1899.12.16
3,053 rows · 24,379 words · 190 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
τῆς 16 Δεκεμβρίου 1899.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ δραχ. 323,347.16» καὶ «περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἐκ δραχ. 72,000». Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 42–43). Ὁ λαὸς τοῦ Λεωνιδίου διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως οἱ δῆμοι Κυνουρίας ὑπαχθῶσι δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου.
§2Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ὅπερ ἐστάλη μετὰ τὴν συγκρότησιν συλλαλητηρίου τῶν κατοίκων Λεωνιδίου, οἵτινες ζητοῦσι νὰ ὑπαχθῶσιν οἱ δῆμοι τῆς Κυνουρίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίου, εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Φικιώρη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ χῆραι τῶν κατὰ τὸν πόλεμον φονευθέντων ἀστυφυλάκων Κ. Ἀντωνίου καὶ Σ. Δασκαλοπούλου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσιν αὔξησιν τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς αὐτὰς συντάξεως. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κοτυλαίων ἀπέστειλε ψήφισμα πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§4Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ψήφισμα, διότι σχετίζεται μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας. (Ἀναγινώσκεται).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τοῦ Φωτίου Φιλιππάγκου, κατοίκου Ἀθηνῶν, παθόντος ἐκ τῆς τελευταίας πλημμύρας, ζητοῦντος, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων.
§6Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος κατεστράφη δὶς ἐκ τῶν πλημμυρῶν, δι’ ἃς εὐθύνεται τὸ Δημόσιον. Καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι θ’ ἀναγκασθῇ νὰ πληρώσῃ περὶ τὰ πέντε ἑκατομμύρια. Αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ τῶν σιδηροδρόμων Λαυρίου, καὶ Πειραιῶς–Λαρίσης διασταυροῦνται εἰς τὴν θέσιν Ἀττική· ἕνεκα τούτου ἐκεῖ ὑψώθησαν τὰ χώματα, καὶ ἐκλείσθη τὸ ῥεῦμα, δι’ οὗ ἐξέρρεον τὰ ὄμβρια ὕδατα. Ἤδη δὲ ἐπὶ πολυομβρίας, μὴ δυνάμενα νὰ εὕρωσι διέξοδον, πλημμυροῦσι καὶ ἐπιφέρουσι καταστροφὰς εἰς τὰς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Ὑποχρεοῦται δὲ τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημίωσιν, διότι κατὰ τὸ 1897, μετὰ τὴν παράβασιν τῶν ὅρων τῆς ἑταιρείας τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συμφώνως μὲ τὴν σύμβασιν, ἀφῄρεσε τὰς κτήσεις αὐτὰς, ὡς ἐπανερχομένας εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τοῦτο τὰς διαχειρίζεται. Λοιπὸν τὰ ἔργα θεωροῦνται ὡς διατηρούμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ αἱ ἐκ τούτων προερχόμεναι βλάβαι βαρύνουσι τὸ Δημόσιον.
§7Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐν γένει νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἐξετάσῃ δι’ ἐπιτροπῶν τὰς ἐπελθούσας ζημίας, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς παθόντας.
§8Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ νομίζω, ὅτι εἶναι καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ γενικώτερά τινα μέτρα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐνῃσχολήθη εἰς τὴν μελέτην περὶ προλήψεως ἐν τῷ μέλλοντι τῶν πλημμυρῶν ἐντὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ ἐν τοῖς προαστείοις. Ἡμεῖς, ὡς ἐκ τῆς θέσεως ἡμῶν, διατελοῦμεν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προνοεῖ περὶ τούτου. Ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσι πολλὰς γνώμας περὶ προλήψεως πλημμυρῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Τινὲς τούτων εἰσὶ σοβαρώταται καὶ ἐπιστημονικώταται· ἐντύπωσιν δὲ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πλείστους ἐποίησεν ἀνάγνωσις μελέτης ἐν τῷ Συλλόγῳ τῶν Ἑλλήνων Μηχανικῶν ὑπὸ τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ κ. Μάτσα, ὅστις ἐν τῷ ῥηθέντι Συλλόγῳ δι’ ἐμβριθεστάτης ἀγορεύσεως ὑπέδειξε πολλά, τὰ δυνάμενα νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι οἱ κάτοικοι πάντες, τόσον τοῦ Ἄστεως, ὅσον καὶ τῶν περιχώρων, ἀναμένουσι μετ’ ἀγωνίας νὰ ἴδωσιν ἐκθέσεις περὶ τῶν τοιούτων προληπτικῶν μέτρων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ ἔργα ἐκτελεσθησόμενα παρ’ αὐτῆς. Λαμβάνω ἐν τούτοις τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρωθυπουργὸν, ὅπως ἐν τῇ μελέτῃ αὐτοῦ περὶ τούτων καταγείνῃ κυρίως εἰς τὸ σύστημα τῶν ὑπονόμων τῆς πόλεως, καὶ πρὸ πάντων τῆς ὑπονόμου, δι’ ἧς ἐξάγονται τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα τῆς πόλεως. Ἡ ὑπόνομος αὕτη ἐκβάλλει εἰς τὴν θέσιν, ἥτις φέρει τὸ ὄνομα τοῦ προφήτου Δανιήλ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὸ στόμιον τῆς ὑπονόμου αὐτῆς εἶναι ἐντεῦθεν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως μόνον 200 μέτρα, ἑπομένως ἔχομεν τὸ ἄτοπον νὰ ὑπάρχῃ στόμιον ὑπονόμου, ἥτις δέχεται μεγάλην ποσότητα ὑδάτων ἀκαθάρτων, ἐκρεόντων καὶ ἐκβαλλόντων ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Τοιουτοτρόπως, ὅταν τὰ ὕδατα ἐξέρχωνται ἐκ τοῦ στομίου, διαχέονται εἰς μέρη, εἰς ἃ οἱ κάτοικοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐγείρωσιν οἰκήματα. Ὡς ἐκ τοῦ ἀτόπου τούτου, κατὰ τὰς τελευταίας πλημμύρας συνέβη τὸ φοβερὸν γεγονὸς, νὰ ἴδωμεν οἰκίας κατακλυζομένας ὑπὸ τῶν ἀκαθάρτων ὑδάτων τῆς πόλεως, τριάκοντα δὲ οἰκογένειαι, οἰκοῦσαι περὶ τὴν συνοικίαν τοῦ «Προφήτου Δανιὴλ», κατέφυγον ἐντὸς τοῦ ναοῦ, κατοικοῦσαι ἀκόμη ἐντὸς αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐν τῇ μερίμνῃ, ἣν θέλει ἔχει, πρὸς πρόληψιν δυσαρέστων ἐνδεχομένων, ζητήσῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τὴν κατασκευὴν τῆς προεκτάσεως τῆς ὑπονόμου ταύτης τοῦ «Προφήτου Δανιήλ», οὕτως ὥστε τὸ στόμιον αὐτῆς νὰ τεθῇ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, σωθῶσι δὲ οἱ περίοικοι ἐξ ἀφεύκτου πάλιν καταστροφῆς.
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐνόμισα καθῆκόν μου, μετὰ τὰς ἐπελθούσας πλημμύρας, νὰ συστήσω ἐπιτροπὴν ἐκ μηχανικῶν, ὅπως ὑποδείξῃ ῥιζικὰ μέτρα πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ὡς γινώσκετε, ἐὰν τὰ ἔργα περιορισθῶσιν εἰς τὸ Φάληρον ἢ εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς οὐδὲν δύνανται ν’ ἀπολήξωσιν ἀποτέλεσμα. Πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ διευθετήσωμεν τὴν κοίτην τοῦ Ἰλισοῦ καὶ τοῦ Κηφισοῦ, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὰς πλημμύρας. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη καὶ ἐργάζεται μετὰ μεγάλης δραστηριότητος, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν της καὶ τὰς προτάσεις αὐτῆς περὶ τῶν ἐκτελεστέων ἔργων. Ἀλλὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων θ’ ἀπαιτηθῇ οὐχὶ μικρὰ δαπάνη, καὶ θέλομεν ἐξετάσει κατὰ πόσον ὁ δῆμος Ἀθηναίων, κατὰ πόσον ὁ δῆμος Πειραιῶς καὶ κατὰ πόσον τὸ Δημόσιον δέον νὰ ἐπιβαρυνθῶσι, κατὰ πόσον δέον νὰ συνεισφέρωσιν ἐν τῇ δαπάνῃ ταύτῃ. Ἕτερον ζήτημα, ὅπερ ἀπησχόλησε τοὺς προλαλήσαντας, εἶναι τὸ τῶν βοηθημάτων, τὰ ὁποῖα δέον νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς ἐκ τῆς πλημμύρας παθόντας. Τὰς μεγαλειτέρας ζημίας ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι Φαλήρου καὶ Πειραιῶς. Συνενοήθην μετὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Πειραιῶς, καὶ παρεκάλεσα αὐτὴν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν περὶ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας οἱ κάτοικοι ὑπέστησαν. Ὅταν ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑποβληθῇ, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος, ὅπως ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ δυνατοῦ ἀποζημιωθῶσιν οἱ τοσαῦτα ὑποστάντες. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ ἔκθεσις δὲν ὑπεβλήθη· ἐλπίζω ὅτι ἡ ὑποβολὴ αὐτῆς δὲν θέλει βραδύνει. Τὸ αὐτὸ μέτρον πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ διὰ τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ὑποχρέωσις βαρύνει κατὰ πρῶτον λόγον τοὺς δήμους· τὸ Δημόσιον μίαν μόνον ἔχει ὑποχρέωσιν, τὴν ὑποχρέωσιν τουτέστι νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὴν δημοτικὴν πρωτοβουλίαν. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ δήμου Πειραιῶς, δήμου πλουσίου, ἡ βοήθεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἦναι μεγάλη· προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, τοῦ ὁποίου τὰ μέσα δὲν εἶναι μεγάλα, ἡ ἀνάγκη τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου ἔσεται μεγαλειτέρα. Ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει πᾶσαν πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἀπόκειται ὅμως εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ λάβωσι τὴν πρωτοβουλίαν.
§10ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συμβαίνει τι τὸ περίεργον, εὐχάριστον μὲν διὰ τὸν Πειραιᾶ, —καὶ δὲν ψέγω τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τούτῳ,—ἀλλὰ δυσάρεστον διὰ τὰς Ἀθήνας, διότι καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην πλημμύραν διενεμήθησαν εἰς τοὺς ἐν Πειραιεῖ παθόντας 25,000 δραχμαὶ, διὰ τὰς Ἀθήνας δὲ ὡρίσθησαν 15,000, αἵτινες ὅμως δὲν διενεμήθησαν. Τουλάχιστον δὲν εἴδομεν νὰ γείνῃ διανομή τις. Καὶ κατὰ τὰς τελευταίας δὲ πλημμύρας ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῶν κατοίκων Πειραιῶς, οὐδεμία δὲ περὶ τῶν Ἀθηνῶν ἐγένετο συνεννόησις μετὰ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ καὶ διὰ τὰς Ἀθήνας ὅ,τι ἔπραξε καὶ ἐν Πειραιεῖ.
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐγένετο ἡ διανομὴ, περὶ ἧς ὡμίλησεν, ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Αἱ πλημμύραι, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Φάληρον καὶ ὁ Πειραιεὺς, εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτεραι τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἐπεσκέφθην τὰ παθόντα μέρη, ὅτι οὐδεμία μεταξὺ αὐτῶν δύναται νὰ γείνῃ σύγκρισις. Ἄλλως τε οὐδεμία ἐγένετο αἴτησις ἐκ μέρους τῶν Ἀθηναίων, ὅπως ἔλθῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἀρωγόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τὸ ψηφισθὲν ἄλλοτε ὑπὲρ τῶν ἐκ πλημμύρας παθόντων, τοῦτο δὲν διετέθη ὅτε ἔπρεπε νὰ διατεθῇ, δύσκολον δὲ εἶναι νὰ ἔλθωμεν μετὰ τριετίαν ὁλόκληρον ν’ ἀποζημιώσωμεν τοὺς ζημιωθέντας ἐκ πλημμύρας, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν τὸ 1896, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον αἱ ζημίαι δὲν ἐξετιμήθησαν τότε. Ἐὰν αὗται εἶχον ὁρισθῆ καὶ ἐπρόκειτο μόνον περὶ καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως, βεβαίως τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο κἄπως εὔκολον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη μέχρι τοῦδε. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς τελευταίας πλημμύρας, νὰ ἔλθω εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ κυρίου δημάρχου Ἀθηναίων, καίτοι νομίζω, ὅτι ὁ δήμαρχος ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν νὰ προκαλέσῃ τὴν τοιαύτην συνεννόησιν. Τοῦτο ὅμως οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, καὶ αὔριον θὰ προσκαλέσω τὸν κ. δήμαρχον.
§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐννοῶ τὰς δυσκολίας, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ γνωρίζω, ὅτι μεγάλη περίσκεψις ἀπαιτεῖται περὶ τὴν διανομὴν τοῦ ἐψηφισμένου ποσοῦ, ἀφοῦ ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη δὲν ἐγένετο αὕτη. Ἀλλ’ ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελε νὰ ἐπιληφθῇ αὐτὸς οὗτος τῆς ὑποθέσεως, καὶ ζητήσῃ νὰ προσαχθῇ αὐτῷ ὁ φάκελος, ὅστις βεβαίως ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐξετάσῃ τί ἐγένετο, προκειμένου περὶ τῆς διανομῆς τῶν ἰδιωτικῶν βοηθημάτων, ἅτινα διετέθησαν ὑπὲρ τῶν παθόντων, — ἀνεπαρκῆ βεβαίως, — ἐκ τῆς ἐξετάσεως ταύτης θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν τότε ἡ Κυβέρνησις εἶχε προσκολλήσει ἕνα τῶν ἀστυνόμων, κατώρθωσε νὰ διανείμῃ 10,000 δραχμὰς εἰς τοὺς παθόντας ἐν Ἀθήναις, κατὰ τρόπον, ὅστις ἀληθῶς εἶναι σπάνιον μετὰ τοσαύτης νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀκριβείας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε πρόκειται περὶ τῶν τοιούτων βοηθημάτων. Ἔχω ἐνταῦθα ἀντίγραφον καταλόγου, ὃν ἔλαβον ἀπὸ πέρυσιν ἐξ ἀφορμῆς τῶν παραπόνων τῶν παθόντων, — οἵτινες ἔπαθον ὁλοσχερῆ καταστροφὴν, — παρὰ μέλους τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐργασθείσης τότε. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπετελεῖτο ὑπὸ τοῦ ἀποστράτου ταγματάρχου κ. Λιβανίου, ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου κ. Ι. Κατσαροῦ, ὑπὸ τοῦ καθηγητοῦ κ. Ραζέλου, ὑπὸ ἑτέρου πολίτου, τοῦ κ. Σιγάλα, διερμηνέως, καὶ ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διορισθέντος κ. Διονυσίου Παπαδοπούλου, ἀξιωματικοῦ τοῦ πεζικοῦ, ἀστυνόμου τοῦ πρώτου τμήματος. Διενεμήθησαν δὲ τὰ βοηθήματα, ἀφοῦ ἐξετιμήθησαν αἱ ζημίαι, καὶ ἐν ἑκάστῃ στήλῃ εἶναι ἀναγεγραμμένον ἀπέναντι τῶν ὀνομάτων τὸ ποσὸν, ὅπερ συμμέτρως ἀνελογίσθη ἐπὶ τῶν πρὸς διανομὴν 10,000 δραχμῶν δι’ ἕνα ἕκαστον, κατὰ λόγον τῆς ζημίας· εἶναι δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα ἀναγεγραμμένα κατὰ δόσεις, διότι διενεμήθησαν τὰ βοηθήματα ταῦτα εἰς τρεῖς δόσεις. Εἶναι ἀρτία ἐργασία, ἥτις, ἀφοῦ ἐγένετο ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς χεῖρας αὐτῆς. Λοιπὸν λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα ὑπέδειξεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, τοῦ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὀφείλοντος νὰ δεικνύῃ μέριμναν φιλάνθρωπον ὑπὲρ τῶν παθόντων, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ σκεφθῇ, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὑπὲρ τῶν παθόντων τότε ἐκ τῆς πλημμύρας ὁρισθὲν, διανεμηθῇ δικαίως, εἰ δ’ ἄλλως, δαπανηθῇ εἰς φιλανθρωπικὸν ἵδρυμα ἐν Ἀθήναις, ὅπως συνέβη καὶ ἐν Λαρίσῃ καὶ ἀλλαχοῦ. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων ζημίας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ ὅτι, ἐκτὸς τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ παθόντων, δέον νὰ δοθῇ ἀνακούφισίς τις καὶ εἰς τοὺς χωρικοὺς τοῦ χωρίου Κουκουβαούνων, οἵτινες κατεστράφησαν ὁλοσχερῶς, καθόσον πλέον τῶν 50 οἰκιῶν παρεσύρθησαν ὑπὸ τοῦ ῥεύματος τοῦ Κηφισοῦ, ἀναβάντος ἐκεῖ, ὅπου ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶχέ ποτε ἀνέλθει. Κατέρρευσαν αἱ οἰκίαι, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ὁποία ἡ μέριμνα, ἡ καταβληθεῖσα πρὸς περίθαλψιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων. Καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἶναι ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος τῆς μετοχετεύσεως τοῦ Κηφισοῦ καὶ τῆς διορθώσεως τῆς κοίτης αὐτοῦ, ὡς καὶ ἡ ὑποστήριξις τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου, οἵτινες ἀπώλεσαν 50 οἰκίας, οἵτινες ἀπώλεσαν τὸ πᾶν, καὶ δι’ οὓς ἡ ἰδιωτικὴ μέριμνα μόνη εἶναι ἥκιστα ἐπαρκής.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέδειξεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν γινώσκει ὅ,τι ἐγένετο. Ἀπόδειξις ὅτι γινώσκει εἶναι, ὅτι ἐλάβομεν μέτρα, καὶ καλῶς γινώσκει ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἀμέσως ἐλάβομεν μέτρα, ὅπως καὶ ἄρτος σταλῇ καὶ κλινοσκεπάσματα ἀποσταλῶσιν. Ἐκτὸς δὲ τούτων, ἐλάβομεν καὶ μέτρα ῥιζικὰ πρὸς διόρθωσιν τῆς κοίτης τοῦ Κηφισοῦ. Γινώσκει δὲ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι καὶ ἔργα ἐξετελέσθησαν πολλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι εὔποροι, καὶ ὅτι τὴν ζημίαν αὐτῶν δύνανται νὰ ἀνορθώσωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁμολογῶ, ὅτι ἐκ τοῦ φακέλου, τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχοντος, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀρυσθῶ φῶτα ἀρκετὰ, ὅπως φωτισθῶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐργασίας. Ὁμολογῶ, ὅτι σήμερον μοὶ ὑπέδειξε τρόπον, δι’ οὗ δύναμαι νὰ φθάσω εἰς ἀποτέλεσμα. Ἐὰν τοῦτο κατορθώσω, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θὰ προσπαθήσω νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τότε δὲν ἐξετελέσθη.
§14Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ ζητήματα τῶν πλημμυρῶν ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, ἐν τῇ πόλει τοῦ Πειραιῶς καὶ ἐν τοῖς περιχώροις, τὰ ζητήματα περὶ τῶν δύο χειμάρρων, τῶν διασχιζόντων τὸ λεκανοπέδιον τῶν Ἀθηνῶν, τὰ ζητήματα τῶν ὑπονόμων τῆς πόλεως, εἰσὶ συναφῆ καὶ συνάλληλα. Δὲν γνωρίζω ἐν τίνι στάσει εὑρίσκονται αἱ περὶ τούτου μελέται τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ εἶναι βέβαιον, ὅπερ δὲ πάντες εὐτυχῶς γινώσκομεν, εἶναι ὅτι, καίτοι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης Συνόδου παρίστατο πλέον ἢ ὥριμος ἡ ὑπόθεσις τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας λίμνης, ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου μέχρι σήμερον παρῆλθον πέντε ὅλοι μῆνες, καὶ τὸ ἔργον, ὅπερ τότε ἐθεωρεῖτο μηδενὸς δεόμενον, εἰσέτι εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀρχῇ τῶν σκέψεων περὶ τοῦ κατορθωτοῦ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν σήμερον, ἢ ὅταν εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κρίνῃ ὅτι εἶναι ἁρμοδία ἡ περίστασις, νὰ μάθῃ, εἰ δυνατὸν, ἡ Βουλὴ, ἐν ποίῳ τάχα σημείῳ εὑρίσκονται αἱ ὡς πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα μελέται τῆς Κυβερνήσεως. Διότι μετὰ μῆνας τέσσαρας θέλει ἐπέλθει, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἡ λειψυδρία, δὲν εἶναι δὲ καθόλου παράδοξον νὰ ἀποδοθῇ ὑπὸ τῶν μωρῶν, ἢ τῶν κακοβούλων, εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀφῆκαν, κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀσθενῶν δυνάμεων αὐτῶν, νὰ ψηφισθῇ ἡ περὶ Στυμφαλίας σύμβασις, νὰ ἀποδοθῇ, λέγω, καὶ ἡ λειψυδρία κατὰ τὸ ἐλευσόμενον θέρος, ὥς τινες ἀθλίως ἀνόητοι, ἢ ἀκινδύνως μοχθηροὶ, ἐφαντάσθησαν ν’ ἀποδώσωσι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πλημμύρας τὴν αἰτίαν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐζήτησαν τότε πληροφορίας περὶ τῆς Στυμφαλίας λίμνης, εἰς ὧν δὲ τὰς ἀγορεύσεις ὀφείλεται, ὅτι δὲν παρέστημεν πρὸ θεάματος ἀρκούντως βεβαίως περιέργου, τοῦ νὰ ἔλθῃ μία νομοθετικὴ ἐξουσία ὁλόκληρος νὰ ψηφίσῃ σύμβασιν, ἥτις εὐθὺς ἀμέσως ἤθελε καταδειχθῆ ἐντελῶς ἀνεκτέλεστος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἦναι διατεθειμένος σήμερον, ἢ ὁποτεδήποτε αὐτὸς ἤθελε θεωρήσει πρέπον, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐν ποίᾳ στάσει εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς καὶ τῶν περιχώρων. Ὁ κ. Μπέσμαν, ἢ ὁ κ. Μπέκμαν, ὡς ἐκαλοῦμεν αὐτὸν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον,—ὅστις μάλιστα διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ἐπὶ τὸ γερμανικώτερον τροπὴν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ἐνῷ εἶναι Γάλλος,—ὁ κ. Μπέσμαν λοιπὸν πρὸ πολλῶν μηνῶν ἀπῆλθε τοῦ Ἄστεως εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀναμένων τὰς πληροφορίας τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν ἡμῶν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὰς Ἀθήνας τὴν γνωμοδότησιν αὐτοῦ. Ἐρωτῶ, ἐπερατώθησαν αἱ μελέται αὗται τῶν ἁρμοδίων; Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι ἐμελέτησαν τὸ ζήτημα· γνωρίζω μάλιστα, ὅτι τινὲς αὐτῶν ὑπέβαλον τὰ πορίσματα τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἁρμοδίως. Ἀλλὰ πάντες οἱ μελετήσαντες, ἢ ἐνταλθέντες νὰ μελετήσωσιν, ἐπεράτωσαν τὰς μελέτας αὐτῶν; Διότι, ἐνῷ ἀγαθοί τινες τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐφαντάζοντο, ὅτι ἤρκει μία Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ μίαν σύμβασιν περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, καὶ ἀμέσως ἤθελον δροσίσει τὴν δίψαν αὐτῶν ἐκ τῶν μελλόντων νὰ εἰσρεύσωσιν ὑδάτων, μετά τινα χρόνον ἔκπληκτοι οἱ ἀφελεῖς οὗτοι ἄνθρωποι ἐμάνθανον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δέεται μεγάλης, πολυχρονίου καὶ σοβαρᾶς μελέτης.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σχετικόν. Ἐξέρχεσθε τοῦ θέματος.
§16Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι σχετικόν. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα τῶν πλημμυρῶν, τῶν ὑπονόμων, καὶ τὰ τῶν χειμάρρων, εἰσὶ ζητήματα συναφῆ καὶ συνάλληλα. Εἶμαι λοιπὸν ἐντὸς τοῦ ὡρισμένου αὐτοῦ θέματος, ὅπερ ἄλλως σχεδὸν ἐπεράτωσα. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐν τῇ μερίμνῃ, ἣν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπεδείξατο περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι θέλουσι βραδύνει αἱ μελέται περὶ τῆς Στυμφαλίας, καταγείνῃ εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον προετείναμεν καὶ συνεβουλεύσαμεν, ἰδίᾳ νὰ ἐνεργηθῇ ἐργασία ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν, ὅπως μὴ κατὰ τὸ θέρος παραστῶμεν πρὸ μεγίστης λειψυδρίας. Εἰσὶ δὲ συναφῆ, ὡς εἶπον, ὅλα τὰ ζητήματα ταῦτα, πλημμυρῶν, ὑπονόμων, χειμάρρων.
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠδυνάμην ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἐπιθυμητὸν θὰ ἦτο, νὰ εἶχε περιορισθῆ εἰς τὴν ἐπερώτησίν του, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, διότι ἡ ἀνάπτυξις προκαλεῖ κατ’ ἀνάγκην συζητήσεις, δυνατὸν δὲ ἡ δοθησομένη ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπερώτησίν του νὰ ᾖναι τοιαύτη, ὥστε νὰ καταστήσῃ περιττὰς ὅλας τὰς ῥητορικὰς φράσεις, αἵτινες μετ’ ἀρκετῆς δόσεως εἰρωνείας ἐλέχθησαν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἄνευ λόγου παρεμποδίζουσι τὴν ἤρεμον συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ τόσον ἐνδιαφέροντος θέματος τῆς ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Γινώσκετε ὅλοι, ὅτι μετὰ τὰς συζητήσεις τὰς διεξαχθείσας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν, ἵνα μετακαλέσῃ ἐξ Εὐρώπης ἐπιστήμονα ἀναμφισβητήτου ἀξίας, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Μετεκαλέσατο λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὸν κ. Μπέκμαν, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐνταῦθα, μετέβη εἰς Στυμφαλίαν, μετέβη εἰς τὴν Κωπαΐδα λίμνην, ἐπεσκέφθη τὸν Μέλανα ποταμόν, ἐπεσκέφθη τὸ λεκανοπέδιον τῶν Ἀθηνῶν καὶ διέγραψε πρόγραμμα πληροφοριῶν, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ προτείνῃ τὰ μέτρα τὰ ὁριστικὰ, τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὸν ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν, ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάσεως. Ἀμέσως ἐσχημάτισα διαφόρους ἐπιτροπάς, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἐκείνων, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Μπέκμαν. Εἶχεν ἀνάγκην πρῶτον νὰ γείνωσιν ἐπανειλημμέναι καταμετρήσεις τοῦ ὕδατος τῆς Στυμφαλίας, εἶχεν ἀνάγκην νὰ μελετηθῇ καὶ ἡ γραμμὴ ἡ ὅλη τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, εἶχεν ἀνάγκην νὰ γείνωσι καταμετρήσεις τῶν ὑδάτων τοῦ Μέλανος, ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην ἐπίσης νὰ μάθῃ, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος, ὑποτιθεμένου ὡς λελυμένου τοῦ ζητήματος τῆς διαθέσεως τῶν ὑδάτων τούτων, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ χρῆσις τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος πρὸς ἀνύψωσιν τῶν ὑδάτων τοῦ Μέλανος, πρὸς διοχέτευσιν αὐτῶν εἰς Ἀθήνας. Τὰ ὕδατα ταῦτα εὑρέθησαν ἀφθονώτατα, ἀλλὰ μένει πάντοτε τὸ ζήτημα, ἂν διὰ τῆς καταπτώσεως, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ σχηματίσῃ διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνύψωσις τῶν ὑδάτων· διότι, ἐὰν τυχὸν ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ ὕδατα ταῦτα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως ἀποτελεσθῇ πτῶσις, ἡ ὁποία διαρκοῦντος ὅλου τοῦ ἔτους νὰ ὑφίσταται, βεβαίως δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῶν ὑδάτων τούτων. Ἡ μελέτη αὕτη ἐπερατώθη ἤδη, καὶ ἐστάλησαν τὰ πορίσματα τῆς μελέτης, ἐπερατώθησαν δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ αἱ ἄλλαι μελέται. Μία ἐπιτροπὴ μόνον, προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, δὲν ὑπέβαλεν εἰσέτι τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν της· ἀλλ’ ὥρισα εἰς αὐτὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐλπίζω ὅτι θὰ ὑποβάλῃ ταύτας, καὶ ἅμα ὡς ὑποβληθῶσι, θέλουσι καὶ αὗται σταλῆ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Μπέκμαν εὗρεν, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ γείνωσι δοκιμαὶ παρὰ τὴν Ἐλευσῖνα, διότι ὑπέθετεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ ὑδροφόρον στρῶμα. Τὴν διεύθυνσιν τῶν μελετῶν καὶ τῶν δοκιμῶν τούτων ἀνέλαβεν ὁ μηχανικὸς κ. Σοῦτσος, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, πολλάκις καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τῶν ὑδάτων τῆς πρωτευούσης.
§18ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Θριασίου πεδίου;
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· ἐπὶ τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἡ ἐργασία ἤρχισεν ἤδη, καὶ εἰς τὰ μέρη τὰ προσεγγίζοντα τὴν θάλασσαν εὗρεν ὁ κύριος Σοῦτσος ἄφθονον ὕδωρ, ἀλλὰ ποιότητος κακῆς· καθ’ ὅσον ὅμως τὰ ἔργα ἐξετελοῦντο εἰς μέρη ἀπέχοντα τῆς θαλάσσης, εὑρέθη ὕδωρ καλλίστης ποιότητος καὶ κατὰ τὸν κ. Σοῦτσον ἀφθονώτατον. Ἐάν τις ἀκούσῃ τὸν κύριον Σοῦτσον, εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως, διότι κατ’ αὐτὸν τὸ ὑδροφόρον στρῶμα ἔχει τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε βεβαίως θὰ ὑπάρχῃ ποσὸν ἐπαρκὲς εἰς τὴν ὕδρευσιν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζω, ἂν πρέπει νὰ δοθῇ ἀπόλυτος πίστις εἰς τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Σούτσου. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τὰ φρέατα, τὰ παρ’ αὐτοῦ γενόμενα, παρουσίασαν, ἤθελον παρουσιασθῆ κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον ἢ Σεπτέμβριον, δηλ. πρὸ τῶν βροχῶν, νομίζω ὅτι ἡ αἰσιοδοξία αὐτοῦ κατὰ πολὺ ἤθελεν εἶναι δεδικαιολογημένη. Ὅπως δήποτε ὁ κ. Σοῦτσος συνέταξεν ἔκθεσιν λεπτομερεστάτην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ἀναπτύσσονται ὅλοι οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ πεποίθησις αὐτοῦ βασίζεται, καὶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην μὲ τὰς μελέτας ὅλας ἐστείλαμεν εἰς τὸν κ. Μπέκμαν. Ὡς εἶπον δέ, μετ’ ὀλίγον ἅπασαι αἱ μελέται, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται ἐν τῷ προγράμματι τῷ καταρτισθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Μπέκμαν, θὰ συμπληρωθῶσιν, εὐθὺς δὲ ὡς λάβῃ ταύτας ὁ κ. Μπέκμαν, ἠθέλομεν ἔχει μίαν ὁριστικὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ὑπονόμων, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐμελέτησε κατὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι διαμονήν του ὁ κ. Μπέκμαν, καὶ πρὶν ἢ ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἀθηνῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται εὐχερέστατα νὰ λυθῇ, δὲν ἔχει δὲ ἀνάγκην ἢ ὀλίγων τινῶν εἰσέτι πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας παρήγγειλεν, ὅπως συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν του. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε κατ’ αὐτὸν τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ λελυμένον. Νομίζω ὅτι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποδείξῃ, θὰ ἦναι διάφορος τῆς ὑποδειχθείσης κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ὁ κ. Μπέκμαν φρονεῖ, ὅτι ὡς ἐκ τῶν μεγάλων βροχῶν, τὰς ὁποίας πολλάκις ἔχομεν ἐν Ἀθήναις, δὲν εἶναι καλὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦ tout à l’ égout, δηλαδὴ ἡ αὐτὴ ὑπόνομος νὰ δέχηται τὰ ὄμβρια ὕδατα καὶ τὰ ἀκάθαρτα, ὅτι δὲ κατ’ αὐτὸν καλὸν θὰ ἦτο νὰ τελειοποιηθῇ τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον, ὅπως δέχηται τὰ ὄμβρια ὕδατα, νὰ γείνῃ δὲ ἓν νέον σύστημα ὑπονόμων, διαστάσεων πολὺ μικροτέρων, ὅπως τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα διοχετεύωνται. Περὶ τούτων, ὅλων Κύριοι, ὡς βλέπετε, ἠσχολήθην δραστηρίως. Τὸ ζήτημα, ὡς ἀνέπτυξα εἰς ὑμᾶς, πολλὰς ἔκαμεν ἤδη προόδους. Τουλάχιστον αἱ προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι πᾶσαι ἐπερατώθησαν σχεδόν, ἀπομένει δὲ νὰ ἴδωμεν ποία θὰ ἦναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Μπέκμαν, ἀφοῦ λάβῃ ὅλας αὐτὰς τὰς πληροφορίας. Ἡ αὐθεντία δὲ τοῦ μηχανικοῦ τούτου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὑποθέτω, ὅτι τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν μελετῶν τούτων θὰ ἐξαγάγῃ, θὰ γείνωσι παρ’ ὅλων ἀποδεκτά. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§20Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν μόνον μίαν διασάφησιν. Ἂν δηλονότι ὁ μηχανικὸς, συμβουλεύσας τὴν ἀναζήτησιν ὑδάτων διὰ τῆς ἀνορύξεως φρεάτων ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, εἶπεν ὅτι ἡ ἀνεύρεσις ὑδάτων ἔσται διαρκὴς, ὥστε μετ’ ἐμπιστοσύνης ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑδρεύσεως νὰ στηριχθῇ ἡ πόλις. Διότι νομίζω, ὅτι δύσκολον δὲν εἶναι νὰ εὑρεθῶσιν ὕδατα διὰ φρεάτων, ἀλλὰ διαρκείας ὄχι μεγάλης. Πρὸς τίνα σκοπὸν ὑπέδειξεν αὐτὴν τὴν λεκάνην; ὅπως ἐν αὐτῇ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως πλῆρες; ἢ πρὸς βοηθητικὴν ὕδρευσιν;
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται, ὅτι πρὶν γείνωσιν αἱ ἀπαιτούμεναι δοκιμαὶ δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀσφαλῶς ποία θὰ ἦναι ἡ ποσότης τοῦ ὕδατος, ἡ ὁποία διὰ τοῦ συστήματος τῶν φρεάτων δύναται νὰ εὑρεθῇ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸ ὑδροφόρον στρῶμα ἐκτείνεται εἰς ἔκτασιν πολὺ μεγάλην, ἐννοεῖται ὅτι τότε, ἐπειδὴ τὰ ὀροπέδια, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ ὕδατα εἰσέρχονται ἐντὸς τοῦ ὑδροφόρου τούτου στρώματος, ἔχουσιν ἔκτασιν μεγίστην, εἶναι πιθανὸν διὰ τοῦ ὕδατος τούτου νὰ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων τοῦτο δὲν δύναται βεβαίως νὰ λυθῇ ὑπὸ τοῦ κυρίου Μπέκμαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρεκίνησε τὸν κ. Μπέκμαν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων μηχανικῶν ἐπὶ τοῦ σημείου ἐκείνου, εἶναι τὸ γενόμενον ἤδη ἐν Βενετίᾳ καὶ ἐν Βουκουρεστίῳ. Ἐν Βενετίᾳ, ὅπου ἦτο πολὺ δύσκολος ἡ ὕδρευσις τῆς πόλεως, ἐλύθη διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν ἐφαντάζετο, πρὶν ἐκτελεσθῇ. Εἰς ἔκτασιν πολὺ μικρὰν σχετικῶς ἐγένοντο πολλὰ φρέατα, συνεκοινώνησαν τὰ πολλὰ ταῦτα φρέατα μεταξύ των, καὶ τὰ φρέατα ταῦτα ἐπαρκοῦσι πληρέστατα πρὸς ὕδρευσιν τῆς πόλεως Βενετίας ἄνευ πολλῶν δαπανῶν.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸ πολλοῦ χρόνου;
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν. Τὸ αὐτὸ σύστημα ἐφηρμόσθη ἐν Βουκουρεστίῳ ἐν μεγάλαις διαστάσεσι, διότι ἡ πεδιὰς εἶναι πολὺ μεγάλη καὶ ἔδωκεν ἐκεῖ λαμπρὰ ἀποτελέσματα, καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὑδρεύεται τὸ Βουκουρέστιον. Τὰ παραδείγματα ταῦτα ἔπεισαν τὸν κ. Μπέκμαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ μελέτη ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, δὲν ἠδύνατο δὲ οὐδ’ αὐτὸς ν’ ἀποφανθῇ, καὶ δὲν δύναμαι ἑπομένως καὶ ἐγὼ ν’ ἀποφανθῶ, πρὶν ἢ γείνωσιν αἱ μελέται, πρὶν ἢ ἀποδειχθῇ ὁπόση εἶναι ἡ ἔκτασις τοῦ ὑδροφόρου στρώματος, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ ὕδατος τοῦ ῥέοντος. Σήμερον δύναμαι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι αἱ παρὰ τοῦ κ. Μπέκμαν διαταχθεῖσαι μελέται παρουσιάζουσιν ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐκτελῶν ταύτας μηχανικὸς θεωρεῖ λίαν εὐάρεστα. Εὐτύχημα δὲ ἀληθῶς θὰ ἦτο, ἂν κατωρθοῦτο, ὅπως διὰ τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου λυθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ὄχι ὁριστικῶς διὰ μέλλον ἀπώτατον, ἀλλὰ διὰ 40 ἢ 50 ἔτη. Καλῶς ἐννοεῖτε, ὅτι, ἐὰν ἐκ τοῦ πεδίου ἐκείνου ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωμεν ποσότητα ὕδατος 40 ἢ 50 ὀκάδων, τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς θὰ ἦτο λελυμένον διὰ εἴκοσιν ἢ τριάκοντα ἔτη. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, πρὶν ἢ ὁριστικῶς ἀποφανθῇ ὁ κ. Μπέκμαν, δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω ὁριστικῶς εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ τὸ λύσῃ ὁ ἴδιος, ἐρχόμενος ἐνταῦθα;
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸς θὰ κρίνῃ, ἀφοῦ λάβῃ τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματός του ἐξετέλεσαν οἱ μηχανικοί, ἂν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῶν μελετῶν ἐκείνων νὰ βασίσῃ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς, ἢ ἂν θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ ἐνταῦθα, ὅπως ἐπὶ μελετῶν ἰδίων στηρίξῃ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδώσῃ.
§26Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσα ἀνεκοίνωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀφορῶσι τὴν ῥιζικωτέραν θεραπείαν τῆς λειψυδρίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ταῦτα, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν λυθῇ τὸ ζήτημα, ὑπόσχονται λύσιν αὐτοῦ εἰς ἀπώτερόν τι μέλλον, μετὰ τρία, τέσσαρα ἢ καὶ πέντε ἔτη.
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά!
§28Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ μεταφερθῶσιν εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ τὰ ὕδατα τῆς Βοιωτίας, εἴτε τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, βεβαίως θ’ ἀπαιτηθῇ διάστημα χρόνου τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν. Ἐὰν ἀποδειχθῇ βάσιμος ἡ γνώμη τοῦ μηχανικοῦ κ. Σούτσου, ὅτι ὑπάρχει ἀρκετὸν ὕδωρ ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, βεβαίως καὶ διὰ τὴν διοχέτευσιν αὐτοῦ, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ φυσικὰ διὰ μηχανικῆς ἀνυψώσεώς του καὶ διὰ διατρήσεως ἴσως τῶν πέριξ βουνῶν, βεβαίως θ’ ἀπαιτηθῶσι δύο ἢ τρία ἔτη.
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά!
§30Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔστω καὶ δύο ἔτη μόνον. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κρίνωμεν σήμερον· δυνάμεθα μόνον νὰ εὐχηθῶμεν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ληφθῇ ἡ ἀπόφασις, διὰ νὰ συντομευθῇ ὁ χρόνος τῆς ὁριστικῆς αὐτοῦ λύσεως. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα σήμερον ἐνώπιον προσεχοῦς θέρους, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει μὲν βεβαιότης, ἀλλὰ ὑπάρχει φόβος, μήπως τὸ προσεχὲς θέρος, ἂν μὴ ἐπαυξήσῃ ἡ λειψυδρία τοῦ παρελθόντος, ἐξακολουθήσῃ οὐχ ἧττον ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ἀπαιτουμένου ὕδατος διὰ τὴν ὕδρευσιν τῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν λῆψις μέτρων προσωρινῶν, ὅπως κατὰ τὸ προσεχὲς θέρος αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς ἔχωσιν ἐπαρκὲς ὕδωρ πρὸς ὕδρευσιν. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύναται εὐκόλως νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπ’ εὐθείας καὶ ἄνευ πολλῆς μελέτης,—διότι ἐξ ὅσων ἤκουσα καὶ ἐπληροφορήθην, μελέται ὑπάρχουσιν,—εἶναι ἔργα πρόχειρα, ἔργα τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτοῦσι δαπάνας ὑπερβαινούσας τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται ἐν τῷ χρονικῷ διαστήματι τῷ ὑπολειπομένῳ μέχρι τοῦ θέρους νὰ ἐκτελεσθῶσι. Τὰ ἔργα ταῦτα εἶναι τὸ καθάρισμα τοῦ ὑδραγωγείου τοῦ Ἀδριανοῦ καὶ ἡ περισυλλογὴ—ἄνευ βλάβης, ἐννοεῖται, τῆς ὑδρεύσεως— ἔξω τῶν Ἀθηνῶν διαφόρων ὑδάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ αὐξήσωσι κατὰ πολὺ τὰ ὑπάρχοντα, τὰ ἐρχόμενα ἐκ τοῦ πεδίου τῆς Ἀττικῆς εἰς Ἀθήνας. Ἡ ἐργασία αὕτη ἐπιβάλλεται τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον δὲν ὑπόσχεται μόνον τὴν προσωρινὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ προσεχοῦς Θέρους, ἀλλὰ παρέχει καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν εὐρυτέραν ἐπιχείρησιν τῆς ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἔργα ἕτοιμα, εὐκολύνοντα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ συνόλου τῆς ἐργασίας τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων, διότι καὶ τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον θὰ χρησιμοποιηθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲν, ἐὰν ἔλθωσι τὰ ὕδατα τῆς Βοιωτίας, κατὰ μέγα δὲ μέρος, ἐὰν πρόκειται νὰ ἔλθωσι τὰ ὕδατα ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου ἢ καὶ ἐκ τῆς Στυμφαλίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐκτελεσθῇ δαπάνη, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ν’ ἀποβῇ ἄχρηστος. Τοὐναντίον ἡ δαπάνη αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ καὶ μετὰ τὴν ὁριστικὴν λύσιν, ἔστω καὶ μὲ ἐλάττωσίν τινα, θὰ χρησιμεύσῃ ὅμως ἀναμφισβητήτως διὰ τὴν θεραπείαν τῆς ἐλλείψεως ὕδατος κατὰ τὸ προσεχὲς θέρος. Εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὡρισμένην ἀπόφασιν περὶ ἐκτελέσεως τῶν ἔργων πρὸς προσωρινὴν ὕδρευσιν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ πρὸς τοῦτο νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ προκαλέσωσι συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, δὲν πρέπει δὲ νὰ προκαλέσωσι συζήτησιν οὐδ’ ἐπὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνέκρινε νὰ ἐργασθῇ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ πρῶτον γίνεται εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοίνωσις τοιαύτη, αὕτη δὲ λαμβάνει τὸ πρῶτον γνῶσιν αὐτῆς, ἐὰν ἐτήρει ἀπόλυτον σιωπὴν, ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποληφθῇ ἡ σιωπὴ αὐτῆς ὡς ἔγκρισις τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνέκρινε νὰ ἐργασθῇ. Διὰ τοῦτο ὑπέλαβον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ποιήσωμαι ἐπιφύλαξιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὀρθῶς προσέφυγεν εἰς τὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις καὶ εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα ἀλλοδαπῶν· ἀλλὰ προσέφυγε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐξήρτησεν ἀπὸ τοῦ ἀλλοδαποῦ ἐπιστήμονος μόνον τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν κρίσιν, διετήρησεν ὅμως εἰς ὅλα τὰ ὄργανα τῆς ἐγχωρίου ἐπιστήμης τὴν συλλογὴν πάντων τῶν στοιχείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐξενεχθῇ ἡ κρίσις τοῦ ἀλλοδαποῦ ἐπιστήμονος. Τὸ σύστημα μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πλημμελές. Ἐγὼ δὲ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διαχειρίζωμαι εὐθύνην διὰ τόσον μεγάλην ἐπιχείρησιν, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ προσφύγω εἰς μέτρα ῥιζικὰ καὶ πλήρη, ἤτοι ἤθελον ζητήσει νὰ ἐξεύρω ἄλλο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤθελον χρησιμοποιήσει τὴν ἀλλοδαπὴν ἐπιστήμην ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς κρίσεως, ἂν πρέπει νὰ προτιμηθῇ αὕτη ἡ διοχέτευσις ἢ ἐκείνη ἡ διοχέτευσις, ἂν πρέπει νὰ ἐκλέξωμεν ἐκείνας τὰς πηγὰς ἢ ταύτας τὰς πηγὰς, ἀλλὰ κατὰ τὸ ὁποῖον ἤθελον ἐξαρτηθῆ ἀπὸ τὴν ἀλλοδαπὴν ἐπιστήμην καὶ ἡ διεύθυνσις τῶν κατὰ μέρος προκαταρκτικῶν ἐργασιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει στηριχθῆ ἡ κρίσις. Διότι βεβαίως ἡ κρίσις ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα θέλουσι χορηγηθῆ εἰς τὸν μέλλοντα νὰ κρίνῃ· ἐὰν δὲ τὰ διδόμενα δὲν εἶναι ἀκριβῆ ἢ πλήρη, ἡ κρίσις τοῦ ἐπιστήμονος ἀλλοδαποῦ δύναται νὰ παραπλανηθῇ καὶ νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ εἰς ἀληθῆ ἀποπλάνησιν. Εἶπον τὰς παρατηρήσεις ταύτας οὐχὶ ἵνα ἐνασκήσω ἔλεγχον ἢ νὰ προκαλέσω συζήτησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνεργήσας κατ’ ἄλλο σύστημα, εἶναι εἰς τὸ τέλος τῶν πράξεών του. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ποιήσωμαι ἐπιφύλαξιν ὑπὲρ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ διεξαχθῇ ἡ σπουδαιοτάτη αὕτη ἐργασία.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Γιαννηκώστας κατέθηκεν ἀναφορὰν περὶ ἐγκαταστάσεως ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας εἰς τὸ χωρίον Καπανδρίτι, ὅπερ εἶναι τὸ κέντρον τῶν δήμων Ὠρωπίων καὶ Μαραθῶνος.
§33Ν. ΓΙΑΝΝΗΚΩΣΤΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§36Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὀλίγα λεπτὰ διὰ νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν, διότι νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον, ὡς Ὑπουργὸς, νὰ μὴ ἀφήσω ἐκτεθειμένην τὴν ὑπόληψιν ἀξιωματικοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ βεβαίως ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀκούσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ δώσω, διότι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πρέπον νὰ μένῃ ἐν τῇ πλάνῃ, προκειμένου περὶ τῆς ὑπολήψεως ἀξιωματικοῦ διακεκριμένου. Χθὲς, ὁμιλῶν περὶ τῶν λαβόντων χώραν εἰς τὸν Τάραντα καὶ ἀναγνώσας εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ πλοιάρχου Ζώτου, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ ἀνάκρισις τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἀφῆκα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἴσως ὁ ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Χατζηκυριάκος εἶναι ὁ ὑπεύθυνος τῆς καταστάσεως ταύτης. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι χθὲς δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὁ κ. Χατζηκυριάκος ἢ ἄλλος τις Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν κατάστασιν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε δὲ, χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος κ. Βασιλειάδης, ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶχε διευκρινηθῇ, ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ζητήσῃ τὴν καταδίωξιν τοῦ κυρίου Χατζηκυριάκου, νὰ κάμῃ παρατήρησιν, ὅτι ὁ κ. Χατζηκυριάκος προεβιβάσθη, ἐνῷ εἶναι αἴτιος μιᾶς τοιαύτης ζημίας τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰ λοιπά. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς κ. Χατζηκυριάκος εἶναι ἐντελῶς ξένος τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὁ κ. Χατζηκυριάκος διετέλεσεν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τῆς 21 Σεπτεμβρίου 1897, ἐπέβαλε τὴν ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ παραίτησίν του περὶ τὰ τέλη τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1898, καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησίς του τὴν 25 Φεβρουαρίου 1898. Τὸν κ. Χατζηκυριάκον διεδέχθη προσωρινῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ἐκ Κέας συνάδελφος κ. Κόρπας, ὁ ὁποῖος διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐπὶ ἕνα ἢ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ὁ κ. Κόρπας, ὡς Ὑπουργὸς, ἐξέδωκε τὴν διαταγὴν τῆς ἀποστολῆς τῶν θωρηκτῶν εἰς τὸν Τάραντα. Τὰ θωρηκτὰ ὅμως ἀνεχώρησαν ἐξ Ἑλλάδος διὰ τὸν Τάραντα, ὅτε ὁ κ. Κόρπας εἶχεν ἀποσυρθῆ τῆς προσωρινῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, περιορισθεὶς μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀνέλαβεν ὁ πλοίαρχος κ. Μιαούλης. Ἡ ἐπισκευὴ λοιπὸν τῶν θωρηκτῶν εἰς τὸν ναύσταθμον τὸν Ἰταλικὸν τοῦ Τάραντος ἐγένετο ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Μιαούλη. Ἐὰν δὲ τὰ πορίσματα τῆς ἐκθέσεως ταύτης τοῦ διορισθέντος νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀνάκρισιν πλοιάρχου κ. Ζώτου εἶναι βάσιμα, ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς εἶναι ὁ κ. Μιαούλης. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, διότι θὰ ἦτο ἄδικον νὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ κ. Χατζηκυριάκος ἦτο τότε Ὑπουργὸς καὶ ὅτι οὗτος ὑπέχει τὴν εὐθύνην.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ ποίαν ἀκριβῶς ἐποχὴν ἐτελείωσεν ἡ ἐπισκευὴ τῶν πλοίων καὶ ἐγένετο ἡ παραλαβή;
§38Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ» διετάχθη νὰ ἀποπλεύσῃ εἰς Τάραντα τῆς Ἰταλίας ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Κόρπα, ἀπέπλευσε δὲ διὰ τὸν Τάραντα τὴν 18 Ἰουνίου 1898, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Μιαούλη, ὅστις παρέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 16 Ἰουνίου τοῦ 1898.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἡ παραλαβὴ τοῦ πλοίου;
§40Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὴν 16 Ἰουνίου 1898 παρέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον ὁ κ. Μιαούλης, καὶ τὰ θωρηκτὰ ἀνεχώρησαν τὴν 18 Ἰουνίου, τῆς διαταγῆς τοῦ ἀπόπλου των ἐκδοθείσης παρὰ τοῦ κ. Κόρπα. Ἡ ἐπισκευὴ τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν» διήρκεσε περίπου 4 μῆνας· κατὰ συνέπειαν τὸ θωρηκτὸν ἐπανῆλθε περὶ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου. Ὅλη ἡ ἐργασία ἐγένετο ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Μιαούλη. Ἂν λοιπὸν ὑπέχῃ τις εὐθύνην διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ὁ ὑπέχων τὴν εὐθύνην εἶναι ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Μιαούλης, ὁ δὲ κ. Χατζηκυριάκος δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ὑπόθεσιν, διότι ὁ κ. Χατζηκυριάκος εἶχεν ἀποσυρθῆ τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου. Ἐνόμισα ὅτι ἦτο πρέπον καὶ δίκαιον νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ταύτην.
§41Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἀνάκρισιν, παρακαλῶ, ἐξητάσθη ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργός;
§42Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ πλοίαρχος ἐπεράτωσε τὴν ἀνάκρισιν. Αἱ ἐξετάσεις τῶν μαρτύρων εὕρηνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Σᾶς ἀνέγνωσα χθὲς τὴν ἔκθεσιν τοῦ πλοιάρχου.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν ἀνάκρισιν ἐννοεῖ ὁ κ. Βουλευτής;
§44Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀξιότιμε κύριε Δηλιγιάννη, ἐγὼ διέταξα ἀνάκρισιν ἐναντίον τοῦ πλοιάρχου τοῦ θωρηκτοῦ, ἐναντίον τοῦ ναυπηγοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ διεύθυνσις τῶν ἔργων, καὶ ἐναντίον τοῦ πρώτου μηχανικοῦ τοῦ πλοίου. Ἐνηργήθη ἡ ἀνάκρισις, τὸ πόρισμα δὲ τῆς ἀνακρίσεως σᾶς ἀνέγνωσα χθές. Ὁ ἐνεργήσας τὴν ἀνάκρισιν πλοίαρχος κ. Ζῶτος τὴν εὐθύνην ἐπιρρίπτει εἰς τὸν τότε Ὑπουργόν. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσω, ἂν τὸ πόρισμα αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικόν. Τώρα μὲ ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας Βουλευτής, ἂν ἐξητάσθη ὁ Ὑπουργός. Αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω. Ὅ,τι δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἶναι, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς κ. Μιαούλης εὑρίσκεται δυστυχῶς εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὑπὸ ἔποψιν ὑγείας, ὥστε νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατος πᾶσα ἐξέτασις.
§45ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε καὶ νὰ τὸν ἐξετάσητε.
§46Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἄλλως τε νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἐξετάσω. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν εἶχον νὰ δώσω, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι δίκαιον ἡ Βουλὴ νὰ μείνῃ μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι εὐθύνεται ὁ κ. Χατζηκυριάκος. Χθὲς, Κύριοι, ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κύριος Δηλιγιάννης πολὺ καλῶς ἔκαμε τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, καὶ ἐζήτησε νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, διότι ὁμολογουμένως ἡ συζήτησις ἐξετράπη τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως. Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, διότι ἐπιθυμῶ ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ ἀποδειχθῇ, ἂν ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπ’ ἐμὲ ἐπὶ ὀκτὼ ἤδη μῆνας εἶναι διεύθυνσις ἀξία καγχασμῶν, ὡς ὑποθέτουσί τινες, ἢ συγχαρητηρίων. Περαίνων ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν σήμερον νὰ φέρω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν τὰς ἡτοίμασεν ἀκόμη. Θὰ τὰς φέρω εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν εἶναι διπλῆ. Εἶναι ἡ λεγομένη πολιτικὴ εὐθύνη καὶ ἡ ποινική. Οἱ Ὑπουργοὶ ὑπέχουσι πολιτικὴν εὐθύνην, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ διαχειρίζονται τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς ὁ Βασιλεύς. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐπιτρέπονται ἐπερωτήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ἔλεγχος τῶν πράξεων αὐτῶν, ἐξέτασις αὐτῶν, καὶ γνώμη τῆς Βουλῆς περὶ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἦναι ἐν τῇ ἀρχῇ οἱ Ὑπουργοί, οὐδεμίαν ἄλλην ὑπέχουσι πλέον εὐθύνην, εἰμὴ τὴν ποινικήν. Τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τὴν ἀπέτισαν, ἀπομακρυνθέντες ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, εἴτε ἐπὶ τῇ δηλώσει ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης, εἴτε δι’ ἀμέσου ἀποφάσεως τοῦ Βασιλέως, μετὰ τοῦτο δὲ δὲν ἐπιζητεῖται πλέον πολιτικὴ εὐθύνη, οὐδ’ ὑπάρχει τοιαύτη. Πρέπει δὲ, ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ ἀνδρῶν πολιτικῶν, οἵτινες δὲν εἶναι πλέον ἐν τῇ ἀρχῇ, νὰ μὴ ἐπιρρίπτωνται εἰς αὐτοὺς μομφαὶ ἢ αἰτιάσεις διὰ παραλείψεις, πρὶν ἢ πεισθῶμεν ἀκριβῶς, ὅτι περιέπεσαν εἰς αὐτὰς ἢ ὅτι παρέβησαν τὰ καθήκοντά των, διότι ἡ ὑπόληψις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ ἰδίως τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, οἵτινες ἔχουσι μεγαλείτερον καθῆκον νὰ φείδωνται τῆς ἑαυτῶν ἀξιοπρεπείας, δὲν πρέπει νὰ τίθηται ἐν ἀμφιβόλῳ ἐν ταῖς συζητήσεσι τῆς Βουλῆς. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἀνακοίνωσιν, ἡ ὁποία χθὲς ἐγένετο περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ κ. Χατζηκυριάκου. Ἐπὶ δὲ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν φιλοτίμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σήμερον προβάλλει, ὅτι ζητεῖ νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, παρατηρῶ ὅτι βεβαίως ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος τῶν κ. Βουλευτῶν νὰ ἀπευθύνῃ ἐπερωτήσεις, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, νὰ προκαλέσῃ ἔλεγχον πράξεως ὡρισμένης ἢ παραλείψεως ὡρισμένης. Πρέπει ὅμως νὰ γένηται γνωστὸν πρὸς πάντας τοὺς κ. Βουλευτάς, οἵτινες καλοῦνται ἑκάστοτε νὰ διαχειρίζωνται δημοσίαν ἐξουσίαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, νὰ ἐνθυμῶνται ὅτι ὡς Ὑπουργοὶ εἶναι διερμηνεῖς τοῦ φρονήματος τῆς πλειονοψηφίας. Πλειονοψηφία δ’ εἶναι δύναμις ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις, διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀδυναμία ἐν τῇ Βουλῇ. Ἑπομένως παρακαλῶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ ποιῶνται προσήκουσαν χρῆσιν τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύουσι, διότι, ἐὰν δὲν ποιῶνται τοιαύτην χρῆσιν τῆς δυνάμεως αὐτῆς, ἡ μειονοψηφία, ἡ ὁποία εἶναι ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ, καὶ εἶναι διὰ τοῦτο ἀσθενὴς, δὲν θέλει τολμᾷ πλέον νὰ ἐξασκῇ τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τῇ ἀνέθηκε τὸ ἔθνος, δηλαδὴ νὰ προβάλλῃ ἐπερωτήσεις καὶ νὰ ἐρευνᾷ καὶ νὰ ἐξετάζῃ τὰς πράξεις καὶ παραλείψεις τῶν Ὑπουργῶν. Λέγω τοῦτο οὐχὶ διότι ἐλλείπει πλέον τὸ θάρρος ἀπὸ ἡμᾶς νὰ πράξωμεν τὸ καθῆκόν μας τοῦτο ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ἐλέγχοντες τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἢ τὰς παραλείψεις αὐτῶν, ἀλλὰ διότι, ἐὰν μέλλῃ τις νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του μετὰ φόβου ὅτι θέλει ὑβρισθῆ ἢ προπηλακισθῆ, ἐὰν πρόκειται νὰ ὑποστῇ προπηλακισμούς ἢ ἄλλας ἀπειλὰς, ἐνδέχεται νὰ διστάζῃ νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ, καὶ νὰ τὸ παραλείψῃ, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν δυσαρέσκειαν, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐμποιοῦσιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοιαῦται ἀκοσμίαι. Ἑπομένως, ὅσον συνιστῶ εἰς τοὺς συναδέλφους Βουλευτὰς τῆς μειονοψηφίας νὰ ἐξασκῶσι κοσμίως τὸ δικαίωμα αὐτῶν, ὅταν ἐλέγχωσι τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, τοσοῦτον συνιστῶ καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν δύναμιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τὴν πλειονοψηφίαν, εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ν’ ἀφίνωσιν ἐλευθερίαν εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ ν’ ἀπέχωσιν ἀπρεπῶν πράξεων ἢ ἀκόσμων φράσεων, αἵτινές εἰσιν εὐλόγως δυσάρεστοι κατὰ τὴν συζήτησιν.
§48Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἀκριβῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὰ πράγματα παρέστησεν. Ἀληθῶς, μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Χατζηκυριάκου παρέλαβον προσωρινῶς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου. Μετά τινας ἡμέρας ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ὅλως τυπικῶς, μοὶ παρέστησεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διαταχθῇ τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ», ἵνα μεταβῇ καὶ καθαρισθῇ, ὡς εἴθισται πάντοτε, καθόσον ὁ παρελθὼν χρόνος ἦτο τοσοῦτος, ὥστε ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γείνῃ ὁ καθαρισμός. Ἐζήτησα πληροφορίας, ποῦ ἀποστέλλονται συνήθως τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα πρὸς καθαρισμὸν, μοὶ εἶπον δὲ, ὅτι ὁτὲ μὲν ἀποστέλλονται εἰς Τουλῶνα, ἄλλοτε εἰς Τάραντα, καὶ ἄλλοτε εἰς Λιβόρνον ἢ ἀλλαχοῦ. Ἀπεφασίσθη λοιπὸν τότε ἡ ἀποστολὴ τοῦ πλοίου, ἀφοῦ ἡ ἐργασία πρὸς τοῦτο ἦτο παρεσκευασμένη ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου· λέγω δὲ ὅτι ἦτο παρεσκευασμένη ὅλως τυπικῶς, διότι ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ καθαρισμοῦ τοῦ πλοίου. Ἐν τούτοις ἐζήτησα τηλεγραφικῶς πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐν Ρώμῃ πρέσβεως ἡμῶν, ἂν ἐν Λιβόρνῳ εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι εὐθηνότερος ὁ καθαρισμὸς τοῦ πλοίου, καὶ ἂν ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον θὰ διανύσῃ τὸ πλοῖον ἐκεῖ, θὰ ἦναι ὀλιγώτερος, παρὰ ἐὰν μεταβῇ εἰς Τουλῶνα ἢ εἰς Τάραντα. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκεῖθεν, ἦσαν, ὅτι θὰ ἦτο μεγάλη ἡ δαπάνη, καὶ θ’ ἀπῃτεῖτο χρόνος πολὺς εἰς τὴν ἰδιωτικὴν δεξαμενὴν, καὶ ὅτι ἐν Τάραντι εἶναι τὸ εὐθηνότερον καὶ καταλληλότερον. Ἐξέδωκα τῷ ὄντι τὴν διαταγὴν περὶ μεταβάσεως τοῦ πλοίου τούτου εἰς Τάραντα, ὅπως καθαρισθῇ· πρὶν δὲ τὸ πλοῖον ἀναχωρήσῃ, ἐγὼ παρῃτήθην. Ἀγνοῶ κατόπιν τί ἐγένετο. Ἐν τῷ μεταξὺ καὶ πρὶν ἢ ἀποχωρήσω ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης μοὶ ἔφερεν ἀναφορὰν τοῦ πλοιάρχου τοῦ θωρηκτοῦ τούτου, ὅτι τὸ πλοῖον τοῦτο ἔχει ἀνάγκην καὶ ἐπισκευῶν τινων. Εἶπον, ἂς μεταβῇ τὸ πλοῖον εἰς Τάραντα, καὶ ἐκεῖ ἂς ἐξετασθῇ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἔχει ἀνάγκην καὶ ἄλλων ἐπισκευῶν, ἂς ζητήσῃ τηλεγραφικῶς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ νὰ καθαρισθῇ πρῶτον εἰς Τάραντα, διότι μετὰ τὸν καθαρισμὸν θὰ φανῶσι καὶ αἱ ἐλλείψεις. Μετὰ τὴν ἀποχώρησίν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου βεβαίως δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ γνωρίζω οὔτε πόσον παρέμεινεν ἐν Τάραντι τὸ πλοῖον, οὔτε ποῖαι ἐπισκευαὶ ἐγένοντο. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω.
§49Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, εἶναι βεβαίως ἀληθῆ. Μόνον ἐφ’ ὅσον τις εἶναι Ὑπουργὸς δύναται νὰ ὑφίσταται εὐθύνην πολιτικήν. Ἀπομακρυνθεὶς ἅπαξ τῆς ἐξουσίας, τῇ ἀποφάσει τοῦ Βασιλέως, καὶ εἴτε συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς, εἴτε ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἔπαυσε πλέον νὰ φέρῃ πολιτικὴν εὐθύνην. Δι’ αὐτὸ, ἐὰν ὑπάρχωσιν ὡς πρός τινα Ὑπουργὸν οἱ ὅροι τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, δὲν ὑπολείπεται ἢ μόνον ἡ εὐθύνη ἡ ποινικὴ, ἡ εὐθύνη ἡ νομική. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν δύο αὐτῶν περιπτώσεων ὑφίσταται πάντοτε μία εὐθύνη τῶν κυβερνησάντων τὸ Κράτος Ὑπουργῶν, ἡ εὐθύνη ἡ ἠθική. Περὶ αὐτῆς δὲ τῆς εὐθύνης δύναται πᾶς τις νὰ φέρῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὸν λόγον, εἴτε Κυβέρνησις εἶναι, εἴτε Βουλευτής. Ταῦτα λέγω, οὐχὶ διότι τὰ ἐναντία ἐνόησεν ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠδύνατό τις νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι, ὁσάκις ἔπαυσέ τις ὢν Ὑπουργὸς, ἑπομένως ὑφιστάμενος πολιτικὴν εὐθύνην, δὲν ὑπάρχουσι δὲ οἱ ὅροι ποινικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, δὲν δύναται νὰ ἐλέγχηται ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ, δι’ αὐτὸ σπεύδω νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν. Ἄλλως ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁμιλήσας περὶ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἴτε δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, εἴτε ἠδύνατο νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς τοὺς ὅρους τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὑπέπεσεν εἰς παράβασιν, ὡς καὶ οἱ Βουλευταί, ὅσοι ἔφεραν τὸν λόγον καὶ ἐζήτησαν εὐθύνας. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι καὶ περὶ τοῦ κ. Μιαούλη καὶ περὶ παντὸς Ὑπουργοῦ δύναται εἴτε ἡ νῦν Κυβέρνησις εἴτε πᾶς Βουλευτὴς νὰ φέρῃ τὸν λόγον, καὶ ἂν εὑρίσκῃ ὅτι ὑπάρχουσι πράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀξιόμεμπτοι, καθὸ παραβάσεις νόμων ἢ τῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ τηρῶνται ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων συμφερόντων, δύναται, λέγω, νὰ ζητήσῃ εὐθύνας. Τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι λογικὸν καὶ ἀναμφισβήτητον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριε Πρόεδρε; Ἢ εἶναι ἄλλο ζήτημα;
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος θὰ ὁμιλήσητε ὑμεῖς;
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐδῶ ὑπάρχει πρότασις νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη πρότασις, κύριε Ρικάκη, οὔτε ὑπεβλήθη.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ παρῃτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς ἰδέας ταύτης.
§57Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐζήτησα δὶς τὸν λόγον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος;
§59ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μοὶ ἐδηλώσατε ὅτι θὰ λάβητε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§61Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς. Πλοῖον ἐστάλη πρὸς ἐπιδιόρθωσιν, καὶ ἡ ἐπιδιόρθωσις ἀπέτυχεν ἐντελῶς, τὸ δὲ Δημόσιον ἐπλήρωσε χρήματα· παρηγγέλθησαν ἠλεκτρικὰ μηχανήματα, τὰ μηχανήματα καὶ τὰ καλώδια ἦλθον, ἀπεδείχθησαν κακῆς ποιότητος, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐτοποθετήθησαν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, καὶ ὁ «Μιαούλης» ἐκινδύνευσε, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ πλοιάρχου, οὕτω δὲ ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις μὲ ἀμοιβαίας συνταγματικὰς θεωρίας! (γέλωτες). Νὰ γείνῃ συζήτησις· νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως, διότι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔγεινε χθές, δὲν ἦτο ἐπίκαιρος. Ἐλυπήθην μάλιστα, ἀναγνώσας σήμερον ὅσα ἔλαβον χώραν...
§62ΦΩΝΑΙ. Δὲν ἦσθε ἐδῶ χθές;
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἤμην ἐδῶ, βεβαίως... Ἐγὼ εὐχαριστῶ καὶ τὸν πρώην Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του ἐπροκάλεσε τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, καὶ τὸν νῦν Ὑπουργὸν, διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μετὰ μεγάλης εἰλικρινείας καὶ ἀκριβείας μᾶς ἔφερεν. Ἐφωτίσθημεν τί συμβαίνει. Τὰ πλοῖα ἐταξίδευον καὶ ἐκινδύνευον, ἡμεῖς δὲ δὲν ἐγνωρίζαμεν τίποτε! Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ πρέπει νὰ βγοῦν ’ς τὴ μέση, καὶ αἱ λογομαχίαι νὰ λείψουν, διότι ἀδικοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν συζητήσεις, οἵτινες δὲν συμβιβάζονται οὔτε μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν μας οὔτε μὲ τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἐλυπήθην πολὺ, καὶ ἐλυπήθην καὶ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, κατὰ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον δὲν ἔχω ἀφορμὰς νὰ παρατηρήσω τίποτε, ἀλλ’ ἀπεναντίας ὁμολογῶ δημοσίᾳ, ὅτι τὴν μέχρι τοῦδε ἐνέργειάν του τὴν ἐκτιμῶ, διότι παρατηρῶ, ὅτι μετὰ προθυμίας ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν ἐκ στιγμιαίου ἐρεθισμοῦ, καὶ ἐξάψεως ἴσως, νὰ ἐκφέρῃ λέξεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἀνταποκρίνονται οὔτε εἰς τὴν θέλησίν του, οὔτε εἰς τὴν πρόθεσίν του, οὔτε εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει. Ὀφείλω δὲ πάλιν νὰ εἴπω, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἐννοῶ νὰ τὸν προσβάλω, ἀπεναντίας ἀναγνωρίζω ὅτι ὡς Ὑπουργὸς, καίτοι μὴ ἔχων εἰδικότητα, ἔχων ὅμως καλὴν θέλησιν, ἀνταπεκρίθη πλειότερον ἄλλων εἰς τὴν ἀποστολήν του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ σημερινὸς διὰ τῆς πολιτείας του ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ τὴν θέσιν του γνωρίζει νὰ κατέχῃ καὶ τὴν πειθαρχίαν ἐπανέφερε καὶ τὰς ἐλλείψεις τῶν προηγουμένων Ὑπουργῶν ἐξεσκέπασεν. Ἐγὼ θέλω νὰ μάθω τί τρέχει ἐν τῷ στόλῳ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε πρότασιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσε τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι χθὲς ἐζητήθησαν ἐζήτησε δι’ ἐπίσης νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα διὰ νὰ ἐξελεγχθῶσιν αἱ πράξεις του.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ἵνα γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις. Ὁ κόσμος θέλει νὰ μάθῃ τί συμβαίνει. Διότι ἐγὼ θεωρῶ ὑπευθύνους καὶ τοὺς ὑποδεεστέρους οἵτινες καλύπτονται ὑπὸ τὴν ὑπουργικὴν διαταγὴν, καὶ θέλω νὰ γείνωσι τὰ πάντα γνωστὰ καὶ καταδειχθῇ ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν. Δὲν εἶμαι φίλος τῶν θεωρητικῶν συζητήσεων, καὶ δηλῶ ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῶν πολεμικῶν. Ἀφήσατε αὐτὰ τὰ μακαρίτικα. Ἐγὼ θέλω νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πλοίων καὶ τοῦ στόλου, καὶ νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα μέριμνα καὶ φροντὶς πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων.
§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν κατέβαλον διὰ νὰ ἐννοήσω τὸν κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν, δὲν τὸ κατώρθωσα. Εἶχον ἐννοήσει τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐν στιγμῇ φιλοτιμίας παρὰ πολὺ ἐξημμένης ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ συζητήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεώς του, ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι τοιαύτη συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ ἐν ἄλλαις λέξεσιν εἶχον ἐννοήσει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θεωρήσας τὰ προχθὲς λεχθέντα ὡς ἀποτελοῦντα κατάκρισιν τῆς διαχειρίσεώς του, ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποστῇ οἱονδήποτε ἔλεγχον, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διόλου τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν, λέγοντα «ἂς ὁρισθῇ ἡμέρα, ὅπως συζητήσωμεν τὰ ναυτικὰ ἡμῶν πράγματα». Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ὁρίσῃ τοιαύτην ἡμέραν. Τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε, κ. Βουλευτὰ, εἶναι νὰ κάμητε ἐπερωτήσεις, καὶ ἐπὶ τούτων νὰ ζητήσητε εὐρεῖαν συζήτησιν· θὰ ἦτο ὅμως κἄτι τι περίεργον νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, δηλαδὴ νὰ συζητῇ ἡ Βουλὴ ἄνευ θέματος, Βουλὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ 234 Βουλευτὰς νὰ συζητῇ ἀορίστως ἐπὶ ναυτικῶν πραγμάτων. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐπερίμενα ἀπὸ τὴν μεγάλην πεῖραν τοῦ κ. Βουλευτοῦ τοιαύτην πρότασιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ Βουλῇ οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, βεβαίως οὐδεμίαν ἔχομεν δυσκολίαν, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τοὺς ἔχοντας τυχὸν τοιαύτην ἰδέαν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ διατυπώσωσι τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν θέλει διεξαχθῆ.
§67ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐξ ὅσων εἶπον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται νὰ σύρῃ τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐννοοῦσα νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ· διότι ἐπίτηδες ἐξήγησα τὴν ἰδέαν μου περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως μὴ παρεξηγηθῶ. Δὲν ὑπέβαλα γενικὴν, οὐδὲ ἀόριστον πρότασιν. Θὰ ἤμην γελοῖος, ἐν τῇ γεροντικῇ ἡλικίᾳ μου νὰ συζητῶ ἀορίστως περὶ τῶν ναυτικῶν καὶ τῶν δικαστικῶν. Ἰδοὺ σαφεστέρα ἡ γνώμη μου. Χθὲς ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν περιωρίσθη νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἐπεβάλλετο νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ στόλου. Τινὲς ἤθελον νὰ συζητήσωσιν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν εἶναι ἐπίκαιρος, διότι πρόκειται περὶ ἁπλῆς πιστώσεως. Ἐγώ, ὡς Βουλευτὴς, ἔχω τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ ἔλαβον γνῶσιν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ στόλος, ἀφοῦ ἔλαβον γνῶσιν τῆς παρελθούσης ἐνεργείας, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, καὶ πάντων τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν πίστωσιν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω καὶ ἐζήτησα, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα, ἵνα ἐξετασθῶσι τὰ συγκεκριμένα αὐτὰ ἀντικείμενα, καὶ οὐχὶ τὰ τοῦ Ναυτικοῦ ἐν γένει, διὰ νὰ ἴδω κατὰ πόσον ἡ ἐνέργεια ἑνὸς ἑκάστου δύναται νὰ θεωρηθῇ πλημμελὴς ἢ ὄχι, καὶ δεύτερον διὰ νὰ ὁρισθῇ, ποῦ κεῖται ἡ εὐθύνη. Ἡ πρότασις λοιπὸν αὕτη εἶναι ἀόριστος;
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς;
§69ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ χάνω τὸν καιρόν μου· διατυπώσατε τὴν πρότασιν ὅπως θέλετε.
§70ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μὴ ἀξιῶν νὰ φαίνωμαι ἄλλων διδάσκαλος, φρονῶ, ὅτι αἱ κοινοβουλευτικαὶ συζητήσεις ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον. Διὸ πρέπει οἱ ἑκάστοτε ἀγορεύοντες νὰ συμπληρῶσιν ὁμοφρονοῦντες ἀλλήλους. Μόνον δὲ ὅταν τυχόν τι παραλείπηται ὑπὸ τῶν προειπόντων, δέον νὰ ἐξετάζηται ὑπὸ τῶν ἐπὶ τὸ βῆμα διαδεχομένων αὐτούς. Διότι ἄλλως εἰς ἀνοίκειον πολυλογίαν καὶ παλιλλογίαν ἐκτιθέμεθα καὶ κατ’ ἀκολουθίαν εἰς ματαίαν τοῦ χρόνου ἀπώλειαν. Ἀληθῶς ὀρθὰς ἐξήνεγκον ἀξιότιμοι συνάδελφοι γνώμας περὶ εὐθύνης καὶ ἐλέγχου τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ εἰς ταύτας δὲν ἔχει τις νὰ προσθέσῃ τι. Βεβαίως ὑπάρχουσι στάδια καὶ ὅρια ἐλέγχου τῶν Κυβερνήσεων. Ἂν δ’ ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτικὸς ἀνὴρ ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι αἱ πλειονοψηφίαι εἶναι δύναμις ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις, ὀφείλουσι δὲ νὰ σέβωνται τὰς μειονοψηφίας, διότι ἄλλως ἀποθαρρύνουσιν αὐτὰς, φρονῶ, ὅτι καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων προσήκει νὰ ἔχῃ ἀφετηρίαν ὑψηλοτέραν, ἐθνικὴν, καὶ νὰ μὴ γίγνηται ἐκ πνεύματος ἐχθρότητος, ἀλλὰ δικαιοσύνης. Ὅταν δέ τι εὑρίσκηται ἐπαινετὸν ἐν κυβερνητικαῖς πράξεσι, πρέπει νὰ ἀνομολογῆται τοῦτο, διότι τοιουτοτρόπως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἐπιθαρρύνονται πρὸς ὁμοίας ἀγαθὰς πράξεις. Καθῆκον λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἐκπληρῶ, ἐξαίρων τὸ ὀρθὸν καὶ τὴν σπουδαιότητα πράξεως τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ. Καὶ ἀληθῶς μὲν ἀγνοῶ ποῦ ὀφείλεται ἡ πρωτοβουλία, ἂν αὐτῷ ἢ τῇ Κυβερνήσει ὅλῃ ἢ ἄλλῳ ὑψηλῷ προσώπῳ· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι εἶναι εὐτυχὴς ἡ σύλληψις τῆς ἰδέας καὶ ἀξιέπαινος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἡ πρᾶξις τοῦ ν’ ἀποσταλῇ εἰς ἐκπαιδευτικὸν πλοῦν ὁ «Μιαούλης» καὶ τὰ θωρηκτὰ εἰς Μασσαλίαν. Μή τις, παρακαλῶ, δυσχεραίνῃ, ἀντιφρονῶν. Δύναται νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ. Ἐγὼ ἐκφράζω τὴν ἐμὴν ἀνεξάρτητον, ἐξ ἐθνικῶν λόγων ὁρμώμενος. Εἰς οὐδὲν ἀνήκω ἐκ τῶν συγκεκροτημένων ἤδη κομμάτων, ὑπὸ τὸ διέπον ἡμᾶς διοικητικὸν σύστημα τῆς συγκεντρώσεως. Ὡς ἀνεξάρτητος, ἔχων ὡρισμένας ἀρχὰς καὶ ἰδέας, ἃς ἐκήρυξα δημοσίᾳ, ἐξελέγην ἐκ τῆς Μάνης ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους. Ἡ Μάνη ἀνεξάρτητος ἐτήρησε τὴν θέσιν αὑτῆς ἐν ἐθνικοῖς ἀγῶσι καὶ κινδύνοις. Ἀντιπροσώπευσε μίαν ἰδέαν. Εἰργάσθη ὑπὲρ τῆς ὅλης πατρίδος. Καὶ ἐγὼ ὀφείλω, τὸ ἁγνὸν πνεῦμα τοῦ Μανιατικοῦ λαοῦ, τὸ γενικὸν, τὸ ἐθνικὸν, τὸ ἀνεξάρτητον, νὰ ἐκδηλῶ καὶ ἀντιπροσωπεύω ἐνταῦθα. Μὴ ἐξετάζων δὲ, ἄν τις ἀντιφρονῇ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖ οὗτος, λέγω, ὅτι ὁ ἐκπαιδευτικὸς πλοῦς τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη» καὶ ἡ ἀποστολὴ τῶν θωρηκτῶν εἰς Μασσαλίαν ὠφελοῦσιν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ ἐνέχουσι σημασίαν σπουδαιοτάτην, δήλην παντὶ τῷ ἐννοοῦντι τὸ ἐθνικὸν «γνῶθι σαυτὸν» καὶ ὁδηγουμένῳ ὑπὸ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς ἀληθοῦς πολιτικῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν διδαγμάτων τῆς ἱστορίας. Γνωρίσωμεν κάλλιον ἡμᾶς αὐτοὺς, μελετήσωμεν τὴν ἱστορίαν ἡμῶν, τὴν ζωὴν τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἐννοήσωμεν τοὺς αἰωνίους δεσμοὺς, τοὺς ἑνοῦντας τὴν Ἑλλάδα πρὸς ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ ἀποκτήσωμεν φρόνημα, τὸ προσῆκον, τὸ ἁρμόζον, τὸ δίκαιον, τὸ ἑλληνικὸν φρόνημα! Ἡ Ἑλλὰς δὲν κατέχει θέσιν μόνον ἐντὸς τῶν στενῶν γεωγραφικῶν αὐτῆς ὁρίων. Ἔχει ἄλλα ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Εἶναι μικρὰ ὡς Κράτος, εἶναι μεγάλη ὡς ἔθνος, μεγάλη ὡς ἰδέα. Ζῇ παντοῦ, καὶ ἔχει μεταδώσει πανταχοῦ τὸ πνεῦμα αὑτῆς. Ὁπουδήποτε καὶ ἂν στραφῇ τις, βλέπει, ὅτι αἱ μεγαλείτεραι διάνοιαι τῶν ἐθνῶν εἶναι φίλαι, οἱονεὶ συγγενεῖς πνευματικοὶ ἡμῶν, ἀρχαίων καὶ νέων Ἑλλήνων, καὶ σκέπτονται καὶ φρονοῦσι καὶ ἐκφράζονται οὕτως, ὥστε αὐξάνεται ἡ ἠθικὴ ἡμῶν δύναμις, ὅσον οὐδενὸς ἄλλου λαοῦ. Καὶ τὸ κεφάλαιον ἡμῶν τὸ ἠθικὸν εἶναι μέγα. «Οἱ Ἕλληνες, λέγει που ὁ Τουργκενὲφ, οἱ ἀριστοκράται οὗτοι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους». — «Τί θὰ ἦσο, κόσμε, ἄνευ τῆς Ἑλλάδος;» ἔνθους ψάλλει ὁ Μύλλερ. Πρὸ ὀλίγου ἐδημοσίευσεν ἔργον φιλελληνικώτατον ἔξοχον (Christian Greece and Living Greek) ὁ Ἀμερικανὸς Rose μὲ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ἐπὶ ὡραίου ἐξωφύλλου καὶ μὲ ῥῆσιν Ἑλληνιστί: «Αἰσχρόν ἐστὶ σιγᾶν Ἑλλάδος πάσης ἀδικουμένης» Καὶ παρηγορεῖ ἡμᾶς ἐπὶ ταῖς τελευταῖον ἀτυχίαις, καὶ παρορμᾷ καὶ ἐπιθαρρύνει ὁ εὐγενὴς ἡμῶν καὶ θερμὸς οὗτος φίλος! Ἀλλὰ παντοῦ εἰσιν οἱ φίλοι τῆς Ἑλλάδος. Ἐν πάσῃ χώρᾳ καὶ λαῷ πεπολιτισμένῳ. Καὶ ἠξεύρετε μὲ ποῖον αἴσθημα βλέπουσι τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν ἐπὶ τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη»; Τὴν ἐξαγιάζει ἡ ἀνάμνησις τῆς Σαλαμῖνος, ἡ μνήμη τοῦ δαυλοῦ τοῦ Κανάρη! Καὶ καθῆκον μὲν πάντοτε ἐθνικὸν παντὸς καὶ ἔργον ἐξόχως πρὸς τούτοις διπλωματικὸν πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ἐν καιρῷ καὶ δεόντως ἑκάστοτε νὰ διατηρῶνται οἱ ἑνοῦντες ἡμᾶς πρὸς τοὺς ἄλλους λαοὺς δεσμοὶ, καὶ νὰ ἐκδηλῶνται τὰ ἀμοιβαῖα αἰσθήματα καὶ φρονήματα. Ἀλλὰ νῦν καθῆκον ἐπεβάλλετο ἀπαραίτητον νὰ δείξωμεν τοὺς στενωτέρους συγγενικοὺς δεσμοὺς πρὸς τὸν λαὸν μιᾶς γαλλικῆς πόλεως, τῆς Μασσαλίας. Ἐκ τῶν διεξαγομένων ἑορτῶν εἰσπηδᾷ ἡ ἀνάμνησις τῆς ἑλληνικῆς αὐτῆς καταγωγῆς. Φωκαεῖς ἐθεμελίωσαν τὴν Μασσαλίαν. Παρῆλθον αἰῶνες, καὶ ἰδοὺ ἔρχεται μία ἡμέρα, καθ’ ἣν τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα, τὸ λανθάνον εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Μασσαλίας, ἐξεγείρεται, καὶ ὅταν οἱ ἐθελονταὶ Μασσαλιῶται εἰσήρχοντο εἰς Παρισίους κατὰ τὴν Μεγάλην ἐπανάστασιν, πρῶτοι οὗτοι ἔψαλλον τὴν Μασσαλιώτιδα «Allons enfants de la patrie», ἥτις εἶναι οἱονεὶ ἀπήχησις διὰ τῶν αἰώνων τοῦ ἑλληνικοῦ παιᾶνος «Ἴτε, παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδα»! Καὶ ὁ ἐκπαιδευτικὸς λοιπὸν πλοῦς τοῦ «Μιαούλη» καὶ ἡ εἰς Μασσαλίαν ἀποστολὴ τῶν θωρηκτῶν εἶναι ἀρίστη διπλωματικὴ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ τοῦτο ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ πᾶς ὁ ποιούμενος ἀπὸ ὑψηλοτέρας ἀπόψεως τὸν ἔλεγχον τῶν ἑκάστοτε κυβερνητικῶν πράξεων. Βεβαίως, ὡς ἔλεγεν ὁ Πλάτων, «ἐν ἡμῖν αὐτοῖς κρύπτομεν πολλοὺς», καὶ νεώτεροι φιλόσοφοι παραδέχονται πολλὰ ἐγὼ ἐν τῷ αὐτῷ ἀνθρώπῳ. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρέπει νὰ ὁδηγῇ ἡμᾶς τὸ μικρὸν ἐγώ, τὸ φίλαυτον, ἀλλὰ τὸ εὐρὺ, τὸ ἐθνικὸν ἐγώ. Μόνον δὲ ὅταν ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τούτου συμπεριφερώμεθα ἀξίως πρὸς ἀλλήλους, εἴμεθα ἀληθεῖς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τότε ἀντιπροσωπεύομεν τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ, οὐχὶ δὲ τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ. Τότε θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποβάλωμεν τὴν περὶ τῶν Βουλευτῶν ἐπικρατοῦσαν καλὴν ἰδέαν. Ἐν τῷ ἀμοιβαίῳ δὲ σεβασμῷ καὶ τῇ δικαίᾳ κρίσει περὶ τῶν λόγων ἑνὸς ἑκάστου καὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἂς ἐκπληρῶμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Καὶ ἐγὼ τούτου τὴν ἔννοιαν, ὡς ἐδυνάμην κάλλιον, ἀκολουθῶν, ἐπήνεσα πρᾶξιν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, διότι ἐφρόνησα τοῦτο καὶ δίκαιον καὶ συμφέρον, ἅτε ἐξεγειρομένης καὶ ἐπιθαρρυνομένης τῆς περὶ τὸ γενικὸν ἀγαθὸν εὐγενοῦς ἁμίλλης.
§71Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμεριζόμενος τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Πατρῶν κυρίου συναδέλφου μου, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς ὅσα χθὲς καὶ σήμερον ἐρρήθησαν. Νομίζω ὅτι δεῖται τὸ ζήτημα εὐρυτέρας συζητήσεως περὶ τῆς πλημμελείας τῶν καλωδίων, τὰ ὁποῖα κακῶς ἐτοποθετήθησαν, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνωμάτευσεν ὅτι ἦσαν ἐντελῶς ἀκατάλληλα δι’ ὃν προωρίζοντο σκοπὸν, καὶ περὶ τῆς πλημμελείας, μεθ’ ἧς διεξήχθη ἡ ἐπίβλεψις τοῦ ἐν Τάραντι ἐπισκευασθέντος θωρηκτοῦ «Ψαρῶν», ὅπως ἴδωμεν, τίς κυρίως φέρει τὴν εὐθύνην. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔγγραφα.
§72Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ τὰ ὑποβάλω.
§73ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι πάντα ταῦτα.
§74ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας δὲν ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ζώτου, καὶ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Ἐγὼ μάλιστα θὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ ἀποτελεῖ βάσιν κατηγορίας κατὰ πρώην Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος οὔτε γνῶσιν τῆς κατηγορίας ἔχει, οὔτε ἠδυνήθη ν’ ἀπολογηθῇ, θὰ παρακαλέσω νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη, καὶ ἂν δὲν τυπωθῇ, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ δώσῃ ἐπίσημον ἀντίγραφον, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§75ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§76ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν τὴν περιέλαβον ἐν τῇ σημειώσει μου, διότι τὴν ἐθεώρησα ὑπάρχουσαν ἐν τῷ γραφείῳ.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 44).
§78Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 81,400 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ ὑπέρβασιν τῆς χορηγηθείσης πιστώσεως διὰ νομισματικὴν διαφοράν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 45).
§80Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, ἐπωφελοῦμαι ἐκ τῆς εὐκαιρίας, ἵνα ἀπαντήσω εἴς τινας τῶν ἐπερωτήσεων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Ἡ πρώτη ἐπερώτησις εἶναι ἡ τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ζητήσαντος πίνακα περὶ καταβολῆς τοῦ ἀντισηκώματος τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1897. Καταθέτω σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, πίνακα μετὰ γραμματίων τῶν κληρωτῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνέρχονται τὰ ἀντισηκώματα ταῦτα τὰ ἐπιστρεπτέα εἰς δραχμὰς 143,000. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι ταῦτα τὸ ὅλον τῶν ἀντισηκωμάτων, καὶ ὅτι θέλουσι ζητηθῆ καὶ ἄλλα. Ὅταν ταῦτα θὰ συγκεντρωθῶσι, τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν· ἂν δὲν ὑπάρχῃ πίστωσις ἐπαρκής, θὰ ζητήσῃ ἀναπληρωματικὴν τοιαύτην. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ᾐτήσατο νὰ κατατεθῇ πίναξ τοῦ δι’ ἕκαστον δῆμον παρὰ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν ὁρισθέντος ἐλαχίστου ὅρου ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, τῶν γενομένων προσφορῶν παρὰ ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν πραγματοποιηθεισῶν ἐνοικιάσεων. Ὁ πίναξ οὗτος κατατίθεται, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν ἐνδεικνύει τὸ ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα οὔτε κατὰ προσέγγισιν, διότι αἱ δοθεῖσαι ἐγκρίσεις εἶναι ἐλάχισται.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄς τυπωθῇ.
§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τίποτε· εἶναι πίναξ ἀριθμῶν, θὰ ἀπαιτήσῃ δὲ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας διὰ νὰ τυπωθῇ. Δύνασθε νὰ λάβητε γνῶσιν τοῦ πίνακος, ὃν καταθέτω. Ἐν σχέσει δὲ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, κατατίθημι εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑπόμενα ἔγγραφα. Τὰ πλεῖστα, ἢ τὸ ὅλον τούτων ἐζητήθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Πρῶτον κατατίθημι πίνακα ἐμφαίνοντα τ’ ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1896 τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως· ὁμοίως τὸν τοῦ 1897, τὸν ὁποῖον καὶ προχθὲς εἶχον καταθέσει, τοῦ ὁποίου ὅμως δὲν ἔλαβον γνῶσιν πάντες οἱ Βουλευταί. Θὰ ἀφήσω αὐτὸν ἐνταῦθα, ἐπειδὴ σχετίζεται μὲ τὰ λοιπὰ ἔγγραφα. Πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου συνῆλθον αἱ ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμέναι ἀρχαί, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ὁ ταμίας, ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ δήμαρχος καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐν πρωτοκόλλοις ἐβεβαίωσαν τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς εἰς γλεῦκος κατὰ στρέμμα, τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, καὶ τὰ πρωτόκολλα ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προεδρευομένη, συνελθοῦσα ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐκ τῶν πρωτοκόλλων τούτων προκύπτοντα ἀποτελέσματα, συνάμα δὲ τὸν μέσον ὅρον τοῦ βεβαιωθέντος φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου κατὰ τὰ ἔτη 1893–1896, καὶ κατένειμε τὸ ποσὸν τῶν 2,960,000 δρ. κατὰ δήμους εἰς ἅπαν τὸ Κράτος, δηλ. εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, τῶν ὁποίων αἱ ἄμπελοι ὑπόκεινται εἰς φόρον. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατατίθημι, ἐνδεικνύει τὸ ποσὸν τῶν δηλωθέντων στρεμμάτων, ἐνδεικνύει τὴν μέσην παραγωγὴν τοῦ γλεύκους κατὰ στρέμμα, ἐνδεικνύει τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, ἐνδεικνύει συγχρόνως καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ γλεύκους ἐν ὅλῳ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συντάξεων τούτων ἐγένετο ἡ κατανομή. Κατὰ τὴν πρώτην κατανομὴν προέκυψαν ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο ἀμετάβλητα νὰ καθορισθῶσιν ἐν τῷ προσδιορισμῷ τοῦ φόρου, διότι εἴς τινας δήμους, κατὰ τὰς ἀναλογίας ταύτας, ἐπεβάλλετο φόρος ἄνω τῶν ἓξ δραχμῶν κατὰ στρέμμα, εἴς τινας δήμους ἐπεβάλλετο φόρος κάτω τῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ στρέμμα, ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ νόμῳ ἐτέθησαν ὁ ἀνώτατος καὶ ὁ κατώτατος ὅρος, ἐγένετο ἀριθμητικὴ ἐπεξεργασία, τὸ δὲ πλεόνασμα κατενεμήθη εἰς ἅπαντας τοὺς δήμους. Εἰς 38 δήμους προέκυψαν ἀποτελέσματα ἀνώτερα τῶν ἓξ δραχμῶν κατὰ στρέμμα, εἰς 16 δήμους προέκυψαν ἀποτελέσματα κατώτερα τῆς μιᾶς δραχμῆς· τὸ περίσσευμα τῶν ἓξ δραχμῶν κατὰ στρέμμα ἀνήρχετο εἰς 195,000, τὸ δὲ ἀναγόμενον εἰς τοὺς δήμους, εἰς οὓς καθωρίσθη ὁ κάτω τῆς μιᾶς δραχμῆς φόρος, ἀνήρχετο εἰς 2,764· ὥστε τὸ ποσὸν 197,764 κατενεμήθη διὰ νεωτέρας κατατάξεως κατ’ ἀναλογίαν εἰς ἅπαντας τοὺς δήμους. Κατατίθημι ἐπίσης πίνακα, ἐμφαίνοντα τὴν μέσην ἀξίαν τοῦ γλεύκους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν ὡς ἀφετηρία πρὸς καθορισμὸν τοῦ φόρου. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, ἡ ἀξία τοῦ γλεύκους καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, ἢ μᾶλλον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, αἱ ὁποῖαι φορολογοῦνται, ἀνέρχεται εἰς 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Εἰς τὸν πίνακα τὸν ἕτερον σημειοῦνται 36 δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπερβαίνει ὁ φόρος τὰς ἓξ δραχμὰς, καὶ 16 δῆμοι, ἐν οἷς ὁ φόρος δὲν φθάνει τὴν δραχμήν. Ὑπάρχει ἐνταῦθα ἓν σημείωμα τῶν δήμων, οἵτινες παρεπονέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπιβληθεὶς εἰς αὐτοὺς εἶναι ὑπερβολικὸς, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 44. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται ὑπεβλήθησαν ἄλλαι μὲν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλαι δὲ διὰ τῆς Βουλῆς. Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας κατατίθημι, ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν, νὰ δώσω καὶ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν ἄλλων παρατηρήσεων, τῶν γενομένων ἐπ’ αὐτοῦ.
§83Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἄργους κ. Πλατούτσα καταθέτω τὰς δύο ἀποφάσεις τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου περὶ τοῦ ἀποστρατευθέντος ἀδελφοῦ αὐτοῦ ταγματάρχου Λεωνίδα Πλατούτσα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Παξῶν κ. Βελλιανίτης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τοῦ βυθισθέντος πλοίου τοῦ πλοιάρχου Μιχαὴλ Βλαχοπούλου ὑπὸ τουρκικοῦ τορπιλλοβόλου παρὰ τὰς Ἠπειρωτικὰς ἀκτάς.» Ὁ βουλευτὴς κ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει συστάσεις περὶ διαφόρων δημοσίων ἔργων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πάλλης κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἄργους κ. Πλατούτσας κατέθηκε σύστασιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἐπαρχίαν Ἄργους κατὰ τὴν κατανομὴν τοῦ στρεμματικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ νὰ μετριάσῃ τοῦτον, ὡς ἐπιβαρύνοντα ταύτην καθ’ ὑπερβολήν.» Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§85ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κοινωνία ἡμῶν κατέχεται ἀπὸ ἡμερῶν ἀπὸ συγκίνησιν. Ἡ αἰτία τῆς συγκινήσεως ταύτης, εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι προῆλθεν ἐκ τῶν σκανδάλων, τὰ ὁποῖα λέγεται ὅτι διέπραξαν ὄργανα ἀστυνομικὰ ἐνταῦθα· βεβαιῶ μάλιστα τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ συγκίνησις δὲν περιωρίσθη ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ μετεδόθη καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τοῦ Βασιλείου, καὶ ἐκεῖθεν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔλαβον ἐπιστολὰς, διὰ τῶν ὁποίων διαπυνθάνονται οἱ γονεῖς τῶν νέων, οἱ ὁποῖοι σπουδάζουσιν ἐνταῦθα, ἂν δύνανται νὰ παραμένωσι σπουδάζοντες ἐδῶ. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπὸ τοιαύτης συγκινήσεως κατειχόμεθα, σήμερον τὴν πρωΐαν εἴδησις διαδοθεῖσα ἀνὰ τὴν πόλιν κατέπληξεν αὐτήν, διότι ἀνηγγέλθη ὅτι θρασυτάτη κλοπὴ ἐνηργήθη ἐν δημοσίῳ μέρει καὶ δημοσίῳ καταστήματι, ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων· λέγεται μάλιστα, ὅτι τὴν κλοπὴν ταύτην διέπραξαν ὑπάλληλοι τῆς Διευθύνσεως. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ εἴδησις αὕτη εἶναι ἀληθής· ἀλλ’ ἐὰν ἐπαληθεύσῃ, θέλει καταπλήξει ἔτι μᾶλλον τοὺς πολίτας, διότι ἀποκαλύπτεται ὅτι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ διαπράττουσι τοιαύτας βδελυγμίας, δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐν τῷ ταχυδρομείῳ διαπράττουσι κλοπάς. Μάλιστα βεβαιοῦσιν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἐπιστολῶν τῶν συστημένων, αἱ ὁποῖαι ἐκλάπησαν, ἀνέρχεται εἰς ἑκατοντάδας! Πόσοι νέοι ἐκ τῆς πράξεως ταύτης τῆς ἐγκληματικῆς δὲν θὰ στερηθῶσι τοῦ ἄρτου; Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀπευθύνω περὶ τούτου ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἄχρι τοῦδε ἐπείσθη ὅτι ἡ κλοπὴ αὕτη διεπράχθη παρὰ ὑπαλλήλων τῆς Διευθύνσεως. Τόσῳ μᾶλλον ἐπιθυμῶ νὰ λάβω τὴν πληροφορίαν ταύτην, καθόσον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, θὰ ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι κατήγγειλα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν ταχυδρομείων διωρίσθη ὑπάλληλος, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν βουλεύματα, ὄχι ἕν, καὶ δὴ διὰ πράξεις κακοήθεις. Ἡ ἐπερώτησις ἐκείνη εἶχε σκοπὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μὴ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων ὑπάλληλοι, τῶν ὁποίων τὸ ἦθος δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένον ὡς ἄμεμπτον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὄντως ἡ διάδοσις αὕτη εἶναι ἀληθής, καὶ ἂν ἀποδίδεται ἡ πρᾶξις αὕτη εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πράγματι, Κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν νύκτα ἐγένετο κλοπὴ ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν ταχυδρομείων συστημένων ἐπιστολῶν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ προερχομένων. Ἡ κλοπὴ αὕτη ἐγένετο ἄνευ ῥήξεως θύρας τινός, ἐγένετο δὲ ἐν τῷ διαμερίσματι, ὅπου ἐφυλάσσοντο αἱ συστημέναι ἐπιστολαὶ καὶ ὅπου ἐκοιμᾶτο τακτικὰ διανομεὺς ἀπὸ εἰκοσαετίας ὑπηρετῶν ἐν τῇ Διευθύνσει. Ἡ ἀρχὴ ἀμέσως ἐπελήφθη ἀνακρίσεων καί, καθὼς μοὶ ἀνέφεραν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ὁ Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων, εὑρίσκεται ἤδη ἐπὶ τὰ ἴχνη τοῦ διαπράξαντος τὴν κλοπήν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πλατούτσας ἔχει τὸν λόγον.
§88ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σχετικῶς, κύριε Πρόεδρε, πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, ἀλλὰ θὰ περιμένω τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων, καὶ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο.
§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§90ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος δὲν θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πλατούτσας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ γραμματεὺς τοῦ Ταμείου Σπετσῶν εὑρίσκεται ἐν Σπέτσαις ἢ διατελεῖ ἐν ἀδείᾳ. Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι εὔκολον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἦναι εἰς θέσιν ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ μοὶ δώσῃ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν.
§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προχείρως δὲν δύναμαι· αὔριον εὐχαρίστως.
§92ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, δὲν δύνασθε νὰ δώσητε ἤδη τὴν ἀπάντησιν, ἐγὼ πληροφοροῦμαι ἐκ Δημητσάνης, ὅτι ὁ γραμματεὺς τοῦ Ταμείου Σπετσῶν πρὸ ἡμερῶν εὑρίσκεται ἐν Δημητσάνῃ, ψηφοθηρῶν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου δημάρχου, διότι τὴν προσεχῆ Κυριακὴν ἐνεργεῖται ἐκεῖ ἐκλογὴ δημοτική. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πῶς ἀνεχώρησε καὶ εὑρίσκεται ἐν Δημητσάνῃ ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος. Ἐδόθη ἄδεια ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν; Δὲν πιστεύω τοῦτο, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγνώριζεν ὅτι τὰς ἡμέρας ταύτας ἐνεργεῖται ἐκλογὴ δημοτικὴ ἐν Δημητσάνῃ, ἐγνώριζε πρὸς τούτοις, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος κατάγεται ἐκ Δημητσάνης, καὶ φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ χορηγήσῃ ἄδειαν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις εἰς ὑπάλληλον. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. γραμματεὺς τοῦ Ταμείου Σπετσῶν ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν του καὶ αὐτοβούλως μετέβη ἐκεῖ, θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλουσιν οἱ νόμοι, ὅταν δημόσιοι ὑπάλληλοι αὐτογνωμόνως ἐγκαταλείπωσι τὰς θέσεις των.
§93Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω εἰλικρινῶς νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ πρῶτον ἤδη μανθάνω, ὅτι τὴν προσεχῆ Κυριακὴν διεξάγεται δημοτικὴ ἐκλογὴ ἐν Δημητσάνῃ. Ὡς πρὸς τὸν γραμματέα τοῦ Ταμείου Σπετσῶν, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, αὔριον θὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, διότι προχείρως δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ὁ ὑπάλληλος ἔλαβεν ἄδειαν ἢ δὲν ἔλαβεν ἄδειαν.
§94ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν τὸ ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν οἰκογένειάν μου, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς δήμαρχος Δημητσάνης ἐξάδελφός μου ἀπεβίωσε πρὸ μικροῦ, οὐδένα δὲ ἄλλον προστάτην ἔχει ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ παρὰ τὸν ἀδελφόν του, τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν Βασίλειον Γιαννόπουλον, ὁ ὁποῖος χάριν τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀδελφοῦ του ἤθελε νὰ παραιτηθῇ, ἵνα μεταβῇ πρὸς προστασίαν αὐτῆς. Ἐγὼ τὸν παρεκάλεσα νὰ μὴ παραιτηθῇ, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ ἄδειαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐζήτησε, καὶ μετέβη εἰς Δημητσάναν χάριν τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀδελφοῦ του. Δὲν ἔπρεπε δὲ, νομίζω, νὰ γείνῃ κἂν λόγος περὶ τοιούτου ζητήματος. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς Δημητσάνης, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν, εἰδοποιῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς θὰ ἦναι οἷον καὶ τὸ τῆς πρώτης, τὴν ὁποίαν ἐκέρδισα μὲ 300 ψήφους· αὐτὴν μάλιστα τὸν βεβαιῶ ὅτι θὰ τὴν κερδίσω μὲ περισσοτέρας, διότι ἡ ἐπιρροὴ ἐκεῖ ἀνήκει εἰς ἐμέ· ὁ συνάδελφος δὲν ἤσκησε ποτὲ καμίαν ἐπιρροήν. Τόσον δὲ εἶμαι βέβαιος περὶ τοῦ τοιούτου ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς, ὥστε κάθημαι ἀκόμη ἐδῶ.
§95ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δύναμαι νὰ συγχαρῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον, τὸν προλέγοντα ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὴν ἐκλογὴν θὰ κερδίσῃ μὲ 300 ψήφους. Ἐγὼ ἤθελον ἐπιθυμήσει, χάριν τοῦ κ. συναδέλφου, τὴν ἐκλογὴν νὰ κερδίσῃ μὲ 500 ψήφους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τίς θὰ κερδίσῃ καὶ μὲ πόσας ψήφους θὰ κερδίσῃ τὴν ἐκλογήν. Τὸ ζήτημα, νομίζω, εἶναι σαφὲς. Ἐδόθη ἄδεια εἰς ὑπάλληλον κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον πρὸς ψηφοθηρίαν; ναὶ ἢ οὔ; Διὰ τὸ ἀτύχημα, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ἐγὼ πρῶτος ἐλυπήθην περισσότερον παντὸς ἄλλου, διότι ἐτίμων τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τόσον προώρως ἀφῆκεν ἡμᾶς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐκεῖ, καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ μάθω, ἂν μετέβη τῇ ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του. Τοῦτο θέλω νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ σᾶς εἴπω.
§97ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἔλαβεν ἄδειαν.
§98ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν ἠξεύρει τίποτε. Μήπως ἀντιπροσωπεύει τὸν κ. Ὑπουργὸν ὁ κ. συνάδελφος;
§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Βουλευτὰ, ὅσοι διετέλεσαν Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν δύνανται νὰ σᾶς πληροφορήσωσιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ ἐνθυμῆται εἰς πόσους τῶν ὑπαλλήλων ἐχορήγησεν ἄδειαν, καὶ πόσοι εἶναι οἱ κατέχοντες ὡρισμένας θέσεις καὶ μάλιστα γραμματέων Ταμείων, ὡς καὶ πόθεν κατάγεται ἕκαστος ἐξ αὐτῶν. Πρέπει νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ μάθῃ.
§100ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς δύνασθε ν’ ἀμφισβητῆτε τὴν δύναμιν τῆς μνήμης σας· ἀλλὰ θὰ ἐπιτρέψητε εἰς ἐμὲ νὰ ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν περὶ τῆς μνήμης ὑμῶν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος ἀπήντησεν ἀντὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πείθεσθε, κύριε Ὑπουργὲ, εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ἐχορηγήθη ἄδεια εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον;
§101ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ πιθανόν. Δὲν ἐννοῶ διατὶ ἐπιμένετε εἰς θέμα, οὗ ἡ ἄμεσος συζήτησις οὐδὲν παράγει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι τὴν πληροφορίαν, ἣν ζητεῖτε, θὰ σᾶς δώσω αὔριον καὶ ὄχι σήμερον, ἀφοῦ οὐδὲν γνωρίζω σήμερον. Αὔριον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ἔχητε τὴν πληροφορίαν.
§102ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§103ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον ἐλυπήθη ὁ κύριος συνάδελφος, ὥστε ἐθεώρησε καλὸν νὰ μοῦ ταράξῃ τὰ νεῦρα καὶ νὰ μοῦ ἐπαναφέρῃ πάλιν εἰς τὴν μνήμην δυστύχημα φοβερὸν διὰ τὴν οἰκογένειάν μου. Τὸν βεβαιῶ ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος δὲν δύναται ν’ ἀσκήσῃ καμμίαν ἐπιρροήν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι τοῦτο, ὅτι αὐτὸς ἤθελε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν του χάριν τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀδελφοῦ του, καὶ ἐγὼ τὸν ἠμπόδισα, καὶ τὸν συνεβούλευσα νὰ ζητήσῃ ἄδειαν, χάριν τῆς οἰκογενείας, ἡ ὁποία εἶχεν ἀνάγκην προστάτου. Λέγω εἰς τὸν συνάδελφον, ὅτι, καὶ ἂν ἐλάμβανεν ἄδειαν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπάλληλος, καὶ ἂν δὲν ἐλάμβανε, θὰ μετέβαινεν ἐκεῖ, καὶ ὤφειλε νὰ μεταβῇ. Αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ μείνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐγὼ τὸν παρεκάλεσα νὰ μείνῃ καὶ νὰ μὴ παραιτηθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν, μετὰ δύο ἡμέρας θὰ μάθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ὡς τὸ ἔμαθε πάντοτε.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§105ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην, ἀφοῦ παρήρχοντο αἱ ἡμέραι αὗται, νὰ ἐδίδετο ἄδεια ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, ἵνα βοηθήσῃ τὴν παθοῦσαν ὄντως οἰκογένειαν. Ἀλλ’ ἡ σύμπτωσις αὕτη τῆς μεταβάσεως τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου εἰς Δημητσάναν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς εἶναι πολὺ παράδοξος.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πλατούτσας.
§107Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἀπὸ συστάσεως πάσης Πολιτείας, πάσης Ἡγεμονίας, πάσης Βασιλείας καὶ Αὐτοκρατορίας οὐδέποτε συνέβη ἀδίκημα ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀκούσητε. Ἐπεθύμουν αὐτὴν τὴν ἑσπέραν νὰ παρίσταντο εἰς τὸ ὑψηλὸν ἐκεῖνο θεωρεῖον οἱ δικαιούμενοι νὰ παρακάθηνται, διὰ νὰ ἤκουον ἰδίοις ὠσὶν, ὅτι οὐδέποτε διεπράχθη ἔγκλημα βαρύτερον καὶ ἀδίκημα μεγαλείτερον ἀπὸ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸν ταγματάρχην Λεωνίδαν Πλατούτσαν. Λυποῦμαι ἐπίσης διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν δύσκολον θέσιν νὰ ὑπερασπισθῶ αὐτάδελφον, καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, τίς εἶναι ὁ Λεωνίδας Πλατούτσας, ὁ καταταχθεὶς εἰς τὰ 1860 ὡς ἐθελοντὴς εἰς τοὺς ἐπιλέκτους, ἀποφοιτήσας ἀπὸ τῆς τετάρτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου τοῦ Βαρβακείου,—καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην γνωρίζετε οἱ γεροντότεροι πῶς ἔπερναν τὰ ἀπολυτήρια τῶν Γυμνασίων. — Ὀφείλω ὅμως, διότι ἡ Βουλὴ ἔχει 150 νέους Βουλευτὰς καὶ δὲν γνωρίζουσι τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, νὰ προκαλέσω ἰδίως τοὺς Βουλευτὰς Βόλου, οἵτινες γνωρίζουσι τὸν ταγματάρχην Πλατούτσαν, καὶ ἰδίως τὸν κύριον Κρίτσαν, λοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ καὶ βουλευτὴν Φθιώτιδος, καὶ τὸν λοχαγὸν τοῦ μηχανικοῦ καὶ βουλευτὴν Βόλου κ. Γίδαν, νὰ μαρτυρήσωσιν ὁποῖος εἶναι ὁ ταγματάρχης Πλατούτσας. Ὁ Ἰωάννης Καρτάλης καὶ ὁ πατὴρ τοῦ Βουλευτοῦ ἐπολέμησαν εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ ἀδελφοῦ μου εἰς τὴν Μακρυνίτσαν, διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ὡς ὑπασπιστὴς τοῦ τάγματος, μετέβη εἰς Βόλον ἐκ Ν. Μιτζέλης καὶ συνενοήθη μετὰ τῶν προυχόντων τοῦ Βόλου καὶ κατήργησε τὴν δυναστείαν τοῦ Χαμὶτ καὶ τῶν διαδόχων του εἰς τὴν Θεσσαλίαν, εἶναι ὁ ἀδελφός μου ὁ μόνος ὁ ὁποῖος δὲν ἔλαβε τὰ λεγόμενα πετσώματα εἶναι ὁ Λεωνίδας Πλατούτσας, ὁ μόνος ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἤθελε νὰ βγαίνῃ Βουλευτής, οὐδέποτε ἤθελεν ἀποτύχει, εἶναι ὁ Λεωνίδας Πλατούτσας. Ὁ Λεωνίδας Πλατούτσας ἐπολέμησεν εἰς τὴν Κρήτην, ὡς στρατιώτης ἀληθής. Ὁ Λεωνίδας Πλατούτσας, εὑρισκόμενος εἰς Κέρκυραν, εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, παρεκάλεσε τὸν ἀρχηγὸν τότε συνταγματάρχην κ. Μάνον, νῦν ἀπόστρατον ὑποστράτηγον, ὅπως τὸν διορίσῃ εἰς μάχιμον ὑπηρεσίαν... Κύριε Ἀσημάκη Χριστόπουλε, σεῖς τὸν γνωρίζετε τὸν Λεωνίδαν Πλατούτσαν. Ἔχετε μεγαλειτέραν ὑπόληψιν εἰς ἄλλον ἀξιωματικόν;
§108ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἔχω καὶ εἰς ἄλλους, ἀλλ’ ἔχω καὶ εἰς αὐτὸν μεγάλην.
§109ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὁ κ. Κόρπας εἶναι φίλος του, καὶ προκαλῶ τὸν κ. Κόρπαν νὰ εἴπῃ, τί γνωρίζει περὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου. Δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅτι εἶναι παληκαρᾶς καὶ ἔντιμος ἀξιωματικὸς, καὶ δὲν εἶναι ἀπὸ τοὺς ἔχοντας σπονδυλικὴν στήλην ἀπὸ καουτσούκ... Εἶναι τοιοῦτος, κύριε Κόρπα ἢ ὄχι;
§110ΚΟΡΠΑΣ. Βεβαίως.
§111ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ Βουλευτὴς Τυρνάβου, μετὰ τοῦ ὁποίου δὲν τυγχάνω εἰς φιλικὰς σχέσεις, θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, ὡς καὶ ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοί. Λυποῦμαι πολὺ διότι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην θὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, τί ἔπραξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἰδίως δὲ ἐκεῖνος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐτρελλάθη ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία διὰ δύο ἀνθρώπους ἐτρελλάθη, διὰ τὸν Λούην, ὁ ὁποῖος ἔτρεξεν εἰς τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας, καὶ δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἠπείθησε πρὸς τὸν Διάδοχον...
§112Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§113ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἐκεῖνος περὶ τοῦ ὁποίου εἴπετε, ὅτι εἰς τὴν ζάλην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ Ἑλλὰς, ἠδύνατο καὶ ἡγεμόνα νὰ ἐξορίσῃ.
§114Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Σμολένσκης.
§115ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὁ ἴδιος... Ὅπως εἶπεν ὁ Μπιραμπὼ διὰ τὸν Φραγκλῖνον: «Ἀπέθανεν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσε τὸν κεραυνὸν παρὰ τοῦ Διὸς καὶ τὰ σκῆπτρα παρὰ τῶν ἡγεμόνων». Λοιπὸν θὰ περιορισθῶ ἐν ὀλίγοις, μετὰ λύπης μου, καὶ θὰ σᾶς ἀποκαλύψω πλαστογραφίας ἐπισήμους καὶ λαθροχειρίας, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν μοῦ ἔφερε τὰ χαρτιὰ τὰ ἐπίσημα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν αὐτὰ τὰ χαρτιὰ, τὰ ὁποῖα ταύτην τὴν στιγμὴν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ἐπίσημα, ἔχω καὶ ἐγὼ τὰ ἄλλα χαρτιὰ, τὰ ὁποῖα ἐκοινοποιήθησαν ἐπισήμως πρὸ δύο ἐτῶν εἰς τὸν ἀδελφόν μου, καὶ τὰ ὁποῖα φέρουσι σφραγῖδα καὶ εἶναι ἐπίσημα. Λοιπὸν ἐξηγοῦμαι. Ὁ ἀδελφός μου συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς του διωρίσθη ἀπὸ τὸν κ. Μάνον εἰς τὸ 10ον πεζικὸν σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον εὐτυχὴς ἦτο καὶ ὁ ἀνδρεῖος Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος. Ἀλλ’ ἔξω ἀπὸ λόγου σας, κύριε Καράπαυλε, τὸν Ἀθανασούλαν τὸν Μπότσαρην τὸν ἔπιασεν ἡμιπληγία (γέλωτες). Τώρα θὰ σᾶς κάμω νὰ γελάσητε καλά! Ὁ ἀδελφός μου, συμφώνως πρὸς τοὺς κανονισμοὺς τοὺς στρατιωτικούς, διετάχθη νὰ παραλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ συντάγματος, καὶ τὴν παρέλαβε· λέγει πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον (δηλαδὴ διέταξεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τώρα εἶναι Ὑπουργὸς, λέγω «λέγει πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Κουμουνδοῦρον»): «παρακαλῶ νὰ ἐπιβιβασθῆτε πρῶτος σεῖς μὲ τὸ τάγμα σας εἰς τὰ ἀτμόπλοια.
§116Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί βαθμὸν εἶχε;
§117ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ταγματάρχης ὁ Κουμουνδοῦρος, ταγματάρχης καὶ ὁ ἀδελφός μου. Ἀλλὰ εἰς τὸν στρατὸν ὑπάρχει ἀρχαιότης, δὲν εἶναι ὅπως σεῖς εἰς τὰ δικαστήρια, ’ποῦ δὲν σέβεσθε τοὺς γεροντοτέρους (γέλωτες). Ἐζήτησα συγγνώμην διότι κατήγγειλα πρᾶξιν ἄτιμον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διορθωθῇ, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ τὴν διορθώσῃ.
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλως νὰ φύγητε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν (ἱλαρότης).
§119ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἐγὼ δὲν φεύγω ἀπὸ τὸν Θεοτόκην, ἂν καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ’ποῦ βλέπετε, εἶναι νουνός μου (γέλωτες). Ἤμην μὲ τὸν ἀείμνηστον Βούλγαρην καὶ ἀπέθανεν, ἤμην μὲ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον καὶ ἀπέθανεν, ἤμην μὲ τοὺς ἀειμνήστους Γρίβαν καὶ Σωτηρόπουλον καὶ ἀπέθαναν. Τώρα εὔχομαι νὰ ἀποθάνω ἐγὼ πρὶν τοῦ Θεοτόκη (γέλωτες).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, εἰς τὸ θέμα.
§121ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπεβιβάσθη μὲ τὸ τάγμα του καὶ εἶχεν ὄρεξιν διὰ πόλεμον. Ὁ ἀδελφός μου διέταξε τὸ ἐπίλοιπον τοῦ συντάγματος νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸν Καρβασαρᾶν καὶ νὰ καταυλισθῇ μίαν ὥραν ἔξω ἀπὸ τὸν Καρβασαρᾶν. Ἀλλὰ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ συντάγματος—ὄχι ὅλοι—δὲν εἶχον προθυμίαν διὰ πόλεμον, ὡς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ὁ ἀδελφός μου, ὁ ὁποῖος δὲν ἤξευρε νὰ χωρατεύῃ, διέταξε καυταλισμόν. Δειλός τις λοχαγὸς, τὸν ὁποῖον ἔχει τὴν τιμὴν σήμερον τὸ στράτευμα νὰ τὸν ἔχῃ ταγματάρχην, δὲν ἤθελε νὰ καταυλισθῇ. Τὸ ἔγκλημα λοιπὸν τοῦ ἀδελφοῦ μου ἄρχεται τώρα. Ἐπειδὴ ὁ δειλὸς αὐτὸς λοχαγὸς δὲν ἤθελε νὰ καταυλισθῇ ἔξω τοῦ Καρβασαρᾶ, καὶ ἠναγκάσθη νὰ καταυλισθῇ, ἔβαλε μερικοὺς στρατιώτας τοῦ λόχου του καὶ εἶπον «ζήτω ὁ πόλεμος!» (ὅπως καὶ ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας ἐφώναζαν «ζήτω ὁ πόλεμος») καὶ ἔρριψαν καὶ ὀλίγους πυροβολισμούς. Ἓν τηλεγράφημα ἀμέσως πρὸς τὸν ἀρχηγὸν, συνταγματάρχην τότε, ὑποστράτηγον νῦν, κ. Μάνον, ἐκ Καρβασαρᾶ: «Σύνταγμα 10ον, διοικούμενον παρὰ Πλατούτσα, παρέλυσεν ἐντελῶς. Προλάβατε γενικὴν παραλυσίαν». Τί νὰ κάμῃ ὁ κ. Μάνος; Ποῦ νὰ πιστεύσῃ ὅτι ὑπῆρχον τοιοῦτοι ἄνθρωποι! Εὐγενὴς ἄνθρωπος, Φαναριώτης, ἀπὸ καλὴν οἰκογένειαν, ἐπίστευσε τὰ τηλεγραφούμενα ψεύδη.
§122ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸ τηλεγράφημα;
§123ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι, ἐὰν ἀπὸ ὅσα λέγω καὶ θὰ σᾶς εἴπω ἀπόψε ἓν καὶ μόνον διαψευσθῆ, εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖθεν, σᾶς δίδω τὸν λόγον μου ὅτι παραιτοῦμαι ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἰδῆτε τί σόϊ εἶμαι καὶ τί γενιὰ (γέλωτες). Εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον ὑπῆρχον τότε δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐπιτελείου, εἷς Μίκαρος ὀνόματι, ταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ, —ὁ κ. Δεληγεώργης γνωρίζει τί πρᾶγμα εἶναι ὁ κ. Μίκαρος—καὶ ὁ Διονύσιος Νοταρᾶς, ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄνθρωπος πολὺ καλὸς, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς ἀνεμίχθη εἰς τὰς σταφίδαις καὶ εἶναι μᾶλλον σταφιδέμπορος παρὰ ἀξιωματικός. Εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῶν δύο τούτων κυρίων πεισθεὶς ὁ κ. Μάνος, διέταξε τὸν κ. Μάνεσην, ἀντισυνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ, καὶ τὸν ἀντισυνταγματάρχην τῆς χωροφυλακῆς Ζωϊτόπουλον, τότε ταγματάρχην, νὰ μεταβῶσιν, ὃ μὲν πρῶτος, ἵνα παραλάβῃ τὸ σύνταγμα τοῦ Πλατούτσα, τὸ ὁποῖον παρέλυσε (!), ὁ δὲ ἕτερος νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Μετέβησαν οἱ δύο οὗτοι ἀξιωματικοί· μεταβάντες δὲ, εὗρον τὸ σύνταγμα καταυλισμένον καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς στρατιωτικῆς τέχνης καὶ ἐπιστήμης, καὶ παρέλαβον τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, ἀφοῦ ἐσταυροκοπήθησαν διὰ τὰς ψευδεῖς διαδόσεις. Ὁ ἀδελφός μου, μαθημένος τριάντα χρόνια μὲ τὸ τουφέκι, εἶπε τότε εἰς τὸν Μίχαρον νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ σώματος, ἕνεκα δὲ τοῦ δικαίου του ὡμίλησεν ὀλίγον ζωηρῶς (ἔχω πάθει ἐγὼ διὰ τὴν ζωηρότητά μου, πόσα! ὅλον μου τὸ σόϊ ἔτσι εἶναι). Ἐπειδὴ λοιπὸν ὡμίλησε ζωηρῶς εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, τὸν μετέθεσεν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ἄρτης. Ἐκεῖ, κατὰ τὴν δυστυχῆ ἐκείνην νύκτα τῆς φυγῆς τῆς Ἄρτης, ὁ Λεωνίδας Πλατούτσας ἐτήρησε τὴν τάξιν καὶ ἐπρόλαβε τὸν πανικὸν καὶ τὰς δεινὰς συνεπείας αὐτοῦ. Ἀποκαλῶ δὲ ἄτιμον πάντα ἀξιωματικὸν παντὸς ὅπλου καὶ πάντα ἄνθρωπον πάσης θρησκείας καὶ πάσης αἱρέσεως καὶ δόγματος, ἂν δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ἐπρόλαβε τὸν πανικὸν εἰς τὴν Ἄρταν. Ἐξ αἰτίας τούτου ὁ ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ Λαπαθιώτης, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, ὅλος ὁ κόσμος ἐκεῖ, ἅπαντες οἱ συνάδελφοι, ἔτρεξαν εἰς τὸν ἀρχηγὸν καὶ τοῦ λέγουν: «τί κάμνεις! ποῖον ἀπέσπασες ἀπὸ τὴν ἐνεργὸν θέσιν;» καὶ τότε ὁ ἀρχηγὸς διὰ διαταγῆς του, κατὰ ἕνα μῆνα μεταγενεστέρας, διατάσσει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 6873,—ἐνθυμηθῆτε τὸν ἀριθμὸν, Κύριοι, παρακαλῶ,—6873. Ἐπείγουσα. «Ὁ ἀντισυνταγματάρχης Θρασ. Μάνος, ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ, πρὸς τὸν κ. διευθυντὴν τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Ἄρτης Λ. Πλατούτσαν. Ἐνταῦθα. Παραδόσατε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γραφείου εἰς τὸν παρ’ ὑμῖν ἀξιωματικὸν καὶ παρουσιασθῆτε εἰς τὸ ἐνταῦθα 6ον σύνταγμα πεζικοῦ, εἰς ὃ ἀποσπῶμεν ὑμᾶς δι’ ὑπηρεσίαν. Πρὸ τῆς παρουσιάσεως εἰς τὸ σύνταγμα, θέλετε παρουσιασθῆ εἰς τὸν διοικητὴν τῆς Αʹ ταξιαρχίας, ὅπως λάβητε διαταγάς. 6 Μαΐου 1897. Ὁ ἀρχηγὸς Θ. Μάνος.» Τώρα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ τὰ ἴδῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ μοῦ τὰ ἐπιστρέψῃ, διότι δὲν τὰ κατέχω ἐγώ, τὰ κατέχει ὁ κ. Γουναράκης, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα νὰ μοῦ τὰ δώσῃ, καὶ τῷ ὡρκίσθην ὅτι θὰ τοῦ τὰ ἀποδώσω. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἔχω ἐδῶ ἑτέραν ἐπίσημον διαταγὴν τοῦ κ. Μάνου, προγενεστέραν, ἡ ὁποία παραπέμπει τὸν Λεων. Πλατούτσαν διὰ διοικητικὴν ἀνικανότητα. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι χάρτης ἄγραφος, διότι αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς, ὁ παραπέμψας τὸν Πλατούτσαν ὡς ἀνίκανον περὶ τὸ διοικεῖν, μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς μηνὸς τοῦ παραδίδει τὴν διοίκησιν τοῦ 6ου συντάγματος, —ὡς ἐκ τοῦ ἀναγνωσθέντος ἐπισήμου ἐγγράφου εἴδετε— καὶ τὸν στέλλει εἰς τὰς προφυλακὰς, δηλ. ἀπέναντι τῶν Τούρκων. Μετέβη ἐκεῖ ὁ Λ. Πλατούτσας καὶ παρέμεινεν ἐπὶ μῆνας ὀκτὼ, κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὁποίων οὐδὲν τοῦ συνέβη, οὔτε παράπτωμα, οὔτε μιᾶς ὥρας τιμωρία. Ἀλλὰ διὰ τὰς ἁμαρτίας τοῦ ἀδελφοῦ μου, ὁ Δόξας ὁ συνταγματάρχης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀξιωματικὸς ἀξιόλογος, (κἄποτε τὸν ἔβλεπα εἰς τοῦ μακαρίτου Σωτηροπούλου, γνωρίζω δὲ ὅτι κατάγεται ἐκ Τεργέστης, κἄποτε τὸν ἔβλεπα εἰς τοῦ κ. Ζορμπᾶ, δὲν εἶχα ὅμως τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζω,) ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν ἀδελφόν μου μὲ τρόπον ἀπότομον μετάθεσιν ἀξιωματικοῦ καὶ στρατιωτῶν· ὁ ἀδελφός μου εἶπεν: «ἐδῶ εἶναι πόλεμος· πῶς θὰ δώσω ἀδείας;» Καὶ προσκαλῶ πάντα νὰ μοῦ ἀποδείξῃ, ἂν ὁ ἀδελφός μου ἔδωκεν ἔστω καὶ μίαν ἄδειαν ἐν καιρῷ πολέμου. Ἐρωτήσατε τοὺς ἀξιωματικούς, νὰ σᾶς εἴπουν, τί εἶναι ὁ ἀδελφός μου, ἂν ἐπῆγαν ποτὲ οἱ ἀδελφοί μου νὰ ἰδοῦν τὸν Πρωθυπουργὸν ἢ ἄλλον τινὰ πολιτευόμενον· δὲν συνήθισαν νὰ πηγαίνουν εἰς τὰ σαλόνια, δὲν πατοῦν καθόλου εἰς πολιτευομένου σπῆτι· βλέπουν τί τραβῶ ἐγώ! (γέλως). Τότε, δὲν ἠξεύρω πῶς, σεβαστή μου Κυβέρνησις καὶ κύριοι Βουλευταί, διὰ τὰς ἁμαρτίας μου, ὁ Ψύχας ὁ συνταγματάρχης, Ἀργεῖος ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος τότε ἦτο προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, γράφει πρὸς τὸν κ. Δόξαν, ὁ ὁποῖος ἀνεπλήρου τὸν ἀρχηγὸν, νὰ παραπέμψῃ τὸν Πλατούτσαν εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον· ὁ δὲ κ. Δόξας παρέπεμψεν αὐτὸν δι’ ἐκθέσεώς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 28 Ὀκτωβρίου 1897, εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, «ὡς ἀνίκανον διὰ πᾶσαν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ διοίκησιν». Συνεπείᾳ τῆς διαταγῆς ταύτης ἐδικάσθη ὁ ἀδελφός μου ἀπὸ τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον καὶ ἐκρίθη ἱκανὸς σωματικῶς καὶ διοικητικῶς. Ἀλλὰ τώρα ἔρχεται ἡ πρωτάκουστος παρανομία! Ἐνῷ διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην δικασθεὶς εἰς τὰς 29 Δεκεμβρίου 1897 ἠθωώθη ἀπὸ τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, μετὰ δέκα ἡμέρας καλεῖται πάλιν εἰς νέον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ δικασθῇ διὰ τὴν πρὸ δέκα μηνῶν ἔκθεσιν τοῦ αὐτοῦ Ἀρχηγείου, τοῦ κ. Μάνου, ὡς ἀνίκανος περὶ τὸ διοικεῖν, δηλ. διὰ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, δι’ ἣν ἀπηλλάγη! Ἀντὶ δὲ νὰ θέσουν τὴν ἡμερομηνίαν τῆς πρώτης ταύτης ἐκθέσεως, ἔθεσαν ἀπὸ σκοποῦ μόνον τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς 4044· διότι, ἂν ἔθετεν ὁ κ. Ψύχας ἡμερομηνίαν, θὰ ἐφαίνετο προφανῶς, ὅτι ἡ ἔκθεσις ἦτο προγενεστέρα δέκα μῆνας, καὶ ἡ ἐλεγκτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν θὰ παρέπεμπεν ἐκ δευτέρου τὸν ταγματάρχην Λ. Πλατούτσαν εἰς νέον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, τί εἶναι τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον. Συνέρχονται 5 ἀξιωματικοί, διοριζόμενοι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου κατ’ ἐκλογὴν, καὶ εἷς στρατιωτικὸς ἰατρός. Ὁ ἰατρός, ὁ ὁποῖος ἔχει μόνον συμβουλευτικὴν ψῆφον, ἀποφαίνεται ὅτι εἶναι ὑγιὴς ὁ κατηγορούμενος, οἱ ἀξιωματικοὶ λέγουν, ὅτι εἶναι ἀσθενής! ἢ καὶ τἀνάπαλιν, ὁ ἰατρός λέγει, ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἀσθενὴς, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ τοῦ Συμβουλίου ἀποφαίνονται, ὅτι εἶναι ὑγιής! Τοῦτο συμβαίνει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον! Τὸ Συμβούλιον τὸ δεύτερον, ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν ἴδιον Πρόεδρον, τὸν ἀξιότιμον κ. Στράτον, συνταγματάρχην τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν καὶ νῦν βουλευτὴν, καὶ ἀπὸ 4 ἄλλους ἀξιωματικοὺς μετὰ τοῦ ἰατροῦ. Ὁ ἀδελφός μου λοιπὸν παρουσιάζεται καὶ εὑρίσκει τὸ αὐτὸ δικαστήριον, διότι δύο μόνον ἀξιωματικοὶ ἦσαν νέοι, ὁ συνταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ κ. Ἀλέξανδρος Βάσσος καὶ εἷς ταγματάρχης. Λέγει πρὸς τὸ δικαστήριον: «Ἐμὲ, κατηγορηθέντα «ὡς ἀνίκανον διὰ πᾶσαν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ διοίκησιν», μὲ ἠθωώσατε προηγουμένως, καὶ μὲ ἐκρίνατε ἱκανώτατον καὶ σωματικῶς καὶ διοικητικῶς. Τώρα δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μὲ δικάσητε πάλιν διὰ τὸ αὐτό.» Ὁ κ. Στράτος, ὡς Πρόεδρος, ἀπαντᾷ: «Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἔστω καὶ παράνομον.» Τότε ὁ ἀδελφός μου τοὺς ἐχαιρέτισε στρατιωτικῶς καὶ ἀπεχώρησεν. Αὐτοὶ δὲ, ἀντὶ νὰ τὸν καταγγείλουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἀξιωματικὸς ὑπόδικος ἐγκατέλειψεν ἀνεξέταστος τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἀπεχώρησε, προέβησαν εἰς ψηφοφορίαν, καὶ κατεδίκασαν τὸν ἀδελφόν μου ἐρήμην, χωρὶς ὁ ἰατρὸς νὰ τὸν παρατηρήσῃ, χωρὶς οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου νὰ τὸν ἐξετάσουν! Ἀλλὰ ποῖος ἔστειλε τὸ ἔγγραφον εἰς τὴν ἐλεγκτικὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἀποφανθῇ αὕτη περὶ παραπομπῆς τοῦ ἀδελφοῦ μου εἰς τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον; — διότι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ εἶναι ἡ νόμιμος ἀρχή, μία μόνον διαταγή, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου, ἐστάλη εἰς τὴν ἐλεγκτικὴν ἐπιτροπήν.—Οὐδεὶς γνωρίζει! Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὅπως αὐτὸ τὸ χαρτὶ, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω τώρα μεταξὺ τῶν ἄλλων (ὑπῆρχεν ὅμως πέρυσιν ἐντὸς τοῦ φακέλου), φροντίσῃ νὰ τὸ ἀνεύρῃ καὶ τὸ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἐπισήμως ἡ λαθροχειρία καὶ τὸ ἔγκλημα. Ἐγὼ ἐξήτασα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξακριβώσω ποῖος τὸ ἔστειλε, διότι ὁ ἁρμόδιος νὰ μὲ φωτίσῃ πρὸς τοῦτο συνταγματάρχης κ. Σοφιανὸς, ὅστις ἦτο μέλος τῆς ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς μοὶ εἶπεν, ὅτι οὐδὲν γνωρίζει· οὔτε ὁ κ. Μαυρομιχάλης, πρὸς ὃν ἀπετάθην, οὔτε ὁ ἀξιότιμος τέως Πρωθυπουργὸς κ. Ζαΐμης, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς κ. Κόρπας ἠδυνήθησαν νὰ ἐξακριβώσωσί τι· ἀλλὰ παρὰ τοῦ κυρίου Κόρπα δὲν ἀνέμενά τι, διότι ἐννοῶ ὅτι οὗτος ἐκ τῆς μεγάλης του φρικιάσεως δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναμιχθῇ. Ἠθέλησα νὰ καταφύγω καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, διὰ νὰ παραστήσω τὸ δίκαιον τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἀλλ’ οἱ καλοθεληταὶ κατώρθωσαν νὰ τὸν πείσουν νὰ μὴ μὲ δεχθῇ. Ἔγραψα καὶ πρὸς τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ καὶ οὗτος δὲν μὲ ἐδέχθη, διότι παρέστησαν εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν γνωρίζω τὶ λέγω, ὅτι λέγω τρέλλαις! Ἔγραψα καὶ εἰς τὸν κ. Μομφερρᾶτον, ὡς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ οὗτος, ἕνεκα τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, εἶχεν ἀνάγκην πολλοῦ χρόνου νὰ ἐξετάσῃ τὰ χαρτιὰ, ὁ δὲ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Ζαΐμης εἶχε τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα καὶ δὲν ἔδιδε προσοχὴν εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις, καὶ οὕτω ὁ ἀδελφός μου ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν! Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ καλῶς τὰ ἐπίσημα αὐτὰ ἔγγραφα, καὶ ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὸν ἀδελφόν μου, χάριν τῆς τιμῆς του καὶ ὄχι τοῦ βαθμοῦ, διότι ἐγήρασε, καθόσον ὅτε εὑρίσκετο εἰς τὸν πόλεμον, ἀπώλεσε τὴν σύζυγόν του, εἶχε δὲ προηγουμένως ἀπολέσει καὶ ὀκτὼ τέκνα, καὶ οὐδεμίαν ἔχει ὄρεξιν νὰ ὑπηρετήσῃ πάλιν εἰς τὸ στράτευμα, μετὰ τὰ συμβάντα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλπίζει καὶ ἀπαιτεῖ, εἶναι νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸν δικαιοσύνη, νὰ ὑποβάλῃ ὁ Ὑπουργὸς ἓν διάταγμα, καὶ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, καὶ κατόπιν νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἀποστρατείαν μὲ τὸν βαθμὸν, ὁ ὁποῖος τῷ ἀνήκει, διὰ νὰ ἀποθάνῃ μὲ τὴν τιμήν του.
§124ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐπειδὴ ἀγορεύων ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος διετύπωσε βαρυτάτας κατηγορίας κατὰ ἀξιωματικῶν ἀνωτέρων, κατὰ δικαστηρίων ὁλοκλήρων, ἵνα μὴ μείνῃ ἡ κοινωνία καὶ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν αὐτὴν, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἵνα λάβωμεν μίαν ἰδέαν καὶ ἡμεῖς περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται περὶ πλαστογραφίας, περὶ τόσον στυγεροῦ ἐγκλήματος, ἢ πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως ἁπλῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τόσων ζοφερῶν χρωμάτων ἐξεικόνισεν ὁ ἀγορεύσας;
§125Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἐκ δραχ. 38,000, καὶ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ δραχμῶν 22,000.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 46–47). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§127ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ζητήσας τὸν λόγον, ἵνα δηλώσω, ὅτι θὰ ὁμιλήσω σήμερον, παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ ἔγγραφά τινα, τὰ ὁποῖα εὐχαριστῶ αὐτὸν, ὅτι προσήγαγε σήμερον μετὰ τῶν ἤδη χθὲς κατατεθέντων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου πρὸς ψήφισιν νομοσχεδίου, ζητεῖ νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸν πρὸ ὀλίγων μηνῶν ψηφισθέντα νόμον, τὸν ἤδη ὑπὸ ἐκτέλεσιν εὑρισκόμενον, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἄδεια ἡ διπλῆ, τοῦτο μὲν νὰ ἀναθεωρήσῃ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνεργαζομένης μετ’ αὐτοῦ τὴν κατάταξιν τῶν ἀμπέλων, τὴν γενομένην ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 2,900,000 δραχμῶν, τοῦτο δὲ, μέχρις οὗ ἡ κατάταξις ἡ νέα γένηται, καὶ βεβαιωθῇ οὕτως ὁ φόρος ὁ ὁριστικὸς πρὸς εἴσπραξιν, ἵνα ἐπιτραπῇ αὐτῷ νὰ εἰσπράξῃ, μέχρι τριῶν δραχμῶν, τὸν φόρον ἐπὶ ἁπασῶν τῶν ἀμπέλων, καὶ ἐκείνων δηλαδὴ, αἵτινες κατετάχθησαν ἀπὸ μιᾶς μέχρι τριῶν δραχμῶν, καὶ ἐκείνων αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς φόρον ἀνώτερον τῶν τριῶν δραχμῶν. Εἰς τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλος τις τολμηρότερος ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνομολογήσει, ὅτι ἡ φορολογία, ἣν προσεπάθησε νὰ ἐφαρμόσῃ, ἀπεδείχθη ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ὃν ἐπεχείρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ὅστις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ, εἰσαγομένου ἄλλου τρόπου φορολογίας. Ὁ φόρος, ὃν ἐψηφίσαμεν μετὰ μακρὰς συζητήσεις πέρυσι, μὴ ἐχούσης ὅμως τῆς Βουλῆς ἀρκοῦσαν δύναμιν, ἵνα ἀντιτάξῃ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ προσήκοντα εἰς τὸν προταθέντα τότε νόμον, διότι ὑπῆρχε μεγίστη προδιάθεσις ἐναντίον τοῦ κρατοῦντος τότε συστήματος, ὁ φόρος οὗτος οὐδὲν ἔχει τὸ ὑγιὲς, διότι ἐζητήθη παρὰ τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων νὰ καταβάλωσι φορολογίαν ὁριστέαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρεμμάτων, τοῦ μέσου παραγωγικοῦ ὅρου αὐτῶν καὶ τῆς μέσης τιμῆς, ἀφοῦ προκαθωρίσθη τὸ ποσόν, ὅπερ ἡ Πολιτεία εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ ἐκ τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων,—προκαθωρίσθη δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ληφθὲν ἐκ δύο διαφόρων πηγῶν, ἐκ τοῦ μέσου ὅρου τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου, τοῦ κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον βεβαιουμένου καὶ εἰσπραττομένου, κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, καὶ ἐξ ἄλλης πηγῆς, τοῦ μέσου ὅρου τοῦ κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη βεβαιωθέντος φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως διὰ λιανικῆς πωλήσεως,—ἐζητήθη, λέγω, παρὰ τῶν ἀμπέλων, παρὰ τῶν παραγωγῶν, νὰ καταβάλωσι κατανεμόμενον εἰς τὰ στρέμματα τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, τὸν φόρον τῆς λιανικῆς πωλήσεως, τὸν φόρον ὅστις εἰς μόνους τοὺς καταναλωτὰς ἀνήκει, ἐζητήθη παρὰ τῶν ἀμπελουργῶν νὰ καταβάλωσι καὶ τὸν φόρον τὸν ἔγγειον, ὃν πραγματικῶς αὐτοὶ πρέπει νὰ πληρώσωσι. Καὶ ἐκ τῆς διπλῆς ταύτης πηγῆς ὡρίσθη τὸ ποσὸν τῶν 2,900,000 δραχμῶν, διότι ἀληθῶς τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποτελεῖ τὸν μέσον ὅρον τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη ἐκ τῆς διπλῆς πηγῆς. Τὸ ποσὸν, τὸ οὕτω προκαθορισθὲν, τῶν 2,900,000 πρέπει, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νόμου, κατὰ τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ, ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ πληρωθῇ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖ ὁ ἀριθμὸς τῶν στρεμμάτων, ὅστις τότε, ὅτε εἰσήγετο ὁ νόμος, ἔπρεπε νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν δηλώσεων ἢ τῶν καταμετρήσεων, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖ τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων, ὅπερ προέκυψεν, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖ τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων, ὅπερ μετά τινα χρόνον, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ προσεχοῦς ἔτους, θὰ προκύψῃ. Ὁσαιδήποτε ἄμπελοι καὶ ἂν ἀποδειχθῶσιν ὑπάρχουσαι πεφυτευμέναι ἐν Ἑλλάδι, αὗται, ἢ πολλαὶ ἢ ὀλίγαι, ὀφείλουσι πάντως νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τῶν 2,900,000 δραχμῶν. Πρῶτον ἐλάττωμα τοῦ νόμου. Δεύτερον ἐλάττωμα τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι, καὶ παρὰ τῶν ἀμπέλων ζητεῖ νὰ καταβάλλωσι φόρον, ὅπως καταβάλλεται πάντοτε ὁ φόρος ὁ ἔγγειος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς, δὲν εἶναι ὅμως ἡ παραγωγή, ἥτις προσδιορίζει τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου. Τρίτον ἐλάττωμα τοῦ νόμου, ἐλάττωμα, ὅπερ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνήκει μόνον εἰς τοῦτον τὸν νόμον, ἀλλὰ παρατηρεῖται καὶ εἰς ἄλλους φορολογικοὺς νόμους ἐν ἴσῳ μέτρῳ, εἶναι ὅτι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἐπέλθῃ εἰς τὰς ἀμπέλους, οἱαδήποτε καταστροφὴ, οἱαδήποτε θεομηνία, ὁ φόρος ὀφείλεται ὁλόκληρος, οὐδὲ κἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τῆς ἀμπέλου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προκατεγνωσμένου ὁλικοῦ ποσοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὑτοῦ ὥρισε γνώμονας πρὸς καθορισμὸν τοῦ φόρου κατὰ στρέμματα καὶ κατὰ δήμους. Καὶ ὥρισε γνώμονας τοὺς δύο τούτους· μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀμπέλων, ὅτε κατέχομεν τὸ ὁλικὸν ποσὸν αὐτῶν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, γίνεται ἡ ἐξέτασις τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς αὐτῶν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη, γίνεται ἡ ἐξέτασις τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη. Ἀλλ’ οἱ δύο οὗτοι ὅροι εἶναι γνώμονες τελείως ἀπατηλοὶ, ἀπατηλὰ κατασκευάσματα, διότι διὰ τούτων δὲν σκοπεῖται νὰ ἐξευρεθῇ κατὰ δῆμον καὶ κατὰ στρέμμα τὸ ποσοστὸν τοῦ ὀφειλομένου φόρου, ἀλλὰ διὰ τούτου σκοπεῖται νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος, ὅπως συμμέτρως κατανεμηθῇ ἐπὶ τῶν στρεμμάτων ἑκάστου δήμους ὁ φόρος ὁ κεφαλαιωδῶς ἀντιπροσωπευόμενος ὑπὸ τῶν 2,900,000 δραχμῶν. Ἔχομεν ἀπαίτησιν παρὰ τῶν ἀμπέλων 2,900,000 δραχμῶν. Ὅπως δυνηθῶμεν νὰ κατατάξωμεν αὐτὴν κατὰ δήμους καὶ ἀμπέλους, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ εὕρωμεν τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς καὶ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς, ἵνα, πολλαπλασιάζοντες τοὺς ὅρους τούτους πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν στρεμμάτων, εὕρωμεν τὰς δραχμὰς, τὰς ἀναλογούσας συμμέτρως εἰς βάρος τοῦ δήμου ἐκ τῶν 2,900,000. Παράδειγμα ἁπλοῦν θέλει δείξει σαφῶς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου. Παραλαμβάνω δὲ στρογγύλους ἀριθμοὺς καὶ μικροὺς, διὰ τὸ εὐκολώτερον. Ὑποθέτω στρέμματα ἐν συνόλῳ 10,000 ἐν τινι δήμῳ, κατανεμόμενα οὕτως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ. Ἔν τινι ἐπαρχίᾳ, εἰς πέντε δήμους διαιρουμένη, 3,000 στρέμματα ἔχει ὁ πρῶτος δῆμος, 2,500 ὁ δεύτερος, 2,000 ὁ τρίτος 1,000 ὁ τέταρτος, 1,500 ὁ πέμπτος, τὸ ὅλον 10,000. Ὑποθέτω, ὅτι ἐκ τῶν 2,900,000 δραχμῶν 20,000 ἀνήκουσι κατ’ ἀναλογίαν, λόγῳ τῆς συμμέτρου κατανομῆς, εἰς τοὺς πέντε τούτους δήμους, καὶ κατανέμω τὰς 20,000 ταύτας ἐπὶ τῶν εἰρημένων ποσῶν. Τὰ στρέμματα, αἱ 3,000 τοῦ πρώτου δήμου, θὰ πληρώσωσι 6,000, τὰ 2,500 τοῦ ἑτέρου δήμου 5,000, τὰ 2,000 στρέμματα τοῦ τρίτου δήμου 4,000, τὰ 1,000 στρέμματα τοῦ τετάρτου δήμου 2,000, τὰ 1,500 τοῦ πέμπτου δήμου 3,000, τὸ ὅλον 20,000 δραχμαί. Ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ γείνῃ ἡ κατανομὴ αὕτη ὑπὸ τῆς μεγάλης ἐπιτροπῆς καὶ κατενεμήθησαν οὕτω τὰ ποσὰ ταῦτα ἐπὶ τῶν στρεμμάτων, τότε παραγγέλλεται ἐπιτροπὴ ἐν τῷ δήμῳ,—κατηρτισμένη, ὅπως βλέπετε ἐν τῷ νόμῳ τῷ κειμένῳ, τροποποιουμένη κατά τινα τρόπον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑπὸ συζήτησιν,—ἥτις τί πράττει; Ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀναλογοῦντα εἰς τὰ στρέμματα φόρον, ἐξετάζει ἂν ὁ φόρος οὗτος ὑπερβαίνει τὴν μίαν δραχμήν, καὶ, ἂν δὲν ὑπερβαίνει τὴν μίαν δραχμὴν, τότε οὐδὲν ἔχει νὰ πράξῃ, ἐὰν ὅμως ὑπερβαίνῃ τὴν μίαν δραχμὴν, ὑποχρεοῦται νὰ κατατάξῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸν δῆμον κατὰ ποιότητας. Αἱ ποιότητες τῶν ἀμπέλων διὰ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν εἶναι στοιχεῖον ἀναγκαῖον πρὸς δικαίαν κατανομὴν τοῦ φόρου· ἀλλ’ αἱ ποιότητες ἐνταῦθα, ὅπου ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς, ὡς εἴδομεν ἀνωτέρω, καὶ ὁ μέσος ὅρος τῆς παραγωγῆς δὲν ἐτέθησαν καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ σκοποῦ προσδιορισμοῦ τοῦ δικαίου φόρου, ἀλλὰ καθ’ ὑπαγόρευσιν τῆς ἀνάγκης εἰσπράξεως ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τοῦ προκαθωρισμένου ἐπὶ τῶν στρεμμάτων, ἐπειδὴ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἐν ἀλληλουχίᾳ πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς καὶ πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς, οὐδεμίαν ἄλλην θέσιν ἔχουσιν ἢ πρὸς διευκόλυνσιν, διότι ἐπιτρέπουσιν, ὥστε νὰ γείνῃ ἡ ἐπὶ τῶν στρεμμάτων κατανομὴ τοῦ φόρου ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον βαρεῖα, καὶ νὰ ἐλαττωθῇ οὕτω κατά τι τὸ μέγεθος τοῦ ἀδικήματος. Δηλαδὴ ἐπεζητήθη διὰ τοῦ τρόπου τούτου νὰ μὴ ὑπερβῇ ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος ἐπὶ τοσοῦτον τὴν δύναμιν τῆς ἀμπέλου, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ τελεία ἀνικανότης πρὸς πληρωμὴν αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο, μεθ’ ὑπολογισμὸν γενόμενον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ζητεῖ ὁ νόμος παρὰ τῶν ἀμπελουργῶν, ὡρίσθη ὁ ἀνώτατος ὅρος, ὃν κατ’ ἀρχὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πέρυσι, δὲν ἤθελε νὰ δεχθῇ. Ἀλλ’ ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἀνωτάτου ὅρου δὲν ἤρκεσεν, ὅπως ἀναιρέσῃ πᾶσαν τὴν ἀδικίαν, τὴν προκύπτουσαν ἐκ τοῦ συστήματος, καὶ θέλω δείξει εἰς ποῖα ἀποτελέσματα ἔφερεν ἡμᾶς ἡ διάταξις αὕτη, εἰς ποίαν ὑποχρέωσιν ἔθηκε τὸν Ὑπουργόν, ὅτε εὑρέθη ἀπέναντι τῆς ἀδικίας ταύτης, ἥτις ἐξήγειρεν ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν τῶν ἀμπελουργῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου (λέγει τὸ ἄρθρον 17 τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου, συνέρχονται ἐν τῷ καταστήματι τῆς Ἐφορίας οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κατὰ τὸ 10 ἄρθρον ἐπιτροπήν, καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγεγραμμένον ποσὸν φόρου κατὰ δῆμον, τὴν εἰς στρέμματα ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων, τὴν διὰ τῶν δηλώσεων καὶ τῶν τυχὸν γενομένων καταμετρήσεων καθορισθεῖσαν, καὶ συνάμα τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ δημάρχου γενομένην κατάταξιν εἰς ποιότητας κατὰ χωρίον ἢ καὶ θέσεις, ὁρίζουσι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου κατὰ στρέμμα καὶ ποιότητα, οὕτως, ὥστε ὁ ἐν συνόλῳ ἐπιβλητέος εἰς ἕκαστον δῆμον φόρος νὰ ἦναι ἴσος πρὸς τὸ καθορισθὲν διὰ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὁλικὸν ποσὸν φόρου κατὰ δῆμον.» Ὄχι «νὰ ἦναι ἀνάλογος πρὸς τὴν μέσην τιμὴν καὶ πρὸς τὴν μέσην παραγωγὴν ἐν σχέσει πρὸς τὰ στρέμματα», ἀλλὰ νὰ ἦναι ἴσος «πρὸς τὸ καθορισθὲν διὰ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὁλικὸν ποσὸν φόρου κατὰ δῆμον.» Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ εἰσπραχθῇ· τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπεκόπη ἐκ τῶν 2,900,000, κατατεμνόμενον συμμέτρως ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ὡρισμένου δήμου. Τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι μέγα, μετὰ τοῦ περιορισμοῦ, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ βαρυνθῶσιν ὅλαι αἱ ἄμπελοι τοῦ δήμου πέραν τῶν ἓξ δραχμῶν, πάντως τὸ πλεονάζον πρέπει νὰ ἀποκοπῇ,—νὰ ἀποκοπῇ, οὐχὶ ὅπως μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ὅπως ῥιφθῇ εἰς βάρος ἄλλων ἀμπέλων, ἄλλου δήμου, ἄλλης ἐπαρχίας. Ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 16 (τῷ προηγουμένῳ) ὥρισε τὸν ἐλάχιστον ὅρον καὶ εἶπεν, ὅτι κάτω τοῦ ἐλαχίστου ὅρου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γένηται κατάταξις (ἀναγινώσκει): «Ἐν οἷς δήμοις ὁ κατὰ στρέμμα ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν δηλωθεισῶν ἀμπέλων τοῦ δήμου ὁρισθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς φόρος ὑπερβαίνει τὴν δραχμήν, ὁ δήμαρχος ὀφείλει ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου νὰ καλέσῃ εἰς συνεδρίασιν τὸ παρ’ αὐτῷ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ διὰ πράξεώς του κατατάσσει τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου κατὰ χωρίον ἢ κατὰ θέσεις εἰς ποιότητας μέχρι τριῶν.» Ποῖον ἦτο ἐκ τοῦ νόμου τούτου τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καθῆκον, καθ’ ἣν ὥραν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις, ἡ τῆς μεγάλης ἐπιτροπῆς; Τὸ καθῆκον αὐτοῦ ἦτο νὰ παραγγείλῃ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς νὰ κατατάξωσιν εἰς ποιότητας μέχρι τριῶν τὰς ἀμπέλους, ἐν οἷς δήμοις ὁ φόρος ἀπεδεικνύετο ἀνώτερος τῆς μιᾶς δραχμῆς. Ποία δὲ εἶναι ἡ ἐντολή, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἐγκυκλίου αὑτοῦ πρὸς τὰς εἰρημένας ἐπιτροπάς; Ἀκούσατε, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἀκριβῶς τὸ σύστημα, ὅπερ παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, ἠνάγκαζεν αὐτόν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, νὰ διατάξῃ ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, ἅπερ ὁ νόμος ὁρίζει. Εἶναι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τοὺς νομάρχας καὶ οἰκονομικοὺς ἐφόρους τοῦ Κράτους περὶ καθορισμοῦ τοῦ κατὰ δῆμον φόρου τῶν ἀμπέλων (ἀναγινώσκει): «Εἰς τοὺς δήμους ὅμως ἐκείνους, ἐν οἷς ὁ κατὰ στρέμμα ἀναλογῶν φόρος σημειοῦται ἐν τῷ πίνακι εἰς μίαν δραχμὴν — εἰς ἓξ δραχμάς, δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ κατάταξις τῶν ἀμπέλων εἰς ποιότητας, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ νόμου μήτε νὰ αὐξηθῇ ὁ κατὰ στρέμμα οὗτος φόρος ἄνω τῶν ἓξ δραχμῶν, μήτε νὰ ἐλαττωθῇ εἰς ποσὸν ἔλαττον τῆς μιᾶς δραχμῆς.» Διὰ τὸ δεύτερον τοῦτο, τὸ λεγόμενον εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον· δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ κατάταξις ἐν οἷς δήμοις τὸ ποσὸν δὲν ὑπερβαίνει τὴν μίαν δραχμήν. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον εἶναι ἄντικρυς ἀντικείμενον εἰς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἐν οἷς δήμοις (ἄνευ ἐξαιρέσεως) ὁ φόρος ὁ ἀναλογῶν εἶναι ἀνώτερος τῆς μιᾶς δραχμῆς, πάντως γίνεται κατάταξις. Οἱ δὲ δῆμοι οὗτοι, περὶ ὧν προνοεῖ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου, καὶ οἵτινες ἔχουσιν οὕτω φόρον ὡρισμένον δι’ ἁπάσας τὰς ἀμπέλους, ἄνευ διακρίσεως ποιοτήτων, εἰς ἓξ δραχμάς, εἶναι 49. Διατὶ ἔπραξε ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργός; Διατὶ παρήγγειλε νὰ μὴ γείνῃ κατάταξις ἐν τοῖς δήμοις, οἵτινες ἔχουσιν ὡρισμένον ποσὸν φόρου κατὰ στρέμμα ἓξ δραχμῶν, καίτοι ὁ νόμος ἄνω τῆς δραχμῆς ἐπιβάλλει τὴν κατάταξιν; Διότι, ἂν τοῦτο δὲν ἔπραττεν, ἡ κατάταξις ἤθελεν ἐλαφρώσει τὴν πρώτην ποιότητα τῶν ἀμπέλων, ἤθελεν ἐλαφρώσει τὴν δευτέραν, καὶ ἤθελε περιορίσει τὸ ποσοστὸν τῶν ἓξ δραχ. ἐπὶ μόνων τῶν στρεμμάτων τῆς καλλιτέρας ποιότητος, ἐκ δὲ τούτου ἤθελεν ἐπέλθει ἔλλειψις εἰσπράξεως ποσοῦ, ὅπερ, ἐπειδὴ ὁ νόμος ὑποχρεωτικῶς ἐπιβάλλει νὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τῶν ἀμπέλων, θὰ ἠναγκάζετο οὕτως ἡ Κυβέρνησις νὰ ῥίψῃ εἰς βάρος ἄλλων δήμων, ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ μετάθεσις αὕτη τῶν βαρῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος ἀπεδεικνύετο ἤδη λίαν ἐπιζήμιος, ἦτο φυσικὸν καὶ εὐνόητον, ὅτι ἀνεκόπη ἡ ὁρμὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, μὴ θελήσαντος νὰ ῥίψῃ καὶ πρόσθετα βάρη ἐπὶ τοὺς γείτονας, ὅπως ἀπαλλάξῃ ἐκείνους, οἵτινες ἐκ τῆς κατατάξεως ἐφαίνοντο ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωσιν ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Κύριοι, εἶναι προφανὲς, ὅτι ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ νόμου ἔγκειται τὸ ὅλον τοῦ ἐλαττώματος αὐτοῦ. Διότι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦ τέλους πιέζονται οἱ μέλλοντες νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον ὑπὸ μιᾶς ἀνάγκης, ὑπὸ τῆς ἀνάγκης νὰ εἰσπράξωσιν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 2,900,000. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅσον καὶ ἂν ἐντείνῃ τις ἐπὶ τῆς κλίνης τοῦ Προκρούστου— τὴν κλίνην ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 2,900,000—τὰς δυνάμεις τῶν στρεμμάτων καὶ τῶν ἀμπέλων κατὰ δήμους, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσι ταῦτα, ἵνα καλύψωσιν αὐτὸ, λόγῳ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, ὅστις εἶναι τεθειμένος ἐκεῖ, κατ’ ἀνάγκην, εὐθὺς ὡς ὁ ἀνώτατος ὅρος ἀνακόψῃ τὴν πορείαν αὐτῶν, ἀναγκάζει τοὺς ἐφαρμόζοντας τὸν νόμον ν’ ἀναδράμωσιν εἰς ἄλλους δήμους, καὶ νὰ ὑποβάλωσι καὶ τούτους εἰς τὴν βάσανον τοῦ Προκρούστου, ὥστε νὰ δεχθῶσιν ἐκεῖνοι τὸ ὑπόλοιπον ἢ τὸ πλεόνασμα, ὅπερ δὲν χωρεῖ ἐπὶ τῶν δήμων τῶν ἐξαντλησάντων τὸν ἀνώτατον ὅρον. Τ’ ἀποτελέσματα τὰ προκύψαντα κατὰ δήμους εἶναι, ὡς εἴδετε ὅσοι παρηκολουθήσατε τὰ πράγματα, τὰ ἑξῆς: 15 δῆμοι ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι μίαν δραχμὴν φόρον· 49 δῆμοι ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν ἕξ δραχμάς. Καὶ ἔπειτα· ἐπὶ τῶν 368 δήμων, οἵτινες εἶναι ἀναγεγραμμένοι, ἐκτὸς 9, οἵτινες φαίνονται μὴ ἔχοντες δεδηλωμένας ἀμπέλους,—δὲν ὑπολογίζω δὲ ἐνταῦθα τοὺς ἄλλους, οἵτινες ἀναγράφονται μὲν ἐν τῷ πίνακι, ἀλλὰ δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ταύτην,—οἱ 180 δῆμοι ὑποβάλλονται εἰς βάρος ἄνω τῶν τριῶν δραχμῶν,—40 μὲν πρὸς 3 καὶ 12/00 ἢ 3 καὶ 13/00, 140 δὲ ἄνω τῶν 3 καὶ 36,—179 δὲ δῆμοι κάτω τῶν τριῶν δραχμῶν. Οὕτω κατανέμονται εἰς δύο τμήματα οἱ δῆμοι· 179 κάτω τῶν τριῶν δραχμῶν, 180 ἄνω τῶν τριῶν. Ἂν τυχὸν ἁπλούστερον σύστημα εἶχεν ἐφαρμοσθῆ, οὐχ ἧττον ἄνισον, οὐχ ἧττον ἀνεπιστημονικὸν, ὅπως καὶ τὸ παρὸν, καὶ ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν 852,000 στρεμμάτων ἀμπέλων, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ὑπάρχουσαι ἐν Ἑλλάδι, νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν κατανομὴν τῶν 2,900,000 δραχ. κατὰ στρέμμα, ἤθελε προκύψει διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ ἀριθμοῦ 2,900,000 διὰ τοῦ 852 δι’ ἕκαστον στρέμμα φόρος 3 καὶ 36/00.
§128Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). 3 καὶ 47/00.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ 47/00; Δηλαδὴ ἤθελον βεβαίως ἐκ τούτου ἀδικηθῆ 179 δῆμοι, οἵτινες εὑρίσκονται σήμερον κάτω τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ λεπτά τινα, ἢ καὶ κατὰ δραχμὴν, ἀλλ’ ἤθελον λάβει ἀνακούφισιν ἀνάλογον καὶ πολὺ μείζονα οἱ 180 δῆμοι, οἵτινες σήμερον διὰ τῆς φορολογίας, ὅπως ὡρίσθη, δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι ὑπόκεινται εἰς κίνδυνον καταστροφῆς.
§130Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε ἀκριβέστερον; Ὁ ἀναλογῶν φόρος κατὰ στρέμμα ἀνέρχεται εἰς 16 δήμους εἰς μίαν δραχμὴν, εἰς 74 εἶναι ἀνώτερος, ἤτοι ἀπὸ μίαν μέχρι δύο, εἰς 89 ἀπὸ 2 δρ. καὶ 1 λεπτὸν μέχρι τριῶν δραχμῶν, εἰς 64 ἀπὸ 3–4 δραχμὰς, εἰς 37 ἀπὸ 4 καὶ 1/00 μέχρι πέντε, εἰς 30 δήμους ἀπὸ 5 δρ. καὶ 1 λεπτὸν, μέχρις ἕξ, καὶ εἰς 49 δήμους ἀπὸ ἕξ δραχμὰς καὶ ἄνω. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναλογία. Ἐδηλώθησαν ἄμπελοι τὸ ὅλον 913,000.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ηὔξησαν τώρα;
§132ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἐκ τούτων ἀφαιρετέαι ἄμπελοι ἐκ στρεμ. 61,000, ὡς μὴ συμπληρώσασαι τὸ πέμπτον ἔτος· ὥστε αἱ ὑποκείμεναι εἰς φόρον ἀνέρχονται εἰς 852,000.
§133ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ ἐξεύρεσις τῶν ἀμπέλων, αἱ ὁποῖαι παρελείφθησαν νὰ δηλωθῶσι, δὲν ἤρχισεν εἰσέτι.
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐγένετο οὐδὲ καταμέτρησις.
§135ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐδηλώθησαν ὀλιγώτεραι.
§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἑπομένως θὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου.
§137ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν εἶναι μόνον 852,000 στρέμματα αἱ ἄμπελοι αἱ ὑπάρχουσαι ἐν τῷ Κράτει.
§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Εἶπον, τίς ἔκτασις ἐδηλώθη.
§139ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν εἴπετε ὑμεῖς.
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέτω δὲ, ἵνα συμπληρώσω τὴν πληροφορίαν τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅτι ἔχομεν ἐκπροθέσμους δηλώσεις, δυνάμει τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας ὁ νόμος, ἐκ 5,000 στρεμμάτων περίπου.
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὥστε ἀντὶ 852 χιλιάδων ἔχομεν περισσότερα.
§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ δὲ τὰς πληροφορίας τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως προεκλήθησαν ν’ ἀναφέρωσιν, ἂν ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ ποῦ καταμετρήσεως, ἂν ἐδηλώθησαν αἱ ἄμπελοι ἢ ὄχι, φαίνεται ὅτι διὰ τὰς καταμετρήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακαλυφθῶσιν ἄμπελοι μέχρις 100,000 στρεμμάτων, ὥστε τὸ ὅλον δύναται νὰ ἀνέλθῃ περὶ τὸ ἑκατομμύριον· ὥστε, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἂν γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις, τὸ ποσὸν τοῦ φόρου θὰ ἦναι πολὺ μικρότερον.
§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν, ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, θὰ διατάξῃ νέαν καταμέτρησιν;
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ ἐλλείψεις εἶναι μικραί. Ὑπάρχουσι δῆμοι, ἐν οἷς εἶναι καταφανὲς, ὅτι ἐγένετο παράλειψις, καὶ οὐ μόνον αἱ δημόσιαι ἀρχαὶ, ἀλλὰ καὶ αἱ δημοτικαὶ καταδεικνύουσι τὴν πλάνην.
§145ΧΟΙΔΑΣ. Ἐννοεῖτε ἐπίσης νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὡς βάσιν οὐχὶ τὰ βεβαιωθέντα, ἀλλὰ τὰ εἰσπραχθέντα;
§146Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λάβωμεν ὡς βάσιν τὰ εἰσπραχθέντα, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν μείωσιν τῶν δημοσίων προσόδων.
§147ΧΟΙΔΑΣ. Τὴν μείωσιν δύνασθε νὰ θεραπεύσητε δι’ οἰκονομιῶν.
§148ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα.
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει δίκαιον, διότι ἐζήτησε νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἀντίστοιχον πρὸς τὰ βεβαιωθέντα, γινώσκομεν δὲ, ὅτι ἡ ἀπόστασις μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων εἶναι ἀρκετή. Στηριχθεὶς ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἠκολούθησε πορείαν λογικὴν, ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτοῦ δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι λογικὸν, δὲν εἶναι δίκαιον. Καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν, ἂν εὑρίσκετο ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, καθ’ ἣν νὰ διαταχθῶσι νέα κατάταξις καὶ νέαι δηλώσεις, νὰ διαγραφῶσι πάντα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, ἃς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ ἀπέναντι ποσοῦ στρεμμάτων μεγαλειτέρου. Διότι, ὡς εἶπον προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ λέγω πάλιν σήμερον, κατόπιν συνεντεύξεως μετὰ μεγάλων ἀμπελουργῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἤρξατο ἐκρίζωσις ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθησαν τὰ περὶ δηλώσεων τῶν ἀμπέλων, εἰς τὰ χωρία τῆς Ἀττικῆς, εἰς ἄλλα δὲ ἀνεστάλη ἡ φυτεία. Εἰς τὴν Ἀττικὴν δὲν ἐφυτεύθησαν ἄμπελοι ἕνεκα τοῦ φόρου βεβαίως.
§150ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Φορολογεῖταί τις ὅταν ἀπολαμβάνῃ, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐλογάριασε καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν καλλιέργειαν.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τοῦτο θὰ καταλήξω. Εἶπον, ὅτι ἔχω ἐντολὴν παρὰ προσώπου ἀνήκοντος εἰς οἰκογένειαν μεγάλην ἀμπελοκτημόνων τοῦ δήμου Κρωπίας, τοῦ Σιδέρη Μήτρου Παπαμιχάλη, ν’ ἀνακοινώσω, ὅτι ἡ οἰκογένεια αὕτη ἐξερρίζωσε 15,000 κλήματα, ἤτοι ὀκτὼ στρέμματα, ἐκλέξασα βεβαίως τὰ ὀλιγώτερον προσοδοφόρα. Ἐκ τοῦ δήμου Θορικίων ἦλθεν ἐπιτροπή, ἥτις ἐπεσκέφθη πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἀττικῆς, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχουσα τὸν δήμαρχον. Ἰδοὺ προχείρως ὀνόματά τινα, ἅπερ ἐσημείωσα. Ὁ Γεώργιος Λαδᾶς ἐξερρίζωσε 12,000 κλήματα, ἤτοι 15 στρέμματα· ὁ Στάμος Γκίνης 4,000, 5 στρέμματα· ὁ Γεώργιος Παπανικολάου 2,600 κλήματα, 3½ στρέμματα· ὁ Παναγ. Δροσόπουλος, δήμαρχος, 5,600 κλήματα, 7 στρέμματα· ὁ Χρῆστος Α. Πέτρου 5,000 κλήματα, 6½ στρέμματα· ὁ Νικόλαος Παναγιώτου 4,800 κλήματα, 6 στρέμματα, καὶ οὕτω καθεξῆς. Βλέπετε, ὅτι οἱ ἀμπελουργοί, συστηματικῶς ἀπηλπισμένοι καὶ βλέποντες, ὅτι ἀδύνατον ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὰ ἔξοδα, ἅτινα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτοὺς μετὰ τὸν νέον φόρον, ὥστε νὰ μείνῃ εἰς αὐτοὺς ὠφέλεια, ἀντιπροσωπεύουσα μικρόν τινα τόκον τοῦ κεφαλαίου, ἀπεφάσισαν νὰ ἐκριζώσωσι τὰ κλήματα καὶ ζητήσωσιν ἀλλαχοῦ τὸ κέρδος, ὅπερ ἐκ τούτου θέλει ἐλλείψει. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ ἐσκόπουν νὰ φέρω, πρὶν ἢ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διακόψῃ καὶ λάβῃ τὸν λόγον. Ἐπανέρχομαι εἰς τοὺς πίνακας τοὺς ἐμφαίνοντας τ’ ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ φόρου καταναλώσεως. Ἐν αὐτοῖς περιλαμβάνονται οἱ δῆμοι τῆς Ἀττικῆς, πλὴν τοῦ Πειραιῶς· διὰ τίνα λόγον, δὲν γνωρίζω. Ὁ λόγος, ὃν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐγένετο οὕτω διότι δὲν ὑπάρχει Ἐφορία ἐν Πειραιεῖ, εὑρέθη προχείρως...
§152ΧΟΪΔΑΣ. Εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας;
§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ὁ ἔφορος Ἀθηνῶν... Θέλω δὲ δείξει ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ παράλειψις τοῦ δήμου Πειραιῶς. Λαμβάνω ἐκ τῆς στήλης τῶν βεβαιώσεων τὸ ἄθροισμα ὅλων τῶν δήμων καὶ ἔχω δραχ. 309,193.75 βεβαιωθέντα φόρον ἔγγειον, 147,639.62 βεβαιωθὲν δικαίωμα καταναλώσεως, τὸ ὅλον βεβαιωθέντα δραχ. 456,833.37. Ἐκ τῶν δύο τούτων πηγῶν ζητεῖται ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς νὰ καταβάλῃ 456,000 δραχμῶν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Ἐὰν διαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρεμμάτων τῶν ἐν τῷ πίνακι 71,880 (πάντοτε πλὴν τοῦ Πειραιῶς), ὁ φόρος ὁ ἀναλογῶν εἰς ἕκαστον στρέμμα εἶναι, 4 καὶ 2, 6 δραχμαί· ἐὰν διαιρέσωμεν τὰς 147,633 δραχμὰς τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως, εὑρίσκομεν 2 δραχμὰς, ἂν δὲ τὰς 309,193 τοῦ ἐγγείου, εὑρίσκομεν 4 δραχμὰς, καὶ ὁμοῦ 6. Ὥστε αἱ ἄμπελοι τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ἐκ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως, ἐπιβαρύνονται κατὰ 2 δραχμὰς, αἵτινες προστίθενται εἰς τὸν φόρον τῶν 4 δραχμῶν. Ἀλλὰ 4 δραχμαὶ καί τι πρὸς, καὶ 2 δραχμαὶ καί τι πρὸς, φέρουσι δραχ. 6 καὶ δὲν ἠξεύρω πόσα λεπτά. Ταῦτα τὰ ἐπὶ πλέον τῶν ἓξ δραχμῶν λεπτὰ ποῦ θὰ καταλογισθῶσιν; Εἰς τοὺς γείτονας δήμους, εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐπέστησε τὴν προσοχήν του εἰς τοῦτο. Σημειώσατε δὲ, ὅτι λείπει ὁ δῆμος Πειραιῶς, ὅστις θὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον 70 χιλιάδας δραχμὰς φόρον καταναλώσεως· αὗται αἱ χιλιάδες δραχμαὶ, αἵτινες προκύπτουσιν ἐντεῦθεν ἐπὶ πλέον, θὰ βαρύνωσι βεβαίως τοὺς ἀμπελουργοὺς τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Καὶ τί ἔπταισαν αὐτοὶ, διότι καταστρέφονται οἱ ἀμπελουργοὶ τῆς Ἀττικῆς, ἂν προστεθῶσι καὶ ταῦτα, αὐτοὶ νὰ πληρώσωσι τὸ ἐλλεῖπον; Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύνταξις νόμου ὀλιγώτερον ἐπιστημονική. Ἔχομεν νῦν τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐξεγείρουσι παντὸς δικαίου ἀνθρώπου τὸ αἴσθημα. Καὶ τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα ποῖον θὰ ἦναι; μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν, μετὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοὺς γείτονας, μετὰ τὴν ἐργασίαν, ἥτις ἤρχισε καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ, τῆς ἐκριζώσεως τῶν ἀμπέλων ἐν Ἀττικῇ, ἐν Ξηροχωρίῳ, ἐν Βονίτσῃ, ἐν αὐτῇ τῇ Μεσσήνῃ, τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον θὰ ἦναι; ὅτι ἐνταῦθα, καὶ ὅπου γίνεται ἐκρίζωσις, ἐπέρχεται ἀπώλεια τοῦ εἰσοδήματος, μείωσις τοῦ κεφαλαίου, ἀφαίρεσις ἐργασίας ἀπὸ τῶν γεωργῶν καὶ ἐξανάγκασις αὐτῶν εἰς ἕτερα ἔργα. Πιθανὸν νὰ γείνωσι τοκισταὶ μᾶλλον ἢ γεωργοί. Διότι, εἶπον καὶ χθὲς, καὶ ὁ ἐκριζῶν τὴν ἄμπελον αὑτοῦ, διότι δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸν φόρον καὶ τὰς ἄλλας δαπάνας, καὶ ὁ διατηρῶν τὴν ἄμπελον αὑτοῦ, ἀμφότεροι βλάπτονται. Ὁ εἷς ἀποβάλλει τὸ ὅλον κεφάλαιον ἐκτὸς τῆς γῆς, ὁ ἕτερος δὲ ἀποβάλλει μέγα μέρος τῆς τιμῆς τῆς ἀμπέλου, διότι τίς ἀγοράζει ἄμπελον, ὅταν βλέπῃ, ὅτι οἱ ἀμπελοκτήμονες εἶναι πρόθυμοι νὰ ἐκριζώσωσι τὰς ἀμπέλους; Διὰ τοῦτο τὸ σύστημα τοῦτο, σύστημα δικόπου μαχαίρας, δὲν πρέπει νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή· εἶναι σύστημα ἔχον ἀνάγκην τροποποιήσεως. Ἀλλ’ οἱαδήποτε τροποποίησις ἀδύνατον νὰ φέρῃ θεμελιώδη διόρθωσιν τοῦ κακοῦ. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ πολύ. Χθὲς ὑπέβαλον ἀναφορὰν ἀμπελοκτημόνων· ὁμοίαν ὑποβάλλω καὶ σήμερον ἐκ τοῦ δήμου Φυλῆς. Ὁ δῆμος οὗτος εἶναι γείτων τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος· ἀμφότεροι βλάπτονται, ἀλλ’ ἐξ ἀντιθέτων λόγων. Ἀκούσατε τὴν κατάστασιν, ἥτις γεννᾶται εἰς τοὺς δύο τούτους ὁμόρους δήμους, οἵτινες διάκεινται ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἐδαφικὰς συνθήκας. Ὁ δῆμος Ἐλευσῖνος φορολογεῖται πρὸς 3,91, ὁ δὲ δῆμος Φυλῆς πρὸς 5,92. Αἱ αὐταὶ συνθῆκαι· ὁ μὲν ἔχει ἔδαφος πεδινὸν, ὅπερ κατέκτησεν ἡ φιλοπονία τῶν κατοίκων ἐπὶ τῶν ἑλῶν, ὁ ὀρεινὸς δὲ δῆμος Φυλῆς ἔχει ἔδαφος ἀμπελόφυτον, καὶ οὗτος πεδινὸν, καθ’ ὅμοιον τρόπον ἀποξηρανθὲν καὶ φυτευθέν. Ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, ἡ φορολογία εἶναι ἐλάσσων εἰς τὸν δῆμον Ἐλευσῖνος ἢ εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς, καίτοι ἡ ἀμπελοφυτεία ἐκεῖ εἶναι μικρὰ κατ’ ἔκτασιν· ὁ εἷς δῆμος φορολογεῖται πρὸς 5 καὶ 92/00, ὁ ἕτερος πρὸς 3,91. Καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν τοιαύτην φορολογίαν, εἰς ἣν θὰ προσθέσητε καὶ τὸν δημοτικὸν φόρον. Ἀλλ’ ἰδίως ἀδύνατον νὰ ἀνθέξωσιν αἱ ἄμπελοι εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς, ὅπου ἐξερρίζωσαν ἤδη 150 στρέμματα. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων, ἥτις φέρει καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα τῶν ποσῶν τοῦ καθορισθέντος φόρου τῶν ἀμπέλων κατὰ δῆμον, ὁ ἐν τῷ δήμῳ Φυλῆς ἀναλογῶν κατὰ στρέμμα φόρος ὡρίσθη εἰς δραχμὰς 5 καὶ λεπτὰ 92. Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τούτου ἀποδεικνύεται ἡ ὑπὸ τοῦ νέου νόμου, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν φορολογουμένων, πλασθεῖσα ἀδικία καὶ ἀνισότης, διότι ἐπερρίφθη ἐπὶ τῶν δηλωθέντων 2,475 στρεμμάτων καὶ 871 μέτρων φόρος δραχμῶν 14,651.34. Εἶναι δὲ ὁ φόρος οὗτος βαρύτατος, προκειμένου περὶ ἀμπέλων παραγουσῶν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος κατὰ μέσον ὅρον, ὑπερβολικῶς ὑπολογιζόμενον, 100 μπότσας κατὰ στρέμμα, ὡς ἀποδεικνύει ὁ ἑπόμενος ὑπολογισμός. Ὑποθέσωμεν ἰδιοκτήτην 20 στρεμμάτων, καὶ λάβωμεν τὰς 100 μπότσας ὡς μέσον ὅρον παραγωγῆς· ὁ πρὸς δραχμὰς 5,92 φόρος ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 118,40, τῇ προσθήκῃ δὲ τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐκ δραχμῶν 16, πρὸς 40 λεπτὰ τὴν μπότσαν, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ μέση τιμὴ, ἔχομεν δραχμὰς 134,40, αἵτινες ἀφαιρούμεναι ἐκ τῶν 800 δραχμῶν τοῦ ἐτησίου ἐσόδου τῶν 20 στρεμμάτων, ἀφίνουσιν ὑπόλοιπον δραχμῶν 665,60. Ἐκ τούτων ἀφαιροῦντες τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, ἀνερχόμενα, πρὸς 30 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, εἰς δραχμὰς 600, ἔχομεν ὑπόλοιπον δραχμῶν 65 καὶ 6/0 πρὸς ὄφελος τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ καλλιεργητῶν κολληγιακῶν ἢ μοναστηριακῶν ἀμπέλων, τότε ἡ καταστροφὴ εἶναι πλήρης. Τὸ βάρος καὶ ἡ ἀδικία τοῦ φόρου ἀποδεικνύεται ἔτι μεγαλειτέρα κατὰ ἔτη ἀφορίας, ὡς τὸ ἐνεστὼς, διότι, ἐνῷ ὁ κατὰ στρέμμα φόρος εἶναι σταθερὸς, ἡ παραγωγὴ τῶν ἀμπέλων εἶναι ἢ μηδαμινὴ ἢ πολὺ κατωτέρα τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῶν μετρίων ἐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἐπιβαλλομένη ἡ ὑπὸ τοῦ νέου νόμου ἐπιβληθεῖσα φορολογία, εἶναι προφανὲς, ὅτι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀμπέλων, ἐκ τούτου δὲ οὐ μόνον οἱ ἰδιῶται, ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἡ χώρα ὁλόκληρος θέλει ζημιωθῆ. Διὰ τοῦτο προσφεύγομεν εὐσεβάστως πρὸς τὴν Σ. Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων, ἐξαιτούμενοι παρ’ αὐτῆς, ὅπως κατὰ τὴν νέαν ταύτην Σύνοδον, ἐπιλαμβανομένη ἐκ νέου τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἢ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν πρὸ τοῦ νέου νόμου ὑφισταμένην κατάστασιν, ἢ ἐξεύρῃ ἄλλον τρόπον φορολογίας ἐλαφρότερον καὶ δικαιότερον.» Εἶπον καὶ χθὲς καὶ σήμερον λέγω, ὅτι μιᾷ φωνῇ πάντες οἱ ἀμπελουργοὶ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ὁρίζουσι τὸν αὐτὸν μέσον ὅρον, τὴν αὐτὴν μέσην τιμὴν καὶ παραγωγικότητα, μετ’ ἐλαχίστων διαφορῶν εἰς ὡρισμένα τινὰ μέρη. Ὁ ἀμπελουργὸς τοῦ δήμου Φυλῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀσχολούμενος εἰς τὴν ἀμπελουργίαν ἀπέναντι τῶν ἀριθμῶν, οὓς ἀνέγνωσα πρὸς ὑμᾶς. Ὁ ἀμπελουργὸς τοῦ δήμου Φυλῆς εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐκριζώσῃ τὰς ἀμπέλους αὑτοῦ, διότι, σημειώσατε, δὲν εἶναι καὶ ἐκ τῶν δήμων ἐκείνων ὁ δῆμος Φυλῆς, οἵτινες, ὡς ὁ δῆμος Ἀθηναίων, παράγουσι σταφυλὰς πρὸς βρῶσιν. Αἱ ἄμπελοι τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἔχουσι τοῦτο τὸ μέγα πλεονέκτημα, ὅτι αἱ σταφυλαὶ μεγάλου μέρους αὐτοῦ χρησιμεύουσιν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν πρὸς βρῶσιν, καὶ ἠδύνατο ἴσως νὰ θεωρηθῇ, ὅτι δι’ αὐτὸ ὁ φόρος πρὸς 3 καὶ 76/0 δὲν εἶναι βαρύς. Ἀλλ’ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὴν πεδιάδα τοῦ δήμου Ἀθηναίων, προκειμένου περὶ Ἀμαρουσίου, Κηφισιᾶς, Χαλανδρίου, Ἡρακλείου, δὲν εἶναι τὸ αὐτό. Ἐκεῖ ἐφαρμόζονται οἱ ὅροι τῶν ἄλλων ἀμπέλων, διότι ἡ σταφυλὴ ἐκεῖ χρησιμοποιεῖται εἰς γλεῦκος. Ἀλλὰ πάλιν, προκειμένου περὶ τῶν Ἀθηνῶν, ὑπάρχει καί τι ἐπὶ πλέον, ὅτι, ἵνα καρποφορήσωσιν αἱ ἄμπελοι, ἔχουσιν ἀνάγκην ποτίσματος, τὸ δὲ πότισμα πληρώνεται ἁδρῶς, πολλάκις καὶ δέκα δραχμὰς τὸ στρέμμα.
§154ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολὺ περισσότερον, 25 δραχμάς.
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποτίζονται δὲ αἱ ἄμπελοι δὶς τοῦ ἔτους. Περὶ τούτου ἠρώτησα Ἀθηναῖον πρώην συνάδελφον, τὸν κ. Ζαχαρίτσαν, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι μένω ἐντὸς ὅρου μετρίου, ἂν εἴπω δέκα δραχμάς. Λοιπὸν θὰ ἔχῃ δέκα δρ. δαπάνην ἐπὶ πλέον, καὶ δὶς τοῦ ἔτους, εἴκοσι δραχμὰς ἐπὶ πλέον. Κατὰ ταῦτα, ἂν ὁ φόρος διὰ τὰς ἀμπέλους τῶν Ἀθηνῶν ἦναι ἐλαφρότερος, αἱ δαπάναι τῆς παραγωγῆς εἶναι μεγαλείτεραι, κινδυνεύομεν δὲ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ πεδιάδι τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἴδωμεν τοὺς ἀμπελουργοὺς ἐξανισταμένους καὶ λέγοντας, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσι καλλιεργοῦντες τὰς ἀμπέλους. Ταῦτα, Κύριοι, συνοψίζων, συνάγω ὅτι ἐκ τοῦ νόμου προκύπτει ὀλέθριον ἀποτέλεσμα· φθορὰ τοῦ εἰσοδήματος, φθορὰ τοῦ κεφαλαίου καὶ ἐλάττωσις τῆς ἀμπελοφυτείας ἐν Ἑλλάδι· ἐλάττωσις τῆς ἀμπελοφυτείας, ἥτις ἀνεπτύχθη εἴς τινας μάλιστα ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη κατὰ τρόπον λίαν συμφέροντα εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας· ἐλάττωσις τῆς ἀμπελοφυτείας, ἥτις ἔδωκεν εἰς τοὺς γεωργοὺς τῶν λυπρῶν ἰδίως γαιῶν, ὁποῖαι αἱ τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Μεγαρίδος, ἔδωκεν εἰσόδημα σταθερὸν, τὸ μόνον ὅπερ ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ζῶσιν ἐν μείζονι ἢ ἐλάσσονι εὐπορίᾳ, ἀλλὰ πάντως ἐν εὐπορίᾳ. Ἂν εἰς τὸν δῆμον Μεγαρέων ἐφαρμοσθῇ ὁ φόρος, ὃν ἔχετε ἐνταῦθα ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν δῆμον τοῦτον, ὅστις ζῇ ἐκ τῆς ἀμπελοφυτείας κυρίως, διότι αὕτη δίδει εἰς αὐτὸν κατ’ ἔτος, καίτοι παράγουσα κάτω τῶν ἑκατὸν μποτσῶν κατὰ στρέμμα, δίδει ὅμως εἰς αὐτὸν τὰ πρὸς τὸ ζῇν, ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτως κακῶν ἐτῶν, ὁ δῆμος τῶν Μεγαρέων δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Ἀντεπροσώπευσα τὴν Μεγαρίδα ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη καὶ γνωρίζω καλῶς τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν Μεγαρέων. Κατὰ τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς δὲν εἶχον ἀμπελουργίαν, ἦσαν ἅπαντες κατάχρεοι, δὲν ὑπῆρχεν ἄκρα τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοκογλύφος, εἰς ὃν δὲν ἐχρεώστουν οἱ Μεγαρεῖς· εὐθὺς ὅμως, ὡς δι’ ἀτρύτων κόπων κατώρθωσαν νὰ καταρτίσωσιν ἀμπελῶνας, καὶ κατήρτισαν αὐτοὺς δι’ ἐπιπόνου ἐργασίας θαυμασίους, οἱ Μεγαρεῖς εὐημεροῦσι καὶ αὐξάνονται. Ὁ ἐλαιὼν, ὅστις καὶ αὐτὸς ἐπίσης ὀφείλεται εἰς τοὺς ἀτρύτους αὐτῶν κόπους, δίδει εἰσόδημα μόνον κατὰ τριετίαν, καὶ πολλάκις οὐδὲ τότε, αἱ δὲ γαῖαι αἱ σπειρόμεναι εἶναι πτωχαί. Κατὰ περιόδους δίδουσι καὶ αὗται ἄξιον λόγου τινὸς εἰσόδημα. Ἐν Ἀττικῇ οἱ δῆμοι τῶν Μεσογείων, διὰ τῆς ἱκανότητος τῶν κατοίκων αὐτῶν καὶ τῆς ἀκαμάτου ἐργασίας, κατήντησαν νὰ μεταβληθῶσιν εἰς τόπον ἀληθῶς προβλητέον εἰς ὑπόδειγμα εἰς τοὺς ἀμπελουργοὺς τῆς Ἑλλάδος. Λυπρόταται γαῖαι, καὶ ἔλλειψις ὑδάτων· ἀλλ’ αἱ ἄμπελοι τῶν Μεσογείων εἶναι αἱ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀντιπροσωπεύουσαι τὸ ποσὸν τῶν 73 χιλιάδων στρεμμάτων, ἅτινα ἔχομεν ἀναγεγραμμένα ἐνταῦθα, διότι μόνος ὁ δῆμος Κρωπίας ἔχει 35,000 στρέμματα ἀμπέλων, ὅσα οὐδεμία ἐπαρχία, πλὴν 4 ἢ 5, ἔχει. Καὶ ἐκ τῶν προσόδων τῶν ἀμπέλων τούτων, ἃς κατὰ τὰ παραδεδεγμένα ὁρίζω εἰς ἑκατὸν μπότσας κατὰ στρέμμα καὶ 40 λεπτὰ κατὰ μπότσαν, ἐξ αὐτῶν ηὐπόρησαν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν τούτων, ἐξ αὐτῶν ἀνεδείχθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν εἰς βαθμὸν σπανίως παρατηρούμενον εἰς χωρικοὺς ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τοὺς λόγους τούτους τὸ νέον σύστημα τῆς φορολογίας δὲν ἐπιδέχεται κατ’ ἐμὲ ἄλλην ψῆφον παρὰ τὴν μέλαιναν. Ἀλλ’ ἔρχεται σήμερον ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ μεταρρυθμίσεως προσωρινῆς τοῦ συστήματος, ἵνα δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον τοῦ ἔτους 1899· διότι, ἂν δὲν ἐπέλθῃ μεταρρύθμισις, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπράξῃ φόρον. Καὶ ἐνταῦθα τίθεται τὸ ἐρώτημα, τί συμφέρει, νὰ ψηφίσωμεν τὴν προτεινομένην μεταρρύθμισιν μᾶλλον ἢ ὄχι; Ἂν ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ κανονίσω τὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν τυχὸν οἱ ἐντολεῖς μου μοὶ ἔλεγον ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ ψηφισθῇ ἡ τροποποίησις, διότι ἐπιφέρει ὁπωσδήποτε βελτίωσιν, ἵνα πέσῃ ὁ νόμος, ἐγὼ ἤθελον καταψηφίσει. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς ταμιευτικόν. Ὅπως δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ τοὐλάχιστον μέρος τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ, τουτέστιν ὅσον θέλει ἀποδώσει ὁ φόρος ὁ ἐντὸς τῶν ὁρίων μιᾶς μέχρι τριῶν δραχμῶν, ἐπειδὴ ἐν τῷ νόμῳ τῷ ὑφισταμένῳ δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐπιτρέπουσα τοῦτο, ἀναγκάζεται νὰ ἔλθῃ καὶ ζητήσῃ ἄδειαν προσωρινῆς εἰσπράξεως, δηλαδὴ πρὸ τῆς πλήρους βεβαιώσεως, διότι δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἡ βεβαίωσις, νὰ προβῇ εἰς μερικὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἀπὸ μιᾶς μέχρι τριῶν δραχμῶν, καὶ ἐπὶ ταύτῃ νὰ εἰσπράξῃ τὸ προκῦψον ποσόν. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ θέλει λάβει καιρὸν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν γενομένην ἐργασίαν, εἰς τρόπον ὥστε ἔπειτα νὰ ζητήσῃ νὰ εἰσπράξῃ καὶ τὰ ὑπόλοιπα. Τὸ δεύτερον τοῦτο δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις Διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι κατὰ τὴν νέαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς θέλει ἀναγκασθῆ νὰ προτείνῃ νέαν τροποποίησιν. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωρινὸν, καὶ ματαία ἦτο ἡ ἀνησυχία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης προχθὲς, ὅτε ἐζήτησε δήλωσιν περὶ τούτου, διότι καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου τοῦτο δεικνύει, εἰδικῶς δὲ τοῦ ἄρθρου 3 ἡ βʹ ζ, ἥτις λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπάγεται τὴν μεταβολὴν τῆς γενομένης κατανομῆς τοῦ φόρου διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1899.» Τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωρινὸν, ἀλλὰ θέλετε ἴδει, ὅτι, ἐνῷ δικαιολογεῖται ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ δικαιολογητικῇ, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ προσωρινὴ τροποποίησις φέρει μεταβολὰς διαρκεῖς εἰς τὰς διατάξεις τὰς κατὰ μέρος τοῦ νόμου, αἵτινες ὡς ἄστοχοι ἀπεδείχθησαν ἐντελῶς ἀνεφάρμοστοι π. χ. λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις: «Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρωτοκόλλων ὁ δήμαρχος καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ οἰκείου δήμου, διότι οἱ κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἀρχικῶν πρωτοκόλλων λαβόντες μέρος δήμαρχος καὶ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας δὲν ἔδωκαν τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν διὰ τοὺς ἔξω δήμους τῆς ἐπαρχίας εἰς τὸν ὁρισμὸν τῆς μέσης παραγωγῆς καὶ τῆς μέσης τιμῆς». Παρακαλῶ, Κύριοι, ποίαν προσοχὴν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, ὁ κ. Μερκούρης, ἢ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, εἰς τὸ ζήτημα τῆς μέσης παραγωγῆς καὶ τῆς μέσης τιμῆς τοῦ δήμου Θορικίων, τῆς μέσης παραγωγῆς καὶ τῆς μέσης τιμῆς τῶν ἄλλων δήμων; Ἀλλ’ ἀκούσατε τί θέλει καὶ νῦν συμβῇ μετὰ τὴν τροποποίησιν. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 2 ταῦτα: «Εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρωτοκόλλων τούτων λαμβάνει μέρος ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἢ, ὅπου δὲν ἑδρεύει τοιαύτη, ὁ εἰρηνοδίκης τῆς ἕδρας τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας...». Ὀρθὸν, ἀλλ’ ὁ εἰρηνοδίκης τῆς ἕδρας τῆς οἰκείας Ἐφορίας δὲν ὑπῆρχε καὶ ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος ὁ ἰσχύων; Ὑπῆρχε. Τί ἔλεγεν ὅμως τὸ ἄρθρον 10; «Ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ Σεπτεμβρίου 1899 ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἢ, ὅπου τοιαύτη δὲν ἑδρεύει, ὁ εἰρηνοδίκης τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας...» δηλ. προκειμένου περὶ τοῦ δήμου Λαυρίου π. χ., ὅστις ἔχει εἰρηνοδίκην ἁρμόδιον διὰ τὸν δῆμον Λαυρεωτικῆς καὶ τὸν δῆμον Θορικίων, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς μετέχοντος εἰς αὐτὴν τοῦ εἰρηνοδίκου τοῦ δήμου Ἀθηναίων, διότι πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας εἶναι αἱ Ἀθῆναι! Διατὶ ἐγένοντο ταῦτα πέρυσι; Καὶ διορθώνεται μὲν τὸ πρᾶγμα σήμερον, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωρινὸν, εὐθὺς ὡς παρέλθῃ τὸ 1899, θὰ ἔχωμεν πάλιν τὸν εἰρηνοδίκην Ἀθηνῶν μεταβαίνοντα εἰς τὸ Λαύριον, ἵνα προσδιορίσῃ, καὶ θὰ ἔχωμεν πάλιν τὸν κ. Μερκούρην προσδιορίζοντα...
§156Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προβλέπεταί που ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι προσωρινή;
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ εἴπετε ὑμεῖς.
§158ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι; Δὲν εἶπον ποτὲ, ὅτι εἶναι προσωρινὴ ἡ διάταξις.
§159ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε παρακαλῶ νὰ γείνῃ διάκρισις καὶ σαφεστέρα χρῆσις τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους μεταχειρίζεσθε (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀνασύνταξιν τῶν ὑπὸ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 ὁριζομένων πρωτοκόλλων καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς πρὸς τοῦτο διορίας.»
§160ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ὁρίζει κατὰ τίνα τρόπον θὰ γείνῃ τὸ νέον μητρῷον. Τὸ μητρῷον, τὸ ὁποῖον θὰ γείνῃ δυνάμει τοῦ νέου νόμου, θὰ ἦναι μόνιμον.
§161Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν μετὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη αὐξήσῃ ἐν μέρει ἡ ἀμπελοφυτεία, εἰς τρόπον ὥστε ἐκ τῆς πολλαπλασίας δηλώσεως τῶν ἀμπέλων νὰ γείνῃ σύνταξις νέων πρωτοκόλλων, θὰ γείνῃ αὕτη κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον ἢ κατὰ τὸ παλαιόν;
§162ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ ἓν μητρῷον. Τὸ μητρῷον, κατὰ τὸν νόμον, θὰ ἰσχύῃ καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἐκτὸς ἐὰν διαταχθῇ ἀναθεώρησις. Λοιπὸν αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ διὰ τοῦ νόμου, αὐτὸ τοῦτο θὰ γείνῃ καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος ὁρίζει πῶς θὰ συνταχθῇ τὸ μητρῷον· τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι τὸ μητρῷον θὰ συνταχθῇ ὄχι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀλλ’ ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁρίζεται.
§163Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν πρόκειται τὸ μητρῷον, τὸ ὁποῖον θὰ συνταχθῇ διὰ τὸ 1899, νὰ γείνῃ μητρῷον πάγιον, βεβαίως ὁ νόμος αὐτὸς θὰ χρησιμεύῃ εἰς τὴν σύνταξίν του. Ἀλλ’ ἂν, ὡς κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τάχιστα ἀναγκασθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ μητρῴου, ὅπως τὴν διατάττει σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ μητρῴου, ἥτις δύναται νὰ γείνῃ κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Τότε ἡ ἀνασύνταξις τῶν μητρῴων θὰ γίνηται κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ὄχι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν σήμερον. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ἔχωμεν δήμους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐκριζώσεως τῶν ἀμπέλων των νὰ ἐλαττώσωσι κατὰ τοσοῦτον τὸν ἀριθμὸν τῶν στρεμμάτων, ὥστε ὄχι πλέον ἕξ, ἀλλὰ καὶ δέκα ἓξ νὰ μὴ ἀρκοῦν νὰ συμπληρώσουν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν διανεμητικὴν ἀρχὴν τοῦ συστήματος ὀφείλει νὰ πληρώνῃ ὁ δῆμος, βεβαίως αὔριον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ διατάξῃ σύνταξιν μητρῴου.
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἕτερον ὁρίζει ἢ κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνηται τὸ μέτρον, δηλαδὴ ἀντικαθιστᾷ ἐν μέρει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Τοῦτο, Κύριοι, ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν. Ἔχει τι τὸ προσωρινὸν ὁ νόμος; Τὸ νομοσχέδιον μεταρρυθμίζει ὡρισμένην διάταξιν τοῦ κρατοῦντος νόμου;
§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αἱ ἐξηγήσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θεωρεῖ, ὅτι ἐν μέρει ἔχει διατάξεις προσωρινὰς, ἐν μέρει ὁριστικάς. Εὔχομαι νὰ γείνῃ διαίρεσις αὐτῶν. Ἐν συμπεράσματι, Κύριοι, ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμον κακὸν, ὅτι, ἂν ὁ νόμος ὁ πρώην κείμενος δὲν ἦτον νόμος εὐάρεστος, ἂν ἦτο νόμος προκαλῶν ἀντιρρήσεις, εἶχεν ὅμως τὸ μέγα πλεονέκτημα, ὅτι εἶχεν ἤδη ἐφαρμοσθῆ ἐπὶ χρόνον ἱκανὸν, καὶ ἠδύνατό τις, βελτιουμένου αὐτοῦ κατά τινα τρόπον, νὰ ἀναμένῃ χρόνον τινὰ ἔτι πρὶν ἢ καταργήσῃ καὶ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸν διὰ συστήματος ἄλλου καὶ οὐχὶ τοῦ σήμερον αὐτοσχεδιασθέντος. Βεβαίως ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν δὲν ἠδυνάμην νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁποῖα εἴδομεν αὐτὰ ἰδίως ἕνεκα τῶν καταμετρήσεων καὶ ἐνοικιάσεων τῶν μὴ δηλωθέντων οἴνων, ἀλλὰ πρὶν ἢ Κυβέρνησίς τις ἀποφασίσῃ νὰ καταργήσῃ νόμον κείμενον, νόμον λειτουργήσαντα ἐπὶ τόσα ἔτη, πρὸς ὃν συνῳκειώθησαν οἱ πολῖται, καίτοι διαμαρτυρόμενοι διὰ τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἔχῃ μεμελετημένον σύστημα κρεῖττον. Περὶ τῶν φορολογικῶν νόμων δὲν εἶναι μάταιον νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ λέγεται ὑπὸ πάντων τῶν οἰκονομολόγων, ὅτι ὁμοιάζουσι πρὸς τὰ ὑποδήματα, ἅτινα, ὅσον παλαιότερα εἶναι, τόσον ὀλιγώτερον στενοχωροῦσι, καὶ ἂν ἔτι ἔχωσιν ἐλαττώματα. Εἶναι κατ’ ἐμὲ μέγα σφάλμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε σύστημα, ὅπερ οὐδὲν ἔχει τὸ ἐπιστημονικόν, στερεῖται δὲ βάσεως δικαίας. Ἀπηλλάγησαν οἱ φορολογούμενοι τῶν πόλεων ἀπὸ φόρου, ὅστις ἐν πολλοῖς ἦτο ἄδικος, ἦτο πιεστικός, ἀλλ’ ὅλον τὸ βάρος τῆς φορολογίας, καὶ αὐτῆς τῆς καταναλώσεως, ἔπεσεν ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὸ στήριγμα τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος τὸ οἰκονομικὸν εἶναι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοί.
§166Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καταλήγων τὸν λόγον, εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦν ἀμελέτητος, ὅτε εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νῦν εἶναι νόμος τοῦ Κράτους· δι’ ὅσων ὅμως εἶπεν ἀπέδειξεν, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ἐντελῶς ἀμελέτητος. Καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν προαγορευσάντων, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν κατενοήθη ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα, διότι εἴδομεν ἐντεῦθεν διεξοδικὰς ἀγορεύσεις κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νόμου τοῦ κρατοῦντος περὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, τῆς ἀντικατασταθείσης ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρου. Ἀλλὰ τίνα λόγον εἶχον τὰ ὑπὸ τῶν προλαλησάντων προβληθέντα ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Ἐὰν ταῦτα τὰ ἐπιχειρήματα, ἰδίως τὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἤθελον ἐνταῦθα ἀναπτυχθῆ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἤδη εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, εὐχαρίστως καὶ ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ ἤθελον προσέξει καὶ συζητήσει ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τότε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαλήσαντες ἦσαν ὑπὲρ τῆς τοῦ νόμου ἀρχῆς.
§167ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐναντίον.
§168Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ, καίτοι ὢν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ὡμίλησα ἐναντίον τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται.
§169ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, συνηθίζετε νὰ κηρύττησθε ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ τοῦ συνόλου, ἢ κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ ὑπὲρ τῶν διατάξεων τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, καὶ ἂν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ ἐξ Ἄρτης ἦσαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως ἀπετέλουν ἐλαχίστην μειονοψηφίαν, διότι πᾶσα ἡ Βουλὴ ἦτο ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου· δὲν ἦτο δυνατὸν δὲ νὰ εἶχεν ἄλλως, διότι ἐζητεῖτο ἐξ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν τότε, διότι ἔδιδε χώραν εἰς ἀπείρους καταπιέσεις, εἰς ἀπείρους καταχρήσεις, διότι καθίστα τὸν ἀμπελοκτήμονα ὑποχείριον εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τῶν ἀδήλωτων οἴνων καὶ θῦμα τῶν καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι ἦγον τοῦτον κατηγορούμενον ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου, καὶ ἀφῄρουν ἀπ’ αὐτοῦ καὶ χρόνον καὶ χρῆμα, ἐνῷ πολλάκις εἶχεν ἀκριβῶς δηλώσει τὸν οἶνόν του. Ἀλλὰ μήπως αἱ φωναὶ ἐκεῖναι μόνον κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν Βουλευτικὴν Περίοδον ἠκούσθησαν κατὰ τοῦ ὑφεστῶτος μέχρι τότε συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου; Ἡ κατὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου ἐξέγερσις ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν παρετηρεῖτο ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, πάντοτε δὲ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ εὕρισκον πολλοὺς τοὺς διερμηνεύοντας ταύτην. Καὶ ὅτε κατὰ τὸ 1895 τὸ πρῶτον ὡς Βουλευτὴς εἰσήγαγον νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ ὑφεστῶτος συστήματος τῆς φορολογίας τῶν οἴνων, πᾶσα ἡ Βουλή, τοὐλάχιστον οἱ περισσότεροι τῶν Βουλευτῶν, ὅσοι ἐξεπροσώπουν ἐπαρχίας ἀμπελοφόρους, μὲ συνέχαιρον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ἦτο πρῶτος ἐξ ἐκείνων, οἵτινες μὲ συνεχάρησαν. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρελθούσης Περιόδου προεκλήθη νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, ὡμολόγησε δέ, ὅτι εἶχε δυσμενεστάτην γνώμην περὶ τοῦ συστήματος ἐκείνου, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι εὐχαρίστως ἤθελε προβῆ εἰς τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ, ἐὰν τότε, κατὰ τὰς ἰδέας αὐτοῦ, δὲν ὑπῆρχεν ἓν κώλυμα, ἡ ἐκκρεμότης τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους· διότι ἐφρόνει, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν ἐκκρεμεῖς αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς ἐπίτευξιν συμβιβασμοῦ, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὸ λειτουργοῦν φορολογικὸν σύστημα. Ἦτο λοιπὸν γνώμη γενική, ὅτι ὁ φόρος ἐκεῖνος ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ. Ἡμεῖς, καὶ πρὶν ἀκόμη ἀνέλθωμεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, ὡς πολιτευόμενοι, μεταξὺ τῶν ὅρων τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν προγράμματος ἀνεγράψαμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ ἐκείνου συστήματος. Καὶ ὡς ἐκ τῶν πεποιθήσεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας ἐπηγγέλθημεν, ἐσμὲν ὑποχρεωμένοι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος ἐκείνου. Καὶ ἄλλοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν μεμελετημένοι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἠθέλησαν νὰ ὑποβάλωσι νομοσχέδια περὶ αὐτοῦ, πάντες δὲ κατέληγον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος περὶ φόρου τοῦ οἴνου, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι καθώριζον ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταταχθῶσιν αἱ ἄμπελοι εἰς τάξεις. Ἐγὼ δὲν συνετάχθην μὲ τὴν γνώμην τῶν κυρίων συναδέλφων, διότι γινώσκω, ὁποία ἤθελε γείνῃ κατάχρησις διὰ τοῦ συστήματος τῆς κατατάξεως εἰς ποιότητας ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων ἀρχῶν, διότι τῶν μὲν εὐνοουμένων αἱ ἄμπελοι ἤθελον καταταχθῆ εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν, τῶν δὲ πολιτικῶν ἐχθρῶν εἰς τὴν μᾶλλον φορολογουμένην τάξιν, ἤθελον δ’ ἐκ τούτου γεννηθῆ τοιαῦτα παράπονα, ὥστε νὰ μὴ καταστῇ δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ νέον φορολογικὸν σύστημα, ὡς δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ὅτε ἐν παρῳχημένῃ ἐποχῇ εἶχεν εἰσαχθῆ. Ἀλλ’ εἰς τὸ σύστημα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας οἱ Κύριοι εὗρον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ βάσις ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, ὅτι οὐδεμία ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἀλλὰ τὸ πᾶν νὰ ἀφίνηται ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην· ἐνόμιζε καὶ νομίζει, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἠδύνατο ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ στερηθῇ τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανεν ἐκ τοῦ πρότερον ἰσχύοντος συστήματος. Καὶ ἠκούσθη πρὸ ὀλίγου λεγόμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως καὶ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον τροποποιεῖ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ νομοσχέδιον ταμιευτικόν. Καὶ εἶναι τῷ ὄντι τοῦτο μία ἀπήχησις τῆς διαδοθείσης ἐκ μέρους τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν Κυβέρνησιν φήμης, ὅτι σήμερον ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν πράττει ἢ νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους· διαδίδεται ὑπ’ αὐτῶν, καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀσχολεῖται ἢ ν’ αὐξάνῃ τὴν ὑφεστῶσαν φορολογίαν καὶ νὰ πιέζῃ τὰς παραγωγικὰς τάξεις· ἕτεροι τούτων προσθέτουσιν, ὅτι εἶναι συνέχεια τῶν Τρικουπικῶν Κυβερνήσεων κλπ. Ἀλλὰ διατὶ ὅλα ταῦτα νὰ λέγωνται, ὅταν τὰ πράγματα δὲν τὰ ὑποστηρίζωσι; Διατὶ συκοφαντοῦσι τοὺς ψηφίσαντας ὑπὲρ τοῦ νόμου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὡς ἐμπνεομένους ὑπὸ σκοποῦ καθαρῶς ταμιευτικοῦ; Ὁποῖα βάρη ἐπεβλήθησαν δι’ αὐτοῦ κατὰ τρόπον πιέζοντα τὰς παραγωγικὰς τάξεις; Βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ παρίδω τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ μὴ ἀναλογισθῶ τὰς συνεπείας, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑπάρξει ἀνεπάρκεια τῶν προσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Εἰς αὐτὸ λοιπὸν ἀπέβλεψεν ἡ Κυβέρνησις, τουτέστι νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν αὐτὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου, ἀντικαθιστῶσα τὸ σύστημα τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλε φορολογίαν οὐ μόνον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν, τῶν ἐνωμοταρχῶν, τῶν δικηγόρων, τῶν δικολάβων, καὶ τόσων ἄλλων, οἵτινες ἐξεμύζων τὰς τάξεις τὰς παραγωγικάς. Λοιπὸν, προκειμένου νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ εἴσπραξις τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν μία τετραετία οὐχὶ τυχαίως, ἀλλὰ διότι ἡ τετραετία ἐκείνη δὲν περιεῖχεν ἀνωμαλίας πολιτικὰς, οὔτε ἄλλο τι ἔκτακτον. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μειωθῇ ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ σύστημα διανεμητικόν. Καὶ εἴδομεν πολλοὺς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἠγόρευσαν, εὑρόντας, ὅτι ἐν τῷ διὰ τοῦ νόμου καθιερωμένῳ συστήματι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ἐπιστημονικὸν, οὐδὲν τὸ λογικόν! Ὁ ἀκούων τοὺς προβαλόντας τοιοῦτον ἐπιχείρημα ἠδύνατο νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι τὸ διανεμητικὸν σύστημα εἶναι ὄντως παράλογον. Ἐὰν αἱ σκέψεις αὗται ἦσαν ὀρθαὶ, δὲν θὰ ὑπῆρχε σύστημα διανεμητικὸν, δὲν ἤθελε δὲ τοῦτο ἐφαρμοσθῆ ἐν ἔθνεσι μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοις οἰκονομικῶς καὶ πολιτικῶς. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τὸ διανεμητικὸν ἐφηρμόσθη ἐνταῦθα καθ’ ὃν τρόπον ὥρισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δηλαδὴ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν τὸ στενὸν ὅριον, καὶ ἐξ ἐκείνου τοῦ στενοῦ ὁρίου ἐλήφθη ὁ φόρος καὶ ἐπεβλήθη; Ὄχι. Ὁ νομοθέτης ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ κατανομὴ τοῦ φόρου τούτου μᾶλλον δικαία ἢ ὡς ὑπῆρχε πρότερον, ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν. Ὁ νομοθέτης ἐγίνωσκε τοῦτο, ὅτι τὸ γλεῦκος τὸ παραγόμενον ἐν Ἀττικῇ πωλεῖται πρὸς εἴκοσι λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ τὸ γλεῦκος τὸ παραγόμενον ἀλλαχοῦ πωλεῖται πρὸς πέντε ἢ δέκα λεπτά· ὁ φόρος τῶν δύο καὶ δυόμισυ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἦτο πιεστικώτατος διὰ τὸ γλεῦκος τῆς Μαντινείας, δὲν ἦτο δὲ πιεστικὸς διὰ τὰς ἐπαρχίας, ἐν αἷς πωλεῖται πρὸς 45 λεπτὰ τὴν μπότσαν. Λοιπὸν ὁ νομοθέτης ἐσκέφθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν, αὐτὴν τὴν ἀνισότητα, ἂν ὄχι ἀπολύτως νὰ ἄρῃ, τοὐλάχιστον κατά τι νὰ μετριάσῃ. Ὁ νομοθέτης προῆλθεν εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι, ἵνα ἐπιβάλῃ τὸν φόρον αὐτὸν, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς τῆς ἀμπέλου, ἀλλὰ καὶ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, καὶ ὅταν αὐτοὺς τοὺς δύο παράγοντας τοὺς συνδυάσῃ πρὸς τρίτον παράγοντα, τὴν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ δικαιοτέραν κατανομήν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου περιελήφθη καὶ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως, τῆς λιανικῆς πωλήσεως· ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ὑπεβλήθη εὔλογος παρατήρησις, ὅτι οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως πρὸς τὸν φόρον τοῦτον. Περιελήφθη ὅμως, διότι πρῶτον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως, ἦτο ἐλάχιστον, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραττόμενον ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον· διότι ὁ μὲν ἔγγειος φόρος τοῦ οἴνου ἀνέρχεται εἰς 2,618,000,—εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῶν τεσσάρων ἐτῶν—ὁ δὲ μέσος ὅρος τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου ἀνέρχεται εἰς 300,000. Ἀλλὰ δὲν ἦτο τοῦτο μόνον· ἐγίνωσκον καὶ ἐγίνωσκε καὶ ὁ προβαλὼν τὴν παρατήρησιν ταύτην κ. Βουλευτὴς, ὅτι καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς καταναλώσεως τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου ἐλάμβανον χώραν καταχρήσεις, οὐχὶ ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσιν, ἀλλ’ ἐν πολλαῖς τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ καταχρήσεις δ’ αὗται ἐγίνοντο, διότι εἰς τὰς ἐπαρχίας πολλοὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων ἐν ταῖς ἰδίαις αὑτῶν οἰκίαις ἢ ἀποθήκαις πωλοῦσι λιανικῶς τὸν οἶνον· οὗτοι ἀναρτῶσιν εἰς τὴν θύραν τῆς οἰκίας των σημαίαν τινὰ, ἢ κλάδον τινὰ ἐλαίας ἢ ἄλλου δένδρου, πρὸς ἔνδειξιν, ὅτι ἐντὸς τῆς οἰκίας αὐτῆς πωλεῖται λιανικῶς οἶνος, ἵνα προσέρχωνται οἱ γείτονες, οἱ μὴ ἔχοντες οἶνον, καὶ ἀγοράζωσιν ἡμίσειαν ὀκᾶν, μίαν ὀκᾶν καὶ καθεξῆς. Τότε τί ἐγίνετο ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστὴν, τὸν ἐνοικιάζοντα τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου; Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπληροφορεῖτο οὗτος, ὅτι εἰς τὴν δεῖνα οἰκίαν πωλεῖται λιανικῶς οἶνος, εἰσήρχετο καὶ συνέτασσε πρωτόκολλον, καὶ ἐβεβαίου, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰς τὴν οἰναποθήκην τρία ἢ τέσσαρα βαρέλια, περιέχοντα 2,000 ἢ 3,000 ὀκάδας οἴνου, τὸν οἶνον τοῦτον τὸν εἶχε προωρισμένον πρὸς λιανικὴν πώλησιν, καὶ συνέτασσε πρωτόκολλον, καὶ ἐνῆγεν αὐτὸν ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, οὕτω δὲ ὑπέβαλλεν αὐτὸν εἰς τὴν πληρωμὴν προστίμου. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος. Ἄλλως τίς ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην τὴν ἀντίθετον, ὅτι δὲν εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ὁ ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως; Ἀλλὰ παρετηρήθη ἐντεῦθεν καὶ ἕτερόν τι, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου, ἐπιπίπτει ὁλόκληρον ἐπὶ τοὺς ἀμπελοκτήμονας, πρὸς τοῦτο δ’ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ στενὴ περιφέρεια τῆς Ἀττικῆς, καὶ εὑρέθη, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 280,000, αἵτινες εἰσεπράττοντο ἐν γένει ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, τὸ ἥμισυ εἰσεπράττετο ἐκ τῆς Ἀττικῆς, ὅτι δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπερρίφθη εἰς τοὺς κατοίκους τῶν δήμων Κρωπίας, Φυλῆς καὶ Θορικίων. Τοῦτο ὅμως ἀποδεικνύει, ἢ ὅτι δὲν εἶχον μελετήσει τὸν νόμον, ἢ ὅτι σκοπίμως παρηρμήνευον τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· διότι ὁ νόμος, τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου, δὲν ἐπέρριψεν εἰς τοὺς δήμους τῆς Ἀττικῆς, τὸ ἐπέρριψεν εἰς ἅπαντας τοὺς δήμους τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπέρριψε τοῦτο τὸ βάρος καὶ εἰς ἐκείνους τοὺς δήμους, ὅπου δὲν εἰσεπράττετο πρότερον δικαίωμα καταναλώσεως, παρέσχεν εἰς αὐτοὺς ἓν ἄλλο πλεονέκτημα, τοῦτο, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ οἶνος ἐν Ἀθήναις πωλεῖται εἰς τιμὴν διπλασίαν ἐκείνης, καθ’ ἣν πωλεῖται εἰς ἄλλους δήμους, προὐνόησε νὰ κανονίσῃ τὸν πληρωτέον φόρον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μικροτέρας τιμῆς. Αὐτὴ ἦτο ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου. Κατ’ ἐμὲ, τὸ σύστημα ἦτο καὶ εἶναι ἄρτιον. Ἀλλὰ διατὶ σήμερον ζητῶ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου ἐκείνου; Διὰ δύο λόγους ἁπλουστάτους καὶ οὐχὶ ἀκαταλήπτους· πρῶτον διότι αἱ ἐπιφορτισθεῖσαι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀρχαὶ, δημόσιαι καὶ δημοτικαὶ, δὲν ἀπέδειξαν πλήρη συνείδησιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν νόμων ἐπιβάλλονται εἰς αὐτάς· ὁ δὲ δεύτερος λόγος εἶναι, ὅτι εἴμεθα πάντες κατὰ τῶν ἀμέσων φόρων· προτιμῶμεν καὶ διπλασίους φόρους νὰ πληρώνωμεν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου φορολογίας. Διότι νομίζομεν, ὅτι δὲν πληρώνομεν φόρους, καὶ ὑπολαμβάνομεν, ὅτι εἴμεθα ἀφορολόγητοι· διότι πρότερον ἀπὸ τὸν ἀμπελοκτήμονα τοῦ δήμου Κρωπίας, ἀπὸ τὸν ἀμπελοκτήμονα τοῦ δήμου Μαραθῶνος, ἀπὸ τὸν ἀμπελοκτήμονα τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος δὲν εἰσέπραττε τίποτε τὸ Δημόσιον ἢ ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, πάντα δὲ τὰ δικαιώματά του εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον ἢ ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἐγγείου φόρου ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἠγόραζε παρὰ τοῦ ἀμπελοκτήμονος τὸ γλεῦκος, τὸ ἀπεταμίευε καὶ τὸ ἐπώλει εἰς οἶνον. Καὶ εἶπον ὑμῖν προχθές, ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἐκ τοῦ γλεύκους, τὸ ὁποῖον παράγεται εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας, μόνον τὸ ἓν πέμπτον καταναλίσκεται ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ, τὰ ⅘ μεταφέρονται εἰς Ἀθήνας καὶ πωλοῦνται παρὰ τῶν οἰνοπωλῶν, καὶ ὑποβάλλονται εἰς φόρον. Ἀπέδειξα προχθές, ὅτι εἶναι ἐλάσσων ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ καταβάλληται ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ ὁ ὁποῖος, ἄλλως τε, πρόκειται νὰ ἐλαττωθῇ διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ὡς ἄριστα ἐμελέτησε τὸν τρόπον, ὅστις εἶναι εὐάρεστος εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του, ὡμολόγησεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ μέση παραγωγὴ κατὰ στρέμμα εἶναι 200 ὀκάδες, ἤτοι 100 μπότσαι, καὶ ἐνῷ τοῦτο ὡμολόγησεν, ἐνῷ συνάμα ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ μέση τιμὴ τοῦ γλεύκους εἶναι 20 λεπτὰ ἡ ὀκᾶ, ἤτοι 40 λεπ. ἡ μπότσα, κατόπιν, χωρὶς ν’ ἀναμνησθῇ ὁποῖα ἐπλήρωνον ποσὰ αὐτοὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες δι’ αὐτὸ τὸ γλεῦκος, ἐφρόντισε νὰ παραστήσῃ τὴν καταστροφήν των ἐπερχομένην ὡς ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῆς, ἧς ἕνεκεν ἤρξατο ἡ ἐκρίζωσις τῶν ἀμπέλων. Λίαν τραγικὰ παρέστησε τὰ πράγματα, ὅτε εἶπεν, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας ἐξερριζώθησαν 25 στρέμματα ἀμπέλων. Καὶ εἶναι τάχα τοῦτο ὀλίγον; καὶ δὲν πρέπει διὰ τὴν ἐκρίζωσιν αὐτὴν τῶν ἀμπέλων τοῦ δήμου Κρωπίας νὰ ἐκριζωθῇ ὁ νόμος καὶ νὰ κριθῇ ἡ Κυβέρνησις ὡς ἀμελέτητος ἐν τῇ συντάξει τοῦ νόμου τούτου; Ἀλλὰ μήπως οἱ πάντες ἐνταῦθα, εἴτε Ὑπουργοὶ εἴμεθα, εἴτε Βουλευταί, δὲν καταγόμεθα ἐξ ἐπαρχιῶν καὶ δὲν γινώσκομεν, ὅτι ἐκρίζωσις ἀμπέλων ἐπέρχεται συνήθως λόγῳ ἀνανεώσεως τῶν κλημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγήρασαν καὶ ἐξ ἀνάγκης πρέπει ν’ ἀνανεωθῶσι; Καὶ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι Ἕλλην ἀμπελοκτήμων, χάριν δύο ἢ τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα, θὰ ἐκριζώσῃ τὴν ἄμπελόν του καὶ θὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς ἀγρόν; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται ἐντεῦθεν τοιαῦται ὑπερβολαί, καὶ νὰ λέγωνται μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τῷ ὄντι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ ὅτι πρέπει πᾶσα ἡ Βουλὴ ἐγειρομένη, ἐν μιᾷ φωνῇ, νὰ καταρρίψῃ τὸν νόμον τοῦτον, νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ δυνηθῶσιν οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι τόσον καταφέρονται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κηρύξωσιν ἀσυδοσίαν γενικήν; Ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε περιέμενον παρ’ ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ διῴκησαν καὶ θὰ διοικήσωσι τὴν Ἑλλάδα, τοιαῦται ἰδέαι ἐντεῦθεν νὰ ὑποστηρίζωνται. Ἔλεγον λοιπόν, ὅτι ὁ μὲν παραγωγὸς 200 ὀκάδων γλεύκους ἐπὶ ἑνὸς στρέμματος, καὶ κατοικῶν μάλιστα εἰς τὴν Ἀττικὴν, ἐπλήρωνεν 9 δραχμὰς καὶ 60 λεπτὰ καθ’ ἕκαστον στρέμμα ἀκριβῶς...
§170ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 4 καὶ 80/0.
§171ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ φόρον καταναλώσεως ἄλλον τόσον, 9 καὶ 60.... Καὶ ἐπειδὴ ζητεῖται νῦν νὰ πληρώσῃ 4 δραχμάς, εἶναι πολὺς ὁ φόρος! Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ξενίζομαι.
§172Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.
§173ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ξενίζομαι, διότι παρουσιάζονται παράπονα· διότι γινώσκομεν πάντες, ὅτι τὸ πνεῦμα τὸ κατὰ τῆς ὑφεστώσης φορολογίας εἶναι διαδεδομένον δυστυχῶς ἐν μεγάλαις διαστάσεσι παρ’ ἡμῖν, καὶ ἑπόμενον ἦτο, ὅταν μάλιστα τὰ παράπονα ταῦτα εὑρίσκωσιν ἠχὼ πλησίον ἐκείνων, οἵτινες ἐκπροσωποῦσιν αὐτοὺς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ προβάλλωνται ταῦτα, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ θεραπευθῇ τι ἐκ τούτων. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι. Διατὶ ζητεῖται ἡ μεταρρύθμισις τοῦ νόμου; διότι πρῶτον ἁπανταχοῦ δὲν κατενόησαν καλῶς αἱ ἀρχαὶ τὴν φορολογικὴν βάσιν τοῦ νόμου, καὶ εἴς τινας ἐπαρχίας ἐκ καλῆς πίστεως, ἐκ χρηστοῦ συνειδότος, ἀνέγραψαν μέσον ὅρον παραγωγῆς καὶ μέσον ὅρον τιμῆς γλεύκους ἀνώτερον τοῦ πραγματικοῦ, μὴ ἐννοοῦντες ὁποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον ἀναγραφῆς τῶν ὅρων τούτων. Τίς εἶναι ἡ στατιστικὴ ἄποψις τῶν πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα συνέταξαν αἱ τοπικαὶ ἀρχαί; Ἐκ τῶν 359 δήμων εἰς 80 δήμους ὡρίσθη ἡ μέση κατὰ στρέμμα παραγωγὴ εἰς ὀκάδας μέχρις 100, εἰς 175 δήμους μέχρις 150 κλπ. Μέση τιμὴ γλεύκους κατ’ ὀκᾶν εἰς 31 δήμους ὡρίσθη μέχρι 10 λεπτῶν, εἰς 235 ἀπὸ 11 μέχρις 20 λεπτῶν, εἰς 80 δήμους ἀπὸ 21 ἕως 30 λεπτὰ, εἰς 8 δήμους ἀπὸ 31 ἕως 40 λεπτὰ, εἰς 5 δήμους ἀπὸ 41 ἕως 45 λεπτά. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατόν ποτε γλεῦκος νὰ πωληθῇ τόσον. Λοιπὸν τί ἐγένετο; ἐγένετο τὸ λάθος νὰ ὑπολάβωσι τὴν τιμὴν τοῦ οἴνου ὡς τιμὴν γλεύκους. Ἀλλὰ, Κύριοι, λυποῦμαι ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος ἐκ τοῦ βήματος νὰ ἀναφέρω, ὅτι εἰς ἐμὲ ἦλθεν ἐπιτροπὴ ἐκ μιᾶς μεγαλοπόλεως τῆς Ἑλλάδος, παραπονουμένη κατὰ τοῦ ἐφόρου τοῦ καθορίσαντος τὴν τιμήν. Καὶ ὅτε εἶπον εἰς αὐτοὺς, διατὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Δήμαρχος τοιαύτην ὥρισαν τιμὴν τοῦ γλεύκους, τί νομίζετε, ὅτι μοὶ ἀπήντησαν; ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἦτο μεθυσμένος! Βεβαίως, ἵνα εὑρεθῇ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ Δήμαρχος ν’ ἀναγνωρίσωσι τιμὴν γλεύκους 41 λεπτὰ, βεβαίως ἦσαν μεθυσμένοι.
§174Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἔχω ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὡς τιμὴν τοῦ γλεύκους εἰς τὸν δῆμον Ἀνακτορίων ὥρισαν 60 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους, λέγει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, κυμαίνεται ἀπὸ 10 ἕως 20 λεπτά.
§175ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ὑπολάβετε δὲ, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀσαφὴς, ὅτι αἱ ὁδηγίαι εἶναι ἀσαφεῖς· διὰ νὰ ἐννοήσητε πόσον ἐπρόσεξα, ὥστε αἱ ὁδηγίαι αὗται νὰ ὦσι σαφεῖς, προκειμένου περὶ ἑνὸς νόμου νεωστὶ ἐφαρμοζομένου, πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ἐν στήλῃ ἰδιαιτέρᾳ ἔγραψα «μέσος ὅρος τιμῆς γλεύκους» μὲ παχέα γράμματα. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, δὲν πρέπει νὰ παραπονεθῶ, ὅτι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν ἀρχὰς, καὶ δημοτικὰς καὶ δημοσίας, ἁρμοδίας πρὸς ἐφαρμογὴν νόμων, οἱ ὁποῖοι σκοποῦσι τὴν ἀνακούφισιν τῶν παραγωγικῶν τάξεων, οἵα εἶναι ἡ τάξις τῶν ἀμπελοκτημόνων;
§176ΔΟΥΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἐτιμωροῦντο αὐτοὶ, οἱ τόσον ἀμελήσαντες.
§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐνόησαν.
§178ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι δὲ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκ τῆς θέσεώς των ὁμιλήσαντες, εὗρον, ὅτι ἔπταισεν ἢ ἔσφαλεν ἢ εἰργάσθη ἐλαττωματικῶς ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐνταῦθα ἐργασθεῖσα ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου, πολλὴν ἐλέγχουσιν ἄγνοιαν τοῦ νόμου, διότι, ὡς ἔχει ὁ νόμος, ἡ ἐνταῦθα ἐπιτροπὴ μίαν πρᾶξιν ἐκτελεῖ, συγκεντροῖ ὅλα τ’ ἀποτελέσματα αὐτὰ, τὰ ἀριθμεῖ, τὰ κατατάσσει, τὰ διαιρεῖ, καὶ εὑρίσκει τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα καταλογίζει. Ὥστε τὸ λάθος δὲν εἶναι παρὰ εἰς τὰ πρωτόκολλα τῶν ἀρχῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν ἦτο ἄλλος Ὑπουργὸς τολμηρότερος, ἴσως ἤθελε φέρει ἓν νομοσχέδιον, ἵνα καταρρίψῃ τὸν νόμον τοῦτον. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἐὰν ἦτο ἄλλος Ὑπουργὸς τολμηρότερος, δὲν ἤθελε φέρει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλ’ ἤθελεν ἀφήσει τὸν νόμον νὰ λειτουργῇ, καὶ ὅπου ἀπήντα δυσκολίαν τινὰ,—καὶ αἱ δυσκολίαι εἶναι μικραὶ καὶ εἰς ὡρισμένους δήμους,—ἤθελε τὴν ὑπερνικήσει διὰ διοικητικῶν τινων μέτρων ἐπιεικῶν. Ἀλλ’ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν φρονεῖ, ὅτι πρέπει εἰς τοιαῦτα μέσα νὰ καταφεύγῃ, ὅταν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ ἓν σύστημα φορολογικόν, τὸ ὁποῖον πρόκειται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ λειτουργήσῃ καὶ ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον. Καὶ διὰ τοῦτο ἦλθον ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ νὰ εἴπω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι «αὐτὰ τὰ λάθη ἐγένοντο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, καὶ προτείνω νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ τὰ διορθώσω» (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ εἶναι ἡ διόρθωσις πλήρης καὶ ἀρτία, ὅπως ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ἀναθεώρησις μετὰ τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο προηγουμένως, δὲν δύναται ἢ καὶ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχήν, καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ ἀκόμη, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτηρήσω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου, τὴν προσοχὴν ἐπίσης θὰ προκαλέσῃ πλήρη. Τὰ λάθη τὰ γενόμενα, ὁ πίναξ ὁ συνταχθείς, ἡ ἐξέγερσις κατὰ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, ἐννοεῖτε, ὅτι πάντα ταῦτα θὰ πείσωσι καὶ τὰς τοπικὰς ἀρχάς, τὰς δημοσίας καὶ τὰς δημοτικάς, νὰ ἦναι προσεκτικώτεραι εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν ὅρων τούτων. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι μὲ ἔπεισε περισσότερον ν’ ἀποφασίσω, ὥστε νὰ γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις, διότι ἔχω τὴν πληροφορίαν παρ’ ἀρχῶν δημοσίων, ὅτι εἰς πολλὰς ἐπαρχίας δὲν ἐγένετο δήλωσις ἀκριβής, ἤτοι αἱ ἄμπελοι δὲν ἐδηλώθησαν ὁλοσχερῶς, ἢ ἐδηλώθησαν ἐλλιπῶς. Λοιπόν, ὅτε προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ἐν ἰσχύϊ νόμος, εἶχον ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ δηλώσεις θὰ ἦσαν ἀκριβεῖς, διότι ἐφρόνουν, ὅτι οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι διέβλεπον ἐν τῷ νέῳ συστήματι ἀνακούφισιν σπουδαίαν, ἤθελον φιλοτιμηθῆ νὰ δηλώσωσιν ἐπακριβῶς τὰς ἀμπέλους των, ἤθελον λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς ποινὰς τῆς ἐλλιποῦς δηλώσεως, ποινάς, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀσήμαντοι, διότι θὰ ἦναι ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς καὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀκόμη νὰ διεκδικήσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν των, νὰ παρασταθῶσιν ἐνώπιον ἀρχῶν, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐδήλωσαν μετ’ ἀκριβείας τὴν ἄμπελόν των. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἀκόμη τὰ ἤθη ἡμῶν τὰ κοινωνικὰ δὲν προήχθησαν ἐπαρκῶς, κρατεῖ δὲ ἀκόμη τὸ πνεῦμα τῆς καταδολιεύσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν ἀποκρύψεις ἐκτάσεως 100 χιλιάδων στρεμμάτων τοὐλάχιστον, κατὰ τὰς πληροφορίας μας. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσητε εἰς τὸ νῦν δηλωθὲν ποσὸν στρεμμάτων, θὰ ἴδητε ὅτι, ἀντὶ νὰ ἔχητε 3 καὶ 47/00, ὡς σήμερον, κατὰ στρέμμα, θὰ ἔχητε μόνον 2 καὶ 25/00. Ἀλλὰ «διατὶ δὲν προβαίνετε εἰς τὴν ἀναθεώρησιν χωρὶς νὰ εἰσπράξητε τὸν φόρον;» προβάλλουσί τινες. Δὲν προβαίνομεν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τοῦτο ἔσπευσα· ἔσπευσα δὲ ἐκ τῆς μεγάλης ἐπιθυμίας νὰ μὴ ἀφήσω τὸν φόρον τοῦ οἴνου νὰ λειτουργήσῃ ἐπὶ πλέον, νὰ τὸν ἴδω καταρριπτόμενον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς ἡμεῖς ἀνήλθομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ τὸ νέον σύστημα δὲν ἀφῆκα νὰ λειτουργήσῃ ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ἀλλ’ ἐζήτησα ἀμέσως νὰ λειτουργήσῃ, ἀπὸ τοῦ 1899, καὶ οὕτως ἐστέρησα τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1899 ἀπὸ μίαν πρόσοδον εἰσπραξίμου ἐσόδου 2,300,000. Ἐὰν σήμερον ἀναμείνω τὴν ἀναθεώρησιν διὰ νὰ ἐπιβάλω τὸν φόρον τοῦτον, ἐπειδὴ ἡ ἀναθεώρησις αὕτη ἀναγκαίως θὰ βραδύνῃ, καθόσον θὰ γείνῃ καταμέτρησις εἰς πολλοὺς δήμους τῶν μήπω δηλωθεισῶν ἀμπέλων, βεβαίως ἡ χρῆσις τοῦ 1899 θὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Θὰ ἦτο ἀδίκημα νὰ μὴ πληρωθῇ εἷς φόρος, ὁ ὁποῖος, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἐλάχιστος σχετικῶς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παράγεται.
§179ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ποσὸν θὰ εἰσπράξητε;
§180ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ βεβαιώσω περίπου 2,000,000. Τί θὰ εἰσπράξω, δὲν ἠξεύρω. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ τὸ πλεῖστον τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ εἰσπραχθῇ ἐὰν ἐλειτούργει ὁ νόμος καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν πάντα τὰ λάθη, τὰ γενόμενα ὡς ἐκ τῆς ἐργασίας τῆς ἐλαττωματικῆς τῶν ἀρχῶν, βεβαίως ἀνορθούμενα θὰ προσδώσωσι καὶ τὸ ὑπόλοιπον. Ἴσως τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παράπονα παρουσιάζονται ζωηρότερα, διότι ἐκ συμπτώσεως εἴς τινας τῶν ἐπαρχιῶν ὑπῆρξεν ἀποτυχία τοῦ προϊόντος τῆς ἀμπέλου, καὶ ὑπάρχουσιν ἀμπελοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ ἔτει τούτῳ αἰσθάνονται περισσότερον τὸν φόρον, ἀμέσως πληρωνόμενον παρ’ αὐτῶν. Οἱ ἀμπελοκτήμονες οὗτοι, ὡς ἦτο φυσικὸν, ἀπετάθησαν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ζητοῦντες ἀνακούφισιν, ὡς ἐκ τούτου δὲ δικαιολογοῦνται αἱ ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις. Δὲν ἐγένετο δυστυχῶς εἰς αὐτοὺς ἡ παράστασις, ὅτι ἐφέτος εἰσέπραξαν τὸν φόρον αὐτὸν διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ γλεύκους, διότι πρότερον ὁ οἰνοπώλης, ὁ ὁποῖος ἠγόραζε παρὰ τοῦ ἰδιοκτήμονος τοῦ δήμου Κρωπίας, ὑπελόγιζεν, ὅτι θὰ πληρώσῃ αὐτὸς 9 καὶ 60/00 κατὰ στρέμμα, καὶ τὸ ἀφῄρει ἀπὸ τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνε πρὸς τὸν ἀμπελοκτήμονα. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τοὐλάχιστον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι αὐτὸς οὐδένα φόρον θὰ πληρώσῃ, καὶ προσέθηκεν εἰς τὴν τιμήν. Τώρα, βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καί τινες, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ τὸ ἐννοῶσι, διότι αὐτοὶ πέρυσι δὲν ἐπλήρωσαν, ἐνῷ ἐφέτος θὰ πληρώσουν, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦναι αἰσθητὸν κατὰ τὴν πρώτην συνάντησίν των μετὰ τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος, ἀλλὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ τὸ ἐννοήσωσι καλλίτερον, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζῴων· ἐνῷ πρότερον ἠγόραζεν ὁ κρεοπώλης τὸ ἀρνίον δέκα δραχμὰς, θὰ τὸ πληρώσῃ τώρα ἐννέα, διότι θὰ πληρώσῃ διὰ φόρον μίαν δραχμήν. Καὶ ἐγὼ δὲν ἀνακινῶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιπτώσεως τῶν φόρων, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι ἀποτελεῖ ἓν σπουδαῖον κεφάλαιον τῆς δημοσιονομίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν λύεται ὑπὸ πρακτικὴν ἄποψιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθῇ ἀκριβῶς ποῦ ἐπιπίπτει ὁ φόρος· τὸ πρᾶγμα ὅμως ἐδῶ εἶναι καταληπτὸν, ὅτι ὁ ἀμπελοκτήμων, ὁ πωλῶν τὸ γλεῦκός του πρὸς τὸν οἰνοπώλην, πρότερον τὸ ἐπώλει εὐθηνότερον, διότι ὁ οἰνοπώλης ἐπλήρωνε τὸν φόρον, τώρα θὰ τὸ πωλῇ ἀκριβότερον, διότι αὐτὸς πληρώνει τὸν φόρον. Τί δὲ ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου; Ἀπεδείχθη ὅτι, ἐνῷ ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος πρότερον ἦτο πιεστικώτατος καὶ ἔδιδε χώραν εἰς καταχρήσεις, δὲν εἰσεπράττετο καὶ ὁλόκληρος, ἕνεκα τῶν πολλῶν συμπαιγνιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο μεταξὺ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν οἰνοπωλῶν, καὶ ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τοῦ φορολογησίμου γλεύκους εἶναι κατὰ τὰς δηλώσεις—τὰς δηλώσεις τὰς ὑπαρχούσας, ἀνεξαρτήτως ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔλθωσιν,—140,000,000 ὀκάδες, τί νομίζετε ὅτι ἐβεβαιοῦτο ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν; 90 ἑκατομμύρια. Τὰ ἄλλα; Τὰ ἄλλα κλέπτονται. Διατί; Διότι πάντα ταῦτα ἐφορολογοῦντο ἐκ συμπαιγνίας· διότι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν γινώσκομεν συμπαιγνίας τῶν ἐνοικιαστῶν μετὰ τῶν ἀμπελοκτημόνων, συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς καταστροφὰς τῶν ἀμπελοκτημόνων, διότι δὲν ἤθελεν ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ μερίσῃ τὸ ποσόν. Δὲν θέλω περισσότερον νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι, ἂν κατανοηθῇ ἀκριβῶς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἐὰν ἐννοήσωμεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐπιτυγχάνεται ἀνακούφισις—εἰς βαθμὸν μεγαλείτερον, ὅπως τὴν ἐννοῶ ἐγὼ, εἰς βαθμὸν μικρότερον, ὅπως τὴν ἐννοοῦσιν ἄλλοι,— νομίζω ὅτι πάντοτε εἶναι ἀνακούφισις, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πλήρη καὶ ἀπρόσκοπτον ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος.
§182ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά!
§184ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τελειώσωμεν. (Ἀνέρχεται τὸ βῆμα ὁ κ. Τριανταφυλλάκος. Φωναὶ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς).
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι, καὶ νομίζητε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναβάλωμεν, ἂς ἀναβάλωμεν. Ἀλλ’ αὔριον νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, ἐνωρίς.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§187ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ληφθῇ τοιαύτη ἀπόφασις.
§188ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§189Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐλύθη ἡ συνεδρίασις τῇ κοινῇ συναινέσει πάντων, ἄνευ ἀποφάσεως, νὰ ἀρχίσωμεν αὔριον ἀμέσως.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.)