1899.07.05
3,674 rows · 28,569 words · 269 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
τῆς 5 Ἰουλίου 1899.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ δικηγόρων Λιμπρίτου καὶ Μπουφίδου, διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν Προξένων, καὶ ἐπ’ ὀνόματι τριάκοντα ἑτέρων συναδέλφων των παρακαλούντων, ἵνα μεταρρυθμισθῇ κατὰ τοῦτο τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἕτερον ἐμπόρων Χαλκίδος, κηρυττομένων ἐναντίον τοῦ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως νομοσχεδίου. Ἀναφορὰν τοῦ Σπαρτιατικοῦ Συνδέσμου, κηρυττομένου ἐπίσης κατ’ αὐτοῦ. Ἑτέραν ἐμπόρων Πύργου, ἀποβλέπουσαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Τηλεγράφημα κατοίκων Ἀμπελακίων Καρβασαρᾶ, διαψευδόντων προγενέστερον τοιοῦτο Μπελέτση τινὸς περὶ τοῦ φόνου τοῦ ἐπιστάτου τῶν κτημάτων του. Ἕτερον τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως Ἁλμυροῦ, παρακαλοῦντος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς πάσχοντας γεωργοὺς καὶ κτηματίας, προμηθεύσῃ αὐτοῖς τὸν ἀναγκαιοῦντα σπόρον καὶ ἐνεργήσῃ, ὅπως ἀνασταλῇ μέχρι τῆς συγκομιδῆς τοῦ προσεχοῦς ἔτους ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων.
§2Ε. ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὡς λίαν δικαία.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Γριζάνου τῶν Τρικκάλων, παρακαλούντων, ὅπως παρασχεθῇ αὐτοῖς δάνειον πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἐργασιῶν των.
§4Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὸ χωρίον Γριζάνον κεῖται εἰς τὴν παραμεθόριον γραμμὴν, ὑπέστη δὲ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐντελῆ καταστροφὴν, καὶ τοῦτο διότι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου αὐτοῦ, μὴ πληροφορηθέντες ὅτι ὑπεχώρησεν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς πρὸς τὰ Φάρσαλα, παρέμειναν εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν, ἐν τῷ χωρίῳ των, καὶ ἀπέκρουσαν ὀθωμανικὸν σύνταγμα ὁλόκληρον, φονεύσαντες πολλοὺς Ὀθωμανοὺς στρατιώτας. Οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῶν στρατιωτικῶν, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ στρατὸν, βεβαίως γνωρίζουν τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ ἐν λόγῳ χωρίον. Οἱ κάτοικοι αὐτοῦ, ἐλθόντες πρόσφυγες εἰς Ἀθήνας, γυμνοὶ, ἀνυπόδυτοι, τὰ πάνδεινα ὑφιστάμενοι, περιέτρεχον τὰς ὁδοὺς Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ πέριξ πόλεων, ἐπαιτοῦντες τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Ὅτε κατηρτίσθη κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο νὰ δοθῶσι δάνεια εἰς τοὺς παθόντας κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ σχηματισθεῖσα τότε κατὰ τὸν νόμον, ἀπορίας ἄξιον εἶναι, πῶς ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Γριζάνου περὶ παροχῆς καὶ εἰς αὐτοὺς δανείων, ἀφοῦ τὰ αὐτὰ δικαιώματα εἶχον πρὸς τοὺς λοιποὺς παθόντας κατοίκους Θεσσαλίας, εἰς οὓς ἐχορηγήθησαν δάνεια. Ἤδη οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου αὐτοῦ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ, ἵνα ἐκ τῶν ὑπολειφθέντων δύο ἢ τριῶν ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν 8 ἑκατομμυρίων δοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐδόθη καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς κατοίκους τῶν παθόντων μερῶν τῆς Θεσσαλίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀναφοράν των εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως παρακαλῶ, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Γριζάνου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μοῦχος δι’ ὑπομνήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως περιλάβῃ ἐν τοῖς ὅροις τῆς συμβάσεως περὶ ὑδρεύσεως διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας καὶ τοὺς δήμους Μεγάρων καὶ Ἐλευσῖνος.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται τὸ ὑπόμνημα).
§7Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ὑποβολὴν, Κύριοι, τῆς περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς συμβάσεως, πολλαὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης συζητήσεις, ἠσχολήθησαν δὲ περὶ αὐτῆς καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ ὑπέβαλον καὶ ὑπομνήματα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν οἷς ἀναφέρουσι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε, κατ’ αὐτὰ, νὰ ἐπέλθῃ τροπολογία τις. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων παρατηρήσεων προσεπάθησα νὰ βελτιώσω ὅρους τινὰς τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως, καὶ συνεπείᾳ τούτου κατηρτίσθη συμπληρωτικὴ σύμβασις, τὴν ὁποίαν καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τῆς συμπληρωτικῆς ταύτης συμβάσεως πολλοὶ τῶν ὅρων τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως βελτιοῦνται, κυρίως τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς ὑδρεύσεως καὶ τὰς ἐκροὰς, πολλαὶ δὲ ἄλλαι τροπολογίαι γίνονται εἰς τήν σύμβασιν. Περιττὸν κρίνω ἵνα τὰς ἀναφέρω, διότι θὰ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ἀναγνώσω τὴν ὅλην σύμβασιν· ἐπειδὴ δὲ ἡ σύμβασις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, θὰ ἦναι εὔκολον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετηθῇ. Ἐπειδὴ δὲ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν πρὶν ἢ δημοσιευθῇ ἡ σήμερον ὑποβαλλομένη σύμβασις καὶ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς συμπληρωτικῆς ταύτης συμβάσεως ἐπιφέρονται εἰς τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως διὰ τὴν αὔριον, διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι σήμερον δύναται νὰ διανεμηθῇ ἡ συμπληρωτικὴ σύμβασις. Ἐλπίζω ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ διανεμηθῇ σήμερον, καὶ ἑπομένως τότε θὰ ἔχωμεν τὴν συζήτησιν αὔριον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, καὶ ἂν διανεμηθῇ αὔριον λίαν πρωῒ ἡ σύμβασις, θὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν πάλιν αὔριον, διότι οἱ μελετήσαντες τὰ τῆς συμβάσεως εὐκόλως θὰ δυνηθῶσι νὰ μελετήσωσι τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς συμπληρωτικῆς ταύτης συμβάσεως ἐπιφέρονται. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἰς ἕκαστον ἄρθρον τῆς συμβάσεως θὰ σημειωθῇ ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία γίνεται, ὅπερ θὰ διευκολύνῃ πολὺ τὴν μελέτην. Καταθέτω τὴν συμπληρωτικὴν ταύτην σύμβασιν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 406).
§9ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἄν ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις σήμερον τῆς συμβάσεως, θὰ κατασταθῇ σχεδὸν ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις. Ὑποθέτω ὅτι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας λίαν ἀξιεπαίνως ἐπετύχατε πρὸς ὄφελος τῶν φορολογουμένων, θὰ γείνουν ἀποδεκταί· ἀλλ’ ὅπως ἔκρινεν ἡ Κυβέρνησις παραδεκτὰς τὰς ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ὑποδειχθείσας τροπολογίας πρὸς βελτίωσιν τῆς συμβάσεως, ἠμπορεῖ καί τις ἄλλος ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα νὰ ἔχῃ τροπολογίας, τὰς ὁποίας νὰ εὕρητε ὀρθὰς, καὶ νὰ ἔλθητε εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς ἑταιρείας πρὸς παραδοχὴν αὐτῶν, καὶ θὰ ἔλθῃ τότε νέα τροπολογία, ἡ ὁποία ἐκ νέου θὰ τυπωθῇ, καὶ θὰ γείνῃ νέα συζήτησις. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις, νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ἵνα ἀκούσητε ὅλας τὰς προτάσεις; Διότι ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι αἱ προτάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι καλαί· εἶναι κάλλισται, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐταί. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως, τῆς καλῇ τῇ πίστει συζητήσεως, θέλομεν ἐπιτύχει βελτίωσιν τῶν ὅρων, θὰ ἀρυσθῆτε δὲ καὶ ὑμεῖς ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἴσως σᾶς διέφυγον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, καὶ θὰ ἦσθε εἰς θέσιν νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν νὰ φέρῃ αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις. Νομίζω ὅτι ἡ σκέψις αὕτη δὲν εἶναι ἀπορριπτέα, καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν λάβετε ὑπ’ ὄψιν.
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰ ὑπομνήματα τὰ προσαχθέντα αὐτῇ παρὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Βεβαίως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπομνήματα ταῦτα, τὰ προερχόμενα ἐκ σωματείων, τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦντο νὰ ἐκφέρωσι γνώμην, ἀλλ’ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅλαι ἐκεῖναι αἱ τροπολογίαι, αἱ παρ’ ἄλλων ὑποδειχθεῖσαι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, κατὰ τὰς ὁποίας διὰ μακρῶν συνεζητήθησαν τὰ τῆς συμβάσεως. Ἡ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅπως σήμερον γένηται συζήτησις, δὲν μοὶ φαίνεται πρακτική, διότι οἱ συζητοῦντες ἐν ἀγνοίᾳ τῶν τροπολογιῶν εἶναι πολὺ πιθανὸν εὐρέως νὰ συζητήσωσι τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθον τροπολογίαι, θὰ ἠναγκαζόμην δὲ τότε ἐγὼ νὰ διακόψω καὶ νὰ εἴπω: «παρακαλῶ, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μὴ ἐξακολουθῆτε συζητοῦντες, διότι ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπῆλθε τροπολογία». Καὶ φέρω δύο παραδείγματα. Ἐθεωρήθη ἴσως παρὰ πολλῶν, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ ὑποχρεωτικῆς ὑδρεύσεως εἰς τὰς οἰκίας, αἱ ὁποῖαι πληρώνουν ἐνοίκιον μὴ ὑπερβαῖνον τὰς 240 δραχμὰς ἐτησίως, ἦτο κάπως βαρεῖα· ἐπετύχομεν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἑταιρεία ἀναλαμβάνει, ὅπως δώσῃ δωρεὰν εἰς τὰς οἰκίας ταύτας ποσὸν ὕδατος, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ πληρώνωσι κατὰ τὴν σύμβασιν. Ἐπίσης ἡ τιμὴ τοῦ ὕδατος διὰ τὰς οἰκίας τὰς ἀποφερούσας ἐτήσιον εἰσόδημα ἀπὸ 240 μέχρι 500 δραχμῶν, ὁριζομένη εἰς 100 δραχμὰς, ἦτο παρὰ πολὺ μεγάλη· ἐπετύχομεν, ὅπως περιορισθῇ ἡ τιμὴ αὕτη εἰς 70 δραχμάς. Πολλαὶ, πλεῖσται ἐγένοντο ἐπικρίσεις ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκροάς. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ συζητῶν θὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως, καὶ διὰ μακρῶν ἴσως θὰ συζητήσῃ, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἐκροῶν εἶναι βαρύ· ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς τροποποιήσεις, ἐν αἷς ἄλλο σύστημα καθιερώθη, θὰ εὕρῃ ἴσως περιττὸν νὰ ἀγορεύσῃ, διότι πιθανῶς τὰ συμφέροντα, ὑπὲρ ὧν ἐσκόπει νὰ ἀμυνθῇ, προστατεύονται ἐπαρκῶς διὰ τῆς συμπληρωτικῆς συμβάσεως. Διὰ τοῦτο κρίνω πρέπον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεφορτίσθην, κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Πετριτσείου κληροδοτήματος, ἵνα ἐγχειρίσω εἰς ὑμᾶς ἀναφορὰν αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους τὴν χορηγίαν, τὴν ὁποίαν συνήθως τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπονέμει εἰς τὸ κληροδότημα τὸ Πετρίτσειον, ὅπως ἐξακολουθήσῃ νὰ λειτουργῇ τὸ ἐν Ληξουρίῳ Πετρίτσειον Γυμνάσιον. Ἐγὼ, γνωρίζων ὅτι ἄνευ τῆς χορηγίας τοῦ βοηθήματος τούτου δὲν θέλει γενῇ δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦν τὸ εἰρημένον Γυμνάσιον, συνηγορῶ ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως τῆς εἰρημένης διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς.
§12ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καθόσον πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλον ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐν ᾗ ἐξετίθετο ὅλη ἡ κατάστασις τῆς Σχολῆς, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην δὲν ἀπήντησεν εἰσέτι ὁ κ. Ὑπουργός.
§13ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον, ἔμεινεν ὡς εἶχε συνταχθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Συνεπείᾳ ὅμως συστάσεων ἰδιαιτέρων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν Κραναίας καὶ Πάλλης ἐσκέφθην, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ δεχθῶ τὴν προσθήκην τοῦ ποσοῦ τούτου.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς ἀπάντησιν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀπηύθυνε δὶς ἤδη περὶ διορισμῶν τινων ταχυδρομικῶν, πληροφορῶ τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὅτι ἐξετάσας τὸ ζήτημα ἐπείσθην ὅτι οἱ διορισμοὶ οὗτοι ἐγένοντο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, ὅτι τὰ παράπονα τὰ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα ἦσαν βάσιμα, καὶ διέταξα, ὅπως ἀνακληθῶσιν οἱ διορισμοὶ, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον.
§15Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλω ἐπερώτησιν ἔγγραφον μετὰ συστάσεως σχετικῆς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν κοραλλίων. Ὅταν θὰ περιέλθῃ διὰ τῶν πρακτικῶν εἰς γνῶσίν του ἡ ἐπερώτησίς μου, τότε θὰ ἴδῃ περὶ τίνος πρόκειται· τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἐν αὐτῇ.
§16Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ, διότι πρόκειται περὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ διαδικασία περὶ ἐξαιρέσεως τῶν δικαστῶν δὲν εἶναι σαφὴς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Ἀρεοπαγίτας, οἵτινες ἐδίκασαν τὴν προσβαλλομένην ἀπόφασιν. Ἐντεῦθεν ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐξαιρεῖ τοὺς δικαστὰς, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόφασις δικάζεται, καὶ οἱ ἐκδόντες τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου ἐφέται, γινόμενοι Ἀρεοπαγῖται, δικάζουν τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀπόφασιν. Τὸ ἄτοπον εἶναι πρόδηλον. Ἀλλὰ δικαιολογοῦνται οἱ Ἀρεοπαγῖται, λέγοντες ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ ἐξαιρέσεως. Εἶναι ὅμως καὶ λογικῶς οὐχὶ ὀρθὴ ἡ ἀρχὴ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος, δικάζων τὴν ἀπόφασιν τῶν Ἐφετῶν, ἂν εὕρῃ ταύτην παράνομον, τὴν ἀναιρεῖ καὶ συνάμα δύναται νὰ ἐπιβάλῃ πειθαρχικὰς ποινὰς κατὰ τοῦ ἐκδόντος τὴν ἀπόφασιν δικαστοῦ, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου καταλογίζει καὶ τὴν δικαστικὴν δαπάνην. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν ὁ προβιβασθεὶς ἐφέτης νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν, ἣν αὐτὸς ἐξέδωκε, καὶ νὰ καταλογίσῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ χρηματικὴν ποινὴν καὶ τὴν δικαστικὴν δαπάνην; Ἡ πεῖρα μαρτυρεῖ, ὅτι οὐδέποτε συνέβη τὸ τοιοῦτον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ βελτιώσῃ αὐτὸ τὸ τμῆμα τῆς νομοθεσίας μας, ἵνα ἀποδίδηται αὕτη πληρέστατα, διότι, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, οὐδεμία δικαιοσύνη ἀποδίδεται, ὅταν ὁ ἐφέτης δικάζῃ τὴν ἀπόφασίν του, καὶ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, ὡς προεῖπον, ὅτι προβιβασθείς τις ἀπὸ ἐφέτου εἰς Ἀρεοπαγίτην ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασίν του.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 407).
§18Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ἀπηύθυνε δι’ ἐπερωτήσεως τὴν αἴτησιν, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαι ἀφορῶσαι εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας συνομολογήσεως καὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Πᾶσαι αὗται αἱ πληροφορίαι χορηγοῦνται διὰ τοῦ σημειώματος τούτου, τὸ ὁποῖον καταθέτω. Ὁ βουλευτὴς Παξῶν κ. Βελλιανίτης πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλε δι’ ἐπερωτήσεως τὴν αἴτησιν, ὅπως παρασχεθῶσι πληροφορίαι ἀφορῶσαι εἰς τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος τὸ καταναλωθὲν εἰς οἰνοπνευματοποιΐαν καὶ εἰς τὸ ποσὸν τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ ἐξαχθέντος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὡς καί τινες ἄλλαι πληροφορίαι. Πᾶσαι αὗται αἱ πληροφορίαι χορηγοῦνται διὰ τῶν ὁποίων καταθέτω πινάκων, ἀναγομένων εἰς μίαν ἑκάστην τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1899 ἀναγράφεται πίστωσις ἐκ δραχ. 100,000 διὰ κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν. Κατὰ τοὺς ἐν ἰσχύϊ νόμους, πᾶσα δαπάνη πρὸς τοιοῦτον ἔργον, ὑπερβαίνουσα τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δραχμῶν, πρέπει νὰ ἐγκριθῇ εἰδικῶς διὰ νόμου, πᾶσα δὲ δαπάνη μεταξὺ δύο χιλιάδων καὶ δέκα χιλιάδων δραχμῶν δὲν χρῄζει μὲν νόμου, ἀλλὰ χρῄζει εἰδικῆς ἐγγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἔργου. Ἐπὶ τούτῳ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται δαπάνη δραχ. 67,000 δι’ ἔργα ἀπαιτοῦνται δαπάνην ἕκαστον πλέον τῶν 10,000 δραχμῶν. Συνάπτονται καὶ εἰδικοὶ προϋπολογισμοὶ ἑκάστου τῶν ἔργων. Πλὴν ὅμως τούτου ὑποβάλω καὶ δήλωσιν διὰ τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ τῶν 33,000 δραχμῶν, διὰ τὸ ὁποῖον μόνον ἐγγραφὴ ἀπαιτεῖται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ συγχρόνως ἀπαιτεῖται καὶ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ ἔργου.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ὡς καὶ ἡ δήλωσις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 408 καὶ 409).
§20ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἔχω ζητήσει τὰ σχετικὰ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑποταμίου Νεμέας πρὸ εἴκοσι περίπου ἡμερῶν, καὶ ὅμως δὲν κατετέθησαν.
§21Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ρωσίας, ὅτι κατετέθησαν ταῦτα εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ δύνανται οἱ βουλόμενοι νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν, ἀπευθυνόμενοι εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§22ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλὴν, κύριε Πρόεδρε, τηλεγράφημα, ὅπερ ἐλάβετε ἐξ Ἀλεξανδρείας, φέρον τὰς ὑπογραφὰς, ἐντολῇ τριάκοντα δικηγόρων, τῶν κυρίων Λιμπρίτου καὶ Μπουφίδου δικηγόρων. Δι’ αὐτοῦ, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, παριστάνεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ λίαν ἐπιζήμιον τῆς μεταθέσεως τῆς ἕδρας τοῦ πολιτικοῦ Πρακτορείου ἀπὸ Ἀλεξανδρείας εἰς Κάϊρον. Τὸ θέμα, ὅπερ πραγματεύεται τὸ τηλεγράφημα, εἶναι σπουδαιότατον, καὶ μόνον τὸ γεγονὸς, ὅτι αἱ παραστάσεις τῶν δύο δικηγόρων ἐγένοντο ἐκ μέρους τοῦ συλλόγου, εἶναι ἱκαναὶ νὰ πείσωσι περὶ τούτου τὴν Βουλὴν. Περὶ τοῦ θέματος πολλάκις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἀσχοληθῇ. Ὑπάρχουσι δὲ ὄχι μόνον τοῦ σημερινοῦ πολιτικοῦ πράκτορος ἐκθέσεις, ἀλλὰ καὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ, ἰδίως τοῦ ἀειμνήστου Βυζαντίου, πολλῆς προσοχῆς ἄξιαι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐκθέσεις, διότι, ἐὰν ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν προσεχῶς, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι ἕτοιμος, ὅπως πραγματευθῇ αὐτὸ προσηκόντως.
§23Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρενόησε τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη πρὸ ὀλίγου. Ἐν τῷ τηλεγραφήματι τούτῳ δὲν γίνεται λόγος περὶ μεταφορᾶς τῆς ἕδρας ἐξ Ἀλεξανδρείας εἰς Κάϊρον...
§24Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Περὶ μικτῶν δικαστηρίων.
§25ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι, κύριε Βουλευτά... Γίνεται λόγος περὶ διατάξεώς τινος, ἥτις περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν. Συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν ἐκείνην ἐπεκτείνεται ἡ δικαιοδοσία εἰς τὰς προξενικὰς ἀρχὰς, τὰς ἐντὸς τῆς δικαστικῆς περιφερείας, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῶν προξενικῶν δικαστηρίων Κωνσταντινουπόλεως, Σμύρνης καὶ Ἀλεξανδρείας εὑρισκομένας, ἐπειδὴ δὲ περιορίζεται τοιουτοτρόπως ἡ δικαιοδοσία τοῦ προξενικοῦ δικαστηρίου Ἀλεξανδρείας, διαμαρτύρονται οἱ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ δικηγόροι. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς μεταφορᾶς τῆς ἕδρας τοῦ Πολιτικοῦ Πρακτορείου Ἀλεξανδρείας, ὡς ἐσφαλμένως ἀντελήφθη ὁ κ. Δραγούμης. Τὸ τηλεγράφημα λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπέκτασις δικαιοδοσίας τοῦ νομοσχεδίου ἐκμηδενίζει σκοπὸν δικαστηρίων Ἀλεξανδρείας...» κλπ. Περὶ τούτου πρόκειται μόνον. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν πρόκειται εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, νομίζω περιττὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ τοῦ τηλεγραφήματος, ὅπερ ἐκίνησε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς.
§26Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶχον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα τῶν δικηγόρων Ἀλεξανδρείας, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τῶν κ.κ. Λιμπρίτου καὶ Μπουφίδου, ἀλλὰ δὲν ἀνεκοίνωσα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἀκριβῶς διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ. Ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, εἰπόντος ὅτι ἔχει τηλεγράφημα ἐπὶ ἄλλου θέματος, ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
§28ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐγὼ, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς ἐμέ. Ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: «Ἐπέκτασις δικαιοδοσίας προξένων, οἵα προτείνεται ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, ἐκμηδενίζει σκοπὸν δικαστηρίων Ἀλεξανδρείας...» Ἀφορᾷ λοιπὸν τὴν ἐπέκτασιν τῆς δικαιοδοσίας τῶν ἄλλων προξένων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ περὶ τούτου συζήτησις κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, δὲν ἔκαμον λόγον.
§29ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Φικιώρης παρεπονέθη ἐν προηγουμένῃ συνεδρίᾳ τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργεῖον δὲν ἐκδίδει ἐντάλματα διὰ τὴν οἰκοδομὴν διαφόρων διδακτηρίων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, εἰ καὶ χρονολογεῖται ἡ οἰκοδομὴ αὕτη ἀπὸ τοῦ 1897. Διαβεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι ἐν ἔτει 1897 οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν, διδακτήριον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἤρξατο κατεσκευαζόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1895. Ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν ἐγένετο δημοπρασία διαφόρων διδακτηρίων, καὶ ἤρξατο ἡ κατασκευή. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ διδακτήρια ταῦτα, εὐθὺς ὡς προχωροῦσιν αἱ ἐργασίαι καὶ ὑποβάλλονται αἱ σχετικαὶ καταστάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, θεωροῦνται αὗται, ἐκδίδονται δὲ τὰ ἐντάλματα ἐπὶ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι παρακατατεθειμένον τὸ προϊὸν τὸ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τὸ προωρισμένον διὰ τὴν κατασκευὴν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐζήτησα πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ εὗρον, ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως ἐκκρεμὴς πληρωμὴ ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§30Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ δὲν πειράζει. Ὑπάρχει διάταξις ἐν ἄρθρῳ τοῦ νόμου ͵ΒΞΗʹ τοῦ 1893, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ Δημοσίου χορηγοῦνται 5% εἰς τὰ διάφορα χωρία, ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν ὁποίων ἐνεργεῖται ἡ ὑλοτομία, ἵνα τὸ ποσὸν τοῦτο χρησιμοποιηθῇ πρὸς κοινωφελῆ ἔργα. Διάφοροι κάτοικοι ἐζήτησαν ἀπὸ τοὺς ταμίας πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἀλλ’ οἱ ταμίαι ἠρνήθησαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι σήμερον, ἵνα οὕτω δυνηθῶσιν οἱ κάτοικοι νὰ ζητήσωσι τὸ δίκαιόν των.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§32Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἦναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης.
§34Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον μετὰ πατριωτικοῦ ἐνδιαφέροντος ἡ δημοσιογραφία ἀνέπτυξε, τοῦ ζητήματος τῆς λυσεγγυήσεως. Ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ ζητήματος τούτου, κύριοι Βουλευταί, οὐχὶ μόνον τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπορικῶν πόλεων, καὶ ἰδίως τῶν παραθαλασσίων, καταστρέφονται, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία θίγεται. Τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος τούτου κατανοήσας ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἐθεράπευσε μὲν ἐν μέρει, ἑτοιμάσας διάταγμα κατόπιν τῶν παρακλήσεών μου, πλὴν νομίζω δίκαιον νὰ παρακαλέσω τόσον αὐτὸν ὡς καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως εὐαρεστούμενοι ἀποφασίσωσι νὰ θέσωσι τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην τὸ προσῆκον νομοθέτημα, διότι διὰ τῆς λυσεγγυήσεως ταύτης εἰς οὐδὲν ἄλλο καταλήγομεν ἢ εἰς τὸ νὰ μεταβληθῶμεν εἰς χωροφύλακας ἢ κλητῆρας τῆς Τουρκίας. Δὲν θὰ ἐξετάσω, κύριοι Βουλευταί, τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τὰς ἄλλοτε Κυβερνήσεις νὰ παρεμβάλωσι τὴν ῥήτραν ταύτην, ἥτις ἐμηδένισε τὸ ἐμπόριον μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τὸ στάδιον, ἵνα κολακεύσωμεν ἢ περιποιηθῶμεν τὴν Τουρκίαν, παρῆλθε, διότι καὶ ἡ εἰρήνη ἐγένετο καὶ τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν ἐπληρώσαμεν. Ἀρκεῖ ὅτι ἔχομεν τὴν οἰκονομικὴν κηδεμονίαν, δηλ. τὸν ἔλεγχον. Ἂς ἐξασφαλίσωμεν τοὐλάχιστον διὰ τῆς καταργήσεως τῆς λυσεγγυήσεως τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ὑψώσωσι φωνὴν καὶ ἑνώσωσι μετ’ ἐμοῦ τὰς ἐνεργείας των. Ἀρκεῖ ὅτι καταπιέζετε τὸν λαὸν διὰ τῶν νέων φορολογικῶν νομοσχεδίων· πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἀφήσητε ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον, καὶ ὄχι νὰ κρατῆτε αὐτὸ αἰχμάλωτον, διότι δι’ αὐτοῦ ζῶσιν ὄχι μόνον οἱ ἔμποροι, ἀλλὰ καὶ αἱ πτωχαὶ τάξεις.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 410). Οἱ Βουλευταὶ Κορινθίας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 411). Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Μαυροκέφαλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§36Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, Κύριοι, εἶναι ἀναγεγραμμένη, ὡς τελευταῖον ἀντικείμενον, πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑπέβαλον προχθές. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης εἶχον ἐπικαλεσθῆ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀνέπτυξα τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπεβάλομεν αὐτήν. Ἡ πρότασις εἶναι ἀποκλειστικῶς τυπικὴ, ἀφορᾷ μόνον τὴν διευκόλυνσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐδὲν πλέον. Δι’ αὐτῆς προτείνεται ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου 128 τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων, ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ἑπτανησιακὰ προϊόντα καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ πρωτοκόλλου. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, διὰ νὰ μεταβληθῶσι τὰ πρωτόκολλα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κανονίζεται ὁ φόρος, ἀπαιτεῖται νὰ γείνωσιν ἀγοραπωλησίαι τὴν προηγουμένην ἑβδομάδα. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀκατόρθωτον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν, εἶναι ἁπλῶς τυπική, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ συζητηθῇ αὕτη.
§37Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§38ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ σύστασις τοῦ κ. Μαυροκεφάλου.
§39ΜΠΑΣΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ. Ὑποθέτω δέ, ὅτι θὰ γείνῃ δεκτή. Εἶναι τυπικὸν τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται.
§40Κ. ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Ἐπειδὴ ἴσως δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ προταχθῇ, παρακαλῶ, ὅπως συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προταχθῇ αὔριον, διότι ἡ κατάστασις εἶναι πολὺ δεινὴ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, καθόσον αἱ Τράπεζαι ἔπαυσαν πᾶσαν ἐργασίαν, καὶ ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης ὑποφέρει ὁ λαός. Χθὲς μάλιστα ἀνεκοινώθη καὶ τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Ἄρτης, παρακαλούντων τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, μεριμνήσῃ νὰ μὴ καταπιεσθῶσιν οἱ ὀφειλέται μέχρι τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, εἰ δυνατὸν, σήμερον νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι συμφέρει νὰ ἐπισπευσθῇ τὸ πέρας τῆς μεταβατικῆς ταύτης καταστάσεως, καὶ συνιστῶ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἀναβιβάσωσι τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις, ὅπως ἀπόψε συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναγνώσωμεν ἀμέσως.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§45ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, διότι εἶναι ἀδύνατον ἄλλως νὰ λειτουργήσωσι τὰ δικαστήρια.
§46Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων εἶναι ἐλεεινή, ἐλλείψει δικαστῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητήσῃ νὰ προταχθῇ τὸ περὶ ἐμμίσθων παρέδρων νομοσχέδιον, εὔκολον ἤθελεν εἶναι νὰ ἔχωμεν ἀμέσως ἑτοίμους δικαστὰς πρὸς λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζω, ὀφείλει νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν.
§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν παρέδρων οὐδεμία θέσις κενὴ ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε.
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν. Ἐγένετο ἐξαίρεσις ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως μεταξὺ Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, διότι παρεστάθη, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος ἐνδιαφέροντος ἐπαρχίας ὁλοκλήρους. Ἑπομένως συνηνέσαμεν, ὅπως γείνῃ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις. Θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὔριον.
§49Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένη ὡς ἑξηκοστὸν πρῶτον ἀντικείμενον, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρότασις νόμου τοῦ ἐκ Τυρνάβου βουλευτοῦ κ. Ροδοπούλου περὶ προσημειώσεων καὶ ὑποθηκῶν....
§50Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐψηφίσθη ἤδη νομοσχέδιον περὶ τούτου, καὶ ἐγένετο μάλιστα νόμος, διότι ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως».
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας συνομολογήσεως συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ Προνομιούχου Ἠπειροθεσσαλίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν.
§53Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εὐαρεστηθῆ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ συναινέσῃ εἰς μίαν ἀναβολὴν μέχρι τῆς αὔριον, διότι, ὡς γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ζήτημα θίγον μεγάλα συμφέροντα τῆς βιομηχανίας τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐκ τῆς φορολογίας δὲ ταύτης κινδυνεύουσι συμφέροντα, κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ ὁλόκληρος βιομηχανία κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν τῶν εἰδικῶν.
§54Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄνευ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα. Εἶναι συναφὲς πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε.
§55Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον τροπολογίαν.
§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ πασῶν τῶν τροπολογιῶν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ ληφθῇ φροντίς.
§57Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι συνδεδεμένον μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παρακάμψῃ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐπιψήφισιν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἡ σκέψις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως δὲν μὲ ἐμποδίζει ἀπὸ τοῦ νὰ κηρυχθῶ κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπό τινων ἐτῶν, ἰδίως ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως, ἀνεπτύχθη παρ’ ἡμῖν εἷς σπουδαιότατος κλάδος βιομηχανίας, ὁ κλάδος δηλ. τῆς βιομηχανίας ἐκείνης, ἥτις παράγει μεγάλα ποσὰ οἰνοπνεύματος, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται ὑπὸ μορφὴν κονιὰκ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων εἰσάγομεν χρυσὸν, χρησιμώτατον εἰς τὴν ἀναιμικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κατὰ τὰ 8/10 τοὐλάχιστον πρέπει νὰ θεωρηθῇ συντετριμμένη ἡ βιομηχανία αὕτη, διότι εἶναι τοσοῦτον ἐπαχθὴς ἡ ἐπιβαλλομένη φορολογία, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ συντηρηθῶσι τὰ μικρὰ βιομηχανικὰ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα κατειργάζοντο τὸν σταφιδόκαρπον καὶ τὸν μετεποίουν εἰς οἰνόπνευμα. Ἀποτέλεσμα δὲ τούτου εἶναι, ὅτι συντρίβομεν εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάπτυξιν ἕνα σπουδαιότατον παράγοντα οἰκονομικῆς τοῦ τόπου προκοπῆς, διὰ τὸν ὁποῖον παράγοντα τὰ ἄλλα ἔθνη ὄχι μόνον δὲν ἀπαγορεύουσι τὴν ἐξαγωγὴν, ἀλλ’ ὁρίζουν καὶ βραβεῖα διὰ τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον. Ἀλλὰ θὰ μ’ ἐρωτήσῃ τις ἴσως, πῶς θὰ καταστραφῶσι τὰ μικρὰ βιομηχανικὰ ἐργοστάσια; Τοῦτο εἶναι εὐαπόδεικτον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνισθῶσι τὰ μικρὰ ταῦτα ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα εἶναι 65 τοὐλάχιστον τὸν ἀριθμὸν, πρὸς τὰ μεγάλα, τὰ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, τοιαῦτα. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογήσωμεν τὸ οἰνόπνευμα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ ἡ ἀρχὴ, ἡ τηρηθεῖσα καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, δηλ. νὰ φορολογῆται τὸ οἰνόπνευμα ἐν τῇ καταναλώσει. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ διὰ τούτου νὰ προλειάνῃ τὴν ὁδὸν εἰς τὸ μονοπώλιον, τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραβλέψῃ πόσον ἄδικον εἶναι τοῦτο πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν, μετὰ μεγάλων θυσιῶν, ἐργοστάσια. Εἷς τῶν σπουδαίων λόγων, οὓς ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι καὶ τὸ ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ ἀλκοολισμοῦ, ὅστις προβάλλει ἀπειλητικὸς ἕνεκα τῆς πλεονασάσης παραγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ ἑπομένως τῆς εὐθηνίας, εἰς ἣν τοῦτο πωλεῖται· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι πολὺ σπουδαῖος, διότι, ἐὰν ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἐπέρχεται τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται διὰ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν παραγωγὴν, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ἐπιβαλλόμενος φόρος καταστρέφει ταύτην. Διατὶ δὲν θέλετε νὰ φορολογήσητε τὴν κατανάλωσιν, ὅπως πολεμήσητε τὸν ἀλκοολισμόν; Αὐτὴ, νομίζω, εἶναι ἡ ὁδὸς ἡ λυσιτελεστέρα καὶ πρὸ πάντων ἡ δικαία ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς τόσας θυσίας, κινδυνεύουσι δὲ ἤδη νὰ γείνωσι θύματα. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον θέμα δέον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, τὸ ἑξῆς. Πρό τινων ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν τὴν παρακράτησιν ἐπὶ δέκα ἔτη. Ἐκ τοῦ νόμου τούτου τὸ παρακράτημα θ’ ἀνέρχηται εἰς 50–55 ἑκατομμύρια λιτρῶν ἐτησίως. Ἐὰν κλεισθῶσιν, ὡς εἶναι βέβαιον, ὅλα τὰ μικρὰ ἐργοστάσια καὶ μείνωσι μόνον τὰ μεγάλα τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, βεβαίως μόνα ταῦτα δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ χρησιμοποιήσωσιν ὅλον αὐτὸ τὸ παρακράτημα, ἐννοεῖται δ’ ἐντεῦθεν ποία ζημία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς μὴ διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος τούτου. Τί θὰ κάμωμεν τὸ παρακράτημα αὐτὸ, ἀφοῦ μάλιστα ὡρίσαμεν, ὅτι μόνον διὰ τὴν οἰνοποιίαν θὰ χρησιμεύσῃ; Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πολλοὶ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοὺς λόγους τούτους ἕτεροι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων θ’ ἀναπτύξωσιν ἐκτενέστερον, περιορίζομαι εἰς τὰ ἐκτεθέντα μόνον, καὶ ὑποστηρίζω ἐν πεποιθήσει ἀκλονήτῳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ εὕρῃ ἕτερον τρόπον φορολογίας διὰ τὸ οἰνόπνευμα, διότι ὁ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενος εἶναι καταστρεπτικός. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ καθέκαστα ἐὰν θελήσῃ τις νὰ προχωρήσῃ, εὑρίσκει διατάξεις ἀκατανοήτους. Ὑπάρχει π. χ. διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, προκειμένου νὰ εὑρεθῇ πόσην ποσότητα παράγει ἓν μηχάνημα ἐντὸς 24 ὡρῶν, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πόσον ποσὸν παράγει τοῦτο, ἐργαζόμενον διηνεκῶς. Θεωρεῖτε τοῦτο δίκαιον; Ἑτέρα διάταξις τοιαύτη εἶναι, ὅτι ὁ ἐργοστασιάρχης ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ὁλόκληρον τὴν ποσότητα, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παραγάγῃ τὸ ἐργοστάσιόν του εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔτος· ἀλλ’ ἐὰν πάθῃ τι ὁ ἐργοστασιάρχης μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας, ἐὰν παύσῃ τὰς ἐργασίας του, ὁ φόρος θὰ πληρωθῇ διὰ τὴν παραγωγὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους. Ἑτέρα διάταξις ὑπάρχει, καθ’ ἣν, προκειμένου περὶ ἑταιρείας, ἕκαστος τῶν συνεταίρων θεωρεῖται τρόπον τινὰ ὡς νέον ἐργοστάσιον, καὶ ἕκαστος πληρώνει ἴδιον φόρον. Ἡ διάταξις αὕτη, ἐκτὸς τοῦ ὅτι οὐδεμίαν ἔχει δικαιολογικὴν βάσιν, εἶναι καὶ καταστρεπτικὴ εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ συνεταιρισμοῦ· διότι, ὅταν λέγητε ὅτι ἕκαστος συνέταιρος πρέπει νὰ πληρώσῃ φόρον χωριστὸν, βεβαίως τοῦτο εἶναι μέγα κώλυμα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πνεύματος τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ἀλλὰ περὶ τῶν καθέκαστα θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων· ἤδη ὅμως ἐπιμένω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ σοβαρὰ σκέψις διὰ τὴν ἀρχὴν, διότι φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης φορολογίας θέλει περιορισθῆ ἡ ἐξαγωγὴ, καὶ εἶναι ἐθνικῶς ἐπιζήμιον νὰ ἐμποδίζωμεν ἡμεῖς τὴν παραγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν προϊόντος βιομηχανικοῦ, δι’ οὗ τόσος χρυσὸς εἰσάγεται εἰς τὴν χώραν, ἐνῷ τὰ ἄλλα Κράτη εἰς παρομοίας περιστάσεις χορηγοῦσι καὶ βραβεῖα πρὸς τοὺς παράγοντας καὶ ἐξάγοντας εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τὰ προϊόντα ταῦτα.
§58ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ κονιάκ. Καθ’ ἃ βλέπω εἰς τὸ δελτίον τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐγένετο ἐξαγωγὴ ποσοῦ ἀξίας 1,200,000 δραχμῶν. Ἐννοεῖται ὅτι ἐπιβαρυνομένων τῶν ἐργοστασίων διὰ τῆς φορολογίας ταύτης, ἥτις εἶναι βαρεῖα, οἱ ἐργοστασιάρχαι θὰ εὑρεθῶσιν εἰς πολὺ δυσχερῆ θέσιν, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ συναγωνισθῶσι, καὶ θὰ παύσωσιν ἐξάγοντες. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ὁρισθῇ, ὅτι θὰ δίδηται βραβεῖον κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν 20 ἢ 25 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, καὶ οὕτω συμβιβάζονται τὰ πάντα.
§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, εἶναι παρατήρησις σοβαρὰ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Ὁ φόρος οὗτος, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται, ἀπὸ ἐμμέσου γίνεται ἄμεσος· βαρύνει λοιπὸν τὴν οἰνοπνευματοποιίαν ἀναλόγως τῶν μηχανημάτων, τῶν ὁποίων γίνεται χρῆσις, καὶ οὐχὶ ἀναλόγως τῆς πραγματικῆς παραγωγῆς. Ἀποτέλεσμα προσέτι τούτου ἔσται καὶ τὸ ὅτι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὄχι μόνον τὸ οἰνόπνευμα τὸ καταναλισκόμενον ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐξαγόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐγὼ φρονῶ, καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς σταφίδος, ὅτι τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς χώρας ἐπιβάλλει, ὅπως οἱ ἐξάγοντες οἰνόπνευμα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὴ ἐμποδισθῶσιν. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος ἐφηρμόσθη εἰς ἁπάσας σχεδὸν τὰς χώρας, ὅσαι δὲ ἐπέβαλον τὸν φόρον εἰς τὴν κατανάλωσιν ἀπολαμβάνουσιν ἐξ αὐτοῦ μέγα ἔσοδον. Ἡ φορολογία δὲ αὕτη ἐκτὸς τοῦ ταμιευτικοῦ σκοποῦ ἔχει καὶ τὸν εἰδικὸν σκοπὸν τῆς περιστολῆς, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τῆς καταχρήσεως τῆς καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος. Βεβαίως ὁ δεύτερος οὗτος σκοπὸς τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος δὲν ἀπεδείχθη μέχρι σήμερον ὅτι ἐπέτυχεν. Ἡ φορολογία ὅμως ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἀπεδείχθη λίαν ἐπιτυχὴς, ὅπου ἐφηρμόσθη. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ μελέτη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας ταύτης δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, ὅπως μελετηθῇ σπουδαιότερον τὸ ζήτημα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διαβλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα διεῖδε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θὰ ἐξαναγκασθῶσι δηλ. οἱ μικρότεροι παραγωγοὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ ἔργον αὑτῶν. Ἴσως ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα τῆς ἱδρύσεως ἐν τῷ μέλλοντι τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων διὰ τοῦ ἀμέσου περιορισμοῦ τῆς παραγωγῆς εἰς μόνους τοὺς μεγάλους οἰνοπνευματοποιούς· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον. Ἐφ’ ὅσον δὲν παρουσιάζεται ἡ ἰδέα αὕτη, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν σύστημα ἀμέσου φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ διότι θὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν καὶ διότι θ’ ἀναγκασθῶμεν, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ προτεινόμενον σύστημα, χωρὶς νὰ μελετήσωμεν καλλίτερον αὐτὸ, νὰ ἐπανέλθωμεν μετά τινας μῆνας, ὅπως ψιφίσωμεν ἕτερον νόμον, συμπληροῦντα τὸν παρόντα καὶ διορθοῦντα τὰς ἐν αὐτῷ ἀδικίας καὶ ἐλλείψεις.
§60Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι διατεθειμένος, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω τινὰ, ἔστω καὶ διὰ βραχέων, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπιφυλασσόμενος εὐρύτερον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω καὶ νῦν ὀλίγον, διότι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, ἐν δὲ ταῖς λεπτομερείαις ὑπάρχουσι τοσαῦτα κενὰ καὶ τοιαῦτα ἐλαττώματα, καθιεροῦντα τὴν φορολογικὴν ἀνισότητα καὶ τὴν παραβίασιν γνωστῶν ἐπιστημονικῶν ὅρων, ὥστε εἶναι ἄξιον νὰ γένωνται γνωστὰ ταῦτα γενικῶς πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως. Τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπρυτάνευσεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου κατὰ τὸ 1893, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργεῖτο ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἦτο ἡ προτασία τῆς σταφίδος, τῆς ὁποίας ἡ κρίσις ἄρχεται σπουδαίως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893. Ὁ λόγος δὲ, Κύριοι, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀφαίμαξιν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς ἄρσεως τῆς προϋπαρχούσης φορολογίας, ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἔπαυσεν ὑφιστάμενος· τοὐναντίον ἡ κρίσις ἡ σταφιδικὴ ἐν τῷ τόπῳ χωρεῖ, ἂν οὐχὶ εἰς αὔξησιν, βεβαίως ὅμως ὑφίσταται ἔτι εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ κατάργησις νόμου προστατεύσαντος σπουδαίως τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῆς σταφίδος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου λέγει, ὅτι ὑπέλαβεν ὁ νομοθέτης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅτι δυνατὸν νὰ συμβάλῃ ὑπὲρ τῆς τύχης τῆς σταφίδος διὰ τῆς καταναλώσεως ποσοῦ μεγαλειτέρου ἐν τῇ οἰνοπνευματοποιίᾳ, ἀλλ’ ἐκθέτει, ὅτι ἡ ἐλπὶς αὕτη διεψεύσθη. Τὰ πράγματα ὅμως διαψεύδουσι τὴν ἔκθεσιν ταύτην, διότι ἐκ τῶν 12,500,000 λιτρῶν σταφίδος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρακρατήσεως μέχρι σήμερον τὰ 97 ἑκατοστὰ τοῦ ποσοῦ τῆς παρακρατηθείσης ταύτης σταφίδος κατηνάλωσεν ἡ βιομηχανία τῶν οἰνοπνευμάτων· ἑπομένως ἔχομεν ἐντεῦθεν ἀμέσως τοὐναντίον πραγματουμένην τὴν ἐλπίδα καὶ ἐπιτυγχάνοντα τὸν σκοπὸν, ὃν προέθετο ὁ νόμος τῆς 30 Νοεμβρίου τοῦ 1890, ὅστις κατήργησε τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐζήτει ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην τῆς σταφίδος, ἐνῷ ἐζήτει, ὅπως τὸ παρακρατούμενον ποσὸν χρησιμοποιηθῇ, ἐξ ἄλλου ἐπεχείρει νὰ δημιουργήσῃ νέαν βιομηχανίαν, τῆς ὁποίας ἡ ἀνθηρὰ ἀρχὴ ἐχρονολογεῖτο ἀπὸ τοῦ 1884, καὶ οὕτως ἡ βιομηχανία τοῦ κονιὰκ διὰ τῆς προστασίας ἐκείνης τῆς νομοθετικῆς προώδευσεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ καλῆται ἐθνικὴ βιομηχανία, ἔχουσα τοιαύτην ἀποστολὴν σήμερον εἰς τὸν ἔξω κόσμον, εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἰς τὴν Ἀσίαν, εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν, εἰς τὴν Βουλγαρίαν, εἰς τὴν Ῥουμανίαν καὶ εἰς ἄλλας χώρας, ὥστε νὰ ἐκπροσωπῇ μονονουχὶ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, καὶ ἂν εἶναι ἄγνωστος ἡ Ἑλληνικὴ σημαία εἰς τὰ βάθη τῆς Ἀραβίας, εἶναι γνωστὴ ἡ βιομηχανία τοῦ Ἑλληνικοῦ κονιὰκ, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἡ κυανῆ σημαία, ἡ ὁποία κυματίζει ἐπὶ τῶν σημάτων. Ἔλαβε λοιπὸν ἡ βιομηχανία αὕτη ἐντελῶς ἐθνικὸν χαρακτῆρα, καὶ διαγωνίζεται τελεσφόρως πρὸς τὰ κάλλιστα εὐρωπαϊκὰ βιομηχανικὰ προϊόντα τοῦ εἴδους τούτου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἕνεκα ἐπικινδύνων νοθεύσεων, οὐχὶ προερχομένων ἐκ τῶν μεγάλων ἐργοστασίων, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων μικροτέρων ἐπιζημίων ἐκμεταλλευτῶν τῆς τοιαύτης βιομηχανίας, ὑπέστη αὕτη τραῦμα, ἀλλὰ καὶ τὸ τραῦμα τοῦτο δὲν ἔρχεται νὰ ἐπουλώσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἡ κυβερνητικὴ πρόνοια ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀσφάλειαν τῆς γνησιότητος διὰ σφραγίσεως κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Αὐστηρὰ ἐπιτήρησις κατὰ τὴν ἐξαγωγήν ἠδύνατο νὰ πατάξῃ τὴν νόθευσιν καὶ ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν γνησιότητα. Τοῦτο εὐκταῖον εἶναι νὰ γείνῃ· τοιοῦτο δὲ μέτρον θὰ παρεῖχε τελεσφόρον ὑπηρεσίαν καὶ ὑποστήριξιν εἰς τὰ κονιὰκ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην ἀποστολὴν ἔσχεν ἡ βιομηχανία τοῦ κονιὰκ καὶ τοιοῦτον χαρακτῆρα ἔλαβεν, ἐξυπηρέτησε καὶ ὑπηρετεῖ καὶ ἕτερον συμφέρον τοῦ Κράτους. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ νομισματικὴ κρίσις, μὴ λήξασα ἔτι, εἰς τὴν ὁπωσδήποτε δὲ βελτίωσιν ταύτης συνετέλεσε καὶ ἡ πρόοδος τοῦ κονιάκ· εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ κατάστημα τῶν ἀδελφῶν Μεταξᾶ καὶ ἄλλα καταστήματα ἀκόμη, ἄξια λόγου, ὡς τοῦ Καμπᾶ, τοῦ Πιπινέλη, καὶ τὰ Ἡνωμένα Οἰνοπνευματοποιεῖα τῆς Χαλκίδος, εἰσῆγον μεγάλα ποσὰ χρυσοῦ, καὶ συνέβαλλον, ἂν μὴ εἰς τὴν λύσιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνακοπὴν τοῦ νομισματικοῦ ζητήματος τῆς χώρας. Ἡ δήλη αὕτη εἰσαγωγὴ τοῦ χρυσοῦ βαίνει προϊοῦσα. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μόνον τὸ κατάστημα τῶν ἀδελφῶν Μεταξᾶ εἰσήγαγε τὸ ἑπόμενον καὶ μεθεπόμενον ἔτος τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον φράγκων χρυσῶν. Ἔχομεν λοιπὸν τοιαύτας ὑπηρεσίας παρασχεθείσας διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ χρυσοῦ λόγῳ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς βιομηχανίας τῶν οἰνοπνευμάτων, ἔχομεν τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῆς σταφίδος καὶ τὴν προστασίαν μιᾶς σπουδαιοτάτης βιομηχανίας τοῦ τόπου, λαβούσης χαρακτῆρα ἐθνικόν. Τὴν τοιαύτην βιομηχανίαν ἐρχόμεθα νὰ συντρίψωμεν, νὰ τραυματίσωμεν διὰ φορολογίας, ἥτις ἐπιβάλλεται, καθ’ ὃν ὀλέθριον τρόπον ἐπιβάλλεται. Βεβαίως αἱ ἀνάγκαι τοῦ δημοσίου ταμείου εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ ἐγείρηται φωνὴ κατὰ φορολογίας, ἥτις σκοπεῖ νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα ὅμως ἐγέννησεν ἡ δημιουργία νέων θέσεων ἐξ ἀσκόπων νομοθετημάτων. Οἱ ἐργοστασιάρχαι τῆς οἰνοπνευματοποιίας βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωσί τι ἐναντίον τῆς τοιαύτης φορολογίας, ὁπόταν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ταύτην· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἐν τοιαύτῃ περιστάσει, εἶναι τοῦτο: ἡ φορολογία πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ στάδιον τῆς καταναλώσεως, ἢ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐτάχθη ὑπὲρ τοῦ δευτέρου συστήματος διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἐὰν πνεῦμα ταμιευτικὸν ὑπερέσχε κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν οἱ εἰδότες κάλλιον αὐτὸ τὸ ζήτημα διάφοροι βιομήχανοι ἐγγυῶνται τὴν ὁλοσχερῆ ἀποτυχίαν τοῦ συστήματος τούτου, διότι ἀντὶ τοῦ ὑπολογιζομένου ποσοῦ εἰσπράξεως 400 χιλιάδων, σὺν τῇ καταστροφῇ τῶν ἐργοστασίων, ἥτις ἐπίκειται, θὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν ἀνάξιον λόγου. Κατὰ τοὺς εἰδότας, τὸ ἀνώτατον ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 150,000 δραχμάς. Αἱ μέχρι τοῦδε ἀποτυχίαι κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ αἱ πρακτικαὶ σκέψεις καὶ πληροφορίαι, αἱ ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ τῶν ἐργοστασιαρχῶν, μᾶς πείθουσιν, ὅτι τὴν αὐτὴν τύχην θὰ ἔχῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Θὰ ἴδωμεν συντόνως τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ταμιευτικοῦ σκοποῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς βιομηχανίας τῶν οἰνοπνευμάτων, κλειομένων ἀναγκαίως τῶν πλειόνων καταστημάτων, τὰ ὁποῖα παράγουσι ταῦτα. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ τοιαύτη φορολογία ἐπαχθὴς, ἐπιβαλλομένη οὐχὶ εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἐναντίον τῶν παραδεδεγμένων ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιστήμης ὅρων, παρὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς, ἀξιωματικῶς δὲ δύναταί τις νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι θὰ ἐλαττώσῃ τὴν παραγωγήν. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἀμφιβολία περὶ τούτου, ἐὰν μελετήσητε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία αὕτη, τὸν ὁποῖον κανονίζει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τοῦτο προσδιορίζεται: Αʹ) Διὰ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς αʹ κατηγορίας εἰς δραχμὰς διακοσίας (200). Βʹ) Διὰ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς βʹ κατηγορίας· 1. Εἰς δραχμὰς πέντε χιλιάδας (5,000), ἐὰν ἡ ἡμερησία παραγωγὴ, ἐξ 24 ὡρῶν, τῶν μηχανημάτων τοῦ οἰνοπνευματοποιείου εἶναι κατωτέρα τῶν πεντακοσίων ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. 2. Εἰς δραχμὰς δέκα χιλιάδας (10,000), ἐὰν αὕτη ἦναι ἀνωτέρα τῶν πεντακοσίων ὀκάδων καὶ ἐλάσσων τῶν χιλίων ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. 3. Εἰς δραχμὰς εἴκοσι χιλιάδας (20,000), ἐὰν ἡ παραγωγὴ αὕτη ἦναι ἀνωτέρα τῶν χιλίων ὀκάδων καὶ ἐλάσσων τῶν δύο χιλιάδων ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος· καὶ 4. Εἰς δραχμὰς τριάκοντα χιλιάδας (30,000), ἐὰν ἡ παραγωγὴ αὕτη ἦναι ἀνωτέρα τῶν δύο χιλιάδων ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. Πρὸς ὑπολογισμὸν τῆς ἡμερησίας παραγωγῆς λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ παραγωγὴ τῶν ἀνακαθαρτήρων (διυλιστηρίων), ἤ, ἂν τοιοῦτοι δὲν ὑπάρχωσι, τῶν στηλῶν, ἢ τῶν ἄλλων μηχανημάτων, ὡς νὰ εἰργάζοντο διαρκῶς τὰς 24 ὥρας πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος.» Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ πάσης τῆς Βουλῆς εἰς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον τάσσει τὸ ἄρθρον τοῦτο, σύστημα καθιεροῦν φορολογίαν τόσον ἄνισον, ὥστε καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον κινδυνεύουσι τὰ πλεῖστα τῶν βιομηχανικῶν καταστημάτων νὰ παραδώσωσι τὰς κλεῖδας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν φορολογεῖται τὸ ἐργοστάσιον Α ἢ Β δι’ ὅσον παράγει, ἀλλὰ δι’ ὅσον δύναται νὰ παραγάγῃ εἰς 24 ὥρας δι’ ἐργασίας συνεχοῦς καὶ διὰ τῆς ἐντάσεως τῶν δυνάμεων τῶν διαφόρων μηχανημάτων του. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ὡς ἔδει νὰ γνωρίζῃ, λαμβάνων πληροφορίας, ὅλα τὰ ἐργοστάσια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργάζωνται νυχθήμερον. Ὑπάρχουσιν ἐργοστάσια ἐργαζόμενα μόνον 12 ὥρας, οὐχὶ διότι ἡ δύναμις τῶν μηχανῶν των δὲν δύναται νὰ ἀντίσχῃ εἰς πλείονα ἐργασίαν πρὸς παραγωγὴν μείζονος ποσότητος, ἀλλὰ διότι ἡ δύναμις τῶν χρηματικῶν μέσων, τὸ ὑλικὸν τῆς σταφίδος, τὸ προσωπικὸν τῶν ἐργατῶν ἐλλείπουσι, καὶ ἐντεῦθεν ἀνέφικτον εἶναι νὰ ἐργάζωνται 24 ὥρας, ἵνα φθάσωσιν εἰς τὸ ἀκρότατον ὅριον τῆς παραγωγῆς οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ φορολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ καὶ ἂν πάντα ταῦτα συντρέχωσιν, ἐὰν τὸ ἐργοστάσιον ἔχῃ ἀφθονίαν ὑλικοῦ καὶ ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἐργασίαν 24 ὡρῶν, δὲν πράττει τοῦτο ἐξ ἄλλων αἰτίων, διότι παράγει τόσον μόνον ποσὸν, ὅσον ἐξαρκεῖ εἰς τὸν κύκλον τοῦ ἐμπορίου του καὶ τῆς καταναλώσεως. Ὑπάρχουσιν ἐργοστάσια ἐν Πειραιεῖ, ἅτινα, κατὰ τὴν δύναμιν τῶν μηχανημάτων, ἐπὶ 24 ὥρας ἐργαζόμενα, δύνανται νὰ παραγάγωσιν οἰνόπνευμα μέχρι 200,000 ὀκάδων κατ’ ἔτος, ὁπότε ὁ φόρος θὰ ἦναι 10,000 δραχμῶν, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἐργοστασίων τούτων τῆς αὐτῆς τάξεως, τῆς αὐτῆς δυνάμεως μηχανημάτων, τινὰ, εἴτε δι’ ἀνεπάρκειαν κεφαλαίων χρηματικῶν, εἴτε καὶ δι’ ἔλλειψιν ἐργατῶν ἢ πρώτης ὕλης σταφιδοκάρπου, παράγουσιν ὀλιγώτερον ποσόν. Τί πρέπει λοιπὸν ἐνταῦθα νὰ φορολογηθῇ; Πρέπει νὰ φορολογηθῇ τὸ ποσὸν, ὅπερ παρήγαγον, καὶ τοῦτο εἶναι φέρ’ εἰπεῖν 50,000 ὀκάδες, διότι δὲν δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν δύο ζυμώσεων ἐπὶ τῶν ἀμβύκων, ἀλλὰ μιᾶς· καὶ ὅμως θὰ φορολογηθῶσι καὶ ταῦτα διὰ 10,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἤτοι διὰ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ καὶ τὰ παράγοντα 200,000 ὀκάδας καὶ τὰ παράγοντα 50,000 ὀκάδας. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι, ὅτι θὰ κλείσωσι τὰ τελευταῖα ἐργοστάσια ταῦτα. Ὑπάρχει, ὡς βλέπετε, τερατώδης ἀνισότης φορολογίας, ἥτις στηρίζεται οὐχὶ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ πλάσματος τῆς δυνατῆς παραγωγῆς δι’ ἐντάσεως πάσης δυνάμεως. Οὕτως ἐπιβαλλομένη ἡ φορολογία, εἶναι ὀλεθρία, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄδικος, καὶ οἱ ἄδικοι καὶ ἄνισοι φόροι δὲν δύνανται νὰ ἐπικρατήσωσι καὶ τελεσφορήσωσιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ἤ, ἂν ἐπιτύχωσιν, ὑπὸ τὰς ἀρὰς τῶν ζημιουμένων, τῶν ἀδικουμένων θὰ ἐπιτύχωσι, καὶ τοιαύτας δὲν ἐπιθυμεῖ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προκαλέσῃ ἐναντίον ἑαυτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἐπιβάλλοντος φορολογίαν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, δὲν συμβάλλει ὁ λόγος ὁ δικαιολογητικός, τὸν ὁποῖον προβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἐκθέσει του, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ φορολογία θέλει περιορίσει τὸν ἀλκοολισμόν· διότι, ὅταν δὲν ἔχωμεν φορολογίαν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀλκοολισμοῦ, καθόσον, ὅταν ἔχωμεν πλήρη ἐλευθερίαν πρὸς σύμπηξιν καὶ πολλαπλασιασμὸν τῶν ποτοπωλείων, καὶ δὲν ἔχωμεν φόρους ἐπιτηδεύματος βαρεῖς, δὲν δυνάμεθα νὰ καταστρέψωμεν τὸν ἀλκοολισμόν· φορολογοῦντες δὲ οὕτως αὐτοσχεδίως τὴν παραγωγήν, ὑπονομεύομεν τὰς περιουσίας τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, τῶν ἐργοστασιαρχῶν, τῶν ἐμπιστευθέντων εἰς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, τῶν καταθεσάντων τὴν περιουσίαν αὐτῶν εἰς τὰ μηχανήματα ἐπὶ ταῖς ἐπαγγελίαις τοῦ νόμου τοῦ 1893. Οὕτως ἔχομεν τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα κατὰ τῆς παραγωγῆς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν καὶ τὰ ἐπιζητούμενα σωτήρια κατὰ τοῦ ἀλκοολισμοῦ. Εἰς πάσας τὰς νομοθεσίας, ἐν Ρωσσίᾳ, Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ, ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευμάτων ἐπεβλήθη οὐχὶ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως διὰ βαρέων φόρων ἐπιτηδεύματος τῶν ποτοπωλείων· διὰ τοῦτο ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ρουβλίων εἰσπράττει τὸ Ρωσσικὸν ταμεῖον, δεκάδας ἑκατομμυρίων λιρῶν στερλινῶν τὸ Ἀγγλικόν, καὶ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων φράγκων τὸ Γαλλικὸν ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος ἐπὶ τῶν ποτοπωλείων. Ἐὰν τοῦτο πράξωμεν καὶ ἡμεῖς, θὰ ἔχωμεν οὐ μόνον εὐάρεστα ἀποτελέσματα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ σωτήρια ἀποτελέσματα κατὰ τοῦ ἀλκοολισμοῦ. Ἀλλὰ παραδόξως θίγεται καὶ ἕτερον ζήτημα διὰ τοῦ νόμου, ἀνατρέπονται οἱ ὅροι οἱ ἐπιστημονικοὶ τοῦ συνεταιρισμοῦ. Πᾶσαι αἱ Πολιτεῖαι καὶ διὰ νομοθετημάτων καὶ διὰ βραβείων ἐζήτησαν νὰ προαγάγωσι τοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ τὰς ἐντεῦθεν μεγάλας ἐπιχειρήσεις ἐκεῖ, ὅπου τὸ μεμονωμένον ἄτομον δὲν ἐπαρκεῖ, λόγῳ κεφαλαίων ἢ πίστεως, καὶ δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ εἰς ἐπιχειρήσεις ἐπωφελεῖς, ἔρχεται ἡ ἕνωσις πλειόνων, καταβαλλόντων ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ κεφάλαια, καὶ θέτει οὕτω τὴν βάσιν πρὸς ἀνάπτυξιν πάσης βιομηχανίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔχομεν τὸ σύστημα τοῦ συνεταιρισμοῦ ἄρδην ἀνατρεπόμενον! Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 7 ἔχομεν τὴν προσωπικὴν φορολογίαν τοῦ ἐπιτευδημίου μετὰ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Καὶ ὑπάρχει ἐνταῦθα τοιαύτη ἀνισότης, ὥστε ἐπιφέρεται ἕτερον τραῦμα κατὰ τῶν βιομηχάνων. Ὑπάρχει π. χ. ἐργοστάσιον ἀνῆκον εἰς ἓν ἄτομον, παράγον διακοσίας χιλιάδας ὀκάδας οἰνοπνεύματος· εἰς τοῦτο ἐπάγεται φορολογία 10,000 δραχ. Ἔρχεται ἕτερον ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸν πρῶτον ἱδρυτήν, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται εἰς φόρον 10,000 δραχμῶν, καὶ ἔχει ἀκόμη 5 ἑταίρους, εἰς τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλεται ἴδιος φόρος, χωριστὰ εἰς ἕνα ἕκαστον, τὸ ἥμισυ τῶν 10,000 δραχμῶν, δηλαδὴ 5,000 δραχμαί· ὥστε ἔχομεν φόρον ἐπὶ τῶν συνεταίρων 25,000 δρ. καὶ 10,000 εἰς τὸν ἱδρυτὴν, ἐν ὅλῳ 35,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας πληρώνει τὸ ἐργοστάσιον κατ’ ἔτος, ἐνῷ τὸ ὅμοιον ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ἕνα μόνον κεφαλαιοῦχον, πληρώνει μόνον 10,000 δραχ. φόρον. Θὰ παρείχετο προστασία τις, ἐὰν ἐξ ἀντιθέτου διετάσσοντο τὰ τῆς φορολογίας ταύτης, διότι ὁ ἔχων μόνος ἓν ἐργοστάσιον ὑπάρχει πιθανότης νὰ κερδήσῃ πλείονα, ἐνῷ ὅταν ἦναι πολλοὶ οἱ ἑταῖροι, τότε τὸ κέρδος, λόγῳ τῆς κατανομῆς αὐτοῦ, θὰ ἦναι ὀλιγώτερον.
§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ......
§62ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, διότι βραχεῖα παρατήρησις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ μοὶ ὑποδεικνύει, ὅτι θὰ ἐξαλειφθῇ ἡ παράδοξος αὕτη διάταξις. Ταῦτα ἠθέλησα, Κύριοι, νὰ εἴπω σήμερον ἐν γένει περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θίγονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀείποτε ἀπησχόλησαν τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς σταφιδικῆς. Ἔκτοτε δὲν ἐγένετο νεώτερόν τι βεβαίως, ἵνα ἴδωμεν τὴν τύχην τῆς σταφίδος βελτιουμένην οὕτως, ὥστε αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ὑπὲρ αὐτῆς τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, νὰ ἀρθῇ σήμερον καὶ νὰ ἀρθῇ διὰ φορολογίας, ἥτις ἀνακόπτει καὶ ὑποσκάπτει βιομηχανίαν ἀνθοῦσαν σήμερον καὶ ὑποσχομένην μείζονα ἐπίδοσιν καὶ μείζονα ἐν τῷ μέλλοντι εἰσαγωγὴν χρυσοῦ. Ἡ ἐλευθέρα, Κύριοι, παραγωγὴ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀφιεμένη ὡς ἔχει σήμερον, ἤθελε κατ’ ὀλίγον ἐπαρκέσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου ζητήματος τῆς σταφίδος, καὶ ἴσως ἤθελεν ἔτι συμβάλει καὶ εἰς τὴν κατανάλωσιν τῶν πλεοναζόντων προϊόντων τῆς ἀμπελουργίας, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ σήμερον σταφιδικὴ κρίσις, ἀλλ’ ἐπίκειται καὶ ἀμπελουργικὴ κρίσις, καὶ τὸν κίνδυνον τοῦτον οἱ Βουλευταὶ Μαντινείας μᾶς ἐσήμαναν πρὸ ἡμερῶν. Ἡ ἐλευθέρα, ἡ ἀφορολόγητος κατασκευὴ οἰνοπνεύματος ἔτεινε νὰ λύσῃ καὶ τὸ ἐν τῇ ἐνάρξει ὑφιστάμενον ἀμπελουργικὸν ζήτημα ὑπὸ τοιούτους ὅρους, οὓς ἀνέπτυξα βραχύτατα, καὶ θέλω ἐπιφυλαχθῆ, καθ’ ὅσον θὰ λάβω ἀπαντήσεις εἰς τὰ διάφορα ζητήματα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντα τῆς παραγωγῆς, ἥτις δι’ αὐτοῦ περιορίζεται καὶ καταστρέφεται. Τίποτε ἄλλο δὲν ζητεῖ ἢ νὰ κλεισθῶσι τὰ ἐργοστάσια· ὅταν μάλιστα κυοφορῶνται σχέδια μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων, δύναταί τις νὰ εὕρῃ τὸ μέτρον καταχθόνιον, καθόσον ἐνσκῆπτον τὸ μονοπώλιον θὰ εὕρῃ 10 ἐργοστάσια κλειστὰ καὶ ἑπομένως μὴ ἀποζημιούμενα. Νομίζω ὅτι δέον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σπουδαιότερον νὰ σκεφθῇ. Τὰ μέτρα του ταῦτα, τὰ ἔκτροπα, ἀντίκεινται εἰς τὰ βιομηχανικὰ συμφέροντα μιᾶς μεγάλης τάξεως, μεγάλας ὑποσχομένης ὠφελείας καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν. Ὀφείλει, χάριν τῆς σταφίδος, χάριν τῆς βιομηχανίας τοῦ οἰνοπνεύματος, χάριν τοῦ δικαίου, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ σύστημά του, ἀλλὰ νὰ ἀσπασθῇ τὴν γνώμην τῶν πλειοτέρων, δηλωσάντων γνώμας ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ διαρρυθμίσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ νομοσχέδιον, ὥστε ψηφιζόμενον νὰ ἐγγυᾶται ὀλιγώτερα τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα κατέδειξα.
§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον καὶ πρότερον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι φορολογικόν· προστίθημι δὲ νῦν, ὅτι ἡ δι’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένη φορολογία εἶναι δεδικαιολογημένη. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων δὲν εἶναι νέος· τοιοῦτος φόρος ἐπεβλήθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1883, εἶναι δὲ οὐχὶ φόρος, ἀλλὰ δικαίωμα καταναλώσεως. Παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοις, τὸ δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων εἶχεν εἰσαχθῆ πρὸ καιροῦ· ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἔθνη, τὰ ὁποῖα παρεδέχθησαν τὸ μονοπώλιον. Ἐν Γαλλίᾳ, ἐπὶ παραδείγματι, πολλαὶ ἐγένοντο ἀπόπειραι, ὅπως εἰσαχθῇ τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων, ἀλλ’ ἡ ἀντίδρασις τῶν οἰνοπνευματοπαραγωγῶν κατώρθωσε νὰ ἀναστείλῃ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ μονοπωλίου ἐκείνου. Καὶ ἐκεῖ ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευμάτων ὑπέστη πολλὰς μεταβολάς· εἶναι μία ἐκ τῶν δυσκολοτέρων φορολογιῶν, διότι πολλά εἰσι τὰ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς φορολογίας προσκόμματα. Ἐπιστημονικῶς ὀρθότερον ἤθελεν εἶναι, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ ἐπεβάλλετο ἡ φορολογία αὕτη ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, δηλαδὴ καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ καταναλωθῇ τὸ οἰνόπνευμα· ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι δὲν κατωρθώθη τοῦτο, παρ’ ἡμῖν δὲ ἀπεδείχθη τοῦτο ἀδύνατον. Ἑπομένως, καίτοι ἐδόθη εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην ὁ τίτλος τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ δικαιώματος τούτου καθιερώθη ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, ἐπὶ τοῦ σταδίου τῆς παραγωγῆς, διότι δὲν εὑρέθη ἄλλος προσφορώτερος τρόπος. Παρ’ ἡμῖν ἡ φορολογία αὕτη συνεστάθη κατὰ τὸ 1883 διὰ τοῦ νόμου τῆς 5 Ἀπριλίου, μετερρυθμίσθη δὲ κατὰ τὸ 1887. Ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ διάστημα τῶν 11 αὐτῶν ἐτῶν ὑπέστη μεγάλας αὐξομειώσεις μέχρι τῆς καταργήσεώς του. Ὁ δικαιολογητικὸς λόγος, ὁ ἐπιβαλὼν τὴν κατάργησιν, ἀνάγεται εἰς τὴν ἐπισκήψασαν σταφιδικὴν κρίσιν. Ὑπεδείχθη ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων, ὡς δυνάμενον νὰ προσδώσῃ εἰς τὴν σταφίδα σχετικήν τινα ἀξίαν διὰ τῆς εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν χρησιμοποιήσεως ποσοῦ τινος σταφίδος. Ὅσοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐτυγχάνομεν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνθυμούμεθα, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προβάλλων τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τούτου, εἶπεν, ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅτι δωρεῖται τὸ Κράτος πρὸς αὐτοὺς ἓν κεφάλαιον 5 ἑκατομμυρίων. Πάντες γινώσκομεν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο τῆς καταργήσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ἐξηλέγχθη μάταιον, διότι δὲν κατώρθωσεν οὔτε ν’ ἀποσοβήσῃ τὴν σταφιδικὴν κρίσιν, οὔτε νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Ὅτε καθιερώθη παρ’ ἡμῖν ἡ παρακράτησις, δὲν ἐπιστεύετο ὅτι ἤθελεν ἀποταμιευθῆ σταφιδόκαρπος τοσαύτης ποσότητος, ὥστε νὰ ἐξαναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ κατὰ βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε πάντες οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς οἰνοπνευματοποιίας νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τῆς εὐκαιρίας ταύτης καὶ νὰ χρησιμοποιήσωσι τὴν σταφίδα ταύτην πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Τὸ πρᾶγμα ὅμως ἐγένετο, καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ 1893 εἴχομεν οἰνοπνευματοποιεῖα πρώτης κατηγορίας 196, ἔχομεν ἤδη 360, δηλ. τὸ διπλάσιον· ἐνῷ κατὰ τὸ 1893 εἴχομεν οἰνοπνευματοποιεῖα δευτέρας τάξεως 27, ἔχομεν νῦν 50· εἴχομεν τότε ποτοποιεῖα 112, ἔχομεν νῦν 220...
§64Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν εἶναι αἱ πληροφορίαι αὗται;
§65ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπίσημοι.
§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι καλὸν νὰ τυπωθῶσι.
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς ἐδιπλασιάσθησαν καὶ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα καὶ τὰ ποτοποιεῖα. Ὅταν δὲ ἦναι ὡμολογημένον, ὅτι ἐξέλιπεν ὁ λόγος, οὗ ἕνεκεν ὁ φόρος οὗτος κατηργήθη, δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀσυδοσία αὕτη, καθ’ ὃν μάλιστα χρόνον εἴχομεν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τοὺς δημοσίους ἡμῶν πόρους. Οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι πάντες οἱ κατασκευάζοντες οἰνόπνευμα, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἔμενον ἀφορολόγητοι, καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται σκέψις νὰ ἐπιβληθῇ μία φορολογία, πάντες ἤθελον ἐξεγερθῆ. Γινώσκομεν ὅτι, ὁσάκις ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς φορολογικοῦ τινος νόμου, πάντοτε ἐγεννήθη μεγάλη ἀντίδρασις, διότι οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν σχετικὴν βιομηχανίαν εἶναι ἐκ τῶν κατεχόντων θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες γινώσκουσι κατὰ τίνα τρόπον νὰ προβάλωσι παραστάσεις ὑπὲρ τῶν συμφερόντων των, καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν καταφεύγουσι, καὶ ὑπομνήματα πολλὰ ὑποβάλλουσι, καὶ πάντα τὰ μέσα μετέρχονται, ὅπως κατορθώσωσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητοι. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, πρὸς τιμὴν τῶν μεγάλων ἐργοστασιαρχῶν, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ἐδήλωσα εἰς αὐτοὺς, ὅτι τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ ἐπιβάλῃ φόρον τινὰ ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, μοὶ εἶπον, ὅτι εὐχαρίστως ὑποβάλλονται εἰς τὴν φορολογίαν, διότι νομίζουσιν, ὅτι ἡ παράτασις ἡ περαιτέρω τῆς ἀσυδοσίας των εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ὅτε κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν, συνεζητήθη καὶ μετὰ ἐργοστασιαρχῶν μεγάλων οἰνοπνευματοποιείων καὶ ποτοποιείων καὶ μετὰ εἰδικῶν ὑπαλλήλων, ἀσχοληθέντων εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ἐφρόντισα, ὥστε ἡ φορολογία νὰ μὴ ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐφοβήθησαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ κλείσωσι τὰ ἐργοστάσια τὰ μικρὰ, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν μεγάλων, διότι ἡ φορολογία, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὰ μικρὰ ἐργοστάσια, εἶναι ἐλάσσων ἐκείνης, ἥτις ἐπεβάλλετο ἄλλοτε· ἀφοῦ δὲ τότε δὲν ἐκλείσθησαν, πῶς εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ κλεισθῶσιν, ὅτε τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως αὐτῶν εἶναι ἀφθονώτερα; Ὥστε δὲν νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ ὦσι βάσιμοι οἱ φόβοι, οἱ προβληθέντες ὑπὸ τῶν προλαλησάντων. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πάντες οἱ ἐργοστασιάρχαι θὰ ἐξακολουθήσωσι μετερχόμενοι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ οἰνοπνευματοπαραγωγοῦ, ἴσως μετὰ μικροῦ περιορισμοῦ τῶν κερδῶν αὑτῶν, ἕνεκα τοῦ φόρου. Δὲν σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον τὴν διευκόλυνσιν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ μονοπωλίου. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι, κατὰ τὰς ἰδέας μου, τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων πρέπει νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ προηγηθῇ ἡ προσήκουσα ἐπιστημονικὴ ἐργασία, νὰ εἰσαχθῇ δὲ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύνηται νὰ λειτουργήσῃ ἄνευ βλάβης τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ ἀνομολογουμένῃ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ μέχρις οὗ παρασκευασθῇ ἡ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ μονοπωλίου ἐργασία, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσουν μένοντες ἀφορολόγητοι οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην. Ἐκ τῆς σκέψεως δὲ ταύτης ἀγόμενος ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον. Ἔχω ἐνταῦθα ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλόν τινες τῶν ποτοποιῶν, δύναμαι δὲ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τίνων σημείων οὗτοι ἐπικαλοῦνται τὴν εὐμενῆ προσοχὴν τῶν καλουμένων νὰ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον. Βεβαίως παράπονα κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς ἐμὲ, διότι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ γινώσκουσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὑποβάλλουσα ἓν φορολογικὸν νομοσχέδιον, δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ αὐτό. Τὰ ὑποβληθέντα παράπονα ἀφορῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ πρῶτον παράπονον τὸ ὑποβληθὲν εἶναι ἐκ μέρους τῶν οἰνοπνευματοποιῶν πρώτης κατηγορίας. Ἡ πρώτη κατηγορία, ὡς γινώσκετε, περιλαμβάνει ἐκείνους τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουν σοῦμαν καὶ οὖζον δι’ ἀμβύκων, ἀλλὰ κοινῶν ἀμβύκων, γνωστῶν ὑπὸ τὸ ὄνομα «ῥακοκάζανα.» Ταῦτα, ἡ σοῦμα καὶ τὸ οὖζον, κατασκευάζονται συνήθως ἀπὸ στέμφυλα, ἀπὸ οἴνους βεβλαμμένους, ἀπὸ ὑπολείμματα οἴνων, καὶ κατασκευάζονται εἰς ὡρισμένην ἐποχήν· Οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμοι συνάδελφοι πρὸ παντὸς γινώσκουσιν, ὅτι ἅμα τῷ τρυγητῷ ἄρχεται ἡ βιομηχανία αὕτη, ἐξακολουθεῖ δὲ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας. Ἐὰν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἤθελον εὐχαρίστως ἴδει τὴν βιομηχανίαν ταύτην ἐκλείπουσαν, διότι ὁμολογουμένως τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας ταύτης τῆς μικρᾶς δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὴν ὑγείαν ἐν γένει ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ μεταχειρίζονται, διότι, ὡς γινώσκουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, δὲν γίνεται ἡ κατεργασία ἡ προσήκουσα· τὰ στέμφυλα περιέχουσιν ἔλαιά τινα, τὰ ὁποῖα εἶναι δηλητηριώδη, καὶ βεβαίως τὰ ποτὰ ταῦτα δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν τήρησιν τῆς ὑγείας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ μεταχειρίζονται. Ἀλλὰ δυστυχῶς τοσοῦτον ἐπεξετάθη ἡ χρῆσις τοῦ οὔζου ἰδίως, ὥστε καθ’ ἣν στιγμὴν προβάλη τις τὴν ἰδέαν τῆς καταργήσεως αὐτῆς τῆς μικρᾶς βιομηχανίας, ἐξεγείρεται ὁλόκληρος πληθυσμὸς, καὶ προβάλλεται ἡ καταστροφὴ μιᾶς ὡρισμένης τάξεως, ἀσχολουμένης εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ οὔζου. Δὲν γινώσκω τίνες θέλουσιν ἐπικρατήσει ἐν τῷ μέλλοντι ἰδέαι περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων, ἢ περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν παραγομένων νῦν ἀνθυγιεινῶν οἰνοπνευμάτων· τό γε νῦν ὅμως δὲν δύναται ἢ νὰ περιορισθῇ ἡ παραγωγὴ τῆς διὰ τοιούτων ἀμβύκων παραγομένης σούμας ἢ οὔζου εἰς ὡρισμένην χρονικὴν διάρκειαν· ὡς ἐκ τούτου εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 ἀναγράφεται διάταξις, καθ’ ἣν κατὰ μῆνας ὡρισμένους τοῦ ἔτους ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου μέχρι παραγωγῆς 150 ὀκάδων. Εἰς τὸ ἐδάφιον τοῦτο προεβλήθη μία τροπολογία τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Φλογαΐτου, διὰ τῆς ὁποίας προβάλλεται, ὅπως ἡ παραγωγὴ προβιβασθῇ εἰς 200 ὀκάδας· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ματαιοῦται. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τροπολογίαν του ταύτην. Πλὴν αὐτῆς τῆς μικρᾶς βιομηχανίας ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐργαζόμενοι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, οἱ κατασκευάζοντες σοῦμαν καὶ οὖζον, διότι ὑπάρχουσιν ἐργοστάσια ἐν Ἑλλάδι, ἐν Τυρνάβῳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Θεσσαλίας, τὰ ὁποῖα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἐργάζονται καὶ παράγουν σούμαν καὶ οὖζον, καὶ αὐτὰ ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν 200 δραχμῶν κατ’ ἔτος· δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ φορολογία αὕτη νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφήν των.
§68ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν ἐργάζωνται διὰ μεγάλων μηχανημάτων;
§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§70ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ στεμφύλων;
§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐργαζόμενοι μὲ στέμφυλα κατὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον παύουσιν ἐργαζόμενοι κατὰ τὸν Νοέμβριον· οἱ ἄλλοι ἐργάζονται μὲ βεβλαμμένους οἴνους, ἢ μὲ ὑπολείμματα οἴνων· ὑπάρχουν ἐργοστάσια εἰς τὸν Τύρναβον, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται καθ’ ὅλον τὸ ἔτος μὲ τοιαύτας ὕλας, καὶ θεωροῦνται ταῦτα ὡς παράγοντα τὸ καλλίτερον εἶδος οὔζου. Ὅτε κατὰ τὸ 1896 ἤμην ἐν Θεσσαλίᾳ, μοὶ παρέστησαν πάντες, ὅτι μεταξὺ τῶν οὔζων, τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται ἐν Θεσσαλίᾳ, τὸ τοῦ Τυρνάβου εἶναι τὸ καλλίτερον· οἱ εἰδικώτεροι δὲ ἀποφαίνονται, ὅτι εἶναι πρώτης ποιότητος. Λοιπὸν φορολογία 200 δραχ. ἐπὶ τῶν ἐργαζομένων καὶ πέραν τῶν τεσσάρων μηνῶν, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴν αὐτῶν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα βʹ κατηγορίας. Ταῦτα κατατάσσονται εἰς τέσσαρας κλάσεις· ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην προεβλήθη εἰς ἐμὲ πρότασις, ὑποστηριχθεῖσα καὶ ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐκπροσωποῦντος ἢ γινώσκοντος κάλλιον τὴν οἰνοπνευματοποιίαν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ δύο ἀκόμη κλάσεις, δηλ. ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐσταματήσαμεν μέχρι 30,000 δραχμῶν. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Χαλκίδος βουλευτοῦ κ. Καλογεροπούλου πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἀκόμη μίαν κλάσιν 40,000 καὶ ἑτέραν τῶν 50,000. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νῦν περὶ τούτου· εἶναι λεπτομέρεια, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ συζητήσωμεν βραδύτερον. Ὑπὸ ἑτέρου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐνταῦθα, ὅτι ἡ κλασεοποίησις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν βʹ κατηγορίας θὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς 24 ὡρῶν, δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἁπανταχοῦ νὰ εὕρωμεν οἰνοπνευματοποιεῖα ἐργαζόμενα διαρκῶς 24 ὥρας, ἡ φορολογία δὲ, οὕτως ἐπιβαλλομένη, εἶναι ἄνισος. Ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ τὴν παραγωγὴν· ἐνταῦθα λαμβάνομεν ὡς τεκμήριον τὴν παραγωγὴν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἓν πνευματοποιεῖον ἐργαζόμενον 24 ὥρας, καὶ ἐπιβάλλομεν τὸν φόρον, ὅπως ἐλάβομεν ὡς τεκμήριον εἰς τὸν φόρον τῶν δημητριακῶν καρπῶν τὸ ποσὸν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἄλλως νὰ γένηται, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν διαφορὰν τῆς παραγωγῆς ἐν μεγάλῳ χρονικῷ διαστήματι, καὶ εἰς τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας στηριζόμενοι νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον, διότι θὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἴσως δὲν γινώσκει πρακτικῶς, τουτέστιν ἓν ἐργοστάσιον ἕνα ἢ δύο μῆνας ἀδιαλείπτως νὰ παράγῃ ὅλην τὴν ποσότητα, ἡ ὁποία θὰ καταναλωθῇ εἰς ὅλον τὸ ἔτος, νὰ διατελῇ δὲ κεκλεισμένον κατὰ τὸν ὑπόλοιπον τοῦ ἔτους χρόνον. Διὰ τῆς ἑτέρας διατάξεως, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται φόρος, ἴσος πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τοῦ προϊσταμένου, εἰς ἕκαστον τῶν συνεταίρων, θέλω νὰ προλάβω καταχρήσεις ἐν τῷ μέλλοντι. Τό γε νῦν, ἐὰν ὑπάρχωσι δύο, τρεῖς ἢ δέκα συνέταιροι, εἶναι ἀδιάφορον. Ἐὰν εἰς τὸ μέλλον θέλουν οἱ ἐργοστασιάρχαι νὰ συνεταιρισθῶσι διὰ νὰ δολιευθῶσι τὸν νόμον, τότε βεβαίως ἕκαστος αὐτῶν δέον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, νομίζει τις, ὅτι πρόκειται διὰ τὸ παρόν· ἀλλ’ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω, θέλει διευκρινήσει τοῦτο.
§72Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ διὰ τὸ μέλλον θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ μὴ φορολογῶνται;
§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς λέγω τοῦτο, ἵνα προλάβω αὐτὰς τὰς καταχρήσεις.
§74ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δηλαδὴ συνέταιρος ἔχων ἐργοστάσιον.
§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου πρόκειται. Συνεταίρους ἐννοῶ ἐκείνους, οἵτινες ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου εἶχον ἐργοστάσια.
§76Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον τὸν ἄλλον, ὅτι ὅλα τὰ μεγάλα ἐργοστάσια θὰ τείνουν εἰς συνεταιρισμὸν, καὶ τοιουτοτρόπως ἀντὶ τοῦ ὁλοκλήρου κεφαλαίου τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλετε, διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ θὰ θεωρηθοῦν ὡς δεύτεροι ἑταῖροι, καὶ ἑπομένως θὰ φορολογηθοῦν κατὰ τὸ ἥμισυ.
§77ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ παρ’ ἡμῖν δὲν κατωρθώθη νὰ λάβῃ μεγάλας διαστάσεις. Ἐὰν ὁ συνεταιρισμὸς ἦτο εὐχερὴς, θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων ἄνευ βλάβης τῆς ὑφισταμένης σήμερον βιομηχανίας. Ἐὰν ἤμην βέβαιος ὅτι τὰ ἐργοστάσια πάντα τὰ νῦν λειτουργοῦντα ἤθελον κατορθώσει νὰ συνεταιρισθῶσι καὶ νὰ ἀναλάβωσι τὸ μονοπώλιον, ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως ἤθελον προσέλθει εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἤθελον προβάλει τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου. Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ δυσκολία· ἴσως συνεταιρισθῶσί τινα, ἀλλ’ ὄχι ὅλα. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι μόνον σκοπὸν τὸ ἄρθρον ἔχει νὰ προλάβῃ τοιαύτην τινὰ καταδολίευσιν. Τὸ δεύτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κυρίως πολλὰ μοὶ ὑπεβλήθησαν παράπονα, εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν φόρον τῶν ποτοποιῶν. Καὶ ἐντεῦθεν πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἄνισος, ὅτι εἶναι βαρύς. Τὰ γενόμενα πρὸς ἐμὲ παράπονα, ἰδίως ἀπὸ τοὺς ποτοποιοὺς τοὺς μικροτέρους, τείνουσιν εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι πάντες ἐν τῇ αὐτῇ καταστάσει οἰκονομικῶς, δὲν εἶναι πάντες ἐν τῇ αὐτῇ παραγωγικῇ δυνάμει. Εἶναι τὸ πρᾶγμα ὡμολογημένον, διότι πάντες οἱ ποτοποιοὶ οὔτε τὰ αὐτὰ μέσα ἔχουσιν, οὔτε τὴν αὐτὴν ἱκανότητα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι φορολογία, καὶ μάλιστα ἐπὶ τοιούτου εἴδους, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἦναι ἀπολύτως ἴση· αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ φορολογία περιλαμβάνει τὸ ἄνισον. Ἀλλ’ εἶπον εἰς τοὺς ὑποβαλόντας εἰς ἐμὲ τὰ παράπονα ταῦτα νὰ μοὶ ὑποδείξωσι τὸν προσφορώτερον τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἠδυνάμην νὰ καθορίσω τὰ διακριτικὰ σημεῖα τῶν ἐχόντων μεγαλειτέραν ἢ μικροτέραν παραγωγήν, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι πάντες ἔμειναν ἐν σιγῇ. Μοὶ ὑπέβαλον μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχω σκοπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀναθέσωμεν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν συγκροτουμένην ἀπὸ τοιούτους δημοσίους λειτουργοὺς, ἐπὶ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία ἐμπιστοσύνην, τὴν ὑποδιαίρεσιν τῶν ποτοποιῶν εἰς τρεῖς κατηγορίας· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον μίαν φορολογίαν, θὰ ἔχωμεν ἀνωτάτην κλάσιν 1500 δραχμῶν, ἄλλην 1000, καὶ τρίτην 500 δραχμῶν, καὶ θ’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην νὰ καθορίσῃ τὴν κατάταξιν τῶν ποτοποιῶν...
§78Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ βάσεως ἐκ τῶν προτέρων ὁριζομένης;
§79ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει βάσις τις ἐκ τῶν προτέρων, ἵνα στηριχθῆτε· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσητε τὴν παραγωγήν, διότι αὐτοὶ ἐργάζονται μὲ τὰ καζάνια των ἐν ταῖς ἑαυτῶν οἰκίαις καὶ εἰς τὰ χωρία των κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε, ἐὰν θελήσητε νὰ εἴπητε, ὅτι αὐτὸ τὸ προσὸν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς φορολογίαν 1000 δραχμῶν, θὰ εὑρεθῆτε πρὸ τοῦ ἀδυνάτου. Μοὶ ὑπεδείχθη ἄλλη ἰδέα. Ἐπειδὴ εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ ποτοποιοὶ αʹ τάξεως κατοικοῦσιν εἰς ὡρισμένας πόλεις, νὰ παραδεχθῶμεν μίαν φορολογίαν ἀνωτάτην διὰ τοὺς ποτοποιοὺς τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ μίαν ἄλλην κατηγορίαν διὰ τοὺς ποτοποιοὺς τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλ’ ὅταν εἴπητε, ὅτι διὰ τοὺς ἔχοντας ἐργοστάσια εἰς πόλεις — καὶ τὰς καθορίσητε — ἐπιβάλλεται φορολογία ἀνωτάτη, ἐννοεῖται, ὅτι οἱ ποτοποιοὶ θὰ μεταφέρωσι τὰ ἐργοστάσιά των εἰς χωρία, ὅπου ἡ φορολογία θὰ ἦναι μικρά. Μεθ’ ὅλα ὅμως ταῦτα ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πρώτη ὑποδιαίρεσις εἶναι ἀσφαλεστέρα. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει περισσότερον νὰ ἐπιμείνω.
§80ΝΕΓΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγήν;
§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐξαγωγὴ ἐκ τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν. Ἐὰν βραδύτερον, λόγῳ ἐνισχύσεως ἐν γένει τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας, λάβωμεν τὸ γενικὸν μέτρον, ὅπως πάντα τὰ προϊόντα ἡμῶν, τὰ ἐξαγόμενα καὶ τὰ φορολογούμενα ὁπωσδήποτε, ἀμείψωμεν διὰ τῆς ἐπιστροφῆς ἑνὸς ὡρισμένου τέλους, βεβαίως αὐτὸ θὰ ἦναι ἀντικείμενον ἰδίου νόμου. Τό γε νῦν, αὐτὴ ἡ φορολογία δὲν εἶναι δυνατόν ποτε οὔτε τὴν καταστροφὴν τῶν ἐργοστασίων νὰ ἐπενέγκῃ, οὔτε τὸ ποσὸν τῆς ἐξαγωγῆς νὰ ἐλαττώσῃ, οὔτε ἄλλο τι ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἔχῃ, εἰμὴ μόνον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον τοῦτο ἀπεκδέχεται, καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἡ φορολογία ἐλειτούργει ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους τούτου, θὰ ἦτο 500,000 δραχμαί. Ὡς ἐκ τούτου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ἀνέγραψα ὡς πρόσοδον τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου τούτου τὸ ποσὸν τῶν 250,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὑπὸ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι ἀσήμαντον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι σημαντικόν· ὅταν μελετήσῃ τις τὸν προϋπολογισμόν, μάλιστα τὸν Ἑλληνικόν, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἀποτελεῖται ἐκ τοιούτων τινῶν πηγῶν, ἐκ τοιούτων δὲ μικρὸν κατὰ μικρὸν κατορθώνομεν νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὰ 100 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Δὲν ἔχομεν τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ἄλλα ἔθνη, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἴδητε τέσσαρα μεγάλα κεφάλαια, ἓν κεφάλαιον 50 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἄλλο 30 ἑκατομμυρίων λιρῶν καὶ οὕτω καθεξῆς· ὁ ἰδικός μας ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ πρόστιμα καὶ ἀπὸ τὸν φόρον τῶν περιβολίων καὶ ἀπὸ ἄλλους μικροὺς φόρους, καὶ ἐκ πάντων τούτων κατορθοῦμεν νὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην. Κατὰ τὴν ἐποχὴν δὲ ταύτην τῶν μεταρρυθμίσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῆς καταστάσεώς μας, ἡ αὔξησις τῶν φόρων εἶναι ἐπιβεβλημένη. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ φέρω τὸ νομοσχέδιον τροποπεποιημένον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν συζητήσεων.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖον ποσὸν οἰνοπνεύματος ἐξάγεται;
§83ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν παρέσχον τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ ἐξαγομένου οἰνοπνεύματος.
§84ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν αὐτὸν φόρον θὰ πληρώσωσι τὰ ἐργοστάσια, καὶ ἂν ἐντὸς τοῦ ἔτους διακόψωσι τὰς ἐργασίας των;
§85ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρακτικὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου ἀποκλείει τὴν ὑποδιαίρεσιν τοῦ φόρου· διότι, ἐὰν παραδεχθῆτε νὰ ὑποδιαιρεθῇ κατὰ τριμηνίας ὁ φόρος, τότε τὰ ἐργοστάσια θὰ ἐργάζωνται μίαν μόνην τριμηνίαν καὶ θὰ παράγουν ὅλον τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου ἔχουσιν ἀνάγκην διὰ τὸ ἔτος ὁλόκληρον, διότι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην κατόπιν νὰ ἐργάζωνται, ὡς λ. χ. τὸ ἐργοστάσιον τοῦ κ. Κοτσώνη δύναται νὰ παραγάγῃ ἐντὸς μιᾶς τριμηνίας ὁλόκληρον τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν ἀπὸ τῆς πρακτικῆς τοῦ φόρου τούτου ἐφαρμογῆς ἡ ὑποδιαίρεσις.
§86ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ διακοπὴν ὁριστικὴν τῶν ἐργασιῶν· διότι περιέρχεται εἰς ἀνικανότητα νὰ ἐργασθῇ εἷς ἐργοστασιάρχης, καὶ δηλοῖ ὅτι ἔπαυσε τὴν ἐργασίαν του.
§87ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος δὲν φορολογεῖται.
§88ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, καθ’ ὃ πρὸ τῆς λήξεως αὐτοῦ ἔπαυσε τὰς ἐργασίας του, θὰ φορολογηθῇ δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος;
§89ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, καθόσον φορολογικῶς δὲν διαιρεῖται τὸ ἔτος.
§90ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κάμνω τὴν ἑξῆς σύστασιν, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ὁ τρυγητὸς γίνεται κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον καὶ ὄχι κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, ὅπως εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως ὁ τασσόμενος χρόνος διὰ τὴν ἀπόσταξιν δὲν εἶναι ἐπαρκής. Πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ὁ Δεκέμβριος μήν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε τροπολογίαν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον.
§92ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἔχω ὑποβάλει τοιαύτην τροπολογίαν ἐγώ.
§93ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ ὡς ἀνώτατον ὅρον χωρητικότητος τῶν καζανίων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὑποβάλλωνται εἰς δήλωσιν καὶ φόρον, τὰς 200 ὀκάδας, καὶ τρίτον, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ περιληφθῇ καὶ τετάρτη τάξις ποτοποιῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ πληρώνουν μόνον 250 δραχμὰς ἐπιτήδευμα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ διευκολυνθῇ ἡ μικρὰ παραγωγὴ, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ καταστρέψωμεν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§96Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον παράγεται οἰνόπνευμα ἀπὸ τὰ μοῦρα, ἂν ὄχι εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἰς τινας ἐξ αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἀπαλλάσσων τῆς φορολογίας τοὺς κατασκευάζοντας οἰνόπνευμα ἐκ μούρων.
§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν. (Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς τροποποιεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 412). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.)
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ᾼΦΙΒʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ζύθου. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§100Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπιδιώκει δύο σκοπούς: αʹ) ὅπως ἐμποδίσῃ τὰς καταχρήσεις, βʹ) ὅπως ἐμποδίσῃ τὰς καταθλίψεις τῶν ἐργοστασιαρχῶν. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος σκοπὸς νομίζω ὅτι ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς φορολογίας τῆς πεφρυγμένης κριθῆς. Δυστυχῶς ὅμως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν ἀπαλλάσσει τοὺς ἐργοστασιάρχας οὔτε κατὰ μικρὸν ἀπὸ τὰς καταθλίψεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται ἤδη. Ὡς γίνεται καὶ σήμερον, ὁσάκις πρόκειται νὰ προβῶσιν εἰς ἐργασίαν, ὀφείλουν οἱ ἐργοστασιάρχαι νὰ ζητῶσι τὴν ἄδειαν, νὰ λαμβάνωσι ταύτην, νὰ βλέπωσι δὲ καθημερινῶς τὰς ἀστυνομικὰς ἀρχὰς, ἀπὸ τοῦ ἀστυνόμου μέχρι τοῦ ἀστυφύλακος καὶ τοῦ εὐζώνου, ποιουμένας ἔφοδον εἰς τὰ ἐργοστάσια, καὶ νὰ ὑφίστανται καταμηνύσεις, πολλάκις ἀδίκους. Ταῦτα ἀκριβῶς εἶχον ἀναγκάσει καὶ ἐμὲ νὰ σκεφθῶ περὶ ἀλλαγῆς τῆς φορολογίας, καὶ εἶχον σκεφθῆ περὶ τοιούτου νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑπὸ μελέτην, ὅπως, εἰ δυνατὸν, λείψωσιν ὅλα τὰ καταθλιπτικὰ μέτρα. Ἤδη τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ἄρθρου 5 καθιεροῖ τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ παλαιοῦ συστήματος. Δέον τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ λείψῃ.
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἀφορᾷ εἰς τοῦτο μόνον, νὰ κατορθώσῃ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν, χωρὶς νὰ ὑπόκεινται οἱ ἐργοστασιάρχαι εἰς τὰς πιέσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον ὑποβάλλονται. Ἐζήτησα τὴν γνώμην εἰδικῶν ἀνδρῶν. Κατ’ ἀρχὰς ἐνόμιζον, ὅτι ἠδυνάμην δι’ ἑνὸς φόρου νὰ ἐξασφαλίσω τὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ ὑποβάλω αὐτοὺς εἰς διατυπώσεις, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἕτερός τις, ἐξ αὐτῶν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ τῆς ζυθοποιίας, μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν. Ἐκ τοῦ φόβου τούτου περιέλαβον ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑποβάλλονται εἰς αὐτὴν τὴν διατύπωσιν οἱ παράγοντες ζῦθον. Βραδύτερον ἐπληροφορήθην, ὅτι, διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ συσταθῇ εἰδικὸν πολυτελὲς ἐργοστάσιον. Ἐπειδὴ τοῦτο ἀπαγορεύεται ἐκ τοῦ νόμου, ἐσκέφθην νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἰδέαν ταύτην. Οὕτω δὲ ἤθελον προτείνει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 5.
§102Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπὸ ταμιευτικὴν μόνον ἔποψιν ἴσως δικαιολογεῖται τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν καὶ τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα καὶ τὰς ταμιευτικὰς ἰδέας· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ ἐπικράτησις τοῦ οἰκονομικοῦ πνεύματος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὰ θετικὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς χώρας, διότι ἀπαγορεύει τὴν παραγωγὴν ἐν τῷ τόπῳ τῆς πρώτης ὕλης, ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ζῦθον. Ἡ κριθὴ ἡ ἐντοπία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φρυχθῇ ἐν τῷ τόπῳ, καὶ ἑπομένως ἔρχεται ἔξωθεν πεφρυγμένη διὰ νὰ κατασκευάζηται ὁ ζῦθος, τὸν ὁποῖον καταναλίσκομεν ἡμεῖς· δηλαδὴ τὸ κυριώτερον, ἓν τῶν οὐσιωδεστέρων στοιχείων τῆς πρὸς ἰδίαν ἡμῶν κατανάλωσιν παραγωγῆς τοῦ ζύθου, ἐπιβάλλομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ τὸ εἰσάγωμεν ἔξωθεν, ἀπαγορεύοντες τὴν χρησιμοποίησιν τῆς ἐντοπίας κριθῆς. Ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦναι ἡ τοιαύτη χρησιμοποίησις ἑνὸς προϊόντος τῆς χώρας, ἐνδεικνύει ὅτι παραβλέπομεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν τόσον δι’ ἡμᾶς ἀναγκαίαν, καὶ περιοριζόμεθα εἰς τὴν καθαρῶς ταμιευτικήν. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι μικρόν. Τὸ ἴδιον εἴχομεν καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσθη. Ποῖα δὲ δύνανται νὰ ὦσι τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἴδωμεν τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρέβλεψαν τὴν παραγωγὴν, καὶ ἐπεδίωξαν μόνον τὰ ταμιευτικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος δὲν εὐημερεῖ, εἰμὴ ὅταν εὐημερῇ τὸ ἔθνος. Ὅταν τὸ ἔθνος ἦναι πλούσιον, καὶ τὸ Κράτος εἶναι πλούσιον, διότι τὸ Κράτος εἶναι ἀπόρροια τοῦ ἔθνους. Ὅταν τὸ ἔθνος παράγῃ καὶ εὑρίσκηται εἰς κατάστασιν εὐημερίας, τὸ Κράτος ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὰς ἀποθήκας τῶν ἰδίων του πόρων, καὶ δύναται ἐν αὐταῖς νὰ εὕρῃ τὰ μέσα τῆς λειτουργίας του. Ὅταν ὅμως ἡ παραγωγὴ ἡ ἐθνικὴ παραβλάπτηται χάριν ταμιευτικῶν λόγων, τότε βεβαίως καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους παραβλάπτονται. Ὡς εἶπον, τὸ ποσὸν τῆς κριθῆς, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαχθῆ ἔξωθεν, δὲν εἶναι μέγα, ἀλλ’ ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ἦναι, ἀφοῦ δύναται νὰ φρυχθῇ ἐν τῷ τόπῳ καὶ νὰ κατασκευασθῇ ἡ πρώτη ὕλη τοῦ ζύθου ἐκ κριθῆς ἑλληνικῆς διὰ καταστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ λειτουργήσῃ σήμερον ἢ αὔριον, πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἐλευθερία εἰς πάντα θέλοντα νὰ ἐγκαταστήσῃ τοιοῦτον κατάστημα, ὅταν θὰ εὕρῃ ὠφέλειαν, καὶ νὰ μὴ ἀπαγορευθῇ τοῦτο. Διότι διὰ τὴν παραγωγὴν τῆς πρώτης ταύτης ὕλης ἐρχόμεθα καὶ ἀποφασίζομεν ὅτι πρέπει αὕτη νὰ εἰσάγηται ἔξωθεν, ὅπως τὸ Κράτος εἰσπράττῃ ἐλάχιστον ποσὸν πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον νῦν εἰσπράττει διὰ τῆς σημερινῆς φορολογίας τοῦ ζύθου. Τοῦτο εὑρίσκω ὡς τὸ κυριώτερον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νομίζω, ὅτι ἐλαττώματα τοιαῦτα εἰς φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καθῆκον σήμερον νὰ μελετήσωμεν καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν.
§103Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐχὶ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ πάντες γνωρίζουσιν, ὅτι εἶναι ἐξόχως πρακτικὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὸ θέμα τοῦτο μοὶ ἐφάνη τὸ ἐναντίον. Διότι, ὅταν τις ὁμιλῇ περὶ τῆς κριθῆς τῆς ἐν τῷ τόπῳ παραγομένης, ὑπολαμβάνει ὅτι ἡ παραγωγὴ τῆς κριθῆς εἶναι τοσαύτη, ὥστε δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ πρὸς ζῦθον. Ὅταν ἦναι γνωστὸν ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου, ὅτι τὰ ⅔ τῆς κριθῆς τῆς καταναλισκομένης ἐν Ἑλλάδι εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως κριθῆς ἑλληνικῆς πρὸς κατασκευὴν ζύθου...
§104ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐντοπία οὔτε διὰ τὰ ζῷα, κύριε Ὑπουργέ.
§105ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Εἶναι δὲ γνωστὸν ἀπὸ δεκαπέντε ἐτῶν, ὅτι δὲν κατωρθώθη νὰ γένηται ἐργοστάσιον ἐν Ἑλλάδι, ὅπως μεταβάλῃ τὴν κριθὴν εἰς πεφρυγμένην, ὥστε νὰ χρησιμεύῃ αὕτη πρὸς ζῦθον, διότι ἡ δαπάνη εἶναι πολὺ μεγάλη...
§106ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Εἶναι ἄχρηστος διὰ τὸν ζῦθον.
§107ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὄντως ἄχρηστος καὶ διὰ τὸν ζῦθον... Λοιπὸν ἕως τώρα γινώσκομεν αὐτό. Τώρα νομίζει ὁ κ. Καραπᾶνος, ὅτι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν κριθὴν πρὸς κατασκευὴν ζύθου ἐν Ἑλλάδι, προσφέρομεν ὑπηρεσίαν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν προσφέρομεν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἔχομεν καὶ τὴν κριθὴν, δὲν ἔχομεν καὶ τὸ ἐργοστάσιον. Ἤδη τί ἐπιδιώκομεν; Νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τῶν διατυπώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου αὐτοῦ, διότι, τό γε νῦν ἔχον, κατὰ τὸ σύστημα δηλαδὴ τὸ κρατοῦν, εἶναι ὑπόχρεοι νὰ καλῶσι τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, νὰ καλῶσιν ἕνα ἀνώτερον ὑπάλληλον εἰς τὰς δύο μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥρας διὰ νὰ βεβαιωθῇ ὁ φόρος. Ἐννοεῖται, πῶς εἰς τοιαύτην ὥραν ὁ ὑπάλληλος ὁ οἰκονομικὸς ἀπαντᾷ εἰς αὐτὸν, ὅτι «δὲν δύναμαι νὰ ἔλθω, διότι εἶναι ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναπαύομαι». Εἶναι ὑπόχρεως ὁ ζυθοποιὸς νὰ προσφέρῃ κἄποιον δῶρον· ἐπειδὴ δὲ δυστυχῶς δὲν ἔχομεν εἰδικοὺς ὑπαλλήλους, ἵνα παρίστανται εἰς τὰ ἐργοστάσια, γεννῶνται πολλάκις ἀμφιβολίαι, ἂν ἡ φορολογία αὐτὴ ἐξασφαλίζεται. Ἤδη ἐξασφαλίζεται. Αὐτὸ ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ νομίζω ὅτι πάντες, καὶ αὐτοὶ οἱ ζυθοποιοὶ, μοὶ ὁμολογοῦσι χάριν. Ἐζήτησαν μόνον νὰ ἀπαλλαγῶσιν αὐτῆς τῆς διατυπώσεως. Δι’ αὐτὸ ἐδέχθην τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 5.
§108Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἕπεται ὅτι, ἐπειδὴ ἴσως σήμερον παράγομεν ὀλιγωτέραν κριθὴν ἀπὸ ὅσην καταναλίσκομεν, δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν καὶ τὴν κριθὴν ὡς μίαν ἐπιτόπιον παραγωγήν. Παράγομεν πολὺ ὀλιγώτερον σῖτον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον καταναλίσκομεν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει εἷς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ θεωρήσῃ, ὅτι εἶναι σφάλμα, ἂν δὲν παράσχωμεν πᾶσαν ὑποστήριξιν εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν σιτηρῶν μας. Εἷς ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἶναι καὶ ἡ κριθή. Ὅπως φροντίζομεν καὶ ὅπως προσπαθοῦμεν, καὶ ὀφείλομεν νὰ προσπαθῶμεν, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν ἡμῶν καρπῶν, ὀφείλομεν νὰ προσπαθῶμεν καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς τῆς κριθῆς, καθιστῶντες ἐπωφελῆ τὴν πώλησιν καὶ τὴν κατανάλωσιν αὐτῆς. Ἐὰν σήμερον παράγωμεν ὀλιγώτερον ποσὸν πρὸς κατανάλωσιν, πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ παράγωμεν πλειότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον καταναλίσκομεν. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ζύθου, ὡς καὶ ὁ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, διὰ νὰ ᾖναι φόρος λογικὸς, δίκαιος καὶ παραγωγικὸς ἀκόμη, πρέπει νὰ ᾖναι ἔμμεσος, ἐπιπίπτων ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἐὰν ὁ φόρος οὗτος ἐπιβάλληται στενῶς ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ἐπὶ τεκμηρίου στηριζόμενος, δὲν εἶναι πλέον ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἐφήρμοσαν ὅλα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη, ἵνα εὕρωσιν ἀληθεῖς καὶ θετικοὺς πόρους διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἑκατὸν χιλιάδες δραχμῶν δὲν εἶναι σημαντικὸν ποσὸν — καὶ δὲν εἶναι σημαντικόν...
§109ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σημαντικώτατον.
§110Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. ἀφήσατε ἐλευθέραν τὴν παραγωγὴν τοῦ ζύθου.
§111ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς οἰνοποιίας.
§112Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ καταναλίσκων ζῦθον θὰ καταναλώσῃ ζῦθον πάντοτε, χωρὶς νὰ ἐμποδισθῇ νὰ καταναλώσῃ καὶ οἶνον. Δὲν νομίζω ἀποτελεσματικὸν τὸ νὰ ἐκταθῶ πλειότερον. Ἠθέλησα μόνον νὰ ὑποδείξω τὸ θεμελιῶδες ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα κατάθεσιν πίνακος πρὸ ἡμερῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ οὗτος κατέθηκεν αὐτόν. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου βλέπω, ὅτι κατὰ τὰ ἓξ ἔτη, 1893 ἕως 1898, εἰσήχθη κριθὴ πεφρυγμένη 2,286,540 ὀκάδες, ἐφορολογήθη δὲ ζῦθος 1,540,648, δηλ. κἄτι τι πλειότερον τοῦ ἡμίσεος τῆς εἰσαχθείσης κριθῆς. Ὥστε τὰ 160 δράμια δὲν μοὶ φαίνονται ὅτι ἀνταποκρίνονται πρὸς μίαν ὀκᾶν ζύθου, διότι εἰσήχθη κριθὴ πολὺ περισσοτέρα τοῦ παραχθέντος ζύθου. Ποῦ ἐβασίσθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα προσδιορίσῃ 160 δράμια κριθῆς δι’ ἑκάστην ὀκᾶν ζύθου;
§115ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πεῖραν.
§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω ἐπιστημονικὴν ἔκθεσιν.
§117Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ πίνακες δεικνύουσιν, ὅτι εἰσήχθησαν 800,000 ὀκάδες πεφρυγμένης κριθῆς περισσότεραι τῶν χρησιμευσασῶν πρὸς ζυθοποιίαν.
§118Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται ὅτι ἐγένοντο καὶ καταχρήσεις. Ἀλλὰ τόση ποσότης ἀρκεῖ πρὸς παραγωγὴν μιᾶς ὀκᾶς ζύθου.
§119Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι βεβαιωμένον;
§120ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–4 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5...
§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ τὸ διαγράψητε, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ 6 νὰ γείνῃ 5.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 διαγράφεται. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7, 8 καὶ 9, λαβόντα τὴν τάξιν ἄρθρων 5, 6, 7 καὶ 8).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 9 (ἀναγινώσκεται).
§125Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ ἀπηλείφθη τὸ ἄρθρον 5, ἐννοεῖται ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῶσι πᾶσαι αἱ μετὰ τὴν ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου 10, νῦν 9, λέξιν «δραχμῶν» λέξεις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, λαβὸν τὴν τάξιν ἄρθρου 10).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12, κατὰ τὴν νέαν τάξιν 11 (ἀναγινώσκεται). Ἀντὶ «7 καὶ 9» θὰ τεθῇ «6 καὶ 8». (Γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 413). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3, ὡς ἔχουσι).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ φράσις «οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς διορίζεται» δὲν εἶναι καλὴ, καὶ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παραβάσεις. Νομίζω ὅτι, ὡς εἶναι συντεταγμένη ἡ φράσις, εἶναι ἐπιτακτικὴ, ἐνῷ ὑποθέτω ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου δὲν ἦτο τοιοῦτος.
§130Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τὸ διορθοῦμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπέβαλε τροπολογίαν ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Πέρρος. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 414). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§132Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λεκτικὸν τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, στίχῳ ἕκτῳ καὶ ἑξῆς, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει καλῶς. Λέγει «ὁ Πρόεδρος ἢ ὁ Εἰρηνοδίκης ὀφείλει παραχρῆμα νὰ ὁρίσῃ χρόνον καὶ τόπον πρὸς συζήτησιν τῆς ἀναφορᾶς, ἧς ἀντίγραφον μετὰ τῆς πράξεως κοινοποιεῖται εἰς τὸν ἐναγόμενον, εἰς ὃν δὲν δύναται νὰ δοθῇ προθεσμία πρὸς ἐμφάνισιν μείζων τῶν τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἣν δὲν δύναται νὰ παρατείνῃ λόγῳ ἀποστάσεως πλέον τῶν δέκα ἡμερῶν.» Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτυχὴς ἡ ἔκφρασις, καὶ προτείνω νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Ὁ Πρόεδρος ἢ ὁ Εἰρηνοδίκης δὲν δύναται νὰ δώσῃ προθεσμίαν πρὸς ἐμφάνισιν μείζονα τῶν τριῶν ἡμερῶν, οὐδὲ δύναται νὰ παρατείνῃ αὐτὴν, λόγῳ ἀποστάσεως, πλέον τῶν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀναφορᾶς.»
§133Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως αὐτὸ εἶναι καλλίτερον.
§134Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ Πρόεδρος διστάζῃ, παραπέμπει κατὰ τὸ ἄρθρον 635 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ἀκροατήριον τῶν Πρωτοδικῶν· ἤδη, ὅταν ὁ Εἰρηνοδίκης διστάζῃ ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλονται εἰς αὐτὸν, ποῦ θὰ παραπέμψῃ;
§135Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Εἰρηνοδίκης ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἔχει ποῦ νὰ παραπέμψῃ, καὶ δὲν θὰ παραπέμψῃ.
§136ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος, καὶ ἦτο καλὸν νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§137Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης δὲν δύναται νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν.
§138ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι σφόδρα ἐναντίος καὶ κατὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους περιέχει, οὐδένα δὲ βλέπω λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὑποχρεούμεθα ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην τὴν διεξαγωγὴν δίκης περὶ ἀποβολῆς ἐκ τῆς κατοχῆς. Πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1871, τὸν ὁποῖον καταργοῦμεν, εἶχον βεβαίως δίκαιον οἱ ἐκμισθωταί, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Ρωμαϊκοῦ νόμου ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ διετὴς καθυστέρησις τοῦ μισθώματος, ἵνα χωρήσῃ ἡ ἀγωγὴ περὶ ἐξώσεως, καὶ δύνασθε νὰ ἐννοήσητε τί ἔπασχον οἱ ἰδιοκτῆται ἀπέναντι δυστρόπων ἐνοικιαστῶν. Ἕνεκα τούτου ὁ νομοθέτης παρενέβη καὶ ἀνέθηκεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν τὴν συνοπτικὴν διαδικασίαν τῆς ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων. Σήμερον προβαίνομεν εἰς ψήφισιν νέου νόμου, διότι φαίνεται ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται δὲν εὗρον ἐν τοῖς ὅροις τοῦ ἰσχύοντος νόμου τὴν ταχύτητα, ἥτις ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος καταργεῖται, εἰς δύο περιστάσεις δίδει τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν Πρόεδρον, διὰ καθυστέρησιν μισθώματος καὶ διὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως. Σήμερον ἀναθέτομεν εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην τὴν διαδικασίαν τῆς ἐξώσεως. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον, διότι, ἀφοῦ καθ’ ἑκάστην διεκτραγῳδοῦνται καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου τὰ κατορθώματα πολλῶν Εἰρηνοδικῶν, ἡμεῖς ἀναθέτομεν εἰς αὐτοὺς ν’ ἀποφαίνωνται περὶ τόσον σπουδαίων ζητημάτων. Ἀλλ’ ἐνῷ πρόκειται περὶ δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν, προστίθεται καὶ παράγραφος εἰς τὴν πρώτην περίοδον τοῦ ἄρθρου 1, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Εἰρηνοδίκης καὶ ὁ Πρόεδρος προβαίνουσιν εἰς τὴν ἔξωσιν «κατὰ πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν, καθ’ ἣν διὰ τῆς συμβάσεως τῆς μισθώσεως, ἐγγράφως ἀποδεικνυομένης, συνεφωνήθη ἡ κατὰ τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου διαδικασίαν ἔξωσις». Αὐτὸ εἶναι τρομερόν! Διότι ὅλας τὰς περιπτώσεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου περὶ λύσεως τῆς μισθώσεως ὑποβάλλομεν οὕτως εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδίκου. Διὰ τοιαύτης διατάξεως κινδυνεύομεν νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην τὸ δικαίωμα τῆς ἀποβολῆς οὐ μόνον διὰ τὴν καθυστέρησιν τοῦ μισθώματος, ἀλλὰ καὶ ὅταν συνεφωνήθη ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης θὰ διαλύῃ τὴν μίσθωσιν κατὰ βούλησιν, ἢ ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην ἐπισκευῆς τῆς οἰκίας του, καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑπαγορεύσει ἡ ἰδιοτροπία τοῦ ἰδιοκτήτου. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξοβελισθῇ τὸ ἐδάφιον αὐτὸ, καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν προστασίαν τοῦ ἰδιοκτήτου, μόνον ἕνεκα καθυστερήσεως τοῦ μισθώματος καὶ ἕνεκα λήξεως τοῦ χρόνου τῆς μισθώσεως. Δευτέραν παρατήρησιν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχω τὴν ἑξῆς. Ἐν τέλει αὐτοῦ φέρεται, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἢ ὁ Εἰρηνοδίκης ὀφείλει παραχρῆμα νὰ ὁρίσῃ χρόνον καὶ τόπον πρὸς συζήτησιν τῆς πράξεως, γραφομένης ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς». Τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου.
§139Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον προεκλήθη ὁ νόμος οὗτος. Ὁ νόμος οὗτος προεκλήθη, ἵνα παράσχῃ εὐκολίας εἰς τοὺς κυρίους τῶν οἰκιῶν, εἰς οὓς εὐτυχῶς ὁ νόμος τοῦ 1871 δὲν παρέσχε τὰς εὐκολίας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται, δηλαδὴ εὐωνοτέραν διαδικασίαν καὶ εὐκολωτέραν προστασίαν. Τὰ δύο ταῦτα συμπληροῖ ὁ παρὼν νόμος, διότι παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ εὕρῃ τὸν ὑπερασπιστήν του. Ἐὰν ἔχητε π.χ. ἰδιόκτητον οἰκίαν ἐν Δημητσάνῃ καὶ δυστροποῦντα ἐνοικιαστήν, εἶσθε ἠναγκασμένος νὰ μεταβῆτε εἰς Τρίπολιν, ἵνα ζητήσητε τὴν ἔξωσιν τοῦ μισθωτοῦ οἰκίας, τῆς ὁποίας ἡ ἀξία εἶναι ἐλαχίστη, καὶ θὰ προτιμήσητε νὰ χάσητε τὸ μίσθωμα. Διὰ τοῦτο ἐδέχθημεν καὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου τὴν προστασίαν. Ἄλλως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος γνωρίζει, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 490 οἱ Εἰρηνοδίκαι ἔχουσι μεγάλην ἁρμοδιότητα, ἀνεξαρτήτως τῆς μεταβολῆς, καὶ δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ἁρμοδιότητα ταύτην, ὅταν πρόκειται περὶ ἐνοικίου 30 δραχμῶν. Ἡ δευτέρα ὡσαύτως παρατήρησίς του δὲν εἶναι ὀρθή. Δυστροπῶν ἐνοικιαστὴς δὲν εἶναι μόνον ὁ καθυστερῶν τὸ μίσθωμα, ἀλλὰ καὶ ὁ μὴ παραδίδων τὸ κτῆμα, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπεχρεώθη νὰ παραδώσῃ τὸ κτῆμα εἰς ὡρισμένην περίπτωσιν. Ἐὰν λοιπὸν τοῦτο ἀναφέρηται εἰς τὸ συμβόλαιον καὶ ὁ μισθωτὴς δὲν ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, βεβαίως εἶναι δύστροπος ὀφειλέτης. Προσέθηκα δὲ, ὅτι πρέπει ἐγγράφως νὰ ἀποδεικνύηται ἡ συμφωνία. Ὡς πρὸς τὴν τρίτην παρατήρησιν, παρατηρῶ ὅτι ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου λέγει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διότι ἡ Πολιτικὴ Δικονομία ὑποχρεοῖ τὸν Πρόεδρον ἐν τῷ πρωτοτύπῳ τῆς ἀναφορᾶς νὰ ἐγγράφῃ τὴν πρᾶξιν.
§140ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ διατὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξανέστη τόσον κατὰ τῶν εἰρηνοδικῶν. Μήπως ἡ Βουλὴ σοβαρῶς προχθὲς δὲν εἰργάσθη νὰ ἀναγάγῃ τὸν εἰρηνοδίκην εἰς περιωπὴν ἀνωτέραν; Μήπως δὲν ἐμερίμνησε περὶ τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ περὶ δικαστικῶν ἀπονεμόντων καὶ τούτων τὸ δίκαιον; Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι δικάζουσι περὶ ποσῶν πολὺ ἀνωτέρων, ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, οἷον ἐκ βλαβῶν εἰς σπαρτὰ καὶ δενδροφυτείας καὶ περὶ χρήσεως ῥεόντων ὑδάτων; Διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ ἐμπιστευθῶμεν σήμερον διαδικασίαν ἐπὶ μισθώματος 30 δραχμῶν; Μᾶς εἶπεν ὅτι παρίσταται καί τι παράδοξον, ὅτι ἀντίκειται τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν, δὲν καταργοῦμεν τὸν δικονομικὸν νόμον ἐξ ὁλοκλήρου, καὶ τότε, χωρὶς νὰ καταργήσωμεν τὸν περὶ χαρτοσήμου, ἕνεκα τοῦ ἐλέγχου, ἀφαιροῦμεν ἔδαφος τῆς ἐφαρμογῆς του; Αὐτὸ τὸ μέρος τῆς δικονομίας τροποποιοῦμεν χάριν τῶν ἰδιοκτητῶν, διότι εἶναι ἄδικον νὰ ὑποβάλλωμεν τὸν ἰδιοκτήτην εἰς δαπάνην μεγάλην διὰ τὴν σύντομον αὐτὴν διαδικασίαν.
§141Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγένετο ἡ δήλωσις, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Προέδρου γράφεται ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς, ὥστε δὲν μεταβάλλομεν τίποτε.
§142ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐγεννήθη ἀμφιβολία, ἥτις ἐλύθη δι’ ἐγκυκλίου, διότι, ἀφ’ ἧς ὁ νόμος εἶπεν, ὅτι αἱ πράξεις τοῦ Προέδρου γράφονται ἐπὶ χαρτοσήμου τριῶν δραχμῶν, ἐγεννήθη ἀμφιβολία, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης καταργεῖται ἡ διάταξις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται καὶ τώρα ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ, ὅτι ὁ Πρόεδρος δύναται καὶ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς νὰ γράψῃ τὴν πρᾶξίν του, δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ, συνδυαζομένη μὲ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, ὅτι καταβάλλεται δηλονότι χαρτόσημον τριῶν δραχμῶν, ὁσάκις ἡ πρᾶξις τοῦ Προέδρου ἦναι αὐτοτελής...
§143Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω ἰδιαίτερον καθῆκον νὰ δώσω πληροφορίας περὶ τοῦ πῶς ἐννοῶ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι, ὅ,τι διὰ τοῦ νόμου τούτου νομοθετεῖται, δὲν μεταβάλλει τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου.
§144ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πρόσφορος. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅπου ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου ἠθέλησε νὰ θίξῃ καὶ μεταβάλῃ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, ἐκεῖ τοῦτο εἶπε ῥητῶς. Κατὰ κανόνα ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου προσηρμόσθη εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, καὶ οὐδὲν μετέβαλεν ἐκ τῶν νόμων, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τοὺς κώδικας τῶν δικαστηρίων· ὅπου ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ μεταβολὴν, ἐκεῖ ὑπάρχει διάταξις εἰδική. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ ἄρθρον τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, ὅπερ ὁρίζει, ὅτι ὁ Πρόεδρος γράφει τὴν πρᾶξιν αὑτοῦ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἐλήφθη ἐκ μεταφράσεως ἄρθρου τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ὅπερ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμφισβητήσεως ἀνέκαθεν σταθερῶς ἐφαρμόζεται καθ’ ὃν τρόπον λέγομεν ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐνταῦθα. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν θέλει εὕρει πρόσκομμα ἔξω τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὴν ἀκριβῆ.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§146Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου ἔχω μίαν ἀπορίαν· ἀναφέρει ὅτι «ἐκτέλεσις γίνεται καὶ κατὰ τοῦ ὑπομισθωτοῦ καὶ κατὰ παντὸς ἕλκοντος τὸ δικαίωμα αὐτοῦ ἐκ τοῦ μισθωτοῦ ἢ διατελοῦντος ἐν τῷ κτήματι ἐξ ὀνόματος αὐτοῦ». Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 867 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι μᾶλλον σαφὴς καὶ ὡρισμένη, ὅτι ἐκτέλεσις γίνεται κατὰ τοῦ καθολικοῦ ἢ τοῦ εἰδικοῦ διαδόχου τοῦ ἐναγομένου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προσέθηκεν, ὅτι καὶ κατὰ τοῦ διατελοῦντος ἐν τῷ κτήματι ἐξ ὀνόματος αὐτοῦ ἐπιχειρεῖται ἐκτέλεσις. Ποῖος εἶναι ὅμως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκτιμήσῃ ὅτι διατελεῖ τις ἐν τῷ κτήματι ἐξ ὀνόματος τοῦ μισθωτοῦ; Τοῦτο λέγω, διότι ἕπεται κατόπιν ἡ διάταξις, ὅτι «ἀπαγορεύεται πᾶσα ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐκδιδομένων ἀποφάσεων». Εἰς τὸν κλητῆρα θὰ δώσωμεν λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμήσῃ, ἂν ὁ καθ’ οὗ ἡ ἐκτέλεσις κατέχει τὸ κτῆμα ἐν ὀνόματι τοῦ μισθωτοῦ; Τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον, καὶ νομίζω ὅτι θὰ φέρῃ πολλὰ καὶ μέγιστα ἄτοπα εἰς τὴν πρᾶξιν.
§147ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρατηρῶ ἐνταῦθα, ὅτι τὸ ἐλάττωμα προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι ἔχομεν σχέδιον νομοθετήματος, ἔχον ὑπ’ ὄψιν στρεψοδικίαν, καὶ στρεψοδικίαν συχνήν. Ἐτέθη ἡ διάταξις, διότι εὑρίσκονται ἐνοικιασταί, οἵτινες εἰσάγουσιν εἰς τὸ ἐνοικιασθὲν τρίτα πρόσωπα, ὅπως ταῦτα ἀντιμετωπίσωσι τοὺς κυρίους. Ἡ διάταξις περὶ καθολικοῦ καὶ εἰδικοῦ διαδόχου ἐγράφη ὀρθῶς. Ἀλλὰ τούτου οὕτως ἔχοντος ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀνεπαρκής, διότι λέγει «καὶ κατὰ παντὸς ἕλκοντος τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἐκ τοῦ μισθωτοῦ ἢ διατελοῦντος ἐν τῷ κτήματι ἐξ ὀνόματος αὐτοῦ». Ἂν νομοθετοῦμεν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐξοικίζωνται ἐκεῖνοι, οἵτινες παρεισάγονται ἀκριβῶς, ἵνα καταργήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦ κυρίου τοῦ κτήματος, πρέπει νὰ θέσωμεν ἐνταῦθα ἄλλην διάταξιν, ἀνταποκρινομένην εἰς τὸν σκοπόν· π.χ. «κατὰ παντὸς προσώπου εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ μισθωτοῦ».
§148Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἀναστολὴν ἀπολύτως. Ἐν περιπτώσει λ. χ., καθ’ ἣν ἀπειλεῖται ἡ δημοσία τάξις, ὡς δύναται νὰ συμβῇ πρὸ πάντων ἐν Ἀθήναις, διατὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἀναστολὴ τοὐλάχιστον προσωρινῶς; Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἐδάφιον. Ὑποθέτω, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ ἐφέσεως, διότι ἡ ἀνακοπὴ ἀπευθύνεται πάντοτε κατὰ ὁριστικῆς ἀποφάσεως.
§149Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δίδονται πολλὰ δικαιώματα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐνοικιαστῶν, διότι πολλάκις ζητεῖται ἡ ἔξωσις διὰ λόγους ἄλλους. Ἡ ἀνακοπὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ἀνασταλτικὴν δύναμιν, διότι γνωρίζομεν πάντες, πῶς ἐφαρμόζονται σήμερον αἱ διατάξεις περὶ ἐπιδόσεων. Οἱ ἰδιοκτῆται ἔχουν πολλάκις συμφέρον πρὸς ἔξωσιν τῶν ἐνοικιαστῶν, διὰ νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τῶν καρπῶν, τοὺς ὁποίους οἱ κόποι καὶ οἱ μόχθοι τοῦ ἐνοικιαστοῦ παρήγαγον. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ τελευταῖον ὅπλον ἀπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἀφαιροῦντες τὴν ἀνασταλτικὴν δύναμιν τῆς ἀνακοπῆς.
§150Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ τελευταίου λαλήσαντος συναδέλφου ἀντιτάσσω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐκαινοτόμησε, καὶ ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸν νόμον τοῦ 1871, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἀνακοπὴ δὲν ὑφίσταται.
§151ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶναι ἄδικος.
§152ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι νόμος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνωμεν τὸν νόμον ἐπὶ ἀγροτικῶν κτημάτων, ὁ νόμος τοῦ 1891 κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξέτεινε τὴν διάταξιν καὶ ἐπὶ ἀγροτικῶν κτημάτων, καὶ ἐπειδὴ ἠγέρθη ἀμφισβήτησις, δι’ αὐτὸ τὸν ἐκτείνομεν, καὶ νομίζομεν, ὅτι οἱ κύριοι τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἔχουσι δίκαιον νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὸν νόμον κατὰ τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Ἤδη ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἕτερον συνάδελφον, τὸν ἐκ Κραναίας. Πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται καθαρῶς περὶ προσωρινῶν μέτρων, διότι ῥητῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἡ κυρία ὑπόθεσις μένει ἀκεραία, καὶ δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον κατὰ τὰ ἄρθρα 618 καὶ ἑπόμενα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Λοιπὸν βεβαίως ἡ ἀπόφασις, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἓν σημεῖον, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ ὄχι μόνον κατὰ τοῦ μισθωτοῦ, ἀλλὰ καὶ κατὰ παντὸς ἕλκοντος τὸ δικαίωμά του ἐκ τοῦ μισθωτοῦ, διότι, ὅπως σήμερον ἔχουσι τὰ πράγματα, αὐτὴ εἶναι ἡ δυσκολία. Λαμβάνετε ἀπόφασιν κατὰ τοῦ μισθωτοῦ καὶ πρόκειται νὰ τὴν ἐκτελέσητε κατὰ τῶν τέκνων τοῦ μισθωτοῦ· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ἐκτελέσητε, διότι εἶναι προσωπικὴ κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ μόνον. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου αὐτὴν τὴν δυσκολίαν ἠθέλησε νὰ ὑπερνικήσῃ, καὶ ἐπεξετάθη ἡ διάταξις καθ’ ὅλων, ὅσοι ἕλκουσι τὰ δικαιώματά των ἐκ τοῦ μισθωτοῦ. Μὲ τοῦτο ἐννοοῦμεν οἴκοθεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ παντάπασι τὸ ἄρθρον.
§153ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἀνακοπὴν παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ ἰδία διαδικασία ἐφαρμόζεται εἰς τὴν σύμβασιν περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἦναι αὐστηρὰ ἡ διάταξις περὶ ἀνακοπῆς, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς δυστροποῦντας ἐνοικιαστὰς, διότι αὐτὴ ἡ διάταξις θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς ὅλας τὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ ἑταιρεία περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δέον νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς. Ἂν οὐχὶ ἡ ἔφεσις, τοὐλάχιστον ἡ ἀνακοπὴ πρέπει νὰ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν.
§154Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδῶ νομοθετοῦμεν κατὰ τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σύμβασις τῆς Στυμφαλίας, ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν εἶναι ἄδικος, δύνασθε νὰ τροποποιήσητε τὸ ἄρθρον.
§155Α. ΠΛΑΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει, ὅτι «ἡ ἀπόφασις τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ εἰρηνοδίκου ἐκτελεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 639 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας» καὶ ὅτι ἡ δοθησομένη προθεσμία «οὐδέποτε δύναται νὰ ἦναι μείζων τῶν 30 ἡμερῶν». Φρονῶ ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ προθεσμία αὕτη δύναται νὰ ἦναι μέχρι δύο μηνῶν, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι εἴτε ἕνεκα βαρέος χειμῶνος, εἴτε ἕνεκεν ἀσθενείας τοῦ μισθωτοῦ ἤ τινος τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, πρέπει νὰ χορηγήσωμεν μεγαλειτέραν δικαιοδοσίαν εἰς τὸν Πρόεδρον ἢ τὸν Εἰρηνοδίκην περὶ τὴν χορήγησιν προθεσμίας εἰς τὸν μισθωτήν.
§156Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου, διότι ἡ διάταξις περὶ μὴ ἀνασταλτικῆς δυνάμεως τῆς ἀνακοπῆς ἀναιρεῖ τὴν ἀπόλυτον ἀρχὴν τοῦ δικαίου, καθ’ ἣν οὐδεὶς δικάζεται ἀναπολόγητος. Γνωρίζομεν, πῶς οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες συντάσσουν τὰ ἐπιδοτήρια (Θόρυβος). Πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ τελευταῖον καταφύγιον εἰς τοὺς μισθωτὰς, ὅπως τουλάχιστον παρίστανται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ φέρουν τὰς ἀντιρρήσεις των, καὶ ἐὰν μὲν ἦναι δίκαιαι, νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, ἂν δὲν ἦναι βάσιμοι, ν’ ἀπορρίπτωνται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταῦτα καὶ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, καθ’ ἣν ἡ ἀνακοπὴ ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν.
§157Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ κοινοποιηθῇ ἀγωγὴ, προσαγομένου ἐπιδοτηρίου, χωρὶς νὰ κοινοποιηθῇ ὄντως τὸ δικόγραφον αὐτῆς, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν δικαστικοὶ κλητῆρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιδίδουν νομίμως, ἐὰν ὁ νόμος ἀναγράφει περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν ἐξ ἀδυναμίας νὰ μὴ προσέλθῃ τις καὶ ἐν τούτοις νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν τὸ δικαστήριον, ποῖος θὰ ἐγκαταστήσῃ τὸν οὕτως ἐρημοδικασθέντα εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοιαύτης ὑφαρπαγῆς δικαστικῶς οὗτος ἀπώλεσεν; Ὅπου ὑπάρχει ἀνακοπὴ, δέον νὰ συνοδεύηται διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναστολῆς ἐκτελέσεως. Τέλος πάντων εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν βλέπω πνεῦμα ἐπικρατοῦν τοιοῦτον, ὡς νὰ ἤμεθα ὅλοι ἡμεῖς ἐδῶ ζάπλουτοι καὶ νὰ ἔχωμεν ἀντίδικον τὸν πτωχὸν λαόν. Δύναται νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ὁρισθῇ, ὅτι ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, ἔστω βραχέος, δέον νὰ εἰσάγηται ἡ ἀνακοπὴ κατὰ προτίμησιν. Ἐπιμένετε; ψηφίσατε τότε ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξεγείρητε τὸν λαὸν κατὰ τὸν ἰδιοκτητῶν διὰ τοιούτων διατάξεων (Θόρυβος).
§158Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Λυποῦμαι διὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ὑπερασπίζει τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ διὰ τρόπου τοιούτου. Ἐδῶ πρόκειται νὰ προφυλάξωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἐναντίον δυστρόπων μισθωτῶν· ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ συγχέητε τὸν λαὸν μὲ τοὺς κακῆς πίστεως μισθωτάς. Ἄλλως τε, κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν ἤδη ἰσχύοντα τὸν νόμον τοῦ 1871, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀνακοπὴ δὲν ἔχει ἀνασταλτικὴν δύναμιν, καὶ δὲν ἔχομεν παράδειγμα ὅτι ἐγένοντο ἀδικίαι, ὅτι ἐγένοντο πλαστὰ ἐπιδοτήρια. Οἱ ἰδιοκτῆται ἔχουσιν ἐπὶ τέλους τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Πολιτείας νὰ προστατεύσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν προστατεύεται. Θέλομεν νὰ φανῶμεν ἐνταῦθα ὑπερασπισταὶ τοῦ λαοῦ, προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς μέτρου δικαιοτάτου. Ὁ λαὸς ἐν γένει εἶναι βεβαίως τίμιος, δὲν ἔχει δὲ ἀνάγκην ἀδίκου προστασίας.
§159Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσύγχισάν τινες τὸ ζήτημα. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν, ὡμίλησα περὶ τῶν περιπτώσεων ἐκείνων, καθ’ ἃς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δύναταί τις νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ δικαστήριον, διότι λ. χ. τὸν ἀπέκλεισεν ἡ Κάζα, ἢ τὸ ἀτμόπλοιον καθυστέρησεν, ἢ ἔπεσε βαρέως ἀσθενής· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει δυστροπία. Θὰ ἐκδοθῇ λοιπὸν μία ἀπόφασις ἐρήμην αὐτοῦ, καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη θὰ ἐκτελεσθῇ, μὴ παρεχομένης ἀναστολῆς. Τίνα πρόνοιαν λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δι’ αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τοιαύτην πραγματικὴν ἀδυναμίαν προσελεύσεως; Καὶ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, καὶ εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς λαμβάνομεν μέτρα διὰ τὸν πτωχὸν λαὸν, καὶ ἀδιαφοροῦμεν διὰ τὴν τάξιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐδῶ δὲν διακρίνομεν οὔτε πτωχὸν οὔτε πλούσιον λαόν· ἐδῶ πρέπει νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ δικαίου, καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν. Εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀντίληψιν παντός. Δὲν ὑπάρχουν αἰσχροὶ δικαστικοὶ κλητῆρες, οἱ ὁποῖοι φέρουν πλαστὰ ἐπιδοτήρια; Ἂς φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης στατιστικὴν τῶν ποινικῶν δικογραφιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται κατὰ τοιούτων κλητήρων. Καθ’ ἑκάστην βλέπομεν τὰ τοιαῦτα, καὶ μόνον οἱ μὴ ἐπαγγελλόμενοι τὸν δικηγόρον, οἱ ἀγνοοῦντες μυρίας τοιαύτας περιστάσεις δύνανται νὰ ὁμιλῶσιν, ὡς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ὅπου ὑπάρχουσι τοιαῦται περιπτώσεις ἀδυναμίας ἐμφανίσεως τοῦ διαδίκου, ὑπάρχουσιν αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, αἱ ὁποῖαι δίδουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς μετὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως, ἐνῷ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει τὸ τοιοῦτον δὲν παρέχεται. Αὐτὰ εἶναι τὰ συμπεράσματα ἐκ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ τὰ ὁποῖα στηρίζονται ἐπὶ τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ἔχει καθιερωθῆ μέχρι τοῦδε.
§160ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρέχομεν ὅλα τὰ δικαιώματα εἰς τὸν ἐκμισθωτὴν, διὰ νὰ ἐξώνῃ τὸν μισθωτὴν, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1871 μόνον εἰς μίαν περίπτωσιν ἠδύνατο νὰ τὸν ἐξώσῃ, ὅταν ἐδυστρόπει εἰς τὴν πληρωμήν. Σήμερον τῷ παρέχομεν ὅλα τὰ δικαιώματα, καὶ ἀφίνομεν τὸν μισθωτὴν ἀπροστάτευτον. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσωμεν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν μισθωτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασίς μου, διότι μὲ πονεῖ, διότι γνωρίζω τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα γίνονται εἰς τοὺς μισθωτὰς τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν πρότασίν μου, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ ἦσθε 15, ἵνα ζητήσητε τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν· ἀλλὰ δὲν εἶσθε 15. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γαρουφαλιᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς γʹ συζήτησιν).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεως καὶ βαθμολογίας τῶν τακτικῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ παρεισέφρησε λέξις, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ εὐρυτέραν ἔννοιαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διανοεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἀναδρομὴν εἰς τὰς προγενεστέρας ὑπηρεσίας τῶν τακτικῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς· ἑπομένως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν δύναται νὰ ὑποληφθῇ ἡ διάταξις, ὅτι περιλαμβάνει καὶ τὰς ὑπηρεσίας τῶν θέσεων ἐκείνων, αἵτινες δὲν ἀναγράφονται ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «πᾶσαι» καὶ νὰ τεθῇ πρὸ τῆς λέξεως «ὑπηρεσίαι» ἡ λέξις «τοιαῦται».
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, δεκτὴ ἡ παρατήρησις αὕτη. Νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «πᾶσαι» καὶ νὰ τεθῇ «τοιαῦται», ἤτοι αἱ τακτικαὶ ὑπηρεσίαι.
§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω παρατήρησιν νὰ ὑποβάλω. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνεται ν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τοὺς τακτικοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, καὶ λίαν δεδικαιολογημένως...
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη ἡ πρότασις, διότι ὑπολογίζεται ὑπηρεσία ἐτησία, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι πράγματι ἑξάμηνος.
§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων. Οἱ τακτικοὶ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, καὶ περὶ αὐτῶν μόνον πρόκειται.
§168ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀρχὴ βεβαίως εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ παρατηρήσω τοῦτο. Βεβαίως ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τοὺς σήμερον ὑπάρχοντας τακτικοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς προϋπάρξαντας ἐν οἱᾳδήποτε τακτικῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῆς. Ἀλλ’ εἴτε εἰς τοὺς σημερινοὺς ὑπαλλήλους ἀποβλέπει, εἴτε καὶ εἰς τοὺς προϋπάρξαντας τοιούτους, δύναται νὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις, καθ’ ἣν τακτικοὶ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, ὑπηρετήσαντες ἐπὶ ἓν καὶ δύο καὶ πέντε καὶ δέκα ἔτη, νὰ ὑπηρετήσουν κατόπιν εἰς ἄλλην δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἢ νὰ προϋπηρέτησαν εἰς ἄλλην δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Δὲν ἔχομεν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἥτις νὰ συνυπολογίζῃ ἢ συνάπτῃ τὰς δύο ὑπηρεσίας καὶ νὰ παρέχῃ δικαίωμα συντάξεως.
§169Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως ἡ διάταξις δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς ἤδη ἐν τακτικῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς διατελοῦντας ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς διατελέσαντας τοιούτους ἐν οἱᾳδήποτε τακτικῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῆς. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, παρατηρῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰδικῆς διατάξεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ὅπως συνυπολογίζωνται ἢ προσμετρῶνται αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι τῶν τακτικῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς μετὰ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ἰδίων ἐν τῇ Βουλῇ. Πάντες οἱ προηγούμενοι νόμοι, δι’ ὧν ὑπήχθησαν εἰς τὰς διατάξεις τῶν περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμων ὡρισμέναι τάξεις δημοσίων λειτουργῶν μὴ ὑπαχθεῖσαι ἀρχικῶς εἰς τὸν νόμον τοῦ 1861, οὐδεμίαν περιέλαβον εἰδικὴν διάταξιν περὶ προσμετρήσεως τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν. Οὐδεμία δὲ ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἀφοῦ αἱ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπηρεσίαι γίνονται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου συντάξιμοι, αὗται ἐξομοιοῦνται πρὸς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, τὰς παρεχούσας δικαίωμα συντάξεως, καὶ ἑπομένως συνυπολογίζονται.
§170ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀρκεῖ ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§171ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§172ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§174Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ δηλωθῇ, ἂν μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν σύνταξιν, περιλαμβάνονται καὶ οἱ κλητῆρες. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι κλητῆρές τινες τῆς Βουλῆς ἀριθμοῦσιν 20 καὶ 30 ἐτῶν ὑπηρεσίαν.
§175Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι ὅτι δυστυχῶς δὲν περιλαμβάνονται, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ νὰ περιληφθῶσι, διότι, ἂν περιελαμβάνοντο καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνους τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς· πάντες οἱ κλητῆρες καὶ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν θὰ ὑπήγοντο εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων. Τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ νομιμοποιηθῇ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος, ὡς ἀφορῶντος εἰς μόνους τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς.
§176Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεῖ ὅτι ἀναγνωρίζετε, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν.
§177Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν τακτικῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς. Εἶναί τινες ἐξ αὐτῶν, οἵτινες ἐγήρασαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὅμως δὲν ἔχουσι σύνταξιν· ἀποθνήσκοντες δὲ, θὰ καταλίπωσι τὰς οἰκογενείας των ἄνευ ἄρτου. Εἶναι ἄδικον νὰ μὴ περιληφθῶσι καὶ αὐτοί.
§178ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι λυποῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅσον ὑμεῖς· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν δυστυχῶς νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ.
§179ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ νὰ ὑποβληθῇ ἡ ὑπόμνησις εἰς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, ὅστις εἰσηγάγετε ἄλλοτε ὁμοίαν πρότασιν, ὅτι ὑπάρχουσι τάξεις τινὲς ὑπηρετῶν τοῦ Δημοσίου, ἄξιαι πάσης προστασίας, ἡ τάξις τῶν ἀρχαίων κλητήρων τῆς Βουλῆς, τῶν ἀρχαίων ἐργατῶν καὶ τεχνιτῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τῶν διανομέων τῶν Ταχυδρομείων· ὑπάρχουσι τοιοῦτοι ὑπηρέται 20 καὶ 30 καὶ 40 ἔτη ὑπηρετοῦντες, οἵτινες γηράσαντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐξέρχονται ταύτης οὐδὲν ἔχοντες στήριγμα εἰς τὸ τέλος τοῦ βίου των, οὔτε 20 ἢ 30 δραχμῶν ἐπικουρίαν. Ἐκ ταύτης τῆς ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου ὁρμώμενος ὑπομιμνήσκω τὴν παλαιὰν ὑμῶν πρότασιν, καὶ ὅτι ἀνάγκη νὰ προνοήσητε καὶ ὑπὲρ τῶν δημοσίων τούτων ὑπηρετῶν.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Λαμπρυνίδου, προτείνοντος νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν πέμπτον στίχον μετὰ τὰς λέξεις «Βουλῆς» τὰ ἑξῆς: «ὡς καὶ οἱ δύο γραφεῖς δευτέρας τάξεως». Ἀλλ’ αὐτοὶ εἶναι ἔκτακτοι ὑπάλληλοι. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, ἡ πρότασις νόμου περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν ταῖς κωμοπόλεσιν Ἄστρους καὶ Ἁγίου Ἰωάννου καὶ τῇ κώμῃ Παραλίου Ἄστρους. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν συντάξεων τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἐν πολέμῳ θνησκόντων στρατιωτικῶν).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης 45 τηλεγραφικῶν βοηθῶν βʹ τάξεως. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§182Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ψηφιζομένου, πρόκειται νὰ ἐπανορθωθῇ ἀταξία ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀταξία, ἡ ὁποία καλῶς ἐγένετο, διότι διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς λειτουργίας τῶν τηλεγράφων ἐν τῷ Κράτει προσετέθησαν κατὰ διαφόρους περιστάσεις τηλεγραφηταὶ ὑπὲρ τὸν ἀριθμὸν τὸν διὰ τῶν νόμων ὁριζόμενον, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κλείσωμεν πολλὰ τηλεγραφεῖα, ὅπως συνέβη ἐσχάτως, ἐὰν ἡ προκάτοχος νομίζω, Κυβέρνησις δὲν προσέθετεν ἀριθμὸν τηλεγραφητῶν, περὶ τοὺς 40. Διὰ τῆς προσθήκης τῶν τηλεγραφητῶν τούτων ἐλειτούργησαν πολλὰ τηλεγραφικὰ γραφεῖα, καὶ ἐδόθη ἡ συγκοινωνία εἰς τὸν τόπον, ἡ τόσον χρήσιμος καὶ ἡ τόσον ἐπωφελὴς εἰς τε τοὺς ἰδιώτας καὶ εἰς τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν ἤδη ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπαγγέλλεται ὅτι θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον, διὰ ν’ ἀπολαύσῃ ὁ τόπος εὐρύτερον τὰ ἀγαθὰ τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ἐν πάσαις ταῖς χώραις σήμερον κατέστησαν πάγκοινα. Ἡ προσθήκη τηλεγραφητῶν κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν, ἦτο ἔτι μᾶλλον ἐπιβεβλημένη, διότι ἐχρειάσθη ν’ ἀποσπασθῇ καὶ ἀριθμὸς τις τηλεγραφητῶν διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν τηλεφώνων ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν τοῖς προαστείοις, ἐν Φαλήρῳ καὶ ἐν Κηφισίᾳ, καὶ ἀκόμη θὰ ἦσαν ἀναγκαιότεροί τινες τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, διὰ νὰ λειτουργήσῃ κάλλιον τὸ τηλεφωνικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν. Εἰσήχθη, καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν προέβη μετά τινος προόδου, ἀλλὰ κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν ἐσταμάτησε πᾶσα πρόοδος, καὶ ἡ τηλεφωνία παρ’ ἡμῖν εὑρίσκεται ἐν στασίμῳ σημείῳ, εἰμὴ καὶ ἐν ὀπισθοδρομικῷ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἱδρύθη τηλεφωνικὴ ὑπηρεσία, ἐν Ἀθήναις, καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν μικρά, ὅσον ὑπηγόρευον αἱ ἀνάγκαι τῆς πρωτευούσης ἐν τῇ πρώτῃ ἀρχῇ, παραδόξως ὅμως καὶ παρὰ τὰς προσδοκίας καὶ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας ἡ τηλεφωνικὴ ὑπηρεσία ἔλαβε μεγάλην ἐπίτασιν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἀναλόγως τῶν ἀξιώσεων τῆς κοινωνίας, διὰ τὴν ἔλλειψιν στοιχειώδους μερίμνης ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ὁ πρώην διευθυντὴς — εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναφέρω τοὺς Διευθυντὰς τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς ἄνευ τῆς προθέσεως τοῦ νὰ μεμφθῶ αὐτοὺς προσωπικῶς, ἀλλ’ ὡς δημοσίους ὑπαλλήλους, διευθύνοντας τὴν τηλεφωνικὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἔπραξαν ὅ,τι ὤφειλον, κατ’ ἐμέ, νὰ πράξωσιν ἐπὶ τῷ συμφέροντι τῆς ὑπηρεσίας — καὶ ὁ πρώην Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, λέγω, καὶ ὁ νῦν, ὅστις πιθανὸν ὀλιγώτερον νὰ εὐθύνηται, διότι εὑρίσκεται ἐπὶ ὀλιγώτερον καιρὸν ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς θέσεως ταύτης, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν των τί ἀπαιτεῖται νὰ γείνῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἔπραττε πρᾶξιν φιλοπρόοδον, ἐὰν ἤθελεν εὐαρεστηθῆ νὰ εἰσακούσῃ τὴν σύστασίν μου καὶ νὰ μεριμνήσῃ πρὸς διόρθωσιν τῶν ἐλλείψεων. Ἐκομίσθη εἰς τὸ τηλεφωνεῖον Ἀθηνῶν ἐν τῇ πρώτῃ ἀρχῇ ἓν μηχάνημα, περιέχον 100 ἀριθμούς, — εὐχερέστερον δ’ ἐννοοῦσιν ὅ,τι θέλω νὰ εἴπω ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέβη νὰ ἴδωσι τὸ μηχάνημα καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ὡς ἐδόθη εἰς ἐμὲ ἡ εὐκαιρία, ἢ μᾶλλον, ὡς εἶχον ἐγὼ τὴν περιέργειαν νὰ πράξω, — ἐκομίσθη λοιπόν, λέγω, ἓν μηχάνημα, περιέχον 100 ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι διετέθησαν εἰς ἰσαρίθμους συνδρομητὰς, καὶ δὲν δύναταί τις πλέον νὰ εἰσέλθῃ καὶ ν’ ἀποκτήσῃ τὸ ὁμολογουμένως μέγα ἀγαθὸν, τὸ παρέχον ἀνυπολογίστους εὐκολίας εἰς τὸν πολίτην, καὶ ὡς ἰδιώτην, ὡς ἐγὼ, καὶ ὡς ἔμπορον καὶ ὡς τραπεζίτην καὶ ὡς βιομήχανον καὶ ὡς δικηγόρον καὶ ὡς ἰατρὸν καὶ ὡς φαρμακοποιὸν καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Πληρωθεισῶν τῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ μηχανήματι τούτῳ, οὐδεὶς πλέον δύναται νὰ ἀπολαύσῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας, διότι πᾶσα αἴτησις πρὸς ἐγγραφὴν μένει ἀνεκτέλεστος, διὰ τὴν ἔλλειψιν ἑνὸς νέου μηχανήματος. Τὸ μηχάνημα τοῦτο στοιχίζει εἰς τὸ Δημόσιον 2500 ἕως 3000 χρυσᾶ φράγκα. Ἤδη, μετὰ τὰς πρώτας δαπάνας τῆς ἐγκαταστάσεως παρ’ ἡμῖν τῆς τηλεφωνίας, αἵτινες εἶναι καὶ αἱ μεγαλείτεραι, ἡ ἐνοικίασις καταστήματος, ἡ πῆξις τῶν πάλων καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα ἐγένοντο. Μεθ’ ὅλας δὲ τὰς δαπάνας ταύτας, τὰς γενομένας διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν, τὸ Δημόσιον ὠφελεῖται σήμερον καθαρὰν πρόσοδον ἐκ τῆς τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας ὑπὲρ τὰς 50 χιλιάδας δραχμάς. Ἂν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπηρεσία μᾶλλον ἡ εἰδικὴ πρὸς τοῦτο, νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μέριμναν αὑτῆς ἐπὶ τοῦ κλάδου τούτου, καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐπιβάλλεται, πλὴν τῆς μεγάλης εὐκολίας, τὴν ὁποίαν θὰ παρεῖχεν εἰς τοὺς πολίτας, θὰ ἐγίνετο πρόξενος σπουδαιοτάτου ἐσόδου διὰ τὸ Δημόσιον, ὀγδοήκοντα ἢ καὶ ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος δυναμένων νὰ προσπορισθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι, ὡς εἶπον, κατὰ δεκάδας ἢ καὶ ἑκατοντάδας ὑποβάλλονται καὶ μένουσιν ἀνεκτέλεστοι εἰς τὸ σχετικὸν γραφεῖον αἱ αἰτήσεις ἰδιωτῶν πρὸς ἀπόκτησιν τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας. Εἰς τὸν Πειραιᾶ ἔχομεν κέντρα βιομηχανικὰ καὶ ἐμπορικὰ καὶ ἀτμοπλοϊκὰ ἄπειρα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τόσην κίνησιν, ὥστε δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ τις, ἂν μὴ λάβῃ ἀνάγκην νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, εἰς τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς συγκοινωνίας, ὅπως συνέβη εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος διά τινα λόγον οἰκογενειακὸν ἔχω τηλέφωνον παρ’ ἐμοὶ καὶ βλέπω ποία εἶναι ἡ τηλεφωνικὴ κίνησις ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, καὶ ποία εἶναι ἡ μεγίστη εὐκολία, τὴν ὁποίαν παρέχει. Βλέπω δὲ καὶ τὰς πολλὰς αἰτήσεις νέων πελατῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ν’ ἀποκτήσωσι τὴν τηλεφωνικὴν συγκοινωνίαν. Ἡ δαπάνη, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἐλαχίστη, τεσσάρων μέχρι πέντε ἢ ἕξ χιλιάδων δραχμῶν· ἀντὶ δὲ αὐτῶν θὰ παρασχεθῇ τὸ ἀγαθὸν τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας εἰς τοὺς πολίτας, θὰ δοθῇ δὲ εὐκαιρία εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ ἑκατοντάδα χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος καθαρὸν ἔσοδον. Πρὸς τοῦτο ἴσως θὰ χρειασθῶσι καὶ ἄλλοι τηλεφωνικοὶ ὑπάλληλοι, ἐγγὺς ὅμως εἶναι ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν θὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ, καὶ μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δύναται νὰ οἰκονομηθῇ ἡ ὑπηρεσία διὰ τῶν ὑπαρχόντων ὑπαλλήλων, διότι ἐλπίζω ὅτι τότε θὰ ληφθῇ πλέον ὁριστικὸν μέτρον. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ὅμως παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τῶν πολιτῶν διὰ τῆς ἀποκτήσεως τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας.
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβον καιρὸν, ὅπως μελετήσω τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας· ἡ ὑπηρεσία δὲν μοι παρέστησεν, ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ αἰτήσεις διὰ τὴν τηλεφωνικὴν συγκοινωνίαν, — ἀλλὰ βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς θὰ ἔλαβε τὰς δεούσας πληροφορίας, — οὔτε μοὶ παρέστησεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἕνεκα ἐλλείψεως μηχανήματος δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς αἰτήσεις ταύτας. Θέλω ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν, καὶ θέλω φροντίσει, ὅπως θεραπευθῇ τὸ κακὸν τοῦτο, διότι καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ τὰς μεγάλας ὠφελείας, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας.
§184Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸν ἀριθμὸν 97. Διὰ τὸν ἀριθμὸν 98 ἐγένετο πάλη, ὡς ἡ περὶ τὸ σῶμα τοῦ Πατρόκλου, μεταξὺ τῶν ὑποβαλόντων αἰτήσεις. Διὰ τὸν ἀριθμὸν 99 ἐγένετο μεγαλειτέρα πάλη, εἶναι δὲ τελευταῖος καταλαβὼν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τὸ γραφεῖον τοῦ «Ἄστεως», ὑποβαλὸν τὴν αἴτησιν πρὸ ὀκτὼ μηνῶν. Ἔκτοτε οὐδεμία κίνησις ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ πρώην καὶ ἐπὶ τοῦ νῦν Διευθυντοῦ. Δὲν λέγω αὐτὰ διὰ νὰ ψέξω πρόσωπα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας.
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 13 καὶ 15 τοῦ ͵ΒΥΞΕʹ νόμου τῆς 11 Ἰανουαρίου 1897 περὶ συστάσεως γεωργικῶν σταθμῶν).
§186ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 22 πρότασις νόμου «περὶ ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΥϚʹ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν», διότι ἐπ’ αὐτῆς οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§187ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, ἡ πρότασις νόμου περὶ ἰσχύος τοῦ νόμου ΒΥϚʹ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν).
§188Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, διότι αὔριον θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν, καὶ θὰ καταναλώσῃ ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν, καὶ οὕτω τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως θ’ ἀναβληθῇ εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας.
§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι θὰ δώσῃ χώραν εἰς πολλὰς συζητήσεις. Θὰ συζητηθῇ ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταχθῇ, δι’ ὃν λόγον εἶπον.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιοτήτων.
§191Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἂν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι αὔριον θὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τότε νὰ ἀναβάλωμεν.
§192ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ συνῆλθε κατ’ ἐπανάληψιν, καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας καὶ σήμερον ἀκόμη. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ἐπεράτωσε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ὑποβάλω ἐγώ, — διότι εἶχον τὴν καλωσύνην τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀναθέσωσιν εἰς ἐμὲ τὴν συναρμολόγησιν τῶν παρατηρήσεων τῶν κυρίων Βουλευτῶν, — ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλω τὴν ἔκθεσιν, ἀλλ’ ἐκρίθη καλὸν νὰ συνυποβληθῶσιν αἱ παρατηρήσεις συγχρόνως καὶ διὰ τὰ τρία νομοσχέδια. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ τριήμερος προθεσμία ἔληξε, καὶ ἐπειδὴ ἀφ’ ἑτέρου αἱ παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου συνηρμολογήθησαν καὶ εἶναι ἕτοιμοι, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τοὐλάχιστον τὸ πρῶτον σήμερον.
§193ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἓν σύνολον ὑπάρχει ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀφοῦ ἕνεκα τυχαίων γεγονότων δὲν ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, αὔριον δὲ θὰ περατώσωμεν τὴν ἐργασίαν ἐπὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων, δὲν θὰ ζημιωθῶμεν, ἂν ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον ἐπὶ ὅλων.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα συνεπεῖς πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅπως ὁ Πρόεδρος διορίσῃ ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη, ὅπως μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτής, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐτελείωσε τὰς παρατηρήσεις της. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἡ δὲ δευτέρα ἀνάγνωσις νὰ γείνῃ μετὰ παρέλευσιν δύο ἡμερῶν, ὅτε θὰ ἦναι ἑτοίμη ἡ ἔκθεσις. (Μετὰ ταῦτα ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιοτήτων εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως)
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας.
§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντείπομεν ἵνα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο ἐντελῶς τακτικόν. Ἡ Βουλὴ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποδεχθῆ, ἵνα παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ σήμερον, διότι πάντες περιεμένομεν νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ προβῶμεν εἶτα ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ εἶχον μελέτας νὰ συζητήσω, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνεγνώσθη, ἔχει πλέον καλῶς. Ἀλλά, παρακαλῶ, μὴ προβαίνετε εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τῶν ἄλλων, διότι σκοποῦμεν νὰ συζητήσωμεν.
§197ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καθ’ ὅσον ἀπαρτίζουσιν ἕν τι σύνολον, ἢ νὰ μὴ ψηφισθῇ κανὲν ἢ νὰ ἀναγνωσθῶσιν ὅλα.
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ἡ παράκλησίς μου δὲν ἐγένετο δεκτή.
§199ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔλαβεν ὡρισμένην ἀπόφασιν. Ἔδωκε προθεσμίαν τριῶν ἡμερῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσίν της. Παρῆλθον ἔκτοτε πέντε ἡμέραι, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ ἀγάγῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον της. Τί δὲ ἀπεφασίσαμεν διὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην; νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἡ ὁποία συνήθως εἶναι τυπική...
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμά σας.
§201ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δικαίωμά μας εἶναι βεβαίως νὰ λάβωμεν ἣν ἡμεῖς νομίζομεν ὀρθὴν ἀπόφασιν, καὶ δικαίωμα εἶναι εἶτα τῆς Βουλῆς ν’ ἀποδεχθῇ ἢ ν’ ἀπορρίψῃ αὐτήν. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καθ’ ἣν συνήθως γίνεται ἡ συζήτησις καὶ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ διάφοροι τροπολογίαι καὶ παρατηρήσεις, ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ὑποβληθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμία συζήτησις εἶναι τυπική, ἀλλὰ πᾶσαί εἰσιν οὐσιαστικαί. Ἡ Βουλὴ εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι δὲν ἐπιμένει νὰ τηρήσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς καὶ ὅτι προβαίνει εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ συζητήσῃ, διὰ νὰ συζητήσωμεν. Καὶ εἶχον ἐγὼ μελέτην, ἀλλὰ δὲν φέρω μετ’ ἐμαυτοῦ τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα, διότι περιέμενον νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἔκθεσις. Ἂν νῦν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ νὰ περιμένῃ τὴν ἔκθεσιν, τότε πάλιν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν δι’ αὔριον.
§203ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ διὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον δὲν εἴχομεν ἔκθεσιν.
§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντείπομεν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τοῦ πρώτου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ τέσσαρα νομοσχέδια δὲν εἶναι δυνατόν.
§205ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, αὐτὸ καὶ μόνον, ἐὰν ψηφισθῇ, εἶναι ἀνεφάρμοστον, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής.
§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ ἓν καὶ νὰ μὴ ψηφισθῶσι τὰ ἄλλα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τακτικὸν νὰ προβῶμεν σήμερον.
§207Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει τὴν ἰδέαν αὐτήν...
§208ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ἀπαρτίζουσιν ἕν τι ὅλον. Τὴν γνώμην ταύτην συμμερίζομαι πληρέστατα.
§209Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ νομοσχέδια εἶναι ἀνεξάρτητα τὸ ἓν τοῦ ἄλλου, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήχθησαν χωριστά. Τὰ ἄλλα νομοσχέδια βεβαίως δὲν συνδέονται. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὑπαρχουσῶν ἀντιρρήσεων νὰ ψηφισθῶσι τὰ ἄλλα νομοσχέδια, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβιάσωμεν τὴν συζήτησιν αὐτῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεζητήσαμεν περὶ τούτου, εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ τὰ συζητήσωμεν, ὡς ἔχοντα σκοπὸν ἓν κοινὸν καλόν, ἓν κοινὸν συμφέρον, οὐδὲν ἐπιδιώκοντα ἄλλο παρὰ τὴν διάσωσιν τῶν ἀρχαιοτήτων.
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδόλως σκοπεύω νὰ ἐκβιάσω τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων· παρακαλῶ μόνον τὴν Βουλήν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἐξέδωκεν. Ἡ ἀνάγνωσις ἡ πρώτη δὲν ἐμποδίζει τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, δὲν ἐμποδίζει τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἐδηλώσαμεν πρίν, ὅτι δὲν θέλομεν προβῆ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐὰν δὲν κατατεθῆ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν διανεμηθῇ, ὅπως λάβωσι καιρὸν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ μελετήσωσι αὐτήν. Τοῦτο ἐπιβάλλεται, καθόσον ἐπιδιώκομεν, ὅπως ἐπέλθῃ συμφωνία τις μεταξὺ τῶν διαφόρων μελῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἀντιπροσωπευόντων τὰς διαφόρους μερίδας. Ἡ συμφωνία αὕτη θὰ διευκολύνῃ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἐπωφελῆ. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἡ πρώτη ἀνάγνωσις οὐδαμῶς περιορίζει τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως, τὸ ὁποῖον θέλει ἀσκηθῆ ἀπολύτως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως, τὴν δημοσίευσιν αὐτῆς καὶ τὴν διανομὴν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Νομίζω ὅτι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις δὲν προδικάζει τὴν τύχην τῶν νομοσχεδίων. Γνωρίζει δὲ ἡ Βουλὴ κάλλιστα, ὅτι νομοσχέδιόν τι δύναται νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ μετὰ ταῦτα, εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην, νὰ δώσῃ χώραν εἰς τόσας συζητήσεις, ὥστε ἐξ αὐτῶν νὰ προέλθῃ ἡ ματαίωσις αὐτοῦ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐπιθυμεῖ νὰ ματαιώσῃ συζήτησιν νομοσχεδίου τινός. Δὲν ἠθέλομεν δὲ ἔχει δυσκολίαν νὰ στέρξωμεν, ἵνα γένηται ἡ συζήτησις εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ σκοποῦμεν νὰ συζητήσωμεν, παραιτούμεθα τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ὀρθόν.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀναγνωρίζω
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἀλλὰ νὰ συζητήσωμεν αὐτά. Ἐγὼ εἶμαι διατεθειμένος, ἔχω καθῆκον νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Εἶναι διατάξεις ἔν τισι νομοσχεδίοις, αἱ ὁποῖαι, νομίζω, ἀντιβαίνουσιν εἰς γενικὰς ἰδέας περὶ πολιτειῶν. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἀναβάλω τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Τὴν γνώμην μου δὲ ταύτην εἶπον καὶ κατὰ τὸ 1888 ὡσαύτως, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ ἔκδοσις δανείου διὰ λαχείου, ὡς καὶ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας.
§214Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, ὅπως ἡ συζήτησις σήμερον ἄρξηται ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τροποποιουμένων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνόει νὰ ἦναι σήμερον καὶ τὰ τέσσαρα ταῦτα περὶ ἀρχαιοτήτων, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν καὶ εἶναι ὄντως συναφῆ. Ὅτε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς πρώτης ὁμιλίας του, ὅτι δέον νὰ γένηται ἀπόψε συζήτησις τυπική, βεβαίως ἔρριψε φράσιν, ἥτις παρέλκει καὶ ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμόν, ὅστις ἐννοεῖ τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ συζητήσεις. Ἡ συζήτησις ὅμως θὰ ἦτο ἐλλιπὴς ἀπόψε καὶ περιττὴ ἢ ματαία, διότι ἐπὶ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα σήμερον νὰ ἔχωμεν ἀντίθετον γνώμην, καὶ νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς συζητήσεις, ἡ ἐπιτροπὴ πιθανὸν νὰ προλάβῃ τὰς σκέψεις μας καὶ νὰ προέλθῃ εἰς τροποποιήσεις συμφώνους· ἑπομένως θὰ εἴχομεν σήμερον μίαν συζήτησιν ὅλως ματαίαν. Ἀφοῦ δὲ ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ κυριώτερον ἐκ τῶν νομοσχεδίων, ἡ βάσις, τὸ θεμέλιον, οὕτως εἰπεῖν, τῶν νομοσχεδίων περὶ ἀρχαιοτήτων, νὰ ψηφισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἐψηφίσθη, δὲν νομίζω τι τὸ ἀσύμφορον εἰς τὴν συζήτησιν νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ τὰ ὑπολειπόμενα τρία καὶ ἀφεθῇ ἡ εὐρυτέρα συζήτησις, κατόπιν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, νὰ γένηται ἐπὶ τῆς δευτέρας καὶ τρίτης ἀναγνώσεως.
§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ συζητήσῃ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἡμεῖς ὅμως δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ δικαιώματος τούτου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν στέργομεν νὰ παραιτηθῶμεν.
§216ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὡς ἐνόησα, ἐπιθυμεῖ νὰ κάμῃ συζήτησιν προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ λαχείου ἀρχαιοτήτων· τοὐλάχιστον τοῦτο ἐξάγω ἐκ τῶν λόγων του. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν αὐτὸ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ἄλλα, τὸ περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι ζητήματα δυνάμενα νὰ ἀναχθῶσιν εἰς πολιτειακὰ, καὶ τὸ περὶ πρακτικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς, ὅπως καὶ τὸ τελευταῖον, τὸ ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, περὶ μεταλλείων. Ὡς πρὸς αὐτὰ τοὐλάχιστον δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.
§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσι τὰ νομοσχέδια, ἐὰν δὲν συζητηθῶσι καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι καὶ ἄλλα πολλῷ σπουδαιότερα αὐτῶν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ. Ἑπομένως ἡ σπουδὴ, ἡ βία, εἰς τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ ὑποτάξωμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος.
§218ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ πρότερον ἐδέχθην νὰ ἀναγνωσθῶσιν ὅλα, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, προσωπικῶς, νὰ ἀναγνωσθῶσιν ὅλα, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ θέμα προκαλεῖ συζήτησιν.
§219Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἔχω πάντοτε συμβιβαστικὰς διαθέσεις, τοὐλάχιστον τοιαύτας πάντοτε ἀπέδειξα, οὔτε ἠθέλησα ποτὲ νὰ στερήσω τὴν Ἀντιπολίτευσιν τοῦ δικαιώματος τῆς συζητήσεως, τοῦ ὁποίου δικαίωμα ἔχει νὰ ποιῆται ἀπόλυτον χρῆσιν. Ἑπομένως δὲν ἔχω δυσκολίαν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ὑποχωρήσω, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, ὅτι τὴν Τετάρτην, εἴτε ὑποβληθῇ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς εἴτε δὲν ὑποβληθῇ, θὰ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Ἐγὼ στέργω καὶ ἄλλο τι· νὰ μὴ θεωρηθῇ γενομένη ἡ προηγουμένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ προβῶμεν αὔριον.
§221Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὅμως ἡ αὔριον εἶναι προωρισμένη διὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, δὲν δυνάμεθα αὔριον. Ἑπομένως μεθαύριον.
§222Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε τὰ νομοσχέδια ταῦτα σπουδαῖα, καὶ εἰς τέσσαρας ὁλοκλήρους συνεδριάσεις ἐπελήφθη τῆς ἀρχῆς, καὶ καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῶσι μέχρι τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως.
§223Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν παρακάτω, κύριε Πρόεδρε.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκαταστάσεως συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν.
§225Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νομίζω ὅτι νομοσχέδιον τοιοῦτον, μὴ ἐπεῖγον δηλονότι, δύναται νὰ ἀναβληθῇ, ὅπως πολλὰ ἄλλα μείζονος σπουδαιότητος, ὡς τὸ προξενικὸν, παραδείγματος χάριν, καὶ ἄλλα, ἀνεβλήθησαν, ἐνῷ ἡ σπουδαιότης αὐτῶν ἦτο καταφανής. Δὲν θέλουν παραβλαφθῆ δὲ ποσῶς τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ ἢ τὰ γενικὰ τῶν ἀτόμων, ἐὰν ἀναβληθῇ διὰ τὴν ἐρχομένην σύνοδον, προκειμένου μάλιστα νὰ δεσμευθῇ ἐπὶ τριάκοντα ἔτη ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἀφοῦ δὲν μᾶς δίδεται ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὅπως μελετήσωμεν νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας.
§226ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§227ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐ μόνον, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀναβληθῇ, ἀλλὰ, εἰ δυνατὸν, καὶ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε, ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ νυκτί. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Θὰ ἦναι εὐεργέτημα διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι στερούμεθα συγκοινωνίας, ὅτι αἱ ἅμαξαι αὐταὶ, τὰ προϊόντα αὐτὰ τῆς ἐπιστημονικῆς προόδου τοῦ αἰῶνος τούτου, θὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἄριστα τῶν ἰδιωτῶν τὸ συμφέρον. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ ἀναβληθῇ. Καὶ τίνας ἐπὶ τέλους ὑποχρεώσεις ἀναλαμβάνομεν ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας; Ἢ ἔχομεν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐκ τῆς κινήσεως τῶν ἁμαξῶν τούτων θέλουσιν ἐπέλθει βλάβαι; Ἀλλὰ, Κύριοι, προνόμια τοιαῦτα παρεχωρήθησαν εἰς πολλὰς ἑταιρείας, χωρὶς κἂν νὰ γείνῃ σκέψις, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ νέα ἐφεύρεσις νὰ προσκρούσῃ εἰς συμφέροντα ὡρισμένων τάξεων ἀνθρώπων. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι κοινωφελὲς, κοινωφελέστατον, τὸ νομοσχέδιον, καὶ δέον νὰ ψηφισθῇ τάχιστα.
§228Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁσάκις παρεχωρήθησαν προνόμια ἐν Ἑλλάδι, πάντοτε ἀπέβησαν εἰς βλάβην τῶν συμφερόντων τῶν γενικῶν τοῦ Κράτους. Ἀπόδειξιν ἔχομεν τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρηθῆ πρὸ ἐτῶν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρείαν Σύρου. Ἄλλως τε οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ δώσωμεν τριακονταετὲς προνόμιον, τόσον μακρὸν προνόμιον, διότι διὰ τοῦ προνομίου αὐτοῦ τί ἄλλο κάμνομεν, εἰμὴ νὰ δεσμεύωμεν τὸν ἐλεύθερον συναγωνισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ βάσις τῆς προόδου καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας; Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει μέγα ἄδικον, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον τοιοῦτον, δεσμεῦον ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ θεωρῶμεν τὰ πράγματα ἀπὸ ἀπόψεως ἀτομικοῦ μόνον συμφέροντος, ἀλλὰ νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ γενικόν, διότι τότε μόνον ἐπιτυγχάνεται ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς, καὶ τὸ Κράτος καρποῦται τὰς ὠφελείας ἀγαθῶν νομοθετημάτων. Ἑπομένως ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, καὶ μάλιστα εἰς τόσον προκεχωρηκυῖαν ὥραν.
§229Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶμαι διόλου ἐναντίος, ὅπως παραχωρηθῶσι γραμμαὶ ὡρισμέναι, ἵνα ὑπηρετηθῶσιν ὑπὸ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν. Καὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, περὶ ἐξυπηρετήσεως τῆς συγκοινωνίας, εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς μετὰ πάσης προθυμίας ὑποστηρίζομεν. Ἑπομένως, ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ παραχωρηθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις ἢ προνομιακὴ ὡρισμένων γραμμῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν ὑποχρεωτικῶς, βεβαίως δὲν ἤθελον ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ὅπως εἶναι συντεταγμένη ἡ σύμβασις, δὲν πρόκειται περὶ ἐκχωρήσεως γραμμῶν ὡρισμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει ἐφαρμοσθῆ ἡ νέα αὕτη ἐφεύρεσις τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν. Πρόκειται περὶ παραχωρήσεως κυριαρχικοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους εἰς ἰδιώτας, πρόκειται νὰ παραχωρήσωμεν εἶδος brevet d’ invention, δηλαδὴ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα χρήσεως μιᾶς πολὺ σπουδαίας ἐφευρέσεως, ἡ ὁποία ἔχει εὐρὺ μέλλον, ἐπὶ ὡρισμένον διάστημα χρόνου, τοῦ ὁποίου προνομίου θὰ ποιήσηται χρῆσιν ἀποκλειστικὴν ὁ συμβαλλόμενος μετὰ τοῦ Κράτους ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ πασῶν τῶν ὁδῶν καὶ πάσης τῆς συγκοινωνίας. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι οὐδεμία ἑταιρεία, οὐδεὶς ἰδιώτης, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν τὴν συγκοινωνίαν ἐφ’ ὅλων τῶν ὁδῶν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι δυνατόν. (Ἑπομένως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παραχωροῦμεν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ οἱουδήποτε ἰδιώτου. Οὔτε ὑπάρχει ἰδιώτης τις, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτας ὑποχρεώσεις. Ἀλλὰ καίτοι μὴ ἀναλαμβάνων τοιαύτας ὑποχρεώσεις, ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίζῃ πάντα, ὅστις ἤθελε νὰ ἱδρύσῃ τοιαύτην συγκοινωνίαν, χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν οὐχὶ πλέον παρὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ παρὰ τοῦ προνομιούχου ἰδιώτου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι βεβαίως ἐσφαλμένη ἡ σύνταξις τῆς συμβάσεως. Δὲν εἶναι σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐκχωρεῖται ἡ συγκοινωνία δι’ ὡρισμένας ὁδοὺς καὶ μεταξὺ ὡρισμένων πόλεων καὶ κωμῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν πρόκειτο περὶ τοιούτου τινὸς, εἶμαι πρόθυμος ὁ ἴδιος νὰ τὸ ὑποστηρίξω. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ θέλω νὰ προτείνω ἀναβολὴν ἐπ’ ἀόριστον, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μελετηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ συνταχθῇ ἐπὶ βάσεων λογικῶν, εἴτε παρ’ ἐπιτροπῆς εἴτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καθορισθῇ κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα ὁπωσδήποτε ἔστω καὶ περιωρισμένην συγκοινωνίαν, ἢ ἔστω καὶ εὐρεῖαν συγκοινωνίαν ἀκόμη διὰ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, καὶ νὰ παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Νὰ μὴ παραχωρηθῇ ὅμως ἀπεριόριστον δικαίωμα ἀφ’ ὅλου τοῦ Κράτους. Ἡ ἐφεύρεσις τῆς νέας ταύτης συγκοινωνίας ἔχει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα. Σήμερον ὑπάρχουσιν ἐν Εὐρώπῃ πολλαὶ πόλεις καὶ κῶμαι, αἱ ὁποῖαι συγκοινωνοῦσι διὰ τοῦ μέσου τούτου. Κατὰ τὰς προόδους δὲ, τὰς ὁποίας λαμβάνει ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, εἶναι πολὺ πιθανόν, ὅτι καὶ τὰ λεωφορεῖα καὶ αἱ ἅμαξαι αἱ ἰδιωτικαὶ ἀκόμη καὶ αἱ ἅμαξαι αἱ κοιναὶ ἐν Εὐρώπῃ τάχιστα θὰ μεταβληθῶσιν εἰς αὐτοκινήτους, δηλαδὴ εἶναι πιθανὸν νὰ παύσῃ ἡ κίνησις τῶν ἁμαξῶν δι’ ἵππων, καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ αὐτοκινήτου. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν μίαν τοιαύτην μεγάλην ἐφεύρεσιν νὰ τὴν ἀποξενώσωμεν. Δὲν δύναται τὸ Κράτος ν’ ἀποξενωθῇ τῶν ὠφελειῶν καὶ τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἀπὸ μίαν τοιαύτην μεγάλην ἐφεύρεσιν. Εἶμαι πρόθυμος νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐκχώρησιν εἰς τὸν συμβληθέντα μετὰ τοῦ Δημοσίου οἱωνδήποτε ὡρισμένων γραμμῶν. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐγκαταστήσῃ οἱασδήποτε γραμμὰς νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἀμέσως, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπεμπολήσωμεν δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, διὰ πάσας τὰς ὁδοὺς τῆς Ἑλλάδος, τὸ δικαίωμα τῆς ἐκχωρήσεως ἐγκαταστάσεως συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν. Ἐνδέχεται αὔριον νὰ παρουσιασθῶσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ζητήσωσι νὰ ἐγκαταστήσωσι τοιαύτην συγκοινωνίαν μεταξὺ δύο πόλεων. Δὲν θὰ ἔχωμεν τότε τὸ δικαίωμα νὰ συμβληθῶμεν μετ’ αὐτῶν; Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ καταρτισθῇ σύμβασις τοιαύτη, διὰ τῆς ὁποίας νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὸν συμβαλλόμενον κ. Μωραϊτίνην οἱασδήποτε γραμμὰς θέλει, ὄχι ὅμως οὕτω γενικῶς ν’ ἀποκλείσωμεν πᾶσαν ἄλλην πρότασιν ἐν τῷ μέλλοντι.
§230Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις περὶ ἀτμοκινήτων ἁμαξῶν, πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἀφεύκτως καὶ ὄχι ἐντὸς τῆς προκειμένης συνόδου, ἀλλ’ εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον, διότι ἀφορᾷ ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος. Δὲν μοὶ λέγετε, πῶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ αὐτὴ ἡ σπουδὴ, ἀφοῦ δὲν ἀπέχωμεν ἀπὸ τὴν ἄλλην σύνοδον ἢ μόνον 4 μῆνας; Παρεκτὸς τούτου δίδεται εἰς τὸν ἀνάδοχον διορία 5 μηνῶν, ἐὰν θέλῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν σύμβασιν αὐτὴν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ 15 ἀκόμη μῆνας δύναται ὁ ἀνάδοχος νὰ μὴ ἐπιλαμβάνηται ἐργασίας, κατόπιν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ τὸν κηρύξῃ ἔκπτωτον. Ὕστερον ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις διατὶ σπεύδομεν νὰ δώσωμεν ἓν προνόμιον ἐπὶ τριακονταετίαν εἰς ἕνα ἰδιώτην; Οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ δώσωμεν τὸ προνόμιον αὐτὸ εἰς ἕνα ἰδιώτην, ἵνα τὸ ἐμπορευθῇ· τοῦτο δὲ τὸ θεωρῶ ἀνάξιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ ἰδιώτης αὐτὸς ἀνάδοχος ἐντὸς 19 μηνῶν δὲν ἐκπληρώσῃ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, οὐδὲν ἔχει νὰ χάσῃ. Δύναται κάλλιστα νὰ ἀποχωρήσῃ, λέγων εἰς ἡμᾶς «ἡ μισὴ ’ντροπὴ δική μου καὶ ἡ μισὴ δική σας». Τί δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ περὶ μιᾶς τοιαύτης συμβάσεως; Ἐγὼ βεβαίως θεωρῶ ἅπαντας ἐνταῦθα ἀνωτέρους πάσης ὑπονοίας, ἀλλ’ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ κύρωσις τοιαύτης συμβάσεως, φαίνεται λίαν ὕποπτος. Ἐὰν ὁ ἀνάδοχος αὐτὸς ἐπρόκειτο νὰ καταθέσῃ μίαν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον, ἐὰν δὲν προέβαινεν εἰς πραγματοποίησιν τῆς συμβάσεως, τότε θὰ ἐνόουν τὸ πρᾶγμα· ἀλλὰ τί βλέπομεν; Χορηγεῖται ἕν προνόμιον ἐπὶ τριάκοντα ἔτη, δίχως ὁ ἀνάδοχος τοῦ ἔργου νὰ ὑποβάλληται εἰς καμμίαν ὑποχρέωσιν διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Αὐτὰ καταντῶσιν ἀκατανόητα, ἂν δὲν δύναταί τις νὰ τὰ χαρακτηρίσῃ ὡς σκανδαλώδη.
§231Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγώ, Κύριοι, θ’ ἀρχίσω ἐκ τῶν ὑπονοιῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, καὶ περὶ τούτου θὰ ἀρκεσθῶ νὰ εἴπω, ὅτι λυποῦμαι πολὺ, ὅταν βλέπω Βουλευτὰς ῥέποντας πρὸς τοιαύτας ὑπονοίας, διότι πιστεύω, ὅτι οὐδενὶ ἐπιτρέπεται, ἵνα τοιαύτας ὑπονοίας συλλάβῃ· λυποῦμαι δὲ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοιαύτας ὑποθέσεις κάμνουσι, διότι πρέπει νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ἐὰν τόσον ὀλίγην ἐκτίμησιν ἔχουσι δι’ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπουσιν αἱ ὑπόνοιαί των, ὀλίγην ἐκτίμησιν ἔχουσι καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν των, διότι ὑποθέτουσιν, ἐκ τῶν ἰδίων βεβαίως κρίνοντες, ὅτι ἄλλοι δύνανται νὰ καταστῶσιν ἄξιοι τοιούτων ὑπονοιῶν. Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ νομίζω, ὅτι προκειμένου περὶ ἐμοῦ οὐδεὶς δικαιοῦται τοιαῦτα νὰ διανοηθῇ. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὸ μέρος τοῦτο, διότι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀσχοληθῶ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ ἄλλα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως δίδομεν ἓν brevet d’ invention...
§232Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶδος brevet d’ invention.
§233Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι brevet d’ invention τὸ παραχωρούμενον, διότι ὁσάκις παραχωρῇ τις προνόμιον εἰς ἑταιρείαν, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι παραχωρεῖ brevet d’ invention· περὶ τοῦ αὐτοῦ δὲ πρόκειται ἐνταῦθα. «Διατὶ ὅμως λέγετε, ὅτι παραχωρεῖτε προνόμιον διὰ 15 μῆνας, ὅπως ἀποφασίσῃ ὁ ἀνάδοχος;» Ἰδοὺ διατὶ παραχωρεῖται ἡ προθεσμία αὕτη. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντα ἀσχοληθέντα εἰς τὸ εἶδος τοῦτο, ὅτι ἀδύνατον νὰ παρασκευασθῇ μία αὐτοκίνητος ἅμαξα πρὸ τῆς παρελεύσεως 15 μηνῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι, συμφέρει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συγκοινωνία διὰ τοῦ μέσου τούτου; στερούμεθα δικαιώματός τινος διὰ τῆς παραχωρήσεως, ἣν προτείνομεν; ἐμποδίζεται ἄλλος τις νὰ πράξῃ τὸ ἴδιον; Ὄχι βεβαίως. Τὸ πρᾶγμα ἄλλως τε δὲν εἶναι νέον· ὅσοι παρεκάθηντο καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνθυμοῦνται ὅτι εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἄλλοτε σύμβασις· ἐὰν εἶχε καταστῆ δυνατὸν, ἡ σύμβασις ἐκείνη τροποποιουμένη νὰ ψηφισθῇ, τότε θὰ εἴχομεν ἤδη ἀπὸ ἐτῶν τὴν συγκοινωνίαν ἐξυπηρετουμένην διὰ τοῦ μέσου τούτου· ἐὰν δὲ εἶναι προωρισμένη ἡ σύμβασις αὕτη νὰ ὠφελήσῃ τὴν συγκοινωνίαν, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναβολή. Ἐπεθύμουν νὰ ἴδω συζητούμενον τὸ ἑξῆς ζήτημα: Ἐὰν ἡ σύμβασις ἐκτελεσθῇ, θὰ ἐξυπηρετήσῃ αὕτη τὴν συγκοινωνίαν ἢ ὄχι; Ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο λυθῇ καταφατικῶς, ἡ ἀναβολὴ δὲν ἔχει λόγον. Ἰδοὺ διατὶ πολεμῶ τὴν ἀναβολὴν, ἰδοὺ διατὶ πολεμῶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Ἐὰν ἀκούσω ἄλλα ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς συμβάσεως, ἐὰν ἀκούσω, ὅτι αἱ αὐτοκίνητοι αὗται ἅμαξαι δὲν θὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν συγκοινωνίαν, θὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον.
§234ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη ὑπεβλήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ὅπως ἔχει, ἀλλὰ μετὰ ἀγορεύσεις τῶν κ. κ. Σκουλούδη καὶ Στάη ἡ σύμβασις αὕτη ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§235Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ὅπως ἔχει. Ἡ σύμβασις ἐτροποποιήθη σπουδαίως, ἀνέλυσα δὲ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τὰ σημεῖα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ σύμβασις ἐτροποποιήθη καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι σπουδαιότατα. Ἡ τιμὴ τῆς μεταφορᾶς μετεβλήθη· δὲν ἀπαγορεύεται δὲ πλέον καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας νὰ ἔχωσιν αὐτοκινήτους ἁμάξας, οὔτε εἰς τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος ἁμαξηλάτας ἀπαγορεύεται νὰ ἔχωσιν αὐτοκινήτους ἁμάξας ἐντὸς τῶν πόλεων, ὑπάρχουσι δὲ καὶ πολλαὶ ἄλλαι βελτιώσεις.
§236Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐμνήσθη τῶν τροχιοδρόμων ἢ τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁμοιότης μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς συζητουμένης συμβάσεως, ἐν ᾗ πρόκειται περὶ ἐκχωρήσεως δικαιώματος ἐγκαταστάσεως συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, διότι ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι ἐπὶ 2½ ἔτη οὐδεὶς ἄλλος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐγκαταστήσῃ συγκοινωνίαν δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν.
§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῇ συμβάσει ὁδούς.
§238Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παραχωροῦμεν εἰς τὸν ἀνάδοχον τὸ προνόμιον νὰ ἐγκαταστήσῃ συγκοινωνίαν δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, κακῶς δ’ ἀντιλαμβάνεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς ἐννοίας τῆς συμβάσεως, ἣν ὁ ἴδιος ὑπέγραψε· μνημονεύονται δ’ ὡρισμέναι ὁδοί, διότι κατὰ προτίμησιν ἐπὶ τῶν ὁδῶν αὐτῶν θὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν συγκοινωνίαν, δὲν περιορίζεται ὅμως εἰς μόνας αὐτάς. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ προσοχῆς ἐξετάσωμεν τὰς ἀναγραφομένας ταύτας ὁδούς, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἀποτελοῦσιν ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ αὐτοκίνητος ἅμαξα βεβαίως δὲν θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς συγκοινωνίαν οὔτε ἐν Εὐρυτανίᾳ, οὔτε ἐν μεγάλῳ τμήματι τῆς Ἀκαρνανίας, οὔτε ἐπὶ τῆς Ὄθρυος· θὰ χρησιμεύῃ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσιν ἁμαξιταὶ ὁδοί, τὸ πλάτος δὲ τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι ἐπιτρέπει τὴν δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν συγκοινωνίαν. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι ὅμως ἐναντίος τοῦ ἀπεριορίστου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ζητεῖται, ἵνα τὸ Κράτος παραχωρήσῃ εἰς ἕνα ἰδιώτην, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν προνόμιον ὅμοιον μὲ brevet d’ invention. Δὲν λέγω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἀνεκάλυψε τὰς αὐτοκινήτους ἁμάξας, ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς οὐδένα ἄλλον θὰ ἐπιτρέπηται νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς ἀνακαλύψεως τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν διὰ τὴν ἐν κοινῷ συγκοινωνίαν, εἰμὴ μόνον εἰς τὸν κύριον συνάδελφον. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νόμον περὶ brevet d’ invention, καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἰδίας ἀνακαλύψεις. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ τούτου, ἐρχόμεθα νὰ παραχωρήσωμεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τόσα ἔτη εἰς ὡρισμένον πρόσωπον, εἰς ἕνα ἰδιώτην. Συμφωνῶ νὰ παραχωρηθῶσιν ὡρισμέναι ὁδοί, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ κυκλοφορῶσιν αὐτοκίνητοι ἅμαξαι· ἂς τεθῶσιν ὅμως ὅροι, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ ἐκτελεσθῇ αὐτὴ ἡ συγκοινωνία, καὶ θὰ ἦμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θέλω ὑποστηρίξει αὐτήν.
§239Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι προκατειλημμένος κατὰ τῆς συμβάσεως ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς. Μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκφέρω γνώμην κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ μέχρι τοῦδε, εἶναι, ὅτι τὸ ἄρθρον 17 τῆς συμβάσεως εἶναι ἐξευτελιστικόν, καὶ ἢ πρέπει νὰ διαγραφῇ, ἢ νὰ κατασταθῇ ὑποχρεωτικὴ ἡ περὶ εἰσιτηρίων διάταξις εἰς τὴν ἑταιρείαν· δὲν δύναται εἷς ὑπάλληλος ἢ Βουλευτὴς νὰ φιλονικῇ μὲ τὸν ἁμαξᾶν, ἐὰν ἔχῃ θέσιν ἢ ὄχι.
§240Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§241Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς περίεργον τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐπεκράτησεν εἰς πάσας τὰς ἑλληνικὰς Βουλὰς, ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ὡς Βουλευτής. Ὁσάκις ἔρχωνται θέματα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, ἐγείρονταί τινες κατὰ τρόπον, ὅστις ὑποδεικνύει δυσπιστίαν, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ 1874 ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαμίας· ἤμην τότε νέος Βουλευτὴς καὶ παρηκολούθουν μετ’ ἐνδιαφέροντος τὰς συζητήσεις· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι μὲ εἶχε καταπλήξει ὁ τρόπος, δι’ οὗ διεξήγοντο αἱ συζητήσεις καὶ ἐρρίπτοντο ὑπαινιγμοί, ὁμοίους τῶν ὁποίων ἤκουσα καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὁ εἷς ἐκ πείσματος, ἵνα μὴ ὠφεληθῇ μία ἑταιρεία, ὁ ἄλλος ἐκ τοῦ λόγου μὴ τυχὸν εἴπωσιν ὅτι ἡ ἐνδοτικότης του ἔχει ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα δὲν τὸν τιμῶσιν, ἄλλος δι’ ἄλλον λόγον, ἠγείροντο ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον καὶ προεκάλεσαν τοσοῦτον πεισματώδη συζήτησιν, ὥστε ἠναγκάσθην νὰ ἐγερθῶ καὶ εἴπω πρὸς αὐτούς: «τί φωνάζετε; διατὶ παρακωλύετε τὴν συντέλεσιν ἐθνικοῦ ἔργου; ἔπρεπε νὰ πωλήσωμεν καὶ τὰ σουρτοῦκά μας, ἀλλὰ ν’ ἀποκτήσωμεν σιδηρόδρομον». Παρῆλθον ἔκτοτε 25 ἔτη, καὶ ὁ σιδηρόδρομος δὲν ἐγένετο! Εἴδετε δὲ τὰς συνεπείας τῆς μὴ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου. Παρατηρῶ ὅτι ἐξακολουθεῖ τὸ αὐτὸ πνεῦμα. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ὅταν αἱ Κυβερνήσεις ἐργάζωνται, ὅπως ἀναπτύξωσι τὴν συγκοινωνίαν, τὸν κυριώτατον παράγοντα τῆς προόδου τῶν ἐθνῶν, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ παραχωρήσωσι μονοπώλια καὶ προνόμια, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ ἑταιρεία τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, ἂν δὲν ἔχῃ ἀνταλλάγματα. Οἱ ἰδιῶται ἐργάζονται μὲν πρὸς τὸ συμφέρον αὑτῶν, ἀλλ’ ἐργάζονται καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, ἣν ἐξυπηρετοῦσιν. Οἱ ἰδιῶται θὰ ἐργασθῶσιν, ἀποβλέποντες εἰς τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα θὰ παράσχωσιν ὠφελείας εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, παραχωροῦσα προνόμιον εἰς ἑταιρείαν, ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν καὶ τῶν μερῶν, ἅτινα δὲν παρέχουσιν ὠφελείας εἰς αὐτὴν ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς κινήσεως τῶν πληθυσμῶν τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν παρέχονται τὰ ἀνταλλάγματα. Ἀλλὰ οἱ κ.κ. Βουλευταὶ ἐξανέστησαν διὰ τὴν παροχὴν τριακονταετοῦς προνομίου· μοὶ ἔκαμε δὲ ἐντύπωσιν, ὅτι ἐξανέστησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς συγκοινωνίας! Τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν τί τὸν μέλει; εἰσέρχεται εἰς τὸ βαγόνιον τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἐξέρχεται εἰς τὴν οἰκίαν του· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης θὰ ταξιδεύσῃ εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς ἀναψυχήν· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἂν θελήσῃ νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς πρώην ἐκλογεῖς του, θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν σιδηρόδρομον καὶ θὰ ἐξέλθῃ εἰς τὰ Μέγαρα. Ἀλλὰ τοὺς πληθυσμούς, εἰς οὓς ἀφορᾷ ἡ προκειμένη σύμβασις, τοὺς ἐρωτᾶτε πῶς ταξιδεύουν; μὲ τὸ μουλάρι! Ἡμεῖς ἐν Βοιωτίᾳ ἔχομεν τὸ εὐτύχημα νὰ ἔχωμεν ἁμάξας, ἀλλ’ ἐρωτήσατέ ποτε, πῶς ταξιδεύομεν μὲ τὰς ἁμάξας αὐτάς; Ἵνα μεταβῇ τις εἰς Λεβαδείαν, θὰ δαπανήσῃ περισσότερα παρ’ ὅσα ἵνα μεταβῇ εἰς Ἀγγλίαν! Ἐὰν θέλητε νὰ φθάσητε ὑγιεῖς, θὰ πληρώσητε 250 δραχμάς· 125 δι’ ἄνοδον καὶ 125 διὰ κάθοδον! Ἂν θέλητε νὰ ταξιδεύσητε οἰκονομικῶς, πληρώνετε 15 δραχμὰς εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ἅμαξαν· ἀλλὰ γνωρίζετε ὁποίου εἴδους ταξίδιον θὰ κάμητε; τρέχετε τὸν κίνδυνον νὰ φθάσητε εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον ἂν οὐχὶ νεκροὶ, ἀλλὰ βεβαίως ἠκρωτηριασμένοι, ἀφοῦ πρῶτον διέλθητε μίαν ἑσπερίδα εἰς τὰ πανδοχεῖα τὰ γνωστὰ τῶν Παληοκουντούρων!... Γελᾷ ὁ κ. Δραγούμης, διότι θὰ διέτρεξε καὶ αὐτὸς τὸν κίνδυνον νὰ πάθῃ ἀπὸ φθειρίασιν, ὅτε περιώδευε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς εὐρείας περιφερείας. Ἐὰν δὲ θέλητε ν’ ἀποφύγητε τὸν κίνδυνον τῆς φθειριάσεως, δέον νὰ παραμείνητε κουκουλωμένοι μὲ ἓν κάλυμμα ἐκτὸς τοῦ πανδοχείου ἐπὶ τρεῖς ὥρας, τρέχοντες τὸν κίνδυνον νὰ πάθητε πνευμονίαν· ἐὰν δὲ ἀποφασίσετε νὰ εἰσέλθητε ἐν τῷ πανδοχείῳ καὶ νὰ περιμείνητε ὄρθιοι, ἄλλος σᾶς ἀπειλεῖ κίνδυνος, νὰ πάθουν οἱ ὀφθαλμοί σας ἀπὸ τὸν καπνόν!
§242Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τόσον ἄγριος εἶναι αὐτὸς ὁ τόπος;
§243ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ αὐτὰ εἶναι, κύριε Καραπᾶνε, τὰ δεινὰ, ἅτινα ἡμεῖς ὑφιστάμεθα ταξιδεύοντες. Καὶ ὅμως ἐξεγείρονται καὶ μᾶς λέγουν «διατὶ σπεύδετε;» Σπεύδομεν, διότι ἐννοοῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπολαύσωμεν συγκοινωνίαν ἐξασφαλίζουσαν τὴν ὑγείαν μας, καὶ παρέχουσαν ἡμῖν τὴν ταχύτητα, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει τις, σπεύδων νὰ συναντήσῃ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ ἐπισκεφθῇ. Ἀλλὰ σεῖς οἱ εὐτυχεῖς, οἱ ταξιδεύοντες δι’ ἀτμοπλοίων καὶ σιδηροδρόμων, δὲν ἀναλογίζεσθε, τί ὑφίστανται τόσοι πληθυσμοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ταξιδεύωσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι ἀγνοεῖτε ἴσως, ὅτι, ὅταν ἀναχωρῇ ἅμαξα ἐξ Ἀθηνῶν, ἵνα μεταβῇ εἰς Λεβαδείαν, παραλαμβάνει συνήθως 8 ἐπιβάτας ἐντὸς καὶ 4 ἐκτός. Κατὰ τίνα τρόπον τοποθετοῦνται ἐντὸς τῆς ἁμάξης αὐτοὶ οἱ 8; ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων μου· δὲν εἶμαι ὑπερβολικός· ὁ εἷς κάθηται ἐπὶ τοῦ ἄλλου, καὶ ταξιδεύουν ὅλην τὴν νύκτα, καὶ τὴν πρωΐαν φθάνουν εἰς τὰς Θήβας, μὴ δυνάμενοι νὰ κινηθῶσιν ἐκ τῆς κοπώσεως! Καὶ μᾶς λέγουν ἔπειτα «διατὶ σπεύδετε; ἀναβάλετε σήμερον, ἀναβάλετε αὔριον, ἀφήσατε νὰ σκεφθῶμεν τοῦ χρόνου»· ἀλλὰ διὰ τῶν ἀναβολῶν οὐδὲν κατορθοῦται. Σήμερον δὲν τολμῶ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Μεταβαίνω ἀνὰ δύο ἢ ἀνὰ τρία ἔτη, διότι τὰ μέσα μου δὲν μοὶ τὸ ἐπιτρέπουν νὰ μεταβαίνω συχνότερον· δὲν δύναμαι νὰ δαπανῶ συχνὰ 250 δραχμάς. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν εὑρίσκω, ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι λίαν ἐπείγουσα, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σπεύσῃ νὰ τὴν ψηφίσῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης λέγει, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῶσιν αἱ ὁδοί· ἀλλ’ αὗται προσδιορίζονται, ἀφοῦ ἡ σύμβασις περιλαμβάνει, ὅτι τὸ προνόμιον ἀποκτᾶται δι’ ἁπάσας τὰς ὁδοὺς, εἰς ἃς ὁ ἀνάδοχος ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας θὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν συγκοινωνίαν, ἐὰν δὲ ἐντὸς τῆς προθεσμίας δὲν γείνῃ ἔναρξις, ἡ ἑταιρεία κηρύσσεται ἔκπτωτος. Ἑπομένως δὲν ἔχετε νὰ χάσητε τίποτε. Ὑπάρχει ἑπομένως τότε ἡ εὐκαιρία νὰ παρελάσῃ ὅλη ἡ σωρεία τῶν ἐργολάβων, οἵαν τὴν φαντάζεσθε, ἵνα κατακλύσῃ τὴν Ἑλλάδα. Περὶ αὐτοῦ εἴμεθα βέβαιοι, ἀφοῦ βλέπομεν πόσοι παρουσιάσθησαν μέχρι σήμερον! Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ.
§244ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κρίνω εὐτύχημα, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν δὲν ἐψηφίσθη τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ἐπείσθη τότε ἡ Βουλὴ, ὅτι ἦτο ὀλεθρία ἡ παραχώρησις, καὶ τὸ νομοσχέδιον καλῶς δὲν ἐψηφίσθη, οὐδ’ εὑρέθη τις, ὅστις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν. Ἡ σύμβασις ἡ σημερινὴ εἶναι κατά τι διάφορος, καὶ ἐπηνέχθησαν μεταβολαὶ, αἵτινες παριστῶσιν αὐτὴν ἐκ πρώτης ὄψεως ὀλιγώτερον κακὴν τῆς προηγουμένης· ἀλλ’ ἂν ἡ προηγουμένη ἦτο κακὴ, καὶ αὕτη δὲν εἶναι καλή. Ἡ σύμβασις εἶναι σύμβασις κακὴ, αἱ δὲ μεταβολαὶ αἱ ἐπενεχθεῖσαι ἔχουσι τοῦτο τὸ πρόσθετον κακόν, ὅτι δίδουσιν εἰς αὐτὴν προσωπεῖον ψευδὲς ἀγαθότητος. Εἶπον καὶ ἐν τῇ προηγουμένῃ συζητήσει, ὅτι πρόκειται περὶ παραχωρήσεως προνομίου ἐπὶ 30 ἔτη ὑπὲρ ἐπιχειρήσεως ἥτις οὐδεμιᾶς προστασίας ἔχει ἀνάγκην, ἵνα ἐπιτευχθῇ· εἶναι ἐπιχείρησις, εἰς ἣν δύναται καὶ ἁπλοῦς ἰδιώτης, ἐὰν θέλῃ νὰ διαθέσῃ 50 χιλιάδας δραχμὰς, νὰ προέλθῃ. Δὲν εἶναι δεκτικὴ προστασίας καὶ προνομίων, διότι τὰ προνόμια καὶ αἱ προστασίαι δίδονται εἰς ἐκείνας τὰς ἐπιχειρήσεις, αἵτινες εἶναι ἐξαιρετικῆς δημοσίας ἀνάγκης ἢ δημοσίου συμφέροντος, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἄνευ τῆς δι’ αὐτῶν ὑποστηρίξεως, ὑπὲρ τῶν ἔργων, ὑπὲρ ὧν ἀνάγκη συγκεντρώσεως μεγάλων κεφαλαίων καὶ ἅτινα ἀπαιτοῦσι μεγάλας ἐγκαταστάσεις. Ἐνταῦθα δὲ οὔτε μεγάλα κεφάλαια ἀπαιτοῦνται, οὔτε καμμία ἐγκατάστασις. Πρόκειται νὰ ἔχητε ἁμάξας ἢ λεωφορεῖα, κινούμενα δι’ ἁπλουστάτης μηχανῆς. Τὰς ἁμάξας ταύτας ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου ἢ ἰδιῶται ἢ ἑταιρεῖαι ἄνευ προνομίου εἰσάγουσιν εἰς κυκλοφορίαν. Αἱ ἑταιρεῖαι τῶν δημοσίων ἁμαξῶν ἐν Παρισίοις, αἵτινες ἔχουσι χιλιάδας ἁμαξῶν ἑκάστη, συστηματικῶς ἀπὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν, ὅτε αἱ αὐτοκίνητοι ἅμαξαι ἐτελειοποιήθησαν καὶ ἠσφαλίσθησαν, κατ’ ἔτος ἐκποιοῦσι παλαιὰς ἁμάξας καὶ ἀντικαθιστῶσιν αὐτὰς καθ’ ἑκατοντάδας δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν. Προνόμιον δὲν ἐφαντάσθη κανεὶς οὔτε ἐν Εὐρώπῃ οὔτε ἐν Ἀμερικῇ. Καὶ ἐκεῖ γνωρίζουσι τὰς αὐτοκινήτους ἁμάξας, ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι κανεὶς δὲν εἶδεν αὐτὰς μέχρι τοῦδε, καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ἐκτὸς ἐκείνων ἴσως, οἵτινες ζητοῦσι τὸ προνόμιον, ὅτι ἐμελέτησε τὸ ζήτημα, οὔτε αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα εἶναι τὰ πράγματα, ἐνῷ ἐκεῖ, ὅπου εἶναι τὸ ζήτημα μεμελετημένον, οὔτε κανεὶς ἐφαντάσθη νὰ ζητήσῃ προνόμιον, ἀλλ’ οὔτε — ἀκόμη ὀλιγώτερον — εὑρέθη Κυβέρνησις νὰ δώσῃ προνόμιον, ἐδῶ, ὅπου τίποτε δὲν γνωρίζομεν, ὅπου δὲν ἔχομεν αὐτοκινήτους ἁμάξας, προβαίνομεν εἰς παραχώρησιν προνομίου, καὶ δίδομεν εἰς ἰδιώτας τὸν ἀέρα τοῦ προνομίου, ἀέρα, ὅστις δυστυχῶς ἔχει πολὺ μεγάλην ἀξίαν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, δίδομεν τὸν ἀέρα τοῦ προνομίου, ἵνα στηριχθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιχείρησις, ἥτις δυνατὸν νὰ ἦναι ἀξία εὐνοίας καὶ προστασίας τινὸς, ὅταν γίνηται ἄνευ ἀφαιρέσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ διαγωνισμοῦ ἀπὸ τῶν πολιτῶν, ἥτις ὅμως εἶναι ἀξία κατάρας, ἐὰν ἀφαιρῇ τὸν ἄρτον πολλῶν οἰκογενειῶν. Ἐν Ἀθήναις τὸ προνόμιον, ἐὰν λειτουργήσῃ, θέλει ἐπιφέρει σπουδαιοτάτας ζημίας, ἀλλ’ αἱ ζημίαι, αἵτινες θέλουσιν ἐπέλθει εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀδύνατον νὰ ὑπολογισθῶσιν. Ἀρκεῖ νὰ δώσω ἓν παράδειγμα. Ὑποθέσατε, ὅτι εἰς μίαν πόλιν ἐπαρχιακὴν, ἥτις κέκτηται 15 ἁμάξας, ἐγκαθίστανται τρεῖς ἅμαξαι αὐτοκίνητοι. Ποία εἶναι ἡ ἐργασία τῶν ἁμαξῶν τῶν ἱπποκινήτων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις; Διὰ τῶν ἁμαξῶν τούτων κινεῖταί τίς ποτε ἐντὸς τῶν πόλεων; Οὐδείς· δὲν γίνονται ἐκεῖ ἐπισκέψεις ἐντὸς τῆς πόλεως δι’ ἁμαξῶν, οὔτε αἱ ἀποστάσεις εἶναι μεγάλαι, ἵνα ἔχῃ κανεὶς ἀνάγκην ἁμάξης, οὔτε ὑπάρχει κίνησις κατὰ δρόμον ἢ καθ’ ὥρας ἐντὸς τῆς πόλεως, οὔτε σταθμοὶ σιδηροδρομικοὶ ὑπάρχουσιν εἰς τὰς πλείστας τῶν πόλεων, ἵνα μεταβῇ κανεὶς ἐφ’ ἁμάξης εἰς τὸν σταθμόν. Ὅλη ἡ κίνησις εἶναι ἔξω τῆς πόλεως. Λοιπὸν ὑποθέσατε, ὅτι ἐνίδρυσεν ἐκεῖ ὁ ἀνάδοχος 2 ἢ 3 αὐτοκινήτους ἁμάξας καὶ ἐζήτησε τὴν χρῆσιν τῆς πλατείας ἐκείνης ὁδοῦ, τῆς δημοσίας, ἥτις ἄγει ἀπὸ τῆς πόλεως ταύτης εἰς ἄλλην πόλιν περαιτέρω κειμένην. Εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης οἱ ἁμαξηλάται οὐδεμίαν ἔχουσι πλέον ἐργασίαν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ μεταφέρουν διὰ τῶν ἁμαξῶν αὐτῶν ἐπιβάτας. Παρακαλῶ, τί θὰ γείνουν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἁμαξῶν καὶ οἱ ἁμαξηλάται, οἵτινες δυσκόλως θέλουν ἀνθέξει εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, ἐργαζομένων 24 ὥρας τὸ ἡμερονύκτιον, ἄνευ ἱπποκόμου, ἄνευ ἰατροῦ διὰ τοὺς ἵππους, ἄνευ κριθῆς καὶ ἀχύρου, ἄνευ ἁμαξηλάτου πληρωνομένου ἀκριβὰ, ἄνευ σταύλου διὰ τοὺς ἵππους; Καὶ ἡ αὐτοκίνητος ἅμαξα θὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ ἕνα νέον ὑπηρέτην 17 ἢ 18 ἐτῶν, μισθοδοτούμενον πρὸς 30 ἢ 40 δραχμὰς, καὶ ἕνα δεύτερον, ἵνα ἀνταλλάσσωνται, καὶ θὰ κινῆται δαπανῶσα εἰς καύσιμον ὕλην ποσόν τι εὐτελέστατον κατὰ χιλιόμετρον, — δὲν ἐνθυμοῦμαι νῦν ἀκριβῶς πόσον· ὁ κ. Στάης, μεθ’ οὗ ἐδόθη ἄλλοτε ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα, ἴσως ἐνθυμεῖται, ἀλλ’ εἶναι εὐτελέστατον τὸ ποσὸν, — καὶ θὰ κινῆται ἡ ἅμαξα χωρὶς ποτε νὰ σταματήσῃ.
§245Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Δὲν θὰ φθαροῦν αὐταὶ αἱ ἅμαξαι;
§246ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχουσι τὴν αὐτὴν φθορὰν, ἣν αἱ ἄλλαι ἅμαξαι. Αἱ ζημίαι τοῦ μηχανήματος εἶναι συνήθως μικρᾶς σημασίας, καὶ θεραπεύονται ἄνευ μεγάλης δαπάνης. Εἶναι προφανὲς λοιπὸν, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς θὰ διεξαχθῇ ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἁμαξηλατῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅτι ποτὲ ἄλλοτε εἰσήχθη σύμβασις τοιούτου εἴδους. Εἶναι σύμβασις ἐντελῶς ἀπροσέκτως καταρτισθεῖσα καὶ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως συζητηθῇ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ· ἐὰν δὲ ψηφισθῇ, βεβαίως ἡ δοθησομένη ψῆφος καταβιβάζει τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀναβολὴ, ἣν ὑπεστήριξε δι’ ἐπιχειρημάτων ἀνεπιδέκτων ἀντιρρήσεων ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὥστε ἡ ἀναβολὴ νὰ ψηφισθῇ.
§247Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, διότι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπανέλαβε τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον σαθρὰ, ὥστε δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῶσι. Καὶ πρῶτον σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀμερικὴν γενικεύεται ἡ κίνησις τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, καὶ οὐδαμοῦ ἐδόθη προνόμιον. Ἀλλὰ γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀμερικὴν ὑπάρχουν σιδηρόδρομοι καὶ συγκοινωνία πολὺ ἀνεπτυγμένη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὰ συμβαίνοντα ἐν Ἀμερικῇ, ἐν Λονδίνῳ, ἐν Παρισίοις δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν ἐν Ἑλλάδι. Ἑπομένως περὶ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου δὲν δύνανται νὰ γείνῃ λόγος. Ἀλλὰ προσέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς «καταστρέφετε τοὺς ἁμαξηλάτας»· καὶ δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τῶν ἁμαξηλατῶν τῆς πρωτευούσης· τὴν πρωτεύουσαν τὴν ἐγκατέλειψε, διότι εἶδεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πείσῃ τοὺς ἁμαξηλάτας περὶ τῆς καταστροφῆς των. Ὅτε ἐξήγησα εἰς αὐτοὺς τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι, καὶ οἱ ἴδιοι ὡμολόγησαν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ καταστροφῆς, — διότι φαίνεται, ὅτι παρεστάθη εἰς αὐτοὺς ὅτι πρόκειται περὶ μεγάλης καταστροφῆς. — Τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ὡμιλήσατε περὶ ἁμαξηλατῶν τῆς πρωτευούσης, διότι περὶ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος. Ἀλλ’ ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ἁμαξηλατῶν τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων. Ἐὰν αὐτοκίνητοι ἅμαξαι εἰσαχθῶσιν ἐκεῖ, δὲν εἶναι δυνατὸν, λέγει, νὰ γείνῃ συναγωνισμὸς, διότι αἱ ἱπποκίνητοι ἅμαξαι θέλουν ἱπποκόμους, θέλουν ἵππους, θέλουν κριθὴν, θέλουν ἰατροὺς, θέλουν σταύλους, ἐνῷ ἡ αὐτοκίνητος ἅμαξα προβαίνει μόνη της. Καὶ λησμονεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἴσως ἐμελέτησε ταῦτα, διότι πρὸ ἐτῶν εἶδε τοιαύτην ἅμαξαν ἐν Ἀθήναις, ὅτι ἐν Λονδίνῳ ἀπαιτοῦνται διπλώματα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ διευθύνωσι τὴν ἅμαξαν ταύτην, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβάλῃ τὰς δαπάνας ἑνὸς μηχανικοῦ μὲ τὰς δαπάνας ἑνὸς ἱπποκόμου, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς ἐπαρχίας λαμβάνει 20 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ σύγκρισις τῶν δαπανῶν θέλει ἀπολήξει εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι μεγαλείτεραι δαπάναι βαρύνουσι τὸν ἔχοντα αὐτοκίνητον ἅμαξαν καὶ ὀλιγώτεραι τὸν ἁμαξηλάτην. Ἀλλὰ καὶ αἱ δαπάναι τῆς κινήσεως, καὶ αὗται εἶναι μεγάλαι. Μὴ νομίζετε ὅτι ἡ δαπάνη τῆς αὐτοκινήτου ἁμάξης εἶναι τόσον μηδαμινή, ὅσον παρεστάθη ὑμῖν. Πρόκειται περὶ μεγάλης δαπάνης πρὸς ἀγορὰν τῆς αὐτοκινήτου ἁμάξης, πρόκειται περὶ μεγάλης δαπάνης πρὸς χρῆσιν ταύτης. Ἕνεκα τῶν μεγάλων τούτων δαπανῶν οὐδεὶς θὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν Ἑλλάδι αὐτοκινήτους ἁμάξας ἄνευ προνομίου. Ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι σαθρόν. Ἑπομένως ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν ἀπέδειξεν ἄλλο παρὰ ἐπιμονὴν εἰς ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν συντελοῦσιν, ὅπως πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι θὰ ἐπέλθωσι τὰ κακὰ, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ ἀναβολὴ οὐδόλως δικαιολογεῖται.
§248ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νομίζω ὅτι εἶναι κατώτερον τῆς εὐφυΐας αὐτοῦ, τῆς ὡμολογημένης, διότι παρετήρησεν, ὅτι ἐγὼ, ἐξετάσας τὰ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, εἶπον ὅτι, ἐὰν δύο αὐτοκίνητοι ἅμαξαι ἐγκατασταθῶσιν εἴς τινα ἐπαρχίαν, καὶ πάλιν οἱ κοινοὶ ἁμαξηλάται δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀνταγωνισθῶσιν. Εἶπον τοῦτο, ἀλλ’ εἶπον ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ προνόμιον εἶναι ὀλέθριον. Διότι, ὅταν προνόμιον δὲν ὑπάρχῃ, ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ θὰ ὑποχωρήσῃ μὲν τὸ ὄργανον τὸ παλαιὸν εἰς τὸ ὄργανον τῆς προόδου, ἀλλὰ θὰ ἐπιτρέπηται εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει τὴν ἱπποκίνητον ἅμαξαν, νὰ ἐκποιήσῃ τοὺς ἵππους καὶ τὴν ἅμαξαν, νὰ οἰκονομήσῃ 2,000 δραχμὰς, νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλας δύο ἢ τρεῖς χιλιάδας, καὶ ν’ ἀποκτήσῃ καὶ αὐτὸς αὐτοκίνητον ἅμαξαν. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸς οὗτος θέλει ἐκτελεῖ χρέη ἁμαξηλάτου, ὁ ἀνταγωνισμὸς αὐτοῦ θέλει ἀποβῆ εἰς βλάβην τῆς τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν ἑταιρείας, διότι οὗτος θέλει ἐργάζεσθαι δι’ ἑαυτόν, ἱδρώνων, ὅπως δὲν ἱδρώνουσιν οἱ ὑπηρέται τῶν ἑταιρειῶν, καὶ τὸ καθ’ ἑαυτὸν διὰ μίαν ἅμαξαν θὰ καταβάλῃ τὴν ἑταιρείαν. Τοιοῦτόν τι εἶπον, καὶ τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι καλῶς εἶχεν ἐννοήσει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάσχει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔνδειαν ἐπιχειρημάτων, ἠθέλησε νὰ πλάσῃ ἐπιχειρήματα. Δὲν εἶπόν τι περὶ Ἀθηνῶν, εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, διότι ἐπείσθην, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω κανὲν ἐπιχείρημα περὶ Ἀθηνῶν, καὶ ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἁμαξηλάται προσελθόντες παρ’ αὐτῷ ἐπείσθησαν, ὅτι οὐδένα τρέχουσι κίνδυνον. Βεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι δὲν μετεπείσθησαν παντελῶς οἱ ἁμαξηλάται τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὅτι μένουσι πεπεισμένοι ὅτι τρέχουσι κίνδυνον. Ἐν Ἀθήναις βεβαίως ἡ ζημία δὲν εἶναι ὁμοία πρὸς ἐκείνην, ἣν θέλουσιν ὑποστῆ οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἀλλὰ πάντως ὑπάρχει ζημία. Ἐγένετο λόγος χθὲς περὶ ἁμαξῶν, ὄχι τῶν vis-à-vis τῶν σημερινῶν, ἀλλὰ περὶ ἁμαξῶν ὁμοίων πρὸς αὐτοκινήτους. Εὑρίσκεται κεφαλαιοῦχός τις ἢ ἑταιρεία καὶ παραγγέλλει δέκα ἢ δέκα πέντε ἁμάξια αὐτοκίνητα, ὡρισμένα νὰ κινῶνται οὕτως ἀνὰ τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν. Εὐθὺς ὡς ὁ ἀνάδοχος ἔχῃ τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προνόμιον, αὐτὴ ἡ ἐργασία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ, διότι ἀπαγορεύεται ῥητῶς νὰ ἐργάζωνται ἐν Ἀθήναις αὐτοκίνητοι ἅμαξαι, παραλαμβάνουσαι κατὰ θέσεις τοὺς ἐπιβάτας. Διὰ τοῦ προνομίου ἄρα ἀφαιρεῖται τὸ κέρδος ἐκεῖνο, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν καταργεῖται ἡ ἐπιχείρησις, ἥτις σήμερον ἀνταγωνίζεται πρὸς τὸν ἱπποσιδηρόδρομον καὶ μετά τινος ἐπιτυχίας, διότι, ὡς γινώσκετε, ὁ ἱπποσιδηρόδρομος ἔπαθεν ἐλάττωσιν κέρδους ἐκ τοῦ ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ, ὃν διεξάγουσι πρὸς αὐτὸν τὰ vis-à-vis. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωσι δικαίωμα οἱ πολῖται νὰ ἐργάζωνται ἐλευθέρως, πότε; ὅτε θὰ εὑρίσκηται ἀπέναντι αὐτῶν ἐπιχείρησις σπουδαία, ὡς ἡ τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου, ἕνεκεν ἐπιχειρήσεως, ἣν ἕκαστος ἀντὶ ὀλίγων χρημάτων εἶναι ἱκανὸς νὰ ἀναλάβῃ. Καὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα οἱ πολῖται νὰ εἴπωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: «διατὶ δίδεις μονοπώλιον εἰς ἑταιρείαν, ἥτις θέλει ἔχει τιμολόγιον ἀμειώτως ὡρισμένον, ἐνῷ, ἐὰν δὲν παραχωρηθῇ τὸ μονοπώλιον, ἡ ἅμιλλα θέλει προκαλέσει εὐθηνίαν;» Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν κρείττονα παντὸς ἄλλου νὰ ὁρίσῃ πότε παραχωροῦνται μονοπώλια, ἀλλ’ ἐπιμόνως ἀποφεύγει νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τούτου, διότι, ἐὰν ἀναδιφήσῃ τὰ προνόμια ὅλου τοῦ κόσμου, οὐδαμοῦ θὰ εὕρῃ τοιοῦτον προνόμιον. Εἶναι βλασφημία νὰ προτείνῃ τις παραχώρησιν προνομίου εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις. Τὰ προνόμια δίδονται εἰς ἐπιχειρήσεις, αἵτινες γίνονται ἐπὶ κοινῇ ὠφελείᾳ καὶ ἐπὶ δημοσίᾳ ἀνάγκῃ, εἰς ἐπιχειρήσεις, αἵτινες ἄνευ τοιαύτης προστασίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκατασταθῶσι, διότι τὰ κεφάλαια τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τοιαῦτα ἔργα εἶναι πολλὰ καὶ μεγάλα, ὡς ἐν ταῖς ἐπιχειρήσεσι ταῖς σιδηροδρομικαῖς, διότι ὁ σιδηρόδρομος ἔχει ἀνάγκην στρώσεως διὰ σιδηρῶν ῥάβδων, ἔχει ἀνάγκην στρωτήρων, ἔχει ἀνάγκην μεγάλου κινητοῦ ὑλικοῦ καὶ μηχανῶν, σταθμῶν, παντοίων τεχνικῶν ἔργων, ἅτινα δι’ ἑκατομμυρίων κατασκευάζονται καὶ ἀποκτῶνται. Ἀλλ’ αἱ αὐτοκίνητοι ἅμαξαι τίνα ἀνάγκην ἔχουσι τοιαύτης ὑποστηρίξεως; Αἱ αὐτοκίνηται ἅμαξαι τοῦ κοινοῦ τύπου ἔχουσι σήμερον ἀξίαν 5 ἢ 6 χιλιάδων φράγκων, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐργάζεται ἡ βιομηχανία ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ εἰς κατασκευὴν αὐτῶν, θέλει ἐπέλθει καταβιβασμὸς τῆς τιμῆς ταύτης. Καὶ σήμερον ὁ ἁμαξηλάτης ἐνταῦθα δαπανᾷ 5,000 δραχμὰς διὰ μίαν ἅμαξαν· ὥστε ἡ διαφορὰ καταντᾷ μεταξὺ δραχμῶν καὶ φράγκων. Ὁ τρόπος οὗτος ὁ νέος τῆς κινήσεως βεβαίως εἶναι τελειότερος καὶ ὠφελιμώτερος, ὅταν δὲ παλαιωθῶσιν αἱ ἅμαξαι καὶ γηράσωσιν οἱ ἵπποι, βεβαίως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πᾶσαι αἱ σημεριναὶ ἅμαξαι θέλουσιν ἀντικατασταθῆ δι’ αὐτοκινήτων. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀκριβῶς δὲν πρέπει νὰ ἀντιταχθῶσιν ἐνταῦθα προνόμια. Διὰ τούτους τοὺς λόγους ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναβολήν.
§249Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡ συζήτησις περὶ ἀναβολῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν ἐξετράπη εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἀναγκάζομαι διὰ τοῦτο νῦν νὰ συζητήσω περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἂς ἐπακολουθήσῃ δὲ πλέον τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἀρχῆς ἡ περὶ τῆς ἀναβολῆς ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Μίαν καὶ μόνην γνώμην ἠκούσαμεν μέχρι τοῦδε ἀντίθετον πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων, — διότι ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς περιωρίσθη ἀγορεύων ν’ ἀποκρούσῃ μόνον ἐπιχειρήματά τινα, δὲν κατώρθωσεν ὅμως νὰ φέρῃ θετικόν τι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, — καὶ ἡ γνώμη αὕτη, ἡ ἀντίθετος, εἶναι ἡ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λεβαδείας, ὅστις μετὰ πολλῆς χάριτος βεβαίως καὶ μετὰ ὀξυνοίας, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, ἠγόρευσε περὶ τῶν ὠφελημάτων τῆς συγκοινωνίας. Τὴν ἐκζητουμένην ὅμως ἀλήθειαν ἐν τῇ εἰδικῇ περιπτώσει, ἥτις ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, δὲν κατέδειξε. Διότι παρὰ τὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα τόσον καλῶς ἐξέθηκεν, ὑπάρχουσι καὶ τὰ μὴ φαινόμενα. Αὐτὰ δὲ τὰ μὴ φαινόμενα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ καταδείξωσι τὴν ἀλήθειαν. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τοιούτων ζητημάτων, πρωτίστως δὲν πρέπει νὰ παρασυρώμεθα ἀπὸ τὰς λέξεις. Ἂς μὴ ἀναχωρῶμεν ἀπὸ τῆς γενικῆς ἐννοίας περὶ συγκοινωνίας· μᾶλλον πρέπει νὰ προσέχωμεν ἑκάστοτε εἰς τὸ περιεχόμενον ἑκάστου εἴδους συγκοινωνίας, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν τὸ εἶδος αὐτὸ τὸ ὡρισμένον ὑπάγεται εἰς ἐκείνην τὴν συγκοινωνίαν, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην προνομίου. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, προκειμένου περὶ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, φρονῶ ὅτι οὐδ’ ἴχνος κἂν ὑπάρχει τῆς ἐννοίας τῆς συγκοινωνίας ἐκείνης, ἥτις καὶ μόνη προκαλεῖ καὶ δικαιολογεῖ τὸ προνόμιον. Ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τῆς μεγάλης ἀρχῆς, ὅτι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκλέγῃ τὸ ἐπάγγελμά του. Εἰς τὴν μεγάλην ταύτην ἀρχὴν, ὅτι ἕκαστος ἄνθρωπος ἔχει τὸ μέγα δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ τὸ ἐπάγγελμά του, μὴ παρακωλυόμενος ἀπὸ ὕπαρξιν προνομίων ἀναιρούντων αὐτὴν, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον φέρει τραῦμα, παρεμποδίζον τῷ πολίτῃ τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν, προσβάλλον ἓν μέγα καὶ ἀναφαίρετον δικαίωμά του. Βεβαίως ὑπάρχουσιν ἐξαιρέσεις εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἀλλ’ αἱ ἐξαιρέσεις αὗται πρέπει ἑκάστοτε νὰ πιστοποιοῦνται, διὰ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκτρεπώμεθα ἀπὸ τοῦ κανόνος. Τίνες αἱ ἐξαιρέσεις αὗται; Αἱ ἐξαιρέσεις αὗται ἐν παραδείγματι εἶναι οἱ σιδηρόδρομοι, ἱπποσιδηρόδρομοι καὶ παρόμοιαι μεγάλαι ἰδίως ἐπιχειρήσεις. Καὶ διατὶ ὑπάρχουσιν αἱ ἐξαιρέσεις αὗται; Διότι προκειμένου περὶ τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι δυνατὸς ὁ διαγωνισμός. Ἂν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις ταύτας ἐπιτραπῇ ὁ διαγωνισμὸς, ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς τοῦ ἐπαγγέλματος, φέρει καταστροφὴν μὴ παραγωγικὴν ἐθνικῶν κεφαλαίων. Ὅταν τις καθ’ ὑπόθεσιν στρώσῃ μίαν σιδηροδρομικὴν γραμμήν, ὑπηρετοῦσαν ὡρισμένα σημεῖα, διατρέχει τὸν κίνδυνον, ὅπως καὶ δεύτερος συστήσῃ δευτέραν γραμμὴν παρ’ αὐτὸν, ἐξ οἱουδήποτε λόγου ὁρμώμενος. Ἀλλὰ τὰ παραγωγικὰ ὠφελήματα τῆς δευτέρας ταύτης γραμμῆς, ἥτις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διαγωνισμοῦ θὰ ἐπετρέπετο, προδήλως διὰ τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν θὰ ἦσαν ἀπείρως ἐλάχιστα ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἄχρηστον φθορὰν ἐθνικῶν κεφαλαίων πρὸς κατασκευὴν τῆς δευτέρας ταύτης γραμμῆς. Εἶναι δὲ ἄχρηστος φθορὰ ἐθνικῶν κεφαλαίων, ὅταν ὁ αὐτὸς σκοπὸς ὁ παραγωγικὸς ἐκτελῆται πληρέστατα διὰ τῆς μιᾶς, τῆς τὸ πρῶτον στρωθείσης, σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου αὐτοῦ τῆς ἀχρήστου φθορᾶς κεφαλαίων ἀναγκάζονται αἱ Κυβερνήσεις, ὀρθῶς ποιοῦσαι, νὰ δίδωσι προνόμιον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ κατασκευάσῃ τὴν πρώτην γραμμήν, παρεμποδίζουσαι τὸν διαγωνισμὸν ἄλλου, ἐξ οἱουδήποτε λόγου ἐπιζητοῦντος νὰ κατασκευάσῃ δευτέραν, οὕτω δὲ, ἐξασφαλίζουσαι τὸν πρῶτον, καθιστῶσιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνατὴν τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἐν τῇ περιπτώσει ἄρα ταύτῃ ὁ διαγωνισμὸς δὲν ὠφελεῖ, ὡς ὠφελεῖ κατὰ κανόνα, ἀλλὰ βλάπτει τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δίδεται τὸ προνόμιον. Δι’ ὅμοιον λόγον δίδεται προνόμιον καὶ εἰς τοὺς ἱπποσιδηροδρόμους αὐτοὺς, ὅταν αἱ αὐταὶ περιστάσεις συντρέχωσι, διότι, ἐπαναλέγω, ἐπὶ τῶν ἐπιχειρήσεων αὐτῶν ὁ διαγωνισμὸς δὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ βλάπτει. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς ἐξαιρέσεως; Τοὐναντίον. Ἀκριβῶς ὁ διαγωνισμὸς τῶν διαφόρων ἁμαξηλατῶν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὠφελήσῃ τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Διότι αὐτὸς θὰ φέρῃ τὰς δικαίας, τὰς λογικὰς τιμὰς, αὐτὸς θὰ φέρῃ τὴν εὐθηνίαν, καὶ ἡ εὐθηνία εἶναι ἡ παραγωγικὴ πρόοδος. Ἐὰν λοιπὸν ἐπὶ τῶν δύο καὶ μόνων σιδηροδρόμων ὁ διαγωνισμὸς βλάπτῃ, ἐπὶ τῶν πολλῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν ὁ διαγωνισμὸς ὠφελεῖ. Διότι ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῶν πολλῶν ἁμαξῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ σκοποῦ τῆς συγκοινωνίας. Πῶς δίδετε λοιπὸν προνόμιον, παρακωλύοντες τὰς ὠφελείας τὰς παραγωγικὰς, τὰς ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ, διὰ τοῦ προνομίου; Πλὴν τούτου, ὅταν παρέχωμεν προνόμια, τί σκοποῦμεν; Σκοποῦμεν τοῦτο, νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Πότε ὑπάρχει ἐνίσχυσις αὐτῆς διὰ μέσων συγκοινωνίας; Ὅταν τὸ ἀντικαθιστῶν τὰ παλαιὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας νέον μέσον συγκοινωνίας ἦναι εὐθηνότερον, ὅταν ἦναι ταχύτερον. Παρέχει, συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τοὺς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μείζονα εὐθηνίαν τὸ δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν μέσον τῆς συγκοινωνίας; Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὅτι, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Λεβαδείαν σήμερον, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ πληρώσῃ 250 δραχμὰς εἰς ἅμαξαν. Βεβαίως ἂν δ’ εἶχε καὶ συνοδοὺς, ἴσως θὰ ἐχρειάζετο καὶ 500 δραχμάς. Βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας δικαιοῦται νὰ μεταβαίνῃ μόνος ἐφ’ ἁμάξης μέχρι Λεβαδείας, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ νὰ μὴ πληρώσῃ τὰς 250 δραχμάς; Ἆρά γε δὲν θὰ πληρώσῃ τοσαύτας, ἐὰν θελήσῃ νὰ καταλάβῃ τὰς 6 ἢ 8 θέσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωσιν αἱ αὐτοκίνητοι ἅμαξαι; Λοιπὸν ἡ ὠφέλεια, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑποτιθεμένη, δὲν θὰ κριθῇ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἕνα ἕκαστον, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσῃ μίαν καὶ μόνην θέσιν ἐπὶ τῆς ἁμάξης. Πόσα θὰ ἦναι, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ κόμιστρα κατὰ χιλιόμετρον; εἶναι 15 λεπτὰ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Πόσα εἶναι τὰ χιλιόμετρα μέχρι Θηβῶν καὶ Λεβαδείας; 50 μέχρι Θηβῶν, 70 μέχρι Λεβαδείας. Ὑπολογίσατε, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἕκαστον ἄτομον μὲ τὴν αὐτοκίνητον ἅμαξαν θὰ μεταβαίνῃ ἐκεῖ ἀντὶ 10 δραχμῶν, σήμερον δὲ μεταβαίνει ἀντὶ 6 ἢ 7 δραχμῶν...
§250ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχετε λάθος.
§251ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀντὶ 7 ἢ 8 θέλετε;
§252ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι· ἀντὶ 10, καὶ μὲ τὴν αὐτοκίνητον ἅμαξαν θὰ μεταβαίνῃ ἀντὶ 8 εἰς τὴν βʹ θέσιν, ἡ ὁποία ἐξισοῦται τοὐλάχιστον μὲ τὰς σημερινὰς ἁμάξας.
§253ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Λοιπὸν μὲ τὸ αὐτὸ ποσὸν θὰ μεταβαίνῃ. Ἔστω. Δὲν δυνάμεθα ἄλλως νὰ ὑπολογίσωμεν ἡμεῖς νῦν τὸ ἑκατοστὸν ἢ χιλιοστὸν τῶν δαπανῶν, διότι δὲν ἔχομεν δεδομένην τὴν διαφορὰν αὐτῶν, ἤτοι τῆς αὐτοκινήτου ἁμάξης ἀπὸ τῆς ἁμάξης τῆς συρομένης δι’ ἵππων. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι ἡ αὐτὴ ἔστω τιμὴ, δὲν ὑπάρχει εὐθηνία. Ὅπου δὲ δὲν ὑπάρχει εὐθηνία, δὲν ὑπάρχει ζήτημα ὠφελείας, δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ ὅπου δὲν γεννῶνται τοιαῦτα ζητήματα, ἐκεῖ δὲν ἔχει θέσιν τὸ προνόμιον, ἐκεῖ ἀποβάλλει αὐτὸ πᾶσαν δικαιολογητικὴν βάσιν. Ἡ ταχύτης, δευτερεῦον προσὸν, εἶναι σχεδὸν ὁμοία, εἶναι 10 χιλιομέτρων καθ’ ὥραν μὲ τὰ αὐτοκίνητα. Ἀλλὰ καὶ τῶν ἵππων ἡ ταχύτης πόση εἶναι; Εἶναι 8 ἕως 10 χιλιομέτρων. Ὥστε καὶ ἡ ταχύτης ὑπάρχει, ἡ ὁποία δὰ δὲν εἶναι καὶ τόσον ἀναγκαία διὰ τὴν παραγωγὴν ἐκεῖ, ὅπου θὰ γείνωσιν αἱ αὐτοκίνητοι ἅμαξαι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν δὲν ὑπάρχουσι καὶ οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσι τὴν εἰσαγωγὴν τὴν ἄμεσον τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, καὶ μάλιστα διὰ προνομίου. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ὑπάρχει οὐσιώδης ὠφέλεια, ποία εἶναι ἡ βλάβη, ἡ ὁποία προσγίνεται διὰ τοῦ προνομίου; Ἡ βλάβη βεβαίως εἶναι πρόδηλος· ἡ βλάβη τῶν καταναλωτῶν. Διότι τίς ζητεῖ προνόμιον; Προνόμιον λαμβάνει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ διαγωνισθῇ πρὸς ἄλλους, ὅταν ἦναι δυνατὸς ὁ διαγωνισμὸς καὶ ἐπιβάλληται, ὡς ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τῆς δι’ ἁμαξῶν αὐτοκινήτων συγκοινωνίας. Καὶ πῶς ἐξασφαλίζεται; Ἀκριβῶς διότι ζητεῖ πλειότερα παρ’ ἑκάστου καταναλωτοῦ παρ’ ὅσον ἕκαστος μὲ τὸν ἐλεύθερον διαγωνισμὸν ἤθελε πληρώσει, διότι ἄλλως εἶναι ἄχρηστον τὸ προνόμιον. Τίς ἐμποδίζει τὸν ἀνάδοχον τοῦ νομοσχεδίου νὰ συστήσῃ μίαν ἑταιρείαν μὲ αὐτοκινήτους ἁμάξας καὶ νὰ τὰς ἐγκαταστήσῃ εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ὁδόν; Εἶναι ἐλεύθερος, ἂν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὸ ἔργον του. Ἂν ἦναι μάλιστα μέγας κεφαλαιοῦχος, ὡς φαίνεται, θὰ ἔχῃ καὶ τὰ γενικὰ ἔξοδα ὀλιγώτερα διὰ τῆς μεγίστης ἐπιχειρήσεως, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ δύναται νὰ διαγωνίζηται πρὸς ἕνα ἕκαστον τῶν ἁμαξηλατῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ παλαίσωσι πρὸς αὐτόν, καὶ βεβαίως θὰ τοὺς κατανικήσῃ, διατελῶν ὑπὸ ὅρους παραγωγικοὺς καλλιτέρους, ἂν ἦναι ἐξ ἐργατικῆς τάξεως, ἂν δὲν ἦναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὰ μερίσματα τὰ ἐκ τῶν μετοχῶν, — διότι πρόκειται ἐνταῦθα νὰ γείνῃ ἀνώνυμος ἑταιρεία — ἐὰν ἦναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι ἀρχιεργάται, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῆς τάξεως ἐκείνης. Ὅταν λοιπὸν μελετήσωμεν τοιουτοτρόπως τὸ ζήτημα, θὰ πεισθῶμεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μέσου συγκοινωνίας τοιούτου, ὁποῖον ἀπαιτεῖται, ὅπως δοθῇ προνόμιον, διότι ἐλλείπουσι πάντες οἱ ὅροι ἐκ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι, διὰ νὰ δοθῇ τὸ προνόμιον. Ἐπαναλέγω δέ, ὅτι ὄχι μόνον τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν παρακωλύει τὸ παρεχόμενον προνόμιον, ἀλλ’ αὐξάνει καὶ τὰ βάρη τῶν καταναλωτῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προβάλλει ἡ μεγάλη ἀρχὴ τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας παντὸς ἀνθρώπου. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ παρίδῃ τὴν τοιαύτην ἀρχήν· εἶναι τόσον μεγάλη, τόσον ἐπιβάλλουσα εἰς τὴν συνείδησιν πάντων τῶν ἐθνῶν, ὅσον ἰσχυρὸν καὶ ἐπιβάλλον εἶναι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας· καὶ αἰσθανόμεθα μὲν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας πλειότερον, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὡς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, ἐπίσης καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐλευθερία ἑκάστου εἶναι ἱερωτέρα καὶ μᾶλλον ἀπαραβίαστος. Οὐδεὶς διενοήθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναιρεθῇ αὕτη· καὶ δὲν ἀνεγράφη αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι, ὡς ἡ ἐλευθερία τῆς ἰδιοκτησίας, διότι εἶναι βαθύτερον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ κεχαραγμένη. Ἂν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἤθελε προΐδει ὅτι θὰ ἐδίδοντο προνόμια διὰ τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, ὡς ἡ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, βεβαίως θ’ ἀνεγράφετο καὶ ὤφειλε νὰ ἀναγραφῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη πρὸ τῆς περὶ ἰδιοκτησίας ἐν τῷ Συντάγματι. Διότι πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν πάντες, ὅτι οἱ ἀγῶνες τῶν παρελθόντων αἰώνων κατέληξαν εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας ἑκάστου, καὶ ἔσωσαν τὸ ἄτομον ἀπὸ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ὡρισμένως εἶχον παρασκευάσει τὴν ἀπολυταρχίαν ἐκείνην, ἥτις ἔφερε τὴν μεγάλην Γαλλικὴν ἐπανάστασιν. Εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖα τὰ ζητήματα, κύριοι Βουλευταί, καὶ δὲν δυνάμεθα μὲ τὴν προχειρότητα τῶν ἐκτεθέντων ἐπιχειρημάτων νὰ ὑπερασπίσωμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον, ὁποῖον προβάλλει ἡμῖν πρὸς ψήφισιν ἡ Κυβέρνησις. Οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ θίξῃ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἁμαξηλατῶν, νὰ θίξῃ τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἁμάξας πρὸς μεταβίβασιν ἐπιβατῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἁμάξας πρὸς μεταβίβασιν ἐμπορευμάτων ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπωσιν οὗτοι: «ἡμεῖς ἀνήκομεν οἱ πλεῖστοι εἰς τὴν μεσαίαν τάξιν, εἴμεθα οἰκοκυραῖοι ἄνθρωποι, ἀπεκτήσαμεν δι’ ἀγώνων ἕν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον φαίνεται εἰς τὰς ἁμάξας καὶ τοὺς ἵππους ἡμῶν, καὶ σεῖς ἔρχεσθε ἄνευ οὐδενὸς λόγου, χωρὶς νὰ ὠφελῆτε τὴν κοινωνίαν, ἔρχεσθε καὶ καθιστᾶτε ἡμᾶς ὅλους δούλους, καὶ συνιστᾶτε μίαν ἀνώνυμον ἑταιρείαν, μὲ Διευθυντὴν καὶ Συμβούλους, ἵνα ἔχωσι τὸ κέρδος ἐκεῖνοι, καὶ ἡμεῖς νὰ ἤμεθα οἱ ἡμερομίσθιοι αὐτῶν ἐργάται!» Μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τοιαύτην ἀρχήν, διότι ἡ ἀρχὴ εἶναι κακή, καὶ φερόμεθα μοιραίως εἰς βάραθρον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει ἐγκαίρως νὰ προφυλαχθῶμεν. Εἶναι τρεῖς, τέσσαρες καὶ πέντε χιλιάδες οἰκοκυραῖοι οἱ ἁμαξηλάται καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ἁμαξῶν, διότι οἰκοκύρης εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ἔχων ἓν κεφάλαιον εἰς ἅμαξαν καὶ ἵππους, ἢ ἔχων ἓν κεφάλαιον μικρὸν εἰς κάρρον καὶ ἵππους, διαφέρει τοῦ ὑπηρέτου τοῦ ἡμερομισθίου. Ἡμεῖς δὲ διὰ τοῦ προνομίου, ὅπερ παρέχομεν, οὐδὲν ἄλλο θέλομεν ἢ νὰ μεταβάλωμεν αὐτοὺς ὅλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μία ἐγγύησις, καὶ πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ καὶ ἠθική, — διότι ἡ μεσαία τάξις εἶναι ἡ βάσις ἡ ἠθικὴ τῶν κοινωνιῶν, — θέλομεν διὰ τῶν προνομίων νὰ πλάσωμεν μεγάλας ἑταιρείας, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει μία γενικὴ ἀνάγκη ὠφελείας, νὰ μεταβάλωμεν αὐτοὺς εἰς δούλους, αὐτοὺς τοὺς οἰκοκυρίστικους πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἀγορεύων, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἁμαξηλάται δὲν ἔχουν παράπονα, διότι παρουσιασθέντες πολλοὶ εἰς αὐτὸν ἐπείσθησαν, ὅτι αὐτοὶ οὐδόλως διὰ τοῦ προνομίου παραβλάπτονται. Δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ ἁμαξηλάται οἱ ὡρισμένοι, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐγνώριζον περὶ τίνος ὡμίλουν εἰς αὐτόν. Φοβοῦμαι, ὅτι ἐπηρεάσθησαν οὗτοι ἐκ τῆς τόσον εὐγενοῦς συμπεριφορᾶς καὶ μειλιχιότητος, ἡ ὁποία συνοδεύει τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀπῆλθον εὐχαριστημένοι μᾶλλον ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ὑποδοχῆς ἢ ἐκ τῆς βαρύτητος τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἓν γνωρίζω, ὅτι εἰς τοὺς διαδρόμους αὐτοὺς τῆς Βουλῆς ἀκόμη καὶ νῦν εἶναι ἁμαξηλάται, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐνεχείρισαν δύο ἀναφοράς, ἵνα τὰς καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἡ μία δὲ τούτων φέρει ἀπείρους ὑπογραφάς, καὶ ἐντὸς αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν βλέπω ὁμολογουμένως ἀντίληψιν τῶν ἐργαζομένων ἀνθρώπων περὶ τοιούτων ζητημάτων καὶ κρίσιν, τολμῶ νὰ εἴπω, ἀσφαλεστέραν ἐκείνης, ἣν ἔχομεν πολλοὶ ἐξ ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί...
§254ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δικηγόρος θὰ τὴν συνέταξε.
§255ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον δικηγόρος νὰ γνωρίζῃ νὰ γράφῃ τοιαύτας ἀναφορὰς ἐπὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, σᾶς τὸ βεβαιῶ. Εἶναι συντεταγμένη ἀπὸ πολὺ εἰδικὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τί γράφει καὶ θέτει τὸ ζήτημα, ὅπου ὑπάρχει. Αὐτοί, γνωρίζοντες τὸ ἔργον των, ὑπέδειξαν εἰς τὸν συντάκτην τί νὰ γράψῃ. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν φαίνεται τὰ μάλιστα δεδικαιολογημένον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου, — ὄχι διότι ὑπάρχουσι σιδηρόδρομοι καὶ ἱπποσιδηρόδρομοι, — ἐφαντάσθησαν νὰ δώσουν εἰς προνόμιον τὰς ἁμάξας ἀνεξαιρέτως. Διότι ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νέου εἴδους συγκοινωνίας· πρόκειται περὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ἁμαξῶν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι, ἀντὶ ἡ κινητήριος δύναμις νὰ ἦναι εἰς τὰ ἐμπρός, εἶναι ἐντός. Τίνα σημασίαν ἔχει ἡ ἀντικατάστασις τῆς κινητηρίου δυνάμεως, ἵνα μεταβάλῃ τὸ εἶδος τοῦ μέσου τῆς συγκοινωνίας; Μὴ λησμονῶμεν δὲ, Κύριοι, καὶ τοῦτο, ὅτι δὲν πρόκειται καὶ περὶ τῶν ἐπιχειρήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦσι μεγάλα κεφάλαια, ὅπως δοθῶσιν αὗται εἰς μίαν ἑταιρείαν πρὸς ἐκμετάλλευσιν διὰ προνομίου. Πρόκειται περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ὑπαρχουσῶν ἁμαξῶν μὲ κινητήριον δύναμιν τὸν ἠλεκτρισμόν, ἢ μὲ ἄλλην τινὰ ὁμοίαν. Δὲν ἀντικαθίσταται ἄρα, εἰμὴ ἡ κίνησις, ἡ ὁποία εἶναι διάφορος εἰς τὰς ἁμάξας τὰς μὲν ἀπὸ τῶν δέ. Τὸ εἶδος τῆς συγκοινωνίας εἶναι τὸ αὐτὸ κατὰ τὰ ἄλλα, ἀποτελούμενον πάντοτε ἐκ μεμονωμένων ἁμαξῶν, ἑκάστην τῶν ὁποίων, ὡς καὶ νῦν, δύναται νὰ κέκτηται ἕκαστος ἁμαξηλάτης. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἐπιβαλλόμενον εἶναι νὰ ἀποσυρθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· καλὸν εἶναι ὄχι νὰ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ συζητηθῇ εἰς μέλλουσαν σύνοδον, διότι θεωρῶ ὅτι θὰ ἦναι μία ἠθικὴ ἧττα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τόσα καλὰ νομοσχέδια ἔφερε καὶ τόσα ἐψήφισεν, ἂν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, διότι τὸ παρὸν νομοσχέδιον οὐδεμίαν ἔχει δικαιολογητικὴν βάσιν, προσβάλλει δὲ τὰς θεμελιωδεστέρας ἀρχὰς καὶ τοῦ δικαίου καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν, αἵτινες διέπουσι τὰ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.
§256ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ τὸ περιεχόμενον τῶν ἀναφορῶν;
§257ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι ἀρκετόν. Θέλετε νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω;
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§259ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὰς ἀναφοράς).
§260Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἀγορεύοντος ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἐπικρίνοντος ὅλους τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει τὸν λόγον, διότι δὲν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν οὐσιαστικὰ ἐπιχειρήματα, ὁμολογῶ ὅτι ἐνόμιζον ὅτι ἤθελον ἀκούσει παρ’ αὐτοῦ οὐσιαστικὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἤκουσα μίαν γενικὴν θεωρίαν περὶ προνομίων, θεωρίαν ἐσφαλμένην ἔν τισιν· ἐκτὸς τούτου δὲν ἤκουσα πλέον παρὰ τὸ συμφέρον τῶν ἁμαξηλατῶν, καὶ ἰδοὺ τὸ οὐσιαστικόν του ἐπιχείρημα. Ἀλλὰ τὸ οὐσιαστικὸν αὐτὸ ἐπιχείρημα ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι διὰ τῆς συμβάσεως οὐδενὸς δικαιώματος στεροῦνται οἱ ἁμαξηλάται, πρῶτον διότι δύνανται νὰ ἀγοράσουν αὐτοκινήτους ἁμάξας καὶ ν’ ἀντικαταστήσουν δι’ αὐτῶν τὰς ἁμάξας, τῶν ὁποίων ποιοῦνται χρῆσιν σήμερον· ἐρωτῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἐντὸς τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν γνωρίζει πολλὰς ἁμάξας, αἱ ὁποῖαι κάμνουν δρομολόγιον μὲ ἐπιβάτας, οἱ ὁποῖοι πληρώνουν τόσον τὴν θέσιν, ὥστε νὰ λέγῃ ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις τοιούτων ἁμαξῶν, ἀλλὰ, κατὰ τὸ λεγόμενον, «εἶναι ἐλεύθερος ὁ τύπος φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ»; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐν Ἀθήναις λειτουργοῦσιν ἅμαξαι λαμβάνουσαι ἐπιβάτας μὲ θέσιν, ἐκτὸς τῶν vis-à-vis; Ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει ὑπάρχει καὶ ἄρθρον ῥητὸν, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἵνα ἐντὸς τῶν πόλεων κάμνῃ χρῆσιν τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν. Πλὴν τούτου ἤκουσα ἐντεῦθεν λεγόμενον, ἐν γνώσει δῆθεν τῶν συμβαινόντων ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι ἐκεῖ δὲν δίδεται καμμία βοήθεια ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ὅτι ἤθελε φρίξει τις, ἐὰν ἡ ἰδέα τοῦ προνομίου ὑπεστηρίζετο· ἀλλ’ ἐγὼ γινώσκω, ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ, τὴν ὁποίαν παριστάνετε ὡς τόπον, ὅπου ἤθελε φρίξει ὁ κόσμος, ἂν τοιοῦτόν τι ἐγίνετο, ἔκαμον κἄτι τι χειρότερον ἀπὸ ἡμᾶς· ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ Νομαρχιακόν τι Συμβούλιον ἀπεφάσισεν, ὅπως δώσῃ ἐπιχορήγησιν 500 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον διὰ μίαν γραμμὴν 34 χιλιομέτρων, μέρος δὲ τῆς ἐπιχορηγήσεως ταύτης, τὰ 3/6 πρόκειται τὸ Κράτος νὰ ἀναλάβῃ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, ὅταν συζητῶμεν, νὰ μὴ μεταχειριζώμεθα ἐπιχειρήματα πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ προξενήσωμεν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς ἀκροατάς· νὰ μὴ λέγωμεν, ὅτι ἤθελον φρίξει ἐν Γαλλίᾳ οἱ οἰκονομολόγοι, ἂν ἤθελον ἀκούσει τοιοῦτόν τι. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἶναι ἄφθονα, εἶναι πολλὰ καὶ διάφορα, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ δίδωσιν ἐπιχορηγήσεις, ὅπως αὐξήσωσι τὰ μέσα ταῦτα τῆς συγκοινωνίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιθυμητὸν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, καὶ εἴμεθα ἄξιοι ἐπικρίσεως, ὅταν προσπαθῶμεν νὰ κατορθώσωμεν τοῦτο ἄνευ ἐπιχορηγήσεως; Διὰ τῆς συμβάσεως παραχωροῦμεν προνόμιον, τὸ ὁποῖον δὲν βλάπτει τοὺς ἁμαξηλάτας, διότι οὐ μόνον ἐπιτρέπεται καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ ἔχωσιν αὐτοκινήτους ἁμάξας, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κίνησιν τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, τῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἐντὸς τῶν πόλεων. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἦναί τις ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀναβολὴν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἡ ἀναβολὴ συμβάσεως, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ συντελεῖ εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας.
§261Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται διὰ τῆς συμβάσεως ἡ δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν συγκοινωνία ἐντὸς τῶν πόλεων. Πρωτίστως δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ συγκοινωνίας ἐν ταῖς πόλεσι ταύταις μόνον. Πρόκειται περὶ πάντων τῶν μερῶν, ὅπου ὑπάρχουσιν ἅμαξαι. Εἰς πάσας δὲ σχεδὸν τὰς ἄλλας πόλεις τῆς χώρας αἱ ὑπάρχουσαι ἅμαξαι κυρίως χρησιμεύουσιν ὡς φορτηγοί, ὅπως μεταβιβάζωσιν ἐπιβάτας καὶ μεταφέρωσιν ἐμπορεύματα ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν ἢ χωρίον. Λέγει δὲ ἡ σύμβασις, ὅτι αἱ αὐτοκίνητοι ἅμαξαι δύνανται νὰ χρησιμεύωσι καὶ ὡς φορτηγοί, κινούμεναι μάλιστα ἐν ἀνάγκῃ καὶ ὑπὸ ἄλλης ἁμάξης, ὅπου νὰ ἐνεργῇ ἡ κινητήριος δύναμις· θὰ ἦναι δηλαδὴ εἶδος ἱπποσιδηροδρόμου ἄνευ ἐλασμάτων. Εἰς τὰς πλείστας ἄρα τῶν πόλεων αἱ ἅμαξαι δὲν χρησιμεύουσι διὰ τὴν ἐντὸς αὐτῶν συγκοινωνίαν, ἀλλὰ διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων πρὸς ἄλληλα. Αὕτη δὲ ἡ συγκοινωνία ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ἁμαξηλάτας. Ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν διὰ τῆς συμβάσεως δὲν ἀπαγορεύεται ἡ συγκοινωνία διὰ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν εἰς τὸν ἀνάδοχον, δύναται μόνον ν’ ἀπαγορευθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς κεντρικὰς ὁδοὺς, ὡς αἱ ὁδοὶ Αἰόλου, Ἑρμοῦ, Σταδίου κλπ. Ἀλλὰ ὑπολείπονται αἱ διάφοροι συνοικίαι τῶν Ἀθηνῶν, ἡ Νεάπολις, ἡ Πλάκα, τὸ Γεράνιον, ὧν ἡ πρὸς ἀλλήλας συγκοινωνία ἐπιτρέπεται διὰ τοῦ προνομίου, ἀποκλειομένων δηλαδὴ τῶν ἁμαξηλατῶν τῶν ἄλλων. Παρέχοντες δὲ νῦν νομοθετικῶς μετὰ τόσης εὐκολίας τὸ προνόμιον, δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν, ἂν θὰ δυνηθῶμεν διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ παρακωλύσωμεν τὴν καὶ εἰς τὰς κεντρικὰς ὁδοὺς διὰ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν συγκοινωνίαν ἐν τῷ μέλλοντι, ἂν θὰ παρακωλύσωμεν καὶ τὰς ἐνδεχομένας κακὰς συνεπείας, περὶ ὧν προβλέπουσα ἡ σύμβασις ἀφίνει τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ μήπως αἱ ἅμαξαι τῶν Ἀθηνῶν συντηροῦνται διὰ μόνης τῆς ἐντὸς τῆς πόλεως συγκοινωνίας; Συντηροῦνται καὶ διὰ τῆς μεταξὺ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν διαφόρων περιχώρων συγκοινωνίας, πρὸς τὴν Κηφισιὰν, καθ’ ὑπόθεσιν, τὸν Μαραθῶνα καὶ λοιπὰ ἄλλα περίχωρα. Διὰ τοῦ παρεχομένου δὲ προνομίου ἀπαγορεύεται τοῦ λοιποῦ εἰς ἄλλους ἁμαξηλάτας ἡ μεταξὺ τῶν Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων συγκοινωνία δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν. Ἀλλὰ λυποῦμαι κυρίως, διότι ὁ τόσον ὀξύνους ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐνόησεν, ὡς εἶπε, τὴν θεωρίαν μου, ἐφ’ ἧς στηριζόμενος ἀπέκρουσα τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου χορηγούμενον προνόμιον. Ἴσως ἡ θεωρία ἦτο ὑψηλὴ, οὐχὶ ἐξ ἐμοῦ ὑψηλὴ, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες διδάσκουσι ταύτην. Θὰ τὴν καταβιβάσω ὀλίγον χαμηλότερον. Ἡ θεωρία εἶναι ἡ ἑξῆς. Διὰ νὰ δοθῇ προνόμιον, ὅπου εἶναι δυνατὸς ὁ διαγωνισμὸς, τοῦτο δηλοῖ, ὅτι ὁ καταναλωτὴς θὰ πληρώσῃ πλειότερον παρ’ ὅσον ἄνευ τοῦ προνομίου θὰ ἐπλήρωνεν. Ἄλλως οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν ἡ παροχὴ προνομίου. Διὰ νὰ ἐπιτρέπηται δὲ νὰ δοθῇ προνόμιον, πρέπει διὰ τοῦ προνομίου νὰ προσγίγνηται ὠφέλειά τις εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἐρωτῶ δὲ, ποῦ ὑπάρχει ἡ ἰδιαιτέρα ὠφέλεια, ἡ ἐκ τοῦ προνομίου προσγινομένη; Ἂν θὰ ὑπάρξῃ ὠφέλεια διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἄνευ προνομίου, ἀφοῦ εὑρίσκοντες συμφέρον θὰ θελήσωσι καὶ θὰ δύνανται νὰ εἰσαγάγωσι τοιαύτας οἱ ἁμαξηλάται. Κατ’ ἀντίθεσιν τούτου εἶπον, ὅτι δίδεται, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ δοθῇ προνόμιον εἰς τοὺς σιδηροδρόμους. Διατί; Διότι ἐνταῦθα ὁ διαγωνισμὸς παραβλάπτων καταστρέφει ἐθνικὰ κεφάλαια. Εἶπον ὅτι, ὅπου ὑπάρχει μία γραμμὴ σιδηροδρόμου, ὑπηρετοῦσα δύο σημεῖα, ἂν γείνῃ καὶ δευτέρα γραμμή, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γίνεται ἄσκοπος θυσία χρηματικῶν κεφαλαίων. Διότι ἡ πρώτη γραμμὴ ἐπαρκεῖ ἄνευ τῆς δευτέρας. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐπετρέπετο ἄνευ προνομίου τῆς πρώτης νὰ γείνῃ δευτέρα, ἡ ἕνωσις ἀμφοτέρων τῶν ἑταιρειῶν ἕνεκα τοῦ συμφέροντός των θὰ κατέληγεν εἰς ἓν μονοπώλιον. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τὸ Κράτος, ὅταν μάλιστα αἱ ἑταιρεῖαι δὲν ἔχωσι συμφέρον αὐταὶ νὰ κατασκευάσωσι σιδηροδρόμους, διότι δὲν εἶναι βέβαιαι περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐπιχειρήσεώς των, παρέχει ἐπικουρίαν καὶ ἐν ἀνάγκῃ ἐξασφαλίζει εἰς τὰς ἑταιρείας αὐτὰς ποσοστόν τι τόκου ἐπὶ τῶν καταβληθέντων κεφαλαίων των. Οὕτω δὲ προσελκύουσαι αἱ Κυβερνήσεις τὰ κεφάλαια τὰ μεγάλα τῶν ἑταιρειῶν παρέχουσιν εἰς αὐτὰς τὸ προνόμιον, ὅπως αὗται τουλάχιστον ἐν τῷ μέλλοντι κερδήσωσιν, ὅταν τὸ παρὸν δὲν ἐξασφαλίζῃ αὐταῖς μεγάλα κέρδη. Πράττουσι δὲ οὕτως αἱ Κυβερνήσεις ἕνεκα τῆς μεγάλης ὠφελείας τῆς διὰ σιδηροδρόμων συγκοινωνίας, διότι ἀδύνατον εἶναι τὰ μικρὰ κεφάλαια νὰ ἐπιτύχωσι μεμονωμένα τὴν διὰ σιδηροδρόμων συγκοινωνίαν. Ἀναγκάζονται διὰ τοῦτο αἱ Κυβερνήσεις χάριν τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας ταύτης νὰ δίδωσι προνόμια...
§262Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλη βάσις τώρα. Ὁμολογῶ, ὅτι αὕτη εἶναι νέα βάσις, δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε.
§263ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνάλυσις τῆς βάσεως ἐκείνης, καίτοι δὲν μοὶ ἀπαγορεύει νὰ προσθέσω καὶ ἄλλην βάσιν. Διὰ τοὺς ὁμοίους λόγους δίδομεν καὶ τὸ προνόμιον εἰς τοὺς ἱπποσιδηροδρόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἔχομεν πρόδηλον τὴν ὠφέλειαν τῆς εὐθηνίας, διότι ἀναγκαζόμενος ἄλλοτε νὰ δίδω πρὸς μετάβασιν ἀπὸ θέσεως εἰς θέσιν δραχμὴν μίαν εἰς ἅμαξαν, σήμερον δίδω μόνον δέκα λεπτά, δυνάμενος νὰ συντομεύσω τὸν χρόνον διὰ 10 μόνον λεπτῶν· ὁ δὲ χρόνος εἶναι χρῆμα.
§264Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατὶ δὲν δίδετε προνόμια εἰς τὰ visà-vis;
§265ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ vis-à vis εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου. Δὲν προηγήθησαν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπηκολούθησαν αὐτόν...
§266Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἄνθρωπος θεωριῶν. Ἂν λοιπὸν τὰ vis-à-vis εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ προνομίου τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου, ἐγὼ θὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι μετὰ τὸ προνόμιον τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν θὰ εὑρεθῇ μέσον συγκοινωνίας εὐθηνότερον τοῦ μέσου τῆς δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνίας.
§267ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ vis-à vis εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου, ἀποτέλεσμα ὅμως τυχαῖον. Ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι, ὥστε νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐδώκαμεν προνόμιον τοῖς σιδηροδρόμοις, ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἡ βελτίωσις δι’ ἄλλων μέσων τῆς συγκοινωνίας. Μοὶ λέγετε περὶ τῶν vis-à-vis, διατὶ δὲν δίδομεν προνόμιον, καὶ σᾶς ἀπαντῶ: δὲν δίδομεν δι’ ὃν λόγον ζητοῦμεν νὰ μὴ δοθῇ καὶ εἰς τὰς αὐτοκινήτους ἁμάξας. Τὰ vis-à-vis ἔγειναν μετὰ τὸν ἱπποσιδηρόδρομον. Ἂν ταῦτα προϋπῆρχον αὐτοῦ, ἂν εἶχον τὸ προσὸν τῆς εὐθηνίας καὶ τῆς ταχύτητος τῆς συγκοινωνίας τῆς γιγνομένης διὰ τοῦ Τρὰμ, βεβαίως δὲν θὰ ἐδίδομεν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Τρὰμ προνόμιον, διότι οὐδεμίαν πρόσθετον ὠφέλειαν θὰ παρεῖχον. Ὁμιλῶν δ’ οὕτω περὶ τῶν vis-à-vis καὶ περὶ τοῦ Τρὰμ, δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μόνον τὴν γραμμὴν ἀπὸ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας μέχρι τῆς τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν γραμμῶν τοῦ Τράμ. Ἂν δὲ, ἐπαναλέγω, ἠδυνάμεθα μετὰ τῆς αὐτῆς εὐθηνίας καὶ ταχύτητος νὰ ἐνεργῶμεν ἄλλως τὴν ὅλην συγκοινωνίαν, τὴν γιγνομένην διὰ τοῦ Τρὰμ, βεβαίως δὲν θὰ ἐδίδομεν εἰς αὐτὸ τὸ προνόμιον. Καὶ λόγου γιγνομένου περὶ τοῦ Τρὰμ, σᾶς ὑπενθυμίζω πῶς ἡ σύμβασις ἐφαρμόζεται ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργείων, ἡ μετὰ τοῦ Τράμ. Νομίζετε ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ τελειότερον μία σύμβασις μετὰ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν; Μὴ δίδετε, κύριοι Βουλευταί, τὸ προνόμιον τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, διότι οὐδὲν ἄλλο θὰ κατορθώσητε ἢ νὰ καταστήσητε πρὸς τούτοις εἰς μίαν μεγάλην ἑταιρείαν καὶ εἵλωτας πάντας τοὺς ἁμαξηλάτας καὶ καρραγωγεῖς τῆς χώρας. Παντοῦ καὶ πάντοτε, ἐνῷ σκέπτονται περὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, πῶς νὰ γίγνηται μεγαλειτέρα, ταυτοχρόνως δὲν παραβλέπουσι, πῶς καὶ καταλληλοτέρα νὰ γίνηται ἡ διανομὴ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ, ἐνῷ διὰ τοῦ προνομίου τοῦ παρεχομένου εἰς τὰς αὐτοκινήτους ἁμάξας δὲν ἀναπτύσσετε οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ταυτοχρόνως, πρὸς ζημίαν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν, παραβλάπτετε τὴν ὑφισταμένην διανομὴν τοῦ εἰσοδήματος μεταξὺ τῶν διαφόρων μελῶν τοῦ αὐτοῦ ἐπαγγέλματος. Ἀνισωτέρα δὲ εἶναι ἡ διανομὴ τῶν δι’ ὡρισμένης συγκοινωνίας ἐπιγιγνομένων κερδῶν, ὅταν ὑφίσταται μία μεγάλη ἑταιρεία καὶ ἡμερομίσθιοι ἐργάται, παρὰ ὅταν ὑφίστανται μεμονωμένοι πολλοὶ ἁμαξηλάται καὶ καρραγωγεῖς. Καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ εἴπομεν, ὅτι οὐδαμοῦ τοιαῦτα προνόμια δίδονται ἐν ὁμοίαις περιστάσεσιν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν ἡμῖν παράδειγμα, ὅτι παρεχωρήθη προνόμιον καὶ ἐν Γαλλίᾳ εἰς αὐτοκινήτους ἁμάξας, καὶ δὴ μετ’ ἐπιχορηγήσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ κρίνωμεν τὸ ἐπωφελὲς τὸ ἐκ τοῦ προνομίου, ἔδει νὰ γνωρίζωμεν τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐν Γαλλίᾳ παρεχώρησαν προνόμιον. Διότι ἐπρόκειτο ἐκεῖ περὶ προνομίου ὡρισμένης γραμμῆς. Βεβαίως καὶ παρ’ ἡμῖν, ἂν ἐπρόκειτο νὰ χορηγήσωμεν προνόμιον δι’ ὡρισμένην γραμμὴν, διὰ τὴν γραμμὴν π. χ. ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Ἄρταν, ἠδυνάμεθα νὰ τὸ παραχωρήσωμεν, ἂν πράγματι ὑπῆρχον τοιοῦτοι οἱ ὅροι τῆς μεταβάσεως ἐπιβατῶν καὶ τῆς μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων, οἵτινες ἀπῄτουν τὸ προνόμιον, καὶ μείζονα ἔτι θυσίαν νὰ κάμωμεν. Ἀλλὰ ἡμεῖς γνωρίζομεν τοὺς ὅρους, καὶ πειθόμεθα ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη προνομίου οὐδὲ διὰ τὴν γραμμὴν ταύτην. Τίς οἶδε ποία ἔκτακτος ἀνάγκη—καὶ ὑπάρχουσι καὶ τοιαῦται ἀνάγκαι—ὑπῆρξεν ἡ αἰτιολογία τῆς παροχῆς προνομίου ἐν Γαλλίᾳ δι’ ὡρισμένην γραμμὴν. Δύναται νὰ ἦναι μία ἀνάγκη πολεμικὴ, διοικητικὴ, στρατιωτικὴ, ταχυδρομικὴ ἢ παρομοία ἄλλη. Ὅ,τι ἄρα ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέγα ἐπιχείρημα ἐναντίον τῶν λόγων, ἐφ’ ὧν στηριζόμενοι ἡμεῖς ἀποκρούομεν ὡς ἐπιβλαβὲς τὸ προνόμιον τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ ἆρά γε, παραχωρήσαντες τὴν ὡρισμένην ταύτην γραμμὴν, τὴν παρεχώρησαν ὡς ἡμεῖς ἐπιχειροῦμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, χωρὶς νὰ ζητήσωμεν οὐδ’ ἀσφάλειάν τινα τουλάχιστον παρὰ τῆς ἑταιρείας ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας; Καὶ διατὶ ἐπὶ τέλους, ἂν ἠθέλομεν πεισθῆ, ὅτι ὑπάρχει ὠφέλεια, εἶναι ἀνάγκη νὰ παράσχωμεν τὸ προνόμιον ἄνευ διαγωνισμοῦ; Διατὶ ἀγνοούσης τῆς κοινωνίας τὰς προτάσεις τοῦ ἀναδόχου νὰ σπεύδωμεν τὴν τρίτην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον νὰ ψηφίζωμεν τοιαύτας συμβάσεις, ὧν τὸ περιεχόμενον διατελεῖ ἄγνωστον εἰς πάντας, ἐνῷ ἔδει νὰ ἦναι πρὸ πολλοῦ γνωστὸν τοῦτο, ὅπως δυνηθῶμεν τοὐλάχιστον νὰ παράσχωμεν τὸ προνόμιον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θὰ προτείνῃ ἡμῖν τοὺς μᾶλλον συμφέροντας εἰς τὸ Κράτος ὅρους; Ποῖον τὸ μόνον ἀντάλλαγμα, ὅπερ παρέχει ἡ σύμβασις ἀντὶ τοῦ παρεχομένου προνομίου; Δίδει μίαν θέσιν εἰς ἕκαστον τῶν Βουλευτῶν δωρεὰν εἰς τὰς αὐτοκινήτους ἁμάξας! Ἀλλ’ ἡ σύμβασις, τοιαύτη οὖσα καὶ τοιαῦτα περιέχουσα, ἀποτελεῖ ὕβριν κατὰ τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀναγκάζει ἡμᾶς μετ’ ἀγανακτήσεως μάλιστα νὰ καταψηφίσωμεν τὸ περὶ κυρώσεως τῆς προτεινομένης συμβάσεως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον.
§268Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι λίαν σοβαρὸν, καὶ πρόκειται νὰ καταδικάσωμεν 20 χιλιάδας ἁμαξηλάτας εἰς ἀπραξίαν, ἡ δὲ παροῦσα ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος, διὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἡ Βουλὴ, προβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρα 2 καὶ 40′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).