι σύγχυσις, ἕνεκα τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ βεβαιώσῃ καὶ εἰσπράξῃ τὸν φόρον τῆς σφαγῆς τῶν ζῴων οὐχὶ ὅπου σφάζονται τὰ ζῷα, ἀλλ’ ὅπου καταναλίσκονται. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ μεταβάλῃ κατὰ τοῦτο τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, νὰ ἐγκαταλίπῃ δὲ πάσας τὰς διατάξεις, δι’ ὧν ἐζήτησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πληρωμὴν τῶν σφαζομένων ζῴων, αἵτινές εἰσι σχεδὸν ὅμοιαι πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀναγράφουσιν οἱ νόμοι διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ καπνοῦ. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἰσεπράττετο ἄλλοτε ὡς φόρος ἄμεσος κατὰ βάρος τοῦ παραχθέντος καπνοῦ, ζυγιζομένου κατὰ τὴν συγκομιδὴν ἢ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν ἐμπόρων· ὅταν δὲ τὸ Κράτος ἐπεθύμησε νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα, μετέβαλε τὸν φόρον εἰς ἔμμεσον, εἰσπραττόμενον ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις, διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ δὲ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, κατέστησεν ἔλεγχον ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς συγκομιδῆς μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ καπνὸς εἰσάγεται εἰς τὸ καπνοκοπτήριον. Ὁ ἔλεγχος οὗτος ζητεῖται νὰ νομοθετηθῇ καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἐπὶ τῆς σφαγῆς τῶν ζῴων φόρου· ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς τοῦ καπνοῦ, προϊόντος ἔχοντος ἀξίαν χιλιάδων δραχμῶν, διαφέρει τοῦ ἐλέγχου τῆς μεταφορᾶς τοῦ σφαγέντος ἀμνοῦ, ὅπου πρόκειται περὶ φόρου μιᾶς δραχμῆς, ἢ περὶ ποσοῦ τεσσάρων ἢ πέντε δραχμῶν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ καὶ αὖθις εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φεισθῇ τῆς τάξεως ταύτης τῶν πολιτῶν, καὶ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῶν καταθλίψεων, τὰς ὁποίας θέλει ἐπιφέρει εἰς αὐτοὺς τῶν διατάξεων τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἡ ἐκτέλεσις.
§245Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ὅτε εἰσῆγον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νῦν λειτουργεῖ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, εἶχον πάντοτε ἐν νῷ, ὅτι ὁ φόρος θὰ πληρώνηται εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως. Πάντες οἱ σφάζοντες εἰς ἓν κέντρον, εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅταν θὰ προβάλῃ εἰς αὐτοὺς ὁ ἐνοικιαστὴς τὴν πληρωμὴν τῶν δικαιωμάτων του, θὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι αὐτὸ τὸ ἔχουν σφάξει εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας καὶ τὸ μετήνεγκον εἰς Ἀθήνας· τοῦτο δέ, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Πάντοτε λοιπὸν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ὁ φόρος πρέπει νὰ πληρώνηται εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως. Διότι τίνα σκοπὸν εἶχεν ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος; Εἶχε τὸν σκοπὸν κυρίως οὐχὶ ἵνα καταστήσῃ τὸν φόρον ἀπὸ ἀμέσου ἔμμεσον, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν κτηνοτροφίαν ἀπὸ τῶν πιέσεων καὶ τῶν καταχρήσεων, ἃς ὑφίστατο, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ὁποίων δὲν εἶχε προστασίαν, διότι πάντοτε αἱ πιέσεις καὶ αἱ καταχρήσεις λαμβάνουσι χώραν εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ εἰς τοὺς φορολογουμένους προστασία. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ στερηθῇ τὸ Δημόσιον τοῦ φόρου· ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος τις, διὰ νὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε πρότερον. Ὡς ἐκ τούτου ἐψηφίσθη ὁ περὶ ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζῴων νόμος, δι’ οὗ δύναται τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν ἐσόδου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον, προὐτιθέμην νὰ ἄρω τὰς ἐγερθείσας ἀμφιβολίας πρὸ πάντων, ἐὰν ὁ φόρος δέον νὰ καταβάλληται εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς ἢ εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως. Δέον δὲ νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταφερομένων εἰς τὰ κέντρα σφαγίων, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μεταφέρονται ζῶντα. Εἰς ἐμὲ τουλάχιστον ἐὰν συμβῇ, ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἀντιπροσωπεύω, νὰ μοὶ φέρῃ τις ἀρνίον, οὐδέποτε μοὶ φέρει αὐτὸ ἐσφαγμένον, ἀλλὰ πάντοτε ζωντανόν. Μεταφέρονται καὶ ἐσφαγμένα ἰδίως μεταξὺ Πρεβέζης καὶ Ἑλλάδος, ἵνα μὴ ὑφίστανται τὰ ζῷα μεγάλας πιέσεις εἰς τὰ ἀτμόπλοια, ἀλλὰ ταῦτα πάντοτε εἶναι τὰ ὀλιγώτερα. Ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν ὅμως τῆς μεταφορᾶς εἶναι πιθανὸν αὔριον νὰ ὑποβάλω τροποποίησιν.
§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἡμῶν, ὅτι ὁ φόρος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς τῶν ζῴων.
§247Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν νὰ δεχθῇ ὅλας τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀποδειχθῆ ὠφέλιμοι, νομίζω ὅτι ὁ ἴδιος πρὸ ὀλίγου ἔδωκε τὴν καλλιτέραν λύσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διατὶ ἀνησυχεῖ; διότι σᾶς εἶπεν, ὅτι δύναταί τις, φέρων ἓν σφάγιον, νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ φέρει ἔκ τινος χωρίου· ἀλλὰ βεβαίως ὁ ἀστυνόμος δύναται νὰ τῷ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐν τῷ ἐν λόγῳ χωρίῳ. Εὐθὺς ὡς ἀπαιτεῖται ἡ προσαγωγὴ τῆς ἀποδείξεως τῆς πληρωμῆς, οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος καταδολιεύσεως. Ὥστε καὶ ἐγὼ δὲν βλέπω διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν συναινεῖ νὰ πληρώνηται ὁ φόρος εἰς τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον σφάζεται τὸ ζῷον. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον φοβεῖσθε, διατὶ νὰ μὴ ἁπλοποιήσητε τὸ νομοσχέδιον; Διότι ὁμολογουμένως, μὲ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἔχετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι τοῦτο ἀπαγορευτικὸν τῆς μεταφορᾶς τῶν σφαγίων.
§248ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἰδέα σας, παρακαλῶ;
§249ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ πληρώνηται ὁ φόρος εἰς τὸν τόπον, ὅπου σφάζονται τὰ ζῷα.
§250Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐνταῦθα ἡ ἐνοικίασις γίνεται κατὰ ἐπαρχίας καὶ δήμους. Ὑποθέσατε ἕνα κρεοπώλην ἐν Ἀθήναις, ὁ ὁποῖος σφάζει τὸν μεγαλείτερον ἀριθμὸν ζῴων. Αὐτὸς θὰ ἐνοικιάσῃ τὸν φόρον τῶν σφαζομένων εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς καὶ θὰ σφάζῃ τὰ δι’ Ἀθήνας προωρισμένα ζῷα, ἵν’ ἀποφύγῃ τὸν φόρον. Οἱ ἐν Ἀθήναις κρεοπῶλαι θὰ γείνουν ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τοῦ δήμου Φυλῆς. Ὅλα τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα θὰ καταναλώσωσιν ἐδῶ, ἐν Ἀθήναις, θὰ τὰ σφάζωσιν εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς καὶ θὰ τὰ μεταφέρωσιν εἰς Ἀθήνας ἐσφαγμένα· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐνοικιαστής; Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει ἀναγκαίως ὁ δημόσιος φόρος νὰ πληρώνηται εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως.
§251ΝΕΓΡΗΣ. Ὁρίσατε ἀπαγόρευσιν τῆς μεταφορᾶς.
§252ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ζήτημα εἶναι αὐτό. Δύναμαι νὰ καταργήσω καὶ ἄλας τὰς διατάξεις, καὶ ἂς φροντίσῃ ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ τὸ βεβαιώσῃ.
§253ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ διατυπώσεις αὐταὶ νὰ λείψουν.
§254ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον πρότερον, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Δηλιγιάννης προτείνει, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων νὰ πληρώνηται εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς καὶ οὐχὶ εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως.
§257Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δηλαδὴ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἐναντία τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§259Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη λέγουσι Ναί...
§261Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐγὼ διετύπωσα αὐτὸ, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
§262ΝΕΓΡΗΣ. Πρὸ τῆς ψηφοφορίας, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βλέπω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι ἐπιζήμιον διὰ τὸ Δημόσιον, νὰ μὴ εἰσπράττηται ὁ φόρος εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως. Ἑπομένως θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ εἶτα ἡ διαλογή.)
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Παρόντες 110 μόνον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11 καὶ 20′ μ. μ.)