Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Α› Sitting 75

1899.07.12

6,192 rows · 48,258 words · 2 tables · 258 turns

Date
1899.07.12
Presidency
Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΥ
Period
ΙΕ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1899)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 75

τῆς 12 Ἰουλίου 1899.

(Δευτέρα).

(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ Συνδέσμου τῶν δημοδιδασκάλων Πηλίου, παρακαλούντων, ὅπως καταργηθῇ ὁ ἰσχύων νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀναφορὰν τῶν ἁμαξηλατῶν Χαλκίδος, παρακαλούντων, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν νομοσχέδιον. Τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Λαμίας, κηρυττομένων κατὰ τῆς ἀναδρομικῆς ἰσχύος τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων. Αἴτησιν Χαραλάμπους Σερέτη, κατοίκου Ἀθηνῶν, ἐπικαλουμένου τὴν ἐπέμβασιν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ καταγγελθέντος ἐγκλήματος τῆς ἁρπαγῆς τῆς ἐγγάμου ἀνεψιᾶς του Ἑλένης Σ. Στεριάδου. Ἀνακοινῶ ὡσαύτως τηλεγράφημα τῆς Ἐφορίας τῆς Λέσχης «Ζακύνθου», παρακαλούσης, ὅπως ληφθῇ ἡ δέουσα μέριμνα ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐξ ἀφορμῆς ἐπιθέσεώς τινος κατὰ τοῦ συντάκτου τῆς ἐφημερίδος «Πατριώτου». Τηλεγράφημα κατοίκων τινῶν Λαμίας, παρακαλούντων, ὅπως ἀνακληθῇ ἡ ἀστυνομικὴ διάταξις, δι’ ἧς ἀπηγορεύθη ἡ ἐντὸς τῆς πόλεως ἀποθήκευσις σανοῦ καὶ χόρτου πρὸς τροφὴν τῶν κτηνῶν αὐτῶν. Τηλεγράφημα τοῦ ἐν Μελιγαλᾷ φαρμακοποιοῦ Τζαμάλη, παραπονουμένου διὰ τὴν παρ’ ἰατρῶν παράνομον πώλησιν φαρμάκων. Αἴτησιν τοῦ ἀποστράτου λοχαγοῦ Ὄθωνος Παγκάλου, παρακαλοῦντος, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ πρὸς αὐτὸν γενόμενον ἀδίκημα. Ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Καρδίτσης κρατουμένων Ἀθ. Τσάτσου, Μ. Φιλίππου καὶ Β. Ντίνου, ζητούντων τὴν ὑποσχεθεῖσαν αὐτοῖς χάριν. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, ἀναφερόμενον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν κλπ. Τηλεγράφημα τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ Μεσολογγίου, κηρυχθέντος ἐν συλλαλητηρίῳ κατὰ τῆς καταργήσεως ἢ ἐλαττώσεως τοῦ λιμενικοῦ φόρου τῆς διὰ τοῦ σιδηροδρόμου μεταφερομένης ξυλείας καὶ κατὰ τῆς προαγωγῆς τοῦ τελωνειακοῦ φυλακείου Καλυδῶνος εἰς Ὑποτελωνεῖον, ὡς ἐπιζημίων διὰ τὴν πόλιν των.

§2Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, ἀπεστάλη δὲ συνεπείᾳ συλλαλητηρίου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν χθὲς ἐν Μεσολογγίῳ ἐπὶ τῇ ἑξῆς αἰτίᾳ. Διὰ δύο μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν, ἐπήνεγκε πράγματι βαρύτατα τραύματα κατὰ τῆς πόλεως Μεσολογγίου. Τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν εἶναι αἴτησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Μεσολογγίου, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπευθυνθεῖσα, ὅπως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἢ καταργήσῃ τὸν λιμενικὸν φόρον ἐπὶ τῆς ξυλείας τῆς μεταφερομένης διὰ τοῦ Κρυονερίου, ἢ ἐλαττώσῃ αὐτόν. Τὸ ἕτερον μέτρον εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ τελωνειακοῦ σταθμοῦ Καλυδῶνος εἰς Ὑποτελωνεῖον Καλυδῶνος. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δεινὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου περιῆλθεν οἰκονομικῶς, ἀφ’ ὅτου συνεστήθη ὁ σιδηρόδρομος Ἀγρινίου – Κρυονερίου. Ἔκτοτε ἔπαυσεν ἡ Τουρλὶς οὖσα λιμὴν εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς μεγάλου μέρους τοῦ νομοῦ. Τὸ Μεσολόγγιον ἑπομένως ἐζημιώθη. Πρό τινος συνέστη λιμενικὸν ταμεῖον πρὸς κατασκευὴν λιμένος τῆς πόλεως. Τὸ ταμεῖον τοῦτο μεταξὺ τῶν ἄλλων φόρων ἐπέβαλε λιμενικὸν φόρον, τῇ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, 70 λεπτῶν κατὰ τόννον καὶ ἐπὶ τῆς ξυλείας. Ἔμποροι ἐμπορευόμενοι τὴν ξυλείαν τοῦ νομοῦ, τὴν μεταφερομένην διὰ τοῦ Ἀχελῴου καὶ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀγρινίου – Κρυονερίου, ἐγκατεστημένοι ἐν Πάτραις ἰδίως, καὶ οἱ ὁποῖοι συγχρόνως κατεργάζονται τὴν ξυλείαν ἐν τοῖς ἐργοστασίοις αὑτῶν καὶ κατασκευάζουσι τὰ σταφιδοκιβώτια, ἐθεώρησαν ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι βαρὺς δῆθεν καὶ καταστρέφει τὸ ἐμπόριον αὑτῶν. Ἐτέθησαν λοιπὸν εἰς κίνησιν, καὶ τῇ εἰσηγήσει, δὲν ἠξεύρω τίνος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκρινεν ἀναγκαῖον, ὅπως ὁ φόρος αὐτός, ὁ ἐλάχιστος μὲν, ἀλλ’ ἀναγκαιότατος εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσολογγίου, ἢ καταργηθῇ ἢ ἐλαττωθῇ. Ὡς προεῖπον, ὁ φόρος εἶναι 70 λεπτὰ κατὰ τόννον. Δὲν ἐννοῶ ἑπομένως τὴν συμπάθειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, λόγῳ τοιούτου μικροῦ βάρους, ἣν ἐπιδαψιλεύει, ἐπὶ βλάβῃ λιμενικοῦ ταμείου ἀναγκαιοτάτου, εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας αὐτοὺς τῶν Πατρῶν. Οἱ ἐργοστασιάρχαι αὐτοὶ εἶναι βεβαίως παραγωγοί, ἀλλ’ ἡ παραγωγὴ γίνεται ἐπὶ ἐξοντώσει τῶν δασῶν, καὶ δὲν δικαιολογεῖται καὶ νέα προστασία. Ἀντὶ προστασίας καὶ εὐμενείας, ἔπρεπε πᾶσα Κυβέρνησις δυσμενῶς νὰ ἦναι διατεθειμένη πρὸς αὐτούς. Ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προστατεύσῃ τὴν βιομηχανίαν τῶν τοιούτων κιβωτίων, ἂς ἐλαττώσῃ τὸν δασμὸν τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης ξυλείας. Οὕτω τοὐλάχιστον θὰ συντελέσῃ νὰ διασωθῶσι τὰ ὀλίγα ὑπολειφθέντα δάση τῆς χώρας. Δὲν βλέπω λοιπὸν, τίνες λόγοι ὡδήγησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατεθῇ τόσον εὐμενῶς πρὸς αὐτοὺς, ἐπὶ ζημίᾳ πόλεως, ἥτις περισσότερον πάσης ἄλλης ἔχει ἀνάγκην λιμενικοῦ ταμείου, καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ὁλοκλήρου νομοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐξεγείρῃ τοὺς κατοίκους Μεσολογγίου, διότι διὰ τῆς μειώσεως τοῦ φόρου τῆς ξυλείας θέλει ἐπέλθει σπουδαία ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων τοῦ ταμείου. Ἀπό τινος διάφοροι προβάλλονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ λιμενικοῦ δασμοῦ διὰ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσολογγίου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀδύνατον δῆθεν νὰ κατασκευασθῇ λιμὴν ἐν Μεσολογγίῳ, ὁ δὲ τοῦ Κρυονερίου ἔχει ἀνάγκην μεγίστων δαπανῶν, χωρὶς νὰ δυνηθῇ ποτε νὰ γείνῃ λιμήν. Πραγματικῶς ἐν Κρυονερίῳ δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσιν αὐτὸν εἰς λιμένα οἱαδήποτε λιμενικὰ ἔργα, διότι αὐτὴ ἡ φύσις ἀντιστρατεύεται εἰς τοιοῦτον ἔργον. Ὅτε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ εἰς Κρυονέριον τὴν κεφαλὴν τοῦ νῦν σιδηροδρόμου Κρυονερίου – Ἀγρινίου, τὴν ἔθηκε προσωρινῶς. Ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἐξετείνετο βραδύτερον πρὸς τὴν Ναύπακτον, ὅπερ δαπανηρότατον καὶ ἀσύμφορον. Ἐκτὸς τούτου ἐφρόνει, ὅτι δὲν ἠδύνατο τότε τὸ Κράτος νὰ κατασκευάσῃ λιμένα ἐν Τουρλίδι. Ἐν τούτοις ἐκεῖ ἔχει ἤδη κατασκευασθῇ τὸ μεγαλείτερον ἔργον τοῦ λιμένος, ἡ ὁδὸς τῆς Τουρλίδος, ἥτις σχεδὸν φθάνει μέχρι τῶν βαθέων ὑδάτων. Ἐκεῖ θὰ κατασκευασθῇ ἢ μᾶλλον θὰ ὀρυχθῇ ὁ λιμήν. Ἐκεῖ ὑπάρχει νησίς, χαμηλὴ ὅσον ἡ θάλασσα, ἀποτελεσθεῖσα ἐξ ἰλύος τῶν ποταμῶν, τὴν ὁποίαν εὐκόλως καὶ ὀλιγοδαπάνως δύναταί τις ν’ ἀνασκάψῃ, ὅπως κατασκευάσῃ εὐρύχωρον λιμένα καὶ ἀσφαλῆ. Τὴν πρὸ τοῦ λιμένος αὐτοῦ θάλασσαν εὐκόλως δύναταί τις νὰ βαθύνῃ. Οὐδεμία ἑπομένως ἀνάγκη νὰ κατασκευάσῃ τις βραχίονας ἐν τῇ βαθείᾳ θαλάσσῃ, ὡς ἐν Πάτραις καὶ Κατακώλῳ καὶ Καλάμαις. Ἄλλο ζήτημα, ἂν δὲν ὑπάρχῃ σήμερον πρὸς τοιοῦτον ἔργον τὸ χρῆμα. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσολογγίου εἰσπράττει, ἀφ’ ἧς ἤρξατο, ὑπὲρ τὰς 60,000 δρ., αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς πολλὰ τῶν ἔργων τούτων τῶν λιμενικῶν. Ἀλλὰ τὸ ἔργον εἶναι δημόσιον· διότι τοὺς λιμένας δὲν κατασκευάζουσι τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις. Τὰ ταμεῖα χρησιμεύουν μόνον πρὸς συντήρησιν καὶ βελτίωσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων. Αἱ ἀποφάσεις δὲ, ἃς ἐκδίδουσι πότε ἡ μία ἐπαρχία καὶ πότε ἡ ἄλλη, ὅτι περιττὸν δῆθεν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσολογγίου, διὰ ν’ ἀποφύγωσί τινες ἔμποροι τὸν λιμενικὸν φόρον, εἶναι ἄτοποι καὶ ἄδικοι. Παρακαλῶ διὰ ταῦτα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τοιαύτην ἀπαίτησιν, ἥτις οὔτε ὑπὸ ἔποψιν γενικὴν οὔτε ὑπὸ ἔποψιν ἐπαρχιακὴν εἶναι δεδικαιολογημένη, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσολογγίου εἶναι ἀναγκαιότατον. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ μὴ μεταβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ τελωνειακὸν φυλακεῖον Καλυδῶνος εἰς Ὑποτελωνεῖον, δικαιούμενον νὰ τελωνίζῃ τὰ ἐξαγόμενα καὶ εἰσαγόμενα προϊόντα καὶ ἐμπορεύματα, ἀλλὰ νὰ θέσῃ περιορισμούς τινας κατὰ τοῦτο, διότι ἄλλως θέλει ἀφαιρέσει καὶ αὐτὴν τὴν ὀλίγην ἐμπορικὴν κίνησιν, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου ὑπελείφθη ἐν Μεσολογγίῳ, καὶ θέλει συντελέσει εἰς τὴν τελείαν παῦσιν καὶ αὐτῆς. Δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ συστηθῇ Ὑποτελωνεῖον ἐκεῖ.

§3Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἀντιθέτως πρὸς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἐπιφανοῦς Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ μεταβάλωσιν ἀπόφασιν, καὶ νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἐν Κρυονερίῳ καταβαλλομένου φόρου, τοῦ προοριζομένου δῆθεν νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸν λιμένα Μεσολογγίου, ὅστις οὐδέποτε θὰ κατασκευασθῇ. Διότι εἶναι ἄδικον νὰ καταστρέφηται βιομηχανία ἀκμάζουσα, ἐξ ἧς ἀποζῶσι χιλιάδες ἐργατῶν, χάριν ἱδρύσεως λιμένος, ὅστις εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν θὰ κατασκευασθῇ, ἵνα δοθῇ ζωὴ εἰς νεκρόν· διότι τὸ Μεσολόγγιον, ὡς περιέγραψεν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι πόλις νεκρὰ, καὶ οἱ νεκροὶ δὲν ἀνίστανται.

§4Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Μεσολόγγιον δὲν εἶναι νεκρὰ πόλις, εἶναι ἡ ζῶσα ἱστορία τῆς Ἑλλάδος.

§5Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠθέλησα πρὸ μικροῦ νὰ ἐκθέσω λεπτομερῶς τὰ πράγματα. Ἤδη φαίνεται, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς Πατρῶν, ἐκτιμήσας τὰ πράγματα ὡς ἐξετίμησε, παρεκίνησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ λιμενικοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ξυλείας. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον; Διότι οἱ ξυλέμποροι Πατρῶν ἀπό τινος χρόνου καταστρέφουν τὰ δάση τοῦ Βάλτου καὶ τῆς Ἀκαρνανίας, καὶ βιομηχανία τις ἐν Πάτραις κατασκευάζει δι’ αὐτῆς τὰ κιβώτια τῆς σταφίδος; Βιομηχανία ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ πολλοὺς ἐργάτας καὶ δίδει ἄρτον εἰς πολλὰς οἰκογενείας, δὲν εἶμαι ἐναντίος νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν, ἂς ἐλαττώσῃ τὸν δασμὸν τῆς ξυλείας, τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν κιβωτίων. Νὰ θέλωσιν ὅμως νὰ καταστρέψωσι, χάριν τόσον ἀφ’ ἑτέρου καταστρεπτικῆς βιομηχανίας, ἓν λιμενικὸν ταμεῖον μιᾶς πόλεως χρησιμώτατον, εἶναι ἐπιθυμία ἄτοπος καὶ ἄδικος. Πῶς ἀποφαίνεται ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν περὶ ἄλλων πόλεων, καὶ δὲν βλέπει ὅτι αἱ Πάτραι δὲν εἶναι σχετικῶς εἰς καλλιτέραν θέσιν καὶ δὲν κατώρθωσαν ἀκόμη, μετὰ τόσα ἔτη καὶ μὲ τόσα ἔσοδα, νὰ κατασκευάσωσι τὸν λιμένα αὐτῶν; Πῶς ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποκτήσῃ λιμένα καὶ ὅτι εἶναι πόλις νεκρὰ, καὶ δὲν βλέπει ὅτι ἡ πόλις Πατρῶν δὲν εἶναι εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν; Ὁ λιμὴν Μεσολογγίου δύναται εὐκολώτερον νὰ κατασκευασθῇ παντὸς ἄλλου λιμένος. Ἡ φύσις αὐτὴ κατεσκεύασεν οὕτω τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἢ μιᾶς βορβοροφάγου, ἥτις νὰ ἀνασκάψῃ τὴν ἰλὺν καὶ δώσῃ τὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖον θέλει τις, τοῦ λιμένος. Οὔτε βράχους ἔχομεν νὰ συντρίψωμεν ἐν τῷ πυθμένι, οὔτε ὀγκολίθους νὰ ῥίψωμεν εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης. Ἡ κατασκευὴ τοῦ λιμένος Μεσολογγίου ἐπιβάλλεται ἤδη εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, διότι κατεσκευάσθη ἤδη ἐν τῇ θαλάσσῃ 5 καὶ πλέον χιλιομέτρων ὁδὸς, ἀντὶ δὲ πολυδαπάνου ἔργου λιμενικοῦ, ὅπως τὸ ἐν Πάτραις, ἐν Μεσολογγίῳ δύναται νὰ κατασκευασθῇ λιμὴν ἀντὶ ἐλαχίστης δαπάνης. Δὲν χρειάζεται ἀμφίβολον καὶ τεχνικὸν ἔργον οὐδέν. Οὔτε ἐπιχώσεων ἔχομεν ἀνάγκην, οὔτε προχωμάτων ἐν τῇ θαλάσσῃ, ἀλλὰ μόνον ἐξαγωγῆς τῆς λάσπης. Μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι πόλις νεκρὰ τὸ Μεσολόγγιον· βεβαίως εἶναι νεκρὰ, καὶ νεκρὰ πόλις θὰ ἦσαν καὶ αἱ Πάτραι, ἂν ἤθελον πάθει ὅ,τι τὸ Μεσολόγγιον. Μήπως δὲν ἔβλαψεν αὐτὰς ὁ σιδηρόδρομος; Μήπως αἱ Πάτραι ἐμπορικῶς εἶναι σήμερον εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἦσαν πρὸ 20 ἐτῶν; Ἀφ’ οὗ μετεφέρθη ἡ κεφαλὴ τοῦ σιδηροδρόμου εἰς Κρυονέριον, τὸ Μεσολόγγιον δὲν ἔχει τὴν κίνησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε διὰ θαλάσσης. Εἶχε πρὶν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν, τῶν ὁποίων ἕνεκα τοῦ σιδηροδρόμου Κρυονερίου ἐστερήθη. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι μετὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἔπαθεν ἡ πόλις διὰ τῆς ἱδρύσεως κέντρου ἐξαγωγῆς ἐν Κρυονερίῳ, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς μεγαλειτέρας ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ, τῆς Εὐρυτανίας, εἶναι ἄδικον νὰ ὑποστῇ καὶ νέαν ζημίαν διὰ νέας πράξεως τῆς Κυβερνήσεως ἀνεξηγήτου καὶ ἀδικαιολογήτου, τῆς ἐλαττώσεως τῶν πόρων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου καὶ τοῦ τελωνισμοῦ τῶν εἰσαγομένων ἐν Κρυονερίῳ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτων, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐνδώσῃ εἰς τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν αὐτῇ ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν.

§6Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκπληροῖ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ὁσάκις πρόκειται περὶ θεραπείας ἀναγκῶν τῶν διαφόρων κοινοτήτων. Εἰς μεταγενεστέραν συνεδρίασιν θέλω παράσχει λεπτομερεστέρας πληροφορίας ἐπὶ τοῦ θέματος, εἰς ὃ ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Παρατηρῶ μόνον σήμερον, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς ἀπόφασίν τινα, εἰσηγουμένου οἱουδήποτε Βουλευτοῦ, καθόσον αἱ ἐπὶ τοιούτων θεμάτων εἰσηγήσεις γίνονται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων δημοσίων λειτουργῶν.

§7Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πάλιν λέγω, ὅτι τὸ Μεσολόγγιον εἶναι πόλις τῶν μεγάλων νεκρῶν, ἀλλ’ οὐχὶ νεκρὰ πόλις.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀετοῦ τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως συντελεσθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν ὑπολοίπων τμημάτων τῆς ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Μελιγαλᾶ δημοσίας ὁδοῦ.

§9ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι λίαν ἐπικαίρως, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔρχεται ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ὅπως ὑπομνήσῃ, ὅτι δέον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ σχετικῷ κεφαλαίῳ πίστωσις πρὸς κατασκευὴν τῶν δύο ὑπολειπομένων τμημάτων τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Μελιγαλᾶ. Ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι προωρισμένη νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα οὐ μόνον τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας πρὸς ἀλλήλας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς τῆς Ἀρκαδίας, μετὰ τῶν ὁποίων ἐπικοινωνοῦσιν ἐκεῖναι δι’ ἀνταλλαγῆς τῶν διαφόρων προϊόντων των καὶ ἕνεκα τῶν δικαστικῶν σχέσεων. Τὰ δύο τμήματα τῆς ὁδοῦ πάντως δὲν θ’ ἀπαιτήσωσι παρὰ μικρὰν δαπάνην 10–20 χιλιάδων δραχμῶν, διότι τὸ ἔδαφος εἶναι πεδινὸν, ἡ δὲ γέφυρα ἡ μεταξὺ τοῦ 15 καὶ 20 χιλιομέτρου, ἡ παρὰ τὸ Βασιλικὸν, συνετελέσθη ἤδη διὰ δαπάνης ἱκανοῦ ποσοῦ ὑπὸ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν κατοίκων καὶ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν· πρὸς τοῦτο δὲ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἀλεξίου Ἀλεξοπούλου περὶ ἀνακαινίσεως τῆς ἐν θέσει Περιστερεᾷ τῆς ὁδοῦ Κυπαρισσίας– Μελιγαλᾶ γεφύρας.

§11ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς ἡ μικρὰ γέφυρα αὕτη εἶναι κατεστραμμένη ὡς ἐκ τῆς κακῆς κατασκευῆς της καὶ τῆς χειρίστης ἐπιβλέψεως τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν· ἐπανειλημμένως δὲ ἐγένοντο ἐπισκευαὶ, ἀλλὰ μάταιαι, διότι εἶναι ἀνεπίδεκτος τοιούτων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται ἡ κατασκευὴ τῆς γεφύρας, ἵνα μὴ ἐπέρχωνται συχναὶ διακοπαὶ τῆς συγκοινωνίας καὶ βλάβαι εἰς τὰ παρακείμενα κτήματα τῶν ἰδιωτῶν, ἀφοῦ καὶ ἔκθεσις τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ ὑφίσταται περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκ βάθρων ἀνακαινίσεώς της. Παρακαλῶ δὲ, ὅπως καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐν Πάτραις Στοᾶς τῶν ἐλευθέρων τεκτόνων παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως προστατευθῶσι τὰ μέλη αὐτῆς ἀπὸ τοῦ διωγμοῦ, ὃν κατ’ αὐτῶν ἐκήρυξεν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Πατρῶν.

§13Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῶν ἐν Πάτραις συμβαινόντων, ὡς ἐκ τῆς προκειμένης ἀναφορᾶς καὶ ἄλλης προηγουμένης τοῦ Προέδρου τῆς ἐκεῖ Τεκτονικῆς Στοᾶς φαίνεται. Ἀλλὰ καί μοι γράφουσιν ἀκριβῶς σήμερον ἐκ Πατρῶν ὅ,τι διὰ τῆς ἀναφορᾶς των ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν, δηλαδὴ, ὅτι ὁ σεβασμιώτατος ἐκεῖ ἀρχιεπίσκοπος θεωρεῖ τοὺς τέκτονας ὡς πρεσβεύοντας δόγματα ἀντίθετα πρὸς τὴν ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίαν, καὶ ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς ἱερεῖς νὰ ἔρχωνται εἰς ἐπικοινωνίαν ἐκκλησιαστικὴν πρὸς αὐτούς. Τοῦτο ἐτάραξεν αὐτοὺς, διότι, πιστοὶ χριστιανοὶ ὄντες, δὲν θέλουσι νὰ ἔλθωσιν εἰς διάστασιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Φαίνεται ὅτι ὁ σεβασμιώτατος ἀρχιεπίσκοπος ἀγνοεῖ οὐ μόνον τὰ τῆς Τεκτονικῆς Ἑταιρείας, φρονῶν πεπλανημένως, ὅτι αὐτὴ εἶναι θρησκευτικὴ, ἐνῷ πασίγνωστον εἶναι, ὅτι εἶναι ἑταιρεία μόνον φιλανθρωπικὴ, ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν ὅμως τῆς λέξεως ἔννοιαν, οὐδένα, οὐδὲ πόρρωθεν, χαρακτῆρα ἔχουσα θρησκευτικὸν, ἀλλὰ καὶ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Τεκτονικὴ Ἑταιρεία, ὡς καταδηλοῦσι τὰ κατὰ χιλιάδας κυκλοφορούμενα ἔν τε τῇ Εὐρώπῃ καὶ τῇ Ἀμερικῇ καταστατικὰ αὐτῆς, εἶναι ἑταιρεία παγκόσμιος, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἠθικὴν, πνευματικὴν καὶ οἰκονομικὴν βελτίωσιν τῆς ἀνθρωπότητος διὰ τῆς ἀγωγῆς, τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἀγαθοεργίας, ὑποστηρίζουσα δὲ τὴν ἀπὸ τοῦ κατακτητικοῦ ζυγοῦ ἀπαλλαγὴν τῶν δεδουλωμένων λαῶν καὶ τὴν κατάργησιν τῶν προσκρουόντων εἰς τὴν ἰσότητα φεουδαλικῶν προνομίων. Εἶναι δ’ εὐπρόσδεκτοι εἰς αὐτὴν πάσης φυλῆς καὶ θρησκείας ἄνθρωποι, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐμπνέωνται ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἑταιρείας. Μωροτέρα ἰδέα τῆς ἰδέας ὅτι ἡ Τεκτονικὴ Ἑταιρεία εἶναι ἑταιρεία θρησκευτικὴ, δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ἦτο θρησκευτικὴ, θὰ κατεδηλοῦντο αἱ προσηλυτιστικαὶ αὐτῆς ἐνέργειαι, θὰ ἐγνωστοποιοῦντο τὰ δόγματα αὐτῆς, καὶ θὰ ἔπαυον οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν νὰ συγκοινωνῶσι πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμβαίνει, καὶ δύναται νὰ ἦναί τις πιστότατος χριστιανὸς, ἢ θρησκομανέστατος Μωαμεθανὸς, ἢ φανατικώτατος Ἰσραηλίτης, καὶ νὰ ἦναι ἐν ταὐτῷ τέκτων, ὡς δύναται νὰ ἦναι χριστιανὸς ἢ Ἰσραηλίτης καὶ νὰ ἦναι ἐν ταὐτῷ μέλος τῆς Ἀρχαιολογικῆς ἢ τῆς Ἐθνολογικῆς ἢ τῆς Βιοτεχνικῆς Ἑταιρείας. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἡ Τεκτονικὴ Ἑταιρεία ἔχει γενικώτερον χαρακτῆρα, καὶ διάδοσιν εὐρυτέραν, παγκόσμιον. Κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, αὕτη, ὅταν ὁπωσδήποτε δοθῇ ἀφορμὴ εὔλογος καὶ σπουδαία ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ θρησκευτικὸν φρόνημα τούτου ἢ ἐκείνου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ αὐτὸν νὰ ἐκφρασθῇ σαφῶς καὶ ὡρισμένως περὶ τοῦ θρησκευτικοῦ αὐτοῦ φρονήματος, καὶ ἐὰν οὗτος δηλώσῃ, ὅτι ἔχει αὐτὸ τὸ θρησκευτικὸν φρόνημα, δὲν δικαιοῦται νὰ προβῇ εἰς ἀποκήρυξιν αὐτοῦ. Πρό τινων ἡμερῶν ἔτυχε νὰ ἀναγνώσω μάλιστα ἕνα λόγον εὐφραδέστατον ἀληθῶς χρυσορρήμονος τῆς Ἐκκλησίας πατρὸς, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, καὶ ἐκεῖνος ὄχι μόνον λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἀποκηρύττῃ οἱονδήποτε μέλος τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας, ἐὰν μὴ βεβαιώσῃ αὐτὸς οὗτος, ὅτι δὲν ἔχει τὸ φρόνημα τὸ ἐκκλησιαστικὸν, ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὰ φρονήματα τῆς πίστεως τῆς ὀρθοδόξου, ἀλλ’ ἀκόμη λέγει, ὅτι, καὶ ἐάν τις ἀποπλανηθῇ ἀληθῶς τῆς πίστεως καὶ βεβαιώσῃ ὅτι δὲν πρεσβεύει τὰ χριστιανικὰ φρονήματα, πάλιν ἡ ἁρμοδία ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ δὲν ὀφείλει νὰ προβαίνῃ εἰς ἀποκήρυξιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐξακολουθῇ ἔχουσα σχέσεις πρὸς αὐτὸν, ἕως ὅτου, μετὰ πολλὰς καὶ ἐπιμόνους συμβουλὰς, βεβαιωθεῖσα περὶ τοῦ ἐναντίου, προβῇ εἰς τὸν ἀφορισμὸν ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ μέλους ἐκείνου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρακαλεῖται νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτῷ καθῆκον ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅπως ἡ ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ περιορίσῃ τὸν Σ. ἀρχιεπίσκοπον εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἐκ τούτου, παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἄλλοτε εἶχε συμβῆ τὸ ἑξῆς δυσάρεστον γεγονός. Εἶχεν ἀπολυθῆ ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἷς τῶν ἀρίστων ἀληθῶς καθηγητῶν τῶν μαθηματικῶν καὶ τῶν μᾶλλον ἀφωσιωμένων τέκνων τῇ ἡμετέρας ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ κ. Σαρρῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι τέκτων. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως θεραπεύσῃ ἓν ἀδίκημα, γενόμενον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, στερηθεῖσαν διακεκριμένου καθηγητοῦ, καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν καθηγητήν.

§14Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βλέπω ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ παρελθὸν Σάββατον, περὶ καταργήσεως τῶν κρατήσεων ἐπὶ τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἐπιμισθίων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.

§15Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐτυπώθη ἀκόμη.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως δὲν ἐτυπώθη ἀκόμη. Ὅταν τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.

§17ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε.

§18Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ πρῶτον ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς παρέσχε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Καίτοι δὲ τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον, διότι πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ἄνθρωπος ἀνάξιος νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν ταύτην, δὲν θέλω ὅμως ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν, ἀναγινώσκων πολλὰς ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, ἐὰν τὸ Ἐφετεῖον ἀπήλλαξε τῆς κατηγορίας τὸν ἄνθρωπον αὐτόν· νομίζω ὅμως, ὅτι, ἀφοῦ ἀναγνωσθῶσι μία ἢ δύο καταθέσεις τῶν μαρτύρων, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλουσι πεισθῆ, ὅτι τοιοῦτος ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δικαστὴς καὶ νὰ δικάζῃ ἄλλους.

§19Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον μάλιστα προέρχεται ἐκ τῆς καθ’ ὑμᾶς νεκρᾶς πόλεως τοῦ Μεσολογγίου.

§20Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (πρὸς τὸν κ. Ροῦφον). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον πράττετε.

§21ΡΟΥΦΟΣ. Ἐγὼ πράττω τὸ καθῆκόν μου, ὑπερασπιζόμενος τὴν Δικαιοσύνην. Εἶναι δικαίωμά μου.

§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ ὅταν ἄπεστιν ἐκεῖνος ἐντεῦθεν, δὲν εἶναι γενναῖον νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτοῦ.

§23ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἷς πολίτης εἶναι ἀπηλλαγμένος πάσης κατηγορίας διὰ δικαστικῶν βουλευμάτων, ὁ κ. Βουλευτὴς τί ἔρχεται νὰ κάμῃ; Θέλει νὰ ἐπικρίνῃ τὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα τὸν ἀπήλλαξαν; ἢ νὰ κατηγορήσῃ τὸν πολίτην αὐτόν;

§24ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ θέτω τὴν διαγωγήν μου ὑπὸ τὸν ἔλεγχον οὐδενός.

§25ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέτομεν τὴν διαγωγήν σας ὑπὸ ἔλεγχον, ἀλλὰ λέγομεν ὅτι δὲν δύνασθε νὰ θέτητε ὑπὸ ἔλεγχον τὴν διαγωγὴν πολιτῶν ἀπαλλαγέντων διὰ δικαστικῶν βουλευμάτων πάσης κατηγορίας.

§26ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα ἰδικόν μου.

§27ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ἐκ προκαταβολῆς, τί θὰ εἴπῃ εἷς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τὸν λόγον, ἵνα ἐπερωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ συνεπῶς δὲν δύναμαι νὰ περιορίσω αὐτόν.

§29ΡΟΥΦΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ὁ μάρτυς Ἰωάννης Γεωργίου, λοχαγὸς τῆς Οἰκονομίας, καταθέτει τὰ ἑξῆς...

§30ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς καταθέσεις αὐτὰς τὰς ἔκριναν τὰ Συμβούλια. Ἀναγνώσατε τὰ βουλεύματα τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν, τὰ ὁποῖα τὰς μαρτυρίας αὐτὰς τὰς λέγουν γελοίας καὶ ἀναξίας λόγου. Νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναγνώσητε τὰς μαρτυρίας, κατὰ τὸν νόμον.

§31ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ εἴχετε δίκαιον, ἐὰν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπρόκειτο νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς· ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πρέπει νὰ γείνῃ δικαστής.

§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐδῶ πράττετε, τὸ ἐπράττετε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, θὰ σᾶς κατεδίωκεν ὁ ἀδικούμενος δι’ ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, κατὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς πολίτης, ἂν ἐπρόκειτο νὰ γίνητε παραίτιος, ὅπως μὴ λάβῃ θέσιν, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει προσπορισθῆ τὰ μέσα τοῦ ζῆν. Δυνάμει ὅμως τῆς ἀσυλίας, τῆς ὁποίας, ὡς Βουλευτής, ἀπολαμβάνετε, δύνασθε ἀφόβως νὰ τὸν κατηγορήσητε ἐνταῦθα, καὶ νὰ γίνητε ἐπιβλαβὴς εἰς αὐτὸν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς παραδεχθῇ τὴν γνώμην σας, χωρὶς ὁ πολίτης αὐτὸς νὰ δύνηται νὰ καταφύγῃ που διὰ νὰ ἀποζημιωθῇ. Τοῦτο εἶναι ἄδικον καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνεται.

§33ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν ὑπαρχόντων ἐγγράφων ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ὑπάρχει καὶ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν Πατρῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦσι τὴν χρηστότητα καὶ τὴν τιμιότητα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς πράττει ἀπὸ τοῦ βήματος.

§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, κύριε Ροῦφε, ἕνεκα τῆς ἰδιαιτέρας ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς ὑμᾶς, νὰ ἀκούσητε, ἐὰν εὐαρεστῆσθε, τοῦτο· ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ χαρακτῆρός σας, δὲν εἶναι γενναῖον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καὶ ὀρθόν· διότι ἤδη ἔρχεσθε νὰ ἐπιχειρήσητε δύο πράγματα, πρῶτον νὰ ἐλέγξητε τὸν βίον τὸν κοινωνικὸν ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπόντος, καὶ δεύτερον νὰ ἐλέγξητε τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τετελεσμένων γεγονότων, νὰ ἐλέγξητε δεδικασμένα...

§35ΡΟΥΦΟΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ γνωρίζω κἄτι τι, νὰ ἀφήσω νὰ γείνῃ δικαστὴς ἄνθρωπος ἀνάξιος διὰ τοιοῦτον ἀξίωμα;

§36Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, σεῖς εἶσθε ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δίδετε ἀμέριστον τὴν ψῆφόν σας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐκτίμησιν. Θὰ σᾶς παρεκάλουν λοιπὸν νὰ ὑποβάλητε ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὰ ζητήματα ταῦτα, ἀναγόμενα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐνεργείας του καὶ οὐχὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκ τῆς μετ’ αὐτοῦ συζητήσεως θὰ μάθητε τὰς σκέψεις του καὶ θὰ ἴδητε τὴν ἐνέργειάν του, ἣν δύνασθε βραδύτερον νὰ ἐλέγξητε, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ κανονίσητε, διότι ἄλλως θὰ μετεῖχον καὶ οἱ Βουλευταὶ τῶν εὐθυνῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ταῦτα δὲ, τὰ ὁποῖα λέγω, δὲν τὰ λέγω χάριν τοῦ κ. Ψωμάκη, ὃν οὐδὲ κατ’ ὄψιν γνωρίζω, ἀλλὰ τὰ λέγω ἐνδιαφερόμενος διὰ τὸν κ. Ροῦφον, ἐνδιαφερόμενος διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν τάξιν τοῦ Σώματος.

§37Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ τὴν δικογραφίαν περὶ τοῦ Ψωμάκη τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ ἀκόμη ὁ Ψωμάκης δὲν διωρίσθη. Ἐστὲ βέβαιος, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἀπόφασιν περὶ διορισμοῦ τοῦ κ. Ψωμάκη θέλω προβῆ, πρὶν ἢ μελετήσω τὴν δικογραφίαν καὶ μορφώσω πεποίθησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πᾶσα συζήτησις περὶ τούτου εἶναι πρόωρος ἤδη.

§38Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ὅταν θὰ διορισθῇ, καὶ ἂν διορισθῇ, τότε νὰ ἔλθητε νὰ ἐλέγξητε τὸν Ὑπουργὸν, ἐὰν νομίζητε ὅτι κακῶς ἔπραξε.

§39ΡΟΥΦΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ἀναγνώσω καταθέσεις τινὰς μαρτύρων διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία. Ἐν τούτοις δύναμαι νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἔχω κανένα προσωπικὸν λόγον κατὰ τοῦ Ψωμάκη· μάλιστα προχθὲς, ὅτε τὸ πρῶτον ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου, εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κύριος οὗτος νὰ ἀνέλθῃ κατόπιν μου ἐπὶ τοῦ τροχιοδρόμου εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας καὶ νὰ μὲ συνοδεύσῃ μέχρι τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος, ἐκλιπαρῶν τὴν συνδρομήν μου, ἵνα διορισθῇ ἐν Πάτραις, ὑποσχόμενος πᾶσαν κομματικὴν ὑποστήριξιν. Ἐὰν τοιοῦτον ἄνθρωπον ἐπιθυμοῦσιν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι ὡς δικαστὴν, ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ εἴπω. Τὸ καθῆκόν μου τὸ ἐξετέλεσα.

§40ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ προσθήκης 45 τηλεγραφικῶν βοηθῶν. Ἀγνοῶ, ἐὰν ὡς ἐκ τοῦ βραχέος τοῦ ὑπολειπομένου χρόνου τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς θὰ κατορθωθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐγὼ ὅμως ἤθελον εὐχηθῆ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μόνον, ἀλλὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κατὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον ὑποβάλῃ αὕτη γενικὸν νομοσχέδιον περὶ τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ λαμβάνηται πρόνοια περὶ ὅλων τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες δυστυχῶς ὑπηρετοῦσι δεκάδας ὁλοκλήρους ἐτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς προαγωγῆς καὶ ἐλπίδος, εἶναι δὲ ἀπορίας ἄξιον, πῶς διενεργεῖται ἀκόμη ἡ ὑπηρεσία αὕτη. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πρόοδος τῶν δύο τούτων κλάδων καθ’ ἑκάστην αὐξάνει καταπληκτικῶς, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν μέριμναν τὴν σύστασίν μου ταύτην.

§41ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Οἱ ἐν Ναυπλίῳ ἔμποροι καὶ κτηματίαι ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, διότι, ὡς λέγουσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἦναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ συμφέροντα τῆς τάξεως αὐτῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτιθέμενα ἐπιχειρήματα.

§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀνακοινώσεως πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς Ἐφορίας τῆς Λέσχης «Ζακύνθου», δι’ οὗ ἡ Ἐφορία τῆς Λέσχης ἀνήγγειλεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ἐγένετο ἀπόπειρα ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Πατριώτου», νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς Λέσχης ταύτης τηλεγράφημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ὅμως, πλὴν τῶν ἀνακοινωθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, περιέχει καὶ ἑτέρας ἀνακοινώσεις, τὰς ἑπομένας. Ὅτι ὁ ἐπιτεθεὶς κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Πατριώτου» ὡρμήθη ὑπὸ πάθους ἐκδικήσεως, διότι ὁ εἰρημένος δημοσιογράφος εἶχε δημοσιεύσει ἄρθρον ἐν τῇ ἐφημερίδι, διὰ τοῦ ὁποίου κατήγγελλε λαθρεμπόριον καπνοῦ, γενόμενον ἐκεῖ, τοῦ ὁποίου λαθρεμπορίου ἐργάτης ἦτο ὁ ἐπιτεθείς. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ λαθρεμπορίου, καὶ ἐπειδὴ προσέτι ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἡ Ἐφορία τῆς Λέσχης πραγματεύεται ἐν γένει καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καθῆκον ἔχω νὰ φέρω ταῦτα εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τοῦ λαθρεμπορίου, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δώσῃ διαταγὰς, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν οἱ νόμοι ἐπὶ τῆς γενομένης καταγγελίας κατὰ τοῦ ἐπιτεθέντος κατὰ τοῦ δημοσιογράφου.

§43Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐγνώριζε τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα τῆς Ζακύνθου, βεβαίως δὲν ἤθελε λάβει τὸν λόγον, ἵνα συστήσῃ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ὅσα συνέστησε σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀναφέρεται εἰς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσε πρὸ μικροῦ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἄξιον τόσης σπουδαιότητος, ὅση ἐδόθη εἰς αὐτὸ, ὥστε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ῥαπίσματος καὶ δύο λακτισμάτων, — αὐτὴ εἶναι ἡ δολοφονικὴ ἀπόπειρα! — τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἀπὸ πολίτην συκοφαντηθέντα δι’ ἐφημερίδος κατὰ τοῦ συντάκτου τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης. Δυστυχῶς πολλάκις παρ’ ἡμῖν ἡ δημοσιογραφία παρεξετράπη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε προὐκάλεσε πράξεις αὐτοδικίας, καὶ ὄχι ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις εἴδομεν πράξεις αὐτοδικίας κατὰ δημοσιογράφων, τὰς ὁποίας οὔτε ἡ κοινωνία κατεδίκασεν, οὔτε ἡ Δικαιοσύνη ἐθεώρησε τιμωρητέας, διότι ἡ δολοφονία τῶν ὑπολήψεων εἶναι βεβαίως ἔγκλημα πολὺ μυσαρώτερον τῆς αὐτοδικίας. Πρὸ μηνὸς περίπου ὁ Μόρφης αὐτὸς, ὁ ὁποῖος κατηγορήθη ὡς δολοφονικῶς ἐπιτεθεὶς κατὰ τοῦ συντάκτου τῆς ἐν Ζακύνθῳ ἐφημερίδος «Πατριώτου», ὢν συνέταιρος τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου, εἶδεν ἐκ τῆς οἰκίας του, κειμένης εἰς τὸ παράλιον, πλοῖον προσπαθοῦν νὰ ἀποβιβάσῃ λάθρα ἐμπορεύματα. Ὡς ἐνοικιαστὴς τοῦ δημοτικοῦ φόρου κατῆλθε τῆς οἰκίας του καὶ μετέβη πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ λαθρεμπορίου, συνέλαβε δὲ πράγματι τέσσαρα δέματα καπνοῦ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην κατέφθασεν εἷς ἀστυφύλαξ, ὁ ὁποῖος τὸν ἠρώτησε, τί συνέβη· ὁ Μόρφης κατήγγειλε τὸ γεγονός, καὶ ὠνομάτισε τὸν κύριον τοῦ πλοίου καὶ τῶν ἐμπορευμάτων· ἀλλ’ ὁ ἀστυφύλαξ συνέλαβε τὸν Μόρφην καὶ τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν φυλακὴν ὡς λαθρέμπορον! Τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν διέταξε πανηγυρικῶς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Μόρφη ἀπὸ τῶν φυλακῶν, καὶ τὸν ἀπήλλαξε πάσης κατηγορίας. Ὁ συντάκτης ὅμως τοῦ «Πατριώτου» διὰ τῆς ἐφημερίδος του ἐξύβρισε καπηλικώτατα τὸν Μόρφην, καὶ τὸν κατηγόρει ὡς λαθρέμπορον, ἐνῷ οὗτος ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ δικαστικὴν ἀπόφασιν ἀπαλλακτικήν. Δὲν ἤρκεσε δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ προκλητικῶς ἐφέρετο πρὸς αὐτὸν καὶ χλευαστικῶς ἔγραφε. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ συντάκτης αὐτὸς εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος ὑβριστὴς καὶ ῥυπαρογράφος. Οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις κατηγγέλθη ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ κατεδικάσθη καὶ ἐρρίφθη εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀκόμη εἶναι ὑπόδικος ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου ἐπὶ ἐξυβρίσει. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔξοχον ὑποκείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτον κόπτεται ἡ Ἐφορία τῆς Λέσχης «Ζακύνθου»! Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι ἡ Λέσχη «Ζάκυνθος», ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα ἐντιμότατα, ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον σύμπασα ἡ κοινωνία θεωρεῖ ὡς αἰσχρότατον ὑβριστήν. Ἐὰν ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος συνάδελφός μου καὶ πολιτικὸς ἀντίπαλός μου κ. Ἀλέξανδρος Ῥώμας εὑρίσκετο ἐδῶ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελε ποτὲ δυνηθῆ νὰ μὲ διαψεύσῃ. Προσθέτω δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος συνηντήθη εἰς τὴν Ἀγορὰν μὲ τὸν δράστην τῆς πράξεως, τὸν καταγγελλόμενον Μόρφην, ἀντήλλαξαν λέξεις, ὁ Μόρφης ἐράπισε τὸν δημοσιογράφον καὶ τοῦ ἔδωσε δύο λακτίσματα, ὁ δὲ δημοσιογράφος ἐξήγαγε πιστόλιον καὶ ἐπυροβόλησε κατὰ τοῦ Μόρφη, εὐτυχῶς ἄνευ ἀποτελέσματος. Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχω περὶ τῆς πράξεως, ἥτις τοσοῦτον τραγικῶς παρεστάθη ἐν τῷ τηλεγραφήματι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τουτέστι τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐν Ζακύνθῳ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις μόνον. Εὐτυχῶς ἡ δημοσία τάξις ἐν Ζακύνθῳ δὲν εὑρίσκεται εἰς ἔκρυθμον σημεῖον· ἐὰν δὲ καὶ εἰς ἔκρυθμον σημεῖον εὑρίσκετο, βεβαίως τὴν εὐθύνην τῆς καταστάσεως αὐτῆς δὲν θὰ ἔφερεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου κλητῆρος, μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου χωροφύλακος, τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας μένουσι τὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον καθιδρυθῆ ἀπὸ τοῦ 1895 ἐν Ζακύνθῳ. Κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν, ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι τοῦ 1899, εἴδομεν ἀληθῶς ἐγκλήματα πρωτοφανῆ καὶ πρωτάκουστα εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, εἴδομεν νὰ κρεουργηθῶσιν ἐν τῇ οἰκίᾳ των εἷς γέρων μετὰ τῆς συζύγου του καὶ νὰ ληστευθῇ ἡ περιουσία των, καὶ δὲν εἴδομεν ν’ ἀνακαλυφθῶσιν οἱ δρᾶσται· εἴδομεν νὰ ληστευθῇ ἐν πλήρει ἡμέρᾳ καὶ ἐν μέσῃ ὁδῷ ὁ μεγαλέμπορος Καροῦσος καὶ ἁρπαγῶσιν 50,000 δραχμαὶ ἐκ τοῦ χαρτοφυλακίου του· εἴδομεν νὰ δολοφονηθῇ σχεδὸν πτωχὸς χρυσοχόος, ὅπως ἁρπαγῇ ἀπὸ τῶν χειρῶν του ἡ μικρὰ περιουσία του, καὶ δὲν κατωρθώθη οὐδὲ τοῦ ἐγκλήματος τούτου νὰ εὑρεθῶσιν οἱ δρᾶσται· εἴδομεν ἀποπείρας ἐμπρησμῶν, εἴδομεν εἰς τοὺς κεντρικωτέρους δρόμους νὰ ἀλειφθῶσι θύραι καταστημάτων μὲ πετρέλαιον καὶ νὰ τεθῇ πῦρ εἰς αὐτὰ, οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν δραστῶν ἀνεκαλύφθη! Τοιαῦτα καὶ ἄλλα πολλὰ ἐγκλήματα συνετελοῦντο ἐν Ζακύνθῳ ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι τοῦ 1899. Ἐν τούτοις ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως οὐδεμία τοιαύτη πρᾶξις ἢ ἄξιον λόγου ἔγκλημα ἔλαβε χώραν ἐν Ζακύνθῳ. Ὁπωσδήποτε ὅμως, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς τάξεως ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου, συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσιν αὐστηρὰ μέτρα καὶ νὰ δώσωσι τὰς αὐστηροτέρας διαταγὰς, ὅπως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον διαταραχθῇ αὕτη ποτὲ, καὶ ὅπως οἱ φιλήσυχοι πολῖται εὑρίσκωσι πλήρη προστασίαν καὶ ἀσφάλειαν.

§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνεκοίνωσα εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς κατηγορητήριον κατ’ αὐτῶν ἐπὶ παραλείψει τῶν καθηκόντων αὐτῶν, οὐδὲ ἠτιάθην αὐτῶν ὡς αὐτουργῶν ἢ συνεργῶν τῶν ἐν Ζακύνθῳ διαπραττομένων ἀδικημάτων· ἐγὼ ἀνεκοίνωσα τὸ τηλεγράφημα τῆς Ἐφορίας τῆς Λέσχης, τὸ ὁποῖον ἐν τέλει ἀναφέρει, ὅτι «ἡ ἐκ τῆς ἐπιθέσεως ἐντύπωσις τῆς κοινωνίας καὶ ἡ δικαία ἀγανάκτησις ἐκορυφώθη, καθόσον συνδέεται πρὸς τὴν ἀπό τινος κλονισθεῖσαν δημοσίαν ἀσφάλειαν διὰ πράξεων καὶ παντοειδῶν ἀδικημάτων, καὶ τὴν ἔγερσιν θρασείας κεφαλῆς τῶν κακοποιῶν στοιχείων, ἐμβάλλουσαν εἰς τρόμον φιλησύχους πολίτας...» Αὐτὰ δὲν βεβαιῶ ἐγὼ, διότι δὲν ἀντελαβόμην ἐγὼ αὐτῶν, αὐτὰ μεταβιβάζω διότι ἡ Ἐφορία τῆς Λέσχης μοὶ ἀνεκοίνωσεν αὐτὰ, ἡ δ’ Ἐφορία τῆς Λέσχης, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐντίμους πολίτας. Ἂν ὁ εἰρημένος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου νομίζῃ ὅτι εἶναι νόμιμον μέσον ἡ αὐτοδικία κατὰ δημοσιογράφου ὑβρίζοντος τοὺς πολίτας, εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ νομοθεσία ἡμῶν δὲν ἐπιτρέπει τὴν αὐτοδικίαν, ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ὑβριζομένους ἢ συκοφαντουμένους ν’ ἀπευθύνωσι καταγγελίαν ἐπὶ συκοφαντίᾳ ἢ ἐπὶ ἐξυβρίσει, ὄχι δὲ νὰ δέρωσι τοὺς ὑβρίζοντας, καὶ μάλιστα ὅταν οὗτοι ἦναι δημοσιογράφοι, δὲν ἦναι τυχαῖοι πολῖται. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θαυμάζουσι τὴν ἀκρίβειαν, τὴν σεμνότητα, τὴν εὐθύτητα καὶ φιλαλήθειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ τύπου, ἀλλ’ οὐδέποτε θέλω στέρξει, ἵνα οἱ ἀδικούμενοι ὑπ’ αὐτοῦ προσφύγωσιν εἰς τὸ μέτρον τῆς αὐτοδικίας κατ’ αὐτοῦ, οὐδὲ νὰ μὴ κατακρίνω τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Πατριώτου», ὅστις ἔλαβε δύο λακτίσματα καὶ ἓν ῥάπισμα ὑπὸ τοῦ ἐπιτεθέντος. Ἐγὼ οὐδέτερον τούτων γνωρίζω· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς Ἐφορίας τῆς Λέσχης τηλεγραφηθέντα μοι, ταῦτα μοὶ ἐπανέλαβε καὶ ἕτερος διακεκριμένος πολίτης, διατελέσας ἄλλοτε βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁ κ. Λουδοβίκος Ρώμας, ὅστις μοὶ συνέστησε ν’ ἀνακοινώσω ταῦτα εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς, ἵνα λάβωσιν πρόνοιαν περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης. Τὴν σύστασιν δὲ, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα, τὴν ἀπευθύνω ἐν τῷ συμφέροντι τῆς νήσου Ζακύνθου, τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ταῦτα διαπράττονται, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῶν τούτων τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀσχοληθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἵνα λάβῃ οἷα ἐγκρίνῃ μέτρα, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης συστήσῃ εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του κατὰ πάσης παραβάσεως τῶν νόμων, καὶ ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξετάσῃ τὰ τοῦ καταγγελλομένου λαθρεμπορίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῆς νήσου Ζακύνθου, τὴν ἄποψιν τῆς ὁποίας ἀνήγαγεν ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς μέχρι τοῦ 1895, καθ’ ὃ ἐτύγχανον Πρωθυπουργὸς, περὶ αὐτῶν οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω, διότι ἐγὼ, ὡς Πρωθυπουργός, δὲν ἤμην Εἰσαγγελεύς, οὐδὲ ὡς Πρωθυπουργὸς συνηθίζω ν’ ἀναμιγνύωμαι εἰς τὰς Εἰσαγγελίας ἢ εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐὰν δὲ ὁ ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ἀφίνῃ νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, δὲν εὐθύνομαι ἐγώ, οὔτε οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ 1895 εὐθύνονται, εἰς δὲ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ὅστις ἐπιδαψιλεύει ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν εἰρημένον Ὑπουργόν, ἀπόκειται νὰ ἐπερωτήσῃ, ἐὰν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, τοὺς διευθύνοντας νῦν τὴν διοίκησιν.

§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸ τηλεγράφημα, περὶ οὗ γίνεται λόγος, καὶ μόλις ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα, ἐπειδὴ ἐν αὐτῷ δὲν γίνεται λόγος περὶ γεγονότος ὡρισμένου, ἀλλὰ γενικῶς περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ τελευταίᾳ φράσει, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τῶν ἀρχῶν ἐν Ζακύνθῳ, διότι οὐδεμία ἔκθεσις ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, παριστῶσα τὴν ἀσφάλειαν ἐν Ζακύνθῳ ὡς διατελοῦσαν ἐν ἐκρύθμῳ καταστάσει. Ἐπέστησα λοιπὸν τὴν προσοχὴν τῶν ἀρχῶν ἐπὶ τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ τηλεγραφήματος καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους αὐτοῦ, ἀναμένω δὲ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἀρχῶν, ἵνα ἴδω, ἐὰν αὗται ἐπιβάλλουσιν εἰς ἐμὲ ἐνέργειάν τινα.

§46ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώσατε, κύριε Πρόεδρε, τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Καρδίτσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἀναφερομένων καὶ ἀποδώσῃ αὐτοῖς δικαιοσύνην, ὑποσχεθεῖσαν πρὸ ἐτῶν.

§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες βεβαίως γινώσκετε τὸν ψηφισθέντα νόμον κατὰ τὸ 1871 περὶ δηλώσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, οἱ δηλώσαντες ἐθνικὴν γῆν ὑποχρεοῦνται ἵνα ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ἀποτίσωσι τὸ τίμημα τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν, κατ’ ἐκτίμησιν ἐπιτροπῆς. Τὸ πνεῦμα δὲ καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου τούτου εἶναι, ὅτι κατ’ ἔτος δέον νὰ πληρώνηται μία δόσις. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892 ἢ 1893 ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν δηλωσάντων καὶ τοῦ Δημοσίου, ἰσχυριζομένων τῶν μὲν, ὅτι ἐξέτισαν ὁλόκληρον τὸ τίμημα, τοῦ δὲ Δημοσίου τὸ ἐναντίον. Τὸ Δημόσιον, ἐπειδὴ ἦσαν ἀνεκκαθάριστοι αἱ αἰτήσεις αὗται, ἔπαυσε νὰ βεβαιώνῃ τὰς ἔκτοτε ληγούσας δόσεις τοῦ τιμήματος, καὶ πολλοὶ συμπολῖταί μου ἔπαυσαν νὰ πληρώνωσι τὰς δόσεις ταύτας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οἱ ἔφοροι ἔπαυσαν νὰ βεβαιῶσι τοιαύτας δόσεις, ἕνεκα τῆς αἰτίας, ἣν ἀνέφερα· ἀλλὰ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ὁ ἔφορος ἐβεβαίωσεν ἁπάσας τὰς καθυστερουμένας δόσεις ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι σήμερον, καὶ οὕτως ἐξεδόθησαν ἐντάλματα καθ’ ὅλων τῶν μὴ πληρωσάντων, ἐνῷ οὗτοι δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο, διὰ τὴν μὴ βεβαίωσιν, καὶ ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία Μαντινείας φυγοδικεῖ, χωρὶς νὰ ὀφείλῃ· διότι, ἐὰν διαταχθῇ ἐκκαθάρισις τῶν χρεῶν διὰ τὰς γαίας ταύτας, θὰ γείνῃ γνωστὸν, ὅτι οὐδὲν ὀφείλουσι. Κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν τὸ ζήτημα αὐτὸ παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ ἔλαβε νομοθετικὸν μέτρον, ἵνα κατὰ δόσεις πληρωθῶσιν ἔν τισιν ἐπαρχίαις τὰ χρέη ταῦτα.

§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δυστυχῶς τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἀφεώρα μόνον μίαν ἐπαρχίαν.

§49ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀπαιτήσεων τούτων, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπράξῃ τι, ἀφοῦ ἐξακολουθοῦσι νὰ ζητῶσι τὰς ἐτησίας δόσεις οὐχὶ παγιωμένας, ἔγειναν δὲ ὅλοι οἱ πολῖται φυγόδικοι, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσιν ὅλαι αἱ ζητούμεναι δόσεις. Μοὶ φαίνεται, ὅτι βεβαίως κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καταδεικνύεται ὅ,τι πρέπει νὰ γείνῃ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτὸ τοῦ νόμου κάκιστα καταδιώκονται οἱ πολῖται, διότι ὑπαίτιοι τῆς καθυστερήσεως δὲν εἶναι οἱ πολῖται, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία, ἥτις δὲν ἐβεβαίωσεν ἐμπροθέσμως τὰς καθυστερουμένας δόσεις, τὰς ὁποίας ἕνεκα τούτου οἱ ὀφείλοντες δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι, μὴ δεχομένων τῶν ταμιῶν πληρωμὰς μὴ ὀφειλομένας, δι’ ἔλλειψιν βεβαιώσεως.

§50Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἐγένετο λόγος καὶ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἕνεκεν τῆς μεγάλης καταπιέσεως, ἥτις γίνεται κατὰ τῶν δηλωσάντων γαίας ἐθνικὰς καὶ μὴ λαβόντων κατοχὴν αὐτῶν. Ὁ νόμος περὶ δηλώσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς θεωρεῖται εὐεργετικὸς, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι καταπιεστικὸς καὶ ταμιευτικός. Ἀπεφασίσαμεν νὰ διανείμωμεν τὴν ἐθνικὴν γῆν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἔχωσιν οὔτε κτηματολόγιον οὔτε ἄλλην τινὰ πληροφορίαν καὶ πρόχειρον ἐξέτασιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ὁρίων τῶν ἐκτάσεων, ἐδέχθησαν ὅλας τὰς δηλώσεις, συγκρουομένας πρὸς ἀλλήλας, πρὸς τὰ αὐτὰ ὅρια, πρὸς τὴν αὐτὴν ἔκτασιν, καὶ μὴ ἔχοντες πληροφορίας ἐξέδωκαν παραχωρητήρια διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ εἴσπραξις, ὅπως ἤρχισε, καὶ βλέπετε σήμερον εἰς τὰς φυλακὰς ὀφειλέτας διαφόρους ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ κτήματος, δύο ἢ τρεῖς ὀφειλέτας διὰ τὸ αὐτὸ κτῆμα, διότι ἐν ἀγνοίᾳ τὸ ἴδιον τεμάχιον ἐδηλώθη ὑπὸ πλειόνων, καὶ εἰς ἅπαντας παρεχωρήθη. Ἐὰν ἐδίδετο προσοχὴ καὶ ἀπεφασίζετο νὰ γείνῃ μία ἐκκαθάρισις, ὅπως γίνεται διὰ τόσα ἄλλα, νομίζω ὅτι θὰ ἐφθάνομεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Παρῆλθον τόσα ἔτη, οἱ φορολογούμενοι φωνάζουσι καὶ ζητοῦσιν ἵνα παραδοθῶσιν αὐτοῖς τὰ δηλωθέντα κτήματα, ὅπως πληρώσωσι, ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις εἶναι: «πηγαίνετε εἰς τὰ δικαστήρια.» Ὅτε ἐξ ἐλλείψεως τῶν μέσων κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐπαρουσιάσθησαν πάντα ταῦτα, ὅτε τὸ Δημόσιον εἶδεν αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ καὶ διατάξῃ μίαν ἐκκαθάρισιν. Ἂς συστηθῇ τμῆμα ἰδιαίτερον διὰ τὴν εἰδικὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν...

§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ αὐτὸ ἐζητήθη ἡ σύστασις τῶν συνεργείων.

§52Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ βλέπω, ὅτι τίποτε δὲν γίνεται. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν, διὰ τελευταίαν φορὰν, νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον κατεπεῖγον καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν αὐστηρὸν, ὅπως ἐξελεγχθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις· ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ γείνῃ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως, μέχρις οὗ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις.

§53Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ σπουδαῖον τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες. Φαντασθῆτε πολίτας καταδιωκομένους καὶ φυλακιζομένους πρὸς πληρωμὴν δόσεων διὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν! Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ποία ἀδικία μεγάλη γίνεται εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀτυχεῖς ἀνθρώπους! Ἐὰν ἦτο τοὐλάχιστον ἀμφισβητούμενον τὸ ζήτημα... Ἦλθε ποιμὴν εἰς τὸν ἔφορον καὶ ἔλεγεν, ὅτι «τὸ κτῆμα, διὰ τὸ ὁποῖον μὲ κατεδιώκετε, ὄχι μόνον δὲν τὸ ἔχω, ἀλλ’ ἰδοὺ, σᾶς ἀποδεικνύω ὅτι ἀνήκει εἰς ἄλλον». Ὁ ἔφορος ἀπαντᾷ: «Τί νὰ σᾶς κάμω; ὁ νόμος ἔτσι εἶναι!» Ἐννοεῖτε λοιπὸν τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλοῦμεν τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει σπουδαιότερον ζήτημα, ἐξ ὅσων ἀνακοινοῦνται, ἐκείνου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου βλέπομεν πολίτας ἀδικουμένους, καταδιωκομένους, φυλακιζομένους, διὰ νὰ πληρώσωσι δόσεις κτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι. Πρό τινων ἡμερῶν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον περὶ καταρτισμοῦ τεσσάρων συνεργείων πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν δόσεων τῶν κτημάτων τούτων. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἤλπιζον ὅτι ἀμέσως ἤθελον διορισθῆ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι καὶ ἤθελον ἀρχίσει ἡ ἐκκαθάρισις. Ἀλλ’ οὐδὲν εἰσέτι ἐγένετο. Ὅπως δήποτε παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, — καὶ ἐλπίζω ὅτι ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ ἦναι σύμφωνοι εἰς τοῦτο — ἅμα ἀρχίσῃ ἡ ἐκκαθάρισις, καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ διαρκῇ αὕτη, νὰ διατάξῃ τὴν παῦσιν τῆς καταδιώξεως κατὰ τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν.

§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα νὰ ἀνασταλῇ ἡ καταδίωξις τοὐλάχιστον κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ κτῆμα, διὰ τὸ ὁποῖον ζητοῦνται αἱ δόσεις, δὲν κατέχεται ὑπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ κατέχεται ὑπὸ ἄλλων.

§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Πέτα, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν νὰ πληρωθῶσιν εἰς αὐτοὺς αἱ ὀφειλόμεναι ἀποζημιώσεις διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστησαν κατὰ τὸν πόλεμον.

§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ χωρίου Πέτα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα χωρία τῆς Ἄρτης, εἰδικώτερον δὲ τὸ χωρίον Πέτα, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν ζημίας κατὰ τὸν πόλεμον. Αἱ ζημίαι αὗται παρ’ ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς ἐξετιμήθησαν, καὶ ἐγένοντο δεκταί, μένουσι δὲ ἐκκρεμεῖς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸ Προεδρεῖον ν’ ἀποστείλῃ καὶ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§60Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τοιαύτας αἰτήσεις ἔχουσι καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ἐν τῇ Φθιώτιδι, ἀπορῶ δὲ, διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον τὸ γραφεῖον τοῦ κ. νομικοῦ συμβούλου, ἔθεσεν ὅλας αὐτὰς τὰς πληροφορίας εἰς τὸ χρονοντούλαπον, καὶ ἐάν τις προτείνῃ μεταβολήν τινα καὶ ζητήσῃ οἱανδήποτε πληροφορίαν, λαμβάνει ὡς ἀπάντησιν «πήγαινε εἰς τὸ δικαστήριον νὰ εὕρῃς τὸ δίκαιόν σου.» Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή! Νομίζω δὲ, ὅτι δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν, κατόπιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ὅτι δὲν ζῶμεν ἐν Κράτει πεπολιτισμένῳ, ἀλλ’ ἴσως ἐν Ζουλουλάνδῃ.

§61Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Αἴτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Κ. Τοπάλης ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς συστάσεις: «Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς σχετικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ὅσων ἔχει λαμβάνειν ὁ λυθεὶς τῆς ὑποχρεώσεώς του ἐργολάβος τῆς ὁδοῦ Βόλου–Πορταριᾶς, διότι ἡ σχετικὴ κοινότης, ἡ πληρόνουσα τὴν δαπάνην, ἔχει ἐνστάσεις κατὰ τῆς γενομένης ἐκτιμήσεως. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρὸ μηνὸς γενομένην ὁμοίαν σύστασίν μου, ὅπως ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης κ. Χρῆστος Βαρλαμίδης ἐκ Βόλου, λαμβάνων τὰ ἐνοίκια τῆς ὡς ἀποθήκης ὑλικοῦ πολέμου χρησιμευσάσης οἰκίας του καὶ κατὰ τὸ ἔτος τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, ὡς ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον καὶ ὡς ἅπαντα τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα ἔπραξαν, ὅπως δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ πληροφορηθῇ.»

§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν λόγος ἐγένετο περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς τοῦ Ἱπποσιδηροδρόμου μέχρι τῶν χωρίων Χαλανδρίου, Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς, ἐκ τῆς γενομένης δὲ συζητήσεως ἀπεδείχθη, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἀντιβαίνει τοῦτο εἰς τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ καὶ, τοὐναντίον, εἶναι ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρείας. Ἤδη μοὶ ἀπεστάλησαν δύο ἀναφοραὶ, ἡ μὲν τῶν κατοίκων Χαλανδρίου, οἵτινές εἰσι πάντες ὑπογεγραμμένοι, ἡ δὲ τῶν κατοίκων Ἀμαρουσίου, οἵτινες πάντες παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συντελεσθῇ ἡ ἐπέκτασις τῶν γραμμῶν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ ἐπέκτασις οὐδόλως θέλει παραβλάψει τὰ συμφέροντα τῆς ἑτέρας τῶν Ἑταιρειῶν, δηλαδὴ τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Λαυρίου, καθόσον αἱ ἀπαιτήσεις τῆς συγκοινωνίας εἰσὶ τοιαῦται, ὥστε βεβαίως θέλει ὑπάρχει ἐργασία καὶ διὰ τὰς δύο. Μάλιστα οἱ κάτοικοι τοῦ Χαλανδρίου ῥητῶς προσφέρονται νὰ μὴ ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις διὰ τὴν καταπάτησιν τῶν κτημάτων αὐτῶν ἐκ τῆς διελεύσεως τῆς γραμμῆς. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ οἱ κάτοικοι Ἀμαρουσίου καὶ τῆς Κηφισιᾶς θέλουσι συναινέσει εἰς τὴν τοιαύτην δωρεὰν παραχώρησιν τῶν κτημάτων αὐτῶν. Καταθέτω ἀμφοτέρας τὰς ἀναφορὰς ταύτας, καὶ θερμῶς συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν μελέτην τῆς ὑποθέσεως.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρκεζίνης.

§65Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἔλαβον τηλεγράφημα τῶν δημοδιδασκάλων Θήρας, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τάξῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς θέσιν κατάλληλον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἵνα κατορθωθῇ νὰ συζητηθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.

§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος αὐτοῦ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ὡς ἀπολογισμός. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀνωμαλία, προκληθεῖσα ἐκ γνωστῶν περιστάσεων. Εἶναι ἀνωμαλία, διότι ἡ ἔκφρασις τῆς θελήσεως τοῦ Κοινοβουλίου ἔρχεται κατὰ τὸ πλεῖστον κατόπιν ἑορτῆς. Ἀλλ’ ἔχει αὕτη συνάμα καί τι καλὸν, διότι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἀποτελέσματα εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν πληρέστερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν ἔχει, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς συνεζητεῖτο κατὰ τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τὸ γεγονὸς τοῦτο μᾶς δίδει πληρεστέρας καὶ ἀσφαλεστέρας τὰς βάσεις τῆς ἐρεύνης τοῦ λογιστικοῦ μέρους τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ λογιστικοῦ αὐτοῦ μέρους ἔχομεν ἐν αὐτῷ καὶ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν καὶ τὴν πολιτικὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὗτος στηρίζεται. Ὁ προϋπολογισμός, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ δύο περίπου μηνῶν, ἀνέγραφεν ἔσοδα μὲν 105,795,658, ἔξοδα δὲ 99,347,623, καὶ ἑπομένως περίσσευμα 6,448,035. Μετὰ τὰς δηλώσεις ὅμως, ἃς ἐποιήσατο προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μετεβλήθησαν καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα. Εἰς τὰ ἔσοδα προσετέθησαν 1,290,000, ἐξ ὧν 250,000 ἐξ αὐξήσεως εἰσπράξεων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, στηριζομένης ἐπὶ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου, 40,000 εἰσπραχθησόμεναι ἐκ τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι καὶ τὸ ἀντίστοιχον αὐτῶν ἔξοδον, καὶ ἓν ἑκατομμύριον ἐξ αὐξήσεως τῆς ἀναγραφείσης εἰσπράξεως ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς. Προσετέθησαν δ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔξοδα δι’ ἀνάγκας μὲν στηριζομένας ἐπὶ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, καὶ τῶν ὁποίων μέγα μέρος προέρχεται ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, 2,978,000 περίπου δραχμαί, διὰ δαπάνας δὲ, ἃς θὰ προκαλέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ψηφισθέντων νόμων τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, τῆς χωροφυλακῆς, τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, δραχμαὶ περίπου 1,074,000. Οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 103,399,791, τὰ ἔσοδα εἰς 107,085,658, καὶ τὸ περίσσευμα ἀπὸ 6,448,035 κατῆλθεν εἰς 3,685,867 δραχμάς. Μεταξὺ τῶν ἀναγραφομένων ἐσόδων εὑρίσκω ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἀποδόσεως αὐτῶν, ὅτι ὑπερτιμᾶται ἡ πρόσοδος ἔκ τινων φόρων. Ὑπερτιμᾶται κατὰ 800,000 δραχ. περίπου ἡ πρόσοδος τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ ἰδίως ἡ ἐκ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν, ἡ ἐκ τῆς σταφίδος καὶ ἡ ἐκ τῶν οἰκοδομῶν. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζονται ὅτι θὰ ἀποδώσωσι 2,180,000, νομίζω ὅτι λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν περὶ τὰς 200,000 δραχ. Εἰς τὸν ἔγγειον φόρον τῆς σταφίδος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προσθέτει διὰ τὸ 1899 ποσὸν περίπου 700 χιλιάδων πλειότερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶχε προϋπολογίσει ὁ προκάτοχος αὐτοῦ κ. Νέγρης. Νομίζω ὅτι οἱ μέσοι ὅροι τῶν παρελθόντων ἐτῶν, τοὺς ὁποίους καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει, δὲν ἐνισχύουσι τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει εἰς τὸν φόρον τοῦτον νὰ προσθέσωμεν τοσοῦτο ποσόν. Ἡ εἴσπραξις τοῦ 1897, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 3,220,000, ἐκτὸς τῶν 4 δραχμῶν τῆς παρακρατήσεως, δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 θὰ ἔχωμεν ἐξαγωγὴν σταφίδος τοσοῦτον ἀνωτέραν, ὥστε νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ 3,220,000 ἑτέρας 700 περίπου χιλιάδας δρ. Τὴν ἰδίαν παρατήρησιν ποιοῦμαι καὶ διὰ τὴν σταφίδα τῆς Ἑπτανήσου, διὰ τὴν ὁποίαν προστίθενται περίπου 100,000 δραχμαί. Νομίζω ὅτι ἐκ τῶν δύο τούτων φόρων πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τοὐλάχιστον 450,000 δραχμάς. Ἑτέρας 100,000 δρ. νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Εὑρίσκω δ’ οὕτω ὑπερτιμημένην τὴν ἀναγραφομένην πρόσοδον ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ 800,000 δραχ. περίπου. Κατὰ 250,000 δραχ. περίπου εὑρίσκω ὑπερτετιμημένην τὴν ἀναγραφομένην πρόσοδον ἐκ τελῶν καὶ δικαιωμάτων, ἰδίως δ’ ἐκ τῶν τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν τελῶν. Δὲν νομίζω ὅτι αἱ δύο αὗται ὑπηρεσίαι θὰ ἀποφέρωσι κατὰ τὸ 1899 ὅ,τι ἀπέφεραν κατὰ τὸ 1898, ὅτε εἴχομεν πολὺ μεγαλειτέραν κίνησιν ἐν Ἑλλάδι ἕνεκα τῆς καὶ μετὰ τὸν πόλεμον ἐξακολουθησάσης ἐπιστρατείας. Τὴν ἐξ αὐτῶν πρόσοδον πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν κατὰ 200,000 δρ. περίπου μικροτέραν τῆς ἀναγραφομένης, κατὰ 50,000 δὲ μικροτέραν τὴν πρόσοδον ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς προσθέτου ὑπηρεσίας τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν τῶν πρὸ τοῦ 1894. Οἱ πλεῖστοι τῶν κληρωτῶν τούτων ἐπλήρωσαν ἤδη τὴν ἐξαγορὰν τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας των, ὥστε, ἂν κατὰ τὸ 1898 ὑπελογίσθη αὕτη εἰς 100,000 δραχμὰς, νομίζω, ὅτι μένοντες ἐντὸς ὁρίων λογικῶν δὲν πρέπει διὰ τὸ 1899 ν’ ἀναβιβάσωμεν αὐτὴν εἰς 140,000, ἀλλὰ νὰ τὴν περιορίσωμεν εἰς δραχμὰς 90,000 κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Κατὰ 200,000 δραχ. νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν ἐκ δημοσίων κτημάτων καὶ νομημάτων, καὶ ἰδίως ἐκ τῶν δασῶν καὶ δασικῶν προϊόντων. Τὸ ἀναγραφόμενον ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων ἔσοδον εὑρίσκω ὑπερτιμημένον κατὰ 400,000 δραχμάς· διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἀνεβλήθη ἡ εἴσπραξις πολλῶν φόρων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ἡ ἐκεῖ κατάστασις δὲν μᾶς ἐνθαρρύνει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι πάντας τοὺς ἀναβληθέντας φόρους θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐντὸς τοῦ 1899, ἢ καὶ ἀργότερον. Οἱ δὲ μέσοι ὅροι τῶν εἰσπράξεων τῶν παρελθόντων ἐτῶν μᾶς δεικνύουσιν, ὅτι ἀναγράφοντες 3,600,000 ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, ἀναγράφομεν ποσόν, τὴν εἴσπραξιν τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀσφαλῆ. Ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων ἑπομένως, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 1,650,000. Περιορίζονται δ’ οὕτω ταῦτα εἰς δρ. 105,435,658. Μεταξὺ ὅμως αὐτῶν ὑπάρχει καὶ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τακτικὸν ἔσοδον τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ κατὰ τὰ 1895, 1896 καὶ 1897 εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ἀλλ’ εἰς τὰς χρήσεις τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν, διότι ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1899 ἀναγράφει καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον θὰ λάβῃ ἐκ τῆς πωληθησομένης σταφίδος τῆς παρακρατήσεως τοῦ 1899 ἀπέναντι τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐπ’ αὐτῆς φόρου κατὰ 4 δραχμάς. Τὸ ἔκτακτον τοῦτο ἔσοδον ἀνέρχεται εἰς δρ. 3,859,258. Ἀφαιροῦντες δὲ ταύτας ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἐσόδων, εὑρίσκομεν ὑπόλοιπον δραχ. 101,576,400. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς τακτικὸν ἔσοδον ἐκ τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ 1899. Συγκρίνοντες δ’ αὐτὸ πρὸς τὰ ἀναγραφόμενα ἔξοδα, ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 103,399,791, εὑρίσκομεν ὅτι, ἀντὶ περισεύματος ἐκ 3,685,687 δραχμῶν, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς μετερρυθμίσθη τελευταῖον, θέλομεν ἔχει μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ τῶν τακτικῶν ἐξόδων διαφοράν, ἤτοι ἔλλειμα, ἐκ δραχμῶν 1,823,391. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μεταβάλλεται εἰς περίσσευμα ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ, διότι ἀναγράφεται ἀνώτερον ἔσοδον ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ λοιπῶν φόρων, οὓς ἀνέφερα, καὶ διότι περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ ἔκτακτον ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ἂν τοιαῦτα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1899, δὲν νομίζω ὅτι εἰς ταῦτα πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὰς κρίσεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι κατὰ τὸ 1899 οἱ ψηφισθέντες νόμοι, οἵτινες ἐπιβάλλουσι νέαν καὶ σημαντικὴν δαπάνην εἰς τὸ Δημόσιον, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῶσιν, εἰμὴ ἐν μέρει μόνον. Οἱ νόμοι οὗτοί εἰσιν ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὁ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, οἱ περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ ποσὸν, ὅπερ προστίθεται εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νόμων τούτων, ἀνέρχεται εἰς 4,285,965. Ἀναγράφονται δὲ διὰ τὸ 1899 δραχ. 1,080,000. Ὑπολείπεται ἑπομένως δαπάνη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων αὐτῶν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 3,205,965 δραχ. Ἡ δαπάνη αὕτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἄλλως ἢ ὡς ἐκτελεσθησομένη, διότι ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι καὶ θὰ ἐφαρμοσθῶσι. Μόνον δ’ ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῶσιν, ἢ ἐφαρμοσθῶσιν ἀτελῶς, δὲν θὰ προκαλέσωσι τὴν δαπάνην ταύτην. Ἑπομένως εἰς τὰς 103,399,791 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ὡς δαπάνη διὰ τὸ 1899, ἐὰν θελήσωμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν εἴτε τοῦ 1899, ὅπερ δὲν δύναται πλέον νὰ γείνῃ, εἴτε τὸν τοῦ 1900, πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἐκ μόνων τῶν προμνησθέντων νόμων ἑτέρας δρ. 4,285,965...

§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἔσοδα πόσα θὰ ἦναι εἰς τὰ 1900;

§69Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐξετάσω καὶ τοῦτο. Μὴ βιάζεσθε. Οὕτως ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ψηφισθέντων νόμων θὰ παρουσιάζῃ ἔξοδα 108,227,036. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ ἔσοδα θέλουσι μένει ὅπως ἔχουσιν, ὅπως δηλ. ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα δρ. 6,650,636. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία, διότι ὡς ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ὀφείλομεν νὰ θεωρήσωμεν καὶ τοὺς ψηφισθέντας νόμους καὶ κυρωθέντας καὶ δημοσιευθέντας, πόθεν θὰ καλυφθῇ; Σημειώσατε δὲ, ὅτι δὲν συνυπολογίζω καὶ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θὰ προκαλέσωσι καὶ ἄλλα νομοσχέδια, ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ μὴ εἰσέτι ψηφισθέντα. Ἔχομεν φορολογικά τινα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξ ὧν τὰ πλεῖστα ἐψηφίσθησαν. Δύο δὲ τοιαῦτα εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἔχομεν πρῶτον τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων. Ὁ φόρος οὗτος, ὅπως ἐψηφίσθη, περιέχει ἀναμφισβητήτως ἓν καλὸν, τὸ καλὸν τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ποιμενικῶν πληθυσμῶν ἐκ τῶν καταθλίψεων, τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζομεν. Περιέχει ὅμως καί τι τὸ ἀμφίβολον καὶ τὸ πιεστικόν. Τὸ ἀμφίβολον εἶναι, ἂν θὰ κατορθωθῇ ἐπωφελῶς διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων ἐν τοῖς σφαγείοις, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσι πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, τὸ πιεστικὸν δ’ αὐτοῦ ὑπάρχει εἰς τὰς καταθλίψεις, τὰς ὁποίας θέλει ἐπιβάλει εἰς τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμοὺς διὰ τὰ ζῷα τὰ σφαζόμενα παρ’ ἑκάστου πολίτου. Ἡ ἔλλειψις τῆς ἀναγκαίας πείρας διὰ τὴν κατὰ πρῶτον ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου τούτου καθιστᾷ ἀμφίβολον τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσεπράττετο ἐκ τοῦ ἀντικατασταθέντος φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Πρέπει δὲ νὰ εὐχαριστηθῶμεν, ἂν τὸ Δημόσιον κατορθώσῃ νὰ εἰσπράξῃ διὰ τοῦ νέου φόρου ὅ,τι εἰσέπραττε διὰ τοῦ παλαιοῦ. Ἕτερον μέτρον ταμιευτικὸν, σκοποῦν τὴν κάλυψιν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων καὶ τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ὑπέδειξα, εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ὁ ἀντικαταστήσας τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ὁ φόρος οὗτος εἶναι διανεμητικός· θέλει συμπεριλάβει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ, ἐν τῇ βεβαιώσει του, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε μέχρι σήμερον τὸ Κράτος ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων καὶ ἐκ τοῦ φόρου καταναλώσεως αὐτῶν.

§70Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο; ἢ ἐβεβαιοῦτο; Διότι ἐπέρχεται αὔξησις τότε.

§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὁποῖον ἐβεβαιοῦτο. Ἡ διανομὴ τοῦ φόρου ἐὰν θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν βεβαιώσεων ἢ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων, δὲν καθορίζεται ὁριστικῶς ἐν τῷ νόμῳ. Ὁ ὑπολογισμὸς ἔγεινε, νομίζω, ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων, διότι ἡ διανομὴ θὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ φυσικῶς βεβαιωθέντος ποσοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ νέος φόρος θ’ ἀφήσῃ τὰς αὐτὰς, ἂν ὄχι καὶ περισσοτέρας, καθυστερήσεις. Ὁ πίναξ δὲ ὁ συγκριτικὸς τῶν εἰσπράξεων, ὁ ὑποβληθεὶς σὺν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐποιεῖτο τὴν σύγκρισιν μεταξὺ εἰσπράξεως τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου φόρου.

§72Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἦσθε παρὼν, θὰ εἴχετε ἀκούσει ἐπανειλημμένως τὸ παρ’ ἐμοῦ λεχθὲν, ὅτι, ὅπως ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶχε καθυστερήσεις, οὕτω θὰ ἔχῃ καὶ ὁ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ἑπομένως, ὅπως ὑπὸ τὸ προηγούμενον σύστημα ἐβεβαιοῦντο μὲν δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια καὶ εἰσεπράττοντο ἥσσονα τῶν δύο ἑκατομμυρίων, οὕτω πιθανῶς γενήσεται καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νέου συστήματος. Ὥστε ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον τῶν ἀμπέλων, ὁμολογῶ, δὲν προσδοκῶ αὔξησιν τῆς προσόδου. Ἐλπίζω ὅμως βασίμως, ὅτι εἰσπραχθήσεται ὅ,τι εἰσεπράττετο καὶ μέχρι τοῦδε.

§73Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμφωνεῖτε ἑπομένως μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὡς ἀποτέλεσμα δὲν περιμένομεν αὔξησιν ἐσόδων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, διὰ τῆς ὁποίας αὐξήσεως νὰ δυνηθῶμεν νὰ καλύψωμεν ποσόν τι τοῦ ἐλλείμματος.

§74Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπελόγισα αὔξησιν προσόδου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899.

§75Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως. Ἔχομεν ἀκολούθως τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἀναμφισβητήτως, ὅπως ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου, ὁ ἐπιβάλλων τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου προκαταβολικῶς, δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν αὔξησίν τινα τῶν εἰσπράξεων. Τὴν αὔξησιν ταύτην ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς 250,000...

§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ μίαν ἑξαμηνίαν.

§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διατηρήσω ἀμφιβολίας τινὰς περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς αὐξήσεως, διότι αἱ διατάξεις τοῦ νέου νόμου ἔχουσί τι τὸ καθ’ ὑπερβολὴν πιεστικόν, ἕνεκα τῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καθιερωθέντων ἐθίμων, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ ἐκλείψωσι διὰ μιᾶς. Ἐπὶ ἀμέσων δὲ φόρων ὁ πιεστικὸς αὐτῶν χαρακτὴρ γεννᾷ βασίμους ὑπονοίας περὶ τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἀρχὴ ἐπιστημονική, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται πανταχοῦ, ἄλλοτε μὲν πλήρης, ἄλλοτε δὲ ἀτελῶς. Βεβαίως ὅμως ὁ πιεστικὸς χαρακτὴρ ἑνὸς ἀμέσου φόρου δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ ἀπόδοσις αὐτοῦ θὰ φέρῃ τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν λογιστικῶς δύναταί τις νὰ ὑπολογίζῃ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐν ἀρχῇ θέλει φέρει αὔξησιν ἐσόδου, δυσκολεύομαι ὅμως νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη θ’ ἀνέλθῃ εἰς 500,000 κατ’ ἔτος. Ἔχομεν καὶ δύο ἄλλα φορολογικὰ νομοσχέδια ἐκκρεμῆ, τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ζύθου. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισε τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον εἰς 500,000 δραχμάς. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὰ ἄλλα ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου, ἅτινα θὰ ἐξετασθῶσιν ἴσως κατὰ τὴν τρίτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. Ἀμφιβάλλω ὅμως, ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 500,000, ὅπερ ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων, βεβαίως θέλουσιν ἐξαναγκασθῆ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν, τὰ μικρότερα, νὰ παύσωσιν ἐργαζόμενα. Ἐὰν τοῦτο συμβῇ, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 500,000 δραχμῶν. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ζύθου ἀσήμαντόν τινα θὰ φέρῃ αὔξησιν. Τὰ ὑποβληθέντα ἑπομένως φορολογικὰ μέτρα πολὺ ἀπέχουσι τοῦ νὰ παρουσιάζωσιν ἀποτελέσματα δυνάμενα νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα, ἀνερχόμενον εἰς 6,650,000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἔσοδον, ἢ μᾶλλον ὡς μέσον καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μένουσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις κατὰ τὴν διάρκειαν πάσης χρήσεως. Ἀλλὰ κρίνοντες ἐκ τοῦ παρελθόντος εὑρίσκομεν, ὅτι δυστυχῶς αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις καλύπτονται, ὅταν δὲν ὑπερτερῶνται παρὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Δὲν νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἰς τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εὕρωμεν ποσόν, δυνάμενον νὰ καλύψῃ καὶ μέρος τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ἀνέφερα. Ἐὰν δὲ ψηφισθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, θέλομεν ἔχει καὶ ἑτέραν αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος διὰ τῆς ἐξ αὐτῶν προστεθησομένης δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπελόγισε κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, καὶ τῆς ὁποίας τὰς λεπτομερείας νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ἐξ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου περίπου δραχμῶν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰσι τῶν Ὑπουργείων τῆς Παιδείας, τῶν Ἐξωτερικῶν, τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν...

§78Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶνε αὐτά! Μὴ τὰ ὑπολογίζετε.

§79Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοῦτο δὲν ἔλαβον ταῦτα ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν ὑπολογισμόν μου, διότι ὑποθέτω, ὅτι, ἂν ὄχι ὅλα, τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ ψηφισθῶσιν· ὑπελόγισα δὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦ πλήρους προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, δηλαδὴ τῶν ψηφισθέντων καὶ κυρωθέντων νόμων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς τοῦ ἐλλείμματος τῶν 6,650,000, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ πλήρης ἡμῶν ὑπολογισμὸς, καὶ ἐκείνου ὅπερ δύναται νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῆς δαπάνης, ἣν θὰ προκαλέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἐκείνων ἐκ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων, ἅτινα ἤθελον ψηφισθῆ, ἔχομεν καὶ ἄλλας δαπάνας ἐπιβαλλομένας, τὰς ὁποίας οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται ν’ ἀποφύγῃ. Τοιαύτη δαπάνη εἶναι ἡ ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης ἀντικαταστάσεως τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον, ὡς πάντες γνωρίζομεν, κατεστράφη κατὰ μέγα μέρος κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον. Ἡ ἀντικατάστασις αὕτη θὰ προκαλέσῃ βεβαίως δαπάνην οὐ σμικράν...

§80Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἦναι ἔκτακτος.

§81Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔκτακτος, ναί. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν καὶ ἔκτακτα ἔσοδα, στηριζόμενα ἐπὶ τῆς πιστώσεως τοῦ Δημοσίου.

§82ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ἀπαιτοῦνται 120 ἑκατομμύρια.

§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀπαιτοῦνται 120 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ θεραπεία τῆς ἀνάγκης ταύτης θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην ἑκατομμυρίων τινῶν. Εἰς ὑμᾶς δὲ, δηλαδὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἔχουσαν τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, ἐπιβάλλεται νὰ ὑπολογίσῃ, τί ποσὸν πρέπει νὰ δαπανήσητε καὶ πόθεν θὰ τὸ εὕρητε. Δὲν θὰ ἦναι δὲ δυνατὸν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, ν’ ἀποφύγῃ τὴν προμήθειαν ἔστω καὶ ἐν μετρίῳ τινὶ μέτρῳ, ὑλικοῦ πολέμου καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἔχομεν προσέτι καὶ ἄλλην ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην. Αὕτη εἶναι ἡ συμπλήρωσις ἢ μᾶλλον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Λαρίσης.

§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄλλα 60 ἑκατομμύρια περίπου.

§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις, κηδομένη τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὴν τύχην του. Θὰ ἔχωμεν καὶ ἐκεῖθεν δαπάνην οὐχὶ 60 ἑκατομμυρίων, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὸν ὁποῖον, φαίνεται, τὰ ἑκατομμύρια δὲν κάμνουν ἐντύπωσιν, ἀλλὰ περὶ τὰ δύο ἴσως ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης θὰ συνομολογηθῇ διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 θὰ ἔχωμεν ἓν γνωστὸν ἔκτακτον ἔσοδον, τὸ ἐκ τῆς παρακρατήσεως τῆς σταφίδος τῆς χρήσεως τοῦ 1898, τὸ ὁποῖον ἴσως θ’ ἀνέλθῃ εἰς 1,300,000 δραχμάς. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν βασίζει ἐπὶ τούτου τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ προσθήκη τῶν δαπανῶν τῶν προερχομένων ἐκ τῶν ψηφισθέντων νόμων. Ἡ ἡσυχία ὅμως, ἣν δεικνύει περὶ τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος τούτου, μοὶ δίδει τὴν ὑπόνοιαν, μήπως ἀποβλέπει εἰς τὸ γνωστὸν ἀπόθεμα τῶν 20,000,000 φράγκων, τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τοῦ ἠγγυημένου παρὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ὁρισθὲν διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν μέχρι τοῦ 1903 προϋπολογισμῶν.

§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πόσον εἶναι;

§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέρχεται εἰς 20,000,000 φράγκα χρυσᾶ.

§88Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι τὰ τοῦ θέματος τούτου δὲν εἶναι δεκτικὰ συζητήσεως.

§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τοῦτο εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος. Δὲν προτίθεμαι δὲ νὰ συζητήσω ἐπὶ ζητήματος, ὅπερ ἔχει πολλὴν τὴν λεπτότητα. Μὴ εὑρίσκων ὅμως τοὺς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, καὶ θεωρῶν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προετάθησαν, ὡς ἀνεπαρκῆ, ἐποιησάμην ἁπλῶς τὴν ὑπόθεσιν...

§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς παρεκαλέσαμεν νὰ μὴ συζητήσητε ἐπ’ αὐτοῦ, ἐὰν θέλητε. Δικαίωμα ὑμῶν νὰ συζητήσητε. Δικαίωμα ὅμως καὶ ἐμοῦ εἶναι νὰ μὴ δώσω ἐξήγησίν τινα καὶ νὰ μὴ μετάσχω εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως τὴν παράκλησιν, νὰ μὴ συζητήσητε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.

§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ εἶπον ὅτι δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω, εἶναι περιττὸν νὰ μὲ παρακαλέσητε. Ἐὰν μάλιστα ἐπρόκειτο νὰ ἔχωμεν γνώμην τινὰ ἐπὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ θέματος τούτου, ἡ γνώμη μου ἤθελεν εἶναι, ὅτι μόνον χάριν παραγωγικῶν ἔργων, μόνον χάριν ὑποστηρίξεως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας θὰ ἐπετρέπετο εἰς ὑμᾶς νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν,—ἐάν ποτε ποιήσωμεν χρῆσιν αὐτοῦ.— Ἐὰν δὲν ὑποστηρίξωμεν τὴν παραγωγὴν ἡμῶν, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τοὺς παγίους πόρους, τοὺς ἀναγκαίους διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν καὶ τὴν κάλυψιν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου, βεβαίως θὰ εὑρεθῶμεν μετ’ οὐ πολὺ εἰς δύσκολον θέσιν. Τὴν ἄμεσον δ’ ὑποστήριξιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας δὲν εὑρίσκω ἐν τοῖς μέτροις, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον τοιοῦτον μέτρον εἶναι τὸ τῆς συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῆς. Δὲν ἔχω δ’ ἀφορμὰς νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην, ἣν ἐξέθηκα τότε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ καθ’ ἣν τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐκ τῆς παρακρατήσεως ἔπρεπε νὰ διαθέσωμεν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς παραγωγῆς, καὶ οὐχὶ ὡς διεθέσαμεν αὐτό, πρὸς παροχὴν δανείων, ἐχόντων σκοπὸν εὐποιΐας μᾶλλον παρὰ ὑποστηρίξεως καὶ ἀναπτύξεως τῆς καταναλώσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται καὶ ἡ παραγωγή. Εὔχομαι νὰ πλανῶμαι, καὶ ἡ συσταθεῖσα Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ προϊὸν τῆς παρακρατήσεως εἰς τὴν θεραπείαν τῆς μεγάλης ἀνάγκης τῆς σταφίδος, τῆς ἐπεκτάσεως δηλ. τῆς καταναλώσεως αὐτῆς. Ἕτερον μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον πᾶσα Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ καταφύγῃ πρὸς κάλυψιν τοῦ ὑφισταμένου ἐλλείμματος, εἶναι αἱ οἰκονομίαι εἰς τὰς ἀγόνους καὶ εἰς τὰς προσωπικὰς δαπάνας. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι δὲ προϋπολογισμῷ δὲν εὑρίσκομεν ἐφαρμοζόμενον τοιοῦτο μέτρον. Ἀπεναντίας αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον φυσικῶς καὶ ἄνευ φροντίδος τινὸς ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἶναι π. χ. ἡ ἐπελθοῦσα οἰκονομία ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐκ Κρήτης προσφύγων, ὧν ἡ περίθαλψις ἀπῄτησε διὰ τὸ 1898 δαπάνην πλέον τοῦ 1,500,000 δραχμῶν, αἱ τοιαῦται οἰκονομίαι καταναλίσκονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 εἰς αὔξησιν τῶν τακτικῶν δαπανῶν. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὰ μέτρα τὰ καθαρῶς οἰκονομικὰ καὶ ταμιευτικά, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀρκέσει, ὅπως ἀνορθώσωσι τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας καὶ τοῦ Δημοσίου κατάστασιν καὶ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀρτιότητα τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς ἡμᾶς μετὰ τὰ ἐπελθόντα δυστυχήματα. Εἰς τοῦτο θέλουσι συντελέσει ἐμμέσως μέν, ἀλλ’ ἀποτελεσματικώτερον ἴσως τῶν καθαρῶς οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ διοικητικὰ μέτρα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐν γένει διοικήσεως. Εἶναι τετριμμένη ἀλήθεια, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι καλὰ οἰκονομικὰ ἄνευ καλῆς διοικήσεως. Μέτρα δὲ ἐπαγγελλόμενα τὴν βελτίωσιν τῆς ἐν γένει διοικήσεως ὑπεβλήθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐψηφίσθησαν παρὰ τῆς Βουλῆς. Τοιαῦτα δέ εἰσιν οἱ νόμοι περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους καὶ περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν καὶ τοῦ σχηματισμοῦ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, καὶ οἱ νόμοι περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Οἱ νόμοι περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ περὶ χωροφυλακῆς συνδέονται ἀμεσώτερον μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι ἀμφότεροι σκοποῦσι τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἐκ τῶν ξένων εἰς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ αὐτοῦ ἔργα. Τὴν ἐπιρροήν, ἣν τὰ δύο ταῦτα νομοθετήματα θὰ ἐξασκήσωσιν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν σήμερον. Ἐψηφίσθη νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ προσκληθῶσι ξένοι ὀργανωταὶ τοῦ στρατοῦ. Οὗτοι θὰ μελετήσωσι τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ θὰ συντάξωσι τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ, ὅταν δὲ θὰ ἔχωμεν τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν ἐνώπιον ἡμῶν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν ποία θὰ ἦναι ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἐπίδρασις αὐτῶν καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Σήμερον πρέπει νὰ κρίνωμεν τὴν ἐπίδρασιν αὐτῶν ὡς καὶ τῶν ἄλλων νόμων ἐπὶ τῆς διοικήσεως ἐν γένει. Ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους παρέχει ἀναμφισβητήτως εὐκολίαν τινὰ εἰς τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως. Ὁ νομάρχης ἐν μικροτέρᾳ περιφερείᾳ ἐκτελεῖ τελειότερον τὰς ἐργασίας αὐτοῦ παρὰ ἐν μεγαλειτέρᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐργασία τοῦ νομάρχου ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ οἵα ὑπάρχει, ἡ διὰ τοῦ νόμου τούτου αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχιῶν καὶ ἡ σμίκρυνσις τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βελτίωσις σπουδαία τῆς διοικήσεως. Τότε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βελτίωσις οὐσιαστικὴ καὶ σπουδαία ἡ διευκόλυνσις τῶν ἔργων τῶν νομαρχῶν, ὅταν τὰ ἔργα καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῶν καθορισθῶσι καὶ βελτιωθῶσιν οὕτως, ὥστε ἡ ἐκτέλεσίς των νὰ παρουσιάζῃ πρόοδον καὶ βελτίωσιν ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας. Τοιαύτην βελτίωσιν ἐπαγγέλλεται τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν καὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ συγκεκερασμένης τινὸς αὐτοδιοικήσεως. Ἀλλὰ καίτοι στηριζόμενον ἐπὶ τοιούτων ὑγιῶν ἀρχῶν, παρέβλεψε δύο ἐκ τῶν κυριωτέρων αὐτῶν βάσεων, ὧν ἡ μὲν εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως τῶν δήμων καὶ τῆς λειτουργίας τῶν δημοτικῶν θεσμῶν, ἡ δὲ εἶναι ἡ ἀπονομὴ εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια δικαιοδοσίας καὶ πόρων ἀρκούντων, ὅπως καταστήσωσι πραγματικὴν τὴν λειτουργίαν αὐτῶν ἐν χώρᾳ, ἥτις ἀπέμαθε δυστυχῶς τὰς ἕξεις συγκεκερασμένης αὐτοδιοικήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν μήτε εἰς ἡμᾶς μήτε εἰς ἄλλο τι Κράτος νὰ ὑπάρξῃ διοίκησις καλή, ὅταν τὰ πρῶτα ὄργανα αὐτῆς, ἅτινά εἰσιν οἱ δῆμοι, ἦναι εἰς παραλελυμένην κατάστασιν. Οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ὅπου ὑπάρχει εἷς μόνον βαθμὸς διοικητικῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ καὶ ὅπου ὑπάρχουσι δύο καὶ τρεῖς βαθμοὶ διοικητικοί, οἱ δῆμοι θεωροῦνται πάντοτε ὡς ἡ πρώτη βάσις τῆς διοικήσεως. Ἐν Πρωσσίᾳ π. χ. ὑπάρχουσιν αἱ προεδρεῖαι, ὑπ’ αὐτὰς ἔρχονται οἱ νομοί, καὶ ὑπ’ αὐτοὺς αἱ ἐπαρχίαι καὶ αἱ ὑποεπαρχίαι. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὡς βάσις καλῆς διοικήσεως θεωρεῖται ἡ καλὴ λειτουργία τῶν δήμων. Τὸ πρῶτον ὄργανον, τὸ εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὸν λαὸν εὑρισκόμενον, εἶναι ἡ δημοτικὴ ἀρχή. Εἰς ποίαν δὲ κατάστασιν εὑρίσκεται παρ’ ἡμῖν ὁ δῆμος, πάντες τὸ γνωρίζομεν. Ἀφηρέσαμεν ἀπ’ αὐτοῦ δύο τῶν κυριωτέρων πόρων του διὰ τῶν εἰσφορῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ὑπὲρ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἀφηρέσαμεν δὲ συνάμα τὴν κυρίαν αὑτοῦ δρᾶσιν, ἣν ἐξήσκει διὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ διὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον κατάστασιν οἱ δῆμοι, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἱκανοὶ νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τὴν πρώτην μονάδα καὶ τὴν πρώτην βάσιν καλῆς διοικήσεως. Ὁ νόμος δὲ περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, παραβλέψας τοὺς δήμους, ἐστερήθη τῆς κυριωτέρας αὐτοῦ βάσεως, τοῦ σκοποῦ τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἐλαττώματος αὐτοῦ, ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου καθίσταται προβληματικὴ ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς δικαιοδοσίας καὶ τῶν γλίσχρων πόρων, οὓς παρέχει εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον. Αἱ ἐξουσίαι καὶ ἡ δικαιοδοσία, αἵτινες δίδονται εἰς αὐτὸ, εἰσὶ τοσούτῳ περιωρισμέναι, ὥστε δυσκόλως δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι θὰ ἑλκύσωσι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν μελῶν αὐτοῦ, οἱ δὲ πόροι οἱ χορηγούμενοι εἰς αὐτὸ εἶναι ἀσήμαντοι καὶ οὐδὲν παρέχουσι μέσον ἐνεργείας καὶ δράσεως. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι ἡ λειτουργία τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ ἡ δι’ αὐτῶν μόρφωσις νομαρχιακῆς ζωῆς θ’ ἀποβῶσι πραγματικαί, καὶ ὅτι καὶ ὁ θεσμὸς αὐτῶν δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀδράνειαν καὶ τὴν ἀχρηστίαν, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Τὴν αὐτὴν παράβλεψιν καὶ περιφρόνησιν πρὸς τοὺς δήμους καὶ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς παρουσιάζει καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἥτις ἔρχεται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν στρατιωτικήν. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐπέφερε πρώτη τὸ τραῦμα, οὗ τὰ ἀποτελέσματα βλέπομεν εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν δήμων. Αὕτη ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοὺς δήμους τὴν κυριωτέραν αὐτῶν ζωὴν καὶ μέρος τῶν πόρων αὐτῶν...

§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν δρᾶσιν;

§93Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἐννοεῖτε ὅτι ἡ δρᾶσις τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας δὲν ἦτο καλὴ, καὶ περιεῖχε πολλὰς ἐλλείψεις, εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ τίς ἔπταισεν εἰς τοῦτο; ἔπταισαν μόνον οἱ δῆμοι; Ὄχι· ἔπταισε κυρίως ἡ κεντρικὴ ἐξουσία. Τὸ μέγα μέρος τῆς κακῆς ἀστυνομικῆς δράσεως τῶν δήμων πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, ἥτις εἶχε καὶ ἔχει τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν κηδεμονίαν αὐτῶν. Ποίαν δὲ χρῆσιν ἐποιήσατο τῆς κηδεμονίας καὶ ἐπιβλέψεως ταύτης, καὶ πῶς αὕτη καθωδήγησε τοὺς δήμους εἰς τὴν δρᾶσιν αὐτῶν; Βεβαίως ἀτελέστατα. Οὐδέποτε ἢ σπανίως ἡ κεντρικὴ ἐξουσία καθωδήγησεν ἐπαρκῶς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των ἢ ἐτιμώρησε δεόντως τὰς παρεκτραπείσας δημοτικὰς ἀρχάς.

§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς τὸ λέγετε αὐτό;

§95Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ λέγω, διότι δυστυχῶς εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τὰς ἀτελεῖς καὶ ἀκαίρους τιμωρίας καὶ τὰς μικρὰς φροντίδας τοῦ δημοτικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς θεωρήσωμεν ὡς ἀληθῆ καθοδήγησιν καὶ ἐπίβλεψιν τῶν δήμων παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας...

§96ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πῶς συμβιβάζεται αὐτὸ μὲ τὰς ἀρχάς σας;

§97Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πληρέστατα. Ὑμεῖς συγχέετε τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοδιοικήσεως μὲ τὴν τῆς ἀνεξαρτησίας ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου μὲ τὴν τοῦ δῆθεν περιορισμοῦ τῆς αὐτοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τῆς συγκεντρώσεως τῆς ἐξουσίας εἰς Συμβούλια δρῶντα ὑπ’ αὐτόν. Ἡ αὐτοδιοίκησις καὶ ἡ ἀποκέντρωσις οὐ μόνον συμβιβάζονται μὲ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν κηδεμονίαν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ μετ’ αὐτῶν δύνανται νὰ λειτουργήσωσιν ἀποτελεσματικῶς καὶ ἐπωφελῶς πανταχοῦ, πρὸ πάντων δ’ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφερε τὴν δρᾶσιν τῶν δήμων ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἦλθε νὰ ἐπιτείνῃ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶχε βεβαίως τι τὸ τραχὺ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Περιεῖχεν ὅμως πλειότερα στοιχεῖα ἀμεροληψίας τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἥτις δύναται ν’ ἀποβῇ ὄργανον καθαρῶς κομματικόν. Δυσκολώτερον δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος, ἀποκτήσας τὸν βαθμὸν αὐτοῦ ἐν τῷ στρατῷ ἄνευ ἐπηρείας τοῦ κόμματος, ἤθελεν ἀποβῇ κομματικὸν ὄργανον, ὅπως εἶναι δυνατὸν ὅτι θέλει ἀποβῇ ὁ διοικητικὸς ἀστυνόμος, ὅστις θὰ ὀφείλῃ τὴν θέσιν καὶ τὸν διορισμὸν αὑτοῦ εἰς τὸ κόμμα. Διὰ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ὁ δῆμος, ὅστις εἰς ὅλας τὰς κοινοβουλευτικῶς διοικουμένας χώρας ἀποτελεῖ τὴν πρώτην βάσιν τῆς διοικήσεως, ἐστερήθη τῆς κυρίως αὐτοῦ δράσεως, δι’ αὐτῆς δὲ καὶ διὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐστερήθη τῶν πόρων τῆς λειτουργίας καὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ· μετεβλήθη δ’ οὕτως εἰς ἁπλοῦν σχεδὸν ὄργανον φορολογικόν, καὶ ληξιαρχικόν, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς ἔκδοσιν διαφόρων πιστοποιητικῶν.

§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε ὁ δῆμος δὲν ἔχει ἄλλα καθήκοντα, παρὰ μόνον ἀστυνομικὰ, καὶ ὅταν στερηθῇ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, δὲν ὑπάρχει!

§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα τοῦ δήμου βεβαίως εἶναι ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεώς του. Τοιαύτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ οὔτε ἡ ἀνάμιξίς του εἰς τὴν βεβαίωσιν διαφόρων φόρων, οὔτε ἡ ἔκδοσις πιστοποιητικῶν. Βεβαίως τὰ ἀστυνομικὰ εἶναι ἡ βάσις. Αἱ καθημεριναὶ σχέσεις μεταξὺ τῶν δημοτῶν, αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν ἀγορανομίαν, ἀποτελοῦσι κυρίως τὸν βίον τὸν δημοτικόν. Ἑπομένως ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν πάσης ἐπεμβάσεως εἰς τὴν διεύθυνσιν καὶ τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων τούτων, ἡ ἐπελθοῦσα διὰ τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, στερεῖ τοὺς δήμους τῆς ἀληθοῦς αὐτῶν δράσεως. Οἱ δῆμοι κακῶς ἐξετέλουν τὰ ἀστυνομικὰ αὑτῶν καθήκοντα, ὡς ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου. Ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ ἐκμηδενισθῶσιν οἱ δῆμοι, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ ἡ πλήρης αὐτῶν ὕπαρξις μὲ τὴν τελειοτέραν ὀργάνωσιν τῆς ἀστυνομίας; Ἂν ἐξετέλει κακῶς τὰ ἀστυνομικὰ αὑτοῦ καθήκοντα ὁ δῆμος, ἐξετέλει συγχρόνως κακῶς ἡ κεντρικὴ διοίκησις τὸ καθῆκον τῆς καθοδηγήσεως καὶ τῆς ἐπιβλέψεως αὐτοῦ. Δὲν ἔπρεπε δὲ, ἀποδίδοντες τὸ σφάλμα εἰς μόνον τὸν δῆμον, νὰ ἐκμηδενίσωμεν αὐτὸν καὶ τὸν καταστήσωμεν ἀνίκανον ν’ ἀποτελέσῃ, ὡς πανταχοῦ, τὴν βάσιν τῆς διοικήσεως. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἄλλαι σκέψεις ἐπεκράτουν παρ’ ἡμῖν. Ἐζητοῦμεν τότε πόρους καὶ οἰκονομίας καὶ ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῷ στρατῷ. Τοιαύτας δὲ παρέσχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως ἐθεωρεῖτο ὡς δευτερεῦον ζήτημα καὶ δὲν εἵλκυεν ὁλόκληρον τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Σήμερον ὅμως ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως, καὶ σὺν αὐτῇ ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον ἡμῶν μέλημα μετὰ τὰ ἐπελθόντα εἰς τὴν χώραν δυστυχήματα. Ἄν δὲ πράγματι θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ σκοποῦ τούτου, ὀφείλομεν ν’ ἀρχίσωμεν τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτῆς βάσεως. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐξεύρωμεν σύστημα ἀστυνομικὸν, ἐξασφαλίζον τὴν δημοσίαν τάξιν, χωρὶς νὰ ἐκμηδενίσῃ τοὺς δήμους. Ἠδυνάμεθα νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ διαφόρων συστημάτων, ἐφαρμοζομένων ἀλλαχοῦ καὶ ἐπιτυγχανόντων τοῦ σκοποῦ τούτου· τὸ σύστημα π. χ. τὸ ἐφαρμοζόμενον ἐν Γαλλίᾳ, τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀστυνόμων παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἄλλων ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας παρὰ τοῦ δήμου. Ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ἤθελεν ἔχει τοιουτοτρόπως οὐ μόνον τὴν ἐποπτείαν, ἀλλὰ καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀστυνομίας, χάριν τῆς δημοσίας τάξεως, ἤθελε συμμετέχει εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς καὶ δὲν ἤθελεν ἀποξενωθῆ πάσης δράσεως ἐπὶ τῶν καθημερινῶν σχέσεων τῶν δημοτῶν. Ἠδυνάμεθα ἐπίσης νὰ προτιμήσωμεν τὸ σύστημα τὸ ἐφαρμοζόμενον εἰς πολλὰ ἄλλα Κράτη καὶ ἀπορρέον ἐκ τῆς διακρίσεως τῶν ἀληθῶς ἀστυνομικῶν καθηκόντων, τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἀπὸ τῶν καθηκόντων τῶν ἁπλῶς ἀγορανομικῶν τῶν ἀφορώντων τὴν εὐκοσμίαν τῶν πόλεων. Τὴν διάκρισιν δὲ τῶν διαφόρων τούτων καθηκόντων εὐκόλως δυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν, καὶ ν’ ἀναθέσωμεν τὰ μὲν ἀφορῶντα τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, τὰ δὲ ἀφορῶντα τὴν εὐκοσμίαν τῶν πόλεων εἰς τοὺς δήμους. Ἂν δὲ τοιοῦτον ἠθέλομεν παραδεχθῆ σύστημα, δὲν ἠθέλομεν ἔχει ἀνάγκην τοῦ σχηματισμοῦ ἰδιαιτέρου σώματος ἀστυφυλακῆς, ἥτις κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν αὐξάνει τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου κατὰ 2,000,000 δραχ. περίπου. Θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀναθέσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐν ταῖς πόλεσι δημοσίας ἀσφαλείας εἰς τὴν χωροφυλακὴν, εἰς ἣν εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ φροντὶς περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ, καὶ ἥτις βελτιουμένη καὶ ἀναδιοργανουμένη θὰ ἠδύνατο ἐπαρκῶς νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὸ ἔργον τοῦτο. Ἀσφαλῶς δὲ θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὰ καθήκοντα τῆς ἀγορανομίας εἰς τοὺς δήμους, βελτιοῦντες τὴν λειτουργίαν αὐτῶν, καὶ καθιστῶντες θετικὴν καὶ ἀληθῆ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῆς δράσεως αὐτῶν. Ἡ διάκρισις δὲ τῶν ἀστυνομικῶν ἀπὸ τῶν ἀγορανομικῶν καθηκόντων ἀποβαίνει εὔκολος καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἰσχυούσῃ παρ’ ἡμῖν νομοθεσίᾳ περὶ ἀστυνομίας, ἐν ταῖς διατάξεσι τῆς ὁποίας διακρίνονται τὰ ἔργα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναφέρονται εἰς τὴν εὐκοσμίαν τῶν πόλεων. Ποιούμενοι δὲ τὴν διάκρισιν ταύτην, ἠθέλομεν ἀποφύγει τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλου μέρους τῆς δαπάνης τῶν 4,500,000 δρ., ἃς ἀπαιτεῖ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, καὶ ἠθέλομεν καταστήσει τὸν δῆμον δρῶσαν διοικητικὴν μονάδα καὶ δυναμένην νὰ παρέξῃ θετικὴν βάσιν βελτιώσεως τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῇ νὰ στηριχθῇ καὶ ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν καὶ αὐτῆς καὶ τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἑτέραν βελτίωσιν τῆς δράσεως τῶν δήμων πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν ἐν τῇ δημοτικῇ ὁδοποιΐᾳ καὶ ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς περὶ αὐτῶν ἰσχυούσης σήμερον νομοθεσίας. Εἰς τὰ Νομαρχιακὰ δὲ Συμβούλια πρέπει ν’ ἀναθέσωμεν πληρέστερον ἢ ὅσον πράττει τοῦτο ὁ ψηφισθεὶς νόμος, τὰ ἔργα τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας καὶ τὴν ἐνεργὸν ἐπίβλεψιν τῶν ἐργασιῶν τῶν δήμων. Ἡ ἀνάθεσις τῶν ἔργων τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τοὺς δήμους καὶ εἰς τοὺς νομοὺς θὰ ἐπέφερεν ἑτέραν ἀξίαν λόγου οἰκονομίαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ ἤθελε καταστήσει εὔκολον εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν δι’ ἐπιχορηγημάτων εἰς τοὺς πράγματι πτωχοὺς δήμους, θὰ διηυκόλυνε δὲ συνάμα καὶ τὴν παρά τε τῶν δήμων καὶ παρὰ τῶν νομῶν ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαίων πόρων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἅτινα, συνδεόμενα μὲ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν δρᾶσιν αὐτῶν, ἤθελον ἀνατεθῆ εἰς αὐτούς. Ἡ Κυβέρνησις τοιοῦτον σύστημα καὶ τοιαύτας ἰδέας περὶ βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, ἀπορρεούσας ἐκ τῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν καὶ εὑρισκομένας ἐν ἁρμονίᾳ μετ’ αὐτοῦ, δὲν εὗρεν ἴσως καιρὸν ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ μελετήσῃ, ἐπροτίμησε δὲ, εἰς ὅλα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ὁδηγηθῇ ἐκ τοῦ πνεύματος τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῆς δράσεως τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀπὸ τοῦ κέντρου ἀμέσως ἐξαρτωμένου. Ἐξέτεινε τὴν ἐξουσίαν τοῦ κέντρου διὰ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐπιδιώκει τοῦτο διὰ τοῦ μὴ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τόσον δὲ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ ἐπέκτασις τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐξ αὐτῆς ἐξαρτωμένου, ὥστε, ὅταν ἐπείσθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὁλόκληρον, ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ, καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συμπτύξῃ αὐτὸ εἰς 7 ἢ 8 μόνον ἄρθρα, ἐν τῇ συμπτύξει ταύτῃ ἐγκατέλειψεν ὁλόκληρον τὸ παρ’ αὐτῆς προτεινόμενον σύστημα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰς ἐπαγγελίας της περὶ ἀνυψώσεως καὶ βελτιώσεως αὐτῆς, καὶ περιωρίσθη εἰς μόνας τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας διορισμοὺς νέων ὑπαλλήλων καὶ αὔξησιν δαπανῶν. Τὸ αὐτὸ δ’ ἐγένετο καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Προξενείων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐν αὐτῷ ὅλαι αἱ βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸν προξενικὸν κλάδον, ὅταν ἡ ἔκτασις τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατέστησε δύσκολον τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτοῦ ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ, ἐγκατελείφθησαν, καὶ ἐν τῇ συμπτύξει καὶ αὐτοῦ εἰς ὀλίγα ἄρθρα περιελήφθησαν μόνον αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς αὔξησιν δαπανῶν καὶ προσθήκην προσωπικοῦ...

§100Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν τὸ ἐπιδοκιμάζετε;

§101Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ συζητοῦμεν τώρα.

§102ΔΑΟΥΤΗΣ. Εἰς τὸν προξενικὸν κλάδον ἡ βελτίωσις εἶναι εἰς τὴν μισθοδοσίαν.

§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συζητῶ τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀνέφερα τὸ γεγονὸς τῆς συμπτύξεως τῶν δύο νομοσχεδίων, διότι αὕτη δεικνύει, ὅτι αἱ μὲν βελτιώσεις αἱ ἀναπτυσσόμεναι εἰς τὰ καθέκαστα αὐτῶν ἀποτελοῦσι τὸ πλαίσιον τῆς εἰκόνος, εἰκὼν δὲ κυρίως εἶναι ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν καὶ ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ. Διὰ τοῦτο, ὅταν παρουσιάσθη ἀνάγκη ἀβαρίας, ἀπερρίφθη τὸ πλαίσιον, ὅπερ ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἐνέχον βελτιώσεις τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ἔμεινεν ἡ εἰκὼν, ἥτις εἶναι προσθήκη δαπανῶν καὶ αὔξησις προσωπικοῦ. Ἡ ἐπικράτησις τοιούτου πνεύματος εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐπεξηγεῖ καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ἐπιδείξεως περισσευμάτων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ἄνευ τοιούτων δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν. Τοῦτο ἐνθυμίζει ἑτέρας ἐποχὰς, τὴν τοῦ 1883 καὶ 1884 καὶ τὴν τοῦ 1887. Καὶ τότε οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν παρουσιάζοντο μὲ περισσεύματα δικαιολογοῦντα τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, τὰ ἀποτελέσματα δ’ ἦσαν δυστυχῶς ἐλλείμματα διαρκῆ καὶ δάνεια. Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, ὑπῆρχε τοὐλάχιστον ἕν σύστημα, ἐσφαλμένον μὲν, ἀλλὰ στηριζόμενον εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποσοβήσεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους. Ὁ σκοπὸς δ’ οὗτος συνετέλει εἰς τὸν καθορισμὸν κύκλου τινὸς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, εὐρέος μὲν καὶ ἐσφαλμένου, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ ὁποίου περιωρίζοντο ἡ δρᾶσις αὐτῆς καὶ αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν. Σήμερον ὅμως δὲν ἔχομεν καθωρισμένον τι σύστημα, ἐπιδιῶκον θετικὸν σκοπὸν, καὶ βασιζόμενον ἐπὶ θετικῶν ἀρχῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηρίζωνται τὰ νομοθετήματα καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνονται πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς ἀτυχοῦς ἡμῶν χώρας, ἡ ὁποία μετὰ τὰ δυστυχήματα τοῦ πολέμου περιῆλθεν εἰς τὰς δυσχερείας, καθ’ ὧν παλαίει. Διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐν τοῖς ὑποβαλλομένοις νομοσχεδίοις ἀρχὰς ἀλληλοσυγκρουομένας. Καὶ ἐν μὲν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν ἀναπετάννυται ἡ σημαία τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐν δὲ τῷ νομοσχεδίῳ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας δεσπόζει ἡ σημαία τῆς ἀκράτου συγκεντρώσεως καὶ ἀπολυταρχίας, καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπανέρχεται ἡ συγκέντρωσις, καλυπτομένη ὄπισθεν ἑνὸς Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐὰν, Κύριοι, ἓν ἐσφαλμένον σύστημα, στηριζόμενον ἐπὶ κεντρικῆς τινος ἰδέας, διαγραφούσης ὡρισμένον κύκλον ἐνεργείας, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα, ὡς ἐπέφερε παρ’ ἡμῖν ἡ πρὸ τῆς πτωχεύσεως ἐφαρμοσθεῖσα πολιτικὴ, δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν ὁποῖα ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα μιᾶς ἀρχῆς μεταρρυθμιστικῆς, ἄνευ ἀρχῆς τινος θεμελιώδους, ἄνευ συστήματος καὶ ἄνευ ὡρισμένου κύκλου ἐνεργείας. Μεταρρυθμίζοντες, μόνον καὶ μόνον, ὅπως μεταρυθμίσωμεν, δὲν κινδυνεύωμεν ἴσως νὰ περιέλθωμεν ἐκ νέου εἰς πτώχευσιν, διότι δυστυχῶς εὑρισκόμεθα ἐν αὐτῇ. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτω βαδίζοντες ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου, δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα κατ’ ἀρχὰς τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας...

§104Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐλέγχου.

§105Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Ἡ ἐπαύξησις δὲ τῆς φορολογίας δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας ὁριζόμενα ὅρια. Ἐν τόπῳ δὲ πτωχῷ, ὡς ὁ ἡμέτερος, τὰ ὅρια ταῦτα δὲν εἶναι πολὺ εὐρέα. Δὲν ἠξεύρω δὲ, ἂν δὲν ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τὰ ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν ὁριζόμενα φορολογικὰ ὅρια, καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἰσχύουσαν φορολογίαν· ἂν δὲ τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, — καὶ τοῦτο παραδέχονται σχεδὸν πάντες, — ἡ ἀνεπάρκεια, ἣν δύναται νὰ φέρῃ τοιαύτη πολιτικὴ, μὴ δυναμένη νὰ θεραπευθῇ διὰ τῆς μὴ ὑπαρχούσης πίστεως τοῦ Δημοσίου, θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ζητήσωμεν τὴν θεραπείαν αὐτῆς ἐν τῇ ἀποτόμῳ περικοπῇ τῶν δαπανῶν, καὶ νὰ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ φέρωμεν εἰς παραλυσίαν τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῆς χώρας. Ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν νὰ βελτιώσωμεν, εἰ δυνατὸν, τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια. Δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθημεν, διότι τὰ κυριώτερα ἐξ αὐτῶν ἐψηφίσθησαν ἐν πρωϊναῖς ὥραις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ὑπωπτεύομεν ὅτι ἠδύναντο νὰ ψηφισθῶσι. Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ὅμως αὐτῶν πιστεύομεν, ὅτι θέλει πεισθῆ καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ μήτε μὲ τὴν ἰδιοφυΐαν καὶ τὸ πολίτευμα τοῦ τόπου, μήτε μὲ τοὺς πόρους καὶ τὰς οἰκονομικὰς αὐτοῦ δυνάμεις, δὲν ἐφαρμόζονται, καὶ ἂν ἐφαρμοσθῶσι, βεβαίως θὰ καταλήξωσιν εἰς ἀποτελέσματα ἀλλοῖα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουσιν. Ἐν τῇ λήξει δὲ τῆς παρούσης συνόδου εὑρισκόμενοι, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ εὐχηθῶμεν, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον εὕρομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ συζητήσωμεν τὰ μέτρα τὰ πράγματι ἐπιβαλλόμενα ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ χώρα, καὶ ἅτινα πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτῆς νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῶν θετικῶν ἀναγκῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἰδιοφυΐας της, καὶ νὰ εὑρίσκωνται ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις αὐτῆς καὶ μὲ τοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον.

§107Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἤκουσα προχθὲς μετὰ τῆς προσοχῆς καὶ τῆς εὐλαβείας, μετὰ τῆς ὁποίας ὀφείλει πᾶς Βουλευτὴς νὰ ἀκούῃ ἀγορεύοντος, καὶ ἀκούει, τοῦ ἐντίμου Γορτυνίας πολιτευτοῦ. Ἀρχόμενος οὗτος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρέπει αὕτη νὰ ζητῇ νὰ ἀνεύρῃ ἐκ τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλουν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, νὰ ζητῇ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνουθέτει ὅμως τὴν Βουλὴν, ὅπως, ὡς ἔλεγεν, ἐνουθέτησε καὶ ἄλλας Βουλὰς ἐν τῷ παρελθόντι, — ἔχει δὲ δικαίωμα νὰ νουθετῇ ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς καὶ ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας αὑτοῦ καὶ ὡς ἐκ τῆς μακροτάτης εἰς τὴν πολιτικὴν ἀναστροφῆς του, — ἐνουθέτει, λέγω, τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος ἐξετάσῃ καὶ ἀνεύρῃ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἤκουσα, Κύριοι, πολλάκις ἐπαναληφθὲν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ κριθῇ ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν εἶναι ἀπολογισμὸς, κατὰ τὸ ἕτερον δὲ ἥμισυ στηρίζεται ἐπὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν καὶ οἱ παλαιοί, οἱ ἄλλοτε ὑποβληθέντες καὶ ἐπιψηφισθέντες προϋπολογισμοί. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην ταύτην, τάσσομαι δὲ ἐν τούτῳ — ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω ἐν τούτῳ καὶ μόνῳ — μετὰ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος, κρατῶν ἀνὰ χεῖρας τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξήταζε προχθὲς, καὶ πολὺ δικαίως, τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ περίοδος, Κύριοι, ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν διανύει τὸ Κράτος ἡμῶν, εἶναι περίοδος εἰς ἄκρον κρίσιμος, περίοδος εἰς ἄκρον δυσχερής. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, μετὰ τὴν συμφορὰν, ἡ ὁποία ἀθρόα ἐπέσκηψεν ἐπὶ τῆς χώρας, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφιερώσῃ τὰς μόνας ἐναπολειπομένας εἰς αὐτὸν ἐλπίδας περὶ ἀνορθώσεως καὶ ἀναστηλώσεως τῶν τῆς χώρας εἰς τὸ πολιτικὸν ἐκεῖνο κόμμα, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἔδρασε κατὰ τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον θὰ δράσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, τὸ ὁποῖον ὅμως ὑπέστη τὴν μεγίστην τῶν συμφορῶν, ἀπολέσαν τὸ τιμαλφέστερον αὐτοῦ μέλος, τὸν περίπυστον αὐτοῦ ἀρχηγόν. Τὸ κόμμα τοῦτο συνδέεται μετὰ τῶν εὐγενεστέρων ἀληθῶς παραδόσεων πρὸς τὴν χώραν, διότι διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος μετὰ τὸν ἀείμνηστον Καποδίστριαν εἶναι ἐκεῖνος ὅστις ἐδείχθη ὅτι εἶχε τὸ μεγαλείτερον πολιτικὸν παράστημα ἐν τῇ χώρᾳ· διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὑτοῦ, λέγω, ἔδωκε τὴν μεγαλειτέραν ὤθησιν εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἄνευ φόβου διαψεύσεως ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἀπὸ τοῦ Τρικούπη χρονολογεῖται ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσῆλθεν ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ χορείᾳ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Μία φωνὴ (ἀριστερόθεν). Ὄχι δά!

§108ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ περίοδος τῶν στηλιτικῶν κλείει τὴν πρώτην πολιτικὴν περίοδον ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς χώρας. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδὲν βῆμα ἐπετελέσαμεν· ἁπλῶς ἐβάδισε τὸ Κράτος βῆμα σημειωτὸν, ἀλλὰ τὸ βῆμα τὸ σημειωτὸν εἰς τὰ Κράτη δὲν εἶναι βῆμα προόδου, κατ’ ἐμὲ δὲ, οὐδὲ στασιμότητος εἶναι βῆμα· εἶναι βῆμα καθαρῶς ὀπισθοδρομικόν. Διότι τὰ Κράτη εὐγενῆ ἔχουσιν ἀποστολὴν, πῶς νὰ ἐπικρατῶσι μεταξὺ τῶν ἄλλων, πῶς νὰ ὑπερβάλλωσι τὸ ἓν τὸ ἄλλο. Ἡ ἅμιλλα δ’ αὕτη τῶν Κρατῶν εἶναι οὐχὶ μόνον ἡ κινοῦσα καὶ θερμαίνουσα αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ ἡ δυναμένη νὰ ἀνοίξῃ δι’ αὐτὰ μίαν τετιμημένην σελίδα ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἱστορίᾳ. Ὅπως βαδίζει σημειωτῶς μεταξὺ πολλῶν συμπορευομένων, κατ’ ἀνάγκην ὑπολείπεται τούτων, οἵτινες καὶ μόνοι δρέπουσι τῆς νίκης τὸν ἐπίφθονον θαλλόν. Ἀλλ’ ἡ παρουσία τοῦ Τρικούπη ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, ὡς ἀρχηγοῦ πολιτικοῦ κόμματος, προέκειτο νὰ μεταβάλῃ ἄρδην τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐβίου ἡ χώρα εἰς τὸ παρελθόν. Αὐτὸς ἔδωκε νέαν ὤθησιν εἰς τὴν μηχανὴν τὴν πολιτικὴν τῆς χώρας, αὐτὸς ἠθέλησε νὰ θέση τὴν χώραν ἐπὶ νέας ἀληθῶς αὔλακος, τὴν ὁποίαν αὐτὸς αὐταῖς χερσὶν ἤνοιξεν, ὅπως προαγάγῃ αὐτὴν εἰς τὸν πολιτισμόν. Ἐπηγγείλατο ἑαυτὸν ἀναμορφωτὴν, ὡς ἠκούσατε περὶ τούτου καὶ ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ κατ’ ἐμὲ ἀπέδειξεν, ὅτι ἦτο πράγματι τοιοῦτος. Ἀλλ’ ὁ ἀλησμόνητος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἔσχεν ἓν μόνον ἁμάρτημα ἐν τῷ βίῳ· δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν τιμητικὴν τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἢ μᾶλλον, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐν κυριολεξίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ἔφερε προχθὲς ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς, —διότι πρὶν, ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ἠγνόουν, —εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἀποβάλῃ τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν πρὶν εἶχεν ἐπ’ αὐτὸν ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής· διότι, ὡς ἠκούσατε παρ’ αὐτοῦ, συνεδέετο οὗτος πρὶν διὰ στενωτάτων σχέσεων μετὰ τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρός...

§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κοινωνικῶν σχέσεων.

§110ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐνόμισα πολιτικῶν, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπέθεσα, ὅτι μόλις ἠθέλησε νὰ πολιτευθῇ, ἐν ἰδίῳ προσώπῳ διεκδικῶν τὴν ἀρχὴν, ἀπεβάλετε τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν ἀπ’ αὐτοῦ.

§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τῶν πολιτικῶν σχέσεών μου μετὰ τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε, δὲν προσήκει εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τὰ συμβεβηκότα τὰ ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1875 εἶναι ἱκανὰ νὰ μαρτυρήσωσι τὰ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὡμίλησα περὶ κοινωνικῶν σχέσεων.

§112ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγὼ πρὶν, ὅτι παραδόξως ἤκουσα περὶ σχέσεων, διότι ὑπέλαβον ὅτι προέκειτο περὶ πολιτικῶν. Ἀντίπαλος, ὁμολογῶ, κρατερὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τοῦ ἀοιδίμου πολιτευτοῦ, ἀπορῶ πῶς, ἐνῷ ἐθεώρει αὐτὸν ἐπαγγελλόμενον τὸν ἀναμορφωτὴν, ἀπορῶ πῶς καὶ σήμερον ἔτι δὲν ἠθέλησε νὰ χωνεύσῃ, ὅτι διὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον αὑτοῦ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τὸ ἀναμορφωτικόν, εἶχεν ἀνάγκην πρὸ παντὸς νέων νόμων, νέας νομοθεσίας, ἥτις νὰ ἐνθαρρύνῃ αὐτὸν εἰς τὸ νέον ὑψηλὸν αὑτοῦ ἔργον. Ἡ πολυνομία οὕτω τοῦ Τρικούπη ἦτο ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη, διότι οὐδὲν σχεδὸν εὑρὼν ὄρθιον εἰς τὸν τόπον, ἦλθεν ὅπως τὰ πάντα ἀνεγείρῃ καὶ δημιουργήσῃ, ὁ δημιουργὸς δ’ ἔχει ἀνάγκην νέας νομοθετικῆς ἐργασίας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προσπορίσῃ τὰ ἀγαθὰ τῶν σκέψεων αὑτοῦ εἰς τὴν χώραν, ἐν τῇ ὁποίᾳ πολιτεύεται καὶ τὴν ὁποίαν κυβερνᾷ. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἔρχεται νὰ δικαιώσῃ τὴν πολυνομίαν τοῦ Τρικούπη, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἴσως ἀκριβὴς ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Δηλιγιάννης προχθὲς, τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους συνέταξεν ὁ Τρικούπης καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀνεβίβασεν οὗτος τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἰς 591. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἠθέλησε νὰ πλαστογραφήσῃ τοὺς ἀριθμοὺς, θέλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν νόμων τούτων εἶναι ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθη ὁ ἀείμνηστος ἀνὴρ νὰ ὑποβάλῃ δὶς καὶ τρὶς ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι ἅπαξ καὶ δὶς ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀρχηγὸς ἦτο ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος πολιτευτὴς, διαδεχομένη τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τρικούπη, κατήργει αὐτούς. Δὲν θὰ λησμονήσω, ὅτι καὶ ἕνα ἀθωότατον νόμον, τὸν νόμον τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ Τρικούπης, διὰ τοῦ ὁποίου ὥριζεν, ὅπως οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι μὴ ἀνατυπῶνται κατ’ ἔτος, ἀλλὰ παραρτήματα αὐτῶν κατ’ ἔτος, ἅπαξ δὲ κατὰ τετραετίαν ἀνατυπῶνται, ἠναγκάσθη τὸν νόμον, λέγω, τοῦτον τρὶς νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν ἰσχύϊ, διότι δὶς ἡ Κυβέρνησις Δηλιγιάννη κατήργησε τὸν νόμον τοῦτον, ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἀρχήν. Ἄν παρείχετο ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον δυστυχῶς δὲν εἶχον χθές, διότι τὴν χθὲς δὲν ἠδυνήθην νὰ διαθέσω κατὰ βούλησιν, θὰ ἠδυνάμην ἴσως νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐψήφισε τοσούτους νόμους, ἴσως καὶ πλείονας, λαμβανομένου πάντοτε ὑπ’ ὄψιν κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ὀλιγωτέρου χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον αὕτη ἐκυβέρνησε τὴν χώραν. Ἐξ ἄλλου προσήκει, κατ’ ἐμέ, ὅπως μὴ ἀναγράψωμεν εἰς τὸ παθητικὸν τοῦ Τρικούπη, ὡς πρὸς τὴν πολυνομίαν αὐτὴν, καὶ τὴν μεταβολήν, εἰς τὴν ὁποίαν προήρχετο ὡς πρὸς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους πρώτην φορὰν ἐφήρμοζεν εἰς τὸν τόπον. Ἔχομεν παράδειγμα τοὺς νόμους περὶ φορολογίας τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, πρώτην φορὰν ὑπ’ ἐκείνου ἐπιβληθείσης. Βεβαίως περὶ τῶν τοιούτων νόμων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δύνανται οὗτοι νὰ κατασταθῶσι τοσοῦτον τέλειοι, ὥστε νὰ μὴ δέωνται μεταβολῆς, καὶ ἀμέσου μεταβολῆς, ἀφοῦ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Γαλλίαν παρατηροῦμεν τοὺς νόμους περὶ τῆς τοιαύτης φορολογίας πολλάκις μεταβληθέντας. Ἀλλ’ ἵνα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐλέγξῃ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ γράμμα αὕτη ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν τοῦ Τρικούπη, ὁ ὁποῖος, προσέθετο, ἐψήφιζε νόμους θεραπεύοντας ἴδια συμφέροντα πολιτικά. Ἂν μοὶ ἐπέτρεπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης νὰ τῷ ὑποβάλω ἐρωτήσεις τινὰς, θὰ τῷ ἔλεγον, τίνας ἆρά γε ἐννοεῖ νόμους προσωπικοὺς, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ Τρικούπης; Μὴ τάχα ἐννοεῖ ὡς προσωπικὸν νόμον τὸν νόμον περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀφορώσας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; Μὴ τοιοῦτον ὑπολαμβάνει τὸν νόμον περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων λειτουργῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Μὴ ὑπέλαβε προσωπικὸν νόμον, ἢ δωρεὰν πολιτικὴν πρὸς τοὺς φίλους αὑτοῦ, τὴν κατάργησιν τῆς στενῆς ἐκλογικῆς ἐπαρχιακῆς περιφερείας; Μὴ ὑπέλαβε προσωπικὸν νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκάλει εἰς αὐτοθυσίαν τοὺς Βουλευτὰς, ἀξιῶν καὶ ἐπιτυγχάνων, ὅπως ψηφίσωσι τὸν περιορισμὸν τοῦ ἰδίου αὐτῶν ἀριθμοῦ; Μὴ ὑπέλαβεν ὡς δημοτικὸν τὸν νόμον περὶ προσκλήσεως ξένων ὀργανωτῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἢ τὸν περὶ ἀπομακρύνσεως τοῦ στρατοῦ ἐκ τῆς πολιτικῆς, νόμον τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθη τρὶς νὰ ψηφίσῃ ὁ Τρικούπης, διότι κατήργησε τοῦτον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπανειλημμένως, νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὸ 1882, νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὸ 1886, νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὸ 1892; Μὴ περὶ χαμερπῶν ἐμερίμνα, διπλασιάζων τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ὁ ἔξοχος ἐκεῖνος ἀνήρ, συγχρόνως δὲ κατὰ τοσοῦτον συντελῶν τὸ σιδηροδρομικὸν δίκτυον καὶ τὴν λοιπὴν συγκοινωνίαν ἐν τῇ χώρᾳ; Μὴ ἐδούλευεν εἰς τὰ ἴδια ὁ Τρικούπης, καταρτίζων τὰς ναυτικὰς ἡμῶν Σχολὰς, ναυπηγῶν τὰ θωρηκτὰ καὶ τὸν λοιπὸν στόλον, ὅστις καὶ μόνον διὰ τῆς παρουσίας του, ἀφοῦ δυστυχῶς δὲν ἔδρασε, καταδικασθεὶς εἰς ἀδράνειαν, ἠδυνήθη ν’ ἀποτρέψῃ ἄλλο ἴσως στίγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνδεχόμενον νὰ ἐστιγματίζετο καὶ ἡ ναυτικὴ ἡμῶν ἱστορία κατὰ τὸ προπαρελθὸν δύσφημον ἔτος; Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πολιτευτής, ὅτι ὄχι μόνον ἀκολουθεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὴν πολιτικὴν τοῦ Τρικούπη, ἀλλ’ ἀκολουθεῖ αὐτὴν κατὰ βῆμα καὶ κατὰ γράμμα. Μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο, μακρὰν τοῦ νὰ θεωρηθῇ μομφὴ κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁ μεγαλείτερος αὐτῆς ἔπαινος, διότι τί ἄλλο καλλίτερον ἢ ν’ ἀκολουθῇ τις τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνήρ; Διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν μίαν ἀλήθειαν, ἣν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ κόμμα ἐκεῖνο δὲν ἦτο κόμμα προσωπικόν, ἀλλ’ ἦτο κόμμα ἀρχῶν· ἀποδεικνύει δὲ τοῦτο ἡ σύγχρονος ἱστορία, διδάσκουσα τί ἐγένετο μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος αὐτοῦ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα παρατηροῦμεν τὸ πρωτοφανὲς αὐτὸ θέαμα, ἐνῷ τὸ ἐναντίον παρίσταται πολλάκις ἐνταῦθα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν. Παρατηροῦμεν δηλαδὴ πολλάκις θεριζομένους τοὺς ὀπαδοὺς ζώντων τῶν ἀρχηγῶν, μόνον δὲ περὶ τοῦ Τρικούπη παρατηροῦμεν τὴν ἐξαίρεσιν, διότι βλέπομεν ἀποθανόντα μὲν τὸν ἀρχηγόν, διατηρούμενον δὲ συγχρόνως ἀκέραιον καὶ ἀκμάζον τὸ κόμμα αὐτοῦ μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἴδωμεν. Εἴπομεν ὅτι κατηγορήθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅτι ἀκολουθοῦσα τὴν πολιτικὴν τοῦ Τρικούπη ἀκολουθεῖ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος πολιτικὴν δημοκοπικήν. Ὅτι δημοκοπικοὶ δὲν εἶναι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφίσῃ, ἀποδεικνύεται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλε καὶ τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Δηλιγιάννην, συνυπολογίζοντα ὅμως καὶ τὰ μὴ μετατραπέντα εἰς νόμους νομοσχέδια, ἀνέρχονται εἰς 6,500,000 δραχ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔλεγε ταῦτα ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς, ἔπρεπε νὰ συνωμολόγει ἐξ ἄλλου, ὅτι, ἂν ἐζήτησε τοιαύτας θυσίας ἀπὸ τὸ ἔθνος ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὰς ἐζήτησεν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας, διότι ἐν πρώτοις ἐζήτησε καὶ ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὁ νόμος οὗτος ἐγγυᾶται τὴν ζωὴν, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ εἰς τὸν τόπον ἕνεκα τῆς διοικήσεως, τῆς ὁποίας θὰ ἀπολαύῃ ἐπὶ τέλους ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι τοιαύτην σπουδαιότητα ἀπονέμει εἰς τὸν νόμον τοῦτον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἶναι, ὅτι ἐξηγέρθησαν πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ ἐζήτουν εἷς ἕκαστος, ὅπως ἔχῃ πλησιέστερον εἰς τὴν ἐπαρχίαν του τὸν διοικητὴν, διὰ νὰ δύνηται νὰ τύχῃ τῶν ἀγαθῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐγγυᾶται ὁ νόμος οὗτος. Ἐζήτησε καὶ ἐψηφίσαμεν τὸν περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν νόμον, ὅστις θὰ παράσχῃ ἀληθῶς τὴν μεγαλειτέραν ἐκδούλευσιν εἰς τὴν χώραν. Διὰ τὸν στρατὸν εὑρέθη εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ καταργηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἵνα οὕτως ἐπιδοθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὰ ἴδια αὐτοῦ ἔργα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν θὰ ἤρκει πρὸς τοῦτο καὶ μόνον, ἀναδιωργάνωσε τὴν χωροφυλακὴν, ἵνα ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτὴν πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἦσαν ἀνατεθειμέναι εἰς τὸν στρατόν, ἂν καὶ ἦσαν ξέναι πρὸς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ ταῦτα ἀπῄτουν βεβαίως δαπάνας, αἵτινες ὅμως εἶναι δαπάναι παραγωγικαί, διότι εἶναι ὡς ὁ σπόρος, τὸν ὁποῖον φιλοτίμως κρύπτει ὁ σπορεὺς εἰς τὴν γῆν, ἵνα ἐν καιρῷ συγκομίσῃ ἐκ τούτου καὶ συλλέξῃ πλούσιον τὸν ἀμητόν. Ἔχομεν πολλὰ ἐπίσης νὰ παρατηρήσωμεν διὰ τὸν νόμον περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος καὶ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης τὴν πρώτην φορὰν, καθ’ ἣν ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τοῦτον, ἐδίστασε νὰ ἐκφράσῃ γνώμην πρὸς τὴν Βουλὴν, καμφθεὶς ἐπ’ ὀλίγον καὶ ὁ θαρσαλέος ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ μὴ δυνηθεὶς νὰ μορφώσῃ ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὥστε νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης γνώμης, δι’ ὃ καὶ ἠνέχθη αὐτήν, τὴν μίαν ἡμέραν καταψηφίζουσαν τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως καὶ τὴν ἄλλην ὑπερψηφίζουσαν αὐτοῦ. Τὴν ἰδίαν δειλὴν πολιτικὴν ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἠκολούθησε καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅστις καὶ αὐτός, ἀναλαβὼν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἰδίαν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνώμην, διότι δὲν εἶχε μορφώσει τοιαύτην. Ἔρχεται ὅμως σήμερον ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ πολιτικῆς θαρσαλέας ὁμολογουμένως, καὶ λέγει εἰς τὸν τόπον: «Θὰ ἐπιβάλω τὴν παρακράτησιν ἐπὶ δεκαετίαν, θὰ φέρω τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, διότι φρονῶ, ὅτι διὰ τῶν μέτρων τούτων θὰ ἐπενέγκω τὴν σωτηρίαν εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον κατατρύχονται ἀπὸ μακρῶν ἤδη ἐτῶν». Ἀλλ’ ἡ πρόνοια ἡ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ βεβαίως δὲν ἐδείχθη μόνον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἐδείχθη καὶ ὑπὲρ τοῦ τῆς θαλάσσης διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἴδετε ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τινὰ δὲ καὶ ψηφισθέντα. Ἡ ἀγαθὴ δὲ καὶ φιλότιμος αὕτη πρόνοια καταφαίνεται καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, γενομένου ἤδη νόμου, περὶ προσκλήσεως ξένων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ὅπως ὀργανωθῇ κάλλιον ὁ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατὸς ἡμῶν, ἔτι δὲ καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τῶν περὶ προβιβασμοῦ εἰς τοὺς βαθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης νόμων. Ἐκτὸς τούτων ἔχομεν τὰ προξενικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα βεβαίως, ἐὰν ἐψηφίζοντο, — ἴσως δὲ καὶ ψηφισθῇ τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν, — θ’ ἀπέδιδον καρποὺς πλουσίους εἰς τὸν τόπον, διότι αἱ ἐξωτερικαὶ ἡμῶν σχέσεις θὰ ἐνεθαρρύνοντο ἀληθῶς, διότι νέα ζωὴ καὶ νέον αἷμα ἤθελεν ἐγχυθῇ εἰς τὴν καθόλου διπλωματικὴν καὶ προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν. Δὲν ὑπολείπεται ἄλλο, πλὴν τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τῶν ὁποίων τινὰ ἐγένοντο ἤδη νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν μόνον ἤδη ἐψηφίσαμεν, τὸ περὶ γυμναστικῆς, τὰ δὲ ἄλλα εἰσέτι διατελοῦσιν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον ἡμῶν, ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν, τῶν ὁποίων ὅμως καὶ τούτων ψηφιζομένων, θὰ καταδειχθῇ μίαν ἡμέραν, ὅτι εἰργάσθη ἀληθῶς, ὅσον οὐδεὶς διὰ τὸν τόπον, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Μεθ’ ὅλα ταῦτα δικαιοῦμαι, νομίζω, παρατηρῶν, ὅτι πολὺ θάρρος εἶχε δείξει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἐγκαλῶν προχθὲς τὴν Κυβέρνησιν καὶ λέγων: «τί ἐπράξατε ἀπέναντι τῶν προσδοκιῶν, τὰς ὁποίας ἐστήριξεν ἐφ’ ὑμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀναθεὶς εἰς ὑμᾶς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας;» Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, ὡς αἱ γραῖαι μάγισσαι τοῦ μύθου, πτύει τρὶς εἰς τὸν κόλπον αὑτοῦ καὶ καταφεύγει λυσίκομος εἰς ἐξορκισμούς, τύπτων τὰ στήθη, ὅταν ἔστω καὶ ἀκούῃ μόνον τὴν λέξιν συναλλαγή, ὅταν ἐνθυμῆται τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους λέγεται εἰπὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς συντάκτην ἐφημερίδος τινὸς, ὅτι ὅλα τὰ κόμματα ἐν τῷ τόπῳ δὲν ἀκολουθοῦσι τὴν πολιτικὴν τῆς συναλλαγῆς, ἐξαιρέσει ἑνὸς, τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ἡγῆται ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος πολιτευτής. Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος πολιτευτής, ὅταν ἀκούῃ τὴν λέξιν συναλλαγή, σᾶς λέγει: «Ἐγώ; Ποτέ! οὐκ οἶδα αὐτήν! ἄπαγε! Πᾶν τοὐναντίον». Ἐνῷ καὶ προχθὲς ἀκόμη, λέγων ταῦτα, ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον· διότι σᾶς ἔλεγε: «Δὲν εἶμαι ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς συναλλαγῆς· εἶμαι ὅμως ὑπὲρ τῆς συναλλαγῆς, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων». Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει αὐτὸν, πόθεν θὰ διακριθῇ ἡ συναλλαγὴ ἡ γινομένη ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων τῆς συναλλαγῆς τῆς γινομένης κατὰ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων; Ὅταν εἷς Βουλευτὴς παρίσταται πρὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ λέγῃ πρὸς αὐτὸν νὰ τῷ διορίσῃ τὸν δεῖνα ὡς σταφιδαποθηκάριον, ἐπὶ παραδείγματι, πάντοτε βεβαίως ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως κινούμενος, καὶ ἀποδεικνύεται εἶτα, ὡς ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ διορισθεὶς ὡς σταφιδαποθηκάριος ὑπῆρξε καταχραστής, πῶς δύναται ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἡ σύστασις αὕτη εἶναι σύστασις ἀποβλέπουσα πρὸς τὸ ἀγαθὸν, ἢ σύστασις ἀποβλέπουσα πρὸς τὸ κακὸν τοῦ τόπου, ἵνα παραδεχθῇ ἢ ἀπορρίψῃ αὐτήν; Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος; Ἀλλὰ τότε δὲν φθάνομεν εἰς ἀποτελέσματα· τότε εἶναι πλέον ἀργά. Ἐξ ὅλων τούτων, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἐνώπιον ὑμῶν, παρέστησα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ. Ἐκφράζω ὅμως —καὶ δικαιοῦμαι, νομίζω, εἰς τοῦτο —μίαν βαθυτάτην λύπην μου, ὅτι καὶ προχθὲς ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος ἀγορητὴς δὲν ἀπέβαλε τὰς παλαιὰς ἕξεις καὶ ὅτι ἠθέλησεν, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐλέγχων τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐνώπιόν του, νὰ μὴ ἐκδηλώσῃ πρὸς αὐτὴν τὰ πολιτικὰ φρονήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει αὐτὸς περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου. Ἐγὼ δὲ ἰδίως, ὡς νέος Βουλευτὴς, πρώτην φορὰν λαβὼν τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσω ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἐκφράζω μύχιον τὸν πόνον μου ἐπὶ τούτῳ, διότι ἡμεῖς οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦμεν νὰ πολιτευώμεθα, καθήμεθα ἐνταῦθα μὲ σκοπὸν, ὅπως διδαχθῶμεν παρὰ πάντων, ἰδίᾳ δὲ παρὰ πολιτευτῶν τοῦ ἀναστήματος τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Ἔρχομαι εἰς σκέψεις πολλάκις, αἱ ὁποῖαι εἶναι λυπηραὶ δι’ ἐμέ. Ὅταν (σκέπτομαι) ἐπέλθῃ τὸ μοιραῖον τέλος, — τὸ ὁποῖον διὰ τὸν ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν ἐπεύχομαι ὡς οἷόν τε βραδύτερον, διότι ἄνδρες τοιαύτης περιωπῆς δὲν ἀναδεικνύονται, οὐδὲ αὐτοσχεδιάζονται καθ’ ἡμέραν εἰς τὸ Κράτος, — ὅταν, λέγω, ἐπέλθῃ τοῦτο, ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διδασκώμεθα ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν φώτων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν πρὸ ἡμῶν, ἢ ἦσαν κατ’ ἐλάχιστον σύγχρονοι ἡμῶν, πῶς θὰ διδαχθῶμεν ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν φώτων τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἀφοῦ πολιτικὰς ὑποθήκας δὲν ἀφῆκεν οὗτος; Διότι, ὅσον καὶ ἂν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ προχθὲς, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ λόγος ὅτι πράττει τὰ ἀντίθετα τῶν ἀντιπάλων, ὅταν ἔλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἐν τούτοις τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς σώζονται, μαρτυροῦντα περὶ τοῦ ἐναντίου τῶν τοιούτων ἰσχυρισμῶν του. Ἀφοῦ λοιπὸν ὡρισμένον πολιτικὸν πρόγραμμα αὐτὸς δὲν ἔχει, τὸ πρόγραμμα δὲ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς κατ’ αὐτὸν, καὶ πολὺ δικαίως, ἐμφαίνεται ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους αἱ Κυβερνήσεις ὑποβάλλουσιν εἰς τὰς Βουλὰς, ἔλθωμεν ὅπως ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ τοὐλάχιστον ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπέβαλε. Λαμβάνομεν λοιπὸν ἀνὰ χεῖρας ἕνα τῶν προϋπολογισμῶν αὐτοῦ, τὸν τοῦ 1885. Τί παρατηροῦμεν; ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν ἦτο ἴδιος τοῦ κ. Δηλιγιάννη προϋπολογισμὸς, διότι, ὅπως σᾶς εἶπε, τότε δὲν εἶχε τὸν ἁρμόζοντα χρόνον, ἵνα δυνηθῇ νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἄλλον προϋπολογισμὸν, καὶ συνέταξε τοῦτον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον τοσάκις οὗτος καὶ μετὰ τοσαύτης δυνάμεως κατέκρινεν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἔλθωμεν εἰς τὸν τοῦ 1886. Ἐκεῖ ἀντὶ ἑνὸς εὑρίσκομεν δύο προϋπολογισμοὺς, ἐξ ὧν τὸν ἕνα ἔκτακτον, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τότε τὸ Κράτος. Βεβαίως αἱ ἔκτακτοι ἐκεῖναι περιστάσεις ἐδικαιολόγουν τὸν ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν νὰ ἐνθαρρύνηται εἰς τὸ νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἁρμόζοντα πρὸς τοῦτο χρόνον, περιεπλάκη δὲ εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εὑρίσκετο εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τοσάκις παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ. Ἐρχόμεθα εἶτα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891. Πάλιν ὑπὸ παρομοίας περιστάσεις εὑρέθη ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, καὶ ὡμολόγησεν ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπεβλήθη κατόπιν ὑπ’ αὐτοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, μικρὸν παρηλλαγμένος, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἐψηφίσθη ἕνεκα τοῦ παρεμπεσόντος πολιτικοῦ κινήματος τῆς 17 Φεβρουαρίου. Μετὰ τούτους λαμβάνομεν ὑπὸ ἐξέτασιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Ἀλλὰ πάλιν δυστυχῶς, ὡς ἐκ τῆς ὥρας τοῦ ἔτους, καθ’ ἣν προέκειτο οὗτος νὰ ὑποβληθῇ, ἐθεωρήθη ὅτι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὥστε νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἰδίας αὑτοῦ πολιτικὰς σκέψεις ἐν αὐτῷ. Ἔρχεται ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 καὶ ὁ τοῦ 1897, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδὲν ἄλλο βλέπομεν ἢ μίαν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ἐφρόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἠδύνατο νὰ καυχηθῇ καὶ προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν ἐπὶ τοῦ ἁλιπάστου γάδου. Συγχρόνως ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οὔτε κατὰ τὸ 1896 οὔτε κατὰ τὸ 1897 ἠδυνήθη νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλον νόμον περὶ καταργήσεως τοῦ ἰσχύοντος τότε περὶ φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου. Κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν ταύτην μετὰ τιμῆς πρὸς τὴν Βουλήν, διότι ἐνθυμοῦμαι, — παρακολουθῶν εἰς τὸ παρελθὸν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἐνίοτε ἀπὸ τῶν ὑψηλῶν ἐκείνων θεωρείων, — ἐνθυμοῦμαι, λέγω, ὅτι πολλάκις ἔλεγεν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶναι πολὺ ἐπαχθὴς, καὶ ὅτι ὁ τὸν τοιοῦτον φόρον κανονίζων νόμος πρέπει νὰ μεταβληθῇ, κατέκρινε δὲ πάντοτε τοῦτον εὐθὺς ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς του ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Τοσούτους ἐν τούτοις προϋπολογισμοὺς συνέταξεν ἔκτοτε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὑτοῦ, καὶ ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ ἢ τὴν τροποποίησιν. Εἰς ἕνα δὲ τῶν τελευταίων προϋπολογισμῶν του, τὸν τοῦ 1896 ἢ τὸν τοῦ 1897, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς εἰς τίνα, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ἔτεινε χεῖρας ἱκέτιδας πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ ἔλεγεν: «Εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ φωτίσῃ, ὅπως ἐξεύρωμεν ἄλλον τρόπον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐπαχθοῦς αὐτοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου»· τὸν ὁποῖον ὅμως εἴδετε μετὰ πόσου θάρρους ἦλθεν ὁ σήμερον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ νὰ μεταβάλῃ, καὶ μετέβαλεν εὐτυχῶς. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ δὲν δύναται δυστυχῶς νὰ ἐξαχθῇ καὶ κριθῇ ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τούτων, ἡ δ’ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ δὲν ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς εἶπεν, ἐμφαίνεται ὅμως ἐκ τῆς ὅλης ἑνὸς κυβερνήτου ἐνεργείας. Δυστυχῶς ὅμως ἔχομεν τοσαύτην πικρὰν πεῖραν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Δηλιγιάννη τοῦ 1885 καὶ 1886 καὶ τοῦ 1897, ὥστε ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ηὐχόμην, ἐὰν προέκειτο ἡ πατρίς μου νὰ ἴδῃ ἐκ νέου Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἡ ὁποία νὰ ἐφήρμοζε τοιαύτην ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἐγὼ θὰ ηὐχόμην ἀπὸ καρδίας νὰ εἶχον κλειστοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς τὴν ἡμέραν ἐκείνην (εὖγε!). Εἵμαρται, Κύριοι, τὰ ἔθνη, ὡς καὶ τὰ ἄτομα, νὰ διέρχωνται διὰ ποικίλων δοκιμασιῶν. Ἡ ἱστορία, τὸ στίλβον τοῦτο κάτοπτρον, ἐν ᾧ ἀπεικονίζεται ἡ αἰωνία δρᾶσις τοῦ σύμπαντος, παρέχει τὸ ἀληθὲς μαρτύριον τῶν λόγων μου. Ἔκυψαν ἐν τῇ ἀκατανικήτῳ τροχιᾷ τοῦ σύμπαντος τὰ ἔθνη πολλάκις τὸν αὐχένα, καὶ ἐγονάτισαν πολλάκις ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐθνικῆς αὑτῶν σταδιοδρομίας, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπώλοντο, ἐὰν διέσωσαν ἀκοίμητον ἐν ἑαυτοῖς τὸ πῦρ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ἐὰν διετήρησαν ἔστω καὶ ὠχρὰν τὴν λαμπάδα τῆς ἐθνικῆς αὑτῶν ζωῆς. Ἡ λαμπὰς αὕτη, ἀπὸ χειρὸς περιαγομένη εἰς χεῖρα, ἐν μέσῳ τοῦ ζόφου τῶν δοκιμαστικῶν τῶν ἐθνῶν αἰώνων, ἀπέληξε πάντοτε εἰς πλήρη λαμπηδόνα τῆς σκοτισθείσης μὲν, ἀλλὰ μήποτε σβεσθείσης ἐθνικῆς ὑπάρξεως. Τὸ ἔθνος, ἢ μᾶλλον τὸ γένος τὸ Ἑλληνικόν, παρέχει πλήρη μαρτυρίαν τῶν λόγων μου. Ἐκάμφθη τοῦτο πολλάκις καὶ ἐγονάτισεν ὑπὸ διαφόρους κατακτητὰς τὴν τελευταίαν δὲ φορὰν ἐδούλευσεν ἐπὶ τετρακοσιετηρίδα ὅλην ὑπὸ δεσπότην ἀπηνῆ καὶ ἐν πολλοῖς ἀπολίτιστον, ἀλλ’ ἀνύψωσεν αὖθις τὸν αὐχένα, αὐχένα ἀληθῶς ὑπερήφανον, διότι τὸ ἱερὸν πῦρ τῆς ἐλευθερίας οὐδέποτε ἐπαύσατο φλεγμαῖνον τὰ πατριωτικὰ στήθη τῶν τέκνων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν ἐλευθέρῳ βίῳ ἐδοκιμάσθημεν πολλάκις καὶ δοκιμαζόμεθα καθ’ ἡμέραν, διότι τὰ Κράτη, ἀπαραλλάκτως ὡς καὶ τὰ ἄτομα, δὲν διέρχονται, μόνον δοῦλα ὄντα, διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου. Ἡ πῆξις τῶν Κρατῶν, ἡ σύμπηξις τοῦ ἔθνους εἰς Κράτος, ἡ ἐπικράτησις πρὸς ἄλληλα τῶν Κρατῶν, ἀποτελεῖ μίαν ἐσωτερικὴν ἐπανάστασιν, ἐπίσης ζωηρὰν, ἐπίσης σημαίνουσαν, ὡς ἡ ἐξωτερικὴ ἐπανάστασις, ἥτις ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ θραύσῃ τῆς δουλείας τὰ δεσμά. Ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου τὸ πρῶτον εἴδομεν, ὅτι εὑρέθημεν, κακῶς καὶ ἀθλίως πολιτευθέντες, εἰς θέσιν νὰ παράσχωμεν καιρὸν καὶ θέσιν εἰς ἄλλους, ὅπως οὐ μόνον ἁμιλληθῶσι πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ ὑπερβάλωσιν ἡμᾶς. Τελευταῖον δὲ καὶ ἐκύψαμεν ἐπαισχύντως ὑπὸ ἐθνικὴν συμφορὰν, ἥτις μικροῦ δεῖν ἔθιγε καὶ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν αὐθυπαρξίαν. Ἀλλὰ θαρρῶμεν, Κύριοι! Τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν διῆλθε διὰ συμφορῶν πολλῷ μειζόνων τῆς παρούσης, ὅσον καὶ ἂν θεωρῆται μεγίστη ἡ σημερινή, ἀλλ’ ἐσώθη πάντοτε, χάρις εἰς τὴν οὐρανίαν ἀντίληψιν, χάρις εἰς τὴν φιλοτιμίαν τῶν τέκνων αὐτοῦ καὶ τὴν ὀψίαν ἔστω φρόνησιν. Καὶ τῆς φιλοτιμίας μὲν οὐδέποτε εὐτυχῶς ἀπεξενώθημεν, πολλάκις ὅμως ἀπεξενώθημεν τῆς φρονήσεως. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι καὶ εἰς τὰ Κράτη, ὡς εἰς τὰ ἄτομα, ἐπέρχεται, ἔστω καὶ βραδέως, ἡ γνῶσις, καὶ τὰ παθήματα γίνονται μαθήματα καὶ παρ’ αὐτοῖς, ὡς φαίνεται, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν θὰ συνέβη, ἐὰν δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος τῆς 7 Φεβρουαρίου. Διότι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, ἀνανῆψαν ἐκ τῆς σκοτοδίνης τῆς συμφορᾶς, ἠβουλήθη, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ εἶπον, νὰ ἐμπιστευθῇ τὰς τύχας αὐτοῦ εἰς τὸ πολιτικὸν τοῦτο κόμμα, τὸ ὁποῖον, μνῆμον τῶν πρὸς τὴν Πατρίδα ἀφθίτων τοῦ πολυκλαύστου αὐτοῦ ἀρχηγοῦ ὑπηρεσιῶν, μνῆμον τοῦ ἐνδόξου ὀνόματος, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτοῦ παρέλαβεν, ἔδειξεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἐν τοῖς νέοις αὐτοῦ πολιτικοῖς βήμασιν ἐννοεῖ διὰ τῆς φρονήσεως, καὶ μόνης τῆς φρονήσεως, νὰ χειραγωγηθῇ. Ἔχει λοιπὸν τὸ ἐπ’ αἰσίοις κυβερνῶν τοῦτο κόμμα τὴν ἐθνικὴν περισυλλογὴν ὡς ἴδιον αὐτοῦ πρόγραμμα, συγχρόνως δὲ τὴν ἀνύψωσιν τῆς καταπεπτωκυίας ἐθνικῆς τιμῆς καὶ τὴν περιαγωγὴν τῆς χώρας εἰς θέσιν πρώτην καὶ περίβλεπτον μεταξὺ τῶν λοιπῶν Κρατῶν τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου. Καὶ ὑπὸ τὸν νέον, ἐπάξιον σημαιοφόρον τοῦ κόμματος, τὸν ἔντιμον ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴν, τὸν περίπυστον τοῦτον διάδοχον τοιαύτης περιλαμποῦς κληρονομίας καὶ τοὺς λοιποὺς αὐτοῦ δεινοὺς πολιτικοὺς συνεργάτας, τῇ ὑψηλῇ δὲ ἐπινεύσει τοῦ Ἡγεμόνος τῆς χώρας καὶ τῇ ἀρωγῇ τῆς Βουλῆς, μὴ ἀποβάλωμέν ποτε τὴν γλυκεῖαν ἐλπίδα περὶ τοῦ ἐνδόξου μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐλπίδα τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀθάνατος ἡμῶν ἀρχηγὸς μέχρι τέλους διέσωζε τοῦ βίου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ζήσῃ, ἀφοῦ μάλιστα καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ψῆφον αὐτῆς 7 Φεβρουαρίου, ἔδειξεν ὅτι ἐννοεῖ καὶ θέλει νὰ ζήσῃ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).

§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς δεκάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 35′ μ. μ.)

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.

§116ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐμφανίσεως τῶν ἐθνικῶν γεγονότων, (εἰς ἅτινα ἐπηκολούθησεν ἡ ἧττα καὶ ἡ καταστροφή, πρώτην φορὰν σήμερον ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ τρόπον σύμφωνον πρὸς τὴν ἐντολὴν αὐτῆς τὴν συνταγματικήν, καίτοι καὶ ταύτην τὴν φορὰν οὐχὶ ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἀκεραίου. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ἐψηφίσαμεν τὸν κυρωθέντα ἤδη προϋπολογισμὸν τοῦ 1898, ἀλλ’ ἐψηφίσαμεν αὐτὸν τυπικῶς, ὡς ἀπολογισμὸν μᾶλλον, καθόσον καὶ τὸ ἔτος ἔχει ἤδη λήξει, τὸ χρονολογικὸν τοὐλάχιστον. Εἶναι ἄρα ἐπίκαιρον νὰ ῥίψωμεν βλέμμα ἐπὶ τῶν δύο ἐτῶν, ὧν ἡ προεξέτασις διέφυγε τὴν Βουλήν, ὅπως, σχηματίζοντες γνώμην περὶ τῶν κατ’ αὐτὰ καὶ τῆς ἐπακολουθησάσης εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν καταστάσεως, δυνηθῶμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1899, οὕτως ὥστε ν’ ἀποκτήσωμεν καὶ περὶ αὐτοῦ σαφεστέραν γνώμην. Τὸ ἔτος 1897 ἐνεφανίσθη ὑπὸ ὅρους τελείως ὁμαλούς, καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν ἐσόδων μὲν 97,137,000 δραχ., ἐξόδων δὲ 95,343,000, ὧν ἀφαιρουμένων ἀπὸ τῶν ἐσόδων, ἔμενε μικρόν τι περίσσευμα. Ἀλλ’ ἀμέσως κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους ἐνεφανίσθησαν τὰ γνωστὰ γεγονότα, ἅτινα, ἐν ᾧ τὰ ἔσοδα, τὴν εἴσπραξιν δηλαδὴ τῶν ἐσόδων δὲν περιώρισαν, ὑπερβαλοῦσαν μάλιστα τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ 10,000,000 περίπου, τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἀνεβίβασαν εἰς δραχ. 155,789,000, καθὼς ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, μετὰ δὲ τὰς γενομένας πληρωμὰς 137,000,000 δραχμῶν ἐγεννήθη ἔλλειμμα 38,589,000. Οὕτως εἶχον τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1897 κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν, ὃν ἐδημοσίευσε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅτε ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ἐψήφισε τοὺς δύο νόμους ͵ΒΦΞʹ καὶ ͵ΒΦΞΖʹ, τοὺς προσθέσαντας εἰς τὰς δαπάνας 1,413,000, ἐξ οὗ τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς 40 ἑκατομμύρια δραχμῶν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οὓς ἐξετέλεσα, μὴ ἔχων ἐπίσημα ἄλλα κείμενα, ἐκτὸς τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ. Διεδέχθη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898, ὅστις ὑπεβλήθη κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ, ἔχων χαρακτῆρα καθαρῶς τυπικόν. Ἔσοδα 87,576,599, ἔξοδα 87,254,858, πλεόνασμα 321,740, περὶ οὗ ὅμως ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν, ὅτι εἶναι πλεόνασμα ἀπορροφούμενον ὑπὸ ἐλλειμμάτων μεγάλων, ἅτινα προέκειτο νὰ κανονισθῶσι σὺν τῷ κανονισμῷ τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως. Κατὰ Μάϊον τοῦ ἔτους τούτου (1899) ἐψηφίσαμεν ἐνταῦθα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1898, ὅστις, ἐν ᾧ εἶχεν ἀναγεγραμμένα ἔσοδα 87,726,599, μετά τινος μικρᾶς προσθήκης εἰς τὰ ἀρχικά, ἀνέγραφεν ἔξοδα δρ. 101,144,839, καὶ ἐνεδείκνυεν ἔλλειμμα 13,418,240. Ἀλλὰ τὰ ψηφισθέντα διαρκούσης τῆς συνόδου ταύτης νομοθετήματα τὸ ποσὸν τῶν 101,144,839 δραχ. ἀνεβίβασαν εἰς 148,347,000, καὶ τῇ προσθήκῃ ἑτέρων 109,000 καὶ τῇ προσθήκῃ καὶ ἑτέρου ποσοῦ 38,000, — ὅπερ ὅμως διὰ νόμου δὲν ἐκανονίσθη, — δαπανηθέντος εἰς ἀνασκευὰς τοῦ Νοσοκομείου τοῦ στρατιωτικοῦ, εἰς 148,484.369.16. Ἐν ἄλλοις λόγοις ἔχομεν ἔσοδα 87,726,000 ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἔξοδα 148,484,369. Ἐκ τούτων 136,765,000 ἀντιστοιχοῦσιν εἰς δαπάνας ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ εἰς τὴν διπλῆν ἀποζημίωσιν, τὴν πληρωθεῖσαν εἰς τὴν Τουρκίαν,—42,435,000 ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ 94,300,000 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν πρὸς τὴν Τουρκίαν, — ὧν ἀφαιρουμένων ἀπὸ τῶν 148,484,369, προκύπτει ποσὸν 11,749,369, χρησιμοποιηθὲν εἰς πληρωμὴν διαφόρων δαπανῶν τοῦ Κράτους τακτικῶν τε καὶ ἐκτάκτων. Ὡς εἶπον ἀνωτέρω, τὸ ἔλλειμμα τὸ ἀρχικῶς ὁρισθὲν ὑπὸ τοῦ κυρωθέντος προϋπολογισμοῦ ἦτο 13,418,240. Ἐπῆλθεν ἐλάττωσις 72,420, κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καταβιβάσασα τὴν πρόβλεψιν εἰς 13,345,820, τούτου δὲ τοῦ ποσοῦ προστιθεμένου εἰς τὰ μετέπειτα δι’ εἰδικῶν νόμων, ὡς ἐλέχθη, προστεθέντα 148,484,369, ἔχομεν σύνολον ἐλλείμματος 161,830,190 δραχμῶν. Εἰς ταῦτα δὲ προστιθεμένου καὶ τοῦ ὡς ἄνω ἐλλείμματος τοῦ ἔτους 1897 ἐκ δρ. 40,002,648, ἔχομεν ἀκριβῶς δαπάνην διὰ τὰ δύο ἔτη ἐπὶ πλέον τῶν ὑπολογισθέντων ἐσόδων δρ. 201,832,838. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐκαλύφθη ἅπαν ἐξ ἐκτάκτων πόρων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, κανονισθὲν ὁριστικῶς διὰ τοῦ περὶ ἐλέγχου νόμου καὶ τοῦ ἐπ’ αὐτῷ συνομολογηθέντος δανείου 150,000,000, ἐξ οὗ, κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ τμήματος τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ κατατεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλήφθησαν τὰ εἰς διαφόρους ἀνάγκας τοῦ Κράτους δαπανηθέντα 4,150,000 φράγκα, ἅτινα ὑπολογιζόμενα στρογγύλως ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 6,000,000 περίπου δραχμάς. Οὕτως ἐξεκαθαρίσθη ἡ περίπλοκος διαχείρισις τῶν δύο ἐτῶν. Ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1898, μεταξὺ Φεβρουαρίου καὶ Μαΐου, διὰ τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου καὶ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου κατὰ Μάϊον τοῦ 1898, ἐπλάσθη νέα ὅλως κατάστασις, νέον οἰκονομικὸν καθεστώς· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτου τὸ πρῶτον σήμερον εἰσάγεται ὁ προϋπολογισμός, ἵνα ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διῆλθε μὲν καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898 μέρος τι ὑπὸ τὴν νέαν ταύτην κατάστασιν, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ὑποτεταγμένος εἰς αὐτὴν ἀκέραιος, οὐδὲ δύναται νὰ συζητηθῇ ὠφελίμως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νέου καθεστῶτος. Ὁ προϋπολογισμὸς ἄρα οὗτος εἶναι ἐξεταστέος κατ’ ἀναδρομὴν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πλασθείσης νέας καταστάσεως καὶ κατ’ ἀναδρομὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, τὰς προβλέψεις αὐτῆς καὶ τὰς προβλέψεις τῆς μετ’ αὐτῆς συνεργασθείσης Κυβερνήσεως,—οὕτω ἐγὼ νομίζω,—μόνον ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συναγάγωμεν τὰ γενικὰ συμπεράσματα, καθοδηγοῦντα εἰς τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν. Ἡ διεθνὴς ἐπιτροπή, ἡ κανονίσασα τὰ τοῦ ἐλέγχου, ὥρισεν ἔσοδα μὲν κανονικὰ κατὰ μέσον ὅρον 93,931,600, ἀπαραιτήτους δὲ διοικητικὰς δαπάνας, εἰς ἀπαραιτήτους δηλαδὴ ἀνάγκας χρησίμους δαπάνας, 68,251,000, καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι ἐκ τῶν ἐσόδων, τῶν 93,931,600, δρ. 39,600,000 ἔπρεπεν ν’ ἀποχωρισθῶσι καὶ νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους ὑπέγγυα. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ μελετήσασα τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διέγραψε τύπους προϋπολογισμῶν 6 ἐτῶν ὁλοκλήρων. Καὶ τοὺς τύπους τούτους παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ, συντόμως ἀναπτυσσομένους, ἵνα γνωρίσῃ ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ προβλέψεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τὸ λῆξαν ἔτος 1898, ὅπερ ἤλπιζεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κανονίσῃ ὁλόκληρον, μὴ ἐπιτυχοῦσα τοῦτο, διότι συνετελέσθη βραδέως ὁ περὶ ἐλέγχου νόμος, καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη 1899 ἕως 1903. Διὰ τὸ ἔτος 1898 ἡ ἐπιτροπὴ προέβλεψεν ἔσοδα τακτικὰ 85,556,500 δρ., ἐπικουρίαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150,000,000 δρ. 4,425,000, καὶ μετὰ τοῦτο ἔλλειμμα δρ. 6,524,000, ὅπως ἀποτελεσθῇ σύνολον ἐσόδων 96,485,000, ἀνταποκρινομένων πρὸς ἴσον ποσὸν δαπανῶν. Διὰ τὸ 1899 ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισεν ἔσοδα τακτικὰ 89,639,640, ἔσοδα ἔκτακτα, ἐκ τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δανείου (τοῦ μὴ συνομολογηθέντος), 8,000,000, καὶ ἔλλειμμα 2,050,232 τὸ ὅλον 99,689,872, ἀπέναντι ἴσου ποσοῦ ἐξόδων· διότι ἐν τῷ συστήματι καὶ τῇ προθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο, καὶ εἰς τὸ ἓν καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἔτος νὰ δοθῇ μερικὴ ἐπικουρία ἐκ τοῦ δανείου, νὰ ἐπαρκέσῃ δὲ τὸ Κράτος εἰς τὸ ὑπόλοιπον ἔλλειμμα, ἀρυόμενον ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου ἔτους. Οὕτω δ’ ἐξηκολούθησεν ἡ ἐπιτροπή, νὰ ὑπολογίζῃ καὶ διὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἑπομένων ἐτῶν, ἐν οἷς ὅμως, σημειωτέον, δὲν ἀπαντᾷ πρόνοια περὶ ἐπικουρίας ἐκ δανείου. Τοῦτο δὲ εἶναι ἄξιον λόγου καὶ παρατηρήσεως, διότι ἦτο ἐξ ἀρχῆς ἀποφασισμένον νὰ ἐπιτραπῇ δάνειον μέχρις 20,000,000 φράγκων, χρησιμοποιηθησόμενον εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων κατὰ τὰς παρουσιασθησομένας ἀνάγκας· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπή, καταρτίσασα τοὺς ὑποθετικοὺς προϋπολογισμούς, δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε πέραν τοῦ 1899 νὰ προβλέψῃ ἐπικουρίαν ἐκ τοῦ δανείου τούτου. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τοὺς ἑπομένους τύπους προϋπολογισμοῦ οὐδεμίαν βλέπομεν μνείαν τοῦ δανείου τούτου, περιορισθέντος οὕτως εἰς μόνα τὰ διὰ τὸ ἔτος 1899 προβλεφθέντα ὡς ἄνω 8 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐξακολουθῶ τοὺς ὑποθετικοὺς προϋπολογισμούς. Τὸ 1900 ἔσοδα δρ. 92,598,780, ἔλλειμμα 4,587,138, τὸ ὅλον δρ. 97,185,918, ἀπέναντι ἴσου ποσοῦ ἐξόδων. Τὸ 1901 ἔσοδα δρ. 95,557,520, ἔλλειμμα 4,465,304, τὸ ὅλον 100,022,824, ἀπέναντι ἴσων ἐξόδων. Τὸ 1902 ἔσοδα 98,517,060· ἀφαιροῦσιν ἐνταῦθα τὴν ἀναλογίαν τὴν ἀνήκουσαν εἰς τοὺς δανειστὰς ἐκ προβλεπομένης προσαυξήσεως τῶν ἐκ τῶν μονοπωλίων καὶ τοῦ καπνοῦ προσόδων, ἤτοι δραχμὰς 413,556, ὑποβιβάζοντες τὰ ἔσοδα εἰς δρ. 98,103,504, ἔλλειμμα δρ. 817,486, τὸ ὅλον δρ. 98,920,990, ἀπέναντι ἴσου ποσοῦ ἐξόδων. Καὶ τὸ τελευταῖον ἔτος 1903,—ἔτος ὑπολογιζόμενον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἔτος ἰσοζυγίου καὶ πλεονάσματος, ἔτος δηλαδὴ κανονικῆς κινήσεως ἐσόδων καὶ ἐξόδων, —ἔσοδα 100,267,000. Ἀφαίρεσις, δι’ οὓς λόγους ἄνω, προσαυξήσεως δρ., 516,944. Τὸ ὅλον ἔσοδα 99,750,056, ἀπέναντι ἐξόδων 99,750,056, ἐν οἷς περιλαμβάνεται πλεόνασμα 1,542,056. Λοιπὸν αἱ προβλέψεις τῆς ἐπιτροπῆς ἦσαν τοιαῦται ὅτι βαθμηδὸν ἐξ ἐπικουρίας ἐν ἀρχῇ μὲν—τὰ δύο πρῶτα ἔτη— τῶν δανείων, τοῦ τε ἀρχικοῦ δανείου τῶν 150,000,000— κατὰ 4,500,000 δραχμὰς περίπου —καὶ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000, —κατὰ 8,000,000 δραχμὰς,—καὶ ἐξ ἐπικουρίας δὲ τῶν ἑπομένων προϋπολογισμῶν εἰς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος τῶν προηγουμένων ἠθέλομεν φθάσει τῷ 1903 εἰς προϋπολογισμὸν ἄρτιον, καταλείποντα καὶ περίσσευμα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐκτάκτου εἰσφορᾶς, 1,500,000 δραχμῶν. Τὸ δάνειον τῶν 150,000,000 φράγκων συνωμολογήθη κατὰ Μάϊον, ἔχομεν δὲ σήμερον πλήρη τὴν ἀνάλυσιν τῶν πράξεων, αἵτινες ἐτελέσθησαν μετὰ τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ. Εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ δανείου φρ. 149,211,946, μετὰ τοῦ τόκου 149,342,640, ὄχι δηλαδὴ ἀκριβῶς 150,000,000· δηλοῦται δ’ ἐν τῷ σημειώματι τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι πρὸς συμπλήρωσιν τῆς διαφορᾶς μέχρις 150,000,000 πραγματικῶν καὶ κάλυψιν τῶν ἐξόδων ἐκδόσεως θέλουσιν ἐκδοθῇ ὁμολογίαι ἀναλόγου ποσοῦ. Ἐκ τῶν 149 τούτων ἑκατομμυρίων ἐδαπανήθησαν εἰς πληρωμὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν διὰ τὰς δύο ἀποζημιώσεις 93,936,420.77, καὶ εἰς ἐξόφλησιν δανείων εἰς χρυσόν, μεταλλικῶν, πληρωθέντα ἐνταῦθα, 31,356,658.94. Τὸ ὅλον 125,293,079.71, ὧν ἀφαιρουμένων ἀπὸ τῶν 149,342,640.10, ἔχομεν ὑπόλοιπον περίσσευμα φράγκων 24,049,560.39. Τοῦτο τὸ περίσσευμα ἔμεινεν ἐν Ἑλλάδι, μετὰ τὰς πληρωμὰς τὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν παλαιῶν δανείων, καὶ εἰσήχθη εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ τελευταίου ἔτους 1898. Ἐκ τούτων τῶν 24,049,560.39 ἀφαιρετέα 13,066,651.74, ὅσα ἐδαπάνησεν ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, μὴ παραλαμβάνουσα χρυσὸν ἄλλοθεν, διότι εἶχεν ἕτοιμον χρυσὸν, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐπήρκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ἐκ δὲ τοῦ ὑπολοίπου φράγκων 10,982,908.65 ἐδόθησαν κατὰ τὸ 1898 εἰς διαφόρους ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, ὅπως πρὸ ὀλίγου εἶπον, 4,150,000 φράγκα (ἤτοι περίπου 6,000,000 δραχμαὶ), καὶ οὕτως ἔμεινε κατὰ τὸ ἔτος 1899 ὑπόλοιπον 6,832,908.65, ὑπόλοιπον ἀναφερόμενον εἰς τὸν πίνακα, ὃν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, συντεταγμένον ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐκ τῶν 6,832,908 τούτων γινώσκομεν ἐκ σημειώσεως τοῦ τμήματος ἐν τῷ πίνακι, ὅτι τὰ 3,233,611 διετέθησαν ἤδη εἰς τὴν δόσιν τοῦ Ἀπριλίου 1899, τὰ δὲ ὑπόλοιπα 3,599,297.65 μέλλουσι νὰ διατεθῶσι κατὰ Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον τοῦ 1899 εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· δηλαδὴ ταύτην τὴν στιγμὴν τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ταμείῳ τοῦ Κράτους. Οὕτως ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ δανείου τῶν 150 ἑκατομμυρίων, καὶ ὁ μέλλων χρόνος εὑρίσκει ἡμᾶς κατέχοντας μόνας τὰς προσόδους τὰς τακτικὰς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μὴ ἔχοντας τὸν νοῦν προσηλωμένον εἰς ποσὸν ληπτέον ἐκ δανείου, διότι τὸ μὲν δάνειον τὸ κύριον ἐξηντλήθη ἤδη καὶ ἐλάβομεν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν προβλεφθεῖσαν ἐν τῷ πρώτῳ προϋπολογισμῷ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπικουρίαν, — μεγαλειτέραν μάλιστα τῆς προβλεφθείσης, διότι ἐκεῖ προεβλέπετο ἐπικουρία 4,425,000, ἡμεῖς δὲ ἐλάβομεν ἐπικουρίαν 6,000,000 περίπου, — τὸ δὲ δεύτερον δάνειον, τῶν 20,000,000, δὲν συνωμολογήθη, εὔχομαι δὲ καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει συνομολογηθῆ ποτέ, τοὐλάχιστον πρὸς τοιούτους σκοπούς. Λόγος τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων τοῦ ἔτους 1898, ὅπερ θέλει ὑπάρξει δυνατὸν νὰ κλεισθῇ, (διότι δὲν ἔληξεν ἡ χρῆσις) καθὼς φαίνεται, ἄνευ ἐπικουρίας τινὸς ἄλλης, ἐκτὸς μόνον ἴσως ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 3,659,000 δραχμῶν ἐξ ἀντιτίμου σταφίδος τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897 — (σημειωτέον δὲ, ὅτι τὴν σταφίδα τοῦ 1898 ἔχομεν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898, ὥστε ταύτην ἔχομεν ἤδη περιειλημμένην εἰς τὰς προβλέψεις) — λόγος, λέγω, τῶν εὐαρέστων ἀποτελεσμάτων τούτων τοῦ 1898 κύριος ὑπῆρξεν ἡ ἀπροσδόκητος ἐπὶ πλέον ἀπόδοσις κεφαλαίων τινῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Οἱ φόροι καταναλώσεως (Βʹ, 1–2) ἀπέδωκαν ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογισθέντων 10,526,763, τὰ τέλη καὶ δικαιώματα (Γʹ, 1.) ἐπὶ πλέον 1,380,858, τὰ διάφορα ἔσοδα (Ηʹ, 3, καθυστεροῦντα παρελθουσῶν χρήσεων) 774,507, ἡ νομισματικὴ διαφορὰ (ἔκτακτα ἔσοδα, ΙΓʹ, 2.) 337,975 ἐπὶ πλέον, καὶ ἡ ἐπικαταλλαγὴ (ἐκεῖ ἡ νομισματικὴ διαφορὰ προέρχεται ἐξ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν) ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων εἶναι δραχ. 3,799,061. Τὸ ὅλον 16,819,166. Ταῦτα τὰ 16,819,166 ἐπέτρεψαν εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀντικρύσῃ τὰς δαπάνας ἄνευ προσφυγῆς εἰς ἄλλην ἐπικουρίαν, πλὴν ἐκείνης, ἧς πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα. Καὶ τῷ ὄντι, ὁ κυρωθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1898, ὡς προεῖπον, ἔχει ἔλλειμμα 13,418,000· προσθῆκαι διαφόρων ἐξόδων ὡς ἔλλειμμα 11,749,369. Τὸ ὅλον 25,167,609. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τούτων 16,719,166 ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντα, ὑπόλοιπον 8,348,442. Ἀφαιρέσατε τὰ 6,000,000 περίπου, τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150,000,000, μένει ὑπόλοιπον ἔλλειμμα δραχ. 2,348,442. Ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο ἐπαρκεῖ ἵνα καλύψῃ τὸ ποσὸν τῶν 3,859,258, τὸ ἐξ ἀντιτίμου φόρου εἰς εἶδος τῆς σταφίδος τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897...

§117Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Εἴπετε ὅτι οἱ φόροι καταναλώσεως ἀπέδωκαν 10,000,000 περιπλέον. Δύνασθε νὰ εἴπητε ἀπὸ ποῦ; Διότι ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι σπουδαία.

§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδού. Βʹ 1: προϋπελογίσθησαν 25 ἑκατομμύρια. Βʹ 2: 5,793,200. Τὸ ὅλον 30,793,200. Εἰσεπράχθησαν τὸ ὅλον 41,319,963· ἄρα διαφορὰ 10.526,763. Λοιπόν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους, ἐφθάσαμεν νὰ ἀποδείξωμεν, νομίζω, ὅτι, μετὰ τὴν εἰσφορὰν 6,000,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150,000,000 φράγκων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898, ὁ προϋπολογισμὸς ἐκ τῶν ἰδίων ἑαυτοῦ εἰσπράξεων καὶ ἐκ μέρους τινὸς ἐσόδων τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897 (τῶν ἐκ τῆς σταφίδος) ἐπήρκεσεν εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, ἴσως δὲ μείνῃ καὶ περίσσευμά τι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει περίπου ἐκαλύφθησαν τὰ ἔξοδα ὑπὸ τῶν ἐσόδων, ἐξ ὧν ἓν μόνον ἦτο ἔσοδον ἔξω τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150,000,000. Τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἐνέργειάν τινα ἀξίαν ἰδιαιτέρου ἐπαίνου τῆς τέως Κυβερνήσεως, ὅπως ἠθέλησε νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ καὶ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὐδενὸς ἐκ τῶν ἐσόδων, ἅτινα ἔδωκαν τὸ πλεόνασμα, ἡ λειτουργία ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης δράσεως τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἐπὶ πλέον εἰσπράξεις ἐπετεύχθησαν ἐν τῇ κανονικῇ ἐνεργείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, διεξαγούσης τὰ συνήθη ἔργα τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ τὰ τελωνεῖα ἀφ’ ἑαυτῶν ἀπέδωκαν περισσότερα, καὶ τὸ χαρτόσημον, καὶ τὰ τέλη καὶ δικαιώματα οὕτως ἀπέδωκαν περισσότερα. Καὶ ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἀπέδωκεν ὅσα ἀπέδωκε, μὴ προϋπολογισθέντα. Ἴσως μόνον ἀξία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς ἔπαινον τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας θὰ ἦτο ἡ εἴσπραξις ἐπὶ πλέον 714,000 δραχμῶν ἐκ καθυστερούντων παρελθουσῶν χρήσεων, ἂν ἡ εἴσπραξις αὕτη ἦτο ἐντελῶς ἐξαιρετική. Ἀλλὰ 3,674,000 ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου δὲν εἰσεπράχθησαν μόνον κατὰ τὸ 1898, καὶ διὰ τοιαύτην ἐπὶ πλέον εἴσπραξιν 700,000 δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ ἀπονείμωμεν εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν προηγηθεῖσαν τῆς παρούσης Κυβέρνησιν. Οὕτω, Κύριοι, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἔτος 1899, ἄνευ οὐδενὸς βάρους ἐκ τοῦ παρελθόντος, μετὰ προβλέψεων, ἃς ἐρχόμεθα εἰδικῶς νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ τὰς πόρρωθεν, τὰς προβλέψεις δηλαδὴ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ξένων, καὶ τὰς ἐγγύθεν προβλέψεις, τὰς προβλέψεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, κατὰ τὰς προβλέψεις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διεθνοῦς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ὑπελογίσθη δεόμενος ἐπικουρίας ἐκ τοῦ δανείου τοῦ δευτέρου 8,000,000 δραχμῶν, καὶ ὑπελογίσθη μέλλων νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα 2,050,000, καλυπτέον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900.

§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τὴν ἐπικουρίαν.

§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὴν ἐπικουρίαν 8,000,000, καὶ 2,050,000 ἔλλειμμα. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ἀρχικός, ὃν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, περιεῖχεν ἔσοδα μὲν 105,795,658, ἔξοδα δὲ 99,347,623, καὶ περίσσευμα 6,448,034, ὅπερ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 3,859,258 τῆς σταφίδος ἠλαττοῦτο εἰς 2,588,776· καὶ πρέπει βεβαίως περὶ τῆς σταφίδος νὰ μὴ γείνῃ πλέον λόγος, διότι ταύτην κατελογίσαμεν, κατὰ τὸ σύστημά μου, εἰς τὴν ἀποπλήρωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ 1898. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἦτο κἄπως διαφορετικός· 103,655,658 ἔσοδα, 103,311,974 ἔξοδα, καὶ περίσσευμα 343,684 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τὴν 9 Ἰουλίου, ἐτροπολόγησεν ὡς ἑξῆς. Ἔσοδα δραχ. 107,085,658, ἔξοδα 103,319,791, διαφορὰ εἰς περίσσευμα δρ. 3,765,866. Τὸ περίσσευμα λοιπόν, τὸ ἀρχικῶς ὑπολογισθέν, διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἐξήγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς πλέον τῶν 6 ἑκατομμυρίων, περιωρίσθη ἀπὸ 6,448,034 εἰς τὸ ἥμισυ περίπου, ἤτοι εἰς 3,765,866· ἀφαιρουμένου δὲ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγομένου εἰς τὸ τίμημα τριῶν ἐτῶν τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος 1895, 1896 καὶ 1897, ἤτοι εἰς 3,859,258, μένει ἔλλειμμα 93,909 δραχμῶν. Οὗτος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ σήμερον συζητούμενος ὑπὸ τῆς Βουλῆς.

§121Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προσθήκη 1,360,000.

§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Λέγω ὄχι, φοβούμενος μήπως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐν τῇ ἀκριβείᾳ.

§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ἐμῆς εἰσηγήσεως, διὰ τὸ ἀκριβὲς πρέπει νὰ προσθέσητε αὐτὸ τὸ ποσόν.

§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν παρατήρησιν. Καὶ ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ἤθελον ἀκούσει ταύτην τὴν παρατήρησιν, διότι τοιοῦτόν τι μοὶ ἐφάνη ὅτι ἤκουσα προχθές, ἀλλὰ διότι ὁμιλεῖτε ταπεινῇ τῇ φωνῇ, δὲν ἤμην βέβαιος ὅτι ἤκουσα καλῶς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν ἀντιτίμου σταφίδος, τὸ ἀναγόμενον — ἐκτὸς ἂν πλανῶμαι — εἰς τὸ ἔτος 1898, εἶναι ἤδη κατακεχωρισμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν αὐτὸ ἐνταῦθα.

§125ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ πῶς. Εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897 ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ σταφιδοκάρπου τὸ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς ἀποταμιεύσεως ληφθέν.

§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897 τὰ ἔχομεν ἐνταῦθα ἀναγεγραμμένα. Ὥστε ἡ ἀναγραφὴ ἐν ἔτει 1898 δὲν θεωρεῖται πραγματοποιηθεῖσα καὶ ἑπομένως τὸ μετεφέρετε ἐδῶ.

§127ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Δὲν εἶχεν ἐκκαθαρισθῆ.

§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ παρετήρησα ἀναγεγραμμένον αὐτὸ εἰς τὸ ἔτος 1898, τὸ ὑπελόγισα ἐκεῖ. Ἐὰν προσθέσωμεν αὐτὸ ἐνταῦθα, θέλει ἀφαιρεθῆ ἐκεῖθεν. Ὁπωσδήποτε τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς ἐμὲ χρησιμεύουσιν ἵνα καλύψωσι πᾶν τυχὸν ἔλλειμμα τοῦ 1898, ἂν δὲ μείνῃ περίσσευμά τι, φυσικῶς θέλει ἔλθει εἰς ἐπικουρίαν τοῦ 1899. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει καὶ πολλὴν σημασίαν, διότι ἡ ἔποψις, ὑφ’ ἣν ἐξετάζω ἐγὼ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τὰ συμπεράσματα, εἰς ἃ ἀπολήγω, δὲν ἀπέχουσι πολὺ τῆς ἐπόψεως καὶ τῶν συμπερασμάτων, ἅτινα ἐξέθηκεν ἡ Κυβέρνησις. Τοιαῦται αἱ προβλέψεις τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ 1899, καὶ τοιοῦτος ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἀπολήγων εἰς ἔλλειμμα 93,000 δραχμῶν, ἐκτὸς ἂν συμψηφίσωμεν τὴν σταφίδα τοῦ 1898, ὅτε ἔχομεν ἓν ἑκατομμύριον καί τινας χιλιάδας δραχμῶν ἐπὶ πλέον. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως, εἰς ἣν ἐγὼ προέβην, τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, μετὰ στοιχείων ἀνεπαρκῶν καὶ ἐν ἐλλείψει ἀπολογισμῶν, ἐπείσθην ὅτι αἱ βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις τοῦ πρώτου ἑξαμήνου, ὅτι αἱ ὑπολογιζόμεναι βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου, αἱ ἐκ τῆς κυρώσεως τῆς ἀρχικῆς πεποιθήσεως περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πρώτου ἑξαμήνου καθιστάμεναι πιθανώταται, καὶ αἱ αὐξήσεις αἱ προστιθέμεναι ὑπὸ τῶν νομοθετημάτων τῆς Κυβερνήσεως παρέχουσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι, παρ’ ὅλας τὰς δαπάνας, ἃς ἐψήφισεν ἡ Βουλή, ἢ φαίνεται ὅτι θέλει ἔτι ψηφίσει τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως, τὰ τακτικὰ ἔσοδα θέλουσι περίπου ἐπαρκέσει εἰς κάλυψιν τῶν δαπανῶν. Ἐὰν δ’ ὑπάρξῃ ἔλλειμμά τι, εἰς τοῦτο θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπικουρήσῃ, ἄνευ ζημίας, ἄνευ ἀνάγκης ἄλλης ἔξωθεν ἐπικουρίας, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, — καὶ πάλιν ἐπαναλέγω αὐτὴν — ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει νὰ σκεφθῶμεν περὶ αἰτήσεως ἐπικουρίας ἄλλης, παρὰ τὴν ἐξ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἐὰν ὑπάρξῃ μικρόν τι ἔλλειμμα. Τὸ ἀποτέλεσμα μοὶ φαίνεται λίαν εὐάρεστον, καὶ ἀκριβῶς διότι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ δυνάμεις τῆς χώρας εἶναι πολὺ πλέον ὑγιεῖς ἢ ὅσον ἐνομίζετο, — διότι τὸ ἀντίθετον ἐξελαμβάνετο ὑπὸ πάντων κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν κατηρτίζοντο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διεθνοῦς οἱ ὑποθετικοὶ προϋπολογισμοὶ καὶ ἐχαλκεύοντο τὰ τοῦ ἐλέγχου, — ἐπειδή, λέγω, ἀποδεικνύονται πολὺ ὑγιέστεραι, προκαλεῖται ἡ προσοχὴ ἡμῶν πάντων σύντονος ἐπὶ τῆς μελλούσης ἡμῶν πορείας. Ἀποδεικνύεται, κατὰ ταῦτα, ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας τοῦ ἐξ 20,000,000 φράγκων δανείου. Ἀπεδείχθη προσέτι, ὅτι ἀντὶ ἀπὸ τοῦ 1903 νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κανονικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπέναντι τῶν τακτικῶν ἐξόδων, ἐπαρκοῦσαν εἰς κάλυψιν αὐτῶν, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τὴν ὁμαλὴν ἀπὸ τοῦ 1900, τρία ἔτη πρὸ τοῦ προβλεφθέντος ὑπὸ τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς...

§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσήλθομεν ἤδη.

§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Τοῦτο δὲν θεωρῶ ἀρκούντως ἀσφαλές. Τὰ τοῦ 1899, ὡς παρεδέχθην καὶ ὑπελόγισα αὐτά, θεωρῶ ἁπλῶς ἀρκετὰ ἐνδεικτικά, ὥστε νὰ δεχθῶμεν, ὅτι τὸ 1900 θέλει εἶναι ἔτος ὑγείας οἰκονομικῆς. Εἰσερχόμεθα δὲ τὸ 1900 εἰς τὴν κατάστασιν, ἣν οἱ ξένοι προέβλεπον ὡς μέλλουσαν νὰ ἐπέλθῃ τὸ 1903, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν ἀκριβῶς κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἄρχεται λειτουργοῦσα ἡ διάταξις περὶ ἐλαττώσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ 2,000,000 δραχμάς. Τῆς τοιαύτης καταστάσεως, τῆς ἀπροσδοκήτως εὐαρέστου, ἡ ἐμφάνισις εἶναι παρήγορος. Ἀλλ’ ἕνεκα τῶν γνωστῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς διακείμεθα, ἐπιβάλλεται νὰ μὴ δείξωμεν ὑπερβολικὴν χαρὰν διὰ τὰ περισσεύματα, ἅτινα ἤρχισαν νὰ ὑποφαίνωνται, νὰ μὴ παρασυρθῶμεν εἰς δαπάνας μὴ ὅλως δεδικαιολογημένας, ἀλλὰ νὰ προσέξωμεν σταθερῶς νὰ ἐφαρμόσωμεν πολιτικὴν οἰκονομιῶν ὅσον οἷόν τε μεγάλην καὶ φορολογίας ἐν μέτρῳ καὶ ἄνευ ὑπερβολῶν· πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἐπὶ κορυφῆς πρέπει νὰ τεθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἵνα δὲ ταῦτα τεθῶσιν ἐπὶ κορυφῆς, ἀνάγκη πᾶσα νὰ εἰσαγάγωμεν πολιτικὴν οἰκονομιῶν. Ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις, αἱ μέλλουσαι νὰ διαδεχθῶσιν ἡ μία τὴν ἄλλην, χαράξωσι τοιαύτην οἰκονομικὴν πολιτικὴν σταθερὰν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θέλομεν δυνηθῆ προσεχῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἀναγράψωμεν προβλέψεις τεινούσας ἀκριβῶς εἰς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, τὴν πρόβλεψιν ὅπως μέρος τοῦ σταθεροῦ περισσεύματος ὁρισθῇ εἰς ἐπιτάχυνσιν τῆς λύσεως τῶν ὑπεγγύων ἡμῶν χρεῶν, καὶ ἕτερον μέρος εἰς πλήρωσιν τῶν κενῶν τῶν ἐν τῷ στρατῷ καὶ εἰς ἐπιτυχίαν τῆς ἀναδιοργανώσεως αὐτοῦ. Προηγουμένως εἶπον, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1899 κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἀνέρχονται εἰς 107,085,658 δραχμάς. Ἐκ τούτων ὀφείλομεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἀφαιρέσωμεν 29,014,277 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, — τόσον εἶναι τὸ ποσὸν μετὰ τὴν μικρὰν ἐλάττωσιν, ἣν ἐπέτυχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περιορίσας τὸν τόκον τῶν ἐντόκων γραμματίων. — Ἔχομεν οὕτως ὑπόλοιπον 78,071,381, εἰς ἃ περιλαμβάνω καὶ τὰ 3,000,000 τῆς σταφίδος. Παραλαμβάνω τοὺς ἀριθμοὺς ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι οὗτοι, πέποιθα ὅτι, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἐσφαλμένοι, τοῦ ὑπολογισμοῦ τὸ λάθος δὲν θέλει εἶναι (εἰς) ζημίαν τοῦ Κράτους. Ὑπολογίζω, κατὰ ταῦτα, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐλεύθερα 75,000,000 διὰ τὰς γενικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, εἰς ἃς διὰ τούτου τοῦ ποσοῦ ὀφείλομεν νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν. Αἱ δαπάναι, ἃς ὑπελόγισεν ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ ὡς ἀπαραιτήτους εἰς τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ὡρίσθησαν εἰς 63,000,000, ἀνεγνώρισε δὲ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι προβαινόντων τῶν ἐτῶν θέλομεν φθάσει κατὰ τὸ ἔτος 1903 καὶ εἰς δαπάνην 64,751,000. Φρονῶ ὅτι 66,000,000 διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους εἶναι ἀπαραίτητα, —ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὑπελόγισεν ἄλλοτε δι’ αὐτὰς 67,000,000, προκειμένου τότε τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ. — 66,000,000 ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν 75,000,000 καταλείπουσιν ὑπόλοιπον 9,000,000. Ταῦτα διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, κατὰ τὰς προβλέψεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τὸ ἔτος 1903, ὡς ἔτος ἀποκαταστάσεως τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν ἐσόδων κατὰ τὰς γνώμας τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ προβλέπει διὰ τὸ ἔτος τοῦτο 99,950,000 δραχ. ἔσοδα. Ταῦτα ἀντιπαραβάλλων πρὸς τὰ ἔσοδα, ἅτινα ἔχομεν ἤδη σήμερον πιθανώτατα 105,000,000, εὐλόγως ἀναβιβάζω τότε εἰς μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο· ἀφαιρῶ 32,736,000, ὅσα θέλομεν δαπανήσει, κατὰ τὰς γενομένας προβλέψεις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν ἔτει 1903 ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους, ἔχω δ’ ὑπόλοιπον 72,000,000· ἀφαιρῶ ἐκ τούτων διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας 66,000,000, καὶ συνάγω πλεόνασμα, οὕτω μετριώτατα ὑπολογιζομένων τῶν ἐσόδων, δραχ. 6,264,000.

§131Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Εἰς τὰ 66,000,000 ὑπολογίζετε καὶ τὰς προσθέτους δαπάνας;

§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔφθασα εἰς τὸ ζήτημα τὸ περὶ τῶν προσθέτων δαπανῶν. Τὰ 9,000,000 ἢ ἄλλως τὰ 6,000,000 ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, δαπανῶντες μέρος εἰς ἐπιτυχίαν ταχυτέρας λύσεως τοῦ δημοσίου χρέους καὶ μέρος εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, αἱ ἰδέαι αὗται ἐμφανίζονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὃν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις; —καὶ ἐδῶ ἀπαντῶ εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου, καὶ ἡ ἀπάντησις ἐπέρχεται ἀμέσως ἀρνητική: — Ὄχι. Ὁ προϋπολογισμός, ὃν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐνέχει τοιαύτην ἔννοιαν τῆς φροντίδος τῆς Κυβερνήσεως περὶ οἰκονομιῶν καὶ περὶ αὐξήσεως ἐσόδων προέτρεχε φροντὶς περὶ αὐξήσεως δαπανῶν καὶ περὶ πολυτελοῦς διευθετήσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν κατέβαλε σπουδαίαν πρόνοιαν περὶ οἰκονομιῶν· αἱ μόναι οἰκονομίαι, ἃς βλέπω ὅτι ἐπεδίωξεν, εἶναι αὗται: Κατήργησε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραφείου τοῦ δημοσίου χρέους, ἧς ἡ κατάργησις πάντως ἐπεβάλλετο, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους μετετέθη εἰς ξένας χεῖρας. Ἡ κατάργησις αὕτη ἔπρεπε νὰ εἶχε συντελεσθῆ ἀπὸ πολλοῦ· τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ ἦναι περὶ αὐτῆς. Ἄλλην οἰκονομίαν σημειῶ, ὡς προεῖπον, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ἀπεναντίας δὲ ἔχομεν αὐξήσεις, ὧν καὶ ἄλλοι ἐμνημόνευσαν· αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἀποζημιώσεις γενναίας εἰς ἀπεσπασμένους ἐν Κρήτῃ προξενικοὺς καὶ ναυτικοὺς ὑπαλλήλους· αὔξησιν τῶν δικαστικῶν μισθῶν· αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν μισθῶν, λόγῳ τῶν διδακτικῶν βιβλίων· αὔξησιν δαπανῶν ἕνεκα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ἕνεκα τῆς ἀστυνομίας, ἕνεκα τῆς χωροφυλακῆς· αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτικῶν δοκίμων· αὔξησιν διὰ τὴν προσθήκην ἱερέων εἰς τὸ ναυτικόν, καίτοι ἐν καιρῷ εἰρήνης ἠδυνάμεθα νὰ παραλαμβάνωμεν ἑκάστοτε ἱερεῖς ἐκ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐλλιμενίζουσι τὰ πλοῖα· αὔξησιν διὰ πρόσκλησιν ξένων ὀργανωτῶν, μὴ καλῶς γινομένην. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς τάσεως πρὸς αὔξησιν τῶν ὑπηρεσιακῶν δαπανῶν, ἔχομεν καὶ διαθέσεις χαριστικὰς καὶ πολυτελεῖς τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες ἐμφανίζονται, ἐν παραδείγματι, εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγγυήσεως ὑπὲρ βιομηχάνων ἐν Λαρίσσῃ, δυναμένης ν’ ἀπολήξῃ εἰς πληρωμήν.

§133Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον.

§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγον, ὅτι πλησίον τῆς ἐγγυήσεως κεῖται ἡ λύπη. Μεταξὺ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τῶν ἐπαγομένων ἀδικαιολόγητον δαπάνην δὲν καταλέγω τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἀπονέμονται συντάξεις εἰς οἰκογενείας στρατιωτικῶν πεσόντων ἐν τῷ πολέμῳ, ἢ δι’ ὧν διατάσσεται ἡ ἀνοικοδόμησις ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἢ δι’ ὧν χαρίζονται δίδακτρα εἰς Θεσσαλοὺς φοιτητάς, καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀπέναντι τῆς ἐλλείψεως προνοίας περὶ οἰκονομιῶν παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἔχομεν φορολογικὰς προβλέψεις, αἵτινες θέλουσιν εἰσφέρει ποσὰ οὐχὶ ἀνάξια λόγου, ἀλλὰ βεβαίως ἀνεπαρκῆ εἰς κάλυψιν τοσούτων δαπανῶν. Ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων μοὶ φαίνεται ὅτι αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὀρθαί. Ἐκ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων σιδηροδρόμων καὶ ἀτμοπλοίων θέλει ἐπέλθει αὔξησις οὐχὶ ἀναξία λόγου. Ἂν ψηφισθῇ ὁ νόμος ὁ περὶ οἰνοπνευμάτων, — τοῦθ’ ὅπερ ἀπεύχομαι — θέλει μὲν ἐπέλθει αὔξησις, ἀλλ’ αὔξησις ἥτις θέλει ἔχει δυσάρεστον ἀντίκτυπον. Ὡσαύτως ἐκ τοῦ ζύθου θέλομεν ἔχει αὔξησιν πόρων κατὰ δεκάδα τινὰ χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ νόμος περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, καίτοι ὑπελογίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκ τῆς τέως κειμένης φορολογίας εἰσπραττομένων, θέλει ἀποδώσει καθυστερήσεις, πολὺ δὲ φοβοῦμαι μήπως αἱ ἐλπίδες τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ψευσθῶσι. Καὶ ὁ νέος δὲ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, κίνδυνος εἶναι μήπως συνεπιφέρῃ ὀλιγωτέρας εἰσπράξεις, λόγῳ δυσκολίας περὶ τὴν εἴσπραξιν. Ἡ ὁδὸς, ἣν ἐτράπη ἡ Κυβέρνησις, δὲν μοὶ φαίνεται τελεσφόρος. Φρονῶ ὅτι τὰ παρελθόντα ὑποχρεοῦσιν ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ μέλλοντος μετὰ μείζονος σοβαρότητος. Ὅτε δὲ ἔχομεν τοὺς πόδας εἰς τὰ δεσμὰ, πρέπει ἐκεῖ νὰ ἔχωμεν τὸν νοῦν ἡμῶν, καὶ νὰ σκεπτώμεθα πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῶν δεσμῶν τούτων καὶ κατασταθῶμεν ἱκανοὶ νὰ ἀτενίσωμεν μετὰ θάρρους εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα.

§135Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐπίστευον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, τὸ πρῶτον μέλημα ἡμῶν θὰ ἦτο, πῶς νὰ καθορίσωμεν τί ἔχομεν, διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν εἶτα, τί θὰ πράξωμεν. Δὲν γνωρίζω τί ἐγίνετο συνήθως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἐγίνετο μέχρι τοῦδε, ἔδει, ἐν ταῖς ἐξαιρετικαῖς περιστάσεσιν, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, πρὸ παντὸς νὰ γνωρίσωμεν λεπτομερῶς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ἐξετάσωμεν τὰ κατ’ αὐτὸν ἐν ἐκτάσει, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ γνωρίσωμεν καὶ τί δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν· διότι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν δύναμις θὰ καθορίσῃ τὸ μέτρον τῶν δαπανῶν. Καὶ ὅμως πᾶσα ἡ ἐργασία ἡ νομοθετικὴ, ἥτις ἐγένετο μέχρι τοῦδε ὑφ’ ἡμῶν ἐνταῦθα, τοῦτον εἶχε τὸν σκοπὸν, πρὸ παντὸς νὰ καθορίσῃ, τί θὰ πράξωμεν. Οὕτως ἐχόντων καὶ διαμορφωθέντων τῶν πραγμάτων, διὰ τῆς διευθύνσεως, ἣν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς ταῦτα, ἐν τῷ παρόντι δὲν ὑπάρχει πλέον ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος νὰ γείνῃ ἡ μεγάλη ἔρευνα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἣν ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις, καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀναβάλωμεν τὴν λεπτομερῆ ἔρευναν αὐτοῦ μέχρι τῆς προσεχοῦς συνόδου. Ἐν τούτοις εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῶσί τινα. Καὶ θὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ λίαν συντόμως τὴν γνώμην μου ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν, οὐχὶ ἵνα λεπτολογήσω ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ ἵνα καθορίσω τὰς τάσεις, αἱ ὁποῖαι φαίνονται ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ, τάσεις, αἵτινες καταδεικνύουσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πολιτικὴν οὐχὶ τὴν ἐκδηλουμένην διὰ τοῦ ὡρισμένου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν τὴν εἰκαζομένην καὶ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ μέλλοντος, τοῦ 1900 καὶ 1901. Διότι νομίζω, ὅτι πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ λεχθῶσιν αἱ γνῶμαι ἐκεῖναι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀκούουσα αὐτὰς, ἂν ἀνεύρῃ καὶ καθ’ ὅσον ἀνεύρῃ αὐτὰς ὀρθὰς, νὰ μεταβάλῃ ἢ τροποποιήσῃ τὸ πρόγραμμα αὑτῆς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Πρὶν ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν σύντομον ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀναγκάζομαι, πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ὃν ἀμέσως θὰ ἴδητε, ἀναγκάζομαι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ δηλώσω, ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους αὐτοὺς, κατὰ τοὺς ὁποίους διεσαλεύθη ἡ πίστις ἐπὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἤρχισε νὰ πιστεύῃ ὁ λαὸς, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτιον τῶν ἀτυχιῶν ἡμῶν, θέλω καὶ ἐγὼ νὰ δηλώσω ὅ,τι ἄλλως καθημερινῶς ἐνταῦθα ἀκούω λεγόμενον, τὴν ἐσωτερικήν μου δηλαδὴ πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἀξίαν καὶ χρησιμότητα τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ. Θέλω νὰ ἐξάρω τὴν ἐσωτερικήν μου πεποίθησιν, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὄχι διότι ὑπὸ τοιοῦτον πολίτευμα, ἀλλὰ μολονότι ὑπὸ τοιοῦτον πολίτευμα ἐκυβερνήθημεν μέχρι τοῦδε, ἐπάθομεν ὅσα ἐπάθομεν. Διότι φρονῶ, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ ἐν ἐγρηγόρσει τὴν κοινὴν γνώμην, ὀφείλομεν καὶ τὴν ἀπόκτησιν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἓν ἄλλο ἀπόκτημα, ὅπερ ἀποτελεῖ ἓν μέγιστον γεγονὸς τοῦ αἰῶνος, ὅτι κατωρθώσαμεν δηλαδὴ νὰ λύσωμεν διὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας τῆς πολυπαθοῦς Κρήτης. Ἀλλὰ τοιαύτην ἔχων πεποίθησιν καὶ τοσοῦτον λατρεύων καὶ ἀπὸ πείρας καὶ ἀπὸ μελέτης τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν δύναμαι νὰ παρίδω τεκμήριά τινα, ἐκ τῶν ὁποίων καταδείκνυται ὅτι διεσαλεύθη ἡ πίστις τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὸ πολίτευμα τοῦτο, δὲν δύναμαι νὰ παρίδω τὴν δυσπιστίαν, λέγω, τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἀνεφάνη τελευταῖον, πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἰδίως πρὸς τὰς ἐνεργείας τῆς κομματικῆς διαχειρίσεως, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Τὰ τεκμήρια ταῦτα πρέπει νὰ λάβωμεν, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν λίαν σοβαρῶς. Πρῶτον τεκμήριον εἶναι ἡ μόρφωσις ἑνὸς τύπου, καλουμένου ἀνεξαρτήτου, ἀλλὰ τύπου ἀνεξαρτήτου, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ κομματικὸς τύπος δὲν δύναται νὰ διαγωνισθῇ. Καὶ γνωρίζω ὁποίαν τινὲς ἔχουσιν ἰδέαν περὶ τύπου, καὶ βεβαίως δὲν ἵσταται ὁ τύπος εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἵσταται, ἀλλ’ ἵσταται καὶ αὐτὸς εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ πάντα εὑρίσκονται παρ’ ἡμῖν. Ἐν τούτοις εἰς αὐτὴν τὴν τάσιν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ τύπου πρέπει νὰ προσέχωμεν τὸν νοῦν, διότι δὲν εἶναι τὸ αἴτιον, ἀλλ’ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ παρὰ τῷ λαῷ αὐτῷ καὶ τὸ ὁποῖον φρόνημα κυρίως κατέδειξαν τ’ ἀποτελέσματα κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Διότι αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ οὐδὲν ἄλλο κατέδειξαν, ὅπου ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ Κράτει νὰ κατισχύσῃ τὸ φρόνημα αὐτὸ, οὐδὲν ἄλλο κατέδειξαν ἢ τὴν ἐπίμονον διάθεσιν πρὸς ἐκλογὴν ἀνδρῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς κόμματα. Ἐὰν δὲ δὲν ἠδυνήθη ὁ λαὸς καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ κατορθώσῃ ὅ,τι ἐπεδίωκεν, ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ τὸ κατορθώσῃ, ἂν ἡμεῖς τὴν αὐτὴν ἐξακολουθήσωμεν ὁδόν....

§136ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν τόπον!

§137Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τί ἀπέγειναν οἱ ἀνεξάρτητοι;

§138Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἷς ἔμεινε, δύο, τρεῖς. Δὲν ἐξετάζω πόσοι ἔμειναν. Εἰς τὴν ὑπάρχουσαν τάσιν τοῦ λαοῦ προσέχω. Καὶ τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι ἐπικίνδυνος διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Οὐδ’ ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι τὸ σύμπτωμα αὐτὸ τῆς ἀνεξαρτησίας εἶναι ἀγαθόν. Ἰσχυρίζομαι ταῦτα διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν τὸν λαὸν εἰς τοιαύτην ἐκλογήν. Ἐγὼ ἐπεθύμουν, ἀντὶ νὰ ἐκλέξῃ ὁ λαὸς ἄνδρας καλουμένους ἀνεξαρτήτους καὶ ἄνευ κομματικῆς ἀποχρώσεως, ἐπεθύμουν νὰ ἐκλέξῃ ἄνδρας συνδεδεμένους πρὸς κόμμα, ἀλλὰ πρὸς κόμμα. Διὰ τοῦτο θέλω καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἀνυψωθῇ ἡ ἕνωσις τῆς φατρίας εἰς κόμμα, καὶ διὰ τῶν ἐνεργειῶν καὶ ἀποφάσεων ἡμῶν νὰ τείνωμεν ἀκριβῶς εἰς τοῦτο, πῶς νὰ φέρωμεν τὴν ἐκλιποῦσαν ἁρμονίαν τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Πολιτείαν, — διότι ὁ λαὸς ἐδυσπίστησε πρὸς τὴν Πολιτείαν. — Διὰ νὰ καταδείξω τοὺς κινδύνους, ὁμιλῶ περὶ φρονήματος τοῦ λαοῦ, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἐκδηλωθὲν φρόνημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὐνοϊκὸν σύμπτωμα διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἄς μὴ παραβλέπωμεν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν τάσιν, καὶ ἂς φροντίσωμεν νὰ ἄρωμεν τὴν δυσπιστίαν, ἡ ὁποία προῆλθεν ἕνεκα τῆς παρελθούσης πολιτικῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμός, Κύριοι, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε τὴν ἁρμονίαν αὐτὴν νὰ φέρῃ, τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτὴν νὰ προκαλέσῃ τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν κομματικὴν διαχείρισιν τῶν τῆς Πολιτείας πραγμάτων; Εἶναι ἀληθὴς ὁ προϋπολογισμὸς ἢ εἶναι φενάκη; Ἀνευρίσκομεν ἐν αὐτῷ, τί πράγματι ἔχομεν, ἀνευρίσκομεν ἐν αὐτῷ τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Ναὶ ἢ οὔ; Ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς ὑπεβλήθη, φέρει ἔσοδα ἀνερχόμενα εἰς δρ. 105,795,658, φέρει ἔξοδα δρ. 99,347,923, διὰ νὰ καταλήξῃ μετὰ τῶν προσθαφαιρέσεων εἰς περίσσευμα 3,948,776 καὶ ἐπὶ τέλους νὰ μεταβληθῇ εἰς ἓν ἀριθμητικὸν ἰσοζύγιον 107,000,000 περίπου ἐξόδων καὶ ἐσόδων. Διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω μὲ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους πολλάκις ἠκούσατε, κατηρτίσθη τὸ ἀριθμητικὸν ἰσοζύγιον αὐτὸ διὰ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐψηφίσαμεν καὶ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, καὶ αἵτινες ἐν συνόλῳ ἀνέρχονται εἰς δραχ. 6,000,000 περίπου, αἱ ὁποῖαι θὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ἀρχικῶς ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, οὗτινος καὶ τὰ ἔσοδα κατά τι ηὐξήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἔχομεν λοιπὸν ἓν ἀριθμητικὸν ἰσοζύγιον 107,000,000 ἐσόδων καὶ ἐξόδων περίπου. Δὲν ὁμιλῶ ὡρισμένως περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ὡς τοιούτου, ἀλλὰ περὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ μέλλοντος, οἱ ὁποῖοι θὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας θέτει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899· διότι θεωρῶ μικρολογίαν ἄσκοπον νὰ ἐπιμένω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ὁ ὁποῖος ψηφίζεται διὰ 4 μόνον μῆνας. Ἀλλ’ ἀρκεῖ αὐτὸ τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἀριθμητικὸν νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον τὸ οἰκονομικὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Διότι δὲν πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῶν ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι πολλάκις μᾶς ἠπάτησαν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τῆς ἐν αὐτοῖς. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1893, καὶ ἐντεῦθεν μέχρι τοῦ 1897 ἔτι, εἴχομεν ἐλπίδας, ἠδυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῶν πιθανοτήτων. Οἱ λαοί, καθὼς καὶ τὰ ἄτομα, πάντοτε μὲ βεβαιότητα δὲν βαίνουσιν εἰς τὸν βίον αὐτῶν. Εἶναι δὲ ὄχι καὶ τόσον ἄπορον, ὅτι καθωρίσαμεν καὶ ἡμεῖς μίαν πολιτικὴν ἀπὸ τοῦ 1882, μίαν πολιτικὴν ἐλπίδων καὶ πιθανοτήτων. Αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης πολιτικῆς δύνανται νὰ φέρωσιν εἴτε ἐπιτυχίαν εἴτε ἀποτυχίαν, ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία ἔγκειται πάντοτε εἰς μίαν ἔστω καὶ μεγάλην ζημίαν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦναι κατορθωτὴ ἡ πολιτικὴ αὕτη τῶν ἐλπίδων καὶ διὰ νὰ περιορίζηται ἡ ἐξ αὐτῆς ἀποτυχία μόνον εἰς ζημίαν, βεβαίως πρέπει νὰ ἦναι δυνατή. Ἦτο δὲ δυνατὴ τότε, ὅτε ἐγίγνετο. Καὶ διατὶ ἦτο δυνατή; Διότι ὁ λαὸς δὲν ἦτο ἐξηντλημένος φορολογικῶς, διότι τὸ Κράτος εἶχε πίστιν, διότι πᾶν ἔλλειμα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ ἄνευ καταστροφῆς, ἀλλὰ μετὰ ζημίας μόνον. Καὶ βεβαίως ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 ἀρίστη ἦτο ἡ πολιτικὴ αὕτη τῶν ἐλπίδων. Ὀφείλω δὲ νὰ πιστοποιήσω τὴν ἐπιτυχίαν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης μέχρι τοῦ 1885, διότι κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα ἐδιδάχθη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι, καθ’ ὅσον πλειότερα παράγει,—καὶ ἤρχισε τότε νὰ παράγῃ πλειότερα ἢ ἄλλοτε,— ἔπρεπε πάντοτε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν Πολιτείαν, πρὸς τὴν ὁποίαν νὰ καταβάλλῃ ἀναλόγως τῆς αὐξανομένης προσόδου του. Ὄντως δὲ μέχρι τοῦ 1882 οὐδεὶς εἶχεν ἐπιτάξει μὲ σιδηρὰν θέλησιν τὸν λαὸν νὰ ἀναμιμνήσκηται σὺν ταῖς αὐξανομέναις ἀπολαύσεσιν αὐτοῦ καὶ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἐπεβλήθη μετὰ τὸ 1882 φορολογία ἀναγκαία εἰς τὸν λαόν, καὶ ἐτέθησαν αἱ βάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐν τῷ μέλλοντι ἡ πρόοδος ἡ οἰκονομικὴ τοῦ λαοῦ θὰ καθίστα ἀνάλογον καὶ τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1885 ἀσπάζομαι τὰ γενόμενα τότε τελείως. Ἀπὸ τοῦ 1886 ὅμως καὶ ἐντεῦθεν ἤρχισεν ἡ ὑπερβολή, καὶ ἡ ὑπερβολὴ ἔφερε τὰ γενόμενα, ἤρχισεν ἡ ὑπερβολὴ τὴν ὁποίαν οὐδεμία δύναμις ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακόψῃ. Διότι καθόσον μία Κυβέρνησις θέτει εὐρύτατα τὰ θεμέλια ἑνὸς προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἠναγκασμένη πᾶσα διάδοχος Κυβέρνησις ν’ ἀκολουθήσῃ ἐκείνην, δὲν δύναται νὰ τὰ σμικρύνῃ, εἶναι ἠναγκασμένη κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ εἰς τὰ μικρὰ μάλιστα Κράτη, νὰ ἀνοικοδομήσῃ ἐπὶ τῶν αὐτῶν θεμελίων, τὰ ὁποῖα οἱ προκάτοχοι καταθέτουσι. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐν τῷ παρόντι ζητοῦμεν, ὅπως τὰ θεμέλια τὰ οἰκονομικὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος τεθῶσιν οὐχὶ τόσον εὐρέα καὶ μεγαλοπρεπῆ, ὡς πράττει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀνάλογα πρὸς τὴν ὑπολειφθεῖσαν οἰκονομικὴν τοῦ λαοῦ δύναμιν. Ἂς διδαχθῶμεν ἐκ τῶν σφαλμάτων τοῦ παρελθόντος. Κατὰ τὸ ἔτος 1886 ηὐρύνθησαν τὰ οἰκονομικὰ θεμέλια. Ταῦτα ἀναγκαίως ἠκολούθησαν καὶ πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ διαδεχθεῖσαι εἶτα ἐκείνην. Ἕνεκα τῆς ὑπερβολῆς ἦλθεν ἡ ἀποτυχία, συνέπεια δὲ τῆς ἀποτυχούσης πολιτικῆς τῶν ἐλπίδων ὑπῆρξεν ἡ πτώχευσις, ἣν ἐπηκολούθησεν ἡ ἧττα, καὶ ταύτην ὁ ἔλεγχος. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὕτη τῶν ἐλπίδων εἶναι ἀδύνατος πλέον. Ἂν καὶ πάλιν προτιμήσωμεν αὐτὴν, δὲν θὰ εὑρεθῶμεν πλέον πρὸ ζημιῶν, ἐν ἀποτυχίᾳ, ἀλλὰ πρὸ τελείας καταστροφῆς. Διότι τὸ πρῶτον ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναφανῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, — πάντοτε δὲ μὲ ἐλλείμματα ἐζήσαμεν μέχρι τοῦδε, — τὸ πρῶτον ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀναφανῆ, ἄμεσον συνέπειαν θὰ ἔχῃ τὴν παῦσιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, διότι δεδομένον ἔχομεν, ὅτι οὐδαμοῦ δυνάμεθα οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ δανεισθῶμεν. Φαντασθῆτε δὲ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀδυνατήσῃ παρ’ ἡμῖν, οὕτω μάλιστα ἠθικῶς συντιθεμένου τοῦ Κράτους, μία Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ὑπαλλήλων! Ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς βεβαίως ἐγὼ βλέπω καταστροφὴν, δὲν βλέπω ἁπλῆν ζημίαν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν ἐλπίδων, ἡ πολιτικὴ τῶν πιθανοτήτων ἐπετρέπετο νὰ ὑπάρξῃ ὅταν ἦτο δυνατή, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἔκτακτον προϋπολογισμόν, καὶ πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς τὰς τακτικὰς εἰσπράξεις διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην καθυστέρησιν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς βεβαιότητος. Ἀτυχῶς ὅμως ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὗτος στηρίζεται ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῶν ἐλπίδων, τῶν πιθανοτήτων. Καὶ ὅμως εἴχομεν ἓν πρόχειρον παράδειγμα, ἐξ οὗ νὰ διδαχθῶμεν. Ὁ διεθνὴς ἔλεγχος, βλέπων τὴν φύσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, χαρτίνου ὄντος, καὶ θέλων νὰ ἀσφαλίσῃ 29,000,000 δραχμὰς, ἐζήτησε τὴν διαχείρισιν 39,000,000. Διατί; Διότι εἶπεν: «Εἰς Κράτος τὸ ὁποῖον ἔχει χάρτινον καὶ ἀσταθῆ ἑπομένως προϋπολογισμόν, εἰς Κράτος τοῦ ὁποίου τὰ οἰκονομικὰ ἐξαρτῶνται ἐξ ἑνὸς ἢ δύο προϊόντων, ἐκ μικρᾶς κρίσεως τῶν σιτηρῶν τῆς Θεσσαλίας, ἐκ μικρᾶς ἐπιτάσεως τῆς κρίσεως τῆς σταφίδος, εἰς Κράτος τοιοῦτον, διὰ νὰ ὑπάρξῃ βεβαιότης ὡρισμένης ἀποδόσεως, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εὐρὺ περιθώριον». Διὰ τοῦτο ὁ διεθνὴς ἔλεγχος, θέλων νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν 29 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, ἔλαβε νὰ διαχειρισθῇ ἔσοδα 39 ἑκατομμυρίων, ἔλαβε περιθώριον κατὰ 25% ἀνώτερον τῶν ὀφειλομένων. Αὐτὴ εἶναι βεβαία πολιτική! Ἄν δ’ ἡμεῖς δὲν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς βεβαιότητος κατὰ 25%, ἂς ἔχωμεν τοὐλάχιστον κατὰ 10%, ἔστω καὶ κατὰ 5%. Καὶ ὄντως οὐδέποτε, κύριοι Βουλευταί, μέχρι τῆς σήμερον αἱ εἰσπράξεις παρ’ ἡμῖν ὑπῆρξαν ἴσαι πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα ποσὰ, οὐδέποτε μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1894 ὁμολογουμένως ὑπῆρξεν ἰσοζύγιον. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1894 καὶ ἐντεῦθεν εἴχομεν ὄντως περίσσευμα· ἀλλ’ ἄλλο περίσσευμα καὶ ἄλλο εἰσπράξεις. Τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἔσχομεν ἀπὸ τοῦ 1894, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτωχεύσεως, διότι καὶ τὸ 1893 ἀνεγράφοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 20 ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὸ δημόσιον χρέος, νῦν δὲ, μετὰ τὸν ἔλεγχον, ἀναγράφομεν 29 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Φυσικῷ τῷ λόγῳ, ὅταν πτωχεύσῃ Κράτος τι, πλουτίζει...

§139ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι χρεωκοπία.

§140Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἔχει ἡ πτώχευσις. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἀνεγράφομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν μετὰ τὴν πτώχευσιν 20 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ σήμερον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ πληρώνωμεν 29 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Δὲν ἤμεθα πλουσιώτεροι κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ, ὅτε, ὑποχρεωμένοι ὄντες νὰ δώσωμεν 30, ἐδίδομεν 20 ἑκατομμύρια μόνον;

§141ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἦτο χρεωκοπία, διότι, ἐνῷ τὰ εἴχομεν, δὲν τὰ ἐδίδομεν.

§142ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ εἰς τοῦτο, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπέδειξεν εἰς τοὺς δανειστάς του, ὅτι δὲν ὑπῆρχε δολιότης. Εἰς πτώχευσιν ὑπέπεσαν πλεῖστα Κράτη, καὶ ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἄλλα Κράτη, πλὴν τῆς Γερμανίας. Ἂν ἡμεῖς βραδύτερον ἐκείνων ἐπτωχεύσαμεν κατὰ 50 ἢ 70 ἔτη, εἶναι πολὺ φυσικόν, ἀφοῦ εἴμεθα νεώτερον Κράτος. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον κατεδείξαμεν, ὅτι εὑρέθημεν ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ· εἴμεθα μάλιστα τὸ μόνον Κράτος ἐν τῇ ἱστορίᾳ, τὸ ὁποῖον μετὰ μίαν πτώχευσιν, ἐξ ἀδυναμίας προελθοῦσαν, ἐπληρώσαμεν, καὶ ἐπληρώσαμεν ἀρκετὰ τὴν πτώχευσίν μας, πτώχευσιν προελθοῦσαν οὐχὶ ἐκ καταναλώσεως δανεισθέντων πρὸς ἀπολαύσεις, ἀλλὰ πρὸς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους οὐ μόνον ἐξ ἐθνικῶν λόγων, ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων ἀνθρωπισμοῦ ἠναγκάσθημεν νὰ δαπανήσωμεν. Ἀπὸ τοῦ 1894 ἄρα, καίτοι εἴχομεν περισσεύματα, δὲν εἴχομεν ὅμως καὶ εἰσπράξεις δημοσίων ἐσόδων ἀνωτέρας τῶν συνήθων, οὐδ’ ἐξισουμένας πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα. Διατὶ νῦν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ ἀριθμητικὸν ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλ’ ἔλαβε τοὐλάχιστον ὑπ’ ὄψιν της τὰς κατὰ μέσον ὅρον συνήθεις εἰσπράξεις πρὸς καταρτισμὸν τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ ἡ Κυβέρνησις; Ποῖαι εἶναι αἱ τακτικαὶ κατὰ μέσον ὅρον εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων; Αἱ εἰσπράξεις, πλὴν τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898 καὶ τῶν γενομένων κατὰ τὸ 1899, δὲν ὑπερβαίνουσι κατὰ μέσον ὅρον τὰ 96–97 ἑκατομμύρια. Ὑπολογίζω 3 ἑκατομμύρια εἰσπράξεις ἀνωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ διεθνὴς ἔλεγχος ὑπολόγισε, μετὰ λεπτομερῆ ἔρευναν τῶν οἰκονομικῶν μας πραγμάτων διὰ τὸ ἐνεστώς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοσαῦται κατ’ ἀνώτατον ὅριον εἶναι ἀναμφισβητήτως αἱ εἰσπράξεις αἱ τακτικαί, πῶς κατωρθώθη αἰφνιδίως ν’ ἀναβιβασθῶσιν αὗται εἰς 105 καὶ πλέον ἑκατομμύρια διὰ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ αὐξήσωσιν εἰς 107 ἑκατομμύρια περίπου διὰ τῶν προσθέτων δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Κατωρθώθη κυρίως διὰ δύο κονδυλίων μεγάλων, δι’ ἑνὸς τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ δι’ ἑνὸς ἑτέρου τῶν δασμῶν. Ἀλλ’ ὅ,τι δεικνύουσιν αὐτὰ τὰ δύο μεγάλα κονδύλια εἶναι ἆρά γε αὐξήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν καθ’ ὅλα τὰ ἔτη καὶ ἐν τῷ μέλλοντι; Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλει φανῆ πολὺ ὑπέρτερος τῶν Ὑπουργῶν ἄλλων Κυβερνήσεων πρὸς εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων, παρατηρῶ ὅτι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἠθέλομεν καταγνώσει εἰς τὰς Κυβερνήσεις μέχρι τοῦδε, ἓν ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1897, ὅτι δηλαδὴ πάντες οὗτοι, καὶ διὰ προσωπικῆς μάλιστα ἐπεμβάσεως, κατώρθωσαν, ὅπως μετὰ μεγάλης αὐστηρότητος εἰσπράττωνται τὰ δημόσια εἰσοδήματα. Καὶ ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς κυριώτατον μέλημα εἶχον, πῶς νὰ εἰσπράττωσιν αὐστηρῶς τὰ καθυστεροῦντα καὶ προϋπολογιζόμενα. Δὲν φρονῶ λοιπόν, ὅτι ἡ αἰσιοδοξία δικαιολογεῖται διὰ τὸ μέγα ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ καταστῇ πρῶτον πρᾶγμα ἡ εἴσπραξις, καὶ ἔπειτα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θετικῶν δεδομένων, νὰ αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι. Διότι ἄλλως ἐνεργοῦντες, καταδηλοῦμεν ὅτι ἔτι μᾶλλον νῦν ἐπιμένομεν εἰς τὰς τοσοῦτον μέχρι τοῦδε διαψευσθείσας ἐλπίδας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ κονδύλιον τῶν ἐκ τῶν δασμῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας μάλιστα ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θεωρεῖ καὶ κατωτέρας τῶν πραγματικῶν, παρατηρῶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ στηρίξωμεν τὰς εἰς τὸ μέλλον προσδοκίας ἡμῶν κρίνοντες ἐκ τῶν ἐν τῷ ἐνεστῶτι γιγνομένων, καὶ μάλιστα κατὰ τὰ ἔτη 1897, 1898 καὶ 1899, καθ’ ἃ ἔτη ὁμολογουμένως ηὔξησαν αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις. Πρώτην φορὰν, Κύριοι, παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον αὐτὸ τὸ ἔκτακτον, καθ’ ὃ εἷς τόπος μετὰ πόλεμον γίνεται πλουσιώτερος! Ἄν τὸ φαινόμενον τῶν ἀνωτέρω εἰσπράξεων εἶναι πραγματικὸν καὶ διαρκὲς, διαψεύδει πᾶσαν θεωρίαν καὶ τὴν κοινὴν τῶν ἀνθρώπων πεῖραν, καθ’ ἣν οἱ λαοὶ μετὰ ἕνα πόλεμον γίνονται πενέστεροι καὶ ὄχι πλουσιώτεροι. Ἀλλὰ πῶς τότε ἐξηγεῖται τὸ φαινόμενον τῶν ἀνωτέρω εἰσπράξεων, ἃς ἐγὼ θεωρῶ ὄχι διαρκεῖς; Τὸ φαινόμενον αὐτὸ, Κύριοι, ἔχει δύο αἰτίας· καὶ προκαλῶ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, ὅπως ἀκούσητε ταύτας. Διατὶ αἱ εἰσπράξεις κατὰ τὸν πόλεμον, κατὰ τὸ 1897, ηὔξησαν, εἶναι εὐεξήγητον· ἀλλ’ ὁμοίως εὐεξήγητον εἶναι διατὶ ηὔξησαν κατὰ τὸ 1898, ἐξακολουθοῦσι δὲ καὶ νῦν, μάλιστα δ’ ἴσως ἐξακολουθήσωσι καὶ μέχρι τοῦ 1900. Βεβαίως αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν δασμῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν, αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἀντικειμένων πρώτης ἀνάγκης δὲν ἦτο δυνατόν, εἰμὴ νὰ αὐξήσωσι καταπληκτικῶς, ὅταν νέον κεφάλαιον καταναλωθῇ ἐν τῷ τόπῳ, ξένον ἀπὸ τὰς τακτικὰς καταναλώσεις, ἓν κεφάλαιον μέγα 50 καὶ 60 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα ἦσαν νέον καὶ ἔκτακτον τεθὲν εἰς κυκλοφορίαν κεφάλαιον, ἐνῷ ταὐτοχρόνως ἐδαπανήθησαν καὶ τὰ μικρὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ Θεσσαλοὶ εἶχον. Παρατηρῶ μάλιστα, ὅτι ἀναλόγως τῶν ἐκτάκτων, τῶν προσθέτων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ἐν τῷ τόπῳ, ἀναλόγως, λέγω, δὲν εἴχομεν καὶ ἀνάλογα εἰσοδήματα ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων· διότι, ἐὰν ὑπολογίσωμεν εἰς 25 καὶ 30% ἐπὶ πλέον ἢ ὅσον ἀνέρχονται οἱ δασμοὶ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καὶ 10–15 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰσπράξεις ἐπὶ πλέον, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν εἴχομεν τόσας. Τὸ ἐμπόριον, γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὅλας τὰς ἀποθήκας αὐτοῦ ἐξήντλησε κατὰ τὸν πόλεμον. Τὸ ἐμπόριον διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ κατόπιν ἀμέσως τὰς ἀποθήκας αὐτοῦ διὰ νέων ἐμπορευμάτων. Ἀλλ’ ἡ ἐκτάκτως γιγνομένη ἐπωφελὴς ἐκποίησις τῶν ἐμπορευμάτων δὲν ἔχει μόνον ἀποτέλεσμα τὴν ἀνανέωσιν αὐτῶν. Ἡ οὕτω γιγνομένη ἐκκένωσις τῶν ἀποθηκῶν γεννᾷ ἀναγκαίως μίαν αἰσιοδοξίαν εἰς τὸ ἐμπόριον, ἡ ὁποία δὲν παύει εἰς διάστημα ἓξ μηνῶν, ἡ ὁποία δὲν παύει εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους, ἀλλὰ παρατείνεται ἐπὶ ἓν καὶ δύο καὶ τρία ἔτη. Ἡ αἰσιοδοξία αὕτη τοῦ ἐμπορίου ἐξηγεῖ τὴν ἐξακολούθησιν ὄχι κατὰ τὸν αὐτὸν βαθμὸν τῆς εἰσπράξεως ἐκ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, ἕνεκα προσγενομένης αὐξήσεως τῆς εἰσαγωγῆς, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ πλεῖστα ἐκ τῶν εἰσαγομένων, ἐπαναλέγω, εἶναι ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης. Ἐντεῦθεν συμπεραίνομεν, ὅτι τὸ προσωρινὸν δὲν πρέπει νὰ ἐκλάβωμεν ὡς διαρκές, ἀλλὰ πρὸς τούτοις, ὅτι ἡ αὔξησις ἡ προσωρινὴ τῶν καταναλώσεων δὲν εἶναι ἔνδειξις πλούτου. Ἄλλοι εἶναι οἱ φόροι, ἐξ ὧν δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν καὶ καθορίσωμεν τὴν καταναλωτικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· οἱ φόροι ἐκεῖνοι εἶναι οἱ ἄμεσοι. Ἐὰν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους ἐπῆλθεν αὔξησις εἰσπράξεων, τότε βεβαίως δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀμέσως μετὰ ἕνα πόλεμον ἐγενόμεθα πλουσιώτεροι. Διότι ἡ εὐχέρεια τῆς καταβολῆς τῶν ἀμέσων φόρων εἶναι τὸ ἄριστον σύμπτωμα τῆς προαγομένης εὐπορίας. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ οὕτω. Αἱ ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων εἰσπράξεις οὐ μόνον δὲν ηὔξησαν, ἀλλὰ καὶ ἐμειώθησαν. Οὐχὶ πλουσιωτέρας, ἀλλὰ πενεστέρας οὕτως ἐκδηλουμένης τῆς φορολογικῆς ἐν γένει δυνάμεως τοῦ λαοῦ, ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι οἱ νῦν εἰσπραττόμενοι δασμοὶ ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων δὲν εἶναι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ καὶ κατὰ τὸ 1900, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον κατὰ τὸ 1901. Ὅταν δὲ ἡμεῖς νῦν πολλαπλασιάζωμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐξηθεισῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων προσκαίρως, καθιστῶντες αὐτὰς τὰς δαπάνας σταθερὰς, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς αὐτὰς ἐν προσεχεστάτῳ μέλλοντι, μὴ ἔχοντες σταθερὰς καὶ διαρκεῖς τὰς εἰσπράξεις, ἀλλ’ ἀσταθεῖς καὶ προβλεπομένας ἀπὸ τοῦδε ὡς μελλούσας νὰ ἐλαττωθῶσιν ἀναγκαίως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνος ὁ λόγος αὐτός, κύριοι Βουλευταί, ὅστις οὐδόλως ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τῆς νῦν Κυβερνήσεως· δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατ’ αὐτὴν καὶ εἷς ἔτι οὐσιωδέστερος λόγος. Καὶ θαυμάζω, ὅτι κατὰ τὴν ἔρευναν τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐδεὶς ἐμνήσθη τοῦ λόγου τούτου. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ λαοῦ κατὰ τὸν αὐτὸν πάντοτε βαθμόν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔχει διαφόρους βαθμοὺς συνεπειῶν, καὶ οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ τῶν συνεπειῶν καθορίζονται ἀναλόγως πρὸς τὴν ὑφισταμένην διαφορὰν τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα. Γινώσκετε δὲ, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρτονομίσματος ἡ παραλλαγὴ τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα ὑπῆρξε διάφορος κατὰ χρονικὰ διαστήματα. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1892 εἶχεν ἀνέλθει ἡ χρυσῆ δραχμὴ εἰς 1,39, τὸν Μάρτιον 1,50 καὶ κατῆλθε μὲν εἰς 1,37, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνέλθῃ εἰς 1,57 κατὰ Δεκέμβριον, καὶ κατῆλθε τὸν Μάρτιον τοῦ 1893 εἰς 1,42 διὰ νὰ ἀνέλθῃ τὸν Μάϊον εἰς 1,65, καὶ κατῆλθε τὸν Ἰούνιον εἰς 1,58 διὰ νὰ ἀνέλθῃ τὸν Σεπτέμβριον εἰς 1,80 καὶ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1894 εἰς 1,87. Καθ’ ὅλην δὲ τὴν χρονικὴν περίοδον ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1893 μέχρι τῶν μέσων τοῦ 1897 ὁ μέσος ὅρος ὑπῆρξεν ὑπὲρ τὸ 1,77.

§143ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τώρα εἶναι 1,50.

§144ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ τὸ εἴπω καὶ αὐτό. Ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1,50 κατὰ μέσον ὅρον. Κύριοι, ὅταν εἰσπράττωμεν τὰς ὀφειλάς μας εἰς νόμισμα, οὐδέποτε πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὸ νόμισμα, μὲ τὸ ὁποῖον εἰσπράττομεν ταύτας· πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος, τὴν πραγματικὴν, ὄχι τὴν ὀνομαστικήν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν μικρὰν καὶ καθημερινὴν μεταλλαγὴν τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸ χαρτονόμισμα, αὕτη δὲν ἔχει καὶ οὐσιώδη ἐπιρροὴν, ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς τὰς ἑκάστοτε εἰσπράξεις· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς μεγάλας διαφορὰς, καὶ δὴ τὰς διαρκούσας ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη, —καὶ μεγάλη καὶ διαρκὴς ἦτο ἡ διαφορὰ τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ ἔτους 1894 μέχρι τῶν μέσων τοῦ 1897, —τότε πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ πόσον ἠλαττώθη ἡ πραγματικὴ ἀξία τοῦ νομίσματος· ἠλαττώθη δὲ τεραστίως κατὰ τὰ τρία ἔτη. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, καθ’ ὅσον δηλαδὴ ἐκπίπτει ἡ ἀξία τοῦ χαρτονομίσματος, κατὰ τοσοῦτον εὐχερέστεραι γίνονται καὶ πλειότεραι αἱ εἰσπράξεις, κατ’ ἀναγκαίαν συνέπειαν. Διότι καθ’ ὅσον ἐκπίπτει ἐπὶ διάρκειαν χρόνου ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος, κατὰ τοσοῦτον ὁ ὀφείλων, ὁ φορολογούμενος, εὐχερέστερον καταβάλλει. Συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπαράλλακτα ὅ,τι συμβαίνει προκειμένου περὶ καταμετρήσεως ἑνὸς τεμαχίου ὑφάσματος ὡρισμένου μήκους. Μετροῦντες αὐτὸ τὸ τεμάχιον μὲ τὸν πῆχυν, εὑρίσκομεν ὅτι ἔχει μῆκος 100 πήχεων. Ἀλλ’ ἂν σμικρύνωμεν τὸν πῆχυν αὐτὸν κατὰ τὸ ἥμισυ ὡς πρὸς τὴν ἔκτασίν του καὶ ἐπιχειρήσωμεν νὰ μετρήσωμεν τὸ ὕφασμα, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι τὸ μῆκος τοῦ ἰδίου τεμαχίου θὰ ἦναι οὐχὶ πλέον 100, ἀλλὰ 200 πήχεις, εἰ καὶ τὸ μῆκος τοῦ ὑφάσματος ἔμεινε τὸ αὐτό, ἀλλ’ ἐσμικρύνθη τὸ μῆκος τοῦ μέτρου, δι’ οὗ ἐμετρήσαμεν, δηλαδὴ τὸ μῆκος τοῦ πήχεως. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, γίνονται τὰ πράγματα, προκειμένου περὶ εἰσπράξεων. Αἱ εἰσπράξεις εἶναι τὸ ὕφασμα, καὶ τὸ νόμισμα εἶναι ὁ πῆχυς. Καθ’ ὅσον ἐκπίπτει ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος, κατὰ τοσοῦτον φαίνονται μεγαλείτεραι αἱ εἰσπράξεις. Μὴ νομίζετε δὲ, ὅτι, ἂν ἀνέλθῃ, κατ’ ἀτυχῆ σύμπτωσιν, ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἀξίας χρυσοῦ καὶ χαρτονομίσματος εἰς 2 ἢ 3 δραχμάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν δημοσίας εἰσπράξεις καὶ μέχρις 150 ἑκατομμυρίων χαρτίνων δραχμῶν, χωρὶς παντάπασιν ἐκ τούτου νὰ γίνωμεν καὶ πλουσιώτεροι. Διατί; διότι μετροῦμεν μὲ μικρότερον πῆχυν. Ἀπαράλλακτα ὅ,τι γίνεται εἰς τὸ ὕφασμα μὲ τὸν πῆχυν διαφόρου μήκους, γίνεται καὶ εἰς τὰς εἰσπράξεις μὲ τὸ νόμισμα διαφόρου ἀξίας.

§145Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ εἰσπράξεις θὰ ἦναι αἱ αὐταὶ πάντοτε, ἂν ἦναι εἰσπράξεις εἰς χρυσόν.

§146ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ δύσκολον τοῦ ζητήματος. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσητε. Δὲν εἶναι θεωρητικόν, ἔχει οὐσιώδεις πρακτικὰς συνεπείας τὸ ζήτημα. Δὲν εἰσπράττετε εἰς χρυσόν, εἰσπράττετε νῦν εἰς χαρτί, ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἰσπράττετε, ἔχει πραγματικὴν ἀξίαν μικράν. Καὶ ναὶ μὲν δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε «τοιαῦτα εἰσπράττω νῦν, τοιαῦτα καὶ δίδω»· ἀλλὰ θὰ σᾶς ἐρωτήσω: «κατὰ τὸν χρόνον, ὡς ἐλπίζεται, καθ’ ὃν θὰ κατέλθῃ ἡ ἀξία τοῦ χαρτονομίσματος εἰς 1,25, καθ’ ὃν θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ ἰσοτιμία τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα, νομίζετε, ἐπιστημονικῶς ἢ πρακτικῶς ἢ ὀρθῶς κρίνοντες, νομίζετε ὅτι θὰ δύνασθε νὰ εἰσπράττητε τότε 100,000,000 χρυσᾶς δραχμάς, ὡς εἰσπράττετε σήμερον 100,000,000 χαρτίνας; Εἶσθε ἠπατημένοι... (διάλογοι).

§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μάθημα Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἔχομεν ἐδῶ;

§148ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Συγγνώμην. Ὁμιλῶ διὰ τοὺς ἐννοοῦντας. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο σᾶς ἀναφέρω καὶ τὴν γνώμην ἑνὸς λίαν πρακτικοῦ ἀνθρώπου. Γνωρίζετε ὅτι βάσις τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας ἄλλοτε ἐν Γερμανίᾳ ἦτο ὁ ἄργυρος. Ἀλλ’ ἡ ἀξία αὐτοῦ ἐξέπιπτεν. Ὁ Βίσμαρκ τότε ἐπεζήτει τὴν μεταβολὴν τοῦ ἰσχύοντος νομισματικοῦ συστήματος. Ἤθελε τὸν χρυσὸν, καὶ ἔλεγεν: «Ὁ χρυσὸς κατέστη ὅμοιος πρὸς σκέπασμα πολὺ στενὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος θέλει νὰ ἔχῃ δι’ ἑαυτὸν καὶ τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τοὺς καλυπτομένους νὰ συνωθῶνται». Τότε, ἔχοντα ἴδιον συμφέρον, ὡς κεκτημένα πολὺν ἄργυρον, τὰ ἄλλα Κράτη, καὶ ἰδίᾳ ἡ Γαλλία, ἔλεγον: «Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! ἂς στηρίξῃ ἡ Γερμανία τὸ νομισματικόν της σύστημα καὶ ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀργύρου, ἐπὶ τοῦ διμεταλλισμοῦ δηλαδή». Ἀλλὰ καὶ ὁ Βίσμαρκ ἀπήντα: «Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! κατεστράφη ἡ Γερμανία, ἂν δὲν παραδεχθῇ τὸν χρυσὸν», ὅστις καὶ φύσει, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἔκπτωσιν τοῦ ἀργύρου, διετήρει καὶ θὰ διετήρει ἐν τῷ μέλλοντι τὴν σταθερότητα τῆς ἀξίας του. Καὶ οὕτως ἐνομοθετήθη τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα τῆς Γερμανίας, βάσιν ἔχον μόνον τὸν χρυσόν. Διατὶ ἤθελε τὸν χρυσὸν ὁ Βίσμαρκ; Διότι κατὰ τὸ δυνατὸν αὐτὸ μόνον τὸ μέταλλον διετήρει τὴν πραγματικήν του ἀξίαν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελε νὰ ἔχῃ αὐτὸ ὡς μέτρον, διότι μόνον δι’ αὐτοῦ ἐγνώριζε τί εἰσέπραττε καὶ τί ἔδιδε, μόνον δι’ αὐτοῦ εἶχε τὴν διαρκῆ σταθερότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ του· δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ τὸν ἄργυρον, οὗ μετεβάλλετο ἡ ἀξία, νὰ ἔχῃ ἕνα ἐλαστικὸν πῆχυν, ὁ ὁποῖος ὡς μέτρον νὰ τεντώνῃ καὶ νὰ μαζεύῃ ἑκάστοτε. Καὶ ἡ κυκλοφορία δὲ τοῦ χαρτίνου νομίσματος τοιοῦτος πῆχυς εἶναι. Ἐνῷ λοιπὸν εἰσπράττετε 100 ἑκατομμύρια δραχμὰς μὲ ἐπικαταλλαγὴν 1,75, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι, ἂν ἀπὸ τῆς αὔριον ἠθέλετε ἔχει ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀδύνατον νὰ εἰσπράξητε πέραν τῶν 60 ἑκατομμυρίων δραχμῶν...

§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀναντίρρητον.

§150ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Εἶναι ἀδύνατον.

§151ΝΕΓΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐμπρὸς, κύριε Βουλευτά.

§153ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀμέσως, κύριε συνάδελφε ἐξ Ἀττικῆς. Ἀκούω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως λέγοντα ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ἀκούω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν νὰ λέγῃ ὅτι ἔχω δίκαιον. Τώρα εἴπετε καὶ ὑμεῖς, κύριε συνάδελφε.

§154ΝΕΓΡΗΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἔχετε δίκαιον, ὅτι, ὅταν τὸ συνάλλαγμα ὑποτιμηθῇ, πιθανὸν νὰ μὴ δύναται τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ ὅ,τι εἰσπράττει σήμερον. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι, καθ’ ὅσον ἤθελε συμβῆ τοῦτο, θέλει ἀντιθέτως ἐπηρεασθῆ τὸ συνάλλαγμα ἐκ νέου πρὸς τὰ ἄνω· καθ’ ὅσον αἱ εἰσπράξεις δὲν θὰ γίνωνται τακτικῶς, κατὰ τοσοῦτον θὰ βλέπητε τὸ συνάλλαγμα νὰ ἀνέρχηται, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται κανονισμὸς ἐκ τῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν φοβεῖσθε, τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἔκπτωσις βεβαία, ἐκτὸς ἂν ἡ ἔκπτωσις ἐπέλθῃ δι’ ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν μέσων τοῦ τόπου, ὅτε δὲν ὑπάρχει φόβος καθυστερήσεως τῶν εἰσπράξεων.

§155ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἔχετε φόβον νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ὑφισταμένη διαφορὰ τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Βεβαίως, ἂν ἔχητε σεῖς τὴν ἐλπίδα, — τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ἔχω ἐγὼ — ὅτι ἐπὶ εἰκοσαετίαν καὶ πλέον θὰ ἤμεθα εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν μὲ τοιαύτην ἐπικαταλλαγὴν, βεβαίως δὲν θὰ ἐκπέσουν αἱ εἰσπράξεις. Ἀλλ’ ἡ προϋπόθεσις τῶν συλλογισμῶν μου εἶναι ἡ πιθανὴ, ἡ ἐπιδιωκομένη βελτίωσις τῆς νομισματικῆς καὶ τῆς παραγωγικῆς μας καταστάσεως. Οἱ δὲ κυβερνῶντες, οἵτινες δὲν σκέπτονται πῶς νὰ ἐξασφαλίζωσι τὰς ἑαυτῶν Κυβερνήσεις, ἀλλὰ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσιν, ἀπὸ τοιαύτης προϋποθέσεως δέον νὰ ὁρμῶνται. Μὲ τὸν χάρτινον προϋπολογισμὸν βεβαίως αἱ Κυβερνήσεις δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἐπὶ ἓν καὶ δύο ἔτη ἄνευ φόβου ἐκπτώσεως τῶν εἰσπράξεων, ἀλλὰ τὸ Κράτος καταστρέφεται, τὸ δὲ Κράτος ἔχει μεγαλείτερον βίον τῶν Κυβερνήσεων.

§156ΝΕΓΡΗΣ. Διὰ τῆς ἀναπτύξεως μόνον τοῦ τόπου θὰ ἐκπέσῃ τὸ συνάλλαγμα.

§157ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πᾶσα ἔκπτωσις τοῦ συναλλάγματος δὲν ἀποδεικνύει πάντοτε αὔξησιν τοῦ πλούτου τοῦ λαοῦ. Καὶ μᾶλλον πένητες γιγνόμενοι δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.

§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅπως ἐγένετο εἰς τὸ 1884.

§159ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁπότε ἐκινδύνευσε νὰ πτωχεύσῃ ὁ Πειραιεύς!

§160ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σεῖς ὑπεστηρίξατε ἐν ἀρχῇ, ὅτι, καθ’ ὅσον ὑπερτιμᾶται ὁ χρυσὸς καὶ ὑποτιμᾶται τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, κατὰ τοσοῦτον εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξάνωσιν αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἦναι ἰδανικαί. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι, χωρὶς ν’ ἀναζητήσωμεν, τί συμβαίνει ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμβάντα παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ νωπὸν ἔτι παρελθὸν, πᾶν τὸ ἐναντίον ἀποδεικνύεται. Ἐν ἔτει 1893 εἶχεν ὑπερτιμηθῆ ὁ χρυσὸς εἰς ὕψος δυσθεώρητον, εἴχομεν δὲ τότε τὴν αὐτὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ νῦν. Ἐρωτῶ δὲ, διατὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον ἐκπέσει αἱ εἰσπράξεις εἰς 93,000,000; Τὸ παρελθὸν δὲ ἔτος, ὅτε εἴχομεν τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος μέχρις 150 καὶ 145, τί παρετηρήθη; Αὔξησις τῶν δημοσίων προσόδων κατὰ 10 περίπου ἑκατομμύρια. Πόθεν προέρχεται τοῦτο; Νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ἡ κυριωτάτη πρόσοδος τοῦ Κράτους εἶναι ἐκ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, ὡς καὶ σεῖς ἐξηγήσατε. Εὐθὺς λοιπὸν, ὡς ὑπερτιμᾶται τὸ συνάλλαγμα καὶ ὁ χρυσὸς, τὸ ἐμπόριον δὲν προβαίνει εἰς προμηθείας, εὐθὺς δὲ ὡς ἐκπίπτει τὸ συνάλλαγμα, τὸ ἐμπόριον προβαίνει εἰς προμηθείας, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους αὐξάνουσιν. Ὅσον δὲ ἀφορᾶ τὰς ἄλλας προσόδους τοῦ Κράτους, τὰς μὴ ἐκ τελωνειακῶν δασμῶν, τὰς ἀμέσους, αὗται, εἴτε εἰς χρυσὸν καταβάλλωνται, εἴτε εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἶναι αἱ ἴδιαι· οὔτε αὐξάνονται, οὔτε μειοῦνται.

§161ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι εὐφυΐα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀλήθεια. Ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι δὲν ὑπολογίζω τὰς αὐξομοιώσεις τῶν εἰσπράξεων ἀναλόγως τῆς διαφορᾶς τῆς ἐπικαταλλαγῆς, τῆς διαρκούσης ἐπὶ ἕνα μῆνα· εἶπον ῥητῶς μόνον, ὅτι, ὅταν ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη καθορισθῇ μία διαφορὰ ἐπικαταλλαγῆς μεγάλης, τότε ἐπέρχονται τ’ ἀποτελέσματα. Διότι, ἂν αὔριον ἐκπέσῃ τὸ χαρτονόμισμα εἰς 3 δραχμὰς διὰ μίαν χρυσῆν δραχμὴν ἐπὶ ἕνα μῆνα, δὲν ἕπεται ὅτι ἐπὶ ἕνα μῆνα θὰ μειωθῶσιν αἱ εἰσπράξεις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω νῦν εἰς ἀνάλυσιν αὐτοῦ, διὰ νὰ τῷ ἀποδείξω πόσον ἔχει καὶ δι’ αὐτὸ ἄδικον. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα, ἐρωτῶ, ἡ Κυβέρνησις ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν τοῦ 1899, μετὰ τὰ τόσα παθήματα ἡμῶν, πῶς σκέπτεται; Σκέπτεται πῶς θὰ ζήσῃ ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη; Θὰ ζήσῃ, διότι δὲν θὰ ἔχῃ ἴσως ἐλλείμματα, καὶ ἂν ἔχῃ τι, ἔχει τὰ μέσα νὰ τὸ καλύψῃ. Ἀλλὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ μάθῃ τὸ μέλλον αὐτοῦ ἐπὶ 10–20 ἔτη, τίς θὰ τὸν ἐξασφαλίσῃ; Ὅταν δὲ μὲ χαρτίνους προϋπολογισμοὺς αὐξάνητε τὰς δαπάνας, ἐσκέφθητε, ἂν γείνωσι χρυσοῖ οἱ προϋπολογισμοί, πῶς θὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὴν φοβερὰν μείωσιν τῶν εἰσπράξεων; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ κρίνητε. Ἐὰν δ’ ἐκρίνετε ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, τότε θὰ ἐπείθεσθε, ὅτι πρέπει νὰ ἔχητε πολιτικὴν βεβαιότητος, καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς βεβαιότητος θὰ σᾶς ἠνάγκαζε νὰ ἔχητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἓν περιθώριον 10,000,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον, ὅτι ἀριθμητικῶς τὸ ἰσοζύγιον ὑπάρχει, ἀλλ’ οἰκονομικῶς βεβαίως δὲν ὑπάρχει. Ὅ,τι δὲ ὁ λαὸς ζητεῖ σήμερον, εἶναι τὸ οἰκονομικὸν καὶ ὄχι τὸ ἀριθμητικὸν ἰσοζύγιον· διότι μόνον αὐτὸ θὰ ἐξασφαλίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ Κράτος. Πρέπει ἀποκαλυπτόμενον νὰ ἴδητε μετὰ πάσης προσοχῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καλύπτεται καὶ δὲν φαίνεται, τὸ ὁποῖον ὅμως ὑπάρχει· πρέπει νὰ τὸ ἴδητε, καὶ ὅταν τὸ ἴδητε, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι καὶ σεῖς θὰ μεταβάλητε τὴν βάσιν τῶν ἐν τῷ μέλλοντι προϋπολογισμῶν σας, διὰ νὰ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν νέον αἰῶνα μὲ τὰς ἐλπίδας τῆς ἐθνικῆς ἀναβιώσεως. Διότι ἄλλως, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι μετὰ δύο, τρία ἢ τέσσαρα ἔτη θὰ γεννηθῇ κίνδυνος δι’ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Καὶ ἐνῷ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει τῆς μειώσεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς ζητῶ μέγα περιθώριον διὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς ἡμῶν, ζητῶ τοιοῦτον καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει τοῦ κινδύνου τῆς αὐξήσεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Ἀμεσωτέρα παρίσταται μάλιστα ἡ ἀνάγκη ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Διότι ἔχοντες χρέος μέγα ἐκ 30 περίπου ἑκατομμυρίων πληρωτέων κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἔχομεν ἀνάγκην ἀπόλυτον περιθωρίου, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς αὐξανομένας ὑποχρεώσεις μας, ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ ἀπὸ τοῦ χαρτονομίσματος. Ὑπολογίζομεν νῦν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν χρέος ἐπὶ τῇ βάσει ἐπικαταλλαγῆς 1: 150. Ἀλλ’ εἴτε κατέλθῃ αὕτη εἰς 1:125, εἴτε ἀνέλθῃ εἰς 1:1,75, κατὰ μείζονα λόγον δὲ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἔχομεν ἀνάγκην περιθωρίου. Ἔχομεν ἀνάγκην αὐτοῦ, εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν βαδίσῃ ἡ μεταλλαγὴ τῆς ἀξίας τοῦ χαρτονομίσματος πρὸς τὴν τοῦ χρυσοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν, Κύριοι, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα. Ἀλλ’ ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνακριβὴς καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀποκρύπτει πάσας τὰς πραγματικὰς δαπάνας τοῦ στρατοῦ, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὴ πολιτικὴ, δὲν ὑπάρχει πολιτικὴ στρατιωτικὴ, ἀποκρύπτει, λέγω, τὰς πραγματικὰς δαπάνας, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδένα λόγον ὑπάρξεως ἔχουσι καὶ αἱ καταβαρύνουσαι τὸν προϋπολογισμὸν προσωπικαὶ δαπάναι. Πᾶσαι δὲ αἱ προσωπικαὶ δαπάναι εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, θέλει ἐθνικὸν στρατὸν πρὸς ἐνέργειαν, καὶ μόνον ὅταν πεισθῇ ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἔχῃ ἐθνικὸν στρατὸν, τότε μόνον θὰ θελήσῃ νὰ καταβάλῃ καὶ τὰς δαπάνας τὰς προσωπικάς. Διότι, ἐπαναλέγω, ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἀριθμητικοῦ ἰσοζυγίου πᾶσαι αἱ δαπάναι ἐκεῖναι, ἄνευ τῶν ὁποίων περιττὸς εἶναι ὁ στρατὸς, ἂν θὰ ἔχῃ τοιοῦτον, περιττὰ εἶναι καὶ τὰ στελέχη αὐτοῦ. Ἂς ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν, τί ἀληθῶς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Καὶ ἂν σεῖς, οἱ κυβερνῶντες, δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε τί συμβαίνει, ἡμεῖς δὲν θὰ πτοηθῶμεν πρὸ τῆς ἀληθείας. Ἂν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε τὰς πραγματικὰς δαπάνας, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύνασθε νὰ χρησιμοποιήσητε καὶ τὰς προσωπικὰς δαπάνας τῶν στελεχῶν, εἴπετε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδῃ καὶ διὰ τὰς προσωπικὰς δαπάνας. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ὕπαρξιν ἐθνικοῦ, ὄχι δυναστικοῦ στρατοῦ, διότι οὐδεμία παρίσταται ἀνάγκη νὰ προφυλάξωμεν διὰ στρατοῦ τὴν δυναστείαν ἡμῶν. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀποκρύπτονται καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων πρωτίστως ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν, ἂν ἐπεθυμοῦμεν οὕτω νὰ μορφώσωμεν στρατὸν ἐθνικόν; Δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς καὶ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Ἀλλ’ εἶναι μερικαὶ ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι φωνάζουσι καὶ εἶναι εἰς πάντας ἡμᾶς γνωσταί. Προχθὲς διακεκριμένον καὶ ἁρμόδιον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, ἔλεγε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀγορεύων: «Θὰ φέρητε ξένους διοργανωτὰς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν; Ἀλλὰ τί θὰ διοργανώσωσιν αὐτοί; Αὐτοὶ θὰ ζητήσωσι νὰ ἐπισκεφθῶσι πρῶτον τοὺς στρατῶνας, καὶ θὰ συνοδεύσωσιν αὐτοὺς ἐκεῖ ἡμέτεροι ἀξιωματικοί, καὶ θὰ ἴδωσιν ἐκεῖ τὰ ὅπλα, δι’ ὧν ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι ὡπλισμένος, ὅπλα ἅτινα εἶναι δι’ ἀρχαιολογικὰ πλέον μουσεῖα προωρισμένα, διότι οἱ στρατοὶ σήμερον δὲν πολεμοῦσι μὲ Γκρᾶ. Οἱ Σέρβοι, αὐτοὶ οἱ Ρωμοῦνοι, οἱ Βούλγαροι, οἱ Τοῦρκοι ὡπλίσθησαν διὰ συστημάτων τελειοτέρων. Ἵππους δὲν ἔχομεν, πυροβόλα δὲν ἔχομεν, δὲν ἔχομεν ὑλικὸν πολέμου, δὲν ἔχομεν ὀχυρώσεις, αἱ ὁποῖαι αὐξάνουσι κατὰ τὸ διπλάσιον τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς εἴμεθα μικρὸν Κράτος καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παρατάξωμεν μέγαν στρατόν· κατὰ μείζονα λόγον ἔχομεν ἀνάγκην ὀχυρώσεων, διότι αἱ ὀχυρώσεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀναπληροῦσι τὸν πληθυσμόν». Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνομεν, πῶς νὰ διαπλατύνωμεν τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, πῶς ἀπὸ 2,500,000 κατοίκους νὰ ἔχωμεν 5,000,000, καὶ μὲ τόσα νὰ πολεμήσωμεν. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην πρόνοιαν δὲν ἔχομεν, ἐξακολουθοῦμεν ἀκόμη νὰ λέγωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι πράγματι καὶ ἀληθῶς φροντίζομεν περὶ στρατοῦ! Καὶ τί ὡρισμένως εἰς δαπάνας θέλομεν δι’ αὐτὸν τὸν στρατὸν, Κύριοι; Ἔκτακτον προϋπολογισμὸν δὲν ἔχομεν. Ἢ θὰ δανεισθῶμεν ἐσωτερικῶς, καὶ τότε ἔχομεν ἀνάγκην 100 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, — πλὴν ἐνδεχομένων ὀχυρώσεων — καὶ θὰ ἔχωμεν τότε ἀνάγκην 7 ἑκατομμυρίων δρ. διὰ τόκους, ἢ πρέπει αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον, νὰ τὸ διαβαθμίσωμεν τοὐλάχιστον εἰς πέντε ἔτη, διὰ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς ἡμᾶς νὰ ποιήσωμεν ἔναρξιν τῶν δαπανῶν ἡμῶν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ καθ’ ἕκαστον ἔτος ἀπαιτούμενον ποσὸν δέον νὰ τὸ ἔχωμεν διὰ τακτικοῦ προυπολογισμοῦ. Πῶς θὰ ἐκτελέσητε ὅμως τὰς δαπάνας ταύτας; Θὰ ζητήσητε φορολογίαν; Διατὶ δὲν ἐκάμετε λόγον περὶ τούτου; Ἐγὼ, νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πρέπει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις νὰ λάβωσι σταθερὰν ἀπόφασιν περὶ τοῦ πρακτέου. Στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν τόλμην νὰ εἴπωμεν δημοσίως ἐνταῦθα ὅ,τι λέγομεν ἰδιαιτέρως, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, εὑρισκόμενος μετὰ τῶν ἐκλογέων του, λέγει εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσποιεῖται ἐνταῦθα ὅτι πιστεύει. Πρέπει νὰ ἐξοικονομήσωμεν δι’ οἱουδήποτε τρόπου, πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται δι’ ἀληθῆ στρατόν.

§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μᾶς εἴπητε πῶς.

§163ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Πῶς νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰ 120 ἑκατομμύρια.

§164ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θέλετε νὰ ἐπιβάλητε εἰς ἐμὲ τὰ βάρη, καὶ σεῖς νὰ ἔχητε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἦσθε Ὑπουργοί; Ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν σας, τότε θὰ εὕρισκον τὸν τρόπον. Καὶ ἂν δὲν τὸν εὕρισκον, θὰ εἶχον τὴν τόλμην νὰ εἴπω μετὰ παρρησίας καὶ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὸν λαὸν, ὅτι διὰ τὸν ἐπαγγελλόμενον στρατὸν εἶναι ἀδύνατον ὁ τόπος νὰ βαστάσῃ τὰ ἀπαιτούμενα βάρη. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐλησμόνουν καὶ τὴν ἱστορίαν καὶ τὸ παρελθὸν ἡμῶν. Καὶ ἂν δὲν ἠδυνάμην δι’ ὅσων κέκτημαι νὰ μορφώσω τὸ ὅλον τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐπαγγέλλεσθε ὅτι θὰ καταρτίσητε, θὰ προετίμων νὰ θέσω τὰς βάσεις ἡμίσεως ἀριθμοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ στρατοῦ ἀληθοῦς. Οὕτω ἐνεργῶν θὰ προσείλκυον καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, καὶ δι’ αὐτῆς εὐχερέστερον καὶ ταχύτερον τὸν μικρὸν αὐτὸν στρατὸν θὰ τὸν ηὔξανον βαθμηδὸν ἐν τῷ μέλλοντι. Διότι, Κύριοι, ἂν ἡμεῖς δὲν ἐγενόμεθα ἱκανοὶ νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δίκαια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν πρέπει διὰ τοιούτου προϋπολογισμοῦ νὰ ἀποκόψωμεν καὶ τὴν ἐλπίδα ἀπὸ τῆς νέας γενεᾶς. Ἂς θέσωμεν τοὐλάχιστον ἡμεῖς νῦν βάσεις συνετῆς πολιτικῆς, ὥστε μετὰ 15 ἔτη νὰ πράξωσιν ἄλλοι ἐν τῷ μέλλοντι ὅ,τι ἡμεῖς ἕνεκα τῶν σφαλμάτων μας τῶν προηγηθέντων ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐκτελέσωμεν ἐν τῷ παρόντι. Τὸ ζήτημα τίθεται σαφῶς. Ἔχετε ἀνάγκην 17 ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ νὰ καταρτίσητε τὸν στρατὸν, μὲ ἀπαλλαγέντας, μὲ ὅλας τὰς ἄλλας δαπάνας, περὶ ὧν ὡμίλησα. Μὴ ζητοῦντες τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, καλύπτεσθε. Ἓν μόνον σκέπτεσθε, πῶς νὰ μείνητε ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη. Κατόπιν ἂς ἔλθωσιν ἄλλοι νὰ τὰ οἰκονομήσωσι.

§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, πῶς νομίζετε καὶ κατὰ πόσον δύνανται νὰ περιορισθῶσι τὰ τακτικὰ ἔσοδα, διὰ νὰ μάθωμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε.

§166ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι μία νέα τακτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τὸ σύστημα τῶν διακοπῶν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἰσηγοῦνται μέτρα, ὑπερασπίζουσαι ἐνταῦθα ταῦτα. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις περιορίζεται εἰς τὸ νὰ ἀντικρούῃ διὰ διακοπῶν τὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀγορεύουσι. Μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἔκαμε ἐξαίρεσιν.

§167Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὑπάρχει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῶσι δι’ ἐτησίου βάρους ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν 2,500,000 δρ. ἀντὶ τοῦ ὕδατος καὶ τῶν ὑπονόμων, καὶ ἐρωτᾷ ἡ Κυβέρνησις, πῶς καὶ πόθεν νὰ εὕρῃ τὰ χρήματα! Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐρωτᾷ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἑαυτὴν, καὶ ὅπως ἐξεῦρε 2,500,000 διὰ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἐργοληψιῶν, οὕτως ὀφείλει νὰ ἐξεύρῃ ἄλλα 2,500,000 δι’ ἀνάγκας τοῦ Κράτους πολὺ ἐπειγούσας.

§168ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον, Κύριοι. Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ ἰδέαι, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐν τῇ δυνατῇ συντομίᾳ ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς διὰ τὸ 1899 δὲν μὲ ἐνθαρρύνει νὰ ἐλπίζω εἰς ἀναβίωσιν ἐθνικήν. Παραβλέπει πολλὰ πράγματα, καὶ αἰσιοδοξεῖ ὑπερβαλλόντως. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προυπολογισμοῦ αὐτοῦ βεβαίως προσποιεῖται ὅτι ἐπιδιώκει ἐθνικὴν πολιτικήν. Ἐπιδιώκει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ. Τί; Τὴν διὰ πολλῶν θέσεων κτῆσιν κομματικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ὄντως θὰ ἀποκτήσῃ, ἀλλὰ διὰ τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἂν διέθετε οὐχὶ διὰ θέσεις, ἀλλὰ διὰ τὸν στρατὸν, ἦτο ἐλπὶς τότε, ἀλλὰ μόνον τότε ἦτο ἐλπὶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ παρασκευάσωμεν τοιοῦτον. Καὶ λυποῦμαι πολὺ, ὅτι ἐκ τῶν ἀτυχιῶν ἡμῶν οὐδὲν ἐμάθομεν καὶ οὐδὲν ἀπεμάθομεν δυστυχῶς.

§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§170Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ μέχρι τοῦδε ὁμιλήσαντες ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέβαλον παρατηρήσεις καὶ ἰδέας, αἵτινες δύνανται εἰς δύο νὰ ἀναχθῶσι κατηγορίας· εἰς τὴν πρώτην ἀνάγονται ὅσαι ἀφορῶσιν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ὅσαι ἐνέχουσι πολιτικὴν ἔννοιαν καὶ ἀνάγονται εἰς τὴν γενικωτέραν τοῦ Κράτους διοίκησιν. Ἄρξομαι ἐκ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρῶτος ἔλαβε τὸν λόγον καὶ συνεζήτησεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ προκάτοχός μου ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἡ πρώτη τῶν παρατηρήσεων αὐτοῦ ἀφεώρα εἰς τὴν καινοτομίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν ἐσόδων, ἰδίως τοῦ ἐσόδου τοῦ προερχομένου ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, καινοτομίαν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑπ’ αὑτοῦ συνταχθέντι, κατ’ εἰσήγησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διανεμηθέντι εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀξιοῖ, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου πρέπει τὰ εἰσπραττόμενα ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου νὰ καταλογίζωνται εἰς βάρος τῆς χρήσεως ὄχι τῆς διαρκείας τῶν 22 μηνῶν, ἀλλὰ τῆς διαρκείας μόνον τῶν δώδεκα μηνῶν. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὴν αὐτὴν χρῆσιν ἀνήκουσιν αἱ γενόμεναι ὑπηρεσίαι καὶ τὰ παρὰ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ ἀποκτηθέντα δικαιώματα ἐντὸς τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ χρῆσις». Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι πρόκειται νὰ λύσῃ νομικόν τι ζήτημα, καὶ κατέφυγεν εἰς τὴν γνώμην τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ὅστις, πλανηθεὶς ὡσαύτως, εὗρεν, ὅτι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου πρέπει αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος νὰ καταλογίζωνται εἰς πίστωσιν τοῦ ἔτους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἰσπράττονται. Δὲν ἠρκέσθη δὲ ὁ προκάτοχός μου εἰς τοῦτο μόνον, ἀλλ’ ὅτε τῷ ἐγένετο ὑπ’ ἄλλου ἡ παρατήρησις, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐλειτούργει παρ’ ἡμῖν ὁ τοιοῦτος καταλογισμὸς, ἐνόμισε καλὸν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ προκάτοχοί του δὲν κατέγειναν εἰς τὴν σπουδὴν τῶν κρατούντων εἰς τὰ λογιστικὰ ἄλλων ἐθνῶν, ἵνα ἴδωσι κατὰ τίνα τρόπον ἐβελτίωσαν τὰ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὁ κρατῶν παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἔργον τοῦ ἀειμνήστου Δημητρίου Λεβίδου, διατελοῦντος τότε διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἶναι δὲ μετάφρασις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου τοῦ κρατοῦντος τότε ἐν Γαλλίᾳ. Ἂν ἐξήταζε, πῶς ἐφήρμοζε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μετ’ ἐπισταμένης μελέτης συνέταξε τὸν νόμον, ἤθελε πληροφορηθῆ, ὅτι ἄλλως ἐκανόνισε τὰ περὶ τούτου, καὶ ἄλλως ἐλειτούργει ὁ νόμος. Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἐγγείου φόρου, δὲν πρόκειται περὶ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Ὁ ἔγγειος φόρος ἐγεννήθη ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγεννήθη ὁ καρπὸς καὶ ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ἐπ’ αὐτοῦ, δι’ αὐτὸ ὀνομάζεται καὶ ἔγγειος φόρος· λοιπὸν ἄρχεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς παράγεται ὁ σταφιδόκαρπος, καὶ ἀνάγεται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου παρήχθη καὶ ἀποταμιευθεὶς κατέστη ἐμπορεύσιμος. Ἄν ὁ ἔγγειος φόρος ἐπεβάλλετο, ὡς ὤφειλε νὰ ἐπιβάλληται, κατὰ στρέμμα, πάντως θὰ κατελογίζετο εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ παρήχθη ὁ καρπός. Ἐὰν ἐξήταζε, πῶς τελευταίως ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπου πράγματι ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου ἱκανότητος καὶ εἰδικότητος τοῦ διευθύνοντος τὸ Γενικὸν Λογιστικὸν τῆς Ἰταλίας, μετερρυθμίσθησαν θεμελιωδῶς τὰ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τὰ τοῦ καταλογισμοῦ τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἤθελε πληροφορηθῆ, ὅτι ἐκεῖ ἐνεωτέρισαν μὲν, ἀλλὰ δὲν ἐνεωτέρισαν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς χρήσεως, ὡς ἠθέλησε νὰ πράξῃ ὁ προκάτοχός μου. Ἐν Ἰταλίᾳ παρεδέχθησαν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ κλείῃ ἡ χρῆσις εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, εἰμὴ τυπικῶς, τὰ δημόσια δὲ βιβλία ἐσόδων καὶ ἐξόδων πρέπει νὰ μένωσιν ἐπὶ 5 ἔτη ἀνοικτὰ, εἰς τὸ διάστημα δὲ τῶν 5 ἐτῶν πᾶν ἔσοδον ἀναγόμενον εἰς τὴν χρῆσιν ἐκείνην νὰ καταχωρίζηται εἰς τὰ βιβλία τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως, εἰς ἣν ἀνάγεται. Οὕτω δὲ μετὰ πενταετίαν εἶναι γνωστὰ καὶ ἐξηκριβωμένα τὰ ἔσοδα ἑκάστης χρήσεως, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι γνωστὰ, καίπερ παρατεινομένης τῆς χρήσεως μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους· ἔχομεν μὲν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἓν κεφάλαιον κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, εἰς πίστωσιν δ’ αὐτοῦ εἰσπράττονται 3–4 ἑκατομμύρια δραχ., κατὰ λόγον τῆς διδομένης ὠθήσεως ὑπὸ τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν καὶ τῶν σχετικῶν περιστάσεων, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ὑποβάλλεται καὶ ψηφίζεται συνήθως μὲ ἓν κεφάλαιον ἐξόδων κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, οὗ τὸ ποσὸν κυμαίνεται μεταξὺ 3 καὶ 4 ἑκατομμυρίων. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ παρουσιάζουσι πλήρη καὶ ἀρτίαν τὴν εἰκόνα ἑκάστης χρήσεως, καὶ ὅτι πᾶσαι αἱ καθυστερήσεις τῶν δημοσίων ἐσόδων, αἱ παρουσιαζόμεναι κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως, εἶναι πραγματικαί. Ἐν τούτοις αἱ καθυστερήσεις αὗται δὲν εἶναι πραγματικαί, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἴχομεν εἰσπράξεις 4,000,000 ἐξ ἐσόδων τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου δὲν περιώρισε τὸ νεωτεριστικόν του σχέδιον εἰς μόνον τὸν ἔγγειον φόρον τῆς σταφίδος, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τοῦτο καὶ εἰς πάντα τὰ λοιπὰ ἔσοδα, ὧν ἡ εἴσπραξις ἐξακολουθεῖ καὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἤτοι εἰς τὸν ἔγγειον φόρον τῆς σταφίδος, εἰς τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ οἰκοδομὰς κλπ. Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου δὲν ἐνόησεν, ὅτι παρ’ ἡμῖν τοῦτο καθιερώθη καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον, διὰ νὰ ᾖναι γνωστὴ ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐξ ἑκάστου τῶν ἐσόδων τούτων. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ᾐσθάνετο πολλὴν τὴν εὐλάβειαν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς ἑτέρας θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, ἔπρεπε νὰ μὴ προκαλέσῃ, ὡς ἐπροκάλεσεν, ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις διὰ Β. Διαταγμάτων, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἐπὶ κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου νὰ προκληθῶσι τοιαῦται· ὤφειλε νὰ μὴ προκαλέσῃ πιστώσεις ἐκτάκτους, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια ἐπὶ κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, ἢ μᾶλλον ἐπὶ δαπανῶν, περὶ τῶν ὁποίων προϋπῆρχε πρόβλεψις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τότε καὶ μόνον ἐπιτρέπεται νὰ προκληθῶσιν ἔκτακτοι πιστώσεις, ὅταν πρόκειται περὶ δαπάνης, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐγένετο πρόβλεψις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου πολλαὶ καὶ οὐσιώδεις ἐγένοντο παραβάσεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἐν τούτοις ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, καὶ ἡ Βουλὴ ἠναγκάσθημεν νὰ τὰς κυρώσωμεν, διότι ἄλλο τι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἀφοῦ αἱ δαπάναι ἐπραγματοποιήθησαν καὶ διεπιστώθη ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἄγνοια τοῦ νόμου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ καλὴ πίστις τῶν παραβιασάντων τὸν νόμον. Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ἤθελεν εἶναι ἀξιέπαινος, ἂν ἐδεικνύετο εὐλαβῶς ἔχων ἀπέναντι τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ εἰς τὰς ἀφορώσας τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων διατάξεις του, καὶ οὐχὶ εἰς καινοτομίαν ἀναγομένην εἰς τὸν χρόνον τῆς χρήσεως, καινοτομίαν, ἥτις οὐδένα σπουδαῖον πρακτικὸν σκοπὸν ἔχει. Ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν αἰτίασιν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου, καίτοι ὑποθέτω, ὅτι πάντες ἀναγνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν πρακτικὴν ἔνοιαν ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου, ἐὰν ἔπρεπεν οὕτως ἢ ἄλλως νὰ γένηται ὁ καταλογισμὸς τῶν ἐσόδων, διότι πάντοτε εἰς τὸ αὐτὸ ταμεῖον πρόκειται νὰ εἰσέλθωσι τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα, εἴτε εἰς τὴν μίαν εἴτε εἰς τὴν ἄλλην χρῆσιν καταλογισθῶσι. Νομίζω ὅτι ἐπεξέτεινε τὰς παρατηρήσεις του καὶ εἰς τι ἕτερον, ὅτι ὑπελόγισα τὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος, τοῦ εἰσπραττομένου εἰς τὰ τελωνεῖα, εἰς ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον οὗτος εἶχεν ὑπολογίσει τὸ ἔσοδον τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶχε προσέξει εἰς τοῦτο, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν δὲν ἀναγράφεται τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος εἰς δύο κατηγορίας, δηλαδὴ εἰς ἔγγειον φόρον τῆς σταφίδος, εἰσπραττόμενον ἀμέσως εἰς τὰ τελωνεῖα, καὶ εἰς ἔγγειον φόρον ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τιμήματος τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, ἐκ τοῦ ὁποίου τὸ Δημόσιον θὰ λαμβάνῃ φόρον δρ. 4 κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαχθέντος. Τοῦτο δ’ ἐγένετο διότι ὑπῆρξε νεωτερισμὸς ἐπὶ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος, ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς σταφιδικοῦ ἔτους, ἤτοι τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Τὸ Δημόσιον εἰς οὐδεμίαν δύναται νὰ ὑποβληθῇ καθυστέρησιν ἢ ζημίαν ἐκ τῆς εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀνατεθείσης διαχειρίσεως. Ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἐξαγομένου τὸ Δημόσιον ἔχει δικαίωμα νὰ αἰτήσηται τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐκ 4 δραχ. φόρου, οὕτως ὥστε κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως θὰ ἔχῃ εἰσπράξει ὁλόκληρον τὸν φόρον τῶν 4 δρ. κατὰ χιλιόλιτρον. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ὑπολογισμὸς ὑπῆρξεν ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν οὐ μόνον ὁ προκάτοχός μου ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής.

§171ΝΕΓΡΗΣ. Ἁπλῆν παρατήρησιν ἔκαμα.

§172ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τρίτη παρατήρησις, εἰς τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπέμεινεν, ἦτο ἐπὶ τῆς γενομένης αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν δασῶν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν 289,882 δραχμῶν. Ἀμφότεροι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὑπέλαβον, ὅτι αὐτὴ ἡ αὔξησις, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, ἐνδεικνύει ἀκηδίαν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ὑλοτομούμενον ἐκ τῶν ἡμετέρων δασῶν ποσὸν ξυλείας, ὅπερ ἔδει νὰ περιορισθῇ· οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὑπεστήριξαν, ὅτι ἔδει τὸ ἔσοδον τοῦτο νὰ ὑποβληθῇ κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιώσαμεν καὶ εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1898, διότι, κατ’ αὐτούς, εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς νὰ περιορίσωμεν τὴν ὑλοτομίαν, ὅπως περισώσωμεν τὰ ἡμέτερα δάση ἀπὸ τῆς ἀπειλούσης αὐτὰ καταστροφῆς. Δὲν γινώσκω, ἐὰν πάντες ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐλάβετε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσητε δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἀκριβῶς εἰς τὴν περιφρούρησιν τοῦ μεγίστου ἡμῶν ἐθνικοῦ πλούτου, τῶν δασῶν. Τὸ ἓν τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀστυνομίαν τῶν δασῶν, τὸ δὲ δεύτερον ἀφορᾷ εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν. Ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν, ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ ἡμῶν, ἀνεγράφη ὡς ὅρος οὐσιώδης ἡ προαγωγὴ τοῦ ἐσόδου τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν δασῶν, ἡ περιφρούρησις καὶ ἡ διάσωσις τῶν δασῶν ἡμῶν, διότι τὰ δάση ἡμῶν ἀποτελοῦσιν ὄντως μέγιστον πλοῦτον. Ἡ ἀξία τῶν δασῶν ἡμῶν ὑπολογίζεται εἰς δεκάδας ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν φρονοῦμεν, ὅτι περισώζομεν τὰ δάση ἡμῶν, περιορίζοντες τὴν ὑλοτομίαν ἢ ἀπαγορεύοντες τὴν ὑλοτομίαν ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, στεροῦντες αὐτοὺς τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν καὶ τὰς οἰκοδομὰς αὑτῶν νὰ ἀνεγείρωσι καὶ νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν μέσα. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ φανῶμεν γενναιότεροι τῶν προκατόχων ἡμῶν ὡς πρὸς τὰ δάση, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ὑλοτομία. Καὶ ἠκούσθη ἐνταῦθα λεχθὲν ὑπό τινος τῶν προαγορευσάντων, ὅτι, ὅτε οὗτος διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ κινδύνῳ τῆς δημοτικότητος αὐτοῦ ἀπηγόρευσε τὴν ὑλοτομίαν εἰς ὡρισμένα δάση...

§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§174ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προσέθηκε μάλιστα ὁ διακόψας με ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι ἐσκέφθη καὶ περαιτέρω ἀκόμη, ἤτοι τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην προέθετο νὰ ἐπιτείνῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ περισώσῃ τὰ δάση. Δὲν θέλω νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν τὴν δόξαν, ὅτι κήδεται τῶν δασῶν ἡμῶν, ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι καὶ ὁ νῦν διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι γενναιότερος αὐτοῦ, οὐδὲ γενναιότερος τοῦ ἀμέσως προκατόχου αὐτοῦ, καὶ ὅτι οὐδαμοῦ εἰς οὐδὲν δάσος ἐπεξέτεινε τὴν ὑλοτομίαν, ἐξ ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέτρεπον οἱ προκάτοχοί του τὸ ὑλοτομεῖν. Λυποῦμαι διότι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περιαυτολογήσω. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι, ὅπως περιορισθῇ κατά τι ἡ ὑλοτομία, αἱ διατιμήσεις τοῦ ἔτους τούτου ἐγένοντο κατὰ τι ἀνώτεραι, ὅπως οὕτω στραφῇ ἡ προσοχὴ τῶν ἐχόντων ἀνάγκην ξυλείας πρὸς τὴν ξυλείαν τῆς ἀλλοδαπῆς. Πρόχειρον ὑπῆρχε τὸ μέσον, δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ μείωσις τῆς ὑλοτομίας εἰς τὰ ἡμέτερα δάση· ἠδύνατο νὰ ἐλαττωθῇ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν ξυλείαν, τὴν εἰσαγομένην ἔξωθεν, ὅτε οὐδεὶς ἤθελεν εὑρίσκει συμφέρον νὰ ὑλοτομῇ εἰς τὰ δάση ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὥστε καὶ τὴν ἀστυνομίαν τῶν δασῶν νὰ ὀργανώσωμεν, καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν νὰ ἐξασφαλίσωμεν. Καὶ τὴν ἐξασφαλίζομεν, ἐὰν εἴτε τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, μεταβληθῶσιν εἰς νόμους, εἴτε ἄλλα παρεμφερῆ πρὸς ταῦτα μέτρα ληφθῶσι. Συνεστήθη μία Σχολὴ εἰς τὴν Βυτίνην, ἡ ὁποία ἔχει ὡς σκοπὸν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς λεπτουργικῆς τέχνης καὶ τὴν μόρφωσιν δασοκόμων. Ἡ κατασκευὴ ξυλίνων ἀθυρμάτων ἀπέτυχε, διότι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα παρήγαγον αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι δοκιμαὶ, λειτουργεῖ ὅμως τὸ δασοκομικὸν τμῆμα, καὶ λειτουργεῖ εὐδοκίμως, διευθυνόμενον ὑπὸ Δανοῦ δασολόγου, εἰδικωτάτου δασολόγου, ἔχοντος καὶ βοηθὸν ἐπίσης καλῶς κατηρτισμένον δασολόγον. Ἐκ τῆς Σχολῆς ταύτης 10 μόνον ἔχομεν μέχρι τοῦδε μαθητὰς, οἱ ὁποῖοι ἐμορφώθησαν ὑπὸ τὸν προκάτοχον Γερμανὸν διευθυντὴν, ὁ ὁποῖος, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν δοθεῖσαν εἰς ἐμὲ πληροφορίαν, δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος, δὲν ἦτο ὅσον εἶναι ὁ νῦν κατάλληλος. Καὶ οἱ δέκα οὗτοι ἀπόφοιτοι τῆς ἐν Βυτίνῃ Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι προσεκολλήθησαν εἰς τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν Ἠλείας καὶ Πατρῶν, δὲν θεωροῦνται κατηρτισμένοι ὅπως ἔπρεπε νὰ ὦσι κατηρτισμένοι.

§175Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κάμνουσι τίποτε οὐδὲ οἱ δασάρχαι, οὐδὲ αὐτοί!

§176ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφέτος εἰς τὴν Σχολὴν τῆς Βυτίνης μένουσιν 25 νέοι, παρασκευαζόμενοι διὰ τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν· ἐκ τούτων 10 πρόκειται νὰ ἐξέλθωσιν ἐφέτος. Καὶ μία ἄλλη τις πρόνοια ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἐστάλησαν εἰς τὴν Εὐρώπην 5 ἢ 6, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, νέοι, ὅπως μορφωθῶσι δασονόμοι. Οὗτοι ἐπανερχόμενοι θὰ χρησιμεύσωσιν εἴτε ὡς δασάρχαι, εἴτε ὡς καθηγηταί. Ἀλλὰ πάντα τὰ μέσα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ παρασκευάσωσι τὸ προσωπικὸν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα διοικήσωμεν τὰ δάση ἡμῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην προσωπικοῦ μείζονος ἀριθμοῦ. Πρέπει νὰ γινώσκωμεν, ὅτι οἱ σημερινοὶ δασοφύλακες ὄχι μόνον ἀνεπαρκεῖς εἶναι, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἥκιστα κατάλληλοι πρὸς περιφρούρησιν τῶν δασῶν. Ἴσως μάλιστα δύνανται νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς συντελοῦντες εἰς τὴν καταστροφὴν μᾶλλον τῶν δασῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μορφώσωμεν ἀνώτερον καὶ κατώτερον προσωπικόν. Διὰ τοῦ ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, προτείνω τὴν σύστασιν μιᾶς Σχολῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἰδίως ἐν Καλαμπάκᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι δάση μεγάλα καὶ ξυλεία πολλῶν εἰδῶν, καὶ ὅπου δυνατὸν νὰ μορφωθῶσιν ἄριστα δασοφύλακες καὶ κατ’ ἀριθμὸν καὶ κατὰ ποιὸν ἀνώτεροι ἐκείνων, οὓς παράγει ἡ Σχολὴ τῆς Βυτίνης, διότι ἐν Βυτίνῃ ὑπάρχει μόνον ἓν εἶδος ξυλείας, ἐνῷ εἰς τὴν Καλαμπάκαν ὑπάρχουσι καὶ δρῦς καὶ ἐλάται καὶ ὅλα τὰ εἴδη τῆς ξυλείας. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως τοῦτο. Πρέπει νὰ μορφωθῇ ἀνώτερον προσωπικόν. Τὸ νομοσχέδιον προτείνει νὰ συστηθῇ εἰδικὸς κλάδος εἰς τὴν Πολυτεχνικὴν Σχολὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ὦσι δεκτοὶ μαθηταὶ, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν ἤδη τὸ δεύτερον ἔτος ἐν τῇ αὐτῇ Σχολῇ, ὥστε νὰ ἦναι παρεσκευασμένοι εἰς τὴν μηχανικὴν καὶ εἰς τὰ γενικὰ μαθήματα, ἐπὶ δύο δὲ ἔτη φοιτῶντες ἀκόμη, ὑπὸ καθηγητὰς καταλλήλους, τοὺς ὁποίους πρόκειται ἐξ Εὐρώπης νὰ φέρωμεν, νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μορφωθῶσι καλοὶ δασάρχαι. Οὕτως εἰς διάστημα τριῶν μέχρι τεσσάρων ἐτῶν τὸ πολὺ θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίσωμεν τὴν σωτηρίαν καὶ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ἡμετέρων δασῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ περὶ τοῦ προσωπικοῦ πρόνοια. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως τῶν δασῶν πρέπει νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου καταλλήλου, καὶ εἰς τοῦτο σκοπεῖ τὸ δεύτερον τῶν νομοσχεδίων. Διότι ἡμεῖς ἔχομεν νόμον περὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι πεπαλαιωμένος, καὶ τὸν ὁποῖον παρελάβομεν ἀπὸ τὰ κρατοῦντα ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, τὰ ὁποῖα ὅμως πρὸ δεκαετίας μετέβαλον σύστημα διαχειρίσεως. Ἡμεῖς ἐπιβάλλομεν τὴν φορολογίαν, ἐκδίδομεν ἀδείας πρὸς ὑλοτομίαν ξυλείας, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς βιωτικάς. Οὐδαμοῦ ὅμως τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου τὸ σύστημα τοῦτο τῆς διαχειρίσεως ὑφίσταται νῦν. Ὅπου ἐσκέφθησαν νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ δάση, καθιέρωσαν ἕτερον σύστημα· ἐπὶ τῇ βάσει καταλλήλου σχεδίου διαχειρίσεως παραδίδεται εἰς τὸν ὑλοτόμον ὁλόκληρον τὸ δένδρον· ὁ ὑλοτόμος, ἀγοράζων τὸ δένδρον, δὲν δύναται νὰ τὸ καταχρασθῇ, θὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ μέχρι τοῦ τελευταίου κλώνου, ἐνῷ σήμερον ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ ὑλοτομήσῃ πρὸς παραγωγὴν τῆς ἐν τῇ ἀδείᾳ ξυλείας πολλὰ δένδρα· σήμερον πρὸς παραγωγὴν ξυλείας προσφερομένης ἐξ ἑνὸς δένδρου δύναται νὰ καταστρέψῃ τέσσαρα δένδρα· θέλων, ἐπὶ παραδείγματι, νὰ κατασκευάσῃ σανίδας, δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ φεισθῇ τοῦ δένδρου· κόπτει τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκει πρόχειρον, ξυλεύεται ἐξ αὐτοῦ, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τὸ ἀφήνει ἄχρηστον. Ἐνῷ, ἐὰν παραδεχθῶμεν διάφορον εἶδος διαχειρίσεως, ἤτοι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προβάλλεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ περισώσωμεν τὰ ἡμέτερα δάση. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόνοια ἡμῶν περὶ τῶν δασῶν. Δὲν ἐνόησα, πρὸς τίνα σκοπὸν ἀποβλέπει ἡ κατ’ ἐμοῦ αἰτίασις ἐπὶ αὐξήσει τῆς προσόδου ἐκ τῶν δασῶν, ἀφοῦ ἔχομεν ἤδη εἰσπράξεις τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους ἀνωτέρας τῶν τοῦ προηγουμένου, καὶ ἀφοῦ μέχρι τοῦδε ἔχομεν μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνώτεραι τῶν εἰσπράξεων τοῦ ἀντιστοίχου χρόνου τοῦ προηγουμένου ἔτους. Κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν δασῶν 1,487,000 δραχ. Τί ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; 1,482,000, δηλαδὴ κατὰ 5 χιλιάδας δραχμὰς ὀλιγώτερον, τὸ μέχρι τοῦδε δὲ χρονικὸν διάστημα εἶναι ἀνώτερον τοῦ ἀντιστοίχου χρονικοῦ διαστήματος τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ποῦ εὗρον, ὅτι ἐγὼ ὑπελόγισα πέραν τοῦ προσήκοντος τὴν ἐκ τῶν δασῶν πρόσοδον; Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον περισσότερα νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἦλθε καὶ εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ ἐκεῖ παρετήρησεν, ὅτι εἰς τὰ ἔξοδα τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἡμεῖς ἐποιησάμεθα μειώσεις, καὶ ὅτι τὰς μειώσεις ταύτας ἐποιησάμεθα ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Εἶναι ἴσως ἀξιέπαινος ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου διὰ τὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε πρὸς τὸν συνάδελφόν του Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅστις εἶχεν ὑπολογίσει, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1899 νὰ χρησιμοποιήσῃ μίαν πίστωσιν, ἡ ὁποία ἀναγράφεται διὰ λέβητας καὶ μηχανὰς, ἐκ δραχμῶν 924,000, καὶ μίαν ἄλλην δαπάνην ἐκ δραχμῶν 817,000 δι’ ὁπλισμόν. Ἀνεξαρτήτως τοῦ θέματος, ἐὰν τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ὁ συνάδελφος τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἦτο ὀρθὸν ἢ ὄχι, ἡμεῖς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ἐκανονίσαμεν τὰς δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει δαπανῶν 6 μηνῶν, αἱ δαπάναι δ’ αὗται, αἱ ἀφορῶσαι εἰς κατασκευὴν λεβήτων, εἰς προμήθειαν ὁπλισμοῦ καὶ καθεξῆς, δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, καὶ ἂν ἀκόμη εἴχομεν τὴν πρόθεσιν νὰ τὰς πραγματοποιήσωμεν. Ἐκ τούτου ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν. Ὥστε δύναται νὰ ἦναι παρηγορημένος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτοῦ δὲν ἐστρεβλώθη, οὐδὲ παρωράθη. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ἦσθε διατεθειμένοι νὰ ἀκούσητε συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ νὰ προέλθωμεν εἰς μίαν γενναίαν δωρεὰν ὑπὲρ τῶν δημοσίων λειτουργῶν, καταργοῦντες τὰς λόγῳ συντάξεως κρατήσεις ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, διότι νομίζω, ὅτι—ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπαισιοδοξίαν τινῶν ἐκ τῶν προαγορευσάντων—ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν ἀσκεῖ σπουδαίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων εἰσὶ γλίσχροι, εἶναι δὲ πρέπον νὰ αὐξήσωσιν, ὅταν αἱ συνθῆκαι αἱ οἰκονομικαὶ τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέψωσιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δέν μοι ἐφάνη ἀσχοληθεὶς ἐπὶ πολὺ εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ ἔσοδα· νομίζω δὲ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ περιωρίσθησαν μόνον εἰς τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῶν δασῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀρκετὰ, ὡς νομίζω, εἶπον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω. Ἰδίως τὸν λόγον ἐπέτεινεν ὡς πρὸς τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα. Περὶ τῶν ἐξόδων τούτων ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν μελέτην του στηριζομένην εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ μεταβληθέντα εἰς νόμους, ἀλλ’ ὄχι μόνον εἰς τὰ μεταβληθέντα εἰς νόμους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μὴ μεταβληθέντα, ἤτοι εἰς τὰ ἀπομείναντα ἐκκρεμῆ· ὡς ἐκ τούτου ὑπελόγισε τὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως δαπάνην καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ὑπελόγισε τὴν δαπάνην διὰ τὴν σύστασιν πέντε, νομίζω, Πρωτοδικείων δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ὑπελόγισε τὴν δαπάνην διὰ τὰ στρατολογικὰ συμβούλια τῶν πέντε νέων νομῶν δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ὑπελόγισε τὴν δαπάνην διὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ὑπελόγισε τὴν δαπάνην διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ὑπελόγισεν ὡς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τὰς ἐπαγομένας ἐκ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμῆ καὶ ἀναγράφονται μόνον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ καταλήγων παρετήρησεν, ὅτι ὡς πρός τινας μὲν τούτων, ἰδίως τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ νέου συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, καίτοι εἶχεν ἄλλας γνώμας, νομίζει μὲν ὅτι αὗται δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀδικαιολόγητοι, παρατηρεῖ ὅμως, ὅτι ὁ προϋπολογισμός, ὡς παρίσταται, ἐνδεικνύει μίαν τάσιν πρὸς σπατάλην, ἐνδεικνύει μίαν ἀκηδίαν περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, καὶ καταλήγων ηὐχήθη, ὅπως ἡμεῖς οἱ κατέχοντες τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν ὦμεν περισσότερον φειδωλοί. Ἡμεῖς δὲν ἰσχυρίσθημεν ποτὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτε διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὑπῆρξε σπάταλος. Ἀξιοῦμεν ὅμως παρ’ αὐτοῦ νὰ μὴ προβάλλῃ ἄνευ ἀποδείξεων τὴν καθ’ ἡμῶν αἰτίασιν ἐπὶ σπατάλῃ. Ἀξιοῦμεν καὶ παρ’ αὐτοῦ καὶ παρὰ τῶν συζητούντων ἐπὶ τῶν πράξεων ἡμῶν, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δημοσίων δαπανῶν, νὰ μὴ λησμονῶσιν, ὅτι ἐπιδιώκομεν διὰ τῶν προϋπολογιζομένων δαπανῶν τὴν βελτίωσιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐν τῷ μέτρῳ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου μέσων. Ὑποθέτω, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ πληροφορηθῇ ὁποῖοι ἦσαν οἱ προυπολογισμοί, ὁποῖαι ἦσαν αἱ πιστώσεις αἱ ζητηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896, καὶ ἂν μάθῃ, ποῖαι ἦσαν αἱ πιστώσεις, τὰς ὁποίας οὗτος ἔλαβε, θὰ κρίνῃ ἀσφαλῶς, ἂν ἡμεῖς ὄντως εἴμεθα σπάταλοι, ἂν ἡμεῖς οὐδὲν κῆδος δεικνύομεν πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα. Αἱ πιστώσεις τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ 1895 ἀνῆλθον ἐν ὅλῳ εἰς 97,798,942 δρ. Ἐκ τούτων αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀνέρχονται εἰς 22,946,169. Αἱ πιστώσεις αἱ ζητηθεῖσαι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως ἡμῶν ἀνήρχοντο εἰς 74,852,773. Κατὰ τὸ 1896 ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ πιστώσεις ἀνερχόμεναι εἰς 98,986,340. Ἐκ τούτων 23,595,208 ἀνάγονται εἰς τὸ δημόσιον χρέος. Ἑπομένως διὰ τὴν ἰδιαιτέραν διοίκησιν 75,391,132. Ἡμεῖς ζητοῦμεν πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 103,418,273, περιλαμβανομένων καὶ πασῶν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἵτινες ἐδημιουργήθησαν διὰ τῶν νόμων, οὓς ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν. Ἐκ τούτων 29,014,277 ἀνάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἑπομένως ζητοῦμεν πιστώσεις δρ. 74,403,996, τουτέστιν ἐν συγκρίσει μὲν πρὸς τὰς τοῦ 1896 αἱ ζητούμεναι ὑφ’ ἡμῶν πιστώσεις εἶναι κατώτεραι κατὰ δραχμὰς 1,200,000, ἀπὸ δὲ τὰς πιστώσεις τοῦ 1895 εὑρίσκονται αἱ ὑφ’ ἡμῶν ζητούμεναι ἐν διαφορᾷ ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι ὀφείλω νὰ παρατηρήσω. Ποῖαι πιστώσεις ἐδόθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896 δι’ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ τίνες αἱ ζητούμεναι παρ’ ἡμῶν; Ἀφαιρουμένων τῶν πιστώσεων τούτων, ἡ σύγκρισις τῶν χρήσεων τούτων παρουσιάζει τὰς πιστώσεις τοῦ 1899 κατὰ ἓν ἑκατομμύριον κατωτέρας τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐζητήθησαν καὶ ἐχορηγήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, διευθύνας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Διατὶ ἔχομεν πιστώσεις ἀνωτέρας ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων; Γινώσκετε πάντες, ὅτι τὸ 1899 πληρώνει τὰς ἁμαρτίας τοῦ 1897 καὶ 1896. Δὲν ἐκαθαρίσθησαν ἐγκαίρως πᾶσαι αἱ δαπάναι τοῦ 1897, καὶ διὰ τοῦτο ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἐπιβαρύνεται μὲ βάρη ἀνώτερα τῶν συνήθων. Ἐν τῷ παρελθόντι αἱ διὰ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων πιστώσεις ἀνήρχοντο εἰς ἓν ἑκατομμύριον ἢ ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑκατὸν ἢ διακοσίας χιλιάδας δραχμάς. Εἰς λεπτομερείας τινὰς ἀληθῶς, ἀφορώσας τὰ ἔσοδα πρὸ παντὸς, ἠσχολήθη καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον συνεζήτησεν, ἐνεδείκνυεν, ὅτι καὶ αὐτὸς οὗτος ἀσθενεστάτην ἔχει πεποίθησιν ἐπὶ τῶν ὑπολογισμῶν του. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, συζητῶν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, κατέχεται πάντοτε ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἀπαισιοδοξίας. Καὶ ἴσως δὲν ἔχει ἄδικον, διότι τὸ παρελθὸν ἐφάνη μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὰς ἀπαισιοδόξους προγνώσεις του. Δὲν δύναμαι νὰ καθορίσω, ἂν ἐξ ἰδιοσυγκρασίας, ἢ διότι παρεσύρθη ἐκ τοῦ ῥεύματος τῶν περισσοτέρων, κατετάχθη μεταξὺ τῶν ἀπαισιοδόξων, — καὶ δὴ τῶν ἄγαν ἀπαισιοδόξων — ὡς ἐκ τούτου ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων, ὅτι τὰ ἔσοδα πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς 105 ἑκατομμύρια καὶ νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ ἓν ἔλλειμμα ἐξ 1,700,000, καίτοι κατὰ τὰς ἰδέας αὐτοῦ δὲν παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς ἐλλείψεις. Ἀλλ’ οὐδεμίαν τῶν ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας προέτεινεν, ὑπεστήριξε δι’ ἀριθμῶν καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων σοβαρῶν, διότι εἰς ἕκαστον τῶν ἐσόδων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δίδεται καὶ ὁ λόγος· ἢ στηρίζεται εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἢ εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἢ στηρίζεται ἴσως εἰς τι ἐλάχιστον καὶ ἀσήμαντον ἔσοδον, εἰς προβλέψεις. Ποῖαι προεβλήθησαν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν αὐξήσεις, ἢ μᾶλλον ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐπὶ τῶν κυριωτέρων ἐκτίμησις ἡμῶν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα; Εἴχομεν κατὰ τὸ 1898 πρόσοδον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν 34,500,000 δραχμῶν. Ὑπολογίζομεν 31,000,000, ἤτοι ὑπολογίζομεν ἐπὶ ἔλαττον 3,500,000, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅμοια πρὸς τὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους· ἔχομεν ἀκόμη καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης ὅμοιον πρὸς τὸ ἀντίστοιχον τοῦ παρελθόντος ἔτους· εἶναι δὲ περίεργος ἡ σύμπτωσις, ὅτι ἡ διαφορὰ παραλλάσσει μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χιλιάδων. Ἔχω λόγον νὰ μὴ στηρίζω τοὺς ὑπολογισμούς μου εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1899 εἰσὶν ὅμοιαι πρὸς τὰς τοῦ 1898, τὸν λόγον, ὅτι κατὰ τὸ 1899, ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις Ἀπριλίου, ἔχομεν τὰς εἰσπράξεις τῆς Θεσσαλίας, ἐνῷ κατὰ τοὺς μῆνας τούτους τοῦ 1898 ἡ Τουρκικὴ κατοχὴ εἰσέπραττεν ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ τελωνειακὰ τέλη. Ἀλλ’ ὀφείλω καὶ κατὰ τοῦτο νὰ μὴ ἀφήσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀγνοῇ τὰς βάσεις τῶν ὑπολογισμῶν μου. Αἱ εἰσπράξεις τῆς Θεσσαλίας αἱ τελωνειακαὶ ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ ἐτησίως εἰς δρ. 1,200,000 περίπου. Ὥστε, καὶ ἂν τῶν τεσσάρων τούτων μηνῶν τὰς εἰσπράξεις ἀφαιρέσωμεν, ἔχομεν εἰσπράξεις τοῦ 1898 πρὸς σύγκρισιν οὐχὶ κατωτέρας τῶν 34,000,000. Ὥστε ἠδυνάμεθα νὰ φανῶμεν γενναιότεροι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐπροτίμησα νὰ περιορίσω τὰς ἐκτιμήσεις εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἐλάχιστον. Εἰς τὰ ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ποῦ ἐστηρίχθην, ὑπολογίσας κατὰ τι ἀνώτερον τὸ ποσόν; Εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι τὰ παρελθόντα ἔτη ὑπῆρξαν ἀνώμαλα. Ἑπομένως αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ὑπῆρξαν χαλαραί· ἐπειδὴ δὲ ἤδη τὰ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας εἰσέρχονται εἰς ὁμαλώτερον στάδιον ἐνεργείας, νομίζω ὅτι ἔσεται πιθανὴ ἡ τῶν εἰσπράξεων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων ὑπολογισθεῖσα αὔξησις. Εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ ἕτερόν τι· ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ εἰσπράξεις τοῦ παρελθόντος χρόνου, ἰδίᾳ δὲ τοῦ τμήματος τοῦ χρονικοῦ, τὸ ὁποῖον διήλθομεν ἤδη, τοῦ 1899, ἐν σχέσει πρὸς τὸ προηγούμενον ἔτος; Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις, εἶπον ὑμῖν ἤδη ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ συμπέρασμα τῶν μελετῶν μου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ὑπολογισμούς μου ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐσόδων, κρίνω ἐπάναγκες νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν περιληπτικῶς τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθην. Ἐνταῦθα ἔχω μόνον τὰς ταμειακὰς εἰσπράξεις. Αἱ ταμειακαὶ εἰσπράξεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μοὶ ἦναι γνωσταὶ μέχρι τέλους Ἰουνίου, διότι, ὡς γινώσκετε, εἶναι δύσκολος ἥ τε συγκέντρωσις καὶ ὁ ἔλεγχος αὐτῶν, ὅπως δημοσιευθῇ ἡ κατάστασις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην νὰ προσκομίσω ἐνταῦθα τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων τῶν πέντε μηνῶν, δηλαδὴ μέχρι τέλους Μαΐου· ἀνατρέχων δὲ εἰς τὰς καταστάσεις τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν, 1896, 1897 καὶ 1898, ἠναγκάσθην νὰ ποιήσωμαι σύγκρισιν, ἵνα καὶ ὑμεῖς πεισθῆτε, ὅτι δὲν ὑπολογίζω ἐπὶ ἐδάφους ἐπισφαλοῦς. Οὕτως αἱ εἰσπράξεις τῶν πέντε μηνῶν τοῦ 1896 ἀνῆλθον εἰς 27,151,650, αἱ εἰσπράξεις αἱ ταμειακαὶ τοῦ 1897 κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἀνῆλθον εἰς 23,512,000, αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1898 ἀνῆλθον εἰς 21,300,000, καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1899 ἀνέρχονται εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονηθῇ ἓν γεγονός, ὅτι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον διηνύσαμεν κατὰ τὸ 1899, δὲν ἦτο ὁμαλὸς, διότι εἴχομεν ἐν τῷ μεταξὺ ἐκλογὰς, καὶ, ὡς γινώσκετε, αἱ ἐκλογαὶ δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀκριβῆ τῶν δημοσίων ἐσόδων εἴσπραξιν· διακόπτονται αἱ εἰσπράξεις πρὶν ἢ ἀρχίσωσιν αἱ ἐκλογαὶ, καὶ μετά τινα χρόνον ἀπὸ τοῦ πέρατος τῶν ἐκλογῶν ἐπαναλαμβάνονται. Δὲν πρέπει δὲ νὰ μὴ σημειωθῇ ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ διοικητικαὶ μεταβολαὶ ἐπηρεάζουσι τὰς εἰσπράξεις τὰς ταμειακάς. Ἁπανταχοῦ, ὅπου λειτουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, γίνεται τοῦτο. Ὡς πρὸς τὰ ἐκ τῶν μονοπωλίων ἔσοδα, λυποῦμαι, διότι δὲν εὑρίσκω πρόχειρον εἰδικὸν σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατήρτισα· ἀλλὰ δύναμαι ἐπισήμως νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν ἓξ μηνῶν τοῦ 1899 εἶναι ἀνώτεραι τῶν εἰσπράξεων ὅλων τῶν παρελθόντων ἐτῶν (ὄχι εἰς μεγάλην ποσότητα, ἀλλὰ πάντως ἀνώτεραι). Δὲν νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐπὶ πλέον νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι πεπεισμένη, ὅτι αἱ δοθεῖσαι ὑπ’ ἐμοῦ ἐξηγήσεις ὡς πρός τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα στηρίζονται ἐπὶ ἐδάφους ἐκκαθαρισμένου, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἰσήλθομεν εἰς τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, καὶ ὑπελογίσαμεν ὅ,τι κυρίως ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ δαπανήσωμεν πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν νέων νόμων. Πρὶν ἢ ἐπὶ τῶν γενικωτέρας σημασίας προβληθεισῶν ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἰδεῶν ἀσχοληθῶ, δὲν νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς χθὲς ἑσπέρας, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀποτεινόμενος, εἶπεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ παρελθόν. Ὑπελάμβανον τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς παλαιοὺς κεκλεισμένους. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ θίξῃ τὸ παρελθὸν καὶ τὰ ἐπεισόδια τῶν τοῦ παρελθόντος συζητήσεων, ἅτινα οὐδεμίαν προσεπόρισαν αὐτῷ πολιτικὴν ὠφέλειαν. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν παρεκάθησθε εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὸ 1895, ἐνθυμεῖσθε τὸ λαβὸν χώραν ἐπεισόδιον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἦτο Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὗτος, ἀπαντῶν εἰς ὅσας προέβαλον παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν μὴ ὑπαγομένων εἰς τὴν ἰσοβιότητα δικαστικῶν τοιούτων, καὶ εἰς ὅσας προέβαλον παρατηρήσεις περὶ τῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος προήδρευεν, ὑπέλαβεν ὅτι ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλῶ περὶ τῶν θεσμῶν καὶ περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, τοὐναντίον δὲ μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ λάβω τὴν εἰς Μονὴν ἄγουσαν, ἵνα ἐξιλεωθῶ διὰ τὰς ἁμαρτίας μου τὰς πολιτικὰς, ἢ νὰ μιμηθῶ τὴν Κασσιανὴν καὶ ἀσχοληθῶ εἰς σύνταξιν τροπαρίων. Συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐπεβάλλετό μοι νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις, ἐὰν ἦτο εἰς ἐμὲ ἐπιτετραμμένον νὰ συζητῶ περὶ τῶν θεσμῶν καὶ περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς, καὶ εἰς τίνα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ ἐπεβάλλετο νὰ λάβῃ τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς Μονήν. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐκπληρῶν τότε, διὰ μακρῶν ἀγορεύων, ἐξήτασα τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν ἀρχηγός, πρὸ παντὸς δὲ συνέκρινα τὴν πολιτείαν τοῦ ἡμετέρου πολιτικοῦ κόμματος πρὸς τὴν πολιτείαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὸ τρίτον τότε ἀναλαβόντος τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν. Κατὰ τὴν κρίσιν τῶν ἀμερολήπτως καὶ ἐν ἐπιγνώσει κρινόντων τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα, ἀπέδειξα, ὅτι, ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἡμῶν δὲν ἀνεκόπτετο ἐκ τῶν σφαλμάτων καὶ τῶν λαθῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἧς προΐστατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη δὲν ἤθελε καταλήξει εἰς πτώχευσιν. Καὶ ὅτε ὑπέλαβον, ὅτι ἀπέδειξα τοῦτο δι’ ἀριθμῶν, δι’ ἀριθμῶν οἵτινες εἶναι τόσον γνωστοὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, διὰ τῶν ἀριθμῶν οἱ ὁποῖοι δεικνύουσι τὸ μέγα ἔλλειμμα τῶν 130,000,000 τῶν χρήσεων 1885 καὶ 1886 καὶ τὸ οὐχ ἧττον σπουδαῖον ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1890 καὶ 1891 τῶν 60,000,000, ἀπετάθην πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπηύθυνα τὸ ἐρώτημα πρὸς πάντα τὸν εὐσυνειδήτως κρίνοντα, τίς μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ ἐμοῦ ὤφειλε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πολιτικὴν καὶ νὰ τραπῇ ἐπὶ τὴν ἄγουσαν εἰς Μοναστήριον. Πρὸς τοῖς ἄλλοις ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀγορεύων τελευταίως, ἰσχυρίσθη ὅτι κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀνήκομεν, ἐψηφίσθησαν 560 νόμοι. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν θεωρῶ τοῦτο ἁμάρτημα. Ἐν τούτοις εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν περιέργειαν νὰ ἴδω, πόσοι ὑπεβλήθησαν νόμοι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καθ’ ὃν χρόνον διῴκει οὗτος τὰ κοινά. Ἐφ’ ὅσον ἀφεώρα εἰς τοὺς νόμους τοὺς ὑποβληθέντας ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἦτο περιττὸν νὰ ἐρευνήσω, καθόσον ἠσχολήθη ἀντ’ ἐμοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἠσχολήθην ὅμως εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ὑποβληθέντων καὶ ψηφισθέντων νόμων καθ’ ὃν χρόνον διηύθυνε τὰ κοινὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ὤφειλον νὰ ἐξεύρω, πόσον χρόνον διῴκησε τὰ κοινὰ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης καὶ πόσον χρόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἐκ τῆς γενομένης ἐρεύνης ἐβεβαιώθη, ὅτι ὁ μὲν Τρικούπης διηύθυνε τὰ κοινὰ ἐπὶ 9 ἔτη, 8 μῆνας καὶ 10 ἡμέρας, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπὶ 4 ἔτη, 2 μῆνας καὶ 20 ἡμέρας, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν. Κατὰ τὴν πρώτην πρωθυπουργίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια 198· ἐκ τούτων ἐψηφίσθησαν καὶ μετεβλήθησαν εἰς νόμους 183. Κατὰ τὴν δευτέραν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Δηληγιάννη εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν 265 νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων ἐψηφίσθησαν καὶ μετεβλήθησαν εἰς νόμους 140. Κατὰ τὴν τρίτην πρωθυπουργίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ 338 νομοσχέδια, μετεβλήθησαν δὲ εἰς νόμους 245. Ἤτοι νομοσχέδια μὲν εἰσήχθησαν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, 802, ἐψηφίσθησαν δὲ καὶ μετεβλήθησαν εἰς νόμους 568. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν, τοὺς πίνακας τούτους, οἱ ὁποῖοι εἶναι συντεταγμένοι ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναγράφουσι τοὺς νόμους καὶ τὰ στοιχεῖα αὐτῶν, νὰ καταθέσω εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προεδρείου. Ἄν τις ἀνεύρῃ πλάνην τινὰ, εἰμὶ πρόθυμος νὰ δεχθῶ τὴν διόρθωσιν· ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων βεβαιῶ, ὅτι τὰ ἐν τοῖς πίναξιν ἀναγραφόμενά εἰσιν εἰλημμένα ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμία δὲ ἀνακρίβεια θὰ παρατηρηθῇ εἰς αὐτούς. Ἓν μόνον δὲν ἐπρόφθασα νὰ πράξω, νὰ κατατάξω τοὺς νόμους τούτους καθ’ ὕλην, ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅστις, ὡς φαίνεται, εἶχε πλειότερον ἐμοῦ καιρόν. Ἀλλ’ ἔλεγον πρότερον, ὅτι, τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν ἀποδίδω σπουδαιότητα εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν νόμων, διότι εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι οἱ πολιτειολόγοι, οἱ συγγράψαντες περὶ τῶν χαρακτηριστικῶν τῆς ἀγαθῆς Πολιτείας, ἀνευρίσκουσιν, ὅτι ἡ πολυνομία δὲν εἶναι τύπος εὐρώστου καὶ καλῶς ἐχούσης Πολιτείας, ἀλλὰ πάντες οὗτοι ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν Πολιτείας πρὸ αἰώνων μεμορφωμένας καὶ λειτουργούσας, δὲν κρίνουσι περὶ Πολιτείας, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν τῇ πρώτῃ αὑτῆς συστάσει, ἐν τῇ πρώτῃ αὑτῆς μορφώσει. Μεταξὺ ἐν τούτοις τῶν πολιτειολόγων αὐτῶν ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ φρονοῦντες, ὅτι, προκειμένου περὶ Πολιτείας διατελούσης ἐν τῇ πρώτῃ ὀργανώσει αὑτῆς, ἡ πολυνομία ἐπιτρέπεται, ἀρκεῖ οἱ νόμοι οἱ ψηφιζόμενοι νὰ ἐπιδιώκωσι καὶ ἐπιτυγχάνωσι τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν. Πρὸ παντὸς δὲ εὑρίσκω ὅτι, καὶ ἂν ἐκ συμπτώσεως ἦσαν περισσότεροι οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες καθ’ ὃν χρόνον διῴκει τὰ κοινὰ ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν ἀρχηγός, τοῦτο δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὡς ἐλάττωμα τοῦ πολιτικοῦ κόμματος ἡμῶν· διότι τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν, παρέστησεν ἑαυτό, καὶ πράγματι ὑπῆρξεν, οὐχὶ ὡς κόμμα προσωπικόν, ἀλλ’ ὡς κόμμα μεταρρυθμιστικόν, τὸ δὲ κόμμα τὸ πολιτικόν, τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ κόμματος ἐκείνου, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν εἶναι κόμμα προσωπικόν, ἀλλὰ κόμμα μεταρρυθμιστικόν. Τούτου ὄντος ἀμφισβητήσεως ἀνεπιδέκτου, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν καὶ ἡ ὑπόθεσις, ὅτι πλείονες εἶναι οἱ νόμοι, οἵτινες ἐψηφίσθησαν τῇ εἰσηγήσει τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Ἐὰν ὅμως οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐξετασθῶσιν ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῶν, πάντες θὰ εὑρεθῶσιν ὡς ὑπαγορευθέντες ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς βελτιώσεως τῶν κοινῶν καὶ τῆς εὐημερίας τῆς χώρας, ἐνῷ, τοὐναντίον, ἐὰν ἐξετασθῶσιν οἱ νόμοι οἱ ὑποβληθέντες ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ, τί θέλετε ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῶν ἀνεύρει; προσπάθειαν ἐνδελεχῆ καὶ ἄστοχον πρὸς ἀναστάτωσιν τῆς λειτουργούσης νομοθεσίας καὶ ἰδίως πρὸς κατάργησιν ἢ μεταρρύθμισιν τῶν τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ψηφισθέντων νόμων. Ὡς ἐκ τούτου ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1885, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, θὰ ἴδητε ἀνατρεπομένους τοὺς νόμους τοὺς φορολογικοὺς περὶ μονοπωλίου τῶν πυρείων, περὶ πετρελαίου, περὶ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ περὶ ἄλλων φορολογικῶν θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἀσχοληθῆ οἱ διοικήσαντες ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885. Ἐννοεῖτε, ὅτι, ὅτε ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἐπανῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἤτοι κατὰ τὸ 1887, καὶ ὑπεστηρίζετο ὑπὸ μεγάλης πλειονοψηφίας, ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ ἀφήσῃ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον ψηφισθῆ, καὶ οἵτινες εἶχον ἀνατρέψει τοὺς τῇ εἰσηγήσει του ψηφισθέντας πρότερον νόμους. Συνέβη δὲ καί τι ἕτερον· ἡ μειονοψηφία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἰσηγουμένου τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἀπεχώρησεν ἐπί τινα χρόνον τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ οὕτω μετὰ μεγαλειτέρας εὐκολίας προέβη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων, νόμων ἁπάντων χρησίμων. Ἀλλ’ ἐπανῆλθε πάλιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ πάλιν εὑρίσκεται ἀσχολούμενος εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν νόμων τῶν ψηφισθέντων τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη. Ὥστε κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐφ’ ὅσον εἰσηγητὴς τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, φαίνεται κυρίως σκοποῦσα τὴν ἀνατροπὴν τῶν κειμένων νόμων, τὴν ἀνατροπὴν τῶν τῇ εἰσηγήσει τοῦ προκατόχου του ἐψηφισμένων νόμων. Ἄλλως τε γνωστὸν εἶναι, ὅτι, καθ’ ἃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς διεκήρυξε, τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα συνίστατο εἰς τὴν διάπραξιν τοῦ ἀντιθέτου τῶν ὅσων ἔπραττεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης. Πρὸς ἐκτέλεσιν δὲ τοῦ προγράμματος τούτου προέβη εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν νόμων, ἐπὶ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Δύο ἐκ τῶν προηγορευσάντων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, μὲ ὅλας τὰς γνώσεις, μὲ ὅλην τὴν ἐμπειρίαν αὐτῶν, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπ’ αὐτοὺς προσδοκίαν τῆς Βουλῆς, δὲν ηὐκόλυναν περισσότερον τῶν ἄλλων τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι ἔναυλοι εἰς τὰς ἀκοὰς ὑμῶν οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος ἠσχολήθη νὰ ἀναλύσῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1897 καὶ 1898 καὶ τὰ τοῦ ἐλέγχου μετὰ φιλοπονίας ἐκτάκτου. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐγὼ, μεθ’ ὅσην καὶ ἂν ἔχω ἄσκησιν εἰς τὸν χειρισμὸν τῶν ἀριθμῶν, μετὰ δυσκολίας ἤθελον παρασκευάσει τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤγειρε τὴν ἀπορίαν μου, εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο, ὅτι ἠσχολήθη μετ’ ἐκτάκτου ζήλου νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μελέτας καὶ γνώμας τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, ὡσανεὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ ἐξετάσαντες τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς ἑξαετίας ἦσαν οἱ ἐξοχώτεροι τῶν ἐν Εὐρώπῃ οἰκονομολόγων, ἢ μᾶλλον ὡσανεὶ οὗτοι καὶ μόνοι εἶχον ἐξονυχίσει τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ κατέστησαν ἐγκρατέστεροι ἡμῶν καὶ ἡ κρίσις αὐτῶν δέον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέτρον πρὸς διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Δὲν γινώσκω, ἐὰν ἦναι παρὼν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἐνῷ ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη νὰ ὑποδείξῃ τὰς βάσεις τῆς συντάξεως τῶν προϋπολογισμῶν ἡμῶν μέχρι τοῦ 1903, οὗτος ἠσχολήθη νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει εὑρισκόμενοι, ὠφείλομεν νὰ παρασκευάσωμεν προϋπολογισμὸν διὰ εἴκοσιν ἔτη! Εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι τὰ πάντα εἰσὶ δυνατὰ ὑπὸ τὴν εὐθύνην ἄλλων· τὸ ἐπ’ ἐμοί, θαυμάζω τὸν πεπροικισμένον διὰ τοιαύτης ὀξυνοίας καὶ προνοητικότητος, ὥστε νὰ δύνηται νὰ συντάξῃ δι’ εἴκοσιν ἔτη προϋπολογισμὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον, προκειμένου νὰ διαρρυθμίσωμεν τὰ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, νὰ μὴ καλέσωμεν αὐτὸν νὰ διευθύνῃ αὐτά, διότι ὁμολογουμένως δεικνύει προορατικὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν. Ἀλλὰ πάνθ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δραγούμης εἶπε γενικῶς περὶ τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους παρεσκεύασεν ἡ διεθνὴς οἰκονομικὴ ἐπιτροπή, περὶ τῶν σκέψεων αὐτῆς καὶ περὶ τῶν πεποιθήσεων αὐτῆς ἐπὶ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας διὰ τὸ μέλλον, ἦσαν ὡς ἄριστα διεσκευασμένα ὑπὸ ῥητορικὴν ἄποψιν. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὑπέπεσεν εἰς μίαν πλάνην. Πρῶτον συνεβούλευσε τοὺς κυβερνῶντας νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἀλλ’ ἐνῷ συμβουλεύει τοὺς κυβερνῶντας ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, κατακρίνει αὐτοὺς βραδύτερον διότι ἀνέγραψαν πιστώσεις ὑπὲρ νέου ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὑπὲρ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος, ἢ ὑπὲρ ἄλλου τινὸς μέτρου γενικοῦ· διότι ὅσα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν πόθον, τὸν ὁποῖον γινώσκομεν ἐκ φυλλαδίου δημοσιευθέντος πρὸ τῶν ἐκλογῶν, πρὸς τὸν πόθον τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, τοῦ νὰ ἄρωμεν ὡς τάχιστα τὸν ξενικὸν ἔλεγχον διὰ τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀποβαίνουσιν ἀκατάληπτα. Ὑπάρχουσιν ἕτεροι Βουλευταί, φρονοῦντες ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν οἰκονομιῶν νὰ ἔχωμεν κατ’ ἔτος περίσσευμα 6,000,000, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συμβουλεύει νὰ χρησιμοποιήσωμεν διὰ δύο σκοποὺς, νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ ἄρωμεν τὸν ἔλεγχον. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀμφότερα ταῦτα νὰ ἐπιτευχθῶσι διὰ μόνου αὐτοῦ τοῦ πλεονάσματος. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Γουναράκην, παρατηρῶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἶναι βῆμα Ἀκαδημαϊκὸν καὶ δύναται ἐντεῦθεν νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας του οὐχὶ ἐνώπιον Βουλευτῶν, οἵτινες δικαιοῦνται νὰ συζητῶσι καὶ ὑποβάλλωσιν εἰς ἔλεγχον τὰς προβαλλομένας γνώμας καὶ ἰδέας, ἀλλ’ ἐνώπιον μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι μόνην ὑποχρέωσιν ἔχουσι νὰ ἀκροῶνται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν θεωρίας τινὰς, ἐφ’ ὧν δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταλίπω τὸ βῆμα πρὶν ποιήσωμαι μίαν δήλωσιν. Οἱ μέχρι τοῦδε συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατέδειξον ἐλλείμματα οὐχὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, διότι πάντες παραδέχονται, ὅτι αἱ γενόμεναι προσαυξήσεις ἦσαν ἀναγκαῖαι καὶ δὲν δημιουργοῦσιν ἔλλειμμα, ἀλλὰ πάντες εὗρον, ὅτι ὑπολογίζομεν ἤδη τὰς διὰ τὸ 1900 δαπάνας ἐν ποσότητι ἀνωτέρᾳ τῆς διὰ τὸ 1899 ὑπολογισθείσης. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐγένετο ὑφ’ ἡμῶν γνωστόν, ὅτε εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ὅτι δὲν ὑποβάλλομεν σταθερὸν προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ὅτι ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον νὰ ποιησώμεθα ἕναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματος ἡμῶν. Ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν; Νὰ δώσωμεν εἰς τὸν στρατὸν τὸν ἀρχικὸν αὐτοῦ προορισμὸν, ὅπως ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἀντάξιον τοῦ ὀνόματος. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔδει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἔδει νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, αἵτινες σήμερον εἶναι ἀνατεθειμέναι εἰς τὸν στρατόν. Τοῦτο ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς κατὰ διάφορον σύστημα ὀργανώσεως τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, οὕτως ὥστε ἡ χωροφυλακὴ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐν ὑπαίθρῳ δημοσίαν ἀσφάλειαν, τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἕδρα συντάγματος, τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ὡς πρὸς τὴν χωροφυλακήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀμέσως τοῦ ὅλου ὀργανισμοῦ ἡ ἐφαρμογή, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ προκαταρκτικὴ ἐργασία πρὸς τοῦτο. Ὡς πρὸς τὴν ἀστυνομίαν, γίνεται ἤδη ἡ δέουσα μελέτη πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφισθέντος ἤδη νόμου τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι διὰ τὸ 1900 θὰ παρουσιάσωμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἄρτιον. Δὲν ἔσχον ἀφορμὴν νὰ θίξω τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Περὶ ταύτης ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι συζήτησις μακρά. Κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1896, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ὁ ὁρίζων ὁ πολιτικὸς τῆς Εὐρώπης ἦτο πλήρης ὁμίχλης. Ὁ προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν, ἦτο ἐντελῶς εἰρηνικός· ὡς παράδειγμα ἀναφέρω, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 ἀνεγράφετο πίστωσις 400 χιλιάδων δραχ. δι’ ἱππωνείαν, ὁ ὑποβληθεὶς δὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 οὐδεμίαν ἀνέγραφε πίστωσιν δι’ ἱππωνείαν. Ἐν τούτοις ἀναγινώσκομεν τότε εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐπιστολὴν τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδηλοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσι γυμνάσια καὶ προμήθειαι ἵππων καὶ ὑλικοῦ. Παρατηροῦμεν τότε, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπευθυνόμενοι, πῶς ταῦτα συμβιβάζονται πρὸς προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τὴν εἰρηνικωτέραν κατάστασιν; ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀπήντα πρὸς ἡμᾶς: «ψηφίσατε τὸν προϋπολογισμόν, ὡς ὑπέβαλον αὐτὸν, ἐγὼ δὲ ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς πάντων ἐκείνων, ἅτινα ἀναγράφονται ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ νομίζω ἀναγκαῖα, ὅπως ὁ στρατὸς ἡμῶν καταστῇ ἱκανὸς πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν.» Λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 εἶναι ἐνδεικτικὸς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κυβερνητικοῦ ἡμῶν προγράμματος, διότι παρουσιάζει ἀμέσως τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις διὰ τὴν χωροφυλακὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν εἰς τὸν στρατὸν ἀνατεθειμένων νῦν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις διὰ τὴν ἀστυνομίαν, συνάμα δὲ καὶ ἑτέρας τινὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεικτικαὶ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ ἡμετέρου προγράμματος. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι πολλὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῶσι, διότι καὶ ταῦτά εἰσιν ἐνδεικτικὰ τοῦ προγράμματος. Ἐψηφίσθησαν ἐν τούτοις πολλὰ νομοσχέδια, σχετιζόμενα πρὸς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐφαρμογήν του. Μήπως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι ἐνδεικτικὸν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματος ἡμῶν; μήπως τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα παρέμειναν διὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον, δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸν αὐτὸν σκοπόν; μήπως τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδια δὲν εἶναι ἐνδεικτικὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ αὐτοῦ προγράμματος, ὅπως κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀντάξιον τοῦ ὀνόματος; Παρετήρησαν ὅμως οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξεύρωμεν πόρους. Μήπως ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν τοῦτο; Ὑπεβάλομεν καὶ θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς μέτρα, ἵνα ἀσφαλίσωμεν τοὺς πόρους, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἐρρήθη ὅτι εἶναι ἐξηντλημένη ἡ χώρα, ὅτι κατέχεται ὑπὸ ἀτονίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ νέα βάρη. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν, ὅτι θὰ αὐξήσωμεν τὰ φορολογικὰ βάρη, οὐδέποτε δὲ ἐσκέφθημεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰς παραγωγικὰς ἢ ἀπόρους κοινωνικὰς τάξεις. Κατὰ τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἐπιτευχθήσεται ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων αʹ) διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ὑφεστώτων φόρων κατὰ τρόπον προλαμβάνοντα τὰς καθυστερήσεις καὶ τὴν ἀνισότητα, βʹ) διὰ τοῦ κρείττονος ὀργανισμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἰδίᾳ τῆς ἀπροσκόπτου λειτουργίας τοῦ διοικητικοῦ καὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου, καὶ γʹ) διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁμιλῶν περὶ προϋπολογισμοῦ σταθεροῦ, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἀπόθεμα τόσων ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος εἰς τόσα ἔτη θὰ μᾶς δώσῃ ὅσα ἑκατομμύρια ἀπαιτοῦνται πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀσκουμένου ἐφ’ ἡμῶν οἰκονομικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι οἱ πρακτικῶς συζητοῦντες δὲν δύνανται νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι τῆς Ἑλλάδος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐπιτρέπει τὴν διάθεσιν πολλῶν ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος πρὸς ἄρσιν τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Τοῦτο ἔπραξε Κράτος μέγα κατόπιν πολέμου. Εὐκταῖον εἶναι νὰ δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς, τακτοποιοῦντες τὴν διοίκησιν τῆς χώρας καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, νὰ σχηματίσωμεν στρατιωτικὸν ταμεῖον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Ἕτερος ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ ὡς ἀνεξαρτήτου ἦτο ἐνδεικτικὴ τῆς δυσπιστίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ τὰ κόμματα. Ὁμολογῶ, ὅτι πρὸς στιγμὴν ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις τοῦ λαοῦ ἕνεκα τοῦ πολέμου καὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου προέκυψαν. Συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου, καὶ εἶναι τὸ μόνον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ προοδεύσῃ. Ἔχω ἐν τούτοις τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν μέχρι τῶν νέων ἐκλογῶν ὑφίστανται κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις, διοικοῦσαι ἐπὶ τῇ βάσει προδιαγεγραμμένου προγράμματος, σκοποῦντος εἰς τὴν περισυλλογὴν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν, ὡς ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν θὰ μένῃ ἐν ᾗ θέσει σήμερον εὑρίσκεται, ἀλλὰ θὰ καταταχθῇ εἰς ἕν κόμμα. Νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα δὲν ἐπιτρέπει περαιτέρω συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς θεωρητικὰ θέματα. Νομίζω, ὅτι ἐξ ὅσων κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐξ ὅσων ἐγὼ προσέθηκα κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπείσθητε ὅτι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τὸ πρόγραμμα εἶναι μεταρρυθμιστικὸν, καὶ ὅτι οὐδεμία μέχρι τοῦδε πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογεῖ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ὑπό τινων ὑπόνοιαν, ὅτι ἐγκατέλιπε τὸ ἑαυτῆς πρόγραμμα. Ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος, θέλει ἐργασθῇ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός της, εἶναι δὲ πεπεισμένη, ὅτι θέλει ἐπιτύχει τὴν βελτίωσιν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν, ἂν μὴ ἀπρόοπτόν τι κωλύσῃ τὸ ἔργον καὶ τὰς προσπαθείας αὐτῆς.

§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἁπλουστάτην τινὰ ἀξίωσιν, νὰ κλείσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς ἡμῶν. Ἤλπιζον ὅτι οὐδέποτε πλέον ἤθελε γένηται λόγος περὶ τοῦ παρελθόντος, καὶ ὅτι ἠθέλομεν μείνει ἐν εἰρήνῃ ἀπηλλαγμένοι τοῦ ἐφιάλτου ἐκείνου. Ἀλλ’ εἶναι ποτε δυνατὸν πολιτικοὶ ἄνδρες, διατεινόμενοι ὅτι ἀποτελοῦσι κόμμα, καὶ ὁμολογοῦντες ὅτι συνεχίζουσιν αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ κόμμα, τὸ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη λειτουργῆσαν, εἶναι δυνατὸν οὗτοι νὰ λησμονήσωσι τὸ παρελθόν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιθυμῶσι, νὰ ζητῶσι νὰ λησμονήσωμεν τὸ παρελθόν, ἀφοῦ αὐτὸ τὸ παρελθὸν ἐπικαλοῦνται καὶ ἀπὸ αὐτὸ ζητοῦσι νὰ ἀντλήσωσι δυνάμεις καὶ ζωήν, ἵνα ζωογονηθῶσιν; Ἐὰν ὁμιλῶσιν ὡς ἀποτελοῦντες κόμμα, λησμονοῦσιν ὅτι ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν τὸ ἀντίθετον αὐτοῦ; Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ κλείσωμεν τοὺς λογαριασμούς; Καὶ ἐνῷ ἀπαιτοῦσι νὰ κλείσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς, ἕκαστος αὐτῶν ἀναβαίνει τὸ βῆμα καὶ ἐκθειάζει καὶ ὑμνεῖ τὸ παρελθὸν αὐτοῦ τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς καταγγέλλομεν, διὰ νὰ φανῇ ὅτι κἄτι εἶναι, ὅτι κἄπως ζῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἤρξατο ἐπικρίνων παρατήρησιν, ἣν ἀπηύθυνα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐσύστησα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παύσῃ ἡ ὑλοτομία, καὶ ὅτι ἐγὼ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατέστειλα τὴν ὑλοτομίαν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τυγχάνει αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὃν γνωρίζετε πάντες· ἔχει ὄντως μεγάλην εὐστροφίαν, αἱ φράσεις αὐτοῦ ἔχουσιν ἐλαστικότητα, καὶ αἱ ἐν αὐταῖς ἔννοιαί εἰσι πτερωταὶ, καὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ὁρίου δύναται ὁ εὐκίνητος ἀνὴρ νὰ μεταπίπτῃ εἰς τὸ ἄλλο. Ἐγὼ δὲν προέτρεψα αὐτὸν νὰ καταστείλῃ τὴν ὑλοτομίαν· ὅτε δ’ ἔλεγον περὶ ὑλοτομίας, ἐζήτουν νὰ μεταδώσω τὰς ἰδέας μου μετ’ εὐφημισμοῦ, ἵνα μὴ ἀναφέρω πρόσωπα, ἵνα μὴ μνημονεύσω πράξεων, ἵνα μὴ εἴπω ὅ,τι ἐσκόπουν, ὅ,τι ὤφειλον νὰ εἴπω, διότι ὑπέθετον, ὅτι πάντες ἠθέλετε ἐννοήσει, τί ἐνόουν ἐγὼ, πρὸ πάντων δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅστις γνωρίζει τί ἐγίνετο ἔν τισιν ἐπαρχίαις μὲ τὴν ἀνθρακοποιΐαν. Δὲν ἤθελον νὰ ὀνομάσω τὰς ἐπαρχίας ταύτας, οὐδὲ τώρα θέλω νὰ ὀνομάσω αὐτὰς, οὐδ’ ἔχει ἀνάγκην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος νὰ ὀνομάσω αὐτὰς, διότι ἐνθυμεῖται αὐτὰς ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου τυγχάνει μέλος, ἐκυβέρνα τὴν χώραν, καὶ ἐνθυμεῖται τὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ἐν τοῖς δάσεσι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων διέπραττεν ἡ ἀνθρακοποιία ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ κυβερνῶντος τότε κόμματος καὶ μὲ τὴν εὐχὴν αὐτοῦ. Καὶ δὲν κατέστρεφε τότε ἡ ἀνθρακοποιία μόνον τὰ δάση, διέφθειρε καὶ τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν ἦσαν ὑλοτόμοι, ἀλλὰ προστάται τῶν ὑλοτόμων, καὶ διὰ τῶν ὠφελειῶν, ἃς παρεῖχεν, ἐνόθευε καὶ αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου τὴν λειτουργίαν. Ὅτι δ’ ἐγώ, ὅτε κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896 διώκουν τὰ οἰκονομικὰ, περιέστειλα τὴν τοιαύτην ὑλοτομίαν, μαρτυροῦσι τὰ ἀποτελέσματα, ἡ στατιστικὴ τοῦ 1896. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὠφεληθεὶς ἐκ τῆς μνείας, ἣν ἐποιησάμην, τῶν δασῶν, ἀνέπτυξε πολυτελὲς πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι ἐξεπόνησε καὶ πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ, ἵνα σώσῃ τὰ δάση. Ὡμίλησε περὶ τῆς φυλακῆς τῶν δασῶν, καὶ ἐμνημόνευσε τοῦ Γεωργικοῦ σταθμοῦ τῆς Βυτίνης, καὶ εἶπεν ὅτι σκοπεῖ νὰ συστήσῃ Σχολὴν δασονομικήν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πρόγραμμα, εἶναι περιγραφὴ τῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν, εἶναι ἀφήγησις τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ διοικήσει τῶν δασῶν. Αἱ ἐλλείψεις εἶναι ψηλαφηταὶ οὐ μόνον εἰς τὴν χεῖρα καὶ τοὺς δακτύλους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς παντὸς κατοικοῦντος ἐν τῇ χώρᾳ τὴν χεῖρα. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν γνωρίζουσί τι περὶ τοῦ Γεωργικοῦ σταθμοῦ τῆς Βυτίνης; Δὲν γνωρίζουσιν, ὅτι σκοπὸν εἶχε τοῦ σταθμοῦ τούτου ἡ σύστασις νὰ παρασκευάσῃ καὶ παραγάγῃ δασοφύλακας, καὶ ὅτι, ὅτε ὁ σταθμὸς συνεστάθη, καὶ τὰ μέσα τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἐπήρκουν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Τριανταφυλλίδου εἶχον κατασπαταλήσει αἱ δῆθεν Γεωργικαὶ Σχολαί, τὰς ὁποίας εἶχε συστήσει τὸ κόμμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὅτε ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ; Δὲν ἐπήρκει ἀληθῶς πλέον τὸ κληροδότημα, ἵνα εἰσαχθῇ μέγας ἀριθμὸς μαθητῶν ἐν τῇ δασοκομικῇ Σχολῇ τοῦ Γεωργικοῦ σταθμοῦ Βυτίνης, ὅπως διδαχθῶσι διὰ μιᾶς καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς διδασκαλίας των ἀπολυθῶσιν ἐκ τῆς Σχολῆς ἑκατὸν δασοφύλακες, ἐνῷ ἡμεῖς εἴχομεν ἀνάγκην 500 ἴσως, ἢ καὶ πλειόνων. Ἡμεῖς καὶ δι’ ἄλλον λόγον ὀφείλομεν νὰ βαδίσωμεν πειραματικῶς, ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν, ὅπως πορισθῶμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀναγκαιούντων δασοφυλάκων ὀλίγον κατ’ ὀλίγον· ἤθελον δ’ οἱ ἐκεῖ διδασκόμενοι ἀποκτᾷ στοιχειώδεις τινὰς καὶ ἁπλᾶς γνώσεις περὶ τῆς φυλάξεως τῶν δασῶν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἔχομεν ἀναθέσει εἰς χωροφύλακας, οἵτινες πᾶν ἄλλο δύνανται νὰ ἦναι ἢ δασοφύλακες. Ἕνεκα τούτου ἡ φύλαξις τῶν δασῶν εἶναι ἀτελεστάτη, παρέχει δ’ ἔτι ἀφορμὰς εἰς διαφθορὰν τοῦ στρατιωτικοῦ χαρακτῆρος τῶν χωροφυλάκων. Τοῦτο τὸ κακὸν ἠθελήσαμεν νὰ ἄρωμεν. Τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν ἀνέθηκεν εἰς χωροφύλακας ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης διὰ νόμου, ὃν εἰσηγήσατο πρὸς τοῦτο, διότι ὑπῆρχε τότε ἕτερον κακὸν, τὸ τῶν δασοφυλάκων πολιτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἐτύγχανεν ἀνατεθειμένη ἡ φύλαξις τῶν δασῶν, οἱ δὲ διοριζόμενοι τότε δασοφύλακες ἐκ τῶν περιοίκων ἐκεῖ πολιτῶν οὐδὲν ἐγνώριζον, οὐδὲν ἤξευρον, περὶ φυλακῆς τῶν δασῶν. Ἄνθρωποι ἀμαθεῖς καὶ κοινοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς φυλάξεως τῶν δασῶν παρέχει αὐτοῖς στάδιον χρηματισμοῦ. Λοιπὸν ὁ Δεληγεώργης, θέλων ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὴν μάστιγα αὐτὴν, ἤλπισεν ὅτι οἱ χωροφύλακες, ἐὰν ἀνελάμβανον τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν, ἤθελον ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν των· ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ ἐλπίδες αὗται δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι, κατεστάθη δὲ καταφανὴς ἡ ἀνάγκη, ἀνάγκη ἀπόλυτος, νὰ μορφώσωμεν δασοφυλακήν. Ἀλλὰ πῶς νὰ μορφώσωμεν δασοφυλακὴν, εἰμὴ συνιστῶντες Σχολὴν πρὸς παρασκευὴν δασοφυλάκων; Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συστήσωμεν πολλὰς τοιαύτας Σχολὰς, ἵνα αὗται παράγωσι κατ’ ἔτος ἑκατὸν φέρ’ εἰπεῖν δασοφύλακας, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν χρημάτων, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν προσώπων, ἐπεχειρήσαμεν τὸ ἔργον ἐν σμικρῷ, συστήσαντες τὸν Γεωργικὸν σταθμὸν Βυτίνης, ἵνα παρασκευάσῃ τοὺς δασοφύλακας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλα σχέδια, τὸ σχέδιον νὰ συστήσῃ Δασονομικὴν Σχολὴν ἐν τῇ Πολυτεχνικῇ Σχολῇ. Βεβαίως ὅμως δὲν ἐξήτασε τὴν ὑπόθεσιν ἐπαρκῶς. Ἂν ἐξήταζεν αὐτὴν, ἤθελε μάθει καὶ παρὰ τῆς Διευθύνσεως τοῦ Πολυτεχνείου, ἴσως καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ τὸ 1891 καὶ κατὰ τὸ 1895 ἐπεχείρησα νὰ προκαλέσω τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν συνδρομὴν πρὸς σύστασιν δασοκομικῆς τινος Σχολῆς. Καὶ κατὰ τὸ 1891 ἔζη ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν Χλωρὸς, καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν Βαλσαμάκης, ἐκτὸς δ’ αὐτῶν εἶναι δύο μόνον, ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν Βούλγαρης καὶ ὁ νῦν τοιοῦτος Σάμιος. Τὸ προσωπικὸν ὅμως τοῦτο δὲν ἐπήρκει πρὸς σύστασιν δασοκομικῆς Σχολῆς ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ, ἤτοι, ὅπως, κατὰ τὰς μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Πολυτεχνείου συνεννοήσεις μου, συσταθῇ ἐν τῷ καταστήματι ἐκείνῳ νέος κλάδος διδασκαλίας, ἱδρυομένης ἐν αὐτῷ Σχολῆς δασοκομικῆς, ἐν ᾗ νὰ διδάσκωνται τὴν δασολογίαν καὶ δασοκομίαν διεχεῖς ἀπόφοιτοι, ἢ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Πολιτικῶν Μηχανικῶν μετὰ διετῆ ἐν αὐτῇ διδασκαλίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἴχομεν δασονόμους, ἵνα διδάσκωσιν ἐν τῇ Σχολῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συστήσωμεν αὐτὴν, κατὰ δὲ τὸ 1895, ὅτε ἀπεβίωσε καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς Χλωρὸς καὶ ὁ συνταξιοῦχος ἐπιθεωρητὴς Βαλσαμάκης, καὶ δὲν ὑπῆρχον πλέον εἰμὴ ὁ κ. Βούλγαρης καὶ ὁ κ. Σάμιος, καὶ μάλιστα μετὰ τὰς περιπετείας τοῦ τελευταίου τούτου, αἱ ὁποῖαι καθίστων αὐτὸν ἀνίκανον ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τοῦτο, ἦτο καταφανῶς ἀδύνατος ἡ σύστασις τῆς Δασοκομικῆς Σχολῆς, τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι προσεχῶς θέλει συστήσει, δὲν ὑπελείπετο δ’ ἡμῖν ἢ νὰ καλέσωμεν ἐξ Εὐρώπης καθηγητὰς τῆς δασοκομίας καὶ τῆς δασολογίας καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκαιούντων μαθημάτων, ὅπως διδάξωσιν, ἢ ἔπρεπε νὰ ἀποστείλωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην ὑποτρόφους, ἵνα διδαχθῶσι τὰ μαθήματα ταῦτα, καὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα, ἵνα διδάξωσιν αὐτὰ ἐν τῇ Σχολῇ. Ἐπροτιμήσαμεν τὸ δεύτερον, ὡς εἰκὸς, καὶ εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐψηφίσθη καὶ κατέστη ἤδη νόμος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχον χρήματα ἄφθονα, ἠναγκάσθημεν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποτρόφων εἰς ἕξ μόνον, οἵτινες, νομίζω, ἐστάλησαν εἰς τὴν Εὐρώπην, εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ Νανσὺ, ἢ εἰς ἄλλην Σχολὴν, ἵνα σπουδάσωσιν. Ἴσως σταλῇ καὶ ἄλλη σειρὰ ὑποτρόφων πρὸς τοῦτο, ἤτοι ἄλλοι ἕξ, ἂν ὁ νόμος τὸ ἐπιτρέπῃ, οὕτω δὲ μετὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη θέλομεν ἔχει εἴκοσι διδασκάλους, καὶ θέλομεν δυνηθῆ, ὅταν ἔλθωσιν αὐτοὶ, νὰ συστήσωμεν τὴν Σχολήν. Ἔχουσι δὲ οἱ ἀποστελλόμενοι προσόντα ἐπαρκῆ, ὅπως ὑπάρχωσι πιθανότητες, ὅτι μεταβαίνοντες ἐκεῖ θέλουσι καταρτισθῆ, διότι εἰσὶ πάντες νέοι σπουδάσαντες ἐν τῇ Πολυτεχνικῇ Σχολῇ καὶ ἔχοντες δίπλωμα αὐτῆς. Θέλει λοιπὸν μάθει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου, ὅτι ἡ σύστασις Σχολῆς Δασοκομικῆς εἶναι ἀρχαῖον μελέτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνεκρίθη ἵνα πραγματοποιηθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπραγματεύθη καὶ περὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ περὶ τῆς διοικήσεως τῶν δασῶν. Ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εὗρε βεβαίως νομοσχέδιον, ἐκ πολλῶν ἄρθρων, ἀρκούντως μακρὸν, ὅπερ συνετάχθη ἐμοῦ διοικοῦντος τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, καὶ ὅπερ οὐ μόνον συνεζήτησα μετὰ τῶν ἁρμοδίων, ἀλλ’ ἐκάλεσα καὶ τὸν νομικὸν σύμβουλον κ. Λυκούδην ἵνα μελετήσῃ, ὅστις καὶ ἐμελέτησεν αὐτὸ τότε, καὶ μοὶ ὑπέβαλε μακρὰν ἔκθεσιν, περιέχουσαν τὰς ἐπ’ αὐτοῦ γνώμας του, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων συνεζητήθη αὖθις καὶ ἐτροποποιήθη ἐν πολλοῖς, εὑρίσκεται δ’ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ταῦτα πάντα ὅταν ἐρευνήσῃ καὶ μελετήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως πεισθῇ, ὅτι εἰς μάτην ἐκοπίασεν, ἵνα συνθέσῃ τὸ πολυτελὲς αὑτοῦ πρόγραμμα περὶ τῆς ἀνορθώσεως καὶ ἀποκαταστάσεως διοικήσεως τῶν δασῶν, ἀφοῦ πάντα τὰ περὶ τούτου εἰσὶν ἀπὸ πολλοῦ ἕτοιμα ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε καὶ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, καὶ παρέστησεν, ὅτι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 δύναται ἴσως νὰ καταγγελθῇ ἐπὶ σπατάλῃ· ἀνέφερε μάλιστα ἀριθμοὺς διαφόρους, τοὺς ὁποίους παρέστησεν ὡς ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Εὐτυχῶς ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους 1895 συνετάχθη καὶ ἐδημοσιεύθη πρὸ πολλοῦ, ἑπομένως εἶναι πρόχειρος εἰς πάντας τοὺς Βουλευτάς. Κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν ἐπίσημον ἀπολογισμὸν τοῦ 1895, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετέδωκεν εἰς αὐτὴν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς τὸ παράπαν. Ἐν πρώτοις ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1895, ἐὰν ἐξετασθῇ ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894, διὰ τὸν ὁποῖον πάντως ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δίδωσιν ἡμῖν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα: Τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀνῆλθον, κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ἀπολογισμούς, τὸ μὲν 1894 εἰς 2,025,155.70, τὸ δὲ 1895 εἰς 2,022,450.15, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 2,705.55, εἰ καὶ κατὰ τὸ 1895 εἶχε κατασταθῆ ἀναπόφευκτον νὰ δαπανηθῶσι δραχ. 69,324.50 ὑπὲρ τὰ κατὰ τὸ 1894 δαπανηθέντα, ἕνεκεν τῆς συστάσεως ἐκ νέου τινῶν Πρεσβειῶν, καὶ δρ. 43,417.11 πρὸς ἀπότισιν προγενεστέρων ὀφειλῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου 4 ἄρθρ. 2 τῶν ἀπροβλέπτων ἐξόδων, ἤτοι τὸ ὅλον δραχμαὶ 112,741.61. Τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου ἀνῆλθον, κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ἀπολογισμούς, τὸ μὲν 1894 εἰς δρ. 5,295,102.04, τὸ δὲ 1895 εἰς δραχ. 5,132,104.68, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1894 δαπανηθέντων κατὰ δρ. 162,997.36. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ὡς εἴρηται ἀπολογισμούς, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1895 πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1894 κατὰ δρ. 1,652,667.08· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1895 ὑπῆρχον ἀνάγκαι νέαι, αἵτινες δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1894, δι’ ἃς ἐδημιουργήθησαν δαπάναι, αἵτινες δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γένωνται κατὰ τὸ 1894. Οὕτως ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1895 πλείω τῶν κατὰ τὸ 1894 δαπανηθέντων:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Εἰς ἐπισκευὰς δημοσίων κτιρίων δρ. 225,392.26
Εἰς ἔξοδα ἐκτελέσεως τοῦ ἐκλογικοῦ
νόμου, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ
1894 » 570,288.67
Εἰς ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ὑπὲρ
τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1894 » 123,483.73
Εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, ὑπὲρ τὰ δαπα-
νηθέντα κατὰ τὸ 1894 » 440,038.48
Εἰς βοηθείας τῶν ἐργατῶν καὶ ἐργο-
λάβων τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου
Μύλων–Καλαμῶν » 306,330.26
Δραχ.1,665,533.40

Ἀλλὰ πλὴν τούτων, κατὰ τὸ 1895, ἕνεκα τῶν κατ’ αὐτὸ διαπραχθέντων κατορθωμάτων κατὰ τῆς λῃστείας, ἐδαπανήθησαν εἰς ἀμοιβὰς ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1894 δρ. 60,134.15. Εἰς ἔκτακτα μέτρα δημοσίας ὑγείας, ἕνεκα τῆς ἐπισκηψάσης εὐλογίας, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1894 δρ. 72,293.79. Εἰς ἀντιμισθίαν τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 καὶ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων προστεθέντων εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν 34 ὑπολοχαγῶν καὶ 25 ἀνθυπολοχαγῶν δρ. 107,280. Καὶ εἰς ἐπισκευὴν τοῦ ἐν Σμύρνῃ ἐθνικοῦ οἰκοδομήματος δρ. 32,000. Τὸ ὅλον δρ. 271,707.94. Ἑπομένως ἐδαπανήθησαν εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας κατὰ τὸ 1895 δραχ. 1,937,241.34, ἐνῷ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1895 ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1894 δαπανηθέντα μόνον κατὰ 1,652,667.08, ἤτοι ἐπηνέχθη ἐλάττωσις ἐξόδων κατὰ δρ. 279,574.26. Καὶ ἐπετεύχθη τοῦτο, διότι ἀντικατεστάθη τὸ ῥουσφετολογικὸν σύστημα τῆς δι’ ὁδοστατῶν συντηρήσεως τῶν ὁδῶν διὰ τοῦ συστήματος τῆς συντηρήσεως αὐτῶν δι’ ἐργολάβων, ἀναδεικνυομένων μετὰ δημοπρασίαν μειοδοτικήν, ἠλαττώθη δὲ διὰ τούτου ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνη ἀπὸ δρ. 1,050,000, ὅσαι ἐζητοῦντο ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἡμῶν Ὑπουργείου τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, εἰς δραχ. 829,113. Τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου, κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ἀπολογισμούς, ἀνῆλθον: αʹ) Τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας, κατὰ τὸ 1894 εἰς δραχ. 77,576.35, κατὰ δὲ τὸ 1895 εἰς δραχμὰς 72,915.80, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων τὸ 1894 κατὰ δραχμὰς 4,660.55. βʹ) Τοῦ κλήρου, κατὰ μὲν τὸ 1894 εἰς δραχ. 194,752.15, κατὰ δὲ τὸ 1895 εἰς δραχμὰς 208,467.18, ἤτοι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1894, διότι ἐδαπανήθησαν εἰς ἐπιδόματα ἐπισκόπων καὶ μισθοὺς ἱεροκηρύκων περισσότερα, αὐξηθέντος τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν ἐπισκόπων καὶ τῶν ἱεροκηρύκων. γʹ) Καὶ διὰ τὴν ἀνωτάτην καὶ μέσην ἐκπαίδευσιν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1895 πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1894 δραχ. 207,663, διότι 106,625.25 ἐδαπανήθησαν πλείονα εἰς ἀνάγκας τοῦ Πανεπιστημίου, 22,698.48 διὰ συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Γυμνασίων, 74,055.70 διὰ συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων. δʹ) Καὶ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1895 πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1894 κατὰ δραχ. 449,551.03. Διὰ τοῦτο τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1895 εἰς ἀνάγκας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου ὑπερέβησαν τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1894 κατὰ δραχμὰς 662,544.33. Ἀλλ’ ἐὰν παραβάλω καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, — διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 εἶναι ὁ τελευταῖος συνταγματικὸς προϋπολογισμός, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1897 εἰσήχθη μὲν προϋπολογισμός, ἀλλὰ δὲν συνεζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλήν, κατὰ τὸ 1898 δὲ οὐδόλως ὑπῆρξε προϋπολογισμός, — ἐὰν, λέγω, παραβάλω τὸν τοῦ τελευταίου κοινοβουλευτικοῦ ἔτους προϋπολογισμὸν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, εὑρίσκω ὅτι ἐν μὲν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, παραλειπομένων τῶν μονίμων καὶ σταθερῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ αὐξομειώσῃ, π. χ. τῶν συντάξεων, τῆς Βασιλικῆς χορηγίας, τῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς, τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδα 48,773,734.93, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀνεγράφησαν ἔξοδα δραχ. 50,429,309.46, ἤτοι περισσότερα κατὰ δρ. 1,655,574.53. Ἐὰν παραβάλω δὲ τὰς δαπάνας ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων κατὰ τὸ 1896 πρὸς τὰς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 προσδιορισθείσας, θέλω εὑρεῖ, ὅτι ἐν μὲν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδα δραχ. 2,129,140.98, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 εἶναι ἀναγεγραμμένα ἔξοδα 2,195,503.63, ἤτοι περισσότερα κατὰ δραχμὰς 66,362.65. Ὡσαύτως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 δραχμαὶ 5,341,060, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀνεγράφησαν δραχμαὶ 5,544,276, ἤτοι περισσότερα τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 ἀναγεγραμμένων κατὰ δραχμὰς 203,216. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 δραχμαὶ 5,063,245, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀνεγράφησαν δραχμαὶ 5,266,279, ἤτοι περισσότερα κατὰ δραχμὰς 203,034. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδα δραχ. 15,999,585.90, κατὰ δὲ τὸ 1899 ἀνεγράφησαν δρ. 15,967,374, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 κατὰ δραχ. 32,211.90, εἰ καὶ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἴχομεν ἀγορὰν ἵππων καὶ κτηνῶν τοῦ στρατοῦ καὶ ἄλλας προμηθείας αὐτοῦ. Ὡσαύτως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 δραχμαὶ 5,599,300.36, ἐνῷ ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 δραχμαὶ 7,513,689, δηλ. περισσότερα κατὰ 1,914,388.64, εἰ καὶ κατὰ τὸ 1896, ὡς ἐνθυμεῖσθε, μεγάλαι ἐγένοντο δαπάναι πρὸς ἐπισκευὴν καὶ ἀνανέωσιν λεβήτων καὶ μηχανῶν τῶν πλοίων τοῦ στόλου, διότι εἰς κακὴν εἶχον περιέλθει κατάστασιν, παρημελημέναι πρὸ πολλοῦ χρόνου, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν δαπανῶν. Τέλος δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἔξοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ 1896 εἶχον ἀναγραφῆ εἰς δραχ. 1,494,017.69, ἐνῷ ἐν τῷ τοῦ 1899 ἀνεγράφησαν δρ. 1,909,122.83, δηλ. περισσότερα κατὰ δρ. 415,105.14. Διὰ μόνην τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδα περισσότερα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀναγραφομένων κατὰ δραχμὰς 1,114,320, διότι κατὰ τὸ 1896 εἶχε δοθῆ μεγίστη ὤθησις εἰς τὴν ὁδοποιίαν πρὸς περάτωσιν τῶν ὁδῶν, τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ εἶχεν ἀρχίσει πρὸ τοῦ 1893, ἀνεστάλη δὲ μετὰ τὸ 1893, καὶ κατεστρέφοντο τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκτελεσθῆ, ἐγκαταλελειμμένα εἰς τὰς ἐπιδρομὰς τῶν χειμώνων. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων ἀναγραφέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἔξοδα ὑπερβαίνουσιν ἐν ὅλῳ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 κατὰ δραχμὰς 1,655,574.53. Ἀλλ’ ὅτε συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, δὲν εἶχον ἐπιψηφισθῆ ὅσα μετὰ ταῦτα ἐπεψηφίσθησαν νομοσχέδια, ὧν ἕκαστον νέας προσετίθη δαπάνας καὶ ἐγγραφὴν νέων ἐξόδων ἐπέβαλλεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ ἐὰν ταῦτα πάντα τὰ προστεθέντα ἔξοδα δὲν θέλουσι πραγματοποιηθῆ κατὰ τὸ 1899, διότι ἐπεψηφίσθησαν κατὰ τὸν ἕκτον καὶ ἕβδομον μῆνα αὐτοῦ, θέλει ὅμως δαπανηθῆ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων τούτων ἐπὶ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας σεβαστὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει προστεθῆ εἰς τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα. Ἀλλ’ ἐξετάσατε, παρακαλῶ, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1900, διότι ὅταν ἀναγράφητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα, μάλιστα διὰ νέους ὀργανισμοὺς, μὴ ἀναπαύεσθε ἂν δὲν θέλητε δαπανήσει ὅλα κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ψηφίζετε τοὺς αὐξάνοντας τὰ ἔξοδα νόμους, βεβαίως κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος θέλετε δαπανήσει πάντα, οὐδ’ εἶσθε πλέον εἰς καιρὸν νὰ μεταβάλητε ἢ νὰ μειώσητε τὰ ποσὰ αὐτῶν. Τὰ ποσὰ τὰ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσι προστεθῆ εἰς τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἔξοδα, ἀνέρχονται εἰς 6,852,601, μετὰ τὰς κατὰ τὸ 1899 ψηφισθείσας αὐξήσεις, ὑποθέτω δὲ, ὅτι μοί δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς περὶ τῶν περισσευμάτων διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι δεινὸς περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν λογιστικῶν, ἔχει δὲ καὶ παρελθὸν, ὡς πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, καὶ ὅστις διαχειρίζεται τοὺς ἀριθμοὺς, ὡς διαχειρίζονται εἰς τὸ ζατρίκιον τοὺς πεσσούς. Μετὰ τοιαῦτα λοιπὸν προηγούμενα, μετὰ τὸ ἄλλο προηγούμενον, — ἡ ἱστορία, Κύριοι, δὲν παραγράφεται, οὔτε λησμονεῖται, — μετὰ τὸ ἄλλο προηγούμενον τῆς σπατάλης, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε καθ’ ὅλην τὴν δεκαετίαν, θέλετε νὰ ἐπικροτήσωμεν, ὅταν θέλωμεν ἔχει ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1899, ἀλλὰ βέβαιον καὶ ὑπέρογκον κατὰ τὸ 1900; Καὶ ἂν ἄλλοτε ἐπληροῦμεν τὰ ἐλλείμματα διὰ δανείων, ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Γουναράκης ἔλεγεν, ὅτι κατ’ ἀνάγκην θέλομεν ἐπιβάλει φόρους, καὶ ἔστεργεν ἕνεκα τούτου ν’ ἀποδεχθῇ τὸ μέτρον, εἰ καὶ ὀλέθριον· ἐγὼ ὅμως δὲν συντάσσομαι μετ’ αὐτοῦ, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας.

§178ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Οὔτε ἐγώ.

§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετὰ μεγάλης ἐπιστημονικῆς δεινότητος περὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ περὶ τῶν αἰτίων αὐτῆς. Κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ὅτε δὲν ἦτο ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἤκουεν ὅτι πολλοὶ διετείνοντο, ὅτι αἰτία τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς εἶναι ἡ πληθώρα τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, τοῦ κυκλοφοροῦντος ἐν τῇ κοινωνίᾳ· καὶ ἀντελέγομεν μὲν ἡμεῖς, ἀλλ’ οὐδεὶς ὁ ἀκούων ἡμᾶς, ἐκτὸς δὲ τῆς Βουλῆς διευθυνταὶ πιστωτικῶν καταστημάτων ἐκήρυσσον τοῦτο ὡς ἀλήθειαν. Βεβαίως ἐπηρεάζει καὶ τοῦτο εἰς τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, ἀλλὰ ἀσθενέστατα· ἡ αἰτία εἶναι ἄλλη, εἶναι ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ, διότι αὕτη ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι ὅσα παράγομεν δὲν ἀρκοῦσιν εἰς τὰς ἀνάγκας ἡμῶν, καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συμπληρώνωμεν αὐτὰ διὰ προϊόντων, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐκτὸς τοῦ Κράτους καὶ εἰσάγομεν ἐν τῷ Κράτει. Τί λοιπὸν νὰ πράξωμεν πρὸς περιστολὴν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ἐκμυζεῖ τοὺς κόπους τοῦ ἐργάτου καὶ ἐλαττώνει τοὺς πόρους τοῦ Κράτους; Νὰ προσπαθήσωμεν νὰ παράγωμεν περισσότερα ἀφ’ ὅσα παράγομεν. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν παραγωγήν· ἀλλὰ τὴν παραγωγὴν πολεμεῖ ἰδίως ἡ νομισματικὴ διαφορὰ, διότι ἕνεκα τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἀφοῦ τὰ παραγόμενα προϊόντα δὲν ἐπαρκοῦσι καὶ εἰσάγομεν προϊόντα ἔξωθεν, τὰ ἐν τῷ τόπῳ κεφάλαια ἐλαττοῦνται, καὶ ἐκ τῆς προσόδου ἑκάστου πολίτου οὐδὲν ἢ ἐλάχιστον ὑπολείπεται ἀπόθεμα. Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ ἀποταμιεύματα, τὰ ὁποῖα οἱ πολῖται συλλέγουσι καθ’ ἕκαστον ἔτος, εἶναι ὀλιγώτερα, ἕπεται ὅτι ταῦτά εἰσιν ἐξηντλημένα, ἀφοῦ ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ὑφίσταται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν· ἂν δὲ θελήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν νέαν φορολογίαν, ἐξαντλοῦμεν ὅλως τὰ ἀποταμιεύματα ταῦτα, καθιστῶμεν δ’ ἀνικάνους τοὺς πολίτας νὰ ἐκτείνωσι τὰς παραγωγικὰς αὑτῶν ἐργασίας, ὅπως ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν ἔχει αὔξησιν παραγωγῆς. Διὰ τοῦτο πρέπει σωφρόνως νὰ σκεφθῶμεν πάντες, ὅπως συντηρῶμεν τὸ Κράτος διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδει ἡ χώρα, ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ φόρων. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐπαρκῶμεν εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, τῆς συγκοινωνίας, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, ὅπως οὕτως αὐξήσωμεν τὴν παραγωγὴν, πρέπει νὰ δαπανῶμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα, ἰδίως νὰ περιστείλωμεν τὰς προσωπικὰς δαπάνας, καὶ νὰ μὴ αὐξάνωμεν τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπαλληλίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ μεταρρυθμιστικαὶ ἰδέαι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, διότι νομίζει ὅτι μεταρρυθμιστὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ δημιουργῇ θέσεις πολλὰς, ἐπὶ τῷ λόγῳ νὰ βελτιώσῃ τοιουτοτρόπως τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔψαυσε τὰς πολιτικὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μετεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἁψάμενος αὐτῶν, ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἀναμνησθῇ συμβουλῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον δώσει αὐτῷ κατὰ τὸ 1895, ὅτε συνεζήτει μεθ’ ἡμῶν ἐπί τινων νομοσχεδίων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὸ 1895 αἱ περιστάσεις ἦσαν δυσμενεῖς εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος. Τότε δὲν ἠκούοντο πανηγυρικοὶ τοῦ παρελθόντος, ἐπειδὴ δὲ ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος δὲν ἠδύνατο ἕνεκα τούτου νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἐκθειάζῃ τὸ παρελθόν, τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ πρώτιστος ἐργάτης, περιωρίζετο νὰ προλέγῃ δυσάρεστα ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν εἴχομεν τότε εἰσαγάγει, ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν θὰ εἰσπράξωμεν ὅσα προϋπολογίζομεν, καὶ ὅτι θέλομεν δαπανήσει διπλάσια τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἠναγκάσθην τότε νὰ ὑπομνήσω αὐτῷ τὸν προφήτην Γάδ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε ὁ Δαυῒδ περιέπεσεν εἰς τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο παράπτωμα, ὁ προφήτης Γὰδ ἀπεστάλη ἐξ Οὐρανοῦ, καὶ διέταξε τὸν προφητάνακτα νὰ ἐκτελέσῃ μίαν τῶν τριῶν ποινῶν, τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησεν, ὁ δὲ Δαυῒδ ἐξελέξατο ὄντως τὴν ἐλαφροτέραν. Ἂν ἐξ Οὐρανοῦ ἀπεστέλλετο προφήτης τις καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διέτασσεν αὐτὸν νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ διαφόρων ποινῶν μίαν, ποίαν τάχα ἤθελεν ἐκλέξει ὡς μικροτέραν ποινήν; Αὐτοῦ ἐμνήσθη νῦν ὁ κύριος Ὑπουργός. Ἐγὼ ἠρίθμησα πεντακοσίους ἐνενήκοντα καὶ ἕνα νόμους, οὓς ἐξέδωκε τὸ κόμμα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐκυβέρνα, τοῦ ὁποίου μέλος ἦτο ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἀμφιβάλλει περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, διὰ νὰ ἀφεθῇ ἐν σιωπῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ, ὅτι δὲν εἶναι μόνοι οἱ 591 νόμοι, οὓς εἶπον ὅτι ἐξέδωκε τότε τὸ κόμμα αὐτοῦ, διότι ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι δὲν ὑπελόγιζον μετὰ τῶν 591 νόμων τοὺς νόμους περὶ κυρώσεως προϋπολογισμῶν καὶ πιστώσεων πάσης κατηγορίας, δὲν ὑπελόγιζον τοὺς νόμους περὶ παντὸς εἴδους φόρων δημοσίων καὶ δημοτικῶν, δὲν ὑπελόγιζον τοὺς νόμους περὶ παντὸς εἴδους δανείων, περὶ μονοπωλίων, τοὺς νόμους δι’ ὧν ἐκυροῦντο συμβιβασμοί, τοὺς νόμους δι’ ὧν ἐκυροῦντο συμβάσεις, συνθῆκαι ἢ συμφωνίαι παντὸς εἴδους, τοὺς νόμους περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἐτησίας στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως. Ἂν δὲ καὶ οὗτοι προστεθῶσιν εἰς τοὺς 591, οἱ ὑπὸ τοῦ κόμματος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προκληθέντες νόμοι κατὰ τὸ 1882–1885 καὶ κατὰ τὸ 1886–1890 θέλουσιν εὑρεθῇ ὅτι ὑπερβαίνουσι τοὺς χιλίους καὶ πεντακοσίους. Καὶ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν, μήπως κατὰ τὸ 1882 ἦτο ἡ ἐπιοῦσα τοῦ κατακλυσμοῦ τοῦ Δευκαλίωνος, καὶ δὲν ὑπῆρχε λίθος ἐπὶ λίθου, καὶ ἡ Πολιτεία δὲν ὑφίστατο, καὶ ἡ χώρα ἦτο σωρὸς ἐρειπίων, καὶ ἐπεφάνη ἐξ Οὐρανοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀποσταλεῖσα, ὅπως διατάξῃ καὶ διαρρυθμίσῃ τὸν τόπον αὐτόν, καὶ τὸν καταστήσῃ Κράτος, καὶ τὸν προικίσῃ μὲ νόμους κανονίζοντας ἕκαστον κλάδον διοικήσεως; Κατὰ τὸ 1882 ἠριθμοῦμεν 49 ἐτῶν βίον, δὲν γνωρίζω δ’ ἂν ὑπάρχωσι πολλοί, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι οἱ τότε ἐλθόντες νὰ κυβερνήσωσι τὴν Ἑλλάδα ἦσαν ἀμαθεῖς. Δὲν ἐγνώριζον τὸν τόπον ἀληθῶς, ἀλλ’ ἦσαν σοφοί, ἐν τῇ Ἐφημερίδι δὲ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1836, ἂν ἀνοίξητε αὐτήν, θέλετε εὑρεῖ πληθὺν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἐτέθησαν τὰ θεμέλια πολιτικῆς ἐλευθερίας, ἂν καὶ ὁ τόπος εἶχε μόλις ἐξέλθει τοῦ πολέμου, καὶ ἦτο ἡ γῆ ἔρημος καὶ κατεστραμμένη. Καὶ μετὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862, νόμοι ἐγένοντο πολλοί, βελτιώσαντες τὴν διοίκησιν, καὶ ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦ 1882 ἐπὶ τὴν εἰκοσαετίαν ὡσαύτως. Μὴ νομίζετε ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἦσαν ἐντελῶς ἀγράμματοι οἱ κυβερνῶντες, ἢ ὅτι δὲν εἶχον τὴν εὐθυκρισίαν νὰ καλῶσιν ἐπιστήμονας καὶ ἀκούωσι τὰς γνώμας αὐτῶν, καὶ νὰ διαρρυθμίζωσι νόμους, οὓς ἐπρότεινον καὶ οἵτινες προσετίθεντο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν. Ὁ κ. Σιμόπουλος ὠνόμασε τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1892 ἀναμορφωτικήν, ἔστερξε δὲ νὰ ὀνομάσῃ τὴν περίοδον ταύτην, τὴν ἰδικήν του, μεταρρυθμιστικήν, διότι ἐπρότεινεν ὅσα ἐψηφίσατε νομοσχέδια. Ἐγὼ δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω οὐδὲν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ ἐπαίνους καὶ τιμάς, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω νὰ μειώσωσι τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει πρὸς τοὺς τεθνεῶτας πολιτικοὺς ἡ χώρα αὕτη καὶ ὁ λαός, ὅπως δυνηθῶσί τινες νῦν νὰ παρασταθῶσιν ὡς σωτῆρες. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐμνήσθη τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκδοθῆ τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, καὶ ἀνέφερε τοὺς νόμους περὶ παιγνιοχάρτων καὶ περὶ πυρείων. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς περιόδου, ἥτις ἔληξε τὸ 1885, ὅτι ἐγὼ ἤμην κεκηρυγμένος κατὰ τῶν μονοπωλίων, διότι τὴν διὰ τῶν μονοπωλίων φορολογίαν θεωρῶ ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς δημοσιονομικὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κρατῶσιν ἐν ἐλευθέρᾳ Πολιτείᾳ. Ἄν δυστυχήματα, ἂν συμφοραὶ ἐπισκήψασαι ἐπὶ τὴν Γαλλίαν ἠνάγκασαν τοὺς μετὰ τὸν καταστρεπτικὸν πόλεμον τοῦ 1871 κυβερνῶντας τὴν Γαλλίαν νὰ προσφύγωσιν εἰς μονοπώλια, προσέφυγον ἵνα ἀπολυτρώσωσι τὴν Γαλλίαν ἀπὸ τὸν ἐχθρὸν, ὅστις κατεῖχεν ἔτι τὸ ἔδαφος αὐτῆς· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐζητοῦμεν ν’ ἀπολυτρώσωμεν τὴν χώραν ἡμῶν ἀπὸ κατακτητοῦ, ὅτε ἐνομοθετοῦμεν τὰ μονοπώλια; ἢ ἐζητοῦμεν νὰ πορισθῶμεν χρήματα, διὰ νὰ καλύψωμεν ἐλλείμματα συνήθων διαχειρίσεων; Ἐλέγομεν αὐτοῖς νὰ μὴ ἱδρύσωσι μονοπώλια, ὁ βουλευτὴς δὲ κ. Καραπᾶνος ἐγένετο ἀντικείμενον σκωμμάτων, διότι ἐζήτει νὰ περισταλῶσι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Ὄτε δ’ ἐκλήθην ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, προέβαλον βεβαίως νόμον, δι’ οὗ ἀνετρέποντο τὰ ἱδρυθέντα μονοπώλια, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ἀλλ’ αὐτοὶ ἐπανέφεραν αὖθις αὐτὰ, μὲ κατέστησαν δ’ ἀνίκανον πλέον νὰ ἀνατρέψω αὐτὰ, διότι κατέστησαν αὐτὰ ὑποχρεωτικὰ διὰ τῶν συμβάσεων περὶ δανείων, τὰ ὁποῖα τότε συνωμολόγουν. Οὕτως ἀπώλεσα τὴν δύναμιν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ κύψω καὶ ἐγὼ τὴν κεφαλὴν εἰς τὰ μονοπώλια. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξηγήσω μικρὰς διαφωνίας, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ πρὸς τὰς πολιτικὰς γνώμας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τὸν ὁποῖον τιμῶ καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω φιλικὴν στοργήν. Τὰς γνώμας αὐτοῦ ἀναγνωρίζω ὡς προϊὸν μελέτης ἐπιστημονικῆς καὶ ἐπαρκοῦς τῶν πραγμάτων πείρας, ἀλλ’ ἐπί τινων διαφωνῶ πρὸς αὐτόν. Οὕτω δὲν νομίζω, ὅτι ἐν τοῖς κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένοις Κράτεσιν ἐπιτρέπεται εἰς πολίτην τινα νὰ ἦναι ἀνεξάρτητος, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἤκουσα νὰ χαρακτηρίζῃ ἑαυτὸν ἀνεξάρτητον. Δὲν ἐξήτασεν ἀληθῶς τοὺς πολιτικοὺς χαρακτηρισμοὺς τῶν μελῶν τοῦ συνδυασμοῦ, τοῦ ὁποίου ἀπετέλεσε μέρος, διότι ἐπεθύμει νὰ γένηται Βουλευτὴς, οὐδεμίαν δὲ φέρω ἐπὶ τούτου κρίσιν ἢ ἐπίκρισιν. Ἄν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν ἀπετέλει μέρος κόμματός τινος ἕως τότε, ἀλλὰ βεβαίως θὰ εἶχε γνώμας περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσῃ ἑαυτὸν ἀνεξάρτητον. Ἄλλως τί ἐστὶν ἀνεξάρτητος; Μήπως ζητεῖ τις χρήματα παρὰ τοῦ ἄλλου διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου, διὰ νὰ κριθῇ, ὅτι διατελεῖ ἐν ἐξαρτήσει ἀπ’ ἐκείνου; Ἀλλ’ ἀνεξάρτητος λέγεται ὁ ἔχων ἰδίας γνώμας; Ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν ὅμως πολίτευμα ὀφείλει ἕκαστος νὰ προσπαθῇ νὰ συναρμολογῇ τὰς γνώμας του μὲ τὰς γνώμας ἄλλων, τοὐλάχιστον μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἐγγυτέρας πρὸς τὰς ἰδίας αὑτοῦ γνώμας, ἵνα χρησιμοποιῇ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ κοινοβουλευτικὴν ὀντότητα, διότι ὁ εἷς εἶναι μηδείς· ἐν κοινοβουλευτικῷ δὲ πολιτεύματι ἐν τοῖς πολλοῖς ὑποτίθεται ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια. Ὀφείλει λοιπὸν ἕκαστος νὰ σπεύδῃ νὰ συμπράττῃ μετ’ ἄλλων, ἵνα συντελέσῃ εἰς τὸν σχηματισμὸν κοινοβουλευτικῆς τινος δυνάμεως, διότι ἐν αὐτῇ ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια, ἢ ὀφείλει νὰ σπεύσῃ πρὸς τοὺς ὀλιγωτέρους, οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται εἰς τοὺς πολλοὺς, ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῶν, ἐὰν εὑρίσκῃ αὐτὴν ἐγγυτέραν πρὸς τὰς γνώμας αὑτοῦ. Πλὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, περὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ ὁποίου ἔχω πλήρη πεποίθησιν, καὶ περὶ τῆς ἐντιμότητος τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, πολλοὶ παρεστάθησαν ἀνεξάρτητοι. Λευκὴν ψῆφον δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν νὰ λάβωσι παρ’ ἐμοῦ, ἐὰν ἤμην ἐκλογεὺς αὐτῶν. Ἀνεξάρτητος ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι σημαίνει ἄνθρωπον μηδεμίαν ἔχοντα γνώμην περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος του, ὑπὸ ἐλεύθερα δὲ πολιτεύματα, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἕκαστος ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, ὀφείλει οὗτος νὰ ἐρευνᾷ αὐτὰ, νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν. Ἵνα μὴ ἔχῃ τις γνώμην περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος του, δὲν ἐφρόντισέ ποτε νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν αὐτῶν, διετέλεσε πάντοτε ἀδιάφορος εἰς αὐτά. Ἀλλ’ οὗτος δὲν εἶναι πολίτης ἐλευθέρου Κράτους. Ὅθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἦτο ἀξιοκατάκριτος, ζητήσας νὰ μετάσχῃ συνδυασμοῦ τινος, ὅπως ἀναδειχθῇ Βουλευτὴς, τὸ ὁποῖον μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως εἶδον ἐπιτευχθέν. Ἀλλὰ πόθεν προῆλθον οἱ ἀνεξάρτητοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεφάνησαν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, καὶ οἱ ὁποῖοι καὶ οὗτοι ἐξῆλθον ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος νικηταί; Πρέπει νὰ ψαύσωμεν ὀλίγον τὴν ἱστορίαν, ἥτις εἶναι πρόσφατος, εἶναι σαφὴς, εἶναι ὅμως δυσάρεστος καὶ λυπηρά. Αἰτία τούτου ἐγένετο ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνεστήθησαν αἱ Κυβερνήσεις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὁ σχηματισμὸς Κυβερνήσεων μὴ κοινοβουλευτικῶν. Ἐὰν ὑπῆρχε Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ, καθ’ ὃν χρόνον ἐξέδραμεν ὁ Ἡγεμὼν εἰς περιοδείαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, οὐδέποτε αὕτη ἤθελε στέρξει νὰ δημοσιεύωσιν αἱ ἐφημερίδες ὡς λεχθέντας ὑπὸ τοῦ Βασιλέως λόγους, τοὺς ὁποίους ἀδύνατον εἶναι νὰ εἶπεν ὁ Ἡγεμών. Οὕτω δ’ ὁ λαὸς ἀνέγνω οὐχὶ εἰς μίαν ἢ δύο ἐφημερίδας, ἀλλὰ εἰς πολλὰς, ὅτι ὁ περιοδεύων Ἡγεμὼν εἶπε γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ εἴπῃ Ἡγεμὼν συνταγματικὸς, ὁ δὲ λαὸς ἔχει ἀπόλυτον σέβας πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ὑπέλαβε δὲ, ὅτι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐδημοσιεύοντο ὡς λεχθέντες ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἦσαν ἀληθῶς γνῶμαι αὐτοῦ, καὶ ἔσπευσε νὰ τραπῇ τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξαν οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν ὅτι εἶπεν ὁ Βασιλεύς. Τί δὲ ἐδημοσίευσαν τότε αἱ ἐφημερίδες; Ὅτι αἰτία τοῦ πολέμου ἦσαν τὰ κόμματα, ὅτι αἰτία τῆς ἥττης ἦσαν τὰ κόμματα, ὅτι τὰ κόμματα δὲν παρεσκεύασαν τὸν στρατὸν, ὅτι τὰ κόμματα δὲν εἶχον ἄφθονον ὑλικὸν, ὅτι τὰ κόμματα ἔπραξαν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα, ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν προδοσίαν. Καὶ ἀνεγίνωσκον ταῦτα δημοσιευόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, αἵτινες ἐβεβαίουν, ὅτι ὁ Ἡγεμὼν εἶπε ταῦτα ἢ ἄλλα παραπλήσια πρὸς ταῦτα. Ἐὰν ὑπῆρχεν Ὑπουργεῖον κοινοβουλευτικὸν, ἤθελε σπεύδει νὰ πληροφορῆται, τί εἶπεν ὁ Ἡγεμὼν ἀκριβῶς, καὶ ἤθελεν ἀμέσως διαψεύδει τοιαύτας διαδόσεις, ὅπως μὴ πιστεύωνται ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ ἑπομένως μὴ ἀκούωνται ὑπ’ αὐτοῦ μετὰ σεβασμοῦ καὶ εὐλαβείας, μηδὲ ἀξιῶνται τῆς προσοχῆς τοῦ κοινοῦ ὡς προερχόμεναι ἐκ τοῦ Ἡγεμόνος, μηδὲ προκαλῶσι συζητήσεις περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῶν, καὶ ἐπικρίσεις, ὅταν ἀνεγνωρίζοντο εἴτε ὡς μὴ ἀληθεῖς, εἴτε ὡς μὴ ὀρθαί. Τοιαύτη πλαστοποίησις Βασιλικῶν λόγων, μὴ ἀναιρεθεῖσα ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, ἐπέδρασε πάντως ἐπὶ τῶν ἁπλουστέρων, καὶ παρεσκεύασε συλλογισμοὺς ἄνευ βάσεων, καὶ κρίσεις ἰδιορρύθμους, ἐξασθενιζούσας τὸ κῦρος τῶν θεσμῶν, κρατυνούσας δὲ τὴν γνώμην, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ τόπου εἰσὶν οἱ ὀλετῆρες αὐτοῦ, καὶ ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα εἶναι ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ. Ποῖον δὲ τὸ συμπέρασμα τούτων πάντων; Ὅτι τὸ πολίτευμα πταίει, διότι αὐτὸ τὸ πολίτευμα εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, καὶ ὅτι τὴν Βουλὴν συγκροτοῦσι πονηροὶ ἄνδρες καὶ ἐγκληματίαι. Πᾶς βεβαίως, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει σαφῶς τὰ πολιτικὰ πράγματα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ἐπιμέλειαν τῶν οἰκογενειακῶν ὑποθέσεών του, ὅστις ἀσχολεῖται εἰς τὰς ἐργασίας του, ἵνα διαθρέψῃ τὰ τέκνα του, πιθανὸν ἦτο νὰ πλανηθῇ, καὶ νὰ φεύγῃ τοὺς ὑποψηφίους τῶν κομμάτων, ὡς φεύγει τὴν ἐκκλησίαν ὁ Διάβολος, ἔσπευδε δὲ ἐν καλῇ τῇ πίστει, ἀλλ’ ἐν μωρίᾳ, νὰ ψηφοφορῇ ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι δὲν ἀνήκουσιν εἰς κόμματα, ὅτι εἰσὶν ἀνεξάρτητοι. Δυστυχῶς τὸ ψεῦδος τοῦτο, ἡ διαστροφὴ αὕτη κατέληξε καὶ καταλήγει εἰς ζημίαν οὐχὶ ἀτόμων, ἀλλ’ εἰς ζημίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους, εἰς ὄλεθρον τῶν συμφερόντων τῆς χώρας· ἡ παροῦσα δὲ κατάστασις εἶναι τὸ τέκνον τοῦ εἰρημένου ψεύδους, τῆς εἰρημένης ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι διαστροφῆς. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἐπὶ τούτοις τύψιν συνειδότος, διότι ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι δημοσίᾳ ἐποιησάμην γνωστὰς τὰς γνώμας μου, καὶ δημοσίᾳ ἐλάλησα. Ἂν οἱ συμπολῖταί μου ἤκουσαν αὐτῶν οὐχὶ μετὰ προσοχῆς, δὲν ἔχω τύψιν συνειδότος, ὅτι παρέλιπον νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ συμβουλεύσω τὰ χρήσιμα. Οὐδ’ ὡς ἄτομον ὑπέκυψα εἰς ζημίαν. Δὲν ζημιοῦνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὅταν δὲν καλῶνται εἰς τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ καὶ τότε, ὅταν δὲν καλῶνται εἰς τὴν ἀρχήν, δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ αἰσθανθῶσι δυσάρεστόν τι αἴσθημα, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κοινῶν τὴν συνδρομήν των, καὶ νὰ μὴ παραλείπωσι νὰ φωτίζωσι τὸ δημόσιον φρόνημα, ὅπως, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα ν’ ἀποφανθῇ ὁ λαός, ἀποφήνηται ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ ἐκφέρῃ ἐτυμηγορίαν σύμφωνον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Διστάζω νὰ ἀνακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅ, τι ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πρρέδρου ἀνεκήρυσσε πρό τινων ἐτῶν ὁ ἀναβιβασθεὶς τότε ἐπ’ αὐτῆς· διστάζω, διότι ἐκεῖνος ἐλησμόνησεν ὅσα τότε ἔλεγε, καὶ ἔπραξε τἀναντία αὐτῶν. Ἐγὼ φρονῶ, οὐχὶ καθ’ ὑπόκρισιν, ἀλλὰ πεποιθότως, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ μόνον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κρατῇ, τό γε νῦν ἔχον, ἐν Ἑλλάδι, μὲ θερμαίνει δὲ ἡ ἐλπίς, ὅτι οὐ μόνον ἐν ὅσῳ ζῶ δὲν θέλω ἰδεῖ ἄλλο πολίτευμα κρατοῦν ἐν τῇ πατρίδι μου, ἀλλ’ ὅτι καὶ οἱ νεώτεροί μου μὲ τὸ ὅπλον πάντοτε ἐπὶ βραχίονος θέλουσι φρουρεῖ αὐτὸ, καὶ θὰ ἀμύνωνται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας, οἵτινες ἀποτελοῦσιν ἁπτὴν ἐγγύησιν τοῦ τόπου, καὶ ἐφ’ ὧν θεμελιοῦται ἡ ἐλπὶς τῆς προαγωγῆς καὶ προόδου τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Θλιβερώτατον ἀληθῶς ἄκουσμα ἤθελεν ἀποτελέσει, ἐφ’ ὅσον εἰμὶ ἐν τῷ βίῳ, ἡ εἴδησις τῆς ἀναιρέσεως τῶν θεσμῶν, καὶ κλονισμὸν θέλει ἐπιφέρει καὶ ἐν τῷ τάφῳ εἰς τὰ ὀστᾶ μου, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ δράσῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐν τῷ βάθει τῆς γῆς, ἡ εἴδησις αὕτη. Τὴν ἀνατροπὴν τῶν θεσμῶν ἢ τὴν παραποίησιν αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ μετά τινα χρόνον πολιτικὴ θύελλα, ἥτις δὲν θέλει μόνον ἀνατρέψει τὸ ψευδὲς πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἀντὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἤθελεν ἐπιβληθῇ, ἀλλ’ ἤθελον ἐκθέσει εἰς κίνδυνον αὐτὴν τοῦ Κράτους τὴν ὕπαρξιν. Τοσαύτη δ’ εἶναι ἡ ἐμὴ περὶ τούτου πεποίθησις, ὥστε ἄνευ δισταγμοῦ ὑποτάσσω καὶ τὰ συμφέροντά μου καὶ τὰς ἐπιθυμίας μου εἰς τὰς ῥήτρας τοῦ πολιτεύματος καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ δι’ οὐδενὸς δεσμοῦ συνδέομαι μετὰ τῶν ἀποτελούντων τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, ἐπεκρότησα, ὅτε εἶδον αὐτοὺς ἀνελθόντας εἰς τὴν ἀρχήν, διότι τούτους ἡ ἀληθὴς ἔκφρασις τοῦ λαοῦ, αἱ ψῆφοι τῶν ἐκλογέων ἀνέδειξαν, κατὰ δὲ τὸ Σύνταγμα πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι ἀπορρέουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ σήμερον κανεὶς, ὁ ὁποῖος ν’ ἀμφισβητῇ, ὅτι τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ διοικῇ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ὀλίγοι ὑπάρχουσιν, οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται ὅτι, ὅπως κανονικῶς λειτουργήσῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι πολιτικὰ κόμματα, καὶ ὅτι ἡ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐφεύρεσις τῶν ἀνεξαρτήτων δὲν δύναται ἢ νὰ παρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀνεξαρτησίαν φρονήματος εἰς τοὺς ἐν κόμματι τεταγμένους, ἀλλὰ καταδικάζω τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν ἀποκλείουσαν τὴν ὕπαρξιν κομμάτων. Ἀδύνατον εἶναι νὰ ὑπάρχῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἄνευ κομμάτων, διότι ἀδύνατος εἶναι ἡ πειθαρχία ἄνευ αὐτῶν. Ἐρωτῶ δὲ, ἄνευ πειθαρχίας εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ποτὲ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς δράσεως 230 Βουλευτῶν, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πειθαρχία, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβάλλῃ αὐτοῖς ὑποχωρήσεις χάριν τοῦ κοινοῦ καλοῦ; Ἀλλὰ δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ κρατήσῃ ἢ ὄχι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ τις τοῦτο ἀμφισβητῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ, Κύριοι, νὰ μὴ παρακολουθήσω ἐπὶ πολὺ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, ἀφ’ ἑνὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ἐν τῇ συζητήσει, τὴν ὁποίαν διεξήγαγον, ὅσον ἀφορᾷ τὰς εὐθύνας τοῦ παρελθόντος. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν Ἑλλάδα, κύριοι Βουλευταὶ, διηύθυνον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, τοὺς ὁποίους ὁ τόπος ὑπέδειξεν, οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι μέχρις ἐπ’ ἐσχάτων, —δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν σήμερον συμβαινόντων, διότι πρόκειται περὶ ἐμοῦ,—οὐδεὶς, λέγω, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι μέχρις ἐπ’ ἐσχάτων ὁ τόπος ὑπέδειξεν ὡς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ ὑποδείξῃ, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, ἕνεκα τῶν προσόντων αὐτῶν, τῶν γνώσεών των καὶ τῆς πείρας των, ἦσαν ἄξιοι νὰ καθέξωσι τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ, τῇ ὑποδείξει τοῦ ἔθνους, ἀνήγαγεν αὐτούς. Οἱ ἄνδρες οὗτοι εἰργάσθησαν πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου, εἰργάσθησαν ὅπως ὑπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Πῶς ἕκαστος εἰργάσθη, ὅπως τὸ καθῆκον τὸ πρὸς τὴν πατρίδα ἐκτελέσῃ, νομίζετε ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν; Νομίζετε ὅτι ὑμεῖς, οἱ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἀντιπολιτευθέντες τὸν καθ’ ἡμᾶς μέγαν πολιτευτὴν ἀείμνηστον Τρικούπην, δύνασθε νὰ κρίνητε περὶ αὐτοῦ; Εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ νομίζωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν πράξεων ὑμῶν, τοὺς ὁποίους πάντοτε ἐπολεμήσαμεν; Βεβαίως ἡ κρίσις ἡμῶν, Κύριοι, θὰ ἐπηρεάζετο ἐκ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ· θὰ ἦτο ἀδύνατον ἡ κρίσις αὕτη νὰ ἦναι ἀμερόληπτος. Βεβαίως οἱ ταχθέντες ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ἐτάχθησαν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν αὐτοῦ διότι ἀνεγνώριζον τὴν ὑπεροχὴν αὐτοῦ. Εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο, μεγάλας ὑπηρεσίας προσήνεγκεν εἰς τὴν πατρίδα, ὅταν δὲ εἰς τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἀποδίδετε τὴν πτώχευσιν, τὸ κόμμα ἐκεῖνο δύναται ν’ ἀπαντήσῃ: «καὶ ποῖοι τὴν πτώχευσιν προεκάλεσαν;» Ἐὰν δ’ εἰς ὑμᾶς ἀποδώσωμεν, ὅτι διὰ τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεσωρεύσατε, ἴσως ὑποβαλλόμενοι εἰς ἀνάγκας ἐθνικὰς, συνετελέσατε εἰς τὴν πτώχευσιν ταύτην, νομίζετε ὅτι ἡ κρίσις ἡμῶν καὶ ὑμῶν θὰ ἦναι ἀπηλλαγμένη τῆς ἐπηρείας τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἱστορίαν, ἵνα δικάσῃ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Δυστυχῶς τὸ κόμμα τὸ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη δὲν κατώρθωσε ν’ ἀποφύγῃ τὴν πτώχευσιν· ὑπέκυψε, μεθ’ ὅλην τὴν ὑπεράνθρωπον ἐργασίαν τοῦ Τρικούπη, εἰς τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων, ἥτις ἀπεδείχθη ἀνωτέρα τῶν δυνάμεών του. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὑμέτερον κόμμα, κύριε ἐκ Γόρτυνος Βουλευτά, φέρει τὴν εὐθύνην τρομερῶν καταστροφῶν· καταστροφῶν, αἱ ὁποῖαι ἴσως δὲν ἔχουν μόνην αἰτίαν τὰ λάθη καὶ τὰ σφάλματα ὑμῶν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ ἐλαφρυντικῶν μόνον περιπτώσεων νὰ συζητήσωμεν, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀρνηθῶμεν τὰς καταστροφὰς, ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἱστορίαν νὰ κρίνῃ, ἐλπίζοντες ὅτι αὕτη ἐπιεικέστερον καὶ ὑμῶν καὶ ἡμῶν θέλει κρίνει καὶ τὰ λάθη τῶν μὲν καὶ τὰ λάθη τῶν δὲ, μὴ λησμονοῦσα καὶ ἀναγνωρίζουσα τὰς ὑπηρεσίας τὰς μεγάλας τῶν μὲν, τὰς ὑπηρεσίας τῶν δὲ (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν, ἵνα περὶ τοῦ παρελθόντος ποιήσωμαι λόγον, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω ὀλίγα τινὰ εἰς ἐκείνους, οἵτινες, ἐπικρίνοντες τὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, ἐπέκριναν αὐτὸν κυρίως διότι ἐνδεικνύει δῆθεν τάσιν πρὸς σπατάλην, διότι δὲν ἐνδεικνύει πολιτικὴν ἐθνικὴν, διότι δὲν ἐνδεικνύει ὅτι ἔχομεν σκοπὸν, ἵνα τὴν πολιτικὴν τὴν ἐθνικὴν ὑπηρετήσωμεν. Πολλὰς, Κύριοι, ἠκούσαμεν ἐπικρίσεις, καὶ ἠκούσαμεν τοιαύτας παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ κοινὰ διεχειρίσθησαν, καὶ ἠκούσαμεν τοιαύτας παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσέτι ταῦτα δὲν διεχειρίσθησαν. Καὶ ὁμολογῶ τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τὰς ἐπικρίσεις τῶν μὲν, βεβαίως δὲ δὲν ἐκπλήσσομαι διὰ τὰς ἐπικρίσεις τῶν δέ. Ἐκπλήσσομαι διὰ τὰς ἐπικρίσεις τῶν μὲν, διότι νομίζω ὅτι αἱ ἐπικρίσεις αὗται δὲν εἶναι βάσιμοι, καὶ ὅτι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἔπρεπε νὰ πείσῃ ἕνα ἕκαστον τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ὑπαινίσσομαι, ὅτι τὰ παρ’ αὐτῶν λεχθέντα παρὰ τῆς πείρας καταδικάζονται. Δὲν ἐκπλήσομαι, εἶπον, διὰ τὰς γνώμας τῶν μὴ ἐχόντων τὴν πεῖραν τῶν κοινῶν, διότι αὐτοὶ μέχρι τοῦδε δὲν διεχειρίσθησαν ταῦτα καὶ δὲν γινώσκουσιν ὅτι τὰ παρ’ αὐτῶν λεχθέντα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῶσι. Ποία ὑπῆρξε, Κύριοι, ἡ καθ’ ἡμῶν διάκρισις; Μᾶς λέγουν ὅτι ἐν τῇ συντάξει τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐτηρήσαμεν τὰς ἀρχὰς τῆς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάλλοντο κυρίως εἰς ἡμᾶς μετὰ τὴν πτώχευσιν. Ἀλλ’ ὅταν οἱ ταῦτα λέγοντες ἦναι οἱ πολλάκις διαχειρισθέντες τὰ κοινὰ, οἱ πολλάκις ὑποστηρίξαντες ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν ἀνέγραφον λίαν ἐξωγκωμένα τὰ τῆς διοικήσεως ἔξοδα, οἱ ὑποστηρίξαντες ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν εἶναι δεκτικὸς μεγάλων οἰκονομιῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐλθόντες εἰς τὰ πράγματα δὲν κατώρθωσαν τὰς οἰκονομίας ταύτας νὰ πραγματοποιήσουν, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὐτῶν μὲ ἐξέπληξαν. Καὶ ἡ ἔκπληξίς μου δικαιολογεῖται, διότι, ὅταν παραβάλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ποῖα εἶναι τὰ συμπεράσματα τὰ ἐκ τῆς παραβολῆς ταύτης προκύπτοντα; Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐποιήσατο ἐνώπιον ἡμῶν τὴν παραβολὴν ταύτην καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 παρουσιάζει ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 διαφορὰν μεγάλην ἐπὶ ἔλαττον. Ἀλλὰ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ προσθέσῃ εἰς τὰς ψηφισθείσας διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσεις τὰς χορηγηθείσας δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ διαταγμάτων, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 8,000,000. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπῃ: «δὲν θὰ ἔχητε καὶ ὑμεῖς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις;» Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι πολλὰς τοιαύτας δὲν θὰ ἔχωμεν· ἐλπίζω καὶ εἶμαι πεπεισμένος μάλιστα περὶ τούτου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν συνετάχθη κατὰ τρόπον, ὥστε πολὺ ὀλίγας θὰ ἔχωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ἐὰν δὲ τὸ ποσὸν τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ διαταγμάτων χορηγηθεισῶν, προσθέσητε εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, φθάνετε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἔχει δαπάνας 98,986,340, ἐὰν δ’ ἐκ τούτων ἀφαιρέσητε 23,595,208 διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἔχετε κατὰ τὸ ἔτος 1896 διὰ τὴν διοίκησιν δαπάνην 75,391,132, ἀπέναντι δαπάνης δυνάμει τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ ἀνερχομένης εἰς 74,300,000. Πόθεν λοιπὸν ἐξάγεται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 αὐτὴ ἡ τάσις πρὸς σπατάλην; Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἐκπλήσομαι, ὅταν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὁ πρῶτος ἀγορεύσας, ὑπεστήριξεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως νὰ περιορισθῶσιν εἰς 66,000,000· διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει πεῖραν τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, γινώσκει δὲ, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπέβη πάντοτε ἀδύνατον, ἵνα διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Δὲν ἐξεπλάγην, οὔτε εἶχον δικαίωμα νὰ ἐκπλαγῶ δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν διεχειρίσθη τὰ κοινὰ, καὶ ἐπιτρέπεται ἴσως εἰς αὐτὸν νὰ νομίζῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν — διὰ ποίου τρόπου, δὲν μᾶς εἶπε, — νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, καὶ νὰ φρονῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν 10,000,000 νὰ ἐξοικονομήσωμεν· νὰ φρονῇ μάλιστα, ὅτι τοιοῦτος πρέπει νὰ ἦναι ὁ προϋπολογισμὸς, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν οὐχὶ πιθανότητος, ἀλλὰ προϋπολογισμὸν βεβαιότητος. Εἶναί ποτε δυνατὸν, Κύριοι, ἐν δαπάναις διοικήσεως τοσοῦτον περιωρισμέναις, ὅσον εἶναι αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως παρ’ ἡμῖν, νὰ ἔχωμεν περιορισμὸν δαπανῶν κατὰ δέκα ἑκατομύρια; Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὅλη ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἡ ὁποία ἦτο μεστὴ ὡραίων θεωριῶν, βεβαίως δὲν εἶχε πρακτικότητα, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει, ὁ διαχειρισάμενος τὰ κοινὰ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐπὶ προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾧ αἱ τακτικαὶ δαπάναι διοικήσεως, ἐν αἷς συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν, ἀνέρχονται εἰς 74,000,000, δύναται νὰ γείνῃ οἰκονομία δέκα ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν οἱ Κύριοι: «Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν, πρὸς τί ὑπεβάλετε εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις ἔσχεν ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν; Διατὶ ὑπεβάλετε εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδικαιολογοῦντο ἐξ ὑπερτέρας καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης, (ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος) τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀναβληθῶσιν, (ὅπως εἶπον ἕτεροι κύριοι Βουλευταὶ) καὶ δὲν περιωρίσθητε εἰς τὴν ὑποβολὴν μέτρων ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς;»—ἡ ὁποία ἐθνικὴ πολιτικὴ κατὰ μὲν τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν δύο πρέπει νὰ ἔχῃ σκοποὺς, τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ ἐλέγχου, καὶ τὸν σχηματισμὸν ἀξιομάχου στρατοῦ καὶ στόλου, κατὰ δὲ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἄλλων, σκοπὸν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ἀφίνω, Κύριοι, πρὸς στιγμὴν τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, οὔτε νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν, μὲ οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ἀνεβίβασεν εἰς 6,000,000, οἱ δύο οὗτοι μεγάλοι σκοποὶ νὰ πραγματοποιηθῶσιν, καὶ ἀσχολοῦμαι περὶ τῆς γνώμης τῶν ἑτέρων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγορευσάντων, οἱ ὁποῖοι μιᾷ φωνῇ εἶπον, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, καὶ μόνον νομοσχέδια τείνοντα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τούτων νὰ παρασκευάσωμεν καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν, καὶ ἐρωτῶ αὐτοὺς, ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν, ἡ προελθοῦσα ἐκ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, ποία εἶναι; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εὐηρεστήθη νὰ ἀναφέρῃ τὰ διάφορα ὑποβληθέντα νομοσχέδια, νὰ ἀναφέρῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν, νὰ ἀναφέρῃ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν. Ἐὰν λάβωμεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὰ ψηφισθέντα μέχρι τοῦδε, τί παρατηροῦμεν; Ὅτι ἐκτὸς τῶν δύο νομοσχεδίων, τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς, αἱ αὐξήσεις αἱ προερχόμεναι ἐκ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων εἶναι ἐλάχισται. Προσθέτω εἰς τὰ δύο νομοσχέδια καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνεται ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ὅπως ἐξομοιωθῶσιν οἱ μισθοὶ ἁπάντων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ δυνηθῶσιν ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοὶ, ἄνευ διακρίσεως σώματος, νὰ προμηθευθῶσι διδακτικὰ βιβλία. Ἐρωτῶ, Κύριοι, τοὺς θιασώτας τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, —μεταξὺ τῶν ὁποίων τάσσομαι καὶ ἐγὼ, —ἐρωτῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ βελτιώσωμεν τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐρωτῶ αὐτοὺς, εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν ταύτην πρὶν ἢ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ του καὶ τὰ ὁποῖα ἐκτελεῖ σήμερον; Εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη νὰ γείνῃ, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ νόμος περὶ ἀστυνομίας, νόμος περὶ χωροφυλακῆς; Ὁμιλοῦμεν περὶ στρατοῦ καὶ περὶ βελτιώσεως στρατοῦ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν ἡ κατάστασις ἡ κρατοῦσα μέχρι σήμερον ἐξακολουθήσῃ, ὑπάρχει τις ὁ ἐλπίζων, ὅτι δύναται ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ νὰ βελτιωθῇ; Ἐν ὅσῳ τὸ πλεῖστον τοῦ στρατοῦ ἀσχολῆται εἰς ἔργα ὅλως ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ του, ἐν ὅσῳ δ’ ἕνεκα τούτου συγκέντρωσις τοῦ στρατοῦ ἀποβαίνῃ ἀδύνατος, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὀργανισμοῦ καὶ περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ; Ἕν μόνον ζήτημα λοιπὸν μένει· τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας σήμερον ἐκτελεῖ, τῶν ὅλως ἀλλοτρίων πρὸς τὸν σκοπόν του. Τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο, ἄλλως κανονιζόμενα, νὰ προκαλέσωσι δαπάνην μικροτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὰ νομοσχέδια τὰ ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθέντα προκαλοῦσιν; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδέποτε ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνεζητήθη. Καὶ μᾶς ἐπέκρινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι δὲν λαμβάνομεν τὸν λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τῶν νομοσχεδίων μας, ἀλλ’ ὅτι διακόπτομεν. Τοῦτο εἶναι ὅλως ἀνακριβές. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν συζητηθέντων κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεών μας πάντοτε προσεπαθήσαμεν τὰ μέτρα ἡμῶν νὰ ὑποστηρίξωμεν. Θέλομεν ὅλοι στρατὸν, θέλομεν ὅλοι νὰ βελτιώσωμεν τοῦ στρατοῦ τὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ ὀργανώσωμεν χωροφυλακὴν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν τῶν ἀλλοτρίων πρὸς τὸν σκοπόν του ὑπηρεσιῶν, τότε λέγετε: «σπαταλᾶτε!» Ὅταν προτείνωμεν σύστημα ἀστυνομικὸν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὴν χωροφυλακὴν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐκτελεῖ, μᾶς ἀπαντᾶτε: «σπατάλη!» Ὅταν ἀναγράφωμεν πίστωσιν, ὅπως μετακαλέσωμεν ξένους ὀργανωτὰς, τότε ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, μετὰ τοῦ κύρους τὸ ὁποῖον ἐπὶ στρατιωτικοῦ ζητήματος ἔχει, μετὰ τῆς εὐφραδείας, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, λαμβάνει ἀπὸ τὴν χεῖρα τοὺς ὀργανωτὰς, τοὺς ὁποίους μετακαλοῦμεν, τοὺς διευθύνει πρὸς τὰ Παραπήγματα, εἰσέρχεται ἐν αὐτοῖς, τοῖς δεικνύει τὰ ὅπλα, «τὰ ἀποτελοῦντα ἔπιπλα μουσείου», τοῖς δεικνύει τὴν ἔλλειψιν τὴν παντελῆ τῶν ὅπλων τοῦ πεζικοῦ, τοῖς δεικνύει τὴν ἔλλειψιν πυροβόλων, καὶ μετὰ τὸν περίπατον αὐτὸν μᾶς λέγει: «πρὸς τί οἱ ὀργανωταί; ἔχετε μέσα νὰ δώσητε εἰς τοὺς ὀργανωτὰς τὰ μέσα, ὅπως ἀγοράσωσιν ὅπλα, ὅπως προμηθευθῶσι πυροβόλα, ὅπως διὰ φρουρίων περιφρουρήσωμεν τὰ σύνορα;» Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής, τοῦ ὁποίου τὴν ἀγόρευσιν, ὅτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς χωροφυλακῆς ἠγόρευε, μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἤκουσα, νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, τὰ τοῦ στρατοῦ εἰς δύο διαιροῦνται κατ’ ἀνάγκην χωριστὰ τμήματα, πρῶτον τὸ προσωπικὸν καὶ δεύτερον τὸ ὑλικόν. Δύνασθε νὰ ἔχητε τὸ λαμπρότερον ὑλικόν, δύνασθε νὰ ἔχητε τὸν καλλίτερον ὁπλισμόν, δύνασθε νὰ ἔχητε τὰ καλλίτερα πυροβόλα, ὅλα τοῦ τελευταίου συστήματος· ἐὰν τὸ προσωπικὸν ὑμῶν δὲν ᾖναι καλόν, ἐὰν ἐν τῷ στρατῷ ἡ πειθαρχία δὲν ὑπάρχῃ, ἐὰν στρατιωτικὸν πνεῦμα δὲν ὑπάρχῃ, ἐὰν ἡ ἐκπαίδευσις δὲν γίνηται τακτικῶς, εἰς οὐδὲν θέλει χρησιμεύσει τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχητε. Διὰ τῶν ὀργανωτῶν, διὰ καλοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δύνασθε τὸ προσωπικὸν νὰ παρασκευάσητε. Εἰς τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο, παρεσκευασμένον, ἐκπαιδευόμενον, γινῶσκον τὰ καθήκοντά του, ἀπὸ τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου στρατιώτου, πειθαρχοῦν, ἐμφορούμενον ὑπὸ στρατιωτικοῦ πνεύματος, δόσατε καὶ κατάλληλα ὅπλα, δόσατε πυροβόλα, καὶ τότε ὁ στρατὸς αὐτὸς θέλει ἐπιτελέσει τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἡ πατρὶς περιμένει ἀπὸ αὐτόν. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀγορὰ τῶν ὅπλων, τῶν πυροβόλων, δὲν δύναται νὰ γείνῃ διὰ μιᾶς σήμερον, — καὶ δὲν δύναται βεβαίως νὰ γείνῃ οὔτε διὰ τῶν προτάσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοῦ πρώτου λαβόντος τὸν λόγον, οὔτε διὰ τῶν ἑτέρων προτάσεων, τῶν μᾶλλον φαντασιωδῶν, τοῦ ἑτέρου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, — εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι μέχρι τῆς ἀγορᾶς τοῦ ὑλικοῦ τούτου πρέπει νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας καὶ οὐδὲν νὰ πράξωμεν πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν στελεχῶν καὶ τοῦ στρατοῦ; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε διὰ τὴν πρώτην ἡμῶν ἐπιστράτευσιν, τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε διὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἠγοράσθη ἴσως διὰ τῶν οἰκονομιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ; ἢ ἠγοράσθη κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐνεργείας; Καὶ σημειώσατε ὅτι αἱ καταστροφαὶ ἡμῶν δὲν ὀφείλονται εἰς μόνον τὸ ὑλικόν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀτελῆ καὶ ἐλαττωματικὴν ἐκπαίδευσιν, εἰς τὴν ἔλλειψιν πειθαρχίας καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν στρατιωτικοῦ πνεύματος. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις αἱ κατὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντων διατυπωθεῖσαι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἦσαν δίκαιαι. Ἐγὼ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὴν Βουλήν, εἶπον, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην θέλομεν ὑποβάλει, ἀποτελοῦσι τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν ἀναμόρφωσιν ἐκείνην, τὴν ἐπιβαλλομένην ἐκ τῶν πραγμάτων· καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἀναμορφώσεως, ἂς μὴ νομίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅτι θέλω νὰ λάβω τὸν τίτλον τοῦ ἀναμορφωτοῦ, ἀναιρῶν τὰς ὑπηρεσίας τῶν πρὸ ἐμοῦ διοικησάντων τὴν χώραν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ὑπηρέτησαν αὐτήν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως προσεπάθησαν, ἵνα τὰ συμφέροντα αὐτῆς ὑπηρετήσωσιν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἐπεβλήθησαν ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας εἴτε ἡμεῖς, εἴτε οἱ διάδοχοι ἡμῶν, εἴτε οἱαδήποτε Κυβέρνησις θὰ ᾖναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ὑπηρετήσῃ. Εἶπον ὅτι ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ θέλομεν ὑποβάλει νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποτελέσει τὸ πρῶτον βῆμα, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἐν δευτέρᾳ Συνόδῳ, θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὰ μέτρα τὰ ἐπιβαλλόμενα πρὸς ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, πρὸς ἐξυπηρέτησιν δι’ αὐτῶν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Βεβαίως κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον θέλομεν ἀσχοληθῆ περὶ τοῦ στρατοῦ, βεβαίως ἐπιβάλλεται, ὅπως ἀσχοληθῶμεν περὶ αὐτοῦ· βεβαίως, ὅταν συνταχθῇ ὁ ὀργανισμὸς αὐτοῦ, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου. Ἀνεκοίνωσα καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν καθαρὰ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας μου περὶ τούτου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῶν ἰδεῶν, ἃς ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος κηρύσσεται ἀναφανδὸν κατὰ πάσης φορολογίας. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ μελετηθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος, ὅπως τὰς δυσκολίας ἀντιμετωπίσωμεν, καὶ πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὸ ἐρώτημα: Θέλομεν νὰ ἔχωμεν στρατόν; πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὰς θυσίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται, ὅπως ἔχωμεν στρατόν. Δὲν θέλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὰς θυσίας ταύτας; ἂς μὴ ἐλπίσωμεν ὅτι δι’ οἰκονομιῶν ἀδυνάτων ἐπὶ οἰκονομικωτάτου προϋπολογισμοῦ δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Εἰς αὐτὰς θὰ ἐπαρκέσωμεν εἴτε διὰ νέας φορολογίας, εἴτε διὰ διαρρυθμίσεως τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἐπιτύχωμεν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὰς ἰδέας ἡμῶν, Κύριοι, θέλομεν διατυπώσει κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον διὰ σχετικῶν νομοσχεδίων. Διὰ σήμερον ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀμυνθῶ κατὰ τῆς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἀδίκου κατηγορίας, τῆς ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν ἐκτοξευθείσης, ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε ἢ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς Νομοσχέδια σπατάλης καὶ δαπάνης. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§181ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὔριον.

§183ΝΕΓΡΗΣ. Δύο λέξεις θέλω εἴπει. Λυποῦμαι πολὺ, ὅτι προεκάλεσα τὴν μῆνιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποδείξας αὐτῷ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἂς βεβαιωθῇ, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐσκέφθην νὰ ἐπιδείξω ἐμαυτὸν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἐὰν ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ φέρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τούτου, ἔπραξα τοῦτο διότι ὀφείλω ἐκ καθήκοντος, ὁσάκις βλέπω λάθος τι, νὰ τὸ ὑποδεικνύω. Δὲν ὑποθέτω ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὲ ὅλην τὴν ἔκτακτον αὐτοῦ ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν περισσότερον ἴσως παντὸς ἄλλου ἀναγνωρίζω εἰς αὐτὸν, ἔχει τὴν ἀπαίτησιν, ὅτι εἶναι ἀλάνθαστος. Ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς περιφέρῃ εἰς περίπατον εἰς Γαλλίαν, εἰς Ἰταλίαν, ὅπως μᾶς ἀποδείξῃ τὸ ὀρθὸν τῶν λόγων αὐτοῦ. Θὰ ἦτο πολὺ εὐχάριστον, τὴν στιγμὴν ταύτην τοῦ καύσωνος, νὰ κάμωμεν τὸν περίπατον αὐτόν· ἀλλ’ ἂς βεβαιωθῇ ὅτι δυστυχῶς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μένωμεν ἐν τῇ ξηρᾷ ἀτμοσφαίρᾳ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Οὐδὲν μᾶς χρησιμεύει τί γίνεται ἐν Γαλλίᾳ, οὐδὲν μᾶς χρησιμεύει τί γίνεται ἐν Ἰταλίᾳ. Ὁ λογιστικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 3 εἶναι ῥητὸς, καὶ εὐθὺς ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀναγραφῆς τῶν εἰσπράξεων, ὡς γίνεται σήμερον, ἐστηρίχθη εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον, ἔδωκε τὸν ἑξῆς καὶ μόνον λόγον, ὅτι ὁ φόρος τῆς σταφίδος εἶναι ἔγγειος, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἔγγειος, τὸ δικαίωμα ἀποκτᾶται κατὰ τὴν παραγωγήν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο οὐδόλως ὠφελεῖ αὐτόν· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ δικαίωμα ἀποκτᾶται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐξαγωγῆς, ὀφείλει νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα· ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ἀποκτᾶται κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς παραγωγῆς, πάλιν ὀφείλει νὰ ἀναγραφῇ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καὶ μόνον ὁλόκληρος ἡ παραγωγή, ἐνῷ τοῦτο δὲν συμβαίνει. Ὥστε καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει τὸ ἄρθρον 3 παραβιάζεται. Λυποῦμαι ὅμως πολύ, ὅτι δὲν ἀπήντησεν εἰς ζήτημα σπουδαιότατον, δὲν ἀπήντησε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀνάγκας τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἔχει ὑψίστην σημασίαν. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ὅλοι οἱ ξένοι, οἱ ἐρχόμενοι εἰς Ἑλλάδα, διέρχονται διὰ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ἡ ἐντύπωσις δὲ εἰς πάντα ἐπισκεπτόμενον αὐτὸ εἶναι ἀληθῶς, ὅτι δὲν ἁρμόζει τοιαύτη κατάστασις εἰς ἔθνος πολιτισμένον. Εἶναι λοιπὸν ἐπάναγκες νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις ὅσον ἔνεστι τάχιον. Κονδύλια τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐπαυξήσωμεν τὸ τελωνεῖον, ἔχουσι διαγραφῆ. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν θεωρῶ ὑπέροχον τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐν τούτῳ ἔχει κάμει λάθος, καὶ λάθος μέγα. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν τελωνείων, ὀφείλω νὰ εἴπω ἐπίσης, ὅτι ζήτημα σχετικὸν εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἀτμοτελωνίδων. Εὑρισκόμενος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἶχον ἑτοιμάσει μελέτην πρὸς προμήθειαν τοιούτων. Βεβαίως τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαῖον θὰ ἦτο σημαντικόν. Ἴσως θὰ ἦτο 2,000,000 δρ. Ἀλλὰ βεβαίως διὰ τοιαύτης δαπάνης θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ τελωνεῖά μας διὰ τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου πολλαπλάσια, πολὺ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἐκόστιζον αἱ ἀτμοτελωνίδες. Λυποῦμαι λοιπὸν πολὺ, ὅτι καὶ περὶ τούτου οὐδεμία ἔγεινε μνεία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἀτμακάτων, τὰς ὁποίας εἴχομεν τάξει χάριν τοῦ τελωνείου Πειραιῶς καὶ τῶν σπουδαιοτέρων τελωνείων τοῦ Κράτους. Οὐδένα διαφεύγει, ὅτι ἐν μέσῳ λιμένι τοῦ Πειραιῶς γίνεται λαθρεμπόριον, σχεδὸν ἐνώπιον τοῦ τελώνου, καὶ ἀδυνατεῖ οὗτος νὰ καταδιώξῃ αὐτὸ, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀτμακάτων. Ἕνεκα τῆς ὀργῆς, ὑφ’ ἧς κατείχετο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἠθέλησε νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ διατάγματά μου δῆθεν τὰ ἀντισυνταγματικά. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἤθελησε νὰ τὰ συζητήσῃ κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν τὰ ὑπέβαλε πρὸς ἔγκρισιν, ὅτε θὰ ἤμην μᾶλλον ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω. Τὴν σήμερον δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ ποῖον ἐξ ὅλων ἦτο ἀντισυνταγματικόν.

§184Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι ἀντισυνταγματικά. Ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.

§185Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀφείλω ὅμως, πρὶν τελειώσω, νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον χθὲς κατέθεσα. Σᾶς ὑπέδειξα, ὅτι τὸ πλεόνασμα τῆς χρήσεως τοῦ 1896 δὲν θὰ ἦναι 3,000,000, ἀλλὰ 10,000,000, ἢ 12,000,000. Τὰ πλεονάσματα ταῦτα τὰ ἀπεκτήσαμεν διὰ τῆς συνδρομῆς, διὰ τῆς ἀφοσιώσεως, διὰ τῶν κόπων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Θεωρῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις ἐπιβεβλημένη, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος θέλει ἀπολαύσει ταῦτα, νὰ μὴ λησμονήσῃ ἐκείνους. Μετὰ μεγάλης μου δὲ λύπης ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λέγοντος, ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην δὲν τὴν εὑρίσκει δικαίαν.

§186ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὡμίλουν ὀλίγον ἐκτενέστερον ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ παροῦσα ὥρα εἶναι κατάλληλος πρὸς τοῦτο.

§187ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν κατὰ τοιαύτην ὥραν.

§188ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως εἰς αὔριον.

§189Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπόψε νὰ τελειώσωμεν.

§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἓν εἶδος συνεννοήσεως, ἓν εἶδος κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν μας, νὰ συνερχώμεθα εἰς τὰς 5 καὶ νὰ ἀπερχώμεθα ἐνωρίτερον.

§191ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως· δὲν πρέπει δὲ νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις, διότι τὰ λεχθέντα ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπαντήσεως.

§192Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραταθῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον αἱ ἐργασίαι τῆς συνόδου, διότι ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν ἔχουσι τὴν κατοικίαν των ἐν Ἀθήναις εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἀναχωρήσωσιν εἰς τὰς ἑστίας των.

§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀνάγκην ταύτην τῶν κυρίων συναδέλφων· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς σωματικὰς δυνάμεις ἐκείνων, πρὸς οὓς ἀνταγωνιζόμεθα.

§194ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβάλωμεν.

§195ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἔρριψα τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ὑπάρχουσιν ἀπέναντι ἡμῶν οὐχὶ ἄγριαι διαθέσεις, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσω, ἀφοῦ βλέπω ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουσιν αἱ διαθέσεις αἱ ἄγριαι.

§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἄγριαι διαθέσεις δὲν ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 12 Ἰουλίου· λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐσκόπουν νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ὅλοι, πλὴν ὑμῶν, ἠγόρευσαν, δὲν δύναταί τις δὲ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀνάπτυξις ὅλων ἐκείνων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ὁ προϋπολογισμός· δυνάμεθα μάλιστα νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ πολλὰ τῶν νομοσχεδίων συνεζητήθησαν κατὰ τὸν προϋπολογισμόν· ἤδη ἠκούσαμεν συζητούμενον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν, τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως...

§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συνδέονται ταῦτα μὲ τὸν προϋπολογισμόν;

§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως συνδέονται, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα συνεζητήθησαν, ἠδύνασθε νὰ ἔχητε λάβει τὸν λόγον εἰς τὰς τρεῖς συζητήσεις αὐτῶν. Εὑρισκόμεθα, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν 12 Ἰουλίου, καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπείγονται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των· ὀρθὸν δὲ εἶναι νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἡ συζήτησις δὲν εἶχεν εὐρέως ἐπεκταθῆ, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τῶν φίλων μου, ἤθελον παρακαλέσει αὐτοὺς νὰ παραμείνωσιν εἰσέτι ὀλίγας ἡμέρας. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις τελείως ἐξηντλήθη.

§199ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν ἐβραδύνετε, κύριε Πρωθυπουργέ, βεβαίως ἡμεῖς δὲν εἴμεθα παραίτιοι τῆς βραδύτητος. Ἂν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν 12 Ἰουλίου, βεβαίως τοῦτο κατὰ πρῶτον λόγον δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν πέραν τοῦ δέοντος παράτασιν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Καὶ ἂν ἀπησχολούμεθα ἐνταῦθα εἰς θέματα, ἅτινα δὲν συνδέονται πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, οὐδὲ πρὸς τὰ ἄλλα κεφάλαια τοῦ προγράμματος, ὅπερ παραπονεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν, βεβαίως ἡμεῖς δὲν πταίομεν. Παραπονεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συζητοῦμεν εὐρέως, ἐπιλανθανόμενος, ὅτι συνήθως ὁ προϋπολογισμὸς συζητεῖται γενικῶς ἐπὶ 7 καὶ ἐπὶ 8 ἡμέρας, ἐνῷ ἡ εὐρύτης τῆς σημερινῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ ἧς εἶπεν, ἐξακολουθεῖ μόλις ἀπὸ χθές, βεβαίως δέ, ἂν συνήνει νὰ συνέλθωμεν αὔριον εἰς ἐξακολούθησιν, ἠθέλομεν δυνηθῆ καὶ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ περατώσωμεν καὶ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ καὶ τοὺς νόμους περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων νὰ ψηφίσωμεν. Ἐκεῖνο, ὅπερ θέλω ἰδίως νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ ὁμιλήσωσιν εἰς τοιαύτην ὥραν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀξίωσι νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ κατάστασις ἡ σωματική, εἰς ἣν εὑρίσκονται, ἴσως διότι κατεπονήθησαν ἐκ τῶν συνεχῶν ἀγρυπνιῶν, ἴσως διότι ἦσαν προδιατεθειμένοι ἀσθενῶς. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, θὰ ὑποκύψω εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀφοῦ καὶ Θεοὶ ἀνάγκα πείθονται...

§200Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀναβολήν;

§201ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ζητήσω τὴν ἀναβολήν.

§202ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§203ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;

§204ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πιστεύσατε ὅτι θέλω νὰ ἀποφύγω πᾶν ὅ,τι καθιστᾷ τραχυτέρας τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ ἡ οἰκονομική, ἥτις μελετήσασα τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος διερρύθμισε τὰ κατ’ αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐλέγχου, δὲν εἶχε φῶτα καὶ πεῖραν τόσην, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἡ γνώμη αὑτῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκρινε πεπλανημένας τὰς ὑπ’ ἐμοῦ προταθείσας γνώμας. Ἐξετίμησε μὲν τὰς λεπτομερείας, αἵτινες ἐξετέθησαν ἐνταῦθα, δὲν κατενόησεν ὅμως πρὸς ποῖον σκοπὸν αὗται ἀνεπτύχθησαν. Ὁμιλῶν πρὸς λύσιν τῆς ἀπορίας ταύτης αὐτοῦ, θέλω λάβει τὸ ἐνδόσιμον νὰ ἀπαντήσω συντόμως καὶ πρὸς ὅσα ἐπὶ τοῦ θέματος λεπτομερῶς ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διορισθεῖσα δυνάμει τῆς συνθήκης, ἐπωφεληθεῖσα καὶ ἐκ προγενεστέρας ἐργασίας ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, ἐνέκυψεν εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τρόπον, ὅστις παρέσχεν εἰς αὐτὴν πᾶσαν εὐκολίαν, ἵνα σχηματίσῃ γνώμην στηριζομένην ἐπὶ τῶν δημοσίων βιβλίων τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ πασῶν τῶν πληροφοριῶν τῶν συνηθροισμένων ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, γενομένη τοῦτο μὲν ἵνα ἀσφαλίσῃ τοὺς δανειστάς, ὅσον οἷόν τε πλειότερον, τοῦτο δὲ ἵνα ἀσφαλίσῃ εἰς τὸ Κράτος, ὅπερ προέκειτο νὰ σωθῇ ἐκ τῆς καταστροφῆς, τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ μέχρις οὗ ἐπέλθῃ ἡ ἐπανόρθωσις, ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι ἐργασία διαφωτιστική, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἀξία προσοχῆς, καθ’ ὅσον προέρχεται ἀπὸ ξένων, ὧν τὰς γνώμας πρέπει πάντοτέ τις νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου νὰ κανονίσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πορείαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν πλασθεῖσαν νέαν κατάστασιν. Οἱ προϋπολογισμοί, οἱ καταρτισθέντες πρὸς καθοδήγησιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὰ συμπεράσματα, εἰς ἃ ἔφθασαν οἱ μελετήσαντες τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, δεικνύουσιν, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησιν αὐτῶν ἀπαιτεῖται ἐργασία διαρρυθμιστικὴ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἑξαετής, μεθ’ ἣν μόνον θέλομεν φθάσει εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ διαιρεθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς δύο, καὶ τμῆμα αὐτοῦ σπουδαῖον ἀπεχωρίσθη ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, ἐξητάσθη δὲ, ἂν τὸ ὑπόλοιπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου. Πρὸς τοῦτο ἐξηρευνήθη τὸ παρελθὸν, καὶ ἐζητήθη νὰ εὑρεθῇ ὁ μέσος ὅρος τῶν δαπανῶν, κατὰ λόγον τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων εἰς διοίκησιν τῆς Ἑλλάδος, τιθεμένης κατὰ μέρος πάσης ἐκτάκτου δαπάνης ἐπὶ τοῦ παρόντος· διότι δὲν ἐκρίθη δυνατὸν ἐξ ἀσθενοῦς προϋπολογισμοῦ νὰ γίνωνται ἔκτακτοι δαπάναι, καθ’ ὃν χρόνον ἀπαιτεῖται πάντως νὰ πληρωθῶσι τὰ χρέη τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν ταὐτῷ νὰ ζήσῃ ἡ Ἑλλάς. Ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως τῶν ἐτῶν 1892 ἕως 1896, ὅστις ἀπολήγει εἰς 61,951,326 δραχμάς, καὶ ὅτι εἰς τὸν μέσον τοῦτον ὅρον προσετέθησαν καὶ 1,300,000 ἔτι λόγῳ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων τούτων, ὄντων τότε ὑπὸ ἐκτέλεσιν, ἀπῄτει τὴν προσθήκην ταύτην εἰς τὰ πρότερον ἔξοδα, τὰ ἀνελθόντα εἰς τὸ ἄνω κατὰ μέσον ὅρον ποσόν. Οὕτω δ’ ἀπετελέσθη τὸ ποσὸν τῶν 63,251,326, ὅπερ ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπαρκοῦν πρὸς ζωάρκειαν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ οὕτως ἐξ ὑπολείμματος προσδιωρισμένον ἡμῖν ποσὸν, κατ’ αὐτὸ βεβαίως πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς πορείας ἡμῶν τῆς οἰκονομικῆς, προσέχοντες εἰς τὴν ὑπόδειξιν τὴν δοθεῖσαν, ἀφοῦ ἐκ τῶν πραγμάτων ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν καθίσταται ὑποχρεωτικός. Ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὰ τῆς πολιτείας ἡμῶν τῆς οἰκονομικῆς καθ’ ὑπόδειγμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν συνέταξαν ἐκεῖνοι, οἵτινες προσδιώρισαν ἡμῖν τὰ ἐκ τῶν ἡμετέρων δαπανητέα. Ἀλλὰ τί συμβαίνει σήμερον; Ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ κατάστασις ἡμῶν ἡ οἰκονομικὴ ὑγιεστέρα παρ’ ὅ,τι ὑπέθεσαν οἱ ξένοι, παρ’ ὅ,τι ἐπιστεύομεν καὶ ἡμεῖς αὐτοί· εἶπον δὲ, ὅτι τοῦτο εἶναι εὐτύχημα, διότι οὕτως ἐπιτρέπεται ἡμῖν ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος ἔτους νὰ ἴδωμεν τὰ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους εἰσερχόμενα εἰς κανονικὴν λειτουργίαν, ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἐθνικῆς ἐργασίας. Ἀλλὰ διότι ἔχομεν τοῦτο τὸ εὐτύχημα, ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς δαπάνας αὐξήσεως μισθῶν καὶ ἄλλης πολυτελείας, παραβλέποντας τὰς ἄλλας ἀνάγκας, τὰς πολλῷ σπουδαιοτέρας; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἡ διοίκησις διὰ τῶν 66,000,000, ὅσα προσδιωρίσθησαν ὑπ’ ἐμοῦ ὡς ἐπαρκῆ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν διοικητικῶν δαπανῶν ἐπὶ πενταετίαν εἶναι 62,000,000 περίπου, τῇ προσθήκῃ δ’ ἑτέρων 1,300,000 διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἀστυνομίαν ἀνεβιβάσθησαν εἰς 63,000,000, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι 66,000,000, εἰς ὅσα ἐγὼ ἀναβιβάζω ἐπὶ τὸ εὐρύτερον τὴν δαπάνην διὰ τὰς διοικητικὰς ἀνάγκας, δὲν εἶναι ἐπαρκῆ; Εἰς 64½ ἑκατομμύρια ἀνέβησαν αἱ δαπάναι αὗται ἐν ἔτει 1895, μόνον δὲ ἐν ἔτει 1896 ἔφθασαν εἰς τὰ 67. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἠπόρησε, πῶς, ὑπαρχούσης τῆς ἀνάγκης ν’ ἀποχωρισθῶσιν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ξέναι πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ, εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς ν’ ἀμφισβητῶμεν τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς, ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας· ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δίδεται ὑπὸ τῶν πράξεων αὐτῶν ἐκείνων, ἐξ ὧν παράγει τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ καταγωγήν. Ἐκεῖνος, ὅστις ἐφρόντισε πρῶτος περὶ ἀπυχωρισμοῦ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ξένων ἀπὸ τοῦ κυρίου σκοποῦ τοῦ στρατοῦ, ἐκεῖνος ἐσκέφθη ἐνδελεχῶς περὶ τοῦ θέματος· ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀντελήφθη ὀρθῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ αἱ μικραὶ αὐτῆς οἰκονομικαὶ δυνάμεις ἐπιτρέπουν νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ νὰ διατηρήσῃ ἀστυνομίαν καὶ χωροφυλακὴν ἀρτίας· πεισθεὶς δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην, παρῄτησε τὸ σύστημα τῆς χωροφυλακῆς τῆς ἐξ ἐθελοντῶν καταρτιζομένης, καὶ προσέδραμεν εἰς τοὺς κληρωτούς. Δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον ἠναγκάσθη νὰ νομοθετήσῃ τὸ ἰσχύον σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δι’ οὗ παρείχοντο εἰς τὸ Κράτος ὅσῳ τὸ δυνατὸν πλείονα τὰ ἀγαθὰ ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως ἀποτελέσματα διὰ τῆς ὅσον οἷόν τε ὀλιγωτέρας μισθοδοσίας καὶ δαπάνης. Διὰ τοιαύτης οἰκονομικῆς διευθετήσεως ἐπεδίωξε τὸν χωρισμὸν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἔργων τῶν ἀστυνομικῶν, τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ εἰς τὰ ἔργα τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι αἱ ἀστυνομικαὶ ἐν Ἑλλάδι ἀπεδείχθη, ὅτι ἀπαιτοῦσι δύναμιν πολὺ μείζονα τῆς διατιθεμένης νῦν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς εὑρέσεως αὐτῆς ἤθελον ἐννοήσῃ, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφρόντιζε νὰ διευθετήσῃ τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε νὰ αὐξήσῃ μὲν τὴν σήμερον ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῶν ἀστυνομικῶν σκοπῶν διατιθεμένην δύναμιν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ προστεθῶσιν ἀδικαιολογήτως, ὡς ἐγένετο, 5,000,000 εἰς τὰ ἤδη δαπανώμενα ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς. Τοῦτο τὸ γενόμενον θεωρῶ ὅτι δὲν ἐγένετο ἐκ προνοίας τελεσφόρου. Τοῦτο θεωρῶ ὅτι συνεπάγεται ἀσύγγνωστον ἀφαίρεσιν χρημάτων ἀπὸ τῶν ἄλλων, τῶν κυρίων ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, ἀφαίρεσιν ἥτις δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπίτροποι εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ δυνάμεις τῆς χώρας ἐπιτρέπουσιν αὔξησιν φορολογίας μέχρι τριῶν καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων, ὅτι δὲ ἡ κανονικὴ προσαύξησις θέλει προσθέσει ἐντὸς πενταετίας πρὸς τῷ προϊόντι τῶν σημερινῶν προσόδων τρία ἔτι ἑκατομμύρια. Εἰς τὸ πλεόνασμα τοῦτο τῶν 6½ ἑκατομμυρίων καὶ ἄνευ τῆς ἄλλης αὐξήσεως, ἣν ἀπέδειξαν πιθανωτάτην τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1898, ἀπέβλεψα, ὅτε εἶπον, ὅτι τὸ περίσσευμα ἔδει νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὸν διπλοῦν σκοπόν, ὃν προσδιώρισα, ἀλλὰ δὲν ἠξίωσε νὰ ἐξετάσῃ περισσότερον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὅτε δὲ Κράτος, ὡς τὸ Ἑλληνικόν, ἔχον προϋπολογισμὸν 100 ἑκατομμυρίων, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι προσεχῶς δύναται νὰ ἔχῃ πλεόνασμα οὐ μόνον 6½ ἑκατομμυρίων ἐκ τε προσαυξήσεως καὶ νέας διευθετήσεως φορολογικῆς, ἀλλὰ καὶ ἑτέρων 6,000,000, δηλαδὴ κεφάλαιον ἐλεύθερον μετὰ τὰς ἀπαραιτήτους διοικητικὰς δαπάνας 12,500,000, εἶναι προφανές, ὅτι δύναται, ἂν θέλῃ, νὰ ἀρυσθῇ—καὶ ἔχει ποῦ νὰ ἀρυσθῇ, καταλλήλως διευθετοῦν τὰ πράγματα αὐτοῦ,—δυνάμεις, ἵνα προβῇ εἰς ἵδρυσιν ταμείου, σκοπὸν ἔχοντος τὴν ἀπολύτρωσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ ἐλέγχου, καὶ εἰς ἔργα ἐπανορθωτικὰ τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως, προμήθειαν ὑλικοῦ, εἰδῶν ὁπλισμοῦ κλπ. Ταῦτα ὑπέδειξα ἀγορεύσας, καὶ δὲν ἐπίστευον ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπω ταῦτα ἐκ νέου, ὅπως κατανοηθῶσιν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει πράξει ἔργον ἄριστον, ἂν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον θέσῃ εἰς κίνησιν τὴν φιλοτιμίαν ἑαυτοῦ τε καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, ὅπως παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύστημα πολιτικῆς ἐνεργείας διάφορον ἐκείνου, οὗτινος σήμερον ἐνταῦθα ἔδωκε δείγματα. Αἱ ὑποδείξεις ἡμῶν ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον, καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀληθῶς ἕτοιμος νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, ἂς ἐργασθῇ οὕτως, ὥστε νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι δὲν νομοθετεῖ μόνον περὶ αὐξήσεως μισθῶν, ἀλλ’ ὅτι προβαίνει εἰς τὸ ἐπανορθωτικὸν ἔργον διαχειρίζων τὸν προϋπολογισμὸν μετὰ πάσης οἰκονομίας. Εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐὰν τοιαῦτα πράξωσιν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀναγνωρίσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Εἰσερχόμεθα εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Κεφάλαιον Αʹ. «Ἄμεσοι φόροι». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–16, ὡς ἔχουσι).

§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17. «Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ δηλώσεώς του προσθέτει εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο δρ. 250,000. Ἀνέρχεται δ’ οὕτω τὸ ποσὸν εἰς δραχ. 2,480,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα).

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Αʹ δρ. 20,077,800. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. «Φόροι καταναλώσεως». Ἄρθρον 1. «Τελωνειακὸς δασμὸς εἰσαγωγῆς». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ δηλώσεώς του προσθέτει δραχμὰς 1,000,000. Αὐξάνεται δ’ οὕτω τὸ ποσὸν εἰς δρ. 31,000,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἐκ δρ. 38,395,000. Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Γʹ, «τέλη καὶ δικαιώματα», ἐκ δρ. ἐν ὅλῳ 19,209,900).

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Δʹ. «Μονοπώλια». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4, ὡς ἔχουσι).

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. «Ἀντίτιμον πωλουμένου καὶ χορηγουμένου τοῖς δήμοις Λευκάδος ἅλατος». Διὰ δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προστίθενται δραχμαὶ 40,000, ἀναβιβαζομένου οὕτω τοῦ ποσοῦ εἰς δρ. 2,452,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης, ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Δʹ ἐκ δραχμῶν 11,940,500. Ἀκολούθως γίνονται δεκτά, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὰ λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ὡς καὶ τὸ ὅλον αὐτοῦ ἐκ δρ. 107,085,658).

§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1899. (Γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§212Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐξόδων δι’ αὔριον.

§213ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ζητῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναβολὴν εἰς αὔριον.

§214Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν, καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ι. Μπακοπούλου καὶ Β. Σαμοΐλη, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ο Φωκίων Νέγρης Ν
Γεώργιος Κυριαζῆς Ο Νικ. Γιαννηκώστας Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἐπαμ. Μ. Κανάρης Ο
Λέων Μελετόπουλος Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
Κωνστ. Μωραϊτίνης Ο Θεόδ. Φλογαΐτης
Εὐστάθ. Ρακόπουλος Ο Δ. Γ. Ράλλης
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώρ. Βενιζέλος
Εὐκλείδης Μπίστης Ο Νικ. Γουναράκης
Δημοσθ. Καΐρης Κ. Σταυρόπουλος
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς
Κωνστ. Πλατούτσας Ο Δημ. Καραγιάννης Ο
Μιχαὴλ Κωτσάκος Ἀνδρ. Στράτος
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν Ἀντ. Καρτάλης Ο
Κωνστ. Κοττίκας Ο Κ. Τοπάλης
Ἰωάννης Καραπάνος Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ο
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ο Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ο
Στέφανος Δραγούμης Ν Ν. Παπαϊωάννου Ο
Νικόλαος Λεβίδης ἀρν.Δημ. Γίδας Ο
Θεόδωρος Ρετσίνας Νικ. Τσόγκας Ο
Νικ. Γουλιμῆς Γ. Μέρμηγκας Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης Γ. Κόρπας
Περ. Ἀλεξάκης Τρ. Πατρίκιος Ο
Ν. Σπυρακόπουλος Ο Γ. Θεοτόκης Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Μιχ. Θεοτόκης Ο
Θ. Β. Δηλιγιάννης Γουλ. Σκάρπας
Χαρίλ. Διγενόπουλος Ο Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ο
Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο Σπ. Χυτήρης Ο
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο Σπ. Ἀγάθος Ο
Μιχ. Φωτιάδης Ο Β. Σαμοΐλης Ο
Γ. Λιδωρίκης Ο Ν. Καλοσγοῦρος Ο
Γ. Ἀνδρίτσος Ο Κ. Χρηστόπουλος Ο
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Π. Πετρίδης
Μιχ. Στελλάκης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς
Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν Σπ. Νοταρᾶς
Γ. Λύρας Ο Π. Μεντζελόπουλος Ο
Ἐμμ. Ρέπουλης Ο Δ. Δημητριάδης
Δημ. Τσάτσος Ο Ἄθως Ρωμάνος Ο
Δ. Τσιτσάρας Ν Ἀγαμ. Μεταξᾶς
Κωνστ. Ζῶτος Ο Ἀντ. Μομφερρᾶτος
Γ. Χατζόπουλος Θ. Μαρκέτος Ο
Διον. Στεφάνου Ο Σπ. Ε. Στάης Ο
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο Διον. Καλούτσης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Π. Χοντζόπουλος Ο
Γ. Ρώμας Ο Ν. Τσούχλος Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο Χ. Κ. Βοζίκης Ν
Χρ. Στεφανόπουλος Θ. Πέρρος Ο
Χαρίλαος Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ο
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο Γ. Φικιώρης
Γ. Παπαγιαννόπουλος Ο Μελέτ. Ρουσόπουλος Ο
Π. Αὐγερινὸς Βρασ. Λεώπουλος
Χρ. Δαραλέξης Ν Γ. Μαυρομιχάλης
Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ι. Γιαννακίτσας Ο
Ν. Δαούτης Ν Ν. Καραστέργιος
Π. Παπαχατζῆς Ο Δ. Πιπινόπουλος
Σπ. Ἰω. Μήλιος Ο Ι. Γ. Λάππας Ν
Β. Μαρκεζίνης Ο Ν. Μπουφίδης Ο
Νικήτας Συνοδινὸς Ο Περ. Βαλαωρίτης Ο
Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ν Εὐάγγελος Τζαρλαμπᾶς
Τηλ. Δενδρινὸς Ο Γερ. Φίλιππας Ο
Π. Μαυροκέφαλος Ξ. Κυριαζῆς Ο
Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Β. Βασιλειάδης
Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας Ο
Π. Θ. Ζαΐμης Ν. Τριανταφυλλάκος
Ὀδ. Λαμπρόπουλος Ο Παν. Μανέτας Ν
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰω. Μπακόπουλος Ν
Ἡρ. Καλαμπάκας Ο Ἠλ. Ζέγγελης Ο
Γεώργ. Παπαθανασίου Ο Φίλ. Βάρβογλης Ο
Π. Περρωτῆς Ἀθ. Κατριβάνος Ο
Ἠλ. Μαυρομιχάλης Ο Ἠλίας Κοσσονάκος Ο
Γ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ἀναστασόπουλος
Δ. Τερτίπης Ο Γ. Νικολαΐδης
Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ο Κ. Τρικούπης Ο
Κ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ν
Γ. Φραγκιόης Ο Σπυρ. Κ. ΚουμουνδοῦροςΟ
Ι. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ο
Σ. Παπαποστόλου Ο Γ. Λυμπερόπουλος
Ξεν. Τσαμαγκίδης Ο Περικλῆς Μποῦτος
Γ. Χατζηνικολῆς Ο Ἀριστομ. Προβελέγγιος
Κ. Σαραφιανὸς Ο Α. Μάτσας Ο
Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ο
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ο
Μιλτ. Βαρότσης Ἀθ. Λαδόπουλος
Γεώργ. Σισμάνης Ν. Βαφειάδης
Δ. Φαρμάκης Ο Α. Βιτάλης
Γεώργ. Πλατανιώτης Δ. Βοκοτόπουλος Ο
Ἡλίας Ποταμιάνος Ι. Γκιὼν
Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο Κάρολος Βιτάλης
Ι. Βοῦρτσος Ο Κωνστ. Χατζηπέτρος Ο
Α. Πετσάλης Γ. Κανούτας Ο
Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο Νικ. Ταρμπάζης
Κυριακ. Π. ΜαυρομιχάληςΝ Θεόδ. Κριεμάδης
Γ. Καπετανάκης Γ. Ραδινός Ο
Φώτιος Μοσχούλας Ο Ἀπόστολος Ζάππας Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος Θ. Σαρσέντης Ο
Χαράλ. Κανελλόπουλος Α. Πονηρόπουλος Ο
Θάνος Μπασιᾶς Δ. Ἀναστασόπουλος Ο
Παναγῆς Τυπάλδος Ο Δ. Παπατσώρης Ο
Θεόδ. Βελλιανίτης Δ. Κατσάνος Ο
Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο Δ. Σκαλτσοδῆμος
Ἀθ. Παπαθανασίου Ο Ν. Τζαννετόπουλος Ο
Πέτρος Μόρης Ο Γ. Ροδόπουλος Ο
Ἰω. Γ. Ροῦφος Ο Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν Ν. Κουντουριώτης
Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Νικ. Τσαμαδός Ο
Α. Ρικάκης Παντελῆς Γκίκας
Ἀχ. Χοΐδας Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ο
Ἀχιλλ. Γεροκωστόπουλος Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ι. Τσιριμῶκος Ο
Ν. Μισυρλῆς Ο Δημ. Κρίτσας
Ν. Καράπαυλος Ο Α. Πλατῆς Ο
Γ. Ράλλης Νικ. Χατζῖσκος Ν
Σπ. Γκεντιλίνης Ο Ν. Καλογερόπουλος
Γ. Ζερβός Ο Β. Βουδούρης Ο
Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο Γ. Γαζέπης
Νικολ. Λεωνίδας Ο Γ. Ἀβέρωφ
Διομήδης Κυριακός Μιλτ. Κανάρης
Α. Μαυρογορδᾶτος Ο Ἀλεξ. Μ. Κανάρης Ο

§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 143, ἐξ ὧν 19 ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, 123 κατ’ αὐτῆς καὶ 1 ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἀπερρίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. (Γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶτα γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ὡσαύτως γίνεναι δεκτὸς, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου. Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸς, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).

§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. (Γίνονται δεκτὰ κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ τὰ κεφάλαια 1–11, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).

§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Συνδρομὴ εἰς Συλλόγους». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–8, ὡς ἔχουσι).

§219Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἄρθρον 9 «Συνδρομὴ ὑπὲρ τοῦ Ἐπικούρου Συνδέσμου Σωτῆρος» δρ. 2,000. Ὡσαύτως ἄρθρον 10 «Συνδρομὴ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Φιλοτέχνων» δρ. 500. Προσέτι ἄρθρον 11 «Συνδρομὴ εἰς τὴν Φιλαρμονικὴν Ἑταιρείαν Ζακύνθου» δρ. 200. Καὶ ἄρθρον 12 «Συνδρομὴ εἰς τὸν Σύλλογον Παρνασσὸν» δρ. 500.

§220Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἰς τὸν Σύλλογον «Παρνασσὸν» νὰ δοθῶσι 1000 δραχμαὶ, ὅσαι πάντοτε ἐδίδοντο.

§221Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν κάμνω καὶ ἐγὼ, διότι ὁ «Παρνασσὸς» εἶναι ὁ μόνος Σύλλογος, ὅστις παρέχει ἐκδουλεύσεις εἰς τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ.

§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πολὺ καλά. Ἄς αὐξηθῇ τὸ ποσὸν εἰς δραχ. 1000.

§223Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Νὰ δοθῇ βοήθημα καὶ εἰς τὴν ἑταιρείαν «ὁ Ἑλληνισμός». Αὐτὴ ἐργάζεται εἰς τὴν Μακεδονίαν ὡς οὐδεὶς ἄλλος.

§224Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Φιλαρμονικὴν Τριπόλεως δίδονται πολὺ ὀλίγαι 200 δραχμαί. Νὰ δοθῶσι, κύριε Πρωθυπουργὲ, 500. (Γίνονται δεκτὰ τὰ προστεθέντα, ὡς ἄνω, ἄρθρα 9–12, ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλ. 12 ἐκ δραχ. 7,700. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 13 «Ταχυδρομεῖα καὶ Τηλεγροφεῖα», κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀκολούθως δὲ καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια, ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνερχόμενον οὕτω εἰς δραχμὰς 13,047,515.08).

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. (Γίνονται δεκτὰ, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὰ κεφάλαια 1–11, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ).

§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Συνδρομαὶ καὶ βοηθήματα». Ἄρθρον 1. «Συνδρομαὶ εἰς συλλόγους καὶ ἑταιρείας δρ. 10,300».

§227Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τὸ ἀναγεγραμμένη πίστωσις εἰς τὸ κεφάλαιον 12 ὑπὲρ τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας 16,000 δραχμῶν, διὰ τῶν ὁποίων συντηροῦνται τὰ Παρθεναγωγεῖα Πατρῶν καὶ Κερκύρας καὶ μένει καί ποσόν τι ὑπὲρ τοῦ Ἀρσακείου. Ἡ πίστωσις αὕτη παραδόξως διεγράφη ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ. Εὐτυχῶς εἶναι παρὼν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅστις εἶναι καὶ Πρόεδρος τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας, ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἁρμόδιος νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐγγραφῇ ἐκ νέου ἡ πίστωσις τῶν 16,000 δραχμῶν, βεβαίως τὸ παρθεναγωγεῖον τῶν Πατρῶν ὡς καὶ τὸ τῆς Κερκύρας θὰ κλεισθοῦν.

§228Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ βοήθημα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν, ἦτο ἤδη ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν πρῶτον προϋπολογισμὸν, τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς ἐγγραφῆς ταύτης ἡ διοίκησις τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας ἐξηκολούθησε τὰς δαπάνας διὰ τὰ διδασκαλεῖα τόσον ἐδῶ, ὡς καὶ ἐν Πάτραις καὶ Κερκύρᾳ. Δυσκόλως δὲ θὰ δυνηθῇ ἄνευ τῆς ἐπιχορηγήσεως τοῦ Δημοσίου νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συντήρησιν τῶν διδασκαλείων ἐν Πάτραις καὶ Κερκύρᾳ, διότι, ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα καταστήματα, καὶ ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία ὑπέστη ζημίας, οἱ δὲ πόροι αὐτῆς δὲν ἀρκοῦσι νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δαπάνας τῆς συντηρήσεως τοῦ ἐνταῦθα Ἀρσακείου καὶ τῶν δύο ἄλλων Παρθεναγωγείων. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀναγνωρίζων τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1899, θὰ συγκατατεθῇ νὰ ἀναγράψῃ τὴν πίστωσιν τοῦ βοηθήματος, τὸ ὁποῖον δίδεται τῇ Φιλεκπαιδευτικῇ Ἑταιρείᾳ χάριν τῆς λειτουργίας τῶν διδασκαλείων αὐτῆς, ἅτινα παρέχουσι γενικὴν ὠφέλειαν εἰς τὸ Κράτος.

§229Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ ἡ πίστωσις, διότι εἶναι δικαιοτάτη.

§230ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ Ἀρσάκειον Πατρῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιχορηγήσεως παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν ἐλειτούργει κατὰ τὰ 1891, 1892, 1893 καὶ 1894, ἐπίσης καὶ τὸ Ἀρσάκειον ἐν Κερκύρᾳ ἄνευ ἐπιχορηγήσεως ἐλειτούργει καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, καὶ δὴ ἐν ἀνταγωνισμῷ πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ἐκπαιδευτήρια, τὰ ὁποῖα εἶχον δικαίωμα καὶ αὐτὰ νὰ μορφώσωσι διδασκαλίσσας. Ἀπὸ τοῦ 1895 ἀπενεμήθη εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς μορφώσεως τῶν διδασκαλισσῶν, διὰ τὸ προνόμιον δὲ τοῦτο ηὔξησεν ἐπαισθητῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητριῶν της. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχει αὐτὸ τὸ προνόμιον, ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ ἐξακολουθήσῃ δίδουσα τὸ ἐπιχορήγημα, ὑπὸ τὸν ἑξῆς ὅμως ὅρον, ἤτοι αἱ μαθήτριαι αἱ φοιτῶσαι εἰς τὰ διδασκαλεῖα τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας νὰ μὴ πληρώνωσι δίδακτρα· διότι, ὅταν τὸ Κράτος πληρώνῃ τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως τῶν διδασκαλείων αὐτῆς, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ πληρώνουν δίδακτρα αἱ φοιτῶσαι εἰς αὐτὰ, ὅπως τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὰ διδασκαλεῖα τῶν ἀρρένων. Ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον θὰ ἐδεχόμεθα ν’ ἀναγράψωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἐπιχορήγησιν, ἀλλ’ οἱ κύριοι τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας, ἧς πρόεδρος εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, θέλουσι νὰ λαμβάνωσι καὶ τὴν ἐπιχορήγησιν καὶ τὰ δίδακτρα. Ἐντεῦθεν ἡ διαφωνία μας.

§231Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία, ἧς ἀπὸ τινος καιροῦ τυγχάνω Πρόεδρος, ἔχει τὴν ἐντολὴν, τὸ καθῆκον τῆς μορφώσεως διδασκαλισσῶν ὄχι ἀπὸ τοῦ 1895, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1865...

§232ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ τοῦ 1861.

§233ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπὸ τοῦ 1844.

§234Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Μοὶ ἔκαμε δ’ ἐντύπωσιν τὸ διάταγμα τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι «ὅσας δοκιμὰς ἐκάμαμεν διὰ νὰ μορφώσωμεν διδασκαλίσσας, ἀπέτυχον, μόνον δὲ διὰ τοῦ Ἀρσακείου δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν τὴν μόρφωσιν, καὶ ὑπὸ ἠθικὴν καὶ ὑπὸ πνευματικὴν ἔποψιν, διδασκαλισσῶν καταλλήλων πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν κορασίων, καὶ πρὸς μόρφωσιν καὶ ἠθικοποίησιν τοῦ γυναικείου φύλου». Σήμερον τὸ Ἀρσάκειον, ἐὰν εὑρίσκετο εἰς εὐπορίαν, ὡς νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, βεβαίως δὲν ἤθελε ζητήσει νὰ τῷ χορηγηθῇ βοήθημα παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τὰ ἐπανειλημμένα ἀτυχήματα, ἅτινα ἐπῆλθον εἰς τὸν τόπον, ἐζημίωσαν καὶ τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν. Δὲν ἐπαρκεῖ δ’ αὕτη σήμερον διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς πόρων, ἵνα διατηρήσῃ τό τε Ἀρσάκειον καὶ τὰ διδασκαλεῖα Πατρῶν καὶ Κερκύρας.

§235ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ὅτι χορηγοῦνται 20,000 δραχμαί, οὐχὶ 10,000, ὑπὸ τὸν ὅρον ἵνα αἱ μαθήτριαι τῶν διδασκαλείων φοιτῶσιν δωρεάν.

§236Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέτει ἕνα ὅρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θὰ γείνῃ τοῦτο καὶ ἐπὶ τίνι βάσει; Δὲν δύναται νὰ λυθῇ δι’ ἁπλῆς συνεννοήσεως ἐνταῦθα, διότι καὶ λογιστικῶς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἐκπαιδευτικῶς. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὸς ὁ ὅρος, ὃν θέτει ὁ κ. Ὑπουργός.

§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις, καὶ ἔπειτα γίνεται ἡ συνεννόησις.

§238ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς δωρεὰν φοιτήσεως τῶν μαθητριῶν νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι χορηγεῖται ἡ πίστωσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλ. 12).

§239Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δωδεκάτου κεφαλαίου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν ἐκ 10,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἐδίδετο εἰς τὸν κ. Σάθαν πρὸς ἔκδοσιν τῆς Μεσαιωνικῆς Βιβλιοθήκης (Θόρυβος).

§240Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχομεν νόμον, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ τοιαύτη πίστωσις.

§241ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν πρότασιν, ὡς τροπολογίαν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως ταμείου ἀρχαιοτήτων.

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 428 (α), σελ. 870). (Γίνονται εἶτα δεκτὰ, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ).

§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν. (Γίνεται δεκτὸς κατ’ ἄρθρον, κεφάλαιον καὶ ἐν ὅλῳ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐκ δρ. 18,008,239.12).

§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων Ὑπουργείου Ναυτικῶν. (Γίνεται δεκτὸς κατ’ ἄρθρον, κεφάλαιον καὶ ἐν ὅλῳ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἀνερχόμενος εἰς δρ. 7,608.739.10. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 103,418,273. 44).

§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐσόδων τοῦ Ταμείου Φάρων καὶ Φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. (Γίνεται δεκτὸς, ἀνερχόμενος εἰς δρ. ἐν ὅλῳ 580,000. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ Ταμείου τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ δραχμῶν 580,000).

§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899», ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).

§248ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἔχω τρεῖς παρατηρήσεις. Πρῶτον λέγει, ὅτι παρέχεται ἡ ἄδεια ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν δι’ ἐξωτερικὰς δαπάνας. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ὑπάρχει εἰς κἀνένα ἄλλον προγενέστερον προϋπολογισμόν. Εἰσήχθη τὸ πρῶτον εἰς τὸ σχέδιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ μὴ ἐπίσημον, τῆς τέως Κυβερνήσεως, καὶ ἐκεῖθεν, φαίνεται, παραληφθεῖσα, ἀνεγράφη καὶ εἰς τοῦτον τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη ἀντίκειται εἰς ῥητὸν νόμον, διότι ὁ νόμος ΒΚΔʹ τοῦ 1892 λέγει: «Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀναγράφεται κατ’ ἔτος εἰδικὴ πίστωσις εἰς ἐξωτερικὰς δαπάνας. Ἡ πίστωσις αὕτη διατίθεται ἀποκλειστικῶς εἰς κλπ..... κατ’ ἰδικὸν προϋπολογισμὸν.... ἀνεπίδεκτον αὐξήσεως διὰ μεταγενεστέρων πιστώσεων πέραν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου ἀναγεγραμμένων». Πρέπει ἄρα νὰ διαγραφῇ ἡ ἄδεια αὕτη. Εἶναι ἀνεπίδεκτος ὑστέρας αὐξήσεως ἡ δι’ ἐξωτερικὰς δαπάνας πίστωσις, ἄρα δὲ δύναται νὰ δοθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Τοῦ νόμου συντάκτης καὶ εἰσηγητὴς ἐγενόμην ἐγὼ ἐν ἔτει 1892.

§249Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς διαγραφῇ.

§250ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλη παρατήρησις ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ. «Δι’ ἐκτάκτους δαπάνας». Τοιαύτη διάταξις εἰς κανένα προϋπολογισμὸν δὲν ὑπῆρξεν ἄλλοτέ ποτε, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, ἐν ᾧ καὶ ὑπῆρχεν εἰδικὴ πρόβλεψις περὶ ἐκτάκτων δαπανῶν ὑπὸ κεφάλαιον Ζʹ. Ἀλλὰ ὁ προϋπολογισμὸς ὁ σημερινὸς δὲν περιέχει πρόβλεψίν τινα τοιαύτην. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ εἰδικὴ πρόβλεψις πιστώσεως, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις.

§251Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔκτακτος πίστωσις δύναται νὰ δοθῇ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος.

§252ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει κεφάλαιον ἔκτακτον ἀποστολῶν, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλο.

§253Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τεθῇ «δι’ ἐκτάκτους ἀποστολάς».

§254ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἀντίθετος εἰς τὸ νὰ δίδηται τοιαύτη ἐλευθερία ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἔστω καὶ δι’ ἐκτάκτους ἀποστολάς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον θέλει, ἂς κανονίσῃ τοὐλάχιστον οὕτω τὰ τῆς ἐνταῦθα παρεχομένης ἀδείας. Ἡ τρίτη μου παρατήρησις ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. «Διὰ βοηθείας». Οὐδέποτε πρότερον εἰς οὐδένα προϋπολογισμὸν ἀνεγράφη τοιαύτη διάταξις, ἐκτὸς τοῦ τελευταίου προϋπολογισμοῦ, ὅτε ὑπῆρχον οἱ πρόσφυγες οἱ ἐκ Θεσσαλίας· θεωρῶ δ’ ἐπικίνδυνον νὰ δίδωνται διὰ Β. Διαταγμάτων ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις διὰ βοηθείας, καὶ ζητῶ νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις.

§255Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ νὰ μείνῃ.

§256Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέσατε ἓν ποσόν.

§257ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω ἐγὼ περὶ τῆς ἀνάγκης, ἀφοῦ βεβαιοῖ αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ τίθεται ἐνταῦθα ἀρχή, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ. Ἐὰν καθιερωθῇ σήμερον, δυσκόλως θὰ δυνηθῶμεν νὰ μὴ ἀναγράψωμεν τὴν ἄδειαν καὶ εἰς ἄλλον προϋπολογισμόν. Θέσατε ἀπ’ εὐθείας ἐν τῷ πρϋπολογισμῷ οἱονδήποτε ποσὸν νομίζετε ἀναγκαῖον, ἀλλὰ μὴ περιλάβετε ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ ἄδειαν ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως διὰ βοηθήματα, διότι τὰ βοηθήματα δὲν ἔχουσιν ὅρια. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).

§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 καὶ 50′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 75
2τῆς 12 Ἰουλίου 1899.
3(Δευτέρα).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦν-
5ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
6§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα
7τοῦ Συνδέσμου τῶν δημοδιδασκάλων Πηλίου, παρακαλούν-
8των, ὅπως καταργηθῇ ὁ ἰσχύων νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαι-
9δεύσεως.
10Ἀναφορὰν τῶν ἁμαξηλατῶν Χαλκίδος, παρακαλούντων,
11ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν νομοσχέ-
12διον.
13Τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Λαμίας, κηρυττομένων κατὰ
14τῆς ἀναδρομικῆς ἰσχύος τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως
15τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων.
16Αἴτησιν Χαραλάμπους Σερέτη, κατοίκου Ἀθηνῶν, ἐπικα-
17λουμένου τὴν ἐπέμβασιν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ καταγγελ-
18θέντος ἐγκλήματος τῆς ἁρπαγῆς τῆς ἐγγάμου ἀνεψιᾶς του
19Ἑλένης Σ. Στεριάδου.
20Ἀνακοινῶ ὡσαύτως τηλεγράφημα τῆς Ἐφορίας τῆς Λέσχης
21«Ζακύνθου», παρακαλούσης, ὅπως ληφθῇ ἡ δέουσα μέριμνα
22ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐξ ἀφορμῆς ἐπιθέσεώς τινος κατὰ
23τοῦ συντάκτου τῆς ἐφημερίδος «Πατριώτου».
24Τηλεγράφημα κατοίκων τινῶν Λαμίας, παρακαλούντων,
25ὅπως ἀνακληθῇ ἡ ἀστυνομικὴ διάταξις, δι’ ἧς ἀπηγορεύθη ἡ
26ἐντὸς τῆς πόλεως ἀποθήκευσις σανοῦ καὶ χόρτου πρὸς τροφὴν
27τῶν κτηνῶν αὐτῶν.
28Τηλεγράφημα τοῦ ἐν Μελιγαλᾷ φαρμακοποιοῦ Τζαμάλη,
29παραπονουμένου διὰ τὴν παρ’ ἰατρῶν παράνομον πώλησιν
30φαρμάκων.
31Αἴτησιν τοῦ ἀποστράτου λοχαγοῦ Ὄθωνος Παγκάλου,
32παρακαλοῦντος, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ πρὸς αὐτὸν γενόμενον
33ἀδίκημα.
34Ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Καρδίτσης κρατουμένων
35Ἀθ. Τσάτσου, Μ. Φιλίππου καὶ Β. Ντίνου, ζητούντων τὴν
36ὑποσχεθεῖσαν αὐτοῖς χάριν.
37Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, ἀναφερό-
38μενον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν κλπ.
39Τηλεγράφημα τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ Μεσολογγίου, κη-
40ρυχθέντος ἐν συλλαλητηρίῳ κατὰ τῆς καταργήσεως ἢ ἐλατ-
41τώσεως τοῦ λιμενικοῦ φόρου τῆς διὰ τοῦ σιδηροδρόμου μετα-
42φερομένης ξυλείας καὶ κατὰ τῆς προαγωγῆς τοῦ τελωνειακοῦ φυ-
43λακείου Καλυδῶνος εἰς Ὑποτελωνεῖον, ὡς ἐπιζημίων διὰ τὴν
44πόλιν των.
45§2Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἀπηυθύνθη
46καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τοὺς
47Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, ἀπεστάλη δὲ συνε-
48πείᾳ συλλαλητηρίου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν χθὲς ἐν Μεσο-
49λογγίῳ ἐπὶ τῇ ἑξῆς αἰτίᾳ. Διὰ δύο μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυ-
50βέρνησις ἔλαβεν, ἐπήνεγκε πράγματι βαρύτατα τραύματα
51κατὰ τῆς πόλεως Μεσολογγίου. Τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν εἶναι
52αἴτησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸ Δημο-
53τικὸν Συμβούλιον Μεσολογγίου, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουρ-
54γείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπευθυνθεῖσα, ὅπως τὸ Δημοτικὸν
55Συμβούλιον ἢ καταργήσῃ τὸν λιμενικὸν φόρον ἐπὶ τῆς ξυ-
56λείας τῆς μεταφερομένης διὰ τοῦ Κρυονερίου, ἢ ἐλαττώσῃ
57αὐτόν. Τὸ ἕτερον μέτρον εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ τελωνειακοῦ
58σταθμοῦ Καλυδῶνος εἰς Ὑποτελωνεῖον Καλυδῶνος. Καὶ ἄλ-
59λοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δει-
60νὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου περιῆλ-
61θεν οἰκονομικῶς, ἀφ’ ὅτου συνεστήθη ὁ σιδηρόδρομος Ἀγρι-
62νίου – Κρυονερίου. Ἔκτοτε ἔπαυσεν ἡ Τουρλὶς οὖσα λιμὴν
63εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς μεγάλου μέρους τοῦ νομοῦ. Τὸ Με-
64σολόγγιον ἑπομένως ἐζημιώθη. Πρό τινος συνέστη λιμενικὸν
65ταμεῖον πρὸς κατασκευὴν λιμένος τῆς πόλεως. Τὸ ταμεῖον
66τοῦτο μεταξὺ τῶν ἄλλων φόρων ἐπέβαλε λιμενικὸν φόρον,
67τῇ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, 70 λεπτῶν
68κατὰ τόννον καὶ ἐπὶ τῆς ξυλείας. Ἔμποροι ἐμπορευόμενοι
69τὴν ξυλείαν τοῦ νομοῦ, τὴν μεταφερομένην διὰ τοῦ Ἀχε-
70λῴου καὶ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀγρινίου – Κρυονερίου, ἐγκα-
71τεστημένοι ἐν Πάτραις ἰδίως, καὶ οἱ ὁποῖοι συγχρόνως κατερ-
72γάζονται τὴν ξυλείαν ἐν τοῖς ἐργοστασίοις αὑτῶν καὶ κατα-
73σκευάζουσι τὰ σταφιδοκιβώτια, ἐθεώρησαν ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς
74εἶναι βαρὺς δῆθεν καὶ καταστρέφει τὸ ἐμπόριον αὑτῶν. Ἐτέ-
75θησαν λοιπὸν εἰς κίνησιν, καὶ τῇ εἰσηγήσει, δὲν ἠξεύρω τί-
76νος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκρινεν ἀναγκαῖον, ὅπως
77ὁ φόρος αὐτός, ὁ ἐλάχιστος μὲν, ἀλλ’ ἀναγκαιότατος εἰς τὸ
78λιμενικὸν ταμεῖον Μεσολογγίου, ἢ καταργηθῇ ἢ ἐλαττωθῇ.
79Ὡς προεῖπον, ὁ φόρος εἶναι 70 λεπτὰ κατὰ τόννον. Δὲν
80ἐννοῶ ἑπομένως τὴν συμπάθειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
81κονομικῶν, λόγῳ τοιούτου μικροῦ βάρους, ἣν ἐπιδαψιλεύει,
82ἐπὶ βλάβῃ λιμενικοῦ ταμείου ἀναγκαιοτάτου, εἰς τοὺς ἐργο-
83στασιάρχας αὐτοὺς τῶν Πατρῶν. Οἱ ἐργοστασιάρχαι αὐτοὶ
84εἶναι βεβαίως παραγωγοί, ἀλλ’ ἡ παραγωγὴ γίνεται ἐπὶ
85ἐξοντώσει τῶν δασῶν, καὶ δὲν δικαιολογεῖται καὶ νέα προ-
86στασία. Ἀντὶ προστασίας καὶ εὐμενείας, ἔπρεπε πᾶσα Κυβέρ-
87νησις δυσμενῶς νὰ ἦναι διατεθειμένη πρὸς αὐτούς. Ἐὰν θέλῃ
88ἡ Κυβέρνησις νὰ προστατεύσῃ τὴν βιομηχανίαν τῶν τοιούτων
89κιβωτίων, ἂς ἐλαττώσῃ τὸν δασμὸν τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης
90ξυλείας. Οὕτω τοὐλάχιστον θὰ συντελέσῃ νὰ διασωθῶσι τὰ
91ὀλίγα ὑπολειφθέντα δάση τῆς χώρας.
92Δὲν βλέπω λοιπὸν, τίνες λόγοι ὡδήγησαν τὸν κ. Ὑπουρ-
93γὸν νὰ διατεθῇ τόσον εὐμενῶς πρὸς αὐτοὺς, ἐπὶ ζημίᾳ πόλεως,
94ἥτις περισσότερον πάσης ἄλλης ἔχει ἀνάγκην λιμενικοῦ ταμείου,
95καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ὁλοκλήρου νομοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι τοιαύτη ἀπόφα-
96σις δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐξεγείρῃ τοὺς κατοίκους Μεσολογγίου,
97διότι διὰ τῆς μειώσεως τοῦ φόρου τῆς ξυλείας θέλει ἐπέλθει
98σπουδαία ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων τοῦ ταμείου.
99Ἀπό τινος διάφοροι προβάλλονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν
100προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐλάτ-
101τωσιν τοῦ λιμενικοῦ δασμοῦ διὰ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσο-
102λογγίου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀδύνατον δῆθεν νὰ κατασκευασθῇ λι-
103μὴν ἐν Μεσολογγίῳ, ὁ δὲ τοῦ Κρυονερίου ἔχει ἀνάγκην μεγίστων
104δαπανῶν, χωρὶς νὰ δυνηθῇ ποτε νὰ γείνῃ λιμήν. Πραγμα-
105τικῶς ἐν Κρυονερίῳ δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσιν αὐτὸν εἰς
106λιμένα οἱαδήποτε λιμενικὰ ἔργα, διότι αὐτὴ ἡ φύσις ἀντι-
107στρατεύεται εἰς τοιοῦτον ἔργον. Ὅτε ὁ ἀείμνηστος Τρικού-
108πης ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ εἰς Κρυονέριον τὴν κεφαλὴν τοῦ νῦν
109σιδηροδρόμου Κρυονερίου – Ἀγρινίου, τὴν ἔθηκε προσωρινῶς.
110Ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἐξετείνετο βραδύτερον πρὸς τὴν Ναύπα-
111κτον, ὅπερ δαπανηρότατον καὶ ἀσύμφορον. Ἐκτὸς τούτου
112ἐφρόνει, ὅτι δὲν ἠδύνατο τότε τὸ Κράτος νὰ κατασκευάσῃ
113λιμένα ἐν Τουρλίδι. Ἐν τούτοις ἐκεῖ ἔχει ἤδη κατασκευασθῇ
114τὸ μεγαλείτερον ἔργον τοῦ λιμένος, ἡ ὁδὸς τῆς Τουρλίδος,
115ἥτις σχεδὸν φθάνει μέχρι τῶν βαθέων ὑδάτων. Ἐκεῖ θὰ
116κατασκευασθῇ ἢ μᾶλλον θὰ ὀρυχθῇ ὁ λιμήν. Ἐκεῖ ὑπάρχει
117νησίς, χαμηλὴ ὅσον ἡ θάλασσα, ἀποτελεσθεῖσα ἐξ ἰλύος τῶν
118ποταμῶν, τὴν ὁποίαν εὐκόλως καὶ ὀλιγοδαπάνως δύναταί τις
119ν’ ἀνασκάψῃ, ὅπως κατασκευάσῃ εὐρύχωρον λιμένα καὶ
120ἀσφαλῆ. Τὴν πρὸ τοῦ λιμένος αὐτοῦ θάλασσαν εὐκόλως δύ-
121ναταί τις νὰ βαθύνῃ. Οὐδεμία ἑπομένως ἀνάγκη νὰ κατασκευάσῃ
122τις βραχίονας ἐν τῇ βαθείᾳ θαλάσσῃ, ὡς ἐν Πάτραις καὶ Κα-
123τακώλῳ καὶ Καλάμαις. Ἄλλο ζήτημα, ἂν δὲν ὑπάρχῃ σή-
124μερον πρὸς τοιοῦτον ἔργον τὸ χρῆμα. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον
125Μεσολογγίου εἰσπράττει, ἀφ’ ἧς ἤρξατο, ὑπὲρ τὰς 60,000
126δρ., αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς πολλὰ τῶν ἔργων
127τούτων τῶν λιμενικῶν. Ἀλλὰ τὸ ἔργον εἶναι δημόσιον· διότι
128τοὺς λιμένας δὲν κατασκευάζουσι τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, ἀλλ’ αἱ
129Κυβερνήσεις. Τὰ ταμεῖα χρησιμεύουν μόνον πρὸς συντήρησιν
130καὶ βελτίωσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων. Αἱ ἀποφάσεις δὲ, ἃς
131ἐκδίδουσι πότε ἡ μία ἐπαρχία καὶ πότε ἡ ἄλλη, ὅτι περιττὸν
132δῆθεν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσολογγίου, διὰ ν’ ἀποφύγωσί
133τινες ἔμποροι τὸν λιμενικὸν φόρον, εἶναι ἄτοποι καὶ ἄδικοι.
134Παρακαλῶ διὰ ταῦτα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
135καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μὴ ἐπιμείνω-
136σιν εἰς τοιαύτην ἀπαίτησιν, ἥτις οὔτε ὑπὸ ἔποψιν γενικὴν
137οὔτε ὑπὸ ἔποψιν ἐπαρχιακὴν εἶναι δεδικαιολογημένη, ἀλλὰ
138νὰ ἀφήσωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον
139Μεσολογγίου εἶναι ἀναγκαιότατον.
140Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ μὴ μεταβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
141Οἰκονομικῶν τὸ τελωνειακὸν φυλακεῖον Καλυδῶνος εἰς Ὑπο-
142τελωνεῖον, δικαιούμενον νὰ τελωνίζῃ τὰ ἐξαγόμενα καὶ εἰσα-
143γόμενα προϊόντα καὶ ἐμπορεύματα, ἀλλὰ νὰ θέσῃ περιορι-
144σμούς τινας κατὰ τοῦτο, διότι ἄλλως θέλει ἀφαιρέσει καὶ
145αὐτὴν τὴν ὀλίγην ἐμπορικὴν κίνησιν, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἵδρυ-
146σιν τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου ὑπελείφθη ἐν
147Μεσολογγίῳ, καὶ θέλει συντελέσει εἰς τὴν τελείαν παῦσιν καὶ
148αὐτῆς. Δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ συστηθῇ Ὑποτελω-
149νεῖον ἐκεῖ.
150§3Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἀντιθέτως πρὸς τὰ λεχθέντα παρὰ
151τοῦ ἐπιφανοῦς Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, θὰ παρακαλέσω
152τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν
153Οἰκονομικῶν νὰ μὴ μεταβάλωσιν ἀπόφασιν, καὶ νὰ ἐπιμείνω-
154σιν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἐν Κρυονερίῳ καταβαλλομένου
155φόρου, τοῦ προοριζομένου δῆθεν νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸν λι-
156μένα Μεσολογγίου, ὅστις οὐδέποτε θὰ κατασκευασθῇ. Διότι
157εἶναι ἄδικον νὰ καταστρέφηται βιομηχανία ἀκμάζουσα, ἐξ ἧς
158ἀποζῶσι χιλιάδες ἐργατῶν, χάριν ἱδρύσεως λιμένος, ὅστις εἶναι
159βέβαιον ὅτι δὲν θὰ κατασκευασθῇ, ἵνα δοθῇ ζωὴ εἰς νεκρόν·
160διότι τὸ Μεσολόγγιον, ὡς περιέγραψεν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος συνά-
161δελφος, εἶναι πόλις νεκρὰ, καὶ οἱ νεκροὶ δὲν ἀνίστανται.
162§4Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Μεσολόγγιον δὲν εἶναι
163νεκρὰ πόλις, εἶναι ἡ ζῶσα ἱστορία τῆς Ἑλλάδος.
164§5Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠθέλησα πρὸ μικροῦ νὰ ἐκ-
165θέσω λεπτομερῶς τὰ πράγματα. Ἤδη φαίνεται, ὅτι ὁ κύριος
166Βουλευτὴς Πατρῶν, ἐκτιμήσας τὰ πράγματα ὡς ἐξετίμησε,
167παρεκίνησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ λιμενι-
168κοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ξυλείας. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον; Διότι
169οἱ ξυλέμποροι Πατρῶν ἀπό τινος χρόνου καταστρέφουν τὰ
170δάση τοῦ Βάλτου καὶ τῆς Ἀκαρνανίας, καὶ βιομηχανία τις
171ἐν Πάτραις κατασκευάζει δι’ αὐτῆς τὰ κιβώτια τῆς σταφί-
172δος; Βιομηχανία ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ πολλοὺς ἐργάτας καὶ
173δίδει ἄρτον εἰς πολλὰς οἰκογενείας, δὲν εἶμαι ἐναντίος νὰ
174ὑποστηριχθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπον καὶ
175προηγουμένως, νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν, ἂς ἐλαττώσῃ τὸν δα-
176σμὸν τῆς ξυλείας, τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης διὰ τὴν κατα-
177σκευὴν τῶν κιβωτίων. Νὰ θέλωσιν ὅμως νὰ καταστρέψωσι,
178χάριν τόσον ἀφ’ ἑτέρου καταστρεπτικῆς βιομηχανίας, ἓν λι-
179μενικὸν ταμεῖον μιᾶς πόλεως χρησιμώτατον, εἶναι ἐπιθυμία
180ἄτοπος καὶ ἄδικος. Πῶς ἀποφαίνεται ὁ κ. Βουλευτὴς Πα-
181τρῶν περὶ ἄλλων πόλεων, καὶ δὲν βλέπει ὅτι αἱ Πάτραι δὲν
182εἶναι σχετικῶς εἰς καλλιτέραν θέσιν καὶ δὲν κατώρθωσαν ἀκόμη,
183μετὰ τόσα ἔτη καὶ μὲ τόσα ἔσοδα, νὰ κατασκευάσωσι τὸν
184λιμένα αὐτῶν; Πῶς ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσο-
185λογγίου, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποκτήσῃ λιμένα καὶ ὅτι εἶναι
186πόλις νεκρὰ, καὶ δὲν βλέπει ὅτι ἡ πόλις Πατρῶν δὲν εἶναι
187εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν; Ὁ λιμὴν Μεσολογγίου δύναται εὐ-
188κολώτερον νὰ κατασκευασθῇ παντὸς ἄλλου λιμένος. Ἡ φύ-
189σις αὐτὴ κατεσκεύασεν οὕτω τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὥστε δὲν
190ὑπάρχει ἀνάγκη ἢ μιᾶς βορβοροφάγου, ἥτις νὰ ἀνασκάψῃ τὴν
191ἰλὺν καὶ δώσῃ τὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖον θέλει τις, τοῦ λιμένος.
192Οὔτε βράχους ἔχομεν νὰ συντρίψωμεν ἐν τῷ πυθμένι, οὔτε
193ὀγκολίθους νὰ ῥίψωμεν εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης. Ἡ κατα-
194σκευὴ τοῦ λιμένος Μεσολογγίου ἐπιβάλλεται ἤδη εἰς πᾶσαν
195Κυβέρνησιν, διότι κατεσκευάσθη ἤδη ἐν τῇ θαλάσσῃ 5 καὶ
196πλέον χιλιομέτρων ὁδὸς, ἀντὶ δὲ πολυδαπάνου ἔργου λιμενι-
197κοῦ, ὅπως τὸ ἐν Πάτραις, ἐν Μεσολογγίῳ δύναται νὰ κατα-
198σκευασθῇ λιμὴν ἀντὶ ἐλαχίστης δαπάνης. Δὲν χρειάζεται ἀμφί-
199βολον καὶ τεχνικὸν ἔργον οὐδέν. Οὔτε ἐπιχώσεων ἔχομεν
200ἀνάγκην, οὔτε προχωμάτων ἐν τῇ θαλάσσῃ, ἀλλὰ μόνον ἐξα-
201γωγῆς τῆς λάσπης. Μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι πόλις νεκρὰ τὸ Με-
202σολόγγιον· βεβαίως εἶναι νεκρὰ, καὶ νεκρὰ πόλις θὰ ἦσαν καὶ
203αἱ Πάτραι, ἂν ἤθελον πάθει ὅ,τι τὸ Μεσολόγγιον. Μήπως
204δὲν ἔβλαψεν αὐτὰς ὁ σιδηρόδρομος; Μήπως αἱ Πάτραι ἐμ-
205πορικῶς εἶναι σήμερον εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἦσαν
206πρὸ 20 ἐτῶν; Ἀφ’ οὗ μετεφέρθη ἡ κεφαλὴ τοῦ σιδηροδρό-
207μου εἰς Κρυονέριον, τὸ Μεσολόγγιον δὲν ἔχει τὴν κίνησιν,
208τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε διὰ θαλάσσης. Εἶχε πρὶν εἰσαγω-
209γὴν καὶ ἐξαγωγὴν, τῶν ὁποίων ἕνεκα τοῦ σιδηροδρόμου Κρυο-
210νερίου ἐστερήθη.
211Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι μετὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν
212ἔπαθεν ἡ πόλις διὰ τῆς ἱδρύσεως κέντρου ἐξαγωγῆς ἐν Κρυο-
213νερίῳ, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς μεγαλειτέρας ἐπαρχίας τοῦ
214νομοῦ, τῆς Εὐρυτανίας, εἶναι ἄδικον νὰ ὑποστῇ καὶ νέαν
215ζημίαν διὰ νέας πράξεως τῆς Κυβερνήσεως ἀνεξηγήτου καὶ
216ἀδικαιολογήτου, τῆς ἐλαττώσεως τῶν πόρων τοῦ λιμενικοῦ
217ταμείου καὶ τοῦ τελωνισμοῦ τῶν εἰσαγομένων ἐν Κρυονερίῳ.
218Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτων, καὶ παρα-
219καλῶ νὰ μὴ ἐνδώσῃ εἰς τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν
220αὐτῇ ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν.
221§6Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
222Εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκ-
223πληροῖ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ὁσάκις πρόκειται περὶ θεραπείας
224ἀναγκῶν τῶν διαφόρων κοινοτήτων. Εἰς μεταγενεστέραν συνε-
225δρίασιν θέλω παράσχει λεπτομερεστέρας πληροφορίας ἐπὶ τοῦ
226θέματος, εἰς ὃ ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βου-
227λευτής. Παρατηρῶ μόνον σήμερον, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ
228λεχθὲν ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς ἀπόφασίν τινα, εἰσηγου-
229μένου οἱουδήποτε Βουλευτοῦ, καθόσον αἱ ἐπὶ τοιούτων θε-
230μάτων εἰσηγήσεις γίνονται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων δημοσίων λει-
231τουργῶν.
232§7Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πάλιν λέγω, ὅτι τὸ
233Μεσολόγγιον εἶναι πόλις τῶν μεγάλων νεκρῶν, ἀλλ’ οὐχὶ
234νεκρὰ πόλις.
235§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀετοῦ τῆς ἐπαρ-
236χίας Τριφυλίας δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως συντε-
237λεσθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν ὑπολοίπων τμημάτων τῆς ἀπὸ Κυ-
238παρισσίας εἰς Μελιγαλᾶ δημοσίας ὁδοῦ.
239§9ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι λίαν ἐπικαίρως,
240συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔρχεται ἡ ἀναφορὰ αὕτη,
241ὅπως ὑπομνήσῃ, ὅτι δέον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ σχετικῷ κεφα-
242λαίῳ πίστωσις πρὸς κατασκευὴν τῶν δύο ὑπολειπομένων τμη-
243μάτων τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Μελιγαλᾶ. Ἡ ὁδὸς αὕτη
244εἶναι προωρισμένη νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα οὐ μόνον τῶν
245ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας πρὸς ἀλλήλας, ἀλλὰ καὶ πρὸς
246τὰς τῆς Ἀρκαδίας, μετὰ τῶν ὁποίων ἐπικοινωνοῦσιν ἐκεῖναι
247δι’ ἀνταλλαγῆς τῶν διαφόρων προϊόντων των καὶ ἕνεκα τῶν
248δικαστικῶν σχέσεων. Τὰ δύο τμήματα τῆς ὁδοῦ πάντως δὲν
249θ’ ἀπαιτήσωσι παρὰ μικρὰν δαπάνην 10–20 χιλιάδων δραχ-
250μῶν, διότι τὸ ἔδαφος εἶναι πεδινὸν, ἡ δὲ γέφυρα ἡ μεταξὺ
251τοῦ 15 καὶ 20 χιλιομέτρου, ἡ παρὰ τὸ Βασιλικὸν, συνε-
252τελέσθη ἤδη διὰ δαπάνης ἱκανοῦ ποσοῦ ὑπὸ τῶν προκατόχων
253Κυβερνήσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσω-
254τερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην
255τῶν κατοίκων καὶ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν ἀναγ-
256καίαν πίστωσιν· πρὸς τοῦτο δὲ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ
257εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
258§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἀλεξίου Ἀλεξοπούλου περὶ
259ἀνακαινίσεως τῆς ἐν θέσει Περιστερεᾷ τῆς ὁδοῦ Κυπαρισσίας–
260Μελιγαλᾶ γεφύρας.
261§11ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς ἡ μικρὰ γέφυρα
262αὕτη εἶναι κατεστραμμένη ὡς ἐκ τῆς κακῆς κατασκευῆς της
263καὶ τῆς χειρίστης ἐπιβλέψεως τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν·
264ἐπανειλημμένως δὲ ἐγένοντο ἐπισκευαὶ, ἀλλὰ μάταιαι, διότι εἶ-
265ναι ἀνεπίδεκτος τοιούτων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται
266ἡ κατασκευὴ τῆς γεφύρας, ἵνα μὴ ἐπέρχωνται συχναὶ διακο-
267παὶ τῆς συγκοινωνίας καὶ βλάβαι εἰς τὰ παρακείμενα κτή-
268ματα τῶν ἰδιωτῶν, ἀφοῦ καὶ ἔκθεσις τοῦ ἁρμοδίου μηχανι-
269κοῦ ὑφίσταται περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκ βάθρων ἀνακαινί-
270σεώς της. Παρακαλῶ δὲ, ὅπως καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη παρα-
271πεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
272§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐν Πάτραις Στοᾶς τῶν
273ἐλευθέρων τεκτόνων παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως προστα-
274τευθῶσι τὰ μέλη αὐτῆς ἀπὸ τοῦ διωγμοῦ, ὃν κατ’ αὐτῶν
275ἐκήρυξεν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Πατρῶν.
276§13Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκ-
277κλησιαστικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἀνωτάτης ἐκ-
278κλησιαστικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῶν ἐν Πάτραις συμβαινόντων, ὡς ἐκ
279τῆς προκειμένης ἀναφορᾶς καὶ ἄλλης προηγουμένης τοῦ Προέ-
280δρου τῆς ἐκεῖ Τεκτονικῆς Στοᾶς φαίνεται. Ἀλλὰ καί μοι
281γράφουσιν ἀκριβῶς σήμερον ἐκ Πατρῶν ὅ,τι διὰ τῆς ἀναφορᾶς
282των ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν, δηλαδὴ, ὅτι ὁ σεβασμιώ-
283τατος ἐκεῖ ἀρχιεπίσκοπος θεωρεῖ τοὺς τέκτονας ὡς πρεσβεύον-
284τας δόγματα ἀντίθετα πρὸς τὴν ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλη-
285σίαν, καὶ ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς ἱερεῖς νὰ ἔρχωνται εἰς ἐπι-
286κοινωνίαν ἐκκλησιαστικὴν πρὸς αὐτούς. Τοῦτο ἐτάραξεν αὐ-
287τοὺς, διότι, πιστοὶ χριστιανοὶ ὄντες, δὲν θέλουσι νὰ ἔλθωσιν
288εἰς διάστασιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Φαίνεται ὅτι ὁ σεβασμιώτα-
289τος ἀρχιεπίσκοπος ἀγνοεῖ οὐ μόνον τὰ τῆς Τεκτονικῆς Ἑται-
290ρείας, φρονῶν πεπλανημένως, ὅτι αὐτὴ εἶναι θρησκευτικὴ, ἐνῷ
291πασίγνωστον εἶναι, ὅτι εἶναι ἑταιρεία μόνον φιλανθρωπικὴ, ὑπὸ
292τὴν εὐρεῖαν ὅμως τῆς λέξεως ἔννοιαν, οὐδένα, οὐδὲ πόρρω-
293θεν, χαρακτῆρα ἔχουσα θρησκευτικὸν, ἀλλὰ καὶ τοὺς κανό-
294νας τῆς Ἐκκλησίας.
295Ἡ Τεκτονικὴ Ἑταιρεία, ὡς καταδηλοῦσι τὰ κατὰ χιλιά-
296δας κυκλοφορούμενα ἔν τε τῇ Εὐρώπῃ καὶ τῇ Ἀμερικῇ κατα-
297στατικὰ αὐτῆς, εἶναι ἑταιρεία παγκόσμιος, ἀποβλέπουσα εἰς
298τὴν ἠθικὴν, πνευματικὴν καὶ οἰκονομικὴν βελτίωσιν τῆς ἀν-
299θρωπότητος διὰ τῆς ἀγωγῆς, τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἀγα-
300θοεργίας, ὑποστηρίζουσα δὲ τὴν ἀπὸ τοῦ κατακτητικοῦ ζυγοῦ
301ἀπαλλαγὴν τῶν δεδουλωμένων λαῶν καὶ τὴν κατάργησιν
302τῶν προσκρουόντων εἰς τὴν ἰσότητα φεουδαλικῶν προνομίων.
303Εἶναι δ’ εὐπρόσδεκτοι εἰς αὐτὴν πάσης φυλῆς καὶ θρη-
304σκείας ἄνθρωποι, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐμπνέωνται ὑπὸ τοῦ πόθου
305νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἑταιρείας.
306Μωροτέρα ἰδέα τῆς ἰδέας ὅτι ἡ Τεκτονικὴ Ἑταιρεία εἶναι
307ἑταιρεία θρησκευτικὴ, δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ἦτο θρησκευτικὴ,
308θὰ κατεδηλοῦντο αἱ προσηλυτιστικαὶ αὐτῆς ἐνέργειαι, θὰ
309ἐγνωστοποιοῦντο τὰ δόγματα αὐτῆς, καὶ θὰ ἔπαυον οἱ ἀποτε-
310λοῦντες αὐτὴν νὰ συγκοινωνῶσι πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀλλὰ
311τοῦτο δὲν συμβαίνει, καὶ δύναται νὰ ἦναί τις πιστότατος
312χριστιανὸς, ἢ θρησκομανέστατος Μωαμεθανὸς, ἢ φανατικώ-
313τατος Ἰσραηλίτης, καὶ νὰ ἦναι ἐν ταὐτῷ τέκτων, ὡς δύνα-
314ται νὰ ἦναι χριστιανὸς ἢ Ἰσραηλίτης καὶ νὰ ἦναι ἐν ταὐτῷ
315μέλος τῆς Ἀρχαιολογικῆς ἢ τῆς Ἐθνολογικῆς ἢ τῆς Βιοτε-
316χνικῆς Ἑταιρείας. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἡ Τεκτονικὴ Ἑται-
317ρεία ἔχει γενικώτερον χαρακτῆρα, καὶ διάδοσιν εὐρυτέραν,
318παγκόσμιον.
319Κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, αὕτη, ὅταν ὁπωσδήποτε
320δοθῇ ἀφορμὴ εὔλογος καὶ σπουδαία ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ θρη-
321σκευτικὸν φρόνημα τούτου ἢ ἐκείνου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
322προκαλέσῃ αὐτὸν νὰ ἐκφρασθῇ σαφῶς καὶ ὡρισμένως περὶ τοῦ
323θρησκευτικοῦ αὐτοῦ φρονήματος, καὶ ἐὰν οὗτος δηλώσῃ,
324ὅτι ἔχει αὐτὸ τὸ θρησκευτικὸν φρόνημα, δὲν δικαιοῦται νὰ
325προβῇ εἰς ἀποκήρυξιν αὐτοῦ. Πρό τινων ἡμερῶν ἔτυχε νὰ
326ἀναγνώσω μάλιστα ἕνα λόγον εὐφραδέστατον ἀληθῶς χρυσορ-
327ρήμονος τῆς Ἐκκλησίας πατρὸς, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου,
328καὶ ἐκεῖνος ὄχι μόνον λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἐκ-
329κλησίαν νὰ ἀποκηρύττῃ οἱονδήποτε μέλος τῆς χριστιανικῆς
330κοινωνίας, ἐὰν μὴ βεβαιώσῃ αὐτὸς οὗτος, ὅτι δὲν ἔχει τὸ φρό-
331νημα τὸ ἐκκλησιαστικὸν, ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὰ φρονήματα τῆς
332πίστεως τῆς ὀρθοδόξου, ἀλλ’ ἀκόμη λέγει, ὅτι, καὶ ἐάν τις
333ἀποπλανηθῇ ἀληθῶς τῆς πίστεως καὶ βεβαιώσῃ ὅτι δὲν πρε-
334σβεύει τὰ χριστιανικὰ φρονήματα, πάλιν ἡ ἁρμοδία ἐκκλη-
335σιαστικὴ ἀρχὴ δὲν ὀφείλει νὰ προβαίνῃ εἰς ἀποκήρυξιν αὐ-
336τοῦ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐξακολουθῇ ἔχουσα σχέσεις πρὸς αὐτὸν,
337ἕως ὅτου, μετὰ πολλὰς καὶ ἐπιμόνους συμβουλὰς, βεβαιω-
338θεῖσα περὶ τοῦ ἐναντίου, προβῇ εἰς τὸν ἀφορισμὸν ἀπὸ τῆς
339Ἐκκλησίας τοῦ μέλους ἐκείνου.
340Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρακαλεῖται νὰ
341ἐνεργήσῃ κατὰ τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτῷ καθῆκον ὑπὸ τοῦ νό-
342μου, ὅπως ἡ ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ περιορίσῃ τὸν Σ.
343ἀρχιεπίσκοπον εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ.
344Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἐκ τούτου, παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἄλ-
345λοτε εἶχε συμβῆ τὸ ἑξῆς δυσάρεστον γεγονός. Εἶχεν ἀπολυθῆ ἐκ
346τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἷς τῶν ἀρίστων ἀληθῶς καθηγητῶν τῶν
347μαθηματικῶν καὶ τῶν μᾶλλον ἀφωσιωμένων τέκνων τῇ ἡμε-
348τέρας ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ κ. Σαρρῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι
349εἶναι τέκτων. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ
350τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν,
351ὅπως θεραπεύσῃ ἓν ἀδίκημα, γενόμενον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν,
352στερηθεῖσαν διακεκριμένου καθηγητοῦ, καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν
353καθηγητήν.
354§14Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βλέπω ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει δὲν
355εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν
356τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ παρελθὸν Σάββατον, περὶ καταργήσεως
357τῶν κρατήσεων ἐπὶ τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἐπιμισθίων τῶν πολι-
358τικῶν ὑπαλλήλων.
359§15Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
360Δὲν ἐτυπώθη ἀκόμη.
361§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως δὲν ἐτυπώθη ἀκόμη. Ὅταν τυπωθῇ,
362θὰ διανεμηθῇ καὶ θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
363§17ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε.
364§18Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ πρῶτον ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύ-
365νην μου πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀξιότιμον κ. Ὑπουρ-
366γὸν διὰ τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς παρέσχε τὰς ζητηθείσας πλη-
367ροφορίας. Καίτοι δὲ τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον, διότι πρό-
368κειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ἄνθρωπος
369ἀνάξιος νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν ταύτην, δὲν θέλω ὅμως ἀπα-
370σχολήσει τὴν Βουλὴν, ἀναγινώσκων πολλὰς ἐκ τῶν καταθέ-
371σεων τῶν μαρτύρων. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, ἐὰν τὸ Ἐφετεῖον
372ἀπήλλαξε τῆς κατηγορίας τὸν ἄνθρωπον αὐτόν· νομίζω ὅμως,
373ὅτι, ἀφοῦ ἀναγνωσθῶσι μία ἢ δύο καταθέσεις τῶν μαρτύρων,
374καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλουσι
375πεισθῆ, ὅτι τοιοῦτος ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ
376δικαστὴς καὶ νὰ δικάζῃ ἄλλους.
377§19Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον μάλιστα προέρ-
378χεται ἐκ τῆς καθ’ ὑμᾶς νεκρᾶς πόλεως τοῦ Μεσολογγίου.
379§20Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (πρὸς τὸν κ. Ροῦφον). Δὲν νομίζω
380ὅτι εἶναι ὀρθὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον πράττετε.
381§21ΡΟΥΦΟΣ. Ἐγὼ πράττω τὸ καθῆκόν μου, ὑπερασπιζόμενος
382τὴν Δικαιοσύνην. Εἶναι δικαίωμά μου.
383§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ ὅταν
384ἄπεστιν ἐκεῖνος ἐντεῦθεν, δὲν εἶναι γενναῖον νὰ γίνεται λό-
385γος περὶ αὐτοῦ.
386§23ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἷς πολίτης εἶναι
387ἀπηλλαγμένος πάσης κατηγορίας διὰ δικαστικῶν βουλευμάτων,
388ὁ κ. Βουλευτὴς τί ἔρχεται νὰ κάμῃ; Θέλει νὰ ἐπικρίνῃ τὰ
389Συμβούλια, τὰ ὁποῖα τὸν ἀπήλλαξαν; ἢ νὰ κατηγορήσῃ τὸν
390πολίτην αὐτόν;
391§24ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ θέτω τὴν διαγωγήν μου ὑπὸ
392τὸν ἔλεγχον οὐδενός.
393§25ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέτομεν τὴν διαγω-
394γήν σας ὑπὸ ἔλεγχον, ἀλλὰ λέγομεν ὅτι δὲν δύνασθε νὰ θέ-
395τητε ὑπὸ ἔλεγχον τὴν διαγωγὴν πολιτῶν ἀπαλλαγέντων διὰ
396δικαστικῶν βουλευμάτων πάσης κατηγορίας.
397§26ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα ἰδικόν μου.
398§27ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ κ.
399Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
400§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ἐκ προκατα-
401βολῆς, τί θὰ εἴπῃ εἷς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τὸν λό-
402γον, ἵνα ἐπερωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ συνεπῶς δὲν δύνα-
403μαι νὰ περιορίσω αὐτόν.
404§29ΡΟΥΦΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ὁ μάρτυς Ἰωάννης Γεωργίου,
405λοχαγὸς τῆς Οἰκονομίας, καταθέτει τὰ ἑξῆς...
406§30ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς καταθέσεις αὐτὰς τὰς ἔκριναν τὰ
407Συμβούλια. Ἀναγνώσατε τὰ βουλεύματα τοῦ Ἐφετείου καὶ
408τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν, τὰ ὁποῖα τὰς μαρτυρίας αὐτὰς
409τὰς λέγουν γελοίας καὶ ἀναξίας λόγου. Νομίζω ὅτι δὲν
410ἐπιτρέπεται νὰ ἀναγνώσητε τὰς μαρτυρίας, κατὰ τὸν νόμον.
411§31ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ εἴχετε δίκαιον, ἐὰν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος
412ἐπρόκειτο νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς· ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται
413νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς
414πρέπει νὰ γείνῃ δικαστής.
415§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐδῶ πράτ-
416τετε, τὸ ἐπράττετε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, θὰ σᾶς κατεδίωκεν ὁ
417ἀδικούμενος δι’ ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, κατὰ τὸ
418δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς πολίτης, ἂν ἐπρόκειτο νὰ γί-
419νητε παραίτιος, ὅπως μὴ λάβῃ θέσιν, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει
420προσπορισθῆ τὰ μέσα τοῦ ζῆν. Δυνάμει ὅμως τῆς ἀσυλίας,
421τῆς ὁποίας, ὡς Βουλευτής, ἀπολαμβάνετε, δύνασθε ἀφόβως νὰ
422τὸν κατηγορήσητε ἐνταῦθα, καὶ νὰ γίνητε ἐπιβλαβὴς εἰς αὐ-
423τὸν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς παραδεχθῇ τὴν γνώμην σας, χωρὶς
424ὁ πολίτης αὐτὸς νὰ δύνηται νὰ καταφύγῃ που διὰ νὰ ἀπο-
425ζημιωθῇ. Τοῦτο εἶναι ἄδικον καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνεται.
426§33ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν ὑπαρχόντων ἐγγράφων
427ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ὑπάρχει καὶ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως
428τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν Πα-
429τρῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦσι τὴν χρηστότητα καὶ τὴν τιμιότητα
430τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ.
431Βουλευτὴς πράττει ἀπὸ τοῦ βήματος.
432§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, κύριε
433Ροῦφε, ἕνεκα τῆς ἰδιαιτέρας ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω
434πρὸς ὑμᾶς, νὰ ἀκούσητε, ἐὰν εὐαρεστῆσθε, τοῦτο· ὅτι αὐτὸ,
435τὸ ὁποῖον γίνεται τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν
436εἶναι ἄξιον τοῦ χαρακτῆρός σας, δὲν εἶναι γενναῖον, ἀλλὰ
437νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καὶ ὀρθόν· διότι ἤδη ἔρχεσθε νὰ ἐπιχει-
438ρήσητε δύο πράγματα, πρῶτον νὰ ἐλέγξητε τὸν βίον τὸν
439κοινωνικὸν ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπόντος, καὶ δεύτερον νὰ ἐλέγξητε
440τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τετελεσμένων γεγονότων,
441νὰ ἐλέγξητε δεδικασμένα...
442§35ΡΟΥΦΟΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ γνωρίζω κἄτι τι, νὰ ἀφήσω νὰ
443γείνῃ δικαστὴς ἄνθρωπος ἀνάξιος διὰ τοιοῦτον ἀξίωμα;
444§36Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε ἐκ τῶν Βουλευ-
445τῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, σεῖς εἶσθε ἐξ
446ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δίδετε ἀμέριστον τὴν ψῆφόν σας πρὸς τὸν
447Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐκτίμη-
448σιν. Θὰ σᾶς παρεκάλουν λοιπὸν νὰ ὑποβάλητε ἰδιαιτέρως εἰς
449τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὰ ζητήματα ταῦτα, ἀνα-
450γόμενα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐνεργείας του καὶ οὐχὶ τῆς
451Βουλῆς, καὶ ἐκ τῆς μετ’ αὐτοῦ συζητήσεως θὰ μάθητε τὰς
452σκέψεις του καὶ θὰ ἴδητε τὴν ἐνέργειάν του, ἣν δύνασθε βρα-
453δύτερον νὰ ἐλέγξητε, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ κανονίσητε, διότι ἄλλως
454θὰ μετεῖχον καὶ οἱ Βουλευταὶ τῶν εὐθυνῶν τῆς ἐκτελεστι-
455κῆς ἐξουσίας. Ταῦτα δὲ, τὰ ὁποῖα λέγω, δὲν τὰ λέγω χάριν
456τοῦ κ. Ψωμάκη, ὃν οὐδὲ κατ’ ὄψιν γνωρίζω, ἀλλὰ τὰ λέγω
457ἐνδιαφερόμενος διὰ τὸν κ. Ροῦφον, ἐνδιαφερόμενος διὰ τὸ
458ἀξίωμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν τάξιν τοῦ
459Σώματος.
460§37Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
461Ἐγὼ τὴν δικογραφίαν περὶ τοῦ Ψωμάκη τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψιν
462μου, καὶ ἀκόμη ὁ Ψωμάκης δὲν διωρίσθη. Ἐστὲ βέβαιος,
463κύριε Βουλευτὰ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἀπόφασιν περὶ διορισμοῦ
464τοῦ κ. Ψωμάκη θέλω προβῆ, πρὶν ἢ μελετήσω τὴν δικο-
465γραφίαν καὶ μορφώσω πεποίθησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πᾶσα
466συζήτησις περὶ τούτου εἶναι πρόωρος ἤδη.
467§38Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ὅταν θὰ διορισθῇ, καὶ ἂν διο-
468ρισθῇ, τότε νὰ ἔλθητε νὰ ἐλέγξητε τὸν Ὑπουργὸν, ἐὰν νο-
469μίζητε ὅτι κακῶς ἔπραξε.
470§39ΡΟΥΦΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ἀναγνώσω καταθέσεις τινὰς
471μαρτύρων διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία. Ἐν
472τούτοις δύναμαι νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἔχω κανένα προσωπικὸν
473λόγον κατὰ τοῦ Ψωμάκη· μάλιστα προχθὲς, ὅτε τὸ πρῶτον
474ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου, εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κύ-
475ριος οὗτος νὰ ἀνέλθῃ κατόπιν μου ἐπὶ τοῦ τροχιοδρόμου εἰς
476τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας καὶ νὰ μὲ συνοδεύσῃ μέχρι τῆς
477πλατείας τοῦ Συντάγματος, ἐκλιπαρῶν τὴν συνδρομήν μου,
478ἵνα διορισθῇ ἐν Πάτραις, ὑποσχόμενος πᾶσαν κομματικὴν
479ὑποστήριξιν. Ἐὰν τοιοῦτον ἄνθρωπον ἐπιθυμοῦσιν οἱ ἀξιότι-
480μοι κύριοι ὡς δικαστὴν, ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ εἴπω. Τὸ
481καθῆκόν μου τὸ ἐξετέλεσα.
482§40ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρ-
483χει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ προσθήκης 45 τηλε-
484γραφικῶν βοηθῶν. Ἀγνοῶ, ἐὰν ὡς ἐκ τοῦ βραχέος τοῦ
485ὑπολειπομένου χρόνου τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς θὰ κα-
486τορθωθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐγὼ ὅμως ἤθε-
487λον εὐχηθῆ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μόνον,
488ἀλλὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως
489κατὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον ὑποβάλῃ αὕτη γενικὸν νομοσχέδιον
490περὶ τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ἐν τῷ
491ὁποίῳ νὰ λαμβάνηται πρόνοια περὶ ὅλων τῶν ταχυδρομικῶν
492καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες δυστυχῶς ὑπηρετοῦσι
493δεκάδας ὁλοκλήρους ἐτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς προαγωγῆς καὶ ἐλ-
494πίδος, εἶναι δὲ ἀπορίας ἄξιον, πῶς διενεργεῖται ἀκόμη ἡ ὑπη-
495ρεσία αὕτη. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πρόοδος τῶν δύο τούτων
496κλάδων καθ’ ἑκάστην αὐξάνει καταπληκτικῶς, καὶ διὰ τοῦτο
497παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν μέριμναν
498τὴν σύστασίν μου ταύτην.
499§41ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Οἱ ἐν Ναυπλίῳ ἔμποροι καὶ
500κτηματίαι ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, τὴν
501ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω. Διὰ τῆς ἀναφο-
502ρᾶς ταύτης παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον
503περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, διότι, ὡς λέγουσιν ἐν τῇ ἀνα-
504φορᾷ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἦναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ συμ-
505φέροντα τῆς τάξεως αὐτῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, κατὰ
506τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν
507τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτιθέμενα ἐπιχειρήματα.
508§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς γενομένης ὑπὸ
509τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀνακοινώσεως πρὸς τὴν Βου-
510λὴν τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς
511Ἐφορίας τῆς Λέσχης «Ζακύνθου», δι’ οὗ ἡ Ἐφορία τῆς Λέ-
512σχης ἀνήγγειλεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ἐγένετο ἀπόπειρα
513ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Πατριώ-
514του», νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τοὺς κ.κ.
515Ὑπουργοὺς, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς Λέσχης ταύ-
516της τηλεγράφημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ὅμως, πλὴν τῶν ἀνα-
517κοινωθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, περιέχει καὶ
518ἑτέρας ἀνακοινώσεις, τὰς ἑπομένας. Ὅτι ὁ ἐπιτεθεὶς κατὰ
519τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Πατριώτου» ὡρμήθη ὑπὸ πά-
520θους ἐκδικήσεως, διότι ὁ εἰρημένος δημοσιογράφος εἶχε δημο-
521σιεύσει ἄρθρον ἐν τῇ ἐφημερίδι, διὰ τοῦ ὁποίου κατήγγελλε
522λαθρεμπόριον καπνοῦ, γενόμενον ἐκεῖ, τοῦ ὁποίου λαθρεμ-
523πορίου ἐργάτης ἦτο ὁ ἐπιτεθείς. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ
524λαθρεμπορίου, καὶ ἐπειδὴ προσέτι ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἡ
525Ἐφορία τῆς Λέσχης πραγματεύεται ἐν γένει καὶ περὶ τῆς
526καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καθῆκον ἔχω νὰ φέρω
527ταῦτα εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα
528ἐξετάσῃ τὰ τοῦ λαθρεμπορίου, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
529τερικῶν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ τοῦ
530κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δώσῃ διαταγὰς, ὅπως
531ἐκτελεσθῶσιν οἱ νόμοι ἐπὶ τῆς γενομένης καταγγελίας κατὰ
532τοῦ ἐπιτεθέντος κατὰ τοῦ δημοσιογράφου.
533§43Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευ-
534τὴς ἐκ Γόρτυνος ἐγνώριζε τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα τῆς
535Ζακύνθου, βεβαίως δὲν ἤθελε λάβει τὸν λόγον, ἵνα συστήσῃ
536εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ὅσα συνέστησε σχετικῶς πρὸς τὸ
537ζήτημα, ὅπερ ἀναφέρεται εἰς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ὁ
538κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσε πρὸ μικροῦ. Τὸ ζήτημα
539δὲν εἶναι ἄξιον τόσης σπουδαιότητος, ὅση ἐδόθη εἰς αὐτὸ,
540ὥστε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκει-
541ται. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ῥαπίσματος καὶ δύο λακτισμάτων, —
542αὐτὴ εἶναι ἡ δολοφονικὴ ἀπόπειρα! — τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἀπὸ
543πολίτην συκοφαντηθέντα δι’ ἐφημερίδος κατὰ τοῦ συντάκτου
544τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης. Δυστυχῶς πολλάκις παρ’ ἡμῖν ἡ δη-
545μοσιογραφία παρεξετράπη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε προὐ-
546κάλεσε πράξεις αὐτοδικίας, καὶ ὄχι ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις
547καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις εἴδομεν πράξεις αὐτοδικίας κατὰ δη-
548μοσιογράφων, τὰς ὁποίας οὔτε ἡ κοινωνία κατεδίκασεν, οὔτε
549ἡ Δικαιοσύνη ἐθεώρησε τιμωρητέας, διότι ἡ δολοφονία τῶν
550ὑπολήψεων εἶναι βεβαίως ἔγκλημα πολὺ μυσαρώτερον τῆς
551αὐτοδικίας. Πρὸ μηνὸς περίπου ὁ Μόρφης αὐτὸς, ὁ ὁποῖος κα-
552τηγορήθη ὡς δολοφονικῶς ἐπιτεθεὶς κατὰ τοῦ συντάκτου
553τῆς ἐν Ζακύνθῳ ἐφημερίδος «Πατριώτου», ὢν συνέταιρος τῆς
554ἐνοικιάσεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου, εἶδεν ἐκ τῆς οἰκίας του,
555κειμένης εἰς τὸ παράλιον, πλοῖον προσπαθοῦν νὰ ἀποβιβάσῃ
556λάθρα ἐμπορεύματα. Ὡς ἐνοικιαστὴς τοῦ δημοτικοῦ φόρου κα-
557τῆλθε τῆς οἰκίας του καὶ μετέβη πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ λα-
558θρεμπορίου, συνέλαβε δὲ πράγματι τέσσαρα δέματα καπνοῦ.
559Τὴν στιγμὴν ἐκείνην κατέφθασεν εἷς ἀστυφύλαξ, ὁ ὁποῖος
560τὸν ἠρώτησε, τί συνέβη· ὁ Μόρφης κατήγγειλε τὸ γεγονός,
561καὶ ὠνομάτισε τὸν κύριον τοῦ πλοίου καὶ τῶν ἐμπορευμάτων·
562ἀλλ’ ὁ ἀστυφύλαξ συνέλαβε τὸν Μόρφην καὶ τὸν ὡδήγησεν
563εἰς τὴν φυλακὴν ὡς λαθρέμπορον! Τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημ-
564μελειοδικῶν διέταξε πανηγυρικῶς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Μόρφη
565ἀπὸ τῶν φυλακῶν, καὶ τὸν ἀπήλλαξε πάσης κατηγορίας. Ὁ
566συντάκτης ὅμως τοῦ «Πατριώτου» διὰ τῆς ἐφημερίδος του
567ἐξύβρισε καπηλικώτατα τὸν Μόρφην, καὶ τὸν κατηγόρει ὡς
568λαθρέμπορον, ἐνῷ οὗτος ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ δικαστικὴν ἀπόφα-
569σιν ἀπαλλακτικήν. Δὲν ἤρκεσε δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ προκλη-
570τικῶς ἐφέρετο πρὸς αὐτὸν καὶ χλευαστικῶς ἔγραφε. Σημειώ-
571σατε δὲ, ὅτι ὁ συντάκτης αὐτὸς εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος ὑβρι-
572στὴς καὶ ῥυπαρογράφος. Οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις κατηγ-
573γέλθη ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ κατεδικάσθη καὶ ἐρρίφθη εἰς τὰς φυ-
574λακὰς, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀκόμη εἶναι ὑπόδικος ἐνώ-
575πιον τοῦ Κακουργιοδικείου ἐπὶ ἐξυβρίσει.
576Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔξοχον ὑποκείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦ-
577τον κόπτεται ἡ Ἐφορία τῆς Λέσχης «Ζακύνθου»!
578Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι ἡ Λέσχη «Ζάκυνθος», ἡ ὁποία
579ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα ἐντιμότατα, ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ
580τὴν ὑπεράσπισιν ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον σύμπασα ἡ κοινωνία
581θεωρεῖ ὡς αἰσχρότατον ὑβριστήν. Ἐὰν ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιό-
582τιμος συνάδελφός μου καὶ πολιτικὸς ἀντίπαλός μου κ. Ἀλέ-
583ξανδρος Ῥώμας εὑρίσκετο ἐδῶ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελε
584ποτὲ δυνηθῆ νὰ μὲ διαψεύσῃ.
585Προσθέτω δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος
586συνηντήθη εἰς τὴν Ἀγορὰν μὲ τὸν δράστην τῆς πράξεως,
587τὸν καταγγελλόμενον Μόρφην, ἀντήλλαξαν λέξεις, ὁ Μόρφης
588ἐράπισε τὸν δημοσιογράφον καὶ τοῦ ἔδωσε δύο λακτίσματα,
589ὁ δὲ δημοσιογράφος ἐξήγαγε πιστόλιον καὶ ἐπυροβόλησε κατὰ
590τοῦ Μόρφη, εὐτυχῶς ἄνευ ἀποτελέσματος.
591Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχω περὶ τῆς πράξεως,
592ἥτις τοσοῦτον τραγικῶς παρεστάθη ἐν τῷ τηλεγραφήματι.
593Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότι-
594μος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τοῦ κ.
595Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
596τερικῶν, τουτέστι τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφα-
597λείας ἐν Ζακύνθῳ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέ-
598ξεις μόνον. Εὐτυχῶς ἡ δημοσία τάξις ἐν Ζακύνθῳ δὲν εὑ-
599ρίσκεται εἰς ἔκρυθμον σημεῖον· ἐὰν δὲ καὶ εἰς ἔκρυθμον ση-
600μεῖον εὑρίσκετο, βεβαίως τὴν εὐθύνην τῆς καταστάσεως αὐ-
601τῆς δὲν θὰ ἔφερεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι μέχρι καὶ
602τοῦ τελευταίου κλητῆρος, μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου χωρο-
603φύλακος, τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δημοσίας ἀσφα-
604λείας μένουσι τὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον καθιδρυθῆ ἀπὸ τοῦ
6051895 ἐν Ζακύνθῳ. Κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν, ἀπὸ
606τοῦ 1895 μέχρι τοῦ 1899, εἴδομεν ἀληθῶς ἐγκλήματα πρω-
607τοφανῆ καὶ πρωτάκουστα εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, εἴδομεν νὰ
608κρεουργηθῶσιν ἐν τῇ οἰκίᾳ των εἷς γέρων μετὰ τῆς συζύγου
609του καὶ νὰ ληστευθῇ ἡ περιουσία των, καὶ δὲν εἴδομεν ν’ ἀνα-
610καλυφθῶσιν οἱ δρᾶσται· εἴδομεν νὰ ληστευθῇ ἐν πλήρει ἡμέρᾳ
611καὶ ἐν μέσῃ ὁδῷ ὁ μεγαλέμπορος Καροῦσος καὶ ἁρπαγῶσιν
61250,000 δραχμαὶ ἐκ τοῦ χαρτοφυλακίου του· εἴδομεν νὰ δο-
613λοφονηθῇ σχεδὸν πτωχὸς χρυσοχόος, ὅπως ἁρπαγῇ ἀπὸ τῶν
614χειρῶν του ἡ μικρὰ περιουσία του, καὶ δὲν κατωρθώθη οὐδὲ
615τοῦ ἐγκλήματος τούτου νὰ εὑρεθῶσιν οἱ δρᾶσται· εἴδομεν
616ἀποπείρας ἐμπρησμῶν, εἴδομεν εἰς τοὺς κεντρικωτέρους δρό-
617μους νὰ ἀλειφθῶσι θύραι καταστημάτων μὲ πετρέλαιον καὶ
618νὰ τεθῇ πῦρ εἰς αὐτὰ, οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν δραστῶν ἀνεκα-
619λύφθη! Τοιαῦτα καὶ ἄλλα πολλὰ ἐγκλήματα συνετελοῦντο
620ἐν Ζακύνθῳ ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι τοῦ 1899. Ἐν τούτοις
621ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως οὐδεμία τοιαύτη πρᾶξις ἢ
622ἄξιον λόγου ἔγκλημα ἔλαβε χώραν ἐν Ζακύνθῳ. Ὁπωσδή-
623ποτε ὅμως, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς τάξεως ἐν
624τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου, συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου,
625καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσιν αὐστηρὰ
626μέτρα καὶ νὰ δώσωσι τὰς αὐστηροτέρας διαταγὰς, ὅπως οὐδὲ
627κατ’ ἐλάχιστον διαταραχθῇ αὕτη ποτὲ, καὶ ὅπως οἱ φιλή-
628συχοι πολῖται εὑρίσκωσι πλήρη προστασίαν καὶ ἀσφάλειαν.
629§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνεκοίνωσα εἰς τοὺς
630κ.κ. Ὑπουργοὺς κατηγορητήριον κατ’ αὐτῶν ἐπὶ παραλείψει
631τῶν καθηκόντων αὐτῶν, οὐδὲ ἠτιάθην αὐτῶν ὡς αὐτουργῶν
632ἢ συνεργῶν τῶν ἐν Ζακύνθῳ διαπραττομένων ἀδικημάτων·
633ἐγὼ ἀνεκοίνωσα τὸ τηλεγράφημα τῆς Ἐφορίας τῆς Λέσχης,
634τὸ ὁποῖον ἐν τέλει ἀναφέρει, ὅτι «ἡ ἐκ τῆς ἐπιθέσεως ἐν-
635τύπωσις τῆς κοινωνίας καὶ ἡ δικαία ἀγανάκτησις ἐκορυφώ-
636θη, καθόσον συνδέεται πρὸς τὴν ἀπό τινος κλονισθεῖσαν δη-
637μοσίαν ἀσφάλειαν διὰ πράξεων καὶ παντοειδῶν ἀδικημάτων,
638καὶ τὴν ἔγερσιν θρασείας κεφαλῆς τῶν κακοποιῶν στοιχείων,
639ἐμβάλλουσαν εἰς τρόμον φιλησύχους πολίτας...»
640Αὐτὰ δὲν βεβαιῶ ἐγὼ, διότι δὲν ἀντελαβόμην ἐγὼ αὐτῶν,
641αὐτὰ μεταβιβάζω διότι ἡ Ἐφορία τῆς Λέσχης μοὶ ἀνεκοί-
642νωσεν αὐτὰ, ἡ δ’ Ἐφορία τῆς Λέσχης, κατὰ τὴν ὁμολογίαν
643αὐτοῦ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐντί-
644μους πολίτας. Ἂν ὁ εἰρημένος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου νο-
645μίζῃ ὅτι εἶναι νόμιμον μέσον ἡ αὐτοδικία κατὰ δημοσιο-
646γράφου ὑβρίζοντος τοὺς πολίτας, εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ τὴν
647γνώμην ταύτην αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ νομοθεσία ἡμῶν δὲν ἐπιτρέ-
648πει τὴν αὐτοδικίαν, ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς
649ὑβριζομένους ἢ συκοφαντουμένους ν’ ἀπευθύνωσι καταγγελίαν
650ἐπὶ συκοφαντίᾳ ἢ ἐπὶ ἐξυβρίσει, ὄχι δὲ νὰ δέρωσι τοὺς ὑβρί-
651ζοντας, καὶ μάλιστα ὅταν οὗτοι ἦναι δημοσιογράφοι, δὲν
652ἦναι τυχαῖοι πολῖται.
653Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θαυμάζουσι τὴν ἀκρί-
654βειαν, τὴν σεμνότητα, τὴν εὐθύτητα καὶ φιλαλήθειαν τοῦ
655Ἑλληνικοῦ τύπου, ἀλλ’ οὐδέποτε θέλω στέρξει, ἵνα οἱ ἀδι-
656κούμενοι ὑπ’ αὐτοῦ προσφύγωσιν εἰς τὸ μέτρον τῆς αὐτοδι-
657κίας κατ’ αὐτοῦ, οὐδὲ νὰ μὴ κατακρίνω τὴν ἐπίθεσιν κατὰ
658τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Πατριώτου», ὅστις ἔλα-
659βε δύο λακτίσματα καὶ ἓν ῥάπισμα ὑπὸ τοῦ ἐπιτεθέντος.
660Ἐγὼ οὐδέτερον τούτων γνωρίζω· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω
661εἶναι, ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς Ἐφορίας τῆς Λέσχης τηλεγραφηθέντα
662μοι, ταῦτα μοὶ ἐπανέλαβε καὶ ἕτερος διακεκριμένος πολίτης,
663διατελέσας ἄλλοτε βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁ κ. Λουδοβίκος
664Ρώμας, ὅστις μοὶ συνέστησε ν’ ἀνακοινώσω ταῦτα εἰς τοὺς
665κ.κ. Ὑπουργοὺς, ἵνα λάβωσιν πρόνοιαν περὶ τῆς καταστάσεως
666ταύτης. Τὴν σύστασιν δὲ, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα, τὴν ἀπευ-
667θύνω ἐν τῷ συμφέροντι τῆς νήσου Ζακύνθου, τοῦ τόπου, ἐν ᾧ
668ταῦτα διαπράττονται, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῶν τούτων
669τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
670κῶν ἀσχοληθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας,
671ἵνα λάβῃ οἷα ἐγκρίνῃ μέτρα, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
672Δικαιοσύνης συστήσῃ εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα νὰ ἐκπληρώσῃ
673τὰ καθήκοντά του κατὰ πάσης παραβάσεως τῶν νόμων, καὶ
674ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξετάσῃ τὰ τοῦ
675καταγγελλομένου λαθρεμπορίου.
676Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῆς νήσου Ζακύν-
677θου, τὴν ἄποψιν τῆς ὁποίας ἀνήγαγεν ὁ ἐκ Ζακύνθου Βου-
678λευτὴς μέχρι τοῦ 1895, καθ’ ὃ ἐτύγχανον Πρωθυπουργὸς,
679περὶ αὐτῶν οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω, διότι ἐγὼ, ὡς Πρωθυπουρ-
680γός, δὲν ἤμην Εἰσαγγελεύς, οὐδὲ ὡς Πρωθυπουργὸς συνηθίζω
681ν’ ἀναμιγνύωμαι εἰς τὰς Εἰσαγγελίας ἢ εἰς τὰ Δικαστήρια.
682Ἐὰν δὲ ὁ ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον
683τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ἀφίνῃ νὰ ἐξακο-
684λουθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, δὲν εὐθύνομαι ἐγώ, οὔτε οἱ Ὑπουρ-
685γοὶ τοῦ 1895 εὐθύνονται, εἰς δὲ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Ζακύν-
686θου, ὅστις ἐπιδαψιλεύει ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν εἰρη-
687μένον Ὑπουργόν, ἀπόκειται νὰ ἐπερωτήσῃ, ἐὰν τὸ κρίνῃ
688ἀναγκαῖον, τοὺς διευθύνοντας νῦν τὴν διοίκησιν.
689§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔλαβον καὶ ἐγὼ
690τὸ τηλεγράφημα, περὶ οὗ γίνεται λόγος, καὶ μόλις ἔλαβον
691τὸ τηλεγράφημα, ἐπειδὴ ἐν αὐτῷ δὲν γίνεται λόγος περὶ
692γεγονότος ὡρισμένου, ἀλλὰ γενικῶς περὶ τῆς δημοσίας ἀσφα-
693λείας ἐν τῇ τελευταίᾳ φράσει, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ζη-
694τήσω πληροφορίας παρὰ τῶν ἀρχῶν ἐν Ζακύνθῳ, διότι οὐδε-
695μία ἔκθεσις ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, παριστῶσα τὴν ἀσφά-
696λειαν ἐν Ζακύνθῳ ὡς διατελοῦσαν ἐν ἐκρύθμῳ καταστάσει.
697Ἐπέστησα λοιπὸν τὴν προσοχὴν τῶν ἀρχῶν ἐπὶ τοῦ τελευ-
698ταίου μέρους τοῦ τηλεγραφήματος καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου μέ-
699ρους αὐτοῦ, ἀναμένω δὲ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἀρχῶν, ἵνα ἴδω,
700ἐὰν αὗται ἐπιβάλλουσιν εἰς ἐμὲ ἐνέργειάν τινα.
701§46ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν
702πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώσατε, κύριε Πρόεδρε, τῶν καταδίκων τῶν
703φυλακῶν Καρδίτσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
704Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἀνα-
705φερομένων καὶ ἀποδώσῃ αὐτοῖς δικαιοσύνην, ὑποσχεθεῖσαν
706πρὸ ἐτῶν.
707§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες βεβαίως γινώσκετε τὸν
708ψηφισθέντα νόμον κατὰ τὸ 1871 περὶ δηλώσεως καὶ διανο-
709μῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, οἱ δηλώσαν-
710τες ἐθνικὴν γῆν ὑποχρεοῦνται ἵνα ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ
711διαστήματος ἀποτίσωσι τὸ τίμημα τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν,
712κατ’ ἐκτίμησιν ἐπιτροπῆς. Τὸ πνεῦμα δὲ καὶ τὸ γράμμα τοῦ
713νόμου τούτου εἶναι, ὅτι κατ’ ἔτος δέον νὰ πληρώνηται μία
714δόσις. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892 ἢ 1893 ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου
715ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν δηλωσάντων καὶ τοῦ Δη-
716μοσίου, ἰσχυριζομένων τῶν μὲν, ὅτι ἐξέτισαν ὁλόκληρον τὸ
717τίμημα, τοῦ δὲ Δημοσίου τὸ ἐναντίον. Τὸ Δημόσιον, ἐπειδὴ
718ἦσαν ἀνεκκαθάριστοι αἱ αἰτήσεις αὗται, ἔπαυσε νὰ βεβαιώνῃ
719τὰς ἔκτοτε ληγούσας δόσεις τοῦ τιμήματος, καὶ πολλοὶ συμ-
720πολῖταί μου ἔπαυσαν νὰ πληρώνωσι τὰς δόσεις ταύτας, διὰ
721τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οἱ ἔφοροι ἔπαυσαν νὰ βεβαιῶσι
722τοιαύτας δόσεις, ἕνεκα τῆς αἰτίας, ἣν ἀνέφερα· ἀλλὰ κατὰ
723τὸ τρέχον ἔτος ὁ ἔφορος ἐβεβαίωσεν ἁπάσας τὰς καθυστερου-
724μένας δόσεις ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι σήμερον, καὶ οὕτως ἐξε-
725δόθησαν ἐντάλματα καθ’ ὅλων τῶν μὴ πληρωσάντων, ἐνῷ
726οὗτοι δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο, διὰ τὴν μὴ βεβαίω-
727σιν, καὶ ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία Μαντινείας φυγοδικεῖ, χωρὶς
728νὰ ὀφείλῃ· διότι, ἐὰν διαταχθῇ ἐκκαθάρισις τῶν χρεῶν διὰ
729τὰς γαίας ταύτας, θὰ γείνῃ γνωστὸν, ὅτι οὐδὲν ὀφείλουσι.
730Κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν τὸ ζήτημα αὐτὸ παρουσιάσθη εἰς
731τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ ἔλαβε νομοθετικὸν μέτρον, ἵνα
732κατὰ δόσεις πληρωθῶσιν ἔν τισιν ἐπαρχίαις τὰ χρέη ταῦτα.
733§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
734κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δυστυχῶς τὸ μέ-
735τρον ἐκεῖνο ἀφεώρα μόνον μίαν ἐπαρχίαν.
736§49ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
737Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν
738ἀπαιτήσεων τούτων, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπράξῃ τι,
739ἀφοῦ ἐξακολουθοῦσι νὰ ζητῶσι τὰς ἐτησίας δόσεις οὐχὶ παγιω-
740μένας, ἔγειναν δὲ ὅλοι οἱ πολῖται φυγόδικοι, καὶ εἶναι ἀδύ-
741νατον νὰ εἰσπραχθῶσιν ὅλαι αἱ ζητούμεναι δόσεις. Μοὶ φαίνε-
742ται, ὅτι βεβαίως κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καταδεικνύε-
743ται ὅ,τι πρέπει νὰ γείνῃ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτὸ τοῦ
744νόμου κάκιστα καταδιώκονται οἱ πολῖται, διότι ὑπαίτιοι τῆς
745καθυστερήσεως δὲν εἶναι οἱ πολῖται, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία, ἥτις
746δὲν ἐβεβαίωσεν ἐμπροθέσμως τὰς καθυστερουμένας δόσεις, τὰς
747ὁποίας ἕνεκα τούτου οἱ ὀφείλοντες δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώ-
748σωσι, μὴ δεχομένων τῶν ταμιῶν πληρωμὰς μὴ ὀφειλομένας,
749δι’ ἔλλειψιν βεβαιώσεως.
750§50Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἐγένετο λόγος καὶ
751πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἕνεκεν
752τῆς μεγάλης καταπιέσεως, ἥτις γίνεται κατὰ τῶν δηλωσάν-
753των γαίας ἐθνικὰς καὶ μὴ λαβόντων κατοχὴν αὐτῶν. Ὁ νόμος
754περὶ δηλώσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς θεωρεῖται εὐερ-
755γετικὸς, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς αὐ-
756τοῦ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι καταπιεστικὸς καὶ ταμιευτι-
757κός. Ἀπεφασίσαμεν νὰ διανείμωμεν τὴν ἐθνικὴν γῆν, ἀλλὰ
758χωρὶς νὰ ἔχωσιν οὔτε κτηματολόγιον οὔτε ἄλλην τινὰ πλη-
759ροφορίαν καὶ πρόχειρον ἐξέτασιν περὶ τῆς καταστάσεως
760τῶν ὁρίων τῶν ἐκτάσεων, ἐδέχθησαν ὅλας τὰς δηλώσεις,
761συγκρουομένας πρὸς ἀλλήλας, πρὸς τὰ αὐτὰ ὅρια, πρὸς τὴν
762αὐτὴν ἔκτασιν, καὶ μὴ ἔχοντες πληροφορίας ἐξέδωκαν παρα-
763χωρητήρια διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ εἴσπραξις, ὅπως ἤρχισε, καὶ βλέ-
764πετε σήμερον εἰς τὰς φυλακὰς ὀφειλέτας διαφόρους ἑνὸς καὶ
765τοῦ αὐτοῦ κτήματος, δύο ἢ τρεῖς ὀφειλέτας διὰ τὸ αὐτὸ κτῆ-
766μα, διότι ἐν ἀγνοίᾳ τὸ ἴδιον τεμάχιον ἐδηλώθη ὑπὸ πλειό-
767νων, καὶ εἰς ἅπαντας παρεχωρήθη. Ἐὰν ἐδίδετο προσοχὴ καὶ
768ἀπεφασίζετο νὰ γείνῃ μία ἐκκαθάρισις, ὅπως γίνεται διὰ τόσα
769ἄλλα, νομίζω ὅτι θὰ ἐφθάνομεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Παρῆλ-
770θον τόσα ἔτη, οἱ φορολογούμενοι φωνάζουσι καὶ ζητοῦσιν ἵνα
771παραδοθῶσιν αὐτοῖς τὰ δηλωθέντα κτήματα, ὅπως πληρώσωσι,
772ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις εἶναι: «πηγαίνετε εἰς τὰ δικαστήρια.» Ὅτε
773ἐξ ἐλλείψεως τῶν μέσων κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ
774νόμου ἐπαρουσιάσθησαν πάντα ταῦτα, ὅτε τὸ Δημόσιον εἶδεν
775αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ καὶ διατάξῃ μίαν
776ἐκκαθάρισιν. Ἂς συστηθῇ τμῆμα ἰδιαίτερον διὰ τὴν εἰδικὴν
777αὐτὴν ὑπηρεσίαν...
778§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ αὐτὸ ἐζητήθη ἡ σύστασις
779τῶν συνεργείων.
780§52Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ βλέπω, ὅτι τίποτε δὲν γίνεται.
781Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν, διὰ τελευταίαν φορὰν,
782νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον κατεπεῖγον καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν αὐ-
783στηρὸν, ὅπως ἐξελεγχθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις· ἀλλὰ πρὸ πάν-
784των νὰ γείνῃ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως, μέχρις οὗ ἐπέλθῃ
785ἡ ἐκκαθάρισις.
786§53Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ σπουδαῖον
787τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι προαγο-
788ρεύσαντες. Φαντασθῆτε πολίτας καταδιωκομένους καὶ φυλα-
789κιζομένους πρὸς πληρωμὴν δόσεων διὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν
790ἔχουν! Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ποία ἀδικία μεγάλη γίνεται εἰς
791αὐτοὺς τοὺς ἀτυχεῖς ἀνθρώπους! Ἐὰν ἦτο τοὐλάχιστον ἀμφι-
792σβητούμενον τὸ ζήτημα... Ἦλθε ποιμὴν εἰς τὸν ἔφορον καὶ
793ἔλεγεν, ὅτι «τὸ κτῆμα, διὰ τὸ ὁποῖον μὲ κατεδιώκετε, ὄχι
794μόνον δὲν τὸ ἔχω, ἀλλ’ ἰδοὺ, σᾶς ἀποδεικνύω ὅτι ἀνήκει
795εἰς ἄλλον». Ὁ ἔφορος ἀπαντᾷ: «Τί νὰ σᾶς κάμω; ὁ νόμος
796ἔτσι εἶναι!» Ἐννοεῖτε λοιπὸν τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήμα-
797τος τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλοῦμεν τὴν προσοχὴν καὶ
798τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει σπουδαιότε-
799ρον ζήτημα, ἐξ ὅσων ἀνακοινοῦνται, ἐκείνου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου
800βλέπομεν πολίτας ἀδικουμένους, καταδιωκομένους, φυλακιζο-
801μένους, διὰ νὰ πληρώσωσι δόσεις κτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν
802ἔχουσι. Πρό τινων ἡμερῶν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον περὶ καταρτι-
803σμοῦ τεσσάρων συνεργείων πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν δόσεων τῶν
804κτημάτων τούτων. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἤλπιζον ὅτι
805ἀμέσως ἤθελον διορισθῆ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι καὶ ἤθελον
806ἀρχίσει ἡ ἐκκαθάρισις. Ἀλλ’ οὐδὲν εἰσέτι ἐγένετο. Ὅπως
807δήποτε παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, — καὶ ἐλπίζω ὅτι ὅλοι οἱ
808κύριοι Βουλευταὶ θὰ ἦναι σύμφωνοι εἰς τοῦτο — ἅμα ἀρχίσῃ
809ἡ ἐκκαθάρισις, καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ διαρκῇ αὕτη, νὰ διατάξῃ
810τὴν παῦσιν τῆς καταδιώξεως κατὰ τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν.
811§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
812§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα
813νὰ ἀνασταλῇ ἡ καταδίωξις τοὐλάχιστον κατ’ ἐκείνων, οἱ
814ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ κτῆμα, διὰ τὸ ὁποῖον
815ζητοῦνται αἱ δόσεις, δὲν κατέχεται ὑπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ κατέ-
816χεται ὑπὸ ἄλλων.
817§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
818§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Πέτα, παρακαλούν-
819των τὴν Βουλὴν νὰ πληρωθῶσιν εἰς αὐτοὺς αἱ ὀφειλόμεναι
820ἀποζημιώσεις διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστησαν κατὰ τὸν πό-
821λεμον.
822§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ χωρίου Πέτα, τὸ ὁποῖον
823ἀναφέρεται, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα χωρία τῆς Ἄρτης, εἰδικώ-
824τερον δὲ τὸ χωρίον Πέτα, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν ζημίας κατὰ
825τὸν πόλεμον. Αἱ ζημίαι αὗται παρ’ ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς ἐξε-
826τιμήθησαν, καὶ ἐγένοντο δεκταί, μένουσι δὲ ἐκκρεμεῖς ἐν τῷ
827Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ παρα-
828καλέσω ἑπομένως τὸ Προεδρεῖον ν’ ἀποστείλῃ καὶ συστήσῃ
829τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
830§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
831§60Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τοιαύτας αἰτήσεις ἔχουσι καὶ πολλοὶ ἐκ
832τῶν ἐν τῇ Φθιώτιδι, ἀπορῶ δὲ, διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Ὑπουρ-
833γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον τὸ γραφεῖον τοῦ κ.
834νομικοῦ συμβούλου, ἔθεσεν ὅλας αὐτὰς τὰς πληροφορίας εἰς
835τὸ χρονοντούλαπον, καὶ ἐάν τις προτείνῃ μεταβολήν τινα
836καὶ ζητήσῃ οἱανδήποτε πληροφορίαν, λαμβάνει ὡς ἀπάντησιν
837«πήγαινε εἰς τὸ δικαστήριον νὰ εὕρῃς τὸ δίκαιόν σου.» Δὲν
838εἶναι κατάστασις αὐτή! Νομίζω δὲ, ὅτι δικαιούμεθα νὰ εἴπω-
839μεν, κατόπιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ὅτι δὲν ζῶμεν ἐν
840Κράτει πεπολιτισμένῳ, ἀλλ’ ἴσως ἐν Ζουλουλάνδῃ.
841§61Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Αἴτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι οἱ
842ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου.
843§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Κ. Τοπάλης ὑπο-
844βάλλει τὰς ἑξῆς συστάσεις:
845«Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
846Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς σχετικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ
847τῶν ὅσων ἔχει λαμβάνειν ὁ λυθεὶς τῆς ὑποχρεώσεώς του
848ἐργολάβος τῆς ὁδοῦ Βόλου–Πορταριᾶς, διότι ἡ σχετικὴ κοι-
849νότης, ἡ πληρόνουσα τὴν δαπάνην, ἔχει ἐνστάσεις κατὰ τῆς
850γενομένης ἐκτιμήσεως.
851» Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουρ-
852γὸν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρὸ μηνὸς γενομένην ὁμοίαν
853σύστασίν μου, ὅπως ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης κ. Χρῆστος
854Βαρλαμίδης ἐκ Βόλου, λαμβάνων τὰ ἐνοίκια τῆς ὡς ἀπο-
855θήκης ὑλικοῦ πολέμου χρησιμευσάσης οἰκίας του καὶ κατὰ
856τὸ ἔτος τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, ὡς ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ
857κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον καὶ ὡς ἅπαντα τὰ λοιπὰ
858Ὑπουργεῖα ἔπραξαν, ὅπως δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ πλη-
859ροφορηθῇ.»
860§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν λόγος ἐγένετο περὶ
861τῆς ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς τοῦ Ἱπποσιδηροδρόμου μέχρι
862τῶν χωρίων Χαλανδρίου, Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς, ἐκ τῆς
863γενομένης δὲ συζητήσεως ἀπεδείχθη, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἀντι-
864βαίνει τοῦτο εἰς τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ καὶ, τοὐναντίον, εἶναι
865ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως καὶ τὰς
866ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρείας. Ἤδη μοὶ ἀπεστάλησαν δύο ἀνα-
867φοραὶ, ἡ μὲν τῶν κατοίκων Χαλανδρίου, οἵτινές εἰσι πάντες
868ὑπογεγραμμένοι, ἡ δὲ τῶν κατοίκων Ἀμαρουσίου, οἵτινες
869πάντες παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως
870συντελεσθῇ ἡ ἐπέκτασις τῶν γραμμῶν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι
871ἡ ἐπέκτασις οὐδόλως θέλει παραβλάψει τὰ συμφέροντα τῆς
872ἑτέρας τῶν Ἑταιρειῶν, δηλαδὴ τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–
873Λαυρίου, καθόσον αἱ ἀπαιτήσεις τῆς συγκοινωνίας εἰσὶ τοιαῦ-
874ται, ὥστε βεβαίως θέλει ὑπάρχει ἐργασία καὶ διὰ τὰς δύο.
875Μάλιστα οἱ κάτοικοι τοῦ Χαλανδρίου ῥητῶς προσφέρονται
876νὰ μὴ ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις διὰ τὴν καταπάτησιν τῶν
877κτημάτων αὐτῶν ἐκ τῆς διελεύσεως τῆς γραμμῆς. Ὑπο-
878θέτω δὲ, ὅτι καὶ οἱ κάτοικοι Ἀμαρουσίου καὶ τῆς Κηφισιᾶς
879θέλουσι συναινέσει εἰς τὴν τοιαύτην δωρεὰν παραχώρησιν τῶν
880κτημάτων αὐτῶν.
881Καταθέτω ἀμφοτέρας τὰς ἀναφορὰς ταύτας, καὶ θερμῶς
882συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν μελέτην
883τῆς ὑποθέσεως.
884§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρκεζίνης.
885§65Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἔλαβον τηλεγρά-
886φημα τῶν δημοδιδασκάλων Θήρας, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσιν,
887ὅπως εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ
888δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τάξῃ
889τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς θέσιν κατάλληλον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
890διατάξει, ἵνα κατορθωθῇ νὰ συζητηθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ
891Κράτους.
892§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
893διατάξεως;
894Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
895Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
896τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους
8971899.
898§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, τὸν
899ὁποῖον συζητοῦμεν, κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος αὐτοῦ δύναται
900νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ὡς ἀπολογισμός. Τοῦτο βεβαίως εἶναι
901ἀνωμαλία, προκληθεῖσα ἐκ γνωστῶν περιστάσεων. Εἶναι ἀνω-
902μαλία, διότι ἡ ἔκφρασις τῆς θελήσεως τοῦ Κοινοβουλίου ἔρ-
903χεται κατὰ τὸ πλεῖστον κατόπιν ἑορτῆς. Ἀλλ’ ἔχει αὕτη
904συνάμα καί τι καλὸν, διότι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἀποτελέ-
905σματα εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν πληρέστερα ἐκείνων, τὰ
906ὁποῖα ἠθέλομεν ἔχει, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς συνεζητεῖτο κατὰ
907τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τὸ γεγονὸς τοῦτο μᾶς δίδει
908πληρεστέρας καὶ ἀσφαλεστέρας τὰς βάσεις τῆς ἐρεύνης τοῦ
909λογιστικοῦ μέρους τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ λο-
910γιστικοῦ αὐτοῦ μέρους ἔχομεν ἐν αὐτῷ καὶ δυνάμεθα νὰ κρί-
911νωμεν καὶ τὴν πολιτικὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὗτος στηρίζεται.
912Ὁ προϋπολογισμός, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ δύο
913περίπου μηνῶν, ἀνέγραφεν ἔσοδα μὲν 105,795,658, ἔξοδα
914δὲ 99,347,623, καὶ ἑπομένως περίσσευμα 6,448,035.
915Μετὰ τὰς δηλώσεις ὅμως, ἃς ἐποιήσατο προχθὲς ὁ κ. Ὑπουρ-
916γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μετεβλήθησαν καὶ τὰ ἔσοδα καὶ
917τὰ ἔξοδα. Εἰς τὰ ἔσοδα προσετέθησαν 1,290,000, ἐξ ὧν
918250,000 ἐξ αὐξήσεως εἰσπράξεων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπι-
919τηδευμάτων, στηριζομένης ἐπὶ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος
920νόμου, 40,000 εἰσπραχθησόμεναι ἐκ τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου,
921αἱ ὁποῖαι ἔχουσι καὶ τὸ ἀντίστοιχον αὐτῶν ἔξοδον, καὶ ἓν
922ἑκατομμύριον ἐξ αὐξήσεως τῆς ἀναγραφείσης εἰσπράξεως ἐκ
923τῶν τελωνιακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς. Προσετέθησαν δ’ ἀφ’ ἑτέ-
924ρου ἔξοδα δι’ ἀνάγκας μὲν στηριζομένας ἐπὶ τῆς ἰσχυούσης
925νομοθεσίας, καὶ τῶν ὁποίων μέγα μέρος προέρχεται ἐκ παρελ-
926θουσῶν χρήσεων, 2,978,000 περίπου δραχμαί, διὰ δαπάνας
927δὲ, ἃς θὰ προκαλέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ψηφισθέντων νόμων
928τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, τῆς χωροφυλακῆς, τῆς διοικη-
929τικῆς διαιρέσεως καὶ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δι-
930καστῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, δραχμαὶ περίπου 1,074,000.
931Οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 103,399,791, τὰ ἔσοδα εἰς
932107,085,658, καὶ τὸ περίσσευμα ἀπὸ 6,448,035 κατῆλ-
933θεν εἰς 3,685,867 δραχμάς.
934Μεταξὺ τῶν ἀναγραφομένων ἐσόδων εὑρίσκω ἐκ τῆς ἐξε-
935τάσεως τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἀποδόσεως αὐτῶν, ὅτι ὑπερ-
936τιμᾶται ἡ πρόσοδος ἔκ τινων φόρων. Ὑπερτιμᾶται κατὰ
937800,000 δραχ. περίπου ἡ πρόσοδος τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ
938ἰδίως ἡ ἐκ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν, ἡ ἐκ τῆς σταφίδος καὶ ἡ
939ἐκ τῶν οἰκοδομῶν. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν,
940τὰ ὁποῖα προϋπολογίζονται ὅτι θὰ ἀποδώσωσι 2,180,000,
941νομίζω ὅτι λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῆς Θεσ-
942σαλίας, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν περὶ τὰς 200,000 δραχ. Εἰς
943τὸν ἔγγειον φόρον τῆς σταφίδος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰ-
944κονομικῶν προσθέτει διὰ τὸ 1899 ποσὸν περίπου 700 χιλιά-
945δων πλειότερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶχε προϋπολογίσει ὁ προ-
946κάτοχος αὐτοῦ κ. Νέγρης. Νομίζω ὅτι οἱ μέσοι ὅροι τῶν
947παρελθόντων ἐτῶν, τοὺς ὁποίους καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουρ-
948γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει, δὲν ἐνισχύουσι τὴν γνώμην,
949ὅτι πρέπει εἰς τὸν φόρον τοῦτον νὰ προσθέσωμεν τοσοῦτο πο-
950σόν. Ἡ εἴσπραξις τοῦ 1897, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 3,220,000,
951ἐκτὸς τῶν 4 δραχμῶν τῆς παρακρατήσεως, δὲν μᾶς ἐπιτρέ-
952πει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 θὰ ἔχωμεν ἐξαγωγὴν
953σταφίδος τοσοῦτον ἀνωτέραν, ὥστε νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ
9543,220,000 ἑτέρας 700 περίπου χιλιάδας δρ. Τὴν ἰδίαν παρα-
955τήρησιν ποιοῦμαι καὶ διὰ τὴν σταφίδα τῆς Ἑπτανήσου, διὰ
956τὴν ὁποίαν προστίθενται περίπου 100,000 δραχμαί. Νομί-
957ζω ὅτι ἐκ τῶν δύο τούτων φόρων πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τοὐ-
958λάχιστον 450,000 δραχμάς. Ἑτέρας 100,000 δρ. νομίζω
959ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν.
960Εὑρίσκω δ’ οὕτω ὑπερτιμημένην τὴν ἀναγραφομένην πρόσο-
961δον ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ 800,000 δραχ. περίπου.
962Κατὰ 250,000 δραχ. περίπου εὑρίσκω ὑπερτετιμημένην τὴν
963ἀναγραφομένην πρόσοδον ἐκ τελῶν καὶ δικαιωμάτων, ἰδίως
964δ’ ἐκ τῶν τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν τελῶν. Δὲν νο-
965μίζω ὅτι αἱ δύο αὗται ὑπηρεσίαι θὰ ἀποφέρωσι κατὰ τὸ 1899
966ὅ,τι ἀπέφεραν κατὰ τὸ 1898, ὅτε εἴχομεν πολὺ μεγαλειτέ-
967ραν κίνησιν ἐν Ἑλλάδι ἕνεκα τῆς καὶ μετὰ τὸν πόλεμον
968ἐξακολουθησάσης ἐπιστρατείας. Τὴν ἐξ αὐτῶν πρόσοδον πρέ-
969πει νὰ ὑπολογίσωμεν κατὰ 200,000 δρ. περίπου μικροτέραν
970τῆς ἀναγραφομένης, κατὰ 50,000 δὲ μικροτέραν τὴν πρόσο-
971δον ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς προσθέτου ὑπηρεσίας τῶν καθυστερούν-
972των κληρωτῶν τῶν πρὸ τοῦ 1894. Οἱ πλεῖστοι τῶν κληρω-
973τῶν τούτων ἐπλήρωσαν ἤδη τὴν ἐξαγορὰν τῆς προσθέτου ὑπη-
974ρεσίας των, ὥστε, ἂν κατὰ τὸ 1898 ὑπελογίσθη αὕτη εἰς
975100,000 δραχμὰς, νομίζω, ὅτι μένοντες ἐντὸς ὁρίων λογι-
976κῶν δὲν πρέπει διὰ τὸ 1899 ν’ ἀναβιβάσωμεν αὐτὴν εἰς
977140,000, ἀλλὰ νὰ τὴν περιορίσωμεν εἰς δραχμὰς 90,000
978κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Κατὰ 200,000 δραχ. νομίζω ὅτι πρέ-
979πει νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν ἐκ δημο-
980σίων κτημάτων καὶ νομημάτων, καὶ ἰδίως ἐκ τῶν δασῶν καὶ
981δασικῶν προϊόντων. Τὸ ἀναγραφόμενον ἐκ παρελθουσῶν χρή-
982σεων ἔσοδον εὑρίσκω ὑπερτιμημένον κατὰ 400,000 δραχμάς·
983διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἀνεβλήθη ἡ εἴσπραξις πολλῶν φό-
984ρων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ἡ ἐκεῖ κατάστασις δὲν μᾶς ἐνθαρρύ-
985νει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι πάντας τοὺς ἀναβληθέντας φόρους
986θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐντὸς τοῦ 1899, ἢ καὶ ἀργό-
987τερον. Οἱ δὲ μέσοι ὅροι τῶν εἰσπράξεων τῶν παρελθόντων
988ἐτῶν μᾶς δεικνύουσιν, ὅτι ἀναγράφοντες 3,600,000 ἐκ πα-
989ρελθουσῶν χρήσεων, ἀναγράφομεν ποσόν, τὴν εἴσπραξιν τοῦ
990ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀσφαλῆ. Ἐκ τοῦ
991ὅλου τῶν ἐσόδων ἑπομένως, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋ-
992πολογισμῷ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 1,650,000.
993Περιορίζονται δ’ οὕτω ταῦτα εἰς δρ. 105,435,658. Μεταξὺ
994ὅμως αὐτῶν ὑπάρχει καὶ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τακτι-
995κὸν ἔσοδον τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ κατὰ τὰ 1895,
9961896 καὶ 1897 εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ
997σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀνή-
998κει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ἀλλ’ εἰς τὰς χρήσεις τῶν τριῶν
999τούτων ἐτῶν, διότι ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1899 ἀναγράφει καὶ
1000τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον θὰ λάβῃ ἐκ τῆς πωληθησο-
1001μένης σταφίδος τῆς παρακρατήσεως τοῦ 1899 ἀπέναντι τῆς
1002ἐλαττώσεως τοῦ ἐπ’ αὐτῆς φόρου κατὰ 4 δραχμάς. Τὸ ἔκ-
1003τακτον τοῦτο ἔσοδον ἀνέρχεται εἰς δρ. 3,859,258. Ἀφαι-
1004ροῦντες δὲ ταύτας ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἐσόδων, εὑρίσκομεν
1005ὑπόλοιπον δραχ. 101,576,400. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο δυνά-
1006μεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς τακτικὸν ἔσοδον ἐκ τῶν πόρων τοῦ
1007Δημοσίου κατὰ τὸ 1899. Συγκρίνοντες δ’ αὐτὸ πρὸς τὰ
1008ἀναγραφόμενα ἔξοδα, ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 103,399,791,
1009εὑρίσκομεν ὅτι, ἀντὶ περισεύματος ἐκ 3,685,687 δραχμῶν,
1010τὰς ὁποίας παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς μετερρυθμίσθη
1011τελευταῖον, θέλομεν ἔχει μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων
1012καὶ τῶν τακτικῶν ἐξόδων διαφοράν, ἤτοι ἔλλειμα, ἐκ δραχ-
1013μῶν 1,823,391. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μεταβάλλεται εἰς
1014περίσσευμα ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ, διότι ἀνα-
1015γράφεται ἀνώτερον ἔσοδον ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ λοιπῶν φόρων,
1016οὓς ἀνέφερα, καὶ διότι περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν τακτι-
1017κῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ ἔκτακτον ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς
1018σταφίδος.
1019Ἀλλ’ ἂν τοιαῦτα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1899,
1020δὲν νομίζω ὅτι εἰς ταῦτα πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὰς κρίσεις
1021ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι κατὰ τὸ 1899 οἱ ψη-
1022φισθέντες νόμοι, οἵτινες ἐπιβάλλουσι νέαν καὶ σημαντικὴν
1023δαπάνην εἰς τὸ Δημόσιον, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῶσιν, εἰμὴ ἐν μέ-
1024ρει μόνον. Οἱ νόμοι οὗτοί εἰσιν ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς
1025ἀστυνομίας, ὁ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, οἱ περὶ αὐξήσεως
1026τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁ περὶ
1027ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ ποσὸν, ὅπερ προστίθεται
1028εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς
1029γενομένους κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νόμων τούτων, ἀνέρχε-
1030ται εἰς 4,285,965. Ἀναγράφονται δὲ διὰ τὸ 1899 δραχ.
10311,080,000. Ὑπολείπεται ἑπομένως δαπάνη ἐκ τῆς ἐφαρμο-
1032γῆς τῶν νόμων αὐτῶν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 3,205,965 δραχ.
1033Ἡ δαπάνη αὕτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἄλλως ἢ ὡς ἐκτε-
1034λεσθησομένη, διότι ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι καὶ θὰ ἐφαρμοσθῶ-
1035σι. Μόνον δ’ ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῶσιν, ἢ ἐφαρμοσθῶσιν ἀτε-
1036λῶς, δὲν θὰ προκαλέσωσι τὴν δαπάνην ταύτην.
1037Ἑπομένως εἰς τὰς 103,399,791 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι ἀνα-
1038γράφονται ὡς δαπάνη διὰ τὸ 1899, ἐὰν θελήσωμεν νὰ συμ-
1039πληρώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν εἴτε τοῦ 1899, ὅπερ δὲν
1040δύναται πλέον νὰ γείνῃ, εἴτε τὸν τοῦ 1900, πρέπει νὰ
1041προσθέσωμεν ἐκ μόνων τῶν προμνησθέντων νόμων ἑτέρας δρ.
10424,285,965...
1043§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἔσοδα πόσα θὰ
1044ἦναι εἰς τὰ 1900;
1045§69Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐξετάσω καὶ τοῦτο. Μὴ βιάζεσθε.
1046Οὕτως ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ψηφι-
1047σθέντων νόμων θὰ παρουσιάζῃ ἔξοδα 108,227,036. Ἐὰν
1048δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ ἔσοδα θέλουσι μένει ὅπως ἔχουσιν,
1049ὅπως δηλ. ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899,
1050θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα δρ. 6,650,636. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο,
1051τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία, διότι ὡς ἰσχύου-
1052σαν νομοθεσίαν ὀφείλομεν νὰ θεωρήσωμεν καὶ τοὺς ψηφισθέν-
1053τας νόμους καὶ κυρωθέντας καὶ δημοσιευθέντας, πόθεν θὰ
1054καλυφθῇ; Σημειώσατε δὲ, ὅτι δὲν συνυπολογίζω καὶ τὰς δα-
1055πάνας, τὰς ὁποίας θὰ προκαλέσωσι καὶ ἄλλα νομοσχέδια,
1056ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ μὴ εἰσέτι
1057ψηφισθέντα.
1058Ἔχομεν φορολογικά τινα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς
1059τὴν Βουλὴν καὶ ἐξ ὧν τὰ πλεῖστα ἐψηφίσθησαν. Δύο δὲ τοιαῦ-
1060τα εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἰς τρίτην
1061ἀνάγνωσιν. Ἔχομεν πρῶτον τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων. Ὁ
1062φόρος οὗτος, ὅπως ἐψηφίσθη, περιέχει ἀναμφισβητήτως ἓν
1063καλὸν, τὸ καλὸν τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ποιμενικῶν πληθυσμῶν
1064ἐκ τῶν καταθλίψεων, τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζομεν. Περιέ-
1065χει ὅμως καί τι τὸ ἀμφίβολον καὶ τὸ πιεστικόν. Τὸ ἀμφί-
1066βολον εἶναι, ἂν θὰ κατορθωθῇ ἐπωφελῶς διὰ τὸ δημόσιον τα-
1067μεῖον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων ἐν
1068τοῖς σφαγείοις, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσι πανταχοῦ τῆς Ἑλ-
1069λάδος, τὸ πιεστικὸν δ’ αὐτοῦ ὑπάρχει εἰς τὰς καταθλίψεις,
1070τὰς ὁποίας θέλει ἐπιβάλει εἰς τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμοὺς διὰ
1071τὰ ζῷα τὰ σφαζόμενα παρ’ ἑκάστου πολίτου. Ἡ ἔλλειψις
1072τῆς ἀναγκαίας πείρας διὰ τὴν κατὰ πρῶτον ἐφαρμογὴν τοῦ
1073φόρου τούτου καθιστᾷ ἀμφίβολον τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ,
1074ὅπερ εἰσεπράττετο ἐκ τοῦ ἀντικατασταθέντος φόρου ἐπὶ τῶν
1075ζώων. Πρέπει δὲ νὰ εὐχαριστηθῶμεν, ἂν τὸ Δημόσιον κα-
1076τορθώσῃ νὰ εἰσπράξῃ διὰ τοῦ νέου φόρου ὅ,τι εἰσέπραττε διὰ
1077τοῦ παλαιοῦ.
1078Ἕτερον μέτρον ταμιευτικὸν, σκοποῦν τὴν κάλυψιν τῆς
1079αὐξήσεως τῶν ἐξόδων καὶ τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ὑπέδειξα,
1080εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ὁ ἀντικαταστήσας τὸν φό-
1081ρον ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ὁ φόρος οὗτος εἶναι διανεμητικός· θέλει
1082συμπεριλάβει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ, ἐν τῇ βεβαιώσει του,
1083τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε μέχρι σήμερον τὸ Κράτος
1084ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων καὶ ἐκ τοῦ φόρου κατα-
1085ναλώσεως αὐτῶν.
1086§70Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο; ἢ ἐβεβαιοῦτο;
1087Διότι ἐπέρχεται αὔξησις τότε.
1088§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὁποῖον ἐβεβαιοῦτο. Ἡ διανομὴ
1089τοῦ φόρου ἐὰν θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν βεβαιώσεων ἢ ἐπὶ τῶν
1090εἰσπράξεων, δὲν καθορίζεται ὁριστικῶς ἐν τῷ νόμῳ. Ὁ ὑπο-
1091λογισμὸς ἔγεινε, νομίζω, ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων, διότι ἡ δια-
1092νομὴ θὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ φυσικῶς βεβαιωθέντος ποσοῦ, ἀλλὰ
1093καὶ ὁ νέος φόρος θ’ ἀφήσῃ τὰς αὐτὰς, ἂν ὄχι καὶ περισσοτέ-
1094ρας, καθυστερήσεις. Ὁ πίναξ δὲ ὁ συγκριτικὸς τῶν εἰσπρά-
1095ξεων, ὁ ὑποβληθεὶς σὺν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐποιεῖτο τὴν σύγ-
1096κρισιν μεταξὺ εἰσπράξεως τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου φόρου.
1097§72Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1098Ἐὰν ἦσθε παρὼν, θὰ εἴχετε ἀκούσει ἐπανειλημμένως τὸ
1099παρ’ ἐμοῦ λεχθὲν, ὅτι, ὅπως ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶχε καθυ-
1100στερήσεις, οὕτω θὰ ἔχῃ καὶ ὁ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας
1101τῶν ἀμπέλων. Ἑπομένως, ὅπως ὑπὸ τὸ προηγούμενον σύστη-
1102μα ἐβεβαιοῦντο μὲν δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια καὶ εἰσεπράτ-
1103τοντο ἥσσονα τῶν δύο ἑκατομμυρίων, οὕτω πιθανῶς γενή-
1104σεται καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νέου συστήματος. Ὥστε ἀπὸ
1105τὸν ἔγγειον φόρον τῶν ἀμπέλων, ὁμολογῶ, δὲν προσδοκῶ
1106αὔξησιν τῆς προσόδου. Ἐλπίζω ὅμως βασίμως, ὅτι εἰσπρα-
1107χθήσεται ὅ,τι εἰσεπράττετο καὶ μέχρι τοῦδε.
1108§73Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμφωνεῖτε ἑπομένως μετ’ ἐμοῦ, ὅτι
1109ὡς ἀποτέλεσμα δὲν περιμένομεν αὔξησιν ἐσόδων ἐκ τοῦ φό-
1110ρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, διὰ τῆς ὁποίας αὐξήσεως νὰ δυνηθῶ-
1111μεν νὰ καλύψωμεν ποσόν τι τοῦ ἐλλείμματος.
1112§74Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπελόγισα αὔξησιν προσό-
1113δου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899.
1114§75Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
1115Ἔχομεν ἀκολούθως τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἀναμ-
1116φισβητήτως, ὅπως ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου,
1117ὁ ἐπιβάλλων τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου προκαταβολικῶς, δυ-
1118νάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν αὔξησίν τινα τῶν εἰσπράξεων. Τὴν αὔ-
1119ξησιν ταύτην ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς 250,000...
1120§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ μίαν ἑξαμηνίαν.
1121§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διατηρήσω
1122ἀμφιβολίας τινὰς περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς αὐξήσεως, διότι αἱ δια-
1123τάξεις τοῦ νέου νόμου ἔχουσί τι τὸ καθ’ ὑπερβολὴν πιεστι-
1124κόν, ἕνεκα τῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καθιερωθέντων ἐθίμων,
1125ἅτινα δὲν δύνανται νὰ ἐκλείψωσι διὰ μιᾶς. Ἐπὶ ἀμέσων δὲ
1126φόρων ὁ πιεστικὸς αὐτῶν χαρακτὴρ γεννᾷ βασίμους ὑπονοίας
1127περὶ τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἀρχὴ ἐπιστημονική,
1128ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται πανταχοῦ, ἄλλοτε μὲν πλήρης, ἄλλοτε
1129δὲ ἀτελῶς. Βεβαίως ὅμως ὁ πιεστικὸς χαρακτὴρ ἑνὸς ἀμέ-
1130σου φόρου δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ
1131ἀπόδοσις αὐτοῦ θὰ φέρῃ τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν λογιστι-
1132κῶς δύναταί τις νὰ ὑπολογίζῃ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐν ἀρχῇ
1133θέλει φέρει αὔξησιν ἐσόδου, δυσκολεύομαι ὅμως νὰ πιστεύσω,
1134ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη θ’ ἀνέλθῃ εἰς 500,000 κατ’ ἔτος.
1135Ἔχομεν καὶ δύο ἄλλα φορολογικὰ νομοσχέδια ἐκκρεμῆ,
1136τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων καὶ τὸν φόρον ἐπὶ
1137τοῦ ζύθου. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευ-
1138ματοποιείων εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὁ κ. Ὑπουρ-
1139γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισε τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον εἰς
1140500,000 δραχμάς. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὰ ἄλλα ἐλαττώματα
1141τοῦ νομοσχεδίου, ἅτινα θὰ ἐξετασθῶσιν ἴσως κατὰ τὴν τρί-
1142την αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. Ἀμφιβάλλω ὅμως, ἂν θὰ ἦναι δυνα-
1143τὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 500,000, ὅπερ ὑπελόγισεν
1144ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, καθ’ ὃν τρόπον
1145ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων, βεβαίως
1146θέλουσιν ἐξαναγκασθῆ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν, τὰ μικρότερα, νὰ
1147παύσωσιν ἐργαζόμενα. Ἐὰν τοῦτο συμβῇ, βεβαίως δὲν θὰ
1148ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 500,000 δραχμῶν.
1149Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ζύθου ἀσήμαντόν τινα θὰ φέρῃ αὔξησιν. Τὰ
1150ὑποβληθέντα ἑπομένως φορολογικὰ μέτρα πολὺ ἀπέχουσι τοῦ
1151νὰ παρουσιάζωσιν ἀποτελέσματα δυνάμενα νὰ καλύψωσι τὸ
1152ἔλλειμμα, ἀνερχόμενον εἰς 6,650,000.
1153Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἔσοδον, ἢ μᾶλ-
1154λον ὡς μέσον καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος, παρέστησεν εἰς
1155τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις. Εἶναι ἀληθές,
1156ὅτι μένουσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις κατὰ τὴν διάρκειαν πάσης
1157χρήσεως. Ἀλλὰ κρίνοντες ἐκ τοῦ παρελθόντος εὑρίσκομεν,
1158ὅτι δυστυχῶς αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις καλύπτονται, ὅταν δὲν
1159ὑπερτερῶνται παρὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Δὲν
1160νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἰς τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις δυνά-
1161μεθα νὰ στηρίξωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εὕρωμεν ποσόν,
1162δυνάμενον νὰ καλύψῃ καὶ μέρος τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ἀνέ-
1163φερα. Ἐὰν δὲ ψηφισθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνα-
1164γράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, θέλομεν ἔχει καὶ ἑτέραν
1165αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος διὰ τῆς ἐξ αὐτῶν προστεθησομένης
1166δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπελόγισε
1167κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, καὶ τῆς ὁποίας τὰς
1168λεπτομερείας νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ἐξ ἑνὸς καὶ
1169ἡμίσεος ἑκατομμυρίου περίπου δραχμῶν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα
1170εἰσι τῶν Ὑπουργείων τῆς Παιδείας, τῶν Ἐξωτερικῶν, τῶν
1171Ναυτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν...
1172§78Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶνε αὐτά! Μὴ τὰ
1173ὑπολογίζετε.
1174§79Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοῦτο δὲν ἔλαβον ταῦτα ὑπ’ ὄψιν
1175εἰς τὸν ὑπολογισμόν μου, διότι ὑποθέτω, ὅτι, ἂν ὄχι ὅλα,
1176τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ ψηφισθῶσιν· ὑπελόγισα δὲ τὸ
1177ἔλλειμμα τοῦ πλήρους προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς
1178ἰσχυούσης νομοθεσίας, δηλαδὴ τῶν ψηφισθέντων καὶ κυρω-
1179θέντων νόμων.
1180Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς τοῦ ἐλλείμματος τῶν 6,650,000,
1181τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ πλήρης ἡμῶν ὑπολογισμὸς, καὶ
1182ἐκείνου ὅπερ δύναται νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῆς
1183δαπάνης, ἣν θὰ προκαλέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἐκείνων ἐκ τῶν
1184ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων, ἅτινα ἤθελον ψηφι-
1185σθῆ, ἔχομεν καὶ ἄλλας δαπάνας ἐπιβαλλομένας, τὰς ὁποίας
1186οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται ν’ ἀποφύγῃ. Τοιαύτη δαπάνη
1187εἶναι ἡ ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης ἀντικαταστάσεως τοῦ ὑλικοῦ
1188πολέμου, τὸ ὁποῖον, ὡς πάντες γνωρίζομεν, κατεστράφη
1189κατὰ μέγα μέρος κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον. Ἡ
1190ἀντικατάστασις αὕτη θὰ προκαλέσῃ βεβαίως δαπάνην οὐ
1191σμικράν...
1192§80Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἦναι ἔκτακτος.
1193§81Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔκτακτος, ναί. Ἀλλὰ δὲν πρέπει
1194νὰ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν καὶ ἔκτακτα ἔσοδα, στηρι-
1195ζόμενα ἐπὶ τῆς πιστώσεως τοῦ Δημοσίου.
1196§82ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1197κῶν κλπ.). Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βου-
1198λευτοῦ, ἀπαιτοῦνται 120 ἑκατομμύρια.
1199§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀπαιτοῦνται 120 ἑκατομμύρια.
1200Ἀλλὰ βεβαίως ἡ θεραπεία τῆς ἀνάγκης ταύτης θ’ ἀπαι-
1201τήσῃ δαπάνην ἑκατομμυρίων τινῶν. Εἰς ὑμᾶς δὲ, δηλαδὴ
1202εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἔχουσαν τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρί-
1203σεως τῶν κοινῶν, ἐπιβάλλεται νὰ ὑπολογίσῃ, τί ποσὸν πρέ-
1204πει νὰ δαπανήσητε καὶ πόθεν θὰ τὸ εὕρητε. Δὲν θὰ ἦναι
1205δὲ δυνατὸν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας,
1206ν’ ἀποφύγῃ τὴν προμήθειαν ἔστω καὶ ἐν μετρίῳ τινὶ μέτρῳ,
1207ὑλικοῦ πολέμου καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν
1208καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
1209Ἔχομεν προσέτι καὶ ἄλλην ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην. Αὕτη
1210εἶναι ἡ συμπλήρωσις ἢ μᾶλλον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ σιδηροδρόμου
1211Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Λαρίσης.
1212§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄλλα 60 ἑκατομμύρια περίπου.
1213§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις,
1214κηδομένη τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ
1215ἔργον τοῦτο εἰς τὴν τύχην του. Θὰ ἔχωμεν καὶ ἐκεῖθεν δα-
1216πάνην οὐχὶ 60 ἑκατομμυρίων, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1217Ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὸν ὁποῖον, φαίνεται, τὰ ἑκατομμύρια
1218δὲν κάμνουν ἐντύπωσιν, ἀλλὰ περὶ τὰ δύο ἴσως ἑκατομμύρια
1219κατ’ ἔτος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐξ
1220ἀνάγκης θὰ συνομολογηθῇ διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐκτέλε-
1221σιν τοῦ ἔργου.
1222Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 θὰ ἔχωμεν ἓν γνωστὸν
1223ἔκτακτον ἔσοδον, τὸ ἐκ τῆς παρακρατήσεως τῆς σταφίδος τῆς
1224χρήσεως τοῦ 1898, τὸ ὁποῖον ἴσως θ’ ἀνέλθῃ εἰς 1,300,000
1225δραχμάς. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1226νομικῶν βασίζει ἐπὶ τούτου τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος,
1227τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ προσθήκη τῶν δαπανῶν τῶν προερ-
1228χομένων ἐκ τῶν ψηφισθέντων νόμων. Ἡ ἡσυχία ὅμως, ἣν
1229δεικνύει περὶ τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος τούτου, μοὶ δί-
1230δει τὴν ὑπόνοιαν, μήπως ἀποβλέπει εἰς τὸ γνωστὸν ἀπόθεμα
1231τῶν 20,000,000 φράγκων, τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ δανείου
1232τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τοῦ ἠγγυημένου παρὰ τῶν Μεγάλων
1233Δυνάμεων, καὶ ὁρισθὲν διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν
1234μέχρι τοῦ 1903 προϋπολογισμῶν.
1235§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πόσον εἶναι;
1236§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέρχεται εἰς 20,000,000 φράγκα
1237χρυσᾶ.
1238§88Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1239Νομίζω ὅτι τὰ τοῦ θέματος τούτου δὲν εἶναι δεκτικὰ συζη-
1240τήσεως.
1241§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τοῦτο εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος.
1242Δὲν προτίθεμαι δὲ νὰ συζητήσω ἐπὶ ζητήματος, ὅπερ ἔχει
1243πολλὴν τὴν λεπτότητα. Μὴ εὑρίσκων ὅμως τοὺς πόρους, διὰ
1244τῶν ὁποίων δύναται νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, καὶ θεωρῶν
1245τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προετάθησαν, ὡς ἀνεπαρκῆ, ἐποιησάμην
1246ἁπλῶς τὴν ὑπόθεσιν...
1247§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1248Σᾶς παρεκαλέσαμεν νὰ μὴ συζητήσητε ἐπ’ αὐτοῦ, ἐὰν θέ-
1249λητε. Δικαίωμα ὑμῶν νὰ συζητήσητε. Δικαίωμα ὅμως καὶ
1250ἐμοῦ εἶναι νὰ μὴ δώσω ἐξήγησίν τινα καὶ νὰ μὴ μετάσχω
1251εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως τὴν παράκλησιν, νὰ
1252μὴ συζητήσητε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
1253§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ εἶπον ὅτι δὲν προτίθεμαι νὰ
1254συζητήσω, εἶναι περιττὸν νὰ μὲ παρακαλέσητε. Ἐὰν μά-
1255λιστα ἐπρόκειτο νὰ ἔχωμεν γνώμην τινὰ ἐπὶ τῆς χρησιμο-
1256ποιήσεως τοῦ θέματος τούτου, ἡ γνώμη μου ἤθελεν εἶναι,
1257ὅτι μόνον χάριν παραγωγικῶν ἔργων, μόνον χάριν ὑποστηρί-
1258ξεως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας θὰ ἐπετρέπετο εἰς ὑμᾶς νὰ
1259ποιήσωμεν χρῆσιν,—ἐάν ποτε ποιήσωμεν χρῆσιν αὐτοῦ.—
1260Ἐὰν δὲν ὑποστηρίξωμεν τὴν παραγωγὴν ἡμῶν, διὰ τῆς ὁποίας
1261καὶ μόνης θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τοὺς παγίους πόρους,
1262τοὺς ἀναγκαίους διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν καὶ τὴν κά-
1263λυψιν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου, βεβαίως θὰ εὑρεθῶμεν
1264μετ’ οὐ πολὺ εἰς δύσκολον θέσιν. Τὴν ἄμεσον δ’ ὑποστήριξιν
1265τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας δὲν εὑρίσκω ἐν τοῖς μέτροις, τὰ
1266ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως.
1267Μόνον τοιοῦτον μέτρον εἶναι τὸ τῆς συστάσεως τῆς Σταφι-
1268δικῆς Τραπέζης. Νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον
1269κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῆς. Δὲν ἔχω δ’ ἀφορμὰς νὰ μετα-
1270βάλω τὴν γνώμην, ἣν ἐξέθηκα τότε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ
1271καθ’ ἣν τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐκ τῆς παρακρατήσεως ἔπρεπε
1272νὰ διαθέσωμεν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς
1273παραγωγῆς, καὶ οὐχὶ ὡς διεθέσαμεν αὐτό, πρὸς παροχὴν δα-
1274νείων, ἐχόντων σκοπὸν εὐποιΐας μᾶλλον παρὰ ὑποστηρίξεως
1275καὶ ἀναπτύξεως τῆς καταναλώσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται
1276καὶ ἡ παραγωγή.
1277Εὔχομαι νὰ πλανῶμαι, καὶ ἡ συσταθεῖσα Σταφιδικὴ Τρά-
1278πεζα νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ προϊὸν τῆς παρακρατήσεως εἰς τὴν
1279θεραπείαν τῆς μεγάλης ἀνάγκης τῆς σταφίδος, τῆς ἐπεκτάσεως
1280δηλ. τῆς καταναλώσεως αὐτῆς.
1281Ἕτερον μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον πᾶσα Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ
1282καταφύγῃ πρὸς κάλυψιν τοῦ ὑφισταμένου ἐλλείμματος, εἶναι
1283αἱ οἰκονομίαι εἰς τὰς ἀγόνους καὶ εἰς τὰς προσωπικὰς δαπά-
1284νας. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι δὲ προϋπολογισμῷ δὲν εὑρίσκομεν
1285ἐφαρμοζόμενον τοιοῦτο μέτρον. Ἀπεναντίας αἱ οἰκονομίαι,
1286αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον φυσικῶς καὶ ἄνευ φροντίδος τινὸς ἀπὸ μέ-
1287ρους τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἶναι π. χ. ἡ ἐπελθοῦσα οἰκονο-
1288μία ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐκ Κρήτης προσφύγων, ὧν ἡ περί-
1289θαλψις ἀπῄτησε διὰ τὸ 1898 δαπάνην πλέον τοῦ 1,500,000
1290δραχμῶν, αἱ τοιαῦται οἰκονομίαι καταναλίσκονται ἐν τῷ προ-
1291ϋπολογισμῷ τοῦ 1899 εἰς αὔξησιν τῶν τακτικῶν δαπανῶν.
1292Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὰ μέτρα τὰ καθαρῶς οἰκονομικὰ καὶ
1293ταμιευτικά, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀρκέσει, ὅπως ἀνορθώσωσι τὴν
1294οἰκονομικὴν τῆς χώρας καὶ τοῦ Δημοσίου κατάστασιν καὶ
1295συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀρτιότητα τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ
1296Κράτους, τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς ἡμᾶς μετὰ τὰ ἐπελθόντα
1297δυστυχήματα. Εἰς τοῦτο θέλουσι συντελέσει ἐμμέσως μέν,
1298ἀλλ’ ἀποτελεσματικώτερον ἴσως τῶν καθαρῶς οἰκονομικῶν
1299μέτρων, τὰ διοικητικὰ μέτρα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν βελτίω-
1300σιν τῆς ἐν γένει διοικήσεως. Εἶναι τετριμμένη ἀλήθεια, Κύ-
1301ριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι καλὰ οἰκονομικὰ
1302ἄνευ καλῆς διοικήσεως. Μέτρα δὲ ἐπαγγελλόμενα τὴν βελ-
1303τίωσιν τῆς ἐν γένει διοικήσεως ὑπεβλήθησαν παρὰ τῆς Κυ-
1304βερνήσεως καὶ ἐψηφίσθησαν παρὰ τῆς Βουλῆς. Τοιαῦτα δέ
1305εἰσιν οἱ νόμοι περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους
1306καὶ περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν καὶ τοῦ σχηματισμοῦ Νομαρ-
1307χιακῶν Συμβουλίων, καὶ οἱ νόμοι περὶ διοικητικῆς ἀστυνο-
1308μίας καὶ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Οἱ νόμοι περὶ
1309διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ περὶ χωροφυλακῆς συνδέονται
1310ἀμεσώτερον μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι ἀμφότεροι
1311σκοποῦσι τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἐκ τῶν ξένων εἰς αὐτὸν
1312ὑπηρεσιῶν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ καθαρῶς στρα-
1313τιωτικὰ αὐτοῦ ἔργα. Τὴν ἐπιρροήν, ἣν τὰ δύο ταῦτα νο-
1314μοθετήματα θὰ ἐξασκήσωσιν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ,
1315δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν σήμερον. Ἐψηφίσθη νόμος, δυ-
1316νάμει τοῦ ὁποίου θὰ προσκληθῶσι ξένοι ὀργανωταὶ τοῦ στρα-
1317τοῦ. Οὗτοι θὰ μελετήσωσι τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ θὰ συντά-
1318ξωσι τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ, ὅταν δὲ θὰ ἔχωμεν τὸν ὀργα-
1319νισμὸν αὐτὸν ἐνώπιον ἡμῶν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν ποία
1320θὰ ἦναι ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἐπίδρασις αὐτῶν καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν
1321καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Σήμερον πρέπει νὰ κρίνωμεν
1322τὴν ἐπίδρασιν αὐτῶν ὡς καὶ τῶν ἄλλων νόμων ἐπὶ τῆς διοι-
1323κήσεως ἐν γένει.
1324Ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους παρέχει
1325ἀναμφισβητήτως εὐκολίαν τινὰ εἰς τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως. Ὁ
1326νομάρχης ἐν μικροτέρᾳ περιφερείᾳ ἐκτελεῖ τελειότερον τὰς
1327ἐργασίας αὐτοῦ παρὰ ἐν μεγαλειτέρᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐργασία
1328τοῦ νομάρχου ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ οἵα ὑπάρχει, ἡ διὰ τοῦ
1329νόμου τούτου αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχιῶν καὶ ἡ σμί-
1330κρυνσις τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς
1331βελτίωσις σπουδαία τῆς διοικήσεως. Τότε δύναται νὰ θεω-
1332ρηθῇ ὡς βελτίωσις οὐσιαστικὴ καὶ σπουδαία ἡ διευκόλυνσις
1333τῶν ἔργων τῶν νομαρχῶν, ὅταν τὰ ἔργα καὶ τὰ καθήκοντα
1334αὐτῶν καθορισθῶσι καὶ βελτιωθῶσιν οὕτως, ὥστε ἡ ἐκτέλε-
1335σίς των νὰ παρουσιάζῃ πρόοδον καὶ βελτίωσιν ἐν τῇ διοικήσει
1336τῆς χώρας. Τοιαύτην βελτίωσιν ἐπαγγέλλεται τὸ ἕτερον νο-
1337μοσχέδιον, τὸ περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν καὶ τοῦ σχηματισμοῦ
1338τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τῆς
1339ἀρχῆς τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ συγκεκερασμένης τινὸς αὐτο-
1340διοικήσεως. Ἀλλὰ καίτοι στηριζόμενον ἐπὶ τοιούτων ὑγιῶν
1341ἀρχῶν, παρέβλεψε δύο ἐκ τῶν κυριωτέρων αὐτῶν βάσεων, ὧν
1342ἡ μὲν εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως τῶν δήμων καὶ
1343τῆς λειτουργίας τῶν δημοτικῶν θεσμῶν, ἡ δὲ εἶναι ἡ ἀπο-
1344νομὴ εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια δικαιοδοσίας καὶ πόρων
1345ἀρκούντων, ὅπως καταστήσωσι πραγματικὴν τὴν λειτουργίαν
1346αὐτῶν ἐν χώρᾳ, ἥτις ἀπέμαθε δυστυχῶς τὰς ἕξεις συγκεκερα-
1347σμένης αὐτοδιοικήσεως.
1348Δὲν εἶναι δυνατὸν μήτε εἰς ἡμᾶς μήτε εἰς ἄλλο τι Κράτος
1349νὰ ὑπάρξῃ διοίκησις καλή, ὅταν τὰ πρῶτα ὄργανα αὐτῆς,
1350ἅτινά εἰσιν οἱ δῆμοι, ἦναι εἰς παραλελυμένην κατάστασιν.
1351Οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ὅπου ὑπάρχει εἷς μόνον βαθμὸς διοικη-
1352τικῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ καὶ ὅπου ὑπάρχουσι δύο καὶ τρεῖς βαθ-
1353μοὶ διοικητικοί, οἱ δῆμοι θεωροῦνται πάντοτε ὡς ἡ πρώτη
1354βάσις τῆς διοικήσεως. Ἐν Πρωσσίᾳ π. χ. ὑπάρχουσιν αἱ
1355προεδρεῖαι, ὑπ’ αὐτὰς ἔρχονται οἱ νομοί, καὶ ὑπ’ αὐτοὺς αἱ
1356ἐπαρχίαι καὶ αἱ ὑποεπαρχίαι. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὡς βάσις κα-
1357λῆς διοικήσεως θεωρεῖται ἡ καλὴ λειτουργία τῶν δήμων. Τὸ
1358πρῶτον ὄργανον, τὸ εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὸν λαὸν εὑρι-
1359σκόμενον, εἶναι ἡ δημοτικὴ ἀρχή. Εἰς ποίαν δὲ κατάστασιν
1360εὑρίσκεται παρ’ ἡμῖν ὁ δῆμος, πάντες τὸ γνωρίζομεν. Ἀφη-
1361ρέσαμεν ἀπ’ αὐτοῦ δύο τῶν κυριωτέρων πόρων του διὰ τῶν
1362εἰσφορῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ὑπὲρ τῆς διοι-
1363κητικῆς ἀστυνομίας. Ἀφηρέσαμεν δὲ συνάμα τὴν κυρίαν αὑ-
1364τοῦ δρᾶσιν, ἣν ἐξήσκει διὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ διὰ τῆς δη-
1365μοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον κατάστα-
1366σιν οἱ δῆμοι, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἱκανοὶ νὰ ἐκτελέ-
1367σωσι τὰ καθήκοντα τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τὴν πρώτην μονάδα
1368καὶ τὴν πρώτην βάσιν καλῆς διοικήσεως. Ὁ νόμος δὲ περὶ
1369διοικήσεως τῶν νομῶν, παραβλέψας τοὺς δήμους, ἐστερήθη
1370τῆς κυριωτέρας αὐτοῦ βάσεως, τοῦ σκοποῦ τῆς βελτιώσεως
1371τῆς διοικήσεως. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ
1372ἐλαττώματος αὐτοῦ, ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου
1373καθίσταται προβληματικὴ ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς δικαιοδοσίας καὶ
1374τῶν γλίσχρων πόρων, οὓς παρέχει εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμ-
1375βούλιον. Αἱ ἐξουσίαι καὶ ἡ δικαιοδοσία, αἵτινες δίδονται εἰς
1376αὐτὸ, εἰσὶ τοσούτῳ περιωρισμέναι, ὥστε δυσκόλως δύναταί
1377τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι θὰ ἑλκύσωσι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν
1378ἐπιμέλειαν τῶν μελῶν αὐτοῦ, οἱ δὲ πόροι οἱ χορηγούμενοι
1379εἰς αὐτὸ εἶναι ἀσήμαντοι καὶ οὐδὲν παρέχουσι μέσον ἐνεργείας
1380καὶ δράσεως. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι ἡ
1381λειτουργία τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ ἡ δι’ αὐτῶν
1382μόρφωσις νομαρχιακῆς ζωῆς θ’ ἀποβῶσι πραγματικαί, καὶ
1383ὅτι καὶ ὁ θεσμὸς αὐτῶν δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀδράνειαν
1384καὶ τὴν ἀχρηστίαν, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμ-
1385βούλια.
1386Τὴν αὐτὴν παράβλεψιν καὶ περιφρόνησιν πρὸς τοὺς δήμους
1387καὶ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς παρουσιάζει καὶ τὸ νομοσχέδιον
1388περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἥτις ἔρχεται ν’ ἀντικαταστήσῃ
1389τὴν στρατιωτικήν. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐπέφερε πρώτη
1390τὸ τραῦμα, οὗ τὰ ἀποτελέσματα βλέπομεν εἰς τὴν λειτουρ-
1391γίαν τῶν δήμων. Αὕτη ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοὺς δήμους τὴν κυριω-
1392τέραν αὐτῶν ζωὴν καὶ μέρος τῶν πόρων αὐτῶν...
1393§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν δρᾶσιν;
1394§93Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἐννοεῖτε ὅτι ἡ δρᾶσις τῆς δη-
1395μοτικῆς ἀστυνομίας δὲν ἦτο καλὴ, καὶ περιεῖχε πολλὰς ἐλ-
1396λείψεις, εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ τίς ἔπταισεν εἰς τοῦτο;
1397ἔπταισαν μόνον οἱ δῆμοι; Ὄχι· ἔπταισε κυρίως ἡ κεντρικὴ
1398ἐξουσία. Τὸ μέγα μέρος τῆς κακῆς ἀστυνομικῆς δράσεως τῶν
1399δήμων πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, ἥτις
1400εἶχε καὶ ἔχει τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν κηδεμονίαν αὐτῶν.
1401Ποίαν δὲ χρῆσιν ἐποιήσατο τῆς κηδεμονίας καὶ ἐπιβλέψεως
1402ταύτης, καὶ πῶς αὕτη καθωδήγησε τοὺς δήμους εἰς τὴν δρᾶ-
1403σιν αὐτῶν; Βεβαίως ἀτελέστατα. Οὐδέποτε ἢ σπανίως ἡ
1404κεντρικὴ ἐξουσία καθωδήγησεν ἐπαρκῶς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν
1405τῶν καθηκόντων των ἢ ἐτιμώρησε δεόντως τὰς παρεκτρα-
1406πείσας δημοτικὰς ἀρχάς.
1407§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς τὸ λέγετε αὐτό;
1408§95Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ λέγω, διότι δυστυχῶς εἶναι ἡ
1409ἀλήθεια. Τὰς ἀτελεῖς καὶ ἀκαίρους τιμωρίας καὶ τὰς μικρὰς
1410φροντίδας τοῦ δημοτικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1411Ἐσωτερικῶν δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς θεωρήσωμεν ὡς ἀληθῆ
1412καθοδήγησιν καὶ ἐπίβλεψιν τῶν δήμων παρὰ τῆς κεντρικῆς
1413ἐξουσίας...
1414§96ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πῶς συμβιβάζεται αὐτὸ μὲ τὰς ἀρ-
1415χάς σας;
1416§97Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πληρέστατα. Ὑμεῖς συγχέετε τὴν
1417ἔννοιαν τῆς αὐτοδιοικήσεως μὲ τὴν τῆς ἀνεξαρτησίας ἀφ’ ἑνός,
1418καὶ ἀφ’ ἑτέρου μὲ τὴν τοῦ δῆθεν περιορισμοῦ τῆς αὐτοβου-
1419λίας τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τῆς συγκεντρώσεως τῆς ἐξουσίας εἰς
1420Συμβούλια δρῶντα ὑπ’ αὐτόν. Ἡ αὐτοδιοίκησις καὶ ἡ ἀπο-
1421κέντρωσις οὐ μόνον συμβιβάζονται μὲ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν
1422κηδεμονίαν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ μετ’ αὐτῶν δύναν-
1423ται νὰ λειτουργήσωσιν ἀποτελεσματικῶς καὶ ἐπωφελῶς παν-
1424ταχοῦ, πρὸ πάντων δ’ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν.
1425Τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφερε τὴν δρᾶσιν τῶν
1426δήμων ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἦλθε νὰ ἐπιτείνῃ ὁ νόμος
1427περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶχε
1428βεβαίως τι τὸ τραχὺ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῆς.
1429Περιεῖχεν ὅμως πλειότερα στοιχεῖα ἀμεροληψίας τῆς διοικη-
1430τικῆς ἀστυνομίας, ἥτις δύναται ν’ ἀποβῇ ὄργανον καθαρῶς κομ-
1431ματικόν. Δυσκολώτερον δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἀξιω-
1432ματικὸς ἀστυνόμος, ἀποκτήσας τὸν βαθμὸν αὐτοῦ ἐν τῷ στρα-
1433τῷ ἄνευ ἐπηρείας τοῦ κόμματος, ἤθελεν ἀποβῇ κομματικὸν
1434ὄργανον, ὅπως εἶναι δυνατὸν ὅτι θέλει ἀποβῇ ὁ διοικητικὸς
1435ἀστυνόμος, ὅστις θὰ ὀφείλῃ τὴν θέσιν καὶ τὸν διορισμὸν αὑ-
1436τοῦ εἰς τὸ κόμμα. Διὰ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ὁ δῆμος,
1437ὅστις εἰς ὅλας τὰς κοινοβουλευτικῶς διοικουμένας χώρας ἀπο-
1438τελεῖ τὴν πρώτην βάσιν τῆς διοικήσεως, ἐστερήθη τῆς κυ-
1439ρίως αὐτοῦ δράσεως, δι’ αὐτῆς δὲ καὶ διὰ τῆς στοιχειώδους
1440ἐκπαιδεύσεως ἐστερήθη τῶν πόρων τῆς λειτουργίας καὶ τῆς
1441ὑπάρξεως αὐτοῦ· μετεβλήθη δ’ οὕτως εἰς ἁπλοῦν σχεδὸν ὄρ-
1442γανον φορολογικόν, καὶ ληξιαρχικόν, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς ἔκ-
1443δοσιν διαφόρων πιστοποιητικῶν.
1444§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε ὁ δῆμος δὲν
1445ἔχει ἄλλα καθήκοντα, παρὰ μόνον ἀστυνομικὰ, καὶ ὅταν
1446στερηθῇ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, δὲν ὑπάρχει!
1447§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα τοῦ δή-
1448μου βεβαίως εἶναι ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεώς του. Τοιαύτη δὲν
1449δύναται νὰ θεωρηθῇ οὔτε ἡ ἀνάμιξίς του εἰς τὴν βεβαίωσιν
1450διαφόρων φόρων, οὔτε ἡ ἔκδοσις πιστοποιητικῶν. Βεβαίως
1451τὰ ἀστυνομικὰ εἶναι ἡ βάσις. Αἱ καθημεριναὶ σχέσεις μετα-
1452ξὺ τῶν δημοτῶν, αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν
1453ἀγορανομίαν, ἀποτελοῦσι κυρίως τὸν βίον τὸν δημοτικόν.
1454Ἑπομένως ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν πάσης
1455ἐπεμβάσεως εἰς τὴν διεύθυνσιν καὶ τὸν διακανονισμὸν τῶν
1456σχέσεων τούτων, ἡ ἐπελθοῦσα διὰ τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς
1457διοικητικῆς ἀστυνομίας, στερεῖ τοὺς δήμους τῆς ἀληθοῦς αὐ-
1458τῶν δράσεως. Οἱ δῆμοι κακῶς ἐξετέλουν τὰ ἀστυνομικὰ αὑ-
1459τῶν καθήκοντα, ὡς ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου. Ἔπρεπε διὰ τοῦ-
1460το νὰ ἐκμηδενισθῶσιν οἱ δῆμοι, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμ-
1461βιβασθῇ ἡ πλήρης αὐτῶν ὕπαρξις μὲ τὴν τελειοτέραν ὀργά-
1462νωσιν τῆς ἀστυνομίας; Ἂν ἐξετέλει κακῶς τὰ ἀστυνομικὰ
1463αὑτοῦ καθήκοντα ὁ δῆμος, ἐξετέλει συγχρόνως κακῶς ἡ κεν-
1464τρικὴ διοίκησις τὸ καθῆκον τῆς καθοδηγήσεως καὶ τῆς ἐπι-
1465βλέψεως αὐτοῦ. Δὲν ἔπρεπε δὲ, ἀποδίδοντες τὸ σφάλμα εἰς
1466μόνον τὸν δῆμον, νὰ ἐκμηδενίσωμεν αὐτὸν καὶ τὸν κατα-
1467στήσωμεν ἀνίκανον ν’ ἀποτελέσῃ, ὡς πανταχοῦ, τὴν βάσιν
1468τῆς διοικήσεως. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς
1469ἀστυνομίας, ἄλλαι σκέψεις ἐπεκράτουν παρ’ ἡμῖν. Ἐζητοῦ-
1470μεν τότε πόρους καὶ οἰκονομίας καὶ ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν
1471τῷ στρατῷ. Τοιαύτας δὲ παρέσχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνο-
1472μία. Ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως ἐθεωρεῖτο ὡς δευτερεῦον
1473ζήτημα καὶ δὲν εἵλκυεν ὁλόκληρον τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Σή-
1474μερον ὅμως ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως, καὶ σὺν αὐτῇ ἡ
1475ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον
1476ἡμῶν μέλημα μετὰ τὰ ἐπελθόντα εἰς τὴν χώραν δυστυχή-
1477ματα. Ἄν δὲ πράγματι θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ σκοποῦ
1478τούτου, ὀφείλομεν ν’ ἀρχίσωμεν τὴν βελτίωσιν τῆς διοική-
1479σεως ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτῆς βάσεως. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ
1480ἐξεύρωμεν σύστημα ἀστυνομικὸν, ἐξασφαλίζον τὴν δημοσίαν
1481τάξιν, χωρὶς νὰ ἐκμηδενίσῃ τοὺς δήμους. Ἠδυνάμεθα νὰ ἐκ-
1482λέξωμεν μεταξὺ διαφόρων συστημάτων, ἐφαρμοζομένων ἀλ-
1483λαχοῦ καὶ ἐπιτυγχανόντων τοῦ σκοποῦ τούτου· τὸ σύστημα
1484π. χ. τὸ ἐφαρμοζόμενον ἐν Γαλλίᾳ, τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀστυ-
1485νόμων παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν
1486ἄλλων ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας παρὰ τοῦ δήμου. Ἡ κεν-
1487τρικὴ ἐξουσία ἤθελεν ἔχει τοιουτοτρόπως οὐ μόνον τὴν ἐπο-
1488πτείαν, ἀλλὰ καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀστυνομίας, χάριν τῆς
1489δημοσίας τάξεως, ἤθελε συμμετέχει εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς
1490καὶ δὲν ἤθελεν ἀποξενωθῆ πάσης δράσεως ἐπὶ τῶν καθημε-
1491ρινῶν σχέσεων τῶν δημοτῶν. Ἠδυνάμεθα ἐπίσης νὰ προ-
1492τιμήσωμεν τὸ σύστημα τὸ ἐφαρμοζόμενον εἰς πολλὰ ἄλλα
1493Κράτη καὶ ἀπορρέον ἐκ τῆς διακρίσεως τῶν ἀληθῶς ἀστυ-
1494νομικῶν καθηκόντων, τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν δημοσίαν τά-
1495ξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἀπὸ τῶν καθηκόντων τῶν ἁπλῶς ἀγο-
1496ρανομικῶν τῶν ἀφορώντων τὴν εὐκοσμίαν τῶν πόλεων. Τὴν
1497διάκρισιν δὲ τῶν διαφόρων τούτων καθηκόντων εὐκόλως δυ-
1498νάμεθα νὰ καθορίσωμεν, καὶ ν’ ἀναθέσωμεν τὰ μὲν ἀφορῶντα
1499τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, τὰ δὲ
1500ἀφορῶντα τὴν εὐκοσμίαν τῶν πόλεων εἰς τοὺς δήμους. Ἂν
1501δὲ τοιοῦτον ἠθέλομεν παραδεχθῆ σύστημα, δὲν ἠθέλομεν ἔχει
1502ἀνάγκην τοῦ σχηματισμοῦ ἰδιαιτέρου σώματος ἀστυφυλακῆς,
1503ἥτις κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσω-
1504τερικῶν αὐξάνει τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου κατὰ 2,000,000
1505δραχ. περίπου. Θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀναθέσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐν
1506ταῖς πόλεσι δημοσίας ἀσφαλείας εἰς τὴν χωροφυλακὴν, εἰς
1507ἣν εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ φροντὶς περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας
1508ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ, καὶ ἥτις βελτιουμένη καὶ ἀναδιοργα-
1509νουμένη θὰ ἠδύνατο ἐπαρκῶς νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὸ ἔργον τοῦ-
1510το. Ἀσφαλῶς δὲ θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὰ καθήκοντα
1511τῆς ἀγορανομίας εἰς τοὺς δήμους, βελτιοῦντες τὴν λειτουρ-
1512γίαν αὐτῶν, καὶ καθιστῶντες θετικὴν καὶ ἀληθῆ τὴν ἐπίβλε-
1513ψιν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῆς δράσεως αὐτῶν. Ἡ διά-
1514κρισις δὲ τῶν ἀστυνομικῶν ἀπὸ τῶν ἀγορανομικῶν καθηκόν-
1515των ἀποβαίνει εὔκολος καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἰσχυούσῃ παρ’ ἡμῖν
1516νομοθεσίᾳ περὶ ἀστυνομίας, ἐν ταῖς διατάξεσι τῆς ὁποίας δια-
1517κρίνονται τὰ ἔργα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφά-
1518λειαν καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναφέρονται εἰς τὴν εὐκοσμίαν τῶν
1519πόλεων. Ποιούμενοι δὲ τὴν διάκρισιν ταύτην, ἠθέλομεν ἀπο-
1520φύγει τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλου μέρους τῆς δαπάνης τῶν
15214,500,000 δρ., ἃς ἀπαιτεῖ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, καὶ ἠθέ-
1522λομεν καταστήσει τὸν δῆμον δρῶσαν διοικητικὴν μονάδα καὶ
1523δυναμένην νὰ παρέξῃ θετικὴν βάσιν βελτιώσεως τῆς διοική-
1524σεως τῆς χώρας, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῇ νὰ στηριχθῇ καὶ
1525ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν καὶ αὐτῆς καὶ τοῦ Δημοσίου.
1526Καὶ ἑτέραν βελτίωσιν τῆς δράσεως τῶν δήμων πρέπει νὰ
1527ἐπιδιώξωμεν ἐν τῇ δημοτικῇ ὁδοποιΐᾳ καὶ ἐν τῇ δημοτικῇ
1528ἐκπαιδεύσει διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς περὶ αὐτῶν ἰσχυούσης
1529σήμερον νομοθεσίας. Εἰς τὰ Νομαρχιακὰ δὲ Συμβούλια πρέ-
1530πει ν’ ἀναθέσωμεν πληρέστερον ἢ ὅσον πράττει τοῦτο ὁ ψη-
1531φισθεὶς νόμος, τὰ ἔργα τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας καὶ τὴν
1532ἐνεργὸν ἐπίβλεψιν τῶν ἐργασιῶν τῶν δήμων. Ἡ ἀνάθεσις
1533τῶν ἔργων τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς
1534δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τοὺς δήμους καὶ εἰς τοὺς νο-
1535μοὺς θὰ ἐπέφερεν ἑτέραν ἀξίαν λόγου οἰκονομίαν εἰς τὸν
1536προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ ἤθελε καταστήσει εὔ-
1537κολον εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν δι’ ἐπιχορηγημάτων
1538εἰς τοὺς πράγματι πτωχοὺς δήμους, θὰ διηυκόλυνε δὲ συνάμα
1539καὶ τὴν παρά τε τῶν δήμων καὶ παρὰ τῶν νομῶν ἐξεύρεσιν
1540τῶν ἀναγκαίων πόρων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἅτινα,
1541συνδεόμενα μὲ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν δρᾶσιν αὐτῶν, ἤθελον
1542ἀνατεθῆ εἰς αὐτούς.
1543Ἡ Κυβέρνησις τοιοῦτον σύστημα καὶ τοιαύτας ἰδέας περὶ
1544βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, ἀπορρεούσας ἐκ τῶν βάσεων τοῦ
1545πολιτεύματος ἡμῶν καὶ εὑρισκομένας ἐν ἁρμονίᾳ μετ’ αὐτοῦ,
1546δὲν εὗρεν ἴσως καιρὸν ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ μελετήσῃ, ἐπροτί-
1547μησε δὲ, εἰς ὅλα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς
1548τὴν Βουλὴν, νὰ ὁδηγηθῇ ἐκ τοῦ πνεύματος τῆς ἐπεκτάσεως
1549τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῆς δράσεως τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ
1550τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀπὸ τοῦ κέντρου ἀμέσως
1551ἐξαρτωμένου. Ἐξέτεινε τὴν ἐξουσίαν τοῦ κέντρου διὰ τῆς
1552διοικητικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐπιδιώκει τοῦτο διὰ τοῦ μὴ ψη-
1553φισθέντος νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τόσον
1554δὲ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὰς σκέψεις
1555τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ ἐπέκτασις τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας
1556καὶ ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐξ αὐτῆς ἐξαρτωμένου,
1557ὥστε, ὅταν ἐπείσθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκ-
1558παιδεύσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὁλόκληρον, ὡς εἶ-
1559χεν ὑποβληθῆ, καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συμπτύξῃ
1560αὐτὸ εἰς 7 ἢ 8 μόνον ἄρθρα, ἐν τῇ συμπτύξει ταύτῃ ἐγκα-
1561τέλειψεν ὁλόκληρον τὸ παρ’ αὐτῆς προτεινόμενον σύστημα
1562δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰς ἐπαγγελίας της περὶ ἀνυ-
1563ψώσεως καὶ βελτιώσεως αὐτῆς, καὶ περιωρίσθη εἰς μόνας τὰς
1564διατάξεις τὰς ἀφορώσας διορισμοὺς νέων ὑπαλλήλων καὶ αὔ-
1565ξησιν δαπανῶν. Τὸ αὐτὸ δ’ ἐγένετο καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον
1566περὶ Προξενείων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
1567γοῦ. Καὶ ἐν αὐτῷ ὅλαι αἱ βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο
1568νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸν προξενικὸν κλάδον, ὅταν ἡ ἔκτασις τοῦ
1569νομοσχεδίου τούτου κατέστησε δύσκολον τὴν συζήτησιν καὶ
1570ψήφισιν αὐτοῦ ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ, ἐγκατελείφθησαν, καὶ
1571ἐν τῇ συμπτύξει καὶ αὐτοῦ εἰς ὀλίγα ἄρθρα περιελήφθησαν
1572μόνον αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς αὔξησιν δαπανῶν καὶ
1573προσθήκην προσωπικοῦ...
1574§100Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν
1575τὸ ἐπιδοκιμάζετε;
1576§101Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ συζητοῦμεν τώρα.
1577§102ΔΑΟΥΤΗΣ. Εἰς τὸν προξενικὸν κλάδον ἡ βελτίωσις εἶ-
1578ναι εἰς τὴν μισθοδοσίαν.
1579§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συζητῶ τὴν οὐσίαν τοῦ νομο-
1580σχεδίου τούτου. Ἀνέφερα τὸ γεγονὸς τῆς συμπτύξεως τῶν
1581δύο νομοσχεδίων, διότι αὕτη δεικνύει, ὅτι αἱ μὲν βελτιώσεις
1582αἱ ἀναπτυσσόμεναι εἰς τὰ καθέκαστα αὐτῶν ἀποτελοῦσι τὸ
1583πλαίσιον τῆς εἰκόνος, εἰκὼν δὲ κυρίως εἶναι ἡ αὔξησις τῶν
1584δαπανῶν καὶ ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ. Διὰ τοῦτο, ὅταν
1585παρουσιάσθη ἀνάγκη ἀβαρίας, ἀπερρίφθη τὸ πλαίσιον, ὅπερ
1586ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἐνέχον βελτιώσεις τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ
1587ἔμεινεν ἡ εἰκὼν, ἥτις εἶναι προσθήκη δαπανῶν καὶ αὔξησις
1588προσωπικοῦ.
1589Ἡ ἐπικράτησις τοιούτου πνεύματος εἰς τὰς σκέψεις καὶ
1590τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐπεξηγεῖ καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ἐπι-
1591δείξεως περισσευμάτων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ἄνευ
1592τοιούτων δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν.
1593Τοῦτο ἐνθυμίζει ἑτέρας ἐποχὰς, τὴν τοῦ 1883 καὶ 1884
1594καὶ τὴν τοῦ 1887. Καὶ τότε οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν
1595παρουσιάζοντο μὲ περισσεύματα δικαιολογοῦντα τὴν αὔξησιν
1596τῶν δαπανῶν, τὰ ἀποτελέσματα δ’ ἦσαν δυστυχῶς ἐλλείμ-
1597ματα διαρκῆ καὶ δάνεια. Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, ὑπῆρχε τοὐ-
1598λάχιστον ἕν σύστημα, ἐσφαλμένον μὲν, ἀλλὰ στηριζόμενον
1599εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποσοβήσεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους.
1600Ὁ σκοπὸς δ’ οὗτος συνετέλει εἰς τὸν καθορισμὸν κύκλου
1601τινὸς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, εὐρέος μὲν καὶ ἐσφαλμέ-
1602νου, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ ὁποίου περιωρίζοντο ἡ δρᾶσις αὐτῆς καὶ
1603αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν. Σήμερον ὅμως δὲν ἔχομεν καθω-
1604ρισμένον τι σύστημα, ἐπιδιῶκον θετικὸν σκοπὸν, καὶ βασιζό-
1605μενον ἐπὶ θετικῶν ἀρχῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηρίζωνται τὰ
1606νομοθετήματα καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνονται πρὸς ἀνόρ-
1607θωσιν τῆς ἀτυχοῦς ἡμῶν χώρας, ἡ ὁποία μετὰ τὰ δυστυχήματα
1608τοῦ πολέμου περιῆλθεν εἰς τὰς δυσχερείας, καθ’ ὧν παλαίει.
1609Διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐν τοῖς ὑποβαλλομένοις νομοσχεδίοις
1610ἀρχὰς ἀλληλοσυγκρουομένας. Καὶ ἐν μὲν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ
1611διοικήσεως τῶν νομῶν ἀναπετάννυται ἡ σημαία τῆς ἀπο-
1612κεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐν δὲ τῷ νομοσχεδίῳ
1613περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας δεσπόζει ἡ σημαία τῆς ἀκράτου
1614συγκεντρώσεως καὶ ἀπολυταρχίας, καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς
1615δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπανέρχεται ἡ συγκέντρωσις, καλυ-
1616πτομένη ὄπισθεν ἑνὸς Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐὰν, Κύ-
1617ριοι, ἓν ἐσφαλμένον σύστημα, στηριζόμενον ἐπὶ κεντρικῆς
1618τινος ἰδέας, διαγραφούσης ὡρισμένον κύκλον ἐνεργείας, δύνα-
1619ται νὰ ἐπιφέρῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα, ὡς ἐπέφερε παρ’ ἡ-
1620μῖν ἡ πρὸ τῆς πτωχεύσεως ἐφαρμοσθεῖσα πολιτικὴ, δυνά-
1621μεθα νὰ φαντασθῶμεν ὁποῖα ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα μιᾶς
1622ἀρχῆς μεταρρυθμιστικῆς, ἄνευ ἀρχῆς τινος θεμελιώδους, ἄνευ
1623συστήματος καὶ ἄνευ ὡρισμένου κύκλου ἐνεργείας. Μεταρρυθ-
1624μίζοντες, μόνον καὶ μόνον, ὅπως μεταρυθμίσωμεν, δὲν κιν-
1625δυνεύωμεν ἴσως νὰ περιέλθωμεν ἐκ νέου εἰς πτώχευσιν, διότι
1626δυστυχῶς εὑρισκόμεθα ἐν αὐτῇ. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτω βαδίζοντες
1627ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου,
1628δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν, ἡ
1629ὁποία θὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα κατ’ ἀρχὰς τὴν αὔξησιν τῆς
1630φορολογίας...
1631§104Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐλέγχου.
1632§105Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... Ἡ ἐπαύξησις δὲ τῆς φορολογίας
1633δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς καταστά-
1634σεως τῆς χώρας ὁριζόμενα ὅρια. Ἐν τόπῳ δὲ πτωχῷ, ὡς ὁ
1635ἡμέτερος, τὰ ὅρια ταῦτα δὲν εἶναι πολὺ εὐρέα. Δὲν ἠξεύρω
1636δὲ, ἂν δὲν ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τὰ ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῆς
1637χώρας ἡμῶν ὁριζόμενα φορολογικὰ ὅρια, καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ
1638αὐξήσωμεν τὴν ἰσχύουσαν φορολογίαν· ἂν δὲ τοῦτο ᾖναι ἀλη-
1639θὲς, — καὶ τοῦτο παραδέχονται σχεδὸν πάντες, — ἡ ἀνεπάρ-
1640κεια, ἣν δύναται νὰ φέρῃ τοιαύτη πολιτικὴ, μὴ δυναμένη νὰ
1641θεραπευθῇ διὰ τῆς μὴ ὑπαρχούσης πίστεως τοῦ Δημοσίου, θὰ
1642μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ζητήσωμεν τὴν θεραπείαν αὐτῆς ἐν τῇ
1643ἀποτόμῳ περικοπῇ τῶν δαπανῶν, καὶ νὰ τρέξωμεν τὸν κίν-
1644δυνον νὰ φέρωμεν εἰς παραλυσίαν τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῆς
1645χώρας.
1646Ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν νὰ βελτιώσωμεν, εἰ δυνατὸν, τὰ
1647ὑποβληθέντα νομοσχέδια. Δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθημεν, διότι
1648τὰ κυριώτερα ἐξ αὐτῶν ἐψηφίσθησαν ἐν πρωϊναῖς ὥραις, κατὰ
1649τὰς ὁποίας δὲν ὑπωπτεύομεν ὅτι ἠδύναντο νὰ ψηφισθῶσι.
1650Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ὅμως αὐτῶν πιστεύομεν, ὅτι θέλει πει-
1651σθῆ καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα δὲν
1652εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ μήτε μὲ τὴν ἰδιοφυΐαν καὶ τὸ πολίτευμα
1653τοῦ τόπου, μήτε μὲ τοὺς πόρους καὶ τὰς οἰκονομικὰς αὐτοῦ
1654δυνάμεις, δὲν ἐφαρμόζονται, καὶ ἂν ἐφαρμοσθῶσι, βεβαίως θὰ
1655καταλήξωσιν εἰς ἀποτελέσματα ἀλλοῖα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
1656ἐπιδιώκουσιν. Ἐν τῇ λήξει δὲ τῆς παρούσης συνόδου εὑρι-
1657σκόμενοι, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ εὐχηθῶμεν, ὅπως κατὰ τὴν προσ-
1658εχῆ σύνοδον εὕρομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ συζητήσωμεν
1659τὰ μέτρα τὰ πράγματι ἐπιβαλλόμενα ἐκ τῆς καταστάσεως,
1660εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ χώρα, καὶ ἅτινα πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτῆς
1661νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῶν θετικῶν ἀναγκῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἰδιο-
1662φυΐας της, καὶ νὰ εὑρίσκωνται ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὰς οἰκονομι-
1663κὰς δυνάμεις αὐτῆς καὶ μὲ τοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου.
1664§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον.
1665§107Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἤκουσα προχθὲς μετὰ τῆς προσο-
1666χῆς καὶ τῆς εὐλαβείας, μετὰ τῆς ὁποίας ὀφείλει πᾶς Βου-
1667λευτὴς νὰ ἀκούῃ ἀγορεύοντος, καὶ ἀκούει, τοῦ ἐντίμου
1668Γορτυνίας πολιτευτοῦ. Ἀρχόμενος οὗτος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ
1669ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἔλεγεν εἰς τὴν Βου-
1670λὴν, ὅτι δὲν πρέπει αὕτη νὰ ζητῇ νὰ ἀνεύρῃ ἐκ τοῦ τεύ-
1671χους τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ ἑκάστοτε Ὑπουρ-
1672γοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλουν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς,
1673νὰ ζητῇ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυ-
1674βερνήσεως. Ἐνουθέτει ὅμως τὴν Βουλὴν, ὅπως, ὡς ἔλεγεν,
1675ἐνουθέτησε καὶ ἄλλας Βουλὰς ἐν τῷ παρελθόντι, — ἔχει δὲ
1676δικαίωμα νὰ νουθετῇ ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς καὶ ὡς ἐκ
1677τῆς ἡλικίας αὑτοῦ καὶ ὡς ἐκ τῆς μακροτάτης εἰς τὴν πολι-
1678τικὴν ἀναστροφῆς του, — ἐνουθέτει, λέγω, τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐκ
1679τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος ἐξετάσῃ καὶ ἀνεύρῃ
1680τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως.
1681Ἤκουσα, Κύριοι, πολλάκις ἐπαναληφθὲν ἐν τῇ αἰθούσῃ
1682ταύτῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν δύ-
1683ναται νὰ κριθῇ ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ
1684προϋπολογισμὸς οὗτος κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν εἶναι ἀπολογισμὸς,
1685κατὰ τὸ ἕτερον δὲ ἥμισυ στηρίζεται ἐπὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ
1686τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν καὶ οἱ παλαιοί, οἱ ἄλλοτε ὑποβλη-
1687θέντες καὶ ἐπιψηφισθέντες προϋπολογισμοί. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι
1688δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην ταύτην, τάσσομαι δὲ ἐν τούτῳ —
1689ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω ἐν τούτῳ καὶ μόνῳ — μετὰ τῆς γνώ-
1690μης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος, κρα-
1691τῶν ἀνὰ χεῖρας τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξήταζε
1692προχθὲς, καὶ πολὺ δικαίως, τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τῆς
1693Κυβερνήσεως.
1694Ἡ περίοδος, Κύριοι, ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν διανύει τὸ
1695Κράτος ἡμῶν, εἶναι περίοδος εἰς ἄκρον κρίσιμος, περίοδος εἰς
1696ἄκρον δυσχερής. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, μετὰ τὴν συμφορὰν, ἡ
1697ὁποία ἀθρόα ἐπέσκηψεν ἐπὶ τῆς χώρας, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε
1698ν’ ἀφιερώσῃ τὰς μόνας ἐναπολειπομένας εἰς αὐτὸν ἐλπίδας περὶ
1699ἀνορθώσεως καὶ ἀναστηλώσεως τῶν τῆς χώρας εἰς τὸ πολι-
1700τικὸν ἐκεῖνο κόμμα, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἔδρασε κατὰ τὸ
1701παρελθὸν, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον θὰ δράσῃ καὶ ἐν τῷ μέλ-
1702λοντι, τὸ ὁποῖον ὅμως ὑπέστη τὴν μεγίστην τῶν συμφορῶν,
1703ἀπολέσαν τὸ τιμαλφέστερον αὐτοῦ μέλος, τὸν περίπυστον
1704αὐτοῦ ἀρχηγόν. Τὸ κόμμα τοῦτο συνδέεται μετὰ τῶν εὐγε-
1705νεστέρων ἀληθῶς παραδόσεων πρὸς τὴν χώραν, διότι διὰ
1706τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος μετὰ τὸν ἀείμνηστον Καπο-
1707δίστριαν εἶναι ἐκεῖνος ὅστις ἐδείχθη ὅτι εἶχε τὸ μεγαλείτε-
1708ρον πολιτικὸν παράστημα ἐν τῇ χώρᾳ· διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὑ-
1709τοῦ, λέγω, ἔδωκε τὴν μεγαλειτέραν ὤθησιν εἰς τὴν πρόοδον
1710τῆς χώρας, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἄνευ φόβου διαψεύσεως
1711ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἀπὸ τοῦ Τρικούπη χρονολογεῖται ἡ
1712ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσῆλθεν ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ χορείᾳ τῶν
1713πεπολιτισμένων Κρατῶν.
1714Μία φωνὴ (ἀριστερόθεν). Ὄχι δά!
1715§108ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ περίοδος τῶν στηλιτικῶν κλείει τὴν
1716πρώτην πολιτικὴν περίοδον ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς χώρας.
1717Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδὲν βῆμα ἐπετελέσαμεν· ἁπλῶς
1718ἐβάδισε τὸ Κράτος βῆμα σημειωτὸν, ἀλλὰ τὸ βῆμα τὸ ση-
1719μειωτὸν εἰς τὰ Κράτη δὲν εἶναι βῆμα προόδου, κατ’ ἐμὲ
1720δὲ, οὐδὲ στασιμότητος εἶναι βῆμα· εἶναι βῆμα καθαρῶς ὀπισθο-
1721δρομικόν. Διότι τὰ Κράτη εὐγενῆ ἔχουσιν ἀποστολὴν, πῶς νὰ
1722ἐπικρατῶσι μεταξὺ τῶν ἄλλων, πῶς νὰ ὑπερβάλλωσι τὸ ἓν
1723τὸ ἄλλο. Ἡ ἅμιλλα δ’ αὕτη τῶν Κρατῶν εἶναι οὐχὶ μόνον
1724ἡ κινοῦσα καὶ θερμαίνουσα αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ ἡ δυναμένη νὰ ἀνοί-
1725ξῃ δι’ αὐτὰ μίαν τετιμημένην σελίδα ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἱστο-
1726ρίᾳ. Ὅπως βαδίζει σημειωτῶς μεταξὺ πολλῶν συμπορευο-
1727μένων, κατ’ ἀνάγκην ὑπολείπεται τούτων, οἵτινες καὶ μόνοι
1728δρέπουσι τῆς νίκης τὸν ἐπίφθονον θαλλόν.
1729Ἀλλ’ ἡ παρουσία τοῦ Τρικούπη ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς,
1730ὡς ἀρχηγοῦ πολιτικοῦ κόμματος, προέκειτο νὰ μεταβάλῃ
1731ἄρδην τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐβίου ἡ χώρα εἰς τὸ
1732παρελθόν. Αὐτὸς ἔδωκε νέαν ὤθησιν εἰς τὴν μηχανὴν τὴν
1733πολιτικὴν τῆς χώρας, αὐτὸς ἠθέλησε νὰ θέση τὴν χώραν ἐπὶ
1734νέας ἀληθῶς αὔλακος, τὴν ὁποίαν αὐτὸς αὐταῖς χερσὶν ἤνοι-
1735ξεν, ὅπως προαγάγῃ αὐτὴν εἰς τὸν πολιτισμόν. Ἐπηγγεί-
1736λατο ἑαυτὸν ἀναμορφωτὴν, ὡς ἠκούσατε περὶ τούτου καὶ ἐκ
1737τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ
1738κατ’ ἐμὲ ἀπέδειξεν, ὅτι ἦτο πράγματι τοιοῦτος. Ἀλλ’ ὁ
1739ἀλησμόνητος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἔσχεν ἓν μόνον ἁμάρτημα ἐν τῷ
1740βίῳ· δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν τιμη-
1741τικὴν τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἢ μᾶλλον,
1742διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐν κυριολεξίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ἔφερε προ-
1743χθὲς ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς, —διότι πρὶν, ὁμο-
1744λογῶ, ὅτι τὸ ἠγνόουν, —εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἀποβάλῃ τὴν
1745ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν πρὶν εἶχεν ἐπ’ αὐτὸν ὁ ἐκ Γόρτυ-
1746νος πολιτευτής· διότι, ὡς ἠκούσατε παρ’ αὐτοῦ, συνεδέετο οὗτος
1747πρὶν διὰ στενωτάτων σχέσεων μετὰ τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρός...
1748§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κοινωνικῶν σχέσεων.
1749§110ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐνόμισα πολιτικῶν, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπέ-
1750θεσα, ὅτι μόλις ἠθέλησε νὰ πολιτευθῇ, ἐν ἰδίῳ προσώπῳ διεκ-
1751δικῶν τὴν ἀρχὴν, ἀπεβάλετε τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν ἀπ’ αὐ-
1752τοῦ.
1753§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τῶν πολιτικῶν σχέσεών
1754μου μετὰ τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε,
1755δὲν προσήκει εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω. Τὰ ἐστενογραφημένα πρα-
1756κτικὰ τῆς Βουλῆς, τὰ συμβεβηκότα τὰ ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι
1757τοῦ 1875 εἶναι ἱκανὰ νὰ μαρτυρήσωσι τὰ περὶ τούτου.
1758Ἀλλ’ ὡμίλησα περὶ κοινωνικῶν σχέσεων.
1759§112ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγὼ πρὶν, ὅτι παρα-
1760δόξως ἤκουσα περὶ σχέσεων, διότι ὑπέλαβον ὅτι προέκειτο περὶ
1761πολιτικῶν.
1762Ἀντίπαλος, ὁμολογῶ, κρατερὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρ-
1763τυνος τοῦ ἀοιδίμου πολιτευτοῦ, ἀπορῶ πῶς, ἐνῷ ἐθεώρει
1764αὐτὸν ἐπαγγελλόμενον τὸν ἀναμορφωτὴν, ἀπορῶ πῶς καὶ
1765σήμερον ἔτι δὲν ἠθέλησε νὰ χωνεύσῃ, ὅτι διὰ νὰ προχωρήσῃ
1766εἰς τὸ ἔργον αὑτοῦ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τὸ ἀναμορφω-
1767τικόν, εἶχεν ἀνάγκην πρὸ παντὸς νέων νόμων, νέας νομο-
1768θεσίας, ἥτις νὰ ἐνθαρρύνῃ αὐτὸν εἰς τὸ νέον ὑψηλὸν αὑτοῦ
1769ἔργον. Ἡ πολυνομία οὕτω τοῦ Τρικούπη ἦτο ἀνάγκη ἐπι-
1770βεβλημένη, διότι οὐδὲν σχεδὸν εὑρὼν ὄρθιον εἰς τὸν τόπον,
1771ἦλθεν ὅπως τὰ πάντα ἀνεγείρῃ καὶ δημιουργήσῃ, ὁ δημιουρ-
1772γὸς δ’ ἔχει ἀνάγκην νέας νομοθετικῆς ἐργασίας, διὰ νὰ δυ-
1773νηθῇ νὰ προσπορίσῃ τὰ ἀγαθὰ τῶν σκέψεων αὑτοῦ εἰς τὴν
1774χώραν, ἐν τῇ ὁποίᾳ πολιτεύεται καὶ τὴν ὁποίαν κυβερνᾷ.
1775Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἔρχεται νὰ δικαιώσῃ τὴν πολυνομίαν τοῦ
1776Τρικούπη, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἴσως ἀκριβὴς ὁ ἀριθμὸς,
1777τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Δηλιγιάννης προχθὲς, τῶν νόμων,
1778τοὺς ὁποίους συνέταξεν ὁ Τρικούπης καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν
1779ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀνεβίβασεν οὗτος τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν
1780εἰς 591. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἠθέλησε νὰ πλαστογραφή-
1781σῃ τοὺς ἀριθμοὺς, θέλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν
1782νόμων τούτων εἶναι ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθη ὁ
1783ἀείμνηστος ἀνὴρ νὰ ὑποβάλῃ δὶς καὶ τρὶς ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς
1784Βουλῆς, διότι ἅπαξ καὶ δὶς ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀρχη-
1785γὸς ἦτο ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος πολιτευτὴς, διαδεχομένη
1786τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τρικούπη, κατήργει αὐτούς. Δὲν θὰ
1787λησμονήσω, ὅτι καὶ ἕνα ἀθωότατον νόμον, τὸν νόμον τὸν
1788ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ Τρικούπης, διὰ τοῦ ὁποίου ὥριζεν,
1789ὅπως οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι μὴ ἀνατυπῶνται κατ’ ἔτος,
1790ἀλλὰ παραρτήματα αὐτῶν κατ’ ἔτος, ἅπαξ δὲ κατὰ τετραε-
1791τίαν ἀνατυπῶνται, ἠναγκάσθη τὸν νόμον, λέγω, τοῦτον τρὶς
1792νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν ἰσχύϊ, διότι δὶς ἡ Κυβέρνησις Δηλιγιάννη
1793κατήργησε τὸν νόμον τοῦτον, ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἀρχήν. Ἄν
1794παρείχετο ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον δυστυχῶς δὲν εἶχον χθές,
1795διότι τὴν χθὲς δὲν ἠδυνήθην νὰ διαθέσω κατὰ βούλησιν, θὰ
1796ἠδυνάμην ἴσως νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ.
1797Δηλιγιάννη ἐψήφισε τοσούτους νόμους, ἴσως καὶ πλείονας,
1798λαμβανομένου πάντοτε ὑπ’ ὄψιν κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ὀλιγω-
1799τέρου χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον αὕτη ἐκυβέρ-
1800νησε τὴν χώραν.
1801Ἐξ ἄλλου προσήκει, κατ’ ἐμέ, ὅπως μὴ ἀναγράψωμεν
1802εἰς τὸ παθητικὸν τοῦ Τρικούπη, ὡς πρὸς τὴν πολυνομίαν
1803αὐτὴν, καὶ τὴν μεταβολήν, εἰς τὴν ὁποίαν προήρχετο ὡς πρὸς
1804τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους πρώτην φορὰν ἐφήρμοζεν εἰς τὸν
1805τόπον. Ἔχομεν παράδειγμα τοὺς νόμους περὶ φορολογίας
1806τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, πρώτην φορὰν ὑπ’ ἐκείνου ἐπι-
1807βληθείσης. Βεβαίως περὶ τῶν τοιούτων νόμων δὲν εἶναι δυ-
1808νατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δύνανται οὗτοι νὰ
1809κατασταθῶσι τοσοῦτον τέλειοι, ὥστε νὰ μὴ δέωνται μεταβο-
1810λῆς, καὶ ἀμέσου μεταβολῆς, ἀφοῦ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Γαλ-
1811λίαν παρατηροῦμεν τοὺς νόμους περὶ τῆς τοιαύτης φορολο-
1812γίας πολλάκις μεταβληθέντας.
1813Ἀλλ’ ἵνα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐλέγξῃ τὴν
1814σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ γράμμα
1815αὕτη ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν τοῦ Τρικούπη, ὁ ὁποῖος, προσέ-
1816θετο, ἐψήφιζε νόμους θεραπεύοντας ἴδια συμφέροντα πολιτικά.
1817Ἂν μοὶ ἐπέτρεπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης νὰ τῷ ὑπο-
1818βάλω ἐρωτήσεις τινὰς, θὰ τῷ ἔλεγον, τίνας ἆρά γε ἐννοεῖ
1819νόμους προσωπικοὺς, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ Τρικούπης;
1820Μὴ τάχα ἐννοεῖ ὡς προσωπικὸν νόμον τὸν νόμον περὶ προσόν-
1821των καὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὰς ὑπη-
1822ρεσίας τὰς ἀφορώσας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; Μὴ
1823τοιοῦτον ὑπολαμβάνει τὸν νόμον περὶ προσόντων καὶ μονιμό-
1824τητος τῶν δημοσίων λειτουργῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑπηρεσίας
1825τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Μὴ
1826ὑπέλαβε προσωπικὸν νόμον, ἢ δωρεὰν πολιτικὴν πρὸς τοὺς
1827φίλους αὑτοῦ, τὴν κατάργησιν τῆς στενῆς ἐκλογικῆς ἐπαρ-
1828χιακῆς περιφερείας; Μὴ ὑπέλαβε προσωπικὸν νομοσχέδιον
1829ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκάλει εἰς αὐτοθυσίαν τοὺς Βουλευτὰς,
1830ἀξιῶν καὶ ἐπιτυγχάνων, ὅπως ψηφίσωσι τὸν περιορισμὸν τοῦ
1831ἰδίου αὐτῶν ἀριθμοῦ; Μὴ ὑπέλαβεν ὡς δημοτικὸν τὸν νόμον
1832περὶ προσκλήσεως ξένων ὀργανωτῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ
1833ναυτικοῦ, ἢ τὸν περὶ ἀπομακρύνσεως τοῦ στρατοῦ ἐκ τῆς
1834πολιτικῆς, νόμον τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθη τρὶς νὰ ψηφίσῃ ὁ Τρι-
1835κούπης, διότι κατήργησε τοῦτον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυ-
1836νος ἐπανειλημμένως, νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὸ 1882, νὰ ψηφίσῃ
1837κατὰ τὸ 1886, νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὸ 1892;
1838Μὴ περὶ χαμερπῶν ἐμερίμνα, διπλασιάζων τὰ ἔσοδα τοῦ
1839προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ὁ ἔξοχος ἐκεῖνος ἀνήρ, συγχρό-
1840νως δὲ κατὰ τοσοῦτον συντελῶν τὸ σιδηροδρομικὸν δίκτυον
1841καὶ τὴν λοιπὴν συγκοινωνίαν ἐν τῇ χώρᾳ; Μὴ ἐδούλευεν εἰς
1842τὰ ἴδια ὁ Τρικούπης, καταρτίζων τὰς ναυτικὰς ἡμῶν Σχο-
1843λὰς, ναυπηγῶν τὰ θωρηκτὰ καὶ τὸν λοιπὸν στόλον, ὅστις
1844καὶ μόνον διὰ τῆς παρουσίας του, ἀφοῦ δυστυχῶς δὲν ἔδρασε,
1845καταδικασθεὶς εἰς ἀδράνειαν, ἠδυνήθη ν’ ἀποτρέψῃ ἄλλο ἴσως
1846στίγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνδεχόμενον νὰ ἐστιγματίζετο καὶ ἡ
1847ναυτικὴ ἡμῶν ἱστορία κατὰ τὸ προπαρελθὸν δύσφημον ἔτος;
1848Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πολιτευτής, ὅτι ὄχι μόνον ἀκο-
1849λουθεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὴν πολιτικὴν τοῦ Τρικούπη,
1850ἀλλ’ ἀκολουθεῖ αὐτὴν κατὰ βῆμα καὶ κατὰ γράμμα. Μοὶ
1851φαίνεται ὅτι τοῦτο, μακρὰν τοῦ νὰ θεωρηθῇ μομφὴ κατὰ τῆς
1852παρούσης Κυβερνήσεως, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁ μεγαλεί-
1853τερος αὐτῆς ἔπαινος, διότι τί ἄλλο καλλίτερον ἢ ν’ ἀκολουθῇ
1854τις τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖ-
1855νος ἀνήρ; Διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν μίαν ἀλήθειαν,
1856ἣν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ κόμμα ἐκεῖνο δὲν
1857ἦτο κόμμα προσωπικόν, ἀλλ’ ἦτο κόμμα ἀρχῶν· ἀποδεικνύει
1858δὲ τοῦτο ἡ σύγχρονος ἱστορία, διδάσκουσα τί ἐγένετο μετὰ
1859τὸν θάνατον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος αὐτοῦ. Εἰς τὴν Ἑλ-
1860λάδα παρατηροῦμεν τὸ πρωτοφανὲς αὐτὸ θέαμα, ἐνῷ τὸ ἐναν-
1861τίον παρίσταται πολλάκις ἐνταῦθα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν.
1862Παρατηροῦμεν δηλαδὴ πολλάκις θεριζομένους τοὺς ὀπαδοὺς
1863ζώντων τῶν ἀρχηγῶν, μόνον δὲ περὶ τοῦ Τρικούπη παρατη-
1864ροῦμεν τὴν ἐξαίρεσιν, διότι βλέπομεν ἀποθανόντα μὲν τὸν
1865ἀρχηγόν, διατηρούμενον δὲ συγχρόνως ἀκέραιον καὶ ἀκμάζον
1866τὸ κόμμα αὐτοῦ μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ.
1867Ἀλλ’ ἴδωμεν. Εἴπομεν ὅτι κατηγορήθη ἡ παροῦσα Κυ-
1868βέρνησις, ὅτι ἀκολουθοῦσα τὴν πολιτικὴν τοῦ Τρικούπη ἀκο-
1869λουθεῖ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος πολιτικὴν δη-
1870μοκοπικήν. Ὅτι δημοκοπικοὶ δὲν εἶναι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους
1871ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅπως ψη-
1872φίσῃ, ἀποδεικνύεται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα
1873ἐπέβαλε καὶ τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Δηλιγιάννην,
1874συνυπολογίζοντα ὅμως καὶ τὰ μὴ μετατραπέντα εἰς νόμους
1875νομοσχέδια, ἀνέρχονται εἰς 6,500,000 δραχ.
1876Ἀλλ’ ἐνῷ ἔλεγε ταῦτα ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς, ἔπρεπε
1877νὰ συνωμολόγει ἐξ ἄλλου, ὅτι, ἂν ἐζήτησε τοιαύτας θυσίας
1878ἀπὸ τὸ ἔθνος ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὰς ἐζήτησεν ἐπ’ ἀγα-
1879θῷ τῆς χώρας, διότι ἐν πρώτοις ἐζήτησε καὶ ἐψηφίσαμεν
1880τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὁ νόμος
1881οὗτος ἐγγυᾶται τὴν ζωὴν, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ εἰς τὸν τόπον
1882ἕνεκα τῆς διοικήσεως, τῆς ὁποίας θὰ ἀπολαύῃ ἐπὶ τέλους ὁ
1883Ἑλληνικὸς λαός. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι τοιαύτην σπουδαιότητα
1884ἀπονέμει εἰς τὸν νόμον τοῦτον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἶναι, ὅτι
1885ἐξηγέρθησαν πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ ἐζήτουν εἷς ἕκα-
1886στος, ὅπως ἔχῃ πλησιέστερον εἰς τὴν ἐπαρχίαν του τὸν διοι-
1887κητὴν, διὰ νὰ δύνηται νὰ τύχῃ τῶν ἀγαθῶν, περὶ τῶν
1888ὁποίων ἐγγυᾶται ὁ νόμος οὗτος. Ἐζήτησε καὶ ἐψηφίσαμεν τὸν
1889περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν νόμον, ὅστις θὰ παρά-
1890σχῃ ἀληθῶς τὴν μεγαλειτέραν ἐκδούλευσιν εἰς τὴν χώραν.
1891Διὰ τὸν στρατὸν εὑρέθη εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν, ὅπως
1892ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ καταργηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυ-
1893νομία, ἵνα οὕτως ἐπιδοθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὰ ἴδια αὐτοῦ ἔργα.
1894Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν θὰ ἤρκει πρὸς τοῦτο καὶ μόνον, ἀναδιωρ-
1895γάνωσε τὴν χωροφυλακὴν, ἵνα ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτὴν πᾶσαι αἱ
1896ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἦσαν ἀνατεθειμέναι εἰς τὸν
1897στρατόν, ἂν καὶ ἦσαν ξέναι πρὸς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ ταῦτα
1898ἀπῄτουν βεβαίως δαπάνας, αἵτινες ὅμως εἶναι δαπάναι παρα-
1899γωγικαί, διότι εἶναι ὡς ὁ σπόρος, τὸν ὁποῖον φιλοτίμως κρύ-
1900πτει ὁ σπορεὺς εἰς τὴν γῆν, ἵνα ἐν καιρῷ συγκομίσῃ ἐκ τούτου
1901καὶ συλλέξῃ πλούσιον τὸν ἀμητόν.
1902Ἔχομεν πολλὰ ἐπίσης νὰ παρατηρήσωμεν διὰ τὸν νόμον
1903περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος καὶ περὶ Σταφιδικῆς Τρα-
1904πέζης. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἀείμνηστος Τρι-
1905κούπης τὴν πρώτην φορὰν, καθ’ ἣν ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ
1906τὸν νόμον τοῦτον, ἐδίστασε νὰ ἐκφράσῃ γνώμην πρὸς τὴν
1907Βουλὴν, καμφθεὶς ἐπ’ ὀλίγον καὶ ὁ θαρσαλέος ἐκεῖνος ἀνὴρ
1908καὶ μὴ δυνηθεὶς νὰ μορφώσῃ ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
1909τος, ὥστε νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῆς μιᾶς
1910ἢ τῆς ἄλλης γνώμης, δι’ ὃ καὶ ἠνέχθη αὐτήν, τὴν μίαν ἡμέ-
1911ραν καταψηφίζουσαν τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως καὶ τὴν
1912ἄλλην ὑπερψηφίζουσαν αὐτοῦ. Τὴν ἰδίαν δειλὴν πολιτικὴν ὡς
1913πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἠκολούθησε καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος
1914Βουλευτὴς, ὅστις καὶ αὐτός, ἀναλαβὼν τὴν Κυβέρνησιν τῆς
1915χώρας, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς
1916ἰδίαν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνώμην, διότι δὲν εἶχε μορ-
1917φώσει τοιαύτην. Ἔρχεται ὅμως σήμερον ὁ ἐκ Παρνασσίδος
1918ἀξιότιμος Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ
1919πολιτικῆς θαρσαλέας ὁμολογουμένως, καὶ λέγει εἰς τὸν τόπον:
1920«Θὰ ἐπιβάλω τὴν παρακράτησιν ἐπὶ δεκαετίαν, θὰ φέρω
1921τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, διότι φρονῶ, ὅτι διὰ τῶν μέτρων
1922τούτων θὰ ἐπενέγκω τὴν σωτηρίαν εἰς τοὺς σταφιδικοὺς
1923πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον κατατρύχονται ἀπὸ μακρῶν
1924ἤδη ἐτῶν».
1925Ἀλλ’ ἡ πρόνοια ἡ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ βεβαίως δὲν ἐδεί-
1926χθη μόνον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἐδείχθη καὶ ὑπὲρ
1927τοῦ τῆς θαλάσσης διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἴδετε ὑπο-
1928βληθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τινὰ
1929δὲ καὶ ψηφισθέντα. Ἡ ἀγαθὴ δὲ καὶ φιλότιμος αὕτη πρόνοια
1930καταφαίνεται καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, γενομένου ἤδη νόμου,
1931περὶ προσκλήσεως ξένων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ὅπως ὀρ-
1932γανωθῇ κάλλιον ὁ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατὸς
1933ἡμῶν, ἔτι δὲ καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως
1934καὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τῶν περὶ προβιβασμοῦ εἰς
1935τοὺς βαθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς
1936θαλάσσης νόμων.
1937Ἐκτὸς τούτων ἔχομεν τὰ προξενικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα
1938βεβαίως, ἐὰν ἐψηφίζοντο, — ἴσως δὲ καὶ ψηφισθῇ τὸ ἓν ἐξ αὐ-
1939τῶν, — θ’ ἀπέδιδον καρποὺς πλουσίους εἰς τὸν τόπον, διότι αἱ
1940ἐξωτερικαὶ ἡμῶν σχέσεις θὰ ἐνεθαρρύνοντο ἀληθῶς, διότι νέα
1941ζωὴ καὶ νέον αἷμα ἤθελεν ἐγχυθῇ εἰς τὴν καθόλου διπλω-
1942ματικὴν καὶ προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν.
1943Δὲν ὑπολείπεται ἄλλο, πλὴν τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑπο-
1944βληθέντων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τῶν
1945ὁποίων τινὰ ἐγένοντο ἤδη νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ τῶν νομο-
1946σχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαι-
1947δεύσεως, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν μόνον ἤδη ἐψηφίσαμεν, τὸ περὶ
1948γυμναστικῆς, τὰ δὲ ἄλλα εἰσέτι διατελοῦσιν ἐκκρεμῆ ἐνώ-
1949πιον ἡμῶν, ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν, τῶν ὁποίων ὅμως καὶ τού-
1950των ψηφιζομένων, θὰ καταδειχθῇ μίαν ἡμέραν, ὅτι εἰργάσθη
1951ἀληθῶς, ὅσον οὐδεὶς διὰ τὸν τόπον, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς
1952Παιδείας.
1953Μεθ’ ὅλα ταῦτα δικαιοῦμαι, νομίζω, παρατηρῶν, ὅτι πολὺ
1954θάρρος εἶχε δείξει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἐγ-
1955καλῶν προχθὲς τὴν Κυβέρνησιν καὶ λέγων: «τί ἐπράξατε
1956ἀπέναντι τῶν προσδοκιῶν, τὰς ὁποίας ἐστήριξεν ἐφ’ ὑμᾶς ὁ
1957Ἑλληνικὸς λαός, ἀναθεὶς εἰς ὑμᾶς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας;»
1958Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, ὡς αἱ γραῖαι
1959μάγισσαι τοῦ μύθου, πτύει τρὶς εἰς τὸν κόλπον αὑτοῦ καὶ
1960καταφεύγει λυσίκομος εἰς ἐξορκισμούς, τύπτων τὰ στήθη, ὅταν
1961ἔστω καὶ ἀκούῃ μόνον τὴν λέξιν συναλλαγή, ὅταν ἐνθυμῆται
1962τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους λέγεται εἰπὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς
1963τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς συντάκτην ἐφημερίδος τινὸς, ὅτι ὅλα
1964τὰ κόμματα ἐν τῷ τόπῳ δὲν ἀκολουθοῦσι τὴν πολιτικὴν τῆς
1965συναλλαγῆς, ἐξαιρέσει ἑνὸς, τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἔχει
1966τὴν τιμὴν νὰ ἡγῆται ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος πολιτευτής.
1967Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος πολιτευτής, ὅταν ἀκούῃ τὴν λέξιν
1968συναλλαγή, σᾶς λέγει: «Ἐγώ; Ποτέ! οὐκ οἶδα αὐτήν! ἄ-
1969παγε! Πᾶν τοὐναντίον». Ἐνῷ καὶ προχθὲς ἀκόμη, λέγων
1970ταῦτα, ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον· διότι σᾶς ἔλεγε:
1971«Δὲν εἶμαι ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς συναλλαγῆς· εἶμαι ὅμως ὑπὲρ
1972τῆς συναλλαγῆς, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφε-
1973ρόντων». Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει αὐτὸν, πόθεν θὰ διακριθῇ ἡ
1974συναλλαγὴ ἡ γινομένη ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων τῆς
1975συναλλαγῆς τῆς γινομένης κατὰ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων;
1976Ὅταν εἷς Βουλευτὴς παρίσταται πρὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ
1977λέγῃ πρὸς αὐτὸν νὰ τῷ διορίσῃ τὸν δεῖνα ὡς σταφιδαποθη-
1978κάριον, ἐπὶ παραδείγματι, πάντοτε βεβαίως ἐξ ἀγαθῆς προαι-
1979ρέσεως κινούμενος, καὶ ἀποδεικνύεται εἶτα, ὡς ἀπεδείχθη, ὅτι
1980ὁ διορισθεὶς ὡς σταφιδαποθηκάριος ὑπῆρξε καταχραστής, πῶς
1981δύναται ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἡ σύστασις
1982αὕτη εἶναι σύστασις ἀποβλέπουσα πρὸς τὸ ἀγαθὸν, ἢ σύστασις
1983ἀποβλέπουσα πρὸς τὸ κακὸν τοῦ τόπου, ἵνα παραδεχθῇ ἢ
1984ἀπορρίψῃ αὐτήν; Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος; Ἀλλὰ τότε δὲν
1985φθάνομεν εἰς ἀποτελέσματα· τότε εἶναι πλέον ἀργά.
1986Ἐξ ὅλων τούτων, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν
1987νὰ εἴπω ἐνώπιον ὑμῶν, παρέστησα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
1988ἔχω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ. Ἐκφράζω ὅμως
1989—καὶ δικαιοῦμαι, νομίζω, εἰς τοῦτο —μίαν βαθυτάτην λύπην
1990μου, ὅτι καὶ προχθὲς ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος ἀγο-
1991ρητὴς δὲν ἀπέβαλε τὰς παλαιὰς ἕξεις καὶ ὅτι ἠθέλησεν, ὁμι-
1992λῶν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐλέγχων τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν
1993ὁποῖον εἶχεν ἐνώπιόν του, νὰ μὴ ἐκδηλώσῃ πρὸς αὐτὴν τὰ
1994πολιτικὰ φρονήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει αὐτὸς περὶ τῆς διοικήσεως
1995τοῦ τόπου. Ἐγὼ δὲ ἰδίως, ὡς νέος Βουλευτὴς, πρώτην φορὰν
1996λαβὼν τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσω ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἐκ-
1997φράζω μύχιον τὸν πόνον μου ἐπὶ τούτῳ, διότι ἡμεῖς οἱ νέοι,
1998οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦμεν νὰ πολιτευώμεθα, καθήμεθα ἐνταῦθα μὲ
1999σκοπὸν, ὅπως διδαχθῶμεν παρὰ πάντων, ἰδίᾳ δὲ παρὰ πολι-
2000τευτῶν τοῦ ἀναστήματος τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ.
2001Ἔρχομαι εἰς σκέψεις πολλάκις, αἱ ὁποῖαι εἶναι λυπηραὶ
2002δι’ ἐμέ. Ὅταν (σκέπτομαι) ἐπέλθῃ τὸ μοιραῖον τέλος, — τὸ
2003ὁποῖον διὰ τὸν ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν ἐπεύχομαι ὡς οἷόν τε
2004βραδύτερον, διότι ἄνδρες τοιαύτης περιωπῆς δὲν ἀναδεικνύον-
2005ται, οὐδὲ αὐτοσχεδιάζονται καθ’ ἡμέραν εἰς τὸ Κράτος, —
2006ὅταν, λέγω, ἐπέλθῃ τοῦτο, ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες τὴν ὑποχρέωσιν
2007νὰ διδασκώμεθα ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν φώτων τῶν πολιτικῶν
2008ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν πρὸ ἡμῶν, ἢ ἦσαν κατ’ ἐλάχι-
2009στον σύγχρονοι ἡμῶν, πῶς θὰ διδαχθῶμεν ἐκ τῆς πείρας καὶ
2010τῶν φώτων τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἀφοῦ πολιτικὰς
2011ὑποθήκας δὲν ἀφῆκεν οὗτος; Διότι, ὅσον καὶ ἂν ἠθέλησε νὰ
2012εἴπῃ προχθὲς, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ λόγος ὅτι πράττει τὰ
2013ἀντίθετα τῶν ἀντιπάλων, ὅταν ἔλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἐν τού-
2014τοις τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς σώζονται, μαρτυροῦντα περὶ
2015τοῦ ἐναντίου τῶν τοιούτων ἰσχυρισμῶν του.
2016Ἀφοῦ λοιπὸν ὡρισμένον πολιτικὸν πρόγραμμα αὐτὸς δὲν
2017ἔχει, τὸ πρόγραμμα δὲ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς κατ’ αὐτὸν,
2018καὶ πολὺ δικαίως, ἐμφαίνεται ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς
2019ὁποίους αἱ Κυβερνήσεις ὑποβάλλουσιν εἰς τὰς Βουλὰς, ἔλθω-
2020μεν ὅπως ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ τοὐλάχιστον ἐκ
2021τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπέ-
2022βαλε.
2023Λαμβάνομεν λοιπὸν ἀνὰ χεῖρας ἕνα τῶν προϋπολογισμῶν
2024αὐτοῦ, τὸν τοῦ 1885. Τί παρατηροῦμεν; ὅτι ὁ προϋπολο-
2025γισμὸς αὐτὸς δὲν ἦτο ἴδιος τοῦ κ. Δηλιγιάννη προϋπολο-
2026γισμὸς, διότι, ὅπως σᾶς εἶπε, τότε δὲν εἶχε τὸν ἁρμόζοντα
2027χρόνον, ἵνα δυνηθῇ νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον
2028τῆς Βουλῆς ἄλλον προϋπολογισμὸν, καὶ συνέταξε τοῦτον ἐπὶ
2029τῇ βάσει τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον το-
2030σάκις οὗτος καὶ μετὰ τοσαύτης δυνάμεως κατέκρινεν ἐν τῇ
2031Βουλῇ.
2032Ἀλλ’ ἔλθωμεν εἰς τὸν τοῦ 1886. Ἐκεῖ ἀντὶ ἑνὸς εὑρί-
2033σκομεν δύο προϋπολογισμοὺς, ἐξ ὧν τὸν ἕνα ἔκτακτον, ἕνεκα
2034τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τότε
2035τὸ Κράτος. Βεβαίως αἱ ἔκτακτοι ἐκεῖναι περιστάσεις ἐδικαιο-
2036λόγουν τὸν ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν νὰ ἐνθαρρύνηται εἰς τὸ
2037νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἁρμόζοντα πρὸς τοῦτο χρόνον,
2038περιεπλάκη δὲ εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εὑρίσκετο
2039εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν προϋπολο-
2040γισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τοσάκις παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν
2041νὰ μὴ ψηφίσῃ.
2042Ἐρχόμεθα εἶτα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891. Πάλιν
2043ὑπὸ παρομοίας περιστάσεις εὑρέθη ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος
2044Βουλευτής, καὶ ὡμολόγησεν ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποβάλῃ
2045ἴδιον προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπεβλήθη κατόπιν
2046ὑπ’ αὐτοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, μικρὸν παρηλλαγμένος,
2047ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἐψηφίσθη ἕνεκα τοῦ παρεμπεσόντος πολιτικοῦ
2048κινήματος τῆς 17 Φεβρουαρίου. Μετὰ τούτους λαμβάνομεν ὑπὸ
2049ἐξέτασιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Ἀλλὰ πάλιν δυστυ-
2050χῶς, ὡς ἐκ τῆς ὥρας τοῦ ἔτους, καθ’ ἣν προέκειτο οὗτος νὰ ὑπο-
2051βληθῇ, ἐθεωρήθη ὅτι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ τοσοῦ-
2052τον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὥστε νὰ παρουσιάσῃ τὰς
2053ἰδίας αὑτοῦ πολιτικὰς σκέψεις ἐν αὐτῷ.
2054Ἔρχεται ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 καὶ ὁ τοῦ
20551897, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδὲν ἄλλο βλέπομεν ἢ μίαν φορολο-
2056γικὴν μεταρρύθμισιν, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ἐφρόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς,
2057ὅτι ἠδύνατο νὰ καυχηθῇ καὶ προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2058του, τὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν ἐπὶ τοῦ ἁλιπάστου γάδου.
2059Συγχρόνως ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οὔτε κατὰ τὸ 1896 οὔτε κατὰ
2060τὸ 1897 ἠδυνήθη νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλον νό-
2061μον περὶ καταργήσεως τοῦ ἰσχύοντος τότε περὶ φορολογίας
2062ἐπὶ τοῦ οἴνου. Κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν ταύτην μετὰ τι-
2063μῆς πρὸς τὴν Βουλήν, διότι ἐνθυμοῦμαι, — παρακολουθῶν εἰς
2064τὸ παρελθὸν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἐνίοτε ἀπὸ τῶν
2065ὑψηλῶν ἐκείνων θεωρείων, — ἐνθυμοῦμαι, λέγω, ὅτι πολλά-
2066κις ἔλεγεν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶναι πολὺ ἐπα-
2067χθὴς, καὶ ὅτι ὁ τὸν τοιοῦτον φόρον κανονίζων νόμος πρέπει
2068νὰ μεταβληθῇ, κατέκρινε δὲ πάντοτε τοῦτον εὐθὺς ἀπὸ τῆς
2069εἰσαγωγῆς του ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Τοσούτους ἐν
2070τούτοις προϋπολογισμοὺς συνέταξεν ἔκτοτε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς
2071αὑτοῦ, καὶ ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν
2072αὐτοῦ ἢ τὴν τροποποίησιν. Εἰς ἕνα δὲ τῶν τελευταίων προϋ-
2073πολογισμῶν του, τὸν τοῦ 1896 ἢ τὸν τοῦ 1897, δὲν ἐν-
2074θυμοῦμαι καλῶς εἰς τίνα, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ἔτεινε χεῖ-
2075ρας ἱκέτιδας πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ ἔλεγεν: «Εὔχομαι ὁ Θεὸς
2076νὰ φωτίσῃ, ὅπως ἐξεύρωμεν ἄλλον τρόπον περὶ ἀντικαταστά-
2077σεως τοῦ ἐπαχθοῦς αὐτοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου»· τὸν ὁποῖον
2078ὅμως εἴδετε μετὰ πόσου θάρρους ἦλθεν ὁ σήμερον Ὑπουργὸς
2079τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ νὰ μεταβάλῃ, καὶ μετέβαλεν
2080εὐτυχῶς.
2081Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολι-
2082τευτοῦ δὲν δύναται δυστυχῶς νὰ ἐξαχθῇ καὶ κριθῇ ἐκ τῶν
2083προϋπολογισμῶν τούτων, ἡ δ’ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ δὲν ἐμ-
2084φαίνεται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς εἶπεν, ἐμφαίνεται ὅμως
2085ἐκ τῆς ὅλης ἑνὸς κυβερνήτου ἐνεργείας. Δυστυχῶς ὅμως ἔχο-
2086μεν τοσαύτην πικρὰν πεῖραν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ
2087κ. Δηλιγιάννη τοῦ 1885 καὶ 1886 καὶ τοῦ 1897, ὥστε
2088ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ηὐχόμην, ἐὰν προέκειτο ἡ πατρίς μου
2089νὰ ἴδῃ ἐκ νέου Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἡ ὁποία νὰ
2090ἐφήρμοζε τοιαύτην ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἐγὼ θὰ ηὐχόμην
2091ἀπὸ καρδίας νὰ εἶχον κλειστοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς τὴν ἡμέραν
2092ἐκείνην (εὖγε!).
2093Εἵμαρται, Κύριοι, τὰ ἔθνη, ὡς καὶ τὰ ἄτομα, νὰ διέρχων-
2094ται διὰ ποικίλων δοκιμασιῶν. Ἡ ἱστορία, τὸ στίλβον τοῦτο
2095κάτοπτρον, ἐν ᾧ ἀπεικονίζεται ἡ αἰωνία δρᾶσις τοῦ σύμπαν-
2096τος, παρέχει τὸ ἀληθὲς μαρτύριον τῶν λόγων μου. Ἔκυψαν
2097ἐν τῇ ἀκατανικήτῳ τροχιᾷ τοῦ σύμπαντος τὰ ἔθνη πολλάκις
2098τὸν αὐχένα, καὶ ἐγονάτισαν πολλάκις ἐν τῷ σταδίῳ τῆς
2099ἐθνικῆς αὑτῶν σταδιοδρομίας, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπώλοντο, ἐὰν
2100διέσωσαν ἀκοίμητον ἐν ἑαυτοῖς τὸ πῦρ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ἐὰν
2101διετήρησαν ἔστω καὶ ὠχρὰν τὴν λαμπάδα τῆς ἐθνικῆς αὑτῶν
2102ζωῆς. Ἡ λαμπὰς αὕτη, ἀπὸ χειρὸς περιαγομένη εἰς χεῖρα,
2103ἐν μέσῳ τοῦ ζόφου τῶν δοκιμαστικῶν τῶν ἐθνῶν αἰώνων,
2104ἀπέληξε πάντοτε εἰς πλήρη λαμπηδόνα τῆς σκοτισθείσης μὲν,
2105ἀλλὰ μήποτε σβεσθείσης ἐθνικῆς ὑπάρξεως.
2106Τὸ ἔθνος, ἢ μᾶλλον τὸ γένος τὸ Ἑλληνικόν, παρέχει
2107πλήρη μαρτυρίαν τῶν λόγων μου. Ἐκάμφθη τοῦτο πολλάκις
2108καὶ ἐγονάτισεν ὑπὸ διαφόρους κατακτητὰς τὴν τελευταίαν
2109δὲ φορὰν ἐδούλευσεν ἐπὶ τετρακοσιετηρίδα ὅλην ὑπὸ δεσπό-
2110την ἀπηνῆ καὶ ἐν πολλοῖς ἀπολίτιστον, ἀλλ’ ἀνύψωσεν αὖθις
2111τὸν αὐχένα, αὐχένα ἀληθῶς ὑπερήφανον, διότι τὸ ἱερὸν πῦρ
2112τῆς ἐλευθερίας οὐδέποτε ἐπαύσατο φλεγμαῖνον τὰ πατριω-
2113τικὰ στήθη τῶν τέκνων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν ἐλευθέρῳ βίῳ ἐδο-
2114κιμάσθημεν πολλάκις καὶ δοκιμαζόμεθα καθ’ ἡμέραν, διότι
2115τὰ Κράτη, ἀπαραλλάκτως ὡς καὶ τὰ ἄτομα, δὲν διέρχονται,
2116μόνον δοῦλα ὄντα, διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου. Ἡ πῆξις τῶν Κρα-
2117τῶν, ἡ σύμπηξις τοῦ ἔθνους εἰς Κράτος, ἡ ἐπικράτησις πρὸς
2118ἄλληλα τῶν Κρατῶν, ἀποτελεῖ μίαν ἐσωτερικὴν ἐπανάστα-
2119σιν, ἐπίσης ζωηρὰν, ἐπίσης σημαίνουσαν, ὡς ἡ ἐξωτερικὴ
2120ἐπανάστασις, ἥτις ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ θραύσῃ τῆς δουλείας
2121τὰ δεσμά. Ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου
2122τὸ πρῶτον εἴδομεν, ὅτι εὑρέθημεν, κακῶς καὶ ἀθλίως πολι-
2123τευθέντες, εἰς θέσιν νὰ παράσχωμεν καιρὸν καὶ θέσιν εἰς ἄλ-
2124λους, ὅπως οὐ μόνον ἁμιλληθῶσι πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ ὑπερ-
2125βάλωσιν ἡμᾶς. Τελευταῖον δὲ καὶ ἐκύψαμεν ἐπαισχύντως ὑπὸ
2126ἐθνικὴν συμφορὰν, ἥτις μικροῦ δεῖν ἔθιγε καὶ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν
2127ἡμῶν αὐθυπαρξίαν. Ἀλλὰ θαρρῶμεν, Κύριοι! Τὸ ἔθνος τὸ Ἑλ-
2128ληνικὸν διῆλθε διὰ συμφορῶν πολλῷ μειζόνων τῆς παρούσης,
2129ὅσον καὶ ἂν θεωρῆται μεγίστη ἡ σημερινή, ἀλλ’ ἐσώθη πάν-
2130τοτε, χάρις εἰς τὴν οὐρανίαν ἀντίληψιν, χάρις εἰς τὴν φιλο-
2131τιμίαν τῶν τέκνων αὐτοῦ καὶ τὴν ὀψίαν ἔστω φρόνησιν. Καὶ
2132τῆς φιλοτιμίας μὲν οὐδέποτε εὐτυχῶς ἀπεξενώθημεν, πολλά-
2133κις ὅμως ἀπεξενώθημεν τῆς φρονήσεως. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι
2134καὶ εἰς τὰ Κράτη, ὡς εἰς τὰ ἄτομα, ἐπέρχεται, ἔστω καὶ
2135βραδέως, ἡ γνῶσις, καὶ τὰ παθήματα γίνονται μαθήματα καὶ
2136παρ’ αὐτοῖς, ὡς φαίνεται, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν θὰ συνέβη,
2137ἐὰν δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος
2138τῆς 7 Φεβρουαρίου. Διότι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, ἀνανῆψαν
2139ἐκ τῆς σκοτοδίνης τῆς συμφορᾶς, ἠβουλήθη, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ
2140εἶπον, νὰ ἐμπιστευθῇ τὰς τύχας αὐτοῦ εἰς τὸ πολιτικὸν
2141τοῦτο κόμμα, τὸ ὁποῖον, μνῆμον τῶν πρὸς τὴν Πατρίδα
2142ἀφθίτων τοῦ πολυκλαύστου αὐτοῦ ἀρχηγοῦ ὑπηρεσιῶν, μνῆ-
2143μον τοῦ ἐνδόξου ὀνόματος, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτοῦ παρέλαβεν,
2144ἔδειξεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἐν τοῖς νέοις αὐτοῦ πολιτικοῖς
2145βήμασιν ἐννοεῖ διὰ τῆς φρονήσεως, καὶ μόνης τῆς φρονήσεως,
2146νὰ χειραγωγηθῇ.
2147Ἔχει λοιπὸν τὸ ἐπ’ αἰσίοις κυβερνῶν τοῦτο κόμμα τὴν
2148ἐθνικὴν περισυλλογὴν ὡς ἴδιον αὐτοῦ πρόγραμμα, συγχρόνως
2149δὲ τὴν ἀνύψωσιν τῆς καταπεπτωκυίας ἐθνικῆς τιμῆς καὶ τὴν
2150περιαγωγὴν τῆς χώρας εἰς θέσιν πρώτην καὶ περίβλεπτον με-
2151ταξὺ τῶν λοιπῶν Κρατῶν τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου. Καὶ
2152ὑπὸ τὸν νέον, ἐπάξιον σημαιοφόρον τοῦ κόμματος, τὸν ἔντι-
2153μον ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴν, τὸν περίπυστον τοῦτον διάδοχον
2154τοιαύτης περιλαμποῦς κληρονομίας καὶ τοὺς λοιποὺς αὐτοῦ δει-
2155νοὺς πολιτικοὺς συνεργάτας, τῇ ὑψηλῇ δὲ ἐπινεύσει τοῦ Ἡγε-
2156μόνος τῆς χώρας καὶ τῇ ἀρωγῇ τῆς Βουλῆς, μὴ ἀποβάλωμέν
2157ποτε τὴν γλυκεῖαν ἐλπίδα περὶ τοῦ ἐνδόξου μέλλοντος τοῦ
2158Ἑλληνισμοῦ, ἐλπίδα τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀθάνατος ἡμῶν ἀρ-
2159χηγὸς μέχρι τέλους διέσωζε τοῦ βίου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ζήσῃ,
2160ἀφοῦ μάλιστα καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ψῆφον αὐτῆς
21617 Φεβρουαρίου, ἔδειξεν ὅτι ἐννοεῖ καὶ θέλει νὰ ζήσῃ. (Εὖγε!
2162εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
2163§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
2164§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς δε-
2165κάτης ὥρας.
2166(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβά-
2167νεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 35′ μ. μ.)
2168§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ.
2169Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
2170§116ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐμφανίσεως
2171τῶν ἐθνικῶν γεγονότων, (εἰς ἅτινα ἐπηκολούθησεν ἡ ἧττα καὶ
2172ἡ καταστροφή, πρώτην φορὰν σήμερον ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβά-
2173νεται τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ
2174τρόπον σύμφωνον πρὸς τὴν ἐντολὴν αὐτῆς τὴν συνταγματι-
2175κήν, καίτοι καὶ ταύτην τὴν φορὰν οὐχὶ ἐπὶ προϋπολογισμοῦ
2176ἀκεραίου. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην
2177ἐψηφίσαμεν τὸν κυρωθέντα ἤδη προϋπολογισμὸν τοῦ 1898,
2178ἀλλ’ ἐψηφίσαμεν αὐτὸν τυπικῶς, ὡς ἀπολογισμὸν μᾶλλον,
2179καθόσον καὶ τὸ ἔτος ἔχει ἤδη λήξει, τὸ χρονολογικὸν τοὐλά-
2180χιστον. Εἶναι ἄρα ἐπίκαιρον νὰ ῥίψωμεν βλέμμα ἐπὶ τῶν
2181δύο ἐτῶν, ὧν ἡ προεξέτασις διέφυγε τὴν Βουλήν, ὅπως, σχη-
2182ματίζοντες γνώμην περὶ τῶν κατ’ αὐτὰ καὶ τῆς ἐπακολου-
2183θησάσης εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν καταστάσεως, δυνηθῶμεν
2184νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1899, οὕ-
2185τως ὥστε ν’ ἀποκτήσωμεν καὶ περὶ αὐτοῦ σαφεστέραν γνώμην.
2186Τὸ ἔτος 1897 ἐνεφανίσθη ὑπὸ ὅρους τελείως ὁμαλούς, καὶ
2187ἡ τότε Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογι-
2188σμὸν ἐσόδων μὲν 97,137,000 δραχ., ἐξόδων δὲ 95,343,000,
2189ὧν ἀφαιρουμένων ἀπὸ τῶν ἐσόδων, ἔμενε μικρόν τι περίσ-
2190σευμα. Ἀλλ’ ἀμέσως κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους
2191ἐνεφανίσθησαν τὰ γνωστὰ γεγονότα, ἅτινα, ἐν ᾧ τὰ ἔσοδα,
2192τὴν εἴσπραξιν δηλαδὴ τῶν ἐσόδων δὲν περιώρισαν, ὑπερβα-
2193λοῦσαν μάλιστα τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ 10,000,000 πε-
2194ρίπου, τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἀνεβίβασαν εἰς δραχ.
2195155,789,000, καθὼς ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίο-
2196δον, μετὰ δὲ τὰς γενομένας πληρωμὰς 137,000,000 δραχ-
2197μῶν ἐγεννήθη ἔλλειμμα 38,589,000. Οὕτως εἶχον τὰ τῆς
2198ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1897 κατὰ τὸν
2199προσωρινὸν ἀπολογισμόν, ὃν ἐδημοσίευσε τὸ Γενικὸν Λογι-
2200στήριον, ὅτε ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ἐψήφισε
2201τοὺς δύο νόμους ͵ΒΦΞʹ καὶ ͵ΒΦΞΖʹ, τοὺς προσθέσαντας εἰς
2202τὰς δαπάνας 1,413,000, ἐξ οὗ τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς 40
2203ἑκατομμύρια δραχμῶν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οὓς ἐξετέ-
2204λεσα, μὴ ἔχων ἐπίσημα ἄλλα κείμενα, ἐκτὸς τοῦ προσωρινοῦ
2205ἀπολογισμοῦ.
2206Διεδέχθη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
22071898, ὅστις ὑπεβλήθη κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον τῆς
2208Βουλῆς, ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ, ἔχων χαρακτῆρα καθαρῶς
2209τυπικόν. Ἔσοδα 87,576,599, ἔξοδα 87,254,858, πλεόνα-
2210σμα 321,740, περὶ οὗ ὅμως ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰ-
2211κονομικῶν ἔλεγεν, ὅτι εἶναι πλεόνασμα ἀπορροφούμενον ὑπὸ
2212ἐλλειμμάτων μεγάλων, ἅτινα προέκειτο νὰ κανονισθῶσι σὺν
2213τῷ κανονισμῷ τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως. Κατὰ Μάϊον
2214τοῦ ἔτους τούτου (1899) ἐψηφίσαμεν ἐνταῦθα τὸν προϋπο-
2215λογισμὸν τοῦ ἔτους 1898, ὅστις, ἐν ᾧ εἶχεν ἀναγεγραμμένα
2216ἔσοδα 87,726,599, μετά τινος μικρᾶς προσθήκης εἰς τὰ ἀρ-
2217χικά, ἀνέγραφεν ἔξοδα δρ. 101,144,839, καὶ ἐνεδείκνυεν
2218ἔλλειμμα 13,418,240. Ἀλλὰ τὰ ψηφισθέντα διαρκούσης
2219τῆς συνόδου ταύτης νομοθετήματα τὸ ποσὸν τῶν 101,144,839
2220δραχ. ἀνεβίβασαν εἰς 148,347,000, καὶ τῇ προσθήκῃ ἑτέρων
2221109,000 καὶ τῇ προσθήκῃ καὶ ἑτέρου ποσοῦ 38,000, — ὅπερ
2222ὅμως διὰ νόμου δὲν ἐκανονίσθη, — δαπανηθέντος εἰς ἀνασκευὰς
2223τοῦ Νοσοκομείου τοῦ στρατιωτικοῦ, εἰς 148,484.369.16.
2224Ἐν ἄλλοις λόγοις ἔχομεν ἔσοδα 87,726,000 ἀναγεγραμ-
2225μένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἔξοδα 148,484,369. Ἐκ
2226τούτων 136,765,000 ἀντιστοιχοῦσιν εἰς δαπάνας ὑπὲρ τοῦ
2227δημοσίου χρέους καὶ εἰς τὴν διπλῆν ἀποζημίωσιν, τὴν πλη-
2228ρωθεῖσαν εἰς τὴν Τουρκίαν,—42,435,000 ὑπὲρ τοῦ δημο-
2229σίου χρέους καὶ 94,300,000 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν πρὸς τὴν
2230Τουρκίαν, — ὧν ἀφαιρουμένων ἀπὸ τῶν 148,484,369, προ-
2231κύπτει ποσὸν 11,749,369, χρησιμοποιηθὲν εἰς πληρωμὴν
2232διαφόρων δαπανῶν τοῦ Κράτους τακτικῶν τε καὶ ἐκτάκτων.
2233Ὡς εἶπον ἀνωτέρω, τὸ ἔλλειμμα τὸ ἀρχικῶς ὁρισθὲν ὑπὸ
2234τοῦ κυρωθέντος προϋπολογισμοῦ ἦτο 13,418,240. Ἐπῆλ-
2235θεν ἐλάττωσις 72,420, κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς
2236Δικαιοσύνης, καταβιβάσασα τὴν πρόβλεψιν εἰς 13,345,820,
2237τούτου δὲ τοῦ ποσοῦ προστιθεμένου εἰς τὰ μετέπειτα δι’ εἰ-
2238δικῶν νόμων, ὡς ἐλέχθη, προστεθέντα 148,484,369, ἔχο-
2239μεν σύνολον ἐλλείμματος 161,830,190 δραχμῶν. Εἰς ταῦτα
2240δὲ προστιθεμένου καὶ τοῦ ὡς ἄνω ἐλλείμματος τοῦ ἔτους
22411897 ἐκ δρ. 40,002,648, ἔχομεν ἀκριβῶς δαπάνην διὰ τὰ δύο
2242ἔτη ἐπὶ πλέον τῶν ὑπολογισθέντων ἐσόδων δρ. 201,832,838.
2243Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐκαλύφθη ἅπαν ἐξ ἐκτάκτων πόρων ἐσω-
2244τερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, κανονισθὲν ὁριστικῶς διὰ τοῦ περὶ
2245ἐλέγχου νόμου καὶ τοῦ ἐπ’ αὐτῷ συνομολογηθέντος δανείου
2246150,000,000, ἐξ οὗ, κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ τμήματος τοῦ
2247δημοσίου χρέους, τὸ κατατεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
2248Οἰκονομικῶν, ἐλήφθησαν τὰ εἰς διαφόρους ἀνάγκας τοῦ Κρά-
2249τους δαπανηθέντα 4,150,000 φράγκα, ἅτινα ὑπολογιζόμενα
2250στρογγύλως ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 6,000,000 περίπου δραχμάς.
2251Οὕτως ἐξεκαθαρίσθη ἡ περίπλοκος διαχείρισις τῶν δύο
2252ἐτῶν.
2253Ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1898, μεταξὺ Φεβρουαρίου καὶ
2254Μαΐου, διὰ τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου καὶ τῆς συνομο-
2255λογήσεως τοῦ δανείου κατὰ Μάϊον τοῦ 1898, ἐπλάσθη νέα
2256ὅλως κατάστασις, νέον οἰκονομικὸν καθεστώς· ἐπὶ τῇ βάσει
2257δὲ τούτου τὸ πρῶτον σήμερον εἰσάγεται ὁ προϋπολογισμός,
2258ἵνα ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διῆλθε μὲν καὶ ὁ προϋπολο-
2259γισμὸς τοῦ 1898 μέρος τι ὑπὸ τὴν νέαν ταύτην κατάστασιν,
2260ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ὑποτεταγμένος εἰς αὐτὴν ἀκέραιος, οὐδὲ
2261δύναται νὰ συζητηθῇ ὠφελίμως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νέου
2262καθεστῶτος. Ὁ προϋπολογισμὸς ἄρα οὗτος εἶναι ἐξεταστέος
2263κατ’ ἀναδρομὴν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πλασθείσης νέας κατα-
2264στάσεως καὶ κατ’ ἀναδρομὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς διεθνοῦς ἐπι-
2265τροπῆς, τὰς προβλέψεις αὐτῆς καὶ τὰς προβλέψεις τῆς μετ’ αὐ-
2266τῆς συνεργασθείσης Κυβερνήσεως,—οὕτω ἐγὼ νομίζω,—μό-
2267νον ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συναγάγωμεν τὰ γενικὰ συμπεράσματα,
2268καθοδηγοῦντα εἰς τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν.
2269Ἡ διεθνὴς ἐπιτροπή, ἡ κανονίσασα τὰ τοῦ ἐλέγχου, ὥρι-
2270σεν ἔσοδα μὲν κανονικὰ κατὰ μέσον ὅρον 93,931,600, ἀπα-
2271ραιτήτους δὲ διοικητικὰς δαπάνας, εἰς ἀπαραιτήτους δηλαδὴ
2272ἀνάγκας χρησίμους δαπάνας, 68,251,000, καὶ ἀνεγνώρισεν
2273ὅτι ἐκ τῶν ἐσόδων, τῶν 93,931,600, δρ. 39,600,000 ἔπρε-
2274πεν ν’ ἀποχωρισθῶσι καὶ νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὑπὲρ τοῦ δη-
2275μοσίου χρέους ὑπέγγυα. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγνωρίσεως
2276ταύτης, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ μελετήσασα τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
2277τοῦ Κράτους διέγραψε τύπους προϋπολογισμῶν 6 ἐτῶν ὁλο-
2278κλήρων. Καὶ τοὺς τύπους τούτους παρακαλῶ τὴν Βουλὴν
2279νὰ ἀκούσῃ, συντόμως ἀναπτυσσομένους, ἵνα γνωρίσῃ ποῖαι
2280ὑπῆρξαν αἱ προβλέψεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τὸ λῆξαν ἔτος
22811898, ὅπερ ἤλπιζεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κανονίσῃ ὁλόκλη-
2282ρον, μὴ ἐπιτυχοῦσα τοῦτο, διότι συνετελέσθη βραδέως ὁ περὶ
2283ἐλέγχου νόμος, καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη 1899 ἕως 1903.
2284Διὰ τὸ ἔτος 1898 ἡ ἐπιτροπὴ προέβλεψεν ἔσοδα τακτικὰ
228585,556,500 δρ., ἐπικουρίαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150,000,000
2286δρ. 4,425,000, καὶ μετὰ τοῦτο ἔλλειμμα δρ. 6,524,000,
2287ὅπως ἀποτελεσθῇ σύνολον ἐσόδων 96,485,000, ἀνταποκρι-
2288νομένων πρὸς ἴσον ποσὸν δαπανῶν. Διὰ τὸ 1899 ἡ ἐπι-
2289τροπὴ ἀνεγνώρισεν ἔσοδα τακτικὰ 89,639,640, ἔσοδα ἔκ-
2290τακτα, ἐκ τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δανείου (τοῦ μὴ συν-
2291ομολογηθέντος), 8,000,000, καὶ ἔλλειμμα 2,050,232 τὸ
2292ὅλον 99,689,872, ἀπέναντι ἴσου ποσοῦ ἐξόδων· διότι ἐν τῷ
2293συστήματι καὶ τῇ προθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο, καὶ εἰς τὸ
2294ἓν καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἔτος νὰ δοθῇ μερικὴ ἐπικουρία ἐκ τοῦ δα-
2295νείου, νὰ ἐπαρκέσῃ δὲ τὸ Κράτος εἰς τὸ ὑπόλοιπον ἔλλειμμα,
2296ἀρυόμενον ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου
2297ἔτους. Οὕτω δ’ ἐξηκολούθησεν ἡ ἐπιτροπή, νὰ ὑπολογίζῃ καὶ
2298διὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἑπομένων ἐτῶν, ἐν οἷς ὅμως,
2299σημειωτέον, δὲν ἀπαντᾷ πρόνοια περὶ ἐπικουρίας ἐκ δανείου.
2300Τοῦτο δὲ εἶναι ἄξιον λόγου καὶ παρατηρήσεως, διότι ἦτο ἐξ
2301ἀρχῆς ἀποφασισμένον νὰ ἐπιτραπῇ δάνειον μέχρις 20,000,000
2302φράγκων, χρησιμοποιηθησόμενον εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων
2303κατὰ τὰς παρουσιασθησομένας ἀνάγκας· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπή,
2304καταρτίσασα τοὺς ὑποθετικοὺς προϋπολογισμούς, δὲν ἐνόμισεν
2305ὅτι ἔπρεπε πέραν τοῦ 1899 νὰ προβλέψῃ ἐπικουρίαν ἐκ τοῦ
2306δανείου τούτου. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τοὺς ἑπομένους τύπους
2307προϋπολογισμοῦ οὐδεμίαν βλέπομεν μνείαν τοῦ δανείου τού-
2308του, περιορισθέντος οὕτως εἰς μόνα τὰ διὰ τὸ ἔτος 1899
2309προβλεφθέντα ὡς ἄνω 8 ἑκατομμύρια δραχμῶν.
2310Ἐξακολουθῶ τοὺς ὑποθετικοὺς προϋπολογισμούς. Τὸ 1900
2311ἔσοδα δρ. 92,598,780, ἔλλειμμα 4,587,138, τὸ ὅλον δρ.
231297,185,918, ἀπέναντι ἴσου ποσοῦ ἐξόδων. Τὸ 1901 ἔσοδα δρ.
231395,557,520, ἔλλειμμα 4,465,304, τὸ ὅλον 100,022,824,
2314ἀπέναντι ἴσων ἐξόδων. Τὸ 1902 ἔσοδα 98,517,060· ἀφαιροῦ-
2315σιν ἐνταῦθα τὴν ἀναλογίαν τὴν ἀνήκουσαν εἰς τοὺς δανειστὰς
2316ἐκ προβλεπομένης προσαυξήσεως τῶν ἐκ τῶν μονοπωλίων καὶ
2317τοῦ καπνοῦ προσόδων, ἤτοι δραχμὰς 413,556, ὑποβιβάζον-
2318τες τὰ ἔσοδα εἰς δρ. 98,103,504, ἔλλειμμα δρ. 817,486,
2319τὸ ὅλον δρ. 98,920,990, ἀπέναντι ἴσου ποσοῦ ἐξόδων. Καὶ
2320τὸ τελευταῖον ἔτος 1903,—ἔτος ὑπολογιζόμενον ὑπὸ τῆς
2321ἐπιτροπῆς ὡς ἔτος ἰσοζυγίου καὶ πλεονάσματος, ἔτος δηλαδὴ
2322κανονικῆς κινήσεως ἐσόδων καὶ ἐξόδων, —ἔσοδα 100,267,000.
2323Ἀφαίρεσις, δι’ οὓς λόγους ἄνω, προσαυξήσεως δρ., 516,944.
2324Τὸ ὅλον ἔσοδα 99,750,056, ἀπέναντι ἐξόδων 99,750,056,
2325ἐν οἷς περιλαμβάνεται πλεόνασμα 1,542,056.
2326Λοιπὸν αἱ προβλέψεις τῆς ἐπιτροπῆς ἦσαν τοιαῦται ὅτι
2327βαθμηδὸν ἐξ ἐπικουρίας ἐν ἀρχῇ μὲν—τὰ δύο πρῶτα ἔτη—
2328τῶν δανείων, τοῦ τε ἀρχικοῦ δανείου τῶν 150,000,000—
2329κατὰ 4,500,000 δραχμὰς περίπου —καὶ τοῦ δανείου τῶν
233020,000,000, —κατὰ 8,000,000 δραχμὰς,—καὶ ἐξ ἐπικου-
2331ρίας δὲ τῶν ἑπομένων προϋπολογισμῶν εἰς πλήρωσιν τοῦ ἐλ-
2332λείμματος τῶν προηγουμένων ἠθέλομεν φθάσει τῷ 1903 εἰς
2333προϋπολογισμὸν ἄρτιον, καταλείποντα καὶ περίσσευμα, ἄνευ
2334οὐδεμιᾶς ἐκτάκτου εἰσφορᾶς, 1,500,000 δραχμῶν.
2335Τὸ δάνειον τῶν 150,000,000 φράγκων συνωμολογήθη
2336κατὰ Μάϊον, ἔχομεν δὲ σήμερον πλήρη τὴν ἀνάλυσιν τῶν
2337πράξεων, αἵτινες ἐτελέσθησαν μετὰ τὴν συνομολόγησιν αὐ-
2338τοῦ. Εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ δανείου φρ. 149,211,946, μετὰ
2339τοῦ τόκου 149,342,640, ὄχι δηλαδὴ ἀκριβῶς 150,000,000·
2340δηλοῦται δ’ ἐν τῷ σημειώματι τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι πρὸς συμ-
2341πλήρωσιν τῆς διαφορᾶς μέχρις 150,000,000 πραγματικῶν
2342καὶ κάλυψιν τῶν ἐξόδων ἐκδόσεως θέλουσιν ἐκδοθῇ ὁμολογίαι
2343ἀναλόγου ποσοῦ. Ἐκ τῶν 149 τούτων ἑκατομμυρίων ἐδα-
2344πανήθησαν εἰς πληρωμὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν διὰ τὰς δύο
2345ἀποζημιώσεις 93,936,420.77, καὶ εἰς ἐξόφλησιν δανείων εἰς
2346χρυσόν, μεταλλικῶν, πληρωθέντα ἐνταῦθα, 31,356,658.94.
2347Τὸ ὅλον 125,293,079.71, ὧν ἀφαιρουμένων ἀπὸ τῶν
2348149,342,640.10, ἔχομεν ὑπόλοιπον περίσσευμα φράγκων
234924,049,560.39. Τοῦτο τὸ περίσσευμα ἔμεινεν ἐν Ἑλλά-
2350δι, μετὰ τὰς πληρωμὰς τὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ πρὸς ἀντι-
2351κατάστασιν τῶν παλαιῶν δανείων, καὶ εἰσήχθη εἰς τὸν λο-
2352γαριασμὸν τοῦ τελευταίου ἔτους 1898. Ἐκ τούτων τῶν
235324,049,560.39 ἀφαιρετέα 13,066,651.74, ὅσα ἐδαπάνησεν
2354ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, μὴ
2355παραλαμβάνουσα χρυσὸν ἄλλοθεν, διότι εἶχεν ἕτοιμον χρυ-
2356σὸν, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐπήρκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων.
2357Ἐκ δὲ τοῦ ὑπολοίπου φράγκων 10,982,908.65 ἐδόθησαν
2358κατὰ τὸ 1898 εἰς διαφόρους ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, ὅπως πρὸ
2359ὀλίγου εἶπον, 4,150,000 φράγκα (ἤτοι περίπου 6,000,000
2360δραχμαὶ), καὶ οὕτως ἔμεινε κατὰ τὸ ἔτος 1899 ὑπόλοιπον
23616,832,908.65, ὑπόλοιπον ἀναφερόμενον εἰς τὸν πίνακα, ὃν
2362κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, συντεταγμένον ὑπὸ τοῦ τμημα-
2363τάρχου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐκ τῶν 6,832,908
2364τούτων γινώσκομεν ἐκ σημειώσεως τοῦ τμήματος ἐν τῷ πί-
2365νακι, ὅτι τὰ 3,233,611 διετέθησαν ἤδη εἰς τὴν δόσιν τοῦ
2366Ἀπριλίου 1899, τὰ δὲ ὑπόλοιπα 3,599,297.65 μέλλουσι
2367νὰ διατεθῶσι κατὰ Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον τοῦ 1899 εἰς τὴν
2368ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· δηλαδὴ ταύτην τὴν στιγ-
2369μὴν τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ
2370ταμείῳ τοῦ Κράτους.
2371Οὕτως ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ δανείου
2372τῶν 150 ἑκατομμυρίων, καὶ ὁ μέλλων χρόνος εὑρίσκει ἡμᾶς
2373κατέχοντας μόνας τὰς προσόδους τὰς τακτικὰς τοῦ προϋπο-
2374λογισμοῦ καὶ μὴ ἔχοντας τὸν νοῦν προσηλωμένον εἰς ποσὸν
2375ληπτέον ἐκ δανείου, διότι τὸ μὲν δάνειον τὸ κύριον ἐξηντλήθη
2376ἤδη καὶ ἐλάβομεν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν προβλεφθεῖσαν ἐν τῷ πρώτῳ
2377προϋπολογισμῷ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπικουρίαν, — μεγαλειτέραν
2378μάλιστα τῆς προβλεφθείσης, διότι ἐκεῖ προεβλέπετο ἐπικου-
2379ρία 4,425,000, ἡμεῖς δὲ ἐλάβομεν ἐπικουρίαν 6,000,000
2380περίπου, — τὸ δὲ δεύτερον δάνειον, τῶν 20,000,000, δὲν
2381συνωμολογήθη, εὔχομαι δὲ καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει συνο-
2382μολογηθῆ ποτέ, τοὐλάχιστον πρὸς τοιούτους σκοπούς. Λόγος
2383τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων τοῦ ἔτους 1898, ὅπερ θέλει
2384ὑπάρξει δυνατὸν νὰ κλεισθῇ, (διότι δὲν ἔληξεν ἡ χρῆσις)
2385καθὼς φαίνεται, ἄνευ ἐπικουρίας τινὸς ἄλλης, ἐκτὸς μόνον
2386ἴσως ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 3,659,000 δραχμῶν ἐξ ἀντιτίμου
2387σταφίδος τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897 — (σημειωτέον δὲ,
2388ὅτι τὴν σταφίδα τοῦ 1898 ἔχομεν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ
2389προϋπολογισμῷ τοῦ 1898, ὥστε ταύτην ἔχομεν ἤδη περιειλημ-
2390μένην εἰς τὰς προβλέψεις) — λόγος, λέγω, τῶν εὐαρέστων ἀποτε-
2391λεσμάτων τούτων τοῦ 1898 κύριος ὑπῆρξεν ἡ ἀπροσδόκητος ἐπὶ
2392πλέον ἀπόδοσις κεφαλαίων τινῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσό-
2393δων. Οἱ φόροι καταναλώσεως (Βʹ, 1–2) ἀπέδωκαν ἐπὶ πλέον
2394τῶν προϋπολογισθέντων 10,526,763, τὰ τέλη καὶ δικαιώματα
2395(Γʹ, 1.) ἐπὶ πλέον 1,380,858, τὰ διάφορα ἔσοδα (Ηʹ, 3,
2396καθυστεροῦντα παρελθουσῶν χρήσεων) 774,507, ἡ νομισμα-
2397τικὴ διαφορὰ (ἔκτακτα ἔσοδα, ΙΓʹ, 2.) 337,975 ἐπὶ πλέον,
2398καὶ ἡ ἐπικαταλλαγὴ (ἐκεῖ ἡ νομισματικὴ διαφορὰ προέρχεται
2399ἐξ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν) ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων εἶναι δραχ.
24003,799,061. Τὸ ὅλον 16,819,166. Ταῦτα τὰ 16,819,166
2401ἐπέτρεψαν εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀντικρύσῃ τὰς δαπάνας ἄνευ
2402προσφυγῆς εἰς ἄλλην ἐπικουρίαν, πλὴν ἐκείνης, ἧς πρὸ ὀλίγου
2403ἐμνημόνευσα. Καὶ τῷ ὄντι, ὁ κυρωθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ
2404ἔτους 1898, ὡς προεῖπον, ἔχει ἔλλειμμα 13,418,000· προσ-
2405θῆκαι διαφόρων ἐξόδων ὡς ἔλλειμμα 11,749,369. Τὸ ὅλον
240625,167,609. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τούτων 16,719,166 ἐπὶ
2407πλέον εἰσπραχθέντα, ὑπόλοιπον 8,348,442. Ἀφαιρέσατε
2408τὰ 6,000,000 περίπου, τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150,000,000,
2409μένει ὑπόλοιπον ἔλλειμμα δραχ. 2,348,442. Ἀλλὰ τὸ ὑπό-
2410λοιπον τοῦτο ἐπαρκεῖ ἵνα καλύψῃ τὸ ποσὸν τῶν 3,859,258,
2411τὸ ἐξ ἀντιτίμου φόρου εἰς εἶδος τῆς σταφίδος τῶν ἐτῶν 1895,
24121896 καὶ 1897...
2413§117Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Εἴπετε ὅτι οἱ φόροι καταναλώσεως ἀπέ-
2414δωκαν 10,000,000 περιπλέον. Δύνασθε νὰ εἴπητε ἀπὸ ποῦ;
2415Διότι ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι σπουδαία.
2416§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδού. Βʹ 1: προϋπελογίσθησαν 25 ἑκα-
2417τομμύρια. Βʹ 2: 5,793,200. Τὸ ὅλον 30,793,200. Εἰσε-
2418πράχθησαν τὸ ὅλον 41,319,963· ἄρα διαφορὰ 10.526,763.
2419Λοιπόν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους, ἐφθάσαμεν νὰ
2420ἀποδείξωμεν, νομίζω, ὅτι, μετὰ τὴν εἰσφορὰν 6,000,000
2421δραχμῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150,000,000 φράγκων εἰς τὸν
2422προϋπολογισμὸν τοῦ 1898, ὁ προϋπολογισμὸς ἐκ τῶν ἰδίων
2423ἑαυτοῦ εἰσπράξεων καὶ ἐκ μέρους τινὸς ἐσόδων τῶν ἐτῶν
24241895, 1896 καὶ 1897 (τῶν ἐκ τῆς σταφίδος) ἐπήρκεσεν
2425εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, ἴσως δὲ μείνῃ καὶ περίσ-
2426σευμά τι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει περίπου ἐκαλύφθησαν τὰ ἔξοδα
2427ὑπὸ τῶν ἐσόδων, ἐξ ὧν ἓν μόνον ἦτο ἔσοδον ἔξω τοῦ τα-
2428κτικοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150,000,000.
2429Τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς
2430ἐνέργειάν τινα ἀξίαν ἰδιαιτέρου ἐπαίνου τῆς τέως Κυβερνή-
2431σεως, ὅπως ἠθέλησε νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευ-
2432τὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ καὶ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
2433διότι οὐδενὸς ἐκ τῶν ἐσόδων, ἅτινα ἔδωκαν τὸ πλεόνασμα,
2434ἡ λειτουργία ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης δράσεως
2435τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἐπὶ πλέον εἰσπράξεις ἐπετεύχθησαν ἐν
2436τῇ κανονικῇ ἐνεργείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, διεξαγούσης τὰ συνήθη
2437ἔργα τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ τὰ τελωνεῖα ἀφ’ ἑαυτῶν ἀπέδωκαν
2438περισσότερα, καὶ τὸ χαρτόσημον, καὶ τὰ τέλη καὶ δικαιώ-
2439ματα οὕτως ἀπέδωκαν περισσότερα. Καὶ ἡ ἐπικαταλλαγὴ
2440ἀπέδωκεν ὅσα ἀπέδωκε, μὴ προϋπολογισθέντα. Ἴσως μόνον
2441ἀξία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς ἔπαινον τῆς κυβερνητικῆς ἐνερ-
2442γείας θὰ ἦτο ἡ εἴσπραξις ἐπὶ πλέον 714,000 δραχμῶν ἐκ
2443καθυστερούντων παρελθουσῶν χρήσεων, ἂν ἡ εἴσπραξις αὕτη
2444ἦτο ἐντελῶς ἐξαιρετική. Ἀλλὰ 3,674,000 ἐκ τοῦ κεφα-
2445λαίου τούτου δὲν εἰσεπράχθησαν μόνον κατὰ τὸ 1898, καὶ
2446διὰ τοιαύτην ἐπὶ πλέον εἴσπραξιν 700,000 δὲν μοὶ φαίνεται
2447ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ ἀπονείμωμεν εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν
2448προηγηθεῖσαν τῆς παρούσης Κυβέρνησιν.
2449Οὕτω, Κύριοι, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἔτος 1899, ἄνευ οὐδε-
2450νὸς βάρους ἐκ τοῦ παρελθόντος, μετὰ προβλέψεων, ἃς ἐρχό-
2451μεθα εἰδικῶς νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ τὰς πόρρωθεν, τὰς προβλέ-
2452ψεις δηλαδὴ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ξένων, καὶ τὰς ἐγγύθεν προ-
2453βλέψεις, τὰς προβλέψεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
2454Ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, κατὰ τὰς προβλέψεις τῆς ἐπι-
2455τροπῆς τῆς διεθνοῦς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ὑπελογίσθη
2456δεόμενος ἐπικουρίας ἐκ τοῦ δανείου τοῦ δευτέρου 8,000,000
2457δραχμῶν, καὶ ὑπελογίσθη μέλλων νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα
24582,050,000, καλυπτέον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900.
2459§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τὴν ἐπικουρίαν.
2460§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὴν ἐπικουρίαν 8,000,000, καὶ
24612,050,000 ἔλλειμμα.
2462Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ἀρχικός, ὃν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις,
2463περιεῖχεν ἔσοδα μὲν 105,795,658, ἔξοδα δὲ 99,347,623,
2464καὶ περίσσευμα 6,448,034, ὅπερ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν
24653,859,258 τῆς σταφίδος ἠλαττοῦτο εἰς 2,588,776· καὶ
2466πρέπει βεβαίως περὶ τῆς σταφίδος νὰ μὴ γείνῃ πλέον λόγος,
2467διότι ταύτην κατελογίσαμεν, κατὰ τὸ σύστημά μου, εἰς τὴν
2468ἀποπλήρωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ 1898.
2469Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἦτο
2470κἄπως διαφορετικός· 103,655,658 ἔσοδα, 103,311,974
2471ἔξοδα, καὶ περίσσευμα 343,684 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸν προϋ-
2472πολογισμὸν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ πρὸ ὀλίγων ἡμε-
2473ρῶν, τὴν 9 Ἰουλίου, ἐτροπολόγησεν ὡς ἑξῆς. Ἔσοδα δραχ.
2474107,085,658, ἔξοδα 103,319,791, διαφορὰ εἰς περίσσευμα
2475δρ. 3,765,866. Τὸ περίσσευμα λοιπόν, τὸ ἀρχικῶς ὑπολογι-
2476σθέν, διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἐξήγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς
2477πλέον τῶν 6 ἑκατομμυρίων, περιωρίσθη ἀπὸ 6,448,034 εἰς
2478τὸ ἥμισυ περίπου, ἤτοι εἰς 3,765,866· ἀφαιρουμένου δὲ
2479ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγομένου εἰς τὸ τίμημα τριῶν
2480ἐτῶν τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος 1895, 1896 καὶ
24811897, ἤτοι εἰς 3,859,258, μένει ἔλλειμμα 93,909 δραχ-
2482μῶν. Οὗτος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ σήμερον συζητούμε-
2483νος ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
2484§121Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2485Προσθήκη 1,360,000.
2486§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Λέγω ὄχι, φοβούμενος μήπως δὲν
2487εἶμαι ἐγὼ ἐν τῇ ἀκριβείᾳ.
2488§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ τῆς
2489ἐμῆς εἰσηγήσεως, διὰ τὸ ἀκριβὲς πρέπει νὰ προσθέσητε αὐτὸ
2490τὸ ποσόν.
2491§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν παρατήρησιν. Καὶ
2492ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ἤθελον ἀκούσει ταύτην τὴν παρατήρησιν,
2493διότι τοιοῦτόν τι μοὶ ἐφάνη ὅτι ἤκουσα προχθές, ἀλλὰ διότι
2494ὁμιλεῖτε ταπεινῇ τῇ φωνῇ, δὲν ἤμην βέβαιος ὅτι ἤκουσα κα-
2495λῶς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν ἀντιτίμου σταφίδος, τὸ
2496ἀναγόμενον — ἐκτὸς ἂν πλανῶμαι — εἰς τὸ ἔτος 1898, εἶναι
2497ἤδη κατακεχωρισμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898,
2498καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν αὐτὸ
2499ἐνταῦθα.
2500§125ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ πῶς. Εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς
2501τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897 ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ
2502τοῦ ποσοῦ τοῦ σταφιδοκάρπου τὸ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς ἀπο-
2503ταμιεύσεως ληφθέν.
2504§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐτῶν 1895,
25051896 καὶ 1897 τὰ ἔχομεν ἐνταῦθα ἀναγεγραμμένα. Ὥστε
2506ἡ ἀναγραφὴ ἐν ἔτει 1898 δὲν θεωρεῖται πραγματοποιηθεῖσα
2507καὶ ἑπομένως τὸ μετεφέρετε ἐδῶ.
2508§127ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
2509κῶν κλπ.). Δὲν εἶχεν ἐκκαθαρισθῆ.
2510§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ παρετήρησα ἀναγεγραμμένον
2511αὐτὸ εἰς τὸ ἔτος 1898, τὸ ὑπελόγισα ἐκεῖ. Ἐὰν προσθέσω-
2512μεν αὐτὸ ἐνταῦθα, θέλει ἀφαιρεθῆ ἐκεῖθεν. Ὁπωσδήποτε τὰ
2513ποσὰ ταῦτα εἰς ἐμὲ χρησιμεύουσιν ἵνα καλύψωσι πᾶν τυχὸν
2514ἔλλειμμα τοῦ 1898, ἂν δὲ μείνῃ περίσσευμά τι, φυσικῶς θέ-
2515λει ἔλθει εἰς ἐπικουρίαν τοῦ 1899. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει καὶ
2516πολλὴν σημασίαν, διότι ἡ ἔποψις, ὑφ’ ἣν ἐξετάζω ἐγὼ τὸν
2517προϋπολογισμὸν, καὶ τὰ συμπεράσματα, εἰς ἃ ἀπολήγω, δὲν
2518ἀπέχουσι πολὺ τῆς ἐπόψεως καὶ τῶν συμπερασμάτων, ἅτινα
2519ἐξέθηκεν ἡ Κυβέρνησις.
2520Τοιαῦται αἱ προβλέψεις τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτρο-
2521πῆς περὶ τοῦ 1899, καὶ τοιοῦτος ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Κυ-
2522βερνήσεως, ἀπολήγων εἰς ἔλλειμμα 93,000 δραχμῶν, ἐκτὸς
2523ἂν συμψηφίσωμεν τὴν σταφίδα τοῦ 1898, ὅτε ἔχομεν ἓν
2524ἑκατομμύριον καί τινας χιλιάδας δραχμῶν ἐπὶ πλέον.
2525Ἐκ τῆς ἐξετάσεως, εἰς ἣν ἐγὼ προέβην, τοῦ προϋπολογι-
2526σμοῦ, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, μετὰ στοιχείων ἀνεπαρκῶν καὶ
2527ἐν ἐλλείψει ἀπολογισμῶν, ἐπείσθην ὅτι αἱ βεβαιώσεις καὶ
2528εἰσπράξεις τοῦ πρώτου ἑξαμήνου, ὅτι αἱ ὑπολογιζόμεναι βε-
2529βαιώσεις καὶ εἰσπράξεις τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου, αἱ ἐκ τῆς
2530κυρώσεως τῆς ἀρχικῆς πεποιθήσεως περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων
2531τοῦ πρώτου ἑξαμήνου καθιστάμεναι πιθανώταται, καὶ αἱ αὐ-
2532ξήσεις αἱ προστιθέμεναι ὑπὸ τῶν νομοθετημάτων τῆς Κυβερ-
2533νήσεως παρέχουσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι, παρ’ ὅλας τὰς δαπάνας, ἃς
2534ἐψήφισεν ἡ Βουλή, ἢ φαίνεται ὅτι θέλει ἔτι ψηφίσει τῇ προ-
2535τάσει τῆς Κυβερνήσεως, τὰ τακτικὰ ἔσοδα θέλουσι περίπου
2536ἐπαρκέσει εἰς κάλυψιν τῶν δαπανῶν. Ἐὰν δ’ ὑπάρξῃ ἔλ-
2537λειμμά τι, εἰς τοῦτο θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπικουρήσῃ, ἄνευ ζη-
2538μίας, ἄνευ ἀνάγκης ἄλλης ἔξωθεν ἐπικουρίας, ὁ προϋπολο-
2539γισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, — καὶ
2540πάλιν ἐπαναλέγω αὐτὴν — ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει νὰ
2541σκεφθῶμεν περὶ αἰτήσεως ἐπικουρίας ἄλλης, παρὰ τὴν ἐξ
2542αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἐὰν
2543ὑπάρξῃ μικρόν τι ἔλλειμμα.
2544Τὸ ἀποτέλεσμα μοὶ φαίνεται λίαν εὐάρεστον, καὶ ἀκριβῶς
2545διότι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ δυνάμεις τῆς
2546χώρας εἶναι πολὺ πλέον ὑγιεῖς ἢ ὅσον ἐνομίζετο, — διότι τὸ
2547ἀντίθετον ἐξελαμβάνετο ὑπὸ πάντων κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν
2548κατηρτίζοντο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διεθνοῦς οἱ ὑποθετικοὶ
2549προϋπολογισμοὶ καὶ ἐχαλκεύοντο τὰ τοῦ ἐλέγχου, — ἐπειδή,
2550λέγω, ἀποδεικνύονται πολὺ ὑγιέστεραι, προκαλεῖται ἡ προ-
2551σοχὴ ἡμῶν πάντων σύντονος ἐπὶ τῆς μελλούσης ἡμῶν πο-
2552ρείας. Ἀποδεικνύεται, κατὰ ταῦτα, ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν
2553ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας τοῦ ἐξ 20,000,000 φράγκων δα-
2554νείου. Ἀπεδείχθη προσέτι, ὅτι ἀντὶ ἀπὸ τοῦ 1903 νὰ εἰσ-
2555έλθωμεν εἰς τὴν κανονικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋ-
2556πολογισμοῦ, ἀπέναντι τῶν τακτικῶν ἐξόδων, ἐπαρκοῦσαν εἰς
2557κάλυψιν αὐτῶν, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατά-
2558στασιν ταύτην τὴν ὁμαλὴν ἀπὸ τοῦ 1900, τρία ἔτη πρὸ
2559τοῦ προβλεφθέντος ὑπὸ τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς...
2560§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσήλθομεν ἤδη.
2561§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Τοῦτο δὲν θεωρῶ ἀρκούντως ἀσφα-
2562λές. Τὰ τοῦ 1899, ὡς παρεδέχθην καὶ ὑπελόγισα αὐτά,
2563θεωρῶ ἁπλῶς ἀρκετὰ ἐνδεικτικά, ὥστε νὰ δεχθῶμεν, ὅτι τὸ
25641900 θέλει εἶναι ἔτος ὑγείας οἰκονομικῆς. Εἰσερχόμεθα δὲ
2565τὸ 1900 εἰς τὴν κατάστασιν, ἣν οἱ ξένοι προέβλεπον ὡς
2566μέλλουσαν νὰ ἐπέλθῃ τὸ 1903, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν τοιαύ-
2567την κατάστασιν ἀκριβῶς κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἄρχεται λει-
2568τουργοῦσα ἡ διάταξις περὶ ἐλαττώσεως τῆς ἀναγκαστικῆς
2569κυκλοφορίας κατὰ 2,000,000 δραχμάς.
2570Τῆς τοιαύτης καταστάσεως, τῆς ἀπροσδοκήτως εὐαρέστου,
2571ἡ ἐμφάνισις εἶναι παρήγορος. Ἀλλ’ ἕνεκα τῶν γνωστῶν
2572ὅρων, ὑφ’ οὓς διακείμεθα, ἐπιβάλλεται νὰ μὴ δείξωμεν ὑπερ-
2573βολικὴν χαρὰν διὰ τὰ περισσεύματα, ἅτινα ἤρχισαν νὰ ὑπο-
2574φαίνωνται, νὰ μὴ παρασυρθῶμεν εἰς δαπάνας μὴ ὅλως δεδι-
2575καιολογημένας, ἀλλὰ νὰ προσέξωμεν σταθερῶς νὰ ἐφαρμό-
2576σωμεν πολιτικὴν οἰκονομιῶν ὅσον οἷόν τε μεγάλην καὶ φορο-
2577λογίας ἐν μέτρῳ καὶ ἄνευ ὑπερβολῶν· πρὸ πάντων πρέπει
2578νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἐπὶ κορυφῆς πρέπει νὰ τεθῶσι
2579τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἵνα δὲ ταῦτα τεθῶσιν ἐπὶ κορυφῆς,
2580ἀνάγκη πᾶσα νὰ εἰσαγάγωμεν πολιτικὴν οἰκονομιῶν. Ἐὰν
2581αἱ Κυβερνήσεις, αἱ μέλλουσαι νὰ διαδεχθῶσιν ἡ μία τὴν
2582ἄλλην, χαράξωσι τοιαύτην οἰκονομικὴν πολιτικὴν σταθερὰν,
2583εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θέλομεν δυνηθῆ προσεχῶς
2584ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἀναγράψωμεν προβλέψεις τεινούσας
2585ἀκριβῶς εἰς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, τὴν πρό-
2586βλεψιν ὅπως μέρος τοῦ σταθεροῦ περισσεύματος ὁρισθῇ εἰς
2587ἐπιτάχυνσιν τῆς λύσεως τῶν ὑπεγγύων ἡμῶν χρεῶν, καὶ ἕτε-
2588ρον μέρος εἰς πλήρωσιν τῶν κενῶν τῶν ἐν τῷ στρατῷ καὶ
2589εἰς ἐπιτυχίαν τῆς ἀναδιοργανώσεως αὐτοῦ.
2590Προηγουμένως εἶπον, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1899 κατὰ τὸν
2591προϋπολογισμὸν ἀνέρχονται εἰς 107,085,658 δραχμάς. Ἐκ
2592τούτων ὀφείλομεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἀφαιρέσωμεν 29,014,277
2593διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, — τόσον εἶναι τὸ
2594ποσὸν μετὰ τὴν μικρὰν ἐλάττωσιν, ἣν ἐπέτυχεν ὁ κ. Ὑπουρ-
2595γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περιορίσας τὸν τόκον τῶν ἐντόκων
2596γραμματίων. — Ἔχομεν οὕτως ὑπόλοιπον 78,071,381, εἰς ἃ
2597περιλαμβάνω καὶ τὰ 3,000,000 τῆς σταφίδος.
2598Παραλαμβάνω τοὺς ἀριθμοὺς ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ προϋπο-
2599λογισμῷ, διότι οὗτοι, πέποιθα ὅτι, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἐσφαλ-
2600μένοι, τοῦ ὑπολογισμοῦ τὸ λάθος δὲν θέλει εἶναι (εἰς) ζημίαν
2601τοῦ Κράτους. Ὑπολογίζω, κατὰ ταῦτα, ὅτι δυνάμεθα νὰ
2602ἔχωμεν ἐλεύθερα 75,000,000 διὰ τὰς γενικὰς δαπάνας τοῦ
2603Κράτους, εἰς ἃς διὰ τούτου τοῦ ποσοῦ ὀφείλομεν νὰ προσπα-
2604θήσωμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν. Αἱ δαπάναι, ἃς ὑπελόγισεν ἡ διε-
2605θνὴς ἐπιτροπὴ ὡς ἀπαραιτήτους εἰς τὴν τακτικὴν λειτουρ-
2606γίαν τοῦ Κράτους, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἐκτάκτων
2607ἀναγκῶν, ὡρίσθησαν εἰς 63,000,000, ἀνεγνώρισε δὲ ἡ ἐπι-
2608τροπὴ, ὅτι προβαινόντων τῶν ἐτῶν θέλομεν φθάσει κατὰ τὸ
2609ἔτος 1903 καὶ εἰς δαπάνην 64,751,000. Φρονῶ ὅτι
261066,000,000 διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους εἶναι
2611ἀπαραίτητα, —ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὑπελόγισεν ἄλ-
2612λοτε δι’ αὐτὰς 67,000,000, προκειμένου τότε τοῦ ζητή-
2613ματος τοῦ συμβιβασμοῦ. — 66,000,000 ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν
261475,000,000 καταλείπουσιν ὑπόλοιπον 9,000,000.
2615Ταῦτα διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, κατὰ τὰς προβλέψεις τοῦ προϋ-
2616πολογισμοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τὸ ἔτος
26171903, ὡς ἔτος ἀποκαταστάσεως τῆς κανονικῆς λειτουργίας
2618τῶν ἐσόδων κατὰ τὰς γνώμας τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἡ
2619ἐπιτροπὴ προβλέπει διὰ τὸ ἔτος τοῦτο 99,950,000 δραχ.
2620ἔσοδα. Ταῦτα ἀντιπαραβάλλων πρὸς τὰ ἔσοδα, ἅτινα ἔχο-
2621μεν ἤδη σήμερον πιθανώτατα 105,000,000, εὐλόγως ἀνα-
2622βιβάζω τότε εἰς μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο· ἀφαιρῶ 32,736,000,
2623ὅσα θέλομεν δαπανήσει, κατὰ τὰς γενομένας προβλέψεις ὑπὸ
2624τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν ἔτει 1903 ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους, ἔχω
2625δ’ ὑπόλοιπον 72,000,000· ἀφαιρῶ ἐκ τούτων διὰ τὰς τα-
2626κτικὰς δαπάνας 66,000,000, καὶ συνάγω πλεόνασμα, οὕτω
2627μετριώτατα ὑπολογιζομένων τῶν ἐσόδων, δραχ. 6,264,000.
2628§131Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Εἰς τὰ 66,000,000 ὑπολογίζετε καὶ τὰς
2629προσθέτους δαπάνας;
2630§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔφθασα εἰς τὸ ζήτημα τὸ περὶ τῶν
2631προσθέτων δαπανῶν. Τὰ 9,000,000 ἢ ἄλλως τὰ 6,000,000
2632ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐθνικῆς πολι-
2633τικῆς, δαπανῶντες μέρος εἰς ἐπιτυχίαν ταχυτέρας λύσεως τοῦ
2634δημοσίου χρέους καὶ μέρος εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας.
2635Ἀλλ’ ἐρωτῶ, αἱ ἰδέαι αὗται ἐμφανίζονται ἐν τῷ προϋπο-
2636λογισμῷ, ὃν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις; —καὶ ἐδῶ ἀπαντῶ εἰς
2637τὴν ἀπορίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου, καὶ ἡ ἀπάν-
2638τησις ἐπέρχεται ἀμέσως ἀρνητική: — Ὄχι. Ὁ προϋπολογι-
2639σμός, ὃν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐνέχει τοιαύτην ἔν-
2640νοιαν τῆς φροντίδος τῆς Κυβερνήσεως περὶ οἰκονομιῶν καὶ
2641περὶ αὐξήσεως ἐσόδων προέτρεχε φροντὶς περὶ αὐξήσεως δα-
2642πανῶν καὶ περὶ πολυτελοῦς διευθετήσεως τῶν δημοσίων ὑπη-
2643ρεσιῶν. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν κατέβαλε
2644σπουδαίαν πρόνοιαν περὶ οἰκονομιῶν· αἱ μόναι οἰκονομίαι,
2645ἃς βλέπω ὅτι ἐπεδίωξεν, εἶναι αὗται: Κατήργησε τὴν ὑπη-
2646ρεσίαν τοῦ γραφείου τοῦ δημοσίου χρέους, ἧς ἡ κατάργησις
2647πάντως ἐπεβάλλετο, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους
2648μετετέθη εἰς ξένας χεῖρας. Ἡ κατάργησις αὕτη ἔπρεπε νὰ
2649εἶχε συντελεσθῆ ἀπὸ πολλοῦ· τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἔπρεπε
2650νὰ ἦναι περὶ αὐτῆς. Ἄλλην οἰκονομίαν σημειῶ, ὡς προεῖπον,
2651τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ἀπε-
2652ναντίας δὲ ἔχομεν αὐξήσεις, ὧν καὶ ἄλλοι ἐμνημόνευσαν· αὔ-
2653ξησιν τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν ψηφισθῇ
2654τὸ νομοσχέδιον· ἀποζημιώσεις γενναίας εἰς ἀπεσπασμένους
2655ἐν Κρήτῃ προξενικοὺς καὶ ναυτικοὺς ὑπαλλήλους· αὔξησιν
2656τῶν δικαστικῶν μισθῶν· αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν μισθῶν,
2657λόγῳ τῶν διδακτικῶν βιβλίων· αὔξησιν δαπανῶν ἕνεκα τῆς
2658διοικητικῆς διαιρέσεως, ἕνεκα τῆς ἀστυνομίας, ἕνεκα τῆς χω-
2659ροφυλακῆς· αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτικῶν δοκίμων· αὔ-
2660ξησιν διὰ τὴν προσθήκην ἱερέων εἰς τὸ ναυτικόν, καίτοι ἐν
2661καιρῷ εἰρήνης ἠδυνάμεθα νὰ παραλαμβάνωμεν ἑκάστοτε ἱε-
2662ρεῖς ἐκ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐλλιμενίζουσι τὰ πλοῖα· αὔξησιν διὰ
2663πρόσκλησιν ξένων ὀργανωτῶν, μὴ καλῶς γινομένην. Ἀλλὰ
2664ἐκτὸς τῆς τάσεως πρὸς αὔξησιν τῶν ὑπηρεσιακῶν δαπανῶν,
2665ἔχομεν καὶ διαθέσεις χαριστικὰς καὶ πολυτελεῖς τῆς Κυβερ-
2666νήσεως, αἵτινες ἐμφανίζονται, ἐν παραδείγματι, εἰς τὸ νομο-
2667σχέδιον περὶ ἐγγυήσεως ὑπὲρ βιομηχάνων ἐν Λαρίσσῃ, δυ-
2668ναμένης ν’ ἀπολήξῃ εἰς πληρωμήν.
2669§133Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον.
2670§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγον, ὅτι πλη-
2671σίον τῆς ἐγγυήσεως κεῖται ἡ λύπη.
2672Μεταξὺ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τῶν ἐπαγομένων
2673ἀδικαιολόγητον δαπάνην δὲν καταλέγω τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν
2674ἀπονέμονται συντάξεις εἰς οἰκογενείας στρατιωτικῶν πεσόν-
2675των ἐν τῷ πολέμῳ, ἢ δι’ ὧν διατάσσεται ἡ ἀνοικοδόμησις
2676ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἢ δι’ ὧν χαρίζονται δίδακτρα εἰς Θεσ-
2677σαλοὺς φοιτητάς, καὶ τὰ τοιαῦτα.
2678Ἀπέναντι τῆς ἐλλείψεως προνοίας περὶ οἰκονομιῶν παρὰ
2679τῇ Κυβερνήσει, ἔχομεν φορολογικὰς προβλέψεις, αἵτινες θέ-
2680λουσιν εἰσφέρει ποσὰ οὐχὶ ἀνάξια λόγου, ἀλλὰ βεβαίως ἀνε-
2681παρκῆ εἰς κάλυψιν τοσούτων δαπανῶν. Ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευ-
2682μάτων μοὶ φαίνεται ὅτι αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
2683τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὀρθαί. Ἐκ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσή-
2684μου ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων σιδηροδρόμων καὶ ἀτμοπλοίων θέλει
2685ἐπέλθει αὔξησις οὐχὶ ἀναξία λόγου. Ἂν ψηφισθῇ ὁ νόμος
2686ὁ περὶ οἰνοπνευμάτων, — τοῦθ’ ὅπερ ἀπεύχομαι — θέλει μὲν
2687ἐπέλθει αὔξησις, ἀλλ’ αὔξησις ἥτις θέλει ἔχει δυσάρεστον
2688ἀντίκτυπον. Ὡσαύτως ἐκ τοῦ ζύθου θέλομεν ἔχει αὔξησιν
2689πόρων κατὰ δεκάδα τινὰ χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ νόμος περὶ
2690στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, καίτοι ὑπελογίσθη
2691ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκ τῆς τέως κειμένης φορολογίας εἰσπρατ-
2692τομένων, θέλει ἀποδώσει καθυστερήσεις, πολὺ δὲ φοβοῦμαι
2693μήπως αἱ ἐλπίδες τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ψευσθῶσι. Καὶ ὁ
2694νέος δὲ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, κίνδυνος εἶναι μήπως συνεπι-
2695φέρῃ ὀλιγωτέρας εἰσπράξεις, λόγῳ δυσκολίας περὶ τὴν εἴσ-
2696πραξιν.
2697Ἡ ὁδὸς, ἣν ἐτράπη ἡ Κυβέρνησις, δὲν μοὶ φαίνεται τελε-
2698σφόρος. Φρονῶ ὅτι τὰ παρελθόντα ὑποχρεοῦσιν ἡμᾶς νὰ σκε-
2699φθῶμεν περὶ τοῦ μέλλοντος μετὰ μείζονος σοβαρότητος. Ὅτε
2700δὲ ἔχομεν τοὺς πόδας εἰς τὰ δεσμὰ, πρέπει ἐκεῖ νὰ ἔχωμεν
2701τὸν νοῦν ἡμῶν, καὶ νὰ σκεπτώμεθα πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ
2702ἀπαλλαγῶμεν τῶν δεσμῶν τούτων καὶ κατασταθῶμεν ἱκα-
2703νοὶ νὰ ἀτενίσωμεν μετὰ θάρρους εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμ-
2704φέροντα.
2705§135Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐπίστευον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι
2706μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, τὸ πρῶ-
2707τον μέλημα ἡμῶν θὰ ἦτο, πῶς νὰ καθορίσωμεν τί ἔχομεν,
2708διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν εἶτα, τί θὰ πράξωμεν.
2709Δὲν γνωρίζω τί ἐγίνετο συνήθως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ
2710ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἐγίνετο μέχρι τοῦδε, ἔδει, ἐν ταῖς ἐξαι-
2711ρετικαῖς περιστάσεσιν, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, πρὸ παντὸς
2712νὰ γνωρίσωμεν λεπτομερῶς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ
2713ἐξετάσωμεν τὰ κατ’ αὐτὸν ἐν ἐκτάσει, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ
2714γνωρίσωμεν καὶ τί δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν· διότι ἡ οἰκονομικὴ
2715ἡμῶν δύναμις θὰ καθορίσῃ τὸ μέτρον τῶν δαπανῶν. Καὶ
2716ὅμως πᾶσα ἡ ἐργασία ἡ νομοθετικὴ, ἥτις ἐγένετο μέχρι
2717τοῦδε ὑφ’ ἡμῶν ἐνταῦθα, τοῦτον εἶχε τὸν σκοπὸν, πρὸ παν-
2718τὸς νὰ καθορίσῃ, τί θὰ πράξωμεν. Οὕτως ἐχόντων καὶ δια-
2719μορφωθέντων τῶν πραγμάτων, διὰ τῆς διευθύνσεως, ἣν ἔδω-
2720κεν ἡ Κυβέρνησις εἰς ταῦτα, ἐν τῷ παρόντι δὲν ὑπάρχει
2721πλέον ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος νὰ γείνῃ ἡ μεγάλη ἔρευνα τοῦ
2722προϋπολογισμοῦ, ἣν ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις, καὶ κατ’
2723ἀνάγκην θὰ ἀναβάλωμεν τὴν λεπτομερῆ ἔρευναν αὐτοῦ μέ-
2724χρι τῆς προσεχοῦς συνόδου. Ἐν τούτοις εἶναι ἀνάγκη νὰ λε-
2725χθῶσί τινα. Καὶ θὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ λίαν συντόμως τὴν γνώ-
2726μην μου ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν,
2727οὐχὶ ἵνα λεπτολογήσω ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ ἵνα καθορίσω
2728τὰς τάσεις, αἱ ὁποῖαι φαίνονται ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπο-
2729λογισμῷ, τάσεις, αἵτινες καταδεικνύουσι τὴν πολιτικὴν τῆς
2730Κυβερνήσεως, τὴν πολιτικὴν οὐχὶ τὴν ἐκδηλουμένην διὰ
2731τοῦ ὡρισμένου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἀλλὰ τὴν πολι-
2732τικὴν τὴν εἰκαζομένην καὶ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ μέλ-
2733λοντος, τοῦ 1900 καὶ 1901. Διότι νομίζω, ὅτι πρέπει ἀπὸ
2734τοῦδε νὰ λεχθῶσιν αἱ γνῶμαι ἐκεῖναι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων
2735θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀκούουσα αὐτὰς, ἂν ἀνεύρῃ καὶ
2736καθ’ ὅσον ἀνεύρῃ αὐτὰς ὀρθὰς, νὰ μεταβάλῃ ἢ τροποποιήσῃ
2737τὸ πρόγραμμα αὑτῆς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
2738τοῦ 1900.
2739Πρὶν ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν σύντομον ἔρευναν τοῦ προϋπο-
2740λογισμοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀναγκάζομαι, πρὸς ὡρισμένον
2741σκοπὸν, ὃν ἀμέσως θὰ ἴδητε, ἀναγκάζομαι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς
2742νὰ δηλώσω, ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους αὐτοὺς, κατὰ τοὺς ὁποίους
2743διεσαλεύθη ἡ πίστις ἐπὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ
2744ἤρχισε νὰ πιστεύῃ ὁ λαὸς, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτιον τῶν ἀτυ-
2745χιῶν ἡμῶν, θέλω καὶ ἐγὼ νὰ δηλώσω ὅ,τι ἄλλως καθημερι-
2746νῶς ἐνταῦθα ἀκούω λεγόμενον, τὴν ἐσωτερικήν μου δηλαδὴ
2747πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἀξίαν καὶ χρησιμότητα τοῦ πολιτεύμα-
2748τος αὐτοῦ. Θέλω νὰ ἐξάρω τὴν ἐσωτερικήν μου πεποίθησιν,
2749ἰσχυριζόμενος ὅτι ὄχι διότι ὑπὸ τοιοῦτον πολίτευμα, ἀλλὰ
2750μολονότι ὑπὸ τοιοῦτον πολίτευμα ἐκυβερνήθημεν μέχρι τοῦδε,
2751ἐπάθομεν ὅσα ἐπάθομεν. Διότι φρονῶ, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ πολί-
2752τευμα, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ ἐν ἐγρηγόρσει τὴν κοινὴν γνώμην,
2753ὀφείλομεν καὶ τὴν ἀπόκτησιν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἓν ἄλλο
2754ἀπόκτημα, ὅπερ ἀποτελεῖ ἓν μέγιστον γεγονὸς τοῦ αἰῶνος, ὅτι
2755κατωρθώσαμεν δηλαδὴ νὰ λύσωμεν διὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
2756πολιτεύματος τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας τῆς πολυπαθοῦς Κρήτης.
2757Ἀλλὰ τοιαύτην ἔχων πεποίθησιν καὶ τοσοῦτον λατρεύων
2758καὶ ἀπὸ πείρας καὶ ἀπὸ μελέτης τὸ κοινοβουλευτικὸν πο-
2759λίτευμα, δὲν δύναμαι νὰ παρίδω τεκμήριά τινα, ἐκ τῶν ὁποίων
2760καταδείκνυται ὅτι διεσαλεύθη ἡ πίστις τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὸ πο-
2761λίτευμα τοῦτο, δὲν δύναμαι νὰ παρίδω τὴν δυσπιστίαν, λέγω,
2762τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἀνεφάνη τελευταῖον, πρὸς τὸ κοινοβουλευ-
2763τικὸν πολίτευμα καὶ ἰδίως πρὸς τὰς ἐνεργείας τῆς κομματι-
2764κῆς διαχειρίσεως, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τό-
2765που. Τὰ τεκμήρια ταῦτα πρέπει νὰ λάβωμεν, κύριοι Βου-
2766λευταὶ, ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν λίαν σοβαρῶς. Πρῶτον τεκμήριον εἶναι
2767ἡ μόρφωσις ἑνὸς τύπου, καλουμένου ἀνεξαρτήτου, ἀλλὰ τύπου
2768ἀνεξαρτήτου, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ κομματικὸς τύπος δὲν δύνα-
2769ται νὰ διαγωνισθῇ. Καὶ γνωρίζω ὁποίαν τινὲς ἔχουσιν ἰδέαν
2770περὶ τύπου, καὶ βεβαίως δὲν ἵσταται ὁ τύπος εἰς τὸ ὕψος
2771ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἵσταται, ἀλλ’ ἵστα-
2772ται καὶ αὐτὸς εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ πάντα
2773εὑρίσκονται παρ’ ἡμῖν. Ἐν τούτοις εἰς αὐτὴν τὴν τάσιν τῆς
2774ἀνεξαρτησίας τοῦ τύπου πρέπει νὰ προσέχωμεν τὸν νοῦν, διότι
2775δὲν εἶναι τὸ αἴτιον, ἀλλ’ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνεξαρ-
2776τησίας τοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ παρὰ τῷ λαῷ
2777αὐτῷ καὶ τὸ ὁποῖον φρόνημα κυρίως κατέδειξαν τ’ ἀποτελέ-
2778σματα κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Διότι αἱ τελευταῖαι
2779ἐκλογαὶ οὐδὲν ἄλλο κατέδειξαν, ὅπου ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ
2780Κράτει νὰ κατισχύσῃ τὸ φρόνημα αὐτὸ, οὐδὲν ἄλλο κατέ-
2781δειξαν ἢ τὴν ἐπίμονον διάθεσιν πρὸς ἐκλογὴν ἀνδρῶν μὴ ἀνη-
2782κόντων εἰς κόμματα. Ἐὰν δὲ δὲν ἠδυνήθη ὁ λαὸς καθ’ ὁλο-
2783κληρίαν νὰ κατορθώσῃ ὅ,τι ἐπεδίωκεν, ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἐν
2784τῷ μέλλοντι θὰ τὸ κατορθώσῃ, ἂν ἡμεῖς τὴν αὐτὴν ἐξακο-
2785λουθήσωμεν ὁδόν....
2786§136ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν τόπον!
2787§137Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τί ἀπέγειναν οἱ ἀνεξάρτητοι;
2788§138Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἷς ἔμεινε, δύο, τρεῖς. Δὲν ἐξετάζω
2789πόσοι ἔμειναν. Εἰς τὴν ὑπάρχουσαν τάσιν τοῦ λαοῦ προσέχω.
2790Καὶ τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι ἐπικίν-
2791δυνος διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Οὐδ’ ἐγὼ εἶμαι ἐξ
2792ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι τὸ σύμπτωμα αὐτὸ τῆς
2793ἀνεξαρτησίας εἶναι ἀγαθόν. Ἰσχυρίζομαι ταῦτα διότι δὲν δύ-
2794ναμαι νὰ ἀρνηθῶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν τὸν
2795λαὸν εἰς τοιαύτην ἐκλογήν. Ἐγὼ ἐπεθύμουν, ἀντὶ νὰ ἐκλέξῃ
2796ὁ λαὸς ἄνδρας καλουμένους ἀνεξαρτήτους καὶ ἄνευ κομματι-
2797κῆς ἀποχρώσεως, ἐπεθύμουν νὰ ἐκλέξῃ ἄνδρας συνδεδεμένους
2798πρὸς κόμμα, ἀλλὰ πρὸς κόμμα. Διὰ τοῦτο θέλω καὶ ἐπιθυμῶ
2799νὰ ἀνυψωθῇ ἡ ἕνωσις τῆς φατρίας εἰς κόμμα, καὶ διὰ τῶν
2800ἐνεργειῶν καὶ ἀποφάσεων ἡμῶν νὰ τείνωμεν ἀκριβῶς εἰς τοῦτο,
2801πῶς νὰ φέρωμεν τὴν ἐκλιποῦσαν ἁρμονίαν τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν
2802Πολιτείαν, — διότι ὁ λαὸς ἐδυσπίστησε πρὸς τὴν Πολιτείαν. —
2803Διὰ νὰ καταδείξω τοὺς κινδύνους, ὁμιλῶ περὶ φρονήματος τοῦ
2804λαοῦ, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἐκδηλωθὲν φρό-
2805νημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὐνοϊκὸν σύμπτωμα διὰ τὸ κοινοβου-
2806λευτικὸν πολίτευμα. Ἄς μὴ παραβλέπωμεν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν
2807τάσιν, καὶ ἂς φροντίσωμεν νὰ ἄρωμεν τὴν δυσπιστίαν, ἡ ὁποία
2808προῆλθεν ἕνεκα τῆς παρελθούσης πολιτικῆς καταστάσεως.
2809Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμός, Κύριοι, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη ὑπὸ
2810τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε τὴν ἁρμονίαν αὐτὴν
2811νὰ φέρῃ, τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτὴν νὰ προκαλέσῃ τοῦ λαοῦ
2812ἐπὶ τὴν κομματικὴν διαχείρισιν τῶν τῆς Πολιτείας πραγμά-
2813των; Εἶναι ἀληθὴς ὁ προϋπολογισμὸς ἢ εἶναι φενάκη; Ἀνευ-
2814ρίσκομεν ἐν αὐτῷ, τί πράγματι ἔχομεν, ἀνευρίσκομεν ἐν αὐτῷ
2815τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Ναὶ ἢ οὔ; Ὁ προϋπολογισμὸς,
2816ὡς ὑπεβλήθη, φέρει ἔσοδα ἀνερχόμενα εἰς δρ. 105,795,658,
2817φέρει ἔξοδα δρ. 99,347,923, διὰ νὰ καταλήξῃ μετὰ τῶν
2818προσθαφαιρέσεων εἰς περίσσευμα 3,948,776 καὶ ἐπὶ τέλους
2819νὰ μεταβληθῇ εἰς ἓν ἀριθμητικὸν ἰσοζύγιον 107,000,000
2820περίπου ἐξόδων καὶ ἐσόδων. Διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω μὲ τοὺς
2821ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους πολλάκις ἠκούσατε, κατηρτίσθη τὸ
2822ἀριθμητικὸν ἰσοζύγιον αὐτὸ διὰ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας
2823ἐψηφίσαμεν καὶ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, καὶ αἵ-
2824τινες ἐν συνόλῳ ἀνέρχονται εἰς δραχ. 6,000,000 περίπου,
2825αἱ ὁποῖαι θὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ἀρχικῶς ὑπο-
2826βληθέντος προϋπολογισμοῦ, οὗτινος καὶ τὰ ἔσοδα κατά τι
2827ηὐξήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. ἐπὶ
2828τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἔχομεν λοιπὸν ἓν ἀριθμητι-
2829κὸν ἰσοζύγιον 107,000,000 ἐσόδων καὶ ἐξόδων περίπου. Δὲν
2830ὁμιλῶ ὡρισμένως περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ὡς τοιού-
2831του, ἀλλὰ περὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ μέλλοντος, οἱ ὁποῖοι
2832θὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας θέτει ὁ προϋπο-
2833λογισμὸς τοῦ 1899· διότι θεωρῶ μικρολογίαν ἄσκοπον νὰ ἐπι-
2834μένω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ὁ ὁποῖος ψηφίζεται
2835διὰ 4 μόνον μῆνας. Ἀλλ’ ἀρκεῖ αὐτὸ τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἀριθ-
2836μητικὸν νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον τὸ οἰκονομικὸν τοῦ προϋπολο-
2837γισμοῦ; Διότι δὲν πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῶν ἀριθμῶν, οἱ
2838ὁποῖοι πολλάκις μᾶς ἠπάτησαν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς
2839οὐσίας τῆς ἐν αὐτοῖς.
2840Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1893, καὶ ἐν-
2841τεῦθεν μέχρι τοῦ 1897 ἔτι, εἴχομεν ἐλπίδας, ἠδυνάμεθα νὰ
2842ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῶν πιθανοτήτων. Οἱ λαοί,
2843καθὼς καὶ τὰ ἄτομα, πάντοτε μὲ βεβαιότητα δὲν βαίνουσιν εἰς
2844τὸν βίον αὐτῶν. Εἶναι δὲ ὄχι καὶ τόσον ἄπορον, ὅτι καθωρί-
2845σαμεν καὶ ἡμεῖς μίαν πολιτικὴν ἀπὸ τοῦ 1882, μίαν πολι-
2846τικὴν ἐλπίδων καὶ πιθανοτήτων. Αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης
2847πολιτικῆς δύνανται νὰ φέρωσιν εἴτε ἐπιτυχίαν εἴτε ἀποτυχίαν,
2848ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία ἔγκειται πάντοτε εἰς μίαν ἔστω καὶ με-
2849γάλην ζημίαν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦναι κατορθωτὴ
2850ἡ πολιτικὴ αὕτη τῶν ἐλπίδων καὶ διὰ νὰ περιορίζηται ἡ ἐξ
2851αὐτῆς ἀποτυχία μόνον εἰς ζημίαν, βεβαίως πρέπει νὰ ἦναι
2852δυνατή. Ἦτο δὲ δυνατὴ τότε, ὅτε ἐγίγνετο. Καὶ διατὶ ἦτο
2853δυνατή; Διότι ὁ λαὸς δὲν ἦτο ἐξηντλημένος φορολογικῶς,
2854διότι τὸ Κράτος εἶχε πίστιν, διότι πᾶν ἔλλειμα τοῦ προϋ-
2855πολογισμοῦ ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ ἄνευ καταστροφῆς, ἀλλὰ
2856μετὰ ζημίας μόνον. Καὶ βεβαίως ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ
28571885 ἀρίστη ἦτο ἡ πολιτικὴ αὕτη τῶν ἐλπίδων.
2858Ὀφείλω δὲ νὰ πιστοποιήσω τὴν ἐπιτυχίαν τῆς πολιτικῆς
2859ἐκείνης μέχρι τοῦ 1885, διότι κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διά-
2860στημα ἐδιδάχθη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι, καθ’ ὅσον πλειότερα
2861παράγει,—καὶ ἤρχισε τότε νὰ παράγῃ πλειότερα ἢ ἄλλοτε,—
2862ἔπρεπε πάντοτε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν Πολιτείαν, πρὸς τὴν
2863ὁποίαν νὰ καταβάλλῃ ἀναλόγως τῆς αὐξανομένης προσόδου
2864του. Ὄντως δὲ μέχρι τοῦ 1882 οὐδεὶς εἶχεν ἐπιτάξει μὲ σιδη-
2865ρὰν θέλησιν τὸν λαὸν νὰ ἀναμιμνήσκηται σὺν ταῖς αὐξανο-
2866μέναις ἀπολαύσεσιν αὐτοῦ καὶ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Πολι-
2867τείαν. Ἐπεβλήθη μετὰ τὸ 1882 φορολογία ἀναγκαία εἰς
2868τὸν λαόν, καὶ ἐτέθησαν αἱ βάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐν τῷ μέλ-
2869λοντι ἡ πρόοδος ἡ οἰκονομικὴ τοῦ λαοῦ θὰ καθίστα ἀνάλο-
2870γον καὶ τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο
2871μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1885 ἀσπάζομαι τὰ γενόμενα τότε
2872τελείως. Ἀπὸ τοῦ 1886 ὅμως καὶ ἐντεῦθεν ἤρχισεν ἡ ὑπερ-
2873βολή, καὶ ἡ ὑπερβολὴ ἔφερε τὰ γενόμενα, ἤρχισεν ἡ ὑπερβολὴ
2874τὴν ὁποίαν οὐδεμία δύναμις ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακόψῃ. Διότι
2875καθόσον μία Κυβέρνησις θέτει εὐρύτατα τὰ θεμέλια ἑνὸς
2876προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἠναγκασμένη πᾶσα διάδοχος Κυβέρ-
2877νησις ν’ ἀκολουθήσῃ ἐκείνην, δὲν δύναται νὰ τὰ σμικρύνῃ,
2878εἶναι ἠναγκασμένη κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ εἰς τὰ μικρὰ μά-
2879λιστα Κράτη, νὰ ἀνοικοδομήσῃ ἐπὶ τῶν αὐτῶν θεμελίων, τὰ
2880ὁποῖα οἱ προκάτοχοι καταθέτουσι.
2881Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐν τῷ παρόντι ζητοῦμεν, ὅπως τὰ
2882θεμέλια τὰ οἰκονομικὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος
2883τεθῶσιν οὐχὶ τόσον εὐρέα καὶ μεγαλοπρεπῆ, ὡς πράττει ἡ
2884Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀνάλογα πρὸς τὴν ὑπολειφθεῖσαν οἰκονομι-
2885κὴν τοῦ λαοῦ δύναμιν. Ἂς διδαχθῶμεν ἐκ τῶν σφαλμάτων
2886τοῦ παρελθόντος. Κατὰ τὸ ἔτος 1886 ηὐρύνθησαν τὰ οἰκο-
2887νομικὰ θεμέλια. Ταῦτα ἀναγκαίως ἠκολούθησαν καὶ πᾶσαι
2888αἱ Κυβερνήσεις, αἱ διαδεχθεῖσαι εἶτα ἐκείνην. Ἕνεκα τῆς ὑπερ-
2889βολῆς ἦλθεν ἡ ἀποτυχία, συνέπεια δὲ τῆς ἀποτυχούσης πολιτι-
2890κῆς τῶν ἐλπίδων ὑπῆρξεν ἡ πτώχευσις, ἣν ἐπηκολούθησεν
2891ἡ ἧττα, καὶ ταύτην ὁ ἔλεγχος. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὕτη τῶν
2892ἐλπίδων εἶναι ἀδύνατος πλέον. Ἂν καὶ πάλιν προτιμήσω-
2893μεν αὐτὴν, δὲν θὰ εὑρεθῶμεν πλέον πρὸ ζημιῶν, ἐν ἀποτυχίᾳ,
2894ἀλλὰ πρὸ τελείας καταστροφῆς. Διότι τὸ πρῶτον ἔλλειμμα,
2895τὸ ὁποῖον θ’ ἀναφανῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, — πάντοτε δὲ
2896μὲ ἐλλείμματα ἐζήσαμεν μέχρι τοῦδε, — τὸ πρῶτον ἔλλειμμα,
2897τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀναφανῆ, ἄμεσον συνέπειαν θὰ ἔχῃ τὴν
2898παῦσιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, διότι δεδομένον ἔχομεν,
2899ὅτι οὐδαμοῦ δυνάμεθα οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ δανεισθῶμεν.
2900Φαντασθῆτε δὲ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ
2901ἀδυνατήσῃ παρ’ ἡμῖν, οὕτω μάλιστα ἠθικῶς συντιθεμένου τοῦ
2902Κράτους, μία Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς τοῦ στρα-
2903τοῦ καὶ τῶν ὑπαλλήλων! Ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς βεβαίως
2904ἐγὼ βλέπω καταστροφὴν, δὲν βλέπω ἁπλῆν ζημίαν. Διὰ τοῦτο
2905ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν ἐλπίδων, ἡ πολιτικὴ τῶν
2906πιθανοτήτων ἐπετρέπετο νὰ ὑπάρξῃ ὅταν ἦτο δυνατή, ἀλλὰ
2907ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχω-
2908μεν ἔκτακτον προϋπολογισμόν, καὶ πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν
2909εἰς τὰς τακτικὰς εἰσπράξεις διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην καθυ-
2910στέρησιν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ
2911ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς βεβαιότητος.
2912Ἀτυχῶς ὅμως ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς
2913Κυβερνήσεως, καὶ οὗτος στηρίζεται ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῶν
2914ἐλπίδων, τῶν πιθανοτήτων. Καὶ ὅμως εἴχομεν ἓν πρόχειρον
2915παράδειγμα, ἐξ οὗ νὰ διδαχθῶμεν. Ὁ διεθνὴς ἔλεγχος, βλέ-
2916πων τὴν φύσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, χαρτίνου ὄντος, καὶ
2917θέλων νὰ ἀσφαλίσῃ 29,000,000 δραχμὰς, ἐζήτησε τὴν δια-
2918χείρισιν 39,000,000. Διατί; Διότι εἶπεν: «Εἰς Κράτος τὸ
2919ὁποῖον ἔχει χάρτινον καὶ ἀσταθῆ ἑπομένως προϋπολογισμόν,
2920εἰς Κράτος τοῦ ὁποίου τὰ οἰκονομικὰ ἐξαρτῶνται ἐξ ἑνὸς ἢ
2921δύο προϊόντων, ἐκ μικρᾶς κρίσεως τῶν σιτηρῶν τῆς Θεσσαλίας,
2922ἐκ μικρᾶς ἐπιτάσεως τῆς κρίσεως τῆς σταφίδος, εἰς Κράτος τοι-
2923οῦτον, διὰ νὰ ὑπάρξῃ βεβαιότης ὡρισμένης ἀποδόσεως, πρέπει
2924νὰ ὑπάρχῃ εὐρὺ περιθώριον». Διὰ τοῦτο ὁ διεθνὴς ἔλεγχος,
2925θέλων νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν 29 ἑκατομμυρίων
2926δραχμῶν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, ἔλαβε νὰ διαχειρισθῇ ἔσοδα 39
2927ἑκατομμυρίων, ἔλαβε περιθώριον κατὰ 25% ἀνώτερον τῶν
2928ὀφειλομένων. Αὐτὴ εἶναι βεβαία πολιτική! Ἄν δ’ ἡμεῖς δὲν
2929θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς βεβαιότητος κατὰ 25%,
2930ἂς ἔχωμεν τοὐλάχιστον κατὰ 10%, ἔστω καὶ κατὰ 5%.
2931Καὶ ὄντως οὐδέποτε, κύριοι Βουλευταί, μέχρι τῆς σήμερον
2932αἱ εἰσπράξεις παρ’ ἡμῖν ὑπῆρξαν ἴσαι πρὸς τὰ προϋπολογι-
2933σθέντα ποσὰ, οὐδέποτε μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1894 ὁμολο-
2934γουμένως ὑπῆρξεν ἰσοζύγιον. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1894 καὶ
2935ἐντεῦθεν εἴχομεν ὄντως περίσσευμα· ἀλλ’ ἄλλο περίσσευμα καὶ
2936ἄλλο εἰσπράξεις. Τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἔσχομεν ἀπὸ τοῦ
29371894, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτωχεύσεως, διότι καὶ τὸ 1893
2938ἀνεγράφοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 20 ἑκατομμύρια δραχ-
2939μῶν διὰ τὸ δημόσιον χρέος, νῦν δὲ, μετὰ τὸν ἔλεγχον, ἀνα-
2940γράφομεν 29 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Φυσικῷ τῷ λόγῳ, ὅταν
2941πτωχεύσῃ Κράτος τι, πλουτίζει...
2942§139ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι χρεωκοπία.
2943§140Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἔχει ἡ πτώ-
2944χευσις. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἀνεγράφομεν εἰς τὸν προϋ-
2945πολογισμὸν ἡμῶν μετὰ τὴν πτώχευσιν 20 ἑκατομμύρια δραχ-
2946μῶν, καὶ σήμερον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ πληρώνωμεν 29 καὶ
2947πλέον ἑκατομμύρια. Δὲν ἤμεθα πλουσιώτεροι κατὰ τὰ ἔτη
2948αὐτὰ, ὅτε, ὑποχρεωμένοι ὄντες νὰ δώσωμεν 30, ἐδίδομεν 20
2949ἑκατομμύρια μόνον;
2950§141ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἦτο
2951χρεωκοπία, διότι, ἐνῷ τὰ εἴχομεν, δὲν τὰ ἐδίδομεν.
2952§142ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ εἰς τοῦτο, διότι τὸ Ἑλ-
2953ληνικὸν Κράτος ἀπέδειξεν εἰς τοὺς δανειστάς του, ὅτι δὲν
2954ὑπῆρχε δολιότης. Εἰς πτώχευσιν ὑπέπεσαν πλεῖστα Κράτη,
2955καὶ ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἄλλα Κράτη, πλὴν τῆς
2956Γερμανίας. Ἂν ἡμεῖς βραδύτερον ἐκείνων ἐπτωχεύσαμεν κατὰ
295750 ἢ 70 ἔτη, εἶναι πολὺ φυσικόν, ἀφοῦ εἴμεθα νεώτερον Κρά-
2958τος. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον κατεδείξαμεν, ὅτι εὑρέθημεν ἐν
2959πλήρει ἀδυναμίᾳ· εἴμεθα μάλιστα τὸ μόνον Κράτος ἐν τῇ ἱστο-
2960ρίᾳ, τὸ ὁποῖον μετὰ μίαν πτώχευσιν, ἐξ ἀδυναμίας προελ-
2961θοῦσαν, ἐπληρώσαμεν, καὶ ἐπληρώσαμεν ἀρκετὰ τὴν πτώ-
2962χευσίν μας, πτώχευσιν προελθοῦσαν οὐχὶ ἐκ καταναλώσεως
2963δανεισθέντων πρὸς ἀπολαύσεις, ἀλλὰ πρὸς σκοποὺς, διὰ τοὺς
2964ὁποίους οὐ μόνον ἐξ ἐθνικῶν λόγων, ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων ἀν-
2965θρωπισμοῦ ἠναγκάσθημεν νὰ δαπανήσωμεν.
2966Ἀπὸ τοῦ 1894 ἄρα, καίτοι εἴχομεν περισσεύματα, δὲν εἴ-
2967χομεν ὅμως καὶ εἰσπράξεις δημοσίων ἐσόδων ἀνωτέρας τῶν
2968συνήθων, οὐδ’ ἐξισουμένας πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα. Διατὶ
2969νῦν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ ἀπο-
2970λογισμῷ, ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ ἀριθμητικὸν ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπο-
2971λογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως;
2972Ἀλλ’ ἔλαβε τοὐλάχιστον ὑπ’ ὄψιν της τὰς κατὰ μέσον
2973ὅρον συνήθεις εἰσπράξεις πρὸς καταρτισμὸν τοῦ ὑποβληθέντος
2974προϋπολογισμοῦ ἡ Κυβέρνησις; Ποῖαι εἶναι αἱ τακτικαὶ κατὰ
2975μέσον ὅρον εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων; Αἱ εἰσπράξεις,
2976πλὴν τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898 καὶ τῶν γενομένων κατὰ
2977τὸ 1899, δὲν ὑπερβαίνουσι κατὰ μέσον ὅρον τὰ 96–97 ἑκατομ-
2978μύρια. Ὑπολογίζω 3 ἑκατομμύρια εἰσπράξεις ἀνωτέρας ἐκεί-
2979νων, τὰς ὁποίας ὁ διεθνὴς ἔλεγχος ὑπολόγισε, μετὰ λεπτομερῆ
2980ἔρευναν τῶν οἰκονομικῶν μας πραγμάτων διὰ τὸ ἐνεστώς.
2981Ἀλλ’ ἀφοῦ τοσαῦται κατ’ ἀνώτατον ὅριον εἶναι ἀναμφι-
2982σβητήτως αἱ εἰσπράξεις αἱ τακτικαί, πῶς κατωρθώθη αἰφνιδίως
2983ν’ ἀναβιβασθῶσιν αὗται εἰς 105 καὶ πλέον ἑκατομμύρια διὰ
2984τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ αὐξήσωσιν εἰς 107
2985ἑκατομμύρια περίπου διὰ τῶν προσθέτων δηλώσεων τοῦ Ὑπουρ-
2986γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Κατωρθώθη κυρίως διὰ δύο κονδυλίων
2987μεγάλων, δι’ ἑνὸς τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ δι’ ἑνὸς
2988ἑτέρου τῶν δασμῶν. Ἀλλ’ ὅ,τι δεικνύουσιν αὐτὰ τὰ δύο με-
2989γάλα κονδύλια εἶναι ἆρά γε αὐξήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν
2990καθ’ ὅλα τὰ ἔτη καὶ ἐν τῷ μέλλοντι;
2991Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
2992Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλει φανῆ πολὺ ὑπέρτερος τῶν Ὑπουργῶν
2993ἄλλων Κυβερνήσεων πρὸς εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων,
2994παρατηρῶ ὅτι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἠθέλομεν καταγνώσει εἰς
2995τὰς Κυβερνήσεις μέχρι τοῦδε, ἓν ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνη-
2996θῶμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι
2997τοῦ 1897, ὅτι δηλαδὴ πάντες οὗτοι, καὶ διὰ προσωπικῆς μά-
2998λιστα ἐπεμβάσεως, κατώρθωσαν, ὅπως μετὰ μεγάλης αὐστη-
2999ρότητος εἰσπράττωνται τὰ δημόσια εἰσοδήματα. Καὶ ὁ ἀοίδι-
3000μος Τρικούπης καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς κυ-
3001ριώτατον μέλημα εἶχον, πῶς νὰ εἰσπράττωσιν αὐστηρῶς τὰ
3002καθυστεροῦντα καὶ προϋπολογιζόμενα. Δὲν φρονῶ λοιπόν,
3003ὅτι ἡ αἰσιοδοξία δικαιολογεῖται διὰ τὸ μέγα ποσὸν, τὸ ὁποῖον
3004ἀνέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὰς κε-
3005κλεισμένας χρήσεις. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ καταστῇ πρῶ-
3006τον πρᾶγμα ἡ εἴσπραξις, καὶ ἔπειτα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θε-
3007τικῶν δεδομένων, νὰ αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι. Διότι ἄλλως ἐνερ-
3008γοῦντες, καταδηλοῦμεν ὅτι ἔτι μᾶλλον νῦν ἐπιμένομεν εἰς
3009τὰς τοσοῦτον μέχρι τοῦδε διαψευσθείσας ἐλπίδας.
3010Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ κονδύλιον τῶν ἐκ τῶν δασμῶν εἰσπρά-
3011ξεων, τὰς ὁποίας μάλιστα ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου πρώην
3012Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θεωρεῖ καὶ κατωτέρας τῶν πραγ-
3013ματικῶν, παρατηρῶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ στηρίξωμεν τὰς
3014εἰς τὸ μέλλον προσδοκίας ἡμῶν κρίνοντες ἐκ τῶν ἐν τῷ ἐνε-
3015στῶτι γιγνομένων, καὶ μάλιστα κατὰ τὰ ἔτη 1897, 1898 καὶ
30161899, καθ’ ἃ ἔτη ὁμολογουμένως ηὔξησαν αἱ τελωνειακαὶ
3017εἰσπράξεις.
3018Πρώτην φορὰν, Κύριοι, παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον αὐτὸ
3019τὸ ἔκτακτον, καθ’ ὃ εἷς τόπος μετὰ πόλεμον γίνεται πλου-
3020σιώτερος! Ἄν τὸ φαινόμενον τῶν ἀνωτέρω εἰσπράξεων εἶναι
3021πραγματικὸν καὶ διαρκὲς, διαψεύδει πᾶσαν θεωρίαν καὶ τὴν
3022κοινὴν τῶν ἀνθρώπων πεῖραν, καθ’ ἣν οἱ λαοὶ μετὰ ἕνα πό-
3023λεμον γίνονται πενέστεροι καὶ ὄχι πλουσιώτεροι. Ἀλλὰ πῶς
3024τότε ἐξηγεῖται τὸ φαινόμενον τῶν ἀνωτέρω εἰσπράξεων, ἃς
3025ἐγὼ θεωρῶ ὄχι διαρκεῖς; Τὸ φαινόμενον αὐτὸ, Κύριοι, ἔχει
3026δύο αἰτίας· καὶ προκαλῶ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, ὅπως ἀκού-
3027σητε ταύτας. Διατὶ αἱ εἰσπράξεις κατὰ τὸν πόλεμον, κατὰ
3028τὸ 1897, ηὔξησαν, εἶναι εὐεξήγητον· ἀλλ’ ὁμοίως εὐεξήγητον
3029εἶναι διατὶ ηὔξησαν κατὰ τὸ 1898, ἐξακολουθοῦσι δὲ καὶ νῦν,
3030μάλιστα δ’ ἴσως ἐξακολουθήσωσι καὶ μέχρι τοῦ 1900.
3031Βεβαίως αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν δασμῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγο-
3032μένων εἰδῶν, αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἀντικειμένων πρώτης ἀνάγκης
3033δὲν ἦτο δυνατόν, εἰμὴ νὰ αὐξήσωσι καταπληκτικῶς, ὅταν
3034νέον κεφάλαιον καταναλωθῇ ἐν τῷ τόπῳ, ξένον ἀπὸ τὰς
3035τακτικὰς καταναλώσεις, ἓν κεφάλαιον μέγα 50 καὶ 60 ἑκα-
3036τομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ
3037πλεῖστον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα ἦσαν νέον
3038καὶ ἔκτακτον τεθὲν εἰς κυκλοφορίαν κεφάλαιον, ἐνῷ ταὐτο-
3039χρόνως ἐδαπανήθησαν καὶ τὰ μικρὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα καὶ
3040οἱ Θεσσαλοὶ εἶχον. Παρατηρῶ μάλιστα, ὅτι ἀναλόγως τῶν
3041ἐκτάκτων, τῶν προσθέτων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ἐν τῷ
3042τόπῳ, ἀναλόγως, λέγω, δὲν εἴχομεν καὶ ἀνάλογα εἰσοδήματα
3043ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων· διότι, ἐὰν ὑπολογίσωμεν εἰς
304425 καὶ 30% ἐπὶ πλέον ἢ ὅσον ἀνέρχονται οἱ δασμοὶ ἐπὶ
3045τῶν εἰσαγομένων, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καὶ 10–15
3046ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰσπράξεις ἐπὶ πλέον, τὰς ὁποίας ὅμως
3047δὲν εἴχομεν τόσας. Τὸ ἐμπόριον, γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὅλας τὰς
3048ἀποθήκας αὐτοῦ ἐξήντλησε κατὰ τὸν πόλεμον. Τὸ ἐμπόριον
3049διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ κατόπιν ἀμέσως τὰς ἀπο-
3050θήκας αὐτοῦ διὰ νέων ἐμπορευμάτων. Ἀλλ’ ἡ ἐκτάκτως
3051γιγνομένη ἐπωφελὴς ἐκποίησις τῶν ἐμπορευμάτων δὲν ἔχει
3052μόνον ἀποτέλεσμα τὴν ἀνανέωσιν αὐτῶν. Ἡ οὕτω γιγνομένη
3053ἐκκένωσις τῶν ἀποθηκῶν γεννᾷ ἀναγκαίως μίαν αἰσιοδοξίαν
3054εἰς τὸ ἐμπόριον, ἡ ὁποία δὲν παύει εἰς διάστημα ἓξ μηνῶν,
3055ἡ ὁποία δὲν παύει εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους, ἀλλὰ παρατείνε-
3056ται ἐπὶ ἓν καὶ δύο καὶ τρία ἔτη.
3057Ἡ αἰσιοδοξία αὕτη τοῦ ἐμπορίου ἐξηγεῖ τὴν ἐξακολούθη-
3058σιν ὄχι κατὰ τὸν αὐτὸν βαθμὸν τῆς εἰσπράξεως ἐκ τῶν τε-
3059λωνειακῶν δασμῶν, ἕνεκα προσγενομένης αὐξήσεως τῆς
3060εἰσαγωγῆς, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ πλεῖστα ἐκ τῶν εἰσαγομένων,
3061ἐπαναλέγω, εἶναι ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης. Ἐντεῦθεν
3062συμπεραίνομεν, ὅτι τὸ προσωρινὸν δὲν πρέπει νὰ ἐκλάβωμεν
3063ὡς διαρκές, ἀλλὰ πρὸς τούτοις, ὅτι ἡ αὔξησις ἡ προσωρινὴ
3064τῶν καταναλώσεων δὲν εἶναι ἔνδειξις πλούτου. Ἄλλοι εἶναι
3065οἱ φόροι, ἐξ ὧν δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν καὶ καθορίσωμεν τὴν
3066καταναλωτικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· οἱ φόροι ἐκεῖνοι εἶναι
3067οἱ ἄμεσοι. Ἐὰν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους ἐπῆλθεν αὔξησις
3068εἰσπράξεων, τότε βεβαίως δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀμέσως μετὰ
3069ἕνα πόλεμον ἐγενόμεθα πλουσιώτεροι. Διότι ἡ εὐχέρεια τῆς
3070καταβολῆς τῶν ἀμέσων φόρων εἶναι τὸ ἄριστον σύμπτωμα
3071τῆς προαγομένης εὐπορίας. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα
3072καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ οὕτω. Αἱ ἐκ τῶν ἀμέσων φό-
3073ρων εἰσπράξεις οὐ μόνον δὲν ηὔξησαν, ἀλλὰ καὶ ἐμειώθησαν.
3074Οὐχὶ πλουσιωτέρας, ἀλλὰ πενεστέρας οὕτως ἐκδηλουμένης τῆς
3075φορολογικῆς ἐν γένει δυνάμεως τοῦ λαοῦ, ἕπεται ἀναγκαίως,
3076ὅτι οἱ νῦν εἰσπραττόμενοι δασμοὶ ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπρά-
3077ξεων δὲν εἶναι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ καὶ
3078κατὰ τὸ 1900, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον κατὰ τὸ 1901. Ὅταν
3079δὲ ἡμεῖς νῦν πολλαπλασιάζωμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν, βεβαίως
3080δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐξηθει-
3081σῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων προσκαίρως, καθιστῶντες αὐτὰς
3082τὰς δαπάνας σταθερὰς, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσω-
3083μεν εἰς αὐτὰς ἐν προσεχεστάτῳ μέλλοντι, μὴ ἔχοντες σταθερὰς
3084καὶ διαρκεῖς τὰς εἰσπράξεις, ἀλλ’ ἀσταθεῖς καὶ προβλεπομέ-
3085νας ἀπὸ τοῦδε ὡς μελλούσας νὰ ἐλαττωθῶσιν ἀναγκαίως.
3086Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνος ὁ λόγος αὐτός, κύριοι Βουλευταί,
3087ὅστις οὐδόλως ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπο-
3088βληθέντος προϋπολογισμοῦ τῆς νῦν Κυβερνήσεως· δὲν ἐλήφθη
3089ὑπ’ ὄψιν κατ’ αὐτὴν καὶ εἷς ἔτι οὐσιωδέστερος λόγος. Καὶ
3090θαυμάζω, ὅτι κατὰ τὴν ἔρευναν τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐ-
3091δεὶς ἐμνήσθη τοῦ λόγου τούτου.
3092Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ
3093τοῦ Κράτους καὶ τοῦ λαοῦ κατὰ τὸν αὐτὸν πάντοτε βαθμόν.
3094Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔχει διαφόρους βαθμοὺς συνε-
3095πειῶν, καὶ οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ τῶν συνεπειῶν καθορίζονται ἀνα-
3096λόγως πρὸς τὴν ὑφισταμένην διαφορὰν τῆς ἀξίας τοῦ χρυ-
3097σοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα. Γινώσκετε δὲ, ὅτι κατὰ τὸν χρό-
3098νον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρτονομίσματος ἡ
3099παραλλαγὴ τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα ὑπῆρ-
3100ξε διάφορος κατὰ χρονικὰ διαστήματα. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ
31011892 εἶχεν ἀνέλθει ἡ χρυσῆ δραχμὴ εἰς 1,39, τὸν Μάρτιον
31021,50 καὶ κατῆλθε μὲν εἰς 1,37, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνέλθῃ εἰς 1,57
3103κατὰ Δεκέμβριον, καὶ κατῆλθε τὸν Μάρτιον τοῦ 1893 εἰς
31041,42 διὰ νὰ ἀνέλθῃ τὸν Μάϊον εἰς 1,65, καὶ κατῆλθε τὸν
3105Ἰούνιον εἰς 1,58 διὰ νὰ ἀνέλθῃ τὸν Σεπτέμβριον εἰς 1,80
3106καὶ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1894 εἰς 1,87. Καθ’ ὅλην δὲ τὴν
3107χρονικὴν περίοδον ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1893 μέχρι τῶν
3108μέσων τοῦ 1897 ὁ μέσος ὅρος ὑπῆρξεν ὑπὲρ τὸ 1,77.
3109§143ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τώρα εἶναι 1,50.
3110§144ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ τὸ εἴπω καὶ αὐτό. Ἤδη εὑρισκό-
3111μεθα εἰς τὸ 1,50 κατὰ μέσον ὅρον.
3112Κύριοι, ὅταν εἰσπράττωμεν τὰς ὀφειλάς μας εἰς νόμισμα,
3113οὐδέποτε πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὸ νόμισμα, μὲ τὸ ὁποῖον
3114εἰσπράττομεν ταύτας· πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἐσωτερι-
3115κὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος, τὴν πραγματικὴν, ὄχι τὴν ὀνομα-
3116στικήν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν μικρὰν καὶ καθημερι-
3117νὴν μεταλλαγὴν τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸ
3118χαρτονόμισμα, αὕτη δὲν ἔχει καὶ οὐσιώδη ἐπιρροὴν, ὑπαρχού-
3119σης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς τὰς ἑκάστοτε εἰσπράξεις·
3120ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς μεγάλας διαφορὰς, καὶ δὴ τὰς διαρκούσας
3121ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη, —καὶ μεγάλη καὶ διαρκὴς ἦτο ἡ δια-
3122φορὰ τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα κατὰ τὸ
3123χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ ἔτους 1894 μέχρι
3124τῶν μέσων τοῦ 1897, —τότε πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄ-
3125ψιν κατὰ πόσον ἠλαττώθη ἡ πραγματικὴ ἀξία τοῦ νομίσμα-
3126τος· ἠλαττώθη δὲ τεραστίως κατὰ τὰ τρία ἔτη. Ἐν τοιαύτῃ
3127δὲ περιπτώσει, καθ’ ὅσον δηλαδὴ ἐκπίπτει ἡ ἀξία τοῦ χαρ-
3128τονομίσματος, κατὰ τοσοῦτον εὐχερέστεραι γίνονται καὶ
3129πλειότεραι αἱ εἰσπράξεις, κατ’ ἀναγκαίαν συνέπειαν. Διότι
3130καθ’ ὅσον ἐκπίπτει ἐπὶ διάρκειαν χρόνου ἡ ἀξία τοῦ νομίσμα-
3131τος, κατὰ τοσοῦτον ὁ ὀφείλων, ὁ φορολογούμενος, εὐχερέστε-
3132ρον καταβάλλει.
3133Συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπαράλλακτα ὅ,τι συμβαίνει
3134προκειμένου περὶ καταμετρήσεως ἑνὸς τεμαχίου ὑφάσματος
3135ὡρισμένου μήκους. Μετροῦντες αὐτὸ τὸ τεμάχιον μὲ τὸν πῆ-
3136χυν, εὑρίσκομεν ὅτι ἔχει μῆκος 100 πήχεων. Ἀλλ’ ἂν σμι-
3137κρύνωμεν τὸν πῆχυν αὐτὸν κατὰ τὸ ἥμισυ ὡς πρὸς τὴν ἔκτα-
3138σίν του καὶ ἐπιχειρήσωμεν νὰ μετρήσωμεν τὸ ὕφασμα, ἑπό-
3139μενον εἶναι, ὅτι τὸ μῆκος τοῦ ἰδίου τεμαχίου θὰ ἦναι οὐχὶ
3140πλέον 100, ἀλλὰ 200 πήχεις, εἰ καὶ τὸ μῆκος τοῦ ὑφάσμα-
3141τος ἔμεινε τὸ αὐτό, ἀλλ’ ἐσμικρύνθη τὸ μῆκος τοῦ μέτρου,
3142δι’ οὗ ἐμετρήσαμεν, δηλαδὴ τὸ μῆκος τοῦ πήχεως. Τοιου-
3143τοτρόπως, Κύριοι, γίνονται τὰ πράγματα, προκειμένου περὶ
3144εἰσπράξεων. Αἱ εἰσπράξεις εἶναι τὸ ὕφασμα, καὶ τὸ νόμισμα
3145εἶναι ὁ πῆχυς. Καθ’ ὅσον ἐκπίπτει ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος,
3146κατὰ τοσοῦτον φαίνονται μεγαλείτεραι αἱ εἰσπράξεις. Μὴ νο-
3147μίζετε δὲ, ὅτι, ἂν ἀνέλθῃ, κατ’ ἀτυχῆ σύμπτωσιν, ἡ διαφορὰ
3148μεταξὺ ἀξίας χρυσοῦ καὶ χαρτονομίσματος εἰς 2 ἢ 3 δραχμάς,
3149δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν δημοσίας εἰσπράξεις καὶ μέχρις
3150150 ἑκατομμυρίων χαρτίνων δραχμῶν, χωρὶς παντάπασιν ἐκ
3151τούτου νὰ γίνωμεν καὶ πλουσιώτεροι. Διατί; διότι μετροῦ-
3152μεν μὲ μικρότερον πῆχυν. Ἀπαράλλακτα ὅ,τι γίνεται εἰς
3153τὸ ὕφασμα μὲ τὸν πῆχυν διαφόρου μήκους, γίνεται καὶ εἰς
3154τὰς εἰσπράξεις μὲ τὸ νόμισμα διαφόρου ἀξίας.
3155§145Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3156Αἱ εἰσπράξεις θὰ ἦναι αἱ αὐταὶ πάντοτε, ἂν ἦναι εἰσπράξεις
3157εἰς χρυσόν.
3158§146ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ δύσκολον τοῦ
3159ζητήματος. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσητε. Δὲν
3160εἶναι θεωρητικόν, ἔχει οὐσιώδεις πρακτικὰς συνεπείας τὸ ζή-
3161τημα. Δὲν εἰσπράττετε εἰς χρυσόν, εἰσπράττετε νῦν εἰς χαρ-
3162τί, ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἰσπράττετε, ἔχει πραγματικὴν ἀξίαν
3163μικράν. Καὶ ναὶ μὲν δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε «τοιαῦτα εἰσ-
3164πράττω νῦν, τοιαῦτα καὶ δίδω»· ἀλλὰ θὰ σᾶς ἐρωτήσω: «κατὰ
3165τὸν χρόνον, ὡς ἐλπίζεται, καθ’ ὃν θὰ κατέλθῃ ἡ ἀξία τοῦ χαρ-
3166τονομίσματος εἰς 1,25, καθ’ ὃν θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ ἰσοτιμία τοῦ
3167χρυσοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα, νομίζετε, ἐπιστημονικῶς ἢ
3168πρακτικῶς ἢ ὀρθῶς κρίνοντες, νομίζετε ὅτι θὰ δύνασθε νὰ
3169εἰσπράττητε τότε 100,000,000 χρυσᾶς δραχμάς, ὡς εἰσ-
3170πράττετε σήμερον 100,000,000 χαρτίνας; Εἶσθε ἠπατη-
3171μένοι... (διάλογοι).
3172§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μάθημα Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἔχο-
3173μεν ἐδῶ;
3174§148ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Συγγνώμην. Ὁμιλῶ διὰ τοὺς ἐννοοῦντας.
3175Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο σᾶς ἀναφέρω καὶ τὴν
3176γνώμην ἑνὸς λίαν πρακτικοῦ ἀνθρώπου. Γνωρίζετε ὅτι βά-
3177σις τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας ἄλλοτε ἐν Γερμανίᾳ ἦτο
3178ὁ ἄργυρος. Ἀλλ’ ἡ ἀξία αὐτοῦ ἐξέπιπτεν. Ὁ Βίσμαρκ τότε
3179ἐπεζήτει τὴν μεταβολὴν τοῦ ἰσχύοντος νομισματικοῦ συστή-
3180ματος. Ἤθελε τὸν χρυσὸν, καὶ ἔλεγεν: «Ὁ χρυσὸς κατέστη
3181ὅμοιος πρὸς σκέπασμα πολὺ στενὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος θέ-
3182λει νὰ ἔχῃ δι’ ἑαυτὸν καὶ τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τοὺς καλυ-
3183πτομένους νὰ συνωθῶνται». Τότε, ἔχοντα ἴδιον συμφέρον, ὡς
3184κεκτημένα πολὺν ἄργυρον, τὰ ἄλλα Κράτη, καὶ ἰδίᾳ ἡ Γαλ-
3185λία, ἔλεγον: «Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! ἂς στηρίξῃ ἡ Γερμανία
3186τὸ νομισματικόν της σύστημα καὶ ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ καὶ ἐπὶ
3187τοῦ ἀργύρου, ἐπὶ τοῦ διμεταλλισμοῦ δηλαδή». Ἀλλὰ καὶ ὁ
3188Βίσμαρκ ἀπήντα: «Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! κατεστράφη ἡ
3189Γερμανία, ἂν δὲν παραδεχθῇ τὸν χρυσὸν», ὅστις καὶ φύσει,
3190μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἔκπτωσιν τοῦ ἀργύρου, διετήρει καὶ θὰ
3191διετήρει ἐν τῷ μέλλοντι τὴν σταθερότητα τῆς ἀξίας του.
3192Καὶ οὕτως ἐνομοθετήθη τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα τῆς
3193Γερμανίας, βάσιν ἔχον μόνον τὸν χρυσόν.
3194Διατὶ ἤθελε τὸν χρυσὸν ὁ Βίσμαρκ; Διότι κατὰ τὸ δυ-
3195νατὸν αὐτὸ μόνον τὸ μέταλλον διετήρει τὴν πραγματικήν
3196του ἀξίαν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελε νὰ ἔχῃ
3197αὐτὸ ὡς μέτρον, διότι μόνον δι’ αὐτοῦ ἐγνώριζε τί εἰσέπραττε
3198καὶ τί ἔδιδε, μόνον δι’ αὐτοῦ εἶχε τὴν διαρκῆ σταθερότητα
3199τοῦ προϋπολογισμοῦ του· δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ τὸν ἄργυρον, οὗ
3200μετεβάλλετο ἡ ἀξία, νὰ ἔχῃ ἕνα ἐλαστικὸν πῆχυν, ὁ ὁποῖος
3201ὡς μέτρον νὰ τεντώνῃ καὶ νὰ μαζεύῃ ἑκάστοτε. Καὶ ἡ κυ-
3202κλοφορία δὲ τοῦ χαρτίνου νομίσματος τοιοῦτος πῆχυς εἶναι.
3203Ἐνῷ λοιπὸν εἰσπράττετε 100 ἑκατομμύρια δραχμὰς μὲ ἐπι-
3204καταλλαγὴν 1,75, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι, ἂν ἀπὸ τῆς αὔριον ἠθέ-
3205λετε ἔχει ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀδύνατον νὰ
3206εἰσπράξητε πέραν τῶν 60 ἑκατομμυρίων δραχμῶν...
3207§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀναντίρρητον.
3208§150ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
3209κῶν κλπ.). Εἶναι ἀδύνατον.
3210§151ΝΕΓΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
3211§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐμπρὸς, κύριε Βουλευτά.
3212§153ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀμέσως, κύριε συνάδελφε ἐξ Ἀττικῆς.
3213Ἀκούω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως λέγοντα ὅτι
3214εἶναι ἀδύνατον, ἀκούω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
3215τὴν νὰ λέγῃ ὅτι ἔχω δίκαιον. Τώρα εἴπετε καὶ ὑμεῖς, κύριε
3216συνάδελφε.
3217§154ΝΕΓΡΗΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἔχετε δίκαιον, ὅτι, ὅταν
3218τὸ συνάλλαγμα ὑποτιμηθῇ, πιθανὸν νὰ μὴ δύναται τὸ Δημό-
3219σιον νὰ εἰσπράξῃ ὅ,τι εἰσπράττει σήμερον. Ἀλλὰ μὴ λησμο-
3220νεῖτε ὅτι, καθ’ ὅσον ἤθελε συμβῆ τοῦτο, θέλει ἀντιθέτως ἐπη-
3221ρεασθῆ τὸ συνάλλαγμα ἐκ νέου πρὸς τὰ ἄνω· καθ’ ὅσον
3222αἱ εἰσπράξεις δὲν θὰ γίνωνται τακτικῶς, κατὰ τοσοῦτον θὰ
3223βλέπητε τὸ συνάλλαγμα νὰ ἀνέρχηται, καὶ τοιουτοτρόπως
3224ἐπέρχεται κανονισμὸς ἐκ τῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν φο-
3225βεῖσθε, τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἔκπτωσις βεβαία,
3226ἐκτὸς ἂν ἡ ἔκπτωσις ἐπέλθῃ δι’ ἀναπτύξεως τῶν παραγω-
3227γικῶν μέσων τοῦ τόπου, ὅτε δὲν ὑπάρχει φόβος καθυστερή-
3228σεως τῶν εἰσπράξεων.
3229§155ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἔχετε φό-
3230βον νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ὑφισταμένη διαφορὰ τῆς ἀξίας τοῦ χρυ-
3231σοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Βε-
3232βαίως, ἂν ἔχητε σεῖς τὴν ἐλπίδα, — τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ
3233ἔχω ἐγὼ — ὅτι ἐπὶ εἰκοσαετίαν καὶ πλέον θὰ ἤμεθα εἰς τὴν
3234ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν μὲ τοιαύτην ἐπικαταλλαγὴν, βε-
3235βαίως δὲν θὰ ἐκπέσουν αἱ εἰσπράξεις. Ἀλλ’ ἡ προϋπόθεσις
3236τῶν συλλογισμῶν μου εἶναι ἡ πιθανὴ, ἡ ἐπιδιωκομένη βελ-
3237τίωσις τῆς νομισματικῆς καὶ τῆς παραγωγικῆς μας κατα-
3238στάσεως. Οἱ δὲ κυβερνῶντες, οἵτινες δὲν σκέπτονται πῶς νὰ
3239ἐξασφαλίζωσι τὰς ἑαυτῶν Κυβερνήσεις, ἀλλὰ τὰ Κράτη, τὰ
3240ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσιν, ἀπὸ τοιαύτης προϋποθέσεως δέον νὰ
3241ὁρμῶνται. Μὲ τὸν χάρτινον προϋπολογισμὸν βεβαίως αἱ Κυ-
3242βερνήσεις δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἐπὶ ἓν καὶ δύο ἔτη ἄνευ
3243φόβου ἐκπτώσεως τῶν εἰσπράξεων, ἀλλὰ τὸ Κράτος καταστρέ-
3244φεται, τὸ δὲ Κράτος ἔχει μεγαλείτερον βίον τῶν Κυβερνήσεων.
3245§156ΝΕΓΡΗΣ. Διὰ τῆς ἀναπτύξεως μόνον τοῦ τόπου θὰ ἐκ-
3246πέσῃ τὸ συνάλλαγμα.
3247§157ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πᾶσα ἔκπτωσις
3248τοῦ συναλλάγματος δὲν ἀποδεικνύει πάντοτε αὔξησιν τοῦ
3249πλούτου τοῦ λαοῦ. Καὶ μᾶλλον πένητες γιγνόμενοι δυνά-
3250μεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
3251§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅπως ἐγένετο εἰς τὸ 1884.
3252§159ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁπότε ἐκινδύνευσε νὰ πτωχεύσῃ ὁ
3253Πειραιεύς!
3254§160ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
3255κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σεῖς ὑπεστηρί-
3256ξατε ἐν ἀρχῇ, ὅτι, καθ’ ὅσον ὑπερτιμᾶται ὁ χρυσὸς καὶ
3257ὑποτιμᾶται τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, κατὰ τοσοῦτον εἶναι
3258δυνατὸν νὰ αὐξάνωσιν αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἦναι
3259ἰδανικαί. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι, χωρὶς ν’ ἀναζητήσωμεν, τί
3260συμβαίνει ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ
3261συμβάντα παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ νωπὸν ἔτι παρελθὸν, πᾶν τὸ
3262ἐναντίον ἀποδεικνύεται. Ἐν ἔτει 1893 εἶχεν ὑπερτιμηθῆ ὁ
3263χρυσὸς εἰς ὕψος δυσθεώρητον, εἴχομεν δὲ τότε τὴν αὐτὴν
3264φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ νῦν. Ἐρωτῶ δὲ, διατὶ
3265κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον ἐκπέσει αἱ εἰσπράξεις εἰς
326693,000,000; Τὸ παρελθὸν δὲ ἔτος, ὅτε εἴχομεν τὴν ὑπο-
3267τίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος μέχρις 150 καὶ
3268145, τί παρετηρήθη; Αὔξησις τῶν δημοσίων προσόδων κατὰ
326910 περίπου ἑκατομμύρια. Πόθεν προέρχεται τοῦτο; Νὰ σᾶς
3270τὸ ἐξηγήσω. Ἡ κυριωτάτη πρόσοδος τοῦ Κράτους εἶναι ἐκ
3271τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, ὡς καὶ σεῖς ἐξηγήσατε. Εὐθὺς λοι-
3272πὸν, ὡς ὑπερτιμᾶται τὸ συνάλλαγμα καὶ ὁ χρυσὸς, τὸ ἐμ-
3273πόριον δὲν προβαίνει εἰς προμηθείας, εὐθὺς δὲ ὡς ἐκπίπτει
3274τὸ συνάλλαγμα, τὸ ἐμπόριον προβαίνει εἰς προμηθείας, καὶ
3275κατ’ ἀκολουθίαν αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους αὐξάνουσιν. Ὅσον
3276δὲ ἀφορᾶ τὰς ἄλλας προσόδους τοῦ Κράτους, τὰς μὴ ἐκ τελω-
3277νειακῶν δασμῶν, τὰς ἀμέσους, αὗται, εἴτε εἰς χρυσὸν κατα-
3278βάλλωνται, εἴτε εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἶναι αἱ ἴδιαι· οὔτε
3279αὐξάνονται, οὔτε μειοῦνται.
3280§161ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι εὐφυΐα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀλή-
3281θεια. Ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι δὲν ὑπολογίζω τὰς αὐξομοιώσεις
3282τῶν εἰσπράξεων ἀναλόγως τῆς διαφορᾶς τῆς ἐπικαταλλαγῆς,
3283τῆς διαρκούσης ἐπὶ ἕνα μῆνα· εἶπον ῥητῶς μόνον, ὅτι, ὅταν ἐπὶ
3284δύο ἢ τρία ἔτη καθορισθῇ μία διαφορὰ ἐπικαταλλαγῆς με-
3285γάλης, τότε ἐπέρχονται τ’ ἀποτελέσματα. Διότι, ἂν αὔριον
3286ἐκπέσῃ τὸ χαρτονόμισμα εἰς 3 δραχμὰς διὰ μίαν χρυσῆν
3287δραχμὴν ἐπὶ ἕνα μῆνα, δὲν ἕπεται ὅτι ἐπὶ ἕνα μῆνα θὰ μειω-
3288θῶσιν αἱ εἰσπράξεις.
3289Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ.
3290Ὑπουργός, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω νῦν εἰς ἀνάλυσιν αὐτοῦ, διὰ
3291νὰ τῷ ἀποδείξω πόσον ἔχει καὶ δι’ αὐτὸ ἄδικον.
3292Ἐπανερχόμενος λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα, ἐρωτῶ, ἡ Κυβέρ-
3293νησις ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν τοῦ 1899,
3294μετὰ τὰ τόσα παθήματα ἡμῶν, πῶς σκέπτεται; Σκέπτεται
3295πῶς θὰ ζήσῃ ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη; Θὰ ζήσῃ, διότι δὲν θὰ ἔχῃ ἴσως
3296ἐλλείμματα, καὶ ἂν ἔχῃ τι, ἔχει τὰ μέσα νὰ τὸ καλύψῃ.
3297Ἀλλὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ μάθῃ τὸ
3298μέλλον αὐτοῦ ἐπὶ 10–20 ἔτη, τίς θὰ τὸν ἐξασφαλίσῃ; Ὅταν
3299δὲ μὲ χαρτίνους προϋπολογισμοὺς αὐξάνητε τὰς δαπάνας,
3300ἐσκέφθητε, ἂν γείνωσι χρυσοῖ οἱ προϋπολογισμοί, πῶς θὰ ἐπαρ-
3301κέσητε εἰς τὴν φοβερὰν μείωσιν τῶν εἰσπράξεων; Αὐτὴ εἶναι
3302ἡ ἄποψις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ κρίνητε. Ἐὰν δ’ ἐκρί-
3303νετε ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, τότε θὰ ἐπείθεσθε, ὅτι πρέπει
3304νὰ ἔχητε πολιτικὴν βεβαιότητος, καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς βεβαιό-
3305τητος θὰ σᾶς ἠνάγκαζε νὰ ἔχητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ
3306ἓν περιθώριον 10,000,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον,
3307ὅτι ἀριθμητικῶς τὸ ἰσοζύγιον ὑπάρχει, ἀλλ’ οἰκονομικῶς βε-
3308βαίως δὲν ὑπάρχει. Ὅ,τι δὲ ὁ λαὸς ζητεῖ σήμερον, εἶναι τὸ
3309οἰκονομικὸν καὶ ὄχι τὸ ἀριθμητικὸν ἰσοζύγιον· διότι μόνον
3310αὐτὸ θὰ ἐξασφαλίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ Κράτος. Πρέπει
3311ἀποκαλυπτόμενον νὰ ἴδητε μετὰ πάσης προσοχῆς ἐκεῖνο, τὸ
3312ὁποῖον καλύπτεται καὶ δὲν φαίνεται, τὸ ὁποῖον ὅμως ὑπάρ-
3313χει· πρέπει νὰ τὸ ἴδητε, καὶ ὅταν τὸ ἴδητε, εἶμαι πεπει-
3314σμένος, ὅτι καὶ σεῖς θὰ μεταβάλητε τὴν βάσιν τῶν ἐν τῷ
3315μέλλοντι προϋπολογισμῶν σας, διὰ νὰ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ
3316εἰσέλθωμεν εἰς τὸν νέον αἰῶνα μὲ τὰς ἐλπίδας τῆς ἐθνικῆς
3317ἀναβιώσεως. Διότι ἄλλως, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι μετὰ δύο, τρία
3318ἢ τέσσαρα ἔτη θὰ γεννηθῇ κίνδυνος δι’ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν
3319τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
3320Καὶ ἐνῷ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει τῆς μειώσεως τῆς ἐπικαταλλα-
3321γῆς ζητῶ μέγα περιθώριον διὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς ἡμῶν,
3322ζητῶ τοιοῦτον καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει τοῦ κινδύνου τῆς αὐξή-
3323σεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Ἀμεσωτέρα παρίσταται μάλιστα ἡ
3324ἀνάγκη ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Διότι ἔχοντες χρέος μέγα ἐκ
332530 περίπου ἑκατομμυρίων πληρωτέων κατὰ τὸ πλεῖστον μέ-
3326ρος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἔχομεν ἀνάγκην ἀπόλυτον περιθωρίου,
3327διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς αὐξανομένας ὑποχρεώσεις μας,
3328ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ ἀπὸ τοῦ
3329χαρτονομίσματος. Ὑπολογίζομεν νῦν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν
3330διὰ τὸ ἐξωτερικὸν χρέος ἐπὶ τῇ βάσει ἐπικαταλλαγῆς 1: 150.
3331Ἀλλ’ εἴτε κατέλθῃ αὕτη εἰς 1:125, εἴτε ἀνέλθῃ εἰς 1:1,75,
3332κατὰ μείζονα λόγον δὲ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἔχομεν ἀνάγ-
3333κην περιθωρίου. Ἔχομεν ἀνάγκην αὐτοῦ, εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε
3334ἐκεῖθεν βαδίσῃ ἡ μεταλλαγὴ τῆς ἀξίας τοῦ χαρτονομίσματος
3335πρὸς τὴν τοῦ χρυσοῦ.
3336Καὶ ταῦτα μὲν, Κύριοι, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα. Ἀλλ’ ὁ ὑπο-
3337βληθεὶς προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνακριβὴς καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι
3338ἀποκρύπτει πάσας τὰς πραγματικὰς δαπάνας τοῦ στρατοῦ,
3339ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὴ πολιτικὴ, δὲν ὑπάρ-
3340χει πολιτικὴ στρατιωτικὴ, ἀποκρύπτει, λέγω, τὰς πραγματι-
3341κὰς δαπάνας, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδένα λόγον ὑπάρξεως ἔχουσι
3342καὶ αἱ καταβαρύνουσαι τὸν προϋπολογισμὸν προσωπικαὶ δα-
3343πάναι. Πᾶσαι δὲ αἱ προσωπικαὶ δαπάναι εἶναι ἀναγεγραμμέναι
3344ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, θέλει ἐθνικὸν
3345στρατὸν πρὸς ἐνέργειαν, καὶ μόνον ὅταν πεισθῇ ὅτι θὰ δυνηθῇ
3346νὰ ἔχῃ ἐθνικὸν στρατὸν, τότε μόνον θὰ θελήσῃ νὰ καταβάλῃ
3347καὶ τὰς δαπάνας τὰς προσωπικάς. Διότι, ἐπαναλέγω, ἀφῃ-
3348ρέθησαν ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἀριθ-
3349μητικοῦ ἰσοζυγίου πᾶσαι αἱ δαπάναι ἐκεῖναι, ἄνευ τῶν ὁποίων
3350περιττὸς εἶναι ὁ στρατὸς, ἂν θὰ ἔχῃ τοιοῦτον, περιττὰ εἶναι καὶ
3351τὰ στελέχη αὐτοῦ. Ἂς ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν, τί ἀλη-
3352θῶς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Καὶ ἂν σεῖς, οἱ κυβερνῶντες, δι’ οἱον-
3353δήποτε λόγον δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε τί συμβαίνει, ἡμεῖς δὲν
3354θὰ πτοηθῶμεν πρὸ τῆς ἀληθείας. Ἂν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε
3355τὰς πραγματικὰς δαπάνας, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύνασθε νὰ
3356χρησιμοποιήσητε καὶ τὰς προσωπικὰς δαπάνας τῶν στελεχῶν,
3357εἴπετε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδῃ καὶ
3358διὰ τὰς προσωπικὰς δαπάνας. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξασφα-
3359λίσωμεν τὴν ὕπαρξιν ἐθνικοῦ, ὄχι δυναστικοῦ στρατοῦ, διότι
3360οὐδεμία παρίσταται ἀνάγκη νὰ προφυλάξωμεν διὰ στρατοῦ
3361τὴν δυναστείαν ἡμῶν.
3362Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀποκρύπτονται καὶ
3363ἐπὶ τῶν ὁποίων πρωτίστως ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν, ἂν ἐπεθυ-
3364μοῦμεν οὕτω νὰ μορφώσωμεν στρατὸν ἐθνικόν; Δὲν εἶμαι
3365στρατιωτικὸς καὶ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας.
3366Ἀλλ’ εἶναι μερικαὶ ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι φωνάζουσι καὶ εἶναι
3367εἰς πάντας ἡμᾶς γνωσταί. Προχθὲς διακεκριμένον καὶ ἁρμό-
3368διον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βου-
3369λευτὴς, ἔλεγε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀγορεύων: «Θὰ φέρητε
3370ξένους διοργανωτὰς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν; Ἀλλὰ τί θὰ διορ-
3371γανώσωσιν αὐτοί; Αὐτοὶ θὰ ζητήσωσι νὰ ἐπισκεφθῶσι πρῶ-
3372τον τοὺς στρατῶνας, καὶ θὰ συνοδεύσωσιν αὐτοὺς ἐκεῖ ἡμέτεροι
3373ἀξιωματικοί, καὶ θὰ ἴδωσιν ἐκεῖ τὰ ὅπλα, δι’ ὧν ὁ στρατὸς
3374ἡμῶν εἶναι ὡπλισμένος, ὅπλα ἅτινα εἶναι δι’ ἀρχαιολογικὰ
3375πλέον μουσεῖα προωρισμένα, διότι οἱ στρατοὶ σήμερον δὲν
3376πολεμοῦσι μὲ Γκρᾶ. Οἱ Σέρβοι, αὐτοὶ οἱ Ρωμοῦνοι, οἱ Βούλ-
3377γαροι, οἱ Τοῦρκοι ὡπλίσθησαν διὰ συστημάτων τελειοτέρων.
3378Ἵππους δὲν ἔχομεν, πυροβόλα δὲν ἔχομεν, δὲν ἔχομεν ὑλι-
3379κὸν πολέμου, δὲν ἔχομεν ὀχυρώσεις, αἱ ὁποῖαι αὐξάνουσι κατὰ
3380τὸ διπλάσιον τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς εἴμεθα μι-
3381κρὸν Κράτος καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παρατάξωμεν μέγαν στρα-
3382τόν· κατὰ μείζονα λόγον ἔχομεν ἀνάγκην ὀχυρώσεων, διότι
3383αἱ ὀχυρώσεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀναπληροῦσι τὸν πλη-
3384θυσμόν». Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνομεν, πῶς
3385νὰ διαπλατύνωμεν τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, πῶς ἀπὸ
33862,500,000 κατοίκους νὰ ἔχωμεν 5,000,000, καὶ μὲ τόσα
3387νὰ πολεμήσωμεν. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην πρόνοιαν δὲν ἔχομεν, ἐξα-
3388κολουθοῦμεν ἀκόμη νὰ λέγωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι πράγματι
3389καὶ ἀληθῶς φροντίζομεν περὶ στρατοῦ! Καὶ τί ὡρισμένως εἰς
3390δαπάνας θέλομεν δι’ αὐτὸν τὸν στρατὸν, Κύριοι; Ἔκτακτον
3391προϋπολογισμὸν δὲν ἔχομεν. Ἢ θὰ δανεισθῶμεν ἐσωτερικῶς,
3392καὶ τότε ἔχομεν ἀνάγκην 100 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, — πλὴν
3393ἐνδεχομένων ὀχυρώσεων — καὶ θὰ ἔχωμεν τότε ἀνάγκην 7
3394ἑκατομμυρίων δρ. διὰ τόκους, ἢ πρέπει αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαι-
3395τούμενον, νὰ τὸ διαβαθμίσωμεν τοὐλάχιστον εἰς πέντε ἔτη, διὰ
3396νὰ ἐπιτρέπηται εἰς ἡμᾶς νὰ ποιήσωμεν ἔναρξιν τῶν δαπανῶν
3397ἡμῶν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
3398τὸ καθ’ ἕκαστον ἔτος ἀπαιτούμενον ποσὸν δέον νὰ τὸ ἔχω-
3399μεν διὰ τακτικοῦ προυπολογισμοῦ. Πῶς θὰ ἐκτελέσητε ὅμως
3400τὰς δαπάνας ταύτας; Θὰ ζητήσητε φορολογίαν; Διατὶ δὲν
3401ἐκάμετε λόγον περὶ τούτου;
3402Ἐγὼ, νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πρέπει καὶ ἡ Βου-
3403λὴ καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις νὰ λάβωσι σταθερὰν ἀπόφασιν
3404περὶ τοῦ πρακτέου. Στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν πραγμάτων, πρέ-
3405πει νὰ λάβωμεν τὴν τόλμην νὰ εἴπωμεν δημοσίως ἐνταῦθα
3406ὅ,τι λέγομεν ἰδιαιτέρως, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν τῶν ἀντιπρο-
3407σώπων τοῦ λαοῦ, εὑρισκόμενος μετὰ τῶν ἐκλογέων του, λέγει
3408εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσποιεῖται ἐνταῦθα ὅτι πι-
3409στεύει. Πρέπει νὰ ἐξοικονομήσωμεν δι’ οἱουδήποτε τρόπου,
3410πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν
3411ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται δι’ ἀληθῆ στρατόν.
3412§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μᾶς εἴπητε πῶς.
3413§163ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
3414κῶν κλπ.). Πῶς νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰ 120 ἑκατομμύρια.
3415§164ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θέλετε νὰ ἐπιβάλητε εἰς ἐμὲ τὰ βάρη,
3416καὶ σεῖς νὰ ἔχητε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἦσθε Ὑπουργοί;
3417Ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν σας, τότε θὰ εὕρισκον τὸν τρόπον.
3418Καὶ ἂν δὲν τὸν εὕρισκον, θὰ εἶχον τὴν τόλμην νὰ εἴπω μετὰ
3419παρρησίας καὶ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὸν λαὸν, ὅτι διὰ τὸν
3420ἐπαγγελλόμενον στρατὸν εἶναι ἀδύνατον ὁ τόπος νὰ βαστάσῃ
3421τὰ ἀπαιτούμενα βάρη. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐλησμόνουν καὶ τὴν
3422ἱστορίαν καὶ τὸ παρελθὸν ἡμῶν. Καὶ ἂν δὲν ἠδυνάμην δι’ ὅσων
3423κέκτημαι νὰ μορφώσω τὸ ὅλον τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον σεῖς
3424ἐπαγγέλλεσθε ὅτι θὰ καταρτίσητε, θὰ προετίμων νὰ θέσω τὰς
3425βάσεις ἡμίσεως ἀριθμοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ στρατοῦ ἀληθοῦς. Οὕτω
3426ἐνεργῶν θὰ προσείλκυον καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, καὶ
3427δι’ αὐτῆς εὐχερέστερον καὶ ταχύτερον τὸν μικρὸν αὐτὸν στρα-
3428τὸν θὰ τὸν ηὔξανον βαθμηδὸν ἐν τῷ μέλλοντι. Διότι, Κύ-
3429ριοι, ἂν ἡμεῖς δὲν ἐγενόμεθα ἱκανοὶ νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δί-
3430καια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν πρέπει διὰ τοιούτου προϋπολο-
3431γισμοῦ νὰ ἀποκόψωμεν καὶ τὴν ἐλπίδα ἀπὸ τῆς νέας γενεᾶς.
3432Ἂς θέσωμεν τοὐλάχιστον ἡμεῖς νῦν βάσεις συνετῆς πολι-
3433τικῆς, ὥστε μετὰ 15 ἔτη νὰ πράξωσιν ἄλλοι ἐν τῷ μέλ-
3434λοντι ὅ,τι ἡμεῖς ἕνεκα τῶν σφαλμάτων μας τῶν προηγηθέν-
3435των ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐκτελέσωμεν ἐν τῷ παρόντι.
3436Τὸ ζήτημα τίθεται σαφῶς. Ἔχετε ἀνάγκην 17 ἑκατομ-
3437μυρίων δραχμῶν διὰ νὰ καταρτίσητε τὸν στρατὸν, μὲ ἀπαλ-
3438λαγέντας, μὲ ὅλας τὰς ἄλλας δαπάνας, περὶ ὧν ὡμίλησα. Μὴ
3439ζητοῦντες τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, καλύπτεσθε. Ἓν μόνον
3440σκέπτεσθε, πῶς νὰ μείνητε ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐπὶ ἓν ἢ δύο
3441ἔτη. Κατόπιν ἂς ἔλθωσιν ἄλλοι νὰ τὰ οἰκονομήσωσι.
3442§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεθύμουν νὰ μά-
3443θω, πῶς νομίζετε καὶ κατὰ πόσον δύνανται νὰ περιορισθῶσι
3444τὰ τακτικὰ ἔσοδα, διὰ νὰ μάθωμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
3445ἐπαρκέσωμεν εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε.
3446§166ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι μία νέα τακτικὴ τῆς παρούσης
3447Κυβερνήσεως τὸ σύστημα τῶν διακοπῶν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι
3448αἱ Κυβερνήσεις εἰσηγοῦνται μέτρα, ὑπερασπίζουσαι ἐνταῦθα
3449ταῦτα. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις περιορίζεται εἰς τὸ νὰ
3450ἀντικρούῃ διὰ διακοπῶν τὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
3451ἀγορεύουσι. Μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς
3452τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἔκαμε ἐξαίρεσιν.
3453§167Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὑπάρχει νομο-
3454σχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς
3455πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῶσι δι’ ἐτησίου βάρους ὑπὲρ τῆς Ἑται-
3456ρείας τῶν Ἐργοληψιῶν 2,500,000 δρ. ἀντὶ τοῦ ὕδατος καὶ
3457τῶν ὑπονόμων, καὶ ἐρωτᾷ ἡ Κυβέρνησις, πῶς καὶ πόθεν νὰ
3458εὕρῃ τὰ χρήματα! Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐρωτᾷ ἡμᾶς,
3459ἀλλ’ ἑαυτὴν, καὶ ὅπως ἐξεῦρε 2,500,000 διὰ τὴν Ἑταιρείαν
3460τῶν Ἐργοληψιῶν, οὕτως ὀφείλει νὰ ἐξεύρῃ ἄλλα 2,500,000
3461δι’ ἀνάγκας τοῦ Κράτους πολὺ ἐπειγούσας.
3462§168ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω περισσότε-
3463ρον, Κύριοι. Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ ἰδέαι, τὰς ὁποίας εἶχον
3464νὰ ὑποβάλω ἐν τῇ δυνατῇ συντομίᾳ ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ
3465καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολο-
3466γισμὸς διὰ τὸ 1899 δὲν μὲ ἐνθαρρύνει νὰ ἐλπίζω εἰς ἀνα-
3467βίωσιν ἐθνικήν. Παραβλέπει πολλὰ πράγματα, καὶ αἰσιοδο-
3468ξεῖ ὑπερβαλλόντως. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προυπολογισμοῦ
3469αὐτοῦ βεβαίως προσποιεῖται ὅτι ἐπιδιώκει ἐθνικὴν πολιτικήν.
3470Ἐπιδιώκει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ. Τί;
3471Τὴν διὰ πολλῶν θέσεων κτῆσιν κομματικῆς δυνάμεως, τὴν
3472ὁποίαν ὄντως θὰ ἀποκτήσῃ, ἀλλὰ διὰ τῶν χρημάτων ἐκεί-
3473νων, τὰ ὁποῖα ἂν διέθετε οὐχὶ διὰ θέσεις, ἀλλὰ διὰ τὸν
3474στρατὸν, ἦτο ἐλπὶς τότε, ἀλλὰ μόνον τότε ἦτο ἐλπὶς νὰ
3475δυνηθῶμεν νὰ παρασκευάσωμεν τοιοῦτον. Καὶ λυποῦμαι πολὺ,
3476ὅτι ἐκ τῶν ἀτυχιῶν ἡμῶν οὐδὲν ἐμάθομεν καὶ οὐδὲν ἀπεμά-
3477θομεν δυστυχῶς.
3478§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει
3479τὸν λόγον.
3480§170Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3481Οἱ μέχρι τοῦδε ὁμιλήσαντες ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐπὶ τῆς
3482ἀρχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέβαλον παρατηρήσεις καὶ ἰδέας,
3483αἵτινες δύνανται εἰς δύο νὰ ἀναχθῶσι κατηγορίας· εἰς τὴν
3484πρώτην ἀνάγονται ὅσαι ἀφορῶσιν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ
3485προϋπολογισμοῦ, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ὅσαι ἐνέχουσι πολιτι-
3486κὴν ἔννοιαν καὶ ἀνάγονται εἰς τὴν γενικωτέραν τοῦ Κράτους
3487διοίκησιν. Ἄρξομαι ἐκ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς λεπτομερείας
3488τοῦ προϋπολογισμοῦ.
3489Πρῶτος ἔλαβε τὸν λόγον καὶ συνεζήτησεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
3490τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ προκάτοχός μου ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
3491κῆς Βουλευτής. Ἡ πρώτη τῶν παρατηρήσεων αὐτοῦ ἀφεώρα
3492εἰς τὴν καινοτομίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ
3493εἰσαγάγῃ ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν ἐσόδων, ἰδίως τοῦ ἐσόδου τοῦ
3494προερχομένου ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου,
3495καινοτομίαν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑπ’ αὑ-
3496τοῦ συνταχθέντι, κατ’ εἰσήγησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουρ-
3497γείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διανεμηθέντι εἰς τοὺς κυρίους
3498Βουλευτάς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀξιοῖ, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 3
3499τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου πρέπει τὰ εἰσπραττό-
3500μενα ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου νὰ καταλογί-
3501ζωνται εἰς βάρος τῆς χρήσεως ὄχι τῆς διαρκείας τῶν 22 μη-
3502νῶν, ἀλλὰ τῆς διαρκείας μόνον τῶν δώδεκα μηνῶν. Τὸ ἄρ-
3503θρον 3 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς:
3504«Εἰς τὴν αὐτὴν χρῆσιν ἀνήκουσιν αἱ γενόμεναι ὑπηρεσίαι
3505καὶ τὰ παρὰ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ ἀποκτη-
3506θέντα δικαιώματα ἐντὸς τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ
3507χρῆσις». Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι πρόκειται
3508νὰ λύσῃ νομικόν τι ζήτημα, καὶ κατέφυγεν εἰς τὴν γνώμην
3509τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ὅστις, πλανηθεὶς ὡσαύτως, εὗ-
3510ρεν, ὅτι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου πρέπει αἱ εἰσπράξεις ἐκ
3511τοῦ φόρου τῆς σταφίδος νὰ καταλογίζωνται εἰς πίστωσιν τοῦ
3512ἔτους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἰσπράττονται. Δὲν ἠρκέσθη δὲ ὁ
3513προκάτοχός μου εἰς τοῦτο μόνον, ἀλλ’ ὅτε τῷ ἐγένετο ὑπ’ ἄλ-
3514λου ἡ παρατήρησις, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐλειτούργει παρ’ ἡμῖν
3515ὁ τοιοῦτος καταλογισμὸς, ἐνόμισε καλὸν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ
3516προκάτοχοί του δὲν κατέγειναν εἰς τὴν σπουδὴν τῶν κρα-
3517τούντων εἰς τὰ λογιστικὰ ἄλλων ἐθνῶν, ἵνα ἴδωσι κατὰ τίνα
3518τρόπον ἐβελτίωσαν τὰ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ. Ὁ νόμος
3519περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὁ κρατῶν παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἔργον
3520τοῦ ἀειμνήστου Δημητρίου Λεβίδου, διατελοῦντος τότε διευ-
3521θυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἶναι δὲ μετάφρασις τοῦ
3522περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου τοῦ κρατοῦντος τότε ἐν Γαλ-
3523λίᾳ. Ἂν ἐξήταζε, πῶς ἐφήρμοζε τὸν νόμον περὶ δημοσίου
3524λογιστικοῦ αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μετ’ ἐπισταμένης μελέ-
3525της συνέταξε τὸν νόμον, ἤθελε πληροφορηθῆ, ὅτι ἄλλως ἐκα-
3526νόνισε τὰ περὶ τούτου, καὶ ἄλλως ἐλειτούργει ὁ νόμος.
3527Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἐγγείου φόρου, δὲν πρόκειται περὶ
3528εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Ὁ ἔγγειος φόρος ἐγεννήθη ἀφ’ ἧς στιγ-
3529μῆς ἐγεννήθη ὁ καρπὸς καὶ ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ἐπ’ αὐτοῦ,
3530δι’ αὐτὸ ὀνομάζεται καὶ ἔγγειος φόρος· λοιπὸν ἄρχεται ἀφ’ ἧς
3531στιγμῆς παράγεται ὁ σταφιδόκαρπος, καὶ ἀνάγεται εἰς τὴν
3532χρῆσιν τοῦ ἔτους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου παρήχθη καὶ ἀποταμιευ-
3533θεὶς κατέστη ἐμπορεύσιμος. Ἄν ὁ ἔγγειος φόρος ἐπεβάλ-
3534λετο, ὡς ὤφειλε νὰ ἐπιβάλληται, κατὰ στρέμμα, πάντως θὰ
3535κατελογίζετο εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ παρήχθη ὁ
3536καρπός. Ἐὰν ἐξήταζε, πῶς τελευταίως ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ
3537δημοσίου λογιστικοῦ ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπου πράγματι ἕνεκα τῆς ἐκ-
3538τάκτου ἱκανότητος καὶ εἰδικότητος τοῦ διευθύνοντος τὸ Γε-
3539νικὸν Λογιστικὸν τῆς Ἰταλίας, μετερρυθμίσθησαν θεμελιω-
3540δῶς τὰ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τὰ τοῦ καταλογισμοῦ
3541τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἤθελε πληροφορηθῆ, ὅτι
3542ἐκεῖ ἐνεωτέρισαν μὲν, ἀλλὰ δὲν ἐνεωτέρισαν διὰ τοῦ περιο-
3543ρισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς χρήσεως, ὡς ἠθέλησε νὰ πράξῃ ὁ προ-
3544κάτοχός μου. Ἐν Ἰταλίᾳ παρεδέχθησαν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ
3545κλείῃ ἡ χρῆσις εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, εἰμὴ τυπικῶς, τὰ
3546δημόσια δὲ βιβλία ἐσόδων καὶ ἐξόδων πρέπει νὰ μένωσιν ἐπὶ
35475 ἔτη ἀνοικτὰ, εἰς τὸ διάστημα δὲ τῶν 5 ἐτῶν πᾶν ἔσοδον
3548ἀναγόμενον εἰς τὴν χρῆσιν ἐκείνην νὰ καταχωρίζηται εἰς τὰ
3549βιβλία τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως, εἰς ἣν ἀνάγεται. Οὕτω δὲ
3550μετὰ πενταετίαν εἶναι γνωστὰ καὶ ἐξηκριβωμένα τὰ ἔσοδα
3551ἑκάστης χρήσεως, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι γνωστὰ, καίπερ
3552παρατεινομένης τῆς χρήσεως μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ
3553ἑπομένου ἔτους· ἔχομεν μὲν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν
3554ἐσόδων ἓν κεφάλαιον κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρή-
3555σεων, εἰς πίστωσιν δ’ αὐτοῦ εἰσπράττονται 3–4 ἑκατομμύ-
3556ρια δραχ., κατὰ λόγον τῆς διδομένης ὠθήσεως ὑπὸ τῶν δια-
3557φόρων Ὑπουργῶν καὶ τῶν σχετικῶν περιστάσεων, ὁ δὲ προϋ-
3558πολογισμὸς τῶν ἐξόδων ὑποβάλλεται καὶ ψηφίζεται συνήθως
3559μὲ ἓν κεφάλαιον ἐξόδων κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων
3560χρήσεων, οὗ τὸ ποσὸν κυμαίνεται μεταξὺ 3 καὶ 4 ἑκατομ-
3561μυρίων. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ πα-
3562ρουσιάζουσι πλήρη καὶ ἀρτίαν τὴν εἰκόνα ἑκάστης χρήσεως,
3563καὶ ὅτι πᾶσαι αἱ καθυστερήσεις τῶν δημοσίων ἐσόδων, αἱ
3564παρουσιαζόμεναι κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως, εἶναι
3565πραγματικαί. Ἐν τούτοις αἱ καθυστερήσεις αὗται δὲν εἶ-
3566ναι πραγματικαί, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἴχομεν εἰσπράξεις
35674,000,000 ἐξ ἐσόδων τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμέ-
3568νων χρήσεων.
3569Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου δὲν περιώρισε τὸ νεωτερι-
3570στικόν του σχέδιον εἰς μόνον τὸν ἔγγειον φόρον τῆς σταφί-
3571δος, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τοῦτο καὶ εἰς πάντα τὰ λοιπὰ ἔσοδα,
3572ὧν ἡ εἴσπραξις ἐξακολουθεῖ καὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἤτοι εἰς
3573τὸν ἔγγειον φόρον τῆς σταφίδος, εἰς τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ
3574οἰκοδομὰς κλπ. Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου δὲν ἐνόησεν,
3575ὅτι παρ’ ἡμῖν τοῦτο καθιερώθη καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον,
3576διὰ νὰ ᾖναι γνωστὴ ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐξ ἑκάστου
3577τῶν ἐσόδων τούτων. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ᾐσθά-
3578νετο πολλὴν τὴν εὐλάβειαν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατά-
3579ξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἔπρεπε νὰ ἐπι-
3580στήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς ἑτέρας θεμελιώδεις διατάξεις
3581τοῦ νόμου τούτου, ἔπρεπε νὰ μὴ προκαλέσῃ, ὡς ἐπροκάλε-
3582σεν, ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις διὰ Β. Διαταγμάτων, ἀπού-
3583σης τῆς Βουλῆς, ἐπὶ κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, εἰς τὰ ὁποῖα
3584δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου νὰ προκληθῶσι
3585τοιαῦται· ὤφειλε νὰ μὴ προκαλέσῃ πιστώσεις ἐκτάκτους, αἱ
3586ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια ἐπὶ κεφαλαίων καὶ
3587ἄρθρων, ἢ μᾶλλον ἐπὶ δαπανῶν, περὶ τῶν ὁποίων προϋπῆρ-
3588χε πρόβλεψις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον
3589περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τότε καὶ μόνον ἐπιτρέπεται νὰ
3590προκληθῶσιν ἔκτακτοι πιστώσεις, ὅταν πρόκειται περὶ δα-
3591πάνης, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐγένετο πρόβλεψις ἐν τῷ προϋ-
3592πολογισμῷ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου
3593προκατόχου μου πολλαὶ καὶ οὐσιώδεις ἐγένοντο παραβάσεις
3594τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἐν τούτοις ἡμεῖς, ὡς
3595Κυβέρνησις, καὶ ἡ Βουλὴ ἠναγκάσθημεν νὰ τὰς κυρώσωμεν,
3596διότι ἄλλο τι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἀφοῦ αἱ δαπάναι
3597ἐπραγματοποιήθησαν καὶ διεπιστώθη ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἄγνοια
3598τοῦ νόμου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ καλὴ πίστις τῶν παραβιασάν-
3599των τὸν νόμον.
3600Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ἤθελεν εἶναι ἀξιέπαινος, ἂν
3601ἐδεικνύετο εὐλαβῶς ἔχων ἀπέναντι τοῦ νόμου περὶ δημοσίου
3602λογιστικοῦ εἰς τὰς ἀφορώσας τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων
3603διατάξεις του, καὶ οὐχὶ εἰς καινοτομίαν ἀναγομένην εἰς τὸν
3604χρόνον τῆς χρήσεως, καινοτομίαν, ἥτις οὐδένα σπουδαῖον
3605πρακτικὸν σκοπὸν ἔχει. Ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ μὴ ἀφήσω
3606ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν αἰτίασιν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου προκα-
3607τόχου μου, καίτοι ὑποθέτω, ὅτι πάντες ἀναγνωρίζετε, ὅτι
3608δὲν εἶχε καμμίαν πρακτικὴν ἔνοιαν ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιο-
3609τίμου προκατόχου μου, ἐὰν ἔπρεπεν οὕτως ἢ ἄλλως νὰ γένηται
3610ὁ καταλογισμὸς τῶν ἐσόδων, διότι πάντοτε εἰς τὸ αὐτὸ τα-
3611μεῖον πρόκειται νὰ εἰσέλθωσι τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα,
3612εἴτε εἰς τὴν μίαν εἴτε εἰς τὴν ἄλλην χρῆσιν καταλογισθῶσι.
3613Νομίζω ὅτι ἐπεξέτεινε τὰς παρατηρήσεις του καὶ εἰς τι
3614ἕτερον, ὅτι ὑπελόγισα τὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ
3615ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος, τοῦ εἰσπραττομένου εἰς τὰ τε-
3616λωνεῖα, εἰς ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον οὗτος εἶ-
3617χεν ὑπολογίσει τὸ ἔσοδον τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶχε προσέξει
3618εἰς τοῦτο, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν δὲν
3619ἀναγράφεται τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφί-
3620δος εἰς δύο κατηγορίας, δηλαδὴ εἰς ἔγγειον φόρον τῆς στα-
3621φίδος, εἰσπραττόμενον ἀμέσως εἰς τὰ τελωνεῖα, καὶ εἰς ἔγγειον
3622φόρον ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τιμήματος τοῦ
3623σταφιδοκάρπου τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρα-
3624κρατήσεως, ἐκ τοῦ ὁποίου τὸ Δημόσιον θὰ λαμβάνῃ φόρον δρ.
36254 κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς τὴν
3626ἀλλοδαπὴν ἐξαχθέντος. Τοῦτο δ’ ἐγένετο διότι ὑπῆρξε νεωτε-
3627ρισμὸς ἐπὶ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος, ἀρ-
3628ξάμενος ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς σταφιδικοῦ ἔτους, ἤτοι τῆς χρή-
3629σεως τοῦ 1899. Τὸ Δημόσιον εἰς οὐδεμίαν δύναται νὰ ὑπο-
3630βληθῇ καθυστέρησιν ἢ ζημίαν ἐκ τῆς εἰς τὴν Σταφιδικὴν
3631Τράπεζαν ἀνατεθείσης διαχειρίσεως. Ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου
3632τοῦ ἐξαγομένου τὸ Δημόσιον ἔχει δικαίωμα νὰ αἰτήσηται
3633τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐκ 4 δραχ. φόρου, οὕτως ὥστε κατὰ τὴν
3634λῆξιν τῆς χρήσεως θὰ ἔχῃ εἰσπράξει ὁλόκληρον τὸν φόρον
3635τῶν 4 δρ. κατὰ χιλιόλιτρον. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν
3636ὁποῖον ὁ ὑπολογισμὸς ὑπῆρξεν ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον
3637ὑπέδειξεν οὐ μόνον ὁ προκάτοχός μου ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς
3638Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής.
3639§171ΝΕΓΡΗΣ. Ἁπλῆν παρατήρησιν ἔκαμα.
3640§172ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τρίτη παρατήρησις, εἰς τὴν ὁποίαν ὄχι
3641μόνον ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ
3642Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπέμεινεν, ἦτο ἐπὶ τῆς γενομένης αὐ-
3643ξήσεως τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν δασῶν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς
3644τὸ ποσὸν 289,882 δραχμῶν. Ἀμφότεροι οἱ κύριοι Βουλευ-
3645ταὶ ὑπέλαβον, ὅτι αὐτὴ ἡ αὔξησις, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ
3646προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, ἐνδεικνύει ἀκηδίαν τῆς σημερι-
3647νῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ὑλοτομούμενον ἐκ τῶν ἡμετέ-
3648ρων δασῶν ποσὸν ξυλείας, ὅπερ ἔδει νὰ περιορισθῇ· οἱ κύριοι
3649Βουλευταὶ ὑπεστήριξαν, ὅτι ἔδει τὸ ἔσοδον τοῦτο νὰ ὑποβλη-
3650θῇ κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιώσαμεν καὶ εἰσε-
3651πράξαμεν κατὰ τὸ 1898, διότι, κατ’ αὐτούς, εἶναι ἐπιβε-
3652βλημένον εἰς ἡμᾶς νὰ περιορίσωμεν τὴν ὑλοτομίαν, ὅπως
3653περισώσωμεν τὰ ἡμέτερα δάση ἀπὸ τῆς ἀπειλούσης αὐτὰ
3654καταστροφῆς. Δὲν γινώσκω, ἐὰν πάντες ὑμεῖς, κύριοι Βου-
3655λευταὶ, ἐλάβετε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσητε δύο νομοσχέδια,
3656τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλον
3657εἰς τὴν Βουλὴν, νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἀκριβῶς εἰς
3658τὴν περιφρούρησιν τοῦ μεγίστου ἡμῶν ἐθνικοῦ πλούτου, τῶν
3659δασῶν. Τὸ ἓν τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀστυ-
3660νομίαν τῶν δασῶν, τὸ δὲ δεύτερον ἀφορᾷ εἰς τὴν διαχείρισιν
3661αὐτῶν. Ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν, ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολι-
3662τικῇ ἡμῶν, ἀνεγράφη ὡς ὅρος οὐσιώδης ἡ προαγωγὴ τοῦ
3663ἐσόδου τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν δασῶν, ἡ περιφρούρησις καὶ ἡ
3664διάσωσις τῶν δασῶν ἡμῶν, διότι τὰ δάση ἡμῶν ἀποτελοῦ-
3665σιν ὄντως μέγιστον πλοῦτον. Ἡ ἀξία τῶν δασῶν ἡμῶν ὑπο-
3666λογίζεται εἰς δεκάδας ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν φρο-
3667νοῦμεν, ὅτι περισώζομεν τὰ δάση ἡμῶν, περιορίζοντες τὴν
3668ὑλοτομίαν ἢ ἀπαγορεύοντες τὴν ὑλοτομίαν ὑπὸ τῶν συμπο-
3669λιτῶν ἡμῶν, στεροῦντες αὐτοὺς τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων
3670εἶναι δυνατὸν καὶ τὰς οἰκοδομὰς αὑτῶν νὰ ἀνεγείρωσι καὶ
3671νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν μέσα. Ἡμεῖς δὲν
3672ἔχομεν σκοπὸν νὰ φανῶμεν γενναιότεροι τῶν προκατόχων
3673ἡμῶν ὡς πρὸς τὰ δάση, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ὑλοτο-
3674μία. Καὶ ἠκούσθη ἐνταῦθα λεχθὲν ὑπό τινος τῶν προαγορευ-
3675σάντων, ὅτι, ὅτε οὗτος διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
3676νομικῶν, ἐπὶ κινδύνῳ τῆς δημοτικότητος αὐτοῦ ἀπηγόρευσε
3677τὴν ὑλοτομίαν εἰς ὡρισμένα δάση...
3678§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
3679§174ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προσέθηκε μάλιστα ὁ διακόψας με ἀξιό-
3680τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι ἐσκέφθη καὶ περαιτέρω
3681ἀκόμη, ἤτοι τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην προέθετο νὰ ἐπι-
3682τείνῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ περισώσῃ τὰ δάση. Δὲν
3683θέλω νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν τὴν δό-
3684ξαν, ὅτι κήδεται τῶν δασῶν ἡμῶν, ἀλλὰ παρακαλῶ αὐ-
3685τὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι καὶ ὁ νῦν διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον
3686τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι γενναιότερος αὐτοῦ, οὐδὲ γεν-
3687ναιότερος τοῦ ἀμέσως προκατόχου αὐτοῦ, καὶ ὅτι οὐδαμοῦ
3688εἰς οὐδὲν δάσος ἐπεξέτεινε τὴν ὑλοτομίαν, ἐξ ἐκείνων, εἰς
3689τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέτρεπον οἱ προκάτοχοί του τὸ ὑλοτομεῖν.
3690Λυποῦμαι διότι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περιαυτολο-
3691γήσω. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι, ὅπως περιορισθῇ
3692κατά τι ἡ ὑλοτομία, αἱ διατιμήσεις τοῦ ἔτους τούτου ἐγέ-
3693νοντο κατὰ τι ἀνώτεραι, ὅπως οὕτω στραφῇ ἡ προσοχὴ τῶν
3694ἐχόντων ἀνάγκην ξυλείας πρὸς τὴν ξυλείαν τῆς ἀλλοδαπῆς.
3695Πρόχειρον ὑπῆρχε τὸ μέσον, δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ
3696μείωσις τῆς ὑλοτομίας εἰς τὰ ἡμέτερα δάση· ἠδύνατο νὰ
3697ἐλαττωθῇ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν
3698ξυλείαν, τὴν εἰσαγομένην ἔξωθεν, ὅτε οὐδεὶς ἤθελεν εὑρίσκει
3699συμφέρον νὰ ὑλοτομῇ εἰς τὰ δάση ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω
3700τὴν γνώμην αὐτήν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν,
3701ὥστε καὶ τὴν ἀστυνομίαν τῶν δασῶν νὰ ὀργανώσωμεν, καὶ
3702τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν νὰ ἐξασφαλίσωμεν. Καὶ τὴν ἐξα-
3703σφαλίζομεν, ἐὰν εἴτε τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἔσχον τὴν
3704τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, μεταβληθῶσιν εἰς νόμους,
3705εἴτε ἄλλα παρεμφερῆ πρὸς ταῦτα μέτρα ληφθῶσι. Συνεστήθη
3706μία Σχολὴ εἰς τὴν Βυτίνην, ἡ ὁποία ἔχει ὡς σκοπὸν τὴν
3707ἀνάπτυξιν τῆς λεπτουργικῆς τέχνης καὶ τὴν μόρφωσιν δασο-
3708κόμων. Ἡ κατασκευὴ ξυλίνων ἀθυρμάτων ἀπέτυχε, διότι
3709οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα παρήγαγον αἱ μέχρι τοῦδε γε-
3710νόμεναι δοκιμαὶ, λειτουργεῖ ὅμως τὸ δασοκομικὸν τμῆμα, καὶ
3711λειτουργεῖ εὐδοκίμως, διευθυνόμενον ὑπὸ Δανοῦ δασολόγου,
3712εἰδικωτάτου δασολόγου, ἔχοντος καὶ βοηθὸν ἐπίσης καλῶς
3713κατηρτισμένον δασολόγον. Ἐκ τῆς Σχολῆς ταύτης 10 μό-
3714νον ἔχομεν μέχρι τοῦδε μαθητὰς, οἱ ὁποῖοι ἐμορφώθησαν ὑπὸ
3715τὸν προκάτοχον Γερμανὸν διευθυντὴν, ὁ ὁποῖος, τοὐλάχιστον
3716κατὰ τὴν δοθεῖσαν εἰς ἐμὲ πληροφορίαν, δὲν ἦτο ὁ κατάλ-
3717ληλος, δὲν ἦτο ὅσον εἶναι ὁ νῦν κατάλληλος. Καὶ οἱ δέκα
3718οὗτοι ἀπόφοιτοι τῆς ἐν Βυτίνῃ Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι προσεκολ-
3719λήθησαν εἰς τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν Ἠλείας καὶ Πα-
3720τρῶν, δὲν θεωροῦνται κατηρτισμένοι ὅπως ἔπρεπε νὰ ὦσι
3721κατηρτισμένοι.
3722§175Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κάμνουσι τίποτε οὐδὲ οἱ δα-
3723σάρχαι, οὐδὲ αὐτοί!
3724§176ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφέτος εἰς τὴν Σχολὴν τῆς Βυτίνης
3725μένουσιν 25 νέοι, παρασκευαζόμενοι διὰ τὴν δασονομικὴν ὑπη-
3726ρεσίαν· ἐκ τούτων 10 πρόκειται νὰ ἐξέλθωσιν ἐφέτος. Καὶ
3727μία ἄλλη τις πρόνοια ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος
3728Βουλευτοῦ. Ἐστάλησαν εἰς τὴν Εὐρώπην 5 ἢ 6, ἐὰν δὲν
3729ἀπατῶμαι, νέοι, ὅπως μορφωθῶσι δασονόμοι. Οὗτοι ἐπανερ-
3730χόμενοι θὰ χρησιμεύσωσιν εἴτε ὡς δασάρχαι, εἴτε ὡς καθη-
3731γηταί. Ἀλλὰ πάντα τὰ μέσα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ παρα-
3732σκευάσωσι τὸ προσωπικὸν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀπόλυτον
3733ἀνάγκην, ἵνα διοικήσωμεν τὰ δάση ἡμῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην
3734προσωπικοῦ μείζονος ἀριθμοῦ. Πρέπει νὰ γινώσκωμεν, ὅτι
3735οἱ σημερινοὶ δασοφύλακες ὄχι μόνον ἀνεπαρκεῖς εἶναι, ἀλλ’ εἶ-
3736ναι καὶ ἥκιστα κατάλληλοι πρὸς περιφρούρησιν τῶν δασῶν.
3737Ἴσως μάλιστα δύνανται νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς συντελοῦντες
3738εἰς τὴν καταστροφὴν μᾶλλον τῶν δασῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην
3739νὰ μορφώσωμεν ἀνώτερον καὶ κατώτερον προσωπικόν. Διὰ
3740τοῦ ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βου-
3741λὴν, προτείνω τὴν σύστασιν μιᾶς Σχολῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ
3742ἰδίως ἐν Καλαμπάκᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι δάση μεγάλα καὶ ξυ-
3743λεία πολλῶν εἰδῶν, καὶ ὅπου δυνατὸν νὰ μορφωθῶσιν ἄρι-
3744στα δασοφύλακες καὶ κατ’ ἀριθμὸν καὶ κατὰ ποιὸν ἀνώτεροι
3745ἐκείνων, οὓς παράγει ἡ Σχολὴ τῆς Βυτίνης, διότι ἐν Βυτίνῃ
3746ὑπάρχει μόνον ἓν εἶδος ξυλείας, ἐνῷ εἰς τὴν Καλαμπάκαν
3747ὑπάρχουσι καὶ δρῦς καὶ ἐλάται καὶ ὅλα τὰ εἴδη τῆς ξυλείας.
3748Δὲν ἀρκεῖ ὅμως τοῦτο. Πρέπει νὰ μορφωθῇ ἀνώτερον προσω-
3749πικόν. Τὸ νομοσχέδιον προτείνει νὰ συστηθῇ εἰδικὸς κλάδος
3750εἰς τὴν Πολυτεχνικὴν Σχολὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ
3751ὦσι δεκτοὶ μαθηταὶ, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν ἤδη τὸ δεύτε-
3752ρον ἔτος ἐν τῇ αὐτῇ Σχολῇ, ὥστε νὰ ἦναι παρεσκευασμένοι
3753εἰς τὴν μηχανικὴν καὶ εἰς τὰ γενικὰ μαθήματα, ἐπὶ δύο δὲ
3754ἔτη φοιτῶντες ἀκόμη, ὑπὸ καθηγητὰς καταλλήλους, τοὺς
3755ὁποίους πρόκειται ἐξ Εὐρώπης νὰ φέρωμεν, νὰ ἦναι δυνα-
3756τὸν νὰ μορφωθῶσι καλοὶ δασάρχαι. Οὕτως εἰς διάστημα τριῶν
3757μέχρι τεσσάρων ἐτῶν τὸ πολὺ θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν
3758τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ
3759ἐλπίσωμεν τὴν σωτηρίαν καὶ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ἡμε-
3760τέρων δασῶν.
3761Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ περὶ τοῦ προσωπικοῦ πρόνοια.
3762Καὶ τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως τῶν δασῶν πρέπει νὰ
3763κανονισθῇ διὰ νόμου καταλλήλου, καὶ εἰς τοῦτο σκοπεῖ τὸ
3764δεύτερον τῶν νομοσχεδίων. Διότι ἡμεῖς ἔχομεν νόμον περὶ
3765διαχειρίσεως τῶν δασῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι πεπαλαιωμένος, καὶ
3766τὸν ὁποῖον παρελάβομεν ἀπὸ τὰ κρατοῦντα ἐν τῇ ἐποχῇ
3767ἐκείνῃ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, τὰ ὁποῖα ὅμως πρὸ δεκαετίας
3768μετέβαλον σύστημα διαχειρίσεως. Ἡμεῖς ἐπιβάλλομεν τὴν
3769φορολογίαν, ἐκδίδομεν ἀδείας πρὸς ὑλοτομίαν ξυλείας, ἡ
3770ὁποία χρησιμοποιεῖται εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς βιωτικάς. Οὐδα-
3771μοῦ ὅμως τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου τὸ σύστημα τοῦτο τῆς
3772διαχειρίσεως ὑφίσταται νῦν. Ὅπου ἐσκέφθησαν νὰ χρησιμο-
3773ποιήσωσι τὰ δάση, καθιέρωσαν ἕτερον σύστημα· ἐπὶ τῇ βά-
3774σει καταλλήλου σχεδίου διαχειρίσεως παραδίδεται εἰς τὸν
3775ὑλοτόμον ὁλόκληρον τὸ δένδρον· ὁ ὑλοτόμος, ἀγοράζων τὸ
3776δένδρον, δὲν δύναται νὰ τὸ καταχρασθῇ, θὰ τὸ χρησιμο-
3777ποιήσῃ μέχρι τοῦ τελευταίου κλώνου, ἐνῷ σήμερον ἔχει τὴν
3778ἄδειαν νὰ ὑλοτομήσῃ πρὸς παραγωγὴν τῆς ἐν τῇ ἀδείᾳ ξυ-
3779λείας πολλὰ δένδρα· σήμερον πρὸς παραγωγὴν ξυλείας προσ-
3780φερομένης ἐξ ἑνὸς δένδρου δύναται νὰ καταστρέψῃ τέσσαρα
3781δένδρα· θέλων, ἐπὶ παραδείγματι, νὰ κατασκευάσῃ σανίδας,
3782δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ φεισθῇ τοῦ δένδρου· κόπτει τὸ
3783πρῶτον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκει πρόχειρον, ξυλεύεται ἐξ αὐτοῦ,
3784καὶ τὸ ὑπόλοιπον τὸ ἀφήνει ἄχρηστον. Ἐνῷ, ἐὰν παραδεχθῶ-
3785μεν διάφορον εἶδος διαχειρίσεως, ἤτοι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον
3786προβάλλεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ περι-
3787σώσωμεν τὰ ἡμέτερα δάση. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόνοια ἡμῶν περὶ
3788τῶν δασῶν. Δὲν ἐνόησα, πρὸς τίνα σκοπὸν ἀποβλέπει ἡ
3789κατ’ ἐμοῦ αἰτίασις ἐπὶ αὐξήσει τῆς προσόδου ἐκ τῶν δασῶν,
3790ἀφοῦ ἔχομεν ἤδη εἰσπράξεις τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους
3791ἀνωτέρας τῶν τοῦ προηγουμένου, καὶ ἀφοῦ μέχρι τοῦδε ἔχο-
3792μεν μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνώ-
3793τεραι τῶν εἰσπράξεων τοῦ ἀντιστοίχου χρόνου τοῦ προηγου-
3794μένου ἔτους. Κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος εἰσεπράχθησαν ἐκ
3795τῶν δασῶν 1,487,000 δραχ. Τί ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋ-
3796πολογισμῷ; 1,482,000, δηλαδὴ κατὰ 5 χιλιάδας δραχ-
3797μὰς ὀλιγώτερον, τὸ μέχρι τοῦδε δὲ χρονικὸν διάστημα εἶναι
3798ἀνώτερον τοῦ ἀντιστοίχου χρονικοῦ διαστήματος τοῦ παρελ-
3799θόντος ἔτους. Ποῦ εὗρον, ὅτι ἐγὼ ὑπελόγισα πέραν τοῦ
3800προσήκοντος τὴν ἐκ τῶν δασῶν πρόσοδον;
3801Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον περισσότερα νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς
3802τὸ ζήτημα τοῦτο.
3803Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἦλθε καὶ εἰς
3804τὰ ἔξοδα, καὶ ἐκεῖ παρετήρησεν, ὅτι εἰς τὰ ἔξοδα τὰ ἀνα-
3805γραφόμενα εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου
3806τῶν Ναυτικῶν ἡμεῖς ἐποιησάμεθα μειώσεις, καὶ ὅτι τὰς
3807μειώσεις ταύτας ἐποιησάμεθα ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν.
3808Εἶναι ἴσως ἀξιέπαινος ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου διὰ τὴν
3809στοργὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε πρὸς τὸν συνάδελφόν του Ὑπουρ-
3810γὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅστις εἶχεν ὑπολογίσει, ὅτι ἦτο δυνατὸν
3811ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1899 νὰ χρησιμοποιήσῃ μίαν πί-
3812στωσιν, ἡ ὁποία ἀναγράφεται διὰ λέβητας καὶ μηχανὰς, ἐκ
3813δραχμῶν 924,000, καὶ μίαν ἄλλην δαπάνην ἐκ δραχμῶν
3814817,000 δι’ ὁπλισμόν. Ἀνεξαρτήτως τοῦ θέματος, ἐὰν τὸ
3815σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ὁ συνάδελφος τοῦ ἀξιοτίμου
3816ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἦτο ὀρθὸν ἢ ὄχι, ἡμεῖς εἰς τὸν προϋ-
3817πολογισμὸν τοῦ 1899 ἐκανονίσαμεν τὰς δαπάνας ἐπὶ τῇ
3818βάσει δαπανῶν 6 μηνῶν, αἱ δαπάναι δ’ αὗται, αἱ ἀφορῶσαι
3819εἰς κατασκευὴν λεβήτων, εἰς προμήθειαν ὁπλισμοῦ καὶ καθε-
3820ξῆς, δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους
3821τούτου, καὶ ἂν ἀκόμη εἴχομεν τὴν πρόθεσιν νὰ τὰς πραγ-
3822ματοποιήσωμεν. Ἐκ τούτου ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν. Ὥστε
3823δύναται νὰ ἦναι παρηγορημένος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς
3824Βουλευτὴς, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτοῦ δὲν ἐστρεβλώθη, οὐδὲ
3825παρωράθη.
3826Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ἦσθε διατεθειμένοι νὰ ἀκούσητε
3827συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξεν ὁ
3828ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ
3829νὰ προέλθωμεν εἰς μίαν γενναίαν δωρεὰν ὑπὲρ τῶν δημοσίων
3830λειτουργῶν, καταργοῦντες τὰς λόγῳ συντάξεως κρατήσεις
3831ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, διότι νομίζω,
3832ὅτι—ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπαισιοδοξίαν τι-
3833νῶν ἐκ τῶν προαγορευσάντων—ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν
3834ἀσκεῖ σπουδαίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους,
3835ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ
3836ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλ-
3837λήλων εἰσὶ γλίσχροι, εἶναι δὲ πρέπον νὰ αὐξήσωσιν, ὅταν
3838αἱ συνθῆκαι αἱ οἰκονομικαὶ τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέψωσιν.
3839Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δέν μοι ἐφάνη ἀσχο-
3840ληθεὶς ἐπὶ πολὺ εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ ἔσοδα· νομίζω δὲ, ὅτι αἱ
3841παρατηρήσεις αὐτοῦ περιωρίσθησαν μόνον εἰς τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ
3842τῶν δασῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀρκετὰ, ὡς νομίζω, εἶπον, ὥστε
3843νὰ μὴ ἦναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω. Ἰδίως τὸν λόγον ἐπέτει-
3844νεν ὡς πρὸς τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα.
3845Περὶ τῶν ἐξόδων τούτων ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν μελέ-
3846την του στηριζομένην εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ μεταβληθέντα
3847εἰς νόμους, ἀλλ’ ὄχι μόνον εἰς τὰ μεταβληθέντα εἰς νόμους,
3848ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μὴ μεταβληθέντα, ἤτοι εἰς τὰ ἀπομείναντα
3849ἐκκρεμῆ· ὡς ἐκ τούτου ὑπελόγισε τὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου
3850περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως δαπάνην καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ὑπε-
3851λόγισε τὴν δαπάνην διὰ τὴν σύστασιν πέντε, νομίζω, Πρω-
3852τοδικείων δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ὑπελόγισε τὴν δαπάνην διὰ τὰ
3853στρατολογικὰ συμβούλια τῶν πέντε νέων νομῶν δι’ ὅλον τὸ
3854ἔτος, ὑπελόγισε τὴν δαπάνην διὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς χω-
3855ροφυλακῆς δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ὑπελόγισε τὴν δαπάνην διὰ τὴν
3856ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ὑπε-
3857λόγισεν ὡς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τὰς ἐπα-
3858γομένας ἐκ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμῆ καὶ
3859ἀναγράφονται μόνον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ κατα-
3860λήγων παρετήρησεν, ὅτι ὡς πρός τινας μὲν τούτων, ἰδίως τὰς
3861προερχομένας ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τῆς χω-
3862ροφυλακῆς καὶ τοῦ νέου συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοι-
3863κήσεως, καίτοι εἶχεν ἄλλας γνώμας, νομίζει μὲν ὅτι αὗται
3864δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀδικαιολόγητοι, παρατηρεῖ ὅμως, ὅτι ὁ
3865προϋπολογισμός, ὡς παρίσταται, ἐνδεικνύει μίαν τάσιν πρὸς
3866σπατάλην, ἐνδεικνύει μίαν ἀκηδίαν περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ
3867δημοσίου θησαυροῦ, καὶ καταλήγων ηὐχήθη, ὅπως ἡμεῖς οἱ
3868κατέχοντες τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν ὦμεν περισσότερον
3869φειδωλοί.
3870Ἡμεῖς δὲν ἰσχυρίσθημεν ποτὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυ-
3871νος Βουλευτὴς, ὅτε διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὑπῆρ-
3872ξε σπάταλος. Ἀξιοῦμεν ὅμως παρ’ αὐτοῦ νὰ μὴ προβάλλῃ
3873ἄνευ ἀποδείξεων τὴν καθ’ ἡμῶν αἰτίασιν ἐπὶ σπατάλῃ. Ἀξιοῦ-
3874μεν καὶ παρ’ αὐτοῦ καὶ παρὰ τῶν συζητούντων ἐπὶ τῶν πρά-
3875ξεων ἡμῶν, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δη-
3876μοσίων δαπανῶν, νὰ μὴ λησμονῶσιν, ὅτι ἐπιδιώκομεν διὰ τῶν
3877προϋπολογιζομένων δαπανῶν τὴν βελτίωσιν τῶν διαφόρων
3878κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς
3879ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐν τῷ μέτρῳ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τό-
3880που μέσων. Ὑποθέτω, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ πληροφορηθῇ ὁποῖοι
3881ἦσαν οἱ προυπολογισμοί, ὁποῖαι ἦσαν αἱ πιστώσεις αἱ ζη-
3882τηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ παρὰ
3883τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896, καὶ ἂν
3884μάθῃ, ποῖαι ἦσαν αἱ πιστώσεις, τὰς ὁποίας οὗτος ἔλαβε, θὰ
3885κρίνῃ ἀσφαλῶς, ἂν ἡμεῖς ὄντως εἴμεθα σπάταλοι, ἂν ἡμεῖς
3886οὐδὲν κῆδος δεικνύομεν πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα.
3887Αἱ πιστώσεις τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ 1895 ἀνῆλθον ἐν
3888ὅλῳ εἰς 97,798,942 δρ. Ἐκ τούτων αἱ πιστώσεις αἱ ἀνα-
3889γόμεναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀνέρχονται
3890εἰς 22,946,169. Αἱ πιστώσεις αἱ ζητηθεῖσαι διὰ τὰς ἀνάγ-
3891κας τῆς διοικήσεως ἡμῶν ἀνήρχοντο εἰς 74,852,773. Κατὰ
3892τὸ 1896 ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βου-
3893λευτοῦ πιστώσεις ἀνερχόμεναι εἰς 98,986,340. Ἐκ τούτων
389423,595,208 ἀνάγονται εἰς τὸ δημόσιον χρέος. Ἑπομένως
3895διὰ τὴν ἰδιαιτέραν διοίκησιν 75,391,132. Ἡμεῖς ζητοῦμεν
3896πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 103,418,273, περιλαμβανομένων καὶ
3897πασῶν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἵτινες ἐδημιουργήθησαν διὰ
3898τῶν νόμων, οὓς ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν. Ἐκ τούτων 29,014,277
3899ἀνάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἑπομέ-
3900νως ζητοῦμεν πιστώσεις δρ. 74,403,996, τουτέστιν ἐν συγ-
3901κρίσει μὲν πρὸς τὰς τοῦ 1896 αἱ ζητούμεναι ὑφ’ ἡμῶν πι-
3902στώσεις εἶναι κατώτεραι κατὰ δραχμὰς 1,200,000, ἀπὸ δὲ
3903τὰς πιστώσεις τοῦ 1895 εὑρίσκονται αἱ ὑφ’ ἡμῶν ζητούμε-
3904ναι ἐν διαφορᾷ ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν.
3905Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι ὀφείλω νὰ παρατηρήσω. Ποῖαι πιστώ-
3906σεις ἐδόθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896
3907δι’ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ τίνες αἱ ζητούμεναι
3908παρ’ ἡμῶν; Ἀφαιρουμένων τῶν πιστώσεων τούτων, ἡ σύγ-
3909κρισις τῶν χρήσεων τούτων παρουσιάζει τὰς πιστώσεις τοῦ
39101899 κατὰ ἓν ἑκατομμύριον κατωτέρας τῶν πιστώσεων, αἵ-
3911τινες ἐζητήθησαν καὶ ἐχορηγήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς
3912ὁποίας προήδρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, διευ-
3913θύνας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Διατὶ ἔχομεν πι-
3914στώσεις ἀνωτέρας ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρή-
3915σεων; Γινώσκετε πάντες, ὅτι τὸ 1899 πληρώνει τὰς ἁμαρ-
3916τίας τοῦ 1897 καὶ 1896. Δὲν ἐκαθαρίσθησαν ἐγκαίρως πᾶ-
3917σαι αἱ δαπάναι τοῦ 1897, καὶ διὰ τοῦτο ἡ χρῆσις τοῦ 1899
3918ἐπιβαρύνεται μὲ βάρη ἀνώτερα τῶν συνήθων. Ἐν τῷ πα-
3919ρελθόντι αἱ διὰ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων πιστώσεις ἀνήρ-
3920χοντο εἰς ἓν ἑκατομμύριον ἢ ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑκατὸν ἢ
3921διακοσίας χιλιάδας δραχμάς.
3922Εἰς λεπτομερείας τινὰς ἀληθῶς, ἀφορώσας τὰ ἔσοδα πρὸ
3923παντὸς, ἠσχολήθη καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής.
3924Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν
3925ὁποῖον συνεζήτησεν, ἐνεδείκνυεν, ὅτι καὶ αὐτὸς οὗτος ἀσθε-
3926νεστάτην ἔχει πεποίθησιν ἐπὶ τῶν ὑπολογισμῶν του. Εἶναι
3927ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, συζητῶν περὶ
3928τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, κατέχεται πάντοτε ὑπὸ τοῦ αἰσθή-
3929ματος τῆς ἀπαισιοδοξίας. Καὶ ἴσως δὲν ἔχει ἄδικον, διότι
3930τὸ παρελθὸν ἐφάνη μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὰς ἀπαισιοδόξους
3931προγνώσεις του. Δὲν δύναμαι νὰ καθορίσω, ἂν ἐξ ἰδιοσυγκρα-
3932σίας, ἢ διότι παρεσύρθη ἐκ τοῦ ῥεύματος τῶν περισσοτέρων,
3933κατετάχθη μεταξὺ τῶν ἀπαισιοδόξων, — καὶ δὴ τῶν ἄγαν ἀπαι-
3934σιοδόξων — ὡς ἐκ τούτου ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων, ὅτι τὰ
3935ἔσοδα πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς 105 ἑκατομμύρια καὶ νὰ
3936ὑπολογίσωμεν καὶ ἓν ἔλλειμμα ἐξ 1,700,000, καίτοι κατὰ
3937τὰς ἰδέας αὐτοῦ δὲν παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς
3938ἐλλείψεις. Ἀλλ’ οὐδεμίαν τῶν ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας
3939προέτεινεν, ὑπεστήριξε δι’ ἀριθμῶν καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων
3940σοβαρῶν, διότι εἰς ἕκαστον τῶν ἐσόδων τῶν ἀναγραφομένων
3941ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δίδεται καὶ ὁ λόγος· ἢ στηρίζεται εἰς
3942τὸν μέσον ὅρον τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἢ εἰς τὰς εἰσ-
3943πράξεις τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἢ στηρίζεται ἴσως εἰς τι
3944ἐλάχιστον καὶ ἀσήμαντον ἔσοδον, εἰς προβλέψεις. Ποῖαι
3945προεβλήθησαν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν αὐξήσεις, ἢ μᾶλ-
3946λον ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐπὶ τῶν κυριωτέρων ἐκτίμησις ἡμῶν
3947ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα; Εἴχομεν κατὰ τὸ 1898 πρόσοδον ἐξ
3948εἰσαγωγικῶν τελῶν 34,500,000 δραχμῶν. Ὑπολογίζομεν
394931,000,000, ἤτοι ὑπολογίζομεν ἐπὶ ἔλαττον 3,500,000,
3950χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα
3951τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅμοια πρὸς τὰ τοῦ
3952παρελθόντος ἔτους· ἔχομεν ἀκόμη καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ πρῶτον
3953δεκαήμερον τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης ὅμοιον
3954πρὸς τὸ ἀντίστοιχον τοῦ παρελθόντος ἔτους· εἶναι δὲ περί-
3955εργος ἡ σύμπτωσις, ὅτι ἡ διαφορὰ παραλλάσσει μεταξὺ δύο
3956ἢ τριῶν χιλιάδων. Ἔχω λόγον νὰ μὴ στηρίζω τοὺς ὑπολογι-
3957σμούς μου εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις τῆς
3958πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1899 εἰσὶν ὅμοιαι πρὸς τὰς τοῦ 1898,
3959τὸν λόγον, ὅτι κατὰ τὸ 1899, ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις Ἀπρι-
3960λίου, ἔχομεν τὰς εἰσπράξεις τῆς Θεσσαλίας, ἐνῷ κατὰ τοὺς
3961μῆνας τούτους τοῦ 1898 ἡ Τουρκικὴ κατοχὴ εἰσέπραττεν ἐν
3962Θεσσαλίᾳ τὰ τελωνειακὰ τέλη. Ἀλλ’ ὀφείλω καὶ κατὰ τοῦτο
3963νὰ μὴ ἀφήσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀγνοῇ τὰς βάσεις τῶν ὑπολο-
3964γισμῶν μου. Αἱ εἰσπράξεις τῆς Θεσσαλίας αἱ τελωνειακαὶ
3965ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ ἐτησίως εἰς δρ. 1,200,000 περίπου.
3966Ὥστε, καὶ ἂν τῶν τεσσάρων τούτων μηνῶν τὰς εἰσπράξεις
3967ἀφαιρέσωμεν, ἔχομεν εἰσπράξεις τοῦ 1898 πρὸς σύγκρισιν οὐχὶ
3968κατωτέρας τῶν 34,000,000. Ὥστε ἠδυνάμεθα νὰ φανῶμεν
3969γενναιότεροι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω,
3970ἐπροτίμησα νὰ περιορίσω τὰς ἐκτιμήσεις εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἐλά-
3971χιστον.
3972Εἰς τὰ ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρή-
3973σεων ποῦ ἐστηρίχθην, ὑπολογίσας κατὰ τι ἀνώτερον τὸ πο-
3974σόν; Εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι τὰ παρελθόντα ἔτη ὑπῆρξαν ἀνώ-
3975μαλα. Ἑπομένως αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν κεκλεισμένων καὶ
3976διαγεγραμμένων χρήσεων ὑπῆρξαν χαλαραί· ἐπειδὴ δὲ ἤδη τὰ
3977τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας εἰσέρχονται εἰς ὁμαλώτερον στά-
3978διον ἐνεργείας, νομίζω ὅτι ἔσεται πιθανὴ ἡ τῶν εἰσπράξεων
3979ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων ὑπολογισθεῖσα αὔξησις. Εἰς τοὺς
3980ὑπολογισμούς μου ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ ἕτερόν τι· ὁποῖαι
3981ὑπῆρξαν αἱ εἰσπράξεις τοῦ παρελθόντος χρόνου, ἰδίᾳ δὲ τοῦ
3982τμήματος τοῦ χρονικοῦ, τὸ ὁποῖον διήλθομεν ἤδη, τοῦ 1899,
3983ἐν σχέσει πρὸς τὸ προηγούμενον ἔτος; Καὶ καθ’ ὅσον μὲν
3984ἀφορᾷ τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις, εἶπον ὑμῖν ἤδη ὁποῖον
3985ὑπῆρξε τὸ συμπέρασμα τῶν μελετῶν μου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς
3986ὑπολογισμούς μου ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐσόδων, κρίνω ἐπάναγκες
3987νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν περιληπτικῶς τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν
3988ἐστηρίχθην. Ἐνταῦθα ἔχω μόνον τὰς ταμειακὰς εἰσπράξεις.
3989Αἱ ταμειακαὶ εἰσπράξεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μοὶ ἦναι γνω-
3990σταὶ μέχρι τέλους Ἰουνίου, διότι, ὡς γινώσκετε, εἶναι δύσ-
3991κολος ἥ τε συγκέντρωσις καὶ ὁ ἔλεγχος αὐτῶν, ὅπως δημο-
3992σιευθῇ ἡ κατάστασις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως,
3993καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην νὰ προσκομίσω ἐνταῦθα τὴν κατά-
3994στασιν τῶν εἰσπράξεων τῶν πέντε μηνῶν, δηλαδὴ μέχρι τέ-
3995λους Μαΐου· ἀνατρέχων δὲ εἰς τὰς καταστάσεις τῶν τριῶν
3996παρελθόντων ἐτῶν, 1896, 1897 καὶ 1898, ἠναγκάσθην νὰ
3997ποιήσωμαι σύγκρισιν, ἵνα καὶ ὑμεῖς πεισθῆτε, ὅτι δὲν ὑπολο-
3998γίζω ἐπὶ ἐδάφους ἐπισφαλοῦς. Οὕτως αἱ εἰσπράξεις τῶν
3999πέντε μηνῶν τοῦ 1896 ἀνῆλθον εἰς 27,151,650, αἱ εἰσ-
4000πράξεις αἱ ταμειακαὶ τοῦ 1897 κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα
4001ἀνῆλθον εἰς 23,512,000, αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1898 ἀνῆλθον
4002εἰς 21,300,000, καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1899 ἀνέρχονται
4003εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν. Δὲν πρέπει
4004δὲ νὰ λησμονηθῇ ἓν γεγονός, ὅτι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον διη-
4005νύσαμεν κατὰ τὸ 1899, δὲν ἦτο ὁμαλὸς, διότι εἴχομεν ἐν
4006τῷ μεταξὺ ἐκλογὰς, καὶ, ὡς γινώσκετε, αἱ ἐκλογαὶ δὲν συν-
4007τελοῦσιν εἰς τὴν ἀκριβῆ τῶν δημοσίων ἐσόδων εἴσπραξιν·
4008διακόπτονται αἱ εἰσπράξεις πρὶν ἢ ἀρχίσωσιν αἱ ἐκλογαὶ,
4009καὶ μετά τινα χρόνον ἀπὸ τοῦ πέρατος τῶν ἐκλογῶν ἐπανα-
4010λαμβάνονται. Δὲν πρέπει δὲ νὰ μὴ σημειωθῇ ἐν τῇ προκει-
4011μένῃ συζητήσει, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ διοικητικαὶ μεταβολαὶ
4012ἐπηρεάζουσι τὰς εἰσπράξεις τὰς ταμειακάς. Ἁπανταχοῦ, ὅπου
4013λειτουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, γίνεται τοῦτο.
4014Ὡς πρὸς τὰ ἐκ τῶν μονοπωλίων ἔσοδα, λυποῦμαι, διότι
4015δὲν εὑρίσκω πρόχειρον εἰδικὸν σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατήρτισα·
4016ἀλλὰ δύναμαι ἐπισήμως νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι
4017αἱ εἰσπράξεις τῶν ἓξ μηνῶν τοῦ 1899 εἶναι ἀνώτεραι τῶν
4018εἰσπράξεων ὅλων τῶν παρελθόντων ἐτῶν (ὄχι εἰς μεγάλην
4019ποσότητα, ἀλλὰ πάντως ἀνώτεραι).
4020Δὲν νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐπὶ πλέον νὰ ἀσχο-
4021ληθῶ εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶ-
4022ναι πεπεισμένη, ὅτι αἱ δοθεῖσαι ὑπ’ ἐμοῦ ἐξηγήσεις ὡς πρός
4023τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα στηρίζονται ἐπὶ ἐδάφους ἐκκαθα-
4024ρισμένου, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἰσήλθομεν εἰς τὴν δευτέ-
4025ραν ἑξαμηνίαν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, καὶ
4026ὑπελογίσαμεν ὅ,τι κυρίως ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ δαπανή-
4027σωμεν πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν νέων νόμων.
4028Πρὶν ἢ ἐπὶ τῶν γενικωτέρας σημασίας προβληθεισῶν
4029ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἰδεῶν ἀσχοληθῶ,
4030δὲν νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ἀπαντήσω
4031εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς χθὲς ἑσπέρας,
4032πρὸς τὴν Βουλὴν ἀποτεινόμενος, εἶπεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ
4033παρελθόν. Ὑπελάμβανον τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς παλαιοὺς
4034κεκλεισμένους. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς
4035ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ θίξῃ τὸ παρελθὸν καὶ τὰ ἐπεισό-
4036δια τῶν τοῦ παρελθόντος συζητήσεων, ἅτινα οὐδεμίαν προσ-
4037επόρισαν αὐτῷ πολιτικὴν ὠφέλειαν. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν παρεκά-
4038θησθε εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὸ 1895, ἐνθυ-
4039μεῖσθε τὸ λαβὸν χώραν ἐπεισόδιον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
4040προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
4041Βουλευτὴς ἦτο Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ
4042Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὗτος, ἀπαντῶν εἰς ὅσας
4043προέβαλον παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν παρ’ αὐ-
4044τοῦ ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν
4045νόμων περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν πολιτικῶν ὑπαλ-
4046λήλων καὶ τῶν μὴ ὑπαγομένων εἰς τὴν ἰσοβιότητα δικαστικῶν
4047τοιούτων, καὶ εἰς ὅσας προέβαλον παρατηρήσεις περὶ τῆς πο-
4048λιτείας τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος προήδρευεν, ὑπέλαβεν ὅτι
4049ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ
4050ὁμιλῶ περὶ τῶν θεσμῶν καὶ περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς
4051τοῦ Κράτους, τοὐναντίον δὲ μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ λάβω
4052τὴν εἰς Μονὴν ἄγουσαν, ἵνα ἐξιλεωθῶ διὰ τὰς ἁμαρτίας μου
4053τὰς πολιτικὰς, ἢ νὰ μιμηθῶ τὴν Κασσιανὴν καὶ ἀσχοληθῶ
4054εἰς σύνταξιν τροπαρίων. Συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ
4055τοῦ 1895, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυ-
4056νος Βουλευτοῦ, ἐπεβάλλετό μοι νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν
4057ἐξηγήσεις, ἐὰν ἦτο εἰς ἐμὲ ἐπιτετραμμένον νὰ συζητῶ περὶ
4058τῶν θεσμῶν καὶ περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς, καὶ εἰς τίνα
4059μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ ἐπεβάλλετο νὰ λάβῃ τὴν ὁδὸν τὴν
4060ἄγουσαν εἰς Μονήν. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐκπληρῶν τότε, διὰ μα-
4061κρῶν ἀγορεύων, ἐξήτασα τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς
4062ὁποίας προΐστατο ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν ἀρχηγός, πρὸ παντὸς δὲ
4063συνέκρινα τὴν πολιτείαν τοῦ ἡμετέρου πολιτικοῦ κόμματος
4064πρὸς τὴν πολιτείαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὸ
4065τρίτον τότε ἀναλαβόντος τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν. Κατὰ
4066τὴν κρίσιν τῶν ἀμερολήπτως καὶ ἐν ἐπιγνώσει κρινόντων τὰ
4067πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα, ἀπέδειξα, ὅτι, ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ
4068πολιτικὴ ἡμῶν δὲν ἀνεκόπτετο ἐκ τῶν σφαλμάτων καὶ τῶν
4069λαθῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἧς προΐστατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
4070τυνος πολιτευτής, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη δὲν ἤθελε καταλήξει
4071εἰς πτώχευσιν. Καὶ ὅτε ὑπέλαβον, ὅτι ἀπέδειξα τοῦτο
4072δι’ ἀριθμῶν, δι’ ἀριθμῶν οἵτινες εἶναι τόσον γνωστοὶ εἰς
4073ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, διὰ
4074τῶν ἀριθμῶν οἱ ὁποῖοι δεικνύουσι τὸ μέγα ἔλλειμμα τῶν
4075130,000,000 τῶν χρήσεων 1885 καὶ 1886 καὶ τὸ οὐχ
4076ἧττον σπουδαῖον ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1890 καὶ 1891 τῶν
407760,000,000, ἀπετάθην πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπηύθυνα τὸ
4078ἐρώτημα πρὸς πάντα τὸν εὐσυνειδήτως κρίνοντα, τίς με-
4079ταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ ἐμοῦ ὤφειλε
4080νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πολιτικὴν καὶ νὰ τραπῇ ἐπὶ τὴν ἄγου-
4081σαν εἰς Μοναστήριον.
4082Πρὸς τοῖς ἄλλοις ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀγο-
4083ρεύων τελευταίως, ἰσχυρίσθη ὅτι κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ
4084ὁποῖον ἐκυβέρνα τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς
4085ἀνήκομεν, ἐψηφίσθησαν 560 νόμοι. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν θεωρῶ
4086τοῦτο ἁμάρτημα. Ἐν τούτοις εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν περιέργειαν
4087νὰ ἴδω, πόσοι ὑπεβλήθησαν νόμοι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρ-
4088τυνος Βουλευτοῦ, καθ’ ὃν χρόνον διῴκει οὗτος τὰ κοινά.
4089Ἐφ’ ὅσον ἀφεώρα εἰς τοὺς νόμους τοὺς ὑποβληθέντας ὑπὸ
4090τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἦτο περιττὸν νὰ ἐρευνήσω, καθό-
4091σον ἠσχολήθη ἀντ’ ἐμοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἠσχο-
4092λήθην ὅμως εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ὑποβληθέντων καὶ ψηφι-
4093σθέντων νόμων καθ’ ὃν χρόνον διηύθυνε τὰ κοινὰ ὁ ἀξιό-
4094τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ὤφειλον
4095νὰ ἐξεύρω, πόσον χρόνον διῴκησε τὰ κοινὰ ὁ ἀείμνηστος
4096Τρικούπης καὶ πόσον χρόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βου-
4097λευτής. Ἐκ τῆς γενομένης ἐρεύνης ἐβεβαιώθη, ὅτι ὁ μὲν Τρι-
4098κούπης διηύθυνε τὰ κοινὰ ἐπὶ 9 ἔτη, 8 μῆνας καὶ 10 ἡμέ-
4099ρας, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπὶ 4 ἔτη, 2 μῆ-
4100νας καὶ 20 ἡμέρας, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν. Κατὰ τὴν
4101πρώτην πρωθυπουργίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
4102τοῦ εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια 198· ἐκ τού-
4103των ἐψηφίσθησαν καὶ μετεβλήθησαν εἰς νόμους 183. Κατὰ
4104τὴν δευτέραν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Δηληγιάννη εἰσήχθησαν
4105εἰς τὴν Βουλὴν 265 νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων ἐψηφίσθησαν
4106καὶ μετεβλήθησαν εἰς νόμους 140. Κατὰ τὴν τρίτην πρωθυ-
4107πουργίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ὑπεβλήθη-
4108σαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ 338 νομο-
4109σχέδια, μετεβλήθησαν δὲ εἰς νόμους 245. Ἤτοι νομοσχέδια
4110μὲν εἰσήχθησαν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ προΐ-
4111στατο τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
4112τής, 802, ἐψηφίσθησαν δὲ καὶ μετεβλήθησαν εἰς νόμους 568.
4113Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν, τοὺς πίνακας τούτους, οἱ ὁποῖοι εἶ-
4114ναι συντεταγμένοι ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνα-
4115γράφουσι τοὺς νόμους καὶ τὰ στοιχεῖα αὐτῶν, νὰ καταθέσω
4116εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προεδρείου. Ἄν τις ἀνεύρῃ πλάνην τινὰ,
4117εἰμὶ πρόθυμος νὰ δεχθῶ τὴν διόρθωσιν· ἀλλ’ ἐκ τῶν προ-
4118τέρων βεβαιῶ, ὅτι τὰ ἐν τοῖς πίναξιν ἀναγραφόμενά εἰσιν
4119εἰλημμένα ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῆς Ἐφημε-
4120ρίδος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμία δὲ ἀνακρίβεια θὰ παρατη-
4121ρηθῇ εἰς αὐτούς. Ἓν μόνον δὲν ἐπρόφθασα νὰ πράξω, νὰ
4122κατατάξω τοὺς νόμους τούτους καθ’ ὕλην, ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιό-
4123τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅστις, ὡς φαίνεται, εἶχε πλειό-
4124τερον ἐμοῦ καιρόν. Ἀλλ’ ἔλεγον πρότερον, ὅτι, τὸ ἐπ’ ἐμοί,
4125δὲν ἀποδίδω σπουδαιότητα εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν νόμων, διότι
4126εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι οἱ πολιτειολόγοι, οἱ συγγράψαντες
4127περὶ τῶν χαρακτηριστικῶν τῆς ἀγαθῆς Πολιτείας, ἀνευρίσκου-
4128σιν, ὅτι ἡ πολυνομία δὲν εἶναι τύπος εὐρώστου καὶ καλῶς
4129ἐχούσης Πολιτείας, ἀλλὰ πάντες οὗτοι ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν Πο-
4130λιτείας πρὸ αἰώνων μεμορφωμένας καὶ λειτουργούσας, δὲν
4131κρίνουσι περὶ Πολιτείας, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν τῇ πρώτῃ
4132αὑτῆς συστάσει, ἐν τῇ πρώτῃ αὑτῆς μορφώσει. Μεταξὺ ἐν
4133τούτοις τῶν πολιτειολόγων αὐτῶν ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ φρο-
4134νοῦντες, ὅτι, προκειμένου περὶ Πολιτείας διατελούσης ἐν τῇ
4135πρώτῃ ὀργανώσει αὑτῆς, ἡ πολυνομία ἐπιτρέπεται, ἀρκεῖ οἱ
4136νόμοι οἱ ψηφιζόμενοι νὰ ἐπιδιώκωσι καὶ ἐπιτυγχάνωσι τὴν
4137βελτίωσιν τῶν κοινῶν. Πρὸ παντὸς δὲ εὑρίσκω ὅτι, καὶ ἂν
4138ἐκ συμπτώσεως ἦσαν περισσότεροι οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες
4139καθ’ ὃν χρόνον διῴκει τὰ κοινὰ ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν ἀρχηγός,
4140τοῦτο δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυ-
4141νος Βουλευτὴς ὡς ἐλάττωμα τοῦ πολιτικοῦ κόμματος ἡμῶν·
4142διότι τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ ἀείμνηστος
4143Τρικούπης, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέ-
4144λαβε τὴν ἀρχὴν, παρέστησεν ἑαυτό, καὶ πράγματι ὑπῆρξεν,
4145οὐχὶ ὡς κόμμα προσωπικόν, ἀλλ’ ὡς κόμμα μεταρρυθμιστι-
4146κόν, τὸ δὲ κόμμα τὸ πολιτικόν, τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρί-
4147σκεται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ κόμματος ἐκεί-
4148νου, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν εἶναι κόμμα προσωπικόν, ἀλλὰ
4149κόμμα μεταρρυθμιστικόν. Τούτου ὄντος ἀμφισβητήσεως ἀνεπι-
4150δέκτου, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν καὶ ἡ ὑπόθεσις, ὅτι πλείο-
4151νες εἶναι οἱ νόμοι, οἵτινες ἐψηφίσθησαν τῇ εἰσηγήσει τοῦ μα-
4152καρίτου Τρικούπη. Ἐὰν ὅμως οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐξετασθῶ-
4153σιν ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῶν, πάντες θὰ εὑρεθῶσιν ὡς ὑπαγορευ-
4154θέντες ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς βελτιώσεως τῶν κοινῶν καὶ τῆς
4155εὐημερίας τῆς χώρας, ἐνῷ, τοὐναντίον, ἐὰν ἐξετασθῶσιν οἱ
4156νόμοι οἱ ὑποβληθέντες ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος κ.
4157Βουλευτοῦ, τί θέλετε ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῶν ἀνεύρει; προσπά-
4158θειαν ἐνδελεχῆ καὶ ἄστοχον πρὸς ἀναστάτωσιν τῆς λειτουρ-
4159γούσης νομοθεσίας καὶ ἰδίως πρὸς κατάργησιν ἢ μεταρρύθμι-
4160σιν τῶν τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ψηφισθέντων
4161νόμων. Ὡς ἐκ τούτου ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἤτοι ἀπὸ
4162τοῦ 1885, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
4163τυνος Βουλευτής, θὰ ἴδητε ἀνατρεπομένους τοὺς νόμους τοὺς
4164φορολογικοὺς περὶ μονοπωλίου τῶν πυρείων, περὶ πετρελαίου,
4165περὶ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ περὶ
4166ἄλλων φορολογικῶν θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἀσχοληθῆ
4167οἱ διοικήσαντες ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885. Ἐννοεῖτε,
4168ὅτι, ὅτε ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἐπανῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν,
4169ἤτοι κατὰ τὸ 1887, καὶ ὑπεστηρίζετο ὑπὸ μεγάλης πλειο-
4170νοψηφίας, ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ ἀφήσῃ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι
4171ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον ψηφισθῆ, καὶ οἵτινες εἶχον ἀνατρέψει
4172τοὺς τῇ εἰσηγήσει του ψηφισθέντας πρότερον νόμους. Συνέβη
4173δὲ καί τι ἕτερον· ἡ μειονοψηφία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἰση-
4174γουμένου τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἀπεχώρη-
4175σεν ἐπί τινα χρόνον τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ οὕτω
4176μετὰ μεγαλειτέρας εὐκολίας προέβη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψή-
4177φισιν τῶν νόμων, νόμων ἁπάντων χρησίμων. Ἀλλ’ ἐπανῆλθε
4178πάλιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ
4179πάλιν εὑρίσκεται ἀσχολούμενος εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν νόμων
4180τῶν ψηφισθέντων τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη. Ὥστε
4181κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐφ’ ὅσον εἰσηγητὴς
4182τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
4183τυνος Βουλευτὴς, φαίνεται κυρίως σκοποῦσα τὴν ἀνατρο-
4184πὴν τῶν κειμένων νόμων, τὴν ἀνατροπὴν τῶν τῇ εἰσηγήσει
4185τοῦ προκατόχου του ἐψηφισμένων νόμων. Ἄλλως τε γνω-
4186στὸν εἶναι, ὅτι, καθ’ ἃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς
4187διεκήρυξε, τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα συνίστατο εἰς τὴν
4188διάπραξιν τοῦ ἀντιθέτου τῶν ὅσων ἔπραττεν ὁ ἀείμνηστος
4189Τρικούπης. Πρὸς ἐκτέλεσιν δὲ τοῦ προγράμματος τούτου προέ-
4190βη εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν νόμων, ἐπὶ βλάβῃ τῶν δημοσίων
4191συμφερόντων.
4192Δύο ἐκ τῶν προηγορευσάντων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
4193ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, μὲ ὅλας τὰς γνώσεις, μὲ ὅλην
4194τὴν ἐμπειρίαν αὐτῶν, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπ’ αὐτοὺς προσδοκίαν
4195τῆς Βουλῆς, δὲν ηὐκόλυναν περισσότερον τῶν ἄλλων τὴν συ-
4196ζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι ἔναυλοι εἰς τὰς ἀκοὰς
4197ὑμῶν οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος
4198ἠσχολήθη νὰ ἀναλύσῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1897 καὶ
41991898 καὶ τὰ τοῦ ἐλέγχου μετὰ φιλοπονίας ἐκτάκτου. Ὀφείλω
4200νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐγὼ, μεθ’ ὅσην καὶ ἂν ἔχω ἄσκησιν εἰς
4201τὸν χειρισμὸν τῶν ἀριθμῶν, μετὰ δυσκολίας ἤθελον παρασκευά-
4202σει τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ.
4203Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤγειρε τὴν ἀπορίαν μου,
4204εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο, ὅτι ἠσχολήθη μετ’ ἐκτάκτου ζήλου νὰ
4205ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μελέτας καὶ γνώμας τῆς
4206διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, ὡσανεὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν
4207ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ ἐξετάσαντες τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς
4208ἑξαετίας ἦσαν οἱ ἐξοχώτεροι τῶν ἐν Εὐρώπῃ οἰκονομολό-
4209γων, ἢ μᾶλλον ὡσανεὶ οὗτοι καὶ μόνοι εἶχον ἐξονυχίσει τὰ
4210καθ’ ἡμᾶς καὶ κατέστησαν ἐγκρατέστεροι ἡμῶν καὶ ἡ κρίσις
4211αὐτῶν δέον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέτρον πρὸς διαρρύθμισιν τῶν
4212οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Δὲν γινώσκω, ἐὰν ἦναι πα-
4213ρὼν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἐνῷ ἡ διεθνὴς ἐπι-
4214τροπὴ ἠσχολήθη νὰ ὑποδείξῃ τὰς βάσεις τῆς συντάξεως τῶν
4215προϋπολογισμῶν ἡμῶν μέχρι τοῦ 1903, οὗτος ἠσχολήθη νὰ
4216ἀποδείξῃ, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει εὑρισκόμενοι, ὠφείλομεν
4217νὰ παρασκευάσωμεν προϋπολογισμὸν διὰ εἴκοσιν ἔτη! Εἶναι
4218πολὺ εὔκολον νὰ ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι τὰ πάντα εἰσὶ δυνατὰ
4219ὑπὸ τὴν εὐθύνην ἄλλων· τὸ ἐπ’ ἐμοί, θαυμάζω τὸν πεπροικι-
4220σμένον διὰ τοιαύτης ὀξυνοίας καὶ προνοητικότητος, ὥστε νὰ
4221δύνηται νὰ συντάξῃ δι’ εἴκοσιν ἔτη προϋπολογισμὸν διὰ τὴν
4222Ἑλλάδα. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον, προκειμένου νὰ
4223διαρρυθμίσωμεν τὰ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, νὰ μὴ καλέσω-
4224μεν αὐτὸν νὰ διευθύνῃ αὐτά, διότι ὁμολογουμένως δεικνύει
4225προορατικὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν. Ἀλλὰ
4226πάνθ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δραγούμης εἶπε γενι-
4227κῶς περὶ τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους παρεσκεύασεν
4228ἡ διεθνὴς οἰκονομικὴ ἐπιτροπή, περὶ τῶν σκέψεων αὐτῆς καὶ
4229περὶ τῶν πεποιθήσεων αὐτῆς ἐπὶ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις
4230τῆς χώρας διὰ τὸ μέλλον, ἦσαν ὡς ἄριστα διεσκευασμένα
4231ὑπὸ ῥητορικὴν ἄποψιν. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὑπέπεσεν εἰς μίαν
4232πλάνην. Πρῶτον συνεβούλευσε τοὺς κυβερνῶντας νὰ ἐξακο-
4233λουθήσωσιν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἀλλ’ ἐνῷ συμβουλεύει τοὺς
4234κυβερνῶντας ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, κατα-
4235κρίνει αὐτοὺς βραδύτερον διότι ἀνέγραψαν πιστώσεις ὑπὲρ
4236νέου ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὑπὲρ νέου ἀστυνομι-
4237κοῦ συστήματος, ἢ ὑπὲρ ἄλλου τινὸς μέτρου γενικοῦ· διότι
4238ὅσα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν πόθον, τὸν ὁποῖον γινώ-
4239σκομεν ἐκ φυλλαδίου δημοσιευθέντος πρὸ τῶν ἐκλογῶν, πρὸς
4240τὸν πόθον τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, τοῦ νὰ ἄρωμεν ὡς τάχιστα
4241τὸν ξενικὸν ἔλεγχον διὰ τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολο-
4242γισμοῦ, ἀποβαίνουσιν ἀκατάληπτα. Ὑπάρχουσιν ἕτεροι Βου-
4243λευταί, φρονοῦντες ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν οἰκονομιῶν νὰ
4244ἔχωμεν κατ’ ἔτος περίσσευμα 6,000,000, τὸ ὁποῖον ὁ κ.
4245Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συμβουλεύει νὰ χρησιμοποιήσωμεν
4246διὰ δύο σκοποὺς, νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὴν ἐθνικὴν πολιτι-
4247κὴν καὶ νὰ ἄρωμεν τὸν ἔλεγχον. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνή-
4248θην νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀμφότερα ταῦτα νὰ ἐπι-
4249τευχθῶσι διὰ μόνου αὐτοῦ τοῦ πλεονάσματος.
4250Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ.
4251Γουναράκην, παρατηρῶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι
4252τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἶναι βῆμα Ἀκαδημαϊκὸν καὶ δύναται
4253ἐντεῦθεν νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας του οὐχὶ ἐνώπιον Βουλευτῶν,
4254οἵτινες δικαιοῦνται νὰ συζητῶσι καὶ ὑποβάλλωσιν εἰς ἔλεγχον
4255τὰς προβαλλομένας γνώμας καὶ ἰδέας, ἀλλ’ ἐνώπιον μαθητῶν,
4256οἱ ὁποῖοι μόνην ὑποχρέωσιν ἔχουσι νὰ ἀκροῶνται. Ὁ κ.
4257Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν θεωρίας τινὰς, ἐφ’ ὧν δὲν νο-
4258μίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅμως,
4259ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταλίπω τὸ βῆμα πρὶν ποιήσωμαι μίαν
4260δήλωσιν. Οἱ μέχρι τοῦδε συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
4261σμοῦ κατέδειξον ἐλλείμματα οὐχὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
42621899, διότι πάντες παραδέχονται, ὅτι αἱ γενόμεναι προσαυ-
4263ξήσεις ἦσαν ἀναγκαῖαι καὶ δὲν δημιουργοῦσιν ἔλλειμμα, ἀλλὰ
4264πάντες εὗρον, ὅτι ὑπολογίζομεν ἤδη τὰς διὰ τὸ 1900 δαπά-
4265νας ἐν ποσότητι ἀνωτέρᾳ τῆς διὰ τὸ 1899 ὑπολογισθείσης.
4266Εἰς τὴν Βουλὴν ἐγένετο ὑφ’ ἡμῶν γνωστόν, ὅτε εἰσηγά-
4267γομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ὅτι δὲν ὑποβάλλομεν
4268σταθερὸν προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ὅτι ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ
4269δεύτερον ἑξάμηνον νὰ ποιησώμεθα ἕναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
4270προγράμματος ἡμῶν. Ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν; Νὰ
4271δώσωμεν εἰς τὸν στρατὸν τὸν ἀρχικὸν αὐτοῦ προορισμὸν, ὅπως
4272ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἀντάξιον τοῦ ὀνόματος. Ἀλλὰ πρὸς
4273τοῦτο ἔδει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἔδει
4274νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων,
4275αἵτινες σήμερον εἶναι ἀνατεθειμέναι εἰς τὸν στρατόν. Τοῦτο
4276ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς κατὰ διάφορον σύστημα ὀργανώσεως
4277τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, οὕτως ὥστε ἡ χωροφυ-
4278λακὴ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐν ὑπαίθρῳ δημοσίαν ἀσφάλειαν, τὴν
4279φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἕδρα συντάγματος,
4280τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς
4281ποινικῆς δικαιοσύνης. Ὡς πρὸς τὴν χωροφυλακήν, δὲν εἶναι
4282δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀμέσως τοῦ ὅλου ὀργανισμοῦ ἡ ἐφαρμογή,
4283διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ προκαταρκτικὴ ἐργασία πρὸς
4284τοῦτο. Ὡς πρὸς τὴν ἀστυνομίαν, γίνεται ἤδη ἡ δέουσα με-
4285λέτη πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφισθέντος ἤδη νόμου τῇ εἰσηγή-
4286σει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
4287Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι διὰ τὸ 1900 θὰ παρουσιάσωμεν τὸ πρό-
4288γραμμα ἡμῶν ἄρτιον. Δὲν ἔσχον ἀφορμὴν νὰ θίξω τὴν ἐξω-
4289τερικὴν πολιτικήν. Περὶ ταύτης ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι
4290συζήτησις μακρά. Κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1896, ὅτε ὁ ἀξιό-
4291τιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
4292κῶν καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπέβαλεν
4293εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ὁ ὁρίζων
4294ὁ πολιτικὸς τῆς Εὐρώπης ἦτο πλήρης ὁμίχλης. Ὁ προϋπο-
4295λογισμός, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν, ἦτο ἐντελῶς εἰρηνικός· ὡς
4296παράδειγμα ἀναφέρω, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896
4297ἀνεγράφετο πίστωσις 400 χιλιάδων δραχ. δι’ ἱππωνείαν, ὁ
4298ὑποβληθεὶς δὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος προϋ-
4299πολογισμὸς τοῦ 1897 οὐδεμίαν ἀνέγραφε πίστωσιν δι’ ἱπ-
4300πωνείαν. Ἐν τούτοις ἀναγινώσκομεν τότε εἰς τὴν Ἐφημε-
4301ρίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐπιστολὴν τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ
4302Βασιλέως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδηλοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ γεί-
4303νωσι γυμνάσια καὶ προμήθειαι ἵππων καὶ ὑλικοῦ. Παρατη-
4304ροῦμεν τότε, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπευ-
4305θυνόμενοι, πῶς ταῦτα συμβιβάζονται πρὸς προϋπολογισμόν,
4306ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τὴν εἰρηνικωτέραν κατάστασιν; ὁ δὲ
4307ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀπήντα πρὸς ἡμᾶς: «ψη-
4308»φίσατε τὸν προϋπολογισμόν, ὡς ὑπέβαλον αὐτὸν, ἐγὼ δὲ
4309»ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς πάντων ἐκείνων,
4310»ἅτινα ἀναγράφονται ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῆς Α. Μ. τοῦ Βα-
4311»σιλέως, καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ νομίζω ἀναγκαῖα, ὅπως ὁ
4312»στρατὸς ἡμῶν καταστῇ ἱκανὸς πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν περι-
4313»στάσεων, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν.»
4314Λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 εἶναι ἐνδεικτικὸς τῆς
4315ἐφαρμογῆς τοῦ Κυβερνητικοῦ ἡμῶν προγράμματος, διότι πα-
4316ρουσιάζει ἀμέσως τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις διὰ τὴν χωροφυ-
4317λακὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία πρὸς ἐκτέλε-
4318σιν τῶν εἰς τὸν στρατὸν ἀνατεθειμένων νῦν βοηθητικῶν ὑπη-
4319ρεσιῶν, καὶ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις διὰ τὴν ἀστυνομίαν,
4320συνάμα δὲ καὶ ἑτέρας τινὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐν-
4321δεικτικαὶ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ ἡμετέρου προγράμμα-
4322τος. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι πολλὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα
4323εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῶσι,
4324διότι καὶ ταῦτά εἰσιν ἐνδεικτικὰ τοῦ προγράμματος. Ἐψηφί-
4325σθησαν ἐν τούτοις πολλὰ νομοσχέδια, σχετιζόμενα πρὸς τὸ
4326πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐφαρ-
4327μογήν του. Μήπως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, περὶ
4328αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι
4329ἐνδεικτικὸν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματος ἡμῶν; μήπως
4330τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκ-
4331παιδεύσεως, τὰ ὁποῖα παρέμειναν διὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον,
4332δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸν αὐτὸν σκοπόν; μήπως τὰ ὑποβληθέντα
4333ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδια δὲν εἶναι
4334ἐνδεικτικὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ αὐτοῦ προγράμματος, ὅπως κα-
4335τορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀντάξιον τοῦ ὀνόματος;
4336Παρετήρησαν ὅμως οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι
4337ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξεύρωμεν πόρους. Μήπως ἡμεῖς ἀγνοοῦ-
4338μεν τοῦτο; Ὑπεβάλομεν καὶ θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν ψῆ-
4339φον τῆς Βουλῆς μέτρα, ἵνα ἀσφαλίσωμεν τοὺς πόρους, ὧν
4340ἔχομεν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἐρρήθη ὅτι εἶναι ἐξηντλημένη ἡ χώρα,
4341ὅτι κατέχεται ὑπὸ ἀτονίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ δὲν δύναται
4342νὰ ὑποστῇ νέα βάρη. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν, ὅτι θὰ αὐξή-
4343σωμεν τὰ φορολογικὰ βάρη, οὐδέποτε δὲ ἐσκέφθημεν νὰ ἐπι-
4344βαρύνωμεν τὰς παραγωγικὰς ἢ ἀπόρους κοινωνικὰς τάξεις.
4345Κατὰ τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἐπιτευχθήσεται ἡ αὔξησις τῶν δη-
4346μοσίων ἐσόδων αʹ) διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ὑφεστώτων
4347φόρων κατὰ τρόπον προλαμβάνοντα τὰς καθυστερήσεις καὶ τὴν
4348ἀνισότητα, βʹ) διὰ τοῦ κρείττονος ὀργανισμοῦ τῶν οἰκονομικῶν
4349ὑπηρεσιῶν καὶ ἰδίᾳ τῆς ἀπροσκόπτου λειτουργίας τοῦ διοι-
4350κητικοῦ καὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου, καὶ γʹ) διὰ τῆς βελτιώ-
4351σεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως.
4352Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁμιλῶν περὶ
4353προϋπολογισμοῦ σταθεροῦ, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἀπόθεμα τόσων
4354ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος εἰς τόσα ἔτη θὰ μᾶς δώσῃ ὅσα
4355ἑκατομμύρια ἀπαιτοῦνται πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀσκουμένου ἐφ’
4356ἡμῶν οἰκονομικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι οἱ πρα-
4357κτικῶς συζητοῦντες δὲν δύνανται νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι τῆς
4358Ἑλλάδος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐπιτρέπει τὴν διάθεσιν
4359πολλῶν ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος πρὸς ἄρσιν τοῦ διεθνοῦς
4360ἐλέγχου. Τοῦτο ἔπραξε Κράτος μέγα κατόπιν πολέμου.
4361Εὐκταῖον εἶναι νὰ δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς, τακτοποιοῦντες
4362τὴν διοίκησιν τῆς χώρας καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, νὰ σχη-
4363ματίσωμεν στρατιωτικὸν ταμεῖον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς
4364ἐθνικῆς πολιτικῆς.
4365Ἕτερος ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἀρχόμενος
4366τοῦ λόγου, εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ ὡς ἀνεξαρτήτου ἦτο
4367ἐνδεικτικὴ τῆς δυσπιστίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τὸ
4368συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ τὰ κόμματα. Ὁμολογῶ, ὅτι
4369πρὸς στιγμὴν ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις τοῦ λαοῦ ἕνεκα τοῦ
4370πολέμου καὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς πο-
4371λέμου προέκυψαν. Συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιο-
4372τίμου συναδέλφου, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δύ-
4373ναται νὰ λειτουργήσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου, καὶ εἶναι τὸ
4374μόνον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ προοδεύσῃ.
4375Ἔχω ἐν τούτοις τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν μέχρι τῶν νέων
4376ἐκλογῶν ὑφίστανται κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις, διοικοῦσαι
4377ἐπὶ τῇ βάσει προδιαγεγραμμένου προγράμματος, σκοποῦντος
4378εἰς τὴν περισυλλογὴν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν, ὡς ἡμεῖς ἐν-
4379νοοῦμεν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν θὰ μένῃ ἐν ᾗ θέσει σή-
4380μερον εὑρίσκεται, ἀλλὰ θὰ καταταχθῇ εἰς ἕν κόμμα.
4381Νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα δὲν ἐπιτρέπει περαιτέρω συζήτησιν
4382ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς θεωρητικὰ θέματα. Νομίζω, ὅτι ἐξ
4383ὅσων κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνω-
4384σεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐξ ὅσων
4385ἐγὼ προσέθηκα κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ,
4386ἐπείσθητε ὅτι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τὸ πρόγραμμα
4387εἶναι μεταρρυθμιστικὸν, καὶ ὅτι οὐδεμία μέχρι τοῦδε πρᾶ-
4388ξις τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογεῖ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ὑπό τινων
4389ὑπόνοιαν, ὅτι ἐγκατέλιπε τὸ ἑαυτῆς πρόγραμμα.
4390Ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς
4391Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος, θέλει ἐργασθῇ πρὸς ἐφαρμογὴν
4392τοῦ προγράμματός της, εἶναι δὲ πεπεισμένη, ὅτι θέλει ἐπι-
4393τύχει τὴν βελτίωσιν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν, ἂν μὴ ἀπρόο-
4394πτόν τι κωλύσῃ τὸ ἔργον καὶ τὰς προσπαθείας αὐτῆς.
4395§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
4396νομικῶν εἶχεν ἁπλουστάτην τινὰ ἀξίωσιν, νὰ κλείσωμεν τοὺς
4397λογαριασμοὺς ἡμῶν. Ἤλπιζον ὅτι οὐδέποτε πλέον ἤθελε γέ-
4398νηται λόγος περὶ τοῦ παρελθόντος, καὶ ὅτι ἠθέλομεν μείνει
4399ἐν εἰρήνῃ ἀπηλλαγμένοι τοῦ ἐφιάλτου ἐκείνου. Ἀλλ’ εἶναι
4400ποτε δυνατὸν πολιτικοὶ ἄνδρες, διατεινόμενοι ὅτι ἀποτελοῦσι
4401κόμμα, καὶ ὁμολογοῦντες ὅτι συνεχίζουσιν αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ
4402κόμμα, τὸ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη λειτουργῆσαν, εἶναι δυνατὸν
4403οὗτοι νὰ λησμονήσωσι τὸ παρελθόν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιθυ-
4404μῶσι, νὰ ζητῶσι νὰ λησμονήσωμεν τὸ παρελθόν, ἀφοῦ αὐ-
4405τὸ τὸ παρελθὸν ἐπικαλοῦνται καὶ ἀπὸ αὐτὸ ζητοῦσι νὰ ἀν-
4406τλήσωσι δυνάμεις καὶ ζωήν, ἵνα ζωογονηθῶσιν; Ἐὰν ὁμι-
4407λῶσιν ὡς ἀποτελοῦντες κόμμα, λησμονοῦσιν ὅτι ἡμεῖς ἀπο-
4408τελοῦμεν τὸ ἀντίθετον αὐτοῦ; Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ κλεί-
4409σωμεν τοὺς λογαριασμούς; Καὶ ἐνῷ ἀπαιτοῦσι νὰ κλείσω-
4410μεν τοὺς λογαριασμοὺς, ἕκαστος αὐτῶν ἀναβαίνει τὸ βῆμα
4411καὶ ἐκθειάζει καὶ ὑμνεῖ τὸ παρελθὸν αὐτοῦ τοῦ κόμματος, τὸ
4412ὁποῖον ἡμεῖς καταγγέλλομεν, διὰ νὰ φανῇ ὅτι κἄτι εἶναι, ὅτι
4413κἄπως ζῇ.
4414Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἤρξατο ἐπικρίνων
4415παρατήρησιν, ἣν ἀπηύθυνα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσό-
4416δων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐσύ-
4417στησα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παύσῃ ἡ ὑλοτομία, καὶ ὅτι ἐγὼ
4418εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατέστειλα τὴν ὑλοτομίαν. Ὁ κ.
4419ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τυγχάνει αὐτὸς ὁ κ. Βου-
4420λευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὃν γνωρίζετε πάντες· ἔχει ὄντως με-
4421γάλην εὐστροφίαν, αἱ φράσεις αὐτοῦ ἔχουσιν ἐλαστικότητα,
4422καὶ αἱ ἐν αὐταῖς ἔννοιαί εἰσι πτερωταὶ, καὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ὁρίου
4423δύναται ὁ εὐκίνητος ἀνὴρ νὰ μεταπίπτῃ εἰς τὸ ἄλλο. Ἐγὼ
4424δὲν προέτρεψα αὐτὸν νὰ καταστείλῃ τὴν ὑλοτομίαν· ὅτε
4425δ’ ἔλεγον περὶ ὑλοτομίας, ἐζήτουν νὰ μεταδώσω τὰς ἰδέας
4426μου μετ’ εὐφημισμοῦ, ἵνα μὴ ἀναφέρω πρόσωπα, ἵνα μὴ
4427μνημονεύσω πράξεων, ἵνα μὴ εἴπω ὅ,τι ἐσκόπουν, ὅ,τι ὤφει-
4428λον νὰ εἴπω, διότι ὑπέθετον, ὅτι πάντες ἠθέλετε ἐννοήσει, τί
4429ἐνόουν ἐγὼ, πρὸ πάντων δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσί-
4430δος, ὅστις γνωρίζει τί ἐγίνετο ἔν τισιν ἐπαρχίαις μὲ τὴν
4431ἀνθρακοποιΐαν. Δὲν ἤθελον νὰ ὀνομάσω τὰς ἐπαρχίας ταύ-
4432τας, οὐδὲ τώρα θέλω νὰ ὀνομάσω αὐτὰς, οὐδ’ ἔχει ἀνάγκην
4433ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος νὰ ὀνομάσω αὐτὰς, διότι ἐν-
4434θυμεῖται αὐτὰς ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου
4435τυγχάνει μέλος, ἐκυβέρνα τὴν χώραν, καὶ ἐνθυμεῖται τὰς
4436καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ἐν τοῖς δάσεσι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκεί-
4437νων διέπραττεν ἡ ἀνθρακοποιία ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ κυ-
4438βερνῶντος τότε κόμματος καὶ μὲ τὴν εὐχὴν αὐτοῦ. Καὶ δὲν
4439κατέστρεφε τότε ἡ ἀνθρακοποιία μόνον τὰ δάση, διέφθειρε
4440καὶ τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν ἦσαν ὑλοτόμοι, ἀλλὰ προ-
4441στάται τῶν ὑλοτόμων, καὶ διὰ τῶν ὠφελειῶν, ἃς παρεῖχεν,
4442ἐνόθευε καὶ αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου τὴν λειτουργίαν. Ὅτι
4443δ’ ἐγώ, ὅτε κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896 διώκουν τὰ οἰκονο-
4444μικὰ, περιέστειλα τὴν τοιαύτην ὑλοτομίαν, μαρτυροῦσι τὰ
4445ἀποτελέσματα, ἡ στατιστικὴ τοῦ 1896.
4446Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὠφεληθεὶς ἐκ τῆς
4447μνείας, ἣν ἐποιησάμην, τῶν δασῶν, ἀνέπτυξε πολυτελὲς πρό-
4448γραμμα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι ἐξεπόνησε καὶ πρόκειται νὰ
4449ἐφαρμόσῃ, ἵνα σώσῃ τὰ δάση. Ὡμίλησε περὶ τῆς φυλακῆς
4450τῶν δασῶν, καὶ ἐμνημόνευσε τοῦ Γεωργικοῦ σταθμοῦ τῆς Βυ-
4451τίνης, καὶ εἶπεν ὅτι σκοπεῖ νὰ συστήσῃ Σχολὴν δασονομικήν.
4452Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πρόγραμμα, εἶναι περιγραφὴ τῶν ἐλ-
4453λείψεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν, εἶναι ἀφήγησις τῶν ἐλαττωμά-
4454των, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ διοικήσει τῶν δασῶν. Αἱ
4455ἐλλείψεις εἶναι ψηλαφηταὶ οὐ μόνον εἰς τὴν χεῖρα καὶ τοὺς
4456δακτύλους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς παν-
4457τὸς κατοικοῦντος ἐν τῇ χώρᾳ τὴν χεῖρα.
4458Οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν γνωρίζουσί τι περὶ τοῦ Γεωργικοῦ
4459σταθμοῦ τῆς Βυτίνης; Δὲν γνωρίζουσιν, ὅτι σκοπὸν εἶχε τοῦ
4460σταθμοῦ τούτου ἡ σύστασις νὰ παρασκευάσῃ καὶ παραγάγῃ
4461δασοφύλακας, καὶ ὅτι, ὅτε ὁ σταθμὸς συνεστάθη, καὶ τὰ
4462μέσα τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἐπήρκουν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ
4463κληροδοτήματος τοῦ Τριανταφυλλίδου εἶχον κατασπαταλήσει
4464αἱ δῆθεν Γεωργικαὶ Σχολαί, τὰς ὁποίας εἶχε συστήσει τὸ
4465κόμμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὅτε ἦτο ἐν τῇ
4466ἀρχῇ; Δὲν ἐπήρκει ἀληθῶς πλέον τὸ κληροδότημα, ἵνα εἰσ-
4467αχθῇ μέγας ἀριθμὸς μαθητῶν ἐν τῇ δασοκομικῇ Σχολῇ τοῦ
4468Γεωργικοῦ σταθμοῦ Βυτίνης, ὅπως διδαχθῶσι διὰ μιᾶς καὶ
4469μετὰ τὸ πέρας τῆς διδασκαλίας των ἀπολυθῶσιν ἐκ τῆς Σχο-
4470λῆς ἑκατὸν δασοφύλακες, ἐνῷ ἡμεῖς εἴχομεν ἀνάγκην 500
4471ἴσως, ἢ καὶ πλειόνων. Ἡμεῖς καὶ δι’ ἄλλον λόγον ὀφείλομεν
4472νὰ βαδίσωμεν πειραματικῶς, ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα
4473εἴχομεν, ὅπως πορισθῶμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀναγκαιούντων
4474δασοφυλάκων ὀλίγον κατ’ ὀλίγον· ἤθελον δ’ οἱ ἐκεῖ διδασκό-
4475μενοι ἀποκτᾷ στοιχειώδεις τινὰς καὶ ἁπλᾶς γνώσεις περὶ τῆς
4476φυλάξεως τῶν δασῶν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἔχομεν ἀνα-
4477θέσει εἰς χωροφύλακας, οἵτινες πᾶν ἄλλο δύνανται νὰ ἦναι
4478ἢ δασοφύλακες. Ἕνεκα τούτου ἡ φύλαξις τῶν δασῶν εἶναι
4479ἀτελεστάτη, παρέχει δ’ ἔτι ἀφορμὰς εἰς διαφθορὰν τοῦ στρα-
4480τιωτικοῦ χαρακτῆρος τῶν χωροφυλάκων. Τοῦτο τὸ κακὸν ἠθε-
4481λήσαμεν νὰ ἄρωμεν. Τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν ἀνέθηκεν εἰς
4482χωροφύλακας ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης διὰ νόμου, ὃν
4483εἰσηγήσατο πρὸς τοῦτο, διότι ὑπῆρχε τότε ἕτερον κακὸν, τὸ
4484τῶν δασοφυλάκων πολιτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἐτύγχανεν ἀνατε-
4485θειμένη ἡ φύλαξις τῶν δασῶν, οἱ δὲ διοριζόμενοι τότε δασοφύ-
4486λακες ἐκ τῶν περιοίκων ἐκεῖ πολιτῶν οὐδὲν ἐγνώριζον, οὐ-
4487δὲν ἤξευρον, περὶ φυλακῆς τῶν δασῶν. Ἄνθρωποι ἀμαθεῖς καὶ
4488κοινοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς φυλάξεως τῶν
4489δασῶν παρέχει αὐτοῖς στάδιον χρηματισμοῦ.
4490Λοιπὸν ὁ Δεληγεώργης, θέλων ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ
4491τὴν μάστιγα αὐτὴν, ἤλπισεν ὅτι οἱ χωροφύλακες, ἐὰν ἀνε-
4492λάμβανον τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν, ἤθελον ἐκτελέσει τὸ κα-
4493θῆκόν των· ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ ἐλπίδες
4494αὗται δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι, κατεστάθη δὲ
4495καταφανὴς ἡ ἀνάγκη, ἀνάγκη ἀπόλυτος, νὰ μορφώσωμεν δα-
4496σοφυλακήν. Ἀλλὰ πῶς νὰ μορφώσωμεν δασοφυλακὴν, εἰμὴ
4497συνιστῶντες Σχολὴν πρὸς παρασκευὴν δασοφυλάκων; Ἐπειδὴ
4498δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συστήσωμεν πολλὰς τοιαύτας Σχολὰς,
4499ἵνα αὗται παράγωσι κατ’ ἔτος ἑκατὸν φέρ’ εἰπεῖν δασοφύλα-
4500κας, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν χρημάτων, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα
4501τῆς ἐλλείψεως τῶν προσώπων, ἐπεχειρήσαμεν τὸ ἔργον ἐν
4502σμικρῷ, συστήσαντες τὸν Γεωργικὸν σταθμὸν Βυτίνης, ἵνα
4503παρασκευάσῃ τοὺς δασοφύλακας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
4504Οἰκονομικῶν ἐπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλα σχέδια, τὸ
4505σχέδιον νὰ συστήσῃ Δασονομικὴν Σχολὴν ἐν τῇ Πολυτεχνικῇ
4506Σχολῇ. Βεβαίως ὅμως δὲν ἐξήτασε τὴν ὑπόθεσιν ἐπαρκῶς.
4507Ἂν ἐξήταζεν αὐτὴν, ἤθελε μάθει καὶ παρὰ τῆς Διευθύνσεως
4508τοῦ Πολυτεχνείου, ἴσως καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου
4509τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ τὸ 1891 καὶ κατὰ τὸ 1895 ἐπεχεί-
4510ρησα νὰ προκαλέσω τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν συνδρομὴν
4511πρὸς σύστασιν δασοκομικῆς τινος Σχολῆς. Καὶ κατὰ τὸ 1891
4512ἔζη ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν Χλωρὸς, καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς
4513τῶν δασῶν Βαλσαμάκης, ἐκτὸς δ’ αὐτῶν εἶναι δύο μόνον, ὁ
4514ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν Βούλγαρης καὶ ὁ νῦν τοιοῦτος Σά-
4515μιος. Τὸ προσωπικὸν ὅμως τοῦτο δὲν ἐπήρκει πρὸς σύστασιν
4516δασοκομικῆς Σχολῆς ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ, ἤτοι, ὅπως, κατὰ
4517τὰς μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Πολυτεχνείου συνεννοήσεις μου,
4518συσταθῇ ἐν τῷ καταστήματι ἐκείνῳ νέος κλάδος διδασκαλίας,
4519ἱδρυομένης ἐν αὐτῷ Σχολῆς δασοκομικῆς, ἐν ᾗ νὰ διδάσκων-
4520ται τὴν δασολογίαν καὶ δασοκομίαν διεχεῖς ἀπόφοιτοι, ἢ μα-
4521θηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Πολιτικῶν Μηχανικῶν μετὰ διετῆ
4522ἐν αὐτῇ διδασκαλίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἴχομεν δασονόμους,
4523ἵνα διδάσκωσιν ἐν τῇ Σχολῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συστήσωμεν
4524αὐτὴν, κατὰ δὲ τὸ 1895, ὅτε ἀπεβίωσε καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς
4525Χλωρὸς καὶ ὁ συνταξιοῦχος ἐπιθεωρητὴς Βαλσαμάκης, καὶ δὲν
4526ὑπῆρχον πλέον εἰμὴ ὁ κ. Βούλγαρης καὶ ὁ κ. Σάμιος, καὶ μά-
4527λιστα μετὰ τὰς περιπετείας τοῦ τελευταίου τούτου, αἱ ὁποῖαι
4528καθίστων αὐτὸν ἀνίκανον ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τοῦτο, ἦτο
4529καταφανῶς ἀδύνατος ἡ σύστασις τῆς Δασοκομικῆς Σχολῆς,
4530τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι
4531προσεχῶς θέλει συστήσει, δὲν ὑπελείπετο δ’ ἡμῖν ἢ νὰ καλέ-
4532σωμεν ἐξ Εὐρώπης καθηγητὰς τῆς δασοκομίας καὶ τῆς δασο-
4533λογίας καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκαιούντων μαθημάτων, ὅπως δι-
4534δάξωσιν, ἢ ἔπρεπε νὰ ἀποστείλωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπο-
4535τρόφους, ἵνα διδαχθῶσι τὰ μαθήματα ταῦτα, καὶ ἐπανέλθωσιν
4536εἰς τὴν πατρίδα, ἵνα διδάξωσιν αὐτὰ ἐν τῇ Σχολῇ. Ἐπροτι-
4537μήσαμεν τὸ δεύτερον, ὡς εἰκὸς, καὶ εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βου-
4538λὴν περὶ τούτου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐψηφίσθη καὶ
4539κατέστη ἤδη νόμος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχον χρήματα
4540ἄφθονα, ἠναγκάσθημεν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπο-
4541τρόφων εἰς ἕξ μόνον, οἵτινες, νομίζω, ἐστάλησαν εἰς τὴν Εὐ-
4542ρώπην, εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ Νανσὺ, ἢ εἰς ἄλλην Σχολὴν, ἵνα
4543σπουδάσωσιν. Ἴσως σταλῇ καὶ ἄλλη σειρὰ ὑποτρόφων πρὸς
4544τοῦτο, ἤτοι ἄλλοι ἕξ, ἂν ὁ νόμος τὸ ἐπιτρέπῃ, οὕτω δὲ μετὰ
4545τρία ἢ τέσσαρα ἔτη θέλομεν ἔχει εἴκοσι διδασκάλους, καὶ θέ-
4546λομεν δυνηθῆ, ὅταν ἔλθωσιν αὐτοὶ, νὰ συστήσωμεν τὴν Σχο-
4547λήν. Ἔχουσι δὲ οἱ ἀποστελλόμενοι προσόντα ἐπαρκῆ, ὅπως
4548ὑπάρχωσι πιθανότητες, ὅτι μεταβαίνοντες ἐκεῖ θέλουσι καταρ-
4549τισθῆ, διότι εἰσὶ πάντες νέοι σπουδάσαντες ἐν τῇ Πολυτε-
4550χνικῇ Σχολῇ καὶ ἔχοντες δίπλωμα αὐτῆς. Θέλει λοιπὸν μά-
4551θει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου, ὅτι ἡ σύ-
4552στασις Σχολῆς Δασοκομικῆς εἶναι ἀρχαῖον μελέτημα, τὸ ὁποῖον
4553δὲν ἐνεκρίθη ἵνα πραγματοποιηθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι δὲν
4554ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ.
4555Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπραγματεύθη
4556καὶ περὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ περὶ τῆς διοικήσεως τῶν δα-
4557σῶν. Ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εὗρε
4558βεβαίως νομοσχέδιον, ἐκ πολλῶν ἄρθρων, ἀρκούντως μακρὸν,
4559ὅπερ συνετάχθη ἐμοῦ διοικοῦντος τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
4560Ὑπουργεῖον, καὶ ὅπερ οὐ μόνον συνεζήτησα μετὰ τῶν ἁρμο-
4561δίων, ἀλλ’ ἐκάλεσα καὶ τὸν νομικὸν σύμβουλον κ. Λυκού-
4562δην ἵνα μελετήσῃ, ὅστις καὶ ἐμελέτησεν αὐτὸ τότε, καὶ μοὶ
4563ὑπέβαλε μακρὰν ἔκθεσιν, περιέχουσαν τὰς ἐπ’ αὐτοῦ γνώμας
4564του, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων συνεζητήθη αὖθις καὶ ἐτροπο-
4565ποιήθη ἐν πολλοῖς, εὑρίσκεται δ’ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουρ-
4566γείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ταῦτα πάντα ὅταν ἐρευνήσῃ καὶ
4567μελετήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως πει-
4568σθῇ, ὅτι εἰς μάτην ἐκοπίασεν, ἵνα συνθέσῃ τὸ πολυτελὲς αὑ-
4569τοῦ πρόγραμμα περὶ τῆς ἀνορθώσεως καὶ ἀποκαταστάσεως
4570διοικήσεως τῶν δασῶν, ἀφοῦ πάντα τὰ περὶ τούτου εἰσὶν
4571ἀπὸ πολλοῦ ἕτοιμα ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ.
4572Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε καὶ περὶ
4573τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, καὶ παρέστησεν, ὅτι καὶ ὁ
4574προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 δύναται ἴσως νὰ καταγγελθῇ ἐπὶ
4575σπατάλῃ· ἀνέφερε μάλιστα ἀριθμοὺς διαφόρους, τοὺς ὁποίους
4576παρέστησεν ὡς ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895.
4577Εὐτυχῶς ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους
45781895 συνετάχθη καὶ ἐδημοσιεύθη πρὸ πολλοῦ, ἑπομένως εἶ-
4579ναι πρόχειρος εἰς πάντας τοὺς Βουλευτάς. Κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν
4580ἐπίσημον ἀπολογισμὸν τοῦ 1895, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν
4581Βουλὴν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς
4582τῶν Οἰκονομικῶν μετέδωκεν εἰς αὐτὴν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς τὸ
4583παράπαν.
4584Ἐν πρώτοις ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1895, ἐὰν ἐξετασθῇ ἐν
4585παραβολῇ πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894, διὰ τὸν ὁποῖον
4586πάντως ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δίδω-
4587σιν ἡμῖν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα:
4588Τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀνῆλθον,
4589κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ἀπολογισμούς, τὸ μὲν 1894 εἰς
45902,025,155.70, τὸ δὲ 1895 εἰς 2,022,450.15, ἤτοι ὀλι-
4591γώτερα κατὰ δραχ. 2,705.55, εἰ καὶ κατὰ τὸ 1895 εἶχε
4592κατασταθῆ ἀναπόφευκτον νὰ δαπανηθῶσι δραχ. 69,324.50
4593ὑπὲρ τὰ κατὰ τὸ 1894 δαπανηθέντα, ἕνεκεν τῆς συστάσεως
4594ἐκ νέου τινῶν Πρεσβειῶν, καὶ δρ. 43,417.11 πρὸς ἀπότι-
4595σιν προγενεστέρων ὀφειλῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου 4 ἄρθρ. 2 τῶν
4596ἀπροβλέπτων ἐξόδων, ἤτοι τὸ ὅλον δραχμαὶ 112,741.61.
4597Τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου ἀνῆλθον,
4598κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ἀπολογισμούς, τὸ μὲν 1894 εἰς
4599δρ. 5,295,102.04, τὸ δὲ 1895 εἰς δραχ. 5,132,104.68,
4600ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1894 δαπανηθέντων κατὰ δρ.
4601162,997.36.
4602Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου,
4603κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ὡς εἴρηται ἀπολογισμούς, ἐδαπα-
4604νήθησαν κατὰ τὸ 1895 πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ
46051894 κατὰ δρ. 1,652,667.08· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1895 ὑπῆρ-
4606χον ἀνάγκαι νέαι, αἵτινες δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1894, δι’ ἃς
4607ἐδημιουργήθησαν δαπάναι, αἵτινες δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γένων-
4608ται κατὰ τὸ 1894. Οὕτως ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1895
4609πλείω τῶν κατὰ τὸ 1894 δαπανηθέντων:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4610Εἰς ἐπισκευὰς δημοσίων κτιρίων δρ. 225,392.26
4611Εἰς ἔξοδα ἐκτελέσεως τοῦ ἐκλογικοῦ
4612νόμου, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ
46131894 » 570,288.67
4614Εἰς ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ὑπὲρ
4615τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1894 » 123,483.73
4616Εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, ὑπὲρ τὰ δαπα-
4617νηθέντα κατὰ τὸ 1894 » 440,038.48
4618Εἰς βοηθείας τῶν ἐργατῶν καὶ ἐργο-
4619λάβων τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου
4620Μύλων–Καλαμῶν » 306,330.26
4621 Δραχ.1,665,533.40
4622Ἀλλὰ πλὴν τούτων, κατὰ τὸ 1895, ἕνεκα τῶν κατ’ αὐτὸ
4623διαπραχθέντων κατορθωμάτων κατὰ τῆς λῃστείας, ἐδαπα-
4624νήθησαν εἰς ἀμοιβὰς ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1894 δρ.
462560,134.15. Εἰς ἔκτακτα μέτρα δημοσίας ὑγείας, ἕνεκα τῆς
4626ἐπισκηψάσης εὐλογίας, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1894
4627δρ. 72,293.79. Εἰς ἀντιμισθίαν τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου
4628Ὑπουργείου μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
46291894 καὶ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων προστεθέντων εἰς
4630τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν 34 ὑπολοχαγῶν καὶ 25 ἀνθυ-
4631πολοχαγῶν δρ. 107,280. Καὶ εἰς ἐπισκευὴν τοῦ ἐν Σμύρνῃ
4632ἐθνικοῦ οἰκοδομήματος δρ. 32,000. Τὸ ὅλον δρ. 271,707.94.
4633Ἑπομένως ἐδαπανήθησαν εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας κατὰ τὸ
46341895 δραχ. 1,937,241.34, ἐνῷ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ
46351895 ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1894 δαπανηθέντα μόνον κατὰ
46361,652,667.08, ἤτοι ἐπηνέχθη ἐλάττωσις ἐξόδων κατὰ δρ.
4637279,574.26. Καὶ ἐπετεύχθη τοῦτο, διότι ἀντικατεστάθη
4638τὸ ῥουσφετολογικὸν σύστημα τῆς δι’ ὁδοστατῶν συντηρήσεως
4639τῶν ὁδῶν διὰ τοῦ συστήματος τῆς συντηρήσεως αὐτῶν δι’ ἐρ-
4640γολάβων, ἀναδεικνυομένων μετὰ δημοπρασίαν μειοδοτικήν,
4641ἠλαττώθη δὲ διὰ τούτου ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνη ἀπὸ
4642δρ. 1,050,000, ὅσαι ἐζητοῦντο ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἡμῶν
4643Ὑπουργείου τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει ὁ κ. ἐκ Παρνασσί-
4644δος Βουλευτής, εἰς δραχ. 829,113.
4645Τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημο-
4646σίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου, κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας
4647ἀπολογισμούς, ἀνῆλθον: αʹ) Τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας, κατὰ
4648τὸ 1894 εἰς δραχ. 77,576.35, κατὰ δὲ τὸ 1895 εἰς δραχ-
4649μὰς 72,915.80, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων τὸ 1894
4650κατὰ δραχμὰς 4,660.55. βʹ) Τοῦ κλήρου, κατὰ μὲν τὸ
46511894 εἰς δραχ. 194,752.15, κατὰ δὲ τὸ 1895 εἰς δραχ-
4652μὰς 208,467.18, ἤτοι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ
4653τὸ 1894, διότι ἐδαπανήθησαν εἰς ἐπιδόματα ἐπισκόπων καὶ
4654μισθοὺς ἱεροκηρύκων περισσότερα, αὐξηθέντος τοῦ ἀριθμοῦ
4655καὶ τῶν ἐπισκόπων καὶ τῶν ἱεροκηρύκων. γʹ) Καὶ διὰ τὴν
4656ἀνωτάτην καὶ μέσην ἐκπαίδευσιν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1895
4657πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1894 δραχ. 207,663, διότι
4658106,625.25 ἐδαπανήθησαν πλείονα εἰς ἀνάγκας τοῦ Πανεπι-
4659στημίου, 22,698.48 διὰ συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Γυ-
4660μνασίων, 74,055.70 διὰ συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν
4661Ἑλληνικῶν Σχολείων. δʹ) Καὶ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν
4662ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1895 πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ
4663τὸ 1894 κατὰ δραχ. 449,551.03. Διὰ τοῦτο τὰ δαπανη-
4664θέντα κατὰ τὸ 1895 εἰς ἀνάγκας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
4665στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου ὑπε-
4666ρέβησαν τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1894 κατὰ δραχμὰς
4667662,544.33.
4668Ἀλλ’ ἐὰν παραβάλω καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896
4669πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, — διότι ὁ προϋπολογισμὸς
4670τοῦ 1896 εἶναι ὁ τελευταῖος συνταγματικὸς προϋπολογισμός,
4671ἀφοῦ κατὰ τὸ 1897 εἰσήχθη μὲν προϋπολογισμός, ἀλλὰ δὲν
4672συνεζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλήν, κατὰ τὸ 1898 δὲ οὐδόλως
4673ὑπῆρξε προϋπολογισμός, — ἐὰν, λέγω, παραβάλω τὸν τοῦ τε-
4674λευταίου κοινοβουλευτικοῦ ἔτους προϋπολογισμὸν πρὸς τὸν
4675προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, εὑρίσκω ὅτι ἐν μὲν τῷ προϋπο-
4676λογισμῷ τοῦ 1896, παραλειπομένων τῶν μονίμων καὶ στα-
4677θερῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουρ-
4678γὸν νὰ αὐξομειώσῃ, π. χ. τῶν συντάξεων, τῆς Βασιλικῆς
4679χορηγίας, τῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς, τῶν ἐξόδων τῆς διοική-
4680σεως καὶ ἐπιστασίας, εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδα 48,773,734.93,
4681ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀνεγράφησαν ἔξοδα δραχ.
468250,429,309.46, ἤτοι περισσότερα κατὰ δρ. 1,655,574.53.
4683Ἐὰν παραβάλω δὲ τὰς δαπάνας ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων
4684κατὰ τὸ 1896 πρὸς τὰς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899
4685προσδιορισθείσας, θέλω εὑρεῖ, ὅτι ἐν μὲν τῷ προϋπολογισμῷ
4686τοῦ 1896 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχον ἀνα-
4687γραφῆ ἔξοδα δραχ. 2,129,140.98, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολο-
4688γισμῷ τοῦ 1899 εἶναι ἀναγεγραμμένα ἔξοδα 2,195,503.63,
4689ἤτοι περισσότερα κατὰ δραχμὰς 66,362.65. Ὡσαύτως
4690διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶχον
4691ἀναγραφῆ ἔξοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 δραχμαὶ
46925,341,060, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀνεγρά-
4693φησαν δραχμαὶ 5,544,276, ἤτοι περισσότερα τῶν ἐν τῷ
4694προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 ἀναγεγραμμένων κατὰ δραχμὰς
4695203,216. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκ-
4696κλησιαστικῶν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
46971896 δραχμαὶ 5,063,245, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
46981899 ἀνεγράφησαν δραχμαὶ 5,266,279, ἤτοι περισσότερα
4699κατὰ δραχμὰς 203,034. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουρ-
4700γείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896
4701εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδα δραχ. 15,999,585.90, κατὰ δὲ τὸ
47021899 ἀνεγράφησαν δρ. 15,967,374, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν ἐν
4703τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 κατὰ δραχ. 32,211.90, εἰ καὶ
4704κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἴχομεν ἀγορὰν ἵππων καὶ κτηνῶν τοῦ
4705στρατοῦ καὶ ἄλλας προμηθείας αὐτοῦ. Ὡσαύτως διὰ τὴν ὑπη-
4706ρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν
4707τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 δραχμαὶ 5,599,300.36, ἐνῷ
4708ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 δραχμαὶ
47097,513,689, δηλ. περισσότερα κατὰ 1,914,388.64, εἰ καὶ
4710κατὰ τὸ 1896, ὡς ἐνθυμεῖσθε, μεγάλαι ἐγένοντο δαπάναι
4711πρὸς ἐπισκευὴν καὶ ἀνανέωσιν λεβήτων καὶ μηχανῶν τῶν
4712πλοίων τοῦ στόλου, διότι εἰς κακὴν εἶχον περιέλθει κατά-
4713στασιν, παρημελημέναι πρὸ πολλοῦ χρόνου, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν
4714δαπανῶν. Τέλος δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὰ
4715ἔξοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ 1896 εἶχον ἀναγραφῆ εἰς
4716δραχ. 1,494,017.69, ἐνῷ ἐν τῷ τοῦ 1899 ἀνεγράφησαν
4717δρ. 1,909,122.83, δηλ. περισσότερα κατὰ δρ. 415,105.14.
4718Διὰ μόνην τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερι-
4719κῶν εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδα περισσότερα ἐν τῷ προϋπολογι-
4720σμῷ τοῦ 1896 τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀνα-
4721γραφομένων κατὰ δραχμὰς 1,114,320, διότι κατὰ τὸ 1896
4722εἶχε δοθῆ μεγίστη ὤθησις εἰς τὴν ὁδοποιίαν πρὸς περάτω-
4723σιν τῶν ὁδῶν, τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ εἶχεν ἀρχίσει πρὸ
4724τοῦ 1893, ἀνεστάλη δὲ μετὰ τὸ 1893, καὶ κατεστρέφοντο
4725τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκτελεσθῆ, ἐγκαταλελειμμένα εἰς
4726τὰς ἐπιδρομὰς τῶν χειμώνων. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ διὰ
4727τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων ἀναγραφέντα ἐν τῷ
4728προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἔξοδα ὑπερβαίνουσιν ἐν ὅλῳ τὰ
4729ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 κατὰ δραχ-
4730μὰς 1,655,574.53.
4731Ἀλλ’ ὅτε συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, δὲν
4732εἶχον ἐπιψηφισθῆ ὅσα μετὰ ταῦτα ἐπεψηφίσθησαν νομοσχέδια,
4733ὧν ἕκαστον νέας προσετίθη δαπάνας καὶ ἐγγραφὴν νέων ἐξόδων
4734ἐπέβαλλεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ ἐὰν ταῦτα πάντα τὰ
4735προστεθέντα ἔξοδα δὲν θέλουσι πραγματοποιηθῆ κατὰ τὸ 1899,
4736διότι ἐπεψηφίσθησαν κατὰ τὸν ἕκτον καὶ ἕβδομον μῆνα αὐτοῦ,
4737θέλει ὅμως δαπανηθῆ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων τούτων
4738ἐπὶ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας σεβαστὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέ-
4739λει προστεθῆ εἰς τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα
4740ἔξοδα. Ἀλλ’ ἐξετάσατε, παρακαλῶ, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέ-
4741λει δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1900, διότι ὅταν ἀναγράφητε ἐν τῷ
4742προϋπολογισμῷ ἔξοδα, μάλιστα διὰ νέους ὀργανισμοὺς, μὴ ἀνα-
4743παύεσθε ἂν δὲν θέλητε δαπανήσει ὅλα κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ
4744ψηφίζετε τοὺς αὐξάνοντας τὰ ἔξοδα νόμους, βεβαίως κατὰ τὸ
4745ἑπόμενον ἔτος θέλετε δαπανήσει πάντα, οὐδ’ εἶσθε πλέον εἰς
4746καιρὸν νὰ μεταβάλητε ἢ νὰ μειώσητε τὰ ποσὰ αὐτῶν. Τὰ ποσὰ
4747τὰ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσι προστεθῆ εἰς τὰ ἐν τῷ προϋπο-
4748λογισμῷ τοῦ 1899 ἔξοδα, ἀνέρχονται εἰς 6,852,601, μετὰ
4749τὰς κατὰ τὸ 1899 ψηφισθείσας αὐξήσεις, ὑποθέτω δὲ, ὅτι
4750μοί δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς
4751τὰς περὶ τῶν περισσευμάτων διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουρ-
4752γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι δεινὸς περὶ τὴν διαχείρισιν
4753τῶν λογιστικῶν, ἔχει δὲ καὶ παρελθὸν, ὡς πρόεδρος καὶ εἰση-
4754γητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν,
4755καὶ ὅστις διαχειρίζεται τοὺς ἀριθμοὺς, ὡς διαχειρίζονται εἰς
4756τὸ ζατρίκιον τοὺς πεσσούς.
4757Μετὰ τοιαῦτα λοιπὸν προηγούμενα, μετὰ τὸ ἄλλο προ-
4758ηγούμενον, — ἡ ἱστορία, Κύριοι, δὲν παραγράφεται, οὔτε
4759λησμονεῖται, — μετὰ τὸ ἄλλο προηγούμενον τῆς σπατά-
4760λης, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε καθ’ ὅλην τὴν δεκαετίαν, θέ-
4761λετε νὰ ἐπικροτήσωμεν, ὅταν θέλωμεν ἔχει ἔλλειμμα κατὰ
4762τὸ 1899, ἀλλὰ βέβαιον καὶ ὑπέρογκον κατὰ τὸ 1900; Καὶ
4763ἂν ἄλλοτε ἐπληροῦμεν τὰ ἐλλείμματα διὰ δανείων, ὁ βου-
4764λευτὴς Ἀττικῆς κ. Γουναράκης ἔλεγεν, ὅτι κατ’ ἀνάγκην
4765θέλομεν ἐπιβάλει φόρους, καὶ ἔστεργεν ἕνεκα τούτου ν’ ἀπο-
4766δεχθῇ τὸ μέτρον, εἰ καὶ ὀλέθριον· ἐγὼ ὅμως δὲν συντάσσομαι
4767μετ’ αὐτοῦ, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας.
4768§178ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Οὔτε ἐγώ.
4769§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βου-
4770λευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετὰ μεγάλης ἐπιστημονικῆς δεινότητος
4771περὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ περὶ τῶν αἰτίων αὐτῆς.
4772Κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ὅτε δὲν ἦτο ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ
4773ἤκουεν ὅτι πολλοὶ διετείνοντο, ὅτι αἰτία τῆς νομισματι-
4774κῆς διαφορᾶς εἶναι ἡ πληθώρα τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου,
4775τοῦ κυκλοφοροῦντος ἐν τῇ κοινωνίᾳ· καὶ ἀντελέγομεν μὲν
4776ἡμεῖς, ἀλλ’ οὐδεὶς ὁ ἀκούων ἡμᾶς, ἐκτὸς δὲ τῆς Βουλῆς
4777διευθυνταὶ πιστωτικῶν καταστημάτων ἐκήρυσσον τοῦτο ὡς
4778ἀλήθειαν. Βεβαίως ἐπηρεάζει καὶ τοῦτο εἰς τὴν νομισματι-
4779κὴν διαφορὰν, ἀλλὰ ἀσθενέστατα· ἡ αἰτία εἶναι ἄλλη, εἶναι
4780ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ, διότι αὕτη ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα. Καὶ
4781διατὶ τοῦτο; Διότι ὅσα παράγομεν δὲν ἀρκοῦσιν εἰς τὰς
4782ἀνάγκας ἡμῶν, καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συμπλη-
4783ρώνωμεν αὐτὰ διὰ προϊόντων, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐκτὸς τοῦ
4784Κράτους καὶ εἰσάγομεν ἐν τῷ Κράτει. Τί λοιπὸν νὰ πράξω-
4785μεν πρὸς περιστολὴν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία
4786ἐκμυζεῖ τοὺς κόπους τοῦ ἐργάτου καὶ ἐλαττώνει τοὺς πόρους
4787τοῦ Κράτους; Νὰ προσπαθήσωμεν νὰ παράγωμεν περισσό-
4788τερα ἀφ’ ὅσα παράγομεν. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν
4789παραγωγήν· ἀλλὰ τὴν παραγωγὴν πολεμεῖ ἰδίως ἡ νομισμα-
4790τικὴ διαφορὰ, διότι ἕνεκα τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἀφοῦ
4791τὰ παραγόμενα προϊόντα δὲν ἐπαρκοῦσι καὶ εἰσάγομεν προϊ-
4792όντα ἔξωθεν, τὰ ἐν τῷ τόπῳ κεφάλαια ἐλαττοῦνται, καὶ
4793ἐκ τῆς προσόδου ἑκάστου πολίτου οὐδὲν ἢ ἐλάχιστον ὑπο-
4794λείπεται ἀπόθεμα. Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ ἀποταμιεύματα, τὰ ὁποῖα
4795οἱ πολῖται συλλέγουσι καθ’ ἕκαστον ἔτος, εἶναι ὀλιγώτερα,
4796ἕπεται ὅτι ταῦτά εἰσιν ἐξηντλημένα, ἀφοῦ ἡ νομισματικὴ δια-
4797φορὰ ὑφίσταται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν· ἂν δὲ θελήσωμεν νὰ ἐπιβά-
4798λωμεν νέαν φορολογίαν, ἐξαντλοῦμεν ὅλως τὰ ἀποταμιεύ-
4799ματα ταῦτα, καθιστῶμεν δ’ ἀνικάνους τοὺς πολίτας νὰ ἐκ-
4800τείνωσι τὰς παραγωγικὰς αὑτῶν ἐργασίας, ὅπως ἐλπίσωμεν,
4801ὅτι θέλομεν ἔχει αὔξησιν παραγωγῆς.
4802Διὰ τοῦτο πρέπει σωφρόνως νὰ σκεφθῶμεν πάντες, ὅπως
4803συντηρῶμεν τὸ Κράτος διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδει ἡ
4804χώρα, ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ φόρων. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορ-
4805θώσωμεν νὰ ἐπαρκῶμεν εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς διοική-
4806σεως, τῆς συγκοινωνίας, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων,
4807ὅπως οὕτως αὐξήσωμεν τὴν παραγωγὴν, πρέπει νὰ δαπανῶ-
4808μεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα, ἰδίως νὰ περιστείλωμεν τὰς
4809προσωπικὰς δαπάνας, καὶ νὰ μὴ αὐξάνωμεν τὸ προσωπικὸν
4810τῆς ὑπαλληλίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ μεταρρυθμιστικαὶ ἰδέαι
4811τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἰδέαν
4812αὐτὴν, διότι νομίζει ὅτι μεταρρυθμιστὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ
4813ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ δημιουργῇ θέσεις πολλὰς, ἐπὶ τῷ λόγῳ
4814νὰ βελτιώσῃ τοιουτοτρόπως τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου.
4815Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔψαυσε τὰς πολι-
4816τικὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μετεκοί-
4817νωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἁψάμενος
4818αὐτῶν, ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἀναμνησθῇ συμβουλῆς, τὴν
4819ὁποίαν εἶχον δώσει αὐτῷ κατὰ τὸ 1895, ὅτε συνεζήτει
4820μεθ’ ἡμῶν ἐπί τινων νομοσχεδίων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
4821Κατὰ τὸ 1895 αἱ περιστάσεις ἦσαν δυσμενεῖς εἰς τὸ πολι-
4822τικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ Βουλευτὴς Παρνασσί-
4823δος. Τότε δὲν ἠκούοντο πανηγυρικοὶ τοῦ παρελθόντος, ἐπειδὴ
4824δὲ ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος δὲν ἠδύνατο ἕνεκα τούτου νὰ
4825ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἐκθειάζῃ τὸ παρελθόν, τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ
4826πρώτιστος ἐργάτης, περιωρίζετο νὰ προλέγῃ δυσάρεστα ἀπο-
4827τελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν εἴχομεν τότε εἰσαγάγει,
4828ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν θὰ εἰσπράξωμεν ὅσα προϋπολογίζομεν,
4829καὶ ὅτι θέλομεν δαπανήσει διπλάσια τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα
4830εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἠναγκάσθην τότε
4831νὰ ὑπομνήσω αὐτῷ τὸν προφήτην Γάδ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι,
4832ὅτε ὁ Δαυῒδ περιέπεσεν εἰς τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο παράπτωμα,
4833ὁ προφήτης Γὰδ ἀπεστάλη ἐξ Οὐρανοῦ, καὶ διέταξε τὸν
4834προφητάνακτα νὰ ἐκτελέσῃ μίαν τῶν τριῶν ποινῶν, τὰς
4835ὁποίας ἀπηρίθμησεν, ὁ δὲ Δαυῒδ ἐξελέξατο ὄντως τὴν ἐλα-
4836φροτέραν. Ἂν ἐξ Οὐρανοῦ ἀπεστέλλετο προφήτης τις καὶ
4837εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διέτασσεν αὐτὸν νὰ
4838ἐκλέξῃ μεταξὺ διαφόρων ποινῶν μίαν, ποίαν τάχα ἤθελεν
4839ἐκλέξει ὡς μικροτέραν ποινήν; Αὐτοῦ ἐμνήσθη νῦν ὁ κύριος
4840Ὑπουργός. Ἐγὼ ἠρίθμησα πεντακοσίους ἐνενήκοντα καὶ
4841ἕνα νόμους, οὓς ἐξέδωκε τὸ κόμμα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐκυβέρνα,
4842τοῦ ὁποίου μέλος ἦτο ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος. Ἀλλ’ ὁ κ.
4843Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἀμφιβάλλει περὶ
4844τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, διὰ νὰ ἀφεθῇ ἐν σιωπῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
4845εἶπον ἐγώ, ὅτι δὲν εἶναι μόνοι οἱ 591 νόμοι, οὓς εἶπον ὅτι
4846ἐξέδωκε τότε τὸ κόμμα αὐτοῦ, διότι ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι
4847δὲν ὑπελόγιζον μετὰ τῶν 591 νόμων τοὺς νόμους περὶ κυ-
4848ρώσεως προϋπολογισμῶν καὶ πιστώσεων πάσης κατηγορίας,
4849δὲν ὑπελόγιζον τοὺς νόμους περὶ παντὸς εἴδους φόρων δημο-
4850σίων καὶ δημοτικῶν, δὲν ὑπελόγιζον τοὺς νόμους περὶ παν-
4851τὸς εἴδους δανείων, περὶ μονοπωλίων, τοὺς νόμους δι’ ὧν
4852ἐκυροῦντο συμβιβασμοί, τοὺς νόμους δι’ ὧν ἐκυροῦντο συμ-
4853βάσεις, συνθῆκαι ἢ συμφωνίαι παντὸς εἴδους, τοὺς νόμους
4854περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἐτησίας στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς
4855δυνάμεως. Ἂν δὲ καὶ οὗτοι προστεθῶσιν εἰς τοὺς 591, οἱ
4856ὑπὸ τοῦ κόμματος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
4857προκληθέντες νόμοι κατὰ τὸ 1882–1885 καὶ κατὰ τὸ
48581886–1890 θέλουσιν εὑρεθῇ ὅτι ὑπερβαίνουσι τοὺς χιλίους
4859καὶ πεντακοσίους.
4860Καὶ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν, μήπως κατὰ τὸ 1882 ἦτο ἡ
4861ἐπιοῦσα τοῦ κατακλυσμοῦ τοῦ Δευκαλίωνος, καὶ δὲν ὑπῆρχε
4862λίθος ἐπὶ λίθου, καὶ ἡ Πολιτεία δὲν ὑφίστατο, καὶ ἡ χώρα
4863ἦτο σωρὸς ἐρειπίων, καὶ ἐπεφάνη ἐξ Οὐρανοῦ ἡ Κυβέρνησις
4864ἐκείνη ἀποσταλεῖσα, ὅπως διατάξῃ καὶ διαρρυθμίσῃ τὸν τόπον
4865αὐτόν, καὶ τὸν καταστήσῃ Κράτος, καὶ τὸν προικίσῃ μὲ νό-
4866μους κανονίζοντας ἕκαστον κλάδον διοικήσεως; Κατὰ τὸ
48671882 ἠριθμοῦμεν 49 ἐτῶν βίον, δὲν γνωρίζω δ’ ἂν ὑπάρ-
4868χωσι πολλοί, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι οἱ τότε ἐλθόντες νὰ
4869κυβερνήσωσι τὴν Ἑλλάδα ἦσαν ἀμαθεῖς. Δὲν ἐγνώριζον τὸν
4870τόπον ἀληθῶς, ἀλλ’ ἦσαν σοφοί, ἐν τῇ Ἐφημερίδι δὲ τῆς Κυ-
4871βερνήσεως τοῦ 1836, ἂν ἀνοίξητε αὐτήν, θέλετε εὑρεῖ πλη-
4872θὺν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἐτέθησαν τὰ θεμέλια πολιτικῆς
4873ἐλευθερίας, ἂν καὶ ὁ τόπος εἶχε μόλις ἐξέλθει τοῦ πολέμου,
4874καὶ ἦτο ἡ γῆ ἔρημος καὶ κατεστραμμένη. Καὶ μετὰ τὴν
4875περίοδον ἐκείνην, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συνταγματικοῦ
4876πολιτεύματος ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862, νόμοι ἐγέ-
4877νοντο πολλοί, βελτιώσαντες τὴν διοίκησιν, καὶ ἀπὸ τοῦ
48781862 μέχρι τοῦ 1882 ἐπὶ τὴν εἰκοσαετίαν ὡσαύτως. Μὴ
4879νομίζετε ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἦσαν ἐντελῶς ἀγράμ-
4880ματοι οἱ κυβερνῶντες, ἢ ὅτι δὲν εἶχον τὴν εὐθυκρισίαν νὰ
4881καλῶσιν ἐπιστήμονας καὶ ἀκούωσι τὰς γνώμας αὐτῶν, καὶ νὰ
4882διαρρυθμίζωσι νόμους, οὓς ἐπρότεινον καὶ οἵτινες προσετίθεντο
4883εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν.
4884Ὁ κ. Σιμόπουλος ὠνόμασε τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ
48851882 μέχρι τοῦ 1892 ἀναμορφωτικήν, ἔστερξε δὲ νὰ ὀνο-
4886μάσῃ τὴν περίοδον ταύτην, τὴν ἰδικήν του, μεταρρυθμιστι-
4887κήν, διότι ἐπρότεινεν ὅσα ἐψηφίσατε νομοσχέδια. Ἐγὼ δὲν
4888θέλω ν’ ἀμφισβητήσω οὐδὲν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ ἐπαί-
4889νους καὶ τιμάς, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω νὰ μειώσωσι τὴν
4890εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει πρὸς τοὺς τεθνεῶτας πολιτι-
4891κοὺς ἡ χώρα αὕτη καὶ ὁ λαός, ὅπως δυνηθῶσί τινες νῦν νὰ
4892παρασταθῶσιν ὡς σωτῆρες.
4893Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐμνήσθη τῶν νόμων,
4894οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκδοθῆ τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργείου Τρι-
4895κούπη, καὶ ἀνέφερε τοὺς νόμους περὶ παιγνιοχάρτων καὶ περὶ
4896πυρείων. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς
4897περιόδου, ἥτις ἔληξε τὸ 1885, ὅτι ἐγὼ ἤμην κεκηρυγμένος
4898κατὰ τῶν μονοπωλίων, διότι τὴν διὰ τῶν μονοπωλίων φορο-
4899λογίαν θεωρῶ ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς δημοσιονομι-
4900κὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κρατῶσιν ἐν ἐλευθέρᾳ Πολι-
4901τείᾳ. Ἄν δυστυχήματα, ἂν συμφοραὶ ἐπισκήψασαι ἐπὶ τὴν
4902Γαλλίαν ἠνάγκασαν τοὺς μετὰ τὸν καταστρεπτικὸν πόλεμον
4903τοῦ 1871 κυβερνῶντας τὴν Γαλλίαν νὰ προσφύγωσιν εἰς
4904μονοπώλια, προσέφυγον ἵνα ἀπολυτρώσωσι τὴν Γαλλίαν ἀπὸ
4905τὸν ἐχθρὸν, ὅστις κατεῖχεν ἔτι τὸ ἔδαφος αὐτῆς· ἀλλ’ ἡμεῖς
4906ἐζητοῦμεν ν’ ἀπολυτρώσωμεν τὴν χώραν ἡμῶν ἀπὸ κατα-
4907κτητοῦ, ὅτε ἐνομοθετοῦμεν τὰ μονοπώλια; ἢ ἐζητοῦμεν νὰ
4908πορισθῶμεν χρήματα, διὰ νὰ καλύψωμεν ἐλλείμματα συνήθων
4909διαχειρίσεων;
4910Ἐλέγομεν αὐτοῖς νὰ μὴ ἱδρύσωσι μονοπώλια, ὁ βουλευ-
4911τὴς δὲ κ. Καραπᾶνος ἐγένετο ἀντικείμενον σκωμμάτων, διότι
4912ἐζήτει νὰ περισταλῶσι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Ὄτε
4913δ’ ἐκλήθην ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, προέβαλον βεβαίως νόμον, δι’ οὗ
4914ἀνετρέποντο τὰ ἱδρυθέντα μονοπώλια, καθ’ ὃ εἶχον καθῆ-
4915κον, ἀλλ’ αὐτοὶ ἐπανέφεραν αὖθις αὐτὰ, μὲ κατέστησαν
4916δ’ ἀνίκανον πλέον νὰ ἀνατρέψω αὐτὰ, διότι κατέστησαν
4917αὐτὰ ὑποχρεωτικὰ διὰ τῶν συμβάσεων περὶ δανείων, τὰ ὁποῖα
4918τότε συνωμολόγουν. Οὕτως ἀπώλεσα τὴν δύναμιν, καὶ ἠναγ-
4919κάσθην νὰ κύψω καὶ ἐγὼ τὴν κεφαλὴν εἰς τὰ μονοπώλια.
4920Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξηγήσω μικρὰς διαφωνίας, τὰς
4921ὁποίας ἔχω καὶ πρὸς τὰς πολιτικὰς γνώμας τοῦ κ. Βουλευ-
4922τοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τὸν ὁποῖον τιμῶ καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω
4923φιλικὴν στοργήν. Τὰς γνώμας αὐτοῦ ἀναγνωρίζω ὡς προϊὸν
4924μελέτης ἐπιστημονικῆς καὶ ἐπαρκοῦς τῶν πραγμάτων πείρας,
4925ἀλλ’ ἐπί τινων διαφωνῶ πρὸς αὐτόν. Οὕτω δὲν νομίζω, ὅτι
4926ἐν τοῖς κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένοις Κράτεσιν ἐπιτρέπε-
4927ται εἰς πολίτην τινα νὰ ἦναι ἀνεξάρτητος, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι
4928τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἤκουσα νὰ χαρακτηρίζῃ ἑαυ-
4929τὸν ἀνεξάρτητον. Δὲν ἐξήτασεν ἀληθῶς τοὺς πολιτικοὺς χα-
4930ρακτηρισμοὺς τῶν μελῶν τοῦ συνδυασμοῦ, τοῦ ὁποίου ἀπε-
4931τέλεσε μέρος, διότι ἐπεθύμει νὰ γένηται Βουλευτὴς, οὐδε-
4932μίαν δὲ φέρω ἐπὶ τούτου κρίσιν ἢ ἐπίκρισιν. Ἄν ὁ κ. Βου-
4933λευτὴς Ἀττικῆς δὲν ἀπετέλει μέρος κόμματός τινος ἕως
4934τότε, ἀλλὰ βεβαίως θὰ εἶχε γνώμας περὶ τῶν πολιτικῶν
4935πραγμάτων τῆς πατρίδος, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσῃ
4936ἑαυτὸν ἀνεξάρτητον. Ἄλλως τί ἐστὶν ἀνεξάρτητος; Μήπως
4937ζητεῖ τις χρήματα παρὰ τοῦ ἄλλου διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ
4938βίου, διὰ νὰ κριθῇ, ὅτι διατελεῖ ἐν ἐξαρτήσει ἀπ’ ἐκείνου;
4939Ἀλλ’ ἀνεξάρτητος λέγεται ὁ ἔχων ἰδίας γνώμας; Ὑπὸ τὸ
4940κοινοβουλευτικὸν ὅμως πολίτευμα ὀφείλει ἕκαστος νὰ προσ-
4941παθῇ νὰ συναρμολογῇ τὰς γνώμας του μὲ τὰς γνώμας ἄλ-
4942λων, τοὐλάχιστον μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἐγγυτέρας πρὸς
4943τὰς ἰδίας αὑτοῦ γνώμας, ἵνα χρησιμοποιῇ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ
4944κοινοβουλευτικὴν ὀντότητα, διότι ὁ εἷς εἶναι μηδείς· ἐν κοι-
4945νοβουλευτικῷ δὲ πολιτεύματι ἐν τοῖς πολλοῖς ὑποτίθεται ὅτι
4946ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια. Ὀφείλει λοιπὸν ἕκαστος νὰ σπεύδῃ νὰ
4947συμπράττῃ μετ’ ἄλλων, ἵνα συντελέσῃ εἰς τὸν σχηματισμὸν
4948κοινοβουλευτικῆς τινος δυνάμεως, διότι ἐν αὐτῇ ὑπάρχει ἡ
4949ἀλήθεια, ἢ ὀφείλει νὰ σπεύσῃ πρὸς τοὺς ὀλιγωτέρους, οἱ ὁποῖοι
4950ἀντιτίθενται εἰς τοὺς πολλοὺς, ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν πολιτικὴν
4951αὐτῶν, ἐὰν εὑρίσκῃ αὐτὴν ἐγγυτέραν πρὸς τὰς γνώμας αὑτοῦ.
4952Πλὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, περὶ τῆς εἰλικρινείας
4953τοῦ ὁποίου ἔχω πλήρη πεποίθησιν, καὶ περὶ τῆς ἐντιμότητος
4954τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, πολλοὶ παρεστάθησαν ἀνε-
4955ξάρτητοι. Λευκὴν ψῆφον δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν νὰ λά-
4956βωσι παρ’ ἐμοῦ, ἐὰν ἤμην ἐκλογεὺς αὐτῶν. Ἀνεξάρτητος
4957ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι σημαίνει ἄνθρωπον μηδεμίαν
4958ἔχοντα γνώμην περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος του, ὑπὸ
4959ἐλεύθερα δὲ πολιτεύματα, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἕκαστος ὀφείλει νὰ
4960ἔχῃ γνώμην περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, ὀφείλει οὗτος νὰ
4961ἐρευνᾷ αὐτὰ, νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν. Ἵνα μὴ
4962ἔχῃ τις γνώμην περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος του, δὲν
4963ἐφρόντισέ ποτε νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν αὐτῶν, διετέ-
4964λεσε πάντοτε ἀδιάφορος εἰς αὐτά. Ἀλλ’ οὗτος δὲν εἶναι πο-
4965λίτης ἐλευθέρου Κράτους. Ὅθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
4966κῆς δὲν ἦτο ἀξιοκατάκριτος, ζητήσας νὰ μετάσχῃ συνδυα-
4967σμοῦ τινος, ὅπως ἀναδειχθῇ Βουλευτὴς, τὸ ὁποῖον μετὰ με-
4968γάλης εὐχαριστήσεως εἶδον ἐπιτευχθέν.
4969Ἀλλὰ πόθεν προῆλθον οἱ ἀνεξάρτητοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεφά-
4970νησαν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, καὶ οἱ ὁποῖοι καὶ οὗ-
4971τοι ἐξῆλθον ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος νικηταί; Πρέπει νὰ
4972ψαύσωμεν ὀλίγον τὴν ἱστορίαν, ἥτις εἶναι πρόσφατος, εἶναι
4973σαφὴς, εἶναι ὅμως δυσάρεστος καὶ λυπηρά. Αἰτία τού-
4974του ἐγένετο ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνεστήθησαν αἱ Κυβερνή-
4975σεις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὁ σχηματισμὸς Κυβερνή-
4976σεων μὴ κοινοβουλευτικῶν. Ἐὰν ὑπῆρχε Κυβέρνησις κοινο-
4977βουλευτικὴ, καθ’ ὃν χρόνον ἐξέδραμεν ὁ Ἡγεμὼν εἰς περιο-
4978δείαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, οὐδέποτε αὕτη ἤθελε στέρξει νὰ δη-
4979μοσιεύωσιν αἱ ἐφημερίδες ὡς λεχθέντας ὑπὸ τοῦ Βασιλέως
4980λόγους, τοὺς ὁποίους ἀδύνατον εἶναι νὰ εἶπεν ὁ Ἡγεμών.
4981Οὕτω δ’ ὁ λαὸς ἀνέγνω οὐχὶ εἰς μίαν ἢ δύο ἐφημερίδας, ἀλλὰ
4982εἰς πολλὰς, ὅτι ὁ περιοδεύων Ἡγεμὼν εἶπε γνώμας, τὰς
4983ὁποίας δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ εἴπῃ Ἡγεμὼν συνταγματικὸς,
4984ὁ δὲ λαὸς ἔχει ἀπόλυτον σέβας πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ὑπέλαβε
4985δὲ, ὅτι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐδημοσιεύοντο ὡς λεχθέντες
4986ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἦσαν ἀληθῶς γνῶμαι αὐτοῦ, καὶ ἔσπευσε
4987νὰ τραπῇ τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξαν οἱ λόγοι ἐκεῖνοι,
4988τοὺς ὁποίους αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν ὅτι εἶπεν ὁ Βασι-
4989λεύς. Τί δὲ ἐδημοσίευσαν τότε αἱ ἐφημερίδες; Ὅτι αἰτία
4990τοῦ πολέμου ἦσαν τὰ κόμματα, ὅτι αἰτία τῆς ἥττης ἦσαν
4991τὰ κόμματα, ὅτι τὰ κόμματα δὲν παρεσκεύασαν τὸν στρα-
4992τὸν, ὅτι τὰ κόμματα δὲν εἶχον ἄφθονον ὑλικὸν, ὅτι τὰ κόμ-
4993ματα ἔπραξαν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα, ταύ-
4994την ἢ ἐκείνην τὴν προδοσίαν. Καὶ ἀνεγίνωσκον ταῦτα δημο-
4995σιευόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, αἵτινες ἐβεβαίουν, ὅτι ὁ Ἡγε-
4996μὼν εἶπε ταῦτα ἢ ἄλλα παραπλήσια πρὸς ταῦτα. Ἐὰν ὑπῆρ-
4997χεν Ὑπουργεῖον κοινοβουλευτικὸν, ἤθελε σπεύδει νὰ πληρο-
4998φορῆται, τί εἶπεν ὁ Ἡγεμὼν ἀκριβῶς, καὶ ἤθελεν ἀμέσως δια-
4999ψεύδει τοιαύτας διαδόσεις, ὅπως μὴ πιστεύωνται ὑπὸ τοῦ
5000λαοῦ, καὶ ἑπομένως μὴ ἀκούωνται ὑπ’ αὐτοῦ μετὰ σεβα-
5001σμοῦ καὶ εὐλαβείας, μηδὲ ἀξιῶνται τῆς προσοχῆς τοῦ κοινοῦ
5002ὡς προερχόμεναι ἐκ τοῦ Ἡγεμόνος, μηδὲ προκαλῶσι συ-
5003ζητήσεις περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῶν, καὶ ἐπικρίσεις, ὅταν ἀνε-
5004γνωρίζοντο εἴτε ὡς μὴ ἀληθεῖς, εἴτε ὡς μὴ ὀρθαί. Τοιαύτη
5005πλαστοποίησις Βασιλικῶν λόγων, μὴ ἀναιρεθεῖσα ὑπὸ τῶν
5006Ὑπουργῶν, ἐπέδρασε πάντως ἐπὶ τῶν ἁπλουστέρων, καὶ
5007παρεσκεύασε συλλογισμοὺς ἄνευ βάσεων, καὶ κρίσεις ἰδιορ-
5008ρύθμους, ἐξασθενιζούσας τὸ κῦρος τῶν θεσμῶν, κρατυνούσας
5009δὲ τὴν γνώμην, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ τόπου εἰσὶν οἱ
5010ὀλετῆρες αὐτοῦ, καὶ ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα εἶναι ὁ ὄλε-
5011θρος αὐτοῦ. Ποῖον δὲ τὸ συμπέρασμα τούτων πάντων; Ὅτι
5012τὸ πολίτευμα πταίει, διότι αὐτὸ τὸ πολίτευμα εἶναι ἡ αἰτία
5013τοῦ κακοῦ, καὶ ὅτι τὴν Βουλὴν συγκροτοῦσι πονηροὶ ἄνδρες
5014καὶ ἐγκληματίαι. Πᾶς βεβαίως, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει σαφῶς
5015τὰ πολιτικὰ πράγματα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀφω-
5016σιωμένος εἰς τὴν ἐπιμέλειαν τῶν οἰκογενειακῶν ὑποθέσεών
5017του, ὅστις ἀσχολεῖται εἰς τὰς ἐργασίας του, ἵνα διαθρέψῃ τὰ
5018τέκνα του, πιθανὸν ἦτο νὰ πλανηθῇ, καὶ νὰ φεύγῃ τοὺς ὑπο-
5019ψηφίους τῶν κομμάτων, ὡς φεύγει τὴν ἐκκλησίαν ὁ Διάβο-
5020λος, ἔσπευδε δὲ ἐν καλῇ τῇ πίστει, ἀλλ’ ἐν μωρίᾳ, νὰ ψηφο-
5021φορῇ ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι δὲν ἀνήκουσιν
5022εἰς κόμματα, ὅτι εἰσὶν ἀνεξάρτητοι. Δυστυχῶς τὸ ψεῦδος
5023τοῦτο, ἡ διαστροφὴ αὕτη κατέληξε καὶ καταλήγει εἰς ζημίαν
5024οὐχὶ ἀτόμων, ἀλλ’ εἰς ζημίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Κρά-
5025τους καὶ τοῦ ἔθνους, εἰς ὄλεθρον τῶν συμφερόντων τῆς χώ-
5026ρας· ἡ παροῦσα δὲ κατάστασις εἶναι τὸ τέκνον τοῦ εἰρημέ-
5027νου ψεύδους, τῆς εἰρημένης ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι δια-
5028στροφῆς.
5029Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἐπὶ τούτοις τύψιν συνειδότος, διότι
5030ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι δημοσίᾳ ἐποιησάμην γνωστὰς τὰς γνώ-
5031μας μου, καὶ δημοσίᾳ ἐλάλησα. Ἂν οἱ συμπολῖταί μου ἤκου-
5032σαν αὐτῶν οὐχὶ μετὰ προσοχῆς, δὲν ἔχω τύψιν συνειδότος,
5033ὅτι παρέλιπον νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ συμβουλεύσω
5034τὰ χρήσιμα. Οὐδ’ ὡς ἄτομον ὑπέκυψα εἰς ζημίαν. Δὲν ζη-
5035μιοῦνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὅταν δὲν καλῶνται εἰς τὴν ἀρ-
5036χήν. Ἀλλὰ καὶ τότε, ὅταν δὲν καλῶνται εἰς τὴν ἀρχήν,
5037δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ αἰσθανθῶσι δυσάρεστόν τι αἴσθημα,
5038ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κοινῶν
5039τὴν συνδρομήν των, καὶ νὰ μὴ παραλείπωσι νὰ φωτίζωσι τὸ
5040δημόσιον φρόνημα, ὅπως, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα ν’ ἀποφανθῇ ὁ
5041λαός, ἀποφήνηται ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ
5042ἐκφέρῃ ἐτυμηγορίαν σύμφωνον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πα-
5043τρίδος.
5044Διστάζω νὰ ἀνακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅ, τι ἀπὸ
5045τῆς ἕδρας τοῦ Πρρέδρου ἀνεκήρυσσε πρό τινων ἐτῶν ὁ ἀναβι-
5046βασθεὶς τότε ἐπ’ αὐτῆς· διστάζω, διότι ἐκεῖνος ἐλησμόνησεν
5047ὅσα τότε ἔλεγε, καὶ ἔπραξε τἀναντία αὐτῶν. Ἐγὼ φρονῶ,
5048οὐχὶ καθ’ ὑπόκρισιν, ἀλλὰ πεποιθότως, ὅτι τὸ κοινοβουλευ-
5049τικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ μόνον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον πρέ-
5050πει νὰ κρατῇ, τό γε νῦν ἔχον, ἐν Ἑλλάδι, μὲ θερμαίνει δὲ
5051ἡ ἐλπίς, ὅτι οὐ μόνον ἐν ὅσῳ ζῶ δὲν θέλω ἰδεῖ ἄλλο πολί-
5052τευμα κρατοῦν ἐν τῇ πατρίδι μου, ἀλλ’ ὅτι καὶ οἱ νεώτε-
5053ροί μου μὲ τὸ ὅπλον πάντοτε ἐπὶ βραχίονος θέλουσι φρουρεῖ
5054αὐτὸ, καὶ θὰ ἀμύνωνται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας, οἵτι-
5055νες ἀποτελοῦσιν ἁπτὴν ἐγγύησιν τοῦ τόπου, καὶ ἐφ’ ὧν θε-
5056μελιοῦται ἡ ἐλπὶς τῆς προαγωγῆς καὶ προόδου τῶν συμφε-
5057ρόντων αὐτοῦ.
5058Θλιβερώτατον ἀληθῶς ἄκουσμα ἤθελεν ἀποτελέσει, ἐφ’ ὅσον
5059εἰμὶ ἐν τῷ βίῳ, ἡ εἴδησις τῆς ἀναιρέσεως τῶν θεσμῶν, καὶ
5060κλονισμὸν θέλει ἐπιφέρει καὶ ἐν τῷ τάφῳ εἰς τὰ ὀστᾶ μου,
5061ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ δράσῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐν τῷ βάθει τῆς
5062γῆς, ἡ εἴδησις αὕτη. Τὴν ἀνατροπὴν τῶν θεσμῶν ἢ τὴν παρα-
5063ποίησιν αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ μετά
5064τινα χρόνον πολιτικὴ θύελλα, ἥτις δὲν θέλει μόνον ἀνατρέ-
5065ψει τὸ ψευδὲς πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἀντὶ τοῦ κοινοβουλευ-
5066τικοῦ ἤθελεν ἐπιβληθῇ, ἀλλ’ ἤθελον ἐκθέσει εἰς κίνδυνον αὐ-
5067τὴν τοῦ Κράτους τὴν ὕπαρξιν. Τοσαύτη δ’ εἶναι ἡ ἐμὴ περὶ
5068τούτου πεποίθησις, ὥστε ἄνευ δισταγμοῦ ὑποτάσσω καὶ τὰ
5069συμφέροντά μου καὶ τὰς ἐπιθυμίας μου εἰς τὰς ῥήτρας τοῦ
5070πολιτεύματος καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ δι’ οὐ-
5071δενὸς δεσμοῦ συνδέομαι μετὰ τῶν ἀποτελούντων τὸ κόμμα,
5072τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουρ-
5073γεῖον, ἐπεκρότησα, ὅτε εἶδον αὐτοὺς ἀνελθόντας εἰς τὴν ἀρ-
5074χήν, διότι τούτους ἡ ἀληθὴς ἔκφρασις τοῦ λαοῦ, αἱ ψῆφοι
5075τῶν ἐκλογέων ἀνέδειξαν, κατὰ δὲ τὸ Σύνταγμα πᾶσαι αἱ
5076ἐξουσίαι ἀπορρέουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς
5077ἀριστερᾶς).
5078§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω, Κύριοι,
5079νὰ ὑπάρχῃ σήμερον κανεὶς, ὁ ὁποῖος ν’ ἀμφισβητῇ, ὅτι τὴν
5080Ἑλλάδα πρέπει νὰ διοικῇ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· ἀλλὰ
5081πιστεύω ὅτι ὀλίγοι ὑπάρχουσιν, οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται
5082ὅτι, ὅπως κανονικῶς λειτουργήσῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα,
5083πρέπει νὰ ὑπάρχωσι πολιτικὰ κόμματα, καὶ ὅτι ἡ κατὰ τὰ
5084τελευταῖα ἔτη ἐφεύρεσις τῶν ἀνεξαρτήτων δὲν δύναται ἢ νὰ
5085παρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβου-
5086λευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀνεξαρτησίαν
5087φρονήματος εἰς τοὺς ἐν κόμματι τεταγμένους, ἀλλὰ καταδι-
5088κάζω τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν ἀποκλείουσαν τὴν ὕπαρξιν κομ-
5089μάτων. Ἀδύνατον εἶναι νὰ ὑπάρχῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευ-
5090μα ἄνευ κομμάτων, διότι ἀδύνατος εἶναι ἡ πειθαρχία ἄνευ
5091αὐτῶν. Ἐρωτῶ δὲ, ἄνευ πειθαρχίας εἶναι δυνατὸν νὰ λει-
5092τουργήσῃ ποτὲ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Ποῖα θὰ ἦναι
5093τ’ ἀποτελέσματα τῆς δράσεως 230 Βουλευτῶν, ὅταν δὲν
5094ὑπάρχῃ πειθαρχία, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβάλλῃ αὐτοῖς ὑποχωρήσεις
5095χάριν τοῦ κοινοῦ καλοῦ; Ἀλλὰ δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι σή-
5096μερον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ
5097κρατήσῃ ἢ ὄχι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· διότι, ἐπανα-
5098λαμβάνω, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ τις τοῦτο ἀμφισβητῶν.
5099Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ, Κύριοι, νὰ μὴ παρακολουθήσω ἐπὶ
5100πολὺ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, ἀφ’ ἑνὸς τὸν κύριον
5101Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸν ἀξιότιμον
5102ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ἐν τῇ συζητήσει, τὴν ὁποίαν διε-
5103ξήγαγον, ὅσον ἀφορᾷ τὰς εὐθύνας τοῦ παρελθόντος. Καὶ ἄλ-
5104λοτε, Κύριοι, ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα τὴν γνώμην μου ἐπὶ
5105τοῦ ζητήματος τούτου ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν Ἑλ-
5106λάδα, κύριοι Βουλευταὶ, διηύθυνον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, τοὺς
5107ὁποίους ὁ τόπος ὑπέδειξεν, οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ,
5108ὅτι μέχρις ἐπ’ ἐσχάτων, —δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν σήμερον συμβαι-
5109νόντων, διότι πρόκειται περὶ ἐμοῦ,—οὐδεὶς, λέγω, δύναται
5110ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι μέχρις ἐπ’ ἐσχάτων ὁ τόπος ὑπέδειξεν
5111ὡς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ
5112ὑποδείξῃ, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, ἕνεκα τῶν προσόντων αὐτῶν,
5113τῶν γνώσεών των καὶ τῆς πείρας των, ἦσαν ἄξιοι νὰ καθέ-
5114ξωσι τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ, τῇ ὑποδείξει τοῦ
5115ἔθνους, ἀνήγαγεν αὐτούς. Οἱ ἄνδρες οὗτοι εἰργάσθησαν πρὸς
5116τὸ καλὸν τοῦ τόπου, εἰργάσθησαν ὅπως ὑπηρετήσωσι τὰ συμ-
5117φέροντα τῆς πατρίδος.
5118Πῶς ἕκαστος εἰργάσθη, ὅπως τὸ καθῆκον τὸ πρὸς τὴν πα-
5119τρίδα ἐκτελέσῃ, νομίζετε ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν;
5120Νομίζετε ὅτι ὑμεῖς, οἱ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἀντιπολιτευθέντες
5121τὸν καθ’ ἡμᾶς μέγαν πολιτευτὴν ἀείμνηστον Τρικούπην, δύ-
5122νασθε νὰ κρίνητε περὶ αὐτοῦ; Εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ νομί-
5123ζωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν πράξεων ὑμῶν,
5124τοὺς ὁποίους πάντοτε ἐπολεμήσαμεν; Βεβαίως ἡ κρίσις ἡμῶν,
5125Κύριοι, θὰ ἐπηρεάζετο ἐκ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ· θὰ ἦτο
5126ἀδύνατον ἡ κρίσις αὕτη νὰ ἦναι ἀμερόληπτος. Βεβαίως οἱ τα-
5127χθέντες ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ἐτάχθη-
5128σαν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν αὐτοῦ διότι ἀνεγνώριζον τὴν ὑπεροχὴν
5129αὐτοῦ. Εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο,
5130μεγάλας ὑπηρεσίας προσήνεγκεν εἰς τὴν πατρίδα, ὅταν δὲ
5131εἰς τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἀποδίδετε τὴν πτώχευσιν, τὸ κόμμα
5132ἐκεῖνο δύναται ν’ ἀπαντήσῃ: «καὶ ποῖοι τὴν πτώχευσιν προ-
5133εκάλεσαν;» Ἐὰν δ’ εἰς ὑμᾶς ἀποδώσωμεν, ὅτι διὰ τῶν ἐλ-
5134λειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεσωρεύσατε, ἴσως ὑποβαλλόμενοι εἰς
5135ἀνάγκας ἐθνικὰς, συνετελέσατε εἰς τὴν πτώχευσιν ταύτην,
5136νομίζετε ὅτι ἡ κρίσις ἡμῶν καὶ ὑμῶν θὰ ἦναι ἀπηλλαγμένη
5137τῆς ἐπηρείας τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ;
5138Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἱστορίαν,
5139ἵνα δικάσῃ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Δυστυχῶς τὸ κόμμα τὸ ὑπὸ
5140τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη δὲν κατώρθωσε ν’ ἀπο-
5141φύγῃ τὴν πτώχευσιν· ὑπέκυψε, μεθ’ ὅλην τὴν ὑπεράνθρωπον
5142ἐργασίαν τοῦ Τρικούπη, εἰς τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων, ἥτις
5143ἀπεδείχθη ἀνωτέρα τῶν δυνάμεών του. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὑμέτερον
5144κόμμα, κύριε ἐκ Γόρτυνος Βουλευτά, φέρει τὴν εὐθύνην τρο-
5145μερῶν καταστροφῶν· καταστροφῶν, αἱ ὁποῖαι ἴσως δὲν ἔχουν
5146μόνην αἰτίαν τὰ λάθη καὶ τὰ σφάλματα ὑμῶν. Ἀλλ’ ὅταν
5147πρόκειται περὶ ἐλαφρυντικῶν μόνον περιπτώσεων νὰ συζητή-
5148σωμεν, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀρνηθῶμεν τὰς καταστροφὰς, ἂς ἀφή-
5149σωμεν τὴν ἱστορίαν νὰ κρίνῃ, ἐλπίζοντες ὅτι αὕτη ἐπιεικέ-
5150στερον καὶ ὑμῶν καὶ ἡμῶν θέλει κρίνει καὶ τὰ λάθη τῶν μὲν
5151καὶ τὰ λάθη τῶν δὲ, μὴ λησμονοῦσα καὶ ἀναγνωρίζουσα τὰς
5152ὑπηρεσίας τὰς μεγάλας τῶν μὲν, τὰς ὑπηρεσίας τῶν δὲ (ἐπι-
5153δοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
5154Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν, ἵνα περὶ τοῦ παρελθόν-
5155τος ποιήσωμαι λόγον, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω
5156ὀλίγα τινὰ εἰς ἐκείνους, οἵτινες, ἐπικρίνοντες τὸν εἰς τὴν Βου-
5157λὴν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, ἐπέκριναν αὐτὸν κυρίως
5158διότι ἐνδεικνύει δῆθεν τάσιν πρὸς σπατάλην, διότι δὲν ἐνδεικνύει
5159πολιτικὴν ἐθνικὴν, διότι δὲν ἐνδεικνύει ὅτι ἔχομεν σκοπὸν, ἵνα
5160τὴν πολιτικὴν τὴν ἐθνικὴν ὑπηρετήσωμεν. Πολλὰς, Κύριοι,
5161ἠκούσαμεν ἐπικρίσεις, καὶ ἠκούσαμεν τοιαύτας παρ’ ἐκείνων,
5162οἱ ὁποῖοι τὰ κοινὰ διεχειρίσθησαν, καὶ ἠκούσαμεν τοιαύτας
5163παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσέτι ταῦτα δὲν διεχειρίσθησαν. Καὶ
5164ὁμολογῶ τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τὰς ἐπικρίσεις τῶν μὲν, βεβαίως
5165δὲ δὲν ἐκπλήσσομαι διὰ τὰς ἐπικρίσεις τῶν δέ. Ἐκπλήσσομαι
5166διὰ τὰς ἐπικρίσεις τῶν μὲν, διότι νομίζω ὅτι αἱ ἐπικρίσεις αὗται
5167δὲν εἶναι βάσιμοι, καὶ ὅτι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἔπρεπε
5168νὰ πείσῃ ἕνα ἕκαστον τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους
5169ὑπαινίσσομαι, ὅτι τὰ παρ’ αὐτῶν λεχθέντα παρὰ τῆς πεί-
5170ρας καταδικάζονται. Δὲν ἐκπλήσομαι, εἶπον, διὰ τὰς γνώμας
5171τῶν μὴ ἐχόντων τὴν πεῖραν τῶν κοινῶν, διότι αὐτοὶ μέχρι
5172τοῦδε δὲν διεχειρίσθησαν ταῦτα καὶ δὲν γινώσκουσιν ὅτι τὰ
5173παρ’ αὐτῶν λεχθέντα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῶσι.
5174Ποία ὑπῆρξε, Κύριοι, ἡ καθ’ ἡμῶν διάκρισις; Μᾶς λέγουν
5175ὅτι ἐν τῇ συντάξει τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐτηρήσαμεν τὰς
5176ἀρχὰς τῆς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάλλοντο κυρίως εἰς
5177ἡμᾶς μετὰ τὴν πτώχευσιν. Ἀλλ’ ὅταν οἱ ταῦτα λέγοντες
5178ἦναι οἱ πολλάκις διαχειρισθέντες τὰ κοινὰ, οἱ πολλάκις ὑπο-
5179στηρίξαντες ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν
5180ἀνέγραφον λίαν ἐξωγκωμένα τὰ τῆς διοικήσεως ἔξοδα, οἱ
5181ὑποστηρίξαντες ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν εἶναι δεκτικὸς με-
5182γάλων οἰκονομιῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐλθόντες εἰς τὰ πράγματα
5183δὲν κατώρθωσαν τὰς οἰκονομίας ταύτας νὰ πραγματοποιή-
5184σουν, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὐτῶν μὲ ἐξέ-
5185πληξαν. Καὶ ἡ ἔκπληξίς μου δικαιολογεῖται, διότι, ὅταν παρα-
5186βάλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 πρὸς τὸν προϋπολογι-
5187σμὸν τοῦ 1899, ποῖα εἶναι τὰ συμπεράσματα τὰ ἐκ τῆς
5188παραβολῆς ταύτης προκύπτοντα; Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
5189Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐποιήσατο ἐνώπιον ἡμῶν τὴν
5190παραβολὴν ταύτην καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ
5191προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 παρουσιάζει ἀπέναντι τοῦ προϋπο-
5192λογισμοῦ τοῦ 1899 διαφορὰν μεγάλην ἐπὶ ἔλαττον. Ἀλλὰ
5193ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ προσθέσῃ
5194εἰς τὰς ψηφισθείσας διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσεις τὰς
5195χορηγηθείσας δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ διαταγμάτων, αἱ ὁποῖαι
5196ἀνέρχονται εἰς 8,000,000. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπῃ:
5197«δὲν θὰ ἔχητε καὶ ὑμεῖς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις;»
5198Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι πολλὰς τοιαύτας δὲν θὰ ἔχωμεν· ἐλ-
5199πίζω καὶ εἶμαι πεπεισμένος μάλιστα περὶ τούτου, ὅτι ὁ προϋ-
5200πολογισμὸς ἡμῶν συνετάχθη κατὰ τρόπον, ὥστε πολὺ ὀλί-
5201γας θὰ ἔχωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ἐὰν δὲ τὸ
5202ποσὸν τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, τῶν δι’ εἰδικῶν
5203νόμων καὶ διαταγμάτων χορηγηθεισῶν, προσθέσητε εἰς τὰς
5204πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, φθάνετε εἰς τὸ
5205συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἔχει δαπάνας
520698,986,340, ἐὰν δ’ ἐκ τούτων ἀφαιρέσητε 23,595,208
5207διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἔχετε κατὰ τὸ ἔτος 1896 διὰ τὴν
5208διοίκησιν δαπάνην 75,391,132, ἀπέναντι δαπάνης δυνάμει τοῦ
5209ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ ἀνερχομένης
5210εἰς 74,300,000.
5211Πόθεν λοιπὸν ἐξάγεται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899
5212αὐτὴ ἡ τάσις πρὸς σπατάλην; Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἐκπλή-
5213σομαι, ὅταν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὁ πρῶτος
5214ἀγορεύσας, ὑπεστήριξεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ ἔξοδα τῆς διοι-
5215κήσεως νὰ περιορισθῶσιν εἰς 66,000,000· διότι ὁ ἀξιότιμος
5216Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει πεῖραν τῆς διαχειρίσεως τῶν
5217κοινῶν, γινώσκει δὲ, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπέβη πάντοτε
5218ἀδύνατον, ἵνα διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ
5219ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Δὲν ἐξεπλάγην, οὔτε εἶχον δικαίωμα
5220νὰ ἐκπλαγῶ δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς,
5221διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν διεχειρίσθη τὰ κοινὰ, καὶ
5222ἐπιτρέπεται ἴσως εἰς αὐτὸν νὰ νομίζῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν — διὰ
5223ποίου τρόπου, δὲν μᾶς εἶπε, — νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς τὰ τα-
5224κτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, καὶ νὰ φρονῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν
522510,000,000 νὰ ἐξοικονομήσωμεν· νὰ φρονῇ μάλιστα, ὅτι
5226τοιοῦτος πρέπει νὰ ἦναι ὁ προϋπολογισμὸς, ἐὰν θέλωμεν νὰ
5227ἔχωμεν προϋπολογισμὸν οὐχὶ πιθανότητος, ἀλλὰ προϋπολο-
5228γισμὸν βεβαιότητος.
5229Εἶναί ποτε δυνατὸν, Κύριοι, ἐν δαπάναις διοικήσεως το-
5230σοῦτον περιωρισμέναις, ὅσον εἶναι αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως
5231παρ’ ἡμῖν, νὰ ἔχωμεν περιορισμὸν δαπανῶν κατὰ δέκα ἑκα-
5232τομύρια; Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὅλη ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιο-
5233τίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἡ ὁποία ἦτο μεστὴ ὡραίων
5234θεωριῶν, βεβαίως δὲν εἶχε πρακτικότητα, διότι οὐδεὶς ὑπάρ-
5235χει, ὁ διαχειρισάμενος τὰ κοινὰ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑπο-
5236στηρίξῃ, ὅτι ἐπὶ προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾧ αἱ τακτικαὶ δαπάναι
5237διοικήσεως, ἐν αἷς συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὸν
5238στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν, ἀνέρχονται εἰς 74,000,000, δύνα-
5239ται νὰ γείνῃ οἰκονομία δέκα ἑκατομμυρίων.
5240Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν οἱ Κύριοι: «Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ
5241γείνωσιν οἰκονομίαι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν,
5242πρὸς τί ὑπεβάλετε εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια,
5243τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις ἔσχεν ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τὴν
5244αὔξησιν τῶν δαπανῶν; Διατὶ ὑπεβάλετε εἰς τὴν ψῆφον τῆς
5245Βουλῆς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδικαιολογοῦντο ἐξ ὑπερ-
5246τέρας καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης, (ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος
5247Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος) τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀναβληθῶ-
5248σιν, (ὅπως εἶπον ἕτεροι κύριοι Βουλευταὶ) καὶ δὲν περιωρί-
5249σθητε εἰς τὴν ὑποβολὴν μέτρων ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς
5250ἐθνικῆς πολιτικῆς;»—ἡ ὁποία ἐθνικὴ πολιτικὴ κατὰ μὲν
5251τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν δύο πρέπει νὰ ἔχῃ
5252σκοποὺς, τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ ἐλέγχου,
5253καὶ τὸν σχηματισμὸν ἀξιομάχου στρατοῦ καὶ στόλου, κατὰ
5254δὲ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἄλλων, σκοπὸν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν
5255ὀργανισμὸν καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυ-
5256τικοῦ.
5257Ἀφίνω, Κύριοι, πρὸς στιγμὴν τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου
5258ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, οὔτε
5259νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν, μὲ οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν
5260ἀνεβίβασεν εἰς 6,000,000, οἱ δύο οὗτοι μεγάλοι σκοποὶ νὰ
5261πραγματοποιηθῶσιν, καὶ ἀσχολοῦμαι περὶ τῆς γνώμης τῶν
5262ἑτέρων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγορευσάντων, οἱ ὁποῖοι μιᾷ
5263φωνῇ εἶπον, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν
5264ἐθνικὴν πολιτικὴν, καὶ μόνον νομοσχέδια τείνοντα πρὸς ἐξυ-
5265πηρέτησιν τούτων νὰ παρασκευάσωμεν καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν,
5266καὶ ἐρωτῶ αὐτοὺς, ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν, ἡ προελθοῦσα
5267ἐκ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, ποία εἶναι; Ὁ κ. Βου-
5268λευτὴς ἐκ Γόρτυνος εὐηρεστήθη νὰ ἀναφέρῃ τὰ διάφορα ὑπο-
5269βληθέντα νομοσχέδια, νὰ ἀναφέρῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐψηφί-
5270σθησαν, νὰ ἀναφέρῃ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν.
5271Ἐὰν λάβωμεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὰ ψηφισθέντα μέχρι τοῦδε,
5272τί παρατηροῦμεν; Ὅτι ἐκτὸς τῶν δύο νομοσχεδίων, τοῦ
5273νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χω-
5274ροφυλακῆς, αἱ αὐξήσεις αἱ προερχόμεναι ἐκ τῶν ἄλλων νο-
5275μοσχεδίων εἶναι ἐλάχισται. Προσθέτω εἰς τὰ δύο νομοσχέ-
5276δια καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
5277τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνεται ἡ μισθοδοσία
5278τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ὅπως ἐξομοιωθῶσιν οἱ μισθοὶ
5279ἁπάντων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ δυνηθῶσιν ἅπαντες οἱ ἀξιω-
5280ματικοὶ, ἄνευ διακρίσεως σώματος, νὰ προμηθευθῶσι διδακτικὰ
5281βιβλία.
5282Ἐρωτῶ, Κύριοι, τοὺς θιασώτας τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς,
5283—μεταξὺ τῶν ὁποίων τάσσομαι καὶ ἐγὼ, —ἐρωτῶ ἐκείνους,
5284οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ βελτιώσωμεν τὰ
5285τοῦ στρατοῦ, ἐρωτῶ αὐτοὺς, εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν
5286εἰς τὴν βελτίωσιν ταύτην πρὶν ἢ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν
5287ἀπὸ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἀλλότρια τοῦ προο-
5288ρισμοῦ του καὶ τὰ ὁποῖα ἐκτελεῖ σήμερον; Εἶναι δὲ δυνατὸν
5289ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη νὰ γείνῃ, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ νόμος περὶ
5290ἀστυνομίας, νόμος περὶ χωροφυλακῆς; Ὁμιλοῦμεν περὶ στρα-
5291τοῦ καὶ περὶ βελτιώσεως στρατοῦ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν ἡ κατά-
5292στασις ἡ κρατοῦσα μέχρι σήμερον ἐξακολουθήσῃ, ὑπάρχει τις
5293ὁ ἐλπίζων, ὅτι δύναται ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ νὰ βελ-
5294τιωθῇ;
5295Ἐν ὅσῳ τὸ πλεῖστον τοῦ στρατοῦ ἀσχολῆται εἰς ἔργα
5296ὅλως ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ του, ἐν ὅσῳ δ’ ἕνεκα τούτου
5297συγκέντρωσις τοῦ στρατοῦ ἀποβαίνῃ ἀδύνατος, εἶναι δυνα-
5298τὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὀργανισμοῦ καὶ περὶ ἐκπαιδεύσεως
5299τοῦ στρατοῦ; Ἕν μόνον ζήτημα λοιπὸν μένει· τὰ μέτρα,
5300τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς, ὅπως
5301ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας σή-
5302μερον ἐκτελεῖ, τῶν ὅλως ἀλλοτρίων πρὸς τὸν σκοπόν του. Τὰ
5303μέτρα ταῦτα εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο, ἄλλως κανονι-
5304ζόμενα, νὰ προκαλέσωσι δαπάνην μικροτέραν ἐκείνης, τὴν
5305ὁποίαν τὰ νομοσχέδια τὰ ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθέντα προκαλοῦ-
5306σιν; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδέποτε ὑπὸ τῆς Ἀντιπολι-
5307τεύσεως συνεζητήθη. Καὶ μᾶς ἐπέκρινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀτ-
5308τικῆς Βουλευτὴς, ὅτι δὲν λαμβάνομεν τὸν λόγον πρὸς ὑπο-
5309στήριξιν τῶν νομοσχεδίων μας, ἀλλ’ ὅτι διακόπτομεν. Τοῦτο
5310εἶναι ὅλως ἀνακριβές. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπὶ τῶν
5311ζητημάτων τῶν συζητηθέντων κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην,
5312κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεών μας πάντοτε προσεπαθήσαμεν
5313τὰ μέτρα ἡμῶν νὰ ὑποστηρίξωμεν.
5314Θέλομεν ὅλοι στρατὸν, θέλομεν ὅλοι νὰ βελτιώσωμεν
5315τοῦ στρατοῦ τὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ ὀρ-
5316γανώσωμεν χωροφυλακὴν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν
5317τῶν ἀλλοτρίων πρὸς τὸν σκοπόν του ὑπηρεσιῶν, τότε λέ-
5318γετε: «σπαταλᾶτε!» Ὅταν προτείνωμεν σύστημα ἀστυνομι-
5319κὸν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὴν χωροφυλακὴν τῶν ἀστυνομικῶν
5320καθηκόντων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐκτελεῖ, μᾶς ἀπαντᾶτε: «σπα-
5321τάλη!» Ὅταν ἀναγράφωμεν πίστωσιν, ὅπως μετακαλέσωμεν
5322ξένους ὀργανωτὰς, τότε ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, μετὰ
5323τοῦ κύρους τὸ ὁποῖον ἐπὶ στρατιωτικοῦ ζητήματος ἔχει, μετὰ
5324τῆς εὐφραδείας, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, λαμβάνει ἀπὸ τὴν χεῖρα
5325τοὺς ὀργανωτὰς, τοὺς ὁποίους μετακαλοῦμεν, τοὺς διευθύνει
5326πρὸς τὰ Παραπήγματα, εἰσέρχεται ἐν αὐτοῖς, τοῖς δεικνύει
5327τὰ ὅπλα, «τὰ ἀποτελοῦντα ἔπιπλα μουσείου», τοῖς δεικνύει τὴν
5328ἔλλειψιν τὴν παντελῆ τῶν ὅπλων τοῦ πεζικοῦ, τοῖς δεικνύει
5329τὴν ἔλλειψιν πυροβόλων, καὶ μετὰ τὸν περίπατον αὐτὸν μᾶς
5330λέγει: «πρὸς τί οἱ ὀργανωταί; ἔχετε μέσα νὰ δώσητε εἰς
5331τοὺς ὀργανωτὰς τὰ μέσα, ὅπως ἀγοράσωσιν ὅπλα, ὅπως προ-
5332μηθευθῶσι πυροβόλα, ὅπως διὰ φρουρίων περιφρουρήσωμεν τὰ
5333σύνορα;»
5334Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής, τοῦ
5335ὁποίου τὴν ἀγόρευσιν, ὅτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς χωροφυ-
5336λακῆς ἠγόρευε, μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἤκουσα, νὰ παρατη-
5337ρήσω αὐτῷ, ὅτι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, τὰ τοῦ στρατοῦ εἰς
5338δύο διαιροῦνται κατ’ ἀνάγκην χωριστὰ τμήματα, πρῶτον τὸ
5339προσωπικὸν καὶ δεύτερον τὸ ὑλικόν. Δύνασθε νὰ ἔχητε τὸ
5340λαμπρότερον ὑλικόν, δύνασθε νὰ ἔχητε τὸν καλλίτερον ὁπλι-
5341σμόν, δύνασθε νὰ ἔχητε τὰ καλλίτερα πυροβόλα, ὅλα τοῦ
5342τελευταίου συστήματος· ἐὰν τὸ προσωπικὸν ὑμῶν δὲν ᾖναι
5343καλόν, ἐὰν ἐν τῷ στρατῷ ἡ πειθαρχία δὲν ὑπάρχῃ, ἐὰν
5344στρατιωτικὸν πνεῦμα δὲν ὑπάρχῃ, ἐὰν ἡ ἐκπαίδευσις δὲν
5345γίνηται τακτικῶς, εἰς οὐδὲν θέλει χρησιμεύσει τὸ ὑλικόν, τὸ
5346ὁποῖον θὰ ἔχητε.
5347Διὰ τῶν ὀργανωτῶν, διὰ καλοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ,
5348δύνασθε τὸ προσωπικὸν νὰ παρασκευάσητε. Εἰς τὸ προσω-
5349πικὸν ἐκεῖνο, παρεσκευασμένον, ἐκπαιδευόμενον, γινῶσκον τὰ
5350καθήκοντά του, ἀπὸ τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ μέχρι τοῦ
5351τελευταίου στρατιώτου, πειθαρχοῦν, ἐμφορούμενον ὑπὸ στρα-
5352τιωτικοῦ πνεύματος, δόσατε καὶ κατάλληλα ὅπλα, δόσατε
5353πυροβόλα, καὶ τότε ὁ στρατὸς αὐτὸς θέλει ἐπιτελέσει τὸ κα-
5354θῆκον, τὸ ὁποῖον ἡ πατρὶς περιμένει ἀπὸ αὐτόν.
5355Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀγορὰ τῶν ὅπλων, τῶν πυροβόλων, δὲν δύνα-
5356ται νὰ γείνῃ διὰ μιᾶς σήμερον, — καὶ δὲν δύναται βεβαίως νὰ
5357γείνῃ οὔτε διὰ τῶν προτάσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς
5358Βουλευτοῦ, τοῦ πρώτου λαβόντος τὸν λόγον, οὔτε διὰ τῶν
5359ἑτέρων προτάσεων, τῶν μᾶλλον φαντασιωδῶν, τοῦ ἑτέρου
5360ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, — εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι
5361μέχρι τῆς ἀγορᾶς τοῦ ὑλικοῦ τούτου πρέπει νὰ σταυρώσω-
5362μεν τὰς χεῖρας καὶ οὐδὲν νὰ πράξωμεν πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν
5363στελεχῶν καὶ τοῦ στρατοῦ; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, τὸ
5364ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε διὰ τὴν πρώτην ἡμῶν ἐπι-
5365στράτευσιν, τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε διὰ τὸν πόλε-
5366μον τοῦ 1897, ἠγοράσθη ἴσως διὰ τῶν οἰκονομιῶν τοῦ προϋ-
5367πολογισμοῦ; ἢ ἠγοράσθη κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐνεργείας;
5368Καὶ σημειώσατε ὅτι αἱ καταστροφαὶ ἡμῶν δὲν ὀφείλονται εἰς
5369μόνον τὸ ὑλικόν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀτελῆ καὶ ἐλαττωματικὴν ἐκ-
5370παίδευσιν, εἰς τὴν ἔλλειψιν πειθαρχίας καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν
5371στρατιωτικοῦ πνεύματος.
5372Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις αἱ κατὰ τῶν νο-
5373μοσχεδίων τῶν παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντων διατυπωθεῖσαι κατὰ
5374τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἦσαν δίκαιαι.
5375Ἐγὼ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν
5376ν’ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὴν Βουλήν, εἶπον, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ
5377ὁποῖα κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην θέλομεν ὑποβάλει, ἀποτε-
5378λοῦσι τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν ἀναμόρφωσιν ἐκείνην, τὴν
5379ἐπιβαλλομένην ἐκ τῶν πραγμάτων· καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἀνα-
5380μορφώσεως, ἂς μὴ νομίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
5381τής, ὅτι θέλω νὰ λάβω τὸν τίτλον τοῦ ἀναμορφωτοῦ, ἀναι-
5382ρῶν τὰς ὑπηρεσίας τῶν πρὸ ἐμοῦ διοικησάντων τὴν χώραν,
5383οἱ ὁποῖοι βεβαίως ὑπηρέτησαν αὐτήν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως προσ-
5384επάθησαν, ἵνα τὰ συμφέροντα αὐτῆς ὑπηρετήσωσιν, ἀλλ’ οὐ-
5385δεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἐπεβλήθησαν ἀνάγ-
5386και, τὰς ὁποίας εἴτε ἡμεῖς, εἴτε οἱ διάδοχοι ἡμῶν, εἴτε οἱα-
5387δήποτε Κυβέρνησις θὰ ᾖναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀντιμετωπίσῃ
5388καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ὑπηρετήσῃ.
5389Εἶπον ὅτι ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ θέλομεν ὑποβάλει νομο-
5390σχέδια, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποτελέσει τὸ πρῶτον βῆμα, καὶ
5391ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἐν δευτέρᾳ Συνόδῳ, θέλομεν ὑπο-
5392βάλει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὰ μέτρα τὰ ἐπιβαλλόμενα
5393πρὸς ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, πρὸς ἐξυπη-
5394ρέτησιν δι’ αὐτῶν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Βεβαίως κατὰ τὴν
5395προσεχῆ Σύνοδον θέλομεν ἀσχοληθῆ περὶ τοῦ στρατοῦ, βε-
5396βαίως ἐπιβάλλεται, ὅπως ἀσχοληθῶμεν περὶ αὐτοῦ· βεβαίως,
5397ὅταν συνταχθῇ ὁ ὀργανισμὸς αὐτοῦ, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ
5398τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ
5399ὀργανισμοῦ τούτου. Ἀνεκοίνωσα καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν
5400καθαρὰ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας μου περὶ τούτου. Ἐγὼ δὲν
5401εἶμαι ὀπαδὸς τῶν ἰδεῶν, ἃς ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βου-
5402λευτὴς, ὁ ὁποῖος κηρύσσεται ἀναφανδὸν κατὰ πάσης φορολο-
5403γίας. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ μελετηθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρα-
5404τοῦ, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος, ὅπως τὰς δυσκολίας ἀντι-
5405μετωπίσωμεν, καὶ πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὸ
5406ἐρώτημα: Θέλομεν νὰ ἔχωμεν στρατόν; πρέπει νὰ ὑποβλη-
5407θῶμεν εἰς τὰς θυσίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται, ὅπως ἔχω-
5408μεν στρατόν. Δὲν θέλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὰς θυσίας
5409ταύτας; ἂς μὴ ἐλπίσωμεν ὅτι δι’ οἰκονομιῶν ἀδυνάτων ἐπὶ
5410οἰκονομικωτάτου προϋπολογισμοῦ δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν
5411εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Εἰς αὐτὰς θὰ ἐπαρκέσωμεν εἴτε διὰ
5412νέας φορολογίας, εἴτε διὰ διαρρυθμίσεως τῆς ὑπαρχούσης φο-
5413ρολογίας κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἐπιτύχωμεν αὔξησιν τῶν
5414ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὰς ἰδέας ἡμῶν, Κύριοι, θέλο-
5415μεν διατυπώσει κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον διὰ σχετικῶν νο-
5416μοσχεδίων. Διὰ σήμερον ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀμυν-
5417θῶ κατὰ τῆς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἀδίκου κατηγορίας,
5418τῆς ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν ἐκτοξευθείσης, ὅτι οὐδὲν ἕτε-
5419ρον ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε ἢ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κρίσιν
5420τῆς Βουλῆς Νομοσχέδια σπατάλης καὶ δαπάνης. (Χειροκρο-
5421τήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
5422§181ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
5423§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὔριον.
5424§183ΝΕΓΡΗΣ. Δύο λέξεις θέλω εἴπει.
5425Λυποῦμαι πολὺ, ὅτι προεκάλεσα τὴν μῆνιν τοῦ κ. Ὑπουρ-
5426γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποδείξας αὐτῷ τὰς διατάξεις τοῦ
5427ἄρθρου 3 τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἂς βεβαιωθῇ, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ
5428στιγμὴν ἐσκέφθην νὰ ἐπιδείξω ἐμαυτὸν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ.
5429Ἐὰν ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ φέρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ
5430τούτου, ἔπραξα τοῦτο διότι ὀφείλω ἐκ καθήκοντος, ὁσάκις
5431βλέπω λάθος τι, νὰ τὸ ὑποδεικνύω. Δὲν ὑποθέτω ποτὲ, ὅτι
5432ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὲ ὅλην τὴν ἔκτακτον αὐτοῦ ἱκανότητα,
5433τὴν ὁποίαν περισσότερον ἴσως παντὸς ἄλλου ἀναγνωρίζω εἰς
5434αὐτὸν, ἔχει τὴν ἀπαίτησιν, ὅτι εἶναι ἀλάνθαστος. Ἠθέλη-
5435σεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς περιφέρῃ εἰς περίπατον εἰς Γαλ-
5436λίαν, εἰς Ἰταλίαν, ὅπως μᾶς ἀποδείξῃ τὸ ὀρθὸν τῶν λόγων
5437αὐτοῦ. Θὰ ἦτο πολὺ εὐχάριστον, τὴν στιγμὴν ταύτην τοῦ
5438καύσωνος, νὰ κάμωμεν τὸν περίπατον αὐτόν· ἀλλ’ ἂς βε-
5439βαιωθῇ ὅτι δυστυχῶς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μένωμεν ἐν τῇ
5440ξηρᾷ ἀτμοσφαίρᾳ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Οὐδὲν μᾶς χρησι-
5441μεύει τί γίνεται ἐν Γαλλίᾳ, οὐδὲν μᾶς χρησιμεύει τί γίνε-
5442ται ἐν Ἰταλίᾳ. Ὁ λογιστικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 3 εἶναι ῥη-
5443τὸς, καὶ εὐθὺς ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλων
5444νὰ δικαιολογήσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀναγραφῆς τῶν εἰσπράξεων,
5445ὡς γίνεται σήμερον, ἐστηρίχθη εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον, ἔδωκε
5446τὸν ἑξῆς καὶ μόνον λόγον, ὅτι ὁ φόρος τῆς σταφίδος εἶναι ἔγ-
5447γειος, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἔγγειος, τὸ δικαίωμα ἀποκτᾶται κατὰ
5448τὴν παραγωγήν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο οὐδόλως ὠφελεῖ αὐτόν· διότι,
5449ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ δικαίωμα ἀποκτᾶται κατὰ τὴν στιγ-
5450μὴν τῆς ἐξαγωγῆς, ὀφείλει νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέ-
5451δειξα· ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ἀποκτᾶται κατὰ τὴν ἐποχὴν
5452τῆς παραγωγῆς, πάλιν ὀφείλει νὰ ἀναγραφῇ κατὰ τὸ ἔτος
5453ἐκεῖνο καὶ μόνον ὁλόκληρος ἡ παραγωγή, ἐνῷ τοῦτο δὲν συμ-
5454βαίνει. Ὥστε καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει τὸ
5455ἄρθρον 3 παραβιάζεται.
5456Λυποῦμαι ὅμως πολύ, ὅτι δὲν ἀπήντησεν εἰς ζήτημα σπου-
5457δαιότατον, δὲν ἀπήντησε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀνάγκας τοῦ
5458τελωνείου Πειραιῶς. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἔχει ὑψίστην
5459σημασίαν. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ὅλοι οἱ ξένοι, οἱ ἐρχόμενοι
5460εἰς Ἑλλάδα, διέρχονται διὰ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, μὴ λη-
5461σμονῶμεν ὅτι τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν
5462ἐπίβλεψιν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ἡ ἐντύπωσις δὲ εἰς πάντα ἐπι-
5463σκεπτόμενον αὐτὸ εἶναι ἀληθῶς, ὅτι δὲν ἁρμόζει τοιαύτη κατά-
5464στασις εἰς ἔθνος πολιτισμένον. Εἶναι λοιπὸν ἐπάναγκες νὰ
5465ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις ὅσον ἔνεστι τάχιον. Κονδύλια τὰ ὁποῖα
5466εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου
5467τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐπαυξήσωμεν τὸ τε-
5468λωνεῖον, ἔχουσι διαγραφῆ. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι, ὅσον καὶ
5469ἂν θεωρῶ ὑπέροχον τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐν τούτῳ ἔχει κάμει
5470λάθος, καὶ λάθος μέγα.
5471Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν τελωνείων, ὀφεί-
5472λω νὰ εἴπω ἐπίσης, ὅτι ζήτημα σχετικὸν εἶναι τὸ ζήτημα
5473τῶν ἀτμοτελωνίδων. Εὑρισκόμενος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἶχον
5474ἑτοιμάσει μελέτην πρὸς προμήθειαν τοιούτων. Βεβαίως τὸ ποσὸν
5475τὸ ἀναγκαῖον θὰ ἦτο σημαντικόν. Ἴσως θὰ ἦτο 2,000,000 δρ.
5476Ἀλλὰ βεβαίως διὰ τοιαύτης δαπάνης θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προσ-
5477θέσωμεν εἰς τὰ τελωνεῖά μας διὰ τῆς καταδιώξεως τοῦ λα-
5478θρεμπορίου πολλαπλάσια, πολὺ περισσότερα ἐκείνων, τὰ
5479ὁποῖα θὰ μᾶς ἐκόστιζον αἱ ἀτμοτελωνίδες. Λυποῦμαι λοιπὸν
5480πολὺ, ὅτι καὶ περὶ τούτου οὐδεμία ἔγεινε μνεία ἐν τῷ προϋ-
5481πολογισμῷ· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸν
5482προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ
5483ποσὸν τῶν ἀτμακάτων, τὰς ὁποίας εἴχομεν τάξει χάριν τοῦ
5484τελωνείου Πειραιῶς καὶ τῶν σπουδαιοτέρων τελωνείων τοῦ
5485Κράτους. Οὐδένα διαφεύγει, ὅτι ἐν μέσῳ λιμένι τοῦ Πει-
5486ραιῶς γίνεται λαθρεμπόριον, σχεδὸν ἐνώπιον τοῦ τελώνου, καὶ
5487ἀδυνατεῖ οὗτος νὰ καταδιώξῃ αὐτὸ, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀτμα-
5488κάτων.
5489Ἕνεκα τῆς ὀργῆς, ὑφ’ ἧς κατείχετο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἠθέ-
5490λησε νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ διατάγματά μου δῆθεν τὰ ἀντισυν-
5491ταγματικά. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἤθελησε νὰ τὰ συζητήσῃ κατὰ
5492τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν τὰ ὑπέβαλε πρὸς ἔγκρισιν, ὅτε θὰ ἤμην
5493μᾶλλον ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω. Τὴν σήμερον δὲν δύναμαι νὰ
5494ἀντιληφθῶ ποῖον ἐξ ὅλων ἦτο ἀντισυνταγματικόν.
5495§184Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
5496Ὄχι ἀντισυνταγματικά. Ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ δημοσίου
5497λογιστικοῦ.
5498§185Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀφείλω ὅμως, πρὶν τελειώσω, νὰ εἴπω δύο
5499λέξεις καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον χθὲς κατέθεσα.
5500Σᾶς ὑπέδειξα, ὅτι τὸ πλεόνασμα τῆς χρήσεως τοῦ 1896
5501δὲν θὰ ἦναι 3,000,000, ἀλλὰ 10,000,000, ἢ 12,000,000.
5502Τὰ πλεονάσματα ταῦτα τὰ ἀπεκτήσαμεν διὰ τῆς συνδρομῆς,
5503διὰ τῆς ἀφοσιώσεως, διὰ τῶν κόπων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ
5504Κράτους. Θεωρῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις ἐπιβεβλημένη,
5505καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος θέλει ἀπολαύσει ταῦτα, νὰ μὴ
5506λησμονήσῃ ἐκείνους. Μετὰ μεγάλης μου δὲ λύπης ἤκουσα τοῦ
5507κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λέγοντος, ὅτι τὴν πρότα-
5508σιν ταύτην δὲν τὴν εὑρίσκει δικαίαν.
5509§186ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὡμίλουν
5510ὀλίγον ἐκτενέστερον ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἂν
5511ἡ παροῦσα ὥρα εἶναι κατάλληλος πρὸς τοῦτο.
5512§187ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολου-
5513θήσωμεν κατὰ τοιαύτην ὥραν.
5514§188ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν
5515Βουλὴν νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως
5516εἰς αὔριον.
5517§189Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοι θὰ λάβωσι τὸν λό-
5518γον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπόψε νὰ τελειώσωμεν.
5519§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἓν εἶ-
5520δος συνεννοήσεως, ἓν εἶδος κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν μας,
5521νὰ συνερχώμεθα εἰς τὰς 5 καὶ νὰ ἀπερχώμεθα ἐνωρίτερον.
5522§191ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως· δὲν πρέπει δὲ νὰ περιορισθῇ ἡ
5523συζήτησις, διότι τὰ λεχθέντα ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπαντήσεως.
5524§192Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ δὲν πρέπει
5525νὰ παραταθῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον αἱ ἐργασίαι τῆς συνόδου, διότι
5526ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν ἔχουσι τὴν κατοικίαν των
5527ἐν Ἀθήναις εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἀναχωρήσωσιν εἰς τὰς
5528ἑστίας των.
5529§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀνάγκην
5530ταύτην τῶν κυρίων συναδέλφων· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν
5531ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς σωματικὰς δυνάμεις ἐκείνων, πρὸς οὓς ἀντα-
5532γωνιζόμεθα.
5533§194ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβάλωμεν.
5534§195ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἔρριψα τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ
5535τῇ ἐλπίδι ὅτι ὑπάρχουσιν ἀπέναντι ἡμῶν οὐχὶ ἄγριαι διαθέ-
5536σεις, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσω, ἀφοῦ βλέπω ὅτι δυστυχῶς ὑπάρ-
5537χουσιν αἱ διαθέσεις αἱ ἄγριαι.
5538§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἄγριαι δια-
5539θέσεις δὲν ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εὑρισκόμεθα
5540εἰς τὴν 12 Ἰουλίου· λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλοι οἱ κύριοι Βου-
5541λευταί, οἱ ὁποῖοι ἐσκόπουν νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ὅλοι, πλὴν
5542ὑμῶν, ἠγόρευσαν, δὲν δύναταί τις δὲ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι
5543δὲν ἐγένετο ἀνάπτυξις ὅλων ἐκείνων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα
5544περιλαμβάνει ὁ προϋπολογισμός· δυνάμεθα μάλιστα νὰ εἴπω-
5545μεν, ὅτι καὶ πολλὰ τῶν νομοσχεδίων συνεζητήθησαν κατὰ τὸν
5546προϋπολογισμόν· ἤδη ἠκούσαμεν συζητούμενον τὸ νομοσχέ-
5547διον περὶ ἀστυνομίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν, τὸ νομο-
5548σχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως...
5549§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συνδέονται ταῦτα μὲ τὸν προϋ-
5550πολογισμόν;
5551§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως συνδέονται, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ
5552νομοσχέδια ἐκεῖνα συνεζητήθησαν, ἠδύνασθε νὰ ἔχητε λάβει
5553τὸν λόγον εἰς τὰς τρεῖς συζητήσεις αὐτῶν.
5554Εὑρισκόμεθα, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν 12 Ἰουλίου, καὶ οἱ κύριοι
5555Βουλευταὶ ἐπείγονται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των· ὀρθὸν
5556δὲ εἶναι νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἡ συζήτησις δὲν
5557εἶχεν εὐρέως ἐπεκταθῆ, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τῶν φίλων
5558μου, ἤθελον παρακαλέσει αὐτοὺς νὰ παραμείνωσιν εἰσέτι ὀλί-
5559γας ἡμέρας. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις τελείως ἐξηντλήθη.
5560§199ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν ἐβραδύνετε, κύριε Πρωθυπουρ-
5561γέ, βεβαίως ἡμεῖς δὲν εἴμεθα παραίτιοι τῆς βραδύτητος. Ἂν
5562ἐφθάσαμεν εἰς τὴν 12 Ἰουλίου, βεβαίως τοῦτο κατὰ πρῶτον
5563λόγον δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν πέραν τοῦ δέοντος παρά-
5564τασιν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Καὶ ἂν ἀπη-
5565σχολούμεθα ἐνταῦθα εἰς θέματα, ἅτινα δὲν συνδέονται πρὸς
5566τὸν προϋπολογισμόν, οὐδὲ πρὸς τὰ ἄλλα κεφάλαια τοῦ προ-
5567γράμματος, ὅπερ παραπονεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
5568νήσεως, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν, βεβαίως ἡμεῖς δὲν πταίομεν.
5569Παραπονεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συζητοῦ-
5570μεν εὐρέως, ἐπιλανθανόμενος, ὅτι συνήθως ὁ προϋπολογισμὸς
5571συζητεῖται γενικῶς ἐπὶ 7 καὶ ἐπὶ 8 ἡμέρας, ἐνῷ ἡ εὐρύτης
5572τῆς σημερινῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ ἧς εἶ-
5573πεν, ἐξακολουθεῖ μόλις ἀπὸ χθές, βεβαίως δέ, ἂν συνήνει νὰ
5574συνέλθωμεν αὔριον εἰς ἐξακολούθησιν, ἠθέλομεν δυνηθῆ καὶ
5575τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ περατώσωμεν
5576καὶ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ καὶ τοὺς νόμους περὶ ἐσόδων καὶ
5577ἐξόδων νὰ ψηφίσωμεν. Ἐκεῖνο, ὅπερ θέλω ἰδίως νὰ παρατη-
5578ρήσω, εἶναι, ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ ὁμιλήσωσιν εἰς τοιαύτην
5579ὥραν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀξίωσι νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ
5580κατάστασις ἡ σωματική, εἰς ἣν εὑρίσκονται, ἴσως διότι κατε-
5581πονήθησαν ἐκ τῶν συνεχῶν ἀγρυπνιῶν, ἴσως διότι ἦσαν προ-
5582διατεθειμένοι ἀσθενῶς. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω
5583περισσότερον, θὰ ὑποκύψω εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀφοῦ καὶ Θεοὶ
5584ἀνάγκα πείθονται...
5585§200Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀναβολήν;
5586§201ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ζητήσω τὴν ἀναβολήν.
5587§202ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
5588§203ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
5589§204ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πιστεύσατε ὅτι θέλω νὰ ἀποφύγω πᾶν ὅ,τι
5590καθιστᾷ τραχυτέρας τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων. Ὁ
5591κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ διεθνὴς ἐπι-
5592τροπὴ ἡ οἰκονομική, ἥτις μελετήσασα τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλ-
5593λάδος διερρύθμισε τὰ κατ’ αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐλέγχου, δὲν
5594εἶχε φῶτα καὶ πεῖραν τόσην, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἡ γνώμη αὑ-
5595τῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκρινε πεπλανημένας τὰς ὑπ’ ἐμοῦ προ-
5596ταθείσας γνώμας. Ἐξετίμησε μὲν τὰς λεπτομερείας, αἵτινες ἐξε-
5597τέθησαν ἐνταῦθα, δὲν κατενόησεν ὅμως πρὸς ποῖον σκοπὸν αὗται
5598ἀνεπτύχθησαν. Ὁμιλῶν πρὸς λύσιν τῆς ἀπορίας ταύτης αὐτοῦ,
5599θέλω λάβει τὸ ἐνδόσιμον νὰ ἀπαντήσω συντόμως καὶ πρὸς ὅσα
5600ἐπὶ τοῦ θέματος λεπτομερῶς ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ
5601ἐπιτροπὴ ἡ διορισθεῖσα δυνάμει τῆς συνθήκης, ἐπωφεληθεῖσα καὶ
5602ἐκ προγενεστέρας ἐργασίας ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, ἐνέκυψεν εἰς
5603τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τρόπον, ὅστις
5604παρέσχεν εἰς αὐτὴν πᾶσαν εὐκολίαν, ἵνα σχηματίσῃ γνώμην
5605στηριζομένην ἐπὶ τῶν δημοσίων βιβλίων τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ
5606πασῶν τῶν πληροφοριῶν τῶν συνηθροισμένων ὑπὸ τῆς οἰκονο-
5607μικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς
5608ταύτης, γενομένη τοῦτο μὲν ἵνα ἀσφαλίσῃ τοὺς δανειστάς,
5609ὅσον οἷόν τε πλειότερον, τοῦτο δὲ ἵνα ἀσφαλίσῃ εἰς τὸ Κρά-
5610τος, ὅπερ προέκειτο νὰ σωθῇ ἐκ τῆς καταστροφῆς, τὰ ἀπο-
5611λύτως ἀναγκαῖα πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ μέχρις οὗ ἐπέλθῃ ἡ
5612ἐπανόρθωσις, ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι ἐργασία
5613διαφωτιστική, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἀξία προσοχῆς, καθ’ ὅ-
5614σον προέρχεται ἀπὸ ξένων, ὧν τὰς γνώμας πρέπει πάντοτέ
5615τις νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου νὰ κανονίσῃ τὴν ἰδίαν
5616αὐτοῦ πορείαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν πλασθεῖσαν νέαν κατά-
5617στασιν. Οἱ προϋπολογισμοί, οἱ καταρτισθέντες πρὸς καθοδή-
5618γησιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὰ συμπεράσματα, εἰς ἃ ἔφθασαν
5619οἱ μελετήσαντες τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, δεικνύουσιν,
5620ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησιν αὐτῶν ἀπαιτεῖται ἐργασία διαρρυθ-
5621μιστικὴ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἑξαετής, μεθ’ ἣν
5622μόνον θέλομεν φθάσει εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν ἐσόδων
5623καὶ ἐξόδων. Ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ διαιρεθῇ ὁ προϋπολογισμὸς
5624εἰς δύο, καὶ τμῆμα αὐτοῦ σπουδαῖον ἀπεχωρίσθη ὑπὲρ τῶν
5625δανειστῶν, ἐξητάσθη δὲ, ἂν τὸ ὑπόλοιπον εἶναι δυνατὸν νὰ
5626ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου.
5627Πρὸς τοῦτο ἐξηρευνήθη τὸ παρελθὸν, καὶ ἐζητήθη νὰ εὑρεθῇ
5628ὁ μέσος ὅρος τῶν δαπανῶν, κατὰ λόγον τῶν ἀπολύτως ἀναγ-
5629καίων εἰς διοίκησιν τῆς Ἑλλάδος, τιθεμένης κατὰ μέρος
5630πάσης ἐκτάκτου δαπάνης ἐπὶ τοῦ παρόντος· διότι δὲν ἐκρίθη
5631δυνατὸν ἐξ ἀσθενοῦς προϋπολογισμοῦ νὰ γίνωνται ἔκτακτοι
5632δαπάναι, καθ’ ὃν χρόνον ἀπαιτεῖται πάντως νὰ πληρωθῶσι
5633τὰ χρέη τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν ταὐτῷ νὰ ζήσῃ ἡ Ἑλλάς.
5634Ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐξ ἧς ἀπο-
5635δεικνύεται, ὅτι ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐξόδων
5636τῆς διοικήσεως τῶν ἐτῶν 1892 ἕως 1896, ὅστις ἀπολήγει
5637εἰς 61,951,326 δραχμάς, καὶ ὅτι εἰς τὸν μέσον τοῦτον ὅρον
5638προσετέθησαν καὶ 1,300,000 ἔτι λόγῳ τῆς δημοτικῆς ἐκ-
5639παιδεύσεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι ἀνεγνωρί-
5640σθη, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων τούτων, ὄντων τότε ὑπὸ
5641ἐκτέλεσιν, ἀπῄτει τὴν προσθήκην ταύτην εἰς τὰ πρότερον
5642ἔξοδα, τὰ ἀνελθόντα εἰς τὸ ἄνω κατὰ μέσον ὅρον ποσόν.
5643Οὕτω δ’ ἀπετελέσθη τὸ ποσὸν τῶν 63,251,326, ὅπερ ἐθεώ-
5644ρησεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπαρκοῦν πρὸς ζωάρκειαν πολιτικὴν τῆς
5645Ἑλλάδος. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ οὕτως ἐξ ὑπολείμματος
5646προσδιωρισμένον ἡμῖν ποσὸν, κατ’ αὐτὸ βεβαίως πρέπει νὰ
5647κανονίσωμεν τὰ τῆς πορείας ἡμῶν τῆς οἰκονομικῆς, προσέχον-
5648τες εἰς τὴν ὑπόδειξιν τὴν δοθεῖσαν, ἀφοῦ ἐκ τῶν πραγμάτων ὁ
5649περιορισμὸς τῶν δαπανῶν καθίσταται ὑποχρεωτικός. Ταῦτα
5650ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὰ τῆς πολιτείας
5651ἡμῶν τῆς οἰκονομικῆς καθ’ ὑπόδειγμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν
5652συνέταξαν ἐκεῖνοι, οἵτινες προσδιώρισαν ἡμῖν τὰ ἐκ τῶν ἡμε-
5653τέρων δαπανητέα. Ἀλλὰ τί συμβαίνει σήμερον; Ἀπεδεί-
5654χθη ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ κατάστασις ἡμῶν ἡ οἰκονομικὴ ὑγιε-
5655στέρα παρ’ ὅ,τι ὑπέθεσαν οἱ ξένοι, παρ’ ὅ,τι ἐπιστεύομεν καὶ
5656ἡμεῖς αὐτοί· εἶπον δὲ, ὅτι τοῦτο εἶναι εὐτύχημα, διότι οὕτως
5657ἐπιτρέπεται ἡμῖν ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος ἔτους νὰ ἴδωμεν τὰ τῶν
5658ἐξόδων τοῦ Κράτους εἰσερχόμενα εἰς κανονικὴν λειτουργίαν,
5659ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ
5660δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἐθνικῆς ἐρ-
5661γασίας. Ἀλλὰ διότι ἔχομεν τοῦτο τὸ εὐτύχημα, ἐπιτρέπε-
5662ται νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς δαπάνας αὐξήσεως μισθῶν καὶ ἄλλης
5663πολυτελείας, παραβλέποντας τὰς ἄλλας ἀνάγκας, τὰς πολ-
5664λῷ σπουδαιοτέρας; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶ-
5665ναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἡ διοίκησις διὰ τῶν 66,000,000,
5666ὅσα προσδιωρίσθησαν ὑπ’ ἐμοῦ ὡς ἐπαρκῆ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπε-
5667δείχθη, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν διοικητικῶν δαπανῶν ἐπὶ πεν-
5668ταετίαν εἶναι 62,000,000 περίπου, τῇ προσθήκῃ δ’ ἑτέ-
5669ρων 1,300,000 διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἀστυνομίαν
5670ἀνεβιβάσθησαν εἰς 63,000,000, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυ-
5671ρισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι 66,000,000, εἰς ὅσα ἐγὼ
5672ἀναβιβάζω ἐπὶ τὸ εὐρύτερον τὴν δαπάνην διὰ τὰς διοικητι-
5673κὰς ἀνάγκας, δὲν εἶναι ἐπαρκῆ; Εἰς 64½ ἑκατομμύρια
5674ἀνέβησαν αἱ δαπάναι αὗται ἐν ἔτει 1895, μόνον δὲ ἐν ἔτει
56751896 ἔφθασαν εἰς τὰ 67. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἠπόρησε,
5676πῶς, ὑπαρχούσης τῆς ἀνάγκης ν’ ἀποχωρισθῶσιν ἀπὸ τοῦ
5677στρατοῦ αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ξέναι πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ,
5678εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς ν’ ἀμφισβητῶμεν τὴν ἀναγκαίαν δαπά-
5679νην ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς, ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας· ἡ ἀπάν-
5680τησις εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δίδεται ὑπὸ τῶν πράξεων
5681αὐτῶν ἐκείνων, ἐξ ὧν παράγει τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ κατα-
5682γωγήν. Ἐκεῖνος, ὅστις ἐφρόντισε πρῶτος περὶ ἀπυχωρισμοῦ
5683τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ξένων ἀπὸ τοῦ κυρίου σκοποῦ τοῦ στρα-
5684τοῦ, ἐκεῖνος ἐσκέφθη ἐνδελεχῶς περὶ τοῦ θέματος· ἀλλὰ
5685ἐκεῖνος ἀντελήφθη ὀρθῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ
5686αἱ μικραὶ αὐτῆς οἰκονομικαὶ δυνάμεις ἐπιτρέπουν νὰ διαθέσῃ
5687ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν εἶναι δυ-
5688νατὸν νὰ ἐπιτύχῃ νὰ διατηρήσῃ ἀστυνομίαν καὶ χωροφυλα-
5689κὴν ἀρτίας· πεισθεὶς δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην, παρῄτησε τὸ σύστη-
5690μα τῆς χωροφυλακῆς τῆς ἐξ ἐθελοντῶν καταρτιζομένης, καὶ
5691προσέδραμεν εἰς τοὺς κληρωτούς. Δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λό-
5692γον ἠναγκάσθη νὰ νομοθετήσῃ τὸ ἰσχύον σύστημα τῆς στρα-
5693τιωτικῆς ἀστυνομίας, δι’ οὗ παρείχοντο εἰς τὸ Κράτος ὅσῳ
5694τὸ δυνατὸν πλείονα τὰ ἀγαθὰ ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως ἀπο-
5695τελέσματα διὰ τῆς ὅσον οἷόν τε ὀλιγωτέρας μισθοδοσίας καὶ
5696δαπάνης. Διὰ τοιαύτης οἰκονομικῆς διευθετήσεως ἐπεδίωξε
5697τὸν χωρισμὸν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἔργων τῶν ἀστυνομικῶν,
5698τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ εἰς τὰ ἔργα τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαι-
5699δεύσεως. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι αἱ ἀστυνομικαὶ ἐν Ἑλλάδι ἀπε-
5700δείχθη, ὅτι ἀπαιτοῦσι δύναμιν πολὺ μείζονα τῆς διατιθεμέ-
5701νης νῦν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς εὑρέσεως αὐτῆς ἤθελον ἐννοή-
5702σῃ, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφρόντιζε νὰ διευθετήσῃ τὰ πράγ-
5703ματα οὕτως, ὥστε νὰ αὐξήσῃ μὲν τὴν σήμερον ὑπὲρ τῆς δη-
5704μοσίας ἀσφαλείας καὶ τῶν ἀστυνομικῶν σκοπῶν διατιθεμένην
5705δύναμιν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ προστεθῶσιν ἀδι-
5706καιολογήτως, ὡς ἐγένετο, 5,000,000 εἰς τὰ ἤδη δαπανώ-
5707μενα ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς. Τοῦτο τὸ
5708γενόμενον θεωρῶ ὅτι δὲν ἐγένετο ἐκ προνοίας τελεσφόρου.
5709Τοῦτο θεωρῶ ὅτι συνεπάγεται ἀσύγγνωστον ἀφαίρεσιν χρη-
5710μάτων ἀπὸ τῶν ἄλλων, τῶν κυρίων ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ,
5711ἀφαίρεσιν ἥτις δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ.
5712Οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπίτροποι
5713εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ δυνάμεις τῆς χώρας ἐπιτρέπουσιν αὔ-
5714ξησιν φορολογίας μέχρι τριῶν καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων,
5715ὅτι δὲ ἡ κανονικὴ προσαύξησις θέλει προσθέσει ἐντὸς πεν-
5716ταετίας πρὸς τῷ προϊόντι τῶν σημερινῶν προσόδων τρία ἔτι
5717ἑκατομμύρια. Εἰς τὸ πλεόνασμα τοῦτο τῶν 6½ ἑκατομ-
5718μυρίων καὶ ἄνευ τῆς ἄλλης αὐξήσεως, ἣν ἀπέδειξαν πιθα-
5719νωτάτην τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1898, ἀπέβλεψα, ὅτε εἶπον,
5720ὅτι τὸ περίσσευμα ἔδει νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὸν διπλοῦν
5721σκοπόν, ὃν προσδιώρισα, ἀλλὰ δὲν ἠξίωσε νὰ ἐξετάσῃ περισ-
5722σότερον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὅτε δὲ Κράτος, ὡς τὸ Ἑλ-
5723ληνικόν, ἔχον προϋπολογισμὸν 100 ἑκατομμυρίων, ἀποδει-
5724κνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι προσεχῶς δύναται νὰ ἔχῃ
5725πλεόνασμα οὐ μόνον 6½ ἑκατομμυρίων ἐκ τε προσαυξή-
5726σεως καὶ νέας διευθετήσεως φορολογικῆς, ἀλλὰ καὶ ἑτέρων
57276,000,000, δηλαδὴ κεφάλαιον ἐλεύθερον μετὰ τὰς ἀπαραι-
5728τήτους διοικητικὰς δαπάνας 12,500,000, εἶναι προφανές, ὅτι
5729δύναται, ἂν θέλῃ, νὰ ἀρυσθῇ—καὶ ἔχει ποῦ νὰ ἀρυσθῇ, καταλ-
5730λήλως διευθετοῦν τὰ πράγματα αὐτοῦ,—δυνάμεις, ἵνα προβῇ
5731εἰς ἵδρυσιν ταμείου, σκοπὸν ἔχοντος τὴν ἀπολύτρωσιν τῆς Ἑλ-
5732λάδος ἀπὸ τοῦ ἐλέγχου, καὶ εἰς ἔργα ἐπανορθωτικὰ τῆς στρα-
5733τιωτικῆς καταστάσεως, προμήθειαν ὑλικοῦ, εἰδῶν ὁπλισμοῦ
5734κλπ. Ταῦτα ὑπέδειξα ἀγορεύσας, καὶ δὲν ἐπίστευον ὅτι ἦτο
5735ἀνάγκη νὰ εἴπω ταῦτα ἐκ νέου, ὅπως κατανοηθῶσιν ὑπὸ τοῦ
5736κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει πράξει ἔργον
5737ἄριστον, ἂν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον θέσῃ εἰς κίνησιν τὴν
5738φιλοτιμίαν ἑαυτοῦ τε καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, ὅπως παρου-
5739σιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύστημα πολιτικῆς ἐνεργείας διάφο-
5740ρον ἐκείνου, οὗτινος σήμερον ἐνταῦθα ἔδωκε δείγματα. Αἱ
5741ὑποδείξεις ἡμῶν ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον, καὶ ἂν
5742ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀληθῶς ἕτοιμος νὰ ἐργασθῇ πρὸς
5743ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, ἂς ἐργασθῇ οὕτως, ὥστε
5744νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι δὲν νομοθετεῖ μόνον περὶ αὐξήσεως μι-
5745σθῶν, ἀλλ’ ὅτι προβαίνει εἰς τὸ ἐπανορθωτικὸν ἔργον δια-
5746χειρίζων τὸν προϋπολογισμὸν μετὰ πάσης οἰκονομίας. Εἰς
5747τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐὰν τοιαῦτα πράξω-
5748σιν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀναγνωρίσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐξεπλήρω-
5749σαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον.
5750§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κη-
5751ρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
5752Εἰσερχόμεθα εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ
5753τῶν ἐσόδων.
5754Κεφάλαιον Αʹ. «Ἄμεσοι φόροι».
5755(Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–16, ὡς ἔχουσι).
5756§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17. «Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμά-
5757των». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ δηλώσεώς του
5758προσθέτει εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο δρ. 250,000. Ἀνέρχεται
5759δ’ οὕτω τὸ ποσὸν εἰς δραχ. 2,480,000.
5760(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσ-
5761θήκης. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα).
5762§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Αʹ δρ. 20,077,800.
5763(Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
5764§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. «Φόροι καταναλώσεως».
5765Ἄρθρον 1. «Τελωνειακὸς δασμὸς εἰσαγωγῆς». Ὁ κ. Ὑπουρ-
5766γὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ δηλώσεώς του προσθέτει δραχμὰς
57671,000,000. Αὐξάνεται δ’ οὕτω τὸ ποσὸν εἰς δρ. 31,000,000.
5768(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσ-
5769θήκης. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ
5770τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἐκ δρ. 38,395,000.
5771Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Γʹ, «τέλη
5772καὶ δικαιώματα», ἐκ δρ. ἐν ὅλῳ 19,209,900).
5773§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Δʹ. «Μονοπώλια».
5774(Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4, ὡς ἔχουσι).
5775§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. «Ἀντίτιμον πωλουμένου καὶ
5776χορηγουμένου τοῖς δήμοις Λευκάδος ἅλατος». Διὰ δηλώσεως
5777τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προστίθενται δραχμαὶ
577840,000, ἀναβιβαζομένου οὕτω τοῦ ποσοῦ εἰς δρ. 2,452,000.
5779(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσ-
5780θήκης, ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Δʹ ἐκ δραχμῶν
578111,940,500.
5782Ἀκολούθως γίνονται δεκτά, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ,
5783τὰ λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ὡς
5784καὶ τὸ ὅλον αὐτοῦ ἐκ δρ. 107,085,658).
5785§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπο-
5786λογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους
57871899.
5788(Γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ
5789ἀντιρρήσεως).
5790§212Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπι-
5791ψήφισιν τῶν ἐξόδων δι’ αὔριον.
5792§213ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ζητῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναβολὴν εἰς αὔριον.
5793§214Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν, καὶ νὰ
5794ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
5795§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζη-
5796τήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ
5797παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
5798(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
5799ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ι. Μπακοπούλου καὶ Β. Σα-
5800μοΐλη, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον
5801ψηφοφορίας, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
5802Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ο Φωκίων Νέγρης Ν
5803Γεώργιος Κυριαζῆς Ο Νικ. Γιαννηκώστας Ο
5804Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἐπαμ. Μ. Κανάρης Ο
5805Λέων Μελετόπουλος Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
5806Κωνστ. Μωραϊτίνης Ο Θεόδ. Φλογαΐτης
5807Εὐστάθ. Ρακόπουλος Ο Δ. Γ. Ράλλης
5808Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώρ. Βενιζέλος
5809Εὐκλείδης Μπίστης Ο Νικ. Γουναράκης
5810Δημοσθ. Καΐρης Κ. Σταυρόπουλος
5811Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς
5812Κωνστ. Πλατούτσας Ο Δημ. Καραγιάννης Ο
5813Μιχαὴλ Κωτσάκος Ἀνδρ. Στράτος
5814Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν Ἀντ. Καρτάλης Ο
5815Κωνστ. Κοττίκας Ο Κ. Τοπάλης
5816Ἰωάννης Καραπάνος Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ο
5817Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ο Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ο
5818Στέφανος Δραγούμης Ν Ν. Παπαϊωάννου Ο
5819Νικόλαος Λεβίδης ἀρν.Δημ. Γίδας Ο
5820Θεόδωρος Ρετσίνας Νικ. Τσόγκας Ο
5821Νικ. Γουλιμῆς Γ. Μέρμηγκας Ο
5822Ἐπ. Μαυρομμάτης Γ. Κόρπας
5823Περ. Ἀλεξάκης Τρ. Πατρίκιος Ο
5824Ν. Σπυρακόπουλος Ο Γ. Θεοτόκης Ο
5825Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Μιχ. Θεοτόκης Ο
5826Θ. Β. Δηλιγιάννης Γουλ. Σκάρπας
5827Χαρίλ. Διγενόπουλος Ο Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ο
5828Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο Σπ. Χυτήρης Ο
5829Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο Σπ. Ἀγάθος Ο
5830Μιχ. Φωτιάδης Ο Β. Σαμοΐλης Ο
5831Γ. Λιδωρίκης Ο Ν. Καλοσγοῦρος Ο
5832Γ. Ἀνδρίτσος Ο Κ. Χρηστόπουλος Ο
5833Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Π. Πετρίδης
5834Μιχ. Στελλάκης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς
5835Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν Σπ. Νοταρᾶς
5836Γ. Λύρας Ο Π. Μεντζελόπουλος Ο
5837Ἐμμ. Ρέπουλης Ο Δ. Δημητριάδης
5838Δημ. Τσάτσος Ο Ἄθως Ρωμάνος Ο
5839Δ. Τσιτσάρας Ν Ἀγαμ. Μεταξᾶς
5840Κωνστ. Ζῶτος Ο Ἀντ. Μομφερρᾶτος
5841Γ. Χατζόπουλος Θ. Μαρκέτος Ο
5842Διον. Στεφάνου Ο Σπ. Ε. Στάης Ο
5843Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο Διον. Καλούτσης
5844Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Π. Χοντζόπουλος Ο
5845Γ. Ρώμας Ο Ν. Τσούχλος Ο
5846Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο Χ. Κ. Βοζίκης Ν
5847Χρ. Στεφανόπουλος Θ. Πέρρος Ο
5848Χαρίλαος Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ο
5849Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο Γ. Φικιώρης
5850Γ. Παπαγιαννόπουλος Ο Μελέτ. Ρουσόπουλος Ο
5851Π. Αὐγερινὸς Βρασ. Λεώπουλος
5852Χρ. Δαραλέξης Ν Γ. Μαυρομιχάλης
5853Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ι. Γιαννακίτσας Ο
5854Ν. Δαούτης Ν Ν. Καραστέργιος
5855Π. Παπαχατζῆς Ο Δ. Πιπινόπουλος
5856Σπ. Ἰω. Μήλιος Ο Ι. Γ. Λάππας Ν
5857Β. Μαρκεζίνης Ο Ν. Μπουφίδης Ο
5858Νικήτας Συνοδινὸς Ο Περ. Βαλαωρίτης Ο
5859Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ν Εὐάγγελος Τζαρλαμπᾶς
5860Τηλ. Δενδρινὸς Ο Γερ. Φίλιππας Ο
5861Π. Μαυροκέφαλος Ξ. Κυριαζῆς Ο
5862Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Β. Βασιλειάδης
5863Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας Ο
5864Π. Θ. Ζαΐμης Ν. Τριανταφυλλάκος
5865Ὀδ. Λαμπρόπουλος Ο Παν. Μανέτας Ν
5866Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰω. Μπακόπουλος Ν
5867Ἡρ. Καλαμπάκας Ο Ἠλ. Ζέγγελης Ο
5868Γεώργ. Παπαθανασίου Ο Φίλ. Βάρβογλης Ο
5869Π. Περρωτῆς Ἀθ. Κατριβάνος Ο
5870Ἠλ. Μαυρομιχάλης Ο Ἠλίας Κοσσονάκος Ο
5871Γ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ἀναστασόπουλος
5872Δ. Τερτίπης Ο Γ. Νικολαΐδης
5873Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ο Κ. Τρικούπης Ο
5874Κ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ν
5875Γ. Φραγκιόης Ο Σπυρ. Κ. ΚουμουνδοῦροςΟ
5876Ι. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ο
5877Σ. Παπαποστόλου Ο Γ. Λυμπερόπουλος
5878Ξεν. Τσαμαγκίδης Ο Περικλῆς Μποῦτος
5879Γ. Χατζηνικολῆς Ο Ἀριστομ. Προβελέγγιος
5880Κ. Σαραφιανὸς Ο Α. Μάτσας Ο
5881Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ο
5882Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ο
5883Μιλτ. Βαρότσης Ἀθ. Λαδόπουλος
5884Γεώργ. Σισμάνης Ν. Βαφειάδης
5885Δ. Φαρμάκης Ο Α. Βιτάλης
5886Γεώργ. Πλατανιώτης Δ. Βοκοτόπουλος Ο
5887Ἡλίας Ποταμιάνος Ι. Γκιὼν
5888Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο Κάρολος Βιτάλης
5889Ι. Βοῦρτσος Ο Κωνστ. Χατζηπέτρος Ο
5890Α. Πετσάλης Γ. Κανούτας Ο
5891Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο Νικ. Ταρμπάζης
5892Κυριακ. Π. ΜαυρομιχάληςΝ Θεόδ. Κριεμάδης
5893Γ. Καπετανάκης Γ. Ραδινός Ο
5894Φώτιος Μοσχούλας Ο Ἀπόστολος Ζάππας Ο
5895Ἀσημ. Χριστόπουλος Θ. Σαρσέντης Ο
5896Χαράλ. Κανελλόπουλος Α. Πονηρόπουλος Ο
5897Θάνος Μπασιᾶς Δ. Ἀναστασόπουλος Ο
5898Παναγῆς Τυπάλδος Ο Δ. Παπατσώρης Ο
5899Θεόδ. Βελλιανίτης Δ. Κατσάνος Ο
5900Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο Δ. Σκαλτσοδῆμος
5901Ἀθ. Παπαθανασίου Ο Ν. Τζαννετόπουλος Ο
5902Πέτρος Μόρης Ο Γ. Ροδόπουλος Ο
5903Ἰω. Γ. Ροῦφος Ο Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
5904Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν Ν. Κουντουριώτης
5905Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Νικ. Τσαμαδός Ο
5906Α. Ρικάκης Παντελῆς Γκίκας
5907Ἀχ. Χοΐδας Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ο
5908Ἀχιλλ. Γεροκωστόπουλος Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
5909Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ι. Τσιριμῶκος Ο
5910Ν. Μισυρλῆς Ο Δημ. Κρίτσας
5911Ν. Καράπαυλος Ο Α. Πλατῆς Ο
5912Γ. Ράλλης Νικ. Χατζῖσκος Ν
5913Σπ. Γκεντιλίνης Ο Ν. Καλογερόπουλος
5914Γ. Ζερβός Ο Β. Βουδούρης Ο
5915Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο Γ. Γαζέπης
5916Νικολ. Λεωνίδας Ο Γ. Ἀβέρωφ
5917Διομήδης Κυριακός Μιλτ. Κανάρης
5918Α. Μαυρογορδᾶτος Ο Ἀλεξ. Μ. Κανάρης Ο
5919§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 143, ἐξ ὧν 19
5920ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, 123 κατ’ αὐτῆς καὶ 1 ἠρνήθη ψῆφον.
5921Ἑπομένως ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἀπερρίφθη.
5922Ἐρχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
5923ἐξόδων τοῦ Κράτους.
5924(Γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτρο-
5925ποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
5926κῶν, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
5927Οἰκονομικῶν.
5928Εἶτα γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὑπηρεσίας
5929τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων
5930τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ.
5931Ὡσαύτως γίνεναι δεκτὸς, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον,
5932ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
5933κῶν Ὑπουργοῦ, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ
5934τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου.
5935Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸς, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρ-
5936θρον, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
5937τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ
5938Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
5939§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
5940τῶν Ἐσωτερικῶν.
5941(Γίνονται δεκτὰ κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ τὰ κεφάλαια
59421–11, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεων τοῦ Ὑπουρ-
5943γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
5944§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Συνδρομὴ εἰς Συλλόγους».
5945(Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–8, ὡς ἔχουσι).
5946§219Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
5947τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἄρθρον 9 «Συν-
5948δρομὴ ὑπὲρ τοῦ Ἐπικούρου Συνδέσμου Σωτῆρος» δρ. 2,000.
5949Ὡσαύτως ἄρθρον 10 «Συνδρομὴ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Φι-
5950λοτέχνων» δρ. 500. Προσέτι ἄρθρον 11 «Συνδρομὴ εἰς τὴν
5951Φιλαρμονικὴν Ἑταιρείαν Ζακύνθου» δρ. 200. Καὶ ἄρθρον
595212 «Συνδρομὴ εἰς τὸν Σύλλογον Παρνασσὸν» δρ. 500.
5953§220Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἰς
5954τὸν Σύλλογον «Παρνασσὸν» νὰ δοθῶσι 1000 δραχμαὶ, ὅσαι
5955πάντοτε ἐδίδοντο.
5956§221Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν κάμνω καὶ
5957ἐγὼ, διότι ὁ «Παρνασσὸς» εἶναι ὁ μόνος Σύλλογος, ὅστις
5958παρέχει ἐκδουλεύσεις εἰς τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἔν τε τῷ ἐσω-
5959τερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ.
5960§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
5961τῶν Ἐσωτερικῶν). Πολὺ καλά. Ἄς αὐξηθῇ τὸ ποσὸν εἰς
5962δραχ. 1000.
5963§223Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Νὰ δοθῇ βοήθημα καὶ εἰς τὴν ἑταιρείαν
5964«ὁ Ἑλληνισμός». Αὐτὴ ἐργάζεται εἰς τὴν Μακεδονίαν ὡς οὐ-
5965δεὶς ἄλλος.
5966§224Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Φιλαρμονικὴν Τριπόλεως
5967δίδονται πολὺ ὀλίγαι 200 δραχμαί. Νὰ δοθῶσι, κύριε Πρω-
5968θυπουργὲ, 500.
5969(Γίνονται δεκτὰ τὰ προστεθέντα, ὡς ἄνω, ἄρθρα 9–12,
5970ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλ. 12 ἐκ δραχ. 7,700.
5971Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 13 «Ταχυ-
5972δρομεῖα καὶ Τηλεγροφεῖα», κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, ὡς
5973ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
5974Ὑπουργοῦ. Ἀκολούθως δὲ καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια, ὡς
5975καὶ τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουρ-
5976γείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνερχόμενον οὕτω εἰς δραχμὰς
597713,047,515.08).
5978§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
5979τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
5980(Γίνονται δεκτὰ, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, τὰ κεφά-
5981λαια 1–11, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ
5982τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ).
5983§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Συνδρομαὶ καὶ βοηθή-
5984ματα». Ἄρθρον 1. «Συνδρομαὶ εἰς συλλόγους καὶ ἑταιρείας
5985δρ. 10,300».
5986§227Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τὸ ἀναγεγραμμένη
5987πίστωσις εἰς τὸ κεφάλαιον 12 ὑπὲρ τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς
5988Ἑταιρείας 16,000 δραχμῶν, διὰ τῶν ὁποίων συντηροῦνται
5989τὰ Παρθεναγωγεῖα Πατρῶν καὶ Κερκύρας καὶ μένει καί πο-
5990σόν τι ὑπὲρ τοῦ Ἀρσακείου. Ἡ πίστωσις αὕτη παραδόξως
5991διεγράφη ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ. Εὐτυχῶς
5992εἶναι παρὼν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅστις εἶναι
5993καὶ Πρόεδρος τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας, ὑπὲρ πάντα
5994ἄλλον ἁρμόδιος νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς πιστώσεως
5995ταύτης. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐγγραφῇ ἐκ νέου
5996ἡ πίστωσις τῶν 16,000 δραχμῶν, βεβαίως τὸ παρθεναγω-
5997γεῖον τῶν Πατρῶν ὡς καὶ τὸ τῆς Κερκύρας θὰ κλεισθοῦν.
5998§228Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ βοήθημα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς
5999τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν, ἦτο ἤδη ἐγγεγραμμένον
6000εἰς τὸν πρῶτον προϋπολογισμὸν, τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τῆς
6001προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς ἐγγραφῆς ταύ-
6002της ἡ διοίκησις τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας ἐξηκολού-
6003θησε τὰς δαπάνας διὰ τὰ διδασκαλεῖα τόσον ἐδῶ, ὡς καὶ ἐν
6004Πάτραις καὶ Κερκύρᾳ. Δυσκόλως δὲ θὰ δυνηθῇ ἄνευ τῆς ἐπι-
6005χορηγήσεως τοῦ Δημοσίου νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συντήρησιν
6006τῶν διδασκαλείων ἐν Πάτραις καὶ Κερκύρᾳ, διότι, ὅπως ὅλα
6007τὰ ἄλλα καταστήματα, καὶ ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία
6008ὑπέστη ζημίας, οἱ δὲ πόροι αὐτῆς δὲν ἀρκοῦσι νὰ ἀντα-
6009ποκριθῇ εἰς τὰς δαπάνας τῆς συντηρήσεως τοῦ ἐνταῦθα
6010Ἀρσακείου καὶ τῶν δύο ἄλλων Παρθεναγωγείων. Νομίζω
6011ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀναγνωρίζων τὴν ὑπο-
6012χρέωσιν τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1899, θὰ συγκατατεθῇ νὰ
6013ἀναγράψῃ τὴν πίστωσιν τοῦ βοηθήματος, τὸ ὁποῖον δίδε-
6014ται τῇ Φιλεκπαιδευτικῇ Ἑταιρείᾳ χάριν τῆς λειτουργίας
6015τῶν διδασκαλείων αὐτῆς, ἅτινα παρέχουσι γενικὴν ὠφέλειαν
6016εἰς τὸ Κράτος.
6017§229Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ
6018ἡ πίστωσις, διότι εἶναι δικαιοτάτη.
6019§230ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
6020παιδεύσεως). Τὸ Ἀρσάκειον Πατρῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιχο-
6021ρηγήσεως παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν
6022Ἑταιρείαν ἐλειτούργει κατὰ τὰ 1891, 1892, 1893 καὶ
60231894, ἐπίσης καὶ τὸ Ἀρσάκειον ἐν Κερκύρᾳ ἄνευ ἐπιχορη-
6024γήσεως ἐλειτούργει καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, καὶ
6025δὴ ἐν ἀνταγωνισμῷ πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ἐκπαιδευτήρια, τὰ
6026ὁποῖα εἶχον δικαίωμα καὶ αὐτὰ νὰ μορφώσωσι διδασκαλίσ-
6027σας. Ἀπὸ τοῦ 1895 ἀπενεμήθη εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν
6028Ἑταιρείαν τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς μορφώσεως τῶν
6029διδασκαλισσῶν, διὰ τὸ προνόμιον δὲ τοῦτο ηὔξησεν ἐπαι-
6030σθητῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητριῶν της. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχει αὐτὸ
6031τὸ προνόμιον, ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ ἐξακολουθήσῃ
6032δίδουσα τὸ ἐπιχορήγημα, ὑπὸ τὸν ἑξῆς ὅμως ὅρον, ἤτοι αἱ
6033μαθήτριαι αἱ φοιτῶσαι εἰς τὰ διδασκαλεῖα τῆς Φιλεκπαιδευ-
6034τικῆς Ἑταιρείας νὰ μὴ πληρώνωσι δίδακτρα· διότι, ὅταν
6035τὸ Κράτος πληρώνῃ τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως τῶν διδα-
6036σκαλείων αὐτῆς, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ πλη-
6037ρώνουν δίδακτρα αἱ φοιτῶσαι εἰς αὐτὰ, ὅπως τοῦτο συμβαί-
6038νει καὶ εἰς τὰ διδασκαλεῖα τῶν ἀρρένων. Ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ-
6039τον θὰ ἐδεχόμεθα ν’ ἀναγράψωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἐπιχορήγη-
6040σιν, ἀλλ’ οἱ κύριοι τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας, ἧς
6041πρόεδρος εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, θέλουσι νὰ λαμ-
6042βάνωσι καὶ τὴν ἐπιχορήγησιν καὶ τὰ δίδακτρα. Ἐντεῦθεν ἡ
6043διαφωνία μας.
6044§231Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία, ἧς
6045ἀπὸ τινος καιροῦ τυγχάνω Πρόεδρος, ἔχει τὴν ἐντολὴν, τὸ
6046καθῆκον τῆς μορφώσεως διδασκαλισσῶν ὄχι ἀπὸ τοῦ 1895,
6047ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1865...
6048§232ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ τοῦ 1861.
6049§233ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπὸ τοῦ 1844.
6050§234Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... Μοὶ ἔκαμε δ’ ἐντύπωσιν τὸ διά-
6051ταγμα τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι «ὅσας
6052δοκιμὰς ἐκάμαμεν διὰ νὰ μορφώσωμεν διδασκαλίσσας, ἀπέ-
6053τυχον, μόνον δὲ διὰ τοῦ Ἀρσακείου δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν
6054τὴν μόρφωσιν, καὶ ὑπὸ ἠθικὴν καὶ ὑπὸ πνευματικὴν ἔποψιν,
6055διδασκαλισσῶν καταλλήλων πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν κορασίων,
6056καὶ πρὸς μόρφωσιν καὶ ἠθικοποίησιν τοῦ γυναικείου φύλου».
6057Σήμερον τὸ Ἀρσάκειον, ἐὰν εὑρίσκετο εἰς εὐπορίαν, ὡς
6058νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, βεβαίως
6059δὲν ἤθελε ζητήσει νὰ τῷ χορηγηθῇ βοήθημα παρὰ τοῦ Δημο-
6060σίου. Ἀλλὰ τὰ ἐπανειλημμένα ἀτυχήματα, ἅτινα ἐπῆλθον
6061εἰς τὸν τόπον, ἐζημίωσαν καὶ τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑται-
6062ρείαν. Δὲν ἐπαρκεῖ δ’ αὕτη σήμερον διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς πό-
6063ρων, ἵνα διατηρήσῃ τό τε Ἀρσάκειον καὶ τὰ διδασκαλεῖα
6064Πατρῶν καὶ Κερκύρας.
6065§235ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπί-
6066σημα πρακτικὰ, ὅτι χορηγοῦνται 20,000 δραχμαί, οὐχὶ
606710,000, ὑπὸ τὸν ὅρον ἵνα αἱ μαθήτριαι τῶν διδασκαλείων
6068φοιτῶσιν δωρεάν.
6069§236Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως
6070θέτει ἕνα ὅρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑται-
6071ρεία δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον.
6072Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θὰ γείνῃ τοῦτο καὶ ἐπὶ τίνι βά-
6073σει; Δὲν δύναται νὰ λυθῇ δι’ ἁπλῆς συνεννοήσεως ἐνταῦθα,
6074διότι καὶ λογιστικῶς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἐκ-
6075παιδευτικῶς. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὸς
6076ὁ ὅρος, ὃν θέτει ὁ κ. Ὑπουργός.
6077§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναγραφῇ ἡ πί-
6078στωσις, καὶ ἔπειτα γίνεται ἡ συνεννόησις.
6079§238ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
6080παιδεύσεως). Ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς δωρεὰν φοιτήσεως τῶν μα-
6081θητριῶν νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι χορηγεῖται ἡ
6082πίστωσις.
6083(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσ-
6084θήκης, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλ. 12).
6085§239Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δωδεκάτου κεφαλαίου παρακα-
6086λῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν
6087ἐκ 10,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἐδίδετο εἰς τὸν κ. Σά-
6088θαν πρὸς ἔκδοσιν τῆς Μεσαιωνικῆς Βιβλιοθήκης (Θόρυβος).
6089§240Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
6090Δὲν ἔχομεν νόμον, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ
6091τοιαύτη πίστωσις.
6092§241ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν πρότασιν, ὡς τροπολογίαν,
6093ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου
6094περὶ ἱδρύσεως ταμείου ἀρχαιοτήτων.
6095§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
6096ράρτημα ἀριθ. 428 (α), σελ. 870).
6097(Γίνονται εἶτα δεκτὰ, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν ὅλῳ, καὶ τὰ
6098λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ
6099Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
6100παιδεύσεως, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ
6101τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ).
6102§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων Ὑπουργείου Στρα-
6103τιωτικῶν.
6104(Γίνεται δεκτὸς κατ’ ἄρθρον, κεφάλαιον καὶ ἐν ὅλῳ,
6105ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
6106Ὑπουργοῦ, ἐκ δρ. 18,008,239.12).
6107§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων Ὑπουργείου Ναυ-
6108τικῶν.
6109(Γίνεται δεκτὸς κατ’ ἄρθρον, κεφάλαιον καὶ ἐν ὅλῳ,
6110ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
6111Ὑπουργοῦ, ἀνερχόμενος εἰς δρ. 7,608.739.10.
6112Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ
6113τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899,
6114ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 103,418,273. 44).
6115§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐσόδων τοῦ Ταμείου Φά-
6116ρων καὶ Φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
6117(Γίνεται δεκτὸς, ἀνερχόμενος εἰς δρ. ἐν ὅλῳ 580,000.
6118Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξό-
6119δων τοῦ αὐτοῦ Ταμείου τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ δραχ-
6120μῶν 580,000).
6121§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως
6122τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως
6123τοῦ ἔτους 1899», ὡς ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ κ. ἐπὶ
6124τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ.
6125(Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσιν, ἄνευ
6126ἀντιρρήσεως).
6127§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
6128§248ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἔχω
6129τρεῖς παρατηρήσεις. Πρῶτον λέγει, ὅτι παρέχεται ἡ ἄδεια
6130ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξω-
6131τερικῶν δι’ ἐξωτερικὰς δαπάνας. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ὑπάρ-
6132χει εἰς κἀνένα ἄλλον προγενέστερον προϋπολογισμόν. Εἰσή-
6133χθη τὸ πρῶτον εἰς τὸ σχέδιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ μὴ
6134ἐπίσημον, τῆς τέως Κυβερνήσεως, καὶ ἐκεῖθεν, φαίνεται,
6135παραληφθεῖσα, ἀνεγράφη καὶ εἰς τοῦτον τὸν προϋπολογισμόν.
6136Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη ἀντίκειται εἰς ῥητὸν νόμον, διότι ὁ
6137νόμος ΒΚΔʹ τοῦ 1892 λέγει: «Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
6138ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀναγράφεται κατ’ ἔτος
6139εἰδικὴ πίστωσις εἰς ἐξωτερικὰς δαπάνας. Ἡ πίστωσις αὕτη
6140διατίθεται ἀποκλειστικῶς εἰς κλπ..... κατ’ ἰδικὸν προϋ-
6141πολογισμὸν.... ἀνεπίδεκτον αὐξήσεως διὰ μεταγενε-
6142στέρων πιστώσεων πέραν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν
6143ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου ἀναγεγραμμένων». Πρέπει ἄρα νὰ
6144διαγραφῇ ἡ ἄδεια αὕτη. Εἶναι ἀνεπίδεκτος ὑστέρας αὐξήσεως
6145ἡ δι’ ἐξωτερικὰς δαπάνας πίστωσις, ἄρα δὲ δύναται νὰ δοθῇ
6146ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Τοῦ νόμου συντάκτης καὶ εἰση-
6147γητὴς ἐγενόμην ἐγὼ ἐν ἔτει 1892.
6148§249Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
6149Ἄς διαγραφῇ.
6150§250ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλη παρατήρησις ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουρ-
6151γείῳ. «Δι’ ἐκτάκτους δαπάνας». Τοιαύτη διάταξις εἰς κα-
6152νένα προϋπολογισμὸν δὲν ὑπῆρξεν ἄλλοτέ ποτε, ἀλλὰ μό-
6153νον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, ἐν ᾧ καὶ ὑπῆρχεν εἰδικὴ
6154πρόβλεψις περὶ ἐκτάκτων δαπανῶν ὑπὸ κεφάλαιον Ζʹ. Ἀλλὰ
6155ὁ προϋπολογισμὸς ὁ σημερινὸς δὲν περιέχει πρόβλεψίν τινα
6156τοιαύτην. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ εἰδικὴ πρόβλεψις πιστώ-
6157σεως, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις.
6158§251Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔκτακτος πίστωσις δύναται νὰ δοθῇ
6159διὰ βασιλικοῦ διατάγματος.
6160§252ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει κεφάλαιον ἔκτακτον ἀποστο-
6161λῶν, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλο.
6162§253Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
6163δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τεθῇ «δι’ ἐκτάκτους ἀποστολάς».
6164§254ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἀντίθετος εἰς τὸ νὰ
6165δίδηται τοιαύτη ἐλευθερία ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἔστω
6166καὶ δι’ ἐκτάκτους ἀποστολάς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον
6167θέλει, ἂς κανονίσῃ τοὐλάχιστον οὕτω τὰ τῆς ἐνταῦθα παρε-
6168χομένης ἀδείας.
6169Ἡ τρίτη μου παρατήρησις ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
6170τῶν Ἐσωτερικῶν. «Διὰ βοηθείας». Οὐδέποτε πρότερον εἰς
6171οὐδένα προϋπολογισμὸν ἀνεγράφη τοιαύτη διάταξις, ἐκτὸς τοῦ
6172τελευταίου προϋπολογισμοῦ, ὅτε ὑπῆρχον οἱ πρόσφυγες οἱ ἐκ
6173Θεσσαλίας· θεωρῶ δ’ ἐπικίνδυνον νὰ δίδωνται διὰ Β. Δια-
6174ταγμάτων ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις διὰ βοηθείας, καὶ ζητῶ
6175νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις.
6176§255Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
6177τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ νὰ μείνῃ.
6178§256Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέσατε ἓν ποσόν.
6179§257ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω ἐγὼ περὶ τῆς
6180ἀνάγκης, ἀφοῦ βεβαιοῖ αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ τί-
6181θεται ἐνταῦθα ἀρχή, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ καθιερώσω-
6182μεν ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ. Ἐὰν καθιερωθῇ σήμερον, δυσ-
6183κόλως θὰ δυνηθῶμεν νὰ μὴ ἀναγράψωμεν τὴν ἄδειαν καὶ εἰς
6184ἄλλον προϋπολογισμόν. Θέσατε ἀπ’ εὐθείας ἐν τῷ πρϋπολο-
6185γισμῷ οἱονδήποτε ποσὸν νομίζετε ἀναγκαῖον, ἀλλὰ μὴ περιλά-
6186βετε ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ ἄδειαν ἀναπληρωματικῆς πιστώ-
6187σεως διὰ βοηθήματα, διότι τὰ βοηθήματα δὲν ἔχουσιν ὅρια.
6188(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ
6189ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ
6190σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
6191§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 καὶ 50′
6192π. μ. τῆς ἐπιούσης).