1899.12.17
4.012 στίχοι · 32.065 λέξεις · 217 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
Τῆς 17 Δεκεμβρίου 1899.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Ἀθήναις κιβωτιοποιοὶ ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν, δι’ ἧς ζητοῦσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν κλάσιν τοῦ τιμολογίου τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§2Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, διότι οἱ κιβωτιοποιοὶ διαιροῦνται εἰς δύο τάξεις, καθ’ ἕκαστον δ’ ἔτος αὐξάνεται ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτῶν, ἐφέτος δὲ καὶ ἐδιπλασιάσθη. Δὲν ἠξεύρω ποῦ εὗρον οἱ ἑκάστοτε οἰκονομικοὶ ἔφοροι Ἀττικῆς, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουσι περιουσίαν, καὶ αὐξάνουσι τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος, ἵνα πληρώσωσι χρημάτων τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κωνσταντῖνος Διαμάντης ἱερεὺς, κάτοικος Ζαβέρδας, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπικαλεῖται τὴν ἀρωγὴν τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν θυγατέρων τῶν ὑπὲρ πατρίδος πεσόντων ἀδελφῶν Νικολάου καὶ Γεωργίου Γουσιατῶν ἐκ Ζερμῆς τῆς Πρεβέζης. Διάφοροι πολῖται Καλαμῶν ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα κατὰ τῆς ἀναδρομικῆς ἰσχύος τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Τοπάλης ὑποβάλλει τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πληρωθῶσι τὰ ἐνοίκια τῆς ἐν Λαρίσῃ οἰκίας τῶν ἀδελφῶν Γκλαβάνη, ἡ ὁποία κατείχετο ὑπὸ τοῦ δημοσίου ὡς Ταμεῖον ἀκόμη καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, διότι καὶ τότε ἐφυλάχθησαν ἐν αὐτῇ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ταμείου. Ἀφοῦ ἐπληρώθησαν τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς ὅλων τῶν οἰκημάτων τὰ ἐνοίκια κατὰ τὸ ἔτος τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, παρακαλῶ νὰ πληρωθῶσι καὶ οἱ ἀδελφοὶ Γκλαβάνη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα πληρωθῇ εἰς τοὺς ἐν Βόλῳ διαμένοντας ἀδελφοὺς Γκλαβάνη ἡ ἀξία τριῶν κάρρων τετρατρόχων καὶ τριῶν ἵππων, ἅτινα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς ἡ ἀστυνομία Βόλου κατέλαβε δι’ ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀξία καθυστερεῖται μέχρι σήμερον. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Βόλου μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι τὸ προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου Βόλου δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν μεγίστην ἐκεῖ δικαστικὴν ἐργασίαν, καὶ τὰ πινάκια τῶν τε ἐμπορικῶν καὶ τῶν συνοπτικῶν δικῶν εἰσι βεβαρημένα, εἰς δὲ τὰ γραφεῖα τῶν δικηγόρων ἡ ἐκκρεμὴς ἐργασία παμμεγίστη. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ αὐξηθῇ κατὰ τὸ 1900 τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐν Βόλῳ Πρωτοδικείου διὰ δύο εἰσέτι δικαστῶν.» Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Πύρρος ὑποβάλλει τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ χορηγήσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Πόσα χρήματα ἔχουσι κατατεθῆ πρὸς κατασκευὴν τῶν καταστημάτων τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. 2) Πόσα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν κατετέθησαν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ. 3) Πόσα ἐκπαιδευτήρια τοιαῦτα κατεσκευάσθησαν μέχρι τοῦδε, εἰς τίνας δήμους, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν δι’ ἕκαστον τούτων. 4) Πόσα τοιαῦτα ἀπαιτοῦνται νὰ κατασκευασθῶσι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, κατ’ ἐπαρχίας καὶ κατὰ δήμους. 5) Ἐντὸς πόσων ἐτῶν ὑπολογίζεται, ὅτι θέλει ἀποπερατωθῆ ἡ κατασκευὴ αὐτῶν, καὶ ἂν τὸ ὑπάρχον καὶ εἰσπραττόμενον κατ’ ἔτος χρῆμα θέλει ἐπαρκέσει, ἵνα συμπληρωθῇ ἡ ἀπόκτησις ἐκπαιδευτηρίων κατὰ τὸ καθιερωθὲν σύστημα ἐντὸς πεντηκονταετίας. Παρακαλεῖται προσέτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Εἰς πόσους καὶ τίνας δήμους ἐχορηγήθησαν βοηθήματα διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, καὶ 2) Διατὶ δὲν ἀπεδόθησαν τοιαῦτα εἰς ἀπόρους δήμους, καίτοι συμμορφωθέντας πρὸς τὸν νόμον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως.» Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Πεταλᾶς κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ, ποῖοι λόγοι νόμιμοι καὶ πραγματικοὶ ἀναγκάζουσιν αὐτὸν νὰ μὴ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας. Εἶναι λόγοι στρατιωτικῆς ἀνάγκης ἢ οὔ;» Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Θήρας κ. Ν. Συνοδινὸς κατέθηκε τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Τὰ ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου ζητηθέντα ἔγγραφα περὶ προμηθείας γαιανθράκων κατὰ τὸ 1897 καὶ 2) Τὸν φάκελον τῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ κ. Δαμιανοῦ ἐνεργηθείσης προανακρίσεως ἐπὶ τῆς σχετικῆς ὑποθέσεως τῶν γαιανθράκων.»
§4Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ὑπομιμνήσκω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, περὶ τὰς τελευταίας τῶν συνεδριάσεων, ἐνῷ σπανίως ἀπουσιάζω τῶν συνεδριάσεων, συνέβη ἡμέραν τινὰ νὰ μὴ ἦμαι παρὼν, κατ’ ἐκείνην δὲ ἀκριβῶς τὴν συνεδρίασιν ὁ σήμερον καταθέτων τὴν ἐπερώτησιν εὐηρεστήθη νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς προμηθείας τῶν γαιανθράκων κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ κατατεθῶσι τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς προμηθείας ἔγγραφα. Τὴν ἐπιοῦσαν πρωίαν εἶδον ἐν τῷ τύπῳ τὰ κατὰ τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, καὶ εὐθὺς κατὰ τὴν μετὰ μεσημβρίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἔλαβον τὸν λόγον, καίπερ ἀπαράσκευος, καὶ ἐξήγησά τινα τῶν λαβόντων χώραν περὶ τὰς προμηθείας. Τότε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα, ὧν εἶχον ἀνάγκην, ὅπως γένηται εὐρυτέρα συζήτησις. Πιθανὸν, ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς, ἐν ᾗ ἡ Βουλὴ εὑρίσκετο, — διότι ἦτο περὶ τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, — ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐλησμόνησε νὰ καταθέσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ αἰτηθέντα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ αὖθις αὐτὸν, ὅπως μετὰ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε, καταθέσῃ καὶ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα καὶ ἐγὼ ἐζήτησα, ὧν δὲ κατάλογον σήμερον καὶ ἐγγράφως κατατίθημι εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τί ἀπέγεινε μὲ τὸν δραπετεύσαντα ἐκ τῶν φυλακῶν Πατρῶν Κωστάλαν;
§6Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Εἰσαγγελεὺς Πατρῶν μοὶ ἐτηλεγράφησε, ὅτι ἀπέδρα ἐκ τῶν φυλακῶν ὁ Κωστάλας, ὅτι ἐκρατεῖτο εἰς ἓν δωμάτιον ἀπομεμονωμένος, καὶ ὅτι ἐνεργεῖ ἀνακρίσεις πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν αὐτουργῶν τῆς δραπετεύσεως. Ἔσπευσα νὰ τηλεγραφήσω, ὅτι κακῶς ἔπραξαν νὰ κρατῶσι τὸν Κωστάλαν ἐν Πάτραις, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ τὸν μεταφέρωσιν εἰς Ῥίον, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον περὶ φυλακῶν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Εἰσαγγελεὺς, προκειμένου περὶ ἐπικινδύνων καταδίκων, νὰ μὴ τοὺς κρατῇ εἰς τὰς φυλακὰς τῶν ὑποδίκων. Διέταξα αὐστηρὰς ἀνακρίσεις.
§7Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μικρὰν ἐπερώτησιν;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς εἴπομεν νὰ μὴ γείνωσι σήμερον ἐπερωτήσεις.
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ μὴ γείνῃ κατάχρησις τοῦ λόγου.
§10ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἔλαβον ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου Ὀλυμπίας ἐπιστολὴν παρὰ στενοῦ συγγενοῦς μου, ἀνδρὸς σοβαροῦ, ἐν ᾗ ἐκθέτει, ὅτι εἷς καθηγητὴς ἢ διδάσκαλος, μεταβὰς εἰς τὸ ἐμπορικὸν κατάστημα τοῦ μόνου μεγαλεμπόρου τῆς πόλεώς μας, ἐζήτησε δραχμὰς 40, τὰς ὁποίας ἕτερος διδάσκαλος εἶχε δῆθεν παραδώσει εἰς τὸν ἔμπορον τοῦτον, ἵνα τὰς παραδώσῃ εἰς αὐτόν. Ὁ ἔμπορος Γαλανόπουλος ἠρνήθη τὸ γεγονὸς, ὁ καθηγητὴς ἐπέμενε ζητῶν τὰς 40 δραχμάς. Ἦλθον εἰς λόγους, καὶ ὁ καθηγητὴς τότε εἶπεν εἰς τὸν μεγαλέμπορον: «ἀφοῦ ἀρνεῖσαι, θὰ σὲ στείλω εἰς τὰς φυλακὰς καὶ θὰ σὲ τιμωρήσω»· καὶ οὕτω, χωρὶς νὰ προηγηθῇ μεταξύ των διαπληκτισμός τις, μήτε δι’ ἁπλῶν λόγων, ὁ καθηγητὴς αὐτὸς ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ὀλυμπίας, καὶ ἀμφότεροι μετὰ τοῦ ἀστυνομεύοντος ὑπενωμοτάρχου μετέβησαν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἐν λόγῳ ἐμπόρου, καὶ συλλαμβάνουσιν αὐτὸν καὶ τὸν ἀποστέλλουσιν εἰς τὰς ἐν Κυπαρισίᾳ φυλακὰς, δηλαδὴ 12 ὥρας μακρὰν καὶ ἐν καιρῷ δριμυτάτου χειμῶνος! Φαντασθῆτε, κύριοι Βουλευταὶ, ἄνευ νομίμου λόγου νὰ συλληφθῇ εἷς ἔμπορος ἐν καιρῷ χειμῶνος, νὰ κλείσῃ τὸ κατάστημά του, καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ταλαιπωρίας καὶ ἄλλας πολλὰς ζημίας καὶ ἰδίως τῆς φιλοτιμίας του! Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ ἂν ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, νὰ φέρῃ τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν, πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ προσβληθέντος τόσον δεινῶς καὶ ἀδίκως συμπολίτου μου. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἀστυνομεύοντος ὑπενωμοτάρχου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πολὺ τὸν παρακαλῶ, νὰ φροντίσῃ νὰ διορίσῃ ἀστυνόμον ἀξιωματικόν, διότι ἀπὸ ἑνὸς ἔτους στερούμεθα ἀστυνόμου, καὶ τὴν ἀστυνομίαν διαχειρίζεται εἷς ὑπενωμοτάρχης, ἂν δέ ποτε διωρίσθη ἀνθυπασπιστής τις, δὲν ἠδυνήθη νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ πλειότερον τοῦ μηνὸς ἢ τῶν 2 μηνῶν, διότι δὲν ἦτο εὔκολος εἰς ὑποχωρήσεις. Τὸ κακὸν αὐτὸ πρέπει νὰ θεραπεύσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, καὶ ἰδίως νὰ φροντίσῃ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐκεῖθεν ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἑνὸς ἔτους καταθλίβει καὶ τυραννεῖ τοὺς πολίτας. Ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς ὑπέπεσεν εἰς ἀπείρους ἄλλας παρεκτροπὰς· ὁ ἀνακριτὴς κ. Βασιλείου, τὸν ὁποῖον πρὸ δύο ἡμερῶν εἶδον ἐνταῦθα, μοὶ εἶπεν ὅτι τὸ γραφεῖόν του βρίθει κατηγοριῶν κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι οἱ μάρτυρες δὲν προσέρχονται νὰ ἐξετασθῶσι, καὶ ἕνεκα τούτου αἱ κατ’ αὐτοῦ δικογραφίαι μένουσιν ἐκκρεμεῖς, καὶ αὐτὸς μένει εἰς τὴν θέσιν του, ἀναπαυόμενος καὶ ἀσυστόλως παρανομῶν καὶ ὀργιάζων, χωρὶς παρ’ οὐδενὸς νὰ παρενοχλῆται. Δὲν εἶναι διόλου δύσκολον ν’ ἀπομακρυνθῇ αὐτὸς ὁ ὑπενωμοτάρχης ἢ ἐνωμοτάρχης καὶ διορισθῇ εἷς ἀξιωματικός, διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν τάξιν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξογκώνουν τὰ συμβαίνοντα ἑκάστοτε ἀτοπήματα. Ἀπὸ 20 ἐτῶν διαρκῶς σχεδὸν ἀνήκω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεων, ὡς διαρκῶς ἀντιπροσωπεύων τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ εἶδον παραπλήσια νὰ συμβαίνωσιν ἀτοπήματα, ἀλλ’ εἶχον τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως τὸ κακὸν ἤθελε μετριασθῆ, πλὴν παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι ἡ ἐλπίς μου αὕτη ἀπέβη καὶ ἀπεδείχθη ματαία. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἡ ζωοκλοπὴ, αἱ νυκτοκλοπαὶ καὶ διάφορα ἄλλα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα καταλυμαίνονται τὴν κοινωνίαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη, ἤδη ὕψωσαν θρασεῖαν τὴν κεφαλὴν, καὶ εἷς σοβαρὸς ἀξιωματικὸς ἀρκεῖ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, διότι ὁ λαὸς εἶναι φιλήσυχος καὶ φιλόνομος. Ἐπαναλαμβάνω ὅθεν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ ἄρῃ τὸ σκάνδαλον διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκεῖθεν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἐνωμοτάρχου. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν συλληφθέντα πολίτην, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, εὐθὺς ὡς προσαχθῇ ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, θέλει ἀπολυθῆ· ἀλλ’ ὁ πολίτης αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐταλαιπωρήθη ἀδίκως καὶ ἐζημιώθη, καὶ τοῦ ὁποίου προσεβλήθη ἡ φιλοτιμία, πῶς θέλει ἱκανοποιηθῆ; Βεβαίως πρέπει νὰ τὸν ἱκανοποιήσωσι διὰ τὰς ἀδικίας ταύτας οἱ νόμοι. Ἐν ὀνόματι λοιπὸν τῶν νόμων τούτων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ λάβῃ πληροφορίας καὶ πεισθῇ ὅτι ὅσα ἐξέθηκα εἶναι ἀληθῆ, νὰ ἐνεργήσῃ τὰ προσήκοντα.
§11ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Λυποῦμαι, κύριε συνάδελφε, διότι ἠθελήσατε νὰ παραστήσητε τοὺς συμπολίτας σας ὡς ζωοκλέπτας καὶ ταραξίας· ἀλλ’ ἤκουσα εὐχαρίστως ὅτι παρεστήσατε αὐτοὺς καὶ ὡς φίλους τῆς τάξεως. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἀστυνόμου Ἀνδριτσαίνης, δηλῶ ὅτι πρὸ δύο μηνῶν εἶχε διορισθῆ ἀστυνόμος ἀξιωματικὸς, δὲν γνωρίζω δ’ ἂν ἦτο ἀνθυπασπιστής· ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος μετετέθη, διότι ἐζήτησε μόνος του μετάθεσιν,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ,—ἐζήτησε δὲ τὴν μετάθεσίν του διότι δὲν ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ εἰς Ἀνδρίτσαιναν. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεταθέσῃ τὸν ἀξιωματικὸν ἀλλαχοῦ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἀπεδέχθη τὴν παράκλησιν μου. Παρεκάλεσα ἐπίσης νὰ μεταθέσῃ ἕτερον εἰς Ἀνδρίτσαιναν, καὶ ἐγένετο τὸ διάταγμα περὶ τοποθετήσεως ὡς ἀστυνόμου ἐκεῖ τοῦ κ. Τρίκα, ὅστις ἐλπίζω ὅτι μετὰ 4 ἢ 5 ἡμέρας θὰ ᾖναι εἰς τὴν θέσιν του. Ὡς πρὸς τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. συνάδελφος ἀνέφερε...
§12ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλημμελήματα.
§13ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἴπετε ὅτι ὁ ὑπενωμοτάρχης αὐτὸς Βασιλόπουλος ἔχει σωρείαν καταγγελιῶν, καὶ βεβαίως τοιοῦτος ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἄνθρωπος τῆς τάξεως καὶ τοῦ καθήκοντος. Ἐγὼ οὐδ’ ἐξ ὄψεως τὸν γνωρίζω. Σεῖς δὲ ὁ ἴδιος, ὅτε ἐπανήλθετε ἐκ τῆς ἐπαρχίας καὶ σᾶς ἠρώτησα περὶ τῶν ἐκεῖ, μοὶ εἴπετε ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε ὑπῆρχε τοιαύτη ἡσυχία. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀξιώσεις παρὰ τῶν Ὑπουργῶν νὰ ᾖναι ὑπάλληλοι τοῦ κόμματός μου· ἐννοῶ τὴν διοίκησιν ἀφατρίαστον· οὔτε τὸν ταμίαν γνωρίζω, οὔτε τὸν εἰρηνοδίκην, οὔτε τὸν γραμματέα· μόνον τὸν ἔφορον γνωρίζω, ὅστις εἶναι ἄνθρωπος τοῦ καθήκοντος.
§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν σᾶς ἐμέμφθη ὁ κ. Κανελλόπουλος.
§15ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐμέμφθη τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μεταθέσῃ τὸν ἐνωμοτάρχην αὐτὸν, ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ ὅσα ἐλέχθησαν κατ’ αὐτοῦ.
§16ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπεκαλέσθην τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἰδίου ἀνακριτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνταῦθα, καὶ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὸν καλέσῃ καὶ τὸν ἐρωτήσῃ, ἂν ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου αὐτοῦ. Ἐζήτησα νὰ προκαλέσῃ τὸν διορισμὸν ἀξιωματικοῦ, ὡς ἀστυνόμου, καὶ ἀφαιρεθῇ ἡ διαχείρισις τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ ἐνωμοτάρχας ἢ ὑπενωμοτάρχας, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Ἂς ἐρωτήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀστυνομικοῦ κλάδου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ θὰ μάθῃ ἂν ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν ἀστυνόμοι ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ, ἢ ἐξετέλουν τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα χωροφύλακες αʹ τάξεως, ἢ ὑπενωμοτάρχαι, ἢ τὸ πολὺ ἐνωμοτάρχαι. Ὅταν δ’ ἔχωμεν ἐπίσημον τοιαύτην μαρτυρίαν, νομίζω ὅτι ἀποβαίνει περιττὴ πᾶσα διάψευσις.
§17Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἄν ὑπάρχωσί που εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἐνωμοτάρχαι, ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει διὰ τοὺς κληρωτοὺς ἀνάγκην βαθμοφόρων, ὅπως γυμνάσῃ αὐτοὺς, διὰ τοῦτο μετὰ δυσκολίας χορηγεῖ ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν.
§18Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ὁ Ἀετὸς, ἡ Κρέσταινα καὶ πολλαὶ ἄλλαι μικραὶ ἀστυνομικαὶ περιφέρειαι ἔχουσιν ἀστυνόμους ἀξιωματικοὺς, διατὶ δὲ ἡ ἕδρα τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας διοικεῖται ἀστυνομικῶς ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν ὑπὸ ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν; Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου στερεῖται ἡ ἐπαρχία αὕτη ἀστυνόμου ἀξιωματικοῦ, ἢ τουλάχιστον ἔστω καὶ κατωτέρου, ἀλλὰ καταλλήλου ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἐννοοῦμεν. Ἐγὼ, χωρὶς νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως καὶ νὰ ἐγείρω πάταγον, ὡς μὴ συνηθίζων νὰ πράττω τοῦτο, μετέβην ἐπανειλημμένως εἰς τὸ τμῆμα τὸ ἀστυνομικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶδον τὸν τμηματάρχην, καὶ παρεπονέθην κατὰ τοῦ νῦν ἐν Ἀνδριτσαίνῃ ἀστυνομεύοντος· ὁ δὲ κ. τμηματάρχης μοὶ ἀπήντησεν: «εὔκολος εἶναι ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ· ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀξιωματικὸν καὶ τὸν διορίζομεν, ἀλλὰ δυσκολευόμεθα.» — «Διατὶ δυσκολεύεσθε;» τὸν ἐρωτῶ. — «Ν’ ἀποταθῆτε πρὸς τοὺς ἁρμοδίους», μοὶ ἀπαντᾷ. — «Ἐγὼ νομίζω, ὅτι σεῖς εἶσθε ὁ ἁρμόδιος, δι’ οὗ πρέπει νὰ ἀνακοινῶ τὸ παράπονόν μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.» — «Μὰ ἐγὼ δὲν εἶμαι δυστυχῶς ὁ κυρίως ἁρμόδιος, ἀλλ’ ἄλλος.» Καὶ μοὶ ὑπεδείκνυε τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου ὡς ἁρμόδιον, μεθ’ οὗ ὀφείλω νὰ συνεννοηθῶ. Οὐδεμίαν δυσκολίαν εἶχον καὶ εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου νὰ ἀποταθῶ, ἀφοῦ τὰ χάλια μας εἶναι τοιαῦτα, ἀλλὰ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ ὑποδειχθεὶς τρόπος δὲν ἦτο ὁ προσήκων, καὶ ὅτι ἡ ὁδὸς, ἣν ἠκολούθησα, ἦτο ἡ ἁρμόζουσα, ὅπως ἐπιτύχω τὸν διορισμὸν ἑνὸς οἱουδήποτε ἀξιωματικοῦ καταλλήλου.
§19Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Γνωρίζετε, ὅτι πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὑπῆρχον ἀξιωματικοὶ ἐν Ὀλυμπίᾳ. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς εὑρέθημεν εἰς τὴν δυσχέρειαν, περὶ ἧς σᾶς προεῖπον.
§20ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Δὲν ἔχομεν ἀξιωματικοὺς τόσους, ὥστε νὰ ἀπασχολῶνται καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν στέλλομεν ἀξιωματικοὺς, ἵνα διοικήσωσι τὰς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διαφεύγει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ ἀναπληρῶν τὸν ἀξιωματικὸν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ᾖναι δημόσιος κατήγορος. Τί γίνονται λοιπὸν αἱ πταισματικαὶ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα αὐτὸ, ἀφοῦ ὁ ἐνωμοτάρχης δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσαγάγῃ τὰ πταίσματα εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον; Καὶ δὲν γνωρίζει, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας ταύτης τοῦ ἐνωμοτάρχου αἱ περιουσίαι τοῦ κόσμου εἶναι ἕρμαιον τοῦ τυχόντος ζημιωτοῦ; Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, καὶ ἰδίως εἰς δύο δήμους, τοὺς μεγαλειτέρους τῆς ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι μίαν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν, εἰς τὸν δῆμον Γόρτυνος καὶ τὸν δῆμον Τρικολώνων, ἐπὶ ἔτος καὶ πλέον δὲν εἶδον ἀξιωματικὸν, δὲν εἶδον ἀξιωματικὸν ἀστυνόμον ἡ περιφέρεια ἐκείνη. Τίς δὲ νομίζετε ὅτι διοικεῖ τοὺς δήμους ἐκείνους ἀστυνομεύων; Εἷς ὑπενωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος ἑδρεύει εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ ἑνὸς δήμου, τὴν πρωτεύουσαν δὲ τοῦ ἑτέρου δήμου, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν ὑπὲρ τὰς 3,000 κατοίκων, διοικεῖ ὡς ἀστυνόμος εἷς χωροφύλαξ. Τοιαύτη ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας! Καὶ μόνον κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς, τὴν Πέμπτην, νομίζω, πρὸ τῆς Κυριακῆς τῶν ἐκλογῶν, ἀπεστάλη εἷς ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀνεχώρησε τὴν Δευτέραν μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ὅλαι δὲ αἱ πταισματικαὶ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, παρεγράφησαν, τὰ δὲ κτήματα τῶν πολιτῶν εἶναι εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ πρώτου ζημιωτοῦ.
§21Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, εἴπετε, ὅτι ἐστάλη ἀξιωματικὸς, ὅστις ἔμεινε μέχρι τῆς Δευτέρας καὶ ἀνεχώρησε. Βεβαίως ἦτο ἀνάγκη νὰ παρασταθῇ ἀξιωματικὸς, διὰ νὰ μὴ συμβῶσιν ἔκτροπα, ἡ δὲ ὑπηρεσία, ἐφ’ ὅσον ἦτο ἡ τοιαύτη ἀνάγκη, ἔλαβε πρόνοιαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ὅτι οἱ ἐνωμοτάρχαι δὲν εἰσάγουσι καὶ δὲν δικάζουσι τὰ πταίσματα, γνωρίζετε, ὅτι οἱ προϊστάμενοι τῶν γειτονικῶν ἀστυνομικῶν περιφερειῶν ἀξιωματικοὶ μεταβαίνουσι καὶ δικάζουσι τὰ πταίσματα. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς μῆνας τούτους παρουσιάζεται ἡ δυσκολία διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ νὰ μὴ παραχωρῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιωματικοὺς, διότι οὗτοι ἀσχολοῦνται περὶ τὴν ἐκγύμνασιν τῶν νεοσυλλέκτων. Εἶναι ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐσκέφθη οὕτω διὰ τὴν ἀσφάλειαν, ὅτι ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ ἀλλάξῃ τὸ σύστημα τῆς ἀστυνομίας, καὶ νὰ ψηφίσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Εἶναι κατάστασις δυσάρεστος, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ δυσάρεστος αὕτη κατάστασις προέρχεται ἕνεκα τῶν κληρωτῶν, οὓς πρέπει νὰ γυμνάσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι ἐκ τῆς ἀφέσεως τῶν διανυσάντων τὴν θητείαν αὐτῶν ἐμειώθη ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ.
§22ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἄλλων πλησιεστέρων περιφερειῶν εἰσάγει τὰ πταίσματα, ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν Γορτυνίαν, ἡ ὁποία, ὡς γνωστὸν, ἔχει ἔκτασιν τόσον μεγάλην, ὥστε ἀρχίζει ἀπὸ τῆς Τριπόλεως καὶ φθάνει εἰς τὰ Ὀλύμπια, ἦτο εἷς καὶ μόνος ἀξιωματικὸς καθ’ ὅλον τὸ θέρος. Κρίνατε πλέον σεῖς, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν διεξαγωγὴν καὶ ἐκδίκασιν ὅλων τῶν ὑποθέσεων τοῦ Πταισματοδικείου. Ὁ δὲ λόγος, τὸν ὁποῖον προβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ περίστασις τῶν κληρωτῶν ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ ἀποσύρῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκ τῆς ἀστυνομίας, ὁ λόγος αὐτὸς ἤρξατο ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, αἱ δὲ ἀστυνομίαι, διὰ τὰς ὁποίας παραπονοῦμαι, εἶναι ἀπὸ πέρυσιν, εἶναι καθ’ ὅλον τὸ θέρος ἄνευ ἀστυνόμου, καὶ περὶ αὐτῶν δὲν μᾶς ἔδωκε λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς, διατὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχεν ἀστυνόμος ἀξιωματικὸς ἐν Γορτυνίᾳ.
§23Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ἀπ’ ἀρχῆς, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐζήτησα νὰ συγκεντρώσω τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ στράτευμα.
§24ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παράπονον κατὰ τοῦ ἀστυνόμου τοῦ δήμου Τρικολώνων εἶναι, ὅτι δὲν θέλει νὰ συμποσιάζῃ μετὰ τοῦ ἐκεῖ εἰρηνοδίκου καὶ γραμματέως, οἱ ὁποῖοι συμποσιάζουν μετὰ τῶν φίλων των, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀταξία. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεταθέσῃ καὶ τὸν εἰρηνοδίκην καὶ τὸν γραμματέα, ἀλλὰ δὲν τοὺς μετέθεσεν. Ἂς ἀναφέρῃ ὁ κ. συνάδελφος ὡρισμένα παραδείγματα, ποῦ εἰς τὴν Γορτυνίαν ὑπάρχει ἀταξία; Ἂν ὑπῆρχε, θὰ ἤμεθα ἡμεῖς οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κατηγγέλλομεν τὴν ἀταξίαν, διότι ἡμεῖς οὐδέποτε ὑπεστηρίξαμεν ἀτοπήματα.
§25ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἀνέφερε περὶ ἀτοπημάτων ἐν Γορτυνίᾳ, διότι οὔτε καὶ καταδέχομαι νὰ ἀναφέρω ἀτοπήματα χωροφυλάκων ἢ ὑπενωμοταρχῶν. Δὲν θέλω μάλιστα νὰ ἀναφέρω τοιαῦτα, πρὸς χάριν τοῦ συναδέλφου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖνος δὲν ἔχει ἀστυνόμους, ἀλλὰ τοῦτο ὁ συνάδελφος ἔχει δίκαιον νὰ τὸ ἀγνοῇ, διότι δὲν μένει ἐν Γορτυνίᾳ, μένει ἐν Πάτραις· πῶς λοιπὸν θὰ γνωρίζῃ τί γίνεται ἐκεῖ;
§26ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανειλημμένως μάλιστα ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεταθέσῃ ἐκ Τριπόλεως τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, διότι δὲν κάμνει τὸ καθῆκόν του. Ὅτε περιωδεύομεν πέρυσι διὰ τὰς ἐκλογὰς, ὁ ἀδελφὸς τοῦ προλαλήσαντος παρ’ ὀλίγον ἐφόνευε διὰ ῥοπάλου τὸν σύντροφόν μας κ. Θεμιστοκλῆν Κορομάντζον. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος δὲν προεφυλάκισεν αὐτὸν, ἐνῷ συνέτρεχον αἱ νόμιμοι περιστάσεις. Ὁ Πρόεδρος αὐτὸς ἔχει ἑξήκοντα χρόνους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὅμως δὲν ἔχει τὴν φιλοτιμίαν νὰ παραιτηθῇ.
§27ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν τοῦ πταίει κανεὶς, ἂν ἡ παρεκτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἠνάγκασε τὸν Πρόεδρον νὰ τὸν ῥαπίσῃ. Ἂς μάθῃ ὁ συνάδελφος, ὅτι ὁ Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος μένει ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, εἶναι τὸ πρότυπον τῆς τιμῆς, εἶναι ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ πλησιάσῃ ὁ συνάδελφος, οὔτε οἱ συγγενεῖς του ἐν Τριπόλει, εἶναι ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον οὐδείς ποτε ἐπλησίασεν, οὔτε πολιτικὸς, οὔτε ἄλλος τις. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κ. συναδέλφων ἐκ Μαντινείας. Ἴσως ἔχει ἐλαττώματά τινα, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ξένα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν τιμὴν, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ συνάδελφος πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον τιμῆς καὶ ἐπαίνων.
§28ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως εἶναι ἀρχαιότερος πάντων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, καὶ ἔχει τὴν ψύχωσιν νὰ μένῃ ἐκεῖ, καὶ εὐγνωμονεῖ τοὺς θεραπεύοντας τὴν ψύχωσιν αὐτήν· ἀλλ’ αἱ ψυχώσεις αὗται δέον νὰ λείψουν καὶ νὰ μετατεθῇ ἐκεῖθεν. Εἶναι ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔκοψε τὸν λαιμόν του! Δὲν ἔπρεπε νὰ προφυλακίσῃ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ Συντάγματος; Ἀλλ’ ἴσως τὸν διατηρεῖ ἐκεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ μᾶς ἀκυροῖ τὰς ἐκλογάς.
§29Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρατηρήσω ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐνταῦθα κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου, καὶ συνάδελφός τις ἀποπειρᾶται νὰ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ ἐκτρόπου συμβάντος εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, ἀντὶ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἀπαντᾷ ὁ φίλος τῷ Ὑπουργῷ Βουλευτὴς ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ὡσὰν νὰ ἐπενέβη ἄλλος συνάδελφός του εἰς τὰ τσιφλίκια του, ὡς θεωρεῖ τὴν ἐπαρχίαν του. Αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι ἔκτροπος. Ἡ Κυβέρνησις ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἑπτὰ Ὑπουργοὺς, διακρινομένους ἐπὶ ὀξύτητι ἀντιλήψεως καὶ εὐγλωττίᾳ, γινώσκει δ’ ἕκαστος αὐτῶν, τί γίνεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, οὗ προΐσταται, καὶ δύναται ν’ ἀντικρούσῃ οἱανδήποτε αἰτίασιν, ἐξ οἱουδήποτε συναδέλφου προερχομένην. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων, ὅταν καταγγέλλωνται ἀτοπήματα, συμβαίνοντα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τινὸς τῶν συναδέλφων, φίλα φρονοῦντος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀμέσως οὗτος φρονεῖ, ὅτι ὁ καταγγέλλων ἐπεμβαίνει εἰς τὸ τσιφλίκι του, καὶ ἀπαντᾷ αὐτὸς ἀντὶ τοῦ Ὑπουργοῦ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις ἐνεργεῖται ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις ἄνευ τῆς ὑποδείξεως τῶν διαφόρων κυβερνητικῶν Βουλευτῶν, τῆς θελήσεως τῶν ὁποίων διεκπεραιωτὴς χρησιμεύει ἡ Κυβέρνησις, καὶ τοῦτο εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν παρέστην εἰς τοιαύτην παρεκτροπήν.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς ὅμως πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας κ. Διγενόπουλος παρεπονεῖτο κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν μεταθέτει τὸν Πρόεδρον τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν.
§31ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ μάλιστα παρακαλῶ νὰ τὸν μεταθέσητε, διότι θ’ ἀκούσητε τί συνέβη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Κύριοι, ἐρχόμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, ἔλαβον ἐντολὴν ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου, νὰ παραστήσω τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία μου, ἐξ ἧς ἀποστέλλομαι Βουλευτής. Ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἔχομεν πλήρη μεσοβασιλείαν καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας. Ἰδίως ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραστήσω τὴν κατάστασιν αὐτὴν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα. Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἀνόδου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐστερεῖτο μέχρι χθὲς ὁ νομὸς Ἀρκαδίας νομάρχου! Ἡ Κυβέρνησις, μόλις ἀνῆλθεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, εὗρε νομάρχην τὸν ἐντιμότατον κ. Χρύσανθον Παγώνην, ἀλλ’ εὐθὺς μετὰ τὴν ἄνοδον τῆς Κυβερνήσεως ὁ νομάρχης ἐκεῖνος ἦτο ἐν διαρκεῖ μεταθέσει, ἢ ἐν ἀδείᾳ διατελῶν, χωρὶς νὰ ἐργάζηται, διότι δὲν συνῄνει εἰς τὴν ἀλλαγὴν τῶν δημολογιστῶν· ἐπὶ τέλους συνετελέσθη ἡ μετάθεσις αὐτοῦ, καὶ διωρίσθη νομάρχης ὁ κ. Σπανίδης· ἀλλ’ ὁ κ. Σπανίδης, πρὶν ἢ μετατεθῇ εἰς Τρίπολιν, ἐδήλωσεν ὅτι εἶχε κώλυμα νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ ὡς νομάρχης, διότι ὁ πατὴρ τῆς συζύγου του κατήγετο ἐκ χωρίου τινὸς τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τὸν διέταξε δι’ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ἐκεῖ ἤθελεν εὕρει ἔγγραφον διαταγὴν νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, τοῦ δηλωθέντος κωλύματος μὴ θεωρηθέντος τοιούτου. Ἀλλὰ τὴν ἔγγραφον διαταγὴν δὲν τὴν ἔλαβεν ὁ κ. Σπανίδης, καίτοι ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα ἔμεινε νομάρχης ἐν Τριπόλει, χωρὶς νὰ ἐνασκῇ τὰ νομαρχιακά του καθήκοντα, καὶ τέλος διωρίσθη νομάρχης ὁ κ. Παλαμᾶς. Λοιπὸν τὸ πρώτιστον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως ἔλειπεν ἀπὸ τῆς ἀνόδου αὐτῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἅπαντες οἱ κατὰ καιροὺς νομάρχαι, οἱ ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὑπηρετήσαντες ἐν Τριπόλει, εἰς ἐκθέσεις των μακροσκελεῖς ἀνέφεραν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίᾳ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας, ἀλλ’ οὐδεμία μέριμνα ἐλήφθη παρὰ τῶν κ. Ὑπουργῶν, καὶ ὁ νομάρχης κ. Παλαμᾶς μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ προχθές, ὅτε τὸν ἐπεσκέφθην, ὅτι καὶ προφορικῶς παρέστησεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν κατάστασιν τῆς ἀστυνομίας Τριπόλεως. Ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ἐκείνῃ περιφερείᾳ, ἐν ᾗ ἀπουσιάζει καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ἀρχὴ, εἰσήχθη ἀτυχῶς τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον μέχρι πρὸ ὀλίγου ἦτο ἄγνωστον ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἵνα πληροφορηθῆτε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ ἀστυνομία ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οὐδεὶς ἀστυνόμος ἔμεινεν ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὴν θέσιν του. Μετετέθη ὁ ἀστυνόμος Μανθυρέας καὶ ἀντικατεστάθη δι’ ἄλλου· μετετέθη ὁ ἀστυνόμος Τεγέας, ἐντιμότατος ἀξιωματικός, ἀλλὰ πρὶν κοινοποιηθῇ εἰς αὐτὸν ἡ μετάθεσις, λαμβάνει διαταγήν, τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ ἀξιοτίμου δημάρχου Τεγέας, νὰ μείνῃ ἐν τῇ θέσει του, καὶ ἔμεινε μέχρι τῆς χθὲς, ὅτε ἀνεκλήθη ἡ μετάθεσίς του. Μετετέθη ὁ ἀστυνόμος Ὀρχομενοῦ· μετετέθη ὁ ἀστυνόμος Μαντινείας καὶ ἀντικατεστάθη δι’ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν ταύτην, διότι διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπανειλημμένως ἔχει καταδικασθῆ διὰ πράξεις διαπραχθείσας ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, καὶ διωρίσθη ἐκεῖ πάλιν, ἵνα ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν δήμαρχον νὰ βόσκῃ τὰ πρόβατά του εἰς τὰ κτήματα τῶν Μαντινέων.
§32ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πῶς λέγετε;
§33ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ξυδιᾶς, ὁ ὁποῖος ὡς ἀξιωματικὸς ηὐδοκίμησεν, ἀλλ’ ὡς ἀστυνόμος ἀπέτυχεν. Ἰδοὺ ἡ ἀπόφασις τοῦ Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, δι’ ἧς κατεδικάσθη ἐπιεικῶς εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν ἐπὶ ἁρπαγῇ προβάτων (ἀναγινώσκει τὴν ἀπόφασιν). Ἐνῷ εἰς τὴν ἐρήμην δίκην εἶχε χαρακτηρισθῆ ἡ πρᾶξις ὡς ζωοκλοπή, διότι τοιαύτη εἶναι, εἰς τὴν κατ’ ἀντιμωλίαν δίκην τὸ δικαστήριον, φεισθὲν τῶν οἰκογενειακῶν του περιστάσεων, ἢ μὴ θέλον νὰ κηρύξῃ ἕνα ἀξιωματικὸν ἔκπτωτον τοῦ ἀξιώματός του, μετερρύθμισε τὴν ἀπόφασιν καὶ κατεδίκασεν αὐτὸν εἰς μηνιαίαν φυλάκισιν. Τοιοῦτος εἶναι αὐτὸς ὁ ἀστυνόμος. Ἀλλ’ εἰς τὴν παράλυσιν τῆς δημοσίας τάξεως ἐν Μαντινείᾳ συνετέλεσε προσέτι καὶ ἡ ἔλλειψις ἐπαρκοῦς δικαιοσύνης. Στερούμεθα, Κύριοι, δικαιοσύνης καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας, ὡς θέλω ἀποδείξει ἀμέσως. Αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις εἶχον ὁρίσει ὡς χρησίμους διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως 14 δικαστὰς σὺν τῷ Προέδρῳ· πόσους δικαστὰς νομίζετε ὅτι ἔχομεν σήμερον; ἑπτά· ἐκ τούτων δύο πρέπει νὰ εὑρίσκωνται διαρκῶς πρὸς συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων, τρεῖς πρὸς συγκρότησιν τοῦ Πλημμελειοδικείου, δύο διὰ τὰς ἀνακρίσεις, ἐν ὅλῳ ἑπτά· καὶ ἔχομεν ἓξ μόνον, καὶ τὸν Πρόεδρον ἑπτά. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ μεγαλειτέρα εὐκολία, τὴν ὁποίαν ζητοῦν οἱ συμπολῖταί μας, εἶναι τὸ νὰ τοῖς γείνῃ ἡ χάρις νὰ ἀνακρίνωνται, ὅταν καλῶνται ἐνώπιον τῶν ἀνακριτῶν, πολυασχολωτάτων διαρκῶς, διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ λαμβάνωσι μέρος καὶ εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Δικαστηρίου, οὗ ἕνεκεν ἀδυνατοῦσι νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων. Τοῦτο δὲ προῆλθε, διότι μετετέθησαν ἐκεῖθεν δικασταὶ, χωρὶς ν’ ἀναπληρωθῶσιν, οἱ δὲ τρεῖς ἢ τέσσαρες ἔμμισθοι πάρεδροι, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν ἐκεῖ, δὲν ἔχουσι δυστυχῶς τὰ δικαιώματα τὰ ἀνακριτικὰ, οὐδὲ τὸ δικαίωμα νὰ συγκροτῶσι δικαστήριον ἄνευ τῆς πλειονοψηφίας τῶν τακτικῶν δικαστῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸ ἑπτὰ μόλις μηνῶν παραλαβὼν τὸ χαρτοφυλάκιον, τέσσαρας πταισματοδίκας μετέθεσεν ἐκ τοῦ Πταισματοδικείου Τριπόλεως· μετέθεσε τὸν Σταθακόπουλον, μετέθεσε τὸν Χρυσοβέργην, μετέθεσεν εἶτα τὸν Μυλωνόπουλον, καὶ ἀπέστειλε διάδοχόν του τὸν Ἀγαπητόν. Ἀλλὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα τῆς ἐπαρχίας μου εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται; Πρὸ ὀκτὼ μηνῶν ἐκοινοποιήσαμεν ἀποφάσεις, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὰς ἀποδείξεις, δι’ ἔλλειψιν εἴτε εἰρηνοδίκου, εἴτε γραμματέως, διότι οὐδεὶς μένει εἰς τὴν θέσιν του. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐνοχλήσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης παραλύσεως ὑπέστην καὶ ἐγὼ προσωπικῶς, διότι πρὸ τῶν ἐκλογῶν, βλέπων ὅτι ἐπέκειντο συγκρούσεις, ἢ ἐμφύλιος πόλεμος, εἰς τὸν δῆμον Κορυθίου, εἶχον παρακαλέσει τὰς ἀρχὰς νὰ προλάβωσι τὸ κακὸν καὶ τὴν αἱματοχυσίαν· ἀλλ’ ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς ἐνόμισε πρέπον νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὅτι, ὅταν φονευθῶσιν οἱ πολῖται, αὐτὸς θὰ τρέξῃ νὰ τοὺς θάψῃ. Εἰς τὴν παρατήρησίν μου, ὅτι ἐγὼ παρουσιάσθην εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ ὄχι εἰς νεκροθάπτην, αὐτὸς μοὶ ἀπήντησε: «τί θέλετε νὰ κάμω, ἀφοῦ δὲν ἔχω στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν οὔτε δύο χωροφύλακας;» Καὶ πράγματι εἶχε δίκαιον· διότι γνωρίζετε ποῖος εἶναι ὁ σταθμάρχης ἐν τῷ σταθμῷ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐκεῖ φρουρᾶς; εἶναι εἷς ἐνωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος ὅλην τὴν ἡμέραν καταγίνεται εἰς τὴν ἑξῆς ἀσχολίαν. Γεμίζει ἕνα ποτῆρι οἴνου καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς παρισταμένους χωρικοὺς λέγει πρὸς αὐτούς: «τὸ βλέπετε τοῦτο; — Τὸ βλέπομεν», ἀπαντῶσιν ἐκεῖνοι. — Αἴ! δὲν θὰ τὸ ξαναϊδῆτε!» καὶ τὰγκ τὸ πίνει! (ἱλαρότης). Αὐτὸς ἦτο ὁ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, ὅτε ἐμφύλιος πόλεμος καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς πολεμικῆς διεξήχθη ἐν τῷ χωρίῳ Στενῷ, τοῦ ὁποίου πολέμου ἐγὼ σκληρῶς ᾐσθάνθην τὰς συνεπείας, διότι ἕνεκα αὐτοῦ φυγοδικοῦσι πολύτιμοι συγγενεῖς μου, καὶ ἡ μόνη παράκλησις αὐτῶν καὶ ἡμῶν πρὸς τὰς ἀρχὰς εἶναι νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὰς ἀνακρίσεις, ἵνα προσέλθωσι νὰ δικασθῶσι. Τὸ δίκαιον τῆς τοιαύτης παρακλήσεως, καίτοι ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, δὲν θεραπεύεται, δι’ ἔλλειψιν δικαστῶν, ἀφοῦ οἱ ὑπάρχοντες δὲν ἐπαρκοῦσι, καίτοι νυχθημερὸν ἐργάζονται. Τούτων ἕνεκεν ὁ ἔντιμος κ. Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἔντιμος κ. ἀνακριτὴς, ἀναγνωρίζοντες τὸ δίκαιον τῶν παραστάσεών μου, μοὶ ἔλεγον: «Τί θέλετε νὰ κάμωμεν; δὲν ἔχομεν δικαστάς!»
§34Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.
§35Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, ἀναγνωρίζετε τὴν ἔλλειψιν τῶν δικαστῶν, καὶ ὅμως συνιστᾶτε νέα Πρωτοδικεῖα. Ὁ δῆμος Κορυθίου βρίθει ἀπὸ φυγοδίκους, καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀδυνατεῖ νὰ περατώσῃ τὰς δικογραφίας, καὶ Κύριος οἶδε τὰ ἀποτελέσματα τῆς φυγοδικίας ταύτης. Καὶ ζητῶ νὰ σταλῇ ἐπὶ τόπου εἷς ἀνακριτὴς, ὅπως δώσῃ πέρας εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, τὴν ἐπικρατοῦσαν εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον, ἵνα μὴ διαταραχθῇ ἡ δημοσία τάξις, προέβην εἰς θυσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς πολιτευόμενος προέβη. Γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐπολιτεύετο ἐκεῖ ἡ οἰκογένειά μου καὶ κατέχει τὴν πρώτην θέσιν, καὶ ὅμως ἠναγκάσθημεν νὰ παραιτηθῶμεν τῆς ἀξιώσεως ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἵνα μὴ ἐπέλθωσι φόνοι καὶ δυστυχήματα, καὶ τοῦτο διότι δὲν εἴχομεν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους διεταράχθη ἐκεῖ ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὀφείλω νὰ ἐκφράσω εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶχον λάβει, ἵνα μὴ διαταραχθῇ ἡ δημοσία τάξις κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς. Ὀφείλω νὰ ἦμαι δίκαιος καὶ νὰ ὁμολογήσω τοῦτο. Πλὴν τούτων μετεθέσατε τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν ὁποῖον εὕρετε ἐκεῖ, καὶ ἐφέρατε τὸν Τσιγγουράκον, ἀλλ’ ἀμέσως μετεθέσατε καὶ τοῦτον, μετεθέσατε καὶ τὸν γραμματέα τοῦ Νοτίου Εἰρηνοδικείου, καὶ οὕτως ἀμφότερα τὰ Εἰρηνοδικεῖα Τριπόλεως ἀργοῦσι, πρὸς δόξαν τῆς λαϊκῆς δικαιοσύνης! Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐνοχλήσω τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν διὰ τηλεγραφημάτων ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, διότι πλὴν ὅλων τούτων ἔχομεν καὶ τὰς καταδιώξεις τῶν διαφόρων ἀρχῶν ἐναντίον τῶν συμπολιτῶν μας καὶ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ οὐδὲν οὗτοι ὀφείλουσι. Πρὸ πολλοῦ ἔχουσιν ἀναφερθῆ οἱ κάτοικοι Λεβιδίου περὶ τῶν ἐπαράτων ἐκείνων πρωτοκόλλων τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας. Αἱ ἀναφοραί των ἀπεστάλησαν πρὸς ἐξέτασιν, ὁ ἔφορος ὅμως γράφει καὶ ζητεῖ νὰ τῷ ἐπιτραπῇ, ὅπως μεταβῇ ἐκεῖ καὶ ἐξετάσῃ τὰ παράπονά των, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἐδόθη διαταγὴ εἰς τὸν ἔφορον, ὅπως μεταβῇ εἰς τὸν δῆμον, ὁ ὁποῖος ἀπέχει τρεῖς ὥρας ἀπὸ τῆς ἕδρας του, καὶ ἐνεργήσῃ τὴν ἐξέτασιν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἐπιπίπτουσι τὰ ἀποσπάσματα κατὰ τῶν ὀρνίθων τοῦ χωρίου, καὶ οὕτως ὁλόκληρος ὁ δῆμος φυγοδικεῖ. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, ἂς ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Διγενόπουλος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις δι’ ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ δικαστηρίου Τριπόλεως, διότι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ παράπονα κατ’ αὐτοῦ, εἶμαι ἐγὼ, καὶ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμολογήσω τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλα ἐλαττώματα προσωπικά, ἐλαττώματα ὅμως δικαστικὰ δὲν ἔχει. Τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλὴν, καίτοι ἔχω προσωπικὰ παράπονα κατ’ αὐτοῦ, καίτοι ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει διεπληκτίσθην πρὸς αὐτὸν, ἀναγνωρίσαντα ὅμως τὸ δίκαιόν μου. Εἶναι χαρακτὴρ ἄριστος, πρότυπον δικαστικῆς ἀρετῆς, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ παράπονα κατ’ αὐτοῦ ὡς δικαστοῦ. Θὰ παρεκάλουν μάλιστα τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μεταθέσῃ αὐτὸν ἐκεῖθεν εἰς ἄλλο Πρωτοδικεῖον, διότι, καίτοι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρετεῖ ἐν Τριπόλει καὶ ἀπέδειξεν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ὑπηρεσίας του σπάνια δικαστικὰ προσόντα, ἐν τούτοις δὲν μᾶς ἀρέσει, διότι δὲν ἐσχετίσθημεν πρὸς αὐτὸν, ὥστε νὰ τὸν ἐκμεταλλευώμεθα!
§36ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸν τὸν θησαυρὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν πάρῃ εἰς τὸ Ναύπλιον, τὴν πατρίδα του, ἵνα ὠφελήσῃ καὶ ἐκεῖνον τὸν τόπον.
§37Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος ἀδίκως καταφέρεται κατὰ τοῦ δικαστικοῦ αὐτοῦ ὑπαλλήλου. Ταῦτα, Κύριοι, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, ὄχι ὅπως μεμφθῶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅπως προκαλέσω τὴν σύντονον προσοχὴν τοῦ ἐντιμοτάτου κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον εἴπερ τις καὶ ἄλλως ὑπολήπτομαι, ὅπως λάβῃ ἓν μέτρον πρὸς τερματισμὸν τῆς ἐκρύθμου ταύτης καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία Μαντινείας.
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἐπέκρινε σύστημά τι, ἐπικρατοῦν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, καὶ τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλας τὰς παρελθούσας Συνόδους εἴδομεν ἀτυχῶς ἐφαρμοζόμενον, τὸ σύστημα δηλαδὴ νὰ μὴ περιμένωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὰς ἀπαντήσεις τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον γινώσκουσι γεγονότα τινά, ἅτινα δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσι πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ παρ’ ἄλλων συναδέλφων λεγόμενα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, νὰ προβαίνωσιν εἰς ἐξιστόρησιν αὐτῶν. Ἐπέκρινε τὸ σύστημα αὐτό, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη οὐδ’ αὐτὸς ν’ ἀποφύγῃ τὸν πειρασμόν, διότι εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του δὲν περιέμενε τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἔλαβε τὸν κόπον, ὅπως ἀμυνθῇ ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐγκαταλείψας εὐθὺς τὴν ἄμυναν ταύτην, προέβη εἰς γενικὸν κατηγορητήριον. Ἐπιτραπήτω μοι ν’ ἀντεπεξέλθω κατὰ τοῦ δριμυτάτου κατηγορητηρίου, τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθη ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ διατυπώσῃ. Καὶ πρῶτον πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ κατηγορητήριον τοῦτο κατὰ πολὺ ἐμετριάσθη ἐκ τῆς ὁμολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι οὐδέποτε τοιαύτη τάξις ἐπεκράτησεν, ὁποία κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς. Ἀλλ’ ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔπραττε πᾶν ὅ,τι ἔπραξε λόγῳ συναλλαγῆς, τὴν συναλλαγὴν ταύτην θὰ μετήρχετο πρὸς ὑποστήριξιν τῶν πολιτικῶν αὐτῆς φίλων· περίεργος δὲ εἶναι ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως, τὰ πάντα θυσιαζούσης εἰς τὴν συναλλαγήν, λησμονούσης δὲ ταύτην ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἡμέραν αὕτη θὰ ἦτο ὠφέλιμος πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φίλων της.
§39Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμῃ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς;
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι τί νὰ κάμῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην· διότι παρετηρήθη, ὅτι οὐδέποτε εἴδομεν τὴν Δικαιοσύνην ἐνεργήσασαν τὰς ἐκδικάσεις τῶν ἐκλογῶν μετὰ μεγαλειτέρας ἐλευθερίας ἢ ὅσον ἤδη, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλὰς ἐκλογὰς φίλων τῆς Κυβερνήσεως ἀκυρωθείσας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις τῶν νομαρχῶν,—διότι τοῦτο ἦτο τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ κατηγορητηρίου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας,—παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Εὗρον νομάρχην Ἀρκαδίας τὸν κύριον Παγώνην. Ὁ κ. Παγώνης ἐπανειλημμένως ἐζήτησε τὴν ἐκ Τριπόλεως μετάθεσίν του, λέγων ὅτι ὡς ἐκ τῆς πασχούσης ὑγείας του δὲν ἠδύνατο ἐκεῖ νὰ παραμένῃ· ἀργότερον ἐζήτησεν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην νὰ χορηγήσω αὐτῷ, διότι τὴν αἴτησιν αὐτῆς ἐστήριξεν εἰς τὴν ἀσθένειαν τῆς μητρός του, ἡ ὁποία πράγματι μετ’ ὀλίγον ἀπέθανε. Μετέθεσα εἰς τὸν νομὸν Ἀρκαδίας τὸν κ. Σπανίδην, ἀγνοῶν ὅτι ὑπῆρχε λόγος κωλύων αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν Νομαρχίαν Ἀρκαδίας. Ὁ κ. Σπανίδης οὐδέν μοι εἶπε περὶ τοῦ λόγου ἐκείνου, ὅτε δ’ ἔφθασεν εἰς Τρίπολιν, τηλεγραφικῶς μοι ἀνεκοίνωσεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ σύζυγός του κατάγεται ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ νομάρχου. Τί ἠδυνάμην, παρακαλῶ, νὰ πράξω; ν’ ἀφήσω νομάρχην Ἀρκαδίας τὸν κ. Σπανίδην, ἐνῷ ὁ ἴδιος ἐδήλου, ὅτι ἐκωλύετο; Δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ πράξω. Ἐπειδὴ ὅμως ἦτο χειμών, μοὶ παρέστησεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο τὸν χειμῶνα νὰ μεταφέρῃ τὴν οἰκογένειάν του, καὶ μὲ παρεκάλεσεν, ἵνα ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας ἐξακολουθήσῃ μένων ἐκεῖ· συνήνεσα εἰς τοῦτο, καὶ ἀργότερον μετετέθη εἰς Ζάκυνθον, ὅπου μετέβη. Κατὰ τί λοιπὸν πταίει ἡ Κυβέρνησις καὶ κατὰ τί ἡ ἐνέργειά μου ἐδύνατο νὰ ἐκληφθῇ ὡς ἐνέργεια τείνουσα ὅπως εἷς τῶν σπουδαιοτέρων νομῶν τῆς Πελοποννήσου μείνῃ ἄνευ νομάρχου; Ἐὰν διώρισα τὸν κ. Σπανίδην εἰς Τρίπολιν, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἄλλοτε διετέλεσεν Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖ, δὲν ἐγνώριζον δὲ, ὅτι μετὰ ταῦτα ἐγεννήθη λόγος, ὁ ὁποῖος ἐκώλυεν αὐτὸν τοῦ νὰ ἦναι νομάρχης εἰς τὴν Ἀρκαδίαν. Μετὰ τὸν κ. Σπανίδην μετέθεσα εἰς Τρίπολιν τὸν κ. Παλαμᾶν, τὸν θεωρούμενον παρ’ ὅλων ἐν γένει ὡς ἕνα τῶν ἀρίστων νομαρχῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ μὲ κακίσῃ διὰ τὸν διορισμὸν τοῦτον.
§41ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω, καὶ δὲν ἠξεύρω.
§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις τῶν ἀστυνόμων, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησεν, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ὅπως ἀναβάλω τὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἀπάντησιν, καθόσον, ἐὰν ἦναι δυνατὸν Βουλευτὴς ἐπαρχίας νὰ γνωρίζῃ τὰ πρόσωπα τὰ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ κατέχοντα τὰς ἀστυνομικὰς θέσεις, εἶναι ἀδύνατον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνθυμῆται ποῖος διετέλεσεν ἀστυνόμος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, πότε μετετέθη καὶ διὰ ποῖον λόγον μετετέθη. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ζητήσω πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως, καὶ τότε θὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι πλήρης· ὁμολογῶ δὲ χάριτας εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Μαντινείας, ὁ ὁποῖος, λησμονήσας τὸ δριμύ του κατηγορητήριον, ἠθέλησε πολὺ εἰλικρινῶς νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι οὐδέποτε ἐν τῷ νομῷ του...
§43ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ ἐν τῷ νομῷ· ἐν τῷ δήμῳ Τριπόλεως.
§44Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτι οὐδέποτε ἐν τῷ δήμῳ Τριπόλεως αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν μετὰ τοσαύτης ἡσυχίας καὶ τάξεως, ὅσον αἱ τελευταῖαι.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι δήλωσίν τινα. Δὲν παρεπονέθην,—διότι προσῆκεν εἰς ἐμὲ νὰ παραπονεθῶ,—ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πειρᾶται νὰ ἐκτείνῃ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ ὅλον τὸ στάδιον τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς, τό τε πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας καὶ τὸ μετ’ αὐτήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ὡμολόγησε χάριν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας οὐδ’ ἐν Τριπόλει οὐδ’ ἐν ἄλλῳ τινὶ δήμῳ συνέβη τι. Τοῦτο καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, διότι ἀνήκω εἰς τὸν ἴδιον νομὸν, ἀλλ’ οὐχὶ διότι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ἐν πλήρει νομιμότητι, οὐχὶ διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπέσχεν ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως καὶ ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἢ διότι οἱ ἀστυνόμοι, ὑπενωμοτάρχαι καὶ ἐνωμοτάρχαι, λοχίαι καὶ ἀνθυπασπισταὶ, δὲν ἐπεμβῆκαν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀκόσμως καὶ βαναύσως, ὑποστηρίζοντες τοὺς φίλους τοῦ Ὑπουργείου, ὑβρίζοντες δὲ, προπηλακίζοντες καὶ ἀπειλοῦντες τοὺς ἀντιθέτους αὐτῶν.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφ’ ὅτου εἰσήχθη ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ εἰς τὰ ἐκλογικὰ, οὐδέποτε παρατηρεῖται ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας οὐδεμία διατάραξις τῆς τάξεως.
§47ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἕνεκα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, τοῦ διεξαχθέντος κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐν τῷ δήμῳ Κορυθίου, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠναγκάσθησαν τῷ ὄντι νὰ λάβωσι σύντονα μέτρα καὶ ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ καὶ ἐν τῷ δήμῳ Τριπόλεως. Ἐν τῷ δήμῳ μάλιστα Κορυθίου εἴχομεν πέντε ἀξιωματικοὺς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, ἐξ ὧν ἕνα λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ· ἐν τῷ δήμῳ Τριπόλεως, ὅπου ἠπειλοῦντο φοβεραὶ συμπλοκαὶ, ὁ ταγματάρχης Γενήσαρλης ἀνέπτυξεν ὅλην τὴν δραστηριότητα αὑτοῦ πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως. Τοῦτο ἐνόουν. Κατὰ τὸν πρὸ τῶν ἐκλογῶν χρόνον θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπω, ὅτι συνέβησαν τόσαι ἀτασθαλίαι καὶ παρανομίαι, οἵας οὐδέποτε εἴχομεν, καὶ σᾶς εἶπον ἐν τῇ ἀγορεύσει μου, ὅτι, ἐνῷ μετέβην εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ παρεκάλουν νὰ προληφθῶσιν αἱ συγκρούσεις, αἱ ἀρχαὶ μοὶ εἶπον, ὅτι θὰ θάπτωσι τοὺς φονευθησομένους. Ἀλλ’ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος ἔσχε τοὺς τραυματίας καὶ τοὺς φονευθέντας ἐν τῷ δήμῳ Κορυθίου, καὶ ταῦτα ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἔκτακτα μέτρα, διότι, ἐὰν δὲν ἐλάμβανε τὰ μέτρα ἐκεῖνα, Κύριος οἶδε, πόσα θύματα θὰ ἠριθμοῦμεν.
§48Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐφρόνουν, Κύριοι, καὶ ἐφρόνουν πεποιθότως, ὅτι σήμερον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ, ἤθελεν ἐκφράσει εὐγνωμοσύνην καὶ εὐχαριστίας διὰ τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης...
§49ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν δικαιοσύνην!
§50ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διαβεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ καλλίτερον συγκεκροτημένα Πρωτοδικεῖα εἶναι τὸ δικαστήριον τῆς Τριπόλεως. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του.
§51ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεπαρκὴς ὁ ἀριθμός.
§52ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ αἰτιαθῇ οὐδενὸς τῶν ἀποτελούντων τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως.
§53ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§54ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως, οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον, εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων πρωτοδικῶν.
§55ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς προσθέτω ὅλοι.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δικαστήριον Τριπόλεως ὑμεῖς τὸ κατηρτίσατε;
§57ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς εὑρήκατε ἐκεῖ τοὺς δικαστάς.
§58ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀφ’ ὅτου ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, οὐδεὶς δικαστὴς ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν Τρίπολιν. Τὸ δικαστήριον ἔμεινεν ὅπως ἦτο καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, προσετέθησαν μάλιστα καί τινες δικασταί· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ σεβαστοῦ καὶ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§60ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δικαστήριον τῆς Τριπόλεως ἔχει καταρτισθῆ πρὸ πολλοῦ ἐκ δικαστῶν διακρινομένων ἐν τῷ δικαστικῷ κόσμῳ, τὸ ἐνδιαφέρον δὲ καὶ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ἤμην ἐν τῇ ἀρχῇ, ἵνα τὸ δικαστήριον τοῦ νομοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκω, μὴ δίδῃ ἀφορμὴν παραπόνων εἰς τοὺς Βουλευτὰς, συνετέλεσεν ἴσως εἰς τοῦτο· ἀληθεύει δὲ, ὅτι ἔκτοτε οὐδεμία ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὸ δικαστήριον Τριπόλεως.
§62ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Οὐδεὶς λοιπὸν δικαστὴς, ὅπως ἀξιεπαίνως ὁμολογεῖ ὁ κ. Δηλιγιάννης, μετετέθη ἐκ Τριπόλεως.
§63ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετετέθησαν, ἀλλὰ δὲν ἀνεπληρώθησαν.
§64ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν μετετέθη κανεὶς ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τῆς ἰδικῆς μας. Τοὐναντίον ἐκεῖνο, ὅπερ ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, τὸ ἐπράξαμεν· ἐπέμψαμεν δηλαδὴ παρέδρους ἐμμίσθους πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ δικαστηρίου. Ἐνῷ εἰς ἄλλα Πρωτοδικεῖα ἦτο μείζων ἀνάγκη, ἐπροτιμήσαμεν τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγαλειτέραν δικαιοδοσίαν· καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, ἀκούω αἰτιάσεις. Ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος ὁμολογεῖ τὴν ἀρίστην κατάστασιν τοῦ δικαστηρίου, ἀκούω αἰτιάσεις κατὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης.
§65ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λόγῳ ἀνεπαρκείας.
§66Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν μετέθεσε κανένα!
§67ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Γρηγορογιάννην μετεθέσατε εἰς Τρίκκαλα.
§68ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν μετετέθη παρ’ ἐμοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τῆς Εἰσαγγελίας, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος σᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι διευθύνει τὴν Εἰσαγγελίαν ἄριστα ὁ διευθύνων αὐτὴν σήμερον, καὶ αὐτὸν τὸν Εἰσαγγελέα ἡμεῖς ἐπέμψαμεν ἐκεῖ, Κύριοι, καὶ οὐδεὶς ἔχει παράπονον κατὰ τῆς Εἰσαγγελίας. Καὶ ἐν τούτοις αἰτιῶνται τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης! Ἀνεπαρκές, λέγουσιν, εἶναι τὸ προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀνεπαρκὲς εἶναι τὸ προσωπικὸν ὅλων τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους, καὶ ἕνεκα τούτου ἐφέραμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε χθές...
§69ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν συστήσει ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου.
§70ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν φιλοπονίαν τῶν δικαστῶν, πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ ἴσως τὸ γνωρίζει καλῶς, ὅτι χθὲς ὁ Πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι συνεπεία τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ φιλοπονία τῶν δικαστῶν ηὔξησε, καὶ ὅτι ἐφέτος ἐξεδόθησαν περισσότεραι ἀποφάσεις ἀπὸ πέρυσι.
§71ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς ἐμέμφθη τῶν δικαστῶν;
§72ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι.
§73ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις λέγετε, ὅτι ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἀνεπαρκής. «Σᾶς διαβεβαιῶ, κύριε Ὑπουργὲ», μοὶ λέγει ὁ Πρόεδρος, «ὅτι ἤμεθα ἐνήμεροι καὶ ὅτι περισσότερας ἀποφάσεις ἐξεδώκαμεν ἐφέτος ἀπὸ πέρυσι.» Καὶ ἐν τούτοις μὲ αἰτιῶνται διὰ τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης!
§74Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς κατηγόρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι μετεθέσατε εἰς Τρίκκαλα τὸν δικαστὴν Γρηγορογιάννην. Οὗτος εἶναι πάρεδρος.
§75ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν μετετέθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς.
§76ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μὲ αἰτιῶνται, ὅτι μετέθεσα δύο πταισματοδίκας ἐκ Τριπόλεως.
§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τέσσαρας.
§78ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀληθῶς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἔχει κανὲν παράπονον κατὰ τῶν πταισματοδικῶν; Τὸν διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι ὁ μετατεθεὶς μετετέθη τῇ αἰτήσει του. Ὡς ἀσθενὴς, δι’ ἐπανειλημμένων αἰτήσεών του μοὶ ἐζήτησε νὰ μετατεθῇ ἐκ Τριπόλεως, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὸ κλῖμα τοῦ τόπου ἐκείνου. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) μοὶ συνέστησε τὴν μετάθεσίν του. Τὴν μετάθεσιν τὴν ἔκαμα τῇ αἰτήσει του, διότι τὸν ἐκτιμῶ ὡς ἄριστον, καὶ ἐφρόντισα νὰ σταλῇ εἰς τὴν Τρίπολιν ἕτερος πταισματοδίκης, εἰς τὴν ἐντιμότητα τοῦ ὁποίου ἔχω ἐπίσης πεποίθησιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον συνάδελφον, ὡς καὶ πάντα ἄλλον συνάδελφον, ἐὰν ἔχῃ παράπονόν τι, νὰ τὸ εἴπῃ· διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἂν ἀνήκῃ, αἱ θύραι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀνοικταὶ εἰς πᾶν εὔλογον παράπονον. Δὲν περιορίζομαι, Κύριοι, νὰ ἀκούω τὰ παράπονα τῆς δεξιᾶς μόνον πτέρυγος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἰδικά σας, ὅταν ἦναι εὔλογα. Ἀλλὰ μετετέθησαν, λέγει, τρεῖς, τέσσαρες, πέντε εἰρηνοδίκαι. Σᾶς εἶπον τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους μετετέθησαν, σᾶς τοὺς εἶπον εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, μήπως ἄλλοτε δὲν ἔγειναν μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν; Ἔχω πρόχειρον σημείωμα, ὅτι κατ’ ἄλλην ἐποχὴν, Κύριοι, εἰς διάστημα ἕξ μηνῶν ἠξεύρετε πόσαι μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν ἐγένοντο; 377!
§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποίαν ἐποχήν;
§80ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. 105 πρωτοδίκαι μετετέθησαν εἰς διάστημα ἕξ μηνῶν.
§81ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ποίας ἐποχῆς;
§82ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς ἄλλην ἐποχήν. Ἡμεῖς δὲ οὐδένα, ὡς εἶπον, πρωτοδίκην μετεθέσαμεν, ἐὰν δὲν ἐπεβάλλετο ἡ μετάθεσίς του ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας...
§83ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ ποίας ὑπουργίας ἐγένοντο αἱ μεταθέσεις αὗται;
§84ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1885... Ἐγὼ δὲν αἰτιῶμαι τὴν ἐνέργειαν ἐκείνην, ὡς εἶπον καὶ πρὶν, ἀλλ’ εἶναι ἄτοπον, Κύριοι, νὰ ἔρχωνται σήμερον νὰ αἰτιῶνται τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διότι μετετέθησαν 10, 20, 30, 50 εἰρηνοδίκαι, ἐνῷ ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, εὐλόγως ἴσως, μετετέθησαν 300 περίπου. Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, νὰ φέρω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, διότι, ὡς εἶπον καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ὅσῳ διευθύνεται παρ’ ἐμοῦ, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἐκπληροῖ καὶ θὰ ἐκπληροῖ πληρέστατα τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην καὶ πρὸς τὸν τόπον.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς πρωτοδικῶν μετετέθη καθ’ ὡρισμένην περίοδον χρόνου, καὶ ὅτι ὡσαύτως ὡρισμένος ἀριθμὸς εἰρηνοδικῶν μετετέθη κατ’ ἐκείνην τὴν χρονικὴν περίοδον, καὶ ἠρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ποία ἦτο ἡ χρονικὴ αὕτη περίοδος, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, καὶ εἶπε τέλος πάντων, ὅτε οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου ἐπίεζον αὐτὸν, ἐκβιασθεὶς, οὕτως εἰπεῖν, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ περίοδος τοῦ 1885, δηλαδὴ ἡ περίοδος κατὰ τὴν ὁποίαν ἤμεθα ἡμεῖς ἐν τῇ Κυβερνήσει. Δὲν διστάζω νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι φρονῶ, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ διαθέτῃ τὸ προσωπικὸν τῶν πρωτοδικῶν καὶ εἰρηνοδικῶν καὶ νὰ κατανέμῃ αὐτὸ εἰς τὰς διαφόρους περιφερείας εἶναι ἀπόλυτον, καὶ ὅτι μόνον κανόνα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁδηγὸν, νὰ προσέχῃ νὰ μὴ συνδυάζῃ ποτὲ τὴν τοιαύτην διάθεσιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Εἰρηνοδικῶν καὶ Πρωτοδικῶν μετὰ κομματικῶν συμφερόντων ἢ ἄλλων ἰδιοτελῶν σκοπῶν. Λοιπὸν, ἐὰν ὑπάρχωσί τινες, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουσιν ἀφορμὴν ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐνεργείᾳ ἡμῶν νὰ καταγγείλωσι τοιαύτην τινὰ κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἂς προβάλωσι τὴν καταγγελίαν των, ἵνα ἀπολογηθῶμεν· ἀλλ’ οὐδεὶς θέλει δυνηθῆ νὰ μᾶς ἐγκαλέσῃ, οὐδὲ θέλει εὑρεῖ ὅμοιον παράδειγμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις πταισματοδίκην, νέον ἱκανώτατον καὶ χρηστότατον, μετέθεσεν ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ ἀπὸ τοῦ Αἰγίου εἰς τὰς Θήβας, ἀπὸ τῶν Θηβῶν εἰς τὴν Ζάκυνθον, ἀπὸ τῆς Ζακύνθου εἰς τὴν Τρίπολιν, καὶ ἀπὸ τῆς Τριπόλεως εἰς τὴν Λάρισαν, ἵνα ἐκβιάσῃ αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ. Δυστυχῶς δὲν παρῃτήθη ὁ φιλότιμος νέος, ἀλλ’ ἀπέθανεν ἐν Λαρίσῃ, μόλις ἐκεῖ ἀφικόμενος μετὰ τὴν τελευταίαν μετάθεσιν.
§86Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε προχθὲς νὰ καταθέσω σημείωμα τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸν Τάραντα διὰ τὴν ἐπισκευὴν καὶ τὸν καθαρισμὸν τῶν θωρηκτῶν.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ λεπτομέρειαν.
§88ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὰς σημειώσεις ταύτας καταθέτω.
§89ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος· θὰ μεταβάλω τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, καὶ θὰ φέρω τὸν λόγον περὶ ζώων. Προκειμένης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ἔχω θερμὴν νὰ ἀπευθύνω σύστασιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως προνοήσωσι περὶ τῶν ἀτυχῶν κυνῶν. Γνωρίζετε πάντες τὸ ἄδικον καὶ βάρβαρον ἔθιμον, ὅπερ ἐπικρατεῖ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, τῆς δηλητηριάσεως τῶν ζώων τούτων, γίνεται δὲ αὕτη διὰ καταποτίων περιεχόντων δηλητηριώδεις οὐσίας καὶ ἅτινα ῥίπτονται ἐνίοτε εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὰς ὁδοὺς, ὥστε πᾶν τὸ προστυχὸν ζῷον δύναται νὰ φάγῃ ἐξ αὐτῶν καὶ δηλητηριασθῇ, συνάμα δὲ νὰ μεταδώσῃ τὸ φάρμακον καὶ εἰς ἄλλα ζῶα. Καὶ ὅμως τοῦτο γίνεται ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ἥτις ἀμφιβάλλω ἐὰν ἔχῃ τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, νὰ ἐκδίδῃ τοιαύτας διατάξεις, διότι ὁ ἀστυνομικὸς νόμος ἐπιβάλλει αὐτῇ τὸ καθῆκον νὰ προνοῇ μεταξὺ ἄλλων καὶ περὶ δυστυχημάτων ἐκ λυσσώντων κυνῶν προερχομένων, δὲν δίδει ὅμως αὐτῇ τὸ δικαίωμα νὰ φονεύῃ τὰ ζῶα ταῦτα, ἰδίᾳ ὅταν δὲν τυγχάνωσιν ἀδέσποτα ἢ τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἀνὰ τὴν λοιπὴν Εὐρώπην ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ τῶν κυνῶν, ἀλλ’ ἡ φορολογία αὕτη δὲν ἔχει κυρίως σκοπὸν ταμιευτικὸν, ἀλλὰ πῶς νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τοῦ τέλους καὶ τῆς δηλώσεως νὰ προνοῶσι περὶ τῶν κυνῶν αὑτῶν περισσότερον· τίθεται δὲ εἰς τοὺς τοιούτους κύνας ὑπὸ τῆς ἀρχῆς ἰδιαίτερον ἐπὶ τοῦ περιλαιμίου γνώρισμα, ἐξ οὗ καταδείκνυται, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν κατέβαλον τὸ τέλος, καὶ ἑπομένως οἱ κύνες οὗτοι μένουσιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου. Ἐνταῦθα δυστυχῶς συμβαίνει τι ὅλως παράλογον. Ἐκτὸς τοῦ ἀδίκου τούτου μέτρου, ἐψηφίσαμεν πρὸς ἐπίμετρον νόμον περὶ φορολογίας τῶν κυνῶν, χωρὶς οὐδεμία νὰ ληφθῇ προστατευτικὴ πρόνοια ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων, οὕτω δὲ τίποτε δύσκολον νὰ ἴδωμεν ἐφαρμοζόμενον καὶ ὑπὸ τὸ κῦρος τοῦ νέου νόμου τὸ βάρβαρον καὶ ἄδικον τοῦτο μέτρον, ὥστε ὁ ἰδιοκτήτης νὰ στερῆται αὐθαιρέτως καὶ ἀντισυνταγματικῶς τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, δι’ ἣν κατέβαλε καὶ τὸν νόμιμον φόρον. Διὰ ταῦτα ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργοὺς, ἵνα φροντίσωσι περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ ἀδίκου τούτου καὶ εἰσαγάγωσι σχέδιον νόμου περὶ προστασίας τῶν ζώων παρ’ ἡμῖν, ἅτινα φορολογοῦνται μὲν, ἀλλ’ οὐδόλως προστατεύονται.
§90Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐβράδυνα σήμερον, πρὸς λύπην μου, νὰ προσέλθω εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, αἰτία τούτου εἶναι, ὅτι ἤμην εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἑταιρείας τῶν Ζωοφίλων, ἀκριβῶς δὲ τώρα ἔρχομαι ἐκεῖθεν. Ἡ Κυβέρνησις παρέχει—ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω ἐντεῦθεν—πᾶσαν δυνατὴν συνδρομήν· λαμβάνονται κατ’ αὐτὰς μέτρα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κρατοῦσιν εἰς ὅλας τὰς χώρας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θανάτωσιν τῶν κυνῶν, καὶ πολλὰ ἄλλα ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν ζώων, διὰ τὰ ὁποῖα, ἐλπίζω, ὁ μὲν κ. Πρωθυπουργὸς θέλει εὐαρεστηθῆ, καθ’ ἣν βεβαίωσιν ἔδωκε, νὰ εἰσαγάγῃ καὶ νομοσχέδιον, ἡ δὲ Βουλὴ ἐλπίζω, ὅτι θέλει δώσει εἰς τὸν κ. Μπασιᾶν τὴν εὐχαρίστησιν, καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἀγαπῶντας τὰ ζῷα — καὶ τοιοῦτοι εἴμεθα καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα ὅλοι—ν’ ἀπαλλαγῇ καὶ ν’ ἀπαλλαγῶμεν ὅλοι τοῦ δυσαρέστου τούτου θεάματος.
§91Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσαμεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξεχωρεῖτο ἐκκλησιαστικόν τι κτῆμα ἐν Πειραιεῖ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἱδρυθῇ ἡ Ναυτικὴ Σχολὴ ἐκ τοῦ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προωρισμένου κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Βασάνη· καίτοι δὲ παρῆλθεν ὀκτάμηνον ἔκτοτε, καὶ ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη, ἐν τούτοις ἡ ἀνέγερσις τῆς Βασανείου Σχολῆς οὐδὲ ἤρξατο κἄν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως παράσχῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ ἐπῆλθεν ἡ βραδύτης αὕτη. Ἐπίσης, ἐπειδὴ χθὲς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων εἶχε μηκυνθῆ πλέον τοῦ συνήθους, εἶχον ὑποβάλει πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτουν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τοῦ βυθισθέντος ὑπὸ τουρκικοῦ τορπιλλοφόρου ἑλληνικοῦ πλοίου παρὰ τὰς ἀκτὰς τῆς Ἠπείρου. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχον φέρει ἐπίσης τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εὐηρεστήθη πράγματι νὰ δώσῃ πληροφορίας. Αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι περιωρίζοντο εἰς τὴν ἐνέργειαν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἀποζημιωθῇ ὁ πλοίαρχος ὁ παθὼν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Τούρκου πλοιάρχου, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία πληροφορία ἐλήφθη, οὐδὲ γνωρίζομεν ποῦ κατέληξεν ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, ἀλλὰ συγχρόνως παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ὁδηγίας, ὅπως ἐντείνῃ ἐν Κωνσταντινουπόλει τὰς ἐνεργείας αὐτῆς ἡ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία, κατορθωθῇ δὲ νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις εἰς τὸν πλοίαρχον, ὁ ὁποῖος ἔπαθεν οὐχὶ ἐξ ἀμελείας αὐτοῦ, οὐχὶ ἐξ ἀμελείας ἢ ἀμαθείας τοῦ Τούρκου πλοιάρχου, ἀλλ’ εἶδε βυθισθὲν τὸ πλοῖόν του ἐκ κακοβουλίας τοῦ Τούρκου πλοιάρχου, ὅστις ἠθέλησε νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἑλληνικὴν ναυτιλίαν ἐνεργοῦσαν εἰς τὰς Ἠπειρωτικὰς ἀκτάς. Αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν φέρω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν λάβῃ τὰς πληροφορίας, νὰ καταθέσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν.
§92Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ Βουλὴ, κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐψήφισε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεπληροῦτο ἡ ἔλλειψις βιβλίων τινῶν περὶ ὑποθηκῶν καὶ περὶ μεταγραφῶν. Δυστυχῶς ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦτο ἀτελής. Ἐκ τῆς ἀτελείας τοῦ νόμου τούτου οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Τυρνάβου δὲν δύνανται νὰ συνάψωσιν ἐνυπόθηκα δάνεια παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πολὺ δικαίως αἰτούσης, ὅπως βεβαιωθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάσχεσις. Ἐκτὸς τοῦ βιβλίου τῶν μεταγραφῶν καὶ τῶν ὑποθηκῶν ὑπάρχει καὶ τὸ βιβλίον τῶν κατασχέσεων. Καὶ διὰ τὸ βιβλίον τῶν κατασχέσεων ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐμερίμνησε. Μὴ μεριμνήσαντος δὲ τοῦ νόμου ἐκείνου, εὑρίσκονται οἱ κάτοικοι περιωρισμένοι καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ κάμωσι χρῆσιν τῆς ἰδιοκτησίας των πρὸς σύναψιν οἱουδήποτε δανείου. Ἡ Τράπεζα θεωρεῖ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ᾖ βεβαιωμένον, ὅτι πᾶσα ὑποθηκευομένη ἰδιοκτησία δὲν ἔχει ἐφ’ ἑαυτῆς κατάσχεσιν, καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν ὑποθηκῶν ὁ ὑποθηκοφύλαξ εἶναι ὑπόχρεως νὰ σημειοῖ εἰς τὴν στήλην τῶν παρατηρήσεων, ἂν ἐνεργήθη κατάσχεσις, ἴσως θέλει ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ παρατήρησις, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῇ οἰκείᾳ στήλῃ, ἀρκεῖ. Δυστυχῶς δὲν ἀρκεῖ, διότι πάντα τὰ κτήματα δὲν εἶναι οὔτε μεταγεγραμμένα, οὔτε ὑποθηκευμένα. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία παρακαλῶ εἴτε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἴτε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου. Ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπείγουσα, διότι μετὰ τὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσιν ἐπὶ τῶν κτημάτων των, δὲν δύνανται δὲ νὰ δανεισθῶσι παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὔτε λεπτόν. Ἐπίσης δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ὑποβάλω μίαν ἀναφορὰν, ἡ ὁποία μοὶ ἐστάλη ἀπὸ κάτοικον τοῦ δήμου Λαρίσης, ὁ ὁποῖος ἐστερήθη τῶν ἵππων του κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων ὑπὸ τῆς ταχθείσης πρὸς τοῦτο ἐπιτροπῆς. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἄνθρωπος, ἢ ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτὸν οἱ ἵπποι του.
§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Λιμπρίτου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 48). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἔχει τὸν λόγον.
§95Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰσερχόμεθα, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε σφοδροτάτας συζητήσεις. Καὶ τωόντι ὀφείλει τις νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ πρῶτον συναίσθημα, τὸ ὁποῖον ἠσθάνθημεν, ἐνταῦθα συνελθόντες, ἦτο οὐχὶ τόσον εὐχάριστον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πρώτην συνάντησίν του μετὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἔκαμε κομίζων τρία ἢ τέσσαρα νομοθετήματα, τροποποιοῦντα τοὺς φορολογικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ μετὰ τοσούτου κόπου καὶ μετὰ τοσαύτης σπουδῆς ἐψήφισε κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον. Διὰ πάντας λοιπὸν ἡμᾶς ὑπῆρξε συναίσθημα ὀδυνηρὸν, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα μετὰ τοσούτου κόπου ἐψηφίσθησαν, ἦσαν ἄρτια, ἀπεδεικνύετο δὲ κατὰ τὴν πρώτην, ὡς εἶπον, συνάντησιν, ὅτι αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῶν νόμων τὰ ἐνόμιζε μὴ τοιαῦτα, καὶ εἰς ἡμᾶς ἠγέρθη τότε ἡ πολλάκις ἐπαναληφθεῖσα ἀπορία, ὅτι τὰ τῆς ἡμετέρας Πολιτείας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς παρασκευῆς τῶν νόμων, δὲν ἔχουσιν ἐπαρκῶς ὀρθῶς, διότι δυστυχῶς στερούμεθα Σώματός τινος προπαρασκευαστικοῦ τῶν νόμων, καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην τοῦ πολιτεύματος συνηθίζομεν ν’ ἀποδίδωμεν τὰς παρουσιαζομένας ἀτελείας τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐὰν μὴ τὸ συναίσθημα τοῦτο ἦτο δεδικαιολογημένον, ὡς θὰ ἴδωμεν κατὰ τὰς συζητήσεις καὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, διὰ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προκείμενον μοί φαίνεται, ὅτι τὸ συναίσθημα οὐδὲν εἶχε τὸ προσῆκον, διότι, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν ζητεῖ τροποποιήσεις τοῦ κειμένου νόμου, τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἀποτελεῖ νέον νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνεφαρμογὴ τοῦ κειμένου νόμου· ὁ νόμος μένει τελείως κείμενος, πᾶν δ’ ὅ,τι ζητεῖται σκοπεῖ τὴν θεραπείαν ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἐκ τῆς ἀτελοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἐπῆλθε δὲ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἀτελὴς κυρίως διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμολόγησε χθὲς ἀγορεύων, διότι σπεύδων νὰ καταργήσῃ τὸν ἄλλον νόμον, περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, ὃν ἐθεώρει, καὶ μετ’ αὐτοῦ σύμπασα ἡ κοινωνία, πολὺ φορτικὸν, ἐνόμισε πρέπον διὰ πάσης σπουδῆς νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νέου νόμου, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ εὐθὺς ἀμέσως. Οὕτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠθέλησε τότε νὰ ἀκούσῃ τὰς δικαίας παρατηρήσεις τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, οἵτινες πάντες ἔλεγον, ὅτι πρέπει αἱ προθεσμίαι τοῦ νόμου νὰ ἦναι μακρότεραι, διότι πρόκειται περὶ καταρτισμοῦ μητρώου τῶν ἀμπέλων κατὰ σύστημα, ὅπερ οὐδέποτε ἄλλοτε ἐφηρμόσθη, διότι πρόκειται περὶ καταρτισμοῦ μητρώου τῶν ἀμπέλων καὶ περὶ ἐπιβολῆς φόρου σχεδὸν παγίου. Πάντες λοιπὸν ἔλεγον, ὅτι αἱ προθεσμίαι αἱ τεθειμέναι δὲν εἶναι ἀρκοῦσαι. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι παρατηρήσεις ἐγένοντο καὶ ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἦσαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐν οἷς καὶ ἐγώ. Παρετήρησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἦτο ὀρθὸν,—καὶ εἶναι ὀρθὸν σχετικῶς πάντοτε—ἐστερεῖτο τῆς πρώτης ἀρετῆς τῶν νόμων, τῆς σαφηνείας, καὶ εἴδομεν τότε κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι μετὰ πολλῆς δυσκολίας ὁ κ. Ὑπουργὸς κατώρθωσεν, ἕνεκα τῆς ἀσαφείας τοῦ νομοθετήματος, νὰ πείσῃ πάντας ἡμᾶς περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας. Καὶ ὄχι μόνον τότε διῃρέθημεν ἐνταῦθα τὰς γνώμας περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ σήμερον ἀκόμη, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν τοὐλάχιστον, δὲν ἔχομεν πάντες σαφῆ γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Τοιουτοτρόπως π.χ. ὁ ἐκ Μαντινείας συνάδελφος εὕρισκεν, ὅτι ὁ νόμος κακῶς ἐφηρμόσθη, διότι, ἐλέγχων τὴν ἀπόφασιν περὶ κατανομῆς τοῦ φόρου, ἐνόμιζεν ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἔπρεπε νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τάξεις καὶ κλάσεις οἱ ἀμπελοκτήμονες, καὶ ὅτι ἔπρεπεν ὡρισμένως τὰ μὲν τῶν κτημάτων νὰ πληρώσωσι δραχμὴν μίαν, τὰ δὲ δύο, τὰ δὲ τρεῖς, τὰ δὲ τέσσαρας, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ τοῦτο ψέγων—μετὰ δριμύτητος μάλιστα, τὴν ὁποίαν δικαίως προεκάλει ἡ κακὴ τέλος πάντων ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου,—ἔψεγε τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ἑδρεύουσαν ἐνταῦθα, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ἐντελῶς ἀθώα, διότι, ὡς δύνανται πάντες νὰ μαρτυρήσωσιν, ὅσοι τὸν νόμον κατενόησαν τελείως, ἡ ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ, εἰμὴ νὰ ἀριθμήσῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ συλλέγει τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα αἱ εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ πέμπουσι, καὶ δυνάμει τῶν στοιχείων τούτων ἐνεργεῖ κατανομὴν τῶν φόρων διὰ πράξεων ἀριθμητικῶν. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδαμοῦ ἐν τῷ νόμῳ βλέπομεν, ὅτι τὰ στρέμματα τοῦ δήμου Α ἢ Β φορολογοῦνται μὲ μίαν δραχμὴν, ἢ μίαν καὶ ἡμίσειαν, ἢ δύο· τοὐναντίον ἡ φορολογία ποικίλλει κατὰ δήμους, ποῦ μὲν εἰς 1 καὶ 23, ποῦ εἰς 1 καὶ 27, ποῦ εἰς 1 καὶ 95, οἷον ἦτο τὸ ἐξαγόμενον τῶν ἀριθμητικῶν πράξεων. Εἴδομεν τὸν ἀξιότιμον φίλον καὶ ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶναι ἐκ τῶν πρωταγωνιστῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπομιμνήσκοντα εἰς ἐμὲ ἀκόμη, ὅτι εὗρον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου λόγους ἐπαινετικοὺς ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ μοὶ ὑπέμνησε, βλέπων τὴν ἀποτυχίαν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ματαίως τότε ἐπῄνεσα τὸ ἔργον, εἴδομεν, λέγω, αὐτὸν παραπονούμενον χθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐφήρμοσε καλῶς τὸν νόμον, διότι δὲν παρήγγειλεν, ὅπως διαιρεθῶσιν εἰς τάξεις αἱ ἄμπελοι εἰς ἐκείνους πρὸ πάντων τοὺς δήμους, ὅπου ὁ ἀνώτατος ἐτέθη φόρος...
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποιότητας.
§97ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ποιότητας... Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ γείνῃ. Πρῶτον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει ἐντολὴν νὰ παραγγείλῃ οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους νὰ γείνῃ διαίρεσις τῶν ἀμπελώνων εἰς τάξεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα. Τοιοῦτον δικαίωμα ἔχουσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ὅπου ὁ φόρος διὰ τῆς ἀποφάσεως καθωρίσθη πλέον τῆς δραχμῆς, ἐκεῖ ὁ νομοθέτης ἐπιτρέπει εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς διανομῆς τοῦ φόρου, ἀναλόγως τῆς ποιότητος τῶν ἀμπελώνων, διαιροῦν τούτους εἰς τρεῖς τάξεις.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ δὲν εἶπον ἀκριβῶς τοῦτο, ὅπερ λέγεται. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος λέγει ἐν ἄρθρῳ 16, νομίζω, ὅτι ὁσάκις ἀποδεικνύηται ὁ φόρος ὁ κατὰ στρέμμα ὑπερβαίνων τὴν μίαν δραχμήν, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν—τὴν δημοτικὴν—ἡ διαίρεσις εἰς ποιότητας μέχρι τριῶν, ὁ Ὑπουργὸς ἐν ἐγκυκλίῳ, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἵνα ἀνακοινωθῇ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ ὑποβληθῇ ἑπομένως εἰς τὴν κρίσιν αὐτῶν, ἀπαγορεύει τὴν διαίρεσιν εἰς ποιότητας ἐν τοῖς δήμοις, ὅπου ἡ φορολογία φθάνει εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν ἕξ δραχμῶν.
§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ γείνῃ. Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀνώτατος ὅρος, τότε ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Ὑπάρχοντος τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, ποία ἠδύνατο νὰ γείνῃ διαβάθμισις;
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον· ὅτι ὁ ἀνώτατος ὅρος σᾶς ἐπίεζεν εἰς τὸ νὰ κάμητε ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον.
§101ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἔλεγον, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο περιττὴ, διότι ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν. Τοῦτο ἀκριβῶς ἔλεγον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραγγείλῃ ἐκεῖ, ὅπου ἐτέθη ὁ ἀνώτατος ὅρος, διότι, διὰ νὰ παραγγείλῃ τὴν διαίρεσιν, πρῶτον δὲν εἶχε δικαίωμα, γενικῶς εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις, καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. «Ὀφείλει», λέγει. Εἶναι ὑποχρεωτική.
§103ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Προσέξατε τὸν νόμον, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτική.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ δήμαρχος ὀφείλει.
§105ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὀφείλει ἐντὸς τῶν 15 ἡμερῶν, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον δύναται.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (ἀναγινώσκει) «... ὅπερ κατατάσσει τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου κατὰ χωρία ἢ κατὰ θέσεις καὶ ποιότητας μέχρι τριῶν.»
§107ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐὰν ἐγκρίνῃ.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· εἶναι ὑποχρεωτικόν.
§109ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφίνεται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ κάμῃ ἢ μὴ κατατάξεις μέχρι τριῶν.
§110ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 16 (ἀναγινώσκει): «Ἐν οἷς δήμοις ὁ κατὰ στρέμμα ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν δηλωθεισῶν ἀμπέλων τοῦ δήμου ὁρισθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς φόρος ὑπερβαίνει τὴν δραχμήν, ὁ δήμαρχος ὀφείλει ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου νὰ καλέσῃ εἰς συνεδρίασιν τὸ παρ’ αὐτῷ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ διὰ πράξεώς του κατατάσσει τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου κατὰ χωρίον ἢ κατὰ θέσεις καὶ ποιότητας μέχρι τριῶν». Εἶναι ὑποχρεωτική, τῷ ὄντι. Ἀλλ’ ὅπου ὁ φόρος ἐτέθη ὁ ἀνώτατος, ἕξ δραχμαὶ, ἐκεῖ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν δύναται νὰ διαιρέσῃ, δὲν δύναται δὲ νὰ διαιρέσῃ, διότι, διὰ νὰ διαιρέσῃ—καὶ περὶ τούτου ἐπρόκειτο ἀκριβῶς—...
§111ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ καταβιβάσῃ τὸν φόρον.
§112ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. .. ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβιβάσῃ ἀφ’ ἑνὸς καὶ νὰ ἀναβιβάσῃ ἀφ’ ἑτέρου τὸν φόρον. Ἀλλὰ νὰ ἀναβιβάσῃ δὲν ἦτο δυνατὸν, διότι δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος. Ἀκριβῶς δὲ τοῦτο ἦτο ἓν ἐκ τῶν μεγάλων ἐλαττωμάτων τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὅμως ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἠδύνατο καὶ ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης νὰ διαιρέσῃ εἰς τάξεις.
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶπον ὅτι ὁ νόμος ἦτο τοιοῦτος, ὥστε ἠναγκάσθη ὁ Ὑπουργὸς, πιεζόμενος ὑπὸ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, νὰ διατάξῃ τι, ὅπερ ἀπαγορεύει ὁ νόμος· ἐκεῖνο ὅπου ὁ νόμος ἀπαγορεύει, ὁ Ὑπουργὸς ἐπιβάλλει.
§114ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πολὺ καλά. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται, ὡς εἶπον, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ ἀνασύνταξις ὅλων τῶν διατυπώσεων πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ γείνῃ δικαιοτέρα ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου. Ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλη συζήτησις, παρὰ ἐὰν πρέπῃ τοῦτο νὰ πράξωμεν. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ γενικωτέρα συζήτησις, νὰ καταδηλωθῇ γνώμη τῆς Βουλῆς πρὸς μεταβολὴν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας καὶ ἐπάνοδον εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, τότε ἡ συζήτησις θὰ ἦτο ἀξία πάσης προσοχῆς. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ τῆς συζητήσεως γενικωτέρας τοῦ νόμου ἐθίχθησαν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ κειμένου νόμου δὲν ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἀπολύτως. Ὡμίλησα τότε διὰ μακρῶν καὶ εἶπον ὅτι ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικὴν τέλειον σύστημα ἦτο τὸ καταργηθὲν, διότι ἐπέβαλλε τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, τοιοῦτος δὲ φόρος, κατὰ γενικὰς ἀρχὰς, εἶναι ὁ δικαιότερος. Ἤκουσα φωνὴν, ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἔγγειος φόρος, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν· ἐὰν ὑπῆρξεν, ὑπῆρξε κατ’ ὄνομα· τὸν ἔγγειον φόρον κατέβαλλον οἱ καταναλωταί. Ἤδη δημιουργεῖται τοιοῦτος φόρος, ὅστις θὰ καταβάλληται ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ καταργηθὲν σύστημα ἐπληρώνετο ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν. Εἶπον λοιπὸν τότε, κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω δυσχερέστερον θέμα ἀπὸ τὸ θέμα τῆς ἐπιβολῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Καὶ ἂν ὑπῆρχε κτηματολόγιον, πάλιν θὰ ἦτο δυσχερὲς νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπελώνων, ἐνῷ ἐπὶ τῶν ἄλλων γαιῶν εἶναι εὐκολώτερον, διότι ἡ ἄμπελος εἶναι τὸ μόνον προϊόν, τὸ ὁποῖον διαφέρει ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται πλέον παντὸς ἄλλου εἰς καιρικὰς μεταβολὰς, καὶ εἶπον ὅτι θὰ εἶχον τὴν ἀτυχίαν οἱ ἀμπελοκτήμονες, καὶ ὅταν ἀκόμη τὸ εἰσόδημά των θὰ ἦτο κατεστραμμένον, νὰ κληθῶσι νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον. Ταῦτα εἶπον, ἀλλὰ δὲν ἠρνήθην ὅτι ὑπῆρχεν ἀγανάκτησις κατὰ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, διότι κακῶς ἐφηρμόσθη, καὶ ἐφηρμόσθη κακῶς διότι πάσχομεν δυστυχῶς ἀπὸ ἔλλειψιν διοικητικῶν ὑπαλλήλων εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ὁ κάλλιστος τῶν νόμων εἰς χεῖρας ὑπαλλήλων φατριαστῶν ἢ ἀμαθῶν, εἰς χεῖρας ἐνοικιαστῶν χρηματιζομένων ἀποβαίνει κάκιστος. Δὲν ὑπῆρχεν οὔτε ἄσυλον οἰκίας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, δὲν ἠθικοποιεῖτο ἡ κοινωνία ἐκ τοῦ νόμου, τοὐναντίον διεφθείρετο, διότι οἱ μὴ δηλοῦντες καὶ μὴ συμμορφούμενοι πρὸς τὸν νόμον ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκέρδιζον, διὰ τοῦτο προετιμήθη ἡ στρεμματικὴ φορολογία ἀπὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον συνετέλει εἰς τὴν διαφθορὰν τῶν πολιτῶν· γνωρίζετε, ὅτι οἱ πολῖται ἐδανείζοντο τοὺς ὅρκους, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν πρωτοκόλλων· μετέβαινον συχνὰ εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπου ὑφίσταντο τὰ δεινότατα καὶ ἐπιβλαβέστατα, γενικὴ δ’ ἀγανάκτησις εἶχε καταλάβει τὴν κοινωνίαν ἀληθῶς. Ὡς προεῖπον, ὡμολόγησα ὅτι ἦτο δυσχερέστατον νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία στρεμματικὴ ἄνευ κτηματολογίου· ἄνευ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῇ ὁ νομοθέτης εἰς τὸ νὰ θέσῃ νόμον ἐπιβάλλοντα δίκαιον φόρον· ἂν δὲν ὑπάρχῃ κτηματολόγιον, δὲν δύναται νὰ καταφανῇ πρὸ παντὸς ἡ ποιότης. Ἐν ἐλλείψει δὲ τοιούτου, ὑπεστηρίζομεν ὅτι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰσαχθὲν εἶναι τὸ προσφορώτερον· διότι δὲν εἰσάγεται ἡ στρεμματικὴ φορολογία τῆς ἀμπέλου τὸ πρῶτον σήμερον· εἰσήχθη κατὰ τὸ 1844 διὰ δημοσίας κραυγῆς, πρὶν ὑπάρχοντος τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως τῶν προϊόντων. Ἡ πρώτη Βουλευτικὴ Σύνοδος, μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, διὰ δημοσίας κραυγῆς ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Αὕτη ἐλειτούργησεν ἐπὶ 40 ἔτη, καὶ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ἐκείνου ἐγένοντο καταφανῆ. Εἶχε τὴν σπουδαιοτέραν τῶν ἐλλείψεων, διότι εἶχε τὸ σύστημα τῆς κατὰ τάξεις διαιρέσεως τῶν ἀμπελώνων, ἐξ οὗ προήρχοντο φανερώταται ἀδικίαι, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῇ τις, ὅτι αἱ ἄμπελοι τῆς Τριπόλεως εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογῶνται δικαίως, κατατασσόμεναι εἰς τὴν πρώτην κλάσιν, ἤτοι εἰς τὴν αὐτὴν μὲ τὰς ἀμπέλους τῶν Πατρῶν ἢ τῆς Ναυπλίας ἢ τῆς Μεσσήνης, τῆς πρώτης ποιότητος, διότι ἡ μὲν παραγωγὴ ἐνταῦθα δίδει διπλάσιον ποσὸν, τὸ δὲ γλεῦκος ἔχει ἀνωτέραν ἀξίαν. Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς δυσαναλογίας ἐθεράπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ εὐφυοῦς συνδυασμοῦ, διότι εἶπεν, ὅτι πρὸς δικαίαν κατανομὴν τοῦ φόρου πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παραγωγὴ κατὰ στρέμμα καὶ ἡ ἀξία τοῦ γλεύκους. Ταῦτα ὅμως αἱ ἀρχαὶ, ἢ ἐξ ἀμαθείας ἢ ἀπὸ ζῆλον ἄκαιρον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐφήρμοσαν, καὶ συνέβη εἰς πολλοὺς τῶν δήμων, οἱ ὑπάλληλοι, ὅπως βεβαιώσωσιν ὅτι ἡ μέση παραγωγὴ εἶναι μεγάλη, νὰ μὴ λάβωσι ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον. Οὕτως ἠκούσαμεν χθὲς, ὅτι τινὲς τῶν ὑπαλλήλων ἔφθασαν μέχρι τοσούτου ζήλου, ὥστε εἶπον, ὅτι τὸ γλεῦκος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βονίτσης ἐτιμᾶτο 60 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ οὐδέποτε ἐκεῖ ὑπερέβη τὰ 40 λεπτὰ κατὰ μπότσαν. Ἐτάχθην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τότε, καὶ ἤδη τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου, δι’ οὗ ζητεῖται νὰ γείνῃ δικαιοτέρα κατανομὴ τοῦ φόρου, διότι, ἂν μείνῃ ὁ νόμος ὡς ἔχει, καὶ ἐφαρμοσθῇ, θὰ ἐπέλθωσι μεγαλείτεραι ἀδικίαι, τὰς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀνεχθῇ οὐδενὸς ἡ συνείδησις· Θὰ παρασταθῶμεν πρὸ τοῦ θεάματος, οἱ κάτοικοι τῆς Μεσσήνης ἄνευ ἐξαιρέσεως νὰ καταβάλλωσι δραχμὰς 6 κατὰ στρέμμα. Ἡ Μεσσήνη εἶναι χώρα εὐφορωτάτη, τὴν γνωρίζω, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι θὰ ἀδικηθῶσιν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀνδανίας, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς φιλοπονίας των μετέβαλον τὰ ὄρη εἰς ἀμπελῶνας, ἐὰν πληρώσωσιν 6 δραχμὰς κατὰ στρέμμα· θὰ ἀδικηθῶσιν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἰθώμης, ὡς καὶ οἱ τῆς Ναυπακτίας, ὅπου ἡ διαφορὰ εἶναι ἔτι μεγαλειτέρα καὶ ὅπου αἱ ἄμπελοι εἶναι τῆς κατωτάτης ποιότητος. Εἶναι φανεραὶ αἱ ἐλλείψεις, αἱ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς καταδειχθεῖσαι εἰς τὸν νόμον, ἀλλ’ ἐκ τῆς σπουδῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρισκόμεθα νῦν ἐν μεγάλῃ στενοχωρίᾳ, διότι, μὴ θελήσας νὰ δώσῃ πᾶσαν ἄνεσιν περὶ τὰς δηλώσεις τῶν ἀμπέλων, συνετέλεσε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς τὴν στενοχωρίαν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς οὗτος ἤδη ὑποφέρει καὶ πᾶσα ἡ χώρα· διότι, ἀφοῦ ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ διανεμητικὸν σύστημα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, παρέλειψεν ἐκ τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου νὰ καταρτίσῃ τὸ πρώτιστον ἐν διανεμητικῷ συστήματι· τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ἐξακρίβωσις τῆς φορολογητέας ἐκτάσεως· ἐὰν ἡ ἔκτασις αὕτη δὲν ἐξακριβωθῇ, τὸ διανεμητικὸν μέτρον τοῦ νόμου ἀποτυγχάνει τελείως, καὶ εἶναι φανερὰ ἡ στενοχωρία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα πάντες, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν ἰδέαν, τὴν ὀρθὴν, ὅτι ἡ φορολογητέα ἔκτασις θὰ ὑπερβῇ τὸ 1,200,000 στρέμ., καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπελόγισεν, ὅτι ὁ ἐπιβλητέος φόρος κατὰ στρέμμα θὰ ἦτο δραχ. 2,25, φόρος λίαν ἀνεκτός· ἀλλ’ ἡ ἀτελὴς ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου καὶ ἡ ἔλλειψις προσηκούσης ἐπιμελείας περὶ τὴν ἐξακρίβωσιν αὐτοῦ μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ἀνατροπὴν ὅλου τοῦ νόμου, διότι τὸ εἰσπρακτέον ποσὸν τοῦ φόρου πρόκειται νὰ διανεμηθῇ εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν στρεμμάτων. Ἀτυχὴς ἐφαρμογὴ τοῦ διανεμητικοῦ συστήματος εἶναί τι ἀδικώτατον, διότι ὑπὸ πᾶν ἄλλο σύστημα ὁ μὴ ἔντιμος πολίτης ἀδικεῖ τὴν Πολιτείαν, μὴ πληρώνων τοὺς φόρους, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ διανεμητικὸν σύστημα δὲν ἀδικεῖ μόνον τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ τοὺς συμπολίτας του, ὧν ἐπαυξάνει τὸ φορολογικὸν βάρος· διότι εὑρέθησαν πολῖται, οἱ ὁποῖοι δὲν συνησθάνθησαν τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ τοὺς συμπολίτας των, σήμερον δὲ οὐ μόνον ὁ νόμος ἀπέτυχεν, ἀλλὰ καὶ τιμωροῦνται οἱ τίμιοι πολῖται, οἱ συμμορφωθέντες μὲ τὸν νόμον, αὐξανομένου, ὡς προεῖπον, δι’ αὐτοὺς τοῦ φόρου, οὗτοι δὲ ἤδη παραδειγματίζονται πρὸς διαφθοράν. Καθῆκον λοιπὸν ἔχομεν νὰ δώσωμεν παράτασιν τῶν προθεσμιῶν, ὅπως ἐπιτύχωμεν κυρίως τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς στρεμματικῆς ἐκτάσεως τῶν ἀμπελώνων ἐν Ἑλλάδι. Τοῦτο ἐλπίζω ὅτι θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰνομικῶν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀρκούντως ἐδιδάχθη ἐκ τῆς ἀποτυχίας, καὶ θὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, ὅπως τοῦτο ἐξακριβωθῇ τελείως. Ἀλλὰ μέχρις οὗ τοῦτο ἐξακριβωθῇ, εὑρισκόμεθα εἰς ἑτέραν στενοχωρίαν· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν σπουδῇ τάσσει τὰς προθεσμίας, διότι καταργῶν τὸν νόμον τὸν κρατοῦντα, ἔχει ἀνάγκην νὰ βεβαιώσῃ τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ τὸ 1899· διότι, ἐὰν δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, τὰ πάντα θὰ εἶχον ὁμαλῶς. Τί ζητεῖ; Ζητεῖ νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ νόμου νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον παρὰ τῶν πολιτῶν προσωρινῶς φόρον στρεμματικὸν τῆς ἀμπέλου, ὅστις ὅμως δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ κατὰ στρέμμα τὰς δραχ. 3, κατόπιν δὲ, ὅταν θὰ γείνῃ δευτέρα ἀναλογία, ἡ δευτέρα κατανομὴ τοῦ φόρου, τότε ὅστις τῶν φορολογουμένων κατέβαλε πλειότερα, αὐτὸς θὰ τὰ ἀναλαμβάνῃ, ὅστις δὲ ἐπὶ ἔλαττον, θὰ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὸ ἐλλεῖπον. Καὶ ἐνταῦθα ὀφείλομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὑπὸ τὸ κράτος διανεμητικοῦ συστήματος, ὅτι μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν πρωτοκόλλων θὰ ἐπέλθῃ τελεία μεταβολὴ εἰς πᾶσαν φορολογικὴν μονάδα τοῦ καταλόγου, ποῦ μὲν 10 λεπτά, ποῦ 5, ποῦ 20 κατὰ στρέμμα. Τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα. Ὅλος ὁ ἤδη ὑφιστάμενος πίναξ τῆς κατανομῆς τοῦ φόρου κατὰ στρέμμα θὰ ἦναι ἐντελῶς περιττὸς, θὰ μείνῃ ὡς ἱστορικὸν μνημεῖον. Ἀλλὰ τότε τί θὰ συμβῇ; τὸ Κράτος θὰ ἀνοίξῃ λογαριασμοὺς μὲ 100,000 ἀμπελοκτήμονας, διότι ὅλη ἡ φορολογικὴ ὑποχρέωσις θὰ μεταβληθῇ. Τοιοῦτον σύστημα, ἐνῷ φέρει τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν εἰς δυσχέρειαν ἀνυπέρβλητον, θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ὅσοι ἐπλήρωσαν περισσότερα οὐδέποτε θὰ τὰ ἀναλάβωσι, διότι ὁ ἔχων 10 στρέμματα ἀμπέλων καὶ φορολογηθεὶς περισσότερον κατὰ 10 λεπτὰ δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τοιαύτην ἀνησυχίαν διὰ νὰ λάβῃ ὀπίσω μίαν ἢ δύο δραχμὰς, ὅσοι δὲ ἐπεβαρύνθησαν μὲ ὀλιγώτερον ποσὸν, θὰ ὑποστῶσι τὴν ἐνόχλησιν νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον. Ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸ τοιοῦτον εἶναι ἄτοπον, οὐ μόνον ἕνεκα τῆς ἐνοχλήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ προξενήσῃ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἠθικῆς διδασκαλίας, τὴν ὁποίαν θὰ λάβουν οἱ συμπολῖταί μας, διότι αὐτοὶ θὰ σχηματίσωσι τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἠξεύρει τί κάμνει. Τὴν μίαν ἡμέραν τοῖς λέγει τόσον φόρον, τὴν ἄλλην ἕτερα. Ταύτην τὴν σπουδαίαν ἔλλειψιν ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν, καὶ δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν, ἂν ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὸ ἔτος τοὐλάχιστον τοῦτο, νὰ ἔχωμεν καὶ μείωσίν τινα εἰσοδήματος. Ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη τελείως, ἀφοῦ ἐκ τῆς ἀτελοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου εὑρισκόμεθα εἰς στενοχωρίαν, μὴ ἔχωμεν τὴν ἀπαίτησιν νὰ εἰσπράξωμεν καὶ ὅσα ὑπελογίσαμεν, ἀφοῦ τὸν νόμον δὲν ἐφηρμόσαμεν τελείως. Νομίζω λοιπὸν ὀρθὸν καὶ δίκαιον, τὴν μὲν φορολογίαν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν τριῶν κατὰ στρέμμα νὰ τὴν ἐπιτρέψωμεν, ὅπως εἰσπραχθῇ ὁριστικῶς ὁ φόρος καὶ μὴ ἀνοίξωμεν, ὡς προεῖπον, λογαριασμοὺς μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἰδιωτῶν, νὰ ἐπιτρέψωμεν δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἂν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου μέχρι τῶν τριῶν δραχμῶν προκύψῃ πλεόνασμά τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι ἄξιον λόγου, τοῦτο καὶ μόνον νὰ εἰσπράξῃ ἡ Πολιτεία καὶ δὲν ἔχει πολὺ νὰ ζημιωθῇ, διότι ἐν τῇ διαβαθμίσει τῶν τριῶν δραχμῶν ἄλλοι θὰ ἦναι οἱ ὠφελούμενοι, ἄλλοι θὰ ἦναι οἱ ζημιούμενοι. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον νὰ μὴ δοθῇ τοιοῦτον δίδαγμα ἀντὶ μιᾶς ἢ δύο δραχμῶν ἐλαφρύνσεως, ἢ μιᾶς ἢ δύο δραχμῶν ἐπιβαρύνσεως, νὰ μὴ δοθῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοιοῦτον δίδαγμα. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἔχω πρὸς τούτοις νὰ παρατηρήσω, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια πρὸς ἀνασύνταξιν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῶν ὑπὸ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὁριζομένων πρωτοκόλλων, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν «νὰ κανονίσῃ τὰς περὶ τούτου διορίας». Τὸ ἄρθρον εἶναι ἀσαφές. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο σαφέστερον, ἂν πλὴν τοῦ ἄρθρου 15 ῥητῶς ἐλέγετο ὅτι δίδεται νέα προθεσμία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 16 καὶ 17. Τοσαῦτα εἶχον νὰ εἴπω περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Τάσσομαι λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι νομίζω, ὅτι πᾶσα προσβολὴ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑποδεικνύεται ἀντικατάστασις αὐτοῦ δι’ ἄλλου, θὰ ἀποβῇ πρὸς ἐπιβάρυνσιν πολλῶν συμπολιτῶν, ὅπερ θὰ ἦτο πολὺ ἄδικον νὰ ἀνεχθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία.
§115ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μεθ’ ὅσα μέχρι τοῦδε οἱ ὁμιλήσαντες εἶπον, ὑποστηρίζοντες ἢ ἀποκρούοντες τὸ νομοσχέδιον, εἰς ἐμὲ ἀπομένει τὸ βραχὺ ἔργον νὰ ὑποδείξω ὀλίγας τινὰς ἐλλείψεις, ἢ μᾶλλον ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ ὁ νόμος ἔχει καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ τροποποιοῦν αὐτὸν, καὶ τὰ ὁποῖα μικρὰν ἐλπίδα ἔχω ὅτι θὰ θεραπεύσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Γενικῶς παρ’ ἡμῖν παρατηρεῖται, ὅτι περὶ τὸ νομοθετεῖν παρ’ ἡμῖν οἱ Ὑπουργοὶ δεικνύουσι σπουδὴν καὶ εὐκολίαν διατυπώσεως νομοσχεδίων, μηδόλως προσηκούσας πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην ἐμβριθῆ μελέτην τοῦ ἀντικειμένου, δι’ ὃ τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ. Ἄλλως δὲ καὶ ὁ τόπος ἡμῶν στερεῖται τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ ὑπηρεσιακῶν ἐφοδίων πρὸς τελείαν μελέτην τοῦ νομοθέτου. Ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων ἢ τῶν οἴνων ἢ ἄλλων φορολογικῶν ἀντικειμένων ἀποδεικνύει τὴν ἕνεκα σπουδῆς ἀτέλειαν τῆς πρώτης νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης καὶ τῆς δεκάτης ἀκόμη, διότι περί τινων ἐκ τῶν φορολογητέων ἀντικειμένων καὶ δώδεκα ἐψηφίσθησαν νόμοι, τροποποιοῦντες ἢ καταργοῦντες ἢ ἀντικαθιστῶντες τοὺς προηγουμένους. Τοῦτο πείθει, πιστεύω, ὑμᾶς περὶ τῆς ἀληθείας τῆς παρατηρήσεώς μου. Βεβαίως πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ τις, ὅτι ὁ λόγος, ὅστις ἐνέπνευσεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων συστήματος, εἶναι ὀρθὸς, καὶ ἡ προθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀξιέπαινος· ἀλλὰ πρέπει συγχρόνως νὰ μὴ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος οὔτε διὰ τῆς διορθώσεως ταύτης, οὔτε δι’ ἄλλης ἐπιφερομένης εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ὁ νόμος οὗτος συνεχώνευσε δύο φόρους, τὸν φόρον τὸν ἔγγειον τῶν ἀμπέλων, εἰσπραττόμενον διὰ τοῦ ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρου, καὶ δεύτερον τὸν φόρον τῆς λιανικῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Ἑκάτερον τῶν φόρων τούτων εἶχε διατυπώσει ἡ νομοθεσία, ἐμπνευσθεῖσα ὑπὸ ὡρισμένων ἀρχῶν, καὶ θελήσασα τοὺς μὲν ἀγρότας νὰ ἀπαλλάξῃ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπάγεται ἡ ἄμεσος φορολογία, τὴν δὲ φορολογίαν τοῦ οἴνου νὰ διαβαθμίσῃ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων, εἰς τὰς ὁποίας ἡ χρῆσις τοῦ οἴνου εἶναι καὶ πολυτελείας ἀντικείμενον καὶ βλάβης πρόξενον, τοὺς δὲ ἀγρότας νὰ διευκολύνῃ, διότι οὗτοι τὸν οἶνον μεταχειρίζονται μᾶλλον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀγροτικῆς ἐργασίας, καὶ εἶναι οὗτος ἔμμεσος παραγωγὸς δύναμις, ἣν διὰ τοῦτο ἤθελε νὰ φορολογήσῃ ἐλαφρότερον. Τὰς ἀρχὰς ταύτας παρεῖδεν ὁ νόμος, ὃν ἐψηφίσαμεν πρὸ ἓξ μηνῶν, ἢ καὶ ὀλιγώτερον, καὶ τὸν ὁποῖον νῦν τροποποιοῦμεν· ὁ νόμος οὗτος περιέλαβε τὴν φορολογίαν τὴν γιγνομένην διὰ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα καὶ τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἐμπόρου, καὶ ἔρριψεν αὐτὴν εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Καὶ βεβαίως ἦτο καὶ πιεστικὸς καὶ βαρὺς ὁ ἐπὶ τῶν οἰνοπωλῶν ἐκεῖνος φόρος, ὡς ἐγίνετο. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ὀχληρὸν καὶ ἄδικον καὶ αὐθαίρετον τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τότε ἐν ταῖς πόλεσι καθίστων αὐτὸν βαρὺν διὰ τοὺς ἐν ταῖς πόλεσι ζῶντας, τοὺς ἔχοντας τὰ μέσα τοῦ ἀμύνεσθαι κατὰ τῶν παραβάσεων τῶν ἐνοικιαστῶν ἢ τῶν βεβαιούντων τοὺς φόρους, ὁ ἀγρότης εὑρίσκεται τάχα εἰς εὐχερεστέραν θέσιν ἀπέναντι τῆς γενομένης διὰ τῶν ἀρχῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας ἀναλογίας; Αἱ αὐστηραὶ διατάξεις τοῦ νόμου, αἱ θέλουσαι νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τοὺς ἀμπελουργοὺς, οὓς φορολογεῖ, τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ τελῶσι καλῶς τὸ χρέος των πρὸς τὴν δήλωσιν, δὲν εἶναι βαρεῖαι; ἡ περὶ αὐτῶν πρόνοια τῆς ἐξουσίας εἶναι ἐπαρκής; εἶναι καὶ δικαία; Νομίζω, ὅτι αἱ ἐρωτήσεις αὗται θὰ φέρωσιν ἀπαντήσεις ἀποφατικάς· διότι ὁ νόμος αὐτὸς, ἀφοῦ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν κατενοήθη ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, βεβαίως ὑπὸ τῶν χωρικῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατανοηθῇ καλῶς. Ἀλλ’ εἶναι σφάλμα τῶν ἐφαρμοσάντων τὸν νόμον ὑπαλλήλων, ὅτι δὲν κατενοήθη ὁ νόμος, ἢ εἶναι σφάλμα αὐτοῦ τοῦ ἰδίου νόμου, μὴ διατυποῦντος μὲ τὴν εἰς νόμον προσήκουσαν εὐκρίνειαν τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοθέτου; Εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς, δηλαδὴ εἰς τὸ μέγιστον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἰδιοκτησία τῶν ἀμπέλων εἶναι ἰδιοκτησία ὄχι πρὸς σκοπὸν ἐμπορεύσεως τοῦ παραγομένου οἴνου, ἀλλὰ πρὸς χρῆσιν τοῦ ἰδιοκτήτου κατὰ τὴν ἐργασίαν αὑτοῦ. Διὰ τοῦτο τὴν φορολογίαν τῶν γεωργῶν ἔπρεπεν, ὡς πρὸς τὸν οἶνον, ἡ Πολιτεία νὰ καταστήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἠπιωτέραν. Ἀλλ’ ὁ πίναξ, ὃν μᾶς προσήγαγεν, ἡ ἀπόφασις δηλαδὴ ἡ κανονίσασα τὴν ἀναλογίαν τοῦ φόρου, μαρτυρεῖ τὸ ἀντίθετον, ὅτι τὰς μὲν ἀμπέλους τῶν πόλεων θεωρεῖ ἐλαφρότερον φορολογητέας, τὰς δὲ ἀμπέλους τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν πολὺ βαρύτερον. Ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν ὑμῖν, ὅτι εἰς χωρία ἔχοντα 800 κατοίκους θὰ εὕρητε ἓν ἢ δύο οἰνοπωλεῖα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν διὰ μικρὰς συναντήσεις τῶν χωρικῶν, εἴτε κατὰ τὴν ἐπιστροφὴν αὐτῶν ἐκ τῆς ἐργασίας τὴν ἑσπέραν, εἴτε κατὰ τὰς Κυριακάς. Ἕκαστος δὲ χωρικὸς, ἔχων εἴκοσι ἢ τριάκοντα στρέμματα γῆν, διαθέτει τὰ πέντε δι’ ἄμπελον, ὅπως ἐξ αὐτῆς ἀποταμιεύῃ τὸν οἶνον, τὸν ὁποῖον χρειάζεται καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Ὅπως γνωρίζετε, ὁ πρῶτος νόμος τῆς φορολογίας τοῦ λιανικῶς καταναλισκομένου οἴνου ἐπέβαλλεν ἐλαφρὸν φόρον, ὁ δὲ δεύτερος νόμος, ὁ καταργηθεὶς, οὐδένα φόρον ἐπέβαλλεν εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου δι’ ἰδίαν χρῆσιν ἀποταμιευόμενον οἶνον, ἐπέβαλλε δὲ μόνον εἰς τὸν πρὸς πώλησιν ἀποταμιευόμενον, ἐνῷ, προκειμένου περὶ χωρίων ἢ κωμῶν ἐχουσῶν κατοίκους ὀλιγωτέρους τῶν 1000, δὲν ἐπεβάλλετο ὁ φόρος οὗτος. Ἀλλὰ σήμερον διὰ τῆς φορολογίας ταύτης φορολογοῦνται ὅλοι, καὶ δὴ οἱ τῶν μικροτέρων χωρίων βαρύτερον, καὶ δὲν ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα κακῆς ἐφαρμογῆς ἡ μεγάλη διαφορὰ, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τοὺς κατοίκους. Παρατηροῦμεν κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς. Εἴς τινας δήμους, τοὺς ὁποίους γνωρίζω, καθὸ γειτονικούς, τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Ἄργους, ποιοῦμαι σύγκρισιν, καὶ βλέπω ὅτι εἰς τὸν δῆμον Ἀσκληπιείου, ἔχοντα κατοίκους 1617 καὶ στρέμματα ἀμπέλων 713, ἐπιβάλλεται φόρος ἓξ δραχμῶν κατὰ στρέμμα, καὶ εἰς τὸν δῆμον Μηδέας, ἔχοντα στρέμματα 918 καὶ κατοίκους 3933, ἐπιβάλλεται φόρος 5 καὶ 58/00 εἰς τὸν δῆμον Μυκηνῶν τοῦ Ἄργους, ὅμορον καὶ τῆς αὐτῆς ποιότητος περίπου γαίας ἔχοντα, ἔχοντα δὲ στρέμματα 785 καὶ κατοίκους 3120, ἐπιβάλλεται φόρος μιᾶς δραχμῆς κατὰ στρέμμα· ἐπίσης εἰς τὸν ὅμορον δῆμον Προσυμνέων, ἔχοντα 826 στρέμματα καὶ κατοίκους ὀλιγωτέρους τῶν 2900, ἐπιβάλλεται φόρος μιᾶς δραχμῆς κατὰ στρέμμα. Καὶ εἶναι τάχα λόγος, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν γαιῶν τῶν δήμων τούτων εἶναι ὡς ἓν πρὸς ἓξ ἢ ἓν πρὸς 5 καὶ ½; Βεβαίως ὄχι· καθότι ὁ δῆμος Μηδέας ἔχει χωρίον ὀρεινότατον, τὸ Χέλι, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ἐδημιούργησαν διὰ πολλῶν κόπων μικρὰ τεμάχια γαιῶν, ἐν τοῖς ὁποίοις καλλιεργοῦν ὀλίγα κλήματα πρὸς παραγωγὴν ὀλίγου οἴνου πρὸς χρῆσιν τῶν οἰκογενειῶν των, καὶ τὰς λωρίδας αὐτὰς τὰς φορολογεῖ ὡς καὶ τὰς ἀμπέλους πρώτης τάξεως. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν τοῦτο νὰ ἦναι οὔτε ἀποτέλεσμα σφάλματος περὶ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἀρχῶν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι τὸ τοιοῦτον σφάλμα θὰ τὸ διορθώσῃ τὸ νομοσχέδιον; Βεβαίως δὲν ἔχομεν τὴν ἐλπίδα. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκριζωθῶσιν αἱ ἄμπελοι. Ἐὰν κάμωμεν καλοὺς ὑπολογισμούς, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προβῶσι καὶ εἰς τοῦτο· διότι, ὅταν τὸ γλεῦκος πρόκειται νὰ στοιχίζῃ εἰς τοὺς παραγωγοὺς τῆς βαρέως φορολογουμένης περιφερείας ἀκριβότερον ἀπὸ ὅ,τι στοιχίζει εἰς τὸν γειτονικὸν δῆμον, οἷον εἰς τὸν δῆμον Τεγέας καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι περιφέρειαι παράγουσαι μέγα ποσὸν οἴνων, τότε φυσικὸν εἶναι νὰ προβῶσιν εἰς ἐκρίζωσιν, προτιμῶντες νὰ ἀγοράζωσιν ἀλλαχόθεν καὶ τὸν πρὸς ἰδίαν χρῆσιν οἶνον, ἀντὶ νὰ παράγωσιν οἶνον ἀκριβότερον διὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐργασίας. Λοιπὸν τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι, ἂν τοιαύτη διαφορὰ ὑπάρξῃ, ὅτι θὰ σκεφθῶσι πολλοὶ ἀγρόται ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς ἀμπέλου, διότι, ἂν φορολογῶνται αὐτοὶ οὕτως, ὥστε ὁ οἶνος νὰ στοιχίζῃ εἰς αὐτοὺς πολὺ περισσότερον, διὰ νὰ μὴ ἔχουν καὶ τὰς ἐνοχλήσεις, τὰς παρομαρτούσας εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ τοιούτου φόρου, καὶ τὰς συναλλαγὰς μὲ τὰς διαφόρους ἀρχὰς, τοὺς γεωμέτρας, τοὺς ταμίας κλπ., θὰ σκεφθῶσιν ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν καλλιέργειαν τῶν ὀλίγων στρεμμάτων ἀμπέλου παραγούσης τὸν οἶνον, ὁ ὁποῖος τοῖς χρησιμεύει δι’ ὅλον τὸ ἔτος. Ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς κατ’ ἀνάγκην θὰ φέρῃ πολλὰς δαπάνας πρὸς βεβαίωσιν αὐτοῦ τοῦ φόρου. Θὰ χρειασθῇ νὰ γείνῃ ἡ ἐργασία τῆς καταμετρήσεως, καὶ αὕτη δὲν θὰ γείνῃ τελεία, καὶ θὰ ἔχωμεν προσθήκην δαπάνης πρὸς τελειοτέραν καταμέτρησιν. Ὅ,τι δὲ εἶπεν ὁ κ. ἐκ Τριπόλεως συνάδελφος, ὅτι θὰ γείνῃ διαδικασία τις πρὸς ἐπιστροφὴν χρημάτων, καὶ αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ δαπάνην. Ὁπωσδήποτε, ὡς ἔχει σήμερον ὁ νόμος, εἶναι κακὸς, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ καταργηθῇ, διότι τὸ Κράτος θὰ μείνῃ ἄνευ μέσου τινὸς πρὸς εἴσπραξιν φόρου ἀπὸ τοῦ οἴνου. Τὰ γενόμενα ἀποδεικνύουσιν ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐφαρμογῇ τὰ σφάλματα τοῦ νόμου, ἡ δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγομένη τροποποίησις δὲν ὑπόσχεται βελτιώσεις. Φρονῶ συνεπῶς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει καλῶς νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ πειθόμενος ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ φέρῃ ἀδικίας καὶ δυστυχήματα, νὰ σκεφθῇ καλῶς, καὶ, εἰ δυνατὸν, κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον ἄλλο περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, διότι καὶ τοῦτο δὲν θέλει φανῆ ἐπαρκές.
§116Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Καὶ ἀπὸ γνώμης, ἀλλὰ καὶ ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὡς ἐπιγράφεται, περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, προφανῶς δὲν θίγει τὴν οἰκονομίαν τοῦ κειμένου νόμου οὔτε εἰς τὰς θεμελιώδεις αὐτοῦ βάσεις, οὔτε εἰς τὰ καθέκαστα· ἑπομένως δὲν θὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νόμου, διότι τοιαύτη συζήτησις καὶ πάρωρος εἶναι καὶ ἄκαιρος, μὴ ὑποβληθέντος νέου νομοσχεδίου, μεταβάλλοντος τὸν κείμενον νόμον. Ἤμην, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ κειμένου νόμου τῆς στρεμματικῆς φορολογίας καὶ ἐψήφισα αὐτὸν, διότι ἤθελον (ὡς καὶ ἡ ἐπαρχία μου) νὰ παύσωσιν ἐπὶ τέλους αἱ πολλαὶ καὶ μεγάλαι πιέσεις καὶ καταχρήσεις τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν ἀδηλώτων οἴνων ἐπὶ τῶν παραγωγῶν καὶ ἐμπόρων· δὲν εὑρίσκω δὲ, ὅτι τὸ σύστημα τῆς κατανομῆς τοῦ φόρου, ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 15, εἶναι ἄδικον καὶ ἐντελῶς ἄνισον, ὡς παρά τινων ἐκ τῶν προαγορευσάντων ἐπεκρίθη· θὰ ἐπροτίμων βεβαίως, ἡ κατανομὴ νὰ ὡρίζετο ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως κατὰ τὰ ἔτη 1893–1896, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη, καθόσον καὶ ὁ τελικὸς σκοπὸς τοῦ νομοθέτου, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κειμένου νόμου καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἦτο νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ὅσα πρὶν εἰσέπραττε, καὶ ὄχι ὅσα ἐβεβαίου, ἡ δὲ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ κατὰ τὰ ῥηθέντα τέσσαρα ἔτη καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπραχθέντων εἶναι μεγίστη· ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιώσεων εἶναι δρ. 2,960,041, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων εἶναι δρ. 2,150,000· ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ γράμμα τοῦ νόμου τὴν κατανομὴν ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δήμους ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν βεβαιώσεων. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς τοιαύτης κατανομῆς τοῦ φόρου τὸ Δημόσιον δὲν θὰ εἰσπράξῃ πλειότερα ποσὰ τῶν ὅσων εἰσέπραττε πρὶν, διότι καὶ ἡ νέα φορολογία θὰ ἀφήσῃ καθυστερήσεις, καὶ δι’ αὐτὸ προϋπελόγισεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 ποσὸν δρ. 2,300,000· ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις αὕτη τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι πολὺ παρήγορος· ὅσοι μελετοῦν τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους γνωρίζουσι πόσον εἶναι ἐνίοτε ἀκροσφαλεῖς αἱ προβλέψεις τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν ἑκάστου ἀμέσου φόρου. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐγγείου φόρου τοῦ οἴνου π.χ. τὸ 1894 προϋπελογίσθη ὡς εἰσπραχθησόμενον ποσὸν δρ. 1,848,000, καὶ ἐν τούτοις εἰσεπράχθη ποσὸν δραχ. 1,950,414, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ. 102,414· τὸ 1895 προϋπελογίσθη ὡς εἰσπρακτέον ποσὸν 1,870,000, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,065,306, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 195,306.
§117Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ λησμονεῖτε ὅτι κατὰ τὸ 1899, 1898 καὶ 1897 ὑπελογίσθη ἐκ τοῦ φόρου τούτου ποσὸν δρ. 2,300,000.
§118ΚΑΙΡΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράχθη ἢ ὅσον προεῖπον· ἡ δὲ ἀπόδοσις τοῦ νέου στρεμματικοῦ φόρου θὰ ἦναι μεγαλειτέρα τοῦ προϋπολογισθέντος ὡς εἰσπρακτέου κατὰ τὸ 1900 ποσοῦ, ἐὰν τὸ Δημόσιον θελήσῃ σπουδαίως νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον· διότι οὐδεὶς ἀμπελοκτήμων θὰ προτιμήσῃ νὰ ἴδῃ τὸν ἀμπελῶνά του κατασχόμενον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ στρεμματικοῦ φόρου. Ἀλλὰ καὶ τὸ προϋπολογιζόμενον ὡς εἰσπρακτέον ποσὸν τῶν δρ. 2,300,000 δὲν εἶναι μεγαλείτερον τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1893–1896 κατὰ δρ. 150,000; βεβαίως. Συμμορφούμενος λοιπὸν πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ὅπερ κατέστησε δῆλον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ὡς μέσος ὅρος διὰ τὴν νέαν κατανομὴν τοῦ στρεμματικοῦ φόρου λαμβάνεται ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων ἀμφοτέρων τῶν φόρων κατὰ τὰ ἔτη 1893 ἕως 1896, τουτέστι τὸ ποσὸν δραχμῶν 2,150,000, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ταύτην. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποκρούσῃ ταύτην καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τὴν δεχθῇ, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὡς εὐεργετικοῦ διὰ τοὺς ἀμπελοκτηματίας, καὶ ὡς ἀνακουφιστικοῦ πολλῶν δήμων, καὶ δὴ τῆς ἐπαρχίας μου. Ὁ νόμος περὶ στρεμματικῆς φορολογίας ἐν ἄρθρῳ 34 ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάσσῃ πρὸ τοῦ Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους, μετὰ ἠτιολογημένην γνωμοδότησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ ταμίου, τὴν ἀνασύνταξιν τῶν φορολογικῶν μητρῴων τῶν ἀμπέλων. Τὸ ἴδιον δικαίωμα χορηγεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εὐεργετικῶς διὰ τὸ ἔτος 1899, καθόσον ὁ νόμος περὶ στρεμματικῆς φορολογίας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του τοσοῦτον παρενοήθη παρὰ τῶν πλείστων δημοτικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, ὥστε, ἂν ὁ νόμος δὲν ὥριζεν ἀνώτατον ὅρον τοῦ φόρου δραχ. 6, πολλοὶ δῆμοι ἤθελον ἐπιβαρυνθῆ μὲ φόρον κατὰ στρέμμα πλέον τῶν δραχ. 9 ἢ 10, ὡς συμβαίνει ἐν τοῖς δήμοις Κορθίου, Γαυρίου καὶ Ἄρνης τῆς ἐπαρχίας Ἄνδρου, ὅπου ὁ κατανεμηθεὶς φόρος ἤθελεν εἶσθαι κατὰ πολὺ μεγαλείτερος, ἂν δὲν ὑπῆρχεν, ὡς εἶπον, τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ φόρου, αἱ δραχ. 6. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, ἐκ πλάνης βεβαίως καὶ ἐκ παρανοήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἔδωσαν ἀβασανίστως πληροφορίας εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ἐπιτροπὴν τῶν πρωτοκόλλων, ὅτι ἡ μέση παραγωγὴ κατὰ στρέμμα εἰς ὀκάδας γλεύκους εἶναι ἐν τῷ δήμῳ Κορθίου ὀκάδες 280, εἰς δὲ τοὺς δήμους Γαυρίου καὶ Ἄρνης ὀκ. 300, καὶ ὅτι ἡ μέση τιμὴ τῆς ἀξίας τοῦ γλεύκους, εἰς ἣν ἐπωλήθη τοῦτο κατὰ τὰ ἔτη 1893–1896, ἦτο ποῦ μὲν λεπτὰ 35, ποῦ δὲ 30· ἐννοεῖται ὅτι ἡ τόση ὑπέρογκος παραγωγὴ κατὰ στρέμμα καὶ ἡ τοιαύτη ἀξία τῆς ὀκᾶς τοῦ γλεύκους, τῶν δύο τούτων οὐσιωδεστάτων παραγόντων, ηὔξησαν ὑπερμέτρως τὸ ποσὸν τῆς μέσης ἀξίας τοῦ οἴνου, καὶ δι’ αὐτὸ εἴδομεν τὸ φαινόμενον, οἱ δῆμοι Κορθίου, Γαυρίου καὶ Ἄρνης νὰ ἐπιβαρυνθῶσι μὲ φόρον δραχ. ἓξ κατὰ στρέμμα, ἤτοι μὲ τὸν ἀνώτατον ὅρον· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἄνδρου γλεῦκος δὲν πωλεῖται· τὸ ὀλίγον παραγόμενον ἐναποταμιεύεται καὶ καταναλίσκεται ὡς οἶνος, ἡ δὲ τιμὴ αὐτοῦ εἶναι λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν 50–60. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ τὴν ἀξίαν τῶν ἀμπέλων, σᾶς λέγω, ὅτι εἰς Ἄνδρον ἀμπελῶνας κυρίως δὲν ἔχομεν. Ὅλα τὰ κτήματα τῆς ἐπαρχίας διαιροῦνται εἰς «παραβολαῖς»· εἰς τὸ βάθος ἑκάστης αὐτῶν εἶναι πεφυτευμένη ἡ ἄμπελος, πλησίον αὐτῆς εἶναι ἡ συκῆ, εἰς τὸ χεῖλος τῆς παραβολῆς ὑπάρχει ἡ ἐλαία, ὁ δὲ μεταξὺ χῶρος χρησιμεύει διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς κριθῆς· φαντασθῆτε λοιπὸν ὁποία δύναται νὰ ᾖναι ἡ παραγωγικότης τῆς ἀμπέλου· κατὰ πάνδημον ὁμολογίαν, ἡ κατὰ στρέμμα παραγωγὴ δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῶν 40–50 ὀκάδων, οἷα ὡρίσθη περίπου παρὰ τῆς ἐπαρχιακῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸν δῆμον Ἄνδρου, ὅπου καὶ τὰ εὐφορώτερα κτήματα· καὶ ἐν τούτοις εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, ὡς εἶπον, ὡρίσθη τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς κατὰ στρέμμα εἰς 280 καὶ 300 ὀκάδας· τοῦτο βεβαίως εἶναι μεγίστη πλάνη τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ ἐντεῦθεν τὸ ἀδίκημα νὰ ἐπιβαρυνθοῦν οἱ δῆμοι μὲ τὸν ἀνώτατον φορολογικὸν ὅρον· καὶ ἐνῷ ἡ ἐπαρχία τῆς Ἄνδρου ἐπλήρωνε, κατὰ τοὺς ἐπισήμους ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, κατὰ μέσον ὅρον δραχ. 7770, ἤδη ἐπεβαρύνθη νὰ πληρώσῃ δραχ. 13,975, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 6,203, βάρος δυσανάλογον πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου. Τούτων ἕνεκα εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἡ ἀνασύνταξις τῶν πρωτοκόλλων θέλει δώσει καιρὸν, ἵνα καὶ ἡ δήλωσις τῶν στρεμμάτων γείνῃ ἀκριβεστέρα καὶ ἡ ἐκτίμησις τῆς παραγωγῆς κατὰ στρέμμα ἀληθεστέρα καὶ ἡ μέση τιμὴ τοῦ γλεύκους ὀρθοτέρα· οὕτω δὲ ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου γενήσεται δικαιοτέρα καὶ ἀνάλογος πρὸς τὰς φορολογικὰς δυνάμεις τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος.
§119Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, ἤγειρεν ὁλόκληρον τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου. Δικαίως δ’ ἤγειρεν οὕτω τὸ ζήτημα, διότι προερχόμενον ἐκ τῶν ἐξ ὑπαρχῆς ὑπαρχουσῶν ἀτελειῶν τοῦ ψηφισθέντος καὶ ἰσχύοντος νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, σκοπεῖ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ μηχανισμοῦ αὐτοῦ καὶ τὴν ἐκ νέου ἐφαρμογήν του. Νομίζω δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἐπιβαλλόμενον τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα εὐρύτερον, καθόσον αἱ φορολογικαὶ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέπτυξε χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, μοὶ ἐφάνησαν τοιαῦται, ὥστε, ἐὰν πράγματι ἐπ’ αὐτῶν ἤθελε στηριχθῆ ἡ βελτίωσις τῆς φορολογίας ἡμῶν, ἥτις ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως, θὰ ἐφθάνομεν εἰς ἀποτελέσματα δυνάμενα νὰ βλάψωσιν οὐσιωδῶς καὶ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τὰ ταμιευτικὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα συνδέονται ἀρρήκτως καὶ ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Εἶναι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαία ἡ τοιαύτη ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, καθόσον ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὰς θεωρίας αὐτοῦ στηρίζει ἐπὶ ἐπιχειρήματος λίαν συμπαθοῦς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν, ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι γενικὴ ὑπῆρξεν ἡ φωνὴ κατὰ τοῦ ἰσχύσαντος συστήματος τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, ὅτι ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος ἐκεῖνος, καὶ ὅτι καταργήσασα τοῦτον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀντικαταστήσασα διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐν ἰσχύϊ, ἔπραξε καλῶς, ἐφαρμόσασα οἰκονομικὰς θεωρίας, ὧν ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ ἀντικατάστασις καταδεδικασμένου φόρου. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ καταστήσῃ πιστευτὸν παρὰ πολλοῖς, ὅτι εἰσὶν ὀρθαὶ αἱ θεωρίαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Τὸ ἰσχῦσαν σύστημα τῆς ἐγγείου ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίας ἦτο βεβαίως ἐπαχθὲς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ. Οὐδεὶς εἶπέ ποτε τὸ ἐναντίον, πανταχόθεν δ’ ἠκούομεν κραυγὰς κατ’ αὐτοῦ. Ἦτο δὲ κακὸν οὐχὶ ἐν τῇ βάσει αὐτοῦ, διότι αὕτη ἐστηρίζετο καὶ ἐπὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἐφ’ ὅσον ἐφορολόγει τοὺς παραγωγοὺς διὰ τοὺς παρ’ αὐτῶν ἀποθηκευομένους ἰδίους αὐτῶν οἴνους, καὶ ἐπὶ τῆς ἐμμέσου, ἐφ’ ὅσον ἐφορολόγει τοὺς ἐμπόρους, τοὺς ἀγοράζοντας οἴνους παρὰ τῶν παραγωγῶν καὶ ἀποθηκεύοντας αὐτούς. Ἀμφότεραι αἱ βάσεις αὗται, καλῶς συνδυαζόμεναι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ των, ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσωσι δικαίαν καὶ καλὴν φορολογίαν. Ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως τῆς τοιαύτης φορολογίας ἐν τῇ εὐρύτητι αὐτῆς παρουσίαζε σπουδαίας δυσκολίας, ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῶν ὀργάνων τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν διοικήσεως. Παραδεχθέντες δ’ ὅτι ἐπαχθὴς καὶ κακὸς ἦτο ὁ φόρος ἐκεῖνος, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ταχεῖαν αὐτοῦ βελτίωσιν διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς περὶ αὐτοῦ νομοθεσίας, καὶ διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν ὀργάνων τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν ὡς πιθανὴν τὴν ταχεῖαν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν δι’ αὐτῶν τελειοτέραν τοῦ φόρου ἐφαρμογήν. Ἐὰν τοῦτο ἦτο δυνατὸν, βεβαίως ὁ φόρος ἐκεῖνος ἠδύνατο ἄριστα νὰ βελτιωθῇ διὰ μεταρρυθμίσεως διαφόρων διατάξεων τῆς σχετικῆς νομοθεσίας καὶ διὰ τῆς καταργήσεως τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἀδηλώτων οἴνων. Μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο ταχέως, κατελήξαμεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ δι’ ἑτέρας φορολογίας. Ὡς ἁπλουστέρα δὲ τοιαύτη φυσικῶς παρεστάθη ἡ στρεμματικὴ φορολογία. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι, ὅπως αὕτη ἐφαρμοσθῇ τελειότερον, ἔχει ἀνάγκην κτηματολογίου. Ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτόν τι ἠθέλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν, βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἄρσιν τοῦ κακοῦ πλειότερον ἴσως ἢ ὅσον διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν φορολογικῶν ὀργάνων. Ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ παραδεχθῶμεν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν καὶ ἄνευ κτηματολογίου, ὅπως ἐφηρμόσθη αὕτη καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Τοιαύτην δ’ εἶχον ἰδέαν πρὸ ἐτῶν, ἐκ τῶν πρώτων ἴσως μελετησάντων τὸ ζήτημα καὶ προτεινάντων τὴν διὰ στρεμματικῆς φορολογίας ἀντικατάστασιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Παραδεχθέντες ὅμως τὴν τοιαύτην ἀντικατάστασιν, ἔχομεν καθῆκον νὰ προσέξωμεν, ὅπως μὴ καταστήσωμεν τὴν νέαν φορολογίαν ἐπαχθεστέραν καὶ χείρονα τῆς προηγουμένης, ἧς τὴν κατάργησιν ἠθέλομεν πάντες. Ἐὰν δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνεφορεῖτο καθαροῦ ταμιευτικοῦ πνεύματος, θὰ ἠδύνατο εὐκόλως νὰ ἀντιληφθῇ τοῦ θεμελιώδους ἐλαττώματος τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Τὸ ἐλάττωμα δὲ τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς πεπλανημένης ἰδέας, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τοῦ βάρους καὶ τῆς ἐπιπτώσεως τῶν ἀμέσων φόρων ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἐμμέσους, προσθέσας, ὅτι οἱ πολεμήσαντες τὴν βάσιν τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ψηφισθέντος καὶ ἰσχύοντος νόμου ἔπραξαν τοῦτο διότι δὲν ἐνόησαν τὰ καλὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας...
§120Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον αὐτό.
§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπετε τὴν ἰδέαν ταύτην προχθές, ἀπαντῶντες εἰς ἐμὲ, τὴν ἐπανελάβατε δὲ καὶ χθὲς συντομώτερον. Κατὰ τὰς ἰδέας τῶν φυσιοκρατῶν, αἵτινες ἐπεκράτουν κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα, ἡ ἄμεσος ἔγγειος φορολογία εἶναι ἡ καλλιτέρα πασῶν. Σήμερον ὅμως τὰς ἰδέας ταύτας δὲν παραδέχεται ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ δημοσιονομία. Ἡ ἄμεσος φορολογία εἶναι ἀναμφισβητήτως βαρεῖα κατὰ ποιὸν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν φορολογούμενον. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν αὕτη λειτουργεῖ, εἶναι αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν βαρύτερος τοῦ τῆς ἐμμέσου φορολογίας. Ἐπιβάλλεται αὕτη ἐπὶ πραγμάτων ἢ ἐπὶ προσώπων ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένων καὶ ἅτινα δὲν δύνανται νὰ διαφύγωσι τὴν φορολογίαν, ἀλλὰ μοιραίως ὀφείλουσι νὰ καταβάλωσιν αὐτήν. Εἶναι δὲ καταδεδικασμένος ὁ οὕτω φορολογούμενος νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον αὐτοῦ ἐν στιγμῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀδυνατεῖ ἴσως νὰ διαθέσῃ τὸ ἀναγκαιοῦν χρηματικὸν ποσόν. Εἴτε ἔχει τὸ ποσὸν τοῦ εἰς αὐτὸν ἐπιβαλλομένου φόρου ὁ ἀμπελοκτήμων, περὶ οὗ πρόκειται σήμερον, εἴτε δὲν τὸ ἔχει, ὀφείλει νὰ τὸ καταβάλῃ ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ. Καὶ ἂν μὲν τὸ ἔχῃ, θὰ στερηθῇ ἴσως τοῦ μέσου τῆς καλλιεργείας τῆς ἀμπέλου του, ἢ καὶ τῆς συντηρήσεώς του· διότι ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων οἱ πλεῖστοι τῶν ἀμπελοκτημόνων παρ’ ἡμῖν δὲν διακρίνονται ἐπὶ πλούτῳ. Ἄν δὲ δὲν τὸ ἔχῃ, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ τὸ δανεισθῇ ἐπὶ μεγάλῳ τόκῳ, οἷον, ὡς πάντες γνωρίζομεν, πληρώνουσιν οἱ ἐν τοῖς χωρίοις κυρίως κατοικοῦντες ἀμπελοκτήμονες. Ὁ τοιοῦτος ἀμείλικτος χαρακτὴρ τοῦ ἀμέσου φόρου, ὁ παρορῶν καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὰς δυνάμεις τοῦ φορολογουμένου, καθιστᾷ αὐτὸν πολὺ βαρύτερον τοῦ ἐμμέσου φόρου, ὅστις ἔχει χαρακτῆρα προαιρετικόν. Τοῦτον ὁ φορολογούμενος θὰ πληρώσῃ, ὅταν θέλῃ καὶ ὅταν δύναται. Καὶ ἂν ἀκόμη ἦναι βαρύτερος ὁ ἔμμεσος φόρος, ὁ φορολογούμενος δὲν ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ αὐτὸν, ὅταν δὲν θέλῃ ἢ ὅταν δὲν ἔχῃ. Τὸν ἐπὶ τοῦ οἴνου ὡς καὶ τοῦ καπνοῦ ἔμμεσον φόρον, παραδείγματος χάριν, δὲν θὰ πληρώσῃ ἢ ὁ θέλων καὶ δυνάμενος νὰ καταβάλῃ αὐτὸν, ὅταν θελήσῃ νὰ ποιήσηται χρῆσιν οἴνου ἢ καπνοῦ καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ δύναται νὰ ποιήσηται χρῆσιν αὐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι βαρεῖς ἔμμεσοι φόροι αὐξάνουσι τὰς δαπάνας τῆς κοινωνίας· καθ’ οἱονδήποτε ὅμως τρόπον καὶ ἂν ἀφαιρέσητε χρῆμα ἐκ τῆς κοινωνίας, δι’ ἀμέσων ἢ δι’ ἐμμέσων φόρων, θὰ ἐλαττώσητε τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, ἀφαιροῦντες διὰ τῶν φόρων μέρος τῆς περιουσίας τῶν ἀτόμων, θὰ καταστήσητε δ’ οὕτω δυσχερεστέραν τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν συντήρησιν αὐτῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο φέρουσι πάντες οἱ φόροι, οἱ ἄμεσοι ὅμως ἀφαιροῦν συνήθως τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς ἐκεῖ, ὅπου, ὡς παρ’ ἡμῖν, δὲν ὑπάρχουσι ταῦτα ἐν ἀφθονίᾳ. Ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τοὺς ἀμέσους φόρους καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ. Ἀλλὰ διατὶ τοὺς ὑποστηρίζουν οὗτοι; Ἀκριβῶς διότι εἶναι ἐπαχθεῖς καὶ ἀποβαίνουσιν ἐπαισθητοὶ εἰς τοὺς φορολογουμένους. Θέλουσιν οὗτοι νὰ αἰσθανθῇ ὁ λαὸς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν ἐπ’ αὐτοῦ Κυβερνήσεις μὴ κηδόμεναι τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ δαπανῶσαι αὐτὸ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας. Ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας εὑρισκόμενοι οὗτοι, εἴτε πολιτευόμενοι, εἴτε ἐπιστήμονες, θεωροῦσι τοὺς ἀμέσους φόρους ὡς χαλινὸν κατὰ τῶν ὑπερβολικῶν καὶ σπατάλων δαπανῶν, καὶ τοὺς προτιμῶσι τῶν ἐμμέσων, τοὺς ὁποίους δὲν αἰσθάνεται μὲν ὁ λαὸς, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι βαρύνουσι πολὺ ὀλιγώτερον τὴν παραγωγὴν, προαιρετικῶς καταβαλλόμενοι. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τοιούτου χαλινοῦ πρὸς περιστολὴν τῶν δαπανῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος. Δὲν ἤρκεσε δὲ τὸ βάρος τοῦτο, τὸ ἐκ τοῦ ποιοῦ τῆς νέας φορολογίας· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας κατέστησε τὸν φόρον βαρύτερον καὶ κατὰ ποσὸν διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἐπὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων φόρου κατὰ 58% ἀνωτέρου τοῦ ἐγγείου, ὅνπερ ἐπλήρωνον αὐτοί τε καὶ οἱ παρ’ αὐτῶν χάριν ἐμπορίας ἀγοράζοντες τοὺς οἴνους των. Ὡς βάσις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὡς γνωρίζομεν, ἐλήφθη ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιώσεων κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, ὅστις ἀνέρχεται εἰς 2,618,000 δραχμὰς, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἀνέρχεται εἰς δρ. 1,880,000, καὶ ἔμεινε καθυστερούμενον ποσὸν 738,000 δραχμῶν. Τὸ καθυστερούμενον τοῦτο ποσὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέβαλεν ὡς φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων, δικαιολογήσας τὴν ἐπιβάρυνσιν ταύτην, διότι καὶ ὁ νέος φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων θ’ ἀφήσῃ καθυστερούμενα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ βαρύνωσι τὸ Δημόσιον, ὅπερ διὰ τοῦ παραδεχθέντος διανεμητικοῦ συστήματος πρέπει νὰ εἰσπράξῃ ὅ,τι εἰσέπραττε καὶ διὰ τοῦ καταργηθέντος ἐγγείου φόρου. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐπίπτωσιν τῶν καθυστερουμένων. Ἄλλοι εἶναι οἱ καθυστεροῦντες ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου, ὅστις ἴσχυε προηγουμένως, καὶ ἄλλοι ἔσονται οἱ καθυστερήσοντες ἐκ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου. Αἱ καθυστερήσεις τοῦ παρελθόντος δὲν προέρχονται παρὰ μόνων τῶν ἀμπελοκτημόνων· ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν καθυστερούντων καὶ ἀμπελοκτήμονες, ἀλλὰ βεβαίως οἱ πλεῖστοί εἰσιν οἱ ἀποθηκεύοντες τὸν οἶνον μὴ οἰνοπαραγωγοί· ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ μεταξὺ αὐτῶν ἀναλογία εἶναι τοιαύτη, οἵαν δεικνύει ὁ γειτονικὸς τῶν Ἀθηνῶν δῆμος Κρωπίας, τὸ ⅕ ἀποθηκεύεται παρὰ τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ τὰ ⅘ παρὰ τῶν ἐμπόρων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ ἀναλογία αὕτη ἦναι ὑπερβολικὴ ἕνεκα τῆς γειτνιάσεως τοῦ δήμου τούτου μὲ τὰς Ἀθήνας, πάλιν λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ὁλόκληρον τὸ Κράτος, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι μεταξὺ τῶν καθυστερούντων ὀλιγώτεροί εἰσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες. Τὸ καθυστερούμενον δὲ ποσὸν παρὰ μὴ ἀμπελοκτημόνων θὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ἀμπελοκτήμονας. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπιπτώσεως τοῦ φόρου...
§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπητε; Εἴπετε ὅτι ἐλησμόνησα ἐγὼ κἄτι τι, δηλονότι τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐλησμονήσατε. Ἐλησμονήσατε τοῦτο, ὅτι αἱ καθυστερήσεις αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς δὲν εἶναι ἀπώλεια πλήρης, διότι αἱ καθυστερήσεις αὗται ἀναγράφονται καὶ μετὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως. Ἐννοεῖται, ὅτι μέρος τούτων εἰσπράττεται κατὰ τὰς ἑπομένας χρήσεις, ἕνεκα δὲ τούτου εἰς ἕκαστον προϋπολογισμὸν ἡμῶν ἔχομεν κεφάλαιον ἐσόδων κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Παρεδέχθητε, ὅτι ὑπῆρξαν καί τινες καθυστερήσεις κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη, δηλαδὴ 2,960,000 εἶναι ὁ μέσος ὅρος βεβαιώσεων τῶν τεσσάρων ἐτῶν, 2,150,000 εἰσεπράχθησαν, ἑπομένως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ποσῶν εἶναι 810,000 δραχμαί. Αὐταὶ δὲν ἐχάθησαν.
§123Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐβιάσθητε τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ὑποδείξητε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλησμόνησα.
§124ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι τὸ ἐλησμονήσατε ἐκ τῆς σειρᾶς τοῦ λόγου σας.
§125Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπόδειξις, ὅτι δὲν τὸ ἐλησμόνησα, εἶναι, ὅτι ὡμίλουν περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, χωρὶς ἀκόμη νὰ ἐξετάσω τὸν φόρον καταναλώσεως· ὑμεῖς δὲ μοὶ ἐδώκατε τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφοτέρων τῶν φόρων. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι εἰς τὰς μελλούσας χρήσεις εἰσπράττεται καὶ μέρος τῶν καθυστερουμένων καὶ κεκλεισμένων χρήσεων, ἀλλὰ βεβαίως γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς πολὺ καλὰ, ὅτι δὲν εἰσπράττεται παρὰ τὸ ὀλιγώτερον μέρος αὐτῶν.
§126ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πλεῖστον.
§127Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ πλεῖστον μένει καθυστερούμενον, καὶ μετὰ πολλὰ ἴσως ἔτη εἰσπράττεται ποσόν τι ἄξιον λόγου. Ἐκ τῶν καθυστερουμένων ἑκάστης χρήσεώς εἰσί τινα, ἅτινα ἀποδεικνύονται ὡς ἐσφαλμένως βεβαιωθέντα, πολλὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλονται παρ’ ἀνθρώπων μὴ ὄντων εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι, καὶ ἄλλα, ἅτινα δὲν εἰσπράττονται ἕνεκα χαριστικῶν καὶ ἄλλων λόγων. Ἂν δὲ θελήσητε νὰ προσκομίσητε τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐσκέφθην νὰ σᾶς ζητήσω, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐζήτησα, διότι ἡ σύνταξίς του ἤθελεν ἴσως ἀπαιτήσει χρόνον ἀρκετὸν, τὸν πίνακα τὸν δεικνύοντα τίνες εἰσὶν οἱ καθυστεροῦντες ἀμπελοκτήμονες καὶ τίνες οἱ μὴ τοιοῦτοι, θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς παρατηρήσεώς μου.
§128ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ πλεῖστον ἀμπελοκτήμονες.
§129Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ πίναξ οὗτος θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸν ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλήν.
§130ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§131Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει συνάμα ὁ πίναξ οὗτος νὰ δεικνύῃ κατ’ ἔτος, τί εἰσπράττεται, κατὰ χρῆσιν καὶ κατὰ κατηγορίαν καθυστερούντων· ἐκ τοῦ πίνακος τούτου θὰ πληροφορηθῶμεν ἀκριβέστερον, τίνες εἰσὶν οἱ καθυστεροῦντες ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου· εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη κατὰ τὸ διανεμητικὸν σύστημα ἐπὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων, δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε τακτικῶς κατ’ ἔτος τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου, ἀλλὰ περιέχει καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤλπιζεν ὅτι ἤθελεν εἰσπράξει ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ εἴσπραξις δὲν ἦτο ἀπολύτως βεβαία. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι τὸ καθυστερούμενον εἴτε παρ’ ἀμπελοκτημόνων, εἴτε παρὰ μὴ ἀμπελοκτημόνων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ὑπερβαίνουσι τοὺς ἀμπελοκτήμονας. Δὲν ἠρκέσθη δὲ ὁ ἰσχύων νόμος εἰς τοῦτο. Ἐπέβαλε συγχρόνως ἐπὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνον, ὄχι πλέον οἱ ἔμποροι, οἱ ἀποθηκεύοντες τὸν οἶνον, ἀλλ’ οἱ καταναλίσκοντες αὐτόν. Εἶναι ἀνεπίδεκτον συζητήσεως, ὅτι ἄλλην βάσιν καὶ ἐπίπτωσιν ἔχει ὁ φόρος ὁ πληρωνόμενος παρὰ τοῦ καταναλωτοῦ καὶ ἄλλην ὁ φόρος ὁ πληρωνόμενος παρὰ τοῦ παραγωγοῦ. Δύναται ὁ παραγωγὸς νὰ ἐπιρρίψῃ εἰς τὸν καταναλωτὴν τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς πληρώνει, τότε μόνον, ὅταν τὸ παραγόμενον καὶ φορολογούμενον εἶδος παράγηται κατὰ ποσὸν μικρότερον τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ. Ὅταν ἡ ζήτησις τοῦ οἴνου ἦναι ἀνωτέρα τῆς προσφορᾶς, τότε ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς δύναται νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως· ἐν τῇ περιπτώσει δὲ ταύτῃ ἡ κατανάλωσις, ζητοῦσα οἶνον πλειότερον τῆς παραγωγῆς καὶ προσφορᾶς αὐτοῦ, ἀναγκάζεται νὰ πληρώσῃ δι’ αὐτὸν τιμὰς, καθιστώσας δυνατὸν εἰς τοὺς παραγωγοὺς νὰ ἐπιρρίψωσι τὸν παρ’ αὐτῶν καταβαλλόμενον φόρον ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν. Ἐνταῦθα ὅμως εὑρισκόμεθα ὑπὸ ὅρους ἀντιθέτους· ἔχομεν παραγωγὴν κατὰ πολὺ ὑπερτεροῦσαν τὴν κατανάλωσιν, καὶ ἡ ὁποία μόνον διὰ τῆς ἐξαγωγῆς δύναται νὰ εὕρῃ ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν ὑποστήριξιν. Βαρύνοντες δὲ διὰ τῆς φορολογίας τὴν παραγωγὴν, παρεμποδίζομεν, κατ’ ἀναλογίαν τοῦ βάρους, ὅπερ ἐπιβάλλομεν, τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατανάλωσιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς. Διὰ τῆς ἐπαυξήσεως δὲ κατὰ 58% τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς προσθήκης ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου, τῶν καθυστερουμένων ἐξ αὐτοῦ καὶ τῶν βεβαιουμένων ἐκ τοῦ φόρου καταναλώσεως...
§132ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς, ἀφοῦ 2,150,000 εἰσπράττει τὸ Δημόσιον;
§133Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 2,960,000 ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ. Ἐκ τοῦ φόρου δὲ τοῦ ἐγγείου εἰσέπραττεν 1,880,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπλήρωνον κατ’ ἔτος οἱ παραγωγοί, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως. Εἰς αὐτὸ δὲ προστίθενται δραχμαὶ 788,000 ἐκ καθυστερουμένων ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου, καὶ δρ. 341,900 ἐκ βεβαιώσεων τοῦ ἐμμέσου φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως·
§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ χωρίζητε τὸν ἔγγειον φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου, διότι ἀμφότεροι κατηργήθησαν καὶ ἀντικατεστάθησαν διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας.
§135Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν χωρίζω, ἀλλὰ καθαρίζω τὰ θέματα. Εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον 1,880,000, κατὰ μέσον ὅρον, κατ’ ἔτος ἐξ ἐγγείου φόρου καὶ οὐχὶ περισσότερον...
§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. Καΐρην, πολὺ περισσότερα εἰσπράττονται.
§137Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Καΐρης δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὰς λεπτομερείας.
§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν.
§139ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν; Κατὰ τὰ ἔτη 1893–1895 βεβαίως εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον, ὡς εἴπετε, 1,880,000. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἔτη 1896, 1897 καὶ 1898, ἐὰν λάβῃ τὸν κόπον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἴδῃ τὰ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα ἀποτελέσματα, θὰ ἴδῃ, ὅτι εἰσεπράττοντο 1,600,000.
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Καΐρης εἶχε τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἐξ αὐτῶν δ’ ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰσεπράττοντο ἀσυγκρίτως πλείονα.
§141Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἤκουσα τοιοῦτόν τι λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Καΐρη. Τοῦτο δὲ ἀντιφάσκει πρὸς τὰς ἐπισήμους καταστάσεις καὶ τὰς ἀνακοινώσεις αὐτοῦ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε κατὰ μέσον ὅρον 1,880,000 κατὰ τὰ ἔτη 1893 ἕως 1896.
§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω.
§143Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ὁ ἔμμεσος φόρος, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, δὲν ἐβάρυνε τὸν ἀμπελοκτήμονα, ἀλλὰ τὸν καταναλωτήν...
§144ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὁ ἔγγειος τοῦ καταναλωτοῦ εἶναι.
§145Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου. Ὡς εἶπον, τὰ πράγματα μᾶς πείθουσιν, ὅτι ἡ προσφορὰ τοῦ οἴνου ὑπερτερεῖ κατὰ τοσοῦτον τὴν κατανάλωσιν, ὥστε ὁ παραγωγὸς δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν καταναλωτὴν τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς πληρώνει. Δὲν ἐπέρχεται ἑπομένως ἡ ἐπίπτωσις τοῦ στρεμματικοῦ φόρου τοῦ ἀμέσου ἐπὶ τοῦ καταναλωτοῦ, καὶ ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως, ἐπιβαλλόμενος ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐπὶ τοῦ παραγωγοῦ, μένει εἰς βάρος αὐτοῦ, καὶ δὲν ἐπανέρχεται διὰ φυσικῆς ἐπιπτώσεως ἐπὶ τοῦ καταναλωτοῦ. Ἐὰν δ’ ἔχητε περὶ αὐτοῦ ἀμφιβολίαν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῇ ἐν ἐκτάσει τὸ ζήτημα τῆς ἐπιπτώσεως τῶν φόρων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, σᾶς συνιστῶ νὰ μελετήσητε τὰς γνώμας οὐχὶ μόνον τῶν θεωρητικῶς ἐξεταζόντων, ἀλλὰ καὶ τῶν πρακτικῶς λυόντων τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὅθεν ζητοῦν τὸ Δημόσιον ἀντὶ τῶν δραχ. 1,880,000, τὰς ὁποίας εἰσέπραττε προηγουμένως, νὰ εἰσπράξῃ δραχμὰς 2,960,000, ἐπιβάλλει ἐπὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων πρόσθετον βάρος ἐκ δραχ. 1,080,000, ἤτοι 58%.
§146ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν διετηροῦμεν τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως, θὰ εἰσεπράττομεν αὐτά.
§147Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὰ εἰσεπράττομεν, ἀλλ’ οὐχὶ παρὰ τῶν ἀμπελοκτημόνων. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Τὸ διπλοῦν βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὁ νόμος ἐπὶ τῶν παραγωγῶν διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐγγείου φόρου διὰ στρεμματικοῦ, κακῶς μελετηθέντος καὶ κατὰ τρόπον καθιστῶντα αὐτὸν ἐπαχθέστερον κατὰ ποιὸν καὶ βαρύτερον κατὰ ποσὸν, εἶναι ἀναμφιβόλως ἐλάττωμα θεμελιῶδες τοιοῦτον, ὥστε, οἱασδήποτε καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν διορθώσεις εἰς τὸν μηχανισμὸν τῆς ἐφαρμογῆς του, καὶ ἂν παρατείνοντες τὰς προθεσμίας πιστεύσωμεν, ὅτι ἐντὸς τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν θέλει ἐφαρμοσθῆ τελειότερον ἡ ἐκτίμησις τῆς παραγωγικότητος τῶν ἀμπέλων καὶ τῆς ἀξίας τοῦ γλεύκους καὶ ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν τὰς ἀρχὰς, εἴτε δημοτικὰς εἴτε δημοσίας, μεθυσμένας, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνταῦθα περὶ μιᾶς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν δὲν ὠνόμασε, πάλιν δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ διορθώσωμεν τὸ θεμελιῶδες τοῦ νόμου ἐλάττωμα.
§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ.
§149Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἴσως θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν τὸ βεβαιοῦτε, ἀλλὰ τὸ εἴπετε προχθές: εἴπετε δηλ. ὅτι ἐν ἐπαρχίᾳ τινὶ οἱ ἐκτιμήσαντες τὴν παραγωγικότητα τῆς ἀμπέλου καὶ τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους ἔκαμαν τοῦτο μεθυσμένοι, καὶ ἐξέλαβον τὴν τιμὴν τοῦ οἴνου ὡς τιμὴν τοῦ γλεύκους. Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν θὰ ἦναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν αἱ ἀρχαὶ αὗται καὶ ὅτι θὰ ἦναι προσεκτικώτεραι, δὲν θὰ ἔχωμεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνακούφισιν τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ βάρους τῆς φορολογίας. Τὸ βάρος αὐτῆς, τὸ κατὰ ποιὸν καὶ κατὰ ποσὸν, θέλει μετατεθῆ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον αἰσθάνονται αὐτὸ πλειότερον, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ αἰσθανθῶσι τοῦτο μετὰ τὴν τοιαύτην μετάθεσιν. Θὰ ἴδωμεν ἴσως τότε δήμους, τῶν ὁποίων ὁ φόρος καθωρίσθη διὰ τοῦ πίνακος τοῦ ἐνώπιον ἡμῶν κάτω τῶν τριῶν δραχμῶν, νὰ ἐπιβαρυνθῶσι μὲ φόρον ἄνω τῶν τριῶν· ἴσως δὲ ἴδωμεν καὶ αὐτὴν τὴν Μεγαρίδα, ἥτις πρώτη ἤγειρε φωνὴν κατὰ τοῦ νέου φόρου, νὰ φορολογηθῇ διὰ τῆς νέας διατιμήσεως μὲ φόρον ἀνώτερον τῶν δραχ. 2 καὶ 87/00, διότι ἐνδεχόμενον καὶ ἐπ’ αὐτῆς νὰ μετατεθῇ μέρος τοῦ βάρους, ὅπερ κατὰ τὴν γενομένην ἐκτίμησιν ἐπιπίπτει ἐπὶ τῶν δήμων Χαλκίδος, Μεσσήνης, Αἰγίου καὶ λοιπῶν, ὧν ὁ φόρος ὡρίσθη εἰς 6 δραχ. κατὰ στρέμμα. Τὰ βάρη τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς ἀδικηθέντες, θὰ μετατοπισθῶσιν εἰς ἄλλους δήμους, οἵτινες θὰ ἐξεγερθῶσι τότε κατὰ τῆς ἐπιβληθησομένης εἰς αὐτοὺς ἐπιβαρύνσεως. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ βαρεῖα αὕτη φορολογία καὶ κατὰ ποιὸν καὶ κατὰ ποσὸν θέλει ἕξει ὡς ἀποτέλεσμα σημαντικὴν ἐκρίζωσιν ἀμπέλων. Κρίνων ὅμως ἐξ ὅσων ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐξ ὅσων καὶ πρὸς ἐμὲ αὐτὸν διὰ ψηφισμάτων Δημοτικὰ Συμβούλια τῆς ἐπαρχίας μου ἀνεκοίνωσαν, φοβοῦμαι μήπως ἐν πολλοῖς δήμοις οἱ ἀμπελοκτήμονες ἀναγκασθῶσι νὰ ἐκριζώσωσι τὰς ἀμπέλους αὐτῶν, πρὸς βλάβην τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πραμάντων, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ὑπολογισμὸς τῆς παραγωγικότητος τῶν ἀμπέλων καὶ τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους ἀναβιβάζει εἰς 7½ δραχμὰς κατὰ στρέμμα τὴν ἐτησίαν καθαρὰν πρόσοδον αὐτῶν. Ὁ φόρος δὲ τῶν ἀμπέλων τοῦ δήμου τούτου ὡρίσθη κατὰ τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς δραχμὰς 4 καὶ 69/00. Ἀπομένει δ’ οὕτως ἐτήσιον ἔσοδον τῶν ἀμπέλων τούτων κατώτερον τῶν 3 δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους οἱ ἀμπελοκτήμονες τοῦ δήμου τούτου νὰ διατηρήσωσι τὰς ἀμπέλους των, καὶ, ὡς ῥητῶς δηλοῦσι, θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐκριζώσωσιν αὐτάς. Τὸ αὐτὸ παρατηρῶ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους δήμους τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον ὅλως δυσανάλογον πρὸς τὴν παραγωγικότητα αὐτῶν καὶ πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ γλεύκους. Ὅ,τι δήποτε ἑπομένως καὶ ἂν ψηφίσωμεν, συντελοῦν εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου,—ὁμολογῶ δ’ ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, σκοποῦν νέαν μελέτην τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, δὲν δύναται αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ νὰ φέρῃ κακόν τι ἀποτέλεσμα,—δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸ θεμελιῶδες ἐλάττωμα τῆς κατὰ ποιὸν καὶ κατὰ ποσὸν ἐπαχθοῦς φορολογίας τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἥτις βλάπτει οὐσιωδῶς μίαν παραγωγικὴν τάξιν, ἐν ἐποχῇ κατὰ τὴν ὁποίαν κύριος σκοπὸς πάσης ἐνεργείας τῆς Πολιτείας πρέπει νὰ ἦναι ἡ ὑποστήριξις καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας. Ἂν δὲν ὑποστηρίξωμεν αὐτὴν, ἀποφεύγοντες πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ παρακωλύσῃ καὶ βλάψῃ τὴν ἀνάπτυξίν της, θὰ ἀπολέσωμεν τὴν μόνην ἀληθῆ βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξωμεν τὴν βελτίωσιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας. Ἐπὶ τοιούτου δὲ πνεύματος βεβαίως δὲν στηρίζεται ὁ ψηφισθεὶς καὶ ἰσχύων νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Βελτίωσις αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, ὅταν κατανοήσωμεν καὶ καθορίσωμεν τὸ δίκαιον καὶ λογικὸν ποσὸν, τοῦ ὁποίου διὰ διανεμητικοῦ συστήματος δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ καταβολὴ παρὰ τῶν ἀμπελοκτημόνων. Καὶ ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον συνεζητεῖτο ὁ ἰσχύων νόμος, ἐξέθηκα τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἄμπελοι τῆς Ἑλλάδος δὲν δύνανται καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον ἀνώτερον ἐκείνου, εἰς ὃν πράγματι ὑπεβάλλοντο μέχρι σήμερον. Τοῦτον δὲ ἀντιπροσωπεύει τὸ ποσὸν, ὅπερ εἰσπράτεται κατ’ ἔτος, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐβεβαιοῦτο. Οὕτω κανονιζομένου τοῦ φόρου, καὶ περιοριζομένου τοῦ διανεμητέου ποσοῦ εἰς τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ μέσον ὅρον κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, θὰ ἔχωμεν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, μικρὰν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, διότι καὶ εἰς τὸν ἄμεσον τοῦτον φόρον θὰ παρουσιασθῶσι καθυστερήσεις, αἵτινες ὅμως ἀσφαλέστερον θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐντὸς τῶν ἑπομένων ἐτῶν...
§150ΔΟΥΝΗΣ. Ἐλάχισται ἔσονται αἱ καθυστερήσεις.
§151Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Τοῦτο δὲ, διότι διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ στρεμματικοῦ φόρου εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ἡ ἄμπελος. Αἱ ἐξ αὐτοῦ δὲ καθυστερήσεις ἔσονται πολὺ ὀλιγώτεραι τῶν καθυστερήσεων τοῦ φόρου τοῦ ἰσχύσαντος πρὸ ὀλίγου καὶ ὅστις διὰ τῶν δηλώσεων ἐπεβάλλετο οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀμπέλου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀποθηκεύσεως τοῦ οἴνου. Τῆς ἐκ τῶν καθυστερήσεων δὲ τούτων ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου τὴν κάλυψιν ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσωμεν οὐχὶ εἰς τὴν ἐπιβάρυνσιν τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ οἴνου, διατηροῦντες τὸν φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἐν τοῖς οἰνοπωλείοις λιανικῶς πωλουμένου οἴνου. Ὁ ἔμμεσος οὗτος φόρος εἶναι δίκαιος καὶ δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἄνευ βλάβης τῆς παραγωγῆς. Παρουσιάζει καὶ οὗτος δυσχερείας κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του, ἀλλ’ ὁ κύκλος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, περιοριζόμενος ἐντὸς στενωτέρων ὁρίων, ἐντὸς τῶν κυριωτέρων κέντρων τῆς καταναλώσεως, μᾶς παρέχει τὴν εὐκολίαν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν βελτίωσιν τῶν φορολογικῶν ὀργάνων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἀνατεθῇ αὕτη, καὶ τῶν ὅρων αὐτῆς, καταργοῦντες τὸν βάρβαρον θεσμὸν τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἀδηλώτων οἴνων. Δὲν ἤθελεν εἶναι πρακτικὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὡς δυνατὴν τὴν ἄμεσον βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς φορολογίας ἐν τῷ εὐρεῖ κύκλῳ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἀλλ’ ἐν τῷ στενωτέρῳ κύκλῳ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τοῦτο καὶ θέσωμεν οὕτω μίαν ἐκ τῶν ἀναγκαίων βάσεων τῆς βελτιώσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν. Καθιστῶντες δ’ οὕτως ἐλαφροτέραν καὶ λογικωτέραν τὴν ἄμεσον φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, οὐ μόνον δὲν θὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ θὰ καθιερώσωμεν φόρον δίκαιον καὶ λογικὸν, ὁ ὁποῖος εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἀποφέρει σπουδαῖα ἔσοδα ἄνευ πιέσεως τῆς παραγωγῆς. Ἐὰν δὲ εἴς τινα Κράτη ἐπιδιώκηται ἡ ἐλάττωσις καὶ ἔν τισι καὶ ἡ κατάργησις τῶν φόρων καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, τοῦτο γίνεται οὐχὶ διὰ φορολογικοὺς λόγους, ἀλλὰ διὰ κοινωνικοὺς καὶ ὑγιεινούς. Τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου οἱ ἐπιδιώκοντες αὐτὴν ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐπιτύχωσι διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ τοῦτο, ὅπως εὐκολύνοντες τὴν κατανάλωσιν τοῦ οἴνου δυνηθῶσι νὰ παρεμποδίσωσι τὴν κατάχρησιν τῶν οἰνοπνευμάτων, ἥτις ἀπειλεῖ καὶ ἠθικῶς καὶ διανοητικῶς ὁλόκληρον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκον νὰ εἴπω, Κύριοι, συζητῶν ὁμολογουμένως οὐχὶ τὸ ἐνώπιον ἡμῶν νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὴν βάσιν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς του ἐχαρακτήρισεν ὡς δυσεφάρμοστον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφιζόμενον θὰ ἐλαφρύνῃ ἴσως δήμους τινὰς, θὰ ἐπιβαρύνῃ δὲ ἄλλους, ἀλλ’ οὐδεμίαν θέλει ἐπιφέρει θεραπείαν εἰς τὸ θεμελιῶδες ἐλάττωμα τῆς ἰσχυούσης φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀμπέλων.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§153ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐζήτησα ἐγὼ προηγουμένως.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γουναράκης εἶναι κατόπιν.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ ὑποχωρήσω.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτως εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἐδῶ οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀναζητήσω ἐν τῷ νέῳ συστήματι τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων λόγον κανονίσαντα τὰ κατ’ αὐτὸ, γενικὸν δημοσιονομικὸν, ἢ φιλοσοφικὸν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μοῦ διῆλθεν ἀπὸ τὸν νοῦν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρω τοιοῦτον λόγον. Καὶ ὅτε ὑπῆρχε τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων κατὰ στρέμμα, οὐδεὶς λόγος τοιοῦτος ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἀλλὰ μόνον ἡ ἐπιθυμία, ἵνα εἰσπράξῃ τὸ Κράτος ποσοστὸν ἐκ τῆς προσόδου τῆς ἐκ τῶν ἀμπέλων προερχομένης, ὡς καὶ, ὅτε ὁ νόμος περὶ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων κατηργήθη καὶ ἀντικατεστάθη δι’ ἐμμέσου φόρου, οἱ προτείναντες τὴν ἀντικατάστασιν ταύτην δὲν ὡδηγήθησαν ὑπὸ τοιούτου τινὸς λόγου, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἀνακουφίσωσι τοὺς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀπαυδήσει ἐκ τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν ἀτελειῶν τοῦ συστήματος ἐκείνου τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων, καὶ νὰ συμπληρώσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἰσεπράττοντο πάντα, ὅσα ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι. Καὶ ὅτε κατὰ τὸ 1886 ἐζήτησα νὰ μεταβάλω τὸν ἕως τότε κρατοῦντα ἔμμεσον φόρον διὰ τοῦ ἀμέσου φόρου, διὰ τοῦ ἐγγείου, ὁμολογῶ ὅτι οὔτε τότε καὶ ἐγὼ εἶχον τοιοῦτόν τινα σκοπὸν, διότι ὁ κυριώτερος σκοπὸς, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευε τὰς σκέψεις μου, ἦτο ἡ ἀνάγκη νὰ περιστείλω καταχρήσεις, ν’ ἀποκαταστήσω δικαιοτέραν τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου, νὰ μὴ ἀπολέσῃ δὲ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προσεδόκα νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῆς προσόδου ταύτης. Διὰ τοῦτο παραλείπω πᾶσαν τοιαύτην συζήτησιν. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, προώρισται νὰ γείνῃ νόμος, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦναι νόμος αὐτοτελὴς, ἀλλὰ νόμος βοηθητικὸς, νόμος συμπληρωτικός. Εἶναι ἓν ἐργαλεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ζητεῖ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μεταχειρισθῇ, ὅπως περιορίσῃ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα εἴτε δὲν κατεῖδεν, εἴτε ὑποθέτει ὅτι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ κυρίου νόμου. Κύριος δὲ νόμος εἶναι ὁ περὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὸ νομοσχέδιον ὡς τοιοῦτον,— καὶ ἐγὼ οὕτως ἐξήτασα αὐτὸ,—θέλει πάντως προσκόψει εἰς μικράς τινας διατάξεις αὐτοῦ, ὧν τὴν τροποποίησιν ἐπεθύμουν. Ἐπεθύμουν ἀληθῶς τὴν τροποποίησιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου πρώτου, ἵνα ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διατάσσῃ ἢ νὰ μὴ διατάσσῃ τὴν ἀνασύνταξιν τῶν κατὰ τὸ ἄρθρ. 15 τοῦ νόμου πρωτοκόλλων. Ἂν ἡ Κυβέρνησις πεισθῇ ὅτι συνετάχθησαν πλημμελῶς τὰ εἰρημένα πρωτόκολλα, πρέπει νὰ γείνῃ ἀνασύνταξις αὐτῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος· διότι, ἂν γείνῃ τοιαύτη μερικὴ, ἔν τισι μόνον δήμοις, ὁ Ὑπουργὸς ἤθελε περιπέσει εἰς κύκλον ἀδιέξοδον, διότι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἰσοζυγίσῃ τὰς μεταβολὰς τῶν φορολογικῶν ὅρων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἐν γένει καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν ἀνασύνταξιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος πρωτοκόλλων, νὰ παραιτηθῇ οὕτω τοῦ δικαιώματος ν’ ἀποφασίζῃ τὴν ἀνασύνταξιν οὐχὶ γενικὴν, ἀλλὰ μερικὴν, ἔν τισι μόνον δήμοις, δὲν ἔχω νὰ φέρω παρατήρησιν. Ἴσως ἠδυνάμην νὰ φέρω παρατήρησιν ἐπὶ διατάξεως ἄλλης τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, ἐπὶ τῆς διατάξεως τῆς κανονιζούσης τὰς προθεσμίας, καθ’ ἃς γίνεται ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ ἀπόσχω τῆς ἐξετάσεως τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν κυρίων ἐλαττωμάτων αὐτοῦ. Καὶ ἐν πρώτοις ἔχω τὸ καθῆκον τοῦτο, ὅπως φωτίσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὗτος φρονεῖ, ὡς εἶπεν ἐλευθέρως εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπρότεινε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τοῦτο, πεποιθὼς ὅτι δι’ αὐτοῦ θέλει ἄρει πᾶν ὅ,τι πλημμελές, πᾶν ὅ,τι κατέδειξεν ἄτοπον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ εἰρημένου νόμου, τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω τοιαύτην γνώμην, διότι φρονῶ ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον οὐδαμῶς θέλει ἄρει τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου θέλει καταδείξει. Ἐπειδὴ δὲ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ φέρωσι πρόσκομμά τι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, μετὰ τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δεκτὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 1,—διότι, ἂν ἀρνηθῶμεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν οὕτω τὸ νομοσχέδιον, ἂν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, θέλομεν ἀναλάβει εὐθύνην διὰ πάντα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀνακαλυφθῆ ἢ λάβει χώραν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, δὲν νομίζω δὲ ὅτι πρέπει ἡ εὐθύνη νὰ μεταφέρηται ἀπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν Βουλὴν,—ἐλπίζω ὅτι πάντες οἱ συνάδελφοι θέλουσι δώσει λευκὴν ψῆφον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τὴν γενομένην ἤδη ἀποδεκτὴν μεταβολὴν τοῦ πρώτου ἄρθρου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔχει τῷ ὄντι ὁ νόμος ἀτελείας; Κατεδείχθη ἤδη ἢ κἂν προβλέπεται ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου θέλει καταλήξει εἰς ἄτοπα; Αὐτὴν ἔχω τὴν γνώμην· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ φρονῶ προσέτι, ὅτι ὁ ἐκδοθεὶς νόμος περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων περιέχει τὴν ἕναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς συστήματος, ὅπερ θεωρῶ ὀλέθριον εἰς τὸν τόπον· θέλω δ’ ἐκθέσει ὑμῖν τὰς περὶ τούτου σκέψεις μου. Δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ὁμολογῶ πάσας τὰς ἀτελείας, ἃς εἶχεν ὁ καταργηθεὶς νόμος περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν δὲν κατεστάθη ἔτι τοιαύτη διοίκησις, ὥστε οἱ διευθύνοντες τοὺς διαφόρους κλάδους αὐτῆς νὰ ἦναι βέβαιοι, ὅτι αἱ διαταγαὶ, ἃς ἐκδίδουσιν ἀπὸ τοῦ κέντρου εἰς τὰ ἄκρα, θέλουσιν ἐκτελεσθῆ ἀκριβῶς καὶ εὐσυνειδήτως. Αἱ ἀτέλειαι τῶν νόμων ὑπῆρξαν πάντοτε, ἄλλοτε ὀλιγώτεραι, ἄλλοτε περισσότεραι· ὅσον δὲ περισσότεραι εἶναι αἱ ἀτέλειαι, τόσον τῶν νόμων ἡ ἐφαρμογὴ προσκόπτει. Οἱ φόροι δὲ καθίστανται καταθλιπτικοὶ, διὰ τοῦτο δ’ ἐπαχθεῖς καὶ ἄνισοι, ἂν εἰς τὴν ἀτέλειαν ταύτην αὐτῶν καὶ εἰς τὴν πλημμελῆ λειτουργίαν τῆς διοικήσεως προσθέσητε καὶ τὴν ἀνικανότητα τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Ἀληθῶς δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι ἐμορφώσαμεν δημοσίους ὑπαλλήλους τόσον τελείους, ὥστε νὰ ἔχωσι πλήρη συνείδησιν τοῦ καθήκοντός των. Ἂν δὲ πρὸς τοῖς εἰρημένοις προστεθῇ καὶ ἡ ἐλαττωματικὴ τῶν νόμων σύνταξις, δὲν θέλει τις ἀπορεῖ διατὶ ἀναγκάζονται οἱ φορολογούμενοι, πιεζόμενοι ἐκ πάντων τούτων, νὰ ζητῶσι νὰ ἀποφεύγωσι τὰ βάρη τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενα, οὐδὲ θέλετε ἐκπλαγῆ ἐκ τῶν κραυγῶν, τὰς ὁποίας ἐξήγειρε τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, τῆς ἐμμέσου φορολογίας, ἔπρεπε δ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ δώσῃ πλέον ἀκρόασιν εἰς τὰς κραυγὰς ταύτας. Ἐγὼ πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος ἐδήλωσα, ὅτι ἀνεγνώριζον τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ καταργηθέντος συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, καὶ προανήγγειλα ὅτι ἔμελλον ν’ ἀσχοληθῶ περὶ συστήματος στρεμματικῆς φορολογίας. Ἡ ἱστορικὴ δικαιολογία τοῦ φόρου εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ πολίτου νὰ εἰσφέρῃ ποσοστόν τι ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, ὅπως τὸ Κράτος διατηρῇ τὴν τάξιν, οἱ δὲ πολῖται δύνωνται νὰ ἐργάζωνται ἐν ἀσφαλείᾳ. Ἀλλὰ τότε ὁ φόρος πρέπει νὰ ἦναι ἄμεσος, οὐχὶ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον φορολογεῖ τὰ ὄργανα τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ κατὰ σύστημα φορολογοῦν τὸ ποσὸν τοῦ παραχθέντος προϊόντος· οὕτω δὲ, ὅσον περισσότερον εἶναι τὸ παραχθὲν προϊόν, τόσον περισσότερον θέλει εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ ἀποδοθησομένου φόρου. Τοιοῦτον σύστημα εἴχομεν πρὸ εἴκοσι σχεδὸν ἐτῶν κατὰ τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τοιοῦτον δὲ εἴχομεν μέχρι τῆς χθὲς καὶ ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἀλλ’ οὐδ’ ἐκεῖνο οὐδὲ τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ πλέον, ἕνεκα τῶν μεγάλων καταχρήσεων, ἃς ἐπῆγον. Οὕτως, ἀφοῦ δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραγομένου προϊόντος, ἠναγκάσθημεν νὰ προσφύγωμεν εἰς ἕτερον σύστημα, καὶ ἐπεβάλομεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς· μέσα δὲ παραγωγῆς εἰσιν ἡ γῆ, τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἐργαλεῖα. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐστηρίχθη ἐπὶ τοιαύτης βάσεως, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπεβλήθη ὁ φόρος εἰς τὰ ἐργαλεῖα, τὰ ἀροτριῶντα κτήνη. Ὁ φόρος ὅμως περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων κατὰ στρέμμα ἐπεβλήθη ἐπὶ τῆς γῆς, ἑπομένως οὐχὶ ἐπὶ τοῦ παραχθέντος ποσοῦ τοῦ προϊόντος τῶν ἀμπέλων. Ὁ τοιοῦτος ἐπὶ τῆς γῆς φόρος ἔχει τεκμήριον, ὅτι ἀσφαλέστερον προσεγγίζει εἰς τὴν παραγωγὴν, παρὰ τὰ λοιπὰ συστήματα. Διὰ τοῦτο διατίθεμαι ὑπὲρ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἀλλὰ δὲν διατίθεμαι ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ, ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν Σύνοδον ψηφισθέντος νόμου ἐπέβαλεν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐπέβαλε δὲ περιορισμὸν, διότι δὲν ἀφῆκεν αὐτὴν ἐλευθέραν νὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν καὶ ἐξετάσεων, αἵτινες ἤθελον τὴν ὁδηγήσει νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὸ παραγόμενον ποσὸν, ἀλλ’ ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν τὸν περιορισμὸν, ἵνα διὰ τοῦ φόρου εἰσπραχθῇ ὡρισμένον ποσὸν χρημάτων. Ὁ προσδιορισμὸς λοιπὸν ποσοῦ, ὅπερ τὸ δημόσιον ταμεῖον πρέπει νὰ εἰσπράξῃ διὰ τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, εἶναι περιορισμὸς τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, ὑποχρέωσις, τὸ ποσὸν τοῦ εἰσπρακτέου φόρου νὰ ἦναι ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιοῦτο ὑπὸ τὸ καταργηθὲν σύστημα. Ἀλλ’ ἂν τὰ ἔτη, τῶν ὁποίων τὸν βεβαιωθέντα μέσον ὅρον ἔλαβεν ὡς βάσιν, καὶ συνήγαγε τὸ ποσὸν, ὅπερ τότε ἐβεβαιώθη εἴτε ἐκ τοῦ ἀμέσου ἐγγείου φόρου, εἴτε ἐκ τοῦ ἐμμέσου τῆς καταναλώσεως, εὑρίσκοντο ὑπὸ διαφόρους συνθήκας, εἴτε ἕνεκα θεομηνιῶν, εἴτε ἕνεκεν ἄλλων κοινωνικῶν ἢ φυσικῶν περιστάσεων, καὶ ἂν ἕνεκα τούτου ἡ παραγωγὴ τῶν ἐτῶν ἐκείνων δὲν εἶναι εὔλογον νὰ παραλληλισθῇ πρὸς τὴν τῶν ἐτῶν τούτων, ἂν ἕνεκεν οἱουδήποτε λόγου διαφέρῃ ἡ γονιμοποιὸς δύναμις τῆς γῆς, τὴν ἀνομοιότητα ἢ διαφορὰν ταύτην δὲν ἔλαβε παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν ὁ νόμος, ὑπεχρέωσε δ’ ἡμᾶς νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα βεβαίωσις τοῦ φόρου μᾶς κατέδειξε. Φαίνεται δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐπεθύμει μόνον νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ ζημιῶν καὶ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον τότε εἰσέπραττεν, ἂν καὶ ἐνδέχεται κατὰ τὰ εἰρημένα νὰ μὴ ἦναι αἱ αὐταὶ καὶ νῦν συνθῆκαι τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐπεθύμει καὶ αὔξησιν ἐσόδων, ἐνῷ κατὰ τὴν γνώμην μου τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων πρέπει νὰ ζητῶμεν μόνον ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, νὰ μὴ ζητῶμεν δὲ νὰ εἰσπράξωμεν ποσὸν περισσότερον ἐκείνου, ὅπερ εἰσεπράττομεν δι’ ἑτέρου τρόπου. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἐλάττωμα τοῦ νόμου, τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος, τὸν προσδιορισμὸν ἐκ τῶν προτέρων τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ νέου συστήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ, τὸν προσδιορισμὸν ὡς εἰσπρακτέου ποσοῦ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἐβεβαιοῦτο κατὰ μέσον ὅρον ὡρισμένων ἐτῶν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἂν δὲ εἰσήχθη εἰς τὸν νόμον ἡ περιοριστικὴ αὕτη διάταξις, ἵνα μὴ ἐλαττωθῇ ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τὸ ποσόν, ὅπερ εἰσέπραττε τὸ δημόσιον ταμεῖον, γνωρίζω ὅτι αἱ περιστάσεις τοῦ Δημοσίου δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὸ ἀβέβαιον, καὶ ἐννοῶ τὸν κίνδυνον, ὃν ἄλλως ἠθέλομεν διατρέξει, ἂν ἐκ τῶν προτέρων δὲν προσδιωρίζετο τὸ ποσὸν τοῦ ἐσόδου, ὅπερ ἔπρεπε νὰ κατανεμηθῇ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ διανεμητικοῦ, τὸν κίνδυνον νὰ μὴ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὅσα πρότερον εἰσέπραττεν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ νεωτερίσωσι, ζητοῦντες νὰ μεταβάλωσι τὰ φορολογικὰ συστήματα, πρέπει νὰ γνωρίζωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ διέλθωσι διὰ τοιαύτης τινὸς δοκιμασίας, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ μετὰ φειδοῦς νὰ ἐξετάζωσι τὰ φορολογικὰ ζητήματα, οὐδὲ νὰ θέτωσι τὴν χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν ἢ ἀφοῦ πεισθῶσιν ὅτι θέλουσι δυνηθῆ οὐ μόνον νὰ βελτιώσωσι τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων, ὅπως ἀπαλλάξωσι τοὺς πολίτας ἀπὸ τῶν καταχρήσεων καὶ καταπιέσεων, οὐ μόνον νὰ εἰσπράξωσιν ὅσα εἰσέπραττον πρότερον, ἀλλ’ ὅτι δὲν διατρέχουσι καὶ τὸν κίνδυνον νὰ εἰσπράξωσιν ὀλιγώτερα. Ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ ἐδίσταζον κατὰ τὸ 1895 νὰ προτείνω τὸν νόμον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀρχὴν ἀσπάζομαι. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ φίλος κ. Μπακόπουλος μὲ προσεφώνει τότε εἰς τὴν Τρίπολιν, ὅτε ἀφικόμην ἐκεῖ κατὰ τὴν τότε ἐκλογικὴν περιοδείαν μου, καὶ μοὶ συνίστα τὴν ἀντικατάστασιν τῆς τότε κρατούσης φορολογίας τοῦ οἴνου διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας· ἀντιφωνήσας ὅμως ἐγώ, δὲν ἔδωκα ῥητὴν ὑπόσχεσιν, περιωρίσθην δὲ νὰ δηλώσω, ὅτι ἦσαν πλημμελεῖς ἀληθῶς οἱ νόμοι οἱ ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, ἀλλὰ δὲν ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην. Καὶ ὅτε ἐν τῇ Βουλῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου μὲ ἐπίεζε παντοιοτρόπως, ζητοῦσα νὰ μὲ ἐξαναγκάσῃ νὰ προτείνω νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τοῦ οἴνου, προβάλλων ἕτερον σύστημα οἱονδήποτε, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος προέβαλλε διὰ προτάσεως αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα, δὲν ἔστερξα τοιαύτην νὰ προβάλω πρότασιν, καὶ εἶπον ῥητῶς τότε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐφρόνουν, ὅτι μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ὑποβάλω τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὴν δοκιμασίαν, περὶ ἧς ἔλεγον πρὸ μικροῦ, τὴν ὁποίαν παράγει ἡ μεταβολὴ φορολογικῶν συστημάτων ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν διετελοῦμεν ἐν πτωχεύσει, ζητοῦντες νὰ συμβιβασθῶμεν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν· ἀλλὰ μὲ ἔπειθε περὶ τούτου καὶ ἕτερος λόγος, ὅστις μὲ καθίστα ἄτολμον, ἡ ὀλίγη ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὰ πολιτικὰ ἤθη τῶν συμπολιτῶν μου. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις πολλάκις ἀπέδειξαν ὅτι ἐφρόνουν ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ μετέρχωνται πᾶν μέσον, ὅπως παρεμβάλλωσι προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῶν κυβερνώντων, δὲν ἀπέσχον δέ, καὶ ὅτε οὕτω πολιτευόμεναι ἐζημίουν συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τοῦ ἔθνους, οὐδ’ ἐδίστασαν νὰ λησμονήσωσι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον πρὸς τὴν πατρίδα. Κατὰ τινα ἄλλην περίστασιν κατήγγελλον εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους ἡμᾶς, τοὺς κυβερνῶντας τότε τὴν χώραν, ὅτι ἐζητοῦμεν διὰ μεταβολῶν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα, ἢ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔσοδα, διὰ νὰ φάγωμεν τὰ χρήματα τῶν δανειστῶν. Ἡ περίοδος τοῦ 1895 ἦτο ἀληθῶς κρίσιμος· προσεδόκων ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους, ἑπομένως ἐπροτίμων νὰ ἀφήσωμεν ὑφιστάμενον τὸ βάρος τοῦ ὑπάρχοντος ἐπαχθοῦς συστήματος τῆς φορολογίας, παρὰ νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τὴν κακοβουλίαν, εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅπως μᾶς καταγγείλωσιν εἰς τοὺς δανειστάς, ὅτι προβαίνομεν εἰς ἐλαττώσεις φόρων, καταδολιευόμενοι τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ὁμιλῶν περὶ κακοβουλίας, ἐπιθυμῶ νὰ φεισθῶ τῆς τάξεως τῶν πολιτευομένων, ἵνα μὴ ὑποληφθῶ συκοφαντῶν αὐτούς. Ὅθεν, μὴ λησμονῶν τὴν κακοβουλίαν, ὑποπτεύων ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ἀνεγίνωσκον ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Φραγκφόρτης», ἢ ἐν ἄλλαις, τοιαύτας κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἀνέβαλον ἐπ’ ἄλλοτε νὰ προτείνω τὴν μεταβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Τὸ σύστημα λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη πέρυσι, κατὰ Ἰούνιον, ἔχει, κατὰ τὴν γνώμην μου, πλημμέλειαν, ὅτι εἶναι σύστημα φορολογικόν, ἀλλὰ καὶ σύστημα διανεμητικὸν ποσοῦ φόρου ὡρισμένου. Ἐπιθυμῶ, τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον θέλει προσδιορισθῆ ἵνα βαρύνῃ τὴν ἄμπελον κατὰ στρέμμα, νὰ προσδιορίζηται ὄχι ἐκ τῶν προτέρων, μετὰ τῆς ἀποφάσεως νὰ εἰσπράξωμεν 2,900,000, ἀλλὰ νὰ προσδιορίζηται ἐκ τῶν προβλέψεων, ἐκ τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες ἑκάστοτε προκύπτουσι περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει παραγάγει ἑκάστη ἄμπελος κατὰ λόγον τῆς ποιότητος τῆς γῆς, τῆς τελειότητος τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς. Καὶ λέγω ταῦτα, οὐχὶ διότι προσδοκῶ ὅτι θέλω πείσει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἢ τώρα ἢ κατ’ ἄλλην περίοδον, νομοσχέδιον, ἵνα δι’ αὐτοῦ μεταβάλῃ τὸν νόμον, ὅστις κατηρτίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀλλὰ λέγω ταῦτα διὰ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα καὶ καθῆκον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἐκδοθέντος νόμου τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων· οὗτος ἔχει καὶ ἕτερον ἐλάττωμα, μεγαλείτερον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προδιέθεσε τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐλαττώματος τούτου· τὴν γνώμην δέ, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω καὶ ἐγώ. Ἀληθῶς φρονῶ, ὅτι εἶναι πλημμελὴς ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ ἐπὶ σειράν τινα ἐτῶν παρελθόντος χρόνου, καὶ ὅτι προσῆκε νὰ λάβῃ ὡς βάσιν τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν καὶ οὐχὶ τὸ βεβαιωθέν. Ἡ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τοῦ βεβαιωθέντος καὶ τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη διαφορὰ εἶναι μεγάλη· ἔχω λεπτομερεῖς σημειώσεις τῆς διαφορᾶς ταύτης ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦδε. Κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν βεβαιωθέντων κατὰ δρ. 387,569.89, κατὰ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν βεβαιωθέντων κατὰ 376,741.36, κατὰ τὸ 1889 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα κατὰ 481,470.10, κατὰ τὸ 1890 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα κατὰ 383,993.06, κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα κατὰ 521,095.10, κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 492,390.28. Ἀλλὰ μετὰ τὸ 1892 τὰ καθυστεροῦντα ηὔξησαν εἰς μέγαν βαθμόν, διότι κατὰ τὸ 1893 διαφέρουσι τὰ βεβαιωθέντα ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ 611,529.99, κατὰ τὸ 1894 διαφέρουσι κατὰ 863,116.62, κατὰ τὸ 1895 διαφέρουσι κατὰ 724,073.21, κατὰ δὲ τὸ 1896 διαφέρουσι κατὰ 753,651.01. Τὸ ποσὸν εἶναι ὀγκῶδες, διότι, ἐὰν ζητήσητε τὴν ἀναλογίαν αὐτῶν πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα, θὰ ἴδητε, ὅτι κατὰ τὸ 1893 ἦτο ἔλασσον τοῦ τρίτου τῶν προϋπολογισθέντων, κατὰ δὲ τὸ 1896 ἴσον πρὸς τὸ τρίτον αὐτοῦ. Τὰ καθυστεροῦντα ἐκ τῆς βεβαιώσεως ἀνῆλθον εἰς τὸ ἀνώτατον ποσὸν κατὰ τὸ 1894, ἤτοι εἰς δρ. 863,116.62, κατῆλθον δ’ εἰς τὸ ἐλάχιστον ποσὸν κατὰ τὸ 1887, ἤτοι εἰς δραχ. 387,569.89. Τώρα νὰ εὕρωμεν τὸν μέσον ὅρον πόσων ἐτῶν θέλετε; Θέλετε τριῶν ἐτῶν;
§158Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅλων τῶν ἐτῶν.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνέρχεται εἰς 780,280.28, δηλαδὴ ὁ μέσος ὅρος τῶν καθυστερούντων ἐκ τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ τρία ἔτη 1894, 1895 καὶ 1896, διότι δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἔτι οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1897 καὶ 1898. Ἂν θέλητε νὰ λάβητε ἄλλην ἀναλογίαν, νὰ μὴ περιορισθῆτε εἰς τὰ τρία ἔτη,—ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου του τεσσάρων ἐτῶν μέσον ὅρον...
§160ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον ἔχω τεσσάρων ἐτῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ θέλετε περισσότερα, λάβετε ὅλων τῶν ἐτῶν.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐννοῶ τὸ σκοπόν σας. Ἂν λάβητε λοιπὸν ὄχι τὰ τέσσαρα ἔτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἕξ ἔτη, 1896, 1895, 1894, 1893, 1892 καὶ 1891,—καὶ προτείνω ἕξ ἔτη, διότι μεταξὺ τοῦ ἕκτου ἔτους καὶ τοῦ ἑβδόμου ὑπάρχει μεγάλη ἡ διαφορὰ τῶν καθυστερούντων, ἀνελθοῦσα εἰς 140,000 δραχμὰς,—θέλετε ἔχει μέσον ὅρον καθυστερούντων οὐχὶ 780,280.28, ἀλλὰ 574,127. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅμως δὲν μοὶ ἐπρότεινε νὰ ζητήσω τὸν μέσον ὅρον ὅλων τῶν ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1886, ὄχι διότι εἶχε σκοπόν τινα, ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν (μειδιᾷ). Ἂν λάβω τὰ ἔτη ἀπὸ τοῦ 1887, ὅτε ἡ διαφορὰ τῶν βεβαιωθέντων πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα εἶχε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀνέλθει εἰς 387,569.89, εὑρίσκω μέσον ὅρον καθυστερούντων δρ. 559,560.06. Ὥστε βλέπετε καὶ οἱ μᾶλλον συμπαθεῖς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ μέσος ὅρος καὶ αὐτῆς τῆς σειρᾶς τῶν δέκα ἐτῶν, ἣν ἐπεθύμει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐκ μόνου τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καθυστερούντων ὑπερβαίνει τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Καὶ αὐτὴ ἡ διαφορὰ, σημειώσατε, εἶναι μόνον μεταξὺ τῶν βεβαιωθέντων καὶ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ ἀμέσου ἐγγείου φόρου, ὅστις κατηργήθη.
§162ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῶν ἕξ ἐτῶν εἴπετε τὸν ἴδιον ἀριθμὸν, νομίζω.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· τῶν ἕξ ἐτῶν εἶπον 574,127, τῶν δὲ δέκα ἐτῶν 559,560.06, καὶ τῆς τριετίας 780,280.28. Ἂν προσθέσωμεν εἰς τὰ ἀνωτέρω ποσὰ τὴν διαφορὰν τῶν μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων καὶ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐμμέσου, ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως, τότε δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν τὸ πραγματικὸν ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον διαφέρει ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων ἀπὸ τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπραχθέντων. Κατὰ τὸ 1892—διότι τότε ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀποτελέσματα, εἰμὴ μόνον πέντε ἐτῶν,—κατὰ τὸ 1892 ἡ διαφορὰ συνίστατο εἰς δρ. 32,054.74, κατὰ τὸ 1893 εἰς 71,926.51, κατὰ τὸ 1894 εἰς 72,031.34, κατὰ τὸ 1895 εἰς 73,914.21, καὶ κατὰ τὸ 1896 εἰς 69,650,62, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν ἕξ ἐτῶν εἰς 63,915.48. Οὕτως ἡ διαφορὰ τῶν βεβαιωθέντων πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ μέσον ὅρον τῶν δύο φόρων, συλλήβδην λαμβανομένων, ἔχει οὕτω· ἂν μὲν λάβωμεν τὴν τελευταίαν τῶν ἐτῶν 1894, 1895 καὶ 1896 τριετίαν, ἀνέρχεται εἰς 886,785.67, ἂν λάβωμεν τὴν ἑξαετίαν, εἰς 638,042, ἂν δὲ λάβωμεν τὴν δεκαετίαν, εἰς 623,475.54. Σύμπτωσις βεβαίως εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς ὅρους εὐνουστέρους πρὸς αὐτόν.
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον διὰ νὰ μὴ σᾶς ὑποβάλω εἰς κόπον.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ μάλιστα σᾶς βεβαιῶ, ὅτι προσχωρῶ πρὸς ὑμᾶς. Ἐλέχθη περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου θεωρία τις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἣν προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως, τὸ ὁποῖον προσετέθη εἰς τὸ ποσὸν τὸ βεβαιωθὲν ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀδικίαν εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, διότι δὲν ἐπληρώνετο ἀπὸ αὐτοὺς ὁ φόρος, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς καταναλωτάς· διότι, ἄν τις ἀναδράμῃ ἀναδρομικῶς, ἀναβαίνων τὰς βαθμίδας, ἵνα ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν, θέλει πληροφορηθῆ, ὅτι καὶ τὸ τέλος τὸ πληρωνόμενον ἀπὸ τοὺς οἰνοπώλας ὡς δικαίωμα καταναλώσεως, καὶ αὐτὸ καταβάλλεται ἀπὸ τοὺς ἀμπελοκτήμονας. Αὐτὸ εἶναι τῷ ὄντι φυσιολογικὴ μελέτη, τὴν ὁποίαν δὲν ἀποκρούουσιν οἱ νομοθετοῦντες, ὅταν πρόκειται νὰ κανονίσωσι γενικὰ θέματα· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσωσιν ἕνα φόρον δι’ ἄλλου, δὲν πρέπει νὰ ἀξιῶσι νὰ ἐννοήσωσιν οἱ φορολογούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται νὰ ἐγκαταλίπωσι τὰς ἕξεις, τὰς ὁποίας ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς φορολογικοῦ νόμου ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς, οὐδὲ νὰ λησμονήσωσιν, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐπλήρωνον ἐκτὸς τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ ἐπλήρωνον αὐτὸ οἱ καταναλωταί. Ἐνδεχόμενον τοῦτο νὰ ἐπηρέαζε κάπως τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους, ὅταν οἱ ἀμπελοκτήμονες ἐπώλουν τὸ γλεῦκος εἰς τοὺς οἰνοπώλας, ἀλλὰ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς δὲν θέλει φθάσει ἡ διαφορὰ τῆς φορολογίας, εἰς τὴν ὁποίαν θέλουσιν ὑποβληθῆ τώρα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνεθυμήθη σήμερον, καὶ μᾶς ἀνέμνησε κεφάλαιόν τι τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων—δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι τὸ ἑνδέκατον ἢ τὸ ἕνατον, «ἔσοδα παρελθουσῶν χρήσεων»,—καὶ εἶπεν ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν 886,785.67, ἢ τῶν 638,042, ἢ τῶν 623,475.54, μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων εἰσπράττεται καὶ νῦν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἑπομένως δὲν θέλουσιν ἐπιβαρυνθῆ οἱ φορολογούμενοι νῦν, διότι τὸ ἑπόμενον ἔτος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως πληρώνουσιν οὗτοι τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς καθυστεροῦντα τῆς παρελθούσης χρήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ εἰσπραττομένου ἐσόδου ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὰ εἰσπραττόμενα μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ὡς ἔσοδα παρελθούσης χρήσεως δὲν περιλαμβάνουσιν οὐδὲ 623,000, οὐδὲ 638,000, πολλῷ δ’ ἧσσον δὲν περιλαμβάνουσιν 886,785.67, ὅσας δὲν ἐπλήρωνον ἕως τώρα οἱ φορολογούμενοι, τὰς ὁποίας δὲ νῦν κατὰ τὸν νέον νόμον θέλετε εἰσπράξει ἀπὸ αὐτούς. Τὸ κεφάλαιον τῶν ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων περιλαμβάνει τὰ εἰσπραττόμενα ὄχι μόνον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ἀλλ’ ἐξ ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ προσέτι τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῆς διοικήσεως τῶν δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, καὶ προσέτι τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ δημοσίων κτημάτων, πάντα δὲ αὐτὰ, τὰ ἀπὸ παρελθουσῶν χρήσεων εἰσπραττόμενα, καταλήγουσι κατ’ ἔτος εἰς ἓν ἢ ἓν ἥμισυ ἢ δύο ἑκατομμύρια δρ. Ἄν περιέχωνται καὶ 50 ἢ 100 χιλιάδες ἐκ τῶν 886,000 τῆς διαφορᾶς τοῦ βεβαιωθέντος πρὸς τὸν εἰσπραχθέντα φόρον ἐκ τοῦ οἴνου, αὐτὸ δὲν βελτιώνει παντάπασι τὸ νομοσχέδιον, ἴσως ἐλαττώνει τὴν ὑπερβολὴν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσι. Τοιουτοτρόπως μόνον διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ ὡς φορολογικοῦ ὅρου τοῦ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη βεβαιωθέντος ποσοῦ, διὰ τοῦ συστήματος τούτου θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσήγοντο ὅτε ἐλειτούργει τὸ καταργηθὲν σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, καὶ θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὄχι διότι παρήχθη περισσότερον ποσὸν, ὄχι διότι ὑπῆρξεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται plus value, ἀλλὰ διότι θέλομεν ἀναγκάσει τὸν φορολογούμενον νὰ πληρώσῃ αὐτὰ ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει. Τοιουτοτρόπως ἔχομεν αὔξησιν τῶν ἐσόδων δι’ αὐξήσεως τῶν φόρων. Καὶ παρετήρησα, —ἴσως καὶ τοῦτο ἐκ τυχαίων συμπτώσεων,—ὅτι μετεβάλομεν δι’ ἄλλου νόμου καὶ τὰ κατὰ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸν ὁποῖον φόρον ἐκανονίσαμεν ἐπὶ βάσεων οὐχὶ ταμιευτικῶν, ἀλλ’ ἁρπακτικῶν, ὅτι ζητεῖτε προσέτι νὰ μεταβάλωμεν καὶ τὸ σύστημα τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, καὶ τὸ σύστημα τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν, καὶ δι’ ἄλλου νομοσχεδίου τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ψιλῶν, τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, καὶ δι’ ἄλλου νομοσχεδίου ζητεῖτε ἐπίσης νὰ αὐξήσητε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσπράττομεν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ὄχι ἕνεκα τῆς plus value, ἀλλὰ διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν λειτουργοῦσιν οἱ φόροι οὗτοι. Ὁμολογῶ ὅτι φρονῶ, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, ὅπερ μοὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς συνειδήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, νὰ κηρυχθῶ κατὰ πάσης αὐξήσεως τῶν φόρων, νὰ κηρυχθῶ δὲ κατὰ πάσης αὐξήσεως, τό γε νῦν ἔχον, οὐχὶ μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ δημοσίου ἐσόδου ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς διαδικασίας, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου. Μὴ λησμονήσωμεν, Κύριοι, τὴν πρόσφατον ἱστορίαν, ἡ ἱστορία δ’ αὐτὴ, ἡ πρόσφατος, μᾶς διδάσκει, ὅτι ἀπὸ ἓξ ἐτῶν ἡ Ἑλλὰς ἐκηρύχθη εἰς πτώχευσιν, καὶ ὅτι συνέπεια τῆς πτωχεύσεως,—ὀδυνηρὰ συμφορὰ πρέπει νὰ εἴπω,—ἦτο ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ἐλέγχου, ὁ περιορισμὸς τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους· δι’ αὐτῆς τῆς διεθνοῦς ἀποφάνσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεκύψαμεν, διότι δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ μὴ δεχθῶμεν αὐτὴν, ἐστέρξαμεν, ἵνα ἀνακηρυχθῇ ἡ πατρίς μας ἐν μειώσει καταστάσεως. Ἦτο capitis diminutio, καὶ ἂν μὲ ἐρωτήσητε, ἂν ἦτο minima ἢ media ἢ maxima, δὲν κρύπτω, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, αὕτη ἦτο maxima. Τὰ δὲ Κράτη τὰ μικρὰ καὶ ἀσθενῆ πρέπει νὰ ὑπερηφανεύωνται καὶ νὰ γαυριῶσιν, ὅταν ἔχωσι τὴν ἀρτιότητα τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ κυριαρχικὴ ἐξουσία τῆς πατρίδος των μεταδίδωσιν. Ἡ ἀρτιότης τῶν δικαιωμάτων των παρέχει εἰς αὐτὰ δύναμιν, ἥτις, ἂν δὲν εἶναι ὑλικὴ δύναμις, εἶναι ὅμως δύναμις ἠθικὴ, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀποδεικνύει, ὅτι ἐκεῖνα τὰ Κράτη πορεύονται ἐν τῷ πολιτισμῷ καὶ εἶναι ἄξια κρείττονος τύχης. Ἡ μείωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς κυριαρχίας, καὶ ἂν δὲν φέρῃ ζημίαν χρηματικὴν, φέρει ἠθικὴν μείωσιν, οἱ δὲ ἀσθενεῖς καὶ οἱ πτωχοὶ ὀφείλουσι νὰ αἰσθάνωνται περισσότερον τὴν ἠθικὴν μείωσιν ἢ τὴν ὑλικὴν μείωσιν. Μὴ λησμονῶμεν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἐνῶ τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ ἐλέγχου μᾶς ἀφαιρεῖ τὴν ἐξουσίαν νὰ δανειζώμεθα, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι ἤδη κεκυφυῖα, ἀφοῦ προσετέθησαν εἰς τὴν ῥάχιν αὐτοῦ πάντα τὰ βάρη καὶ αἱ συνέπειαι τῶν συμφορῶν τοῦ δυστυχοῦς πολέμου. Εὐτυχῶς δὲν ἀκούω ἀπὸ οὐδεμίαν τάξιν, ἀπὸ οὐδὲν ἑδώλιον νὰ μοὶ ἀναμνήσῃ τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου· ἀλλ’ ἂν δὲν γίγνεται τοῦτο, δὲν πρέπει ἐγὼ νὰ παραλίπω τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι αἱ συνέπειαι τοῦ πολέμου, αἱ ἐπαχθεῖς καὶ κατὰ χρῆμα καὶ κατὰ τὴν τιμὴν τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους, εἶναι βάρη λυπηρὰ, τὰ ὁποῖα αἰσθάνομαι καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην, διὰ τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν μὲ ἐνοχλεῖ ἡ συνείδησίς μου, ὡς Ὑπουργὸν, ὡς κυβερνήτην τῆς χώρας. Ἐκπλήσσομαι δὲ, διότι δύο ἀλλεπάλληλοι ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαὶ συνεστάθησαν, οὐδεμία δὲ τούτων προσῆλθε νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν πρὸ τοῦ πολέμου, περὶ τῶν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ περὶ τῶν μετ’ αὐτὸν γενομένων, διὰ νὰ κλεισθῇ πλέον ἡ θύρα, διὰ τῆς ὁποίας πολλάκις εἰσῆλθον οἱ τυχόντες φαῦλοι ἢ ἀχρεῖοι, ἵνα ἐγκαλῶσι τοτὲ μὲν τὸν τόπον, τοτὲ δὲ τὰ πρόσωπα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ διατελοῦμεν ὑπὸ ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος ἐμείωσε τὸ ἠθικὸν κῦρος ἡμῶν, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν ἕνεκα τοῦ ἐλέγχου, δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλῶμεν τὰς πηγὰς, ἐξ ὧν ἀντλεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ μέσα αὐτοῦ, διότι οὕτω θέλομεν καταναλώσει πᾶσαν ἐλπίδα, ὑπὸ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐνισχυθῶμεν, νὰ θερμανθῶμεν καὶ νὰ προσδοκήσωμεν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀπαλλαγῶμεν τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου, καὶ μάλιστα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς τὸ ἔθνος καθήκοντα ἡμῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω,—καὶ ἐλπίζω ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα πάντων τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἵτινες κάθηνται εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,—φρονῶ, λέγω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν πρέπει νὰ στέρξῃ οὐδεμίαν αὔξησιν ἐσόδων, εἴτε δι’ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, εἴτε διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς διαδικασίας, τῆς γινομένης πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου, δι’ ἧς σκοπεῖται νὰ ἀναγκασθῶσιν οἱ φορολογούμενοι νὰ καταβάλλωσι ποσὰ ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καταβάλλουσι μέχρι τοῦδε, καὶ ὅτι ἀφ’ ἑτέρου πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα μειώσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀσπασθῇ ἡ Κυβέρνησις. Προσεδόκων ὅτι πρωτίστη τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἤθελε προβάλει ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἦτο ἡ μεταβολὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τῆς μειώσεως τῶν ποσῶν αὐτῶν, καὶ οὐ μόνον διὰ ταύτης, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς μεταβολῆς, πρὸς μόνον ὅμως τὸν σκοπὸν τοῦτον, τῶν ὑπαρχόντων ὀργανισμῶν, ὅπως μειωθῶσι τὰ ἔξοδα, καὶ δυνηθῶμεν διὰ τῶν περισσευμάτων τῶν τακτικῶν ἐσόδων νὰ ἐπαρκέσωμεν οὐ μόνον εἰς τὰς τακτικὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἔχει δὲ τὸ Κράτος μεγάλας ἀνάγκας. Ἂν ἡ προσδοκία ἢ ἡ ὑπόσχεσις μεταρρυθμίσεων ἤχησεν εὐαρέστως εἰς τὰ ὦτα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἤθελον συμβουλεύσει αὐτὸν νὰ ζητῇ πρὸ παντὸς μεταρρυθμίσεις ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ οὐχὶ μεταρρυθμίσεις ἐπὶ τῶν προσώπων. Μεταρρύθμισις ἐπὶ τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ ἐγκατάστασις πολιτικῆς, ἡ ὁποία σκοπὸν θέλει ἔχει τὴν ἐνίσχυσιν καὶ τὴν αὔξησιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Λοιπὸν ἂς δαπανήσωμεν, ἵνα ἐνισχύσωμεν τὴν γεωργίαν, ἂς δαπανήσωμεν, ἵνα ἐνισχύσωμεν τὴν βιομηχανίαν, ἵνα ἐνισχύσωμεν τὴν κτηνοτροφίαν, ἵνα ἐνισχύσωμεν πᾶσαν ἰδιωτικὴν ἐργασίαν, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ δημόσιον ταμεῖον πορίζεται ἔσοδα καὶ εἰσπράττει χρήματα. Καὶ ἔχομεν ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, διότι, ἐὰν δὲν προνοήσωμεν περὶ τούτου, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νὰ βιῶμεν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους βιοῦμεν, δὲν θὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν μετ’ οὐ πολὺ οὐδὲ εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Κράτους νὰ ἐπαρκῶμεν. Ἡ δὲ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς δὲν θέλει γενῆ μόνον διὰ τῆς βελτιώσεως ἑκάστου τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν πηγῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀρυόμεθα τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ χώρα εἶναι πλήρης τελμάτων, ὅτι ἔχει ἀνάγκην μέσων συγκοινωνίας, καὶ πρὸ πάντων ὅτι ἔχει μεγίστην ἀνάγκην τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ ὁρίων. Εἶναι εὔκολον νὰ ἐλπίζῃ τις, ὅτι εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θέλουσι προστεθῆ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τούτων, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ αὐξάνων τὸν ποσωτικὸν ὅρον τῶν φόρων, ἀλλ’ ἡ αὔξησις τοῦ φορολογικοῦ ὅρου ἐξαντλεῖ τὴν παραγωγήν, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ παραγωγὴ ἀναγκάζεται νὰ καταβάλλῃ κατ’ ἔτος περισσότερα τῶν ὅσων παράγει, κατὰ τοσοῦτον ἐξαντλοῦνται τὰ κεφάλαια. Αὐτὰς τὰς γνώμας ἐχρεώστουν νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλήν· συνιστῶ δὲ εἰς αὐτὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, μετὰ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός.
§166Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀτυχῶς δι’ ἐμὲ, κύριοι Βουλευταὶ, διαδέχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα σεβαστὸν παρ’ ἡμῖν συνάδελφον, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, καὶ διαδέχομαι αὐτὸν προσδόσαντα εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα τοσοῦτον ὕψος, καὶ τοσοῦτον ἐξηγήσαντα τὴν οἰκονομικὴν σημασίαν αὐτοῦ, ὥστε δὲν θ’ ἀπετόλμων οὐδὲ λέξιν νὰ προσθέσω, ἂν μὴ τὸ ὡρισμένον ἀντικείμενον, περὶ οὗ θὰ ὁμιλήσω, ἀπετέλει ἄλλην σειρὰν σκέψεων καὶ ἰδεῶν. Ὑπογραμμὸς ὁμολογουμένως πάσης νομοθεσίας οἰκονομικῆς πρέπει νὰ ἦναι ὁ κανὼν τῆς δυνατῆς ἰσότητος. Καὶ εἰς τὴν τήρησιν τοῦ κανόνος τούτου προὐκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εὐλόγως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· διότι, ὅταν διὰ νόμων θέλοντες καθιστῶμεν τὴν ἀνισότητα μεταξὺ τῶν φορολογουμένων, ἀντιτιθέμεθα καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως οἱ φόροι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀπολύτως καὶ τελείως ἴσοι. Βεβαίως ἡ σχετικὴ ἀνισότης προέρχεται ἐκ τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας. Ἀλλ’ ὅταν νομοθετικῶς ὁρίζωμεν μέγιστον καὶ ἐλάχιστον ὅρον — ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλη ἀνάγκη — φορολογικὸν, ὡς ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου ἐπράξαμεν, βεβαίως νομοθετοῦμεν πλέον τὴν ἀνισότητα. Γνωστὸν εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πᾶς νεωστὶ ἐπιβαλλόμενος φόρος, ἢ καὶ ἁπλῶς μεταβαλλόμενος εἰς ἄλλον, φέρει πάντοτε διατάραξιν καὶ ἀνωμαλίαν εἰς τὸ καθεστὼς, μεταβάλλων τὴν συνήθη διανομὴν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος μεταξὺ τῶν παραγωγῶν. Διὰ τοῦτο μετὰ βραδυτάτης σπουδῆς γίγνονται αἱ φορολογικαὶ μεταβολαὶ, βραδυτάτης σπουδῆς, ἥτις δὲν προηγήθη ποσῶς τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς πάντες θὰ ἐπείσθητε ἐξ ὅσων ὑπὸ τῶν πολλῶν προαγορευσάντων συναδέλφων ἐξετέθησαν, ἀμέσως κατεδείχθησαν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αἱ μέγισται ἀτέλειαι αὐτοῦ. Ὁμολογουμένως, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ ἤδη ἐν ἰσχύϊ νόμος κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, δὲν ἔλαβον τότε τὸν λόγον, ὡς ὤφειλον, διὰ νὰ καταδείξω τὰς κατ’ ἐμὴν γνώμην πλημμελείας αὐτοῦ. Βεβαίως παρέλειψα καθῆκον. Ἀλλ’ αἰτία τῆς παραλείψεως ταύτης δὲν ἤμην ἐγὼ, ἀλλ’ ἦτο ἡ μεγίστη σπουδή, μεθ’ ἧς ἔβαινεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν νομοθέτησιν τῶν φορολογικῶν της καὶ ἄλλων μέτρων, ἐγὼ δὲ ἠσθανόμην ἐμαυτὸν ἀνίκανον νὰ παρακολουθήσω ἐν τῇ ταχύτητι ἐκείνην. Καὶ δὲν εἶναι ἄπορον, ὅτι ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ταῦτα, ὅταν γηράσας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀξιότιμος συνάδελφος τοιαῦτα παράπονα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐξήνεγκε κατὰ τῆς τακτικῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων της. Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἂν ἤμην γνώστης τῶν παραγωγικῶν καὶ ἐμπορικῶν ὅρων τοῦ γεωργικοῦ διαμερίσματος τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, βεβαίως θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ τουλάχιστον. Δὲν ἤμην γνώστης, λέγω, καίτοι Βουλευτὴς Ἀττικῆς, διότι εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς μόνον μὴν παρενέπεσε μεταξὺ τῆς ἀποφάσεώς μου νὰ ζητήσω τὴν ψῆφον τῶν ἐκλογέων τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς ἐπιεικῶς γενομένης ἐκλογῆς μου ὑπ’ αὐτῶν. Δὲν εἶχον ἄρα τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσω καὶ μάθω τοὺς παραγωγικοὺς ὅρους τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν. Μετὰ τὸν χρόνον ὅμως, τὸν ἐπακολουθήσαντα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἣν παρηκολούθησα, κατενόησα τὰς ἐπιβλαβεῖς τοῦ νόμου συνεπείας, καὶ ἐπείσθην, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο πλέον περὶ βλάβης, ὡς ἐπιγίνεται εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἀντίστοιχον ὠφέλειαν ἄλλων, προκειμένου περὶ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ Ἀττικῆς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ καταστροφῆς αὐτοῦ. Πρὶν ἢ ὅμως, Κύριοι, προβῶ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου καὶ πρὶν ἢ καθορίσω τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ προτείνω, ὅπως ἐκφύγωσιν οἱ ἀγροτικοὶ δῆμοι τῆς Ἀττικῆς — διότι περὶ αὐτῶν εἰδικῶς θὰ ὁμιλήσω — τῆς ἀπειλούσης αὐτοὺς καταστροφῆς, — παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ὅπως μὴ ἀμέσως μορφώσητε γνώμην περὶ τῆς καταλληλότητος τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ προταθησομένου μέτρου, ἀλλὰ νὰ μορφώσητε τοιαύτην ἀφοῦ τελείως μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὴν ὅλην σειρὰν τῶν συλλογισμῶν μου,—πρὸ τούτου, λέγω, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, μετὰ τὸν λόγον, ὃν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐποιήσατο χθές, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω τὴν ἐμὴν γνώμην, γνώμην ἀντικειμένην πρὸς ὅσα εἶπε περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς: «τί κραυγάζετε ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι δῆθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπιβάλλει φόρους;» Τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀκούσας τοιαῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰπόντος, τῇ ἀληθείᾳ ἐξεπλάγην. Ἐπειδὴ δὲ εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις κυρίαν ἀποστολὴν ἔχει τὴν ἐπιβολὴν φόρων, τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ, θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι καὶ τὰ ἀκριβῆ ἰσχυρίζομαι. Πῶς! ἀρνεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι βάσις τῆς πολιτείας αὐτοῦ εἶναι ἡ αὔξησις τῶν φόρων καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν βαρῶν; Καὶ ἂν δὲν εἶναι αὔξησις ἡ πολιτική του, πῶς τὰ 87 ἑκατομμύρια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898 ἀνῆλθον εἰς 105 ἑκατομμύρια τῷ 1899, καὶ πῶς μετὰ τρεῖς μόνον μῆνας ταῦτα ἀνῆλθον εἰς 111 ἑκατομμύρια διὰ τὸ ἔτος 1900, συμφώνως πρὸς τὸν ὑποβληθέντα ἡμῖν προϋπολογισμόν; Ἔχομεν ἆρά γε προσαυξήσεις ἐκ τῶν ὑφισταμένων φόρων; Καὶ ἂν ἔχωμεν προσαυξήσεις, ἔχομεν τοιαύτας κατὰ 10 καὶ 15 τοῖς ἑκατόν; Ἀλλὰ θὰ ἦτο εὐτυχὲς Κράτος ἡ Ἑλλάς, ἐὰν εἶχεν ἓν ἢ δύο τοῖς ἑκατὸν μόνον προσαυξήσεις! Τὰ 87 ἑκατομμύρια μετεβλήθησαν εἰς 111 ἑκατομμύρια, καὶ μετεβλήθησαν χωρὶς νὰ ἔχωμεν προσαυξήσεις ἐκ φόρων ὑφισταμένων. Ἡ νομίζομεν ὅτι, ἂν ἐκβιάζωμεν δι’ αὐστηροτάτων μέτρων τὴν μείζονα εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ ἑπομένως τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων, ἢ νομίζομεν, λέγω, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δὲν εἶναι νέον βάρος; Δὲν εἶμαι ἀπολύτως κατὰ τῶν ἐκτάκτων μέτρων, καθ’ ὅσον συντελοῦσιν εἰς τὴν φορολογικὴν ἰσότητα. Ἀλλ’ ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἁπανταχοῦ ὑπάρχουσι καθυστερούμενα. Πᾶς προϋπολογισμὸς ἔχει τοιαῦτα κατὰ μέτρον τι. Παρ’ ἡμῖν δὲ καὶ ἀλλαχόσε τὰ καθυστερούμενα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ λογισθῶσι ὡς βάρος τοῦ λαοῦ, καθ’ ὃ συνήθως μέτρον δὲν εἰσπράττονται. Ἂν δ’ ἐκτάκτως ὑπὲρ τὸ σύνηθες μέτρον εἰσπράττωνται δι’ ἐκβιαστικωτέρων μέτρων, βεβαίως ἡ εἴσπραξις αὐτῶν εἶναι νέον βάρος διὰ τὸν λαόν. Ἂν ὑπολογίζητε 90 ἑκατομμύρια καθ’ ἕκαστον ἔτος καὶ εἰσπράττητε πάντοτε 80, εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἰσπράξητε τὰ 90 ἑκατομμύρια, ἐπιβάλλετε νέον βάρος εἰς τὸν λαὸν κατὰ 10 ἑκατομμύρια. Φέροντες δὲ νόμους ἐκτάκτους δι’ ὧν αὐξάνετε τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων, βεβαίως πράττετε τὸ ἴδιον, ὡς ἂν νέους φόρους ἐπιβάλλητε καὶ εἰσπράττητε παρὰ τοῦ λαοῦ. Ἂν τοὐλάχιστον, καθ’ ὃ μέτρον διὰ τοῦ ἐκτάκτου τρόπου εἰσπράττετε πλειότερον καὶ δικαιότερον, ἠθέλετε κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον ἀνακουφίζει τὸν λαὸν ἀπὸ τῆς φορολογίας τῆς ἄλλης, τῆς βαρυνούσης αὐτὸν, τότε ἠδύνασθε, ἀλλὰ τότε μόνον, νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι δὲν αὐξάνετε τοὺς φόρους. Ἦτο δὲ καὶ εὐκαιρία κατάλληλος, προκειμένου περὶ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἦτο εὐκαιρία, ἀφοῦ διὰ τῶν μέτρων σας περὶ εἰσπράξεως κατωρθώσατε νὰ εἰσπράξητε περισσότερα, τοὐλάχιστον νὰ μειώσητε τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ οἴνου, οὐχὶ μόνον πρὸς ἐξουδετέρωσιν τῶν εἰρημένων εἰσπράξεων, ἀλλ’ ὅπως καταστήσητε καὶ τὸν νόμον αὐτὸν ἧττον ἄνισον, διότι, ἀφοῦ ὁ νόμος κατεδείχθη ἄνισος, καθ’ ὅσον μεῖζον ὁρίζετε τὸ δι’ αὐτοῦ ἔσοδον, κατὰ τοσοῦτον γίγνεται καὶ ἀνισώτερος. Ἂν δὲν ἐζητεῖτε 3,000,000 δραχ. ἐκ τοῦ οἴνου, δὲν θὰ εἴχομεν βεβαίως τοιαύτην ἀνισότητα μεταξὺ τῶν διαφόρων δήμων τοῦ Κράτους, οἵαν ἔχομεν σήμερον. Ἢ μήπως δὲν θὰ ἦτο φόρος ἡ ἐπιτυχία τῶν συνεννοήσεών σας περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ; Ἢ μήπως δὲν εἶναι ἀπειλὴ φόρου ἡ θρυλουμένη αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ; Καὶ εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς,—ἀποδοκιμάζων μάλιστα οὕτω καὶ τὸ παρελθὸν,—«πῶς λέγετε ὅτι συνεχίζομεν τὸ παρελθὸν;» Ναὶ, συνεχίζετε τὸ παρελθὸν τῆς φορολογίας, μὲ μίαν μόνον, πρὸς βλάβην τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐνεστώσης, διαφοράν, ὅτι τότε ὑπῆρχε μία συνείδησις ἐθνικοῦ σκοποῦ, καὶ ἐνεπνεύσθη τοὐλάχιστον ἡ πεποίθησις εἰς τὸν λαὸν, ἵνα πληρώνῃ φόρους. Ἐχάσατε ὅμως τὸν σκοπὸν, ἀποτυχόντα ἄλλως, καὶ ἐνῷ ἐχάσατε τὸν σκοπὸν, συγκεκαλυμμένως πρὸς τούτοις φορολογεῖτε. Δὲν ἔχετε τοὐλάχιστον τὴν παρρησίαν τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον φανερὰ προεκάλει τὸν λαὸν εἰς θυσίας. Ὑμεῖς μεριμνᾶτε μόνον πρὸς αὔξησιν τῶν φόρων χάριν πολιτικῆς δυνάμεως, πολιτικῆς δυνάμεως ἡ ὁποία ὅταν χρησιμεύῃ ὡς μέσον πρὸς ἀνώτερον σκοπὸν, βεβαίως εἶναι ἀρίστη, ἀλλ’ ὅταν καταστῇ ὁ σκοπὸς τῶν Κυβερνήσεων, βεβαίως εἶναι ἀξιοκατάκριτος καὶ ἀξιόμεπτος (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον νὰ συζητήσωμεν σήμερον ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ὁ ὁποῖος πλέον δὲν μεταβάλλεται, ἀφοῦ μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἁρμόδιος νὰ μᾶς προκαλέσῃ, ἂν ἤθελεν, εἰς συζήτησιν περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου. Ἡμεῖς προκαλούμεθα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας εἰς ὡρισμένον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προέβαλεν εἰς ἡμᾶς οὗτος, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι, μετὰ τὴν γνώμην ἁπλῶς, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον περὶ ἀποτυχίας τοῦ νόμου, τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι τοὐλάχιστον ἀξιέπαινον, ὡς καὶ ἡ ἀνομολόγησις ὑπ’ αὐτοῦ τῶν πλημμελειῶν τοῦ νόμου, τὰς ὁποίας ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον ἐπιδιώκει νὰ θεραπεύσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀναθεωρηθῶσι τὰ πρωτόκολλα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἔγεινεν ἄνισως ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου κατὰ δήμους. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Θέλω δὲ, ποιῶν μίαν διάκρισιν πάντων σχεδὸν τῶν δήμων τοῦ Κράτους ἀπὸ τῶν ἀγροτικῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς, νὰ καταλήξω εἰς τροπολογίαν, ἥτις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ μία διαπλάτυνσις τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιδιώκει. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ἐπιδιώκω νὰ συντελέσω, ὅπως ὁπωσδήποτε καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι πλέον δυνατὸν, διατηρουμένου ἐν ἰσχύϊ τοῦ νόμου, μειώσωμεν ἀνισότητα, ἀπειλοῦσαν ὄχι πλέον βλάβην, ὡς προεῖπον, τὴν προσγιγνομένην διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, εἰς πολλοὺς δήμους, ἀλλ’ ἀπειλοῦσαν καταστροφὴν, διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους τῆς Ἀττικῆς, ὡς πιστεύω ὅτι θὰ ἀποδείξω. Ἑπόμενον ἦτο, Κύριοι, μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν μεγέθυνσιν τῆς πρωτευούσης, τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀναπτυχθῶσι, συντρεχούσης ἐκτάκτου ὁμολογουμένως φιλοπονίας καὶ ἐκτάκτου φιλονομίας τῶν κατοίκων τῶν περιχώρων, νὰ ἀναπτυχθῶσι, λέγω, οὐχὶ μόνον χωρία περὶ τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ καὶ κωμοπόλεις, πολίχναι, εἰς τὰς ὁποίας ὁμολογουμένως, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφός μου κ. Δραγούμης εἶπεν, ἀνεπτύχθη εἷς ἀληθὴς πολιτισμὸς, μὲ εὔρωστα σώματα καὶ μὲ ψυχὰς ὑγιεῖς. Αὐτὸς ὁ πληθυσμὸς—καὶ, προσέξατε, δὲν πρόκειται περὶ τῆς ὅλης ἐπαρχίας τῆς Ἀττικῆς,—αὐτὸς ὁ πληθυσμὸς ἀνέρχεται εἰς 30,000 ψυχὰς, αὐτὸς ὁ πληθυσμὸς τῶν δήμων τῶν ἀγροτικῶν καλλιεργεῖ μοναδικὸν προϊὸν, τὴν ἄμπελον, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη τοσοῦτον κατὰ τὰ 20 τελευταῖα ἔτη, παρακολουθήσασα τὴν αὔξησιν τῶν δύο μεγαλοπόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Οἱ ἀμπελοκτήμονες οὗτοι δὲν παράγουσιν, ὡς εἰς πάντας σχεδὸν τοὺς ἄλλους δήμους συμβαίνει, πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ δήμῳ, ἀλλὰ παράγουσι πρὸς ἐμπορίαν ἐκτὸς τοῦ δήμου. Εἶναι δὲ μεγίστη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν παραγόντων πρὸς κατανάλωσιν καὶ τῶν παραγόντων πρὸς ἐμπορίαν, ἔχουσα μεγίστην οἰκονομικὴν σημασίαν διὰ τὰ ἀποτελέσματά της. Διότι ὁ παράγων πρὸς κατανάλωσιν δύναται νὰ ὑποστῇ φορολογίαν μεγαλειτέραν, ἐὰν ἐπιβαρύνηται δι’ αὐτῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ καταναλώσῃ. Τὸ βάρος τὸ φορολογικὸν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως εἶναι βάρος ὀξὺ καὶ μέγιστον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καταστροφὴ, διότι ἀφίνει ἐλευθέραν τὴν ἄλλην τοῦ καταναλωτοῦ παραγωγὴν ἐκ τοῦ ὡρισμένου εἴδους, καὶ ἐν τούτῳ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπόντα ὅτι διὰ δύο ἢ τρεῖς δραχμὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκριζωθῶσιν αἱ ἄμπελοι. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει οὕτω, προκειμένου περὶ παραγωγῆς πρὸς ἐμπορίαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὄχι μόνον αἱ 2 καὶ 3 δραχμαὶ, ἀλλὰ καὶ ἡ μία δραχμὴ καὶ τὰ 50 λεπτὰ πολλάκις δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν εἰς τὴν τύχην τῆς παραγωγῆς, ὅταν ἐν τῇ ἀγορᾷ συναγωνίζηται αὕτη πρὸς ὁμοειδῆ προϊόντα ὑπὸ εὐνοϊκωτέρους παραγωγικοὺς ὅρους παραγόμενα... Οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἀττικῆς ἀποτελοῦσιν ἐλάχιστον ἀριθμὸν 30,000 ἐν σχέσει πρὸς τὰ καλλιεργούμενα ὑπ’ αὐτῶν στρέμματα ἀμπέλου, ἀνερχόμενα εἰς 73,000 στρέμματα περίπου. Ἐκ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν καταδηλοῦται, ὅτι πρὸς ἐμπορίαν παράγουσι. Καὶ ὅμως, ἐνῷ οὗτοι ἔδει, ὡς μόνον παραγωγοὶ, νὰ ἐπιβαρύνωνται ὀλιγώτερον τῶν ἄλλων δήμων, οἵτινες εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ καταναλωταὶ, ἐπιβαρύνονται ὅμως αὐτοὶ καὶ μόνοι διὰ δρ. 329,000 περίπου. Πληρώνουσι δηλαδὴ ἔγγειον φόρον, ὅστις θὰ ἦτο ἐν ἀναλογίᾳ, ἂν ἐξ ὅλης τῆς ἐπικρατείας εἰσεπράττοντο 60 ἑκατομμύρια εἰς ἀμέσους φόρους...
§167Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας;
§168ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁμιλῶ ἐν συνόλῳ περὶ ὅλων τῶν ἀγροτικῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς. Ἂν δ’ ἤθελον νὰ εἰδικεύσω τὸ ζήτημά μου ἐν σχέσει πρὸς τὸν δῆμον Κρωπίας μόνον, ὦ! τότε, διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀναλογίαν, ἣν θὰ ἐπλήρωνεν ὁ ἄλλος πληθυσμὸς εἰς ἀμέσους μόνον φόρους πρὸς ὅσους διὰ τοῦ νόμου ἐπιβάλλονται εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας μόνον, θὰ ὑπερέβαινον αἱ εἰσπράξεις εἰς ἀμέσους μόνον φόρους, τὰ 100 ἑκατομμύρια. Διότι ἐκ τῶν 329,000 δραχμῶν, αἵτινες βαρύνουσι πάντας τοὺς ἀγροτικοὺς μόνον δήμους τῆς Ἀττικῆς, μὲ πληθυσμὸν 30,000, αἱ 145,000 δραχμαὶ βαρύνουσι μόνον τὸν δῆμον Κρωπίας, ἔχοντα πληθυσμὸν 9,000 ψυχῶν. Ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δεικνύουσιν, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ φορολογίας, καὶ κατὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦσι τὴν ἐξόντωσιν τοῦ πολίτου, ἔχει δικαίωμα νὰ κατεξανίσταται οὗτος. Καὶ ὅμως τοιαῦτα ἔχοντες ἐξωτερικὰ γνωρίσματα, δι’ ὧν διαστέλλονται οἱ ἀγροτικοὶ δῆμοι τῆς Ἀττικῆς ἀπὸ πάντων τῶν ἄλλων, δυνάμεθα νομοθετικῶς νὰ ἐξαλείψωμεν ἕν τινι μέτρῳ τὴν ἀπειλοῦσαν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἀνισότητα. Ἐκ τῶν ἄλλων δήμων τοῦ Κράτους μόνον περὶ τοῦ δήμου Μεγάρων ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις παράγει. Τουλάχιστον ἡ φορολογία ὡρίσθη ἐκεῖ εἰς δραχμὰς 2 καὶ 27 λεπτά, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος διὰ τοὺς δήμους τῆς Ἀττικῆς εἶναι 5 δραχμαί, εἴς τινας ἀνερχόμενος καὶ εἰς 6 δραχμάς.
§169Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι λεπτότεραι ἐκεῖ αἱ γαῖαι. Ἡ ἰδία ἀναλογία εἶναι καὶ ἐκεῖ.
§170ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βλέπετε λοιπόν; ὑπάρχει μία οὐσιώδης διαφορά, τοσούτῳ μᾶλλον ἐνισχυομένη, ὅσον δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν τοῦτο...
§171Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν;
§172ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§173ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βάρος τῶν 329,000 δραχμῶν, τὸ ἐπιπίπτον ἐπὶ τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς, ἐφάνη ὑπερβολικὸν καὶ δυσανάλογον πρὸς τὴν παραγωγὴν καὶ πρὸς τὴν ὀφειλομένην προστασίαν τῆς ἀμπελουργίας. Ἐκ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς μεταδώσω, ἀριθμῶν εἰλημμένων ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν βιβλίων τοῦ Δημοσίου, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς ἐπλήρωνεν ἀσυγκρίτως πλείονα.
§174ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀγροτικῶν δήμων Ἀττικῆς, ὧν ὁ πληθυσμὸς εἶναι 30,000, οὐχὶ δὲ περὶ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἧς ὁ πληθυσμὸς περιλαμβάνει τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ.
§175ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς 30 Ὀκτωβρίου, ἤθελε πληρώσει 329,000 δραχμάς· ἤδη, μετὰ τὸ λαμβανόμενον μέτρον, θὰ πληρώσῃ μόνον 250,000, διότι κατέρχεται εἰς 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα ὁ φόρος.
§176ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προσωρινῶς 250,000.
§177ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τοῦτο εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς ἐπλήρωνεν ἔγγειον φόρον 388,000 δραχμὰς, δικαίωμα καταναλώσεως 190,000, τὸ ὅλον 578,000· ἤδη πρόκειται νὰ πληρώσῃ 329,000.
§178ΣΚΟΥΖΕΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν, κύριε Ὑπουργέ; Εἶναι τρομερὸν αὐτὸ τὸ λάθος!
§179ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θ’ ἀπαντήσω ἐγὼ, κύριε Σκουζέ.
§180ΣΚΟΥΖΕΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι ἡ Ἀττικὴ ἐπλήρωνεν ἔγγειον φόρον, διότι ἀπὸ τοῦ Ἀλιβερίου μέχρι Τριπόλεως εἰσήγετο οἶνος ἐνταῦθα;
§181ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλησμόνησα τίποτε. Ὑμεῖς λησμονεῖτε, τί εἶπον. Ἐγὼ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν ἀριθμοὺς, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ φέρητε, ἐὰν ἔχητε, κρίσεις. Εἶπον, ὅτι ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς ἐπλήρωνεν ἔγγειον φόρον, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1886, δραχμὰς 388,667, δικαίωμα καταναλώσεως 190,195, ἤτοι ἐν ὅλῳ 578,862 δραχμάς. Ἤθελε πληρώσει κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς 30 Ὀκτωβρίου, ἐὰν αὕτη ἐξετελεῖτο ἀμέσως, δρ. 329,937, ἤτοι ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ ὀλιγωτέρας 248,925 δραχμάς.
§182ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μὲ διέκοψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ...
§183ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διὰ νὰ μεταδώσω ὑμῖν ἀριθμοὺς διὰ τὰς περαιτέρω σκέψεις σας.
§184ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Καὶ βεβαίως παράγει ἔκπληξιν ὅ,τι εἰς ἀριθμοὺς ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ παράγει ἔκπληξιν εἰς τοὺς ἀγνοοῦντας. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ νῦν ἐπιβληθεῖσα φορολογία εἰς τοὺς ἀμπελουργοὺς τῆς Ἀττικῆς ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 329,000 καὶ πλέον, καὶ εὑρίσκω, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν ἄλλων δήμων τοῦ Κράτους ὁρισθέντα φόρον, ἀπειλεῖ καταστροφὴν τῶν ἀμπελοκτημόνων τῶν γεωργικῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ὁ ἔγγειος φόρος τοῦ οἴνου Ἀττικῆς ἐπλήρωνε φόρον δραχμὰς 578,862, ἤτοι ἐπὶ πλέον τοῦ νῦν κατὰ δρ. 248,925 καὶ δὴ ἄνευ οὐδενὸς παραπόνου. Ἀλλ’ ὁ φόρος τῶν 578,862 δραχμῶν, καὶ ἂν θεωρηθῇ ὅτι ἐπεβάρυνε τὸν οἶνον μόνον τὸν παραγόμενον ἐν τῇ Ἀττικῇ, προκατεβάλλετο μόνον ὑπὸ τῶν οἰνεμπόρων, καταβαλλόμενος ὅμως τελικῶς ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐκεῖνος ὁ φόρος ἐλέγετο μὲν ἔγγειος, ἀλλ’ ἦτο πράγματι φόρος καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Ἀλλὰ νῦν διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου αἱ 329,000 δραχμαὶ καταβάλλονται καὶ ἐπιβαρύνουσιν ὁριστικῶς τὴν παραγωγὴν, αὐτοὺς τοὺς ἀμπελοκτήμονας τῶν ἀγροτικῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς, ἐπιβαρύνουσι τὰ χωρία μόνον, ἐπιβαρύνουσι τοὺς 30,000 κατοίκους, καὶ οὐχὶ τὸν πολὺ μείζονα πληθυσμὸν τῶν δύο μεγαλοπόλεων, τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Μάλιστα παρατηρῶ ἓν φαινόμενον, φοβερὸν ὄντως ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ὁ ψηφισθεὶς νόμος ἐπὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ὁ λόγος τῆς μεταβολῆς τοῦ τέως ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος εἶναι παράδοξος. «Ἐπειδὴ, εἶπε τὸ Κράτος, διὰ τοῦ ἰσχύοντος νῦν νόμου εἶχον δυσχερείας μὲ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, ὅταν φορολογῶ σὲ, διὰ τοῦτο ἐπιβάλλω τὸ βάρος τοῦ φόρου εἰς ἐκεῖνον, διὰ νὰ φορολογῶ εὐχερέστερον. Σὺ μοῦ χρεωστεῖς, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ λάβω ἀπὸ σὲ τὰ χρήματά μου, διὰ τοῦτο, ἐν τῇ ἰσχύϊ μου, βιάζω ἐκεῖνον νὰ μοὶ τὰ δώσῃ».
§185ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου.
§186ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαιότατα.
§187ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀμέσως τὸ ἐξηγῶ. Εἶπον ὅτι πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρος δὲν ἐπληρώνετο ὑπὸ τῶν παραγωγῶν, δὲν ἐβάρυνε τοὺς παραγωγοὺς τοῦ οἴνου, τοὺς πρὸς ἐμπορίαν παράγοντας,—διότι ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα προκειμένου περὶ τῶν πρὸς κατανάλωσιν παραγόντων,—ἀλλὰ προκατεβάλλετο ὑπὸ τῶν οἰνεμπόρων, πληρωνόμενος ἐπὶ τέλους καὶ βαρύνων τοὺς καταναλωτὰς αὐτούς. Εἶναι δὲ γνωστὸν, προκειμένου περὶ τοῦ δασμοῦ τῶν τῆς εἰσαγωγῆς, ὅτι ἐπιβάλλομεν μὲν, ὅπως πληρώνηται οὗτος ὑπὸ τῶν ἐμπόρων, ἀλλ’ οὗτοι προστιθέμενοι αὐτοὺς εἰς τὰς τιμὰς τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα πωλοῦσιν, ἐπιβαρύνουσι τοὺς ἀγοραστὰς καὶ τοὺς καταναλωτάς. Διότι ἀλλοίμονον, ἂν ὡς προσωπικὸς φόρος ὁ δασμὸς ἐπεβάρυνε τὸν ἔμπορον!
§188ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἄμεσοι φόροι ἔχουν τὴν αὐτὴν ἐπίπτωσιν.
§189ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Οἱ ἄμεσοι φόροι δὲν ἔχουσι πάντοτε τὴν αὐτὴν ἐπίπτωσιν ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν. Ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα τὴν θεωρίαν τῆς ἐπιπτώσεως, τὴν ὁποίαν καὶ πολλοὶ ἀρνοῦνται· τὴν θεωρίαν τῆς ἐπιπτώσεως ἡμεῖς παραδεχόμεθα, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ τὴν παραδεχώμεθα ὡς εἶναι καὶ διδάσκεται, οὐχὶ ὅπως τὴν θέλομεν νὰ ἦναι ἑκάστοτε. Ἡ ἐπίπτωσις τοῦ φόρου τότε μόνον δύναται νὰ γείνῃ, καὶ πάλιν οὐχὶ τελείως, ὑπὸ τῶν παραγωγῶν εἰς τὸν καταναλωτήν, ὅταν ὁ παραγωγὸς ἔχῃ δυνάμεις οἰκονομικὰς, ὅταν ἔχῃ γῆν πρόσφορον πρὸς ποικίλην παραγωγήν, ὅταν δύναται νὰ μεταβῇ ἐν ἀνάγκῃ εἰς ἔργον ἧττον φορολογημένον· ἡ ἐπίπτωσις τοῦ φόρου τούτου γίγνεται κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον εἰς τὸν καταναλωτὴν, ὅταν ὑπάρχῃ ὁ λόγος, περὶ οὗ πρὸ μικροῦ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Τὰ μέρη τὰ πρὸς ἐμπορίαν παράγοντα οἶνον, ὡς ἐξόχως εἶναι οἱ ἀγροτικοὶ δῆμοι Ἀττικῆς, ὧν γνωστὸν εἶναι τὸ λεπτόγαιον τῶν ἀγρῶν, ἀγρῶν προωρισμένων κυρίως πρὸς ἀμπελουργίαν, δὲν δύνανται νὰ μὴ ὑποχωρήσωσιν εἰς τὰς τιμὰς τοῦ γλεύκους ἐν τῷ ἀγῶνι πρὸς τὸ ἐπιτηδειότερον αὐτῶν ἐμπόριον, θὰ προτιμήσωσι νὰ ὑποστῶσιν ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὴν μεγίστην μείωσιν τοῦ συνήθους εἰσοδήματός των τοῦ καθαροῦ, ἀφοῦ πᾶν ἄλλο γεωργικὸν ἔργον θὰ ἦναι ἧττον προσοδοφόρον δι’ αὐτούς. Καὶ βεβαίως τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, τὰς ἐπιβαρυνούσας αὐτοὺς καὶ μόνους ἐν ταῖς τιμαῖς, θὰ ποιήσωσιν ἐκεῖνοι πρωτίστως, οἵτινες εἶναι οἱ κάτοχοι τῶν χειροτέρων γαιῶν. Ὅταν δ’ ἐξοντωθῇ τελείως ἡ ἔγγειος πρόσοδος αὐτῶν ἡ καθαρὰ, ὑπολείπεται ὁ ἐκπατρισμὸς εἰς Ἀμερικὴν, ὅστις ἤθελε λύσει τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεώς των τῆς οἰκονομικῆς. Ἕνεκα τῶν λόγων αὐτῶν δὲν πρέπει, παίζοντες μὲ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ συσκοτίζοντες δι’ αὐτῶν τὴν διάνοιαν ἡμῶν, νὰ ἀρνώμεθα τὰς ὑφισταμένας τοὐλάχιστον δυσχερείας τῆς ἐπιπτώσεως. Πρέπει νὰ πεισθῶμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη δὲν εἶναι λογιστική. Ἡ λογιστικὴ εἶναι μία τέχνη, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀγνοῇ τις, ἀλλ’ ὁ νομοθέτης ὀφείλει νὰ ὁδηγῆται ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης ἐν τῷ ἔργῳ του. Αὕτη δὲ διδάσκει ὅ,τι ἐγὼ ἰσχυρίζομαι. Ἐπιβάλλεται δὲ διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου νέος σχεδὸν φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπελουργῶν, τῶν πρὸς ἐμπορίαν παραγόντων, καὶ δὲν μεταβάλλεται μόνον ὁ ὑφιστάμενος· διότι, ἐὰν μετεβάλλετο μόνον ὁ νόμος, ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς τῆς Ἀττικῆς ἔπρεπε νὰ βαρύνηται μόνον διὰ τοῦ ⅕ τοῦ ἐπιβληθέντος φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀναλόγως πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ γιγνομένην κατανάλωσιν τοῦ οἴνου. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνθέξῃ μία τοιαύτη παραγωγὴ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἀγροτικοὺς τῆς Ἀττικῆς, ἀπειλουμένη μάλιστα—καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ—ὑπὸ τοῦ διαγωνισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπό τινων ἐτῶν ἤρξατο καὶ ἤδη ἐπετάθη, ὑπὸ τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν οἴνων τῶν ἐχόντων παραγωγικωτέραν γῆν δήμων, οἵτινες μεταφέρουσι τοὺς οἴνους καὶ πωλοῦσιν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ. Ὁ ῥητινίτης οἶνος, κύριοι Βουλευταί, ἦτο ἡδὺς εἰς τὴν γεύσιν τῶν παλαιῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, καὶ δυσχερῶς ἀντικαθίστατο, ἔστω καὶ δι’ ὑποτιμήσεως, ἔστω καὶ εὐθηνότερος ἂν ἦτο ὁ πρὸς αὐτὸν διαγωνιζόμενος ξένος οἶνος. Ἀλλὰ μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ἐκ κατοίκων ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος μετεβλήθησαν οὐσιωδῶς οἱ ὅροι τῆς καταναλώσεως τοῦ ῥητινίτου. Ἤρχισαν ἐδῶ ζητούμενοι οἱ ἐκ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν οἶνοι, εἰς οὓς ἀρέσκονται οἱ νέοι καταναλωταὶ αὐτοῦ, καὶ καθ’ ὅσον τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας τελειοποιοῦνται καὶ καθ’ ὅσον τὸ ἐμπόριον ἀναπτύσσεται καὶ ἡ μεταφορὰ συνεπῶς γίγνεται εὐθηνοτέρα, μεταφέρονται πολυειδεῖς οἶνοι, διαγωνιζόμενοι ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἐπιτυχῶς πρὸς τὸν ῥητινήτην, ὅστις ἐν τῇ πληθύϊ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ τὴν ὑπεροχήν του. Ὅταν δὲ ὁ ῥητινίτης χάσῃ τὴν ὑπεροχήν του, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γεύσιν τοῦ καταναλωτοῦ, εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἀττικὴ νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὰς γαίας τῆς Μεσσήνης καὶ τοῦ Πύργου καὶ τοῦ Αἰγίου καὶ τοῦ Μεσσολογγίου. Αὐτὸ τὸ ἔτος τέσσαρες ἐκ τῆς πατρίδος μου, μόνον ἐκ Μεσολογγίου, ἦλθον ἐνταῦθα καὶ ἤνοιξαν οἰνοπωλεῖα. Βεβαίως, ἂν ὁ διαγωνισμὸς αὐτὸς καὶ ἡ ἐνδεχομένη βλάβη τῶν χωρικῶν τῆς Ἀττικῆς ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας τῶν οἰκονομικῶν νόμων, οὐδεὶς ἐδικαιοῦτο νὰ παραπονῆται· διότι ὁ ἀσθενέστερος ἐν τῷ διαγωνισμῷ θὰ ὑποστῇ τὴν τύχην τῆς οἰκονομικῆς του ἀδυναμίας. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται τὸ Κράτος καὶ ἐν τῷ ἀγῶνι αὐτῷ κρατεῖ τοὺς χωρικοὺς τῆς Ἀττικῆς μὲ τὴν σιδηρᾶν αὑτοῦ χεῖρα καὶ ἐνισχύῃ τὰς δυνάμεις τῶν ἄλλων, εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ παραγωγὴ εἰς τὰ περίχωρα τῶν Ἀθηνῶν; Καὶ δὲν δικαιοῦνται οἱ οὕτως ἀδικούμενοι νὰ παραπονῶνται κατὰ νόμου, ὅστις, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζόμενος, βεβαίως θὰ καταστρέψῃ τὴν εὐημερίαν αὐτῶν μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη; Δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἤρξατο ἡ ἐκρίζωσις, ἢ ὅτι ἀρξαμένη κατά τι ἔχει λόγον τὸν νόμον, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἐπακολουθήσῃ κατ’ ἀνάγκην ἡ ἐκρίζωσις τῶν ἀμπέλων τῆς Ἀττικῆς, καθ’ ὁλοκληρίαν δὲ τῶν τοῦ δήμου ἰδίως Κρωπίας. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, παρακλητικῶς νὰ συστήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν τροπολογίαν μου καὶ τὴν ἀποδοχὴν αὐτῆς, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ, ἂν μετὰ τόνου ἀντικειμένου πρὸς τὴν ἐσωτερικήν μου διάθεσιν διεξήγαγον τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν — ἀνεπιτυχῶς, ὁμολογῶ, διὰ τὸν σκοπόν μου.— Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πειθόμενος δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, ἐπιβαλλομένην ἐκ τῶν πραγμάτων, διὰ τῆς ὁποίας εἶναι ἐλπὶς, ὅπως καὶ τὰ περίχωρα τῶν Ἀθηνῶν τεθῶσιν εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς τοὺς ἄλλους δήμους τοῦ Κράτους, οἵτινες θὰ ὑποστῶσι μὲν βλάβην, θὰ ὑποστῶσι βάρος διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου, ἀλλὰ θὰ ἀποφύγωσι τὴν καταστροφὴν τῆς παραγωγῆς των. Καὶ ἡ τροπολογία μου ἡ προτεινομένη συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅπως οὐχὶ διοικητικῶς, ἀλλὰ νομοθετικῶς καθορισθῇ—ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂς ὁρίσῃ τὸ ποσοστὸν οὐχὶ ἀνώτερον βεβαίως τῶν 3 δραχ.—τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ φόρου διὰ τὰς ἀμπέλους τῶν δήμων Ἀττικῆς καὶ ἰδίως τοῦ δήμου Κρωπίας. Ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι δὲν ὁμιλῶ ὡς Βουλευτὴς Ἀττικῆς συναισθανόμενος τὴν θέσιν μου, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, μάλιστα λυποῦμαι διὰ τὴν σύμπτωσιν ταύτην· διότι περὶ οἱασδήποτε ἐπαρχίας καὶ ἂν ἐπρόκειτο, ταὐτὰ θὰ ἔλεγον ὑπὲρ αὐτῆς, ἀδικουμένης καὶ ἀπειλουμένης ὑπὸ καταστροφῆς. Ὑπάρχουσι τὰ προηγουμένως ἐκτεθέντα ἐξωτερικὰ γνωρίσματα, ἐξ ὧν βοηθούμενοι δυνάμεθα νομοθετικῶς νὰ φέρωμεν τὴν φορολογικὴν ἰσότητα, ἀποδεχόμενοι τὴν φαινομένην ἐξαιρετικὴν διάταξιν, διότι οἱ νόμοι οἱ φορολογικοὶ δὲν ἐπιτρέπεται χάριν τῆς ἐξωτερικῆς ἰσότητος νὰ ἐφαρμόζωνται ὁμοιομόρφως. Ἡ ὁμοιόμορφος αὕτη ἐφαρμογὴ ὁδηγεῖ εἰς μεγίστας ἀδικίας. Ἴσως ὑπάρχουσι καί τινες ἄλλοι δῆμοι τοῦ Κράτους, ἐλάχιστοι ὅμως τὸν ἀριθμὸν, οἵτινες δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὴν κατηγορίαν τῆς ἐν τοῖς δήμοις τοῖς ἀγροτικοῖς τῆς Ἀττικῆς παραγωγῆς τοῦ οἴνου, ἀλλ’ οὗτοι καὶ μικροὶ δῆμοι εἶναι καὶ μικρὰ ποσὰ παράγουσιν, ἀλλ’ ἰδίως δὲν ἐπεβαρύνθησαν πλέον τῶν 2 ἢ 2½ δραχ. κατὰ στρέμμα. Εἶπον προηγουμένως περὶ τοῦ δήμου Μεγάρων. Ἤδη προσθέτω, ὅτι ὑπάρχουσι καί τινες δῆμοι παράγοντες σχετικῶς ποσὸν πρὸς ἐμπορίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτων ὡρίσθη φόρος ἀπὸ 1 δραχ. καὶ 50 λεπτῶν καὶ δὲν ὑπερβαίνει τὰς 3 δραχμὰς, ἐνῷ διὰ τοὺς δήμους τῆς Ἀττικῆς ὁ μέσος ὅρος ἀνῆλθεν, ὡς εἶπον, εἰς 5 δραχμάς.
§190ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἰς 5 καὶ 78/00.
§191ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως διὰ τὸν δῆμον Θορικίων. Ἀλλ’ εἶπον περὶ τοῦ μέσου ὅρου πάντων τῶν ἀγροτικῶν δήμων. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ οἱ Βουλευταὶ Ἀττικῆς πάντες, οὐχὶ ὡς τοιοῦτοι, ἀλλ’ ὡς γνωρίζοντες τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους τῆς παραγωγῆς τοῦ οἴνου ἐν τῇ Ἀττικῇ καὶ ἑπομένως κατανοοῦντες πλειότερον τὰς συνεπείας τῆς γενομένης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καθῆκον ἔχομεν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν ἐντόνως, ἂν δὲν εἰσακουσθῶμεν, διὰ νὰ πεισθῶσι καὶ οἱ χωρικοὶ αὐτοί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἐπιμένει νὰ ἐρημώσῃ τὰ περίχωρα τῶν Ἀθηνῶν διὰ τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας.
§192ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔγγραφον τροπολογίαν;
§193ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, διότι ἐνόμιζον, ὅτι μετὰ τὴν λαμπρὰν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ τὸ ζήτημα εἶχεν ἐντελῶς ἐξαντληθῆ, καὶ ἀπάντησις ἐπαρκὴς καὶ ἐπιτυχὴς εἶχε δοθῆ εἰς ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν ἐναντίον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐνόμιζον ἄλλως τε, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπὶ τόσας ἡμέρας διεξάγεται, ἔπρεπε νὰ διεξαχθῇ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀλλαγῆς τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἀλλὰ τότε ἡ Βουλὴ ἅπασα, ἐκτός τινων ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀριθμηθῶσι διὰ τῶν δακτύλων τῆς μιᾶς χειρὸς, ὑπεστήριζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος, ὁ τότε κρατῶν, καὶ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας ὑπεστηρίζετο ἡ ἀρχὴ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ τότε ἰσχύοντος συστήματος, καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ἐφηρμόσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀλλ’ ἀτυχῶς κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του συνέβησαν ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τῶν ἀτόπων ἐκείνων συνέπεια ὑπῆρξεν ἡ ἔντασις τῶν παραπόνων καὶ τῶν διαμαρτυριῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀνεξαρτήτως αὐτῆς διατυπωθῆ, διότι ἐπρόκειτο ἄμεσος φόρος ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἔμμεσον φόρον, τὸν ἄλλοτε ἰσχύοντα. Ἤρκει ἡ ἀντικατάστασις αὕτη, ὅπως διαμαρτυρίαι διατυπωθῶσι, διότι, ὡς γινώσκετε, οἱ ἄμεσοι φόροι δυσκόλως γίνονται δεκτοὶ ἄνευ διαμαρτυριῶν καὶ παραπόνων. Αἱ διαμαρτυρίαι αὗται, ἐπαναλαμβάνω, ἔλαβον ἔντασιν μεγαλειτέραν ὡς ἐκ τῶν ἀτόπων τῶν μεγίστων, τῶν προελθόντων ἐκ τῆς κακῆς τῶν δημοτικῶν καί τινων διοικητικῶν ἀρχῶν ἀντιλήψεως τοῦ θέματος. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν αἱ ἀδικίαι, αἱ προελθοῦσαι ἐκ τῆς ἀτόπου ταύτης ἐνεργείας· αἱ ἀδικίαι αὗται πλεῖστα ἐγέννησαν παράπονα, τὰ ὁποῖα, προστιθέμενα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον γεννηθῆ ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως, ὡς εἶπον, τοῦ ἐμμέσου φόρου διὰ τοῦ ἀμέσου, ἐξηγοῦσι τὴν κατὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων ἀντίδρασιν. Πρὸς ἄρσιν τῶν ἐκ τῆς ἀδικαιολογήτου ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν κυρίως ἀρχῶν ἀτόπων, πρὸς ἄρσιν τῶν ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκ τούτων προῆλθον, ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὰ ἄτοπα ταῦτα θὰ ἐκλείψωσι, καὶ αἱ ἀδικίαι ἐπίσης θὰ ἐκλείψωσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐνῷ σκοπὸς μόνος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἄρσις τῶν ἀδικιῶν, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ἐσφαλμένη ἐνέργεια τῶν ἀρχῶν, αἵτινες ἐπεφορτίσθησαν τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, παρουσιάζονται πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἵτινες ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ συζητοῦσιν, ὡς εἰ ἐπρόκειτο διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ νομοθετηθῇ νέος φόρος, ὡσεὶ ἐπρόκειτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐπιβληθῇ ἡ στρεμματικὴ φορολογία τῶν ἀμπέλων, ὡς εἰ ἐπρόκειτο τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὴν ἐπιβολὴν ἀμέσου φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, καὶ ἐξανίστανται κατὰ τοῦ φόρου τούτου, καὶ ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ὁ φόρος θὰ βαρύνῃ τοὺς παραγωγούς, ἐνῷ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἄλλοτε ἰσχυούσης νομοθεσίας ὁ φόρος ἐβάρυνε τοὺς καταναλωτάς, καὶ ἐξανίστανται, λησμονοῦντες ὅτι ὁ φόρος ὁ καταργηθείς, ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιβαρύνων καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν παραγωγὸν, ἀναμφισβητήτως ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἐπιβαρύνων κατὰ τὸ μέγιστον αὐτοῦ μέρος τὸν παραγωγόν. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου σκοπὸν δὲν εἶχον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν περιωρίσθη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀνέπτυξεν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ, μὲ ἀναγκάζει, ἵνα περὶ ταύτης ἀσχοληθῶ καὶ ἐξετάσω τὰς ἐπικρίσεις, τὰς γενομένας κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς οἰκονομικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νέαν φορολογίαν ἢ αὔξησιν φορολογίας, ἐκήρυξεν, ὅτι ὄχι μόνον θέλει πολεμήσει πᾶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελε τυχὸν ὑποβληθῆ καὶ τοῦ ὁποίου ὁ σκοπὸς θὰ ἦτο εἴτε αὔξησις φορολογίας εἴτε ἐπιβολὴ νέας φορολογίας, ἀλλὰ θέλει πολεμήσει καὶ πᾶν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου σκοπὸς θὰ ἦτο ποῖος; ἡ ἐλάττωσις τῆς διαφορᾶς, τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων. Εἰς ταῦτα νομίζω ὅτι συνοψίζονται τὰ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ λεχθέντα. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ταῦτα ἔλεγε, προσεκάλει ἡμᾶς, ἵνα ὑποβοηθήσωμεν τὴν παραγωγὴν καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς ἀντλήσωμεν μέσα, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τοὺς σκοποὺς ἐκείνους τοὺς ἐθνικοὺς, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο λόγον. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ εἴπω, ὅτι πλήρης ἀντίθεσις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξε. Δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀντίθεσις τῶν δύο αὐτῶν ἰδεῶν, ἐὰν ἠδύνατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν οἰκονομίαι τοιαῦται, ὥστε διὰ τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς ἐθνικάς, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν· ἀλλ’ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀπέδειξε καὶ εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀπέδειξε καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὅτι οἰκονομίαι τοιαῦται εἶναι ἀδύνατοι. Πολλάκις ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀνῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ, ἵνα τὰς οἰκονομίας ταύτας πραγματοποιήσῃ. Μὴ δυναμένης λοιπὸν οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης, ἀλλ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως νὰ ἐπιτύχῃ δι’ οἰκονομιῶν περισσεύματα, ὅπως δυνηθῇ δι’ αὐτῶν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν, ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ἀρχὴ, ὅτι οὐχὶ μόνον οὐδεμία πρέπει νὰ προστεθῇ φορολογία νέα, καὶ ὅτι οὐδεμία αὔξησις πρέπει νὰ γείνῃ εἰς τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ τροποποιήσεως τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ἵνα ἐξαλείψῃ ἢ μετριάσῃ τὴν διαφοράν, τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων; Ἀλλά, Κύριοι, τί εἶναι ἡ διαφορὰ ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων; τί εἶναι ἡ καθυστέρησις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται κυρίως ὡς πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους; Μήπως αὕτη εἶναι καθυστέρησις, πηγάζουσα ἐξ ἀδυναμίας τοῦ ὀφείλοντος τὸν φόρον; Οὐχί, Κύριοι. Προέρχεται αὕτη ἐκ δυστροπίας τῶν ὀφειλετῶν τοῦ φόρου, ἡ δὲ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, οὐδὲν ἕτερον θέλει ἔχῃ ἀποτέλεσμα, ἐὰν τὴν ἐφαρμόσωμεν, ἢ νὰ ἀμείψῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ βάρη τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἀφήσῃ ἐκθέτους εἰς μέλλουσαν βαρυτέραν φορολογίαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδείχθησαν τίμιοι καὶ πρόθυμοι εἰς τὴν καταβολὴν τῶν βαρυνόντων αὐτοὺς φόρων, διότι εἰς τὸ μέλλον θὰ φέρωσιν οὗτοι τὸ ἐπιπρόσθετον βάρος, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐξ ἀνάγκης ἐκ τῆς μὴ συνεισφορᾶς τῶν δυστροπούντων εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ τοιαῦται αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐγώ, Κύριοι, κατὰ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων διαμαρτύρομαι, καὶ διαμαρτύρομαι, διότι φρονῶ — καὶ τὸ φρονῶ ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα ἐν τῇ διαχειρήσει τῶν κοινῶν,— ὅτι οἰκονομίαι δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι, φρονῶ δέ, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι ἡμῶν ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην βελτιώσεως. Καὶ ἐπειδὴ ὡμίλησαν ἐντεῦθεν περὶ ἐμψυχώσεως τῆς παραγωγῆς, ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐμψύχωσις τῆς παραγωγῆς, ἐν ὅσῳ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἡμῶν εἶναι ἀτελῆ; καὶ δύνασθε νὰ σκεφθῆτε περὶ συμπληρώσεων τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας ἄνευ πόρων, ὅπως ἐπαρκέσητε εἰς ταῦτα; Καὶ λαμβάνω τὴν ὁδοποιίαν ἡμῶν πρὸς στιγμήν. Ἀργότερα θέλω ἀσχοληθῆ περὶ τῶν σιδηροδρόμων ἡμῶν. Ἐρωτῶ, ἡ ὁδοποιία ἡμῶν εἶναι ἐπαρκής; ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ γεωργία ἔχει, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐμψυχώσεως τῆς παραγωγῆς; Οὐχί. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ποῖον τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ποσὸν δι’ ἔξοδα ὁδοποιίας; Μόλις ἀναγράφομεν ποσὸν μὴ ἐντελῶς ἐπαρκὲς πρὸς συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν ὁδῶν, ψιχία δέ τινα δίδομεν πρὸς κατασκευὴν νέων ὁδῶν. Εἶναι δυνατὸν τὸ σύστημα τοῦτο νὰ ἐξακολουθήσῃ; καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας τὰ κοινά· ὡμίλησε καὶ περὶ σιδηροδρόμων, καὶ περὶ τοῦ μεγάλου σιδηροδρομικοῦ ἔργου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἀλλά, Κύριοι, μήπως ἀγνοεῖτε, ὅτι, ὅπως τὸ ἔργον ἐκεῖνο ἐκτελεσθῇ, ἀπαιτοῦνται πολλὰ ἑκατομμύρια; Μήπως ὑπάρχει τις ἐξ ἡμῶν ὁ ἀγνοῶν, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα οὐδεμία ἑταιρεία θέλει ἀναλάβει νὰ δαπανήσῃ, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ἐγγυηθῇ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν ἑκατομμυρίων αὐτῶν; Καὶ εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν μέσων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπαρχόντων, νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ἀπαιτούμενα, ὅπως ἐγγυηθῇ ἡ Κυβέρνησις τὸν τόκον καὶ τὸ χρεολύσιον, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ μεγάλου δανείου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γείνῃ; Εἶναι ταῦτα δυνατὰ, ὅταν ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν τοιαύτας ἀνάγκας; Διότι οἱονδήποτε κλάδον τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἂν λάβητε, πρὸ τοιούτων ἀναγκῶν θέλετε εὑρεθῆ. Ἐὰν ἀποβλέψητε εἰς τὴν τηλεγραφικὴν καὶ ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, ἐρωτῶ, νομίζετε, ὅτι αὕτη διατελεῖ ἐν καταστάσει, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὡς δυναμένη νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐμψύχωσιν καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, ὅπως πρέπει νὰ συντελέσῃ; Ὅταν ὑπάρχωσι πλεῖστοι δῆμοι, οἵτινες οὔτε ταχυδρομεῖον, οὔτε τηλεγραφεῖον ἔχουσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ διατηρήσεως τῆς καταστάσεως αὐτῆς; Πρὸ ἐτῶν πολλαὶ ὑπηρεσίαι προσετέθησαν εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, δέματα ταχυδρομικὰ, ἐπιταγαὶ, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐσκέφθη περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν τῶν δυστυχῶν ὄντων. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Καὶ ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ τοιούτων ἀναγκῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ κηρύξῃ ὡς δόγμα ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι οὐδὲν νομοσχέδιον θὰ ψηφίσῃ, τὸ ὁποῖον τείνει, οὐχὶ εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ νέας φορολογίας, ἀλλ’ εἰς βελτίωσιν τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων; Κατὰ τῆς θεωρίας ταύτης ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ. Τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ θεωρία τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν, δὲν ἐμπνέονται ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τούτων. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ τὰς ἀρχὰς, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμπνέονται τὰ διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν, ἢ ἂν πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὰς ἰδέας, τὰς ὑποστηριχθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. (Εὖγε! εὖγε! Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§195Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετὰ τοσαύτης θέρμης καὶ πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἄλλη Κυβέρνησις συμμερίζεται, ὑποστηρίζει τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν. Βεβαίως σήμερον δὲν εἶναι ἡ ὥρα, ὅπως συζητήσωμεν θέμα ἀφορῶν κυρίως τὸν προϋπολογισμὸν, καθ’ ὃν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως θέλει συζητηθῆ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδόθη ἅπαξ ἡ ἀφορμὴ, ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐναντίον τῶν πεποιθήσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἠθέλησε νὰ ὑπερασπισθῇ καὶ ν’ ἀνυψώσῃ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν καθῆκον ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀποκρούσωμεν τὰς γνώμας αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν πρόκειται διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε, νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι, ἢ νὰ προστεθῶσι νέοι, ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ ὕπαρξις τῶν κειμένων φόρων, διότι μεγάλα καθυστερήματα αὐτῶν ὑπάρχουσι, καὶ ἄνευ φόρων δὲν λειτουργεῖ ἡ κυβερνητικὴ μηχανή. Ὅταν συζητηθῶσι τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ἅτινα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θέλει ἀποδειχθῆ ἂν πράγματι δι’ αὐτῶν ζητεῖται ἡ ἐξασφάλισις πληρεστέρας εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, ἢ ὑπὸ τὰ φαινόμενα ταῦτα ὑποκρύπτεται πράγματι αὔξησις τῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ. Μὴ δυνάμενος σήμερον νὰ ὁμιλήσω ἢ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μόνον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, περὶ στρεμματικῆς δηλονότι φορολογίας τῶν ἀμπέλων, θέλω ἐπανερχόμενος ἐπ’ αὐτοῦ προσπαθήσει νὰ ἀποδείξω, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν ζητεῖται ἁπλῶς ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας, ἀλλὰ καὶ νέα ἐπιβάρυνσις τῶν φορολογουμένων. Ὅταν δ’ ἄλλα νομοσχέδια ἔλθωσιν ὑπὸ συζήτησιν, ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει ἐπ’ αὐτῶν ἐκφράσει τὴν γνώμην της, καὶ πιστεύω ὅτι θέλει ἀποδείξει, ὅτι αὐξάνουσι καὶ δι’ αὐτῶν τὰ φορολογικὰ βάρη. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται, εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ πρώτη καὶ ἡ κυριωτάτη πηγὴ, ἐξ ἧς τὸ Κράτος νὰ ἀντλῇ μεγαλείτερα τὰ μέσα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ μέσα πρὸς πρόοδον καὶ βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Ὑπεστήριξεν, ὅτι ἄνευ φόρων οὐδὲν δύναται νὰ γείνῃ, διότι οἰκονομίαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀπεδείχθησαν ἀδύνατοι. Ἀλλὰ ποῦ ἐννοεῖ τὰς οἰκονομίας; ἐννοεῖ αὐτὰς ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, πρὶν δηλαδὴ τοῦ κανονισμοῦ τῶν χρεῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐλέγχου, δι’ οὗ ἐξησφαλίσθη σπουδαῖον περίσσευμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν ἐννοῇ ἐκείνους, δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπῆλθεν ὁ συμβιβασμὸς καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, σὺν τῷ κακῷ ἐπῆλθε καὶ ἓν καλὸν, ἡ ἐλάττωσις δηλονότι σπουδαίας δαπάνης τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρηθῶσιν αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἄνευ καὶ οἰκονομιῶν ὁ προϋπολογισμὸς κατέστη αὐτάρκης. Δὲν ἦτο δύσκολον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐφεξῆς, ἐκ τῶν πόρων, οἱ ὁποῖοι ἀπέμειναν, νὰ χρησιμοποιῇ εἰς ἀνάγκας τοῦ τόπου τὰ περισσεύματα ἐκ τῶν καθ’ ἡμέραν αὐξανομένων ἐσόδων, ποιοῦσα οἰκονομίας πάντοτε. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, εἰς οὐδὲν προσέχει ἢ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅτι τὰς νέας αὐτὰς δαπάνας ἐπεδίωξεν οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρὸς ἄλλους σκοποὺς, πρὸς ἱκανοποίησιν προσώπων καὶ διατήρησιν τῆς ἀρχῆς. Δέχομαι ὅτι ἐπεδίωξε διὰ τῶν νέων νόμων τὴν θεραπείαν διαφόρων ἀναγκῶν. Πλὴν τοῦτο εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ αὐτῆς καὶ ἡμῶν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι, ἂν ὑπῆρχόν τινα κακῶς κείμενα, ἔπρεπε νὰ προτιμηθῶσι ταῦτα, καὶ χάριν αὐτῶν νὰ διατεθῶσι τὰ περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, δαπανώμενα ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν. Ὅταν ὅμως ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις καὶ φέρῃ νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι θὰ ἦναι καλλιτέρα τῆς στρατιωτικῆς, ἐνῷ ἡ στρατιωτικὴ ἀπέτυχε διότι ἐγένετο διοικητικὴ, ὅταν αὐξάνῃ ὑπερμέτρως τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως δι’ αὐτῆς καταστήσῃ τὸν στρατὸν ἐφεξῆς ξένον πάσης διοικητικῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ γνωρίζει, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἔχωμεν τοσαύτην χωροφυλακὴν, θὰ δαπανήσῃ δι’ αὐτὰ, χωρὶς οὐδὲν νὰ κατορθώσῃ, πολλὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν ἔχει ὁλοσχερῶς, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εὕρῃ, καὶ τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν προστίθενται διὰ μιᾶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, θέλουσι προστεθῆ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, καὶ θὰ φθάσωσιν ἀναγκαίως τὸ ποσὸν δέκα ἑκατομμυρίων βραδύτερον. Ὅταν ὅμως τοσοῦτον ποσὸν διατίθεται εἰς πλέον ἢ ἀμφιβόλους μεταρρυθμίσεις, εἶναι δίκαιον νὰ ἔρχηται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ νὰ λέγῃ: «μὲ τί χρήματα λοιπὸν θέλετε νὰ ἐπιχειρήσω νὰ βελτιώσω τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, ἢ νὰ κατασκευάσω ὁδοὺς, γεφύρας ἢ ὑδραυλικὰ ἔργα καὶ τὰ ὅμοια;» Λέγομεν μὲ τὰ περισσεύματα, ἂν δὲν τὰ δαπανᾶτε διὰ νέας θέσεις. Ἐνταῦθα λοιπὸν κεῖται ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν γνωμῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι εἰς τοὺς πρὸ ὑμῶν προϋπολογισμοὺς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλεχθῶσιν ἀληθῶς παραγωγικὰ ἔργα, εἰς ἃ νὰ διατεθῶσι τὰ περισσεύματα, ἅτινα σημειοῖ ἡ καθημερινὴ πρόοδος τῶν εἰσπράξεων καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου ἀποδεικνύει ὅτι θὰ ἦναι μεγάλα, ἂν καλῶς ὑπελογίσατε τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Διότι περιελάβομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἔσοδα μέχρις 110 ἑκατομμυρίων, καὶ ἂν πάντα δὲν πραγματοποιηθῶσι, θὰ ὑπάρξῃ ὅμως σχετικῶς πρὸς τὸ παρελθὸν περίσσευμα, ἂν δὲν τὸ ἀπορροφήσωσι δαπάναι μεγαλείτεραι ἐκείνων, αἵτινες ἀνεγράφοντο εἰς τοὺς πρὸ ὑμῶν προϋπολογισμούς. Τὸ σφάλμα ἐξ ὑμῶν. Ἀλλ’ εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ νῦν συζητουμένου, καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἂν δηλαδὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀληθῶς δὲν ζητεῖται ἢ μόνον ἡ βελτίωσις τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, ἑπομένως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐσόδου τοῦ ἐπιδιωκομένου διὰ τοῦ νέου νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Εἶναι δύσκολον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, εἰ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τόσον εὐρέως συνεζητήθη, νὰ εἴπῃ τις τὴν γνώμην του, χωρὶς νὰ ἐπαναλάβῃ ὅσα παρὰ πολλῶν πολλάκις ἐρρήθησαν. Πλὴν θέλω προσπαθήσει, κατὰ τὸ δυνατόν, ν’ ἀποφύγω ὅ,τι παρ’ ἄλλων συναδέλφων ἐρρήθη. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἀποτελούμενον ἐκ τοῦ νῦν βεβαιουμένου ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Τοῦτο ἐπαγγέλλεται ὁ νόμος. Ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν βεβαιωμένων καὶ τῶν εἰσπραττομένων τούτων φόρων, οἱ προλαλήσαντες κατέδειξαν δι’ ἀριθμῶν. Ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη. Ἀλλ’ οὐ μόνον ἡ διαφορὰ αὕτη μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ βεβαιωθέντων εἶναι σπουδαία, ἀλλ’ ἐν τῇ βεβαιώσει τῶν φόρων τούτων, ἕνεκα τοῦ συστήματος, ὁρίζεται πάντοτε ποσὸν ὀφειλόμενον πολὺ μεγαλείτερον τοῦ πραγματικοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθές, ὅτι διὰ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου παρ’ ἡμῖν δεικνύεται τὸ πράγματι βεβαιωτέον ποσὸν φόρου. Καὶ ἐκ τούτου διαφορά. Ἡ διαφορὰ αὕτη πρέπει πάντοτε νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ φόρου, προκειμένου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, διότι τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως, ὅπερ ἴσχυεν, ἔδιδε χώραν εἰς καταχρήσεις καὶ ὑπερβολάς. Ἐν τούτοις, αὐτὸν τὸν φόρον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνερχόμενον κατὰ τοὺς πίνακας τῶν βεβαιωθέντων εἰς 2,900,000 δραχμάς, ἐζήτησεν ἄνευ οὐδεμιᾶς μειώσεως νὰ ἐπιβάλῃ, ὡς πληρωτέον ὑπὸ τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων, τὰ ὁποῖα αἱ δηλώσεις καὶ αἱ ἄλλαι ἐξελέγξεις ἤθελον καταδείξει. Οὕτως ἐπιβάλλεται ἡ πληρωμὴ ποσοῦ φόρου οὐδέποτε πληρωθέντος ὑπὸ τῶν φορολογουμένων μέχρι τοῦδε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ἐνῷ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ὁ φόρος ὁ ὀφειλόμενος ὑφ’ ὅλων τῶν ἀμπέλων τῆς χώρας, καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν ἀμπέλων αὐτῶν ἔπρεπε ν’ ἀναλογισθῇ, θ’ ἀναλογισθῇ καὶ θὰ πληρωθῇ ὑπὸ μόνον τῶν ἀμπέλων, αἵτινες θὰ δηλωθῶσιν. Ὡς γνωστόν, ἐγένοντο βεβαιώσεις μέχρι τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων. Νῦν δὲ πρόκειται νὰ ἐπαναληφθῇ τῶν γενομένων δηλώσεων ἡ ἐξέλεγξις, καὶ μετ’ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ εἰσπράττῃ τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν στρεμμάτων μόνων, τὰ ὁποῖα ἕως σήμερον ἐδηλώθησαν, ἐνῷ ὑπάρχουσι στρέμματα, ἅτινα ὑπάγονται εἰς φορολογίαν, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐδηλώθησαν, διότι αἱ δηλώσεις τινῶν ἀμπέλων ἢ δὲν ἐγένοντο ποσῶς, ἢ ἐδηλώθησαν ἐλλιπῶς. Ἐξηγοῦμαι σαφέστερον, διότι πιθανὸν τὸ πρᾶγμα νὰ μὴ κατενοήθη. Ὑποθέτω, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα στρέμματα σήμερον ἐν Ἑλλάδι καὶ ὑποχρεούμενα νὰ φέρωσι τὸν φόρον τῶν 2,960,000 ἀνέρχονται εἰς 1,200,000, αἱ δηλώσεις ὅμως καὶ τῶν ἀρχῶν αἱ συμπληρώσεις ἀνέρχονται εἰς 1,000,000 στρέμματα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἐπιπέσῃ ἀναγκαίως μεγαλείτερος ὁ φόρος τῶν 2,960,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ μήπως μόνον αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον; Οὐχί. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ εἰσπράξῃ, καθ’ ὅσον δηλοῦνται ἢ ἀνακαλύπτονται ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, καὶ τῶν 200,000 στρεμμάτων τὸν φόρον, ἑπομένως θὰ εἰσπράξῃ ἐπὶ τέλους ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐπιδιώκει ὁ νόμος νὰ εἰσπράξῃ, ἤτοι πλέον τοῦ κατὰ μέσον ὅρον βεβαιουμένου σήμερον φόρου. Ἑπομένως οἱ φορολογούμενοι διὰ τοῦ νέου συστήματος, ὡς θὰ λειτουργήσῃ, καὶ περισσότερον ἐν ἄλλῳ καὶ περισσότερον καθ’ ἕκαστον φόρον θὰ πληρώσωσι. Λοιπόν, ἐνῷ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ Κυβέρνησις ἔθετο ὡς ἀρχὴν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ εἰσπράξῃ μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον νῦν εἰσπράττει ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, θὰ εἰσπράξῃ περισσότερα, διότι θὰ εἰσπράξῃ μὲν 2,960,000 δραχμὰς ἐκ τῶν 1,000,000 καθ’ ὑπόθεσιν στρεμμάτων, ἀλλὰ θὰ εἰσπράξῃ καὶ ἕτερον ποσὸν ἐκ τῶν 200,000 στρεμμάτων, διότι δὲν φαίνεται, ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ διανείμῃ τὰς 2,960,000 δραχμάς. Δὲν εἶναι τοῦτο αὔξησις φορολογίας; Ἐκτὸς ὅμως τούτων παραμένει, ἐννοεῖται, ἡ καθημερινὴ αὔξησις τῶν μὴ πενταετῶν ἔτι ἀμπέλων, ἡ ὁποία συμπληροῦται βαθμηδόν, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος θὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον. Τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων, ὅσα δὲν ἐδηλώθησαν μέχρι τοῦδε καὶ ὧν ἡ ἀπόκρυψις αὐξάνει τὸ φορολογικὸν βάρος τῶν δηλωσάντων, ἀνέρχεται εἰς ἀριθμὸν σπουδαῖον, διότι δυστυχῶς ὁ νόμος δὲν περιέλαβεν αὐστηρὰς διατάξεις μετὰ αὐστηρῶν συνεπειῶν, ἂν καὶ ἐπροτάθησαν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθησαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἕνεκα τούτου δὲν ἐτέθησαν τοιαῦται διατάξεις, δι’ ὧν ἠθέλομεν προσεγγίσει περισσότερον εἰς τὸ φορολογητέον ποσὸν στρεμμάτων. Βεβαίως τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρξε ταμιευτικὸν ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, καὶ ἐν ταύτῃ τὸ σφάλμα καὶ ἡ εὐθύνη αὐτοῦ. Δὲν μετέβαλεν ἁπλῶς τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, τηρήσας τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἀλλὰ τὸ ηὔξησεν. Οὐδεὶς ἐμέμφθη τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ σήμερον τὴν μέμφεται, ὅτι κατήργησε τὸν προϋπάρχοντα νόμον τῆς ἐγγείου φορολογίας τοῦ οἴνου ἢ τὸν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, διότι λόγῳ τοῦ ἐπαχθοῦς καὶ τοῦ ὀχληροῦ τοῦ φόρου τούτου πάντες ἤμεθα ὑπὲρ τῆς καταργήσεως, καὶ προφανῶς θὰ προσεκρούομεν οὐ μόνον εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν πεποιθήσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς γνώμας τῶν ἡμετέρων ἐκλογέων, ἂν ἠθέλομεν ἀντιταχθῆ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐκείνου. Ἀλλ’ ὅ,τι ἠνάγκαζε πάντας νὰ διστάζουν, ὅσοι ἐγνώριζον τὰ τοῦ φόρου τούτου, ἦτο τὸ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε καυχηθῆ, ὅτι μόνος αὐτὸς τὰ ἐλαττώματα τοῦ προϋπάρχοντος νόμου ἐνόησε, θὰ ἠδίκει οὐχὶ τόσον τοὺς ἄλλους, ὅσον ἑαυτόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέστελλε πάντοτε τὴν ἐνέργειαν τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, ἦτο, ὅτι δὲν ἔβλεπον εὔκολον τὴν ἀντικατάστασιν δι’ ἄλλου φόρου, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον νὰ μὴ ἦναι ἐπαχθὴς τὴν εἴσπραξιν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἦναι καὶ βαρὺς καὶ ἄνισος. Ἡ εἴσπραξις ἤδη δὲν εἶναι ἐπαχθής, ἀλλ’ ὁ φόρος εἶναι ἄνισος καὶ ἄνευ βάσεως δικαίας καὶ ἴσης ἐν τῇ διανομῇ. Ἦτο ἑπόμενον τοῦτο ἄνευ κτηματολογίου. Ἡ ἔλλειψις αὐτοῦ ἐπηρέασε τὰς σκέψεις τῶν πρώην Ὑπουργῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤδη ἐτόλμησε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν καὶ ἄνευ κτηματολογίου, ἐπεχείρησε δὲ νὰ τὸ ἀναπληρώσῃ διὰ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων. Εἶναι καὶ αὐτὸ βεβαίως ἓν μέσον, ἀλλὰ μέσον ἀτελές, καὶ παντοῦ, ὅπου ἐφηρμόσθη, προσέκοψε κατὰ δυσκολιῶν, καὶ ἔφερεν εἰς ὅ,τι ἔφερε καὶ ἐν Ἑλλάδι, δηλ. τὸ νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νόμου νέου εὐθὺς μῆνάς τινας μετὰ τὴν ἐφαρμογήν του, καὶ τροποποιήσεων, ἃς θὰ ἐπακολουθήσουν ἄλλαι τροποποιήσεις, ἕως οὗ κατορθωθῇ, ἵνα αἱ βάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλειπον ἀπ’ ἀρχῆς, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον συμπληρωθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν αἱ ἀτέλειαι τοιούτου συστήματος δὲν θὰ ἐκλίπουν. Ἂν ὑπῆρχε κτηματολόγιον, θὰ εἴχομεν ἀπ’ ἀρχῆς γνῶσιν ἀκριβῆ ὅλων τῶν ἀμπέλων τῆς χώρας, τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν, τῆς ποιότητος ἑκάστης αὐτῶν. Ἡ προσέγγισις εἰς τὴν ἀλήθειαν θὰ ἦτο εὐκολωτάτη. Φορολογῶν γνωστὸν ποσὸν στρεμμάτων, θὰ ἠδύνατο ἐφ’ ἑκάστου κατὰ ποιότητα νὰ ἐπιβάλῃ τοιοῦτον ποσοστὸν φόρου, ὥστε νὰ εἰσπράξῃ τὸ ζητούμενον ποσόν, δηλ. τὰς 2,960,000 δρ. Στερούμενος τῆς μόνης ἀληθοῦς βάσεως, ἣν δίδει τὸ κτηματολόγιον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέφυγεν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, εἰς οὓς κατέφυγε. Τοῦτο ἐξ ἀνάγκης. Ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔθετε μέσον ὅρον φορολογίας ἐπὶ ἑκάστου στρέμματος τρεῖς ἢ τέσσαρας δραχμὰς, καὶ ἐδηλοῦντο μόνον 500,000 στρέμματα· θὰ εἴχομεν μόνον 1,500,000 ἢ 2,000,000 δραχμὰς, ἐνῷ τὸ ποσὸν τὸ ζητούμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι δραχ. 2,960,000. Ὅπως ἀποφύγῃ αὐτὸ, καὶ χάριν τοῦ προϋπολογισμοῦ βεβαίως, κατέφυγεν εἰς ταμιευτικοὺς τρόπους, καὶ ζητεῖ νὰ λάβῃ περισσότερα. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀσχολεῖται παρὰ μόνον, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐβεβαιοῦτο ἐν τοῖς φόροις τοῦ οἴνου, αὐτὸ τὸ ποσὸν μόνον νὰ ἐξασφαλίσῃ. Τοὐναντίον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ποσὸν ἅπαν τῶν δύο αὐτῶν φόρων ἐφρόντισε νὰ τὸ διανείμῃ διὰ τῆς βίας, οὕτως εἰπεῖν, ἐπὶ τῶν δηλωθέντων μόνον καὶ ἐξελεγχθησομένων στρεμμάτων ἀμπέλων, ἑπομένως εἰργάσθη νὰ τὸ αὐξήσῃ. Τί ἄλλο εἴδομεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ; εἴδομεν ὅτι ὁ νέος φόρος καὶ βαρύτερος τοῦ προϋπάρχοντος ἐγένετο καὶ ἀνισώτερος, ἐπίσης τοὐλάχιστον ἄνισος, ὡς ἐκεῖνος. Ὅτι ἐγένετο βαρύτερος, δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω πρὸς ἀπόδειξιν ὅ,τι ἐν παραδείγμασι πολλοὶ τῶν προλαλησάντων ἀνέφεραν, ἀλλὰ θέλω μεταχειρισθῆ ἄλλους ἀριθμοὺς καὶ ἄλλα δεδομένα, ὅπως λάβῃ ἰδέαν τινὰ τοῦ βάρους καὶ τοῦ ἐπαχθοῦς τῆς νέας φορολογίας ἡ Βουλή. Ἐκ τῶν συνταχθέντων πρωτοκόλλων κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας ἐβεβαιώθη τοσοῦτον ποσὸν στρεμμάτων ἀμπέλων, τὸ ὁποῖον, πολλαπλασιαζόμενον μὲ τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς κατὰ στρέμμα καὶ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, ἀποδίδει ποσὸν, νομίζω, 30,800,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναγράφεται ἐν τῇ ἐκθέσει, ὡς ἀποτελοῦν τὴν ἀξίαν τοῦ ὅλου οἴνου, ὁ ὁποῖος παρήχθη κατὰ τὸ ἔτος 1899. Ἐκ τῶν 30,800,000 τούτων δραχμῶν τί ζητεῖ τὸ Δημόσιον; Ζητεῖ 2,960,000. Τί ποσοστὸν ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος τοῦ οἴνου; ἀποτελεῖ ποσοστὸν 9 καὶ 60%. Λοιπὸν 9 καὶ 60% λαμβάνει τὸ Κράτος ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ μεταπωληθέντος οἴνου καὶ εἰς τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας ὥρισαν τὰ πρωτόκολλα. Ἀλλὰ τὰ 30,800,000 δρ. εἶναι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος τῶν ἀμπέλων. Ποία ὅμως εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος; Πόσον ποσὸν ἐξόδων θέλετε νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι περιέχει τὸ ποσὸν ἐκεῖνο; Ἂν ὑπολογίσητε μόνον 35 δραχμὰς κατὰ στρέμμα ὡς ἔξοδον καλλιεργείας καὶ συλλογῆς καὶ οἰνοποιήσεως, μέχρι τῆς πωλήσεως δὲν ἤθελε μείνει τίποτε ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν 30,800,000, ἢ ἤθελεν ἀπομείνει ἐλάχιστον, ποσὸν 900,000 δραχμῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ληφθῇ τὸ ποσὸν τῶν 2,960,000 δραχμῶν. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται ὅτι παράγεται, καὶ εἰς τὰς τιμὰς, εἰς τὰς ὁποίας πωλεῖται ἐν Ἑλλάδι, ἀποδίδει κεφάλαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου λαμβανόμενον τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τεσσάρων παρελθόντων ἐτῶν, δὲν ἀφίνει κεφάλαιον καθαρὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ληφθῇ φόρος. Οὐδεὶς ὅμως θ’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι φορολογία, ἡ ὁποία δὲν εὑρίσκει ἐκ τοῦ κεφαλαίου καθαρόν τι ὑπόλοιπον, καθαρὸν κέρδος, ὅπως ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιπέσῃ, αὐτὸς ὁ φόρος βεβαίως εἶναι βαρὺς, εἶναι ἄδικος, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν ὄχι μόνον τῆς νέας φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς προτέρας τὴν ἀφόρητον στενοχωρίαν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνετο ὁ λαός. Διότι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν ἀμπέλων εἰς τὰς τιμάς, εἰς τὰς ὁποίας πωλεῖται ὁ οἶνος, δὲν ἀφίνει κανὲν κέρδος, ὥστε νὰ δύνηται νὰ ἀνεχθῇ ὁ φορολογούμενος ἀμπελοκτήμων καὶ τὸν φόρον τὸν μικρόν, ὡς λέγετε, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε. Εἰς τοῦτο δὲ πρέπει τις νὰ ἀποδώσῃ κατὰ πολὺ καὶ τὴν δυσφορίαν τοῦ λαοῦ ὑπὸ τὸ προηγούμενον σύστημα. Τὴν ἰδίαν δυσφορίαν θὰ αἰσθανθῇ καὶ ὅταν θὰ ἀρχίσῃ νὰ λειτουργῇ ὁ στρεμματικὸς φόρος τῶν ἀμπέλων. Ἐκ τούτων συνάγεται, ὅτι κατὰ πολὺ πρέπει νὰ θεωρῶμεν ὡς ἀληθῆ καὶ πιθανὰ ὅσα οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς κ. κ. Δραγούμης καὶ Γουναράκης ἐξέθεσαν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κτήματα τῶν ἀμπέλων ἐν Ἀττικῇ. Ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἤρχισεν ἐν Ἀττικῇ γινόμενον, θὰ γένηται καὶ ἀλλαχοῦ, δηλ. θὰ εὑρεθῶσιν ἀμπελοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι θὰ προτιμήσωσι νὰ ἐκριζώσωσι τὰς ἀμπέλους αὑτῶν, εὑρίσκοντες ὅτι μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον αἱ πλεῖσται ἄμπελοι ἐν Ἑλλάδι ὀφείλουν εἰς τοὺς δανειστάς, μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἤδη ἅπαντα θὰ πληρώνῃ ὁ ἀμπελοκτήμων, θὰ προτιμήσωσι νὰ ἐκριζώσωσι τὰς ἀμπέλους αὑτῶν, σκεπτόμενοι εἰς ἄλλην καλλιέργειαν νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰς γαίας αὑτῶν. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου ὁρμώμενος, θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξασφαλίσῃ, ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ τοὐλάχιστον, τὴν πληρωμὴν μόνον τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸς ἐνόησεν, ὅτε εἰσῆγε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ Βουλή, ὅτε ἐψήφιζεν αὐτόν, δηλαδὴ τοῦ φόρου ἀκριβῶς τὸν ὁποῖον ἀποτελεῖ ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων, ἤτοι τῶν 2,960,000 δραχμῶν, οὐχὶ δὲ περισσότερον. Τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, διότι στηρίζεται, ὡς φαίνεται, ἐπὶ ἐπισήμων δεδομένων, τῶν ἀπολογισμῶν. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐνόησαμεν πάντες, ὅτι θὰ τὸ καταβάλουν πάντα τὰ στρέμματα ἀμπέλων, τὰ ὑπάρχοντα νῦν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὑποκείμενα εἰς φορολογίαν λόγῳ τῆς ἡλικίας τῶν ἀμπέλων. Πόσα ὅμως στρέμματα θὰ τὸ πληρώσουν, τοῦτο ἔχει μεγίστην ἐπιρροήν, διότι ὅσον αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν στρεμμάτων, τόσον ἐλαφροῦται τὸ φορολογικὸν βάρος: ὅρος ἑπομένως ἀναπόφευκτος εἶναι ἡ ὑποβολὴ εἰς τὴν νέαν φορολογίαν ὅλου τοῦ ἀριθμοῦ στρεμμάτων τῶν ὑπαρχουσῶν καὶ φορολογητέων ἀμπέλων. Αὐτὰ τὰ στρέμματα ἐβεβαιώθησαν διὰ δηλώσεων καὶ ἐξελέγξεων τῶν ἀρχῶν μέχρι τινὸς ποσοῦ, δύνανται ὅμως νὰ βεβαιωθῶσι μέχρις ἄλλου μείζονος ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ν’ ἀναβιβάσῃ τὸ ὅλον τῶν στρεμμάτων ἀπὸ 850,000 εἰς 1,200,000 στρέμματα.
§196Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδέποτε πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου.
§197ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅ,τι λέγετε. Καὶ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μαντινείας ἀνέφερε τὸν ἀριθμὸν τῶν 1,200,000, καὶ δὲν εἶναι οὗτος πολὺ μακρὰν τῆς ἀληθείας· πιθανὸν ἐν τούτοις τὸ ὁλικὸν ποσὸν νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ 1,100,000. Οὐχ ἧττον σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο, τὰ 1,100,000 στρέμματα νὰ πληρώσουν τὸν φόρον τῶν 2,960,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ποσὸν πιθανὸν νὰ μὴ βεβαιωθῇ ἅπαν κατὰ τὴν προσεχῆ ἀναθεώρησιν, πιθανὸν νὰ βεβαιωθοῦν 900,000 στρέμματα μόνον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ, ὅτι τὸ περιπλέον ποσὸν πρέπει νὰ προστίθηται ἐφ’ ὅσον βεβαιοῦται, καὶ νὰ ἐλαττώνῃ ἀναλόγως τὸ φορολογικὸν βάρος κατὰ στρέμμα, ἂν ἦναι ποσόν, ὅπερ ὑπῆρχε καὶ ἔδει νὰ φορολογῆται κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελον ἐκλίπει στρέμματα. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐγενόμην καταληπτός. Ὑποθέσατε ὅτι 50,000 στρέμματα ἐβεβαιώθησαν μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ γείνῃ ἡ ἐπανάληψις τῆς βεβαιώσεως τῶν φορολογητέων ἀμπέλων· νομίζω, ὅτι αἱ 50,000 αὗται στρεμμάτων πρέπει νὰ ὑπολογίζωνται, δηλαδὴ νὰ προστίθενται εἰς τὸ ἀρχικὸν ποσὸν ὡς εἰς ὁλοκληρωτικὸν ποσὸν διὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου κατὰ στρέμμα, νὰ μὴ θεωρῶνται ἑπομένως νέα στρέμματα, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, προσεῖχεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαρχόντων ἐν ἡλικίᾳ στρεμμάτων, καὶ εἶπεν, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν πρέπει νὰ ἐπιπέσῃ ὁ φόρος τῶν 2,960,000 δρ. Λοιπὸν ὅσα στρέμματα ἔκτοτε ἐξέλιπον τυχόν, αὐτὰ δὲν αὐξάνουν τὸ φορολογικὸν βάρος τοῦ στρέμματος, οἷον ἐν ἀρχῇ ὡρίσθη, αὐτὰ πρέπει πάντοτε νὰ λογίζωνται διὰ νὰ ἐλαττῶται ὁ φόρος, διότι αὐτὴ ἦτο ἡ θέλησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἑπομένως πρέπει μὲν νὰ προστίθενται τὰ στρέμματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν γνωστὰ ἐν ἀρχῇ, νὰ μὴ ἀφαιρῶνται δὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον μὲν καὶ ὑπελογίσθησαν, ἀλλ’ ἔκτοτε ἐξέλιπον. Τοῦτο προδήλως ἐπηρεάζει τὸ φορολογικὸν βάρος, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέμενε καὶ ἐπιμένει, ὅπως τὸ βεβαιωθὲν κατὰ μέσον ὅρον ποσὸν τοῦ παλαιοῦ φόρου πίπτῃ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχει νὰ φανῇ συγκαταβατικὸς πρὸς τὸ ἄλλο, δηλ. τὸν προσδιορισμὸν τοῦ κατὰ στρέμμα φόρου, διὰ τοῦ τρόπου, ὃν ὑπέδειξα, τῆς προσθήκης δηλ. τῶν παραλειφθεισῶν ἀμπέλων, καὶ τῆς μὴ ἐξαιρέσεως τῶν ἐκριζουμένων ἀμπέλων, καὶ νὰ καθορίσῃ σαφεστέραν ἐν τῷ νέῳ νόμῳ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς διοικήσεως, ὅπως τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ προσδιορίζῃ ἐξ αὐτῶν τῶν δεδομένων.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§199ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται ὁ κύριος Ράλλης.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§201Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρωτοκόλλων θὰ λαμβάνῃ μέρος μετὰ τῶν ἄλλων ἀρχῶν καὶ ὁ ταμίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ τίνα ταμίαν ἐννοεῖ.
§202Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸν ταμίαν τῆς ἕδρας τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας· διότι ὅπου ἑδρεύει Ἐφορία, ὑπάρχει καὶ ταμίας.
§203ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι πανταχοῦ. Ἐν Λαυρίῳ π. χ. δὲν ὑπάρχει ταμίας, ὑπάρχει ὑποταμίας. Ἐὰν παραδεχθῆτε καὶ τὸν ὑποταμίαν, εὐκολύνετε τὴν ἐργασίαν.
§204ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὔκολος ἡ ἀναπλήρωσις· μεταβαίνει ὁ ἐπαρχιακὸς ταμίας καὶ ἐκτελεῖ τὴν ἐργασίαν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§206ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι λείπει ἡ προθεσμία.
§207Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴπομεν, ὅτι τὰς διορίας ἐν γένει τοῦ νόμου τὰς φυλάττομεν.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.
§209ΚΑΙΡΗΣ. Ἀποσύρω τὴν ἰδικήν μου.
§210ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀποσύρω τὴν ἰδικήν μου.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§212Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα, κύριε Ὑπουργέ, πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι ὄχι μόνον τὸ ὑπερβάλλον τῶν τριῶν δραχμῶν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐπὶ πλέον.
§213Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ διάταξις αὕτη, ὡς διετυπώθη, εἶναι ἀτελής, θέλει δὲ εὑρεθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ τοῦ ἀδυνάτου τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου. Ὑποθέτω, ὅτι πρόκειται περὶ ἀμπέλων, αἱ ὁποῖαι καταλογίζονται διὰ ποσοῦ κατωτέρου τῶν τριῶν δραχμῶν. Ἡ νέα κατανομὴ δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς αὔξησιν τοῦ ὅρου τούτου τοῦ φορολογικοῦ διὰ τὰς ἀμπέλους αἱ ὁποῖαι καταλογίζονται μέχρι τῶν τριῶν δραχμῶν. «Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς νέας ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ παρόντος νόμου βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται διὰ τὸ ἔτος 1899 καὶ τὸ ὑπερβάλλον τῶν τριῶν δραχμῶν, ἐὰν κατὰ τὴν νέαν ἀπόφασιν ὑπάρχῃ τοιοῦτον», λέγει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον ὑπερβάλλον τὰς τρεῖς δραχμάς, τότε ζητεῖτε αὐτὸ, ἐὰν ὅμως πρόκειται περὶ ἀμπέλων, τῶν ὁποίων ὁ φορολογικὸς ὅρος καταλογίζεται εἰς δραχμὴν μίαν, καὶ δυνάμει τῆς νέας ἀναθεωρήσεως τοῦ πρωτοκόλλου καταλογισθῇ ὁ φόρος εἰς δραχμὴν 1 καὶ λεπ. 50, τὰ 50 λεπτὰ δυνάμει τίνος διατάξεως θὰ τὰ εἰσπράξητε; Δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ἄρθρον διετυπώθη πλημμελῶς. Ἡ διάταξις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὤφειλε ν’ ἀναχωρήσῃ ὁ συντάκτης, εἶναι τὸ ἄρθρον 3· ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ἄρθρον 3 ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νέος καταλογισμός.
§214Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ διόρθωσις ἐπέρχεται ἀφαιρουμένων τῶν λέξεων «τῶν τριῶν δραχμῶν».
§215Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα. Οὕτω διορθοῦται.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς διαγραφῆς τῶν λέξεων «τῶν τριῶν δραχμῶν», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900 καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἰδίου ἔτους 1900 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1900. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 60,473 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. 3) Περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δραχ. 107,238,734.85. 4) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δραχ. 15,236,267.40. 4) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 384,602 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 6) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 10,048.58 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 7) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἐκ δραχ. 323,347.16. 8) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἐκ δραχμῶν 72,000).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 40′ μ. μ.)