| 384 | 1893 | 94,281,984 | |
| 385 | 1894 | 96,565,856 | |
| 386 | 1895 | 93,143,686 | |
| 387 | 1896 | 96,062,023 |
1899.07.10
2.261 στίχοι · 18.155 λέξεις · 1 πίνακας · 64 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74
τῆς 10 Ἰουλίου 1899.
(Σάββατον).
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν κατολόγου, ὁ Πρόεδρος ἀναγγέλλει, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 122 Βουλευτῶν).
§1Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἔλθουν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ, διότι ἐδῶ δὲν εἴμεθα οὔτε 40 Βουλευταί, καὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί εἶναι αὐτά! (Θόρυβος).
§3ΔΟΥΝΗΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας (θόρυβος).
§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος λοιπόν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε ψηφολέκτης, κύριε Δούνη. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνοματικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Δούνη καὶ Ν. Καλοσγούρου, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες Βουλευταὶ 134. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Τοπάλης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ἐκτελέσεως κοινωνικῶν ἔργων ἐν τῷ δήμῳ Ἰωλκοῦ. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μετατεθῇ ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις δικαστηρίων, ὡς δικηγόρος, παρὰ τοῖς ἐν Κεφαλληνίᾳ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§7Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀναβάλλεται δὲ ἡ ἀνάγνωσις, ὅταν δὲν ἦναι τυπωμένα καὶ διανεμημένα τὰ πρακτικά· ἀλλὰ σήμερον τὰ πρακτικὰ καὶ ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀναγνωσθῶσι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὰ πρακτικὰ δύνανται νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ τώρα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
§10Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐξ Αἰγίου.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§12Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν λαμβάνω τὸν λόγον· μόνον τὸ κατέθεσα.
§13ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί λέγει;
§14Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Διάφοροι πολῖται τηλεγραφοῦσι, παρακαλοῦντες τὴν Βουλὴν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων.
§15Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§16Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶν μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας συναδέλφου μου, δὲν ἔχω εἰμὴ νὰ ὑπομνήσω ὅ,τι εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ 40 περίπου ἡμερῶν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν, νομίζω, τῆς 31 Μαΐου, ὅτε ἐφείλκυσα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐφ’ ὅσον ἀκριβῶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος περὶ τῶν καταστροφῶν τῶν προερχομένων ἐκ τῶν πλημμυρῶν τοῦ ποταμοῦ Σελινοῦντος, ἰδίως δὲ περὶ τῆς δεινῆς θέσεως τῆς κώμης Τεμένης, ἕνεκεν αὐτῶν. Εἶπον τότε, ὅτι συνέβη ἐν αὐτῇ πρό τινων ἐτῶν ἐκ τῆς πολυομβρίας καὶ τῆς πλημμύρας συμφορὰ ὁμοία πρὸς ἐκείνην, ἥτις εἶχε συμβῆ ἐνταῦθα εἰς τὸ Βατραχονῆσι· ἐθεώρησα δὲ καθῆκόν μου νὰ ἐπισκεφθῶ καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν, καὶ νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς πρόληψιν ἢ μετριασμὸν τῶν τοιούτων καταστροφῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκάλεσε τότε τὸν Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ συνέστησε τὴν περὶ τούτου μελέτην. Ἠξεύρω δὲ, ὅτι εἶχε συνταχθῆ ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων ἔργων καὶ νομοσχέδιον περὶ διευθετήσεως τῶν χειμάρρων καὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο δι’ αὐτοῦ εἰδικὴ φορολογία εἰς τοὺς κτηματίας καὶ τοὺς συνοικισμοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἀμέσως ὠφελοῦντο ἐκ τοῦ μέτρου. Δυστυχῶς ὁ χρόνος ἀπέλιπεν, ὡς φαίνεται, τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπεβλήθη· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπεβάλλετο, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, ὡς βαίνουσι τὰ ἐν τῇ Βουλῇ. Σήμερον δὲν ἔχω ἢ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν τὴν παράκλησίν μου, ἥτις δὲν ἀποβλέπει μόνον εἰς τοπικὸν συμφέρον, ἀλλ’ ἀποβλέπει καὶ εἰς γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι πρέπει, πλὴν τούτου, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ παροχῆς οὐχὶ πιστώσεως πλέον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, τῆς διευθετήσεως δηλαδὴ τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ, διότι αὕτη ἀπαιτεῖ χρόνον πολὺν, ἀλλὰ ποσοῦ τινος πρὸς κατασκευὴν ἀπαραιτήτων τινῶν ἀμυντικῶν ἔργων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§18Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέγραψα μετ’ ἐπιφυλάξεως, δι’ ὃ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπέγραψα οὕτω. Εὐθὺς ὡς ἀνῆλθον εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ἀντελήφθην ἀταξίας λαμβανούσας χώραν κατὰ τὴν ἐγγραφὴν τῶν εἰσπράξεων τῶν δασμῶν ἐξαγωγῆς διαφόρων προϊόντων καὶ ἰδίως τῆς σταφίδος. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ αἱ εἰσπράξεις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐγγράφονται ἐν ἑκάστῃ χρήσει ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου, ἐν τῇ ὑπολοίπῳ δὲ Ἑλλάδι ἀπὸ 15 Αὐγούστου μέχρι 15 Αὐγούστου, ἤτοι ἀπὸ παραγωγῆς εἰς παραγωγήν. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τοῦτο ἐπιβάλλεται παρὰ τῶν νόμων. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου λέγει, ὅτι ἕκαστον ἔσοδον πρέπει νὰ ἐγγράφεται εἰς τὴν χρῆσιν τὴν φέρουσαν τὸ ὄνομα τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἀποκτᾶται τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως, ἐπειδὴ δὲ τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως τοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος ἀποκτᾶται τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ σταφὶς τελωνίζεται, εἶναι φανερὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπαιτεῖ, ὅπως αἱ πρόσοδοι αἱ προερχόμενοι ἐκ τῆς σταφίδος ἐγγράφωνται καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἐν ἑκάστῃ χρήσει ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου. Οὐχ ἧττον ὅμως ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον περὶ τούτου νὰ ζητήσω καὶ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν καὶ ἔλαβον· εἶναι δὲ αὕτη ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν ἐμήν. Συνεπείᾳ τούτου εἶχον καταρτίσει τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως ὑπεγράφη παρ’ ἐμοῦ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1898, διενεμήθη δὲ ὑμῖν παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Εὐθὺς δὲ ὡς παρῃτήθη ἡ τέως Κυβέρνησις, ἐνόμισα, ὅτι ὑπεχρεούμην περὶ τούτου νὰ κάμω λόγον πρὸς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργός, καίτοι παραδεχόμενος, ὅτι ὁ νόμος ταῦτα διατάσσει, λαμβάνων ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ἄλλως ἐγένετο, ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καινοτομήσῃ. Ἀλλ’ ἐγώ, θεωρῶν ὅτι ἡ ἀκριβὴς τήρησις τῶν νόμων εἶναι κύριον ζήτημα, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω ταύτας τὰς σκέψεις πρὸς τὴν Βουλὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν πρέπει νὰ γίνωνται αἱ ἐγγραφαὶ συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ἢ κατὰ παράβασιν αὐτοῦ. Ὡς ἐκ τούτου, ἐννοεῖται, ἐπῆλθε διαφορὰ ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐμοῦ καὶ ἐκείνου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκ τούτου διαφορὰν δὲν ἀποδίδω σπουδαιότητα. Σπουδαιοτέρα διαφορὰ πηγάζει ἐκ τοῦ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀφαιρεῖ τὰς 4 δραχμὰς χάριν τῆς παρακρατήσεως ἐξ ἑκάστου χιλιολίτρου, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899 θέλει ἀνακτήσει τὸ Δημόσιον τὰς παραχωρουμένας ταύτας 4 δραχ. κατὰ χιλιόλιτρον. Οὕτω ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀναγράφει ποσὸν κατὰ 850,000 δραχμὰς περισσότερον τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ἀναγραφομένου. Ἑτέρας σπουδαίας διαφορὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων μεταξὺ τοῦ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν ὑμῶν προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἐμοῦ ἔχομεν τὰς ἑξῆς. Ἐν κεφαλαίῳ Εʹ ἄρθρῳ 35, «δικαίωμα ὑλοτομουμένης ξυλείας ἀσβέστου καὶ ἀνθράκων», σημειοῦνται δραχμαὶ 1,372,000, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὃν ἐγὼ εἶχον προετοιμάσει, ἐπαρουσίαζον ποσὸν δραχ. 972,000, δηλαδὴ ποσὸν κατὰ 400,000 δραχμὰς ὀλιγώτερον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσπράξεις τῶν τελευταίων ἐτῶν 1894, 1895 καὶ 1896, δύναται νὰ παραδεχθῇ ποσὸν μεγαλείτερον· ἀλλ’ αἱ εἰσηγήσεις τοῦ ἁρμοδίου τμήματος ἦσαν, ὅτι τὰ δάση ἡμῶν καταστρέφονται ὁσημέραι, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ τούτων, καὶ πρώτη ὑπεδεικνύετο, ὅπως ἐλαττωθῶσιν αἱ παρεχόμεναι ἄδειαι πρὸς ὑλοτομίαν ἢ ξύλευσιν· ὡς ἐκ τούτου εἶχον ἐλαττώσει σκοπίμως τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν βασιζόμενον εἰς τὰς προηγουμένας εἰσπράξεις. Ἐὰν παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Βουλή, ὅτι αἱ σκέψεις αὗται πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἤθελον, κατ’ ἐμέ, συντελέσει εἰς τὴν διάσωσιν τῶν δασῶν, τοῦ ἐθνικοῦ τούτου πλούτου. Εἰς ἕτερον κονδύλιον ὁ κ. Ὑπουργὸς φέρει σπουδαίαν τροποποίησιν, ἐν τῷ κεφαλ. Ηʹ, ἄρθρῳ 3, «ἔσοδα ἐκ καθυστερουμένων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων» Ἐνταῦθα εἶχον ἀναγράψει 3,600,000, στηριζόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν, ἣν παρεδέχθην, τοῦ νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895, 1896. Ἀλλ’ ἐν τῷ παρουσιαζομένῳ προϋπολογισμῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὸ εἰσόδημα τοῦ τελευταίου ἔτους 1898, καὶ προσθέτει 400,000 δραχ. Νομίζω ὅτι τὸ κονδύλιον τοῦτο ἔχει οὐχὶ ὀρθῶς, καὶ ὅτι τὸ εἰσόδημα τοῦτο θέλει καθυστερήσει κατὰ τὴν εἴσπραξιν. Καὶ ταῦτα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Καίτοι ὅμως αἱ παρατηρήσεις αὗται πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν κατανομὴν κατὰ κλάδον ὑπηρεσίας τῶν ἐσόδων, ἐν τῷ συνόλῳ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δὲν εἶναι ἐξωγκωμένος, ὡς θέλω ἀποδείξει ταχέως, ἀναλύων τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898. Ἂν δὲ εἶχον περιορίσει ὁ ἴδιος τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, εἶχον πράξει τοῦτο, διότι, ὅτε ὑπέγραφον αὐτὸν, εὑρισκόμην κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, ὅτε ἀκόμη ἦτο τολμηρὸν νὰ ὁρίσῃ τις τ’ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ηὐξημένα, ἄνευ τινῶν δισταγμῶν. Ὑπῆρχον εὔλογοι ἐνδοιασμοὶ, μήπως αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1899 ὑστερήσουν τῶν τοῦ 1898. Εὐτυχῶς, Κύριοι, ὑπερεπηδήσαμεν ἤδη τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1899, καὶ δύναταί τις νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἄνευ ἀπροσδοκήτων γεγονότων τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1899 θὰ ὦσι τὰ αὐτὰ, ἴσως καὶ καλλίτερα τῶν τοῦ 1898, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσωμεν κατωτέρω. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Ὡς βλέπετε, παραβάλλοντες τοὺς δύο προϋπολογισμοὺς, τὰ ἔξοδα εἶναι ἠλαττωμένα ἐν τῷ νῦν ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη προῆλθεν ἐν μέρει ἐκ τοῦ ὅτι ὁ μὲν ἐμὸς προϋπολογισμὸς εἶχε συνταχθῆ κατὰ μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1898, ἐν ᾧ ὁ τῆς νῦν Κυβερνήσεως κατὰ τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἑξαμήνου τοῦ 1899. Πλεῖστα λοιπὸν ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ γείνουν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑξαμηνίαν, ἂν ἐνεκρίνοντο παρὰ τῆς Βουλῆς, δὲν ἔγειναν, ἕνεκα τῆς ἀπουσίας αὐτῆς, καὶ οὕτω δικαίως ἔχουν ἐκπεσθῆ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρίδω ἔξοδά τινα παραλειφθέντα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀπαραίτητα. Καὶ πρῶτον ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν κατὰ 40,000 δρ. ἐλάττωσιν ἐν τῷ κεφ. 16, ἄρθρῳ 2, ἐδαφ. δʹ, τοῦ ποσοῦ τοῦ προωρισμένου εἰς κατασκευὴν ἀτμακάτων καὶ λέμβων διὰ τὰ τελωνεῖα. Τοῖς πᾶσι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐν μέσῳ λιμένι Πειραιῶς γίνονται σπουδαῖα λαθρεμπόρια, καὶ ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ ἀδυνατεῖ νὰ τὰ καταδιώξῃ ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀτμακάτου. Ἐπροτιθέμεθα ὅθεν νὰ ἐφοδιάσωμεν τὰ σπουδαιότερα τελωνεῖα μὲ ἀτμακάτους, καὶ λυπούμεθα βλέποντες τὴν ἰδέαν ταύτην παραγκωνιζομένην, ὡς βλέπομεν ἐν μεγαλειτέρῳ κύκλῳ παραγκωνιζομένην τὴν μελέτην περὶ προμηθείας ἀτμοτελωνίδων πρὸς δραστηριωτέραν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, μελέτην, ἣν ἀφήσαμεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ σχεδὸν περατωμένην. Ἡ προμήθεια αὐτῶν ἐπιβάλλεται πρὸς ἀποτελεσματικωτέραν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Σχετικὴ μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς δαπάνης διὰ κτίρια αὐτοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ δρ. 157,000 εἰς 45,000. Ὅλοι γνωρίζομεν εἰς ποίαν στενοχωρίαν εὑρίσκεται τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς, ἕνεκεν ἐλλείψεως χώρου. Γνωρίζετε ὅτι ἐν τῷ Τελωνείῳ τούτῳ εἰσπράττονται σήμερον 15 ἕως 20 ἑκατομμύρια, καὶ πᾶσα πρόνοια ὑπὲρ αὐτοῦ θέλει συντείνει εἰς τὴν εὐκολίαν τοῦ ἐμπορίου ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Δημοσίου, διότι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποφύγῃ τις τὰς καταχρήσεις ἐν τοιαύτῃ στενοχωρίᾳ, προσέτι δὲ καὶ εἰς τὴν εὐπρέπειαν τοῦ ἔθνους ἀπέναντι τῶν ξένων. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς διέρχονται ἅπαντες οἱ ξένοι, οἱ ἐρχόμενοι εἰς Ἑλλάδα, ὅτι τὸ Τελωνεῖον τοῦτο εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, καὶ ὅτι ἡ ἐντύπωσις, ἥτις ἀπομένει εἰς τοὺς ξένους, διερχομένους δι’ αὐτοῦ, εἶναι οἰκτρά. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς, ὅπως ἔπραξα ἐγὼ, καὶ θέλει ἀποκομίσει ἃς καὶ ἐγὼ λυπηρὰς ἐντυπώσεις. Εἶχον σκεφθῆ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ μέτρον γενναιότερον, νὰ κατασκευασθῇ νέον Τελωνεῖον, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς νέας ἀνάγκας, καὶ εἶχον σκοπὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τούτου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν κωλύει ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ αὐξήσωμεν τὸ νῦν ὑπάρχον Τελωνεῖον, προσθέτοντες πτέρυγας ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπῆρχε τὸ κονδύλιον τῶν 157,000, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐλαττοῦται εἰς 45,000. Δὲν εὑρίσκω ἐπίσης ὀρθὴν τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα ἀπὸ 191,500 εἰς 103,500. Πλεῖστα τοιαῦτα ἐπιβάλλονται, καὶ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἐπείγει. Ἰδιαιτέρως ὅμως ἀποκρούω τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ 8,611,000 εἰς 7,500,000, ἰδίως ὅτε τοσαῦτα ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια πρὸς ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δι’ ἐπιδιόρθωσιν λεβήτων 924,000 δρ. Τὸ κονδύλιον τοῦτο ἐλαττοῦται ἤδη εἰς 589,000. Ὁ ὁπλισμὸς τοῦ στόλου ἐλαττοῦται ἀπὸ 837,000 δρ. εἰς 392,000. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐθεώρει περιττὸν νὰ διατηρῶμεν στόλον εἰς ἐνεργὸν κατάστασιν ἄνευ τῶν προταθεισῶν παρ’ αὐτοῦ ἀπαραιτήτων δαπανῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη ἐν τῷ συνόλῳ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Παρουσιάζει οὗτος ἔσοδα 107,085,658, ἔξοδα 103,319,791.50· ἀφίνει λοιπὸν πλεόνασμα δρ. 3,765,866. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ προϋπολογισμὸς περιέλαβε καὶ τὸ ἐκ τῆς παρακρατήσεως εἰσόδημα τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897 ἐκ 3,859,258.45, καὶ τὰ ⅔ αὐτοῦ δύνανται νὰ θεωρηθῶσι δικαίως ὡς ἔκτακτα ἔσοδα, εἶναι δὲ τὰ ⅔ δρ. 2,572,838.90, ἂν ταῦτα ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ πλεονάσματος, τοῦτο περιορίζεται εἰς 1,193,027.56. Ἂν δ’ ἀφαιρέσωμεν καὶ ὅσα καθ’ ἡμᾶς, κατὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἐσόδων, ἣν ἐκάμομεν προηγουμένως, κακῶς προσετέθησαν εἰς τὰ ἔσοδα, τὸ πλεόνασμα θὰ ἠλαττοῦτο μέχρι τοῦ μηδενός. Εὐτυχῶς, Κύριοι, ἂν καὶ τὰ πράγματα οὕτω διατυποῦνται, ἐν τῇ πραγματικότητι εἶναι πολλῷ μᾶλλον εὐχάριστα. Ἀλλὰ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω τινὰ περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1898. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς δημοσιευομένας καταστάσεις ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἤτοι τὸν ἰσολογισμὸν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τῆς 30 Ἀπριλίου τρ. ἔτους, εὑρίσκομεν ὅτι εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 30
Ἀπριλίου ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 δραχ.···· 165,977,000
Ἀφαιρουμένων ἐκ τούτων τῶν δανείων δρ.···· 61,168,000
μένει ὑπόλοιπον δρ.······················· 104,809,000
Ἅπαντα ταῦτα εἶναι ἔσοδα τακτικὰ, ἐκτὸς ἑνὸς καὶ μόνου κονδυλίου ἐκ δρ. 3,799,061.54, τὸ ὁποῖον ἀνευρίσκομεν εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898 τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τρ. ἔτους, ἐν κεφαλαίῳ ΙΓʹ, ὡς ὑπερτίμησιν καὶ νομισματικὴν διαφοράν. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῶν ὑπολοίπων εἰσπράξεων, μένει ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ποσὸν δραχ. 101,010,544.95, εἰσπραχθὲν μέχρι τέλους Ἀπριλίου ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Τί δὲ θέλει εἰσπραχθῆ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, δηλαδὴ μέχρι 30 Ὀκτωβρίου τρ. ἔτους, ὑπολογίζομεν οὕτω. Ἀναφέρω ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπερ εἶχον ἑτοιμάσει, ὅτι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐντὸς τοῦ τρ. ἔτους ἤθελον εἰσπραχθῆ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 14 ἑκατομμύρια. Δυνάμεθα ἤδη νὰ εὕρωμεν πόσα ἐξ αὐτῶν εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου. Πρὸς τοῦτο ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὰ 104,809,000, ἅτινα, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Ἀπριλίου, τὰ εἰσπραχθέντα μέχρι 1 Ἰανουαρίου, ἤτοι δραχ. 96,196,842, καὶ οὕτω βλέπομεν ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον 8,612,158. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐκ τῶν 14 ἑκατομμυρίων, μένει πρὸς εἴσπραξιν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ποσὸν δραχ. 5,387,842. Μένει ἐπίσης πρὸς εἴσπραξιν μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως τὸ εἰσόδημα τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς σταφίδος τῆς παρακρατήσεως τοῦ 1898, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζω, ἀναλόγως τῶν ἐκκαθαρίσεων τῶν προηγουμένων ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897, εἰς 1,286,000, δηλαδὴ εἰς τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐκκαθαρισθέντος κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη, ἂν καὶ πέποιθα ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ μεγαλείτερον ποσόν, διότι ἡ σταφὶς τοῦ 1898 ἦτο καλλιτέρα, καὶ μὴ ἀλλοιωθεῖσα ἐπωλήθη εἰς ἀνωτέρας τιμάς. Ἂν λοιπὸν προσθέσωμεν καὶ τὰ δύο ἀνωτέρω ποσὰ, φθάνομεν εἰς εἰσπράξεις ἐκ τακτικῶν ἐσόδων μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐκ δραχμῶν 107,684,386. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι λείπει ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ μέγα μέρος τῶν εἰσοδημάτων Θεσσαλίας. Πρῶτον ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων λείπουν αἱ εἰσπράξεις σχεδὸν ὅλου τοῦ πρώτου ἑξαμήνου τοῦ 1898, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ Θεσσαλία μόλις εἰς τὸ τέλος τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1898 ἐπανεκτήθη, λείπουν δὲ ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι δυνάμει τῆς ἀπαλλαγῆς, περὶ ἧς προυνόησεν ὁ ͵ΒΦΛΖʹ νόμος τῆς 17 Μαρτίου 1898. Ἀλλ’ ἂς ὑπολογίσωμεν ἀκριβέστερον, τί λείπει. Ἐντὸς τῆς πρώτης περιόδου τῆς χρήσεως κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894 καὶ 1895 εἰσεπράττοντο κατὰ μέσον ὅρον ἐκ τῆς Θεσσαλίας 7,735,000. Κατὰ τὸ 1898 εἰσεπράχθησαν, καθ’ ἃς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἀπεκόμισα σημειώσεις, 3,949,728, ὥστε ἐκ τῆς πρώτης περιόδου τῆς χρήσεως ἔλειψαν 3,785,272 δραχμαί· διαφορὰ τῶν δύο ἀνωτέρω ἀριθμῶν. Ἐπίσης ἐκ σημειώσεων, ἃς ἀπεκόμισα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἀμέσων φόρων, αἵτινες θὰ μᾶς λείψουν κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον τῆς χρήσεως, εἶναι κατὰ μέσον ὅρον 2,200,000. Οὕτω λοιπὸν μᾶς λείπουν ἐκ τῆς Θεσσαλίας 5,985,272 δραχ. Ἐὰν καὶ ταῦτα προσθέσωμεν εἰς τὰ 107,684,386, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 113,669,658. Ταῦτα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ἂν ἡ Θεσσαλία ἔδιδεν ὅ,τι καὶ πρὸ τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ταῦτα καὶ μόνον δικαιούμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐκ τῆς χρήσεως ὄχι τοῦ 1898, ἀλλὰ τοῦ 1899; Ὄχι. Ἐζήτησα καὶ ἔλαβον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σημείωσιν τῶν εἰσπράξεων τῆς πρώτης ἑξαμηνίας ἐκ τῶν μονοπωλίων, περιλαμβανομένης καὶ τῆς σμύριδος καὶ τοῦ χαρτοσήμου καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ εὑρίσκω ὅτι ἐκ μὲν τῶν μονοπωλίων, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1898 εἰσεπράχθησαν μόνον 3,911,783 δραχμαί, τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν 4,412,823, ἤτοι 501,040 δραχ. περιπλέον, ἤτοι 13% ἐκ τῆς σμύριδος εἰσεπράχθησαν 368,177 φρ. χρυσᾶ ἀντὶ 333,877, δηλ. 34,300 φρ. χρ. περιπλέον· εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ χαρτοσήμου 3,283,000, ἀντὶ 3,250,000, ἤτοι 33,000 δραχ. περιπλέον· εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ καπνοῦ 3,651,168, ἀντὶ 3,192,306, ἤτοι περιπλέον 458,862. Ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων βλέπομεν, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ἔχομεν 1,026,340 περιπλέον ἢ τὸ ἀντίστοιχον ἑξάμηνον τοῦ 1898. Ἐπειδὴ δὲ δικαιούμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ δευτέρα ἑξαμηνία τοῦ 1899 θὰ δώσῃ τὸ αὐτὸ πλεόνασμα, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ὑπὲρ τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχ. εἰσοδήματα ἀνώτερα τῶν τοῦ 1898. Ἂν λοιπὸν προσθέσωμεν τὰ δύο ταῦτα ἑκατομμύρια εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 116,000,000. Αὗται θὰ ἦναι αἱ πιθαναὶ εἰσπράξεις τοῦ 1899, ἄνευ προσθέτων φόρων, ἄνευ μεταρρυθμίσεων νομοθετικῶν, ἄνευ ἐκτάκτων προσόδων. Κύριοι, ὡς βλέπετε, φροντὶς πρὸς ἐξεύρεσιν νέων πόρων ἦτο ὅλως περιττή. Οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐδικαιοῦντο νὰ ἐλπίσωσιν, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐπιβαρυνθῆ μὲ ἄλλα βάρη, καὶ διὰ τοῦτο κατακρίνω τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἔχοντα μόνον σκοπὸν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Ἤρκεσεν οἱ ἐν λειτουργίᾳ φόροι νὰ εἰσπράττωνται ἀνεπηρεάστως, ἤρκεσεν ἡ κυβερνητικὴ πρόνοια, ὅπως τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος περὶ ἐκτοπίσεως τῶν λαθρεμπόρων κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους 1898, ἵνα αἱ εἰσπράξεις αὐξήσουν καταπληκτικῶς. Οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ πράγματα δὲν θὰ ἐξακολουθήσουν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ εἰς τὸ μέλλον. Τὸ παράδειγμα ἐδόθη. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι, ὅτι θὰ τὸ ἀκολουθήσουν ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις. Οὕτω τὸ πλεόνασμα τοῦ 1899 δὲν θὰ ἦναι 3,765,866, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλαττώσας μάλιστα αὐτὸ μετὰ ταῦτα, ἀλλὰ θὰ ἦναι, ἄν τι ἀπροσδόκητον δὲν συμβῇ, 12,000,000 δραχ. Γνωστὸν ὅτι, ὅτε διὰ πρώτην φορὰν ὑπέδειξα τοῦτο, ἀποδώσας δίκαιον ἔπαινον εἰς τὴν πρώτην ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην Κυβέρνησιν, μὲ ἔσκωψαν. Εὐτυχῶς ἔρχονται τὰ πράγματα γοργῷ τῷ βήματι καὶ ἀποδεικνύουσι τρανῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀναλαβοῦσα τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους ἐν θλιβεραῖς περιστάσεσι, μὲ συντετριμμένην τὴν καρδίαν, ὅτι εἰς αὐτὴν ἔλαχεν ὁ δεινὸς κλῆρος νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, ἐργασθεῖσα ἀθορύβως, ἐν σιωπῇ ἄκρᾳ, κατώρθωσε νὰ παρουσιάσῃ ὅ,τι οὐδεμία μέχρι τοῦδε οὐδέποτε Κυβέρνησις ἐπαρουσίασε. Διότι γνωρίζετε, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν τελευταίων ἐτῶν ἐκ τῶν τακτικῶν εἰσοδημάτων εἶναι οἱ ἑξῆς:
| 1893 | 94,281,984 |
| 1894 | 96,565,856 |
| 1895 | 93,143,686 |
| 1896 | 96,062,023 |
Ὁποία διαφορὰ τῶν ἀριθμῶν τούτων πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα, τοὺς ἀνελευσομένους διὰ τὸ 1898 εἰς 114,000,000, καὶ διὰ τὸ 1899 εἰς 116,000,000! Τολμῶ ἤδη νὰ εἴπω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην μας πρὸς ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της εὐόρκως, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι μετὰ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα θὰ ἦναι σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή. Ἄλλως βεβαίως ἡ ἱστορία δὲν θὰ ἀδικήσῃ ἐκείνην. Πρὶν ὅμως κατέλθω τοῦ βήματος, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, ἐνώπιον τοιούτων πλεονασμάτων, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, αἰσθάνομαι, λέγω, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑψώσω τὴν φωνὴν ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες διὰ τοῦ ζήλου αὐτῶν, διὰ τῆς ἀφοσιώσεώς των, ὑπῆρξαν τὰ ὄργανα, ὅπως ἐπιτευχθῶσι τὰ εἰρημένα εἰσοδήματα, ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν, ἐν ἔτει 1859, ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ βαίνουσιν εἰς αὔξησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρῶτος εἶχε τὴν εὐγενῆ πρωτοβουλίαν καὶ ἐφρόντισεν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κλάδου του. Ἐγώ, θεωρῶν ὅτι καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων ὅλου τοῦ Κράτους, προετοίμασα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, παρακαλῶν αὐτὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προβλέπει περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς κρατήσεως τῶν 7½% λόγῳ συντάξεως. Διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ταύτης στερεῖται ἀληθῶς τὸ Δημόσιον 1,016,000 δρ., ἀλλ’ ἐκπληροῖ καθῆκον ἐπιβεβλημένον. Διὰ τῆς καταργήσεως δὲ τῆς κρατήσεως, ἐπέρχεται πλεονέκτημα ἄξιον λόγου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτιμήσῃ ἀναμφιβόλως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· θὰ ἀπαλλαχθῇ τό τε Εἰδικὸν καὶ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπὸ ἐξελέγξεως ὀχληροτάτης, καὶ θὰ δυνηθοῦν τὰ τελευταῖα νὰ ἦναι ἐνημερότερα εἰς τὰς ἐξελέγξεις τῶν ὑπολόγων, πρὸς μέγιστον ὄφελος τοῦ Κράτους. Ταχεῖα καὶ αὐστηρὰ ἐξέλεγξις τῶν ὑπολόγων, θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν καθυστερουμένων καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ ποσὰ πολὺ ἀνώτερα τοῦ παραχωρουμένου διὰ τῆς προτάσεώς μου ἑκατομμυρίου. Κύριοι, τὴν πρότασιν ταύτην εἶχον κάμει καὶ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν· εἶχον δὲ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω τὸν Πρόεδρον αὐτῆς καὶ Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων κ. Δ. Μ. Καλλιφρονᾶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσυπογράψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 428). Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γράφουσιν, ὅτι οἱ προϋπολογισμοί εἰσι τὸ κάτοπτρον τῶν σκέψεων καὶ μελετῶν, τῶν γνωμῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες συντάσσουσιν αὐτούς. Ζητοῦσι λοιπὸν συνήθως οἱ τοὺς προϋπολογισμοὺς μελετῶντες νὰ ἀνακαλύψωσιν ἐν αὐτοῖς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κράτος μικρόν, ἔχομεν μὲν βλέψεις, τὰς ὁποίας ἡ ἱστορία ὑποχρεοῖ ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν, ἵνα μὴ τρέπωμεν ἀλλαχοῦ τοὺς ὀφθαλμούς μας, ἵνα ἔχωμεν αὐτοὺς προσηλωμένους πρὸς τὰ καθήκοντα ἡμῶν ταῦτα, ἀλλὰ τῶν καθηκόντων ἡμῶν τούτων ἡ ἐκπλήρωσις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, αἱ δὲ οἰκονομικαὶ εὐκολίαι συνδέονται ἀρρήκτως μετὰ τῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν ἐγκαθιστῶμεν ἐν τῇ χώρᾳ. Τοῦτο ἐνθυμίζει εἰς πάντας τοὺς πολλάκις ἐπαναλαμβανομένους λόγους τοῦ βαρώνου Λουΐ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν μᾶς δίδει τὸ θάρρος, ἵνα ἀναζητήσωμεν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς νὰ μάθωμεν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι μία καὶ ἡ αὐτή. Ὅσοι ἐζήτησαν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς νὰ μάθωσι, ποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἡ συντάξασα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, κρίνει ὅτι πρέπει νὰ μετέλθῃ ἐξωτερικὴν πολιτικήν, αὐτοί, νομίζω, ὅτι σφάλλουσιν, οὔτε δύνανται νὰ εὕρωσιν ὁδηγὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν πορίζονται αἱ Κυβερνήσεις, μικρὸν διαφέρουσι κατὰ τὰ ἔτη, πολλάκις δὲ ἡ ἀνεπάρκεια τῶν μέσων καὶ πρὸς θεραπείαν ἔτι τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως εἶναι καταφανής. Διὰ τοῦτο δὲν συμβουλεύω τοὺς συναδέλφους κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἀναζητήσωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς δὲν συνεβούλευσα καὶ τοὺς κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη συναδέλφους τοιαύτην νὰ ποιήσωνται ἔρευναν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, τοὺς ὁποίους ἐψήφιζον· ἐὰν δέ τινες ὑπῆρξαν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς νὰ ἀνεύρωσι τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, οὗτοι παρεσύρθησαν ὑπὸ ψευδοῦς πατριωτισμοῦ, ἤ, ἵνα κάλλιον εἴπω, ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, καὶ ἐζήτουν ἐν τῇ ἐρεύνῃ ταύτῃ νὰ εὕρωσιν ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἀλλαχόθεν δὲν ἠδύναντο νὰ πορισθῶσιν, ἵνα μεταχειρισθῶσιν αὐτὰ, ἐπιτιθέμενοι κατὰ τῶν τότε κυβερνώντων. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν θέλω σᾶς ἀπασχολήσει οὔτε περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, οὔτε περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ποριζόμενος τὰ φῶτά μου ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θέλω ὅμως ἀναζητήσει ἐν αὐτῷ νὰ πληροφορηθῶ περὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ διοίκησις, ἥτις συντελεῖ, παρασκευάζει καὶ παράγει τὴν τάξιν, τὴν εὐκοσμίαν, τὴν ἐσωτερικὴν εὐημερίαν, τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ λαοῦ, τὴν ἠθικὴν διαμόρφωσιν αὐτοῦ, τὴν ὑλικὴν πρόοδον τῆς χώρας, τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐργασίας, τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Διὰ τοῦτο μόνον αὐτὰς τὰς ἐρεύνας σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Πρὸ παντὸς δὲ πρέπει νὰ ἀρξώμεθα ἀπὸ τοῦ τεχνικοῦ μέρους, ἀπὸ τοῦ ἐμπειρικοῦ μέρους; πρέπει νὰ ζητήσωμεν νὰ μάθωμεν οὐ μόνον πόσα, ἀλλὰ καὶ ποῖα τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ἴδωμεν, ἐὰν προϋπελογίσθησαν ἐπαρκῆ εἰς τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ ἐπιτρεπόμενα ὑπὸ τῶν περιστάσεων τῆς χώρας, νὰ ἐξετάσωμεν ὡσαύτως τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα κατανοήσωμεν, ἂν δι’ αὐτῶν συντελεῖται ἡ θεραπεία πασῶν τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως, ἡ πραγματοποίησις πάντων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα οἱ κυβερνῶντες ὀφείλουσι νὰ ἐφαρμόζωσιν, ἵνα ὑποβοηθήσωσι τὴν ἀτομικὴν ἐργασίαν καὶ τὴν κοινωνικὴν πρόοδον. Ὡς πρὸς τοῦτο, κατὰ τὸ 1899 συνέβη ἐξαιρετικόν τι, τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1895, καὶ ἂν δὲν σφάλλωμαι, καὶ κατὰ τὸ 1885. Κατὰ τὸ 1899 εἴχομεν δύο προϋπολογισμούς, ὧν ὁ μὲν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δ’ ἕτερος δὲν εἰσήχθη, εἶχεν ὅμως συνταχθῆ καὶ ἐκτυπωθῆ, καὶ διενεμήθη εἰς ἡμᾶς οὐχὶ ἐπισήμως; τοῦτο ἑπομένως μᾶς παρέχει ἓν σχέδιον παραβολῆς προϋπολογισμοῦ, μᾶς δεικνύει καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν αὐτόν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνευρίσκουσι τὴν ἀλήθειαν ἐν τῇ δυνάμει, ἐν τῇ ἰσχύϊ. Ἡ ὕπαρξις τῆς ἀληθείας ἐν τῇ ἰσχύϊ εἶναι πλάσμα (fiction), ἑπομένως δὲν ὀκνῶ νὰ ἐξετάσω καὶ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν, τὸν μὴ ἐπισήμως διανεμηθέντα, τὸν ὁποῖον συνέταξεν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται πλέον, οὐδ’ ἦτο παραγόμενον τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν, ἀλλ’ ἦτο ἔκτροπον κατασκεύασμα, παράσιτον νεόπλασμα, ἀποκοπὲν ὑπὸ τῆς βουλήσεως τοῦ ἔθνους. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἀνεκτὸν ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους; ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἐν αὐτῷ μόλυσμα δὲν μὲ παρακωλύει νὰ ῥίψω βλέμμα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν εἶχε συντάξει. Λαμβάνω δὲ τοῦτον ἐν χερσὶν ὡς μέσον παραβολῆς, ἵνα δι’ αὐτῆς ἀναζητήσω καὶ πεισθῶ περὶ τῆς ἐπαρκείας τῶν προβλέψεων τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, ὅστις φέρει νῦν τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως, ἀναλύων τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ἔν τε τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1895, ἀλλὰ τότε καὶ οἱ δύο συνταχθέντες προϋπολογισμοὶ τοῦ 1895 εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν; τὸν πρῶτον προϋπολογισμὸν συνέταξε Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχε νόμιμον ὕπαρξιν, διότι εἶχε πλειονοψηφίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀντεπροσώπευεν ἐν τῇ χώρᾳ πολιτικὸν κόμμα; ἐπειδὴ δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνετράπη, ἐπῆλθον δ’ ἕνεκα τούτου βουλευτικαὶ ἐκλογαί, ἐκ τούτων δὲ ὑπεδείχθησαν ἄλλοι πρὸς καταρτισμὸν Κυβερνήσεως, οἱ τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν ἀποτελέσαντες συνέταξαν καὶ εἰσήγαγον νέον προϋπολογισμόν. Οὕτως ὑπῆρξαν καὶ τότε δύο προϋπολογισμοί, εἷς ὁ συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ 1893, ἀποβιώσαντος ἤδη, καὶ ὁ ἕτερος, συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου εἶχον τότε κληθῆ νὰ προΐσταμαι. Ὅμοιόν τι συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1885, ἂν δὲν σφάλλωμαι, διότι καὶ τότε δύο συνετάχθησαν προϋπολογισμοί, εἷς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἦτο προκάτοχον ἡμῶν, καὶ τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ὁ δεύτερος ὑφ’ ἡμῶν, οἵτινες διεδέχθημεν αὐτόν. Ἐν πρώτοις ἀνευρίσκω διαφοράν τινα μεταξὺ τῶν δύο προϋπολογισμῶν, τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις πρὸ μικροῦ ἠγόρευε πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὁ ὁποῖος τυγχάνει Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρίσκω δὲ τὴν διαφορὰν ταύτην ἐπὶ τῶν ἐσόδων· ἀνέρχεται δὲ ἡ διαφορὰ αὕτη εἰς 2,140,000 δραχμὰς, ποσὸν κατὰ τὸ ὁποῖον προτείνει τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, τὴν ὁποίαν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει ὁ προκάτοχος αὐτοῦ. Ἐν πρώτοις ἀνέγραψεν 770,000 δραχμῶν αὔξησιν ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ προερχομένου ἐκ τοῦ εἰσπραττομένου ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρου, καὶ 80,000 δραχ. ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ προερχομένου ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ εἰσπραττομένου ἐκ τῆς σταφίδος, τὸ ὅλον 850,000. Ἡ αἰτία τῆς διαφορᾶς ταύτης δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ οὐσίᾳ. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀνέγραψε τὴν αὔξησιν, ἰσχυριζόμενος ὅτι τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος τὸ παραχθησόμενον θέλει εἶσθαι περισσότερον ἢ ὅσον ὑπέθετεν ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ὅτι ἤθελε παραχθῆ, καὶ ὅτι ἑπομένως ἕνεκα τούτου ἤθελεν εἰσπράξει τὸ Δημόσιον ποσὸν φόρου ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον προϋπελόγιζεν ὁ προκάτοχος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπελογίσθη ὑπὸ ἑκατέρου αὐτῶν ἡ χρονικὴ περίοδος ἡ φορολογική. Κατὰ τὸν προκάτοχον τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη ποσὸν κατὰ 850,000 δραχμὰς ὀλιγώτερον ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, διότι ἐκεῖνος ὑπελόγιζε τὴν φορολογικὴν περίοδον κατὰ τὴν φυσικὴν διάρκειαν τοῦ χρόνου, ἀρχομένην ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου καὶ λήγουσαν τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἐπείθετο δ’ ὅτι οὕτως ὤφειλε νὰ κανονίσῃ ταῦτα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὑπελόγισεν οὕτω τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ ἔτος 1899, στηριζόμενος εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καθ’ ἣν τὰ ἔσοδα ἑκάστης χρήσεως ἀναγράφονται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους, ἐντὸς τῆς ὁποίας ταῦτα παράγονται. Ὁ δὲ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν 850,000 δραχ. περισσότερον, διότι ὑπελόγισε τὸν φόρον κατὰ τὴν παραγωγικὴν τοῦ φορολογουμένου προϊόντος περίοδον, κατὰ τὴν παραγωγικὴν περίοδον τοῦ χρόνου. Ὑπελόγισε λοιπὸν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ ἔτους μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ἰουλίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐξαχθέντος ποσοῦ τῆς σταφίδος ἀνεῦρε τὸ παρ’ αὐτοῦ πληρωθὲν ποσὸν τοῦ φόρου. Δὲν νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν περὶ τούτου, ἂν καὶ κατὰ τύπους φαίνεται μᾶλλον προσήκουσα ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ αὕτη ἐνδείκνυται ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, στηρίζεται μὲν εἰς τὸν λόγον, ὅτι ὁ χρόνος τῆς παραγωγῆς τοῦ προϊόντος τούτου εἶναι μόνιμος καὶ ἀμετάβλητος, ἐφάνη ὅμως εἰς τὸν ἐνεστῶτα Ὑπουργὸν προτιμοτέρα, διότι παρεῖχεν αὐτῷ τὴν εὐκολίαν νὰ ἀναγράφῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὔξησιν κατὰ 850 χιλιάδας δραχμὰς τῶν ἐσόδων, καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιδείξῃ τὸν προϋπολογισμόν, ὃν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐν περισσεύματι, κατὰ ἀρχαίαν ἕξιν. Ἀλλ’ εἴτε τὴν μίαν εἴτε τὴν ἑτέραν τακτικὴν ἀκολουθήσωμεν, τὰ ποσὰ τῶν ἐσόδων δὲν μεταβάλλονται· εἰσὶ τὰ αὐτά. Καὶ ἂν δ’ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ ἀναγράψῃ 850,000 δραχμὰς περισσότερον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἀναγράψῃ ὀλιγώτερα τὰ τοιαῦτα ἔσοδα κατὰ ἴσον ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900· εἶναι ὡς ἂν ἐζήτησε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο προκαταβολὴν ἐπὶ τοῦ 1900 δραχμῶν 850,000, ἣν ἀνέγραψε πρὸς ὄφελος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1899. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκφέρῃ ἡ Βουλὴ γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ, πλὴν ἂν ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι πρέπει νὰ ἀμυνθῇ ἁπλῶς ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀφοῦ ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν ὑπάρχει διαφορά τις, ἵνα προκαλέσῃ τὴν ἀνησυχίαν αὐτῆς. Τὸ δεύτερον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπὸ τοῦ προκατόχου του, εἶναι τὸ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου· ἀνέγραψε δ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν 250,000 δραχ. περισσοτέρας ἢ ὅσας εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ. Ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου περιλαμβάνει καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν, ἐὰν τοιοῦτος ὑπάρχῃ ἢ ἤθελεν ἐπιβληθῆ, οὐδ’ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ὑπελόγιζε τὰς 250,000 δραχμὰς ὡς ἀναγραπτέας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του μόνον τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ζύθου, ὃν αὐξάνει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσαμεν εἰσέτι, πρόκειται δὲ πρὸς ἐπιψήφισιν, ἀλλὰ καὶ τὸν φόρον τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν, ἴσως δὲ καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως οἰνοπνευμάτων. Λέγω ὅτι δὲν εἶχε μόνον τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ζύθου, διότι ἐξετάζων τὰ περὶ τοῦ φόρου τοῦ ζύθου...
§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Τὸ ἐδήλωσε ῥητῶς.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι;
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅτι συνεβάλομεν καὶ τὸν φόρον αὐτόν.
§24Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτι ἡ αὔξησις ἀκριβῶς ἀνάγεται εἰς τὸν φόρον τῶν οἰνοπνευμάτων.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. εὑρίσκω ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου, ἥτις προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τοῦτο ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ καὶ ἀποτελέσῃ νόμον, συνίσταται εἰς φόρον 75 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῆς πεφρυγμένης κριθῆς, τῆς εἰσαγομένης ἔξωθεν, ὁ δὲ φόρος οὗτος θέλει βεβαιοῦσθαι καὶ εἰσπράττεσθαι ἐν τοῖς τελωνείοις, ἀποτελεῖ δ’ ἀληθῶς αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τοῦ ζύθου φόρου. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προβάλλει διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀνατρέπει τὸ μέχρι τοῦδε σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ ζύθου, καὶ ἀντικαθιστᾷ αὐτὸ δι’ ἄλλου, διὰ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας ἐν τοῖς τελωνείοις τῆς εἰσαγομένης πεφρυγμένης κριθῆς, ἥτις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία πρὸς κατασκευὴν τοῦ ζύθου. Τὸ προτεινόμενον νέον σύστημα εἶναι προτιμότερον, διότι ἀπαλλάσσει ἡμᾶς οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν καταχρήσεων, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νῦν λειτουργοῦντος φορολογικοῦ συστήματος ἐπὶ τοῦ ζύθου, ἀλλὰ καὶ τὴν βιομηχανίαν τῆς ζυθοποιΐας ἀπαλλάσσει ἐκ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας αὕτη ὑπεῖχεν ὑπὸ τῶν ἐφαρμοζόντων τὸ ἰσχῦον φορολογικὸν σύστημα καὶ ἀσχολουμένων εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ πληρωτέου φόρου. Ὅταν προταθῇ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου, μίαν ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τῶν 75 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῆς πεφρυγμένης κριθῆς εἶναι ὑπέρτερον τοῦ προσήκοντος. Ἐπειδὴ δὲ συνήθως, ὅταν μεταβάλλωνται φορολογικὰ συστήματα, πρέπει τις νὰ εὐχαριστῆται, ἂν διὰ τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν τῇ χώρᾳ, θέλει δυνηθῆ νὰ εἰσπράξῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε διὰ τοῦ παλαιοῦ φορολογικοῦ συστήματος, κρίνω συνετὸν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, νὰ μὴ ἀναζητήσωμεν δὲ δι’ αὐτῆς καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου. Διὰ ποῖον λόγον ἀντικαθιστῶμεν τὸ ἰσχῦον νῦν φορολογικὸν σύστημα; Διότι εἶναι σύστημα καταθλίψεως. Ὅταν τὸ νέος εἶδος τῆς φορολογίας ᾖναι ἀπηλλαγμένον ἀπὸ τῶν καταθλίψεων καὶ καταχρήσεων, θέλομεν εἶσθαι εὐτυχεῖς, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν καὶ δι’ αὐτοῦ ὅσα εἰσεπράττομεν διὰ τοῦ παλαιοῦ συστήματος, θέλομεν δ’ ἔχει τὴν ἐλπίδα νὰ εἰσπράξωμεν ἐν τῷ μέλλοντι περισσότερα ἢ ὅσα εἰσεπράττομεν μέχρι τοῦδε, διότι ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς βιομηχανίας ἀπὸ τῶν καταπιέσεων καὶ τῶν καταχρήσεων θέλει φέρει τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, ἑπομένως θέλει ἐπιφέρει τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἑπομένως τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου. Τῷ ὄντι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ἧς συνώδευσε τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου, εἰσήχθη ἐν τῷ Κράτει πεφρυγμένη κριθὴ κατὰ τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη τὸ ὅλον ὀκάδες 702,871,000, τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου ὁ μέσος ὅρος εἶναι ὀκάδες 175,717 κριθῆς, αἵτινες ὑποτίθεται ὅτι εἰσάγονται κατ’ ἔτος. Ἐὰν δ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι τοσοῦτον μόνον ποσὸν κριθῆς πεφρυγμένης θέλει εἰσαχθῆ διὰ τῶν τελωνείων εἰς τὸ Κράτος, θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν ποσὸν δραχμῶν 105,430, ἐνῷ νῦν διὰ τοῦ λειτουργοῦντος τρόπου τῆς φορολογίας εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1898 δραχμὰς 104,242, καὶ μόνον κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος, διότι κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη εἰσεπράττομεν πολλῷ ὀλιγώτερα, ἤτοι θέλομεν εἰσπράξει χιλίας διακοσίας περίπου δραχμὰς περισσοτέρας ἀπὸ ὅσας εἰσεπράττομεν μέχρι τοῦδε. Καὶ ἀναφέρομεν μόνον τὸ 1898, διότι κατὰ τοῦτο μόνον τὸ ἔτος εἰσεπράχθη, ὡς εἶπον, τὸ ἀνωτέρω ποσὸν, καθ’ ἕκαστον δὲ τῶν παρελθόντων ἄλλων ἐτῶν εἶχον εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου πολὺ ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1898. Διὰ τοῦτο σκοπῶ νὰ γνωμοδοτήσω, ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως στέρξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν τοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβληθῆ ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης ἔξωθεν πεφρυγμένης κριθῆς εἰς 60 λεπτὰ, ἀντὶ τῶν 75, τὰ ὁποῖα προτείνει· διότι, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ τέλος τῶν 75 λεπτῶν, θέλομεν εἰσπράξει πολλῷ περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσεπράττομεν, οὕτω δὲ δὲν θέλομεν ζητήσει μόνον τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἀλλὰ καὶ τὴν βαρυτέραν φορολογίαν τοῦ εἴδους τούτου τῆς βιομηχανίας. Αἱ μεταβολαὶ τῶν φορολογικῶν συστημάτων δὲν εἶναι ἀκίνδυνοι. Αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς ἐπάγουσι κλονισμὸν εἰς τὴν παραγωγὴν, διότι ὁ παραγωγὸς, καὶ ἂν διατελῇ ὑπὸ φόρον ἐλαττωματικὸν, συνήθισε τὸ κακόν· ὅταν ὅμως καλῆται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἕτερον σύστημα φόρου, δυσφορεῖ, ἕως ἂν συνηθίσῃ αὐτὸ, διατελεῖ δὲ πάντοτε ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ ἐπιφυλάξει. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εὐκταῖον ἦτο νὰ ἀναβάλωμεν τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους εἰς 75 λεπτὰ κατά τι τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῆς πεφρυγμένης κριθῆς προσδιορισθῇ εἰς 75 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, θέλει εἰσπραχθῇ ποσὸν 131,787 δραχ. Ὁ προκάτοχος τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὃν εἶχε συντάξει, εἶχεν ἀναγράψει ὡς ἔσοδον ἐπὶ δικαιωμάτων καταναλώσεως τοῦ ζύθου δραχ. 110,000, ὁ δὲ νῦν Ὑπουργὸς ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμῷ εἰς 360,000, διότι περιέλαβε καὶ τὸ ἔσοδον τοῦ ἐκ τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν τέλους, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ μήπω συζητηθέντος νομοσχεδίου, ἴσως καὶ τὸ ἔσοδον τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, κατὰ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰσαγάγει. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι, εἶναι δὲ, νομίζω, ἐκκρεμὲς εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τρίτην.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσω περαιτέρω ὑμᾶς περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν ὥραν ταύτην. Ὅταν τοῦτο προτεθῇ εἰς συζήτησιν, σκοπῶ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου νὰ προβάλω γνώμην. Ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ προβάλλομεν μόνον γνώμας, οὐχὶ, ὡς λέγουσι, κατὰ τὴν παροιμίαν, pour le Roi de Prusse, ἀλλὰ μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον, καὶ μετὰ τῆς ἐλπίδος, ὅτι συντελοῦμεν νὰ φωτισθῇ περισσότερον τὸ δημόσιον φρόνημα. Προσδοκίαν νὰ πείσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν, ἵνα ἀποδεχθῇ τὰς γνώμας ἡμῶν, βεβαίως δὲν ἔχομεν, πλὴν ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε στέρξει νὰ παραδεχθῇ αὐτάς. Καὶ ἡμεῖς μὲν θέλομεν πειραθῆ νὰ πείσωμεν αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν τὸν πείσωμεν, δὲν θέλομεν παραλίπει νὰ ἐκθέσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ τρίτη αὔξησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ ὑπ’ ἐκείνου συνταχθέντι προϋπολογισμῷ, εἶναι ἐπὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, διότι τὰς ἐκ τῶν τελῶν τούτου ἀναγεγραμμένας ὑπ’ ἐκείνου δραχ. 10,300,000 ἀνεβίβασεν εἰς δραχ. 10,500,000, προσθέσας 200,000 δραχ. Δὲν εὑρίσκω ὅτι ὑπελόγισε κακῶς τὰ περὶ τούτου, καὶ δὲν ἔχω ἀφορμὴν, ἵνα ἐπικρίνω τὴν ἀναγραφεῖσαν αὔξησιν, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1894, 1895 καὶ 1896. Τετάρτην αὔξησιν προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν ἐκ δραχμῶν 40,000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡδηγήθη, ἵνα ἀναβιβάσῃ τὸ ὑπὸ τοῦ προκατόχου του ἀναγραφὲν ποσὸν τοῦ ἐσόδου τούτου, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἔτους 1898, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ ἐκ τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν ἔσοδα ἀνεβιβάσθησαν εἰς δραχ. 1,698,635.72, ὑπέλαβε δ’ ὅτι ἠδύνατο νὰ προσθέσῃ ἔτι 1365 δραχ. διὰ νὰ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσὸν εἰς 1,700,000, ἐνῷ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ εἶχεν ἀναγράψει ὡς ἔσοδον μόνον 1,660,000. Καὶ περιορίζεται μὲν ἡ αὔξησις τοῦ ἐσόδου εἰς 40,000 δραχμὰς, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν θέλουσι βεβαιωθῇ καὶ εἰσπραχθῇ καὶ κατὰ τὸ 1899 τὰ κατὰ τὸ 1898 εἰσπραχθέντα, διότι τὸ 1898 ἦτο ἔτος ἐξαιρετικὸν, ἕνεκα τῆς μεγάλης ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας, ἥτις τότε ἀνεπτύχθη, ἕνεκα τῶν τότε περιστάσεων. Ἀφοῦ 60 ἢ 70 χιλιάδες ἐπίστρατοι ἦσαν ἐκτὸς τῶν οἴκων των καὶ ἐν συνεχεῖ πορείᾳ, ἑπόμενον ἦτο οἱ οἰκεῖοι αὐτῶν νὰ ζητῶσι νὰ μάθωσι τὰ κατ’ αὐτοὺς, αὐτοὶ δὲ νὰ γράφωσιν, ἵνα πληροφορήσωσι τοὺς συγγενεῖς των. Διὰ τοῦτο ἀμφιβάλλω, ἂν καὶ κατὰ τὸ 1899 τὰ ταχυδρομικὰ τέλη θέλουσιν ἀναβιβασθῆ εἰς τὸ ποσὸν 1,700,000 δρ. ἢ καὶ εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχος αὐτοῦ προσεδόκα ὅτι ἤθελεν εἰσπραχθῆ. Ἀλλ’ ἐπὶ πᾶσιν ἤθελον προτιμήσει τὴν ἀναγραφὴν τοῦ 1,660,000 ἀντὶ τοῦ ἀναγραφέντος ποσοῦ τῶν 1,700,000. Ἑτέρα αὔξησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπεδέχθη, εἶναι ἐκ τοῦ εἰσπραττομένου δικαιώματος ἐπὶ τῆς ὑλοτομουμένης ξυλείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προσέθηκε 400,000 δραχ. εἰς τὸ ποσὸν τῶν 972,000, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπὸ τοῦ προκατόχου του· ὡδηγήθη δὲ πρὸς τοῦτο ἐκ τῶν εἰσπράξεων ὡσαύτως τοῦ 1898, ἀνελθουσῶν εἰς 1,372,152. Ἡ ἐξέτασις τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς ὑλοτομίας τῶν δασῶν πρέπει κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Τὰ δάση βεβαίως παρέχουσι πρόσοδον, Κράτη δὲ, ὡς τὸ ἡμέτερον, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα αὑτῶν, δικαιοῦνται νὰ μὴ παραβλέπωσι τὴν πρόσοδον τῶν δασῶν. Ἀλλὰ τὴν ὑπέρμετρον αὔξησιν τῶν ἐσόδων πρέπει νὰ χαλιναγωγήσῃ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος, νὰ μὴ καταστραφῶσι τὰ δάση, ἑπομένως τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ περισταλῇ ἡ ὑλοτομία. Ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπραγματεύθη εὐρύτερον τὰ περὶ τούτου. Καὶ τότε μὲν δὲν ἠδυνάμην νὰ στέρξω, ἵνα ἀναγράψω ἐν τοῖς νόμοις τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφρόντισα νὰ περιορίσω, ὅσον ἠδυνάμην περισσότερον, τὴν ὑλοτομίαν ἐν τοῖς δάσεσιν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι τοῦτο ἔπραξα ἐναντίον τῆς ἐπιθυμίας πολιτικῶν μου φίλων, οἵτινες εἶχον συμφέρον νὰ μὴ περισταλῇ ἡ ὑλοτομία, ἵνα βοηθήσωσι τοὺς συμπολίτας των. Ἐὰν ἐξετάσητε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑλοτομίας τοῦ 1896, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἕξεις παλαιαὶ, τὰς ὁποίας εἶχε δημιουργήσει καὶ ἐγκαταστήσει διοίκησις χαλαρὰ, ἀφινομένη νὰ ὁδηγῆται ἀπὸ τὰ τοπικὰ ἢ προσωπικὰ συμφέροντα τῶν φίλων αὐτῆς, ἐπολεμήθησαν παρ’ ἡμῶν, ἐπὶ κινδύνῳ ζημίας τῶν πολιτικῶν συμφερόντων ἡμῶν, ἀλλὰ μετὰ τῆς ἐλπίδος, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον τὸ Ὑπουργεῖον, ἤθελον ὑψωθῆ ὑπεράνω τῶν συμφερόντων τούτων, καὶ ἡ ἐλπὶς ἡμῶν δὲν διεψεύσθη, διότι πράγματι οὗτοι ὑψώθησαν, οὐδὲ μοὶ παρενέβαλον δυσκολίαν τινά. Ὑπάρχουσιν, ὡς γνωστὸν, ἐπαρχίαι, ἂν ὄχι πολλαί, τοὐλάχιστον τινὲς, ἐν αἷς ἡ ἀνθρακοποιία καταστρέφει τὰ δάση, ἡ δὲ ἀνθρακοποιία παράγει εἰς τοὺς κατασκευαστὰς τῶν ἀνθράκων κέρδος οὐκ εὐκαταφρόνητον, καὶ οὐ μόνον εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς περὶ αὐτούς. Καὶ περὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ὑλοτομίας ἐν τοῖς δάσεσι, τῆς πρὸς οἰκοδομὴν ἢ πρὸς ναυπηγίαν, ἢ τῆς πρὸς παρασκευὴν ἄλλων ἀναγκαιούντων εἰς τὴν βιομηχανίαν, ἢ τὴν παραγωγὴν σκευῶν, ἢ τὴν κατασκευὴν στρωτήρων, ἔπρεπεν ὡσαύτως νὰ προσέξωμεν, εἰς τὴν ὑλοτομίαν πρὸ πάντων, διὰ τῆς ὁποίας παράγονται οἱ στρωτῆρες τῶν σιδηροδρόμων. Ἐὰν δὲ ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ συμβιβάσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὸ συμφέρον τῶν ὑλοτομούντων μὲ τὸ συμφέρον τῆς διατηρήσεως τῶν δασῶν, διὰ τῆς περιστολῆς τῶν ἐπιζημίων ὑλοτομιῶν, ἠθέλομεν προσφέρει ἀξιόλογον ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον. Ἡ διοίκησις τῶν δασῶν πρέπει νὰ γένηται ἐμβριθὲς μέλημα τῶν κυβερνώντων, διότι δυστυχῶς αὕτη παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς διοίκησις, διότι ὅπου οὔτε οἱ φυλάσσοντες τὰ δάση γνωρίζουσι κατὰ τίνα τρόπον ὀφείλουσι νὰ φυλάττωσιν αὐτὰ, οὔτε οἱ διοικοῦντες τὰ δάση γνωρίζουσι πῶς νὰ διοικήσωσιν αὐτὰ, βεβαίως αἱ καταχρήσεις εἶναι μεγάλαι, καὶ βεβαίως ἡ χρῆσις ἡ εὔλογος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν μεταβάλλεται εἰς κατάχρησιν μεγάλην. Διὰ τοῦτο πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν δὲν πρέπῃ νὰ μεταβληθῇ ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἐπὶ τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης ξυλείας, οὐχὶ βεβαίως μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ὑλοτομίας ἐν τῷ Κράτει. Ἀλλὰ τοῦ παρόντος καιροῦ δὲν εἶναι ἡ συζήτησις αὕτη, τὸ ἀναγραφὲν ὅμως ποσὸν τῶν 400,000 δραχμῶν εὐκταῖον εἶναι νὰ μὴ εἰσεπράττετο· ἤθελε δὲ κατορθωθῆ νὰ μὴ ἐκβιασθῇ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ, ἐὰν ἡ διοίκησις δὲν ἐφρόνει, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν ὅλον, ὅπερ ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων. Τελευταίαν προσθήκην εὑρίσκω τὴν ἀναγραφὴν 4,000,000 ὡς ἔσοδον εἰσπραχθησόμενον ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων. Αἱ σημειώσεις τῶν ἀριθμῶν, τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψιν, δὲν μὲ ἐνθαρρύνουσιν, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν προσθήκην ταύτην, διότι κατ’ οὐδὲν τῶν προηγηθέντων ἐτῶν 1893, 1894, 1895 καὶ 1896 εἰσεπράχθη ποσὸν τοσοῦτον ἐξ ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων, οὐδὲ κατ’ αὐτὸ τὸ 1896, καθ’ ὃ ἡ διοίκησις εἶχεν ἀποκατασταθῆ ἀρτία, ἤτοι καὶ ἄγρυπνος καὶ ἀκριβής. Κατὰ τὸ 1895 εἰσεπράχθησαν μόνον 2,424,239, μόνον δὲ κατὰ τὸ 1896 εἰσεπράχθησαν 3,640,289, διότι κατὰ τὸ 1897 εἰσεπράχθησαν 2,466,391, δηλ. προσήγγισαν τὰ 4,000,000.
§28Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ 1893 εἶχε περισσότερα.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀλλὰ τὸ ἔτος 1896 δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἀπαραίτητος ὁδηγὸς διὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων. Ἴσως δὲν προσήκει εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω τὸν λόγον, ἀκολουθῶν τὸ ἀξιάγαστον παράδειγμα τῆς μετριόφρονος γλώσσης τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ἀγορεύων πρὸ μικροῦ, μετὰ μεγάλης μετριοφροσύνης κατέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὗτος εἶχε κατορθώσει νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς 116 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ τὰ κατὰ τὸ 1896 ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν κατὰ τὰ μετ’ αὐτὸ ἔτη, καὶ ἰδίως μετὰ τὰς περιστάσεις τοῦ 1897 καὶ τοῦ 1898, αἵτινες ἐξήντλησον πάντως τὰ ἀποταμιεύματα τῶν φορολογουμένων. Νῦν δ’ ἀμφιβάλλω, ἐὰν καὶ διοίκησις τοσοῦτον αὐστηρὰ καὶ ἀκριβὴς περὶ τὴν εἴσπραξιν, οἵα ἦτο ἡ κατὰ τὸ 1896, θέλει δυνηθῆ νὰ εἰσπράξῃ τὰ 4,000,000, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Δὲν γνωρίζω ποία κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἶναι ἡ ζήτησις τῆς σμύριδος, καὶ ἂν εἶναι πιθανὴ ἡ εἴσπραξις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὑπάρχουσι πάντως 5 ἢ 5½ μῆνες ἀκόμη πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔτους, ἀλλὰ δὲν ἤθελον ἀδικήσει τὸν ἀναγράφοντα, ἂν ὑπέθετον, ὅτι δὲν ὡδηγήθη ἀπὸ τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον, ἀναγράφων ἄνευ δισταγμοῦ ἔσοδον 500,000 φράγκων χρυσῶν ἐκ τῆς σμύριδος, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ προϋπολογίσῃ τις ὀλιγώτερα τῶν πιθανῶς εἰσπρακτέων, ἵνα μὴ τυχὸν ἀποπλανηθῇ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, ὑπολογίζων αὐτὰ ἀνώτερα τοῦ προσήκοντος, διότι οὕτω θέλει παρασκευάσει βέβαιον ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐπίσης δὲν γνωρίζω ἐὰν ζητεῖται στεατίτης καὶ ἐὰν ἐπωλήθη στεατίτης, διότι καὶ ἐκ τούτου ἀναγράφεται ἔσοδον. Ἡ ἀναγραφὴ ὅμως τῶν 158,000 δρ. ὡς ἐσόδου ἐκ τῶν ἀνθρακωρυχείων τῆς Κύμης μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀνῆκε περισσότερον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀναγραφομένων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, διότι ταῦτα εἰσπράττονται πάντοτε μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐπιτροπῆς, γιγνομένην πάντοτε εἰς τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπροτίμα νὰ ἀναγράψῃ αὐτὰ ἐν τῷ κεφαλαίῳ, ὑπὸ τὸ ὁποῖον τὰ ἀνέγραψε, τότε πρέπει κατ’ ἴσον ποσὸν νὰ μειώσῃ τὰ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον δὲν ἐμείωσεν, ἀλλὰ καὶ αἰσθητῶς ηὐξημένα ἀνέγραψεν. Καὶ τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐσόδων ἐκ προσωρινῶν δόσεων καὶ ἐκ παγίων δόσεων εἰς 210,000 καὶ εἰς 406,000, ἤτοι τὸ ὅλον εἰς 616,000, πρέπει μετὰ δισταγμοῦ ν’ ἀποδεχθῇ τις, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πρῶτον τὴν κατάστασιν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, διότι ἡ τύχη τοῦ σταφιδοκάρπου ἐπηρεάζει καὶ τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν καλλιεργεῖται ἡ σταφίς. Ἀλλὰ πλὴν τῆς περιπτώσεως ταύτης, δηλαδὴ τῆς μὴ καλῆς καταστάσεως τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, τὰ συμβεβηκότα τοῦ 1897 καὶ 1898 συνετέλεσαν νὰ χειροτερεύσωσι περισσότερον τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἀμφιβάλλω δὲ, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ δόσεων εἴτε παγίων εἴτε προσωρινῶν, θέλουσι δυνηθῆ ν’ ἀποδώσωσι τὰ ὀφειλόμενα. Τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἐσόδου τούτου καὶ τὴν βεβαίωσιν τούτου εὐκολύνει ἐπαρκῶς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη κατὰ τὸ 1895 πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν τῶν δηλωσάντων γαίας ἐθνικὰς καὶ καταλαβόντων αὐτὰς δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως ἐθνικῶν γαιῶν. Ἡμεῖς εἰσηγάγομεν κατὰ τὸ 1890 πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν τούτων τὸ σύστημα τῶν συνεργείων· ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ διαδεξάμενοι ἡμᾶς κατὰ τὸ 1892 κατήργησαν τὸ σύστημα, καὶ ἀντικατέστησαν αὐτὸ διὰ τοῦ συστήματος ἀμοιβῶν, κατ’ ἀριθμὸν παραχωρητηρίων. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀπέτυχεν ἐντελῶς· διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1895, ὅτε ἐκλήθημεν αὖθις εἰς τὴν ἀρχὴν, κατηργήσαμεν τὸ σύστημα τῶν ἀμοιβῶν, καὶ ἐπανήλθομεν εἰς τὸ σύστημα τῶν συνεργείων. Ἡ λειτουργία τοῦ συστήματος τούτου ἀπέφερεν εὐχάριστα ἀποτελέσματα· διὰ τοῦτο ἐνισχύω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸ σύστημα τοῦτο. Μοὶ ἔδωκε δὲ ἀπόδειξιν, ὅτι εἶναι πρὸς τοῦτο διατεθειμένος, διότι ἐπρότεινε νομοσχέδιον περὶ συστάσεως δύο ἔτι συνεργείων πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ συστηθέντα...
§30Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τῆς προσθήκης τεσσάρων ἀκόμη συνεργείων.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παράγει τὸ σύστημα τοῦτο, αἱ ἀνωμαλίαι τοῦ 1897 καὶ 1898 συντέλεσαν εἰς οἰκονομικὴν μείωσιν τῆς χώρας, ὡς καὶ ἡ κατάστασις τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἥτις δὲν εἶναι εὐχάριστος· φρονῶ δ’ ὅτι δὲν θέλει ἕνεκα τούτων δυνηθῆ ἡ διοίκησις νὰ εἰσπράξῃ ὅλον τὸ προϋπολογιζόμενον ποσόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς εἰσφορὰν τῶν δήμων διὰ τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ποσὸν δραχμῶν 442,000, τὸ ὁποῖον εἶναι πολλῷ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, διότι ἴσως εἶναι τὸ ἓν πέμπτον ἢ τὸ ἓν ἕκτον αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὰς 442 χιλιάδας ἀνέγραψεν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι οἱ δῆμοι θέλουσιν ἐξακολουθήσει νὰ μένωσιν ὑπόχρεοι εἰς παροχὴν τῆς εἰσφορᾶς αὐτῆς μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Ἐὰν ὅμως ἀνέγραψε τόσον μόνον ποσὸν διότι προέβλεπεν ὅτι οὐχὶ βραδέως θέλει δυνηθῆ νὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα τῆς ἀστυνομίας εἰς σύστημα διοικητικῆς ἀστυνομίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπεψηφίσθη, τότε ἡ ὑποχρέωσις τῶν δήμων πρέπει νὰ λογισθῇ ἀναλόγως τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει ἐξακολουθήσει ἰσχύουσα ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Ἐὰν δ’ ἕνεκα τούτου προσδιώρισε 442,000 δραχμὰς δὲν δύναμαι νὰ ἐνθαρρύνω αὐτὸν, ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ εἰσπράξῃ αὐτάς.
§32Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε; Διὰ τοῦ νέου νόμου περὶ ἀστυνομίας δὲν κατηργήθη ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων· διετηρήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 29. Ὁ ὑπολογισμὸς τῶν 442,000 δρ. στηρίζεται εἰς τοῦτο, ὅτι αἱ ἀναγραφόμεναι κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ποσότητες δὲν εἰσεπράττοντο ὅλαι, καὶ διὰ τοῦτο περιώρισα τὸ ποσὸν μέχρι τοσούτου.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι θέλετε μὲ συγχωρίσει, διότι δὲν ἐγνώριζον ὅτι ἐν τῷ ψηφισθέντι νομοσχεδίῳ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας περιλαμβάνεται καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῶν δήμων νὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὰ ἔξοδα αὐτῆς.
§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁποῖον ἤδη ἐγένετο νόμος.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ ἐγνώριζον, διότι δὲν ἐπρόφθασα νὰ ἀναγνώσω αὐτὸ, οὐδὲ ἠδυνήθην νὰ μάθω πότε ἐσυζητήθη καὶ ἐψηφίσθη. Ταῦτα ἐγένοντο κατὰ τὴν ἀξιομνημόνευτον συνεδρίασιν, καθ’ ἣν περὶ τὰ ἐξημερώματα ἐπεψηφίσθησαν τὰ τεσσαράκοντα πέντε νομοσχέδια (ἱλαρότης). Ἀλλ’ εἴτε εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ ἡ ὑποχρέωσις τῶν δήμων εἰς εἰσφορὰς, εἴτε δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη, τὸ δὲ ἀναγραφὲν ποσὸν εἶναι μόνον ποσοστὸν τῆς κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον ὑποχρεώσεως, ποσοστὸν περιορισθὲν ἕνεκα τῆς ὑπολοίπου βραχείας διαρκείας τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἡ αὐτὴ σκέψις μοὶ ὑπαγορεύει νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ὅτι νομίζω ὅτι δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ εἰσπράξητε τὰς 442,000 δρ. Δι’ ὃν λόγον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπράττωνται τὰ ἀναγραφόμενα ὡς εἰσφορὰ τῶν δήμων ποσὰ τῶν 3,200,000 δραχμῶν, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον οὗτοι δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ εἰσφέρωσιν οὐδὲ τὰς 442,000 δραχμάς. Ἀληθῶς, ἕνεκα τῶν δύο μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι νομοθετηθῆ, τοῦ μέτρου τῆς εἰσφορᾶς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τοῦ μέτρου τῆς εἰσφορᾶς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οἱ δῆμοι ἐξηντλήθησαν οἰκονομικῶς. Ὁ νόμος περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ 1895 δὲν ἐπέτρεψε τὴν παροχὴν τῆς χρηματικῆς ἐπικουρίας τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τοὺς δήμους πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ καταβάλωσιν, ἀλλ’ ἐξήρτησε τὴν παροχὴν τῆς ἐπικουρίας τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ τοῦ ὅρου τῆς προηγουμένης αὐξήσεως μέχρις 1% τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων, διότι ἐκρίθη, ὅτι τότε μόνον πρέπει νὰ ἔρχηται ἐπίκουρον τὸ Δημόσιον, ὅταν βεβαιωθῇ ἡ πλήρης ἀνεπάρκεια τῶν δημοτικῶν φόρων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συμφώνως πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς περὶ τούτου διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐξάρτησις ἐκ τοῦ ὅρου τούτου τῆς παροχῆς τῆς ἐπικουρίας προσέκρουσεν εἰς τὴν καταστρατήγησιν τοῦ νόμου, διότι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ πολλῶν δήμων τοῦ Κράτους ὑπέλαβον, ὅτι ἠδύναντο νὰ μὴ προσφύγωσιν εἰς τὴν προσθήκην τοῦ προσθέτου ἑνὸς ἑκατοστοῦ ἐπὶ τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν φόρων, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωσι περισσότερον τοὺς δημότας αὑτῶν διὰ τῆς νέας ταύτης φορολογίας, προσεδόκων δὲ, ὅτι ἤθελον λάβει πάντοτε τὴν βοήθειαν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀφοῦ τὰ ἄλλα ἔσοδα αὐτῶν δὲ ἐπήρκουν εἰς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ καταστρατήγησις αὕτη παρεκώλυε τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὅρου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ νόμος ἐξήρτησε τὴν παροχὴν τῆς ἐπικουρίας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἑπομένως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς δήμους τὴν ἐπικουρίαν τοῦ δημοσίου ταμείου, οἱ δὲ δῆμοι οὗτοι, μὴ λαβόντες αὐτὴν, περιῆλθον εἰς πλήρη οἰκονομικὴν ἀποσύνθεσιν. Κατὰ ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐν τῷ γραφείῳ μου κατήρτισα, τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς δήμους ὡς ἐπικουρία, παραβλεπομένης τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ὅρου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξήρτησεν ὁ νόμος τὴν παροχὴν αὐτῆς, τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 840,000 δρ. Ἐὰν λοιπὸν ἀρνηθῆτε νὰ πληρώσητε εἰς τοὺς δήμους, οἵτινες δὲν ἔλαβον τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου, τὸ ποσὸν τοῦτο, οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ συντηρηθῶσι. Καὶ ἐγὼ μὲν, ὅστις ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν ὀρεινὴν, γνωρίζω ὅτι πολλοὶ τῶν δήμων τῆς πατρίδος μου στεροῦνται καὶ ὀλίγων δηναρίων διὰ νὰ πληρώσωσι τὰ γραφικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως αὐτῶν, οἱ δὲ δήμαρχοι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὴν ἀντιμισθίαν τῶν γραμματέων των καὶ τὰ ἐνοίκια τῶν Δημαρχείων, ἐὰν ἔχωσι μισθώσει τοιαῦτα· ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι θέλει ἐπέλθει ἡ ἀνάγκη, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀσχοληθῇ περὶ τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ἡ Κυβέρνησις προβάλῃ εἰς αὐτὴν μέτρα. Εἴχομεν ἡμεῖς προτείνει νομοσχέδιον περὶ τούτου, ἀλλ’ ὁ δυστυχὴς νόμος τοῦ 1895, πρὶν ἢ ἔτι γεννηθῇ, καθ’ ὃν χρόνον ἐκυοφορεῖτο ἐν τῇ μήτρᾳ τῆς Βουλῆς, εὗρεν ἀντίδρασιν ἐξ ὅλων τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, καὶ ἡ ἀντίδρασις ἦτο μεγάλη, ἀφοῦ δὲ κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, δὲν ἔπαυσεν ἡ ἀντίδρασις, ἡ ἐπιθυμία ὅπως σαρωθῇ ὁ νόμος, ἡ δ’ ἐπιθυμία αὕτη ἐνέπνεεν ἄλλην ἐπιθυμίαν, πῶς νὰ ἀποδειχθῇ ἡ κακὴ κατάρτισις τοῦ νόμου, ἡ ἀτέλεια καὶ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ νόμου, νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου ἐπῆλθε πλήρης παράλυσις. Λοιπὸν παρεκωλύθη ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἴχομεν προτείνει, ἵνα πληρώσωμεν τὸ κενόν. Μάλιστα εἰς πολιτικὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μακρὰ ἔτη μοὶ παρεῖχε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ συμπράττῃ μετ’ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀνέλθει ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὸν πολιτικὸν αὐτὸν ἄνδρα ἔδωκα γνώμην νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὰ τέλη τῆς παρελθούσης περιόδου. Δυστυχῶς αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου ἦσαν ἔτι ἀνώμαλοι, ἡ δὲ Βουλὴ ἦτο ἐν ἐκτρόπῳ καταστάσει, — λέγω ἐν ἐκτρόπῳ οὐχὶ μεμφόμενος τῆς Βουλῆς, ἢ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι οἱ διορισθέντες Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι τότε ἐκυβέρνων, δὲν ἀπελάμβανον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἥτις ἠνείχετο μόνον αὐτοὺς, ἀλλ’ οὐδόλως συνεδέετο μετ’ αὐτῶν διὰ ταυτότητος φρονημάτων, — ἕνεκα δὲ τούτου ἐδίσταζεν ὁ εἰρημένος Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ οὗ εἴρηται νομοσχεδίου, ἔμεινε δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκκρεμὲς καὶ τυγχάνει ἔτι τοιοῦτον. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ κακὸν θέλει θεραπευθῆ προσεχῶς, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀνεξάρτητον θέμα, ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, εἶναι, ἐὰν ὑπάρχει πιθανότης νὰ εἰσπράξωμεν τὰς 442,000 δραχμὰς, αἵτινες ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν αὐτάς. Τοῦτο ὤφειλον νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν· διότι, ἐὰν τυχὸν συμβῇ νὰ ἐπαληθεύσῃ ἡ γνώμη μου, θέλει μείνει κενὸν ἐν τοῖς ἐσόδοις κατὰ ποσὸν τοσοῦτον, ὅσον δὲν θέλει εἰσπραχθῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται, ὅτι μετέβαλε πλέον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε, ὡς μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶχεν ἐκδηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ ὁποία πάντοτε ἦτο ἀξία προσοχῆς, καὶ ἂν δὲν ἦτο τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, διότι γνωστὸν, ὅτι οὗτος ἀσχολεῖται ἰδίως εἰς τὰ οἰκονομικά. Ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀφέσεως ἢ περὶ μεταποιήσεως ποσοστοῦ τινος τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐκ τεσσάρων κατὰ χιλιάδα δραχμῶν ἀπὸ χρήματος εἰς εἶδος, μέτρον, ὁμολογῶ, μὴ σύνηθες, προσεπάθησα δι’ αὐτοῦ νὰ συμβιβάσω μᾶλλον πρὸς τὴν ἐπιστήμην καὶ ἑπομένως πρὸς τὴν ἀλήθειαν τὰς πανταχόθεν ἐκδηλουμένας διὰ κραυγῶν ἀξιώσεις τῶν καλλιεργητῶν τῆς σταφίδος καὶ τῶν ἐμπορευομένων αὐτήν. Ἐσκοποῦμεν διὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου νὰ παράσχωμεν ἄνεσίν τινα εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, μειώνοντες τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῶν νὰ πληρώνωσι τὸν συνήθη φόρον εἰς χρήματα, ἠλαττοῦμεν δ’ αὐτὸν κατὰ τέσσαρας δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, καὶ ὑπεχρεοῦμεν τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς νὰ ἀποδώσωσιν ἀντὶ τῶν τεσσάρων δραχμῶν ποσὸν σταφίδος· προσδιωρίσαμεν μάλιστα τὸ ἀποδοτέον ποσὸν σταφίδος περισσότερον, σκοποῦντες, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον τότε ἐποιησάμεθα, νὰ προμηθεύσωμεν περίσσευμά τι χρημάτων, ὅπως τοῦτο διατεθῇ ἐν τῷ μέλλοντι πρὸς ὠφέλειαν τῶν παραγωγῶν, πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔλεγε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν μεταξὺ τῶν ἐσόδων τὸ ποσὸν τῶν 1,460,140 δρ., τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἀναγράψει ὡς ἔσοδον εἰσπραχθησόμενον ἐκ τῆς πωληθησομένης σταφίδος, ἵνα ἐξ αὐτοῦ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἐκ τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιάδα ποσὸν τοῦ φόρου, ὅπερ εἴχομεν ἀφήσει εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἐξεδήλου δ’ ἀμφιβολίας, ἐὰν ἐκ τῆς πωληθησομένης σταφίδος ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν καὶ αὐτὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ εἰρημένου νόμου· διὰ τοῦτο ἐζήτει τότε ὁ κ. Σιμόπουλος νὰ μειώσωμεν τὸ ἀναγεγραμμένον ἔσοδον ἀπὸ 1,460,140 εἰς 260,140 μόνον, ἤτοι κατὰ 1,200,000. Εὐτυχῶς τὰ πράγματα διέψευσαν τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Σιμοπούλου, εἰ καὶ τοσοῦτον ἀσχολεῖται εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἐκρίνετο, ὅτι εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ ποιῆται τοιαύτας προβλέψεις, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὰς ἀποθήκας ποσοῦ σταφίδος μέγα μέρος ἐπωλήθη, ἐκ τοῦ εἰσπραχθέντος δ’ ἀντιτίμου τοῦ πωληθέντος ποσοῦ οὐ μόνον ἐκαλύφθηκαν αἱ τέσσαρες δραχμαὶ κατὰ χιλιάδα, τὰς ὁποίας ἀφῆκε τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Ὑπῆρξεν ὅμως λάθος τι κατὰ τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀναγραφὴν τοῦ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὰς ἀποθήκας ποσοῦ σταφίδος εἰσπραχθέντος χρηματικοῦ ποσοῦ δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1895, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συντάσσων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ὑπέλαβεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναγράψῃ ἐν αὐτῷ ὡς ἔσοδον τοῦ 1899 ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσπραχθῇ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ περὶ οὗ εἴρηται σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνέλθει εἰς 3,859,258 δραχμὰς, ἐνῷ μέγα μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν εἶναι ἔσοδον τοῦ 1899, οὐδ’ εἰσήχθη εἰς τὸ ταμεῖον κατὰ τὸ 1899· διότι τὸ μὲν ἔσοδον τοῦ 1895 ἦτο κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔκτοτε, δὲν γνωρίζω δὲ, ἐὰν καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, διότι αἱ πολιτικαὶ περιπλοκαὶ δὲν μὲ ἀφῆκαν νὰ ἐξετάσω, δὲν γνωρίζω, λέγω, ἐὰν καὶ τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν τῶν ἑπομένων ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898 εἶχον κατατεθῇ ὑπὸ τῶν διαδόχων μου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι καθ’ ὅλα τὰ ἑπόμενα ἔτη 1896, 1897 καὶ 1898 τὰ χρήματα ταῦτα δὲν εἶχον εἰσαχθῇ εἰς τὸ ταμεῖον, εἴτε διότι δὲν εἶχε πωληθῇ ποσόν τι σταφίδος, εἴτε διότι τὸ εἰσπραχθὲν ἀντίτιμον δὲν εἶχεν ἀναγραφῇ ἐν τοῖς βιβλίοις, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ περιπτώσει ἠδύνατο νὰ ἀναγραφῇ ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν τὸ κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτοῦ εἰσπραχθὲν, οὐδ’ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀναγραφῶσι πάντα τὰ ἐκ τοιαύτης ἀξίας εἰσπραχέντα ὡς ἔσοδα τοῦ 1899, ἀφοῦ ταῦτα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς ἔσοδα τοῦ 1899, οὐδὲ νὰ κριθῶσιν ὡς ἔσοδα διαρκῆ, ὧν ἡ εἴσπραξις εἰς τόσον ποσὸν θέλει ἐπαναληφθῇ καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἑπομένως ὡς ἔσοδον ἠδύνατο νὰ ἀναγραφῇ μόνον ἐκεῖνο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ πωληθέντος ποσοῦ τῆς σταφίδος, τοῦ κρατηθέντος ὡς ἔχοντος τὴν ἀξίαν τῶν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Ἀλλ’ ἐὰν, ὡς σᾶς εἶπον, εἶχεν ἀναγραφῆ ὅλον τὸ κατὰ τὰ προηγηθέντα ἔτη εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897, δὲν ἔπρεπε τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ περισσεύματος, διότι κατὰ τὸ 1900 δὲν θέλομεν εἰσπράξει ἐπίσης 3,859,258, ἀλλὰ μόνον τὰς τέσσαρας δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, τὰς ὁποίας ἀφήκαμεν εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ ἀντὶ τῶν ὁποίων ἐκρατήσαμεν καὶ εἰσηγάγομεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τὴν πωληθεῖσαν σταφίδα. Ὅταν αὐξάνητε τὰ ἔσοδα δι’ εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι περιοδικαὶ, εἰσπραχθησόμεναι καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, δύνασθε νὰ πλανηθῆτε καὶ νὰ αὐξήσητε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀναλόγως τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ τὰ μὲν αὐξηθέντα ἔξοδα θέλουσι μείνει ἀναγεγραμμένα καὶ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων τῶν ἑπομένων ἐτῶν, τὰ ἔσοδα ὅμως, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθητε, ἵνα αὐξήσητε, ὡς εἴρηται, τὰ ἔξοδα, δὲν θέλουσιν ὑπάρχει, ἵνα εἰσπραχθῶσι καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπείσθη ἐπὶ τέλους νὰ μεταβάλῃ κατὰ τοῦτο τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν εἶχεν εἰσαγάγει, μία δὲ τῶν δηλώσεων, αἵτινες εἰσήχθησαν παρ’ αὐτοῦ χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, τοῦτο ἰδίως ἐπρότεινε, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀναγραφέντος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ κεφαλαίου 4 τῶν ἐσόδων ποσοῦ.
§36Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συνομολογῶ ὅτι δὲν εἶναι πρόσοδος, καὶ διὰ τοῦτο ὑπολογίζω τὸ πραγματικὸν περίσσευμα οὐχὶ οἷον φαίνεται, ἀλλ’ οἷον πράγματι εἶναι, δηλ. 1,500,000.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι, ἀλλὰ δὲν ἤμεθα μέχρι τῆς χθές.
§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤδη θέλω μεταβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899...
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10 ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8,45′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 35′ μ. μ.)
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Δηλιγιάννης θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνεχίζων τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου κατὰ τὸ τέλος τοῦ πρώτου τμήματος τῆς συνεδριάσεως, ἀνευρίσκω ἀναγκαίαν ἀνακεφαλαίωσιν μικρὰν τῶν λεχθέντων, ὡς σύνδεσμον αὐτῶν πρὸς ὅσα θέλω εἰπεῖ πρὸς ὑμᾶς. Τὰ ἔσοδα τοῦ 1899 διὰ τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ προσεδιωρίσθησαν εἰς δραχμὰς 105,795,658, μετεβλήθησαν δὲ διὰ δηλώσεων, τὰς ὁποίας προέβαλε πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ νέων δηλώσεων, τὰς ὁποίας προέβαλε χθές· διὰ πασῶν δὲ τούτων ἐζήτησεν, εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα εἶχε προσδιορίσει διὰ τοῦ εἰσηγμένου προϋπολογισμοῦ εἰς 30,000,000, νὰ προστεθῇ ἓν ἔτι ἑκατομμύριον, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν μέχρι τοῦδε βεβαιωθέντων εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐνδεικνύουσιν ὀρθὴν καὶ εὔλογον τὴν αὔξησιν ταύτην. Ἐζήτησε προσέτι προσθήκην 250,000 δραχμῶν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ τὸν τελευταῖον ψηφισθέντα νόμον εἰσπραχθησομένου ἐσόδου· ὡσαύτως προσθήκην 40,000 εἰς τὸ ἐν τῷ εἰσηγμένῳ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον ἔσοδον ἐξ ἁλικῶν, ἕνεκα τοῦ διὰ τοῦ ψηφισθέντος ἤδη νόμου γενομένου κανονισμοῦ τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου. Οὕτω δ’ ἀνεβίβασε τὰ ἔσοδα τοῦ 1899 εἰς 107,085,658. Δὲν διενεμήθη ἡμῖν ἔτι ὁ πίναξ τῶν διὰ τῶν εἰσαχθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεων προτεινομένων αὐξομειώσεων τῶν ἀναγραφῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ πόσον ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 3,859,000, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγράψει ὡς ἔσοδον ἐκ πωλήσεως σταφίδος, προτείνει νὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἀναγεγραμμένου, ὡς εἴρηται, ποσοῦ...
§44Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). 1,360,000.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς ἐσημείωσα χθές. Οὕτω τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων ἀνέρχεται εἰς δρ. 105,725,658. Τὰ ἔξοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 προσδιωρίσθησαν εἰς 99,347,623.96. Ἀλλὰ τὰ ποσὰ μετεβλήθησαν διὰ τῶν πρὸ ἡμερῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δηλώσεων, τὸ δὲ διανεμηθὲν πρὸ μικροῦ νέον σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ 1899, καὶ δι’ οὗ ἀντικατέστησε τὸ ἐν τῷ διανεμηθέντι προϋπολογισμῷ περιληφθὲν τοῦτο σχέδιον, παριστᾷ ὅτι τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 103,319,791.54. Οὕτω καὶ μετὰ τὰς ἐπενεχθείσας ἐπὶ τῶν ἐξόδων προσθήκας ὑπάρχει ἔτι περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 2,405,866.46. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ἐξόδων μοὶ φαίνεται ὀλιγώτερον τοῦ ἀληθοῦς, διότι ἕνεκα τοῦ νέου νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψε μὲν αὔξησιν ἐξόδων ἐκ δρ. μόνον 48,000, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἀντιπροσωπεύει πάσας τὰς διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου νομοθετηθείσας αὐξήσεις, ὡς φέρ’ εἰπεῖν τὴν αὔξησιν, ἥτις θέλει ἐπέλθει ἕνεκα τῆς συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων, ἥτις κατὰ τὸν ὑπολογισμόν μου θέλει ἀνέλθει εἰς δρ. 169,496...
§46Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θ’ ἀφαιρέσωμεν δικαστὰς ἐξ ἄλλων Πρωτοδικείων.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπολογίζω τὰς αὐξήσεις κατὰ τὰ κείμενα τῶν νόμων καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς ἀγνώστους ἔτι σκέψεις ὑμῶν... Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων ἕνεκα τῆς συστάσεως τεσσάρων ἐξεταστικῶν φυλακῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσι συστηθῆ παρὰ τοῖς νέοις Πρωτοδικείοις, ἣν ὑπελόγισα εἰς δρ. 25,290. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ 58,800 ἕνεκα τοῦ διορισμοῦ ἑπτὰ ἐπισκόπων καὶ ἑπτὰ ἱεροκηρύκων ἐν τοῖς νέοις νομοῖς...
§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Δὲν θὰ πληρωθῶσι πᾶσαι αἱ θέσεις.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλει κωλυθῆ ὁ διαδεχθησόμενος ὑμᾶς Ὑπουργὸς νὰ πληρώσῃ αὐτὸς πάσας... Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ 35,000 δι’ ἔξοδα τῶν νέων δέκα στρατολογικῶν συμβουλίων, καὶ κατὰ 15,000 δι’ ἐνοίκια τῶν νέων δέκα Μοιραρχιῶν καὶ στρατολογικῶν γραφείων, τὸ ὅλον κατὰ δρ. 50,000. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ δραχμὰς 263,000 δι’ ἡμερησίαν δεκάδραχμον ἀμοιβὴν 879 νομαρχιακῶν συμβούλων ἐπὶ 30 ἡμέρας. Κατὰ δραχ. 7,800 διὰ τὰ ὁδοιπορικὰ τῶν δι’ ὡρισμένας ὑπηρεσίας μεταβησομένων νομαρχιακῶν συμβούλων. Κατὰ δραχ. 5,200 διὰ τὰ ὁδοιπορικὰ δύο μελῶν τῆς Νομαρχιακῆς ἐπιτροπῆς ἑκάστου Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Κατὰ δραχ. 1040 διὰ μισθὸν τῶν κλητήρων. Κατὰ δραχ. 2,600 διὰ γραφικὰ ἔξοδα αὐτῶν. Τὸ ὅλον τῶν αὐξήσεων τούτων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 279,640· ἂν δ’ ὑποτεθῇ, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν ὁριζομένων πόρων τῶν δρ. 153,000, ἡ αὔξησις περιορίζεται εἰς δρ. 126,640, αἵτινες πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ δραχμὰς 1,660,268 ἕνεκα τῶν διὰ τοῦ ἐκδοθέντος ἄρτι νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νομοθετηθεισῶν θέσεων· διότι πάντα μὲν τὰ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ εἰρημένου νόμου δαπανηθησόμενα ἀνέρχονται εἰς 4,428,560, ἀλλ’ ἀφαιρουμένου ἀπ’ αὐτῶν τοῦ δι’ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ποσοῦ ἐκ δραχμῶν 2,768,292, ὑπολείπεται νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὔξησις κατὰ τὰ ἀνωτέρω ποσοῦ 1,660,268. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ δραχμὰς 2,799,892, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 120,000 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ πληρώσεως τῶν ἐν τῷ στρατῷ χηρευουσῶν θέσεων. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 209,880 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχμὰς 300,000 ἕνεκα τοῦ νομοθετηθέντος ἐπιδόματος τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς ἀγορὰν διδακτικῶν βιβλίων. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ δραχμὰς 80,000 ἕνεκα τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 34,158 ἕνεκα τοῦ νέου νόμου περὶ διευθύνσεως τοῦ Βασ. Ναυστάθμου. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 18,000 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ ἐπιδόματος εἰς τοὺς παρὰ τῷ Ἁρμοστῇ τῆς Κρήτης προσκεκολλημένους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 5,760 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ προσλήψεως ἱερέων εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν. Τὴν αὔξησιν κατὰ δρ. 88,440 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ συστάσεως γενικῆς οἰκονομικῆς ἐπιθεωρήσεως. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ δρ. 24,024 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ συστάσεως καὶ καταργήσεως τελωνιακῶν θέσεων. Τὴν αὔξησιν κατὰ δρ. 2520 ἕνεκα τοῦ προταθέντος νομοσχεδίου περὶ τῶν παρὰ τοῖς νομικοῖς συμβούλοις γραφέων. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ δραχ. 177,920 ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἂν τοῦτο ἤθελε ψηφισθῆ. Τὴν αὔξησιν κατὰ δρ. 71,400 ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, ἂν τοῦτο ἤθελε ψηφισθῆ, διότι ἡ ἐκτέλεσις τούτου ἐπάγει δαπάνην δραχ. 127,880, ἀλλὰ δέον νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ διὰ τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν ἀναγραφόμενα μέχρι τοῦδε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκ δραχ. 56,400. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ δραχμὰς 63,800 ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ἀρχιτεκτονικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελε ψηφισθῆ. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 14,160 ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου περὶ Διδασκαλείου τῶν ἀρρένων, ἂν καὶ τοῦτο ἤθελε ψηφισθῆ. Τὴν αὔξησιν κατὰ δρ. 298,270 ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ προξενικοῦ νόμου, ἂν καὶ τοῦτο ἤθελε ψηφισθῆ. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ δραχ. 18,000 ἕνεκα τοῦ ἐκδοθέντος νόμου περὶ ἀδείας ἀπουσίας εἰς ἕνα τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπαλλήλων, διατελοῦντα παρὰ τῷ Ἁρμοστῇ τῆς Κρήτης πρίγκηπι Γεωργίῳ. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 130,000 ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως εἰδικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 6,000 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν κυρίαν Σοφίαν Τρικούπη. Τὴν αὔξησιν κατὰ δρ. 90,000 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 41,500 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ δρ. 67,963 ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποδοχῶν τῶν τυμπανιστῶν τοῦ στρατοῦ. Τὴν αὔξησιν κατὰ δρ. 14,160 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ συστάσεως δύο συνεργείων. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 15,840, ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ προαγωγῆς οἰκονομικῶν ἐφοριῶν. Τὴν αὔξησιν κατὰ δραχ. 4200 ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ Γεωργικῶν σταθμῶν νόμου. Τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ δραχ. 20,400 ἕνεκα τῆς προσθήκης τριῶν ἐπισκόπων καὶ τριῶν ἱεροκηρύκων εἰς τοὺς νέους νομούς. Πᾶσαι αὗται αἱ αὐξήσεις ἀνέρχονται εἰς 6,852,601, κατὰ τὰ ὁποῖα αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀγνοοῦμεν δὲ ποία ἔσεται ἡ δαπάνη ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσακτέων ναυτικῶν δοκίμων, ποία ἔσεται ἡ δαπάνη ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῶν στρατιωτικῶν Σχολῶν ὑπαξιωματικῶν, ποία ἔσεται ἡ δαπάνη ἕνεκα τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ πλοῦ τοῦ «Μιαούλη», ποία ἔσεται ἡ δαπάνη ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ Γυμναστικῆς. Αἱ τελευταῖαι βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ὑπέδειξαν εἰς τὸ Στέμμα τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἵτινες νῦν ἀποτελοῦσι τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐὰν ζητήσω πληροφορίας περὶ τῶν πολιτικῶν φρονημάτων ἑκάστου αὐτῶν, τὸ παρελθὸν μὲ πληροφορεῖ, ὅτι οἱ πέντε ἐξ αὐτῶν ἀνήκουσιν εἰς πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησε τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Μετὰ τοῦ πολιτικοῦ τούτου κόμματος οὐδέποτε συνέπραξα, ἀφ’ ἧς δὲ στιγμῆς ἐπεφάνη ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ, ἔκρινα ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπιτηρήσω ἀγρύπνως τὴν πολιτείαν αὐτοῦ, νὰ προσπαθήσω δὲ καὶ νὰ ἀγωνισθῶ νὰ περιστείλω τὰς ἐκτροπὰς αὐτῆς· κυρίως δὲ νὰ προσπαθήσω νὰ πείσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸ κόμμα τοῦτο τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ. Πρὸ τούτου ἐπὶ πολλὰ ἔτη μὲ εἶχον συνδέσει μετὰ τοῦ ἐπιφανέντος ἡγέτου τοῦ εἰρημένου κόμματος κοινωνικοὶ δεσμοί, εἶχον δὲ γνωρίσει τὸν ἄνδρα καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐσκέπτετο, καὶ τὰς περὶ τῆς χώρας καὶ τοῦ λαοῦ αὐτῆς ἐπιπολαίους γνώμας αὐτοῦ, καὶ τὴν δίψαν τῆς ἀρχῆς, τὴν κατέχουσαν αὐτόν. Ἐὰν τὰ πρὸς τὴν χώραν καθήκοντά μου μοὶ ἐπέβαλλον εἰς τοιαύτην νὰ τάξω ἐμαυτὸν ὑπηρεσίαν, ἔπραττον τοῦτο μετὰ λύπης ἕνεκα τῶν τοιούτων σχέσεών μου. Ὁ Τρικούπης ἀπετέλει μέλος τοῦ κόμματος τοῦ Κουμουνδούρου, ἀλλὰ παρεσκεύαζεν ἐν τῷ κόμματι στάσιν κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ του, ἀνεκηρύχθη δὲ πολέμιος αὐτοῦ μετὰ τεσσάρων ἢ πέντε ἄλλων κατὰ δὲ τὸ 1875 ὁ Βασιλεὺς διώρισεν αὐτὸν Πρωθυπουργόν, οὐχὶ Κοινοβουλευτικῇ ἢ Συνταγματικῇ ἐνδείξει, ἀλλὰ διὰ τῆς Βασιλικῆς προνομίας. Τότε τὸ πρῶτον ἐπεφάνη, ἀλλὰ μικρὸν διέμεινεν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐπανῆλθε δὲ εἰς αὐτὴν διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1879, ἀλλὰ καὶ τότε ἀνετράπη μετὰ δύο ἡμέρας, καὶ ἐπανῆλθεν αὖθις κατὰ τὸ 1880, ὅτε καὶ αὖθις μικρὸν διετήρησε τὴν ἀρχὴν, ἀνατραπεὶς καὶ τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατὰ δὲ τὸ 1882 ἠδυνήθη ν’ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ πάντων ἡγέτης μεγάλου πολιτικοῦ κόμματος, καὶ οὐ μόνον νὰ κληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ νὰ κυβερνήσῃ ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη. Ἐγὼ ἀπὸ τοῦ 1872 κατέστησα δῆλον, ὅτι δὲν ἐπιδοκιμάζω τὴν πολιτείαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1880 καὶ κατὰ τὸ 1882 ἠγωνίσθην νὰ ἀποτρέψω τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ περιβάλῃ αὐτὸν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της, ἐματαίωσαν δὲ τὰς προσπαθείας μου ἡ ἀπεριόριστος πρὸς τὸν ἄνδρα ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ ὑπὲρ πᾶν ὅριον ὑποστήριξις, ἣν τὸ Στέμμα παρεῖχεν αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀποπλάνησις, δι’ ἧς εἶχε κατορθώσει νὰ παρασύρῃ τὸν λαόν. Δὲν παρεγνώρισα τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, πρὸς ἣν οὐδεὶς τῶν πολιτικῶν φίλων αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ συναγωνισθῇ, καὶ τὴν ἀναντίρρητον ὑπεροχὴν αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὸ κόμμα αὐτοῦ· οὐδ’ ἠδίκησα αὐτὸν, ὑπολαβὼν ἢ ἰσχυρισθεὶς ὅτι ὡδηγεῖτο πολιτευόμενος ὑπὸ χυδαίας ἰδιοτελείας. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, εἰς ἣν ἐτράπη, ἦτο ὀλεθρία, παρασυρθεὶς ἐκ φιλαρχίας ἢ πλανηθεὶς ἐξ ἀμαθείας ἢ ἀπειρίας ὑπὸ σμήνους κερδοσκόπων καὶ χρηματιστῶν, τῶν ὁποίων τὰς συμβουλὰς ἐξετέλει καὶ ἐφήρμοζε τὰς γνώμας, ἡ δὲ κυβερνητικὴ πολιτεία αὐτοῦ εἶχε κατασταθῆ ὑπὸ τῆς φιλαρχίας ἀχαλίνωτος, καὶ εἶχε καταστήσει τὴν διοίκησιν ὄργανον φατριασμοῦ, διαφθείρων τὰ περὶ αὐτὸν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ νοθεύων τὸ πολίτευμα. Τοιαύτη πολιτεία ἰδίως ὑπὸ μόνης τῆς σπατάλης ἐξυπηρετεῖται· ἀλλ’ ἡ σπατάλη ἐπέφερε τὴν ὑπέρμετρον αὔξησιν τῶν ἐξόδων, ἧς συνέπεια ἀναπόφευκτος ὑπῆρξεν ἡ ὑπέρμετρος φορολογία, δι’ ἧς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ 42,161,514.42, ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1880, εἰς 95,465,569.31, ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1892, τὸ ἔτος τὸ προηγούμενον τῆς πτωχεύσεως. Ἐφ’ ὅσον δὲ τῶν ἐσόδων τούτων ἡ εἴσπραξις δὲν ἐπραγματοποιεῖτο, δὲν ἐπεβεβαιοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἕνεκα τούτου ἔμενον ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ταμείου κενὰ, μεθ’ ὅλα τὰ ἀνακηρυσσόμενα ὑπὸ τοῦ τότε προέδρου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ψευδῆ τῶν προϋπολογισμῶν περισσεύματα, ἐγίνετο προσφυγὴ εἰς ἑτέραν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν δανειστικὴν, ἧς ἕνεκα ὑπερεπεβαρύνθη καὶ ὑπερηύξησε τὸ παθητικὸν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ δημοσίᾳ, ὅτι, ἐνῷ ἔκρινα συνταγματικῶς καταρτισθέντα τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἐγένετο κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς κοινοβουλευτικούς, ἐνῷ ἐπεκρότησα διότι διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐτέθη τέρμα εἰς ἔκρυθμον καὶ ἀνώμαλον κατάστασιν, ἡ ὁποία δὲν προσῆκεν εἰς κοινοβουλευτικὸν Κράτος, περιύβριζε δὲ τοὺς θεσμοὺς αὐτοῦ, ἔκρινα ὅτι ὀφείλω νὰ ἀκολουθῶ κατὰ βῆμα τὴν πολιτείαν αὐτοῦ ἐκ φόβου ἢ ἐξ ὑποψίας μήπως αἱ εἰρημέναι παραδόσεις τοῦ κόμματος καὶ αἱ πολυχρόνιοι ἕξεις τοῦ προέδρου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς παρασύρωσι καὶ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχαν εἰσαχθῆ τὸ κόμμα, ἀπεργαζομένου τὴν τοιαύτην ὀλίσθησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅταν δὲ τὰ ἀλλεπάλληλα νομοσχέδια, τὰ προταθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνίσχυον τοὺς φόβους καὶ τὰς ὑποψίας μου ταύτας, ἐτρεπόμην ἀκαμάτως εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον μοὶ καθίστατο τοῦτο δυνατὸν, εἰ καὶ δὲν ἐπήρκουν εἰς τὴν μελέτην πάντων τῶν νομοσχεδίων τούτων, καὶ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ δὲ συζήτησις αὐτῶν διεξήγετο κατὰ τρόπον περιαγαγόντα ἡμᾶς πολλάκις εἰς ἀνικανότητα νὰ μετάσχωμεν τῆς συζητήσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἐπειθόμην περὶ τῆς δι’ αὐτῶν νομοθετουμένης αὐξήσεως τῶν ἐξόδων, ἠρώτων ἐμαυτόν, ποῖαι ἀνάγκαι τῆς χώρας, ποῖαι βελτιώσεις τῶν δημοσίων συμφερόντων, ποῖα μέτρα ἐνισχύσεως τῆς ἐργασίας καὶ αὐξήσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐπιβάλλουσι τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, τὴν ὁποίαν ἐπιψηφίζομεν δι’ ἑκάστου νομοσχεδίου, καὶ ἡ ὁποία νομοθετεῖται καὶ ἀναγράφεται οὐχὶ ἐν μόνῳ τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, ἀλλ’ ἐν τοῖς ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν προϋπολογισμοῖς; Ἡ πεῖρα ἀληθῶς μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν πρέπει νὰ ἤμεθα ὑπὲρ τὸ δέον φειδωλοί, ὅταν ἀναγράφωμεν ἔξοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, διότι τὰ ἀναγραφόμενα σήμερον ἔξοδα δὲν θέλουσι δυνηθῆ οἱ διάδοχοι ἡμῶν νὰ διαγράψωσιν, εἴτε διότι ἀποκτᾶται συνήθεια, εἴτε διότι δημιουργοῦνται μετὰ τῆς ἀναγραφῆς τῶν τοιούτων αὐξήσεων συμφέροντα, εἴτε διότι ποικίλαι ἄλλαι σχέσεις παρατρέπουσι τὴν διοίκησιν, οὕτω δὲ αἱ ἀναγραφαὶ τῶν ἐξόδων μονιμοποιοῦνται, καὶ ἐξογκοῦται οὐ μόνον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Ὅτε τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθην, ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἀνεπέτασεν ὡς σημαίαν τὴν ἀναμόρφωσιν, οἱ δ’ ἀποτελοῦντες τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ὠνόμασαν τὸ Ὑπουργεῖον ἀναμορφωτικόν. Ἡ ἀναμόρφωσις ὅμως ἐξετελεῖτο διὰ πληθύος νόμων, δι’ ἐργασίας νομοθετικῆς σπασμωδικῶς σπευδούσης, ὅπως πείσῃ τὸ κοινὸν περὶ τοῦ ἀναμορφωτικοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, ἦτο δ’ ἡ ἀναμόρφωσις οὐδὲν ἄλλο ἢ μέτρα ἐπιπόλαια καὶ ἀμελέτητα, πολλὰ δὲ καὶ ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἤθη τῆς χώρας, τὰ ὁποῖα μετέβαλλον μὲν τὴν ἐπιφάνειαν τῆς διοικήσεως, ἀνέτρεπον ὅμως μεμετρημένην καὶ σεμνὴν τάξιν, καὶ ἀπέβαινον ὀλέθρια. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πρό τινων ἡμερῶν ὡμίλει περὶ τῆς πολυνομίας, παριστῶν ὅτι τὴν πολυνομίαν προκαλεῖ ἡ ἀτέλεια τῶν ψηφιζομένων καὶ κυρουμένων νόμων, ἥτις ἐπάγεται τὴν ἀνάγκην τῆς συμπληρώσεως ἢ τῆς τροποποιήσεως αὐτῶν. Κατήγγελλε δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὴν πολυνομίαν τοῦ παρελθόντος ἀπομιμεῖται καὶ τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον. Τῷ ὄντι, ἐὰν ἀναδράμῃ τις εἰς τὸ ἀπὸ τοῦ 1882 παρελθὸν, θέλει εὑρεῖ, ὅτι, καθ’ ὅσον χρόνον ἐτύγχανεν ἐν τῇ ἀρχῇ τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθην, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885, καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου 1886 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1890, ἐξεδόθησαν 591 νόμοι· ἀλλ’ οἱ νόμοι οὗτοι δὲν εἶναι πάντες οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ εἰρημένον χρονικὸν διάστημα ἐξεδόθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», διότι δὲν περιλαμβάνω μεταξὺ αὐτῶν αʹ) τοὺς νόμους περὶ κυρώσεως τῶν ἐτησίων προϋπολογισμῶν, βʹ) τοὺς νόμους περὶ χορηγίας πιστώσεων πάσης κατηγορίας, ἀναπληρωματικῶν, ἐκτάκτων, ἢ συμπληρωτικῶν, γʹ) τοὺς νόμους περὶ παντὸς εἴδους φόρων δημοσίων ἢ δημοτικῶν, δʹ) τοὺς νόμους περὶ συνομολογήσεως ἢ ἐγκρίσεως παντὸς εἴδους δανείων, εʹ) τοὺς νόμους περὶ δημιουργίας, κανονισμοῦ ἢ διοικήσεως μονοπωλίων, Ϛʹ) τοὺς νόμους τοὺς κυροῦντας συμβιβασμοὺς, ζʹ) τοὺς νόμους τοὺς κυροῦντας συμβάσεις, συνθήκας ἢ συμφωνίας παντὸς εἴδους, ηʹ) τοὺς νόμους περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἐτησίας στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως. Καὶ ἀφοῦ δὲν συμπεριλαμβάνω τὸ πλῆθος τοῦτο τῶν νόμων, ἀναμετρῶ τοὺς ὑπολοίπους καὶ ἀνευρίσκω αὐτοὺς ἀνερχομένους εἰς 591, ὧν οἱ πλεῖστοί εἰσιν ὀργανωτικοὶ, τροποποιοῦντες τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς διοικήσεως. Οὕτω, φερ’ εἰπεῖν, ὀκτὼ νόμοι ἐκανόνιζον τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, εἷς νόμος τὰ τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας, 15 νόμοι τὰ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπαγόμενα, 31 νόμοι τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, 187 νόμοι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, 40 νόμοι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, 149 νόμοι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, 89 νόμοι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, 62 νόμοι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἓξ δὲ τέλος πάντων ἐκανόνιζον προσωπικὰ θέματα ἢ ποικίλην ἄλλην ὕλην...
§50Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεριλαμβάνετε καὶ τοὺς νόμους τῆς παρούσης συνόδου;
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι... Οἱ κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884 ἐκδοθέντες νόμοι ἦσαν 287, οἱ ἐκδοθέντες ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου 1896 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους ἐκείνου ἦσαν 10, οἱ ἐκδοθέντες κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889 καὶ κατὰ τὸ 1890 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς, ἐφ’ ὅσον ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει τὸ περὶ οὗ εἴρηται κόμμα, ἀνῆλθον καὶ οὗτοι εἰς 294. Τὸ ὅλον νόμοι 591. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν οἱ πέντε ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὸ Ὑπουργεῖον ἑπτὰ Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν θέλετε ἀπαυδήσει νὰ μὲ ἀκούητε κατατάσσοντα τοὺς νόμους αὐτοὺς εἰς κατηγορίας εἰδικώτερον, ἐλπίζω ὅτι θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδεὶς ἔμεινε κλάδος διοικήσεως, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ὑπελείφθη ὑπηρεσία, ἡ ὁποία δὲν εἶχε κανονισθῇ διὰ νόμου. Τὰ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, περὶ τῆς ὁποίας ἤκουσα πολλὰ παράπονα ἐντεῦθεν, καὶ μάλιστα συνέπεσεν εὐτυχῶς νὰ ἔχῃ περίπου τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ γνώμην καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐδήλωσεν ἀγορεύων ἐπὶ νομοσχεδίου περὶ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, τὰ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας ἐκανονίσθησαν διὰ 11 νόμων, τὰ τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας διὰ 2 νόμων, τὰ τῆς διερμηνευτικῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας δι’ ἑνὸς νόμου. Ἐπὶ τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐπήνεγκον τροποποιήσεις 5 νόμοι, ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων 3 νόμοι, ἐπὶ τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας 2 νόμοι, εἰς τὰς δικαστικὰς σχέσεις τῶν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις συμπολιτῶν ἡμῶν 3 νόμοι, καὶ τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου ἐπήνεγκε τροποποίησιν εἷς νόμος, τὰ τῶν φυλακῶν ὠργάνωσαν δύο νόμοι, τὰ τῶν συντάξεων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν 2 νόμοι, ἀνὰ εἷς δὲ νόμος ἐκανόνισε τὰ τῶν τόκων ὑπερημερίας, τὰ τῶν δικαστικῶν παρακαταθηκῶν, τὰς περὶ ἐκτελέσεως τῶν Τραπεζῶν εἰδικὰς διατάξεις, τὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν κηρύκων, τὰ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, τὰ τῶν μεταθέσεων αὐτῶν, τὰ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὰ τῆς δικαιοδοσίας δικαστηρίων τινῶν, τὰ τῶν ὁρκωτικῶν δικαστηρίων, τὰ τῆς ὑποθηκεύσεως τῶν πλοίων, τὰ τοῦ ἀκατασχέτου τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀποδιδομένων εἰς τὸν δῆμον Κερκύρας ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Μοντσενίγου, καὶ αὐτὰς τὰς περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων ὑπαρχούσας διατάξεις νόμου εἷς νεώτερος νόμος ἐτροποποίησεν. 187 νόμοι μετέβαλον τοὺς νενομοθετημένους τότε κανονισμοὺς τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ὑπαγομένων σχέσεων. Ἐξ αὐτῶν 22 νόμοι μετέβαλον τοὺς ἰσχύοντας περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, 20 νόμοι ἀφεώρων σιδηροδρόμους, 6 νόμοι τὴν γεωργίαν, 9 νόμοι ἔργα ὑδραυλικά, 2 τὸ ἐμπόριον, 11 νόμοι τοπικὰ συμφέροντα διαφόρων δήμων, 6 ἐκανόνισαν τὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν, τὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι καὶ τὰ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, 2 νόμοι ἀφεώρων τὰ τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων, 6 ἐκανόνιζον τὰ τῆς κατασκευῆς λιμένων, 2 τὰ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου καὶ τῆς διώρυγος τῆς Κορίνθου, 3 τὰ τῆς βοσκῆς τῶν ζώων, 6 νόμοι τὰ τοῦ Σχολείου τῶν Τεχνῶν καὶ τοῦ Σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν, 3 νόμοι τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, 5 νόμοι τὰ τῆς ἐκτελέσεως ὡρισμένων δημοσίων ἔργων, 2 ἐκανόνιζον τὰ τῶν γραφέων, ἀποκλείοντες τὴν πρόσληψιν τῶν ἐκτάκτων, 4 νόμοι περὶ λαχείων ἐν γένει, καὶ ἰδίᾳ περὶ λαχείων τῆς Ὀλυμπιακῆς Ἐκθέσεως καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, 2 περὶ διοικήσεως τῆς περιουσίας Ζάππα, 2 νόμοι περὶ μεταλλείων, 2 περὶ λουτρῶν ἐν Κυλλήνῃ καὶ ἐν Μεθάνοις, 3 νόμοι περὶ ὁδοποιΐας, 2 περὶ δημοτικῆς φορολογίας, 2 περὶ Φρενοκομείου, 2 περὶ γραμματέως καὶ κλητῆρος τοῦ Ἰατροσυνεδρίου. Πλὴν δὲ τούτων 12 ἄλλοι νόμοι, κανονίζοντες τὰ τῶν βακουφίων, τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, σχέσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους ὑπὲρ δανείων ἐνυποθήκων γεωργῶν, τὰ τῆς παραχωρήσεως χώρου πρὸς ταφὴν τῶν Γάλλων τῆς Πελοποννησιακῆς ἐκστρατείας, τὰ τῆς Στατιστικῆς, τὰ τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς Κεφαλληνίας, τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τῆς ἐπικρατείας, τὰ περὶ δυναμίτιδος, τὰ περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν ὑπαλλήλων, καὶ τέλος 2 εἰδικοὶ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἀπηθανάτισεν ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξετελέσθησαν ὑπ’ αὐτῶν τῶν προκαλεσάντων αὐτούς, περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ὑμεῖς ἀπηυδήσατε ἀκούοντες καὶ ἐγὼ ἀπέκαμον ἀπαγγέλλων. Πρὸς τί νὰ ἐνδιατρίψω περὶ τῶν σχέσεων, ἃς ἐκανόνισαν δῆθεν οἱ 40 νόμοι, οἵτινες ἐξεδόθησαν διὰ τὰ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου ὑπαγόμενα, ἢ περὶ τῶν ἀντικειμένων τὰ ὁποῖα ἐκανόνισαν οἱ 149 νόμοι, οἵτινες ἐξεδόθησαν περὶ τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγομένων ὑποθέσεων, ἢ οἱ 89 νόμοι, οἱ κανονίσαντες τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ οἱ 62 νόμοι, οἱ κατὰ τὴν εἰρημένην περίοδον ἐκδοθέντες πρὸς κανονισμὸν τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπαγομένων; Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀκούσητε, ὅτι 8 ἐξεδόθησαν τότε νόμοι περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὓς πάντας ἀνέτρεψεν, ὡς καταστρέφοντας καὶ οὐχὶ ὀργανώνοντας τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὁ κατὰ τὸ 1895 προκληθεὶς παρ’ ἡμῶν νόμος, τὸν ὁποῖον ἀγωνίζεται ὁ κ. Εὐταξίας, ὁ νέος Ὑπουργός, νὰ σαρώσῃ; Ὅτι 6 ἐξεδόθησαν νόμοι περὶ τῆς ἀνωτάτης καὶ 4 ἕτεροι νόμοι περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ σήμερον δ’ ἐξακολουθοῦμεν νὰ καταγγέλλωμεν πόσον ἀτελῶς καὶ πόσον πλημμελῶς ἔχουσι τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ κατὰ τὰς δύο ταύτας βαθμίδας; Ὅτι 15 νόμοι ἐξεδόθησαν κατὰ τὸ εἰρημένον διάστημα περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ νῦν νέον ζήτημα ὀργανισμοῦ καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ὑπόσχεται νὰ εἰσαγάγῃ προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ δι’ αὐτοῦ ἐλπίζει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἱστορίας ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός; Οὕτω, μεθ’ ὅλην ταύτην τὴν βροχὴν τῶν νόμων, ἥτις κατέπεσεν ἐφ’ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐκυβέρνα τὸ νῦν ἐν τῇ ἀρχῇ περίπυστον κόμμα, παριστάμεθα ὑπ’ αὐτοῦ σήμερον ἀνοργάνωτοι ἔτι, καὶ ἔχοντες ἀνάγκην νέας ὀργανώσεως καὶ νέων μεταρρυθμίσεων καὶ νέων νόμων ὀργανωτικῶν καὶ μεταρρυθμιστικῶν, καὶ τοσαύτην ἀνάγκην, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον, πρὶν ἢ μᾶς ἀνοργανώσῃ καὶ μᾶς μεταρρυθμίσῃ, ἔσπευσε μετὰ σπανίας μετριοφροσύνης νὰ ὀνομάσῃ ἑαυτὸ μεταρρυθμιστικόν. Δυστυχὲς συμβεβηκός, οὐ μόνον διὰ τὸ κόμμα τὸ ἀναβιβασθὲν τελευταῖον αὖθις ἐπὶ τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ Κοινοβούλιον καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν κίνησιν τοῦ Κράτους, ὁ θάνατος τοῦ ἐκ Μεσολογγίου πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὅστις ἦτο ἡγέτης τοῦ κόμματος τούτου. Ἀλλ’ ἂν τὰ νομοθετικὰ ἔργα αὐτοῦ ἦσαν τοιαῦτα, οἷα ἀφηγήθην ὑμῖν πρὸ μικροῦ, ἂν τὰ κυβερνητικὰ μέτρα καὶ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ αὐτοῦ μᾶς ἤγαγον ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα, ποίας νομοθετικὰς μεταρρυθμίσεις νὰ περιμείνωμεν ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες ἦσαν ὀπαδοὶ ἐκείνου, ὅστις οὐχὶ ὑπερεῖχεν, ἀλλ’ ὑπερίπτατο αὐτῶν, ἢ ποίους νομοθετικοὺς κανονισμοὺς ἢ ποίας ἀναδιοργανώσεις καὶ μεταμορφώσεις; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον οὗτοι οἱ νόμοι, οἵτινες ἐξεδόθησαν κατὰ τὸ παρελθόν· οὗτοι εἶναι οἱ τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἑτέρου πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὑπὸ τὸν ἀποβιώσαντα ἡγέτην αὐτοῦ ἐκδοθέντος. Πλὴν τούτων εἰσὶ καὶ οἱ τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ἐκδοθέντες, οὓς προεκαλέσαμεν ἡμεῖς, ἵνα καταργήσωμεν ἢ τροποποιήσωμεν τοὺς ἄρτι ἀπαριθμηθέντας νόμους. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα παριστάνουσιν ὅτι ἐσμὲν ἄνευ νόμων! Ἡ πολυνομία δὲν εἶναι συμβεβηκὸς εὐτυχὲς, ἰδίως παρ’ ἡμῖν, ἔνθα δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νόμων, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην ἐκτελέσεως τῶν νόμων· ἂν δ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῇ διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἐπινοήσει τις, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν νὰ παρουσιάσωσι καὶ μᾶς προτείνωσι νόμον περὶ ἐκτελέσεως τῶν νόμων, τὸν ὁποῖον νὰ ἀποδεχθῶμεν μὲ τὰς δύο χεῖρας (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ διὰ νόμου, ἐξασφαλίζεται δὲ μόνον διὰ διοικήσεως χρηστῆς καὶ ἀρτίας, διὰ διοικήσεως πεφωτισμένης, ἥτις δὲν χαρακτηρίζεται διὰ τοῦ ἐλαττώματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, συκοφαντῶν ἵνα διαφθείρῃ τὸ δημόσιον φρόνημα, ἀπέδιδεν εἰς μόνον ἐμὲ μεταξὺ ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, καὶ μόνον εἰς τὸ κόμμα, οὗ ἐγὼ προΐσταμαι μεταξὺ πάντων τῶν ἐν αὐτῇ κομμάτων. Γνωστὸς συγγραφεύς, συγγράφων ἐμβριθῆ περὶ τῆς Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας μελέτην, ἔγραψεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ καθολικὴ καὶ ἄμετρος ἐπιθυμία τῶν δημοσίων ἀξιωμάτων εἶναι μέγα κοινωνικὸν κακόν. Καταστρέφει παρ’ ἑκάστῳ πολίτῃ τὸ πνεῦμα τῆς ἀνεξαρτησίας, καὶ διαχέει εἰς ὅλον τὸ σῶμα τοῦ ἔθνους διαθέσεις ὠνίας καὶ δουλικάς. Πνίγει τὰς ἀνδρικὰς ἀρετάς, τοιαύτη δὲ βιομηχανία δημιουργεῖ μόνον ἄγονον δραστηριότητα, καὶ ταράσσει τὴν χώραν, χωρὶς νὰ γονιμοποιήσῃ αὐτήν. Κυβέρνησις δὲ, βοηθοῦσα τοιαύτην τάσιν, καὶ τὴν ἡσυχίαν της καὶ τὴν ζωὴν της αὐτὴν ἐκθέτει εἰς μέγαν κίνδυνον.» Ἐὰν λησμονήσητε ὅτι ἀνήκετε εἰς κόμμα καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ, ἐὰν συγκεντρώσητε πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ πνεύματος ὑμῶν ἐν ὑμῖν αὐτοῖς καὶ ἐπιδοθῆτε εἰς τὴν μελέτην τῆς πληθύος αὐτῶν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀπηρίθμησα, θέλετε συναγάγει λυπηρὰ συμπεράσματα, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν νόμων τούτων δὲν ἐσκόπει ἄλλο τι, εἰμὴ δημιουργίαν θέσεων, εἰμὴ θεραπείαν κομματικῶν συμφερόντων, εἰμὴ πλήρωσιν ἀναγκῶν προσωπικῶν. Δὲν μὲ ὁδηγεῖ εἰς τὰς σκέψεις ταύτας πνεῦμα ἀνταγωνισμοῦ πρὸς τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἐγὼ μάλιστα, ὅτε ἤκουον τῶν κυρίων τούτων, τῶν καθημένων ἐπὶ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἐκδηλούντων τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀνάμνησις τοῦ παρελθόντος ἤγειρεν ἐν ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν, οὐδαμῶς ἐζήτησα νὰ προσκρούσω εἰς τὰς διαθέσεις αὐτῶν αὐτὰς, τὸ δὲ αἴσθημα, ἐφ’ ὅσον δὲν μετεῖχε κολακείας τῶν ἰσχυόντων, ἦτο αἴσθημα εὐγενὲς, ὅπερ οὐδέποτε ἔστεργον νὰ ψυχράνω ἢ νὰ μειώσω. Καὶ ταῦτα, ἅπερ εἶπον, ἔλεγον ἵνα ἀναστείλω τὴν κατωφέρειαν, εἰς ἣν ἀφέθησαν οἱ Ὑπουργοὶ, παρασυρθέντες εἰς ἀτασθαλίας, ἐφ’ ἃς ὠλίσθησαν. Οἱ προϊστάμενοι τῶν Κυβερνήσεων πρέπει νὰ λησμονῶσιν ὅτι εἶναι ἡγέται πολιτικῶν κομμάτων, νὰ ἐνθυμῶνται δὲ πάντοτε, ὅτι εἶναι ἀρχηγοὶ Κυβερνήσεως. Ὀφείλουσιν, ἀναβιβαζόμενοι ἐπὶ τὴν ἕδραν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἀποθέσωσι τὸν μανδύαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος, διότι, ἐὰν δὲν ἀποθέσωσιν αὐτὸν ἐνωρίς, τρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἀρχηγοὺς φατρίας. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ὡς ἰδιῶται ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀναλάβωσι τοιαύτην ἐντολὴν, καὶ νὰ παρασταθῶσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὡς ἀρχηγοὶ κόμματος ἢ τὸ χειρότερον ὡς ἀρχηγοὶ φατρίας, εἶναι παράπτωμα, εἶναι πλημμέλεια, ἥτις ἀφορᾷ αὐτούς· ἀλλ’ ὅταν ἀρχηγοὶ Κυβερνήσεως μεταχειρίζωνται τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν, ἵνα ἐξυπηρετῶσι τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου προΐστανται, ἵνα κρατύνωσι τὰς τάξεις αὐτοῦ, ἀντιποιοῦνται δυνάμεως, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς αὐτοὺς, διότι ἡ δύναμις ἐκείνη ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, ἐνεπιστεύθησαν δὲ ταύτην εἰς αὐτοὺς, ἵνα διοικῶσι καὶ κυβερνῶσιν, ὄχι δὲ ἵνα φατριάζωσι. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὐδὲ περὶ τῶν Ὑπουργῶν τῶν ὑπαρχόντων, ἀλλὰ λέγω ταῦτα γενικῶς, ἀναφερόμενος εἰς τὸ παρελθόν, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ διοίκησις πολλάκις ὑπῆρξεν ὄργανον κομματικόν, τὰ δὲ δημόσια γραφεῖα δὲν ἦσαν ἀνοικτὰ εἰς πάντας τοὺς πολίτας, ἀλλὰ μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μέλη τοῦ κόμματος. Ὅταν λοιπὸν ὁμιλῶμεν περὶ συναλλαγῆς,—διότι περὶ συναλλαγῆς ἔλεγεν ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἰσχυριζόμενος ὅτι οἱ ἐν τῷ κόμματι φίλοι αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς πρὸ πάντων, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ ἄλλοι πολιτευόμενοι δὲν εἶναι ὑπηρέται καὶ θιασῶται τῆς συναλλαγῆς, μόνος δ’ ἐγώ εἰμι ὑπὲρ τῆς συναλλαγῆς, —ὅταν, λέγω, ὁμιλῶμεν περὶ συναλλαγῆς, ὀφείλομεν ἕκαστος νὰ ἐξετάζῃ τὸν βίον αὑτοῦ καὶ τὴν πολιτείαν αὑτοῦ καὶ τὰς πράξεις του, καὶ ἂν ἀνεύρῃ ὅτι αὐτὸς, οὕτως ἢ ἄλλως, ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ περιέγραψα, πράττει ἄριστα, ἂν σιωπᾷ, κάκιστα δὲ καὶ ἀχρειέστατα, ἂν, τοιοῦτος ὢν, τολμᾷ νὰ συκοφαντῇ τῶν ἄλλων. Ἡ συναλλαγὴ, Κύριοι, εἶναι ὀλεθρία, οὐχὶ ὡς ἐννοοῦσιν οἱ πολλοί, ἢ ὡς τινες πλανώμενοι ἢ πλανῶντες διατείνονται, ἄνθρωποι μὴ γνωρίζοντες τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου ἢ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι μόλις πειρῶνται νὰ ἀσκῶνται εἰς δοκίμια τῆς γλώσσης, καὶ ταύτης οὐχὶ τῆς ἀρχαίας, μετεποίησαν δ’ αὑτοὺς εἰς διδασκάλους, —διότι οἱ δημοσιογράφοι διδάσκαλοί εἰσι τῶν πολλῶν, —καὶ ὀνομάζουσι συναλλαγὴν τὴν σχέσιν τῶν Βουλευτῶν μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ ὑβρίζουσι τὰ κοινωνικὰ ταῦτα κνώδαλα τὴν Βουλὴν καὶ τὰ κόμματα, καὶ ὑβρίζουσι τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ διασύρουσι τὰ ὀνόματα αὐτῶν, καὶ τολμῶσι νὰ συμβουλεύωσιν οὐδὲν ἧττον ἢ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν συγκέντρωσιν τῆς ἐξουσίας πάσης εἰς χεῖρας ἑνὸς δικτάτορος ἢ ἑνὸς ἡγεμόνος. Ἡ συναλλαγὴ ὑποκαθιστᾷ ἀντὶ τῆς κυβερνητικῆς προνοίας, ἀντὶ τῆς ἐπιμελείας περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν κοινῶν, ὑποκαθιστᾷ, λέγω, τὸ κομματικὸν συμφέρον, ἢ τὸ συμφέρον τὸ ἀτομικόν. Ὅταν πράττῃ τι ὁ διαχειριζόμενος τὴν ἀρχὴν, ὄχι διὰ νὰ ὠφελήσῃ τὴν χώραν, ἀλλὰ διὰ νὰ περιποιήσῃ ὠφέλειαν εἰς τοὺς φίλους αὑτοῦ, συναλλασσόμενος μετ’ αὐτῶν, ἤτοι λαμβάνων ὡς ἀντάλλαγμα εἴτε ψῆφον πολιτικὴν, εἴτε χάριν κοινωνικὴν, εἴτε ἄλλας εὐτελεῖς προσφορὰς, οὗτος διαπράττει συναλλαγὴν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἐὰν δὲ διαπράττῃ τὴν συναλλαγὴν πρὸς ἴδιον ὄφελος, πράττει πρᾶξιν ἀνάρμοστον εἰς πολιτικὸν ἄνδρα, διότι ὁ περὶ τοῦ ἰδίου προσωπικοῦ ὀφέλους ἐργαζόμενος πολιτικὸς εἶναι κηλὶς τοῦ πολιτικοῦ βίου, εἶναι σάτυρα τῶν ἀφιερωσάντων τὸν βίον αὑτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος. Ὁ ἀνὴρ οὗτος εἶναι ἀνάξιος προσοχῆς καὶ ἀνάξιος πίστεως. Ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν εὐτυχῶς σπάνιά εἰσι παραδείγματα τοιαῦτα, ἐὰν δέ ποτε ὑπῆρξαν, ἡ αἰσχρὰ συναλλαγὴ, ἡ ἐπονείδιστος συναλλαγὴ, εἰς ἣν περιέπεσαν, μετεποιήθη εἰς στίγμα τοῦ ὀνόματος αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν ὁμιλῶσι περὶ συναλλαγῆς, ὀφείλουσι ν’ ἀπευθύνωνται καὶ στιγματίζωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαπράττουσι τὴν συναλλαγὴν, οὐχὶ δὲ νὰ στιγματίζωσι τὸ Κοινοβούλιον. Κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ὀλίγους μετρῶμεν μῆνας, τέσσαρας, νομίζω, ἢ πέντε, διερχόμεθα δὲ δύο, τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας καθ’ ἑκάστην εἰς ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ τὰ ἐννέα δέκατα τῶν ἐπερωτήσεων τῶν προταθεισῶν ἦσαν ἢ συστάσεις περὶ ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως, ἢ παράπονα κατὰ παραβάσεων τῶν νόμων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Αἱ καταγγελλόμεναι παραβάσεις τῶν νόμων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως δὲν ἐπιβαρύνουσι πάντοτε τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐπιβαρύνουσι τὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τῆς διοικήσεως. Αὐταὶ δὲ αἱ ἐπερωτήσεις συντελοῦσιν εἰς τὸν φωτισμὸν τῶν Ὑπουργῶν, ἀναγκάζουσιν αὐτοὺς νὰ ἐρευνῶσι, πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, νὰ ἐξετάζωσιν ἐὰν ἐκτελῶνται οἱ νόμοι, ἐὰν πληρῶνται αἱ ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως, ἐὰν γίνωνται παραβάσεις ἢ διαστρέφηται ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀλήθεια, ὅπως σπεύδωσι νὰ διορθώσωσι ταύτας. Ἑπομένως αἱ σχέσεις τῶν Βουλευτῶν μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς εἶναι σχέσεις βοηθητικαὶ τῆς διοικήσεως, συντελοῦσαι εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας καὶ καθιστῶσαι τοὺς κυβερνῶντας ἐπαρκεῖς. Φαντάζεσθε ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ἐπερωτᾷν; Ἂν οἱ Ὑπουργοὶ ἔπρεπε νὰ πορίζωνται τὰς περὶ τῆς καταστάσεως τῆς διοικήσεως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις πληροφορίας ἀπὸ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὀργάνων τῆς διοικήσεως, αὐτῶν τούτων τῶν παραβαινόντων τοὺς νόμους, ἢ ἀπὸ τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐργάζονται ἐν τοῖς Ὑπουργείοις; Καὶ ἐνῷ ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς μὲ κατήγγελλεν ὡς τὸν μόνον ἐργάτην τῆς συναλλαγῆς, ἐλησμόνει, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἐτύγχανεν ἐν τῇ ἀρχῇ τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου εἶναι ὀπαδὸς, ἡ συναλλαγὴ εἶχεν ἀνυψωθῆ μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς νομοθεσίας. Ποῖα καταγώγια συναλλαγῆς διωργάνωσεν ὁ περὶ καπνοκοπτηρίων νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου εἰς τετρακοσίους ἀνῆλθον οἱ ἐν αὐτοῖς φύλακες ἢ ἐργάται, αἱ δὲ οἰκίαι τῶν φίλων τοῦ κόμματος ἐμισθοῦντο ἐπὶ ὑπερόγκοις μισθώμασιν ὡς καπνοκοπτήρια; Πόσοι ἐκ τῆς πληθύος τῶν τότε ἐκδοθέντων νόμων δὲν ἐξεδόθησαν πρὸς συναλλαγήν; Πόσοι δὲν προσετέθησαν ὑπάλληλοι εἰς τὰς ἐφορίας καὶ τὰ ταμεῖα; Πόσοι ἔκτακτοι διὰ τὴν δῆθεν ἐκκαθάρισιν τῶν καθυστερούντων; Πόσοι ἔκτακτοι ἐν ταῖς Βιβλιοθήκαις, ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ; Πόσα ἐσυστήθησαν Σχολεῖα πρὸς συναλλαγὴν, ἐν γνώσει ὅτι δὲν εὑρίσκοντο δημοδιδάσκαλοι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐνοικιασθῶσι μόνον οἰκίαι διὰ διδακτήρια; Πόσαι ἑκατοντάδες φοιτητῶν καὶ μαθητῶν ὑπὸ διαφόρους ἐμισθοδοτοῦντο αἰτιολογίας; Ἐλησμονήθησαν τὰ κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τῶν περὶ προσόντων νόμων ὄργια; Ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ δὲν διαφθείρει μόνον, ἀλλὰ καθιστᾷ καὶ τὴν σπατάλην, ἥτις ἤγαγε τὸ Κράτος εἰς τὴν καταστροφήν. Πεντήκοντα τέσσαρες ἔκτακτοι ὑπάλληλοι ἦσαν κατὰ τὸ 1882–1884 ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, μισθοδοτούμενοι λόγῳ ὑπηρεσιῶν πρὸς παγίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἢ χάριν τῆς δημοσίας ὑγείας ἢ τῆς στατιστικῆς, καὶ μετ’ αὐτῶν καὶ ὁ διανομεὺς τῆς ἐφημερίδος τοῦ κόμματος. Καὶ ἐδαπανῶντο δι’ αὐτοὺς κατὰ μῆνα δραχ. 5080, ἐτησίως 60,960, ἐδαπανήθησαν δὲ κατὰ τὴν τριετίαν δραχ. 182,880. Τὰ ἔξοδα τοῦ γραφείου τῆς Στατιστικῆς ἀνῆλθον κατὰ τὰ 1883 καὶ 1884 εἰς δραχμὰς 106,375.59. Καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1884 εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς 87,025.98, ἠλαττώσαμεν ἡμεῖς κατὰ τὸ 1891 εἰς 19,642.69. Καὶ καταγγέλλει ἡμᾶς ὡς ὑπηρέτας τῆς συναλλαγῆς ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ὅστις ἐβεβαίου, ὡς πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν εἶχον δαπανηθῆ εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ χρήματα τοῦ χάριν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης συνομολογηθέντος δανείου! Ὅταν ἀναγινώσκω τὸ εἰσαχθὲν πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, πῶς νὰ λησμονήσω τοὺς ποικίλους ὀργανωτὰς, τοὺς ὁποίους ἐκ τῆς Εὐρώπης μετεκαλέσατο ἐνταῦθα αὐτὸ τοῦτο τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον καὶ νῦν εἶναι ἐν τῇ ἀρχῇ; Δὲν ἔμεινε τότε κλάδος διοικήσεως, δὲν ἔμεινεν ὑπηρεσία, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον φέρει ξένους, ἵνα ὀργανώσωσι. Καὶ ἐκλήθη ἐν Ἀθήναις ὀργανωτὴς τῶν φυλακῶν, μετακληθεὶς ἐκ Βελγίου, καὶ ὀργανωτὴς τῶν ταχυδρομείων, μετακληθεὶς ἐκ Βελγίου, καὶ ὀργανωτὴς τῶν τηλεγραφείων, μετακληθεὶς ἐξ Εὐρώπης, καὶ ὀργανωτὴς τοῦ Δενδροκομείου, καὶ οὗτος ἐξ Εὐρώπης, καὶ ὀργανωταὶ μηχανικοὶ ἐκ διαφόρων χωρῶν, καὶ ὀργανωταὶ πρὸς συντήρησιν τῶν πυροβόλων καὶ κατασκευὴν πυρομαχικῶν, καὶ ὀργανωταὶ ἀξιωματικοὶ, καὶ ὀργανωταὶ κτηνίατροι, καὶ ὀργανωταὶ τῆς ἐφορίας τῶν νεωρείων τοῦ Ναυστάθμου, καὶ πολιτικοὶ μηχανικοί, καὶ ὀργανωταὶ τῶν ἐργοστασίων τοῦ Ναυστάθμου, καὶ τεχνῖται ἐφαρμοσταὶ, ἀλλοδαποὶ καὶ οὗτοι, πληρωνόμενοι 1000 φράγκα κατὰ μῆνα, καὶ ὀργανωταὶ ἀρχιλεβητοποιοί, καὶ ἀρχιξυλουργοὶ καὶ ἀρχισιδηρουργοὶ καὶ ἀρχιπυροτεχνουργοὶ, καὶ ὀργανωταὶ τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ὀργανωταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Ναυκλάστρων. Καὶ δι’ ὅλον τοῦτο τὸ πλῆθος τῶν ὀργανωτῶν οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1882 καὶ 1883 ἀνέγραψαν δαπάνην 1,009,784 δραχμῶν. Μετὰ τὴν συμφορὰν, ἥτις ἐπέσκηψεν ἐφ’ ἡμᾶς, συνεπείᾳ τοῦ πολέμου τὸν ὁποῖον ἐπεκήρυξεν ἡ γείτων ἐπικράτεια κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἑπόμενον ἦτο νὰ συγκινηθῇ ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν ὑπέστημεν μόνον τὴν ζημίαν, ὅτι περιεγράφησαν κἄπως τὰ πρὸς βορρᾶν ὅρια τοῦ Κράτους· δὲν εἴχομεν μόνον τὴν δυστυχίαν, ὅτι κατεδικάσθημεν νὰ πληρώσωμεν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν, καὶ νὰ πληρώσωμεν ἀποζημιώσεις ζημιῶν ἄλλων· δὲν εἴχομεν μόνον τὴν δυστυχίαν, ὅτι μᾶς ἐπέβαλον τὸν οἰκονομικὸν ἔλεγχον, ἀλλ’ ἀκόμη ἦτο καὶ ἡ προσβολὴ τῆς ἰδίας ἡμῶν ἐθνικῆς φιλοτιμίας. Ἕκαστος τῶν πολιτῶν ἀντελαμβάνετο κατ’ ἴδιον τρόπον τῶν συμβεβηκότων καὶ τῶν συνεπειῶν αὐτῶν, θόρυβος δὲ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν πολιτῶν καὶ τάραχος ἐν ταῖς ψυχαῖς τοῦ λαοῦ. Ὁ εἷς ᾐτιᾶτο τοῦ ἄλλου, ἀμηχανῶν περὶ τοῦ ἐνεστῶτος, δυσφορῶν περὶ τοῦ μέλλοντος. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τότε ἐπενοήθησαν αἱ μεταρρυθμίσεις, ἵνα προσενεχθῶσιν ὡς ἐλπίδες καὶ ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς φάρμακον, ὡς βάλσαμον εἰς τὰ ἐπιγενόμενα τοσαῦτα τραύματα, τὰ ὁποῖα τὰ δυστυχῆ συμβεβηκότα ἐπήνεγκον ἐπὶ τῆς καρδίας τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ μετὰ τῶν τοιούτων ἐλπίδων, τὰς ὁποίας διέσπειραν, ἀνεμίχθησαν καὶ ἐγκλήσεις κατὰ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὡς αἰτίων τοῦ κακοῦ, καὶ καταγγελίαι κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὡς ὀλετήρων τῆς χώρας. Ἐζητοῦντο νέαι ἰδέαι καὶ μεταρρυθμίσεις, ἀνεκηρύσσετο ὡς αἰτία τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἀτυχίας τοῦ πολέμου ἡ συναλλαγὴ, καὶ ἕκαστος ἐζήτει νὰ ἀπαλλάξῃ ἑαυτὸν τῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία τὸν ἐπεβάρυνε, νὰ καταπονήσῃ δὲ τὸν ἀντίθετον αὐτοῦ διὰ συκοφαντιῶν καὶ ἐρεσχελιῶν, αὐτὸς δὲ παρίστατο ὡς ἰατρὸς τοῦ ἐνεστῶτος, ἢ ὡς ὁ δυνάμενος νὰ διορθώσῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν ἐν τῷ μέλλοντι. Πανταχόθεν φωνὴ κατὰ τοῦ ἀοράτου τούτου θηρίου, τὸ ὁποῖον οὐδ’ ἔβλεπον οὐδ’ ἐφαντάζοντο, κατὰ τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλὰ ποῖαι ἦσαν αὐταὶ αἱ μεταρρυθμίσεις, ποῖα ἦσαν τὰ μέτρα, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην ὁ τόπος; Μέτρα τὰ ὁποῖα ἤθελον καταστήσει εἰς τὸ μέλλον ἀδύνατον νὰ προκύψωσιν αὖθις αἱ αἰτίαι, αἵτινες ἐπήνεγκον τὴν ὀδυνηρὰν ἐκείνην λύσιν. Ποῖαι ἦσαν αἱ συμφοραὶ καὶ αἱ συνέπειαι τοῦ πολέμου; Ἐζητοῦντο μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰς τὸ μέλλον καταστήσει ἀδύνατον νὰ περιέλθῃ πάλιν ὁ τόπος εἰς τοιαύτην κατάστασιν. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ αἰτία, ἡ ὁποία μᾶς περιήγαγεν εἰς τὸν πόλεμον; Ἢ ἐὰν τινες ἐφρόνουν, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ἐζητοῦντο μέτρα, ἐζητεῖτο νὰ ἀνευρεθῶσιν οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των καὶ τιμωρηθῶσιν, ἢ ἐζητεῖτο νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως βελτιωθῇ ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἢ ὅπως ἐπὶ τὸ μέλλον δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Πάντα αὐτὰ τὰ μέτρα ἦσαν αἱ μεταρρυθμίσεις, τῶν ὁποίων ἐφρόνει ὁ κόσμος, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ὁ τόπος. Καὶ ἐπροτάθησαν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ποθηταὶ μεταρρυθμίσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶχεν ἐνδειχθῆ ὑπὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἵνα μὴ ἀναφανῶσι πλέον αἱ αἰτίαι, αἵτινες περιήγαγον τὸ Κράτος εἰς πόλεμον, εἴχομεν ἀνάγκην, ἀντὶ τῶν 16 νομῶν, νὰ σχηματίσωμεν 22 νομούς! Εἴχομεν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν τέσσαρα Πρωτοδικεῖα, νὰ συστήσωμεν Νομαρχιακὰ Συμβούλια, νὰ φορολογῶμεν τὰ λιμενικὰ ταμεῖα διὰ νὰ πληρόνωνται αἱ ἀποζημιώσεις τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων, νὰ ἀφαιρῶμεν ἑκατοστά τινα ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων τῶν δήμων, οἵτινες τυγχάνουσιν ἐν πτωχεύσει, καὶ οἵτινες πρέπει νὰ βοηθηθῶσι διὰ νὰ συντηρηθῶσι, διὰ νὰ σχηματίσωμεν ἀκατανοήτως ἕνα πόρον, ἐξ οὗ νὰ πληρόνωνται οἱ νομαρχιακοὶ σύμβουλοι. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Χωροφυλακῆς, διότι δὲν ἐπικρίνω τὴν περὶ ταύτης πρόνοιαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, διότι ἦτο πλέον ἀναγκαία ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Καὶ ἂς μὴ θελήσῃ τις νὰ μὲ ἐλέγξῃ, διότι κατὰ τοὺς 20 μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἔμεινα ἐν τῇ ἀρχῇ, δὲν ἔσπευσα εἰς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι, ἐὰν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ πρώτου, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη ὑπ’ αὐτῆς, δὲν ἐπροκαλέσαμεν τὴν κύρωσιν ἕνεκεν ἐλλείψεων, αἵτινες εἶχον ἐμφιλοχωρήσει εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, τὸ δεύτερον περὶ ἀστυνομίας νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπεψήφισεν αὐτὴ, ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Μαυρομιχάλην νὰ μὴ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν, διότι ἡ κατάστασις τῆς χώρας εἶχεν ἐπὶ τοσοῦτον χειροτερεύσει, ἡ δημοσία τάξις εἶχε περιέλθει ἐπὶ τοσοῦτον ἐν ἀμφιβόλῳ, ὥστε δὲν ἐκρίναμεν εὐσυνείδητον οὐδὲ συνετὸν ἔργον, κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀστυνομίαν. Ἕνεκα τούτου συνετηρήθη τότε αὕτη, ἀλλὰ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως αὐτῆς. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία βεβαίως ἔβλαψε τὸν στρατὸν, καὶ δὲν ἔβλαψε μόνον αὐτὸν, ἔβλαψε καὶ τὴν διοίκησιν. Διότι, ὅσον τέλειοι καὶ ἄρτιοι ἐὰν ἦσαν οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐτάχθησαν διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὅσον πεπαιδευμένοι καὶ ἱκανώτατοι ἐὰν ἦσαν ἐν τῷ στρατῷ, διακρινόμενοι ἴσως ἐν αὐτῷ, οἱ ἀξιωματικοί εἰσιν ἀνίκανοι διὰ νὰ ἀστυνομῶσι. Τὸ ἔργον τοῦτο δὲν ἦτο ἔργον αὐτῶν. Ὁ ἀστυφύλαξ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ξίφος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ γλῶσσαν, σύνεσιν, ἡμερότητα, χαρακτῆρα συμβιβαστικὸν, ὀξύτητα ἀντιλήψεως, κρίσιν, ὅπως φροντίζῃ νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα, καὶ οὐχὶ νὰ σύρῃ τὸ ξίφος ἵνα κόπτῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐγκληματίου. Τὰ ἄλλα δ’ ἔργα τῆς ἀστυνομίας εἰσὶν ἀλλότρια τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀξιωματικοὶ ἀγορανόμοι! ἐξετάζοντες τὰ ἐδώδιμα! Ἀξιωματικοὶ ἀσχολούμενοι εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀστικῆς ὑγειονομίας! Ἀξιωματικοὶ τηροῦντες τὴν τάξιν ἐν τοῖς καταγωγείοις καὶ τοῖς οἰνοπωλείοις καὶ τοῖς ἄλλοις δυσωνύμοις καταστήμασιν! Ἀξιωματικοὶ ἀγρονόμοι! Βεβαίως ἀλλότρια τοῦ ἀξιωματικοῦ τὰ καθήκοντα. Ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ παρασκευάζηται καὶ νὰ καταρτίζηται, ὅπως κατασταθῇ ὕπαρξις εὐγενὴς, μίαν ἔχων μέριμναν, τὴν μέριμναν τοῦ ἀρτίου αὑτοῦ καταρτισμοῦ, ὅπως καταστῇ ἄξιος νὰ ἐκπληρώσῃ πρὸς τὴν πατρίδα τὸ καθῆκόν του καὶ νὰ δοξάσῃ τὸ ὄνομά του. Οὐδέποτε λοιπὸν ἤμην ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἀντετάχθην ὅτε ἐν τῇ Βουλῇ συνεζητοῦντο τὰ περὶ ταύτης, καὶ ἐνέκρινα τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν ἐνέκρινα τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη πρὸς ὀργάνωσιν τῆς ἀστυνομίας. Ἐνῷ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι διὰ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν, δὲν ἐθεραπεύσαμεν ἐπικειμένας ἀναποφεύκτους ἀνάγκας, τὰς ὁποίας αἱ περιστάσεις αἱ δυστυχεῖς μᾶς κατέδειξαν εἴτε ὡς αἰτίας τῶν συμβεβηκότων, ἕνεκα τῶν ὁποίων περιήχθημεν εἰς πόλεμον, εἴτε ὡς αἰτίας τῶν ἀτυχιῶν, αἵτινες ἐπέσκηψαν ἐφ’ ἡμᾶς κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετ’ αὐτὸν, προσέβημεν καὶ εἰς ὑπέρογκον αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, προσθέσαντες εἰς αὐτὰ ἑπτὰ περίπου ἑκατομμύρια. Καὶ ἐὰν κατὰ τὸ 1899 ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων δὲν ἦναι τοσαύτη, διότι ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων δὲν ἤρξατο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους, ἢ θέλει γενῆ μερική, ἢ δὲν θέλει γείνῃ καθόλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον ὅμως ἔτος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 θέλουσι βαρύνει ἑπτὰ περίπου ἑκατομμύρια. Καὶ δαπανῶμεν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα δι’ ἀνάγκας μὴ ἐπικειμένας, ἐνῷ εἴχομεν ἄλλας ἀνάγκας ἐπικειμένας, ἰδίως τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας, τῆς ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων. Καὶ εἶδον ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσιν 10,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Μουστοῦ! Ἐὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχωσι παρόντες οἱ Βουλευταὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας, βεβαίως θέλουσι γελάσει, ἀκούοντες, ὅτι ἡ ἀναγραφεῖσα πίστωσις τῶν 10,000 δραχμῶν ἔχει σκοπὸν τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους τούτου, ἐνῷ ποσὸν τοσοῦτον δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ οὔτε εἰς μελέτην πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Μουστοῦ. Διὰ νὰ καταδηλωθῇ ἡ ἄνευ μελέτης κυβερνητικῆς, ἄνευ ἐννοίας πολιτικῆς, ἄνευ σχεδίου οἰκονομικοῦ σύνταξις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ἀρκεῖ νὰ ποιήσωμαι παραβολὴν αὐτοῦ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1896. Παραβάλλω δὲ μόνον τὰ ἔξοδα τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, τὰ ἀναγραφέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899. Ταῦτα ὑπερβαίνουσι τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 ἀναγραφέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων κατὰ 1,655,774.53, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 εἶχεν ἀναγράψει δι’ ἐπισκευὴν καὶ οἰκοδομὴν κτιρίων δημοσίων, δι’ ὁδοποιΐαν, διὰ σιδηροδρόμους, δι’ ἀποζημιώσεις κτημάτων καταληφθέντων εἴτε χάριν τῆς ὁδοποιΐας εἴτε χάριν τῶν σιδηροδρόμων, διὰ ὑδραυλικὰ ἔργα καὶ διὰ καλλωπισμοὺς τῆς πρωτευούσης, πιστώσεις ὑπερβαινούσας τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀναγραφομένας κατὰ δραχμὰς 1,661,030. Ἐὰν δὲ τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν διὰ τῶν ψηφισθέντων νομοσχεδίων εἰς τὰ ἔξοδα, οὐδεμίαν θεραπεύωσι τό γε νῦν ἔχον ἀνάγκην ἐπικειμένην, πόσας ἄλλας ἔχομεν ἐπικειμένας, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν, καὶ εἰς τὰς ὁποίας προσῆκε νὰ διαθέσωμεν αὐτά! Τελευταῖον περιώδευον ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ τῆς Βοιωτίας, ἐν τῇ Λεβαδείᾳ, καὶ κατενόουν πόσον ἐπικειμένης ἀνάγκης εἶναι νὰ κατασκευασθῇ μία ὁδὸς, συνδέουσα τὴν Λεβάδειαν μὲ τὸν προχειρότερον λιμένα τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου, τὸν λιμένα τῆς Βούλιδος, μὲ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ συνδεθῇ. Ἡ Λεβαδεία, ἐπαρχία εὔφορος, ἡ ὁποία καὶ βιομηχανίαν ἔχει καὶ πολλὰ παράγει προϊόντα, καὶ κίνησιν ἔχει ἐμπορικὴν οὐκ εὐκαταφρόνητον, τὰ προϊόντα αὐτῆς εἶναι ἠναγκασμένη νὰ μεταφέρῃ δι’ ἁμαξῶν, νὰ διατρέχωσι δὲ μακρὰν διὰ ξηρᾶς ὁδὸν, ὅπως φθάσωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ μεταφέρῃ αὐτὰ εὐκολώτερον καὶ εὐωνότερον δι’ ὁδοῦ ἁμαξιτῆς μέχρι τῆς Βούλιδος, ἐκεῖθεν δὲ διὰ θαλάσσης. Μετέβημεν νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὴν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ ὁσίου Λουκᾶ, μνημεῖον Βυζαντινῆς ἀριστοτεχνίας, πολύτιμον κειμήλιον χριστιανικῆς ἀρχαιολογίας, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ ὁδοιπορῶμεν ἐπὶ ἡμιόνων πολλὰς ὥρας, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Μονήν. Ἐσυλλογιζόμην δὲ πόσας δυσκολίας ἔχουν οἱ ἀλλοδαποί, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸ ἱερὸν ἐκεῖνο τέμενος, ἐὰν δὲ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἦσαν ὀλιγώτερον ἀτελῆ, πόσοι ἀλλοδαποὶ ἤθελον σπεύδει νὰ θαυμάσωσι τὸ πολύτιμον μνημεῖον! Καὶ ἀναφέρω ταῦτα μόνον. Ἀλλὰ μήπως τούτων μόνον ἔχομεν ἀνάγκην; Ἡ συγκοινωνία ἡ ἐν τῷ τόπῳ ἀκόμη χρήζει καὶ συμπληρώσεων καὶ βελτιώσεων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐξωδεύθησαν ὑπὲρ τὰ τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, ἀλλ’ αἱ κατασκευασθεῖσαι ὁδοὶ δὲν ἔχουσι τοιαύτην ἀξίαν, πολλαὶ δὲ πρέπει πρὸς τὰς ὑπαρχούσας νὰ κατασκευασθῶσιν. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπερρόφησε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὰ δὲ χρήματα τὰ εἰσπραττόμενα πρὸς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ὁδῶν εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ δαπανῶνται εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει πλέον ταμεῖον ὁδοποιΐας, ἡ δὲ διοίκησις ἔχει καθῆκον νὰ ἀναγράφῃ μετὰ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοποιΐας καὶ νὰ καταβάλλῃ αὐτὰ ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅπως ἐκπληρώνῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον ἀπερρόφησεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ μόλις ἠδυνήθημεν νὰ συμπληρώσωμεν τὸν ἀτελῆ σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ συμπληρώσωμεν τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης; Καὶ ἐὰν εὕρωμεν ἑταιρείας, ἵνα ἀναλάβωσι τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, δὲν θέλουσιν αὗται ζητήσει ἀπὸ ἡμᾶς χρήματα, εἴτε ἂν ἐγγύησιν τόκου ζητήσωσιν, εἴτε ἂν ἀναγκασθῶμεν νὰ εἰσενέγκωμεν χορηγίαν χρηματικὴν πρὸς τοῦτο; Πάντως θέλομεν ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, αἱ δὲ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας καὶ ἡ συμφορὰ, ἥτις ἐπέσκηψεν ἐπ’ αὐτῆς, δὲν καθιστῶσι πλέον εὔκολον τὴν εὕρεσιν δανείων, πρέπει δὲ διὰ τῶν πόρων τῶν τακτικῶν νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας ταύτας. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἐλάχιστον δηνάριον, τὸ ὁποῖον δαπανῶμεν, πρέπει νὰ τὸ δαπανῶμεν μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ ἄφευκτος ἀνάγκη καὶ οὐχὶ χάριν ἀναγκῶν φανταστικῶν. Ἡμεῖς, οἵτινες ἀποτελοῦμεν τὸ πρὸ εἴκοσι καὶ πλέον ἐτῶν λειτουργοῦν πολιτικὸν κόμμα, κατηγορήθημεν πολλάκις ὡς μὴ ἔχοντες πρόγραμμα. Τὰ προγράμματα ἀληθῶς ἀρέσκουσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὑπηρετοῦσι τὴν ἀγυρτείαν τῶν πολιτευομένων, τὴν ἁπλότητα δὲ καὶ ἀφέλειαν τῶν πολιτῶν, ἰδίως ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς συλλόγοις. Ὑποθέτω ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν πολλὰ ἀνέγνων διαφόρων πολιτευομένων προγράμματα, ἔλεγον δ’ οἱ ἀνταγωνιζόμενοι πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἔχομεν ὡς πρόγραμμα νὰ πράττωμεν τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπραττε τὸ ἕτερον κόμμα...
§52Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Πρὸ δέκα καὶ πέντε ἐτῶν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἡγέτης τοῦ ἑτέρου κόμματος, ὅτι «ἐθλίβετο, οἰκτείρων τὴν τύχην τῆς πατρίδος, διότι δὲν ἔβλεπε, τίς τέλος πάντων θέλει εὑρεθῆ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος ἐξετέλει». Ἀλλ’ εὐτυχῶς εὑρέθησαν ὁ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, ὅστις ἀπηύθυνε πρὸς ἐκεῖνον τὴν ἑκατοντάδα τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ ὁ ἐκ Παρνασίδος, ὅστις ἦτο τότε ὁ διαρκὴς πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἔδωκαν πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας, καὶ ἀνέλαβον νὰ ἐκτελέσωσι τὸ ἔργον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ θάνατος διέκοψεν. Ὄτε ταῦτα ἐλέγοντο, καὶ ἤκουον τῶν λόγων τούτων, ἀνεφώνησα ὄντως ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ὅτι οὐδέποτε θέλομεν στέρξει ἡμεῖς νὰ συνεχίσωμεν τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου εἶχε γείνῃ τότε ἔναρξις, διότι ἐκρίνομεν αὐτὸ ὀλέθριον, οἷον καὶ κατεφάνη, ἐφρονοῦμεν δ’ ὅτι ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν τὸ ἀντίθετον τοῦ ἔργου ἐκείνου, ἤτοι νὰ ἀνατρέψωμεν αὐτό. Τότε οἱ θρασύτεροι τῶν πρὸς ἡμᾶς ἀνταγωνιζομένων ἔλεγον ψιττακίζοντες, οἱ φαυλότεροι δὲ τῆς ἀθηναϊκῆς δημοσιογραφίας ἐπανελάμβανον: «Λοιπὸν, δὲν ἔχετε πρόγραμμα;» Οἱ ταῦτα λέγοντες τότε καὶ οἱ ταῦτα γράφοντές εἰσιν ἀμαθεῖς, ἀγνοοῦντες τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος, μηδὲ ἀσχοληθέντες νὰ μελετήσωσι τὴν ἱστορίαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ τὴν πορείαν τοῦ δημοσίου βίου αὐτῶν. Ἡμεῖς ὄντως πρόγραμμα εἴχομεν νὰ μὴ πράττωμεν ὅσα ἐπράττετε τότε σεῖς· ἐπειδὴ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι σεῖς σπαταλᾶτε, πρόγραμμα εἴχομεν τὴν φειδώ· ἐπειδὴ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι σεῖς ἐτράπητε εἰς συναλλαγὴν, ἵνα πορισθῆτε πολιτικὸν κέρδος, ἡμεῖς εἴχομεν ἀντίθετον τούτου πρόγραμμα· ἐὰν ἡμεῖς νομίζητε, ὅτι διὰ τῆς πολυνομίας, διὰ τῶν ὀργανισμῶν θέλετε ὑπηρετήσει τὸν τόπον, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι διὰ τῆς εἰλικρινοῦς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, διὰ τῆς εὐσυνειδήτου διοικήσεως θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς χώρας. Δυστυχῶς δὲν ἐδημοσιεύθη ἔτι ἀπολογισμὸς ἄλλου τινὸς ἔτους ἐγγυτέρου, εἰμὴ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1895. Ἡ ἐξέτασις τούτου μοὶ δίδει τὴν εὐχάριστον εὐκαιρίαν νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Παρνασσίδος πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι πείσει αὐτὸν πόσον ἀβάσιμοι καὶ ἀνάρμοστοι ἦσαν αἱ ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας ἐπρόβαλεν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ὅτε οὗτος συνεζητεῖτο. Κατηγόρει ἡμᾶς τότε ὁ κ. Σιμόπουλος ὡς ἐλαττώνοντας τὰ ἔσοδα διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ προεβάλομεν νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς τέσσαρες δραχμαὶ κατὰ χιλιάδα, διότι τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσαχθῆ εἰς τὰς ἀποθήκας, δὲν ἤθελε πωληθῆ. Μομφὴ τοιαύτη ἦτο τότε ἐπίκαιρος διὰ νὰ ἐξεγείρῃ καθ’ ἡμῶν καὶ τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους. Ἐπρότεινε λοιπὸν ὁ κ. Σιμόπουλος τότε νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ποσὸν 1,200,000, ὅπερ εἶχεν ἀναγραφῆ ὡς ἔσοδον τῆς σταφίδος διὰ τὴν ἀνωτέρω αἰτίαν. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐξετελέσθη, ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι εἰσεπράχθησαν οὐ μόνον τὸ 1,200,000, ποσὸν τοῦ ἀφεθέντος φόρου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῶν ἀποθηκῶν. Ἐζήτει τότε ὁ κ. Σιμόπουλος νὰ διαγραφῇ τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδον ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐκ δραχ. 680,000, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὁ εἰσπραττόμενος ἐκ προξενικῶν τελῶν χρυσὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ οὐδ’ εἰς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν προξένων. Ἐγὼ δὲν εἶμαι χαρακτῆρος ἐπιμόνου, καὶ πολλάκις ἐνδίδω εἰς παραστάσεις, ὅταν, ἐὰν ἐνδώσω εἰς αὐτάς, φρονῶ ὅτι δὲν φέρω βλάβην τινὰ εἰς τὰ δημόσια. Λοιπὸν ἐδέχθην τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, στέρξας ἀντὶ τῶν 680,000 δραχμῶν νὰ ἀναγραφῇ ποσὸν 120,000, διότι καὶ ἂν ἀπεδεικνύετο ὅτι καλῶς εἶχεν ἀναγραφῆ ποσὸν 680,000, οὐδαμῶς ἐζημιοῦτο τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσαχθῆ ὅλον τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προϋπολογισθὲν ποσόν. Ἡ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἰσεπράχθησαν μόνον 120,000 δραχμαί, ὅσαι ἤθελον εἰσπραχθῆ κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Σιμοπούλου, οὔτε 680,000, τὰς ὁποίας εἶχον ἀναγράψει, ἀλλὰ 686,000. Εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐξ 24,000,000, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐδυσφόρει καὶ ἐπρότεινε νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν κατὰ 650,000, διότι διετείνετο, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις, αἵτινες τότε ἐνομοθετήθησαν, τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει, τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἐπὶ τῇ εἰσαγωγῇ τῶν γάδων (μπακαλιάρων), τῶν ὀσπρίων καὶ τῶν μουλλίων καὶ σετζαπίων, ἤθελον πάντως ἐλαττώσει τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ 650,000 δρ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη, ἐξετελέσθη, ὁ δὲ ἀπολογισμὸς βεβαιοῖ, ὅτι οὐ μόνον δὲν εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένων 24,000,000, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 25,660,010.27. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔλεγεν ἐν ἐπιλόγῳ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895: «Ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν, ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἔχομεν πρὸ ἡμῶν προϋπολογισμὸν ἀνισοσκελῆ, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα ὑπερβαῖνον τὰ 2,000,000. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τοῦτον ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνόδου ταύτης μετὰ περισσεύματος ἐξ 1,698,394 δραχμῶν, διὰ τῶν δηλώσεων ὅμως αὐτῆς τῆς ἰδίας, διὰ τῶν ἐγκαταλειφθέντων ὑπ’ αὐτῆς νομοθετικῶν μέτρων, διὰ προσθηκῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν σημερινῶν περιστάσεων τὸ περίσσευμα μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα, κατέστη δὲ δυσχερὴς ἡ λογικὴ συναρμολόγησις τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραπτέων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὡς ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων κυβερνητικῶν προτάσεων καὶ δηλώσεων, ἐνδεικνυουσῶν τὴν ἔλλειψιν ἀρτίου κυβερνητικοῦ συστήματος». Ἡμεῖς εἴχομεν τότε κληθῆ εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ ἔτος 1895 τὴν 1 Ἰουνίου, τὴν 2 δὲ Ἰουνίου εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν· δὲν εἶχον συμπληρωθῆ 24 ὧραι, ἀφ’ ἧς εἴχομεν δώσει τὸν ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας, ὅτε παρέστημεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμόν. Αὐτὸν συνετάξαμεν βεβαίως ἐν τοῖς ἰδίοις ἡμῶν γραφείοις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων ἡμῶν πληροφοριῶν, καὶ διὰ τοῦτο οὗτος ὑπέστη μεταβολάς. Τὰς μεταβολὰς ταύτας ἐννοεῖ ὁ κύριος Βουλευτής, λέγων ὅτι ἐπῆλθον τοσαῦται μεταβολαί, ὥστε ἐδείκνυτο ἡλίου φαεινότερον, ὅτι δὲν εἴχομεν ἄρτιον κυβερνητικὸν σύστημα. Ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ λάβῃ ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899. Τοῦτον δὲν συνέταξεν ἐντὸς δύο ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν, εἰσήγαγε δ’ αὐτὸν τὸν Μάϊον, ἐνῷ εἰς τὴν ἀρχὴν εἶχεν ἀνέλθει τὸν Μάρτιον, συνέταξεν αὐτὸν ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων πληροφοριῶν. Καὶ ὅμως αἱ δηλώσεις ὑπερέβησαν τὰ 2,000,000, προσθῆκαι καὶ ἄλλαι μεταβολαὶ ἠλλοίωσαν αὐτὸν ἐντελῶς, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νέον κείμενον νόμου ἐσόδων. Ἐγὼ δὲν ἐγκαλῶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἐνδεικνύοντα ἔλλειψιν ἀρτίου Κυβερνητικοῦ συστήματος, διότι γνωρίζω, ὅτι πολλάκις εἴτε παράλειψις ἐγγραφῆς εἴτε μὴ ἀρτία πρόβλεψις, εἴτε ἀνάγκαι ἀναπτυσσόμεναι καὶ προαγόμεναι ἐν τῷ μεταξύ, ἐπάγουσι τὰς μεταβολάς· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δὲν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἔλλειμμα δύο ἑκατομμυρίων, ὡς ἐβεβαίου τότε ὁ κ. Σιμόπουλος, ἀλλὰ περίσσευμα τριῶν καὶ πλέον ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 δὲν παρελίπομεν νὰ περιλάβωμεν ἱκανὰς πιστώσεις πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων ἀπολύτου ὠφελείας, διότι καὶ καθυστερήσεις τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὸ ταμεῖον τὸ εἰδικὸν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἀπετίσαμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1895, καὶ ἔργα ἐπεχειρήσαμεν καὶ ἐξετελέσαμεν. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω μιμηθῆ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ἵνα τοιαύτην ἀπευθύνω ἐπίκρισιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν· ὅ,τι ὅμως εὑρίσκω ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ, εἶναι ὅτι, ἐνῷ εἶναι τεχνικῶς διεσκευασμένον, αἱ ἔννοιαι, αἵτινες ὑπηγόρευσαν αὐτὸ, εἶναι πλημμελεῖς. Εἶναι πλημμελεῖς αἱ ἔννοιαι διότι καταδηλοῦται ἐν πᾶσιν ἡ ἐπιθυμία νὰ παρασταθῇ περίσσευμα, ἐπιθυμία εὔλογος εἰς πάντα Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὸ παρελθὸν διδάσκει ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ δίδῃ ζωὴν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ ὅτι πολλάκις ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς παρελθόντων ἐτῶν δὲν ἐβεβαιώθησαν τὰ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει ἢ ὑποστηρίξει, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι ἔννοιαι οἰκονομίας συνετῆς, δημοσιονομίας λελογισμένης, εἶναι ἔννοιαι δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀνυπέρβλητος ἀνάγκη δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ· ἐπειδὴ δὲ τώρα δὲν ἔχομεν πλέον ἀνοικτὴν τὴν θύραν τῶν δανείων, ἵνα ἐξακολουθήσωμεν βαδίζοντες τὴν αὐτὴν ὁδὸν, ἣν ἐβάδισε τὸ κόμμα, εἰς ὃ ἀνήκει, θέλομεν εὑρεθῆ πρὸ βεβαίων ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ πληρώσωμεν δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων. Δὲν κηρύσσομαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς αὐξήσεων τῶν φόρων, ἐὰν οἱ φόροι ὦσιν ἀπολύτως ἀναγκαῖοι, ἀλλὰ μόνον ὅταν μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους τὸ ἐπιβάλλωσιν, οὐχὶ δὲ ἁπλῆ τῆς διοικήσεως μεταστροφὴ, ἢ ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἢ τῆς δικαιοσύνης μὴ ἀπολύτως ἀναγκαία προσθήκη. Διὰ τοῦτο ὡς ἀποτέλεσμα τῶν παρατηρήσεών μου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, νὰ μὴ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν πολιτικὴν, ἣν ἠσπάσθησαν, νὰ μὴ ἀκολουθήσωσι τὴν ὁδὸν, ἣν ἄλλοτε ἠκολούθησαν, καὶ ἥτις ἤγαγε τὴν χώραν εἰς καταστροφὴν, ἀλλὰ νὰ ἀσπασθῶσι τὴν φειδὼ ἐν τοῖς νομοθετήμασι, τὴν φειδὼ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων, διότι τοιουτοτρόπως μόνον θέλουσι προσφέρει χρησίμους εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§54ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§55ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρισκόμεθα. Βεβαίως δὲν πιστεύω ὅτι ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ ἀναγκάσῃ ἡμᾶς νὰ σιωπήσωμεν, διότι δὲν δυνάμεθα σωματικῶς νὰ ἀνθέξωμεν εἰς τὴν καταπόνησιν, ὅτε κατεκλίθημεν, ὡς κατεκλίθημεν, τὴν πρωΐαν. Ἐγὼ ὅλην τὴν ἡμέραν ἔμεινα ἄϋπνος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τοιούτους ὅρους; Εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις, ἐξ ὅσων βλέπω, δὲν θέλει διαρκέσει ἐπὶ μακρόν· ὑποθέτω ὅτι 2 ἢ 3 ἡμέραι θὰ ἀρκέσουν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου· τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνωμεν, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν ἀπόψε; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, βεβαίως θὰ ἐπιμείνῃ ἵνα κλείσῃ τὸ στόμα ἡμῶν. Πρὸς ἀποφυγὴν τοιαύτης παρεξηγήσεως παρακαλῶ νὰ συναινέσῃ, ἵνα λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόλις παρῆλθε, κύριε Πρόεδρε, ἡ δωδεκάτη. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τῆς 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν, κύριε Πρόεδρε, αὐτὴν τὴν ὥραν, καὶ μετὰ τὴν ἐργασίαν τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§59Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ κ. Δούνης δὲν εἶχεν ἐγείρει τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἡ ὁποία μᾶς ἔκαμε νὰ ἀπολέσωμεν δύο ὥρας, βεβαίως ἠθέλατε λάβει τὸν λόγον τὴν δεκάτην. Ὁ δὲ κ. Δούνης καταλέγεται, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μεταξὺ τῶν φίλων σας.
§60Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ δικαιοσύνη σας εἶναι ἄδικος, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην κἂν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐγένετο ἡ ἔνστασις, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἔνστασιν ἔφερε πεποιθὼς ὅτι δὲν ὑπῆρχε τότε ἀπαρτία.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅ,τι εἶπεν ἀστεϊζόμενος, ὄχι σπουδαίως, διότι τὸ εἶπε μειδιῶν· διότι, ἂν τὸ ἔλεγε σπουδαίως, ἤθελον ἐγὼ ἀναλάβει, καίτοι ἤμην ἀπὼν κατὰ τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, νὰ παράσχω τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις.
§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν λάβω τὸν λόγον τώρα, πάντως θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ διακόψωμεν εἰς τὸ μέσον τῆς ὁμιλίας.
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ διακόψωμεν εἰς τὸ μέσον, καίτοι νομίζω, ὅτι φέρει τὴν εὐθύνην τῆς ἐνστάσεως ὁ κ. Καραπᾶνος, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνωμεν, ὅπως ἀγορεύσῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὑποφέρωσιν οἱ μὴ ὑπέχοντες εὐθύνην, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Δευτέραν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 20′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).