1899.12.18
3,642 rows · 29,018 words · 159 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
τῆς 18 Δεκεμβρίου 1899.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 22,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 38,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 81,400 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 49–51). Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Λ. Μπασιᾶς ζητεῖ τὴν ἄδειαν ν’ ἀπέλθῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πέτρος Λεμβαῖος ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τῶν ληπτέων μέτρων πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Πεταλᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς σύστασιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ ἀναγράψῃ πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου, ὅπως τὸ ποσὸν τῆς γραφικῆς ὕλης τοῦ γραφείου τῆς Εἰσαγγελίας τῶν ἐν Λαρίσῃ Πρωτοδικῶν αὐξηθῇ εἰς δραχμὰς 70 κατὰ μῆνα, διότι αἱ διδόμεναι μόνον 26 εἶναι ὅλως ἀνεπαρκεῖς διὰ 25,000 ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος ἐκδίδει ἡ Εἰσαγγελία. Ἐπίσης ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις διὰ τὸν μισθὸν ἑνὸς ἐπὶ πλέον ὑπογραμματέως καὶ ἑνὸς γραφέως εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Λαρίσῃ Πρωτοδικῶν, διότι οἱ ὑπάρχοντες δύο μόνον ὑπογραμματεῖς καὶ εἷς γραφεὺς εἶναι ὅλως ἀνεπαρκεῖς.» Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Θ. Πέρρος ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς αἰτήσεις: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπὸ τοῦ δασάρχου Λακεδαίμονος ἐκδοθεῖσαν διάταξιν περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς τῶν ποιμνίων ἐν ταῖς δασικαῖς ἐκτάσεσι τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Οἰνοῦντος (Ἀραχώβης). Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν Β. Διάταγμα καὶ τὰ σχεδιογραφήματα τὰ καθορίζοντα τὰ ὅρια τῶν ἐπαρχιῶν 1) Κυνουρίας καὶ Μαντινείας ἐν τοῖς δήμοις Τανίας–Κορυθίου καὶ 2) Κυνουρίας καὶ Λακεδαίμονος ἐν τοῖς δήμοις Πάρνωνος καὶ Οἰνοῦντος.» Ὁ βουλευτὴς Θήρας κ. Συνοδινὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν προξενικῶν νόμων, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ ἄλλων Βουλευτῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 52). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας συνομολογηθείσης ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς συμφωνίας, ὑπογραφείσης σήμερον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύεται ὑπὸ μακρᾶς ἐκθέσεως, ἐν ᾗ ἐκτίθεται τὸ ἱστορικὸν τῶν διαπραγματεύσεων. Ἡ προσωρινὴ αὕτη συμφωνία ἀποτελεῖται ἐξ ἄρθρων 5. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ὁρίζεται, ὅτι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἁλιείαν θὰ διακανονισθῶσι βραδύτερον. Εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον ὁρίζεται, ὅτι ὁ ἑλλην. οἶνος, εἰσαγόμενος εἰς Ἰταλίαν, θὰ πληρώνῃ 12 φράγκα ἰταλικὰ καθ’ ἑκατόλιτρον, ἀντὶ 5 φρ. καὶ 77 λεπτῶν, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωνε μέχρι τοῦδε. Οἱ λοιποὶ ὅροι τῆς συμφωνίας ταύτης εἶναι οἱ αὐτοὶ, οἵτινες ὑπῆρχον καὶ εἰς τὴν συνθήκην μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, ἥτις συνωμολογήθη κατὰ τὸ 1889 καὶ ἥτις κατηγγέλθη πέρυσιν ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ ἡ ἰσχὺς τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας συνθήκης καταπαύει μεθαύριον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν, ὅπως σήμερον ψηφίσῃ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀντίκειται ὁ Κανονισμός.
§6ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶπον, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν. Δυστυχῶς ἦτο ἀδύνατον νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ σήμερον τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, καθόσον μόλις πρὸ ὀλίγου ὑπεγράφη, καὶ πρὸ ἡμισείας ὥρας μοὶ ἐδόθη ἡ μετάφρασις αὐτῆς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἐμπορικῶν πλοίων ἑκατέρας χώρας πρὸς τὰ ἐγχώρια, προκειμένου περὶ καταβολῆς τελῶν ἀγκυροβολίας, φαρικῶν καὶ ἄλλων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια μετὰ τῶν συμβάσεων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 53–54).
§8Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, γνωρίζετε, ὅτι καὶ σήμερον πλοιάρια ὑπὸ ἰταλικὴν σημαίαν ἁλιεύουσιν εἰς τὰ ἑλληνικὰ παράλια; Τότε τί κέρδος ἔχομεν ἐκ τῆς συμβάσεως;
§9Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λάβω σήμερον τὸν λόγον, ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας μου, ἀλλὰ ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα, μεταβιβασθέντα τόσον πρὸς ἐμὲ, ὅσον καὶ πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Μαγνησίας, μὲ φέρουσιν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ μὲ ἀναγκάζουσι νὰ κάμω λόγον αὖθις περὶ Θεσσαλίας. Ἀνέκαθεν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσθησαν φωναὶ συμπαθεῖς ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ μόνον φωναὶ δυστυχῶς. Πολλοὶ ἀντιπρόσωποι εἴτε ἐξ αὐτῆς εἴτε καὶ ἐξ ἄλλων τοῦ Κράτους ἐπαρχιῶν ὁμολογουμένως δὲν παρέλειψαν, παρουσιασθείσης εὐκαιρίας, νὰ ἐγείρωσι τὴν φωνὴν αὑτῶν ὑπὲρ τῆς ἀτυχοῦς αὐτῆς χώρας, ἡ ὁποία, μολονότι ἀριθμεῖ 20 ἐτῶν περίπου ἐλεύθερον βίον, κέκτηται δὲ πλοῦτον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκμετάλλευσις θὰ ἠδύνατο ἀσφαλῶς νὰ καταστήσῃ ἰσοσκελῆ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐν τούτοις οὐδεμιᾶς ἰδιαιτέρας προνοίας ἢ μελέτης ἔτυχε μέχρι τοῦδε ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων, μὴ θελησάντων ποτὲ νὰ σκεφθῶσι σοβαρῶς περὶ τοῦ τμήματος ἐκείνου τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, μολονότι ἐγκλείει τόσας πηγὰς πλούτου, ἐν τούτοις δυστυχῶς πένεται, διότι αἱ πηγαὶ αὗται μένουσιν ἀνεκμετάλλευτοι, νεκραί. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης τῇ ἀληθείᾳ ταχέως ἀνεγνώρισε τὴν σπουδαιότητα τῆς γονιμότητος τῆς Θεσσαλίας καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντιλήψεως τῆς κυβερνητικῆς πρὸς ἐπιτέλεσιν αὐτόθι ἔργων, διὰ τῶν ὁποίων ταχέως ἤθελεν ἡ χώρα αὕτη ἀναρρώσει, προσελκυομένων ξένων κεφαλαίων ἐκεῖ, καὶ βελτιωθῇ ἡ παραγωγικὴ δύναμις τῶν θαυμαστῶν τῷ τε μεγέθει καὶ κάλλει πεδίων αὐτῆς· καὶ ἀντελήφθη ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, ὅτι μόνη ἡ Θεσσαλία, εὐρέως καὶ συστηματικῶς καλλιεργουμένη, θὰ ἠδύνατο νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καθιστῶσα τὴν χώραν σιτάρκη, καὶ νὰ ἄρῃ πάσας τὰς χρηματικὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι παρακωλύουσιν ἡμᾶς δυστυχῶς εἰς τὴν λῆψιν πάσης ἀποφάσεως, παντὸς μέτρου σοβαροῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, μὲ ὅλην τὴν καλήν, μὲ ὅλην τὴν χαλυβδίνην θέλησιν, οὐδὲν μέτρον ἔλαβεν ἢ ἐφήρμοσεν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας· πάντα δέ, ὅσα ἐν νῷ ἔσχεν, ἔμειναν ἐν σχεδίῳ, χωρὶς νὰ ἴδωσι τὸ φῶς τῆς ἐκτελέσεως, τῆς πραγματοποιήσεως. Ἀνέκαθεν, Κύριοι, ἡ Θεσσαλία πάσχει ἕνεκα τοῦ ἐπικρατοῦντος ἐν αὐτῇ ἐπιμόρτου συστήματος καλλιεργείας. Αἱ ἀγροτικαὶ τάξεις, μὴ ἔχουσαι αὐτοβουλίαν τινὰ εἰς τε τὰς ἰδιαιτέρας αὐτῶν σχέσεις καὶ εἰς τὰ ἰδιαίτερα αὐτῶν ἔργα, στερούμεναι δὲ ἰδίας ἰδιοκτησίας, ἐργάζονται εἴτε πρὸς πλουτισμὸν τῶν κατόχων τῶν γαιῶν, ἃς ποτίζουσι διὰ τοῦ ἱδρῶτός των, εἴτε πρὸς χρηματισμὸν τῶν τοκογλύφων, εἰς τοὺς ὄνυχας τῶν ὁποίων οἱ δυστυχεῖς περιπίπτουσι, διότι πρὸς θεραπείαν τῶν διαφόρων ἀναγκῶν αὐτῶν δὲν ἔχουσιν ἄλλας πηγὰς, εἰς τὰς ὁποίας νὰ προσφεύγωσιν. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη, Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἐδεινώθη συνεπείᾳ τοῦ τελευταίου πολέμου, τοῦ ὁποίου τὰ βάρη μόνον ἡ χώρα αὕτη εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ βαστάσῃ καὶ πληρώσῃ. Δὲν παρεπονέθη ἡ Θεσσαλία, οὐδὲ παραπονεῖται διὰ τὰ ὁποῖα ὑπέστη ἀνήκουστα δεινά. Εἰς αὐτὴν ἔλαχεν ὁ κλῆρος, καὶ ὤφειλε νὰ ὑποφέρῃ οἷα ὑπέστη. Δὲν δυσφορεῖ διὰ τὸ μέγεθος τῶν καταστροφῶν, τῶν ὁποίων τὸ μέγεθος οὐδεὶς ἠδυνήθη, οὐδὲ θά δυνηθῇ νὰ ὑπολογίσῃ ποτέ· δὲν ἀγανακτεῖ, διότι τὸ Κράτος ἀκόμη δὲν ἔκρινεν ἑαυτὸ ἱκανὸν καὶ ὑπόχρεων νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξαν ἄλλα Κράτη ὑπὲρ τῶν ὅμοια παθουσῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν. Δυσανασχετεῖ ὅμως, διαμαρτύρεται, ἀγανακτεῖ, διότι μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς ἀναμφισβητήτους καταστροφάς, μεθ’ ὅλας τὰς δῃώσεις, τὰς λεηλασίας καὶ τὰς ἁρπαγὰς, μεθ’ ὅλας τὰς χαινούσας ἀκόμη πληγὰς, καίτοι παρῆλθον ἤδη δύο χρόνοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δυστυχῶς δὲν ἠκούσθη εἰσέτι μία φωνὴ παραμυθίας, μία φωνὴ ἀνακουφίσεως, μία ἀπόφασις, ἓν μέτρον ὑπὲρ τῆς χώρας ταύτης. Δὲν θέλω, Κύριοι, λέγων ταῦτα, νὰ κακίσω τινὰ, οὐδὲ νὰ ἀρνηθῶ εἰς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν καλὴν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας πρόθεσιν· ἀλλὰ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ φρονῶ, ὡς παρακολουθήσας τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας τόσον τῆς παρελθούσης Συνόδου, ὅσον καὶ τῶν πρὸ αὐτῆς, ὅτι οἱ θέλοντες νὰ πράξωσι κάτι τι ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, εἴτε δὲν ἀντελήφθησαν ἐπαρκῶς τῶν ὧν δεῖται ἡ χώρα αὕτη, εἴτε μετ’ ὄκνου, μετά τινος ἀδιαφορίας, ἐνίοτε δὲ καὶ δημοκοπικῶς — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις—ἐπελήφθησαν τῶν ἀφορώντων τὴν Θεσσαλίαν ζητημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἔφεραν εἰς πέρας, καὶ τοῦτο διότι οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ σπουδάσῃ τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας αὐτῆς καὶ νὰ προτείνῃ τὰ μέτρα τὰ δυνατὰ γενέσθαι καὶ ἱκανὰ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν πληγῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων πάσχει ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος τόπος, φθάσας σήμερον εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἴσως, Κύριοι, μοὶ εἴπητε, ὅτι τὸ Κράτος ὅ,τι ἠδυνήθη ἔπραξεν ὑπὲρ τῆς παθούσης Θεσσαλίας, τῆς ὁποίας τοὺς κατοίκους περιέθαλψε καὶ συνετήρησεν ἐκ τοῦ πενιχροῦ ταμείου αὐτοῦ ἐπὶ 15 ὅλους μῆνας. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἡ Θεσσαλία οὔτε ἔπαυσεν, οὔτε θὰ παύσῃ νὰ ἐκδηλοῖ τὴν βαθεῖαν αὐτῆς εὐγνωμοσύνην πρός τε τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα καὶ πρὸς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, τῆς ὁποίας ὁμολογουμένως ἡ παροιμιώδης γενναιοφροσύνη κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας περιστάσεις ἐξεδηλώθη ἐν ὅλῳ αὐτῆς τῷ μεγαλείῳ. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος—διότι καὶ ἄλλοτε ἐλέχθησαν, νομίζω,—νὰ εἴπω τι περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διενεμήθησαν αὐτὰ τὰ δόλια χρήματα, τὰ δάνεια, τὰ λεγόμενα Θεσσαλικὰ, οὔτε ἐὰν ταῦτα ἀνταπεκρίθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προωρίσθησαν...
§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὀνομάσῃ τις δόλια χρήματα δέκα ἑκατομμύρια.
§11ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δέκα.
§12ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἕξ εἶναι, κύριε Παπαμιχαλόπουλε. Δὲν εἶναι δέκα.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα ἐδώκαμεν ἐντεῦθεν. Δέκα ἐγὼ ἐψήφισα.
§14ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἕξ δυστυχῶς ἐδόθησαν περίπου. Πλὴν καὶ ταῦτα θ’ ἀπέβαινον εὐεργετικά. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου τῆς διανομῆς καὶ τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος, ἀγνοῶ ἂν ἐξεπληρώθη ἢ ὄχι. Καὶ ἐξακολουθῶν ἀποτείνομαι συγκεκριμένως πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Παπαμιχαλόπουλον, καὶ ἐρωτῶ: τί ἠθέλατε νὰ πράξῃ, Κύριοι, διὰ τοῦ δανείου τῶν 300, 400 ἢ 500 δραχμῶν, ὁ ἀτυχὴς Θεσσαλός, τοῦ ὁποίου διηρπάγη πᾶσα ἡ κινητὴ περιουσία, τοῦ ὁποίου τὸ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κατηρτισμένον οἰκοκυργιὸ ἀφήρεσαν οἱ Τοῦρκοι, ἀπώλεσε δὲ τὰ πάντα, τὸ ἄροτρόν του, τοὺς βόας του, τοὺς ἵππους, τὰ ποίμνιά του; Τί ἠθέλατε νὰ πράξῃ ὁ μικρέμπορος ἢ ὁ ἐπαγγελματίας διὰ τοῦ ἀνωτέρου ὁρίου τοῦ δανείου τῶν 800 δραχμῶν ἔστω, τὸ ὁποῖον ἐχορηγεῖτο, ἀφοῦ ἐπανελθὼν δὲν εὗρεν ἴχνος ἐκ τοῦ ἐμπορεύματος αὑτοῦ, ἐκ τῶν χρειωδῶν τοῦ ἐπαγγέλματος αὑτοῦ; Τί ἠθέλατε νὰ θεραπεύσῃ; τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐπαγγέλματος αὑτοῦ, ἢ νὰ ἀγοράσῃ σῖτον, σκεπάσματα, ἐνδύματα δι’ ἑαυτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του, ἢ νὰ ἐπισκευάσῃ τὰ παράθυρα, τὰς θύρας, τοὺς τοίχους τῶν ἐρειπιωθεισῶν οἰκιῶν του; Ἀλλὰ διὰ νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦτο τὸ ποσὸν μικρὸν, πάντως ὑπῆρξε παρήγορον ἐν τῇ ξηρασίᾳ, ἀνακουφιστικὸν ἐν τῷ αὐχμῷ τῆς περιόδου ἐκείνης τῆς Θεσσαλίας, ἴσως δὲ θ’ ἀπέβαινε καὶ εὐεργετικόν.
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξε δὲ τὸ μέγιστον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Καὶ οὕτως ἀπαντῶ εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀποτείνετε πρὸς ἐμέ.
§16ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἀμφισβητήσιμον, κατὰ τὴν ἰδέαν μου. Λοιπὸν ὑπῆρξε, λέγω, ἀνακουφιστικὸν, εἶπον δὲ, ὅτι θὰ ἀπέβαινε καὶ εὐεργετικὸν, ἐὰν οἱ Θεσσαλοὶ, παρὰ τοὺς σωροὺς τῶν ἐρειπίων, παρὰ τοὺς ὄγκους τῶν καταστροφῶν, τοὺς ὁποίους εὗρον ἐπανελθόντες, δὲν συνήντων δυστυχῶς νέους τυράννους, νήστεις, καὶ ἑτοίμους νὰ ἁρπάσωσι καὶ νὰ καταβροχθίσωσι τὴν παρουσιασθεῖσαν λείαν. Νέους τυράννους ἐννοῶ τοὺς τοκογλύφους, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι, ἄπονοι, ἀνάλγητοι, ἄκαμπτοι πρὸ τῆς προσωποποιημένης καὶ στυγνῆς δυστυχίας, πιέζοντες καὶ κατάσχοντες, ἐλάμβανον ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ ἀνεστίου καὶ ἀστέγου Θεσσαλοῦ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ῥακένδυτος καὶ πεινῶν, ἐλάμβανεν ὡς ἐπαίτης ἐκ τῆς Ἑλλάδος, ἐπιθυμούσης νὰ καταστήσῃ ἧττον αἰσθητὴν τὴν δυστυχίαν τῆς Θεσσαλίας, νὰ ἐπιδέσῃ τὰς πληγὰς αὐτῆς, νὰ θρέψῃ διὰ ξηροῦ μόνον ἄρτου τὰ ἐπανερχόμενα ἐκ τῆς ἐξορίας τέκνα αὐτῆς, ἀλλ’ ἀγνοούσης ἀτυχῶς, ὅτι τὰ ῥιπτόμενα αὐτὰ ψιχία, ἀντὶ νὰ λαμβάνωσιν οἱ πράγματι πεινῶντες, ἐλάμβανον οἱ τοκογλύφοι, καὶ ἐχόρταινον ἐκεῖνοι, οἵτινες, πρὸς εἰρωνείαν τῆς πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπης, καὶ πρὸς ἐμπαιγμὸν τῆς ἰδέας τοῦ πατριωτισμοῦ, δὲν ἠσθάνθησαν τὴν φτώχειαν, τὴν πεῖναν καὶ τὴν γυμνότητα ἐν ἴσῳ τοὐλάχιστον βαθμῷ πρὸς τὸν ἀτυχῆ λαὸν, τὸν ὁποῖον καὶ τότε καὶ μετέπειτα καὶ σήμερον ἀκόμη ἐκμυζῶσι, ζητοῦντες καὶ λαμβάνοντες οὐχὶ μόνον τοὺς τόκους, τοὺς κατὰ τὴν Τουρκικὴν κατοχὴν, ἀλλὰ καὶ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔμειναν νεκρὰ, ὡς γνωρίζετε, μηδὲν ἀποδώσαντα εἰς τοὺς ὀφειλέτας, πολλὰ δ’ ἐξ αὐτῶν, μετατραπέντα εἰς ἔργα ἢ κτήματα, κατεστράφησαν ὑπὸ τῶν Τούρκων. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν, ἀντὶ τὰ εὐτελῆ αὐτὰ δάνεια νὰ θεραπεύσωσι τὰς πρώτας καὶ ἐπειγούσας ἀνάγκας τῶν πράγματι ἐχόντων τοιαύτας, εἰσῆλθον εἰς τὰ χρηματοκιβώτια τῶν τοκογλύφων τοκιστῶν. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, Κύριοι. Οὗτοι διὰ τῆς σκληρότητός των ταύτης ἐδημιούργησαν σήμερον καὶ μίαν ἐντελῶς ἰδιαιτέραν καὶ ἔκρυθμον κατάστασιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἡ ἀγροτικὴ πίστις τελείως ἐξέλιπε. Προέβησαν, λέγω, εἰς κατασχέσεις τῆς κινητῆς περιουσίας, τῶν βοῶν, τῶν κτηνῶν κλπ., οἱ δὲ μὴ δυνάμενοι—καὶ ἦσαν οἱ πλείονες—νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς πρὸς τοὺς πιστωτὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, μετεβίβασαν τὴν κινητὴν περιουσίαν των, τοὺς ἀροτῆρας βόας, τὰ ζῷά των καὶ τὰ τοιαῦτα, εἰς τρίτα πρόσωπα. Συνεπείᾳ δὲ τῆς μεταβιβάσεως ταύτης, ἡ ὁποία σκοπὸν εἶχε οὐχὶ τὴν ἄρνησιν τῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ὑποχρεώσεων αὑτῶν, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτοὺς τοὐλάχιστον τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας τῶν ἀγρῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐλλείψει ἄλλων κεφαλαίων, βεβαίως θὰ ἔμενον χέρσοι, καὶ νὰ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀποφύγωσι τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑφίσταντο, ἐκποιουμένης τῆς κινητῆς περιουσίας των ἐν δημοπρασίᾳ, ἣν προὐκάλουν οἱ τοκογλύφοι, τὰ δὲ δικαστήρια δὲν ἀνέστελλον, συνεπείᾳ, λέγω, τῆς τακτικῆς ταύτης ἡ ἀγροτικὴ πίστις ἐντελῶς ἐξέλιπεν. Ἀλλὰ τῆς καταστάσεως ταύτης ἐγένοντο παραίτιοι οὐ μόνον οὗτοι, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Πολιτεία, ἥτις, ἐνῷ διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ἔδιδε χρήματα πρὸς ἀγορὰν σίτου, διένεμε γεωργικὰ ἐργαλεῖα, καὶ ἔδιδε δάνεια πρὸς ἀγορὰν ἀροτήρων κτηνῶν, ἀφ’ ἑτέρου ἐπέτρεπεν, ἢ μᾶλλον δὲν ἠμπόδιζε τὰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων νὰ κατάσχωσι καὶ ἐκποιῶσι ταῦτα...
§17ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατασχέσεις ἐγένοντο;
§18ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἐγένοντο, μάλιστα... Ἡ Πολιτεία, λέγω, Κύριοι, ἡ ὁποία ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς πρὸς ἀνακούφισιν τῆς γεωργίας καὶ τῶν ἄλλων τάξεων ἐχάριζε τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὰ τελωνιακὰ τέλη, ἢ ἀπέστελλεν ἄλευρα, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δὲν ἐλάμβανε καμμίαν πρόνοιαν, ὥστε ἡ τάξις αὕτη τῶν τοκογλύφων τοκιστῶν νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν βαθμιαίαν καὶ λογικὴν, καὶ οὐχὶ ἑνιαίαν καὶ ἀπότομον ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν. Συνεπείᾳ λοιπὸν τῆς ἀδιαφορίας ταύτης τῆς Πολιτείας πρὸς περιορισμὸν τῆς ἀπληστίας τῶν τοκογλύφων ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου συνεπείᾳ τῆς πανθομολογουμένης καὶ γνωστῆς ἐφετεινῆς ἢ μᾶλλον περυσινῆς σιτοδείας εἴς τινα μέρη τῆς Θεσσαλίας τὰ πάντα αὐτόθι ἐσταμάτησαν· τὸ ἐμπόριον ἐσταμάτησε, Κύριοι, καὶ κατεστράφη, ἡ μικρὰ βιομηχανία—ἐὰν δύναται νὰ ὀνομασθῇ βιομηχανία—καὶ αὕτη τείνει εἰς φθίσιν, ὀπισθοδρομεῖ, ἡ κτηνοτροφία οὐδόλως προάγεται, καὶ τοῦτο διότι ἡ γεωργία κατεστράφη. Οἱ ἄνθρωποι ὡρισμένων μερῶν δὲν ἔχουν ψωμί, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, νὰ φάγουν. Οὐχὶ πρὸ πολλοῦ χρόνου, ἅπαξ ἅπαντες οἱ κάτοικοι ἑνὸς τῶν μεγαλειτέρων δήμων τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, τοῦ δήμου Ἀρμενίου, πεζῇ καὶ ἐξ ἀποστάσεως 6 ἕως 8 ὡρῶν ἦλθον εἰς τὴν Λάρισαν καὶ δὲν ἐζήτουν τίποτε πλέον, τίποτε ἔλαττον, ἢ μόνον ἄρτον ξηρόν! — Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑποθέτω, ἐνθυμεῖται πολὺ καλῶς τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα τόσον ἐγὼ ὅσον καὶ ὁ τέως νομάρχης Λαρίσης κύριος Παλαμᾶς ἀπηυθύναμεν πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ τέλος πάντων, Κύριοι, τί θὰ γείνῃ διὰ τὴν πάσχουσαν αὐτὴν χώραν, τὴν πάσχουσαν πραγματικῶς καὶ οὐχὶ φαινομενικῶς; Αἴ, τί θὰ γείνῃ διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἡ ὁποία εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως ἐδημιουργήθη ἐκεῖ, καὶ ἡ ὁποία φυσικῶς, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοιά τις ἐνωρὶς, ἐὰν δὲν ληφθῇ μέτρον τι ἐγκαίρως, οὐχὶ μόνον τοπικῶς θὰ ἐπιδεινωθῇ, ἀλλὰ θὰ ἐπηρεάσῃ καὶ τὴν καθ’ ὅλου οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, νομίζω; Καὶ βεβαίως τοιαύτη θὰ ἦναι ἡ συνέπεια, ἐφ’ ὅσον ἡ γεωργία, καὶ μόνη αὕτη, δὲν ἐνισχύεται ἐπαρκῶς, ἐφ’ ὅσον δὲν θεωρηθῇ πρωτίστης ἀνάγκης ζήτημα ἡ ὑποστήριξις αὐτῆς ἀντὶ πάσης θυσίας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπιζητηθῇ ἡ χειραφέτησις τοῦ Θεσσαλοῦ, τοῦ Παρία αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς καταστάσεως τοῦ δουλοπαροίκου, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν χορηγηθῶσιν εὐκολίαι εἰς τοὺς γεωργοὺς ἐπὶ τῷ τέλει οὐχὶ μόνον νὰ βελτιώσωσι τὴν καλλιέργειαν, ἀλλὰ καὶ νὰ εὐρύνωσιν αὐτὴν εἰς μείζονας ἐκτάσεις, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνον θὰ μεταβληθῶσιν οἱ ἀχανεῖς λειμῶνες εἰς εὐφόρους ἀγροὺς, εἰς πηγὰς πλούτου καὶ εὐδαιμονίας διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Αἱ ἀνάγκαι τῆς Θεσσαλίας, Κύριοι, δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς δύο κλάσεις. Καὶ εἰς μὲν τὴν πρώτην κλάσιν ὑπάγονται ἐκεῖναι, αἵτινες δέονται ἀμέσου ἀντιλήψεως, καὶ ἔχουσι περιωρισμένον χαρακτῆρα, εἶναι καθαρῶς τοπικαὶ, μὴ ἐκτεινόμεναι δηλονότι πέραν τοῦ νομοῦ Λαρίσης καὶ τοῦ δήμου Φερῶν τῆς ἐπαρχίας Βόλου, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἐκεῖναι αἵτινες ἔχουσι γενικώτερον τὸν χαρακτῆρα, ἀπαιτοῦσι γενικὰ μέτρα καὶ ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ἀπωτέραν καὶ βαθμιαίαν ἀνόρθωσιν καὶ βελτίωσιν τῆς χώρας ἐκείνης. Αἱ τῆς πρώτης κατηγορίας ἀνάγκαι εἶναι, ὡς εἶπον, τοπικαὶ καὶ σχετίζονται πρὸς τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν ἔκ τε τῶν ἀτυχιῶν τοῦ πολέμου καὶ ἐκ τῆς ἐφετεινῆς σιτοδείας, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐμνημόνευσα, καὶ ἰδιαίτατα οἱ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, εἰσὶν ἐντελῶς ἀνίκανοι νὰ ἐξαρκέσωσιν εἰς τὰ πρὸς τὸ ζῆν, διότι στεροῦνται ἄρτου. Δὲν ζητοῦμεν λοιπὸν ἄλλο τι, εἰμὴ ἐπιεικές τι μέτρον περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων, τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν φόρων τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν φόρων τῶν ἐπιτηδευμάτων μέχρι τῆς νέας συγκομιδῆς, ἥτις ἐλπίζω νὰ ζωογονήσῃ ἐπὶ τέλους αὐτὸν τὸν δυστυχῆ τόπον, προμηνυομένης ὅπως δήποτε πλουσίας, καὶ τέλος διοικητικήν τινα ἢ νομοθετικὴν πρόνοιαν, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἐξασφαλισθῇ εἰς τὸν γεωργὸν ὁ ἄρτος αὐτοῦ καὶ τὰ μέσα τοῦ ἐπαγγέλματός του ἀπὸ τῶν κατασχέσεων τῶν τοκογλύφων, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι τέλος πάντων νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι διὰ τῶν τοιούτων ἐκβιαστικῶν μέτρων οὐχὶ μόνον ἡ γεωργία περιορίζεται, ἀσφυκτιᾷ, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἄλλη ἐμπορικὴ καὶ βιομηχανικὴ κίνησις σταματᾷ, πρὸς βλάβην τῆς κοινωνίας, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ἀφαιρούμενοι τὴν ἀγροτικὴν πίστιν θέτουσιν ἐν ἀμφιβόλῳ πάντας τοὺς ἄλλους κλάδους, τοὺς τροφοδοτουμένους παρὰ τῆς γεωργίας, τῆς τοσοῦτον παραμελουμένης καὶ τόσον ἀσυνειδήτως καταδιωκομένης. Αἱ ἀνάγκαι αὗται εἶναι ἐπιτακτικαὶ, ἀπαιτοῦσιν ἄμεσον τὴν θεραπείαν. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ φτώχιας, πρόκειται περὶ ἄρτου, τὸν δὲ ἄρτον, νομίζω, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ, ὀφείλει νὰ μὴ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς πεινῶντας. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι πεινῶσι πάντες οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης,—πολλοῦ γε καὶ δὴ—ἀλλὰ οἱ κάτοικοι περιωρισμένων μερῶν τῆς ἐπαρχίας ταύτης, ἐξαιρετικῶς δὲ οἱ τῶν δήμων Ἀρμενίου καὶ Φερῶν, αὐτόχρημα πάσχουσι, πένονται. Ἐπίσης δὲ ὑποφέρουσιν, ἀλλ’ ὀλιγώτερον, καὶ οἱ κάτοικοι τῶν δήμων ἐκείνων, οἵτινες εὑρίσκονται ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἣν ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἠκολούθησε μέχρι Δομοκοῦ. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν, νομίζω, Κύριοι, ὅπως εἰς τοὺς κατοίκους τούτους τοὐλάχιστον, Ἀρμενίου καὶ Φερῶν, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι μέγας, δοθῇ τέλος πάντων ποσότης τις ἀλεύρου, εἴτε ἐκ σίτου, εἴτε ἐκ καλαμποκίου, εἴτε ἐξ ἀραβοσίτου, τὴν ὁποίαν νὰ ἀγοράσωμεν διὰ λογαριασμὸν τοῦ περισσεύματος τοῦ ἐκ τοῦ δανείου τῶν προσφύγων Θεσαλῶν προερχομένου. Ἄλλως τε πρόκειται περὶ ἐλαχίστης χρηματικῆς ποσότητος, πρόκειται περὶ ποσότητος 10–12 χιλιάδων. Ἴσως ἐνταῦθα μοὶ προβληθῇ, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα διετέθησαν χάριν ἐπιτακτικωτέρων ἀναγκῶν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἐπιτακτικωτέρα ἀνάγκη ἀπὸ τὸ ψωμὶ δὲν εἶναι ἄλλη. Ἐὰν λοιπὸν σὺν τῷ βοηθήματι τούτῳ τῷ μικρῷ ψηφισθῇ καὶ τὸ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ μὴ πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ἢ, ἐὰν τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν,—ὅπερ δὲν πιστεύω, καθόσον πρόκειται περὶ μικροῦ ποσοῦ,—ἀνασταλῇ ἐπί τινας μῆνας, μέχρι τοῦ Αὐγούστου, ἡ ἄνευ προσθέτου τέλους πληρωμὴ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,—καὶ περὶ τούτου ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου,—ἐπὶ πλέον δὲ, ἐὰν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀκατασχέτου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν (φωναί: Μάλιστα, μάλιστα) καὶ ποσότητός τινος σίτου, χάριν τῆς συντηρήσεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν γεωργῶν καὶ χάριν τῆς σπορᾶς αὐτῶν, ὡς καὶ τῆς τροφῆς τῶν κτηνῶν αὐτῶν, ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, νομίζω ὅτι μεγάλην ἀνακούφισιν θὰ προσδώσωμεν εἰς τὴν ἀτυχῆ αὐτὴν χώραν, σώζοντες τοὺς κατοίκους αὐτῆς ἀπὸ βεβαίας καταστροφῆς, ἀφοῦ ἄλλως τε τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἔχει νὰ χάσῃ διὰ τῆς ἀναστολῆς ταύτης τοῦ φόρου, τὸ δὲ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα προηγουμένως, ψηφιζόμενον, οὐ μόνον περιστέλλει τὴν ἀπληστίαν τῶν τοκογλύφων, ἀλλὰ καὶ ἐξασφαλίζει τὴν συντήρησιν τῆς οἰκογενείας τῶν γεωργῶν καὶ τὰ μέσα τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ἔργων αὐτῶν ἀπροσκόπτως, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι πάντοτε βελτίονος μέλλοντος. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὰς ἀμέσους καὶ ἐπειγούσας ἀνάγκας τῆς Θεσαλίας καὶ ἰδίᾳ περὶ τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα προηγουμένως σᾶς ἀνέφερα. Ἀλλὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, δὲν εἶναι μέτρα δυνάμενα νὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ ἐκ δευτέρου, εἶναι μέτρα ἄλλως τε, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπόσχονται τελείαν τὴν θεραπείαν τῶν γενικῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσαλίας, δεομένας ῥιζικωτέρων μεριμνῶν, ἀποφάσεων σοβαρῶν καὶ μεμελετημένων καὶ θυσιῶν οὐχὶ μικρῶν, ἐὰν πραγματικῶς, μετὰ τὰ τελευταῖα ἀτυχῆ γεγονότα, σκοπῶμεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν πεπατημένην, ἐὰν σκοπῶμεν νὰ ἀνανεώσωμεν τὰς βάσεις τοῦ καθόλου οἰκονομικοῦ οἰκοδομήματος ἡμῶν καὶ νὰ ἀκολουθήσωμεν ἐν ἑνὶ λόγῳ νέας τρίβους. Διότι μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην, τὴν σημερινὴν Βουλὴν, κατέχομεν τὸ σημεῖον τοῦ διχασμοῦ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, εἰς δύο διευθύνσεις, εἰς τὴν τῆς ἀπωλείας καὶ εἰς τὴν τῆς ἀνορθώσεως. Ἐκλήθημεν λοιπὸν νὰ ἐκλέξωμεν τὴν ἀκολουθητέαν διεύθυνσιν, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν πολύ, ἵνα μὴ τὸ δύσμοιρον τοῦτο ἔθνος περιαγάγωμεν εἰς νέας ἥττας, εἰς νέας καταστροφάς, εἰς νέα ἀτυχήματα καὶ ἴσως εἰς ἄφευκτον ὑποδούλωσιν, ἐὰν δὲν μεταβάλωμεν καὶ σκέψεις καὶ πολιτείαν. Πολλῶν βεβαίως, ἔχει ἀνάγκην ἡ Θεσαλία, ὅπως καταστῇ, οἵαν ἄλλοτε παρίστων οἱ ἀρχαῖοι, ἀλλὰ πρωτίστως ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων καὶ χειρῶν. Πρέπει λοιπὸν ἀντὶ πάσης θυσίας τὰ κεφάλαια ταῦτα νὰ προσελκύσωμεν εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν τόπον, καὶ ὅταν τὰ κεφάλαια ταῦτα εἰσρεύσωσιν ἄφθονα καὶ εὐθηνά, τότε καὶ χεῖρες πλείονες τῶν ὑπαρχουσῶν θὰ σπεύσωσι νὰ ἐργασθῶσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἡ καλλιέργεια θὰ βελτιωθῇ καὶ συστηματοποιηθῇ, καὶ αἱ πρόσοδοι θὰ πολλαπλασιασθῶσι, καὶ οἱ σήμερον ἐπίμορτοι καλλιεργηταί, ἀνακουφιζόμενοι δι’ ἄλλων εὐεργετικῶν νομοθετημάτων, θὰ ἔλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὐδαιμονήσωσι καὶ οὗτοι καὶ θὰ γείνωσι κύριοι καὶ κάτοχοι κτηματικῆς περιουσίας, καὶ ἴσως τέλος πάντων λυθῇ τὸ πολυθρύλητον αὐτὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ τὰ χρήματα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε δὲν ἔχουσι πατρίδα, μεταβαίνουσιν ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει δημοσία καὶ ἰδιωτικὴ ἀσφάλεια. Καὶ ἡ μὲν δημοσία ἀσφάλεια ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς διοικήσεως· ἐγὼ δὲ τοὐλάχιστον, ἐπειδὴ πολὺς λόγος μέχρι τοῦδε ἐγένετο περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Θεσσαλίᾳ, ὁμολογῶ, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν μου, δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν νὰ μεμφθῶ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐκεῖ δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως εὑρίσκεται ἐν ἀρίστῃ καταστάσει. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια τελεία, εἶπον ὅτι ἡ διοίκησις ἔχει πλήρη τὰ μέσα, ἔχει τὴν δύναμιν, νὰ συμπληρώσῃ ταύτην. Ὥστε τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας δὲν θὰ μὲ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ πολύ. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἰδιωτικῆς ἀσφαλείας, τῆς ἐγγυήσεως δηλονότι τῶν κεφαλαίων, τοῦτο δὲ εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δυστυχῶς ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ἔχομέν τι, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐπισπάσῃ τὴν προσοχὴν τῶν κεφαλαιούχων, καὶ νὰ πείσῃ τούτους, ὅτι τὰ κεφάλαια αὐτῶν δύνανται ἀκινδύνως ἐν Θεσσαλίᾳ νὰ ἀποβῶσιν ὠφέλιμα καὶ εἰς ἑαυτοὺς καὶ εἰς τὸν τόπον...
§19ΠΕΤΑΛΑΣ. Γνωρίζετε, ὅτι οἱ μικροκτηματίαι τῆς Θεσσαλίας εἰκονικῶς ἐπώλησαν τὴν περιουσίαν των;
§20ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Τὸ εἶπον πρότερον.
§21ΠΕΤΑΛΑΣ. Ναί· ἀλλὰ δὲν εἴπετε καὶ κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξηχρειώθησαν καὶ δὲν πληρώνουν κανένα.
§22ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Τὸ βῆμα θὰ τὸ ἐγκαταλείψω ὅσον οὔπω καὶ θὰ τὸ ἀφήσω εἰς τὴν διάθεσίν σας. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, ἰδιωτικὴ ἀσφάλεια, καὶ τοῦτο διότι δὲν ὑπάρχει πίστις ἀγροτική, διότι δὲν ὑπάρχει ἰδία ἰδιοκτησία, ἢ καὶ διὰ τοὺς ἔχοντας τοιαύτην δὲν ὑπάρχουσιν εὐθηνὰ τὰ κεφάλαια, ἵνα πολλαπλασιάσωσι τὴν ἐργασίαν κατά τι. Ἐννοῶ, ὅτι τὸ ζήτημα, οὗτινος ἐπιλαμβάνομαι, εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, ἀπασχολεῖ δὲ πάντα τὰ ἔθνη, μεθ’ ὅλην τὴν ἀφθονίαν καὶ εὐθηνίαν τῶν κεφαλαίων, ἅτινα διοχετεύουσιν εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀκτημόνων, τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ἐννοῶ τὰς δυσκολίας παντὸς μέτρου, ἀλλὰ δίδων ἀφορμὴν ἐλπίζω νὰ προκαλέσω τοὺς ἐντριβεῖς περὶ τὰ οἰκονομικὰ νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς συζητήσεως εἴτε τῶν παρ’ ἐμοῦ προταθησομένων, εἴτε τῶν παρ’ ἄλλων εἰδικωτέρων ἐμοῦ, εἴτε καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἰδίας αὑτῆς σκέψεις καὶ μελέτας περὶ Θεσσαλίας. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι τὰ κεφάλαια, ἵνα ἀποφέρωσι καρποὺς, ἔχουσιν ἀνάγκην ἐδάφους στερεοῦ, ἀνάγκην ἀσφαλείας. Ἀλλὰ ποίαν ἀσφάλειαν θὰ προσφέρωσιν οἱ μὴ ἔχοντες ἄλλο τι, πλὴν ὀλίγων ζῴων καὶ ὀλίγων προϊόντων, ἅπερ ἀπολαμβάνουσιν ἐργαζόμενοι ἐπὶ ξένων γαιῶν; Ἀκριβῶς ἐδῶ ἔγκειται ἡ δυσκολία, ἥτις γεννᾷ τρία ζητήματα πρὸς λύσιν: 1) Πῶς θὰ ἐξευρεθῇ τὸ χρῆμα πρὸς σύστασιν Τραπέζης; 2) Πῶς θὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ χορηγηθησόμενα δάνεια εἴτε πρὸς ἀκτήμονας καλλιεργητάς, εἴτε πρὸς κατόχους ἰδιοκτησιῶν βεβαρυμένων διὰ παλαιῶν δανείων καὶ ὑπὸ τόκον ἀνώτερον τῶν 12% καὶ 3) Πῶς οἱ σημερινοὶ ὀφειλέται θ’ ἀπαλλαγῶσι τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, λύοντες ἢ μὴ τὰς ὑποθήκας. Ἄλλοτε εἶχον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ αὐξήσῃ εἰς 5 ἑκατομμύρια τὰ 3,500,000 τοῦ περισσεύματος τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων καὶ καταθέσῃ αὐτὰ εἰς Τράπεζαν· ἀλλὰ δὲν ἐθεωρήθη τὸ μέτρον τοῦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἕνεκεν τῆς οἰκονομικῆς, φαίνεται, καταστάσεως τοῦ Κράτους. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λοιπόν, Κύριοι, θὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας, ἀναμένοντες τὴν ἐξ ὕψους ἀντίληψιν; Ἡ λογικὴ λέγει, πάντοτε νὰ ἐρευνῶμεν, νὰ ζητῶμεν, νὰ ἐπινοῶμεν, νὰ ἐφαρμόζωμεν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς λοιπὸν ταύτης ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προτείνω τὴν προσφυγὴν εἰς σύστημά τι, ὅπερ ἀποκαλῶ σύστημα ἀλληλοβοηθείας. Ἂς ἐγγυηθῇ ἁπλῶς τὸ Δημόσιον διὰ 7–8 ἑκατομμύρια πρὸς μίαν Τράπεζαν, ὑποχρεουμένην νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν 15 ἑκατομμύρια. Πρὸς ἀσφάλειαν δὲ τῆς ἐγγυήσεως ταύτης ἂς ἐπιβάλῃ τὸ Δημόσιον ἐπὶ πάντων τῶν ἐξαγομένων ἐκ τῆς Θεσσαλίας προϊόντων καὶ ζῴων μικρὸν ἐξαγωγικὸν τέλος. Τὸ τέλος τοῦτο θὰ εἰσπράττηται εἰς τὰ τελωνεῖα τῆς Θεσσαλίας καὶ Φθιώτιδος, καὶ κατ’ ἔτος θὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης, ἥτις, ἐκπίπτουσα ἴσον ποσὸν ἐκ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου, θὰ διαχειρίζηται αὐτὸ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Οὕτω πως νομίζω, ὅτι μετὰ τινα ἔτη τὰ κεφάλαια τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ Τραπέζης θὰ καταβληθῶσιν ἀνεπαισθήτως παρ’ ἡμῶν αὐτῶν· οὕτω πως οὐ μόνον ἀποζημιώνομεν τὴν ἀτυχήσασαν Θεσσαλίαν, ὑπερτιμῶντες τὰ προϊόντα αὐτῆς, τὴν δὲ ἐλαφροτάτην ὑπερτίμησιν πληρώνοντες ἡμεῖς, ἢ μᾶλλον αὐτοὶ οἱ Θεσσαλοί, ἀλλ’ ὅταν ἀντικατασταθῇ ἡ ἐγγύησις τοῦ Δημοσίου διὰ χρήματος πραγματικοῦ, ἀποσύρῃ δὲ καὶ ἡ Τράπεζα τὰ κεφάλαιά της, θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 15 ἑκατομμύρια, τῶν ὁποίων τὰς προσόδους θὰ διαθέτωμεν εἴτε πρὸς ἐθνικοὺς σκοποὺς, εἴτε δι’ ἔργα τῆς Θεσσαλίας, εἴτε δηλονότι διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, εἴτε πρὸς ἐξαγορὰν τσιφλικίων κλπ. Ἤδη γεννᾶται τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας τοῦ πιστωτοῦ καὶ τῆς Τραπέζης ὡς ἐγγυητρίας. Ἄλλοτε προέτεινα τὴν ἵδρυσιν γενικῶν ἀποθηκῶν, δι’ ὧν θὰ ἐλύετο τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας διὰ τῆς ἐν αὐταῖς ἀποθηκεύσεως τῶν προϊόντων. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ ἵδρυσις καὶ ἡ λειτουργία αὐτῶν παρουσιάζει δυσκολίας μεγάλας. Διὰ τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προτείνω μίαν ἰδέαν. Θέλει θεωρεῖσθαι ἐνυπόθηκον καὶ βεβαρυμένον διὰ τοῦ πραγματοποιουμένου δανείου ὑπὸ τοῦ γεωργοῦ ἢ καλλιεργητοῦ τὸ ἥμισυ τῆς γενομένης σπορᾶς πρωΐμων ἢ ὀψίμων προϊόντων καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἥμισυ τῆς προσδοκωμένης παραγωγῆς, τῆς κατὰ κοιλὸν ἢ κατ’ ὀκᾶν ποσότητος αὐτῆς ὑπολογιζομένης ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μέσης παραγωγῆς τοῦ προϊόντος ἐν τοῖς σπαρεῖσιν ἀγροῖς κατὰ τὰ πέντε προηγούμενα ἔτη, τῆς δὲ ἀξίας αὐτῆς λαμβανομένης ἐκ τῆς μέσης τιμῆς κατὰ τὰ τρία ἀμέσως τελευταῖα ἔτη. Οὕτω π.χ. ὁ Α ἔσπειρε 200 κοιλὰ σίτου, οἱ σπαρέντες ἀγροὶ ἔδωκαν κατὰ τὰ πέντε τελευταῖα ἔτη τὸ ἓν πέντε κοιλά· ἑπομένως τὰ 200 X 5=500 κοιλὰ θὰ λογίζωνται ἐνυπόθηκα. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη ὁ σῖτος ἐτιμᾶτο πρὸς 6 δραχμὰς, ὁ Α θὰ ἔχῃ πίστωσιν παρὰ τῇ Τραπέζῃ μέχρι 3,000 δραχ., ἐχούσῃ τὸ προνόμιον, ὅπως προτιμᾶται ἀπέναντι οἱασδήποτε ἄλλης ἀπαιτήσεως, ἐκτελεστῆς ἢ μὴ, ἰδιωτικῆς ἢ μὴ, πλὴν τῶν τοῦ Δημοσίου, ἀπαγορευομένης ἐπὶ αὐστηρᾷ ποινῇ πάσης ἀγοραπωλησίας τοῦ ἐνυποθήκου προϊόντος ἄνευ βεβαιώσεως τῆς Τραπέζης, ὅτι ὁ κάτοχος αὐτοῦ δὲν ἔχει παρ’ αὐτῇ ἐκκρεμῆ τινα λογαριασμόν. Ἡ δήλωσις αὕτη θέλει γίγνεσθαι ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γαιῶν ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐκ τοῦ οἰκ. ἐφόρου, τοῦ δημάρχου, τοῦ προέδρου τοῦ Δημ. Συμβουλίου, τοῦ ἐφημερίου τοῦ χωρίου καὶ τοῦ εἰδικοῦ παρέδρου, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ἐπισήμου ἀντιγράφου τῆς δηλώσεως ταύτης, ἐξαγομένου ἐκ τοῦ παρὰ τῇ Ἐφορίᾳ τηρουμένου γενικοῦ βιβλίου σπορᾶς κατὰ δήμους καὶ χωρία, θέλει χορηγεῖσθαι τὸ ἀνάλογον δάνειον. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου νομίζω, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν, ὅπως τοὺς ἐπιμόρτους ἀκτήμονας γεωργοὺς καταστήσωμεν πιστωτὰς εἰς τὴν ἀνάλογον Τράπεζαν, μέχρι τῆς ὁποίας θὰ δανείζωνται ἐπὶ μικρῷ τόκῳ. Ἀλλὰ τοιούτων προνομίων χορηγουμένων εἰς τὴν Τράπεζαν, πῶς θὰ κατορθώσωσιν οἱ σημερινοὶ ὀφειλέται ν’ ἀπαλλαγῶσι τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, καὶ πῶς θὰ ἐξασφαλισθῶσιν οἱ νῦν πιστωταὶ αὐτῶν; Δύο σκέψεις ἄγουσιν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου· ἢ νὰ γείνῃ μεταβίβασις τῶν ἐνυποθήκων κτημάτων τῶν ὀφειλετῶν εἰς τὴν Τράπεζαν, ὑποχρεουμένην νὰ καταβάλῃ τὰ χρέη ταῦτα πρὸς τοὺς πιστωτὰς, ἢ ὁριζομένου τοῦ τόκου πρὸς 12%, νὰ θεσπισθῇ, ὅπως οἱ ὀφειλέται ἀποπληρώσωσι τὰ χρέη αὐτῶν εἰς πέντε ἔτη διὰ καταβολῆς ἴσης ἐτησίας δόσεως, μετὰ τὴν λῆξιν δὲ τῆς πενταετίας πᾶσα ὀφειλὴ θὰ παρέχῃ δικαίωμα εἰς τὸν πιστωτὴν ἐπὶ τῆς κατασχέσεως τὸ ½ τοῦ παραγομένου προϊόντος μέχρις ἐξοφλήσεως, αἰρομένης οὕτω τῆς πιστώσεως τοῦ γεωργοῦ ἢ ἐπιμόρτου καλλιεργητοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ. Πάντα ταῦτα, Κύριοι, ἐθεώρησα καλὸν νὰ καταστρώσω ἐν προτάσει νόμου, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἐν ᾗ θέλετε ἀνεύρει ὡς ἐν σχεδιογραφήματι πάσας τὰς λεπτομερείας ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῶν ὀφειλετῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς.
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ δέχεται ἡ Τράπεζα αὐτό;
§24ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἂν ἦναι ἐξησφαλισμένη, τὸ δέχεται. Διὰ τῶν μέτρων τούτων καὶ δι’ ἄλλων, περὶ ὧν ἄλλοτε ὡμίλησα, οὐ μόνον ἡ γεωργία θέλει βελτιωθῆ, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ λοιποὶ πόροι, δι’ οὓς ἐπιτηδειοτάτη ἐστὶν ἡ Θεσσαλία, θέλουσιν ἀναπτυχθῆ· διὰ τῶν μέτρων τούτων καὶ τὸ σύστημα τῆς ἀροτριώσεως καὶ τὸ σύστημα τοῦ ἁλωνίσματος καὶ τὸ σύστημα τῆς λιπάνσεως θέλουσι μεταβληθῆ καὶ βελτιωθῆ. Διὰ τῶν μέτρων τούτων θὰ κατορθώσωμεν, ὅπως ἡ Θεσσαλία ζωογονηθῇ καὶ ἀνακτήσῃ τὴν περιλάλητον αὐτῆς παραγωγικὴν δύναμιν, μεταβαλλομένη εἰς πραγματικὴν σιταποθήκην τῆς Ἀνατολῆς. Μόνον οὕτω πως σκεπτόμενοι θὰ δυνηθῶμεν νὰ τηρήσωμεν ἐν τῷ τόπῳ ὅ,τι ἡ ξανθή μας σταφὶς μετὰ τόσας στενοχωρίας εἰσάγει, καὶ θὰ ἐπιτύχωμεν νὰ κανονίσωμεν τὰς χρηματικὰς ἡμῶν ἀνωμαλίας, ὧν ἕνεκα, καίτοι ὑπολογίζομεν, καίτοι συνδυάζομεν, οὐδέποτε ὅμως θὰ φθάσωμεν εἰς πραγματικὴν οἰκονομικὴν ἰσορροπίαν, ἥτις μόνη θὰ ἐπιτρέψῃ ἡμῖν νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ μεταρρυθμίσεων, περὶ τῆς καθόλου πολιτικῆς ἡμῶν ἀναδιοργανώσεως καὶ περὶ τῆς πραγματώσεως τῶν ἐθνικῶν βλέψεων, ἄνευ τῶν ὁποίων ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξωμεν ὡς ἔθνος.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Γιαννακίτσα ὑποβληθεῖσαι τρεῖς προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 55–57)
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν κρίνῃ τις ἐκ τῆς ἐντυπώσεως, ἣν εἰς ἐμὲ ἐνεποίησεν ἡ λογικωτάτη ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὗ μετὰ πολλῆς συμπαθείας ἤκουσα τὰ λεχθέντα περὶ τῆς καταστάσεως τμημάτων τινῶν τῆς Θεσσαλίας μετὰ τὰ δεινὰ τοῦ τελευταίου πολέμου, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι πολλὰ ὑπολείπονται ἐκεῖ τὰ κακῶς ἔχοντα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ εἴπωμεν ἐντεῦθεν, ὅτι, ἂν αἱ σπουδαῖαι δαπάναι, ἃς ἀναλόγως τῶν δυνάμεων αὐτῆς κατέβαλεν ἡ Ἑλλὰς, τῇ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς, ὑπὲρ ἀνακουφίσεως τῶν παθόντων ἐκ τοῦ πολέμου Θεσσαλῶν δὲν ἐπήνεγκον τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα, τὸ ὀφειλόμενον ὑπὲρ αὐτῶν, ὑπαίτιος δὲν εἶναι αὐτὴ, ἀλλ’ ὑπαίτιοι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν, ἄνευ κακῆς προαιρέσεως, οἱ ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι τῶν Θεσσαλῶν, ὅσοι αὐτῶν ἦσαν κατὰ τὴν τελευταίαν Περίοδον τῆς Βουλῆς· διότι, ἐνῷ καλῶς ἐγίνωσκον τὰ τῆς Θεσσαλίας, εἶχον δὲ μεμελετημένα τὰ ζητήματα καὶ ὑποβεβλημένας πρὸς λύσιν αὐτῶν προτάσεις ὠφελίμους καὶ δεξιὰς, δελεασθέντες ἔπειτα ὑπὸ τῆς λάμψεως τοῦ χρήματος, τοῦ προσφερομένου ἀπ’ εὐθείας καὶ ἀμέσως πρὸς πληρωμὴν εἰς τοὺς ἐπανερχομένους ἀπόρους Θεσσαλοὺς, ἐγκατέλιπον τὴν οὐσίαν ἀντὶ τῆς σκιᾶς,—διότι, ὡς προεπείνετο νὰ δοθῇ, σκιὰ ἦτον ἡ παροχὴ τῶν 6,000,000 ἢ καὶ τῶν 10,000,000, ἅτινα ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν. Ἡ προσφορὰ ἐκείνη τῆς Βουλῆς ἦτο εὐγενὴς, ἀλλὰ καὶ ἀμελέτητος· ἦτο ἀκατανόητος, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, διότι τὰ χρήματα ἐκεῖνα, ὡς ἐδόθησαν, ἐρρίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν. Βεβαίως μέρος αὐτῶν ἐχρησίμευσε πρὸς ἀνακούφισιν τούτων ἢ ἐκείνων, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα ἀπώλοντο διὰ παντὸς, καὶ διὰ τὸν ἄμεσον σκοπὸν καὶ διὰ τὸν ἀπώτερον αὐτῶν προορισμόν. Ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ ἐκ Λαρίσης κ. Βουλευτὴς, εἶναι ὀρθόν· μέγα μέρος τῶν χορηγηθέντων χρημάτων περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοκογλύφων δανειστῶν, ὧν πλεῖστοι ἐπὶ τοιαύτῃ ἐλπίδι προσέβλεπον μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως εἰς τὴν δωρεὰν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, καὶ ἀνέμενον πότε νὰ φθάσῃ τὸ χρῆμα εἰς Θεσσαλίαν, ἵνα παρεμβάλωσι τὴν χεῖρα, ἀφαιρέσωσι καὶ θέσωσιν αὐτὸ εἰς τὰ θυλάκια αὐτῶν. Τοῦτο ἐγίνωσκον οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπρόσωποι, ὅτι ἔμελλε νὰ συμβῇ, καὶ ἔπρεπε νὰ προβλέψωσιν· ἀλλὰ παρέβλεψαν αὐτὸ, δελεασθέντες ὑπὸ τῆς λάμψεως πλουσίας διανομῆς χρημάτων εἰς τοὺς ἐντολεῖς αὐτῶν. Ταῦτα δὲν λέγω, ἵνα ἀναξάνω πληγὴν, ἀλλ’ ἁπλῶς, ἵνα πιστοποιήσω ἐνταῦθα ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς, νὰ πιστοποιήσω δηλαδὴ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐφρόντισε νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῶν παθόντων, ὡς εἶχε καθῆκον νὰ πράξῃ, διότι οἱ παθόντες ἔπαθον ὑπὲρ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος· λέγω ταῦτα καὶ ἵνα ἔλθω καὶ θίξω τὸ ζήτημα, ὅπερ νῦν τίθεται, καίτοι δὲν ἠξεύρω ἂν δύναται σήμερον ὠφελίμως νὰ τεθῇ. Οἱ τότε ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας, ἤ τινες αὐτῶν, εἶχον ὑποβάλει πρότασιν, ἣν εἶχον παρειλημμένην ἐκ μελέτης ἐπαρκοῦς τῶν ἐν Γαλλίᾳ γενομένων μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870. Ἡ Γαλλία τότε, ταλαιπωρηθεῖσα καὶ παθοῦσα, καὶ ἔχουσα ἐπαρχίας ὑποστάσας τὰ πάνδεινα, κατ’ ἄλλον ἢ ἡ Θεσσαλία τρόπον, ἕνεκα τῆς εἰσβολῆς τῶν Γερμανῶν, λαοῦ εὐγενοῦς καὶ ἀνεπτυγμένου, καὶ διὰ τοῦτο μὴ παρεκτραπέντος εἰς ὅσα ἐκτρέπονται ἄλλοι βάρβαροι λαοὶ, ἡ Γαλλία ἐφρόντισεν, ἐκτιμήσασα τὰς ζημίας τῶν παθουσῶν οἰκογενειῶν, ἀμέσως τότε, ὅτε ἦσαν πρόσφατοι αἱ ζημίαι καὶ ἐπιδεκτικαὶ ἐκτιμήσεως, ἐφρόντισε νὰ ὑπολογίσῃ τί ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀπέναντι αὐτῶν τὸ Κράτος· καὶ ἐξηκριβώθη ὅτι ἠδύνατο νὰ δώσῃ 260 ἑκατομμύρια, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ζημιῶν τῶν ἐκ τῆς διπλῆς πολιορκίας τῶν Παρισίων. Ἀνεγνώρισε τὰ ποσὰ τῶν ζημιῶν, καὶ προσήνεγκε πρὸς κάλυψιν μέρους αὐτῶν 260,000,000. Ἀφοῦ δὲ αἱ ἐπιτροπαί, ἃς συνέστησεν, ὥρισαν τὰς καθ’ ἕκαστον ζημιωθέντα ἀπωλείας, ἐφρόντισε νὰ ἐκδώσῃ γραμμάτια τοκοφόρα καὶ προεξοφλητὰ, διανεμηθέντα εἰς τοὺς παθόντας, οἵτινες παραλαμβάνοντες ταῦτα ἔδιδον εἰς προεξόφλησιν, καὶ κατώρθουν οὕτως ἀμέσως νὰ ἔχωσι τὸ χρῆμα τὸ ἀναγκαῖον εἰς αὑτοὺς, ἐνῷ τὰ γραμμάτια ἔπειτα ἐξωφλήθησαν βαθμηδὸν, κατὰ δόσεις, εἰς πολλὰς ἑξαμηνίας. Ταῦτα ἀπετέλουν πρὸς ἡμᾶς δίδαγμα πρακτικὸν ἐκ Γαλλίας, ὅπως ἐγκαίρως ἐγνώρισαν καὶ διέκριναν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταί, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἄλλαι σκέψεις ἔπειτα προεβλήθησαν, καὶ ἐγκατέλιπον τὸ πρῶτον καὶ σπουδαῖον αὑτῶν σχέδιον, δι’ οὗ ἤθελον ἀνακουφισθῆ αἱ ζῶναι τῆς χώρας αἱ παθοῦσαι, αἵτινες ἔμελλον νὰ τύχωσιν ἐπικουρίας, καὶ παρεδέχθησαν τὴν ἁπλῆν διανομὴν τῶν χρημάτων, ἥτις ἐγένετο εἰς πάντας τοὺς Θεσσαλοὺς ἐν διασπορᾷ, πολλάκις καὶ ἐκεῖ, ὅπου οὐδεμία ἀληθῶς ὑπῆρχεν ἀνάγκη. Ταῦτα εἶναι τὰ γενόμενα. Ἀγνοῶ κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις δύναται σήμερον νὰ σκεφθῇ περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ ὑπολοίπου ἐκ τῶν ψηφισθέντων ἑκατομμυρίων—ποσοῦ, οὐχὶ βεβαίως ὁμοίας πρὸς ἐκείνην, ἥτις ἤδη ἐγένετο. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσι τοιαύτην χρησιμοποίησιν πρὸς ἀνακούφισιν, βεβαίως ὀφείλει νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ὑπολοίπου· τοῦτο μόνη ἡ Κυβέρνησις δύναται καλῶς νὰ γνωρίζῃ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἤγειρεν ἐνταῦθα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης, βεβαίως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν Θεσσαλίᾳ, νὰ ἐξετασθῇ δὲ περιωρισμένως, διὰ μόνας τὰς ζώνας, εἰς ἃς ἐπῆλθον παθήματα καὶ ἀφῆκαν ἴχνη αἱ πολεμικαὶ καταστροφαί, διότι ὑπάρχουσι καὶ περιφέρειαι, εἰς ἃς τὸ ἐκ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως κακὸν ὑπῆρξε μέτριον, οὕτως ὥστε θὰ ἦτο ἄτοπος ἡ πρὸς ἀποζημίωσιν παρέμβασις τοῦ Κράτους. Ὑπάρχουσι σπουδαῖαι ζημίαι ἐν Θεσσαλίᾳ, οὐχὶ μόνον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λαρίσης, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις, ἐν τῷ νομῷ Μαγνησίας, ἐν Τυρνάβῳ, ὅπου ἡ κατάστασις καὶ σήμερον ἔτι εἶναι περίπου ὁποία καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν Θεσσαλῶν εἰς τὰς πατρίδας αὑτῶν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Δομοκοῦ, ἥτις ἀνήκει νῦν εἰς τὴν Φθιώτιδα. Ὁ κ. Βουλευτὴς σήμερον ἀνέφερε μόνον τὸν δῆμον Ἀρμενίου καὶ τὸν δῆμον Φερῶν. Προχθὲς παρουσιάσθη ἀναφορά, ἥτις παρεκαλέσαμεν νὰ τυπωθῇ, ἵνα ἀναγνωσθῇ ὑπὸ συμπάσης τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκείνῃ ἐγίνετο λόγος περὶ ἑτέρου μέρους παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν. Ὁμιλῶ περὶ πλουσίας κωμοπόλεως Ἑλληνικῆς, εὑρισκομένης σήμερον ἐν καταστάσει ἐρειπίων. Εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἐπισκεφθῶ τὰ μέρη ἐκεῖνα ἄλλοτε καὶ νὰ θαυμάσω τὴν φιλοπονίαν, τὴν δραστηριότητα, τὴν φιλοπατρίαν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καζακλάρ. Ἡ κωμόπολις αὕτη εἶναι γέννημα τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Θεσσαλίας· τὸ Καζακλὰρ ἀνῆκεν ἄλλοτε εἰς Ὀθωμανοὺς, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν εἰσῆλθον εἰς αὐτὸ ἄποικοι Μακεδόνες, Ἠπειρῶται, ἔτι δὲ καὶ Τριπολῖται ἐκ τῆς Πελοποννήσου, στοιχεῖα ἁγνά, φιλόπονα καὶ ἔν τε ταῖς κοινωνικαῖς σχέσεσι καὶ ταῖς συναλλαγαῖς ἐντιμότατα, συμβιοῦντα μετὰ πάσης ἁρμονίας. Τὸ χωρίον ἐκεῖνο, ὅπερ ἄνευ αὐτῶν θὰ ἀνῆκε σήμερον, ὡς τσιφλίκιον, τὶς οἶδε εἰς τίνα πλούσιον ἰδιώτην, ἐπρυτάνευε καθ’ ὅλα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τυρνάβου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ὑπέστη μεγάλα παθήματα ἐκ τῆς εἰσβολῆς τῶν Τούρκων· δὲν εἶχε τὴν εὐτυχίαν τοῦ Τυρνάβου, ὅστις ἐν ὅλῳ ὑπέστη μικρὰς ζημίας. Τὸ χωρίον τοῦτο κατεστράφη, οἱ δὲ κάτοικοι ἐπανελθόντες δὲν ηὐτύχησαν κἂν ν’ ἀνακουφισθῶσιν ἐκ τῆς πρώτης συγκομιδῆς, συγκομιδῆς ἥτις δὲν ἀπέδωκε πολλαχοῦ οὐδὲ τὸν σπόρον. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος ἀρωγὸν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον μὴ ὁμοιάζοντα πρὸς τὸν μέχρι τοῦδε ἐφαρμοσθέντα· καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν, λαβὼν τὸν λόγον, συνιστῶ μετὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης καὶ τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐκ Καζακλὰρ ἀναφερομένων.
§27Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ Θεσσαλίας, πρόκειται περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, καθόσον πρόκειται περὶ παραγωγῆς ἐθνικῆς, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ δίδηται μεγίστη προσοχή, ὅπως, εἰ δυνατὸν, δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ φανῇ χρήσιμον πρὸς ἐμψύχωσιν αὐτῆς τῆς παραγωγῆς. Βεβαίως πᾶν ὅ,τι ἐδαπανήθη μέχρι τοῦδε πρὸς προσωρινὴν βοήθειαν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων, κάκιστα ἐδαπανήθη, διότι διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ ἠδύνατο βεβαίως Τράπεζά τις νὰ ἀναλάβῃ τὴν λύσιν ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν πρὸ ὀλίγου ἐνώπιόν σας. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δυστυχῶς δὲν ἐγένετο, καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος βεβαίως πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν, ἀλλὰ μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φθάσῃ. Εἶναι πράγματι μέρη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεγίστην ἀνάγκην σήμερον ἀπολύτου βοηθείας, ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρὸς διατροφὴν καὶ ὕπαρξίν των. Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν βεβαίως ἠμπορεῖ διά τινος μικροῦ ποσοῦ νὰ φανῇ τὸ Κράτος χρήσιμον, ὅπως ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι πάντοτε πρόκειται περὶ τῆς παραγωγῆς, ὡς προεῖπον. Οἱ γεωργοὶ ἐκεῖνοι ὄχι μόνον δὲν δύνανται νὰ καλλιεργήσωσιν, ἀλλ’ οὔτε νὰ ὑπάρξουν, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ βοηθηθῶσιν. Ὡς πρὸς τὰ γενικὰ ζητήματα ὅμως, Κύριοι, πάντοτε ἀπαιτοῦνται χρήματα, καὶ περὶ αὐτοῦ καὶ μόνου πρόκειται, ἐὰν δύναται τὸ Κράτος νὰ συστήσῃ μίαν Τράπεζαν, ἥτις νὰ ἀναλάβῃ τὴν χορηγίαν δανείων εἰς τοὺς γεωργούς. Αὐτὸ καὶ μόνον δύναται νὰ λύσῃ ὅλα τὰ ζητήματα, καὶ οὐδὲν ἕτερον. Ἀλλ’ ἐγένετο λόγος πρὸς λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, δηλονότι οἱ καλλιεργηταὶ νὰ ἐξαγοράζωσι τὰ κτήματα τῶν ἰδιοκτητῶν. Τὸ τοιοῦτον, ἐάν τις μελετήσῃ ἐπισταμένως, θὰ ἴδῃ, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ λυθῇ διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ καὶ χρήματα πολλά, τὰ ὁποῖα οὔτε οἱ γεωργοὶ ἔχουσιν, οὔτε τὸ Δημόσιον δύναται ἀμέσως νὰ διαθέσῃ, ἀλλὰ συνάμα εἶναι καὶ ζήτημα κοινωνικὸν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ὁποῖον θέλει λυθῆ διὰ τοῦ χρόνου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, δύναται τοὐλάχιστον τὸ Κράτος, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μεριμνήσῃ πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων μεταξὺ αὐτῶν διὰ νόμου, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο, καὶ ἑπομένως ὑπάρχει μία δυσπιστία, οὕτως εἰπεῖν, μία ἀοριστία τῶν σχέσεων μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, πρὸς βλάβην πάντοτε τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῶν μερῶν ἐκείνων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ σχέσις αὐτῶν ἐκανονίζετο παρὰ τοῦ τουρκικοῦ νόμου, καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς ἑταιρικὴ ἡ σχέσις μεταξὺ αὐτῶν, δηλαδὴ ὑπῆρχε σχέσις τοιαύτη, ὥστε, ἐὰν ὁ καλλιεργητὴς κατέβαλλε τὸ γεώμορον, ἠδύνατο νὰ μένῃ εἰς τὸ κτῆμα, ἄλλως ἠδύνατο νὰ ἀποβληθῇ. Τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς σχέσεως μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν δὲν τὸ ἔλυσαν ὡρισμένως· δὲν τὸ ἔλυσαν διότι ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου, διότι, ὅπως γνωρίζετε, ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου ἐκείνου, συνδυαζομένου πρὸς τὸν ἑλληνικὸν νόμον, πάντοτε ἀφῆκεν ἀοριστίαν, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ ὡρισμένως τὴν σχέσιν αὐτήν. Τὸ τοιοῦτον πιστεύω ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ λυθῇ διὰ νόμου, καὶ θέλει τὰ μέγιστα συντελέσει εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα, ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ὅπως ἐσκέπτοντο ἄλλοτε νὰ τὸ λύσωσι γενικῶς, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ λυθῇ διὰ μιᾶς, ἀλλὰ μόνον θὰ ἠδύνατο διὰ Τραπέζης τινὸς, ἡ ὁποία νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξαγορὰν βαθμηδὸν τῶν κτημάτων, ὅπως παραχωρῇ ταῦτα εἰς τοὺς γεωργούς. Ἠδύνατο μάλιστα τὸ Κράτος ν’ ἀποφασίσῃ καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ παραχωρήσῃ κτήματα, διότι ἔχει τοιαῦτα, ὡς εἶναι τὰ Ζάππεια, καὶ δύναται ἐπ’ αὐτῶν νὰ δοκιμάσῃ τὸ σύστημα τῆς ἐξαγορᾶς τῶν κτημάτων παρὰ τῶν γεωργῶν. Ὡς ἐγγύησις δὲ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου τῶν γεωργῶν πρὸς τὸ Κράτος, πρὸς τὴν Τράπεζαν, δύναται νὰ ἦναι ὁ καρπὸς, τὸ ἀνάλογον μερίδιον τοῦ καρποῦ ὑπέγγυον, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐκ τοῦ ἐν τοῖς ἁλωνίοις καρποῦ νὰ δύναται τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ προνομιακῶς καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ὡς φόρον.
§28ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑποθήκην ἠδύνατο νὰ βάλῃ.
§29Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἐκτὸς τῆς ὑποθήκης θὰ δύναται καὶ τὸν καρπὸν νὰ εἰσπράττῃ προνομιακῶς. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον φρονοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δύναται, προσωρινῶς τοὐλάχιστον καὶ βαθμηδὸν, νὰ λυθῇ εἰς τὸ μέλλον τὸ λεγόμενον ἀγροτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ὅπως ἤρχισεν ἐξ ἀρχῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ λυθῇ, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ κρατεῖ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους εἰς τοιαύτην ἠθικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ παρεμποδίζεται ἡ καλλιέργεια αὐτῶν, καὶ χωρὶς νὰ ὠφελῶνται εἴτε αὐτοὶ, εἴτε οἱ ἰδιοκτῆται. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀρωγὴν, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ σήμερον εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, κύριε Πρόεδρε, πάλιν οὐδὲν ἕτερον μέσον ὑπάρχει ἢ μόνον ἡ παροχὴ τοιούτων δανείων εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, ἂν δὲ δύναται τὸ Κράτος νὰ τὸ πράξῃ, ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου κλάδου παραγωγῆς, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ. Πρὸ ἡμερῶν ἀνέγνωσα διαφόρους πραγματείας περὶ τοῦ παραγομένου σίτου ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ εἶδον, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ τοιαύτη παραγωγὴ νὰ ἐμψυχωθῇ, ἐὰν ἀπεξηραίνοντο βαθμηδὸν αἱ βαλτώδεις γαῖαι ἐν τῇ πεδιάδι ὅλης τῆς Θεσσαλίας. Εἶναι πολὺ καλὰ ταῦτα, ἀλλὰ πάντοτε διὰ χρημάτων θὰ ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθῶσι, καὶ τὸ τοιοῦτον πάλιν μία Τράπεζα ἤθελε δυνηθῆ βαθμηδὸν νὰ ἀρχίσῃ, ἤτοι τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, ὅπως πραγματοποιηθῶσιν ὅλα αὐτὰ, πρός τε τὸ καλὸν τῶν γεωργῶν καὶ πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Δὲν παραπονοῦνται σήμερον, κύριε Πρόεδρε, οἱ Θεσσαλοὶ, καὶ δὲν ζητοῦσι βοήθειαν παρὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην πρὸς συντήρησιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, καὶ πρέπει νὰ ζητήτωμεν, καὶ πρέπει ὅλον τὸ ἔθνος νὰ πραγματοποιήσῃ, εἶναι ἡ ἐμψύχωσις τῆς παραγωγῆς διὰ τοιούτων γενικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα δύναται πράγματι τὸ Κράτος νὰ ἐκτελέσῃ.
§30Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἐζήτησε τὸν λόγον ἄλλος τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἵτινες παρεκάθηντο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ μέλος τι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἰσηγήσατο ἐν τῇ Βουλῇ τότε τὸν νόμον αὐτὸν, δι’ αὐτὸ θέλω εἴπει ὀλίγας λέξεις, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, τὸν ὁποῖον πᾶς Θεσσαλὸς εὐχαριστεῖ διὰ τὴν μέριμναν, ἣν πάντοτε καταβάλλει ὑπὲρ τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ ἐπανορθώσω ἀνακριβείας τινάς. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ κατ’ ἀρχὰς τὰ ὀκτὼ ἑκατομμύρια, εἶτα τὰ δέκα ἑκατομμύρια, δὲν προὐτίθετο νὰ παράσχῃ ταῦτα ὡς δάνειον, ἀλλ’ ὡς βοήθημα, πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡμεῖς οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ ἐνομίσαμεν ἐπιβαλλόμενον καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ χαθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα, παρεκαλέσαμεν δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν, οὕτως ὥστε, ἀποδιδόμενα μετὰ μικροῦ τόκου, νὰ χρησιμεύσωσιν εἴτε πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης, εἴτε ἄλλως πως, ὡς ἤθελε κριθῆ καταλληλότερον. Ἀλλὰ δέον νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πλανᾶται, ἂν νομίζῃ ὅτι τὸ χρῆμα τοῦτο ἐσπαταλήθη. Ἐν πρώτοις δὲν διενεμήθη εἰς ὅλους τοὺς Θεσσαλούς· ἡ ἐπαρχία Καρδίτσης ἐλάχιστα ἔλαβεν, ἡ ἐπαρχία Τρικκάλων τίποτε, καὶ δι’ αὐτὸ τὰ χρήματα δὲν διενεμήθησαν ὅλα· διενεμήθησαν δάνεια κυρίως εἰς τὰς παθούσας ἐπαρχίας, ὅστις δὲ γινώσκει τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπανῆλθον οἱ πρόσφυγες εἰς τὴν Θεσσαλίαν, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἄνευ τῶν χρημάτων τούτων ἤθελον βεβαίως ἀποθάνει τῆς πείνης, ἤθελον ὑποστῆ τὸν ἐκ τῆς ἀσιτίας θάνατον κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα. Οἱ πρόσφυγες ἐπανῆλθον κατὰ τὸν Μάϊον, ὅτε οὔτε νὰ σπείρωσιν, οὔτε νὰ θερίσωσιν ἠδύναντο, ἑπομένως ἔπρεπε νὰ διατραφῶσι διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα τοῖς ἐχορήγησεν ὡς δάνειον ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι λοιπὸν χαμένα τὰ χρήματα· ἐσώθη δι’ αὐτῶν ὁ Θεσσαλικὸς πληθυσμὸς ἐκ τοῦ θανάτου τῆς ἀσιτίας. Ἐὰν τώρα δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Τράπεζα τὸ ὅλον ποσὸν τῶν διανεμηθέντων χρημάτων, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ ἢ τὰ τρία ἑκατομμύρια μόνον, ταῦτα εἶναι προωρισμένα, ὅπως χρησιμεύσωσι, διπλασιαζόμενα ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρὸς χορήγησιν γεωργικῶν δανείων καὶ πάλιν εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Τότε ἂς σκεφθῶμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπαυξήσωμεν τὸ κεφάλαιον αὐτό. Καὶ ἐπὶ τέλους ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ τότε ἐδήλωσε καὶ σήμερον, ὑποθέτω, εὐχαρίστως παραιτεῖται τῆς διαχειρίσεως τῶν εἰσπραχθησομένων ἴσως 3,500,000, ὅπως ταῦτα χρησιμεύσωσιν ὡς πυρὴν, ὅστις μετ’ ἄλλων χρημάτων ν’ ἀποτελέσῃ τὸ κεφάλαιον Γεωργικῆς ἢ Κτηματικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλοὶ παρακάθηνται ἐνταῦθα κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζοντες τί σημαίνει Γεωργικὴ ἢ Κτηματικὴ Τράπεζα, ποῖαι δυσχέρειαι ἀπαντῶνται πρὸς ἵδρυσιν τοιούτων καταστημάτων, διὰ τοῦτο κρίνω μάταιον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐκεῖνοι οἵτινες θέλουσι κληθῆ τότε— ἢ οἱ νῦν κυβερνῶντες ἢ ἄλλοι—νὰ σκεφθῶσι περὶ τῆς ἱδρύσεως τοιούτων Τραπεζῶν, ἐκεῖνοι θέλουσιν ἴδει ποίας δυσκολίας θ’ ἀντιμετωπίσωσι πρὸς ἵδρυσιν Κτηματικῆς ἢ Γεωργικῆς Τραπέζης.
§31Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται λόγος, ἀφοῦ ἅπαξ προσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ, καὶ πρέπει ἕκαστος νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην του, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Ἡ συζήτησις, ἐὰν περιορισθῇ εἰς ἀγορεύσεις καὶ γνώμας, τὰς ὁποίας ἐκθέτομεν ἐνταῦθα, θέλει μείνει ἐντελῶς ἄνευ ἀποτελέσματος πρακτικοῦ. Φρονῶ πρῶτον, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας· ἀπὸ τότε ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μέτρα νομοθετικὰ καὶ πρακτικὰ εἰς τὴν ἐφαρμογήν των, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπε. Τὸ δάνειον προσωρινῶς μόνον ἠδύνατο νὰ βοηθήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ μέλλον τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὁμολογουμένως, αἱ πλεῖσται ἐξ αὐτῶν, εἰσὶν ἐντελῶς κατεστραμμέναι. Ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι νομοθετικὰ μέτρα, καὶ οὐδὲν ἐκ τούτων ἐλήφθη. Ἡ ἰδέα ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ τὰ μέσα νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν, καὶ ἐπειδὴ δὲν τὰ ἔχει, πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι ὀρθή. Ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ἀπὸ τότε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νομοθετικῶς νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ χορηγηθῶσι δάνεια εἰς γεωργοὺς ὑπὸ ὅρους ἐλαφροτέρους καὶ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος, δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγγυηθῇ. Καὶ ἄλλοτε ἠγγυήθη δι’ ἄλλας μικρὰς ἐπιχειρήσεις, ἠγγυήθη δι’ ἐργοστάσια καὶ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, ὥστε εἶχε καθῆκον νὰ ἐγγυηθῇ καὶ νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα καὶ τὴν πρόνοιαν, ὅπως ἡ ἐγγύησίς του ἦναι ἀσφαλής, προκειμένου δὲ περὶ τῆς Θεσσαλίας, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε διακινδυνεύσει ἡ ἐγγύησίς της, ὤφειλε νὰ τὴν δώσῃ· ἀλλὰ δὲν ἤθελε διακινδυνεύσει. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀνενεώσαμεν τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Θεσσαλικῆς Τραπέζης· τότε ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς περιστάσεως καὶ νὰ θέσῃ ὅρον, σχετίζουσα τὸ προνόμιον μὲ τὴν παροχὴν εὐκολιῶν καὶ συνδρομῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων· ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε. Δὲν γνωρίζω ἂν καὶ σήμερον θὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι καὶ σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἦναι πρόθυμος νὰ δώσῃ τὴν συνδρομήν της πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ὡς πρὸς τὰ δάνεια, ἡ Κρήτη, ἡ ὁποία εἶναι χθεσινὴ Πολιτεία, τὸ πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν, ἦτο διὰ νόμου νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις τῶν δανειστῶν πρὸς τοὺς ὀφειλέτας· προεῖδεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Κρήτης, ὅτι οἱ δανεισταὶ θὰ κατάσχωσι ὄχι μόνον τὴν περιουσίαν, ἀλλὰ καὶ τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα τῶν ὀφειλετῶν, καὶ ἐφρόντισε νὰ κανονίσῃ τὰς μεταξὺ αὐτῶν σχέσεις, ἐνῷ δὲ ἡμεῖς διὰ τοῦ δικαιοστασίου ἠθελήσαμεν νὰ προστατεύσωμεν τοὺς ὀφειλέτας τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἠθέλομεν ἀρνηθῆ διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς νὰ λάβωμεν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων καὶ οἱ δανεισταὶ νὰ μὴ ζημιωθῶσι καὶ οἱ ὀφειλέται νὰ μὴ καταστραφῶσι; Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἐγένετο. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ συμβουλεύω τοὺς συναδέλφους ἐκ Θεσσαλίας νὰ φροντίσωσι νὰ γείνῃ κἄτι τι πρακτικόν. Καὶ ἐνῷ ἡ Βουλή, εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶναι προθυμοτάτη νὰ δώσῃ πᾶσαν τὴν συνδρομήν της, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἁρμοδία νὰ λαμβάνῃ τὴν πρωτοβουλίαν. Διὰ νὰ ἐπιτύχωσι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ἡ ἐργασία αὐτῶν πρέπει νὰ γίνηται πλησίον τῆς Κυβερνήσεως, κανονιζομένου τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ δὲ συμπέρασμα νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἄλλως τίποτε ἄλλο δὲν θὰ γείνῃ παρὰ θὰ μείνωμεν μὲ τὴν εὐχαρίστησιν τῶν σημερινῶν ἀγορεύσεών μας.
§32Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ Θεσσαλικὸν εἶναι τῷ ὄντι σπουδαιότατον, διότι δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα· καὶ ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, οὐχὶ μόνον διότι ἡ Θεσσαλία εἶναι τμῆμα τῆς Ἑλλάδος πολὺ προσφιλὲς εἰς αὐτὴν, ὡς ὅλα τὰ ἄλλα Ἑλληνικὰ τμήματα, ἀλλὰ καὶ διότι διὰ τῆς προσηκούσης ἀναπτύξεως τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς δύναται ἡ Ἑλλὰς ἀληθῶς νὰ ἐξέλθῃ τῆς δυσκόλου αὐτῆς οἰκονομικῆς θέσεως. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, καὶ δὲν προτίθεμαι νὰ ἐπιληφθῶ αὐτοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην· ἔλαβον ὅμως ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λαρίσης νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατον, τάχιστα, ἐντὸς τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ Βουλευτικαὶ συνεδριάσεις, νὰ ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀκατασχέτου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἡ περὶ τοῦ κατασχετοῦ αὐτῶν διάταξις, εἰσαχθεῖσα κατὰ τὸ 1834 ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς πολιτικῆς δικονομίας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν, ἐθεωρήθη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους βλαπτική, καὶ ἐξωβελίσθη ἐκ τῶν πλείστων δικονομιῶν ἀλλαχοῦ. Διὰ τοῦ ἀκατασχέτου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δύναται νὰ λάβῃ μαστίγωσιν φοβερὰν ἡ ἀπαίσιος τοκογλυφία. Ἐὰν λοιπὸν ὅ,τι δήποτε ἄλλο γενικώτερον οἰκονομικὸν μέτρον ἔχῃ ἀνάγκην σκέψεως καὶ καιροῦ, νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι δυνατώτατον καὶ εὐκολώτατον εἰς τὸ διάστημα τῶν ἡμερῶν τούτων νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τοῦ ἀκατασχέτου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§33Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἐκ τῶν πολλῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγει ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης, ἓν νομίζω, εἶναι, ὅπερ ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν σπουδαίως, διότι καὶ ἐπεῖγον εἶναι καὶ δύναται νὰ λυθῇ. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν Θεσσαλῶν κατοίκων καὶ ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τοῦ 1899. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν λαβόντες γνῶσιν τῶν τηλεγραφημάτων τῶν ἐπανειλημμένων, τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν ἐκ Θεσσαλίας πρὸς αὐτοὺς, δέχονται τὴν ὑπὸ τῶν Θεσσαλῶν ὑποβληθεῖσαν παράκλησιν, νὰ ἀναστείλωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου διὰ τὸ ἔτος 1899, ἢ, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ, νὰ πληρώσωσιν αὐτὸν κατὰ τὰς προθεσμίας τοῦ νόμου. Ἐπεθύμουν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰσακούσῃ τὴν παράκλησιν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων κατοίκων Λαρίσης καὶ Μαγνησίας, διότι, ὡς ὁ ἐκ Λαρίσης συνάδελφος καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς παρέστησαν, ἡ αὐτόθι κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει σήμερον τὴν πληρωμὴν, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν φορολογικῶν νόμων, οὐδενὸς φόρου. Θὰ ἦναι ἄδικον, νομίζω, νὰ μὴ γείνῃ ἡ μικρὰ αὕτη εὐκολία εἰς τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων. Τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει τίποτε νὰ ἀπολέσῃ, ἐνῷ, ἂν θελήσῃ διὰ τῶν ἀναγκαστικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκ τοῦ νόμου, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ἐκείνων, δὲν θὰ ἐπιτύχῃ τίποτε ἄλλο ἢ νὰ φέρῃ τὴν ἀναστάτωσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι πλὴν τῶν ἀτυχημάτων τοῦ πολέμου συνετέλεσαν εἰς τὴν οἰκτρὰν αὐτὴν κατάστασιν καὶ αἱ ἀφορίαι τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἰς πλεῖστα μέρη οἱ ἄνθρωποι στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο νομῶν, τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ἀπὸ τοῦ νομοῦ Λαρίσης, διότι ὁ μὲν νομὸς Τρικκάλων καὶ ἐκ τοῦ πολέμου ὀλίγα ἔπαθεν καὶ μεγάλην ἀφορίαν δὲν ὑπέστη, ἐνῷ ὁ νομὸς Λαρίσης καὶ ὁ νομὸς Μαγνησίας καὶ ἰδίᾳ ὁ δῆμος Φερῶν καὶ ἐκ τοῦ πολέμου κατεστράφησαν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀφορίας ἐδυστύχησαν. Τινὲς ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῶν μερῶν αὐτῶν φέρουσιν ἀντιρρήσεις εἰς τὴν τοιαύτην γνώμην, καὶ ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἄφεσιν εἰς αὐτοὺς διὰ τοὺς φόρους τοῦ 1899, προσθέτοντες ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδένα φόρον ἐδώρησεν εἰς αὐτοὺς, μεθ’ ὅλα τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν. Εἰς αὐτὸ ἔχουσι δίκαιον, διότι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ δωρεὰ ἡ ἄφεσις τῶν φόρων τοῦ 1897 καὶ 1898, διότι γνωρίζομεν πάντες, ὅτι οἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι δεκαπλάσια ἐπλήρωσαν πρὸς τὸν ἐχθρὸν, ὥστε δωρεὰ δὲν ἐγένετο εἰς αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο ἔχουσι δίκαιον οἱ κύριοι συνάδελφοι. Ἐπειδὴ ὅμως γνωρίζω, ὅτι ἡ αἴτησίς των δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐπιτύχῃ, κινδυνεύομεν δὲ ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τούτου νὰ ἀποτύχωμεν καὶ εἰς τὸ ἕτερον, τὸ μηδαμῶς βλάπτον τὸ Δημόσιον, παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν παραδοχὴν τούτου, τὴν ἀναστολὴν δηλαδὴ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Συνέβη καὶ τῷ 1890 μία ἁπλῆ θεομηνία εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ τότε, εἰσηγουμένου τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, ἐψηφίσθη νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδόθη ἀναστολὴ ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν παράκλησιν ἡμῶν ταύτην καὶ ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ τούτου.
§34Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην Βουλευτὴς καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ὅτε ὑπεβλήθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου διὰ μίαν τριετίαν τῶν παθόντων Θεσσαλῶν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντέστησαν νὰ μὴ γείνῃ ἡ ἀπαλλαγὴ διὰ μίαν τριετίαν, ἦσαν οἱ Βουλευταὶ Θεσσαλίας, καὶ εἴχομεν τὸν λόγον μας, διότι εἴχομεν ὑποβάλει ἄλλο νομοσχέδιον περὶ τῶν παθόντων ἐν γένει Θεσσαλῶν, καὶ μάλιστα ὄχι περὶ ἀποζημιώσεως ἀμέσου, ἀλλὰ περὶ ἐξευρέσεως τῶν ζημιῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰσήχθη, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀποτόμου διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν συνεζητήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, δὲν ὑπάρχει δὲ ἀναγεγραμμένον οὔτε κατὰ ταύτην. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο περὶ τῶν ἀποζημιώσεων δὲν ἐψηφίσθη, εἴχομεν δὲ τὸ ἀτύχημα, τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπαθον ἐκ τοῦ πολέμου, νὰ πάθωσι μεγάλας ζημίας καὶ ἐκ τῆς ἀφορίας, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν τότε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις παρεῖχε τότε, ἤτοι τὴν ἀτέλειαν τοῦ 1899, νὰ τὴν παράσχῃ νῦν. Θὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ καὶ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, ἀλλ’ ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τίνα φόρον οἰκοδομῶν θὰ ζητήσῃ ἀπὸ ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων αἱ οἰκοδομαὶ κατεστράφησαν. Ὑπεγράφη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων τοῦ 1899, καὶ ἐλυπήθην ὅτι ἕνεκα τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ ἐζημιώθησαν οἱ παθόντες, ἀλλ’ ἐχάρην ἀφ’ ἑτέρου, διότι μεταξὺ τῶν Θεσσαλῶν ὑπῆρχον καὶ μὴ παθόντες, οἵτινες ἔδει νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ οἱ παθόντες.
§35Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ μέτρου, ὅπερ ἀνάγεται εἰς ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν προτίθεμαι νὰ ποιήσωμαι μνείαν, διότι περὶ τούτου πρέπει ἡ Κυβέρνησις σπουδαίως νὰ σκεφθῇ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ εἰς τὴν διάθεσίν της χρηματικὰ μέσα. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἀπαντήσω εἰς πρόκλησιν γενομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ, ἀφορῶσαν εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις καὶ μοὶ διεβιβάσθησαν ἀναφοραὶ τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Καζακλὰρ καὶ Βελεστίνου, οἵτινες παραπονοῦνται ὡς διατελοῦντες ἐν ἀδυναμίᾳ πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου. Τὰς ἀναφορὰς ταύτας ἀπέστειλα εἰς τὰς ἀρχὰς Βόλου καὶ Λαρίσης, διέταξα δὲ ταύτας, ὅπως ἀσχοληθῶσιν, ἵνα ἐξεύρωσιν ἐκείνους ἐκ τῶν ἀναφερομένων, οἵτινες εἶναι πράγματι εἰς ἀδυναμίαν πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων, παρήγγειλα δὲ εἰς αὐτὰς νὰ μὴ ἐκβιάσωσί τινα εἰς τὴν εἴσπραξιν φόρων, μέχρις οὗ ὑποβληθῶσιν αἱ ἐκθέσεις των. Μετὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐκθέσεων τούτων, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νομοθετικοῦ μέτρου, ἡ Κυβέρνησις θὰ σκεφθῇ νὰ πράξῃ ὅ,τι δύναται· ἐὰν δὲ διὰ διοικητικῶν μέτρων ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει δώσει τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς, ὡς ἔπραξε μέχρι τοῦδε, προκειμένου περὶ τῶν Θεσσαλῶν.
§36Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριε Πρόεδρε, μεθ’ ὅλην τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εὑρίσκεται εἰς εὐχάριστον σημεῖον, νὰ ποιήσωμαι παραστάσεις πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ νομῷ Κορινθίας, ἰδιαιτέρως δὲ ἐν τῷ δήμῳ Σικυῶνος. Ἐκεῖ τὸ ὄργανον τῆς δημοσίας τάξεως πᾶν ἄλλο πράττει ἢ τὸ καθῆκόν του. Βεβαιωθῆτε, ὅτι ὁ εἰρημένος ἀστυνόμος, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζω τὸ ὄνομα, δυστυχῶς ὅμως εἶναι ἐκ τῶν τακτικῶν τοῦ στρατοῦ, ἔπραξε τὸ ἑξῆς, καθ’ ἃ ἀσφαλῶς μὲ ἐπληροφόρησαν. Συνεταιρίσθη μετὰ τῶν ποιμένων τῶν πέριξ χωρίων, ἰδίως τοῦ χωρίου Βασιλικοῦ, καὶ κατήρτισαν κατάλογον ἑρανικόν, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ποιμένες ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλωσι πρὸς αὐτὸν ὡρισμένον ποσὸν, ὅπως ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ κτήματα τὰ σταφιδοφόρα καὶ νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των. Ὡς ἦτο ἑπόμενον, τοῦτο ἐξήγειρε τοὺς κατοίκους, καὶ σήμερον ἔλαβον πληθὺν ἐπιστολῶν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς παραστάσεις μου ταύτας καὶ νὰ μὴ παραλείψῃ τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ νὰ σπεύσῃ νὰ περιστείλῃ τὰς παρεκτροπὰς τοῦ ὀργάνου τούτου. Ἂς βεβαιωθῇ δὲ, ὅτι εἶναι ἀληθῆ ὅσα ἀνέφερα. Τὸ ὄργανον τῆς ἀστυνομίας ἐκεῖ πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ἀμερόληπτον, εἶναι ὄργανον κομματικῆς μερίδος, κατεπιέζον τοὺς ἀντιθέτους καὶ ἐξεγεῖρον οὕτω τὴν δημοσίαν συνείδησιν. Καταγγελίαι ἐπεδόθησαν κατ’ αὐτοῦ πολλαὶ, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἀπεστάλησαν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ὁ δὲ καταγγελλόμενος, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐμποδίζει τοὺς μάρτυρας νὰ καταθέσωσιν ἐναντίον του τὰ ἀληθῆ, ἡ ἐνέργεια δὲ τῆς Δικαιοσύνης ἐκεῖ κατέστη φαντασιώδης καὶ ἀλυσιτελής.
§37ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μὲ ἀπορίαν μου ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, λαλοῦντος κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Σικυῶνος. Τὸν κύριον αὐτὸν δὲν γνωρίζω, ἠξεύρω ὅμως, ὅτι εἶναι εἷς τῶν ἀξιολογωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ· ὀνομάζεται Καλκαντῆς, καὶ ὅπου ὑπηρέτησεν, ἀφῆκεν ἀρίστας ἐντυπώσεις. Τόσῳ δὲ εἶναι εὐχαριστημένος ὁ λαὸς τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, ὥστε εἰς αὐτὸν ἐδωρήσατο καὶ ἵππον, ἵνα φυλάττῃ τὰ κτήματά των. Τοιαύτη ἀξία ἀποδίδεται εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ. Ὁ κ. Καλκαντῆς εἶχεν ὑπηρετήσει ἄλλοτε εἰς Νεμέαν, καὶ εἶναι γνωστὸς τῷ κ. Χριστοπούλῳ, ὅστις δύναται νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ αὐστηρὰς ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὡς ἐλπίζω, ὅτι εἶναι συκοφαντίαι τὰ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Σικυῶνος λεγόμενα, νὰ εἰδοποιηθῇ οὗτος, ὅπως καταγγείλῃ ἐκείνους, οἵτινες ἔδωσαν περὶ αὐτοῦ τοιαύτας πληροφορίας.
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς βλέπει, ὅτι εἶχον δίκαιον χθὲς, λέγων ὅτι τὸ ἄτοπον, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον, συμβαίνει πάντοτε. Ὁμολογουμένως ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ἦτο εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσῃ τελειότερον ἐμοῦ εἰς τὰ περὶ τοῦ ἀστυνόμου Σικυῶνος λεχθέντα, διότι ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμήν, ἐξ ὅσων κατηγγέλθησαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, οὐδὲν γνωρίζω καὶ οὐδὲν δύναμαι νὰ εἴπω. Θὰ ἐξετάσω τὰ κατὰ τὸν ἀστυνόμον αὐτὸν, καὶ ἂν μὲν ὁ ἀστυνόμος ἦναι οἷος παρεστάθη παρὰ τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ λάβω τὰ ἀναγκαῖα κατ’ αὐτοῦ μέτρα· ἐὰν ὅμως ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν ἀνακρίσεων, ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς εἶναι οἷος παρεστάθη ὑπὸ τοῦ δευτέρου ἀγορεύσαντος, τότε, βεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι θὰ διατηρήσω αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν του.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐξετασθῇ, παρακαλῶ, προσέτι, πῶς ὁ ἀστυνόμος οὗτος ἐδέχθη δῶρα παρὰ τῆς πόλεως.
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ ἠδύνατο νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸν ἔπαινον τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ.
§41Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος δὲν γνωρίζει πόθεν ἀρύεται τὰς πληροφορίας του, οὐδὲ πῶς καὶ διὰ τίνας ὁδοῦ ἔχει σχέσιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, εἶναι ἀκριβέστατα. Μήνυσις ἔχει ἐπιδοθῆ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ ἀνακρίσεις διεξάγονται τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν Σικυῶνι. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ φίλου καὶ συγγενοῦς του, νομίζω, Φραντζῆ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐγένετο κλοπὴ θρασυτάτη· οἱ κλέπται, διαρρήξαντες τὸ χρηματοκιβώτιον, ἥρπασαν τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου ἐκείνου· ἡ πρᾶξις δ’ ἐγένετο ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς ἀστυνομίας, διότι τὸ κατάστημα τῆς ἀστυνομίας εὑρίσκεται παραπλεύρως. Ἀπορῶ δὲ, πῶς τοιαῦτα ἰσχυρίζεται ὁ κ. συνάδελφος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, ὅπως σταλῇ τακτικὸς ἀνακριτὴς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν γενομένων, καὶ ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως.
§42ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τοῦτο παρεκάλεσα καὶ ἐγώ.
§43Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νόσημα, τὸ ὁποῖον διέγνωσα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτι ἐπικρατεῖ εἰς τοὺς συναδέλφους, τοὺς σχετιζομένους πρὸς τὴν πτέρυγα, τῆς ὁποίας προΐσταται ἡ Κυβέρνησις, ἐξεδηλώθη καὶ σήμερον, ὀξύτερον μάλιστα. Καίτοι ὁ κ. Κροκιδᾶς ἔχει τὴν εὐχαρίστησιν νὰ παρακάθηται εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐχ ἧττον ὅμως αἱ σκέψεις του δὲν εἶναι κακαὶ πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως· ὥστε τὸ νόσημα αὐτὸ μετεδόθη, φαίνεται, καὶ εἰς τὸν κ. Κροκιδᾶν ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ὑπουργικῆς, κατὰ συνέπειαν δὲν πταίω ἐγώ, ἂν τὸ νόσημα ἐπεξετάθη καὶ εἰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι καὶ ἐν αὐταῖς παρακάθηνται συνάδελφοι, ἔχοντες σχέσιν πρὸς τὴν πτέρυγα τὴν ὑπουργικὴν, ἢ τουλάχιστον ἐπιδιώκοντες τοιαύτας σχέσεις πρὸς αὐτήν. Μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἐπεισοδίου τούτου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας θὰ εὐαρεστηθῇ βεβαίως κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων Τριπόλεως καὶ τοῦ Διδασκαλείου. Ἤδη ὁ χειμὼν ἐν Τριπόλει ἐνέσκηψε, πρὸ ὀλίγων δὲ ἡμερῶν παρέστην θεατὴς εἰς τὸ Αʹ σχολεῖον τῶν θηλέων, τὸ ὁποῖον ἑδρεύει ἐν οἰκήματι τοῦ δήμου, θεάματος ἥκιστα εὐχαρίστου, εἶδον δηλ. τὰς μαθητρίας καταγινομένας εἰς εἶδος κολυμβητικῆς ἐπὶ τοῦ δαπέδου τοῦ σχολείου, τὸ ὁποῖον εἶχε μεταβληθῆ εἰς λίμνην, σχηματισθεῖσαν ἐκ τῶν διὰ τῆς στέγης τοῦ σχολείου εἰσρεόντων ὀμβρίων ὑδάτων καὶ τῶν ἐκ τῆς διαλύσεως τῶν ἐπὶ τῆς στέγης χιόνων. Ἴσως τὸ πρᾶγμα, ἐφ’ ὅσον περιορίζεται εἰς τὴν κολυμβητικὴν, εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὴν ὑγείαν τῶν μαθητριῶν, πολὺ φοβοῦμαι ὅμως, μήπως ἡ κολυμβητικὴ μεταβληθῇ εἰς ἄρσιν βαρῶν, ἀλλ’ ἄρσιν βαρῶν ἀκανόνιστον, διότι ἡ στέγη βεβαίως θὰ καταρρεύσῃ ἐπὶ τῶν κεφαλῶν καὶ τῶν ὤμων τῶν τρυφερῶν ἐκείνων ὑπάρξεων. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν καὶ αὖθις νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ἐξεύρωσιν οἴκημα κατάλληλον πρὸς ἐγκαθίδρυσιν τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν ἀρρένων καὶ θηλέων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὸ αὐτὸ οἴκημα, καὶ τῆς Αʹ Σχολῆς τῶν ἀρρένων τοῦ δήμου Τριπόλεως, διότι ἄλλως ἔστε βέβαιοι, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ παραστῶμεν θεαταὶ οἰκτροτάτου θεάματος· ὅλα τὰ παιδάκια, τὰ σπουδάζοντα εἰς τὰ σχολεῖα ἐκεῖνα, βεβαίως θὰ καταπλακωθῶσιν ἐκ τῶν στεγῶν τῶν σχολείων ἐκείνων. Λυποῦμαι δ’ ὅτι ἄλλο τι δὲν δύναμαι νὰ πράξω. Τὴν αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ποιήσας μοι τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἐβεβαίωσεν, ὅτι καὶ ἐπισήμως εἶχε βεβαιωθῆ παρὰ τῶν ἐν τῇ πόλει ἀρχῶν ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τῶν σχολείων καὶ ἤδη δ’ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκον τοῦτο, ἐπικαλοῦμαι τὴν σύντονον προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§44Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀπὸ πέρυσιν, ὅτε ἐκάμετε τὴν ἐπερώτησιν, μήπως ἐπεσκευάσθη τὸ σχολεῖον;
§45ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§46ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πῶς δὲν ἐκρημνίσθη ἀκόμη;
§47ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων, ὁ μηχανικὸς βεβαιοῖ, ὅτι εἶναι ἑτοιμόρροπον τὸ σχολεῖον, καὶ πρέπει νὰ προληφθῇ τὸ ἐπικείμενον κακόν.
§48ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου, ἄρθρον 4, ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει καθ’ ἑξαμηνίαν τὸν λογαριασμὸν τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς. Ἐὰν σχετίσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὸ ἄρθρον 31 τοῦ αὐτοῦ νόμου, βλέπομεν, ὅτι τὰ ποσὰ τὰ ὑπερβαίνοντα τὴν καθ’ ἑξαμηνίαν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων καὶ τὰς ἐν γένει δαπάνας τῆς ἐπιτροπῆς τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸν τόκον τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων καὶ τὰς ἐτησίας καταβολάς, τὰς διὰ τοῦ ἄρθρου 31 προβλεπομένας, διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων, ἐὰν δὲ ἀπομείνῃ ὑπόλοιπον, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ τοῦτο ἀμέσως εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους. Ἤδη λοιπὸν ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ὑπέβαλε τὸν λογαριασμὸν αὐτῆς τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1899. Τὸ πρᾶγμα ἔχει σημασίαν μεγάλην. Πρῶτον, ὡς γνωρίζετε, ὁ νόμος οὗτος ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐπιβάλλει τοιαύτας καὶ εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν, ἤθελε δὲ εἶναι λυπηρὸν νὰ παραιτηθῶμεν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδει ὁ νόμος. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, οἰκονομικός. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἔτους, αἱ ὁποῖαι θὰ περισσεύσωσι μετὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων καὶ ὀφείλουσι νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνέρχονται καθ’ ἑξαμηνίαν κατὰ τὸ ἔτος 1899 εἰς 7,645,161 δραχμὰς καὶ 40 λεπτά, αἵτινες κατατιθέμεναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ, θέλουσιν ἀποφέρει ἔσοδον· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου δὲν παραδίδει τὰ χρήματα, τὸ Κράτος ἀπόλλυσι τὸν τόκον τῶν ἑκατομμυρίων αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου ὁ λογαριασμὸς τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, διατὶ δὲν ὑπεβλήθη· ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ τοιοῦτος λογαριασμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἄλλο ζήτημα. Εἰς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἀνέγνων ὅτι προϋπολογίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τὸ 1900 ἐν τῷ κεφαλαίῳ 11 ἄρθρῳ 1 τὴν πληρωμὴν τῶν 5% τῶν μὴ καταβληθέντων 70% τῶν τοκομεριδίων τῶν παλαιῶν εἰς χρυσὸν δανείων, ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1894 μέχρι 1 Ἰανουαρίου 1898, κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ συμβιβασμοῦ, ὡς ἀνερχομένην εἰς 914,000 δραχμὰς, ὅσον δηλ. καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου εὐτυχῶς ἔχει ἀποφανθῆ, ὅτι μέρος ἐκ τῶν ὁμολογιούχων δὲν θ’ ἀπολαμβάνῃ τοῦ δικαιώματος τῶν 5%, καὶ ἔχει διατυπώσει τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὴν τελευταίαν αὑτῆς ἔκθεσιν, ἥτις ἐτυπώθη εἰς τὸ Ἐθν. Τυπογραφεῖον, ἐν σελίδι 10 παραγράφῳ 1 (ἀναγινώσκει): «Reste une troisième catégorie, celle des porteurs qui en touchant les coupons réduits à 30% n'ont fait aucune réserve et n'ont pas réclamé de tickets. En raison du silence de la Loi à leur égard la Commission n'a pu tenir compte des réclamations dont certains de ces créanciers l'ont saisie.» Ὡς ἐκ τούτου ἐὰν ἐξετάσῃ τις τοὺς λ]σμοὺς τοῦ Ἐλέγχου τοῦ 1898, βλέπει ὅτι ἀντὶ νὰ πληρώσῃ 914,000 δραχμὰς, ἐπλήρωσε μόνον 388,000. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ προϋπολογίσῃ τὰς δραχ. 914,000, διότι, ἐὰν τοσαύτας προϋπολογίσῃ, ἐννοεῖται ὅτι ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, ἡ ὁποία λίαν ἐνδεχόμενον νὰ κρατήσῃ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων ὁλόκληρον τὸ ποσὸν αὐτὸ μέχρις οὗ παραγραφῶσι τὰ δελτία ἢ tickets τῶν ἐνδιαφερομένων ὁμολογιούχων. Ἐφιστῶ λοιπὸν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν πληρωτέων τόκων, τὸν ὁποῖον θὰ ζητήσῃ ὁ Ἔλεγχος παρ’ αὐτοῦ, ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν τῶν 914,000. Τέλος, ὅπως τελειώσω μὲ τὸν Ἔλεγχον, θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν σκέπτεται, ναὶ ἢ ὄχι, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1898, τὸ ὁποῖον ἀνῆλθε κατὰ τὰς σημειώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς 5,405,527.38. Προκειμένου ἤδη περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1898, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τὰ περὶ αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις, παρουσιάσασα τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ἐδήλωσεν ὡς τακτικὰ μὲν ἔξοδα, 110,341,431.38, ὡς τακτικὰ δὲ ἔσοδα 104,935,904, καὶ οὕτω παρουσίασεν ὡς ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1898 τὸ ποσὸν τῶν 5,405,527.38. Καὶ τὰ μὲν ἔξοδα ὑποδιαιροῦνται εἰς 82,676,629.85 ἔξοδα διοικήσεως, καὶ 27,664,801.53 ἔξοδα δημοσίου χρέους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περιέλαβεν εἰς τὰ πρῶτα τὰς ἑξῆς ἐκτάκτους δαπάνας, αἵτινες ἐπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, ὑφ’ ἃς διῆλθε τὸ ἔτος 1898. Δραχμὰς 6,474,548.70 μετρηθέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς χορήγησιν δανείων εἰς τοὺς Θεσσαλούς. 2,400,000 διὰ βοηθήματα εἰς τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας καὶ Θεσσαλούς. 8,283,880.09 δαπανηθέντα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ δηλώσεων καὶ Β. Διαταγμάτων πρὸς διατήρησιν τοῦ στρατοῦ εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν πρὸς κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας. Τὸ ὅλον 17,158,428.79, ἤτοι δέκα ἑπτὰ ἑκατομμύρια ἑκατὸν πεντήκοντα ὀκτὼ χιλιάδας δραχ. εἰς στρογγύλον ἀριθμόν. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δαπάνη τῆς μετατροπῆς τῶν θωρηκτῶν καὶ τοῦ ἐφοδιασμοῦ αὐτῶν διὰ ταχυβόλων. Μὴ ἔχων ὅμως τὴν σημείωσιν τὴν ἀκριβῆ τῶν δαπανῶν αὐτῶν, παραλείπω τὸ κονδύλιον τοῦτο. Ἂν ἤδη τὰς ἐκτάκτους ταύτας δαπάνας ἐκ 17,158,428.79 ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν 82,676,629.85, τῶν ὁλικῶν δαπανῶν διοικήσεως, μένουσιν ὡς τακτικὰ ἔξοδα διοικήσεως 65,518,201.06. Ἂν ἀναλογισθῶμεν, Κύριοι, ὅτι τὰ τακτικὰ ἔξοδα διοικήσεως κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1896 ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 67,674,182.63, ὅτε ἐκυβέρνα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, περὶ οὗ μία ὑπάρχει γνώμη, ὅτι εἶναι ὁ φειδωλότερος τῶν κυβερνητῶν τῆς Ἑλλάδος (καὶ λέγω τοῦτο καί τοι μὴ ἀπολαύων τῶν συμπαθειῶν αὐτοῦ), βεβαίως ἄξιοι ἐπαίνου εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες κατώρθωσαν νὰ φανῶσι καὶ αὐτοῦ φειδωλότεροι κατὰ δύο, ἴσως καὶ τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἂν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ ἔκτακτοι δαπάναι τῶν θωρηκτῶν, ἃς παραλείψαμεν. Ἂν λοιπὸν ἔλειπον αἱ ἔκτακτοι ἀναπόφευκτοι δαπάναι, ὄχι ἔλλειμμα, ἀλλὰ περίσσευμα ἤθελεν ἀφήσει ἡ χρῆσις τοῦ 1898 ἐκ 12 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ τοῦτο ὑπολογιζομένων τῶν ἐσόδων εἰς 104,935,904, ὡς ἐλέχθη προηγουμένως. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1898 ἔλειψαν ποσὰ σημαντικὰ, καὶ πρῶτον ἐκ Θεσσαλίας 5,730,000, ἅτινα ὑπολογίζομεν ὡς ἑξῆς. Κατὰ μέσον ὅρον εἰσεπράττοντο ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὰ πρὸ τοῦ πολέμου ἔτη 7,735,000 δραχ. ἐντὸς τῶν 12 πρώτων μηνῶν ἑκάστης χρήσεως· ἐκ τούτων 2,052,764 εἶναι τελωνειακὰ, καὶ 5,682,236 ἀνήκουν εἰς τὰ ὑπόλοιπα εἰσοδήματα. Τῷ 1898 εἰσεπράχθησαν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐν ὅλῳ 3,949,728, ἐξ ὧν 1,797,735 τελωνειακὰ, καὶ 2,151,993 ἐξ ἄλλων ἐσόδων. Ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰ τελευταῖα ἐκ τῶν 5,682,236, ἔχομεν ἀκριβῶς ὅσα ἔλειψαν ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τοὺς 12 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως, ἤτοι 3,530,243. Κατὰ δὲ τοὺς δέκα τελευταίους μῆνας τῆς χρήσεως εἶχον ὑπολογίσει, τῇ βοηθείᾳ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅτε διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἔλειπον 2,200,000 ἐκ τῆς μὴ πληρωμῆς τῶν ἀμέσων φόρων. Οὕτω ἡ ἐκ Θεσσαλίας ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ἀρκούντως ἀσφαλῶς εἰς 5,730,000, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον κονδύλιον τὸ ὁποῖον λείπει ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Λείπουσι καὶ αἱ τέσσαρες δραχμαὶ κατὰ χιλιόλιτρον σταφίδος φορτωθείσης κατὰ τὸ 1898, αἱ ἀνακτώμεναι μετὰ τὴν πώλησιν τοῦ παρακρατουμένου, διότι μὴ ἐκκαθαρισθείσης τῆς διαχειρίσεως τῆς παρακρατήσεως τοῦ 1898, δὲν ἐγένετο παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἡ προσήκουσα πρᾶξις ἐγκαίρως, ὅπως πιστωθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1898. Τὸ ἐκ τούτου ἔσοδον ὑπολογίζει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἰς 1,268,052.87. Ἐλλείπουσιν ἐπίσης ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν 150,000, καὶ ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων καὶ ἕνεκα τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν φοιτητῶν τῆς πληρωμῆς μέρους τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἐλλείπουσιν οὕτω ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐν ὅλῳ 7,148,000 δραχμαὶ, δηλαδὴ τὰ ἔσοδα τοῦ 1898 ἤθελον ἀνέλθει εἰς 112,000,000, ἂν ἡ χρῆσις αὕτη δὲν εἶχε στερηθῆ τῶν εἰρημένων ποσῶν, καὶ περιπλέον. Οὕτω, παραβολικῶς πρὸς τὰς προηγουμένας ὁμαλὰς διαχειρίσεις, ἡ διαχείρισις τοῦ 1898 παρουσιάζει 15 ἕως 16 ἑκατομμύρια ἔσοδα περιπλέον καὶ περὶ τὰ 2 ἕως 3 ἑκατομμύρια ἔξοδα ὀλιγώτερον. Ταῦτα δὲ, χωρὶς νὰ προστεθῇ οὐδὲ εἷς νέος φόρος, χωρὶς νὰ πιεσθῇ οὐδὲ εἷς πολίτης διὰ νέων διατάξεων καταπιεστικῶν. Ἐδικαιούμην λοιπὸν νὰ ἦμαι αἰσιόδοξος πρό τινων μηνῶν, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, διότι ὅ,τι εἰσέπραξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1898, ἔδει νὰ εἰσπράξῃ καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1899 καὶ ἔτι περισσότερα, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ τοῦ νόμου περὶ οἰνοπνευμάτων, οἵτινες μέλλουσι ν’ ἀποφέρωσιν εἰσέτι περὶ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, δηλαδὴ ὤφειλον ν’ ἀνέλθουν αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1899 εἰς 113,500,000, ἢ ἔστω καὶ εἰς 112,000,000 μόνον, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων ἤθελον ἐλαττωθῆ κατὰ 1,500,000. Δυστυχῶς ἡ αἰσιοδοξία μου ἔχει πολὺ ἐλαττωθῆ ἔκτοτε, διότι, ἐνῷ ἤλπιζον ὅτι καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, μετὰ τὸν πόλεμον, θὰ ἐφιλοτιμεῖτο νὰ φανῇ ἔτι αὐστηροτέρα τῆς προκατόχου περὶ τὴν μετάθεσιν καὶ ἀντικατάστασιν τῶν ὑπαλλήλων, ἐπροτίμησε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τετριμμένην πρὸ τοῦ πολέμου ὁδόν, τὴν ὁδηγήσασαν ἡμᾶς εἰς τὰς καταστροφὰς, καὶ ἀναστατώσασαν τὸ προσωπικὸν τῆς διοικήσεως, ἀδυνατεῖ δὲ νὰ εἰσπράξῃ ὅσα εἰσέπραξεν ἡ προκάτοχος, ὅσον καὶ ἂν σᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ δέκα πρῶτοι μῆνες τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1899 ἄφησαν 285,000 περιπλέον ἢ οἱ ἀντίστοιχοι μῆνες τοῦ 1898, μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅστις εἰσπράττεται ἤδη προκαταβολικῶς, εἰσεπράχθησαν 1,505,000 δραχ. περιπλέον, καὶ ὅτι ἐκ τῶν 12 πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898 λείπουν ἐκ Θεσσαλίας, ὡς προεῖπον, 3,530,000. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων ἐν Θεσσαλίᾳ ἀνάγεται βεβαίως εἰς τοὺς πρώτους μῆνας, καθ’ οὓς αὕτη κατείχετο ὑπὸ τῶν Τούρκων, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ 3,530,000 λείπουν ἐκ τῶν 10 πρώτων μηνῶν, χωρὶς νὰ ἀπατηθῶμεν.
§49Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλησμονήσατε ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς ὑμῶν τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, ὅστις δὲν ἦτο βεβαιωμένος κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1899, διότι ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου ἄρχεται ἡ πενταετία, δι’ ἣν συντάσσεται ὁ κατάλογος τῶν οἰκοδομῶν. Ἡ ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ πλησιάζει εἰς 1,000,000.
§50ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ διαφορά, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἀνέρχεται εἰς 1 ἑκατομμύριον, ὡς λέγετε, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ἀναπληροῦται δὲ ἡ καθυστέστησις αὕτη διὰ πολλῶν ἄλλων ἐκτάκτων εἰσοδημάτων. Ἀλλὰ παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Ἔλθετε κατόπιν ν’ ἀπαντήσητε, ὅπως ἀποδείξητε τοὺς ἰσχυρισμούς σας.
§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἐπίστευεν, ὅτι ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως ἐπρόκειτο νὰ συζητήσητε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἀνακοινοῦντες εἰς τὴν Βουλὴν κρίσεις καὶ ἐκτιμήσεις ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν αὐτοῦ. Ὑποθέτω, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῶσι τὰ περὶ τούτου ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατ’ αὐτὴν ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀπαντήσω.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα συνταχθῇ ὁ πίναξ τοῦ ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1898, τῶν Ὑπουργείων τουλάχιστον Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν.
§53ΝΕΓΡΗΣ. Οὕτω ἐλλείπουν ἐκ τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898 δρ.5,035,000. Ἂν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν τὰς 285,000 δραχμὰς, ἃς προανέφερα, ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 εἰσέπραξε τοὺς δέκα πρώτους μῆνας 4,750,000 δραχμὰς ἔλαττον τῶν ἀντιστοίχων τοῦ 1898...
§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ὑπολογίζητε χονδρικῶς.
§55ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους δύνασθε νὰ ἐξελέγξητε.
§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, εἶναι ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ὑμεῖς παρεσκευάσατε.
§57ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἰσέπραξα.
§58ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς τὸν παρεσκευάσατε. Οὐδεὶς δὲ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφέντων ὑπολογισμῶν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ μάλιστα ἐκείνων, τοὺς ὁποίους διαδεχθεὶς ὑμᾶς διώρθωσα, ἀπεδείχθη ἐσφαλμένος, ὅπως ἀπεδείχθη μέχρι τοῦδε καὶ ἀποδειχθήσεται κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Περὶ τούτου θὰ συζητήσωμεν διεξοδικῶς ἐν δέοντι χρόνῳ.
§59ΝΕΓΡΗΣ. Ἔλεγον πέρυσιν, ὅτι τὰ εὐάρεστα ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ὀφείλομεν εἰς τὸ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἐμερολήπτουν, ὅλοι ἐφιλοτιμοῦντο ποῖος νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του καλλίτερον. Εἰσεπράττοντο ἀδιακρίτως οἱ φόροι ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους ἅπαντας, καὶ οὕτω κατωρθώθη τὸ ἔκτακτον τῷ ὄντι περιστατικὸν νὰ εἰσπραχθῶσι τοσαῦτα ἑκατομμύρια. Συνέβη τοῦτο κατὰ τὸ 1899; Δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ τὸ εἴπω. Διὰ τοῦτο τὴν σήμερον ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς αἰσιοδοξίας μου νὰ ἀφαιρέσω πολλά. Εἴθε νὰ διαψευσθῶ καὶ εἴθε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ 112 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσιν, ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναμένει ἐκ τῶν νέων αὐτοῦ φόρων.
§60ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν παρίστατο καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσηγούμην εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, διότι ἤθελεν ἀκούσει ἀκριβῶς πᾶσαν τὴν δικαιολογίαν τῶν παρουσιαζομένων διαφορῶν μεταξὺ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1898 καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1899, καὶ ἤθελε πληροφορηθῆ λεπτομερῶς, διατὶ ἐν ἑκάστῳ τῶν φόρων τούτων, ἐν ἑκάστῳ τῶν ἐσόδων τούτων, ὑπῆρξε διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον ἢ πλέον, ἤθελε δὲ διατηρήσει τὴν αἰσιοδοξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὅτε διηύθυνεν οὗτος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διότι τὰ γενόμενα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ βεβαίως ἐβελτίωσαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, οὐδέποτε δὲ ἐχειροτέρευσαν αὐτήν.
§61ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἀπαντήσω τοῦτο μόνον, εἰς ὅσα εἴπετε, ὅτι ὁ ὑποταμίας Λετρίνων, ἀφ’ ὅτου ἡ νέα Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, ἤτοι ἀπὸ τῆς 31 Μαρτίου μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου, κατὰ τὴν τελευταίαν δηλαδὴ κατάστασιν, ἥτις ἐδημοσιεύθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲν εἰσέπραξεν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ἂν καὶ εἶχε 245,000 δρ. καθυστερούμενα νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῆς χρήσεως ταύτης.
§62Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρῶτα αἰτήματα τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, δηλαδὴ ὅπως ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἑξαμηνιαίους λογαριασμοὺς καὶ τὴν ἐτησίαν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ταῦτα ἐζήτησα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν μετὰ πολλῶν ἄλλων ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ σχετικῶν πληροφοριῶν περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἐτυπώθη ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἐλησμόνησε νὰ εἰσακούσῃ τῆς παρακλήσεώς μου ταύτης.
§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔλαβον γνῶσιν καὶ διέταξα ἐπὶ τούτῳ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὴν Δευτέραν θὰ ἦναι ἕτοιμα καὶ θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§64Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ σωματείου τῶν καραγωγέων, παραπονουμένων διὰ τὸ βαρὺ, ἰδίως δὲ τὸ δυσανάλογον τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστῶ εἰς τὴν ἐπιμελῆ ἐξέτασιν καὶ τὴν εὐμενῆ κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ σωματεῖον αὐτὸ εἶναι πράγματι ἄξιον προστασίας καὶ μερίμνης, διότι τὸ ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον μετέρχονται, εἶναι ὄχι μόνον ἐκ τῶν κοπιωδεστέρων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐπικινδύνων. Πράγματι, Κύριοι, καθ’ ἡμέραν εἰς τὰς ὁδοὺς βλέπομεν τοὺς καρραγωγεῖς, μὲ τὸν καύσωνα ἢ μὲ τὸ ψῦχος, μὲ τὴν σκόνην ἢ μὲ τὴν λάσπην, ἢ μὲ τὴν βροχὴν, διερχομένους καὶ ὁδηγοῦντας τὰ κάρρα των, ἀνυποδήτους ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καὶ διατὶ, Κύριοι; διὰ νὰ κερδίσουν ἓν ἁπλοῦν ἡμερομίσθιον. Ἀλλ’ ἐδῶ συμβαίνει καὶ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον περιεργίας. Τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἄλλα ἐπαγγέλματα, εἰς τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ μετερχόμενος τὸ ἐπάγγελμα ἐκμεταλλεύεται κεφάλαιόν τι, μικρὸν ἢ μέγα, πρὸς τῇ σωματικῇ ἢ διανοητικῇ του ἐργασίᾳ, τὸ ἐπάγγελμα, λέγω, τοῦ καρραγωγέως κατ’ ἀντίθεσιν ἔχει ὡς βάσιν τὴν σωματικὴν ἐργασίαν τοῦ καρραγωγέως, διότι τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον διαθέτει, τὸ κάρρον καὶ ὁ ἵππος, ἐλαχίστην ἀξίαν θὰ εἶχεν, ἐὰν δὲν εἰργάζετο σωματικῶς ὁ καρραγωγεύς, φορτώνων καὶ ἐκφορτώνων τὰ βαρέα φορτία διὰ τῆς σωματικῆς του δυνάμεως. Ἑπομένως δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτῶν εἶναι μᾶλλον ἐργασία ἡμερομισθίου ἐργάτου, παρὰ ἑνὸς μετερχομένου ἐπάγγελμα βιοτεχνικὸν ἢ ἄλλο, καὶ ἂν κρίνῃ τις ὡς φόρον ἐπιτηδεύματος ἑνὸς ἡμερομισθίου ἐργάτου τὸν τοῦ καρραγωγέως, θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὁ φόρος 64 ἢ 65 δραχμῶν εἶναι δυσανάλογος. Συνιστῶ λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὴν εὐμενῆ ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
§65ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κύριε Πρόεδρε, τούτου θέλω παρακαλέσει νὰ μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ προσθέσω δύο λέξεις. Καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, καὶ ἀναφορὰ προγενεστέρα ἐκ μέρους τῶν κιβωτιοποιῶν, ἀναγνωσθεῖσα χθὲς, δεικνύουσι, μεταξὺ ἄλλων, τὰ τρωτὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὅστις ἔχει τὴν πηγὴν εἰς τὸ ἔτος 1867, νομίζω. Ὁ νόμος οὗτος, καθ’ ὃν χρόνον συνετάχθη, συνετάχθη ἐν ἐλλείψει τῆς προσηκούσης πείρας, διότι τὸ νομοθέτημα ἦτο πρωτοείσακτον, καὶ ὑπὸ ὅρους ἐργασίας τῶν τεχνιτῶν, τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἐν ταῖς πόλεσι, τελείως διαφέροντας τῶν σημερινῶν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες κατέκριναν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ περυσινὸν νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξ οὗ προῆλθον βελτιώσεις τῆς δικονομίας, τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων· ἀπεναντίας, ἐνόμισα καὶ ἐξακολουθῶ φρονῶν, ὅτι ὀρθὴ κατ’ ἀρχὴν ἦτο ἡ φροντὶς αὐτοῦ περὶ εὐκολωτέρας εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ συμφέρον αὐτῶν τούτων τῶν ἐπιτηδευματιῶν, διότι φρονῶ, ὅτι ὅσον ὀλιγώτερον ἀντιμετωπίζουσιν οἱ ἐπιτηδευματίαι ἄκοντες τοὺς εἰσπράκτορας, — καθὼς καὶ πᾶς ἄλλος φορολογούμενος — τόσον μεγαλειτέρα εὐτυχία εἶναι δι’ αὐτοὺς, ὅσον περισσότερον συνηθίσῃ ὁ πολίτης νὰ προσέρχηται αὐτὸς οὗτος αὐθόρμητος πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, τόσον ὀλιγώτερον δυσάρεστος καὶ βαρεῖα ἔσται εἰς αὐτὸν ἡ φορολογία. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι καὶ τότε, πέρυσιν, ὑπῆρξεν ἔλλειψις, ἥτις ὅμως δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι δὲν εὑρίσκετο ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἰς τὰ πράγματα, καὶ σήμερον θὰ ἦναι ἔλλειψις, καταλογιστέα ὅμως σήμερον, ἂν ἐν τῇ προνοίᾳ, ἣν λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ βελτιώσεως καὶ προαγωγῆς τῶν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, δὲν προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὰς διακοπὰς ἐργασίαν ἀναθεωρήσεως τοῦ πίνακος τῶν ἐπιτηδευμάτων. Μετὰ τοιαύτης ἐργασίας ἀναθεωρήσεως τοῦ πίνακος τῶν ἐπιτηδευμάτων, μὴ τεινούσης ὅμως εἰς πρόσθετον φορολογίαν, προσαγόμεναι αἱ πρόνοιαι περὶ βελτιώσεως τῶν τῆς δηλώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως, θὰ ἦναι βεβαίως ὠφέλιμοι. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐπιτείνεται μὲν ἡ δραστηριότης περὶ τὴν εἴσπραξιν, δὲν βελτιοῦται δὲ ὁ νόμος κατὰ τὰς ἀνισότητας καὶ τὰς ἀδικίας, αἵτινες πλήθουσιν ἐν αὐτῷ, ἀντὶ ἀγαθοῦ ὑπὲρ τῶν ἐπιτηδευματιῶν γίνεται κακὸν, καὶ μόνον καλὸν ἀπομένει ὅτι εἰσπράττεται χρῆμα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀγαθὸν βεβαίως, ἀλλὰ μόνον ὅτε δὲν ἐπέρχεται οὕτω καταστροφὴ εἰς τοὺς καταβάλλοντας αὐτό. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅστις γινώσκει κάλλιον ἐμοῦ, καὶ ὡς συνεργασθεὶς εἰς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐμπειρότερος εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐγένετο ἐργασία προπαρασκευαστικὴ, ἀτελὴς μὲν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε σπουδαία, πρὸς μεταρρύθμισιν τῶν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐν ἔτει 1892 ἢ 1893,— καὶ ὑπάρχει, νομίζω, περὶ αὐτῆς ἔκθεσις τοῦ τότε τμηματάρχου τοῦ τμήματος τοῦ ἐφοριακοῦ κ. Χαραλάμπους, μετέπειτα γενικοῦ γραμματέως, ἀνδρὸς βεβαίως εἰδημονεστάτου περὶ τὰ τῆς φορολογίας ταύτης,—λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐργασίαν τῆς τότε ἐπιτροπῆς, ἧς τὰ πορίσματα περιέχει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Χαραλάμπους, νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν νῦν, ἥτις νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ τοῦ φόρου, καὶ μετὰ τὰς διακοπὰς εἰς τὸ σχέδιον τοῦ νόμου τὸ προσαχθὲν σήμερον ἐπενέγκῃ τροποποιήσεις, μεταβαλλούσας τὰ τῆς κατατάξεως τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀληθῶς κατὰ τὸ δίκαιον, ἅτε βεβαίως τὸ ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θέλει βελτιώσει τὰ τῆς φορολογίας τῆς ἐπιτηδευματικῆς, καὶ ἐνῷ δὲν θέλει βλάψει τὸ δημόσιον ταμεῖον, θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν.
§66Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἡ φορολογικὴ ἡμῶν νομοθεσία κατέστη ἀληθὴς κυκεὼν, Κύριοι, διότι ἀπὸ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου ἐκείνου τοῦ 1867, διὰ τοῦ ὁποίου μετερρυθμίσθη ἐξ ὁλοκλήρου ὁ προϋπάρχων φορολογικὸς νόμος, ἐξεδόθησαν πλεῖστοι ὅσοι νεώτεροι νόμοι, καὶ πλεῖστα ἐπίσης διατάγματα, ὑποβάλλοντα εἰς φορολογίαν ἐπιτηδεύματα μὴ πρότερον φορολογούμενα, ἀλλὰ προσέτι μετεβλήθησαν καὶ τὰ τῆς διαδικασίας τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων ἐπιτηδεύματος εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἶναι πραγματικῶς δυσκολώτατον σήμερον νὰ κατορθώσῃ τις νὰ ἀνεύρῃ, τίς εἶναι ἡ διαδικασία ἡ ὀρθὴ καὶ πρέπουσα κατὰ νόμον, εἶναι δὲ βεβαιότατον ἐξ ἄλλου αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προεῖπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφός μου, ὅτι πολλὰ μὲν ἐπιτηδεύματα φορολογοῦνται βαρύτατα, πολλὰ δὲ φορολογοῦνται πολὺ ὀλιγώτερον βαρέως, ἴσως–ἴσως ἐλαφρότερον τοῦ πρέποντος. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ καταρτισθῇ κῶδιξ τρόπον τινὰ τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας, ἐν τῷ ὁποίῳ ὅμως νὰ ἐπέλθωσιν αἱ μεταβολαὶ ἐκεῖναι, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε καταστῆ ἐξ ἑνὸς μὲν γνωστὴ ἡ φορολογικὴ νομοθεσία εἰς πάντας, ἐξ ἄλλου δὲ ἤθελε κατορθωθῆ ὥστε νὰ ἀπονεμηθῇ τοῖς φορολογουμένοις ἐπιτηδευματίαις τὸ δίκαιον καὶ τὸ προσῆκον. Λαμβάνω δ’ ἐκ τούτου ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν τύπωσιν τῆς ἀναφορᾶς τῶν καρραγωγέων, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρὸ ὀλίγου ὁ ἕτερος τῶν κ. Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τῆς τῶν κιβωτιοποιῶν.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκτὸς τῆς μελέτης τῆς γενικῆς τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἡ ὁποία θέλει ὁδηγήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν πρέπει νὰ προβάλῃ μεταβολήν τινα, νομίζω ὅτι δίκαιον εἶναι, τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἐκδηλοῦνται παράπονα ὁλοκλήρου τάξεως φορολογουμένων, νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν κρίνει βάσιμα τὰ παράπονα αὐτῶν.
§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θέλω ἐξετάσει τὸ παράπονον. Δὲν ὑπάρχουσι μόνοι οἱ εἰρημένοι ἐπιτηδευματίαι, περὶ ὧν ὁ λόγος, οἵτινες παραπονοῦνται, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι τάξεις αὐτῶν. Πάντα ταῦτα ἔχω ὑπὸ μελέτην, καὶ ἐλπίζω κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ ὑποβάλω τὴν προσήκουσαν πρότασιν. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου λέγω μόνον, ὅτι ὑπεβλήθη, ὅπως παράσχῃ εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας εὐκολίας.
§70ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ τασσόμενος μετὰ τῶν προαγορευσάντων θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὰς ἑορτὰς νὰ φέρῃ νομοσχέδιον νέον περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι τὸ ὑφιστάμενον ἔδωκεν ἀφορμὴν πολλῶν παραπόνων ἐν Πάτραις ἰδίως, προερχομένων ἐκ τῆς ἀνισότητος, εἰς ἣν δίδει λαβὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ τοῦ τρόπου τῆς κατατάξεως τῶν ἐπιτηδευμάτων. Διότι ἐπαγγέλματά τινα μὴ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπαγγελμάτων ὑπήχθησαν αὐθαιρέτως εἰς πληρωμὴν τοῦ ἀνωτάτου φόρου. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ γείνῃ ἀναθεώρησις τοῦ ὑπάρχοντος νόμου.
§71Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Προκειμένου περὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν, πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι προεῖδεν ἐλλείψεις τινάς, ἃς διορθοῖ ἐν τῷ νέῳ νόμῳ. Δυστυχῶς βλέπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται νὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς τὴν ἐρχομένην Τετάρτην, εἶναι ἀδύνατον, εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται, νὰ συζητηθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ἔκτακτόν τι μέτρον νομοθετικόν, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νέου νόμου. Ἄλλως νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§72Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ ταχέως τοῦτο, διότι τὰ προηγούμενα νομοσχέδια εἶναι πιστώσεις καὶ ἄλλα ὑπηρεσιακὰ, καὶ δὲν θὰ προκαλέσωσιν ἐκτενεῖς συζητήσεις.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, προτάξατε τὰ κατεπείγοντα καὶ ὅσα ἔχουσι συζήτησιν.
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον πρότερον, ἵνα τὸ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§75Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος περὶ τῶν παραπόνων τῶν ἐν Πάτραις ἐπιτηδευματιῶν, προσθέτω, ὅτι αἱ πλημμέλειαι τοῦ συνταχθέντος καταλόγου ὀφείλονται εἰς τὴν ἀτέλειαν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὀφείλονται προσέτι καὶ εἰς τὴν ἔνοχον ἀβελτηρίαν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων ὑπαλλήλων, καὶ ἰδίως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Διότι ἐν Πάτραις παρετηρήθη τὸ ἔκτακτον φαινόμενον, ὅτι ὁ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν φόρος ἐδιπλασιάσθη καὶ ἐτριπλασιάσθη διὰ τὴν ἀρχομένην ἤδη τριετίαν. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ ἐπιτηδευματίαι τῶν Πατρῶν ἤγειραν σφοδρὰ παράπονα, καὶ συνεκρότησαν συλλαλητήρια, κατόπιν τῶν ὁποίων ἐδόθη αὐτοῖς ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονά των ὑπὸ τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς. Ἂν δὲν ἐδίδετο ἐπισήμως ἡ ὑπόσχεσις αὕτη, θὰ εἴχομεν ἐκεῖ μεγαλειτέρας, ἀλλὰ λίαν δεδικαιολογημένας διαμαρτυρίας.
§76ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ὑποβάλω τι· διότι καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῆς Ναυπλίας τὰ αὐτὰ παράπονα ἠγέρθησαν κατὰ τῆς ἀνισότητος κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου παρὰ τοῦ ἐκεῖ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, πρὸς ὃν ἀποδίδουσιν, ὅτι, ὅπως αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἔδειξεν ἀσπλαγχνίαν εἰς τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν. Ἀληθῶς συνετέλεσαν πολλάκις εἰς τοῦτο καὶ αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, αἵτινες χαρακτηρίζουσιν ὡς ἐπιτηδευματίας, πολίτας, οἵτινες οὐδὲν ἔχουσιν ἐπιτήδευμα. Οὕτως εἰς τὸν κατάλογον κάτοικοι ἑνὸς χωρίου μικροῦ δήμου τῆς Ναυπλίας, ἁπλοῖ ἐργάται ἢ γεωργοί, ἐσημειώθησαν ὡς ἀγωγεῖς, ἐνῷ δὲν εἶναι τοιοῦτοι. Ἐπίσης ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον χαρακτηρίζουσιν ὡς ἔχον δύο καὶ πολλάκις τρία ἐπαγγέλματα. Ἐφ’ ὅλων τούτων ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι οἱ κάτοικοι, ὅταν ἦναι δικαία ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου, δὲν παραπονοῦνται, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅταν ἦναι ἄδικος, ἐξεγείρονται λίαν ζωηρῶς, προσβαλλομένων τῶν συμφερόντων αὐτῶν καιρίως.
§77Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας γεννῶνται παράπονα περὶ τῆς συντάξεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων. Εἰς τοῦτο δὲ συντελεῖ καὶ ὁ νόμος, ἀλλὰ κυρίως συντελεῖ ὁ ἀνόητος, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ζῆλος ἀρχῶν τινων κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων αὐτῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἐγὼ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ μείζονα προσοχὴν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἐπαυξάνοντες τὴν φορολογίαν εἰς τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ τὰς οἰκοδομὰς, δύνανται νὰ τύχωσι τῆς εὐαρεσκείας τῆς Κυβερνήσεως ἢ καὶ παρασήμων· διότι δὲν βλέπω ἄλλον λόγον. Ἀλογίστως αὐξάνουσι τὸ μίσθωμα τῶν οἰκιῶν, καίτοι οἱ ἰδιοκτῆται παρουσιάζουσιν εἰς αὐτοὺς τὰ ἐπίσημα ἐνοικιαστήρια, τὰ ὁποῖα ὅμως αὐτοὶ δὲν θέλουσι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, ἂν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τῶν προαγορευσάντων περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι δικαιοτέρας διανομῆς τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, μὴ παρίδῃ καὶ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ δικηγόρου, ὅπερ φορολογεῖται ἀνισώτερον τῶν ἄλλων.
§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνισότης καὶ τὰ πορίσματα τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων προέρχονται ἐκ τοῦ ταμιευτικοῦ πνεύματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ὅταν εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρουσιάσῃ καταστάσεις τῶν ποσῶν τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν γενομένων δηλώσεων, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἔφερε ποσὰ διπλάσια τῶν μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ νόμου τούτου εἰσπραττομένων. Τοιαύτην πληροφορίαν ἔσχον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ πῶς εἰσεπράχθησαν! Ἐπὶ τῇ βάσει κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ συστήματος πρωτοφανοῦς καταπιέσεως. Ἀπεκδέχομαι δὲ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἑρμηνείαν, ἤδη, ὅτε οἱ εἰρηνοδίκαι πρόκειται νὰ δικάσωσι τὰς ἀνακοπὰς τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι σπουδαῖον καὶ περιμένω νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλω παρατηρήσει, ὅτι ἢ ὁ νόμος περιέχει πλημμελείας, ἢ τὰ ἁρμόδια ὄργανα εἰργάσθησαν παρανόμως. Νομίζω μᾶλλον, ὅτι συμβαίνουσιν ἀμφότερα. Ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέκριναν τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ἀναγνωρίζουσι. Συμβαίνει ὅμως βεβαίως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ κακὸν μὴ ὑπάρχον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἢ τοὐλάχιστον εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 2 εἶναι ὑποχρεωμένος πᾶς θέλων νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιτήδευμα, νὰ προκαταβάλῃ τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 3 δι’ ἕκαστον ἐμπόριον ἢ ἐπιτήδευμα ἐπιδίδεται ἰδία δήλωσις. Ἀλλὰ τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου; συμβαίνει τι, τὸ ὁποῖον ἀνακοινῶ ἐκ τῆς πείρας, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς ἑρμηνείαν ἀναγκαίαν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν εἰρηνοδικῶν. Μέχρι τοῦδε γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἐπαγγελλόμενος πολλὰ ἐπαγγέλματα ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦ ἐπικρατεστέρου. Σήμερον ὅμως παρουσιάζεται, ἕνεκα κακῆς ἑρμηνείας τῆς διατάξεως, τὸ φαινόμενον, εἷς ἔμπορος νὰ ἐξαναγκασθῇ νὰ ἔχῃ μέχρι τοῦδε πέντε ἀδείας ἐπιτηδεύματος εἰς τὴν τσέπην του, καὶ πέντε διπλότυπα πληρωμῆς τοῦ φόρου. Εἶναι παντοπώλης Μεγαρεύς, κάμνει τὴν πρώτην δήλωσίν του, καὶ λαμβάνει τὴν ἄδειαν· ἀλλὰ ἔχει καὶ ἓν κάρρον· δεύτερον ἐπιτήδευμα καρραγωγέως, διὰ τὸ ὁποῖον πληρώνει· ἀλλὰ πωλεῖ καὶ ἄνθρακας, δὲν ἐπετράπη ὅμως εἰς αὐτὸν νὰ ἐνασκήσῃ ἐμπόριον τοῦ ἀνθρακοπώλου, διότι δὲν περιελαμβάνετο εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ παντοπώλου! καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἐπιδώσῃ δήλωσιν, ὅτι εἶναι καὶ ἀνθρακοπώλης· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἐποχὴ δυσχερὴς εἰς τὸν τόπον, λόγῳ τῆς ἀφορίας, ἠθέλησε νὰ στείλῃ ἐργάτας, ἵνα ὑλοτομήσωσιν, ἀλλ’ ἠμποδίσθη, μέχρις οὗ δηλώσῃ καὶ πληρώσῃ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ ὑλοτόμου· ἐπὶ τέλους ἐπετεύχθη καὶ ἡ ἄδεια τοῦ ὑλοτόμου· ἀλλὰ εἰς τὸ παντοπωλεῖόν του προσφέρει καὶ καφφέ, καὶ διὰ τοῦτο κατεδικάσθη εἰς πρόστιμον 200 δραχμῶν, διότι δὲν εἶχε δηλώσει ἑαυτὸν καὶ ὡς καφφεπώλην. Ὁ νόμος ἔδωσε τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς κατὰ τῶν τοιούτων παρανομιῶν. Τὰ γεγονότα ταῦτα γνωρίζει ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Ἐγεννήθη ἑπομένως τὸ ζήτημα, ἐὰν μόνον τὸ ἐπικρατέστερον ἐπιτήδευμα δέον νὰ δηλώσῃ καὶ πληρώσῃ ὁ ἐπιτηδευματίας. Ἐζήτησα δὲ πρὸς τοῦτο καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, ἐζήτησα δέ, ὅπως κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο καθαρισθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπει τις διὰ πᾶν ἔργον, ὅπερ ἐπαγγέλλεται, νὰ ἔχῃ εἰδικὴν ἄδειαν, καθόσον ὁ εἰρηνοδίκης ἐφαίνετο διστάζων νὰ ζητήσῃ ὁδηγίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Σᾶς ἀναφέρω τὸν κ. Ἀναγνώστην Κουλούρην, δήμαρχον Σαλαμῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου συνετάχθησαν τρία πρωτόκολλα, ὑπὸ περιστάσεις ὁμοίας, διὰ διάφορα ἐπιτηδεύματα, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον εἶχε δηλώσει καὶ πληρώσει διὰ τὸ κύριον ἐπιτήδευμα. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ περιμενομένη γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ἦναι λογικὴ καὶ νόμιμος· πλημμελὴς δὲ μόνον ἑρμηνεία τῶν ὀργάνων ἔφερε τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Τύπῳ καὶ ἀναγνωσθῇ, καὶ φωτισθῶσιν οἱ πολῖται, ἀλλὰ καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι, διότι καὶ εἰς ἄλλα μέρη διαπράττονται ταῦτα καὶ γεννῶνται ζητήματα διὰ τῆς παρανόμου ταύτης φορολογίας καὶ καταπιέσεως τῶν πολιτῶν.
§79Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον περὶ ἐπιτηδευμάτων ἔχει καὶ τὰ προσόντα του καὶ τὰ ἐλαττώματά του, περὶ τούτου οὐδεμία ἀντίρρησις. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας καὶ τὰ προσόντα του ἀνέφερε καὶ τὰ ἐλαττώματά του διεξετραγώδησεν. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, εἶναι ὅτι ὁ ἔφορος Μεγαρίδος, κατ’ αὐτόν, παρερμηνεύει τὸν νόμον, ἐνῷ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ τερατώδης αὐτὸς νόμος οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐφαρμογῆς εἶναι δεκτικός, εἰμὴ ὡς ἐφαρμόζεται ὑπὸ τοῦ ἐφόρου Μεγαρίδος, διότι ὅπου τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι σαφές, ἐκεῖ οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἑρμηνεία. Οἱ νομικοὶ περὶ ἑρμηνείας τῶν νόμων κανόνες εἰσὶν ἀπαράβατοι, καὶ κατ’ αὐτοὺς δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ὅταν τὸ γράμμα αὐτοῦ εἶναι σαφέστατον, ὡς τὸ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων· ὁ δὲ ἔφορος Μεγαρίδος ἀκριβῶς ἐφαρμόζει τὸν νόμον, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐξηγέρθη εἰσέτι ὁ λαός, διότι δὲν ἐφηρμόσθη καθ’ ὅλας αὑτοῦ τὰς διατάξεις. Καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ λαὸς θέλει ἐξεγερθῆ, ὅταν ὁ νόμος ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὅλας αὑτοῦ τὰς λεπτομερείας, διότι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἠξεύρω ἐκ ποίας ἐπικρατείας μετεφυτεύθη ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὁθενδήποτε καὶ ἂν μετεφυτεύθη, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι. Ἴσως εἶναι ἐφαρμόσιμος εἰς Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰδικοὶ δι’ ἕκαστον ἐπάγγελμα ἐπιτηδευματίαι, ἀποζῶντες ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἐπαγγέλματος ἢ μιᾶς καὶ μόνης βιομηχανίας. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως δὲν δύναται νὰ συμβῇ τοῦτο, καὶ ὁ νομοθέτης δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ πολῖται ἐν Ἑλλάδι προσπαθοῦσι ἀπὸ διαφόρων ἐπαγγελμάτων, ἀπὸ διαφόρων ἔργων νὰ προσπορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν· ὁ δὲ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐνασκήσωσιν οἱοδήποτε ἐπάγγελμα, ἐὰν δὲν πληρώσωσι φόρον διὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο, καὶ ὁ ἐνασκῶν πολλὰ εἰς πολλαπλᾶ ἐπιτηδεύματα ὑποχρεοῦται. Τοῦτο εὐκρινῶς λέγει ὁ νόμος, καθόσον πλὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3, ἣν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἡ τοῦ ἄρθρου 13, ἡ ὁποία ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία αἴτησις, ἀφορῶσα εἰς ἀναγνώρισιν ἢ ὑπεράσπισιν δικαιωμάτων ἢ ἀπαιτήσεων προερχομένων ἐκ δοσοληψίας κατὰ τὴν ἐξάσκησιν ἐμπορίου, βιομηχανίας ἢ ἐπιτηδεύματος ἐκ τῶν εἰς φόρον ὑποκειμένων, ἢ ἔχουσα σχέσιν πρὸς ταῦτα, γίνεται δεκτὴ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου ἢ ἄλλων ἀρχῶν ἄνευ τῆς προσαγωγῆς τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ παρόντος νόμου ἀδείας καὶ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δύο τελευταίας τριμηνίας τοῦ ἔτους, τοῦ ἀποδεικτικοῦ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου». Ἐννοεῖτε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἕνεκα τῆς τοιαύτης σαφηνείας τοῦ νόμου ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὸν κ. ἔφορον Μεγαρίδος, καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφον. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ὑποδείξω εἴς τε τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἀνεφάρμοστον τοῦ νόμου καὶ τὸ καταθλιπτικὸν αὐτοῦ. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νέος νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, ἐπάναγκες νομίζω νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ τρωτὰ ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις πρέπει νὰ γινώσκῃ, τί συμβαίνει ἐν ταῖς πόλεσι τῆς Ἑλλάδος, ἐν αἷς καὶ ἡ Τρίπολις, ἣν λαμβάνω ὡς παράδειγμα. Ἡ Τρίπολις εἶναι μέγα βιομηχανικὸν κατάστημα. Ὅλαι ὅμως αἱ κατ’ εἶδος βιομηχανίαι ἐνασκοῦνται ἐν περιωρισμένῳ κύκλῳ, οὗ ἕνεκα τὰ κέρδη εἶναι μικρὰ, καὶ οἱ ἐνασκοῦντες τὰς βιομηχανίας ταύτας βιομήχανοι δὲν κατορθοῦσι νὰ προσπορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν δι’ ἑνὸς βιοποριστικοῦ ἐπαγγέλματος. Ἀναγκάζονται λοιπὸν νὰ ἐπιδίδωνται εἰς τὴν ἐνάσκησιν καὶ ἄλλων διαφόρων ἐπαγγελμάτων, ὅπως πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας μου ἐπιτραπήτω μοι νὰ λάβω ὡς παράδειγμα ἕνα κλάδον βιομηχανίας οἱονδήποτε, τὸν ἑλληνορράπτην π. χ., ὁ ὁποῖος διατηρεῖ ἓν ἐργαστήριον, ἐν ᾧ ἐργάζεται τὴν τέχνην του, καὶ πληρώνει τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ ἑλληνορράπτου· ἀλλ’ ὁ ἑλληνορράπτης ἐκεῖνος ἀναγκάζεται νὰ ἀγοράσῃ δύο βαρέλια οἴνου πρὸς μεταπώλησιν, καὶ πωλεῖ τοῦτον ἐν τῷ ἐργαστηρίῳ του· κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ πληρώσῃ καὶ ἐπιτήδευμα οἰνοπώλου. Ἀλλ’ ἀφοῦ πωλήσῃ τὸν οἶνόν του, διὰ νὰ καταστήσῃ παραγωγικὰ τὰ χρήματά του, ἀγοράζει πρὸς μεταπώλησιν ὀλίγον σῖτον· πρέπει νὰ πληρώσῃ καὶ ἐπιτήδευμα σιτεμπόρου· καὶ ἐὰν τὰ χρήματα ταῦτα δανείσῃ ἐπί τινας ἡμέρας εἰς ἄλλον τινὰ, πρέπει νὰ πληρώσῃ καὶ ἐπιτήδευμα τοκιστοῦ! Ἐὰν δὲ δὲν πληρώσῃ ὁ βιομήχανος αὐτὸς ὅλα ταῦτα τὰ ἐπιτηδεύματα, δὲν ἀκούεται ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, ἴσως ὅμως ἀκουσθῇ ὑπὸ τοῦ ἐφόρου Μεγαρίδος ἢ ἄλλης πόλεως, διότι οἱ ἔφοροι δύνανται καὶ ὀφείλουσι νὰ δεχθῶσιν ὡς ὀρθὰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ νὰ ἐφαρμόσωσι κατὰ ταύτας τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, οἱανδήποτε ἑρμηνείαν καὶ ἂν δώσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι χάρτης ἄγραφος, ὅταν ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, οὗ τὸ γράμμα εἶναι σαφές. Τὸ δικαστήριον δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τὴν ἀγωγὴν τοῦ βιομηχάνου ἐκείνου, εἴτε προερχομένην ἀπὸ τὸ κύριον ἐπάγγελμα αὐτοῦ, τὸ τοῦ ἑλληνορράπτου, ἐὰν δὲν ἔχῃ πληρώσῃ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ ἑλληνορράπτου, εἴτε ἀφορῶσαν τὸν οἶνόν του, ἐὰν δὲν ἔχῃ πληρώσει τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ οἰνοπώλου· δὲν δύναται δὲ νὰ εἰσπράξῃ τὰ χρήματά του ὁ βιομήχανος, ἐὰν δὲν ἔχῃ πληρώσῃ φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ ὡς τοκιστής. Καὶ ἐὰν καταβάλῃ ὅλους τοὺς φόρους τούτους καὶ ἀθροίσητε τότε τὸ ποσὸν ὅλων τῶν φόρων αὐτῶν, βεβαίως τὸ ἄθροισμα αὐτῶν θέλει ὑπερβαίνει ὄχι μόνον τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ἐκ τῶν διαφόρων βιομηχανιῶν, ἀλλ’ ἴσως θέλει ὑπερβῆ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Ταῦτα κελεύει λίαν εὐκρινῶς ὁ περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμος, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν ἱστορικὴν ἐκείνην νύκτα, καθ’ ἣν εἰς χρονικὸν διάστημα 20 λεπτῶν τῆς ὥρας ἐψηφίσθησαν 650 ἄρθρα διαφόρων νόμων. Ἀλλ’ ἐγὼ συμβαίνει νὰ φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς Ἕλλην δύναται, οὐδὲ πρέπει, νὰ πληρώνῃ δι’ ἕκαστον ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἐπιχειρεῖ, ἴδιον φόρον ἐπιτηδεύματος· καὶ περὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σκεφθῇ, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νέου νομοσχεδίου νὰ φέρῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὥστε νὰ δύναται ἕκαστος νὰ μετέρχηται καὶ ἄλλα οἱαδήποτε ἐπαγγέλματα μετὰ τοῦ κυρίου ἐπαγγέλματός του ἐλευθέρως, καὶ διὰ τὸ ἐπικρατέστερον νὰ πληρώνῃ ἕνα φόρον, οὐδέποτε δὲ νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως λειτουργήσῃ ἐφεξῆς ὁ βαρύτατος οὗτος νόμος, δι’ οὗ δι’ ἕκαστον ἐπάγγελμα καὶ ἐπιτήδευμα καταγινώσκεται ἰδιαίτερος φόρος, καθόσον ὁλόκληροι αἱ περιουσίαι τῶν βιομηχάνων καὶ ἐν γένει τῶν Ἑλλήνων δὲν θέλουσιν ἀρκεῖ πρὸς πληρωμὴν τῶν τοιούτων φόρων.
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι διὰ τοῦ νόμου, ὃν ἐψηφίσαμεν πρό τινων μηνῶν, δὲν κατηργήσαμεν διάταξιν, ἥτις κεῖται ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1867, καθ’ ἣν ὁ ἐπιτηδευματίας ὁ μετερχόμενος πλείονα τοῦ ἑνὸς ἐπαγγέλματα καταβάλλει τὸν φόρον τὸν μείζονα τοῦ ἑνὸς τῶν ἐπαγγελμάτων. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅπερ ἐγένετο νόμος, προὐτάθησαν διατάξεις ἀποτελοῦσαι ἐξαίρεσιν τῆς διατάξεως ἐκείνης, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐξήγησεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρέσεως ἁπλῶς καὶ οὐχὶ περὶ καταργήσεως τοῦ κανόνος. Κατὰ ταῦτα, εὐθὺς ὡς θέσητε κατὰ μέρος τοὺς οἴνους καὶ τὰ οἰνοπνεύματα, ὧν ὁ πωλητὴς εἶναι ὑπόχρεως πρὸς τῷ φόρῳ τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ ἄλλου, ὅπερ μετέρχεται, νὰ καταβάλλῃ καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τοῦ κυρίου, διὰ πάντα τὰ ἄλλα ἐπιτηδεύματα ὁ ἐπιτηδευματίας, ὁ πληρώνων μεγαλείτερον φόρον διὰ τὸ κύριον αὑτοῦ ἐπάγγελμα, διὰ τοῦ φόρου τούτου καλύπτει καὶ τὸ ἐπιτήδευμα τὸ ἄλλο, τὸ ταπεινότερον φορολογούμενον, εἴτε ἓν εἶναι τοῦτο, εἴτε δύο. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου δὲν κατηργήθη, ὁ Ὑπουργὸς ἐξηγήθη τότε, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι λαμβάνων τὸν λόγον θὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐξήγησιν ταύτην.
§81Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου δὲν πρόκειται· ὁ νόμος εἶναι σαφής, δὲν μεταβάλλει δὲ τὰς θεμελιώδης διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1867, διότι ἡ ἄδεια τοῦ ἐπαγγέλματος καὶ τότε ἦτο ἀπαραίτητος καὶ νῦν ὁ νέος νόμος τὴν κατέστησε πραγματικήν. Πρότερον δὲν ἀπέτινον τὸν φόρον τοῦ ἐπαγγέλματος ἢ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους· ὁ νέος νόμος ὥρισεν, ὅτι, ἂν ἦναι ἀναγκαία ἡ ἄδεια, πρέπει ἡ ἄδεια αὕτη νὰ δίδηται ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς ἐνιαυσίου ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος. Ἐπειδὴ δὲ ἄδεια δὲν δίδεται ἄνευ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, ἡμεῖς ἐπιεικέστερον ἐκανονίσαμεν τὰ περὶ τούτου καὶ ἐπροτείναμεν νὰ πληρώνῃ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, τὴν δὲ δευτέραν διῃρέσαμεν εἰς δύο δόσεις. Οὐδεμίαν λοιπὸν ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ ἀρχικοῦ κατηργήσαμεν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς παρέστησεν αὐτὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὁ ἐπαγγελματίας θὰ πληρώνῃ μόνον τὸν φόρον τοῦ ἐπικρατεστέρου ἐπαγγέλματος. Ἐπειδὴ ὁ ἑλληνορράπτης ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ εἰς τὸ ὑπόγειόν του καὶ βαρέλιά τινα οἴνου, ἐὰν ἐγείρῃ ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου δι’ ὑπόθεσιν ἀφορῶσαν τὸν οἶνον, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι θὰ προβάλωσι κατ’ αὐτοῦ ἔνστασιν, ὅτι δὲν ἐπλήρωσεν ὁ ἑλληνορράπτης τὸν φόρον τοῦ οἰνοπώλου. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ λέγηται, ὄχι ὅμως καὶ ὅπως γείνῃ δεκτὸν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου. Δὲν εὑρίσκω δὲ ὀρθὸν νὰ συζητῶμεν ἐνταῦθα, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλωμεν ἐνστάσεις ἐνώπιον Εἰρηνοδικείου. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ὁ δικαστής, δὲν θὰ ἀπορρίψῃ τὴν ἀγωγὴν τοῦ ἑλληνορράπτου, ζητοῦντος τὴν ἐπιστροφὴν τῶν τοκισθέντων χρημάτων του, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ ἑλληνορράπτης δὲν παρουσιάζει ἀπόδειξιν περὶ καταβολῆς ἐκ μέρους αὐτοῦ φόρου ὡς τοκιστοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἑλληνορράπτης νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς τοκιστής, διότι ἐτόκισε τὰ χρήματά του. Ὁ τοκιστὴς ἔχει τὸ γραφεῖόν του, τὸ κατάστημά του. Οὐδεμία ποτὲ ἀγωγὴ ἀπερρίφθη δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους· ὅπου δὲ ὑπῆρξεν ἀσάφεια τοῦ νόμου, ἐδόθησαν αἱ ἀναγκαῖαι ἐξηγήσεις, καὶ ὁ νόμος ἐφηρμόσθη.
§82ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ζητῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ὅπως γείνῃ νόμος.
§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ λογικὴ γνώμη περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἡ γνώμη τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη πέρυσιν ὀλίγον βιαστικὰ καὶ ἄνευ ἐπαρκοῦς μελέτης, διότι ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διάταξις: «Δι’ ἕκαστον ἐμπόριον, βιομηχανίαν ἢ ἐπιτήδευμα καὶ δι’ ἕκαστον κατάστημα ἐπιδίδεται ἰδία δήλωσις». Λοιπὸν ὄχι μόνον ὁ ἐπιτηδευματίας ὁ ἔχων δύο ἢ τρία καταστήματα ὀφείλει νὰ δηλώσῃ δι’ ἕκαστον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπαγγέλλεται διάφορα ἐπαγγέλματα. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ διοικητικῆς κυρώσεως τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου, θὰ ἦτο ἴσως δυνατόν, ἑρμηνεία διδομένη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ περιστείλῃ τὴν ὑπερβολικὴν καὶ ἐπαχθῆ ταύτην διάταξιν τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἡ κύρωσις δὲν ἀπέκειτο μόνον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ νόμος ἀνέθηκε τὴν κύρωσιν τῆς διατάξεως ταύτης εἰς τὰ δικαστήρια, διότι τὸ ἄρθρον 13 λέγει: «Οὐδεμία αἴτησις ἀφορῶσα εἰς ἀναγνώρισιν ἢ ὑπεράσπισιν δικαιωμάτων ἢ ἀπαιτήσεων προερχομένων ἐκ δοσοληψίας κατὰ τὴν ἐξάσκησιν ἐμπορίου, βιομηχανίας ἢ ἐπιτηδεύματος, ἐκ τῶν εἰς φόρον ὑποκειμένων, ἢ ἔχουσα σχέσιν πρὸς ταῦτα, γίνεται δεκτὴ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἢ ἄλλων ἀρχῶν ἄνευ τῆς προσαγωγῆς τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ παρόντος νόμου ἀδείας καί, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δύο τελευταίας τριμηνίας τοῦ ἔτους, τοῦ ἀποδεικτικοῦ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου». Τὸ δικαστήριον, ὅταν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 13, δυσκόλως θὰ παραδεχθῇ ἀλλοίαν ἑρμηνείαν ἐκείνης, ἣν ἔδωκε καὶ ὁ ἔφορος Μεγαρίδος. Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3 εἶναι ἀναμφισβητήτως μία ἐκ τῶν βάσεων τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ὁ ὁποῖος νόμος δὲν εἶχεν ἄλλον τινὰ σκοπὸν ἢ καθαρῶς ταμιευτικόν· ὅτι δὲ τοιοῦτος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, τὸ εὑρίσκομεν ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, διότι ἐκεῖ προστίθεται πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἴσπραξις ἀνωτέρα τῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ἡ αὔξησις αὕτη βεβαίως δὲν προέρχεται ἐκ τῆς ἀσφαλεστέρας εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀλλὰ προέρχεται καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν τῶν φορολογικῶν ὅρων. Ὥστε, ἂν πραγματικῶς τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν γνώμην ταύτην πρέπει νὰ τὴν κυρώσῃ διὰ νόμου, διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ ἐπιτηδευματίας νὰ ἀποφύγῃ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 13, αἱ ὁποῖαι, τερατώδεις αὐταὶ καθ’ ἑαυτάς, ἐνέχουσιν ὅ,τι τυραννικώτερον δύναται νὰ νομοθετηθῇ διὰ πολίτας ἐλευθέρους. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν ἐκτείνομαι, διότι δὲν ἔχομεν τὴν διάταξιν ταύτην νὰ συζητήσωμεν ὑπὸ πρακτικωτέραν ἔποψιν. Διὰ νὰ μὴ ἀποβῇ ὅμως πολλαπλασίως τυραννικὴ καὶ πιεστικὴ ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ἀναθέτουσα τὴν κύρωσιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου εἰς τὸ δικαστήριον, εἶναι ἀνάγκη νὰ κυρωθῇ νομοθετικῶς ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία εἶναι διάφορος πρὸς τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 13.
§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπὶ ζητημάτων ἑρμηνείας τῶν νόμων δὲν πρέπει τις νὰ φέρῃ ἐνστάσεις, ὡς θὰ ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἀσπάζομαι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερεν ἓν παράδειγμα. Εἷς ἐπαγγελματίας δικαζόμενος εἶπεν ὅτι «δὲν ἠμπορῶ νὰ δικασθῶ, διότι δὲν ἔχω τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπαγγέλματος»· ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ ἔνστασις αὕτη, προβαλλομένη ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, δὲν ἠδύνατο νὰ τύχῃ οὐδεμιᾶς προστασίας. Τοιαῦτα ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ ἡ ἐξέτασις τοῦ νόμου ζητήματα, καὶ τοιαῦτα ἠδύναντο νὰ φανῶσι. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ πολυμελῶν δικαστηρίων, δὲν διατρέχομεν τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Ὁ δικαστὴς θὰ λάβῃ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τί συμβαίνει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, εἶναι ζήτημα ἄλλο, καὶ συμφωνῶ. Ἂν πρόκειται νὰ ἀναφέρωμεν διάφορα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ παραδείγματα παρανομιῶν, δὲν θὰ ἔχωμεν ὥραν νὰ τὰ ἀπαριθμήσωμεν· ἓν μόνον σᾶς ἀναφέρω. Εἷς συμπολίτης μου μετέβη εἰς Τανάγραν διὰ νὰ ἀγοράσῃ καὶ ἐμπορευθῇ ὠὰ καὶ ὄρνιθας· ἀλλὰ δὲν εἶχε δηλώσει τοιοῦτον ἐπάγγελμα, καὶ ἐξυλοκοπήθη καὶ ἐδιώχθη ἀπὸ τὸ χωρίον ὑπὸ τοῦ σοφοῦ ἀστυνόμου! Μοὶ τὸ ἀνέφερε καὶ μὲ ἠρώτησε, τί νὰ κάμῃ διὰ νὰ ἀποφύγῃ αὐτὰς τὰς καταδιώξεις· τὸν συνεβούλευσα νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι προμηθευτὴς ἐγχωρίων προϊόντων. Ἐλπίζω δ’ ὅτι οἱ ἔχοντες τοιαύτην δήλωσιν δὲν θὰ καταδιωχθῶσιν. Ἐκεῖνο δέ, εἰς τὸ ὁποῖον μὲ προέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, τοῦ ὁποίου καὶ τώρα ἐκτιμῶ τὴν σπουδήν, μετὰ τῆς ὁποίας ἠγέρθη, διακόπτων με, ἦτο ἡ ἀποκάλυψις τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3, διότι ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοθέτημα, ἦτο τοιοῦτον, οἷον ἐννοεῖ ἡ παγία διάταξις καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τοῦ 1867, ὅτι τὸ ἐπικρατέστερον μόνον ἐπιτήδευμα φορολογεῖται. Ἐν τούτοις ἐψηφίσθη διάταξις ἔχουσα ὡς ἑξῆς ἐν ἄρθρῳ 3 § βʹ. «Δι’ ἕκαστον ἐμπόριον, βιομηχανίαν ἢ ἐπιτήδευμα καὶ δι’ ἕκαστον κατάστημα ἐπιδίδεται ἰδία δήλωσις». Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις τοῦ νόμου εἶναι περὶ τῶν ἐχόντων πλειότερα καταστήματα, ματαιοῦται ὡς ἄνω.
§85Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δήλωσιν μόνον ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ὁ ἐπιτηδευματίας, χωρὶς νὰ πληρώσῃ φόρον.
§86Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς προσῆλθεν εἰς τὸ ὀρθὸν πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις, καὶ τὸ ἄρθρον 2 λέγει. «Ὁ θέλων νὰ ἐξασκήσῃ ἐμπόριον, βιομηχανίαν κλπ... ὀφείλει νὰ προκαταβάλῃ τὸ ἥμισυ ποσὸν ἐκ τοῦ ἐτησίου φόρου ἐπιτηδεύματος.» Καὶ παρουσιάζων οὕτως ὕστερον τὸ διπλότυπον τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου νὰ παραλάβῃ τὴν ἄδειάν του. Ἑπομένως ἡ δήλωσις εἶναι τὸ δεύτερον στοιχεῖον τοῦ νόμου· τὸ πρῶτον εἶναι νὰ πληρώσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου. Ἑπομένως ἂς μὴ ἤμεθα Βυζαντινοὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ἀφοῦ βλέπομεν τὸν νομοθέτην ἐμπνεόμενον ἐκ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἐξήγει, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει πλέον ν’ ἀφήσωμεν τοὺς φορολογουμένους εἰς τὰς ἑρμηνείας τῶν ἐφόρων. Ὁπωσδήποτε, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φρονῇ, ὅτι δύναται ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία, ἡ διδομένη, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἔχει καλῶς· ἄλλως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ φέρῃ νέον νομοσχέδιον, διότι ἐπίκειται ἐκδίκασις ὅλων τῶν πρωτοκόλλων ὑπὸ τῶν εἰρηνοδικῶν, καὶ ἀτυχῶς δὲν παρουσιάζεται μετὰ τὰς τυχὸν ἐνδίκους ἀποφάσεις τῶν εἰρηνοδικῶν στάδιον ἐνδίκου τινὸς ἄλλου μέσου κατὰ τῶν ἀποφάσεων τούτων.
§87Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ ἐπιτηδευματίας εἶναι μὲν ὑπόχρεως νὰ δηλώσῃ τὰ διάφορα ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα μετέρχεται, δὲν εἶναι ὅμως ὑπόχρεως νὰ καταβάλλῃ πολλοὺς φόρους, ἀλλὰ μόνον τὸν τοῦ ἐπικρατεστέρου. Ἀλλὰ τοιαύτην ἐγκύκλιον δὲν ἀπέστειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τοὺς ἐφόρους. Διὰ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως σπεύσῃ, ἵνα δι’ ἐγκυκλίου μεταβιβάσῃ τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν καὶ προλάβῃ τοιουτοτρόπως πολλὰ ἄτοπα καὶ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῆς ἑτέρας ἑρμηνείας.
§88Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Πρὸ δύο ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄργους βουλευτοῦ κ. Πλατούτσα, ὑπέβαλεν ἔγγραφα ἀφορῶντα εἰς τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστράτευσιν τοῦ ταγματάρχου κ. Πλατούτσα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀναπτύξας τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ τῶν ἐγγράφων, παρέστησεν ἡμῖν, ὅτι τὸ ἀδίκημα ἐξετελέσθη, καὶ ὅτι ἡ ἀπόδειξις τοῦ ἀδικήματος ἐνυπῆρχεν ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐκείνοις, ἀλλὰ ταύτην δὲν εὗρεν ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἠγόρευεν. Ἐὰν, κύριε, Πρόεδρε, διεπράχθη ὑπεξαίρεσις τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει καθῆκον νὰ διατάξῃ αὐστηρὰν ἐξέτασιν· ἐὰν τοὐναντίον τὸ ἔγγραφον παρέπεσε καὶ εὑρίσκεται που ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς προσαγωγῆς του, διότι ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου καὶ μόνου ἐστηρίχθη ὁ κύριος Βουλευτής, ἀναπτύξας τὸ γενόμενον εἰς τὸν ἀδελφόν του ἀδίκημα ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου.
§89Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κέας, διότι εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀδελφοῦ μου· ἐγὼ ὅμως δὲν θὰ λάβω πλέον τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς, διότι μοῦ πονεῖ ἡ καρδιά μου, ὅταν ὁμιλῶ περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Σήμερον θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Ἀξιόλογος συνάδελφος, δικανικώτατος, μοὶ παρέδωκεν, ὅπως ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, γεγραμμένην διὰ τῆς χειρός του, ἐν τῇ ὁποίᾳ πρόκειται περὶ ὅλων ἡμῶν, καὶ συνιστῶ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν πατριάρχην τῶν δικανικῶν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 36 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον προτείνεται νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν ἔχουσι... 3) αʹ) Οἱ Βουλευταὶ καθ’ ὅλην τὴν βουλευτικὴν περίοδον, ὡς καὶ οἱ διατελέσαντες τοιοῦτοι κατὰ τὸν χρόνον τοῦ ἀδικήματος καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῶν βουλευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων, καὶ βʹ) οἱ νομάρχαι.» Τὴν πρότασιν ταύτην εἶχε τὴν εὐγένειαν νὰ μοὶ δώσῃ ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σταυρόπουλος, ἵνα τὴν ὑποβάλω, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Φαίνεται γνωρίζει, ὅτι ἀπὸ εἰκοσαετίας, ἐκ συμπτώσεως, καλῆς ἢ κακῆς, δὲν ἐκλητεύθην ποτὲ, οὔτε ὡς μάρτυς, οὔτε εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, οὔτε εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, οὔτε εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, οὔτε ὑπέπεσα εἰς ἔγκλημα, καὶ δι’ αὐτὸ ἔχω τὸ θάρρος, ἐγὼ ὁ ἀγράμματος, νὰ λαλῶ πρὸς σᾶς τοὺς ἐγγραμμάτους. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω αὐτὸ ὡς πρότασιν νόμου, πάντοτε ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 58).
§91ΣΠ. ΓΚΕΝΤΙΛΙΝΗΣ. Ὑποβάλω πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑΦΚΖʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων Κεφαλληνίας», καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως υἱοθετήσῃ ταύτην, καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποδεχθῇ αὐτὴν, ἵνα διὰ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ Πτωχοκομείου Σωφρονίου Μακρῆ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν λοιπῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων τῆς Κεφαλληνίας ἐκτελῆται ἡ θέλησις τοῦ ἱδρυτοῦ τούτου.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 59.) Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§93Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶχον, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ ἐκκρεμοῦς τινος ζητήματος, ἐπειδὴ ὅμως ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως ψηφισθῶσι τοὐλάχιστον αἱ πιστώσεις εἰς πρώτην συζήτησιν, ἀναβάλλω τὴν ὁμιλίαν μου εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
§94Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι καὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ποιήσωμαι συστάσεις πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν. Ὅπως μὲ πληροφοροῦσιν ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἀντιπροσωπεύω, ὑπάρχει ἐκεῖ συμμορία ληστοφυγοδίκων, ἡ ὁποία διέπραξε πολλὰς λῃστρικὰς πράξεις, συνέλαβεν ἀνθρώπους καὶ ἀπέλυσεν αὐτοὺς κατόπιν πληρωμῆς λύτρων, ἀφῄρεσε ζῷα τῶν χωρικῶν καὶ τὰ ἀπέδωκε κατόπιν λύτρων, καὶ ἄλλας πολλὰς ὁμοίας πράξεις διέπραξεν. Ἡ συμμορία αὕτη ἀπὸ μηνὸς λυμαίνεται μέρος τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης, εἶναι δὲ γνωστὰ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν κακούργων καὶ τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνδιαιτῶνται, ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως θελήσεως, εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς δυνάμεως, οὐδὲν ἐγένετο κατ’ αὐτῶν. Ἵνα μὴ ἀπασχολῶ ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς, ἣν ἔλαβον πρὸ ὀλίγου, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρονται καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀποτελούντων τὴν συμμορίαν, καὶ τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα διαιτῶνται οὗτοι, καὶ αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας διέπραξαν.
§95ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀσφαλέστατος ὁ τρόπος, ἵνα ἡ συμμορία ἐκλέξῃ ἄλλο κρησφύγετον καὶ ἑπομένως μὴ ἀνακαλυφθῇ.
§96Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὑποβάλω, κύριε Πρόεδρε, ἀναφορὰν διαφόρων καταδίκων, κρατουμένων εἰς τὰς φυλακὰς, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσιν, ὅπως συμψηφισθῇ εἰς τὴν ποινὴν αὐτῶν ὁ χρόνος τῆς ὑποδικίας των.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§98Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ πάλιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων, καὶ νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι πρὸς τοῦτο σήμερον.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρότασις δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀπὸ ἕνα μόνον Βουλευτήν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων.
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καλὸν εἶναι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν,—ἐὰν καὶ ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ,—ὅπως ἀσχοληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν, καὶ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας της μετὰ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῶν. Ὁ κύριος Πρόεδρος παρακαλεῖται νὰ ὁρίσῃ τὰ πρόσωπα τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης.
§102Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ὑπάρχουσα ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔστω· ἂς γείνῃ καὶ οὕτω.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν θὰ ὀνομάσω τὰ πρόσωπα. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900 καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἰδίου ἔτους 1900, διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1900.
§105Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Οὐδεὶς βεβαίως δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τῆς σφαίρας τῆς συνταγματικῆς, προκαλούμενοι νὰ ψηφίσωμεν καὶ ψηφίζοντες νόμον περὶ δωδεκατημορίων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ τὴν ὑποβολὴν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν δωδεκατημορίων, εἶναι ἀκριβῶς, ὅτι τοῦτο γίνεται ἀφ’ ὅτου λειτουργεῖ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι ὅμως ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, ὅτι τοῦτο κεῖται ἀκριβῶς ἐκτὸς τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκτὸς τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω καὶ ἄλλοτε πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ὁ προϋπολογισμὸς ψηφίζεται ἐτησίως, ψηφίζεται δὲ ὁλόκληρος καὶ οὐχὶ κατὰ δωδεκατημόρια, καὶ ψηφίζεται καταρτιζομένης προηγουμένως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καὶ ἐκφέρῃ τὰς παρατηρήσεις αὑτῆς. Ἡ διάταξις δὲ αὕτη ἔχει βεβαίως σπουδαιότητα μεγάλην, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ ἐπισταμένη ἐπεξεργασία καὶ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ὁ μοναδικὸς ἢ τοὐλάχιστον ὁ κύριος λόγος τῆς δημιουργίας καὶ ὑπάρξεως τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Οὐδεὶς, νομίζω, ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ κυρία ἱστορικὴ ἀφορμὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος— καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι βεβαίως τὸ Ἀγγλικὸν—ὑπῆρξεν ἡ ἐπιθυμία τῶν Ἄγγλων νὰ δώσωσι τέρμα εἰς τὴν φορομανίαν καὶ τὴν σπατάλην τῆς Μοναρχίας. Ὁ Μέγας Χάρτης τῶν ἐλευθεριῶν, ὃν ἐξεβίασαν οἱ Ἄγγλοι παρὰ τοῦ Βασιλέως αὐτῶν ἐπὶ τῆς βασιλείας Ἰωάννου τοῦ Ἀκτήμονος, κυριώτατα περιεῖχε τὴν διάταξιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἢ νὰ δαπανηθῇ χρῆμα ἄνευ ἀποφάσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἀπῃτήθη, ἡ εἴσπραξις ἐσόδων καὶ ἡ δαπάνη τῶν δημοσίων χρημάτων νὰ γίνηται διὰ προϋπολογισμοῦ, ψηφιζομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀκριβῶς ὅμως ἡ διάταξις αὕτη μετὰ καὶ ἄλλων διατάξεων, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι περιττὸν νὰ λαλήσω ἤδη, διατελεῖ παρ’ ἡμῖν ἀνέκαθεν δυστυχῶς ἐκτὸς ἐφαρμογῆς. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν δικαιωματικὴν συνέλευσιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου, καὶ ὡς ἔχουσι πρὸ πάντων αἱ κλιματικαὶ καὶ κοινωνικαὶ περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον καὶ κατορθῶται νὰ συνέρχωνται οἱ Βουλευταὶ πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοὐλάχιστον, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ ἐψηφισμένος ὁ προϋπολογισμὸς τὴν 1 Ἰανουαρίου. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ φροντίσωμεν ἀκριβῶς περὶ τούτου, νὰ φροντίσωμεν δηλονότι διὰ τῆς νομοθετικῆς μεταβολῆς τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἀληθῆ συνταγματικὴν κατάστασιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ ἡ λογιστικὴ διάταξις, καθ’ ἣν τὸ οἰκονομικὸν ἔτος ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡ ἔναρξις τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου ἢ 1 Μαΐου. Καὶ τοῦτο εἶναι πολὺ εὔκολον, ἐγένετο δὲ τοῦτο καὶ ἐν ἄλλαις ἐπικρατείαις, ὅπου ἐπίσης ἦτο δύσκολον ἢ ἀδύνατον νὰ συνέρχωνται αἱ Βουλαὶ πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ τοῦ Νοεμβρίου, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ψηφίζηται ὁ προϋπολογισμὸς ἀληθῶς συνταγματικῶς, δηλαδὴ μετὰ ἔρευναν ἐπισταμένην τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ. Ὅτι δὲ εἶναι ἁπλῶς τυπικὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον γίνεται, ὅτι ψηφίζεται ὁ νόμος περὶ δωδεκατημορίων τρεῖς κατὰ συνέχειαν ἡμέρας, δὲν εἶναι συζητήσιμον, διότι ἀκριβῶς ἐλλείπει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἐλλείπει δηλαδὴ ἡ μελέτη ἡ προηγουμένη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου καὶ συγχρόνως ἐλλείπει ἡ δύναμις τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ περικόψῃ δαπάνας ἀναγραφομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ ἢ νὰ μὴ παραδεχθῇ ὁλόκληρον τὸ περὶ δωδεκατημορίων νομοσχέδιον. Τί ἄλλο δύναται νὰ γείνῃ διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ τῶν δωδεκατημορίων; Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι ψηφίζει μὲν τὸ δωδεκατημόριον, ἐκτὸς ἐκείνης τῆς δαπάνης, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐκείνης τῆς δαπάνης, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κλπ; Οὐχί. Οὐδὲν λοιπὸν ἄλλο κατορθοῦται διὰ τῶν δωδεκατημορίων παρὰ μόνον πρᾶξίς τις τυπική, δῆθεν συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, ἀνυπάρκτου δὲ συγκαταθέσεως ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα ῥητῶς καὶ ὡρισμένως. Εἶπον ὅ,τι εἶπον, οὐχὶ διότι εἶναι δυνατὸν βεβαίως ἐντὸς τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, τῶν ὑπολειπομένων μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου, νὰ κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλὰ διότι πρέπει τέλος πάντων νὰ θελήσωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἄρσεως τῶν προσκομμάτων εἰς τὴν κατὰ γράμμα ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος μὲ προέλαβε, θίξας τὸ ζήτημα τὸ συνταγματικὸν, καὶ μὲ προέλαβε μέλλοντα μάλιστα νὰ μνημονεύσω τῆς γνώμης τῆς ἐκτεθειμένης ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτοῦ συγγράμματι περὶ συνταγματικοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ὁ κύριος συνάδελφος, ἁρμοδιώτατος μεταξὺ τῶν πρώτων νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ συνταγματικῶν ζητημάτων, ἔθιξε τὸ ζήτημα ἁπλῶς, ἵνα προκαλέσῃ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ταχυτέραν μεταρρύθμισιν τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν λογιστικὸν ἡμῶν νόμον, εἰς τρόπον ὥστε ἀπὸ τοῦ χρονολογικοῦ ἔτους νὰ μετατεθῶμεν εἰς ἄλλο, τὸ οἰκονομικὸν ἔτος, καθ’ ὃ ὁ μὴν τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ν’ ἀπέχῃ πολὺν χρόνον ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ παρατηρήσω ἐνταῦθα, ὅτι συμβαίνει τι, τὸ μὴ σύνηθες ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς Βουλαῖς, συμβαίνει τι, ὅπερ κατ’ ἐμὲ, ἐφ’ ὅσον γινώσκω τὰ τῶν Βουλῶν πράγματα καὶ ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, δὲν συνέβη ἄλλοτέ ποτε, κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος. Καὶ θέλω εἴπει περὶ τούτου, συνεχίζων τὸν λόγον. Πρὶν ἢ ὅμως φθάσω εἰς τοῦτο, ἐρωτῶ, διὰ τίνα λόγον εἰσάγεται σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως τῶν δύο δωδεκατημορίων, σήμερον 17 Δεκεμβρίου, ὅτε μόλις ἔχομεν 18 ἢ 19 ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἡμέρας συγκληθέντες ἐργαζόμεθα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ; Ἔλειπεν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὁ χρόνος ὁ κατάλληλος, ἵνα συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς 29 Νοεμβρίου, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὸν καιρὸν νὰ ἐργασθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἔπειτα ἐπιληφθῇ αὐτοῦ ἐγκαίρως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως καταστῇ δυνατόν, εἰ μὴ τὸν μῆνα τοῦτον, τοὐλάχιστον τὸν μῆνα Ἰανουάριον νὰ ἔχωμεν ἐψηφισμένον τὸν προϋπολογισμόν; Ἔλειπεν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ δύναμις ἡ κοινοβουλευτικὴ, ἡ δύναμις εἰς ἀριθμὸν Βουλευτῶν ὑποστηριζόντων αὐτὴν μέχρι καὶ πλήρους ἀπαρτίας, ὥστε ἐρχομένη ἐγκαίρως ἐνταῦθα νὰ μὴ κατορθώσῃ, διευθύνουσα τὰ τῆς πλειονοψηφίας, ὡς προσήκει εἰς Κυβέρνησιν ἰσχυρὰν συνταγματικὴν, νὰ διευθετήσῃ οὕτω τὰ τῆς πλειονοψηφίας, ὥστε νὰ εὑρισκώμεθα σήμερον πλησίστιοι ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ; Οὐδὲν τούτων ἔλειπεν. Εἶχε προηγούμενον ἡ Κυβέρνησις αὕτη, προηγούμενον ὅπερ εἰς αὐτὴν ἔπρεπε νὰ μένῃ διαρκῶς ὑποχρεωτικὸν παράδειγμα· εἶχε προηγούμενον τὸ τοῦ ἔτους 1892–1893, καθ’ ὃ οὐχὶ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον,—καὶ περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω μετ’ ὀλίγον,—ἀλλ’ εἰς τακτικὴν Σύνοδον συνεκλήθη ἡ Βουλὴ τὴν 29 Ὀκτωβρίου 1892, καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἤρξατο τῶν συζητήσεων, εὐθὺς δὲ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας κατετέθη ὁ προϋπολογισμὸς, ἐγένετο ἡ ἐπεξεργασία αὐτοῦ, ἡ δὲ Βουλή,— καὶ τότε ἐμεσολάβουν ἑορταὶ—καίτοι εἰργάζετο ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ οὐχὶ μόνον ἀπὸ τῆς 1 Δεκεμβρίου, ὡς σήμερον, ὑπείκουσα εἰς τὰς συμβουλὰς τοῦ διευθύνοντος τὴν πλειονοψηφίαν, ἔμεινε καθ’ ὅλας τὰς ἑορτὰς ἐνταῦθα καὶ συνεζήτησεν ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, οὕτω δὲ δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Δεκέμβριον αἴτησις πιστώσεως δύο δωδεκατημορίων,—αἴτησις δικαιολογουμένη ὑπὸ μόνης τῆς ἀνάγκης, ἄνευ δὲ τῆς ἀνάγκης εὑρισκομένη ἔξω τοῦ Συντάγματος,—ἀλλ’ ἔμεινεν ἡ Βουλὴ τότε καὶ ἐψήφισε τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐψήφισεν ὅλους τοὺς νόμους τοὺς περὶ φόρων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τοῦ νόμου περὶ ἐσόδων, συνεδρίασε καὶ τὴν 23 Δεκεμβρίου, δύο ἡμέρας πρὸ τῶν Χριστουγέννων, συνεδρίασε καὶ τὴν 28 Δεκεμβρίου, δύο ἡμέρας μετὰ τὰ Χριστούγεννα, συνεδρίασε καὶ τὴν 30 Δεκεμβρίου, παραμονὴν τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, συνεδρίασε καὶ τὴν 2 Ἰανουαρίου, ἐπιοῦσαν τῆς πρώτης τοῦ ἔτους. Καὶ ἐκείνη ἡ Βουλὴ ἀπετελεῖτο ὑπὸ Ἑλλήνων, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἀντιπρόσωποι εἶχον, ὡς καὶ ἡμεῖς ἔχομεν, ἀνάγκας οἰκογενειακάς, εἰργάζοντο δὲ δύο ἤδη μῆνας πρότερον, ἀλλ’ εἰργάσθησαν καὶ τὰς ἑορτάς. Διατί; Διότι τὸ πνεῦμα τὸ ἐμφυσηθὲν εἰς αὐτοὺς ἦτο πνεῦμα καθοδηγοῦν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, εἰς τὴν τήρησιν τῆς συνταγματικῆς γραμμῆς. Ἀλλὰ σήμερον, μετὰ 18 ἡμέρας ἀπὸ τῆς συγκλήσεως ἡμῶν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ἐκουράσθημεν ἤδη· κατεκόπησαν οἱ Ὑπουργοὶ, ἐπιθυμοῦσιν ἄνεσιν, κατεκόπησαν οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτοὺς, ἐπιθυμοῦσιν ἄνεσιν· καὶ, ὅπως δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἄνεσιν ταύτην, τί πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν; Δύο δωδεκατημόρια. Διατί; Μήπως αἱ ἑορταὶ, αἱ ἀρχόμεναι τὴν 25 Δεκεμβρίου καὶ λήγουσαι τὸ βραδύτερον τὴν 7 Ἰανουαρίου, σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς συγκοινωνίας ἐν Ἑλλάδι, ἐμποδίζουσι τοὺς Βουλευτὰς νὰ εὑρίσκωνται ἐνταῦθα τὴν 10 ἢ 15 Ἰανουαρίου; Ἀλλ’ ἐὰν οἱ Βουλευταὶ δύνανται νὰ ἦναι ἐνταῦθα τὴν 10 ἢ 15 Ἰανουαρίου, πρὸς τί ζητεῖτε σήμερον τὰ δωδεκατημόρια; Ζητούμενον τότε τὸ δωδεκατημόριον τοῦ Ἰανουαρίου, ἆρά γε δὲν ζητεῖται ἐγκαίρως καὶ δὲν δυνάμεθα ψηφίζοντες τότε αὐτὸ νὰ ἔχωμεν αὐτὸ πρὶν ἢ ἐπιστῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκτελέσεως τῶν πληρωμῶν; Ἀπόδειξις τοῦ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ παρελθόν· διότι ἀκριβῶς κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ἐν ᾧ συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἵνα ἀφεθῇ, ὡς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ τότε, ὁ κατάλληλος χρόνος πρὸς συζήτησιν ἐν ἀνέσει, τὴν 13 Ἰανουαρίου ὑπεβλήθη αἴτησις περὶ δωδεκατημορίου, οὐχὶ δύο μηνῶν, ἀλλὰ μόνον τοῦ Ἰανουαρίου. Καὶ ὅτε ἐγένετο λόγος ἐν ταῖς τάξεσι τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τοῦ βραδέως καὶ περὶ τοῦ ἀτελοῦς τῆς ὑποβολῆς τοιαύτης αἰτήσεως, διότι ἐζήτουν πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἐκ τῆς φάλαγγος τῆς Ὑπουργικῆς νὰ προστεθῇ καὶ ὁ Φεβρουάριος, ἠρνεῖτο ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ χρόνου ἐκείνου νὰ προσθέσῃ καὶ τὸν Φεβρουάριον, λέγων ὅτι ἐλπίζει ὅτι θέλει ψηφισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς μέχρι τῆς ὥρας τῶν πληρωμῶν τοῦ Φεβρουαρίου. Διατὶ σήμερον ἡ ἐξαίρεσις; καὶ διατὶ δὲν ἀκολουθοῦμεν τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο; Τίνες αἱ ἀρχαὶ αἱ νέαι, αἵτινες ἐμφανισθεῖσαι προεκάλεσαν τὴν τοιαύτην μεταβολὴν γνωμῶν; Ἀλλ’ εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἔρχονται σήμερον οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ζητοῦσί τι ἔκρυθμον προφανῶς ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεων. Καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅστις τὰ τοιαῦτα γινώσκει καλῶς καὶ παρετήρησε βεβαίως τί ζητεῖται, οὐδένα εἰδικώτερον ἐποιήσατο λόγον περὶ τούτου, λόγον ὅστις πολλὴν ἤθελεν ἔχει βαρύτητα, ἐξερχόμενος ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, εἰδικοῦ συνταγματολόγου. Τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεων περιλαμβάνει ὅρον, ὅστις ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν οὐδέποτε περιελήφθη ἐν αἰτήσει περὶ δωδεκατημορίων. Περιέχει διάταξιν ἐν ἄρθρῳ 1, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εἰσπράττῃ τοὺς φόρους μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δηλαδὴ ζητούμεθα νὰ παράσχωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσπράττῃ διαρκῶς τοὺς φόρους, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν ἢ τὴν ἱκανότητα νὰ ἀκολουθῆται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῆς Συνόδου ταύτης τῆς ἐκτάκτου. Ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ προσκρούσῃ εἰς δυσχερείας ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸν προσεχῆ χρόνον, μετὰ ἕνα ἢ μετὰ δύο μῆνας, λέγει πρὸς ἡμᾶς: «δότε μοι τὴν ἄδειαν νὰ εἰσπράττω τοὺς φόρους μέχρις ὅτου ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός.» Καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ψηφισθῇ τὸν Ἰανουάριον ἢ τὸν Φεβρουάριον, ἐὰν ἐπέλθωσι γεγονότα μεταβάλλοντα τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς νῦν διακείμεθα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, κατὰ ποῖον δικαίωμα καὶ διὰ τίνα λόγον θὰ δώσωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ εἰσπράττῃ τοὺς φόρους ἄνευ ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ταῦτα δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος; Πότε ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἄδεια; Ἐπιτρέπεται ὅτε πρόκεινται ἀνώμαλοι, ἔκτακτοι περιστάσεις. Καὶ ἡ ἱστορία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος παρέχει παραδείγματα τοιούτων περιστάσεων, περιστάσεων καθ’ ἃς διὰ Βασ. Διατάγματος ἡ ἄδεια λαμβάνεται ἐπὶ τῷ ὅρῳ αἰτήσεως συγγνώμης ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τοιαύτη ἦτο ἡ περίστασις ἐν ἔτει 1875, τοιαύτη ἦτο ἡ περίστασις ἐν ἔτει 1898, φερουσῶν τὴν νόμιμον εὐθύνην τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες τοιαύτην ἠκολούθησαν πορείαν, διότι ἡ εὐθύνη μένει πάντοτε ἀκεραία. Δίδεται ἡ τοιαύτη ἄδεια καὶ διὰ νομοθετικῆς πράξεως, ἀλλὰ πότε; Ὅτε, ὑφισταμένης τῆς Βουλῆς, ὑπάρχουσι καὶ ἀνώμαλοι περιστάσεις, κωλύουσαι τὴν ψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων. Καὶ τοιαῦται ἀνώμαλοι περιστάσεις ἐπαρουσιάσθησαν ἅπαξ ἢ δὶς κατὰ τὴν τελευταίαν πολιτικὴν περίοδον. Ἔχομεν τὸν νόμον τῆς 21 Αὐγούστου 1897, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐντίμου συμπολίτου μου προταθέντα, ἐν ᾧ περιέχεται αὐτὴ αὕτη ἡ διάταξις ἡ περιεχομένη καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καὶ περιέχεται καλῶς ἐκεῖ, διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἐζητεῖτο καὶ ἐδίδετο τοιαύτη πληρεξουσιότης, τοιαύτη ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, διεκείμεθα ἐν ἀνακωχῇ πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἐν ἀδήλῳ θέσει περὶ τοῦ μέλλοντος, εἴμεθα ἐν ὥραις, καθ’ ἃς ἀλλαχοῦ παρέχουσι καὶ δικτατορίαν. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς ὁμοίαν περίστασιν; Δὲν εἰσήλθομεν ἀπό τινων μηνῶν εἰς τὰ κανονικὴν ὁδόν; Δὲν ἐψηφίσαμεν δύο προϋπολογισμοὺς κατὰ τὸ τέλος τῆς ἀνωμαλίας, ἀμφοτέρους ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης προσαχθέντας; Διὰ τίνα λόγον ἐξερχόμεθα σήμερον τῆς κανονικῆς ὁδοῦ; Ἐν ἔτει 1898, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐντίμου ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου, ὁμοία περίπτωσις ἐπαρουσιάσθη, διότι καὶ τότε εἶχε συνομολογηθῆ ἡ εἰρήνη, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς Θεσσαλίας ἦσαν ἔκρυθμα καὶ τὰ τοῦ ἐλέγχου ἦσαν ὑπὸ συζήτησιν. Ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, μάλιστα ζῶσαν ἐκ τῆς ἀνοχῆς τῆς Βουλῆς, ἦτο ἀδύνατον εἰς αὐτὴν, οὕτως ἐχουσῶν τῶν περιστάσεων, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη, ἂν ἡ ἀνοχὴ τῆς Βουλῆς δὲν παρεῖχεν αὐτῇ τὴν ἄδειαν, ἣν ἐζήτησε, καὶ καλῶς ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν ἄδειαν ταύτην τότε. Ἀλλὰ σήμερον ποῖος ὁ λόγος, ὁ πείθων ἡμᾶς νὰ δώσωμεν τοιαύτην ἄδειαν, ἥτις ἐξάγει ἡμᾶς ἔξω τῶν διατάξεων τῶν συνταγματικῶν; Ταῦτα, Κύριοι, ὤφειλον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὀφείλων νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς θέμα μεγάλης σπουδαιότητος. Ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ψήφισις τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὸν νόμων, ὧν ἄνευ δὲν ἔχουσι ζωὴν οἱ νόμοι οἱ φορολογικοί, οἱ νομίμως ἐψηφισμένοι καὶ δεδημοσιευμένοι, ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν συναφῶν αὐτῷ νόμων εἶναι τὸ κύριον, τὸ δραστικώτατον ἔργον τῆς Βουλῆς ἐν συνταγματικῷ Κράτει. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ συνέχον καὶ ἀνακόπτον τὰς ὁρμὰς τῶν προθυμουμένων νὰ ἐξέλθωσι τῆς κανονικῆς, τῆς ὑπὸ τοῦ θεμελιώδους νόμου διαγεγραμμένης τροχιᾶς. Ἐὰν δὲ ἡμεῖς ἐνταῦθα παραβλέψωμεν τὸ καθῆκον τῆς διατηρήσεως τῶν πραγμάτων ἐν τῇ κανονικῇ αὐτῶν τροχιᾷ, πολὺ εὐκόλως θέλουσιν εὑρεθῆ οἱ πρόθυμοι αὔριον νὰ ἐξέλθωσιν αὐτῆς ἔτι μᾶλλον ἢ ὅσον ζητοῦσι σήμερον οἱ ἐπὶ τῶν ἑδωλίων ἐκείνων καθήμενοι (δεικνύει τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν). Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω λέγων, ὅτι εἶναι ἀναγκαία πᾶσα ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης ἄνευ ἀπορρίψεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος εἰς ἡμᾶς. Ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, δὲν ἐκάλεσε μόνον βραδέως τὴν Βουλήν, ἐνῷ ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ καλέσῃ αὐτὴν πρότερον, ἀλλὰ καὶ ἐκάλεσεν αὐτήν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἣν γινώσκω μὲν, ὅτι δὲν συμμερίζονται πάντες οἱ ἐνταῦθα εὑρισκόμενοι καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς τάξεσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρεσβεύω ὅμως αὐτὴν πεποιθότως καὶ ὀφείλω νὰ διατυπώσω ἐνταῦθα, ἐκάλεσεν αὐτὴν κατὰ τρόπον, ὅστις, κατ’ ἐμὲ, βεβαίως δὲν εἶναι παντελῶς συνταγματικός. Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ εὑρίσκηται ἐνταῦθα παροῦσα τὴν πρώτην Νοεμβρίου· ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγματος. Τὸ δὲ Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς τὸν Βασιλέα, ἔχοντα καθῆκον νὰ δεχθῇ τὴν Βουλήν, οὕτως αὐτοδικαίως συνερχομένην τὴν 1 Νοεμβρίου, ἔδωκεν ἀντίστοιχον δικαίωμα, ἐὰν κρίνῃ, ὅτι ὑπάρχει περίστασις, ἀπαιτοῦσα τοῦτο, νὰ καλέσῃ αὐτὴν πρότερον. Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης, κατ’ ἐμὲ, δὲν δέχεται δύο ἑρμηνείας. Ἐδόθη εἰς τὸν Βασιλέα ἡ ἐκλογὴ νὰ μὴ ἐκτεθῇ ἀδύνατος ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, συνερχομένης αὐτοδικαίως καὶ καταλαμβανούσης τὰς ἕδρας αὐτῆς ἐνταῦθα· ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἡ ἐκλογὴ νὰ προλάβῃ τὴν τοιαύτην αὐτεπάγγελτον συνταγματικὴν ἐμφάνισιν τῆς Βουλῆς, αὐτὸς κινῶν τὴν μηχανὴν τῆς προσκλήσεως τῶν Βουλῶν ἐγκαίρως. Ἡ 1 Νοεμβρίου εἶναι καθ’ ἕκαστον ἔτος ἀναγκαία ἡμέρα παρουσίας τῶν Βουλευτῶν ἐνταῦθα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν· ἂν δὲ παρεμπέσῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἰς χρόνον, καθ’ ὃν ὡς ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς Αʹ Συνόδου γεννᾶται ἕνεκα τοῦ Νοεμβρίου ἡ ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ καὶ δευτέρα Σύνοδος τακτικὴ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, τὸ Σύνταγμα οὐδαμοῦ ἀπαγορεύει τὴν δευτέραν ταύτην Σύνοδον. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ἁπλῶς τετραετῆ τὸν βίον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα οὐδαμοῦ λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν τετραετίαν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πέντε Συνόδους. Ἐὰν δὲ, ὡς ἐκ τῆς εἰδικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Συντάγματος, μετὰ διάλυσιν τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ πρόσταγμα τοῦ Συντάγματος, κινοῦν τὸν Βασιλέα καὶ τοὺς ὑπευθύνους αὑτοῦ συμβούλους, καλῇ εἰς τακτικὴν Σύνοδον, τὸν τρίτον μῆνα τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς διαλύσεως, τὴν νέαν Βουλὴν, ἡ τακτικὴ αὕτη Σύνοδος, ἡ καλουμένη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ἡ τακτικὴ Σύνοδος ἡ συγκαλουμένη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγματος. Ἄλλη ἡ μία, ἄλλη ἡ ἄλλη. Ἄλλη ἡ ἐπιταγὴ, ἐξ ἧς συνέρχεται ἡ νέα Βουλὴ τὸν τρίτον μῆνα μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς προτέρας πρὸς ἐκπλήρωσιν ἔργων, ἅτινα ἀφέθησαν ὑπὸ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ἀνεκτέλεστα, ἀνεκπλήρωτα· ἄλλη ἡ ἐπιταγὴ, ἐξ ἧς συνέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν κανονικὴν αὐτῆς ἐτησίαν Σύνοδον, ἡ ἐπιταγὴ τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγματος, ἥτις δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐλευθερίαν ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ αὐτῇ τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς ψήφισιν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ κύριον θέμα, λέγω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ ζητουμένη πίστωσις δύο δωδεκατημορίων καὶ ἡ ἐν τῇ αὐτῇ αἰτήσει περιλαμβανομένη διάταξις περὶ παροχῆς ἀδείας εἰσπράξεως τῶν φόρων ζητοῦνται ἀορίστως, μέχρις ὅτου ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἡ διπλῆ αὕτη αἴτησις δεῖται διπλῆς μεταρρυθμίσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀναβολὴν αὐτῆς ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου. Περιοριστέα εἰς μόνον τὸν πρῶτον μῆνα, διότι βεβαίως τὸν Ἰανουάριον θέλομεν ἔχει καιρὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸ δωδεκατημόριον τοῦ Φεβρουαρίου. Περιοριστέα δι’ ἀπαλείψεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἄδεια εἰσπράξεως τῶν φόρων, ὅτε τοιαύτη ἄδεια μόνον ἐν ἀνωμάλοις περιστάσεσιν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§107Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξαρτήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην τῆς ἐκ τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, βεβαίως καὶ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος καὶ τὰ λοιπὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον ἀπορριφθῆ. Εὐτυχῶς δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν γνώμην τῶν πολλῶν, οὔτε τὴν τῆς μειονοψηφίας.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκπροσωπῶ τὴν ἰδικήν μου μόνον.
§109ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγματος, ἐπειδὴ ἔχομεν παρελθόντα ἱκανὸν συνταγματικὸν βίον, γινώσκομεν πάντες, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 54 ὁρίζει τοῦτο, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ μὴ συνέλθῃ πρότερον, δέον αὐτοδικαίως νὰ συνέλθῃ τὴν 1 Νοεμβρίου. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μεμονωμένης γνώμης, ἢ μᾶλλον τῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν συζητῶν. Ἀρκοῦμαι μόνον εἰς τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸς τὴν Βουλήν. Εἶπεν εἰς αὐτὴν, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα διακόψωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὰς ἐργασίας των ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔχει τοιαύτην γνώμην. Ἐπεκαλέσθη ἓν παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν διεκόπησαν ἕνεκα τῶν ἑορτῶν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Λησμονεῖ ὅμως, ὅτι τότε ὑπῆρχον ἐθνικὰ συμφέροντα, ὑπαγορεύοντα νὰ μὴ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας εἶχε τότε ἀποχρῶντας λόγους νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως μὴ ἡ Βουλὴ διακόψῃ, ἀλλὰ ἐργασθῇ διαρκῶς. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι διετέλεσατε Βουλευταὶ ἐν παρελθούσαις Περιόδοις γινώσκετε, ὅτι εἶναι ἴσως ἡ ἑκατοστὴ φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἠναγκασμένη μία Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων, ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει...
§110Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἑκατοστὴ φορὰ;
§111ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω. Ἐὰν δὲν εἶναι ἑκατοστή, θὰ εἶναι πεντηκοστή... Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε ὅσοι παρακολουθεῖτε τὰς ἐργασίας τῶν Κοινοβουλίων ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖά εἰσι μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα πολιτικῶς, ὅτι παρετηρήθη πανταχοῦ τὸ φαινόμενον τοῦτο, ὅτι ψηφίζονται νόμοι περὶ δωδεκατημορίων...
§112ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§113ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα οὔτε πρόκειται νὰ συζητήσωμεν θεωρητικῶς τὸ ζήτημα ἀπὸ ἕδρας Πανεπιστημίου.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§115ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ὥστε δὲν ἦτο ἀνάγκη διδασκαλίας ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ προεκλήθη ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς προσέθηκεν, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων θὰ γείνῃ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἰσχυόντων νόμων, ἐφοβήθη δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπονομεύει τῆς Βουλῆς τὰ δικαιώματα. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τῶν δωδεκατημορίων δὲν ἠδύνατό ποτε νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν μέχρι τέλους Φεβρουαρίου νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ὅτε ἄλλοτε ὑπεβάλλοντο νομοσχέδια περὶ δωδεκατημορίων, οὐδεμία ἀνεγράφετο διάταξις περὶ τῶν ἐσόδων, διότι ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων, καὶ ὁσάκις συνέπεσεν ἐκ λόγων ἀνωτέρας βίας νὰ μὴ ψηφισθῇ ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμὸς, ἐνεργεῖται ἀπροσκόπτως, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων. Οὔτε ὑπῆρξέ ποτε τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, διότι δὲν ὑπάρχει ἢ νόμος περὶ δωδεκατημορίων ἢ νόμος περὶ προϋπολογισμοῦ, ἐπιτρέπων τὴν εἴσπραξιν. Ἰδίως ὁ νόμος περὶ δωδεκατημορίων ἐν τῇ οὐσίᾳ καὶ ἐν τῇ πράξει ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὰ ἔξοδα. Κατ’ ἀκολουθίαν οὐδεμία πρόθεσις νὰ ἀνατραπῇ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ἴνδαλμα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς μόνος ἄγρυπνος φρουρὸς αὐτοῦ, ὑπολαμβάνων ἡμᾶς τοὺς ἐν τοῖς ὑπουργικοῖς ἐδωλίοις διατελοῦντας ὡς δολιευομένους αὐτό. Ἀλλὰ διατὶ νὰ προτείνωμεν δωδεκατημόρια δύο μηνῶν; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ ἑκάστοτε. Διατί; Διότι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου ἡ συζήτησις ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, νὰ εὑρεθῶμεν δ’ οὕτως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν καὶ ἄλλο δωδεκατημόριον. Δὲν ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπάρχει τάσις πρὸς κωλυσιεργίαν, τοὐναντίον ὑποθέτομεν, ὅτι καὶ κατὰ τὰς ὑπολοίπους ἡμέρας, καὶ κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῶν ἐργασιῶν, ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδεμίαν θέλει παρεμβάλει δυσκολίαν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνδέονται πρὸς τὸν προϋπολογισμόν.
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι πρώτην φορὰν εὑρίσκομαι ἀντιπολιτευόμενος πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι καὶ πρώτην φορὰν ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις αὕτη. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις γίνεται κατὰ ταύτης, πρέπει νὰ θεωρηθῶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἀρχάριος εἰς τὰ κατ’ αὐτήν. Εὐτυχῶς συνεπορεύθημεν μακρὸν χρόνον μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ αὐτῇ πολιτικῇ μερίδι, καὶ πλέον ἢ ἅπαξ συναντεπολιτεύθημεν πρὸς ἄλλους, ὅτε καὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ζωηρῶς. Εἶναι βέβαιον, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ συνέπεσε νὰ ἀντιπολιτεύωμαι μετ’ αὐτοῦ ἐναντίον τῶν τότε ἐν τοῖς πράγμασι, δὲν συνέπεσε νὰ ἴδω τοιοῦτο νομοσχέδιον, ὥστε νὰ συγκινηθῇ ἡ συνταγματική μου εὐαισθησία καὶ νὰ ὁμιλήσω καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησα περὶ ταύτης τῆς σήμερον ἀποπειρωμένης παρεκτροπῆς. Εὐτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προλαβὼν ἔδωκε τόπον τῇ ὀργῇ· διότι ὑπεχώρησεν εἰς ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ ἐπιτύχω νὰ ὑποχωρήσῃ, δηλαδὴ περιώρισε τὴν ἐλευθερίαν νὰ εἰσπράττῃ φόρους κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν δὲν ἐδόθη αὐτῷ ἡ ἄδεια νὰ ἐνεργῇ δαπάνας. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον, πῶς, ἐνῷ ἐνεθυμήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ψέξῃ τὸν ὁμιλοῦντα ταύτην τὴν ὥραν ἐπὶ παραφορᾷ ἐν τῷ ἀντιπολιτευτικῷ ἔργῳ, ἐνῷ πρόκειται περὶ τοῦ μηδενὸς, πῶς δὲν ἐνεθυμήθη τὸ παρελθὸν, εἰς ὃ ἀνεφερόμην, καὶ πῶς πρὸ πάντων δὲν ἐνεθυμήθη, ὅτι οὐδὲν τὸ ἀνώμαλον εἶχεν οὐδ’ ἡ περίστασις τοῦ 1892, καὶ ὅμως κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, συνεργαζομένων ἡμῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐδέχθησαν νὰ παραμείνωσι κατὰ τὰς ὑποδείξεις ἡμῶν οἱ Βουλευταὶ,—οἵτινες, εἰρήσθω, ποτὲ δὲν φέρουσι δυσκολίαν, ὁσάκις μετὰ λόγου ἀπαιτῆται παρ’ αὐτῶν ἐργασία, διότι ἀναγνωρίζουσι τὰ καθήκοντα αὑτῶν,—καὶ προεχωρήσαμεν τότε κανονικῶς εἰς τὰ ἔργα, ἑορτάσαντες καὶ τὰς τέσσαρας ἢ πέντε ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῶν πλείστων συναδέλφων αὑτοῦ ἔχει παραδόσεις, ἃς ἐλπίζω ὅτι θέλει προσπαθήσει νὰ τηρήσῃ. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν τηρεῖ αὐτὰς, δὲν ἔχομεν μὲν ἡμεῖς δικαίωμα νὰ ἀναγκάσωμεν αὐτὸν εἰς τοῦτο, πάντως ὅμως ἔχομεν δικαίωμα νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι ἡ παράδοσις τοῦ παρελθόντος δὲν ἐτηρήθη ὑπ’ αὐτοῦ. Ἁπλῆ στατιστικὴ σημείωσις. Ἔχει δὲ μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν καὶ συνάδελφον, ὅστις ἐνώπιον πολὺ ἁπλουστέρου ζητήματος ἢ τὸ παρὸν ἐξηγέρθη καὶ, μὴ εὑρισκομένου τότε ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ κυρίου Φλογαΐτου, ἀπετάθη εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ζητήσας μάθημα, ἵνα διδαχθῇ, τί εἶναι αὗται αἱ προσωριναὶ πιστώσεις. Ὁ συνάδελφος οὗτος εἶναι ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς, ὅστις σημειωτέον ὅτι εἶχεν ἄλλοτε, ἀνήκων εἰς ἄλλο κόμμα, ἐκφράσει τοιαύτην γνώμην, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἔκτακτος Σύνοδος κατὰ παράλειψιν τῆς 1 Νοεμβρίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν ἔτει 1892, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ὑπέβαλε κατὰ τὴν 13 Ἰανουαρίου αἴτησιν πιστώσεως, ὑποβεβλημένου ὄντος καὶ συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τὸν πρῶτον μόνον μῆνα τῆς χρήσεως, ἐξηγέρθη καὶ ἠρώτησε τὸν τότε Πρωθυπουργόν: «Παρακαλῶ, ἐξηγήσατέ μοι, ποῦ εὕρετε ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τοῖς νόμοις τὰς αἰτήσεις περὶ πιστώσεων δωδεκατημορίων;» Καὶ ἔλαβε τὸ μάθημα, ὅπερ ἐζήτησεν. Ἔλαβε μάλιστα τὸ μάθημα συμπληρωματικῶς καὶ παρὰ τοῦ τότε βουλευτοῦ Ἠλείας κυρίου Διονυσίου Παυλοπούλου! (ἱλαρότης). Τόσον δὲ τὸ μάθημα ἦτο ἰσχυρὸν, ὥστε ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἂν ζητήσητε, δὲν εὑρίσκετε τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἀγόρευσιν, δι’ ἣν ἀντημείφθη ὑπὸ τοῦ δευτέρου διδασκάλου. Ὅτε λοιπὸν τὰ μέλη πάντα τῆς Κυβερνήσεως—ἑνὸς μόνου ἐξαιρουμένου, διότι οὗτος, ἀνήκων εἰς ἄλλην μερίδα, δὲν εἶναι ἐκτεθειμένος ἐπὶ τοιαύτῃ γνώμῃ,—ἔχουσι τοιοῦτον παρελθόν, ἀπορίας ἄξιον, πῶς κατέχονται ὑπὸ τοσούτου λήθης, ὥστε, ἐνῷ ἠρνοῦντο οἱ μὲν νὰ ζητήσωσι χρόνον πλείονα, ὁ δὲ νὰ παραχωρήσῃ καὶ τὸν ἐλάχιστον τοῦτον ἑνὸς δωδεκατημορίου, σήμερον ἔρχονται καὶ ζητοῦσι νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν, ὅπως εἰσπράττωσιν ἐλευθέρως καὶ δαπανῶσιν ἐλευθέρως.
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺς γίνεται λόγος, Κύριοι, περὶ παραδόσεων, περὶ παρελθόντος, περὶ Συντάγματος, περὶ λήθης παρελθόντος· ἀλλ’ ἄς μοι ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι πολὺς λόγος γίνεται περὶ μὴ σοβαρῶν πραγμάτων. Διότι πράγματι περὶ τίνος πρόκειται, Κύριοι; Πρόκειται ἁπλούστατα περὶ τούτου: Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν εἶχε τὴν εὐτυχίαν, κατὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας συνεδριάζει ἡ Βουλή, νὰ ἴδῃ ψηφισθέντα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ λέγει «ζητῶ δύο δωδεκατημόρια διὰ τοὺς δύο πρώτους μῆνας τοῦ 1900». Ἀντισυνταγματικὴ εἶναι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως; Οὐχὶ βεβαίως. Διότι ὅ,τι δήποτε ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιτρεπομένων, εἶναι συνταγματικόν, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἐνεργοῦσα ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς χορηγουμένων αὐτῇ ἀδειῶν, ἐνεργεῖ συνταγματικῶς. Πρόκειται τάχα περὶ νέου τινός, τὸ ὁποῖον δὲν συνέβη ποτέ; Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἐνθυμεῖται τὸ παρελθόν, τοσοῦτον δεικνύει πάντοτε σεβασμὸν πρὸς τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐλησμόνησαν, νὰ μοὶ εἴπῃ, ποσάκις κατὰ τὸ παρελθὸν ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου; Ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις ἀτυχῶς, εἴτε ἐκλήθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου, εἴτε ἐκλήθη κατὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου, εὑρέθησαν εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ ζητήσωσι δωδεκατημόρια. Ἀλλά, λέγει, πταίει ἡ Κυβέρνησις διότι δὲν ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν τὴν 1 Ὀκτωβρίου, πταίει ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ τέλη Νοεμβρίου, πταίει ἡ Κυβέρνησις διότι δὲν ἀπῄτησεν ἀπὸ τοὺς φίλους αὐτῆς, ἵνα μείνωσι νύκτας ὁλοκλήρους ἀκροώμενοι τὰς μακρὰς ἀγορεύσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅπως μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900! Ἀλλ’ ἄς ἴδωμεν, πταίει ἡ Κυβέρνησις πράγματι; Λησμονεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι κατὰ τὸ 1899 ἐγένοντο αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαί, λησμονεῖ ὅτι μετὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς μακραὶ ἐγένοντο συνεδριάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία αὕτη, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον κακίζει, καὶ ἡ Κυβέρνησις αὕτη, τῆς ὁποίας πᾶσαν πρᾶξιν ἀποδοκιμάζει καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἱκανότητα πρὸς διεύθυνσιν δὲν χάνει ποτὲ εὐκαιρίαν, ἵνα ἀμφισβητήσῃ, κατὰ τὰς ὁποίας, λέγω, ἡ Βουλὴ αὕτη, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἔδειξεν ἀντοχήν, τὴν ὁποίαν σπανίως Βουλαὶ ἔδειξαν, καὶ εἰργάσθη ὑπερανθρώπως ἐπὶ ὁλοκλήρους τρεῖς μῆνας. Μετὰ τὴν πολύμηνον καὶ πολύμοχθον ταύτην ἐργασίαν ἐπηκολούθησαν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Γινώσκει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἀναγκάζουσι τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Ἀδύνατον ἦτο ἀμέσως μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς νὰ καλέσωμεν τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν, τῶν Βουλευτῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰς ἰδιωτικὰς αὐτῶν ὑποθέσεις, ἃς ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἠναγκάσθησαν νὰ παραμελήσωσι, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ ἀναβάλωμεν ἐπί τινας ἡμέρας τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Ἀφ’ ἧς δὲ ἡμέρας ἡ Βουλὴ συνεδριάζει, ἐργάζεται, παρατείνουσα ἀργὰ τὰς συνεδριάσεις. Χθὲς ἀκόμη εἰργάσθη μέχρι τῆς ἑνδεκάτης, καὶ ἂν πολλάκις λύωμεν τὴν συνεδρίασιν πρὸ τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, πράττομεν τοῦτο, ἵνα μὴ κουράσωμεν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Δὲν λύομεν τὴν συνεδρίασιν διότι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι κατάκοποι, δὲν λύομεν αὐτὴν διότι ἡ πλειονοψηφία μᾶς ἀναγκάζει νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὰ παράπονα τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ, διατεινομένου ὅτι παρελθούσης τῆς δεκάτης δὲν δύναται σοβαρῶς νὰ ἀσχοληθῇ, καὶ ζητοῦντος, ἵνα λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα λόγον, ἵνα ὑποβάλῃ τὸν κύριον Βουλευτὴν εἰς κόπους ἀνωτέρους τῶν δυνάμεών του, φειδομένη αὐτοῦ, συναινεῖ, ὅπως λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ὑμῖν νὰ κακίσητε τὴν Κυβέρνησιν, διότι δεικνύει πρὸς ὑμᾶς τὴν ὀφειλομένην ὑμῖν ἁβρότητα; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ λέγει ὁ κύριος Βουλευτής, «διατὶ ζητεῖτε δύο δωδεκατημόρια, καὶ δὲν περιορίζεσθε εἰς ἕν; Θέλετε διὰ τῶν δύο δωδεκατημορίων νὰ ὑφαρπάσητε τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ περιφρουρηθῆτε κατ’ ἐνδεχομένης μειώσεως τῶν δυνάμεων τῆς πλειονοψηφίας». Ἀλλ’ ἐρωτῶ, καθ’ ἣν ἡμέραν δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον πλειονοψηφίαν ὑποστηρίζουσαν ἡμᾶς, κατὰ τί ἤθελον χρησιμεύσει εἰς ἡμᾶς τὰ δύο δωδεκατημόρια; Ἀλλὰ ὁ κύριος Βουλευτὴς προβαίνει περαιτέρω: «ζητεῖτε, λέγει, δύο δωδεκατημόρια διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ εἰσπράξητε τοὺς φόρους». Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον οὐδεμία Κυβέρνησις ἔλαβέ ποτε; Ὅλα ταῦτα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρά. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρόν, εἶναι ἡ ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ἐκδηλοῖ ὁ κ. Βουλευτής, ἵνα παραστήσῃ ἡμᾶς ἐπιλήσμονας τοῦ παρελθόντος, νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς ὡς μὴ σεβομένους τὸν Θεμελιώδη νόμον, νὰ παραστήσῃ δὲ ἑαυτὸν μόνον τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τηρητήν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδένα γινώσκω παρ’ ἡμῖν μὴ σεβόμενον τὸ Σύνταγμα καὶ μὴ ἐπιθυμοῦντα τὴν διατήρησιν αὐτοῦ. Ἑπομένως μηδενὸς ὑπάρχοντος τοῦ ἐπιθυμοῦντος εἴτε τὴν ἀθέτησιν εἴτε τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ὁ κ. Βουλευτής, παρουσιαζόμενος ἑκάστοτε ὡς ὑπέρμαχος τοῦ Συντάγματος, εἶναι κατώτερον τῆς ἀξίας αὐτοῦ.
§118Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Χρεωστῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἀνασκευάζων τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ εἶπον ὅ,τι εἶπον σήμερον περὶ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τῶν δωδεκατημορίων, ὅ,τι εἶπον καὶ ἄλλοτε, πρὸ πολλῶν ἐτῶν, διότι θέλω νὰ εἰσέλθωμεν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ἀληθῆ συνταγματικὴν τροχιὰν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εὑρισκόμεθα δυστυχῶς ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς παρ’ ἡμῖν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ὑπάρχῃ Συνταγματικὸν πολίτευμα λειτουργοῦν τελεσφόρως καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου, ἀνάγκη αἱ Βουλαὶ νὰ ἦναι οἱ πιστότεροι φύλακες τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ὅ,τι ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ εἶναι καὶ συνταγματικὸν, διότι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συνάγματος. Ἀκριβῶς τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐψηφισμένος προϋπολογισμὸς κατὰ τὴν πρώτην ἑκάστου ἔτους καὶ νὰ ἐπεξεργάζηται ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ὁριζομένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀπαιτεῖ ἑπομένως τὴν εἰδικὴν ἐπεξεργασίαν ἐπιτροπῆς ὁλοκλήρου, ὅπως βασανίσῃ ἐν λεπτομερείᾳ τὰ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μετὰ τοῦτο ἔλθῃ οὗτος εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν, ὅπως μὴ παρεισφρήσῃ εἰς αὐτὸν καὶ λεπτοῦ ἔτι περιττὴ δαπάνη. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίων ἀποκλείει τοιαύτην συζήτησιν, διότι δὲν προηγήθη τοιαύτη προεξέλεγξις, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ προηγηθῇ.
§119Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προηγήθη.
§120ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐκ τοῦ προχείρου δὲν δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μελετήσῃ καὶ ἐπιφέρῃ γνώμην.
§121ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλομένη διατύπωσις ἐτηρήθη.
§122ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διατυπώσεως ἁπλῆς, πρόκειται περὶ οὐσιαστικῆς διατάξεως· πρόκειται περὶ συντάξεως πλήρους ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπισταμένως ἐξεταζούσης τὰ τῶν λεπτομερειῶν. Καὶ ἄλλοτε ἐγὼ ὡμίλησα κατὰ τῶν δωδεκατημορίων, κατὰ τὸ 1884, πρωθυπουργοῦντος τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ὅστις, κατὰ τὰ παρ’ ἡμῖν εἰωθότα, εἶχεν ὑποβάλει πρότασιν νόμου περὶ δωδεκατημορίων· ἀλλ’ ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, γνώστης πολὺ πλέον τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ συνταγματικῶν πραγμάτων παρὰ τοὺς νῦν Ὑπουργοὺς, δὲν ἀντέταξεν εἰς ἐμὲ, ὅτι τὰ δωδεκατημόρια εἶναι νόμιμα, τοὐναντίον ὡμολόγησεν, ὅτι εἶναι ἔκρυθμα, εἶπε δὲ μόνον, ὅτι, ἕως οὗ καθιερωθῇ ἄλλο λογιστικὸν ἔτος διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὑπαγορεύονται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Εἶναι δὲ πλάνη, ὅτι αὐτὸ γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι μόνον εἰς τὴν διεφθαρμένην ψευδοσυνταγματικῆς διοικήσεως ἐποχὴν τῆς Γαλλίας δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ συστήματος τῶν δωδεκατημορίων, εἰς οὐδὲν δ’ ἄλλο, σήμερον τοὐλάχιστον, Κράτος. Οὐ μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Ὁλλανδίᾳ, Νορβηγίᾳ, Σουηδίᾳ, οὐδέποτε εὑρίσκει τις παράδειγμα δωδεκατημορίου. Ἐν Ἰταλίᾳ, κατὰ Γαλλικὴν ἀπομίμησιν, ἐπεκράτει ἄλλοτε τὸ σύστημα τῶν δωδεκατημορίων, δι’ οὓς λόγους καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ ἐξέλιπε, προσδιορισθείσης τῆς πρώτης Ἰουλίου ὡς ἡμέρας ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Ἀλλαχοῦ πάλιν ὡρίσθη, πρὸ ἐτῶν ἐπίσης, ἡ 1 Ἀπριλίου ὡς ἡμέρα ἀρχῆς τοῦ λογιστικοῦ ἔτους. Ταῦτα εἶπον, οὐχὶ διὰ νὰ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διότι ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, ἄνευ τοῦ ὁποίου, εἰλικρινῶς ἐφαρμοζομένου καὶ ὑπὸ τῆς δεούσης νομοθεσίας συνοδευομένου, φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ βηματίσωμεν ἐπὶ τὰ πρόσω.
§123ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι δυνατὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ συγκληθῶσι καὶ πλείονες τῆς μιᾶς τακτικαὶ Σύνοδοι ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους.
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Εἶπον ῥητῶς, ὅτι μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν παρεμπίπτει διάλυσις καὶ μετ’ αὐτὴν ἔρχεται ἡ πρώτη τακτικὴ Σύνοδος, κατ’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, οὕτως ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ χρόνου τῆς λήξεως αὐτῆς καὶ τῆς 1 Νοεμβρίου, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ κληθῇ τακτικὴ Σύνοδος.
§125ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι συνάγεται ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην τοῦ Νοεμβρίου μηνὸς, ἐκτὸς ἂν ὁ Βασιλεὺς τὴν συγκαλέσῃ πρότερον.» Τὸ Σύνταγμα, ὡς παρατηρεῖτε, ὁμιλεῖ περὶ μιᾶς καὶ μόνης τακτικῆς Συνόδου, ἣν δύναται νὰ συγκαλέσῃ καὶ πρότερον ὁ Βασιλεύς, ἀλλὰ τούτου μὴ γενομένου συνέρχεται αὐτὴ αὐτοδικαίως τὴν 1 Νοεμβρίου. Ὁ ἕτερος τῶν Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὀφείλει νὰ συζητῆται καὶ ἐπιψηφίζηται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους. Τὸ Σύνταγμα ὅμως τί λέγει; «Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλήν, ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἑκάστης Συνόδου». Τοῦτο βεβαίως εἶναι καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις καὶ ἐπετέλεσεν αὐτὸ, εἰσαγαγοῦσα εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν οὐχὶ ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν, ὡς διακελεύει τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀρχῇ.
§126Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι, οὐδεμία ὑπάρχει διάταξις ῥητὴ καὶ σαφὴς ἐν τῷ Συντάγματι, ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως καλῇ τὴν Βουλὴν τὴν πρώτην Νοεμβρίου, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκλήθη αὕτη ἐντὸς τοῦ ἔτους συνεπεία ἐκλογῶν. Ἑπομένως δὲν δύναταί τις νὰ μεμφθῇ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ παραβιάσει ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διότι ἐκάλεσεν ἡμᾶς εἰς ἔκτακτον καὶ οὐχὶ εἰς τακτικὴν Σύνοδον. Δύναταί τις ὅμως νὰ μεμφθῇ αὐτῆς, ὅτι δὲν συνεμορφώθη ἐν καλῇ τῇ πίστει πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Διότι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει, ὅπως ἡ Βουλὴ συνέρχηται κατ’ ἔτος τὴν 1 Νοεμβρίου αὐτοδικαίως, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ νὰ συγκαλῇ αὐτὴν ἐπίσης κατ’ ἔτος, δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καίτοι ἡ Βουλὴ συνῆλθε μετὰ τὰς ἐκλογὰς, ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ εἰς τακτικὴν Σύνοδον πρὶν τῆς πρώτης Νοεμβρίου. Διότι, ἐὰν προσέξωμεν εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ κανονίζοντα τὰ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰ ἄρθρα περὶ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἠθέλησεν, ὥστε κατ’ ἔτος, τὸ βραδύτερον κατὰ τὴν πρώτην Νοεμβρίου, νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ εἰς τακτικὴν Σύνοδον καὶ ἐντὸς τῶν πρώτων δύο μηνῶν αὐτῆς νὰ ὑποβάλληται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἂν, ἐννοεῖται, δὲν ἐψηφίσθη. Ἐὰν αὐτὸς εἶναι θεμελιώδης κανὼν τοῦ Συντάγματος, βεβαίως πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν διάταξιν αὐτοῦ περὶ συγκλήσεως αὐτοδικαίως τῆς Βουλῆς μετὰ ἐκλογὰς ὡς μὴ ἀντικειμένην εἰς τὸν θεμελιώδη ἐκεῖνον κανόνα. Ἑπομένως πρέπει νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου καὶ νὰ συγκληθῇ εἰς τακτικὴν Σύνοδον, ἐὰν δὲν ἦναι ἐψηφισμένος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους. Λέγω εἰς τακτικὴν Σύνοδον, διότι ἡ σύγκλησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἦναι ὑποχρεωτική, μόνον δ’ αἱ τακτικαὶ, οὐχὶ δὲ καὶ αἱ ἔκτακτοι Σύνοδοι εἶναι ὑποχρεωτικαί. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἑπομένως ἡ νέα, ἡ μετὰ ἐκλογὰς, εὕρῃ ὅτι δὲν ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους παρὰ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, λογικὸν εἶναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἡ μετὰ τὰς ἐκλογὰς συνελθοῦσα, ἔρχεται νὰ ἐξακολουθήσῃ κυρίως καὶ συμπληρώσῃ τὸ διακοπὲν ἔργον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Ὅπως μὴ ἀφίνηται ἐλευθέρα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, διαλύουσα τὰς Βουλὰς καὶ διακόπτουσα τὸ ἔργον αὐτῶν, νὰ συγκαλῇ τὰς νέας ὁπόταν θέλῃ, τὸ Σύνταγμα ὥρισεν, ὅτι ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς διαλύσεως. Ἐὰν εὕρῃ ἡ νέα αὕτη Βουλή, ὅτι ὑπὸ τῆς διαλυθείσης δὲν ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν ὤφειλε νὰ ψηφίσῃ, τὸν ψηφίζει αὕτη. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἔτους, οὐδεμία διάταξις τοῦ Συντάγματος ἐμποδίζει τὴν Βουλήν, τὴν μετὰ διάλυσιν ἀμέσως κληθεῖσαν, ὅπως οὐ μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τὸν μὴ ψηφισθέντα ψηφίσῃ, ἀλλὰ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἔτους. Λέγον τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζει κατ’ ἔτος τὸν προϋπολογισμὸν, ὁμιλεῖ περὶ τοῦ συνήθως συμβαίνοντος. Ἀλλ’ ὅταν καθυστερῇ καὶ ἄλλου ἔτους προϋπολογισμὸν, θὰ ἦτο ἄτοπον ν’ ἀπαιτῶνται δύο Βουλαί. Τοιαύτην ἀνάγκην δὲν ἐννοῶ. Ἐὰν συγκληθεῖσα ἡ Βουλὴ δὲν εὕρῃ προϋπολογισμὸν ἐψηφισμένον τοῦ ἔτους, ὅπερ διανύει, ἢ θὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν ὡς Βουλὴν τῆς διακοπείσης διὰ τῆς διαλύσεως Συνόδου καὶ θὰ ψηφίσῃ μόνον αὐτὸν, ὅτε νέα τακτικὴ Σύνοδος θὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους, συγκαλουμένη πρὸ τῆς 1 Νοεμβρίου, ἢ θὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν ὡς Βουλὴ νέας ὅλως Συνόδου μετὰ τὴν διαλυθεῖσαν, καὶ θὰ ψηφίσῃ δύο προϋπολογισμούς, ὅτε δὲν ἀπαιτεῖται οὔτε τακτικὴ οὔτε ἔκτακτος Σύνοδος. Κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐκπλήρωσις οὐσιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμός. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐπιτυγχάνεται πάντοτε μὲ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃ οὔτε δύο προϋπολογισμοὺς δύναται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, οὔτε δὶς νὰ συνέλθῃ εἰς τακτικὴν Σύνοδον ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ἂν ἡ μετὰ τὴν πρώτην τακτικὴν Σύνοδον, τὴν μὴ ψηφίσασαν τὸν προϋπολογισμόν, Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συγκληθῇ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἢ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, δύναται νὰ συμβῇ νὰ μὴ ἔχωμεν ὑποβολὴν κἂν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, διότι ἡ ἔκτακτος Σύνοδος δὲν εἶναι ὑποχρεωτική, καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὴν συγκαλέσῃ ὁπόταν θέλῃ. Κατὰ τὴν ἐμὴν ὅμως γνώμην, τοῦτο δὲν δύναται νὰ συμβῇ, διότι ἢ θὰ ἐψηφίσθησαν ἐν μιᾷ, τῇ πρώτῃ Συνόδῳ, καὶ οἱ δύο προϋπολογισμοί, ἢ θὰ συγκληθῇ ἡ δευτέρα τακτικὴ Σύνοδος πρὸ τῆς 1 Νοεμβρίου. Μὲ τὸ σύστημα λοιπὸν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου δὲν ἀσφαλίζεται ἡ ἔγκαιρος ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι «εἰσάγεται ὁ προϋπολογισμὸς ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν».
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον, ἀλλ’ ὅταν καλῆται ἔκτακτος Σύνοδος, ματαιοῦται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διότι δύναται νὰ κληθῇ ἐπὶ 15 ἡμέρας καὶ νὰ διαλυθῇ, ἢ νὰ κληθῇ μετὰ τὴν πρώτην Νοεμβρίου.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πῶς θὰ κυβερνήσῃ ἡ Κυβέρνησις;
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς συζητοῦμεν, τί εἶναι πιθανὸν νὰ συμβῇ· τὸ πῶς θὰ κυβερνήσητε, εἶναι ἕτερον ζήτημα. Σύνηθες εἶναι νὰ κυβερνώμεθα ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὸ 1896 ἐκλήθη ἡ Βουλὴ τὴν 10 Ἰανουαρίου. Ὑμεῖς λέγετε ὅτι τηρεῖτε τὸ Σύνταγμα, καλοῦντες τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον καὶ ὑποβάλλοντες τὸν προϋπολογισμόν· ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν τηρεῖτε τὸ Σύνταγμα, διότι δύνασθε νὰ περιορίσητε αὐτὴν εἰς ἕνα μῆνα, λέγοντες κατόπιν, ὅτι ἔληξεν ἡ Σύνοδος. Τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τόσον ἀσθενεῖς, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμόν, διατάξεις, τόσον χαλαρὰς διατάξεις ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσον τὰς καθιστᾷ ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἐδώκατε· τὸ Σύνταγμα ἐνόησεν, ὅτι πρέπει ὑποχρεωτικῶς τὴν πρώτην Νοεμβρίου ἑκάστου ἔτους, ἂν δὲν συγκαλέσῃ ὁ Βασιλεὺς τὴν Βουλήν, νὰ συνέλθῃ αὕτη αὐτοδικαίως, διότι θέλει τὴν πρώτην Ἰανουαρίου νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν ἐψηφισμένον. Διὰ τοῦτο ἠθέλησε νὰ ὑποβάλληται οὗτος ἐντὸς τῶν πρώτων δύο μηνῶν. Ἐὰν ἔθεσε τὴν πρώτην Νοεμβρίου καὶ δύο μῆνας πρὸς ὑποβολήν, τοῦτο ἐγένετο, διότι, ὅτε συνετάσσετο τὸ Σύνταγμα, δὲν ὑπῆρχον αἱ μακραὶ Σύνοδοι, αἱ μακραὶ συζητήσεις, καὶ αἱ πολλαὶ ἐργασίαι καὶ οἱ νόμοι καὶ αἱ ἐπερωτήσεις καὶ αἱ ἐπίπονοι προεπεξεργασίαι τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Διὰ τὸν ἴδιον αὐτὸν λόγον δὲν εἰσέρχονται οὔτε ἐν Γαλλίᾳ μέχρι τοῦ Ἰουνίου εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀπό τινων χρόνων αἱ συζητήσεις εἶναι τόσον μακραί, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν γίνεται κἂν τελεία προεπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐν Γαλλίᾳ. Ἰδίως τὸ σπουδαιότερον μέρος ἡ ἐπεξεργασία τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων παρ’ εἰδικῶν ἀνδρῶν καὶ διὰ λεπτομερῶν ἐκθέσεων δὲν ὑπάρχει. Ἐπανερχόμενος λέγω, ὅτι ὁ ἑρμηνεύων καὶ θέλων νὰ ἐφαρμόσῃ καλῇ τῇ πίστει τὸ Σύνταγμα ὀφείλει νὰ δεχθῇ, ὅτι μετὰ διάλυσιν Βουλῆς, ἡ ὁποία, εἴτε ἐξ οἰκείου σφάλματος, εἴτε ἐξ ἀμελείας τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐψήφισε τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν ὤφειλε νὰ ψηφίσῃ, ἡ νέα Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ δύο προϋπολογισμούς. Ἂν δ’ ἐψήφισε τὸν καθυστεροῦντα μόνον, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ καλέσῃ εἰς τακτικὴν Σύνοδον τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς 1 Νοεμβρίου, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ καταγγείλω τὴν Κυβέρνησιν διὰ παράβασιν ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὅτι δύναμαι νὰ ἐπικρίνω αὐτὴν ἐπὶ παραβάσει τοῦ πνεύματος καὶ τῆς μετὰ καλῆς πίστεως ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο κύριον καὶ θεμελιῶδες ἀντικείμενον ἐπιδιώκει, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς ὑποβάλληται πρὸ τῆς 1 Νοεμβρίου, ἵνα δύνηται νὰ ψηφίζηται πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, καὶ μὴ ἀναγκαζώμεθα νὰ διοικῶμεν διὰ δωδεκατημορίων, τὰ ὁποῖα ἢ θὰ ἦναι τοῦ παρελθόντος προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἐψηφίσθη μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις, αἵτινες δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχωσι πλέον, ἢ θὰ ἦναι τοῦ ὑποβληθησομένου προϋπολογισμοῦ, ὅτε ἔχομεν τὸ ἄτοπον νὰ διοικώμεθα ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ, ὅστις οὔτε προηξελέγθη οὔτε ἐσυζητήθη. Βεβαίως, ὡς τὰ πράγματα ἔχουσι καὶ ὡς μακρὰ πεῖρα κατέδειξεν, ἡ ἀνωμαλία αὕτη δὲν δύναται νὰ διορθωθῇ ἢ διὰ μεταβολῆς τοῦ λογιστικοῦ νόμου, τοῦτο δὲ ἀπὸ τοῦ 1882 ὑπεστήριξα ἐν τῇ Βουλῇ, προτείνας τὴν μεταβολὴν τῆς ἐνάρξεως τοῦ λογιστικοῦ ἔτους, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον προχείρως καὶ εὐθὺς ἀμέσως δύναται νὰ γείνῃ, διότι ὑποθέτει μεταβολὴν τῆς λογιστικῆς καὶ φορολογικῆς τοῦ Κράτους ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τὸ ἔργον θὰ βοηθήσωσι τὰ νομοθετήματα ἄλλων Κρατῶν, ὅπου ὑπάρχον σύστημα ὡς τὸ ἰδικόν μας μετεβλήθη, θὰ παρασκευάσωσι δ’ εἰδικοὶ ἄνδρες, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας λαμβανόμενοι, οἱ ὁποῖοι, ὁδηγούμενοι καὶ ἐκ τῶν ἀλλαχοῦ ὁμοίων μεταβολῶν, δύνανται νὰ φέρωσιν αὐτὸ εἰς φῶς εὐκόλως. Περὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος δὲν ἤθελον βεβαίως ποιήσει λόγον, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδέχθη, ὅπως ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἡ διάρκεια τοῦ δικαιώματος τοῦ εἰσπράττειν φόρους δυνάμει τῶν νόμων περὶ δωδεκατημορίων μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν δὲν ἐπεθύμουν νὰ καταστήσω καὶ δι’ ἄλλων ἀκόμη ἐπιχειρημάτων κατάδηλον τὸ ἐπιζήμιον τῆς γενομένης πρὸ μικροῦ παρατηρήσεως, δηλονότι ἂν ἤθελεν ἀναγράφεσθαι ἐν τῷ νόμῳ, ὡς καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ δικαίωμα τοῦ εἰσπράττειν φόρους μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, τῆς ὁποίας τὴν διάρκειαν δὲν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, καὶ τὴν ὁποίαν δύνασθε νὰ διακόψητε ὁποτεδήποτε θελήσητε, ἠθέλομεν εὑρεθῇ εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον, νὰ διαλύσητε αὔριον τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐξακολουθῆτε τὴν εἴσπραξιν καὶ τὰς δαπάνας.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι τὰς δαπάνας.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔστω, μόνον τὴν εἴσπραξιν, μετὰ περισσοτέρου βάρους, βάρους μὴ γενομένου δεκτοῦ ἀκόμη ὑπὸ τῆς Βουλῆς... Ἐγὼ εἶμαι ὁ ὑποστηρίξας τὸ μὴ παράνομον τοιαύτης πράξεως, λόγῳ ἀτελείας τοῦ Συντάγματος ἡμῶν· διότι, ἐνῷ ἀλλαχοῦ ἀπαγορεύεται ἡ εἴσπραξις φόρων, ἂν κατ’ ἔτος δὲν ψηφίζηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ φορολογικὸς νόμος, παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπεκράτησε τοῦτο, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος ῥητῶς ἀναγράφουσα τὴν ἀπαγόρευσιν. Βεβαίως ὑπάρχει ὁ προϋπολογισμὸς, ὅστις πρέπει νὰ ψηφίζηται κατ’ ἔτος, ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ παρ’ ἡμῖν δὲν ἀναγράφεται ἡ ἄδεια τοῦ εἰσπράττειν, ὡς ἐν τῷ Γαλλικῷ νόμῳ τῷ λογιστικῷ, ἐξ οὗ παρελάβομεν τὰς ἄλλας διατάξεις αὐτοῦ, διατάσσεται. Παρ’ ἡμῖν εἶναι ἁπλῆ ἀναγραφή, ἁπλοῦς πίναξ ἐσόδων ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι τίτλος, δὲν εἶναι ἐξουσιοδότησις πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων ἐτησίως ἀπαιτουμένη. Ἡ διαφορὰ εἶναι σπουδαία. Ὅτε μετεφράσθη ὁ νόμος ὁ λογιστικὸς τῆς Γαλλίας, διεστράφη τὸ ἄρθρον περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ οὕτως ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ θεωρῆται ὁ νόμος τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ὁ νόμος ὁ ἐπιτρέπων τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ὡς ὁ προσδιορίζων ἁπλῶς. Διὰ τοῦτο, ὁσάκις εὑρισκώμεθα ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, δὲν πρέπει νὰ ζητῆται ἄδεια τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν ἔχομεν τοὺς τρεῖς ὑποχρεωτικοὺς μῆνας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῶν τακτικῶν Συνόδων εἶναι μία ἐγγύησις, ὅτι ἐντὸς τῶν τριῶν αὐτῶν μηνῶν θὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Διὰ τὰς ἐκτάκτους Συνόδους τὸ κακὸν δύναται νὰ ἔχῃ μακροτέραν διάρκειαν.
§133Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ζητήματα τὰ διατυπωθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων εἶναι πρῶτον, ἂν ἡ αἴτησις τοῦ δωδεκατημορίου εἶναι συνταγματική, δεύτερον, κατὰ πόσον ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τακτικὴν ἢ ἔκτακτον Σύνοδον, καὶ τὸ τρίτον ζήτημα εἶναι κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν Σύνοδον δύναται νὰ ψηφίσῃ δύο προϋπολογισμούς. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἔχω παλαιὰν γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο δὲν διστάζω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ὅπως διατυπώσω ταύτην αὖθις σήμερον. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅταν τὸ Σύνταγμα ὁρίζῃ ὅτι ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμόν, ἕπεται ὅτι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν λήγουν οἱ δύο μῆνες, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτόν τι ὁρίζῃ τὸ Σύνταγμα, τότε πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς 30 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου νὰ γείνῃ ὅλη ἐκείνη ἡ διαδικασία, κατόπιν τῆς ὁποίας ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμός; Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται καταδήλως, ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸν λογιστικὸν νόμον, ὅστις ὁρίζει ὡς ἔναρξιν τοῦ λογιστικοῦ ἔτους τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, τὸ Σύνταγμα βεβαίως ἀπέβλεψεν εἰς τὴν προσφυγὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, περιβεβλημένης τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, καὶ αἴτησιν παρ’ αὐτῆς ἀδείας πρὸς δαπάνην· διότι μόνον Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι περιβεβλημένη τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ταύτην· καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς συμπληροῖ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν τύπων νὰ λείψῃ. Εἶναι δὲ προσωρινὴ ἡ ἄδεια, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται, ἐκ τοῦ ὅτι δὲν δύναται ὁλόκληρος ἡ διαδικασία ἐντὸς ὡρῶν νὰ συμπληρωθῇ, ὅπως ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Κατ’ ἐμέ, εἶναι τοῦτο ἀναμφισβήτητον. Ὁ ἕτερος τῶν ἀξιοτίμων συμπολιτῶν μου προέβαλεν, ὅτι μόνον κατὰ τὰς χειροτέρας περιόδους, κατὰ τὰς μελανὰς περιόδους τῆς Γαλλικῆς Πολιτείας, τὰ δωδεκατημόρια εἰσήχθησαν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν τακτικήν· ἀλλ’ ἔχει ἄδικον. Ἂν παρακολουθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰς δημοσιολογικὰς μελέτας, θέλει ἐξ ἐναντίας πεισθῆ, ὅτι οἱ τελευταῖοι δημοσιολόγοι δέχονται, ὅτι διὰ τῶν δωδεκατημορίων δύναται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἐκτιμήσῃ ἀκριβέστερον τ’ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ κατέληγον διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἄρχεται οὕτως ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν δωδεκατημορίων, καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν δύνανται οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ ἀντλήσωσι μαθήματα καὶ πεῖραν, τῶν ὁποίων θὰ κάμωσι χρῆσιν ἀκριβῶς, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ψηφίσωσι προϋπολογισμὸν ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις. Οὐδὲν λοιπὸν τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἐνέχει ἡ χορήγησις δωδεκατημορίων, ἐμφαίνουσα ἐμπιστοσύνην, διότι εἶναι προσωρινὴ ἄδεια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἄνευ τῶν διατυπώσεων, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ τελικῶς ὁ προϋπολογισμὸς, προβῇ ἡ λειτουργία τῆς Κυβερνητικῆς μηχανῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀναπόφευκτος πρὸ διοίκησιν τῆς χώρας. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι, κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ συγκληθῇ εἰς τακτικὴν ἢ ἔκτακτον Σύνοδον. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχω ἰδίαν προηγουμένην γνώμην. Κατ’ ἐμὲ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε πρόθεσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελον αὕτη ὑποπέσει εἰς ἀντισυνταγματικότητα, μὴ καλοῦσα τὴν Βουλὴν τὴν πρώτην Νοεμβρίου. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεμιμήθη εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν προηγουμένην πολιτείαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅστις κατὰ τὸ 1895 ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔσχε τὴν πρόνοιαν νὰ τὴν καλέσῃ τὴν πρώτην Νοεμβρίου, ὅτε δηλαδὴ ὤφειλε νὰ ἦναι παροῦσα...
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν δεκάτην Ἰανουαρίου. Ἐγὼ ἤμην εἰς πολὺ χειροτέραν θέσιν.
§135Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Ἡ γνώμη μου εἶναι αὐτὴ, ὅτι, ἂν ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἦν ἀκριβὴς, τότε διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἀναβολῶν καὶ διαλύσεων ἠθέλομεν φάγει μίαν Σύνοδον βουλευτικήν. Αὐτὸ δὲ συνέβη κατὰ τὸ παρελθόν· ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ συνέλθῃ ἅπαξ τοῦ ἔτους, καὶ ἑπομένως ὤφειλε νὰ συνέλθῃ κατὰ τὸ 1898, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ ὁποῖος γνωρίζομεν ποίαν ἀπέχθειαν ἔχει πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀμέσως ἐδημοσίευσε διάταγμα ἀναβολῆς τριάκοντα ἡμερῶν, ὅτε δ’ ἔφθασεν ἡ τριακοστὴ ἡμέρα, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ δημοσιεύσῃ νέον διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνέβαλεν ἀκόμη ἐπὶ δέκα ἡμέρας τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ διὰ τῆς πράξεως ταύτης τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1898 ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι τακτικὴ Σύνοδος τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ συγκληθῇ τῇ 1 Νοεμβρίου τοῦ 1898, δὲν συνῆλθε. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι παρεβιάσθη συνταγματικὴ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως ἅπαξ τοῦ ἔτους. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ Σύνταγμα, ὁρίζον ὅτι συνέρχεται ἅπαξ τοῦ ἔτους εἰς τακτικὴν Σύνοδον ἡ Βουλὴ, ἐνόει ὅτι ἠδύνατο καὶ νὰ μὴ συνέλθῃ. Θὰ ἐφθάνομεν δὲ εἰς τὸ ἄτοπον ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐδεχόμεθα τὴν ἄλλην γνώμην. Κατ’ ἐμὲ, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων της, εἴτε συνέλθῃ εἰς τακτικὴν εἴτε εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Ἡ ἔκτακτος Σύνοδος εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ἡ τακτικὴ εἶναι ὑποχρέωσις, ὑποχρέωσις διὰ πάντα Ἕλληνα πολίτην, ὑποχρέωσις διὰ τὸν Βασιλέα καὶ διὰ τοὺς Βουλευτάς. Διατὶ ὅμως δὲν συνήλθομεν οἱ τοιαύτην ἔχοντες γνώμην τὴν 1 Νοεμβρίου; Ἁπλούστατον, διότι δὲν ἤμεθα ἐν πλειονοψηφίᾳ. Ἂν ἤμεθα ἐν πλειονοψηφίᾳ, βεβαίως θὰ συνηρχόμεθα, καὶ θὰ ἐθέτομεν ὑπὸ κατηγορίαν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Αὐτὰ ἔχει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα· εἶναι πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγκάζεταί τις νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν συνιστῶ εἰς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ προβαίνωσιν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀναιροῦσι τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ λέγω ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι τὴν πλειονοψηφίαν, καλύπτουσι παραβάσεις, διότι δὲν δύνανται νὰ κατηγορηθῶσι. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον περὶ δύο δωδεκατημορίων, ἔχουσα δὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ ζητήσῃ δωδεκατημόρια. Καὶ διατὶ νὰ τὴν κατακρίνω διότι ζητεῖ δύο καὶ οὐχὶ ἕν; Ἂν ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς πρὸ τοῦ τέλους Ἰανουαρίου, ἡ ἄδεια διὰ τὸ δεύτερον δωδεκατημόριον δὲν θὰ τῆς χρησιμεύσῃ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσφαλεν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀπεδείχθη, ὅτι ὑπῆρχε πρόθεσις ἐκ μέρους της. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ὑπερήσπισε τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, προέβη εἰς θεωρίαν, ἡ ὁποία πρόρριζα ἤθελεν ἀνατρέψει τὴν συνταγματικὴν μηχανήν. Οὕτω ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ ἐνταῦθα τὴν θεωρίαν τοῦ Βίσμαρκ, καθ’ ἣν ἐν Πρωσσίᾳ ἐψηφίσθησαν δύο ἢ τρεῖς προϋπολογισμοὶ ἐν μιᾷ Συνόδῳ. Ἐψηφίσθησαν καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐψηφίσθησαν ὡς ἀπολογισμοί. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβληθῶσι δύο προϋπολογισμοὶ καὶ νὰ ψηφισθῶσιν ὡς προϋπολογισμοὶ μελλόντων ἐτῶν, διότι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ψηφίζῃ καθ’ ἕκαστον ἔτος τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ἔχει περὶ πλέον καὶ καθῆκον νὰ ἐλέγχῃ. Δὲν εἶναι μόνον καθῆκον τῆς Βουλῆς ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἓν τῶν κυριωτάτων καθηκόντων αὐτῆς, καὶ ἐκ τῆς ψήφου αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλα καθήκοντα ὑπέρτατα, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν ἐντελῶς διαγράψει ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἀπεδεχόμεθα τὴν θεωρίαν τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ ἐλέγομεν ὅτι μία Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ ἕνα καὶ δύο καὶ τρεῖς προϋπολογισμοὺς μελλόντων ἐτῶν. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συνέρχηται τὴν πρώτην Νοεμβρίου εἰς τακτικὴν Σύνοδον, ἀδιάφορον ἂν συνέπεσεν ἑτέρα Σύνοδος ἔκτακτος ἐν τῷ αὐτῷ ἔτει, οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἐλέγξῃ Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐκάλεσε τὰς ἐξουσίας τὰς ἐκ τοῦ Συντάγματος εἰς πλήρη λειτουργίαν.
§136Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα ὅτι τὸ κανονικὸν εἶναι, ὅπως εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν Σύνοδον εἰσάγωνται δύο προϋπολογισμοί. Οὔτε αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον εἶναι τὸ ἀκριβές, ἀλλ’ οὔτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι δηλαδὴ δύναται νὰ εἰσάγῃ ἡ Κυβέρνησις ὅσους προϋπολογισμοὺς θέλῃ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ὁσάκις διαλυθῇ ἡ Βουλὴ πρὶν ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν, ὅστις ὑπεβλήθη αὐτῇ, πρῶτον ἔργον τῆς νέας Βουλῆς, συνελθούσης μετὰ τὰς ἐκλογάς, εἶναι νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον τῆς διαλυθείσης, δηλαδὴ νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑποβεβλημένος καὶ δὲν ἐψηφίσθη. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχωσι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι κατέχονται ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους δὲν δύναται νὰ κληθῇ καὶ δευτέρα τακτικὴ Σύνοδος, ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι δὲν ἐκπληροῦται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, —καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τοὺς προλαλήσαντας, διότι κατ’ ἐμὲ διὰ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος, —ἀντὶ νὰ κληθῇ ἔκτακτος Σύνοδος, εἶπον ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ τοῦ ἑπομένου ἔτους προϋπολογισμός. Τοῦτο, ἐνῷ εἶναι οἰκονομικώτερον, δὲν ἀποκρούεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 69 θέλει τακτικὴν Σύνοδον πρὸς ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι λέγει, ὅτι πρέπει κατ’ ἔτος νὰ ὑποβάλληται ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν· ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἐπὶ τακτικῶν Συνόδων δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ. Αἱ ἔκτακτοι δὲν ἔχουν ὡρισμένην ἐκ τοῦ Συντάγματος διάρκειαν. Τοῦτο δὲν ἀνοίγει τὴν ἄλλην ὁδὸν, ἣν ἐπεκαλέσθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἵνα ἀποδείξῃ τὸ ἄτοπον τῆς γνώμης μου, ὅτι καὶ πάντα προϋπολογισμὸν οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἑπομένων ἐτῶν δύναται νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις. Τοιοῦτόν τι δὲν συνάγεται· ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐπρόσεξεν εἰς ὅσα εἶπον ὁ προλαλήσας. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι, ὅταν Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συγκαλέσῃ δευτέραν ἐντὸς τοῦ ἔτους Σύνοδον τακτικὴν, ὑπάρχει δ’ ἀψήφιστος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, τότε πρέπει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν αὐτὴν Σύνοδον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους, διότι οὕτω θὰ ἦναι ἐγγύτερον τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Καίτοι δὲ δὲν ἀναγράφεται ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι ἐντὸς τόσων ἡμερῶν πρέπει καὶ νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, νομίζω ὅτι οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ὁρίζοντος τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς τακτικῆς Συνόδου, εἶναι, ὅτι πρὸς τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, οὗτινος φέρει τὸ ὄνομα, ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει καὶ νὰ ψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ. Προφανῶς τοῦτο ἐννοεῖται, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἔγκρισιν ἐσόδων καὶ δαπανῶν, καὶ ἀφοῦ ὑπάρχει λογιστικὸν ἔτος ἀρχόμενον ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου, τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος εἶναι, ὅτι πρὸ τοῦ χρόνου τούτου, ἐπαρκῶς πρὸ τοῦ χρόνου τούτου, ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ἦναι ὑποβεβλημένος καὶ ἐπεξειργασμένος. Ὥστε δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δυσανασχετῶμεν, ὅταν παρέχωμεν δωδεκατημόρια ἐπὶ δωδεκατημορίων, διότι δίδεται ἀφορμὴ οὕτω νὰ βασανίζωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ περισσότερον νὰ πλησιάζωμεν εἰς τὰς δαπάνας καὶ τὰ ἔσοδα αὐτοῦ. Τοῦτο δύναται νὰ ἦναι ἀφορμὴ ἀνακριβείας εἰς ἄλλα ἔθνη, ὅπου ὑποβάλλεται πολὺ ἐνωρίτερον, πολὺ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ λογιστικοῦ ἔτους, ὅπως ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ὑποβάλλεται ἐντὸς τοῦ Φεβρουαρίου ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ὅπου παρασκευάζεται ὁ προϋπολογισμὸς μέχρι τῶν τελευταίων μηνῶν τοῦ ἔτους καὶ τὰς παραμονὰς τοῦ νέου, ὅτε τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος καὶ αἱ προβλέψεις τοῦ μέλλοντος εἶναι γνωστότεραι, δὲν δύναται τοῦτο νὰ ἔχῃ σημασίαν. Ἑπομένως καὶ νομιμώτερον καὶ πρακτικώτερον εἶναι, ἐν τακτικῇ Συνόδῳ, οὕτως ἢ ἄλλως, νὰ ὑποβάλληται τοῦ Κράτους ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ οὐχὶ ἐν ἐκτάκτῳ. Ἐκτὸς ἂν δι’ ἄλλους λόγους θέλωμεν νὰ πολλαπλασιάζωμεν τὰς Συνόδους.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μακρὰ αὕτη συζήτησις ἔλαβε χαρακτῆρα μᾶλλον φροντιστηρίου Συνταγματικοῦ δικαίου ἢ συζητήσεως Βουλῆς, διότι ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος, ὁ ὁποῖος ἐσκόπει νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν κατάδειξιν ἁμαρτημάτων τοῦ Ὑπουργείου, πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἀγορεύσεις ἦσαν μᾶλλον μελέται περὶ τῆς ἐννοίας τῶν διαφόρων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Εὐτυχῶς εἶναι μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Φλογαΐτης, ὁ ὁποῖος ἄριστα δύναται νὰ προεδρεύσῃ τῆς ὁμηγύρεως, ἡμεῖς δὲ νὰ ἔχωμεν θέσιν συζητητῶν διλετάντιδων (ἱλαρότης). Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγω νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἠναγκάσθην, διότι καὶ ἐγὼ διέπραξα τὸ παράπτωμα, διὰ τὸ ὁποῖον αἰτιῶνται τοὺς Ὑπουργούς. Ἀληθῶς τὸ 1895 ἡ Βουλὴ διελύθη τοῦ ἔτους ἀρχομένου, συνεκλήθη δὲ τὸν Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον, καὶ κατηρτίσθη μόλις τὴν 30 Μαΐου. Ἡ Α. Μεγαλειότης δὲ μὲ διώρισε τὴν ἐπιοῦσαν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἀρχομένου τότε ἔτους 1895 εἶχεν εἰσαγάγει τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, τὸ ὁποῖον εἶχε προηγηθῆ τοῦ προκατόχου μου· ἐπεθύμουν δὲ νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ἴδιον προϋπολογισμόν. Ἔσπευσα, ὅσον ἦτο δυνατὸν, βοηθούμενος ἐξ ἀτελῶν τινων στοιχείων, ὅσα ὑπῆρχον ἐν τῷ γραφείῳ μου, νὰ συντάξω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ὁ Ἰούλιος, ἡ δὲ Σύνοδος ἔπρεπε νὰ λήξῃ ἕνεκα τοῦ θέρους, ἀπέβαινε δ’ ἀναπόφευκτον νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῶσι τὸν Ἰούλιον μῆνα. Οὕτω κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην, πρώτην Σύνοδον τῆς Περιόδου, ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, ἔληξε δὲ ἡ Σύνοδος, διηρχόμεθα δὲ τὸν Σεπτέμβριον μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ ὠφείλομεν νὰ προβλέψωμεν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896. Κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχον διαφωνήσει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, τὸ ὁποῖον εἶχε πλέον ἢ ἅπαξ συγκαλέσει ἐν τῷ αὐτῷ ἔτει δύο τακτικὰς Συνόδους τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀποθανὼν ἡγέτης τοῦ κόμματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ ὑποστηρίζει νῦν τὸ ὑπάρχον Ὑπουργεῖον, ἐφρόνει, ὅτι τοῦτο δὲν ἀντέβαινεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐγὼ δ’ ἐφρόνουν τὸ ἐναντίον, καὶ ἀπηύθυνα παρατήρησιν περὶ τούτου, ἀλλ’ ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος ἐκείνου ἐπέμεινεν, ἡ δὲ πλειονοψηφία, ἧς ἐκεῖνος ἐτύγχανεν εἰσηγητὴς, ἔδωκεν αὐτῷ δίκαιον, ἡ δὲ γνώμη ἐμοῦ δὲν εἰσηκούσθη. Τὴν γνώμην λοιπὸν ταύτην ἐφήρμοσα τὸ 1895, συγκαλέσας ἔκτακτον Σύνοδον, καὶ οὐχὶ τακτικὴν, ἵνα μὴ συγκαλέσω δύο τακτικὰς Συνόδους ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους· ἀλλ’ ἐπεκρίθην ὑπὸ τοῦ τότε βουλευτοῦ ἐκ Βόλου κυρίου Φιλαρέτου, ὅστις δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς παρούσης Βουλῆς, λόγῳ ὅτι παρέβην τὸ Σύνταγμα, συγκαλέσας ἔκτακτον, παρὰ τὸ Σύνταγμα, καὶ οὐχὶ τακτικὴν Σύνοδον δευτέραν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν διατάσσει ἀπαγορευτικῶς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συγκληθῶσι δύο τακτικαὶ Σύνοδοι ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Ὡς ἐνθυμοῦμαι,—διότι συνέπεσε νὰ ἦναι μέλος τῆς ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863 συσταθείσης ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν τοῦ Συντάγματος, εἶχον δ’ ὑπὸ αὐτῆς διορισθῆ μέλος τῆς ὑποεπιτροπῆς, εἰς ἣν εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ σύνταξις τοῦ κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος τοῦ κανονίζοντος τὰ τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας, ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη μοὶ εἶχεν ἀναθέσει τὴν σύνταξιν καὶ εἰσήγησιν τῶν διατάξεων τοῦ κεφαλαίου τούτου,—ὡς ἐνθυμοῦμαι, παρέλαβον ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως τὴν 1 Νοεμβρίου ἑκάστου ἔτους, ἂν δὲν εἶχε συγκληθῆ πρότερον, προσέθηκα ὅμως καί τινα διάταξιν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, ἥτις ὑπεχρέωνε τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅπως ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου εἰσάγωσι τὸν προϋπολογισμὸν. Προσέθηκα δὲ τὴν διάταξιν ταύτην, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν συνέβαινεν ἡ κατάχρησις, νὰ συγκαλῆται μὲν ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς νὰ εἰσάγηται περὶ τὰ μέσα ἢ τὰ τέλη τῆς Συνόδου. Ἐὰν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἐκλιπὼν ἤδη ἡγέτης τοῦ κόμματος τούτου ὑπεστήριζεν, ἤτοι ἂν ἐκρίνετο ὡς ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ εἰς δύο τακτικὰς Συνόδους ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Κατὰ τὸ ἔτος 1899, φέρ’ εἰπεῖν, ἤθελον συγκληθῆ δύο τακτικαὶ Σύνοδοι, κατὰ τὸ ἔτος 1900 ἡ τρίτη, κατὰ τὸ ἔτος 1901 ἡ τετάρτη· ἀλλ’ οὕτω τὸ τέταρτον ἔτος ἠθέλομεν διέλθει ἄνευ τακτικῆς Συνόδου, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ὅπως δὲ προλάβωμεν τοιαύτην ἀμηχανίαν, ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαλύσωμεν πρὸ τοῦ τετάρτου ἔτους τὴν Βουλήν.
§138Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐναντία διάταξις· τὸ Σύνταγμα λέγει τέσσαρα ἔτη.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ, ἂν συγκληθῇ τακτικὴ Σύνοδος, αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἡ πέμπτη Σύνοδος, ἐνῷ ἡ Βουλὴ διαρκεῖ τέσσαρα ἔτη, καθ’ ἕκαστον δ’ ἔτος συγκαλεῖται ἐν τακτικῇ Συνόδῳ, ἤτοι ἑκάστη Περίοδος τῆς Βουλῆς ἔχει τέσσαρας Συνόδους, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς πέμπτην Σύνοδον, ἤθελε δ’ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ οὐδεὶς ἄλλος πολιτικὸς ἢ κυβερνητικὸς λόγος ὑπηγόρευε τὸ βίαιον τοῦτο μέτρον. Τὸν λόγον τοῦτον ἔδωκα εἰς τὴν Βουλήν, ἐρωτώμενος κατὰ τὸ 1895 ὑπὸ τοῦ μνημονευθέντος Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, ὁ λόγος δὲ οὗτος μὲ εἶχε πείσει νὰ διαφωνῶ πρὸς τὴν ἄλλην γνώμην. Τώρα δὲ ὁ μὲν κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κόμματος, εἰς ὃ τότε ἀνῆκε, τὸ ὁποῖον ἐγκατέλιπε τώρα τὴν γνώμην ἐκείνην, ἀποδεχθὲν τὴν γνώμην, ἣν ἐγὼ τότε ἐπρόβαλον, αὐτὸ δ’ ἀπέκρουε, λυποῦμαι δὲ, διότι, ἀφοῦ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν ἐγκατέλιπε καὶ αὐτὸς τὴν γνώμην ἐκείνην, ἀναγκάζομαι σήμερον νὰ διαφωνῶ πρὸς αὐτόν. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος περὶ τῶν δωδεκατημορίων, κατὰ τὸ ὁποῖον προεβλήθη ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι εἶναι καταστρατήγησις τοῦ Συντάγματος ἡ πρότασις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας δύο ἢ τριῶν δωδεκατημορίων, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, λέγω, τούτου ἔχω ὡσαύτως ὁριστικὴν γνώμην. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχουν ὀργανωθῆ τὰ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς λειτουργίας αὐτῆς ἐν τῷ Συντάγματι, συμβαίνει συνήθως νὰ μὴ κατορθοῦται νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἐντὸς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ εἰσήχθη, ὁσάκις ἡ Βουλὴ δὲν συνεκλήθη πρὸ τῆς 1 Νοεμβρίου, διότι, ὁσάκις συγκαλῆται τὴν πρώτην Νοεμβρίου, καθ’ ὁποιονδήποτε χρόνον καὶ ἂν εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς, εἴτε ἂν εἰσαχθῇ τὴν 1 Νοεμβρίου, εἴτε ἂν εἰσαχθῇ μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἂν εἰσαχθῇ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ἤτοι τὴν 31 Δεκεμβρίου, ὡς καὶ ἂν Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς πληρεστάτην ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος καὶ κατορθώσῃ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν προϋπολογισμὸν τὴν δευτέραν τοῦ Νοεμβρίου, οὐδέποτε θέλει γείνῃ δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ οὗτος ἐντὸς τοῦ ἔτους. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀτέλειαν ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῶν περὶ τούτου διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὅσον δὲ καὶ ἂν ἤθελον προσπαθήσει νὰ προλάβωσι τὴν ἀτέλειαν ταύτην, δὲν ἤθελον εὐχερῶς δυνηθῆ νὰ τὸ κατορθώσωσιν, εἰμὴ μόνον ὅταν ἤθελον δυνηθῆ νὰ συγκαλέσωσι τὴν Βουλὴν πρὸ τοῦ Νοεμβρίου, ὅπερ δὲν εἶναι πάντοτε εὔκολον. Καὶ ὄντως καὶ οἱ Βουλευταί εἰσιν ἄνθρωποι, ἔχοντες ἰδίας ὑποθέσεις, ὅσοι μάλιστά εἰσι κτηματικοί, ἔχουσι κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν τοῦ ἔτους τὰς ἐργασίας τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων των, ἢ τῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων των, ἐὰν δὲ ἤθελε πρὸς τούτοις συμβῆ ὅ,τι συνέβη ἐφέτος, ὅτε διετάχθη ἡ διεξαγωγὴ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν τὴν πέμπτην Σεπτεμβρίου, ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἀνώμαλον νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ καθ’ ὃν χρόνον ἐξηκολούθει τὸ στάδιον τῆς διεξαγωγῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Λοιπὸν ὁσάκις ἡ Βουλὴ συνέρχεται περὶ τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου, ἀλλὰ καὶ ὁσάκις ἤθελε διαλυθῆ ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους ἢ κατὰ τὸ τέλος τοῦ προηγουμένου ἔτους, δὲν εἶχε δὲ ψηφισθῆ ἐντὸς τοῦ λήξαντος ἔτους ὁ προϋπολογισμός, εἶχε δὲ ἀρχίσει τὸ ἔτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις θέλει περιέλθει εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, πλὴν ἂν εἰσαχθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους δύο προϋπολογισμοί. Οὕτως ἡ ἀνάγκη τῶν δωδεκατημορίων μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι συνήθης σχεδὸν, ὁσάκις δὲν ὑπάρχῃ ἐψηφισμένος προϋπολογισμὸς ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω, ὅτι δὲν θέλω εἶσθαι ἐν τῷ ὀρθῷ, ἐπικρίνων τὴν αἴτησιν τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε τὴν χορηγίαν τῶν δύο δωδεκατημορίων. Διὰ τὸν ἕτερον λόγον, ὃν ἐν ἀρχῇ ἐξέθηκα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγκλήσεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, συνέβη νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν εἶχε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ὥστε μοὶ συνέβη νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτοῦ, συνηγορήσας pro domo mea, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι ἄξιος οὐδ’ ἀνταλλάγματός τινος διὰ τὴν συνηγορίαν μου ταύτην.
§140ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Περατωθείσης τῆς συζητήσεως, ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον, μόνον διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πρακτικὸν καὶ οὐσιῶδες καὶ οὐχὶ θεωρητικὸν, καθότι ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰς τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς, τουτέστιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ψηφίζειν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἂν ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ πίναξ, ἐν ᾧ χαράσσονται τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράττῃ φόρους καὶ νὰ δαπανᾷ αὐτοὺς, τὰ ὅρια ταῦτα πρέπει νὰ ᾖναι διαγεγραμμένα προτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἄρξηται νὰ εἰσπράττῃ καὶ νὰ δαπανᾷ. Ἀναζητοῦντες τὴν ἀλήθειαν ταύτην εἰς τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοιοῦτον σκοπὸν ἐμαρτύρει, ὅτε ἔτασσεν, οἱονεὶ ὡς χαλινὸν, ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅριον χρόνου συγκλήσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἰδίως χρόνου ὑποβολῆς εἰς αὐτὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῄτησε τὴν σύγκλησιν εἰς τακτικὴν Σύνοδον τοὐλάχιστον ἅπαξ τοῦ ἔτους καὶ τὸ βραδύτερον τὴν 1 Νοεμβρίου, ἔταξε δὲ ὅριον διαρκείας αὐτῆς κατώτατον τρεῖς μῆνας, καὶ ἀνώτατον ἓξ μῆνας, κατέστησε δὲ τὴν σύγκλησιν τακτικῆς Συνόδου ἐτησίως ὑποχρεωτικὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, δικαίωμα δὲ τῆς Βουλῆς ἀνεπίδεκτον παραβιάσεως, καὶ ἐπέβαλε καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμόν. Τί ἐνόει διὰ τούτων; Ἐνόει ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἔχει κατ’ ἐλάχιστον ὅρον τρίμηνον διάρκειαν, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ τῆς ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα νὰ συνεδριάζῃ κατὰ τοὺς τρεῖς τούτους μῆνας, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν νὰ εἰσαγάγῃ τὸν προϋπολογισμόν, ἕπεται ὅτι ἐνόει, ἵνα ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἕνα μῆνα κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ὅπως ἐξελέγξῃ καὶ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν, ἢ καταψηφίσῃ ὅσα κονδύλια τῶν ἐσόδων ἢ ἐξόδων αὐτοῦ δὲν ἐγκρίνῃ. Τὸ Σύνταγμα, ὁρμώμενον πάντοτε ἐκ δυσπιστίας πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, μήπως αὕτη θέλῃ νὰ ἐκτείνῃ πέραν τοῦ δέοντος τὰ ὅρια της εἴτε περὶ τὸ εἰσπράττειν, εἴτε περὶ τὸ δαπανᾷν, ἀπῄτησε τὴν ἐκ τῶν προτέρων ψῆφον τῆς Βουλῆς δι’ ἀμφότερα. Τοιαύτης δὲ οὔσης τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ἂν δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, βεβαίως εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ μετὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου, διότι καὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν τοὐλάχιστον ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Ὡς κατάστασιν ἀνάγκης δύναται τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἀνεχθῇ τὴν ψήφισιν δωδεκατημορίων καὶ ἕνεκα τῶν ἀναβολῶν καὶ ἕνεκα ἄλλων λόγων· ἀλλ’ ὡς κατάστασιν τακτικὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ψηφίσῃ δωδεκατημόρια πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὸ ζήτημα τῆς συγκλήσεως δύο τακτικῶν Συνόδων ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους· ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ πάντως τακτικὴν Σύνοδον, τακτικῶς συγκαλουμένην τὸ βραδύτερον τὴν 1 Νοεμβρίου, καὶ διατάσσει τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν, καὶ τοῦτο, ὅπως διατηρήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὸ τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ὅταν τὸ ἀπόλυτον τοῦτο τῆς Βουλῆς δικαίωμα χωνεύηται εἰς τὸ μὴ ἀκριβὲς ἀξίωμα τῆς ἀπολύτου κυριαρχίας τῆς πλειονοψηφίας, τότε βεβαίως παραβλάπτεται οὐσιωδῶς διάταξις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀντὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος ὑποκαθιστῶμεν τὴν ἀπόλυτον θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ τοῦ Κοινοβουλίου λειτουργία. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἐκτρέπηται αὐτῆς, πάλιν πρέπει νὰ περιορίζηται ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς, καὶ νὰ χαλιναγωγῆται ἡ ἀπόλυτος ἐξουσία, μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλει αὐτὴν ἡ Βουλή, πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, καθ’ ἃ εἶπον, ἵνα δύνηται ἡ Βουλὴ νὰ ἀσκῇ καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, ὅπως περιστέλλῃ, εἰ δυνατόν, τὴν ἐνδεχομένην κατάχρησιν, τὴν ὁποίαν ἡ πεποίθησις τῆς δυνάμεως, ἣν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἀντλεῖ, ἐμπνέει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὡμίλησα διότι ἠθέλησα νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δύναται νὰ ἀνέχηται ὡς κατάστασιν ἀνάγκης τὴν ψήφισιν δωδεκατημορίων, ὀφείλει ὅμως νὰ συντελέσῃ, ὥστε τάχιστα νὰ ἐπανέλθῃ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν τακτικὴν αὐτοῦ λειτουργίαν καὶ νὰ ψηφίζῃ τὸν προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Ἂς μάθωμεν νὰ σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτούς, ἵνα μάθῃ ὁ κόσμος νὰ σέβηται καὶ αὐτὸς ἡμᾶς· διότι ἄλλως ἡ τοιαύτη αὐθαιρεσία τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς ἐκπροσωπούσης αὐτὴν Κυβερνήσεως ἀπέναντι πάντων δίδει καὶ εἰς τὸν λαὸν τὸ δικαίωμα νὰ στερῇ τοῦ σεβασμοῦ αὐτοῦ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτῆς.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀντὶ «μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους 1900 νόμων» νὰ τεθῇ «κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1900».
§143Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὰ δωδεκατημόρια εἶναι μέτρον ἀνάγκης, καὶ οὐχὶ κανονικὸν μέτρον. Τὰ ζητήματα τῆς ἀνάγκης καὶ τὴν λύσιν αὐτῶν προσπαθοῦσι πάντοτε νὰ περιορίσωσιν, ὅσον εἶναι δυνατὸν πλειότερον, αἱ Βουλαὶ, αἱ σεβόμεναι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀνάγκη σήμερον δὲν παρίσταται ἐπιβάλλουσα ἢ διὰ τὴν παροχὴν ἑνὸς μόνον δωδεκατημορίου.
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συνεζητήθη αὐτὸ, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι ἐπιμένει διὰ τοὺς δύο μῆνας.
§145Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ λέγω, προκειμένου περὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὃ δὲν συζητῶ οὐσιαστικῶς, ὅτι εἶναι ζήτημα ἀνάγκης ἑνὸς μηνὸς τὸ πολύ. Ἐκτὸς δὲ τούτου, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ τελευταία φράσις τοῦ ἄρθρου δὲν εἶναι ὀρθή. Ἀντὶ «ἐφ’ ὅσον ταῦτα στηρίζονται εἰς ἰσχυούσας ἐν τῷ Κράτει διατάξεις» νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ «ἐφ’ ὅσον ταῦτα στηρίζονται εἰς ἰσχύοντας ἐν τῷ Κράτει νόμους». Ἐπὶ πάντων τῶν δωδεκατημορίων τίθεται «κατὰ τοὺς ἰσχύοντας ἐν τῷ Κράτει νόμους».
§146ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως ἔχουσι πάντοτε ὅλοι οἱ νόμοι τῶν δωδεκατημορίων.
§147Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν οὕτω καθιερώθη, καὶ ἐννοεῖτε ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεων δυναμένων νὰ ἰσχύωσιν ὡς νόμοι, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸν νόμον τῆς 25 Ἰανουαρίου 1898, ὁ ὁποῖος λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν περὶ ἐσόδων τοῦ ἔτους 1898 νόμων νὰ βεβαιώνωνται καὶ εἰσπράττωνται τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1898, ἐφ’ ὅσον ταῦτα κατέστησαν νόμοι ἰσχύοντες ἐν τῷ Κράτει.» Ἂς μὴ νεωτερίσωμεν. Δὲν πρόκειται περὶ δαπανῶν, πρόκειται περὶ ἐσόδων. Τὰ ἔσοδα βεβαίως δὲν δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν ἢ ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι οἱ ἰσχύοντες ἐπιτρέπουσι τοῦτο. Ἐὰν τὸ «ἰσχύουσας ἐν τῷ Κράτει διατάξεις» ἐννοεῖ τοὺς νόμους, τότε βεβαίως δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§150Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐνταῦθα πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ φράσις, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ δαπάνη, ἐφ’ ὅσον αὕτη στηρίζεται εἰς τοὺς ἰσχύοντας νόμους, διότι καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπάρχει ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῶν δαπανῶν στηρίζεται εἰς ἰσχύοντας νόμους, πολὺ δὲ περισσότερον πρέπει νὰ προστεθῇ ἐνταῦθα.
§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ συνέταξα τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων τῶν ὑπαρχόντων. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι αὐτὸ παραλλάσσει τὴν ἔννοιαν τῶν μέχρι τοῦδε ἐφηρμοσμένων, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν θέλω δεχθῇ τὴν τροποποίησιν ταύτην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 60,473 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899»)
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δρ. 107,238,734.85.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς σταματήσωμεν ἐδῶ. Ἡ ὥρα παρῆλθεν.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχομεν τὰς ἀναγκαίας ἡμέρας πρὸς ἐπιψήφισιν. Ἐὰν λάβητε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι παρὰ τυπικὸν ἐντελῶς χαρακτῆρα...
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλομεν καὶ νὰ γευθῶμεν.
§156Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τυπικῶν πιστώσεων, ἔχομεν δὲ καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἡμεῖς παρακαλοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμῶν ἑκόντων, ὄχι. Δὲν συμφέρει δὲ οὐδὲ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ψηφίζωσι πιστώσεις, μὴ παρούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§158Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε; Δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Γορτυνίας Π. Ἀλεξάκη. Προτοῦ δὲ περατωθῇ αὕτη, ὁ Πρόεδρος, συναινέσει τῆς Βουλῆς, λύει τὴν συνεδρίασιν, ὥρᾳ 10 καὶ 40′ μ. μ.)