1899.07.02
3.113 στίχοι · 23.978 λέξεις · 314 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67
τῆς 2 Ἰουλίου 1899.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 15′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτροπὴ δημοδιδασκάλων τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ ἐπαναχθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ ͵ΒΠΕʹ νόμος τοῦ 1892 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐκ Λαρίσης πολλοὶ κάτοικοι τηλεγραφικῶς παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ληφθῶσι τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἀναστολὴν τῶν κατασχέσεων τῶν περιουσιῶν τῶν γεωργῶν Θεσσαλίας. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μπλεμενιάνου τοῦ δήμου Κυπαρισσίας δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως χορηγηθῶσιν αὐτοῖς βοηθήματα πρὸς ἀνακούφισίν των ἐκ τῆς παντελοῦς καταστροφῆς, ἣν ἐκ τῶν τελευταίων σεισμῶν ὑπέστησαν.
§2ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κάμω λόγον γενικώτερον περὶ τῶν παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ καὶ γενικῶς ἐν Τριφυλίᾳ, καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ παρασχεθῶσιν αὐτοῖς βοηθήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἤδη λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω εἰδικώτερον περὶ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μπλεμενιάνου, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τὰς μεγαλειτέρας καταστροφάς. Εἴκοσι περίπου εἰσὶν αἱ οἰκίαι τοῦ χωρίου τούτου, ἅπασαι δὲ κατέρρευσαν, συμπαρασύρασαι πάντα τὰ πράγματα καὶ ἀποταμιεύματα, ἅτινα ἀπετέλουν τὴν κινητὴν περιουσίαν τῶν κατοίκων. Οἱ κάτοικοι τούτου ἀπὸ πέντε ἤδη μηνῶν παραμένουσιν ἄνευ μέσων ὑπάρξεως καὶ ἄστεγοι, καὶ κατατρύχονται ὑπὸ διαφόρων νόσων. Ἐπέστη ἡ στιγμή, καθ’ ἣν νομίζω ὅτι πρέπει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ πρόνοιαν σύντονον περὶ τῶν κατοίκων αὐτῶν, ἀφοῦ καὶ οἱ πίνακες τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀποσταλείσης εἶναι ἤδη ὑποβεβλημένοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Φρονῶ ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ληφθῇ μία πρόνοια καὶ περὶ αὐτῶν. Γνωρίζω ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον εἶναι ἐξηντλημένον ἐκ τῶν χορηγιῶν, αἵτινες ἐδόθησαν εἰς τοὺς δυστυχεῖς Θεσσαλοὺς, εἰς τῶν ὁποίων τὴν χώραν εἰσήλασαν τὰ στρατεύματα τοῦ Ἐτὲμ, ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῶν χωρικῶν τῆς Κυπαρισσίας εἶναι ἔτι χείρων, διότι ἐπὶ τέλους ἐκ τοῦ ὀλέθρου τοῦ Ἐτὲμ δύναταί τις νὰ διασώσῃ τι, ἀλλ’ ἐκ σεισμοῦ καταστρεπτικοῦ οὐδὲν δύναται νὰ διασώσῃ. Ἡ δαπάνη, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀνάγκη νὰ ποιήσηται, εἶναι ἀσήμαντος, ἀλλὰ διὰ τοὺς χωρικοὺς τούτους θὰ συντελέσῃ εἰς ἀνακούφισιν καὶ σωτηρίαν. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἢ ὀλίγης ξυλείας καὶ μικρᾶς χρηματικῆς βοηθείας, ἵνα δυνηθῶσι νὰ πήξωσι καλύβας καὶ διέλθωσιν ἀκινδύνως τὸν ἐπικείμενον χειμῶνα.
§3Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πρᾶγμα ἀληθῶς κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν ἐνέχει σπουδαιότητά τινα, καίτοι πολὺ συχνὰ εὑρίσκεταί τις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ γελάσῃ. Σήμερον π. χ. ἐγὼ παρίσταμαι εἰς τὰς ἡμισείας τῶν ἐφημερίδων ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου περὶ ξένων διοργανωτῶν, εἰς τὰς ἄλλας δ’ ἡμισείας, ὅτι ὑπερμαχῶ, ἐνῷ ἐγὼ οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκηρύχθην, διότι εἶπον, ὅτι ἐπιφυλάττομαι νὰ ἐκφράσω γνώμην μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Εὐτυχῶς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ μένω ἀλώβητος, διότι εἰς τὴν μίαν βεβαίωσιν ἀντισήκωμα ὑπάρχει ἡ ἀντίθετος, οὕτω δὲ σῴζεται ἡ θέσις μου. Ἀλλὰ ἔρχομαι εἰς ἄλλην περίστασιν, ἥτις πολὺ μὲ ἐλύπησε, διότι, ὁσάκις ὁμιλῶ, ἀποφεύγω τὰ προσωπικά. Ὁσάκις ὡμίλησα περὶ θεμάτων, εἰς ἃ δυνατὸν νὰ ἐνέχωνται καὶ πρόσωπα, οὐδέποτε ὠνόμασα αὐτά. Εἶχον ὁμιλήσει περὶ τοῦ θέματος τῶν δαπανῶν ὑπὲρ τοῦ γραμματέως τοῦ πρίγκιπος Γεωργίου, οὐ μόνον δὲ πρόσωπα δὲν ὠνόμασα, ἀλλὰ καὶ ἐδήλωσα ῥητῶς, ὅτι ἡ περὶ τῆς δαπάνης ἐπίκρισίς μου εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος πρὸς τὸ πρόσωπον, ὅπερ τιμῶ. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν ἐφημερίδων ἡ περίληψις τῆς ἀγορεύσεώς μου δεκάκις ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου. Τὸ πρᾶγμα εἶναι κακὸν, διότι θίγει τὰς ἐν τῇ κοινωνίᾳ σχέσεις, καὶ γεννῶνται παρεξηγήσεις. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ταῦτα πάντα δὲν προέρχονται ἐκ κακῆς προαιρέσεως, ἀλλ’ ὅτι συμβαίνουσιν οὕτω εἴτε διότι ὁ τηρῶν πρακτικὰ δημοσιογράφος δὲν ἀντελήφθη καλῶς τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα, εἴτε διότι εἶναι κακὴ ἡ θέσις τοῦ θεωρείου, εἴτε διότι δὲν καταβάλλεται ἡ προσήκουσα προσοχή. Ἐπειδὴ δὲ πάντοτε αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ γράψωσι πρὸς δημοσίευσιν πρακτικὰ, ὅπου δὲν ἀντελήφθησαν καλῶς, πολλάκις οἱ πρακτικογράφοι συμπληροῦσι κατ’ εἰκασίαν τὰς ἀγορεύσεις, ἡ δὲ εἰκασία συχνὰ συμβαίνει νὰ μὴ ἀποδίδῃ τὰ πράγματα ἀκριβῶς, ὅπως ἐρρήθησαν. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ περὶ θεραπείας, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εὗρε τὴν ἁρμόζουσαν λύσιν διὰ τῆς δευτέρας αὑτοῦ προτάσεως. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὸ παράδειγμα ἄλλων Βουλῶν, νὰ ὁρίσῃ ἕνα εἰδικὸν συντάκτην συνοπτικῶν πρακτικῶν, νὰ εὕρῃ πρόσωπον, ὅπερ νὰ ἐμπνέῃ πεποίθησιν εἰς ἀμφοτέρας τὰς μερίδας περὶ συντάξεως τῶν πρακτικῶν ἀμερολήπτου, ὡς οἱ στενογράφοι. Δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκλέξῃ τοιοῦτον συντάκτην, ὅστις θέλει ἐπιφορτισθῆ, διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἑσπέραν νὰ συντάττῃ σύντομα πρακτικά, ἅπερ διδόμενα νὰ δημοσιεύωνται ὁμοιομόρφως εἰς πάσας τὰς ἐφημερίδας. Τότε τὰ πρακτικὰ θὰ λέγωσι περίπου ὅ,τι εἴπομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, οἱ δὲ ἐφημεριδογράφοι ἃς ἐπιφέρωσιν ἐπ’ αὐτῶν γνώμας κατὰ τὰς συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν θὰ παριστάμεθα ἡμεῖς λέγοντες πράγματα, δι’ ἃ ἐνίοτε καὶ ἐρυθριῶμεν, διότι, ὡς γράφονται διεστραμμένα, πολλάκις κατ’ ἐμαυτὸν εἶπον, ὅτι οὐδὲν παράδοξον, ἂν οἱ ἀναγινώσκοντες αὐτὰ οὕτως ἔχοντα νομίσωσι τὸν ἀγορεύοντα ἢ ἀνόητον ἢ ἀνάγωγον. Ὅταν οἱ δημοσιογράφοι ἴδωσιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Βουλῇ πρακτικογράφοι δι’ αὐτοὺς ἐργαζόμενοι, θέλουσι βεβαίως εὐχαριστηθῆ, διότι οὕτω θέλουσιν ἀπαλλαχθῆ καὶ κόπου καὶ δαπάνης.
§5Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ θέμα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς· ἀπόδειξις δὲ τούτου, ὅτι, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον ἐγὼ παρακάθημαι ὡς Βουλευτὴς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν ὑπάρχει σχεδὸν σύνοδος Βουλῆς, καθ’ ἣν νὰ μὴ συνεζητήθη. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἐν προγενεστέρᾳ ἐποχῇ τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, μὴ παρακαθήμενος κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον ἐνταῦθα, δὲν παρέλειπεν ἑκάστοτε νὰ ἀγορεύῃ περὶ τούτου, ὁσάκις ἐλάμβανεν ἀφορμὴν ἐκ τῶν παρεξηγήσεων τῶν πρακτικογράφων τῶν ἐφημερίδων. Βεβαίως πᾶς τις ἐπιθυμεῖ, πᾶν ὅ,τι λέγει νὰ μεταδίδηται ἀκριβῶς διὰ τοῦ Τύπου. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀγορεύοντος, εἶναι ὅμως καὶ ὠφέλιμον ὡς πρὸς τὰς ἐφημερίδας, διότι πᾶς τις σχηματίζει τὴν ἰδέαν περὶ αὐτῶν, ὅτι ἐπακριβῶς ἀκολουθοῦσι τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φαντασθῶ, ὅτι, ἐὰν ἐν ταῖς ἐφημερίσι γράφωνται παραμεμορφωμένα τὰ πρακτικὰ, τοῦτο γίνεται ἀπὸ σκοποῦ, ἐπειδὴ τοιουτοτρόπως ἤθελέ τις καταβιβάσει βεβαίως τοὺς συντάκτας καὶ τοὺς διευθυντὰς τῶν ἐφημερίδων. Εἴτε λοιπὸν ἡ διασκευὴ τοῦ Βουλευτηρίου, εἴτε ὁ θόρυβος, ὁ συνήθως γινόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁσάκις μάλιστα συζητῶνται ζητήματα μὴ κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, ἰδοὺ, νομίζω, τὰ αἴτια, ὧν ἕνεκεν οἱ πρακτικογράφοι τῶν ἐφημερίδων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιλαμβάνωνται ἐπακριβῶς τῶν λεγομένων. Ἀγαπητὸς συνάδελφος, ὁ ἐκ Ψαρῶν Βουλευτὴς, μὲ διαβεβαιοῖ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι ἐφημερὶς μεταμεσημβρινὴ, ἡ «Ἑστία», λέγει σήμερον, ὅτι ἐγὼ ἠγόρευσα χθὲς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τῶν ξένων ὀργανωτῶν. Νομίζω, ὅτι πᾶν ἄλλο ἔπραξα. Τί νὰ ὑποθέσω; Ὅτι ἔπραξε τοῦτο, ἵνα βλάψῃ ἐμέ; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἢ δὲν ἤκουσε καλῶς ὁ πρακτικογράφος, ἢ ἐν τῷ πολυασχόλῳ αὑτοῦ δὲν κατέβαλε τὴν δέουσαν προσοχὴν, ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ τῶν πρωϊνῶν ἐφημερίδων, ἵνα ἴδῃ, ὅτι ἐγὼ ἠγόρευσα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ πεποίθησίς μου, παρακαθημένου πολλὰ ἔτη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον πάντα ταῦτα συμβαίνουσιν εἴτε ἐκ τῆς κακῆς διασκευῆς τοῦ Βουλευτηρίου, εἴτε ἐκ τοῦ θορύβου, ὅστις ἐνίοτε γίνεται, εἴτε ἐνίοτε καὶ ἐκ τῆς ἀμελείας τοῦ πρακτικογράφου τῆς ἐφημερίδος. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν πρακτικῶς τὰς δύο προτεινομένας λύσεις, διότι πράγματι καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ὁπωσδήποτε περὶ τοῦ θέματος. Ἐν παλαιοτέρᾳ ἐποχῇ, ὅτε τὰ πολιτικὰ κόμματα πάντα εἶχον ἀντιπροσώπους ἐν τῷ Τύπῳ, τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο σπουδαῖον. Ἀλλὰ σήμερον ὁ Τύπος γενικῶς, ἐκτὸς ἑνὸς φύλλου, σχεδὸν δὲν ἀνήκει εἰς δρῶντα πολιτικὰ κόμματα τῆς χώρας. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤθελον εὐχηθῆ, τὰ πολιτικὰ κόμματα νὰ εἶχον, ὅπως ἐν παλαιοτέρᾳ ἐποχῇ, ἴδια δημοσιογραφικὰ φύλλα, καὶ διὰ τοῦτο οὐδαμῶς κωλύομαι νὰ συγχαρῶ τὸν ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴν, ὅστις ἐν τῇ μακρᾷ αὑτοῦ πείρᾳ ὀρθῶς ἔγνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κόμμα τι νὰ ἐπιδρᾷ οὐσιωδῶς, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἴδιον φύλλον ἐν τῷ Τύπῳ. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω τὰς ἐφημερίδας ἐκείνας, αἵτινες λέγουσιν, ὅτι εἰσὶν ἀνεξάρτητοι. Ἐὰν ἦναι τῳόντι ἀνεξάρτητοι, τοῦτο εἶναι θέμα, αὐτὰς ἐνδιαφέρον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα ὑπέρτατον συμφέρον ἔχουσι, καὶ δέον νὰ ἔχωσιν, ὅπως τὰς ἰδέας αὑτῶν, τὰς ἐκτιθεμένας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διαδίδωσιν ἀνὰ τὴν χώραν διὰ Τύπου ἀνήκοντος καθαρῶς εἰς αὐτά. Ἀλλ’ ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις. Ἐγένετο λόγος, ὅπως τὸ Προεδρεῖον, ἢ τέλος πάντων ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ πρόσωπόν τι, ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας ἐπὶ μεροληψίᾳ, εἰς ὃ νὰ ἀνατεθῇ ἡ σύνταξις τῶν πρακτικῶν, καὶ ἡ δημοσίευσις αὐτῶν διὰ τῶν ἐφημερίδων. Ἐρωτᾶται πρῶτον, θέλουσι δεχθῆ αἱ ἐφημερίδες νὰ καταχωρίζωσι τὰ τοιαῦτα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς; Καὶ ἂν δὲν δεχθῶσι, τίς δύναται νὰ ἐξαναγκάσῃ αὐτὰς πρὸς τοῦτο; Ἐὰν βεβαίως δεχθῶσιν αἱ ἐφημερίδες νὰ δημοσιεύωσιν τὰ τοιαῦτα πρακτικὰ, δύναταί τις, πρὸς στιγμὴν ὅμως, νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ πρᾶγμα διορθοῦται. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δεχθῶσι, δέον νὰ ἐξετάσωμεν, τί δύναται νὰ συμβῇ. Πρῶτον ὁ πρακτικογράφος τῆς Βουλῆς θέλει συντάσσει τὰ πρακτικά. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι εὐθὺς τῇ ἑπομένῃ ἡμέρᾳ τῶν πρώτων πρακτικῶν θέλει ἐγερθῆ συζήτησις, ὅτι οὐχὶ ἀμερολήπτως συνετάχθησαν τὰ πρακτικά. Δὲν θέλει δὲ ἴσως εἶναι ἀπὸ σκοποῦ ἡ τοιαύτη κακὴ σύνταξις τῶν πρακτικῶν. Ἀλλὰ φυσικὸν εἶναι, ὅταν εἰς ἕνα καὶ μόνον ἄνθρωπον ἀναθέσητε νὰ παρακολουθῇ ἐπὶ 10 καὶ 15 ὥρας ἐνίοτε τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου, ἄνθρωπον μὴ δυνάμενον νὰ ἔχῃ τὴν εἰδικότητα ἐπὶ ὅλων τῶν συζητουμένων ζητημάτων, βεβαίως ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ἐὰν μὴ ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς, ἀλλὰ βεβαίως ἐντὸς τοῦ δευτέρου, θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς μίαν ψυχολογικὴν θεραπείαν. Ἀμέσως λοιπὸν θέλουσιν ἀρχίσει αἱ συζητήσεις τῶν διαφόρων πολιτικῶν μερίδων, ὅτι ὁ πρακτικογράφος συμπαθεῖ περισσότερον πρὸς τὴν μίαν πτέρυγα ἢ πρὸς τὴν ἑτέραν. Δεύτερον ἡμεῖς ζητοῦμεν, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πληροφορῆται ἀκριβέστερον τὰ γινόμενα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐὰν αἱ ἐφημερίδες δὲν ἀναγράφωσι τὰς κατὰ τοιοῦτον τρόπον συντασσομένας συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἐκδώσῃ δὲ, ὡς προετάθη, ἡ Βουλὴ ἐφημερίδα, κατὰ τίνα τρόπον θέλει κυκλοφορήσει τὸ φύλλον τοῦτο; Σήμερον ὑπάρχουσι χιλιάδες ἀναγνῶσται. Πρέπει νὰ ἐπισκεφθῆτε τὰ γραφεῖα τῶν ἐφημερίδων, τῶν ἐχουσῶν μεγάλην κυκλοφορίαν ἐν Ἀθήναις, ἵνα ἴδητε, ὅτι ἡ διεκπεραίωσις ἐκεῖ, καὶ ἡ διεκπεραίωσις μάλιστα ἐν τῷ Πρακτορείῳ τοῦ Τύπου, εἶναι ἐργασία δυναμένη νὰ ἁμιλλᾶται πρὸς τὴν ἐργασίαν Ὑπουργείου. Πληθὺς ὑπαλλήλων πεπειραμένων, εἰδικωτάτων, βιβλία, εὑρετήρια, ἐργασία αὐτόχρημα σπουδαιοτάτη, τιμῶσα δὲ, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸν ἐγχώριον Τύπον. Ποῖος, παρακαλῶ, θέλει ἀναλάβει ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν; Πόσας χιλιάδας ἀντιτύπων θέλει ἐκδίδει ἡ Βουλὴ τῶν τοιούτων πρακτικῶν; Τίνι τρόπῳ θέλει ἐνεργεῖσθαι ἡ κυκλοφορία ὅλων αὐτῶν τῶν φύλλων, ἅτινα τέλος πάντων θέλουσιν ἔχει καὶ τὸ ἐλάττωμα τῆς μονοτονίας; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ δευτέρα γνώμη δυνατὸν βεβαίως νὰ ᾖναι σεβαστὴ, ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς μὴ πρακτική. Θέλετε ἴδει, ὅτι, ἐὰν ἐπιχειρήσητε νὰ ἐκτελέσητε αὐτὴν, ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου θέλετε μεταβάλει γνώμην. Ἐν τούτοις ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ζήτημα δεῖται τῆς ἐμβριθοῦς καὶ τῆς κατεπειγούσης σκέψεως τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, δὲν εὑρίσκω ἄλλην λύσιν, εἰμὴ τὴν πρώτην, ἣν ἄρτι ἔδωκεν ὁ ἐκ Πατρῶν κ. Βουλευτής. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλουσι κωλυθῆ αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν εὑρεθῇ θέσις τις δεξιόθεν τοῦ Προεδρείου, ἐν ᾗ νὰ κάθηνται οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι τῶν ἐφημερίδων. Θέλετε πλησίον τῶν στενογράφων τῆς Βουλῆς;—ὅπερ ἔσται ἄτοπον, διότι θέλει ἐμποδίζει τοὺς στενογράφους τοῦ νὰ ἀκούωσι καλῶς, ὡς ἐκ τοῦ ὀπωσδήποτε μέλλοντος νὰ συμβαίνῃ ἐκεῖ μικροῦ θορύβου·—θέλετε ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου, ἐπὶ ἐξέδρας δι’ αὐτούς;—ὅτε θέλει παύσει καὶ ἡ περιφορὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου, ἥτις εἶναι τὸ κύριον αἴτιον τοῦ διαρκοῦς θορύβου καὶ τοῦ σάλου ἐν τῇ Βουλῇ. — Ὅπωςδήποτε, νομίζω ὅτι δέον νὰ ἐξευρεθῇ χῶρός τις. Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι, οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς νὰ μεταφερθῶσιν εἰς ἄλλην τινὰ θέσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἣν ἀφίνω εἰς τὴν πεῖραν τοῦ Προεδρείου νὰ εὕρῃ, ἐκεῖ δὲ, ὅπου νῦν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, νὰ κατασκευασθῇ εὐρυχωρότερόν τι θεωρεῖον, δεξιόθεν τῷ Προεδρείῳ, ἐν ᾧ νὰ παρακάθηνται οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Τύπου, ὧν τὸ ἔθνος καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει μεγάλην ἀνάγκην. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι, ὅταν τοσοῦτον περίβλεπτον θέσιν λάβῃ ὁ Τύπος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς ἐμπρέπει αὐτῷ, ὅταν ἀποδοθῇ αὐτῷ τοιαύτη εὐκολία καὶ δικαιοσύνη, δὲν θέλομεν εὑρίσκει ἀφορμὴν νὰ παραπονώμεθα κατὰ τῶν πρακτικογράφων τῶν ἐφημερίδων. Τὴν λύσιν ταύτην ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον προκρίνει.
§6Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολὺ διότι οἱ συνάδελφοί μου, παθόντες ἐκ τῶν δημοσιογραφικῶν τραυμάτων, ἀπεδέχθησαν ὅ,τι κατ’ ἐπανάληψιν ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ τῆς δημοσιογραφίας. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποδεχθῶ καμμίαν γνώμην τῶν προλαλησάντων, διότι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἔχῃ οἱαδήποτε ἐξ αὐτῶν τῶν γνωμῶν. Τὸ μόνον πρακτικὸν εἶναι, κατ’ ἐμέ, ἡ σύνταξις τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ὑπὸ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου αὐτῆς, καὶ ἡ διανομὴ αὐτῶν ὑπὸ τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ καταστήματα, ἐν τοῖς ὁποίοις θ’ ἀναγινώσκωνται καὶ ἐξ ὧν θὰ μεταδίδωνται αἱ εἰδήσεις. Καὶ ἠξεύρετε διατὶ δὲν ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα οἱαδήποτε ἄλλη λύσις; διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀβλεψίας ἢ περὶ κακῆς ἀντιλήψεως ἢ περὶ μὴ ἀντιλήψεως, ἀλλὰ πρόκειται, ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, περὶ κακῆς προθέσεως· διότι τίς ἀπὸ τοὺς δημοσιογράφους δὲν μὲ ἀκούει ὁμιλοῦντα; συνεπῶς δὲν δικαιολογοῦνται νὰ μὴ μὲ μνημονεύουν διόλου, ἢ νὰ μὲ μνημονεύουν διὰ τῆς φράσεως «εἷς Βουλευτὴς» ἢ «Μία φωνὴ». Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει ἐκ μέρους των κακὴ πρόθεσις, καὶ κακὴ διάθεσις ἐν τῇ καρδίᾳ των. Ἡ γνώμη λοιπὸν ἡ ἰδική μου εἶναι νὰ δημοσιεύωνται τὰ πρακτικὰ διὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, καὶ ὅσοι θέλουν ν’ ἀναγινώσκουν αὐτὰ, — καὶ εἶναι οἱ πλειότεροι ἐν Ἑλλάδι — θὰ εὑρίσκουν τὴν ἐφημερίδα τῆς Βουλῆς καὶ θὰ τὰ ἀναγινώσκουν. Αὐτὸ δὲ ἦτο καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐξηγήθη οὕτως. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι ἐκδίδεται ἐφημερὶς, περιέχουσα ἀναγραφὴν τῶν ἐν ταῖς συνεδριάσεσι γιγνομένων. Καὶ κατωτέρω, εἰς τὸ ἄρθρον 71, λέγει ὅτι ἅμα τῇ λήξει τῆς Συνόδου δένονται εἰς βιβλίον καὶ ἀποστέλλονται τὰ τεύχη εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ἀλλὰ τότε ἀντὶ νὰ λέγηται Ἐφημερίς, καλλίτερον νὰ λέγηται Ἐπετηρίς. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἀληθὲς πνεῦμα αὐτοῦ εἶναι νὰ διανέμηται ἡ ἐφημερίς, καὶ κατ’ ἔτος νὰ δένηται εἰς τόμον καὶ νὰ στέλληται εἰς τοὺς Βουλευτάς. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ Κανονισμὸς, καὶ οὕτω σωζόμεθα ἀπὸ τὴν διαγωγὴν τῶν δημοσιογράφων.
§7ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Παπαγιαννακόπουλος, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ νὰ λάβῃ ἐπ’ αὐτοῦ ὁριστικὴν ἀπόφασιν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων γίνεται ἡ διαστροφὴ τῶν λεγομένων ἑκάστοτε ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν· διότι ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, νομίζων ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ κακὴ ἀκουστικὴ τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι λόγοι, τοὺς ὁποίους εἷς ἕκαστος τῶν πρακτικογράφων τῶν ἐφημερίδων ἔχει, ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζουν νὰ διαστρέφωνται ἑκάστοτε οἱ λόγοι τῶν Βουλευτῶν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπωμεν· αὐτὸ γίνεται τακτικῶς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔχομεν ἤδη βεβαιωμένον, ὅτι διαστρέφονται τὰ λεγόμενα ἑκάστοτε ἐνταῦθα, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τὸ διατί. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἤδη, πῶς δυνάμεθα νὰ ἀμυνθῶμεν κατὰ τοιαύτης διαστροφῆς. Ἐκ συμπτώσεως ἤκουσα ἄλλοτε, ὅτι ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἶχε γείνῃ ὑπὸ τοῦ κ. Ζαΐμη, Προέδρου τότε τῆς Βουλῆς, μία μελέτη περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἥτις κατέληξεν εἰς τὴν ἑξῆς γνώμην, ὅτι δύναται νὰ ἐκδίδηται ἐπίσημος ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς ἑκάστην πρωΐαν· δυσκολίαν μόνον εἰς τοῦτο παρουσίαζον αἱ συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι παρατείνονται μέχρι τῆς πρωΐας. Ἀλλ’ ἡ στατιστικὴ τῶν τοιούτων συνεδριάσεων ἀπέδειξεν, ὅτι αὗται εἶναι ὀλίγισται εἰς ἑκάστην Σύνοδον...
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοῦτο γίνεται καθ’ ἑκάστην ἤδη.
§9ΧΟΪΔΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον γίνεται τώρα· ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι αἱ συνεδριάσεις δὲν παρατείνονται ποτὲ πέραν τοῦ μεσονυκτίου ... Ἡ ἔκδοσις τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ τοῦτο τὸ καλὸν, ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς θὰ δύναται νὰ ἐπιθεωρῇ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ὁριστικὴ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεγομένων περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐγὼ νομίζω, καὶ τοῦτο προτείνω, νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ διορίσῃ μίαν τριμελῆ ἐπιτροπὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὸν κ. Ζαΐμην, ὁ ὁποῖος, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τότε, εἶχε κάμῃ τὴν μελέτην, περὶ ἧς εἶπον, καὶ ἔχει τὰ στοιχεῖα αὐτῆς, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ παρουσιάσῃ ἓν ὁριστικὸν μέτρον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§10Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος συνάδελφος. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ λήψεως μέτρου σχετικῶς πρὸς τὴν δημοσίευσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, διότι ἤδη εὑρισκόμεθα περὶ τὸ τέλος αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου αὐτῆς καὶ τῆς νέας γένηται μελέτη καὶ καταρτισθῇ καὶ τὸ ἰδιαίτερον προσωπικὸν, τὸ ἀναγκαῖον ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, καὶ εὑρεθῶσι δύο ὑπάλληλοι ἀποκλειστικῶς ἀφοσιωθησόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἡ δημοσίευσις τῶν πρακτικῶν, ἂν ὄχι τὴν ἑπομένην ἑκάστης συνεδριάσεως, ἀλλὰ βεβαίως τὴν μεθεπομένην· δύναται ὅμως καὶ τὴν ἑπομένην νὰ κατορθωθῇ· εἶναι δὲ ἀπαραιτήτως χρήσιμον τοῦτο. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ παραπονεθῶ ποτὲ διὰ τὴν μὴ πιστὴν ἀναγραφὴν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεγομένων· ἐὰν εἴπω τι εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἔχω καὶ πολλὰς ἀξιώσεις νὰ βλέπω τοὺς λόγους μου δημοσιευομένους. Ἐν τούτοις, ἵνα ἀντιληφθῇ ἡ Βουλὴ κάλλιον τῆς διαστροφῆς, ἡ ὁποία γίνεται — ἀκουσίως βεβαίως τῶν δημοσιογράφων — ἐν τῇ δημοσιεύσει τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἀναφέρω τοῦτο. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο ἄλλοτε ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ 1894, καὶ κατὰ μίαν συνεδρίασιν τῶν ἀρχῶν τοῦ Δεκεμβρίου ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν «οἱ καταστατικοὶ πίνακες τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ», οἱ ὁποῖοι συνήθως ἐξεδίδοντο τότε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὴν 1 Ὀκτωβρίου, καὶ περιεῖχον ὅλην τὴν κίνησιν τὴν στρατιωτικήν. Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι «ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Παπαμιχαλόπουλος συνέστησε νὰ διανεμηθῇ καὶ ἐφέτος τὸ σύνηθες βοήθημα εἰς τὰς πένητας τῆς πόλεως» (ἱλαρότης). Αὐτὰ πλέον πρέπει ὁμολογουμένως νὰ λείψουν.
§11ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὸ Κοινοβούλιον, — δὲν λέγω διὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, — ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις, καθ’ ὃ δημοσιογράφος. Τὰ παράπονα τῶν συναδέλφων, ὅτι δὲν ἀποδίδονται πιστῶς ὑπὸ τοῦ Τύπου αἱ ἀγορεύσεις αὐτῶν, εἶναι εὔλογα, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης εὔλογα καὶ τὰ παράπονα τοῦ Τύπου, ὅτι δὲν παρέχονται εἰς αὐτὸν τὰ μέσα, ὅπως δύνηται νὰ μεταδίδῃ πιστῶς τὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ γινόμενα. Τὰ λεχθέντα ἐνταῦθα περὶ Τύπου κομματικοῦ καὶ περὶ σκοπίμου διαστροφῆς τῶν λεγομένων εἶχον τὸν τόπον των ἄλλοτε· σήμερον αἱ ἐφημερίδες δὲν ἀνήκουσιν εἰς κόμμα, καὶ δὲν ἔχουσι συμφέρον, καὶ ἂν ἤθελον ἔχει τὴν πρόθεσιν, νὰ διαστρέφουν τὰς ἀγορεύσεις τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου· διότι συμφέρον αὐτῶν εἶναι νὰ μεταδίδωσι πιστῶς τὰς ἀγορεύσεις, διότι ἔχουσιν ἀναγνώστας ἀνήκοντας εἰς πάντα τὰ κόμματα. Αἱ προτάσεις ὅμως, αἱ ὁποῖαι προεβλήθησαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν, δὲν μοὶ φαίνονται ἀπολύτου ἐπιδοκιμασίας. Ἡ πρότασις περὶ ἐκδόσεως εἰδικῆς Ἐφημερίδος τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς φοβοῦμαι ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστος, καὶ εἶναι ἀνεφάρμοστος· ἄλλως δὲ οἱ Βουλευταὶ ἐνδιαφέρονται νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ἀγορεύσεις των ὄχι μόνον ὑπ’ αὐτῶν τούτων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ κοινοῦ. Τοῦτο ὅμως, καὶ ἂν ἤθελε γείνῃ, δὲν ἤθελεν ἐμποδίσει τὸν Τύπον νὰ παρακολουθῇ τὰς συνεδριάσεις δι’ ἀντιπροσώπων του, καὶ νὰ δημοσιεύῃ τὰ πρακτικὰ, ὡς τὰ ἀντιλαμβάνονται αὐτοί. Ἡ ἑτέρα πρότασις περὶ ἐκδόσεως πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἅτινα νὰ δίδωνται εἰς πάσας τὰς ἐφημερίδας, καὶ αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Πῶς θὰ δύναται εἷς ὑπάλληλος ἢ δύο νὰ κρατοῦν περίληψιν τῶν πρακτικῶν, νὰ δίδουν ἀντίγραφον τῶν περιλήψεων εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐφημερίδων, ὁτὲ μὲν τὸ μεσονύκτιον, ὁτὲ δὲ τὴν 1ην ἢ τὴν 2αν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ὅταν αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐφημερίδων, καίτοι πολλάκις εἶναι δύο καὶ τρεῖς καὶ τέσσαρες καὶ παραμένουν ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ συνεδρίασις, μόλις ἐπαρκοῦσι; Καὶ πῶς δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ τὴν ἔκτασιν τῶν πρακτικῶν, ἅτινα θέλει ἑκάστη ἐφημερὶς νὰ δημοσιεύῃ; Δὲν πρέπει ὅμως καὶ νὰ μᾶς ἐκπλήττῃ ἡ μὴ πιστὴ μετάδοσις ὑπὸ τοῦ Τύπου τῶν ἐν τῇ Βουλῇ γιγνομένων, ὅταν σχεδὸν καθ’ ἑκάστην ἀκούωμεν παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τί εἶναι; Δὲν περιέχουσι παρὰ μίαν φράσιν, ἀποδίδουσαν τὸ νόημα τῆς ἀγορεύσεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν, καὶ ὅμως συχνότατα ἀκούομεν παρατηρήσεις, ὅτι κακῶς ἀποδίδουσι τοῦτο. Σκοπίμως γίνεται τοῦτο, ἐπὶ κακῷ; Ὄχι βεβαίως. Τί μένει λοιπόν; Νὰ χορηγήσωμεν τὰ μέσα εἰς τὸν Τύπον, τὰ ὁποῖα ζητεῖ, ὅπως δύνηται νὰ ἀποδίδῃ πιστῶς τὰ ἐν τῇ Βουλῇ συμβαίνοντα· τὰ μέσα δὲ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἄλλα παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κύριος Λεβίδης, ἡ βελτίωσις τῆς θέσεως, ἀφ’ ἧς παρακολουθοῦσι τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς οἱ δημοσιογράφοι.
§12Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐπρότεινα ἄλλοτε, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
§14ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρὸ 20 ἢ 25 ἡμερῶν...
§15ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι σχετικόν;
§16ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι.
§17Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Πρέπει νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις· ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἡ φροντὶς νὰ εὕρῃ δύο πρακτικογράφους, ἵνα λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό.
§18Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταρτισθῇ μία τριμελὴς ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σκεφθῇ τὸ Προεδρεῖον, τίνι τρόπῳ θὰ διορθωθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη.
§20ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, κατόπιν τόσων ἀγορεύσεων, νὰ σταματήσωμεν μόνον εἰς λόγους.
§21Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν;
§23Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· νὰ διορισθῇ τριμελὴς ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§25Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο.
§27Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἄλλοτε, ὅτε τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος, εἰς οὐδὲν κατέληξεν ἀποτέλεσμα· νομίζω δέ, ὅτι πάντοτε, ὁσάκις τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι παρὰ σπατάλη χρόνου. Διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου.
§28ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Ἀκριβῶς ἵνα ἀποφύγωμεν τὴν σπατάλην τοῦ χρόνου, ἐγὼ ἐπρότεινα νὰ διορισθῇ μία τριμελὴς ἐπιτροπή. Ἐπειδὴ δὲ συνέπεσε νὰ γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης ἔχει καὶ ἑτοίμην ἐργασίαν πρὸς τοῦτο, παρακαλῶ, ἐὰν καὶ ἡ Βουλὴ ἦναι σύμφωνος, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας αὐτῆς.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν...
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω νὰ μὴ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ νὰ σκεφθῆτε ὑμεῖς καὶ ν’ ἀποφασίσητε (διάλογοι).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συστήσω λοιπὸν τριμελῆ ἐπιτροπὴν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
§32ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρὸ εἴκοσιν ἢ εἴκοσι πέντε ἡμερῶν ὑπεβλήθη ἀναφορὰ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὁμοία δ’ ὑπεβλήθη καὶ πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ὑπεβλήθη παρ’ ὁμάδος ποιμένων σκηνιτῶν, διαμενόντων συνήθως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς, ἐξαιτοῦνται δὲ δι’ αὐτῆς οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀποτροπὴν κινδύνου, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀπειλεῖ. Ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις περὶ τίνος πρόκειται. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1847 ὁ μεταφέρων διά τινος δήμου πρᾶγμα ὑποκείμενον εἰς φορολογίαν δημοτικὴν, ἵνα μὴ ὑποβληθῇ εἰς ἕκαστον δῆμον, δι’ οὗ διέρχεται, εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν, ὑπόκειται εἰς διατυπώσεις ὡρισμένας. Ὁ νόμος αὐτὸς λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1847, καὶ ἐπειδὴ ἡ καλὴ πίστις ἐπρυτάνευε, καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅτι οἱ σκηνῖται αὐτοὶ δὲν μετέρχονται τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ τὴν κτηνοτροφίαν, εἰς οὐδενὸς, εἴτε δημοτικοῦ ὑπαλλήλου εἴτε ἐνοικιαστοῦ δημοτικοῦ φόρου, τὸν νοῦν διῆλθε ποτὲ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν φόρον διὰ τὰ ποίμνια, τὰ ὁποῖα τρέφουσιν ὁτὲ μὲν εἰς τὰ θερινὰ, ὁτὲ δὲ εἰς τὰ χειμερινὰ λιβάδια...
§33Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ δημοτικοῦ φόρου;
§34ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον «εἴτε δημοτικοῦ ὑπαλλήλου, εἴτε ἐνοικιαστοῦ δημοτικοῦ φόρου». Τώρα τί συμβαίνει; Ἐπὶ δοκιμῇ, ἐνοικιαστής τις δημοτικοῦ φόρου ἐκίνησε κατὰ δύο ἢ τριῶν ἐξ αὐτῶν τῶν σκηνιτῶν ἀγωγὴν, καὶ τοῖς ζητεῖ φόρον δημοτικὸν διὰ τὰ ἔτη 1893–1896, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι διῆλθον διὰ τοῦ δήμου, τὸν φόρον τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐνοικιάσει αὐτὸς, — ὄχι ὅτι ἔμειναν, ἀλλ’ ὅτι διῆλθον διὰ τοῦ δήμου, καὶ δὲν ἔκαμαν τὰς νομίμους διατυπώσεις, — ἄρα πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πληρωμὴν τοῦ φόρου! Θὰ σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα, ὅτι, ἵνα ἀναχωρήσῃ τις ἀπὸ τὸν δῆμον Λαυρεωτικῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὸ ἄκρον τῆς ἐπαρχίας, ὅπου εἶναι τὰ χειμερινὰ λιβάδια, καὶ τραπῇ πρὸς τὰ θερινὰ, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἴτε εἰς τὴν Πεντέλην, εἴτε εἰς τὸν Μαραθῶνα, εἴτε εἰς τὴν Πάρνηθα, διέρχεται ἀπὸ τέσσαρας δήμους, ἀπὸ τὸν δῆμον Θορικίων, ἀπὸ τὸν δῆμον Κρωπίας, ἀπὸ τὸν δῆμον Μαραθῶνος, ἢ ἀπὸ τὸν δῆμον Ἀχαρνῶν, ἐὰν τραπῇ πρὸς δυσμάς. Οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν αὐτοὶ, σκηνῖται ὄντες, οἱ ὁποῖοι τὸν μὲν χειμῶνα διαιτῶνται ὑπὸ τὰ ψύχη καὶ τὰς βροχὰς, τὸ δὲ θέρος ὑπὸ τὰς καυστικὰς τοῦ ἡλίου ἀκτῖνας, εἰς τὸ ὕπαιθρον, μεταβαίνοντες ἀπὸ τῶν χειμερινῶν εἰς τὰ θερινὰ λιβάδια ἢ καὶ τἀνάπαλιν, διέρχονται ὁτὲ μὲν ἀπὸ δημοσίας ὁδοὺς, ὁτὲ δὲ ἀπὸ γαίας ἀκαλλιεργήτους, καὶ πάντοτε ἀπὸ τὰ ἄκρα τῶν δήμων· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς ἕνα δῆμον καὶ κάμωσι τὰς διατυπώσεις τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένας; Καὶ ποίας διατυπώσεις; Νὰ μεταβῶσι νὰ εἰδοποιήσωσιν ἐγγράφως τὸν δήμαρχον, ἐγγράφως νὰ ὑποβάλωσι σημείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ποιμνίων, καὶ τόσα ἄλλα, καὶ πρέπει ὁ δήμαρχος νὰ εὑρίσκηται εἰς τὰ σύνορα τοῦ δήμου, διὰ νὰ προσέλθωσι πρὸς αὐτὸν, διότι βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰ ποίμνιά των καὶ νὰ μεταβαίνωσι πρὸς ἀνεύρεσίν του ἐντὸς τοῦ δήμου. Ἡ κατὰ τῶν δύο ἢ τριῶν αὐτῶν σκηνιτῶν κινηθεῖσα ἀγωγὴ εἶναι δοκιμαστικὴ βεβαίως, διότι οἱ ὅλοι σκηνῖται ἀνέρχονται εἰς 30 ἕως 35, τσελιγγάδες λεγόμενοι, δηλ. ἀρχηγοὶ οἰκογενειῶν, καὶ ἐκινήθη δοκιμαστικῶς, ὥστε, ἐὰν ἐπιτύχῃ διὰ τὰ ἔτη 1893–1896, νὰ κινηθῇ κατόπιν καθ’ ὅλων τῶν ἄλλων, ἀνερχομένων, ὡς εἶπον, εἰς 30–35. Ἤκουσα,—δὲν τὸ βεβαιῶ—ὅτι δικαστήριόν τι κατώτερον ἐπεδίκασεν ἤδη μίαν τοιαύτην ἀγωγήν. Αὐτοὶ οἱ ἀτυχεῖς λοιπὸν εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν σπάθην ὄχι τοῦ Δαμοκλέους, ἀλλὰ κάτι χειρότερον, διότι ὁ ἐνοικιαστής, ἐπιτυγχάνων μίαν ἀπόφασιν, θὰ ὑπάγῃ νὰ ζητήσῃ φόρους τοῦ 1893 καὶ 1894, ὁ Θεὸς δὲ ἠξεύρει, ἂν δὲν ζητήσει καὶ ἀπὸ τοῦ 1847, ὅτε ἤρχισεν ὁ νόμος ἐφαρμοζόμενος. Ἐξαιτοῦμαι λοιπὸν τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲν δύναται, προκειμένου περὶ φόρου δημοτικοῦ, ὑπαγομένου εἰς τὴν ἀνωτέραν ἐπίβλεψιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ῥυθμίσῃ τὸ ζήτημα διοικητικῶς καὶ νὰ προλάβῃ τοιοῦτον κίνδυνον, νὰ πράξῃ τοὐλάχιστον τοῦτο νομοθετικῶς, διότι ὁμολογουμένως αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὑπὸ τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους, καὶ βεβαίως εἶναι μία — ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι —φαρισαϊκὴ ἑρμηνεία πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ποιμένες αὐτοὶ μετέρχονται τὴν κτηνοτροφίαν, καὶ οὐχὶ τὸ ἐμπόριον τῶν ζώων.
§35Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως εἶδον, καὶ πιστεύω ὅτι τὴν αὐτὴν εὐχαρίστησιν καὶ πάντες οἱ συνάδελφοι ᾐσθάνθησαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ καταστολῆς καὶ τιμωρίας τῶν δωροδοκιῶν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μοὶ φαίνεται σπουδαιότατον καὶ ἐπικαιρότατον, ἐγὼ δὲ καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι κατὰ τὸ τέλος τῶν ἐξελέγξεων τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων καὶ τῆς ἐκλογῆς Σύρου, παρεκαλέσαμεν θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρασκευάσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ πλησιάζουσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, νομίζω εὐκταῖον, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ συζητηθῇ ἐκ τῶν πρώτων καὶ νὰ γείνῃ νόμος, διότι πιστεύω, ὅτι μόνον ἡ ψήφισις αὐτοῦ θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ προληφθῇ ἡ σκανδαλώδης δωροδοκία.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§37ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἂν καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι συμμερίζωνται τὴν γνώμην μου, νὰ ἀναγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§38ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ διενεμήθη σήμερον μόλις, κύριε Πρόεδρε.
§39Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὴν Δευτέραν πρὸ παντὸς ἄλλου ν’ ἀναγραφῇ.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, τὴν Δευτέραν.
§41Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀδίκως παρασύρει τὸ ὄνομα τῆς Σύρου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, καθόσον κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐ μόνον δὲν ἐξώδευσα λεπτόν, ἀλλὰ καὶ τὴν κάλπην μου αὐτὴν ἐπλήρωσαν ἄλλοι.
§42ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμίλησα τότε κατὰ τῆς δωροδοκίας, καὶ ὁ συνάδελφός σας κύριος Βοκοτόπουλος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν μνησικακίαν δι’ ὅσα ἐλάλησα τότε. Αὐτὸς οὗτος μάλιστα μὲ παρώτρυνε νὰ κάμω τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἔκαμα (γέλωτες).
§43ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§44Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀφορμήν, νομίζω, ὁ κύριος Βοκοτόπουλος.
§45ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοῖς ἐπισήμοις ἐγγράφοις περὶ τῆς τελευταίας βουλευτικῆς ἐκλογῆς Σύρου ὑπῆρχε καὶ ἔκθεσις τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου, βεβαιοῦντος ὅτι ἡ δωροδοκία ἠσκήθη ἐκεῖ κατὰ τὸν πλέον πανηγυρικὸν τρόπον. Καὶ τὰ ἀντιμαχόμενα δὲ μέρη ὡμολόγησαν τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν...
§46ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ κύρους ἐκλογῆς;
§47ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐδαπανήθησαν δὲ 200 χιλιάδες δραχμαί. Δυνατὸν ὁ κ. Βιτάλης νὰ μὴ ἐδαπάνησε λεπτόν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν γίνονται δωροδοκίαι. Τὸ δὲ τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ προεξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν Σύρου, ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων πρὸς πρόληψιν εἰς τὸ μέλλον τῆς δωροδοκίας.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ἀπηυθύνει ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ ἔκτροπόν τι συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, συμβεβηκός, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἐν βασιλικῷ διατάγματι ἀνεγράφη γεγονὸς μὴ ἀληθὲς, ὅτι διωρίζετό τις διευθυντὴς ταχυδρομείου ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ὅτι εἶναι ὑπογραμματεὺς Εἰρηνοδικείου Βελιμαχίου, ἐνῷ Εἰρηνοδικεῖον Βελιμαχίου δὲν ὑπάρχει. Αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις φαίνεται ὅτι ἐγένετο γνωστή, καὶ διὰ τοῦτο μοὶ ἀπηύθυναν καὶ ἄλλην ἐπιστολὴν, νέον συμβεβηκός, ὁμοίως ἔκτροπον, καταγγέλλουσαν. Μοὶ ἔγραψαν λοιπόν, ὅτι ἐν ἄλλῳ χωρίῳ τοῦ αὐτοῦ δήμου, ἤτοι τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος τῆς Γόρτυνος, διωρίσθη καὶ ἐκεῖ διευθυντὴς τοῦ ταχυδρομείου τοῦ χωρίου Μοναστηρακίου τοῦ εἰρημένου δήμου εἷς ὡς ὑπογραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Μοναστηρακίου, ἐνῷ καὶ ἐν τῷ χωρίῳ Μοναστηρακίῳ Εἰρηνοδικεῖον δὲν ὑπάρχει. Καὶ αὐτὰ γίνονται δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων!
§49Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε ἔγεινε;
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω· μοὶ ἔγραψαν μόνον τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἐγγράφου τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως, δι’ οὗ διωρίσθη ὁ δῆθεν ὑπογραμματεύς.
§51ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν.
§52Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐξετασθῶσιν ἀμφότεραι αὗται αἱ ὑποθέσεις, διότι ἡ πρᾶξις εἶναι ἐγκληματική, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει προαίρεσις, ἡ προαίρεσις νὰ περιβληθῇ τις δι’ ἰδιότητος δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅπως διορισθῇ εἰς ὑπηρεσίαν, ἐνῷ δὲν εἶχε περιβληθῆ τοιαύτην ἰδιότητα, παρέχουσαν τὸ πρὸς διορισμὸν αὐτοῦ προσόν.
§54Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀμέσως ἐζήτησα ἐξηγήσεις ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἔλαβον δὲ μίαν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην δὲν ἐθεώρησα ἱκανὴν νὰ λύσῃ τὰς ἀπορίας, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐζήτησα ἀκριβεστέρας πληροφορίας, καθόσον αἱ δοθεῖσαι παρὰ τῆς Διευθύνσεως δὲν μὲ ἔπεισαν, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶχε κανονικῶς. Περιμένω τὰς ἀκριβεστέρας ταύτας πληροφορίας, καὶ θέλω ζητήσει καὶ τὰς σήμερον ἐπὶ ἑτέρου ζητήματος προκληθείσας. Ἐὰν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν νέων πληροφοριῶν εὕρω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως πεισθῶ, ὅτι νομίμως ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο, θέλω προβῆ ἀμέσως συμφώνως τῷ νόμῳ.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ πρῶτον δρᾶμα ὁ παυθεὶς καὶ προσκληθεὶς νὰ παραδώσῃ τὰ ἀρχεῖα εἰς τὸν διορισθέντα ὡς ὑπογραμματέα ἀνυπάρκτου Εἰρηνοδικείου παρέδωκεν αὐτὰ, ὡς νομοταγὴς ἄνθρωπος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν συνέβη καί τι γελοῖον. Ὁ διορισθεὶς μετέβη εἰς Μοναστηράκιον διὰ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ταχυδρομείου, ἀλλ’ ὁ κατέχων τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ταχυδρομείου ἐν Μοναστηρακίῳ δὲν ἔστερξε νὰ παραδώσῃ αὐτῷ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἦτο ὑπογραμματεὺς Εἰρηνοδικείου, ἀφοῦ τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν ἔλαβε χώραν πλάνη περὶ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, καὶ δὲν ἔστερξε νὰ δεχθῇ αὐτὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ τῷ παραδώσῃ αὐτήν. Ὁ διορισθεὶς ψευδοϋπογραμματεὺς τοῦ ψευδοειρηνοδικείου ἀπελπισθεὶς ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ ἐχειροτονήθη ἱερεὺς (γέλωτες).
§56ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Προσθέτω δύο λέξεις ἀκόμη ἐπὶ τῆς περιστάσεως αὐτῆς. Ἀφοῦ μετέβη ὁ δῆθεν ὑπογραμματεὺς τοῦ δῆθεν Εἰρηνοδικείου νὰ παραλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν δημοδιδάσκαλον, ὅτι δὲν ἔχει ἰδιότητα τοιαύτην, διότι εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον Εἰρηνοδικεῖον δὲν ὑπάρχει. Ὁ δημοδιδάσκαλος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συγχρόνως εἶχε καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου, ἀνεφέρθη εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων, καὶ ἐπληροφόρει αὐτὴν, ὅτι παρουσιάσθη εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι ὑπογραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Μοναστηρακίου· ἀλλὰ οὔτε Εἰρηνοδικεῖον εἶναι ἐν Μοναστηρακίῳ, οὔτε ὑπογραμματεὺς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν παράδοσιν τῆς ὑπηρεσίας. Ἠρώτα δὲ τὴν Διεύθυνσιν, τί νὰ πράξῃ.
§57Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἔλεγε καὶ αὐτός; ἢ μόνον τὸ ἔγγραφον;
§58ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ἔγγραφον. Ἀλλ’ ὁ δημοδιδάσκαλος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνατεθῆ καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἀνέφερε ταῦτα πρὸς τὴν Διεύθυνσιν, ἡ δὲ Διεύθυνσις τοῦ ἀπαντᾷ πάλιν «νὰ παραδώσητε εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς παρουσιάσῃ τὴν παροῦσαν διαταγήν».
§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀορίστως; «Πρὸς τὸν ἐπιφέροντα»;
§60ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸς τὸν ἐπιφέροντα. Πρὸς τὸν κάτοχον τοῦ ἐγγράφου.
§61Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πότε ἔγειναν αὐτά;
§62ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν.
§63ΚΡΙΤΣΑΣ. Θὰ ἐζητήθη ὁ διορισμὸς τηλεγραφικῶς, φαίνεται!
§64Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ ἀντικειμένου ὅλως νέου καὶ ἀφορῶντος τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν. Ἡ Ἑλληνικὴ εὐφυΐα δὲν παρουσιάζεται μόνον εἰς τὸ ἄρρεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ θῆλυ γένος. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ θῆλυ γένος καταπολεμεῖται πολύ. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐν Καλάμαις ὑπάρχει Μονὴ τῶν καλογραιῶν, ὅπου διαιτῶνται ἀρκετὰ πρόσωπα. Ἡ ἀείμνηστος Παντζεχρούλα Μπενάκη, τῆς ἱστορικῆς καὶ μεγάλης οἰκογενείας τῶν Μπενάκηδων, διὰ διαθήκης της ἐκληροδότησεν εἰς τὴν Μονὴν ταύτην ὅλην της τὴν περιουσίαν, ἡ ὁποία ἀνέβαινεν εἰς ἀρκετὰς χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ἡ Μονὴ αὕτη συνετηρεῖτο καὶ συντηρεῖται ἐν μέρει ἀκόμη. Ἐν τῇ Μονῇ ταύτῃ ἡ Ἑλληνικὴ εὐφυΐα ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ὑπερτέρα πάσης ἐκτιμήσεως· ἐν τῇ Μονῇ ταύτῃ διδάσκεται ἡ ὑφαντικὴ, ἡ βαφικὴ, καὶ προάγεται ἡ ἠθικὴ κατάστασις τῶν κορασίων ἐν γένει. Ἡ Μονὴ αὕτη συνετέλεσεν, ὥστε εἰς πολλὰς πτωχὰς οἰκογενείας νὰ δώσῃ ἄρτον καὶ ὕπαρξιν. Ἐν αὐτῇ εὑρίσκουσιν ἄσυλον ὅλων τῶν πέριξ χωρίων καὶ τῶν δύο ἐπαρχιῶν αἱ νέαι, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦνται ἀπὸ ἀνθρώπους κακῆς πίστεως νὰ ἀπαχθῶσι. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι γνωστόν, ποῖα εὐάρεστα ἀποτελέσματα ἔφερεν. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι τὸ κατάστημα τῆς Καρασταμάτη ἐνταῦθα, ἥτις διδαχθεῖσα τὴν ὑφαντικὴν ἐν Καλάμαις, ἦλθε καὶ ἐγκατέστη ἐνταῦθα, ὅπου ἵδρυσε καὶ συντηρεῖ τὸ γνωστὸν τοῦτο μέγα κατάστημα ἐγχωρίου βιομηχανίας μεταξωτῶν καὶ ἄλλων καλλιτεχνημάτων. Πλεῖσται ὅσαι οἰκογένειαι ἐδιδάχθησαν τὴν ὑφαντικὴν, καὶ ζῶσιν ἐν Καλάμαις καλῶς, καὶ ἀποκατεστάθησαν καλῶς. Ἀλλὰ διὰ νόμου ἀφηρέθη ἅπασα ἡ κληροδοτηθεῖσα ὑπὸ τῆς Παντζεχρούλας Μπενάκη περιουσία, καταληφθεῖσα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου...
§65Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Διὰ τίνα λόγον;
§66Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ὑπήγαγε καὶ τὴν Μονὴν ταύτην εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν διαλελυμένων Μονῶν. Ἀλλὰ αἱ καλογραῖαι αὐτοδικοῦσαι κατέλαβον τὴν Μονὴν, ἐγκατεστάθησαν ἐν αὐτῇ καὶ ἐργάζονται... Κατὰ τὸ 1877 διὰ νόμου ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρεώθη νὰ δώσῃ τὸ ἥμισυ τῶν εἰσοδημάτων τῶν κτημάτων τῆς Μπενάκη εἰς τὴν Μονὴν αὐτὴν, καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ συνδρομὴ αὕτη νὰ δίδηται. Δυστυχῶς ὅμως, κύριοι Βουλευταί, λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπέστειλαν, παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ προσφορὰ αὕτη, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ νόμου, ὡς εἶπον, τοῦ 1877 παρεχώρησε, νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Μονῆς, καὶ ζητοῦσιν αὔξησιν τῆς προσφορᾶς. Παρετήρησα καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ εἶδον εἰς τὸ οἰκεῖον μέρος, ὅτι τὸ χορηγούμενον εἰς τὰς πρώην μοναχὰς καὶ τὰς συντρόφους αὐτῶν ἥμισυ τῆς ἐτησίας προσόδου, προερχομένης ἐκ τῆς μισθώσεως τῶν 17 ἐν Καλάμαις ἐργαστηρίων τῆς διαλελυμένης Μονῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς· πέρυσι μὲν ἦτο 20,000 δραχμαὶ, κατὰ τὸ ἐνεστὼς δ’ ἔτος παρατηρῶ, ὅτι εἶναι μόνον 12,500 ἀναγεγραμμέναι διὰ τὴν Μονήν. Ὥστε, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐκ τῶν 12 χιλιάδων θὰ λάβωσι τὸ ἥμισυ, μειοῦται ἐπαισθητῶς ἡ προσφορὰ αὕτη.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τίνος λόγου ἐπῆλθεν ἡ μείωσις;
§68Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἀλλὰ συμπεραίνω ὅτι ἐπῆλθεν ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν μαγαζείων, εἰς ἣν προέβη ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἵνα καθαρίσῃ τὴν πόλιν καὶ καταστήσῃ πλατεῖάν τινα. Ἔχω πρότασιν νόμου, ἀλλὰ τὴν πρότασιν ταύτην θ’ ἀφήσω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν μέλλουσαν Σύνοδον, διότι ἴσως γείνωσι συζητήσεις πολλαί. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ μειώσῃ τὸ χορηγούμενον εἰς τὰς μοναχὰς ποσὸν, ἀλλὰ νὰ τὸ αὐξήσῃ κατά τι, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ συντηρηθῶσιν αὗται. Ἐνενήκοντα καὶ πλέον πρόσωπα ἐργάζονται ἐν τῇ Μονῇ καὶ κοράσια νέα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐκ τῶν δύο ἐπαρχιῶν Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης. Ἡ Μονὴ αὕτη κατέστη Μονὴ ἱστορικὴ, καὶ πᾶς ὁ ἐρχόμενος εἰς Καλάμας δὲν δύναται παρὰ νὰ μεταβῇ καὶ νὰ ἴδῃ τὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται μετὰ μεγάλης ἐπιτυχίας, καὶ διὰ τὴν στερεότητα τῶν ὑφασμάτων καὶ διὰ τὴν στερεότητα τῶν χρωματισμῶν. Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ ἀξίωσις τῶν μοναχῶν εἶναι δικαία, δικαιοτάτη, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐπαυξήσῃ τὴν διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου χορηγουμένην συνδρομὴν εἰς τὴν ἐν λόγῳ Μονήν. Ἔχω, ὡς εἶπον, πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας εἰς τὴν ἐρχομένην Σύνοδον, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν δοθῇ βοήθειά τις, θέλω ζητήσει νὰ ἀναλάβωσιν οἱ κληρονόμοι τῆς ἀειμνήστου Μπενάκη τὴν περιουσίαν των, διότι βεβαίως, ὅταν διὰ τοιούτων μέσων συνετηρεῖτο ἡ Μονὴ, δὲν ἐδικαιοῦτο τὸ Δημόσιον νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ξένην περιουσίαν καὶ νὰ τὴν νέμηται αὐτό· αὕτη ἔχει δοθῇ πρὸς βοήθειαν τῆς Μονῆς, τούτου δὲ μὴ γινομένου, δικαιοῦνται οἱ κληρονόμοι τῆς Μπενάκη ν’ ἀναλάβωσι τὴν περιουσίαν των, ἐκλείποντος τοῦ λόγου τῆς βοηθείας, καὶ οὐχὶ τὸ Δημόσιον. Τὴν περὶ τούτου ἀναφορὰν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Παρακαλῶ δὲ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ βελτιώσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Μονῆς.
§69ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὰς πληροφορίας, τὰς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ζητηθείσας, ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ γυμναστικῆς. Ἡ δαπάνη τοῦ Κεντρικοῦ Γυμναστηρίου ἀνῆλθε τῷ 1897 εἰς δραχμὰς 6,200, τῷ 1898 εἰς δραχμὰς 10,408, ἀλλ’ ὁμοῦ μετὰ τῆς Γυμναστικῆς Σχολῆς. Κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἔχομεν τὰς δαπάνας τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 5,000. Μαθηταὶ ἐνεγράφησαν ἐν ὅλῳ 53. Ἐκ τούτων 32 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου τοῦ 1897 Β. Διατάγματος, καὶ ἐφοίτησαν ἐπὶ δύο σχολικὰ ἔτη, 21 δ’ ἐνεγράφησον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπὸ 11 Δεκεμβρίου 1898 Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον κατέστησε μονοετῆ τὴν φοίτησιν ἐν τῇ Σχολῇ, ἐνῷ πρότερον ἦτο διετής. Ὑπέστησαν τὴν ἐξέτασιν καὶ ἀπελύθησαν ἐκ τῆς Σχολῆς 36 μαθηταί. Κατὰ τὰς ἐξετάσεις δὲν παρέστη ἐπιτροπὴ, διότι τὸ διάταγμα τῆς 18 Δεκεμβρίου 1898 δὲν ἀναγράφει τοιαύτην διάταξιν. Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῶν ἐξετάσεων παρέστην ἐγὼ αὐτοπροσώπως, κατὰ τὰς ἄλλας δὲ ἡμέρας μὲ ἀντεπροσώπευσεν ὁ τμηματάρχης τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως...
§70ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν ὁρίζει μὲν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ δὲν ἀπαγορεύει.
§71ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε τὸ διάταγμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἔχω ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ διορίσω αὐτήν. Εἰς ἀπάντησιν δὲ τοῦ τελευταίου ἐρωτήματος, τίς ὁ ἐν τοῖς ἄρθροις τοῦ νομοσχεδίου περὶ γυμναστικῆς ἀναφερόμενος Σύνδεσμος τῶν ἀθλητικῶν καὶ γυμναστικῶν σωματείων καὶ πότε οὗτος συνεστήθη, καταθέτω τὸ καταστατικὸν τοῦ Συνδέσμου, τὸ ἐγκριθὲν διὰ Β. Διατάγματος.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§73Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν, ἡ ὁποία εἶναι συνέπεια τῆς ἀναγνώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου ἀποβλέποντος εἰς τὴν Θεσσαλίαν, μὲ τὴν ὁποίαν βεβαιῶ, ὅτι δι’ οὐδενὸς δεσμοῦ συνδέομαι. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 31. Ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου μοὶ ἐνέπνευσε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι ἴσως δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς ἓν βιομηχανικὸν κατάστημα ἐν Λαρίσῃ, τὸ ὁποῖον κατεστράφη ὑπὸ τῶν ὀθωμανικῶν στρατευμάτων, ἀπολέσαν περὶ τὰς 300,000 δραχμάς. Σήμερον δὲ δὲν ζητεῖ τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ Δημόσιον, εἰμὴ τὴν ἐγγύησιν αὐτοῦ διὰ νὰ λάβῃ δάνειον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ ὑποθήκῃ τοῦ καταστήματος, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας του· τώρα δ’ εἶναι ἡ ἐποχή, διότι τὰ χρήματα ταῦτα τὰ ζητεῖ βεβαίως διὰ νὰ προμηθευθῇ σιτηρά. Ἐν τούτοις, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον εἶναι δικαιότατον καὶ πρέπει ἀμέσως νὰ σπεύσωμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν, ἀναγράφεται 31ον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θὰ παρακαλέσω, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, καὶ ἔχει δύο ἄρθρα μόνον, νὰ ἀναγνωσθῇ, διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω τοὺς ἀνθρώπους, σᾶς ὁμολογῶ· μόνον ἡ ἔκθεσις μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν.
§74Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲ ἐγὼ γνωρίζω τοὺς ἀνθρώπους· ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν χωρὶς νὰ τὸ μελετήσωμεν. Ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, φοβοῦμαι μὴ ἀποβῇ ἐπιβλαβής. Μίαν καὶ μόνην φορὰν γνωρίζω ὅτι ἐδόθη τοιαύτη βοήθεια εἰς βιομηχανικὸν κατάστημα, ὅτε τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα ἦσαν ὀλίγιστα καὶ μόνον ἓν ὑπῆρχεν ἐν Πειραιεῖ, τὸ τοῦ Βασιλειάδου, ὅπερ ἀπετεφρώθη τότε ὑπὸ πυρκαϊᾶς...
§75Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας;
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ μιᾶς.
§77ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ δεχθῶμεν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Θὰ φροντίσωμεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον λάβῃ καλλιτέραν θέσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμίλησα περὶ μὴ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δώσῃ καμμίαν ἐξήγησιν;
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§82Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§84ΣΤΡΑΤΟΣ. Τότε ἐγὼ ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη ἡ ἀρχή.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§87Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ἕνεκα τῆς ἀδυνάτου φωνῆς μου δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀκουσθῶ, θὰ παρακαλέσω πρὸ πάντων τοὺς εἰς τὰ ἄνω ἑδώλια εὑρισκομένους κυρίους συναδέλφους νὰ δώσωσι περισσοτέραν προσοχὴν, ἢ ἄλλως νὰ κατέλθωσιν ὀλίγον παρακάτω, ὥστε νὰ δύναμαι οὕτω νὰ γίνωμαι ἀκουστός. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος κ. Κρίτσας χθὲς ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἐξεφράσθη, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ στρατῷ λίαν ἱκανοὶ ἀξιωματικοί, οἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν, ὅπως ὁ στρατὸς ἀνακαινισθῇ καὶ ἐξομοιωθῇ τοὐλάχιστον πρὸς τοὺς στρατοὺς τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀντέλεξεν εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ ναυτικὸν καὶ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Τὰς ἰδέας του ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφράζῃ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεγάλην σπουδαιότητα. Κατὰ τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἀνέστην καὶ ἔφερα ἀντίρρησιν καὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Εἶπον κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν, ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἔχει πολλοὺς καὶ καλοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ὅτι οἱ μεγάλοι στρατοὶ τῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγάλα σχολεῖα ἐφαρμογῆς, βεβαίως ἔχουν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι πάντοτε μᾶς ὑπερτεροῦσιν. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἔλθωσι τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ ἐξ Εὐρώπης, ὥστε οἱ καλοί μας ἀξιωματικοὶ νὰ γείνωσι καλλίτεροι. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ὑπερήσπισα καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ πρεσβεύω τὴν ἀρχὴν ταύτην, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν μίαν ἡμέραν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἰσχὺν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας θὰ φανῇ ἄξιος τοῦ προορισμοῦ τοῦ Πανελληνίου, ἄξιος τῆς πατρίδος μας, δὲν δύναται ἄλλως νὰ γείνῃ τοῦτο, παρὰ ἐὰν ἔλθωσιν ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς διδάσκαλοί μας, πρὸ πάντων εἰς τὸ μέγα σχολεῖον τῶν ἐφαρμογῶν. Ἔχων τοιαύτην ἀρχὴν, ἔρχομαι κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν ἀποφασίσωμεν νὰ ἐπιφέρωμεν τοιαύτην ἀνακαίνισιν εἰς τὸν στρατὸν, ὥστε νὰ μεταχειρισθῶμεν ξένους ἀξιωματικούς, δύναται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν μεγάλην αὐτὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸ πάντων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, ὡς καὶ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος, τοῦ νὰ ἀνακαινισθῇ ὁ στρατός; Βεβαίως ἡ ἀρχὴ εἶναι σωστική· ἀλλὰ τὸ ὅλον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐκπληροῖ τὸν ὑψηλὸν αὐτοῦ σκοπόν; Κατ’ ἐμὲ, ὄχι. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ εἶμαι καὶ ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως πολλῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, μετά τινα καιρὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θὰ εὑρεθῇ ξένη τῶν ὅσων λέγω, δηλαδὴ δὲν θὰ δύναται διὰ τοῦ ἐλαχίστου αὐτοῦ προσωπικοῦ νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου. Κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ καλέσῃ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἕνα ἀξιωματικὸν ἀνώτερον, εἴτε Γάλλον εἴτε Γερμανὸν, μεθ’ ἑνὸς κατωτέρου, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὀργανωτὴς τοῦ στρατοῦ. Θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, τὸ πρόσωπον αὐτὸ τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, τοῦ Γάλλου ἢ τοῦ Γερμανοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ ἐδῶ, θὰ ἦναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συντάξῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶναι, ὡς γνωρίζετε, πολλαπλαῖ; Δὲν εἶναι μόνον ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς ἀνωτάτας μονάδας, μεραρχίας, ἢ Ἀρχηγεῖα, συντάγματα πυροβολικοῦ, πεζικοῦ καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ὑπηρεσία μιᾶς ἑκάστης ἐξ αὐτῶν. Ἑκάστη ἐξ αὐτῶν ἔχει ἰδίαν ἱστορίαν, ἔχει ἴδιον ῥυθμόν, ἔχει ἀνάγκην ἰδίας ὀργανώσεως. Ἐκτὸς τούτου πρῶτον μέρος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι αὐτὸς ὁ στρατολογικὸς νόμος. Λοιπὸν ὁ ἀνώτατος αὐτὸς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ, θὰ ἀναλάβῃ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν; ἢ θὰ γείνῃ τὸ ἀντίστροφον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ παρουσιάσῃ εἰς αὐτὸν ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν διὰ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ; Ἐὰν πράγματι ὁ ἀνώτατος αὐτὸς ἀξιωματικὸς ἀναλάβῃ τὴν σύνταξιν ἐν γένει ἑκάστου κλάδου τῆς ὑπηρεσίας, καθὼς καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐν γένει τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ παντὸς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸν στρατὸν, βεβαίως δύναται νὰ ὀνομασθῇ πράγματι ὀργανωτὴς τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ὅμως γείνῃ τὸ ἀντίστροφον, ὅπερ ὑποθέτω ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ, τότε ὁ ἀνώτατος αὐτὸς ἀξιωματικός, ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τοῦ ὑπασπιστοῦ του, ἢ ἔστω καὶ δύο ἄλλων ἀξιωματικῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ πάθῃ τίποτε ὀλιγώτερον ἢ ὅ,τι ἔπαθεν ὁ στρατηγὸς Βοσὲρ, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης παρουσίασε πλήρη τὴν ἐργασίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέτυχε τελείως, ἀναγκασθεὶς νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ, ἐνῷ δ’ ἦτο πλήρης ἑλληνικῶν αἰσθημάτων, πλήρης δραστηριότητος καὶ ἱκανότητος, δὲν ἀφῆκε διὰ τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν τὰ ἀποτελέσματα ἐν γένει τῆς μεγάλης του ἐπιθυμίας καὶ ἐργασίας του. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον σκέπτηται τοιοῦτόν τι, ἐὰν κατήρτισε τὸν ὀργανισμὸν ἢ ᾖναι ἐν τῷ καταρτίζειν αὐτὸν καὶ πρόκειται εἰς τὸν ἀνώτατον αὐτὸν ἀξιωματικὸν νὰ παρουσιάσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ ἐπ’ αὐτῆς νὰ βαδίσῃ οὗτος, βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἦναι πολὺ εὐχάριστον. Πάντοτε βεβαίως θὰ ὑπάρχῃ ὠφέλεια, ἀλλ’ ἡ ὠφέλεια αὕτη θὰ ἦναι πολὺ μικρά. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅταν ἔλθῃ ὁ ἀνώτατος αὐτὸς στρατιωτικὸς, ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ παρουσιάσῃ εἰς αὐτὸν γυμνὴν τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ἐὰν παρουσιάσῃ εἰς αὐτὸν ὅλους τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ στρατοῦ, ὅπως ἔχουσιν, ἵνα μελετήσῃ αὐτοὺς ὁ στρατηγὸς ὁ ξένος καὶ μετὰ ταῦτα ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του εἰς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ τοῦ στρατοῦ, τότε φυσικὰ δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐπέλθῃ ὅλως ἀντίθετον ἀποτέλεσμα· θὰ συνταχθῇ εἷς διαρκὴς ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἦναι πλέον διατετυπωμένον τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ἕκαστον ὅπλον, ἕκαστος κλάδος τῆς ὑπηρεσίας, ὁποίους κανόνας πρέπει νὰ ἔχῃ· δὲν θὰ ἦναι ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς ὡς οἱ ὀργανισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦδε, ἑπομένως ἡ ὠφέλεια θὰ ἦναι μεγίστη, ὄχι μόνον ὡς ἐκ τῆς μεγάλης σπουδαιότητος τοῦ προσώπου, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τῆς διαρκείας, τὴν ὁποίαν πλέον θὰ ἔχῃ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἐν Ἑλλάδι. Πιστεύω — καὶ εἰς τοῦτο μὲ πείθει ἡ πρακτικότης καὶ ἡ νοημοσύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν — ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐκλέξῃ τὸ δεύτερον, ὅτι ὁ ἀνώτατος αὐτὸς ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ, θὰ ἦναι ὄντως ὀργανωτὴς, ὅτι αὐτὸς θὰ συντάξῃ πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ἐφαρμόζῃ οὗτος τὸν ὀργανισμόν. Τότε βεβαίως ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δύναται νὰ ἔχῃ πλήρη ἀνακαίνισιν. Δεύτερον ζήτημα προκύπτει τὸ ἀκόλουθον. Δύναται εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ὅσην θέλησιν καὶ ἂν ἔχῃ, ὅσην μεγάλην πεῖραν καὶ ἂν ἔχῃ ἐκ τῶν κατ’ ἔτος γινομένων γυμνασίων ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Γερμανίᾳ, ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἀκόμη, εἶναι δυνατὸν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ἔχων μόνον ἕνα ὑπασπιστὴν, νὰ ἦναι τόσον μέγας, ὡς ὁ Ἄτλας, ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς διοργανωτὴς ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν; Ὄχι βεβαίως· οὐ μόνον διότι ἐπὶ πολὺν καιρὸν οὗτος ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ διὰ νὰ ὀργανώσῃ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ διότι, οἱουδήποτε ὅπλου καὶ ἂν ἦναι, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιβλέπῃ διορθῶν καὶ τὰ ἄλλα σώματα. Ὅπως δὲ εἶναι διεσπαρμένος ὁ στρατός μας, καὶ ὅπως θὰ ἦναι πάντοτε διεσπαρμένος ἕνεκα τῆς ἐκτάσεως τῆς χώρας καὶ τοῦ ὀλιγαρίθμου αὐτοῦ, βεβαίως ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς δὲν θὰ ἦναι ποτὲ εἰς κατάστασιν οὔτε τὰ τάγματα κατ’ ἰδίαν νὰ βλέπῃ διὰ νὰ κάμῃ τὸ ἀγαθὸν, δηλαδὴ νὰ διατυπώσῃ εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα ἢ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ μίαν ἐπιθεώρησιν, τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ὅτι δηλαδὴ τὸ δεῖνα τάγμα ἠσκήθη κακῶς, δι’ αὐτὸν ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, τὸ δεῖνα σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ ἠσκήθη κακῶς, δι’ αὐτὸν ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον. Ἐννοεῖται ὅθεν, ὅτι, ὅπως ἐπιτευχθῇ τὸ ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐπιθυμεῖ, δὲν ἀρκεῖ ἓν καὶ μόνον πρόσωπον διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς· πρέπει νὰ ὑπάρχωσι πολλὰ πρόσωπα, ἵνα χρησιμεύωσιν εἰς ἕκαστον σῶμα, ὡς οἱ πόδες καὶ αἱ χεῖρες, αἱ ὁποῖαι ἐκτεινόμεναι δίδουσι πανταχοῦ τὴν προσήκουσαν βοήθειαν, νὰ ἔχωσι τὰ πρόσωπα ταῦτα τὴν προσήκουσαν ἐπίβλεψιν, νὰ βλέπωσι τὸ κακὸν καὶ νὰ τὸ διορθώνωσι, νὰ βλέπωσι τὴν ἀμέλειαν καὶ νὰ τὴν διορθώνωσιν. Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι μόνοι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες λησμονοῦμεν ἐντὸς 24 ὡρῶν ὅ,τι κακὸν ἐπάθομεν· αὐτὸ εἶναι ἐλάττωμα — ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρὰ — τῆς ῥάτσας μας. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπωφελούμεθα ἐκ τῶν παραδειγμάτων τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Σήμερον, ὅπως εὑρίσκεται ὁ στρατὸς ἡμῶν, βεβαίως ἔχει ἀνάγκην πλήρους ἀνακαινίσεως· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἀπαιτεῖται οὐ μόνον ἡ διάθεσις, ἀλλὰ καὶ ἡ σκέψις, πῶς τὰ ἄλλα ἔθνη ὠργανώθησαν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς ταῦτα· πῶς ὠργάνωσε τὸν στρατόν της ἡ Ρωμουνία, πῶς ὠργάνωσε τὸν στρατόν της ἡ Βουλγαρία, καὶ ἐὰν ὄντως, ὀργανώσασαι οὕτω τὸν στρατὸν αὐτῶν, ἔχωσι σήμερον τὸν κατάλληλον στρατόν. Διατὶ καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ μιμηθῶμεν τὸ καλόν; Ἡ Ρωμουνία, ὅπως γνωρίζετε, ὄχι ὅλοι βεβαίως, ἀλλ’ ὅσοι καταγίνεσθε πρὸ πάντων εἰς τὰ στρατιωτικὰ, τὴν πρώτην ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ της τὴν ἔλαβεν ἐπὶ Κούζα. Ὁ Κούζας ὑπηρέτησεν εἰς τὸν γαλλικὸν στρατὸν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ συνταγματάρχου, ἐξεπαιδεύθη καλῶς θεωρητικῶς τε καὶ πρακτικῶς· μεθ’ ὃ Ναπολέων ὁ Γʹ, εὐνοῶν αὐτὸν, τὸν ἔκαμεν Ἡγεμόνα τῆς Βλαχίας. Οὗτος ἔθεσε τὰς πρώτας βάσεις τῆς μορφώσεως τοῦ στρατοῦ ἐν τῇ Ρωμουνίᾳ, τότε μόνον Βλαχίᾳ, ἀλλ’ αἱ βάσεις ἐκεῖναι μόνον κατ’ ἐλάχιστον ἐχρησίμευσαν, ἵνα μετασχηματίσῃ τὸν στρατὸν καὶ καταστήσῃ αὐτὸν ὄντως ἱκανόν. Συνέβη καὶ ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ Κούζα ὅ,τι συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, τουτέστιν οἱ ἀξιωματικοὶ μίαν ἔφεσιν εἶχον, πῶς νὰ δημιουργῶσι θέσεις, ἵνα προβιβάζωνται. Μετά τινα ἔτη ὅμως, ἐξορισθέντος τοῦ Κούζα, ἀνῆλθεν εἰς τὸν θρόνον τοῦ Ἡγεμόνος ὁ νῦν Κάρολος, ὅστις μετεκαλέσατο ἐκ Γερμανίας πλέον τῶν 50 ἀξιωματικοὺς Γερμανούς. Ταγματάρχης αὐτὸς τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, καὶ γνωρίζων καταλεπτῶς τί θὰ εἴπῃ στρατὸς καὶ πῶς πρέπει νὰ δημιουργηθῇ, δὲν ἠρκέσθη μόνον εἰς τὰς ἰδίας αὑτοῦ γνώσεις· ἔλαβεν ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῇ νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ τὰς ἰδικάς του καὶ τὰς τῶν ἄλλων ἀντιλήψεις, καὶ κατώρθωσεν οὕτω διὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν Γερμανῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν Ρωμούνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον διαμείνει εἰς Γαλλίαν καὶ εἰς ἄλλας χώρας, νὰ μορφώσῃ τὸν στρατὸν καὶ τὸν καταστήσῃ ἄξιον νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ ἔδαφος τῆς πατρίδος. Ὁ Βασιλεὺς Κάρολος ἔλαβε μεγάλην πρόνοιαν ὄχι μόνον διὰ τῆς μετακλήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς αὐτοπροσώπου ἐνεργείας του, διότι πολλάκις καὶ εἰς τοὺς στρατῶνας μετέβαινε καὶ ἐξήταζε καὶ τοὺς δεκανεῖς αὐτοὺς, πῶς ἐξετέλουν τὴν ὑπηρεσίαν των. Τοιουτοτρόπως ἀνεπτύχθη καὶ εἰς τοὺς ἀνωτέρους καὶ εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς ὁ ζῆλος νὰ ἀναμορφώσωσι τὸν στρατόν. Ἐν Βουλγαρίᾳ ἐπίσης δὲν προσεκάλεσαν ἕνα ἢ δύο μόνον ἀξιωματικοὺς, ἀλλὰ πλέον τῶν 200 Ρῶσοι ἀξιωματικοὶ, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, προσῆλθον, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον ὅλας τὰς μεγάλας θέσεις, καὶ οὕτως ἐμορφώθησαν λοχαγοὶ, ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοί. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὠφέλησε πρὸ πάντων τὴν Βουλγαρίαν στρατιωτικῶς, ἦτο ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπῆρξε Ρῶσος, κατ’ ἀρχὰς μὲν ὁ ἀντιστράτηγος Κατακουζηνὸς, ὁ ὁποῖος ἦτο Ἕλλην καὶ ἀπέθανεν ἐνταῦθα, εἷς τῶν μᾶλλον ἱκανῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῇ Ρωσικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὰς πρώτας βάσεις· μετ’ αὐτὸν δὲ, ἀποχωρήσαντα, ἦλθεν εἷς τῶν ἐγκρίτων Ρώσων ἀξιωματικῶν, ὁ Κάουλμπαρς, ὁ ὁποῖος ἐνέμεινε καὶ ἔθεσε τὰς βάσεις τῆς μορφώσεως τοῦ βουλγαρικοῦ στρατοῦ, διὰ τῶν ὁποίων ὁ στρατὸς οὗτος κατέστη σήμερον ἄξιος πολλῆς ἐκτιμήσεως. Ἔχομεν λοιπὸν παραδείγματα ἐξαίρετα τῶν γειτόνων μας, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ἂν θέλωμεν ἡ πατρίς μας ν’ ἀποκτήσῃ στρατὸν ἀξιόμαχον, ἄξιον νὰ ὑπερασπίζῃ τὸ ἔδαφός της καὶ ἄξιον τῶν εὐχῶν τοῦ Πανελληνίου, νὰ ἔλθωσι ξένοι ἀξιωματικοὶ, καὶ ὄχι μόνον εἷς· διότι ἐὰν δὲν ἔχῃ οὗτος ὄργανα, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ τι. Πράξωμεν λοιπὸν ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Ρωμουνία, ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Βουλγαρία. Μὴ φειδώμεθα τοῦ χρήματος, διότι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανηθῇ διὰ τοὺς τοιούτους ἀξιωματικούς, θὰ ἦναι οἰκονομία ἐξ ἄλλου μέρους. Ἀλλὰ καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ ἐκδηλοῦσι τὴν ἀνάγκην τῆς προσκλήσεως πολλῶν ἀξιωματικῶν, εἴτε Ἄγγλων, εἴτε Γάλλων, εἴτε Ἰταλῶν, οὓς ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις θεωρήσει ἁρμοδίους, ἵνα συμβληθῇ μετ’ αὐτῶν. Ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, μετὰ τὸν πόλεμον, τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, ἀλλ’ ἔντιμον, ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἀπαιτεῖ πλήρη ἀνόρθωσιν, ἢ πλήρη κατάργησιν. Ἐὰν πρόκειται νὰ μὴ τὸν ἀνορθώσητε, κάμετε τότε τοὺς 5,000 χωροφύλακας 10,000, καὶ ἂς διαλυθῇ ὁ τακτικὸς στρατός. Καὶ εἶναι κατάστασις σήμερον ἡ κατάστασις τοῦ κυριωτέρου σώματος, τοῦ πυροβολικοῦ μας, ἄνευ πολεμεφοδίων; — διότι καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπέμειναν, δυστυχῶς εἶναι ἐκ τῶν πρὸ 15 ἐτῶν ἐλθόντων, καὶ αἱ ὀβίδες αὐτῶν δὲν ἔφθανον οὔτε εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου των! Ἐπίσης τὰ πυροβόλα εἶναι ἄχρηστα σχεδόν. Ὅταν τὸ ὑλικὸν αὐτῶν δὲν ἦναι τὸ ἐπαρκὲς, δὲν ἦναι τὸ ἀναγκαῖον, δὲν ἦναι τὸ κατάλληλον, πῶς θέλετε οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ νὰ μορφωθῶσι κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης; — διότι τὸ πυροβολικὸν δὲν εἶναι μόνον τέχνη, ἀλλὰ καὶ βαθεῖα ἐπιστήμη. — Ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἡ ἀπογοήτευσις τῶν ἰδίων ἀξιωματικῶν, ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων, καὶ ἕκαστος προσπαθεῖ ποῦ νὰ εὕρῃ θέσιν, ἵνα περνᾷ ἐν ἡσυχίᾳ τὸν καιρόν του μέχρις ἀποστρατεύσεως. Τὸ πεζικὸν ἐπίσης εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται; εἰς πολὺ ἀθλίαν κατάστασιν· διότι, ὅταν τὰ τάγματα δὲν δύνανται νὰ προσφέρωσιν οὔτε 100 στοίχους, ποίαν ἄσκησιν ἐλπίζετε νὰ κάμωσι τὰ συντάγματα καὶ αἱ μεραρχίαι; Μὲ ὅλους τοὺς κόπους, εἰς οὓς ὑπεβλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μεταφέρων καὶ αὐτοὺς τοὺς φρουροὺς τοῦ Ναυπλίου καὶ τῆς Κορίνθου, μόλις κατώρθωσε νὰ σχηματίσῃ μίαν ταξιαρχίαν ἐκ 3,000 ἀνδρῶν διὰ μικρὰν ἄσκησιν, ἀφοῦ ὅμως ἠναγκάσθη νὰ μεταφέρῃ ναύτας, ἵνα ἐκτελέσωσι τὴν πενθήμερον ὑπηρεσίαν τῶν φρουρῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἀλλὰ καὶ ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ δὲν ἐπετέλεσαν τὸν προορισμόν των, δι’ ὃ ἔχουσι καὶ αὗται ἀνάγκην ὀργανωτῶν. Ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ μας εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ τοιαύτη, καὶ διὰ τοῦτο εἰς ὅλας τὰς ἐπιστρατεύσεις ἡμάρτησεν. Ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία, μεθ’ ὅλην τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ εἶχον, ἐπίσης δὲν ἠδυνήθη νὰ εὐδοκιμήσῃ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὅλοι οἱ κλάδοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ στράτευμα, ἔχουσιν ἀνάγκην ἀνακαινίσεως· ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔχει ἀνάγκην εἰδικοῦ ἀξιωματικοῦ, ἵνα δώσῃ τὸν τύπον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου εἰς τὸ μέλλον θὰ λειτουργήσῃ κατὰ γράμμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, καὶ τότε, μετὰ παρέλευσιν τριῶν, τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ Ἕλληνες θὰ ἐξομοιοῦνται πρὸς τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην πλέον οὔτε νὰ κρατήσωμεν τοὺς ξένους αὐτοὺς ὀργανωτὰς, οὔτε ἄλλους νὰ φέρωμεν, διότι καθιεροῦται πλέον ἡ πειθαρχία καὶ ἡ τάξις ἐν γένει πλήρης, καὶ τοιοῦτος θὰ παραμένῃ ὁ στρατὸς καὶ εἰς τὸ μέλλον. Πρῶτος λόγος λοιπὸν ἰσχυρὸς, ἐνῷ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, πρῶτος λόγος, δι’ ὃν εἶμαι ὑπὲρ τῶν τροποποιήσεων, εἶναι οὗτος, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν τὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς μόνον ἀνώτατος ἀξιωματικός... Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μειδιᾷ, καὶ λέγει: «πολὺ καλά, ἀλλὰ δι’ ὅλα αὐτὰ χρειάζονται καὶ παράδες». Βεβαίως μὲ 100,000 δραχμὰς δὲν δύνασθε νὰ φέρητε 10 καὶ 15 ἀξιωματικοὺς Εὐρωπαίους πρὸς διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, διότι καὶ αἱ ἀπαιτήσεις αὐτῶν θὰ ἦναι μεγάλαι· ἀλλὰ προχθὲς μὲ ὅλην τὴν εὐκολίαν ἐψηφίσατε τοὐλάχιστον 5,000,000 διὰ τὴν χωροφυλακήν. Βεβαίως ἡ χωροφυλακὴ εἶναι σῶμα, τὸ ὁποῖον χρειάζεται εἰς τὸν τόπον, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἔπαυσεν ἡ ἀνακατάταξις, δὲν ἔχει πλέον λόγον ὑπάρξεως, διότι δὲν δύνασθε ν’ ἀποκτήσητε τὸ πρώτιστον στοιχεῖον, χωροφύλακας καλούς. Ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης διὰ τοῦ μεγάλου νοῦ του καὶ τῆς πείρας του ἐνόησε πολὺ καλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 κατήργησε σχεδὸν τὸ σῶμα, μὴ ἀφήσας ἢ μόνον τὰ στελέχη, μὲ χωροφύλακας τοῦ πεζικοῦ· ὅταν δ’ ἐπανῆλθε τῷ 1892 καὶ 1893, μὴ ἔχων πλέον ἐλπίδας πολλὰς εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἔφερε τὴν ἀστυφυλακὴν, ἥτις ἐκυρίευσε τὴν χωροφυλακήν. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ χωροφυλακὴ, ἀλλ’ ὑποστηρίζω ὅτι, προκειμένου νὰ δαπανήσωμεν 5,000,000 δραχμὰς διὰ τὴν χωροφυλακὴν, δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν μόνον 4,000,000, καὶ τὸ ὑπολειπόμενον ἓν ἑκατομμύριον ἢ τὰς 500,000 δραχμὰς νὰ τὰς μεταχειρισθῶμεν, ἵνα φέρωμεν ξένους ἀξιωματικούς, ἀκόμη καὶ διὰ τὴν χωροφυλακήν. Διότι σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ἀφοῦ θέλετε χωροφυλακὴν, ποῖοι εἶναι ἐκ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν αὐτῆς οἱ δυνάμενοι νὰ μορφώσουν τὸ σῶμα τοῦτο, ὡς λειτουργεῖ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη; Λοιπὸν προκειμένου περὶ οἰκονομίας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, εἴτε διὰ τῆς χωροφυλακῆς, εἴτε δι’ ἄλλου τρόπου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσι 500,000 ἢ 400,000 δραχμαὶ, ὅσαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν πρόσκλησιν 15 ἢ 20 ἀξιωματικῶν, ἂν πρέπει ἡ ἀπόφασις αὕτη νὰ ληφθῇ. Ὁ κ. Κωνσταντῖνος Σμολένσκης, ὁ ὑποστράτηγος, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς, εἶχεν ἐκφράσει τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀναμόρφωσιν τοῦ στρατοῦ μόνον ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ τὰ μικρὰ ὄργανα. Συμφωνῶ, ὅτι οὐχὶ μόνον διὰ τὰ ἄνω μέρη πρέπει νὰ φέρωμεν τὰ ἀπαιτούμενα πρόσωπα πρὸς μόρφωσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς πόδας, διότι ὁ ὑπαξιωματικὸς εἶναι ἡ μάννα τοῦ λόχου. Ὁ στρατηγὸς Καλλέργης, ὅτε κατὰ τὸ 1854 ἠθέλησε νὰ δημιουργήσῃ τὸν λόχον τῶν πυροσβεστῶν, δὲν ἔφερε λοχαγὸν Γάλλον, ἔφερε μόνον ἕνα λοχίαν Γάλλον, τὸν ὁποῖον ἔκαμε μετὰ ταῦτα ἐπίτιμον ἀνθυπολοχαγὸν, καὶ ὁ λοχίας ἐκεῖνος ἐδημιούργησε τὸν λόχον καὶ τὸν κατέστησε μετά τινα ἔτη πρότυπον. Κατ’ ἐμὲ, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ ἀναζητήσῃ, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρόσκλησιν ξένων ἀξιωματικῶν δὲν δύναται νὰ ἦναι 1 ἢ 2· πρέπει νὰ ἦναι ἀνὰ εἷς πάντοτε ἀξιωματικὸς συνταγματάρχης πλησίον ἑκάστου ἀρχηγοῦ, ἵνα μάθωσιν οἱ ἀνώτεροί μας πῶς γίνεται ἡ ὑπηρεσία τῆς ταξιαρχίας ἢ μεραρχίας, διότι δὲν τὴν γνωρίζομεν, καθόσον, ὁσάκις ἐσχηματίσθησαν μεραρχίαι, δὲν διετηρήθησαν πλέον τοῦ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν καὶ ἀμέσως κατηργήθησαν. Εἶναι λοιπὸν ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἑκάστη μεραρχία νὰ ἔχῃ ἕνα ἀνώτερον τοιοῦτον ἀξιωματικόν. Τὸ πυροβολικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀξιωματικοὺς πολὺ καλοὺς, καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν πόλεμον ἐπέδειξαν πολλὰς ἀρετὰς, μολογότι καὶ τὰ πυροβόλα των καὶ οἱ πυροσωλῆνες ἦσαν εἰς χειρίστην κατάστασιν, αὐτὸ τοῦτο τὸ πυροβολικὸν, ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἑνὸς ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ πρὸ πάντων Γάλλου· διότι, ἐὰν ἀνεπτύχθη τὸ πυροβολικόν, ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἦτο ἐδῶ ὁ Βοσέρ. Ἐπίσης τὸ μηχανικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει διαπρεπεῖς ἀξιωματικούς, ἔχει ἀνάγκην κεφαλῆς, ἥτις πρέπει νὰ ἦναι ξένη. Ἡ μεθόριος ἡμῶν γραμμὴ ἔχει ἀνάγκην πολλῶν ἔργων, διότι καὶ οἱ στρατῶνες, οἱ ὁποῖοι θὰ γείνουν, θὰ ὦσιν ἀμυντικοί, καὶ τὸ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὀχύρωσιν, καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ ἀναπτυχθῶσι διὰ τῆς μελέτης καὶ τῆς ἐφαρμογῆς. Ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία, ἂν δὲν φέρητε ξένους ἀξιωματικούς, μὴ ἐλπίζετε ὅτι θὰ προαχθῇ· οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουν τὴν θέλησιν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἡ ἕξις τοῦ νὰ μὴ ἐκτελῶμεν τὸ καθῆκόν μας,—ὁ καθεὶς λέγει «ἂς κάμῃ ἄλλος τὴν ὑπηρεσίαν»,—καὶ τὴν ἕξιν ταύτην πρέπει νὰ ἐξαλείψωμεν ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν, ἐὰν θέλωμεν αὐτὸν ἄξιον τῶν ἐλπίδων τῆς πατρίδος. Ἐν τούτοις θὰ κάμω μίαν παρομοίωσιν. Ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ καὶ αἱ ἀνάγκαι αὐτοῦ εἶναι τοσαῦται, διότι μετὰ τὸν καταστρεπτικὸν πόλεμον κατεστράφη καὶ τὸ ὑλικὸν καὶ τὸ ἠθικὸν αὐτοῦ, ὥστε προσομοιάζει μὲ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἥτις ἤδη ὑποφέρει ἀπὸ λειψυδρίαν, καὶ ἡ ὁποία διὰ νὰ ζήσῃ καὶ ἀναπτυχθῇ ἔχει ἀνάγκην τοῦ ὕδατος τῆς Στυμφαλίας, δι’ ὃ δέον νὰ δαπανήσητε 50 ἑκατομμύρια, καὶ βεβαίως τότε θ’ ἀνακαινισθῇ ἡ πρωτεύουσα αὕτη, ἥτις εἶναι ἡ πρωτεύουσα τοῦ Πανελληνίου. Ὁμοίως ἄλλα τόσα ἀπαιτοῦνται, ἐὰν θέλητε νὰ ἀνανεώσητε τὸν στρατόν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ στρατὸς, ὡς πρὸς τὸ ὑλικὸν, σήμερον δὲν ἔχει τίποτε· ὁ ὁπλισμός του εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν· ἀπαιτοῦνται δὲ 40–50 ἑκατομμύρια, ἵνα τὸν ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν ζωήν. Δὲν πρέπει λοιπὸν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ ξένον ὀργανωτὴν διὰ νὰ ἀνακαινίσῃ τὸν στρατὸν καὶ δώσῃ νέαν πορείαν καὶ νέαν θερμότητα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, δὲν πρέπει, λέγω, νὰ φεισθῇ τοῦ χρήματος, καὶ πρέπει νὰ φέρῃ ὄχι μόνον ἕνα ἀξιωματικὸν, ἀλλὰ πολλοὺς, ὡς ἐπίσης νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐφοδιάσῃ τὸν στρατὸν διὰ παντὸς ὑλικοῦ· μόνον δ’ οὕτω θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀτενίσωμεν εἰς τὸ μέλλον. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ προσκλήσεως ἑνὸς μόνον ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ, τὸ θεωρῶ ἀνωφελές.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἅρθρον 2 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν).
§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν. Ἄν ἀνατεθῇ εἰς τὸν ὀργανωτὴν ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, τότε θὰ ἀποτελεσθῇ τμῆμα γενικῶν ἐπιτελῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅλως ἀπεσπασμένον ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ θὰ ὑφίσταται αὐτοτελὲς ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 διατηρεῖ καὶ τὴν σήμερον λειτουργοῦσαν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἐκτελοῦσαν τὰ καθήκοντά της «ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ ὀργανωτοῦ». Πρόκειται λοιπὸν νὰ ὑπάρξωσι δύο ἐπιτελικαὶ ὑπηρεσίαι, αἵτινες ἐνδέχεται ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν νὰ ἔλθωσιν εἰς σύγκρουσιν;
§90Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ διεύθυνσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας διαιρεῖται εἰς τμήματα, εἰς τμῆμα στατιστικῆς, τμῆμα στρατολογίας κλπ. (Διάλογοι).
§91Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐκεῖ, ὅπου ἀναφέρεται διευθυντής, νὰ γραφῇ τμηματάρχης, καὶ τότε τὸ πρᾶγμα διορθοῦται.
§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτροποποιήθη οὕτω κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν.
§94ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως ἐκκλησιαστικοῦ χώρου πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίων Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§97Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ παράγραφον ὡς ἑξῆς: «Ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης συνιστῶνται διὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον τοῦ 1899 Κακουργιοδικεῖα ἐν Λαρίσῃ.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Κατσάνου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὡσαύτως ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Τσιριμώκου καὶ Πλατῆ (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ τῆς τετάρτης παραγράφου, ἔνθα πρόκειται περὶ δευτερευόντων δασικῶν προϊόντων, ἀντὶ «δύο στατῆρας» νὰ τεθῇ «πέντε στατῆρας». Ἐν δὲ τῷ γʹ ἐδαφίῳ, ἔνθα πρόκειται περὶ ἀσβέστου, ἀντὶ «200 στατῆρας» νὰ τεθῇ «300 στατῆρας».
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§101Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δεχθῇ, ὅτι ἡ προθεσμία τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν εἶναι μικρά, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ μείνῃ ἐκτεθειμένον, ὅταν ὑποβληθῶσι πολλαὶ αἰτήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὁ δασάρχης δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ὡς μὴ ἐπιτρεπομένης ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς ἀναπληρώσεώς του.
§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ, διότι ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας θὰ προκαλέσῃ καταχρήσεις· ἄλλως δέ, ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας δὲν ὠφελεῖ τοὺς ὑλοτόμους.
§103Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «οἱ ὁποῖοι μεταφέρουν τὰ προϊόντα ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς συγκεντρώσεως καὶ σφραγίσεως». Διότι, ὅπως εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον, θὰ εὑρίσκουν πολλοὶ δυσκολίας ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας.
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καλῶς διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει.
§105Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Διὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου μόνον οἱ δασάρχαι ἔχουν δικαίωμα νὰ μεταβαίνουν ἐπιτοπίως καὶ νὰ σφραγίζουν τὴν ξυλείαν. Προτείνω νὰ ἐπιτραπῇ τοὐλάχιστον καὶ εἰς τοὺς ἀρχιφύλακας τῶν δασῶν (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Ἔχει τις μικρὰν ποσότητα ξυλείας ἑνὸς μέχρι δύο κυβικῶν μέτρων, εἰδοποιεῖ τὸν δασάρχην νὰ μεταβῇ καὶ σφραγίσῃ αὐτὴν, διὰ νὰ τὴν μεταφέρῃ· δὲν μεταβαίνει ὁ δασάρχης· δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου δὲν δύναται νὰ μεταφέρῃ ὁ ὑλοτόμος τὴν ξυλείαν του καὶ τὴν χρησιμοποιήσῃ.
§106Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ὑπῆρχε προθεσμία.
§107ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ἐγὼ προτείνω, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ δασάρχης ἀμελήσῃ ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ μεταβῇ, νὰ τῷ ἐπιβάλληται πρόστιμον 50 ἕως 100 δραχμῶν.
§108Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον ἔχει καλῶς· διότι, ἐὰν ὁ δασάρχης δὲν μεταβῇ ἐντὸς τῆς προθεσμίας, διαπράττει ἀδίκημα παραβάσεως καθήκοντος, ἐπάγον ποινήν. Ἀλλὰ πρέπει τὸ ἄρθρον νὰ ὁρίσῃ νόμιμον ἀναπληρωτὴν τοῦ δασάρχου ἐν περιπτώσει κωλύματος· διότι προχθὲς εἰς τὰ Μέγαρα εἷς ἐφόρτωσε ξυλείαν· ἐζητήθη ὁ δασάρχης νὰ μεταβῇ, ἀλλὰ δὲν μετέβη, καὶ τὸ πλοῖον ἀνεχώρησε, καὶ βεβαίως τὸ φορτίον θὰ κατασχεθῇ, καὶ ὁ ὑλοτόμος θὰ τιμωρηθῇ. Ἐὰν ὅμως ἀνετίθετο ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς οἱανδήποτε τοπικὴν ἀρχὴν, τὸ κακὸν θὰ προελαμβάνετο.
§109Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαιώθητε, ὅτι τὸ ἄρθρον ἔχει καλῶς· ὁ δασάρχης δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, διότι ὑπέχει εὐθύνην.
§110Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μανέτα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§112Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δασάρχου νὰ ἐπιφέρῃ δυσκολίας. Τὴν ἀνεπάρκειαν ταύτην δὲν πρέπει νὰ παρέλθωμεν ἀπαρατήρητον· πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ μία θεραπεία. Δὲν δύναται ἆρά γε πρόσωπόν τι ἐκ τῆς ἀστυνομίας ἢ ἐκ τῆς χωροφυλακῆς ἢ ἄλλος τις ὑπάλληλος ν’ ἀναπληρώσῃ αὐτόν; Εἶναι ἄξιον προσοχῆς τὸ ζήτημα.
§113Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρέχονται πολλαὶ νέαι εὐκολίαι. Νῦν ζητεῖτε νὰ περιλάβητε καὶ ἑτέρας εὐκολίας, αἵτινες θέλουσι δώσει χώραν εἰς καταχρήσεις, πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου· ὡς ἐκ τούτου ἀποκρούω τὰς προβαλλομένας τροποποιήσεις.
§114Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὄχι μόνον ἡ ἀνεπάρκεια ἐπιβάλλει νὰ ὁρισθῇ ἀναπληρωτὴς τοῦ δασάρχου, ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ δασάρχης ἔχῃ κώλυμα δεδικαιολογημένον, πῶς θέλετε νὰ γείνῃ;
§115Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ποία εἶναι ἡ πρότασίς σας;
§116Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἡ σφράγισις τῆς ὑλοτομουμένης ξυλείας κλπ. ἐκτελεῖται παρὰ τοῦ δασάρχου, ἢ καὶ παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου». (Διάλογοι).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μισυρλῆ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι δύο τροπολογίαι. Πρώτη τῶν κ. κ. Τσιριμώκου καὶ Πλατῆ (ἀναγινώσκεται), Δευτέρα τοῦ κ. Μπακοπούλου (ἀναγινώσκεται).
§118Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι αὗται ἀνατρέπουσι τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὰς δεχθῶ.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Τσιριμώκου καὶ Πλατῆ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§120Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ τόπος τῆς συγκεντρώσεως εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑλοτόμου, καὶ δύναται οὗτος νὰ ὁρίσῃ αὐτὸν ἐν ταῖς ἀδείαις.
§121Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν μεταβάλλεται ἡ διάταξις αὕτη.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§123Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 4 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «αʹ) Ὅταν τις συλλέγῃ καὶ μεταφέρῃ ξύλα διὰ καυσόξυλα πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν προωρισμένα καὶ συνιστάμενα εἰς ἀπεξηραμένα ἢ κατακείμενα δένδρα, ῥάβδους, ῥίζας, ξηράδια, βλαστοὺς, κλαδιὰ, θάμνους χωρὶς κορμὸν καὶ κορμοὺς σκολιοὺς ἢ βεβλαμμένους καὶ πρὸς πᾶσαν ἄλλην χρῆσιν ἀνεπιτηδείους.» Ἐν δὲ τῷ ἕκτῳ στίχῳ τοῦ ἐδαφίου γʹ, ἀντὶ «μέχρι δύο ἑκατοστῶν» νὰ τεθῇ «μέχρι τριῶν ἑκατοστῶν».
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι τροπολογίαι.
§125Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Τὸ ἐδάφιον εʹ, λέγει: «Ὅταν οἱ κάτοικοι κοινοτήτων ὑλοτομῶσιν ἐκ τῶν ἀνεγνωρισμένων κοινωτικῶν δασῶν...» κλπ. Ὁ παλαιὸς νόμος ἔλεγεν, οὐχὶ κοινοτικῶν, ἀλλὰ δημοσίων δασῶν, καὶ οὕτω δέον νὰ τεθῇ καὶ ἐνταῦθα, καὶ πρὸς τούτοις νὰ τεθῇ, ὡς ἐν τῷ παλαιῷ περὶ δασῶν νόμῳ, «πρὸς πῆξιν καλυβῶν καὶ ποιμνιοστασίων», καὶ οὐχὶ νὰ ἦναί τις ὑποχρεωμένος νὰ κόπτῃ κλώνους καὶ κλάδους πρὸς κατασκευὴν αὐτῶν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ δασάρχου ὑποδεικνυομένην θέσιν. Τὸ τοιοῦτον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν.
§126Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κάμετε πρότασιν.
§127Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι νὰ ἀπαλειφθῇ ὁλόκληρον τὸ ἐδάφιον εʹ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ ἰσχύῃ ἡ διάταξις τοῦ παλαιοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν πῆξιν τῶν καλυβῶν καὶ ποιμνιοστασίων, ὡς καὶ διὰ τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα.
§128Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κύριε Πρόεδρε.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Δωρίδος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου αʹ ...
§130Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγένετο ἀποδεκτή.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ κυρίου Πεταλᾶ...
§132Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ τὴν δεχθῇ. Ὥστε τὴν ἀποσύρω.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ κυρίου Κατσάνου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§134Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ ἐδάφιον εʹ λέγετε: «Ὅταν οἱ κάτοικοι κοινοτήτων ὑλοτομῶσιν ἐκ τῶν ἀνεγνωρισμένων κοινωτικῶν δασῶν τὴν διὰ τὰς ἰδίας ἀνάγκας ἀπαιτουμένην ξυλείαν...» κλπ. Ἀλλ’ ὅταν ὑλοτομῶσιν ἐκ δημοσίων δασῶν, δὲν λέγετε τίποτε.
§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι ὡς πρὸς τὰ ἐθνικὰ ὑπάρχει ὁ νόμος. Δὲν μεταβάλλεται ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων.
§136Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ παρεισέφρησε λάθος· λέγει «ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ, ἐνῷ ἔπρεπε κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ λέγῃ «ἐν τῷ προηγουμένῳ ἐδαφίῳ».
§137Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Νὰ διορθωθῇ.
§138Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἐδαφίου γʹ καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ φέρω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρὸς κατασκευὴν ὑπορθωμάτων, κοινῶς φουρκάδων, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται νὰ κόπτωνται τὰ κέδρα. Τὸ κέδρον, ὡς γνωρίζομεν πάντες, προτιμᾶται, διὰ τὸν λόγον ὅτι δύναταί τις τὴν ἐκ τούτου κατασκευαζομένην φουρκάδα νὰ μεταχειρισθῇ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, διότι εἶναι ξύλον στερεὸν καὶ μὴ ὑποκείμενον εἰς τὴν φθορὰν τὴν ἐκ τῆς ὑγρασίας προκύπτουσαν. Μ’ ὅλον ὅμως τὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ ξύλον τοῦτο, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ χρῆσις αὐτῶν, διότι οἱ προμηθευόμενοι τὰς φουρκάδας ταύτας κόπτουσι τὰ μικρὰ κέδρα, καταστρέφοντες οὕτω τὰ δάση ἐν τῇ ἀρχῇ των.
§139Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει καὶ σήμερον αὐτό.
§140ΚΡΙΤΣΑΣ. Δηλαδὴ σήμερον ἐπιτρέπεται, ἐνῷ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀπαγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ. Μίαν ἀκόμη παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου δʹ. Εἰς τὸ ἐδάφιον τοῦτο παρακαλῶ νὰ συμπεριληφθῇ μεταξὺ τῶν διαφόρων δευτερευόντων δασικῶν προϊόντων καὶ ὁ δεψικὸς ῥοῦς, ἤτοι τὸ ῥοῦδι. Εἶναι προϊόν χρησιμεῦον εἰς τοὺς βυρσοδέψας· τὸ Κράτος δὲ ἀπολαμβάνει ἐλάχιστον ποσὸν, ἐνοικιάζον τὴν συλλογὴν αὐτοῦ. Εἶναι προϊόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἵνα συλλέξῃ τις μίαν ὀκᾶν, πρέπει νὰ καταναλώσῃ μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν· διὰ τοῦτο δὲ οὐδεὶς καταγίνεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν συλλογὴν αὐτοῦ, ἐκτὸς τῶν ποιμένων, οἱ ὁποῖοι διερχόμενοι τῶν μερῶν, εἰς ἃ τὸ προϊόν αὐτὸ φύεται, συλλέγουσι τοῦτο ὀλίγον κατ’ ὀλίγον.
§141Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ συνεννοηθῶ μετὰ τῆς ὑπηρεσίας.
§142Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§143Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον ἤδη ὅτι τὰ ἐθνικὰ δάση ὑπάγονται εἰς ἄλλον νόμον. Ἐνταῦθα συζητοῦνται διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὰ κοινωτικὰ δάση. Τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΒΡΞΒʹ τοῦ 1893 θὰ ἐξαιρεθῇ τῆς καταργήσεως, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἔνθα ἀναφέρεται ὡς καταργούμενον, ἐτέθη ἐκ τυπογραφικῆς ἀβλεψίας.
§144ΜΑΝΕΤΑΣ. Πολὺ καλά.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10ης ὥρας.
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 4;
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 καὶ 5′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4....
§149Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἐν τῷ ἐδαφίῳ δʹ, στίχῳ τρίτῳ τῆς πρώτης παραγράφου, μετὰ τὴν λέξιν «χρυσόξυλον» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «δεψικὸν ῥοῦν, πρινοφλοιόν».
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς τελευταία παράγραφος ἡ ἑξῆς: «Τὰ ἐξ ἰδιωτικῶν κτημάτων προερχόμενα κεράτια (χαρούπια) ὑποβάλλονται εἰς φόρον 10% ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, ὁριζομένης κατὰ τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΒΡΞΒʹ περὶ δασῶν νόμου τοῦ 1893.»
§152Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιβάλλετε φόρον εἰς τὰ χαρούπια;
§153ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἦτο 18%, καὶ ἐλαττοῦται εἰς 10%.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου, καθ’ ἣν τὸ ἐδάφιον 1 διαγράφεται, ἐν δὲ τῷ ἐδαφίῳ 2 μετὰ τὴν λέξιν «ἐργοστάσια» προστίθεται «δι’ ἀτμοῦ ἐργαζόμενα». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§155Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, δύναται νὰ γεννήσῃ πολλὰς δυσκολίας εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἰδιωτικῶν δασῶν. Διότι, ἐὰν πρόκειται ὁ ἰδιοκτήτης ἑνὸς δάσους, πρὶν ἢ ἐκμεταλλευθῇ τὸ δάσος του, νὰ λάβῃ πρῶτον τὴν θεώρησιν τοῦ πίνακος ἐκ μέρους τοῦ δασάρχου, καὶ δεύτερον τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι εἰς καιρὸν, μὲ τὰς ἀργοπορίας, αἱ ὁποῖαι εἰς τοιαύτας πράξεις συχνάκις συμβαίνουσι καὶ θὰ συμβαίνωσι, νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ τοῦ δάσους του ἐντὸς τῶν 8 μηνῶν, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶναι ἀναγκαῖον, ἵνα μὴ περιορισθῇ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του ὁ ἰδιοκτήτης, νὰ ὁρισθῶσι προθεσμίαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλει ὁ δασάρχης ἢ νὰ τροποποιήσῃ ἢ νὰ ἐπικυρώσῃ, ὡς ἔχει, τὸν πίνακα, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πάλιν νὰ δώσῃ εἴτε πλήρη εἴτε μετὰ τροποποιήσεων τὴν συγκατάθεσίν του.
§156Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παραδέχομαι νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν ἐν τῷ ἕκτῳ στίχῳ λέξιν «ἐγκρινόμενος» ἡ φράσις «ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ διαχειριστικοῦ σχεδίου». Ὡσαύτως νὰ προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου ἡ φράσις «ὧν ὁ προσδιορισμὸς ἀπόκειται τῷ ἰδιοκτήτῃ».
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§158Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδῶ εἶναι λάθος· λέγει: «τὰ ἐδάφια αʹ, βʹ καὶ γʹ» τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΒʹ», ἐνῷ δέον νὰ λέγῃ μόνον «τὰ ἐδάφια αʹ καὶ γʹ». Ὥστε νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ «βʹ».
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐνταῦθα ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι, μία τοῦ κ. Μπακοπούλου καὶ ἑτέρα τοῦ κ. Κατσάνου.
§160Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ τοῦ κυρίου Κατσάνου ἀφορᾷ εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐδέχθην.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μένει λοιπὸν ἡ τοῦ κυρίου Μπακοπούλου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Καταργεῖται τὸ ἐδάφιον 7 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΒʹ τῆς 13 Φεβρουαρίου 1893 καὶ τὰ ἀφορῶντα τὴν φορολογίαν τῆς καυσοξυλίας αʹ, βʹ καὶ γʹ ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ αὐτοῦ νόμου, τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΒΣΒʹ τῆς 28 Δεκεμβρίου 1893, τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 4 Δεκεμβρίου 1836, ὡς καὶ πᾶσα εἰς τὸν παρόντα νόμον ἀντικειμένη διάταξις.» Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπ’ αὐτῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου ᾼΧΚΕʹ «περὶ τελῶν χαρτοσήμου». Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§162ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ μεταβολαί, αἵτινες γίνονται, ἔχουσι σκοπὸν κυρίως νὰ ἀποτρέψωσι τὰς καταχρήσεις, αἵτινες παρενέβαλλον δυσχερείας καὶ προσκόμματα ἀληθῶς ἄξια προνοίας· ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ φορολογικὴ διάταξις, καθ’ ἣν ἐν τῇ μεταρρυθμίσει τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας προστίθεται καὶ ποσοστόν τι, ἀναβιβάζον εἰς 7,50% τὸν φόρον προκειμένου περὶ σιδηροδρόμων, καὶ εἰς 5,50% προκειμένου περὶ ἀτμοπλοίων. Τούτου οὕτως ἔχοντος, καθαροῦ δηλαδὴ ὄντος, ὅτι κατὰ τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ τίποτε ἄλλο ἢ μόνον νὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἦναι εὔκολος ἡ φορολογία, καὶ νὰ προστεθῇ, ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἤδη ἀποδεδειγμένων, ποσοστόν τι ἐξ ἴσου ἐφ’ ἁπάντων τῶν φορολογητέων ποσῶν, ἀναβιβαζομένης τῆς φορολογίας εἰς 7,50%, καθόσον παρετηρήθη ὅτι ὁ μέσος ὅρος εἶναι 6,72% ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν εἰσπράξεων, ἐνῷ ἐπί τινων ἑταιρειῶν ὑπερβαίνει τὰ 7,20%, μοὶ φαίνεται ὅτι ἀτυχὴς ἔκφρασις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ συνεπάγεται φορολογίαν, ἣν δὲν σκοπεῖ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Προκειμένου περὶ τῶν σιδηροδρόμων, ὁ ἀρχικὸς νόμος ἐκφράζεται κατὰ τρόπον διάφορον ἢ ὅ,τι τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ τροποποιημένῃ ἐκδόσει αὐτοῦ λέγει ὅτι «τὰ εἰσιτήρια τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων ὑποβάλλονται εἰς τέλος 7,50%, τὰ δὲ τῶν ἀτμοπλοίων εἰς 5,50% ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν εἰσπραττομένης ἀξίας τῶν εἰσιτηρίων»: ἀλλ’ ὁ ἀρχικὸς νόμος ἐκφράζεται οὕτω: «Τὰ εἰσιτήρια τῶν σιδηροδρόμων, ἐν οἷς περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἀτμοκίνητοι τροχιόδρομοι»· οὗτος δὲ ὁ νόμος ἔμεινεν ἄθικτος καὶ ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ἥτις ἐγένετο ἐν ἔτει 1889. Ἐτέθη δὲ τότε ἡ διάταξις οὕτω, διότι, ὡς ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ συνεργασίᾳ, ἣν τότε ἐποιησάμεθα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχεν ἀναγνωρισθῆ δίκαιον νὰ μείνῃ ἔξω φορολογίας τὸ τίμημα τῶν εἰσιτηρίων τὸ κάτω τῶν 20 λεπτῶν, διὰ τοῦτο δὲ ὡρίσαμεν ἐπὶ ποσῶν ἄνω τῶν 20 λεπτῶν τὸ τέλος, τίμημα δὲ κάτω τῶν 20 λεπτῶν ὑπῆρχεν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ περιπτώσει, ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἱπποκινήτων τροχιοδρόμων, ὧν ἡ τιμὴ οὐδέποτε ὑπερβαίνει τὰ 20 λεπτά, ἐνῷ προκειμένου περὶ σιδηροδρόμων καὶ ἀτμοκινήτων τροχιοδρόμων ἅπασαι αἱ τιμαὶ εἶναι ἀνώτεραι. Τὰ κάτω δὲ τῶν 20 λεπτῶν εἰσιτήρια δὲν ἠθελήσαμεν νὰ φορολογήσωμεν τότε, μὴ θέλοντες νὰ ἐγγίσωμεν τὴν καθ’ ἡμέραν ἐντὸς τῶν πόλεων μικρὰν συγκοινωνίαν, ἥτις εἶναι χρησιμωτάτη εἰς τοὺς πολίτας, ἀποτελοῦσα, οὕτως εἰπεῖν, τὸν ἐπιούσιον ἄρτον τῆς συγκοινωνίας αὐτῶν· ὡς ὅμως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀνάγκην σήμερον θέλουσι φορολογηθῆ καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ κάτω τῶν 20 λεπτῶν. Ἀλλὰ τοιοῦτος δὲν φαίνεται ὅτι ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· διότι, ἂν ἀληθῶς ἐσκόπει τοιαύτην φορολογίαν, ἤθελεν εἴπει περὶ αὐτῆς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Ἂν λοιπὸν δὲν ἦτο τοιοῦτος ὁ σκοπὸς αὐτοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ φράσις τοῦ νόμου τοῦ ἀρχικοῦ: «Τὰ εἰσιτήρια τῶν σιδηροδρόμων, ἐν οἷς περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἀτμοκίνητοι τροχιοδρόμοι»· ἤθελον δὲ προσθέσει «καὶ οἱ ἠλεκτροκίνητοι», διότι προσεχῶς θέλομεν ἔχει καὶ ἠλεκτροκινήτους...
§163Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν περὶ τούτου.
§164ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶδον ὅτι ἔχετε ὑποβάλει τροπολογίαν τοιαύτην, καὶ συμμερίζομαι τὰ ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ θέματος, ἀναφερόμενος εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν εἶχεν ὁ ἀρχικὸς νόμος, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι δὲν μετέβαλε γνώμας ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν μετέβαλε γνώμας, τότε βεβαίως γίνεται ἀντικείμενον τροπολογίας τὸ θέμα. Τούτου οὕτως ἔχοντος, προτείνω νὰ μεταβληθῇ ἡ φράσις, ὅπως μείνωσι τὰ πράγματα εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, μετὰ περιωρισμένης τῆς φορολογίας ἀπὸ τῶν 20 λεπτῶν καὶ ἄνω. Μετὰ τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῇ τετάρτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 1 ἐγένοντο μεταβολαί, δεόμεναι ἐξηγήσεως. Πρῶτον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν εἰς τοῦτο, ὅτι ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ οὐδαμοῦ γίνεται λόγος περὶ εἰσιτηρίων σιδηροδρομικῶν, τροχιοδρομικῶν, ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀνήκωσι τὰ ἀτμόπλοια, οἱ σιδηρόδρομοι καὶ οἱ τροχιόδρομοι εἰς ἑταιρείας, ἀλλ’ εἰς ἰδιώτας ἁπλοῦς, ὁπότε, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, οὗτοι φαίνονται ἐξαιρούμενοι. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ κείμενον τὸ ἀρχικὸν, ἐν ᾧ ἐλέγετο «ἐπὶ τῶν σιδηροδρομικῶν, τροχιοδρομικῶν καὶ ἀτμοπλοϊκῶν εἰσιτηρίων»· ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐκφράσει περιλαμβάνονται πάντα τὰ εἰσιτήρια, καὶ τὰ τῶν ἑταιρειῶν καὶ τὰ τῶν ἰδιωτῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρατηρῶ ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μένει ἡ διάταξις «τὰ εἰσπραττόμενα δὲ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τέλη ἐξευρίσκονται ἀφοῦ διαιρεθῇ τὸ ἐκ μεταφορᾶς ἐπιβατῶν εἰσπραττόμενον ὁλικὸν ποσὸν διὰ τοῦ διαιρέτου 1,075%, ἐὰν πρόκειται περὶ σιδηροδρόμων ἢ τροχιοδρόμων», προστίθεται ἡ φράσις «ἐξαιρέσει τῆς Ἑταιρείας τῆς Προεκτάσεως τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ Σιδηροδρόμου, δι’ ἣν ὁ διαιρέτης ὁρίζεται εἰς 2,50», «καὶ διὰ τοῦ διαιρέτου 1,055, ἐὰν πρόκειται περὶ ἀτμοπλοίων, ἐκ δὲ τοῦ πηλίκου τῆς διαιρέσεως ταύτης ληφθῶσι τὰ 7.50%, προστίθεται νῦν ἡ φράσις «διὰ τὰς σιδηροδρομικὰς καὶ τροχιοδρομικὰς ἑταιρείας, καὶ 5.50% διὰ τὰς ἀτμοπλοϊκὰς». Πρῶτον ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγηθῇ εἰς τί σκοπεῖ αὕτη ἡ ἐξαίρεσις τῆς ἑταιρείας τῆς Προεκτάσεως τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ σιδηροδρόμου. Εἰκάζω μὲν, ὅτι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν σχέσιν, τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τῆς ἑταιρείας ταύτης καὶ τῆς ἑταιρείας τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ σιδηροδρόμου, ἀλλὰ δὲν ἀντιλαμβάνομαι καλῶς τὸν ὑπολογισμὸν, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, πῶς ἐγένετο ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος. Ἐπιθυμῶ δὲ ὡσαύτως, διότι δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὸ πρᾶγμα καλῶς, νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διατὶ γίνεται αὐτὴ ἡ διαίρεσις διὰ τοῦ 1.075 ὡς διαιρέτου ἐπὶ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων, ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν πηλίκον, ὅπερ κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου, ἀδοκίμου ἄλλως περὶ τὰ μαθηματικὰ, φέρει εἰς τ’ ἀποτελέσματα, ἅτινα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ προσθήκη δὲν πρέπει νὰ γείνῃ εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου ᾼΧΚΕʹ, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 30 τοῦ νόμου τούτου. Διότι, ὡς γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸ ἄρθρον 15 εἶναι τὸ ἄρθρον τὸ περιέχον τὸν πίνακα τῶν τελῶν, ἐκεῖ δὲ δὲν ἁρμόζει διάταξις περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ τέλους, καθ’ ἣν «προκειμένου περὶ μεταγραφῆς μεταλλείων, ἡ ἀξία αὐτῶν ὑπολογίζεται ἐπὶ τῇ βάσει 1000 δραχμῶν κατὰ στρέμμα», ἐνῷ τὸ ἄρθρον 30, κείμενον ἐν εἰδικῷ κεφαλαίῳ, προβλέπει περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ τέλους, καὶ κανονίζει πῶς γίνεται ὁ ὑπολογισμὸς κατὰ τὰς διαφόρους περιπτώσεις. Ἐκεῖ ἁρμόζουσι καλῶς καὶ τὰ περὶ ὑπολογισμοῦ, προκειμένου περὶ μεταγραφῆς μεταλλείων. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ συμβολαίων ἀνταλλαγῆς τὸ τέλος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ πολυτιμοτέρου τῶν ἀνταλλασσομένων πραγμάτων· ἐπὶ συμβιβασμῶν κλπ.· ἐν δανείῳ ἐπὶ τῆς δανειζομένης ποσότητος.» Καὶ οὕτω καθεξῆς. Προφανὲς ἄρα, ὅτι ἐνταῦθα ἁρμόζει ἡ διάταξις περὶ μεταγραφῆς μεταλλείων, καὶ ὄχι εἰς τὸ ἄρθρον 15, ὅπερ περιλαμβάνει μόνον τὸν πίνακα τῆς φορολογίας. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ κατατάξεως ἐπιστημονικῆς τῆς διατάξεως, ἡ δὲ παρατήρησίς μου δὲν ἔχει ἄλλην πρόθεσιν. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι καθαρῶς ταμιευτικός· ἀφορᾷ αὐτὸ ἰδίως εἰς τὴν ὁμαλωτέραν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας περὶ τὸν κανονισμὸν τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τῶν εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρόμων, τροχιοδρόμων καὶ ἀτμοπλοίων. Καὶ αἱ ἑταιρεῖαι, ὅπως καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, εὑρίσκονται εἰς δυσχερεστάτην θέσιν, ὅταν καλῶνται νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τέλος· ὁ ἔλεγχος δὲ καθίσταται σχεδὸν ἀδύνατος· δι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὑπηρεσία πολλάκις παρέστησεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ κανονισθῇ ἡ εἴσπραξις τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν συνόλῳ εἰσπράξεων τῶν ἑταιρειῶν. Ὅμοιον περίπου πρὸς τὸ νῦν νομοσχέδιον εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ εἰς τὴν προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῇ διαρρυθμίσει τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων ὑπέλαβον, ὅτι τὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἑταιρειῶν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀφαιρέσω. Ἀλλ’ ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, μοὶ ἐγένοντο παράπονα ἐκ μέρους τῶν ἑταιρειῶν. Τὸ πρῶτον παράπονον μοὶ ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας τῆς Προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Ἡ ἑταιρεία αὕτη, ὡς ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ αὔξησιν εἰς τὰ εἰσιτήρια, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν δὲν δύναται νὰ εἰσπράττῃ εἰμὴ 10 ἕως 15 λεπτὰ κατὰ εἰσιτήριον. Ἡ Ἑταιρεία τῆς Προεκτάσεως ἀποδίδει μέχρι τοῦδε εἰς τὸ Δημόσιον 3,000 δραχ. Ἐὰν ἀπέμενεν εἰς αὐτὴν ὑποχρέωσις νὰ πληρώνῃ 7½%, ἤθελε πληρώσει 18,000. Ἑπομένως θὰ ἦτο αὔξησις 15,000 δραχ. Ἐπίσης ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων μοὶ ὑπέβαλε τὸ παράπονον, ὅτι ὑποβληθήσεται εἰς φόρον δυσανάλογον πρὸς ὅσα εἰσπράττει ἐκ τῶν εἰσιτηρίων, ἡ δὲ μεγάλη αὔξησις τῆς τιμῆς αὐτῶν θέλει καταστήσει ἀδύνατον τὸν συναγωνισμὸν αὐτῆς· ἐπειδὴ δέ, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ταμιευτικός, ὑπέλαβον, ὅτι ἠδυνάμην, χωρὶς νὰ δεχθῶ πλέον τὴν διάκρισιν τῶν 20 λεπτῶν, νὰ παραδεχθῶ μόνον τὴν μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ πληρώσῃ πλειότερόν τι τοῦ νῦν πληρωνομένου, ἀλλ’ οὐχὶ ὅσα διὰ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου ἐπεβάλλοντο, οὕτω δὲ νὰ μὴ ἐπέλθῃ αὔξησίς τις εἰς τὰς σημερινὰς τιμὰς τῶν εἰσιτηρίων τῆς ἑταιρείας ταύτης. Ἐπίσης ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, τῶν ὁποίων ἡ αὔξησις τῶν ἀποδόσεων ἀνήρχετο εἰς 17,000 δραχμάς, μοὶ ὑπεβλήθη τὸ παράπονον, ὅτι, ἐνῷ τὰ οἰκονομικά της δὲν εἶναι ἀνθηρά, ὑποβάλλεται εἰς ἀδίκημα διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων φορολογίας, τῆς ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Οὕτω λοιπὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ, ὑποβάλλονται αἱ ἑξῆς τροπολογίαι, τῶν ὁποίων τὴν αἰτιολογίαν ἐξήγησα ἤδη ὑμῖν. Ὡς πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῆς Προεκτάσεως, ἐδέχθην ὡς διαιρετὴν τὸ 32,50. Ὡς πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Τροχιοδρόμων, ἐδέχθην ὡς διαιρετὴν τὸ 1 καὶ 37...
§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 6%...
§167ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περίπου... Καὶ ὡς πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου, 1 καὶ 15. Οὕτως ὅλα τὰ παράπονα τῶν ἑταιρειῶν αἴρονται.
§168ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὥστε ἔχετε ἄλλην τροπολογίαν;
§169ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ἔχω ἤδη ὑποβάλει τὴν τροπολογίαν, ὅτι πρόκειται περὶ ἰδιωτικῶν ἑταιρειῶν, καὶ οὕτω διακανονίζεται τὸ νομοσχέδιον κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐγείρῃ παράπονα, καὶ νὰ καθιστᾷ τὸν ἔλεγχον ἐφικτόν. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου ἔχει τὸν ἑξῆς σκοπόν. Ὑπεβλήθησαν κατὰ τὸ 1892 εἰς φόρον μεταγραφῆς τὰ παραχωρητήρια μεταλλείων καὶ ὀρυχείων. Τότε ἴσχυεν ὁ νόμος ὁ ἀπαγορεύων τὴν παραχώρησιν. Μετεβλήθησαν τὰ πράγματα, καὶ ἀφ’ ἧς ἤρξαντο ἐκδιδόμενα Β. Διατάγματα περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἐπὶ τίνος ἀξίας θέλουσι κανονισθῆ τὰ δικαιώματα μεταγραφῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐδέχθη ἐξ ἀνάγκης τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τῶν μεταλλείων ἢ ὀρυχείων ὑπὸ πραγματογνωμόνων· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἐκτίμησις ἀπεδείχθη αὐθαίρετος καὶ ἀκαταλόγιστος. Ὡς παράδειγμα φέρω, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς μεταλλείου εἰς τὴν Κίμωλον. Διέταξε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ γείνῃ ἐκτίμησις· ἐννοεῖται, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκάλεσε δύο πραγματογνώμονας, ὅπως ἐκτιμήσωσι τὸ μεταλλεῖον· οἱ πραγματογνώμονες αὐτοὶ εἶπον, ὅτι ἀδύνατον ἦτο νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ἀξίαν. Νομίζω δὲ, ὅτι οὐχὶ μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ οἱ καλλίτεροι μεταλλουργοί, ἂν ἐκαλοῦντο νὰ ἐκτιμήσωσιν, ἤθελον εἴπει, ὅτι δὲν γνωρίζουσι τὴν ἀξίαν τοῦ μεταλλείου, πρὶν ἢ γένηται ἐργασία τοιαύτη, ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκτιμήσωσιν. Ἑπομένως ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Δι’ αὐτὸ ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ προσθέσω μίαν διάταξιν διευκολύνουσαν τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ τοῦ φόρου τῶν μεταγραφῶν.
§170Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ εἶναι.
§171ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀναλογικοῦ χαρτοσήμου. Ἄλλως τε οἱ ἐνδιαφερόμενοι, οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν τὸν καθορισμὸν τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ κανονισθήσεται τὸ δικαίωμα τῆς μεταγραφῆς, εὑρίσκουσιν εὔλογον τὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενον καθορισμόν.
§172Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι δὲν μεταβάλλεται τὸ σύστημα; Ὅταν πρόκειται περὶ ἀτμηλάτων σιδηροδρόμων, τότε γίνεται βεβαίως ἡ αὐτὴ φορολογία, ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ ἱπποκινήτων ἁμαξῶν, τότε ἡ φορολογία ἐν Εὐρώπῃ γίνεται κατ’ ἀναλογίαν καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τουλάχιστον ὁ Γαλλικὸς νόμος τοῦ 1879 ἐπὶ τῶν ἁμαξῶν ἱπποκινήτων τροχιοδρόμων φορολογεῖ καθ’ ἅμαξαν. Δὲν πρέπει καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ αὐτὸ σύστημα νὰ ἐφαρμοσθῇ;
§173ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ λόγος. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, εἶναι νὰ κατασταθῇ εὐχερὴς ὁ ἔλεγχος τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Εἶναι τόσον μικρὸν τὸ πρᾶγμα, ὥστε φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος.
§174ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μεταλλεῖα 1000 στρεμμάτων ὑπάρχουσι πολλά.
§175ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν δραχμὴν θὰ πληρώσητε. Εἶναι φόρος ἐμπορικῶν ἐγγράφων.
§176Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἐφ’ ὅσον προχωρεῖ ἡ κλῖμαξ, καταβαίνει ὁ φόρος.
§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ἦναι 30,000 στρέμματα;
§178ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἦναι μέγα μεταλλεῖον, 30 ἕως 40 δραχμαὶ εἶναι ὁ φόρος.
§179ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ὅπως γίνεται ἡ ἐκμετάλλευσις τώρα, πρέπει ἡ φορολογία νὰ ἦναι κἄπως βαρυτέρα.
§180ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Λοιπόν, κύριε γραμματεῦ, ἐμπρός.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γουλιμῆ;
§182Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει λόγον· διότι ἡ ἑταιρεία ὁπωσδήποτε θέλει ὑποβάλλεσθαι εἰς φόρον, εἴτε ἀτμοκίνητος εἶναι, εἴτε ἱπποκίνητος.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γουλιμῆ (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 1 ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἑξῆς:
§184ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Αἱ παράγραφοι εʹ, ϛʹ καὶ ζʹ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου ΑΧΚΕʹ «περὶ τελῶν χαρτοσήμου» τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς: «Τὰ εἰσιτήρια τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων ὑποβάλλονται εἰς τέλος 7,50%, τὰ δὲ τῶν ἀτμοπλοίων εἰς 5, 50%, ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν ἢ ἰδιοκτητῶν ἀτμοπλοίων εἰσπραττομένης ἀξίας τῶν εἰσιτηρίων. Ὁσάκις τῇ προσθήκῃ τοῦ τέλους τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰσιτηρίων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τιμολογίων, προκύπτῃ κλάσμα πεντάδος λεπτῶν, ἐὰν μὲν τοῦτο ὑπερβαίνῃ τὸ ἥμισυ αὐτῆς, ἐπιτρέπεται ἡ εἴσπραξις ὁλοκλήρου τῆς πεντάδος ταύτης, ἐὰν δὲ περιορίζηται εἰς τὸ ἥμισυ ἢ ὑπολείπηται τοῦ ἡμίσεος, οὐδὲν ἐκ τῆς πεντάδος ταύτης εἰσπράττεται.» Ἡ περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐπιβαλλομένων τελῶν ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἀτμοπλοίων διάταξις τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 42, ἡ τροποποιηθεῖσα διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 29 Δεκεμβρίου 1889 νόμου ᾼΨϞΒʹ, τροποποιεῖται οὕτω: «Διὰ γραμματίου παραλαβῆς γίνεται ἡ εἴσπραξις τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρομικῶν, τροχιοδρομικῶν καὶ ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν ἢ ἰδιοκτητῶν ἀτμοπλοίων, τὰ εἰσπραττόμενα δὲ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τέλη ἐξευρίσκονται, ἀφοῦ διαιρεθῇ τὸ ἐκ μεταφορᾶς ἐπιβατῶν εἰσπραττόμενον ὁλικὸν ποσὸν αʹ) διὰ τοῦ διαιρέτου 1,075%, ἐὰν πρόκειται περὶ σιδηροδρόμων, ἐξαιρέσει 1) τῆς Ἑταιρείας τῆς Προεκτάσεως τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ Σιδηροδρόμου, δι’ ἣν ὁ διαιρέτης ὁρίζεται εἰς 2,50, καὶ 2) διὰ τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου, δι’ ἣν ὁ διαιρέτης ὁρίζεται εἰς 1,15· βʹ) διὰ τοῦ διαιρέτου 1,37 ὡς πρὸς τὰς ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων, καὶ γʹ) διὰ τοῦ διαιρέτου 1,055, ἐὰν πρόκειται περὶ ἀτμοπλοίων, ἐκ δὲ τοῦ πηλίκου τῆς διαιρέσεως ταύτης ληφθῶσι τὰ 7,50% διὰ τὰς σιδηροδρομικὰς καὶ τροχιοδρομικὰς ἑταιρείας, καὶ 5,50% διὰ τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἢ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας ἀτμοπλοίων. Τὰ τέλη ταῦτα καταβάλλονται εἰς τὰ ἐν τοῖς τιμολογίοις τῶν ἑταιρειῶν ὁριζόμενα νομίσματα διὰ τίμημα εἰσιτηρίων.»
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§186Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρίν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν μεταλλείων. Οὗτος δὲν ὑπελογίσθη δικαίως, ἀλλ’ εἶναι βαρύτατος, διότι συνήθως παραχωρήσεις μεταλλείων γίνονται εἰς μέρη μεγάλης ἐκτάσεως, ὀρεινὰ, ἄγονα καὶ, ὅπως γνωρίζομεν, γίνονται 5, 6, 8 καὶ 10 χιλιάδες στρέμματα. Λοιπὸν ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος 1 ἐπὶ τοῖς χιλίοις σημαίνει, ὅτι θὰ πληρώσωσι μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα. Ἐὰν λοιπὸν ἦναι 5–10 χιλιάδες στρέμματα, θὰ πληρώσωσι 5–10 χιλιάδας δραχμὰς, ποσὸν δυσανάλογον καὶ σχεδὸν ἀπαγορευτικόν. Νομίζω ὅτι εἶναι τόσον βαρὺς ὁ φόρος, ὥστε θὰ παρεμποδίσωμεν βεβαίως τὰς αἰτήσεις παραχωρήσεως καὶ θὰ περιορίσωμεν αὐτὰς εἰς περιωρισμένον κύκλον ἐκμεταλλευτῶν. Δὲν ἠξεύρω ἂν τοῦτο εἶναι συμφέρον. Ὑπάρχει παρά τισιν ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ μὴ δίδωνται αἱ παραχωρήσεις αὗται. Αὕτη εἶναι πολὺ ἐσφαλμένη. Διότι βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε αἱ γινόμεναι παραχωρήσεις νὰ τελεσφορήσωσι, καὶ ἂν δὲν τελεσφορήσωσι, νὰ ἐκπίπτωσι. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν. Ἀλλὰ νὰ παρακωλύηται ἡ ἐκχώρησις μεταλλείων εἰς χώραν, οἵα ἡ ἡμετέρα, καθαρῶς μεταλλικὴ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμος ἡ τοιαύτη σκέψις. Ἐπιβάλλοντες μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα εἰς τὰς ἐκτάσεις τῶν μεταλλείων, βεβαίως καθιστῶμεν κατὰ τὰ ¾, ἂν ὄχι κατὰ τὰ 9/10, τὰς αἰτήσεις παραχωρήσεως μεταλλείων δυσκόλους, ὅταν πρόκειται νὰ πληρώνῃ τις ἐκ τῶν προτέρων χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἀκόμη ποῖον θὰ ἦναι τὸ μεταλλεῖον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τόσον βαρεῖαν φορολογίαν. Ἄς ἐκμεταλλευθῇ τὸ μεταλλεῖον, ἂς ἀποδώσῃ, καὶ τότε τὸ Δημόσιον ἂς λάβῃ δίκαιον, ἀλλ’ ἀρκετὸν φόρον. Ἐὰν δὲ ἦναι καλὰ ν’ αὐξηθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ φορολογία, τὸ ζήτημα εἶναι συζητήσιμον· ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν παραχώρησιν, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§187Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ πραγματογνώμονες, οἱ ὁποῖοι εἶχον διορισθῆ, ἐζήτουν νὰ τὸ ἐκτιμήσωσι 50,000 τὸ στρέμμα.
§188Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὑρίσκονται καὶ παράδοξοι ἰδέαι, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὸ ζήτημα.
§189ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἠρώτησα καί τινας πρακτικωτέρους, οἵτινες μοὶ εἶπον, ὅτι, ὅταν τὸ μεταλλεῖον πρόκειται νὰ πληρώσῃ μίαν δραχμὴν ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ἡ φορολογία εἶναι ἀνεπαίσθητος.
§190Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁσάκις παραχωρῆται τὸ μεταλλεῖον, συνήθως ἡ ἀξία του εἶναι ἄγνωστος. Λοιπὸν ἐπιβαρύνοντες αὐτὸ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, φέρομεν ἐμπόδιον σπουδαῖον. Βεβαιώθητε, ὅτι οὕτω θὰ ἐλαττώσητε τὴν τάσιν τῶν ἀνθρώπων, ἵνα λαμβάνωσι παραχωρήσεις, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ δυσκολεύσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν μεταλλείων.
§191ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Αὐτὸ θὰ ἦναι εὐτύχημα.
§192Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θεωρῶ τοὐναντίον μέγα ἀτύχημα, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐμποδίζηται ἡ παραχώρησις ἕνεκα τοιαύτης ὑπερόγκου φορολογίας.
§193Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ μεταλλεῖον, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ παραχώρησις, ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἔχει ἀξίαν, μετὰ ἓν ἔτος θὰ ἐγκαταλειφθῇ, καὶ ἑπομένως θὰ λείψῃ καὶ ὁ φόρος. Θὰ πληρώσῃ ἐπὶ ἕνα χρόνον μόνον. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ φορολογίας, ἡ ὁποία θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιβαρύνουσα τὸν ἀναλαβόντα ἐπὶ πολλὰ ἔτη.
§194Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ πληρώσῃ τόσα, ὥστε θὰ τὸν ἀποθαρρύνῃτε.
§195ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς σκεφθῇ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἐπὶ μεταλλείων ἀποτελεῖ τὸν πρῶτον παράγοντα, εἶναι ἡ περὶ τὴν ἐπιχείρησιν μελέτη καὶ ἡ κτῆσις τῶν ἀναγκαίων γνώσεων καὶ χρηματικῶν κεφαλαίων. Ὅταν ἄνευ τούτων ζητῇ τις παραχώρησιν μεταλλείου, θέλει ὑποβληθῆ καὶ εἰς τὰς ἐπιζημίους συνεπείας τῆς ἐπιχειρήσεως.
§196Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι 350 παραχωρήσεις. Ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι ἐν ἐκμεταλλεύσει ἢ μόνον 5, καὶ ὀφείλονται 2 ἑκατομμύρια ἐκ στρεμματικῆς φορολογίας μεταλλείων...
§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§198ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι, ἐὰν τεθῇ φόρος τις ἐπὶ τῆς μεταγραφῆς τοῦ μεταλλείου κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς παραχωρήσεως, δὲν θὰ ζητῶνται παραχωρήσεις παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰ μέσα, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ τὰ ἐκμεταλλευθῶσιν. Ὑπάρχουσιν ἄριστα μεταλλεῖα,—τὰ ὁποῖα ὁ κ. Νέγρης γνωρίζει— τὰ ὁποῖα δὲν ἐκμεταλλεύονται, ἀκριβῶς διότι εἶναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὔτε τὰ πωλοῦσιν, οὔτε δύνανται νὰ εὕρωσιν ἐκμεταλλευτὰς, διότι, ἀφ’ ἧς οἱ ἀρχικοὶ παραχωρηταὶ ἀπέθανον, πολλοὶ ἄνθρωποι θέλουσι ν’ ἀγοράσωσι καὶ δὲν εὑρίσκουσι τοὺς δικαιούχους· πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον.
§199Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ Δημόσιον ἔχει ἐξουσίαν νὰ κηρύξῃ αὐτοὺς ἐκπτώτους.
§200Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πολλὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προεῖπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δύνανται νὰ συμβῶσι· πιθανὸν ὁ ἔχων μεταλλεῖον νὰ ἀποθάνῃ καὶ νὰ μὴ εὑρίσκωνται οἱ κληρονόμοι, ἢ νὰ ἦναι ἀπόντες, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος, ὅπως ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῆς εὐκόλου παραχωρήσεως. Ἦτο εὐτύχημα, ὅτι παρεχωρήθησαν τελευταίως πολλὰ μεταλλεῖα, ὅπερ ἐπέτρεψε νὰ ἀναπτυχθῇ σήμερον ἡ ἐκμετάλλευσις ἐν Ἑλλάδι εὐρύτατα. Βεβαίως ἓν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν σπουδαιοτέρων τῆς Ἑλλάδος εἶναι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν μεταλλείων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν βιομηχανίαν ταύτην ἐν Ἑλλάδι, δὲν πρέπει νὰ τὴν ὑποβάλλωμεν εἰς ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα ἴσως σταματήσωσι πᾶσαν πρόοδον.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§202ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεώς του, πλὴν τοῦ ἄρθρου 1, οὗτινος ἡ ἰσχὺς ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1899.»
§203Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἀνωτέρω ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεως καὶ βαθμολογίας τῶν τακτικῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν προβάλλω εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ συνταχθῇ κατάλογος κατὰ βαθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποδίδοται τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Δεύτερον, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν νομίσῃ ἀναγκαῖον νὰ προτείνῃ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐξ ὑπηρεσιῶν παρελθουσῶν, διότι ἐπί τινων βαθμῶν συμβαίνουσιν ἄτοπα, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἰδίως ἐπὶ τῶν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἀπονεμομένων συντάξεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: Περὶ διαθέσεως 6,000 δραχ. ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Τολοφῶνος πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν Τολοφῶνι, ἐπινείῳ τοῦ δήμου Τολοφωνίων. Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δραχμῶν 41,500 πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων ἐν τῷ νοσοκομείῳ τοῦ Β. Ναυστάθμου. Περὶ διοικήσεως τῶν ἐν Ζακύνθῳ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων Νοσοκομείου καὶ Ὀρφανοτροφείου καὶ καθορισμοῦ τῶν πόρων πρὸς συντήρησιν αὐτῶν).
§206Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν, τῇ παρακλήσει μου, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε ν’ ἀναγραφῇ μία πρότασίς μου ἐκ τῶν πρώτων· αὕτη ὅμως σήμερον, κατὰ λάθος, φαίνεται, ἔλαβεν ἀριθμὸν 39.
§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ κατὰ λάθος, φαίνεται, μετέβαλε θέσιν ἡ πρότασις νόμου αὕτη, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν ταῖς κωμοπόλεσιν Ἄστρους καὶ Ἁγίου Ἰωάννου καὶ τῇ κώμῃ Παραλίου Ἄστρους. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως)
§209Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ, νὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον, ὑπ’ ἀριθ. 40.
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ψήφισις τούτου, διότι, ἂν δὲν ψηφισθῇ εἰς τὴν σύνοδον ταύτην, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει πλέον ὑποχρέωσιν ἡ Ἑταιρεία.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τροχιοδρόμου ἐν Πάτραις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐν Κερκύρᾳ ταμιευτηρίου ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐξοικονομικὴ Τράπεζα ἐν Κερκύρᾳ».
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐξηκρίβωσε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας θ’ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον, ἀποτῖνον τὰ ὀφειλόμενα παρὰ τοῦ ταμιευτηρίου Κερκύρας.
§214Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρας πληροφορίας θὰ ζητήσω καὶ θὰ ὑποβάλω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων.
§216Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Μ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ ἔχω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι νομοσχέδιον ὑψίστης σημασίας, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ συναινέσῃ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, καὶ μάλιστα, εἰ δυνατὸν, εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἀφοῦ εὐτυχῶς ἡ Βουλὴ ἀριθμεῖ μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς 4 ἢ 5 ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι ἐκ περιτροπῆς διηύθυναν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, μετὰ δὲ τὴν ἔκθεσιν ταύτην νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον, διότι ὁμολογουμένως τοῦτο ἔχει πολλὰ τὰ καλὰ, ἀλλ’ ἔχει καὶ πολλὰ τὰ ψεκτά.
§217ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παραδέχομαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὑψίστου ἐνδιαφέροντος, δὲν νομίζω ὅμως ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἄρθρων, ἅτινα κατὰ τὴν συζήτησιν δύνανται νὰ τροποποιηθῶσιν, εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακόν. Ὡς ἐκ τούτου φρονῶ, ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν εἰς οὐδὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ, ἀλλὰ μόνον θὰ ματαιώσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ἓν μέγα ἐλάττωμα, ὅτι περιέχει 87 ἄρθρα καὶ πρόκειται νὰ συζητηθῇ κατὰ τὸν χρόνον τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ συντμηθῶσιν εἰς ὀλιγώτερα ἄρθρα; εἰς 4 ἢ 5; (ἱλαρότης).
§219ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει (ἱλαρότης).
§220ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, κύριε Πρόεδρε, τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ νομοσχέδιον, ὅσον παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐσιῶδες θέμα τοῦ Προξενικοῦ νόμου, καὶ πρὸς τούτῳ καὶ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπερ δὲν θίγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ δὲν θίγει κατὰ τρόπον, ὅστις ἐπὶ τέλους ἀπολήγει εἰς ἀνατροπήν. Πιθανὸν αἱ προτάσεις αἱ γενόμεναι νὰ ἦναι ὀρθαὶ, καί τινας τούτων ἀναγνωρίζω ὡς ὀρθάς. Ἀλλὰ τοιοῦτον νομοσχέδιον, θίγον ὁλόκληρον τὸν θεσμὸν ἐν 80 ἄρθροις μὴ ἐπιδεκτικοῖς συμπτύξεως εἰς 8 ἄρθρα, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ εἰς 50, δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ εἰς τοιαύτην ὥραν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν διεξῆλθε τὸν ἔλεγχον εἰδικῆς τινος ἐπιτροπῆς· εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μελετηθῇ καλῶς καὶ συζητηθῇ ταύτην τὴν ὥραν νομοσχέδιον μεταρριθμίζον κώδικα καὶ ἀποτελοῦν αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ κώδικα. Ὁσάκις ἄλλοτε τοιαῦτα νομοσχέδια ὑπεβάλλοντο μεταρρυθμιστικὰ, παρενετίθεντο ἀπέναντι τοῦ κειμένου καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ μεταρρυθμιζομένου νόμου. Οὕτως ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου, οὕτως ἡ προγενεστέρα τροποποίησις τοῦ προξενικοῦ νόμου, οὕτω πᾶσαι αἱ μεταβολαὶ κωδίκων, εἴτε εἶχον 80 εἴτε καὶ περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα ἄρθρα. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον, ἐγὼ δ’ ἐπελήφθην τῆς μελέτης αὐτοῦ μόνον σήμερον· βεβαιῶ δὲ, ὅτι, καίτοι εἶμαι ἐξωκειωμένος πρὸς τὰ ἐν αὐτῷ θέματα, δὲν ἠδυνήθην νὰ προχωρήσω πέραν τοῦ ἡμίσεος. Θίγει δὲ θέματα σπουδαιότατα· θίγει τὸ θέμα τὸ δικαστικὸν, τῆς ποινικῆς καὶ πολιτικῆς διαδικασίας, ὅπερ ἐξήτασε μὲν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἥτις δύναται νὰ ᾖναι σοφωτάτη, ἀλλὰ τὰ φῶτα αὐτῆς δὲν ἀρκοῦσι μόνα, ἵνα πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, ὅτε μάλιστα διῆλθε τὸν τύπον ἁπλῶς τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, χωρὶς νὰ ἀντιληφθῇ τις αὐτοῦ. Περιέχει τὸ νομοσχέδιον αὔξησιν ἀποδοχῶν, αὔξησιν διττὴν, διότι αὐξάνει μὲν αὐτὰς ἀπ’ εὐθείας, ἔν τινι δὲ μέτρῳ καὶ διὰ παραχωρήσεως εἰς προξενικοὺς ὑπαλλήλους δικαιωμάτων ἀνηκόντων εἰς τοὺς εἰσπράκτορας. Ἔρχεται τὸ θέμα τῆς ἐπιθεωρήσεως· εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἀλλὰ πρέπει καὶ τοῦτο νὰ ἐξετασθῇ μετὰ προσοχῆς. Ἔπειτα τὸ θέμα τῆς καταργήσεως τῶν προξενικῶν πρακτόρων, ἐφ’ οὗ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἔχει ἀνάγκην ἐπισταμένης ἐξετάσεως· τὸ θέμα τῆς προσθήκης 12 νέων ἐμμίσθων Προξενείων, πολλῆς δεόμενον προσοχῆς καὶ δι’ ἕτερον μὲν λόγον, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγον οἰκονομίας. Τὸ θέμα τῆς καταργήσεως τοῦ συστήματος τῶν προξενικῶν ἀναπληρωτῶν. Τὸ Κράτος, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν ἡ κατάργησις γείνῃ δεκτὴ, θέλει ὑποστῆ σπουδαίαν δαπάνην. Τὸ θέμα τὸ ἀναγόμενον εἰς τοὺς διερμηνεῖς ἀπαιτεῖ καὶ τοῦτο εἰδικὴν ἐξέτασιν. Ἀναγράφει ἔτι τὸ νομοσχέδιον κατάργησιν λιμεναρχείου, ἀξίαν συζητήσεως. Καὶ οὐ μόνον ταῦτα. Ἄρθρον παρεμβεβλημένον ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῷ προξενικῷ καταργεῖ διάταξιν περιλαμβανομένην ἐν τῷ τελευταίῳ ὀργανισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν τῷ τελευταίῳ τούτῳ ὀργανισμῷ ἐλήφθη πρόνοια νὰ καταργηθῇ ἡ διάκρισις μεταξὺ ὑπαλλήλων τῆς προξενικῆς καὶ ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Ὄντως ὑπῆρχον ἄλλοτε δύο εἴσοδοι εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ σύστημα ἦτο κακὸν, ἡμεῖς δ’ αὐτοὶ, ὧν ὁ ἀρχηγὸς ὑπῆρξεν εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, κατανοήσαντες ὅτι ἡ τοιαύτη διαίρεσις δὲν ἦτο ὠφέλιμος, εἰσηγάγομεν τὸν νέον ὀργανισμὸν, ἐν ᾧ συνεχωνεύσαμεν τὰς δύο ὑπηρεσίας, ὁρίσαντες ὅτι ἡ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐξωτερικὴν εἴσοδος ἐφεξῆς θέλει γίνεσθαι δι’ ἑνὸς διαγωνισμοῦ, εἰσάγοντος τὸν ἐπιτυχόντα εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐντεῦθεν εἰς τὴν προξενικὴν καὶ διὰ τῆς προξενικῆς μετὰ ἐργασίαν τραχυτέραν, ὁποίαν συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, μετὰ δυσκολίας τινὸς ἐπαναφέρει εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν ἢ εἰσάγει εἰς τὴν πρεσβευτικήν. Ἕνεκα τῆς διαιρέσεως τῆς παλαιᾶς ὑπῆρχε διάκρισις εἰς ὑπαλλήλους ἀριστοκρατικοὺς καὶ μὴ ἀριστοκρατικοὺς, πρᾶγμα ὀλέθριον· τοσοῦτον ὀλεθριώτερον, καθόσον πάντες οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπηρετοῦντες, πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἔχωσιν ἐστυλωμένην τὴν προσοχὴν αὐτῶν ἐπὶ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, διότι ἐκεῖ εἶναι τὸ στάδιον, εἰς ὃ ἀφοσιούμενοι ὑπηρετοῦσι καλῶς τὰ συμφέροντα τὰ ἑλληνικὰ, καὶ μόνον ἀφοῦ ἐκεῖ διαπρέψωσιν, ἔχουσι λόγον δίκαιον νὰ στρέψωσι τὰ βλέμματα αὑτῶν πρὸς τὴν κυρίως διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν. Τοῦτο τὸ ἀγαθὸν καταργεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ δὲ ἔχω ἀπόφασιν, πᾶσαν προσπάθειαν νὰ καταβάλω, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἡ μεταβολὴ, μετὰ πεποιθήσεως ἀκραδάντου, ὅτι εἶναι ἐπιβλαβής. Ἔρχονται ἔπειτα πάμπολλαι διατάξεις, ἀναγόμεναι εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ποινικὴν διαδικασίαν, αἵτινες μετὰ προσοχῆς ἐξεταζόμεναι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προκαλέσωσι παρατηρήσεις ἀπαραιτήτους, προκειμένου περὶ δικονομίας. Ἐπιμένοντες εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ θέλωμεν νὰ μεταβάλωμεν διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι θέλει παραδεχθῆ ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἀφίνω τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἣν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πιστεύει ὅτι θέλει ἀντισηκώσει διὰ προσθήκης νέων ἐσόδων. Ἀμφιβάλλω περὶ τοῦ ταμιακῶς λυσιτελοῦς τοιούτου κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω καὶ περὶ τοῦ λυσιτελοῦς αὐτοῦ πολιτικῶς, διότι προτείνεται νὰ τεθῇ φόρος ἐπὶ τῶν Ἑλλήνων τῆς Ρουμανίας, τῶν Ἑλλήνων ἐκείνων, οὓς διὰ τρόπων παντοίων φορολογοῦσιν οἱ Ρωμοῦνοι. Οἱ Ἕλληνες ἐν Ρουμανίᾳ ζῶσιν ἐν τόπῳ πεπολιτισμένῳ, σπανίως λαμβάνοντες ἀφορμὴν νὰ ζητήσωσι τὴν προστασίαν τῶν προξένων. Ταύτης ἔχουσιν ἀνάγκην καθ’ ἡμέραν οἱ Ἕλληνες οἱ ἐν Τουρκίᾳ. Διὰ τὴν τοιαύτην μικρὰν προξενικὴν ἐν Ρουμανίᾳ προστασίαν χάριν σκοποῦ ταμιευτικοῦ καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἡ νέα φορολογία, ἡ αὐξάνουσα τὰ βάρη τῶν ἐν Ρουμανίᾳ Ἑλλήνων πολιτῶν. Τοιαύτη μεταρρύθμισις νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐν ἀνέσει καὶ ἐν ὥρᾳ καταλλήλῳ. Διὰ τοῦτο, πρόθυμος ἄλλως ὢν νὰ ψηφίσω πολλὰ τῶν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ, ἵνα τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Ἂς πιστεύσῃ δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόθεσις παρακωλύσεως τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἔστω προσέτι πεπεισμένος, ὅτι οὐδεμίαν ζημίαν θὰ πάθῃ τὸ Κράτος, ἐὰν καὶ ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἑσπέρας ταύτης ἐπέλθῃ ἀναβολὴ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον.
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον ἀπευθύνει μίαν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν καὶ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ μάθω κατὰ τίνα τρόπον συνετάχθη καὶ ὑπὸ τίνων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγένετο ὑπ’ αὐτοῦ λόγος περὶ ἐπιτροπῆς λαβούσης μέρος εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Πρῶτον, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συσταθεῖσα συνέταξε τὸ νομοσχέδιον; ἢ ἐπεξειργάσθη αὐτὸ συντεταγμένον παρ’ ἄλλων; Δεύτερον, τίνα ἦσαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς; Ἀπόκειται δ’ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ ἡμῖν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐρωτήσεις ταύτας, ἐὰν ἐγκρίνῃ.
§222Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον συνέταξεν ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ὑπὸ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχε προχωρήσει ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς. Συνέστησα, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ μοὶ ὑποβληθῇ πρὸς μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν. Εἰς τὴν μελέτην ταύτην ὠφελήθην ἐκ τῆς πείρας καὶ εἰδικότητος τοῦ φίλου μου κ. Στεφάνου, βουλευτοῦ Ζακύνθου, ἀφοῦ δὲ μετ’ αὐτοῦ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεξειργάσθην ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπετρέπετο νὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι παρουσιάζω νομοσχέδιον μεμελετημένον καὶ φέρον ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅπως γενόμενον νόμος τοῦ Κράτους ἀποφέρῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὑρέθη σύμφωνος εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔχει ἐναντίαν γνώμην, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν ἐπανέφερε διὰ νόμου, ὁμολογῶ δέ, ὅτι μετ’ ἀπορίας παρατηρῶ, ὅτι ἤλλαξε γνώμην ὡς πρὸς τὴν χρησιμότητα τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν συνδρομήν του εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῶν Προξενικῶν Πρακτορείων, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶναι σύμφωνος, ἀλλὰ μόνον ἀπορεῖ, πῶς, ἐνῷ καταργοῦμεν τὰ Προξενικὰ Πρακτορεῖα, καθιστῶμεν Ὑποπροξενεῖα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κατὰ τίνα τρόπον θὰ καταργηθῶσι τὰ ἄμισθα Προξενικὰ Πρακτορεῖα χωρὶς νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ συστήσωμεν ἔμμισθα Ὑποπροξενεῖα; Οἱ ὑπήκοοι, οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου μέχρι τοῦδε ἐλειτούργουν Προξενικὰ Πρακτορεῖα, ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας, ἀφοῦ δὲ οἱ προξενικοὶ πράκτορες δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τοὺς προστατεύσωσι, τίνα ἄλλον τρόπον προστασίας τῶν συμφερόντων αὐτῶν ἔχει ἆρά γε νὰ μᾶς ὑποδείξῃ ὁ κ. Βουλευτής, ἀφοῦ δὲν ἐγκρίνει τὴν σύστασιν Ὑποπροξενείων; Ὡμίλησε καὶ περὶ δαπανῶν. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου θὰ ἐπιφέρῃ δαπάνας, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐκαρποῦντο οἱ διάφοροι προξενικοὶ πράκτορες, οἱ ὁποῖοι διηνεκῶς ἐζήτουν νὰ διορισθῶσιν εἰς τὰς προσοδοφόρους ταύτας θέσεις καὶ ἐξ ὧν ἕκαστος εἰσέπραττε περὶ τὰς 6,000 ἕως 8,000 φράγκα κατ’ ἔτος. Τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ εἰσέρχηται τοῦ λοιποῦ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὥστε σχεδὸν ὅλαι αἱ δαπάναι τῶν Ὑποπροξενείων θὰ καλυφθῶσιν. Ὅπωςδήποτε εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀκούσω καὶ παραδεχθῶ οἱανδήποτε τροπολογίαν ἤθελεν ὑποβάλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως τῶν νέων Ὑποπροξενείων, ἂν αὕτη συντελῇ εἰς τὸν σκοπόν, ὃν ἐπιδιώκομεν. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἀναπληρωτῶν, οἵτινες διορίζονται κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῶν προξένων, ὅπως διευθύνωσι Προξενεῖα, χωρὶς νὰ ἔχωσι γνῶσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οἵτινες ἐνίοτε ὠφελοῦντο δι’ ἐμπορικὰ ἢ ἄλλα συμφέροντά των ἐκ τῆς προστασίας, ἣν ἐλάμβανον παρὰ τῶν ἐντοπίων ἀρχῶν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ὁ μόνος τρόπος εἶναι νὰ στέλλωμεν γραμματεῖς Προξενείων ὡς ἀναπληρωτὰς τῶν προξένων. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχῃ νὰ προτείνῃ ἕτερον τρόπον ἀναπληρώσεως καταλληλότερον, θέλω τὸν δεχθῇ εὐχαρίστως. Ὡς πρὸς τοὺς διερμηνεῖς, ἐπίσης ἐφέραμέν τινα διόρθωσιν, καθορίσαντες προσόντα τινὰ, ὅπως ἔχωμεν καταλληλότερα πρόσωπα, ἐπιστήμονας, δικηγόρους. Ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ λιμεναρχείου, ἔχομεν πλείστας ἐκθέσεις, —καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλαβε τοιαύτας, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦτο Ὑπουργὸς, —ἐν ταῖς ὁποίαις ἐκτίθενται οἱ λόγοι, δι’ οὓς πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ θέσις τοῦ λιμενάρχου, ἥτις δίδει χώραν εἰς καταχρήσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἤδη εὑρίσκει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ. Ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην του, ὅταν λάβῃ ἀφορμὴν νὰ ἀναγνώσῃ καὶ πάλιν τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις. Ἡ διάκρισις προξενικῶν ὑπαλλήλων διοριζομένων κατόπιν διαγωνισμοῦ καὶ τῶν εἰσερχομένων εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἀφοῦ ὑπηρετήσωσιν ὡς ἀκόλουθοι, φαίνεται ὅτι δὲν ἀρέσκει εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Ὁ νόμος τοῦ 1877 εἶχε τὴν διάκρισιν ταύτην, κατόπιν κατηργήθη διὰ μεταγενεστέρου νόμου, ὁρίσαντος ὅτι μόνον ἀκόλουθοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διορίζονται γραμματεῖς Προξενείων· ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρισκόμεθα ἔχοντες πολλὰς θέσεις κενὰς γραμματέων Προξενείων καὶ ὑποπροξένων, καὶ δὲν ἔχομεν ὑπαλλήλους νὰ διορίσωμεν. Πρέπει λοιπὸν νὰ περιμένωμεν τρία ἔτη, ὅπως τὰς συμπληρώσωμεν; Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν μοὶ ἐφάνη τόσον ἐπιτυχὲς, ἐκτὸς ἐὰν διορίσωμεν ἀντὶ ὀκτὼ ἀκολούθων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν δεκαοκτὼ, ὥστε νὰ ἔχωμεν πάντοτε νὰ διορίσωμεν ἀκολούθους εὐθὺς ὡς κενωθῇ θέσις. Ὡς ἐκ τούτου ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπετρέπετο ἡμῖν νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ τὴν παλαιὰν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1877, ὅστις ἐπέτρεπεν, ἵνα διδάκτορες τῆς νομικῆς, ἔχοντες συμπεπληρωμένην διετῆ θητείαν ὡς δικηγόροι καὶ ἄλλα προσόντα ὑποβληθῶσιν εἰς διαγωνισμὸν καὶ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὡς γραμματεῖς Προξενείου. Εἶναι δ’ ἔτι μᾶλλον ἀναγκαία ἡ διάταξις αὕτη, καθόσον διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Πρακτορείων δημιουργοῦνται 12 νέα Ὑποπροξενεῖα, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν αὐτὰ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἄνευ ὑπαλλήλων, ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς τὸ σύστημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Τὸ σπουδαιότερον, νομίζω, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης, καὶ εἰς τοῦτο ὁμολογῶ ὅτι ὀφείλω νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις, διότι προτείνω αὔξησιν δαπάνης 290 χιλιάδων δραχμῶν. Ἔχομεν ἓν σημείωμα ἐνταῦθα, ἐν τῇ ἐκθέσει, ἥτις συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβεστάτων πινάκων. Κατὰ τοῦτο, ἡ αὔξησις ἀνέρχεται εἰς 290,000 δραχμάς. Ἐφροντίσαμεν δὲ, ὅπως αὐξηθῶσι τὰ προξενικὰ τέλη οὕτως, ὥστε τὸ μεῖζον μέρος τῆς αὐξήσεως ταύτης νὰ καλυφθῇ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὡς πρός τινας ἐξ αὐτῶν τῶν αὐξήσεων δὲν εἴμεθα ἀκριβῶς εἰς θέσιν νὰ ὑπολογίσωμεν κατὰ πόσον θὰ αὐξηθῶσι τὰ τέλη, ἀλλ’ ὡς πρὸς ἄλλας αὐξήσεις δυνάμεθα ἀκριβέστατα νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς τί ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ ἡ αὔξησις αὕτη. Τὰ τέλη, περὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα θετικῶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν αὔξησιν, εἶναι τὰ ἐκ τῶν διαμονητηρίων ἐν Αἰγύπτῳ, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται μετὰ τόσης εὐκολίας καὶ ἀνέρχονται εἰς 75,000 φράγκα χρυσᾶ ἐτησίως. Ὑπελογίσθη ὅτι, ἐὰν εἰσπραχθῶσι παρὰ τῶν αὐτῶν προσώπων τὰ τέλη, κατόπιν τῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν προτείνομεν, θὰ ἔχωμεν αὔξησιν 36,000 φράγκων. 36,000 φράγκα χρυσᾶ θὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον ἐπίσης καὶ ἐκ τῆς συστάσεως τῶν ἐμμίσθων Ὑποπροξενείων, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο εἰσεπράττετο μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν ἀμίσθων Πρακτορείων, εἰς τὸ μέλλον δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τρίτη θετικὴ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων εἶναι ἐκ τῶν διαβατηρίων. Ὅστις ἔλαβε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, θὰ εἶδεν ὅτι προτείνομεν, ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς, ἀντὶ τῶν διαβατηρίων, ἅτινα πληρώνουσι τέλος 8 δραχμῶν διὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ 3 διὰ τὴν θεώρησιν, κανονισθῶσι δύο τάξεις, καὶ διὰ μὲν τὰ διαβατήρια τῆς πρώτης τάξεως θὰ εἰσπράττωνται τὰ αὐτὰ τέλη, διὰ δὲ τὰ διαβατήρια τῆς δευτέρας τάξεως θὰ εἰσπράττωνται τέλη 4 δραχμαὶ διὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ 1½ διὰ τὴν θεώρησιν. Οὕτω δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν διαβατηρίων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε δωρεὰν ἐξεδίδοντο, θὰ περιορισθῇ κατὰ πολύ. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι μόνον ἐν Σμύρνῃ ἐξεδίδοντο περὶ τὰ 400 διαβατήρια μέχρι τοῦδε ἐπὶ πληρωμῇ καὶ 1350 δωρεάν.
§223ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἔχετε σημείωσιν διὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν πόσα εἶναι ταῦτα;
§224ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὑπὲρ τὰς 2000.
§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ πρᾶγμα βεβαίως δὲν εἶναι τακτικόν, ἀλλ’ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν δύναται νὰ οἰκονομηθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει ταμεῖον ἐλεῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ πληρωθῶσι τὰ διαβατήρια τῶν ἀπόρων· ἐν γένει ὅμως νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄτοπον.
§226ΡΩΜΑΝΟΣ. Βεβαίως εἶναι ἄτοπον. Τὸ τέλος τῶν διαβατηρίων εἶναι ὁπωσοῦν βαρὺ, καὶ εὑρίσκονται ὑπήκοοι, προτείνοντες νὰ πληρώσουν ἕνα μετζιτιὲ, διότι δὲν ἔχουν περισσότερα. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ πρόξενος δὲν δύναται δεχθῇ, καὶ κατ’ ἀνάγκην ἐκδίδεται δωρεὰν τὸ διαβατήριον. Ἔχομεν πλείστας ἐκθέσεις τῶν προξένων, οἵτινες προτείνουσι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τέλους, διὰ νὰ δύνανται καὶ οἱ ἧττον εὔποροι νὰ πληρώνωσι τὰ διαβατήρια. Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης ἔχομεν θετικὴν αὔξησιν 34,000 φράγκων χρυσῶν, ὅλαι δὲ αἱ αὐξήσεις ἀνέρχονται εἰς φράγκα χρυσᾶ 106,000, περὶ τῶν ὁποίων οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅτι θὰ εἰσπράττωνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ὡς πρὸς τὰς πιθανὰς εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας περιωρίσαμεν εἰς τὸ κατώτατον ποσὸν, ἔχομεν τοὐλάχιστον 15,000 φράγκα χρυσᾶ διὰ τὰς κλήσεις καὶ τὰς ἀδείας γάμων, καὶ 25,000 φρ. ἐκ τῶν διαμονητηρίων ἐν Ρουμανίᾳ. Ἐπειδὴ τὸ πρῶτον ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς ἐν Ρουμανίᾳ Ἕλληνας τέλη διαμονητηρίων, εἴμεθα τῆς γνώμης, ὅτι λίαν ἐπιεικῶς πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ θεσμὸς αὐτὸς, καὶ ἐφροντίσαμεν νὰ πληρώνηται ἐλάχιστον ποσόν, κατώτερον τῶν ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Τουρκίᾳ πληρωνομένων διαμονητηρίων. Δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν τὴν Βουλὴν, ὅτι εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἀσμένως θέλουσιν οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες ἐν Ρουμανίᾳ ὑποβληθῆ εἰς ἐλαφρὸν τέλος τῶν διαμονητηρίων, ἐὰν τοιουτοτρόπως ὡς ἀντάλλαγμα δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τακτικὴν καὶ ἀξιοπρεπεστέραν προξενικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ἐκ τῶν διαμονητηρίων ἐν Ρουμανίᾳ ὑπολογίζομεν 25,000 φράγκα χρυσᾶ, ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν τελῶν 10,000. Ὥστε μετὰ τῶν ἐκ τῶν κλήσεων καὶ ἀδειῶν γάμων εἰσπράξεων ἔχομεν ἐν ὅλῳ 50,000 φράγκα χρυσᾶ πιθανὰ ἔσοδα. Ἔχομεν ὡς θετικὰς εἰσπράξεις 106,000 φράγκα χρυσᾶ, ἐν ὅλῳ 156,000 φρ. χρυσᾶ, αἵτινες πρὸς 1,50 ἀνέρχονται εἰς 234,000 δραχμάς. Ἔχομεν λοιπὸν αὔξησιν 56,000· οὐδεμία δὲ ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης θὰ περιορισθῇ εἰς 30,000 καὶ εἰς ὀλιγώτερα, διότι δὲν ὑπελόγισα, εἰμὴ τὰς κυριωτέρας αὐξήσεις εἰσπράξεων, καὶ παρέλειψα νὰ ἀναφέρω ἄλλας, ἐξ ὧν θὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον περὶ τὰς 20,000 μέχρις 25,000 δρ. Ὡς πρὸς ἄρθρα τινὰ, ἀφορῶντα εἰς τὴν Δικονομίαν, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτής, παρατηρῶ ὅτι, ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἀφορῶσιν εἰς ἐπουσιώδη ζητήματα, συντείνουσιν ὅμως εἰς τὴν ταχυτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Εὐχαρίστως ὅμως δέχομαι καὶ ὡς πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας πᾶσαν δεδικαιολογημένην τροπολογίαν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοὐλάχιστον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ στέρξῃ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ εἰς τὴν σύνοδον ταύτην, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ δυνηθῶ νὰ φέρω διόρθωσίν τινα εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν.
§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐνθουσιώδης ὑπὲρ τοῦ ὑπάρχοντος ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ προξενικοῦ καὶ τοῦ διπλωματικοῦ κλάδου. Ὅτε οἱ ὀργανισμοὶ οὗτοι συνεζητήθησαν τὸ πρῶτον, εἶχον γνώμην κατ’ αὐτῶν, καὶ ὅτε μετ’ ὀλίγον ἐγενόμην τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐζήτησα διὰ νομοσχεδίου, ἐπιψηφισθέντος καὶ μεταποιηθέντος εἰς νόμον, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν εἰρημένων ὀργανισμῶν, μὲ ἐδικαίωσαν δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἤδη ἐκτελέσεως καὶ λειτουργίας τῶν ὀργανισμῶν αὐτῶν. Εἶναι δὲ καταφανῆ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἀφοῦ καὶ ὑμεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι δὲν ἔχετε πρόσωπα, ἵνα πληρώσητε τὰς κενὰς θέσεις, ἂν καὶ πρόκειται μόνον περὶ προσώπων ἐχόντων τὰ κατὰ τοὺς ὀργανισμοὺς τούτους προσόντα, καὶ οὐχὶ περὶ προσώπων ἱκανῶν καὶ καταλλήλων, καὶ ἑπομένως τυγχάνει πάντοτε ἀμφίβολον, καὶ ἂν εἴχετε πρόσωπα καὶ δι’ αὐτῶν ἐπληροῦτε τὰς κενὰς θέσεις, ἂν τὰ πρόσωπα ταῦτα ἦσαν ἐπαρκῆ δι’ αὐτάς. Δὲν ἐπλούτισαν ἀληθῶς τὴν ὑπηρεσίαν οἱ εἰρημένοι ὀργανισμοί, οὐδὲ τὴν προξενικὴν, οὐδὲ τὴν διπλωματικὴν, λυποῦμαι δὲ ἰδίως, διότι ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶναι ὑπηρεσία διπλωματικὴ, ἀλλὰ δὲν ἐπλούτισαν οὔτε τὴν διερμηνευτικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἐγνώρισα αὐτὴν, ὁσάκις ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, μοὶ ἐφάνη δεομένη πολλῆς προνοίας. Ἐγὼ ἤμην κατὰ τῆς θέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων διὰ δύο λόγους, δι’ ἕνα μὲν γενικὸν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον προσωπικόν. Προσωπικὸν λόγον εἶχον, διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν Προξενείων, καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν ἐν τῇ ἀρχῇ, ὅτε ἐξέδραμεν εἰς περιοδείαν πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν Προξενείων, ἐχρησίμευε μᾶλλον ὡς κατηχητὴς κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προϊστάμην, καὶ κατὰ τοῦ ἡμετέρου κόμματος, παρὰ ὡς ἐπιθεωρητὴς τῶν Προξενείων· πανταχόθεν δ’ ἐλάμβανον ἐκθέσεις περὶ τούτου τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν ὁποίων εἶχεν ἐκδράμει. Βεβαίως δὲν ἥρμοζεν εἰς ἐμὲ νὰ καταδεχθῶ νὰ προσέξω εἰς ταῦτα. Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ ἄλλος λόγος, ὁ γενικὸς, διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀνῆκεν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἀνεπιτήδειος ἑπομένως νὰ ἐξελέγχῃ διαχείρισιν χρηματικὴν, ἢ νὰ χειραγωγήσῃ εἰς τὴν πολιτικὴν ἀποστολὴν, ἢ νὰ συμβουλεύσῃ εἰς τὰς διοικητικὰς αὐτῶν ἐνεργείας τοὺς ἡμετέρους προξένους. Ἐπειδὴ δὲ τὸ προσωπικὸν τῶν Προξενείων, ὡς εἶχε, δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς φυτώριον ἐπιθεωρητῶν, ὅπως ἐξ αὐτοῦ ἐκλέξω ἕτερον ἐπιθεωρητὴν, ἐπειθόμην ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ἡ θέσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἐὰν ὑμεῖς τώρα προβάλλητε ὀργανισμὸν, ὅστις δύναται νὰ δώσῃ ἐλπίδας, ὅτι θέλει εἶναι παραγωγικώτερος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ, προθύμως θέλομεν ἡμεῖς ἐπιψηφίσει αὐτόν. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι μὲ ἀπεθάρρυνε πληροφορία τις, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε πρὸ μικροῦ, περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον· διότι, ἐὰν ὡμίλησα περὶ τῆς στειρότητος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ προξενικοῦ κλάδου, δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἐνθουσιασθῶ καὶ διὰ τὴν γονιμότητα τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, ἐν ᾧ συνετάχθη καὶ ὁ νέος ὀργανισμός.
§228ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔθιξε καὶ τὰ θέματα τῆς οὐσίας, ἐνῷ ἐγὼ ἤμην ἐπιφυλακτικὸς περὶ αὐτῆς. Ἐγὼ ἐν παρόδῳ εἶπον τὴν γνώμην μου, ἵνα δείξω, ὅτι δὲν ὑποβάλλεται σπουδαίως τοιοῦτον νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν ἐν ὥρᾳ καθ’ ἣν σπεύδομεν νὰ διεξαγάγωμεν τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας ἐργασίας, ἵνα τελειώσωμεν. Τοῦτο δικαιολογεῖ καὶ τὴν καθημερινὴν ἐργασίαν μέχρι τῆς πρωΐας καὶ τὴν ταχύτητα, μεθ’ ἧς διεξάγουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τὴν συζήτησιν διαφόρων νομοσχεδίων, καὶ ἐκ τούτου καὶ ἡ ἐπιθυμία, ἣν βλέπομεν ἐκδηλουμένην, ὅπως συζητῶμεν καί τινα νομοσχέδια τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ προτάσεις νόμων ὑποβληθείσας ὑπὸ Βουλευτῶν. Εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς διανύσαντας μακρὸν χρόνον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τῶν τοιούτων νόμων ἡ συζήτησις εἶναι τεκμήριον προσεχοῦς ἀναχωρήσεως τῶν Βουλευτῶν. Ἐγὼ ἁπλῶς ὑπέβαλον ὅσα εἶπον, ἵνα καταστήσω καταληπτὸν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, ὅτι ἔχουσι νὰ ἐξετάσωσι θέματα, περὶ ὧν φρονῶ, ὅτι πρώτην φορὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσαν, ὅτι καλοῦνται νὰ σκεφθῶσι, θέματα συνδεδεμένα πρὸς τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ διπλωματικοῦ ὀργανισμοῦ, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ θίγωνται οὕτως ἐλευθέρως, ἄνευ ἐπιστημονικῆς ἐπεξεργασίας. Ἐπιστημονικὴ δὲ ἐπεξεργασία δὲν ὑπάρχει, ἐὰν δὲν γείνῃ ἡ ἐξέτασις ἐνταῦθα μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἀνέσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεστήριξέ τινα τοῦ νομοσχεδίου ἐφ’ ὧν ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν διαφωνίαν, καὶ ὑπὲρ ὧν, ἂν ἤρχοντο μεμονωμένως, θὰ ἔδιδον καὶ ἐγὼ συνδρομήν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργός, ἠπόρησα πῶς, ἐνῷ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὰ Πρακτορεῖα, στενοχωρεῖται διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Προξενείων. Φρονῶ ὅτι, καταργοῦντες τὰ Πρακτορεῖα, — καὶ κατήργησα ἐγὼ αὐτὸς ἱκανὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ — δὲν πρέπει νὰ συστήσωμεν τὰ πολυτελῆ Ὑποπροξενεῖα, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἀπεδείχθη, κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη μάλιστα, ὅτι ἔχομεν πολὺ συμφέρον νὰ ἔχωμεν τοιαύτην πυκνὴν ἀντιπροσωπείαν εἰς τὰ παράλια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, διότι καὶ αἱ κατὰ τόπους ἐκεῖ παροικίαι δὲν εἶναι τόσον πολυάριθμοι καὶ δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πάντα τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σημειούμενα κέντρα εἶναι προσοδοφόρα. Ἐὰν σημεῖά τινα ἦναι προσοδοφόρα ἀληθῶς, εἰς ταῦτα ἀρκεῖ νὰ συσταθῶσιν Ὑποπροξενεῖα, ἄνευ δαπάνης προσθέτου εἰς βάρος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὰ ἄλλα δὲν εἶναι, καὶ θὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἐκεῖ ἐγκαθίδρυσις Ὑποπροξενείων — ἢ ὄχι; πάντοτε καὶ ὠφέλιμος — δαπάνην, ἣν δὲν ἐπιτρέπουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ Πρακτορείων. Πολλὰ ἔχει τις νὰ εἴπῃ περὶ Πρακτορείων καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ. Οἱ πράκτορες, περὶ ὧν ὡμίλησε, τινὲς μὲν αὐτῶν δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται τοποθετημένοι εἰς κέντρα προσοδοφόρα, ὠφελούμενοι νομίμως καὶ ἐπαρκῶς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ ἐπικερδὴς ἐργασία ἔν τισι Πρακτορείοις — καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω τι περισσότερον, καίτοι ὑπάρχουσι δυστυχῶς πολλά, — ἐνεθάρρυνεν εἰς σύστασιν Πρακτορείων εἰς μέρη μὴ παρέχοντα νομίμους προσόδους. Ἐκ τούτου τὸ κακὸν καὶ ἡ ζήτησις θέσεων. Ἐπειδὴ δὲ αἱ θέσεις δὲν ἐπήρκουν, προσέκρουεν ἐνίοτε ἡ ἀδυναμία τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀπαιτήσεις, καὶ ὑποχωροῦσα συνίστα οὐ μόνον Πρακτορεῖα, ἀλλὰ καὶ Ὑποπροξενεῖα ἐν χώραις χριστιανικαῖς, καὶ διώριζεν ἀμίσθους ὑπαλλήλους, πιεζομένους ὑπὸ ἀναγκῶν, δι’ ἔλλειψιν πόρων, καὶ ἐβλάπτετο ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ταῦτα ἐν παρόδῳ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ παρεσκεύασεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὅπερ αὐτὸς εἰσάγει σήμερον, δὲν τελειοποιεῖ βεβαίως τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας, διότι, ὅπως εἶπον καὶ πρότερον, ἀντὶ μιᾶς ἑνιαίας ὑπηρεσίας, εἰς ἣν διὰ μιᾶς θύρας εἰσέρχονται πάντες, εἰσάγει πάλιν, μετὰ πενταετίαν μόλις ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ νέου συστήματος, εἰσάγει τὴν διχοτόμησιν, καὶ εἰσάγει αὐτὴν μετὰ παραδόξου αἰτιολογίας ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ. Ἐκεῖνο, ὅπερ πρὸ ὀλίγου εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐξωτερικῇ ὑπηρεσίᾳ οἱ μὴ ἀποδεχόμενοι νὰ ὑπηρετῶσι προξενικῶς, ἀλλὰ θέλοντες νὰ χωρίσωσιν ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν ἄλλων, ὡς κατωτέρων καὶ ταπεινοτέρων, οἵτινες δέχονται τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, τοῦτο ἐπικυροῖ ὁ κύριος Ὑπουργός. Καὶ αἱ τοιαῦται διαθέσεις ἐξωτερικεύονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑπηρεσίας. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει, παρακεκινδυνευμένως βεβαιῶν, ὅτι ἀπέτυχε σύστημα, ὅπερ ἱδρύθη μόλις ἐν ἔτει 1893, ἐνῷ σήμερον διερχόμεθα τὸ 1899, πᾶσαι δὲ αἱ ἐμαὶ πληροφορίαι τοὐναντίον λέγουσιν, ὅτι τὸ σύστημα δὲν ἀπέτυχεν, ἀποδειχθὲν κρεῖττον τοῦ προηγουμένου. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει): «...Τὸ σύστημα τοῦτο ἡ πεῖρα ἀπέδειξε πλημμελὲς, καθόσον οἱ ἀκόλουθοι τῶν Ὑπουργείων, εἰς διπλωματικὰς ἀποβλέποντες θέσεις, δὲν ἐπιδίδονται μετὰ τοῦ ἀπαιτουμένου ζήλου εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν». Λοιπὸν οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῆς μεταρρυθμίσεως. Γνωρίζετε τί ἐγίνετο ἄλλοτε, ὅτε ὑπῆρχεν ὁ διχασμός; Αἱ ἐξετάσεις αἱ προξενικαὶ ἦσαν πολὺ εὐκολώτεραι τῶν ἐξετάσεων τῶν ἀκολούθων. Ὁ ἀκόλουθος ἦτο ἤδη μετὰ τὴν δοκιμασίαν διωρισμένος, καὶ ἀπῃτεῖτο τριετία, νομίζω, ἵνα προαχθῇ· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἠνοίγετο διαγωνισμὸς προξενικὸς, εὐκολώτερος ἐκείνου, ὃν πρότερον διεξῆλθε, καὶ ὁ ἀκόλουθος, εὑρισκόμενος ἤδη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, εἶχε βεβαίαν τὴν ἐπιτυχίαν, ἂν προσήρχετο εἰς τὸν διαγωνισμόν. Καὶ προξενικοὶ διαγωνισμοὶ ἐγίνοντο πολλάκις· ἀλλ’ οὐδεὶς ἀκόλουθος παρουσιάσθη, ἵνα διαγωνισθῇ, καίτοι ἐκέρδαινε καὶ δύο ἴσως ἔτη, εἰσερχόμενος εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν ὡς γραμματεὺς δευτέρας τάξεως. Διατὶ δὲν παρουσιάζετο; διότι ἐπεθύμει νὰ μείνῃ διπλωματικός, καὶ διπλωματικὸς κλάδος κατ’ αὐτὸν δὲν ἦτο ὁ προξενικός, ὅστις ἀληθῶς ἀποτελεῖ τὸ φυτώριον, ἐξ οὗ πρέπει νὰ λαμβάνωνται οἱ διεξάγοντες διπλωματικὴν ἀποστολὴν ὁπουδήποτε ἔχει ἡ Ἑλλὰς ἀνάγκην διπλωματικῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες πᾶσαι σχεδὸν στρέφονται περὶ τὸ ζήτημα τὸ συνδεδεμένον πρὸς τὰ πράγματα τῶν χωρῶν, ἃς ἔχομεν γειτνιαζούσας πρὸς τὴν ἡμετέραν. Ὁμιλήσας πρότερον, δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω ἓν ἄλλο ζήτημα, κηδόμενος καὶ τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ φιλοτιμίας. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐδέχθη νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον μεταβατικὴ διάταξις, ἥτις ἀνοίγει τὸν προξενικὸν κλάδον εἰς πρόσωπα πρὸς τὸ ἔργον ξένα ἐντελῶς, καὶ ἐνῷ ἐκλείσθη ἤδη ἀφ’ ἱκανοῦ χρόνου ἡ ἀποθήκη, ἐξ ἧς ἐλαμβάνοντο ἄλλοτε καὶ εἰσήγοντο εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν παντοῖα προϊόντα τῆς ὑπηρεσίας τῆς γενικῆς, ἀνοίγει πάλιν αὐτὴν μεταβατικῶς μὲν καὶ προσωρινῶς, ἀλλὰ παραβλέπων ὅτι διὰ τοῦ ἀνοίγματος τούτου θέλουσιν εἰσρεύσει οἱ μέλλοντες νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις, αἵτινες συμφέρει νὰ καταλαμβάνωνται μόνον ὑπ’ ἀνδρῶν παρεσκευασμένων εἰδικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Εἶναι ἴσως πιθανόν, καίτοι δὲν συμμερίζομαι ἐντελῶς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅτι οἱ καρποὶ οἱ ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἰσχύοντος δὲν ἀπεδείχθησαν ὅσον ἐπεθυμοῦμεν πάντες καὶ ἐσκόπει ὁ νέος προξενικὸς ὀργανισμὸς καλοί· ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν συνόλῳ σήμερον ἡ ἐξωτερικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία ἀπαρτίζεται ἐκ στοιχείων ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἁγνοτέρων καὶ πολὺ κρείσσονα ἐν συνόλῳ ἀγωγὴν καὶ παιδείαν ἐχόντων...
§229Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§230ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. καίπερ ἴσως δὲν ἔχουσι τὸν ζῆλον ἐκεῖνον, ὅστις πρέπει νὰ διακρίνῃ τοὺς ἀναλαμβάνοντας τοιαύτην ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὅστις διέκρινεν εὐαρίθμους τινὰς τῶν παλαιῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, λειτουργούντων τῶν προσόντων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 καὶ ἐντεῦθεν, μικρὸν κατὰ μικρὸν ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις τῆς ὑπηρεσίας, καὶ σήμερον γινώσκομεν ὁποῖον τὸ φυτώριον, ἐξ οὗ λαμβάνομεν τοὺς ὑπαλλήλους ἡμῶν· ἂν δ’ εἰς τὸ φυτώριον τοῦτο ἔλθωμεν καὶ προσθέσωμεν τὸ νέον ἀπόθεμα, ὅπερ παρασκευάζει ἡ μεταβατικὴ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀντὶ προόδου, τῆς εὐκταίας καὶ ἐπιδιωκτέας διὰ παντὸς τρόπου, θὰ ἔχωμεν πάντως χειροτέρευσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐξωτερικῆς. Ταῦτα λέγω, ἵνα ἐπανέλθω εἰς τὴν ἀρχικὴν πρότασιν. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὡς εἶπον, σπουδαιότατον. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι αἱ γνῶμαί μου εἶναι κρείττονες τῶν γνωμῶν τῶν ἄλλων. Ὑπάρχουσιν ἴσως ἄλλοι κρείττονες, ἔχοντες νὰ εἴπωσι κρείττονα καὶ πρακτικώτερα. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ ἀντίθεσις αὕτη τῶν γνωμῶν, ἀκριβῶς τὸ πλῆθος τῶν θεμάτων, ἅτινα ἔχετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς ὅτι μεταρρυθμίζομεν κώδικα, ὅστις ἐν μεγάλῳ μέρει ἐνταῦθα θίγεται κατὰ τὸ δικονομικὸν αὑτοῦ μέρος, εἶναι λόγοι, ὅπως πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκει, πρὸς αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς διευκολύνσεως τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δεχθῇ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθῇ ἐπιμελῶς τὸ νομοσχέδιον, αἱ λεπτομέρειαι ἐνταῦθα δὲν θέλουσι προκαλέσει μεγάλην συζήτησιν· ἐὰν δὲν παραπεμφθῇ, ἔστε βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, χωρὶς νὰ παρέλθωμεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως συζητήσωμεν, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ νομοσχέδιον ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον.
§231ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐννοεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς θελήσῃ ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου νὰ ὁμιλήσῃ διὰ μακρῶν, ὅπως ἠπείλησεν ἡμᾶς, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ. Περὶ τούτου οὐδ’ ἐλαχίστη ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ὡς πρὸς τὴν θεωρίαν του περὶ φυτωρίου, ἐνόμιζον ὅτι ἤθελεν εὐχαριστηθῆ, βλέπων, ὅτι ἀντὶ ἑνὸς φυτωρίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δώσῃ τόσον λαμπροὺς καρποὺς, ὡς βεβαιοῖ ὅτι ἔδωκε τὸ φυτώριον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἵδρυσεν, ἱδρύομεν ἡμεῖς δύο φυτώρια, τὸ φυτώριον τῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξερχομένων ὑπαλλήλων καὶ τὸ φυτώριον τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, τῶν κατόπιν εἰδικοῦ διαγωνισμοῦ εἰσερχομένων εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἄνευ προηγουμένης ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ὀφείλω πρὸς τούτοις νὰ ἀπαντήσω εἰς μερικὰς ἀνακριβείας, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, οἵτινες, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, δὲν ὑποχρεοῦνται τοῦ λοιποῦ νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὰ Προξενεῖα. Ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἤθελεν ἴδει, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐκτελῶσιν τακτικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τοῖς Προξενείοις, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπεται πλέον οὗτοι ν’ ἀποσπασθῶσιν εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε εἰς τὴν διπλωματικήν.
§232ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπηγορεύετο ἤδη τοῦ ὑπὸ νόμου, ἀλλ’ ἐγίνετο.
§233ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀπατᾶσθε. Δὲν ἀπηγορεύετο. Ἤδη τὸ πρῶτον ἀπαγορεύεται ῥητῶς πᾶσα προσκόλλησις ἢ ἀπόσπασις προξενικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ εἰς Πρεσβείας· ὥστε δὲν δύναται πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διατάξῃ προξενικὸν ὑπάλληλον νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς ἄλλην, εἰμὴ εἰς προξενικὴν ὑπηρεσίαν.
§234ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπῆρχε καὶ πρότερον.
§235ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν ὑπῆρχε.
§236ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπῆρχεν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου.
§237ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ὑπῆρχε.
§238ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν θέλητε, νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω.
§239ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἦναι διατετυπωμένον ὡς διατυποῦται ἐνταῦθα.
§240ΔΑΟΥΤΗΣ. Εἰς τὸν προξενικὸν νόμον δὲν ὑπάρχει.
§241ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ ἄλλας ἀνακριβείας ἀνέφερεν ὁ κ. Δραγούμης. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι, ἐὰν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου θέλῃ νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ ὥρας, ἐπειδὴ ἔχομεν 88 ἄρθρα καὶ ὀλίγαι ἡμέραι ὑπολείπονται μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται εἰμὴ νὰ ἀναβληθῇ πλέον διὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον.
§242ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§243Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἔδωκα νύξιν μόνον περὶ τοῦ δικαστικοῦ μέρους τοῦ νομοσχεδίου· διότι ἀπαιτεῖται βεβαίως μελέτη, καὶ μελέτη οὐχὶ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅσον ἀφορᾶ τὸ δικαστικὸν τοῦτο μέρος, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὀλίγων ἄρθρων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ περὶ 25 ἄρθρων. Ἕν ζήτημα μόνον ἐὰν θίξω, θὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν σήμερον εἰς ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου π. χ. μεταβάλλεται καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ σύστημα τῆς ἀνακρίσεως, ὡς ἂν ἐπρόκειτο οὐχὶ περὶ Ἑλληνικῶν πλέον προξενικῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ περὶ ξένης ἐντελῶς νομοθεσίας· διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν ἡ ἀνάκρισις γίνεται ὅλως μυστική, ἐν τῷ προξενικῷ νομοσχεδίῳ καθιεροῦται σύστημα ἐντελῶς διάφορον, διότι ἡ ἀνάκρισις γίνεται ὅλως φανερὰ, — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀντιτίθεται πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, — καὶ μεταβάλλεται τὸ σύστημα τῆς διαδικασίας.
§244Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀναβληθῇ, ὅπως συζητηθῇ εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον, καθόσον ἠπειλήθημεν διὰ πολυώρου συζητήσεως ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου καὶ ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ τοῦτο κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, εἶναι περιττὸν νὰ ἐξακολουθῶμεν τώρα συζητοῦντες ἄνευ λόγου. Ἐγένετο πρότασις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς· ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Βλέπετε ὅτι ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους ὥρας συζητοῦμεν τώρα περὶ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ εἴτε εἰς ἐπιτροπὴν εἴτε εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰ νομοθετικὰ ἡμῶν ἔργα, καὶ νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἐπανέλθῃ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον, καὶ τότε θὰ ἔλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ἀναπτύξωσι τὰς γνώμας των.
§245Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐν τῷ μεταξύ;
§246Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠξεύρετε, ὅτι δὲν ἔχω μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐπιτροπῶν, διότι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος μὲ ἔπεισεν, ὅτι πολὺ σπανίως αἱ ἐπιτροπαὶ ἀσχολοῦνται μετὰ προθυμίας καὶ μετὰ ζήλου εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὰς παραπέμπονται. Ἐὰν ὅμως πρόκειται ἡ ἐπιτροπὴ κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ ἀσχοληθῇ σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νομίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῇ, ὅπως παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπήν· θὰ ἐκφράσω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον ἡ ἐπιτροπὴ παρουσιάσῃ ἔκθεσιν δυναμένην νὰ βοηθήσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου νομοσχεδίου.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν κατωτέρω...
§248Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, εἰ δυνατὸν καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις, νὰ προταχθῇ τὸ περὶ γυμναστικῆς νομοσχέδιον.
§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν δυσκολίαν.
§250Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ. Ἂς ψηφισθῶσι πρῶτον μικρά τινὰ νομοσχέδια ὑπηρεσιακά.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν περὶ συστάσεως καὶ συντηρήσεως τοῦ δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης νόμων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, ἡ πρότασις νόμου περὶ συνοικισμοῦ τῶν διεσπαρμένων κατοίκων Φλωριάδος).
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΥϚʹ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν.
§253Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε.
§254Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Τώρα δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ γυμναστικῆς.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ γυμναστικῆς.
§256ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δηλῶ ὅτι θὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, διότι δὲν θέλω νὰ ἐπιβραδύνω τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–45 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 46 (ἀναγινώσκεται).
§258Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία.
§259ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ τὰς συζητήσωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 46, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν).
§260ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν.
§261ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι περιέχει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης.
§262ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, νὰ ἀναγνωσθῇ.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν γνώμην ἔχετε, κύριε Ὑπουργέ;
§264Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ τὸ ἀναγνώσωμεν.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ἰουνίου 1871 νόμου περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν.
§266ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ μὴ τὸ συζητήσωμεν· θέλει μελέτην τὸ νομοσχέδιον.
§267Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπὸ πολλοῦ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νομίζω δὲ ὅτι εἶναι πρέπον, ὅπως γένηται ἡ συζήτησις, καὶ ἐὰν ἡ συζήτησις καταδείξῃ ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀναβολήν· ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων νὰ λέγωμεν, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις, νὰ ἀναβληθῇ, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθόν. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος· ὑπάρχει μία τάξις ἀνθρώπων, ἡ ὁποία δικαίως παραπονεῖται, ὅτι τὰ δίκαια αὐτῆς δὲν προστατεύονται. Ἂς συζητηθῇ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν ἐκ τῆς συζητήσεως ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ τὸ παραδεχθῶμεν.
§268ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Περιέχει σπουδαιοτάτας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν μελέτην.
§269Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι δὲν ἔχετε λόγους, ὅπως πολεμήσητε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ συζητήσατε, ὅπως ἀκούσωμεν τοὺς λόγους τούτους.
§270Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπὸ πολλοῦ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, μακροχρόνιος δὲ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι πολλὰ εἶναι τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἰσχύοντος νόμου· ὥστε πάντες οἱ καταγινόμενοι εἰς τὰ νομικὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι οὐδεὶς λόγος ἀναβολῆς ὑπάρχει πρὸς περαιτέρω μελέτην. Εἶναι δὲ ἐπείγουσα ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι καθ’ ἑκάστην παρουσιάζονται ζητήματα ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐξώσεις, καὶ πρέπει αὐτὰ τὰ ζητήματα νὰ λυθῶσι νομοθετικῶς· νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν μικραὶ τροποποιήσεις γείνωσιν ἐπ’ αὐτοῦ, δύνανται νὰ λυθῶσιν ὅλα τὰ παρουσιαζόμενα ταῦτα ζητήματα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ συζητηθῇ, καὶ ὅσοι ἔχουν παρατηρήσεις, ἂς τὰς ὑποβάλωσιν, ἵνα τὰς συζητήσωμεν.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον...
§272ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ροδοπούλου;
§273Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τοῦ κ. Ροδοπούλου εἶναι νομοσχέδιον ἐντελῶς νέον, ἀνεξάρτητον σχεδὸν, καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τροπολογία. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τῆς συζητουμένης προτάσεως νόμου, δι’ οὗ ἀντικαθίσταται τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ ἰσχύοντος νόμου, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω μίαν τροπολογίαν. Τὸ ἄρθρον 1 ἐν τῷ τέλει τῆς γʹ παραγράφου λέγει: «Ἡ συζήτησις γίνεται τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπιδόσεως τῆς αἰτήσεως». Αὐτὸ εἶναι δύσκολον, καὶ ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι πρῶτον ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ δικάσῃ ὅπου θέλει· πρέπει λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ ποῦ καὶ πῶς καὶ πότε θὰ δικάσῃ. Ἀντὶ λοιπὸν «Ἡ συζήτησις γίνεται τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπιδόσεως τῆς αἰτήσεως», παρακαλῶ νὰ τεθῇ: «Ὁ Πρόεδρος ἢ ὁ εἰρηνοδίκης ὀφείλει παραχρῆμα νὰ ὁρίσῃ χρόνον καὶ τόπον πρὸς συζήτησιν τῆς ἀναφορᾶς».
§274Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Προέδρου γίνεται ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, ἵνα ἀποφύγωμεν τὴν δαπάνην; Διότι, ἵνα δικασθῇ μία αἴτησις περὶ ἐξώσεως, ἀπαιτεῖται δαπάνη 35 δραχμῶν.
§275ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας, ἐπαναφέρει τὰ πράγματα εἰς τὸ ἀρχικὸν σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου παρεξετράπημεν ἕνεκεν ὑπερβολῆς ταμιευτικοῦ πνεύματος, εἰδεμὴ, τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου εἶχε τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς γράφει ὁ Πρόεδρος, καὶ δὲν μετεβλήθη διὰ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου.
§276ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν νὰ τεθῇ οὕτω: «...πρὸς συζήτησιν τῆς ἀναφορᾶς, ἧς ἀντίγραφον μετὰ τῆς πράξεως, γραφομένης ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς, κοινοποιεῖται εἰς τὸν ἐναγόμενον». Ἐπίσης ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ἣν «ἐν τῇ κατ’ ἔφεσιν δίκῃ ἐφαρμόζεται ἡ ἐνώπιον τοῦ πρωτοβαθμίου δικαστοῦ διαδικασία», πρέπει νὰ λείψῃ, διότι δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν· εἶναι ἀκατανόητον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ Ἐφετεῖον, δικάζον ὡς δικαστήριον, νὰ δικάσῃ ὡς δικάζει ὁ Πρόεδρος;
§277Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τὸ Ἐφετεῖον, ὡς δικαστήριον, δὲν δύναται νὰ δικάσῃ ὡς ὁ Πρόεδρος ἢ ὁ εἰρηνοδίκης, εἶναι ὅμως δυνατὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ θέσητε διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ ἔφεσις ἐκδικάζεται ὡς προτετιμημένη αὐτοδικαίως καὶ ἄνευ πράξεως τὴν τρίτην ἡμέραν.
§278Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει ἐν τῇ δευτέρᾳ αὐτοῦ περιόδῳ: «Ἡ ἐκτέλεσις γίνεται καὶ κατὰ τῶν ὑπομισθωτῶν καὶ κατὰ παντὸς ἕλκοντος τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἐκ τοῦ μισθωτοῦ ἢ διατελοῦντος ἐν τῷ κτήματι ἐξ ὀνόματος αὐτοῦ». Τοῦτο τὸ θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δίκη ἐκ συμπαιγνίας καὶ νὰ σᾶς ἁρπάσουν ἀπὸ τὴν οἰκίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατοικεῖτε, καὶ νὰ σᾶς ἐκδιώξουν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶσθε ὑπομισθωτὴς ἢ ὅτι ἕλκετε τὰ δικαιώματά σας ἐκ τοῦ μισθωτοῦ. Πῶς θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ ἐνοικῶν ἕλκει τὰ δικαιώματά του ἐκ τοῦ μισθωτοῦ;
§279ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἕλκει τὰ δικαιώματα ἐκ τοῦ μισθωτοῦ, ἵνα ἐκτελεσθῇ· ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ, δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ.
§280Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πῶς θὰ ἀποδεικνύηται αὐτὸ, κύριε Ὑπουργέ;
§281Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅπως ὅλα τὰ πραγματικὰ γεγονότα. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐκτελέσω κατά τινος, θὰ ἀποδείξω, ὅπως ἡ Πολιτικὴ Δικονομία ὁρίζει, ὅτι ἕλκω τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ μισθωτοῦ. Λοιπὸν νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§282Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπέβαλον καὶ τὴν ὁποίαν κατόπιν μετετρέψαμεν εἰς τροπολογίαν, διὰ νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ συζήτησις αὐτῆς συγχρόνως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σταυροπούλου, ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἀποτελεῖ πρότασιν νόμου. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν εἰς ἓν ἀδιέξοδον. Ὡς πρότασιν μὲν νόμου, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν εἰσαγάγωμεν, ὡς τροπολογίαν δὲ, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν παραδεχθῶμεν.
§283ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Διατὶ ὄχι;
§284ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται, διότι ἀποτελεῖ ὁλόκληρον νομοσχέδιον. Ἐὰν τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἦναι πληρέστερον τοῦ ἄλλου, —καὶ εἶναι—πρέπει νὰ συζητήσωμεν τοῦτο· ἐὰν τὸ ὑποβληθὲν δύναται νὰ συμπληρωθῇ δι’ αὐτοῦ, νὰ τὸ συμπληρώσωμεν διὰ τούτου.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§286ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Ἐκπαιδεύσεως πολὺ ὀρθῶς ἐπράξαμεν, τοῦτο δυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ ἐδῶ, ἀντικαθιστῶντες τὰ ἄρθρα τῆς προτάσεως ἐκείνης διὰ τῶν ἄρθρων τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσης προτάσεως. Ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τοῦτο γείνῃ δεκτὸν, διότι εὐκολύνει πολὺ τὴν ἀνάληψιν τῶν μισθουμένων κτημάτων ἀπὸ τοὺς δυστροποῦντας μισθωτὰς, ἐκτελουμένων τῶν μισθωτηρίων συμβολαίων, ἐν οἷς ὁμολογεῖται ἡ παράδοσις τοῦ μισθωθέντος κτήματος (διάλογοι). Ἀκούω ἀντιρρήσεις, ὅτι θὰ ἦναι μάστιγες οἱ ἰδιοκτῆται, ἐὰν ζητήσωσι ν’ ἀναλάβωσι τὰ κτήματά των ἀπὸ τοὺς μισθωτὰς δυνάμει τῶν μισθωτηρίων συμβολαίων. Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀναλάβωσι τὴν χρῆσιν τῶν κτημάτων των, θὰ ἦναι μάστιγες, ἢ οἱ μισθωταὶ, οἱ ὁποῖοι, κατέχοντες ὑπὸ μίσθωσιν τὸ ξένον κτῆμα, οὔτε τὰ ἐνοίκια πληρώνουσιν, οὔτε τὸ κτῆμα ἀποδίδουσιν; Δὲν εἶναι μάστιγες αὐτοὶ, οἱ δύστροποι μισθωταὶ, οἱ ὁποῖοι, ἐννοοῦντες νὰ κάθηνται εἰς ξένας οἰκίας, χωρὶς νὰ πληρώνωσιν ἐνοίκιον, πιέζουσι τοὺς πτωχοὺς ἰδιοκτήτας; — Διότι εἶναι πτωχοὶ οἱ ἰδιοκτῆται, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον· χρεωστοῦσι τόκους, ἔχοντες βεβαρημένα δι’ ὑποθήκης τὰ κτήματά των, πληρώνουσι φόρους πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς πολλὰς ὑποχρεώσεις εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπαρκῶσιν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι πιέζονται, καὶ ὄχι οἱ κακοπληρωταὶ ἐκ τῶν ἐνοικιαστῶν. Ἀφοῦ δὲ κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα οἱ ἀτυχεῖς ἰδιοκτῆται δὲν δύνανται νὰ εἰσπράξωσιν ἐνοίκια, εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ὑποχρεωμένοι, ἕνεκα τοῦ δαπανηροῦ τῆς διαδικασίας περὶ ἐξώσεως, ὁλοκλήρου τριμηνίας ἐνοίκια νὰ δαπανήσωσιν ἐνίοτε διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐξώσεως. Διατὶ νὰ ὑφίστανται οἱ ἰδιοκτῆται τὴν διαδικασίαν αὐτὴν, καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκτελῶσι τὰ μισθωτήρια κατὰ τὴν τάξιν τοῦ χρόνου τῆς μισθώσεως; Ἐάν τις δανεισθῇ χιλίας ἢ πεντακοσίας δραχμὰς, δυνάμει τοῦ συμβολαίου, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ δανειστής του, κοινοποιῶν ἐπιταγὴν, νὰ ἀφαιρέσῃ ἀμέσως τὴν περιουσίαν του, καὶ νὰ τὴν ἐκποιήσῃ ἐπὶ δημοπρασίας. Ἐάν τις παραδώσῃ τὸ κτῆμά του καὶ ὁμολογήσῃ ὁ ἄλλος, ὅτι τὸ παρέλαβε, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ἀναλάβῃ, δυνάμει τοῦ συμβολαίου, δι’ οὗ ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ παρέδωκε;
§287ΠΕΡΡΟΣ. Χωρὶς νὰ ἀποδειχθῇ ἡ παράβασις τῶν ὅρων;
§288ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐμελετήσατε. Ἐὰν ἐμελετᾶτε τὸ ἄρθρον, θὰ ἐβλέπετε ὅτι λέγει: «Τὰ μισθωτήρια συμβόλαια, τὰ συντεταγμένα ἐνώπιον συμβολαιογράφου, ἐν οἷς ὁμολογεῖται, ὅτι ὁ μισθωτὴς παρέλαβε παρὰ τοῦ ἐκμισθωτοῦ εἰς χρῆσίν του τὸ μίσθιον, ἀγροτικὸν ἢ ἀστικὸν ἀκίνητον κτῆμα, εἶναι ἐκτελεστὰ, καὶ δυνάμει τοιούτου συμβολαίου, κηρυσσομένου ἐκτελεστοῦ κατὰ τὸ ἄρθρ. 857 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἔξωσις τοῦ μισθωτοῦ ἕνεκα τῆς λύσεως τῆς μισθώσεως διὰ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, δι’ ὃν αὕτη συνέστη καὶ μόνον, προηγουμένης κοινοποιήσεως αὐτοῦ μετ’ ἐπιταγῆς.» Τί ἁπλούστερον καὶ δικαιότερον; Ἀφοῦ ἔληξεν ὁ χρόνος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐμισθώθη ἓν κτῆμα, ὁ μισθωτὴς, ὁ ὁποῖος γνωρίζει, ὅτι ἔληξεν ὁ χρόνος, ὀφείλει νὰ παραδώσῃ αὐτὸ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἄλλως θέλει ἐξωσθῆ ἀμέσως δυνάμει τοῦ μισθωτηρίου. Ἂς λάβῃ πρόνοιαν πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν ὁ μισθωτὴς, ἵνα ἐνοικιάσῃ ἄλλο οἴκημα καὶ παραδώσῃ τὸ μισθωθέν. Οὐδὲν βλάπτεται ἐκ τούτου, ἀλλὰ συνηθίζουν τοὐναντίον οἱ πολῖται νὰ ὦσιν ἀκριβεῖς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των. Τοιουτοτρόπως δὲ αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐξώσεως δὲν ἔχουσι πολλὴν ἀξίαν, καθότι δὲν θὰ ἔχωσι πολλὴν ἐφαρμογήν· διότι ἀπὸ τοῦδε θὰ φροντίσῃ ἕκαστος ἰδιοκτήτης, ὅταν ἐκμισθώνῃ τὰ κτήματά του, νὰ συντάσσῃ συμβόλαια, ἵνα, ὅταν ἐπέρχηται ἡ λῆξις, δύνηται νὰ ἀναλαμβάνῃ εὐκόλως, ταχέως καὶ ἀδαπάνως αὐτά.
§289ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Θὰ κοινοποιῆται ἐπιταγὴ περὶ ἐξώσεως; ὄχι περὶ πληρωμῆς;
§290ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι περὶ πληρωμῆς. Θὰ κοινοποιῆται ἐπιταγὴ περὶ παραδόσεως τοῦ κτήματος, ὅπως εἰς τὰς ἀποφάσεις περὶ ἐξώσεως. Ἄνευ ἐπιταγῆς δὲν δύνασθε νὰ ἐνεργήσητε ἔξωσιν. Εἰς τὴν περίπτωσιν δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἔξωσις ἀπὸ κτήματος μισθωθέντος εἴτε διὰ συμβολαίου εἴτε ἄνευ τοιούτου διὰ καθυστέρησιν τοῦ μισθώματος, τότε θὰ γίνεται αἴτησις ἐνώπιον τοῦ Προέδρου. Ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Σταυροπούλου εὑρίσκω τὸ ὅτι ἀναθέτει τὴν ἐκδίκασιν μερικῶν περιπτώσεων ἀγωγῶν περὶ ἐξώσεως εἰς τὸν εἰρηνοδίκην. Δὲν εἶναι ὁ εἰρηνοδίκης κατάλληλον πρόσωπον, ὥστε νὰ τῷ ἀναθέσωμεν τοιαύτας ὑποθέσεις. Καλὸς δικαστὴς δι’ αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις εἶναι ὁ Πρόεδρος. Ν’ ἀφήσωμεν λοιπὸν ἐντελῶς ὅλας αὐτὰς τὰς περιπτώσεις εἰς τὸν Πρόεδρον.
§291ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ εἰς τὰ μικρὰ μέρη;
§292ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀπευθύνωνται ἐνώπιον τοῦ Προέδρου.
§293Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν γένει;
§294ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν κ. Σταυρόπουλον δίδεται ἁρμοδιότης εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ δικάζῃ καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις πλὴν τῆς λήξεως τοῦ χρόνου τῆς μισθώσεως καὶ τῆς καθυστερήσεως τῶν μισθωμάτων. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον πρέπει νὰ ἐπιτρέπωμεν ἀγωγὴν περὶ ἐξώσεως. Ἐὰν λόγου χάριν ὁ ἐκμισθωτὴς ἔχῃ ἀνάγκην τοῦ μισθίου, δὲν εἶναι λόγος αὐτὸς, ὥστε νὰ ζητῇ ὁ ἰδιοκτήτης τὰ προσωρινὸν τοῦτο μέτρον τῆς ἐξώσεως, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ ἀγωγὴ ἐξώσεως εἶναι μέτρον προσωρινὸν καὶ πρέπει νὰ ἦναι περιωρισμένον πολύ. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον ἡ σχετικὴ διάταξις. Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ μελετήσητε τὸ σύνολον τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἔχω διατυπώσει ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ὑπ’ ἐμοῦ προτάσει νόμου, θὰ ἴδητε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ συζητουμένῃ προτάσει καθορίζονται ἀσαφῶς, ἐδῶ εἶναι σαφέστατα ἐκτεθειμένα. Φέρ’ εἰπεῖν, ἔχω περιλάβει εἰς τὴν πρότασιν ταύτην διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ ὁρίσῃ μακρὰν προθεσμίαν πρὸς συζήτησιν· ἔχω περιλάβει διατάξεις, δι’ ὧν ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς Προέδρους νὰ ἀναστέλλωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων. Διότι, Κύριοι, μοὶ συνέβη τὸ ἑξῆς κἄποτε. Εἰς αἴτησιν περὶ μεσεγγυήσεως, ἤτοι περὶ ἀλλαγῆς τοῦ προσώπου τοῦ μεσεγγυούχου συντηρητικῶς κατεσχημένων καρπῶν ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου, ἡ ὁποία ἀντικατέστησε τὸν μεσεγγυοῦχον, ὅστις ἦτο ὁ ὀφειλέτης, ὁ καθ’ οὗ ἡ κατάσχεσις, καὶ διώρισε τὸν εἰρηνοδίκην. Προκειμένης τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Καρδίτσῃ Πρωτοδικῶν ἐξέδωκε πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνέστελλε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἀποφάσεως ἐκδοθείσης κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, διὰ τῆς ὁποίας διετάσσετο ἡ ἀλλαγὴ τοῦ μεσεγγυούχου. Εὑρέθη Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τοιαύτης ἀποφάσεως! Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἐπὶ τῶν ἐξώσεων τοιαύτας διατάξεις. Πρέπει εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν ἐνίων Προέδρων νὰ θέσωμεν φραγμὸν, ἵνα μὴ δύνανται νὰ ἀναστέλλωσι τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων ἀποφάσεων. Πρέπει λοιπὸν ἢ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν αὕτη ἡ πρότασίς μου νόμου καὶ ἐπιψηφισθῇ, ἢ συζητουμένης τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Σταυροπούλου νὰ μετοχετευθῶσιν εἰς αὐτὴν ἐκ ταύτης ἐκεῖναι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι οὐσιαστικαὶ καὶ αἱ ὁποῖαι τυγχάνουσι καὶ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ διαρρυθμισθῇ ἓν νομοσχέδιον πλῆρες, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰς ἀμφιβολίας ἐκείνας καὶ τὰς αὐθαιρεσίας τῶν Προέδρων, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν εἰς τὸ παρελθὸν, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐπίσης τὰ ζητήματα τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς ἐφέσεως τὰ ἔχω καθορίσει λεπτομερέστερον.
§295ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἦτο ὀρθὸν, τοιοῦτο νομοσχέδιον νὰ τὸ υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ τὸ συγχωνεύσῃ καὶ τὸ φέρῃ αὔριον.
§296Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον προηγουμένως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι ὅλως διόλου χωριστόν· καθιεροῖ διαδικασίαν ὅλως διόλου νέαν. Ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Σταυροπούλου μεταρρυθμίζει ἁπλῶς τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος, αὐτὸ καθιεροῖ νέαν διαδικασίαν. Παραδείγματος χάριν, ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου παρατηρῶ, ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ προστατευθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται, ἀλλὰ μέχρις ἑνὸς μέτρου. Εἶναι δὲ πολὺ κινδυνῶδες αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Ροδόπουλος, ὅτι δύναται ὁ κλητὴρ ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου νὰ ἐκτελέσῃ τὸ συμβόλαιον καὶ νὰ σᾶς ἐξώσῃ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ροδόπουλον, ἐὰν ἐγὼ ἐνοικίασα μίαν οἰκίαν πρὸ δεκαετίας καὶ τὴν ἐνοικίασα διὰ πέντε ἔτη, καὶ μετὰ τὰ πέντε ἔτη ἀνεμίσθωσα τὴν οἰκίαν, ἐν τούτοις δυνάμει τοῦ πρώτου συμβολαίου δίδεται παραγγελία εἰς τὸν κλητῆρα νὰ ἐξώσῃ τὸν μισθωτὴν, ὁ κλητὴρ τί θὰ ἴδῃ; ὅτι ἡ μίσθωσις ἔληξε, καὶ ἐνῷ σεῖς ἔχετε ἀναμισθώσει τὸ κτῆμα, εἶσθε εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ κλητῆρος νὰ σᾶς ἀποβάλῃ! Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, αὐθαίρετα. Ἐξώσεις δὲν δύνανται νὰ γείνωσι παρὰ μετὰ προηγουμένην βάσανον δικαστικήν. Δὲν ἐπιτρέπεται ποτὲ ὁ κλητὴρ νὰ γείνῃ αὐθαίρετος κριτὴς, ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐξώσῃ.
§297ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶναι δυσχερὲς τὸ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐξεπληρώθησαν ἢ ὄχι οἱ ὅροι τοῦ συμβολαίου;
§298ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον δὲν δύναται ἀμέσως νὰ γείνῃ δεκτόν. Ἤδη δὲ τὸ 2ον καὶ τὸ 3ον ἄρθρον καθιεροῦσι διατάξεις ἐντελῶς ἀπαραδέκτους, διότι ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστὴν πᾶν δικαίωμα ἄλλο καὶ λέγουσιν, ὅτι δὲν δύναται οὗτος νὰ προτείνῃ παρὰ μόνον ὅτι ἐπλήρωσε τὸ χρέος! Καὶ ἡ ἀνακοπὴ καὶ ὅλαι αἱ ἐνστάσεις πίπτουσι! Πρέπει νὰ φύγῃς ἀπὸ τὸ κτῆμα! Αὐτὰ ὅλα εἶναι νέα διαδικασία, τροποποιοῦσα καὶ τὰς διατάξεις ἀκόμη τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία διαδικασία πρέπει, ὡς προεῖπον, ν’ ἀποτελέσῃ ἄλλο ἀντικείμενον συζητήσεως. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν αἱ προτάσεις αὗται νὰ ἔλθωσιν ὡς τροπολογίαι τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Σταυροπούλου. Ὅπου ὅμως ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὰς σκέψεις τοῦ κ. Ροδοπούλου, ὡς τροπολογίαν, τὰς ἐδέχθην. Παραδείγματος χάριν, τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία λέγει ὅτι μετὰ τὴν τρίτην ἡμέραν δικάζει ὁ Πρόεδρος, τὴν ἐδέχθην. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καλῶς διετυπώθη. Ἐὰν ὁ κύριος Ροδόπουλος νομίζῃ, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται, τὰς ὁποίας ὑποβάλλει, δύνανται νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον βουλευτικῆς συζητήσεως, δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον βουλευτικῆς συζητήσεως ἰδιαιτέρας συνεδριάσεως.
§299ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§300ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καταρτίσατε τὸ ὑμέτερον νομοσχέδιον καλλίτερον μέχρι τῆς αὔριον, συγχωνεύοντες καὶ τὸ παρὸν, καὶ εἰσαγάγετέ το νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διότι ὅλη ἡ Βουλὴ βεβαίως εἶναι σύμφωνος νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§301ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§302ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου νομοσχεδίου, ὅτι λόγοι ἐξώσεως εἶναι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι λόγοι τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Ὁ λόγος π. χ. τῆς ἐπισκευῆς τοῦ ἰδίου κτήματος...
§303ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§304ΔΑΟΥΤΗΣ. Τότε μεταβάλλεται.
§305Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατόπιν τῶν συζητήσεων εἴπομεν, ὅτι θέλομεν λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας, καὶ θέλομεν καταρτίσει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ψηφισθῇ. Εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις.
§306ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Αὔριον πρέπει νὰ εἰσαχθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§307Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὔριον.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσλήψεως ἱερέων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ χρηματικοῦ χορηγήματος ἀπολυομένων τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ὁπλιτῶν. Περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ τελωνιακῷ δασμολογίῳ. Περὶ ἐκδόσεως καὶ ἐξοφλήσεως ἀντιγράφων γραμματίων παραδόσεως τῶν ὑπὸ τῶν ταμιῶν καὶ ὑποταμιῶν Θεσσαλίας ἐκδοθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1896 καὶ 1897 γραμματίων παραλαβῆς· καὶ Περὶ ἀγορᾶς οἰκοπέδου κειμένου ἐν τῇ πόλει Βουκουρεστίου πρὸς ἀνέγερσιν πρεσβευτικοῦ μεγάρου καὶ παρεκκλησίου).
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν.
§310Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ ἔχω ζητήσει πληροφορίας τινὰς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ, ἐὰν τὰς ἔχητε προχείρους, νὰ μοὶ τὰς δώσητε, διὰ νὰ τὰς ἔχω ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§312ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐπειδὴ ἔχουσιν ὑποβληθῆ παράπονα ἐκ μέρους διαφόρων βιομηχάνων ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι ὑποβάλλονται εἰς βαρεῖαν φορολογίαν, καθόσον καθίσταται ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματός των ἀδύνατος, διὰ ταῦτα παρακαλῶ, ὅπως ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§313Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι μεμελετημένον. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ συζητήσω πᾶσαν ἀντίρρησιν. Προκειμένου περὶ τῶν οἰνοπνευματοπωλῶν τῆς τελευταίας κατηγορίας, ἔσομαι ἐπιεικής. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι οἱ οἰνοπνευματοποιοί εἰσιν οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν φορολογοῦνται. Σημειώσατε, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς οἰκονομικὴν στενοχωρίαν. Δὲν πρέπει νὰ στερῆται τὸ Δημόσιον ἑνὸς φόρου ἐκ τῶν μᾶλλον δεδικαιολογημένων. Δι’ αὐτὸ παρακαλοῦμεν νὰ ψηφισθῇ. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ὑπομνήματα ἐκ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, ταῦτα δὲ κατὰ τὴν δευτέραν τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν θέλω κοινοποιήσει εἰς τὴν Βουλήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ᾼΦΙΒʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ζύθου».)
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 35′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).