Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Α› Sitting 73

1899.07.09

5,019 rows · 38,152 words · 1 table · 411 turns

Date
1899.07.09
Presidency
Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΥ
Period
ΙΕ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1899)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73

τῆς 9 Ἰουλίου 1899.

(Παρασκευή).

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Κ. Ζώτου).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Αἰγίου διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ πίστωσιν πρὸς κατασκευὴν λιθίνων προχωμάτων εἰς τὸν Σελινοῦντα ποταμόν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κορινθίων διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐν τῇ συμβάσει περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας κλπ. ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ δικαιώματα τῆς πόλεως Κορίνθου ἐπὶ τῶν ὑδάτων τούτων. Ὁ Ἠθικοθρησκευτικὸς Σύλλογος Πατρῶν «Ἅγιος Ἀνδρέας» δι’ αἰτήσεώς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ χρησιμοποιῶνται ὡς τόποι ψηφοφορίας οἱ ναοί. Ὁ Νικόλαος Γ. Ἐμπειρῖκος ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθῇ;

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή... Ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ σταλῇ πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.

§4Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἀνήκῃ εἰς τὸν οἶκον τῶν ἀδελφῶν Ἐμπειρίκου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος Ἐμπειρῖκος εἶναι. Οἱ κάτοικοι τῶν δήμων Ὀρχομενοῦ καὶ Νάσων διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ παραμεληθέντος πεδίου Κανδύλας. Οἱ ἁμαξηλάται Ἄρτης διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ περὶ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν νομοσχέδιον. Ὁ ἐν Ἀθήναις Ἐργατικὸς Σύνδεσμος ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ πληρωμῆς τῶν ἡμερομισθίων τῶν ἐργατῶν κατὰ Σάββατον καὶ ὄχι κατὰ Κυριακήν. Ὁ κ. Σταυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§6Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ζαχαροπλάσται ὑποβάλλουσι δι’ ἐμοῦ ἀναφορὰν καὶ παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ βαρέος φόρου ἐπὶ τῆς εἰσαγομένης ζακχάρεως. Παραπονοῦνται δὲ, ὅτι εἰς ἕτερον τμῆμα τῆς αὐτῆς βιομηχανίας, τοὺς κατασκευαστὰς λουκουμίων, ἐδόθη ἀτέλεια. Ἐὰν λοιπὸν συντρέχωσιν αἱ αὐταὶ περιστάσεις, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.

§7Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.

§8Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ποδολοβίτσης, παρακαλούντων, ὅπως καὶ χάριν τοῦ δικαίου καὶ πρὸς ἀσφάλειαν τῆς τάξεως παρεμποδισθῶσιν οἱ πρὸς συλλογὴν βαλανιδοκάρπου εἰσβάλλοντες εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου αὐτῶν ἐξ ἑτέρων δήμων. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβωσι τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑπ’ ὄψιν.

§9ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτροπὴ ἁμαξηλατῶν ἰδιοκτητῶν κάρρων, ἐκ Πειραιῶς ἐλθοῦσα σήμερον, μοὶ ἐνεχείρισεν ἀναφορὰν, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνομένην, διότι ἀπέτυχε νὰ συναντήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὃν ἐζήτησε πρὸς ἐπίδοσιν τῆς ἀναφορᾶς, μοὶ ἐδήλωσε δὲ, ὅτι τοιαύτην ἀναφορὰν παρέδωκε καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εὐγνώμων διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὑπεδέχθη αὐτὴν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ἁρμόδιος. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης οἱ ἁμαξηλάται οὗτοι τοῦ Πειραιῶς παραπονοῦνται, ὅτι ὁ εἰς αὐτοὺς ἐπιβαλλόμενος φόρος, εἴτε πρόκειται περὶ τετρατρόχων εἴτε πρόκειται περὶ διτρόχων ἁμαξίων, εἶναι ἀνώτερος τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου εἰς τὰς ἁμάξας. Θεωροῦσι τὸ πρᾶγμα ἄδικον, διότι ὑπολογίζουσιν ὅτι καὶ τὸ κεφάλαιον τὸ κινούμενον, ὅπως αὐτοὶ λέγουσι, τῶν ἁμαξῶν εἶναι πολὺ μεγαλείτερον, κατὰ πολλὰς ἑκατοντάδας δραχμῶν, καὶ ὅτι τὰ κέρδη αὐτῶν εἶναι πολὺ μικρότερα, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὁ φόρος εἶναι δυσανάλογος. Μοὶ εἶπον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον ἐπὶ τούτῳ, ἐὰν πεισθῇ ὅτι εἶναι ἐπιδεκτικὴ μεταρρυθμίσεως ἡ διάταξις τοῦ κειμένου νόμου. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους, οἵτινες φέρονται ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ, νὰ θελήσῃ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καιρὸς κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ἐξακολουθῶν τὸν λόγον, ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρῶτον τὴν παράκλησίν μου, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τὸν ἀναγόμενον εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ Ἰλισσοῦ, καὶ δεύτερον παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἂν, — κατόπιν τῆς ὑποσχέσεως, ἣν ἔδωκεν, ὅτι θέλει ὑποβάλει τὸ ζήτημα τὸ περὶ κινίνης ἐν ἐσφραγισμένοις φιαλιδίοις, ἐλευθέρως πωλητέας κατὰ τὰς διαφόρους ἀγορὰς τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον, — ὑπεβλήθη τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον, καὶ ἂν μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου προέβη εἴς τινα ἀπόφασιν, καὶ ὁποίαν.

§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τῆς πλημμύρας, καὶ ἄλλοτε εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα, παρέπεμψα τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ Ἰατροσυνέδριον, ἐπειδὴ ἔχει πολλὰς ἀσχολίας ἕνεκα τῆς πανώλους, δὲν κατώρθωσε μέχρι τοῦδε νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην του.

§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν βλέπω ὁποῖον νομοσχέδιον ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς παθόντας ἐκ τῆς πλημμύρας. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὴν πίστωσιν ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τῆς πλημμύρας. Λοιπὸν μοὶ φαίνεται ὅτι μόνη ἡ χρησιμοποίησις τῆς πιστώσεως ἀπαιτεῖται. Ὑπὲρ τῶν ἐν Πειραιεῖ τοῦτο ἐγένετο πρὸ πολλοῦ· ὑπὲρ τῶν ἐν Ἀθήναις παθόντων δὲν ἐγένετο. Ἐζήτησα δὲ νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἄλλοτε, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲν εὑρέθησαν ἴχνη τῆς ὑποθέσεως· ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ φάκελος ὑπάρχει, καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ ὑπάρχῃ.

§12Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου.

§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ.....

§14ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ προστεθῇ ἡ δήλωσις εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Πρόκειται περὶ 15,000 δραχμῶν.

§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ, διότι δὲν ἐνετάλη ἡ πληρωμή. Πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ ὑποβληθῇ νέον νομοσχέδιον.

§16Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέου νομοσχεδίου.

§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι ἡ πληρωμὴ δὲν ἐνετάλη. Εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις 50 χιλιάδων, ἐξ ὧν 35,000 διὰ τὸν Πειραιᾶ καὶ 15,000 διὰ τὰς Ἀθήνας. Χορηγηθείσης τῆς πιστώσεως, διωρίσθησαν δύο ἐπιτροπαί, μία διὰ τὸν Πειραιᾶ, ἑτέρα διὰ τὰς Ἀθήνας. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Πειραιῶς εἰργάσθη, ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἀθηνῶν οὐδέποτε εἰργάσθη, οὔτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της τὰς ἀναφορὰς τὰς εἰς αὐτὴν ὑποβληθείσας, οὔτε ἔγεινεν ἐκκαθάρισις τῶν διατυπωθεισῶν ἀξιώσεων. Δὲν ἔγεινε τίποτε. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν δυνάμει πιστώσεως, ἡ ὁποία εἶχεν ἐγγραφῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, νὰ πληρώσωμεν. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγράψωμεν τὸ ποσὸν εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, μὴ οὔσης ἐκκαθαρισμένης τῆς ἀπαιτήσεως.

§18Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι εἰς τὰς κεκλεισμένας.

§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλά;

§20Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.

§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς; Πρόκειται περὶ νέας πιστώσεως.

§22Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νέας;

§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα, νέας.

§24Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ δαπάνη πρέπει νὰ ᾖναι ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένη, ἵνα ἀναγραφῇ εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς πιστώσεως.

§25Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως, ἵνα ἀναγραφῇ εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, ἀπαιτεῖται ἐκκαθάρισις. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναγνωρίζηται ἡ ἀνάγκη τῆς πληρωμῆς μὴ ἐκκαθαρισμένης δαπάνης, οὐδὲν ἐμποδίζει νὰ περιληφθῇ νέα πίστωσις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ παρὰ ἡ διαγραφὴ τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἴσως πρὸ πέντε ἐτῶν, καὶ ἑπομένως εἶναι σχεδὸν διαγεγραμμένη, καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς διὰ νέας πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ἡ ἀνάγκη ὑφίσταται. Ἡ ἄδεια δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἐδόθη διὰ νόμου...

§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ νόμου.

§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Ἡ ἀνάγκη ὑφίσταται, ἑπομένως ἡ δαπάνη εἶναι ἀνεγνωρισμένη. Δὲν ἐγένετο τότε. Βεβαίως μὴ ἐκκαθαρισθεῖσα δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις· ἀλλ’ ὑφισταμένου τοῦ νόμου πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης, δύναται πολὺ καλὰ ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς νέα πίστωσις. Θὰ μένῃ τότε ἡ ἀκύρωσις τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγραφείσης κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, τὸ 1896, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ ἀπολογισμός.

§28Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡ αἴτησίς σας γείνῃ δεκτή, νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ δὲν ὑφίσταται, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θ’ ἀπέβαινεν ἄσκοπος ἡ ἀναγραφὴ γενικῶν πιστώσεων. Τότε θὰ ἠδυνάμεθα δι’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον νὰ ψηφίζωμεν ἰδίαν πίστωσιν ὡρισμένου ποσοῦ διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἀπῄτησε, προκειμένου περὶ δαπάνης ἀναγομένης εἰς κεκλεισμένην καὶ διαγεγραμμένην χρῆσιν, ἢ δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ ψηφίζηται, ἢ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἀναγράφηται εἰδικὴ πίστωσις. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ ἀρχή, ὑπὲρ ἧς συνηγορεῖτε, δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτή.

§29ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, — πιθανὸν τὰ πράγματα νὰ ἔχωσιν οὕτως, — δὲν θέλω δὲ παντελῶς νὰ ψέξω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἢ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν πράττει τίποτε, ἀλλὰ λέγω ὅτι, ὅτε πρὸς δυστυχεῖς, παθόντας τοιαῦτα δυστυχήματα, καταστροφὴν τῆς περιουσίας καὶ ἀπώλειαν μάλιστα τῆς οἰκογενείας, τὸ Κράτος ἔρχεται καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως ὑπόσχεται χορηγίαν ἔχουσαν χαρακτῆρα ἀνακουφίσεως, ἐλεημοσύνης, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀφήσῃ ἐκτεθειμένην τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως εἰς τοιαύτην περιφρόνησιν· διότι ὁ πτωχός, ὁ λαμβάνων τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θέλει ἀνακουφισθῆ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς τοιαύτας ὑποσχέσεις δίδοντας, ὅτι εἰς τὴν δυστυχίαν εἶναι περιττὸς ὁ ἐμπαιγμός, καὶ καταντᾷ ἐμπαιγμός, ὅταν ἡ ὑπόσχεσις ἀναβάλληται ἐπὶ πολλὰ ἔτη, διότι δὲν θέλουσι, Κύριος οἶδε διατί, αἱ τεταγμέναι ἐπιτροπαὶ νὰ ἐργασθῶσιν. Εὑρίσκονται ἄνθρωποι ἀπολέσαντες πρὸς τῇ μικρᾷ περιουσίᾳ καὶ ὁλόκληρον οἰκογένειαν, μὴ λαβόντες ἀνακούφισιν ἄλλην, παρὰ τὴν ἰδιωτικήν, ἥτις ἐδόθη αὐτοῖς ἐγκαίρως. Οἱ ἰδιῶται ἐξετέλεσαν τὸ καθ’ ἑαυτοὺς, καὶ ἔχω ἐνταῦθα κατάλογον, περιέχοντα κατ’ ὄνομα καὶ ποσὸν τὴν γενομένην διανομὴν τῶν ἰδιωτικῶν εἰσφορῶν, αἵτινες ἀναβαίνουσιν εἰς 10,000 δραχμάς. Νομίζω ὅτι, ὅτε οἱ ἰδιῶται κατώρθωσαν πρὸ διετίας καὶ πλέον νὰ ἐκτελέσωσι τὸ πρὸς τοὺς παθόντας καθῆκον, τὸ Κράτος, ὅπερ ἀνεγνώρισε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ὀφείλει καὶ τοῦτο μετὰ τριετίαν τοὐλάχιστον νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν βαρύνουσαν αὐτό.

§30Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλως δυνατὸν νὰ γείνῃ, τότε παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον.

§31Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη. Δὲν ἀμφισβητῶ, ἄλλως τε τὴν ὀρθότητα τῶν γενομένων συζητήσεων καὶ παρατηρήσεων. Πρόκειται νῦν νὰ γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως. Μετὰ τοῦτο ὑποβληθήσεται εἰδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή.

§32Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ τάχιστα· διότι οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἀπώλεσαν τὴν περιουσίαν των.

§33Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ πάλιν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀφορώσης τὴν ἐνοικίασιν τῶν ἐν τῷ δήμῳ Φενεοῦ ἐθνικῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἡ λίμνη ἐκεῖ, ἀποξηρανθεῖσα αὐτομάτως, ἄφησεν ἀκαλύπτους. Τὰς γαίας ταύτας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἄνευ ἐπισταμένης ἐπιτοπίας ἐρεύνης ἐξέθεσεν εἰς δημοπρασίαν, συμπεριέλαβε δὲ ἐν τῇ διακηρύξει καὶ γαίας ἰδιοκτήτους, περὶ τὰς 10,000 στρέμματα, καλλιεργουμένας παρὰ τῶν κατοίκων ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων καὶ ἀνηκούσας συνεπῶς εἰς διαφόρους κοινότητας τοῦ δήμου Φενεοῦ, αἵτινες καὶ τίτλους τῆς κυριότητός των κέκτηνται. Ἐννοεῖται ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἐνοικιαστὴς συμπεριέλαβε καὶ αὐτὰς ἐν τῇ ἐνοικιάσει, οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ δυστυχεῖς, καταδιωκόμενοι ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀμειλίκτως, ὑποστηριζομένους παρὰ μεγάλης στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία παραδόξως ἀπεστάλη πρὸς ἐνίσχυσιν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, οἱ χωρικοί, λέγω, εὑρισκόμενοι εἰς ἀπόγνωσιν, ἔχουσιν ἀπόσχει πάσης καλλιεργείας, ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ αὐτῶν ζημίᾳ, μὴ ἐχόντων ἄλλον πόρον ζωῆς. Βεβαιώθητε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖνος ὑφίσταται πολλὰ δεινά. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία τῆς μερίμνης σας. Ἀναγνώσατε μετὰ προσοχῆς τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ ἐξεύρητε τρόπον, ὅπως σωθῇ ὁ τόπος ἐκεῖνος ἀπὸ ἀγρίους ἐνοικιαστὰς, ἐκδιώκοντας ὁλόκληρα χωρία ἐκ τῶν ἀγρῶν των, ἐπὶ χρηματολογίᾳ παρανόμῳ. Ἀνεῦρον ἐν τῷ κατατεθέντι φακέλλῳ, ὅτι καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ ἀποσταλεῖσαι πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ὁ στρατιωτικὸς ἀποσπασματάρχης, ὡς καὶ ὁ γεωμέτρης καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, νομίζω, συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀποστείλῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ τοὺς τίτλους τῶν κατοίκων, ὡς καὶ τὰς ἄλλας ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται παρὰ διαφόρων. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι μεγάλου κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος. Θὰ σώσητε τὸν τόπον ἐκεῖ, ὅστις θὰ σᾶς εὐγνωμονῇ.

§34Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων Σύρου περὶ πωλήσεως φαρμάκων ἀβλαβῶν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι καὶ ἐξ ἄλλων πόλεων ἀπεστάλησαν τοιαῦται ἀναφοραί, ὥστε φαίνεται ὅτι τὸ ζήτημα λαμβάνει γενικώτερον χαρακτῆρα.

§35Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.

§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπήντησα καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο παρεπέμφθη εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον, καὶ ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν αὐτοῦ, ἵνα ἴδω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα.

§37Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κυμαίων, συνελθὸν τὴν 6 Μαρτίου ἐ ἔ. καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸν θάνατον δύο μελῶν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν Κύμῃ ἐνοριακοῦ ναοῦ «ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου», συνεπλήρωσε τοῦτο, διορίσαν διὰ ψηφίσματος δύο ἄλλα μέλη, τοὺς κυρίους Γ. Καραβᾶν καὶ Κ. Νικολαΐδην. Τὸ ψήφισμα τοῦτο ἀνεκοινώθη εἰς τὸν κ. δήμαρχον, ὁ δὲ κ. δήμαρχος, ὀφείλων κατὰ τὸν νόμον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ κ. νομάρχου ἐντὸς 15 ἡμερῶν, καίτοι παρῆλθε πολὺς καιρὸς, οὐδὲν ἔπραξεν, ἵνα προκαλέσῃ τὴν ἔγκρισιν, οὐδ’ ἀνεκοίνωσε τὸ ψήφισμα εἰς τοὺς διορισθέντας. Τὸ Συμβούλιον, βλέπον ὅτι ὁ δήμαρχος δὲν ἐνήργησε τίποτε, ἀπέστειλεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν νομάρχην Εὐβοίας τὸ ψήφισμα, ἀλλ’ ὁ νομάρχης, πολὺ ὀρθῶς, ἀπήντησεν, ὅτι μόνον διὰ τοῦ δημάρχου ἐπιτρέπεται ἡ ὑποβολὴ τοῦ ψηφίσματος. Ἡ συμπλήρωσις τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου ἐπείγει, διότι 8000 δραχμαὶ τῆς Ἐκκλησίας μένουσιν εἰς χεῖρας τῶν κληρονόμων τῶν ἀποβιωσάντων συμβούλων, καὶ κινδυνεύουσι ν’ ἀπολεσθῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν μέριμναν καὶ διὰ τοῦ νομάρχου προσκαλέσῃ εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του τὸν δήμαρχον Κυμαίων.

§38Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1898 μέχρι σήμερον, ὑπεβλήθησαν παρὰ διαφόρων πολιτῶν ἐφέσεις κατ’ ἀποφάσεων διοικητικῶν ἀρχῶν, ἤτοι ταμιῶν, οἰκονομικῶν ἐφόρων καὶ τελωνῶν, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν ἐξεδικάσθησαν. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ κατάλογον, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποβαλόντων τοιαύτας ἐφέσεις κατὰ διοικητικῶν ἀποφάσεων, πόσαι ἐξ αὐτῶν ἐξεδικάσθησαν, καὶ διὰ τίνα λόγον αἱ λοιπαὶ μένουσιν ἐκκρεμεῖς. Προσέτι, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ ὑποβάλῃ ἀντίγραφον τῶν ἀποφάσεων τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῶν ὁποίων τοῦτο, εἴτε αὐτεπαγγέλτως, εἴτε συνεπείᾳ ἐφέσεων, προέβη εἰς μεταρρύθμισιν τῶν ἀποφάσεων τῶν κατὰ πρῶτον βαθμῶν ἐκδοθεισῶν.

§39Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κύριος Ροῦφος ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰς δικογραφίας ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες εἶναι ἐκκρεμεῖς κατὰ τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου κ. Ψωμάκη. Τὰς δικογραφίας ταύτης καταθέτω· ἐξ αὐτῶν δὲ καταφαίνεται, ὅτι οὐδεμία ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς, καὶ ὅτι αἱ ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις εἶναι ἅπασαι ἀπαλλακτικαί.

§40Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε ζητήσει καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Διγενόπουλος νὰ καταθέσητε σχετικά τινα ἔγγραφα, εὑρισκόμενα παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ.

§41Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τοιαύτη αἴτησις δὲν περιῆλθεν εἰς ἐμέ.

§42ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸ δύο ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς ἐνοικιάσεως οἰκίας τινὸς ἐν Τανίᾳ ὡς καταστήματος ἀστυνομικοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι τὴν ἑπομένην, χθὲς δηλαδὴ, θὰ ἔδιδε τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας. Ἐπειδὴ ὅμως οὔτε χθὲς οὔτε σήμερον παρέσχε τοιαύτας, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φροντίσῃ περὶ τούτου, διότι φρονῶ, ὅτι, ὅταν λάβῃ γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, θὰ διατάξῃ νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐνοικίασις ἐκείνη.

§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶχον ἓν σημείωμα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν ἔφερα μαζῆ μου· δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς εἴπω, τί περιέχει, διότι τὸ ἀνέγνωσα. Ἡ ὑπηρεσία ἀναφέρει, ὅτι ἔληξεν ἡ ἐνοικίασις οἰκίας μεμισθωμένης δι’ ἀστυνομικὸν κατάστημα, ὅτι ἡ οἰκία αὕτη ἦτο μεμισθωμένη πρὸς δραχμὰς 50 κατὰ μῆνα, ὅτι ἐγένετο αἴτησις παρά τινος ἰδιώτου, — τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα, — διὰ τῆς ὁποίας ὁ κύριος οὗτος προτείνει, ὅπως ἐνοικιασθῇ ἡ οἰκία ἡ ἰδική του ἐπὶ μισθώματι 40 δραχμῶν, ὅτι δὲ τὴν αἴτησιν ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον παρέπεμψεν εἰς τὸν ἀστυνόμον, ὅπως οὗτος πληροφορήσῃ, ἐὰν ἡ προτεινομένη οἰκία εἶναι κατάλληλος. Ὁ ἀστυνόμος ἀπήντησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἡ οἰκία εἶναι κατάλληλος, καὶ συνεπείᾳ τῆς πληροφορίας ταύτης τοῦ ἀστυνόμου προέβη ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν σύναψιν μισθωτηρίου ἐγγράφου διὰ τὴν νέαν ταύτην οἰκίαν πρὸς 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Αὗται εἶναι, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐν τῷ σημειώματι ἐκείνῳ ἀνέγνωσα. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ αὔριον νὰ καταθέσω τὸ σημείωμα.

§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 423). Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 424). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.

§46ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προτιμηθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας συνομολογήσεως συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἠπειροθεσσαλίας, διότι αἱ συναλλαγαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ἔπαυσαν ἕνεκα τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ Τράπεζα. Παρακαλῶ θερμῶς καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.

§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς, ὅπως ἄρωμεν τὴν ἐκκρεμότητα, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι συνάδελφοι θεωροῦσιν ὄχι καλήν, ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον. Εἴχομεν δὲ σκοπὸν νὰ προτάξωμεν αὐτὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ εἴδομεν διαθέσεις πρὸς συζήτησιν. Ἐὰν πρόκειται νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ προταχθῇ.

§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ συζητηθῇ.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας συνομολογήσεως συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ Προνομιούχου Ἠπειροθεσσαλίας. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Τσαμαδός).

§50ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται περὶ συγχωνεύσεως, ἥτις οὐδένα βεβαίως δύναται νὰ εὕρῃ τὸν ἀντιλέγοντα. Διὰ τῆς συγχωνεύσεως φθάνομεν νὰ περιορίσωμεν τὰς προνομιούχους Τραπέζας εἰς δύο, καὶ ἴσως θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ εἴχομεν μόνον μίαν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ἀδείας χορηγητέας εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἔγκρισιν τοιαύτης συγχωνεύσεως, ἦτο δυνατόν, τὸ νομοσχέδιον, ἄλλως συντεταγμένον, νὰ παρέχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν δύναμιν νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἀνταλλάγματα ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἕνεκα τῶν παρεχομένων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τῆς συγχωνεύσεως πλεονεκτημάτων, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ταῦτα θελήσωσι νὰ εἴπωσι, καὶ ἕνεκα τῆς παρατάσεως ἐπὶ ἐννέα ἔτη τοῦ προνομίου, ἥτις δίδεται διὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Λέγεται μὲν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἀντάλλαγμα δίδεται ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἡ τιμὴ ἡ ἐπὶ πλέον τῆς ἐξαγορᾶς τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, αἵτινες ἐμεσολάβησαν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ εἰς βλάβην τῆς ἐκεῖ Τραπέζης, καίτοι δὲν εἶναι ὑπόχρεων τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημίωσιν, ὅπως δήποτε εὐλόγως πράττει τι καὶ ὑπὲρ τοῦ καταστήματος τούτου· ἀλλὰ τὸ ἀντάλλαγμα, περὶ οὗ πρόκειται, καίτοι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν αὐτὸ ἀκριβῶς, διότι δὲν εἶπεν ἡμῖν ἐν τῇ ἐκθέσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς, ἣν δίδει ἡ Τράπεζα ἄνευ παρατάσεως τοῦ προνομίου, καὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ δίδει διότι ἡ παράτασις παραχωρεῖται, εἶναι ἀνεπαρκές· νομίζω δὲ, ὅτι καὶ τὸ Κράτος δύναται νὰ λάβῃ παραχώρησίν τινα, διότι μόνη ἡ παραχώρησις πρὸς τὴν Τράπεζαν ὑποβαλλομένη, καὶ κατ’ ἀξίαν μοὶ φαίνεται μικρὰ καὶ δὲν ἱκανοποιεῖ τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις τοῦ Κράτους. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ βλέπω, ὅτι γίνεται λόγος περὶ παραχωρήσεών τινων, ἀλλὰ καὶ αὗται δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκὲς ἀντάλλαγμα τοῦ κέρδους τοῦ ἀποκτωμένου ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἄλλο ἀντάλλαγμα μικρὸν περιέχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5, καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα ἀπαλλάσσει τοὺς ἐν Ἠπείρῳ ὀφειλέτας ἐξ ἀγορᾶς κτημάτων τῶν τόκων, οἵτινες, κατὰ τὸ σημείωμα, ὅπερ κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέρχονται εἰς 140,000 δραχμάς, ὧν τὸ ἥμισυ εἶχεν ἐγγυηθῆ τὸ Κράτος. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ἄξιον λόγου, προκειμένου περὶ ἐννεαετοῦς παρατάσεως τοῦ προνομίου· ἡ δὲ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, ἥτις λέγει τὰ ἑπόμενα: «Ἀπὸ τῆς ὁριστικῆς συγχωνεύσεως οἱ τόκοι ἁπάντων τῶν δανείων τῆς Προνομιούχου Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, ἐνυποθήκων καὶ ἐπὶ ἐνεχύρῳ, τῶν χορηγήσεων εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας καὶ τῶν ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων ἐλαττοῦνται, ἀφομοιούμενοι κατὰ τὸ ποσοστὸν αὐτῶν πρὸς τοὺς τόκους, οὓς καταλογίζει ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐργασιῶν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος», δὲν εἶναι ἀντάλλαγμα, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ νόμιμον ἐπακόλουθον τῆς ἀπορροφήσεως τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ δύο κανόνας ἡ Ἐθνική· εὐθὺς ὡς ἀπορροφᾷ τὴν Ἠπειροθεσσαλικήν, οἱ τόκοι πάντες γίνονται οἱ αὐτοὶ ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς χώρας. Ἐπειδὴ ὅμως εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ διαφορὰ τῶν τόκων εἶναι αὕτη· ἐπὶ τῶν δανείων τῶν ἐνυποθήκων ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λαμβάνει 7%, ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ 8%· ἐπὶ τῶν δανείων ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λαμβάνει 5½%, ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ 8%· ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων ἡ Ἐθνικὴ 6½%, ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ 8%· ἐπὶ χορηγήσεων εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας καὶ αἱ δύο Τράπεζαι λαμβάνουν 8%. Καὶ ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 δὲν ἔχει λόγον ὡς πρὸς τὰ δάνεια ταῦτα, τὰ πρὸς τοὺς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, διότι λέγει, ὅτι καὶ τούτων ὁ τόκος ἐλαττοῦται· ἐν τούτοις δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τὰς δύο Τραπέζας τόκος. Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ παράσχωμεν ἄδειαν εἰς τὰς Τραπέζας νὰ συγχωνευθῶσιν, ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον νὰ περιέχῃ καὶ τὸν τύπον τῆς ἀδείας, νὰ περιέχῃ καὶ ὅρους τινὰς, καὶ τοὺς ὅρους τούτου ἀρύομαι πάλιν ἐκ τοῦ σημειώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καίτοι θὰ ἐπεθύμουν αὐτοὺς κάπως καλλιτέρους. «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα», λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, «ἐδήλωσεν ὅτι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1900 θέλει ἐλαττώσει τὸν τόκον ἐπὶ ἐνυποθήκων δανείων καὶ δανείων πρὸς δήμους εἰς 6½% κατ’ ἀνώτατον ὅρον, καὶ εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας εἰς 7%. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1901 θέλει ἐλαττώσει τοὺς τόκους ἐπὶ τῶν ἐνυποθήκων δανείων καὶ δανείων πρὸς δήμους κλπ. εἰς 6%.» Γινώσκω ὅτι ἀπὸ ἐτῶν ζητεῖται ἡ ἐλάττωσις τῶν τόκων, ἰδίως τῶν δανείων τῶν λιμενικῶν ταμείων, τοὐλάχιστον εἰς 5%, ἀλλὰ τοῦτο δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ νόμου τούτου δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ἐν αὐτῷ τὸν ὅρον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν συγχώνευσιν, ἐὰν ἡ Τράπεζα δὲν παράσχῃ τὴν τοιαύτην ἐλάττωσιν. Καὶ ὑπάρχει μὲν ἡ δήλωσις τῆς Τραπέζης, ὅτι κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1901 ἐλπίζει νὰ καταβιβάσῃ τὸν τόκον εἰς 6%, προκειμένου ὅμως νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ κέρδη ὁλοκλήρου ἱδρύματος ὄχι μόνον δι’ ἑπτὰ ἔτη, ἅτινα ὑπολείπονται εἰς τὸ προνόμιον τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἔτι καὶ δι’ 9 ἐπὶ πλέον, εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ζητηθῇ, ὅπως ἡ Τράπεζα προβιβάσῃ κατὰ ἓν ἔτος τὴν ὑπόσχεσιν αὑτῆς καὶ ἐλαττώσῃ ἀπὸ τοῦ 1900 τὸν τόκον εἰς 6%.

§51Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν μελλόντων δανείων μόνον.

§52ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ τῶν ὑπαρχόντων.

§53Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν συμπεριλάβωμεν καὶ τὰ ὑπάρχοντα, εἶναι ὡς νὰ θέλωμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν συγχώνευσιν.

§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τῶν ὑπαρχόντων, ἐφ’ ὅσον ἀνανεοῦνται. Προτείνω λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τὴν ἑξῆς διατύπωσιν: «Ὑπὸ τοὺς ἐν τοῖς ἑπομένοις ἄρθροις ὅρους, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν» κλπ. ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἄρθρου 4 τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Ἀπὸ τῆς ὁριστικῆς συγχωνεύσεως οἱ τόκοι ἁπάντων τῶν δανείων τῆς Προνομιούχου Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, ἐνυποθήκων καὶ ἐπὶ ἐνεχύρῳ, καὶ τῶν ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων ἐλαττοῦνται, ἀφομοιούμενοι κατὰ τὸ ποσοστὸν αὐτῶν πρὸς τοὺς τόκους, οὓς καταλογίζει ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐργασιῶν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἀπὸ δὲ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1900 οἱ μὲν τόκοι τῶν ἐνυποθήκων δανείων καὶ τῶν δανείων πρὸς δήμους, λιμενικὰ ταμεῖα κλπ. ἐλαττοῦνται εἰς 6% κατ’ ἀνώτατον ὅρον, οἱ δὲ τόκοι τῶν δανείων πρὸς γεωργοὺς καὶ κτηματίας εἰς 7%, μενουσῶν ἐν ἰσχύει καὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ τῆς 21 Μαρτίου 1898. Εἰς τοῦτο ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν δήλωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἣν κατέθεσεν ἐν τῷ σημειώματι ὁ κ. Ὑπουργὸς, καθ’ ἣν λέγει, ὅτι ἡ Τράπεζα θέλει ἐλαττώσει τὸν τόκον εἰς 6½%, ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλει ἐλαττώσει αὐτὸν ἔτι μᾶλλον τῷ 1901, εἰς 6%. Ἡ ἀξίωσις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ, ἂν καὶ ὑπὸ τύπον παρακλήσεως διατυπωθῇ· ἂν εἴπωμεν πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὅτι εἶναι μικρὸν ἀντάλλαγμα τοῦ κέρδους, ὅπερ παρέχεται εἰς αὐτὴν διὰ τῆς ἐπὶ ἐννέα ἔτη παρατάσεως τοῦ προνομίου ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου τῶν ἐνυποθήκων δανείων ἀπὸ τοῦδε εἰς 6%. Θὰ ἀπολέσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μόνον 1% ἐπὶ τῶν δανείων τούτων τῶν ἀσφαλῶν. Ὑπολογίσατε ποία εἶναι ἡ σημασία τῆς παραχωρήσεως, καὶ εἴπετε, ἂν, τῆς Βουλῆς τοιοῦτόν τι ψηφιζούσης, καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐφαρμοζούσης, ἡ Τράπεζα δύναται νὰ ἀρνηθῇ.

§55ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ Τράπεζα ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δανείσῃ 10,000,000 εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Ποῦ εἶναι ἡ ἐκτέλεσις; Ἂν ὑποχρεωθῇ νὰ ἀφαιρέσῃ 1½%, δὲν εἶναι μεγάλο πρᾶγμα.

§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ δὲν πρόκειται νὰ ἐκβιασθῇ, πρόκειται νὰ ὠθήσωμεν αὐτὴν νὰ πράξῃ τοῦτο, ὡς ὀφείλει νὰ πράξῃ, διότι ἔχει τὸ ἀντάλλαγμα τῆς παραχωρήσεως. Ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς πράξεως τῆς συγχωνεύσεως ἔχει ὠφελείας, διότι, ὡς ἤρχισεν ἡ πτῶσις τῶν μετοχῶν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, ἐφρόντισε νὰ ἀγοράσῃ μετοχὰς τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης οὐκ ὀλίγας πρὸς 180 δραχμάς.

§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ὑπάρχει περὶ τούτου δήλωσις;

§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διετύπωσεν ὁ διοικητὴς τοῦτο ἐν συνεντεύξει, ὑπὸ τύπον λίαν σαφῆ, εἶναι δὲ γεγραμμένη ἡ δήλωσις αὕτη παρ’ ἀνδρὸς κάλλιστα γινώσκοντος τὴν ὑπόθεσιν, ὡς ἐξ αὐτῶν τῶν γραφομένων φαίνεται, ἐν οἷς λέγονται τὰ ἑξῆς, ἅτινα λαμβάνω ἐκ τῆς ἐφημερίδος «Ἄστεως» ὡς λόγους αὐτοῦ τοῦ διοικητοῦ τῆς Τραπέζης: «Ἄλλως τε ὅτι ἡ Τράπεζα ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως κανονίζει τὴν δρᾶσιν αὑτῆς, εἶναι, πιστεύω, γνωστὸν, τὸ ἀπέδειξε δὲ ἀπέναντι τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ θανάτου τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ, ἀπειλήσαντος, καὶ πολὺ εὐλόγως, πανικὸν ἐπὶ τῶν μετοχῶν Ἠπειροθεσσαλίας, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπεσόβησε, μετ’ ἐπιδείξεως προβᾶσα εἰς ἀγορὰν μετοχῶν Ἠπειροθεσσαλίας μὲ τιμὴν δραχμῶν 180, ἤτοι κατ’ ὀλίγας μόνον δραχμὰς κατωτέραν τῆς τιμῆς, ἣν αὗται, αἱ μετοχαὶ, εἶχον ζῶντος καὶ ὑγιαίνοντος τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ. Καὶ τότε ἤδη αἱ διαπραγματεύσεις τῆς συγχωνεύσεως εἶχον ἀρχίσει, ἀλλὰ δὲν κατεδέχθη νὰ ἐπωφεληθῇ ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς ἐπικαίρου στιγμῆς τῆς πραγματοποιήσεως ὑλικῶν συμφερόντων ἐπὶ ζημίᾳ τῶν μετόχων τῆς συναδέλφου Τραπέζης.» Ἀλλ’ ἠγόρασε βεβαίως ἡ Τράπεζα ἀριθμόν τινα μετοχῶν καὶ ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν δύο τρίτων, διότι ἀπαιτοῦνται δύο τρίτα ἵνα ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συγχωνεύσεως, συνετέλεσε δὲ ἄλλως καὶ εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπέλθῃ μεγαλειτέρα ἔκπτωσις τῶν μετοχῶν. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἠγόρασε καὶ ψήφους. Διὰ τούτους τοὺς λόγους παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, ἐν ᾗ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπιφύλαξις τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ, ὅστις ἀφορᾷ εἰς τὰ 7 ἑκατομμύρια, τὰ δανεισθέντα εἰς τοὺς Θεσσαλούς.

§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὑπέλαβεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προεβλήθη κατ’ αἴτησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς, καὶ ὅτι αὕτη εὑρίσκει μέγα ἐνδιαφέρον καὶ σπουδαῖον συμφέρον εἰς τὴν μετ’ αὐτῆς συγχώνευσιν τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας· ὡς ἐκ τούτου προκαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, ζητοῦσα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα κυρώσῃ σύμβασιν, ἥτις ἤθελε τυχὸν συνομολογηθῆ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνταλλάγματα τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ δὲν ἔχει συμφέρον ὑλικὸν εἰς τὴν τοιαύτην συγχώνευσιν· ἐνδιαφέρον ἔχει πρὸ πάντων εἰς τὴν συγχώνευσιν ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, διότι ἀφ’ ἧς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐγκατέστησε καταστήματα ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ μεθ’ ἃς ζημίας ὑπέστη ἡ Ἠπειροθεσσαλική, ἡ θέσις τῆς Τραπέζης ταύτης δὲν εἶναι εὐάρεστος. Δὲν εἶναι δυνατὸν Τράπεζα μικρὰ ἔχουσα κεφάλαια νὰ ἀνταγωνίζηται πρὸς τὴν Ἐθνικήν· ὡς ἐκ τούτου, καὶ ὅτε ἔζη ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς, ὁ ἱδρυτὴς τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, διεξήγοντο διαπραγματεύσεις, ὅπως συντελεσθῇ ἡ συγχώνευσις τῶν δύο Τραπεζῶν, διότι οὗτος ἐγίνωσκε κάλλιστα τὴν θέσιν τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας καὶ ἐφρόνει, ὅτι δὲν ἦτο συμφέρουσα οὔτε εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς οὔτε εἰς τὸν τόπον ἡ περαιτέρω αὐτοτελὴς διατήρησίς της. Ἐπῆλθεν ὁ θάνατος τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἄλλως τε γνωστὸν, ὅτι δὲν ἦτο μόνον ὁ ἱδρυτής, ἀλλὰ καὶ ὁ νοῦς αὐτῆς καὶ ὁ συντρέχων ὑλικῶς ταύτην πρὸς δημιουργίαν κερδῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι διὰ τῆς πίστεως αὐτοῦ διετηρεῖτο καὶ ἐπραγματοποίει κέρδη ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Ὁ θάνατος αὐτοῦ, ἐπελθὼν ὑφ’ ἃς συνθήκας διετέλει ἡ Τράπεζα μετὰ τὸν πόλεμον, ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὑποστῶσιν αἱ μετοχαὶ αὐτῆς μεγάλην ἔκπτωσιν. Ἐν τῇ στιγμῇ ταύτῃ ὁ διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπέλαβεν, ὅτι καθῆκον αὐτοῦ ἦτο νὰ συντελέσῃ ὅπως ἡ ἔκπτωσις αὕτη, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰς μετοχὰς τῆς Τραπέζης, μὴ προχωρήσῃ, διότι αὕτη δὲν ἐζημίου μόνον τοὺς μετόχους τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, ἀλλὰ καὶ τὰς λοιπὰς ἀξίας· ἐνόμισε λοιπὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέμβῃ, ὅπως προλάβῃ τὸν ἐπικείμενον κλονισμόν. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἠγόρασε μεγάλην ποσότητα μετοχῶν πρὸς δραχ. 180 ἑκάστην. Ἡ παρέμβασις αὕτη ἐγένετο οὐχὶ πρὸς σκοπὸν κερδοσκοπίας, ἀλλὰ πρὸς πρόληψιν ζημιῶν τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Μετὰ τοῦτο ἐπεβάλλετο νὰ συγκληθῇ ἡ συνέλευσις τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καθορισθῇ ἡ θέσις αὐτῆς, τὸ μὲν διότι ἐπὶ πολλὰ ἑξάμηνα δὲν εἶχεν ἀπονείμει μέρισμα, τὸ δὲ διότι τὰ τῆς Τραπέζης διετέλουν ὑπὸ πολλὰς ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος· ἐδέησε λοιπὸν νὰ συγκληθῇ συνέλευσις τῶν μετόχων· ἀλλ’ οἱ μέτοχοι εἶναι διεσπαρμένοι πολλαχοῦ, ἐγνώριζον δὲ πάντες οἱ μέτοχοι, ὅτι πρὶν ἀποθάνῃ ὁ ἀοίδιμος Συγγρὸς διεξήγοντο διαπραγματεύσεις πρὸς συγχώνευσιν, διὸ καὶ ἀπετάθησαν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἔστειλαν πρὸς αὐτὴν τὰς μετοχάς των, παρακαλοῦντες νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ αὐτοὺς ἐν τῇ συνελεύσει τῶν μετόχων καὶ λάβῃ πᾶν μέτρον, δυνάμενον νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντά των. Ἐκ τούτου καὶ μόνου ἐφάνη ἐν τῇ συνελεύσει τῇ συγκροτηθείσῃ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀπήλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς συνελεύσεως. Ἡ συνέλευσις ἐξέλεξε δύο ἐλεγκτὰς, ὧν ὁ εἷς ἦτο ἐπιθεωρητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὁ ἕτερος εἷς τῶν ἐμπόρων Βόλου. Οὗτοι ἐπελήφθησαν τῆς ἐξελέγξεως. Ὡς γνωστὸν, ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς, ὅτε ἦτο πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, εἶχεν ὑποβάλει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπόμνημα, καθ’ ὃ ἡ Τράπεζα αὕτη ὑπέστη ζημίας πλέον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἡ γενομένη ὑπὸ τῶν ἐλεγκτῶν ἐξέλεγξις ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο ὑπερβολικὸν, καὶ ὅτι ἡ ζημία ἀνήρχετο μόνον εἰς 2,400,000 δραχ. Ἐν τούτοις αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς συγχώνευσιν τῶν Τραπεζῶν ἐσταμάτησαν ἰδίως ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἀκριβοῦς καθορισμοῦ τῶν ζημιῶν, ἃς ὑπέστη ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας, ἤτοι ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν μείωσιν τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς Τραπέζης ὡς ἐκ τῶν ζημιῶν, ἃς αὕτη ὑπέστη. Ἐπὶ παραδείγματι, ὡς πρὸς τὸ ὑποκατάστημα τὸ ἐν Ἄρτῃ οἱ δύο ἐλεγκταὶ διεφώνησαν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐπελθουσῶν ζημιῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲν κατωρθώθη νὰ συντελεσθῇ πλήρης ἡ συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο Τραπεζῶν. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ περὶ συγχωνεύσεως διαπραγματεύσεις ἐπροχώρησαν καὶ πρόκειται νὰ μεσολαβήσῃ μέγα χρονικὸν διάστημα μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ συνέλθῃ, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν ἄδειαν ταύτην, ὅπως, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ προσδοκωμένη συγχώνευσις τῶν δύο Τραπεζῶν, δύνηται νὰ κυρώσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ἐν δικαίῳ μέτρῳ. Ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ δὲν θὰ ἀδικήσῃ τοὺς μετόχους τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, οἵτινες ἔδειξαν ἄπειρον ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτήν· ἑπομένως, ἂν ἐν τῇ ὁποίᾳ αἰτοῦμεν ἀδείᾳ νομοθετικῇ περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τῆς συγχωνεύσεως ἠθέλομεν περιλάβει ἄλλους ὅρους, ἠθέλομεν καταστήσει δυσχερῆ τὴν συγχώνευσιν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἐπιδιώκει διὰ τῆς συγχωνεύσεως ὑλικὸν κέρδος, διότι τὸ κέρδος, ὅπερ πρόκειται νὰ παραχθῇ ἐκ τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου, θὰ τὸ λάβωσιν οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας· ἂν λοιπὸν περιλάβωμεν ἄλλους ὅρους, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ δεχθῇ αὐτοὺς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ ζημιωθῶσιν οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Αἱ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ποιεῖται, εἶναι ἐπαρκεῖς· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται, ἤτοι ἡ μείωσις τῶν τόκων τῶν σήμερον πληρωνομένων πρὸς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας ἐξ 8 εἰς 7% εἶναι ἀναξία λόγου· διότι, ἐὰν δὲν συντελεσθῇ ἡ τοιαύτη συγχώνευσις, ἐπὶ 7 ἔτη οἱ ὀφείλοντες νῦν καὶ οἱ δανεισθησόμενοι παρὰ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας θὰ πληρώνωσιν 8%. Ὡς πρὸς τὴν δήλωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν μείωσιν τοῦ τόκου τῶν ἐνυποθήκων δανείων, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε κοινὸν μὲ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, διότι αὕτη ἐγένετο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ τελευταία τῆς Τραπέζης παραχώρησις πρὸς μετατροπὴν τοῦ ἑαυτῆς δανείου τοῦ λαχειοφόρου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπισήμως ἐδηλώθη πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι θὰ μειωθῇ ὁ τόκος τῶν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς χορηγουμένων δανείων. Ἀλλὰ ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν τοιοῦτόν τι. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ἑτέραν διάταξιν· διότι θὰ καταστήσωμεν τὴν συγχώνευσιν ἀνέφικτον. Ἡ συγχώνευσις δὲ ὑπαγορεύεται, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τὸ συμφέρον τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, οἵτινες εἶναι οἱ παθόντες ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–3, ὡς ἔχουσι).

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται) Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη.

§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχει ἀναγνωσθῆ.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§64Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ βραδύτης περὶ τὴν ψήφισιν τῶν προϋπολογισμῶν ἀποτελεῖ ὁμολογουμένως ἓν μειονέκτημα, διότι δὲν τηροῦνται οὕτως αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν...

§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰσέρχεσθε εἰς τὴν συζήτησιν;

§66ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ποιοῦμαι δηλώσεις... Ὁπωσδήποτε δὲ ἡ κατάστασις αὕτη ἡ ἀνώμαλος ἔχει καὶ ἓν πλεονέκτημα, ὅπως συμβαίνει συνήθως κάθε κακὸν νὰ ἔχῃ καὶ τὸ καλόν του, ὅτι ἐπέρχεται ἐκτίμησις ἀκριβεστέρα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα. Ὁ χρόνος ὁ μεσολαβήσας ἀφ’ ἧς ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν μέχρι σήμερον παρέσχεν ἡμῖν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως μελετήσωμεν τὰ κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ 1899. Εἶμαι ἠναγκασμένος, μεθ’ ὅσους νόμους ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, οἵτινες ἐπάγονται μεταβολὰς δαπανῶν, καὶ μεθ’ ὅσην ἐλάβομεν πεῖραν τῶν ἀφορώντων εἴς τινα τῶν ἐσόδων, νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὑφ’ ὑμῶν. Καὶ πρῶτον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ταῦτα ἀναγράφονται ὡς ἀνελευσόμενα εἰς 105,795,658. Προτείνω τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων κατὰ 1,290,000 δραχμάς. Ἡ αὔξησις αὕτη ἀνάγεται κατὰ 250,000 δραχμὰς εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, δηλαδὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω βάσιμον ἐλπίδα, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, κατὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, θέλομεν εἰσπράξει κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑξαμηνίας τῆς δευτέρας 250,000 δραχμὰς περιπλέον...

§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων;

§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὡς γινώσκετε, ὅσοι ἐμελετήσατε τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν προϋπολογισμοῦ, ἀναγράφεται ὡς πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν τὸ ποσὸν τῶν 30,000,000 δραχμῶν. Καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν, εἴχομεν φοβηθῆ, μήπως ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἶναι ἐλάσσων τῆς τοῦ 1898. Ὑπελάβομεν πάντες, ὅτι ἕνεκα τῶν προηγηθέντων τοῦ 1898 θλιβερῶν γεγονότων ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ 1898 ὑπῆρξε μείζων, ὑπῆρξεν ὁπωςδήποτε ἔκτακτος, καὶ ἐκ τούτου αἱ εἰσπράξεις αἱ τελωνειακαὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 34,450,000 δραχ. Ἐκ τοῦ φόβου τούτου λοιπὸν ἀγόμενοι ἀνεγράψαμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἔσοδον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν 30,000,000. Εὐτυχῶς ἔληξεν ἡ πρώτη ἑξαμηνία, αἱ δὲ εἰσπράξεις τῆς πρώτης ἑξαμηνίας ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν εἶναι σχεδὸν οἷαι καὶ αἱ τοῦ 1898. Αἱ εἰσπράξεις τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1898 ἀνῆλθον εἰς δρ. 15,321,822, αἱ εἰσπράξεις τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1899 ἀνῆλθον εἰς 15,316,049, δηλ. καθυστέρησε κατὰ δραχμὰς 5 χιλιάδας μόνον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὑρίσκω ὅτι δὲν θὰ ἦναι σπουδαία ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, διότι προκειμένου περὶ 15 ἑκατομμυρίων κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ἡ διαφορὰ δραχ. 5,000 εἶναι ἀναξία λόγου. Ἴσως ὑποληφθῶ αἰσιόδοξος παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ δευτέρα ἑξαμηνία τοῦ 1899 θέλει ἀποδώσει σχεδὸν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1898, καὶ ἑπομένως αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 34,000,000. Δὲν ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ὑπολαμβάνωμαι ὑπὲρ τὸ δέον αἰσιόδοξος· εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Βʹ ἑξαμηνίας. Δὲν ὑπολογίζω ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 34,450,000, δηλ. δὲν προτείνω νὰ προστεθῶσι 4,450,000, καθόσον νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχωμε, αὔξησιν ἐπὶ τῶν ὑπολογιζομένων ἐσόδων, παρὰ μείωσιν τῶν ὑπολογισμῶν ἡμῶν, καὶ δι’ αὐτὸ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου τούτου τῶν τελωνειακῶν τελῶν κατὰ 1,000,000. Πλὴν τούτου, καὶ μία τις ἄλλη αὔξησις ἐσόδων προβάλλεται, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὐσιαστικὸν χαρακτῆρα. Ὡς γινώσκετε, ἐψηφίσαμεν τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους· ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος θέλομεν ἔχει πρόσοδον 40,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιβαρυνθήσεται καὶ μὲ ἔξοδα τὸ Δημόσιον, δὲν πρόκειται νὰ κερδίσῃ τίποτε, διότι ἐκ τῶν ἐσόδων θὰ πληρωθοῦν τὰ δι’ αὐτὸ γενησόμενα ἔξοδα· ἀλλ’ ἀναγράφονται τυπικῶς εἰς τὰ ἔσοδα 40,000 δραχμαί. Ἑπομένως προστιθεμένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν αὐξήσεων τούτων δρ. 1,290,000 θὰ ἔχωμεν τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνερχόμενον εἰς 107,085,658. Αὐταὶ εἶναι αἱ προτεινόμεναι μεταβολαὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1899. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς ἐπενεκτέας μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμόν, τὰ ἔξοδα ὑπελογίσθησαν ὡς ἀνελευσόμενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 99,347,623.96. Μικρά τις προτείνεται μείωσις αὐτῶν ἐκ δραχμῶν 50,000 εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τόκον τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ὅσοι παρακολουθεῖτε τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν γινώσκετε, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὸν τόκον τῶν 5% ἠλάττωσεν εἰς 4 ἐν ἀρχῇ καὶ βραδύτερον εἰς 3, καὶ τοῦτο διότι τὸ Δημόσιον ἔχει κατατεθειμένα χρήματα πρὸς 1% εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὡς ἐκ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ τόκου ἠλαττώθη τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων κατὰ 2,000,000 περίπου. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 200,000. Προτείνω νῦν τὴν μείωσιν εἰς 150,000, οὕτω δὲ ἐπέρχεται μείωσις 50,000 δραχμῶν. Ἔχομεν ὅμως αὐξήσεις, αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ πλεῖστον προέρχονται ἀπὸ τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐκύρωσε, προβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, προέρχονται δὲ καὶ ἀπὸ τινα ἄλλα γεγονότα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἡ προσήκουσα πρόνοια κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ὅτε οὗτος ὑπεβλήθη. Καὶ πρῶτον ἔχομεν προσθήκην διὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν ἐντὸς τοῦ 1899. Οὕτω εἰς τὴν ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένην πίστωσιν διὰ τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων προστίθεται πίστωσις δρ. 398,600. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν αἱ αὐξήσεις ἠνέρχονται εἰς δρ. 111,451.37, προερχόμεναι κατὰ τὰ 9/10 ἀπὸ τὰς γενομένας ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν δηλώσεις τῶν ἐξόδων κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων...

§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ μίαν ἐξήγησιν. Τὸ Ὑπουργεῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις περὶ προσθήκης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 πιστώσεων διὰ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων· ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν τώρα προτείνετε, τῶν 111 περίπου χιλιάδων δραχμῶν περιλαμβάνει τὴν προσθήκην ἐκείνην καὶ προσέτι καί τινα ἄλλην;

§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὰς ὑποβληθείσας δηλώσεις προσετίθεντο 95,000 δραχμαὶ εἰς τὴν πίστωσιν τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Νῦν προστίθενται 16,000 δραχμαί. Τὰς λεπτομερείας θέλετε ἴδει εἰς τὸ φύλλον τῶν λεπτομερειῶν, τὸ ὁποῖον θὰ καταθέσω.

§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζητῶ τὰς πληροφορίας αὐτὰς, ἐπειδὴ αὔριον θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἔχω ἀκριβεῖς πληροφορίας.

§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίωμα βεβαίως ἔχετε νὰ ζητήσητε πᾶσαν πληροφορίαν ἢ ἐξήγησιν, ἐμὸν δὲ καθῆκον νὰ τὰς παράσχω. Εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας προτείνω προσθήκην 72,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ πλεῖστον προέρχονται πρῶτον 40,000 δραχμαὶ ἀπὸ τὴν δαπάνην διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον ὑποχρέωσιν πρὸς τὰ φιλανθρωπικὰ τῆς Ζακύνθου καταστήματα, προέρχονται ἐπίσης καὶ ἀπὸ προσθήκην πιστώσεως δραχμῶν 20,000 δι’ ἔξοδα καταμετρήσεως τῶν ἀμπέλων, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιαύτην καταμέτρησιν, πρὸ παντὸς δὲ ἐπειδὴ ὑπεβλήθη ἤδη εἰς δαπάνην πρὸς ἐκτύπωσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δηλώσεων, βιβλίων μεταγραφῶν καὶ ὅλων τούτων τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπάγονται ἐκ τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν προτείνεται αὔξησις πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,870. Ἡ αὔξησις αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ ὁποίου ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ νόμου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐξ ὅσων ἴσως ἐνθυμεῖσθε ὅσοι μετέσχετε τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, προσετέθη εἷς λογιστὴς, δύο ἀκόλουθοι καὶ εἷς κλητήρ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἡ προτεινομένη αὔξησις εἶναι μείζων· ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δρ. 201,456.25. Ἡ αὔξησις αὕτη προέρχεται ἀπὸ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, Ἐφετῶν, Πρωτοδικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῆς τῆς αὐξήσεως καὶ πλὴν τῶν 15,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ προσθήκην πιστώσεων δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, προτείνεται αὔξησις πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ δραχμῶν 60,000 διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ ἔτους δαπάνην πρὸς σύστασιν Πρωτοδικείων...

§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλὴν τῶν 201,456.25;

§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὅλα ἀνέρχονται εἰς 201,456.22. Πιθανῶς νὰ συσταθῶσι ταῦτα μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς, ὡς ἐκ τούτου δὲ προτείνεται πίστωσις μόνον δραχ. 60,000. Ὥστε ἐν ὅλῳ ἡ προτεινομένη αὔξησις τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀνέρχεται εἰς δρ. 201,456.25. Εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνεται αὔξησις πιστώσεων κατὰ δραχμὰς 962,150. Ἡ αὔξησις αὕτη προέρχεται κατὰ δραχμὰς μὲν 263,000 ἀπὸ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ ἀπαιτουμένη ὑπ’ ἐμοῦ δήλωσις, κατὰ δραχμὰς 500,000 διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ 1899 δαπάνην πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νέου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νόμου, κατὰ δραχμὰς 48,000 διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ 1899 ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, καὶ κατὰ δραχμὰς 150,000 δι’ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα· πάντες γινώσκετε τὸν λόγον τῆς ἐκτάκτου ταύτης πιστώσεως διὰ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν...

§75ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἐν ὅλῳ;

§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις νομίζει ἀναγκαῖον... Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ γίνεται μετατροπὴ τῶν ὑπαρχουσῶν πιστώσεων, διότι ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται πίστωσις διὰ νομάρχας, διευθυντὰς καὶ οὕτω καθεξῆς· μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου αἱ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις τροποποιοῦνται. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προτείνεται προσθήκη πιστώσεως ἐκ δρ. 117,251...

§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιλαμβάνει καὶ τὴν χορήγησιν διὰ τὴν Πετρίτσειον Σχολήν;

§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν αὐτῷ τῷ πίνακι, τοῦ ὁποίου εἶμαι εἰσηγητής, δὲν ἀναγράφεται τοιαύτη πίστωσις.

§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ τὴν προτείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν.

§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσθήκη αὕτη τῆς πιστώσεως τῶν 117,251 δραχ. προέρχεται κυρίως ἐκ δρ. 69,000 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ ἐκ δραχμῶν 40,000 πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ψηφισθέντος τελευταίως ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμου περὶ γυμναστικῆς. Αὐταὶ εἶναι αἱ κυριώτεραι προσθῆκαι. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν προστίθεται αὔξησις πιστώσεως κατὰ δραχμὰς 2,040,863. Ἡ προσθήκη αὕτη προέρχεται κατὰ δραχμὰς 1,061,000 ἀπὸ προσθήκην ἐξόδων κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, πλὴν τῶν ἀναγεγραμμένων ἤδη ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμῷ, ἀπὸ πίστωσιν δραχμῶν 250,000 διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ 1899 ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, ἀπὸ τὴν προσθήκην δραχμῶν 150,000 ὡς ἐκ τοῦ νόμου, ὃν ἐψήφισεν ἡ Βουλή, περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ χορηγήματος τῶν 20 δραχμῶν κατὰ μῆνα λόγῳ διδακτικῶν βιβλίων εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Ἐπίσης προτείνεται αὔξησις εἰς τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ στρατωνισμὸν ἐκ δραχμῶν 225,000, διότι ἡ ὑπηρεσία ἐνδεικνύει τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἐπίσης αὔξησις δραχμῶν 100,000 διὰ τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κεφ. 14 ἄρθρον 7 «Ἐξάρτυσις». Κεφ. 16 ἄρθρον 1 «Συντήρησις οἰκοδομῶν», αὔξησις δραχμῶν 80,000. Κεφ. 16 ἄρθρον 5 «Νέαι οἰκοδομαὶ καὶ μεθόριοι σταθμοὶ», αὔξησις δρ. 160,000, διότι ἡ ἀναγραφεῖσα πίστωσις, κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, κρίνεται ἀνεπαρκής, καθόσον εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν πάντα τὰ στρατιωτικὰ καταστήματα. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν προτείνεται αὔξησις δραχμῶν 95,000. Ἡ αὔξησις προέρχεται κατὰ δρ. 53,550 ἀπὸ προσθήκην ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων, κατὰ δραχμὰς 40,000 εἰς τὸ κεφάλαιον ΚΒʹ «νομισματικὴ διαφορά», διότι, ὡς γνωστόν, ἡ ἀποστολὴ τοῦ «Μιαούλη» καὶ ἄλλαι τινὲς δαπάναι ἐπάγονται τὴν αὔξησιν ταύτην, κατὰ δραχ. 7,200 εἰς τὸ κεφάλαιον ΙΘʹ «διάφορα ἔξοδα». Ἐπίσης ὡς ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ Νοσοκομείου τοῦ Ναυστάθμου 41,500. Ἀλλ’ ἐπέρχονται καί τινες ἐλαττώσεις· ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ κεφ. Ιʹ «πληρώματα βασιλικῶν πλοίων», διὰ μισθοὺς ναυτῶν δρ. 28,000· ἐν κεφ. ΙΔʹ ἄρθρῳ 2 «τροφαὶ» δρ. 20,000. Οὕτω δ’ ἔχομεν αὔξησιν πιστώσεων 143,000, ἔχομεν ὅμως ἐλάττωσιν 48,000, ἄρα αὔξησιν πραγματικὴν κατὰ δρ. 95,000. Οὕτως ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν προϋπολογισμὸν ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 107,085,658, προϋπολογισμὸν δὲ ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 103,319,799. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐψηφίσθησαν καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἐκ δρ. 410,000, αὗται δὲ προέρχονται ἀπὸ πιστώσεις ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προκληθείσας, δρ. 100,000 λόγῳ σεισμῶν, 20,000 ἕνεκεν τῶν ἐν Φαλήρῳ ἐξυγιαστικῶν ἔργων, καὶ ἀπὸ δύο νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν, τὸν νόμον περὶ ἀνεγέρσεως ἢ ἀνακαινίσεως ἐκκλησιῶν Θεσσαλίας κατὰ δραχμὰς 200,000, καὶ τὸν νόμον περὶ μετακλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν, ἐξ οὗ ποσοῦ προτείνεται ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις δραχ. 90,000. Μεταξὺ λοιπὸν ἐσόδων καὶ ἐξόδων παρουσιάζεται περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 3,285,000 περίπου, ὅταν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ δι’ εἰδικοῦ νόμου ψηφισθεῖσαι ἔκτακτοι πιστώσεις.

§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν προτεινομένην αὔξησιν τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περιλαμβάνονται τὰ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς τοῦ «Μιαούλη»· περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔξοδα τῶν ναυτικῶν δοκίμων;

§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πᾶσα δὲ ἡ δαπάνη διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἀνθράκων;

§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι πᾶσαι αὗται αἱ δαπάναι περιελήφθησαν.

§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνέρχεται δὲ τὸ ὅλον τῶν πιστώσεων εἰς δρ. 4,214,000.

§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αὔξησις τῶν πιστώσεων ἀνέρχεται εἰς 4,022,167 τὸ ὅλον. Ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ἐν ἀγνοίᾳ, ὅτι ἐκ τῆς πιστώσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία προστίθεται, 3,000,000 προέρχονται ἐκ πιστώσεων δι’ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων τοῦ 1897 καὶ 1898. Κατὰ τὸ 1899 ἀναγράφονται πρὸς τοῦτο πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 4,136,223. Κατὰ τὸ 1898 εἴχομεν τοιαύτας πιστώσεις 1,210,000· ἄρα ἔχομεν προσθήκην 2,926,000. Ὁ λόγος εὐεξήγητος. Κατὰ τὸ 1898 ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις ὅλων τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ 1897, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἔχομεν προσθήκην δαπανῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀναγραφῆ εἰς τὸν ὁριστικὸν προϋπολογισμόν, ἐὰν τοῦτον ψηφίσῃ ἡ Βουλή, ἠθέλομεν ἔχει ἔσοδα 107,000,000, ἔξοδα σὺν ταῖς ἐκτάκτοις πιστώσεσιν 103,000,000, ἄρα περίσσευμα 3,265,000· ἀλλ’ ἵνα εὑρίσκωμαι ἐν ἀκριβείᾳ, ὀφείλω νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι ἐκ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους ἐμοῦ ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ δραχμῶν 3,800,000, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον καὶ ἀπὸ τὰ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβληθέντα ἔξοδα διὰ τὸν σταφιδόκαρπον, ὅστις ἀπεταμιεύθη εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ οὗτινος ἡ ἐκκαθάρισις ἐγένετο τὸ 1899. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 3,800,000 ἴσως ἀφαιρεθῇ ποσὸν ἐξ 1,360,000, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ 1898. Εἰς δραχ. 1,200,000 ὑπολογίζω τὸν ἔγγειον φόρον, καὶ εἰς δραχμὰς 160,000 τὰ ἔξοδα διαχειρίσεως. Ὀφείλω, πρὶν καταλίπω τὸ βῆμα, νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν προβαλλομένην τροποποίησιν εἰς τὸν οἰκονομικὸν νόμον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καθαρισθῶσιν ἀπὸ τοῦδε πᾶσαι αἱ δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος ἕνεκα τῶν νέων νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν, καθόσον δὲν εἶναι γνωστὸν ἀκόμη, ὁποία δαπάνη θέλει καταβληθῆ διὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς καὶ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ γένηται ἡ κατανομὴ τῶν πιστώσεων, ὁποία δαπάνη θὰ καταβληθῇ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀστυνομικοῦ νόμου, τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τῆς διατάξεως τῆς σχετιζομένης πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ἀταξία εἰς τὴν λογιστικὴν ἡμῶν, εἰμὴ νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, περὶ ἐγκρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται ἵνα διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐκδιδομένων ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μεταρρυθμίζωνται αἱ πιστώσεις αἱ κατωτέρω σημειούμεναι καὶ ἐν τοῖς εἰδικοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων τῶν ἐπίσης κατωτέρω σημειουμένων Ὑπουργείων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἀναγραφόμεναι, ὡς καὶ αἱ πρὸς ταύτας σχετικαὶ τοιαῦται, καὶ καθορίζηται ἡ κατὰ κεφάλαιον τοῦ γενικοῦ καὶ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατ’ ἄρθρον κατανομὴ καὶ ἡ μεταφορὰ αὐτῶν· ἤτοι: Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Κεφ. 10 (δὶς). Διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899 δαπάνας

πρὸς σύστασιν Πρωτοδικείων····························· δρ. 60,000

Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. Κεφ. 2. «Διοίκησις τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν». Ἄρθρον 4 (δὶς). Διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899 δαπάνας πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ

Κράτους················································ δρ. 60,000

Κεφ. 3. «Δημοσία ἀσφάλεια». Ἄρθρον 15. Διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899 δαπάνας πρὸς

ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας········ δρ. 500,000

Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν. Κεφ. 10. «Μέση ἐκπαίδευσις». Ἄρθρον 12. Διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899 δαπάνας πρὸς

ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ γυμναστικῆς··················· δρ. 40,000

Κεφ. 13. «Στοιχειώδης ἢ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις». Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν ἐπιθεωρητῶν. 2. Ἔξοδα διευθύνσεως καὶ ἐπιθεωρήσεως. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. Κεφ. 9. «Χωροφυλακή». Διὰ τὰς κατὰ τὸ 1899 δαπάνας πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυ-

λακῆς·················································· δρ. 250,000

§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας ἐλπίζω ὅτι ἀπεβλέψατε καὶ εἰς τὰ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἰσχύοντος μέχρι τοῦδε νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας προκύπτοντα ἔσοδα, ἤτοι εἰς ἐλάττωσιν ἐξόδων ἕνεκα τῆς μειώσεως τῶν εἰσφορῶν, τὰς ὁποίας οἱ δῆμοι εἰσφέρουσι διὰ τὸν χρόνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἀρχίσει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νόμου.

§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ, ἡ πρόσοδος ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας εἶναι ἐλαχίστη· ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ὑπολογίσητε τὸ τμῆμα τῶν εἰσφορῶν τούτων δι’ ἕνα ἢ διὰ δύο μῆνας, εἶναι ἔτι ὀλιγώτερον.

§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρέπει ὅμως οἱ δῆμοι νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ προσφέρωσιν αὐτὸ τὸ ποσόν.

§90ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι βεβαίως ἀνάξιον τοῦ κόπου τὸ πρᾶγμα. Πρέπει νὰ μὴ παραλείψω καί τι ἕτερον, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι ἀναγράφεται αὔξησίς τις ἐκ τῶν πνευματοποιείων, ἤτοι ποσὸν προσόδου κατὰ 250,000 δραχμὰς. Ἡ αὔξησις αὕτη στηρίζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη εἰς δύο συζητήσεις ἐψηφίσθη καὶ εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον εἰς τρίτην συζήτησιν. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀρνηθῇ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, διότι ἐξ αὐτοῦ ἠρύσθημεν τὴν πρόσοδον τῶν 250,000 δραχ. Ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῇ ἡ δήλωσις καὶ νὰ μᾶς διανεμηθῇ. Ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ γείνῃ αὔριον.

§92Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ᾖναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§93ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει. Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ δηλώσεις αἱ ἀφορῶσαι τὰ 9/10. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ θελήσῃ ν’ ἀναβάλωμεν, διότι αὕτη γινώσκει, ὅτι εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν καὶ δὲν ἔχομεν ἐψηφισμένον δωδεκατημόριον πέραν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας.

§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, εἶναι βέβαιον. Αἰτία ὅμως τοῦ συμβεβηκότος τούτου δὲν εἶναι οὐδὲ ἡ Συμπολίτευσις οὐδὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις...

§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τόσων νόμων.

§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Αἰτία εἶναι ἡ ἀναβολὴ, ἡ βραδύτης περὶ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ ὁ χρόνος, ὅστις ἀπῃτεῖτο διὰ τὰς ἐργασίας τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ εἴθισται καὶ οὐδέποτε παρεβάθη ἡ ἑξῆς τακτική· ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ προαναγγέλληται, διότι ἡ μελέτη τοῦ προυπολογισμοῦ καὶ ἡ συζήτησις αὐτοῦ εἰσάγει ἡμᾶς εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν, ἐξ ἀπόψεως ἐν γένει τῆς διοικήσεως, τῆς νομοθεσίας καὶ πάσης τῆς λειτουργίας τῆς κυβερνητικῆς. Ἡ ἐργασία ὅμως αὕτη δὲν δύναται νὰ διαπραχθῇ, εἰμὴ ἐὰν τηρηθῶσιν οἱ διὰ τὴν συζήτητιν τοῦ προυπολογισμοῦ εἰθισμένοι ὅροι. Οἱ ὅροι αὐτοὶ μεταβάλλονται σήμερον, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προυπολογισμοῦ. Πῶς θέλομεν ἔχει καιρὸν νὰ ἐξελέγξωμεν τὸ ἄθροισμα τῶν ἐξόδων καὶ τὸ ἄθροισμα τῶν ἐσόδων διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας; Ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν τοὐλάχιστον τὴν αὔριον ἡμέραν μέχρι τῆς ἕκτης ὥρας, καθ’ ἣν συνεδριάζομεν, διὰ νὰ μελετήσωμεν καὶ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Ἑπομένως ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται σήμερον. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ αἰτία τῆς βραδύτητος ταύτης δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς ὄκνον τῶν Βουλευτῶν, ἀφοῦ ἐργαζόμεθα νυχθημερὸν πρὸς μελέτην τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀτελῶς καταρτίζονται. Ὅθεν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν αὔριον.

§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις δὲν ἀνηγγέλθη τὸ πρῶτον σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀνηγγέλθη πρὸ ἡμερῶν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸ ἡμερῶν. Αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι διὰ τῶν δηλώσεων γίνονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουσί τι τὸ δυνάμενον νὰ περιαγάγῃ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς πρό τινος δυσκολίας. Ἑπομένως ὑπολαμβάνομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ προυπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Τοῦτο δὲν κωλύει τὴν γενικὴν συζήτησιν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προυπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐγένετο. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προυπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐν πάσῃ εὐρύτητι. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡμεῖς οὐδὲ δικαίωμα οὐδὲ ἐπιθυμίαν ἔχομεν νὰ παρακωλύσωμεν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἀπὸ τοῦ νὰ συζητήσωσιν ὅσον εὐρέως θελήσωσιν, ἀλλὰ τοὺς παρακαλοῦμεν νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀναβολὴν, διότι εἰς τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν διανύομεν, ἡ ἀναβολὴ θὰ ἦναι πρᾶγμα πολὺ δυσάρεστον.

§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἀναγγελίαν τῆς συζητήσεως τοῦ προυπολογισμοῦ ἐκλαμβάνητε καὶ παριστᾶτε τὴν ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δὲν λέγετέ τι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀκριβές· διότι ἡ ἀναγγελία τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένετο ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμός. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἢ ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν διενεμήθη ὁ προϋπολογισμός, ὠφείλομεν πάντες νὰ μελετῶμεν διὰ νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀνεγράφοντο καὶ ἄλλα 80 νομοθετήματα, τῶν ὁποίων ἕκαστον ἀπήτει πολυχρόνιον μελέτην· ἀσχολούμενοι δὲ εἰς τὴν μελέτην τῶν νομοθετημάτων τούτων ἀνεβάλλομεν νὰ μελετήσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐπιθυμοῦσι νὰ συζητήσωμεν τώρα τὸν προϋπολογισμόν, εἶναι κύριοι νὰ τὸ πράξωσιν, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ἐν ἀνικανότητι νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.

§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδεμίαν προειδοποίησιν εἴχομεν, ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός. Χθὲς διεκόψαμεν συζήτησιν ἀρκετὰ ζωηρὰν καὶ ἀρκετὰ σπουδαίαν ἐν τῷ μέσῳ ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, μὲ τὴν ἀπόφασιν ὅτι θὰ συνεχισθῇ ἡ ἀγόρευσις τοῦ συναδέλφου καὶ ἡ συζήτησις ἐκείνη σήμερον. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν προέβλεπε χθὲς, ὅτι πρόκειται νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ μετὰ τόσης θέρμης καὶ πατάγου γενομένη συζήτησις καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῶν ὑδάτων, καὶ νὰ ἔχωμεν σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν παρατήρησίν τινα ἐπὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ὁποίαν συντάσσει ἡ πλειονοψηφία ὅπως νομίζει συμφερώτερον καὶ καλλίτερον διὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ νὰ καταστήσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τόσον τυπικὴν καὶ τόσον ἄνευ ἀξίας καὶ σημασίας, ὥστε νὰ διέλθωμεν ἀβρόχοις ποσὶ τὰ ἔσοδα, διὰ νὰ ἀφήσωμεν αὔριον τὰ ἔξοδα, χωρὶς νὰ θελήσωμεν νὰ ἐκφέρωμεν τὰς γνώμας μας περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον αἱ συζητήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐπιδιώκουσιν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐτέθη πρῶτον ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ προϋπολογισμὸς, ἢ σήμερον ἀκριβῶς, ὅτε μοὶ ἔφεραν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑπέθετον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ὑπέβαλλε δηλώσεις, συμπληρούσας τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι αἱ δηλώσεις θὰ ἐτυποῦντο καὶ ὅτι μετὰ ταῦτα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διανεμηθῶσιν εἰς ἡμᾶς, ὅπως λάβωμεν γνῶσιν καὶ συζητήσωμεν αὔριον ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶναι ἑπομένως δυνατὸν εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον σήμερον νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν νομίζω δὲ κανονικόν, ἄνευ γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ διέλθωμεν τόν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων.

§100Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἁβρόχοις ποσίν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν. Οὐδέποτε ἐδείξαμεν ἐπιθυμίαν, ὅπως εἴτε ὁ προϋπολογισμὸς εἴτε οἱονδήποτε νομοσχέδιον ἡμῶν ψηφισθῇ ἁβρόχοις ποσίν. Ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ προϋπολογισμοῦ, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, πᾶσα ἀναβολὴ δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ σήμερον ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις ὅλου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν κατώρθωσαν νὰ ἦναι ἕτοιμοι σήμερον, ἵνα μετάσχωσιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δύνανται νὰ τὸ πράξωσιν αὔριον. Διότι, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ προχωρήσωμεν πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου φρονῶ ὅτι, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν συντόμως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πάντες τὸ ἀνεμένομεν καὶ ἀφ’ ἧς διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀφ’ ἧς ἀνεγράφη ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἀφ’ ἧς εἰς πάντας ἡμᾶς ἦτο γνωστὸν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς συνόδου, διότι τὰ κυνικὰ καύματα δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν περαιτέρω παράτασιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Φρονῶ ἄλλως τε, ὅτι προκειμένου περὶ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκπροσωπεῖ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ παρελθόντος, ἡ γενικὴ συζήτησις δὲν δημιουργεῖ ἔδαφος πρόσφορον πρὸς ἐπίκρισιν τοῦ ἡμετέρου προγράμματος, ἢ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπολαμβάνομεν ὡς ἐκ τούτου, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἡ γενικὴ συζήτησις τόσον ἐξαιρετικὴ, ὅσον ἀπεκδεχόμεθα ταύτην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900, ὅτε πρόκειται νὰ ἐνδειχθῇ τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἄρτιον. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι καὶ εἰς παρελθούσας βουλευτικὰς περιόδους προέβημεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, προκειμένου δὲ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἤρξατο ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑποθέτω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν θὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀναβολήν.

§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι μετ’ ἀπορίας βλέπω τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως προβῇ ἡ Βουλὴ σήμερον εἰς συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, — διότι περὶ τῆς συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόκειται. — Ἐὰν δὲν προβῇ σήμερον ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν κατὰ μέρος ἐσόδων ἢ τῶν κατὰ μέρος ἐξόδων, ποία θέλει ἐπέλθει ζημία; Αὔριον θέλει ἀρχίσει ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλουσι συζητηθῆ καὶ ψηφισθῆ καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα ἐν διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ κατά τι ἡ συζήτησις, οὐδὲ ἡ νομοθετικὴ λειτουργία. Ἀλλ’ ἐὰν προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ὁμολογῶ ὅτι εἴμεθα ἐν ἀνικανότητι νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἐπειδὴ εἴμεθα ἐν ἀνικανότητι νὰ συζητήσωμεν, θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ μὴ μετάσχωμεν τῆς συζητήσεως καὶ νὰ μὴ παρακαθήμεθα ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα μὴ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην. Ἀφοῦ λοιπὸν τοῦτο ὁμολογοῦμεν, ἀφοῦ καταφανὲς εἶναι, ὅτι χθὲς ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο τὸ 19ον ἀναγεγραμμένον θέμα πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, αἴφνης δὲ μετεβλήθη ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐγένετο πρῶτον θέμα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, νομίζω ὅτι θέλομεν συντελέσει εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς λειτουργίας τῆς νομοθετικῆς, παριστάμενοι ἐνταῦθα καὶ συζητοῦντες πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμελετήσαμεν. Διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἀναβολήν.

§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπελαμβάνομεν, ὅτι δὲν ἤθελε τοιαύτη ἐνδειχθῆ ἐπιμονή. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡμεῖς ἀποδίδομεν μεγίστην σημασίαν εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀποδεχόμεθα τὴν πρότασιν ὑμῶν, ὅπως γείνῃ ἡ συζήτησις αὔριον, τοσούτῳ περισσότερον, καθόσον ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἐν ταῖς λεπτομερείαις δὲν θὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ πολύ. Ὥστε ἀποδεχόμεθα τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων.

§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ προβῶμεν κατὰ σειρὰν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἴτε ὑπάρχει συζήτησις εἴτε μή;

§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§106Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναβληθείσης δι’ αὔριον τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν εὑρισκόμενον νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως...

§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§108Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. .. καθόσον καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ῥητῶς ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην. Νομίζω ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος (Θόρυβος). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου.

§109Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, προτείνω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;

§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ μίαν στιγμήν. Χθὲς διεκόπη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἐὰν σήμερον δὲν ἀνεγράφη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τοῦτο ἐγένετο διότι ἐνομίζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προταχθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἐπελθούσης ὅμως τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ αὔριον, ὡς ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν δηλώσεων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγεγραμμένα ἀντικείμενα κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἐγγραφῆς των, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προτάξωμεν ἄλλο νομοσχέδιον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία διεκόπη χθές.

§113ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τόσον ἀπαραίτητον νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου εὑρισκομένου ἔτι εἰς τὸ στάδιον τὸ πρὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, διότι εὑρισκόμεθα ὑπὸ ἐκκρεμεῖς προτάσεις, παραπεμφθείσας εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅτε εἶναι δυνατόν, ὅτε εἶναι πιθανόν, ὅτι ἡ παράτασις τῶν συζητήσεων δύναται νὰ φέρῃ περιπλοκὰς, ἐπιδρῶσα ἐπὶ τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν θέλομεν νὰ ψηφίσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τόσον ταχέως; Μοὶ φαίνεται ὅτι τὰ ἐνδεδειγμένα πείθουσιν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σιωπήσωμεν τέλος ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διὰ πολλοὺς λόγους, καὶ διὰ λόγους σχετιζομένους πρὸς τὴν πολιτικὴν ἐνταῦθα κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους σχετιζομένους πρὸς τὴν ἔξω τῆς Βουλῆς παραχθεῖσαν κατάστασιν, ἥτις μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀρκούντως λυπηρὰ, ὥστε νὰ μὴ θέλωμεν νὰ συντελέσωμεν, ἵνα χειροτερεύσῃ.

§114Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τί συνέβη ἔξω; Ἡμεῖς τὸ ἀγνοοῦμεν.

§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Συμβαίνουσιν ἔξω πράγματα, ἅτινα δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐκτεθῶσι. Συμβαίνουσιν εἰς κύκλους χρηματιστικοὺς, συμβαίνουσι καὶ εἰς βάρος τῶν κεφαλῶν τῶν πολιτῶν.

§116Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔχω σοβαρόν τι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ...

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.

§118ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐνῷ ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ ἡσύχως σκεπτόμεθα περὶ τῆς εὐημερίας τῶν πολιτῶν, ἔξω φονεύονται ἄνθρωποι!

§119ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διεσαλεύθη ἡ τάξις!

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§121ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Πρέπει νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων διὰ πολλοὺς λόγους, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἰδίως διὰ τὰς σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου.

§122ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔλαβε χώραν;

§123ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πολλοὶ πολῖται ἐκ τῶν καλλιτέρων τῶν Ἀθηνῶν συνελθόντες...

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν. Ἡμᾶς ἐνδιαφέρει τὸ ἔργον μας.

§125ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ δικαιολογήσω τὴν πρότασίν μου περὶ ἀναβολῆς.

§126Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐτέθη πρότασις καὶ ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα παρὰ τοῦ Προέδρου περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως...

§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§128Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζητήθη ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις, ὅπως βεβαιωθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.

§130ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπάρχει.

§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπάρχει πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως.

§132ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡμεῖς ἀποσύρομεν τὴν πρότασιν.

§133ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὴν υἱοθετοῦμεν ἡμεῖς.

§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι μὴ συζητουμένου τοῦ προυπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου μόνου ἡ πρόταξις ἐδικαιολογεῖτο, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἡ χθὲς διακοπεῖσα.

§135ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἂν ὁ ἐξ Ὀλυμπίας συνάδελφος ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του, τὴν υἱοθετοῦμεν ἡμεῖς.

§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου νὰ χάσωμεν τὸν καιρόν μας ἀλλοῦ, ἂς τὸν χάσωμεν ἐδῶ.

§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἔχητε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἀποτελεῖτε μειονοψηφίαν, ἐνῷ δὲ ἡ πλειονοψηφία σέβεται ἀπολύτως τὰ δικαιώματά σας, νομίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ σέβησθε τὰ δικαιώματα τῆς πλειονοψηφίας. Ὁ λόγος, δι’ ὃν προετάξαμεν τὸν προϋπολογισμόν, εἶναι πρόδηλος. Ἀφοῦ ἐπὶ τετράωρον ὅλον ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐδήλωσεν ὅτι ἐπὶ ἄλλας τέσσαρας ὥρας θὰ ὁμιλήσῃ. Ἠπειλούμεθα, ὡς βλέπετε, ἐξ ἀτελευτήτων ἀγορεύσεων, ὅλως ἀγνώστων εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, ὅπου οὐδέποτε ἀγόρευσις διήρκεσεν ἐπὶ ὀκτὼ ἢ δέκα ὥρας, ἀγόρευσις μάλιστα ῥήτορος δεδοκιμασμένης ἱκανότητος, ὡς εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου, ὅστις ἠπείλει ἡμᾶς, ἐπεβάλλετο ἡ πρόταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ οὐδεμία ἄλλη πρόταξις δικαιολογεῖται. Μετὰ δὲ τὴν δήλωσιν ἡμῶν, ὅτι οὐδεμία πρότασις ὑμῶν περὶ προτάξεως ἄλλου θέματος θὰ γείνῃ δεκτή, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιμονῆς εἰς τοιαύτας προτάσεις οὐδὲν ἕτερον ἐπιδιώκεται ἢ ἀπώλεια χρόνου.

§138ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἀπηγγέλθη μετὰ τόνου κρείττονος παρὰ τὸν τόνον τὸν ἐν τῇ ἀρχῇ, τόνον ἠρεθισμένον καὶ μὴ ἁρμόζοντα ἐν ταῖς λέξεσιν, ἃς εἶπεν ἀποτεινόμενος εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Διότι καὶ ἡ μειονοψηφία ἔχει δικαιώματα, ὧν ἐποιήσατο χρῆσιν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μόνον ἐκφράσεις εὐαρεσκείας ἥρμοζον ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς αὐτήν. Οὐδεμία ὥρα ἀπωλέσθη ἢ ἐξ ἀγορεύσεων ἢ ἐκ πράξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων, αἵτινες διαρκῶς ἐγένοντο δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς, οὐχὶ μόνον ἐξαιρετικῶς κατὰ δύο ἢ τρεῖς συνεδριάσεις, ἀλλὰ διαρκῶς καθ’ ὅλην τὴν σύνοδον, καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν, καὶ οὐδεμία τάσις κωλυσιεργίας ἐξεδηλώθη. Κωλυσιεργικὴν συνήγαγε τάσιν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐκ τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, — εἰς τοῦτο θὰ ἀπαντήσῃ ὁ συνάδελφος, ὅστις κατηγορήθη, — ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδαμοῦ ἐν ταῖς τάξεσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδαμοῦ ἀπεδείξαμεν τάσιν κωλύσεως τῶν ἐργασιῶν. Καὶ βεβαίως ἀπέναντι τοιαύτης πολιτείας τῆς μειονοψηφίας εὐαρμοστοτέρα ὑπῆρξεν ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦντος, ἢ ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προκαλοῦντος. Πρέπει νὰ λεχθῇ πλέον καθαρῶς, ὅτι δὲν ζητεῖται σπουδαίως ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως, διότι, ἂν ἐζητεῖτο σπουδαίως, δὲν θὰ προηγεῖτο ὁ προϋπολογισμός. Γνωρίζομεν ἀρκετὰ τὸν σφυγμὸν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἠξεύρωμεν ὅτι, ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς παρακαλῇ νὰ γείνῃ ἡ ψήφισις τῶν ἐσόδων, τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἐπικειμένης λήξεως τῆς συνόδου, καὶ κακῶς πράττει νὰ ὁμιλῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν μειονοψηφίαν κατὰ τρόπον, ὥστε, ἂν ἦτο ἡ μειονοψηφία δεκτικὴ ἐρεθισμοῦ, ἤθελεν ἐπιζημίως ἐρεθισθῆ. Ἡμεῖς ὅμως διαβεβαιοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν ἐξακολουθῇ νὰ ἐργάζηται κανονικῶς εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν, ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει βοηθήσει αὐτήν.

§139ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς διάφορα φύλλα σήμερον καὶ ἰδίως εἰς φύλλον φίλα φρονοῦν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐδημοσιεύθη, ὑπὸ τύπον ἀνακοινωθέντος, μὲ παχέα γράμματα, ὅτι χθὲς κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις συζητῇ καθ’ ὃν τρόπον ἤρχισε νὰ συζητῇ, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀπέδωκα προσοχὴν εἰς τὰ δημοσιευθέντα, διότι ἐνίοτε ἐν ταῖς ἐφημερίσι παριστάνονται τὰ πράγματα κάπως ζωηρότερον. Ἀλλὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ ἀναγκάζουν νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἡ σύμβασις τῆς Στυμφαλίας εἰσήχθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν· ἅμα δ’ ὡς εἰσήχθη, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐφάνημεν πρόθυμοι νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν τροπολογίας, καὶ ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν. Ἐνθυμεῖσθε, νομίζω, ὅτι τότε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ τῷ ὑπέδειξα, ὡς γνώμην μου, νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλως ἐφρόνει, καὶ ὥρισε τὴν ἑπομένην ἡμέραν. Ἐπροτάθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου παρὰ τίνος; Παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ὄχι. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου παρεκάθητο ἐκεῖ (δεικνύει τὴν δεξιάν). Λοιπὸν ἡ πρώτη πρότασις ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἐπροτάθη ἀπὸ φίλον τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν κατηναλώθη τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς συνεδριάσεως, ἔλαβον δύο ἢ τρεῖς τῶν συναδέλφων τὸν λόγον. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰσήλθομεν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τῆς συμβάσεως. Τὴν πρώτην ἡμέραν ἔλαβον τὸν λόγον τρεῖς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὁ μὲν πρῶτος ὑπεστήριξεν τὴν σύμβασιν, οἱ δὲ δύο ἄλλοι ἐπικρίνοντες τὰ κατ’ αὐτοὺς τρωτά. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ αὐτὴ συζήτησις κωλυσιεργικὴ, ἀλλὰ οὐδὲ κἂν πρὸς παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος, διότι καὶ τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁ κ. Νέγρης, εἰσῆλθεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ὑποδεικνύων τὰ ζητήματα τὰ χρῄζοντα διασαφήσεως, καὶ τοὺς ὅρους τοὺς δεομένους βελτιώσεως. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραξα καὶ ἐγὼ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Ταῦτα εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις συζητεῖ κατὰ τρόπον παρελκύοντα τὰς συζητήσεις, ἢ μὲ τρόπον δεικνύοντα τάσεις κωλυσιεργίας; Λυποῦμαι, διότι παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου αὐτὴ ἡ πτέρυξ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) προσφάτως ἔτι διὰ στόματος τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς ὡνωμολόγησε τὸ εὐθὺ καὶ ἱπποτικόν, δὲν ἀνέμενον τοιαύτην ἐκτίμησιν, οὐδ’ ἤλπιζον ὅτι θὰ συνεμερίζετο τὰ δημοσιευθέντα, ἢ θὰ ἔλεγεν ὅσα σήμερον ἐφάνη λέγων.

§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εὐθύνομαι δι’ ὅσα γράφουν αἱ ἐφημερίδες, διότι ἔχω τὸ σύστημα νὰ μὴ βλέπω ἐφημεριδογράφους, εὐθύνομαι μόνον διὰ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὅλην διὰ τὴν στάσιν αὐτῆς ἐν τῷ ζητήματι. Εἰς παρατήρησιν, ἡ ὁποία δὲν ἐθεώρησα ὅτι ἦτο δίκαιον καὶ πρέπον ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἐθεώρουν ἐπιβαλλομένην εἰς ἐμὲ, καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προτάξῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἀναπτύσσων δὲ τοὺς λόγους, εἶπον ὅτι χθὲς ἡ τετράωρος ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἔληξεν, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἔμελλε, κατὰ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, ἐπὶ τέσσαρας ἔτι ὥρας νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἐγέννησεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ συζητήσεως τῆς συμβάσεως. Ὀκτάωροι συζητήσεις, ἄγνωστοι εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, περιτταὶ καθ’ ἡμᾶς πρὸς ἀνάπτυξιν οἱουδήποτε θέματος, ὅσον δήποτε πολυπλόκου, δὲν δύνανται ἢ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐνδεικνύουσαι διάθεσιν πρὸς κωλυσιεργίαν. Ταῦτα εἶπον, καὶ δὲν πιστεύω ὅτι ἐδικαιοῦτο ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ κάμῃ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, διότι δὲν ἠγόρευσεν αὐτὸς ἐπὶ ὀκτὼ ὥρας, ὅπως ὑπολάβῃ ὅτι ἡ παρατήρησίς μου ἀπηυθύνετο εἰς αὐτόν. Ἀπηυθύνετο εἰς τὸν ἕτερον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν κατακρίνω, διότι εἶναι ἐλεύθερος νὰ κανονίζῃ τὴν ἀγόρευσίν του ὅπως ἂν αὐτὸς θέλῃ. Τοῦτο μόνον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὴν πεῖραν, ἣν ἔχομεν τῶν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις συμβαινόντων, ἀγορεύσεις αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ διαρκέσουν 8 ὥρας ἐπί τινος θέματος, βεβαίως ἐνδεικνύουσι τάσεις...

§141Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἄλλοτε ὡμίλησεν ἕνδεκα ὥρας.

§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶχε καὶ ὁ κ. Εὐταξίας τὰς ἰδίας τάσεις. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ῥητόρων τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Λεβίδου, οἱ τοιοῦτοι ῥήτορες δύνανται κάλλιστα νὰ εἴπωσιν ὅ,τι ἔχουσι νὰ εἴπωσιν ἐπί τινος θέματος εἰς διάστημα τὸ πολὺ δύο ὡρῶν. Ὅταν ἐπὶ ὀκτὼ ὅλας ὥρας οἱ τοιοῦτοι ῥήτορες ἀγορεύωσι, δεικνύουσι τάσεις κωλυσιεργίας. Εὐκόλως ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν πρόκηται ὅλοι οἱ ἀγορεύοντες νὰ ὁμιλήσωσιν ἕκαστος ἐπὶ 8 ὥρας, ὅτε μάλιστα δὲν εἴμεθα εἰς τὸν Δεκέμβριον μῆνα, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 9 Ἰουλίου, οὐδέποτε ἡ συζήτησις αὕτη, οὕτω διεξαγομένη, δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς, ὅπως φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμά τι. Τοῦτο προβλέπουσα ἡ Κυβέρνησις, ἠναγκάσθη νὰ προτάξῃ τὸν προϋπολογισμόν. Προταχθέντος ὅμως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνόμισεν, ὅτι κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι κατάλληλος ἡμέρα πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ ἀνεβλήθη αὕτη διὰ τὴν αὔριον· προτείνομεν δὲ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως. Βεβαίως, ἂν ἡ συζήτησις ἐξακολουθήσῃ ὡς χθές, καὶ πρόκειται ὁ κ. Λεβίδης νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ 4 ἀκόμη ὥρας, ἂν πρόκειται ἄλλος Βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ 6 ὥρας, χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἥτις μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὸν ἀκούωμεν καὶ ὅταν ἤμεθα κουρασμένοι, τότε δικαιούμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ συζητήσεως τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ περὶ κωλυσιεργίας πρὸς ματαίωσιν τῆς συμβάσεως.

§143ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἐγένετο ὑπαινιγμὸς περὶ ἐμοῦ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, ὅτι ἠγόρευσά ποτε ἐπὶ ἕνδεκα ὥρας. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀληθὲς εἶναι μόνον, ὅτι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἠγόρευσα διὰ μακρῶν, καθ’ ὃν χρόνον ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλὰ πάντες ἠγόρευον διὰ μακρῶν. Τότε καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνάδελφός μου καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς πολλάκις ἐκράτησαν τὸ βῆμα τοῦτο ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλήν, ὅτι ἐζήτουν οὕτω πως νὰ κωλυσιεργήσουν. Κύριοι, ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν πάντες προεβλέπομεν τὸν ἐπικείμενον εἰς τὸ Κράτος οἰκονομικὸν κίνδυνον. Ζητοῦντες ν’ ἀποσοβήσωμεν τοῦτον, καὶ συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, ἐνομίζομεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἐνδιατρίβωμεν μόνον εἰς τὸ παρόν, νὰ μὴ ἐξελέγχωμεν μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νὰ ἀνερχώμεθα καὶ εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ἐγκυμονῆσαν τὴν κατάστασιν ἐκείνην. Ἀλλὰ συνέβη ποτὲ ἐξ ἀνάγκης, ἐπιβαλλομένης ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐγὼ, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, νὰ προέλθω εἰς συζήτησιν πρὸς τὸν τότε εἰσηγητὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ν’ ἀναδράμω μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1833, ὅπως ἀποδείξω ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ παρελθὸν εὐθύνετο διὰ τὴν τότε κατάστασιν. Συνεζητοῦμεν δὲ τότε τὸν προϋπολογισμὸν ἐπί τε τῆς ἀρχῆς καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν του κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν, ἀφοῦ καθιερώθη πλέον παρ’ ἡμῖν, ὅταν εἰσερχώμεθα εἰς τὰς λεπτομερείας, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ τὰς συζητῇ. Ἀλλ’ ὅτε ἠγόρευον διεξερχόμενος ὅλην τὴν παρελθοῦσαν διαχείρισιν, καὶ μὴ περιοριζόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἰσερχόμενος καὶ εἰς ὅλα τὰ καθέκαστα αὐτοῦ, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ μακρηγορήσω, χωρὶς ὅμως τοῦτο νὰ παράσχῃ εἴς τινα τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι ἤθελον νὰ κωλυσιεργήσω. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὕτω πως ἐπετέλουν καθῆκον ἱερόν, ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντα ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους.

§144ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἠγόρευε διὰ μακρῶν ἄλλοτε μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἤθελεν εἶναι δεδικαιολογημένος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφ’ οἷς εἶπε, διότι βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην καὶ ἐπὶ τῇ πολιτείᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὸν παρελθόντα χρόνον, ἀφοῦ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν τῶν νεοφωτίστων. Ἀλλ’ ἠκούσατε, ὅτι ὑπεραμυνόμενος ἑαυτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐβεβαίωσεν, ὅτι καὶ ἄλλος συνάδελφος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, πολλάκις ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ τις, ἐὰν δαπανᾷ τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀγορεύῃ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἐγώ, ἵνα ἦμαι ἀκριβής, ὁμολογῶ ὅτι ἠγόρευσα χθές, πρὸ τῆς διακοπῆς καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, ἐπὶ ὥρας τέσσαρας καὶ ἓν τέταρτον ἀκριβῶς, προετιθέμην δὲ βεβαίως νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσίν μου ἀκόμη ἐπί τινα χρόνον, ὃν δὲν ἐδυνάμην φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ ὁρίσω. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριε Πρόεδρε, ὑμᾶς τὸν διευθύναντα τὴν συνεδρίασιν τῆς χθὲς καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς καὶ μετὰ τὴν διακοπήν, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Τύπου, ὅστις ἵσταται φρουρὸς ἐκεῖ ἀκοίμητος, ἵνα δικάζῃ δικαίως τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐὰν ἐγὼ χθὲς ἐκωλυσιέργουν, εἴτε πρὸ τῆς διακοπῆς εἴτε μετὰ τὴν διακοπὴν, ἤθελε μοὶ παρέχει τὴν τιμὴν ἡ Βουλή, καὶ ἐκ τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ ἐκ τῆς ἑτέρας, μετὰ θρησκευτικῆς προσοχῆς νὰ ἀκροᾶται τῶν λόγων μου; Παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τοὺς φίλους ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ ἐρωτήσητε αὐτοὺς ἰδίᾳ,—οὐχὶ βεβαίως δημοσίᾳ, διότι δὲν θέλουσι νὰ ἐκθέτωσι τὴν φιλοτιμίαν ὑμῶν,—ἵνα εἴπωσι καὶ βεβαιώσωσιν ὑμᾶς, ἂν ἔχωσι τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐγὼ ὡμίλουν πρὸς κωλυσιεργίαν. Ὑμεῖς δὲ ὁ ἴδιος δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν εἴπετε σοβαρῶς ἐκεῖνα, ἅπερ πρὸ ὀλίγου εἴπετε...

§145ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσυζητοῦμεν περὶ ἀστυνομίας χθές;

§146ΛΕΒΙΔΗΣ. Συνεζήτησα βεβαίως περὶ ἀστυνομίας, διότι τὸ ζήτημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας οὐσιωδῶς συνδέεται πρὸς τὴν προκειμένην σύμβασιν, δι’ ἧς ἀναιροῦνται ἄλλα οὐσιώδη δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῶν δήμων, οἷον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς ὕδατος εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, κωμῶν καὶ χωρίων. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται ν’ ἀπολογηθῶ, ἐὰν κωλυσιεργῶ ἢ δὲν κωλυσιεργῶ. Ἐγὼ ἐπὶ πολλὰ ἔτη παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ δὲν ἔχω νὰ δώσω λόγον εἰς ἄλλον τινὰ, εἰμὴ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ἐὰν ἐκτελῶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν μου. Ἔχομεν δὲ τὸ τεκμήριον τοὐλάχιστον, ὅτι ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν εὐσυνειδήτως, ἀφοῦ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἀδιακόπως οἱ συμπολῖται ἀποστέλλουσιν ἡμᾶς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἐγὼ, κύριε, Πρόεδρε, δὲν ἐκωλυσιέργησα καὶ ὅτε ἀκόμη εἶχεν ἀναπετασθῆ δεδηλωμένως ἡ σημαία τῆς κωλυσιεργίας, ἧς τὸ νόμιμον καὶ ἐγὼ δέχομαι. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ποτὲ ἠγόρευσα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἐπὶ 5½ ὥρας ἀδιακόπως, ὅτε προέκειτο περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπονομῆς τῶν χιλιάδων ἐκείνων χαρίτων ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτου, ἰδίᾳ δὲ τῆς ἀπονομῆς χάριτος εἰς τοὺς φοβεροὺς ληστάρχους Τάκην καὶ Ροκόφυλλον. Ἀλλὰ καὶ τότε ὡμίλουν ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, ἐπὶ τῇ βάσει δικογραφιῶν, ἃς ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου εἶχε προσκομίσει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ποτὲ προσωπικῶς ἐγὼ δὲν ἐκωλυσιέργησα· οἱ λόγοι μού εἰσιν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, καὶ προτείνω στοίχημα. Πιστεύω, ὅτι ἔχω τόσην μικρὰν ἱκανότητα, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ ἀγορεύω ἐπὶ πραγμάτων, χωρὶς νὰ καταφεύγω εἰς τὴν κωλυσιεργίαν, καίτοι ἰσχυρίζομαι, ὅτι τὸ κωλυσιεργεῖν, ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς εἶναι ἐπιβεβλημένον τῇ Βουλῇ. Ἐπιβεβλημένον δὲ φρονῶ, ὅτι ἤθελεν εἶναι τὸ κωλυσιεργῆσαν κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, καθ’ ἣν εἰσάγεται σύμβασις, ἣν δύο δῆμοι, ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ ἐλαχίστου τῶν κατοίκων αὐτῶν, οἱ δύο μάλιστα πρῶτοι δῆμοι τοῦ Κράτους, βοῇ ἀποδοκιμάζουσιν. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ κωλυσιεργία, ἡ κωλυσιεργία δὲν ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ. Ἡ κωλυσιεργία ἐγένετο παρ’ ὑμῶν, οἵτινες ἐτολμήσατε νὰ φέρητε σύμβασιν ἐδῶ, ἥτις ἐγένετο ῥάκος διὰ τῶν πρώτων συζητήσεων, σύμβασιν, ἧς σήμερον δὲν ἔχομεν πλέον τὴν πρώτην μορφὴν, διότι διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων τροπολογιῶν ἔχομεν πᾶν ἄλλο παρὰ τὸ ἀρχικὸν κείμενον. Ὑμεῖς ἐκωλυσιεργήσατε. Καὶ ἂν δὲν ἐκωλυσιεργήσατε ὑμεῖς προσωπικῶς, ἐκωλυσιέργησαν τὰ γραφεῖα ὑμῶν, ἅτινα ἐν τῇ ἀπορίᾳ αὐτῶν ἐπαρουσίασαν τοιοῦτον τραγέλαφον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐγὼ λοιπὸν οὔτε ἐκωλυσιέργησα οὔτε σκοπῶ νὰ κωλυσιεργήσω. Ἁπλῶς ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, καὶ θέλω ἐκτελέσει αὐτὸ μέχρι πέρατος τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Διὰ τοῦτο εὐχαριστῶ μὲν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δι’ ὅσας φιλόφρονας ὑπὲρ ἐμοῦ ἐκφράσεις εἶπεν, ἄρτι ἀγορεύων, ἀλλὰ προκειμένου νὰ ἀποδοθῇ ἐμοί, ὅστις σπουδαίως ἠγόρευον ἐπὶ ὥρας, ὡς ἀπέδειξεν ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, ἡ μομφὴ, ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἰδιότης, ὅτι κωλυσιεργῶ, ἐνῷ παντάπασι δὲν ἔπραξα τοῦτο, νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶχον νὰ ὑπεραμυνθῶ ἐμαυτοῦ, καὶ ν’ ἀποκρούσω τὴν κατηγορίαν, καίτοι λέγω καὶ δηλῶ δημοσίᾳ, ὅτι, καὶ ἂν συνεχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου, βεβαίως δὲν θέλω ἀγορεύσει οὔτε τότε οὔτε ἄλλοτέ ποτε ὑπὸ σύστημα κωλυσιεργίας, ὡς οὐδέποτε ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα ἠγόρευσα, ἐὰν ὅμως ἄλλοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομίσωσιν ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ νὰ ὑψώσωσι τὴν σημαίαν τῆς κωλυσιεργίας, ἵνα ἀποτρέψωσι τὴν Βουλὴν ἀπὸ πράξεως, ἥτις θέλει καταστρέψει τὰ συμφέροντα τῶν δύο δήμων, καὶ ἐγὼ θέλω συντελέσει, βοηθῶν αὐτοὺς εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, καὶ θέλω πάσῃ δυνάμει κωλυσιεργήσει, οὐχὶ ὅμως ποτὲ ἐγὼ προσωπικῶς διὰ τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἀπομακρυνόμενος τῆς αἰθούσης, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς κωλυσιεργίας ἐπιβάλλεται ἐνίοτε ἐκείνοις, οἵτινες ἀμύνονται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).

§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, βεβαίως.

§148Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ καὶ ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐνέκρινε νὰ προτάξῃ τὸν προϋπολογισμόν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσε, καὶ φρονεῖ ὅτι τῷ ἐπεβάλλετο νὰ προτάξῃ τὸν προϋπολογισμόν, δικαίως δύναμαι νὰ παρακαλέσω νὰ παρακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, καθόσον οἱ αὐτοὶ λόγοι δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν παρακώλυσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θεωρῶ ἐπίσης δημοσίας καὶ κοινῆς ἀνάγκης, ὅπως ἡ ἰδία Κυβέρνησις τὸ ὁμολογεῖ. Προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ προβλεπομένων τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέθηκε καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι δὲν θέλει δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς περαιτέρω συζήτησιν, νομίζω ὅτι εἶμαι λίαν δεδικαιολογημένος, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν θέλει παρακωλυθῇ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἀφοῦ ἅπαξ διεκόπη διὰ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§149Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἡγεῖται 150 Βουλευτῶν, Βουλευτῶν ἐκλεγέντων διὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν δυνάμεως καὶ ἄνευ ῥουσφετίων ἢ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου, ἥτις διηύθυνε τὰ κοινὰ κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ὁ προϊστάμενος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τοῦ ὑπερηφάνου χαρακτῆρός του, ἕνεκα τῆς ὑψηλῆς ἀνατροφῆς του, ἕνεκα τοῦ ἱπποτικοῦ χαρακτῆρός του, ἀφῆκε τὴν πλειονοψηφίαν νὰ γείνῃ μειονοψηφία, πρὸς χάριν τοῦ κ. Καραπάνου, ὅστις ἡγεῖται δύο ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, πρὸς χάριν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅστις πράγματι ἡγεῖται περισσοτέρων Βουλευτῶν, πρὸς χάριν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις, ὅταν ὁμιλῇ, πολλάκις γνωρίζει τί ὁμιλεῖ, καὶ πρὸς χάριν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, —συγγνώμην, δὲν ἐννοῶ ὑμᾶς, κύριε Ρικάκη, — τοῦ κ. Λεβίδου, ὅστις νομίζει ὅτι λέγει τοῦ Δημοσθένους ῥητορικὰ καὶ τοῦ ἀειμνήστου Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη (ἱλαρότης). Λοιπὸν προτοῦ κατηγορήσω ἐγγράφως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν παρακαλῶ, τὴν ἁβροφροσύνην νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ εἰς ὅ,τι θέλει, ἀφοῦ ἡγεῖται 150 Βουλευτῶν. Δόστε μου ἐμένα δεκαπέντε μόνον Βουλευτὰς, καὶ νὰ σᾶς δείξω! (γέλωτες).

§150Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς μέχρι τοῦδε ἐγνωρίζομεν, κύριε Πρόεδρε, μίαν κωλυσιεργίαν καὶ μόνην, καὶ ὑποθέτω, ὅτι αὐτὴν τὴν κωλυσιεργίαν γνωρίζουσι καὶ πάντα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου, τὴν κωλυσιεργίαν τὴν ὁποίαν μετέρχονται μειονοψηφίαι χωριζόμεναι τῆς πλειονοψηφίας δι’ ἐθνικῶν διαιρέσεων, ἢ δι’ ἄλλων μεγάλων ζητημάτων, κοινωνικῶν ἢ θρησκευτικῶν, εἴτε διότι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐν γένει τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μέτρον τι, ὅπερ προβάλλει εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀποβαίνει οὕτως ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ ἔθνος, ὥστε πάντα τὰ νόμιμα μέσα καὶ τὰ μὴ νόμιμα πρέπει νὰ μετέλθωσιν, ὅπως ἐμποδίσωσιν αὐτό. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σύνοδον αὐτὴν τῆς περιόδου ταύτης τῆς Βουλῆς ἐγενόμεθα μάρτυρες νέας κωλυσιεργίας, κωλυσιεργίας αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἔργον ὁμολογουμένως τῆς Κυβερνήσεως μεμελετημένον ὑπῆρξεν, ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν προσήκουσαν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐπισωρεύσεως πλείστων νομοσχεδίων καὶ σπουδαιοτάτων λόγῳ τοῦ ἀντικειμένου αὐτῶν καὶ λόγῳ τῆς πληθύος τῶν ἄρθρων. Βεβαίως κωλυσιεργία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἐπιμονὴ αὐτῆς εἰς ἀδύνατα, δίδουσα εἰς πάντα τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ταύτην ἐπεζήτησε καὶ ἐπιζητεῖ, στενοχωροῦσα τὴν μειονοψηφίαν, ἡ ὁποία καὶ μόνη ἐργάζεται, ἡ ὁποία καὶ μόνη κοπιάζει καὶ συζητεῖ τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, στενοχωροῦσα, λέγω, αὐτὴν εἰς ἀδιάκοπον ἐργασίαν ἐντὸς ἀκαταλλήλου ἐντελῶς ἐποχῆς καὶ πέραν τῶν παραδεδεγμένων, τοὐλάχιστον παρ’ ἡμῖν, χρονικῶν ὁρίων. Βεβαίως κωλυσιεργεῖ, ἐπιμένουσα, ὅπως δὶς καθ’ ἑκάστην συνερχόμενοι ἐντὸς τῆς ἡμέρας καὶ παρατείνοντες τὰς συνεδριάσεις πέραν τοῦ μεσονυκτίου, μέχρι τῆς μιᾶς καὶ τῶν δύο καὶ τῶν τριῶν καὶ τῶν τεσσάρων καὶ τῶν πέντε ἐνίοτε τῆς πρωΐας, συζητῶμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν ἐν ἀνέσει παρεσκεύασε διὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας ἢ δι’ ἄλλων. Καὶ ἂν δαπανᾶται μέγα μέρος τοῦ χρόνου εἰς τὰς ἐπερωτήσεις καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς διοικήσεως, οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκόν των, παραμένοντες ἐν τῇ Βουλῇ, καταβάλλονται καὶ ἐξαντλοῦνται ὁπωσδήποτε. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι τοῦτο προσπάθεια καὶ ἐνέργεια, ὅπως μὴ ἐργάζηται ἡ Ἀντιπολίτευσις; Δὲν διῆλθον ἕνεκα τούτου τῆς Βουλῆς πολλὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχεδὸν ὑπέστησαν βάσανον, καίτοι σπουδαιότατα ὄντα; Ὑπέστη καμμίαν βάσανον ἢ συζήτησιν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, καίτοι ἐκ τῶν μακροτάτων καὶ σπουδαιοτάτων; Ἄλλα νομοσχέδια ἐπίσης δὲν διῆλθον ἄνευ συζητήσεως, ἢ μετὰ ἐλαχίστης συζητήσεως, λόγῳ τῆς κοπώσεως, τῆς ἐξαντλήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἐν τούτοις, κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία κυρίως εἶναι κεκλημένη νὰ συζητῇ τὰ νομοσχέδια, διότι οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε διότι εἶναι κομματικοὶ καὶ δὲν εἶναι διατεθειμένοι εἰς τοῦτο, εἴτε διότι ἤθελον παρεξηγηθῆ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἐὰν ἐλάμβανον καὶ αὐτοὶ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπέκρινον, οὐδόλως μετέχουσιν αὐτῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις μόνη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μελετᾷ καὶ νὰ βασανίζῃ τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐργάζηται. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὁμολογήσῃ τις, ὅτι παρακωλύεται εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐπισωρεύει ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τοιούτου καὶ τοσούτου μόνον χρόνου, ὅσος ὑπολείπεται ἡμῖν, καὶ τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ λάβῃ δι’ ἐργασίας παρατεινομένης ἐπ’ ἄπειρον καὶ ἐξαντλούσης καὶ διανοητικῶς καὶ σωματικῶς τὴν δυστυχῆ αὐτὴν Ἀντιπολίτευσιν; Δὲν εἶναι, λέγω, πρὸς ἐργασίαν, ἐργασίαν ἀληθῆ καὶ ὠφέλιμον, παρακώλυσις τοῦτο ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας; Μήπως παρακωλύει τις μόνον ὅταν δὲν ἐπιτρέπῃ ἐργασίαν, οὐχὶ δὲ καὶ ὅταν δὲν ἐπιτρέπῃ τὴν πρέπουσαν ἐργασίαν; Διατὶ λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγησεν ὡς κωλυσιεργίαν τὴν ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας χθὲς ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν δὲν θεωρῇ κωλυσιεργίαν τὴν διὰ τῆς ἐξαντλήσεως παρεμπόδισιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἔργου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Τὸ ἔθνος θὰ κρίνῃ μεταξὺ τῶν δύο κωλυσιεργιῶν, καὶ θὰ εἴπῃ τίς εἶναι πλέον ἐπίψογος, πλέον ἐπίμεμπτος κωλυσιεργία, ἡ εὐρεῖα συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, ἣν ποιεῖται ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἢ ἡ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως παρακώλυσις διὰ τῆς παρατεταμένης δῆθεν ἐργασίας τῶν συζητήσεων τῶν νομοσχεδίων αὐτῆς; Κατάχρησις τοῦ λόγου εἰς τὰς συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων βεβαίως δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι μόνον χθὲς παρουσιάσθη τὸ πρῶτον μία ἀγόρευσις, διαρκέσασα τρεῖς ὥρας καὶ μέλλουσα νὰ διαρκέσῃ...

§151Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἡ ἀγόρευσις ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὰ λάθη τῆς συμβάσεως.

§152ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. Διατὶ δὲ χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρέτεινεν, ἴσως δὲ καὶ ἄλλοι θέλουσι νὰ παρατείνωσι τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον; Τὸ πρᾶγμα πρόδηλον. Διότι, ἐνῷ ἐξηγέρθη ἅπασα ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς...

§153Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καθόλου! Ἐξηγέρθησαν ἑκατὸν, οἱ ὁποῖοι ὑπεκινήθησαν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.

§154Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§155ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑμεῖς μόνον πιστεύετε, ὅτι ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς τίποτε ἄλλο δὲν ζητεῖ ἢ νερὰ, ἀνθ’ οἱασδήποτε τιμῆς. Ἐὰν ὅμως θέλωμεν ἀληθῶς νὰ ἀντιλαμβανώμεθα τῆς καταστάσεως τῶν πνευμάτων, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι αἱ πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς οὐδόλως θέλουσι τὰ νερὰ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἴδομεν ὅτι θέλετε νὰ τὰ δώσητε.

§156Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Οἱ ἰδιοκτῆται πρὸ πάντων.

§157ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ἄπορον εἶναι, ἀφοῦ καὶ τὸ ἀντικείμενον ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀμελέτητον καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἄπειρα προεβλήθησαν ἐπιχειρήματα, κλονίζοντα καὶ μηδενίζοντα ἐντελῶς τὴν βάσιν καὶ τὰ δικαιολογήματα, ὅσα ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον, ἄπορον, εἶναι, λέγω, πῶς ἀπέναντι καὶ τοιούτων ἐκδηλώσεων τῶν κατοίκων τῶν δύο πόλεων ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους, ἐνῷ ἔχει ἄλλα νομοσχέδια πολλὰ καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ σπουδαιότατα νὰ συζητήσῃ, νὰ θέλῃ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τὸ κατ’ ἐμὲ, τοιαύτην ἐκ τῆς σπουδῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀπεκόμισα ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κωλυσιεργεῖ, καὶ οὐχὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις συζητεῖ, ὡς ὀφείλει, τὰ νομοσχέδια, διότι ἐκεῖνος κωλυσιεργεῖ, ὅστις βιάζων τὴν ἐργασίαν καὶ ἐξαντλῶν ἐμποδίζει νὰ γίνηται ἡ προσήκουσα ἐργασία ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων.

§158Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος, κύριε Πρόεδρε, πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Λεβίδης, καὶ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης, ὅτι ὑπάρχει κωλυσιεργία εἴτε ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴτε ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης.

§159ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ὑπάρχει κωλυσιεργία.

§160Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένετε, σᾶς παρακαλῶ... Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ εὐρύτητι τῆς συζητήσεως, ἥτις ἀνεπτύχθη ἰδίως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑδάτων, ἐφρόνησεν ὅτι ἀνακαλύπτει τάσεις κωλυσιεργίας, τῆς ὁποίας εἰς ἄλλην ἐποχὴν αἱ γραμμαὶ αἱ γενικαὶ καὶ τὰ διδάγματα ἐδόθησαν, ἐχώρησαν δὲ εἰς σημεῖον τοιοῦτον ἀτόπου, ὥστε νὰ ἀκουσθῶσι διαμαρτυρίας φωναὶ καὶ νὰ καυτηριασθῇ ἡ κατάχρησις αὕτη τοῦ δικαιώματος τοῦ συνταγματικοῦ τῆς μειονοψηφίας...

§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐκαυτηρίασα τίποτε.

§162Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ παρόντος· ἀναφέρομαι εἰς τὸ παρελθόν. Μία φωνή. Δὲν εἶναι συνταγματικὸν δικαίωμα ἡ κωλυσιεργία.

§163Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω «συνταγματικοῦ», κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ τοῦ Συντάγματος οὐδεὶς ἐτέθη περιορισμὸς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅταν δὲ παρατείνηται ἡ συζήτησις, ὥστε ἀναγκαίως νὰ ἐπέλθῃ ἀντίδρασις ἐπὶ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ ἀσύμφορον, τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ κωλυσιεργίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως ταύτης τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, εἶπεν, ὅτι κωλυσιεργεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι κωλυσιεργεῖ ἡ Συμπολίτευσις, τοσαῦτα προβάλλουσα εἰς ψήφισιν νομοσχέδια, ἀτελῆ εἰς μελέτην καὶ ἄωρα εἰς συζήτησιν. Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω οὔτε τὴν Κυβέρνησιν οὔτε τὴν μειονοψηφίαν κωλυσιεργούσας. Ἡ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα μετὰ δύο ἐτῶν ἀνώμαλον καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴν κατάστασιν, καθῆκον εἶχε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ διὰ τὴν ἀνόρθωσιν διάφορα νομοσχέδια, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀκριβῶς ἐὰν ἦσαν ἄξια τῶν ὑπαγορευσασῶν ταῦτα ἀναγκῶν, ἔδει νὰ συζητηθῶσιν εὐρέως, ἐπαξίως τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι τὰ ἐπιβάλλουσιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, φρονοῦσα ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, δὲν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ τόπου, ἐζήτησε νὰ συζητήσῃ σοβαρῶς ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε περιῆλθεν ἡ συζήτησις εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε νὰ ἴδωμεν ἀναπεταννυμένην, ὡς ἄλλοτε, τὴν σημαίαν τῆς κωλυσιεργίας. Ἀλλ’ ἀντεστράφησαν οἱ ὅροι τῆς ἀληθείας καὶ αἱ ὀρθαὶ ἔννοιαι τῶν πραγμάτων, καὶ τολμῶσι νὰ καλῶσι κωλυσιεργίαν τὴν ἐπιτεταγμένην συζήτησιν. Καὶ ὅμως δὲν πρέπει νὰ παρίδητε, ὅτι δὲν ὑπῆρξε σύνοδος Βουλῆς, ἥτις τοσοῦτον ἀμητὸν νομοσχεδίων παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς αὕτη. Ἐὰν ἐξετάσητε τὰ γραφεῖα τῆς Βουλῆς, θέλετε ἴδει, ὅτι ἑκατοντὰς ὅλη νομοσχεδίων συνεζητήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν, ὑψίστης σημασίας διὰ τὸν τόπον· ὠφέλιμα ἢ μή, τοῦτο τὸ μέλλον θὰ ἀποδείξῃ. Ἐψηφίσθησαν νομοσχέδια, ὡς τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, τὸ περὶ χωροφυλακῆς καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν τυπικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ θίγουσι καὶ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ τόπου. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ σταφιδικὸν εἶναι τοιαύτης γενικῆς ἀποστολῆς, ὥστε ἠδύναντο ν’ ἀπασχολήσωσιν οὐχὶ μίαν Σύνοδον, ἀλλὰ Περίοδον ὁλόκληρον· καὶ ὅμως ὄχι μόνον πρόσκομμα οὐδὲν ἔφερεν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἠδύνατό τις νὰ ἐλέγξῃ σήμερον αὐτήν, ὅτι δὲν ἐβασάνισεν ἀρκούντως τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἐψηφίσθησαν δὲ νόμοι, ὑφαρπαγέντες διὰ τοῦ καμάτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ κτυπήσουν τάχιστα τὴν κεφαλήν των καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, καὶ βλέπομεν ἀπὸ προχθὲς ἀθρόους καὶ ἔκφρονας τοὺς πολίτας τῶν Ἀθηνῶν τρέχοντας εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Ἐφορίας, συνεπείᾳ προσκλήσεώς της, τοιχοκολληθείσης ἐντύπου παντοῦ, ἵνα δηλώσωσι τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτῶν, ἵνα πληρώσωσι καὶ τύχωσιν ἀδείας τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των, διότι ἐψηφίσατε νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων τερατῶδες, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν δὲν δικαιοῦται πλέον τις νὰ ἐπαγγέλληται τὸν ἰατρόν, τὸν δικηγόρον, τὸν βιομήχανον, δὲν δύναται νὰ ἀσκῇ οὐδὲν ἐπάγγελμα, ἐὰν δὲν ἔχῃ περὶ τούτου ἄδειαν τοῦ ἐφόρου. Τοιοῦτος νόμος θίγει αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ἀναιρεῖ τὰ δόγματα τῶν οἰκονομικῶν ἐλευθεριῶν, ὑποδουλοῖ τὴν καθιερωμένην φύσει καὶ νόμῳ ἐλευθερίαν τοῦ ἐπιτηδεύματος. Γνωρίζω, ὅτι πνεῦμα ταμιευτικὸν ὑπηγόρευσε τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ἡ λεπτομέρεια αὕτη τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν δὲν δύναταί τις νὰ ἐνασκήσῃ ἐπάγγελμα ἐλευθέρως ἄνευ ἀδείας τοῦ ἐφόρου, προσβάλλει καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ὅταν δὲ γνωσθῶσι κοινῶς αἱ παράδοξοι αὗται διατάξεις καὶ ἄρξηται ἡ πίεσις τῆς ἐφαρμογῆς περὶ τὸ τέλος τοῦ μηνός, θὰ ἴδητε τὰς στενοχωρίας, τὰς ἀρὰς, τὴν ἔκρηξιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Γνωρίζω, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ Τουρκίᾳ δὲν δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐνάσκησις ἐπαγγέλματός τινος. Ἐὰν καθυστερῇ τις τὸν φόρον, τὸ Δημόσιον προενόησε νὰ ἐπιδιώξῃ τὰ δικαιώματά του διὰ πολλαπλοῦ τρόπου. Δύναται τὸ Δημόσιον νὰ κατάσχῃ τὰ πράγματα τοῦ καθυστεροῦντος τὸν φόρον ἐπιτηδευματίου, δύναται νὰ κατάσχῃ αὐτὸ τὸ σῶμά του, προσωποκρατοῦν αὐτόν. Ἀλλ’ ἤδη διὰ τῶν παννυχίων συνεδριάσεων, χωρὶς νὰ προσέξητε, ἐδώσατε, Κύριοι, εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας μετὰ τοῦ ἀνοιχθέντος σταδίου πρὸς ἐκβιάσεις τὸ δικαίωμα νὰ κλείωσι τὸ κατάστημα τοῦ ἐπιτηδευματίου, ἐὰν οὗτος δὲν ἔχῃ λάβει τὴν ἄδειαν ἐκ τῆς Ἐφορίας νὰ ἐπαγγέλληται τὸν οἰνοπώλην, τὸν παντοπώλην ἢ τὸν ἁμαξοποιὸν, νὰ ἐμποδίζωσι νὰ ἀσκῇ τὸ ἐπιτήδευμά του πᾶς πολίτης ἐλευθέρως! Πότε ἐδόθησαν σημεῖα κωλυσιεργίας ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ Κυβέρνησις, σοβαρῶς ἐργαζομένη, ἔπρεπε νὰ προσαγάγῃ ἄρτια τὰ νομοσχέδια· ἡ Ἀντιπολίτευσις, σοβαρῶς ἐργαζομένη, ὤφειλε νὰ συζητήσῃ ταῦτα. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐκ τῆς σπουδῆς τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐργασίας, προσήγαγεν ἀτελῆ καὶ ἀμελέτητα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, καὶ ἐντεῦθεν τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπῆρχε συζητητικώτερον καὶ ἀνιαρότερον. Καὶ ὅμως οὐδὲν σημεῖον κωλυσιεργίας ἔδειξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἵνα ἐξενεχθῶσι τοιαῦται μομφαὶ κατ’ αὐτῆς. Μίαν μόνον ἑσπέραν, καθ’ ἣν ἐζητήθη εὐρεῖα συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο τὸ μακρότατον, τὸ ἀπέραντον ἐκεῖνο ἐξ ἑκατοντάδων ἄρθρων ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐλήφθη ἡ ἀνάγκη νὰ παραταθῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἡ συζήτησις, ἀπέναντι ἀλόγου ἐπιμονῆς πρὸς ψήφισιν, καὶ τότε ἠναγκάσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ παρελκύσῃ τὴν συζήτησιν. Ὅτε, Κύριοι, ἤκουσα, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ συνεζητήθη ὅμοιον ἐκπαιδευτικὸν νομοσχέδιον ἐπὶ σειρὰν τριῶν ἐτῶν ὅλων, ἐσκέφθην ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἠδύνατό τις νὰ πράξῃ κατὰ τῆς πεισμονῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ζητοῦντος εἰς μίαν νύκτα, ἀλλ’ ἀντιστάσεως οὔσης, νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰς δευτέραν συζήτησιν, κατὰ τὴν ἀναξίαν τακτικὴν τῆς προηγουμένης νυκτὸς, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἀπνευστὶ εἰς δευτερόλεπτά τινα. Ἀλλὰ κωλυσιεργία ἦτο ἐκείνη ἡ συζήτησις; Τὰ ἀγαθὰ τῆς συζητήσεως ἐκείνης τὰ εἴδετε. Ἄρθρα 180 συνεθλίβησαν ἐν τῇ συζητήσει εἰς 8 ἄρθρα! Ἐὰν ὑπῆρχε κωλυσιεργία, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, τὴν κυβερνητικὴν, ἤθελον ἐγερθῆ καὶ διὰ τοῦ ὄγκου αὐτῶν ἤθελον ἐπιβάλει τὸν κάματον εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας· ἀλλὰ εἴδομεν, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις δὲν ἔπραξε τοῦτο, διότι ἀνεγνώριζε τὸ δίκαιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἐξ ὑπερτάτης ἀπεχθείας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐσιώπα καὶ ἀπεδέχετο τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (Θόρυβος.)

§164ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι πράγματα αὐτά! (Θόρυβος).

§165Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς παύσουν, παρακαλῶ, οἱ ἀνορέκτως θορυβοῦντες χάριν δῆθεν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει τῆς παννυχίδος ἐκείνης τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἡ Συμπολίτευσις ἐκ νομιμοφροσύνης, διὰ τῆς σιωπῆς της κατὰ τὴν συζήτησιν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνεγνώρισε τὰ δίκαιά μας, ἐκτὸς ἐὰν ἐξ ὑπερτάτης ἀπεχθείας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἐπολιτεύθη οὕτως. Οἱ κραυγάζοντες οἱονεὶ πρὸς διαμαρτυρίαν ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἂς δεχθῶσι τὴν πρώτην ἐξήγησιν. Εἰς τοὺς ἄλλους καὶ ἡμᾶς μένει ἡ δευτέρα. Ποία ἄλλη συζήτησις ὑπῆρξε τοσοῦτον εὐρεῖα, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κωλυσιεργοῦσα; Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρδεύσεως τῆς χώρας, περὶ μετοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἶναι ὑψίστης σημασίας ὄχι μόνον διὰ τὰς δύο πόλεις, ἀλλὰ δι’ ὁλόκληρον τὴν χώραν, δι’ ὅλον τὸ ἔθνος, διότι ἡ ἀφθονία τοῦ ὕδατος ἐν Ἀθήναις θέλει φέρει τὰ ἄδηλα ἀγαθὰ, ὧν σήμερον ἀμοιρεῖ τὸ Κράτος. Ἀλλὰ ἐὰν εἶχε τὴν προσήκουσαν μελέτην τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τίς θὰ ἐτόλμα νὰ ᾖναι ὁ ἀνθιστάμενος κατὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων; Ἀλλ’ οἱαδήποτε σπουδὴ καὶ ἂν ἐπεβάλλετο ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνυδρίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ταχεῖαν ψήφισιν, οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅλως ἀμελέτητον καὶ ἀτελὲς, τοιοῦτο δὲ ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς συνετάχθη καὶ ὑπεβλήθη. Καὶ μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὀφείλει μάλιστα νὰ ὁμολογήσῃ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν εὐθύτητα καὶ εἰλικρίνειαν, δὲν ἀνεγνώρισεν ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ τὰ ἀτελῆ, τὰ ἀμελέτητα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καὶ ὅτι δὲν προϋπελογίσθησαν αἱ δαπάναι, τὰ θεμέλια τοῦ ἐν γένει ἔργου; Καὶ εἰπὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν προϋπελογίσθησαν αἱ δαπάναι αὗται, δὲν ἀνεγνώρισεν ὅτι λόγῳ τῆς ἐπειγούσης φύσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν κατέστη δυνατὴ οὔτε κατὰ προσέγγισιν ἡ μελέτη αὐτοῦ; Τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ καταψηφίσῃ νομοσχέδιον περὶ ὑδρεύσεως καὶ ἀρδεύσεως τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη εὐρείας καὶ ἐπιβαλλομένης συζητήσεως, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, ἕνεκα τοῦ ἐκ δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων κεφαλαίου δαπάνης, ἕνεκα τῆς ὑλικῆς ὑποδουλώσεως εἰς ἐπαχθεστάτους φόρους ἢ εἰσφορὰς ἐπὶ 100 ἔτη τῶν δύο πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; Σήμερον ἐλέχθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνεζητήθη πανδήμως, καὶ πρὸς τοῦτο εἶναι ἐστραμμένη πᾶσα ἡ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Βεβαίως εἶναι ἐστραμμένη, ἀλλ’ ἀποδοκιμάζουσα τὴν σπασμωδικὴν ταύτην σπουδήν. Ἐτολμήθη μάλιστα νὰ λεχθῇ, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἤκουσα μετὰ θλίψεως παρατηρήσεις τινὰς τοῦ φιλτάτου μοι κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπόντος ὅτι πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰργάσθη ἵνα συγκεντρώσῃ κόσμον ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ὁμονοίας πρὸς ἀντίδρασιν, κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐκεῖ, ἔνθα εἴδομεν πρὸ δύο ὡρῶν χυνόμενον, ἀντὶ ὕδατος τῆς Στυμφαλίας, ἄφθονον τὸ αἷμα τῶν πολιτῶν (θόρυβος). Ναὶ, κύριοι Βουλευταὶ, αἷμα ἔρρευσε φιλησύχων οἰκοκυραίων. Δὲν ἤθελον νὰ φέρω τὸν λόγον νῦν ἐπὶ τούτου, ἵνα μὴ διακόψω τὴν ἐπείγουσαν κοινοβουλευτικὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μὲ παρασύρει ἡ δικαία ἀγανάκτησις πρὸ τῆς θέας τῶν ἐγκληματικῶν σκηνῶν ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ὁμονοίας κατὰ ἐντίμων καὶ φιλησύχων πολιτῶν, ἐνασκούντων ἡσύχως τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι...

§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί συνέβη;

§167ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σήμερον πάλιν; (θόρυβος).

§168Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ τὰ διηγήθη φρίττων αὐτόπτης μάρτυς, ὁ βουλευτὴς τῆς πλειονοψηφίας κ. Τσάτσος. Εἷς τῶν ἐπιλέκτων πολιτῶν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Μιχαὴλ Καζαντζῆς, ἔλαβε τραῦμα σπουδαῖον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, καὶ αἱμόφυρτος μετεφέρθη εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἕτερος ἐπίσης, ὁ κ. Μπέσης, κτηματίας Ἀθηναῖος· ὁ δὲ ἰατρὸς κ. Πατρίκιος ἐδέχθη, ὡς ἔμαθον, πολλοὺς ῥοπαλισμοὺς εἰς τὴν ῥάχιν του, καὶ μόνον ὁ ὄγκος τῆς σαρκὸς τοῦ σώματός του τὸν ἔσωσε καὶ δὲν κατεθραύσθησαν τὰ ὀστᾶ του. Εἶδον ἐρχόμενον εἰς τὸ Βουλευτήριον πολίτην ἔχοντα τεθραυσμένον καὶ περιδεδεμένον τὸν βραχίονα, καὶ ἐλεεινολογοῦντα τὰς ἀπαισίους σκηνάς. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ἀριστείδου Πετροπουλάκη, ὁ ὁποῖος ἀντελήφθη ὡς ἐγώ...

§169ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ λόγος ὅμως, δι’ ὃν ἐτραυματίσθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ἦτο ἄσχετος πρὸς τὴν διαδήλωσιν.

§170Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διήρχετο ἀμέτοχος τῆς διαδηλώσεως καὶ ἐτραυματίσθη ὑπὸ τῶν ῥοπαλοφόρων. Φαντασθῆτε τί ἔπαθον οἱ μετασχόντες φιλήσυχοι πολῖται! Ἐγὼ δὲν λέγω ταῦτα ἵνα κακίσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ δὲν ῥίπτω τὰς εὐθύνας τῆς δημιουργίας τῶν σκηνῶν εἰς αὐτήν. Ἐγὼ καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπον, ὅτι φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις νὰ περιῆλθεν εἰς τοιαύτην πολιτικὴν ἄνοιαν, ὥστε νὰ παρασκευάζῃ τοιαῦτα, νὰ παρασκευάζῃ θορύβους, οἵτινες θὰ ἐκσπάσωσι βραδύτερον εἰς τὴν κεφαλήν της, νὰ σπείρῃ ἤδη ζιζάνια διὰ νὰ θερίσῃ βραδύτερον τριβόλους! Ἐγὼ ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν μέρος ἔλαβεν εἰς τὰς κακούργους ταύτας σκηνάς. Οὐδὲ εὑρίσκω τὸ πολιτικὸν ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ ὑπαγορεύσῃ εἴτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἴτε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ἐργασίαν, ἵνα δημιουργήσωσι τοιαύτας σκηνάς. Διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξέλιπεν ὁ πολιτικὸς χαρακτὴρ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἴδομεν καὶ ἀντιπολιτευομένους τινὰς ψηφίζοντας ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, καὶ συμπολιτευομένους περὶ τοὺς 20 καὶ πλέον, καταψηφίζοντας τὴν σύμβασιν, ἢ ἀποδοκιμάζοντας αὐτὴν διὰ τῆς ἀπομακρύνσεώς των ἐκ τῆς ψηφοφορίας, τὸ ζήτημα μετετοπίσθη ἐκ τοῦ φλέγοντος ἐδάφους τῆς πολιτικῆς ὀξύτητος εἰς τὸ ἔδαφος τῆς λογικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐρεύνης, εἰς τὸ ἔδαφος τῆς ἐπιβαλλομένης σοβαρᾶς συζητήσεως, ἐξ ἧς θὰ προέλθῃ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας καὶ ἡ πεφωτισμένη ψῆφος τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐγερθῇ καὶ διαψεύσῃ τὸ ψιθυρισθὲν ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι αἱ συναθροίσεις αἱ γενόμεναι κατὰ τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας προέρχονται ἐξ ἐνεργειῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀρκεῖται εἰς τὸ νόμιμον ὅπλον τοῦ λόγου, τῆς συζητήσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπέσχεν, ἀπέχει καὶ θὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τοιαύτας ἐνεργείας. Τὴν στιγμὴν δὲ, καθ’ ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ὁδοὺς, οὐαὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἠνάγκαζον αὐτὴν πρὸς τοῦτο! Ἂς ἦναι βεβαία περὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις! Ἂν ἀποφασίσῃ ἐκεῖ νὰ ἀντιδράσῃ, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι τοιαῦτα, ὥστε οὐδεὶς θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος, οὐδὲ τὸ ἔδαφος, νὰ ἐγερθῇ καὶ εἴπῃ, ὅτι ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τοὺς ῥοπαλοφόρους νὰ ἐκφράσῃ τὰς πεποιθήσεις του, καὶ οἱ 10 ἢ 100 οὗτοι μαγκουροφόροι, βεβαιωθῆτε, δὲν θὰ δυνηθῶσιν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὡπλισμένοι, νὰ θραύσωσι τὰς κεφαλὰς τοῦ λαοῦ. Αὔριον θὰ φέρωμεν τὸν ἀριθμὸν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν τραυματισθέντων πολιτῶν· ἴσως κατορθώσωμεν νὰ φέρωμεν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιτεθέντων μαγκουροφόρων. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ φέρω τὸν λόγον, ἐξακριβῶν τὰ καταγγελλόμενα, καὶ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, καὶ τότε θὰ ἐγερθῇ στάδιον συζητήσεως, καὶ θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ἀσφαλοῦς τῶν πραγμάτων εὑρίσκεται, ὥστε νὰ παρατηρήσῃ τοιαῦτα πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ὁμονοίας γενόμενα δὲν δύναμαι ν’ ἀποδώσω ἀπὸ τοῦδε εἰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις μέχρι τοῦδε τοσοῦτον νομιμοφρόνως εἰργάσθη καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις, ὥστε νὰ ἦναι εἰς θέσιν οὐχὶ νὰ δέχηται, ἀλλὰ νὰ ἀπευθύνῃ μομφάς!

§171Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν οἱ πολῖται συμπλέκωνται ἐν ταῖς ὁδοῖς, οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναμιχθῇ, εἰμὴ μόνον διὰ νὰ διαλύσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν συμβαίνωσι ταῦτα, βεβαίως δὲν συμβαίνουσιν ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, διότι ἡ Συμπολίτευσις ἔφερεν, ὡς Κυβέρνησις, σοβαρὰ τὰ νομοσχέδια αὑτῆς, καὶ ἐν τῇ συζητήσει, ὅπου εἶδε ταῦτα ὅτι εἶχον ἐλάττωμά τι, ἔσπευσεν, ἀντὶ ν’ ἀπαντήσῃ διὰ λόγων, νὰ φέρῃ ἐμπράκτως τὴν διόρθωσιν. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις, συζητοῦσα τὰ νομοσχέδια, ἐξῆλθε τῆς τροχιᾶς της, διότι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅπου καὶ ἂν ἵστατό τις ἐνδιαφερόμενος κατὰ τῆς συμβάσεως, ἀπηύθυνε κατηγορίας κατὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν φίλων αὐτῆς, ὅτι μετέχουσι χρηματιστικῶν πράξεων.

§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεὶς εἶπε τοῦτο.

§173Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεὶς τῶν ἀγορευσάντων ἀνέφερε τοιοῦτόν τι.

§174Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης τὸ εἶπεν, ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ κ. Λεβίδης.

§175Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐξ ἐναντίας, οὐδὲν εἶπον.

§176ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§177Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Ὅταν τοιαῦτα ἐκτίθενται ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, βεβαίως ταῦτα ἐξεγείρουσι τὸν λαὸν, διότι θέτουσιν εἰς τὸν νοῦν αὐτοῦ διάφορα πράγματα· καὶ ἄλλοι μὲν ὑποθέτουσιν ὅτι πράγματι κλέπτουσιν οἱ οὕτω καταγγελλόμενοι, ἄλλοι δὲ, ὅτι συκοφαντοῦνται, καὶ ὡς ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον, οὕτω καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ἔξω ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, καὶ ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐκ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλει φόρον δυσβάστακτον, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίον τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, μὲ ὅλον τὸν φόρον αὐτὸν, —ὁ ὁποῖος θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν εἶναι δυσβάστακτος, —ἐπιθυμοῦσι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν ἀπαριθμοῦσι τὰ 27 αὑτῶν σπήτια, ἵνα καταπολεμήσωσι τὸ νομοσχέδιον. Ἂν δ’ ὑπηνίχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, βεβαίως εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ, διότι εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ παρεισέφρησαν τοιαῦται ὑπόνοιαι. Ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐπίσπευσιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ ἐν εὐρύτητι ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, διότι εἴμεθα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν καὶ λόγοι πολιτικοὶ καὶ λόγοι ἰδιωτικὸς ἐπισπεύδουσι τὴν ἀναχώρησιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἰς τὰς ἑστίας των. Ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος εἶπεν, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν ἐναντίον τῶν νομοσχεδίων μας, ἐνῷ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφῆκεν εὐρεῖαν τὴν συζήτησιν, οὐδ’ εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, οὐδ’ εἰς αὐτὴν τὴν σύμβασιν, μολονότι ὑβρίζονται τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ μέσα ἄλλα, ἵνα ἐπαναφέρῃ τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συκοφαντοῦσιν, εἰς τὴν τάξιν καὶ τοῖς εἴπῃ: «ἐστὲ ἄνδρες, ὅταν θέλητε τοιαύτας συκοφαντίας νὰ ἐπιρρίψητε κατὰ τῶν συναδέλφων σας!» Ἔχω τὸν πατέρα μου εἰς τὸν τάφον ἕνεκα τῶν τοιούτων ὕβρεων καὶ συκοφαντιῶν, αἵτινες πολλάκις ἀπηυθύνθησαν καὶ κατ’ ἄλλων πολιτευομένων, τῶν ὁποίων οὔτε τῆς τιμῆς ἐφείσθησαν. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὅλοι ἀπέθανον πτωχοὶ, καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν λιμώττουσι καὶ τρέχουν εἰς τὰς οἰκίας τῶν Ὑπουργῶν καὶ ζητοῦν βοήθειαν· καὶ ἠναγκάσθην ἐγὼ ὁ πτωχὸς νὰ δώσω ἄρτον! Μὴ συκοφαντεῖτε λοιπόν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν δὲν εἶναι προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἵνα ἐκτείνητε τὰς ἀγορεύσεις ὑμῶν καὶ εἰσέλθητε εἰς πάντα τὰ ζητήματα. Εἶναι ἁπλῆ σύμβασις, καὶ ἠδύνασθε νὰ ὑποβάλητε τροποποιήσεις καὶ συζητήσητε σοβαρῶς. Καθ’ ὃν ὅμως τρόπον συζητεῖτε, βεβαίως ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κωλυσιεργεῖτε· διότι δὲν ζητεῖτε νὰ διορθώσητε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀγορεύετε ἐπὶ 4 καὶ 8 ὥρας, ἵνα παρέρχηται ὁ χρόνος. Ἐννοῶ τὴν κωλυσιεργίαν, καὶ ἤμην ἀρχηγὸς αὐτῆς ἄλλοτε, ἀλλ’ ἐπὶ ζητημάτων μεγίστης σπουδαιότητος, ἅτινα ἐθεωροῦμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι, διότι δὲν ἠθέλομεν τὸ χρῆμα τοῦ ἔθνους νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ βαλάντια ξένων ἀνθρώπων. Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀφορᾷ δύο μεγαλοπόλεις, τὸ ἐπιβάλλει δὲ ἡ ἀνάγκη. Ἡ Κυβέρνησις σέβεται τὰς γνώμας πάντων, καὶ ἐτροποποίησε τὸ νομοσχέδιον· ἔργον δὲ φρονήσεως παντὸς εἶναι νὰ ἀναγνωρίζῃ τὸ ὀρθὸν καὶ νὰ μὴ ἦναι ἐπίμονος. Δὲν ὑπάρχει, νομίζω, ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσω. Δὲν κατακρίνομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν· τοὐναντίον ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν εὐχαριστίας διὰ τὴν συνδρομὴν, ἣν μᾶς ἔδωκεν· αὐτὸν δὲ τὸν λόγον ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ φωτίζῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτὸ γίνεται εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖ ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις συζητοῦνται νομοσχέδια. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ σήμερον ἐνταῦθα, ἂν δὲν ἦσαν τὰ πράγματα κατεπείγοντα καὶ τὸ Κράτος δὲν εὑρίσκετο ἄνευ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη, καὶ συνεπῶς ἐν μεγάλῃ ἀνωμαλίᾳ οἰκονομικῇ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μελέτη σοβαρά· τοὐναντίον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σοβαρῶς ἐμελέτησε τὸ ζήτημα καὶ κατόπιν τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπιθυμεῖ σοβαρὰν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν. Ἐὰν τὸ ὄνομα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνδέεται μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ τοῦτο ἐνοχλεῖ τινας, ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφορεῖ· δὲν ἔχει δ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ πράξῃ ἄλλο ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της.

§178ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπάρχει ὁμάς τις ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, παρακαθημένη οὐχὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτευομένῃ, ἀλλ’ ἐν τῇ συμπολιτευομένῃ πτέρυγι. Ἡ ὁμὰς αὕτη μὲ τιμᾷ μὲ τὸ ἄσβεστον μῖσός της, μὲ τὴν ἀδιάλλακτον ἔχθραν της. Πρὸς τὴν ὁμάδα αὐτὴν προσέβλεψα πάντοτε μετ’ ἀδιαφορίας, μετ’ ἀδιαφορίας δὲ ἤθελον προσβλέψει καὶ νῦν, ἂν μή τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτήν, ἐξ ἰδίων κρίνων τὰ ἀλλότρια, ἐνόμιζεν, ὅτι τὰ αἰσθήματα ταῦτα, ὧν ἐμφοροῦνται αὐτὸς καὶ οἱ ἑταῖροί του, εἶναι αἰσθήματα πάντων τῶν Βουλευτῶν, τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αὐτῇ πτέρυγι τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἐντεῦθεν, ὡς φαίνεται, παραχθεὶς, ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις ἐξ ἰδιαιτέρας ἀπεχθείας πρὸς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομήν της εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου μου. Ἀλλὰ τὰ πράγματα εὐτυχῶς τὸν διαψεύδουσιν. Ἡ Συμπολίτευσις, ὡς γνωστὸν τοῖς πᾶσι, προκειμένου περὶ ἑνὸς τῶν ἐκπαιδευτικῶν μου νομοσχεδίων, ἐπέδειξε μοναδικὴν ἀφοσίωσιν, παραμείνασα καθηλωμένη ἐπὶ τῶν θρανίων ἀπὸ τῆς ἑσπέρας μέχρι τῆς πρωΐας, ὡς ἐν οὐδεμιᾷ ἄλλῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, εὑρισκομένη πάντοτε ἐν ἀπαρτίᾳ, μεθ’ ὅλας τὰς ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν φερομένας ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐκ μέρους τῶν ἀντιπολιτευομένων, μεθ’ ὅλην τὴν ἀποχώρησιν ἐκ τῆς Βουλῆς τοῦ ἀρχηγοῦ των καὶ τῶν συνεταίρων του, ὅπως μὴ συντελέσωσι διὰ τῆς παρουσίας των εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ, νομίζω, εἶναι τρανὸν μαρτύριον ἀφοσιώσεως καὶ οὐχὶ ἀπεχθείας τῆς Συμπολιτεύσεως, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ προαγορεύσας ἐν τῇ ἀποτυφλώσει αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ πάθους.

§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οἵτινες δὲν εἶναι μόνον μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ παρίστανται καὶ ὡς ἐπίτροποι τοῦ Στέμματος, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι μεμετρημένον τὸν λόγον· ὅταν δὲ ὁμιλῶσι περὶ τῆς μερίδος τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνης, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς Ἀντιπολίτευσις, ὁ λόγος αὐτῶν πρέπει νὰ ἦναι καὶ εὔφημος. Οὐδέποτε ἀληθῶς ἤκουσα Ὑπουργὸν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὑβρίζῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς συκοφαντοῦσαν καὶ ὡς ὑποκινοῦσαν στάσεις καὶ ταραχάς. Τὸ ἄκουσμα τοῦτο, τὸ πρωτάκουστον, μὲ ἠνάγκασεν, ἂν καὶ ὑπάρχουσι δεσμοί, οἱ ὁποῖοι μὲ συνδέουσι μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν δημοσίᾳ, καὶ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἀτελῆ ἔχει γνῶσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν Κυβερνήσεων πρὸς τοὺς πολίτας, λέγων ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι, ἂν ἐγένετο ἐν τῇ πόλει συμπλοκὴ μεταξὺ πολιτῶν, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συμπλοκῆς, ἵνα προλάβῃ αὐτὴν, ἢ γενομένην νὰ διαλύσῃ, ὅπως μὴ παρακωλυθῶσιν οἱ πολῖται ἀπὸ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος αὑτῶν. Συνταγματικὸν δικαίωμα ἤσκουν οἱ συνελθόντες, ὅπως ἐκδηλώσωσι τὸ φρόνημα αὑτῶν, καὶ οἵτινες οὐ μόνον παρεκωλύθησαν ὑπὸ ἑτέρων πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ περιυβρίσθησαν καὶ ἐκτυπήθησαν. Τὰ γενόμενα νῦν μᾶς ἀναμιμνήσκουσι παραπλησίαν σκηνὴν, διαπραχθεῖσαν ἐν Ἀθήναις πρὸ δεκαπενταετίας, ὅτε ἐργάται Μαυροβούνιοι, τοὺς ὁποίους εἶχεν εἰς τὰς ἐργασίας της ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἐπέδραμον μὲ ῥάβδους καὶ ῥόπαλα ἀνὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἐπετέθησαν καὶ κατὰ τῶν Βουλευτῶν καὶ κατὰ τῶν πολιτῶν, οἵτινες τότε εἶχον συνέλθει ἐν συλλαλητηρίῳ. Τοῦτο συμβαίνει ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν καὶ νῦν, ἡ δὲ ἐξουσία, ἥτις καθῆκον εἶχε νὰ προστατεύσῃ τοὺς πολίτας, ἄφινε καὶ νῦν, ὡς καὶ τότε, νὰ διαπράττωνται τοιαῦται παρεκτροπαί. Οὐδ’ ἦτο πιθανὸν, ὅτι ἤθελεν ἀκουσθῇ Ὑπουργὸς μετὰ τοσαύτης ἀδιαφορίας καὶ ἀπαθείας ἀφηγούμενος ὅτι ῥοπαλοφόροι παρεκώλυσαν πολίτας ἀπὸ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος, καὶ ὅτι συνήφθη συμπλοκὴ καὶ ἐχύθη αἷμα. Περὶ τῆς κωλυσιεργίας δὲν γνωρίζω ποίας ἔχουσιν οἱ ἄλλοι γνώμας. Ἐγὼ τὰς ἐμὰς γνώμας οὐδέποτε ἀπέκρυψα ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, γνωρίζει δ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ταύτας. Ἑπομένως οὐδ’ ἔστερξα ποτὲ νὰ ἀποκρύψω, ὅτι κωλυσιεργῶ, ὁσάκις κωλυσιεργία ὑπελείπετο ἡμῖν ἡ τελευταία προσφυγὴ, ὅπως ἀποτρέψῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἐκτρεπομένην εἰς κατάχρησιν τῆς δυνάμεως αὑτῆς καὶ προβαίνουσαν εἰς ἀποφάσεις παραβλαπτούσας τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην εἶναι ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν αὕτη αἰτιᾶται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι κωλυσιεργεῖ, καὶ ἂν ἐκλαμβάνῃ ὡς κωλυσιεργίαν τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ δαπάνης 50 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὡς ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἦναι ὡς ἄλλο σύνηθες νομοσχέδιον, ὡς εἶναι τὸ νομοσχέδιον, φέρ’ εἰπεῖν, περὶ ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Ἡμεῖς συνεζητήσαμεν μετὰ πολλῆς νομιμοφροσύνης, καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ συντρέξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ ἡμεῖς κοπιῶμεν, ἐν μέσῳ θέρει συνερχόμενοι ἐνταῦθα καὶ καθήμενοι μέχρι τῆς 5 πρωϊνῆς ὥρας, ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀρτιωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν οἱ Ὑπουργοὶ λέγουν ὅτι κωλυσιεργοῦμεν, ἀνεχόμεθα τὰς αἰτιάσεις αὐτῶν, ἵνα ἀποφύγωμεν λογομαχίας. Ἀλλὰ νὰ ὀνομάζωσιν οἱ Ὑπουργοὶ συκοφαντίας τὰς ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας ἐποιησάμεθα ἐνταῦθα, τῶν οἰκονομικῶν καὶ χρηματιστικῶν ἀνωμαλιῶν, τῆς τρικυμίας τῆς ἐπελθούσης ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ Ἀθηνῶν, τοῦτο εἶναι ἀληθὴς συκοφαντία καθ’ ἡμῶν. Τίνος ἡμεῖς ᾐτιάθημεν; Καὶ ἔπρεπε νὰ μὴ καταδείξωμεν τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν διαπραγματεύσεων, ὅστις παρήγαγε τὴν κακοπιστίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοί εἰσιν εἴτε ὑπὸ εἴτε περὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ οἵτινες, μανθάνοντες τὰς γιγνομένας συνεννοήσεις μέχρι τοῦ πέρατος τῶν διαπραγματεύσεων, ἐχρησιμοποίουν τὰς πληροφορίας των ταύτας, ἀγοράζοντες καὶ πωλοῦντες ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ. Καὶ προσῆκεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀκούσωμεν μετ’ ἀδιαφορίας τὴν εἴδησιν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἐργοληψιῶν μετέφερεν ἐκ Πειραιῶς καὶ συνεκέντρωσεν ἐν Ἀθήναις ῥοπαλοφόρους, ἵνα ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν συνερχομένων ἐν συλλαλητηρίῳ;

§180ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ ὑβρίζετε τοὺς ἀνθρώπους.

§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑβρίζω κανένα... Εἴμεθα κατὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, καὶ δὲν θέλομεν παύσει νὰ εἰσφέρωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν κρύπτω ὅμως, ὅτι ἐργαζόμεθα συζητοῦντες ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων οὕτως, ὥστε ἐγὼ αὐτὸς δὲν ἔλαβον γνῶσιν ὅτι ἐψηφίσθη νομοσχέδιον μεγάλης σημασίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζει τοσοῦτον τὰς ἐπιτηδευματικὰς τάξεις τοῦ Κράτους, ὡς καὶ τὰς κοινωνικὰς ἐργασίας τῶν πολιτῶν. Ἐγὼ οὔτε ἔλαβον γνῶσιν ὅτι ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων, διότι τοσαύτη ἦτο ἡ σπουδὴ καὶ ἡ σπασμωδικὴ περὶ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἐργασία. Θέλομεν ἐξακολουθήσει εἰσφέροντες τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, ἀλλ’ ἀξιοῦντες ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἰδίως ἀπὸ τοὺς εἰσηγητὰς αὐτῆς, νὰ μὴ λησμονῶσι τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι πρὸς τὴν μειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου.

§182Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς πάντα νεαρὸν Βουλευτὴν, τὸ πρῶτον εἰσερχόμενον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐπετρέπετο νὰ μεταχειρισθῇ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ οὐχὶ εἰς αὐτόν. Νομίζω ὅτι δὲν παρῆλθε πολλὴ ὥρα, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἔναυλοι οἱ λόγοι, οὓς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ δὲν ἐπετρέπετο ἡ κακὴ πίστις εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν...

§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λέγητε, ὅτι εἶμαι κακῆς πίστεως.

§184ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε εἰς τὸν ἀγορεύοντα νὰ ὑβρίζῃ.

§185Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐξέφρασα τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ τὴν συνδρομὴν, ἣν παρέσχε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τὴν συμπεριφορὰν, ἣν ἐτήρησεν. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι κωλυσιεργεῖ. Εἶπον ὅμως, ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου μετεχειρίσθη γλῶσσαν οὐχὶ τὴν πρέπουσαν· καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω τοῦτο, προκειμένου περὶ τῆς τιμῆς μου καὶ τῆς τιμῆς τῶν συναδέλφων μου, οὓς θεωρῶ ἀνωτέρους τῶν ἐκτοξευθέντων κατ’ αὐτῶν.

§186ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οὐδεὶς εἶπέ τι.

§187Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὔτε ὅτι εἶπον ὅτι ἀδιαφοροῦμεν πρὸς τὰ συμβαίνοντα ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν μετέχει τῶν τοιούτων, ἀλλ’ ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πράξῃ, διότι ἡ ἀστυνομία συνέλαβε καὶ ἀφώπλισε πολλοὺς, ἠκούσατε δὲ καὶ τὸν κ. Ἀναστασόπουλον λέγοντα, ὅτι εἶδε καί τινα ἔχοντα δεδεμένην τὴν χεῖρα ἐκ τραύματος. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατὶ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ μὲ τοιαύτην γλῶσσαν. Ἔχει λόγον νὰ μὴ ἦναι εὐχαριστημένος ἐκ τῆς πολιτείας μου; Τὸ ἔδαφος τοῦτο δὲν ἦτο τὸ ἁρμόδιον.

§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδένα λόγον ἔχω.

§189Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εἶχε ἄλλον λόγον, ἦτο μῆνις κατ’ ἐμοῦ· διότι τὴν πρώτην ἡμέραν μὲ ὕβρισε, καὶ μὲ ὕβρισε διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον δὲν συνηθίζει...

§190ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑβρίζει ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Γόρτυνος.

§191Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ λησμονήσω τὸ γῆράς του καὶ τὰς ὑπηρεσίας του πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ νὰ μεταχειρισθῶ λέξιν οὐχὶ ἁρμοστὴν πρὸς τὸν πολιτευτὴν ἐκ Γόρτυνος, οὐδὲ πρὸς τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλω πρὸς αὐτὸν, οὐδὲ πρὸς τὸ γῆράς του καὶ τὰς ὑπηρεσίας του πρὸς τὴν πατρίδα. Μὲ ὕβρισε κατὰ τρόπον σκαιὸν, καὶ μὲ ἠνάγκασεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀπαντήσω κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ὁσάκις ἐνθυμοῦμαι, λυποῦμαι, οὐχὶ διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, διότι τότε λυπεῖταί τις διὰ τὸν ἄλλον, ὅταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἦναι ἀφορμή, ὅταν ὅμως ὁ ἄλλος προκαλῇ, τότε ὁ ἐπερχόμενος κατ’ αὐτοῦ δὲν ὀφείλει νὰ λυπῆται χάριν αὐτοῦ. Αὐτὰ εἶχον μόνον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ, ὁσάκις λαμβάνῃ τὸν λόγον καὶ θέλῃ νὰ ἐλέγξῃ ἐμὲ, νὰ μετρᾷ τοὺς λόγους του.

§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ οὐδὲν λέγω περὶ τοῦ κ. Κωνσταντίνου Κουμουνδούρου δι’ ὅσα ἤθελεν εἰπεῖ περὶ ἐμοῦ. Οὐδ’ ἐνθυμοῦμαι ἂν εἶπε λόγους, καὶ τίνας, οἵτινες δὲν συμβιβάζονται μὲ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον, λέγει, ὅτι ἔχει πρὸς ἐμέ· ἀλλὰ καὶ ἂν εἶπε λόγους τοιούτους, οὐδόλως ἠνωχλήθην, οὐδὲ θέλω ἐνοχληθῆ καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον, ἂν ἤθελεν εἰπεῖ τοιούτους, οὐδὲ θέλω ἀποτραπῆ ἕνεκα τούτου ἀπὸ τοῦ νὰ ἐλέγξω πάντα ἐκ τῶν συναδέλφων, ὅστις ἤθελε φανῆ παρεκτρεπόμενος. Μοὶ ἐφάνη δὲ παρεκτρεπόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν περίπτωσιν, ἧς ἐποιήσατο μνείαν, ὅτε ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ἐντεῦθεν ἐπετίμα αὐτοὺς κατὰ τρόπον περιορίζοντα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ ἐξεπλήρουν τότε καθῆκον, νὰ συμβουλεύσω αὐτὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν τάξιν. Καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠσχολήθην περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε ἔλεγε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι συκοφαντεῖ, ἀνήρεσε δὲ τοῦτο κατόπιν, ἐκφράζων τὴν εὐαρέσκειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἡμᾶς, λησμονῶν δὲ, ὅτι περιήρχετο εἰς καταφανῆ ἀντίφασιν, κατηγορῶν ἡμᾶς, ὅτι συκοφαντοῦμεν, ἐκφράζων δὲ συγχρόνως εὐχαριστίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἡμᾶς. Ἠσχολήθην ὡσαύτως περὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν ἐγένοντο ἐν τῇ πόλει συμπλοκαί, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει νὰ ἀναμιχθῇ, ἀφίνουσα τοὺς συμπλακέντας νὰ λύσωσι τοὺς λογαριασμούς των οἱ ἴδιοι· διότι καὶ τότε δὲν ἦτο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, λησμονῶν ὅτι, ὅταν γίνωνται συμπλοκαί, ἡ Διοίκησις ἔχει καθήκοντα, προσῆκε δὲ νὰ ἐπαναφέρω αὐτὸν εἰς τὴν ἀκρίβειαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐκφέρῃ οἱανδήποτε θέλει γνώμην· ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι οὐδέποτε ἐπὶ τούτῳ θέλει ἐνοχληθῆ.

§193Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ δίδω καμμίαν προσοχὴν οὔτε εἰς τὴν ἡλικίαν του, οὔτε εἰς τὰς ὑπηρεσίας του πρὸς τὴν πατρίδα.

§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος οὐδέποτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ποία ἦτο ἡ περὶ αὐτοῦ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.

§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10 ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)

§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Αὕτη ὑπεστηρίχθη ὑπὸ 15 Βουλευτῶν. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι οὗτοι παρόντες.

§197ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐλύθη αὐτὸ τὸ ζήτημα.

§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι παρόντες οἱ 15; ἔφυγον;

§199Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔφυγε κανείς· διεκόψαμεν.

§200ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις. Δὲν δύναται πλέον νὰ γεννηθῇ ζήτημα καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τὰ αὐτά.

§201ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Κύριε Πρόεδρε, τὴν πρότασιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὑπέβαλε κατ’ ἀρχὰς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ὅμως παρητήθη αὐτῆς. Ἅμα δ’ ὡς παρητήθη αὐτός, τὴν υἱοθέτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης βουλευτὴς κ. Μαυρομμάτης. Εἶναι παρὼν ἐνταῦθα; Ἀφοῦ δὲν εἶναι παρὼν, σημαίνει ὅτι παρητήθη. Ἐὰν θέλῃ ἄλλος τις, ἂς υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν, καὶ ἂν ἦναι 15 οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν, δύναται νὰ γείνῃ ψηφοφορία.

§202Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη· δὲν ἀπεχώρησαν οἱ 15, ἀλλὰ διεκόπη ἡ συνεδρίασις.

§203Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀποχωρήσωσι καὶ οἱ 15 καὶ νὰ μὴ ψηφίσωσι.

§204Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἀδίκως χρονοτριβεῖτε, κύριε Πρόεδρε· εἶναι καὶ τώρα 15.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15 οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν;

§206Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κάμνομεν καμμίαν συγκατάβασιν, κύριε Πρόεδρε. Ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη· ὀφείλετε νὰ τὴν ἐκτελέσητε.

§207Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν πρόταξιν χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἐνομίζομεν ὅτι ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ στέρξῃ εἰς τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ὅπως συνήνεσε καὶ εἰς τὴν πρόταξιν ἄλλων νομοσχεδίων. Ἀλλὰ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν συναινεῖ εἰς τοῦτο, ἐγὼ ἀπέσυρα τὴν πρότασίν μου, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη πρότασις, ἀφοῦ ἐγὼ, ὁ ζητήσας τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, παρητήθην τῆς προτάσεως.

§208ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν υἱοθέτησαν ἄλλοι.

§209ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τίς ὁ προτείνων τώρα;

§210Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης υἱοθέτησε τὴν πρότασιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠρώτησεν, ἐὰν τὴν ὑποστηρίξωσι 15, καὶ τούτου ἀποδειχθέντος καὶ βεβαιωθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, διεκόπη ἡ συνεδρίασις. Συνεπῶς δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ πάλιν ἡ πρότασις, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἀπεχώρησαν οἱ 15; ...

§212Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἀπεχώρησαν· διεκόπη ἡ συνεδρίασις.

§213Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ τώρα 15.

§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν εἶναι ταύτην τὴν στιγμήν 15.

§215Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἅπαξ ληφθῇ μία ἀπόφασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἐκτελῆται.

§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, εἶναι πρότασις 15 Βουλευτῶν.

§217Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον ἀνήγγειλεν ἐπισήμως, ὅτι 15 τὴν ὑπεστήριξαν.

§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν εἶσθε 15 οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν, δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς σας· ἐνόσῳ ὅμως δὲν εἶσθε 15, βεβαίως δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑποστηρίζητε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς (θόρυβος).

§219Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τύπου, δὲν πρόκειται περὶ οὐσίας· εἶναι καθαρῶς τυπικὸν τὸ ζήτημα. Περὶ τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν πρόκειται, δὲν πρόκειται περὶ τῆς Βουλῆς.

§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκδίδω ἀπόφασιν· ἐγὼ κρίσιν κάμνω.

§221ΛΑΠΠΑΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀντίληψίς σας, κύριε Πρόεδρε;

§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ κρίσις μου εἶναι, ὅτι, ὅτε ἐζητήσατε τὴν μετατροπὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἦσθε 15, καὶ ἑπομένως ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐρώτησιν τῆς Βουλῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ταύτην τὴν στιγμὴν ὅμως οἱ 15 δὲν ὑπάρχουσι.

§223Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπωλέσατε ὅμως πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσητε αὖθις τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐλήφθη ἀπόφασις.

§224Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποτίθεται ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις.

§225Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι παρατείνεται ἐπὶ ματαίῳ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως εἶχεν ἐρωτηθῆ ἡ Βουλή, ἐὰν ὑπάρχωσι 15 ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν υἱοθέτησεν ὁ κ. Μαυρομμάτης...

§226ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ὁποῖος ὅμως εἶναι ἀπών.

§227Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ὁποῖος ὅμως εἶναι ἀπών. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελεν ἐπέλθει ἡ διακοπή, καὶ ἀπόντος τοῦ υἱοθετήσαντος τὴν πρότασιν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ἑπομένως πιστεύω, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι περιττή, καὶ ὅτι, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν ματαίαν ἀπώλειαν χρόνου, τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν μετατροπὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως διὰ τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Φωτίου Μοσχούλα καὶ Ἀθ. Τυπ. Μπασιᾶ, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟἈλέξ. Κασσαβέτης
Γεώργιος Κυριαζῆς Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ο
Ἀνδρ. ΠαναγιωτόπουλοςΝΝ. Παπαϊωάννου Ο
Λέων Μελετόπουλος Δημ. Γίδας Ο
Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟΝικ. Τσόγκας Ν
Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟΝικ. Γουλιδῆς Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ἐπ. Μαυρομμάτης
Εὐκλείδης Μπίστης ΟΠερ. Ἀλεξάκης Ν
Δημ. Καΐρης ΝΝ. Σπυρακόπουλος Ο
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης
Κωνστ. Πλατούτσας ΟΘ. Β. Δηλιγιάννης
Μιχαὴλ Κωτσάκος ΟΧαρίλ. Διγενόπουλος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝἈρ. Πετροπουλάκης Ο
Κωνστ. Κοττίκας Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
Ἰωάννης Καραπάνος Μιχ. Φωτιάδης Ο
Εὐάγγελος ΓαρουφαλιᾶςΟΓ. Λιδωρίκης
Στέφανος Δραγούμης Γ. Ἀνδρίτσος Ν
Νικόλαος Λεβίδης ΝἈρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Θεόδωρος Ρετσίνας Μιχ. Στελλάκης Ν
Φωκίων Νέγρης Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Νικ. Γιαννηκώστας Γ. Λύρας Ο
Ἐπαμ. Μ. Κανάρης ΟἘμμ. Ρέπουλης
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΔημ. Τσάτσος Ο
Θεόδ. Φλογαΐτης ΝΔ. Τσιτσάρας Ν
Δ. Γ. Ράλλης Κωνστ. Ζῶτος Ο
Γεώργ. Βενιζέλος ΝΓ. Χατζόπουλος Ν
Νικ. Γουναράκης Διον. Στεφάνου Ο
Κ. Σταυρόπουλος Κ. Ἀργασάρης ΛουμβάρδοςΟ
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας
Δημ. Καραγιάννης ΟΓ. Ρῶμας Ο
Ἀνδρ. Στράτος Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
Ἀντ. Καρτάλης ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
Κ. Τοπάλης Χαρίλαος Σπηλιώτης
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΟΓ. Φικιώρης
Γ. Παπαγιαννόπουλος Μελέτ. Ρουσόπουλος
Π. Αὐγερινὸς Βρασ. Λεώπουλος Ν
Χρ. Δαραλέξης ΝΓ. Μαυρομιχάλης
Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ι. Γιαννακίτσας Ο
Ν. Δαούτης Ν. Καραστέργιος
Π. Παπαχατζῆς Δ. Πιπινόπουλος
Σπ. Ἰω. Μήλιος ΟΙ. Γ. Λάππας Ο
Β. Μαρκεζίνης ΟΝ. Μπουφίδης
Νικήτας Συνοδινός ΟΠερ. Βαλαωρίτης Ο
Χρηστόφορος Ἀσιμῆς Εὐάγγελος Τζαρλαμπᾶς
Τηλ. Δενδρινός ΟΓερ. Φίλιππας Ο
Π. Μαυροκέφαλος ΟΞ. Κυριαζῆς Ο
Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Β. Βασιλειάδης
Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας Ο
Π. Θ. Ζαΐμης Ν. Τριανταφυλλάκος
Ὀδ. Λαμπρόπουλος Παν. Μανέτας Ν
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰω. Μπακόπουλος Ν
Ἡρ. Καλαμπάκας ΟἩλ. Ζέγγελης Ο
Γεώργ. Παπαθανασίου ΟΦιλ. Βάρβογλης Ο
Π. Περρωτῆς ΟἈθ. Κατριβάνος Ο
Ἡλ. Μαυρομιχάλης ΟἩλίας Κοσσονάκος Ο
Γ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ἀναστασόπουλος Ν
Δ. Τερτίπης ΟΓ. Νικολαΐδης
Τιμ. Ἀδαμόπουλος ΟΚ. Τρικούπης Ο
Κ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ο
Γ. Φραγκίδης ΟΣπυρ. Κ. Κουμουνδοῦρος Ο
Ι. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ο
Σ. Παπαποστόλου ΟΓ. Λυμπερόπουλος
Ξεν. Τσαμαγκίδης ΟΠερικλῆς Μποῦτος
Γ. Χατζηνικολῆς ΟἈριστου. Προβελέγγιος Ο
Κ. Σαραφιανός ΟΑ. Μάτσας Ο
Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ο
Κ. Δούνης ΝΙ. Ναυπλιώτης Ο
Γ. Μέρμηγκας Μιλτ. Βαρότσης
Γ. Κόρπας Γεώρ. Σισμάνης Ο
Τρ. Πατρίκιος ΟΔ. Φαρμάκης Ο
Γ. Θεοτόκης ΟΓεώργ. Πλατανιώτης
Μιχ. Θεοτόκης ΟἩλίας Ποταμιάνος
Γουλ. Σκάρπας Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο
Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΟΙ. Βοῦρτσος Ο
Σπ. Χυτήρης ΟΑ. Πετσάλης
Σπ. Ἀγάθος ΟΚ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Β. Σαμοΐλης ΟΚυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
Ν. Καλογοῦρος ΟΓ. Καπετανάκης
Κ. Χρηστόπουλος ΟΦώτιος Μοσχούλας Ο
Π. Πετρίδης ΝἈσημ. Χριστόπουλος
Σωτ. Κροκιδᾶς Χαράλ. Κανελλόπουλος
Σπ. Νοταρᾶς ΟΘάνος Μπασιᾶς Ο
Π. Μεντζελόπουλος ΟΠαναγῆς Τυπάλδος
Δ. Δημητριάδης ΟΘεόδ. Βελλιανίτης
Ἄθως Ρωμάνος ΟἈνάρ. Σιμόπουλος Ο
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀθ. Παπαθανασίου Ο
Ἀντ. Μομφερράτος ΝΠέτρος Μόρης Ο
Θ. Μαρκέτος ΟἸω. Γ. Ροῦφος Ο
Σπ. Ε. Στάης Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης
Π. Χοντζόπουλος ΟΑ. Ρικάκης
Ν. Τσοῦγλος ΟἈχ. Χοϊδᾶς
Χ. Κ. Βοζίκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
Θ. Πέρρος ΟΓ. Παπαδιαμαντόπουλος
Στέφ. Κοπανίτσας ΟΝ. Μισυρλῆς
Ν. Καράπαυλας ΟΔ. Ἀναστασόπουλος Ο
Γ. Ράλλης Δ. Παπατσώρης Ο
Σπ. Γκεντιλίνης ΟΔ. Κατσάνος Ο
Γ. Ζερβὸς ΟΔ. Σκαλτσοδῆμος
Κοσμᾶς Δουμπιώτης ΟΝ. Τζαννετόπουλος Ο
Νικολ. Λεωνίδας ΟΓ. Ροδόπουλος Ο
Διομήδης Κυριακός Θεόδ. Λιμπρίτης
Α. Μαυρογορδάτος Ι. Κουντουριώτης
Ἀθ. Λαδόπουλος Νικ. Τσαμαδός Ο
Ν. Βαφειαδάκης Παντελῆς Γκίκας
Α. Βιτάλης Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ο
Δ. Βοκοτόπουλος ΟΚ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Ι. Γκιὼν ΟΙ. Τσιριμῶκος Ο
Κάρολος Βιτάλης Δημ. Κρίτσας
Κωνστ. Χατζηπέτρος ΝΑ. Πλατῆς Ο
Γ. Κανούτας Νικ. Χατζῖσκος
Νικ. Ταρμπάζης Ν. Καλογερόπουλος
Θεόδ. Κριεμάδης Β. Βουδούρης Ο
Γ. Ραδινὸς Γ. Γαζέπης
Ἀπόστολος Ζάππας Γ. Ἀβέρωφ
Θ. Σαρσέντης Μιλτ. Κανάρης
Α. Πονηρόπουλος ΟἈλέξ. Μ. Κανάρης Ο

§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 136, ἐξ ὧν 23 ὑπὲρ τῆς προτάσεως καὶ 113 κατ’ αὐτῆς. Συνεπῶς ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ προαστείων. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.

§230Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Χθὲς, Κύριοι, τὴν νύκτα ἠναγκάσθην, τῇ αἰτήσει τῆς Βουλῆς, νὰ διακόψω τὴν ἀγόρευσίν μου, ἣν σήμερον θέλω προσπαθήσει νὰ συνεχίσω. Εἶχον δὲ μείνῃ, ἀφοῦ ἐξήτασα καὶ γενικῶς τὴν ὑπόθεσιν καὶ μέρος τῶν λεπτομερειῶν αὐτῆς, περὶ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως. Εἰσέρχομαι νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄρθρου 20, ὄντος ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν ἐδαφίῳ αʹ λέγει: διὰ τοὺς ἰδιώτας, ἐκτὸς τῶν παρακατιὼν ἐν ἐδαφίοις γʹ, δʹ καὶ εʹ προβλεπομένων περιπτώσεων, πρὸς δραχμὰς ἑκατὸν τεσσαράκοντα κατὰ δράμιον». Εἶπον, Κύριοι, γενικῶς ἐξετάζων τὴν σύμβασιν, ὅτι οἱ ὅροι αὐτῆς εἰσιν ἐπαχθεῖς διὰ τὸν τόπον, οὐ μόνον ἀπολύτως ἐξεταζόμενοι, ἀλλὰ καὶ σχετικῶς πρὸς τὸ κατὰ τὸ 1890 ἔτος ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους, ὅπερ εὐτυχῶς ἔχω ἐνταῦθα, καὶ ἐξετάσωμεν, τί ἠθέλομεν καταβάλλει τότε πρὸς λῆψιν ὕδατος ἐν σχέσει πρὸς τὴν καταβολὴν τὴν διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ὁριζομένην, θέλομεν εὕρει πολλὰς καὶ μεγάλας διαφορὰς εἰς βάρος τῆς συμβάσεως. Καὶ τῷ ὄντι, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον Τρικούπη ἤθελον καταβάλλει οἱ ἔχοντες οἰκίαν μισθώματος ἐτησίου δραχμῶν 241–500 δραχ. 15 ἐτησίως, κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ κατ’ ἀρχὰς, ἤθελον καταβάλλει δρ. 25· ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον Τρικούπη οἱ ἔχοντες οἰκίαν 501–1000 δραχμῶν εἰσοδήματος ἐτησίου ἤθελον καταβάλλει δραχ. 30 ἐτησίως, κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ κατ’ ἀρχάς, ἤθελον καταβάλλει δραχ. 70 ἐτησίως. Οἱ καταβάλλοντες κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους ἐπὶ οἰκιῶν εἰσοδήματος 1001–3000 δραχμῶν δραχμὰς 60–90 ἐτησίως, κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ, ἤθελον καταβάλλει δραχμὰς 140 ἐτησίως. Διὰ τὰς οἰκίας τὰς ἀποφερούσας εἰσόδημα ἐτήσιον ἄνω τῶν 3,000 δραχ. δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὅρους συγκρίσεως, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους εἶχε δι’ αὐτὰς ἄλλην βάσιν. Ἀλλὰ παρατηρεῖτε, ὅτι ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων κατηγοριῶν, ἃς ἀνέφερα, οἱ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους ὑποχρεούμενοι νὰ καταβάλλωσι δραχμὰς 15, σήμερον ἤθελον καταβάλλει, κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸ τῆς τροπολογίας, δραχ. 25· οἱ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους μέλλοντες νὰ καταβάλλωσι δραχ. 30, ἢ 60–90, κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸ τῆς τροπολογίας ἤθελον καταβάλλει δραχ. 70 ἢ 140. Ἀληθῶς ὅμως ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἡ σύμβασις, ἀξιεπαίνως βεβαίως, μετεβλήθη. Ἀλλ’ ἂς λάβωμεν τὸν νέον πίνακα, ὃν μετὰ τὰς μεταβολὰς συνέταξα, ἵνα ἴδωμεν καὶ συγκρίνωμεν, τί ἠθέλομεν καταβάλλει κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890, καὶ τί θέλομεν καταβάλλει κατὰ τὴν σύμβασιν καὶ ὡς ἐτροπολογήθη. Λοιπὸν ἐπὶ οἰκίας εἰσοδήματος ἐτησίου 241–500 δραχμῶν, ὅτε ἠθέλομεν καταβάλλει, κατὰ τὸ νομοσχέδιον Τρικούπη, ὡς εἶπον, δραχμὰς 15 ἐτησίως, σήμερον θέλομεν καταβάλλει, καὶ μετὰ τὰς τροπολογίας, δραχμὰς 17.50. Ἐπὶ οἰκιῶν εἰσοδήματος ἐτησίου 501–1000 δραχμῶν, κατὰ νομοσχέδιον Τρικούπη δραχμὰς 30 ἐτησίως, σήμερον δραχμὰς 70 ἐτησίως. Καὶ ἐπὶ οἰκιῶν εἰσοδήματος ἐτησίου 1001–3000 δραχμῶν, κατὰ νομοσχέδιον Τρικούπη δραχ. 60–90 ἐτησίως, σήμερον δραχμὰς 140 ἐτησίως. Παρατηρεῖτε ἄρα, ὅτι καὶ μετὰ τὰς τροπολογίας πάντοτε εὑρισκόμεθα καταβάλλοντες πλείονα ἢ κατὰ τὸ νομοσχέδιον Τρικούπη τοῦ 1890 ἔτους, ὅπερ ἡμεῖς, ὡς ἐπαχθὲς ἐπίσης, ἐπολεμήσαμεν τότε. Οἱ δὲ ἀριθμοί, οὓς ἀνέφερα, εἰσὶν ἀκριβέστατοι, καὶ προκαλῶ τὴν ἀναίρεσιν αὐτῶν παρ’ οἱουδήποτε. Ἀλλ’ οἱ ὅροι τῆς συμβάσεώς εἰσιν ἐπαχθέστεροι τῶν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1890 ἔτους καὶ ἐν τῇ παραγράφῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 20 τῆς συμβάσεως, ὅπερ λέγει; «διὰ τοὺς δήμους καὶ τὸ Δημόσιον πρὸς δραχμὰς ἑκατὸν δέκα». Ὁποῖον εἶναι τὸ μίσθωμα τοῦ ὕδατος κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους; Σελὶς 26 τοῦ φυλλαδίου τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου (ἀναγινώσκει): «χορηγίαι τῷ Κράτει καὶ ταῖς πόλεσιν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διὰ δημοσίαν χρῆσιν δραχμαὶ δώδεκα». Οὔτε μικρὰ οὔτε μεγάλη ἡ διαφορὰ· ἀπὸ δραχμῶν 12 δραχμαὶ 110! Ἐκτὸς ὅμως τούτου, τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους εἶχε καὶ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι ὥριζε τιμολόγιον πόλεων καὶ χωρίων, ἐκτὸς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς (ἄρθρον 22), ἐνῷ ἡ προκειμένη σύμβασις οὐδὲν περὶ τούτου λέγει. Ἴδετε τὴν σελ. 26 τοῦ φυλλαδίου, ἐν ᾧ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Προχωρῶ. Ἐδάφιον γʹ τοῦ αὐτοῦ 20 ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὰς οἰκοδομὰς τὰς ἀποφερούσας πρόσοδον ἀπὸ δραχμῶν διακοσίων τεσσαράκοντα μέχρι δραχμῶν πεντακοσίων ἐτησίως, πρὸς δραχμὰς ἑκατὸν κατὰ δράμιον». Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο αἱ τροπολογίαι μετέβαλον τὴν σύμβασιν, διότι λέγουσιν: «Ἐν ἐδαφίῳ γʹ αἱ τελευταῖαι λέξεις ἑκατὸν κατὰ δράμιον ἀντικαθίστανται διὰ τῶν ἑβδομήκοντα κατὰ δράμιον». Λοιπὸν αἱ 100 δραχμαὶ ἐγένοντο 70. Ἂς ἴδωμεν τὴν μεγάλην ταύτην συγκατάβασιν τῆς Ἑταιρείας, καὶ ἂς ἐξετάσωμεν αὐτήν. Μὲ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν ἑκατὸν, ὡς εἶχεν ἡ σύμβασις ἀρχικῶς, ἤθελεν εἰσπράττει ἡ Ἑταιρεία δρ. 75,000 ἐτησίως· μὲ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν ἑβδομήκοντα, ὡς σήμερον ἐλαττοῦται, θέλει εἰσπράττει δραχ. 52,500 ἐτησίως. Ὥστε θέλει εἰσπράττει ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 22,500. Καὶ τοῦτο ὡς πρὸς τὰς Ἀθήνας...

§231Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ πόσων οἰκιῶν ὑπολογίζετε;

§232ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκιῶν, ὃν ἐδώσατε.

§233ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμός σας.

§234ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰκιῶν;

§235Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 4170 μὲ τὸ, Πειραιᾶ μαζύ. (Διάλογοι).

§236ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημειώσεών μου, καὶ μετὰ ταῦτα, ἐὰν ᾖναι αὗται πεπλανημέναι, ὁμιλεῖτε καὶ ἀναιρεῖτε. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν περιέπεσα εἰς πλάνην. Λοιπὸν ἐγὼ λέγω, ὅτι μὲ δραχμὰς 100 κατὰ δράμιον, ὡς εἶχεν ἡ σύμβασις, ἤθελεν εἰσπράττει ἡ Ἑταιρεία δραχμὰς 75,000 ἐτησίως ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις οἰκιῶν, μὲ δραχμὰς 70 νῦν θέλει εἰσπράττει ἐτησίως δραχμὰς 52,500. Ἑπομένως ἡ Ἑταιρεία ἔχει ἐλάττωσιν ὡς πρὸς τὰ κέρδη ἐκ ταύτης τῆς αἰτίας κατὰ δραχμὰς 22,500 ἐτησίως. Ἐκ τοῦ Πειραιῶς μὲ δραχμὰς 100 ἤθελεν εἰσπράττει δραχ. 32,925 ἐτησίως, μὲ δραχμὰς 70 νῦν θέλει εἰσπράττει δρ. 23,047.50 ἐτησίως. Ἑπομένως ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑταιρείας κατὰ δραχμὰς 9,878.50. Προσθέτοντες καὶ τὴν ἐκ τῶν Ἀθηνῶν, ἔχομεν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑταιρείας κατὰ δραχμὰς 32,378.50 ἐτησίως. Αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν ἐγὼ δίδω ὡς ἀκριβέστατον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ συζητήσωμεν μετὰ ταῦτα, ἂν ἐπιθυμῆτε. Αὐτὴ εἶναι ἡ παραχώρησις τῆς Ἑταιρείας λόγῳ τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ὕδατος τῆς προκειμένης κατηγορίας κατὰ δραχμὰς 30. Εἶναι δὲ ἀκριβέστατος ὁ ἀριθμός· διότι οἰκίαι ἐν Ἀθήναις 3,000 πρὸς ¼ τοῦ δραμίου, πρὸς δραχμὰς 1000, ἔχομεν δραχμὰς 25. Ἐπὶ 3,000 ἔχομεν δραχμὰς 75,000. Καὶ οἰκίαι ἐν Πειραιεῖ 1317 τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ἐπὶ δραχμῶν 25, ἔχομεν δρ. 33,925, ὅσας εἶπον. Προχωρῶ. Ἐδάφιον δʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου: «διὰ τὰς οἰκοδομάς», λέγει ἡ σύμβασις, «τὰς μὴ ἀποδιδούσας πρόσοδον μείζονα τῶν διακοσίων τεσσαράκοντα δραχμῶν, πρὸς δραχμὰς ἑβδομήκοντα, ὑποχρέου οὔσης τῆς Ἑταιρείας, κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τῆς παρούσης συμβάσεως, νὰ χορηγῇ αὐταῖς καὶ μέχρις ἑνὸς πέμπτου τοῦ δραμίου». Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Τῆς Ἑταιρείας ὑποχρέου οὔσης κατὰ τὸ ἄρθρον 15 νὰ χορηγῇ δωρεὰν ἓν πέμπτον τοῦ δραμίου εἰς τὰς οἰκοδομὰς τὰς μὴ ἀποδιδούσας πρόσοδον μείζονα τῶν διακοσίων τεσσαράκοντα δραχμῶν κλπ.» Ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης ἡ Ἑταιρεία θέλει ἔχει ἐλάττωσιν εἰσπράξεων ἐκ μὲν τῶν οἰκιῶν τῶν Ἀθηνῶν δραχμὰς 14,532, ἐκ δὲ τῶν τοῦ Πειραιῶς δραχμὰς 6,258, ἤτοι ἐν συνόλῳ ἐλάττωσιν κατὰ δραχμὰς 20,790· προσθέσατε καὶ τὴν ἐκ τοῦ γʹ ἐδαφίου ἐλάττωσιν ἐκ δραχμῶν 32,378.50, καὶ ἔχετε ἐν συνόλῳ κατὰ δραχμὰς 53,168.50 ἐλάττωσιν τῶν εἰσοδημάτων τῆς Ἑταιρείας ἐκ τῶν δύο τούτων αἰτιῶν. Τὸ ἐδάφιον εʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως λέγει: «διὰ τὰς βιομηχανικὰς χρήσεις, ὁμοίως πρὸς δραχμὰς ἑβδομήκοντα κατὰ δράμιον, ἐὰν ἡ ζητουμένη ποσότης δὲν ᾖναι κατωτέρα τῶν πέντε δραμίων». Καὶ τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐπίσης ἐτροποποιήθη, διότι ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ἑξῆς: «Διὰ τὰς βιομηχανικὰς χρήσεις πρὸς δραχμὰς ἑξήκοντα κατὰ δράμιον, —δηλαδὴ ὀλιγώτερον κατὰ δέκα δραχμὰς— ἐὰν ἡ ζητουμένη παρ’ ἑκάστου ἐργοστασίου, ἀνεξαρτήτως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 15 ὑποχρεωτικῆς ὑδρολήψεως, ποσότης ὕδατος δὲν ᾖναι κατωτέρα τῶν δέκα δραμίων, δι’ ἕκαστον δὲ πέραν τῶν δέκα πρώτων δραμίων ζητούμενον δράμιον πρὸς δραχμὰς πεντήκοντα.» Λοιπὸν ἐνταῦθα τί ἀνακαλύπτομεν πάλιν; Ὅ,τι, ἐνῷ ἡ Ἑταιρεία φαίνεται μετριάζουσα τὸ μίσθωμα κατὰ 10 δραχμάς, αὐξάνει τὴν ποσότητα τῆς ὑδροληψίας, καὶ ἑπομένως ἐρχόμεθα σχεδὸν εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ἐκτὸς ἐὰν, γινομένης μαθηματικωτέρας τινὸς περὶ τούτου μελέτης, εὑρεθῇ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, ἀντὶ νὰ ζημιοῦται διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, καὶ κερδίζει μάλιστα. Εἰσέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ 21 ἄρθρον τῆς συμβάσεως, ὅπερ ὑπέστη γενικὴν τροπολογίαν. Πρόκειται περὶ συμβολῆς εἰς τὰς δαπάνας κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ δικτύου τῶν ὑπονόμων. Καὶ κατὰ πρῶτον μὲν ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις τινὰς ὡς πρὸς τὸ ἄδικον τῆς φορολογίας τῶν ἀσκεπῶν οἰκοπέδων. Τέλος πάντων ἐδύνατό τις νὰ δεχθῇ, ὅτι, ἂν πρόκειται περὶ οἰκίας ἐχούσης περιοχὴν οἰκοπέδου, ἴσως δικαία ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἡ φορολογία τοῦ οἰκοπέδου, λόγῳ συμβολῆς διὰ τὴν ὑπόνομον. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ οἰκοπέδων αὐτοτελῶν. Αὐτὰ οὐδεμίαν ἔχουσι πρόσοδον, ὄντα ἀσκεπῆ, οὐδὲ διοχετεύουσιν ἀκαθαρσίας ἢ ὕδατα εἰς τὴν ὑπόνομον. Ποῦ ἠκούσθη, παρακαλῶ, ἡ φορολογία, ἣν ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον 21 τῆς συμβάσεως καὶ ἡ τροπολογία; Ἄλλως, Κύριοι, φαντάσθητε ἰδιοκτήτην ἔχοντα οἰκίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου ἢ Ἑρμοῦ, καὶ φαντάσθητε, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης αὐτὸς καταβάλλει τὸ αὐτὸ χρῆμα διὰ τὴν ὑπόνομον, ὅπερ δυστυχής τις Ἀθηναῖος, ἔχων οἰκόπεδον εἰς τὴν συνοικίαν Κασσίδας ἄνευ τινὸς προσόδου! Λοιπὸν εἴτε εἶναί τις ἰδιοκτήτης οἰκίας ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου ἢ Ἑρμοῦ, εἴτε εἶναι ἰδιοκτήτης οἰκοπέδου ἀπροσόδου ἐπὶ ὁδοῦ τινος τῆς συνοικίας Κασσίδας, (ἣν καταλαμβάνετε ἐκ τοῦ δυσωνύμου αὐτῆς) θέλει καταβάλλει τὴν αὐτὴν καταβολὴν τῆς δραχμῆς 1,30 κατὰ μέτρον, λόγῳ ὑπονόμου. Ἀλλ’ ἐδῶ ἐγείρεται ἀπορία τις, ἐφ’ ἧς παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσητε, ἐὰν εὐαρεστῆσθε. Τὸ ἄρθρον 21, καὶ ὡς ἐτροπολογήθη, ἐν παραγράφῳ 1 λέγει: «Ἀποζημίωσιν ἐκ δρ. 1,30 δι’ ἕκαστον μέτρον προσόψεως ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς οἰκοδομῆς, ἢ τοῦ οἰκοπέδου αὐτῶν». Τί ἐννοεῖτε; καὶ τὸν ἄξονα τῶν πρὸ τῆς προσόψεως τῆς οἰκοδομῆς διασταυρουμένων ὁδῶν;

§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγει «προσόψεως» μόνον.

§238ΛΕΒΙΔΗΣ. Διότι φαντάσθητε τί θέλει καταβάλλει τις τότε, ἔχων οἰκίαν ἐπὶ εὐρειῶν διασταυρουμένων ὁδῶν.

§239ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν ἦναι γωνία, θὰ πληρώνῃ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Ἐπὶ διασταυρώσεως ὁδοῦ, κατ’ ἀνάγκην καὶ αἱ δύο πλευραὶ καταβάλλουσι.

§240ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν προχωρῶ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 34 § αʹ τῆς συγγραφῆς ἡ Ἑταιρεία ἔχει τὸ δικαίωμα ὑπονόμων σωληνωτῶν ἐπὶ μικρῶν ὁδῶν. Τίνες εἰσὶν αἱ πλείονες τῶν ὁδῶν; Αἱ μικραί, ἢ αἱ μεγάλαι; Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αἱ μικραί. Λοιπόν, ἐπειδὴ θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἑταιρεία νὰ κατασκευάσῃ καὶ ὑπονόμους σωληνωτούς, θέλει μεταχειρισθῇ τοὺς σωλῆνας τοὺς γνωστοὺς ὑπὸ τὸ ὄνομα «Δούλτων». Ἀλλ’ ὁ ἄριστος τῶν σωλήνων «Δούλτων» τιμᾶται 4½ φράγκα τὸ μέτρον. Ὥστε ἐὰν ἡ ὁδὸς ἦναι χιλίων μέτρων, θέλει δαπανήσει ἡ Ἑταιρεία 4,500 δραχμὰς διὰ τοὺς σωλῆνας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀναβιβάζω τὸ ποσὸν εἰς 8,000 δραχμάς, λόγῳ τῶν ἐργατικῶν...

§241ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. 4½ δραχμὰς τὸ μέτρον. Ἐὰν ἐννοῆτε σωλῆνας 0,20, εἶναι περίπου τόσον. Ἐὰν ὅμως ἦναι μεγαλειτέρων διαστάσεων, καὶ ἡ τιμὴ θὰ ἦναι μεγαλειτέρα. Ὥστε ὁρίσατε.

§242ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλαβον τὸν μέσον ὅρον. Αὐτὸ εἶναι. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ ἐπιχείρημα ὑμῶν εἶναι ὑπὲρ ἐμοῦ. Διότι ὥρισα διὰ δαπάνην τοποθετήσεως 4,500 δρ. διὰ τὰ χίλια μέτρα, ἥτις βεβαίως δὲν εἶναι τόση... Δαπανῶσα ἄρα ἡ Ἑταιρεία διὰ χίλια μέτρα ὑπονόμου σωληνωτοῦ δραχ. 8,000 ἐν ὅλῳ, θέλει εἰσπράττει ἐτησίως δραχμὰς 2,600, τουτέστι 33%.

§243ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ πόσα ἔτη;

§244ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ 85. Ἀλλὰ Κύριοι, ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ θέμα τοῦτο, ἐὰν ἐξετάσωμεν τί θέλουσι καταβάλλει οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν λόγῳ προσόψεως, — διότι περὶ τοῦ Πειραιῶς δὲν πρόκειται, ἐλλείψει ἐκεῖ ὑπονόμων, — κατὰ τὴν σύμβασιν, θέλομεν εὕρει, ὅτι θέλουσι καταβάλλει, καὶ μετὰ τὰς τροπολογίας, ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ καταβάλλεται ἐν Παρισίοις. Διατὶ δὲ ποιοῦμαι τὴν σύγκρισιν πρὸς τοὺς Παρισίους; Διότι ἐν τῇ σελίδι 9 τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως οἱ πραγματευθέντες τὸ θέμα τοῦτο καταχωρίζουσι πίνακα, δι’ οὗ προσπαθοῦσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν δῆθεν καταβάλλει πολὺ ὀλιγώτερα λόγῳ τῆς αἰτίας ταύτης ἢ ὅσα οἱ ἐν Παρισίοις. Τί ἀποδεικνύεται δὲ ἐκ προχείρου μελέτης τῶν ἀριθμῶν, συγκρινομένων πρὸς ἀλλήλους; Ὅτι οἰκία ἐν Ἀθήναις εἰσοδήματος μέχρι 240 δραχμῶν θέλει καταβάλλει τούτῳ τῷ λόγῳ δραχμὰς 21.70, ἐν Παρισίοις φράγκα 10. Ὁ δεύτερος ἀριθμὸς κατὰ τὸν πίνακα, ὃν καταχωρίζει τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῇ ἐκθέσει.

§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ ποίαν πρόσοψιν ὑποθέτετε τὴν οἰκίαν ταύτην;

§246ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀμέσως, κύριε Πρόεδρε. Νὰ εὕρω τὴν σημείωσιν. Εἶναι ἀκριβῶς δρ. 21.70. Εἶναι τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, ὅπερ ὁρίζει τὰς προσόψεις τῶν οἰκιῶν 9 μέτρα.

§247Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι καὶ 7 δραχμαὶ δι’ ἐκροήν. Δι’ αὐτὸ βγαίνει 21.70.

§248ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁμιλῶ κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸ τῶν τροπολογιῶν, μεθ’ ἃς κατηργήθησαν αἱ ἐκροαί. Λοιπὸν λέγω, ὅτι λόγῳ ὑπονόμων, πρὸ τῶν τροπολογιῶν, ἡμεῖς ἠθέλομεν καταβάλλει πλειότερα ἢ οἱ ἰδιοκτῆται ἐν Παρισίοις. Διότι οἰκία εἰσοδήματος μέχρι 240 δραχ. ἐτησίως ἔχει δύο ἐκροὰς, πρὸς δραχ. 5, δραχ. 10· πρόσοψις μέτρων 9, πρὸς δραχ. 1.30, δραχ. 11.70. Ὁμοῦ 21.70. Ἐν Παρισίοις φρ. 10. Οἰκία ἀπὸ 241–500 δραχ. εἰσοδήματος ἐτησίου ἔχει τρεῖς ἐκροὰς, πρὸς δραχμὰς 6, δραχ. 18· πρόσοψις μέτρων 10, δραχ. 13. Ὁμοῦ δραχ. 31. Ἐν Παρισίοις φρ. 10. Οἰκία ἀπὸ 501–1000 δρ. εἰσοδήματος ἐτησίου ἔχει τέσσαρας ἐκροὰς, πρὸς δραχ. 7, δρ. 28· πρόσοψις μέτρων 12, δρ. 15 καὶ λεπ. 60. Ὁμοῦ δρ. 43 καὶ λεπ. 60. Ἐν Παρισίοις φρ. 30, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὥστε παρατηρεῖτε, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸ τῶν τροπολογιῶν βεβαίως αἱ οἰκίαι τῶν Ἀθηνῶν λόγῳ τῆς αἰτίας ταύτης ἐπιβαρύνονται διὰ πολλῷ μείζονος δαπάνης ἢ αἱ οἰκίαι τῶν Παρισίων. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ θέμα τοῦτο· καὶ μετὰ τὰς τροπολογίας, δηλ. μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἐκροῶν Οἰκία ἐν Ἀθήναις, ἔχουσα εἰσόδημα μέχρι 240 δρ. ἐτησίως, θέλει καταβάλλει λόγῳ συμβολῆς ὑπὲρ τῶν ὑπονόμων δρ. 11.70, ἐν Παρισίοις φρ. 10. Ἀπὸ δρ. 241–500, ἐν Ἀθήναις δρ. 19, ἐν Παρισίοις φρ. 10. Ἀπὸ δρ. 501–1000, ἐν Ἀθήναις δρ. 40 καὶ λεπ. 60, ἐν Παρισίοις φρ. 30. Ἀπὸ 1001 ἕως 2000, ἐν Ἀθήναις δρ. 66, καὶ λεπ. 90, ἐν Παρισίοις φρ. 30–60. Ἀπὸ δρ. 2001–3000, ἐν Ἀθήναις δρ. 96 καὶ λεπ. 90, ἐν Παρισίοις φρ. 60. Ἀπὸ δρ. 3001–4000, ἐν Ἀθήναις δρ. 119 καὶ λεπ. 50, ἐν Παρισίοις φρ. 80. Οἰκία ἀπὸ δραχ. 4001–8000, ἐν Ἀθήναις δρ. 203 καὶ λεπ. 40, ἐν Παρισίοις φρ. 80–100. Καὶ ταῦτα δέ εἰσιν ἀναμφισβήτητα. Ἑπομένως καὶ κατὰ τοῦτο ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις δὲν εἶναι ἀκριβής, ὁμολογοῦσα ὅτι ἡμεῖς θέλομεν καταβάλει δῆθεν πολὺ ὀλιγώτερα ἢ ὅσα καταβάλλουσιν οἱ Παρίσιοι. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον 22 τῆς συμβάσεως § βʹ (ἀναγινώσκει): «Ἅμα τῇ διοχετεύσει τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας ἄρχεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου τιμολογίου. Διὰ τὸ πρῶτον ὅμως ἔτος ὁ λογαριασμὸς θέλει γείνῃ μικτὸς, ὑπολογιζομένου τοῦ δραμίου ἐπὶ τῇ βάσει μὲν τοῦ ἐν τῷ ἀκροτελευταίῳ ἄρθρῳ τιμολογίου διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα καθ’ ὃ ἴσχυε τοῦτο, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ ἐν ἄρθρῳ 20 τιμολογίου ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ὑδρεύσεως τῶν πόλεων διὰ τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας». Μετὰ δὲ τὴν παράγραφον αʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου προσετέθη ἡ ἑξῆς τροπολογία: «Μέχρις οὗ δὲ ἀρχίσῃ ἡ ὕδρευσις τῶν πόλεων διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ὁπότε χωρεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τιμολογίου τοῦ ἄρθρου 20, ἡ τιμὴ τοῦ δραμίου ὁρίζεται εἰς δραχμὰς ὀγδοήκοντα κλπ.» Δραχμαὶ ὀγδοήκοντα ζητοῦνται ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκτελεσθῶσιν ἔργα ἐν τῷ Ἀδριανείῳ ὑδραγωγείῳ πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος, κατὰ τὸ ἄρθρον 45 τῆς συμβάσεως § δʹ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δώσῃ ὁ δῆμος τὰ ὑδραγωγεῖα, εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν τριετίας, κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως, καὶ ἑπομένως ἡ Ἑταιρεία δὲν δαπανήσῃ πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος, διατὶ νὰ λαμβάνῃ δραχμὰς ὀγδοήκοντα κατὰ δράμιον; Νομίζω ὅτι δίκαιον καὶ λογικὸν εἶναι νὰ λαμβάνῃ μόνον δραχ. 50. Ἄρθρον 23 § γʹ (ἀναγινώσκει): «Συγχρόνως μὲ τὴν κατασκευὴν τῶν ὑπονόμων ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία δικαιοῦται νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὰ τμήματα τῶν διακλαδώσεων δι’ ἑκάστην οἰκοδομὴν, ἀπὸ τῆς ὑπονόμου μέχρι τῆς οἰκοδομῆς, εἰς βάρος καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐπὶ τῇ βάσει τιμῶν μονάδος ἐγκριθησομένων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου». Διατὶ νὰ δικαιῶται ἡ Ἑταιρεία νὰ δαπανήσῃ διὰ τὰ ἔργα ταῦτα; Ἐννοῶ ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν κατὰ τοὺς κανόνας ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης ἐπιθυμῇ αὐτὸς νὰ δαπανήσῃ, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν ἔστω τῆς Ἑταιρείας, διατὶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Ἑταιρεία νὰ δαπανᾷ αὐτὴ εἰς βάρος τοῦ ἰδιοκτήτου;

§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζει καλλίτερον ἡ Ἑταιρεία τὰ τῆς ἐργασίας ταύτης, καὶ δύναται οἰκονομικώτερον νὰ τὴν ἐκτελέσῃ.

§250ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλλίτερος, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης διὰ τὰς ὑποθέσεις αὑτοῦ ἢ ἡ Ἑταιρεία.

§251Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀναγκαίως ἡ Ἑταιρεία θὰ ἔχῃ ὑπηρεσίαν ὠργανωμένην πρὸς τοῦτο.

§252Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πάνθ’ ὅσα λέγω δὲν εἶναι ἀποκλειστικῶς γνῶμαι ἐμαί. Πολλοὶ τῶν συμπολιτῶν μου, ἔχοντες οἰκίας, ἢ ἄνδρες εἰδικοὶ, ἦλθον πρός με καὶ ἐξήνεγκον τὰ παράπονα ἢ τὰς γνώμας αὐτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν, καὶ ἐξ ὅσων ἐγὼ αὐτὸς ἐδυνήθην νὰ μελετήσω, κατέστρωσα τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἑπομένως παρατηρῶ, ὅτι δυνατὸν νὰ ἦναι ὀρθὸν αὐτὸ, ὅπερ ὑμεῖς προβάλλετε, ὅστις ὅμως ἐδηλώσατε, ὅτι δὲν ἔχετε οἰκίαν ἰδιόκτητον ἐνταῦθα. Κατὰ δὲ τὸ κοινὸν λόγιον, «ὅσα ἠξεύρει εἷς τρελλὸς οἰκοκύρης μόνος, δὲν ἠξεύρουν ὅλοι οἱ ἄλλοι γνωστικοὶ μαζύ».

§253Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε;

§254ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ἁρμόδιος.

§255Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ συνδυάσητε καὶ τὸ ἄρθρον 34. Τὸ ἔχετε ἐνώπιόν σας. Ἐὰν θέλετε, ἀναγνώσατέ το. Καὶ ὅταν συνδυάσητε τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἀποκλειστικοῦ προνομίου...

§256ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Τὸ ἄρθρον 34 εἶναι ὅπως τὰ χωνευτικὰ μετὰ τὸ γεῦμα. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ τὸ ἀφήσητε διὰ τὸ τέλος.

§257Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν;

§258ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαιότατα, ἀφοῦ τὸ θεωρῶ χωνευτικόν.

§259Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε διατὶ ἐρωτᾶτε;

§260ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐρωτῶ!

§261Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν ἄλλην παραχώρησιν μονοπωλιακὴν, τοῦ μονοπωλίου δηλαδὴ τῶν ἔργων καὶ τῶν ὑλικῶν τῆς διοχετεύσεως καὶ τῶν παντὸς εἴδους διακλαδώσεων τὸ ὁποῖον εἶναι ἀξίας οὐχὶ πολὺ κατωτέρας τοῦ μονοπωλίου τῶν ὑδάτων.

§262ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν, ἵνα μὴ κατηγορηθῶμεν αἴφνης καὶ ὡς κωλυσιεργοί. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἡ εἴσπραξις τοῦ παρ’ ἑκάστης οἰκοδομῆς πληρωτέου τιμήματος ὕδατος, ἀποζημιώσεως, ἢ εἰσφορᾶς ὑπονόμων, θὰ ἐνεργῆται δι’ ὑπαλλήλων τῆς Ἑταιρείας εἰς ἑξαμηνιαίας δόσεις τὸν πρῶτον μῆνα ἑκάστης ἑξαμηνίας.» Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι, ὅταν αἱ συμβάσεις ἔχωσι σχέσιν μεγίστην πρὸς τὰ θυλάκια τῶν κατοίκων πόλεώς τινος, πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς πρωτίστως, πότε τὰ θυλάκια εὐποροῦσι. Παρακαλῶ νὰ εὑρεθῇ ἓν καὶ μόνον συμβόλαιον, καθ’ ὃ τὸ μίσθωμα τῶν οἰκιῶν καταβάλλεται κατὰ ἑξαμηνίαν. Οὐδέν. Καταβάλλεται 80% κατὰ τριμηνίαν. Λοιπὸν διατὶ νὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ καταβάλλω ὑπέρογκον ποσὸν κατὰ πᾶσαν ἑξαμηνίαν, καὶ νὰ μὴ δεχθῆτε νὰ καταβάλλω αὐτὸ ὅταν καὶ ἐγὼ εὐκολύνωμαι, τοὐλάχιστον κατὰ τριμηνίαν; Θερμῶς συνιστῶ τοῦτο τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ἐὰν πρόκηται νὰ γένηται δεκτὴ ἡ σύμβασις. Διότι, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοί τινα ἐξομολόγησιν. Ἐγὼ, ὡς τὸ ζήτημα ἐμφανίζεται, τροπολογούμενον, ὑποτροπολογούμενον, μετατροπολογούμενον, παρατροπολογούμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νομίζω ὅτι ἀρχίζω νὰ σχηματίζω πεποίθησιν, ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς, δὲν ὑποστηρίζουσι σπουδαίως αὐτήν. Ἠξίουν μάλιστα κατηγορηματικήν τινα δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα σώσωμεν τοὐλάχιστόν τινας, οἵτινες αὔριον, ἅμα τῇ ἕῳ, βεβαίως θέλουσι ζημιωθῆ. Λοιπὸν παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἦναι ὑμῖν ἐπιτετραμμένον, νὰ δηλώσητε, θὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, ναί, ἢ οὔ;

§263Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδήλωσα ἤδη, ὅτι θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν κάμνετε, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς ὑμᾶς...

§264ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὑπόθεσις· εἶναι ἢ πεποίθησις ἢ ἐρώτησις.

§265Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν μίαν σύμβασιν μὲ τὴν ἰδέαν, ὅπως μὴ ὑποστηρίξωμεν τὴν σύμβασιν ταύτην. Εἴπετε, «τροπολογεῖται καὶ ὑποτροπολογεῖται ἡ σύμβασις». Ὑποθέτω ὅτι αἱ συμβάσεις συζητοῦνται ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἀποκομίσῃ τις πληροφορίας ἐκ τῆς συζητήσεως· διότι, ἐὰν ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἤθελεν εἶναι μόνη ἡ εὐχαρίστησις νὰ ἀκούωμεν τοὺς ἐπὶ τῆς συμβάσεως ἀγορεύοντας, νομίζω ὅτι ἠδυνάμεθα ὅλοι ν’ ἀπαλλαγῶμεν αὐτῆς τῆς εὐχαριστήσεως. Ἡ ἀποδοχὴ τροπολογιῶν εἶναι ἀναγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Ἀκούομεν μετὰ προσοχῆς, καὶ ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ ἄλλας βελτιώσεις τῆς συμβάσεως, θέλομεν θεωρήσει ἡμᾶς εὐτυχεῖς, ἐπιτυγχάνοντες ταύτας.

§266ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναχωνευθῇ τότε.

§267Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς νὰ ἀναχωνευθῇ; Ἡμεῖς ἀκούομεν τὰ λεγόμενα, —μὴ λησμονῶμεν ὅτι πρόκειται περὶ συμβάσεως, —ὑμεῖς δὲ, ὁ ὁποῖος διεπραγματεύθητε ἄλλας συμβάσεις, γνωρίζετε ὅτι ἀπαιτοῦνται δύο θελήσεις, ὅπως ἐπιτευχθῶσι τροπολογίαι. Ἀκούομεν πολλά. Ἐννοεῖται ὅτι ἐκ τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν, πολλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι δεκτά. Οἱ ὑποστηρίζοντες ταῦτα νομίζουσιν ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ 50 ἑκατομμύρια χωρὶς νὰ δώσῃ οὔτε 1% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ἐπειδὴ νομίζομεν, ὅτι τοῦτο σοβαρῶς δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ἐννοεῖται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν ἀποδεκταὶ ὅλαι αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται. Εἶναι πολλαὶ, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι σαφηνίζουσι καλλίτερον τὰ πράγματα, διότι ἴσως προβλέπουσί τινα, τὰ ὁποῖα δὲν προείδομεν. Τώρα ἐννοεῖται ὅτι, ἐὰν παραταθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ ἄπειρον, καὶ καταστῇ ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, δὲν θὰ φέρωμεν εὐθύνην ἐπὶ τούτῳ, διότι, ἐννοεῖται, δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν θέλησίν μας, ὅπως κατορθώσωμεν, ἵνα ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ὡρισμένου ψηφισθῇ ἡ σύμβασις. Τοῦτο ἐξαρτᾶται μεγάλως ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῆς συμβάσεως συζητοῦσι.

§268ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρακαλῶ, εὐθὺς ὡς ἴδητε, ὅτι εἴτε οἱ ἄλλοι, οἱ μέλλοντες νὰ συζητήσωσιν, εἴτε ἐγώ, δὲν εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ θέματος, νὰ προκαλέσητε τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς αὐτό.

§269Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω κανὲν δικαίωμα ἐγώ.

§270ΛΕΒΙΔΗΣ. Παραχωροῦμεν ἡμεῖς αὐτό. Ἐὰν ἴδητε, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐντὸς τοῦ ζητήματος, εἴπετε: «δὲν εἶσθε ἐντὸς τοῦ θέματος, ἔλθετε εἰς αὐτό.» Λοιπὸν προχωρῶ. Ἄρθρον 25 τῆς συμβάσεως (ἀναγινώσκει): «Περὶ παντὸς καθυστερουμένου ποσοῦ ἐξ ἀντιτίμου ἐγκαταστάσεων, παροχῆς ὕδατος, εἰσφορᾶς ἢ ἀποζημιώσεως ὑπονόμων κατὰ τὰ ἐν τοῖς προηγουμένοις ἄρθροις ὁρισθέντα, ὡς καὶ περὶ πάσης διαφορᾶς περὶ τῆς κατηγορίας τοῦ τιμολογίου, εἰς ἣν ἡ οἰκοδομὴ ὑπάγεται, δικάζει ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν νόμου ΨΛΖʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1871.» Τί ἐξάγομεν ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης; Ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς κράτος ἐν κράτει. Διατί; Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει Ἐφορία Οἰκονομικὴ Ἀθηνῶν, Ἐφορία Πειραιῶς; Ἀφοῦ ὑπάρχουσιν Ἐφορίαι, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ πλασθῇ διαδικασία νέα, διεξαγομένη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν; Ὑπάρχουσι φορολογικοὶ κατάλογοι τῶν οἰκοδομῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἀπόλυτον κῦρος ἔχοντες, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν συνετάχθη ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ, ἡ σύμβασις, ἐξακολουθοῦσι δὲ καὶ αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν φορολογεῖται τόσος κόσμος! Τίς, παρακαλῶ, ἡ ἀνάγκη νὰ δημιουργηθῇ αὐτὸ τὸ κράτος ἐν κράτει τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν;

§271Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῦ εἶναι αὐτό;

§272Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 25.

§273Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην παράπονα κατὰ τοῦ καταλόγου, τοῦ συντασσομένου ὑπὸ τοῦ ἐφόρου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ νὰ λείψωσι τὰ παράπονα ταῦτα καὶ αἱ διαμαρτυρίαι, ἀνεθέσαμεν τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς τὸν Πρόεδρον. Πάντοτε λέγομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι ἀσφάλεια μεγαλειτέρα καὶ ἐγγύησις μεγαλειτέρα διὰ τὸν πολίτην εἶναι ἡ δικαστικὴ ἀρχή· παρεμβάλλομεν τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, λησμονοῦνται τὰ λεγόμενα καὶ ἐπαναλαμβανόμενα, καὶ διατείνεσθε ὅτι παύει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀσφάλεια!

§274ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε νὰ δεχθῆτε τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἰδιοκτήτης φρονεῖ, ὅτι ζητεῖται νὰ καταβάλῃ περισότερον τοῦ νομίμου, νὰ δικάζῃ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ ἐλαττώσει, οὐχὶ ἐπὶ αὐξήσει. Καὶ θέλει γνωρίζει ὁ Πρόεδρος τοῦ Juris Civilis, τίς εἶναι ἡ μισθωτικὴ ἀξία οἰκίας τινὸς καλλίτερον τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ὅστις ἔχει ὑπ’ αὐτὸν ὅλα τὰ ὄργανα τὰ ἁρμόδια πρὸς τοῦτο; Ἢ τί θέλει γνωρίζει ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἐρχόμενος ἐξαίφνης ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ἢ ἐξ ἄλλου τινὸς τῶν Πρωτοδικείων, ἅτινα συνεστήσατε, ὅστις μάλιστα ἴσως πρώτην φορὰν ἔρχεται εἰς τὰς Ἀθήνας ἀφ’ ὅτου ἐσπούδαζεν ἐδῶ πρὸ εἰκοσαετίας; Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος κέκτηται τὴν εἰδικότητα...

§275Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φαίνεται, κύριε συνάδελφε, ὅτι κρατεῖτε ὡς ἐπιδόρπιον καὶ μίαν ἄλλην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 τῆς συγγραφῆς, ὡς ἐτροποποιήθη, καθ’ ἣν «ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία κέκτηται τὸ δικαίωμα νὰ ἐξακριβώνῃ παρὰ τοῖς πελάταις αὑτῆς τὰς ἐνδείξεις τοῦ ὑδρομέτρου πρὸς βεβαίωσιν δὲ τῆς κατηγορίας, εἰς ἣν δέον νὰ ὑπαχθῇ ἑκάστη οἰκοδομή, ἡ ἀνάδοχος δικαιοῦται νὰ μεταχειρισθῇ οἱονδήποτε νόμιμον μέσον ἤθελε κρίνει σκόπιμον, συμπράξει καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἐλέγχου.»

§276Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦ δευτέρου ἐλέγχου.

§277Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦ δευτέρου ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον μονιμοποιεῖ ἡ σύμβασις.

§278Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου εἶναι οὐσιώδης· ἐὰν δὲ τυχὸν ὁ εἰσηγητὴς τῆς συμβάσεως δὲν εὑρίσκῃ βάσιμον τὴν παρατήρησιν ταύτην...

§279Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν τὴν εὑρίσκω βάσιμον.

§280Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν εὑρίσκητε ἐξαίφνης, ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος, προσθέσατε τότε εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοὺς δημάρχους Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς καὶ τὸν νομομηχανικόν. Ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 25 ἀναγράφονται τὰ προνόμια τῆς Ἑταιρείας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν. Περὶ τούτων δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ χθὲς λεχθέντα, ἵνα καταδείξω καὶ πάλιν τὸ μέγα προνόμιον τὸ δικονομικὸν, ὅπερ πρωτοφανῶς καθιεροῖ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας ἡ σύμβασις. Λοιπὸν καὶ τῶν ἐξόδων τῶν γενομένων διὰ τὴν κηδείαν τοῦ ὀφειλέτου, τῆς γυναικὸς καὶ τῶν τέκνων αὐτοῦ προτιμῶνται τὰ δικαιώματα τῆς Ἑταιρείας. Ὑποθέτω, ὅτι τούτων τοὐλάχιστον ἔδει νὰ ἕπωνται. Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε καὶ αὐτὸ, εἶναι ἐδικός σας λογαριασμός. Εἶναι ὅμως ἀνόσιον. Τὸ ἄρθρον 27 ἐν τέλει λέγει, ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς δικαιοῦται, ἀφοῦ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἀνάδοχον, νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῇ πρόστιμον... ἐκ δραχμῶν 25–500». Νομίζω τὸ πρόστιμον μικρὸν καὶ γελοῖον, προκειμένου περὶ Ἑταιρείας κεφαλαίου 50,000,000. Τὸ ἄρθρον 28 ἐν τέλει τῆς αʹ παραγράφου πραγματεύεται περὶ προστίμου ἐπιβαλλομένου τῇ Ἑταιρείᾳ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου. Νομίζω ὅτι ἐγγύησις θέλει εἶσθαι νὰ τεθῇ προθεσμία ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἀρχῆς, διότι δυνατὸν ἐνίοτε ἡ Ἀρχὴ ποτὲ νὰ μὴ ἐκδίδῃ τὴν ἀπόφασιν αὑτῆς κατὰ τῆς Ἑταιρείας. Ἐν ἄρθρῳ 31 ὡς ἐγγύησις ἀναγράφεται τὸ ποσὸν δραχ. 1, 000, 000. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Β. Διάταγμα τῆς 20 Μαρτίου 1884 ἔτους, ἡ ἐγγύησις τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δρ. εἶναι μικρά. Διότι τὸ διάταγμα ὁρίζει, ὅτι ὡς ἐγγύησις κατατίθεται τὸ εἰκοστὸν τῆς ἀξίας τοῦ ἔργου. Ἐνταῦθα, ἐπειδὴ τοῦ ἔργου ἡ ἀξία ὁρίζεται εἰς 50,000,000 δραχμὰς, βεβαίως εἰς 2,500,000 δραχ. πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐγγύησις. Κατὰ τὸ ἄρθρον 32, παράγραφος προτελευταία, «ἡ νέα Ἑταιρεία... θὰ ὑπόκηται εἰς τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς κλπ.» Νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα πρέπει νὰ προστεθῇ «καὶ τῆς συμβάσεως». Διότι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεώς εἰσι καὶ οἱ σπουδαιότεροι. Ἡ συγγραφὴ ἕπεται τῆς συμβάσεως. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 34. Εἶναι τὸ χωνευτικόν. Δηλαδὴ πολλὰ δι’ αὐτοῦ θὰ χωνεύωνται (ἀναγινώσκει): «Τὰ σίδηρα, οἱ διάφοροι σωλῆνες, κρουνοὶ, κρουνοκαταρράκται, τὰ ἐργαλεῖα, αἱ μηχαναὶ, καὶ πάντα τὰ ὑλικὰ ἐν γένει, ἅτινα ἤθελεν ἡ ἀνάδοχος εἰσάγει ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, συμπλήρωσιν καὶ ἀνανέωσιν αὐτῶν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς παραχωρήσεως τῶν ὑδάτων καὶ ὑπονόμων ἐν γένει, εἰσὶν ἀπηλλαγμένα παντὸς τελωνειακοῦ, ἐπαρχιακοῦ, δημοτικοῦ ἢ λιμενικοῦ φόρου καὶ δικαιώματος προκυμαίας». Τώρα, παρακαλῶ, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἀναλάβῃ καὶ ἄλλας ἐργασίας, κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐνασκεῖσθαι ὁ ἔλεγχος τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ἐκ τῆς συμβάσεως ἐργασίαν; Αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα ἄξιον μελέτης. Ἔπειτα δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἀτέλεια καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως; Ἐννοῶ τὴν ἀτέλειαν μέχρις ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου· ἀλλὰ φαντάσθητε ὁποίων καταχρήσεων δυνάμεθα νὰ παραστῶμεν μάρτυρες, ἐὰν ἐπὶ 85 ἔτη ἐξακολουθῇ ἡ ἀτέλεια ὅλων τῶν ὑλικῶν, ὧν θέλει ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑταιρεία! Παραλείπω ἡλίκην ζημίαν θέλουσιν ὑποστῆ ἐπιτηδευματίαι τινὲς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, οἵτινες κατεργάζονται ἢ ἐμπορεύονται τὰ ὑλικὰ ταῦτα.

§281Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅ,τι ἐγίνετο ἄλλοτε ἀπὸ τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρείαν τῆς Σύρου.

§282Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσιν ὅμοιαι διατάξεις εἰς τὰς συμβάσεις μετὰ σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν.

§283Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ συγκρίνετε ὡρισμένας ἑταιρείας σιδηροδρομικὰς, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὡρισμένας ἐργασίας, μὲ ἑταιρείαν, ἡ ὁποία θὰ εὑρίσκηται εἰς σχέσεις διαρκεῖς μὲ πάντας τοὺς πολίτας διὰ τὰς ἐργασίας καὶ διὰ τὰς προμηθείας ὅλων τῶν ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα ἐὰν ὑπολογίσητε, θὰ εὕρητε, ὅτι δύνανται νὰ ἀνέλθουν εἰς 15 ἑκατομμύρια διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν, καὶ εἰς ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος διὰ τὰς ἐπισκευὰς καὶ τὴν συντήρησιν.

§284ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν εἰσάγῃ ἡ Ἑταιρεία ἐπὶ 85 ἔτη ἀτελῶς σωλῆνας μολυβδίνους, ὑπάρχει κανεὶς τρόπος νὰ διακρίνητε τούτους τοὺς σωλῆνας; Θὰ γείνῃ εἰσαγωγεὺς ἔξω διαγωνισμοῦ ὅλων τῶν σωλήνων;

§285Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκπλήττεσθε διὰ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις.

§286Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῇ τὸ προνόμιον τῆς ἀναδόχου πρὸς τὸ προνόμιον τῶν Σιδηροδρομικῶν Ἑταιρειῶν, διότι ἡ ἀνάδοχος θὰ μετέρχηται τὸν μεταπωλητήν. Δυνάμει ῥητῆς διατάξεως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ καθορίζῃ τὴν τιμὴν τῶν διαφόρων εἰδῶν καὶ μηχανημάτων· ἀφοῦ δὲ πρόκειται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καθορίζῃ τὰς τιμὰς, εἰς τί χρησιμεύει ἡ χορηγουμένη ἀτέλεια;

§287Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι λογικωτάτη, ἀλλὰ δὲν κάμνετε διάκρισιν μεταξὺ τῶν δύο κατηγοριῶν ὑλικῶν· διότι ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑλικὰ, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑταιρεία, ὅπως κατασκευάσῃ τὸ δίκτυον τοῦ ὑδραγωγείου, ἡ ἀτέλεια εἶναι δικαία· ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ὑλικὰ, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ πωλήσῃ εἰς τοὺς ὑδρολήπτας, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἐγκρίνει τὰ τιμολόγια, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀτέλειαν τῶν ὑλικῶν τούτων ἐν τῷ ὁρισμῷ τῆς τιμῆς αὐτῶν, καὶ ἑπομένως δὲν βλέπω αὐτὰ τὰ μυθώδη κέρδη, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀνέφερεν, ὑποθέτων ὅτι θὰ πορισθῇ ἡ Ἑταιρεία ἐκ τῆς ἀτελείας ταύτης.

§288Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τῇ Ἑταιρείᾳ χορηγεῖται ἓν μονοπώλιον εἰς βάρος τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Ὅλοι οἱ χαλκεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται σήμερον διὰ τὴν ὕδρευσιν τῶν δύο πόλεων, καταστρέφονται ἐντελῶς, διότι ὁ συναγωνισμὸς καθίσταται ἀδύνατος ἕνεκα τῆς χορηγουμένης τῇ ἀναδόχῳ ἀτελείας. Τὸ δὲ ἄρθρον 34 δὲν διακρίνει· λέγει «πάντα τὰ ὑλικά, μηχανήματα ἐν γένει, ἅτινα ἤθελεν ἡ ἀνάδοχος εἰσάγει ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ προνομίου της, εἰσὶν ἀτελῆ». Ἠμπορεῖτε νὰ ἐκπίπτητε τὸ τέλος ἐκ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν θὰ καθορίσητε· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀτέλεια, καὶ καθ’ ὅσον ἡ ἀτέλεια δίδει ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις, ἐννοεῖται ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν δεχθῆτε.

§289Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι διὰ τοῦ τιμολογίου θὰ ἐκπίπτωνται τὰ τέλη;

§290Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν γίνεται λόγος περὶ τιμολογίων, ἐν τοῖς ὁποίοις ὁρίζονται αἱ τιμαὶ ἑνὸς εἴδους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ τιμαὶ αὗται θὰ αὐξήσουν λόγῳ φορολογίας, ἡ ὁποία δὲν τὸ βαρύνει;

§291ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄρθρον 36. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ὁρισθῇ ἡ δαπάνη διὰ τὸ προσωπικόν, διὰ τοὺς μισθοὺς, διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐκμεταλεύσεως; Ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ὑδραυλικῆς ὑποθέσεως, τὸ πρᾶγμα, κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, σηκώνει νερό. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ἵνα μὴ ἀρχίσωμεν αὔριον ἀμέσως νὰ δίδωμεν κατὰ μῆνα 1000 δραχμὰς εἰς τὸν Διευθυντὴν, ἄλλας τόσας εἰς τὸν ἀνεψιὸν τοῦ Διευθυντοῦ, καὶ ἄλλας τόσας εἰς τὸν ἀνεψιὸν τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Διευθυντοῦ. Τώρα ἔρχεται τὸ ἄρθρον 37, ἔνθα, ἐν τέλει, λέγεται: «Κατὰ τὴν ἐξαγορὰν τὸ τυχὸν ὑπάρχον ἀποθεματικὸν κεφάλαιον κατὰ τὸ ἄρθρον 41 διανέμεται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας, 60% διὰ τὸ Δημόσιον καὶ 40% διὰ τὴν Ἑταιρείαν». Ἡ δὲ τροπολογία, προσθέτουσα νέαν παράγραφον ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀναγράφει πάλιν δικαιώματα τοῦ Δημοσίου εἰς συμμετοχὴν, ἐν περιπτώσει ἐξαγορᾶς κλπ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐννοήσω, τί ζητεῖ εἰς αὐτὸ τὸ οἰκογενειακὸν συμπόσιον τὸ Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον δὲν χορηγεῖ τι.

§292Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ ὕδατα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐντεῦθεν προέρχονται τὰ ἐν τῇ συμβάσει ἀναγνωριζόμενα τῷ Δημοσίῳ δικαιώματα.

§293Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πότε ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους ἤσκησε δικαιώματα τὸ Κράτος ἐπὶ τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν αὐτῶν; Τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως τοῦ 1890 ἀνέγραφε διάταξιν περὶ ἀποζημιώσεως διὰ τὰς τυχὸν ἀξιώσεις ἰδιωτῶν, ὅπως μὴ ἀναγνωρίσῃ αὐτὰς προκαταβολικῶς, ἀλλ’ οὐδέποτε τὸ Δημόσιον ἤσκησε δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν.

§294Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς προβάλλει τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἤσκησε δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν πηγῶν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὰς παραδόσεις καὶ γνώμας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὰ ἐπὶ τῶν πηγῶν τῶν ὑδάτων τούτων δικαιώματα ἰδιοκτησίας. Ὡς γνωστὸν, παρεχωρήθη εἰς Ἑταιρείαν διὰ συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ νόμου, πρὸ εἴκοσι περίπου ἐτῶν, ἡ ἀποξήρανσις τῆς Στυμφαλίας καὶ τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως τοῦ ἐκ τῶν πηγῶν τούτων ὕδατος. Ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη ἐξετέλεσεν ἔργα τινὰ, ἐχρησιμοποίησε τὸ ὕδωρ τῶν πηγῶν. Οὐδεμία προεβλήθη ἀμφισβήτησις κατὰ τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ Δημοσίου, τοῦ παραχωρηθέντος εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἡ Ἑταιρεία ἐγένετο ἔκπτωτος, ὡς μὴ ἐκπληρώσασα ὅσας ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις. Ὅτε δὲ κατὰ τὸ 1897, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπεδέχθην γενομένην μοι ὑπὸ Κορινθίων πρότασιν, ὅπως ἐνοικιασθῇ ἡ λίμνη Στυμφαλίας δι’ ἰχθυοτροφεῖον, προεβλήθησαν ἀξιώσεις οὐχὶ ἐπὶ τῶν πηγῶν τῶν ὑδάτων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν γαιῶν τῶν ἀποξηραινομένων καὶ κατακλυζομένων ὑπὸ τῆς λίμνης.

§295Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πλανᾶται, συγχίζων τὰ ὕδατα τῆς λίμνης Στυμφαλίας μὲ τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν αὐτῆς. Οὐδέποτε τὸ Δημόσιον ἤσκησε δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν ἀνεῦρεν ἐν τοῖς ἀρχείοις σχετικὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.

§296Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει δίκαιον. Ἡ πηγὴ Δούσιας ἀνήκει εἰς τὴν κυριότητα τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Δούσιας, Ψάρι καὶ Ἀσπροκάμπου, παρ’ αὐτῇ δὲ ὑπάρχουσι καὶ ὑδρόμυλοι, λειτουργοῦντες διὰ τοῦ ὕδατος τῆς πηγῆς ταύτης· ἡ πηγὴ δὲ Καστανιᾶς ἀρδεύει περὶ τὰ 1000 στρέμματα, ἐφ’ ὧν ἔχουσι δικαίωμα ἀναφαίρετον οἱ κάτοικοι· δύναμαι δὲ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὰ μέρη ταῦτα, ἰδίως ἐν τῇ πηγῇ Καστανιᾶς, συμβαίνουσι κατ’ ἔτος διαπληκτισμοὶ καὶ ἔριδες κατὰ τὴν διανομὴν τοῦ ὕδατος ἐκείνου, οὐδὲ δύναται εὐκόλως ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς κατοίκους, ἀποζῶντας μόνον διὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ὀλίγων ἀγρῶν των. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας καὶ ἐπὶ τῶν διὰ τῆς συμβάσεως καταλαμβανομένων πηγῶν, ἔχουσι δουλείαν χρήσεως καὶ ἀρδεύσεως ὁλόκληροι αἱ σταφιδοφόροι ἐκτάσεις τοῦ δήμου Κορίνθου, ὧν οἱ ἰδιοκτῆται χρησιμοποιοῦσι πρὸς τοῦτο τὸν Ἀσωπὸν ποταμὸν, πηγάζοντα ἀναμφισβητήτως ἐκ τῆς λίμνης Στυμφαλίας...

§297ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ θέλω δημοσιεύσει τὴν ἀγόρευσίν μου ἐν ἐφημερίδι. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ἡ ἐφημερὶς θέλει καταληφθῇ μᾶλλον ὑπὸ τῶν ἀγορεύσεων ὑμῶν ἢ ὑπὸ τῆς ἐμῆς. Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος νὰ ἐγγράψω ὑμᾶς συνδρομητὰς διὰ τὴν πληρωμὴν (ἱλαρότης).

§298Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. .. Οὕτω τὸ σπουδαιότερον διὰ τὰς καταβληθησομένας μεγάλας ἀποζημιώσεις ὑπὸ τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας εἶναι, ὅτι ὁλόκληρος ἡ πεδιὰς Κορίνθου, ἀπὸ τῆς πόλεως Κορίνθου μέχρι Σικυῶνος, ἀρδεύεται ἐκ τῆς Στυμφαλίας, καὶ δυστυχῶς τὰ δικαιώματα ταῦτα τῶν κατοίκων παρηγκωνίσθησαν διὰ τῆς συμβάσεως, ὁ λαὸς δὲ ἐκεῖνος διατελεῖ ἀνάστατος ἐπὶ τῇ εἰδήσει τῆς ἀφαιρέσεως τῶν πηγῶν. Χθὲς μάλιστα ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν δήμαρχον καὶ ἄλλους πολίτας Κορινθίους, παρουσιάσθη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διαμαρτυρομένη διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ὑδάτων, ἥτις θὰ συνεπιφέρῃ καταστροφὴν εἰς τὴν πεδιάδα τὴν καλουμένην Βόχαν. Τὰ δικαιώματα δὲ ταῦτα τῶν κατοίκων, ἐνασκούμενα ἀπὸ δεκαπενταετίας, ἀνεγνώρισε καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐγκρίνασα πρὸ μηνῶν ἀνάλογον πίστωσιν διὰ τὴν κατασκευὴν προσωρινῶν ἔργων ἐν τῷ Ἀσωπῷ ποταμῷ, οὕτως ὥστε ἡ ἐκ Στυμφαλίας ποσότης τοῦ ὕδατος, διὰ τοῦ ποταμοῦ καταρρέοντος, ηὔξησε μεγάλως, ἡ δὲ ἄρδευσις ἐγενικεύθη. Οὕτω, ἂν μὴ ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία συνδυάσῃ μετὰ τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὴν ἄρδευσιν τῆς πεδιάδος Κορίνθου, μεγίστη καὶ ἀνυπολόγιστος θὰ προκύψῃ ζημία, οἱ δὲ κάτοικοι ἐκεῖνοι, καταστρεφόμενοι, βεβαίως θὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν ἄδικον ἀφαίρεσιν τῆς περιουσίας των.

§299ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὅτε κατὰ ἔτος 1881 παρεχωρήθη εἰς Ἑταιρείαν ἡ ἀποξήρανσις τῶν λιμνῶν Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ, ἐγὼ διετέλουν δικηγόρος παρὰ τοῖς ἐν Ναυπλίῳ δικαστηρίοις...

§300Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος, παρακαλοῦμεν.

§301ΛΕΒΙΔΗΣ (πρὸς τὸν κ. Λαμπρυνίδην). Ὁρίστε, ἔχει θέσιν (ἱλαρότης).

§302ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος)...Συγχρόνως τότε εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τὴν αὐτὴν Ἑταιρείαν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως τῶν ὑδάτων, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἀρδευθῶσι τό τε Ἀργολικὸν καὶ τὸ Κορινθιακὸν πεδίον. Διὰ τοῦτο ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, προκειμένου νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ ὕδατα ταῦτα εἰς Ἀθήνας τῷ 1890, προέβη πρότερον εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν Ἑταιρείαν ἐκείνην. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κατὰ τὸ 1881 παραχωρήσεως ἐκείνης ἠγέρθησαν πολλὰ σχετικὰ ζητήματα παρὰ τοῖς ἐν Ναυπλίῳ δικαστηρίοις. Ἐν τούτοις ὁμολογῶ, ὅτι περὶ τῆς πηγῆς τῶν Κιονίων οὐδεμία προεβλήθη ἀξίωσις κυριότητος ἢ δουλείας, καὶ τοῦτο διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐκ τῆς πηγῆς ταύτης διακόσια μόλις στρέμματα γαιῶν ποτίζονται κατὰ διετίαν τὸ θέρος. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν πηγῶν ὑφίστανται δικαιώματα, ὡς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς οἰκογενείας Νοταρᾶ. Εἰς πίστωσιν δὲ τῶν λεγομένων μου σᾶς ἀναγινώσκω περικοπὴν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ τότε βουλευτοῦ Κορινθίας μακαρίτου Ἀναστασίου Δημητριάδου κατὰ τὴν ἐν ἔτει 1890 συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν (ἀναγινώσκει): «... Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι μόνον διακόσια στρέμματα ποτίζονται ἅπαξ κατὰ διετίαν τὸ θέρος, ὅλον δὲ τὸν χρόνον τὸ ὕδωρ τοῦτο χύνεται εἰς τὴν λίμνην, δὲν ὑπάρχουν δὲ κοινότητες πέριξ τῶν Κιονίων...» Ἐπὶ τοῦ ὕδατος λοιπὸν τῆς πηγῆς τῶν Κιονίων δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ δικαιωμάτων κυριότητος ἢ δουλείας. Ὁ μακαρίτης Ἀναστάσιος Δημητριάδης διετέλει τότε ἀπὸ τριακονταετίας δικηγόρος παρὰ τοῖς ἐν Ναυπλίῳ δικαστηρίοις, ὑπερασπιζόμενος σχεδὸν ἀποκλειστικῶς πάσας τὰς ὑποθέσεις τῶν συνεπαρχιωτῶν του Κορινθίων, ὥστε οὐδεμία ἠδύνατο νὰ λανθάνῃ αὐτὸν εἴτε ἀξίωσις εἴτε σχετικὴ ἀμφισβήτησις περὶ ἀντικειμένου τοσοῦτον σπουδαίου καὶ φλέγοντος. Ἐπιμέτρως δὲ ὁ μακαρίτης Δημητριάδης ἐπρόκειτο τότε, ληγούσης τῆς περιόδου τῆς Βουλῆς, νὰ ζητήσῃ τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν του, καὶ κάλλιστα ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθῇ τοσοῦτον σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἂν δὲν εἶχε πλήρη πεποίθησιν περὶ τούτου. Οὐδὲ καὶ ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ τὰ τυχὸν δικαιώματα τῶν ἐκλογέων του, ἂν ἀληθῶς ὑπῆρχον τοιαῦτα.

§303ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄρθρον 39, ὡς ἐτροποποιήθη. Πρόκειται περὶ τοῦ ὕδατος διὰ τὰς ἀρδεύσεις καὶ τὴν βιομηχανίαν. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ δοθῇ τις ἐξήγησις. Ἐγράφη ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἀναγνωρίζει ἡ σύμβασις τῇ ἐν λόγῳ Ἑταιρείᾳ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἰσὶ σπουδαιότατα, ὅτι δὲ μεγάλα κέρδη ἤθελε προσπορισθῆ ἐξ αὐτοῦ ἡ Ἑταιρεία. Φαίνεται ὅτι τοῦτο ἐτάραξε τὰ νεῦρα τῶν Ἐργοληψιῶν, ἐπειδὴ δὲ οἱ ἄνθρωποι, καὶ δικαίως, δὲν ἐπεθύμουν νὰ φαίνωνται καὶ ἄπληστοι, ἐξυπνήσαμεν πρωΐαν τινὰ, καὶ ἀνεγνώσαμεν ἐν πάσαις ταῖς ἐφημερίσι δήλωσίν τινα τῆς Ἑταιρείας ὑπὸ τὸν τύπον, ὡς ἤθελον εἴπει οἱ διπλωμάται, Communiqué, δηλαδὴ ἀνακοινωθέντος. Τὸ ἀνακοινωθὲν φέρει τίτλον «Ἐπίσημος δήλωσις τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν. Χορηγεῖ τὴν ἄρδευσιν καὶ κινητήριον δύναμιν εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ τὴν ἀγοράσουν». Ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ συνάδελφος «Ἀκρόπολις» ἐν τῷ σημερινῷ φύλλῳ της γράφει, ὅτι ἐκ τῆς ἀρδεύσεως καὶ τῆς βιομηχανίας ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἐργοληψιῶν θὰ ἔχῃ πρόσοδον 2,314,000 δραχμῶν, καὶ ἐκ τῆς κινητηρίου δυνάμεως δραχμὰς 1,200,000. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἐργοληψιῶν εἰς ἀπάντησιν τούτων δηλοῖ κατηγορηματικῶς, ὅτι εὐχαρίστως παραχωρεῖ πάσας τὰς ἐκ τῆς ἀρδεύσεως καὶ βιομηχανίας προσόδους ἀντὶ 100,000 δραχμῶν, τὰς δὲ ἐκ τῆς κινητηρίου δυνάμεως προσόδους ἀντὶ 50,000 δραχμῶν. Ἡ «Ἀκρόπολις», ἐὰν θέλῃ νὰ κάμῃ ἐπιχείρησιν, ἢ πᾶς πειθόμενος εἰς τὴν γνώμην τῆς συναδέλφου, δύναται νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς λαμπρᾶς εὐκαιρίας, ἀναλαμβάνων τὰς ἐκ τῆς ἀρδεύσεως, βιομηχανίας καὶ κινητηρίου δυνάμεως προσόδους ἀντὶ 150,000 δραχμῶν, καὶ κερδίζων οὕτω — κατὰ τὴν «Ἀκρόπολιν» — τρία ἑκατομμύρια τριακοσίας ἑξήκοντα τέσσαρας χιλιάδας δραχμάς.» Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ δήλωσις αὕτη τῶν Ἐργοληψιῶν εἶναι πλέον ἢ ἐπίσημος, παρακαλῶ ἐν τῇ συμβάσει νὰ ἀναγραφῇ ὅρος, καθ’ ὃν αʹ) ἡ Ἑταιρεία νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν τοῦ ὕδατος, τοῦ παραχωρουμένου διὰ τὰς ἀρδεύσεις, καὶ βʹ) ὅτι, ὁψέποτε οἱ δῆμοι Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς ἤθελον προσφέρει τῇ Ἑταιρείᾳ τὸ ἐν τῷ ἀνακοινωθέντι δηλούμενον ὑπ’ αὐτῆς χρηματικὸν ποσὸν, αὕτη νὰ ὑποχρεῶται νὰ ἐκχωρῇ τοῖς ἐν λόγῳ δήμοις τὰ σχετικὰ δικαιώματα αὐτῆς. Ὑποθέτω ὅτι ἡ σύστασίς μου αὕτη εἶναι τοσοῦτον λογικὴ καὶ βάσιμος, ὥστε βεβαίως πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει. Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς ἄλλην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39 § βʹ: Τὸ διὰ τὰς τοιαύτας χρήσεις χρησιμοποιηθησόμενον ὕδωρ δὲν δύναται νὰ πωλῇ ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῶν πέντε ἑκατοστῶν τῆς δραχμῆς κατὰ κυβικὸν μέτρον, ἑκάστοτε παρεχόμενον», λέγει τὸ ἄρθρον. Ἡ τιμὴ τῶν 5 λεπτῶν εἶναι κατὰ τὴν τροπολογίαν, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν ἦτο μέχρις 7 λεπτῶν. Διὰ συγκρίσεως, ἣν θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ποιήσωμαι, θέλω ἀποδείξει, ὅτι καὶ ἡ τιμὴ τῶν 7 λεπτῶν καὶ ἡ τῶν 5 λεπτῶν διὰ τὰς ἀρδεύσεις εἶναι ὑπέρογκος. Καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, ὅταν ἀναλύσω δι’ ἀριθμῶν τὰ ἐνταῦθα ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης περὶ ἀρδεύσεων κρατοῦντα, θέλετε παρατηρήσει τηλικαύτην διαφορὰν τῶν τιμῶν, ὥστε βεβαίως θέλετε ἐκπλαγῆ. Τὸ Κεφαλάρι τῆς Κηφισιᾶς, γνωστὸν πᾶσιν, ἐνοικιάζεται ὡς ἑξῆς: Ἥμισυ Κεφαλάρι, ἐπὶ μίαν ὥραν καθ’ ἑβδομάδα, ἀντὶ δραχ. 120 ἐτησίως. Ἄρα ὁλόκληρον ἀντὶ δραχ. 240. Ἄρα διὰ τὰς 24 ὥρας καθ’ ἑβδομάδα ἐτησίως ἀντὶ δραχμῶν 5,760. Καὶ καθ’ ἑκάστην, ἀντὶ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, διὰ τὰς 24 ὥρας (δραχ. 5760 Χ 7 ἡμέρας) ἀντὶ δραχμῶν 40,320 ἐτησίως. Αὐτὸ εἶναι τὸ μίσθωμα ὁλοκλήρου τοῦ Κεφαλαρίου ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Κεφαλάρι μέχρι πρό τινος ἀπετελεῖτο ἐξ ὀκάδων 6 ὕδατος, ἤτοι δραμίων 2,400, ἀναλογεῖ τὸ δράμιον πρὸς δραχμὰς 17. Ἐνῷ μὲ τὴν τιμὴν τῶν 7 λεπτῶν, ὡς εἶχεν ἡ σύμβασις πρὸ τῆς τροπολογίας, κατὰ κυβικὸν μέτρον, ἔχομεν ὡς τιμὴν μισθώματος ποτιστικῶν ὑδάτων τῆς Ἑταιρείας, ὁμοίως δι’ ἓν δράμιον, δραχμὰς 25 καὶ λεπ. 55 (δηλαδὴ λεπ. 7 Χ 365 ἡμέρας), ἤτοι ἐπὶ πλέον ἢ διὰ τὸ Κεφαλάρι, κατὰ τὴν σύμβασιν, δραχ. 8 καὶ λεπ. 55. Τώρα ἂς ἴδωμεν, μετὰ τὴν τροπολογίαν τῆς συμβάσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 5 λεπτῶν, ὁποῖαί εἰσιν αἱ ἀναλογίαι Κεφαλαρίου καὶ τῶν ὑδάτων τῶν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας μελλόντων νὰ παραχωρηθῶσι πρὸς ἄρδευσιν. Ἡ ἀναλογία εἶναι ἀκριβῶς δραχμαὶ 18 καὶ λεπτὰ 25. Ἑπομένως καὶ διὰ τῶν 5 λεπτῶν τὸ ὕδωρ τὸ ἐκ τῆς συμβάσεως προερχόμενον εἶναι ἀκριβώτερον τοῦ ὕδατος τοῦ Κεφαλαρίου κατὰ δραχ. 1 καὶ λεπ. 25. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν τὰς τιμὰς τοῦ ὕδατος τοῦ ποτιστικοῦ ἐν πολλαῖς χώραις τοῦ κόσμου. Τὰς τιμὰς ταύτας θέλετε εὕρει ἐν τῷ περισπουδάστῳ συγγράμματι τοῦ Ronna, ἐν τόμῳ 5, σελ. 346–376, τῷ ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Les Irrigations» (αἱ ἀρδεύσεις), ἐν ἐκδόσει τοῦ 1890 ἔτους. Ἐκεῖ ἀναγινώσκομεν, ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ εἰδικῶς ἐν Λομβαρδίᾳ, ἡ τιμὴ τοῦ ὕδατος διὰ τὰς ἀρδεύσεις εἶναι λεπ. 16, ἀντὶ τῶν δραχμῶν 18 καὶ λεπτῶν 25 ἐνταῦθα κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς ἐτροπολογήθη. Ἐν τῇ Παυΐᾳ λεπτὰ 45, ἐν τῇ Λομελλίᾳ λεπ. 35, ἐν τῇ Κρεμόνῃ λεπ. 40. Ἐννοεῖται, ὅτι πρόκειται πάντοτε περὶ τοῦ μισθώματος ἑνὸς δραμίου ποτιστικοῦ ὕδατος, ἤτοι ἑνὸς μέτρου κυβικοῦ καθ’ ἑκάστην. Ἐν Ἱσπανίᾳ, ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Ἕβρου λεπτ. 16, ἐν Γαλλίᾳ, καὶ εἰδικῶς ἐν Verdon, λεπ. 70, ἐν Aubagne λεπ. 80, ἐν Bourne λεπ. 60–70, ἐν Ventavon λεπ. 60, ἐν Cap λεπ. 50, ἐν Saint—Martory λεπ. 35, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Λοιπὸν ἔχομεν τὴν αὐτὴν ποσότητα ὕδατος ποτιστικοῦ ἐν μὲν ταῖς Ἀθήναις τιμωμένην, μετὰ τὴν τροπολογίαν τῆς συμβάσεως, πρὸς δραχ. 18 καὶ λεπ. 25 τὸ δράμιον, ἐν δὲ ταῖς πλείσταις τῶν πόλεων τῆς Ἰταλίας καὶ ἐν πάσαις σχεδὸν τῆς Γαλλίας καὶ ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου τὴν αὐτὴν ποσότητα ὕδατος τιμωμένην ἀντὶ ὀλίγων λεπτῶν, ὡς ἄρτι ἠκούσατε. Μόνον ἐν Μασσαλίᾳ φθάνει ἡ τιμὴ τοῦ ἐνοικίου τοῦ ποτιστικοῦ ὕδατος εἰς δραχμὴν μίαν τὸ δράμιον. Αὐταὶ εἰσιν αἱ εὐεργετικαὶ πρόνοιαι τῆς Ἑταιρείας περὶ τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων! Καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραβάλωμεν πάντοτε τὰ σήμερον ζητούμενα χρηματικὰ ποσὰ πρὸς τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ 1890 ἔτους, τί εὑρίσκομεν; Ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ ἡ τιμὴ τῶν ποτιστικῶν ὑδάτων εἶχεν ὁρισθῆ ἀπὸ 3–5 λεπτῶν καὶ ἀπὸ 5–8. Ἐνταῦθα ἀναγράφεται μία καὶ ἡ αὐτὴ τιμὴ, ἐναντίον πάσης ἀκριβοῦς ἰδέας περὶ τοῦ πράγματος· διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους ἦτο καὶ κατὰ τοῦτο πολὺ σοφώτερον τῆς προκειμένης συμβάσεως, ἀφοῦ ἐκεῖ ἐποίκιλλεν ἡ τιμὴ τοῦ ποτιστικοῦ ὕδατος ἀναλόγως τῆς ἐποχῆς, ὀρθῶς καὶ δικαίως. Δὲν δύνασθε τὸ ὕδωρ, τὸ πρὸς ἄρδευσιν χρήσιμον, νὰ τὸ διαθέτητε ἀντὶ τῆς αὐτῆς τιμῆς καὶ κατὰ τὸν χειμῶνα καὶ κατὰ τὸ θέρος· αὐτὸ εἶναί τι πρωτάκουστον. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους ἔλεγεν: «Ἀρδεύσεις χειμῶνος (16 Ὀκτωβρίου μέχρι 15 Ἀπριλίου) εἰς συνδρομητὰς λεπ. 3, εἰς μὴ συνδρομητὰς λεπ. 5· ἀρδεύσεις θέρους εἰς συνδρομητὰς λεπ. 5, εἰς μὴ συνδρομητὰς λεπ. 8» (ἄρθρον 22 τοῦ νομοσχεδίου). Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀκόμη καὶ κατὰ τοῦτο ἡ σύμβασις δὲν στηρίζεται ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν, ὀρθῶν καὶ δικαίων. Ἡ Ἑταιρεία κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ 39, καὶ ὡς ἐτροπολογήθη, ὑποχρεοῦται νὰ διοχετεύσῃ εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ εἰς τὰ περίχωρα λίτρας 750, δηλαδὴ ὀκάδας 162. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐπάγεται, ὅτι τὸ περισσεῦον ἐκ τῶν 162 ὀκάδων δικαιοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ διαθέτῃ πρὸς ἄρδευσιν, ἢ δι’ ἄλλας χρήσεις. Ἡμεῖς ὅμως διαφωνοῦμεν καὶ ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ λέγομεν, ὅτι δίκαιον εἶναι πρός τε τοὺς δήμους Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς καὶ πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν δύο τούτων πόλεων, νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία, ὁλόκληρον τὴν ποσότητα τῶν 162 ὀκάδων νὰ διοχετεύῃ ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν. Θέλετε ἴσως μοὶ εἴπει, ὅτι πιθανὸν τὸ ὕδωρ τοῦτο νὰ πλεονάζῃ διὰ τὸ λεκανοπέδιον ἡμῶν. Ἀλλὰ πρῶτον, τοῦτο εἶναι ζήτημα δεόμενον ἐξετάσεως, ἔπειτα δὲ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ αὐτὸ, ἀφοῦ εἰς τοσαύτας καὶ τηλικαύτας ὑποχρεώσεις ὑποβάλλονται οἵ τε δῆμοι Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν, ἡ Ἑταιρεία, ἐὰν ἴδῃ, ὅτι τὸ ὕδωρ πλεονάζει, ἂς καταβιβάσῃ βραδύτερον τὰς τιμὰς αὐτοῦ, τοῦθ’ ὅπερ θέλει φέρει μεγίστην κατανάλωσιν, καὶ ἑπομένως οὐχὶ πλεονασμόν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ συμπολῖται ἡμῶν καὶ οἱ δῆμοι, ὧν ἐπίσης ἐσμὲν ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν φοβερὰν φορολογίαν; Διότι πῶς νὰ εἴπωμεν αὐτὴν ἐπὶ τέλους; Ἀντάλλαγμα παροχῆς; Ἀλλ’ εἶναι βεβαίως ἀντάλλαγμα παροχῆς ὕδατος μέχρι τινός, μέχρι τοῦ εὐλόγου τιμήματος. Ὅταν ὅμως καταβάλλητε ἀναγκαστικῶς πλέον τοῦ εὐλόγου τιμήματος, τότε ἀμέσως παύει ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἀνταλλάγματος ἐπὶ τῇ παροχῇ, καὶ ἄρχεται ἡ καθαρὰ φορολογία. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνωνται οἱ δῆμοι αὐτοὶ καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν διὰ τοσούτων καὶ τηλικούτων δαπανῶν καὶ ὑποχρεώσεων, διὰ στερήσεως ἀκόμη τῆς ἰδικτησίας αὐτῶν, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ μὴ καρπῶνται αὐτοῦ τοῦ ὕδατος ὁλοκλήρου ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ, ἐν ᾧ οἱ δῆμοι αὐτοὶ ὑφίστανται; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὅρος περιοριστικός, καθ’ ὃν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 162 ὀκάδων ὕδατος νὰ διοχετεύηται εἰς τὸ λεκανοπέδιον Ἀθηνῶν.

§304Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁλόκληρος ἡ δαπάνη διὰ τὴν διοχέτευσιν τοῦ ὕδατος θὰ καταβληθῇ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν δύο πόλεων· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ δι’ ἄλλους;

§305ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω καὶ ἐγώ. Βεβαίως.

§306Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὴν Ἑταιρείαν· ἡ Ἑταιρεία θὰ ἀπολαύσῃ ὅ,τι δύναται νὰ ἀπολαύσῃ ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως.

§307ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ᾖναι εἶδος διανομέως ἡ Ἑταιρεία.

§308ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ πωλεῖ δὲ εἰς τοιαύτην τιμὴν, διὰ νὰ μὴ τὸ φέρῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ ἀλλαχοῦ.

§309ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἐν τῷ ἄρθρῳ 41, ἵνα προχωρήσωμεν, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς, ἐφ’ ὧν προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Παράγραφος ϛʹ (ἀναγινώσκει): «Τὰ καθαρὰ ἐτήσια κέρδη τῆς Ἑταιρείας θέλουσιν ἀποτελεῖσθαι ἐκ τοῦ ἀπομένοντος ὑπολοίπου μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων τῶν ἐξόδων διαχειρίσεως, ἐκμεταλλεύσεως καὶ συντηρήσεως, πάσης ζημίας κλπ.» Αὐτὸ, Κύριοι, τὸ «πάσης ζημίας» δέον νὰ σαφηνισθῇ. Τί ἐννοεῖτε; Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ, ἔχουσα τὸ πλεονάζον τοῦ ὕδατος, ἐπιλαμβάνεται ἄλλων ἐργασιῶν, ἐκτὸς τῆς ὑδρεύσεως καὶ τῶν ἀρδεύσεων τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων, ἄλλων π. χ. βιομηχανικῶν ἐργασιῶν, καὶ ἐκ τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν ζημιοῦται. Εἶναι δίκαιον τότε νὰ ὑφίσταται ἡ διάταξις τῆς ϛʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 41; Διατί; Τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον. «Ἐξευρεθέντων ἅπαξ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῆς Ἑταιρείας», ἐξακολουθεῖ τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἐν παραγράφῳ προτελευταίᾳ, «μέχρι 15% π’ αὐτῶν, κατ’ ἀνώτατον ὅρον, θὰ διατίθενται κλπ.» Τῶν καθαρῶν κερδῶν λέγει. Ἀλλ’ ἵνα εὑρίσκωμεν αὐτὰ, δέον νὰ γνωρίζωμεν ἐπακριβῶς, τί θέλει δαπανήσει καὶ δαπανᾷ ἡ Ἑταιρεία. Νομίζω ἄρα, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι πᾶσαι αἱ ἀναγκαῖαι προφυλάξεις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δέον τὸ Δημόσιον νὰ ἐφορᾷ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τάς τε ἐργασίας καὶ τὰς πληρωμὰς τῆς Ἑταιρείας, δέον νὰ ἐφορᾷ καὶ νὰ ἐλέγχῃ ἀκόμη καὶ τὴν προμήθειαν τῶν ὑλικῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ, Κύριοι, περίστασις, καθ’ ἣν ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη ἀληθοῦς Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, —διότι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, πάντοτε πρέπει νὰ προσθέτωμεν τὸ ἐπίθετον αὐτὸ, ἀφοῦ συνήθως, ἐκτὸς σπανίων περιπτώσεων, οὗτοί εἰσιν εἰκονικοί...

§310ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σκιαί!

§311ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπόπειραι σκιῶν... Λοιπὸν, ἐὰν ὑφίσταται ἀνάγκη Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, εἶναι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, διότι πολλὰ δύνανται νὰ συμβαίνωσιν ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ ὀνομάσητε αὐτὸν Βασιλικὸν, ὀνομάσατε Ὑπουργικόν, ὅπως θέλετε· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἐπιθεωρητοῦ τινος σπουδαίου καὶ ἐντίμου, τὰ πάντα ἐφορῶντος καὶ ἐλέγχοντος, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἑταιρικῆς μεταξὺ πολλῶν, Δημοσίου, δήμων, ἰδιοκτητῶν. Καὶ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἔφθασα εἰς τὸ τέλος τῶν μελετῶν μου ὡς πρὸς τὴν προκειμένην σύμβασιν, ἥτις τελευτᾷ διὰ τοῦ ἄρθρου 45. Ἐνταῦθα εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὅπερ ἵνα συλληφθῇ, φαίνεται ὅτι εἰργάσθησαν πολλοὶ πατέρες. Περισσότερον ὅμως εἰργάσθησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρίας τῶν Ἐργοληψιῶν. Καὶ ἐπειδὴ εἰργάσθησαν πολλοὶ πατέρες, ἐὰν ἀναγνώσητε, θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ ἀναγνώσητε αὐτὸ καὶ ἐκ δευτέρου καὶ ἐκ τρίτου καὶ ἐκ δεκάτου, ἵνα ἀνεύρητε τὴν πατρότητα τοῦ τέκνου. Ὑπερισχύει ὅμως πάντοτε ἡ φυσιογνωμία τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν Ἐργοληψιῶν. Μόνον ὅτι δὲν καπνίζει καὶ ποῦρον τὸ ἄρθρον (γέλωτες). Εἶναί τι παραδοξότατον. Καὶ λέγων ταῦτα, βεβαίως δὲν ἀφορῶ εἰς τὸν θέσαντα κάτωθι τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ κ. Πρωθυπουργόν. Διότι, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν. Οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν νοημοσύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ τίς ἀγνοεῖ τὰς ἀσχολίας, ὑφ’ ὧν αὐτός τε καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ περικυκλοῦνται; Δὲν εἶναι δυνατὸν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀξιώσωμεν, ὅπως Ὑπουργὸς, ἢ καὶ Πρωθυπουργὸς ἀκόμη, ὑπογράφων σύμβασιν, ὁπλίζηται διὰ διπλῶν καὶ τετραπλῶν ὀμματοϋαλίων, πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων ἐκείνων, οὓς ἀντιπροσωπεύει, δηλαδὴ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἢ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τῶν τε δήμων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὅσῳ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἐνήμερος, ὅσῳ καὶ ἂν ὑποτεθῇ γνώστης τῶν πραγμάτων, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ ὑποθέσεων κερδοσκοπικῶν, εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ μὴ περιπέσῃ εἰς τὰ ἐπικίνδυνα δίκτυα αὐτῶν, ἐν ᾗ μάλιστα περιπτώσει, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία αὐτοῦ ἦναι τοσοῦτον ἀμελέτητος, ὅσον ἀπεδείχθη ἤδη καὶ ἔτι ἀποδειχθήσεται. Διὰ τοῦτο ἐγὼ θέλω εἴπει καθαρῶς τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Αὐτὸ, Κύριοι, ὡς ἐγὼ θέλω ἀναλύσει αὐτὸ, (ἐὰν δὲ πλανῶμαι, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως νὰ μὲ διακόψῃ) θέλει παρουσιάσει ὑμῖν τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἀποκομίζετε, ὅταν ἔχητε ἐνώπιον ὑμῶν τοὺς ταχυδακτυλουργοὺς μετὰ τῶν πίλων αὐτῶν. Ἡ Ἑταιρεία λοιπὸν, κατὰ τὸ ἄρθρον 45 § αʹ τῆς συμβάσεως, ἐντὸς δέκα μηνῶν ἀπὸ τῆς παραδόσεως εἰς αὐτὴν τῶν ὑδάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων ὑποχρεοῦται νὰ ἐπαυξήσῃ αὐτὰ διὰ προσωρινῶν μέτρων εἰς 15 ὀκάδας. Καὶ ἐπειδὴ, κατὰ τὴν παράγραφον ϛʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἡ παράδοσις τῶν ὑδάτων τῇ Ἑταιρείᾳ ὑπὸ τοῦ δήμου γενήσεται ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἡ Ἑταιρεία θέλει καρποῦσθαι ἐπὶ πενταετίαν τὰ ὕδατα ταῦτα πρὸς δραχ. 80 τὸ δράμιον, ἀντὶ 50. Ἴδετε παράγραφον δʹ τοῦ αὐτοῦ 45 ἄρθρου.

§312Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τρία ἔτη.

§313ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ 5 ἔτη (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀπαιτηθησομένων διὰ τὰ προσωρινὰ ταῦτα ἔργα δαπανῶν ἡ τιμὴ πωλήσεως τοῦ ὕδατος ἐν Ἀθήναις ἀναβιβάζεται ἀπὸ τῆς 1 ἐπιόντος ἔτους 1900 καὶ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ὑδρεύσεως διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς δραχμὰς 80 κατὰ δράμιον.» Λοιπὸν θέλει καρποῦσθαι ἐπὶ πενταετίαν τὰ ὕδατα αὐτὰ πρὸς 80 δραχ. τὸ δράμιον. ἀντὶ 50. Τί θέλει εἰσπράττει τώρα ἐκ τῶν δραμίων αὐτῶν; Οἱ συνδρομηταὶ τοῦ δήμου εἶναι διὰ 5,600 δράμια περίπου. Ἀλλ’ ἐγὼ, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει πρὸς τὸ παρὸν, διὰ νὰ ἦμαι σαφέστερος εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς, νὰ λάβω τὸν στρογγύλον ἀριθμὸν 6,000 δραμίων, ὃν μετὰ ταῦτα θέλω ἐλαττώσει καὶ λόγῳ δραμίων καὶ λόγῳ κέρδους τῆς Ἑταιρείας. Λοιπὸν πρὸς 80 δραχμὰς τὸ δράμιον θέλει εἰσπράξει ἡ Ἑταιρεία ἐπὶ πέντε ἔτη δρ. 2,400,000, ἤτοι 480,000 ἐτησίως.—Μέχρι τοῦδε νομίζω, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι.—Τί θέλει τώρα δαπανήσει ἡ Ἑταιρεία διὰ τὰς ἐργασίας ταύτας; Δι’ ἐνοίκιον πρὸς τὸν δῆμον (παράγραφος εʹ τοῦ αὐτοῦ 45 ἄρθρου) δραχ. 140,000 ἐτησίως. Ἐπὶ 2½ ἔτη δραχ. 350,000. Τώρα ἐγὼ, Κύριοι, λαμβάνω τὴν χείρονα περίστασιν διὰ τὴν Ἑταιρείαν· μετ’ ὀλίγον δὲ θέλω ἐξηγήσει καὶ θέλετε ἐννοήσει, τί ἐννοῶ «τὴν χείρονα περίστασιν διὰ τὴν Ἑταιρείαν». Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν δαπανᾷ τίποτε πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου μέχρι 15 ὀκάδων. Ὅταν λέγω δὲν δαπανᾷ τίποτε, ἐννοῶ, ὅτι δὲν δαπανᾷ τὸ ἑκατομμύριον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 45 § θʹ, ἐπιβαλλούσης τὴν δαπάνην 1,000,000 δρ. πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος εἰς 15 ὀκάδας. Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι δὲν δαπανᾷ τίποτε ἡ Ἑταιρεία. Τί γίνεται κατὰ τὴν παράγραφον ιʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 45; Κερδίζει τὸ ἑκατομμύριον τοῦτο ὁ δῆμος. Ἀλλὰ τότε ἡ Ἑταιρεία ὑφίσταται καὶ ἄλλην ζημίαν. Τίνα; Ὅτι θέλει πληρώσει ἐπὶ πλέον καὶ μίσθωμα τῷ δήμῳ ἐκ 12,000 δρ. διὰ πᾶσαν ἐλλείπουσαν ὀκᾶν ἐκ τῶν 15 ὀκάδων (ἄρθρον 45 § ιʹ). Ἐπειδὴ δὲ, ἂν ὑπολογίσωμεν ὅτι ἔχομεν 6 ὀκάδας ὕδατος κατὰ τὸν χειμῶνα, ἢ καὶ τώρα, — διότι περίπου τόσον ἔχομεν τώρα—μέχρι τῶν 15 ὀκάδων θέλουσι λείψει ὀκάδες 9, αὗται, πρὸς 12,000 δραχμὰς ἑκάστη, ὅσον εἶναι τὸ διὰ τὸν δῆμον μίσθωμα, φέρουσι δρ. 108,000· ἐπὶ 2½ ἔτη (κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον 45 § ά) δραχμὰς 270,000. Ἤτοι, ὑπὸ τὴν χείρονα περίπτωσιν διὰ τὴν Ἑταιρείαν, δηλαδὴ ἐὰν αὕτη πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος εἰς 15 ὀκ. δὲν ἐνεργήσῃ τίποτε, ἀλλὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, θέλει ὑποστῆ τὰς ἑξῆς ζημίας· αʹ) θέλει πληρώσει τῷ δήμῳ, ὡς εἶπον, δρ. 350,000 ὡς μίσθωμα διὰ τὰ 2½ ἔτη· βʹ) θέλει πληρώσει τῷ δήμῳ τὸ πρόστιμον τῶν δρ. 1,000,000· γʹ) θέλει πληρώσει τῷ δήμῳ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν 9 ὀκάδων, πρὸς δρ. 12,000 κατ’ ἔτος ἡ ὀκᾶ, ἐπὶ 2½ ἔτη, δραχ. 270,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ Ἑταιρεία θέλει πληρώσει δραχμὰς 1,620,000 Αὐτὴ εἶναι ἡ ζημία τῆς Ἑταιρείας μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη τις ζημία, δηλαδὴ καὶ ἄλλη ὑποχρέωσις χρηματική. Ἐπειδὴ θέλει ἔχει ἀνάγκην διὰ τὴν διαχείρισιν καὶ εἴσπραξιν αὐτοῦ τοῦ χρήματος καὶ διὰ τὴν διανομὴν τοῦ ὕδατος εἰσπρακτόρων τινῶν καὶ ὑδρονομέων (καὶ πολλῶν, μὲ συγχωρεῖτε, χαραμοφάγηδων μεταξὺ αὐτῶν), θέλει πληρώσει, κατὰ ὑπολογισμὸν ἀκριβέστατον, 30,000 δρ. ἐτησίως διὰ τὰς αἰτίας ταύτας, ἤτοι ἐπὶ 5 ἔτη 150,000 δραχμάς. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὑπολογίζω 6,000 δράμια, ἵνα ἦμαι σαφέστερος, ὡς ἐκ τοῦ στρογγύλου τοῦ ἀριθμοῦ· ἐπειδὴ ὅμως ἀκριβῶς εἶναι μόνον 5,600 (κατὰ τὴν σελίδα 7 τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως), ἀφαιρῶ τὴν διαφορὰν τοῦ μισθώματος ἐκ δρ. 32,000 ἐτησίως, ἐπὶ 5 ἔτη δραχ. 160,000. Ἑπομένως, ἐὰν εἰς τὸ 1,620,000 δρ. (ζημίαν τῆς Ἑταιρείας) προσθέσωμεν καὶ τὰς δρ. 160,000 (ἐκ τῶν ἐπὶ ἔλαττον 400 δραμίων) καὶ τὰς δρ. 150,000 διὰ τοὺς εἰσπράκτορας καὶ ὑδρονομεῖς, ἔχομεν ζημίαν τῆς Ἑταιρείας, δηλαδὴ ὑποχρεώσεις χρηματικὰς, ἐξ 1,930,000 δραχμῶν. Τί θέλει εἰσπράξει, ὡς εἶπον; 2,400,000 δραχμάς. Λοιπὸν ἐξ αὐτῆς τῆς ταχυδακτυλουργικῆς συσκευῆς καὶ διασκευῆς καὶ μετασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς τοῦ ἄρθρου 45 ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐπαυξάνει τὸ ὕδωρ μέχρι τῶν 15 ὀκάδων, σταυρώνει τὰς χεῖρας, ῥοφᾷ τὸ ποῦρον αὐτῆς, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν δύο σπουδαιοτάτων ἐργασιῶν κερδίζει εἰς τὰ καλὰ καθούμενα πόσας, παρακαλῶ; Τετρακοσίας ἑβδομήκοντα χιλιάδας δραχμάς! Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, Κύριοι, καθ’ ἣν, ἐν τηλικαύτῃ ἀνέσει, γίνεται τις κύριος 470,000 δραχμῶν. Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ ἐπίλογος, δι’ οὗ νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ κλείσω τὸ πρῶτον μόνον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς μου (ἱλαρότης). Παρακαλῶ δὲ, ἐὰν μέχρι τοῦδε ἠκούσατέ τι, ὅπερ δὲν προκύπτει ἐκ τῆς λεπτομεροῦς καὶ πραγματικῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως, εἴτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴτε οἷος δήποτε τῶν φίλων αὐτοῦ, ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ μοὶ καταδείξῃ αὐτό. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ μόνη κατανάλωσις χρόνου, ἥτις δύναται, αὐστηρῶς ἐμοῦ κρινομένου, νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος ἐμοῦ, εἶναι μικρά τις παρέκβασις, μεγίστην ὅμως σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὸ ζήτημα, ὅτε ἠγόρευον περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρχεν ἐδῶ ἐλεγκτὴς τοῦ καταναλισκομένου χρόνου, ἠθέλετε βεβαιωθῆ, ὅτι ἡ μικρὰ ἐκείνη παρέκβασις δὲν διήρκεσε πέραν τῶν 10 λεπτῶν τῆς ὥρας. Ἑπομένως, καίτοι οὐδαμῶς ὑποχρεοῦμαι ν’ ἀπολογηθῶ, οὔτε ἀπολογοῦμαι, ὅταν φρονῶ καὶ πέποιθα, ὅτι ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου, προστατεύων τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἵτινες ἐπὶ εἴκοσι περίπου ἔτη ἀδιακόπως μὲ ἀποστέλλουσιν ἐνταῦθα, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κατηγορήσῃ, ὅτι ἀγορεύω δῆθεν πρὸς κωλυσιεργίαν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐν πλήρει θάρρει καὶ ἀδιαπτώτῳ πεποιθήσει θέλω εἰσέλθει, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιεικῶς παράσχῃ μοι τὴν προσοχὴν αὑτῆς, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τῶν ὅρων τῆς συγγραφῆς. Ἐνταῦθα ὅμως, Κύριοι, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλω εἶσθαι πολὺ συντομώτερος, διότι τὸ ζήτημα εἶναι κατὰ μέγα μέρος τεχνικὸν καὶ μηχανικὸν, ἐγὼ δὲ αἰσθάνομαι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω πολλὴν εἰς τὰ τοιαῦτα εἰδικότητα...

§314ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐδῶ εἶναι νοσοκομεῖον! κοιμῶνται ὅλοι!

§315ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε εἶναι ὑπνωτήριον, δὲν εἶναι νοσοκομεῖον. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν βλέπω ἄλλον ἀσθενῆ ἐδῶ, ἐκτὸς τῆς συμβάσεως.

§316Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλησμονήσατε τὴν ἑτέραν τοῦ ἄρθρου διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας «ἡ ἐκμίσθωσις τῶν ὑδάτων καὶ σχετικῶν κτήσεων τοῦ δήμου γενήσεται διὰ συμβάσεως μεταξὺ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἀθηναίων καὶ τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας. Ἐὰν ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν συγκατατεθῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ταύτης, ἢ ἀναβάλῃ ταύτην πέραν τῆς διμήνου προθεσμίας, ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία ἀπαλλάσσεται τῆς ἀναλαμβανομένης ὑπ’ αὐτῆς ὑποχρεώσεως» κλπ. Ἄρα ὅλος αὐτὸς ὁ ὑπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐγένετο παρ’ ὑμῶν, εἶναι ὑπολογισμὸς ἄνευ βάσεως. Ἐὰν ἡ μίσθωσις συμφέρῃ εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων, θέλει ὠφεληθῆ τῆς διατάξεως τοῦ συζητουμένου ἄρθρου· ἐὰν ὄχι, δὲν θὰ προβῇ εἰς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον κανονίζει.

§317ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ προαίρεσις τῆς Ἑταιρείας, ἀναγραφούσης ῥήτρας τοιαύτας; Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι θὰ ἦναι ἕνας μπουνταλᾶς ὁ δήμαρχος, — πρᾶγμα οὐχὶ ἀδύνατον, — βεβαίως θέλει πέσει εἰς τὰ βρόχια τῆς Ἑταιρείας.

§318Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπειδὴ παρεστήσατε, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπρόσεξα εἰς τοῦτο, καὶ ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ζημιώσῃ τὸν δῆμον Ἀθηναίων, σᾶς παρατηρῶ, ὅτι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς.

§319ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔστω· ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν προαιρέσεων τῆς Ἑταιρείας.

§320Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία ἦτο ἡ ἀνάγκη νὰ τεθοῦν οἱ ὅροι;

§321Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως καὶ τοῦτο, ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἡ ὑποχρέωσις δαπάνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἵνα διὰ ταύτης βελτιωθῇ προσωρινῶς ἡ κατάστασις τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως.

§322ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὅρων τῆς συγγραφῆς. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Χάριν εὐκολίας τῆς ἀναδόχου, ἐπιτρέπεται αὐτῇ ἡ βαθμιαία ὑποβολὴ διαγραμμάτων κατὰ τμήματα τοῦ τε ὑδραγωγείου τῆς Στυμφαλίας, τοῦ διοχετευτικοῦ δικτύου τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς καὶ τῶν ὑπονόμων Ἀθηνῶν» κλπ. Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι προκειμένου περὶ κατασκευῆς τοῦ ὑδραγωγείου Στυμφαλίας, περὶ τῆς τοῦ διοχετευτικοῦ δικτύου, ἡ κατὰ τμήματα ὑποβολὴ διαγραμμάτων εἶναι καὶ δικαία καὶ ὀρθή. Ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε, προκειμένου περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ὑπονόμων, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τοὺς ἐπιστημονικοὺς κανόνας, ἐὰν δὲν χωροσταθμισθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔδαφος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς κατὰ τοὺς κανόνας κατασκευῆς τοῦ ἔργου, ἐὰν τμηματικῶς, μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον παρουσιάζῃ τὰ σχέδια αὑτῆς ἡ Ἑταιρεία; Δέον νὰ χωροσταθμισθῇ ἡ πόλις ὅλη, ἥτις, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, δὲν εἶναι χωροσταθμισμένη, μετὰ τὴν χωροστάθμισιν νὰ ὑποβληθῇ ὁλόκληρον τὸ δίκτυον τῶν ὑπονόμων, καὶ διὰ μιᾶς νὰ ἐγκριθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐργασίας. Διότι, ἄλλως, Κύριοι, γνωρίζετε τί θέλομεν πάθει; Ὅ,τι ἐν τῇ μεγάλῃ Δημοτικῇ Ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι περιεργότατον, καὶ πρέπει νὰ ἀνακοινωθῇ ὑμῖν. Ἡ ὁδὸς Ἀθηνᾶς ἔχει ὑπόνομον, δι’ ἣν οἱ παρόδιοι, οἱ δυστυχεῖς, εἶχον καταβάλει ὁ μὲν 500, ὁ δὲ 600, ἄλλος 1000 δραχμάς. Μετὰ ταῦτα οἱ σοφοὶ ἄνδρες, οἱ ἑκάστοτε διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ, ἀφοῦ ᾠκοδομήθη ἡ Νέα Ἀγορὰ, ἥτις ὑπὲρ πᾶν ἄλλο κτίριον ἔχει ἀνάγκην συστήματος πρὸς ἐξαγωγὴν τῶν ἀκαθαρσιῶν καὶ τῶν ὑδάτων, τί ἀνεκάλυψαν; Ὅτι ἡ ὑπόνομος τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς ἔκειτο ὑψηλότερον, δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσα μέτρα, τῆς ἐπιφανείας, δι’ ἧς ἔδει νὰ ἐξέρχωνται τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα τῆς Νέας Ἀγορᾶς. Φαίνεται, ὅτι οἱ σοφοὶ ἄνδρες ἤλπιζον, ὅτι ἐλεύσεται ἡμέρα, καθ’ ἣν τὰ ὕδατα θέλουσι ῥέει πρὸς τὰ ἄνω! Καὶ τότε τί συνέβη; Ὑπῆρξεν ἀνάγκη κατασκευῆς νέας ὑπονόμου ὑπὸ τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς. Αὐτῆς δὲ μάλιστα τῆς νέας ὑπονόμου ἔχομεν ἐνταῦθα ἓν μέγα θῦμα, παρακαθήμενον ἐκεῖ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων κ. Δ. Μ. Καλλιφρονᾶν, ὅστις, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, περὶ τὰς δύο ἢ τρεῖς χιλιάδας δραχμὰς ἐπλήρωσεν, ἵνα μεταφέρῃ τὰ ὕδατα τῆς οἰκίας αὑτοῦ εἰς τὴν νέαν ὑπόνομον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀρθότατον, ἐπιστημονικώτατον καὶ ἐπιβεβλημένον εἶναι, ἵνα ἡ Ἑταιρεία ὑποχρεωθῇ διὰ μιᾶς νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχέδια αὑτῆς περὶ τοῦ δικτύου τῶν ὑπονόμων. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 8 — παραλείπω τινά, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω περὶ μικροτέρων τινῶν ζητημάτων, λίαν ἄλλως τε σπουδαίων — (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία δικαιοῦται νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰς οἰκίας καὶ ἐπιθεωρῇ τὴν καλὴν συντήρησιν τῶν μηχανημάτων ὑδροληψίας καὶ ὑπονόμων τῆς ἐσωτερικῆς διοχετεύσεως τῆς τε ὑδρονομῆς καὶ τῆς τῶν ὑπονόμων κλπ.» Λοιπὸν ἐδῶ ἀναγνωρίζεται αὐτῇ τὸ δικαίωμα, ὅπερ τέλος πάντων θέλει κατά τινα τρόπον προσβάλλει καὶ τὸ ἄσυλον αὐτὸ τῆς κατοικίας. Διότι ἐγὼ, Κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου θέλουσιν εἶσθαι διατεθειμένοι νὰ βλέπωσιν ἐξαίφνης καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἑταιρείας καὶ τὸν Διαχειριστὴν αὐτῆς, εἰσερχομένους μὲ τὰ ποῦρά των (ἱλαρότης), καὶ μάλιστα πρωῒ–πρωῒ, καὶ ἐπισκεπτομένους τὰ διάφορα ἀποχωρητήρια τῆς οἰκίας, τὰ πλυντήρια, καὶ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ἀποτελοῦντα τό τε ὑδραυλικὸν σύστημα καὶ τὸ σύστημα τῶν ὑπονόμων ἑκάστης οἰκίας. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι κάπως δικαίωμα ὀλίγον ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος περὶ ἀσύλου τῆς κατοικίας ἑκάστου. Πρέπει νὰ ἀναγραφῶσι τοὐλάχιστον ἐγγυήσεις τινὲς καὶ περιορισμοί. Διότι εἰς ἐμὲ δὲν ἀρέσκει νὰ βλέπω αὐτοὺς τοὺς Κυρίους, ὀψέποτε ἔλθῃ αὐτοῖς ἡ ὄρεξις, νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν οἰκίαν μου, ἵνα ἐπιθεωρῶσι τὰ ἀποχωρητήρια κλπ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων, καὶ ἵνα εἰσέλθῃ ἡ Ἀρχὴ πρὸς ἔρευναν εἰς τὴν οἰκίαν, ὑπάρχουσιν οἱ νόμοι, οἱ ἐπιβάλλοντες πολλὰς διατυπώσεις. Καὶ θέλομεν εἶσθαι ὑποχρεωμένοι ἡμεῖς ἐξαίφνης νὰ ὑπείκωμεν εἰς τὴν αὐθαίρετον ἔστιν ὅτε θέλησιν καὶ τῶν ἐσχάτων ὑπαλλήλων τῆς Ἑταιρείας; Αὐτὰ, παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἐν τῇ συγγραφῇ νὰ τακτοποιηθῶσιν. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον 13, παραλείπων ὅλα τὰ ἄλλα. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διάταξις (ἀναγινώσκει): «...Τὰ κτιστὰ ταῦτα ὑδραγωγεῖα, πρὸς ἀποσόβησιν τῶν ἐπὶ τοῦ ὕδατος ἐπιβλαβῶν ἀτμοσφαιρικῶν ἐπηρειῶν, ἔσονται ἐπιμελῶς ἐπικεκαλυμμένα δι’ ἐπιχώσεως στρώματος πάχους κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 0 μ. 50...» Χθὲς ὁ συμπολίτης μου, ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Νέγρης, ὡμίλησεν ὑμῖν περὶ τῆς ἐπιδράσεως τῆς ἀτμοσφαιρικῆς ἢ τῆς ὑπογείου ἐπὶ τῶν ὑδραγωγῶν σωλήνων. Νομίζω, ὅτι τὸ πάχος αὐτὸ τοῦ στρώματος 0 μ. 50 εἶναι ὀλίγον, τὸ δὲ ὕδωρ θέλει ἐπηρεάζεσθαι ἐκ τῆς θερμοκρασίας, ἀφοῦ συγχρόνως θέλει ἐπηρεάζεσθαι ἐκ τῆς μικρᾶς αὐτοῦ ὁδοιπορίας. Τέσσαρες ἡμέραι ἀπαιτοῦνται, ὡς ἐβεβαίου χθὲς ὁ κ. Νέγρης, ἵνα μία σταγὼν ὕδατος φθάσῃ ἐκ Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας. Βάθος 0μ. 50 οὐδαμοῦ ὑφίσταται. Καὶ ἀπόδειξις ὁ Μπέκμαν, ὅστις ἐν τῇ σοφῇ αὐτοῦ συγγραφῇ, ἧς πολλάκις ἐμνήσθην (ἔκδοσις τοῦ 1888 ἔτους, σελ. 195) ἀπαιτεῖ 0 μ. 80 μέχρις ἑνὸς μέτρου τὸ πάχος τοῦ στρώματος...

§323ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πάχος τῶν 0 μ. 80 τὸ παραδέχεται ἡ συγγραφὴ ἐντὸς τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, διὰ δὲ τὴν ἄλλην ἔκτασιν ἔχει 0 μ. 50.

§324ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Μάλιστα περὶ τούτου ὑπάρχει καὶ ἄλλη Μελέτη, ἡ τοῦ ὑδραγωγείου «Serino» τῆς Νεαπόλεως, ἣν βεβαίως ἔχει ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐν τῇ Μελέτῃ αὐτῇ (σελ.19) θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ὑδραγωγεῖον Serino ἔχει πάχος στρώματος, ὑφ’ ὃ οἱ σωλῆνες, 1 μέτρου. Ἐνταῦθα δὲ, μεθ’ ὅλης τῆς ἀφελείας, ἐθέσαμεν 0 μ. 50, ἵνα σκάψωμεν ὅπως–ὅπως προχειρότερον, φέρωμεν τὸ ὕδωρ διὰ λογαριασμὸν ἡμῶν, ἢ καὶ παραχωρήσωμεν αὐτὸ εἰς ἄλλην Ἑταιρείαν, καὶ τέλος πάντων φροντίζομεν μόνον περὶ ἡμῶν αὐτῶν, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τῶν πόλεων, ἐξ ὧν πλεῖστα ἑκατομμύρια θέλομεν ἀντλήσει.

§325ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ ἥλιος ἐν τῇ Ἀττικῇ δὲν εἶναι πολὺ θερμός.

§326ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκει): «Τὰ σιδηρᾶ ὑδραγωγεῖα θὰ ὦσιν ἐκ χυτοῦ σιδήρου συστήματος «à emboitement», ἢ ἄλλου ἐγκριθησομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, θὰ ἔχωσι δὲ τὰς πρεπούσας διαστάσεις, ὅπως ἀντέχωσιν εἰς δοκιμασίαν πιέσεως δεκαπέντε τοὐλάχιστον ἀτμοσφαιρῶν ἐν τῷ ἐργοστασίῳ...» Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι ἡ πίεσις 15 ἀτμοσφαιρῶν δὲν εἶναι ἀρκοῦσα, διότι κατὰ τὴν αὐτὴν Μελέτην τοῦ ὑδραγωγείου Serino (σελ. 13) δέον ἡ πίεσις νὰ ἦναι τὸ διπλάσιον τῆς πραγματικῆς. Δηλαδὴ, ἐὰν τὸ ὕψος, εἰς ὃ θέλει ἀναβιβασθῆ τὸ ὕδωρ, εἶναι 100 μέτρων, οἱ σωλῆνες δέον νὰ ἀντέχωσι μέχρις ἀνυψώσεως τοῦ ὕδατος εἰς 200 μέτρα. Καὶ τοῦτο θέλει εὕρει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῷ αὐτῷ συγγράμματι τοῦ Μπέκμαν (ἔκδοσις τοῦ 1898, σελ. 422). Παραπέμπω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν Μπέκμαν, καίτοι ὁ φίλος καὶ συμπολίτης μου κ. Σκουζὲς νομίζω ὅτι μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων δὲν ἔχει τὸ σύγγραμμα.

§327ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι, δὲν ἐβεβαίωσα αὐτό· εἶπον, ὅτι ἀπετάθην εἰς βιβλιοπώλας, εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, εἰς δύο εἰδικῶς ἀσχολουμένους περὶ τὰ ὑδραυλικὰ, καὶ δὲν τὸ εὗρον.

§328ΛΕΒΙΔΗΣ. Τώρα πιθανὸν εἶναι νὰ ἔχῃ ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων τὸ σύγγραμμα, ἀφ’ ὅτου Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων διωρίσθη, τίς νομίζετε; Ὁ κ. Βλάγκαλης, ὁ ἕτερος τῶν ἀναδόχων τῆς Στυμφαλίας! Ἠξεύρετε αὐτὸν τὸν διορισμὸν, κύριε Πρωθυπουργέ; Παρακαλῶ νὰ τὸν ἴδητε. (Κατέρχεται τοῦ βήματος, καὶ ἐπιδεικνύει τῷ κ. Πρωθυπουργῷ ἔντυπόν τι κείμενον ἐκ τοῦ Γραφείου τῶν δημοσίων ἔργων, ὑποβληθὲν τῇ Βουλῇ, ὑφ’ ὃ σημειοῦται: «Ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων Βλάγκαλης»).

§329Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι τυπογραφικὸν λάθος· ἀντὶ Βλαχόπουλος.

§330ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω δὲ ταῦτα, διότι ὑπάρχουσι βεβαίως σημεῖα τοῦ ὑδραγωγείου, ἰδίως παρὰ τὴν διώρυγα τῆς Κορίνθου, ἔνθα τὸ ὕψος εἶναι περίπου 123 μ., ἤτοι 12½ ἀτμοσφαῖραι. Ὥστε οἱ σωλῆνες δέον νὰ ἀντέχωσιν εἰς 25 ἀτμοσφαίρας ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν, Κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὅπερ λέγει (ἀναγινώσκει): «...θὰ τοποθετῶνται ἐντὸς χάνδακος βάθους ἐπαρκοῦς, ὥστε ἡ ἄνω ἐπιφάνεια αὐτῶν νὰ ἐπικαλύπτηται ὑπὸ στρώματος γῆς πάχους κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἑνὸς μέτρου». Καὶ ἐνταῦθα ζητοῦμεν τὰς εὐκολίας τῆς Ἑταιρείας, χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν τὰ δέοντα μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ποιότητος καὶ τῆς δροσερότητος τοῦ ὕδατος, διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ πίνωμεν ὕδωρ χλιαρὸν, τότε τέλος πάντων ἂς λείψωσιν αὐτὰ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας. Λοιπὸν τὸ αὐτὸ σύγγραμμα περὶ τοῦ ὑδραγωγείου τοῦ Serino ἐν σελ. 33 θέλει τὸ προκείμενον βάθος 1 μ. 25. (Aqueduc de Serino, 1887 ἔτους). Ἄρθρον 16 § αʹ (ἀναγινώσκει): «Ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων ἐντὸς τῶν πόλεων θέλει γίνεσθαι διὰ χυτοσιδηρῶν σωλήνων ἰσοπαχῶν καὶ κατακορύφως χυμένων, δικαιοῦται δὲ ἡ δημοσία ὑπηρεσία τοῦ ἐλέγχου τῆς κατασκευῆς, ὁσάκις κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον, νὰ ὑποβάλλῃ τοὺς σωλῆνας τούτους πρὸ τῆς ἐπικαλύψεως αὐτῶν εἰς δοκιμασίαν δι’ ὑδραυλικοῦ πιεστηρίου εἰς θλίψιν δέκα ἀτμοσφαιρῶν κλπ.» Ἐν τῇ Γαλλίᾳ ζητοῦσι θλίψιν 15 ἀτμοσφαιρῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι καὶ ἐνταῦθα δέον νὰ ζητηθῇ ἡ αὐτὴ θλίψις. (Ἴδετε τὴν αὐτὴν συγγραφὴν Μπέκμαν, ἔκδοσις τοῦ 1898 ἔτους, ἐν σελ. 422). Ἔρχομαι εἰς τὴν παράγραφον γʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάμετρος τῶν σωλήνων πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ τοιαύτη, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ διοχέτευσις διακοσίων κατ’ ἐλάχιστον λιτρῶν ὕδατος κατὰ κάτοικον εἰς ἁπάσας τὰς ὁδοὺς τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.» Ἡ τροπολογία ἐπὶ τῆς παραγράφου ταύτης λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάμετρος τῶν σωλήνων πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ τοιαύτη, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ διοχέτευσις διακοσίων κατ’ ἐλάχιστον λιτρῶν ὕδατος κατὰ κάτοικον καὶ κατὰ δεκάωρον» κλπ. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν (σελ. 6) θέλουσι παρέχει ἡμῖν λίτρας κατ’ ἄτομον 360, διατὶ νὰ ὁρίζωσι τὰς διαστάσεις μέχρι 200 λιτρῶν κατ’ ἄτομον; Πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τὰς διαστάσεις μέχρι τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ τῶν 360 λιτρῶν. Ἡ παράγραφος δʹ λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν ταῖς ὁδοῖς τῆς πόλεως ἐγκαθιστάμενοι σωλῆνες πρέπει νὰ τοποθετῶνται ἐντὸς τῆς γῆς εἰς ἀρκετὸν βάθος, ὥστε νὰ ἐπικαλύπτωνται ἁπανταχοῦ ὑπὸ στρώματος γῆς 0μ. 80 κατ’ ἐλάχιστον». Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ὀλίγον, διότι ἐν μὲν τῇ Γαλλίᾳ ζητοῦσι βάθος 1μ. 20, ἐν δὲ τῇ Γερμανίᾳ 1μ. 50 μέχρι 2 μέτρων. Ἴδετε τὸν Μπέκμαν ἐν τῷ αὐτῷ συγγράμματι (ἔκδοσις τοῦ 1888 ἔτους, σελ. 343) διὰ τὴν Γαλλίαν, καὶ τὸν König (αὐτόθι) διὰ τὴν Γερμανίαν...

§331ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Κελλενὲκ προτείνει δύο μέτρα.

§332ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε παρατηρεῖτε, ὅτι οὐχὶ πλέον ἡ σύμβασις, ἀλλὰ καὶ τὸ τεχνικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, τουτέστιν ἡ συγγραφὴ εἶναι κατεσκευασμένη διαρκῶς, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἐν πάσῃ σειρᾷ, ἐν πάσῃ λέξει, ἁπλῶς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑταιρείας καὶ κατὰ τῶν συμφερόντων τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οὓς ζητοῦμεν νὰ φορολογήσωμε μὲ τέσσαρα ἑκατομμύρια ἐτησίως. Καὶ ἵνα ἐξέλθω τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, οὗ ἕνεκα πολὺ ὑμᾶς ἀπησχόλησα, ἐφ’ ᾧ καὶ αἰτοῦμαι συγγνώμην, λέγω τὰ ἑξῆς. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἐν αὐτῷ, ὅτι, ἄν ποτε γένηται ὁδοστρωσία, παρακωλύουσα τὴν ἐκσκαφὴν τῶν ὁδῶν, ὁδοστρωσία διά τινος ὕλης π. χ., ἡ Ἑταιρεία νὰ ὑποχρεῶται νὰ θέσῃ τοὺς σωλῆνας ὑπὸ τὰ πεζοδρόμια, ἢ ἐντὸς τῶν ὑπονόμων. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 20. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ὅτι κατοικοῦνται αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑπὸ ἀγρίων ἀνθρώπων, οὐδὲ δέχομαι ὅτι οἱ συμπολῖταί μου θέλουσιν εὑρίσκει συμφέρον, ἢ διασκέδασιν, βλάπτοντες ἢ ἐμφράττοντες τὰς διακλαδώσεις, ἢ τοὺς κρουνοὺς αὐτῶν. Ἄν ἐπέλθῃ τις βλάβη, ἢ ἔμφραξις τῶν διακλαδώσεων ἢ τῶν κρουνῶν τῶν ἰδιοκτητῶν, ταῦτα θέλουσι συμβαίνει ἢ διότι οἱ κρουνοὶ θέλουσιν εἶσθαι κακῆς ποιότητος, ἢ ἐκ τῆς κακῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ὕδατος εἰς τοὺς σωλῆνας μετὰ χωμάτων κλπ. ἐξ ὧν αἱ ἐμφράξεις. Ὅθεν ἐπὶ τούτοις δέον νὰ εὐθύνηται ἡ Ἑταιρεία Ἐπὶ τέλους οἱ ἰδιοκτῆται δίκαιον εἶναι νὰ εὐθύνωνται μόνον ἐπὶ τοῦ ὑδρομέτρου. Ἄρθρον 21. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων κρηνῶν ἐν πόλεσιν, οἷαι αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς, εἶναι λίαν μικρός. Δηλαδὴ ἐν Ἀθήναις 100, ἐν Πειραιεῖ 30. Φαντάσθητε πόλιν ἀρχομένην ἀπὸ τῆς Ἀκροπόλεως καὶ φθάνουσαν μέχρι τῶν Πατησίων, καὶ ἀπὸ τῶν Παραπηγμάτων τῶν στρατιωτικῶν τῶν Ἀμπελοκήπων μέχρι τοῦ Ροῦφ. Ἀρκοῦσιν ἑκατὸν κρῆναι; Μεταβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον 25, προτελευταία παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστον πυροσβεστικὸν στόμιον ἐγκατεστημένον εἰς οἰκίαν θέλει πληρώνει ἐτησίως δρ. 10 κλπ.» Ἀφοῦ, Κύριοι, κατὰ τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ὕδατος πληρόνει ὁ ἰδιοκτήτης, διατί νὰ δίδῃ τόσον μέγα ἐνοίκιον διὰ τὸν πυροσβεστικὸν τοῦτον σωλῆνα; Πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἰδιοκτήτης δὲν θέλει ἔχει ἄλλην φροντίδα ἢ νὰ ἀνάπτῃ πυρκαϊὰν καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, ἵνα πληρώνῃ τηλικοῦτον ἐνοίκιον. Πρέπει νὰ λείψῃ ἐντελῶς τὸ μίσθωμα αὐτὸ, ἀφοῦ ὁ ἰδιοκτήτης κατέβαλεν ἅπαξ τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ πυροσβεστικοῦ σωλῆνος. Ἄρθρον 28. Τὸ τιμολόγιον τοῦ ὕδατος τῶν πιδάκων εἶναι λίαν ἀκριβόν. Πότε γίνονται αὐτὰ τὰ θεάματα, οἱ πίδακες καὶ αἱ πρὸς διασκέδασιν ἀναπηδήσεις ὑδάτων; Γίνονται κατὰ τὰς ἑορτὰς συνήθως. Ἀλλὰ τότε ἡ Ἑταιρεία θέλει ἔχει διαθέσιμον ὕδωρ, διότι κατὰ τὰς ἑορτὰς δὲν ἐργάζονται τὰ βιομηχανικὰ ἐργοστάσια. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν διαστάσεων τῶν ὑπονόμων θέλει γείνῃ χρῆσις τοῦ τύπου, ὃν μεταχειρίζονται νῦν ἐν Βερολίνῳ». Ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, αὐτὸς ὁ τύπος νὰ ὁρισθῇ ἐν τῇ συγγραφῇ, ὡς ὁρίζονται οἱ τοιοῦτοι τύποι. Παράγραφος βʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου: «Ἡ κλίσις τῆς ὑπονόμου θέλει παραλλάσσει ἀναλόγως τῆς κλίσεως τῆς ὁδοῦ, κυμαινομένη: διὰ τὰς σωληνωτὰς ὑπονόμους μεταξὺ 0,007 καὶ 0,06, διὰ τὰς λιθοκτίστους μεταξὺ 0,0004 καὶ 0,02· διὰ τὰς ἰδιωτικὰς διακλαδώσεις 0,04». Ἀλλὰ πᾶσαι αὗται αἱ κλίσεις, κατὰ τοὺς εἰδικῶς περὶ τῶν ζητημάτων τούτων συγγράψαντας, εἰσὶ μικραί. Διὰ τὰς σωληνωτὰς ὑπονόμους ἡ κλίσις δέον νὰ ᾖναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρα καὶ μέχρι 0,05 καὶ ἄνω. Διὰ τὰς λιθοκτίστους ἀπὸ 0,015, τοῦ μέτρου, καὶ νὰ φθάνῃ μέχρι 0,05 τὸ πολύ. Διότι, ὡς ἔχει ἡ κλίσις ἐν τῇ συγγραφῇ (0,0004), ἡ ὑπόνομος εἶναι σχεδὸν ὁριζοντία, θέλουσι δὲ κατακάθεσθαι καὶ αἱ λεπτόταται τῶν οὐσιῶν. Ἴδετε τὸν Μπέκμαν, αὐτόθι, σελ. 567 (ἔκδοσις τοῦ 1888 ἔτους) καὶ τὸν Hervieu, εἰδικώτερον κατὰ τοῦτο, ἐν τῷ «Traité pratique de la construction des Égouts» σελ. 37 (ἔκδοσις τοῦ 1897 ἔτους). Ἄρθρον 35 (ἀναγινώσκει): «Αἱ ὑπόνομοι τοποθετηθήσονται εἰς βάθος τριῶν μέτρων καὶ ἑβδομήκοντα πέντε ἑκατοστῶν ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας τῆς ὁδοῦ μέχρι τοῦ πυθμένος τῆς ὑπονόμου κλπ». Κύριοι, εἰδικώτατος ἀνήρ, ἐπισκεφθείς με, ξένος, ἀλλὰ λίαν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ἀγαπῶν, μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ βάθους τῶν ὑπονόμων τοῦ ἄρθρου τούτου ἐντὸς μικροῦ θέλομεν ἔχει πλημμύραν ἐν τοῖς ὑπογείοις τῶν ἐν Ἀθήναις οἰκιῶν ἐκ τῶν διὰ τῶν ὑπονόμων διαρρεόντων ὑδάτων. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ὑπόνομοι θέλουσι κατασκευασθῆ ὡς ἐν Βερολίνῳ· κατασκευασθήσονται ἐπὶ τὸ ῥωμεϊκώτερον, οὐχὶ ἐπὶ τὸ ῥωμαϊκώτερον. Καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι, ἂν αἱ ὑπόνομοι ὦσιν εἰς ἔδαφος ὑψηλότερον κατὰ τὴν βάσιν αὐτῶν τῶν ὑπογείων τῶν οἰκιῶν, πολλοὶ θέλουσιν ἴδει τὰ ὑπόγεια αὐτῶν μεταβαλλόμενα εἰς λίμνας διὰ τῶν ἐκ τῶν ὑπονόμων διαρρεόντων ὑδάτων. Διὰ τοῦτο ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει διάταξις κανονιστικὴ τοῦ βάθους τῶν ὑπονόμων, κατὰ δὲ ταύτην, ἂν τὰ ὑπόγεια τῆς ὁδοῦ ἦναι βάθους μέτρων τριῶν, ἡ ὑπόνομος, ἡ διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης διερχομένη, πρέπει νὰ ἦναι βάθους τεσσάρων, ὥστε νὰ κωλύηται ἡ ἐκ τῆς τυχὸν διαρροῆς τῆς ὑπονόμου βλάβη τῶν ὑπογείων. Νομίζω, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν πρέπει νὰ τηρηθῶσιν αἱ διαστάσεις αὗται. Ἐν Ἀγγλίᾳ πάλιν, ὅπου ὑπάρχει ὁδὸς ἄνευ οἰκιῶν, ἡ ὑπόνομος κανονίζεται βάθους τεσσάρων μέτρων, τὰ δὲ ὑπόγεια τριῶν. Ἄρθρον 38. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐτροπολογήθη. Διαγράφονται αἱ λέξεις «διὰ τὸν ἀερισμὸν τῶν ὑπονόμων ὡς καί». Τοιουτοτρόπως ὁ ἀερισμὸς τῶν ὑπονόμων διὰ τῶν τεσσάρων αὐτῶν λέξεων καταργεῖται, τοῦθ’ ὅπερ ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύστημα «ὅλα εἰς τὴν ὑπόνομον». Ὁ ἀερισμὸς τῶν ὑπονόμων μετὰ τὸ σύστημα «ὅλα εἰς τὴν ὑπόνομον» εἶναι ἀπαραίτητος, ὅπως εἰσέρχωνται εἰς αὐτὰς οἱ καθαρισταί. Ὁ δὲ σίφων, ὃν καθιεροῦσιν, ἐμποδίζει τὸν ἀερισμὸν, καὶ ἐτέθη, ἵνα ἐμποδίζῃ ἅμα τὴν δυσοσμίαν, τὴν ἐκ τῶν ὑπονόμων, ἐν ταῖς ὁδοῖς. Καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλει ἐπιχειρήσει ποτὲ ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐπισκευάσῃ τὰς κακῶς καὶ ἀθλίως ἐχούσας ὑπονόμους τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἂν ἀκόμη κακῶς λειτουργῶσιν, ὡς πρὸς τὴν διοχέτευσιν τῶν ἀκαθάρτων ὑδάτων, περὶ οὗ μηδεὶς ἂς ἀμφιβάλλῃ, ἐν τῇ πεποιθήσει αὐτῆς ταύτῃ ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ ἄφρακτα τὰ στόμια, τὰ παρὰ τὰ πεζοδρόμια· διὰ τοῦτο μεταχειρίζεται τὸν σίφωνα. Ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς διαβάτας, ὧν ἐπιθυμεῖ νὰ προφυλάξῃ τοὺς ῥώθωνας. Καὶ ἐπειδὴ ἔχει σχέσεις στενὰς μὲ τοὺς οὐρανοὺς, διότι δίδει δέκα διὰ τῆς ἀριστερᾶς, καὶ λαμβάνει εἴκοσι διὰ τῆς δεξιᾶς, αὐτὴν τὴν δυσοσμίαν τῶν ὑπονόμων, διὰ τῶν σιφώνων ἀφαιρεῖ μὲν ἀπὸ τῶν ὁδῶν, μεταδίδει δὲ εἰς τοὺς οὐρανούς. Τοιουτοτρόπως εἰς τὰς ὀροφὰς καὶ τὰς τερράτσας τῶν οἰκιῶν ὑποχρεοῖ νὰ ἀνοίξωμεν ὀπὰς, ἐξ ὧν νὰ ἐξέρχηται ἡ δυσοσμία τῶν ὑπονόμων. Πρόκειται ἄρα περὶ ἁπλῆς μεταθέσεως τῆς δυσοσμίας ἀπὸ τῶν ὁδῶν εἰς τοὺς κοιτῶνας ἡμῶν. (Ἴδετε τὴν τροπολογίαν τῆς παραγράφου δʹ τοῦ ἄρθρου 41 τῆς συγγραφῆς). Τώρα, Κύριοι, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 42, ὅπερ χρήζει καὶ αὐτὸ ἐξετάσεώς τινος, διότι καὶ ἐκεῖ καταβάλλεται προσπάθειά τις, τίνι τρόπῳ ἀτελέστερον νὰ ἐπιτελῆται ὁ καθαρισμὸς τῶν ὑπονόμων. Διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν ἐδαφίῳ αʹ λέγει, ὅτι ὁ καθαρισμὸς τῶν κτιστῶν ὑπονόμων καὶ τῶν συλλεκτήρων θέλει γίνεσθαι τοὐλάχιστον κατὰ μῆνα, τοῦθ’ ὅπερ δὲν ἀρκεῖ. Γενικῶς αἱ περὶ καθαρισμοῦ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν εἶναι ἀρκούντως αὐστηραὶ, οὐδὲ συνᾴδουσι πρὸς τὰ παρὰ τοῦ Hervieu (αὐτόθι) διδασκόμενα (σελ. 122). Τοιουτρόπως, Κύριοι, ἔφθασα εἰς τὸ τέλος τῆς μελέτης μου περὶ τῶν ὅρων τῆς τε συγγραφῆς καὶ τῆς συμβάσεως. Μόνον ὀφείλω νὰ παρακαλέσω, ὅπως μὴ δημιουργηθῇ καὶ ἄλλο τερατῶδες προνόμιον ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας, προνόμιον πλέον καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, καθ’ ὃ προνόμιον τὸ Κράτος δὲν δικαιοῦται ἄνευ συναινέσεως τῆς Ἑταιρείας νὰ ἔχῃ τὰ ἠλεκτρικὰ καὶ τηλεφωνικὰ ἢ τηλεγραφικὰ αὑτοῦ καλώδια ἐντὸς τῶν ὑπονόμων, ἐνῷ γνωρίζετε, ὅτι ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου σήμερον πᾶσαι αὗται αἱ γραμμαὶ διέρχονται διὰ τῶν ὑπονόμων. Βεβαίως, προκειμένου περὶ ἐκκρηκτικῶν ἢ εὐφλέκτων ὑλῶν, ὡς εἶναι τὸ ἀεριόφως, ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ διὰ τῶν ὑπονόμων διέλευσις. Ἀλλὰ, παρακαλῶ ὑμᾶς, τάχα δὲν γνωρίζετε, ὅτι ὑπὸ τοὺς Παρισίους, ὑπὸ πᾶσαν μεγάλην πόλιν, ὑπάρχουσι χιλιάδες μέτρα καλωδίων τηλεγραφικῶν, τηλεφωνικῶν, ἠλεκτρικῶν; Καὶ ἐὰν, Κύριοι, θελήσωμεν μετά τινα ἔτη νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν κατ’ ἄλλο σύστημα μονιμωτέρας διατηρήσεως τῶν ὁδῶν, καὶ θελήσωμεν νὰ ἐπιστρώσωμεν αὐτὰς δι’ ὕλης τινὸς μακροχρονίου διαρκείας, διατὶ τάχα νὰ μὴ ὑποχρεώσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν Ἑταιρείαν, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ ἀκόμη καὶ τοὺς ὑδραγωγοὺς σωλῆνας θέσῃ ἐντὸς τῶν ὑπονόμων, ὥστε νὰ μὴ ὦμεν ὑπόχρεοι νὰ διαιωνίσωμεν τὸ ἄθλιον αὐτὸ σύστημα τῆς ὁδοστρωσίας τῶν Ἀθηνῶν; Τὸ συμπέρασμά μου, Κύριοι, εἶναι τοῦτο· ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνεπνέετο βεβαίως ὑπὸ ἰδεῶν φιλοτίμων, εὐγενῶν καὶ ἀγαθῶν ὑπὲρ τῶν δύο τούτων πόλεων. Εἴτε ὅμως διότι, ὡς ἐκ τοῦ πολυασχόλου αὐτοῦ, δὲν ἐδυνήθη νὰ μελετήσῃ τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως, ἐμπιστευθεὶς, ὡς πᾶς εἰλικρινὴς ἄνθρωπος, τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ἥτις καὶ αὕτη ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἐμελέτησε προσηκόντως, εἴτε διότι ἐπιτηδειότεροι, ὡς πάντες οἱ ἐπιχειρηματικοὶ ἄνδρες, ἀπεδείχθησαν οἱ τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν ἀντιπρόσωποι, ἠκούσαμεν κατὰ τὰς μακρὰς ταύτας συνεδριάσεις συζητήσεις λεπτομερεῖς μὲν ὁμολογουμένως, οὐσιώδεις δὲ ὅμως, ὡς δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ ἀμφισβητήσητε, ἐξ ὧν συμπέρασμα ἀρίδηλον καὶ ἐκ τῶν ποικίλων τροπολογιῶν καὶ ὑποτροπολογιῶν, αἵτινες ἀλλεπαλλήλως προσεκομίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνισχυόμενον προκύπτει, ὅτι καὶ ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ καὶ ἡ σύμβασις καὶ ἡ συγγραφὴ καὶ αἱ τροπολογίαι καὶ αἱ ὑποτροπολογίαι πᾶσαι οὐδαμῶς ἐνώπιον ἡμῶν ὑψοῦσιν ἔργον ἄξιον τῆς σοβαρότητος τοῦ εἰσηγησαμένου αὐτὸ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲ τοὐναντίον καὶ οἱ μεταγενέστεροι οὐ μόνον δὲν θέλουσι θαυμάζει ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ, ἀλλὰ θέλουσι μάλιστα καὶ μυκτηρίζει καὶ ὀνειδίζει. Καὶ ὅταν λοιπὸν οἱ μεθ’ ἡμᾶς θὰ κατέρχωνται ἐν τοῖς ὑδραγωγείοις τῶν τοιούτων συμβάσεων τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος, θέλουσι στρέφει καὶ τὰς δύο χεῖρας, μετὰ τῶν δέκα δακτύλων ἠνεῳγμένων, πρὸς τὰ ἔργα τῆς νέας τέχνης, ὅταν παρ’ αὐτὰ ταῦτα, ἐπὶ τοῦ μεγίστου πολιτισμοῦ, τῆς ὑψίστης προόδου, ἐπὶ τῆς ὑπάτης τέχνης, ἐρείπια ἤδη ὄντα πρὶν λειτουργήσωσι. Θὰ κεῖνται, ἀπαράμιλλα κατά τε τὴν τέχνην, τὴν στερεότητα καὶ τὸ κάλλος, ἀεὶ ζῶντα, τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων καὶ τοῦ θείου Ἀδριανοῦ, ὅστις, πρὸ αἰώνων πολλῶν προικίσας τὴν πόλιν διὰ τῶν ἀθανάτων αὐτοῦ τούτων ὑδραγωγείων, καὶ αὐτὸς θέλει μυκτηρίσει ἡμᾶς, οἵτινες, μετὰ πάροδον τοσούτων αἰώνων, πρῶτον νῦν βουλευσάμενοι νὰ κατασκευάσωμεν ἔργον ἐκπολιτιστικὸν τοιοῦτον ἐνταῦθα, ἀπεδείχθημεν καὶ πρὸς τοῦτο ὅλως ἀνεπιτήδειοι. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ ἐν πλήρει πεποιθήσει, ἐν πλήρει συνειδήσει κηρύσσομαι κατὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως. Οὐδεμίαν βεβαίως ἀφορμὴν προσωπικὴν ἔχω κατὰ τῶν διευθυντῶν ἢ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν. Ὁ κ. Βλάγκαλης μάλιστα τυγχάνει μοι καὶ φίλτατος καὶ οἰκεῖος, τιμῶν με διὰ τε τῆς προσωπικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ φιλίας. Ἄλλοτε μάλιστα κατὰ βουλευτικὰς ἐκλογὰς παρέστη ἐν Πειραιεῖ ὡς ἀντιπρόσωπός μου πρὸ τῆς κάλπης μου, δι’ ὅπερ καὶ εὐγνωμόνως πρὸς αὐτὸν ἀεὶ ἔχω...

§333ΔΟΥΝΗΣ. Πόθεν εἶναι ὁ κ. Βλάγκαλης;

§334ΛΕΒΙΔΗΣ. Μήπως ἐγὼ εἶμαι ληξίαρχος νὰ γνωρίζω; (ἱλαρότης). Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπολέμησαν τὴν σύμβασιν αὐτὴν καὶ ἐδῶ καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν πράττομεν τοῦτο ἐν τῇ ἑδραίᾳ πεποιθήσει, ὅτι συντελοῦμεν οὕτως εἰς τὴν ἀπόκρουσιν μεγίστων ἀδικημάτων καὶ μεγίστων συμφορῶν, αἵτινες ἀφεύκτως θέλουσι προκύψει καὶ διότι τὸ ἔργον εἶναι ἀμελέτητον ὅλως, ὡς ἀπεδείχθη, καὶ διότι οἵ τε δῆμοι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται παρορῶνται, διότι δὲν προεκηρύχθη συναγωνισμὸς πρὸς ἀνάληψιν αὐτοῦ. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκεν ἐκηρύχθημεν οὐχὶ κατὰ τοῦ ἔργου, ἀλλὰ κατὰ τῆς συμβάσεως. Κηρυττόμενοι ἄρα κατὰ τῆς συμβάσεως, μακρὰν πολὺ ἀπέχομεν τοῦ νὰ κηρυττώμεθα καὶ κατὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἢ καὶ ἄλλων, εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῶν Ἀθηνῶν. Διότι πρέπει τις νὰ ἦναι ὅλως παράφρων, ἵνα ἐγερθῇ νὰ ἀγορεύσῃ κατὰ τῆς διοχετεύσεως ὑδάτων εἴτε ἐνταῦθα, εἴτε ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡμεῖς ψηφίζομεν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη νόμους, πρὸς οὓς οἰκείως ὁπωσδήποτε ἔχομεν, καὶ μετὰ μῆνας ἓξ ἐρχόμεθα καὶ μεταβάλλομεν αὐτοὺς, ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας. Καὶ θέλετε περὶ ὑποθέσεως ὅλως τεχνικῆς, τὸ πρῶτον οὕτως εἰσερχομένης εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀγνώστου, δυσκόλου, περιπλόκου, μὴ ἀντεχούσης εἰς τὴν ἐπίθεσιν ἀνδρῶν καὶ μὴ εἰδικῶν ἀκόμη, ὅπως δὲν εἴμεθα εἰδικοὶ πάντες ἡμεῖς οἱ ἐντεῦθεν κατὰ τῆς συμβάσεως ἀγορεύοντος, θέλετε, λέγω, τυφλοῖς ὄμμασι νὰ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν ταύτην, ὅταν καὶ ἐκ τοιαύτης ἀτελοῦς ὅλως ἐξετάσεως καὶ ἀνεπιστήμονος, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, ἀπεδείχθη, ὅτι πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ἔργον τέλειον; Ἢ μήπως θέλομεν δυνηθῆ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ τροποποιήσωμεν καὶ νὰ βελτιώσωμεν αὐτὴν, ὡς ἑκάστοτε τροπολογοῦμεν ἢ μεταβάλλομεν τοὺς νόμους; Ἐδῶ, Κύριοι, θέλομεν συνάψει σύμβασιν ἀμφοτεροβαρῆ. Ἢ πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ λυτρωθῶμεν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν Κυρίων αὐτῶν, ἐὰν οὗτοι, ἀρχομένης τῆς ἐκμεταλλεύσεως, δὲν ἐκτελῶσιν ἢ δὲν δύνανται νὰ ἐκτελῶσι τοὺς ὅρους; Θέλουσι κηρυχθῆ ἔκπτωτοι! Ὡραῖον! Ἀλλ’ ἐὰν τότε δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὅρων εἴτε τῆς ὑδρεύσεως, εἴτε τῆς λειτουργίας τῶν ὑπονόμων, ἕνεκα λόγων τεχνικῶν, ἢ θέλει διακοπῆ ἡ ὕδρευσις ὅλως, ὡς καὶ ἡ λειτουργία τῶν ὑπονόμων, ἢ κακῶς ἀμφότερα θέλουσιν ἐκτελεῖσθαι. Ὅπερ δὲ χεῖρον, ἐὰν πρὸ τῆς περατώσεως τοῦ ἔργου κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι, ἡ ὕδρευσις καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν ὑπονόμων θέλουσι πάλιν ἐπὶ μακρὸν ἀναβληθῆ. Διὰ τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Ἐὰν ἐρωτᾶτε τὴν πεποίθησίν μου, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πεπεισμένος, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἔχει καλῶς, ὅτι καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις καὶ κατ’ ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ γένηται δεκτή, καὶ δὲν θέλει γείνῃ δεκτή.

§335ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε;

§336ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶμαι βέβαιος. Εἴτε διότι θέλει ἀναγκασθῆ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὑποχωρήσῃ, ἀνάγκα πειθόμενος, — ἀφοῦ καὶ οἱ θεοὶ πείθονται αὐτῇ, — εἴτε διότι ἐπείσθη, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων, πλανηθεῖσα, ἐγένετο αἰτία νὰ προσκομισθῇ ἐνώπιον ἡμῶν ἔργον, ὅπερ, εὐθὺς ὡς προσεβλήθη, κλονίζεται, καὶ βεβαίως θέλει καταρρεύσει. Ἐγώ, Κύριοι, ὀφείλω, συμπεραίνων, νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἣν μοὶ παρέσχεν ἡ Βουλή, ἐπὶ τοσαύτας ἤδη ὥρας ἀκροωμένη μου. Δὲν τολμῶ νὰ ἀπασχολήσω πλειότερον αὐτήν. Καὶ ἐὰν μὲν ἴδω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, πολὺ θέλω εὐχαριστηθῆ. Ἐὰν ὅμως, παρ’ ἐλπίδα, τὸ προκείμενον ἔργον ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῆς δευτέρας συζητήσεως ἐνταῦθα, τότε, Κύριοι, ἐπιφυλάσσομαι νὰ πραγματευθῶ τὸ θέμα καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, ὅτε θέλω ἀποδείξει δι’ ἀριθμῶν ἀκριβεστάτων καὶ πραγμάτων ἀναμφιλέκτων ἡλίκα ἔσονται τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας. Τότε λοιπὸν θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ Ἑταιρεία θέλει εἰσπράττει ἐτησίως καθαρὸν ἔσοδον: αʹ) ἐκ τῶν ὑδάτων δραχ. 2,500,000 καὶ βʹ) ἐκ τῶν ὑπονόμων δρ. 1,250,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐτησίως θέλει εἰσπράττει καθαρὸν ἔσοδον δραχμῶν 3,750,000. Ὑπολογιζομένης δὲ τῆς διὰ τὸ ὅλον ἔργον (ὑδραυλικὰ καὶ ὑπόνομοι) δαπάνης ἀκριβέστατα εἰς 45,000,000 δραχμὰς, ἡ Ἑταιρεία, ἐκτὸς ἄλλων πολλῶν καὶ μεγάλων ὠφελειῶν, ἐντὸς 80 ἐτῶν, λαμβάνουσα μὲν ἑκάστοτε τοὺς τόκους καὶ τὰ μερίσματα, καὶ διανέμουσα αὐτὰ τοῖς μετόχοις, ἐξοφλοῦσα δὲ καὶ τὸ διὰ τὸ ἔργον συνομολογηθησόμενον δάνειον χρεωλυτικῶς, θέλει εὑρεθῆ κερδίσασα ἔκ τε τῆς προϊούσης αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως τοῦ ὕδατος καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ 104 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν.

§337Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μόνον;

§338ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς φαίνονται ὀλίγα;

§339Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν εἶνε πολλά!

§340ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι πολλά. Τουλάχιστον ἐγὼ δὲν τὰ ἐμέτρησα ποτέ. Ἐὰν τὰ ἐμετρήσατε σεῖς... (γέλωτες). Δὲν ἤθελε, καὶ δικαίως, συγχωρηθῆ ἡμῖν νὰ ὑποστῶσιν αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τὰ ὀλέθρια ταῦτα βάρη, χωρὶς ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν νὰ ἐξαντλήσωμεν ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς ἡμῶν, ἀποκρούοντες τὰ ἀστόργως φιλοτεχνηθέντα. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ προκειμένη συζήτησις ἐξακολουθήσῃ, θέλω καὶ ἐγὼ ἐξακολουθήσει ἀναλύων ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν τὸ προκείμενον θέμα, καὶ καταλήγων εἰς τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, ὧν ἀρτίως ἐποιησάμην μνείαν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον.

§342Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως «περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας», πρὸ δύο ἐτῶν πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων τῆς διοχετεύσεως, παραχωροῦνται εἰς τὴν ἀνάδοχον Ἑταιρείαν «πάντα τὰ ἤδη εἰς τὴν κυριότητα καὶ κατοχὴν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς εὑρισκόμενα ὕδατα» κλπ. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συναινέσωσιν οἱ δῆμοι Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν τί θὰ γείνῃ κατὰ τὸ διετὲς αὐτὸ διάστημα. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου «περὶ ἀνανεώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΟΑʹ τῆς 30 Ἰουλίου 1892 περὶ ἐκτελέσεως ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων». Παρακαλῶ δὲ ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον εἰς πρώτην συζήτησιν.

§343Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν καιρόν· ὑπολείπονται ἀκόμη ἀρκεταὶ συνεδριάσεις.

§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 427)

§345ΔΗΜ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν ἐρχώμεθα τὴν 5 μ. μ. ὥραν, θὰ τελειώνῃ ἡ συνεδρίασις τὴν 2 τὸ πολὺ ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Νομίζω ὅτι σήμερον ὑπερέβημεν ἤδη κατὰ ἡμίσειαν ὥραν τὴν προσδιωρισμένην.

§346ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν ἔκαμε τοιαύτην δήλωσιν ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§347Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὴν δήλωσιν ταύτην ἔκαμεν. Ἐὰν νῦν θέλωμεν νὰ παραβαίνωμεν τὰ συμπεφωνημένα, τότε ἀναγκάζομαι νὰ φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Τσιτσάρα, ὡς ψηφολέκτης. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§349Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Τσιτσάρας δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἔνστασιν.

§350Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας· ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Δ. Τσιτσάρα καὶ Ι. Ναυπλιώτου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 122 Βουλευτῶν. Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας συμβάσεως.

§352Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅτε πρὸ δύο σχεδὸν μηνῶν, κύριοι Βουλευταί, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν τῇ Κυβερνήσει περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐγερθεὶς ἐμέμφθη ἐμοῦ, διότι τοιαύτην προέβαλον ἐπερώτησιν, ὡσεὶ νὰ ἀπῄτησα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, μόλις πρό τινων μηνῶν ἀναλαβούσης τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, νὰ ἐπιλύσῃ ζήτημα τοσοῦτον δυσχερές. Ἐνθυμοῦμαι δὲ τότε, καὶ ἐνθυμοῦνται ἴσως καὶ πάντες οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην παρευρεθέντες ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ζήτημα διῄρεσεν εἰς δύο, εἰπὼν, ὅτι ἡ προσωρινὴ τῆς πόλεως ὕδρευσις εἶναι ζήτημα σοβαρὸν μὲν, ἀλλ’ ὄχι δυσεπίλυτον, ἡ διοχέτευσις ὅμως ὑδάτων ἐπαρκῶν, οὐ μόνον διὰ τὴν ἐνεστῶσαν τῆς πρωτευούσης κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον αὐτῆς, εἶναι τὸ δυσχερέστατον τῶν ζητημάτων. Κατόπιν τῶν τοιούτων λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνεμένομεν πάντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προβῆ εἰς ὅλας τὰς ἀναγκαίας προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας, δι’ ὧν θὰ ἀπεδεικνύετο ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἐμελετᾶτο τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων ἐκ πηγῶν ἔξωθεν τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς. Μετ’ ἐκπλήξεως ὅμως εἴδομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν περιωρίσθη εἰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας, ἀλλ’ ὑπέβαλε τῇ Βουλῇ σύμβασιν, δι’ ἧς ἀξιοῖ, ὅτι ἐπιλύει τὸ δυσχερέστατον αὐτὸ ζήτημα, ὡσεὶ νὰ ἦτο τὸ ἁπλούστερον καὶ εὐλυτώτερον. Ὁμολογῶ, ὅτι ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς προκειμένης συμβάσεως ᾐσθάνθην βαθυτάτην χαράν, διότι βαθὺς εἶναι ἐν ἐμοὶ ὁ πόθος, ὡς εἶναι βαθὺς ὁ πόθος παντὸς Ἀθηναίου καὶ παντός, δύναμαι εἰπεῖν, Ἕλληνος, βαθὺς, λέγω, εἶναι ἐν ἐμοὶ ὁ πόθος νὰ ἴδω τὸ ζήτημα αὐτὸ λυόμενον, νὰ ἴδω τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀποβάλλουσαν τὴν ὀτὲ μὲν κονιορτώδη, ὀτὲ δὲ βορβορώδη περιβολήν της, καὶ ἀναλαμβάνουσαν τὴν μαρμαίρουσαν αὑτῆς αἴγλην, καὶ ἀναθάλλουσαν τὴν χλοερὰν αὐτῆς ὄψιν. Ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης ἐντυπώσεως ἐπελαβόμην τῆς μελέτης τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως, προσεδόκων δὲ, ἵνα τῆς μελέτης ταύτης τὸ συμπέρασμα ἐνισχύσῃ ἔτι μᾶλλον τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ ἐν ἐμοὶ πόθου. Δυστυχῶς ὅμως ἄλλαι ἐπεβλήθησαν ἐμοὶ ἐντυπώσεις ἐκ τῆς μελέτης τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ δι’ αὐτὸ ἔσπευσα, ἅμα τῇ ἀναγραφῇ τοῦ περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς τὸν λόγον. Πέπρωται ὅμως, ὁσάκις λαμβάνω τὸν λόγον, νὰ εὑρίσκω τὴν Βουλὴν κεκμηκυῖαν καὶ καταπεπονημένην, διότι περὶ τὴν ἠὼ συμβαίνει νὰ ἐπέρχηται ἡ σειρά μου· ἀλλὰ τοῦτο, καίτοι δι’ ἐμὲ εἶναι ἀτυχὴς σύμπτωσις, δὲν μὲ ἀποθαρρύνει, ἵνα ἐπιτελέσω ὃ νομίζω καθῆκον, καὶ ὑποδείξω τὰς ἐλλείψεις τῆς συμβάσεως, τὰς καθιστώσας αὐτὴν ἀτελῆ καὶ δεομένην μελέτης, καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας θέλει ὑποστῇ ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς, εἴ ποτε ψηφισθῇ. Εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὁπόσον δυσχερὲς εἶναι νὰ μελετήσῃ τις καὶ νὰ συναγάγῃ πόρισμα θετικὸν ἕνεκεν τῆς ἐλλείψεως μελέτης θετικῆς, μελέτης, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελε κανονισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς. Ἐκ τῆς ἐλλείψεως προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπετέλει τὴν πραγματικὴν, τὴν θετικὴν βάσιν εὐσυνειδήτου μελέτης, γεννᾶται κενὸν μέγα, κενὸν μὴ δυνάμενον νὰ πληρωθῇ, κενὸν ἕνεκεν τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται τῆς συμβάσεως ἡ ἀπόκρουσις. Καὶ ἄλλοι συνάδελφοι τὴν αὐτὴν γνώμην ἐξεδήλωσαν, καὶ ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν, ἣν καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα, παρακαλέσας τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις διὰ ξένων, εἰ δυνατὸν, καὶ διακεκριμένων εἰδημόνων μηχανικῶν μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων, χαράξῃ τὰ σχέδια καὶ ἰδίως καταστρώσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ εἰσφορὰ τῶν κατοίκων τῶν δύο πόλεων, ἡ δικαία, ἡ νόμιμος, ἐκείνη ἥτις ἤθελεν ἐξασφαλίσει καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων τῶν δαπανηθησομένων κεφαλαίων, καὶ νόμιμον κέρδος εἰς τοὺς ἐπιχειρήσοντας τὸ ἔργον· ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις προυπολογισμοῦ δυσχεραίνει τὴν μελέτην, καὶ ψηφιζομένης τῆς συμβάσεως, ὡς ἔχει, μέγα πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ κενὸν, καὶ μέγα ἐκ τούτου θέλει προσγείνῃ ἀδίκημα εἰς τοὺς κατοίκους τῶν δύο πόλεων. Ὅτι δὲ ἡ μελέτη αὕτη καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τοιαύτην νομοθετικὴν ἐργασίαν εἶναι ἀπαραίτητα, εἶναι τοῖς πᾶσι δῆλον. Τοῦτο ἀποδείκνυται καὶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, οὓς ἐκεῖνος προέταξεν, ὑποβάλλων κατὰ τὸ 1890 τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῆς εἰς Ἀθήνας διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων ἐκ τῶν πηγῶν τῆς Στυμφαλίας. Ἀνεμνήσθην ἐκείνου, διότι μετὰ τῆς διακρινούσης τοὺς λόγους αὐτοῦ σαφηνείας καὶ φειδοῦς περὶ τὴν φράσιν διατυποῖ πόσον ὑπῆρχεν ἐπιβεβλημένη ἡ ἀνάγκη ἔργων προπαρασκευαστικῶν, μελέτης προπαρασκευαστικῆς καὶ ἰδίως συντάξεως προυπολογισμοῦ. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ, καὶ ἰδίᾳ ὁ ἀρχιμηχανικὸς κ. Κελλενὲκ, ἐξεπόνησεν ἤδη τὴν μελέτην, ὑπέβαλε δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν ὑπομνήμασι τὰ πορίσματα ταύτης, οἷα προέκυψαν ἐκ διαμοιβῆς ἰδεῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν οἰκονομικῶν ὅρων τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ὅροις τῆς ἐπιχειρήσεως, ἐντελῶς δὲ ἐν τοῖς τεχνικοῖς, ἡ πρωτοβουλία περὶ τὴν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου ἀφέθη εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, καταρτίσασαν αὐτὸ εὐρύτερον κατά τι τοῦ κρινομένου παρ’ ἡμῶν ὡς δυναμένου ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ νὰ γένηται δεκτὸν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι τὸ σχέδιον τὸ παρ’ αὐτῆς ἐκπονηθὲν περιλαμβάνει οὐ μόνον τὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ καὶ τῆς διανομῆς αὐτῶν ἐν ταῖς δυσὶ πόλεσιν, ἀλλὰ περιλαμβάνει προσέτι καὶ τὰ τῶν ὑπονόμων τῆς πρωτευούσης. Βεβαίως καὶ τὰ περὶ τούτων εἶναι ἀναγκαιότατα, συνδέονται δὲ στενώτατα πρὸς τὴν ἄφθονον διοχέτευσιν ὑδάτων εἰς τὴν πόλιν· ἀλλ’ ἐὰν ἠθέλομεν ταὐτοχρόνως νὰ λύσωμεν καὶ τὰ δύο ζητήματα, ἐκινδυνεύομεν νὰ δώσωμεν εὐρύτητα εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, ἥτις θὰ καθίστα ἴσως αὐτὴν ἐν τῷ παρόντι ἀπραγματοποίητον.» Τὴν σοφὴν ταύτην γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) δὲν ἠκολούθησεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις· μὴ ἀκολουθήσασα δὲ τὴν γνώμην ταύτην ἡ Κυβέρνησις, ᾐσθάνθη ἀμέσως κλονιζομένην τὴν πεποίθησιν ἑαυτῆς ἐπὶ τὸ ἔργον, ὅπερ εἰσήγαγε, διότι κατενόησεν ἀμέσως τὸ μέγα ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον περιέχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ εἶναι εὐχῆς ὄντως ἔργον, ἵνα ἐννοήσασα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀναμνησθῇ τῶν λόγων τὸν ἀειμνήστου Τρικούπη, καὶ ἀκολουθήσῃ τὴν σοφὴν αὐτοῦ συμβουλήν· διότι τότε τὸ ἔργον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μελετηθῇ βαθύτερον, νὰ μελετηθῇ ἐκτενέστερον, καὶ νὰ ἔχῃ τις πορίσματα τῆς μελέτης σαφέστερα καὶ θετικά. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν μελετηθῇ νῦν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τις πορίσματα τῆς μελέτης πλήρη καὶ τέλεια· θὰ ἔχῃ πάντοτε πορίσματα ἀτελῆ, θὰ ἔχῃ πάντοτε πορίσματα ἀόριστα. Αἱ ἐλλείψεις δὲ τῆς συμβάσεως, ἐὰν αὕτη ψηφισθῇ, θέλουσιν ἐπιβαρύνει αὐτοὺς τούτους τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Δὲν θέλω καταγείνῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως, τῶν ὁποίων αἱ ἐλλείψεις παρ’ ἄλλων συναδέλφων ἐξητάσθησαν καὶ κατεδείχθησαν· θέλω περιορισθῆ εἰς ἑρμηνείαν ἄρθρων τινῶν τῆς συγγραφῆς, ὧν αἱ διατάξεις, ἐὰν δὲν βελτιωθῶσι καὶ ἡ σύμβασις ψηφισθῇ ὡς ἔχει, θὰ φέρωσι μεγάλας καταστροφὰς ἐν ταῖς πόλεσι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17 τῆς συγγραφῆς κανονίζουσι τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται πάντες οἱ ἰδιοκτῆται, τῆς κατασκευῆς συστήματος ἀγωγῶν πρὸς κανονικὴν καὶ τελείαν λειτουργίαν τοῦ συστήματος, ἐφ’ οὗ στηρίζεται τὸ δεύτερον μέρος τῆς συμβάσεως, «τὸ πᾶν εἰς τὴν ὑπόνομον». Ἀπετάθην εἰς εἰδικοὺς ἄνδρας, ἵνα μοὶ ὑποδείξωσιν ὁποῖα θέλει ἐπιβάλει βάρη εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἄρθρων, ὧν ἐμνήσθην. Καὶ ὄντως ἐπὶ ὥρας εἰργάσθην μετ’ αὐτῶν, ἀλλὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων, ὧν ἐμνήσθην, εὗρον σαφέστερον καὶ εὐκρινέστερον διατυπουμένην ἐν μελέτῃ τοῦ μηχανικοῦ κ. Γεωργιάδου...

§353Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ποῖος Γεωργιάδης εἶναι αὐτός;

§354ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ Ἀχιλλεὺς Γεωργιάδης, ἐργολάβος μηχανικός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικὸς καὶ γνωρίζει ἄριστα τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ εἰργάσθη. Ἵνα γνωρίσητε ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς ἕκαστον ἰδιοκτήτην διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων 16, 17 καὶ 41 τῆς συγγραφῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν τὰς διατάξεις τὰς σχετικὰς τῶν ἄρθρων τούτων. «Πρὸ ἑκάστης ἰδιωτικῆς διακλαδώσεως», λέγει ἐν παραγράφῳ ἕκτῃ τὸ ἄρθρον 16, «δέον νὰ τοποθετῆται ἐπὶ τοῦ κυρίου ἀγωγοῦ κρουνὸς διακοπῆς μετὰ φρεατίου ὁρατοῦ ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ μὴ ἐξέχοντος τῆς ἐπιφανείας αὐτῆς.» Τὸ ἄρθρον 17 λέγει: «Ἡ ἀξία τοῦ ὑδροφόρου σωλῆνος ἀπὸ τοῦ κεντρικοῦ ἐπὶ τῶν ὁδῶν ἀγωγοῦ μέχρι τῆς οἰκίας, ἡ ἀξία τοῦ κρουνοῦ διακοπῆς μετὰ τοῦ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ φρεατίου, τέλος τὸ ὑδρόμετρον ἢ ὁ ὑδρομετρικὸς κρουνὸς βαρύνουσι τοὺς ὑδρολήπτας καὶ τοποθετοῦνται ὑπὸ τῆς ἀναδόχου δαπάναις αὐτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τιμοκαταλόγου καὶ συστημάτων ἐγκρινομένων κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δημοσιευομένων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἀξίαν τῶν ἀνωτέρω εἰδῶν δύναται ὁ ὑδρολήπτης νὰ καταβάλῃ εἰς τέσσαρας ἴσας δόσεις.» Τὸ δὲ ἄρθρον 41 λέγει: «Διὰ τὴν τελείαν λειτουργίαν τοῦ συστήματος «τὸ πᾶν εἰς τὴν ὑπόνομον» πάντες οἱ ἰδιοκτῆται, νομεῖς ἢ κάτοχοι ὑποχρεοῦνται αʹ) νὰ ἔχωσι διοχέτευσιν ὕδατος εἰς ὅλα τὰ πατώματα, ἐν οἷς ὑπάρχουσιν ἀποχωρητήρια ἢ ἄλλαι ἐκροαί. βʹ) Ἕκαστον ἀποχωρητήριον νὰ ἔχῃ καθαριστικὴν συσκευὴν πρὸς πλύσιν αὐτοῦ μεθ’ ἑκάστην χρῆσιν, καὶ ἥτις δέον νὰ παρέχῃ ἑκάστοτε δέκα λίτρας ὕδατος. γʹ) Ὅλοι οἱ σωλῆνες πτώσεως νὰ χωρίζωνται μὲ τὸν συνδέοντα τὴν οἰκοδομὴν μετὰ τῆς ὑπονόμου ἀγωγὸν δι’ ὑδραυλικοῦ σίφωνος διαμέτρου 0μ.08 ἕως 0μ.15 καὶ βάθους 0μ.10. δʹ) Ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν δέον οἱ ἰδιοκτῆται νὰ προεκτείνωσι τοὺς σωλῆνας πτώσεως μέχρι τῆς στέγης πρὸς ἀερισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς διοχετεύσεως· ἐξωτερικῶς πρὸς ἀερισμὸν τῶν ὑπονόμων θέλουσι χρησιμοποιηθῆ αἱ ὑδρορροαὶ ἐπὶ τῆς προσόψεως ἑκάστης οἰκίας. εʹ) Οἱ σωλῆνες πτώσεως δέον νὰ καθαρίζωνται δὶς τοῦ ἔτους ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν. ϛʹ) Ὁ κύριος ἀγωγὸς πρὸς τὴν ὑπόνομον θὰ ἔχῃ κλίσιν 0μ.04 μέχρι 0μ.05 καὶ διάμετρον 0μ.18. Ὁ σωλὴν οὗτος πρὸ τῆς ἐξόδου αὐτοῦ ἐκ τῆς οἰκίας θὰ ἔχῃ σίφωνα προσιτὸν διὰ τὸν καθαρισμὸν αὐτοῦ. ζʹ) Πᾶν σχέδιον κατασκευῆς νέας διοχετεύσεως ἢ μετατροπῆς ἤδη ὑπαρχούσης δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς. Ἐπίσης δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς χρῆσιν, ἐὰν μὴ ἐπιθεωρηθῇ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας, καὶ κατόπιν ἀδείας τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς. ηʹ) Τοῦ ἐν ἐδαφίῳ βʹ ὅρου ἀπαλλάσσονται αἱ οἰκοδομαὶ αἱ ἀποφέρουσαι πρόσοδον μέχρι πεντακοσίων δραχμῶν.» Ἀνάγκη ν’ ἀναλύσωμεν τὰ ἄρθρα ταῦτα, ἵνα μετ’ ἀκριβείας γνωρίσωμεν πόση εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θέλει ἐπιβαρύνει τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ὑποχρεωτικῶν ἔργων δι’ ἑκάστην οἰκοδομήν. Ἀκούσατε, Κύριοι (ἀναγινώσκει): «Δι’ οἰκίας μονωρόφους. αʹ) Διὰ κρουνὸν διακοπῆς δραχ. 60. βʹ) Διὰ σωλῆνα μολύβδινον, διήκοντα ἀπὸ τοῦ κρουνοῦ εἰς τὸ ὑδρόμετρον, βάρους ἀνὰ τρέχον μέτρον 6,25 χιλιογράμμων, μήκους δὲ ὁλικοῦ 5 μέτρων, δρ. 28 καὶ λ. 10. γʹ) Δι’ ὑδρόμετρον ὀρειχάλκινον δρ. 30. δʹ) Διὰ σωλῆνα μολύβδινον, διήκοντα ἀπὸ τοῦ ὑδρομέτρου εἰς τὴν ὑδαταποθήκην, μήκους ὁλικοῦ 20 μέτρων, δραχ. 63. εʹ) Διὰ σιδηρᾶν ὑδαταποθήκην δραχ. 80. ϛʹ) Διὰ σωλῆνας μολυβδίνους διανομῆς ὕδατος ἀπὸ τῆς ὑδαταποθήκης εἰς πλυντήριον, μαγειρεῖον, ἀποχωρητήριον, δρ. 47 καὶ λ. 25. ζʹ) Διὰ μολύβδινον σωλῆνα ὑπερεκχειλίσεως (trop plein) ἀπὸ τῆς ὑδαταποθήκης εἰς τὸν ἀγωγὸν τῆς ὑπονόμου μετὰ σίφωνος, δρ. 25 καὶ λ. 20. ηʹ) Διὰ κρουνοὺς ὀρειχαλκίνους μαγειρείου, πλυντηρίου, κρήνης, δρ. 12 καὶ λ. 50. θʹ) Δι’ ἀνώρυξιν χάνδακος, ἀποσύνθεσιν πλακοστρώσεως καὶ ἐπαναφορὰν κλπ. δραχ. 100.» Ἤτοι ἐν ὅλῳ διὰ μόνην τὴν ἐγκατάστασιν πρὸς λῆψιν τοῦ ὕδατος δραχ. 451. Εἰς ταύτας δέον νὰ προσθέσωμεν τὴν δαπάνην τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν μηχανῶν διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐκροῶν δραχ. 969, κατὰ τὸ ἀναλυτικὸν τιμολόγιον, ὅπερ ἔχω ἀνὰ χεῖρας, καὶ οὗτινος λόγῳ συντομίας ἀποφεύγω νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς λεπτομερείας. Ἔχομεν οὕτω δαπάνην ὑποχρεωτικὴν δραχ. 1420. Εἰς ταύτην πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὴν δαπάνην τοῦ ἀερισμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ τῶν ὑπονόμων· ἤτοι αʹ) διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῶν στεγῶν τῆς προσόψεως δραχ. 320· βʹ) διὰ δύο ὑδρορροὰς ἐκ χυτοσιδηρῶν σωλήνων μετὰ τῆς τοποθετήσεως αὐτῶν δραχ. 360· ἐν ὅλῳ δραχ. 680. Αὗται προστιθέμεναι εἰς τὰς δραχ. 1420 ἀποτελοῦσιν ἐν ὅλῳ δραχμὰς 2100. Ἤτοι ἑκάστη οἰκοδομή, ἀποφέρουσα πρόσοδον ἐτησίαν δραχ. 240 ἕως 500, θέλει ὑποχρεωτικῶς ὑποστῆ τὴν εἰρημένην δαπάνην. Ἐρωτῶ, τοιαύτης ἀξίας οἰκοδομαὶ δύνανται νὰ ὑποστῶσι τοσοῦτον μέγα βάρος; Ἐρωτῶ, θ’ ἀναγκασθῶσιν οἱ νῦν ἰδιοκτῆται νὰ ἐκποιήσωσι τὰς τοιαύτας οἰκίας των ἢ οὔ; Αὐτὴ εἶναι ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσητε ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ! Ὅθεν σταματήσατε! Ἔχετε εἰσέτι καιρὸν, ἵνα προληφθῇ ἀνυπολόγιστος καταστροφή.

§355Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὅλα τὰ νέα σπήτια, τὰ ὁποῖα ἐκτίσθησαν, ἔχουν τὰ συστήματα αὐτά.

§356ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ οὐδὲ θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν νέων οἰκοδομῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι οἰκοδομαὶ ἀποφέρουσαι πρόσοδον πάντοτε ἀνωτέραν τῶν 3,000 δρ., ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῶν μικρῶν οἰκοδομῶν, ἵνα ἴδητε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ὡς πρὸς αὐτάς, τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Αἱ οἰκοδομαὶ, περὶ ὧν ὁμιλῶ, εἶναι ἐκεῖναι, αἵτινες ἀποφέρουσι πρόσοδον ἐλάσσονα τῶν 1500 δραχ. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὅρων αὐτῶν τῆς συμβάσεως ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μικρῶν οἰκιῶν, —καὶ εἶναι αὗται ὀκτὼ καὶ πλέον χιλιάδες, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν,—θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐκποιήσωσι τὰς οἰκίας των, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ κοινωνικὰ θὰ ἦναι δεινὰ καὶ ἀνυπολογίστως καταστρεπτικά. Ἔχετε ὑπομονὴν ἀκόμη, διότι δὲν εἶμαι παρὰ εἰς τὸ πρῶτον μόνον μέρος. Εἴδομεν εἰς ποίαν δαπάνην ὑποβάλλεται μία οἰκία μονώροφος. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ οἰκίας διωρόφους ἐν ταῖς κατηγορίαις τῶν οἰκοδομῶν, ἐφ’ ὧν ἔχω τὸν λόγον. Διὰ τὰς οἰκοδομὰς τὰς διωρόφους ἡ δαπάνη εἶναι μεγαλειτέρα. Ἀκούσατε...

§357Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκετε ἐκ τῆς ἐφημερίδος, τὰ ἀνεγνώσαμεν καὶ ἡμεῖς. Ἐὰν ἔχετε καμμίαν ἰδέαν ἰδικήν σας, νὰ μᾶς εἴπητε.

§358ΔΟΥΝΗΣ. Δυνατὸν νὰ τὰ ἀνεγνώσατε, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ τὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἀποτελοῦσι τεχνικὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων, ἅτινα ἑρμηνεύω.

§359Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἔχετε διόλου τοιοῦτον καθῆκον!

§360ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἀναλύσω τὰ ἄρθρα, καὶ ἑπομένως θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην οἱουδήποτε εἰδικοῦ. Οὐδεὶς δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.

§361ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε τὰς ἐφημερίδας.

§362ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ τὰς ἀναγνώσω, ἐφ’ ὅσον περιέχουσι τεχνικὰς μελέτας σχετιζομένας μὲ τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας μου.

§363ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶσαι μωρός! (Θόρυβος).

§364ΔΟΥΝΗΣ. Μωροὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ψηφίσωσι τοιαύτην σύμβασιν ἀνεξετάστως (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις). Μὴ ἀπειλῆτε! Τῆς ἀγρίας θαλάσσης τὰ μαινόμενα κύματα δὲν μὲ πτοοῦσιν, ἐφ’ ὅσον ἵσταμαι ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ τούτου βράχου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι προωρισμένα νὰ συντριβῶσι!

§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτρέπεσθε, κύριε Βουλευτά.

§366ΔΟΥΝΗΣ. Οὐδέποτε ἐκτρέπομαι.

§367Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαβάζῃ ἐφημερίδας ἐδῶ!

§368ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἐφημερίδες.

§369ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐφημερίδας διαβάζει.

§370ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἔχω τὸ δικαίωμα, τοῦ ὁποίου ἐποιήσαντο ὅλοι χρῆσιν, νὰ φέρω συγγράμματα. Ἡ ἐφημερὶς δὲν εἶναι παληόφυλλο. Περιέχει ἐπιστημονικὰς μελέτας, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τεχνικὰς, καὶ εἶναι ἴση πρὸς σύγγραμμα ἐπιστημονικόν, καὶ ὅπως δέχεσθε τὰ συγγράμματα τὰ ἐπιστημονικά, οὕτως ὀφείλετε νὰ δέχησθε καὶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων τὴν ἀνάγνωσιν ἐκείνων τῶν μελετῶν, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἔχετε ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε. Τὸ ἄρθρον 41, ὡς ἠκούσατε, ἀπαιτεῖ τὴν ἐγκατάστασιν ὁλοκλήρου μηχανισμοῦ διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐκροῶν, καὶ ἀπαιτεῖ διὰ κύριον ἀγωγὸν ἀπὸ τοῦ ἀποχωρητηρίου μέχρι τῆς ἐξωτερικῆς ὑπονόμου δραχμὰς τριακοσίας ἐνενήκοντα ἕξ!

§371Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὅλῳ περὶ ἀποχωρητηρίων ὁμιλεῖτε! Τί ἀδυναμίαν ἔχετε! (θόρυβος).

§372ΔΟΥΝΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἀποχωρητήρια πρόκειται νὰ τὰ ὑποβάλητε εἰς αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις διὰ τῆς ψήφου σας.

§373ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ καταλάβωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὰς θέσεις των. Δὲν εἶναι εὐπρεπὴς ἡ συζήτησις, ὡς γίνεται. Ἄλλως θ’ ἀναγκασθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων μας.

§374ΔΟΥΝΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Διὰ σίφωνα προσιτὸν δραχ. 150» (θόρυβος). Εἶναι ὑποχρεωτικόν, ἐπιβεβλημένον. Δὲν δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν, ἅμα τῇ ψηφίσει τῆς συμβάσεως, ἄλλου συστήματος ἀποχωρητηρίου ἢ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ἡ σύμβασις.

§375Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τί ἀδυναμίαν ἔχετε μὲ αὐτά!

§376ΔΟΥΝΗΣ. Ἀδυναμίαν ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνυπομονοῦν νὰ δώσουν ὑπὲρ αὐτῶν τὴν ψῆφόν των (ἀναγινώσκει): «Ἐν συνόλῳ διὰ διωρόφους οἰκίας ἀπαιτοῦνται δραχμαὶ 2,432 διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἀγωγῶν, μηχανημάτων, ἀεριστηρίων κλπ. κατὰ τὴν σύμβασιν.» Οἱ ἔχοντες χρήματα πολλά, οἱ πλούσιοι, δὲν προσέχουσιν εἰς τόσον μικρὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δι’ ἱδρώτων κατώρθωσαν νὰ οἰκοδομήσωσι μίαν στέγην διὰ τὴν γυναῖκά των καὶ τὰ παιδιά των, εἰς αὐτὰ προσέχουσι καὶ εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ προσέχωσιν, διότι αὔριον θὰ εὑρεθῶσιν ἄνευ οἰκίας, ἄνευ στέγης διὰ τὰς οἰκογενείας των, ἂν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις. Ἀκούω ψιθυρισμοὺς διὰ τὴν δαπάνην τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀερισμοῦ. Ὁ ἐξωτερικὸς ἀερισμὸς ἀπαιτεῖ πρῶτον διὰ τὴν διάλυσιν τῆς ὑπαρχούσης στέγης, —διότι, ὡς γνωρίζετε, πᾶσαι αἱ μικραὶ οἰκίαι δὲν ἔχουσι στέγην, οἷαν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ὅπως ἔχουσιν αἱ νεώτεραι οἰκοδομαί· δι’ αὐτὸ εἶναι ἀναγκαία ἡ διάλυσις τῆς ὑπαρχούσης στέγης καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς δι’ ἄλλης, —διὰ τὴν διάλυσιν, λέγω, τῆς στέγης ἀπαιτοῦνται δραχ. 320. Ἐπίσης διὰ δύο ὑδρορροὰς, ἐν ὅλῳ 34 μέτρων, δραχ. 510. Ἤτοι ἐν ὅλῳ δρχ. 830 ...

§377ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἀνεγνώσαμεν.

§378ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν τὰ εἴχετε ἀναγνώσει, δὲν θὰ ἐπεμένατε νὰ ψηφίσητε τὴν σύμβασιν.

§379ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Μὴ διακόπτετε!

§380ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ὑποτεθῇ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς ἀτελείας, τὴν ὁποίαν δυνάμει τῆς συμβάσεως πρόκειται νὰ ἔχῃ ἡ Ἑταιρεία, εἰσάγουσα πάντα τὰ εἴδη, θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία τις, αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 200 ἢ 300 δραχμῶν. Ἑπομένως, ὅσον καὶ ἂν ἐλαττώσητε, δὲν θὰ ἔχητε παρὰ ποσὸν 1800 δραχμῶν δι’ ἑκάστην μικρὰν μονώροφον οἰκοδομὴν, καὶ δραχ. 2500 περίπου δι’ ἑκάστην διώροφον. Ὅσα εἶπον δὲν εἶναι θεωρίαι, δὲν εἶναι ἰδέαι. Εἶναι πράγματα ἀντιπροσωπεύοντα δαπάνην χρηματικὴν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν λαὸν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Ἐὰν ἀποφασίσητε ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ νὰ ψηφίσητε τὴν σύμβασιν, ποῖα ἔσονται τὰ κοινωνικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατηγορίας, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιησάμην λόγον; Λαμβάνω ὡς παράδειγμα φορολογουμένην οἰκίαν προσόδου 250 δραχμῶν, ἢ, ἂν θέλετε, τὸν μέσον ὅρον τῆς κλίμακος 250 πρὸς τὰς 500, ἤτοι 350 δραχμῶν. Διὰ νὰ γνωρίσωμεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖα εἶναι κατὰ προσέγγισιν ἡ ἀξία μιᾶς οἰκοδομῆς ἀποφερούσης 350 δραχμῶν εἰσόδημα. Καὶ βεβαίως πάντες θὰ συνομολογήσητε, ὅτι ἡ ἀξία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι μείζων τῶν 5 ἢ 6 χιλιάδων δραχμῶν. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ὅλαι σχεδὸν αἱ οἰκοδομαὶ, αἱ ἀξίας ἐλάσσονος τῶν 10,000 ἢ καὶ 15,000 δραχμῶν, εἶναι ἐπιβεβαρημέναι δι’ ἐνυποθήκων δανείων. Ποῖος δὲ εἶναι ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως θέλει ἐπιβαρύνει τὰς οἰκοδομὰς προσόδου δραχμὰς 350; Ἑκάστη τοιαύτη οἰκοδομὴ ἔχει φόρον οἰκοδομῶν δραχμὰς 35, φόρον ὕδατος δρ. 17.50, ὑποχρέωσιν εἰς τὴν συμβολὴν τῆς δαπάνης δι’ ὑπονόμους δρ. 6. Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων, 16, 17 καὶ 41 τῆς συγγραφῆς, ἅτινα ἡρμήνευσα, ἔχει ὑποχρέωσιν, ὡς εἶπον, 1800 δραχμῶν, ἤτοι ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δίδει τόκον τοὐλάχιστον 160 δραχμῶν...

§381Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μὲ πόσον;

§382ΔΟΥΝΗΣ. Μὲ 9%. Δὲν δύνασθε ὀλιγώτερον. Οἱ πτωχοὶ δὲν δανείζονται μὲ 7%. Εἶναι προνομιοῦχοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δανείζονται μὲ 7%. Ὑπάρχουσι πλεῖστοι, ὑποβαλόντες αἰτήσεις εἰς τὴν Τράπεζαν, ἵνα ἐνυποθήκως δανεισθῶσι μὲ 7%, καὶ αἱ αἰτήσεις των ἀπερρίφθησαν· οἱ πλεῖστοι μάλιστα τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς κατηγορίας, περὶ ἧς ὁμιλῶ, ἔχουσι δάνεια μὲ 11 καὶ 12%.

§383Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διὰ νὰ μὴ τοῖς δώσῃ ἡ Τράπεζα, σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἀξιόχρεοι.

§384ΔΟΥΝΗΣ. Προσέφεραν εἰς ὑποθήκην οἰκοδομήν. Εἴμεθα ἐν Ἑλλάδι, καὶ γνωρίζομεν πῶς γίνονται τὰ δάνεια, διὰ ποίων μέσων, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὴν εὔνοιαν τῶν Τραπεζῶν. Ὥστε ἂς μὴ κάμνωμεν λόγον καὶ περὶ ταύτης τῆς ἀθλιότητος. Ἀλλὰ τί θέλετε; Ὑπολογίσατε τῶν 1800 δραχ. τὸν τόκον καὶ πρὸς 7%. Ἔχετε 126 δραχμὰς ἐτησίως. Ἔχετε ἑπομένως βάρος ἐτήσιον, ἐπιβεβλημένον εἰς τὰς τοιαύτας οἰκοδομὰς, δραχ. 216. Εἴπομεν ὅτι ἔχομεν πρόσοδον 350 δραχμῶν τὸ ἔτος, καὶ ὑποβάλλομεν τὴν οἰκοδομὴν τῆς τοιαύτης προσόδου εἰς βάρη δραχμῶν 216. Ἀπομένει λοιπὸν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τὸ ποσὸν δραχμῶν 134. Διὰ δὲ τὸν ἰδιοκτήτην οἰκίας προσόδου δραχ. 240 ἀπομένει τὸ ποσὸν δραχμῶν 24. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν πιθανὸν ἐνυπόθηκον βάρος χιλίων δραχμῶν, ἔχομεν ἀκόμη μίαν προσθήκην τοὐλάχιστον 90 δραχμῶν τὸ ἔτος. Καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐὰν περισσεύσῃ τι εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν μικροϊδιοκτήτην, θὰ περισσεύσῃ ποσὸν ἀνάξιον λόγου, 50 ἢ 70 ἢ 100 τὸ πολὺ δραχμῶν ἐτησίως. Ἰδοὺ πῶς ἀναποδράστως διὰ τῆς συμβάσεως ἐκφεύγουσι τῶν χειρῶν τῶν ἰδιοκτητῶν ὅλαι αἱ μικραὶ οἰκοδομαί! (μειδιάματα). Ὅσοι ἔχουσι χρήματα δύνανται νὰ γελῶσι, διότι δι’ αὐτοὺς παρασκευάζεται ἡ λεία. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα πτωχοί, εἰς αὐτὸ προσέχομεν, διότι τ’ ἀποτελέσματα αὐτὰ ἐπιφέρουσι τὴν μᾶλλον θανατηφόρον νόσον εἰς τὰς μικρὰς πλὴν φιλέργους τάξεις τῆς κοινωνίας μας. Καὶ ἐγὼ ἔχω οἰκίαν ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐὰν ψηφισθῇ καὶ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἡ σύμβασις, φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ τὴν διατηρήσω. Παίζομεν! Ἀλλ’ ὅταν ἔλθωσι τὰ δάκρυα τῶν 30,000 ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τῆς συμβάσεως ταύτης θέλουσι ῥιφθῆ ἔξω τῶν ἰδιοκτησιῶν των, ἔξω τῆς οἰκίας των, τότε, σᾶς βεβαιῶ, δὲν θὰ παίζωμεν. Καὶ κακῶς πράττομεν νὰ παίζωμεν, ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν δυσβάστακτα, ἐπαχθέστατα βάρη εἰς τὸν πτωχὸν λαόν.

§385Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχετε καμμίαν συγγένειαν σεῖς περισσοτέραν μὲ τὸν λαὸν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ἐνδιαφέρεσθε τόσον πολύ, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα; Δὲν ἐντρέπεσθε νὰ λέγητε αὐτὰ τὰ πράγματα!

§386ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἰδέαι μας διαφέρουσι.

§387Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αἱ ἰδέαι, τὸ ἠξεύρομεν.

§388ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ἐξετάσητε τ’ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς δευτέρας κατηγορίας, ἤτοι ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν τῶν 500–1000 δραχμῶν, ἐπειδὴ καὶ αἱ δαπάναι ὅλαι αὐξάνουσι κατὰ 350 δραχμάς, θὰ εὕρητε, ὅτι πολὺ ὀλίγαι οἰκοδομαὶ ἐκ τῆς κατηγορίας ταύτης εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μείνωσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν τοὺς σημερινούς, διότι ἐξ ὑπολογισμοῦ γενομένου ἀποδεικνύεται, ὅτι μία οἰκία προσόδου 700 δραχμῶν ἐτησίως θέλει ἔχει δαπάνην ἐτησίαν αʹ) τὸν φόρον οἰκοδομῶν, βʹ) τὸν φόρον ὕδατος, γʹ) τὸν τόκον τῆς δαπάνης, τῆς ἐπιβεβλημένης δυνάμει τῶν ἄρθρων 16, 17 καὶ 41 τῆς συγγραφῆς· ἐν ὅλῳ θέλει ἔχει δαπάνην 525 δραχμῶν. Οὕτω θ’ ἀπομείνωσιν 175 μόνον δραχμαί. Ἐρωτῶ, Κύριοι, πῶς θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀνθέξωσιν αἱ κατὰ τὰς στατιστικὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 8384 οἰκοδομαί, αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὰς δύο κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, ὅταν τὰ βάρη τὰ ὑποχρεωτικά, ἅτινα ἐπιβάλλονται, ἀπορροφῶσι τῶν μὲν τέλεον τὴν πρόσοδον, τῶν δὲ σχεδὸν τέλεον;

§389Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Μωρέ, δὲν μᾶς λυπᾶσαι, κύριε Δούνη! (γέλωτες).

§390ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ὑπολογίσητε τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἐπαχθοῦς φορολογίας, θέλετε ἴδει, ὅτι ἀληθῶς αἱ Ἀθῆναι θέλουσι περιέλθει εἰς μεγαλοϊδιοκτήτας. Ἐκεῖ, ὅπου σήμερον ὑπάρχουσι μονώροφοι ἢ διώροφοι οἰκίαι, θὰ ἴδωμεν νὰ ἀνεγερθῶσι μέγαρα πολυώροφα...

§391ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὐτὸ ὠφελεῖ.

§392ΔΟΥΝΗΣ. Μὴ σπεύδετε εἰς τὴν χαράν σας... Θὰ ἴδωμεν νὰ λάβῃ ὄψιν μεγαλουπόλεως πραγματικῆς ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἓν ἀποτέλεσμα, τὸ εὐχάριστον. Ἀλλὰ πόσα θὰ ἦναι τὰ θύματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ βασισθῇ ἡ τοιαύτη μεταβολὴ τῆς ὄψεως τῶν Ἀθηνῶν; Ὅσον καὶ ἂν θελήσητε νὰ περιορίσητε τὸν ἀριθμὸν, τὰ θύματα ἔσονται τοὐλάχιστον 20,000 ἄτομα. Ἕξ χιλιάδας ἢ πέντε χιλιάδας οἰκογενειάρχας θ’ ἀποβάλητε ἀπὸ τὰς ἰδιοκτησίας των, διότι θὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ ἐκποιήσωσι τὰς μικρὰς αὐτῶν κατοικίας. Καὶ 6 ἢ 5 χιλιάδες ἰδιοκτῆται μὲ τὰς οἰκογενείας των ἀποτελοῦσι πληθυσμὸν 20,000 καὶ πλέον ἀτόμων. Τί δὲ θὰ γείνῃ; (εἰρωνικαὶ ἐπιφωνήσεις ἐκ δεξιῶν). — Μὴ ὁμιλεῖτε τοιουτοτρόπως, προκειμένου περὶ νομοθετήματος, δι’ οὗ θέλετε καταστήσει δυστυχεῖς 20 καὶ πλέον χιλιάδας ἀνθρώπων. Εἰρωνεύεσθε! Βεβαίως, διότι σεῖς, πλούσιοι ὄντες, οὐδὲν φοβεῖσθε, καὶ ἴσως καταστῆτε πλουσιώτεροι ἐκ τῶν ἰδιοκτησιῶν τῶν πτωχῶν... Ἠξεύρετε, λέγω, τί θὰ γείνῃ; Ὅ,τι ἐν Εὐρώπῃ. Οἱ ἀπόβλητοι ἐκ τῶν ἰδιοκτησιῶν των θὰ συνασπισθῶσι καὶ θὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ἀνατροπὴν τῆς Πολιτείας! (γέλωτες). Μὴ γελᾶτε! διότι αὐτὸ θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα! (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).

§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, κύριε Βουλευτά;

§394ΔΟΥΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.

§395ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί τὸ μεμπτὸν εἶπε;

§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε κανεὶς τοιαῦτα πράγματα.

§397ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν δανείζομαι ἐγὼ γνώμας ἄλλων, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν). Ὅταν ἀποβάλητε αὐτοὺς ἐκ τῶν οἰκιῶν των, νομίζετε ὅτι θὰ δύνανται νὰ ζήσωσιν, ὡς ἤδη ζῶσιν, ἐν ποιᾷ τινι ἀνέσει; Ἐν τῷ ἀγῶνι δὲ ὑπὲρ τῆς ζωῆς, ὑπὲρ τῆς αὐτοσυντηρήσεώς των εἰς τίνα θέλουσι καταφύγει μέτρα; Ἡ Εὐρώπη μᾶς διδάσκει.

§398ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κηρύττετε τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ κοινωνισμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος!

§399ΔΟΥΝΗΣ. Σεῖς οὐ μόνον τὸ κηρύττετε, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαστικῶς τὸ ἐπιβάλλετε διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ ψηφίσητε. Ἐγὼ ἀγωνίζομαι, ἵνα προληφθῇ πᾶς κίνδυνος δημιουργίας καὶ ἀναπτύξεως τοῦ κοινωνισμοῦ. Ἐὰν ψηφίσητε τὴν σύμβασιν καὶ τὴν ἐφαρμόσητε, θὰ ἐνθυμηθῆτε ταχέως τοὺς λόγους μου.

§400ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μετεβάλετε τὸ βῆμα εἰς κοινωνικὸν φάσμα!

§401ΔΟΥΝΗΣ. Ὅταν εἰς τὸ βάθος τῆς συμβάσεως ἐρευνήσητε, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς τὸ φάσμα τοῦ κοινωνισμοῦ θέλετε ἴδει προκῦπτον. Εὔχομαι ποτὲ τοιοῦτο κακὸν νὰ μὴ ἐνσκήψῃ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἐνσκήψῃ τοιοῦτο κακὸν, δέον μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας νὰ λαμβάνωνται τὰ νομοθετικὰ μέτρα, καὶ ἰδίᾳ τὰ φορολογικά· διότι ἄλλως, ὅταν ἀπροσέκτως καὶ ἀμελετήτως λαμβάνωμεν μέτρα φορολογικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλομεν εἰς τὸν λαὸν, καὶ δι’ ὧν ἀπογυμνοῦμεν αὐτὸν τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προσβληθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὸ νόσημα ἀπὸ τὸ ὁποῖον προσεβλήθησαν ὅλαι αἱ κοινωνίαι τῆς Εὐρώπης. Κύριοι, ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐντεῦθεν ἐλέχθησαν, θέλει μεριμνήσει, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἡ προκειμένη σύμβασις· χαίρω δὲ βλέπων, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατανοεῖ καλῶς τὴν ἰδέαν μου. Εἶδον ἐν σειρᾷ ἄρθρων τῆς συμβάσεως νὰ λαμβάνωνται δρακόντεια μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑταιρείας. Ὁμολογῶ, ὅτι τοιαύτη ἐπιχείρησις, ἄνευ μέτρων ἐξασφαλιζόντων τὰ διατεθησόμενα κεφάλαια, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ· ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται εἰς τὴν Ἑταιρείαν, προσβάλλει τρίτων κεκτημένα δικαιώματα; Διὰ νὰ ἐννοήσητε τ’ ἀποτελέσματα τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσητε, δὲν πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὰς μεγάλας οἰκοδομὰς, τὰς ἀποφερούσας πρόσοδον δύο, τριῶν, πέντε, ἑπτὰ χιλιάδων δραχμῶν· πρέπει νὰ στρέψητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὰς μικρὰς οἰκοδομάς. Λοιπὸν ἐρωτῶ, ἐάν τις ἔχῃ δώσει ἐνυπόθηκον δάνειον εἰς οἰκοδομὴν μικρᾶς ἀξίας 4,000–10,000 δραχ. καὶ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν, ἵνα λάβῃ τὰ χρήματά του, ἡ δὲ Ἑταιρεία ἀναγγελθῇ καὶ προνομιακῶς ἀξιώσῃ ποσὸν ὀγκῶδες, οἷον διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιβάλλεται τοῖς ἰδιοκτήταις δυνάμει τοῦ ἄρθρου 25 τῆς συμβάσεως, τί θὰ γείνῃ ὁ ἐνυπόθηκος δανειστής; Θὰ ἀπολέσῃ ἢ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν χρημάτων του. Δύναταί τις σοβαρῶς ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν νομίζετε ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀποδεχθῶμεν τροπολογίαν, δι’ ἧς αἱ οἰκοδομαὶ αἱ ἀξίας ἐλάσσονος τῶν 10,000 δραχμῶν νὰ ἦναι ἀπηλλαγμέναι τοῦ χορηγουμένου προνομίου; Προκειμένου περὶ οἰκιῶν μεγαλειτέρας ἀξίας, τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει διὰ τοὺς ἔχοντας δικαιώματα ἐνυποθήκους δανειστάς· ἀλλὰ διὰ τὰς μικρὰς οἰκοδομὰς, τὰς ἐχούσας ἀξίαν ἐλάσσονα τῶν 10,000 δραχμῶν, τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται διὰ τῆς συμβάσεως, εἶναι πολὺ μεγάλα, καὶ ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐξαρκέσῃ ἡ ἀξία αὐτῶν, ἵνα ἱκανοποιηθῶσι καὶ οἱ ἔχοντες δικαιώματα ἐνυπόθηκα· εἶναι δὲ δεινὸν τὸ ἀδίκημα τῆς ἀναιρέσεως δικαιωμάτων κεκτημένων ὑπὸ τρίτων. Τὰ ἄρθρα 27, 28 καὶ 29 τῆς συμβάσεως ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ πρόστιμον συνεπεία καταγγελιῶν τῶν ἰδιωτῶν διὰ τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἐνῷ παραχωροῦνται εἰς τὴν Ἑταιρείαν προνόμια πρώτης τάξεως πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, δὲν βλέπω νὰ παραχωρῶνται εἰς τοὺς ἰδιώτας δικαιώματα ἀντίστοιχα διὰ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἤθελον ἀδικηθῇ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας. Διὰ τῆς τροποποιήσεως δὲ, τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἱ ὅροι οὐδαμῶς βελτιοῦνται ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν, διότι παραχωροῦνται εἰς τοὺς ἰδιώτας δικαιώματα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἔχουσιν ἐκ τῶν κειμένων νόμων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 25, «περὶ παντὸς καθυστερουμένου ποσοῦ ἐξ ἀντιτίμου ἐγκαταστάσεων, παροχῆς ὕδατος, εἰσφορᾶς ἢ ἀποζημιώσεως ὑπονόμων κλπ. δικάζει ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν νόμου ΨΛΖʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1871». Οὕτω δημιουργεῖτε μίαν προνομιοῦχον διαδικασίαν διὰ τὴν Ἑταιρείαν, καὶ δημιουργεῖτε αὐτὴν τὴν διαδικασίαν ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὸν ἰδιώτην τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὰς ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας τυχὸν ἔχει, διότι ἐνώπιον τοῦ Προέδρου δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ διάδικος νὰ φέρῃ ἐνστάσεις μὴ ἐκκαθαρισμένας. Ἐὰν ὁ ἰδιώτης εἴπῃ «ὕδωρ δὲν ἔλαβον», ἢ «ὁ ἀγωγὸς ἀπὸ τῆς οἰκίας μου μέχρι τοῦ κεντρικοῦ ὑδραγωγείου δὲν ἐπεσκευάσθη, ὡς ἰσχυρίζεται ἡ ἀνάδοχος», ἢ «δὲν ἐξετέλεσε τὰ ἔργα, οὐδὲ μοὶ ἐπρομήθευσε τὰ μηχανήματα, οὐδὲ ἐγκατέστησεν αὐτὰ, ὡς ἰσχυρίζεται· πῶς μὲ ὑποχρεοῦτε νὰ πληρώσω;» ὁ Πρόεδρος θ’ ἀπαντήσῃ: «Ἐγὼ, κατὰ τὸν νόμον, δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἔλαβες ὕδωρ ἢ οὒ, ἐὰν ὁ ἀγωγὸς ἐπεσκευάσθη ἢ οὔ, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις της ἢ οὔ. Ἡ Ἑταιρεία ἰσχυρίζεται, ὅτι σοὶ παρεχώρησε πάντα ταῦτα· σὺ ὀφείλεις νὰ πληρώσῃς, διότι ἐνστάσεις ἀνεκκαθάριστοι δὲν ἐπιτρέπονται ἐνώπιον τοῦ Προέδρου». Δὲν νομίζετε ὅτι σκληρῶς ἀδικεῖτε τοὺς ἰδιώτας, τοιοῦτον προνόμιον χορηγοῦντες εἰς τὴν Ἑταιρείαν; Ἀφοῦ τοιοῦτον προνόμιον χορηγεῖτε εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διατὶ νὰ μὴ περιλάβητε διάταξιν, ὅπως καὶ ἀνεκκαθάριστοι ἐνστάσεις ἐπιτρέπωνται ἐνώπιον τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ διὰ τὰ δικαιώματα αὐτῶν κατὰ τῆς Ἑταιρείας τοὺς παραπέμπετε εἰς τὴν κοινὴν διαδικασίαν, δηλ. εἰς τὴν ἀτελεύτητον διαδικασίαν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; Καὶ πῶς θὰ δύνανται ἰδιῶται πτωχοὶ νὰ διαξάγωσι δίκας πρὸς Ἑταιρείαν ἰσχυρὰν, οἵα θὰ ἦναι ἡ ἀνάδοχος τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας; Καὶ δὲν φρονεῖτε ὅτι ἐνδεχόμενον, ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρείας — ὄχι βεβαίως οἱ διευθυνταὶ αὐτῆς — νὰ ἐνασκήσωσιν ὅλην τὴν δύναμιν αὐτῆς, ἵνα ἐκδικήσωσι πάθη ἴδια αὐτῶν κατὰ ἰδιωτῶν; Δὲν νομίζετε ὅτι παρέχετε φοβερὰ ὅπλα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἑταιρείας, ἵνα ποικιλοτρόπως καταπιέζωσι καὶ ἐκβιάζωσι τοὺς ἰδιώτας; Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ μέσον τι, ἵνα ἐξασφαλίζωνται ἐπίσης τὰ δικαιώματα τὰ νόμιμα τοῦ ἰδιώτου. Ἔχετε πεῖραν καὶ γνωρίζετε πόσον εὐκόλως μιᾶς μεγάλης ὑπηρεσίας τὰ ὄργανα δύνανται νὰ ἀδικήσωσιν ἁπλοῦς ἰδιώτας. Ἀπευθύνομαι εἰς τὴν εὐθυδικίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπευθύνομαι καὶ εἰς τὴν εὐθυδικίαν τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ἵνα μὴ ἐπέλθωσιν... (εἷς τῶν Βουλευτῶν γελᾷ). Ὁ γελῶν δύναται νὰ ἐξέλθῃ διὰ νὰ γελάσῃ ἀνέτως. Ἐν ὅσῳ ἐγὼ ὁμιλῶ, τοὺς γέλωτας δὲ τοὺς ἐπιτρέπω (θόρυβος).

§402Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ εἶναι δύσκολον νὰ τὸ κατορθώσητε.

§403Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βλέπω ὅτι ἐπήρατε πολὺ θάρρος! (Θόρυβος).

§404Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀδείας οὐδενός, διὰ νὰ ὁμιλῇ ὁ ἀγορεύων, οὔτε θάρρους.

§405ΔΟΥΝΗΣ. Πρέπει νὰ μελετηθῶσι τὰ ἄρθρα, τῶν ὁποίων τὰς διατάξεις ὑπέδειξα, νὰ μελετηθῶσι δὲ ἐμβριθῶς. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προλάβωμεν τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξα, καὶ διὰ νὰ προλάβωμεν ταῦτα, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἄλλη τις κλῖμαξ κατηγοριῶν οἰκοδομῶν νὰ κανονισθῇ. Διότι ἡ διαφορὰ τῶν οἰκοδομῶν τῶν ἀποφερουσῶν εἰσόδημα 1000 δραχμῶν πρὸς τὰς οἰκοδομὰς τὰς ἀποφερούσας εἰσόδημα 3000 δραχμῶν εἶναι πολὺ μεγάλη, καὶ ὑπαρχούσης αὐτῆς τῆς διαφορᾶς, ὁ φόρος ὕδατος καὶ αἱ ἄλλαι ὑποχρεώσεις καθίστανται καθ’ ὁλοκληρίαν ἄνισοι. Νομίζω ὅτι κλῖμαξ μᾶλλον μεμελετημένη, ἐλαττοῦσα εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐπιβαλλομένας διὰ τῆς συμβάσεως εἰς τὰς οἰκοδομὰς τῆς τελευταίας κατηγορίας, τὰς ἀπὸ 210 μέχρι 500 δραχ. εἰσοδήματος, θέλει οὐσιωδῶς βελτιώσει τοὺς βαρεῖς ὅρους τῆς συμβάσεως. Πρέπει αἱ ὑποχρεώσεις νὰ μειωθῶσι κατὰ πολύ, πρέπει νὰ καταρτισθῇ ἄλλη κλῖμαξ ὡς πρὸς τὰς οἰκοδομὰς τὰς ἀπὸ 500 μέχρι 1000 δραχμῶν, καὶ πολλαὶ διαβαθμίσεις διὰ τὰς ἀπὸ 1000 μέχρι 3000· δύναται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ὕδατος δραχμῶν 100 κατὰ δράμιον εἰς τὰς οἰκίας τὰς ἀποφερούσας εἰσόδημα δραχμῶν 1000, δραχ. 125 εἰς τὰς οἰκίας τὰς ἀποφερούσας εἰσόδημα δρ. 1250· οὕτω θὰ φθάσῃ νὰ πληρώνεται φόρος δραχ. 180 διὰ τὰς οἰκίας τὰς ἀποφερούσας ἐτησίως δραχ. 3000. Ἐὰν τοιαύτη τροποποίησις δὲν ἐπέλθῃ εἰς τὴν σύμβασιν, φοβοῦμαι ὅτι αἱ συνέπειαι θὰ ᾖναι πολὺ βαρεῖαι διὰ τὰς πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Εὔχομαι νὰ μὴ ἴδω τὰς συνεπείας ταύτας, καὶ εὔχομαι αἱ συνέπειαι αὗται νὰ μὴ κάμωσι νὰ ῥιφθῶσι 5,000–6,000 μικροϊδιοκτῆται εἰς τὰς ὁδούς, εὔχομαι αἱ συνέπειαι αὗται νὰ προληφθῶσι, διότι ὅπου ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία δὲν προστατεύεται, ὁ κοινωνισμὸς γεννᾶται καὶ ὑψοῖ ἀπειλητικὴν τὴν εἰδεχθῆ κεφαλήν του.

§406ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.

§407Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι βεβαίως εὐχάριστος ἡ θέσις ἐκείνου, ὅστις, κατὰ τὴν ὥραν ταύτην πρὸς Βουλὴν κεκμηκυῖαν, κεκμηκὼς καὶ αὐτός, εὑρίσκεται ἐνώπιον καθήκοντος, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ παρίδῃ. Ἐπεθύμουν τὸ καθῆκον τοῦτο νὰ ἐκπληρώσω ἐν ὁμαλωτέρᾳ καταστάσει τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἤδη, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἡ συζήτησις, ἐζήτησα τὸν λόγον. Δυστυχῶς μοὶ ἔλαχεν οὗτος κατὰ τὴν ὥραν ταύτην· θὰ ἐπικαλεσθῶ ἑπομένως τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ πραγματευθῶ τὸ θέμα ὁπωσοῦν εὐρύτερον. Συζητοῦμεν, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ προτείνοντος τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων αὐτῶν, ὡς καὶ περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως πλήρους δικτύου ὑπονόμων διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν; Διάφοροι εἶναι αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις παρουσιάζουσιν. Ἀρχὴ αὐτῶν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ διοχέτευσις ἀφθόνου ποσοῦ ὕδατος εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Τὴν ἀρχὴν ταύτην βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ συζητήσῃ, καὶ οὐδεὶς συζητεῖ. Δὲν ὑπῆρχε δ’ ἀνάγκη μήτε εἰδυλλίων, μήτε ὑλικῆς ἀνυψώσεως τῆς ἀρχῆς ταύτης, ὅπως γείνῃ παραδεκτὴ παρὰ πάντων, διότι πάντες γνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς δύο πόλεις, ὅπως ἐπιτύχωσιν ἄφθονον ὕδωρ. Ἑτέρα ἀρχὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ, ἐὰν, διὰ νὰ ἔλθωσιν ἄφθονα ὕδατα εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, πρέπει αἱ πόλεις αὗται νὰ ὑποστῶσι βάρη. Καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην οὐδεὶς δύναται νὰ συζητήσῃ, διότι βεβαίως ἡ θεραπεία μιᾶς ἀνάγκης τοπικῆς ἐπιβάλλει καὶ δικαιολογεῖ βάρη, τὰ ὁποῖα αἱ πόλεις αὗται πρέπει νὰ ὑποστῶσι πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης. Καὶ περαιτέρω δ’ ἀκόμη δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης. Οὐ μόνον αἱ δύο πόλεις, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον καὶ ὀφείλει νὰ ἀναλάβῃ μέρος τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὅπως διοχετευθῇ ἄφθονον ὕδωρ. Ὀφείλει τὸ Κράτος ν’ ἀναδεχθῇ μέρος τῶν βαρῶν τούτων, διότι καὶ τοῦτο ἑδρεύει ἐν ταῖς πόλεσι ταύταις, διότι κατοικεῖ, οὕτως εἰπεῖν, ἐν αὐταῖς. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ὡς πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, δὲν ἀνήκει εἰς μόνους τοὺς κατοίκους αὐτῆς καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖ μόνον τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀνάγκας πλείστων ἐκ τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν, οἵτινες πολὺν ἢ ὀλίγον καιρὸν διαμένουσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ὅθεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη, ἡμεῖς οὐ μόνον παραδεχόμεθα, ἀλλὰ προβαίνοντες καὶ περαιτέρω παραδεχόμεθα, ὅτι καὶ τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἀναλάβῃ μέρος τῶν βαρῶν αὐτῶν. Τρίτη ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι, πόθεν πρέπει νὰ ἔλθωσι τὰ ὕδατα ταῦτα. Πρέπει νὰ ἔλθωσιν ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς Στυμφαλίας, ἀφ’ ὅπου ἡ σύμβασις ἐπιδιώκει τὴν διοχέτευσιν αὐτῶν; Τοῦτο εἶναι συζητήσιμον. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν, ἥτις πρό τινος ἀνεκοινώθη, ὅτι πρέπει ν’ ἀποστραγγίσωμεν τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς, οὐδ’ ὅτι πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν ὕδατα εἰς βάθος 500 μέτρων. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἄποψις τοῦ ζητήματος, ἥτις δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὴν ἄποψιν τῆς συμβάσεως, καὶ αὕτη εἶναι ἡ δυνατὴ διοχέτευσις ὑδάτων ἐκ τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου, οὗ τὰ ὕδατα εἶναι ἀρίστης ποιότητος, ὡς τὰ τῆς Στυμφαλίας, καὶ τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι μὲν τὰ μειονεκτήματα τῶν ἐπ’ αὐτῶν ἰδιωτικῶν καὶ κοινοτικῶν δικαιωμάτων, ἔχουσιν ὅμως τὸ πλεονέκτημα, ὅτι δύνανται νὰ διοχετευθῶσι δι’ ὀλιγωτέρας δαπάνης. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἔχομεν διδόμενα θετικὰ καὶ ἀναμφισβήτητα. Στερούμεθα μελετῶν δι’ ἀμφοτέρας τὰς λύσεις. Θὰ περιορισθῶμεν ἑπομένως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως ὡς ὑπεβλήθη αὕτη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ ἐξετάσωμεν αὐτὴν ὅπως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τοιαύτη ἰδιόρρυθμος σύμβασις. Ἡ σύμβασις ὑπεβλήθη κατ’ ἀρχὰς ὡς ὁριστικὴ, μὲ πολλὰ ἐλαττώματα, ἀλλὰ μὲ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι παρουσιάζει τι ὁριστικὸν, ὅπερ βελτιούμενον θὰ ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ θετικὴν λύσιν. Ἀλλὰ διὰ τῆς τελευταίας τροποποιήσεως ἡ σύμβασις ἀπώλεσε καὶ τὸ πλεονέκτημα τοῦτο· ἀπὸ συμβάσεως ὑπισχνουμένης τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς μετεβλήθη εἰς χορήγησιν δικαιώματος ἐπιλογῆς εἰς τοὺς συμβληθέντας. Ἡ δυσχέρεια, ἣν δὲν προεῖδε κατ’ ἀρχὰς ἡ σύμβασις, τῆς ἐλευθέρας διαθέσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἡ δυσχέρεια αὕτη ἀνεπτύχθη ἐν τῇ Βουλῇ οὕτως, ὥστε ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς ἀποφυγὴν μεγαλειτέρων ἀτοπημάτων, νὰ ἔλθῃ μετὰ τῶν συμβληθέντων εἰς συνεννόησιν, ἥτις καταργεῖ τὸν ὁριστικὸν χαρακτῆρα τῆς συμβάσεως καὶ μεταβάλλει αὐτὴν εἰς σύμβασιν ἐπιλογῆς. Οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν ἔχουσι πλέον ὁριστικὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συμβάσεως. Μετὰ 4 μῆνας, ἀφοῦ ἐξετάσωσιν οὐ μόνον τὸ ζήτημα τῆς συνεννοήσεως μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ὑδάτων καὶ λοιποὺς διεκδικοῦντας δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἐνδιαφέροντα αὐτοὺς ζητήματα, θὰ ἴδωσιν, ἂν τοῖς συμφέρει νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν ἢ ν’ ἀπορρίψωσιν αὐτήν. Ἀπέναντι δὲ τούτου τοῦ δικαιώματος τί προσφέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον; Τίποτε! Ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἀνέγνωσα τὴν δευτέραν συμπληρωτικὴν σύμβασιν, ἐπείσθην, ὅτι αἱ γενόμεναι ἀναπτύξεις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως ἔπεισαν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, ἄνευ προηγουμένης μελέτης καὶ ἐξετάσεως· εἶχον δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἢ μᾶλλον τὴν πρωΐαν ταύτην, παρουσιάζεται δυστυχῶς τὸ ἐναντίον...

§408Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§409ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.

§410ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνοματικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§411ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 καὶ 35′ π.μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73
2τῆς 9 Ἰουλίου 1899.
3(Παρασκευή).
4(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Κ. Ζώτου).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ.μ. ἀναγινώσκον-
6ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προη-
7γουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου
9Αἰγίου διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ
10ψηφίσῃ πίστωσιν πρὸς κατασκευὴν λιθίνων προχωμάτων εἰς
11τὸν Σελινοῦντα ποταμόν.
12Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κορινθίων διὰ τηλεγραφήματός
13του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐν τῇ συμβάσει περὶ διο-
14χετεύσεως τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας κλπ. ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν
15καὶ τὰ δικαιώματα τῆς πόλεως Κορίνθου ἐπὶ τῶν ὑδάτων
16τούτων.
17Ὁ Ἠθικοθρησκευτικὸς Σύλλογος Πατρῶν «Ἅγιος Ἀνδρέας»
18δι’ αἰτήσεώς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ χρησιμο-
19ποιῶνται ὡς τόποι ψηφοφορίας οἱ ναοί.
20Ὁ Νικόλαος Γ. Ἐμπειρῖκος ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ
21ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
22§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνα-
23γνωσθῇ;
24§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή... Ἀπευθύνεται
25πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ σταλῇ πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουρ-
26γεῖον.
27§4Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἀνήκῃ εἰς τὸν οἶκον τῶν ἀδελ-
28φῶν Ἐμπειρίκου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ
29τῆς Βουλῆς.
30§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος Ἐμπειρῖκος εἶναι.
31Οἱ κάτοικοι τῶν δήμων Ὀρχομενοῦ καὶ Νάσων διὰ τηλε-
32γραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγράψῃ πί-
33στωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πρὸς ἀποξήραν-
34σιν τοῦ παραμεληθέντος πεδίου Κανδύλας.
35Οἱ ἁμαξηλάται Ἄρτης διὰ τηλεγραφήματός των παρα-
36καλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ περὶ αὐτοκινήτων ἁμα-
37ξῶν νομοσχέδιον.
38Ὁ ἐν Ἀθήναις Ἐργατικὸς Σύνδεσμος ὑποβάλλει ὑπόμνημα
39περὶ πληρωμῆς τῶν ἡμερομισθίων τῶν ἐργατῶν κατὰ Σάβ-
40βατον καὶ ὄχι κατὰ Κυριακήν.
41Ὁ κ. Σταυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
42§6Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ
43ζαχαροπλάσται ὑποβάλλουσι δι’ ἐμοῦ ἀναφορὰν καὶ παρα-
44καλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρό-
45νοιαν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ βαρέος φόρου ἐπὶ τῆς εἰσαγομέ-
46νης ζακχάρεως. Παραπονοῦνται δὲ, ὅτι εἰς ἕτερον τμῆμα τῆς
47αὐτῆς βιομηχανίας, τοὺς κατασκευαστὰς λουκουμίων, ἐδόθη
48ἀτέλεια. Ἐὰν λοιπὸν συντρέχωσιν αἱ αὐταὶ περιστάσεις,
49παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν
50ἀναφορὰν ταύτην.
51§7Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
52Μάλιστα.
53§8Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
54Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ποδολοβίτσης, παρακαλούν-
55των, ὅπως καὶ χάριν τοῦ δικαίου καὶ πρὸς ἀσφάλειαν τῆς
56τάξεως παρεμποδισθῶσιν οἱ πρὸς συλλογὴν βαλανιδοκάρπου
57εἰσβάλλοντες εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου αὐτῶν ἐξ ἑτέ-
58ρων δήμων. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν
59νὰ λάβωσι τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
60§9ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτροπὴ ἁμαξηλατῶν ἰδιοκτη-
61τῶν κάρρων, ἐκ Πειραιῶς ἐλθοῦσα σήμερον, μοὶ ἐνεχείρισεν
62ἀναφορὰν, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνομένην, διότι ἀπέτυχε
63νὰ συναντήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὃν ἐζήτησε πρὸς
64ἐπίδοσιν τῆς ἀναφορᾶς, μοὶ ἐδήλωσε δὲ, ὅτι τοιαύτην ἀνα-
65φορὰν παρέδωκε καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
66εὐγνώμων διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὑπεδέχθη αὐτὴν ὁ κύριος
67Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
68Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ἁρμόδιος. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς
69ταύτης οἱ ἁμαξηλάται οὗτοι τοῦ Πειραιῶς παραπονοῦνται,
70ὅτι ὁ εἰς αὐτοὺς ἐπιβαλλόμενος φόρος, εἴτε πρόκειται περὶ
71τετρατρόχων εἴτε πρόκειται περὶ διτρόχων ἁμαξίων, εἶναι
72ἀνώτερος τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου εἰς τὰς ἁμάξας. Θεω-
73ροῦσι τὸ πρᾶγμα ἄδικον, διότι ὑπολογίζουσιν ὅτι καὶ τὸ κε-
74φάλαιον τὸ κινούμενον, ὅπως αὐτοὶ λέγουσι, τῶν ἁμαξῶν
75εἶναι πολὺ μεγαλείτερον, κατὰ πολλὰς ἑκατοντάδας δραχ-
76μῶν, καὶ ὅτι τὰ κέρδη αὐτῶν εἶναι πολὺ μικρότερα, διὰ
77τοῦτο δὲ καὶ ὁ φόρος εἶναι δυσανάλογος. Μοὶ εἶπον ὅτι ὁ κ.
78Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη νὰ μελετήσῃ τὸ ζή-
79τημα, καὶ εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέ-
80διον ἐπὶ τούτῳ, ἐὰν πεισθῇ ὅτι εἶναι ἐπιδεκτικὴ μεταρρυθ-
81μίσεως ἡ διάταξις τοῦ κειμένου νόμου. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ
82τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τοὺς
83λόγους, οἵτινες φέρονται ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ, νὰ θε-
84λήσῃ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καιρὸς
85κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ
86τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς.
87Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ἐξακολουθῶν τὸν λόγον, ὑπενθυ-
88μίζω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρῶτον τὴν παρά-
89κλησίν μου, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον
90τὸν ἀναγόμενον εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ
91Ἰλισσοῦ, καὶ δεύτερον παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν
92Βουλὴν, ἂν, — κατόπιν τῆς ὑποσχέσεως, ἣν ἔδωκεν, ὅτι θέλει
93ὑποβάλει τὸ ζήτημα τὸ περὶ κινίνης ἐν ἐσφραγισμένοις φια-
94λιδίοις, ἐλευθέρως πωλητέας κατὰ τὰς διαφόρους ἀγορὰς τῆς
95Ἑλλάδος, εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον, — ὑπεβλήθη τὸ ζήτημα
96τοῦτο εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον, καὶ ἂν μετὰ τὴν γνωμοδότησιν
97τοῦ Ἰατροσυνεδρίου προέβη εἴς τινα ἀπόφασιν, καὶ ὁποίαν.
98§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
99τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ἀφο-
100ρῶν εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τῆς πλημμύρας, καὶ ἄλλοτε εἴπο-
101μεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον. Ὡς πρὸς τὸ δεύ-
102τερον ζήτημα, παρέπεμψα τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἰατροσυνέ-
103δριον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ Ἰατροσυνέδριον, ἐπειδὴ
104ἔχει πολλὰς ἀσχολίας ἕνεκα τῆς πανώλους, δὲν κατώρθωσε
105μέχρι τοῦδε νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην του.
106§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν βλέπω ὁποῖον νομοσχέδιον ἀπαιτεῖ-
107ται διὰ τοὺς παθόντας ἐκ τῆς πλημμύρας. Ἡ Βουλὴ ἐψή-
108φισε τὴν πίστωσιν ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τῆς πλημμύρας.
109Λοιπὸν μοὶ φαίνεται ὅτι μόνη ἡ χρησιμοποίησις τῆς πιστώ-
110σεως ἀπαιτεῖται. Ὑπὲρ τῶν ἐν Πειραιεῖ τοῦτο ἐγένετο πρὸ
111πολλοῦ· ὑπὲρ τῶν ἐν Ἀθήναις παθόντων δὲν ἐγένετο. Ἐζή-
112τησα δὲ νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
113Κυβερνήσεως εἶπεν ἄλλοτε, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲν εὑρέ-
114θησαν ἴχνη τῆς ὑποθέσεως· ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ φάκελος
115ὑπάρχει, καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ ὑπάρχῃ.
116§12Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει
117ἀνάγκη νόμου.
118§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ.....
119§14ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ προστεθῇ ἡ δήλωσις εἰς τὸν προϋ-
120πολογισμόν. Πρόκειται περὶ 15,000 δραχμῶν.
121§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰς κεκλεισμέ-
122νας χρήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ, διότι δὲν ἐνε-
123τάλη ἡ πληρωμή. Πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ ὑποβληθῇ νέον
124νομοσχέδιον.
125§16Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέου νομοσχε-
126δίου.
127§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι ἡ πληρωμὴ
128δὲν ἐνετάλη. Εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις 50 χιλιάδων, ἐξ ὧν
12935,000 διὰ τὸν Πειραιᾶ καὶ 15,000 διὰ τὰς Ἀθήνας. Χο-
130ρηγηθείσης τῆς πιστώσεως, διωρίσθησαν δύο ἐπιτροπαί, μία
131διὰ τὸν Πειραιᾶ, ἑτέρα διὰ τὰς Ἀθήνας. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ
132Πειραιῶς εἰργάσθη, ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἀθηνῶν οὐδέποτε εἰρ-
133γάσθη, οὔτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της τὰς ἀναφορὰς τὰς εἰς αὐ-
134τὴν ὑποβληθείσας, οὔτε ἔγεινεν ἐκκαθάρισις τῶν διατυπω-
135θεισῶν ἀξιώσεων. Δὲν ἔγεινε τίποτε. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυ-
136νατὸν δυνάμει πιστώσεως, ἡ ὁποία εἶχεν ἐγγραφῆ εἰς τὸν
137προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, νὰ πληρώσωμεν. Οὔτε εἶναι δυ-
138νατὸν νὰ ἐγγράψωμεν τὸ ποσὸν εἰς τὰς κεκλεισμένας χρή-
139σεις, μὴ οὔσης ἐκκαθαρισμένης τῆς ἀπαιτήσεως.
140§18Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι εἰς τὰς κεκλεισμένας.
141§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλά;
142§20Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουρ-
143γείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
144§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς; Πρόκειται περὶ νέας πιστώσεως.
145§22Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νέας;
146§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα, νέας.
147§24Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
148Ἡ δαπάνη πρέπει νὰ ᾖναι ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένη, ἵνα ἀνα-
149γραφῇ εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς
150πιστώσεως.
151§25Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως, ἵνα ἀναγραφῇ εἰς τὰς κε-
152κλεισμένας χρήσεις, ἀπαιτεῖται ἐκκαθάρισις. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνα-
153γνωρίζηται ἡ ἀνάγκη τῆς πληρωμῆς μὴ ἐκκαθαρισμένης δα-
154πάνης, οὐδὲν ἐμποδίζει νὰ περιληφθῇ νέα πίστωσις ἐν τῷ
155Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ παρὰ ἡ δια-
156γραφὴ τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἴσως πρὸ πέντε ἐτῶν, καὶ
157ἑπομένως εἶναι σχεδὸν διαγεγραμμένη, καὶ ἡ ἀντικατάστα-
158σις αὐτῆς διὰ νέας πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
159τρέχοντος ἔτους. Ἡ ἀνάγκη ὑφίσταται. Ἡ ἄδεια δὲν ἐνθυ-
160μοῦμαι ἂν ἐδόθη διὰ νόμου...
161§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ νόμου.
162§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... Ἡ ἀνάγκη ὑφίσταται, ἑπομένως ἡ
163δαπάνη εἶναι ἀνεγνωρισμένη. Δὲν ἐγένετο τότε. Βεβαίως
164μὴ ἐκκαθαρισθεῖσα δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰς κεκλει-
165σμένας χρήσεις· ἀλλ’ ὑφισταμένου τοῦ νόμου πρὸς θεραπείαν
166τῆς ἀνάγκης, δύναται πολὺ καλὰ ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Ὑπουρ-
167γείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς νέα πίστωσις. Θὰ μένῃ τότε ἡ
168ἀκύρωσις τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγραφείσης κατὰ τὸ ἔτος
169ἐκεῖνο, τὸ 1896, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ ἀπολογισμός.
170§28Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
171Ἐὰν ἡ αἴτησίς σας γείνῃ δεκτή, νόμος περὶ δημοσίου λογι-
172στικοῦ δὲν ὑφίσταται, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θ’ ἀπέ-
173βαινεν ἄσκοπος ἡ ἀναγραφὴ γενικῶν πιστώσεων. Τότε θὰ ἠδυ-
174νάμεθα δι’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον νὰ ψηφίζωμεν ἰδίαν πίστωσιν
175ὡρισμένου ποσοῦ διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρή-
176σεις. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἀπῄτησε, προκει-
177μένου περὶ δαπάνης ἀναγομένης εἰς κεκλεισμένην καὶ διαγε-
178γραμμένην χρῆσιν, ἢ δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ ψηφίζηται, ἢ ἐν
179τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἀναγράφηται εἰδικὴ πίστωσις. Ἑπο-
180μένως αὐτὴ ἡ ἀρχή, ὑπὲρ ἧς συνηγορεῖτε, δὲν δύναται νὰ
181γείνῃ δεκτή.
182§29ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὸ ζήτημα
183τοῦ προϋπολογισμοῦ, — πιθανὸν τὰ πράγματα νὰ ἔχωσιν οὕ-
184τως, — δὲν θέλω δὲ παντελῶς νὰ ψέξω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἢ
185τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν πράττει τίποτε,
186ἀλλὰ λέγω ὅτι, ὅτε πρὸς δυστυχεῖς, παθόντας τοιαῦτα δυσ-
187τυχήματα, καταστροφὴν τῆς περιουσίας καὶ ἀπώλειαν μά-
188λιστα τῆς οἰκογενείας, τὸ Κράτος ἔρχεται καὶ διὰ τῆς ἀπο-
189φάσεως τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως
190ὑπόσχεται χορηγίαν ἔχουσαν χαρακτῆρα ἀνακουφίσεως, ἐλεη-
191μοσύνης, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως
192νὰ μὴ ἀφήσῃ ἐκτεθειμένην τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν
193ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως εἰς τοιαύτην περιφρόνησιν· διότι ὁ
194πτωχός, ὁ λαμβάνων τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θέλει ἀνακουφισθῆ, ἔχει
195τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς τοιαύτας ὑποσχέσεις δίδοντας,
196ὅτι εἰς τὴν δυστυχίαν εἶναι περιττὸς ὁ ἐμπαιγμός, καὶ καταντᾷ
197ἐμπαιγμός, ὅταν ἡ ὑπόσχεσις ἀναβάλληται ἐπὶ πολλὰ ἔτη,
198διότι δὲν θέλουσι, Κύριος οἶδε διατί, αἱ τεταγμέναι ἐπιτρο-
199παὶ νὰ ἐργασθῶσιν. Εὑρίσκονται ἄνθρωποι ἀπολέσαντες πρὸς
200τῇ μικρᾷ περιουσίᾳ καὶ ὁλόκληρον οἰκογένειαν, μὴ λαβόντες
201ἀνακούφισιν ἄλλην, παρὰ τὴν ἰδιωτικήν, ἥτις ἐδόθη αὐτοῖς
202ἐγκαίρως. Οἱ ἰδιῶται ἐξετέλεσαν τὸ καθ’ ἑαυτοὺς, καὶ ἔχω
203ἐνταῦθα κατάλογον, περιέχοντα κατ’ ὄνομα καὶ ποσὸν τὴν
204γενομένην διανομὴν τῶν ἰδιωτικῶν εἰσφορῶν, αἵτινες ἀναβαί-
205νουσιν εἰς 10,000 δραχμάς. Νομίζω ὅτι, ὅτε οἱ ἰδιῶται κα-
206τώρθωσαν πρὸ διετίας καὶ πλέον νὰ ἐκτελέσωσι τὸ πρὸς τοὺς
207παθόντας καθῆκον, τὸ Κράτος, ὅπερ ἀνεγνώρισε τὴν ὑπο-
208χρέωσιν ταύτην, ὀφείλει καὶ τοῦτο μετὰ τριετίαν τοὐλάχι-
209στον νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν βαρύνουσαν αὐτό.
210§30Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶ-
211ναι ἄλλως δυνατὸν νὰ γείνῃ, τότε παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ
212νομοσχέδιον.
213§31Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
214Περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ
215ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη. Δὲν ἀμφισβητῶ, ἄλλως τε τὴν ὀρ-
216θότητα τῶν γενομένων συζητήσεων καὶ παρατηρήσεων. Πρό-
217κειται νῦν νὰ γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως.
218Μετὰ τοῦτο ὑποβληθήσεται εἰδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
219θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή.
220§32Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ τάχιστα· διότι οἱ δυστυ-
221χεῖς αὐτοὶ ἀπώλεσαν τὴν περιουσίαν των.
222§33Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ πάλιν νὰ
223παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς ὑπο-
224θέσεως τῆς ἀφορώσης τὴν ἐνοικίασιν τῶν ἐν τῷ δήμῳ Φενεοῦ
225ἐθνικῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἡ λίμνη ἐκεῖ, ἀποξηρανθεῖσα αὐ-
226τομάτως, ἄφησεν ἀκαλύπτους. Τὰς γαίας ταύτας ἡ προκά-
227τοχος Κυβέρνησις ἄνευ ἐπισταμένης ἐπιτοπίας ἐρεύνης ἐξέ-
228θεσεν εἰς δημοπρασίαν, συμπεριέλαβε δὲ ἐν τῇ διακηρύξει καὶ
229γαίας ἰδιοκτήτους, περὶ τὰς 10,000 στρέμματα, καλλιεργου-
230μένας παρὰ τῶν κατοίκων ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων καὶ ἀνη-
231κούσας συνεπῶς εἰς διαφόρους κοινότητας τοῦ δήμου Φενεοῦ,
232αἵτινες καὶ τίτλους τῆς κυριότητός των κέκτηνται. Ἐννοεῖ-
233ται ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἐνοικιαστὴς συμπεριέλαβε καὶ αὐτὰς ἐν τῇ
234ἐνοικιάσει, οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ δυστυχεῖς, καταδιωκόμενοι
235ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀμειλίκτως, ὑποστηριζομένους παρὰ με-
236γάλης στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία παραδόξως ἀπεστάλη
237πρὸς ἐνίσχυσιν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, οἱ χωρικοί, λέγω, εὑρι-
238σκόμενοι εἰς ἀπόγνωσιν, ἔχουσιν ἀπόσχει πάσης καλλιερ-
239γείας, ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ αὐτῶν ζημίᾳ, μὴ ἐχόντων ἄλλον
240πόρον ζωῆς. Βεβαιώθητε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖ-
241νος ὑφίσταται πολλὰ δεινά. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία τῆς με-
242ρίμνης σας. Ἀναγνώσατε μετὰ προσοχῆς τὸν φάκελον τῆς
243ὑποθέσεως ταύτης, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ ἐξεύρητε
244τρόπον, ὅπως σωθῇ ὁ τόπος ἐκεῖνος ἀπὸ ἀγρίους ἐνοικιαστὰς,
245ἐκδιώκοντας ὁλόκληρα χωρία ἐκ τῶν ἀγρῶν των, ἐπὶ χρη-
246ματολογίᾳ παρανόμῳ. Ἀνεῦρον ἐν τῷ κατατεθέντι φακέλλῳ,
247ὅτι καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ ἀποσταλεῖσαι πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητή-
248ματος, ὁ στρατιωτικὸς ἀποσπασματάρχης, ὡς καὶ ὁ γεωμέ-
249τρης καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, νομίζω, συνιστῶσιν εἰς τὸν
250κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀποστείλῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ
251τοὺς τίτλους τῶν κατοίκων, ὡς καὶ τὰς ἄλλας ἀξιώσεις, αἱ
252ὁποῖαι ὑποβάλλονται παρὰ διαφόρων. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι μεγά-
253λου κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος. Θὰ σώσητε τὸν τόπον ἐκεῖ,
254ὅστις θὰ σᾶς εὐγνωμονῇ.
255§34Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν
256ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν
257Βουλὴν, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων
258Σύρου περὶ πωλήσεως φαρμάκων ἀβλαβῶν. Παρατηρῶ δὲ,
259ὅτι καὶ ἐξ ἄλλων πόλεων ἀπεστάλησαν τοιαῦται ἀναφοραί,
260ὥστε φαίνεται ὅτι τὸ ζήτημα λαμβάνει γενικώτερον χαρα-
261κτῆρα.
262§35Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
263Τὸ ζήτημα ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
264§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
265τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπήντησα καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ
266Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο παρεπέμφθη εἰς
267τὸ Ἰατροσυνέδριον, καὶ ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν αὐτοῦ, ἵνα
268ἴδω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα.
269§37Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κυμαίων, συν-
270ελθὸν τὴν 6 Μαρτίου ἐ ἔ. καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸν θάνα-
271τον δύο μελῶν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν Κύμῃ
272ἐνοριακοῦ ναοῦ «ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου», συνεπλήρωσε
273τοῦτο, διορίσαν διὰ ψηφίσματος δύο ἄλλα μέλη, τοὺς κυ-
274ρίους Γ. Καραβᾶν καὶ Κ. Νικολαΐδην. Τὸ ψήφισμα τοῦτο
275ἀνεκοινώθη εἰς τὸν κ. δήμαρχον, ὁ δὲ κ. δήμαρχος, ὀφείλων
276κατὰ τὸν νόμον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ κ. νομάρ-
277χου ἐντὸς 15 ἡμερῶν, καίτοι παρῆλθε πολὺς καιρὸς, οὐδὲν
278ἔπραξεν, ἵνα προκαλέσῃ τὴν ἔγκρισιν, οὐδ’ ἀνεκοίνωσε τὸ
279ψήφισμα εἰς τοὺς διορισθέντας. Τὸ Συμβούλιον, βλέπον ὅτι
280ὁ δήμαρχος δὲν ἐνήργησε τίποτε, ἀπέστειλεν ἀπ’ εὐθείας εἰς
281τὸν νομάρχην Εὐβοίας τὸ ψήφισμα, ἀλλ’ ὁ νομάρχης, πολὺ
282ὀρθῶς, ἀπήντησεν, ὅτι μόνον διὰ τοῦ δημάρχου ἐπιτρέπεται
283ἡ ὑποβολὴ τοῦ ψηφίσματος.
284Ἡ συμπλήρωσις τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου ἐπεί-
285γει, διότι 8000 δραχμαὶ τῆς Ἐκκλησίας μένουσιν εἰς χεῖρας
286τῶν κληρονόμων τῶν ἀποβιωσάντων συμβούλων, καὶ κινδυ-
287νεύουσι ν’ ἀπολεσθῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουρ-
288γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν μέριμναν
289καὶ διὰ τοῦ νομάρχου προσκαλέσῃ εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν καθη-
290κόντων του τὸν δήμαρχον Κυμαίων.
291§38Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως,
292καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1898 μέχρι σήμερον, ὑπεβλή-
293θησαν παρὰ διαφόρων πολιτῶν ἐφέσεις κατ’ ἀποφάσεων διοι-
294κητικῶν ἀρχῶν, ἤτοι ταμιῶν, οἰκονομικῶν ἐφόρων καὶ τελω-
295νῶν, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν ἐξεδικάσθησαν. Παρακαλῶ διὰ
296τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ
297κατάλογον, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποβαλόντων τοι-
298αύτας ἐφέσεις κατὰ διοικητικῶν ἀποφάσεων, πόσαι ἐξ αὐτῶν
299ἐξεδικάσθησαν, καὶ διὰ τίνα λόγον αἱ λοιπαὶ μένουσιν ἐκκρε-
300μεῖς. Προσέτι, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ ὑποβάλῃ ἀντίγραφον
301τῶν ἀποφάσεων τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῶν ὁποίων
302τοῦτο, εἴτε αὐτεπαγγέλτως, εἴτε συνεπείᾳ ἐφέσεων, προέβη
303εἰς μεταρρύθμισιν τῶν ἀποφάσεων τῶν κατὰ πρῶτον βαθμῶν
304ἐκδοθεισῶν.
305§39Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
306Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κύριος Ροῦφος ἐζήτησε νὰ
307καταθέσω τὰς δικογραφίας ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες εἶναι
308ἐκκρεμεῖς κατὰ τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου κ. Ψωμάκη. Τὰς δι-
309κογραφίας ταύτης καταθέτω· ἐξ αὐτῶν δὲ καταφαίνεται, ὅτι
310οὐδεμία ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς, καὶ ὅτι αἱ ἐκδοθεῖσαι ἀπο-
311φάσεις εἶναι ἅπασαι ἀπαλλακτικαί.
312§40Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε ζητήσει καὶ ὁ
313βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Διγενόπουλος νὰ καταθέσητε σχε-
314τικά τινα ἔγγραφα, εὑρισκόμενα παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ.
315§41Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
316Τοιαύτη αἴτησις δὲν περιῆλθεν εἰς ἐμέ.
317§42ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸ δύο ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε,
318παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ
319πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς ἐνοικιάσεως οἰκίας τινὸς ἐν Τανίᾳ
320ὡς καταστήματος ἀστυνομικοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν,
321ὅτι τὴν ἑπομένην, χθὲς δηλαδὴ, θὰ ἔδιδε τὰς αἰτηθείσας πλη-
322ροφορίας. Ἐπειδὴ ὅμως οὔτε χθὲς οὔτε σήμερον παρέσχε τοι-
323αύτας, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φροντίσῃ περὶ τούτου, διότι φρονῶ,
324ὅτι, ὅταν λάβῃ γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, θὰ διατάξῃ
325νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐνοικίασις ἐκείνη.
326§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
327τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶχον ἓν σημείωμα εἰς ἀπάντησιν τῆς
328ἐπερωτήσεως ταύτης, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν ἔφερα μαζῆ
329μου· δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς εἴπω, τί περιέχει, διότι τὸ ἀνέ-
330γνωσα. Ἡ ὑπηρεσία ἀναφέρει, ὅτι ἔληξεν ἡ ἐνοικίασις οἰκίας
331μεμισθωμένης δι’ ἀστυνομικὸν κατάστημα, ὅτι ἡ οἰκία αὕτη
332ἦτο μεμισθωμένη πρὸς δραχμὰς 50 κατὰ μῆνα, ὅτι ἐγένετο
333αἴτησις παρά τινος ἰδιώτου, — τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ
334ὄνομα, — διὰ τῆς ὁποίας ὁ κύριος οὗτος προτείνει, ὅπως ἐνοικια-
335σθῇ ἡ οἰκία ἡ ἰδική του ἐπὶ μισθώματι 40 δραχμῶν, ὅτι δὲ
336τὴν αἴτησιν ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον παρέπεμψεν εἰς τὸν
337ἀστυνόμον, ὅπως οὗτος πληροφορήσῃ, ἐὰν ἡ προτεινομένη οἰκία
338εἶναι κατάλληλος. Ὁ ἀστυνόμος ἀπήντησεν εἰς τὸ Ὑπουρ-
339γεῖον, ὅτι ἡ οἰκία εἶναι κατάλληλος, καὶ συνεπείᾳ τῆς πλη-
340ροφορίας ταύτης τοῦ ἀστυνόμου προέβη ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν
341σύναψιν μισθωτηρίου ἐγγράφου διὰ τὴν νέαν ταύτην οἰκίαν
342πρὸς 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα.
343Αὗται εἶναι, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, αἱ πληροφορίαι, τὰς
344ὁποίας ἐν τῷ σημειώματι ἐκείνῳ ἀνέγνωσα. Ἐπιφυλάσσομαι
345δὲ αὔριον νὰ καταθέσω τὸ σημείωμα.
346§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον
347τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος
348καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν.
349§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
350ράρτημα, ἀριθ. 423).
351Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει τροπολο-
352γίαν ἐπὶ τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ δια-
353νεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 424).
354Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
355Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξό-
356δων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
357§46ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προτιμηθῇ ἐν
358τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας συνομολο-
359γήσεως συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἠπει-
360ροθεσσαλίας, διότι αἱ συναλλαγαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ἔπαυσαν ἕνεκα
361τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ Τρά-
362πεζα. Παρακαλῶ θερμῶς καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν
363νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
364§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς, ὅπως ἄρω-
365μεν τὴν ἐκκρεμότητα, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι συνάδελφοι θεω-
366ροῦσιν ὄχι καλήν, ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον. Εἴχομεν δὲ
367σκοπὸν νὰ προτάξωμεν αὐτὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ
368εἴδομεν διαθέσεις πρὸς συζήτησιν. Ἐὰν πρόκειται νὰ μὴ γείνῃ
369συζήτησις, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ προταχθῇ.
370§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν
371νὰ συζητηθῇ.
372§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
373περὶ ἀδείας συνομολογήσεως συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν
374Ἐθνικῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ Προνομιούχου Ἠπειροθεσσαλίας.
375(Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ
376Πρόεδρος κ. Ν. Τσαμαδός).
377§50ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται περὶ συγχωνεύσεως, ἥτις
378οὐδένα βεβαίως δύναται νὰ εὕρῃ τὸν ἀντιλέγοντα. Διὰ τῆς
379συγχωνεύσεως φθάνομεν νὰ περιορίσωμεν τὰς προνομιούχους
380Τραπέζας εἰς δύο, καὶ ἴσως θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ εἴχομεν
381μόνον μίαν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ἀδείας χο-
382ρηγητέας εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἔγκρισιν τοιαύτης συγχω-
383νεύσεως, ἦτο δυνατόν, τὸ νομοσχέδιον, ἄλλως συντεταγμέ-
384νον, νὰ παρέχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν δύναμιν νὰ ζητήσῃ
385καὶ λάβῃ ἀνταλλάγματα ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἕνεκα τῶν παρε-
386χομένων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τῆς συγχωνεύσεως
387πλεονεκτημάτων, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ταῦτα θελήσωσι νὰ εἴ-
388πωσι, καὶ ἕνεκα τῆς παρατάσεως ἐπὶ ἐννέα ἔτη τοῦ προνο-
389μίου, ἥτις δίδεται διὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς εἰς τὴν Ἐθνι-
390κὴν Τράπεζαν. Λέγεται μὲν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουρ-
391γοῦ, ὅτι ἀντάλλαγμα δίδεται ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνι-
392κῆς εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἡ τιμὴ ἡ ἐπὶ
393πλέον τῆς ἐξαγορᾶς τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, καὶ ὅτι ὡς ἐκ
394τῶν περιστάσεων, αἵτινες ἐμεσολάβησαν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ
395εἰς βλάβην τῆς ἐκεῖ Τραπέζης, καίτοι δὲν εἶναι ὑπόχρεων τὸ
396Δημόσιον εἰς ἀποζημίωσιν, ὅπως δήποτε εὐλόγως πράττει τι
397καὶ ὑπὲρ τοῦ καταστήματος τούτου· ἀλλὰ τὸ ἀντάλλαγμα,
398περὶ οὗ πρόκειται, καίτοι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν αὐτὸ
399ἀκριβῶς, διότι δὲν εἶπεν ἡμῖν ἐν τῇ ἐκθέσει ὁ κ. Πρωθυπουρ-
400γὸς ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς, ἣν δίδει ἡ Τρά-
401πεζα ἄνευ παρατάσεως τοῦ προνομίου, καὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ
402δίδει διότι ἡ παράτασις παραχωρεῖται, εἶναι ἀνεπαρκές· νο-
403μίζω δὲ, ὅτι καὶ τὸ Κράτος δύναται νὰ λάβῃ παραχώρησίν
404τινα, διότι μόνη ἡ παραχώρησις πρὸς τὴν Τράπεζαν ὑποβαλ-
405λομένη, καὶ κατ’ ἀξίαν μοὶ φαίνεται μικρὰ καὶ δὲν ἱκανο-
406ποιεῖ τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις τοῦ Κράτους. Ἐν τῷ νομοσχε-
407δίῳ βλέπω, ὅτι γίνεται λόγος περὶ παραχωρήσεών τινων, ἀλλὰ
408καὶ αὗται δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκὲς ἀντάλλαγμα
409τοῦ κέρδους τοῦ ἀποκτωμένου ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
410Ἄλλο ἀντάλλαγμα μικρὸν περιέχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5,
411καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα ἀπαλλάσσει τοὺς ἐν Ἠπείρῳ ὀφειλέτας
412ἐξ ἀγορᾶς κτημάτων τῶν τόκων, οἵτινες, κατὰ τὸ σημείωμα,
413ὅπερ κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέρ-
414χονται εἰς 140,000 δραχμάς, ὧν τὸ ἥμισυ εἶχεν ἐγγυηθῆ
415τὸ Κράτος. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ἄξιον λόγου, προκει-
416μένου περὶ ἐννεαετοῦς παρατάσεως τοῦ προνομίου· ἡ δὲ διά-
417ταξις τοῦ ἄρθρου 4, ἥτις λέγει τὰ ἑπόμενα: «Ἀπὸ τῆς ὁρι-
418στικῆς συγχωνεύσεως οἱ τόκοι ἁπάντων τῶν δανείων τῆς
419Προνομιούχου Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, ἐνυποθήκων καὶ
420ἐπὶ ἐνεχύρῳ, τῶν χορηγήσεων εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας
421καὶ τῶν ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων ἐλαττοῦνται, ἀφομοιού-
422μενοι κατὰ τὸ ποσοστὸν αὐτῶν πρὸς τοὺς τόκους, οὓς κατα-
423λογίζει ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐργασιῶν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλ-
424λάδος», δὲν εἶναι ἀντάλλαγμα, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ νόμιμον ἐπα-
425κόλουθον τῆς ἀπορροφήσεως τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέ-
426ζης ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ δύο κανό-
427νας ἡ Ἐθνική· εὐθὺς ὡς ἀπορροφᾷ τὴν Ἠπειροθεσσαλικήν,
428οἱ τόκοι πάντες γίνονται οἱ αὐτοὶ ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς
429χώρας.
430Ἐπειδὴ ὅμως εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, παρατηρῶ,
431ὅτι κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ διαφορὰ τῶν
432τόκων εἶναι αὕτη· ἐπὶ τῶν δανείων τῶν ἐνυποθήκων ἡ Ἐθνικὴ
433Τράπεζα λαμβάνει 7%, ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ 8%· ἐπὶ τῶν
434δανείων ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λαμβάνει 5½%,
435ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ 8%· ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν προεξοφλή-
436σεων ἡ Ἐθνικὴ 6½%, ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ 8%· ἐπὶ
437χορηγήσεων εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας καὶ αἱ δύο Τρά-
438πεζαι λαμβάνουν 8%. Καὶ ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι, ἡ διά-
439ταξις τοῦ ἄρθρου 4 δὲν ἔχει λόγον ὡς πρὸς τὰ δάνεια ταῦτα,
440τὰ πρὸς τοὺς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, διότι λέγει, ὅτι καὶ
441τούτων ὁ τόκος ἐλαττοῦται· ἐν τούτοις δὲν εἶναι τοῦτο
442ἀκριβές, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τὰς δύο Τραπέζας
443τόκος.
444Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ παράσχωμεν ἄδειαν εἰς τὰς Τρα-
445πέζας νὰ συγχωνευθῶσιν, ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον νὰ περιέχῃ
446καὶ τὸν τύπον τῆς ἀδείας, νὰ περιέχῃ καὶ ὅρους τινὰς, καὶ
447τοὺς ὅρους τούτου ἀρύομαι πάλιν ἐκ τοῦ σημειώματος τοῦ κ.
448Ὑπουργοῦ, καίτοι θὰ ἐπεθύμουν αὐτοὺς κάπως καλλιτέρους.
449«Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα», λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, «ἐδήλωσεν
450ὅτι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1900 θέλει ἐλαττώσει τὸν τόκον ἐπὶ
451ἐνυποθήκων δανείων καὶ δανείων πρὸς δήμους εἰς 6½% κατ’
452ἀνώτατον ὅρον, καὶ εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας εἰς 7%.
453Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1901 θέλει ἐλαττώσει
454τοὺς τόκους ἐπὶ τῶν ἐνυποθήκων δανείων καὶ δανείων πρὸς
455δήμους κλπ. εἰς 6%.» Γινώσκω ὅτι ἀπὸ ἐτῶν ζητεῖται ἡ
456ἐλάττωσις τῶν τόκων, ἰδίως τῶν δανείων τῶν λιμενικῶν τα-
457μείων, τοὐλάχιστον εἰς 5%, ἀλλὰ τοῦτο δὲν κατωρθώθη νὰ
458ἐπιτευχθῇ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ νόμου τούτου δυνάμεθα νὰ
459θέσωμεν ἐν αὐτῷ τὸν ὅρον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ ἔχῃ τὸ
460δικαίωμα νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν συγχώνευσιν, ἐὰν ἡ Τράπεζα
461δὲν παράσχῃ τὴν τοιαύτην ἐλάττωσιν. Καὶ ὑπάρχει μὲν ἡ
462δήλωσις τῆς Τραπέζης, ὅτι κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1901
463ἐλπίζει νὰ καταβιβάσῃ τὸν τόκον εἰς 6%, προκειμένου
464ὅμως νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ κέρδη ὁλο-
465κλήρου ἱδρύματος ὄχι μόνον δι’ ἑπτὰ ἔτη, ἅτινα ὑπολείπον-
466ται εἰς τὸ προνόμιον τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, ἀλλ’
467ἔτι καὶ δι’ 9 ἐπὶ πλέον, εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ζητηθῇ,
468ὅπως ἡ Τράπεζα προβιβάσῃ κατὰ ἓν ἔτος τὴν ὑπόσχεσιν αὑ-
469τῆς καὶ ἐλαττώσῃ ἀπὸ τοῦ 1900 τὸν τόκον εἰς 6%.
470§51Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν μελλόντων δανείων μόνον.
471§52ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ τῶν ὑπαρχόντων.
472§53Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν συμπεριλάβωμεν καὶ τὰ ὑπάρ-
473χοντα, εἶναι ὡς νὰ θέλωμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν συγχώ-
474νευσιν.
475§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τῶν ὑπαρχόντων, ἐφ’ ὅσον ἀνανεοῦνται.
476Προτείνω λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τὴν ἑξῆς διατύπωσιν:
477«Ὑπὸ τοὺς ἐν τοῖς ἑπομένοις ἄρθροις ὅρους, ἐπιτρέπεται εἰς
478τὴν Κυβέρνησιν» κλπ. ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐπὶ δὲ τοῦ
479ἄρθρου 4 τὴν ἑξῆς τροπολογίαν:
480«Ἀπὸ τῆς ὁριστικῆς συγχωνεύσεως οἱ τόκοι ἁπάντων
481τῶν δανείων τῆς Προνομιούχου Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας,
482ἐνυποθήκων καὶ ἐπὶ ἐνεχύρῳ, καὶ τῶν ἐμπορικῶν προεξοφλή-
483σεων ἐλαττοῦνται, ἀφομοιούμενοι κατὰ τὸ ποσοστὸν αὐτῶν
484πρὸς τοὺς τόκους, οὓς καταλογίζει ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐργασιῶν
485ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἀπὸ δὲ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1900 οἱ μὲν
486τόκοι τῶν ἐνυποθήκων δανείων καὶ τῶν δανείων πρὸς δήμους,
487λιμενικὰ ταμεῖα κλπ. ἐλαττοῦνται εἰς 6% κατ’ ἀνώτατον
488ὅρον, οἱ δὲ τόκοι τῶν δανείων πρὸς γεωργοὺς καὶ κτηματίας
489εἰς 7%, μενουσῶν ἐν ἰσχύει καὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου
490͵ΒΦΜʹ τῆς 21 Μαρτίου 1898.
491Εἰς τοῦτο ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν δήλωσιν τῆς Ἐθνικῆς
492Τραπέζης, ἣν κατέθεσεν ἐν τῷ σημειώματι ὁ κ. Ὑπουργὸς,
493καθ’ ἣν λέγει, ὅτι ἡ Τράπεζα θέλει ἐλαττώσει τὸν τόκον
494εἰς 6½%, ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλει ἐλαττώσει αὐτὸν ἔτι μᾶλ-
495λον τῷ 1901, εἰς 6%. Ἡ ἀξίωσις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι
496ὑπερβολικὴ, ἂν καὶ ὑπὸ τύπον παρακλήσεως διατυπωθῇ· ἂν
497εἴπωμεν πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὅτι εἶναι μικρὸν ἀντάλλαγμα
498τοῦ κέρδους, ὅπερ παρέχεται εἰς αὐτὴν διὰ τῆς ἐπὶ ἐννέα ἔτη
499παρατάσεως τοῦ προνομίου ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου τῶν ἐνυ-
500ποθήκων δανείων ἀπὸ τοῦδε εἰς 6%. Θὰ ἀπολέσῃ ἡ Ἐθνικὴ
501Τράπεζα μόνον 1% ἐπὶ τῶν δανείων τούτων τῶν ἀσφαλῶν.
502Ὑπολογίσατε ποία εἶναι ἡ σημασία τῆς παραχωρήσεως, καὶ
503εἴπετε, ἂν, τῆς Βουλῆς τοιοῦτόν τι ψηφιζούσης, καὶ τῆς Κυ-
504βερνήσεως ἐφαρμοζούσης, ἡ Τράπεζα δύναται νὰ ἀρνηθῇ.
505§55ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ Τράπεζα ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ
506δανείσῃ 10,000,000 εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Ποῦ
507εἶναι ἡ ἐκτέλεσις; Ἂν ὑποχρεωθῇ νὰ ἀφαιρέσῃ 1½%,
508δὲν εἶναι μεγάλο πρᾶγμα.
509§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ δὲν πρόκειται νὰ
510ἐκβιασθῇ, πρόκειται νὰ ὠθήσωμεν αὐτὴν νὰ πράξῃ τοῦτο,
511ὡς ὀφείλει νὰ πράξῃ, διότι ἔχει τὸ ἀντάλλαγμα τῆς παρα-
512χωρήσεως. Ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς πράξεως τῆς συγχωνεύσεως
513ἔχει ὠφελείας, διότι, ὡς ἤρχισεν ἡ πτῶσις τῶν μετοχῶν
514μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τρα-
515πέζης, ἐφρόντισε νὰ ἀγοράσῃ μετοχὰς τῆς Ἠπειροθεσσαλι-
516κῆς Τραπέζης οὐκ ὀλίγας πρὸς 180 δραχμάς.
517§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
518κῶν κλπ.). Ὑπάρχει περὶ τούτου δήλωσις;
519§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διετύπωσεν ὁ διοικητὴς τοῦτο ἐν συνεν-
520τεύξει, ὑπὸ τύπον λίαν σαφῆ, εἶναι δὲ γεγραμμένη ἡ δήλω-
521σις αὕτη παρ’ ἀνδρὸς κάλλιστα γινώσκοντος τὴν ὑπόθεσιν,
522ὡς ἐξ αὐτῶν τῶν γραφομένων φαίνεται, ἐν οἷς λέγονται τὰ
523ἑξῆς, ἅτινα λαμβάνω ἐκ τῆς ἐφημερίδος «Ἄστεως» ὡς λόγους
524αὐτοῦ τοῦ διοικητοῦ τῆς Τραπέζης: «Ἄλλως τε ὅτι ἡ Τρά-
525πεζα ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως κανονίζει τὴν δρᾶσιν αὑτῆς,
526εἶναι, πιστεύω, γνωστὸν, τὸ ἀπέδειξε δὲ ἀπέναντι τῶν με-
527τόχων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας κατὰ τὴν στιγμὴν
528τοῦ θανάτου τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ, ἀπειλήσαντος, καὶ πολὺ
529εὐλόγως, πανικὸν ἐπὶ τῶν μετοχῶν Ἠπειροθεσσαλίας, τὸν
530ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπεσόβησε, μετ’ ἐπιδείξεως προ-
531βᾶσα εἰς ἀγορὰν μετοχῶν Ἠπειροθεσσαλίας μὲ τιμὴν
532δραχμῶν 180, ἤτοι κατ’ ὀλίγας μόνον δραχμὰς κατω-
533τέραν τῆς τιμῆς, ἣν αὗται, αἱ μετοχαὶ, εἶχον ζῶντος καὶ
534ὑγιαίνοντος τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ. Καὶ τότε ἤδη αἱ δια-
535πραγματεύσεις τῆς συγχωνεύσεως εἶχον ἀρχίσει, ἀλλὰ δὲν
536κατεδέχθη νὰ ἐπωφεληθῇ ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς ἐπικαίρου στιγ-
537μῆς τῆς πραγματοποιήσεως ὑλικῶν συμφερόντων ἐπὶ ζημίᾳ
538τῶν μετόχων τῆς συναδέλφου Τραπέζης.»
539Ἀλλ’ ἠγόρασε βεβαίως ἡ Τράπεζα ἀριθμόν τινα μετοχῶν
540καὶ ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν δύο
541τρίτων, διότι ἀπαιτοῦνται δύο τρίτα ἵνα ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέ-
542λεσμα τῆς συγχωνεύσεως, συνετέλεσε δὲ ἄλλως καὶ εἰς τὸ
543νὰ μὴ ἐπέλθῃ μεγαλειτέρα ἔκπτωσις τῶν μετοχῶν. Ἀλλὰ
544μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἠγόρασε καὶ ψήφους.
545Διὰ τούτους τοὺς λόγους παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ
546δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, ἐν ᾗ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπι-
547φύλαξις τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ, ὅστις ἀφορᾷ εἰς τὰ 7 ἑκατομ-
548μύρια, τὰ δανεισθέντα εἰς τοὺς Θεσσαλούς.
549§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
550Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὑπέλαβεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
551προεβλήθη κατ’ αἴτησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς, καὶ ὅτι
552αὕτη εὑρίσκει μέγα ἐνδιαφέρον καὶ σπουδαῖον συμφέρον εἰς
553τὴν μετ’ αὐτῆς συγχώνευσιν τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσα-
554λίας· ὡς ἐκ τούτου προκαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, ζητοῦσα
555διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα
556κυρώσῃ σύμβασιν, ἥτις ἤθελε τυχὸν συνομολογηθῆ μεταξὺ
557αὐτῆς καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἐπιβάλῃ εἰς
558τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνταλλάγματα τῆς τοιαύτης παρα-
559χωρήσεως. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω. Ἡ Τράπεζα ἡ
560Ἐθνικὴ δὲν ἔχει συμφέρον ὑλικὸν εἰς τὴν τοιαύτην συγχώ-
561νευσιν· ἐνδιαφέρον ἔχει πρὸ πάντων εἰς τὴν συγχώνευσιν ἡ
562Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, διότι ἀφ’ ἧς ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
563πεζα ἐγκατέστησε καταστήματα ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ μεθ’ ἃς
564ζημίας ὑπέστη ἡ Ἠπειροθεσσαλική, ἡ θέσις τῆς Τραπέζης
565ταύτης δὲν εἶναι εὐάρεστος. Δὲν εἶναι δυνατὸν Τράπεζα
566μικρὰ ἔχουσα κεφάλαια νὰ ἀνταγωνίζηται πρὸς τὴν Ἐθνι-
567κήν· ὡς ἐκ τούτου, καὶ ὅτε ἔζη ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς, ὁ
568ἱδρυτὴς τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, διεξήγοντο δια-
569πραγματεύσεις, ὅπως συντελεσθῇ ἡ συγχώνευσις τῶν δύο
570Τραπεζῶν, διότι οὗτος ἐγίνωσκε κάλλιστα τὴν θέσιν τῆς
571Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας καὶ ἐφρόνει, ὅτι δὲν ἦτο συμ-
572φέρουσα οὔτε εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς οὔτε εἰς τὸν τόπον ἡ
573περαιτέρω αὐτοτελὴς διατήρησίς της. Ἐπῆλθεν ὁ θάνατος
574τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἄλλως τε γνωστὸν,
575ὅτι δὲν ἦτο μόνον ὁ ἱδρυτής, ἀλλὰ καὶ ὁ νοῦς αὐτῆς καὶ ὁ
576συντρέχων ὑλικῶς ταύτην πρὸς δημιουργίαν κερδῶν, εἶναι
577ἀναμφισβήτητον, ὅτι διὰ τῆς πίστεως αὐτοῦ διετηρεῖτο καὶ
578ἐπραγματοποίει κέρδη ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Ὁ
579θάνατος αὐτοῦ, ἐπελθὼν ὑφ’ ἃς συνθήκας διετέλει ἡ Τρά-
580πεζα μετὰ τὸν πόλεμον, ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὑποστῶσιν
581αἱ μετοχαὶ αὐτῆς μεγάλην ἔκπτωσιν. Ἐν τῇ στιγμῇ ταύτῃ
582ὁ διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπέλαβεν, ὅτι καθῆκον
583αὐτοῦ ἦτο νὰ συντελέσῃ ὅπως ἡ ἔκπτωσις αὕτη, ἡ ὁποία
584ἐπῆλθεν εἰς τὰς μετοχὰς τῆς Τραπέζης, μὴ προχωρήσῃ, διότι
585αὕτη δὲν ἐζημίου μόνον τοὺς μετόχους τῆς Τραπέζης Ἠπει-
586ροθεσσαλίας, ἀλλὰ καὶ τὰς λοιπὰς ἀξίας· ἐνόμισε λοιπὸν,
587ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέμβῃ, ὅπως προλάβῃ τὸν ἐπικείμενον κλο-
588νισμόν. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἠγόρασε μεγάλην ποσότητα
589μετοχῶν πρὸς δραχ. 180 ἑκάστην. Ἡ παρέμβασις αὕτη ἐγέ-
590νετο οὐχὶ πρὸς σκοπὸν κερδοσκοπίας, ἀλλὰ πρὸς πρόληψιν
591ζημιῶν τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Μετὰ
592τοῦτο ἐπεβάλλετο νὰ συγκληθῇ ἡ συνέλευσις τῶν μετόχων
593τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ
594καθορισθῇ ἡ θέσις αὐτῆς, τὸ μὲν διότι ἐπὶ πολλὰ ἑξάμηνα δὲν εἶ-
595χεν ἀπονείμει μέρισμα, τὸ δὲ διότι τὰ τῆς Τραπέζης διετέλουν
596ὑπὸ πολλὰς ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελ-
597θόντος· ἐδέησε λοιπὸν νὰ συγκληθῇ συνέλευσις τῶν μετόχων·
598ἀλλ’ οἱ μέτοχοι εἶναι διεσπαρμένοι πολλαχοῦ, ἐγνώριζον δὲ
599πάντες οἱ μέτοχοι, ὅτι πρὶν ἀποθάνῃ ὁ ἀοίδιμος Συγγρὸς
600διεξήγοντο διαπραγματεύσεις πρὸς συγχώνευσιν, διὸ καὶ ἀπε-
601τάθησαν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἔστειλαν πρὸς αὐ-
602τὴν τὰς μετοχάς των, παρακαλοῦντες νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ
603αὐτοὺς ἐν τῇ συνελεύσει τῶν μετόχων καὶ λάβῃ πᾶν μέτρον,
604δυνάμενον νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντά των. Ἐκ τού-
605του καὶ μόνου ἐφάνη ἐν τῇ συνελεύσει τῇ συγκροτηθείσῃ, ὅτι
606ἡ Τράπεζα ἀπήλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς
607συνελεύσεως. Ἡ συνέλευσις ἐξέλεξε δύο ἐλεγκτὰς, ὧν ὁ εἷς
608ἦτο ἐπιθεωρητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὁ ἕτερος εἷς
609τῶν ἐμπόρων Βόλου. Οὗτοι ἐπελήφθησαν τῆς ἐξελέγξεως.
610Ὡς γνωστὸν, ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς, ὅτε ἦτο πρόεδρος τοῦ
611Συμβουλίου τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, εἶχεν ὑπο-
612βάλει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπόμνημα, καθ’ ὃ ἡ Τράπεζα
613αὕτη ὑπέστη ζημίας πλέον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἡ
614γενομένη ὑπὸ τῶν ἐλεγκτῶν ἐξέλεγξις ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ πο-
615σὸν τοῦτο ἦτο ὑπερβολικὸν, καὶ ὅτι ἡ ζημία ἀνήρχετο μόνον
616εἰς 2,400,000 δραχ. Ἐν τούτοις αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς
617συγχώνευσιν τῶν Τραπεζῶν ἐσταμάτησαν ἰδίως ἐπὶ τοῦ θέ-
618ματος τοῦ ἀκριβοῦς καθορισμοῦ τῶν ζημιῶν, ἃς ὑπέστη ἡ
619Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας, ἤτοι ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς
620τὴν ἐπελθοῦσαν μείωσιν τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς Τραπέζης ὡς ἐκ
621τῶν ζημιῶν, ἃς αὕτη ὑπέστη. Ἐπὶ παραδείγματι, ὡς πρὸς
622τὸ ὑποκατάστημα τὸ ἐν Ἄρτῃ οἱ δύο ἐλεγκταὶ διεφώνησαν
623ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐπελθουσῶν ζημιῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲν
624κατωρθώθη νὰ συντελεσθῇ πλήρης ἡ συμφωνία μεταξὺ τῶν
625δύο Τραπεζῶν. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ περὶ συγχωνεύσεως δια-
626πραγματεύσεις ἐπροχώρησαν καὶ πρόκειται νὰ μεσολαβήσῃ
627μέγα χρονικὸν διάστημα μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ συνέλθῃ, ἡ Κυ-
628βέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν ἄδειαν ταύτην,
629ὅπως, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ προσδοκωμένη συγχώνευσις τῶν δύο
630Τραπεζῶν, δύνηται νὰ κυρώσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ ἐν τῇ συμβά-
631σει ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ προστατεύσῃ τὰ συμ-
632φέροντα τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ἐν
633δικαίῳ μέτρῳ. Ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ δὲν
634θὰ ἀδικήσῃ τοὺς μετόχους τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης,
635οἵτινες ἔδειξαν ἄπειρον ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτήν· ἑπομένως,
636ἂν ἐν τῇ ὁποίᾳ αἰτοῦμεν ἀδείᾳ νομοθετικῇ περὶ κυρώσεως τῆς
637συμβάσεως τῆς συγχωνεύσεως ἠθέλομεν περιλάβει ἄλλους
638ὅρους, ἠθέλομεν καταστήσει δυσχερῆ τὴν συγχώνευσιν, διότι
639ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἐπιδιώκει διὰ τῆς συγχωνεύσεως ὑλι-
640κὸν κέρδος, διότι τὸ κέρδος, ὅπερ πρόκειται νὰ παραχθῇ ἐκ
641τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου, θὰ τὸ λάβωσιν οἱ μέτοχοι
642τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας· ἂν λοιπὸν περιλάβωμεν
643ἄλλους ὅρους, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ δεχθῇ αὐτοὺς ἡ Ἐθνικὴ
644Τράπεζα, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ ζημιωθῶσιν οἱ μέτο-
645χοι τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Αἱ παραχωρήσεις, τὰς
646ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ποιεῖται, εἶναι ἐπαρκεῖς· δὲν νομίζω δὲ,
647ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται, ἤτοι ἡ
648μείωσις τῶν τόκων τῶν σήμερον πληρωνομένων πρὸς τὴν
649Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας ἐξ 8 εἰς 7% εἶναι ἀναξία λό-
650γου· διότι, ἐὰν δὲν συντελεσθῇ ἡ τοιαύτη συγχώνευσις, ἐπὶ
6517 ἔτη οἱ ὀφείλοντες νῦν καὶ οἱ δανεισθησόμενοι παρὰ τῆς
652Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας θὰ πληρώνωσιν 8%.
653Ὡς πρὸς τὴν δήλωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν ἀφο-
654ρῶσαν εἰς τὴν μείωσιν τοῦ τόκου τῶν ἐνυποθήκων δανείων,
655παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε κοινὸν μὲ τὸ νομοσχέδιον,
656περὶ οὗ συζητοῦμεν, διότι αὕτη ἐγένετο πρὸς τὴν Κυβέρνη-
657σιν καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ τελευταία τῆς Τραπέζης παρα-
658χώρησις πρὸς μετατροπὴν τοῦ ἑαυτῆς δανείου τοῦ λαχειο-
659φόρου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπισήμως ἐδηλώθη πρὸς
660τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι θὰ μειωθῇ
661ὁ τόκος τῶν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς χορηγουμένων δανείων. Ἀλλὰ
662ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν τοιοῦτόν τι. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον
663δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ἑτέραν διάταξιν· διότι θὰ καταστήσω-
664μεν τὴν συγχώνευσιν ἀνέφικτον. Ἡ συγχώνευσις δὲ ὑπαγο-
665ρεύεται, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τὸ συμφέρον τῶν μετόχων τῆς
666Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, οἵτινες εἶναι οἱ παθόντες ἐκ τοῦ
667τελευταίου πολέμου.
668(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας
669ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ
670τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–3, ὡς ἔχουσι).
671§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται) Ὑπάρχει ἡ
672τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη.
673§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχει ἀναγνωσθῆ.
674§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην
675παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βου-
676λὴ δὲν παρεδέχθη.
677Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ
678ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ πα-
679ρεδέχθη.
680(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρ-
681θρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συ-
682ζήτησιν).
683§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
684ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
685Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
686§64Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
687Ἡ βραδύτης περὶ τὴν ψήφισιν τῶν προϋπολογισμῶν ἀποτε-
688λεῖ ὁμολογουμένως ἓν μειονέκτημα, διότι δὲν τηροῦνται οὕ-
689τως αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν...
690§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰσέρχεσθε εἰς τὴν συζήτησιν;
691§66ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ποιοῦμαι δηλώσεις... Ὁπωσδήποτε
692δὲ ἡ κατάστασις αὕτη ἡ ἀνώμαλος ἔχει καὶ ἓν πλεονέκτημα,
693ὅπως συμβαίνει συνήθως κάθε κακὸν νὰ ἔχῃ καὶ τὸ καλόν του,
694ὅτι ἐπέρχεται ἐκτίμησις ἀκριβεστέρα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα
695καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα.
696Ὁ χρόνος ὁ μεσολαβήσας ἀφ’ ἧς ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν
697μέχρι σήμερον παρέσχεν ἡμῖν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως
698μελετήσωμεν τὰ κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τῶν
699ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ 1899. Εἶμαι ἠναγκα-
700σμένος, μεθ’ ὅσους νόμους ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, οἵτινες ἐπά-
701γονται μεταβολὰς δαπανῶν, καὶ μεθ’ ὅσην ἐλάβομεν πεῖραν
702τῶν ἀφορώντων εἴς τινα τῶν ἐσόδων, νὰ δώσω εἰς τὴν Βου-
703λὴν ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν
704προϋπολογισμὸν, ὅστις πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὑφ’ ὑμῶν.
705Καὶ πρῶτον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Κατὰ
706τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσό-
707δων, ταῦτα ἀναγράφονται ὡς ἀνελευσόμενα εἰς 105,795,658.
708Προτείνω τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων κατὰ 1,290,000 δραχ-
709μάς. Ἡ αὔξησις αὕτη ἀνάγεται κατὰ 250,000 δραχμὰς εἰς
710τοὺς ἀμέσους φόρους, δηλαδὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω βάσιμον
711ἐλπίδα, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, κατὰ τὸν νόμον
712τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, θέλομεν εἰσπράξει κατὰ τὸ διά-
713στημα τῆς ἑξαμηνίας τῆς δευτέρας 250,000 δραχμὰς περι-
714πλέον...
715§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπι-
716τηδευμάτων;
717§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
718Ὡς γινώσκετε, ὅσοι ἐμελετήσατε τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ ὑπ’ ὄ-
719ψιν ὑμῶν προϋπολογισμοῦ, ἀναγράφεται ὡς πρόσοδος τοῦ
720Δημοσίου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν τὸ ποσὸν τῶν 30,000,000
721δραχμῶν. Καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς, ὅτε τὸ
722πρῶτον ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν, εἴχομεν φοβηθῆ, μήπως ἡ
723πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ
724ἔτος τοῦτο εἶναι ἐλάσσων τῆς τοῦ 1898. Ὑπελάβομεν πάν-
725τες, ὅτι ἕνεκα τῶν προηγηθέντων τοῦ 1898 θλιβερῶν γεγο-
726νότων ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ 1898 ὑπῆρξε μείζων, ὑπῆρξεν ὁπως-
727δήποτε ἔκτακτος, καὶ ἐκ τούτου αἱ εἰσπράξεις αἱ τελωνεια-
728καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 34,450,000 δραχ. Ἐκ τοῦ φό-
729βου τούτου λοιπὸν ἀγόμενοι ἀνεγράψαμεν εἰς τὸν προϋπολο-
730γισμὸν ὡς ἔσοδον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν 30,000,000. Εὐ-
731τυχῶς ἔληξεν ἡ πρώτη ἑξαμηνία, αἱ δὲ εἰσπράξεις τῆς πρώ-
732της ἑξαμηνίας ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν εἶναι σχεδὸν οἷαι καὶ
733αἱ τοῦ 1898. Αἱ εἰσπράξεις τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1898
734ἀνῆλθον εἰς δρ. 15,321,822, αἱ εἰσπράξεις τῆς πρώτης ἑξα-
735μηνίας τοῦ 1899 ἀνῆλθον εἰς 15,316,049, δηλ. καθυστέ-
736ρησε κατὰ δραχμὰς 5 χιλιάδας μόνον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
737σει εὑρίσκω ὅτι δὲν θὰ ἦναι σπουδαία ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ
738καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, διότι προκειμένου περὶ 15
739ἑκατομμυρίων κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ἡ διαφορὰ δραχ.
7405,000 εἶναι ἀναξία λόγου. Ἴσως ὑποληφθῶ αἰσιόδοξος παρὰ
741τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ δευτέρα
742ἑξαμηνία τοῦ 1899 θέλει ἀποδώσει σχεδὸν τὰ αὐτὰ ἀποτε-
743λέσματα τοῦ 1898, καὶ ἑπομένως αἱ τελωνειακαὶ εἰσπρά-
744ξεις θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 34,000,000. Δὲν
745ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ὑπολαμβάνωμαι ὑπὲρ τὸ δέον αἰσιόδοξος·
746εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Βʹ ἑξαμηνίας. Δὲν ὑπολογίζω
747ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 34,450,000, δηλ. δὲν προτείνω
748νὰ προστεθῶσι 4,450,000, καθόσον νομίζω, ὅτι εἶναι προ-
749τιμότερον νὰ ἔχωμε, αὔξησιν ἐπὶ τῶν ὑπολογιζομένων ἐσόδων,
750παρὰ μείωσιν τῶν ὑπολογισμῶν ἡμῶν, καὶ δι’ αὐτὸ προ-
751τείνω εἰς τὴν Βουλὴν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου τούτου τῶν τελω-
752νειακῶν τελῶν κατὰ 1,000,000.
753Πλὴν τούτου, καὶ μία τις ἄλλη αὔξησις ἐσόδων προβάλ-
754λεται, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὐσιαστικὸν χαρακτῆρα. Ὡς γινώ-
755σκετε, ἐψηφίσαμεν τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου εἰς
756τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους· ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος
757θέλομεν ἔχει πρόσοδον 40,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιβαρυν-
758θήσεται καὶ μὲ ἔξοδα τὸ Δημόσιον, δὲν πρόκειται νὰ κερδίσῃ
759τίποτε, διότι ἐκ τῶν ἐσόδων θὰ πληρωθοῦν τὰ δι’ αὐτὸ γε-
760νησόμενα ἔξοδα· ἀλλ’ ἀναγράφονται τυπικῶς εἰς τὰ ἔσοδα
76140,000 δραχμαί. Ἑπομένως προστιθεμένων εἰς τὸν προϋπολο-
762γισμὸν τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν αὐξήσεων τούτων δρ. 1,290,000
763θὰ ἔχωμεν τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ
764ἀνερχόμενον εἰς 107,085,658.
765Αὐταὶ εἶναι αἱ προτεινόμεναι μεταβολαὶ ὑπὸ τῆς Κυβερ-
766νήσεως εἰς τὸν ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων
767τοῦ 1899.
768Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς ἐπενεκτέας μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ προϋ-
769πολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βου-
770λὴν προϋπολογισμόν, τὰ ἔξοδα ὑπελογίσθησαν ὡς ἀνελευσό-
771μενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 99,347,623.96. Μικρά τις
772προτείνεται μείωσις αὐτῶν ἐκ δραχμῶν 50,000 εἰς τὴν ὑπη-
773ρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τόκον τῶν ἐντόκων γραμμα-
774τίων. Ὅσοι παρακολουθεῖτε τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν γινώσκετε,
775ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὸν
776τόκον τῶν 5% ἠλάττωσεν εἰς 4 ἐν ἀρχῇ καὶ βραδύτερον
777εἰς 3, καὶ τοῦτο διότι τὸ Δημόσιον ἔχει κατατεθειμένα χρή-
778ματα πρὸς 1% εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὡς ἐκ τοῦ
779ὑποβιβασμοῦ τοῦ τόκου ἠλαττώθη τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμ-
780ματίων κατὰ 2,000,000 περίπου. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋ-
781πολογισμῷ ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 200,000. Προ-
782τείνω νῦν τὴν μείωσιν εἰς 150,000, οὕτω δὲ ἐπέρχεται μείω-
783σις 50,000 δραχμῶν.
784Ἔχομεν ὅμως αὐξήσεις, αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ πλεῖ-
785στον προέρχονται ἀπὸ τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ
786Βουλὴ ἐκύρωσε, προβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, προέρ-
787χονται δὲ καὶ ἀπὸ τινα ἄλλα γεγονότα, περὶ τῶν ὁποίων
788δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἡ προσήκουσα πρόνοια κατὰ τὴν
789σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ὅτε οὗτος ὑπε-
790βλήθη. Καὶ πρῶτον ἔχομεν προσθήκην διὰ τὴν ἔκτακτον
791σύνοδον τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν ἐντὸς τοῦ 1899.
792Οὕτω εἰς τὴν ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ ἀναγραφο-
793μένην πίστωσιν διὰ τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων προσ-
794τίθεται πίστωσις δρ. 398,600. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
795Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν αἱ αὐξήσεις ἠνέρχονται εἰς δρ.
796111,451.37, προερχόμεναι κατὰ τὰ 9/10 ἀπὸ τὰς γενομέ-
797νας ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν δηλώσεις τῶν ἐξόδων κεκλεισμένων
798καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων...
799§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ μίαν ἐξήγησιν. Τὸ
800Ὑπουργεῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις περὶ προσ-
801θήκης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 πιστώσεων διὰ τὰ
802ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων· ἡ αὔ-
803ξησις, τὴν ὁποίαν τώρα προτείνετε, τῶν 111 περίπου χιλιά-
804δων δραχμῶν περιλαμβάνει τὴν προσθήκην ἐκείνην καὶ προσέτι
805καί τινα ἄλλην;
806§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὰς ὑποβληθείσας δη-
807λώσεις προσετίθεντο 95,000 δραχμαὶ εἰς τὴν πίστωσιν τῶν
808κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Νῦν προστίθεν-
809ται 16,000 δραχμαί. Τὰς λεπτομερείας θέλετε ἴδει εἰς τὸ
810φύλλον τῶν λεπτομερειῶν, τὸ ὁποῖον θὰ καταθέσω.
811§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζητῶ τὰς πληροφορίας αὐτὰς,
812ἐπειδὴ αὔριον θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπιθυμῶ
813δὲ νὰ ἔχω ἀκριβεῖς πληροφορίας.
814§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίωμα βεβαίως ἔχετε νὰ ζητήσητε
815πᾶσαν πληροφορίαν ἢ ἐξήγησιν, ἐμὸν δὲ καθῆκον νὰ τὰς
816παράσχω.
817Εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας προτείνω προσ-
818θήκην 72,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ πλεῖστον προέρ-
819χονται πρῶτον 40,000 δραχμαὶ ἀπὸ τὴν δαπάνην διὰ τὴν
820καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνέ-
821λαβε τὸ Δημόσιον ὑποχρέωσιν πρὸς τὰ φιλανθρωπικὰ τῆς
822Ζακύνθου καταστήματα, προέρχονται ἐπίσης καὶ ἀπὸ προσθή-
823κην πιστώσεως δραχμῶν 20,000 δι’ ἔξοδα καταμετρήσεως
824τῶν ἀμπέλων, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προβῇ ἡ Κυβέρ-
825νησις εἰς τοιαύτην καταμέτρησιν, πρὸ παντὸς δὲ ἐπειδὴ ὑπε-
826βλήθη ἤδη εἰς δαπάνην πρὸς ἐκτύπωσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δη-
827λώσεων, βιβλίων μεταγραφῶν καὶ ὅλων τούτων τῶν δαπα-
828νῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπάγονται ἐκ τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βου-
829λῆς νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
830Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν προτείνεται αὔξησις
831πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,870. Ἡ αὔξησις αὕτη προέρχεται
832ἐκ τοῦ ὁποίου ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ νόμου περὶ τοῦ προσωπικοῦ
833τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐξ ὅσων ἴσως ἐνθυμεῖσθε
834ὅσοι μετέσχετε τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, προσετέθη
835εἷς λογιστὴς, δύο ἀκόλουθοι καὶ εἷς κλητήρ.
836Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἡ προτεινομένη αὔ-
837ξησις εἶναι μείζων· ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δρ. 201,456.25.
838Ἡ αὔξησις αὕτη προέρχεται ἀπὸ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα
839περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, Ἐφετῶν, Πρω-
840τοδικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῆς τῆς αὐξήσεως
841καὶ πλὴν τῶν 15,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ
842προσθήκην πιστώσεων δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμ-
843μένων χρήσεων, προτείνεται αὔξησις πιστώσεων ἐν τῷ προϋ-
844πολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ δραχμῶν
84560,000 διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ ἔτους δαπάνην πρὸς σύστασιν Πρω-
846τοδικείων...
847§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλὴν τῶν 201,456.25;
848§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὅλα ἀνέρχονται εἰς 201,456.22.
849Πιθανῶς νὰ συσταθῶσι ταῦτα μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς,
850ὡς ἐκ τούτου δὲ προτείνεται πίστωσις μόνον δραχ. 60,000.
851Ὥστε ἐν ὅλῳ ἡ προτεινομένη αὔξησις τῶν πιστώσεων τοῦ
852Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀνέρχεται εἰς δρ. 201,456.25.
853Εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουρ-
854γείου τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνεται αὔξησις πιστώσεων κατὰ
855δραχμὰς 962,150. Ἡ αὔξησις αὕτη προέρχεται κατὰ δραχ-
856μὰς μὲν 263,000 ἀπὸ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμ-
857μένων χρήσεων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο πρὸς τὴν Βουλὴν
858ἡ ἀπαιτουμένη ὑπ’ ἐμοῦ δήλωσις, κατὰ δραχμὰς 500,000
859διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ 1899 δαπάνην πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νέου
860περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νόμου, κατὰ δραχμὰς 48,000
861διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ 1899 ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ διοικη-
862τικῆς διαιρέσεως, καὶ κατὰ δραχμὰς 150,000 δι’ ἔκτακτα
863ὑγειονομικὰ ἔξοδα· πάντες γινώσκετε τὸν λόγον τῆς ἐκτά-
864κτου ταύτης πιστώσεως διὰ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν...
865§75ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ διοικητι-
866κῆς διαιρέσεως ἐν ὅλῳ;
867§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις νομίζει ἀναγ-
868καῖον... Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐν τῷ προϋπολογι-
869σμῷ γίνεται μετατροπὴ τῶν ὑπαρχουσῶν πιστώσεων, διότι
870ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται πίστωσις διὰ
871νομάρχας, διευθυντὰς καὶ οὕτω καθεξῆς· μετὰ τὴν ἐφαρ-
872μογὴν τοῦ νέου νόμου αἱ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις τροπο-
873ποιοῦνται.
874Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημο-
875σίας Ἐκπαιδεύσεως προτείνεται προσθήκη πιστώσεως ἐκ δρ.
876117,251...
877§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιλαμβάνει καὶ τὴν χορή-
878γησιν διὰ τὴν Πετρίτσειον Σχολήν;
879§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν αὐτῷ τῷ πίνακι, τοῦ ὁποίου εἶμαι
880εἰσηγητής, δὲν ἀναγράφεται τοιαύτη πίστωσις.
881§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ τὴν προτείνῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
882γὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτο-
883μερειῶν.
884§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσθήκη αὕτη τῆς πιστώσεως τῶν
885117,251 δραχ. προέρχεται κυρίως ἐκ δρ. 69,000 δι’ ἔξοδα
886κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ ἐκ δραχμῶν
88740,000 πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ψηφισθέντος τελευταίως ὑπὸ τῆς
888Βουλῆς νόμου περὶ γυμναστικῆς. Αὐταὶ εἶναι αἱ κυριώτεραι
889προσθῆκαι.
890Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουρ-
891γείου τῶν Στρατιωτικῶν προστίθεται αὔξησις πιστώσεως
892κατὰ δραχμὰς 2,040,863. Ἡ προσθήκη αὕτη προέρχεται
893κατὰ δραχμὰς 1,061,000 ἀπὸ προσθήκην ἐξόδων κεκλεισμέ-
894νων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, πλὴν τῶν ἀναγεγραμμέ-
895νων ἤδη ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμῷ,
896ἀπὸ πίστωσιν δραχμῶν 250,000 διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ 1899
897ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, ἀπὸ τὴν προσθήκην
898δραχμῶν 150,000 ὡς ἐκ τοῦ νόμου, ὃν ἐψήφισεν ἡ Βουλή,
899περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ χορηγήματος τῶν 20 δραχμῶν κατὰ
900μῆνα λόγῳ διδακτικῶν βιβλίων εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματι-
901κοὺς τοῦ στρατοῦ. Ἐπίσης προτείνεται αὔξησις εἰς τὴν πί-
902στωσιν τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ στρα-
903τωνισμὸν ἐκ δραχμῶν 225,000, διότι ἡ ὑπηρεσία ἐνδεικνύει
904τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἐπίσης αὔξησις δραχμῶν 100,000
905διὰ τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προϋπολογι-
906σμῷ, κεφ. 14 ἄρθρον 7 «Ἐξάρτυσις». Κεφ. 16 ἄρθρον 1
907«Συντήρησις οἰκοδομῶν», αὔξησις δραχμῶν 80,000. Κεφ.
90816 ἄρθρον 5 «Νέαι οἰκοδομαὶ καὶ μεθόριοι σταθμοὶ», αὔξη-
909σις δρ. 160,000, διότι ἡ ἀναγραφεῖσα πίστωσις, κατὰ τὰς
910πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, κρίνεται ἀνεπαρκής, καθόσον εἶναι
911εἰς κακὴν κατάστασιν πάντα τὰ στρατιωτικὰ καταστήματα.
912Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν προτείνεται αὔξησις
913δραχμῶν 95,000. Ἡ αὔξησις προέρχεται κατὰ δρ. 53,550
914ἀπὸ προσθήκην ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων, κατὰ δραχμὰς
91540,000 εἰς τὸ κεφάλαιον ΚΒʹ «νομισματικὴ διαφορά», διότι,
916ὡς γνωστόν, ἡ ἀποστολὴ τοῦ «Μιαούλη» καὶ ἄλλαι τινὲς
917δαπάναι ἐπάγονται τὴν αὔξησιν ταύτην, κατὰ δραχ. 7,200
918εἰς τὸ κεφάλαιον ΙΘʹ «διάφορα ἔξοδα». Ἐπίσης ὡς ἐκ τοῦ
919νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, διὰ τὴν ἀνακαίνισιν
920τοῦ Νοσοκομείου τοῦ Ναυστάθμου 41,500. Ἀλλ’ ἐπέρχονται
921καί τινες ἐλαττώσεις· ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὴν πίστωσιν
922τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ κεφ. Ιʹ «πληρώματα βασιλικῶν
923πλοίων», διὰ μισθοὺς ναυτῶν δρ. 28,000· ἐν κεφ. ΙΔʹ ἄρ-
924θρῳ 2 «τροφαὶ» δρ. 20,000. Οὕτω δ’ ἔχομεν αὔξησιν πι-
925στώσεων 143,000, ἔχομεν ὅμως ἐλάττωσιν 48,000, ἄρα
926αὔξησιν πραγματικὴν κατὰ δρ. 95,000.
927Οὕτως ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν προϋπολογισμὸν ἐσόδων ἐκ
928δραχμῶν 107,085,658, προϋπολογισμὸν δὲ ἐξόδων ἐκ δραχ-
929μῶν 103,319,799. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι εἰς
930τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν,
931ὅτι ἐψηφίσθησαν καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις εἰς βάρος τοῦ προϋπο-
932λογισμοῦ τοῦ 1899 ἐκ δρ. 410,000, αὗται δὲ προέρχονται ἀπὸ
933πιστώσεις ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προκληθείσας,
934δρ. 100,000 λόγῳ σεισμῶν, 20,000 ἕνεκεν τῶν ἐν Φαλήρῳ
935ἐξυγιαστικῶν ἔργων, καὶ ἀπὸ δύο νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐψηφί-
936σθησαν, τὸν νόμον περὶ ἀνεγέρσεως ἢ ἀνακαινίσεως ἐκκλη-
937σιῶν Θεσσαλίας κατὰ δραχμὰς 200,000, καὶ τὸν νόμον
938περὶ μετακλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν, ἐξ οὗ ποσοῦ προτεί-
939νεται ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις δραχ. 90,000. Μεταξὺ λοιπὸν
940ἐσόδων καὶ ἐξόδων παρουσιάζεται περίσσευμα ἐκ δραχμῶν
9413,285,000 περίπου, ὅταν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ δι’ εἰ-
942δικοῦ νόμου ψηφισθεῖσαι ἔκτακτοι πιστώσεις.
943§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν προτεινομένην αὔξησιν
944τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περιλαμβά-
945νονται τὰ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς τοῦ «Μιαούλη»· περιλαμ-
946βάνονται καὶ τὰ ἔξοδα τῶν ναυτικῶν δοκίμων;
947§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
948§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πᾶσα δὲ ἡ δαπάνη διὰ τὴν
949προμήθειαν τῶν ἀνθράκων;
950§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου
951Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι πᾶσαι αὗ-
952ται αἱ δαπάναι περιελήφθησαν.
953§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνέρχεται δὲ τὸ ὅλον τῶν
954πιστώσεων εἰς δρ. 4,214,000.
955§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αὔξησις τῶν πιστώσεων ἀνέρχεται
956εἰς 4,022,167 τὸ ὅλον. Ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ ἀφήσω τὴν
957Βουλὴν ἐν ἀγνοίᾳ, ὅτι ἐκ τῆς πιστώσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία
958προστίθεται, 3,000,000 προέρχονται ἐκ πιστώσεων δι’ ἔξοδα
959τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων τοῦ 1897
960καὶ 1898. Κατὰ τὸ 1899 ἀναγράφονται πρὸς τοῦτο πιστώ-
961σεις ἐκ δραχμῶν 4,136,223. Κατὰ τὸ 1898 εἴχομεν τοιαύ-
962τας πιστώσεις 1,210,000· ἄρα ἔχομεν προσθήκην 2,926,000.
963Ὁ λόγος εὐεξήγητος. Κατὰ τὸ 1898 ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρι-
964σις ὅλων τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν
965κατὰ τὸ 1897, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἔχομεν προσθήκην δαπα-
966νῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρή-
967σεων. Κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀνα-
968γραφῆ εἰς τὸν ὁριστικὸν προϋπολογισμόν, ἐὰν τοῦτον ψηφίσῃ
969ἡ Βουλή, ἠθέλομεν ἔχει ἔσοδα 107,000,000, ἔξοδα σὺν
970ταῖς ἐκτάκτοις πιστώσεσιν 103,000,000, ἄρα περίσσευμα
9713,265,000· ἀλλ’ ἵνα εὑρίσκωμαι ἐν ἀκριβείᾳ, ὀφείλω νὰ μὴ
972παραλείψω, ὅτι ἐκ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
973ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους ἐμοῦ
974ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
975τῶν ἐσόδων ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ δραχμῶν 3,800,000, τὸ
976ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον καὶ ἀπὸ τὰ ὑπὸ τοῦ
977Δημοσίου καταβληθέντα ἔξοδα διὰ τὸν σταφιδόκαρπον, ὅστις
978ἀπεταμιεύθη εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ οὗτινος ἡ ἐκκαθάρισις ἐγέ-
979νετο τὸ 1899. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 3,800,000 ἴσως
980ἀφαιρεθῇ ποσὸν ἐξ 1,360,000, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ
981εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ
9821898. Εἰς δραχ. 1,200,000 ὑπολογίζω τὸν ἔγγειον φόρον,
983καὶ εἰς δραχμὰς 160,000 τὰ ἔξοδα διαχειρίσεως.
984Ὀφείλω, πρὶν καταλίπω τὸ βῆμα, νὰ δηλώσω πρὸς τὴν
985Βουλὴν τὴν προβαλλομένην τροποποίησιν εἰς τὸν οἰκονομικὸν
986νόμον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, διότι δὲν ἦτο δυνα-
987τὸν νὰ καθαρισθῶσιν ἀπὸ τοῦδε πᾶσαι αἱ δαπάναι, εἰς τὰς
988ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος ἕνεκα τῶν νέων νόμων, οἱ
989ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν, καθόσον δὲν εἶναι γνωστὸν ἀκόμη, ὁποία
990δαπάνη θέλει καταβληθῆ διὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλα-
991κῆς καὶ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ γένηται ἡ κατανομὴ
992τῶν πιστώσεων, ὁποία δαπάνη θὰ καταβληθῇ διὰ τὴν ἐφαρ-
993μογὴν τοῦ ἀστυνομικοῦ νόμου, τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς
994διαιρέσεως καὶ τῆς διατάξεως τῆς σχετιζομένης πρὸς τοὺς
995ἐπιθεωρητὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο
996μέσον, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ἀταξία εἰς τὴν λογιστικὴν ἡμῶν, εἰμὴ
997νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, περὶ
998ἐγκρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς
999χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς:
1000«Ἐπιτρέπεται ἵνα διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐκδιδομένων ἐπὶ
1001»τῇ προτάσει τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ
1002»τῶν Οἰκονομικῶν, μεταρρυθμίζωνται αἱ πιστώσεις αἱ κατω-
1003»τέρω σημειούμεναι καὶ ἐν τοῖς εἰδικοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν
1004»ἐξόδων τῶν ἐπίσης κατωτέρω σημειουμένων Ὑπουργείων
1005»τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἀναγραφόμεναι, ὡς καὶ αἱ πρὸς
1006»ταύτας σχετικαὶ τοιαῦται, καὶ καθορίζηται ἡ κατὰ κεφά-
1007»λαιον τοῦ γενικοῦ καὶ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατ’ ἄρ-
1008»θρον κατανομὴ καὶ ἡ μεταφορὰ αὐτῶν· ἤτοι:
1009Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.
1010Κεφ. 10 (δὶς). Διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899 δαπάνας
1011πρὸς σύστασιν Πρωτοδικείων····························· δρ. 60,000
1012Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν.
1013Κεφ. 2. «Διοίκησις τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν».
1014Ἄρθρον 4 (δὶς). Διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899 δαπάνας
1015πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ
1016Κράτους················································ δρ. 60,000
1017Κεφ. 3. «Δημοσία ἀσφάλεια».
1018Ἄρθρον 15. Διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899 δαπάνας πρὸς
1019ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας········ δρ. 500,000
1020Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν.
1021Κεφ. 10. «Μέση ἐκπαίδευσις».
1022Ἄρθρον 12. Διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899 δαπάνας πρὸς
1023ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ γυμναστικῆς··················· δρ. 40,000
1024Κεφ. 13. «Στοιχειώδης ἢ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις».
1025Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν ἐπιθεωρητῶν.
1026» 2. Ἔξοδα διευθύνσεως καὶ ἐπιθεωρήσεως.
1027Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν.
1028Κεφ. 9. «Χωροφυλακή». Διὰ τὰς κατὰ τὸ 1899 δαπά-
1029νας πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυ-
1030λακῆς·················································· δρ. 250,000
1031§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὰ ἔξοδα
1032τῆς ἀστυνομίας ἐλπίζω ὅτι ἀπεβλέψατε καὶ εἰς τὰ ἐκ τῆς
1033ἐκτελέσεως τοῦ ἰσχύοντος μέχρι τοῦδε νόμου περὶ στρατιω-
1034τικῆς ἀστυνομίας προκύπτοντα ἔσοδα, ἤτοι εἰς ἐλάττωσιν
1035ἐξόδων ἕνεκα τῆς μειώσεως τῶν εἰσφορῶν, τὰς ὁποίας οἱ δῆ-
1036μοι εἰσφέρουσι διὰ τὸν χρόνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἀρχί-
1037σει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νόμου.
1038§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ, ἡ πρόσο-
1039δος ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας εἶναι ἐλα-
1040χίστη· ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ὑπολογίσητε τὸ τμῆμα τῶν
1041εἰσφορῶν τούτων δι’ ἕνα ἢ διὰ δύο μῆνας, εἶναι ἔτι ὀλιγώτερον.
1042§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρέπει ὅμως οἱ δῆμοι νὰ
1043ὑποχρεωθῶσι νὰ προσφέρωσιν αὐτὸ τὸ ποσόν.
1044§90ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι βεβαίως ἀνάξιον τοῦ κόπου τὸ
1045πρᾶγμα.
1046Πρέπει νὰ μὴ παραλείψω καί τι ἕτερον, ὅτι ἐν τῷ προϋ-
1047πολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι ἀναγράφεται αὔξησίς τις ἐκ τῶν
1048πνευματοποιείων, ἤτοι ποσὸν προσόδου κατὰ 250,000 δραχ-
1049μὰς. Ἡ αὔξησις αὕτη στηρίζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ
1050ὁποῖον ἤδη εἰς δύο συζητήσεις ἐψηφίσθη καὶ εἶναι ἐν τῇ
1051ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον εἰς τρίτην συζήτησιν.
1052Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀρνηθῇ τὴν ἐπιψήφισιν αὐ-
1053τοῦ, διότι ἐξ αὐτοῦ ἠρύσθημεν τὴν πρόσοδον τῶν 250,000
1054δραχ. Ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ
1055ὑποθέσῃ τις, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχε-
1056δίου τούτου.
1057§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Πρόε-
1058δρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῇ ἡ δήλωσις καὶ νὰ
1059μᾶς διανεμηθῇ. Ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην ἡ συζήτησις ἐπὶ
1060τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ γείνῃ αὔριον.
1061§92Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ᾖναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ καὶ
1062ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
1063§93ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει. Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ δη-
1064λώσεις αἱ ἀφορῶσαι τὰ 9/10. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προ-
1065βῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων.
1066Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ θελήσῃ ν’ ἀναβάλωμεν, διότι
1067αὕτη γινώσκει, ὅτι εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν δευτέραν ἑξα-
1068μηνίαν καὶ δὲν ἔχομεν ἐψηφισμένον δωδεκατημόριον πέραν
1069τῆς πρώτης ἑξαμηνίας.
1070§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸ δεύτε-
1071ρον ἑξάμηνον, εἶναι βέβαιον. Αἰτία ὅμως τοῦ συμβεβηκότος
1072τούτου δὲν εἶναι οὐδὲ ἡ Συμπολίτευσις οὐδὲ ἡ Ἀντιπολί-
1073τευσις...
1074§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τόσων νόμων.
1075§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Αἰτία εἶναι ἡ ἀναβολὴ, ἡ βρα-
1076δύτης περὶ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ ὁ χρόνος, ὅστις
1077ἀπῃτεῖτο διὰ τὰς ἐργασίας τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν.
1078Ἀλλ’ εἴθισται καὶ οὐδέποτε παρεβάθη ἡ ἑξῆς τακτική· ἡ
1079συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ προαναγγέλληται, διότι ἡ
1080μελέτη τοῦ προυπολογισμοῦ καὶ ἡ συζήτησις αὐτοῦ εἰσάγει
1081ἡμᾶς εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν, ἐξ ἀπόψεως ἐν γένει τῆς
1082διοικήσεως, τῆς νομοθεσίας καὶ πάσης τῆς λειτουργίας τῆς
1083κυβερνητικῆς. Ἡ ἐργασία ὅμως αὕτη δὲν δύναται νὰ δια-
1084πραχθῇ, εἰμὴ ἐὰν τηρηθῶσιν οἱ διὰ τὴν συζήτητιν τοῦ πρου-
1085πολογισμοῦ εἰθισμένοι ὅροι. Οἱ ὅροι αὐτοὶ μεταβάλλονται
1086σήμερον, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν
1087γενικὴν συζήτησιν τοῦ προυπολογισμοῦ. Πῶς θέλομεν ἔχει
1088καιρὸν νὰ ἐξελέγξωμεν τὸ ἄθροισμα τῶν ἐξόδων καὶ τὸ ἄθροι-
1089σμα τῶν ἐσόδων διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἡ οἰκονομικὴ κατάστα-
1090σις τῆς χώρας; Ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν
1091τοὐλάχιστον τὴν αὔριον ἡμέραν μέχρι τῆς ἕκτης ὥρας,
1092καθ’ ἣν συνεδριάζομεν, διὰ νὰ μελετήσωμεν καὶ δυνηθῶμεν νὰ
1093λάβωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Ἑπομένως ἡ γενικὴ συζή-
1094τησις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται σή-
1095μερον. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ αἰτία τῆς βραδύτητος ταύτης
1096δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς ὄκνον τῶν Βουλευτῶν, ἀφοῦ ἐργα-
1097ζόμεθα νυχθημερὸν πρὸς μελέτην τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα
1098ἀτελῶς καταρτίζονται. Ὅθεν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβληθῇ ἡ
1099συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν αὔριον.
1100§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1101Τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις δὲν ἀνηγγέλθη τὸ πρῶτον
1102σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀνηγγέλθη πρὸ ἡμερῶν,
1103διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
1104πρὸ ἡμερῶν. Αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι διὰ τῶν δηλώ-
1105σεων γίνονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν, νομίζω, ὅτι δὲν
1106ἔχουσί τι τὸ δυνάμενον νὰ περιαγάγῃ τοὺς κυρίους Βουλευ-
1107τὰς πρό τινος δυσκολίας. Ἑπομένως ὑπολαμβάνομεν, ὅτι
1108δυνάμεθα νὰ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ προυπολογισμοῦ
1109τῶν ἐσόδων. Τοῦτο δὲν κωλύει τὴν γενικὴν συζήτησιν κατὰ
1110τὴν ψήφισιν τοῦ προυπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὡς καὶ ἄλλοτε
1111ἐγένετο. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προυπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
1112δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐν πάσῃ εὐρύτητι. Ἐννοεῖται,
1113ὅτι ἡμεῖς οὐδὲ δικαίωμα οὐδὲ ἐπιθυμίαν ἔχομεν νὰ παρα-
1114κωλύσωμεν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἀπὸ τοῦ νὰ συζητήσωσιν
1115ὅσον εὐρέως θελήσωσιν, ἀλλὰ τοὺς παρακαλοῦμεν νὰ μὴ ἐπι-
1116μείνωσιν εἰς τὴν ἀναβολὴν, διότι εἰς τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν
1117διανύομεν, ἡ ἀναβολὴ θὰ ἦναι πρᾶγμα πολὺ δυσάρεστον.
1118§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἀναγγελίαν τῆς συζητή-
1119σεως τοῦ προυπολογισμοῦ ἐκλαμβάνητε καὶ παριστᾶτε τὴν
1120ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δὲν λέγετέ τι,
1121κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀκριβές· διότι ἡ ἀναγγελία τῆς συζητή-
1122σεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένετο ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν
1123ὁποίαν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμός. Ἀπὸ τῆς
1124ἡμέρας ἐκείνης, ἢ ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν διενε-
1125μήθη ὁ προϋπολογισμός, ὠφείλομεν πάντες νὰ μελετῶμεν
1126διὰ νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀνε-
1127γράφοντο καὶ ἄλλα 80 νομοθετήματα, τῶν ὁποίων ἕκαστον
1128ἀπήτει πολυχρόνιον μελέτην· ἀσχολούμενοι δὲ εἰς τὴν με-
1129λέτην τῶν νομοθετημάτων τούτων ἀνεβάλλομεν νὰ μελετή-
1130σωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς
1131ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον καὶ
1132ἡ πλειονοψηφία ἐπιθυμοῦσι νὰ συζητήσωμεν τώρα τὸν προϋ-
1133πολογισμόν, εἶναι κύριοι νὰ τὸ πράξωσιν, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα
1134ἐν ἀνικανότητι νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.
1135§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδεμίαν προει-
1136δοποίησιν εἴχομεν, ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ συζητηθῇ ὁ
1137προϋπολογισμός. Χθὲς διεκόψαμεν συζήτησιν ἀρκετὰ ζωηρὰν
1138καὶ ἀρκετὰ σπουδαίαν ἐν τῷ μέσῳ ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βου-
1139λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, μὲ τὴν ἀπόφασιν ὅτι θὰ συνεχισθῇ ἡ
1140ἀγόρευσις τοῦ συναδέλφου καὶ ἡ συζήτησις ἐκείνη σήμερον.
1141Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν προέβλεπε χθὲς, ὅτι πρόκειται νὰ ἐγκατα-
1142λειφθῇ ἡ μετὰ τόσης θέρμης καὶ πατάγου γενομένη συζήτη-
1143σις καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς συμβάσεως
1144τῶν ὑδάτων, καὶ νὰ ἔχωμεν σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὸν
1145προϋπολογισμόν. Δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν παρατήρησίν τινα
1146ἐπὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ὁποίαν συν-
1147τάσσει ἡ πλειονοψηφία ὅπως νομίζει συμφερώτερον καὶ καλ-
1148λίτερον διὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ
1149νομίζω ὅτι τὸ νὰ καταστήσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπο-
1150λογισμοῦ τόσον τυπικὴν καὶ τόσον ἄνευ ἀξίας καὶ σημασίας,
1151ὥστε νὰ διέλθωμεν ἀβρόχοις ποσὶ τὰ ἔσοδα, διὰ νὰ ἀφήσω-
1152μεν αὔριον τὰ ἔξοδα, χωρὶς νὰ θελήσωμεν νὰ ἐκφέρωμεν τὰς
1153γνώμας μας περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1154ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, δὲν εἶναι
1155σύμφωνον μὲ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον αἱ συζητήσεις ἐν τῷ Κοι-
1156νοβουλίῳ ἐπιδιώκουσιν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐπληροφορήθην,
1157ὅτι ἐτέθη πρῶτον ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
1158ὁ προϋπολογισμὸς, ἢ σήμερον ἀκριβῶς, ὅτε μοὶ ἔφεραν τὴν
1159ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑπέθετον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
1160κονομικῶν θὰ ὑπέβαλλε δηλώσεις, συμπληρούσας τὸν προϋπο-
1161λογισμόν, ὅτι αἱ δηλώσεις θὰ ἐτυποῦντο καὶ ὅτι μετὰ ταῦτα
1162θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διανεμηθῶσιν εἰς ἡμᾶς, ὅπως λάβωμεν
1163γνῶσιν καὶ συζητήσωμεν αὔριον ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ προϋ-
1164πολογισμοῦ. Δὲν εἶναι ἑπομένως δυνατὸν εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον
1165σήμερον νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋ-
1166πολογισμοῦ. Δὲν νομίζω δὲ κανονικόν, ἄνευ γενικῆς συζη-
1167τήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ διέλθωμεν τόν προϋπολογι-
1168σμὸν τῶν ἐσόδων.
1169§100Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1170Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἁβρό-
1171χοις ποσίν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν.
1172Οὐδέποτε ἐδείξαμεν ἐπιθυμίαν, ὅπως εἴτε ὁ προϋπολογισμὸς
1173εἴτε οἱονδήποτε νομοσχέδιον ἡμῶν ψηφισθῇ ἁβρόχοις ποσίν.
1174Ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ προϋπολογισμοῦ,
1175λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα,
1176πᾶσα ἀναβολὴ δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, τοσούτῳ μᾶλ-
1177λον, ὅσῳ δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ σήμερον ἡ συζήτησις καὶ
1178ψήφισις ὅλου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅσοι τῶν κυρίων Βου-
1179λευτῶν δὲν κατώρθωσαν νὰ ἦναι ἕτοιμοι σήμερον, ἵνα μετά-
1180σχωσιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δύνανται νὰ
1181τὸ πράξωσιν αὔριον. Διότι, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, δὲν ἐν-
1182νοοῦμεν νὰ προχωρήσωμεν πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
1183ἐσόδων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου φρονῶ ὅτι, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ
1184εἰσέλθωμεν συντόμως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1185πάντες τὸ ἀνεμένομεν καὶ ἀφ’ ἧς διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπι-
1186τροπῆς καὶ ἀφ’ ἧς ἀνεγράφη ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
1187διατάξει καὶ ἀφ’ ἧς εἰς πάντας ἡμᾶς ἦτο γνωστὸν, ὅτι εὑρισκό-
1188μεθα εἰς τὸ τέλος τῆς συνόδου, διότι τὰ κυνικὰ καύματα δὲν
1189ἐπιτρέπουσι τὴν περαιτέρω παράτασιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βου-
1190λῆς. Φρονῶ ἄλλως τε, ὅτι προκειμένου περὶ προϋπολογισμοῦ, ὁ
1191ὁποῖος δὲν ἐκπροσωπεῖ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ τὸ πολιτικὸν πρό-
1192γραμμα τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συνέχειαν
1193τοῦ παρελθόντος, ἡ γενικὴ συζήτησις δὲν δημιουργεῖ ἔδαφος
1194πρόσφορον πρὸς ἐπίκρισιν τοῦ ἡμετέρου προγράμματος, ἢ πρὸς
1195ὑποστήριξιν τοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπολαμβάνομεν ὡς
1196ἐκ τούτου, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἡ γενικὴ συζήτησις τόσον ἐξαι-
1197ρετικὴ, ὅσον ἀπεκδεχόμεθα ταύτην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1198τοῦ 1900, ὅτε πρόκειται νὰ ἐνδειχθῇ τὸ πρόγραμμα ἡμῶν
1199ἄρτιον. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι καὶ εἰς παρελθούσας βουλευτι-
1200κὰς περιόδους προέβημεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
1201τῶν ἐσόδων, προκειμένου δὲ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν προϋπο-
1202λογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἤρξατο ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋ-
1203πολογισμοῦ. Ὑποθέτω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν θὰ ἐπι-
1204μείνωσιν εἰς τὴν ἀναβολήν.
1205§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι μετ’ ἀπο-
1206ρίας βλέπω τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
1207κῶν ὅπως προβῇ ἡ Βουλὴ σήμερον εἰς συζήτησιν τῶν λεπτο-
1208μερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, — διότι περὶ τῆς συζητήσεως
1209τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόκειται. — Ἐὰν δὲν
1210προβῇ σήμερον ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν κατὰ μέρος
1211ἐσόδων ἢ τῶν κατὰ μέρος ἐξόδων, ποία θέλει ἐπέλθει ζημία;
1212Αὔριον θέλει ἀρχίσει ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1213καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολο-
1214γισμοῦ θέλουσι συζητηθῆ καὶ ψηφισθῆ καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ
1215ἔξοδα ἐν διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ
1216ζημιωθῇ κατά τι ἡ συζήτησις, οὐδὲ ἡ νομοθετικὴ λειτουρ-
1217γία. Ἀλλ’ ἐὰν προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
1218προϋπολογισμοῦ, πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ὁμολογῶ ὅτι εἴμεθα ἐν ἀνι-
1219κανότητι νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἐπειδὴ εἴμεθα ἐν ἀνικανό-
1220τητι νὰ συζητήσωμεν, θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ μὴ μετάσχω-
1221μεν τῆς συζητήσεως καὶ νὰ μὴ παρακαθήμεθα ἐν τῇ Βουλῇ,
1222ἵνα μὴ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην. Ἀφοῦ λοιπὸν τοῦτο ὁμολογοῦ-
1223μεν, ἀφοῦ καταφανὲς εἶναι, ὅτι χθὲς ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο
1224τὸ 19ον ἀναγεγραμμένον θέμα πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ ἡμερη-
1225σίᾳ διατάξει, αἴφνης δὲ μετεβλήθη ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ
1226ὁ προϋπολογισμὸς ἐγένετο πρῶτον θέμα τῆς ἡμερησίας δια-
1227τάξεως, νομίζω ὅτι θέλομεν συντελέσει εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν
1228τῆς λειτουργίας τῆς νομοθετικῆς, παριστάμενοι ἐνταῦθα καὶ
1229συζητοῦντες πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμελετήσαμεν. Διὰ
1230τοῦτο ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἀναβολήν.
1231§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1232Ὑπελαμβάνομεν, ὅτι δὲν ἤθελε τοιαύτη ἐνδειχθῆ ἐπιμονή.
1233Ἐννοεῖται, ὅτι ἡμεῖς ἀποδίδομεν μεγίστην σημασίαν εἰς τὰς
1234συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀποδεχόμεθα τὴν πρότασιν
1235ὑμῶν, ὅπως γείνῃ ἡ συζήτησις αὔριον, τοσούτῳ περισσότερον,
1236καθόσον ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπο-
1237λιτεύσεως, ὅτι ἐν ταῖς λεπτομερείαις δὲν θὰ ἀσχοληθῶμεν
1238ἐπὶ πολύ. Ὥστε ἀποδεχόμεθα τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς
1239τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
1240θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν μετὰ τὸν προϋπο-
1241λογισμὸν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχε-
1242δίων.
1243§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1244§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ προβῶμεν κατὰ σειρὰν εἰς τὴν συζή-
1245τησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἴτε ὑπάρχει συζήτησις
1246εἴτε μή;
1247§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
1248§106Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναβληθείσης δι’ αὔ-
1249ριον τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει
1250νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ εἰς τρίτην ἀνά-
1251γνωσιν εὑρισκόμενον νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως...
1252§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1253§108Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ... καθόσον καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1254ῥητῶς ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ψηφισθῇ
1255τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν σύνοδον ταύ-
1256την. Νομίζω ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος (Θό-
1257ρυβος).
1258Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν
1259ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου.
1260§109Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, προτείνω
1261νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1262§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;
1263§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
1264§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρα-
1265καλῶ μίαν στιγμήν. Χθὲς διεκόπη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμ-
1266βάσεως τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἐὰν
1267σήμερον δὲν ἀνεγράφη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρῶτον εἰς τὴν
1268ἡμερησίαν διάταξιν, τοῦτο ἐγένετο διότι ἐνομίζομεν, ὅτι
1269ἔπρεπε νὰ προταχθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἐπελθούσης ὅμως
1270τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογι-
1271σμοῦ δι’ αὔριον, ὡς ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν δηλώσεων ὑπὸ
1272τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
1273νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
1274τάξει ἐγγεγραμμένα ἀντικείμενα κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἐγ-
1275γραφῆς των, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προτάξωμεν ἄλλο νο-
1276μοσχέδιον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἡ
1277ὁποία διεκόπη χθές.
1278§113ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τόσον ἀπαραίτητον νὰ
1279ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου εὑρισκομένου
1280ἔτι εἰς τὸ στάδιον τὸ πρὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, διότι
1281εὑρισκόμεθα ὑπὸ ἐκκρεμεῖς προτάσεις, παραπεμφθείσας εἰς
1282τὴν ἐπιτροπήν, ὅτε εἶναι δυνατόν, ὅτε εἶναι πιθανόν, ὅτι ἡ
1283παράτασις τῶν συζητήσεων δύναται νὰ φέρῃ περιπλοκὰς,
1284ἐπιδρῶσα ἐπὶ τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν θέλομεν νὰ ψηφίσω-
1285μεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τόσον ταχέως; Μοὶ φαίνεται ὅτι τὰ
1286ἐνδεδειγμένα πείθουσιν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σιωπήσωμεν τέ-
1287λος ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τῆς ἡμερησίας διατάξεως,
1288διὰ πολλοὺς λόγους, καὶ διὰ λόγους σχετιζομένους πρὸς τὴν
1289πολιτικὴν ἐνταῦθα κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους σχε-
1290τιζομένους πρὸς τὴν ἔξω τῆς Βουλῆς παραχθεῖσαν κατάστα-
1291σιν, ἥτις μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀρκούντως λυπηρὰ, ὥστε
1292νὰ μὴ θέλωμεν νὰ συντελέσωμεν, ἵνα χειροτερεύσῃ.
1293§114Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τί συνέβη ἔξω; Ἡμεῖς τὸ
1294ἀγνοοῦμεν.
1295§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Συμβαί-
1296νουσιν ἔξω πράγματα, ἅτινα δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας
1297νὰ ἐκτεθῶσι. Συμβαίνουσιν εἰς κύκλους χρηματιστικοὺς, συμ-
1298βαίνουσι καὶ εἰς βάρος τῶν κεφαλῶν τῶν πολιτῶν.
1299§116Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔχω σοβαρόν τι νὰ ἀνακοινώσω εἰς
1300τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ τὸ ἐπι-
1301τρέψῃ...
1302§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.
1303§118ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐνῷ ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ ἡσύχως
1304σκεπτόμεθα περὶ τῆς εὐημερίας τῶν πολιτῶν, ἔξω φονεύον-
1305ται ἄνθρωποι!
1306§119ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διεσαλεύθη ἡ τάξις!
1307§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερη-
1308σίας διατάξεως.
1309§121ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Πρέπει
1310νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων διὰ
1311πολλοὺς λόγους, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ
1312Ἀττικῆς, καὶ ἰδίως διὰ τὰς σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν
1313αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου.
1314§122ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔλαβε χώραν;
1315§123ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πολλοὶ πολῖται ἐκ τῶν καλλιτέρων τῶν
1316Ἀθηνῶν συνελθόντες...
1317§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν. Ἡμᾶς ἐνδια-
1318φέρει τὸ ἔργον μας.
1319§125ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ δικαιολογήσω τὴν πρότασίν μου περὶ
1320ἀναβολῆς.
1321§126Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐτέθη πρότασις καὶ
1322ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα παρὰ τοῦ Προέδρου περὶ προτά-
1323ξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως...
1324§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
1325§128Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζητήθη ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς
1326δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ὀνομα-
1327στικὴ κλῆσις, ὅπως βεβαιωθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὁ κ.
1328Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς
1329ἡμερησίας διατάξεως.
1330§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.
1331§130ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπάρχει.
1332§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε
1333Πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπάρχει πρότασις περὶ
1334προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως.
1335§132ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡμεῖς ἀποσύρομεν τὴν πρότασιν.
1336§133ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὴν υἱοθετοῦμεν ἡμεῖς.
1337§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς νομίζομεν,
1338ὅτι μὴ συζητουμένου τοῦ προυπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου μόνου
1339ἡ πρόταξις ἐδικαιολογεῖτο, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζή-
1340τησις ἡ χθὲς διακοπεῖσα.
1341§135ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἂν ὁ ἐξ Ὀλυμπίας συνάδελφος ἀπέ-
1342συρε τὴν πρότασίν του, τὴν υἱοθετοῦμεν ἡμεῖς.
1343§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου νὰ χάσωμεν τὸν καιρόν μας
1344ἀλλοῦ, ἂς τὸν χάσωμεν ἐδῶ.
1345§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἔχητε
1346πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἀποτελεῖτε μειονοψηφίαν, ἐνῷ δὲ ἡ πλειο-
1347νοψηφία σέβεται ἀπολύτως τὰ δικαιώματά σας, νομίζω ὅτι
1348καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ σέβησθε τὰ δικαιώματα τῆς πλειονο-
1349ψηφίας. Ὁ λόγος, δι’ ὃν προετάξαμεν τὸν προϋπολογισμόν,
1350εἶναι πρόδηλος. Ἀφοῦ ἐπὶ τετράωρον ὅλον ὡμίλησεν ὁ κ.
1351Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐδήλωσεν ὅτι ἐπὶ ἄλλας τέσσαρας
1352ὥρας θὰ ὁμιλήσῃ. Ἠπειλούμεθα, ὡς βλέπετε, ἐξ ἀτελευτή-
1353των ἀγορεύσεων, ὅλως ἀγνώστων εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, ὅπου
1354οὐδέποτε ἀγόρευσις διήρκεσεν ἐπὶ ὀκτὼ ἢ δέκα ὥρας, ἀγό-
1355ρευσις μάλιστα ῥήτορος δεδοκιμασμένης ἱκανότητος, ὡς εἶναι
1356ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου, ὅστις
1357ἠπείλει ἡμᾶς, ἐπεβάλλετο ἡ πρόταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1358ἀλλ’ οὐδεμία ἄλλη πρόταξις δικαιολογεῖται. Μετὰ δὲ τὴν
1359δήλωσιν ἡμῶν, ὅτι οὐδεμία πρότασις ὑμῶν περὶ προτάξεως
1360ἄλλου θέματος θὰ γείνῃ δεκτή, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ εἴ-
1361πωμεν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιμονῆς εἰς τοιαύτας προτάσεις οὐδὲν ἕτε-
1362ρον ἐπιδιώκεται ἢ ἀπώλεια χρόνου.
1363§138ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου
1364Πρωθυπουργοῦ ἀπηγγέλθη μετὰ τόνου κρείττονος παρὰ τὸν
1365τόνον τὸν ἐν τῇ ἀρχῇ, τόνον ἠρεθισμένον καὶ μὴ ἁρμόζοντα
1366ἐν ταῖς λέξεσιν, ἃς εἶπεν ἀποτεινόμενος εἰς τὴν μειονοψη-
1367φίαν. Διότι καὶ ἡ μειονοψηφία ἔχει δικαιώματα, ὧν ἐποιή-
1368σατο χρῆσιν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην κατὰ τοιοῦτον τρό-
1369πον, ὥστε μόνον ἐκφράσεις εὐαρεσκείας ἥρμοζον ἐκ μέρους
1370τῆς Κυβερνήσεως πρὸς αὐτήν. Οὐδεμία ὥρα ἀπωλέσθη ἢ ἐξ
1371ἀγορεύσεων ἢ ἐκ πράξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν διεξ-
1372αγωγὴν τῶν συζητήσεων, αἵτινες διαρκῶς ἐγένοντο δι’ ὅλης
1373τῆς νυκτὸς, οὐχὶ μόνον ἐξαιρετικῶς κατὰ δύο ἢ τρεῖς συνε-
1374δριάσεις, ἀλλὰ διαρκῶς καθ’ ὅλην τὴν σύνοδον, καθ’ ἑκάστην
1375συνεδρίασιν, καὶ οὐδεμία τάσις κωλυσιεργίας ἐξεδηλώθη. Κω-
1376λυσιεργικὴν συνήγαγε τάσιν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐκ τῆς
1377χθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, — εἰς τοῦτο
1378θὰ ἀπαντήσῃ ὁ συνάδελφος, ὅστις κατηγορήθη, — ἀλλ’ ἡμεῖς
1379οὐδαμοῦ ἐν ταῖς τάξεσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδαμοῦ ἀπε-
1380δείξαμεν τάσιν κωλύσεως τῶν ἐργασιῶν. Καὶ βεβαίως ἀπέ-
1381ναντι τοιαύτης πολιτείας τῆς μειονοψηφίας εὐαρμοστοτέρα
1382ὑπῆρξεν ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
1383παρακαλοῦντος, ἢ ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προκα-
1384λοῦντος. Πρέπει νὰ λεχθῇ πλέον καθαρῶς, ὅτι δὲν ζητεῖται
1385σπουδαίως ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως, διότι, ἂν ἐζητεῖτο σπου-
1386δαίως, δὲν θὰ προηγεῖτο ὁ προϋπολογισμός. Γνωρίζομεν ἀρ-
1387κετὰ τὸν σφυγμὸν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἠξεύρωμεν ὅτι, ὅταν
1388ὁ Πρωθυπουργὸς παρακαλῇ νὰ γείνῃ ἡ ψήφισις τῶν ἐσόδων,
1389τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἐπικειμένης λήξεως τῆς συνόδου,
1390καὶ κακῶς πράττει νὰ ὁμιλῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν
1391μειονοψηφίαν κατὰ τρόπον, ὥστε, ἂν ἦτο ἡ μειονοψηφία
1392δεκτικὴ ἐρεθισμοῦ, ἤθελεν ἐπιζημίως ἐρεθισθῆ. Ἡμεῖς ὅμως
1393διαβεβαιοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν ἐξακολουθῇ νὰ ἐρ-
1394γάζηται κανονικῶς εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν,
1395ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει βοηθήσει αὐτήν.
1396§139ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς διάφορα φύλλα
1397σήμερον καὶ ἰδίως εἰς φύλλον φίλα φρονοῦν πρὸς τὴν Κυβέρ-
1398νησιν ἐδημοσιεύθη, ὑπὸ τύπον ἀνακοινωθέντος, μὲ παχέα
1399γράμματα, ὅτι χθὲς κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως ὁ κ.
1400Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις συζητῇ
1401καθ’ ὃν τρόπον ἤρχισε νὰ συζητῇ, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶ-
1402μεν εἰς τὰς ἐργασίας, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις
1403τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀπέδωκα προσοχὴν εἰς τὰ δημο-
1404σιευθέντα, διότι ἐνίοτε ἐν ταῖς ἐφημερίσι παριστάνονται τὰ
1405πράγματα κάπως ζωηρότερον. Ἀλλὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ
1406κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ ἀναγκάζουν νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἡ
1407σύμβασις τῆς Στυμφαλίας εἰσήχθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν· ἅμα
1408δ’ ὡς εἰσήχθη, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν
1409ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐφάνημεν πρόθυμοι νὰ
1410ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσή-
1411γαγε κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν τροπολογίας, καὶ ἐζήτησε
1412τὴν ἀναβολήν. Ἐνθυμεῖσθε, νομίζω, ὅτι τότε ἔλαβον τὸν
1413λόγον καὶ τῷ ὑπέδειξα, ὡς γνώμην μου, νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν
1414ἀναβολὴν, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν.
1415Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλως ἐφρόνει, καὶ ὥρισε τὴν
1416ἑπομένην ἡμέραν. Ἐπροτάθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ
1417νομοσχεδίου παρὰ τίνος; Παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ὄχι.
1418Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου παρεκάθητο ἐκεῖ
1419(δεικνύει τὴν δεξιάν). Λοιπὸν ἡ πρώτη πρότασις ἀναβολῆς
1420τῆς συζητήσεως ἐπροτάθη ἀπὸ φίλον τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς
1421τὴν συζήτησιν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν κατηναλώθη τὸ μεγα-
1422λείτερον μέρος τῆς συνεδριάσεως, ἔλαβον δύο ἢ τρεῖς τῶν
1423συναδέλφων τὸν λόγον. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰσήλθομεν εἰς
1424τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τῆς συμβάσεως. Τὴν πρώτην
1425ἡμέραν ἔλαβον τὸν λόγον τρεῖς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
1426ἀλλ’ ὁ μὲν πρῶτος ὑπεστήριξεν τὴν σύμβασιν, οἱ δὲ δύο ἄλ-
1427λοι ἐπικρίνοντες τὰ κατ’ αὐτοὺς τρωτά. Νομίζω δὲ, ὅτι
1428δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ αὐτὴ συζήτησις κωλυσιεργικὴ, ἀλλὰ
1429οὐδὲ κἂν πρὸς παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος, διότι καὶ τὴν δευ-
1430τέραν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελ-
1431φος, ὁ κ. Νέγρης, εἰσῆλθεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν συζήτησιν
1432τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ὑποδεικνύων τὰ ζητήματα τὰ
1433χρῄζοντα διασαφήσεως, καὶ τοὺς ὅρους τοὺς δεομένους βελ-
1434τιώσεως. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραξα καὶ ἐγὼ τὴν πρώτην ἡμέραν
1435τῆς συζητήσεως. Ταῦτα εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἡ
1436Ἀντιπολίτευσις συζητεῖ κατὰ τρόπον παρελκύοντα τὰς συ-
1437ζητήσεις, ἢ μὲ τρόπον δεικνύοντα τάσεις κωλυσιεργίας;
1438Λυποῦμαι, διότι παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου
1439αὐτὴ ἡ πτέρυξ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) προσφάτως ἔτι
1440διὰ στόματος τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς ὡνωμολόγησε τὸ εὐθὺ καὶ
1441ἱπποτικόν, δὲν ἀνέμενον τοιαύτην ἐκτίμησιν, οὐδ’ ἤλπιζον
1442ὅτι θὰ συνεμερίζετο τὰ δημοσιευθέντα, ἢ θὰ ἔλεγεν ὅσα σή-
1443μερον ἐφάνη λέγων.
1444§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εὐθύνομαι
1445δι’ ὅσα γράφουν αἱ ἐφημερίδες, διότι ἔχω τὸ σύστημα νὰ μὴ
1446βλέπω ἐφημεριδογράφους, εὐθύνομαι μόνον διὰ τὰ παρ’ ἐμοῦ
1447λεγόμενα. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὅλην
1448διὰ τὴν στάσιν αὐτῆς ἐν τῷ ζητήματι. Εἰς παρατήρησιν, ἡ
1449ὁποία δὲν ἐθεώρησα ὅτι ἦτο δίκαιον καὶ πρέπον ν’ ἀπευ-
1450θυνθῇ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
1451Ἀττικῆς, ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἐθεώρουν ἐπιβαλλομέ-
1452νην εἰς ἐμὲ, καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπε-
1453φάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προτάξῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἀνα-
1454πτύσσων δὲ τοὺς λόγους, εἶπον ὅτι χθὲς ἡ τετράωρος ὁμι-
1455λία τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἔλη-
1456ξεν, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἔμελλε, κατὰ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, ἐπὶ
1457τέσσαρας ἔτι ὥρας νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἐγέννησεν εἰς ἡμᾶς τὴν
1458ἰδέαν, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ συζητήσεως τῆς συμ-
1459βάσεως. Ὀκτάωροι συζητήσεις, ἄγνωστοι εἰς ἄλλα Κοινοβού-
1460λια, περιτταὶ καθ’ ἡμᾶς πρὸς ἀνάπτυξιν οἱουδήποτε θέματος, ὅσον
1461δήποτε πολυπλόκου, δὲν δύνανται ἢ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐνδει-
1462κνύουσαι διάθεσιν πρὸς κωλυσιεργίαν. Ταῦτα εἶπον, καὶ δὲν
1463πιστεύω ὅτι ἐδικαιοῦτο ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ κάμῃ
1464τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, διότι δὲν ἠγόρευσεν αὐτὸς
1465ἐπὶ ὀκτὼ ὥρας, ὅπως ὑπολάβῃ ὅτι ἡ παρατήρησίς μου ἀπηυ-
1466θύνετο εἰς αὐτόν. Ἀπηυθύνετο εἰς τὸν ἕτερον ἐξ Ἀττικῆς
1467Βουλευτὴν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν κατακρίνω, διότι εἶναι ἐλεύ-
1468θερος νὰ κανονίζῃ τὴν ἀγόρευσίν του ὅπως ἂν αὐτὸς θέλῃ.
1469Τοῦτο μόνον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὴν πεῖραν, ἣν ἔχο-
1470μεν τῶν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν ἄλλοις Κοινο-
1471βουλίοις συμβαινόντων, ἀγορεύσεις αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ διαρ-
1472κέσουν 8 ὥρας ἐπί τινος θέματος, βεβαίως ἐνδεικνύουσι τάσεις...
1473§141Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἄλλοτε ὡμίλησεν ἕνδεκα
1474ὥρας.
1475§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶχε καὶ ὁ κ. Εὐτα-
1476ξίας τὰς ἰδίας τάσεις. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ῥητόρων
1477τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Λεβίδου, οἱ τοιοῦτοι ῥήτορες δύναν-
1478ται κάλλιστα νὰ εἴπωσιν ὅ,τι ἔχουσι νὰ εἴπωσιν ἐπί τινος θέ-
1479ματος εἰς διάστημα τὸ πολὺ δύο ὡρῶν. Ὅταν ἐπὶ ὀκτὼ ὅλας
1480ὥρας οἱ τοιοῦτοι ῥήτορες ἀγορεύωσι, δεικνύουσι τάσεις κω-
1481λυσιεργίας.
1482Εὐκόλως ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν πρόκηται ὅλοι οἱ ἀγο-
1483ρεύοντες νὰ ὁμιλήσωσιν ἕκαστος ἐπὶ 8 ὥρας, ὅτε μάλιστα
1484δὲν εἴμεθα εἰς τὸν Δεκέμβριον μῆνα, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα εἰς
1485τὴν 9 Ἰουλίου, οὐδέποτε ἡ συζήτησις αὕτη, οὕτω διεξαγο-
1486μένη, δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς, ὅπως φθάσωμεν εἰς ἀπο-
1487τέλεσμά τι. Τοῦτο προβλέπουσα ἡ Κυβέρνησις, ἠναγκάσθη
1488νὰ προτάξῃ τὸν προϋπολογισμόν. Προταχθέντος ὅμως τοῦ
1489προϋπολογισμοῦ, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνόμισεν, ὅτι κατόπιν
1490τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι
1491κατάλληλος ἡμέρα πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ ἀνεβλήθη αὕτη
1492διὰ τὴν αὔριον· προτείνομεν δὲ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συ-
1493ζήτησιν τῆς συμβάσεως. Βεβαίως, ἂν ἡ συζήτησις ἐξακολου-
1494θήσῃ ὡς χθές, καὶ πρόκειται ὁ κ. Λεβίδης νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ 4
1495ἀκόμη ὥρας, ἂν πρόκειται ἄλλος Βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ
14966 ὥρας, χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
1497Ἀττικῆς, ἥτις μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὸν ἀκούωμεν καὶ ὅταν
1498ἤμεθα κουρασμένοι, τότε δικαιούμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι
1499δὲν πρόκειται πλέον περὶ συζητήσεως τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ
1500περὶ κωλυσιεργίας πρὸς ματαίωσιν τῆς συμβάσεως.
1501§143ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1502κῶν κλπ.). Ἐγένετο ὑπαινιγμὸς περὶ ἐμοῦ παρὰ τοῦ ἀξιο-
1503τίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, ὅτι ἠγόρευσά ποτε ἐπὶ ἕν-
1504δεκα ὥρας. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀληθὲς εἶναι μόνον,
1505ὅτι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἠγόρευσα διὰ μα-
1506κρῶν, καθ’ ὃν χρόνον ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλὰ πάντες ἠγόρευον
1507διὰ μακρῶν. Τότε καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνάδελ-
1508φός μου καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς πολλάκις ἐκράτησαν
1509τὸ βῆμα τοῦτο ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ
1510εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλήν, ὅτι ἐζήτουν οὕτω πως νὰ κωλυ-
1511σιεργήσουν.
1512Κύριοι, ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν πάντες προεβλέπομεν
1513τὸν ἐπικείμενον εἰς τὸ Κράτος οἰκονομικὸν κίνδυνον. Ζη-
1514τοῦντες ν’ ἀποσοβήσωμεν τοῦτον, καὶ συμπολιτευόμενοι καὶ
1515ἀντιπολιτευόμενοι, ἐνομίζομεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς τὸ
1516καθῆκον νὰ μὴ ἐνδιατρίβωμεν μόνον εἰς τὸ παρόν, νὰ μὴ ἐξε-
1517λέγχωμεν μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβαλλόμενον εἰς
1518τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νὰ ἀνερχώμεθα καὶ εἰς τὸ παρελθόν, τὸ
1519ἐγκυμονῆσαν τὴν κατάστασιν ἐκείνην. Ἀλλὰ συνέβη ποτὲ
1520ἐξ ἀνάγκης, ἐπιβαλλομένης ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐγὼ,
1521ὡς ἀντιπολιτευόμενος, νὰ προέλθω εἰς συζήτησιν πρὸς τὸν
1522τότε εἰσηγητὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ν’ ἀναδράμω μέχρι
1523τῆς χρήσεως τοῦ 1833, ὅπως ἀποδείξω ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ
1524παρελθὸν εὐθύνετο διὰ τὴν τότε κατάστασιν. Συνεζητοῦμεν
1525δὲ τότε τὸν προϋπολογισμὸν ἐπί τε τῆς ἀρχῆς καὶ ἐφ’ ὅλων
1526τῶν λεπτομερειῶν του κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν, ἀφοῦ
1527καθιερώθη πλέον παρ’ ἡμῖν, ὅταν εἰσερχώμεθα εἰς τὰς λε-
1528πτομερείας, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ τὰς συ-
1529ζητῇ. Ἀλλ’ ὅτε ἠγόρευον διεξερχόμενος ὅλην τὴν παρελθοῦ-
1530σαν διαχείρισιν, καὶ μὴ περιοριζόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ
1531προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἰσερχόμενος καὶ εἰς ὅλα τὰ καθέκα-
1532στα αὐτοῦ, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ
1533νὰ μακρηγορήσω, χωρὶς ὅμως τοῦτο νὰ παράσχῃ εἴς τινα τὸ
1534ἐνδόσιμον, ὅτι ἤθελον νὰ κωλυσιεργήσω. Ἐγὼ τοὐλάχιστον
1535εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὕτω πως ἐπετέλουν καθῆκον ἱε-
1536ρόν, ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντα ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους.
1537§144ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἠγόρευε διὰ μακρῶν ἄλλοτε μόνον ὁ
1538κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1539παιδεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἤθελεν εἶναι δεδικαιολογημένος ὁ
1540κ. Πρωθυπουργὸς ἐφ’ οἷς εἶπε, διότι βεβαίως δὲν δύναται νὰ
1541ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην καὶ ἐπὶ τῇ πολιτείᾳ τοῦ κ. Ὑπουρ-
1542γοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὸν παρελθόντα χρόνον, ἀφοῦ
1543σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνήκει εἰς
1544τὴν τάξιν τῶν νεοφωτίστων. Ἀλλ’ ἠκούσατε, ὅτι ὑπερα-
1545μυνόμενος ἑαυτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐβε-
1546βαίωσεν, ὅτι καὶ ἄλλος συνάδελφος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1547ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, πολλάκις ἀπησχό-
1548λησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας. Ἑπομένως δὲν
1549εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ τις, ἐὰν δαπανᾷ τὸν χρόνον
1550τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀγορεύῃ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἐγώ, ἵνα
1551ἦμαι ἀκριβής, ὁμολογῶ ὅτι ἠγόρευσα χθές, πρὸ τῆς διακοπῆς καὶ
1552μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, ἐπὶ ὥρας τέσσαρας καὶ
1553ἓν τέταρτον ἀκριβῶς, προετιθέμην δὲ βεβαίως νὰ ἐξακολου-
1554θήσω τὴν ἀγόρευσίν μου ἀκόμη ἐπί τινα χρόνον, ὃν δὲν ἐδυνά-
1555μην φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ ὁρίσω. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριε Πρόε-
1556δρε, ὑμᾶς τὸν διευθύναντα τὴν συνεδρίασιν τῆς χθὲς καὶ πρὸ
1557τῆς διακοπῆς καὶ μετὰ τὴν διακοπήν, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντί-
1558ληψιν τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Τύ-
1559που, ὅστις ἵσταται φρουρὸς ἐκεῖ ἀκοίμητος, ἵνα δικάζῃ δι-
1560καίως τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐὰν ἐγὼ χθὲς
1561ἐκωλυσιέργουν, εἴτε πρὸ τῆς διακοπῆς εἴτε μετὰ τὴν δια-
1562κοπὴν, ἤθελε μοὶ παρέχει τὴν τιμὴν ἡ Βουλή, καὶ ἐκ τῆς
1563μιᾶς πτέρυγος καὶ ἐκ τῆς ἑτέρας, μετὰ θρησκευτικῆς προσο-
1564χῆς νὰ ἀκροᾶται τῶν λόγων μου; Παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε
1565τοὺς φίλους ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ
1566ἐρωτήσητε αὐτοὺς ἰδίᾳ,—οὐχὶ βεβαίως δημοσίᾳ, διότι δὲν
1567θέλουσι νὰ ἐκθέτωσι τὴν φιλοτιμίαν ὑμῶν,—ἵνα εἴπωσι καὶ
1568βεβαιώσωσιν ὑμᾶς, ἂν ἔχωσι τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐγὼ ὡμίλουν πρὸς
1569κωλυσιεργίαν. Ὑμεῖς δὲ ὁ ἴδιος δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν εἴ-
1570πετε σοβαρῶς ἐκεῖνα, ἅπερ πρὸ ὀλίγου εἴπετε...
1571§145ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσυζητοῦμεν περὶ ἀστυνομίας χθές;
1572§146ΛΕΒΙΔΗΣ. Συνεζήτησα βεβαίως περὶ ἀστυνομίας, διότι
1573τὸ ζήτημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας οὐσιωδῶς συνδέεται
1574πρὸς τὴν προκειμένην σύμβασιν, δι’ ἧς ἀναιροῦνται ἄλλα οὐ-
1575σιώδη δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῶν δήμων, οἷον εἶναι τὸ
1576ζήτημα τῆς παροχῆς ὕδατος εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων,
1577κωμῶν καὶ χωρίων.
1578Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται ν’ ἀπολογηθῶ, ἐὰν κωλυ-
1579σιεργῶ ἢ δὲν κωλυσιεργῶ. Ἐγὼ ἐπὶ πολλὰ ἔτη παρακάθημαι
1580ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ δὲν ἔχω νὰ δώσω λόγον εἰς ἄλλον
1581τινὰ, εἰμὴ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ἐὰν ἐκτε-
1582λῶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν μου. Ἔχομεν δὲ τὸ τεκμήριον τοὐ-
1583λάχιστον, ὅτι ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν εὐσυνειδήτως,
1584ἀφοῦ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἀδιακόπως οἱ συμπολῖται ἀποστέλ-
1585λουσιν ἡμᾶς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἐγὼ, κύριε, Πρόεδρε, δὲν
1586ἐκωλυσιέργησα καὶ ὅτε ἀκόμη εἶχεν ἀναπετασθῆ δεδηλωμέ-
1587νως ἡ σημαία τῆς κωλυσιεργίας, ἧς τὸ νόμιμον καὶ ἐγὼ δέ-
1588χομαι. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ποτὲ ἠγόρευσα ἀπὸ τοῦ βήματος
1589ἐκείνου ἐπὶ 5½ ὥρας ἀδιακόπως, ὅτε προέκειτο περὶ τοῦ
1590ζητήματος τῆς ἀπονομῆς τῶν χιλιάδων ἐκείνων χαρίτων ὑπὸ
1591τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτου,
1592ἰδίᾳ δὲ τῆς ἀπονομῆς χάριτος εἰς τοὺς φοβεροὺς ληστάρχους
1593Τάκην καὶ Ροκόφυλλον. Ἀλλὰ καὶ τότε ὡμίλουν ἐπὶ τῇ
1594βάσει ἐγγράφων, ἐπὶ τῇ βάσει δικογραφιῶν, ἃς ἐπὶ τῇ αἰ-
1595τήσει μου εἶχε προσκομίσει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
1596σύνης. Ποτὲ προσωπικῶς ἐγὼ δὲν ἐκωλυσιέργησα· οἱ λόγοι
1597μού εἰσιν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, καὶ προτείνω στοίχημα. Πι-
1598στεύω, ὅτι ἔχω τόσην μικρὰν ἱκανότητα, ὥστε νὰ δύναμαι
1599νὰ ἀγορεύω ἐπὶ πραγμάτων, χωρὶς νὰ καταφεύγω εἰς τὴν κω-
1600λυσιεργίαν, καίτοι ἰσχυρίζομαι, ὅτι τὸ κωλυσιεργεῖν, ὑπάρ-
1601χουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς εἶναι ἐπιβεβλημένον τῇ Βουλῇ.
1602Ἐπιβεβλημένον δὲ φρονῶ, ὅτι ἤθελεν εἶναι τὸ κωλυσιερ-
1603γῆσαν κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, καθ’ ἣν εἰσάγεται σύμ-
1604βασις, ἣν δύο δῆμοι, ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ ἐλαχίστου
1605τῶν κατοίκων αὐτῶν, οἱ δύο μάλιστα πρῶτοι δῆμοι τοῦ
1606Κράτους, βοῇ ἀποδοκιμάζουσιν. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ κω-
1607λυσιεργία, ἡ κωλυσιεργία δὲν ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ. Ἡ κωλυ-
1608σιεργία ἐγένετο παρ’ ὑμῶν, οἵτινες ἐτολμήσατε νὰ φέρητε
1609σύμβασιν ἐδῶ, ἥτις ἐγένετο ῥάκος διὰ τῶν πρώτων συζητή-
1610σεων, σύμβασιν, ἧς σήμερον δὲν ἔχομεν πλέον τὴν πρώτην
1611μορφὴν, διότι διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων τροπολογιῶν ἔχομεν
1612πᾶν ἄλλο παρὰ τὸ ἀρχικὸν κείμενον. Ὑμεῖς ἐκωλυσιεργή-
1613σατε. Καὶ ἂν δὲν ἐκωλυσιεργήσατε ὑμεῖς προσωπικῶς, ἐκω-
1614λυσιέργησαν τὰ γραφεῖα ὑμῶν, ἅτινα ἐν τῇ ἀπορίᾳ αὐτῶν
1615ἐπαρουσίασαν τοιοῦτον τραγέλαφον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
1616Ἐγὼ λοιπὸν οὔτε ἐκωλυσιέργησα οὔτε σκοπῶ νὰ κωλυσιερ-
1617γήσω. Ἁπλῶς ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, καὶ θέλω ἐκτε-
1618λέσει αὐτὸ μέχρι πέρατος τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
1619Διὰ τοῦτο εὐχαριστῶ μὲν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δι’ ὅσας
1620φιλόφρονας ὑπὲρ ἐμοῦ ἐκφράσεις εἶπεν, ἄρτι ἀγορεύων, ἀλλὰ
1621προκειμένου νὰ ἀποδοθῇ ἐμοί, ὅστις σπουδαίως ἠγόρευον ἐπὶ
1622ὥρας, ὡς ἀπέδειξεν ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, ἡ μομφὴ, ἢ τοὐ-
1623λάχιστον ἡ ἰδιότης, ὅτι κωλυσιεργῶ, ἐνῷ παντάπασι δὲν
1624ἔπραξα τοῦτο, νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶχον νὰ ὑπεραμυνθῶ ἐμαυ-
1625τοῦ, καὶ ν’ ἀποκρούσω τὴν κατηγορίαν, καίτοι λέγω καὶ
1626δηλῶ δημοσίᾳ, ὅτι, καὶ ἂν συνεχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου, βε-
1627βαίως δὲν θέλω ἀγορεύσει οὔτε τότε οὔτε ἄλλοτέ ποτε ὑπὸ
1628σύστημα κωλυσιεργίας, ὡς οὐδέποτε ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα
1629ἠγόρευσα, ἐὰν ὅμως ἄλλοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομίσωσιν
1630ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ νὰ ὑψώσωσι τὴν σημαίαν τῆς κωλυσιερ-
1631γίας, ἵνα ἀποτρέψωσι τὴν Βουλὴν ἀπὸ πράξεως, ἥτις θέλει
1632καταστρέψει τὰ συμφέροντα τῶν δύο δήμων, καὶ ἐγὼ θέλω
1633συντελέσει, βοηθῶν αὐτοὺς εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, καὶ θέλω
1634πάσῃ δυνάμει κωλυσιεργήσει, οὐχὶ ὅμως ποτὲ ἐγὼ προσω-
1635πικῶς διὰ τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἀπομακρυνόμενος τῆς αἰθούσης,
1636ἵνα ἀποδείξω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς κωλυσιεργίας ἐπιβάλλε-
1637ται ἐνίοτε ἐκείνοις, οἵτινες ἀμύνονται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων
1638τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).
1639§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, βεβαίως.
1640§148Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ καὶ ἀναγνωρίζω τὴν
1641ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ
1642τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐνέκρινε νὰ προτάξῃ τὸν προϋ-
1643πολογισμόν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, δι’ οὓς
1644λόγους ἐξέθεσε, καὶ φρονεῖ ὅτι τῷ ἐπεβάλλετο νὰ προτάξῃ
1645τὸν προϋπολογισμόν, δικαίως δύναμαι νὰ παρακαλέσω νὰ
1646παρακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ νομο-
1647σχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, καθόσον οἱ αὐτοὶ λόγοι
1648δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν παρακώλυσιν τοῦ νομοσχεδίου
1649αὐτοῦ, καὶ διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θεωρῶ ἐπίσης δημο-
1650σίας καὶ κοινῆς ἀνάγκης, ὅπως ἡ ἰδία Κυβέρνησις τὸ ὁμολογεῖ.
1651Προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ συμ-
1652φέροντα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ προβλεπομέ-
1653νων τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέθηκε
1654καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι δὲν θέλει δυνη-
1655θῇ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς περαιτέρω συζήτησιν, νομίζω
1656ὅτι εἶμαι λίαν δεδικαιολογημένος, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρ-
1657νησιν νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συ-
1658ζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τρίτην
1659ἀνάγνωσιν, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν θέλει παρακωλυθῇ ἡ
1660συζήτησις τῆς συμβάσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἀφοῦ
1661ἅπαξ διεκόπη διὰ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1662§149Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐκεῖ-
1663θεν καὶ ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἡγεῖται 150
1664Βουλευτῶν, Βουλευτῶν ἐκλεγέντων διὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν δυ-
1665νάμεως καὶ ἄνευ ῥουσφετίων ἢ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερ-
1666νήσεως τῆς προκατόχου, ἥτις διηύθυνε τὰ κοινὰ κατὰ τὰς
1667ἐκλογάς. Ἀλλ’ ὁ προϊστάμενος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως
1668καὶ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τοῦ ὑπε-
1669ρηφάνου χαρακτῆρός του, ἕνεκα τῆς ὑψηλῆς ἀνατροφῆς του,
1670ἕνεκα τοῦ ἱπποτικοῦ χαρακτῆρός του, ἀφῆκε τὴν πλειονο-
1671ψηφίαν νὰ γείνῃ μειονοψηφία, πρὸς χάριν τοῦ κ. Καραπάνου,
1672ὅστις ἡγεῖται δύο ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, πρὸς χάριν τοῦ
1673κ. Δεληγεώργη, ὅστις πράγματι ἡγεῖται περισσοτέρων Βου-
1674λευτῶν, πρὸς χάριν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολι-
1675τεύσεως, ὅστις, ὅταν ὁμιλῇ, πολλάκις γνωρίζει τί ὁμιλεῖ, καὶ
1676πρὸς χάριν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, —συγγνώμην, δὲν
1677ἐννοῶ ὑμᾶς, κύριε Ρικάκη, — τοῦ κ. Λεβίδου, ὅστις νομίζει ὅτι
1678λέγει τοῦ Δημοσθένους ῥητορικὰ καὶ τοῦ ἀειμνήστου Ἐπαμει-
1679νώνδα Δεληγεώργη (ἱλαρότης).
1680Λοιπὸν προτοῦ κατηγορήσω ἐγγράφως τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1681γὸν, τὸν παρακαλῶ, τὴν ἁβροφροσύνην νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ
1682καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ εἰς ὅ,τι θέλει,
1683ἀφοῦ ἡγεῖται 150 Βουλευτῶν. Δόστε μου ἐμένα δεκαπέντε
1684μόνον Βουλευτὰς, καὶ νὰ σᾶς δείξω! (γέλωτες).
1685§150Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς μέχρι τοῦδε ἐγνωρίζομεν,
1686κύριε Πρόεδρε, μίαν κωλυσιεργίαν καὶ μόνην, καὶ ὑποθέτω, ὅτι
1687αὐτὴν τὴν κωλυσιεργίαν γνωρίζουσι καὶ πάντα τὰ Κοινο-
1688βούλια τοῦ κόσμου, τὴν κωλυσιεργίαν τὴν ὁποίαν μετέρχον-
1689ται μειονοψηφίαι χωριζόμεναι τῆς πλειονοψηφίας δι’ ἐθνικῶν
1690διαιρέσεων, ἢ δι’ ἄλλων μεγάλων ζητημάτων, κοινωνικῶν ἢ
1691θρησκευτικῶν, εἴτε διότι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐν γένει
1692τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μέτρον τι, ὅπερ προβάλλει εἰς τὸ Κοινο-
1693βούλιον, ἀποβαίνει οὕτως ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ ἔθνος, ὥστε πάντα
1694τὰ νόμιμα μέσα καὶ τὰ μὴ νόμιμα πρέπει νὰ μετέλθωσιν,
1695ὅπως ἐμποδίσωσιν αὐτό. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σύνοδον αὐτὴν
1696τῆς περιόδου ταύτης τῆς Βουλῆς ἐγενόμεθα μάρτυρες νέας
1697κωλυσιεργίας, κωλυσιεργίας αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἔργον
1698ὁμολογουμένως τῆς Κυβερνήσεως μεμελετημένον ὑπῆρξεν,
1699ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν προσήκουσαν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς διὰ
1700τῆς ἐπισωρεύσεως πλείστων νομοσχεδίων καὶ σπουδαιοτάτων
1701λόγῳ τοῦ ἀντικειμένου αὐτῶν καὶ λόγῳ τῆς πληθύος τῶν
1702ἄρθρων. Βεβαίως κωλυσιεργία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἐπι-
1703μονὴ αὐτῆς εἰς ἀδύνατα, δίδουσα εἰς πάντα τὸ δικαίωμα νὰ
1704ὑποθέσῃ, ὅτι ταύτην ἐπεζήτησε καὶ ἐπιζητεῖ, στενοχωροῦσα
1705τὴν μειονοψηφίαν, ἡ ὁποία καὶ μόνη ἐργάζεται, ἡ ὁποία καὶ
1706μόνη κοπιάζει καὶ συζητεῖ τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, στε-
1707νοχωροῦσα, λέγω, αὐτὴν εἰς ἀδιάκοπον ἐργασίαν ἐντὸς ἀκα-
1708ταλλήλου ἐντελῶς ἐποχῆς καὶ πέραν τῶν παραδεδεγμένων,
1709τοὐλάχιστον παρ’ ἡμῖν, χρονικῶν ὁρίων. Βεβαίως κωλυσιερ-
1710γεῖ, ἐπιμένουσα, ὅπως δὶς καθ’ ἑκάστην συνερχόμενοι ἐντὸς
1711τῆς ἡμέρας καὶ παρατείνοντες τὰς συνεδριάσεις πέραν τοῦ
1712μεσονυκτίου, μέχρι τῆς μιᾶς καὶ τῶν δύο καὶ τῶν τριῶν καὶ
1713τῶν τεσσάρων καὶ τῶν πέντε ἐνίοτε τῆς πρωΐας, συζητῶμεν τὰ
1714νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν ἐν ἀνέσει παρε-
1715σκεύασε διὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας ἢ δι’ ἄλλων. Καὶ
1716ἂν δαπανᾶται μέγα μέρος τοῦ χρόνου εἰς τὰς ἐπερωτήσεις καὶ
1717τὸν ἔλεγχον τῆς διοικήσεως, οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν
1718νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκόν των, παραμένοντες ἐν τῇ Βουλῇ,
1719καταβάλλονται καὶ ἐξαντλοῦνται ὁπωσδήποτε. Ἐρωτῶ ὑμᾶς,
1720κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι τοῦτο προσπάθεια καὶ ἐνέργεια, ὅπως
1721μὴ ἐργάζηται ἡ Ἀντιπολίτευσις; Δὲν διῆλθον ἕνεκα τού-
1722του τῆς Βουλῆς πολλὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχε-
1723δὸν ὑπέστησαν βάσανον, καίτοι σπουδαιότατα ὄντα; Ὑπέ-
1724στη καμμίαν βάσανον ἢ συζήτησιν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπο-
1725λιτεύσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, καίτοι
1726ἐκ τῶν μακροτάτων καὶ σπουδαιοτάτων; Ἄλλα νομοσχέδια
1727ἐπίσης δὲν διῆλθον ἄνευ συζητήσεως, ἢ μετὰ ἐλαχίστης συζη-
1728τήσεως, λόγῳ τῆς κοπώσεως, τῆς ἐξαντλήσεως τῆς Ἀντι-
1729πολιτεύσεως; Ἐν τούτοις, κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἀντιπολίτευσις
1730εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία κυρίως εἶναι κεκλημένη νὰ συζητῇ τὰ
1731νομοσχέδια, διότι οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε διότι εἶναι
1732κομματικοὶ καὶ δὲν εἶναι διατεθειμένοι εἰς τοῦτο, εἴτε διότι
1733ἤθελον παρεξηγηθῆ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἐὰν ἐλάμβανον καὶ
1734αὐτοὶ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπέκρινον, οὐδόλως μετέχου-
1735σιν αὐτῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις μόνη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει
1736νὰ μελετᾷ καὶ νὰ βασανίζῃ τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως
1737καὶ νὰ ἐργάζηται. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὁμολογήσῃ τις,
1738ὅτι παρακωλύεται εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτῆς ἡ Ἀντιπολί-
1739τευσις ἐκ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐπισωρεύει ἡ Κυβέρνησις
1740ἐντὸς τοιούτου καὶ τοσούτου μόνον χρόνου, ὅσος ὑπολείπε-
1741ται ἡμῖν, καὶ τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ λάβῃ δι’ ἐργασίας παρα-
1742τεινομένης ἐπ’ ἄπειρον καὶ ἐξαντλούσης καὶ διανοητικῶς καὶ
1743σωματικῶς τὴν δυστυχῆ αὐτὴν Ἀντιπολίτευσιν; Δὲν εἶναι,
1744λέγω, πρὸς ἐργασίαν, ἐργασίαν ἀληθῆ καὶ ὠφέλιμον, παρακώλυσις
1745τοῦτο ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας; Μήπως παρακωλύει τις
1746μόνον ὅταν δὲν ἐπιτρέπῃ ἐργασίαν, οὐχὶ δὲ καὶ ὅταν δὲν ἐπι-
1747τρέπῃ τὴν πρέπουσαν ἐργασίαν; Διατὶ λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος
1748τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγησεν ὡς κωλυσιεργίαν τὴν ἐπὶ τρεῖς ἢ
1749τέσσαρας ὥρας χθὲς ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς,
1750ἐὰν δὲν θεωρῇ κωλυσιεργίαν τὴν διὰ τῆς ἐξαντλήσεως παρεμ-
1751πόδισιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἔργου τῆς Ἀντι-
1752πολιτεύσεως; Τὸ ἔθνος θὰ κρίνῃ μεταξὺ τῶν δύο κωλυσιερ-
1753γιῶν, καὶ θὰ εἴπῃ τίς εἶναι πλέον ἐπίψογος, πλέον ἐπίμεμπτος
1754κωλυσιεργία, ἡ εὐρεῖα συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, ἣν ποιεῖται
1755ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἢ ἡ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως παρακώλυσις
1756διὰ τῆς παρατεταμένης δῆθεν ἐργασίας τῶν συζητήσεων τῶν
1757νομοσχεδίων αὐτῆς; Κατάχρησις τοῦ λόγου εἰς τὰς συζη-
1758τήσεις τῶν νομοσχεδίων βεβαίως δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἀντιπο-
1759λιτεύσεως, διότι μόνον χθὲς παρουσιάσθη τὸ πρῶτον μία ἀγό-
1760ρευσις, διαρκέσασα τρεῖς ὥρας καὶ μέλλουσα νὰ διαρκέσῃ...
1761§151Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἡ ἀγόρευσις ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὰ λάθη
1762τῆς συμβάσεως.
1763§152ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ... Διατὶ δὲ χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
1764κῆς Βουλευτὴς παρέτεινεν, ἴσως δὲ καὶ ἄλλοι θέλουσι νὰ παρα-
1765τείνωσι τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον;
1766Τὸ πρᾶγμα πρόδηλον. Διότι, ἐνῷ ἐξηγέρθη ἅπασα ἡ πόλις
1767τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς...
1768§153Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρα-
1769τιωτικῶν). Καθόλου! Ἐξηγέρθησαν ἑκατὸν, οἱ ὁποῖοι ὑπε-
1770κινήθησαν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
1771§154Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1772§155ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑμεῖς μόνον πιστεύετε, ὅτι ὁ λαὸς
1773τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς τίποτε ἄλλο δὲν ζητεῖ ἢ νερὰ,
1774ἀνθ’ οἱασδήποτε τιμῆς. Ἐὰν ὅμως θέλωμεν ἀληθῶς νὰ ἀντι-
1775λαμβανώμεθα τῆς καταστάσεως τῶν πνευμάτων, πρέπει νὰ
1776ὁμολογήσωμεν, ὅτι αἱ πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς
1777οὐδόλως θέλουσι τὰ νερὰ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους
1778εἴδομεν ὅτι θέλετε νὰ τὰ δώσητε.
1779§156Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Οἱ ἰδιοκτῆται πρὸ πάντων.
1780§157ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ἄπορον εἶναι, ἀφοῦ καὶ τὸ
1781ἀντικείμενον ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀμελέτητον καὶ κατὰ τὴν
1782συζήτησιν ἄπειρα προεβλήθησαν ἐπιχειρήματα, κλονίζοντα
1783καὶ μηδενίζοντα ἐντελῶς τὴν βάσιν καὶ τὰ δικαιολογήματα,
1784ὅσα ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον, ἄπορον,
1785εἶναι, λέγω, πῶς ἀπέναντι καὶ τοιούτων ἐκδηλώσεων τῶν
1786κατοίκων τῶν δύο πόλεων ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιαύ-
1787τῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους, ἐνῷ ἔχει ἄλλα νομοσχέδια πολλὰ καὶ εἰς
1788τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ σπουδαιότατα νὰ συζητήσῃ, νὰ θέλῃ
1789νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τὸ κατ’ ἐμὲ, τοιαύτην
1790ἐκ τῆς σπουδῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀπεκόμισα ἐν τῇ συνόδῳ
1791ταύτῃ ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κωλυσιεργεῖ, καὶ οὐχὶ ἡ
1792Ἀντιπολίτευσις, ἥτις συζητεῖ, ὡς ὀφείλει, τὰ νομοσχέδια,
1793διότι ἐκεῖνος κωλυσιεργεῖ, ὅστις βιάζων τὴν ἐργασίαν καὶ
1794ἐξαντλῶν ἐμποδίζει νὰ γίνηται ἡ προσήκουσα ἐργασία ἐπὶ
1795τῶν νομοσχεδίων.
1796§158Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος, κύριε
1797Πρόεδρε, πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1798πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Λεβί-
1799δης, καὶ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευ-
1800τὴς κ. Δεληγεώργης, ὅτι ὑπάρχει κωλυσιεργία εἴτε ἐκ μέ-
1801ρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1802εἴτε ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δελη-
1803γεώργης.
1804§159ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ὑπάρχει κωλυσιεργία.
1805§160Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένετε, σᾶς παρακαλῶ...
1806Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ εὐρύτητι τῆς συζητήσεως, ἥτις
1807ἀνεπτύχθη ἰδίως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑδάτων, ἐφρόνησεν
1808ὅτι ἀνακαλύπτει τάσεις κωλυσιεργίας, τῆς ὁποίας εἰς ἄλ-
1809λην ἐποχὴν αἱ γραμμαὶ αἱ γενικαὶ καὶ τὰ διδάγματα ἐδόθη-
1810σαν, ἐχώρησαν δὲ εἰς σημεῖον τοιοῦτον ἀτόπου, ὥστε νὰ
1811ἀκουσθῶσι διαμαρτυρίας φωναὶ καὶ νὰ καυτηριασθῇ ἡ κατά-
1812χρησις αὕτη τοῦ δικαιώματος τοῦ συνταγματικοῦ τῆς μειονο-
1813ψηφίας...
1814§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐκαυτη-
1815ρίασα τίποτε.
1816§162Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ παρόν-
1817τος· ἀναφέρομαι εἰς τὸ παρελθόν.
1818Μία φωνή. Δὲν εἶναι συνταγματικὸν δικαίωμα ἡ κωλυ-
1819σιεργία.
1820§163Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω «συνταγματικοῦ», κύριε
1821Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ τοῦ Συντάγματος οὐδεὶς
1822ἐτέθη περιορισμὸς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅταν δὲ παρα-
1823τείνηται ἡ συζήτησις, ὥστε ἀναγκαίως νὰ ἐπέλθῃ ἀντίδρα-
1824σις ἐπὶ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιπολί-
1825τευσις φρονεῖ ἀσύμφορον, τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ
1826κωλυσιεργίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ
1827Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως ταύτης τῶν
1828ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, εἶπεν, ὅτι κωλυσιεργεῖ ἡ Ἀντιπο-
1829λίτευσις, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι κωλυ-
1830σιεργεῖ ἡ Συμπολίτευσις, τοσαῦτα προβάλλουσα εἰς ψήφισιν
1831νομοσχέδια, ἀτελῆ εἰς μελέτην καὶ ἄωρα εἰς συζήτησιν.
1832Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω οὔτε τὴν Κυβέρνησιν οὔτε τὴν μειονοψη-
1833φίαν κωλυσιεργούσας. Ἡ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα μετὰ δύο ἐτῶν
1834ἀνώμαλον καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴν κατάστασιν, καθῆκον εἶχε
1835νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ διὰ τὴν ἀνόρθωσιν διάφορα νο-
1836μοσχέδια, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα,
1837ἀκριβῶς ἐὰν ἦσαν ἄξια τῶν ὑπαγορευσασῶν ταῦτα ἀναγκῶν,
1838ἔδει νὰ συζητηθῶσιν εὐρέως, ἐπαξίως τῶν περιστάσεων, αἱ
1839ὁποῖαι τὰ ἐπιβάλλουσιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, φρονοῦσα ὅτι
1840τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, δὲν εἶναι σύμφωνα
1841πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ τόπου, ἐζήτησε νὰ συζητήσῃ σοβαρῶς
1842ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε περιῆλθεν ἡ συζήτησις εἰς τοιοῦτο
1843σημεῖον, ὥστε νὰ ἴδωμεν ἀναπεταννυμένην, ὡς ἄλλοτε, τὴν
1844σημαίαν τῆς κωλυσιεργίας. Ἀλλ’ ἀντεστράφησαν οἱ ὅροι τῆς
1845ἀληθείας καὶ αἱ ὀρθαὶ ἔννοιαι τῶν πραγμάτων, καὶ τολμῶσι
1846νὰ καλῶσι κωλυσιεργίαν τὴν ἐπιτεταγμένην συζήτησιν. Καὶ
1847ὅμως δὲν πρέπει νὰ παρίδητε, ὅτι δὲν ὑπῆρξε σύνοδος Βου-
1848λῆς, ἥτις τοσοῦτον ἀμητὸν νομοσχεδίων παρέσχεν εἰς τὴν
1849Κυβέρνησιν, ὡς αὕτη. Ἐὰν ἐξετάσητε τὰ γραφεῖα τῆς Βου-
1850λῆς, θέλετε ἴδει, ὅτι ἑκατοντὰς ὅλη νομοσχεδίων συνεζητή-
1851θησαν καὶ ἐψηφίσθησαν, ὑψίστης σημασίας διὰ τὸν τόπον·
1852ὠφέλιμα ἢ μή, τοῦτο τὸ μέλλον θὰ ἀποδείξῃ. Ἐψηφίσθησαν
1853νομοσχέδια, ὡς τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ περὶ διοι-
1854κητικῆς ἀστυνομίας, τὸ περὶ χωροφυλακῆς καὶ τόσα ἄλλα, τὰ
1855ὁποῖα δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν τυπικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ θί-
1856γουσι καὶ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ τόπου. Τὰ νομο-
1857σχέδια ταῦτα ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ σταφιδικὸν εἶναι τοι-
1858αύτης γενικῆς ἀποστολῆς, ὥστε ἠδύναντο ν’ ἀπασχολήσωσιν
1859οὐχὶ μίαν Σύνοδον, ἀλλὰ Περίοδον ὁλόκληρον· καὶ ὅμως ὄχι μό-
1860νον πρόσκομμα οὐδὲν ἔφερεν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν συ-
1861ζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἠδύνατό
1862τις νὰ ἐλέγξῃ σήμερον αὐτήν, ὅτι δὲν ἐβασάνισεν ἀρκούντως
1863τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἐψηφίσθησαν δὲ νόμοι, ὑφαρπαγέντες
1864διὰ τοῦ καμάτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τοὺς ὁποίους
1865θὰ κτυπήσουν τάχιστα τὴν κεφαλήν των καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ
1866ἡ Βουλή. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, καὶ βλέπο-
1867μεν ἀπὸ προχθὲς ἀθρόους καὶ ἔκφρονας τοὺς πολίτας τῶν Ἀθη-
1868νῶν τρέχοντας εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Ἐφορίας, συνεπείᾳ προσ-
1869κλήσεώς της, τοιχοκολληθείσης ἐντύπου παντοῦ, ἵνα δηλώ-
1870σωσι τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτῶν, ἵνα πληρώσωσι καὶ τύχωσιν
1871ἀδείας τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των, διότι ἐψηφί-
1872σατε νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων τερατῶδες, ἐν τῷ ὁποίῳ
1873ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν δὲν δικαιοῦται πλέον τις νὰ ἐπαγ-
1874γέλληται τὸν ἰατρόν, τὸν δικηγόρον, τὸν βιομήχανον, δὲν δύνα-
1875ται νὰ ἀσκῇ οὐδὲν ἐπάγγελμα, ἐὰν δὲν ἔχῃ περὶ τούτου ἄδειαν
1876τοῦ ἐφόρου. Τοιοῦτος νόμος θίγει αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγ-
1877ματος, ἀναιρεῖ τὰ δόγματα τῶν οἰκονομικῶν ἐλευθεριῶν, ὑπο-
1878δουλοῖ τὴν καθιερωμένην φύσει καὶ νόμῳ ἐλευθερίαν τοῦ ἐπι-
1879τηδεύματος. Γνωρίζω, ὅτι πνεῦμα ταμιευτικὸν ὑπηγόρευσε
1880τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
1881ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ἡ λεπτομέρεια αὕτη τῆς δια-
1882τάξεως, καθ’ ἣν δὲν δύναταί τις νὰ ἐνασκήσῃ ἐπάγγελμα
1883ἐλευθέρως ἄνευ ἀδείας τοῦ ἐφόρου, προσβάλλει καὶ ἠθικῶς καὶ
1884ὑλικῶς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ὅταν
1885δὲ γνωσθῶσι κοινῶς αἱ παράδοξοι αὗται διατάξεις καὶ ἄρξη-
1886ται ἡ πίεσις τῆς ἐφαρμογῆς περὶ τὸ τέλος τοῦ μηνός, θὰ ἴδητε
1887τὰς στενοχωρίας, τὰς ἀρὰς, τὴν ἔκρηξιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1888Γνωρίζω, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ Τουρκίᾳ δὲν δύναται ν’ ἀπαγο-
1889ρευθῇ ἡ ἐνάσκησις ἐπαγγέλματός τινος. Ἐὰν καθυστερῇ τις
1890τὸν φόρον, τὸ Δημόσιον προενόησε νὰ ἐπιδιώξῃ τὰ δικαιώ-
1891ματά του διὰ πολλαπλοῦ τρόπου. Δύναται τὸ Δημόσιον νὰ
1892κατάσχῃ τὰ πράγματα τοῦ καθυστεροῦντος τὸν φόρον ἐπιτη-
1893δευματίου, δύναται νὰ κατάσχῃ αὐτὸ τὸ σῶμά του, προσω-
1894ποκρατοῦν αὐτόν. Ἀλλ’ ἤδη διὰ τῶν παννυχίων συνεδριάσεων,
1895χωρὶς νὰ προσέξητε, ἐδώσατε, Κύριοι, εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξου-
1896σίας μετὰ τοῦ ἀνοιχθέντος σταδίου πρὸς ἐκβιάσεις τὸ δικαίωμα
1897νὰ κλείωσι τὸ κατάστημα τοῦ ἐπιτηδευματίου, ἐὰν οὗτος δὲν
1898ἔχῃ λάβει τὴν ἄδειαν ἐκ τῆς Ἐφορίας νὰ ἐπαγγέλληται τὸν
1899οἰνοπώλην, τὸν παντοπώλην ἢ τὸν ἁμαξοποιὸν, νὰ ἐμποδί-
1900ζωσι νὰ ἀσκῇ τὸ ἐπιτήδευμά του πᾶς πολίτης ἐλευθέρως!
1901Πότε ἐδόθησαν σημεῖα κωλυσιεργίας ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
1902τεύσεως; Ἡ Κυβέρνησις, σοβαρῶς ἐργαζομένη, ἔπρεπε νὰ
1903προσαγάγῃ ἄρτια τὰ νομοσχέδια· ἡ Ἀντιπολίτευσις, σοβαρῶς
1904ἐργαζομένη, ὤφειλε νὰ συζητήσῃ ταῦτα. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη ὅτι
1905ἡ Κυβέρνησις, ἐκ τῆς σπουδῆς τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐρ-
1906γασίας, προσήγαγεν ἀτελῆ καὶ ἀμελέτητα εἰς τὴν Βουλὴν νο-
1907μοσχέδια, καὶ ἐντεῦθεν τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπῆρχε
1908συζητητικώτερον καὶ ἀνιαρότερον. Καὶ ὅμως οὐδὲν σημεῖον κω-
1909λυσιεργίας ἔδειξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἵνα ἐξενεχθῶσι τοιαῦ-
1910ται μομφαὶ κατ’ αὐτῆς. Μίαν μόνον ἑσπέραν, καθ’ ἣν ἐζητήθη
1911εὐρεῖα συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο τὸ μακρότα-
1912τον, τὸ ἀπέραντον ἐκεῖνο ἐξ ἑκατοντάδων ἄρθρων ἔργον τοῦ κ.
1913Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
1914ἐλήφθη ἡ ἀνάγκη νὰ παραταθῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἡ συζή-
1915τησις, ἀπέναντι ἀλόγου ἐπιμονῆς πρὸς ψήφισιν, καὶ τότε
1916ἠναγκάσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ παρελκύσῃ τὴν συζήτησιν.
1917Ὅτε, Κύριοι, ἤκουσα, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ συνεζητήθη ὅμοιον ἐκπαι-
1918δευτικὸν νομοσχέδιον ἐπὶ σειρὰν τριῶν ἐτῶν ὅλων, ἐσκέφθην
1919ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἠδύνατό τις νὰ πράξῃ κατὰ τῆς πεισμονῆς τοῦ
1920κ. Ὑπουργοῦ, ζητοῦντος εἰς μίαν νύκτα, ἀλλ’ ἀντιστάσεως
1921οὔσης, νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰς δευτέραν συζήτησιν,
1922κατὰ τὴν ἀναξίαν τακτικὴν τῆς προηγουμένης νυκτὸς, καθ’ ἣν
1923ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἀπνευστὶ εἰς δευτερόλεπτά
1924τινα. Ἀλλὰ κωλυσιεργία ἦτο ἐκείνη ἡ συζήτησις; Τὰ ἀγαθὰ
1925τῆς συζητήσεως ἐκείνης τὰ εἴδετε. Ἄρθρα 180 συνεθλίβησαν ἐν
1926τῇ συζητήσει εἰς 8 ἄρθρα! Ἐὰν ὑπῆρχε κωλυσιεργία, δὲν ἀμ-
1927φιβάλλω ὅτι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, τὴν κυ-
1928βερνητικὴν, ἤθελον ἐγερθῆ καὶ διὰ τοῦ ὄγκου αὐτῶν ἤθελον
1929ἐπιβάλει τὸν κάματον εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας· ἀλλὰ
1930εἴδομεν, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις δὲν ἔπραξε τοῦτο, διότι ἀνεγνώ-
1931ριζε τὸ δίκαιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἐξ ὑπερτά-
1932της ἀπεχθείας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐσιώπα
1933καὶ ἀπεδέχετο τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (Θό-
1934ρυβος.)
1935§164ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι πράγματα αὐτά! (Θόρυ-
1936βος).
1937§165Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς παύσουν, παρακαλῶ, οἱ
1938ἀνορέκτως θορυβοῦντες χάριν δῆθεν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ εἶ-
1939πον, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει τῆς παννυχίδος ἐκείνης τοῦ νομο-
1940σχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἡ Συμπολίτευσις ἐκ
1941νομιμοφροσύνης, διὰ τῆς σιωπῆς της κατὰ τὴν συζήτησιν ὑπὸ
1942τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνεγνώρισε τὰ δίκαιά μας, ἐκτὸς ἐὰν
1943ἐξ ὑπερτάτης ἀπεχθείας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας
1944ἐπολιτεύθη οὕτως. Οἱ κραυγάζοντες οἱονεὶ πρὸς διαμαρτυρίαν
1945ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἂς δεχθῶσι τὴν πρώτην ἐξήγησιν.
1946Εἰς τοὺς ἄλλους καὶ ἡμᾶς μένει ἡ δευτέρα.
1947Ποία ἄλλη συζήτησις ὑπῆρξε τοσοῦτον εὐρεῖα, ὥστε νὰ
1948θεωρηθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κωλυσιεργοῦσα; Βεβαίως τὸ
1949νομοσχέδιον περὶ ἀρδεύσεως τῆς χώρας, περὶ μετοχετεύσεως
1950τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἶναι ὑψίστης σημασίας ὄχι μό-
1951νον διὰ τὰς δύο πόλεις, ἀλλὰ δι’ ὁλόκληρον τὴν χώραν, δι’ ὅ-
1952λον τὸ ἔθνος, διότι ἡ ἀφθονία τοῦ ὕδατος ἐν Ἀθήναις θέλει
1953φέρει τὰ ἄδηλα ἀγαθὰ, ὧν σήμερον ἀμοιρεῖ τὸ Κράτος. Ἀλλὰ
1954ἐὰν εἶχε τὴν προσήκουσαν μελέτην τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
1955τίς θὰ ἐτόλμα νὰ ᾖναι ὁ ἀνθιστάμενος κατὰ τῆς διοχετεύ-
1956σεως τῶν ὑδάτων; Ἀλλ’ οἱαδήποτε σπουδὴ καὶ ἂν ἐπεβάλ-
1957λετο ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνυδρίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς
1958ταχεῖαν ψήφισιν, οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ, ὅπως ψηφισθῇ
1959τὸ νομοσχέδιον, ὅλως ἀμελέτητον καὶ ἀτελὲς, τοιοῦτο δὲ ἀκρι-
1960βῶς ἕνεκα τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς συνετάχθη καὶ ὑπεβλήθη.
1961Καὶ μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται
1962νὰ ἀρνηθῇ, ὀφείλει μάλιστα νὰ ὁμολογήσῃ τὴν διακρίνουσαν
1963αὐτὸν εὐθύτητα καὶ εἰλικρίνειαν, δὲν ἀνεγνώρισεν ὅτι ὑπάρ-
1964χουσι πολλὰ τὰ ἀτελῆ, τὰ ἀμελέτητα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ,
1965καὶ ὅτι δὲν προϋπελογίσθησαν αἱ δαπάναι, τὰ θεμέλια τοῦ ἐν
1966γένει ἔργου; Καὶ εἰπὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν προϋ-
1967πελογίσθησαν αἱ δαπάναι αὗται, δὲν ἀνεγνώρισεν ὅτι λόγῳ
1968τῆς ἐπειγούσης φύσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν κατέστη
1969δυνατὴ οὔτε κατὰ προσέγγισιν ἡ μελέτη αὐτοῦ; Τίς δύναται
1970νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ καταψηφίσῃ νομοσχέδιον
1971περὶ ὑδρεύσεως καὶ ἀρδεύσεως τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πει-
1972ραιῶς, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη εὐρείας καὶ ἐπιβαλλομένης
1973συζητήσεως, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, ἕνεκα τοῦ
1974ἐκ δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων κεφαλαίου δαπάνης, ἕνεκα
1975τῆς ὑλικῆς ὑποδουλώσεως εἰς ἐπαχθεστάτους φόρους ἢ εἰσφο-
1976ρὰς ἐπὶ 100 ἔτη τῶν δύο πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς;
1977Σήμερον ἐλέχθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνεζητήθη
1978πανδήμως, καὶ πρὸς τοῦτο εἶναι ἐστραμμένη πᾶσα ἡ κοινωνία
1979τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Βεβαίως εἶναι ἐστραμμένη,
1980ἀλλ’ ἀποδοκιμάζουσα τὴν σπασμωδικὴν ταύτην σπουδήν.
1981Ἐτολμήθη μάλιστα νὰ λεχθῇ, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχε-
1982δίου. Καὶ ἤκουσα μετὰ θλίψεως παρατηρήσεις τινὰς τοῦ
1983φιλτάτου μοι κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπόντος ὅτι
1984πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰργάσθη ἵνα συγκεντρώσῃ κόσμον
1985ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ὁμονοίας πρὸς ἀντίδρασιν, κατὰ τῆς ψη-
1986φίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐκεῖ, ἔνθα εἴδομεν πρὸ δύο ὡρῶν χυ-
1987νόμενον, ἀντὶ ὕδατος τῆς Στυμφαλίας, ἄφθονον τὸ αἷμα τῶν
1988πολιτῶν (θόρυβος). Ναὶ, κύριοι Βουλευταὶ, αἷμα ἔρρευσε φι-
1989λησύχων οἰκοκυραίων. Δὲν ἤθελον νὰ φέρω τὸν λόγον νῦν ἐπὶ
1990τούτου, ἵνα μὴ διακόψω τὴν ἐπείγουσαν κοινοβουλευτικὴν ἐρ-
1991γασίαν, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μὲ παρασύρει ἡ δικαία ἀγα-
1992νάκτησις πρὸ τῆς θέας τῶν ἐγκληματικῶν σκηνῶν ἐν τῇ πλα-
1993τείᾳ τῆς Ὁμονοίας κατὰ ἐντίμων καὶ φιλησύχων πολιτῶν,
1994ἐνασκούντων ἡσύχως τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ συνέρ-
1995χεσθαι...
1996§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί συνέβη;
1997§167ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σήμερον πάλιν; (θόρυβος).
1998§168Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ τὰ διηγήθη φρίττων αὐ-
1999τόπτης μάρτυς, ὁ βουλευτὴς τῆς πλειονοψηφίας κ. Τσάτσος.
2000Εἷς τῶν ἐπιλέκτων πολιτῶν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Μι-
2001χαὴλ Καζαντζῆς, ἔλαβε τραῦμα σπουδαῖον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς,
2002καὶ αἱμόφυρτος μετεφέρθη εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἕτερος ἐπί-
2003σης, ὁ κ. Μπέσης, κτηματίας Ἀθηναῖος· ὁ δὲ ἰατρὸς κ. Πα-
2004τρίκιος ἐδέχθη, ὡς ἔμαθον, πολλοὺς ῥοπαλισμοὺς εἰς τὴν ῥά-
2005χιν του, καὶ μόνον ὁ ὄγκος τῆς σαρκὸς τοῦ σώματός του τὸν
2006ἔσωσε καὶ δὲν κατεθραύσθησαν τὰ ὀστᾶ του. Εἶδον ἐρχόμενον
2007εἰς τὸ Βουλευτήριον πολίτην ἔχοντα τεθραυσμένον καὶ περι-
2008δεδεμένον τὸν βραχίονα, καὶ ἐλεεινολογοῦντα τὰς ἀπαισίους σκη-
2009νάς. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλ-
2010φου κ. Ἀριστείδου Πετροπουλάκη, ὁ ὁποῖος ἀντελήφθη ὡς
2011ἐγώ...
2012§169ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ λόγος ὅμως, δι’ ὃν ἐτραυ-
2013ματίσθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ἦτο ἄσχετος πρὸς τὴν διαδή-
2014λωσιν.
2015§170Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διήρχετο ἀμέτοχος τῆς δια-
2016δηλώσεως καὶ ἐτραυματίσθη ὑπὸ τῶν ῥοπαλοφόρων. Φαντα-
2017σθῆτε τί ἔπαθον οἱ μετασχόντες φιλήσυχοι πολῖται!
2018Ἐγὼ δὲν λέγω ταῦτα ἵνα κακίσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ
2019δὲν ῥίπτω τὰς εὐθύνας τῆς δημιουργίας τῶν σκηνῶν εἰς αὐ-
2020τήν. Ἐγὼ καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπον, ὅτι φρονῶ
2021ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις νὰ περιῆλθεν εἰς τοιαύτην
2022πολιτικὴν ἄνοιαν, ὥστε νὰ παρασκευάζῃ τοιαῦτα, νὰ παρα-
2023σκευάζῃ θορύβους, οἵτινες θὰ ἐκσπάσωσι βραδύτερον εἰς τὴν
2024κεφαλήν της, νὰ σπείρῃ ἤδη ζιζάνια διὰ νὰ θερίσῃ βραδύτερον
2025τριβόλους!
2026Ἐγὼ ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν μέρος
2027ἔλαβεν εἰς τὰς κακούργους ταύτας σκηνάς. Οὐδὲ εὑρίσκω τὸ
2028πολιτικὸν ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ ὑπαγορεύσῃ εἴτε εἰς
2029τὴν Κυβέρνησιν εἴτε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ἐργασίαν,
2030ἵνα δημιουργήσωσι τοιαύτας σκηνάς. Διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς
2031ἐξέλιπεν ὁ πολιτικὸς χαρακτὴρ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχε-
2032δίου, καὶ εἴδομεν καὶ ἀντιπολιτευομένους τινὰς ψηφίζοντας
2033ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, καὶ συμπολιτευομένους περὶ τοὺς 20 καὶ
2034πλέον, καταψηφίζοντας τὴν σύμβασιν, ἢ ἀποδοκιμάζοντας
2035αὐτὴν διὰ τῆς ἀπομακρύνσεώς των ἐκ τῆς ψηφοφορίας, τὸ ζή-
2036τημα μετετοπίσθη ἐκ τοῦ φλέγοντος ἐδάφους τῆς πολιτικῆς
2037ὀξύτητος εἰς τὸ ἔδαφος τῆς λογικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς
2038ἐρεύνης, εἰς τὸ ἔδαφος τῆς ἐπιβαλλομένης σοβαρᾶς συζητή-
2039σεως, ἐξ ἧς θὰ προέλθῃ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας καὶ ἡ πεφωτι-
2040σμένη ψῆφος τῆς Βουλῆς.
2041Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
2042τιωτικῶν νὰ ἐγερθῇ καὶ διαψεύσῃ τὸ ψιθυρισθὲν ὑπ’ αὐτοῦ,
2043ὅτι αἱ συναθροίσεις αἱ γενόμεναι κατὰ τῆς συμβάσεως τῆς
2044Στυμφαλίας προέρχονται ἐξ ἐνεργειῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
2045Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀρκεῖται εἰς τὸ νόμιμον ὅπλον τοῦ λό-
2046γου, τῆς συζητήσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπέσχεν, ἀπέχει καὶ
2047θὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τοιαύτας ἐνεργείας. Τὴν στιγμὴν δὲ, καθ’ ἣν ἡ
2048Ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ὁδοὺς,
2049οὐαὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἠνάγκαζον αὐτὴν πρὸς τοῦτο!
2050Ἂς ἦναι βεβαία περὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις! Ἂν ἀποφασίσῃ
2051ἐκεῖ νὰ ἀντιδράσῃ, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι τοιαῦτα, ὥστε
2052οὐδεὶς θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος, οὐδὲ τὸ ἔδαφος, νὰ ἐγερθῇ καὶ εἴπῃ, ὅτι
2053ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ
2054τοὺς ῥοπαλοφόρους νὰ ἐκφράσῃ τὰς πεποιθήσεις του, καὶ οἱ 10
2055ἢ 100 οὗτοι μαγκουροφόροι, βεβαιωθῆτε, δὲν θὰ δυνηθῶσιν, ὅσον
2056καὶ ἂν ἦναι ὡπλισμένοι, νὰ θραύσωσι τὰς κεφαλὰς τοῦ λαοῦ.
2057Αὔριον θὰ φέρωμεν τὸν ἀριθμὸν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν τραυ-
2058ματισθέντων πολιτῶν· ἴσως κατορθώσωμεν νὰ φέρωμεν καὶ τὰ
2059ὀνόματα τῶν ἐπιτεθέντων μαγκουροφόρων. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ
2060νὰ φέρω τὸν λόγον, ἐξακριβῶν τὰ καταγγελλόμενα, καὶ περὶ
2061τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, καὶ τότε θὰ ἐγερθῇ
2062στάδιον συζητήσεως, καὶ θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ
2063Ὑπουργὸς, ἐὰν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ἀσφα-
2064λοῦς τῶν πραγμάτων εὑρίσκεται, ὥστε νὰ παρατηρήσῃ τοιαῦτα
2065πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
2066Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ὁμο-
2067νοίας γενόμενα δὲν δύναμαι ν’ ἀποδώσω ἀπὸ τοῦδε εἰς ἐνερ-
2068γείας τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἀλλὰ
2069δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις μέχρι τοῦδε τοσοῦ-
2070τον νομιμοφρόνως εἰργάσθη καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ καὶ ἐν
2071τοῖς ἄλλοις, ὥστε νὰ ἦναι εἰς θέσιν οὐχὶ νὰ δέχηται, ἀλλὰ
2072νὰ ἀπευθύνῃ μομφάς!
2073§171Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρα-
2074τιωτικῶν). Ἐὰν οἱ πολῖται συμπλέκωνται ἐν ταῖς ὁδοῖς,
2075οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναμιχθῇ, εἰμὴ μό-
2076νον διὰ νὰ διαλύσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν συμβαίνωσι ταῦτα, βεβαίως
2077δὲν συμβαίνουσιν ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, διότι ἡ Συμπο-
2078λίτευσις ἔφερεν, ὡς Κυβέρνησις, σοβαρὰ τὰ νομοσχέδια αὑτῆς,
2079καὶ ἐν τῇ συζητήσει, ὅπου εἶδε ταῦτα ὅτι εἶχον ἐλάττωμά
2080τι, ἔσπευσεν, ἀντὶ ν’ ἀπαντήσῃ διὰ λόγων, νὰ φέρῃ ἐμπρά-
2081κτως τὴν διόρθωσιν. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις, συζητοῦσα
2082τὰ νομοσχέδια, ἐξῆλθε τῆς τροχιᾶς της, διότι καὶ ἐντεῦθεν
2083καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅπου καὶ ἂν ἵστατό τις
2084ἐνδιαφερόμενος κατὰ τῆς συμβάσεως, ἀπηύθυνε κατηγορίας
2085κατὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν φίλων αὐτῆς, ὅτι
2086μετέχουσι χρηματιστικῶν πράξεων.
2087§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεὶς εἶπε τοῦτο.
2088§173Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεὶς τῶν ἀγορευσάντων ἀνέφερε τοιοῦ-
2089τόν τι.
2090§174Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης τὸ εἶπεν, ὁ
2091κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ κ. Λεβίδης.
2092§175Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐξ ἐναντίας, οὐδὲν εἶπον.
2093§176ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2094§177Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ... Ὅταν τοιαῦτα ἐκτίθεν-
2095ται ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, βεβαίως ταῦτα ἐξεγείρουσι τὸν
2096λαὸν, διότι θέτουσιν εἰς τὸν νοῦν αὐτοῦ διάφορα πράγματα·
2097καὶ ἄλλοι μὲν ὑποθέτουσιν ὅτι πράγματι κλέπτουσιν οἱ οὕτω
2098καταγγελλόμενοι, ἄλλοι δὲ, ὅτι συκοφαντοῦνται, καὶ ὡς
2099ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ψηφίσωσι
2100τὸ νομοσχέδιον, οὕτω καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ἔξω ὑπάρχουσι
2101τοιοῦτοι, καὶ ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐκ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι
2102νομίζουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλει φόρον δυσ-
2103βάστακτον, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίον τῆς κυρώσεως τῆς
2104συμβάσεως, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, μὲ ὅλον
2105τὸν φόρον αὐτὸν, —ὁ ὁποῖος θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν εἶναι δυσ-
2106βάστακτος, —ἐπιθυμοῦσι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν
2107ἀπαριθμοῦσι τὰ 27 αὑτῶν σπήτια, ἵνα καταπολεμήσωσι τὸ
2108νομοσχέδιον. Ἂν δ’ ὑπηνίχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2109σεως τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, βεβαίως εἶχε δικαίωμα
2110νὰ τὸ πράξῃ, διότι εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ πα-
2111ρεισέφρησαν τοιαῦται ὑπόνοιαι.
2112Ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν ἡμᾶς νὰ ζη-
2113τήσωμεν τὴν ἐπίσπευσιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογι-
2114σμοῦ, καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ ἐν εὐρύτητι ἡ συζήτησις τῆς συμ-
2115βάσεως περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, διότι εἴμεθα εἰς
2116ἐποχὴν, καθ’ ἣν καὶ λόγοι πολιτικοὶ καὶ λόγοι ἰδιωτικὸς
2117ἐπισπεύδουσι τὴν ἀναχώρησιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἰς τὰς
2118ἑστίας των.
2119Ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος εἶπεν, ὅτι κωλυ-
2120σιεργοῦμεν ἐναντίον τῶν νομοσχεδίων μας, ἐνῷ οὐδεὶς δύνα-
2121ται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπαρου-
2122σίασεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφῆκεν εὐρεῖαν τὴν
2123συζήτησιν, οὐδ’ εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, οὐδ’ εἰς αὐτὴν τὴν
2124σύμβασιν, μολονότι ὑβρίζονται τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως,
2125ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ μέσα ἄλλα, ἵνα ἐπαναφέρῃ τοὺς Βου-
2126λευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συκοφαντοῦσιν, εἰς τὴν τάξιν καὶ
2127τοῖς εἴπῃ: «ἐστὲ ἄνδρες, ὅταν θέλητε τοιαύτας συκοφαντίας
2128νὰ ἐπιρρίψητε κατὰ τῶν συναδέλφων σας!» Ἔχω τὸν πα-
2129τέρα μου εἰς τὸν τάφον ἕνεκα τῶν τοιούτων ὕβρεων καὶ συ-
2130κοφαντιῶν, αἵτινες πολλάκις ἀπηυθύνθησαν καὶ κατ’ ἄλλων
2131πολιτευομένων, τῶν ὁποίων οὔτε τῆς τιμῆς ἐφείσθησαν.
2132Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὅλοι ἀπέθανον πτωχοὶ, καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐ-
2133τῶν λιμώττουσι καὶ τρέχουν εἰς τὰς οἰκίας τῶν Ὑπουργῶν
2134καὶ ζητοῦν βοήθειαν· καὶ ἠναγκάσθην ἐγὼ ὁ πτωχὸς νὰ δώσω
2135ἄρτον! Μὴ συκοφαντεῖτε λοιπόν.
2136Τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν δὲν εἶναι προϋ-
2137πολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἵνα ἐκτείνητε τὰς ἀγορεύσεις ὑμῶν
2138καὶ εἰσέλθητε εἰς πάντα τὰ ζητήματα. Εἶναι ἁπλῆ σύμβα-
2139σις, καὶ ἠδύνασθε νὰ ὑποβάλητε τροποποιήσεις καὶ συζητήσητε
2140σοβαρῶς. Καθ’ ὃν ὅμως τρόπον συζητεῖτε, βεβαίως ἔχομεν
2141τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κωλυσιεργεῖτε· διότι δὲν ζη-
2142τεῖτε νὰ διορθώσητε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀγορεύετε
2143ἐπὶ 4 καὶ 8 ὥρας, ἵνα παρέρχηται ὁ χρόνος. Ἐννοῶ τὴν
2144κωλυσιεργίαν, καὶ ἤμην ἀρχηγὸς αὐτῆς ἄλλοτε, ἀλλ’ ἐπὶ ζη-
2145τημάτων μεγίστης σπουδαιότητος, ἅτινα ἐθεωροῦμεν ὅτι δὲν
2146ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι, διότι δὲν ἠθέλομεν τὸ χρῆμα τοῦ ἔθνους
2147νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ βαλάντια ξένων ἀνθρώπων. Ἀλλὰ τὸ
2148προκείμενον νομοσχέδιον ἀφορᾷ δύο μεγαλοπόλεις, τὸ ἐπι-
2149βάλλει δὲ ἡ ἀνάγκη. Ἡ Κυβέρνησις σέβεται τὰς γνώμας
2150πάντων, καὶ ἐτροποποίησε τὸ νομοσχέδιον· ἔργον δὲ φρονήσεως
2151παντὸς εἶναι νὰ ἀναγνωρίζῃ τὸ ὀρθὸν καὶ νὰ μὴ ἦναι ἐπίμονος.
2152Δὲν ὑπάρχει, νομίζω, ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσω. Δὲν κατα-
2153κρίνομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν· τοὐναντίον ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν
2154εὐχαριστίας διὰ τὴν συνδρομὴν, ἣν μᾶς ἔδωκεν· αὐτὸν δὲ τὸν λό-
2155γον ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ φωτίζῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτὸ
2156γίνεται εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου, καὶ διὰ τοῦτο
2157ἐκεῖ ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις συζητοῦνται νομοσχέδια. Τοῦτο
2158ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ σήμερον ἐνταῦθα, ἂν δὲν ἦσαν τὰ πράγματα
2159κατεπείγοντα καὶ τὸ Κράτος δὲν εὑρίσκετο ἄνευ προϋπολο-
2160γισμοῦ ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη, καὶ συνεπῶς ἐν μεγάλῃ ἀνωμαλίᾳ
2161οἰκονομικῇ.
2162Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νομο-
2163σχεδίου μελέτη σοβαρά· τοὐναντίον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σο-
2164βαρῶς ἐμελέτησε τὸ ζήτημα καὶ κατόπιν τὸ ὑπέβαλεν εἰς
2165τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπιθυμεῖ σοβαρὰν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν. Ἐὰν
2166τὸ ὄνομα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνδέεται μετὰ τοῦ νομο-
2167σχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ τοῦτο
2168ἐνοχλεῖ τινας, ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφορεῖ· δὲν ἔχει δ’ ἐπὶ τοῦ προ-
2169κειμένου νὰ πράξῃ ἄλλο ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της.
2170§178ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
2171καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπάρχει ὁμάς τις ἀξιο-
2172τίμων Βουλευτῶν, παρακαθημένη οὐχὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτευο-
2173μένῃ, ἀλλ’ ἐν τῇ συμπολιτευομένῃ πτέρυγι. Ἡ ὁμὰς αὕτη
2174μὲ τιμᾷ μὲ τὸ ἄσβεστον μῖσός της, μὲ τὴν ἀδιάλλακτον
2175ἔχθραν της. Πρὸς τὴν ὁμάδα αὐτὴν προσέβλεψα πάντοτε
2176μετ’ ἀδιαφορίας, μετ’ ἀδιαφορίας δὲ ἤθελον προσβλέψει καὶ νῦν,
2177ἂν μή τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτήν,
2178ἐξ ἰδίων κρίνων τὰ ἀλλότρια, ἐνόμιζεν, ὅτι τὰ αἰσθήματα
2179ταῦτα, ὧν ἐμφοροῦνται αὐτὸς καὶ οἱ ἑταῖροί του, εἶναι αἰ-
2180σθήματα πάντων τῶν Βουλευτῶν, τῶν παρακαθημένων ἐν
2181τῇ αὐτῇ πτέρυγι τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἐντεῦθεν, ὡς φαί-
2182νεται, παραχθεὶς, ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις ἐξ ἰδιαι-
2183τέρας ἀπεχθείας πρὸς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύ-
2184σεως, δὲν ἠθέλησε νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομήν της εἰς ἐπι-
2185ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου μου. Ἀλλὰ τὰ πράγματα εὐτυχῶς
2186τὸν διαψεύδουσιν. Ἡ Συμπολίτευσις, ὡς γνωστὸν τοῖς πᾶσι,
2187προκειμένου περὶ ἑνὸς τῶν ἐκπαιδευτικῶν μου νομοσχεδίων,
2188ἐπέδειξε μοναδικὴν ἀφοσίωσιν, παραμείνασα καθηλωμένη ἐπὶ
2189τῶν θρανίων ἀπὸ τῆς ἑσπέρας μέχρι τῆς πρωΐας, ὡς ἐν οὐδε-
2190μιᾷ ἄλλῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παροῦσαν σύνο-
2191δον, εὑρισκομένη πάντοτε ἐν ἀπαρτίᾳ, μεθ’ ὅλας τὰς ἀνὰ
2192πᾶσαν στιγμὴν φερομένας ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐκ
2193μέρους τῶν ἀντιπολιτευομένων, μεθ’ ὅλην τὴν ἀποχώρησιν
2194ἐκ τῆς Βουλῆς τοῦ ἀρχηγοῦ των καὶ τῶν συνεταίρων του,
2195ὅπως μὴ συντελέσωσι διὰ τῆς παρουσίας των εἰς τὴν ἀπαρ-
2196τίαν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ, νομίζω, εἶναι τρανὸν μαρτύριον ἀφοσιώ-
2197σεως καὶ οὐχὶ ἀπεχθείας τῆς Συμπολιτεύσεως, ὡς ἰσχυρίσθη
2198ὁ προαγορεύσας ἐν τῇ ἀποτυφλώσει αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ πάθους.
2199§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς οἱ
2200κύριοι Ὑπουργοὶ, οἵτινες δὲν εἶναι μόνον μέλη τοῦ Κοινο-
2201βουλίου, ἀλλὰ παρίστανται καὶ ὡς ἐπίτροποι τοῦ Στέμμα-
2202τος, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι μεμετρημένον τὸν λόγον· ὅταν δὲ
2203ὁμιλῶσι περὶ τῆς μερίδος τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνης, ἡ ὁποία
2204χαρακτηρίζεται ὡς Ἀντιπολίτευσις, ὁ λόγος αὐτῶν πρέπει
2205νὰ ἦναι καὶ εὔφημος. Οὐδέποτε ἀληθῶς ἤκουσα Ὑπουργὸν
2206ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὑβρίζῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς συκο-
2207φαντοῦσαν καὶ ὡς ὑποκινοῦσαν στάσεις καὶ ταραχάς. Τὸ
2208ἄκουσμα τοῦτο, τὸ πρωτάκουστον, μὲ ἠνάγκασεν, ἂν καὶ
2209ὑπάρχουσι δεσμοί, οἱ ὁποῖοι μὲ συνδέουσι μὲ τὸν κ. Ὑπουρ-
2210γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν δημοσίᾳ, καὶ νὰ
2211εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἀτελῆ
2212ἔχει γνῶσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν Κυβερνήσεων πρὸς τοὺς
2213πολίτας, λέγων ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι, ἂν ἐγένετο ἐν τῇ
2214πόλει συμπλοκὴ μεταξὺ πολιτῶν, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὴν
2215Κυβέρνησιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον
2216νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συμπλοκῆς, ἵνα προλάβῃ αὐτὴν, ἢ γε-
2217νομένην νὰ διαλύσῃ, ὅπως μὴ παρακωλυθῶσιν οἱ πολῖται ἀπὸ
2218τὴν ἐξάσκησιν τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος αὑτῶν. Συν-
2219ταγματικὸν δικαίωμα ἤσκουν οἱ συνελθόντες, ὅπως ἐκδηλώ-
2220σωσι τὸ φρόνημα αὑτῶν, καὶ οἵτινες οὐ μόνον παρεκωλύθη-
2221σαν ὑπὸ ἑτέρων πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ περιυβρίσθησαν καὶ ἐκτυ-
2222πήθησαν. Τὰ γενόμενα νῦν μᾶς ἀναμιμνήσκουσι παραπλησίαν
2223σκηνὴν, διαπραχθεῖσαν ἐν Ἀθήναις πρὸ δεκαπενταετίας, ὅτε
2224ἐργάται Μαυροβούνιοι, τοὺς ὁποίους εἶχεν εἰς τὰς ἐργασίας
2225της ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἐπέδραμον
2226μὲ ῥάβδους καὶ ῥόπαλα ἀνὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἐπε-
2227τέθησαν καὶ κατὰ τῶν Βουλευτῶν καὶ κατὰ τῶν πολιτῶν,
2228οἵτινες τότε εἶχον συνέλθει ἐν συλλαλητηρίῳ. Τοῦτο συμ-
2229βαίνει ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν καὶ νῦν, ἡ δὲ ἐξουσία,
2230ἥτις καθῆκον εἶχε νὰ προστατεύσῃ τοὺς πολίτας, ἄφινε
2231καὶ νῦν, ὡς καὶ τότε, νὰ διαπράττωνται τοιαῦται παρεκτρο-
2232παί. Οὐδ’ ἦτο πιθανὸν, ὅτι ἤθελεν ἀκουσθῇ Ὑπουργὸς μετὰ
2233τοσαύτης ἀδιαφορίας καὶ ἀπαθείας ἀφηγούμενος ὅτι ῥοπαλο-
2234φόροι παρεκώλυσαν πολίτας ἀπὸ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ συνταγ-
2235ματικοῦ δικαιώματος, καὶ ὅτι συνήφθη συμπλοκὴ καὶ ἐχύθη
2236αἷμα.
2237Περὶ τῆς κωλυσιεργίας δὲν γνωρίζω ποίας ἔχουσιν οἱ ἄλ-
2238λοι γνώμας. Ἐγὼ τὰς ἐμὰς γνώμας οὐδέποτε ἀπέκρυψα ἀπὸ
2239τοῦ Κοινοβουλίου, γνωρίζει δ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ταύτας. Ἑπο-
2240μένως οὐδ’ ἔστερξα ποτὲ νὰ ἀποκρύψω, ὅτι κωλυσιεργῶ, ὁσά-
2241κις κωλυσιεργία ὑπελείπετο ἡμῖν ἡ τελευταία προσφυγὴ, ὅπως
2242ἀποτρέψῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἐκτρεπομένην εἰς κατάχρησιν
2243τῆς δυνάμεως αὑτῆς καὶ προβαίνουσαν εἰς ἀποφάσεις παρα-
2244βλαπτούσας τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σύνο-
2245δον ταύτην εἶναι ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,
2246ἂν αὕτη αἰτιᾶται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι κωλυσιεργεῖ,
2247καὶ ἂν ἐκλαμβάνῃ ὡς κωλυσιεργίαν τὴν συζήτησιν νομο-
2248σχεδίου, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ δαπάνης 50 ἑκα-
2249τομμυρίων δραχμῶν, ὡς ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἦναι ὡς ἄλλο
2250σύνηθες νομοσχέδιον, ὡς εἶναι τὸ νομοσχέδιον, φέρ’ εἰπεῖν,
2251περὶ ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Ἡμεῖς συνεζητήσαμεν
2252μετὰ πολλῆς νομιμοφροσύνης, καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ συν-
2253τρέξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ ἡμεῖς κοπιῶμεν, ἐν μέσῳ
2254θέρει συνερχόμενοι ἐνταῦθα καὶ καθήμενοι μέχρι τῆς 5 πρωϊ-
2255νῆς ὥρας, ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀρτιωτέραν διεξαγω-
2256γὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
2257Ἀλλ’ ἂν οἱ Ὑπουργοὶ λέγουν ὅτι κωλυσιεργοῦμεν, ἀνε-
2258χόμεθα τὰς αἰτιάσεις αὐτῶν, ἵνα ἀποφύγωμεν λογομαχίας.
2259Ἀλλὰ νὰ ὀνομάζωσιν οἱ Ὑπουργοὶ συκοφαντίας τὰς ἐπι-
2260κρίσεις, τὰς ὁποίας ἐποιησάμεθα ἐνταῦθα, τῶν οἰκονομικῶν
2261καὶ χρηματιστικῶν ἀνωμαλιῶν, τῆς τρικυμίας τῆς ἐπελθού-
2262σης ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ Ἀθηνῶν, τοῦτο εἶναι ἀληθὴς συ-
2263κοφαντία καθ’ ἡμῶν. Τίνος ἡμεῖς ᾐτιάθημεν; Καὶ ἔπρεπε νὰ
2264μὴ καταδείξωμεν τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν διαπραγ-
2265ματεύσεων, ὅστις παρήγαγε τὴν κακοπιστίαν ἐκείνων, οἱ
2266ὁποῖοί εἰσιν εἴτε ὑπὸ εἴτε περὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ οἵτινες,
2267μανθάνοντες τὰς γιγνομένας συνεννοήσεις μέχρι τοῦ πέρατος
2268τῶν διαπραγματεύσεων, ἐχρησιμοποίουν τὰς πληροφορίας των
2269ταύτας, ἀγοράζοντες καὶ πωλοῦντες ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ.
2270Καὶ προσῆκεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀκούσωμεν μετ’ ἀδιαφορίας τὴν
2271εἴδησιν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἐργοληψιῶν μετέφερεν ἐκ Πει-
2272ραιῶς καὶ συνεκέντρωσεν ἐν Ἀθήναις ῥοπαλοφόρους, ἵνα ἐπι-
2273τεθῶσι κατὰ τῶν συνερχομένων ἐν συλλαλητηρίῳ;
2274§180ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ ὑβρίζετε τοὺς ἀνθρώ-
2275πους.
2276§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑβρίζω κανένα... Εἴμεθα
2277κατὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, καὶ δὲν θέλομεν
2278παύσει νὰ εἰσφέρωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρ-
2279νησιν. Δὲν κρύπτω ὅμως, ὅτι ἐργαζόμεθα συζητοῦντες ἐπὶ
2280τῶν νομοσχεδίων οὕτως, ὥστε ἐγὼ αὐτὸς δὲν ἔλαβον γνῶσιν
2281ὅτι ἐψηφίσθη νομοσχέδιον μεγάλης σημασίας, καὶ τὸ ὁποῖον
2282ἐπηρεάζει τοσοῦτον τὰς ἐπιτηδευματικὰς τάξεις τοῦ Κράτους,
2283ὡς καὶ τὰς κοινωνικὰς ἐργασίας τῶν πολιτῶν. Ἐγὼ οὔτε
2284ἔλαβον γνῶσιν ὅτι ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευ-
2285μάτων, διότι τοσαύτη ἦτο ἡ σπουδὴ καὶ ἡ σπασμωδικὴ περὶ
2286τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἐργασία. Θέλομεν ἐξακολουθήσει εἰσ-
2287φέροντες τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, ἀλλ’ ἀξιοῦντες ἀπὸ τὴν πλειο-
2288νοψηφίαν, καὶ ἰδίως ἀπὸ τοὺς εἰσηγητὰς αὐτῆς, νὰ μὴ λη-
2289σμονῶσι τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι πρὸς τὴν μειο-
2290νοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου.
2291§182Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρα-
2292τιωτικῶν). Εἰς πάντα νεαρὸν Βουλευτὴν, τὸ πρῶτον εἰσερ-
2293χόμενον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐπετρέπετο νὰ μεταχειρισθῇ τὴν
2294γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς,
2295καὶ οὐχὶ εἰς αὐτόν. Νομίζω ὅτι δὲν παρῆλθε πολλὴ ὥρα,
2296ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἔναυλοι οἱ λόγοι, οὓς εἶπον ἀπὸ τοῦ βή-
2297ματος, καὶ δὲν ἐπετρέπετο ἡ κακὴ πίστις εἰς τὸν ἀξιότιμον
2298ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν...
2299§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λέγητε,
2300ὅτι εἶμαι κακῆς πίστεως.
2301§184ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε
2302εἰς τὸν ἀγορεύοντα νὰ ὑβρίζῃ.
2303§185Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐξέφρασα τὰς εὐχα-
2304ριστίας μου πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ τὴν συνδρομὴν, ἣν
2305παρέσχε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τὴν συμπεριφορὰν, ἣν
2306ἐτήρησεν. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι κωλυσιεργεῖ. Εἶπον ὅμως, ὅτι
2307εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου μετεχειρίσθη γλῶσ-
2308σαν οὐχὶ τὴν πρέπουσαν· καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω τοῦτο,
2309προκειμένου περὶ τῆς τιμῆς μου καὶ τῆς τιμῆς τῶν συναδέλφων
2310μου, οὓς θεωρῶ ἀνωτέρους τῶν ἐκτοξευθέντων κατ’ αὐτῶν.
2311§186ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οὐδεὶς εἶπέ τι.
2312§187Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
2313Βουλευτὴς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα κατὰ
2314τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὔτε ὅτι εἶπον ὅτι ἀδιαφοροῦμεν πρὸς
2315τὰ συμβαίνοντα ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ
2316Κυβέρνησις δὲν μετέχει τῶν τοιούτων, ἀλλ’ ἔπραξεν ἐκεῖνο,
2317τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πράξῃ, διότι ἡ ἀστυνομία συνέλαβε
2318καὶ ἀφώπλισε πολλοὺς, ἠκούσατε δὲ καὶ τὸν κ. Ἀναστασό-
2319πουλον λέγοντα, ὅτι εἶδε καί τινα ἔχοντα δεδεμένην τὴν
2320χεῖρα ἐκ τραύματος. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατὶ ὁ κ. ἐκ Γόρ-
2321τυνος Βουλευτὴς ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ μὲ τοιαύτην γλῶσσαν.
2322Ἔχει λόγον νὰ μὴ ἦναι εὐχαριστημένος ἐκ τῆς πολιτείας
2323μου; Τὸ ἔδαφος τοῦτο δὲν ἦτο τὸ ἁρμόδιον.
2324§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδένα λόγον ἔχω.
2325§189Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εἶχε ἄλλον λόγον,
2326ἦτο μῆνις κατ’ ἐμοῦ· διότι τὴν πρώτην ἡμέραν μὲ ὕβρισε, καὶ
2327μὲ ὕβρισε διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον δὲν συνηθίζει...
2328§190ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑβρίζει ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς
2329ἐκ Γόρτυνος.
2330§191Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ... καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ λη-
2331σμονήσω τὸ γῆράς του καὶ τὰς ὑπηρεσίας του πρὸς τὴν
2332πατρίδα, καὶ νὰ μεταχειρισθῶ λέξιν οὐχὶ ἁρμοστὴν πρὸς τὸν
2333πολιτευτὴν ἐκ Γόρτυνος, οὐδὲ πρὸς τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλω
2334πρὸς αὐτὸν, οὐδὲ πρὸς τὸ γῆράς του καὶ τὰς ὑπηρεσίας του
2335πρὸς τὴν πατρίδα. Μὲ ὕβρισε κατὰ τρόπον σκαιὸν, καὶ μὲ
2336ἠνάγκασεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀπαντήσω κατὰ τρόπον, τὸν
2337ὁποῖον ὁσάκις ἐνθυμοῦμαι, λυποῦμαι, οὐχὶ διὰ τὸν κ. Βουλευ-
2338τὴν ἐκ Γόρτυνος, διότι τότε λυπεῖταί τις διὰ τὸν ἄλλον,
2339ὅταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἦναι ἀφορμή, ὅταν ὅμως ὁ ἄλλος προ-
2340καλῇ, τότε ὁ ἐπερχόμενος κατ’ αὐτοῦ δὲν ὀφείλει νὰ λυ-
2341πῆται χάριν αὐτοῦ.
2342Αὐτὰ εἶχον μόνον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου
2343ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ, ὁσάκις λαμ-
2344βάνῃ τὸν λόγον καὶ θέλῃ νὰ ἐλέγξῃ ἐμὲ, νὰ μετρᾷ τοὺς λό-
2345γους του.
2346§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ οὐδὲν λέγω περὶ τοῦ κ.
2347Κωνσταντίνου Κουμουνδούρου δι’ ὅσα ἤθελεν εἰπεῖ περὶ ἐμοῦ.
2348Οὐδ’ ἐνθυμοῦμαι ἂν εἶπε λόγους, καὶ τίνας, οἵτινες δὲν συμ-
2349βιβάζονται μὲ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον, λέγει, ὅτι ἔχει πρὸς ἐμέ·
2350ἀλλὰ καὶ ἂν εἶπε λόγους τοιούτους, οὐδόλως ἠνωχλήθην,
2351οὐδὲ θέλω ἐνοχληθῆ καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον, ἂν ἤθελεν εἰπεῖ
2352τοιούτους, οὐδὲ θέλω ἀποτραπῆ ἕνεκα τούτου ἀπὸ τοῦ νὰ
2353ἐλέγξω πάντα ἐκ τῶν συναδέλφων, ὅστις ἤθελε φανῆ παρεκ-
2354τρεπόμενος. Μοὶ ἐφάνη δὲ παρεκτρεπόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς
2355τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν περίπτωσιν, ἧς ἐποιήσατο μνείαν,
2356ὅτε ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ἐντεῦθεν ἐπετίμα αὐ-
2357τοὺς κατὰ τρόπον περιορίζοντα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου,
2358καὶ ἐξεπλήρουν τότε καθῆκον, νὰ συμβουλεύσω αὐτὸν νὰ
2359ἐπανέλθῃ εἰς τὴν τάξιν. Καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠσχολή-
2360θην περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε ἔλεγε
2361πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι συκοφαντεῖ, ἀνήρεσε δὲ
2362τοῦτο κατόπιν, ἐκφράζων τὴν εὐαρέσκειαν τῆς Κυβερνήσεως
2363πρὸς ἡμᾶς, λησμονῶν δὲ, ὅτι περιήρχετο εἰς καταφανῆ ἀντί-
2364φασιν, κατηγορῶν ἡμᾶς, ὅτι συκοφαντοῦμεν, ἐκφράζων δὲ συγ-
2365χρόνως εὐχαριστίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἡμᾶς. Ἠσχολήθην
2366ὡσαύτως περὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτε
2367ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν ἐγένοντο ἐν τῇ πόλει συμπλοκαί, ἡ Κυβέρνη-
2368σις δὲν ἔχει νὰ ἀναμιχθῇ, ἀφίνουσα τοὺς συμπλακέντας νὰ
2369λύσωσι τοὺς λογαριασμούς των οἱ ἴδιοι· διότι καὶ τότε δὲν
2370ἦτο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, λησμονῶν ὅτι, ὅταν γίνωνται συμπλο-
2371καί, ἡ Διοίκησις ἔχει καθήκοντα, προσῆκε δὲ νὰ ἐπαναφέρω
2372αὐτὸν εἰς τὴν ἀκρίβειαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
2373ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐκφέρῃ οἱανδήποτε θέλει γνώμην· ἂς
2374ἦναι βέβαιος, ὅτι οὐδέποτε ἐπὶ τούτῳ θέλει ἐνοχληθῆ.
2375§193Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τοὺς λόγους τοῦ κ.
2376Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ δίδω καμ-
2377μίαν προσοχὴν οὔτε εἰς τὴν ἡλικίαν του, οὔτε εἰς τὰς ὑπη-
2378ρεσίας του πρὸς τὴν πατρίδα.
2379§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος οὐ-
2380δέποτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ποία ἦτο ἡ περὶ αὐτοῦ γνώμη τοῦ
2381κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
2382§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10
2383ὥρας.
2384(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ
2385συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)
2386§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2387Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου τῆς
2388προσωπικῆς κρατήσεως. Αὕτη ὑπεστηρίχθη ὑπὸ 15 Βουλευτῶν.
2389Ὑποθέτω ὅτι εἶναι οὗτοι παρόντες.
2390§197ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐλύθη αὐτὸ τὸ ζήτημα.
2391§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι παρόντες οἱ 15; ἔφυγον;
2392§199Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔφυγε κανείς· διεκόψαμεν.
2393§200ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐφθάσαμεν
2394εἰς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ψηφισθῇ ἡ
2395πρότασις. Δὲν δύναται πλέον νὰ γεννηθῇ ζήτημα καὶ νὰ ἐπα-
2396νέλθωμεν ἐπὶ τὰ αὐτά.
2397§201ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
2398κῶν κλπ.). Κύριε Πρόεδρε, τὴν πρότασιν περὶ μεταβολῆς τῆς
2399ἡμερησίας διατάξεως ὑπέβαλε κατ’ ἀρχὰς ὁ ἀξιότιμος ἐξ
2400Ὀλυμπίας Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ὅμως παρητήθη αὐτῆς. Ἅμα
2401δ’ ὡς παρητήθη αὐτός, τὴν υἱοθέτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονί-
2402τσης βουλευτὴς κ. Μαυρομμάτης. Εἶναι παρὼν ἐνταῦθα;
2403Ἀφοῦ δὲν εἶναι παρὼν, σημαίνει ὅτι παρητήθη. Ἐὰν θέλῃ
2404ἄλλος τις, ἂς υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν, καὶ ἂν ἦναι 15 οἱ
2405ὑποστηρίζοντες αὐτὴν, δύναται νὰ γείνῃ ψηφοφορία.
2406§202Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη· δὲν ἀπεχώρη-
2407σαν οἱ 15, ἀλλὰ διεκόπη ἡ συνεδρίασις.
2408§203Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀποχωρήσωσι καὶ
2409οἱ 15 καὶ νὰ μὴ ψηφίσωσι.
2410§204Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἀδίκως χρονοτριβεῖτε, κύριε Πρόεδρε·
2411εἶναι καὶ τώρα 15.
2412§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15 οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν;
2413§206Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κάμνομεν καμμίαν
2414συγκατάβασιν, κύριε Πρόεδρε. Ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη· ὀφεί-
2415λετε νὰ τὴν ἐκτελέσητε.
2416§207Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ
2417ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν πρόταξιν χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὴν γνώ-
2418μην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἐνο-
2419μίζομεν ὅτι ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ στέρξῃ εἰς τὴν
2420πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ὅπως
2421συνήνεσε καὶ εἰς τὴν πρόταξιν ἄλλων νομοσχεδίων. Ἀλλὰ
2422ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν συναινεῖ εἰς τοῦτο,
2423ἐγὼ ἀπέσυρα τὴν πρότασίν μου, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι
2424δυνατὸν πλέον νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη πρότασις, ἀφοῦ ἐγὼ, ὁ
2425ζητήσας τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, παρητήθην τῆς προ-
2426τάσεως.
2427§208ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν υἱοθέτησαν ἄλλοι.
2428§209ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τίς ὁ προτείνων τώρα;
2429§210Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης υἱοθέτησε τὴν πρό-
2430τασιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠρώτησεν, ἐὰν τὴν ὑπο-
2431στηρίξωσι 15, καὶ τούτου ἀποδειχθέντος καὶ βεβαιωθέντος
2432ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, διεκόπη ἡ συνεδρίασις. Συνεπῶς δὲν δύ-
2433ναται νὰ ἐπαναληφθῇ πάλιν ἡ πρότασις, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀπό-
2434φασις τῆς Βουλῆς.
2435§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἀπεχώρησαν οἱ 15; ...
2436§212Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἀπεχώρησαν· διεκόπη ἡ συνεδρίασις.
2437§213Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ τώρα 15.
2438§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν εἶναι ταύτην
2439τὴν στιγμήν 15.
2440§215Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἅπαξ ληφθῇ μία ἀπό-
2441φασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἐκτελῆται.
2442§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, εἶναι πρό-
2443τασις 15 Βουλευτῶν.
2444§217Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ τὸ Προε-
2445δρεῖον ἀνήγγειλεν ἐπισήμως, ὅτι 15 τὴν ὑπεστήριξαν.
2446§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν εἶσθε 15 οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρό-
2447τασιν, δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς σας· ἐνόσῳ ὅμως δὲν
2448εἶσθε 15, βεβαίως δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑποστηρίζητε, ὅτι
2449τοῦτο εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς (θόρυβος).
2450§219Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τύπου, δὲν
2451πρόκειται περὶ οὐσίας· εἶναι καθαρῶς τυπικὸν τὸ ζήτημα.
2452Περὶ τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν πρόκειται, δὲν πρόκειται περὶ τῆς
2453Βουλῆς.
2454§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκδίδω ἀπόφασιν· ἐγὼ κρίσιν
2455κάμνω.
2456§221ΛΑΠΠΑΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀντίληψίς σας, κύριε Πρόεδρε;
2457§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ κρίσις μου εἶ-
2458ναι, ὅτι, ὅτε ἐζητήσατε τὴν μετατροπὴν τῆς ἡμερησίας δια-
2459τάξεως, ἦσθε 15, καὶ ἑπομένως ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς
2460τὴν ἐρώτησιν τῆς Βουλῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ταύτην
2461τὴν στιγμὴν ὅμως οἱ 15 δὲν ὑπάρχουσι.
2462§223Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπωλέσατε ὅμως πλέον τὸ δι-
2463καίωμα νὰ ἐρωτήσητε αὖθις τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐλήφθη
2464ἀπόφασις.
2465§224Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποτίθεται ὅτι ἐξακολου-
2466θεῖ ἡ συνεδρίασις.
2467§225Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νο-
2468μίζω ὅτι παρατείνεται ἐπὶ ματαίῳ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Πρὸ
2469τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως εἶχεν ἐρωτηθῆ ἡ Βουλή, ἐὰν
2470ὑπάρχωσι 15 ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν υἱο-
2471θέτησεν ὁ κ. Μαυρομμάτης...
2472§226ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ὁποῖος ὅμως εἶναι ἀπών.
2473§227Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ὁποῖος ὅμως εἶναι ἀπών. Ἀλλ’ ἐὰν
2474δὲν ἤθελεν ἐπέλθει ἡ διακοπή, καὶ ἀπόντος τοῦ υἱοθετήσαν-
2475τος τὴν πρότασιν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προ-
2476τάσεως. Ἑπομένως πιστεύω, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι περιττή,
2477καὶ ὅτι, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν ματαίαν ἀπώλειαν χρό-
2478νου, τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
2479§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν μετατροπὴν
2480τῆς ἡμερησίας διατάξεως διὰ τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου
2481περὶ προσωπικῆς κρατήσεως λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχό-
2482μενοι λέγουσιν Ὄχι.
2483(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2484ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Φωτίου Μοσχούλα καὶ Ἀθ.
2485Τυπ. Μπασιᾶ, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρω-
2486τόκολλον ψηφοφορίας, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2487Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟἈλέξ. Κασσαβέτης
2488Γεώργιος Κυριαζῆς Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ο
2489Ἀνδρ. ΠαναγιωτόπουλοςΝΝ. Παπαϊωάννου Ο
2490Λέων Μελετόπουλος Δημ. Γίδας Ο
2491Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟΝικ. Τσόγκας Ν
2492Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟΝικ. Γουλιδῆς Ο
2493Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ἐπ. Μαυρομμάτης
2494Εὐκλείδης Μπίστης ΟΠερ. Ἀλεξάκης Ν
2495Δημ. Καΐρης ΝΝ. Σπυρακόπουλος Ο
2496Ἀνδρέας Καρατζᾶς Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης
2497Κωνστ. Πλατούτσας ΟΘ. Β. Δηλιγιάννης
2498Μιχαὴλ Κωτσάκος ΟΧαρίλ. Διγενόπουλος Ο
2499Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝἈρ. Πετροπουλάκης Ο
2500Κωνστ. Κοττίκας Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
2501Ἰωάννης Καραπάνος Μιχ. Φωτιάδης Ο
2502Εὐάγγελος ΓαρουφαλιᾶςΟΓ. Λιδωρίκης
2503Στέφανος Δραγούμης Γ. Ἀνδρίτσος Ν
2504Νικόλαος Λεβίδης ΝἈρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
2505Θεόδωρος Ρετσίνας Μιχ. Στελλάκης Ν
2506Φωκίων Νέγρης Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
2507Νικ. Γιαννηκώστας Γ. Λύρας Ο
2508Ἐπαμ. Μ. Κανάρης ΟἘμμ. Ρέπουλης
2509Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΔημ. Τσάτσος Ο
2510Θεόδ. Φλογαΐτης ΝΔ. Τσιτσάρας Ν
2511Δ. Γ. Ράλλης Κωνστ. Ζῶτος Ο
2512Γεώργ. Βενιζέλος ΝΓ. Χατζόπουλος Ν
2513Νικ. Γουναράκης Διον. Στεφάνου Ο
2514Κ. Σταυρόπουλος Κ. Ἀργασάρης ΛουμβάρδοςΟ
2515Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας
2516Δημ. Καραγιάννης ΟΓ. Ρῶμας Ο
2517Ἀνδρ. Στράτος Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
2518Ἀντ. Καρτάλης ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
2519Κ. Τοπάλης Χαρίλαος Σπηλιώτης
2520Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΟΓ. Φικιώρης
2521Γ. Παπαγιαννόπουλος Μελέτ. Ρουσόπουλος
2522Π. Αὐγερινὸς Βρασ. Λεώπουλος Ν
2523Χρ. Δαραλέξης ΝΓ. Μαυρομιχάλης
2524Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ι. Γιαννακίτσας Ο
2525Ν. Δαούτης Ν. Καραστέργιος
2526Π. Παπαχατζῆς Δ. Πιπινόπουλος
2527Σπ. Ἰω. Μήλιος ΟΙ. Γ. Λάππας Ο
2528Β. Μαρκεζίνης ΟΝ. Μπουφίδης
2529Νικήτας Συνοδινός ΟΠερ. Βαλαωρίτης Ο
2530Χρηστόφορος Ἀσιμῆς Εὐάγγελος Τζαρλαμπᾶς
2531Τηλ. Δενδρινός ΟΓερ. Φίλιππας Ο
2532Π. Μαυροκέφαλος ΟΞ. Κυριαζῆς Ο
2533Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Β. Βασιλειάδης
2534Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας Ο
2535Π. Θ. Ζαΐμης Ν. Τριανταφυλλάκος
2536Ὀδ. Λαμπρόπουλος Παν. Μανέτας Ν
2537Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰω. Μπακόπουλος Ν
2538Ἡρ. Καλαμπάκας ΟἩλ. Ζέγγελης Ο
2539Γεώργ. Παπαθανασίου ΟΦιλ. Βάρβογλης Ο
2540Π. Περρωτῆς ΟἈθ. Κατριβάνος Ο
2541Ἡλ. Μαυρομιχάλης ΟἩλίας Κοσσονάκος Ο
2542Γ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ἀναστασόπουλος Ν
2543Δ. Τερτίπης ΟΓ. Νικολαΐδης
2544Τιμ. Ἀδαμόπουλος ΟΚ. Τρικούπης Ο
2545Κ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ο
2546Γ. Φραγκίδης ΟΣπυρ. Κ. Κουμουνδοῦρος Ο
2547Ι. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ο
2548Σ. Παπαποστόλου ΟΓ. Λυμπερόπουλος
2549Ξεν. Τσαμαγκίδης ΟΠερικλῆς Μποῦτος
2550Γ. Χατζηνικολῆς ΟἈριστου. Προβελέγγιος Ο
2551Κ. Σαραφιανός ΟΑ. Μάτσας Ο
2552Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ο
2553Κ. Δούνης ΝΙ. Ναυπλιώτης Ο
2554Γ. Μέρμηγκας Μιλτ. Βαρότσης
2555Γ. Κόρπας Γεώρ. Σισμάνης Ο
2556Τρ. Πατρίκιος ΟΔ. Φαρμάκης Ο
2557Γ. Θεοτόκης ΟΓεώργ. Πλατανιώτης
2558Μιχ. Θεοτόκης ΟἩλίας Ποταμιάνος
2559Γουλ. Σκάρπας Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο
2560Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΟΙ. Βοῦρτσος Ο
2561Σπ. Χυτήρης ΟΑ. Πετσάλης
2562Σπ. Ἀγάθος ΟΚ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
2563Β. Σαμοΐλης ΟΚυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
2564Ν. Καλογοῦρος ΟΓ. Καπετανάκης
2565Κ. Χρηστόπουλος ΟΦώτιος Μοσχούλας Ο
2566Π. Πετρίδης ΝἈσημ. Χριστόπουλος
2567Σωτ. Κροκιδᾶς Χαράλ. Κανελλόπουλος
2568Σπ. Νοταρᾶς ΟΘάνος Μπασιᾶς Ο
2569Π. Μεντζελόπουλος ΟΠαναγῆς Τυπάλδος
2570Δ. Δημητριάδης ΟΘεόδ. Βελλιανίτης
2571Ἄθως Ρωμάνος ΟἈνάρ. Σιμόπουλος Ο
2572Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀθ. Παπαθανασίου Ο
2573Ἀντ. Μομφερράτος ΝΠέτρος Μόρης Ο
2574Θ. Μαρκέτος ΟἸω. Γ. Ροῦφος Ο
2575Σπ. Ε. Στάης Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
2576Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης
2577Π. Χοντζόπουλος ΟΑ. Ρικάκης
2578Ν. Τσοῦγλος ΟἈχ. Χοϊδᾶς
2579Χ. Κ. Βοζίκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
2580Θ. Πέρρος ΟΓ. Παπαδιαμαντόπουλος
2581Στέφ. Κοπανίτσας ΟΝ. Μισυρλῆς
2582Ν. Καράπαυλας ΟΔ. Ἀναστασόπουλος Ο
2583Γ. Ράλλης Δ. Παπατσώρης Ο
2584Σπ. Γκεντιλίνης ΟΔ. Κατσάνος Ο
2585Γ. Ζερβὸς ΟΔ. Σκαλτσοδῆμος
2586Κοσμᾶς Δουμπιώτης ΟΝ. Τζαννετόπουλος Ο
2587Νικολ. Λεωνίδας ΟΓ. Ροδόπουλος Ο
2588Διομήδης Κυριακός Θεόδ. Λιμπρίτης
2589Α. Μαυρογορδάτος Ι. Κουντουριώτης
2590Ἀθ. Λαδόπουλος Νικ. Τσαμαδός Ο
2591Ν. Βαφειαδάκης Παντελῆς Γκίκας
2592Α. Βιτάλης Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ο
2593Δ. Βοκοτόπουλος ΟΚ. Ἀγαθοκλῆς Ο
2594Ι. Γκιὼν ΟΙ. Τσιριμῶκος Ο
2595Κάρολος Βιτάλης Δημ. Κρίτσας
2596Κωνστ. Χατζηπέτρος ΝΑ. Πλατῆς Ο
2597Γ. Κανούτας Νικ. Χατζῖσκος
2598Νικ. Ταρμπάζης Ν. Καλογερόπουλος
2599Θεόδ. Κριεμάδης Β. Βουδούρης Ο
2600Γ. Ραδινὸς Γ. Γαζέπης
2601Ἀπόστολος Ζάππας Γ. Ἀβέρωφ
2602Θ. Σαρσέντης Μιλτ. Κανάρης
2603Α. Πονηρόπουλος ΟἈλέξ. Μ. Κανάρης Ο
2604§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 136, ἐξ ὧν 23
2605ὑπὲρ τῆς προτάσεως καὶ 113 κατ’ αὐτῆς. Συνεπῶς ἡ πρό-
2606τασις ἀπερρίφθη.
2607Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
2608δίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν,
2609Πειραιῶς καὶ προαστείων.
2610Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
2611§230Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Χθὲς, Κύριοι, τὴν νύκτα ἠναγκάσθην,
2612τῇ αἰτήσει τῆς Βουλῆς, νὰ διακόψω τὴν ἀγόρευσίν μου, ἣν
2613σήμερον θέλω προσπαθήσει νὰ συνεχίσω. Εἶχον δὲ μείνῃ,
2614ἀφοῦ ἐξήτασα καὶ γενικῶς τὴν ὑπόθεσιν καὶ μέρος τῶν λε-
2615πτομερειῶν αὐτῆς, περὶ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμ-
2616βάσεως.
2617Εἰσέρχομαι νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄρθρου 20, ὄντος ἐκ
2618τῶν σπουδαιοτάτων. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν ἐδαφίῳ αʹ λέγει:
2619»διὰ τοὺς ἰδιώτας, ἐκτὸς τῶν παρακατιὼν ἐν ἐδαφίοις γʹ,
2620»δʹ καὶ εʹ προβλεπομένων περιπτώσεων, πρὸς δραχμὰς ἑκα-
2621»τὸν τεσσαράκοντα κατὰ δράμιον». Εἶπον, Κύριοι, γενικῶς
2622ἐξετάζων τὴν σύμβασιν, ὅτι οἱ ὅροι αὐτῆς εἰσιν ἐπαχθεῖς διὰ
2623τὸν τόπον, οὐ μόνον ἀπολύτως ἐξεταζόμενοι, ἀλλὰ καὶ σχετι-
2624κῶς πρὸς τὸ κατὰ τὸ 1890 ἔτος ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ
2625ἀειμνήστου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Καὶ τῷ ὄντι, Κύ-
2626ριοι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους,
2627ὅπερ εὐτυχῶς ἔχω ἐνταῦθα, καὶ ἐξετάσωμεν, τί ἠθέλομεν
2628καταβάλλει τότε πρὸς λῆψιν ὕδατος ἐν σχέσει πρὸς τὴν
2629καταβολὴν τὴν διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ὁριζομένην, θέλομεν
2630εὕρει πολλὰς καὶ μεγάλας διαφορὰς εἰς βάρος τῆς συμβά-
2631σεως. Καὶ τῷ ὄντι, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον Τρικούπη ἤθελον
2632καταβάλλει οἱ ἔχοντες οἰκίαν μισθώματος ἐτησίου δραχμῶν
2633241–500 δραχ. 15 ἐτησίως, κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς εἶχεν
2634ὑποβληθῆ κατ’ ἀρχὰς, ἤθελον καταβάλλει δρ. 25· ἐνῷ κατὰ
2635τὸ νομοσχέδιον Τρικούπη οἱ ἔχοντες οἰκίαν 501–1000
2636δραχμῶν εἰσοδήματος ἐτησίου ἤθελον καταβάλλει δραχ. 30
2637ἐτησίως, κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ κατ’ ἀρχάς,
2638ἤθελον καταβάλλει δραχ. 70 ἐτησίως. Οἱ καταβάλλοντες
2639κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους ἐπὶ οἰκιῶν εἰσοδήμα-
2640τος 1001–3000 δραχμῶν δραχμὰς 60–90 ἐτησίως, κατὰ
2641τὴν σύμβασιν, ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ, ἤθελον καταβάλλει δραχμὰς
2642140 ἐτησίως. Διὰ τὰς οἰκίας τὰς ἀποφερούσας εἰσόδημα
2643ἐτήσιον ἄνω τῶν 3,000 δραχ. δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὅρους
2644συγκρίσεως, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους εἶχε δι’ αὐ-
2645τὰς ἄλλην βάσιν. Ἀλλὰ παρατηρεῖτε, ὅτι ἐπὶ τῶν τριῶν
2646τούτων κατηγοριῶν, ἃς ἀνέφερα, οἱ κατὰ τὸ νομοσχέδιον
2647τοῦ 1890 ἔτους ὑποχρεούμενοι νὰ καταβάλλωσι δραχμὰς 15,
2648σήμερον ἤθελον καταβάλλει, κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸ τῆς
2649τροπολογίας, δραχ. 25· οἱ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890
2650ἔτους μέλλοντες νὰ καταβάλλωσι δραχ. 30, ἢ 60–90,
2651κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸ τῆς τροπολογίας ἤθελον καταβάλλει
2652δραχ. 70 ἢ 140.
2653Ἀληθῶς ὅμως ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἡ σύμβασις, ἀξιε-
2654παίνως βεβαίως, μετεβλήθη. Ἀλλ’ ἂς λάβωμεν τὸν νέον
2655πίνακα, ὃν μετὰ τὰς μεταβολὰς συνέταξα, ἵνα ἴδωμεν καὶ
2656συγκρίνωμεν, τί ἠθέλομεν καταβάλλει κατὰ τὸ νομοσχέδιον
2657τοῦ 1890, καὶ τί θέλομεν καταβάλλει κατὰ τὴν σύμβασιν
2658καὶ ὡς ἐτροπολογήθη. Λοιπὸν ἐπὶ οἰκίας εἰσοδήματος ἐτησίου
2659241–500 δραχμῶν, ὅτε ἠθέλομεν καταβάλλει, κατὰ τὸ νο-
2660μοσχέδιον Τρικούπη, ὡς εἶπον, δραχμὰς 15 ἐτησίως, σήμερον
2661θέλομεν καταβάλλει, καὶ μετὰ τὰς τροπολογίας, δραχμὰς
266217.50. Ἐπὶ οἰκιῶν εἰσοδήματος ἐτησίου 501–1000 δραχ-
2663μῶν, κατὰ νομοσχέδιον Τρικούπη δραχμὰς 30 ἐτησίως, σήμε-
2664ρον δραχμὰς 70 ἐτησίως. Καὶ ἐπὶ οἰκιῶν εἰσοδήματος ἐτησίου
26651001–3000 δραχμῶν, κατὰ νομοσχέδιον Τρικούπη δραχ.
266660–90 ἐτησίως, σήμερον δραχμὰς 140 ἐτησίως. Παρατη-
2667ρεῖτε ἄρα, ὅτι καὶ μετὰ τὰς τροπολογίας πάντοτε εὑρισκό-
2668μεθα καταβάλλοντες πλείονα ἢ κατὰ τὸ νομοσχέδιον Τρικούπη
2669τοῦ 1890 ἔτους, ὅπερ ἡμεῖς, ὡς ἐπαχθὲς ἐπίσης, ἐπολεμή-
2670σαμεν τότε. Οἱ δὲ ἀριθμοί, οὓς ἀνέφερα, εἰσὶν ἀκριβέστατοι,
2671καὶ προκαλῶ τὴν ἀναίρεσιν αὐτῶν παρ’ οἱουδήποτε.
2672Ἀλλ’ οἱ ὅροι τῆς συμβάσεώς εἰσιν ἐπαχθέστεροι τῶν τοῦ
2673νομοσχεδίου τοῦ 1890 ἔτους καὶ ἐν τῇ παραγράφῳ βʹ τοῦ
2674ἄρθρου 20 τῆς συμβάσεως, ὅπερ λέγει; «διὰ τοὺς δήμους καὶ
2675τὸ Δημόσιον πρὸς δραχμὰς ἑκατὸν δέκα». Ὁποῖον εἶναι τὸ
2676μίσθωμα τοῦ ὕδατος κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους;
2677Σελὶς 26 τοῦ φυλλαδίου τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου (ἀναγινώ-
2678σκει): «χορηγίαι τῷ Κράτει καὶ ταῖς πόλεσιν Ἀθηνῶν καὶ
2679»Πειραιῶς διὰ δημοσίαν χρῆσιν δραχμαὶ δώδεκα». Οὔτε μι-
2680κρὰ οὔτε μεγάλη ἡ διαφορὰ· ἀπὸ δραχμῶν 12 δραχμαὶ 110!
2681Ἐκτὸς ὅμως τούτου, τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους εἶχε
2682καὶ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι ὥριζε τιμολόγιον πόλεων καὶ χω-
2683ρίων, ἐκτὸς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς (ἄρθρον 22), ἐνῷ ἡ προ-
2684κειμένη σύμβασις οὐδὲν περὶ τούτου λέγει. Ἴδετε τὴν σελ.
268526 τοῦ φυλλαδίου, ἐν ᾧ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο.
2686Προχωρῶ. Ἐδάφιον γʹ τοῦ αὐτοῦ 20 ἄρθρου (ἀναγινώ-
2687σκει): «Διὰ τὰς οἰκοδομὰς τὰς ἀποφερούσας πρόσοδον ἀπὸ
2688»δραχμῶν διακοσίων τεσσαράκοντα μέχρι δραχμῶν πεντακο-
2689»σίων ἐτησίως, πρὸς δραχμὰς ἑκατὸν κατὰ δράμιον». Εἶναι
2690ἀληθές, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο αἱ τροπολογίαι μετέβαλον τὴν σύμ-
2691βασιν, διότι λέγουσιν: «Ἐν ἐδαφίῳ γʹ αἱ τελευταῖαι λέξεις
2692ἑκατὸν κατὰ δράμιον ἀντικαθίστανται διὰ τῶν ἑβδομήκοντα
2693κατὰ δράμιον». Λοιπὸν αἱ 100 δραχμαὶ ἐγένοντο 70. Ἂς
2694ἴδωμεν τὴν μεγάλην ταύτην συγκατάβασιν τῆς Ἑταιρείας,
2695καὶ ἂς ἐξετάσωμεν αὐτήν. Μὲ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν ἑκα-
2696τὸν, ὡς εἶχεν ἡ σύμβασις ἀρχικῶς, ἤθελεν εἰσπράττει ἡ Ἑται-
2697ρεία δρ. 75,000 ἐτησίως· μὲ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν ἑβδομή-
2698κοντα, ὡς σήμερον ἐλαττοῦται, θέλει εἰσπράττει δραχ. 52,500
2699ἐτησίως. Ὥστε θέλει εἰσπράττει ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 22,500.
2700Καὶ τοῦτο ὡς πρὸς τὰς Ἀθήνας...
2701§231Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ πόσων οἰκιῶν
2702ὑπολογίζετε;
2703§232ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκιῶν, ὃν ἐδώσατε.
2704§233ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμός σας.
2705§234ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰκιῶν;
2706§235Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 4170 μὲ τὸ, Πειραιᾶ μαζύ. (Διά-
2707λογοι).
2708§236ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῇ βά-
2709σει τῶν σημειώσεών μου, καὶ μετὰ ταῦτα, ἐὰν ᾖναι αὗται
2710πεπλανημέναι, ὁμιλεῖτε καὶ ἀναιρεῖτε. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν
2711περιέπεσα εἰς πλάνην.
2712Λοιπὸν ἐγὼ λέγω, ὅτι μὲ δραχμὰς 100 κατὰ δράμιον,
2713ὡς εἶχεν ἡ σύμβασις, ἤθελεν εἰσπράττει ἡ Ἑταιρεία δραχ-
2714μὰς 75,000 ἐτησίως ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις οἰκιῶν, μὲ δραχ-
2715μὰς 70 νῦν θέλει εἰσπράττει ἐτησίως δραχμὰς 52,500. Ἑπο-
2716μένως ἡ Ἑταιρεία ἔχει ἐλάττωσιν ὡς πρὸς τὰ κέρδη ἐκ ταύ-
2717της τῆς αἰτίας κατὰ δραχμὰς 22,500 ἐτησίως. Ἐκ τοῦ
2718Πειραιῶς μὲ δραχμὰς 100 ἤθελεν εἰσπράττει δραχ. 32,925
2719ἐτησίως, μὲ δραχμὰς 70 νῦν θέλει εἰσπράττει δρ. 23,047.50
2720ἐτησίως. Ἑπομένως ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑται-
2721ρείας κατὰ δραχμὰς 9,878.50. Προσθέτοντες καὶ τὴν ἐκ τῶν
2722Ἀθηνῶν, ἔχομεν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑταιρείας
2723κατὰ δραχμὰς 32,378.50 ἐτησίως. Αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν ἐγὼ
2724δίδω ὡς ἀκριβέστατον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ συζητήσωμεν
2725μετὰ ταῦτα, ἂν ἐπιθυμῆτε. Αὐτὴ εἶναι ἡ παραχώρησις τῆς
2726Ἑταιρείας λόγῳ τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ὕδατος τῆς
2727προκειμένης κατηγορίας κατὰ δραχμὰς 30. Εἶναι δὲ ἀκρι-
2728βέστατος ὁ ἀριθμός· διότι οἰκίαι ἐν Ἀθήναις 3,000 πρὸς ¼
2729τοῦ δραμίου, πρὸς δραχμὰς 1000, ἔχομεν δραχμὰς 25. Ἐπὶ
27303,000 ἔχομεν δραχμὰς 75,000. Καὶ οἰκίαι ἐν Πειραιεῖ 1317
2731τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ἐπὶ δραχμῶν 25, ἔχομεν δρ. 33,925,
2732ὅσας εἶπον.
2733Προχωρῶ. Ἐδάφιον δʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου: «διὰ τὰς οἰ-
2734κοδομάς», λέγει ἡ σύμβασις, «τὰς μὴ ἀποδιδούσας πρόσοδον
2735μείζονα τῶν διακοσίων τεσσαράκοντα δραχμῶν, πρὸς δραχ-
2736μὰς ἑβδομήκοντα, ὑποχρέου οὔσης τῆς Ἑταιρείας, κατὰ τὸ
2737ἄρθρον 15 τῆς παρούσης συμβάσεως, νὰ χορηγῇ αὐταῖς καὶ
2738μέχρις ἑνὸς πέμπτου τοῦ δραμίου». Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐτρο-
2739ποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Τῆς Ἑταιρείας ὑποχρέου οὔσης κατὰ
2740τὸ ἄρθρον 15 νὰ χορηγῇ δωρεὰν ἓν πέμπτον τοῦ δραμίου
2741εἰς τὰς οἰκοδομὰς τὰς μὴ ἀποδιδούσας πρόσοδον μείζονα
2742τῶν διακοσίων τεσσαράκοντα δραχμῶν κλπ.» Ἐκ τῆς αἰ-
2743τίας ταύτης ἡ Ἑταιρεία θέλει ἔχει ἐλάττωσιν εἰσπράξεων
2744ἐκ μὲν τῶν οἰκιῶν τῶν Ἀθηνῶν δραχμὰς 14,532, ἐκ δὲ
2745τῶν τοῦ Πειραιῶς δραχμὰς 6,258, ἤτοι ἐν συνόλῳ ἐλάτ-
2746τωσιν κατὰ δραχμὰς 20,790· προσθέσατε καὶ τὴν ἐκ τοῦ
2747γʹ ἐδαφίου ἐλάττωσιν ἐκ δραχμῶν 32,378.50, καὶ ἔχετε
2748ἐν συνόλῳ κατὰ δραχμὰς 53,168.50 ἐλάττωσιν τῶν εἰσο-
2749δημάτων τῆς Ἑταιρείας ἐκ τῶν δύο τούτων αἰτιῶν.
2750Τὸ ἐδάφιον εʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως λέγει:
2751«διὰ τὰς βιομηχανικὰς χρήσεις, ὁμοίως πρὸς δραχμὰς ἑβδο-
2752μήκοντα κατὰ δράμιον, ἐὰν ἡ ζητουμένη ποσότης δὲν ᾖναι
2753κατωτέρα τῶν πέντε δραμίων». Καὶ τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐπί-
2754σης ἐτροποποιήθη, διότι ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ἑξῆς: «Διὰ
2755τὰς βιομηχανικὰς χρήσεις πρὸς δραχμὰς ἑξήκοντα κατὰ
2756δράμιον, —δηλαδὴ ὀλιγώτερον κατὰ δέκα δραχμὰς— ἐὰν ἡ
2757ζητουμένη παρ’ ἑκάστου ἐργοστασίου, ἀνεξαρτήτως τῆς
2758κατὰ τὸ ἄρθρον 15 ὑποχρεωτικῆς ὑδρολήψεως, ποσότης ὕδα-
2759τος δὲν ᾖναι κατωτέρα τῶν δέκα δραμίων, δι’ ἕκαστον δὲ
2760πέραν τῶν δέκα πρώτων δραμίων ζητούμενον δράμιον πρὸς
2761δραχμὰς πεντήκοντα.» Λοιπὸν ἐνταῦθα τί ἀνακαλύπτομεν
2762πάλιν; Ὅ,τι, ἐνῷ ἡ Ἑταιρεία φαίνεται μετριάζουσα τὸ μί-
2763σθωμα κατὰ 10 δραχμάς, αὐξάνει τὴν ποσότητα τῆς ὑδρολη-
2764ψίας, καὶ ἑπομένως ἐρχόμεθα σχεδὸν εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέ-
2765σματα, ἐκτὸς ἐὰν, γινομένης μαθηματικωτέρας τινὸς περὶ
2766τούτου μελέτης, εὑρεθῇ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, ἀντὶ νὰ ζημιοῦται
2767διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, καὶ κερδίζει μάλιστα.
2768Εἰσέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ 21 ἄρθρον τῆς συμβάσεως, ὅπερ
2769ὑπέστη γενικὴν τροπολογίαν. Πρόκειται περὶ συμβολῆς εἰς
2770τὰς δαπάνας κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ δικτύου
2771τῶν ὑπονόμων.
2772Καὶ κατὰ πρῶτον μὲν ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις
2773τινὰς ὡς πρὸς τὸ ἄδικον τῆς φορολογίας τῶν ἀσκεπῶν οἰκο-
2774πέδων. Τέλος πάντων ἐδύνατό τις νὰ δεχθῇ, ὅτι, ἂν πρό-
2775κειται περὶ οἰκίας ἐχούσης περιοχὴν οἰκοπέδου, ἴσως δικαία
2776ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἡ φορολογία τοῦ οἰκοπέδου, λόγῳ συμβο-
2777λῆς διὰ τὴν ὑπόνομον. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ οἰκο-
2778πέδων αὐτοτελῶν. Αὐτὰ οὐδεμίαν ἔχουσι πρόσοδον, ὄντα
2779ἀσκεπῆ, οὐδὲ διοχετεύουσιν ἀκαθαρσίας ἢ ὕδατα εἰς τὴν
2780ὑπόνομον. Ποῦ ἠκούσθη, παρακαλῶ, ἡ φορολογία, ἣν ἐπι-
2781βάλλει τὸ ἄρθρον 21 τῆς συμβάσεως καὶ ἡ τροπολογία; Ἄλ-
2782λως, Κύριοι, φαντάσθητε ἰδιοκτήτην ἔχοντα οἰκίαν ἐπὶ τῆς
2783ὁδοῦ Σταδίου ἢ Ἑρμοῦ, καὶ φαντάσθητε, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης
2784αὐτὸς καταβάλλει τὸ αὐτὸ χρῆμα διὰ τὴν ὑπόνομον, ὅπερ
2785δυστυχής τις Ἀθηναῖος, ἔχων οἰκόπεδον εἰς τὴν συνοικίαν
2786Κασσίδας ἄνευ τινὸς προσόδου! Λοιπὸν εἴτε εἶναί τις ἰδιο-
2787κτήτης οἰκίας ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου ἢ Ἑρμοῦ, εἴτε εἶναι
2788ἰδιοκτήτης οἰκοπέδου ἀπροσόδου ἐπὶ ὁδοῦ τινος τῆς συνοικίας
2789Κασσίδας, (ἣν καταλαμβάνετε ἐκ τοῦ δυσωνύμου αὐτῆς) θέ-
2790λει καταβάλλει τὴν αὐτὴν καταβολὴν τῆς δραχμῆς 1,30 κατὰ
2791μέτρον, λόγῳ ὑπονόμου.
2792Ἀλλ’ ἐδῶ ἐγείρεται ἀπορία τις, ἐφ’ ἧς παρακαλῶ νὰ
2793ἀπαντήσητε, ἐὰν εὐαρεστῆσθε. Τὸ ἄρθρον 21, καὶ ὡς ἐτρο-
2794πολογήθη, ἐν παραγράφῳ 1 λέγει: «Ἀποζημίωσιν ἐκ δρ.
2795»1,30 δι’ ἕκαστον μέτρον προσόψεως ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς οἰκο-
2796»δομῆς, ἢ τοῦ οἰκοπέδου αὐτῶν». Τί ἐννοεῖτε; καὶ τὸν ἄξονα
2797τῶν πρὸ τῆς προσόψεως τῆς οἰκοδομῆς διασταυρουμένων ὁδῶν;
2798§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγει «προσόψεως»
2799μόνον.
2800§238ΛΕΒΙΔΗΣ. Διότι φαντάσθητε τί θέλει καταβάλλει τις
2801τότε, ἔχων οἰκίαν ἐπὶ εὐρειῶν διασταυρουμένων ὁδῶν.
2802§239ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν ἦναι γωνία, θὰ πληρώνῃ καὶ ἐντεῦθεν
2803καὶ ἐκεῖθεν. Ἐπὶ διασταυρώσεως ὁδοῦ, κατ’ ἀνάγκην καὶ αἱ
2804δύο πλευραὶ καταβάλλουσι.
2805§240ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν προχωρῶ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 34 § αʹ
2806τῆς συγγραφῆς ἡ Ἑταιρεία ἔχει τὸ δικαίωμα ὑπονόμων σω-
2807ληνωτῶν ἐπὶ μικρῶν ὁδῶν. Τίνες εἰσὶν αἱ πλείονες τῶν ὁδῶν;
2808Αἱ μικραί, ἢ αἱ μεγάλαι; Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αἱ
2809μικραί. Λοιπόν, ἐπειδὴ θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἑταιρεία
2810νὰ κατασκευάσῃ καὶ ὑπονόμους σωληνωτούς, θέλει μεταχει-
2811ρισθῇ τοὺς σωλῆνας τοὺς γνωστοὺς ὑπὸ τὸ ὄνομα «Δούλτων».
2812Ἀλλ’ ὁ ἄριστος τῶν σωλήνων «Δούλτων» τιμᾶται 4½
2813φράγκα τὸ μέτρον. Ὥστε ἐὰν ἡ ὁδὸς ἦναι χιλίων μέτρων,
2814θέλει δαπανήσει ἡ Ἑταιρεία 4,500 δραχμὰς διὰ τοὺς σω-
2815λῆνας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀναβιβάζω τὸ ποσὸν εἰς 8,000 δραχμάς,
2816λόγῳ τῶν ἐργατικῶν...
2817§241ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. 4½ δραχμὰς τὸ μέτρον. Ἐὰν
2818ἐννοῆτε σωλῆνας 0,20, εἶναι περίπου τόσον. Ἐὰν ὅμως ἦναι
2819μεγαλειτέρων διαστάσεων, καὶ ἡ τιμὴ θὰ ἦναι μεγαλειτέρα.
2820Ὥστε ὁρίσατε.
2821§242ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλαβον τὸν μέσον ὅρον. Αὐτὸ εἶναι. Ἀλλὰ
2822καὶ πάλιν τὸ ἐπιχείρημα ὑμῶν εἶναι ὑπὲρ ἐμοῦ. Διότι ὥρισα
2823διὰ δαπάνην τοποθετήσεως 4,500 δρ. διὰ τὰ χίλια μέτρα,
2824ἥτις βεβαίως δὲν εἶναι τόση... Δαπανῶσα ἄρα ἡ Ἑταιρεία διὰ
2825χίλια μέτρα ὑπονόμου σωληνωτοῦ δραχ. 8,000 ἐν ὅλῳ, θέ-
2826λει εἰσπράττει ἐτησίως δραχμὰς 2,600, τουτέστι 33%.
2827§243ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ πόσα ἔτη;
2828§244ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ 85.
2829Ἀλλὰ Κύριοι, ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ θέμα τοῦτο, ἐὰν
2830ἐξετάσωμεν τί θέλουσι καταβάλλει οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθη-
2831νῶν λόγῳ προσόψεως, — διότι περὶ τοῦ Πειραιῶς δὲν πρόκει-
2832ται, ἐλλείψει ἐκεῖ ὑπονόμων, — κατὰ τὴν σύμβασιν, θέλομεν
2833εὕρει, ὅτι θέλουσι καταβάλλει, καὶ μετὰ τὰς τροπολογίας,
2834ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ καταβάλλεται ἐν Παρι-
2835σίοις. Διατὶ δὲ ποιοῦμαι τὴν σύγκρισιν πρὸς τοὺς Παρισίους;
2836Διότι ἐν τῇ σελίδι 9 τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως οἱ πραγμα-
2837τευθέντες τὸ θέμα τοῦτο καταχωρίζουσι πίνακα, δι’ οὗ προσ-
2838παθοῦσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν δῆθεν καταβάλ-
2839λει πολὺ ὀλιγώτερα λόγῳ τῆς αἰτίας ταύτης ἢ ὅσα οἱ ἐν
2840Παρισίοις. Τί ἀποδεικνύεται δὲ ἐκ προχείρου μελέτης τῶν
2841ἀριθμῶν, συγκρινομένων πρὸς ἀλλήλους; Ὅτι οἰκία ἐν Ἀθή-
2842ναις εἰσοδήματος μέχρι 240 δραχμῶν θέλει καταβάλλει τούτῳ
2843τῷ λόγῳ δραχμὰς 21.70, ἐν Παρισίοις φράγκα 10. Ὁ δεύ-
2844τερος ἀριθμὸς κατὰ τὸν πίνακα, ὃν καταχωρίζει τὸ Ὑπουρ-
2845γεῖον ἐν τῇ ἐκθέσει.
2846§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ ποίαν πρόσο-
2847ψιν ὑποθέτετε τὴν οἰκίαν ταύτην;
2848§246ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀμέσως, κύριε Πρόεδρε. Νὰ εὕρω τὴν ση-
2849μείωσιν. Εἶναι ἀκριβῶς δρ. 21.70. Εἶναι τὸ σχέδιον τῆς
2850πόλεως, ὅπερ ὁρίζει τὰς προσόψεις τῶν οἰκιῶν 9 μέτρα.
2851§247Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι καὶ 7 δραχμαὶ δι’ ἐκροήν. Δι’ αὐτὸ
2852βγαίνει 21.70.
2853§248ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁμιλῶ κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸ τῶν τροπο-
2854λογιῶν, μεθ’ ἃς κατηργήθησαν αἱ ἐκροαί.
2855Λοιπὸν λέγω, ὅτι λόγῳ ὑπονόμων, πρὸ τῶν τροπολογιῶν,
2856ἡμεῖς ἠθέλομεν καταβάλλει πλειότερα ἢ οἱ ἰδιοκτῆται ἐν
2857Παρισίοις. Διότι οἰκία εἰσοδήματος μέχρι 240 δραχ. ἐτη-
2858σίως ἔχει δύο ἐκροὰς, πρὸς δραχ. 5, δραχ. 10· πρόσοψις μέ-
2859τρων 9, πρὸς δραχ. 1.30, δραχ. 11.70. Ὁμοῦ 21.70.
2860Ἐν Παρισίοις φρ. 10. Οἰκία ἀπὸ 241–500 δραχ. εἰσοδή-
2861ματος ἐτησίου ἔχει τρεῖς ἐκροὰς, πρὸς δραχμὰς 6, δραχ. 18·
2862πρόσοψις μέτρων 10, δραχ. 13. Ὁμοῦ δραχ. 31. Ἐν Πα-
2863ρισίοις φρ. 10. Οἰκία ἀπὸ 501–1000 δρ. εἰσοδήματος ἐτη-
2864σίου ἔχει τέσσαρας ἐκροὰς, πρὸς δραχ. 7, δρ. 28· πρόσοψις
2865μέτρων 12, δρ. 15 καὶ λεπ. 60. Ὁμοῦ δρ. 43 καὶ λεπ. 60.
2866Ἐν Παρισίοις φρ. 30, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὥστε παρατη-
2867ρεῖτε, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸ τῶν τροπολογιῶν βεβαίως
2868αἱ οἰκίαι τῶν Ἀθηνῶν λόγῳ τῆς αἰτίας ταύτης ἐπιβαρύνον-
2869ται διὰ πολλῷ μείζονος δαπάνης ἢ αἱ οἰκίαι τῶν Παρισίων.
2870Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ θέμα τοῦτο· καὶ μετὰ τὰς τρο-
2871πολογίας, δηλ. μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἐκροῶν Οἰκία ἐν
2872Ἀθήναις, ἔχουσα εἰσόδημα μέχρι 240 δρ. ἐτησίως, θέλει
2873καταβάλλει λόγῳ συμβολῆς ὑπὲρ τῶν ὑπονόμων δρ. 11.70,
2874ἐν Παρισίοις φρ. 10. Ἀπὸ δρ. 241–500, ἐν Ἀθήναις
2875δρ. 19, ἐν Παρισίοις φρ. 10. Ἀπὸ δρ. 501–1000, ἐν Ἀθή-
2876ναις δρ. 40 καὶ λεπ. 60, ἐν Παρισίοις φρ. 30. Ἀπὸ 1001
2877ἕως 2000, ἐν Ἀθήναις δρ. 66, καὶ λεπ. 90, ἐν Παρισίοις
2878φρ. 30–60. Ἀπὸ δρ. 2001–3000, ἐν Ἀθήναις δρ. 96
2879καὶ λεπ. 90, ἐν Παρισίοις φρ. 60. Ἀπὸ δρ. 3001–4000,
2880ἐν Ἀθήναις δρ. 119 καὶ λεπ. 50, ἐν Παρισίοις φρ. 80.
2881Οἰκία ἀπὸ δραχ. 4001–8000, ἐν Ἀθήναις δρ. 203 καὶ
2882λεπ. 40, ἐν Παρισίοις φρ. 80–100.
2883Καὶ ταῦτα δέ εἰσιν ἀναμφισβήτητα. Ἑπομένως καὶ κατὰ
2884τοῦτο ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις δὲν εἶναι ἀκριβής, ὁμολογοῦσα
2885ὅτι ἡμεῖς θέλομεν καταβάλει δῆθεν πολὺ ὀλιγώτερα ἢ ὅσα
2886καταβάλλουσιν οἱ Παρίσιοι.
2887Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον 22 τῆς συμβάσεως § βʹ
2888(ἀναγινώσκει): «Ἅμα τῇ διοχετεύσει τῶν ὑδάτων τῆς
2889»Στυμφαλίας ἄρχεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου τιμολογίου. Διὰ
2890»τὸ πρῶτον ὅμως ἔτος ὁ λογαριασμὸς θέλει γείνῃ μικτὸς,
2891»ὑπολογιζομένου τοῦ δραμίου ἐπὶ τῇ βάσει μὲν τοῦ ἐν τῷ
2892»ἀκροτελευταίῳ ἄρθρῳ τιμολογίου διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα
2893καθ’ ὃ ἴσχυε τοῦτο, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ ἐν ἄρθρῳ 20 τιμο-
2894»λογίου ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ὑδρεύσεως τῶν πόλεων διὰ τῶν
2895»ὑδάτων Στυμφαλίας». Μετὰ δὲ τὴν παράγραφον αʹ τοῦ αὐτοῦ
2896ἄρθρου προσετέθη ἡ ἑξῆς τροπολογία: «Μέχρις οὗ δὲ ἀρχίσῃ
2897»ἡ ὕδρευσις τῶν πόλεων διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας,
2898»ὁπότε χωρεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τιμολογίου τοῦ ἄρθρου 20, ἡ
2899»τιμὴ τοῦ δραμίου ὁρίζεται εἰς δραχμὰς ὀγδοήκοντα κλπ.»
2900Δραχμαὶ ὀγδοήκοντα ζητοῦνται ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκτελεσθῶ-
2901σιν ἔργα ἐν τῷ Ἀδριανείῳ ὑδραγωγείῳ πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ
2902ὕδατος, κατὰ τὸ ἄρθρον 45 τῆς συμβάσεως § δʹ. Ἀλλ’ ἐὰν
2903δὲν δώσῃ ὁ δῆμος τὰ ὑδραγωγεῖα, εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν τριε-
2904τίας, κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως, καὶ ἑπομένως ἡ Ἑται-
2905ρεία δὲν δαπανήσῃ πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος, διατὶ νὰ λαμ-
2906βάνῃ δραχμὰς ὀγδοήκοντα κατὰ δράμιον; Νομίζω ὅτι δίκαιον
2907καὶ λογικὸν εἶναι νὰ λαμβάνῃ μόνον δραχ. 50.
2908Ἄρθρον 23 § γʹ (ἀναγινώσκει): «Συγχρόνως μὲ τὴν
2909»κατασκευὴν τῶν ὑπονόμων ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία δικαιοῦται
2910»νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὰ τμήματα τῶν διακλαδώσεων δι’ ἑκά-
2911»στην οἰκοδομὴν, ἀπὸ τῆς ὑπονόμου μέχρι τῆς οἰκοδομῆς,
2912»εἰς βάρος καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐπὶ τῇ βά-
2913»σει τιμῶν μονάδος ἐγκριθησομένων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου».
2914Διατὶ νὰ δικαιῶται ἡ Ἑταιρεία νὰ δαπανήσῃ διὰ τὰ ἔργα
2915ταῦτα; Ἐννοῶ ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν κατὰ τοὺς κα-
2916νόνας ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης ἐπιθυμῇ
2917αὐτὸς νὰ δαπανήσῃ, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν ἔστω τῆς Ἑταιρείας,
2918διατὶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Ἑταιρεία νὰ δαπανᾷ αὐτὴ εἰς
2919βάρος τοῦ ἰδιοκτήτου;
2920§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζει καλλίτε-
2921ρον ἡ Ἑταιρεία τὰ τῆς ἐργασίας ταύτης, καὶ δύναται οἰ-
2922κονομικώτερον νὰ τὴν ἐκτελέσῃ.
2923§250ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλλίτερος, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὁ ἰδιοκτή-
2924της διὰ τὰς ὑποθέσεις αὑτοῦ ἢ ἡ Ἑταιρεία.
2925§251Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀναγκαίως ἡ Ἑταιρεία θὰ ἔχῃ ὑπη-
2926ρεσίαν ὠργανωμένην πρὸς τοῦτο.
2927§252Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πάνθ’ ὅσα λέγω δὲν εἶναι ἀποκλειστικῶς
2928γνῶμαι ἐμαί. Πολλοὶ τῶν συμπολιτῶν μου, ἔχοντες οἰκίας,
2929ἢ ἄνδρες εἰδικοὶ, ἦλθον πρός με καὶ ἐξήνεγκον τὰ παράπονα
2930ἢ τὰς γνώμας αὐτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῶν τῶν πληρο-
2931φοριῶν, καὶ ἐξ ὅσων ἐγὼ αὐτὸς ἐδυνήθην νὰ μελετήσω, κατέ-
2932στρωσα τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἑπομένως παρατηρῶ, ὅτι δυνα-
2933τὸν νὰ ἦναι ὀρθὸν αὐτὸ, ὅπερ ὑμεῖς προβάλλετε, ὅστις ὅμως
2934ἐδηλώσατε, ὅτι δὲν ἔχετε οἰκίαν ἰδιόκτητον ἐνταῦθα. Κατὰ
2935δὲ τὸ κοινὸν λόγιον, «ὅσα ἠξεύρει εἷς τρελλὸς οἰκοκύρης
2936μόνος, δὲν ἠξεύρουν ὅλοι οἱ ἄλλοι γνωστικοὶ μαζύ».
2937§253Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε;
2938§254ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ἁρμόδιος.
2939§255Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ
2940ἄρθρου πρέπει νὰ συνδυάσητε καὶ τὸ ἄρθρον 34. Τὸ ἔχετε ἐνώ-
2941πιόν σας. Ἐὰν θέλετε, ἀναγνώσατέ το. Καὶ ὅταν συνδυά-
2942σητε τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἀποκλει-
2943στικοῦ προνομίου...
2944§256ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Τὸ ἄρθρον 34 εἶναι ὅπως
2945τὰ χωνευτικὰ μετὰ τὸ γεῦμα. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ τὸ
2946ἀφήσητε διὰ τὸ τέλος.
2947§257Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν;
2948§258ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαιότατα, ἀφοῦ τὸ θεωρῶ χωνευτικόν.
2949§259Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε διατὶ ἐρωτᾶτε;
2950§260ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐρωτῶ!
2951§261Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν ἄλλην παραχώ-
2952ρησιν μονοπωλιακὴν, τοῦ μονοπωλίου δηλαδὴ τῶν ἔργων καὶ
2953τῶν ὑλικῶν τῆς διοχετεύσεως καὶ τῶν παντὸς εἴδους δια-
2954κλαδώσεων τὸ ὁποῖον εἶναι ἀξίας οὐχὶ πολὺ κατωτέρας τοῦ
2955μονοπωλίου τῶν ὑδάτων.
2956§262ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν, ἵνα μὴ κατηγορη-
2957θῶμεν αἴφνης καὶ ὡς κωλυσιεργοί. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει):
2958«Ἡ εἴσπραξις τοῦ παρ’ ἑκάστης οἰκοδομῆς πληρωτέου τι-
2959»μήματος ὕδατος, ἀποζημιώσεως, ἢ εἰσφορᾶς ὑπονόμων, θὰ
2960»ἐνεργῆται δι’ ὑπαλλήλων τῆς Ἑταιρείας εἰς ἑξαμηνιαίας
2961»δόσεις τὸν πρῶτον μῆνα ἑκάστης ἑξαμηνίας.»
2962Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι, ὅταν αἱ συμβάσεις ἔχωσι σχέσιν
2963μεγίστην πρὸς τὰ θυλάκια τῶν κατοίκων πόλεώς τινος, πρέ-
2964πει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς πρωτίστως, πότε τὰ
2965θυλάκια εὐποροῦσι. Παρακαλῶ νὰ εὑρεθῇ ἓν καὶ μόνον συμ-
2966βόλαιον, καθ’ ὃ τὸ μίσθωμα τῶν οἰκιῶν καταβάλλεται κατὰ
2967ἑξαμηνίαν. Οὐδέν. Καταβάλλεται 80% κατὰ τριμηνίαν.
2968Λοιπὸν διατὶ νὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ καταβάλλω ὑπέρογκον
2969ποσὸν κατὰ πᾶσαν ἑξαμηνίαν, καὶ νὰ μὴ δεχθῆτε νὰ κατα-
2970βάλλω αὐτὸ ὅταν καὶ ἐγὼ εὐκολύνωμαι, τοὐλάχιστον κατὰ
2971τριμηνίαν; Θερμῶς συνιστῶ τοῦτο τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ἐὰν
2972πρόκηται νὰ γένηται δεκτὴ ἡ σύμβασις. Διότι, Κύριοι, ἐπι-
2973τρέψατέ μοί τινα ἐξομολόγησιν. Ἐγὼ, ὡς τὸ ζήτημα ἐμ-
2974φανίζεται, τροπολογούμενον, ὑποτροπολογούμενον, μετατρο-
2975πολογούμενον, παρατροπολογούμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
2976νομίζω ὅτι ἀρχίζω νὰ σχηματίζω πεποίθησιν, ὅτι οἱ εἰσηγη-
2977ταὶ τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς, δὲν ὑποστηρίζουσι
2978σπουδαίως αὐτήν. Ἠξίουν μάλιστα κατηγορηματικήν τινα
2979δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα σώσωμεν
2980τοὐλάχιστόν τινας, οἵτινες αὔριον, ἅμα τῇ ἕῳ, βεβαίως θέ-
2981λουσι ζημιωθῆ. Λοιπὸν παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἦναι
2982ὑμῖν ἐπιτετραμμένον, νὰ δηλώσητε, θὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν
2983ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, ναί, ἢ οὔ;
2984§263Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδήλωσα ἤδη, ὅτι
2985θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως. Νομίζω
2986δὲ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν κάμνετε, δὲν εἶναι ἐπιτε-
2987τραμμένη εἰς ὑμᾶς...
2988§264ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὑπόθεσις· εἶναι ἢ πεποίθησις ἢ
2989ἐρώτησις.
2990§265Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ... Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, διότι δὲν
2991εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν
2992μίαν σύμβασιν μὲ τὴν ἰδέαν, ὅπως μὴ ὑποστηρίξωμεν τὴν
2993σύμβασιν ταύτην. Εἴπετε, «τροπολογεῖται καὶ ὑποτροπολο-
2994γεῖται ἡ σύμβασις». Ὑποθέτω ὅτι αἱ συμβάσεις συζητοῦνται
2995ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἀποκομίσῃ τις πληροφορίας ἐκ τῆς συ-
2996ζητήσεως· διότι, ἐὰν ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἤθελεν εἶναι
2997μόνη ἡ εὐχαρίστησις νὰ ἀκούωμεν τοὺς ἐπὶ τῆς συμβάσεως
2998ἀγορεύοντας, νομίζω ὅτι ἠδυνάμεθα ὅλοι ν’ ἀπαλλαγῶμεν
2999αὐτῆς τῆς εὐχαριστήσεως. Ἡ ἀποδοχὴ τροπολογιῶν εἶναι
3000ἀναγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Ἀκούομεν μετὰ
3001προσοχῆς, καὶ ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ ἄλλας
3002βελτιώσεις τῆς συμβάσεως, θέλομεν θεωρήσει ἡμᾶς εὐτυχεῖς,
3003ἐπιτυγχάνοντες ταύτας.
3004§266ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναχωνευθῇ τότε.
3005§267Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς νὰ ἀναχωνευθῇ; Ἡμεῖς ἀκούο-
3006μεν τὰ λεγόμενα, —μὴ λησμονῶμεν ὅτι πρόκειται περὶ συμ-
3007βάσεως, —ὑμεῖς δὲ, ὁ ὁποῖος διεπραγματεύθητε ἄλλας συμ-
3008βάσεις, γνωρίζετε ὅτι ἀπαιτοῦνται δύο θελήσεις, ὅπως ἐπι-
3009τευχθῶσι τροπολογίαι. Ἀκούομεν πολλά. Ἐννοεῖται ὅτι
3010ἐκ τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν, πολλὰ δὲν εἶναι δυνα-
3011τὸν νὰ γείνωσι δεκτά. Οἱ ὑποστηρίζοντες ταῦτα νομίζουσιν
3012ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ 50 ἑκατομμύρια χω-
3013ρὶς νὰ δώσῃ οὔτε 1% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ἐπειδὴ
3014νομίζομεν, ὅτι τοῦτο σοβαρῶς δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ,
3015ἐννοεῖται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν ἀποδεκταὶ ὅλαι αἱ
3016προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται. Εἶναι πολλαὶ, αἱ ὁποῖαι
3017πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι σαφηνίζουσι καλλίτερον
3018τὰ πράγματα, διότι ἴσως προβλέπουσί τινα, τὰ ὁποῖα δὲν
3019προείδομεν. Τώρα ἐννοεῖται ὅτι, ἐὰν παραταθῇ ἡ συζήτησις
3020ἐπ’ ἄπειρον, καὶ καταστῇ ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβα-
3021σις, δὲν θὰ φέρωμεν εὐθύνην ἐπὶ τούτῳ, διότι, ἐννοεῖται,
3022δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν θέλησίν μας,
3023ὅπως κατορθώσωμεν, ἵνα ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ὡρι-
3024σμένου ψηφισθῇ ἡ σύμβασις. Τοῦτο ἐξαρτᾶται μεγάλως ἐξ
3025ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῆς συμβάσεως συζητοῦσι.
3026§268ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρακαλῶ,
3027εὐθὺς ὡς ἴδητε, ὅτι εἴτε οἱ ἄλλοι, οἱ μέλλοντες νὰ συζητή-
3028σωσιν, εἴτε ἐγώ, δὲν εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ θέματος, νὰ προ-
3029καλέσητε τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς αὐτό.
3030§269Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω κανὲν δικαίωμα ἐγώ.
3031§270ΛΕΒΙΔΗΣ. Παραχωροῦμεν ἡμεῖς αὐτό. Ἐὰν ἴδητε, ὅτι
3032δὲν εἴμεθα ἐντὸς τοῦ ζητήματος, εἴπετε: «δὲν εἶσθε ἐντὸς
3033τοῦ θέματος, ἔλθετε εἰς αὐτό.»
3034Λοιπὸν προχωρῶ. Ἄρθρον 25 τῆς συμβάσεως (ἀναγινώ-
3035σκει): «Περὶ παντὸς καθυστερουμένου ποσοῦ ἐξ ἀντιτίμου
3036»ἐγκαταστάσεων, παροχῆς ὕδατος, εἰσφορᾶς ἢ ἀποζημιώ-
3037»σεως ὑπονόμων κατὰ τὰ ἐν τοῖς προηγουμένοις ἄρθροις ὁρι-
3038»σθέντα, ὡς καὶ περὶ πάσης διαφορᾶς περὶ τῆς κατηγορίας
3039»τοῦ τιμολογίου, εἰς ἣν ἡ οἰκοδομὴ ὑπάγεται, δικάζει ὁ
3040»Πρόεδρος τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν κατὰ τὴν διαδικα-
3041»σίαν τοῦ περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν νό-
3042»μου ΨΛΖʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1871.»
3043Τί ἐξάγομεν ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης; Ὅτι εὑρισκόμεθα
3044εἰς κράτος ἐν κράτει. Διατί; Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει
3045Ἐφορία Οἰκονομικὴ Ἀθηνῶν, Ἐφορία Πειραιῶς; Ἀφοῦ
3046ὑπάρχουσιν Ἐφορίαι, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ πλασθῇ διαδικασία
3047νέα, διεξαγομένη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν;
3048Ὑπάρχουσι φορολογικοὶ κατάλογοι τῶν οἰκοδομῶν Ἀθηνῶν
3049καὶ Πειραιῶς ἀπόλυτον κῦρος ἔχοντες, ἀφοῦ μάλιστα καὶ
3050ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν συνετάχθη ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ, ἡ
3051σύμβασις, ἐξακολουθοῦσι δὲ καὶ αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ.
3052Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν φορολογεῖται τόσος κόσμος! Τίς, παρα-
3053καλῶ, ἡ ἀνάγκη νὰ δημιουργηθῇ αὐτὸ τὸ κράτος ἐν κράτει
3054τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν;
3055§271Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῦ εἶναι αὐτό;
3056§272Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 25.
3057§273Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκούομεν καθ’ ἑκά-
3058στην παράπονα κατὰ τοῦ καταλόγου, τοῦ συντασσομένου ὑπὸ
3059τοῦ ἐφόρου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ νὰ λείψωσι τὰ παράπονα
3060ταῦτα καὶ αἱ διαμαρτυρίαι, ἀνεθέσαμεν τὰ τῆς ὑποθέσεως
3061ταύτης εἰς τὸν Πρόεδρον. Πάντοτε λέγομεν καὶ ἐπαναλαμ-
3062βάνομεν, ὅτι ἀσφάλεια μεγαλειτέρα καὶ ἐγγύησις μεγαλειτέρα
3063διὰ τὸν πολίτην εἶναι ἡ δικαστικὴ ἀρχή· παρεμβάλλομεν τὴν
3064δικαστικὴν ἀρχὴν, λησμονοῦνται τὰ λεγόμενα καὶ ἐπαναλαμ-
3065βανόμενα, καὶ διατείνεσθε ὅτι παύει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀσφάλεια!
3066§274ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε νὰ δεχθῆτε τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐν περιπτώ-
3067σει, καθ’ ἣν ὁ ἰδιοκτήτης φρονεῖ, ὅτι ζητεῖται νὰ καταβάλῃ
3068περισότερον τοῦ νομίμου, νὰ δικάζῃ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρω-
3069τοδικῶν, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ ἐλαττώσει, οὐχὶ ἐπὶ αὐξήσει.
3070Καὶ θέλει γνωρίζει ὁ Πρόεδρος τοῦ Juris Civilis, τίς εἶναι
3071ἡ μισθωτικὴ ἀξία οἰκίας τινὸς καλλίτερον τοῦ οἰκονομικοῦ
3072ἐφόρου, ὅστις ἔχει ὑπ’ αὐτὸν ὅλα τὰ ὄργανα τὰ ἁρμόδια
3073πρὸς τοῦτο; Ἢ τί θέλει γνωρίζει ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτο-
3074δικῶν, ἐρχόμενος ἐξαίφνης ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογ-
3075γίου, ἢ ἐξ ἄλλου τινὸς τῶν Πρωτοδικείων, ἅτινα συνεστή-
3076σατε, ὅστις μάλιστα ἴσως πρώτην φορὰν ἔρχεται εἰς τὰς
3077Ἀθήνας ἀφ’ ὅτου ἐσπούδαζεν ἐδῶ πρὸ εἰκοσαετίας; Ὁ οἰκο-
3078νομικὸς ἔφορος κέκτηται τὴν εἰδικότητα...
3079§275Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φαίνεται, κύριε συνάδελφε, ὅτι κρα-
3080τεῖτε ὡς ἐπιδόρπιον καὶ μίαν ἄλλην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 τῆς
3081συγγραφῆς, ὡς ἐτροποποιήθη, καθ’ ἣν «ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία
3082κέκτηται τὸ δικαίωμα νὰ ἐξακριβώνῃ παρὰ τοῖς πελάταις αὑ-
3083τῆς τὰς ἐνδείξεις τοῦ ὑδρομέτρου πρὸς βεβαίωσιν δὲ τῆς
3084κατηγορίας, εἰς ἣν δέον νὰ ὑπαχθῇ ἑκάστη οἰκοδομή, ἡ ἀνά-
3085δοχος δικαιοῦται νὰ μεταχειρισθῇ οἱονδήποτε νόμιμον μέσον
3086ἤθελε κρίνει σκόπιμον, συμπράξει καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ
3087Ἐλέγχου.»
3088§276Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦ δευτέρου ἐλέγχου.
3089§277Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦ δευτέρου ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον
3090μονιμοποιεῖ ἡ σύμβασις.
3091§278Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ... Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου εἶναι
3092οὐσιώδης· ἐὰν δὲ τυχὸν ὁ εἰσηγητὴς τῆς συμβάσεως δὲν εὑ-
3093ρίσκῃ βάσιμον τὴν παρατήρησιν ταύτην...
3094§279Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν
3095τὴν εὑρίσκω βάσιμον.
3096§280Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν εὑρίσκητε ἐξαίφνης, ὅτι δὲν εἶναι
3097βάσιμος, προσθέσατε τότε εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν
3098καὶ τοὺς δημάρχους Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς καὶ τὸν νομομη-
3099χανικόν.
3100Ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 25 ἀναγράφονται τὰ
3101προνόμια τῆς Ἑταιρείας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν. Περὶ τούτων
3102δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ χθὲς λεχθέντα, ἵνα καταδείξω
3103καὶ πάλιν τὸ μέγα προνόμιον τὸ δικονομικὸν, ὅπερ πρωτο-
3104φανῶς καθιεροῖ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας ἡ σύμβασις. Λοιπὸν καὶ
3105τῶν ἐξόδων τῶν γενομένων διὰ τὴν κηδείαν τοῦ ὀφειλέτου,
3106τῆς γυναικὸς καὶ τῶν τέκνων αὐτοῦ προτιμῶνται τὰ δικαιώ-
3107ματα τῆς Ἑταιρείας. Ὑποθέτω, ὅτι τούτων τοὐλάχιστον
3108ἔδει νὰ ἕπωνται. Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε καὶ αὐτὸ, εἶναι ἐδικός
3109σας λογαριασμός. Εἶναι ὅμως ἀνόσιον.
3110Τὸ ἄρθρον 27 ἐν τέλει λέγει, ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς δικαιοῦ-
3111ται, ἀφοῦ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἀνάδοχον, νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῇ
3112πρόστιμον... ἐκ δραχμῶν 25–500». Νομίζω τὸ πρόστι-
3113μον μικρὸν καὶ γελοῖον, προκειμένου περὶ Ἑταιρείας κεφαλαίου
311450,000,000.
3115Τὸ ἄρθρον 28 ἐν τέλει τῆς αʹ παραγράφου πραγματεύεται
3116περὶ προστίμου ἐπιβαλλομένου τῇ Ἑταιρείᾳ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν
3117Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου. Νομίζω ὅτι ἐγγύησις θέλει εἶσθαι
3118νὰ τεθῇ προθεσμία ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἀρχῆς, διότι
3119δυνατὸν ἐνίοτε ἡ Ἀρχὴ ποτὲ νὰ μὴ ἐκδίδῃ τὴν ἀπόφασιν αὑ-
3120τῆς κατὰ τῆς Ἑταιρείας.
3121Ἐν ἄρθρῳ 31 ὡς ἐγγύησις ἀναγράφεται τὸ ποσὸν δραχ.
31221, 000, 000. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Β. Διά-
3123ταγμα τῆς 20 Μαρτίου 1884 ἔτους, ἡ ἐγγύησις τοῦ ἑνὸς ἑκα-
3124τομμυρίου δρ. εἶναι μικρά. Διότι τὸ διάταγμα ὁρίζει, ὅτι ὡς
3125ἐγγύησις κατατίθεται τὸ εἰκοστὸν τῆς ἀξίας τοῦ ἔργου. Ἐν-
3126ταῦθα, ἐπειδὴ τοῦ ἔργου ἡ ἀξία ὁρίζεται εἰς 50,000,000
3127δραχμὰς, βεβαίως εἰς 2,500,000 δραχ. πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ
3128ἐγγύησις.
3129Κατὰ τὸ ἄρθρον 32, παράγραφος προτελευταία, «ἡ νέα
3130Ἑταιρεία... θὰ ὑπόκηται εἰς τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς κλπ.»
3131Νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα πρέπει νὰ προστεθῇ «καὶ τῆς συμ-
3132βάσεως». Διότι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεώς εἰσι καὶ οἱ σπουδαιότε-
3133ροι. Ἡ συγγραφὴ ἕπεται τῆς συμβάσεως.
3134Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 34. Εἶναι τὸ χωνευτικόν.
3135Δηλαδὴ πολλὰ δι’ αὐτοῦ θὰ χωνεύωνται (ἀναγινώσκει):
3136«Τὰ σίδηρα, οἱ διάφοροι σωλῆνες, κρουνοὶ, κρουνοκαταρρά-
3137»κται, τὰ ἐργαλεῖα, αἱ μηχαναὶ, καὶ πάντα τὰ ὑλικὰ ἐν γέ-
3138»νει, ἅτινα ἤθελεν ἡ ἀνάδοχος εἰσάγει ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς,
3139»διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, συμπλήρωσιν καὶ ἀνανέωσιν
3140»αὐτῶν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς παραχωρήσεως τῶν ὑδά-
3141»των καὶ ὑπονόμων ἐν γένει, εἰσὶν ἀπηλλαγμένα παντὸς τε-
3142»λωνειακοῦ, ἐπαρχιακοῦ, δημοτικοῦ ἢ λιμενικοῦ φόρου καὶ
3143»δικαιώματος προκυμαίας». Τώρα, παρακαλῶ, ἐὰν ἡ Ἑται-
3144ρεία αὕτη ἀναλάβῃ καὶ ἄλλας ἐργασίας, κατὰ τίνα τρόπον
3145θέλει ἐνασκεῖσθαι ὁ ἔλεγχος τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ἐκ τῆς
3146συμβάσεως ἐργασίαν; Αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα ἄξιον
3147μελέτης. Ἔπειτα δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον εἰς τὰ
3148συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἀτέλεια
3149καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως; Ἐννοῶ τὴν ἀτέ-
3150λειαν μέχρις ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου· ἀλλὰ φαντάσθητε
3151ὁποίων καταχρήσεων δυνάμεθα νὰ παραστῶμεν μάρτυρες,
3152ἐὰν ἐπὶ 85 ἔτη ἐξακολουθῇ ἡ ἀτέλεια ὅλων τῶν ὑλικῶν,
3153ὧν θέλει ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑταιρεία! Παραλείπω ἡλίκην ζη-
3154μίαν θέλουσιν ὑποστῆ ἐπιτηδευματίαι τινὲς τῶν Ἀθηνῶν
3155καὶ τοῦ Πειραιῶς, οἵτινες κατεργάζονται ἢ ἐμπορεύονται τὰ
3156ὑλικὰ ταῦτα.
3157§281Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅ,τι ἐγίνετο ἄλλοτε ἀπὸ τὴν
3158Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρείαν τῆς Σύρου.
3159§282Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσιν ὅμοιαι
3160διατάξεις εἰς τὰς συμβάσεις μετὰ σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν.
3161§283Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ συγκρίνετε ὡρισμένας ἑταιρείας
3162σιδηροδρομικὰς, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὡρισμένας ἐργασίας, μὲ ἑται-
3163ρείαν, ἡ ὁποία θὰ εὑρίσκηται εἰς σχέσεις διαρκεῖς μὲ πάν-
3164τας τοὺς πολίτας διὰ τὰς ἐργασίας καὶ διὰ τὰς προμηθείας
3165ὅλων τῶν ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα ἐὰν ὑπολογίσητε, θὰ εὕρητε, ὅτι
3166δύνανται νὰ ἀνέλθουν εἰς 15 ἑκατομμύρια διὰ τὴν πρώτην ἐγ-
3167κατάστασιν, καὶ εἰς ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος διὰ τὰς
3168ἐπισκευὰς καὶ τὴν συντήρησιν.
3169§284ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν εἰσάγῃ ἡ Ἑταιρεία ἐπὶ 85 ἔτη
3170ἀτελῶς σωλῆνας μολυβδίνους, ὑπάρχει κανεὶς τρόπος νὰ δια-
3171κρίνητε τούτους τοὺς σωλῆνας; Θὰ γείνῃ εἰσαγωγεὺς ἔξω
3172διαγωνισμοῦ ὅλων τῶν σωλήνων;
3173§285Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκπλήττεσθε διὰ
3174διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις.
3175§286Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῇ τὸ προ-
3176νόμιον τῆς ἀναδόχου πρὸς τὸ προνόμιον τῶν Σιδηροδρομικῶν
3177Ἑταιρειῶν, διότι ἡ ἀνάδοχος θὰ μετέρχηται τὸν μεταπω-
3178λητήν. Δυνάμει ῥητῆς διατάξεως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
3179τερικῶν θὰ καθορίζῃ τὴν τιμὴν τῶν διαφόρων εἰδῶν καὶ μη-
3180χανημάτων· ἀφοῦ δὲ πρόκειται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
3181κῶν νὰ καθορίζῃ τὰς τιμὰς, εἰς τί χρησιμεύει ἡ χορηγουμένη
3182ἀτέλεια;
3183§287Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησίς σας
3184εἶναι λογικωτάτη, ἀλλὰ δὲν κάμνετε διάκρισιν μεταξὺ τῶν
3185δύο κατηγοριῶν ὑλικῶν· διότι ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑλικὰ, τῶν
3186ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑταιρεία, ὅπως κατασκευάσῃ τὸ
3187δίκτυον τοῦ ὑδραγωγείου, ἡ ἀτέλεια εἶναι δικαία· ὅσον ἀφορᾷ
3188τὰ ἄλλα ὑλικὰ, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ πωλήσῃ εἰς τοὺς ὑδρο-
3189λήπτας, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἐγκρί-
3190νει τὰ τιμολόγια, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀτέλειαν τῶν ὑλι-
3191κῶν τούτων ἐν τῷ ὁρισμῷ τῆς τιμῆς αὐτῶν, καὶ ἑπομένως
3192δὲν βλέπω αὐτὰ τὰ μυθώδη κέρδη, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος
3193Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀνέφερεν, ὑποθέτων ὅτι θὰ πορισθῇ ἡ
3194Ἑταιρεία ἐκ τῆς ἀτελείας ταύτης.
3195§288Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τῇ Ἑταιρείᾳ χορηγεῖται ἓν μονοπώλιον
3196εἰς βάρος τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Ὅλοι οἱ χαλκεῖς, οἱ
3197ὁποῖοι ἐργάζονται σήμερον διὰ τὴν ὕδρευσιν τῶν δύο πόλεων,
3198καταστρέφονται ἐντελῶς, διότι ὁ συναγωνισμὸς καθίσταται
3199ἀδύνατος ἕνεκα τῆς χορηγουμένης τῇ ἀναδόχῳ ἀτελείας.
3200Τὸ δὲ ἄρθρον 34 δὲν διακρίνει· λέγει «πάντα τὰ ὑλικά,
3201μηχανήματα ἐν γένει, ἅτινα ἤθελεν ἡ ἀνάδοχος εἰσάγει ἐκ
3202τῆς ἀλλοδαπῆς καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ προνομίου της,
3203εἰσὶν ἀτελῆ». Ἠμπορεῖτε νὰ ἐκπίπτητε τὸ τέλος ἐκ τῆς τι-
3204μῆς, τὴν ὁποίαν θὰ καθορίσητε· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει,
3205ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀτέλεια, καὶ καθ’ ὅσον ἡ ἀτέλεια
3206δίδει ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις, ἐννοεῖται ὅτι δὲν πρέπει νὰ
3207τὴν δεχθῆτε.
3208§289Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι διὰ τοῦ τιμολογίου
3209θὰ ἐκπίπτωνται τὰ τέλη;
3210§290Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν γίνεται λό-
3211γος περὶ τιμολογίων, ἐν τοῖς ὁποίοις ὁρίζονται αἱ τιμαὶ ἑνὸς
3212εἴδους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ τιμαὶ αὗται θὰ
3213αὐξήσουν λόγῳ φορολογίας, ἡ ὁποία δὲν τὸ βαρύνει;
3214§291ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄρθρον 36. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλὸν
3215νὰ ὁρισθῇ ἡ δαπάνη διὰ τὸ προσωπικόν, διὰ τοὺς μισθοὺς,
3216διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐκμεταλεύσεως; Ὑμεῖς γνω-
3217ρίζετε, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ὑδραυλικῆς ὑποθέσεως, τὸ
3218πρᾶγμα, κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, σηκώνει νερό. Πρέπει
3219νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ἵνα μὴ ἀρχίσωμεν αὔριον ἀμέσως νὰ
3220δίδωμεν κατὰ μῆνα 1000 δραχμὰς εἰς τὸν Διευθυντὴν, ἄλ-
3221λας τόσας εἰς τὸν ἀνεψιὸν τοῦ Διευθυντοῦ, καὶ ἄλλας τόσας
3222εἰς τὸν ἀνεψιὸν τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Διευθυντοῦ.
3223Τώρα ἔρχεται τὸ ἄρθρον 37, ἔνθα, ἐν τέλει, λέγεται:
3224«Κατὰ τὴν ἐξαγορὰν τὸ τυχὸν ὑπάρχον ἀποθεματικὸν κεφά-
3225λαιον κατὰ τὸ ἄρθρον 41 διανέμεται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου
3226καὶ τῆς Ἑταιρείας, 60% διὰ τὸ Δημόσιον καὶ 40% διὰ τὴν
3227»Ἑταιρείαν». Ἡ δὲ τροπολογία, προσθέτουσα νέαν παρά-
3228γραφον ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀναγράφει πάλιν δικαιώ-
3229ματα τοῦ Δημοσίου εἰς συμμετοχὴν, ἐν περιπτώσει ἐξαγο-
3230ρᾶς κλπ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐννοήσω, τί ζητεῖ εἰς αὐτὸ τὸ οἰκο-
3231γενειακὸν συμπόσιον τὸ Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον δὲν χορηγεῖ τι.
3232§292Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη
3233δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ ὕδατα ἀνήκουσιν εἰς
3234τὸ Δημόσιον, καὶ ἐντεῦθεν προέρχονται τὰ ἐν τῇ συμβάσει
3235ἀναγνωριζόμενα τῷ Δημοσίῳ δικαιώματα.
3236§293Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πότε ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους
3237ἤσκησε δικαιώματα τὸ Κράτος ἐπὶ τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν
3238αὐτῶν; Τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως τοῦ 1890 ἀνέγραφε διά-
3239ταξιν περὶ ἀποζημιώσεως διὰ τὰς τυχὸν ἀξιώσεις ἰδιωτῶν,
3240ὅπως μὴ ἀναγνωρίσῃ αὐτὰς προκαταβολικῶς, ἀλλ’ οὐδέποτε
3241τὸ Δημόσιον ἤσκησε δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ὑδά-
3242των τῶν πηγῶν.
3243§294Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3244Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς προβάλλει τὸ ἐπιχείρημα,
3245ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἤσκησε δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν
3246πηγῶν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ὀφείλω νὰ πληροφο-
3247ρήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὰς παραδόσεις καὶ γνώμας
3248τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύ-
3249νανται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὰ ἐπὶ τῶν πηγῶν τῶν
3250ὑδάτων τούτων δικαιώματα ἰδιοκτησίας. Ὡς γνωστὸν, παρε-
3251χωρήθη εἰς Ἑταιρείαν διὰ συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ νόμου, πρὸ
3252εἴκοσι περίπου ἐτῶν, ἡ ἀποξήρανσις τῆς Στυμφαλίας καὶ τὸ
3253δικαίωμα τῆς χρήσεως τοῦ ἐκ τῶν πηγῶν τούτων ὕδατος. Ἡ
3254Ἑταιρεία ἐκείνη ἐξετέλεσεν ἔργα τινὰ, ἐχρησιμοποίησε τὸ
3255ὕδωρ τῶν πηγῶν. Οὐδεμία προεβλήθη ἀμφισβήτησις κατὰ
3256τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ Δημοσίου, τοῦ παραχωρηθέντος
3257εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἡ Ἑταιρεία ἐγένετο ἔκπτωτος, ὡς μὴ
3258ἐκπληρώσασα ὅσας ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις. Ὅτε δὲ κατὰ τὸ
32591897, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπεδέχθην γενομέ-
3260νην μοι ὑπὸ Κορινθίων πρότασιν, ὅπως ἐνοικιασθῇ ἡ λίμνη
3261Στυμφαλίας δι’ ἰχθυοτροφεῖον, προεβλήθησαν ἀξιώσεις οὐχὶ
3262ἐπὶ τῶν πηγῶν τῶν ὑδάτων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν γαιῶν τῶν
3263ἀποξηραινομένων καὶ κατακλυζομένων ὑπὸ τῆς λίμνης.
3264§295Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πλα-
3265νᾶται, συγχίζων τὰ ὕδατα τῆς λίμνης Στυμφαλίας μὲ τὰ
3266ὕδατα τῶν πηγῶν αὐτῆς. Οὐδέποτε τὸ Δημόσιον ἤσκησε δι-
3267καιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν, καὶ διὰ
3268τοῦτο οὐδὲν ἀνεῦρεν ἐν τοῖς ἀρχείοις σχετικὸν ὁ Ὑπουργὸς
3269τῶν Οἰκονομικῶν.
3270§296Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
3271κῆς ἔχει δίκαιον. Ἡ πηγὴ Δούσιας ἀνήκει εἰς τὴν κυριότητα
3272τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Δούσιας, Ψάρι καὶ Ἀσπροκάμπου,
3273παρ’ αὐτῇ δὲ ὑπάρχουσι καὶ ὑδρόμυλοι, λειτουργοῦντες διὰ
3274τοῦ ὕδατος τῆς πηγῆς ταύτης· ἡ πηγὴ δὲ Καστανιᾶς ἀρ-
3275δεύει περὶ τὰ 1000 στρέμματα, ἐφ’ ὧν ἔχουσι δικαίωμα
3276ἀναφαίρετον οἱ κάτοικοι· δύναμαι δὲ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι
3277εἰς τὰ μέρη ταῦτα, ἰδίως ἐν τῇ πηγῇ Καστανιᾶς, συμβαί-
3278νουσι κατ’ ἔτος διαπληκτισμοὶ καὶ ἔριδες κατὰ τὴν διανομὴν
3279τοῦ ὕδατος ἐκείνου, οὐδὲ δύναται εὐκόλως ἡ Κυβέρνησις
3280ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς κατοίκους, ἀποζῶντας μόνον διὰ τῆς
3281καλλιεργείας τῶν ὀλίγων ἀγρῶν των. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιό-
3282τερον εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας καὶ ἐπὶ τῶν
3283διὰ τῆς συμβάσεως καταλαμβανομένων πηγῶν, ἔχουσι δου-
3284λείαν χρήσεως καὶ ἀρδεύσεως ὁλόκληροι αἱ σταφιδοφόροι ἐκ-
3285τάσεις τοῦ δήμου Κορίνθου, ὧν οἱ ἰδιοκτῆται χρησιμοποι-
3286οῦσι πρὸς τοῦτο τὸν Ἀσωπὸν ποταμὸν, πηγάζοντα ἀναμφι-
3287σβητήτως ἐκ τῆς λίμνης Στυμφαλίας...
3288§297ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ θέλω δημοσιεύσει τὴν ἀγόρευσίν
3289μου ἐν ἐφημερίδι. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ἡ ἐφημερὶς θέλει κατα-
3290ληφθῇ μᾶλλον ὑπὸ τῶν ἀγορεύσεων ὑμῶν ἢ ὑπὸ τῆς ἐμῆς.
3291Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος νὰ ἐγγράψω ὑμᾶς συνδρομητὰς
3292διὰ τὴν πληρωμὴν (ἱλαρότης).
3293§298Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ... Οὕτω τὸ σπουδαιότερον διὰ τὰς
3294καταβληθησομένας μεγάλας ἀποζημιώσεις ὑπὸ τῆς ἀναδόχου
3295Ἑταιρείας εἶναι, ὅτι ὁλόκληρος ἡ πεδιὰς Κορίνθου, ἀπὸ τῆς
3296πόλεως Κορίνθου μέχρι Σικυῶνος, ἀρδεύεται ἐκ τῆς Στυμ-
3297φαλίας, καὶ δυστυχῶς τὰ δικαιώματα ταῦτα τῶν κατοίκων
3298παρηγκωνίσθησαν διὰ τῆς συμβάσεως, ὁ λαὸς δὲ ἐκεῖνος δια-
3299τελεῖ ἀνάστατος ἐπὶ τῇ εἰδήσει τῆς ἀφαιρέσεως τῶν πηγῶν.
3300Χθὲς μάλιστα ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν δήμαρχον καὶ
3301ἄλλους πολίτας Κορινθίους, παρουσιάσθη εἰς τὸν κ. Πρω-
3302θυπουργὸν, διαμαρτυρομένη διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ὑδάτων, ἥτις
3303θὰ συνεπιφέρῃ καταστροφὴν εἰς τὴν πεδιάδα τὴν καλουμέ-
3304νην Βόχαν. Τὰ δικαιώματα δὲ ταῦτα τῶν κατοίκων, ἐνασκού-
3305μενα ἀπὸ δεκαπενταετίας, ἀνεγνώρισε καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐγ-
3306κρίνασα πρὸ μηνῶν ἀνάλογον πίστωσιν διὰ τὴν κατασκευὴν
3307προσωρινῶν ἔργων ἐν τῷ Ἀσωπῷ ποταμῷ, οὕτως ὥστε ἡ
3308ἐκ Στυμφαλίας ποσότης τοῦ ὕδατος, διὰ τοῦ ποταμοῦ καταρ-
3309ρέοντος, ηὔξησε μεγάλως, ἡ δὲ ἄρδευσις ἐγενικεύθη. Οὕτω,
3310ἂν μὴ ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία συνδυάσῃ μετὰ τῆς ὑδρεύσεως
3311τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὴν ἄρδευσιν τῆς πεδιάδος Κορίνθου, με-
3312γίστη καὶ ἀνυπολόγιστος θὰ προκύψῃ ζημία, οἱ δὲ κάτοικοι
3313ἐκεῖνοι, καταστρεφόμενοι, βεβαίως θὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν ἄδι-
3314κον ἀφαίρεσιν τῆς περιουσίας των.
3315§299ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὅτε κατὰ ἔτος 1881 παρε-
3316χωρήθη εἰς Ἑταιρείαν ἡ ἀποξήρανσις τῶν λιμνῶν Στυμφα-
3317λίας καὶ Φενεοῦ, ἐγὼ διετέλουν δικηγόρος παρὰ τοῖς ἐν Ναυ-
3318πλίῳ δικαστηρίοις...
3319§300Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος, παρακαλοῦμεν.
3320§301ΛΕΒΙΔΗΣ (πρὸς τὸν κ. Λαμπρυνίδην). Ὁρίστε, ἔχει
3321θέσιν (ἱλαρότης).
3322§302ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος)...Συγχρόνως τότε
3323εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τὴν αὐτὴν Ἑταιρείαν καὶ τὸ δικαίωμα
3324τῆς χρήσεως τῶν ὑδάτων, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἀρδευθῶσι τό τε
3325Ἀργολικὸν καὶ τὸ Κορινθιακὸν πεδίον. Διὰ τοῦτο ὁ ἀείμνη-
3326στος Τρικούπης, προκειμένου νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ ὕδατα
3327ταῦτα εἰς Ἀθήνας τῷ 1890, προέβη πρότερον εἰς τὴν ἀπό-
3328φασιν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν Ἑταιρείαν ἐκείνην.
3329Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κατὰ τὸ 1881 παραχωρήσεως ἐκεί-
3330νης ἠγέρθησαν πολλὰ σχετικὰ ζητήματα παρὰ τοῖς ἐν
3331Ναυπλίῳ δικαστηρίοις. Ἐν τούτοις ὁμολογῶ, ὅτι περὶ τῆς
3332πηγῆς τῶν Κιονίων οὐδεμία προεβλήθη ἀξίωσις κυριότητος
3333ἢ δουλείας, καὶ τοῦτο διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐκ τῆς πηγῆς
3334ταύτης διακόσια μόλις στρέμματα γαιῶν ποτίζονται κατὰ
3335διετίαν τὸ θέρος. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν πηγῶν ὑφίστανται δι-
3336καιώματα, ὡς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς οἰκογενείας Νοταρᾶ. Εἰς
3337πίστωσιν δὲ τῶν λεγομένων μου σᾶς ἀναγινώσκω περικοπὴν
3338ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ τότε βουλευτοῦ Κορινθίας μακαρίτου
3339Ἀναστασίου Δημητριάδου κατὰ τὴν ἐν ἔτει 1890 συζήτη-
3340σιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμ-
3341φαλίας ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν (ἀναγινώσκει):
3342«... Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι μόνον διακόσια
3343»στρέμματα ποτίζονται ἅπαξ κατὰ διετίαν τὸ θέρος, ὅλον
3344»δὲ τὸν χρόνον τὸ ὕδωρ τοῦτο χύνεται εἰς τὴν λίμνην, δὲν
3345»ὑπάρχουν δὲ κοινότητες πέριξ τῶν Κιονίων...»
3346Ἐπὶ τοῦ ὕδατος λοιπὸν τῆς πηγῆς τῶν Κιονίων δὲν δύνα-
3347ται νὰ γείνῃ λόγος περὶ δικαιωμάτων κυριότητος ἢ δουλείας.
3348Ὁ μακαρίτης Ἀναστάσιος Δημητριάδης διετέλει τότε ἀπὸ
3349τριακονταετίας δικηγόρος παρὰ τοῖς ἐν Ναυπλίῳ δικαστηρίοις,
3350ὑπερασπιζόμενος σχεδὸν ἀποκλειστικῶς πάσας τὰς ὑποθέσεις
3351τῶν συνεπαρχιωτῶν του Κορινθίων, ὥστε οὐδεμία ἠδύνατο
3352νὰ λανθάνῃ αὐτὸν εἴτε ἀξίωσις εἴτε σχετικὴ ἀμφισβήτησις
3353περὶ ἀντικειμένου τοσοῦτον σπουδαίου καὶ φλέγοντος. Ἐπι-
3354μέτρως δὲ ὁ μακαρίτης Δημητριάδης ἐπρόκειτο τότε, ληγού-
3355σης τῆς περιόδου τῆς Βουλῆς, νὰ ζητήσῃ τὰς ψήφους τῶν
3356συμπολιτῶν του, καὶ κάλλιστα ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ
3357ἐκφρασθῇ τοσοῦτον σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς περὶ τοῦ
3358ἀντικειμένου τούτου, ἂν δὲν εἶχε πλήρη πεποίθησιν περὶ
3359τούτου. Οὐδὲ καὶ ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ τὰ τυχὸν
3360δικαιώματα τῶν ἐκλογέων του, ἂν ἀληθῶς ὑπῆρχον τοιαῦτα.
3361§303ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄρθρον 39, ὡς ἐτροποποιήθη. Πρόκειται
3362περὶ τοῦ ὕδατος διὰ τὰς ἀρδεύσεις καὶ τὴν βιομηχανίαν. Ἐν-
3363ταῦθα, Κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ δοθῇ τις ἐξήγησις. Ἐγράφη
3364ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἀναγνωρίζει ἡ σύμ-
3365βασις τῇ ἐν λόγῳ Ἑταιρείᾳ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἰσὶ
3366σπουδαιότατα, ὅτι δὲ μεγάλα κέρδη ἤθελε προσπορισθῆ ἐξ
3367αὐτοῦ ἡ Ἑταιρεία. Φαίνεται ὅτι τοῦτο ἐτάραξε τὰ νεῦρα
3368τῶν Ἐργοληψιῶν, ἐπειδὴ δὲ οἱ ἄνθρωποι, καὶ δικαίως, δὲν
3369ἐπεθύμουν νὰ φαίνωνται καὶ ἄπληστοι, ἐξυπνήσαμεν πρωΐαν
3370τινὰ, καὶ ἀνεγνώσαμεν ἐν πάσαις ταῖς ἐφημερίσι δήλωσίν
3371τινα τῆς Ἑταιρείας ὑπὸ τὸν τύπον, ὡς ἤθελον εἴπει οἱ δι-
3372πλωμάται, Communiqué, δηλαδὴ ἀνακοινωθέντος. Τὸ
3373ἀνακοινωθὲν φέρει τίτλον «Ἐπίσημος δήλωσις τῆς
3374Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν. Χορηγεῖ τὴν ἄρ-
3375δευσιν καὶ κινητήριον δύναμιν εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ
3376τὴν ἀγοράσουν». Ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
3377«Ἡ συνάδελφος «Ἀκρόπολις» ἐν τῷ σημερινῷ φύλλῳ της
3378»γράφει, ὅτι ἐκ τῆς ἀρδεύσεως καὶ τῆς βιομηχανίας ἡ Ἑται-
3379»ρεία τῶν Ἐργοληψιῶν θὰ ἔχῃ πρόσοδον 2,314,000 δραχ-
3380»μῶν, καὶ ἐκ τῆς κινητηρίου δυνάμεως δραχμὰς 1,200,000.
3381» Ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἐργοληψιῶν εἰς ἀπάντησιν τούτων δη-
3382»λοῖ κατηγορηματικῶς, ὅτι εὐχαρίστως παραχωρεῖ πάσας
3383»τὰς ἐκ τῆς ἀρδεύσεως καὶ βιομηχανίας προσόδους ἀντὶ
3384»100,000 δραχμῶν, τὰς δὲ ἐκ τῆς κινητηρίου δυνάμεως
3385»προσόδους ἀντὶ 50,000 δραχμῶν. Ἡ «Ἀκρόπολις», ἐὰν
3386»θέλῃ νὰ κάμῃ ἐπιχείρησιν, ἢ πᾶς πειθόμενος εἰς τὴν γνώ-
3387»μην τῆς συναδέλφου, δύναται νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς λαμπρᾶς
3388»εὐκαιρίας, ἀναλαμβάνων τὰς ἐκ τῆς ἀρδεύσεως, βιομηχα-
3389»νίας καὶ κινητηρίου δυνάμεως προσόδους ἀντὶ 150,000
3390»δραχμῶν, καὶ κερδίζων οὕτω — κατὰ τὴν «Ἀκρόπολιν» —
3391»τρία ἑκατομμύρια τριακοσίας ἑξήκοντα τέσσαρας χιλιάδας
3392»δραχμάς.»
3393Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ δήλωσις αὕτη τῶν Ἐργοληψιῶν εἶναι
3394πλέον ἢ ἐπίσημος, παρακαλῶ ἐν τῇ συμβάσει νὰ ἀναγραφῇ
3395ὅρος, καθ’ ὃν αʹ) ἡ Ἑταιρεία νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν τοῦ ὕδα-
3396τος, τοῦ παραχωρουμένου διὰ τὰς ἀρδεύσεις, καὶ βʹ) ὅτι,
3397ὁψέποτε οἱ δῆμοι Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς ἤθελον προσ-
3398φέρει τῇ Ἑταιρείᾳ τὸ ἐν τῷ ἀνακοινωθέντι δηλούμενον
3399ὑπ’ αὐτῆς χρηματικὸν ποσὸν, αὕτη νὰ ὑποχρεῶται νὰ ἐκχωρῇ
3400τοῖς ἐν λόγῳ δήμοις τὰ σχετικὰ δικαιώματα αὐτῆς. Ὑπο-
3401θέτω ὅτι ἡ σύστασίς μου αὕτη εἶναι τοσοῦτον λογικὴ καὶ
3402βάσιμος, ὥστε βεβαίως πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει.
3403Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς ἄλλην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39 § βʹ:
3404»Τὸ διὰ τὰς τοιαύτας χρήσεις χρησιμοποιηθησόμενον ὕδωρ
3405»δὲν δύναται νὰ πωλῇ ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία εἰς τιμὴν ἀνω-
3406»τέραν τῶν πέντε ἑκατοστῶν τῆς δραχμῆς κατὰ κυβικὸν μέ-
3407»τρον, ἑκάστοτε παρεχόμενον», λέγει τὸ ἄρθρον. Ἡ τιμὴ
3408τῶν 5 λεπτῶν εἶναι κατὰ τὴν τροπολογίαν, διότι κατὰ τὴν
3409σύμβασιν ἦτο μέχρις 7 λεπτῶν. Διὰ συγκρίσεως, ἣν θέλετε
3410μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ποιήσωμαι, θέλω ἀποδείξει, ὅτι καὶ ἡ τιμὴ
3411τῶν 7 λεπτῶν καὶ ἡ τῶν 5 λεπτῶν διὰ τὰς ἀρδεύσεις εἶναι
3412ὑπέρογκος. Καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, ὅταν ἀναλύσω δι’ ἀριθ-
3413μῶν τὰ ἐνταῦθα ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης
3414περὶ ἀρδεύσεων κρατοῦντα, θέλετε παρατηρήσει τηλικαύτην
3415διαφορὰν τῶν τιμῶν, ὥστε βεβαίως θέλετε ἐκπλαγῆ.
3416Τὸ Κεφαλάρι τῆς Κηφισιᾶς, γνωστὸν πᾶσιν, ἐνοικιάζεται
3417ὡς ἑξῆς: Ἥμισυ Κεφαλάρι, ἐπὶ μίαν ὥραν καθ’ ἑβδομάδα,
3418ἀντὶ δραχ. 120 ἐτησίως. Ἄρα ὁλόκληρον ἀντὶ δραχ. 240.
3419Ἄρα διὰ τὰς 24 ὥρας καθ’ ἑβδομάδα ἐτησίως ἀντὶ δραχ-
3420μῶν 5,760. Καὶ καθ’ ἑκάστην, ἀντὶ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος,
3421διὰ τὰς 24 ὥρας (δραχ. 5760 Χ 7 ἡμέρας) ἀντὶ δραχμῶν
342240,320 ἐτησίως. Αὐτὸ εἶναι τὸ μίσθωμα ὁλοκλήρου τοῦ Κε-
3423φαλαρίου ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Κεφαλάρι μέ-
3424χρι πρό τινος ἀπετελεῖτο ἐξ ὀκάδων 6 ὕδατος, ἤτοι δρα-
3425μίων 2,400, ἀναλογεῖ τὸ δράμιον πρὸς δραχμὰς 17. Ἐνῷ
3426μὲ τὴν τιμὴν τῶν 7 λεπτῶν, ὡς εἶχεν ἡ σύμβασις πρὸ τῆς
3427τροπολογίας, κατὰ κυβικὸν μέτρον, ἔχομεν ὡς τιμὴν μι-
3428σθώματος ποτιστικῶν ὑδάτων τῆς Ἑταιρείας, ὁμοίως δι’ ἓν
3429δράμιον, δραχμὰς 25 καὶ λεπ. 55 (δηλαδὴ λεπ. 7 Χ 365
3430ἡμέρας), ἤτοι ἐπὶ πλέον ἢ διὰ τὸ Κεφαλάρι, κατὰ τὴν σύμ-
3431βασιν, δραχ. 8 καὶ λεπ. 55.
3432Τώρα ἂς ἴδωμεν, μετὰ τὴν τροπολογίαν τῆς συμβάσεως,
3433ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 5 λεπτῶν, ὁποῖαί εἰσιν αἱ ἀναλογίαι Κε-
3434φαλαρίου καὶ τῶν ὑδάτων τῶν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας μελλόν-
3435των νὰ παραχωρηθῶσι πρὸς ἄρδευσιν. Ἡ ἀναλογία εἶναι
3436ἀκριβῶς δραχμαὶ 18 καὶ λεπτὰ 25. Ἑπομένως καὶ διὰ τῶν
34375 λεπτῶν τὸ ὕδωρ τὸ ἐκ τῆς συμβάσεως προερχόμενον εἶ-
3438ναι ἀκριβώτερον τοῦ ὕδατος τοῦ Κεφαλαρίου κατὰ δραχ. 1
3439καὶ λεπ. 25.
3440Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν τὰς
3441τιμὰς τοῦ ὕδατος τοῦ ποτιστικοῦ ἐν πολλαῖς χώραις τοῦ
3442κόσμου. Τὰς τιμὰς ταύτας θέλετε εὕρει ἐν τῷ περισπουδά-
3443στῳ συγγράμματι τοῦ Ronna, ἐν τόμῳ 5, σελ. 346–376,
3444τῷ ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Les Irrigations» (αἱ ἀρδεύσεις),
3445ἐν ἐκδόσει τοῦ 1890 ἔτους. Ἐκεῖ ἀναγινώσκομεν, ὅτι ἐν
3446Ἰταλίᾳ, καὶ εἰδικῶς ἐν Λομβαρδίᾳ, ἡ τιμὴ τοῦ ὕδατος διὰ
3447τὰς ἀρδεύσεις εἶναι λεπ. 16, ἀντὶ τῶν δραχμῶν 18 καὶ λε-
3448πτῶν 25 ἐνταῦθα κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς ἐτροπολογήθη.
3449Ἐν τῇ Παυΐᾳ λεπτὰ 45, ἐν τῇ Λομελλίᾳ λεπ. 35, ἐν τῇ
3450Κρεμόνῃ λεπ. 40. Ἐννοεῖται, ὅτι πρόκειται πάντοτε περὶ
3451τοῦ μισθώματος ἑνὸς δραμίου ποτιστικοῦ ὕδατος, ἤτοι ἑνὸς
3452μέτρου κυβικοῦ καθ’ ἑκάστην. Ἐν Ἱσπανίᾳ, ἐν τῇ κοιλάδι
3453τοῦ Ἕβρου λεπτ. 16, ἐν Γαλλίᾳ, καὶ εἰδικῶς ἐν Verdon,
3454λεπ. 70, ἐν Aubagne λεπ. 80, ἐν Bourne λεπ. 60–70,
3455ἐν Ventavon λεπ. 60, ἐν Cap λεπ. 50, ἐν Saint—Martory
3456λεπ. 35, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς.
3457Λοιπὸν ἔχομεν τὴν αὐτὴν ποσότητα ὕδατος ποτιστικοῦ
3458ἐν μὲν ταῖς Ἀθήναις τιμωμένην, μετὰ τὴν τροπολογίαν τῆς
3459συμβάσεως, πρὸς δραχ. 18 καὶ λεπ. 25 τὸ δράμιον, ἐν δὲ
3460ταῖς πλείσταις τῶν πόλεων τῆς Ἰταλίας καὶ ἐν πάσαις σχεδὸν
3461τῆς Γαλλίας καὶ ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου τὴν αὐτὴν ποσότητα
3462ὕδατος τιμωμένην ἀντὶ ὀλίγων λεπτῶν, ὡς ἄρτι ἠκούσατε.
3463Μόνον ἐν Μασσαλίᾳ φθάνει ἡ τιμὴ τοῦ ἐνοικίου τοῦ ποτι-
3464στικοῦ ὕδατος εἰς δραχμὴν μίαν τὸ δράμιον.
3465Αὐταὶ εἰσιν αἱ εὐεργετικαὶ πρόνοιαι τῆς Ἑταιρείας περὶ
3466τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων! Καὶ
3467ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραβάλωμεν πάντοτε τὰ σήμερον
3468ζητούμενα χρηματικὰ ποσὰ πρὸς τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ
34691890 ἔτους, τί εὑρίσκομεν; Ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ
3470ἡ τιμὴ τῶν ποτιστικῶν ὑδάτων εἶχεν ὁρισθῆ ἀπὸ 3–5 λε-
3471πτῶν καὶ ἀπὸ 5–8. Ἐνταῦθα ἀναγράφεται μία καὶ ἡ αὐτὴ
3472τιμὴ, ἐναντίον πάσης ἀκριβοῦς ἰδέας περὶ τοῦ πράγματος·
3473διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους ἦτο καὶ κατὰ τοῦτο
3474πολὺ σοφώτερον τῆς προκειμένης συμβάσεως, ἀφοῦ ἐκεῖ ἐποί-
3475κιλλεν ἡ τιμὴ τοῦ ποτιστικοῦ ὕδατος ἀναλόγως τῆς ἐπο-
3476χῆς, ὀρθῶς καὶ δικαίως. Δὲν δύνασθε τὸ ὕδωρ, τὸ πρὸς ἄρ-
3477δευσιν χρήσιμον, νὰ τὸ διαθέτητε ἀντὶ τῆς αὐτῆς τιμῆς καὶ
3478κατὰ τὸν χειμῶνα καὶ κατὰ τὸ θέρος· αὐτὸ εἶναί τι πρωτά-
3479κουστον. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1890 ἔτους ἔλεγεν:
3480«Ἀρδεύσεις χειμῶνος (16 Ὀκτωβρίου μέχρι 15 Ἀπριλίου)
3481»εἰς συνδρομητὰς λεπ. 3, εἰς μὴ συνδρομητὰς λεπ. 5· ἀρ-
3482»δεύσεις θέρους εἰς συνδρομητὰς λεπ. 5, εἰς μὴ συνδρομητὰς
3483»λεπ. 8» (ἄρθρον 22 τοῦ νομοσχεδίου). Ὥστε βλέπετε, ὅτι
3484ἀκόμη καὶ κατὰ τοῦτο ἡ σύμβασις δὲν στηρίζεται ἐπὶ βάσεων
3485ἀσφαλῶν, ὀρθῶν καὶ δικαίων.
3486Ἡ Ἑταιρεία κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ 39, καὶ ὡς ἐτρο-
3487πολογήθη, ὑποχρεοῦται νὰ διοχετεύσῃ εἰς τὰς πόλεις Ἀθη-
3488νῶν καὶ Πειραιῶς καὶ εἰς τὰ περίχωρα λίτρας 750, δηλαδὴ
3489ὀκάδας 162. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐπάγεται, ὅτι τὸ περισ-
3490σεῦον ἐκ τῶν 162 ὀκάδων δικαιοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ δια-
3491θέτῃ πρὸς ἄρδευσιν, ἢ δι’ ἄλλας χρήσεις. Ἡμεῖς ὅμως δια-
3492φωνοῦμεν καὶ ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ λέγομεν,
3493ὅτι δίκαιον εἶναι πρός τε τοὺς δήμους Ἀθηναίων καὶ Πει-
3494ραιῶς καὶ πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν δύο τούτων πόλεων, νὰ
3495ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία, ὁλόκληρον τὴν ποσότητα τῶν 162
3496ὀκάδων νὰ διοχετεύῃ ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν. Θέ-
3497λετε ἴσως μοὶ εἴπει, ὅτι πιθανὸν τὸ ὕδωρ τοῦτο νὰ πλεο-
3498νάζῃ διὰ τὸ λεκανοπέδιον ἡμῶν. Ἀλλὰ πρῶτον, τοῦτο εἶναι
3499ζήτημα δεόμενον ἐξετάσεως, ἔπειτα δὲ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ αὐτὸ,
3500ἀφοῦ εἰς τοσαύτας καὶ τηλικαύτας ὑποχρεώσεις ὑποβάλλον-
3501ται οἵ τε δῆμοι Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς καὶ οἱ κάτοικοι
3502αὐτῶν, ἡ Ἑταιρεία, ἐὰν ἴδῃ, ὅτι τὸ ὕδωρ πλεονάζει, ἂς
3503καταβιβάσῃ βραδύτερον τὰς τιμὰς αὐτοῦ, τοῦθ’ ὅπερ θέλει
3504φέρει μεγίστην κατανάλωσιν, καὶ ἑπομένως οὐχὶ πλεονα-
3505σμόν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ συμπολῖται ἡμῶν καὶ οἱ
3506δῆμοι, ὧν ἐπίσης ἐσμὲν ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι, νὰ ὑποβλη-
3507θῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν φοβερὰν φορολογίαν; Διότι πῶς νὰ εἴ-
3508πωμεν αὐτὴν ἐπὶ τέλους; Ἀντάλλαγμα παροχῆς; Ἀλλ’ εἶ-
3509ναι βεβαίως ἀντάλλαγμα παροχῆς ὕδατος μέχρι τινός, μέ-
3510χρι τοῦ εὐλόγου τιμήματος. Ὅταν ὅμως καταβάλλητε ἀναγ-
3511καστικῶς πλέον τοῦ εὐλόγου τιμήματος, τότε ἀμέσως παύει
3512ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἀνταλλάγματος ἐπὶ τῇ παροχῇ, καὶ
3513ἄρχεται ἡ καθαρὰ φορολογία.
3514Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνωνται οἱ δῆμοι αὐ-
3515τοὶ καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν διὰ τοσούτων καὶ τηλικούτων
3516δαπανῶν καὶ ὑποχρεώσεων, διὰ στερήσεως ἀκόμη τῆς ἰδι-
3517κτησίας αὐτῶν, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ μὴ καρπῶνται αὐτοῦ
3518τοῦ ὕδατος ὁλοκλήρου ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ, ἐν ᾧ οἱ δῆμοι
3519αὐτοὶ ὑφίστανται; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ
3520ὅρος περιοριστικός, καθ’ ὃν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 162
3521ὀκάδων ὕδατος νὰ διοχετεύηται εἰς τὸ λεκανοπέδιον Ἀθηνῶν.
3522§304Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁλόκληρος ἡ δαπάνη διὰ τὴν διοχέτευσιν
3523τοῦ ὕδατος θὰ καταβληθῇ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν δύο πό-
3524λεων· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ δι’ ἄλλους;
3525§305ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω καὶ ἐγώ. Βεβαίως.
3526§306Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὴν Ἑταιρείαν· ἡ
3527Ἑταιρεία θὰ ἀπολαύσῃ ὅ,τι δύναται νὰ ἀπολαύσῃ ἐκ τῆς
3528ἐκμεταλλεύσεως.
3529§307ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ᾖναι εἶδος διανομέως ἡ Ἑταιρεία.
3530§308ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ πωλεῖ δὲ εἰς τοιαύτην τιμὴν, διὰ
3531νὰ μὴ τὸ φέρῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ
3532ἀλλαχοῦ.
3533§309ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἐν τῷ ἄρθρῳ
353441, ἵνα προχωρήσωμεν, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς, ἐφ’ ὧν προκαλῶ
3535τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Παράγραφος ϛʹ (ἀναγινώσκει):
3536«Τὰ καθαρὰ ἐτήσια κέρδη τῆς Ἑταιρείας θέλουσιν ἀποτε-
3537λεῖσθαι ἐκ τοῦ ἀπομένοντος ὑπολοίπου μετὰ τὴν ἀφαίρε-
3538σιν ὅλων τῶν ἐξόδων διαχειρίσεως, ἐκμεταλλεύσεως καὶ
3539συντηρήσεως, πάσης ζημίας κλπ.» Αὐτὸ, Κύριοι, τὸ «πά-
3540σης ζημίας» δέον νὰ σαφηνισθῇ. Τί ἐννοεῖτε; Ὑποθέσατε,
3541ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ, ἔχουσα τὸ πλεονάζον τοῦ ὕδατος,
3542ἐπιλαμβάνεται ἄλλων ἐργασιῶν, ἐκτὸς τῆς ὑδρεύσεως καὶ τῶν
3543ἀρδεύσεων τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς καὶ τῶν περι-
3544χώρων, ἄλλων π. χ. βιομηχανικῶν ἐργασιῶν, καὶ ἐκ τῶν ἐρ-
3545γασιῶν αὐτῶν ζημιοῦται. Εἶναι δίκαιον τότε νὰ ὑφίσταται ἡ
3546διάταξις τῆς ϛʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 41; Διατί; Τοῦτο
3547νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον.
3548«Ἐξευρεθέντων ἅπαξ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῆς Ἑται-
3549ρείας», ἐξακολουθεῖ τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἐν παραγράφῳ προτε-
3550λευταίᾳ, «μέχρι 15% π’ αὐτῶν, κατ’ ἀνώτατον ὅρον, θὰ
3551διατίθενται κλπ.» Τῶν καθαρῶν κερδῶν λέγει. Ἀλλ’ ἵνα
3552εὑρίσκωμεν αὐτὰ, δέον νὰ γνωρίζωμεν ἐπακριβῶς, τί θέλει
3553δαπανήσει καὶ δαπανᾷ ἡ Ἑταιρεία. Νομίζω ἄρα, ὅτι πρέ-
3554πει νὰ ληφθῶσι πᾶσαι αἱ ἀναγκαῖαι προφυλάξεις. Διὰ τοῦτο
3555φρονῶ, ὅτι δέον τὸ Δημόσιον νὰ ἐφορᾷ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τάς τε
3556ἐργασίας καὶ τὰς πληρωμὰς τῆς Ἑταιρείας, δέον νὰ ἐφορᾷ
3557καὶ νὰ ἐλέγχῃ ἀκόμη καὶ τὴν προμήθειαν τῶν ὑλικῶν. Ἐὰν
3558ὑπάρχῃ, Κύριοι, περίστασις, καθ’ ἣν ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη
3559ἀληθοῦς Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, —διότι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ
3560Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, πάντοτε πρέπει νὰ προσθέτωμεν τὸ
3561ἐπίθετον αὐτὸ, ἀφοῦ συνήθως, ἐκτὸς σπανίων περιπτώσεων,
3562οὗτοί εἰσιν εἰκονικοί...
3563§310ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σκιαί!
3564§311ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπόπειραι σκιῶν... Λοιπὸν, ἐὰν ὑφίστα-
3565ται ἀνάγκη Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, εἶναι ἐν τῇ περιστάσει
3566ταύτῃ, διότι πολλὰ δύνανται νὰ συμβαίνωσιν ἐν τῇ δια-
3567χειρίσει τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ ὀνομά-
3568σητε αὐτὸν Βασιλικὸν, ὀνομάσατε Ὑπουργικόν, ὅπως θέ-
3569λετε· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἐπιθεωρητοῦ τινος σπουδαίου καὶ
3570ἐντίμου, τὰ πάντα ἐφορῶντος καὶ ἐλέγχοντος, τοσούτῳ μᾶλ-
3571λον, ὅσῳ πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἑταιρικῆς μεταξὺ πολ-
3572λῶν, Δημοσίου, δήμων, ἰδιοκτητῶν.
3573Καὶ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἔφθασα εἰς τὸ τέλος τῶν με-
3574λετῶν μου ὡς πρὸς τὴν προκειμένην σύμβασιν, ἥτις τε-
3575λευτᾷ διὰ τοῦ ἄρθρου 45. Ἐνταῦθα εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω
3576ὀλίγας λέξεις διὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὅπερ ἵνα συλληφθῇ, φαί-
3577νεται ὅτι εἰργάσθησαν πολλοὶ πατέρες. Περισσότερον ὅμως
3578εἰργάσθησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρίας τῶν Ἐργολη-
3579ψιῶν. Καὶ ἐπειδὴ εἰργάσθησαν πολλοὶ πατέρες, ἐὰν ἀναγνώ-
3580σητε, θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ ἀναγνώσητε αὐτὸ καὶ ἐκ δευτέ-
3581ρου καὶ ἐκ τρίτου καὶ ἐκ δεκάτου, ἵνα ἀνεύρητε τὴν πατρό-
3582τητα τοῦ τέκνου. Ὑπερισχύει ὅμως πάντοτε ἡ φυσιογνω-
3583μία τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν Ἐργοληψιῶν. Μόνον ὅτι δὲν κα-
3584πνίζει καὶ ποῦρον τὸ ἄρθρον (γέλωτες). Εἶναί τι παραδο-
3585ξότατον. Καὶ λέγων ταῦτα, βεβαίως δὲν ἀφορῶ εἰς τὸν θέ-
3586σαντα κάτωθι τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ κ. Πρωθυπουργόν. Διότι,
3587Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύ-
3588λου ἡμῶν. Οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν
3589νοημοσύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ τίς ἀγνοεῖ τὰς
3590ἀσχολίας, ὑφ’ ὧν αὐτός τε καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ περι-
3591κυκλοῦνται; Δὲν εἶναι δυνατὸν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀξιώ-
3592σωμεν, ὅπως Ὑπουργὸς, ἢ καὶ Πρωθυπουργὸς ἀκόμη, ὑπο-
3593γράφων σύμβασιν, ὁπλίζηται διὰ διπλῶν καὶ τετραπλῶν ὀμ-
3594ματοϋαλίων, πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων ἐκείνων, οὓς
3595ἀντιπροσωπεύει, δηλαδὴ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἢ
3596ἐπὶ τοῦ προκειμένου τῶν τε δήμων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὅσῳ
3597καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἐνήμερος, ὅσῳ καὶ ἂν ὑποτεθῇ γνώστης τῶν
3598πραγμάτων, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ ὑποθέσεων κερδο-
3599σκοπικῶν, εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ μὴ περιπέσῃ εἰς τὰ
3600ἐπικίνδυνα δίκτυα αὐτῶν, ἐν ᾗ μάλιστα περιπτώσει, ὡς ἐπὶ
3601τοῦ προκειμένου, ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία αὐτοῦ ἦναι τοσοῦτον
3602ἀμελέτητος, ὅσον ἀπεδείχθη ἤδη καὶ ἔτι ἀποδειχθήσεται.
3603Διὰ τοῦτο ἐγὼ θέλω εἴπει καθαρῶς τὴν γνώμην μου περὶ
3604τοῦ ἄρθρου τούτου. Αὐτὸ, Κύριοι, ὡς ἐγὼ θέλω ἀναλύσει
3605αὐτὸ, (ἐὰν δὲ πλανῶμαι, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
3606Κυβερνήσεως ἀμέσως νὰ μὲ διακόψῃ) θέλει παρουσιάσει ὑμῖν
3607τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἀποκομίζετε, ὅταν ἔχητε ἐνώπιον ὑμῶν
3608τοὺς ταχυδακτυλουργοὺς μετὰ τῶν πίλων αὐτῶν.
3609Ἡ Ἑταιρεία λοιπὸν, κατὰ τὸ ἄρθρον 45 § αʹ τῆς συμ-
3610βάσεως, ἐντὸς δέκα μηνῶν ἀπὸ τῆς παραδόσεως εἰς αὐτὴν
3611τῶν ὑδάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων ὑποχρεοῦται νὰ ἐπαυξήσῃ
3612αὐτὰ διὰ προσωρινῶν μέτρων εἰς 15 ὀκάδας. Καὶ ἐπειδὴ,
3613κατὰ τὴν παράγραφον ϛʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἡ παράδοσις
3614τῶν ὑδάτων τῇ Ἑταιρείᾳ ὑπὸ τοῦ δήμου γενήσεται ἐντὸς
3615δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἡ Ἑταιρεία
3616θέλει καρποῦσθαι ἐπὶ πενταετίαν τὰ ὕδατα ταῦτα πρὸς
3617δραχ. 80 τὸ δράμιον, ἀντὶ 50. Ἴδετε παράγραφον δʹ τοῦ
3618αὐτοῦ 45 ἄρθρου.
3619§312Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τρία ἔτη.
3620§313ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ 5 ἔτη (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἀντιμε-
3621»τώπισιν τῶν ἀπαιτηθησομένων διὰ τὰ προσωρινὰ ταῦτα ἔργα
3622»δαπανῶν ἡ τιμὴ πωλήσεως τοῦ ὕδατος ἐν Ἀθήναις ἀναβι-
3623»βάζεται ἀπὸ τῆς 1 ἐπιόντος ἔτους 1900 καὶ μέχρι τῆς ἐνάρ-
3624»ξεως τῆς ὑδρεύσεως διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς
3625»δραχμὰς 80 κατὰ δράμιον.»
3626Λοιπὸν θέλει καρποῦσθαι ἐπὶ πενταετίαν τὰ ὕδατα αὐτὰ
3627πρὸς 80 δραχ. τὸ δράμιον. ἀντὶ 50. Τί θέλει εἰσπράττει τώρα
3628ἐκ τῶν δραμίων αὐτῶν; Οἱ συνδρομηταὶ τοῦ δήμου εἶναι διὰ
36295,600 δράμια περίπου. Ἀλλ’ ἐγὼ, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει πρὸς
3630τὸ παρὸν, διὰ νὰ ἦμαι σαφέστερος εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς, νὰ
3631λάβω τὸν στρογγύλον ἀριθμὸν 6,000 δραμίων, ὃν μετὰ ταῦτα
3632θέλω ἐλαττώσει καὶ λόγῳ δραμίων καὶ λόγῳ κέρδους τῆς
3633Ἑταιρείας. Λοιπὸν πρὸς 80 δραχμὰς τὸ δράμιον θέλει εἰσ-
3634πράξει ἡ Ἑταιρεία ἐπὶ πέντε ἔτη δρ. 2,400,000, ἤτοι
3635480,000 ἐτησίως.—Μέχρι τοῦδε νομίζω, ὅτι εἴμεθα σύμφω-
3636νοι.—Τί θέλει τώρα δαπανήσει ἡ Ἑταιρεία διὰ τὰς ἐργα-
3637σίας ταύτας; Δι’ ἐνοίκιον πρὸς τὸν δῆμον (παράγραφος εʹ τοῦ
3638αὐτοῦ 45 ἄρθρου) δραχ. 140,000 ἐτησίως. Ἐπὶ 2½ ἔτη
3639δραχ. 350,000. Τώρα ἐγὼ, Κύριοι, λαμβάνω τὴν χείρονα
3640περίστασιν διὰ τὴν Ἑταιρείαν· μετ’ ὀλίγον δὲ θέλω ἐξηγήσει
3641καὶ θέλετε ἐννοήσει, τί ἐννοῶ «τὴν χείρονα περίστασιν διὰ τὴν
3642Ἑταιρείαν». Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν δαπανᾷ
3643τίποτε πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγω-
3644γείου μέχρι 15 ὀκάδων. Ὅταν λέγω δὲν δαπανᾷ τίποτε,
3645ἐννοῶ, ὅτι δὲν δαπανᾷ τὸ ἑκατομμύριον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 45
3646§ θʹ, ἐπιβαλλούσης τὴν δαπάνην 1,000,000 δρ. πρὸς ἐπαύ-
3647ξησιν τοῦ ὕδατος εἰς 15 ὀκάδας. Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι δὲν
3648δαπανᾷ τίποτε ἡ Ἑταιρεία. Τί γίνεται κατὰ τὴν παράγρα-
3649φον ιʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 45; Κερδίζει τὸ ἑκατομμύριον τοῦτο
3650ὁ δῆμος. Ἀλλὰ τότε ἡ Ἑταιρεία ὑφίσταται καὶ ἄλλην ζη-
3651μίαν. Τίνα; Ὅτι θέλει πληρώσει ἐπὶ πλέον καὶ μίσθωμα
3652τῷ δήμῳ ἐκ 12,000 δρ. διὰ πᾶσαν ἐλλείπουσαν ὀκᾶν ἐκ τῶν
365315 ὀκάδων (ἄρθρον 45 § ιʹ). Ἐπειδὴ δὲ, ἂν ὑπολογίσωμεν
3654ὅτι ἔχομεν 6 ὀκάδας ὕδατος κατὰ τὸν χειμῶνα, ἢ καὶ τώρα, —
3655διότι περίπου τόσον ἔχομεν τώρα—μέχρι τῶν 15 ὀκάδων θέ-
3656λουσι λείψει ὀκάδες 9, αὗται, πρὸς 12,000 δραχμὰς ἑκάστη,
3657ὅσον εἶναι τὸ διὰ τὸν δῆμον μίσθωμα, φέρουσι δρ. 108,000·
3658ἐπὶ 2½ ἔτη (κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον 45 § ά) δραχμὰς
3659270,000. Ἤτοι, ὑπὸ τὴν χείρονα περίπτωσιν διὰ τὴν
3660Ἑταιρείαν, δηλαδὴ ἐὰν αὕτη πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος εἰς
366115 ὀκ. δὲν ἐνεργήσῃ τίποτε, ἀλλὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, θέλει
3662ὑποστῆ τὰς ἑξῆς ζημίας· αʹ) θέλει πληρώσει τῷ δήμῳ, ὡς
3663εἶπον, δρ. 350,000 ὡς μίσθωμα διὰ τὰ 2½ ἔτη· βʹ) θέ-
3664λει πληρώσει τῷ δήμῳ τὸ πρόστιμον τῶν δρ. 1,000,000·
3665γʹ) θέλει πληρώσει τῷ δήμῳ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν 9 ὀκάδων,
3666πρὸς δρ. 12,000 κατ’ ἔτος ἡ ὀκᾶ, ἐπὶ 2½ ἔτη, δραχ.
3667270,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ Ἑταιρεία θέλει πληρώσει δραχ-
3668μὰς 1,620,000 Αὐτὴ εἶναι ἡ ζημία τῆς Ἑταιρείας μέχρι
3669τοῦδε. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη τις ζημία, δηλαδὴ καὶ ἄλλη
3670ὑποχρέωσις χρηματική. Ἐπειδὴ θέλει ἔχει ἀνάγκην διὰ τὴν
3671διαχείρισιν καὶ εἴσπραξιν αὐτοῦ τοῦ χρήματος καὶ διὰ τὴν
3672διανομὴν τοῦ ὕδατος εἰσπρακτόρων τινῶν καὶ ὑδρονομέων (καὶ
3673πολλῶν, μὲ συγχωρεῖτε, χαραμοφάγηδων μεταξὺ αὐτῶν),
3674θέλει πληρώσει, κατὰ ὑπολογισμὸν ἀκριβέστατον, 30,000
3675δρ. ἐτησίως διὰ τὰς αἰτίας ταύτας, ἤτοι ἐπὶ 5 ἔτη 150,000
3676δραχμάς. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὑπολογίζω 6,000 δράμια, ἵνα
3677ἦμαι σαφέστερος, ὡς ἐκ τοῦ στρογγύλου τοῦ ἀριθμοῦ· ἐπειδὴ
3678ὅμως ἀκριβῶς εἶναι μόνον 5,600 (κατὰ τὴν σελίδα 7 τῆς
3679εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως), ἀφαιρῶ τὴν διαφορὰν τοῦ μισθώματος
3680ἐκ δρ. 32,000 ἐτησίως, ἐπὶ 5 ἔτη δραχ. 160,000. Ἑπο-
3681μένως, ἐὰν εἰς τὸ 1,620,000 δρ. (ζημίαν τῆς Ἑταιρείας)
3682προσθέσωμεν καὶ τὰς δρ. 160,000 (ἐκ τῶν ἐπὶ ἔλαττον 400
3683δραμίων) καὶ τὰς δρ. 150,000 διὰ τοὺς εἰσπράκτορας καὶ
3684ὑδρονομεῖς, ἔχομεν ζημίαν τῆς Ἑταιρείας, δηλαδὴ ὑποχρεώ-
3685σεις χρηματικὰς, ἐξ 1,930,000 δραχμῶν. Τί θέλει εἰσπρά-
3686ξει, ὡς εἶπον; 2,400,000 δραχμάς. Λοιπὸν ἐξ αὐτῆς τῆς
3687ταχυδακτυλουργικῆς συσκευῆς καὶ διασκευῆς καὶ μετασκευῆς
3688καὶ ἐπισκευῆς τοῦ ἄρθρου 45 ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐπαυξάνει τὸ
3689ὕδωρ μέχρι τῶν 15 ὀκάδων, σταυρώνει τὰς χεῖρας, ῥοφᾷ τὸ
3690ποῦρον αὐτῆς, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν δύο σπουδαιοτάτων ἐργα-
3691σιῶν κερδίζει εἰς τὰ καλὰ καθούμενα πόσας, παρακαλῶ;
3692Τετρακοσίας ἑβδομήκοντα χιλιάδας δραχμάς! Εἶναι ἡ
3693πρώτη φορὰ, Κύριοι, καθ’ ἣν, ἐν τηλικαύτῃ ἀνέσει, γίνεται
3694τις κύριος 470,000 δραχμῶν.
3695Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ ἐπίλογος, δι’ οὗ νομίζω, ὅτι δύνα-
3696μαι νὰ κλείσω τὸ πρῶτον μόνον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς μου
3697(ἱλαρότης). Παρακαλῶ δὲ, ἐὰν μέχρι τοῦδε ἠκούσατέ τι,
3698ὅπερ δὲν προκύπτει ἐκ τῆς λεπτομεροῦς καὶ πραγματικῆς συ-
3699ζητήσεως τῆς συμβάσεως, εἴτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴτε οἷος
3700δήποτε τῶν φίλων αὐτοῦ, ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, νὰ ἀνέλθῃ τὸ
3701βῆμα καὶ νὰ μοὶ καταδείξῃ αὐτό. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ
3702μόνη κατανάλωσις χρόνου, ἥτις δύναται, αὐστηρῶς ἐμοῦ κρι-
3703νομένου, νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος ἐμοῦ, εἶναι μικρά τις πα-
3704ρέκβασις, μεγίστην ὅμως σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὸ ζήτημα, ὅτε
3705ἠγόρευον περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας
3706τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρχεν ἐδῶ ἐλεγκτὴς τοῦ κατα-
3707ναλισκομένου χρόνου, ἠθέλετε βεβαιωθῆ, ὅτι ἡ μικρὰ ἐκείνη
3708παρέκβασις δὲν διήρκεσε πέραν τῶν 10 λεπτῶν τῆς ὥρας.
3709Ἑπομένως, καίτοι οὐδαμῶς ὑποχρεοῦμαι ν’ ἀπολογηθῶ, οὔτε
3710ἀπολογοῦμαι, ὅταν φρονῶ καὶ πέποιθα, ὅτι ἐκτελῶ τὸ κα-
3711θῆκόν μου, προστατεύων τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα
3712ἐκείνων, οἵτινες ἐπὶ εἴκοσι περίπου ἔτη ἀδιακόπως μὲ ἀπο-
3713στέλλουσιν ἐνταῦθα, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
3714μὲ κατηγορήσῃ, ὅτι ἀγορεύω δῆθεν πρὸς κωλυσιεργίαν. Καὶ
3715διὰ τοῦτο ἐν πλήρει θάρρει καὶ ἀδιαπτώτῳ πεποιθήσει θέλω
3716εἰσέλθει, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιεικῶς παράσχῃ μοι τὴν προσοχὴν
3717αὑτῆς, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τῶν ὅρων τῆς συγ-
3718γραφῆς. Ἐνταῦθα ὅμως, Κύριοι, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλω εἶσθαι
3719πολὺ συντομώτερος, διότι τὸ ζήτημα εἶναι κατὰ μέγα μέρος
3720τεχνικὸν καὶ μηχανικὸν, ἐγὼ δὲ αἰσθάνομαι, ὅτι δὲν δύναμαι
3721νὰ ἔχω πολλὴν εἰς τὰ τοιαῦτα εἰδικότητα...
3722§314ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐδῶ εἶναι νοσοκομεῖον! κοι-
3723μῶνται ὅλοι!
3724§315ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε εἶναι ὑπνωτήριον, δὲν εἶναι νοσοκομεῖον.
3725Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν βλέπω ἄλλον ἀσθενῆ ἐδῶ, ἐκτὸς τῆς συμβάσεως.
3726§316Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλησμονήσατε τὴν
3727ἑτέραν τοῦ ἄρθρου διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας «ἡ ἐκμίσθω-
3728»σις τῶν ὑδάτων καὶ σχετικῶν κτήσεων τοῦ δήμου γενή-
3729»σεται διὰ συμβάσεως μεταξὺ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἀθη-
3730»ναίων καὶ τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας. Ἐὰν ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ
3731»δὲν συγκατατεθῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ταύ-
3732»της, ἢ ἀναβάλῃ ταύτην πέραν τῆς διμήνου προθεσμίας, ἡ
3733»ἀνάδοχος Ἑταιρεία ἀπαλλάσσεται τῆς ἀναλαμβανομένης
3734»ὑπ’ αὐτῆς ὑποχρεώσεως» κλπ. Ἄρα ὅλος αὐτὸς ὁ ὑπολο-
3735γισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐγένετο παρ’ ὑμῶν, εἶναι ὑπολογισμὸς ἄνευ
3736βάσεως. Ἐὰν ἡ μίσθωσις συμφέρῃ εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων,
3737θέλει ὠφεληθῆ τῆς διατάξεως τοῦ συζητουμένου ἄρθρου· ἐὰν
3738ὄχι, δὲν θὰ προβῇ εἰς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον
3739κανονίζει.
3740§317ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ προαίρεσις τῆς Ἑταιρείας,
3741ἀναγραφούσης ῥήτρας τοιαύτας; Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι θὰ ἦναι
3742ἕνας μπουνταλᾶς ὁ δήμαρχος, — πρᾶγμα οὐχὶ ἀδύνατον, —
3743βεβαίως θέλει πέσει εἰς τὰ βρόχια τῆς Ἑταιρείας.
3744§318Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπειδὴ παρεστήσατε, ὅτι ἐγὼ δὲν
3745ἐπρόσεξα εἰς τοῦτο, καὶ ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ ὑπάρχει τι, τὸ
3746ὁποῖον δύναται νὰ ζημιώσῃ τὸν δῆμον Ἀθηναίων, σᾶς παρα-
3747τηρῶ, ὅτι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τῆς δημοτικῆς
3748ἀρχῆς.
3749§319ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔστω· ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν προαιρέ-
3750σεων τῆς Ἑταιρείας.
3751§320Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία ἦτο ἡ ἀνάγκη νὰ τεθοῦν οἱ
3752ὅροι;
3753§321Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως καὶ τοῦτο,
3754ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἡ ὑποχρέωσις δαπάνης ἑνὸς
3755ἑκατομμυρίου, ἵνα διὰ ταύτης βελτιωθῇ προσωρινῶς ἡ κατά-
3756στασις τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως.
3757§322ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέ-
3758τασιν τῶν ὅρων τῆς συγγραφῆς. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει):
3759«Χάριν εὐκολίας τῆς ἀναδόχου, ἐπιτρέπεται αὐτῇ ἡ βαθ-
3760»μιαία ὑποβολὴ διαγραμμάτων κατὰ τμήματα τοῦ τε ὑδρα-
3761»γωγείου τῆς Στυμφαλίας, τοῦ διοχετευτικοῦ δικτύου τῶν
3762»πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς καὶ τῶν ὑπονόμων Ἀθη-
3763»νῶν» κλπ. Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι προκειμένου περὶ κατασκευῆς
3764τοῦ ὑδραγωγείου Στυμφαλίας, περὶ τῆς τοῦ διοχετευτικοῦ δι-
3765κτύου, ἡ κατὰ τμήματα ὑποβολὴ διαγραμμάτων εἶναι καὶ
3766δικαία καὶ ὀρθή. Ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε, προ-
3767κειμένου περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ὑπονόμων, ἥτις δὲν δύ-
3768ναται νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τοὺς ἐπιστημονικοὺς κανόνας, ἐὰν
3769δὲν χωροσταθμισθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔδαφος τῆς πόλεως Ἀθη-
3770νῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἔλεγχος τῆς Κυβερνή-
3771σεως περὶ τῆς κατὰ τοὺς κανόνας κατασκευῆς τοῦ ἔργου, ἐὰν
3772τμηματικῶς, μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον παρουσιάζῃ τὰ σχέδια
3773αὑτῆς ἡ Ἑταιρεία; Δέον νὰ χωροσταθμισθῇ ἡ πόλις ὅλη,
3774ἥτις, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, δὲν εἶναι χωροσταθμισμένη,
3775μετὰ τὴν χωροστάθμισιν νὰ ὑποβληθῇ ὁλόκληρον τὸ δίκτυον
3776τῶν ὑπονόμων, καὶ διὰ μιᾶς νὰ ἐγκριθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐρ-
3777γασίας. Διότι, ἄλλως, Κύριοι, γνωρίζετε τί θέλομεν πάθει;
3778Ὅ,τι ἐν τῇ μεγάλῃ Δημοτικῇ Ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὸ,
3779Κύριοι, εἶναι περιεργότατον, καὶ πρέπει νὰ ἀνακοινωθῇ ὑμῖν.
3780Ἡ ὁδὸς Ἀθηνᾶς ἔχει ὑπόνομον, δι’ ἣν οἱ παρόδιοι, οἱ δυσ-
3781τυχεῖς, εἶχον καταβάλει ὁ μὲν 500, ὁ δὲ 600, ἄλλος 1000
3782δραχμάς. Μετὰ ταῦτα οἱ σοφοὶ ἄνδρες, οἱ ἑκάστοτε διαχει-
3783ριζόμενοι τὰ κοινὰ, ἀφοῦ ᾠκοδομήθη ἡ Νέα Ἀγορὰ, ἥτις
3784ὑπὲρ πᾶν ἄλλο κτίριον ἔχει ἀνάγκην συστήματος πρὸς ἐξα-
3785γωγὴν τῶν ἀκαθαρσιῶν καὶ τῶν ὑδάτων, τί ἀνεκάλυψαν;
3786Ὅτι ἡ ὑπόνομος τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς ἔκειτο ὑψηλότερον, δὲν
3787ἠξεύρω κατὰ πόσα μέτρα, τῆς ἐπιφανείας, δι’ ἧς ἔδει νὰ
3788ἐξέρχωνται τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα τῆς Νέας Ἀγορᾶς. Φαίνε-
3789ται, ὅτι οἱ σοφοὶ ἄνδρες ἤλπιζον, ὅτι ἐλεύσεται ἡμέρα, καθ’ ἣν
3790τὰ ὕδατα θέλουσι ῥέει πρὸς τὰ ἄνω! Καὶ τότε τί συνέβη;
3791Ὑπῆρξεν ἀνάγκη κατασκευῆς νέας ὑπονόμου ὑπὸ τὴν ὁδὸν
3792Ἀθηνᾶς. Αὐτῆς δὲ μάλιστα τῆς νέας ὑπονόμου ἔχομεν ἐν-
3793ταῦθα ἓν μέγα θῦμα, παρακαθήμενον ἐκεῖ (δεικνύει τὴν
3794δεξιὰν), τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθη-
3795ναίων κ. Δ. Μ. Καλλιφρονᾶν, ὅστις, ἐὰν δὲν πλανῶμαι,
3796περὶ τὰς δύο ἢ τρεῖς χιλιάδας δραχμὰς ἐπλήρωσεν, ἵνα μετα-
3797φέρῃ τὰ ὕδατα τῆς οἰκίας αὑτοῦ εἰς τὴν νέαν ὑπόνομον.
3798Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀρθότατον, ἐπιστημονικώτατον καὶ
3799ἐπιβεβλημένον εἶναι, ἵνα ἡ Ἑταιρεία ὑποχρεωθῇ διὰ μιᾶς νὰ
3800ὑποβάλῃ τὰ σχέδια αὑτῆς περὶ τοῦ δικτύου τῶν ὑπονόμων.
3801Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 8 — παραλείπω τινά, διότι δὲν
3802ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω περὶ μικροτέρων τινῶν ζητημάτων, λίαν
3803ἄλλως τε σπουδαίων — (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀνάδοχος Ἑται-
3804»ρεία δικαιοῦται νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰς οἰκίας καὶ ἐπιθεωρῇ
3805»τὴν καλὴν συντήρησιν τῶν μηχανημάτων ὑδροληψίας καὶ
3806»ὑπονόμων τῆς ἐσωτερικῆς διοχετεύσεως τῆς τε ὑδρονομῆς
3807»καὶ τῆς τῶν ὑπονόμων κλπ.» Λοιπὸν ἐδῶ ἀναγνωρίζεται
3808αὐτῇ τὸ δικαίωμα, ὅπερ τέλος πάντων θέλει κατά τινα τρό-
3809πον προσβάλλει καὶ τὸ ἄσυλον αὐτὸ τῆς κατοικίας. Διότι
3810ἐγὼ, Κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου θέλουσιν
3811εἶσθαι διατεθειμένοι νὰ βλέπωσιν ἐξαίφνης καὶ τὸν κ. Πρόε-
3812δρον τῆς Ἑταιρείας καὶ τὸν Διαχειριστὴν αὐτῆς, εἰσερχομέ-
3813νους μὲ τὰ ποῦρά των (ἱλαρότης), καὶ μάλιστα πρωῒ–πρωῒ,
3814καὶ ἐπισκεπτομένους τὰ διάφορα ἀποχωρητήρια τῆς οἰ-
3815κίας, τὰ πλυντήρια, καὶ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ἀποτελοῦντα τό τε
3816ὑδραυλικὸν σύστημα καὶ τὸ σύστημα τῶν ὑπονόμων ἑκάστης
3817οἰκίας. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι κάπως δικαίωμα ὀλίγον ἀσυμβί-
3818βαστον πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος περὶ ἀσύλου τῆς
3819κατοικίας ἑκάστου. Πρέπει νὰ ἀναγραφῶσι τοὐλάχιστον ἐγ-
3820γυήσεις τινὲς καὶ περιορισμοί. Διότι εἰς ἐμὲ δὲν ἀρέσκει νὰ
3821βλέπω αὐτοὺς τοὺς Κυρίους, ὀψέποτε ἔλθῃ αὐτοῖς ἡ ὄρεξις,
3822νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν οἰκίαν μου, ἵνα ἐπιθεωρῶσι τὰ ἀπο-
3823χωρητήρια κλπ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων, καὶ ἵνα
3824εἰσέλθῃ ἡ Ἀρχὴ πρὸς ἔρευναν εἰς τὴν οἰκίαν, ὑπάρχουσιν οἱ
3825νόμοι, οἱ ἐπιβάλλοντες πολλὰς διατυπώσεις. Καὶ θέλομεν εἶ-
3826σθαι ὑποχρεωμένοι ἡμεῖς ἐξαίφνης νὰ ὑπείκωμεν εἰς τὴν αὐ-
3827θαίρετον ἔστιν ὅτε θέλησιν καὶ τῶν ἐσχάτων ὑπαλλήλων τῆς
3828Ἑταιρείας; Αὐτὰ, παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἐν τῇ συγ-
3829γραφῇ νὰ τακτοποιηθῶσιν.
3830Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον 13, παραλείπων ὅλα τὰ
3831ἄλλα. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διάταξις (ἀνα-
3832γινώσκει): «...Τὰ κτιστὰ ταῦτα ὑδραγωγεῖα, πρὸς ἀποσόβησιν
3833»τῶν ἐπὶ τοῦ ὕδατος ἐπιβλαβῶν ἀτμοσφαιρικῶν ἐπηρειῶν,
3834»ἔσονται ἐπιμελῶς ἐπικεκαλυμμένα δι’ ἐπιχώσεως στρώμα-
3835»τος πάχους κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 0 μ. 50...» Χθὲς ὁ συμ-
3836πολίτης μου, ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Νέγρης, ὡμίλησεν
3837ὑμῖν περὶ τῆς ἐπιδράσεως τῆς ἀτμοσφαιρικῆς ἢ τῆς ὑπογείου
3838ἐπὶ τῶν ὑδραγωγῶν σωλήνων. Νομίζω, ὅτι τὸ πάχος αὐτὸ
3839τοῦ στρώματος 0 μ. 50 εἶναι ὀλίγον, τὸ δὲ ὕδωρ θέλει ἐπη-
3840ρεάζεσθαι ἐκ τῆς θερμοκρασίας, ἀφοῦ συγχρόνως θέλει ἐπη-
3841ρεάζεσθαι ἐκ τῆς μικρᾶς αὐτοῦ ὁδοιπορίας. Τέσσαρες ἡμέραι
3842ἀπαιτοῦνται, ὡς ἐβεβαίου χθὲς ὁ κ. Νέγρης, ἵνα μία στα-
3843γὼν ὕδατος φθάσῃ ἐκ Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας. Βάθος 0μ. 50
3844οὐδαμοῦ ὑφίσταται. Καὶ ἀπόδειξις ὁ Μπέκμαν, ὅστις ἐν τῇ
3845σοφῇ αὐτοῦ συγγραφῇ, ἧς πολλάκις ἐμνήσθην (ἔκδοσις τοῦ
38461888 ἔτους, σελ. 195) ἀπαιτεῖ 0 μ. 80 μέχρις ἑνὸς μέ-
3847τρου τὸ πάχος τοῦ στρώματος...
3848§323ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πάχος τῶν 0 μ. 80 τὸ παραδέχεται
3849ἡ συγγραφὴ ἐντὸς τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, διὰ δὲ τὴν ἄλλην
3850ἔκτασιν ἔχει 0 μ. 50.
3851§324ΛΕΒΙΔΗΣ... Μάλιστα περὶ τούτου ὑπάρχει καὶ ἄλλη
3852Μελέτη, ἡ τοῦ ὑδραγωγείου «Serino» τῆς Νεαπόλεως, ἣν βε-
3853βαίως ἔχει ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐν τῇ Μελέτῃ
3854αὐτῇ (σελ.19) θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ὑδραγωγεῖον Serino ἔχει πά-
3855χος στρώματος, ὑφ’ ὃ οἱ σωλῆνες, 1 μέτρου. Ἐνταῦθα δὲ, μεθ’
3856ὅλης τῆς ἀφελείας, ἐθέσαμεν 0 μ. 50, ἵνα σκάψωμεν ὅπως–ὅπως
3857προχειρότερον, φέρωμεν τὸ ὕδωρ διὰ λογαριασμὸν ἡμῶν, ἢ καὶ
3858παραχωρήσωμεν αὐτὸ εἰς ἄλλην Ἑταιρείαν, καὶ τέλος πάν-
3859των φροντίζομεν μόνον περὶ ἡμῶν αὐτῶν, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ
3860τῶν πόλεων, ἐξ ὧν πλεῖστα ἑκατομμύρια θέλομεν ἀντλήσει.
3861§325ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ ἥλιος ἐν τῇ Ἀττικῇ δὲν εἶναι πολὺ
3862θερμός.
3863§326ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκει): «Τὰ σιδηρᾶ
3864»ὑδραγωγεῖα θὰ ὦσιν ἐκ χυτοῦ σιδήρου συστήματος «à em-
3865»boitement», ἢ ἄλλου ἐγκριθησομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου,
3866»θὰ ἔχωσι δὲ τὰς πρεπούσας διαστάσεις, ὅπως ἀντέχωσιν εἰς
3867»δοκιμασίαν πιέσεως δεκαπέντε τοὐλάχιστον ἀτμοσφαιρῶν
3868»ἐν τῷ ἐργοστασίῳ...» Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι ἡ
3869πίεσις 15 ἀτμοσφαιρῶν δὲν εἶναι ἀρκοῦσα, διότι κατὰ τὴν αὐτὴν
3870Μελέτην τοῦ ὑδραγωγείου Serino (σελ. 13) δέον ἡ πίεσις
3871νὰ ἦναι τὸ διπλάσιον τῆς πραγματικῆς. Δηλαδὴ, ἐὰν τὸ
3872ὕψος, εἰς ὃ θέλει ἀναβιβασθῆ τὸ ὕδωρ, εἶναι 100 μέτρων, οἱ
3873σωλῆνες δέον νὰ ἀντέχωσι μέχρις ἀνυψώσεως τοῦ ὕδατος εἰς
3874200 μέτρα. Καὶ τοῦτο θέλει εὕρει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
3875γείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῷ αὐτῷ συγγράμματι τοῦ Μπέκ-
3876μαν (ἔκδοσις τοῦ 1898, σελ. 422). Παραπέμπω τὴν ὑπηρε-
3877σίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν Μπέκμαν,
3878καίτοι ὁ φίλος καὶ συμπολίτης μου κ. Σκουζὲς νομίζω ὅτι
3879μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων δὲν ἔχει
3880τὸ σύγγραμμα.
3881§327ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι, δὲν ἐβεβαίωσα αὐτό· εἶπον,
3882ὅτι ἀπετάθην εἰς βιβλιοπώλας, εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βου-
3883λῆς, εἰς δύο εἰδικῶς ἀσχολουμένους περὶ τὰ ὑδραυλικὰ, καὶ
3884δὲν τὸ εὗρον.
3885§328ΛΕΒΙΔΗΣ. Τώρα πιθανὸν εἶναι νὰ ἔχῃ ἡ ὑπηρεσία τῶν
3886δημοσίων ἔργων τὸ σύγγραμμα, ἀφ’ ὅτου Διευθυντὴς τῶν
3887δημοσίων ἔργων διωρίσθη, τίς νομίζετε; Ὁ κ. Βλάγκαλης,
3888ὁ ἕτερος τῶν ἀναδόχων τῆς Στυμφαλίας! Ἠξεύρετε αὐτὸν
3889τὸν διορισμὸν, κύριε Πρωθυπουργέ; Παρακαλῶ νὰ τὸν ἴδητε.
3890(Κατέρχεται τοῦ βήματος, καὶ ἐπιδεικνύει τῷ κ. Πρω-
3891θυπουργῷ ἔντυπόν τι κείμενον ἐκ τοῦ Γραφείου τῶν δη-
3892μοσίων ἔργων, ὑποβληθὲν τῇ Βουλῇ, ὑφ’ ὃ σημειοῦται:
3893«Ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων Βλάγκαλης»).
3894§329Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι τυπο-
3895γραφικὸν λάθος· ἀντὶ Βλαχόπουλος.
3896§330ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω δὲ ταῦτα, διότι ὑπάρχουσι βεβαίως
3897σημεῖα τοῦ ὑδραγωγείου, ἰδίως παρὰ τὴν διώρυγα τῆς Κο-
3898ρίνθου, ἔνθα τὸ ὕψος εἶναι περίπου 123 μ., ἤτοι 12½ ἀτμο-
3899σφαῖραι. Ὥστε οἱ σωλῆνες δέον νὰ ἀντέχωσιν εἰς 25 ἀτμο-
3900σφαίρας ἐκεῖ.
3901Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν, Κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὅπερ
3902λέγει (ἀναγινώσκει): «...θὰ τοποθετῶνται ἐντὸς χάνδακος
3903»βάθους ἐπαρκοῦς, ὥστε ἡ ἄνω ἐπιφάνεια αὐτῶν νὰ ἐπικα-
3904»λύπτηται ὑπὸ στρώματος γῆς πάχους κατ’ ἐλάχιστον ὅρον
3905»ἑνὸς μέτρου». Καὶ ἐνταῦθα ζητοῦμεν τὰς εὐκολίας τῆς Ἑται-
3906ρείας, χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν τὰ δέοντα μέτρα πρὸς ἐξασφά-
3907λισιν τῆς ποιότητος καὶ τῆς δροσερότητος τοῦ ὕδατος, διότι,
3908ἐὰν πρόκηται νὰ πίνωμεν ὕδωρ χλιαρὸν, τότε τέλος πάντων
3909ἂς λείψωσιν αὐτὰ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας. Λοιπὸν τὸ αὐτὸ
3910σύγγραμμα περὶ τοῦ ὑδραγωγείου τοῦ Serino ἐν σελ. 33
3911θέλει τὸ προκείμενον βάθος 1 μ. 25. (Aqueduc de Serino,
39121887 ἔτους).
3913Ἄρθρον 16 § αʹ (ἀναγινώσκει): «Ἡ διοχέτευσις τῶν
3914»ὑδάτων ἐντὸς τῶν πόλεων θέλει γίνεσθαι διὰ χυτοσιδηρῶν
3915»σωλήνων ἰσοπαχῶν καὶ κατακορύφως χυμένων, δικαιοῦται
3916»δὲ ἡ δημοσία ὑπηρεσία τοῦ ἐλέγχου τῆς κατασκευῆς, ὁσά-
3917»κις κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον, νὰ ὑποβάλλῃ τοὺς σωλῆνας τού-
3918»τους πρὸ τῆς ἐπικαλύψεως αὐτῶν εἰς δοκιμασίαν δι’ ὑδραυ-
3919»λικοῦ πιεστηρίου εἰς θλίψιν δέκα ἀτμοσφαιρῶν κλπ.» Ἐν
3920τῇ Γαλλίᾳ ζητοῦσι θλίψιν 15 ἀτμοσφαιρῶν. Ἑπομένως νο-
3921μίζω, ὅτι καὶ ἐνταῦθα δέον νὰ ζητηθῇ ἡ αὐτὴ θλίψις. (Ἴδετε
3922τὴν αὐτὴν συγγραφὴν Μπέκμαν, ἔκδοσις τοῦ 1898 ἔτους, ἐν
3923σελ. 422).
3924Ἔρχομαι εἰς τὴν παράγραφον γʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου (ἀνα-
3925γινώσκει): «Ἡ διάμετρος τῶν σωλήνων πρέπει νὰ ὑπολο-
3926»γισθῇ τοιαύτη, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ διοχέτευσις δια-
3927»κοσίων κατ’ ἐλάχιστον λιτρῶν ὕδατος κατὰ κάτοικον εἰς
3928»ἁπάσας τὰς ὁδοὺς τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.»
3929Ἡ τροπολογία ἐπὶ τῆς παραγράφου ταύτης λέγει τὰ ἑξῆς
3930(ἀναγινώσκει): «Ἡ διάμετρος τῶν σωλήνων πρέπει νὰ ὑπο-
3931»λογισθῇ τοιαύτη, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ διοχέτευσις δια-
3932»κοσίων κατ’ ἐλάχιστον λιτρῶν ὕδατος κατὰ κάτοικον καὶ
3933»κατὰ δεκάωρον» κλπ. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι,
3934ἀφοῦ κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν (σελ. 6) θέλουσι παρέ-
3935χει ἡμῖν λίτρας κατ’ ἄτομον 360, διατὶ νὰ ὁρίζωσι τὰς δια-
3936στάσεις μέχρι 200 λιτρῶν κατ’ ἄτομον; Πρέπει νὰ ὁρίσω-
3937μεν τὰς διαστάσεις μέχρι τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ τῶν 360 λιτρῶν.
3938Ἡ παράγραφος δʹ λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν ταῖς ὁδοῖς
3939»τῆς πόλεως ἐγκαθιστάμενοι σωλῆνες πρέπει νὰ τοποθετῶν-
3940»ται ἐντὸς τῆς γῆς εἰς ἀρκετὸν βάθος, ὥστε νὰ ἐπικαλύ-
3941»πτωνται ἁπανταχοῦ ὑπὸ στρώματος γῆς 0μ. 80 κατ’ ἐλά-
3942»χιστον». Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ὀλίγον, διότι ἐν μὲν τῇ
3943Γαλλίᾳ ζητοῦσι βάθος 1μ. 20, ἐν δὲ τῇ Γερμανίᾳ 1μ. 50
3944μέχρι 2 μέτρων. Ἴδετε τὸν Μπέκμαν ἐν τῷ αὐτῷ συγγράμ-
3945ματι (ἔκδοσις τοῦ 1888 ἔτους, σελ. 343) διὰ τὴν Γαλλίαν,
3946καὶ τὸν König (αὐτόθι) διὰ τὴν Γερμανίαν...
3947§331ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Κελλενὲκ προτείνει δύο μέτρα.
3948§332ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε παρατηρεῖτε, ὅτι οὐχὶ πλέον ἡ σύμ-
3949βασις, ἀλλὰ καὶ τὸ τεχνικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, τουτέστιν
3950ἡ συγγραφὴ εἶναι κατεσκευασμένη διαρκῶς, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι
3951τέλους, ἐν πάσῃ σειρᾷ, ἐν πάσῃ λέξει, ἁπλῶς ὑπὲρ τῶν συμ-
3952φερόντων τῆς Ἑταιρείας καὶ κατὰ τῶν συμφερόντων τῶν ἀν-
3953θρώπων ἐκείνων, οὓς ζητοῦμεν νὰ φορολογήσωμε μὲ τέσσαρα
3954ἑκατομμύρια ἐτησίως.
3955Καὶ ἵνα ἐξέλθω τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, οὗ ἕνεκα πολὺ ὑμᾶς
3956ἀπησχόλησα, ἐφ’ ᾧ καὶ αἰτοῦμαι συγγνώμην, λέγω τὰ ἑξῆς.
3957Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἐν αὐτῷ, ὅτι, ἄν ποτε γένη-
3958ται ὁδοστρωσία, παρακωλύουσα τὴν ἐκσκαφὴν τῶν ὁδῶν, ὁδο-
3959στρωσία διά τινος ὕλης π. χ., ἡ Ἑταιρεία νὰ ὑποχρεῶται
3960νὰ θέσῃ τοὺς σωλῆνας ὑπὸ τὰ πεζοδρόμια, ἢ ἐντὸς τῶν ὑπο-
3961νόμων.
3962Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 20. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ὅτι κα-
3963τοικοῦνται αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑπὸ ἀγρίων ἀν-
3964θρώπων, οὐδὲ δέχομαι ὅτι οἱ συμπολῖταί μου θέλουσιν εὑρί-
3965σκει συμφέρον, ἢ διασκέδασιν, βλάπτοντες ἢ ἐμφράττοντες
3966τὰς διακλαδώσεις, ἢ τοὺς κρουνοὺς αὐτῶν. Ἄν ἐπέλθῃ τις
3967βλάβη, ἢ ἔμφραξις τῶν διακλαδώσεων ἢ τῶν κρουνῶν τῶν
3968ἰδιοκτητῶν, ταῦτα θέλουσι συμβαίνει ἢ διότι οἱ κρουνοὶ θέ-
3969λουσιν εἶσθαι κακῆς ποιότητος, ἢ ἐκ τῆς κακῆς εἰσαγωγῆς
3970τοῦ ὕδατος εἰς τοὺς σωλῆνας μετὰ χωμάτων κλπ. ἐξ ὧν αἱ
3971ἐμφράξεις. Ὅθεν ἐπὶ τούτοις δέον νὰ εὐθύνηται ἡ Ἑταιρεία
3972Ἐπὶ τέλους οἱ ἰδιοκτῆται δίκαιον εἶναι νὰ εὐθύνωνται μόνον
3973ἐπὶ τοῦ ὑδρομέτρου.
3974Ἄρθρον 21. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων κρηνῶν
3975ἐν πόλεσιν, οἷαι αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς, εἶναι λίαν μι-
3976κρός. Δηλαδὴ ἐν Ἀθήναις 100, ἐν Πειραιεῖ 30. Φαντάσθητε
3977πόλιν ἀρχομένην ἀπὸ τῆς Ἀκροπόλεως καὶ φθάνουσαν μέχρι
3978τῶν Πατησίων, καὶ ἀπὸ τῶν Παραπηγμάτων τῶν στρατιω-
3979τικῶν τῶν Ἀμπελοκήπων μέχρι τοῦ Ροῦφ. Ἀρκοῦσιν ἑκατὸν
3980κρῆναι;
3981Μεταβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον 25, προτελευταία παράγραφος
3982(ἀναγινώσκει): «Ἕκαστον πυροσβεστικὸν στόμιον ἐγκατε-
3983»στημένον εἰς οἰκίαν θέλει πληρώνει ἐτησίως δρ. 10 κλπ.»
3984Ἀφοῦ, Κύριοι, κατὰ τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου
3985τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ὕδατος πληρόνει ὁ ἰδιοκτήτης, διατί
3986νὰ δίδῃ τόσον μέγα ἐνοίκιον διὰ τὸν πυροσβεστικὸν τοῦτον
3987σωλῆνα; Πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἰδιοκτήτης δὲν
3988θέλει ἔχει ἄλλην φροντίδα ἢ νὰ ἀνάπτῃ πυρκαϊὰν καθ’ ἑκά-
3989στην εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, ἵνα πληρώνῃ τηλικοῦτον ἐνοίκιον.
3990Πρέπει νὰ λείψῃ ἐντελῶς τὸ μίσθωμα αὐτὸ, ἀφοῦ ὁ ἰδιοκτή-
3991της κατέβαλεν ἅπαξ τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ πυ-
3992ροσβεστικοῦ σωλῆνος.
3993Ἄρθρον 28. Τὸ τιμολόγιον τοῦ ὕδατος τῶν πιδάκων εἶναι
3994λίαν ἀκριβόν. Πότε γίνονται αὐτὰ τὰ θεάματα, οἱ πίδακες
3995καὶ αἱ πρὸς διασκέδασιν ἀναπηδήσεις ὑδάτων; Γίνονται κατὰ
3996τὰς ἑορτὰς συνήθως. Ἀλλὰ τότε ἡ Ἑταιρεία θέλει ἔχει δια-
3997θέσιμον ὕδωρ, διότι κατὰ τὰς ἑορτὰς δὲν ἐργάζονται τὰ βιο-
3998μηχανικὰ ἐργοστάσια.
3999Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν διαστά-
4000»σεων τῶν ὑπονόμων θέλει γείνῃ χρῆσις τοῦ τύπου, ὃν
4001»μεταχειρίζονται νῦν ἐν Βερολίνῳ». Ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν,
4002αὐτὸς ὁ τύπος νὰ ὁρισθῇ ἐν τῇ συγγραφῇ, ὡς ὁρίζονται οἱ τοι-
4003οῦτοι τύποι.
4004Παράγραφος βʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου: «Ἡ κλίσις τῆς ὑπονό-
4005»μου θέλει παραλλάσσει ἀναλόγως τῆς κλίσεως τῆς ὁδοῦ,
4006»κυμαινομένη: διὰ τὰς σωληνωτὰς ὑπονόμους μεταξὺ 0,007
4007»καὶ 0,06, διὰ τὰς λιθοκτίστους μεταξὺ 0,0004 καὶ 0,02·
4008διὰ τὰς ἰδιωτικὰς διακλαδώσεις 0,04». Ἀλλὰ πᾶσαι αὗται
4009αἱ κλίσεις, κατὰ τοὺς εἰδικῶς περὶ τῶν ζητημάτων τούτων
4010συγγράψαντας, εἰσὶ μικραί. Διὰ τὰς σωληνωτὰς ὑπονόμους ἡ
4011κλίσις δέον νὰ ᾖναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρα καὶ μέχρι
40120,05 καὶ ἄνω. Διὰ τὰς λιθοκτίστους ἀπὸ 0,015, τοῦ μέ-
4013τρου, καὶ νὰ φθάνῃ μέχρι 0,05 τὸ πολύ. Διότι, ὡς ἔχει ἡ
4014κλίσις ἐν τῇ συγγραφῇ (0,0004), ἡ ὑπόνομος εἶναι σχεδὸν
4015ὁριζοντία, θέλουσι δὲ κατακάθεσθαι καὶ αἱ λεπτόταται τῶν
4016οὐσιῶν. Ἴδετε τὸν Μπέκμαν, αὐτόθι, σελ. 567 (ἔκδοσις τοῦ
40171888 ἔτους) καὶ τὸν Hervieu, εἰδικώτερον κατὰ τοῦτο, ἐν
4018τῷ «Traité pratique de la construction des Égouts» σελ.
401937 (ἔκδοσις τοῦ 1897 ἔτους).
4020Ἄρθρον 35 (ἀναγινώσκει): «Αἱ ὑπόνομοι τοποθετηθήσον-
4021»ται εἰς βάθος τριῶν μέτρων καὶ ἑβδομήκοντα πέντε ἑκατο-
4022»στῶν ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας τῆς ὁδοῦ μέχρι τοῦ πυθμένος τῆς
4023»ὑπονόμου κλπ». Κύριοι, εἰδικώτατος ἀνήρ, ἐπισκεφθείς με,
4024ξένος, ἀλλὰ λίαν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ἀγαπῶν, μὲ ἐβε-
4025βαίωσεν, ὅτι κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ βάθους τῶν ὑπονόμων τοῦ
4026ἄρθρου τούτου ἐντὸς μικροῦ θέλομεν ἔχει πλημμύραν ἐν τοῖς
4027ὑπογείοις τῶν ἐν Ἀθήναις οἰκιῶν ἐκ τῶν διὰ τῶν ὑπονόμων
4028διαρρεόντων ὑδάτων. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν πεποί-
4029θησιν, ὅτι αἱ ὑπόνομοι θέλουσι κατασκευασθῆ ὡς ἐν Βερολίνῳ·
4030κατασκευασθήσονται ἐπὶ τὸ ῥωμεϊκώτερον, οὐχὶ ἐπὶ τὸ ῥωμαϊ-
4031κώτερον. Καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι, ἂν αἱ ὑπόνομοι ὦσιν εἰς
4032ἔδαφος ὑψηλότερον κατὰ τὴν βάσιν αὐτῶν τῶν ὑπογείων τῶν
4033οἰκιῶν, πολλοὶ θέλουσιν ἴδει τὰ ὑπόγεια αὐτῶν μεταβαλ-
4034λόμενα εἰς λίμνας διὰ τῶν ἐκ τῶν ὑπονόμων διαρρεόντων
4035ὑδάτων. Διὰ τοῦτο ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει διάταξις κανονιστικὴ
4036τοῦ βάθους τῶν ὑπονόμων, κατὰ δὲ ταύτην, ἂν τὰ ὑπόγεια
4037τῆς ὁδοῦ ἦναι βάθους μέτρων τριῶν, ἡ ὑπόνομος, ἡ διὰ τῆς
4038ὁδοῦ ἐκείνης διερχομένη, πρέπει νὰ ἦναι βάθους τεσσάρων, ὥστε
4039νὰ κωλύηται ἡ ἐκ τῆς τυχὸν διαρροῆς τῆς ὑπονόμου βλάβη τῶν
4040ὑπογείων. Νομίζω, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν πρέπει νὰ τηρηθῶσιν
4041αἱ διαστάσεις αὗται. Ἐν Ἀγγλίᾳ πάλιν, ὅπου ὑπάρχει ὁδὸς
4042ἄνευ οἰκιῶν, ἡ ὑπόνομος κανονίζεται βάθους τεσσάρων μέτρων,
4043τὰ δὲ ὑπόγεια τριῶν.
4044Ἄρθρον 38. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐτροπολογήθη. Διαγράφονται
4045αἱ λέξεις «διὰ τὸν ἀερισμὸν τῶν ὑπονόμων ὡς καί». Τοιου-
4046τοτρόπως ὁ ἀερισμὸς τῶν ὑπονόμων διὰ τῶν τεσσάρων αὐτῶν
4047λέξεων καταργεῖται, τοῦθ’ ὅπερ ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύστημα
4048«ὅλα εἰς τὴν ὑπόνομον». Ὁ ἀερισμὸς τῶν ὑπονόμων μετὰ τὸ
4049σύστημα «ὅλα εἰς τὴν ὑπόνομον» εἶναι ἀπαραίτητος, ὅπως
4050εἰσέρχωνται εἰς αὐτὰς οἱ καθαρισταί. Ὁ δὲ σίφων, ὃν καθιε-
4051ροῦσιν, ἐμποδίζει τὸν ἀερισμὸν, καὶ ἐτέθη, ἵνα ἐμποδίζῃ ἅμα
4052τὴν δυσοσμίαν, τὴν ἐκ τῶν ὑπονόμων, ἐν ταῖς ὁδοῖς.
4053Καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλει ἐπιχειρήσει ποτὲ ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐπι-
4054σκευάσῃ τὰς κακῶς καὶ ἀθλίως ἐχούσας ὑπονόμους τῶν Ἀθη-
4055νῶν, καὶ ἂν ἀκόμη κακῶς λειτουργῶσιν, ὡς πρὸς τὴν διο-
4056χέτευσιν τῶν ἀκαθάρτων ὑδάτων, περὶ οὗ μηδεὶς ἂς ἀμφι-
4057βάλλῃ, ἐν τῇ πεποιθήσει αὐτῆς ταύτῃ ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐπι-
4058θυμεῖ νὰ ἔχῃ ἄφρακτα τὰ στόμια, τὰ παρὰ τὰ πεζοδρόμια·
4059διὰ τοῦτο μεταχειρίζεται τὸν σίφωνα. Ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς
4060διαβάτας, ὧν ἐπιθυμεῖ νὰ προφυλάξῃ τοὺς ῥώθωνας. Καὶ
4061ἐπειδὴ ἔχει σχέσεις στενὰς μὲ τοὺς οὐρανοὺς, διότι δίδει δέκα
4062διὰ τῆς ἀριστερᾶς, καὶ λαμβάνει εἴκοσι διὰ τῆς δεξιᾶς, αὐτὴν
4063τὴν δυσοσμίαν τῶν ὑπονόμων, διὰ τῶν σιφώνων ἀφαιρεῖ μὲν
4064ἀπὸ τῶν ὁδῶν, μεταδίδει δὲ εἰς τοὺς οὐρανούς. Τοιουτοτρό-
4065πως εἰς τὰς ὀροφὰς καὶ τὰς τερράτσας τῶν οἰκιῶν ὑποχρεοῖ
4066νὰ ἀνοίξωμεν ὀπὰς, ἐξ ὧν νὰ ἐξέρχηται ἡ δυσοσμία τῶν ὑπο-
4067νόμων. Πρόκειται ἄρα περὶ ἁπλῆς μεταθέσεως τῆς δυσοσμίας
4068ἀπὸ τῶν ὁδῶν εἰς τοὺς κοιτῶνας ἡμῶν. (Ἴδετε τὴν τροπο-
4069λογίαν τῆς παραγράφου δʹ τοῦ ἄρθρου 41 τῆς συγγραφῆς).
4070Τώρα, Κύριοι, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 42, ὅπερ χρήζει καὶ
4071αὐτὸ ἐξετάσεώς τινος, διότι καὶ ἐκεῖ καταβάλλεται προσπά-
4072θειά τις, τίνι τρόπῳ ἀτελέστερον νὰ ἐπιτελῆται ὁ καθαρι-
4073σμὸς τῶν ὑπονόμων. Διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν ἐδαφίῳ αʹ
4074λέγει, ὅτι ὁ καθαρισμὸς τῶν κτιστῶν ὑπονόμων καὶ τῶν
4075συλλεκτήρων θέλει γίνεσθαι τοὐλάχιστον κατὰ μῆνα, τοῦθ’ ὅ-
4076περ δὲν ἀρκεῖ. Γενικῶς αἱ περὶ καθαρισμοῦ διατάξεις τοῦ
4077ἄρθρου τούτου δὲν εἶναι ἀρκούντως αὐστηραὶ, οὐδὲ συνᾴδουσι
4078πρὸς τὰ παρὰ τοῦ Hervieu (αὐτόθι) διδασκόμενα (σελ. 122).
4079Τοιουτρόπως, Κύριοι, ἔφθασα εἰς τὸ τέλος τῆς μελέτης
4080μου περὶ τῶν ὅρων τῆς τε συγγραφῆς καὶ τῆς συμβάσεως. Μό-
4081νον ὀφείλω νὰ παρακαλέσω, ὅπως μὴ δημιουργηθῇ καὶ ἄλλο
4082τερατῶδες προνόμιον ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας, προνόμιον πλέον
4083καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, καθ’ ὃ προνόμιον τὸ Κράτος
4084δὲν δικαιοῦται ἄνευ συναινέσεως τῆς Ἑταιρείας νὰ ἔχῃ τὰ ἠλε-
4085κτρικὰ καὶ τηλεφωνικὰ ἢ τηλεγραφικὰ αὑτοῦ καλώδια ἐντὸς
4086τῶν ὑπονόμων, ἐνῷ γνωρίζετε, ὅτι ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου
4087σήμερον πᾶσαι αὗται αἱ γραμμαὶ διέρχονται διὰ τῶν ὑπο-
4088νόμων. Βεβαίως, προκειμένου περὶ ἐκκρηκτικῶν ἢ εὐφλέκτων
4089ὑλῶν, ὡς εἶναι τὸ ἀεριόφως, ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ μὴ
4090ἐπιτρέπηται ἡ διὰ τῶν ὑπονόμων διέλευσις. Ἀλλὰ, παρακαλῶ
4091ὑμᾶς, τάχα δὲν γνωρίζετε, ὅτι ὑπὸ τοὺς Παρισίους, ὑπὸ
4092πᾶσαν μεγάλην πόλιν, ὑπάρχουσι χιλιάδες μέτρα καλωδίων
4093τηλεγραφικῶν, τηλεφωνικῶν, ἠλεκτρικῶν; Καὶ ἐὰν, Κύριοι,
4094θελήσωμεν μετά τινα ἔτη νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς κατασκευῆς
4095τῶν ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν κατ’ ἄλλο σύστημα μονιμωτέρας
4096διατηρήσεως τῶν ὁδῶν, καὶ θελήσωμεν νὰ ἐπιστρώσωμεν αὐ-
4097τὰς δι’ ὕλης τινὸς μακροχρονίου διαρκείας, διατὶ τάχα νὰ
4098μὴ ὑποχρεώσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν Ἑταιρείαν, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ
4099ἀκόμη καὶ τοὺς ὑδραγωγοὺς σωλῆνας θέσῃ ἐντὸς τῶν ὑπο-
4100νόμων, ὥστε νὰ μὴ ὦμεν ὑπόχρεοι νὰ διαιωνίσωμεν τὸ ἄθλιον
4101αὐτὸ σύστημα τῆς ὁδοστρωσίας τῶν Ἀθηνῶν;
4102Τὸ συμπέρασμά μου, Κύριοι, εἶναι τοῦτο· ὅτι ὁ κ. Πρω-
4103θυπουργὸς ἐνεπνέετο βεβαίως ὑπὸ ἰδεῶν φιλοτίμων, εὐγενῶν
4104καὶ ἀγαθῶν ὑπὲρ τῶν δύο τούτων πόλεων. Εἴτε ὅμως διότι,
4105ὡς ἐκ τοῦ πολυασχόλου αὐτοῦ, δὲν ἐδυνήθη νὰ μελετήσῃ τὰς
4106λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως, ἐμπιστευθεὶς, ὡς πᾶς εἰλικρινὴς
4107ἄνθρωπος, τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ἥτις καὶ αὕτη ἀφ’ ἑτέρου
4108δὲν ἐμελέτησε προσηκόντως, εἴτε διότι ἐπιτηδειότεροι, ὡς
4109πάντες οἱ ἐπιχειρηματικοὶ ἄνδρες, ἀπεδείχθησαν οἱ τῆς
4110Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν ἀντιπρόσωποι, ἠκούσαμεν κατὰ
4111τὰς μακρὰς ταύτας συνεδριάσεις συζητήσεις λεπτομερεῖς μὲν
4112ὁμολογουμένως, οὐσιώδεις δὲ ὅμως, ὡς δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ
4113ἀμφισβητήσητε, ἐξ ὧν συμπέρασμα ἀρίδηλον καὶ ἐκ τῶν ποι-
4114κίλων τροπολογιῶν καὶ ὑποτροπολογιῶν, αἵτινες ἀλλεπαλλή-
4115λως προσεκομίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνισχυόμενον προκύπτει,
4116ὅτι καὶ ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ καὶ ἡ σύμβασις καὶ ἡ συγ-
4117γραφὴ καὶ αἱ τροπολογίαι καὶ αἱ ὑποτροπολογίαι πᾶσαι οὐ-
4118δαμῶς ἐνώπιον ἡμῶν ὑψοῦσιν ἔργον ἄξιον τῆς σοβαρότητος τοῦ
4119εἰσηγησαμένου αὐτὸ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲ τοὐναντίον
4120καὶ οἱ μεταγενέστεροι οὐ μόνον δὲν θέλουσι θαυμάζει ἡμᾶς
4121ἐπὶ τούτῳ, ἀλλὰ θέλουσι μάλιστα καὶ μυκτηρίζει καὶ ὀνει-
4122δίζει.
4123Καὶ ὅταν λοιπὸν οἱ μεθ’ ἡμᾶς θὰ κατέρχωνται ἐν τοῖς
4124ὑδραγωγείοις τῶν τοιούτων συμβάσεων τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος, θέ-
4125λουσι στρέφει καὶ τὰς δύο χεῖρας, μετὰ τῶν δέκα δακτύλων
4126ἠνεῳγμένων, πρὸς τὰ ἔργα τῆς νέας τέχνης, ὅταν παρ’ αὐτὰ
4127ταῦτα, ἐπὶ τοῦ μεγίστου πολιτισμοῦ, τῆς ὑψίστης προόδου,
4128ἐπὶ τῆς ὑπάτης τέχνης, ἐρείπια ἤδη ὄντα πρὶν λειτουργήσωσι.
4129Θὰ κεῖνται, ἀπαράμιλλα κατά τε τὴν τέχνην, τὴν στερεότητα
4130καὶ τὸ κάλλος, ἀεὶ ζῶντα, τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων
4131Ἀθηναίων καὶ τοῦ θείου Ἀδριανοῦ, ὅστις, πρὸ αἰώνων πολ-
4132λῶν προικίσας τὴν πόλιν διὰ τῶν ἀθανάτων αὐτοῦ τούτων
4133ὑδραγωγείων, καὶ αὐτὸς θέλει μυκτηρίσει ἡμᾶς, οἵτινες, μετὰ
4134πάροδον τοσούτων αἰώνων, πρῶτον νῦν βουλευσάμενοι νὰ
4135κατασκευάσωμεν ἔργον ἐκπολιτιστικὸν τοιοῦτον ἐνταῦθα, ἀπε-
4136δείχθημεν καὶ πρὸς τοῦτο ὅλως ἀνεπιτήδειοι.
4137Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ ἐν πλήρει πεποιθήσει, ἐν πλήρει
4138συνειδήσει κηρύσσομαι κατὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως. Οὐ-
4139δεμίαν βεβαίως ἀφορμὴν προσωπικὴν ἔχω κατὰ τῶν διευθυν-
4140τῶν ἢ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν. Ὁ
4141κ. Βλάγκαλης μάλιστα τυγχάνει μοι καὶ φίλτατος καὶ οἰκεῖος,
4142τιμῶν με διὰ τε τῆς προσωπικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ φι-
4143λίας. Ἄλλοτε μάλιστα κατὰ βουλευτικὰς ἐκλογὰς παρέστη
4144ἐν Πειραιεῖ ὡς ἀντιπρόσωπός μου πρὸ τῆς κάλπης μου, δι’ ὅπερ
4145καὶ εὐγνωμόνως πρὸς αὐτὸν ἀεὶ ἔχω...
4146§333ΔΟΥΝΗΣ. Πόθεν εἶναι ὁ κ. Βλάγκαλης;
4147§334ΛΕΒΙΔΗΣ. Μήπως ἐγὼ εἶμαι ληξίαρχος νὰ γνωρίζω;
4148(ἱλαρότης).
4149Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπολέμησαν τὴν σύμβασιν αὐ-
4150τὴν καὶ ἐδῶ καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν πράττομεν
4151τοῦτο ἐν τῇ ἑδραίᾳ πεποιθήσει, ὅτι συντελοῦμεν οὕτως εἰς
4152τὴν ἀπόκρουσιν μεγίστων ἀδικημάτων καὶ μεγίστων συμφο-
4153ρῶν, αἵτινες ἀφεύκτως θέλουσι προκύψει καὶ διότι τὸ ἔργον
4154εἶναι ἀμελέτητον ὅλως, ὡς ἀπεδείχθη, καὶ διότι οἵ τε δῆμοι
4155καὶ οἱ ἰδιοκτῆται παρορῶνται, διότι δὲν προεκηρύχθη συνα-
4156γωνισμὸς πρὸς ἀνάληψιν αὐτοῦ.
4157Ἰδοὺ οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκεν ἐκηρύχθημεν οὐχὶ κατὰ τοῦ ἔργου,
4158ἀλλὰ κατὰ τῆς συμβάσεως. Κηρυττόμενοι ἄρα κατὰ τῆς
4159συμβάσεως, μακρὰν πολὺ ἀπέχομεν τοῦ νὰ κηρυττώμεθα
4160καὶ κατὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἢ
4161καὶ ἄλλων, εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῶν Ἀθηνῶν. Διότι πρέπει
4162τις νὰ ἦναι ὅλως παράφρων, ἵνα ἐγερθῇ νὰ ἀγορεύσῃ κατὰ
4163τῆς διοχετεύσεως ὑδάτων εἴτε ἐνταῦθα, εἴτε ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ,
4164Κύριοι, ἡμεῖς ψηφίζομεν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη νόμους, πρὸς οὓς
4165οἰκείως ὁπωσδήποτε ἔχομεν, καὶ μετὰ μῆνας ἓξ ἐρχόμεθα καὶ
4166μεταβάλλομεν αὐτοὺς, ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῆς ἀνθρωπίνης
4167διανοίας. Καὶ θέλετε περὶ ὑποθέσεως ὅλως τεχνικῆς, τὸ πρῶ-
4168τον οὕτως εἰσερχομένης εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀγνώστου,
4169δυσκόλου, περιπλόκου, μὴ ἀντεχούσης εἰς τὴν ἐπίθεσιν ἀνδρῶν
4170καὶ μὴ εἰδικῶν ἀκόμη, ὅπως δὲν εἴμεθα εἰδικοὶ πάντες ἡμεῖς
4171οἱ ἐντεῦθεν κατὰ τῆς συμβάσεως ἀγορεύοντος, θέλετε, λέγω,
4172τυφλοῖς ὄμμασι νὰ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν ταύτην, ὅταν καὶ
4173ἐκ τοιαύτης ἀτελοῦς ὅλως ἐξετάσεως καὶ ἀνεπιστήμονος, τοὐ-
4174λάχιστον ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, ἀπεδείχθη, ὅτι πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ
4175ἔργον τέλειον; Ἢ μήπως θέλομεν δυνηθῆ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ
4176τροποποιήσωμεν καὶ νὰ βελτιώσωμεν αὐτὴν, ὡς ἑκάστοτε τρο-
4177πολογοῦμεν ἢ μεταβάλλομεν τοὺς νόμους; Ἐδῶ, Κύριοι, θέλο-
4178μεν συνάψει σύμβασιν ἀμφοτεροβαρῆ. Ἢ πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ
4179λυτρωθῶμεν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν Κυρίων αὐτῶν, ἐὰν οὗτοι,
4180ἀρχομένης τῆς ἐκμεταλλεύσεως, δὲν ἐκτελῶσιν ἢ δὲν δύναν-
4181ται νὰ ἐκτελῶσι τοὺς ὅρους; Θέλουσι κηρυχθῆ ἔκπτωτοι!
4182Ὡραῖον! Ἀλλ’ ἐὰν τότε δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὅρων
4183εἴτε τῆς ὑδρεύσεως, εἴτε τῆς λειτουργίας τῶν ὑπονόμων,
4184ἕνεκα λόγων τεχνικῶν, ἢ θέλει διακοπῆ ἡ ὕδρευσις ὅλως, ὡς
4185καὶ ἡ λειτουργία τῶν ὑπονόμων, ἢ κακῶς ἀμφότερα θέλουσιν
4186ἐκτελεῖσθαι. Ὅπερ δὲ χεῖρον, ἐὰν πρὸ τῆς περατώσεως τοῦ
4187ἔργου κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι, ἡ ὕδρευσις καὶ ἡ κατασκευὴ
4188τῶν ὑπονόμων θέλουσι πάλιν ἐπὶ μακρὸν ἀναβληθῆ. Διὰ τοῦτο
4189θερμῶς παρακαλῶ τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας νὰ μὴ ἐπι-
4190μείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Ἐὰν ἐρωτᾶτε τὴν
4191πεποίθησίν μου, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι
4192πεπεισμένος, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἔχει καλῶς, ὅτι καὶ ἐν
4193ταῖς λεπτομερείαις καὶ κατ’ ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ γένηται
4194δεκτή, καὶ δὲν θέλει γείνῃ δεκτή.
4195§335ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε;
4196§336ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶμαι βέβαιος. Εἴτε διότι θέλει ἀναγκασθῆ
4197ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὑποχωρήσῃ, ἀνάγκα πειθόμενος, — ἀφοῦ
4198καὶ οἱ θεοὶ πείθονται αὐτῇ, — εἴτε διότι ἐπείσθη, ὅτι ἡ ὑπη-
4199ρεσία τῶν δημοσίων ἔργων, πλανηθεῖσα, ἐγένετο αἰτία νὰ
4200προσκομισθῇ ἐνώπιον ἡμῶν ἔργον, ὅπερ, εὐθὺς ὡς προσεβλήθη,
4201κλονίζεται, καὶ βεβαίως θέλει καταρρεύσει.
4202Ἐγώ, Κύριοι, ὀφείλω, συμπεραίνων, νὰ ἐκφράσω τὴν εὐ-
4203γνωμοσύνην μου ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἣν μοὶ παρέσχεν ἡ Βουλή, ἐπὶ
4204τοσαύτας ἤδη ὥρας ἀκροωμένη μου. Δὲν τολμῶ νὰ ἀπασχολήσω
4205πλειότερον αὐτήν. Καὶ ἐὰν μὲν ἴδω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν
4206θέλει ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, πολὺ θέλω
4207εὐχαριστηθῆ. Ἐὰν ὅμως, παρ’ ἐλπίδα, τὸ προκείμενον ἔργον
4208ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῆς δευτέρας συζητήσεως ἐνταῦθα, τότε,
4209Κύριοι, ἐπιφυλάσσομαι νὰ πραγματευθῶ τὸ θέμα καὶ ὑπὸ τὴν
4210οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, ὅτε θέλω ἀποδείξει δι’ ἀριθμῶν
4211ἀκριβεστάτων καὶ πραγμάτων ἀναμφιλέκτων ἡλίκα ἔσονται
4212τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας. Τότε λοιπὸν θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ
4213Ἑταιρεία θέλει εἰσπράττει ἐτησίως καθαρὸν ἔσοδον: αʹ) ἐκ
4214τῶν ὑδάτων δραχ. 2,500,000 καὶ βʹ) ἐκ τῶν ὑπονόμων δρ.
42151,250,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐτησίως θέλει εἰσπράττει καθαρὸν
4216ἔσοδον δραχμῶν 3,750,000. Ὑπολογιζομένης δὲ τῆς διὰ τὸ
4217ὅλον ἔργον (ὑδραυλικὰ καὶ ὑπόνομοι) δαπάνης ἀκριβέστατα
4218εἰς 45,000,000 δραχμὰς, ἡ Ἑταιρεία, ἐκτὸς ἄλλων πολ-
4219λῶν καὶ μεγάλων ὠφελειῶν, ἐντὸς 80 ἐτῶν, λαμβάνουσα
4220μὲν ἑκάστοτε τοὺς τόκους καὶ τὰ μερίσματα, καὶ διανέμουσα
4221αὐτὰ τοῖς μετόχοις, ἐξοφλοῦσα δὲ καὶ τὸ διὰ τὸ ἔργον συνο-
4222μολογηθησόμενον δάνειον χρεωλυτικῶς, θέλει εὑρεθῆ κερδί-
4223σασα ἔκ τε τῆς προϊούσης αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως τοῦ
4224ὕδατος καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ 104 ὅλα
4225ἑκατομμύρια δραχμῶν.
4226§337Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μόνον;
4227§338ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς φαίνονται ὀλίγα;
4228§339Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν εἶνε πολλά!
4229§340ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι πολλά. Του-
4230λάχιστον ἐγὼ δὲν τὰ ἐμέτρησα ποτέ. Ἐὰν τὰ ἐμετρήσατε
4231σεῖς... (γέλωτες).
4232Δὲν ἤθελε, καὶ δικαίως, συγχωρηθῆ ἡμῖν νὰ ὑποστῶσιν
4233αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τὰ ὀλέθρια ταῦτα βάρη, χω-
4234ρὶς ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν νὰ ἐξαντλήσωμεν ὅλην τὴν
4235δύναμιν τῆς ψυχῆς ἡμῶν, ἀποκρούοντες τὰ ἀστόργως φιλο-
4236τεχνηθέντα. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ προκειμένη συζήτησις ἐξακο-
4237λουθήσῃ, θέλω καὶ ἐγὼ ἐξακολουθήσει ἀναλύων ὑπὸ τὴν
4238οἰκονομικὴν ἔποψιν τὸ προκείμενον θέμα, καὶ καταλήγων εἰς
4239τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, ὧν ἀρτίως ἐποιησάμην μνείαν.
4240(Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
4241§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
4242§342Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχω-
4243ρεῖτε. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως «περὶ διοχετεύσεως
4244τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας», πρὸ δύο ἐτῶν πρὸ τῆς ἀπο-
4245περατώσεως τῶν ἔργων τῆς διοχετεύσεως, παραχωροῦνται
4246εἰς τὴν ἀνάδοχον Ἑταιρείαν «πάντα τὰ ἤδη εἰς τὴν κυ-
4247ριότητα καὶ κατοχὴν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δήμων Ἀθη-
4248ναίων καὶ Πειραιῶς εὑρισκόμενα ὕδατα» κλπ. Ἀλλ’ ἐν ᾗ
4249περιπτώσει δὲν συναινέσωσιν οἱ δῆμοι Ἀθηναίων καὶ Πει-
4250ραιῶς, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν τί θὰ γείνῃ κατὰ τὸ διετὲς αὐτὸ
4251διάστημα. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου «περὶ ἀνα-
4252νεώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΟΑʹ τῆς 30 Ἰουλίου 1892 περὶ ἐκ-
4253τελέσεως ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν πρὸς ἀνεύ-
4254ρεσιν ὑδάτων». Παρακαλῶ δὲ ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον εἰς
4255πρώτην συζήτησιν.
4256§343Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν καιρόν· ὑπο-
4257λείπονται ἀκόμη ἀρκεταὶ συνεδριάσεις.
4258§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
4259ράρτημα, ἀριθ. 427)
4260§345ΔΗΜ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρία-
4261σιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν ἐρ-
4262χώμεθα τὴν 5 μ. μ. ὥραν, θὰ τελειώνῃ ἡ συνεδρίασις τὴν
42632 τὸ πολὺ ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Νομίζω ὅτι σήμερον
4264ὑπερέβημεν ἤδη κατὰ ἡμίσειαν ὥραν τὴν προσδιωρισμένην.
4265§346ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν ἔκαμε τοιαύτην δήλωσιν
4266ὁ κ. Πρωθυπουργός.
4267§347Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὴν δήλωσιν ταύτην ἔκαμεν. Ἐὰν νῦν
4268θέλωμεν νὰ παραβαίνωμεν τὰ συμπεφωνημένα, τότε ἀναγκά-
4269ζομαι νὰ φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
4270§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Τσιτσάρα, ὡς ψηφολέκτης.
4271Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
4272§349Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ.
4273Τσιτσάρας δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἔνστασιν.
4274§350Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐγέ-
4275νετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας· ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ
4276καταλόγου.
4277(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατά-
4278λογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευ-
4279τῶν Δ. Τσιτσάρα καὶ Ι. Ναυπλιώτου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ
4280διαλογή).
4281§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 122
4282Βουλευτῶν.
4283Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νο-
4284μοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφα-
4285λίας συμβάσεως.
4286§352Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅτε πρὸ δύο σχεδὸν μηνῶν, κύριοι Βου-
4287λευταί, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν τῇ Κυ-
4288βερνήσει περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως τῶν
4289Ἀθηνῶν, ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
4290ἐγερθεὶς ἐμέμφθη ἐμοῦ, διότι τοιαύτην προέβαλον ἐπερώτη-
4291σιν, ὡσεὶ νὰ ἀπῄτησα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, μόλις πρό
4292τινων μηνῶν ἀναλαβούσης τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, νὰ
4293ἐπιλύσῃ ζήτημα τοσοῦτον δυσχερές. Ἐνθυμοῦμαι δὲ τότε,
4294καὶ ἐνθυμοῦνται ἴσως καὶ πάντες οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ
4295κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην παρευρεθέντες ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὁ
4296κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ζήτημα διῄρεσεν εἰς δύο, εἰπὼν, ὅτι ἡ
4297προσωρινὴ τῆς πόλεως ὕδρευσις εἶναι ζήτημα σοβαρὸν μὲν,
4298ἀλλ’ ὄχι δυσεπίλυτον, ἡ διοχέτευσις ὅμως ὑδάτων ἐπαρ-
4299κῶν, οὐ μόνον διὰ τὴν ἐνεστῶσαν τῆς πρωτευούσης κατά-
4300στασιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον αὐτῆς, εἶναι τὸ δυσχερέ-
4301στατον τῶν ζητημάτων. Κατόπιν τῶν τοιούτων λόγων τοῦ
4302κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνεμένομεν πάντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
4303ἤθελε προβῆ εἰς ὅλας τὰς ἀναγκαίας προπαρασκευαστικὰς
4304ἐργασίας, δι’ ὧν θὰ ἀπεδεικνύετο ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνή-
4305σεως καὶ θὰ ἐμελετᾶτο τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδά-
4306των ἐκ πηγῶν ἔξωθεν τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς.
4307Μετ’ ἐκπλήξεως ὅμως εἴδομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν περιω-
4308ρίσθη εἰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας, ἀλλ’ ὑπέβαλε τῇ
4309Βουλῇ σύμβασιν, δι’ ἧς ἀξιοῖ, ὅτι ἐπιλύει τὸ δυσχερέστα-
4310τον αὐτὸ ζήτημα, ὡσεὶ νὰ ἦτο τὸ ἁπλούστερον καὶ εὐλυ-
4311τώτερον. Ὁμολογῶ, ὅτι ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς προκειμένης
4312συμβάσεως ᾐσθάνθην βαθυτάτην χαράν, διότι βαθὺς εἶναι ἐν
4313ἐμοὶ ὁ πόθος, ὡς εἶναι βαθὺς ὁ πόθος παντὸς Ἀθηναίου καὶ
4314παντός, δύναμαι εἰπεῖν, Ἕλληνος, βαθὺς, λέγω, εἶναι ἐν
4315ἐμοὶ ὁ πόθος νὰ ἴδω τὸ ζήτημα αὐτὸ λυόμενον, νὰ ἴδω τὴν
4316πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀποβάλλουσαν τὴν
4317ὀτὲ μὲν κονιορτώδη, ὀτὲ δὲ βορβορώδη περιβολήν της, καὶ
4318ἀναλαμβάνουσαν τὴν μαρμαίρουσαν αὑτῆς αἴγλην, καὶ ἀνα-
4319θάλλουσαν τὴν χλοερὰν αὐτῆς ὄψιν.
4320Ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης ἐντυπώσεως ἐπελαβόμην τῆς με-
4321λέτης τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως, προσεδόκων δὲ, ἵνα τῆς
4322μελέτης ταύτης τὸ συμπέρασμα ἐνισχύσῃ ἔτι μᾶλλον τὴν
4323ἱκανοποίησιν τοῦ ἐν ἐμοὶ πόθου. Δυστυχῶς ὅμως ἄλλαι ἐπε-
4324βλήθησαν ἐμοὶ ἐντυπώσεις ἐκ τῆς μελέτης τῆς συμβάσεως
4325ταύτης, καὶ δι’ αὐτὸ ἔσπευσα, ἅμα τῇ ἀναγραφῇ τοῦ περὶ
4326τῆς συμβάσεως ταύτης νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατά-
4327ξει, νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς τὸν λό-
4328γον. Πέπρωται ὅμως, ὁσάκις λαμβάνω τὸν λόγον, νὰ εὑρί-
4329σκω τὴν Βουλὴν κεκμηκυῖαν καὶ καταπεπονημένην, διότι
4330περὶ τὴν ἠὼ συμβαίνει νὰ ἐπέρχηται ἡ σειρά μου· ἀλλὰ
4331τοῦτο, καίτοι δι’ ἐμὲ εἶναι ἀτυχὴς σύμπτωσις, δὲν μὲ ἀπο-
4332θαρρύνει, ἵνα ἐπιτελέσω ὃ νομίζω καθῆκον, καὶ ὑποδείξω τὰς
4333ἐλλείψεις τῆς συμβάσεως, τὰς καθιστώσας αὐτὴν ἀτελῆ καὶ
4334δεομένην μελέτης, καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας θέλει ὑποστῇ
4335ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς
4336αὐτῆς, εἴ ποτε ψηφισθῇ.
4337Εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὁπόσον δυσχερὲς εἶναι
4338νὰ μελετήσῃ τις καὶ νὰ συναγάγῃ πόρισμα θετικὸν ἕνεκεν
4339τῆς ἐλλείψεως μελέτης θετικῆς, μελέτης, διὰ τῆς ὁποίας
4340ἤθελε κανονισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς.
4341Ἐκ τῆς ἐλλείψεως προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπετέλει
4342τὴν πραγματικὴν, τὴν θετικὴν βάσιν εὐσυνειδήτου μελέτης,
4343γεννᾶται κενὸν μέγα, κενὸν μὴ δυνάμενον νὰ πληρωθῇ, κε-
4344νὸν ἕνεκεν τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται τῆς συμβάσεως ἡ ἀπό-
4345κρουσις. Καὶ ἄλλοι συνάδελφοι τὴν αὐτὴν γνώμην ἐξεδήλω-
4346σαν, καὶ ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν, ἣν καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα,
4347παρακαλέσας τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ
4348τῆς συμβάσεως ταύτης, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις διὰ ξένων,
4349εἰ δυνατὸν, καὶ διακεκριμένων εἰδημόνων μηχανικῶν μελετήσῃ
4350τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων, χαράξῃ τὰ σχέδια
4351καὶ ἰδίως καταστρώσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Διότι ἐπὶ τῇ
4352βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ ἡ
4353Βουλὴ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ εἰσφορὰ τῶν κατοίκων τῶν
4354δύο πόλεων, ἡ δικαία, ἡ νόμιμος, ἐκείνη ἥτις ἤθελεν ἐξα-
4355σφαλίσει καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων τῶν δαπανηθησομένων
4356κεφαλαίων, καὶ νόμιμον κέρδος εἰς τοὺς ἐπιχειρήσοντας τὸ
4357ἔργον· ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις προυπολογισμοῦ δυσχεραίνει τὴν με-
4358λέτην, καὶ ψηφιζομένης τῆς συμβάσεως, ὡς ἔχει, μέγα πάν-
4359τοτε θὰ ὑπάρχῃ κενὸν, καὶ μέγα ἐκ τούτου θέλει προσγείνῃ
4360ἀδίκημα εἰς τοὺς κατοίκους τῶν δύο πόλεων. Ὅτι δὲ ἡ με-
4361λέτη αὕτη καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τοιαύτην νομοθετικὴν
4362ἐργασίαν εἶναι ἀπαραίτητα, εἶναι τοῖς πᾶσι δῆλον. Τοῦτο
4363ἀποδείκνυται καὶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη,
4364οὓς ἐκεῖνος προέταξεν, ὑποβάλλων κατὰ τὸ 1890 τὸ νομο-
4365σχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῆς εἰς Ἀθήνας διοχετεύσεως
4366τῶν ὑδάτων ἐκ τῶν πηγῶν τῆς Στυμφαλίας. Ἀνεμνήσθην
4367ἐκείνου, διότι μετὰ τῆς διακρινούσης τοὺς λόγους αὐτοῦ σα-
4368φηνείας καὶ φειδοῦς περὶ τὴν φράσιν διατυποῖ πόσον ὑπῆρ-
4369χεν ἐπιβεβλημένη ἡ ἀνάγκη ἔργων προπαρασκευαστικῶν, με-
4370λέτης προπαρασκευαστικῆς καὶ ἰδίως συντάξεως προυπολο-
4371γισμοῦ. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης (ἀναγι-
4372νώσκει):
4373«Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ, καὶ ἰδίᾳ ὁ ἀρχιμηχανικὸς κ. Κελ-
4374λενὲκ, ἐξεπόνησεν ἤδη τὴν μελέτην, ὑπέβαλε δὲ εἰς τὴν
4375Κυβέρνησιν ἐν ὑπομνήμασι τὰ πορίσματα ταύτης, οἷα προέ-
4376κυψαν ἐκ διαμοιβῆς ἰδεῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν
4377οἰκονομικῶν ὅρων τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς οἰ-
4378κονομικοῖς ὅροις τῆς ἐπιχειρήσεως, ἐντελῶς δὲ ἐν τοῖς τε-
4379χνικοῖς, ἡ πρωτοβουλία περὶ τὴν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου
4380ἀφέθη εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, καταρτίσασαν αὐτὸ εὐ-
4381ρύτερον κατά τι τοῦ κρινομένου παρ’ ἡμῶν ὡς δυναμένου
4382ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ νὰ γένηται δεκτὸν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς
4383ἐξουσίας, διότι τὸ σχέδιον τὸ παρ’ αὐτῆς ἐκπονηθὲν περι-
4384λαμβάνει οὐ μόνον τὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς
4385Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ καὶ τῆς διανομῆς αὐ-
4386τῶν ἐν ταῖς δυσὶ πόλεσιν, ἀλλὰ περιλαμβάνει προσέτι καὶ
4387τὰ τῶν ὑπονόμων τῆς πρωτευούσης. Βεβαίως καὶ τὰ περὶ
4388τούτων εἶναι ἀναγκαιότατα, συνδέονται δὲ στενώτατα πρὸς
4389τὴν ἄφθονον διοχέτευσιν ὑδάτων εἰς τὴν πόλιν· ἀλλ’ ἐὰν
4390ἠθέλομεν ταὐτοχρόνως νὰ λύσωμεν καὶ τὰ δύο ζητήματα,
4391ἐκινδυνεύομεν νὰ δώσωμεν εὐρύτητα εἰς τὴν ἐπιχείρησιν,
4392ἥτις θὰ καθίστα ἴσως αὐτὴν ἐν τῷ παρόντι ἀπραγματο-
4393ποίητον.»
4394Τὴν σοφὴν ταύτην γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πτέρυγος
4395ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) δὲν ἠκολούθησεν ἡ ἐνεστῶσα
4396Κυβέρνησις· μὴ ἀκολουθήσασα δὲ τὴν γνώμην ταύτην ἡ Κυ-
4397βέρνησις, ᾐσθάνθη ἀμέσως κλονιζομένην τὴν πεποίθησιν ἑαυ-
4398τῆς ἐπὶ τὸ ἔργον, ὅπερ εἰσήγαγε, διότι κατενόησεν ἀμέσως τὸ
4399μέγα ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον περιέχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέ-
4400διον, καὶ εἶναι εὐχῆς ὄντως ἔργον, ἵνα ἐννοήσασα τοῦτο ἡ
4401Κυβέρνησις ἀναμνησθῇ τῶν λόγων τὸν ἀειμνήστου Τρικούπη,
4402καὶ ἀκολουθήσῃ τὴν σοφὴν αὐτοῦ συμβουλήν· διότι τότε τὸ
4403ἔργον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μελετηθῇ βαθύτερον, νὰ μελετηθῇ
4404ἐκτενέστερον, καὶ νὰ ἔχῃ τις πορίσματα τῆς μελέτης σαφέ-
4405στερα καὶ θετικά. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν μελετηθῇ νῦν, εἶναι
4406ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τις πορίσματα τῆς μελέτης πλήρη καὶ τέ-
4407λεια· θὰ ἔχῃ πάντοτε πορίσματα ἀτελῆ, θὰ ἔχῃ πάντοτε
4408πορίσματα ἀόριστα. Αἱ ἐλλείψεις δὲ τῆς συμβάσεως, ἐὰν
4409αὕτη ψηφισθῇ, θέλουσιν ἐπιβαρύνει αὐτοὺς τούτους τοὺς κα-
4410τοίκους τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
4411Δὲν θέλω καταγείνῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄρθρων τῆς
4412συμβάσεως, τῶν ὁποίων αἱ ἐλλείψεις παρ’ ἄλλων συναδέλ-
4413φων ἐξητάσθησαν καὶ κατεδείχθησαν· θέλω περιορισθῆ εἰς
4414ἑρμηνείαν ἄρθρων τινῶν τῆς συγγραφῆς, ὧν αἱ διατάξεις,
4415ἐὰν δὲν βελτιωθῶσι καὶ ἡ σύμβασις ψηφισθῇ ὡς ἔχει, θὰ
4416φέρωσι μεγάλας καταστροφὰς ἐν ταῖς πόλεσι τῶν Ἀθηνῶν καὶ
4417τοῦ Πειραιῶς.
4418Τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17 τῆς συγγραφῆς κανονίζουσι τὴν ὑπο-
4419χρέωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται πάντες οἱ ἰδιοκτῆται,
4420τῆς κατασκευῆς συστήματος ἀγωγῶν πρὸς κανονικὴν καὶ τε-
4421λείαν λειτουργίαν τοῦ συστήματος, ἐφ’ οὗ στηρίζεται τὸ δεύ-
4422τερον μέρος τῆς συμβάσεως, «τὸ πᾶν εἰς τὴν ὑπόνομον». Ἀπε-
4423τάθην εἰς εἰδικοὺς ἄνδρας, ἵνα μοὶ ὑποδείξωσιν ὁποῖα θέλει
4424ἐπιβάλει βάρη εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἄρθρων,
4425ὧν ἐμνήσθην. Καὶ ὄντως ἐπὶ ὥρας εἰργάσθην μετ’ αὐτῶν,
4426ἀλλὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων, ὧν ἐμνή-
4427σθην, εὗρον σαφέστερον καὶ εὐκρινέστερον διατυπουμένην ἐν
4428μελέτῃ τοῦ μηχανικοῦ κ. Γεωργιάδου...
4429§353Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
4430Ποῖος Γεωργιάδης εἶναι αὐτός;
4431§354ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ Ἀχιλλεὺς Γεωργιάδης, ἐργολάβος μηχα-
4432νικός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικὸς καὶ γνωρίζει ἄριστα τὸ θέμα,
4433ἐφ’ οὗ εἰργάσθη.
4434Ἵνα γνωρίσητε ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπι-
4435βάλλονται εἰς ἕκαστον ἰδιοκτήτην διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν
4436ἄρθρων 16, 17 καὶ 41 τῆς συγγραφῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ
4437ἀναγνώσω ὑμῖν τὰς διατάξεις τὰς σχετικὰς τῶν ἄρθρων
4438τούτων.
4439«Πρὸ ἑκάστης ἰδιωτικῆς διακλαδώσεως», λέγει ἐν παρα-
4440γράφῳ ἕκτῃ τὸ ἄρθρον 16, «δέον νὰ τοποθετῆται ἐπὶ τοῦ
4441»κυρίου ἀγωγοῦ κρουνὸς διακοπῆς μετὰ φρεατίου ὁρατοῦ
4442»ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ μὴ ἐξέχοντος τῆς
4443»ἐπιφανείας αὐτῆς.»
4444Τὸ ἄρθρον 17 λέγει: «Ἡ ἀξία τοῦ ὑδροφόρου σωλῆνος
4445»ἀπὸ τοῦ κεντρικοῦ ἐπὶ τῶν ὁδῶν ἀγωγοῦ μέχρι τῆς οἰκίας,
4446»ἡ ἀξία τοῦ κρουνοῦ διακοπῆς μετὰ τοῦ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ φρεα-
4447»τίου, τέλος τὸ ὑδρόμετρον ἢ ὁ ὑδρομετρικὸς κρουνὸς βα-
4448»ρύνουσι τοὺς ὑδρολήπτας καὶ τοποθετοῦνται ὑπὸ τῆς ἀνα-
4449»δόχου δαπάναις αὐτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τιμοκαταλόγου καὶ
4450»συστημάτων ἐγκρινομένων κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ
4451»τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δημοσιευομένων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
4452»Κυβερνήσεως. Τὴν ἀξίαν τῶν ἀνωτέρω εἰδῶν δύναται ὁ
4453»ὑδρολήπτης νὰ καταβάλῃ εἰς τέσσαρας ἴσας δόσεις.»
4454Τὸ δὲ ἄρθρον 41 λέγει: «Διὰ τὴν τελείαν λειτουργίαν
4455τοῦ συστήματος «τὸ πᾶν εἰς τὴν ὑπόνομον» πάντες οἱ ἰδιο-
4456κτῆται, νομεῖς ἢ κάτοχοι ὑποχρεοῦνται αʹ) νὰ ἔχωσι διοχέ-
4457τευσιν ὕδατος εἰς ὅλα τὰ πατώματα, ἐν οἷς ὑπάρχουσιν ἀπο-
4458χωρητήρια ἢ ἄλλαι ἐκροαί. βʹ) Ἕκαστον ἀποχωρητήριον νὰ
4459ἔχῃ καθαριστικὴν συσκευὴν πρὸς πλύσιν αὐτοῦ μεθ’ ἑκάστην
4460χρῆσιν, καὶ ἥτις δέον νὰ παρέχῃ ἑκάστοτε δέκα λίτρας ὕδα-
4461τος. γʹ) Ὅλοι οἱ σωλῆνες πτώσεως νὰ χωρίζωνται μὲ τὸν
4462συνδέοντα τὴν οἰκοδομὴν μετὰ τῆς ὑπονόμου ἀγωγὸν δι’ ὑδραυ-
4463λικοῦ σίφωνος διαμέτρου 0μ.08 ἕως 0μ.15 καὶ βάθους 0μ.10.
4464δʹ) Ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν δέον οἱ ἰδιοκτῆται νὰ προεκτεί-
4465νωσι τοὺς σωλῆνας πτώσεως μέχρι τῆς στέγης πρὸς ἀερι-
4466σμὸν τῆς ἐσωτερικῆς διοχετεύσεως· ἐξωτερικῶς πρὸς ἀερισμὸν
4467τῶν ὑπονόμων θέλουσι χρησιμοποιηθῆ αἱ ὑδρορροαὶ ἐπὶ τῆς
4468προσόψεως ἑκάστης οἰκίας. εʹ) Οἱ σωλῆνες πτώσεως δέον νὰ
4469καθαρίζωνται δὶς τοῦ ἔτους ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν. ϛʹ) Ὁ κύ-
4470ριος ἀγωγὸς πρὸς τὴν ὑπόνομον θὰ ἔχῃ κλίσιν 0μ.04 μέχρι
44710μ.05 καὶ διάμετρον 0μ.18. Ὁ σωλὴν οὗτος πρὸ τῆς
4472ἐξόδου αὐτοῦ ἐκ τῆς οἰκίας θὰ ἔχῃ σίφωνα προσιτὸν διὰ τὸν
4473καθαρισμὸν αὐτοῦ. ζʹ) Πᾶν σχέδιον κατασκευῆς νέας διο-
4474χετεύσεως ἢ μετατροπῆς ἤδη ὑπαρχούσης δὲν δύναται νὰ
4475ἐνεργηθῇ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς. Ἐπίσης
4476δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς χρῆσιν, ἐὰν μὴ ἐπιθεωρηθῇ ὑπὸ τῆς
4477Ἑταιρείας, καὶ κατόπιν ἀδείας τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς. ηʹ) Τοῦ
4478ἐν ἐδαφίῳ βʹ ὅρου ἀπαλλάσσονται αἱ οἰκοδομαὶ αἱ ἀποφέ-
4479ρουσαι πρόσοδον μέχρι πεντακοσίων δραχμῶν.»
4480Ἀνάγκη ν’ ἀναλύσωμεν τὰ ἄρθρα ταῦτα, ἵνα μετ’ ἀκρι-
4481βείας γνωρίσωμεν πόση εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θέλει ἐπι-
4482βαρύνει τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων αὐτῶν τῶν
4483ὑποχρεωτικῶν ἔργων δι’ ἑκάστην οἰκοδομήν. Ἀκούσατε, Κύ-
4484ριοι (ἀναγινώσκει): «Δι’ οἰκίας μονωρόφους. αʹ) Διὰ κρου-
4485νὸν διακοπῆς δραχ. 60. βʹ) Διὰ σωλῆνα μολύβδινον, διή-
4486κοντα ἀπὸ τοῦ κρουνοῦ εἰς τὸ ὑδρόμετρον, βάρους ἀνὰ τρέχον
4487μέτρον 6,25 χιλιογράμμων, μήκους δὲ ὁλικοῦ 5 μέτρων,
4488δρ. 28 καὶ λ. 10. γʹ) Δι’ ὑδρόμετρον ὀρειχάλκινον δρ. 30.
4489δʹ) Διὰ σωλῆνα μολύβδινον, διήκοντα ἀπὸ τοῦ ὑδρομέτρου εἰς
4490τὴν ὑδαταποθήκην, μήκους ὁλικοῦ 20 μέτρων, δραχ. 63.
4491εʹ) Διὰ σιδηρᾶν ὑδαταποθήκην δραχ. 80. ϛʹ) Διὰ σωλῆνας
4492μολυβδίνους διανομῆς ὕδατος ἀπὸ τῆς ὑδαταποθήκης εἰς πλυν-
4493τήριον, μαγειρεῖον, ἀποχωρητήριον, δρ. 47 καὶ λ. 25. ζʹ) Διὰ
4494μολύβδινον σωλῆνα ὑπερεκχειλίσεως (trop plein) ἀπὸ τῆς ὑδα-
4495ταποθήκης εἰς τὸν ἀγωγὸν τῆς ὑπονόμου μετὰ σίφωνος, δρ. 25
4496καὶ λ. 20. ηʹ) Διὰ κρουνοὺς ὀρειχαλκίνους μαγειρείου, πλυν-
4497τηρίου, κρήνης, δρ. 12 καὶ λ. 50. θʹ) Δι’ ἀνώρυξιν χάνδα-
4498κος, ἀποσύνθεσιν πλακοστρώσεως καὶ ἐπαναφορὰν κλπ. δραχ.
4499100.» Ἤτοι ἐν ὅλῳ διὰ μόνην τὴν ἐγκατάστασιν πρὸς λῆ-
4500ψιν τοῦ ὕδατος δραχ. 451. Εἰς ταύτας δέον νὰ προσθέσωμεν
4501τὴν δαπάνην τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν μηχανῶν διὰ τὴν λει-
4502τουργίαν τῶν ἐκροῶν δραχ. 969, κατὰ τὸ ἀναλυτικὸν τιμο-
4503λόγιον, ὅπερ ἔχω ἀνὰ χεῖρας, καὶ οὗτινος λόγῳ συντομίας
4504ἀποφεύγω νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς λεπτομερείας. Ἔχομεν οὕτω
4505δαπάνην ὑποχρεωτικὴν δραχ. 1420. Εἰς ταύτην πρέπει νὰ
4506προσθέσωμεν τὴν δαπάνην τοῦ ἀερισμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ τῶν
4507ὑπονόμων· ἤτοι αʹ) διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῶν στεγῶν τῆς
4508προσόψεως δραχ. 320· βʹ) διὰ δύο ὑδρορροὰς ἐκ χυτοσιδη-
4509ρῶν σωλήνων μετὰ τῆς τοποθετήσεως αὐτῶν δραχ. 360· ἐν
4510ὅλῳ δραχ. 680. Αὗται προστιθέμεναι εἰς τὰς δραχ. 1420
4511ἀποτελοῦσιν ἐν ὅλῳ δραχμὰς 2100. Ἤτοι ἑκάστη οἰκοδομή,
4512ἀποφέρουσα πρόσοδον ἐτησίαν δραχ. 240 ἕως 500, θέλει
4513ὑποχρεωτικῶς ὑποστῆ τὴν εἰρημένην δαπάνην. Ἐρωτῶ, τοι-
4514αύτης ἀξίας οἰκοδομαὶ δύνανται νὰ ὑποστῶσι τοσοῦτον μέγα
4515βάρος; Ἐρωτῶ, θ’ ἀναγκασθῶσιν οἱ νῦν ἰδιοκτῆται νὰ ἐκ-
4516ποιήσωσι τὰς τοιαύτας οἰκίας των ἢ οὔ;
4517Αὐτὴ εἶναι ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφί-
4518σητε ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ! Ὅθεν σταματήσατε! Ἔχετε εἰσέτι
4519καιρὸν, ἵνα προληφθῇ ἀνυπολόγιστος καταστροφή.
4520§355Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὅλα τὰ νέα σπήτια, τὰ ὁποῖα ἐκτί-
4521σθησαν, ἔχουν τὰ συστήματα αὐτά.
4522§356ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ οὐδὲ θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν νέων
4523οἰκοδομῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι οἰκοδομαὶ ἀποφέρουσαι πρόσοδον
4524πάντοτε ἀνωτέραν τῶν 3,000 δρ., ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῶν μικρῶν
4525οἰκοδομῶν, ἵνα ἴδητε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ὡς πρὸς αὐτάς, τοὺς
4526ὅρους τῆς συμβάσεως. Αἱ οἰκοδομαὶ, περὶ ὧν ὁμιλῶ, εἶναι
4527ἐκεῖναι, αἵτινες ἀποφέρουσι πρόσοδον ἐλάσσονα τῶν 1500 δραχ.
4528Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὅρων αὐτῶν τῆς συμβάσεως ὅλοι οἱ
4529ἰδιοκτῆται τῶν μικρῶν οἰκιῶν, —καὶ εἶναι αὗται ὀκτὼ καὶ
4530πλέον χιλιάδες, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
4531τῶν Ἐσωτερικῶν,—θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐκποιήσωσι τὰς οἰ-
4532κίας των, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ κοινωνικὰ θὰ ἦναι δεινὰ
4533καὶ ἀνυπολογίστως καταστρεπτικά.
4534Ἔχετε ὑπομονὴν ἀκόμη, διότι δὲν εἶμαι παρὰ εἰς τὸ πρῶ-
4535τον μόνον μέρος.
4536Εἴδομεν εἰς ποίαν δαπάνην ὑποβάλλεται μία οἰκία μονώ-
4537ροφος. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ οἰκίας διωρόφους ἐν ταῖς κατηγο-
4538ρίαις τῶν οἰκοδομῶν, ἐφ’ ὧν ἔχω τὸν λόγον. Διὰ τὰς οἰκο-
4539δομὰς τὰς διωρόφους ἡ δαπάνη εἶναι μεγαλειτέρα. Ἀκού-
4540σατε...
4541§357Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναγινώ-
4542σκετε ἐκ τῆς ἐφημερίδος, τὰ ἀνεγνώσαμεν καὶ ἡμεῖς. Ἐὰν
4543ἔχετε καμμίαν ἰδέαν ἰδικήν σας, νὰ μᾶς εἴπητε.
4544§358ΔΟΥΝΗΣ. Δυνατὸν νὰ τὰ ἀνεγνώσατε, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω
4545καθῆκον νὰ τὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἀποτελοῦσι
4546τεχνικὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων, ἅτινα ἑρμηνεύω.
4547§359Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν
4548ἔχετε διόλου τοιοῦτον καθῆκον!
4549§360ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἀναλύσω τὰ ἄρθρα, καὶ
4550ἑπομένως θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην οἱουδήποτε εἰδικοῦ.
4551Οὐδεὶς δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.
4552§361ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δύ-
4553νασθε νὰ ἀναγνώσητε τὰς ἐφημερίδας.
4554§362ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ τὰς ἀναγνώσω, ἐφ’ ὅσον περιέχουσι τε-
4555χνικὰς μελέτας σχετιζομένας μὲ τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας μου.
4556§363ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶσαι μωρός! (Θόρυβος).
4557§364ΔΟΥΝΗΣ. Μωροὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ψη-
4558φίσωσι τοιαύτην σύμβασιν ἀνεξετάστως (Θόρυβος καὶ ἀντεγ-
4559κλήσεις). Μὴ ἀπειλῆτε! Τῆς ἀγρίας θαλάσσης τὰ μαινό-
4560μενα κύματα δὲν μὲ πτοοῦσιν, ἐφ’ ὅσον ἵσταμαι ἐπὶ τοῦ
4561ἱεροῦ τούτου βράχου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι προωρισμένα νὰ
4562συντριβῶσι!
4563§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτρέπεσθε, κύριε Βουλευτά.
4564§366ΔΟΥΝΗΣ. Οὐδέποτε ἐκτρέπομαι.
4565§367Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
4566Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαβάζῃ ἐφημερίδας ἐδῶ!
4567§368ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἐφημερίδες.
4568§369ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐφημερίδας διαβάζει.
4569§370ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἔχω τὸ δι-
4570καίωμα, τοῦ ὁποίου ἐποιήσαντο ὅλοι χρῆσιν, νὰ φέρω συγ-
4571γράμματα. Ἡ ἐφημερὶς δὲν εἶναι παληόφυλλο. Περιέχει
4572ἐπιστημονικὰς μελέτας, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τεχνικὰς,
4573καὶ εἶναι ἴση πρὸς σύγγραμμα ἐπιστημονικόν, καὶ ὅπως δέ-
4574χεσθε τὰ συγγράμματα τὰ ἐπιστημονικά, οὕτως ὀφείλετε νὰ
4575δέχησθε καὶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων τὴν ἀνάγνωσιν ἐκείνων τῶν
4576μελετῶν, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
4577Ἔχετε ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε.
4578Τὸ ἄρθρον 41, ὡς ἠκούσατε, ἀπαιτεῖ τὴν ἐγκατάστασιν
4579ὁλοκλήρου μηχανισμοῦ διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐκροῶν, καὶ
4580ἀπαιτεῖ διὰ κύριον ἀγωγὸν ἀπὸ τοῦ ἀποχωρητηρίου μέχρι τῆς
4581ἐξωτερικῆς ὑπονόμου δραχμὰς τριακοσίας ἐνενήκοντα ἕξ!
4582§371Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὅλῳ περὶ ἀποχωρητηρίων ὁμιλεῖτε!
4583Τί ἀδυναμίαν ἔχετε! (θόρυβος).
4584§372ΔΟΥΝΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἀποχωρητήρια πρόκειται νὰ τὰ ὑπο-
4585βάλητε εἰς αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις διὰ τῆς ψήφου σας.
4586§373ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ καταλάβωσιν οἱ
4587κύριοι Βουλευταὶ τὰς θέσεις των. Δὲν εἶναι εὐπρεπὴς ἡ συ-
4588ζήτησις, ὡς γίνεται. Ἄλλως θ’ ἀναγκασθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ
4589κάμωμεν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων μας.
4590§374ΔΟΥΝΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Διὰ σίφωνα προσιτὸν δραχ.
4591150» (θόρυβος). Εἶναι ὑποχρεωτικόν, ἐπιβεβλημένον. Δὲν
4592δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν, ἅμα τῇ ψηφίσει τῆς συμβάσεως,
4593ἄλλου συστήματος ἀποχωρητηρίου ἢ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνα-
4594γράφει ἡ σύμβασις.
4595§375Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τί ἀδυναμίαν ἔχετε μὲ αὐτά!
4596§376ΔΟΥΝΗΣ. Ἀδυναμίαν ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνυ-
4597πομονοῦν νὰ δώσουν ὑπὲρ αὐτῶν τὴν ψῆφόν των (ἀναγι-
4598νώσκει):
4599«Ἐν συνόλῳ διὰ διωρόφους οἰκίας ἀπαιτοῦνται δραχμαὶ
46002,432 διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἀγωγῶν, μηχανημάτων,
4601ἀεριστηρίων κλπ. κατὰ τὴν σύμβασιν.»
4602Οἱ ἔχοντες χρήματα πολλά, οἱ πλούσιοι, δὲν προσέχουσιν
4603εἰς τόσον μικρὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δι’ ἱδρώ-
4604των κατώρθωσαν νὰ οἰκοδομήσωσι μίαν στέγην διὰ τὴν γυ-
4605ναῖκά των καὶ τὰ παιδιά των, εἰς αὐτὰ προσέχουσι καὶ εἰς
4606αὐτὰ πρέπει νὰ προσέχωσιν, διότι αὔριον θὰ εὑρεθῶσιν ἄνευ
4607οἰκίας, ἄνευ στέγης διὰ τὰς οἰκογενείας των, ἂν ψηφισθῇ ἡ
4608σύμβασις.
4609Ἀκούω ψιθυρισμοὺς διὰ τὴν δαπάνην τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀε-
4610ρισμοῦ. Ὁ ἐξωτερικὸς ἀερισμὸς ἀπαιτεῖ πρῶτον διὰ τὴν διά-
4611λυσιν τῆς ὑπαρχούσης στέγης, —διότι, ὡς γνωρίζετε, πᾶσαι
4612αἱ μικραὶ οἰκίαι δὲν ἔχουσι στέγην, οἷαν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιό-
4613τιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ὅπως ἔχουσιν αἱ νεώτεραι οἰ-
4614κοδομαί· δι’ αὐτὸ εἶναι ἀναγκαία ἡ διάλυσις τῆς ὑπαρχούσης
4615στέγης καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς δι’ ἄλλης, —διὰ τὴν διά-
4616λυσιν, λέγω, τῆς στέγης ἀπαιτοῦνται δραχ. 320. Ἐπίσης
4617διὰ δύο ὑδρορροὰς, ἐν ὅλῳ 34 μέτρων, δραχ. 510. Ἤτοι ἐν
4618ὅλῳ δρχ. 830 ...
4619§377ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἀνεγνώσαμεν.
4620§378ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν τὰ εἴχετε ἀναγνώσει, δὲν θὰ ἐπεμένατε
4621νὰ ψηφίσητε τὴν σύμβασιν.
4622§379ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Μὴ διακόπτετε!
4623§380ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ὑποτεθῇ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς
4624ἀτελείας, τὴν ὁποίαν δυνάμει τῆς συμβάσεως πρόκειται νὰ
4625ἔχῃ ἡ Ἑταιρεία, εἰσάγουσα πάντα τὰ εἴδη, θὰ ἐπέλθῃ οἰκονο-
4626μία τις, αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 200
4627ἢ 300 δραχμῶν. Ἑπομένως, ὅσον καὶ ἂν ἐλαττώσητε, δὲν
4628θὰ ἔχητε παρὰ ποσὸν 1800 δραχμῶν δι’ ἑκάστην μικρὰν
4629μονώροφον οἰκοδομὴν, καὶ δραχ. 2500 περίπου δι’ ἑκάστην
4630διώροφον.
4631Ὅσα εἶπον δὲν εἶναι θεωρίαι, δὲν εἶναι ἰδέαι. Εἶναι πράγ-
4632ματα ἀντιπροσωπεύοντα δαπάνην χρηματικὴν, ἡ ὁποία θὰ
4633ἐπιβληθῇ εἰς τὸν λαὸν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Ἐὰν ἀπο-
4634φασίσητε ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ νὰ ψηφίσητε τὴν σύμβασιν, ποῖα
4635ἔσονται τὰ κοινωνικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμ-
4636βάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατηγορίας, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιη-
4637σάμην λόγον; Λαμβάνω ὡς παράδειγμα φορολογουμένην οἰ-
4638κίαν προσόδου 250 δραχμῶν, ἢ, ἂν θέλετε, τὸν μέσον ὅρον
4639τῆς κλίμακος 250 πρὸς τὰς 500, ἤτοι 350 δραχμῶν. Διὰ
4640νὰ γνωρίσωμεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβά-
4641σεως, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖα εἶναι κατὰ προσέγγισιν
4642ἡ ἀξία μιᾶς οἰκοδομῆς ἀποφερούσης 350 δραχμῶν εἰσόδημα.
4643Καὶ βεβαίως πάντες θὰ συνομολογήσητε, ὅτι ἡ ἀξία δὲν εἶναι
4644δυνατὸν νὰ ἦναι μείζων τῶν 5 ἢ 6 χιλιάδων δραχμῶν. Γνω-
4645ρίζετε, Κύριοι, ὅτι ὅλαι σχεδὸν αἱ οἰκοδομαὶ, αἱ ἀξίας ἐλάσ-
4646σονος τῶν 10,000 ἢ καὶ 15,000 δραχμῶν, εἶναι ἐπιβεβα-
4647ρημέναι δι’ ἐνυποθήκων δανείων. Ποῖος δὲ εἶναι ὁ φόρος, ὁ
4648ὁποῖος μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως θέλει ἐπιβαρύνει τὰς
4649οἰκοδομὰς προσόδου δραχμὰς 350; Ἑκάστη τοιαύτη οἰκοδομὴ
4650ἔχει φόρον οἰκοδομῶν δραχμὰς 35, φόρον ὕδατος δρ. 17.50,
4651ὑποχρέωσιν εἰς τὴν συμβολὴν τῆς δαπάνης δι’ ὑπονόμους δρ. 6.
4652Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων, 16, 17 καὶ 41 τῆς συγγρα-
4653φῆς, ἅτινα ἡρμήνευσα, ἔχει ὑποχρέωσιν, ὡς εἶπον, 1800 δραχ-
4654μῶν, ἤτοι ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δίδει τόκον τοὐλάχιστον 160
4655δραχμῶν...
4656§381Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μὲ πόσον;
4657§382ΔΟΥΝΗΣ. Μὲ 9%. Δὲν δύνασθε ὀλιγώτερον. Οἱ πτω-
4658χοὶ δὲν δανείζονται μὲ 7%. Εἶναι προνομιοῦχοι ἐκεῖνοι οἱ
4659ὁποῖοι δανείζονται μὲ 7%. Ὑπάρχουσι πλεῖστοι, ὑποβα-
4660λόντες αἰτήσεις εἰς τὴν Τράπεζαν, ἵνα ἐνυποθήκως δανει-
4661σθῶσι μὲ 7%, καὶ αἱ αἰτήσεις των ἀπερρίφθησαν· οἱ πλεῖστοι
4662μάλιστα τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς κατηγορίας, περὶ ἧς ὁμιλῶ,
4663ἔχουσι δάνεια μὲ 11 καὶ 12%.
4664§383Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διὰ
4665νὰ μὴ τοῖς δώσῃ ἡ Τράπεζα, σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἀξιό-
4666χρεοι.
4667§384ΔΟΥΝΗΣ. Προσέφεραν εἰς ὑποθήκην οἰκοδομήν. Εἴμεθα
4668ἐν Ἑλλάδι, καὶ γνωρίζομεν πῶς γίνονται τὰ δάνεια, διὰ ποίων
4669μέσων, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι
4670τὴν εὔνοιαν τῶν Τραπεζῶν. Ὥστε ἂς μὴ κάμνωμεν λόγον καὶ
4671περὶ ταύτης τῆς ἀθλιότητος.
4672Ἀλλὰ τί θέλετε; Ὑπολογίσατε τῶν 1800 δραχ. τὸν τόκον
4673καὶ πρὸς 7%. Ἔχετε 126 δραχμὰς ἐτησίως. Ἔχετε ἑπομένως
4674βάρος ἐτήσιον, ἐπιβεβλημένον εἰς τὰς τοιαύτας οἰκοδομὰς,
4675δραχ. 216. Εἴπομεν ὅτι ἔχομεν πρόσοδον 350 δραχμῶν τὸ
4676ἔτος, καὶ ὑποβάλλομεν τὴν οἰκοδομὴν τῆς τοιαύτης προσόδου
4677εἰς βάρη δραχμῶν 216. Ἀπομένει λοιπὸν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην
4678τὸ ποσὸν δραχμῶν 134. Διὰ δὲ τὸν ἰδιοκτήτην οἰκίας προσόδου
4679δραχ. 240 ἀπομένει τὸ ποσὸν δραχμῶν 24. Ἐὰν ὑπολογί-
4680σωμεν πιθανὸν ἐνυπόθηκον βάρος χιλίων δραχμῶν, ἔχομεν
4681ἀκόμη μίαν προσθήκην τοὐλάχιστον 90 δραχμῶν τὸ ἔτος.
4682Καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐὰν περισσεύσῃ
4683τι εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν μικροϊδιοκτήτην, θὰ περισσεύσῃ
4684ποσὸν ἀνάξιον λόγου, 50 ἢ 70 ἢ 100 τὸ πολὺ δραχμῶν ἐτη-
4685σίως. Ἰδοὺ πῶς ἀναποδράστως διὰ τῆς συμβάσεως ἐκφεύ-
4686γουσι τῶν χειρῶν τῶν ἰδιοκτητῶν ὅλαι αἱ μικραὶ οἰκοδο-
4687μαί! (μειδιάματα). Ὅσοι ἔχουσι χρήματα δύνανται νὰ γε-
4688λῶσι, διότι δι’ αὐτοὺς παρασκευάζεται ἡ λεία. Ἀλλ’ ἡ-
4689μεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα πτωχοί, εἰς αὐτὸ προσέχομεν, διότι
4690τ’ ἀποτελέσματα αὐτὰ ἐπιφέρουσι τὴν μᾶλλον θανατηφόρον
4691νόσον εἰς τὰς μικρὰς πλὴν φιλέργους τάξεις τῆς κοινωνίας
4692μας. Καὶ ἐγὼ ἔχω οἰκίαν ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐὰν ψηφισθῇ καὶ
4693τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἡ σύμβασις, φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ
4694τὴν διατηρήσω. Παίζομεν! Ἀλλ’ ὅταν ἔλθωσι τὰ δάκρυα
4695τῶν 30,000 ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τῆς συμβάσεως
4696ταύτης θέλουσι ῥιφθῆ ἔξω τῶν ἰδιοκτησιῶν των, ἔξω τῆς οἰ-
4697κίας των, τότε, σᾶς βεβαιῶ, δὲν θὰ παίζωμεν. Καὶ κακῶς
4698πράττομεν νὰ παίζωμεν, ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν δυσ-
4699βάστακτα, ἐπαχθέστατα βάρη εἰς τὸν πτωχὸν λαόν.
4700§385Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχετε καμμίαν συγγένειαν σεῖς
4701περισσοτέραν μὲ τὸν λαὸν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ἐνδιαφέρεσθε τόσον
4702πολύ, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα; Δὲν ἐντρέπεσθε νὰ λέ-
4703γητε αὐτὰ τὰ πράγματα!
4704§386ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἰδέαι μας διαφέρουσι.
4705§387Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αἱ ἰδέαι, τὸ ἠξεύρομεν.
4706§388ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ἐξετάσητε τ’ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς δευ-
4707τέρας κατηγορίας, ἤτοι ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν τῶν 500–1000
4708δραχμῶν, ἐπειδὴ καὶ αἱ δαπάναι ὅλαι αὐξάνουσι κατὰ 350
4709δραχμάς, θὰ εὕρητε, ὅτι πολὺ ὀλίγαι οἰκοδομαὶ ἐκ τῆς κατη-
4710γορίας ταύτης εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μείνω-
4711σιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν τοὺς σημερινούς, διότι ἐξ ὑπο-
4712λογισμοῦ γενομένου ἀποδεικνύεται, ὅτι μία οἰκία προσόδου
4713700 δραχμῶν ἐτησίως θέλει ἔχει δαπάνην ἐτησίαν αʹ) τὸν
4714φόρον οἰκοδομῶν, βʹ) τὸν φόρον ὕδατος, γʹ) τὸν τόκον τῆς
4715δαπάνης, τῆς ἐπιβεβλημένης δυνάμει τῶν ἄρθρων 16, 17 καὶ
471641 τῆς συγγραφῆς· ἐν ὅλῳ θέλει ἔχει δαπάνην 525 δραχ-
4717μῶν. Οὕτω θ’ ἀπομείνωσιν 175 μόνον δραχμαί. Ἐρωτῶ,
4718Κύριοι, πῶς θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀνθέξωσιν αἱ κατὰ τὰς στατι-
4719στικὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 8384
4720οἰκοδομαί, αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὰς δύο κατηγορίας, τὰς ὁποίας
4721ἀνέφερα, ὅταν τὰ βάρη τὰ ὑποχρεωτικά, ἅτινα ἐπιβάλλον-
4722ται, ἀπορροφῶσι τῶν μὲν τέλεον τὴν πρόσοδον, τῶν δὲ σχε-
4723δὸν τέλεον;
4724§389Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Μωρέ, δὲν μᾶς λυπᾶσαι, κύριε
4725Δούνη! (γέλωτες).
4726§390ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ὑπολογίσητε τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύ-
4727της ἐπαχθοῦς φορολογίας, θέλετε ἴδει, ὅτι ἀληθῶς αἱ Ἀθῆ-
4728ναι θέλουσι περιέλθει εἰς μεγαλοϊδιοκτήτας. Ἐκεῖ, ὅπου σή-
4729μερον ὑπάρχουσι μονώροφοι ἢ διώροφοι οἰκίαι, θὰ ἴδωμεν νὰ
4730ἀνεγερθῶσι μέγαρα πολυώροφα...
4731§391ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὐτὸ ὠφελεῖ.
4732§392ΔΟΥΝΗΣ. Μὴ σπεύδετε εἰς τὴν χαράν σας... Θὰ ἴδωμεν
4733νὰ λάβῃ ὄψιν μεγαλουπόλεως πραγματικῆς ἡ πόλις τῶν Ἀθη-
4734νῶν· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἓν ἀποτέλεσμα, τὸ εὐχάριστον. Ἀλλὰ
4735πόσα θὰ ἦναι τὰ θύματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ βασισθῇ ἡ
4736τοιαύτη μεταβολὴ τῆς ὄψεως τῶν Ἀθηνῶν; Ὅσον καὶ ἂν
4737θελήσητε νὰ περιορίσητε τὸν ἀριθμὸν, τὰ θύματα ἔσονται
4738τοὐλάχιστον 20,000 ἄτομα. Ἕξ χιλιάδας ἢ πέντε χιλιά-
4739δας οἰκογενειάρχας θ’ ἀποβάλητε ἀπὸ τὰς ἰδιοκτησίας των,
4740διότι θὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ ἐκποιήσωσι τὰς μικρὰς αὐτῶν
4741κατοικίας. Καὶ 6 ἢ 5 χιλιάδες ἰδιοκτῆται μὲ τὰς οἰκογε-
4742νείας των ἀποτελοῦσι πληθυσμὸν 20,000 καὶ πλέον ἀτόμων.
4743Τί δὲ θὰ γείνῃ; (εἰρωνικαὶ ἐπιφωνήσεις ἐκ δεξιῶν). — Μὴ
4744ὁμιλεῖτε τοιουτοτρόπως, προκειμένου περὶ νομοθετήματος,
4745δι’ οὗ θέλετε καταστήσει δυστυχεῖς 20 καὶ πλέον χιλιά-
4746δας ἀνθρώπων. Εἰρωνεύεσθε! Βεβαίως, διότι σεῖς, πλούσιοι
4747ὄντες, οὐδὲν φοβεῖσθε, καὶ ἴσως καταστῆτε πλουσιώτεροι ἐκ
4748τῶν ἰδιοκτησιῶν τῶν πτωχῶν... Ἠξεύρετε, λέγω, τί θὰ γεί-
4749νῃ; Ὅ,τι ἐν Εὐρώπῃ. Οἱ ἀπόβλητοι ἐκ τῶν ἰδιοκτησιῶν των
4750θὰ συνασπισθῶσι καὶ θὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ἀνατροπὴν τῆς Πο-
4751λιτείας! (γέλωτες). Μὴ γελᾶτε! διότι αὐτὸ θὰ ἦναι τὸ ἀπο-
4752τέλεσμα! (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
4753§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, κύριε
4754Βουλευτά;
4755§394ΔΟΥΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
4756§395ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί τὸ μεμπτὸν εἶπε;
4757§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε κανεὶς τοιαῦτα πράγματα.
4758§397ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν δανείζομαι ἐγὼ γνώμας ἄλλων, κύριε
4759Πρόεδρε (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν). Ὅταν ἀπο-
4760βάλητε αὐτοὺς ἐκ τῶν οἰκιῶν των, νομίζετε ὅτι θὰ δύναν-
4761ται νὰ ζήσωσιν, ὡς ἤδη ζῶσιν, ἐν ποιᾷ τινι ἀνέσει; Ἐν τῷ
4762ἀγῶνι δὲ ὑπὲρ τῆς ζωῆς, ὑπὲρ τῆς αὐτοσυντηρήσεώς των εἰς
4763τίνα θέλουσι καταφύγει μέτρα; Ἡ Εὐρώπη μᾶς διδάσκει.
4764§398ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κηρύττετε τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ κοι-
4765νωνισμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος!
4766§399ΔΟΥΝΗΣ. Σεῖς οὐ μόνον τὸ κηρύττετε, ἀλλὰ καὶ ἀναγκα-
4767στικῶς τὸ ἐπιβάλλετε διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ
4768ψηφίσητε. Ἐγὼ ἀγωνίζομαι, ἵνα προληφθῇ πᾶς κίνδυνος δη-
4769μιουργίας καὶ ἀναπτύξεως τοῦ κοινωνισμοῦ. Ἐὰν ψηφίσητε
4770τὴν σύμβασιν καὶ τὴν ἐφαρμόσητε, θὰ ἐνθυμηθῆτε ταχέως
4771τοὺς λόγους μου.
4772§400ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μετεβάλετε τὸ βῆμα εἰς κοινωνι-
4773κὸν φάσμα!
4774§401ΔΟΥΝΗΣ. Ὅταν εἰς τὸ βάθος τῆς συμβάσεως ἐρευνή-
4775σητε, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς τὸ φάσμα τοῦ
4776κοινωνισμοῦ θέλετε ἴδει προκῦπτον. Εὔχομαι ποτὲ τοιοῦτο
4777κακὸν νὰ μὴ ἐνσκήψῃ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἐνσκήψῃ
4778τοιοῦτο κακὸν, δέον μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας
4779νὰ λαμβάνωνται τὰ νομοθετικὰ μέτρα, καὶ ἰδίᾳ τὰ φορολο-
4780γικά· διότι ἄλλως, ὅταν ἀπροσέκτως καὶ ἀμελετήτως λαμ-
4781βάνωμεν μέτρα φορολογικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλομεν εἰς τὸν
4782λαὸν, καὶ δι’ ὧν ἀπογυμνοῦμεν αὐτὸν τῶν μέσων τῆς συν-
4783τηρήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προσβληθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς
4784ἀπὸ τὸ νόσημα ἀπὸ τὸ ὁποῖον προσεβλήθησαν ὅλαι αἱ κοινω-
4785νίαι τῆς Εὐρώπης.
4786Κύριοι, ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅσα
4787ἐντεῦθεν ἐλέχθησαν, θέλει μεριμνήσει, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἡ
4788προκειμένη σύμβασις· χαίρω δὲ βλέπων, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος
4789τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατανοεῖ καλῶς τὴν ἰδέαν μου.
4790Εἶδον ἐν σειρᾷ ἄρθρων τῆς συμβάσεως νὰ λαμβάνωνται δρα-
4791κόντεια μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑται-
4792ρείας. Ὁμολογῶ, ὅτι τοιαύτη ἐπιχείρησις, ἄνευ μέτρων ἐξα-
4793σφαλιζόντων τὰ διατεθησόμενα κεφάλαια, βεβαίως δὲν εἶναι
4794δυνατὸν νὰ γείνῃ· ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι τὸ προνόμιον, τὸ
4795ὁποῖον χορηγεῖται εἰς τὴν Ἑταιρείαν, προσβάλλει τρίτων κε-
4796κτημένα δικαιώματα; Διὰ νὰ ἐννοήσητε τ’ ἀποτελέσματα
4797τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσητε, δὲν πρέ-
4798πει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὰς μεγάλας οἰκοδομὰς, τὰς ἀποφε-
4799ρούσας πρόσοδον δύο, τριῶν, πέντε, ἑπτὰ χιλιάδων δραχμῶν·
4800πρέπει νὰ στρέψητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὰς μικρὰς οἰκοδο-
4801μάς. Λοιπὸν ἐρωτῶ, ἐάν τις ἔχῃ δώσει ἐνυπόθηκον δάνειον εἰς
4802οἰκοδομὴν μικρᾶς ἀξίας 4,000–10,000 δραχ. καὶ προβῇ εἰς
4803ἐκτέλεσιν, ἵνα λάβῃ τὰ χρήματά του, ἡ δὲ Ἑταιρεία ἀναγγελθῇ
4804καὶ προνομιακῶς ἀξιώσῃ ποσὸν ὀγκῶδες, οἷον διὰ τῆς συμβά-
4805σεως ἐπιβάλλεται τοῖς ἰδιοκτήταις δυνάμει τοῦ ἄρθρου 25 τῆς
4806συμβάσεως, τί θὰ γείνῃ ὁ ἐνυπόθηκος δανειστής; Θὰ ἀπολέσῃ
4807ἢ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν χρημάτων του. Δύναταί τις σοβαρῶς
4808ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα; Ἐν τοιαύτῃ περι-
4809πτώσει δὲν νομίζετε ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀποδεχθῶμεν τρο-
4810πολογίαν, δι’ ἧς αἱ οἰκοδομαὶ αἱ ἀξίας ἐλάσσονος τῶν 10,000
4811δραχμῶν νὰ ἦναι ἀπηλλαγμέναι τοῦ χορηγουμένου προνο-
4812μίου; Προκειμένου περὶ οἰκιῶν μεγαλειτέρας ἀξίας, τοιοῦτος
4813κίνδυνος δὲν ὑπάρχει διὰ τοὺς ἔχοντας δικαιώματα ἐνυποθή-
4814κους δανειστάς· ἀλλὰ διὰ τὰς μικρὰς οἰκοδομὰς, τὰς ἐχού-
4815σας ἀξίαν ἐλάσσονα τῶν 10,000 δραχμῶν, τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα
4816ἐπιβάλλονται διὰ τῆς συμβάσεως, εἶναι πολὺ μεγάλα, καὶ ἐνδέ-
4817χεται νὰ μὴ ἐξαρκέσῃ ἡ ἀξία αὐτῶν, ἵνα ἱκανοποιηθῶσι καὶ
4818οἱ ἔχοντες δικαιώματα ἐνυπόθηκα· εἶναι δὲ δεινὸν τὸ ἀδίκημα
4819τῆς ἀναιρέσεως δικαιωμάτων κεκτημένων ὑπὸ τρίτων.
4820Τὰ ἄρθρα 27, 28 καὶ 29 τῆς συμβάσεως ἀποβλέπουσιν
4821εἰς τὸ πρόστιμον συνεπεία καταγγελιῶν τῶν ἰδιωτῶν διὰ τὴν
4822μὴ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας.
4823Ἀλλ’ ἐνῷ παραχωροῦνται εἰς τὴν Ἑταιρείαν προνόμια πρώ-
4824της τάξεως πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, δὲν
4825βλέπω νὰ παραχωρῶνται εἰς τοὺς ἰδιώτας δικαιώματα ἀντί-
4826στοιχα διὰ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἤθελον ἀδικηθῇ ὑπὸ τῆς
4827Ἑταιρείας. Διὰ τῆς τροποποιήσεως δὲ, τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ
4828τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἱ ὅροι οὐδαμῶς βελτιοῦνται ὑπὲρ τῶν
4829ἰδιωτῶν, διότι παραχωροῦνται εἰς τοὺς ἰδιώτας δικαιώματα,
4830τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἔχουσιν ἐκ τῶν κειμένων νόμων.
4831Κατὰ τὸ ἄρθρον 25, «περὶ παντὸς καθυστερουμένου πο-
4832»σοῦ ἐξ ἀντιτίμου ἐγκαταστάσεων, παροχῆς ὕδατος, εἰσφορᾶς
4833»ἢ ἀποζημιώσεως ὑπονόμων κλπ. δικάζει ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν
4834»Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ περὶ ἐξώ-
4835»σεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν νόμου ΨΛΖʹ τῆς 9
4836»Ἰουνίου 1871». Οὕτω δημιουργεῖτε μίαν προνομιοῦχον διαδι-
4837κασίαν διὰ τὴν Ἑταιρείαν, καὶ δημιουργεῖτε αὐτὴν τὴν δια-
4838δικασίαν ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὸν ἰδιώτην τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ
4839τὰς ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας τυχὸν ἔχει, διότι ἐνώπιον τοῦ Προέ-
4840δρου δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ διάδικος νὰ φέρῃ ἐνστάσεις μὴ
4841ἐκκαθαρισμένας. Ἐὰν ὁ ἰδιώτης εἴπῃ «ὕδωρ δὲν ἔλαβον», ἢ «ὁ
4842ἀγωγὸς ἀπὸ τῆς οἰκίας μου μέχρι τοῦ κεντρικοῦ ὑδραγωγείου
4843δὲν ἐπεσκευάσθη, ὡς ἰσχυρίζεται ἡ ἀνάδοχος», ἢ «δὲν ἐξε-
4844τέλεσε τὰ ἔργα, οὐδὲ μοὶ ἐπρομήθευσε τὰ μηχανήματα, οὐδὲ
4845ἐγκατέστησεν αὐτὰ, ὡς ἰσχυρίζεται· πῶς μὲ ὑποχρεοῦτε
4846νὰ πληρώσω;» ὁ Πρόεδρος θ’ ἀπαντήσῃ: «Ἐγὼ, κατὰ τὸν
4847νόμον, δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἔλαβες ὕδωρ ἢ οὒ, ἐὰν
4848ὁ ἀγωγὸς ἐπεσκευάσθη ἢ οὔ, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία ἐξετέλεσε τὰς ὑπο-
4849χρεώσεις της ἢ οὔ. Ἡ Ἑταιρεία ἰσχυρίζεται, ὅτι σοὶ παρεχώρησε
4850πάντα ταῦτα· σὺ ὀφείλεις νὰ πληρώσῃς, διότι ἐνστάσεις ἀνεκ-
4851καθάριστοι δὲν ἐπιτρέπονται ἐνώπιον τοῦ Προέδρου». Δὲν νο-
4852μίζετε ὅτι σκληρῶς ἀδικεῖτε τοὺς ἰδιώτας, τοιοῦτον προνό-
4853μιον χορηγοῦντες εἰς τὴν Ἑταιρείαν; Ἀφοῦ τοιοῦτον προνό-
4854μιον χορηγεῖτε εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διατὶ νὰ μὴ περιλάβητε
4855διάταξιν, ὅπως καὶ ἀνεκκαθάριστοι ἐνστάσεις ἐπιτρέπωνται
4856ἐνώπιον τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ διὰ τὰ δικαιώματα αὐτῶν κατὰ
4857τῆς Ἑταιρείας τοὺς παραπέμπετε εἰς τὴν κοινὴν διαδικασίαν,
4858δηλ. εἰς τὴν ἀτελεύτητον διαδικασίαν τῆς Πολιτικῆς Δικονο-
4859μίας; Καὶ πῶς θὰ δύνανται ἰδιῶται πτωχοὶ νὰ διαξάγωσι δίκας
4860πρὸς Ἑταιρείαν ἰσχυρὰν, οἵα θὰ ἦναι ἡ ἀνάδοχος τῶν ὑδάτων
4861τῆς Στυμφαλίας; Καὶ δὲν φρονεῖτε ὅτι ἐνδεχόμενον, ὑπάλληλοι
4862τῆς Ἑταιρείας — ὄχι βεβαίως οἱ διευθυνταὶ αὐτῆς — νὰ ἐνα-
4863σκήσωσιν ὅλην τὴν δύναμιν αὐτῆς, ἵνα ἐκδικήσωσι πάθη
4864ἴδια αὐτῶν κατὰ ἰδιωτῶν; Δὲν νομίζετε ὅτι παρέχετε φοβερὰ
4865ὅπλα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἑταιρείας, ἵνα ποικιλοτρό-
4866πως καταπιέζωσι καὶ ἐκβιάζωσι τοὺς ἰδιώτας; Λοιπὸν φρονῶ,
4867ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ μέσον τι, ἵνα ἐξασφαλίζωνται ἐπίσης
4868τὰ δικαιώματα τὰ νόμιμα τοῦ ἰδιώτου. Ἔχετε πεῖραν καὶ
4869γνωρίζετε πόσον εὐκόλως μιᾶς μεγάλης ὑπηρεσίας τὰ ὄργανα
4870δύνανται νὰ ἀδικήσωσιν ἁπλοῦς ἰδιώτας. Ἀπευθύνομαι εἰς τὴν
4871εὐθυδικίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπευθύνομαι
4872καὶ εἰς τὴν εὐθυδικίαν τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύ-
4873ριοι Βουλευταί, ἵνα μὴ ἐπέλθωσιν... (εἷς τῶν Βουλευτῶν
4874γελᾷ). Ὁ γελῶν δύναται νὰ ἐξέλθῃ διὰ νὰ γελάσῃ ἀνέτως.
4875Ἐν ὅσῳ ἐγὼ ὁμιλῶ, τοὺς γέλωτας δὲ τοὺς ἐπιτρέπω (θό-
4876ρυβος).
4877§402Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ
4878εἶναι δύσκολον νὰ τὸ κατορθώσητε.
4879§403Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βλέπω ὅτι ἐπήρατε πολὺ θάρ-
4880ρος! (Θόρυβος).
4881§404Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς
4882ἀδείας οὐδενός, διὰ νὰ ὁμιλῇ ὁ ἀγορεύων, οὔτε θάρρους.
4883§405ΔΟΥΝΗΣ. Πρέπει νὰ μελετηθῶσι τὰ ἄρθρα, τῶν ὁποίων
4884τὰς διατάξεις ὑπέδειξα, νὰ μελετηθῶσι δὲ ἐμβριθῶς. Φρονῶ,
4885ὅτι πρέπει νὰ προλάβωμεν τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα
4886ὑπέδειξα, καὶ διὰ νὰ προλάβωμεν ταῦτα, νομίζω ὅτι εἶναι
4887ἀναγκαία ἄλλη τις κλῖμαξ κατηγοριῶν οἰκοδομῶν νὰ κανο-
4888νισθῇ. Διότι ἡ διαφορὰ τῶν οἰκοδομῶν τῶν ἀποφερουσῶν εἰσό-
4889δημα 1000 δραχμῶν πρὸς τὰς οἰκοδομὰς τὰς ἀποφερούσας
4890εἰσόδημα 3000 δραχμῶν εἶναι πολὺ μεγάλη, καὶ ὑπαρχούσης
4891αὐτῆς τῆς διαφορᾶς, ὁ φόρος ὕδατος καὶ αἱ ἄλλαι ὑποχρεώσεις
4892καθίστανται καθ’ ὁλοκληρίαν ἄνισοι. Νομίζω ὅτι κλῖμαξ μᾶλ-
4893λον μεμελετημένη, ἐλαττοῦσα εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον τὰς ὑπο-
4894χρεώσεις τὰς ἐπιβαλλομένας διὰ τῆς συμβάσεως εἰς τὰς οἰκο-
4895δομὰς τῆς τελευταίας κατηγορίας, τὰς ἀπὸ 210 μέχρι 500
4896δραχ. εἰσοδήματος, θέλει οὐσιωδῶς βελτιώσει τοὺς βαρεῖς ὅρους
4897τῆς συμβάσεως. Πρέπει αἱ ὑποχρεώσεις νὰ μειωθῶσι κατὰ
4898πολύ, πρέπει νὰ καταρτισθῇ ἄλλη κλῖμαξ ὡς πρὸς τὰς οἰκο-
4899δομὰς τὰς ἀπὸ 500 μέχρι 1000 δραχμῶν, καὶ πολλαὶ διαβαθ-
4900μίσεις διὰ τὰς ἀπὸ 1000 μέχρι 3000· δύναται νὰ ἐπιβληθῇ
4901φόρος ὕδατος δραχμῶν 100 κατὰ δράμιον εἰς τὰς οἰκίας τὰς
4902ἀποφερούσας εἰσόδημα δραχμῶν 1000, δραχ. 125 εἰς τὰς
4903οἰκίας τὰς ἀποφερούσας εἰσόδημα δρ. 1250· οὕτω θὰ φθάσῃ νὰ
4904πληρώνεται φόρος δραχ. 180 διὰ τὰς οἰκίας τὰς ἀποφερούσας
4905ἐτησίως δραχ. 3000. Ἐὰν τοιαύτη τροποποίησις δὲν ἐπέλθῃ
4906εἰς τὴν σύμβασιν, φοβοῦμαι ὅτι αἱ συνέπειαι θὰ ᾖναι πολὺ
4907βαρεῖαι διὰ τὰς πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς.
4908Εὔχομαι νὰ μὴ ἴδω τὰς συνεπείας ταύτας, καὶ εὔχομαι αἱ
4909συνέπειαι αὗται νὰ μὴ κάμωσι νὰ ῥιφθῶσι 5,000–6,000 μι-
4910κροϊδιοκτῆται εἰς τὰς ὁδούς, εὔχομαι αἱ συνέπειαι αὗται νὰ
4911προληφθῶσι, διότι ὅπου ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία δὲν προστατεύε-
4912ται, ὁ κοινωνισμὸς γεννᾶται καὶ ὑψοῖ ἀπειλητικὴν τὴν εἰδεχθῆ
4913κεφαλήν του.
4914§406ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
4915§407Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι βεβαίως εὐχάριστος ἡ θέσις
4916ἐκείνου, ὅστις, κατὰ τὴν ὥραν ταύτην πρὸς Βουλὴν κεκ-
4917μηκυῖαν, κεκμηκὼς καὶ αὐτός, εὑρίσκεται ἐνώπιον καθήκον-
4918τος, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ παρίδῃ. Ἐπεθύ-
4919μουν τὸ καθῆκον τοῦτο νὰ ἐκπληρώσω ἐν ὁμαλωτέρᾳ κατα-
4920στάσει τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἤδη, ἀφ’ ὅτου ἤρ-
4921ξατο ἡ συζήτησις, ἐζήτησα τὸν λόγον. Δυστυχῶς μοὶ ἔλα-
4922χεν οὗτος κατὰ τὴν ὥραν ταύτην· θὰ ἐπικαλεσθῶ ἑπομένως
4923τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι εἶμαι
4924ἠναγκασμένος νὰ πραγματευθῶ τὸ θέμα ὁπωσοῦν εὐρύτερον.
4925Συζητοῦμεν, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ
4926προτείνοντος τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως περὶ ὑδρεύσεως τῶν
4927πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων αὐτῶν, ὡς
4928καὶ περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως πλήρους δικτύου
4929ὑπονόμων διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ ἀρ-
4930χή, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν; Διάφοροι εἶναι αἱ ἀρχαί, τὰς
4931ὁποίας τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις παρουσιάζουσιν. Ἀρχὴ
4932αὐτῶν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ διοχέτευσις ἀφθόνου ποσοῦ ὕδα-
4933τος εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Τὴν ἀρχὴν ταύτην βε-
4934βαίως οὐδεὶς δύναται νὰ συζητήσῃ, καὶ οὐδεὶς συζητεῖ. Δὲν
4935ὑπῆρχε δ’ ἀνάγκη μήτε εἰδυλλίων, μήτε ὑλικῆς ἀνυψώσεως
4936τῆς ἀρχῆς ταύτης, ὅπως γείνῃ παραδεκτὴ παρὰ πάντων, διότι
4937πάντες γνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς δύο
4938πόλεις, ὅπως ἐπιτύχωσιν ἄφθονον ὕδωρ.
4939Ἑτέρα ἀρχὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ, ἐὰν, διὰ νὰ ἔλθωσιν
4940ἄφθονα ὕδατα εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, πρέπει
4941αἱ πόλεις αὗται νὰ ὑποστῶσι βάρη. Καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην
4942οὐδεὶς δύναται νὰ συζητήσῃ, διότι βεβαίως ἡ θεραπεία μιᾶς
4943ἀνάγκης τοπικῆς ἐπιβάλλει καὶ δικαιολογεῖ βάρη, τὰ ὁποῖα
4944αἱ πόλεις αὗται πρέπει νὰ ὑποστῶσι πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγ-
4945κης ταύτης. Καὶ περαιτέρω δ’ ἀκόμη δυνάμεθα καὶ ὀφεί-
4946λομεν νὰ προβῶμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης. Οὐ μόνον αἱ δύο
4947πόλεις, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον καὶ ὀφείλει νὰ
4948ἀναλάβῃ μέρος τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὰς
4949πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὅπως διοχετευθῇ ἄφθονον
4950ὕδωρ. Ὀφείλει τὸ Κράτος ν’ ἀναδεχθῇ μέρος τῶν βαρῶν
4951τούτων, διότι καὶ τοῦτο ἑδρεύει ἐν ταῖς πόλεσι ταύταις, διότι
4952κατοικεῖ, οὕτως εἰπεῖν, ἐν αὐταῖς. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν,
4953ὡς πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, δὲν ἀνήκει εἰς μόνους τοὺς κα-
4954τοίκους αὐτῆς καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖ μόνον τὰς ἀνάγκας αὐτῶν,
4955ἀλλὰ καὶ τὰς ἀνάγκας πλείστων ἐκ τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρ-
4956χιῶν, οἵτινες πολὺν ἢ ὀλίγον καιρὸν διαμένουσιν εἰς τὴν πρω-
4957τεύουσαν. Ὅθεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη,
4958ἡμεῖς οὐ μόνον παραδεχόμεθα, ἀλλὰ προβαίνοντες καὶ περαι-
4959τέρω παραδεχόμεθα, ὅτι καὶ τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἀναλάβῃ
4960μέρος τῶν βαρῶν αὐτῶν.
4961Τρίτη ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι, πόθεν πρέπει
4962νὰ ἔλθωσι τὰ ὕδατα ταῦτα. Πρέπει νὰ ἔλθωσιν ἀποκλει-
4963στικῶς ἐκ τῆς Στυμφαλίας, ἀφ’ ὅπου ἡ σύμβασις ἐπιδιώ-
4964κει τὴν διοχέτευσιν αὐτῶν; Τοῦτο εἶναι συζητήσιμον. Βε-
4965βαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν, ἥτις πρό
4966τινος ἀνεκοινώθη, ὅτι πρέπει ν’ ἀποστραγγίσωμεν τὸ λε-
4967κανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς, οὐδ’ ὅτι πρέπει νὰ ἀναζητή-
4968σωμεν ὕδατα εἰς βάθος 500 μέτρων. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἄποψις
4969τοῦ ζητήματος, ἥτις δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὴν ἄποψιν
4970τῆς συμβάσεως, καὶ αὕτη εἶναι ἡ δυνατὴ διοχέτευσις ὑδάτων
4971ἐκ τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου, οὗ τὰ ὕδατα εἶναι ἀρίστης ποιό-
4972τητος, ὡς τὰ τῆς Στυμφαλίας, καὶ τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι
4973μὲν τὰ μειονεκτήματα τῶν ἐπ’ αὐτῶν ἰδιωτικῶν καὶ κοινοτι-
4974κῶν δικαιωμάτων, ἔχουσιν ὅμως τὸ πλεονέκτημα, ὅτι δύναν-
4975ται νὰ διοχετευθῶσι δι’ ὀλιγωτέρας δαπάνης. Ἀλλ’ ὡς πρὸς
4976τοῦτο δὲν ἔχομεν διδόμενα θετικὰ καὶ ἀναμφισβήτητα. Στε-
4977ρούμεθα μελετῶν δι’ ἀμφοτέρας τὰς λύσεις. Θὰ περιορισθῶμεν
4978ἑπομένως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως ὡς ὑπεβλήθη
4979αὕτη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ ἐξετάσωμεν αὐτὴν ὅπως πρέ-
4980πει νὰ ἐξετασθῇ τοιαύτη ἰδιόρρυθμος σύμβασις.
4981Ἡ σύμβασις ὑπεβλήθη κατ’ ἀρχὰς ὡς ὁριστικὴ, μὲ πολλὰ
4982ἐλαττώματα, ἀλλὰ μὲ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι παρουσιάζει τι
4983ὁριστικὸν, ὅπερ βελτιούμενον θὰ ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ θε-
4984τικὴν λύσιν. Ἀλλὰ διὰ τῆς τελευταίας τροποποιήσεως ἡ σύμ-
4985βασις ἀπώλεσε καὶ τὸ πλεονέκτημα τοῦτο· ἀπὸ συμβάσεως
4986ὑπισχνουμένης τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὑδρεύσεως Ἀθη-
4987νῶν καὶ Πειραιῶς μετεβλήθη εἰς χορήγησιν δικαιώματος ἐπι-
4988λογῆς εἰς τοὺς συμβληθέντας. Ἡ δυσχέρεια, ἣν δὲν προεῖδε
4989κατ’ ἀρχὰς ἡ σύμβασις, τῆς ἐλευθέρας διαθέσεως τῶν ὑδά-
4990των τῆς Στυμφαλίας, ἡ δυσχέρεια αὕτη ἀνεπτύχθη ἐν τῇ
4991Βουλῇ οὕτως, ὥστε ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς ἀποφυ-
4992γὴν μεγαλειτέρων ἀτοπημάτων, νὰ ἔλθῃ μετὰ τῶν συμβλη-
4993θέντων εἰς συνεννόησιν, ἥτις καταργεῖ τὸν ὁριστικὸν χαρα-
4994κτῆρα τῆς συμβάσεως καὶ μεταβάλλει αὐτὴν εἰς σύμβασιν
4995ἐπιλογῆς. Οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν
4996ἔχουσι πλέον ὁριστικὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συμβάσεως. Μετὰ
49974 μῆνας, ἀφοῦ ἐξετάσωσιν οὐ μόνον τὸ ζήτημα τῆς συνεννοή-
4998σεως μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ὑδάτων καὶ λοιποὺς διεκδικοῦντας
4999δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἐνδιαφέροντα αὐτοὺς ζητήματα,
5000θὰ ἴδωσιν, ἂν τοῖς συμφέρει νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν ἢ
5001ν’ ἀπορρίψωσιν αὐτήν. Ἀπέναντι δὲ τούτου τοῦ δικαιώματος
5002τί προσφέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον; Τίποτε!
5003Ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἀνέγνωσα τὴν δευτέραν συμπληρωτι-
5004κὴν σύμβασιν, ἐπείσθην, ὅτι αἱ γενόμεναι ἀναπτύξεις ἐπὶ τῶν
5005λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως ἔπεισαν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον
5006τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς
5007ἔχει, ἄνευ προηγουμένης μελέτης καὶ ἐξετάσεως· εἶχον δὲ
5008τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν σήμερον νὰ συζητήσωμεν
5009τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον. Ἀλλὰ κατὰ
5010τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἢ μᾶλλον τὴν πρωΐαν ταύτην, παρου-
5011σιάζεται δυστυχῶς τὸ ἐναντίον...
5012§408Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
5013§409ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
5014§410ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
5015(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνοματικὸς τῶν Βουλευτῶν κατά-
5016λογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
5017§411ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
5018Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 καὶ 35′ π.μ. τῆς ἐπιού-
5019σης).