1899.06.28
3,906 rows · 29,742 words · 429 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63
τῆς 28 Ἰουνίου 1899.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΤΡ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Κατὰ τὴν γενομένην προχθὲς συζήτησιν ἐπὶ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἐπὶ τῇ προτάσει ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐμοῦ, ἐγένετο ἀποδεκτὸν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένη ἐπιθεώρησις τῆς χωροφυλακῆς ἀντικατασταθῇ ὑπὸ Ἀρχηγείου χωροφυλακῆς. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, μακρὰ ἐγένετο συζήτησις, ἂν πρέπει οὗτος νὰ ἦναι ὑποστράτηγος, ἤτοι ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ νὰ ἦναι γενικὴ, ἢ νὰ νὰ ἦναι συνταγματάρχης τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς· ἐπεκράτησε δ’ ἐπὶ τέλους ἡ γνώμη, ὁ ἀρχηγὸς νὰ ἦναι συνταγματάρχης, καὶ ἑπομένως συνταγματάρχης τῆς χωροφυλακῆς. Ἐν τούτοις ἐν τῷ πίνακι τῷ συνοδεύοντι τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον ἀναγράφεται ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἔσται συνταγματάρχης, ἀφίνεται δὲ νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ὁ συνταγματάρχης οὗτος δύναται νὰ ἦναι τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλ’ ἐπίσης δύναται νὰ ἦναι καὶ οἱουδήποτε ἄλλου ὅπλου. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐκ παραδρομῆς δὲν προσετέθησαν ἐν τῷ πίνακι τούτῳ μετὰ τὴν λέξιν «Συνταγματάρχης» αἱ λέξεις «τῆς χωροφυλακῆς». Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ, ὡς ἁρμόδιος, τὰς ἀναγκαίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλὴν πρὶν ἢ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διορθωθῇ τὸ ἐκ παραδρομῆς βεβαίως γενόμενον λάθος.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γείνῃ εἰς τὰ πρακτικὰ, ἀφοῦ ἐψηφίσθη τὸ σύνολον.
§3Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσον ἀκριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὥστε ἐγὼ παρετήρησα ἐν ἀρχῇ, ὅτι θὰ ἦτο καλόν, ὁ συνταγματάρχης τῆς χωροφυλακῆς νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν γενικῶν θέσεων.
§4ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Φρονῶ ἄλλως τε, ὅτι εἶναι ἄδικον, σῶμα ἐκ 5,500 περίπου ἀνδρῶν νὰ μὴ ἔχῃ ἕνα τοὐλάχιστον συνταγματάρχην.
§5Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἑρμηνεία τις ἄλλη· ἐπειδὴ δὲ ζητεῖται ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως, λέγω ὅτι σκέψις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ὁ συνταγματάρχης δύναται νὰ ἦναι ἐξ οἱουδήποτε ὅπλου. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι δὲν ἐτροποποιήθη τὸ σχετικὸν ἄρθρον, ὡς ἐζητήθη νὰ τροποποιηθῇ, ἀλλ’ ἀφέθη ἁπλῶς «συνταγματάρχης». Ἑπομένως ἄνευ διακρίσεως ὅπλου οἱοσδήποτε συνταγματάρχης οἱουδήποτε ὅπλου δύναται νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν αὐτὴν, ἑπομένως καὶ τῆς χωροφυλακῆς συνταγματάρχης δὲν ἀποκλείεται.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα παρατήρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν δὲν ὑπάρχει. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ Ἀθηναϊκὸς Σύλλογος ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τῆς περὶ ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας συμβάσεως.
§7Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀποσταλῇ τὸ ὑπόμνημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ μελετήσῃ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι εἶναι παρατηρήσεις ἀνθρώπων πεπειραμένων καὶ δυναμένων νὰ διαφωτίσωσιν ὅλους ἡμᾶς.
§8Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ κατατεθεῖσαι πληροφορίαι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ τυπωθῶσι;
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τυπωθῶσιν ὅταν ἦναι δυνατόν. Τοῦτο ἐξαρτᾶται καὶ ἐκ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ χρόνος ἐπείγει, παρακαλῶ τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς νὰ μελετήσωσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, διότι δὲν ὑπάρχει καιρὸς ν’ ἀναμένωμεν τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῶν.
§10Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ἠδύναντο αἱ δυσκολίαι νὰ ἐλαττωθῶσιν, ἂν ἀπεφάσιζεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀναθέσῃ εἰς τρεῖς Βουλευτὰς νὰ παραλάβωσι πάντα τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα, νὰ μελετήσωσιν αὐτὰ καὶ ἐντὸς δύο ἡμερῶν νὰ ὑποβάλωσι περίληψιν, ἡ ὁποία νὰ τυπωθῇ, ἵνα οὕτω φωτισθῇ ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Προεδρεῖον εἶναι ἁρμόδιον νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ζητήματος. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν γνώμην τῶν ἐπερωτησάντων, καὶ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, θ’ ἀποφασίσῃ.
§12ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω ὅτι ἀρκετὰ θὰ διηυκολυνόμεθα εἰς τὸ ἔργον, ἐὰν ἐτυποῦτο πίναξ τῶν κατατεθεισῶν πληροφοριῶν, δηλ. εἰς τίνας ἐπερωτήσεις ἀνταποκρίνονται αἱ ἀπαντήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνωμεν νέας ἐρωτήσεις ἐπὶ τῶν αὐτῶν.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι αἱ ἀπαντήσεις δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας· εἶναι ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐρωτήσεις, εἶναι καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Νομίζω ὅτι, ἐὰν μελετήσητε τὸν φάκελον αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν, συνεννοηθῆτε δὲ καὶ μὲ τοὺς ἐπερωτήσαντας, θὰ ἴδητε ὅτι πολὺ εὐκόλως δύναται νὰ γείνῃ ἡ διαίρεσις. Εὑρίσκω λοιπὸν τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς πολὺ ὀρθήν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἡρακλείας τῆς Ἄρτης διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ, ὅπως ἀνακληθῇ τὸ ἐκεῖ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα, συσταθῶσι δὲ στρατιωτικοὶ σταθμοὶ εἰς τὰ δύο χωρία αὐτοῦ.
§15ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀσφαλείας τριῶν δήμων, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τοῦτο ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔμποροι Αἰγίου διὰ τηλεγραφήματός των διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως.
§17Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαμαρτυρία αὕτη καθὼς καὶ αἱ ἄλλαι τῶν ἐμπόρων Καλαμῶν, Τριπόλεως καὶ Πειραιῶς παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι.
§18ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, διότι ὑπάρχουσι πολλὰ ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα πραγματεύονται πολὺ ὀρθῶς καὶ πολὺ πρακτικῶς τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐγνωρίζομεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἤθελον ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποσταλέντα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπομνήματα, ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν χιλιάδας τοιούτων, προερχομένων ἐκ Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ ἐμπόρων, ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
§20Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀπαντῶ, ὅτι ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν καθολικὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι τὸ βάρβαρον εἶναι βάρβαρον πανταχοῦ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Λακεδαίμονι Γορτύνιοι δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως θεραπευθῇ «τὸ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Γορτυνίας προσγενόμενον διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἀδίκημα, προαγομένης τῆς ἐπαρχίας ταύτης εἰς νομόν».
§22ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Τριπόλεως διὰ τηλεγραφήματός των ἐκφράζουσιν εὐχὴν ὑπὲρ τῆς ταχίστης ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατάδικοί τινες Μακεδόνες, κρατούμενοι ἐν Παλαμηδίῳ, δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι χάριν. Ὁ Γ. Μπελέτσης, κάτοικος Καρβασαρᾶ, διὰ τηλεγραφήματός του ἐξαιτεῖται, ὅπως προστατευθῇ ἡ κινδυνεύουσα περιουσία του. Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§24Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 360).
§26Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸ 1862 ἐλήφθη τὸ πρῶτον πρόνοια περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, καὶ ἐξεδόθη νόμος τὴν 11 Σεπτεμβρίου 1862, δι’ οὗ ἀπενέμετο σύνταξις εἰς τὸν συντάκτην τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν Διευθυντὴν καὶ εἰς ἄλλους τινὰς ὑπαλλήλους τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ὑπεχρεώθησαν δὲ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς κρατήσεις τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ συντάξεων. Ἀλλ’ ἔκτοτε τὰ πράγματα ἤλλαξαν, ἡ Γερουσία ἐξέλιπε, καὶ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἔλαβεν ἄλλην μορφήν, διότι προσελήφθησαν οἱ στενογράφοι καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι, μὴ ὑπάρχοντες πρότερον. Εἶναι δὲ δίκαιον νὰ ὑπαχθῶσι καὶ οὗτοι εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεων νόμου. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως μετὰ τὴν τύπωσιν αὐτοῦ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ψηφισθῇ.
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 361).
§29ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ὑπομιμνήσκω καὶ τάξιν ὑπηρετῶν τοῦ Κράτους, οἵτινες μετὰ μακρὰν ὑπηρεσίαν ἐξέρχονται αὐτῆς ἐν ἐσχάτῃ πενίᾳ· εἶναι ἡ τάξις τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Ταχυδρομείου, ὧν πολλοὶ ἔχουσιν ὑπηρεσίαν 20 ἐτῶν καὶ 30. Ἐπίσης εἶναι ἡ τάξις τῶν ἐργατῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου.
§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασίς σας εἶναι δικαιοτάτη, ἀλλὰ περὶ τούτων ληφθήσεται βραδύτερον πρόνοια.
§31ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ἐργατῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου.
§32Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς κυρώσῃ τὴν συνομολογηθησομένην σύμβασιν μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας περὶ συγχωνεύσεως αὐτῶν ὑπὸ ὅρους ἀναγραφομένους ἐν τῷ νόμῳ, καὶ τοῦτο, ὅπως μὴ ἀναβληθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ τῶν Τραπεζῶν συγχώνευσις, ἡ ὑπαγορευομένη ὑπὸ τοῦ συμφέροντος ἀμφοτέρων τῶν Τραπεζῶν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 362).
§34Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς διαπραττομένων δωροδοκιῶν καὶ ἄλλων ἀξιοποίνων πράξεων. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐλπίζομεν, ὅτι θέλομεν περιορίσει τὰς κατὰ τὰς ἐκλογὰς διαπραττομένας δωροδοκίας καὶ ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις. Ἐπειδὴ δὲ ἐπίκεινται αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί, ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 363).
§36ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω, ἂν τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἦναι ἐπαρκές· ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τούτου, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως τὸ ὑποβάλῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερον.
§37Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς τρεῖς Ὑπουργοὺς, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Δι’ ὅσων θὰ εἴπω, δὲν σκοπῶ νὰ ἐλέγξω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἀνακοινώσω καὶ καταγγείλω πράξεις ἀξιοποίνους καὶ ζητήσω πληροφορίας. Ἐν τῷ δήμῳ Εἰδυλλίας ὑπάρχει δημοδιδάσκαλος, ὅστις, ἐπειδὴ ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ ἔργον του εἶναι ἀνιαρὸν, ἀπὸ δύο ἤδη μηνῶν ἀνέλαβε νὰ ἐπαγγέλληται καὶ τὸ τοῦ δικολάβου. Μάτην ἐποιήσαντο ἐνστάσεις οἱ ἄλλοι δικηγόροι· ἡ κατάστασις ἐξακολουθεῖ, καίτοι οἱ ἐκεῖ δικηγόροι καὶ δικολάβοι ὑπέβαλον καὶ καταγγελίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἐναντίον τοῦ διδασκάλου δικολάβου. Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ ἕτερόν τι· αὐτὸς ὁ διδάσκαλος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 472 κατασχετηρίου, ἐκδοθέντος παρὰ τοῦ ἐνταῦθα ἀνακριτοῦ κ. Πετρουτσοπούλου, καταδιώκεται ἐπὶ πλαστογραφίᾳ δημοσίων ἐγγράφων, ἣν διέπραξε τυγχάνων δημοδιδάσκαλος ἐν τῷ δήμῳ Ἐρυθρῶν. Τὴν 3ην Ἰουνίου ἐξεδόθη τὸ κατασχετήριον κατ’ αὐτοῦ ὡς ἀγνώστου, ὃ διεπέμφθη εἰς τὸν δήμαρχον Ἐρυθρῶν, ὅστις ἐσημείωσεν εἰς τὸ ἐπιδοτήριον, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ζητῆται καὶ θεωρῆται ὡς ἄγνωστος, διότι αὐτὸς εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, δημοδιδάσκαλος εἰς τὸ χωρίον Εἰδυλλίας. Διαπέμπεται τὸ κατασχετήριον εἰς τὸν ἀστυνόμον τῆς Εἰδυλλίας πρὸς ἐκτέλεσιν, ἀλλ’ ὁ δημοδιδάσκαλος καὶ ὁ ἀστυνόμος συνοικοῦσι καὶ συσσιτοῦσι, καὶ ἑπομένως ὁ δημοδιδάσκαλος μένει ἀνενόχλητος. Καὶ ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγεται ὅτι ἀπέλυσε τῆς ὑπηρεσίας τὸν ἀστυνόμον, ἀλλ’ οὗτος ἀκόμη δὲν ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐξακριβώσωσι τὰ τῆς καταγγελίας καὶ ἂν πραγματικῶς ὁ δημοδιδάσκαλος αὐτὸς ὑπὸ τοιαύτην κατηγορίαν καὶ ὑπὸ κατασχετήριον διατελῶν μένει ἐλεύθερος καὶ συνοικεῖ καὶ συσσιτεῖ μετὰ τοῦ ἀστυνόμου μάλιστα, πρὸς περιφρόνησιν τῶν νόμων καὶ τῆς δημοσίας ἠθικῆς.
§38Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν οἱ ἐν Σύρῳ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ἐκοινοποίησαν πρὸς αὐτὸν διαμαρτύρησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, ἐπὶ τῇ μὴ ἀπονομῇ μερίσματος. Ἐὰν τοιαύτη διαμαρτυρία ἐκοινοποιήθη, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§39ΠΕΤΑΛΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τῶν ἐλεγκτῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας.
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔλαβον περὶ ὅσων ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ, γενομένην τὸ παρελθὸν Σάββατον, ὡς πρὸς τὰ λεγόμενα περὶ συγχωνεύσεως τῶν δύο Τραπεζῶν, λέγω τὰ ἑξῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐνεργείᾳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν δίδεται ὑπὸ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας διανομὴ μερίσματος. Αὐτὴ ἡ παρατήρησις δὲν εἶναι βάσιμος, διότι προκειμένου περὶ συγχωνεύσεως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Ἂν τὸ ἐνεργητικὸν τοῦτο ἐλαττωθῇ διὰ τῆς διανομῆς μερίσματος, ἡ ἐλάττωσις αὕτη θὰ καταστήσῃ τοὺς ὅρους, οὓς θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, βαρυτέρους· οὐδὲν συμφέρον λοιπὸν ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν πληρωμὴν μερισμάτων, ἄλλως δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ συγχωνεύσεως τῶν δύο Τραπεζῶν, δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ θέλησις τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ θέλησις τῶν μετόχων.
§41ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λυποῦμαι, ὅτι οὐδὲν δύναμαι νὰ πράξω ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἣν μοὶ ἐπέδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής, περὶ τοῦ δημοδιδασκάλου Εἰδυλλίας. Προτιμότερον εἶναι οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἀπευθυνθῶσιν εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν, ὅστις εἶναι ὁ κυρίαρχος, εἶναι τὰ πάντα! (θόρυβος), διότι τοιοῦτος δυστυχῶς εἶναι ὁ νόμος.
§42Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ δεσμευθῆτε ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδὲν δυστυχῶς δύναμαι νὰ πράξω.
§44ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ ἀντικειμένου, περὶ οὗ καὶ πρὸ 15 περίπου ἡμερῶν ὡμίλησα. Σήμερον εἶναι ἡ 28 Ἰουλίου, μετὰ δύο δὲ ἡμέρας λήγει ἡ προθεσμία τῆς δηλώσεως τῶν ἀμπέλων. Ἔχω πληροφορίας, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τοιαύτας, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀθρόαν προσέλευσιν τῶν ἀμπελοκτημόνων πρὸς δήλωσιν δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ δηλώσωσιν ὅλοι, διότι τινὰ τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐφάνησαν, ἵνα μὴ εἴπω τόσον πρόθυμα, τοὐλάχιστον ταχέα, ὥστε νὰ διευκολύνωσι τὰς δηλώσεις. Καὶ θὰ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας, ὅστις εἶναι εἷς τῶν μεγαλειτέρων δήμων ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων, κείμενος εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης, τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, ἤτοι μόλις πρὸ ἕξ ἡμερῶν, πολλοὶ προσῆλθον εἰς τὸν δήμαρχον, καὶ ἀπῆλθον ἄπρακτοι, διότι δὲν ὑπῆρχον ἀρκετὰ ἔντυπα. Καὶ ὁμολογῶ μὲν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν εὐγένειαν, ἔκαμε πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο, ὅπως διὰ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας διευκολύνῃ τὴν διανομὴν χιλιάδων ἐντύπων δηλώσεων, ἃ ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀμπελοκτημόνων, ἀλλ’ ἐντὸς ἕξ ἡμερῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσι πᾶσαι αἱ δηλώσεις, διότι μόνον εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν θὰ ἀναβῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δηλώσεων εἰς 10,000, ἴσως καὶ εἰς 12,000, ἂν μὴ καὶ πλέον, καὶ μὴ σᾶς φαίνεται ὑπερβολικὸς ὁ ἀριθμὸς οὗτος. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ εἶναι σήμερον ἡ 28 τοῦ μηνὸς, δὲν ὑπολείπονται δὲ παρὰ δύο μόνον ἡμέραι, καθ’ ἃς συμπίπτουσι καὶ ἑορταὶ, νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν καὶ τηλεγραφήσῃ εἰ δυνατὸν, αὐτὴν εἰς ὅλα τὰ μέρη, διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ κόσμος, ὅτι δὲν κινδυνεύει νὰ ἦναι ἐκπρόθεσμος, μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, ἣν δεικνύει, ὅπως φανῇ συνεπὴς πρὸς τὸν νόμον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται καὶ σήμερον ἔτι νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἀπάντησιν, πρὸς ἡσυχίαν τῶν φορολογουμένων πολιτῶν.
§45Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου παρέσχον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ προηγουμένην τινὰ συνεδρίασιν τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας. Κατὰ τὸν νόμον δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρατείνῃ τὰς προθεσμίας τῶν δηλώσεων εἴτε καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἴτε καθ’ ὡρισμένας περιφερείας. Ἐζήτησα πανταχόθεν πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι πᾶσαι συνειλεγμέναι. Τὴν μεθαύριον, ἤτοι καθ’ ἣν ἡμέραν λήγει ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ταχθεῖσα προθεσμία...
§46ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι ἑορτὴ μεθαύριον.
§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει ἑορτή... Τὴν μεθαύριον, λέγω, θὰ λάβω ὁριστικὴν ἀπόφασιν, εἴτε γενικῶς, εἴτε μερικῶς, τοιαύτην, οἵαν ὑπαγορεύει τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς γινώσκει τὸ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἔχω, ὡς πρὸς τὴν σκόπιμον λειτουργίαν τοῦ νέου τούτου νομοθετικοῦ μέτρου, οὗτινος ὑπῆρξα εἰσηγητής, ἀφορῶν ἰδίως εἰς τὴν θεραπείαν τῶν κατὰ τοῦ ὑφεστῶτος φορολογικοῦ τῶν οἴνων συστήματος παραπόνων.
§48Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1893 τὸ Βʹ Στρατοδικεῖον κατεδίκασε τὸν τότε λοχαγὸν Κωνστ. Ζαγοριανάκον ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ὑπεξαιρέσει καὶ παρανόμῳ ἀπιστίᾳ εἰς δεκαετῆ πρόσκαιρα δεσμά. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν καταδίκην ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ὑπέβαλε τὴν ἀπὸ 23 Ἰανουαρίου ἰδίου ἔτους ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνακοινωθεῖσαν καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ᾗ ῥητῶς λέγει, ὅτι οὐχὶ ἐγκληματικὴ βούλησις, ἀλλὰ κουφότης καὶ ἐπιπολαιότης ὑπῆρξαν τὰ αἴτια τῆς κολασίμου πράξεως, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς κατεδικάσθη. «Πασίδηλον, λέγει ἐπὶ λέξει, τοῦτο ἐκ πασῶν μὲν τῶν φάσεων τῆς διαδικασίας καὶ τῆς δίκης, ἰδίᾳ δὲ ἐκ τῆς χαρακτηριστικῆς καὶ πανθομολογουμένης πενίας καὶ ἐνδείας, ἐν ᾗ διατελεῖ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του.» Συνεπείᾳ τῆς ἐκθέσεως ταύτης, κατὰ τὸ 1895 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Φίλιππος Βάρβογλης προέβη εἰς ἐνέργειαν παρὰ τῇ Α. Μ. τῷ Βασιλεῖ καὶ διὰ Β. Διατάγματος μετετράπη ἡ ποινὴ τῶν προσκαίρων δεσμῶν εἰς διετῆ φυλάκισιν. Ἐξέτισεν ὁ ἀτυχὴς τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς καὶ ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν, ἀλλ’ ἐξῆλθε πενόμενος καὶ ἐξακολουθεῖ ἐν ἐσχάτῃ διατελῶν πενίᾳ. Βαρέως φέρων ὁ φιλότιμος πλὴν δύσμοιρος ἀξιωματικὸς τὴν ἄδικον καταδίκην του καὶ τὸν στιγματισμὸν τοῦ ὀνόματός του, εἰργάσθη ὑπερανθρώπως καὶ ἀνεκάλυψε τὰ ἴχνη τῶν πραγματικῶν δραστῶν τῆς πράξεως, δι’ ἣν αὐτὸς κατεδικάσθη. Ὑπέβαλε δὲ μήνυσιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἀπὸ ἔτους περίπου ἐνεργεῖται ἀνάκρισις. Ἀναφέρων ταῦτα, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ αἱ ἀνακρίσεις αὗται κατὰ τῶν πραγματικῶν δραστῶν τῆς πράξεως, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὑπέστη δεινοτάτην ἀδικίαν καὶ τέλεον κατεστράφη ἔντιμος λοχαγὸς, οἰκογενειάρχης πολυμελοῦς οἰκογενείας, διατί, λέγω, αἱ ἀνακρίσεις αὗται ἐπὶ τοσοῦτον βραδύνουσι;
§49Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πότε ὑπεβλήθη ἡ μήνυσις;
§50ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον. Δὲν ἦσθε τότε Ὑπουργός. Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε. Ὑπομιμνήσκων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως προσαγάγῃ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν, διότι ἀδίκημα βεβαιούμενον ὑπὸ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, τελεσθὲν δὲ κατὰ ἱκανοῦ καὶ ἐντίμου ἀξιωματικοῦ ἐν ὀνόματι τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι γεγονὸς τόσῳ σημαντικόν, ὥστε πρέπει σοβαρῶς ν’ ἀπασχολήσῃ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Ἐὰν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς πείθηται — καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Β. Ἐπιτρόπου πείθεται — ὅτι πασιδήλως προκύπτει ὅτι λοχαγὸς ἀθῷος ἐκ πλάνης ἐκρίθη ἔνοχος καὶ ἀπώλεσε τὸν βαθμόν του, ὃν δι’ ὑπηρεσίας μακρᾶς, πολυμόχθου καὶ ἐντίμου ἐκτήσατο, ἀπώλεσε δὲ καὶ τὴν τιμὴν, δὲν νομίζει ὅτι ἐπιβάλλεται αὐτῷ νὰ ἀνορθώσῃ τὸ τελεσθὲν ἀδίκημα, καὶ μάλιστα ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἀφῄρεσε συγχρόνως τὴν σχετικὴν εὐημερίαν, — τί λέγω; — τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας, τῶν τέκνων τοῦ δυσμοίρου λοχαγοῦ; Ἐρωτῶ, ὑπάρχει ἐκ μέρους Πολιτείας εὐνομουμένης φοβερώτερον ἀδίκημα, ἀπεχθεστέρα καὶ ἀπανθρωποτέρα πρᾶξις, ὅταν μάλιστα αὐτὴ ἡ Πολιτεία, ἀναγνωρίζουσα τὸ ἀδίκημα, δὲν σπεύδῃ νὰ ἐπανορθώσῃ αὐτό; Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἀναγνωρίζων καὶ αἰσθανόμενος ἐν τῷ βάθει τῆς συνειδήσεώς του τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα, θέλει σπεύσει εἰς ἐπανόρθωσιν αὐτοῦ, διότι ὑψίστη ἀρετὴ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης εἶναι νὰ μὴ ἀνέχηται μηδ’ ἐπὶ στιγμὴν τελεσθὲν ἀδίκημα κατὰ πολίτου, καὶ μάλιστα ἀδίκημα συνεπάγον δεινοτάτας συμφορὰς εἰς ἀτυχῆ σύζυγον καὶ εἰς ἀθῷα ἐντελῶς τέκνα.
§51ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶδον χθὲς ἐπιβάτας ἐξ Αἰγύπτου ἐλθόντας, οἵτινες μοὶ παρέστησαν ὅτι τὰ τῶν καθάρσεων ἐν Κλαζομεναῖς τελοῦνται εἰς τρόπον μὴ παρέχοντα ἐγγύησιν ἐναντίον τοῦ κινδύνου τοῦ ἐκ τῆς πανώλους, διότι, ὡς μοὶ εἶπον, αὐτοὶ οὗτοι μάρτυρες γενόμενοι, οἱ ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου μένοντες καὶ τελοῦντες τὴν κάθαρσιν δὲν ἐξετάζονται σπουδαίως, ἰδίως περὶ τὰς ἀποσκευὰς αὐτῶν. Αἱ ἀποσκευαὶ μένουσιν ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ ἀναπολύμαντοι, καὶ μετὰ 10 ἡμέρας ἢ 11 μεταφέρονται ἐνταῦθα ἄθικτοι, οἷαι ἐξῆλθον ἐξ Αἰγύπτου. Τὸ πρᾶγμα μοὶ ἐφάνη σπουδαῖον, καὶ ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω ταῦτα εἴς τε τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως ἐξετασθῇ τί συμβαίνει. Μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις παρ’ ἄλλων, ὅτι παραπλήσιά τινα συμβαίνουσιν ἐν Δήλῳ. Καὶ ἐπειδὴ παρατηρεῖται, ὅτι τὰ τῆς πανώλους ἐν Αἰγύπτῳ δὲν προοδεύουσιν ἕνεκα τοῦ καύσωνος, εἶναι δὲ πιθανόν, ὅτι μετὰ τὴν πάροδον τούτου θέλομεν ἔχει ἐπίτασιν μεγάλην, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὰ λεγόμενα ἔχονται ἀληθείας, καὶ λάβῃ ἔπειτα τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν. Ἔχω καὶ ἑτέραν παράκλησιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ μᾶλλον ἔχω νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν τῶν φορολογουμένων ἐπιτηδευματιῶν τοῦ Πειραιῶς, παραπονουμένων κατὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν κατηρτίσθη ὁ φορολογικὸς κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπέμβω εἰς τὰς λεπτομερείας, γνωρίζω μόνον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέστειλε ψήφισμα τῶν ἐμπόρων πρὸς πάντας τοὺς συναδέλφους ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ὅτι εἰς ἐμὲ ἐστάλη καὶ ἀναφορὰ, ὅπως καταθέσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπερ καὶ πράττω. Ἐπίσης ἔχω νὰ ἀποτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν παράκλησιν, ἵνα ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τὸν ἀναγόμενον εἰς τὰ τῶν παθόντων ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ Ἰλισοῦ Ἀθηναίων, εἰς οὓς ὀφείλεται ἡ διανομὴ τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθεισῶν 15,000 δραχμῶν, ὅπως ἐγένετο ἐν Πειραιεῖ. Ὁ κατάλογος πιστεύω ὅτι ὑφίσταται πλήρης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἔχω ἐγὼ ἐνταῦθα πλήρη κατάλογον τῶν ζημιωθέντων, πρὸς οὓς ὑπῆρξε παρήγορος μόνη ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, οὐχὶ ὅμως ἐπαρκὴς, ὅσον ἤθελεν εἶναι, ἂν προσετίθετο καὶ ἡ συνδρομή τοῦ Δημοσίου.
§52Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἰδίως περὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τοῦ Πειραιῶς, καὶ νὰ ἐξεύρῃ τρόπον καταλληλότερον πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐκεῖ.
§53ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἐντολὴν τοιαύτην.
§54ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§55Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὡς καὶ τῶν οἰκοδομῶν, κανονίζονται ἐξ ἰδίων νόμων. Ὅταν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καταγγέλλωνται ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι διέταξαν τὰ τοῦ καταλόγου εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐγείρωνται παράπονα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἓν νὰ πράξῃ, νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὁ κατάλογος συνετάχθη κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου. Εἰς ἐμὲ τὸ πρῶτον ἐγένοντο παραστάσεις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Λεβίδου. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου πληροφορίας, ἂν τὰ ἐγερθέντα παράπονα εἶναι βάσιμα, οὗτος δὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι αἱ γενόμεναι παραστάσεις εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς εἶναι ὑπερβολικαί, διότι δὲν ἐγένετο ὅ,τι ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ δωδεκαετίας. Ἡ αὔξησις εἶναι ἀνάλογος αʹ) πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς πόλεως καὶ βʹ) πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ἐμὲ δὲν ἀπέκειτο νὰ ἐξετάσω τοῦτο· δὲν ἠδυνάμην εἰμὴ νὰ συστήσω εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ προσέχωσιν, ἵνα μὴ γεννήσωσιν ἀδικήματα. Εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐκδικάσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, συνέστησα εἰς αὐτοὺς, ἵνα ἐργασθῶσι μετὰ προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος, ὅπως πάντα τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ καταλόγῳ θεραπευθῶσιν. Οὐδὲν περισσότερον δύναμαι νὰ ἐνεργήσω.
§56Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν παρέσχεν ἐπὶ τοῦ προβληθέντος ζητήματος περὶ τοῦ καταλόγου τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ Πειραιῶς, εὕρηται ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὰ παράπονα τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἔχουσι μεγαλειτέραν σημασίαν τῆς ἀποδοθείσης εἰς αὐτὰ, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῶσιν· ὑπάρχει δὲ καὶ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς νὰ διορθωθῶσι τὰ πλημμελῶς γενόμενα, ὅταν καταδειχθῇ ὁ βαθμὸς τῶν κακῶς γενομένων. Ὁ Πειραιεὺς ἕνεκα τῆς ἰδιοφυΐας πρὸς ἐργασίαν τῶν κατοίκων εἶναι πόλις ἥσυχος, καὶ οὐδέποτε μετέδωκε τὰ παράπονά του διὰ συλλαλητηρίων. Ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει τῆς συντάξεως τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων ὅλοι συνηθροίσθησαν καὶ οὕτω διετύπωσαν παράπονα. Ἐπιτροπὴ ἐξ αὐτῶν ἀνῆλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ παρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προσῆλθε δὲ καὶ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας αὐτοὺς ἐνταῦθα, καὶ πρὸς ἐμὲ αὐτὸν, ὡς ἀντιπρόσωπόν των. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκθέσαντα τὰ παράπονά της, ὅτι ἀδύνατον νὰ συγκατατεθῶ νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐν τῇ Βουλῇ τὰ παράπονα ταῦτα, ἂν μὴ καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐπειθόμην περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν γεγονότων. Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν κατῆλθον εἰς Πειραιᾶ, ὅπως ἀναζητήσω καὶ εὕρω τὰ στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματίσω πεποίθησιν. Καὶ μόνον, Κύριοι, διότι μετὰ ἰδίαν ἔρευναν ἐσχημάτισα πεποίθησιν περὶ τῶν δικαίων τῶν ἐπιτηδευματιῶν τοῦ Πειραιῶς ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ εἴπω τί συμβαίνει. Πρῶτον παράπονον εἶναι, ὅτι ὁ δήμαρχος ἢ ὁ ἀναπληρῶν αὐτὸν δημαρχικὸς πάρεδρος, ὅστις κατὰ νόμον δικαιοῦται καὶ ὑποχρεοῦται, ὅπως μετὰ τοῦ ἐφόρου μεταβαίνῃ εἰς τὰ καταστήματα τῶν φορολογουμένων καὶ γνωματεύῃ περὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἑκάστη τάξις αὐτῆς ὀφείλει νὰ καταβάλῃ, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν παντάπασι, μάλιστα ἐν πολλοῖς ἡ σύνταξις τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων κατεδείχθη, ἔφερεν ἀλλοίας ἀποφάσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τάξιν τῶν πλείστων ἐπιτηδευματιῶν, ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπὸ κοινοῦ εἶχον λάβει ὁ κ. ἔφορος μετὰ τοῦ κ. παρέδρου. Καὶ ἰδοὺ ἐπίσημοι ἀριθμοί, οὓς ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἐξ ὧν θὰ ἴδητε μετὰ ποίας εὐκολίας ὁ κ. ἔφορος μετέβαλε τὸν τέως ἰσχύοντα φορολογικὸν κατάλογον διὰ τοῦ νέου, καὶ θὰ κρίνητε, ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένον οὕτως ἀποτόμως νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη κατάταξις τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν φορολογικήν. Ἐκ τῶν 4,000 περίπου ἐπιτηδευματιῶν τοῦ Πειραιῶς μέχρι τῆς χθὲς εἶχον ὑποβάλει 1000 ἐνστάσεις κατὰ τοῦ νέου καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων οἱ δικαιούμενοι. Ἔλαβον οὐχὶ κατ’ ἐκλογὴν, ἀλλὰ τυχαίως ἐκ τοῦ σωροῦ, ὃν ἀπετέλουν αἱ ἐνστάσεις, τινὰς ἐξ αὐτῶν. Τί δὲ παρετήρησα; Ἀκούσατε. Εἷς καφεπώλης τῷ 1898 ἐπλήρωνε φόρον δραχ. 27, διὰ τοῦ νέου καταλόγου καταλογίζεται νὰ πληρώσῃ διὰ τὸ 1899 δραχ. 79. Ἕτερος διὰ τὸ 1898 δραχ. 82, διὰ τὸ 1889 δρ. 160. Ἄλλος διὰ τὸ 1898 δρ. 106, διὰ τὸ 1899 δρ. 199. Ἄλλος διὰ τὸ 1898 δρ. 18, διὰ τὸ 1899 δραχ. 188! Ἄλλος, οἰνοπώλης αὐτὸς, δραχ. 159 διὰ τὸ 1898, διὰ δὲ τὸ 1899 δρ. 476! Ἄλλος δρ. 80 τῷ 1898, δρ. 238 διὰ τὸ 1899! Ἔχω ἀναγεγραμμένους εἰς τὸν κατάλογον αὐτὸν περὶ τοὺς 40 ἐπιτηδευματίας ἐκ τῶν 1000, οἵτινες κατέθηκαν ἐνστάσεις. Τοιαύτη δ’ ὑπάρχει ἡ ἀναλογία καὶ δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους παραλείπω, ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολῶ πλειότερον. Ἐλησμόνησα ἕνα παραγγελιοδόχον ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ. Αὐτὸς τῷ 1898 ἐπλήρωνε δραχ. 80, κατελογίσθη δὲ διὰ τὸ 1899 διὰ δραχ. 515!
§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐτριπλασιάσθη τὸ ποσὸν τοῦ φόρου.
§58ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι. Ἐν γένει κατὰ τὸ σύνολον σχεδὸν ἐδιπλασιάσθη· ἐν τῇ κατατάξει εἰς τὰς τάξεις παρατηροῦμεν ὁμολογουμένως τὴν μεγίστην ἀδικίαν τοῦ τριπλασιασμοῦ καὶ τετραπλασιασμοῦ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πάντα ταῦτα ἐγένοντο ἐξ ἀγαθωτάτης ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου προαιρέσεως τοῦ κ. ἐφόρου. Εἶναι οὗτος ἐκ τῶν χρηστῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐξακολουθοῦσι νὰ θεωρῶσι τὸν πολίτην, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι τὸ θῦμα τοῦ Δημοσίου.
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ὀνομάζεται;
§60ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κατσαούνης, νομίζω. Πάντες ἐν Πειραιεῖ εἶναι πεπεισμένοι περὶ τῆς ἄκρας διαχειριστικῆς τιμιότητός του, ἀλλ’ εἶναι ὁ κύριος ἔφορος ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐξ ἐγωϊσμοῦ καὶ πολλῆς πρὸς ἑαυτὸν ἀγάπης παρασκευάζουσι τρόπον, διὰ τῆς πρὸς τοὺς πολίτας δημοσίας ἐνεργείας των, νὰ καθίστανται ἀρεστοὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, μὴ ἐννοοῦντες ὅτι ἐν τῷ καθήκοντι αὐτῶν ἔγκειται καὶ ἡ προστασία τῶν συμφερόντων τοῦ πολίτου ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τοιούτων ὁρμώμενος τάσεων ὁ κ. ἔφορος πρὸς αὔξησιν τῆς φορολογίας τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἐπενόησε καί τι ἄλλο. Μέχρι τοῦδε ὑπῆρχε μόνη ἡ κλάσις τῶν ἐμπόρων ὑφασμάτων ἐν Πειραιεῖ, δὲν ἀνεγράφετο δὲ ἰδιαιτέρα κλάσις ἐμπόρων πολυτελείας, οἵτινες συμπεριελαμβάνοντο εἰς τὴν κλάσιν τῶν ἐμπόρων ὑφασμάτων. Ὡς γνωστὸν ὅμως, ἐμπόριον πολυτελείας δὲν ὑπάρχει ἐν Πειραιεῖ, ἀλλ’ ὁ κ. ἔφορος ἔπλασε νέαν κλάσιν, ἀποκόψας τὸ ἐμπόριον τὸ μικρὸν τῆς πολυτελείας ἀπὸ τοῦ ἐμπορίου τῶν ὑφασμάτων, καὶ οὕτως ἔπλασεν ὅλας τὰς τάξεις τῆς νέας κλάσεως, ἐξ οὗ προῆλθεν, ὅτι διὰ τῆς ὑποδιαιρέσεως ταύτης οἱ μικροὶ οὗτοι ἔμποροι, ἐνῷ ὡς τοιοῦτοι ἐφορολογοῦντο μὲ τὸν κατώτατον ὅρον, ἤδη κατελογίσθησαν εἰς πολὺ ἀνωτέρας τάξεις! Ἀλλὰ τὰ παράπονα φαίνονται μεγαλείτερα εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ Πειραιῶς καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, καὶ πάντες τὸ αἰσθανόμεθα, ὅτι πλέον ὁ Πειραιεὺς εἶναι Ἀθῆναι, οἱ ἐν Πειραιεῖ δὲ, συγκρίνοντες τὸν φόρον τὸν ὁποῖον καταβάλλουσι πρὸς τὸν φόρον τὸν ὁποῖον καταβάλλουσιν ὁμοειδῆ ἐπιτηδεύματα ἐν Ἀθήναις, αἰσθάνονται ἔτι μᾶλλον τὴν ἀδικίαν. Ἐπεσκέφθην κατάστημα ὑποδηματοποιοῦ ἐν Πειραιεῖ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡς ἓν μικρὸν κατάστημα εἰς μίαν συνοικίαν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὁ κύριος αὐτοῦ φορολογεῖται ἐν Πειραιεῖ διὰ ποσοῦ, δι’ οὗ φορολογοῦνται τὰ μέγιστα καταστήματα ὑποδηματοποιῶν ἐν Ἀθήναις, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὄχι μόνον τὴν πελατείαν τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος κατανάλωσιν, ἐν ᾧ οἱ τοῦ Πειραιῶς περιορίζονται εἰς τὴν τοπικὴν κατανάλωσιν τῆς πόλεως. Πλὴν τούτου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἀφορμῆς τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κ. ἐφόρου διήγειρε τὴν προσοχὴν ἐπὶ τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν βαρύτητα τοῦ φόρου, εἰς τοὺς κατοίκους ἐν γένει τοῦ Πειραιῶς, εἶναι τὸ ἑξῆς, σκανδαλωδέστατον νομοθετικῶς,—διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν μετέχει τῆς εὐθύνης.— Εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους, ὅταν ὁ μικρὸς ἐπιτηδευματίας, ὅταν ὁ πτωχὸς ἐργάτης βλέπῃ, ὅτι μέγιστα βιομηχανικὰ καταστήματα ἐν Πειραιεῖ φορολογοῦνται πρὸς 150 καὶ μόνον δραχμὰς, ἠξεύρετε ὁποῖα αἰσθήματα διεγείρονται εἰς αὐτόν! Διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῶμεν, ὅτι ἐπὶ τέλους καὶ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος προσπίπτει εἰς τὴν πληρωμὴν, τὴν ὁποίαν θὰ καταβάλῃ αὐτὸς ὁ καταναλωτὴς ἐκ τῆς αὐξανομένης διὰ τοῦ βαρυτέρου φόρου τιμῆς τοῦ ἐμπορεύματος. Μεγάλα καταστήματα βιομηχανικὰ ὑπέρτατον ὅρον τῆς καταβολῆς φόρου ἔχουσιν 150 δραχμάς. Μὲ 150 δραχμὰς βλέπετε νὰ φορολογῶνται τὰ μέγιστα καταστήματα τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀποφέρουσιν εἰσόδημα 100,000 δραχμῶν, εἷς δὲ παντοπώλης εἰς μεμακρυσμένην τινὰ γωνίαν τοῦ Πειραιῶς πληρώνει φόρον 300 καὶ 400 δραχμάς! Αὐτὰ εἶναι τὰ βαθύτερα αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὰ παράπονά των οἱ κάτοικοι Πειραιῶς τὰ ᾐσθάνθησαν καὶ τὰ διετύπωσαν ὡς τὰ διετύπωσαν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ τελευταῖα, τοῦτο εἶναι ἔργον νομοθετικόν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προκαλέσουν τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οὐδεμία νόμιμος περίπτωσις ὑπάρχει, ὅπως ἀκυρώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν κατάλογον τὸν συνταχθέντα. Δύνανται ὅμως νὰ διορθωθῶσι τὰ ἐσφαλμένως γενόμενα ἄλλως. Ὡς γνωστὸν, πρόκειται νὰ ἐπιδοθῶσιν ἐνστάσεις κατὰ τοῦ συνταχθέντος καταλόγου, οἱ τοῦ Πειραιῶς δ’ ἐπιτηδευματίαι, πιστεύοντες ὅτι θὰ ἠκυροῦτο ὁ κατάλογος, δὲν ἔσπευσαν πάντες νὰ ὑποβάλωσι τὰς ἐνστάσεις των κατὰ τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου, ὑπολείπονται δὲ δύο ἡμέραι μόνον. Ἤθελον διὰ τοῦτο παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐνστάσεων, πρὸς δὲ τούτοις κατὰ τὴν γενησομένην ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων νὰ ἀποστείλῃ λίαν πεπειραμένον ὑπάλληλον, ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὁ ὁποῖος νὰ συμμετέχῃ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλωσιν οἱ κάτοικοι Πειραιῶς.
§61Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Θὰ παρασταθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τοῦ καταλόγου, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι τὸ δίκαιον θὰ ἀποδοθῇ.
§62Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέτω τὴν ἑξῆς παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Γουναράκη. Ὁ ἐδῶ ἔφορος ἔκαμεν ἐπιτηδευματίας καὶ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας, προδήλως ἢ πλανηθεὶς ἢ ἀδικήσας· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ ἀναιρέσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. ἐφόρου Ἀττικῆς.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§64ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καταθέτω, κύριε Πρόεδρε, ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Χαλανδρίου, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως διατάξητε νὰ διαβιβασθῇ αὕτη πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ζητοῦσιν οἱ κάτοικοι Χαλανδρίου, ἵνα ἐξαναγκασθῇ ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων νὰ κατασκευάσῃ γραμμὴν τροχιοδρόμου μέχρι τοῦ χωρίου Χαλανδρίου. Κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων, ἡ Ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κατασκευάσῃ γραμμὴν ἀπὸ τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος μέχρι τῆς Κηφισίας, διερχομένην διὰ τοῦ Χαλανδρίου...
§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ μεταγενέστεροι νόμοι.
§66ΣΤΑΗΣ. Οὐδεὶς νόμος ἐκ τῶν μεταγενεστέρων ἐτροποποίησε τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ 4 καὶ 43 ὑποχρεοῖ τὴν Ἑταιρείαν νὰ κατασκευάσῃ καὶ τὴν γραμμὴν ταύτην ἐντὸς τριετίας. Ἡ μὴ ἐκπλήρωσις δὲ τοῦ ὅρου τούτου δίδει δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θεωρήσῃ τὴν Ἑταιρείαν ἔκπτωτον. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις μου, ἃς ἐλπίζω ὅτι θὰ εὕρῃ δικαίας, διότι εἶναι ἄδικον, τὰς προσοδοφόρους μόνον γραμμὰς νὰ ἐκμεταλλεύηται ἡ Ἑταιρεία, τὰς δὲ ἀγόνους νὰ ἀφίνῃ ἀνεκτελέστους.
§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν παράκλησιν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, προσθέτω καὶ ἐγὼ τὰ ἑξῆς: ὅτι δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρχῃ κώλυμα, ὅπως ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων, ἥτις, ὡς γνωρίζω, δὲν ἔχει ἀντίθετον γνώμην, ἵνα ἐκτείνῃ τὰς γραμμὰς αὑτῆς μέχρι τοῦ Χαλανδρίου. Μάλιστα γνωρίζω, ὅτι οἱ κάτοικοι Χαλανδρίου ἀπηύθυναν πάντες ὁμοῦ ἀναφορὰν κοινὴν πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Τροχιοδρόμων, δι’ ἧς προσφέρονται νὰ καταβάλωσι καὶ τὴν προσωπικὴν αὐτῶν ἐργασίαν, εἴποτε ἡ Ἑταιρεία ἤθελεν ἀποδεχθῆ νὰ ἐκτείνῃ τὰς γραμμὰς αὑτῆς μέχρι τοῦ χωρίου Χαλανδρίου. Ἀλλὰ καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀμαρουσίου καὶ τῆς Κηφισιᾶς, πρὸ πάντων οἱ πρὸς τὰ ἄνω μέρη τοῦ χωρίου Κηφισιᾶς οἰκοῦντες, ἐδήλωσαν δι’ ἀναφορᾶς αὑτῶν πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ περιχώρων, ὅτι καὶ αὐτοὶ ὑποβάλλονται εἰς παροχὴν προσωπικῆς ἐργασίας, ἀρκεῖ ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐκτείνῃ τὰς γραμμὰς αὑτῆς διὰ Χαλανδρίου καὶ Ἀμαρουσίου μέχρι Κηφισιᾶς. Σημειώσατε καλῶς, ὅτι, ἂν ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς ταύτης, οὐ μόνον δὲν θέλει ζημιωθῆ ποσῶς, ἀλλὰ καὶ σπουδαίως θέλει ὠφεληθῆ, διότι ἀρκεῖ νὰ μεταβῇ τις εἰς τὸν ἐν Ἀθήναις σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Λαυρίου, καὶ θέλει ἴδει τὸν μέγαν συνωστισμόν, ὅστις ἐκεῖ καθ’ ἑκάστην κατὰ τὸ θέρος καὶ τὸ ἔαρ γίνεται, πολλῶν ζητούντων νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ χωρία Κηφισιᾶς καὶ Ἀμαρουσίου, μὴ εὑρισκόντων δὲ πολλάκις θέσιν ἐν τῷ συρμῷ. Ἑπομένως ἡ κίνησις τοῦ πληθυσμοῦ πρὸς τὰ ἐν λόγῳ χωρία εἶναι τηλικαύτη, ὥστε βεβαίως εἶναι ἀνάγκη καὶ νέας ἀρτηρίας, ὅπως ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ τῶν χωρίων, ὧν ἐποιησάμην μνείαν. Σημειωτέον δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι σχεδὸν πάντες οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, οἱ οἰκοῦντες ἐντεῦθεν τῆς πλατείας Ὁμονοίας, δηλ. οἱ περὶ τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, οἱ περὶ τὴν Παλαιὰν Ἀγορὰν, οἱ κατοικοῦντες τὴν συνοικίαν τῆς Πλάκας, τὸ πρῶτον τμῆμα, οἱ κάτοικοι Κολωνακίου κλπ. πάντες οὗτοι εὐχερέστερον θέλουσι μεταβαίνει εἰς τὰ ἐν λόγῳ χωρία διὰ τῆς νέας ταύτης γραμμῆς ἢ διὰ τῆς παλαιᾶς, ὄντες σήμερον ἠναγκασμένοι νὰ κατέρχωνται εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου. Τέλος πάντων, ὡς ἔμαθον, ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων φαίνεται, ὅτι τὰς ἀναφορὰς ταύτας θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν, διότι γνωρίζω, ὅτι μετέφρασεν αὐτὰς καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὴν Κεντρικὴν Διοίκησιν τῆς Ἑταιρείας, ὅπως αἰτήσηται τὴν γνώμην αὐτῆς. Νομίζω ἄλλως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε συντελέσει σπουδαίως, ἤθελεν ἐπισύρει μάλιστα καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν κατοίκων τοῦ ἡμίσεος μέρους τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὅλων τῶν κατοίκων τῶν χωρίων, ὧν ἐμνήσθην, ἐὰν προέβαινεν εἰς ἐπισταμένην ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν μελέτην, καὶ ἔφερεν αὐτὰς εἰς πέρας.
§68Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πολλοὶ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σουδενῶν ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν, δι’ ἧς παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς ἐξέλεξε καὶ ὥρισεν ὡς τόπον ἀνεγέρσεως δημοτικοῦ σχολείου ἐν Σουδενοῖς κατ’ αὐτοὺς ὅλως ἀκατάλληλον, διότι τὸ χωρίον ἐκεῖνο διαιρεῖται εἰς συνοικίας ἀπεχούσας ἀρκετὰ ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ ἐν καιρῷ χειμῶνος, ὅπως τὰ Σουδενὰ κεῖνται ἐπὶ ὀροπεδίου τῶν Ἀροανίων ὀρέων, εἶναι δύσκολος ἡ συγκοινωνία καὶ ἡ μετάβασις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συνοικισμοῦ εἰς τὸν ἄλλον, ἐν ᾧ οἱ κάτοικοι διισχυρίζονται, ὅτι ὑπέδειξαν εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν θέσιν καταλληλοτέραν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀποστάσεως δι’ ὅλας τὰς συνοικίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δένδρων καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν ὁποίαν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἀλ. Ζερβοῦ, Ν. Ταρμπάζη, Γ. Πετροπουλάκη καὶ Δ. Λυμπεροπούλου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 364). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων. Ὁ κ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§70Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχουσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, ὅταν φέρωνται ἐνώπιον τῶν Κοινοβουλίων, οὐδεμίαν ἔχουν πολιτικὴν χροιὰν, ἐπ’ αὐτῶν δὲ τῶν νομοσχεδίων δύναται πᾶς Βουλευτὴς ἐλευθέρως νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, καθόσον δὲν συνδέονται πρὸς κυβερνητικὸν πρόγραμμα, κατὰ συνέπειαν καὶ οἱ ἀνήκοντες εἴτε εἰς τὴν μίαν εἴτε εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐλευθέραν γνώμην, χωρὶς νὰ προσκρούσωσι καὶ πρὸς τὰς πολιτικὰς αὐτῶν πεποιθήσεις καὶ πρὸς τὴν φιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τοιοῦτον εἶναι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ὡς καὶ πάντα τὰ κυροῦντα συμβάσεις νομοσχέδια. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προτίθεται νὰ περιορίσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ ἐγένετο πρὸ δεκάδων ἐτῶν, τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, ἐπὶ ὡρισμένων πράξεων καὶ δι’ ὡρισμένα πρόσωπα. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει, ὅτι «ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἴσχυσεν ἀνέκαθεν εἰς τὰς διαφόρους νομοθεσίας πρὸς περιστολὴν τῆς κακῆς πίστεως δυστρόπου ὀφειλέτου, ἀλλὰ κατακριθεὶς ἐν γένει ὡς θυσία τῆς ἀδιατιμήτου προσωπικῆς ἐλευθερίας ἐνώπιον τοῦ χρήματος, ἐνῷ συγχρόνως ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ κωλύει τὸν ὀφειλέτην νὰ πορισθῇ τὰ μέσα τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ ἰδίου δανειστοῦ, περιωρίσθη μέχρι τελείας σχεδὸν καταργήσεως κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη». Ταῦτα λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Δυστυχῶς ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὑτοῦ ἄλλα ὅλως κανονίζει, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἄλλα ἐπαγγελλόμενος διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Ὁμολογουμένως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον βάσιν ἔχει κυρίως τὸν νόμον τὸν Γαλλικὸν τοῦ 1832, τὸν νόμον τὸν Βελγικὸν τοῦ 1871 καὶ τὸν ἀστικὸν Ἰταλικὸν νόμον, ἐκεῖθεν δὲ ἐσταχυολόγησεν ὅλας τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλὰ κατὰ τρόπον λίαν παράδοξον, διότι καθὼς κατόπιν λεπτομερέστερον θὰ ἐκθέσω, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐζήτησε νὰ περιορίσῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἰς ὡρισμένας πράξεις, ἀλλὰ διῄρεσε τὰ ἄτομα τοῦ Κράτους εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους, καὶ εἰς ἄλλους μὲν ἀνεγνώρισε διὰ μίαν πρᾶξιν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, εἰς ἄλλους δὲ διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν ἀναγκαίαν τὴν μὴ ἐπιβολὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· ἀνεγνώρισε θῆτας καὶ πεντακοσιομεδίμνους, ἀνθρώπους προτιμωμένους καὶ ἀνθρώπους μὴ προτιμωμένους. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐξελεγξάσης τὸ νομοσχέδιον, κατέγεινα κάπως ἰδιαιτέρως εἰς τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, ἂν καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ ὑλικὸς χρόνος ὁ ὁποῖος ἐν γένει παρέχεται εἰς τὰς ἐπιτροπὰς πρὸς μελέτην, εἶναι βραχύτατος, προκειμένου μάλιστα περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς μεταρρύθμισιν θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἐτῶν ὑφίστανται παρ’ ἡμῖν καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους εἰθίσθημεν. Καίτοι βεβαίως δὲν θὰ γείνω ὑποστηρικτὴς τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, λέγω ὅτι βραχύτατος χρόνος ἐδόθη εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἓν καὶ μόνον παράδειγμα θὰ ἀναφέρω ὑμῖν τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1832 καὶ τοῦ ἑτέρου τοῦ 1867. Ὅτε ἐθεωρήθη, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1832 ἐν Γαλλίᾳ ἔπρεπε νὰ μεταρρυθμισθῶσιν αἱ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεις, αἱ περιεχόμεναι εἰς τὸν Ἀστικὸν Κώδικα, τί νομίζετε ὅτι ἔγεινεν ἐν Γαλλίᾳ; παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα συζητηθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν; κατεσκευάσθη μία εἰσηγητικὴ ἔκθεσις καὶ προσεκομίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Βεβαίως ὄχι. Προηγήθη διετὴς προμελέτη, διότι ἀπὸ τοῦ 1830 ἐγένοντο αἱ πρῶται συζητήσεις ἐνώπιον τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ εἰς τὰ 1832 μόνον ἐψηφίσθη ὁ νόμος, εἰς δὲ τὰ 1867 εἰσήχθη ὁ νόμος ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὰ 1865 ἢ 1866 ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν Josseau, καὶ εἰς τὰ 1867 μόνον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὑπῆρξαν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας κατηργήθη ὁλοσχερῶς ἢ περιωρίσθη κατὰ πολὺ ἡ προσωπικὴ κράτησις δι’ ἑνὸς νόμου· ἐν ἔτει 1793 κατηργήθη τὸ διάταγμα τοῦ 1667 τῇ 9 Μαρτίου διὰ μιᾶς γενικῆς διατάξεως, ἕνεκα τῶν περιστάσεων τῶν ἐθνικῶν τῆς Γαλλίας, ἵνα ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ τῇ 30 Μαρτίου ἀμέσως ὁ νόμος οὗτος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον, εἰς δὲ τὸ πέμπτον ἔτος τῆς δημοκρατίας, δηλ. μετὰ τρία ἔτη, ἐπανῆλθεν ἐν ἰσχύϊ ὁ θεσμὸς, καὶ αὐστηρότερος μάλιστα ἢ ὁ θεσμὸς τοῦ 1667, διότι κατὰ τὸν θεσμὸν τοῦ 1667 ἐπαφίνετο εἰς τὴν κυρίαρχον ἐξουσίαν τοῦ δικαστοῦ νὰ ἐφαρμόζῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, διὰ δὲ τοῦ νόμου τῆς 24 ἀνεμώδους ἐπεβλήθη ἐπιτακτικῶς εἰς τὸν δικαστὴν, εἰς ὡρισμένας περιστάσεις νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν· ὥστε κατέστη ὁ νόμος πολὺ αὐστηρότερος ἐπὶ τῆς δημοκρατίας τῆς Γαλλίας. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἄλλα παραδείγματα. Κατὰ τὴν 9 Μαρτίου 1848 ὁ Ναπολέων Γʹ (τότε δὲν ἦτο ἀκόμη αὐτοκράτωρ) κατήργησε δι’ ἑνὸς διατάγματος τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἐν γένει· ἀλλὰ τὴν ἐπανέφερε τὴν 13 Δεκεμβρίου. Ταῦτα λέγω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ σᾶς καταδείξω, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν, ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ μελετήσωμεν τὰ κατὰ τὴν ἡμετέραν κοινωνίαν, καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἴτε εἰς τὸν περιορισμὸν, εἴτε εἰς τὴν κατάργησιν, διότι κατ’ ἐμὲ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προβῶμεν, εἶναι ἡ κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι δὲν δέχομαι, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ δημοσία πίστις καὶ τὰ ἤθη εἶναι εἰς χείρονα θέσιν παρὰ εἰς τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα κατήργησαν τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ δὲν ἀφῆκαν τὴν προσωπικὴν κράτησιν παρὰ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, δηλαδὴ εἰς τὰς παραβάσεις τὰς ἐκ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἢ εἰς τὰς πολιτικὰς δίκας τὰς συνεπείᾳ παραβάσεων ποινικῶν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων δικαζομένας, διότι εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις συλλήβδην περιορίζεται σήμερον ἡ προσωπικὴ κράτησις εἰς τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον.
§71Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὥστε θέλετε νὰ τὴν καταργήσωμεν ὁλοτελῶς;
§72Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Βεβαίως, κύριε Ὑπουργὲ, εἶμαι ὑπὲρ τῆς πλήρους καταργήσεως, διότι θεωρῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ τάξις εὐνοουμένων καὶ τάξις μὴ εὐνοσυμένων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι ὑπὲρ τῆς ὁλοσχεροῦς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζω τὴν δυσκολίαν, ἡ ὁποία ἴσως θὰ προκύψῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὅπως εἴπετε καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν παρουσιασθεῖσαν ἐνώπιον ὑμῶν, δύναται νὰ διατηρηθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1793, διὰ τοὺς φόρους τοῦ Δημοσίου. Ὡς ἔχει, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, ἔχει πολλὰ τὰ ἀτελῆ. Ἡ προσωπικὴ κράτησις κυρίως διαιρεῖται εἰς δύο, εἰς τὴν συμβατικὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ εἰς τὴν προσωπικὴν τὴν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς εἰσηγητικῆς αὑτοῦ ἐκθέσεως λέγει ὅτι βδελύσσεται τὸ εἰδεχθὲς αὐτὸ λείψανον τῆς ἀρχαιοτάτης ῥωμαϊκῆς καὶ τῆς μεσαιωνικῆς νομοθεσίας, ἐν τούτοις κρατεῖ αὐτὸ ἐν ἰσχύϊ ὑπὸ τὴν εἰδεχθεστέραν καὶ τὴν βδελυρωτέραν αὐτοῦ μορφήν, διότι δὲν προβαίνει εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 998 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, κατὰ τὸ ὁποῖον «διὰ συμφωνίας δύναται νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸν εἰς προσωπικὴν κράτησιν 1) ἅπας δικαστικὸς ἐγγυητὴς κτλ. 2) ὁ μισθωτὴς κτήματός τινος ἕνεκεν ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν τῆς μισθώσεως συμφωνιῶν, ἰδίως δὲ ἕνεκα πληρωμῆς τοῦ μισθώματος». Δικαιοῦμαι λοιπὸν νὰ εἴπω διατὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ὁλοσχεροῦς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὅταν ἔρχησθε διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ διατηρῆτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὑπὸ τὴν εἰδεχθεστέραν καὶ τὴν βδελυρωτέραν τῶν μορφῶν αὐτῆς, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς συμβατικῆς κρατήσεως. Θέλετε νὰ προστατεύσητε τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν κτημάτων ἐκ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ δὲν τοὺς προστατεύετε, διότι αὐτοὶ βεβαίως, ἀφοῦ ἀφίνετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας ὡς στοιχεῖον πίστεως τὴν προσωπικὴν κράτησιν, θὰ ὑποβάλλωσιν ἑαυτοὺς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 998 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Θέλετε νὰ προστατεύσητε τὴν τάξιν τῶν γεωργῶν, ἀλλὰ δὲν τὴν προστατεύετε, διότι μὴ νομίζετε ὅτι μόνον διὰ συναλλαγματικῶν δύνανται νὰ προσπορισθῶσι χρήματα οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοί· θὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ ἄρθρου 998 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας...
§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§74ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὴν υἱοθέτησα, κύριε Ρικάκη, τὴν τροπολογίαν σας, καθὼς βλέπετε... Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς σήμερον κάμνει, ὥστε νὰ μὴ ἐφαρμόζηται ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τὸ ἄρθρον 998 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, δὲν εἶναι ἡ ἄγνοια τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι ὁ εὐχερέστερος τρόπος τῆς εὑρέσεως τῶν χρημάτων διὰ τῆς συναλλαγματικῆς, καὶ ὁ εὐχερέστερος τρόπος οὐχὶ διὰ τὸν ὀφειλέτην, ἀλλὰ διὰ τὸν δανείζοντα, ὁ ὁποῖος κατέχων συναλλαγματικήν, δηλ. πιστωτικὸν γραμμάτιον ἐν χερσί, δύναται νὰ προεξοφλήσῃ αὐτὸ, καὶ διὰ μικρῶν κεφαλαίων νὰ προβῇ εἰς πολλὰ δάνεια. Θέλετε λοιπὸν μόνον καὶ μόνον, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς, νὰ περιορίσητε τὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων; Τοῦτο νομίζετε ὠφέλιμον; Ἀλλ’ ὀφείλω, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἀναπτύξω κυρίως καὶ νὰ περιορισθῶ εἰς τὰς τροπολογίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπὴ ὡς ἐπιβαλλομένας εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθιεροῦται, ὡς εἶπον ὑμῖν, τάξις μὴ εὐνοουμένων, ἡ τάξις ἴσως ἡ μᾶλλον φορολογουμένη, ἡ τάξις ἡ μᾶλλον συνεισφέρουσα εἰς τὸ Κράτος, ἡ τάξις τῶν ἐμπόρων, ἡ τάξις τῶν βιομηχάνων, ἡ τάξις τῶν τραπεζιτῶν, ἡ τάξις τῶν ἐργαζομένων ἀνθρώπων. Αὐτοί, Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ ἀπολαύσωσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ βαρβάρου ἀληθῶς θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἀλλ’ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ τάξις ἄνευ περιορισμοῦ ποσοῦ καὶ διὰ τὰ ἐλάχιστα χρηματικὰ χρέη θὰ φυλακίζηται, θὰ προσωποκρατῆται. Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἄσκοπον ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐμπορικὴν τάξιν νὰ ἐπιβληθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις, ὅταν ἔχητε τὸν θεσμὸν τῆς πτωχεύσεως; Διατὶ δὲν ἐφαρμόζετε ἐπακριβῶς τὸν θεσμὸν τῆς πτωχεύσεως;
§75Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅλοι οἱ ἐμπορικοὶ σύλλογοι θέλουσι νὰ διατηρηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις.
§76ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ ἐμπορικαὶ πόλεις αὐτὴν τὴν θέλησιν ἔχουσιν ἐκδηλώσει μέχρι τοῦδε.
§77ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἤλθομεν ἐδῶ νὰ νομοθετήσωμεν κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συλλόγων, προκειμένου νὰ μεταβάλωμεν τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀλλ’ ἤλθομεν νὰ νομοθετήσωμεν συμφώνως πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ζῶμεν.
§78ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω, κύριε Βουλευτά; Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὡρίμασεν ἡ ἰδέα τῆς περιστολῆς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διὰ τοῦτο ἀνέφερα τὰς γνώμας τῶν ἐμπορικῶν ἀγορῶν, διότι ὅλαι αἱ ἀγοραὶ αὐταὶ εἶναι ἐναντίαι τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἰδέα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§79ΤΣΑΤΣΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λοιπὸν πρόκειται μόνον οἱ μὴ ἔμποροι ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ οὐδεὶς ἄλλος· διότι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἄνευ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει ἡ ἐπιτροπή, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν πάσῃ περὶ ἐμπορικῆς διαφορᾶς ἐκδιδομένῃ ἀποφάσει ἀπαγγέλλεται αἰτήσει τοῦ ἐνάγοντος προσωπικὴ κράτησις κατὰ τοῦ ἡττηθέντος ἐμπόρου ἕνεκα μόνον τοῦ ἐπιδίκου ἀντικειμένου» κτλ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου προτείνει τροπολογίαν τινά· προτείνει δὲ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, ὅπως κατὰ τὸ ἐφικτὸν μετριάσῃ αὐτὴν τὴν διαφορὰν τουλάχιστον ἐν ταῖς σχέσεσιν ἐκείναις, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμέραν ἀπαντῶσιν ἐν ταῖς συναλλαγαῖς, καὶ ἡ σχέσις, ἡ ὁποία καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς ἐμπορικὴ πρᾶξις, εἶναι ἡ τῶν συναλλαγματικῶν καὶ τῶν γραμματίων εἰς διαταγήν. Καθ’ ὅλους τοὺς νόμους, καὶ τοῦ 1832 καὶ τοῦ 1848, δὲν ἐφαντάσθη ποτὲ ὁ νομοθέτης νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ συναλλαγματική, ἡ ὁποία καθ’ ἑαυτὴν εἶναι πρᾶξις ἐμπορική, συνεπάγεται τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἐὰν ὁ ὑπογράφων ἦναι ἔμπορος ἐξ ἐπαγγέλματος, δὲν συνεπάγεται δὲ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ὅταν ὁ ὑπογράφων δὲν ἦναι ἔμπορος. Ὁ ὀργανικὸς νόμος τοῦ 1852 ἔφερε μίαν καὶ μόνην τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὡς μέλος ἤδη τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἐδεχόμην καὶ ἐγώ. Ἡ τροπολογία μεταξὺ τῶν ἄλλων διαφόρων ἐξαιρέσεων ἔχει καὶ τὴν ἑξῆς: φαίνεται ὅτι θὰ ἐχρεώστουν πολλὰ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν οἱ Βουλευταὶ τῆς Γαλλίας, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ὀργανικοῦ νόμου τοῦ 1852 λέγεται ὅτι «ἡ προσωπικὴ κράτησις δὲν ἐκτελεῖται κατὰ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος διαρκουσῶν τῶν συνόδων, οὔτε ἐξ ἑβδομάδας πρὸ ἢ μετ’ αὐτάς».
§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοῦτο ἰσχύει καὶ παρ’ ἡμῖν.
§81ΤΣΑΤΣΟΣ. Τοῦτο βεβαίως ἰσχύει καὶ παρ’ ἡμῖν διὰ τοῦ Συντάγματος. Ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν διάταξιν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Περιόδου, ἂν ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ καταστήσωμεν τάξιν προνομιοῦχον· ἀλλ’ οὐδεὶς ἐφαντάσθη ποτὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ὑπογράφων συναλλαγματικὴν δὲν προσωποκρατεῖται ἢ ἂν ἔχῃ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐμπόρου. Ἡ ἐπιτροπή, θέλουσα ὁπωσδήποτε νὰ κολάσῃ ἐν μέτρῳ τὸ κακὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται καὶ εἰσάγεται ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου...
§82Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀναγινώσκετε τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τοῦ 1832;
§83ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἔχω τὸ κείμενον τοῦ νόμου ὁλόκληρον.
§84ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ἔχω ἐγώ.
§85ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ἀναγινώσκετε κατόπιν... Λέγει ἀκριβῶς ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἑξῆς: «Ἐπὶ συναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων εἰς διαταγὴν, ἐκδεδομένων ἐπὶ ῥητῇ ἐμπορικῇ αἰτίᾳ, ὑποχρεοῦται ὁ ἐναγόμενος ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον τῆς ἐμπορικότητος τοῦ ἐγγράφου. Αἱ περὶ τούτου προδικαστικαὶ καὶ παρεμπίπτουσαι ἀποφάσεις δὲν ἐκκαλοῦνται, εἰμὴ μετὰ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως, γενομένης δ’ ἐφέσεως αὐτῶν, τὸ κατώτερον δικαστήριον προχωρεῖ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς διαφορᾶς. Ὡς ἔχει, Κύριοι, τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, φρονοῦμεν ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἄλλου κακοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν δημιουργεῖται, τῆς διαφορᾶς τῶν προσώπων, γεννῶνται καὶ δίκαι, διότι βεβαίως ἐπὶ πάσης ἀγωγῆς ἐκ συναλλαγματικῆς ἀμέσως θὰ ἔχωμεν καὶ ἔνστασιν, «δὲν εἶμαι ἔμπορος», καὶ ὁ παγκοίνως γνωστὸς ὡς ἔμπορος θὰ φέρῃ ἔνστασιν, ὅτι δὲν εἶναι ἔμπορος. Γνωρίζομεν τί γίνεται εἰς τὰ δικαστήρια, γνωρίζομεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ, τῆς ἐξαντλήσεως ὅλων τῶν ἐνστάσεων, τὰς ὁποίας χορηγεῖ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία καὶ πολλάκις καὶ τῆς δημιουργίας ἐνστάσεων ἀκόμη. Βεβαίως διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ γεννήσωμεν δίκας πολλαπλᾶς, καὶ ἐν ᾧ τὴν σήμερον, πρᾶγμα ἴσως πρωτοφανὲς διὰ τὰ χρονικὰ τῶν δικαστηρίων ἄλλων Κρατῶν, αἱ δίκαι ἐπὶ τῶν συναλλαγματικῶν διατηροῦνται 6 καὶ 7 ἔτη, ἐν Ἑλλάδι θὰ διατηρηθῶσι 15 καὶ 20. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιμένει εἰς τὸ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη· διότι διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου, ὅταν τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως τῆς μὴ ἐμπορικότητος τοῦ ἐγγράφου φέρῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προτείνει τὴν ἔνστασιν, δὲν θὰ δύναται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ προβάλλῃ τὴν ἔνστασιν ταύτην, διότι ἡ διαδικασία αὕτη θὰ γίνηται εἰς βάρος του, καὶ οὕτως εἰπεῖν θὰ καθίσταται ἡ θέσις του δυσχερεστάτη. Θὰ μοὶ εἴπωσι βεβαίως οἱ δικονομολόγοι...
§86ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς θὰ παρελκύηται ἡ δίκη περισσότερον, ὅταν τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως δὲν ἀνήκῃ εἰς τὸν ἐνάγοντα;
§87ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ ἐνάγων ἔχει τὸ νόμιμον ὑπὲρ ἑαυτοῦ τεκμήριον. Βεβαίως οἱ δικονομολόγοι θὰ ἀντείπωσιν, ὅτι τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως οὐδέποτε ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἐναγόμενον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀπέναντι τοῦ περιορισμοῦ τόσων δικαιωμάτων τοῦ δανειστοῦ δυνάμεθα νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὴν δικονομικὴν αὐτὴν ἀρχὴν, καὶ νὰ θέσωμεν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸν ἐναγόμενον ἡ ἀπόδειξις, καὶ νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὑπὲρ τοῦ ἐνάγοντος ὑπάρχει δικαστικὸν τεκμήριον τῆς ἐμπορικότητος, τὸ δὲ τεκμήριον αὐτὸ, ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν συνεπάγεται τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἀμέσως, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν στερεῖται ὁ ἐναγόμενος τοῦ δικαιώματος νὰ προβάλλῃ τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἐμπορικότητος καὶ νὰ ἀποδείξῃ τὴν μὴ ἐμπορικότητα τοῦ ἐγγράφου. Ὥστε ἡ τροπολογία αὕτη οὐδὲν ἄλλο ἀγαθὸν ἔχει ὑπὲρ τοῦ ἐνάγοντος ἢ νὰ καταστήσῃ χείρονα τὴν θέσιν δεδικαιολογημένως τοῦ ἐναγομένου. Οὐδεμίαν ἄλλην συνεπάγεται ἡ τροπολογία συνέπειαν.
§88ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως μόνον.
§89ΤΣΑΤΣΟΣ. Βεβαίως. Ὥστε θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν τροπολογίαν καὶ τὴν δεχθῇ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς περιορισμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλλονται οἱ δανεισταὶ ἐν γένει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καθότι ἡμεῖς, μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, αἵτινες ὅλαι εἶναι καθιερωμέναι ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν, θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν καὶ νέας, διότι βεβαίως θὰ ἐδικαιολογεῖτο νέα νομοθεσία διὰ τοὺς ὀφειλέτας, ἐὰν εἴχομεν ἄλλον νόμον περὶ ἐκτελέσεως· ἀλλὰ ὁ νόμος περὶ ἐκτελέσεως εἶναι τοιοῦτος, ὥστε σήμερον δὲν δικαιολογεῖ τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν τῶν παρεχομένων εἰς αὐτοὺς παρ’ ἄλλου νόμου. Ἂς διορθώσωμεν πρῶτον τὸν νόμον περὶ ἐκτελέσεως καὶ κατόπιν ἂς ἐλαττώσωμεν τὰ στοιχεῖα τῆς πίστεως, τὰ ὁποῖα καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δέχεται ὅτι ἀκόμη παραμένουσι διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τολμᾷ καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ καταργήσῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Διορθώσατε πρῶτον τὸν νόμον περὶ ἐκτελέσεως καὶ καταργήσατε ἐν γένει τὴν προσωπικὴν κράτησιν.
§90Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ προνόμιον.
§91ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διατηρεῖ διὰ τὰς Τραπέζας.
§92ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ καταλήξω.
§93Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§94ΤΣΑΤΣΟΣ. Προβαίνων, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον ἀντικαθιστᾷ τὸ ἄρθρον 738 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, λέγεται ὅτι «κατὰ πάσης ἀποφάσεως, ὁρώσης προσωπικὴν κράτησιν, ἐπιτρέπεται ἔφεσις πάντοτε δι’ αὐτὴν εἰς μόνον τὸν ὀφειλέτην». Ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ, νομίζω, ἡ ἐπιτροπή, πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ τὸ ἐδάφιον τοῦτο τοῦ ἄρθρου 2 καὶ νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου λέξεις, «πάντοτε δι’ αὐτὴν εἰς μόνον τὸν ὀφειλέτην», διότι πολλάκις, συνεπείᾳ αἰτήσεως μὴ στηριζομένης βεβαίως εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ κατὰ λάθος, δύναται νὰ μὴ ἀπαγγελθῇ προσωπικὴ κράτησις κατὰ τοῦ ὀφειλέτου, προκειμένου περὶ ποσοῦ μὴ ἐπιτρέποντος τὴν ἔφεσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἐπὶ ἀνεκκλήτου ἀποφάσεως λόγῳ ποσοῦ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δανειστὴν, ὁ ὁποῖος ἐστερήθη δυνάμει τῆς ἐσφαλμένης αὐτῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τῷ χορηγεῖ ὁ νόμος, τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τοῦ ὀφειλέτου ἐμπόρου, δὲν ἐπιτρέπεται, λέγω, ἔφεσις, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ καὶ νὰ διορθωθῇ ἡ ἀπόφασις.
§95Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ χάσῃ καὶ τὸ κεφάλαιον. Πολὺ ὀλιγώτερον θὰ χάσῃ τὸ μέσον τῆς ἐκτελέσεως.
§96ΤΣΑΤΣΟΣ. Διατὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐνασκήσῃ ὅλα τὰ δικαιώματά του ὁ δανειστής; διότι πρόκειται περὶ προσωπικῆς κρατήσεως; Μὴ κήδεσθε τόσον τῆς ἐλευθερίας τοῦ ὀφειλέτου, ὅταν δὲν τολμᾶτε νὰ καταργήσητε, ἀλλὰ περιορίζετε μόνον τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Μεταξὺ τοῦ 2 ἄρθρου καὶ τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ τὴν παρεμβολὴν ἑνὸς ἄλλου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον θὰ γείνῃ ἄρθρον 3, διὰ τοῦ ὁποίου μεταρρυθμίζεται ἡ 1η § τοῦ ἄρθρου 999 τῆς Πολ. Δικονομίας, ἔχοντος οὕτω: «Ἐπιβάλλεται προσωπικὴ κράτησις δυνάμει τοῦ νόμου εἰς ὅλας τὰς δίκας τὰς ἀφορώσας τὴν ἐμπορίαν καὶ τὰς συναλλαγματικὰς ἄνευ διαφορᾶς προσώπων». Ἀντικαθίστησι δὲ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν § αὐτὴν τοῦ ἄρθρου 999 τῆς Πολ. Δικονομίας δι’ ἑτέρας §, ἐχούσης οὕτω: «...εἰς ὅλας τὰς δίκας κατὰ τῶν ἐμπόρων καὶ μόνον διὰ τὰς ἐμπορικὰς αὐτῶν ὑποθέσεις». Ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ καὶ τὸ ἐδάφιον τοῦτο τοῦ ἄρθρου 999 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καὶ εἶναι ἡ μόνη τροπολογία, εἰς τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι συγκατατίθεται ὁ κ. Ὑπουργός.
§97ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διασκευαζομένη.
§98ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, γινόμενον οὕτω ἄρθρον 4, ἀποδέχεται ἡ ἐπιτροπή, ἐκτὸς παρατηρήσεών τινων γλωσσικῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀτομικῶς ἔχω νὰ κάμω παρατηρήσεις τινὰς, καὶ ἰδίᾳ ἔχω νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ θεωρεῖ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν κλονιζομένην, ἐὰν μὴ ὑφίσταται ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἀποστερεῖ τὰς γυναῖκας αὐτοῦ τοῦ στοιχείου τῆς ἐμπορικῆς πίστεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπαγορεύεται, Κύριοι, ἡ προσωπικὴ κράτησις καὶ κατὰ τῶν ἐμπορευομένων γυναικῶν. Δὲν γνωρίζω ποίους λόγους ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα θέλῃ νὰ ἦναι ἄπιστοι αἱ γυναῖκες αἱ ἐμπορευόμεναι· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου θεωρεῖ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ἐμπόριον ἀκόμη σήμερον, ἐν Ἑλλάδι τοὐλάχιστον, νὰ ὑφίσταται ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἐνῷ ὅλοι μετὰ χαρᾶς βλέπομεν τὰς γυναῖκας καὶ παρ’ ἡμῖν ἐργαζομένας καὶ ἀσχολουμένας εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει νὰ ἀποστερήσῃ τὰς γυναῖκας τοῦ μέσου αὐτοῦ τῆς ἐξευρέσεως χρημάτων διὰ τοῦ μέσου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἐπιτακτικὸν εἶναι κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν τοῦτο, καθόσον γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον ὑστεροῦν πολὺ αἱ γυναῖκες τῶν ἀνδρῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πίστιν ἐν γένει, καὶ δυσκόλως δύνανται νὰ εὑρίσκωσι χρήματα, ἐὰν δὲ ἐξηκολούθει νὰ ὑφίσταται ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ τὰς ἐμπορευομένας γυναῖκας, ἴσως θὰ ἠδύναντο νὰ εὕρωσι χρήματα, τὸ ὁποῖον σήμερον θὰ ἦναι ἀδύνατον εἰς αὐτὰς ἕνεκα τῶν ἰσχυουσῶν παρ’ ἡμῖν διατάξεων τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Διατὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀποστερεῖ αὐτὰς τοῦ μέσου τούτου;
§99ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχει ἀμφιβολίας περὶ τῆς πίστεως τῶν γυναικῶν (ἱλαρότης).
§100ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐξετάζων περαιτέρω τὸ νομοσχέδιον παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζω, ὅτι θέλει ἀποδεχθῆ. Ἡ τροπολογία αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 8, καὶ δι’ αὐτῆς ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως ἡ ἀγωγὴ περὶ κύρους τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς καὶ τῆς συντηρητικῆς κατασχέσεως γίνηται ἐντὸς 8 ἡμερῶν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ὅτι εἶναι βραχὺ τὸ διάστημα, τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου χορηγούμενον, τῶν τριῶν ἡμερῶν. Διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἡ προσωπικὴ κράτησις συντηρητικῶς πολλάκις γίνεται ὑπὸ ὅρους τοιούτους, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει ἀμέσως νὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα ὁ δικηγόρος νὰ καταρτίσῃ τὴν ἀγωγήν. Θεωροῦμεν λοιπὸν τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 8 ἡμερῶν, ὅτι εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ χορηγηθῇ· ἄλλως τε δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν διαφορὰν μεταξὺ μιᾶς ἀγωγῆς περὶ κύρους κατασχέσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν συντηρητικὴν κατάσχεσιν καὶ ἄλλης ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Ἄλλην καινοτομίαν ἡ ἐπιτροπὴ προβάλλει εἰς τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤδη γίνεται 10. Τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ ὀφειλέτης συλλαμβανόμενος φέρῃ ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς προσωπικῆς αὑτοῦ κρατήσεως εἴτε ὡς συντηρητικοῦ εἴτε ὡς ἀναγκαστικοῦ μέτρου, προσάγεται ἀμέσως ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν τοῦ μέρους τῆς ἐκτελέσεως, ὅστις παραχρῆμα παραπέμπει τὰς ἀντιρρήσεις εἰς τὸ παρ’ αὐτοῦ συγκαλούμενον δικαστήριον». Ἀλλ’ ἐὰν, ὅπως ἐν τῇ πρακτικῇ συμβαίνει, συλληφθῇ τις ἢ προσωποκρατηθῇ περὶ τὴν ἑσπέραν, ὁπότε οὔτε δικαστήριον δύναται νὰ συγκληθῇ, οὔτε ὁ Πρόεδρος πολλάκις δύναται νὰ εὑρεθῇ, τί θὰ γείνῃ ἐν τῷ μεταξύ; Ὁ κλητὴρ τὸν συλλαμβάνει· ποῦ θὰ τὸν μεταφέρῃ; ποῦ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ μείνῃ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ προβάλλων ἀντιρρήσεις; Διὰ τῆς προσθήκης λοιπὸν, τὴν ὁποίαν θέτει ἡ ἐπιτροπὴ, προλαμβάνονται, νομίζομεν, αὐτὰ τὰ ἄτοπα· διότι ἡμεῖς προσθέτομεν μετὰ τὰς λέξεις «παρ’ αὐτοῦ» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «αὐθωρεὶ», μετὰ δὲ τὴν λέξιν «δικαστήριον» νὰ τεθῶσι τὰ ἑξῆς: «ὅπερ ἐκδίδει ἀμέσως καὶ ἐπ’ ἀκροατηρίου τὴν ἀπόφασίν του, μὴ ἀπολυομένου τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλὰ κρατουμένου κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας μέχρι δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως.» Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἡ βάσις ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ διατάξεις περὶ προσωπικῆς κρατήσεως καὶ ὁ θεσμὸς ὁ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, εἶναι διατάξεις καὶ θεσμὸς δημοσίας τάξεως· αὐτὸ λέγουσιν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, αὐτὸ λέγουσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως εἶναι δημοσίας τάξεως ὁ θεσμὸς περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων, ἀλλὰ θεσμὸς δημοσίας τάξεως εἶναι καὶ θὰ ἦτο ὁ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἐὰν κατηργεῖτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν· ἀλλ’ ὅταν διατηρῆτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ τὴν διατηρῆτε, ὅπως εἶπον ἀρχόμενος, ὑπὸ τὴν εἰδεχθεστέραν αὐτῆς μορφὴν, βεβαίως σεῖς οἱ ἴδιοι καταδικάζετε αὐτὴν ὡς θεσμὸν δημοσίας τάξεως, διότι ἀφίνετε αὐτὴν ἐν πληρεστάτῃ ἐνεργείᾳ. Δὲν δύναται νὰ ἦναι εἷς θεσμὸς δημοσίας τάξεως ὡς πρὸς ὡρισμένην τάξιν ἀνθρώπων, καὶ νὰ μὴ ἦναι θεσμὸς δημοσίας τάξεως ὡς πρὸς ἄλλην τάξιν ἀνθρώπων.
§101ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δι’ ὅλα τὰ πλουσιόπαιδα, τὰ ὁποῖα εἶναι χρεωμένα, εἶναι δημοσίας τάξεως, δι’ ὅλα τὰ πτωχόπαιδα δὲν εἶναι!
§102ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δύνανται νὰ ἦναι δοῦλοι οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Α καταγόμενοι, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἦναι δοῦλοι οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Β καταγόμενοι, διότι καὶ ἡ δουλεία εἶναι θεσμὸς δημοσίας τάξεως. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ εἶναι θεσμὸς δημοσίας τάξεως καὶ καταργεῖται ὡς πρὸς ὡρισμένην τάξιν ἀνθρώπων, ἀλλὰ δὲν εἶναι δημοσίας τάξεως καὶ δὲν καταργεῖται ὡς πρὸς ἄλλην τάξιν ἀνθρώπων.
§103ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Νὰ τεθῇ δι’ ὡρισμένα ἀντικείμενα.
§104ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἐδεχόμην. Ἀλλ’ ὅταν λέγητε ὅτι δι’ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἡ μὲν Α τάξις ἀνθρώπων ὑποβάλλεται εἰς προσωπικὴν κράτησιν, ἡ δὲ Β δὲν ὑποβάλλεται, σεῖς οἱ ἴδιοι καταδικάζετε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς θεσμοῦ δημοσίας τάξεως.
§105ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἐναντίον σας· αὐτὸ ὑποστηρίζει ἀκριβῶς, ὅτι πρέπει ὁ νόμος νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§106ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀκριβῶς ὄχι, διότι, ἐὰν ἤθελε καταργηθῆ δι’ ὅλον τὸ παρελθὸν ἡ προσωπικὴ κράτησις, βεβαίως θὰ ἦτο ἐναντίον μου τὸ ἐπιχείρημα.
§107Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διατὶ τὴν ἐδέχθησαν ἐν Γαλλίᾳ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν!
§108ΤΣΑΤΣΟΣ. Πολὺ πιθανὸν δι’ ἐκείνους τοὺς λόγους, δι’ οὓς διατείνονται σήμερόν τινες, ὅτι προβάλλεται καὶ ἐδῶ.
§109ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὰ 1867 τὴν διετήρησαν δι’ ὡρισμένας περιπτώσεις τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ ἔδωκαν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον.
§110ΤΣΑΤΣΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω.
§111ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διὰ δύο περιπτώσεις, διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τὴν διετήρησαν.
§112ΤΣΑΤΣΟΣ. Βεβαίως ἔδωκαν ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ καταργήσεως εἰς τὰ 1867. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1832, ὁ ὁποῖος ἐγένετο βεβαίως ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις καὶ τὰς αὐτὰς ἐκδοχὰς, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐφιλοτεχνήθη καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δικαιοῦται νὰ εἴπῃ τις, ὅταν τὸ ἀναγνώσῃ, ὅτι γίνεται πρὸς εὔνοιαν ὡρισμένων προσώπων. Θεωρῶ λοιπὸν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι θεσμὸς δημοσίας τάξεως, ἀφοπλίζονται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν θὰ δυνηθῶσιν ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ ὡς θεσμοῦ δημοσίας τάξεως νὰ δικαιώσωσι τὰς διατάξεις τὰς περιεχομένας ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλο τι, ἀκόμη περιεργότερον κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, τὸ προκείμενον ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μὲ δικαιώνει νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωπικόν. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς εὐνοεῖ τάξεις τινὰς ἀνθρώπων, ὀφειλετῶν, ἔρχεται ἀμέσως, χάριν ἀντισηκώματος, καὶ εὐνοεῖ τὰς Τραπέζας. Λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις παραμένει εἰς τὰς Τραπέζας, εἰς τὰς ὁποίας ἐχορηγήθη δι’ εἰδικῶν νόμων προνόμιον περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως τῶν ὀφειλετῶν αὐτῶν· διατί;
§113ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δυνάμεθα νὰ τὸ καταργήσωμεν διὰ τὰς Τραπέζας;
§114ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐὰν ἦναι δημοσίας τάξεως θεσμὸς, δύνασθε.
§115ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν ἔχητε συμβάσεις;
§116ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται διὰ συμβάσεως νὰ ἰσχύῃ θεσμὸς ἀφορῶν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.
§117Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως δὲν εἶναι σύμβασις ἡ συναλλαγματική;
§118ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἄλλο εἶναι αὐτό.
§119ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἐλέγετε, ἐὰν κατηργεῖτο ὁ θεσμός· ἀλλὰ δὲν καταργεῖται ὁ θεσμός.
§120ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀλλὰ διατὶ θέλετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζετε τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν τοῦ νόμου, διατὶ θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι δημοσίας τάξεως, αἱ διατάξεις περὶ προσωπικῆς κρατήσεως πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀναδρομικὴν δύναμιν; Μοὶ παρετήρησεν ὁ ἐκ Λεβαδείας ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν καταργεῖται ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ τούτου ἕνεκα παραμένει καὶ διὰ τὰς Τραπέζας· ἀλλ’ ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀφοῦ δὲν καταργεῖται ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διατὶ θέλετε τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν; Τὴν θέλομεν, ἀπαντῶσι, διότι ὁ θεσμὸς περὶ προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι δημοσίας τάξεως· εἶναι δημοσίας τάξεως ὁ θεσμὸς, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ προσβάλωμεν συμφέροντα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐδάνεισαν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ προϋπάρχοντος νόμου, ὁ ὁποῖος τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἐθεώρησε πάντοτε ὡς στοιχεῖον πίστεως, ὅπως ἐξακολουθεῖ νὰ τὴν θεωρῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, ὡς στοιχεῖον πίστεως ἀκόμη καὶ διὰ τοὺς ἐμπόρους διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου.
§121ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὴν ἐδέχθη προχθές.
§122Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζητήθη ἡ κατάθεσις πληροφοριῶν, κύριε Ὑπουργέ;
§123ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν κατετέθησαν.
§124ΤΣΑΤΣΟΣ. Ποίας πληροφορίας κατεθέσατε;
§125ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πόσοι ἐπροσωποκρατήθησαν εἰς τὰς διαφόρους φυλακὰς τοῦ Κράτους κατὰ τὰ 5 τελευταῖα ἔτη, πόσοι ἐκρατήθησαν ἐκ φόρων πρὸς τὸ Δημόσιον, πόσοι ἐξ ἰδιωτικῶν χρεῶν κτλ.
§126ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶπον, Κύριοι, ἀρχόμενος, ὅτι τοιούτου εἴδους νομοθετήματα δὲν ψηφίζονται οὔτε συζητοῦνται τροχάδην· καὶ ἀνέφερα τὰ παραδείγματα τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1832 καὶ κατὰ τὸ 1867. Πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νόμου, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἀκριβεστάτας στατιστικὰς πληροφορίας. Δὲν λέγω ταῦτα, διότι κατ’ ἀρχὴν ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν μὴ ὁλοσχερῆ κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ὁλοσχεροῦς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ παραμείνῃ ἡ προσωπικὴ κράτησις περιωρισμένη, ὅπως θέλει καὶ ὅπου θέλει νὰ τὴν περιορίσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἔπρεπε λοιπὸν, συζητοῦντες τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, νὰ ἔχωμεν ἀκριβεστάτας στατιστικὰς πληροφορίας, πόσοι ἐπροσωποκρατήθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἢ δεκαετίαν.
§127ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατετέθησαν.
§128ΤΣΑΤΣΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν κατετέθη ἡ πληροφορία ἕνεκα τίνων λόγων ἐπροσωποκρατήθησαν. Ἐκ τῆς πληροφορίας δὲ αὐτῆς θὰ ἐβλέπετε, διότι εἰς ἡμᾶς εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ πλεῖσται προσωπικαὶ κρατήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεργήθησαν κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα, εἶναι συνεπείᾳ ὀφειλῶν πρὸς τὸ Δημόσιον.
§129Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τοὺς πίνακας ἔχομεν ἀκριβῶς διακρίνει πόσοι ἐκρατήθησαν ἐξ ὀφειλῆς φόρων πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ πόσοι ἐξ ἰδιωτικῶν χρεῶν· αὐτὸ τὸ εὑρίσκετε εἰς τοὺς πίνακας. Οἱ πίνακες δὲ θὰ ἦναι προφανῶς ἐναντίοι τῶν ὅσων λέγετε. Ἔπειτα, σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἠθέλετε καὶ ἄλλας πληροφορίας, — καὶ εἶσθε εἰσηγητὴς τῶν νομοσχεδίων — διατὶ δὲν τὰς ἐζητεῖτε, ὁπότε θὰ τὰς ἐδίδομεν προθύμως;
§130Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ ὁλοσχεροῦς καταργήσεως;
§131ΤΣΑΤΣΟΣ. Βεβαίως, παραμενούσης μόνον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως διὰ τὸ Δημόσιον.
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι...
§133Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο. Ἀλλὰ μὴ θέλετε μὲ τὰς φωνὰς νὰ μεταβάλητε τὴν συζήτησιν.
§135ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις, καὶ νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία μου καὶ νὰ συζητηθῇ, καὶ ἂν ἀπορριφθῇ, ἂς ἀπορριφθῇ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὴ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θέλει ἀποδεχθῆ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν ἡμεῖς, ἢ μίαν ἢ δύο, τὰς ὁποίας καὶ ὥρισεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐφρόντισα, ὡς εἰσηγητής, νὰ μὴ ἦμαι λίαν τολμηρὸς εἰς τὰς τροπολογίας μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων, ἐθεώρησα ὅμως, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς καὶ ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ καταστήσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν ὡς οἷόν τε μὴ ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἀπευθύνεται.
§136Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγώ, λαμβάνων τὸν λόγον μετὰ τὸν ἀγορεύσαντα, εὑρίσκομαι εἰς δύσκολον θέσιν, διότι τὸ ὅλον τῆς μακρᾶς ὁμιλίας του ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Καὶ ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ἐὰν ἤθελον ὑποβληθῆ νομοσχέδιον τοιοῦτον, βεβαίως μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἤθελον τὸ ὑποστηρίξει, καὶ ἰδιαιτέρως ἐσύστησα τὴν γνώμην μου καὶ παρεκάλεσα καὶ συνεβούλευσα νὰ κατατεθῇ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν τὴν προσωπικὴν κράτησιν τὴν θεωρῶ ἀντίθετον πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ πρὸς τὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας θέλομεν πολιτικῶς νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἔχομεν (εὖγε! εὖγε!). Πολιτικῶς ἐλεύθεροι καὶ ὑπόχρεοι εἰς τὸ χρῆμα! Ἐλεύθερος ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ δοῦλος ἀπέναντι τοῦ τοκογλύφου! Ἀντίφασις φοβερά! Καὶ ἂν λαμβάνω τὸν λόγον καὶ διὰ τροποποιήσεως προσπαθῶ νὰ βελτιώσω, ὁμολογῶ ὅμως ὅτι λυποῦμαι, διότι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σιωπήσω καὶ νὰ μὴ πολεμήσω τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν τὴν πολεμῶ, διότι γνωρίζω ὅτι θέλω ἀποτύχει. Καὶ ἀφοῦ δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτύχω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω, εὐχαριστοῦμαι νὰ ἐπιτύχω τὸ ὀλιγώτερον. (Εὖγε! εὖγε!). Ἡ ἰδέα, Κύριοι, τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δὲν εἶναι νέα, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις προτείνει νὰ τὴν μελετήσωμεν.
§137ΤΣΑΤΣΟΣ. Νέα.
§138ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἰδέα πραγματωθεῖσα πρὸ χρόνων. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Ἑλλὰς ἔλαβεν ἐλευθερίαν, ἀφ’ ἧς τὸ πολίτευμα ὑπερήσπισε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, ἐγεννήθη ἡ ἰδέα καὶ ἡ συζήτησις, πῶς νὰ ἀπαλλαχθῶμεν ἀπὸ τὴν πίεσιν αὐτὴν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία διὰ τῆς πρώτης νομοθεσίας τοῦ 1833 ἐπέβαλε τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἰς τὸ ἄτομον. Πολλάκις ἐγένοντο συζητήσεις καὶ σκέψεις περὶ τούτου, πολλάκις ἀντημείφθησαν ἰδέαι καὶ πολιτευομένων καὶ ἐπιστημόνων. Ἐπεκράτει ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε, ἡ ἐξέγερσις, ἡ ὁποία πάντοτε ἐξεδηλοῦτο· «θέλει κινδυνεύσει ἡ δημοσία πίστις, ἔλεγον, τὰ κεφάλαια δὲν θὰ δύνανται νὰ τοποθετηθῶσιν!» Εἰς ποῖον νὰ τοποθετηθῶσιν; Εἰς τὸν ἀφερέγγυον; Ἐκεῖνος, Κύριοι, ὅστις θὰ ὑποβάλῃ τὸν ἑαυτόν του εἰς προσωπικὴν κράτησιν, θὰ ἦναι ἢ ἀφερέγγυος ἢ ἄτιμος. Καὶ σὺ, ὁ ὁποῖος θέλεις νὰ τοποθετήσῃς τὰ κεφάλαιά σου, δὲν δύνασαι νὰ εὕρῃς τὸν φερέγγυον καὶ τὸν ἔντιμον ὀφειλέτην, ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκησαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακινδυνεύῃς τὰ κεφάλαιά σου καὶ νὰ προσφεύγῃς εἰς τὸ ἄκρον μέτρον τοῦ νὰ περιορίσῃς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ὀφειλέτου σου; Θέλεις νὰ ἔχῃς τὴν ἐλευθερίαν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διὰ νὰ τοποθετῇς εὐκόλως καὶ μὲ ὑπέρογκον καὶ ἀσυνείδητον τόκον τὰ κεφάλαιά σου! Θέλει εὑρεθῇ φωνὴ νὰ προστατεύσῃ τὴν τοιαύτην ἐγκληματικὴν καὶ βδελυρὰν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν θέλεις νὰ πράξῃς;
§139ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἔγεινεν αὐτό; Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§140ΡΙΚΑΚΗΣ. «Μὴ περιορίζετε τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἰς μόνους τοὺς ἐμπόρους», σᾶς λέγουσιν, «ἀλλ’ ἁπλώσατέ την καὶ εἰς τὰ συναλλάγματα». Δὲν ἐπίστευον νὰ ἀκούσω ὅσα ἤκουσα ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνάδελφον καὶ δικηγόρον, διότι γνωρίζετε τί συμβαίνει περὶ τῶν συναλλαγμάτων· αἱ νομοθεσίαι τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ὅτε ἐπενοήθη ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἐφήρμοσαν αὐτὴν καὶ εἰς τὰ συναλλάγματα. Ἀλλά, σᾶς ἐρωτῶ, ἀνεγνώσατέ ποτε εἰς κανὲν μέρος, ὅτι συναλλάγματα παρουσιάσθησαν ἐνώπιον δικαστηρίων ὑπογεγραμμένα ἀπὸ στρατιωτικοὺς δι’ ἐμπορικὰς ἀνάγκας; Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὰ χρήματά του εἰς ἀξιωματικὸν διὰ προσωπικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, ἤδη ζητεῖ νὰ τὸν προσωποκρατήσῃ διὰ τοῦ Φρουραρχείου, θεωρῶν τὸν ὀφειλέτην του κακῆς πίστεως, ἑαυτὸν δὲ καλῆς! Ἠκούσατε τοιαῦτα παραδείγματα; ἀνεγνώσατε εἰς καμμίαν ἱστορίαν δικαστικὴν τοιαύτας δίκας περὶ συναλλαγματικῶν;
§141ΠΕΡ. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν θὰ προστατεύσωμεν τοὺς ἀξιωματικούς;
§142ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν συνηθίζω νὰ διακόπτω· ὅστις θέλει, ἂς ἀπαντήσῃ. Ἀνεγνώσατε πουθενά, ὅτι αἱ συναλλαγματικαὶ δημιουργοῦνται ἐν Ἀθήναις καὶ γράφουσιν «ἐν Πειραιεῖ»; Τί θὰ εἰπῇ συναλλαγματική; μεταφορὰ χρημάτων ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν. Ἐρωτῶ, εὐσυνειδήτως νὰ μοὶ ἀπαντήσωσιν, ἂν ὅλαι αὐταὶ αἱ συναλλαγματικαί, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται καὶ αἱ ὁποῖαι ἐκτρέπονται ἀπὸ τὸν ἐμπορικὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, ἀληθῶς ἐξηγοῦσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν, ἢ εἶναι καθαρὰ πλαστογραφία. Καὶ ἐπὶ τοιούτων ἐγκληματικῶν ἐγγράφων ζητεῖτε δικαιώματα, καὶ φωνάζετε, ὅτι δὲν σᾶς ὑποστηρίζει ἡ Πολιτεία, ὅπως ἐγκληματῆτε ἀκινδύνως! Διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ζητεῖτε νὰ ὑποχρεώσητε τὸν ὀφειλέτην νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα, ἀφοῦ ὁ δανειστὴς τὸν ἐνεπιστεύθη στηριζόμενος ἐπὶ μόνης τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας! Νέους 18 ἢ 20 ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι λεπτὸν, τοὺς ὑποχρεώνετε καὶ τοὺς προσωποκρατεῖτε, διὰ νὰ πληρώσουν οἱ δυστυχεῖς γονεῖς! Καὶ ζητεῖτε νὰ προστατεύσῃ ἀκόμη ἡ Πολιτεία τοιούτους δανειστάς! Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ προσθέσω πλειότερα περὶ τούτου, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὰς δύο τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον. Ἡ μία εἶναι ὡς πρὸς τὸν ἔμπορον, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἔμπορος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 500 δραχμῶν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαγγέλληται κατ’ αὐτοῦ προσωπικὴ κράτησις. Διατί; Διότι ὁμολογουμένως ὁ τοιοῦτος θεωρεῖται εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ ἑπομένως εὑρίσκω, ὅτι ἤθελεν εἶναι τοῦ νόμου μία ὅλως διόλου οὐχὶ μόνον ἀμάθεια, ἀλλὰ καὶ ἀσυνειδησία, νὰ ἀπαγγείλῃ προσωπικὴν κράτησιν διὰ 100 ἢ 200 δραχμὰς κατὰ ἐμπόρου, ὅστις μὴ δυνάμενος νὰ πληρώσῃ αὐτὸ τὸ εὐτελὲς ποσὸν, αὐτοδικαίως θεωρεῖται εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἡ ἄλλη τροπολογία εἶναι ἡ ἀκύρωσις τοῦ ἄρθρου 998 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Φεουδαρχικὴ, Κύριοι, καὶ ἀρχαία διάταξις! Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ οἱ ἔχοντες τὰ φέουδα καὶ οἱ κτηματίαι εὕρισκον τοὺς δυστυχεῖς δούλους καλλιεργητὰς, τοὺς ἐμίσθωνον τὸ κτῆμά των καὶ τοὺς ὑπεχρέουν νὰ συνομολογήσωσι τὸν περιορισμὸν τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας. Λέγονται αὐτὰ σήμερον, παρακαλῶ; Καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος, ὅστις νὰ προστατεύῃ τοιαύτας συμφωνίας; Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία μου. Ἔκλεξον τὸν καλλιεργητήν σου τὸν τίμιον. Πρόσεξον εἰς ποῖον θὰ δώσῃς τὸ κτῆμά σου. Ἔχεις τὴν ἀσφάλειαν τῶν καρπῶν, πρὶν συλλεχθῶσιν, ἂν θέλῃς, νὰ τοὺς κατάσχῃς, καὶ ἀσφαλίζεσαι. Ἀλλὰ μὴ τὸν ἀναγκάζετε ὡς ὑποζύγιον νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ὑποδούλωσίν του. Κατὰ τοὺς σημερινοὺς χρόνους εἶναι ἀντίθετον καὶ πρὸς τὴν ἐποχὴν καὶ πρὸς τὸν αἰῶνα καὶ πρὸς τὰς πολιτικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Ὥστε φρονῶ, ὅτι ἀδικοῦσι τὸ Κοινοβούλιον οἱ προκαλοῦντες τοιαύτας σπουδαίας συζητήσεις ἐπὶ τοιούτου ζητήματος (χειροκροτήματα).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 10;
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν εἰς τὰς 9· εἶναι ἐνωρὶς ἀκόμη.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα ἐνωρίτερον.
§146ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§148Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μετ’ ἀρκετῆς ζωηρότητος, κύριοι συνάδελφοι, ὁ προλαλήσας παρέστησε τοῦ θεσμοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν παρ’ ἡμῖν ἰσχὺν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προτιθέμεθα νὰ περιστείλωμεν, τὸ βάρβαρον καὶ εἰδεχθές. Εἶναι ἀληθῶς τόσον παρὰ φύσιν ὁ θεσμὸς οὗτος, ὥστε ἀμφιβάλλω, ἂν ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἐγεννᾶτο ἡ ἰδέα τῆς ὑποθηκεύσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τοῦ θεσμοῦ τῆς δουλείας μὴ ὑπάρχοντος. Ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀπορρέει ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῆς δουλείας. Ἐὰν μὴ ὑπῆρχε δουλεία, δὲν θὰ ὑπῆρχε βεβαίως ἐν τῇ νομοθεσίᾳ οὐδενὸς Κράτους, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἀλλὰ παρατηροῦμεν ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ὅτι καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς χρόνοις, καθ’ οὓς ἤκμαζεν ἡ δουλεία, καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς χρόνοις, ᾐσθάνθησαν τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσεγίνετο τῇ ἀνθρωπότητι, ᾐσθάνθησαν τὸ ἀποτρόπαιον καὶ εἰδεχθὲς τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Καὶ ἡ ἱστορία ἀναφέρει βασιλεῖς τῆς Αἰγύπτου καταργήσαντας ἐπὶ χρεῶν τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Ἡ ἱστορία ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων κυμαίνεται μεταξὺ τῆς ἐπιβολῆς καὶ τῆς καταργήσεως, καὶ ὑπάρχουσι πράγματι καθ’ ὅλους τοὺς αἰῶνας περίοδοι, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ προσωπικὴ κράτησις ἴσχυεν ὡς θεσμὸς, καὶ περίοδοι, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἴσχυεν. Εἶναι ἴσως εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν ζωηρὸν τὸ μέγα καὶ ὀλέθριον ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσεγένετο τῇ Ἑλλάδι ἕνεκα τῆς ἰσχύος τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Γνωρίζετε ὅτι ὁ μέγας στρατηγὸς Μιλτιάδης, μὴ δυνάμενος νὰ καταβάλῃ τὰ πεντήκοντα τάλαντα, εἰς ἃ, ὡς γνωστὸν, κατεδικάσθη, ἀπέθανεν ἐν τῇ εἱρκτῇ. Καὶ τὸ ἀδίκημα ὑπῆρξε μέγα· διότι ἴσως, ἐὰν δὲν ἀπέθνησκεν ἕνεκα τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἴσως, λέγω, ἡ φάσις τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας θὰ ἦτο διάφορος. Ἀλλ’ ἔχει καὶ συνέχειαν τὸ πρᾶγμα. Γνωρίζετε ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Μιλτιάδου Κίμων ἀναγκαστικῶς ἐκληρονόμησε τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταβολῆς τῶν 50 ταλάντων καὶ ὅτι ἡ σύζυγός του, διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τῆς βαρυτάτης ἐκείνης ὑποχρεώσεως, τὸν διεζεύχθη καὶ συνεζεύχθη πρὸς πολυτάλαντον Ἀθηναῖον, τὸν Καλλίαν, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον, ὅτι ὁ πολυτάλαντος αὐτὸς Ἀθηναῖος ἤθελε καταβάλει τὰ πεντήκοντα τάλαντα. Καὶ πράγματι τὰ κατέβαλε, καὶ τότε ἐγένετο ὁ γάμος. Οὕτως ὁ Κίμων ἀπηλλάγη τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ ἐστρατήγησε καὶ ἐδόξασε τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα! Ἐὰν ὅμως δὲν ἐπενοεῖτο τὸ διαζύγιον αὐτὸ, βεβαίως καὶ ὁ Κίμων θὰ ἀπέθνησκεν ἐν τῇ εἱρκτῇ. Εἶναι αὐτὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῖ καὶ πιστοποιεῖ ἡ ἱστορία, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως πρέπει νὰ μελετᾷ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ νομοθετῇ. Καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρωτίστως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὰ μελετᾷ περισσότερον παντὸς ἄλλου, διότι καταγίνεται περισσότερον παντὸς ἄλλου ἴσως εἰς τὸ νομοθετεῖν. Ἴσως ὅμως δὲν ἐμελέτησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν ἱστορίαν, διότι ἀφῆκε τὸ ἔργον εἰς τὸν συνάδελφον αὐτοῦ, τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Εἶναι λοιπὸν ἀποδεδειγμένον, ὅτι κατὰ φύσιν ἐξεταζόμενος ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἀποκρουστέος. Ἀλλὰ διὰ νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ τόσας αἰῶνας καὶ ἐπὶ τοσούτων λαῶν, δὲν ὑπῆρξεν ἆρά γε αἴτιον δικαιολογοῦν τὴν διατήρησιν αὐτοῦ; Βεβαίως ὑπῆρξε τοιοῦτον. Καὶ βεβαίως ἐν τῷ θεσμῷ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀνεῦρον ἓν στοιχεῖον ἐπὶ πλέον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως, καὶ εὐθὺς ὡς ἐγνώρισαν ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀποτελεῖ ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως, ἐπωφελήθησαν ἐκ τούτου. Ἀλλὰ σὺν τῇ προϊούσῃ ἀναπτύξει τῶν κοινωνιῶν, σὺν τῇ προϊούσῃ ἀναπτύξει τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων καὶ ἰδίως τῶν νεωτέρων περὶ πιέσεως ὀργανισμῶν εὗρον, ὅτι δὲν εἶναι διατηρήσιμος ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς τηρούμενος πολλὰ φέρει ἀδικήματα. Ἐντεῦθεν εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὡς γνωρίζετε, κατηργήθη. Θὰ ἦτο εὐκτὸν βεβαίως καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ καταργηθῇ ὁλοσχερῶς. Ἀλλ’ ἔχομεν ἡμεῖς ἐκεῖνα τὰ μέσα τῆς ἀναπτύξεως τῆς πίστεως, τὰ ὁποῖα ἔχουν εἰς ἄλλα Κράτη, ἵνα τέλεον καταργήσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον; Βεβαίως δὲν ἔχομεν τὰ μέσα ἐκεῖνα. Ἐὰν εἴχομεν τὰ μέσα τῆς ἀναπτύξεως τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, δι’ ὧν ὄντως ἡ πίστις τὴν εὐεργετικὴν αὐτῆς δρᾶσιν ἀκωλύτως παρέχει τῇ κοινωνίᾳ, ὡς παρ’ ἄλλοις λαοῖς, καὶ ἐγὼ θὰ ἐκηρυττόμην ὑπὲρ τῆς ὁλοσχεροῦς τοῦ θεσμοῦ τούτου καταργήσεως. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἡ πίστις ἀκόμη δὲν ἔχει ἀναπτυχθῆ, τὸ λειτουργοῦν παρ’ ἄλλοις λαοῖς θαυμάσιον σύστημα τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων εὑρίσκεται ἀκόμη παρ’ ἡμῖν εἰς τὰ σπάργανα, καὶ ἡ πίστις ἔχει ἀνάγκην ἀκόμη ἐνισχύσεως, ἔχει ἀνάγκην ἀκόμη, ὅσον εἶναι δυνατόν, πλειόνων στοιχείων, ἵνα μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἀναπτύσσηται. Εἶναι λοιπὸν δεδικαιολογημένη ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ἐξ ὁλοκλήρου ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐκλείψῃ παρ’ ἡμῖν, περισταλῇ ὅμως, ἵνα βαθμιαίως, σὺν τῇ ἀναπτύξει τῆς πίστεως, ἐπέλθῃ καὶ ἡ τελεία κατάργησις. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀσχοληθέντες ἕνα λόγον σπουδαιότατον εὗρον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου κρίνουσιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ ὡς πρὸς τὰς πολιτικὰς ἀπαιτήσεις, τὸν λόγον ὅτι ἐγένετο μεγίστη τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατάχρησις. Ἐκτὸς τῶν ἀνηλίκων, τοὺς ὁποίους ἀνὰ δεκάδας εἴδομεν ἀναλαμβάνοντας ὑποχρεώσεις, καὶ ἄλλα ἀδικήματα τελοῦνται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἰδίως πρὸς τοὺς ἐγγυητάς. Βλέπομεν δανειστὰς ἐπιδιώκοντας παντὶ σθένει νὰ τυγχάνωσιν ἀσφαλείας ὡς οἷον τε μείζονος, μὴ περιοριζομένους εἰς τὸ νὰ ἔχωσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὀφειλέτου μόνον, ἀλλ’ ἐκβιάζοντας τοῦτον, ἵνα λαμβάνῃ τὰς ὑπογραφὰς τῶν συγγενῶν του, διὰ ψυχολογικῆς δὲ πιέσεως νὰ ἐπιτυγχάνωσι τὰς ὑπογραφὰς συγγενῶν μηδὲν ὀφειλόντων. Πολλάκις συμβαίνει, δανεισταὶ νὰ ἐπιζητῶσι τὴν ὑπογραφὴν προσώπων μὴ ἐχόντων περιουσίαν, μὴ παρεχόντων καμμίαν ὑλικὴν ἐγγύησιν, ἱκανῶν δὲ μόνον νὰ ὑποθηκεύσωσι τὴν προσωπικήν των ἐλευθερίαν καὶ νὰ δεσμεύωσιν ἐσαεὶ τὸ μέλλον αὐτῶν. Καὶ οὕτως ἄνθρωποι μηδ’ ὀβολὸν δανεισθέντες, ἐνδώσαντες μόνον εἰς ψυχολογικὰς ἐκβιάσεις, διὰ ποικίλων κοινωνικῶν μέσων τελεσθείσας, δι’ ἐγγυήσεως κατέστησαν ἑαυτοὺς ὑποχειρίους εἰς δανειστάς, παρ’ ὧν οὐδὲν ἔλαβον, ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Οὐδὲν δὲ σκληρότερον, οὐδὲν ἀδικώτερον τῆς πράξεως, δι’ ἧς ἐμπλεκόμενός τις οὑτωσὶ καθίσταται ἐσαεὶ δυστυχής, δουλεύων ἐφ’ ὅρου ζωῆς πρὸς πληρωμὴν χρεῶν ἄλλου. Τὸ κακὸν τοῦτο ἐκορυφώθη εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ὁ περιορισμὸς τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατέστη ἀναπόδραστος. Ἔπραξε λοιπὸν καλῶς ἡ Κυβέρνησις, εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἡ πίστις δέον νὰ ἑδράζηται ἐπὶ τῆς πραγματικῆς φερεγγυότητος· δέον νὰ γνωρίζῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ πληρώσῃ, νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τοῦ νὰ δανείζηται, καὶ νὰ περιορίζηται εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ· δὲν πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ τῷ παρέχῃ τὸ μέσον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν πλήρωσιν πόθων πρὸς ἐπίδειξιν ἐπὶ ὑποθηκεύσει, οὕτως εἰπεῖν, τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θ’ ἀποβῇ εὐεργετικὸς ὁ νόμος εἰς μεγάλην τάξιν ἀνθρώπων, οἵτινες χρώμενοι τῷ θεσμῷ τούτῳ περιῆλθον εἰς καταστροφὴν οἰκονομικήν, ἐνῷ, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος οὗτος, θὰ περιώριζον τὰς δαπάνας αὐτῶν καὶ δὲν θὰ κατεστρέφοντο. Ἀναμφισβητήτως καὶ διὰ τὴν ἐμπορίαν εἶναι βάρβαρος ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Εὔχομαι δὲ νὰ παρέλθῃ ὡς οἷόν τε ὀλιγώτερος χρόνος, ἵνα καὶ διὰ τὴν ἐμπορίαν καταργηθῇ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐὰν καταργηθῇ, θέλει θανασίμως τρωθῇ ἡ ἐμπορικὴ πίστις. Μὴ θέλετε νὰ συγχύσωμεν τὴν κυρίαν ἰδέαν, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρὸς ἰδέας ἄλλας. Ἄλλη ἡ ἰδέα τῆς φύσεως τοῦ θεσμοῦ καὶ ἄλλη ἡ ἰδέα τῆς ἀνάγκης, ἐκ τῆς ὁποίας ἀπορρέει· εἶναι δὲ ἀνάγκη τῆς ἐμπορικῆς πίστεως μεγάλη, ἵνα λειτουργήσῃ ἀκόμη ὁ θεσμὸς οὗτος, καὶ εὔχομαι ἵνα τάχιστα ἐκλείψῃ ἡ ἀνάγκη αὕτη, ὅπως τέλεον καὶ ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐκλείψῃ. Ἀλλὰ, λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, μήπως δὲν θὰ εὑρεθῶσι δανεισταί, ἵνα παρουσιάζωσιν ὡς ἐμπόρους μὴ ἐμπόρους; Ἐγὼ ὑποθέτω ὄχι· ἐὰν μάλιστα εἶχε ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, θὰ εἴχομεν ἤδη ἀσφαλὲς στοιχεῖον, παρακωλῦον πᾶσαν καταστρατήγησιν, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ πᾶς ἔμπορος ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἄδειαν, ἵνα μετέρχηται τὸ ἐπάγγελμά του, ὥστε πᾶς ἐνάγων ἔμπορος ἠδύνατο νὰ προσαγάγῃ πιστοποιητικὸν τῆς Ἐφορίας, ὅτι ὁ ὀφειλέτης του ἔλαβεν ἄδειαν ὡς ἔμπορος...
§149ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λησμονεῖτε τὰς δυσχερείας περὶ τὴν ἀπόδειξιν.
§150ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν στενῶς εἰς τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀφοῦ αἱ ἀρχαὶ αὐτῆς εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι διαιωνίζουσι τὰς δίκας, καὶ τὴν πίστιν παρ’ ἡμῖν ἐπαισθητῶς ἠλάττωσαν. Λυπηρὸν εἶναι, μετὰ τὰ ἀποδειχθέντα τόσα ἐλαττώματα τῶν περὶ ἀποδείξεως διατάξεων τῆς Πολ. Δικονομίας, νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν διατήρησιν αὐτῶν. Πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν μεταρρύθμισιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἵνα ἐπισπεύδηται ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων, ὅπως μανθάνῃ τις ταχέως, ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα ἢ μή, καὶ οὕτω παύσῃ ἔχων ἐλπίδα τινὰ περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἀξιώσεών του. Ἐπιλαμβάνομαι τῆς διατάξεως τοῦ τελευταίου ἄρθρου, ἐφ’ οὗ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. «Ὁ παρὼν νόμος ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἐπιβληθείσης διὰ προγενεστέρας ἀποφάσεως.» Εἶναι παραδεδεγμένη ἡ ἀρχή, ὅτι προκειμένου περὶ διατάξεως δημοσίας τάξεως ἡ ὀπισθενεργὸς δύναμις εἶναι ἐπιβεβλημένη. Τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν θεωρῶ ἀπολύτως βάσιμον. Καὶ πρῶτον ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι δημοσίας τάξεως; εἶναι θεσμὸς ἀποκλειστικῶς δικονομικός; Εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ δικονομικαὶ ἀρχαὶ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς δημοσίας τάξεως καὶ ἔχουσι πάντοτε ὀπισθενεργὸν δύναμιν, ἀλλ’ ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δὲν εἶναι ἀπολύτως δικονομικός· μετέχει καὶ τῆς φύσεως δικαιώματος ἀστικοῦ· εἶναι, ὑπὸ ἔποψιν ἀσφαλείας, ἐγγυήσεως, τῆς αὐτῆς φύσεως μὲ τὴν ὑποθήκην, μὲ τὴν προσημείωσιν. Δὲν εἶναι μόνον μέσον ἐκτελέσεως, εἶναι καὶ ἐγγύησις, ἡ ὁποία παρέχεται πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ δανειστοῦ· ὅταν δὲ δεχθῶμεν, ὅτι ἀποτελεῖ καὶ ἐγγύησιν διὰ τὸν δανειστὴν καὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς μέσον ἐκτελέσεως, ἤτοι δὲν εἶναι φύσεως ἀπολύτως δικονομικῆς, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἀστικὴν τὴν φύσιν, τότε δυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν, ἐπιτρέπεται, δικαίωμα ἐγγυήσεως, ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον εἶναι κεκτημένον, ἐπιτρέπεται, λέγω, νὰ τὸ ἀναιρέσωμεν; Τί θὰ ἐλέγομεν, ἐὰν ὑπεβάλλετο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀνηροῦντο ὑποθῆκαι ἐγγεγραμμέναι ἢ προσημειώσεις; Διατὶ ἆρά γε ταῦτα νὰ μὴ εἴπωμεν ἐπίσης, προκειμένου περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως; Διατὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὸ διατηρήσωμεν ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸ ἀπέκτησαν, ἀφοῦ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου παρέσχον τὰ χρήματα; Νομίζω ὅτι θὰ ἀδικήσωμεν πολὺ τὴν κοινωνίαν, ἐὰν δεχθῶμεν τὸν ὀπισθενεργὸν αὐτοῦ δύναμιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἐάν τις πρὸ δεκαετίας ἢ πενταετίας ἐδανείσθη, ἔμπορος ὢν καὶ δι’ ἐμπορικάς του ἐπιχειρήσεις, σήμερον δ’ ὑφίσταται ἀπόφασις καταδικάζουσα αὐτὸν εἰς πληρωμὴν διὰ προσωπικῆς κρατήσεως, σήμερον ἐὰν ὁ ὀφειλέτης δὲν ἦναι πλέον ἔμπορος, μετέρχηται δ’ ἄλλο ἐπάγγελμα, ἀστικῆς φύσεως, τί γενήσεται; Ἡ ἀπόφασις αὕτη θὰ ἐκτελεσθῇ, καταργουμένης τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀφοῦ ὁ δι’ αὐτῆς ὑποχρεωθεὶς δὲν εἶναι πλέον ἔμπορος;
§151Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὴ θὰ ἐκτελεσθῇ.
§152ΔΟΥΝΗΣ. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ὑποχρέωσις ἀναληφθεῖσα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ ἀναλαβὼν ἦτο ἔμπορος ἀνεγνωρισμένος, καὶ δι’ ἐμπορικὰς ἐργασίας, συνεπάγεται τὴν προσωπικὴν κράτησιν, καὶ ἑπομένως, ὅτι ὡς πρὸς τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις ἡ ὀπισθενεργὸς δύναμις δὲν ἰσχύει...
§153Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὰ πρακτικὰ τοιαῦται ἑρμηνεῖαι δὲν ἰσχύουσι.
§154ΔΟΥΝΗΣ. Τότε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ τροποποίησίν τινα, ἡ ὁποία νὰ περιλαμβάνῃ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, διότι, ὡς ἔχει ἡ διάταξις, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπόφασις, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται περὶ ἐμπόρου ἄλλοτε. Καὶ ἄλλας τινὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ φέρω ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας πρόκειται ν’ ἀναπτύξωσι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10ην ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 20′ μ. μ.)
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐγκαταστάσεως συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 365). Ὁ κ. Καλογερόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων.
§159Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τρεῖς τῶν κυρίων συναδέλφων ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ οἱ τρεῖς ἀπὸ διαφόρων σημείων ὁρμώμενοι κατέληξαν εἰς τὴν διατύπωσιν τροπολογιῶν, τεινουσῶν εἰς ὁλοσχερῆ κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὸ κῦρος τῶν ἰδεῶν μηδενός, μηδὲ τὰ φιλελεύθερα αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσαν τὰς προτάσεις ταύτας, μὲ κίνδυνον δὲ τοῦ νὰ ἐκληφθῶ ὀπισθοδρομικός, θέλω περιορισθῆ νὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ διετυπώθη, διότι νομίζω ὅτι αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, ἐνδείκνυουσι καθ’ ὅλα τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ ὡς ἔχει. Πρῶτος ἀντεπεξῆλθε κατὰ τῶν ἐν μέρει διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἐκθέσεως, ἥτις εἶναι μελέτη αὐτοῦ, διατυποῦντος τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἠδυνάμην νὰ ἐξαγάγω συμπέρασμα, θὰ ἔλεγον ὅτι μᾶλλον δυσμενεῖς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τάσεις εἶχε νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲ ὑπερακοντίζει τὴν διὰ τροπολογίας ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου ἐκ Πατρῶν πρότασιν τῆς καταργήσεως ὁλοκλήρου τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, οὐδὲν ἄλλο πράττει, ὡς ἀδίκως ἴσως φρονῶ, ἢ νὰ ἐπιδιώξῃ οὐχὶ τὴν ἀνατροπὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀλλὰ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ πρὸς περιστολὴν τῶν καταχρήσεων τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἰσαχθέντος καὶ νῦν συζητουμένου νομοσχεδίου· διότι δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω, πῶς ἡ τοιαύτη φιλελεύθερος στάσις ἠδύνατο νὰ συμβιβασθῇ πρὸς ὅλας τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας διετύπωσε διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἄλλο τείνουσιν, εἰμὴ εἰς τὴν ματαίωσιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ πρόνοια τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἔφερεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν κύκλον, τὸν ὁποῖον αἱ περιστάσεις ἐπέβαλλον. Ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς ἓν σημεῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν οὐχὶ πλέον παραπόνων, ἀλλὰ δακρύων ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰς συναλλαγματικὰς καὶ τὰ ἐξομοιούμενα πρὸς ταύτας ἔγγραφα. Ὅπως εὐγλώττως ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, εἴδομεν ἀξιωματικοὺς συρομένους εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ἐμπόρους...
§160ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἀξιωματικός.
§161ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε εἰς πλάνην· τοὺς εἴδομεν ἰδίοις ὄμμασι κρατουμένους, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ, ὅτι εἴδομεν καὶ ἀρχιεπισκόπους ἐπὶ τῇ βάσει ὑποβολιμαίων συναλλαγματικῶν περιβληθέντας τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐμπόρου καὶ καταδικασθέντας εἰς ἀπότισιν χρεῶν διὰ προσωπικῆς κρατήσεως, εἴδομεν δημοσίους ὑπαλλήλους, μηδέποτε μετελθόντας τὸ ἐμπορικὸν ἐπάγγελμα, ἔχοντας τοιαύτας ἀποφάσεις ἐπὶ τῆς ῥάχεώς των καὶ παραβαίνοντας τὰ καθήκοντα αὑτῶν· διότι, ὅτε ἐκαλοῦντο ὑπὸ τῆς Πολιτείας νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα αὑτῶν, ἀμείλικτοι ἐνδιαφερόμενοι, ἐκ συμπαιγνίας ἐνεργοῦντες μετὰ τοκογλύφων, ἐπέσειον πρὸ αὐτῶν τὰς ἀποφάσεις, καὶ τοὺς ἠνάγκαζον νὰ πράττωσι κατὰ τὰς ὀρέξεις των, οὕτω δὲ ἔσυρον τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βόρβορον! Εἴδομεν ἑτέρους ὑπαλλήλους, διδασκάλους, πάσχοντας καὶ καταδικαζομένους καὶ συρομένους εἰς τὰς φυλακὰς, εἴδομεν δὲ καί τι χεῖρον, τὸ ὁποῖον περιεβλήθη μὲ χαρακτῆρα ἐκβιάσεως, εἴδομεν νέους ὑπογράψαντας, εἰς λευκὰ ἔγγραφα καὶ συρομένους κατόπιν εἰς τὰς φυλακὰς, οὐχὶ διὰ νὰ πληρώσωσι χρέη ἐκ τῆς ἰδίας περιουσίας, ἀλλ’ ἵνα ἐξαναγκάσωσι τὰς οἰκογενείας αὐτῶν νὰ ἀποτίσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αἱ οἰκογένειαι αὗται οὐδέποτε ὤφειλον. Διότι οἱ τοκογλύφοι, ἐκμεταλλευόμενοι τὰς πρώτας ὁρμὰς τῆς νεαρᾶς ἡλικίας, παρέσχον εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα νὰ σπαταλῶσι χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εὕρισκον ἄλλως, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι τὸ φίλτρον τῆς συγγενείας ἤθελεν ἐξαναγκάσει τὰς οἰκογενείας νὰ ὑποστῶσι τὰς ληστρικὰς τάσεις ἐνίων τοκογλύφων. Αὐτὸς ὁ θεσμὸς εἶναι, ὁ ὁποῖος συζητεῖται σήμερον· δὲν συζητεῖται ἐν τῷ συνόλῳ ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως προβλέπεται ὑπὸ 12 ἐδαφίων τοῦ ἄρθρου 999 τῆς πολιτικῆς Δικονομίας, τὰ 11 δὲ ἐδάφια οὐδέποτε ἔδωκαν ἀφορμὴν παραπόνων. Ἐὰν καὶ τὸ πρῶτον ἐδάφιον ἤθελε διασκευασθῇ κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν ἐσκέπτετο προφανῶς ὁ Γερμανὸς συντάκτης αὐτοῦ νὰ τὸ διασκευάσῃ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸ διετύπωσεν, οὐδέποτε ἴσως θὰ εἴχομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ καταστολῆς μιᾶς κακοηθείας, ἥτις λυμαίνεται τὴν κοινωνίαν ἡμῶν. Τί ἤθελεν ὁ Γερμανὸς νομοθέτης, ἀναγράφων τὸ 1ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 999 τῆς Πολιτ. Δικονομίας; Ἤθελε νὰ καθιερώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Σόλωνος, καὶ ἔτι περισσότερον, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Αἰγυπτίων, εἶχε καθιερωθῇ, ἤθελε νὰ παράσχῃ τὰ μέσα ταχείας ἐκτελέσεως εἰς τὰς ἀποφάσεις τὰς προελθούσας ἐξ ἐμπορικῶν συναλλαγῶν. Καὶ ἡ ἱστορία τοῦ Δικαίου ἀναφέρει, ὅτι ὁ Σόλων, μεταβὰς εἰς Αἴγυπτον, ἀντελήφθη ὅτι ἐκεῖ ἴσχυεν ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγὰς, καὶ ἐπανελθὼν εἰς Ἀθήνας ἐνομοθέτησε τὴν τοιαύτην προσωπικὴν κράτησιν, συνειδὼς ὅτι οὐχὶ μόνον διὰ τοὺς ἀδικηθέντας, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἐμπόρους δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι δίκαιον, νὰ ἀφίνηται ὁ δανειστὴς εἰς τὰς βραδύτητας τῆς συνήθους περὶ τὴν ἐκτέλεσιν διαδικασίας. Τὸ τοιοῦτον ἀνέγραψε καὶ ἡ Πολιτικὴ ἡμῶν Δικονομία. Ἡ Πολιτικὴ ἡμῶν Δικονομία ἐν τῷ ἄρθρῳ 999 ἀνέγραψεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐπιβάλλεται εἰς ὅλας τὰς δίκας, τὰς ἀφορώσας τὴν ἐμπορίαν καὶ τὰς συναλλαγματικὰς, ἄνευ διαφορᾶς προσώπων. Ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ ἐδαφίου τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σήμερον γίνεται λόγος; Καθαρῶς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου προκύπτει, ὅτι ἐνόησεν εἰς τὸ ἐμπόριον νὰ δώσῃ τὴν ταχίστην δυνατὴν ἐκτέλεσιν, διότι καὶ ὁ πιστώσας ἔμπορος ἔχει τὰ δικαιώματα αὐτοῦ καὶ δικαιοῦται ταχέως νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀπότισιν τῶν ἀπαιτήσεών του, ἵνα προβῇ εἰς ἔγκαιρον ἐξόφλησιν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ὀφειλομένων. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ ἐτέθη ἡ ἔννοια τῶν συναλλαγματικῶν, διότι ἐν ἑτέρῳ νόμῳ ἐθεσμοθετήθη, ὅτι ἡ συναλλαγματικὴ αὐτὴ αὕτη, ὡς ἔγγραφον, ἀποδεικνύει τὴν ἐμπορικότητα τῆς ἀπαιτήσεως, διὰ τὴν ὁποίαν κατηρτίσθη. Οὐδέποτε, πιστεύω, διενοήθη ὁ συντάκτης τοῦ νόμου, ὅτι ἤθελε γείνῃ ἡ κατάχρησις, ἥτις ἐγένετο ἐκ τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς τῆς λέξεως συναλλαγματικῆς, καὶ ὅτι καταρτίζων τις τὰς συναλλαγματικὰς, τὰς ὁποίας δικαίως, ἀλλὰ καὶ αὐστηρῶς, ἐχαρακτήρισεν ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἤθελεν ἀνοίξει τὴν θύραν εἰς τὰς ληστρικὰς — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν — καταχρήσεις, αἵτινες ἐκ τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς προέκυψαν. Ἡ κοινωνία ὁλόκληρος, Κύριοι, ἀπὸ πολλοῦ ἐμελέτησε τὴν κατάστασιν αὐτήν· δὲν περιέμενεν ἡ κοινωνία νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἐκ μελέτης, τὴν ὁποίαν ἤθελε καταρτίσει ἐπὶ τῇ βάσει στατιστικῶν πληροφοριῶν, δὲν περιέμενε νὰ μάθῃ, ἂν ἐκ τῶν συναλλαγματικῶν τελοῦνται τὰ ὄργια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὶν ἢ καταγγελθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πάντες γινώσκετε. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι ἐπὶ τοῦ τάπητος, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἴδομεν τοὺς νεανίσκους διαφθειρομένους, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἴδομεν τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἐκβιαζομένας εἰς πληρωμὰς τοιούτων χρεῶν, εἴδομεν τοκογλύφους ἐφορμῶντας κατὰ τῶν ἰδιωτικῶν περιουσιῶν, εἴδομεν αὐτοὺς ὑπεισερχομένους εἰς τὰς περιουσίας, διότι κατώρθωσαν νὰ πείσουν τοὺς ἀπείρους νέους νὰ προεξοφλῶσι τὴν πατρικὴν κληρονομίαν, καὶ εἴδομεν ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνετάραξαν ἀπὸ καιροῦ τὴν κοινωνικὴν συνείδησιν καὶ τελευταῖον κατέστησαν ἀναγκαῖον πλέον, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ παρέμβασις τοῦ νομοθέτου πρὸς περιστολὴν τῶν τοιούτων καταχρήσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, εἰς ἓν μόνον περιωρίσθη, εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ νὰ καταστείλῃ τὰς καταχρήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἐκ τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι τροποποιῶν τὰ ἄρθρα, περὶ ἑνὸς μόνον ἐμερίμνησε, νὰ περιορίσῃ τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νομοθέτης ἠθέλησεν ἐξ ὑπαρχῆς νὰ ὁρίσῃ, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐνομοθέτησε τὴν Πολιτικὴν ἡμῶν Δικονομίαν, μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀείποτε ὡς εὔλογα ἀνεγνωρίσθησαν, ὁσάκις ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐνομοθετήθη, δηλονότι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων διὰ τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγὰς καὶ κατὰ τῶν ἐμπόρων, οὕτω δὲ ἐφρόντισε νὰ ἀποκόψῃ ὅλας ἐκείνας τὰς πλαγίας ὁδοὺς, διὰ τῶν ὁποίων ἡ κατάχρησις ἐγέννησεν εἰς τὰς κοινωνίας ἀληθῆ μαρτύρια, διὰ τὰ ὁποῖα ἀείποτε καὶ ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀκόμη ἠκούσθησαν κραυγαὶ διαμαρτυρίας. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς εὗρεν, ὅτι ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχουσιν ἐπαρκῆ στοιχεῖα, ἵνα προβῶμεν περαιτέρω εἰς τὴν καταστολὴν τῶν καταχρήσεων. Ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ αὐτῆς, ἐθεώρησεν ὅτι ἡ μελέτη ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐν Ἑλλάδι εἶναι τόσον ὀπίσω, ὥστε ἀπαιτεῖται ἴσως χρόνος πολὺς καὶ στατιστικαὶ ἄφθονοι καὶ μελέται μακραὶ, ἵνα σχηματίσωμεν ἡμεῖς γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, χωρὶς οὐδόλως νὰ θέλω νὰ καταδικάσω τοὺς τὰ ἐναντία ὑποστηρίζοντας, φρονῶ ὅτι ἡ ἀντίρρησις ἡ ὑποβαλλομένη καὶ τείνουσα εἰς ἀναβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δὲν εἶναι σπουδαία, ἐὰν δὲ ἡ ἀναβλητικὴ αὕτη πρότασις συνδυασθῇ μὲ τὰς λοιπὰς σκέψεις, τὰς διατετυπωμένας ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ μὲ τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς οὐδὲν ἄλλο τείνει, ὡς ἀδιστάκτως πείθομαι, εἰμὴ εἰς ματαίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους ἐπικαίρως, νομίζω, μετὰ τὸ μακρὸν δικαιοστάσιον ἦλθε διὰ νὰ δώσῃ τέλος εἰς αὐτὴν τὴν κοινωνικὴν πληγὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως πολιτῶν ἐπὶ τῇ βάσει ψευδοσυναλλαγματικῶν. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν κατεκρίθη, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀνισότητος, τὴν ὁποίαν δῆθεν δημιουργεῖ, καὶ ἠκούσαμεν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς λέγοντος ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν τοὺς πεντακοσιομεδίμνους, ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν τοὺς θῆτας, καὶ ἐνῷ ἔχομεν τὸν ἐμπορικὸν καὶ τὸν βιομηχανικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος καὶ φόρους καταβάλλει καὶ πόνους ὑφίσταται, ἵνα συντελέσῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ὁ ἐμπορικὸς αὐτὸς κόσμος καὶ ὁ βιομηχανικὸς ὑστερεῖ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον, καὶ αὐτὸς μόνον θεωρεῖται ἄξιος τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσου ἐκτελέσεως, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι, οἱ πεντακασιομέδιμνοι ἢ οἱ ἄσωτοι υἱοὶ, ὅπως ἐλέχθη παρ’ ἄλλου, ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ μὴ ἐμπνεύσωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν αὐτὴν μέριμναν, ὅλοι ἐκεῖνοι ἀπαλλάσσονται, οὕτως εἰπεῖν, διὰ μονοκονδυλιᾶς νομοθετικῆς, καὶ αὐτοὶ δὲ δύνανται, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, μὲ τὸ μειδίαμα νὰ παρατηρῶσι τοὺς ἄλλους συρομένους εἰς τὰς φυλακὰς, νὰ ἐπιχαίρωσιν ἐπὶ τῷ κατορθώματι, καὶ αὐτοὶ οἱ ἀνάξιοι πρὸς ἐκείνους τοὺς ἐργαζομένους νὰ ἐπιδεικνύωσι τὸ γέρας τῆς νίκης. Ἡ τοιαύτη διατύπωσις δὲν μοὶ φαίνεται ἐπίσης σοβαρὰ, διότι παρακάμπτει τὴν δικαιολογητικὴν βάσιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς διαφοραῖς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας συνάδελφος, προκειμένου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, μᾶς διετύπωσεν ἀπόψε θεωρίαν πρωτότυπον, εἰς τὴν ὁποίαν προῆλθεν ἴσως ἐκ μελέτης αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δημιουργεῖται δικαίωμα παρεμφερὲς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ὑποθήκης ἢ τοῦ ἐνεχύρου, καὶ ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ὁ νομοθέτης ἐπὶ κεκτημένων δικαιωμάτων νὰ θέτῃ τὴν χεῖρα. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας συνάδελφος διετύπωσε, νὰ συμμερίζωνται ἕτερα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, μὴ ἐγκύψαντα εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἀρχαιοτέρου Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, δυνηθέντα δὲ ἴσως νὰ ἔχωσι τὴν γνώμην, ὅτι σήμερον ἡ προσωπικὴ κράτησις, ὅπου δήποτε καὶ ἂν ὑπάρχῃ, ἀποτελεῖ ἁπλῶς μέσον ἐκτελέσεως, μέσον τελείας ἐκβιάσεως τοῦ ὀφειλέτου εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ὀφειλομένων, οὐδὲν δὲ δικαίωμα γεννᾷ, οὔτε παρεμφερὲς πρὸς τὴν ὑποθήκην, οὔτε παρεμφερὲς πρὸς τὸ ἐνέχυρον οὔτε πρὸς ἄλλο τι, δυνάμενον νὰ παραβληθῇ πρὸς τὰ κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπαγορεύεται εἰς τὸν νομοθέτην ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ νόμου ἡμῶν ἐν γένει νὰ θίξωμεν. Ὑπῆρχεν ἄλλοτε τὸ nexum τῶν Ρωμαίων, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ὀφειλέτης διὰ τῆς εἰκονικῆς πωλήσεως μετεβίβαζε τὴν κυριότητα καὶ ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του καὶ τῆς περιουσίας του εἰς τὸν δανειστὴν καὶ συνέβαλλεν ἑαυτὸν εἰς δουλείαν, ἵνα ἐργάζηται παρὰ τῷ δανειστῇ μέχρις ὅτου ἀποτίσῃ τὰ ὀφειλόμενα. Ἦλθε κατόπιν ἡ διαδικασία, ἥτις ἐκανόνιζε τὸν τοιοῦτον θεσμὸν τοῦ nexum καὶ τῆς ἐπιθέσεως τῆς χειρὸς τοῦ δανειστοῦ ἐπὶ τοῦ ὀφειλέτου, ὁσάκις ἡ σύμβασις δὲν συνωμολογεῖτο, δικαστικῶς δὲ ἀνεγνωρίζοντο τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέκυπτον ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ δανειστοῦ ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ ὀφειλέτου. Ἀλλὰ ἀφ’ ὅτου ὁ πολιτισμὸς προέβη καὶ αἱ νομοθεσίαι ἐπελήφθησαν, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ χριστιανισμοῦ, τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὁ θεσμὸς ἀπέβαλεν ὅλην ἐκείνην τὴν ἀγρίαν μορφὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ πάλαι, καὶ κατέστη θεσμὸς καθαρᾶς ἐκτελέσεως, ἕνα μόνον σκοπὸν ἔχων, ἀντὶ νὰ ἀφήσῃ τὸν δανειστὴν νὰ τρέχῃ κατόπιν τοῦ ὀφειλέτου διὰ τῆς μακρᾶς διαδικασίας τῆς συνήθους ἐκτελέσεως, νὰ ἐκβιάζῃ αὐτὸν ἐν τῷ ἅμα, ἵνα πωλήσῃ, ὅσον δύναται, τὴν περιουσίαν αὐτοῦ πρὸς καταβολὴν τοῦ πρὸς τὸν δανειστὴν χρέους. Καὶ τοῦτο μὲν ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ ὀφειλέτου τὴν ἄμεσον, τοῦτο δὲ συνέτεινεν εἰς τὴν ταχεῖαν ἱκανοποίησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ δανειστοῦ, ὑπὸ πᾶσαν ὅμως ἔποψιν οὐδεμία νομοθεσία νεωτέρα δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀναγράφει ἐν ζητήματι ἐκτελέσεως δικαίωμα κεκτημένον ὑπέρ τινος δανειστοῦ ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ ὀφειλέτου αὐτοῦ, ἐκτὸς ἐὰν θελήσωμεν νὰ μεταφέρωμεν πάλιν σήμερον, ὑπερθεματίζοντες ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀρχαιοτέρας νομοθετικὰς ἰδέας, καὶ νὰ ἀπονείμωμεν εἰς τὸν δανειστὴν τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῆς ῥάχεως τοῦ ὀφειλέτου τὴν λίτραν τοῦ κρέατος, ἵνα πληρωθῇ. Ἅμα τὸν θεσμὸν περιορίσητε εἰς τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἡ νεωτέρα ἐπιστήμη ἔθεσε, δὲν εἶναι δυνατὸν, προκειμένου περὶ ἁπλοῦ μέσου ἐκτελέσεως, νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ νομιμότης τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον σήμερον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προκαλεῖ ἡμᾶς νὰ διαπράξωμεν. Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει κεκτημένον δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι θέλομεν ὀπισθοχωρήσει κατὰ 2000 ἔτη, ἵνα δεχθῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδεμία τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν παραδέχεται, καὶ οὐδεὶς δύναται εὐλόγως νὰ σταματήσῃ ἡμᾶς εἰς τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ δικαία μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως μᾶς προκαλεῖ. Ἐὰν ὅμως τὸ ἔργον τοῦτο ἐπικροτῶ, δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι καὶ σκόπιμον νὰ προβῶμεν εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον πρὸς ὑμᾶς, εἰς τὰ μέτρα τῆς ὁλοσχεροῦς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ, τὰ προτεινόμενα ὑπὸ μὲν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, τὴν ὁποίαν ἡ πάντοτε νεάζουσα καρδία αὐτοῦ, προκειμένου περὶ φιλελευθέρων ἰδεῶν, αἰσθάνεται, ὑπὸ ἄλλων, δὲ, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, οὐχὶ ἐκ τῆς αὐτῆς ἀφορμῆς ἀναχωρούντων, ἀλλὰ πρὸς ματαίωσιν ἴσως τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου τὸ μέσον αὐτὸ τῆς ταχείας ἐκτελέσεως, χωρὶς νὰ κλονίσωμεν ἐκ βάθρων τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἰδιώτου τὸ μέσον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὁσάκις πρόκειται κατὰ τοῦ θεματοφύλακος νὰ ἐνεργήσῃ ἐκτέλεσιν πρὸς ἀνάληψιν τῆς παρακαταθήκης, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἠμποροῦμεν νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἐξ ἀδικήματος ἔχει νὰ λάβῃ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν, δυνάμει διαταττούσης ἐγκατάστασιν εἰς ἀκίνητον ἀποφάσεως, ὁσάκις ἀπαντᾷ ὁ λαβὼν ἀπόφασιν τὴν ἀντίστασιν τοῦ καταδικασθέντος, ζητοῦντος παντὶ σθένει νὰ ματαιώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ δικαστήριον ἀπεφάσισε κατ’ αὐτοῦ, ὅταν ἔχωμεν πρόχειρον τὸ μέσον νὰ καταστείλωμεν τὴν ὅλως ἔκρυθμον ταύτην διαγωγήν. Ἄλλως οὐδὲν τῶν ἕνδεκα ἐδαφίων τοῦ ἄρθρου 999 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἔδωκέ ποτε ἀφορμὴν παραπόνων, οὐδεὶς παρεπονέθη ὅτι εἰς τὴν ῥάχιν αὐτοῦ ἐτελέσθη δυνάμει αὐτοῦ καταδολίευσις, μόνον δ’ ἐκ τοῦ ἐδαφίου Αʹ, τὸ ὁποῖον τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ἀρχιεπισκόπους καὶ τοὺς ἰατροὺς καὶ τοὺς καθηγητὰς καὶ τοὺς ἀνηλίκους μετέβαλεν εἰς ἐμπόρους, ἐγενικεύθησαν τὰ σκάνδαλα...
§162ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας.
§163ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω αἱ ἐπαρχίαι νὰ ἦναι ἀπηλλαγμέναι τῆς τοιαύτης λέπρας... Τὸ τίμιον ἐμπόριον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην τῆς ταχύτητος περὶ τὰς συναλλαγὰς καὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, οὐδόλως θίγεται· θὰ ἔχῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὡς μέσον ταχείας ἐκτελέσεως, θὰ δύνηται ὁ ἔμπορος νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ τὴν ταχίστην ἐκδίκασιν τοῦ ὀφειλέτου. Πᾶς ἄλλος ὅμως κεφαλαιοῦχος, ἀποκτήσας κατὰ μὴ ἐμπόρων τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δανείων του, δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἄξιος τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἠθέλησαν νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτόν. Ὁ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δανείσας πρὸς μὴ ἔμπορον ἐγίνωσκεν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβοηθήσῃ ἐμπορικὰς συναλλαγὰς, καὶ γινώσκων τοῦτο δὲν δικαιοῦται νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Πολιτείας τὴν προστασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔρχονταί τινες νὰ ζητήσωσιν, ὅπως ὁ νόμος ἐξακολουθήσῃ παρέχων. Ἡ Πολιτεία ὀφείλει πρὸς τὸν κεφαλαιοῦχον τὴν προστασίαν, διότι, ἐὰν ὁ ὀφειλέτης ἦναι ἄξιος συμπαθείας, καὶ ὁ δανειστὴς εἶναι ἄξιος ἐπίσης προστασίας, εἶναι ἄξιος μάλιστα προστασίας μείζονος, ἐν ὅσῳ δὲν προσκρούει εἰς τὴν προσωπικὴν τῶν ἄλλων ἐλευθερίαν. Διὰ τοῦτο δὲ ἐγὼ θὰ ἐλάμβανον τὸ θάρρος νὰ συστήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προνοήσῃ ἐγκαίρως περὶ μεταβολῆς εἰς τὰς διατάξεις περὶ ἐκτελέσεως, διότι καὶ ἐγὼ ἐννοῶ τὴν τελείαν ἐκτέλεσιν, ἐννοῶ νὰ περιβάλω τὰ κεφάλαια μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις καὶ μὲ διαδικασίαν ταχίστην, ἵνα φθάνωσιν εἰς τὸ συμπέρασμα ἀπροσκόπτως, νὰ μὴ βλέπῃ δὲ ὁ κεφαλαιοῦχος τὸ δίκαιον αὐτοῦ διακωμῳδούμενον, καθ’ ὃν τρόπον σήμερον διακωμῳδεῖται. Ἐννοῶ νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἐν Ἰταλίᾳ νομοθετηθέντα ἐπὶ συναλλαγματικῆς, ἵνα προσαγομένης τῆς συναλλαγματικῆς ἐνώπιον τοῦ Προέδρου ἐκδίδηται ἐπ’ αὐτῆς τῆς συναλλαγματικῆς, ὡς τίτλου ἐκτελεστοῦ, ἡ ἀπόφασις καὶ παραχρῆμα αὕτη ἐκτελῆται. Ἐννοῶ νὰ περισταλῇ ἡ κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως πολυγραφία, ἐννοῶ νὰ περισταλῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ὅπως κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ ὀρέξεις ματαιοῖ τὰς ἐκτελέσεις, καὶ ὁσάκις ἀκόμη δὲν προσάγωνται ἐνώπιον αὐτοῦ ἔγγραφα κυροῦντα τῶν ἀνακοπτόντων τὰς ἀξιώσεις, εὔχομαι δὲ νὰ περισταλῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ἐκτελέσεις καὶ νὰ ἀφίνῃ ἔκθετα τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε, ὅταν ἐπέλθῃ τὸ μοιραῖον τέλος τῆς ἐκτελέσεως μετὰ δεκαετίαν, νὰ ἔρχηται ὁ δανειστὴς νὰ καταταχθῇ καὶ νὰ μὴ εὑρίσκῃ τὴν ἀπαίτησίν του κεκαλυμμένην. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαῦτα αἰσθήματα μοὶ ἐμπνέει τὸ δικαίωμα τοῦ κεφαλαιούχου, δὲν δύναμαι νὰ προέλθω μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κεφαλαιοῦχος ἐκεῖνος εἶναι ἄξιος, ἵνα ὡς τάχιστα ἀνακτήσῃ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ θυλακίου του, καταπατῶν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἄλλου, καὶ ἐκβιάζων τὰς οἰκογενείας τῶν ὀφειλετῶν του, ὅταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ δάνεια ἐκεῖνα, τὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον καταρτισθέντα, μετέσχον τῆς ἐννοίας τοῦ ναυτικοῦ δανείου, καὶ διὰ τοῦτο παρὰ τοιούτων κεφαλαιούχων ἐζητήθησαν ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως συμβαδίζουσιν οὔτε μετὰ τῆς καλῆς πίστεως, οὔτε μετὰ τῆς εὐσυνειδήτου τοποθετήσεως τῶν κεφαλαίων, οὔτε μετὰ τῆς φιλανθρωπίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς δανειστὴς ἀπέναντι τοῦ ὀφειλέτου αὐτοῦ. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον, διότι πέποιθα ὅτι ἡ συνείδησις τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχει τελείως μορφωθῆ, οὐδὲ πιστεύω, ὅτι ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς θέλει ἀποδυσπετήσει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον κοινωνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει σήμερον, δὲν πιστεύω δὲ ὅτι τὸ προβληθὲν σύστημα τῆς καταργήσεως ὁλοσχερῶς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δὲν θὰ ἐκτιμηθῇ δεόντως, καθόσον προεβλήθη, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι ἐξ ἁγνοῦ σκοποῦ, ὑπὸ ἰδεῶν φιλελευθέρων, ἀλλ’ ἐκ προθέσεως ἀνατροπῆς τοῦ προβαλλομένου νομοθετήματος. Διὰ τοῦτο ἐνταῦθα σταματῶ ἐπὶ τοῦ γενικοῦ μέρους, καὶ νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον, ὡς λαβὼν τὴν τιμὴν νὰ μετάσχω τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον τῇ εὐμενεῖ ἐπινεύσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ὑπεραπολογηθῶ τῶν ἄρθρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ τροπολογηθῶσιν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον καταστῇ κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς τελειότερον. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἐν ἄρθρῳ πρώτῳ ὑποβάλλεται τροπολογία ὡς πρὸς τὸ βʹ ἐδάφιον, καὶ ζητεῖται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐξετασθῇ ἐπιμελέστερον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ κανονισμὸς τοῦ βάρους τῆς ἀποδείξεως διὰ τὴν ἐμπορικὴν ἰδιότητα. Τὸ νομοσχέδιον ἀπεδέχθη τὴν ἀπαγγελίαν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μόνον κατὰ τῶν ἐμπόρων καὶ δι’ ἐμπορικὴν αἰτίαν, ἐπειδὴ δὲ πάντως πᾶς ἔμπορος, καὶ δι’ ἐμπορικὴν αἰτίαν ἐναγόμενος, θέλει ζητήσει νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τῆς ἐπιδιωκομένης κατ’ αὐτοῦ προσωπικῆς κρατήσεως, ἐπελήφθη τοῦ κανονισμοῦ τοῦ βάρους τῆς ἀποδείξεως, ἐπιληφθεῖσα δὲ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ τοιούτου κανονισμοῦ, ἐστάθη ἐπὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ αἰτῶν βαρεῖται τῇ ἀποδείξει. Τίς ζητεῖ τὴν προσωπικὴν κράτησιν; ὁ δανειστής· ὁ δανειστὴς προσέρχεται εἰς τὰ δικαστήρια καὶ λέγει ὅτι ἔχει λαμβάνειν παρ’ ἐμπόρου καὶ δι’ ἐμπορικὴν αἰτίαν. Τὸ σύνολον τῶν γεγονότων τούτων, τὰ ὁποῖα ἐκθέτω, ἀποτελεῖ ὄχι μόνον βάσιν τῆς ἀγωγῆς διὰ τὴν ἀπαίτησιν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ βάσιν τῆς ἀγωγῆς καὶ διὰ τὴν αἰτουμένην προσωπικὴν κράτησιν, καὶ ἐπὶ ταῖς βάσεσι ταύταις τὸ νομοσχέδιον λέγει εἰς αὐτὸν τὸν αἰτοῦντα τὴν καταδίκην τοῦ ὀφειλέτου του καὶ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπαγγελίαν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως νὰ ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλει εἰς τὸ δικαστήριον. Ἀλλὰ ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ σᾶς λέγει: «πῶς, ἂν εἰς τὴν συναλλαγματικὴν ἢ τὸ γραμμάτιον ὁ ὀφειλέτης προσυπογράψῃ ὅτι δι’ ἐμπορικὴν αἰτίαν ἐδανείσθη, δὲν εὑρίσκετε ὅτι ἐντεῦθεν προκύπτει ἀπόδειξις περὶ τῶν λεγομένων τοῦ ἐνάγοντος, καὶ ὅτι πρέπει ὁ ἐναγόμενος νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον τῆς ὁμολογίας, τὴν ὁποίαν ὁ ὀφειλέτης διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ ἐκύρωσεν;» Εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους, διατυπουμένους ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, διακόπτων ἀπήντησεν ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρέστησεν εἰς τὸν εἰσηγητήν, ὅτι, προκειμένου περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἤτοι περὶ ζητήματος δημοσίας τάξεως, αἱ τοιαῦται ὁμολογίαι οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀξίαν, καὶ εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον παντοῦ, προκειμένου περὶ ζητήματος δημοσίας τάξεως, θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτον συζητήσεως. Μήπως ἐπὶ ζητημάτων διαζυγίου ἐπίσης δημοσίας τάξεως, ἐὰν ἐπέλθῃ ὁμολογία τοῦ ἐναγομένου, ἡ ὁμολογία αὕτη λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου; Μήπως εἰς ζητήματα περὶ κύρους γάμου αἱ ὁμολογίαι εἶναι ἀποδεικτικὰ μέσα, δυνάμενα νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ σταματήσωσι τὴν δικαστικὴν ἐνέργειαν, ὅπως ἐν τῷ ἅμα περατωθῇ ἡ δίκη; Ἀλλ’ ἂν ἐπὶ ζητημάτων τοιούτων ἔχωμεν περιπτώσεις δημοσίας τάξεως, ὑπάρχει τι ἀνώτερον τοῦ ζητήματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἐρχόμενον νὰ μὴ ἔχῃ μηδεμίαν ἀξίαν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀποδείξεως; Οὐδεμίαν ἄλλην ἔννοιαν εὑρίσκω εἰς τοὺς λόγους τῆς ἐπιτροπῆς ἢ ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ καταρτισθῶσιν αἱ στατιστικαὶ ὅλαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ νὰ γείνουν ὅλα τὰ σκοπὸν ἔχοντα τὴν ματαίωσιν τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου· διότι βεβαίως δύνανται αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἐξ ὅλης τῆς κοινωνίας ἔρχονται μέχρις ἡμῶν, νὰ ἔχωσι τὴν δύναμίν των, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄνευ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κινδυνεῦον κεφάλαιον, τὸ κεφάλαιον τὸ ὁποῖον βλέπει τὰς ἀποπείρας αὐτοῦ ματαιουμένας, ἔχει καὶ αὐτὸ τὴν δύναμίν μου, καὶ παραπονεῖται ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ τῆς τοιαύτης μεταβολῆς τοῦ βάρους τῆς ἀποδείξεως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁπλισθῇ δι’ ἄλλων παρεμφερῶν διατάξεων, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἔφεσις κατὰ τῶν προδικαστικῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως ἀποφάσεων, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ ἀνασταλτικὴν δύναμιν ἡ κατὰ τοιούτων ἀποφάσεων ἔφεσις, καὶ ὅτι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι δίκαιον καὶ συμφέρον διὰ τὸν δανειστὴν νὰ λάβῃ οὗτος μίαν πρωτόδικον ἀπόφασιν, διατάσσουσαν προσωπικὴν κράτησιν, νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις, δυνάμει τῆς προσωρινῆς ἐκτελέσεως, ἥτις παρέχεται ὑπὸ τῶν νόμων εἰς τὰς ἀποφάσεις ἐπὶ ἐμπορικῶν διαφορῶν, νὰ συλληφθῇ ὁ ὀφειλέτης, νὰ ἐκβιασθῇ ἡ οἰκογένειά του εἰς τὴν καταβολὴν, καὶ ἔπειτα ἂς ἔλθῃ τὸ Ἐφετεῖον νὰ μεταρρυθμίσῃ· θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἔνστασιν τοῦ συμψηφισμοῦ, προβαλλομένην ὑπὸ τοῦ δανειστοῦ κατὰ τοῦ ὀφειλέτου, διότι, ὅταν ἡ ὀφειλὴ ᾖναι ἀναμφισβήτητος καὶ ἅπαξ ὁ δανειστὴς πληρωθῇ, μεταρρυθμιζομένης τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἔνστασις τοῦ συμψηφισμοῦ. Ταῦτα ἀρκοῦσιν, ὅπως κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἀμειλίκτως ἀπορριφθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 999 § 1, περὶ τοῦ ὁποίου τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκρινεν ὅτι ἔδει νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ, δὲν λαμβάνει πρόνοιαν ἵνα ἀναγράψῃ ῥητὴν εἰς αὐτὸ τροπολογίαν, ἐγὼ θὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἰδιαιτέρως δὲ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλον περὶ τούτου παρομοίαν γνώμην. Παρετήρησα ὅτι ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 732 τῆς Πολ. Δικονομίας, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὰς ἐπὶ ἐμπορικῶν δικῶν ἐκδιδομένας ἀποφάσεις παρομαρτεῖ ἡ προσωπικὴ κράτησις κατὰ τοῦ ἡττηθέντος διαδίκου, δὲν ἐκρίθη ἐπαρκὲς οὐδὲ ὑπὸ τοῦ συντάκτου τῆς Πολ. Δικονομίας, ἵνα καθαρῶς διαγράψῃ περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐπιτρέπεται, διὰ τοῦτο δὲ ὁ Γερμανὸς συντάκτης τοῦ ἄρθρου 732, καθορίζων ἐν ἄρθρῳ 999 τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐκ τοῦ νόμου ἐπιτρέπεται, δὲν ὤκνησε νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς τὰς ἐμπορικὰς διαφορὰς καὶ εἰς συναλλαγματικὰς ἡ προσωπικὴ κράτησις ἀπαγγέλλεται, δὲν πιστεύω δὲ, Κύριοι, νὰ ἐπανέλαβε τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, οὐδὲ νὰ ἠθέλησεν, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἔννοιαν ταύτην καὶ διατυπῶν αὐτὴν ἐκ νέου, νὰ εὐνοήσῃ τὰς συναλλαγματικὰς, καὶ τὰς συναλλαγματικὰς, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον συζητοῦμεν, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἂν ὁ συντάξας τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν ὑπώπτευε, καθ’ ἣν στιγμὴν συνέτασσε τὸ ἄρθρον 999, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἡ οἰκτρὰ κατάχρησις τῆς πρώτης αὐτοῦ παραγράφου, βεβαίως ἤθελεν ἀνατρέψει τὸ μελανοδοχεῖον καὶ ἤθελε θραύσει τὸν κάλαμον αὐτοῦ, πρὶν ἢ σκεφθῇ νὰ διατυπώσῃ τὴν ἀτυχῆ διάταξιν, περὶ τῆς ὁποίας ἀσχολούμεθα σήμερον. Εἰς τὸ ὄγδοον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου—διότι αἱ ἄλλαι τροπολογίαι ἀνάγονται εἰς ἀλλαγὰς λέξεων — ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἐκτελεσθῆ συντηρητικὴ προσωπικὴ κράτησις, νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ δανειστὴς εἰς τὴν ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς περὶ κύρους τῆς ἀπαιτήσεως καὶ τοῦ ἐκτελεσθέντος συντηρητικοῦ μέτρου ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀντὶ τριῶν. Καθ’ ἃ ἐνθυμοῦμαι, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καταρτίζων τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, τὸ πρῶτον τοιαύτην τινὰ προθεσμίαν εἶχεν ἀναγράψει, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπή, ἡ μετ’ αὐτοῦ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ ἔργον του, συνεβούλευσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς εὐμενῶς ἀπεδέχθη, ἡ προθεσμία αὕτη νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ τριήμερον. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ὅταν τις ἔρχηται καὶ ἐκτελῇ τὸ βαρύτατον τῶν συντηρητικῶν μέτρων, τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ ὀφειλέτου, ἀφοῦ προηγουμένως ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν δικαστικὴν ἀρχὴν, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἄδειαν αὐτῆς, ἀφοῦ προετοιμάσῃ ὅλα τὰ πραγματικὰ γεγονότα καὶ ὅλας τὰς ἀποδείξεις, δι’ ὧν θέλει πείσει τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ἵνα ἐκδώσῃ τὴν ἄδειαν, δὲν δύναται οὗτος εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι χρειάζεται ὀκτὼ ἡμέρας, ἵνα διατυπώσῃ τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ δι’ ἀγωγῆς καὶ ἔλθῃ κατόπιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δίκαιά του· τὰ δίκαιά του τὰ γινώσκει καὶ τὰ ὑπέβαλεν ἤδη εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ περιμένῃ ὁ ὀφειλέτης ὀκτὼ ἡμέρας εἰς τὰς φυλακὰς, ἕως ὅτου δόξῃ τῷ δανειστῇ νὰ λάβῃ ἓν φύλλον χαρτοσήμου καὶ καταστρώσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα διεκδικεῖ. Τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦ μέτρου ἀπαιτεῖ ἐξαιρετικὴν συντομίαν εἰς τὴν προθεσμίαν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9, Κύριοι, προτείνει τροπολογίαν ἡ ἐπιτροπὴ, ἵνα ἀμέσως ὁ συλληφθεὶς ὀφειλέτης, προσαγόμενος ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, εἰσάγηται εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον πρέπει ἀμέσως καὶ ἐπ’ ἀκροατηρίου νὰ ἐκδίδῃ τὴν ἀπόφασίν του. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη πρόνοια λαμβάνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐπιταχυνθῇ ἡ διαδικασία, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τὸ δικαστήριον ἡ ὑποχρέωσις, ἐν τῷ ἅμα συνερχόμενον, νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, παρατηροῦμεν μίαν πρόνοιαν ἔκτακτον, μήπως ὁ ὀφειλέτης οὗτος ἀπολυθῇ, καὶ προσθέτως διατάσσεται «ἵνα μὴ ἀπολύηται ὁ ὀφειλέτης, ἀλλὰ κρατῆται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολ. Δικονομίας μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως». Ἀλλὰ μήπως τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λέγει ἄλλο τι; Ἕν μόνον προνοεῖ, νὰ συστήσῃ ταχεῖαν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀντιρρήσεων, οὐδὲ δύναται νὰ κατανοηθῇ ἢ ἐν τῷ ἅμα καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν σύγκλησις τοῦ δικαστηρίου, ἵνα ἀποφανθῇ, ἐπὶ τῶν γενομένων ἀντιρρήσεων· ὅταν δὲ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον μεταχειρίζηται τὴν ῥῆσιν, ὅτι ὁ συλλαμβανόμενος προσάγεται ἀμέσως ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν τοῦ μέρους τῆς ἐκτελέσεως, ὅστις παραχρῆμα παραπέμπει τὰς ἀντιρρήσεις εἰς τὸ παρ’ αὐτοῦ συγκαλούμενον δικαστήριον», δὲν πιστεύω ὅτι προκειμένου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως ὑπάρχει ἀνάγκη μείζονος προνοίας, ἵνα ἀσφαλισθῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ ὀφειλέτου, περὶ τοῦ ὁποίου ἀρκοῦσαν πρόνοιαν ἔλαβε τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, περιορίσαν ἀκόμη καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς συντηρητικῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ αὐτὰς τὰς προθεσμίας πρὸς ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι προκειμένου περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας θὰ δειχθῇ ἀμελὴς ὁ Πρόεδρος, καὶ οἱ δικασταὶ προσκαλούμενοι θὰ λέγωσιν ὁ εἷς μὲν, ὅτι θὰ κάμῃ τὸν περίπατόν του, καὶ ὁ ἄλλος ὅτι δὲν εὐκαιρεῖ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ δικαστήριον διὰ νὰ ἐκδοθῶσιν αἱ ἀποφάσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἰς παρομοίας περιπτώσεις τάχιστα ἐπιβάλλονται. Ἀείποτε τὰ δικαστήρια ἀπεφάσισαν ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας, προκειμένου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, εἰς περιστάσεις δὲ, κατὰ τὰς ὁποίας ἐδέησε καὶ ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν νὰ εἰσαχθῇ ζήτημα παρόμοιον, ἀείποτε εἴδομεν τὸ Ἐφετεῖον ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας καὶ εἰς ἐκτάκτους συνεδριάσεις συγκαλούμενον καὶ ἐρχόμενον καὶ ἀμέσως λῦον τὰς τοιαύτας διαφορᾶς. Μὴ θέλωμεν δὲ νὰ θέσωμεν εἰς τὴν ῥάχιν τῶν δικαστῶν διατάξεις, αἵτινες δυνατὸν νὰ προκαλέσωσι κατ’ αὐτῶν μέτρα μὴ ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἐνδεικνυόμενα καὶ μὴ δικαιολογούμενα, διότι εὐθὺς ὡς θέσητε τοιαύτας διατάξεις, οἵας θέλει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐγκαταστήσῃ, καὶ ὑπάρχωσι ζητήματα πολύπλοκα, ἀπαιτοῦντα μελέτην τινὰ ἐπιμελεστέραν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, θὰ θέσητε τὸ δικαστήριον εἰς μίαν ἀμφιβολίαν, ἢ ἐπιπολαίως νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα καὶ νὰ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεως, ἐνῷ ὑπάρχει περίπτωσις, καὶ περίπτωσις ἴσως δικαιοτάτη, πρὸς τήρησιν τοῦ ἐπιβληθέντος μέτρου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἢ νὰ ἐκτεθῇ τὸ δικαστήριον εἰς πειθαρχικὴν καταδίωξιν, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν πειθαρχικὴν παράβασιν διέπραξε. Νομοθετοῦντες ἐντεῦθεν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ αἰσθανώμεθα καὶ πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὴν ἐκτίμησιν, ἡ ὁποία προσήκει εἰς αὐτήν. Καὶ ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτου νομοθετήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ πεῖρα μᾶς ἀπέδειξε τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἀείποτε ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔλαβε πρὸς προστασίαν τοῦ ὀφειλέτου, εἶναι πολὺ μάταιον νὰ θελήσωμεν νὰ στενοχωρήσωμεν τὸν δικαστήν, τάσσοντες εἰς αὐτὸν διορίας καὶ μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς. Ἡ ἐπιτροπὴ, Κύριοι, κατὰ πλειονοψηφίαν ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν πρέπει τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ἐνώπιον ἡμῶν, νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, καὶ ὅτι τοὐναντίον πρέπει διὰ ῥητῆς διατάξεως νὰ ἀναγραφῇ, ὅτι διὰ τὰ δίκαια, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει προγενεστέρα ἀπόφασις, ἀπαγγέλλουσα προσωπικὴν κράτησιν, ἡ ἀπόφασις αὕτη πρέπει νὰ μείνῃ ἰσχυρὰ καὶ πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἔκτακτον ἀληθῶς μέριμναν ἀποδείξασα διὰ τὰ δίκαια τὰ κυρωθέντα μέχρι τοῦδε δι’ ἀποφάσεως, — ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ γεγονότος τούτου, —ἀφίνει ἓν κενὸν ἐν τῇ διατάξει, τὴν ὁποίαν διετύπωσε, διότι προνοεῖ περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τῆς ἀπαγγελθείσης ἤδη δι’ ἀποφάσεως, προνοεῖ περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τῆς δυναμένης ν’ ἀπαγγελθῇ διὰ τὰς δημιουργηθησομένας σχέσεις ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νέου νόμου, δὲν προνοεῖ ὅμως διὰ τὰς σχέσεις τὰς δημιουργηθείσας ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ νόμου, καὶ αἵτινες δὲν ἔτυχον μέχρι τοῦδε τῆς δικαστικῆς κυρώσεως. Ὡς πρὸς αὐτὰ εὐκόλως παρατηρεῖ τις, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀφῆκεν ἕν κενὸν, δὲν θὰ βλάψῃ ὅμως τὸ κενὸν, διότι δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ σταθῇ πρὸ τῆς τοιαύτης τροπολογίας ἐπὶ μακρόν. Ὅτε ἐν Ῥώμῃ, μετὰ τὰς ἀσχημίας, τὰς ὁποίας οἱ δανεισταὶ διέπραξαν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν αὐτῶν, προεκλήθη θόρυβος καὶ συγκίνησις, καὶ ὁ νομοθέτης ἀπεφάσισε νὰ ἐπέμβῃ, ἵνα καταστείλῃ τὰ τελούμενα ὄργια, κυρίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν διὰ συμβάσεως μεταβίβασιν τῆς προσωπικότητος τοῦ ὀφειλέτου καὶ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ πρὸς τὸν δανειστὴν, ἐθεσμοθετήθη εἷς νόμος, Παιτίλιος καλούμενος (lex Paetilia), καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος καθώριζε πλέον τὰ τοῦ vetum, τὰ τῆς τοιαύτης συμβατικῆς μεταβιβάσεως τοῦ προσώπου τοῦ ὀφειλέτου καὶ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ πρὸς τὸν δανειστὴν, εἶπε δὲ, ὅτι καὶ τὸ παρελθὸν περιλαμβάνεται εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς, οἱ ὑπὸ τοιαύτας δὲ συνθήκας διατελοῦντες δοῦλοι τῶν δανειστῶν ἠλευθερώθησαν.
§164ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν καταργηθῇ ἡ κεφαλικὴ ποινὴ, θὰ ἐκτελέσητε τὰς ἀποφάσεις τὰς ἐκδιδομένας;
§165ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ προέλαβεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς κεφαλικῆς ποινῆς, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς φιλοσοφοῦντας περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι ἐν τῇ ποινικῇ νομοθεσίᾳ ὅ,τι ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐν τῇ ἀστικῇ.
§166ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καταργοῦμεν ἐδῶ τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως;
§167ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς περιπτώσεις, διὰ τὰς ὁποίας καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις, βεβαίως τὸν καταργοῦμεν. Ὅταν εὑρίσκωμεν, ὅτι εἶναι τερατῶδες καὶ ἀνήθικον τὸ νὰ δύνηταί τις δι’ ἑνὸς τεμαχίου χάρτου, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τὰς ὁποίας ὁ νομοθέτης προεῖδε, μόνον δὲ διὰ τῆς δολιότητος τοῦ δανειστοῦ καὶ διὰ τῆς ἀσθενείας τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ὀφειλέτου, νὰ δημιουργῇ περιπτώσεις προσωπικῆς κρατήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις νὰ διατηρήσῃ τὰ μέσα, τὰ ἥκιστα ἠθικὰ, περὶ τῶν ὁποίων τοιαύτην πρόνοιαν ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ὁλοκλήρου τῆς ἱστορίας, Κύριοι, τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, νομοθετοῦντες περὶ αὐτοῦ, ὅπως ἀφήσωμεν εἰς τοὺς τοκογλύφους τὸ δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσωσι καταπιέζοντες; Εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως σεβασθῶμεν τὰς τοιαύτας σχέσεις, τὰς προφανῶς ἀνηθίκους, τὰς σχέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐζήτησαν ἐκ τοῦ σαρκίου τοῦ ὀφειλέτου νὰ κόψωσι νόμισμα, καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτοὺς, ὅτι θὰ προστατευθῶσιν ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἐκτάκτου τούτου μέτρου τῆς ἐκτελέσεως;
§168ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα μίαν εἰδικὴν περίπτωσιν, μὴ προβλεπομένην...
§169ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ τιμίων συναλλαγῶν, περὶ τῶν περιπτώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀναγνωρίζει, ποῖος δανειστὴς θὰ πάθῃ τι;
§170ΔΟΥΝΗΣ. .. Διότι δύναται εἷς ὀφειλέτης νὰ φέρῃ τὴν ἔνστασιν, ὅτι δὲν εἶναι ἔμπορος σήμερον· ἀλλ’ ἐὰν ἦτο ἔμπορος, καθ’ ὃν χρόνον συνήφθη τὸ χρέος;...
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§172ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχωμεν τοιαύτην γνώμην περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων, διὰ τὰς ὁποίας καταργοῦμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν, εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῶμεν πρὸ τῶν τοιούτων ἀξιώσεων καὶ νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς δανειστάς: «ἐξακολουθήσατε ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου βασανίζοντες ἐκείνους, τοὺς ὁποίους περιεπλέξατε εἰς τὰ δίκτυα ὑμῶν»; Ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις νόμου, οἴκοθεν συνεπαγομένη τὴν ἀναδρομικὴν ἰσχὺν, αὕτη εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, μέτρου ἐκτελέσεως ἀποτελοῦντος θεσμὸν οὐχὶ δημοσίας, ἀλλὰ δημοσιωτάτης, ἂς εἴπω, τάξεως. Ἐὰν δὲ ἐνώπιον τῆς τοιαύτης φύσεως τοῦ θεσμοῦ πρὸς στιγμὴν σκεφθῶμεν νὰ ὀπισθοχωρήσωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς θὰ περιορισθῇ διὰ μόνον τὸ μέλλον, διττὸν θὰ ἔχωμεν κίνδυνον· πρῶτον νὰ ἴδωμεν τὸν κόσμον σωρηδὸν ἀπαγόμενον εἰς τὰς φυλακάς...
§173ΔΟΥΝΗΣ. Διατί;
§174ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις αἱ ἐκκρεμεῖς, μὴ ἔχετε τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι αἱρομένου τοῦ δικαιοστασίου θὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας πρὸς ἐκτέλεσιν... Θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ ἕτερον κίνδυνον, τὸν ἐκ τῆς προχρονολογήσεως, διὰ νὰ ἔλθωσι κατόπιν οἱ δανεισταὶ, οἱ καταδολιευόμενοι τὸ πᾶν, νὰ εἴπωσιν, ὅτι πρὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1899 ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα. Καὶ ἰδοὺ νέα μέθοδος ἐκβιάσεως, ἵνα διαιωνισθῇ τὸ κακὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐκλήθημεν νὰ προνοήσωμεν. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἡ προβαλλομένη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τροπολογία θὰ γείνῃ δεκτή. Ἀλλ’ ἤκουσα καὶ ἕτερον παράπονον, ἤκουσα τὸ παράπονον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς ἐπίμετρον τῶν ἄλλων, ἵνα ἀνακόψῃ τὸν δρόμον ἡμῶν καὶ ἀφήσῃ ἀνενοχλήτους ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἐξεμεταλλεύθησαν τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως πρὸς καταπίεσιν τῶν ὀφειλετῶν των: «Πῶς καταργεῖτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τὴν μὴ ἀπαγγελλομένην δι’ ἐμπορικὴν αἰτίαν καὶ κατὰ ἐμπόρων, καὶ τὴν ἀφίνετε εἰς χεῖρας τῶν Τραπεζῶν; Δὲν εἶναι ἀνακόλουθον τοῦτο; Ἀφοῦ ὁμιλεῖτε περὶ θεσμοῦ δημοσίας τάξεως, εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε, ὅτι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν δὲν ὑπάγονται καὶ αἱ Τράπεζαι;» Ἀλλὰ λησμονοῦσι, Κύριοι, οἱ τὰ τοιαῦτα λέγοντες τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σήμερον. Ἠκούσατέ ποτε, Κύριοι, παράπονα καταχρήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν; (θόρυβος). Ἠκούσατε, ἐπαναλαμβάνω, παράπονα κατὰ Τραπεζῶν ὡς τοκογλυφικῶς δανειζουσῶν; (διακοπαί). Ὁσαςδήποτε διακοπὰς καὶ ἂν κάμητε, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω, θὰ τὸ εἴπω. Δὲν συγκινοῦμαι ἐκ τῶν διακοπῶν. Ἀναπτύξατε, ὅσοι ἐπιθυμεῖτε, τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν γνωρίζω, λάβετε ὅμως προηγουμένως τὸν κόπον νὰ ἐξετάσητε πόσαι ἐκτελέσεις διὰ προσωπικῆς κρατήσεως γίνονται ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν. Εἶναι σπανιωτάτη ἡ ὑπ’ αὐτῶν χρῆσις τοῦ τοιούτου μέτρου.
§175ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶναι αὐτά! τί σπανιωτάτη;
§176ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, γινώσκω ὅτι εἶσθε θαυμαστὴς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι ἐπανειλημμένως ἐξηγήσατε τοῦτο, καὶ μὴ διακόπτετε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι θαυμαστὴς τῆς καταχρήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἄφετέ με νὰ εἴπω τὰς ἰδέας μου. Ἐὰν πλανῶμαι, βεβαιώθητε ὅτι πλανῶμαι καλῇ τῇ πίστει. Θὰ παρέλθητε ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ θὰ εἴπητε ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς νομίζετε ὡς ὀρθὰ, ἵνα ἀνατρέψητε ὅσα ἂν εἴπω πρὸς ὑμᾶς. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, — καὶ βεβαιώθητε ὅτι ἐπὶ τούτου ἔχω μείζονα πεῖραν ὑμῶν, — εἶναι τοῦτο, ὅτι οὐδέποτε προέκυψαν παράπονα κατὰ Τραπέζης, ὅτι κατεχράσθη τὴν θέσιν αὐτῆς ὡς κεφαλαιούχου, ἵνα προέλθῃ εἰς τοκογλυφικὰς συναλλαγὰς καὶ ἐκβιάσῃ τοὺς ὀφειλέτας ἢ τὰς οἰκογενείας τῶν ὀφειλετῶν εἰς πληρωμὴν (θόρυβος). Ἐὰν δὲ αἱ Τράπεζαι, ἐκτὸς τῶν καθαρῶς ἐμπορικῶν συναλλαγῶν, ἔχωσι καὶ συναλλαγὰς πρὸς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς παροχῆς δανείων πρὸς γεωργοκτηματίας ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ νόμου διὰ τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν δὲν ἐθεσμοθετήθη ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν, οὐδὲ αἱ Τράπεζαι ἔδειξαν μέγιστον ἔρωτα πρὸς τὸν τοιοῦτον θεσμὸν, ἀλλ’ ἐπεβλήθη εἰς αὐτὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ χάριν αὐτῶν τῶν γεωργοκτηματιῶν καὶ διὰ τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν ὑπήχθησαν τὰ γραμμάτια αὐτῶν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁσάκις καθυστέρησις ὑπῆρξεν ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν πρὸς τὰς Τραπέζας, ἀείποτε αἱ Τράπεζαι ἔδειξαν τὴν μεγίστην μακροθυμίαν, ἀείποτε περιέμειναν αὐτοὺς, καὶ μόνον ὁσάκις ἐγίνωσκον ὅτι ὑποκρύπτοντες τὴν περιουσίαν αὑτῶν διὰ μεταβιβάσεως πρὸς ἄλλους ἐζήτησαν νὰ νοσφισθῶσιν οἱ ὀφειλέται κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἐλαχίστῳ τόκῳ ἡ Τράπεζα παρέσχεν εἰς αὐτοὺς, τότε μόνον, πρὸς ἐκφόβησιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, σπανιώτατα δὲ καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν, αἱ Τράπεζαι μετεχειρίσθησαν τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐπιτρέπει εἰς αὐτὰς, καὶ τότε μόνον κατώρθωσαν ἀμέσως νὰ πληρωθῶσιν· οὐδέποτε μετεχειρίσθησαν τὴν πίεσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οἱ τοκογλύφοι ἐξήσκησαν ἐπὶ τῶν ὀφειλετῶν αὑτῶν, ζητοῦντες οὗτοι οὐχὶ παρ’ αὐτῶν κυρίως, ἀλλὰ παρὰ τῶν οἰκογενειῶν των, τὴν ἐκβίασιν τῆς πληρωμῆς λύτρων πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν φυλακισθέντων ὀφειλετῶν...
§177ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὥστε θεωρεῖτε ἀπειλητικὸν μέσον τὴν προσωπικὴν κράτησιν;
§178ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς Τραπέζας, διὰ τὴν ταχύτητα τῶν συναλλαγῶν, ὡς τοιοῦτον ἐχρησιμοποιήθη.
§179ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅλον τὸ σύστημα τότε κρημνίζεται.
§180ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀντιπρόσωπος τῶν Τραπεζῶν!
§181ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῶν Τραπεζῶν. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἔλθω ἐδῶ, ἵνα ὑποστηρίξω ἄλλο τι, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησίς μου καὶ τὸ καθῆκόν μου, ὡς Βουλευτοῦ, ὑπαγορεύουσι.
§182ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Καλογερόπουλε, σᾶς ὑπαγορεύει ἡ συνείδησίς σας νὰ λέγητε, ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐκτὸς τῶν Τραπεζῶν εἶναι τοκογλύφοι;
§183ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ διὰ συναλλαγματικῶν δίδοντες πρὸς μὴ ἐμπόρους καὶ μὴ ὄντες τοκογλύφοι εἶναι ἐξαίρεσις.
§184ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τὸν τόπον σας.
§185ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν μόνον τί γίνεται εἰς τὰς Ἀθήνας.
§186ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γινώσκετε ὅτι ἀντιπροσωπεύω ἐπαρχίαν. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ποιούμενος τὴν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 10, νομίζω ὅτι συμμορφοῦται πρὸς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὡς Κυβέρνησις, διότι ὅλαι αἱ παροχαὶ πρὸς γεωργοκτηματίας δὲν εἶναι συνέπεια νόμου μονομερῶς ψηφισθέντος καὶ ἀναγράφοντος περιπτώσεις προσωπικῆς κρατήσεως διὰ τὰς παροχὰς πρὸς γεωργοκτηματίας, ἀλλ’ ἐγένοντο συνεπείᾳ συμβάσεων, κυρωθεισῶν διὰ νόμων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὰς Τραπέζας, ἵνα ἐκτελέσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεδέχθησαν νὰ ἐκτελέσωσιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ Κράτος, νὰ σεβασθῇ ὅ,τι τοιουτοτρόπως παρεχώρησε.
§187ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπεβλήθησαν ταῦτα διὰ νόμου ἀπέναντι προνομίου.
§188ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Αὐτὸ ὑποστηρίζω, ὅτι αἱ Τράπεζαι ὑπεχρεώθησαν πρὸς τοῦτο καὶ ἐξετέλεσαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νὰ ἔλθῃ νομοθέτης νὰ εἴπῃ πρὸς τὰς Τραπέζας, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τῷ εὐτελεστέρῳ τῶν τόκων κατέβαλον τὰ τοιαῦτα ποσὰ, ὅτι τὸ μέσον ἐκεῖνο τῆς ταχείας ἐκτελέσεως, τοῦ ὁποίου ἄλλως τε σπανιώτατα ποιοῦνται χρῆσιν, τὸ μέσον τοῦτο τὸ καταργεῖ.
§189ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ τὰς κτηματικὰς πιστώσεις πρὸς 8% εἶναι εὐτελέστατος τόκος;
§190ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω 5%.
§191ΧΟΪΔΑΣ. Ὄχι. Ἐνῷ διὰ τὰ ἄλλα γραμμάτια παρέχει 6 καὶ 7%, διὰ τὰ κτηματικὰ παρέχει 8%.
§192ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον γνωρίζω ὅτι λαμβάνουν 5%.
§193Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ ῥητὴν διάταξιν, ὅστις πληρώνει ἐμπροθέσμως, πληρώνει 7%.
§194ΧΟΪΔΑΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι τὰ ἐνυπόθηκα. Ἀλλὰ τὰ κτηματικὰ, τὰ διὰ γραμματίων, πληρώνουν 8%.
§195ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦναι τὰ ἀνανεούμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξοφλοῦνται εἰς τὴν λῆξίν των, καὶ διὰ τὴν ἀνανέωσιν ἐπιβαρύνονται μὲ μείζονα τόκον.
§196Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν;
§197ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ἀγαπᾶτε.
§198Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 10 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ παρὼν νόμος ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἐπιβληθείσης διὰ προγενεστέρας ἀποφάσεως· πᾶσα δὲ διάταξις ἀντικειμένη εἰς αὐτὸν καταργεῖται, ἐκτὸς τῶν ἐν ἰσχύϊ κεχορηγημένων δ’ εἰδικῶν νόμων εἰς τὰς Τραπέζας προνομίων περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως τῶν ὀφειλετῶν αὐτῶν.» Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διακρίνῃ τις τὰς ἀποφάσεις τὰς ἀπορρεούσας ἐκ πραγματικῶν ἐμπορικῶν συναλλαγματικῶν, δηλαδὴ ἐκ συναλλαγματικῶν ὄντως μεταξὺ ἐμπόρων, καὶ τὰς ἀποφάσεις τὰς ἀπορρεούσας ἐκ συναλλαγματικῶν μεταξὺ μὴ ἐμπόρων; Λοιπὸν ὑποστηρίζω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐπὶ τῶν συναλλαγματικῶν τοιαύτης φύσεως πρέπει νὰ ἀνατρέχῃ εἰς τὸν παρελθόντα χρόνον, ἀφοῦ ἐπὶ τοιαύτης ἠθικωτάτης, ὡς ὀρθῶς εἴπετε, βάσεως στηρίζεται. Ἀλλὰ πῶς θὰ διακρίνωμεν τὰς ἀποφάσεις τὰς στηριζομένας ἐπὶ συναλλαγματικῶν μεταξὺ ἐμπόρων ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τὰς στηριζομένας ἐπὶ συναλλαγματικῶν μεταξὺ μὴ ἐμπόρων, ἐξομοιουμένων ὅμως πρὸς ἐμπόρους χάριν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως; Νομίζω ὅτι εἶναι ἀτέλεια τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου καὶ δεῖται καθορισμοῦ.
§199ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀτέλεια.
§200ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἀτέλεια, εἶναι ἀφέλεια.
§201ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διττὴ εἶναι ἡ περίπτωσις. Ἐὰν μὲν ἐκτελεσθῇ προσωπικὴ κράτησις, θὰ ἔχητε τὰς ἐνώπιον τοῦ Προέδρου ἀντιρρήσεις.
§202Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ ὑπάγῃ ὁ δικαστικὸς κλητὴρ νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ μὴ ἐμπόρου ἀπόφασιν καὶ τὸν συλλάβῃ, θὰ τοῦ σπάσῃ τὸ κεφάλι ὁ καθ’ οὗ ἡ ἐκτέλεσις.
§203ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται ἐν δικαίῳ νὰ τοῦ σπάσῃ τὴν κεφαλήν. Ἢ θὰ ἔλθῃ διὰ τῶν ἀντιρρήσεων κατὰ ἐκτελουμένης προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ τότε ἐκ τοῦ προχείρου θὰ δύναται νὰ προσαγάγῃ καὶ πιστοποιητικὸν περὶ τῆς μὴ ἐνασκήσεως τοῦ ἐμπορικοῦ ἐπαγγέλματος, ὡς π. χ. ἐὰν συλλάβῃ τις ἐμὲ ἢ ὑμᾶς, ὁπότε εὐχερῶς δυνάμεθα νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι εἴμεθα δικηγόροι, ὡς ἄλλοι δύνανται νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι εἶναι ἀξιωματικοί, ἢ ἔχουσιν ἄλλο ἐπάγγελμα ὡρισμένον, πασίγνωστον καὶ ἀμέσως πιστοποιούμενον.
§204Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ σαφοῦς διατάξεως, καθοριζούσης τὸν τρόπον τῆς διαδικασίας ὑπὸ τούτου.
§205ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται νὰ ἀπαγγείλωμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ μεμονωμένην ἐμπορικὴν πρᾶξιν. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐ μόνον ἐμπορικὴ πρᾶξις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ ἐμπόρου. Ἡ μεμονωμένη ἐμπορικὴ πρᾶξις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔφερε τὸ κακὸν μὲ τὰς ὑποβολιμαίας συναλλαγματικάς.
§206Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναστέλληται ἡ ἐκτέλεσις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μέχρι τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἀντιρρήσεων.
§207ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§208Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω.
§209ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν διττὴ εἶναι ὁ ὁδὸς, διὰ τῆς ὁποίας θὰ φθάσῃ ὀφειλέτης τις μὴ ἔμπορος εἰς τὸ συμπέρασμα. Ἢ συλλαμβανόμενος θὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις του ἐνώπιον τοῦ Προέδρου, ὁ ὁποῖος πάραυτα θὰ τὰς παραπέμψῃ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ θὰ διευκρινηθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, κατὰ πόσον ὁ συλληφθεὶς εἶναι ἔμπορος καὶ δι’ ἐμπορικὴν αἰτίαν συνῆψε τὸ χρέος, ἢ θὰ μεταχειρισθῇ τὴν διαδικασίαν τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 1001 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§210Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε θὰ φυλακισθῇ, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ματαιοῦται.
§211ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 1001 — ἂς τὸ εἴπω ἐδῶ δημοσίᾳ, ἵνα τὸ μάθωσιν οἱ ὀφειλέται καὶ ἐξασφαλισθῶσιν ἐγκαίρως, — θὰ δύνανται ἐγείροντες ἀγωγὴν νὰ ζητήσωσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς διατάξεως περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀναγράφηται ἐν τῇ ἀποφάσει, προβάλλοντες ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνήφθη ἡ ὑποχρέωσις, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόφασις ἡ ἀπαγγείλασα τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἐξεδόθη, δὲν ἦτο ὁ καταδικασθεὶς διὰ προσωπικῆς κρατήσεως ἔμπορος, οὐδ’ ἐξ ἐμπορικῆς αἰτίας ὤφειλεν. Τούτου ἀποδεικνυομένου, Κύριοι, μὲ ὅλην τὴν τελεσιδικίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ ἀπόφασις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξιν τοῦ χρέους, θὰ ἐκδοθῇ μεταγενεστέρα ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ εἴπῃ, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἡ διάταξις τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης ἀκυροῦται. Ἄλλο μέσον δὲν ὑπάρχει.
§212Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει.
§213ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον;
§214Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ περιληφθῇ διάταξις, καθ’ ἣν οὐδεμία ἐκτέλεσις δύναται νὰ γείνῃ, ὀσάκις ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀντιρρήσεων.
§215ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βαίνομεν μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ θίξωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐκρίθησαν, παρὰ καθ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ κριθῶσι πρὸς προστασίαν τῶν ἀδίκως καταδικασθέντων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νεωτέρας νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν σήμερον ψηφίζομεν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν κύκλον ἡμῶν περισσότερον, τότε θὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπέμνησεν, ὅτι θὰ γεννήσωμεν νέας δίκας.
§216Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμολογεῖτε ἀτέλειαν σπουδαίαν;
§217ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχί. Ἄφετε τὸν δανειστὴν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἔχει δίκαιον, καὶ ὅτι ἡ ἀπαίτησίς του εἶναι ἐμπορικὴ καὶ κατ’ ἐμπόρου πραγματικῶς, νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ νὰ κριθῶσι μετὰ ταῦτα αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθῶσι παρὰ τοῦ ὀφειλέτου· ἄφετε τὸν ὀφειλέτην νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἀσφαλείας, καὶ νὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ἡ κειμένη νομοθεσία, διότι ἡ κειμένη νομοθεσία οὐδέποτε ἀναγνωρίζει δεδικασμένον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Μὴ θέλετε νὰ λάβητε πλείονα πρόνοιαν, διότι τότε ἀκριβῶς χορηγοῦντες τὰ μέσα εἰς τὴν ἀθρόαν ἔγερσιν δικῶν πρὸς διευκρίνησιν τοῦ ζητήματος, θὰ ἀνάψητε μίαν μικρὰν πυρκαϊὰν χαρτοσήμων, τὴν ὁποίαν ἐφοβήθη ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ ἥτις ἐμὲ οὐδόλως τρομάζει, ἐὰν σταθῶμεν εἰς τὴν διάταξιν, ὡς τὴν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον. Τώρα ἕτερος συνάδελφος, ὁ ἐκ Τριφυλίας, ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ ἐρώτησιν, καὶ διὰ νὰ μὴ κάμω διάκρισιν μεταξὺ συναδέλφων, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὴν διατυπώσῃ.
§218ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς σχετικῶς μὲ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔχω νὰ εἴπω τι. Δὲν φρονεῖτε ὅτι θὰ συμβῇ τὸ ἄτοπον, οἱ δανεισταὶ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰς παρεκτροπὰς καὶ καταδολιεύσεις τοῦ νόμου θέλομεν νὰ περιστείλωμεν, ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀποκαλεῖτε σήμερον τοκογλύφους, νὰ ἐκβιάσωσι τοὺς ὀφειλέτας δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου; Διότι αὐτοὶ θὰ συλλαμβάνωσι τοὺς ὀφειλέτας, θὰ τοὺς προσωποκρατῶσι, θὰ παρατείνωσι τὰς δίκας διὰ τῆς ἐκδόσεως προδικαστικῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἐκδίδωσι κατ’ ἀνάγκην τὰ δικαστήρια μέχρις οὗ φθάσωσιν εἰς τὴν ὁριστικὴν, καὶ ἐπὶ τέλους θὰ παρέλθῃ ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ ὡς ἀνώτατος ὅρος τῆς προσωποκρατήσεως.
§219ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ φοβεῖσθε ὅτι θὰ παρέλθῃ τοσοῦτον χρονικὸν διάστημα.
§220ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ παρέλθῃ, διότι εἶναι γνωστὸν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἐνημερότητος τῶν δικαστηρίων ἐν Ἑλλάδι. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅλοι οἱ μέχρι τοῦδε δυνάμει ὁριστικῶν ἀποφάσεων ὀφειλέται θὰ ὑποστῶσι τὴν ἐνιαυσίαν κράτησιν, καὶ πρὶν ἢ φθάσωσιν εἰς τὸ τέρμα τῆς διαδικασίας αὐτῆς, θὰ ἀποφυλακισθῶσι δυνάμει τῆς ἑτέρας διατάξεως, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐνταῦθα. Ἀλλὰ θὰ ἀπαντήσητε, ὅτι ἐνδέχεται νὰ προκύψῃ ἕτερον ἄτοπον, τὸ τῆς προσωρινῆς ἀπολύσεως καὶ τῶν ἀληθῶν ἐμπόρων.
§221ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ πράξῃ τὸ δικαστήριον;
§222ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλει ὁ δανειστὴς νὰ ἀποδείξῃ πρὸ παντὸς, ὅτι εἶναι ἔμπορος ὁ ὀφειλέτης.
§223ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ὁ ὀφειλέτης κατὰ προαπόδειξιν δύναται νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι τοιοῦτος.
§224ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ τοιαῦτα μέσα. Ἐὰν ὅμως ἀπαιτῆται μαρτυρικὴ ἀπόδειξις, δὲν θὰ παρελκύηται ἡ διαδικασία;
§225ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι δυνατόν, προκειμένου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, νὰ παρέλθουν οὔτε 10 ἡμέραι, διότι πλέον κατεπείγουσαι δίκαι ἀπὸ τὰς περὶ προσωπικῆς κρατήσεως δὲν ὑπάρχουσι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναστείλητε διὰ διατάξεως ὅλας τὰς ἀποφάσεις, καὶ μόνον πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ λειτουργήσῃ ὁ νέος νόμος ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ὅ,τι ἠδυνάμην νὰ εἴπω περὶ τοῦ θεσμοῦ, τὸ εἶπον, ἴσως δὲ καὶ ἕτεροι τῶν συναδέλφων, παρεμβαίνοντες εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ προσθέσωσι βεβαίως πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀτελῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι τὸ κατεπεῖγον, εἶναι ἡ ταχίστη ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἔχομεν ἐπὶ 27 μῆνας λειτουργοῦν τὸ δικαιοστάσιον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, ἡ ἐπιστρατεία τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νὰ διαιωνισθῇ καὶ τὸ μετ’ αὐτῆς συνεχόμενον δικαιοστάσιον ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τοῦ 1897 νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον, ὅπως ἀναστείλῃ τῶν τοκογλύφων τὰς ἐπιδρομάς. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν σπεύσῃ νὰ κυρώσῃ τὰ προβαλλόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μέτρα πρὸς πρόληψιν τῆς περαιτέρω ἐκτελέσεως τοιούτων ἀποφάσεων, ἔστε βέβαιοι, ὅτι οὐδεμία ἀπόφασις, ἀπαγγέλλουσα προσωπικὴν κράτησιν, μετὰ τὴν κατάπαυσιν τοῦ δικαιοστασίου θὰ μείνῃ ἀνεκτέλεστος, καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν μίαν κοινωνικὴν πληγὴν φοβερωτέραν παρά ποτε, ἐὰν ὁ θεσμὸς ὁ προτεινόμενος δὲν λειτουργήσῃ ἀμέσως. Εἶνε ἀνάγκη ταχίστης ἐπιψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν ψηφισθῇ ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης, ἀντὶ τῶν εὐχῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ὁ εἰσαγαγὼν τὸ μέτρον Ὑπουργὸς ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, θὰ ἀκούσῃ ἀρὰς πλείστων ἀνθρώπων ἐγκλεισθησομένων σωρηδὸν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ τῶν ἀρῶν τούτων βεβαιώθητε ὅτι θὰ ἤμεθα συμμέτοχοι καὶ ἡμεῖς· θὰ ἴδωμεν τῷ ὄντι, ἐὰν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀναβληθῇ, τὸ ὀδυνηρὸν θέαμα, ἅπαντες οἱ τοκογλύφοι νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ἀποφάσεις αὑτῶν, μηδεμίαν ἀποδεχόμενοι ἀναβολὴν, διότι θὰ φοβηθῶσιν ὅτι λίαν προσεχῶς θὰ ἐπέλθῃ ἡ κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τὸ εἰδεχθὲς αὐτῆς μέρος, καὶ θὰ ἀφαιρεθῶσιν οὕτως ἀπ’ αὐτῶν τὰ μέσα τῆς ἐκβιάσεως, ἐπὶ τὰ ὁποῖα ὑπελόγισαν, ὅτε ἐδάνεισαν τὸ χρῆμα αὑτῶν ὑπὸ τὰς συνθήκας ἐκείνας, τὰς ὁποίας οἱ πάντες γινώσκετε.
§226Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι, κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι διότι προσφάτως εἶχον παρακλήσεις καὶ συστάσεις κατ’ αὐτοῦ ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μου, ἀλλὰ διότι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ εἶχον ἐναντίαν γνώμην, ἣν ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω καὶ ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ περιστολὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, περιστολὴ ἀφορῶσα εἰς τὸ νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐκείνους, οἵτινες κατὰ τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν ὑπόκεινται εἰς αὐτὴν καὶ χωρὶς νὰ ἦναι ἔμποροι. Ρητῶς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λέγει ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ περιορισμοῦ τούτου διὰ τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχει μὲν ἐμπορικὴ αἰτία, ἀλλ’ ἐλλείπει ἡ ἐμπορικὴ ἰδιότης τοῦ ὀφειλέτου· διὰ νὰ φθάσῃ δὲ εἰς τὴν περιστολὴν αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον, μεταρρυθμίζει τὴν διάταξιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἰς τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, αἵτινες ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ Ἐμποροδικείου κατὰ τοῦ ἡττηθέντος διαδίκου. Ὅπως ἔχει ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, παραδεχομένη τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου, μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰς θεωρίας ἐκείνων, οἵτινες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, θεωροῦντες αὐτὸν εὐλόγως ὡς παράγοντα καὶ στοιχεῖον σοβαρὸν τῆς ἐμπορικῆς πίστεως καὶ ἐν γένει τῆς πίστεως ἐν ταῖς συναλλαγαῖς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω νὰ κάμω λόγον περί τινων γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐκθέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, καὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις περιωρίσθη μέχρι τελείας σχεδὸν καταργήσεως κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη· τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι τελείως ἀκριβὲς, διότι ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία, ὡς γινώσκετε πάντες, κατέχει τὴν ὑψίστην βαθμίδα εἰς τὴν κλίμακα τοῦ παγκοσμίου πολιτισμοῦ, διατηρεῖ τὴν προσωπικὴν κράτησιν...
§227ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὴν διατηρεῖ γενικῶς.
§228ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει περιορισμὸν μόνον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 50 λιρῶν, νομίζω, ἀλλὰ καὶ τὸν περιορισμὸν αὐτὸν τὸν αἴρει, ὁσάκις ὁ ὀφειλέτης δεικνύηται κακῆς πίστεως.
§229ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ποινὴ τότε.
§230ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, προσέτι ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς ὡς βαρβάρου τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τὸν ὁποῖον χαρακτηρισμὸν διὰ τῆς ἐκθέσεως ἀποδίδει εἰς αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἢ τὸν ὁποῖον ἠκούσαμεν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀποδιδόμενον εἰς αὐτὸν, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι εἶναι ὀρθὸς, διότι ὅλα τὰ Κράτη δέχονται τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἂν ὄχι διὰ τὰ ἐμπορικὰ χρέη καὶ τὰ ἀστικὰ, ἀλλὰ βεβαίως διὰ πᾶσαν ὀφειλὴν πρὸς τὸ Δημόσιον. Ὅταν ὅλα τὰ Κράτη, καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα μνημονεύει ἡ ἔκθεσις, δέχωνται τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως ἐξ ἀδικήματος, ὅταν χθὲς ἀκόμη ἐνομοθετήσαμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τῶν σταφιδοκτημόνων εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ποῦ συνίσταται λοιπὸν τὸ βάρβαρον τοῦ θεσμοῦ;
§231ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν κατάχρησιν τοῦ θεσμοῦ.
§232ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφθάσαμεν ἀληθῶς ἐπὶ τῆς καταχρήσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε καὶ διεξετραγώδησεν ὁ ἐκ Χαλκίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, νὰ συζητῶμεν σήμερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προβάλλει μὲν καὶ δέχεται τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὡς στοιχεῖον πίστεως καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ καθ’ αὑτὸ καὶ κυρίως δὲν περιστέλλει μόνον τὴν κατάχρησιν, ἀλλὰ καταστρέφει αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐμπόριον, διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ περιορισμοῦ, ὅπως διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ἀληθῶς ὀλεθρία διὰ τὸ ἐμπόριον, καὶ νομίζω ὅτι οὐδέποτε κατὰ τῆς ἐμπορικῆς πίστεως προσήχθη νομοθέτημα τοσοῦτον ἐπικίνδυνον καὶ τοσοῦτον τελεσφόρον κατ’ αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Βεβαίως κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀπολύτως θεωρουμένου τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου, δὲν δύναται κανεὶς νὰ ᾖναι. Ἀλλ’ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου διατύπωσις εἶναι τὸ ὀλέθριον. Ἀληθῶς ὑπάρχει κατάχρησις, διότι ἔν τισι πόλεσι, καὶ κυρίως καὶ ἰδίως ἐν Ἀθήναις, ἐκδίδονται συναλλαγματικαὶ τοκογλυφικαὶ παρὰ μὴ ἐμπόρων καὶ ὑπὲρ τοκογλύφων, τοῦτο δὲ γίνεται ἀφορμὴ νὰ θεωρηθῶσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μισυρλῆς, τοκογλύφοι καὶ οἱ τίμιοι ἔμποροι, καὶ νὰ ξεσπάσῃ εἰς τὴν ῥάχιν καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργούμενον μέγα κακόν. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ κατάχρησις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἶναι σπάνιόν τι φαινόμενον· ἐνταῦθα ἰδίως ἔχομεν ἀξιωματικούς, ὑπαλλήλους, διδασκάλους, νέους πλουσίους θύματα τοκογλύφων. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω τί ἠδύνατο νὰ γείνῃ πρὸς περιστολὴν τῆς καταχρήσεως, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἄλλην κατάχρησιν τῆς προσβολῆς τοῦ ἐμπορίου, ὡς γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ συζητοῦμεν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι τὸ νὰ περιορίσῃ τὴν θεραπείαν μόνον εἰς τὴν νόσον, νὰ φέρῃ δηλαδὴ τὸ κτύπημα κατὰ τῶν τοκογλύφων, ἐνῷ σήμερον δὲν κτυποῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ νόσημα, ἀλλὰ κτυποῦμεν ἐν γένει τὸ ἐμπόριον, κτυποῦμεν δηλ. αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν ὕπαρξιν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ ἐπίκλησις τῶν ξένων νομοθεσιῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μὴ ἰσχὺν εἰς τὰς ξένας χώρας τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δύναται νὰ ᾖναι συντελεστικὴ εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν; Τὰ παραδείγματα τῶν ξένων νομοθεσιῶν εἶναι κατάλληλα εἰς μίμησιν, ἵνα εἴπωμεν, ὅτι, «ἀφοῦ κατηργήθη ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Βελγίῳ, ἐν Ἰταλίᾳ διὰ τὰ ἐμπορικὰ καὶ τὰ ἀστικὰ χρέη, ἂς τὴν καταργήσωμεν καὶ ἡμεῖς»; Νομίζω ὄχι. Εἰς τὰς ἄλλας πεπολιτισμένας χώρας, γινώσκει βεβαίως ἡ Βουλὴ, ὅτι οὐχὶ μόνον ὑπάρχουν στοιχεῖα πίστεως ἀσάλευτα, σχεδὸν ἀναμφισβήτητα δικαστικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐλλείπουσιν ἀπ’ αὐτὰς κακὰ, τὰ ὁποῖα εἰς ἡμᾶς ἀφθονοῦσιν, εἰς βλάβην τῆς ἐμπορικῆς πίστεως. Εἰς τὰς ξένας χώρας ἡ ἀκίνητος κτῆσις εἶναι κεφάλαιον πίστεως, ἐνῷ δὲν συμβαίνει τοῦτο παρ’ ἡμῖν. Δὲν πιστεύω ὅτι θ’ ἀμφισβητήσῃ τις, ὅτι ἡ ἀκίνητος κτῆσις, μὲ τὸ δικονομικὸν σύστημα τῆς ἐκτελέσεως, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, δύναται σπουδαίως νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι κεφάλαιον πίστεως. Διὰ τοῦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρωτίστως ὀφείλει νὰ ἐφελκύσῃ καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τῆς ἐκτελέσεως.
§233Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τί ὠφελεῖ ἡ προσωπικὴ κράτησις;
§234ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Δὲν ἔχομεν τὴν ἀκίνητον κτῆσιν ὡς στοιχεῖον πίστεως, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν οὔτε τὴν κινητὴν κτῆσιν ὡς τοιοῦτον, καὶ ἔχομεν μόνον ὡς τοιοῦτον τὴν προσωπικὴν κράτησιν.
§235ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ποῦ;
§236ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρ’ ἡμῖν.
§237ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅταν βαρύνῃ τις τὴν οἰκίαν του μὲ ὑποθήκην, εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν ἐπιβάλλεται, ἐὰν ἦναι ἀντιβαδιαστής.
§238ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω ὅτι, ὅπου δὲν ἔχετε ἄλλο μέσον ἀσφαλέστερον καὶ θετικώτερον πίστεως...
§239ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐμπορικὴν πρᾶξιν κάμνει ὁ δανειζόμενος ἐπὶ κτηματικῇ ἐγγυήσει; — ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ βάλητε τὸν ὀφειλέτην νὰ εἴπῃ ὅτι δανείζεται δι’ ἐμπορικὴν αἰτίαν.
§240ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κινητὴ περιουσία ἀλλαχοῦ εἶναι ἀναμφισβητήτως μέγα κεφάλαιον πίστεως, διότι διὰ διαφόρων νομοθετημάτων καταντᾷ νὰ ῥευστοποιηθῇ, ὅπως συνήθως λέγουν. Ἡμεῖς τὴν κινητὴν κτῆσιν τὴν ἔχομεν μόνον χρήσιμον εἰς τὴν πίστιν ὑπὸ τὸν πανάρχαιον θεσμὸν τοῦ ἐνεχύρου τοῦ 1836, καὶ ἑπομένως ἀποκεκλεισμένην ἐντελῶς ἀπὸ τῆς σφαίρας τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς πίστεως ἐν ταῖς συναλλαγαῖς καὶ τῇ ἐμπορίᾳ.
§241ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Αἱ ὑποθῆκαι εἶναι χειρότεραι.
§242ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ κακὸν σύστημα τῆς ἐκτελέσεως, ὅπως προεῖπον.
§243ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ ἀκριβῶς συμφωνῶ μαζῆ σας.
§244ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν αὐτὰ τὰ μειονεκτήματα δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, ἔνθα κατηργήθη ἡ προσωπικὴ κράτησις· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖ καὶ ἄλλα πλημμελῆ, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἡμεῖς. Δὲν ἠξεύρω π. χ. ἐὰν θὰ φανῇ τολμηρὸν ὅ,τι θέλω εἴπει, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ ἔχω ἀσάλευτον μορφώσει, ὅτι ὁ ἀπεριόριστος ἀριθμὸς καὶ ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν δικηγόρων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἐπικρατείᾳ εἶναι μία σπουδαία αἰτία ἐκπτώσεως καὶ ἐλαττώσεως τῆς πίστεως· εἶναι μία ἀφορμή, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ ἀκίνητος κτῆσις νὰ μὴ χρησιμοποιῆται, ὅσον εἶναι δυνατὸν, ὑπὲρ τῆς πίστεως. Εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα καὶ ἀλλαχοῦ, ὁ ἀριθμὸς τῶν δικηγόρων εἶναι περιωρισμένος. Παρ’ ἡμῖν δὲ, ἐνῷ ἔχομεν περιωρισμένους τοὺς συμβολαιογράφους, τοὺς κλητῆρας, τοὺς φαρμακοποιοὺς ἀκόμη, ἔχομεν τοὺς δικηγόρους ἀπεριορίστους! Τὸ ἀπεριόριστον δὲ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικηγόρων ἐπήνεγκε τὴν ἔκπτωσιν τῆς δικηγορίας. Ἡ δικηγορία κατῆλθε σήμερον εἰς τὴν σφαῖραν τῶν ἐπαγγελματιῶν· ὑπήχθη καὶ αὐτὴ εἰς τὸν κύκλον τοῦ περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀγῶνος. Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἡ δικηγορία, βεβαίως δὲν δύναται πλέον νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Μετὰ τῆς πληθύος τῶν δικηγόρων συντρέχει κατὰ τῆς πίστεως καὶ ἡ δικονομία. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι ἀκριβῶς διὰ νὰ ζήσῃ ὁ δικηγόρος, πλειστάκις θεωρεῖ καθῆκόν του νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τοῦ ἐνάγοντος δανειστοῦ ὅλας τὰς ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἐκ τῆς δικονομίας. Καὶ ὅταν μετὰ δὲν ἠξεύρω πόσον χρόνον λάβῃ τὸ δίκαιόν του ὁ δανειστὴς, εὑρίσκει, ἐὰν δὲν ἔχῃ τίτλον νὰ ἐγγράψῃ ἐν ἀρχῇ προσημείωσιν, τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου μεταβιβασμένην εἰς τρίτον πρόσωπον, καὶ μένει οὕτω μὲ μόνην τὴν δόξαν τῆς νίκης. Ἡ εὐχέρεια προσέτι τῆς μεταβιβάσεως τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας εἶναι μία ἀφορμὴ τῆς ἐλλείψεως πάσης πίστεως παρ’ ἡμῖν. Εἰς αὐτὰ δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ ἠθικὴ ἐπίγνωσις ἀκόμη δὲν ἔφθασεν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὡς ἀλλαχοῦ, ὥστε νὰ μὴ προβαίνωσιν οἱ ἐναγόμενοι ὀφειλέται, καὶ ὅταν ἦναι καλῆς πίστεως, εἰς ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας ἀλλαχοῦ οὐδὲ ὁ διάδικος προτείνει, οὐδὲ ὁ δικηγόρος, σεβόμενος ἑαυτόν.
§245ΔΟΥΝΗΣ. Τότε νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ δικονομία.
§246ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν ἔχομεν τοιαύτας διατάξεις τῆς τε πολιτικῆς δικονομίας καὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι ἀποβαίνουσι κατὰ τοῦ κεφαλαίου καὶ κατὰ τῆς πίστεως, δὲν εἶναι φρόνιμον, δὲν εἶναι συμφέρον, εἶναι τοὐναντίον καταστρεπτικὸν, νὰ θέλωμεν νὰ μηδενίσωμεν τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο τῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον, τὴν προσωπικὴν κράτησιν...
§247Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι κεφάλαιον.
§248ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Διότι εἶναι κεφάλαιον πίστεως ἡ προσωπικὴ κράτησις, καὶ ὡς τοιοῦτον ἀναγνωρίζει αὐτὴν καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις.
§249Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κεφάλαιον ἐξαχρειώσεως, καταπιέσεως καὶ διαφόρων ἐγκληματικῶν ὑπολογισμῶν.
§250ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε πάντοτε περὶ τῆς καταχρήσεως.
§251Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§252ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ κατάχρησις δύναται νὰ περιορισθῇ καὶ νὰ κτυπηθῇ δι’ εἰδικῆς, οὕτως εἰπεῖν, θεραπείας, οὐχὶ δὲ διὰ νὰ κόψωμεν τὸν καρπὸν νὰ καταρρίψωμεν τὸ δένδρον.
§253ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι δι’ αὐτὸ, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀνάξιον τοῦ αἰῶνος, ἀνεξαρτήτως καταχρήσεων.
§254ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μὲ συγχωρήσητε, μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς ὑμᾶς, κύριε Ρικάκη, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι λέξεις κεναὶ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἴπετε.
§255ΡΙΚΑΚΗΣ. Πράγματα! Εἶναι ἀνάξιον καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν ἔχομεν Σύνταγμα! δὲν ἔχομεν ἐλευθερίαν! τίποτε!
§256ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε διατί ἐψηφίσατε προχθὲς καὶ τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τῶν σταφιδοκτημόνων, αὐτὴν τὴν ὁποίαν θεωρεῖτε τώρα ἀναξίαν τοῦ αἰῶνος;
§257ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐψήφισα ἐγὼ τίποτε (γέλωτες). Ἀπ’ ἐναντίας ἐδήλωσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐπιστολῆς μου καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ διαγραφῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις.
§258ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο συμπεραίνω, ὅτι αἱ ξέναι νομοθεσίαι, αἵτινες κατήργησαν τὴν προσωπικὴν κράτησιν, δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ὅτι ἡ περιστολὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡρίμασεν ἤδη ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Τόσον ὡρίμασεν ἡ ἰδέα τοῦ περιορισμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἐμπορικὴ ἀγορὰ, ἡ ὁποία δὲν διεμαρτυρήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς γινώσκετε ἐκ τῶν πρὸς αὐτὴν ὑπομνημάτων καὶ ἀναφορῶν.
§259Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζουσι τὸ νομοσχέδιον οἱ ἔμποροι, ὅτι δὲν τοὺς θίγει ποσῶς, καὶ δι’ αὐτὸ θορυβοῦσι.
§260ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζουσι πολὺ καλὰ, καὶ βλέπουσιν ὅτι ὄχι μόνον τοὺς θίγει, ἀλλὰ καὶ τοὺς τραυματίζει. Καὶ ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι, τὴν ἰδέαν τοῦ νομοσχεδίου, ἀφορῶσι πάντοτε εἰς τὴν κατάχρησιν, ἀλλ’ οὐδεὶς σκέπτεται οὐδὲ πιστεύει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιορίζει τὰς ἐμπορικὰς σχέσεις ἐπιβλαβῶς. Καὶ ἤδη ἐξεταστέον, ἂν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον αὐτὸ θέλει. Περιστέλλει ἀληθῶς τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἄνευ βλάβης τοῦ ἐμπορίου, ἢ περᾷ πέραν τοῦ σκοποῦ καὶ περᾷ κατὰ τρόπον ὀλέθριον εἰς αὐτό; Τὸ ἄρθρον 732, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις αὐτοῦ, ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐν πάσῃ παρὰ δικαστηρίου ἐμποροδικῶν ἐκδιδομένῃ ἀποφάσει ἐξόδων...» Ἡ μεταβολὴ, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ οὗ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, συνίσταται ἐκ τῶν ἑξῆς. Ἀντικαθιστᾷ τὸ «ἐν πάσῃ παρὰ δικαστηρίου ἐμποροδικῶν ἐκδιδομένῃ ἀποφάσει» διὰ τοῦ «περὶ πάσης ἐμπορικῆς διαφορᾶς», καὶ τὴν φράσιν «κατὰ τοῦ ἡττηθέντος διαδίκου» διὰ τῆς «κατὰ τοῦ ἡττηθέντος ἐμπόρου». Ἀφαιρεῖ δὲ τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὰ ἔξοδα. Ὅθεν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἀπαγγελθῇ προσωπικὴ κράτησις, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ὁ δικαστὴς δύο τινά. Ὑπάρχει ἐμπορικὴ διαφορά; πρῶτον. Εἶναι ἔμπορος ὁ ἐναγόμενος; δεύτερον. Τούτου ὅμως τεθέντος, ὅλαι αἱ περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ ἁρμοδιότητος τῶν Ἐμποροδικείων νόμου, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς πράξεις ἐμπορικάς, ἀσχέτως τῆς ἰδιότητος τοῦ προσώπου, ὅλαι αὐταὶ ἀποκλείονται, καὶ ἔχετε οὕτως ἐξαιρουμένας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τὰς ἑξῆς σχέσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἀπαγγέλληται προσωπικὴ κράτησις, εἰς βλάβην τοῦ ἐμπορίου καὶ ἰδίως τῆς ναυτιλίας. Ἐξαιρεῖται ἀμέσως κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ τραπεζίτης, ὅστις δὲν θὰ ὑπόκειται πλέον εἰς προσωπικὴν κράτησιν, διότι ὁ τραπεζίτης δὲν εἶναι πάντοτε ἔμπορος. Ἐξαιρεῖται ἐπίσης ὁ μεσίτης, ὅστις κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον εἶναι διακεκριμένον ἐπάγγελμα ἀπὸ τὸν ἔμπορον. Ἐξαιροῦνται ὅλαι αἱ ἐπιχειρήσεις παραγγελιῶν, αἱ ἐπιχειρήσεις μετακομίσεως διὰ γῆς ἢ ὕδατος, αἱ ἐπιχειρήσεις πρακτορείας, δημοσίων θεαμάτων, καὶ βιομηχανικαί. Ἔχετε ὅμως ἰδίως νὰ ἐξαιρέσητε τοῦ νομοσχεδίου ὅλας τὰς πράξεις τῆς ναυτιλίας καὶ δὲν θὰ ὑπόκειται εἰς προσωπικὴν κράτησιν ὁ ἀσφαλιστής, ὁ ἀσφαλιζόμενος, ὁ πλοίαρχος, ὁ ναυτοδανειστὴς καὶ ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν προμήθειαν τῆς ναυλώσεως, τὰς προμηθείας τῶν ἐφοδίων καὶ τοῦ ἀφοπλισμοῦ καὶ τὰς μισθώσεις τῶν πληρωμάτων, διότι πάντας τοὺς οὕτω συναλλαττομένους δὲν δύνασθε νὰ τοὺς ὑπαγάγητε εἰς τὸν κύκλον τῶν ἐμπόρων.
§261ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν θέλει ὅμως νὰ ἐξαιρέσῃ αὐτά.
§262ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐξαιρεῖ.
§263Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν συναλλαγματικῶν ἀκριβῶς ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται ἢ ἀποδέχονται παρὰ προσώπων μὴ ἐμπορευομένων.
§264ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ τὸ εἴδετε αὐτό; Αὐταὶ ὅλαι αἱ πράξεις, θεωρούμεναι ἐμπορικαὶ καὶ μὴ ἐνεργούμεναι ἀπὸ ἐμπόρους, ἀλλ’ ὑπαγόμεναι εἰς τὴν ἐμπορικὴν ἁρμοδιότητα, χάνουσι τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§265Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός· δὲν ἠμπορεῖ ἄλλως.
§266ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὡς νομίζω.
§267ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἔχετε δίκαιον.
§268Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ἐκ τοῦ γράμματος αὐτό, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα εἶναι ἄλλο.
§269ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θέλετε τὸ πνεῦμα, ὅπου τὸ γράμμα ζωοποιεῖ;
§270ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ἀντίθετον.
§271ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἐδῶ ζωοποιεῖ αὐτὰ ποῦ λέγω.
§272ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ νόμος περὶ ἁρμοδιότητος μνημονεύει τὰ εἴδη τῶν ἐμπορικῶν πράξεων· ὁ ἐμπορικὸς ὅμως νόμος συλλήβδην ὀνομάζει ἐμπόρους πάντας τοὺς παραγγελιοδόχους, τοὺς μεσίτας καὶ λοιπούς.
§273ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι.
§274ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§275ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι προκαλεῖτε συζήτησιν ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα νομίζω ἀναμφισβήτητα.
§276ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἔχετε δίκαιον.
§277ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ;
§278ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§279ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως.
§280ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τοῦ τραπεζίτου τὸ ἔργον, ὅταν τὸ μετέρχηται ὡς τακτικὸν ἐπάγγελμα, εἶναι ἐμπορικὴ πρᾶξις.
§281ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ τοῦ πλοιάρχου ἐπίσης.
§282Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα; Τί εἶναι αὐτά!
§283ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κ. Δεληγεώργην). Σέβομαι ὅλων τὴν γνώμην, πολὺ περισσότερον τὴν ἰδικήν σας. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἔχετε δίκαιον. Ἡ διάκρισις κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον εἶναι σαφής. Ὁ πλοίαρχος δὲν δύναται κἂν νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἔμπορος (ἀντιρρήσεις). Τὸ λέγει ὁ νόμος· ὁ ἀσφαλιστὴς εἶναι ἔμπορος· ὁ ναυτοδανειστὴς δὲν εἶναι ἔμπορος· ὁ μεσίτης ἐπίσης. Διὰ τοῦτο ὑπάρχουσιν ἰδιάζουσαι, ὡς ἠξεύρετε, διατάξεις, εἰς ἃς ὑποβάλλεται ὁ μεσίτης.
§284Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προήλθετε εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν πεπλανημένην ἐξήγησιν, διότι σᾶς παρέσυρε τὸ δεύτερον στοιχεῖον, τὸ λέγον ὅτι ἐν πάσῃ περὶ ἐμπορικῆς διαφορᾶς ἐκδιδομένῃ ἀποφάσει ἀπαγγέλλεται αἰτήσει τοῦ ἐνάγοντος προσωπικὴ κράτησις κατὰ τοῦ ἡττηθέντος ἐμπόρου. Αὐτὴ ἡ λέξις «ἐμπόρου» σᾶς παρέσυρε καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν θεωρίαν.
§285ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶναι τὸ κείμενον τοιοῦτον, πῶς μὲ παρέσυρε;
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§287Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖ ἔμπορον, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἔχει ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις.
§288ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν περαιτέρω ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου, καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς συναλλαγματικὰς, αἵτινες εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ, ὅπερ θέλει νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐν Ἑλλάδι, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ, ὁ μεγαλείτερος παράγων τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως εἶναι αἱ συναλλαγματικαὶ καὶ τὰ γραμμάτια εἰς διαταγήν. Τὰ γραμμάτια μάλιστα εἰς διαταγὴν δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς μέχρι ποίας ἐποχῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δεκαετίαν ἐξ ἑρμηνείας τῶν δικαστηρίων δὲν ἐθεωροῦντο ὑπαγόμενα εἰς τὸ ἄρθρον 729 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, πρὸς προφανῆ βλάβην τοῦ ἐμπορίου...
§289ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μέχρι τοῦ 1887.
§290ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ... Καὶ ἠναγκάσθη ἡ Βουλή, πιεζομένη ἐκ τῆς κοινῆς ἀνάγκης τῆς προστασίας τοῦ ἐμπορίου, πρὸς κατάπαυσιν τῶν ἐνστάσεων, αἱ ὁποῖαι προετείνοντο κατὰ τῶν εἰς διαταγὴν γραμματίων, δι’ εἰδικοῦ νόμου ν’ ἀφαιρέσῃ πᾶσαν ἀμφιβολίαν παρὰ τοῖς δικαστηρίοις καὶ νὰ ἐξομοιώσῃ τὰ γραμμάτια μὲ τὰς συναλλαγματικάς. Τοσοῦτον ἐκρίθη, ὅπως καὶ εἶναι ἀληθῶς, ἀπαραίτητος ἡ προστασία τῶν γραμματίων καὶ τῶν συναλλαγματικῶν εἰς ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου. Σήμερον, ὅτε τοῦ νομοσχεδίου ὅλη ἐκείνη ἡ προστασία, ἡ ὁποία δίδεται παγκοσμίως, δύναμαι νὰ εἴπω, διὰ τῆς νομοθεσίας εἰς τὰς συναλλαγματικὰς, αἴρεται. Μάταιον ἐὰν ἦσθε κομιστὴς συναλλαγματικῆς, μάταιον ἐὰν ἦσθε κομιστὴς γραμματίου εἰς διαταγὴν, μάταιον τὸ ἄρθρον 729 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διότι θὰ ἔλθῃ ὁ ἐναγόμενος καὶ θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὰ ἄλφα τῶν ἐνστάσεων, ὑποβάλλων ἀμέσως ὅτι δὲν εἶναι ἐμπορικὴ ἡ διαφορά! Οὕτως ἡ αἰτία τῆς συναλλαγματικῆς καὶ τοῦ γραμματίου εἶναι ἀστικῆς φύσεως καὶ οὐχὶ ἐμπορικῆς. Ἐπὶ τούτου δὲ θὰ διατυπωθῶσιν ἐνστάσεις ὑπὸ τῶν δικηγόρων τῶν ἀξίων τῶν πελατῶν, ὥστε νὰ σταθῇ κατ’ ἀνάγκην τὸ δικαστήριον εἰς τὴν πρώτην ἔνστασιν καὶ νὰ διατάξῃ ἀποδείξεις. Ἀφοῦ δὲ διατρέξῃ τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα ὁ δανειστὴς, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὸ κεφάλαιόν του, ὁ ἔμπορος ἢ ὁ κεφαλαιοῦχος, διερχόμενος δὶς τοὐλάχιστον διὰ τοῦ Ἐφετείου καὶ δὶς ἢ τρὶς δικαζόμενος εἰς παρεμπιπτούσας καὶ προδικαστικὰς συζητήσεις, θὰ ἔλθῃ ὕστερον ἀπὸ 2 ἢ 3 ἔτη νὰ ὑποστῇ δεύτερον ἀγῶνα ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐνστάσεως τοῦ ἐναγομένου, ὅτι δὲν εἶναι ἔμπορος.
§291Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει δυσκολία νὰ ἐκδικασθῶσι συγχρόνως;
§292ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητῶ τὸ νομοσχέδιον, εἰς ποίους δικαστικοὺς ἀγῶνας δύναται νὰ μᾶς φέρῃ, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ὁποίων τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων εἶπον, ὅτι δύνανται νὰ προσκομισθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἐνάγοντος πιστοποιητικά.
§293Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§294ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δύνανται, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὰ δεχθῇ τὸ δικαστήριον, χωρὶς νὰ διατάξῃ ἀποδείξεις. Τί θὰ χρησιμεύσῃ λοιπὸν τὸ πιστοποιητικὸν, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ τὸ φέρῃ ὁ ἐνάγων; Διότι ὑποθέσατε τὸν ἔμπορον Σύρου ἢ τὸν ἔμπορον Πειραιῶς ἐνάγοντα τὸν κάτοικον τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων· νομίζετε δυνατὸν εἰς τὸν ἐνάγοντα νὰ ἔχῃ τὴν φροντίδα νὰ ζητήσῃ τὸν ἔφορον τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων, διὰ νὰ ἴδῃ ἂν εἶναι ὁ ὀφειλέτης του ἐγγεγραμμένος ὡς ἔμπορος, καὶ νὰ φέρῃ αὐτὸ τὸ πιστοποιητικὸν, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς πανάκεια; ἢ νὰ ἐξετάζῃ μάρτυρας περὶ τῆς ἐμπορικότητος τῆς διαφορᾶς καὶ τῆς ἐμπορικῆς ἰδιότητος; Νομίζω ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένον νὰ λέγωνται ταῦτα ἀπὸ Βουλευτὰς μὴ νομικοὺς, ἀλλὰ δὲν περιέμενον νὰ τὰ ἀκούσω ἀπὸ νομικοὺς, ἐννοοῦντας ὅτι ταῦτα εἶναι πόλεμος κατὰ τοῦ κεφαλαίου, διότι θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθαρὸν πόλεμον κατὰ τοῦ κεφαλαίου.
§295Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀνεπιστημονικόν· νὰ λέγητε ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι κεφάλαιον, ἐνῷ διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀφαιρεῖτε τὴν ἐργασίαν. Ἀφαιροῦντες τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἀφαιρεῖτε τὴν ἐργασίαν, ἥτις εἶναι ἡ στοιχειώδης βάσις τοῦ κεφαλαίου. Πῶς δύνασθε λοιπὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι κεφάλαιον;
§296ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι κεφάλαιον πίστεως· ἡ πίστις δὲ εἶναι τὸ κεφάλαιον. Εἰς τοιαύτας λοιπὸν συνθήκας ὑποβαλλομένης τῆς ἐμπορίας καὶ τῶν κυριωτέρων αὐτῆς ὀργάνων, τῆς συναλλαγματικῆς καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ γραμματίου εἰς διαταγὴν, νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐμπορία ἐνισχύουσα καὶ ἀναπτύσσουσα τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, τὴν βάσιν αὐτὴν τοῦ πολιτισμοῦ; Βεβαίως ὄχι· καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑποστηρίζουσι τὴν ἐμπορίαν, βεβαίως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν συνειδήσει λέγουσιν ὅτι ἔχω δίκαιον καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀντὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ τὴν τραυματίζει θανασίμως. Τραυματιζόμενον δὲ τὸ ἐμπόριον, πολὺ φυσικὰ θὰ θελήσῃ νὰ ἀμυνθῇ, νὰ προφυλαχθῇ, καὶ ἡ προφύλαξις θὰ ἦναι νὰ περιορισθῇ, μὴ παρεχόμενον εὐχερῶς· νομίζω δὲ, ὅτι οὐδεὶς ἔμπορος ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἐλαχίστων προοδεύουσι καὶ γίνονται μεγάλοι, παρέχοντες εἰς ἀσφάλειαν τὸ πρώτιστον καὶ μόνον κεφάλαιον, τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἐλευθερίαν, θὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ χρήματα ἐπὶ πιστώσει. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ κραυγὴ, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ κ. Προέδρου ὅλων τῶν ἐμπορικῶν ἀγορῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα τὴν ἀποκοπὴν πάσης πιστώσεως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐλαχίστην παρέχουσιν ἄλλην ἀσφάλειαν, πλὴν τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐσκέφθημεν, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, ἀγομένη ἀπὸ τῆς ἐσφαλμένης, ὡς νομίζω ὅτι ἀπεδείχθη, ἰδέας τῆς προστασίας μὲν τοῦ ἐμπορίου, τοῦ πολέμου δὲ κατὰ τῆς τοκογλυφίας, νὰ γείνῃ δεκτὴ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν διὰ τῆς ἐκθέσεως, περιστελλούσης τὸ μέγα καὶ ἀθεράπευτον κακὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπέλθει. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι νὰ δημιουργηθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου νόμιμον τεκμήριον ὑπὲρ τοῦ ἐνάγοντος περὶ τῆς ἐμπορικότητος τῆς ἀπαιτήσεως καὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐναγομένου ὡς ἐμπόρου, καὶ νὰ ἐπιβληθῇ τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως τοῦ ἰσχυρισμοῦ περὶ τῆς μὴ ἐμπορικότητος, τοῦ ἀντιθέτου δηλαδὴ γεγονότος, τοῦ πηγάζοντος ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ γραμματίου, εἰς τὸν ἐναγόμενον. Τοιουτοτρόπως νομίζομεν ὅτι ἐλαττοῦμεν τὸ κακὸν, χωρὶς καὶ νὰ αἴρωμεν αὐτό. Ἡ τροπολογία δὲ αὕτη δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἀντικείμενον εἰς τὴν θεωρίαν περὶ ἀποδείξεως, διότι αὐτὸς ὁ νόμος ἔρχεται κανονίζων τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως. Εἰς τὰς ἄλλας λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πάλιν τινά. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ ὅλην τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τὸ τελευταῖον αὐτοῦ ἄρθρον. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς ἔλεγεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ τοῦ ὀπισθενεργοῦ τῆς διατάξεως ταύτης, ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν νόμον τὸν Γαλλικὸν, δι’ οὗ ῥητῶς καθιερώθη ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις. Ἀληθῶς ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπικαλούμενος τὸν νόμον τὸν Γαλλικὸν, ἀλλ’ ἔχει ἄδικον, ἐπικαλεσθεὶς αὐτὸν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως, προκειμένου περὶ νόμου ἐκτελέσεως, οὐδεὶς λέγει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἰσχύῃ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκτελέσεως τῶν προγενεστέρων ἀποφάσεων καὶ τῶν σχέσεων τῶν δημιουργηθεισῶν πρὸ τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ Γαλλικὸς νόμος ἦτο εὔκολον νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ ἦτο εὔκολον νὰ γείνῃ ἡ ἀναδρομὴ, διότι ὁ Γαλλικὸς νόμος δὲν περιέστελλε τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλὰ τὴν κατήργει ὁλοσχερῶς, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν οὐδεμία ἀνάγκη ὑπῆρχε περαιτέρω διαδικασίας κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν.
§297Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφίνετε νὰ τὴν καταργήσωμεν ἐντελῶς;
§298ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν καὶ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, τὰς ὁποίας σᾶς εἶπον, τολμήσατε! Ἀλλὰ μὲ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχομεν παρ’ ἡμῖν τὸ ἴδιον, διότι δὲν καταργοῦμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν· τὴν περιστέλλομεν. Τί δὲ θὰ γείνῃ μὲ τὸ ἄρθρον αὐτό; Εἶναι, νομίζω, βέβαιον, ὅτι θὰ ἴδωμεν ἀνατροπὴν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε δὲν εἶδε τὸ Κράτος· οἱ ἔχοντες δηλαδὴ ἀποφάσεις ἐμπορικὰς, διὰ τῶν ὁποίων ἀπαγγέλλεται προσωπικὴ κράτησις, θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἑξῆς θέσιν. — Ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐμπορικῶν, τῶν γνησίων, οὕτως εἰπεῖν, ἐμπορικῶν, τῶν ἐξ ἐμπορικῶν σχέσεων μεταξὺ ἐμπόρων προκυπτουσῶν. — Ἐπιχειροῦντες νὰ ἐκτελέσωσιν οἱ δανεισταὶ, ἐὰν δὲν ἔσπευσαν οἱ ὀφειλέται νὰ δημιουργήσωσι πρότερον δι’ αἰτήσεως μίαν ἐκκρεμοδικίαν πρὸς ἀκύρωσιν τῆς περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεως, θ’ ἀναγκασθῶσι διὰ τῶν ἀντιρρήσεων νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τοῦ Προέδρου καὶ ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ θ’ ἀρχίσωσι δικαζόμενοι μετὰ τῶν ὀφειλετῶν, ἂν ἐπιβάλλεται ἢ μὴ προσωπικὴ κράτησις διὰ τῆς ἐκτελουμένης ἀποφάσεως· ὁ ὀφειλέτης θ’ ἀντιτάξῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἔμπορος καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν προέρχεται ἐξ ἐμπορικῆς αἰτίας. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ὑποστήριξις τοῦ ἐμπορίου αὕτη; Ὁ ἔμπορος ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη, δὲν ἠξεύρω ἐπὶ πόσον χρόνον, δὲν ἠξεύρω μὲ πόσας θυσίας, πόσα παθὼν καὶ πόσον ταλαιπωρηθεὶς, νὰ ἔρχηται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκτελέσεως καὶ ν’ ἀκούῃ ἀπὸ τὸν ὀφειλέτην, «δεῦτε προσκυνήσωμεν!» Καὶ θὰ ἦναι ἐντελῶς νόμιμος ἡ ἀντίρρησις τοῦ ὀφειλέτου· ὁ νόμος λέγει τῷ δανειστῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ μὴ ἐμπόρου καὶ διὰ μὴ ἐμπορικὴν διαφοράν. Ἀλλὰ τότε τί ὠφελεῖ ἡ τελεσιδικία, τὴν ὁποίαν κατὰ πρωτοφανῆ τρόπον ἐρχόμεθα νὰ ἀνατρέψωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Διότι εἶναι τελεία ἐκμηδένισις τῆς τελεσιδικίας, ὅταν ἀρχώμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν νόμιμον αἰτίαν, ἐξ ἧς προῆλθεν ἡ τελεσιδικία.
§299Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ σήμερον δὲν προσβάλλεται ἡ τελεσιδικία;
§300ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ ἀπόφασις προέρχηται ἐκ συναλλαγματικῆς δὲν ὠφελεῖται ὁ ὀφειλέτης νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ 1001 ἄρθρον, διότι ὁ δικαστὴς θὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι ἡ συναλλαγματικὴ εἶναι φύσει ἐμπορικὴ πρᾶξις. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλης ἐμπορικῆς αἰτίας ἐὰν προέρχηται ἡ ἀπόφασις, δὲν δύναται νὰ προσβληθῇ ὡς πρὸς αὐτὴν ἡ τελεσιδικία. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν εὑρισκόμεθα ἀπέναντι μιᾶς γενικῆς καταργήσεως τῶν τελεσιδίκων ἀποφάσεων καὶ θὰ γείνωσι...
§301Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅλα θάλασσα.
§302ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ γείνωσιν ἀληθῶς, ὡς λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κορινθίας, ὅλα θάλασσα. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀναστάτωσιν αὐτῶν, ἐρωτῶ, δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ παντάπασιν, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, ἡ ἰδέα ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν προσβάλλονται οἱ ἔμποροι, καὶ ὅσοι ἔχουσιν ἀποφάσεις ὄχι μόνον ἐξ ἐμπορίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀσφαλειῶν ἢ θαλασσίων δανείων ἢ ἐξ ἄλλων ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων; Ὅλοι θὰ δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἔμποροι, καὶ δι’ ὅλους αὐτοὺς θὰ ἐπέλθῃ ἀναθεώρησις τῆς δίκης, καὶ δι’ ὅλους αὐτοὺς ἡ τελεσιδικία εἶναι δῶρον ἄδωρον, ἢ μᾶλλον κτῆμα ἀνωφελές. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὡς εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἀγαθὴ πρόθεσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου πολεμηθῇ ἡ τοκογλυφία καὶ καταργηθῇ ἡ κατάχρησις, διὰ τῆς παρὰ μὴ ἐμπόρων ἐκδόσεως εἰκονικῶν συναλλαγματικῶν, βάλλει πολὺ πέραν τοῦ σκοποῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ αὐτοῦ κλονίζεται ῥιζικῶς τὸ ἐμπόριον· ἀντὶ δὲ νὰ ζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον τὴν θεραπείαν μιᾶς ἀσθενείας ἐν τῷ κοινωνικῷ ὀργανισμῷ, ἐπηρεάζει ὀλεθρίως ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμὸν τῆς χώρας, τὸν κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικόν, καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς.
§303Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι ζήτημα πανάρχαιον· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Σόλωνος καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Δωδεκαδέλτου τὸ ζήτημα συζητεῖται, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δηλαδὴ ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐθεωροῦντο τὰ σώματα τῶν μὴ ἐκπληρούντων τὰς ὑποχρεώσεις των ὀφειλετῶν ὡς δοῦλα τῶν δανειστῶν. Μέχρι σήμερον ἔτι συζητεῖται τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον οἱ δανεισταὶ ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ ὀφειλέτου. Πλεῖστοι διακεκριμένοι συγγραφεῖς, νομικοὶ καὶ οἰκονομολόγοι, μακρὸν λόγον ποιοῦνται περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν τὸ ζήτημα ἐν εὐρύτητι ἐξητάσθη. Δύναταί τις δὲ νὰ ἀντλήσῃ καὶ φέρῃ ἐπιχειρήματα καὶ ὑπὲρ τῆς μιᾶς γνώμης καὶ ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ αἴθουσα τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι αἴθουσα θεωρητικῶν συζητήσεων. Σήμερον βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἤρχισε περιστελλομένη καὶ σχεδὸν ἐξέλιπεν εἰς πλεῖστα πεπολιτισμένα Κράτη. Δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι τὴν προστατεύουσιν, ὅτι μόνον ἡ Ἑλλὰς, ἡ κοιτὶς αὕτη τῆς ἐλευθερίας, κάμνει ἐξαίρεσιν καὶ τὴν κρατεῖ ὑπὸ τὸν αὐστηρότερον τύπον. Ἀλλὰ, Κύριοι, οὐχὶ πλέον μόνον εἰς τὰ Κράτη τῆς Ἑσπερίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀνατολὴν αὐτὴν, Κράτη νεώτερα ἡμῶν τὴν περιέστειλαν· καὶ ὅταν καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκία εἰς στενώτατα ὅρια τὴν περιέστειλεν, εἶναι ἔγκλημα κατὰ τῆς ἐλευθερίας νὰ κρατήσωμεν ἡμεῖς αὐτὴν, ὅπως τὴν ἐνομοθέτησεν ὁ νομοθέτης τοῦ 1834.
§304ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Διατὶ δὲν τὴν καταργεῖτε;
§305ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν τὴν καταργοῦμεν, μοὶ λέγουν. Δὲν τὴν καταργοῦμεν διότι δὲν παραδεχόμεθα τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι ἀπολύτως ἀποκρουστέα. Ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι ὁ αὐστηρότερος τύπος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ὡς εἶναι ἡ θανατικὴ ποινὴ τὸ αὐστηρότερον μέσον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ποινικοῦ δικαίου, καὶ ὡς ἐκείνη κρατεῖται διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς κοινωνικὰς, οὕτω καὶ ἡ προσωπικὴ κράτησις κρατεῖται ὅπου ἡ ἀνάγκη τὴν ἀπαιτεῖ. Θὰ ἐξετάσωμεν λοιπὸν τὸ ζήτημα ἀναλόγως τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων καὶ τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως, καὶ θὰ κρατήσωμεν αὐτὴν ὅπου εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις κατηργήθη εἰς πάντα σχεδὸν τὰ Κράτη. Εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ 1867, εἰς τὴν Αὐστρίαν τὸ 1871, εἰς τὸ Βέλγιον τὸ 1877, εἰς τὴν Γερμανίαν κτλ. Δὲν ὑπάρχει Κράτος εἰς τὴν Εὐρώπην, τὸ ὁποῖον νὰ κρατῇ αὐτὴν ὑπὸ τὸν τύπον, ὑφ’ ὃν τὴν κρατοῦμεν ἡμεῖς. Ἂς ἀκολουθήσωμεν τὴν Γαλλίαν. Τί ἔκαμαν οἱ Γάλλοι; Εἶχον τὴν προσωπικὴν κράτησιν· ἦλθεν ἡ μεγάλη ἐπανάστασις τῶν Γάλλων, ἥτις ἀνεγνώρισε τὰ δικαιώματα τοῦ ἐλευθέρου ἀνθρώπου, καὶ βεβαίως ἡ προσωπικὴ κράτησις δὲν ἠδύνατο νὰ κρατηθῇ ὑπὸ τοὺς κεραυνοὺς τῆς εὐγλωττίας τῶν μεγάλων τῆς ἐποχῆς ῥητόρων, καὶ κατέπεσεν. Ὅτε, Κύριοι, κατεκρημνίζετο ἡ Βαστίλλη, ἡ προσωπικὴ κράτησις δὲν ἠδύνατο νὰ σταθῇ· ἡ Συνέλευσις ἐνθουσιωδῶς κατήργησε τὴν προσωπικὴν κράτησιν.
§306ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καταργήσατέ την καὶ σεῖς.
§307ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, γνωρίζομεν ἀπὸ τοῦ 1888, ὅτε ἔγραψε περὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς πλήρους καταργήσεως. Τῷ ὄντι κατηργήθη ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ εἶδον οἱ Γάλλοι, ὅτι ἡ πλήρης κατάργησις εἶναι ὀλεθρία, καὶ ἐπανῆλθον καὶ περιώρισαν διὰ νομοθετημάτων τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ ἐκρατήθη οὕτως ἐν Γαλλίᾳ, μέχρις οὗ ἤρχισε νὰ ἀνατέλλῃ ἠὼς νέας ἐλευθερίας κατὰ τὸ 1830, καὶ τὸ 1832 διὰ νόμου ἐκανονίσθη καὶ περιεστάλη εἰς στενώτατα ὅρια μέχρι τοῦ 1867, ὅτε κατηργήθη σχεδὸν ἐντελῶς καὶ περιωρίσθη μόνον διὰ τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τὰς ὀφειλομένας ἐξ ἀξιοποίνων πράξεων. Διατὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν πορείαν τῶν μεγάλων ἐκείνων ἐθνῶν; διατὶ νὰ μὴ περιορίσωμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν; διατὶ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ Γερμανὸς νομοθέτης ἐνομοθέτησε τὸ 1834; Καὶ μήπως, Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι νέον παρ’ ἡμῖν; Δὲν ἐπροτάθη πολλάκις ἡ κατάργησις κατὰ παρελθούσας περιόδους; Δὲν ἔφερε νομοσχέδιον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτε προήδρευε τῆς Κυβερνήσεως, καταργοῦν ἐν μέρει τὴν προσωπικὴν κράτησιν; Καὶ ἄλλοι δὲν ἐζήτησαν τὴν κατάργησιν αὐτῆς; Καὶ ὁ κ. Φιλάρετος δὲν ἐπρόβαλε νομοσχέδιον πλῆρες, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ πλείστων Βουλευτῶν, περιστέλλον αὐτήν; Αἱ περιπτώσεις, Κύριοι, καθ’ ἃς ἐπιβάλλεται ἡ προσωπικὴ κράτησις κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρεῖς μεγάλας κατηγορίας. Ἐπιβάλλεται προσωπικὴ κράτησις 1) κατὰ ἐμπόρων ἐνεργούντων ἐμπορικὰς πράξεις· 2) κατὰ ἰδιωτῶν ἐνεργούντων ἐμπορικὰς πράξεις, καὶ 3) εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτικὴ Δικονομία καὶ ἄλλοι εἰδικοὶ νόμοι ἀναγράφουσιν. Ἐξ ὅλων τούτων τῶν περιπτώσεων μίαν καὶ μόνην κατηγορίαν καταργεῖ, ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται προσωπικὴ κράτησις κατὰ ἰδιωτῶν ἐνεργούντων ἐμπορικὰς πράξεις· ἐπίστευον, δ’ ὅτι οἱ ὑπερασπίζοντες τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἤθελον μοὶ ἐκφράσει εὐγνωμοσύνην, διότι εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον περιωρίσθημεν· ἂν ἦσαν ἄλλοι, ἤθελον προβῆ καὶ περαιτέρω, ὅπως ἔχει ἡ κοινωνία σήμερον ἀπέναντι τῶν διαμαρτυριῶν τῶν ὀφειλετῶν. Μὴ τανύωμεν τὸ τόξον περισσότερον, διότι θὰ θραυσθῇ. Ὅταν ἐκ Θεσσαλίας, ἐξ Ἠλείας καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν χιλιάδες φωναὶ πολιτῶν ὑποκειμένων εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν ζητῶσι τὴν ἀναθεώρησιν τῶν περὶ αὐτῆς διατάξεως, ὅταν ἐπὶ ἔτη ζῶμεν ὑπὸ δικαιοστάσιον, δὲν θὰ ἔχητε φυλακὰς μετὰ τὸ δικαιοστάσιον νὰ ἐγκλείσητε τοὺς φυλακισμένους.
§308ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Οὐδεμίαν!
§309ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἤδη θὰ ἴδητε ἐκ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς παρουσιάσω, εἰδεχθεστάτην κατάστασιν. Ὅταν ἀκούσητε ὅτι 2,000 ἴσως θὰ προσωποκρατηθῶσι μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠλείᾳ, νομίζω ὅτι θὰ συγκινηθῆτε. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἔλαβον τὸν κόπον νὰ συντάξω ἐπὶ πληροφοριῶν, ἃς ἔλαβον ἀπὸ διάφορα δικαστήρια, παριστᾷ τὸ ἑξῆς φαινόμενον. Ἀπὸ τοῦ 1892 ἕως τοῦ 1896 ὁ ἀριθμὸς τῶν προσωποκρατηθέντων ἀνέρχεται εἰς 38,000. Ἐκ τούτων 15,000 διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, 9,000 διὰ χρέη πρὸς ἰδιώτας, καὶ 12,000 διὰ χρέη πρὸς δήμους, δηλαδὴ 10,000 περίπου ἄνθρωποι κατ’ ἔτος εἰς μίαν πενταετίαν δι’ ἰδιωτικὰ χρέη! Καὶ πόσοι ἐξ αὐτῶν ἐκρατήθησαν διὰ χρέη τοῦ ἐμπορίου; Ἀμφιβάλλω ἂν τὸ ⅒, οἱ ἄλλοι εἶναι διὰ τὰ χρέη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Χαλκίδος, ἐξ εἰκονικῶν συναλλαγματικῶν. Εἰς τὴν Τρίπολιν, παραδείγματος χάριν, 1082 ἐπροσωποκρατήθησαν. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ τὴν προσωπικὴν κράτησιν μόνον διὰ τὰς ὀφειλὰς τῶν ἰδιωτῶν, κρατοῦμεν δὲ αὐτὴν διὰ τοὺς ἐμπόρους, διότι εἶναι δημοσία ἀνάγκη νὰ τὴν κρατήσωμεν, καθότι τὸ ἐμπόριον εἶναι ἅλυσις, καὶ ὅταν θραύσητε ἕνα κρίκον αὐτῆς, θραύετε τὴν ἅλυσιν. Ὅταν ἔμπορος ἀρνῆται τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, ἡ ἄρνησίς του ἀντανακλᾷ ἐπὶ ἄλλων καὶ συνεπιφέρει καταστροφάς. Εἶναι δημόσιον συμφέρον νὰ ἐνισχύσητε τὸ ἐμπόριον διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· ἡ ἐμπορικὴ πίστις εἶναι ἡ βάσις τῆς δημοσίας πίστεως· ἰδοὺ διατὶ κρατοῦμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ δι’ ὅλας τὰς πιριπτώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτικὴ Δικονομία ἀναφέρει διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ἀξιοποίνων πράξεων· διότι εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ὑποχρεώσητε εἰς προσωπικὴν κράτησιν τὸν καταχραστὴν τῆς περιουσίας σας, εἶναι ἄδικον ὁ φονεύσας τὸν πατέρα τοῦ ὀρφανοῦ ἢ τὸν σύζυγον τῆς χήρας νὰ μὴ ὑποχρεῶται διὰ προσωπικῆς κρατήσεως πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν ἐκ τοῦ ἀδικήματος ζημιῶν. Ἀλλὰ, λέγουν, ἡ κατάργησις θὰ φέρῃ καταστροφάς. Διατί; Ἡ κατάργησις περιορίζεται εἰς τοὺς ἰδιώτας τοὺς ἀναλαμβάνοντας ἐμπορικὰς πράξεις· ἀλλ’ ὅταν τις συναλλάσσηται μὲ ἰδιώτας, δὲν ἀποβλέπει παρὰ εἰς τὸ ἀξιόχρεον ἐκείνου, μεθ’ οὗ συναλλάσσεται· δὲν εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὸν συναλλασσόμενον μὲ ἔμπορον. Ὁ συναλλασσόμενος μὲ ἰδιώτας θὰ ἐξετάσῃ τὸ ἀξιόχρεον αὐτῶν, ἔχει καιρὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ ἰδιώτας δὲν εἶναι ἀπολύτως χρήσιμος· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δύναται νὰ ἦναι χρήσιμος εἴς τινας συναλλαγὰς ἐμπορικὰς μετὰ ἰδιωτῶν, αἱ συναλλαγαὶ αὗται εἶναι τόσον ἀσθενεῖς, ὥστε ἀπέναντι τῆς μεγάλης καταχρήσεως, ἡ ὁποία γίνεται, οὐδόλως πρέπει νὰ ἐμβλέψωμεν εἰς αὐτάς. Τίς ἐξ ἡμῶν τῷ ὄντι δὲν αἰσθάνεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ δὲν ἀναμιμνήσκεται τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἐπέρχονται ἐκ τῆς καταχρήσεως τῆς διατάξεως, ὅτι ἡ συναλλαγματικὴ συνεπιφέρει προσωπικὴν κράτησιν; «Δώσατέ μας, λέγουν, εἰς τὴν συναλλαγματικὴν καὶ κατὰ ἰδιωτῶν τὴν προσωπικὴν κράτησιν»· δηλαδὴ «δώσατέ μας τὴν εἰκονικότητα, τὸ ψεῦδος, τὴν καταστρατήγησιν τοῦ νόμου!» Τί λέγουν, ὅταν δανείζωσιν εἰς ἰδιώτας, ἵνα τοὺς πείσωσι νὰ θέσωσι τὴν ὑπογραφὴν των εἰς συναλλαγματικήν; νὰ δεχθοῦν ὅτι δανείζονται ἐν Ἀθήναις, ἵνα πληρώσουν εἰς Πειραιᾶ. Καὶ ἀποτελεῖ τοῦτο ἀποστολὴν χρημάτων, πρᾶξιν ἐμπορικὴν, ἢ εἰκονικότητα καὶ ψεῦδος; Καὶ θέλετε προστασίαν τοιούτων εἰκονικῶν καὶ ἀνηθίκων πράξεων! Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν περιωρίσθη ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ, ἵνα περιορίσῃ τὰς καταχρήσεις. Τὸ νομοσχέδιον κάμνει ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, συνεπείᾳ τῶν ἀρχῶν, ἃς καθιέρωσεν ἡ Κυβέρνησις· μὴ θέλουσα δι’ ἁλμάτων νὰ βαδίζῃ, γνωρίζουσα τὸ «μηδὲν ἄγαν», προβαίνει ὅσον εἶναι δυνατόν. Καταργεῖ τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὰ πολιτικὰ χρέη, καὶ εὔχομαι, ὅπως καταργηθῇ καὶ διὰ τὰ ἐμπορικὰ, ὅταν ἑδραιωθῇ ἡ πίστις, ὥστε ἀγερώχως νὰ ἐμβλέψωμεν εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ σταθῆτε εἰς τὸν σταθμὸν αὐτὸν, περιορισθῆτε εἰς τὰ ὅρια τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πιστεύσατε ὅτι καμμία καταστροφὴ δὲν θὰ ἐπέλθῃ. Ὅταν ἔρχωνται μεταρρυθμίσεις προσβάλλουσαι συμφέροντα, θὰ ἀκούσητε κραυγὰς, ἀλλὰ μὴ σταματήσητε ἀπέναντι τῶν διαμαρτυριῶν τούτων, ἐμβλέψατε εἰς τὰ κακὰ, ἅτινα θέλουσιν ἐπέλθει, ἂν δὲν γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον. Ὡς πρὸς τὰς τροπολογίας, παρατηρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι εἰς δευτέραν συζήτησιν· κατὰ τὴν τρίτην ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀποκρούσω ἢ παραδεχθῶ τινας. Ἀλλὰ παρεξενεύθην μὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, τὸν ἐκ Σύρου συνάδελφον, ὅστις ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὸ νομοσχέδιον τόσον ἐπιβλαβὲς, καὶ ὅτι θέλει ἐπιφέρει βλάβας καὶ καταστροφὰς εἰς τὴν ναυτιλίαν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσολογγίου ὀρθότατα τῷ παρετήρησεν, ὅτι ἔμπορος εἶναι ὁ μετερχόμενος ἐμπορικὰς πράξεις ὡς κύριον αὑτοῦ ἐπάγγελμα. Ἀλλ’ ὁποῖαι εἶναι αἱ ἐμπορικαὶ πράξεις; τὰς ὁρίζει ὁ ἐμπορικὸς νόμος. Ὁ πλοίαρχος λοιπὸν, κύριον ἐπάγγελμα ἔχων ἐμπορικὰς πράξεις νὰ ἐνεργῇ, κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον, καὶ ὁ τραπεζίτης κλπ. εἰσὶν ἔμποροι. Οὐδεὶς συγγραφεὺς ἠμφισβήτησε τοῦτο. Ὑπόκεινται λοιπὸν εἰς προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὰς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των συναλλαγάς. Καὶ ὅμως σᾶς ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς προσωπικὴν κράτησιν ὁ πλοίαρχος, καὶ θὰ καταστραφῇ ἡ ναυτιλία κλπ! Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν θὰ συμβῇ· θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἐμπόριον τὸν δρόμον του, αἱ τάξεις ἐκεῖναι αἱ ἐργατικαὶ, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς φιλοπονίας των ἀποκτῶσι τὰ κεφάλαια, δὲν ἔχουν νὰ ζημιωθῶσι τίποτε, θὰ κοπῇ ὅμως τὸ στάδιον εἰς τὴν πλεονεξίαν, εἰς τὴν τοκογλυφίαν, εἰς τὴν καταδολίευσιν τῶν νόμων, καὶ θὰ προστατεύσητε τοὺς ἀθώους συμπολίτας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι γίνονται καὶ ἔγειναν θύματα καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ συλλαμβάνωνται ἐξ εἰκονικῶν ἐμπορικῶν πράξεων. Ἐλπίζω, ἐπιφυλασσόμενος διὰ τὰς τροπολογίας εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ γείνῃ δεκτόν, ὡς ἔχει. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§310ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὶν ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, θὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Σύρου. Εἶπεν ὅτι δὲν θὰ μὲ εὐχαριστήσῃ τὸ ἐμπόριον, ὅτι τὸ ἐμπόριον παραπονεῖται, ἐνῷ χάριν αὐτοῦ διατηρεῖται μέχρι σήμερον καὶ θὰ διατηρηθῇ ὁ βάρβαρος αὐτὸς θεσμός. Τὸ ἐμπόριον λοιπὸν ὀφείλει νὰ εὐγνωμονῇ εἰς τὴν Πολιτείαν, τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον βλέπει ὁ συνάδελφος πῶς προοδεύει καὶ πῶς συναλλάσσεται. Ὥστε ἀδικεῖτε τὸ ἐμπόριον, θέλοντες νὰ τὸ καταβιβάσητε. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀφίνω τὴν τροπολογίαν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ ζητῶ μόνον μίαν ἐξήγησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ τροπολογεῖ τὸ ἄρθρον 10 καὶ ἀπαλείφει τὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας διατηρεῖται τὸ προνόμιον τῶν Τραπεζῶν ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως αἱ Τράπεζαι; Ἐὰν ἦναι μόνον τὸ προνόμιον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως διὰ τὰ συναλλάγματα καὶ τὰς ἐμπορικὰς πράξεις, δὲν εἶναι δίκαιον. Ποῦ εἶναι ἡ ῥητορικὴ καὶ ἡ ὡραία ὁμιλία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως; Ἐγὼ ἐννοῶ ὅλα τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ δὲν συμβιβάζονται μὲ τὸ νομοσχέδιον, νὰ καταργηθῶσι νὰ ὑπάρχῃ ἰσότης πλήρης δικαιωμάτων, καὶ ἐὰν δὲν δίδητε εἰς τὸν πολίτην αὐτὰ τὰ δικαιώματα, διατὶ τὰ δίδετε εἰς τὰς Τραπέζας; Θέλω νὰ φανῶμεν ὀλίγον φιλελεύθεροι.
§311ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶχον παρακαλέσει, κύριε Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πληροφορίας τινὰς ἐκ Καλαμῶν διὰ τὰ γραφέντα ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἄστει» ἐκ μέρους δανειστῶν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν των, ὅτι δῆθεν τὴν περιουσίαν αὐτῶν διέθεσαν. Παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν πληροφορίαν αὐτὴν πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§312Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἐγὼ λοιπὸν σᾶς λέγω, κύριε Κροκιδᾶ, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην τοιούτων πληροφοριῶν, διότι, ἀφ’ ἧς διεδόθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ψηφισθῇ, οἱ συμβολαιογράφοι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα δὲν καταγίνονται παρὰ εἰς τοιούτου εἴδους συμβόλαια.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§314ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15. (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 15). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§317ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, τὴν τροπολογίαν του νὰ τὴν τυπώσῃ πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως, διότι εἶναι δικονομικὰ τὰ ζητήματα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§319ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ γνωρίσῃ, διατὶ ἔχει τοιαύτην ἀποστροφὴν εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα; Ποῖος λόγος τὸν ἔπεισεν, ὥστε νὰ ἐξαιρέσῃ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ὡς βραβεῖον τῆς στρεψοδικίας; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§321ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ διασαφήσῃ κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τὸ ἑξῆς· ἐὰν ὀφειλέτης τις ἔχῃ συλληφθῆ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἰσχύοντος ἤδη νόμου καὶ ἔκαμε τὴν ἔφεσιν, δύναται νὰ συλληφθῇ ἐκ νέου μετὰ τὸν νόμον τοῦτον;
§322ΤΙΝΕΣ. Ὄχι βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9).
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§324Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι πληρεστέρα ἐκείνης, ἣν ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπή. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὴν ἀναπτύξω κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 366).
§326ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ αὔριον θὰ διανεμηθῶσιν αἱ τροπολογίαι, δὲν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς καλλίτερον νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον μεθαύριον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν;
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἔχομεν ἄλλα ἀντικείμενα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ περὶ συστάσεως καὶ προαγωγῆς Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§330ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χθὲς ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς δευτέρας παραγράφου, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ ἔννοια ἐξάγεται ἐκ τῶν ἀνωτέρω διατάξεων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ φράσις ἔχει τι τὸ ἀτελές· ἐννοεῖ, ὑποθέτω, ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τὸν δηλώσαντα, καίτοι μὴ ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν κατάλογον.
§331Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν τὴν δήλωσιν αὐτοῦ ἐπιδώσῃ πρὶν ἐγγραφῇ εἰς τὸν κατάλογον, καλῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα.
§332ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὁ παραβὰς τὸν νόμον καὶ μὴ δηλώσας, ὑπόκειται εἰς ποινήν· ἀλλ’ ἕνεκα τῆς φράσεως τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα περὶ παντὸς πολίτου, οὐχὶ μόνον περὶ τῶν ἐχόντων ἐπάγγελμα φορολογητέον.
§333ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἡ φράσις εἶναι σαφής.
§334Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι, ἐὰν ὁ ὑπόχρεως δὲν εὑρίσκηται ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ καταλόγῳ, τότε πληρώνει τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται, ἢ τοῦ ἐπιτηδεύματος τῆς τελευταίας τάξεως. Τελευταία ἐπιτηδευμάτων τάξις ὅμως δὲν εἶναι ἡ κατωτάτη· τελευταία τάξις εἶναι ὁ ἀνώτατος φόρος.
§335Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ τελευταία τάξις πάντοτε εἰς τὰ φορολογικὰ ἐννοεῖται ἡ ὑποβαλλομένη εἰς τὸν ἐλάσσονα φόρον.
§336Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι οὕτω, διότι τὰ ἀλφαβητικὰ στοιχεῖα καὶ οἱ ἀριθμοί, δηλ. αἱ τάξεις καὶ αἱ κλάσεις προβαίνουν, 1, 2, 3, 4, 5, 6, αʹ, βʹ, γʹ, δʹ, εʹ, ϛʹ, Ἐνῷ σεῖς ἐννοεῖτε τὰ κατώτατα μὲ τὰ τελευταῖα, τελευταῖα ἐν τῷ νόμῳ ἐννοοῦνται τὰ ἀνώτατα λοιπὸν κατωτάτης τάξεως πρέπει νὰ τεθῇ. Ὅταν λέγητε τελευταίας τάξεως, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐννοῆτε ἢ τὰ ἐπαγγέλματα τῆς κατηγορίας Βʹ, ἐν τῇ κατηγορίᾳ δὲ ταύτῃ ὑπάρχουν ἑπτὰ τάξεις, ὧν τὸ φορολογικὸν βάρος αὐξάνει ὑπὸ τὰ στοιχεῖα Αʹ, Βʹ ἕως Ζʹ, ὅπερ εἶναι τὸ μᾶλλον φορολογούμενον, ἐνῷ ὑμεῖς ἐννοεῖτε τὸ ὀλιγώτερον φορολογούμενον.
§337Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς τεθῇ «ἧττον φορολογουμένης»
§338ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλην παρατήρησιν ἐπεθύμουν νὰ φέρω, τὴν ἑξῆς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ ζητῶν ἄδειαν, ὁ θέλων νὰ ἐξασκήσῃ ἐπάγγελμά τι, πρέπει νὰ δηλώσῃ καὶ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ ἐφόρου· λαβὼν τὴν ἄδειαν καταβάλλει τὸ ἥμισυ τοῦ κατωτέρου φόρου, ἂν δὲν ὑπάρχῃ κατάλογος, τὸν δὲ ἄλλον πρέπει νὰ πληρώσῃ ἐντὸς ἑξαμηνίας ὑπάρχει ὅμως μία τάξις ἐπαγγελματιῶν πλανοδίων, τοὺς ὁποίους, νομίζω, πρέπει νὰ ἐξαιρέσητε τῆς παραχωρήσεως ταύτης πρὸς καταβολήν, διότι αὐτοί, μὴ ὄντες οὔτε μόνιμοι ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἐμπορίας αὑτῶν, οὔτε ἐκ τοῦ ἔργου των μένοντες εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, ἂν θὰ πληρώνουν ἐντὸς ἑξαμηνίας τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ φόρου, θὰ καταντήσουν ἐντελῶς δύσκολον τὴν εἴσπραξιν, δὲν εἶναι δὲ πρέπον νὰ φροντίζῃ ἑκάστοτε νὰ μανθάνῃ ὁ ἔφορος ποῦ μετέβη ὁ πλανόδιος, καὶ τοιοῦτοι πλανόδιοι ὑπάρχουν πολλοί· ὑπάρχουν ἐπίσης ὁμάδες πλανοδίων, θίασοι, οἵτινες ἐν τῷ νόμῳ ἀναγνωρίζονται ὡς ἐπιτηδευματίαι καὶ πληρώνουσιν ἐπιτήδευμα. Περὶ αὐτῶν ὅλων νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, ὅτι ὀφείλουν δηλονότι νὰ καταβάλλουν τὸ ὅλον τοῦ φόρου, ἅμα λαμβάνοντες τὴν ἄδειαν.
§339Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ λαμβάνεται ἓν μέτρον ἐπιεικές, δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἐξαίρεσις κατά τινων μόνον ἐπιτηδευματιῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀντικατασταθείσης τῆς ἐν τῷ τελευταίῳ στίχῳ αὐτοῦ λέξεως «τελευταίας» διὰ τῶν λέξεων «ἧττον φορολογουμένης». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκοντα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–6 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§341Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ἐνταῦθα ἀνεγράφετο διάταξις ὑποχρεοῦσα τοὺς ἀστυνόμους νὰ ἀναγγέλλουν αὐτοὶ ἐν ἀρχῇ ἑκάστου μηνὸς ἢ κατὰ μακροτέρας περιόδους πᾶσαν μεταβολὴν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰ φορολογούμενα καταστήματα ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα, διὰ νὰ γνωρίζῃ τὰς μεταβολὰς ταύτας ἡ Ἐφορία. Ἀφοῦ τοὺς εἰσάγομεν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν φόρων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καλὸν εἶναι νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτοῖς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς καὶ εὐκόλως θὰ ἐκτελῶσι, καὶ ἡ ὁποία θ’ ἀποβῇ λυσιτελεστάτη πρὸς ἐξεύρεσιν ὅλων τῶν φορολογικῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας των.
§342Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ καλά. Ἄς προστεθῇ δευτέρα παράγραφος, ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἀστυνόμος ὑποχρεοῦται νὰ καταγγέλλῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον πάντα τὸν ἄνευ ἀδείας ἐξασκοῦντα ἐπιτήδευμα ὑποκείμενον εἰς φόρον, καὶ νὰ ὑποβάλλῃ σύναμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀντίγραφον τῆς πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καταγγελίας.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης).
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§344ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὸ «ἐπιγραφὴν δηλοῦσαν» νὰ προστεθῇ «ἑλληνιστὶ τὸ ὄνομα».
§345Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§346ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, καθὼς καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα, γίνεται λόγος περὶ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἀδείας, καὶ κανονίζονται σπουδαῖαι συνέπειαι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει. Νομίζω ὅτι, ὁσάκις δὲν ἐμφανίζωνται, ὑποβάλλονται οἱ ἐπιτηδευματίαι εἰς πρόστιμον. Δὲν λέγει τίποτε ὅμως τὸ νομοσχέδιον περὶ διευκολύνσεως τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ἀπολεσθεισῶν τυχὸν ἀδειῶν.
§347Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφαρμόζεται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἡ γενικὴ ἀρχή· οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ παρὰ νὰ λάβῃ τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀδείας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9–12 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§349Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλλίτερον νὰ τεθῇ, πρὸς διασάφησιν, «καὶ τῶν φορολογουμένων», διότι ὑπάρχουσι καὶ μὴ φορολογούμενοι.
§350Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πάντοτε ὁμιλεῖ ὁ νόμος περὶ τῶν ὑπαγομένων εἰς φόρον. Δὲν ἔχω ὅμως δυσκολίαν νὰ προστεθῶσι μετὰ μὲν τὴν λέξιν «ἐπιτηδεύματος» αἱ λέξεις «ἐκ τῶν ὑποκειμένων εἰς φόρον», ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς: «καὶ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δύο τελευταίας τριμηνίας τοῦ ἔτους, τοῦ ἀποδεικτικοῦ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§352ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πάλιν ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνταῦθα, ἵνα κτυπήσητε τὴν κατάχρησιν, φορολογεῖτε καὶ τοὺς μὴ καταχρωμένους. Γίνεται διπλῆ καὶ τριπλῆ ἡ φορολογία, ὅταν τις ἔχῃ πολλὰ καταστήματα τοῦ αὐτοῦ εἴδους.
§353Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἐλύθη προχθές. Ἂν δὲν τὸ εἶχεν ὁ αὐτὸς τὸ ἕτερον κατάστημα, δὲν θὰ τὸ εἶχεν εἰς ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§355ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν κατόπιν τοῦ διατάγματος τῆς 24 Σεπτεμβρίου 1898 τινὲς μὲν ἐπλήρωσαν, ἄλλοι δὲ ὄχι, ἔχομεν διπλῆν φορολογίαν· ὅσοι μὲν ἐπλήρωσαν, ἐπλήρωσαν κατὰ τὸ διάταγμα, οἱ δὲ ἄλλοι θέλουσι πληρώσει κατὰ τὰ νῦν τροπολογημένως ψηφιζόμενα.
§356Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας τῆς ἐν τῷ μέλλοντι.
§357ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ περὶ τῆς φορολογίας ἐν τῷ μέλλοντι ὁρίζετε ἄλλον ὅρον διά τινα ἐπιτηδεύματα. Λοιπὸν, ἄν τινες τοῦ 1898 δὲν ἐπλήρωσαν, θὰ πληρώσουν τὸν ἐν τῷ διατάγματι φόρον;
§358ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν ἐφαρμογὴν ὁ νόμος αὐτός...
§359ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τῆς παραπομπῆς, ὡς γίνεται, δὲν κυροῦμεν τὸ διάταγμα ἀμεταβλήτως.
§360ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον 7 τῆς Γ κατηγορίας τίθεται φόρος εἰς τὰ ὑδροκίνητα ἐργοστάσια πυριτιδοποιίας. Ἐν Δημητσάνῃ ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν οἱ Ὁμηρικοὶ μύλοι πυριτιδοποιίας, εἰς τοὺς ὁποίους κατασκευάζουν πυρίτιδα, ὅταν εὐκαιροῦν μόνοι των οἱ ἄνθρωποι. Διακόσιαι δραχμαὶ εἶναι λίαν βαρὺς φόρος· πεντήκοντα δραχμὰς τὸ πολὺ νὰ θέσητε. Θὰ ἦναι ἄδικον, ἂν ἐπιμείνητε. Δὲν πρέπει νὰ καταστρέψωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους.
§361Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ πῶς νὰ τοὺς χαρακτηρίσωμεν;
§362ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλο τὰ ἀτμοκίνητα καὶ ἄλλο τὰ ὑδροκίνητα.
§363ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν ὑδροκινήτων ὁμιλῶ.
§364Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 14 τῆς κατηγορίας Γʹ. «Ἀτμοκίνητον ἐργοστάσιον κατασκευῆς ἐσωτερικῶν ἐνδυμάτων ἐξ ἐρίου» λέγει τὸ ἐδάφιον 14. Τοῦτο ἀκριβῶς ἀφορᾷ τὰς φλανέλλας τῆς Τριπόλεως. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὑπάρχουσι δύο εἰδῶν ἐργοστάσια· ὑπάρχουσιν ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα κινοῦνται διὰ τοῦ ἀτμοῦ ὁλόκληρα, καὶ ἑπομένως καὶ αἱ πλεκτικαὶ μηχαναί, ὑπάρχουσι καὶ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται τὸν ἀτμόν, ἀλλὰ μόνον πρὸς σιδέρωμα, αἱ δὲ πλεκτικαὶ μηχαναὶ εἶναι χειροκίνητοι. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἐλαττωθῇ διὰ τὰ χειροκίνητα αὐτὰ ἐργοστάσια ὁ φόρος κατὰ τὸ ἥμισυ, ἤτοι εἰς δραχμὰς 100.
§365ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὄχι, διότι ἔχουσι μεγίστην κατανάλωσιν.
§366Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἦναι χειροκίνητα, δέχομαι τὴν τροποποίησιν καὶ εἰς ὀλιγώτερον ἀκόμη τῶν 100 δραχμῶν.
§367ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀτμοκίνητον ἐργοστάσιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κινεῖ τὰς πλεκτικὰς μηχανὰς δι’ ἀτμοῦ, τὸ δὲ ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει μὲν ἀτμόν, ἀλλὰ δι’ ἄλλην χρῆσιν, οὐχὶ διὰ τὰς πλεκτικὰς μηχανάς, αὐτὸ κυριολεκτικῶς δὲν ὀνομάζεται ἀτμοκίνητον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ μία παρεξήγησις, καὶ ἐγεννήθη ἤδη τοιαύτη, καὶ ἐλάβατε ἀναφορὰν ἐκ Τριπόλεως, διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ διασαφηνισθῇ.
§368ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι μίαν ὑποδιαστολὴν· νὰ βάλωμεν εἰς τὰ χειροκίνητα ἐργοστάσια 50 δραχμὰς, ἂν θέλητε, ὄχι ὅμως ἀτμοκίνητα–χειροκίνητα.
§369Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, τὸ πρᾶγμα εἶναι προφανέστατον. Ὡς ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος γνωρίζει, ὑπάρχουσιν ἐν Τριπόλει ἕξ ἐργοστάσια· ἐκ τούτων ἓν εἶναι ἀτμοκίνητον, τὰ ἄλλα εἶναι χειροκίνητα, ἔχουσιν ἀτμὸν, ἀλλὰ μόνον πρὸς σιδέρωμα, αἱ δὲ πλεκτικαὶ μηχαναὶ κινοῦνται διὰ τῶν χειρῶν.
§370ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σημειωτέον, ὅτι νῦν δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ κατάταξις νέα· ἡ κατάταξις αὕτη ἐγένετο, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὅμοιον ἐπιτήδευμα. Ἑπομένως εἶναι καθεστὼς αὐτό. Σήμερον ζητεῖτε μίαν διαστολήν· τὴν δέχομαι τὴν διαστολὴν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ χαρακτηρισθῶσι τὰ ἐργοστάσια ὡς χειροκίνητα. Εὐθὺς ὡς ὑπάρχει ἀτμὸς, θὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀτμοκίνητα.
§371ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀτμὸς ἐν τῷ ἐργοστασίῳ, ἀλλὰ δὲν χρησιμεύῃ ὡς κινητήριος δύναμις;
§372ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐθὺς ὡς δὲν γίνεται χρῆσις τοῦ ἀτμοῦ διὰ τὸ ἐργοστάσιον, δὲν εἶναι ἀτμοκίνητον.
§373ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀτμοκίνητον λέγεται ὅταν κινητήριος δύναμις ἦναι ὁ ἀτμός. Ἐὰν ὁ ἀτμὸς χρησιμεύῃ πρὸς ἄλλην χρῆσιν τοῦ ἐργοστασίου, τοῦτο δὲν εἶναι ἀτμοκίνητον.
§374ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἐὰν ἦναι χειροκίνητον, εἶναι περιττὸν νὰ προστεθῇ τι, διότι ὡς χειροκίνητα θὰ μένουν ἐντελῶς ἀφορολόγητα.
§375ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅταν ἴδῃ ὁ ἔφορος, ὅτι ἀτμὸς ὑπάρχει, θὰ τὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀτμοκίνητα καὶ θὰ τὰ φορολογήσῃ μὲ 200 δραχμάς. Τοῦτο θέλω ἀκριβῶς νὰ προλάβω.
§376ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα, καὶ ἂν τῷ ὄντι οἱ ἐργοστασιάρχαι αὐτοὶ ἀδικῶνται, θὰ προκαλέσω νομίμως μίαν ἰδιαιτέραν κατάταξιν.
§377Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 12, κύριε Πρόεδρε.
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία τοῦ κυρίου Παπαγιαννακοπούλου, σχετικὴ πρὸς τὸ ἐδάφιον 12 (ἀναγινώσκεται). Ὡσαύτως ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ρικάκη (ἀναγινώσκεται)
§379Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μέχρι τοῦδε ἡ τάξις αὕτη ἐφορολογεῖτο πρὸς 600 δραχμάς. Μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις, ὅτι ὁ φόρος εἶναι πολὺς, μοὶ προετάθη δὲ νὰ γείνῃ ὑποδιαίρεσις. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία μοὶ παρετήρησεν, ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ τοιαύτη ὑποδιαίρεσις, καὶ ὅτι, ἐὰν κατά τι ἠλαττοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 600 δραχμῶν, θὰ ἦσαν ὅλοι εὐχαριστημένοι. Λοιπὸν ἠλάττωσα τὸ ποσὸν εἰς 500 δραχμάς. Πρόκειται δὲ περὶ οἰνοπνευματοποιείων, τὰ ὁποῖα ὅλα, ὡς γνωρίζετε, ἐργάζονται καλῶς.
§380ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλα τὰ ἐργοστάσια τὸν αὐτὸν φόρον πληρώνουσι. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ γείνῃ διάκρισις τῶν συνεχῶς ἐργαζομένων;
§381Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατόν.
§382ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παραδείγματος χάριν, τὸ ἐργοστάσιον οἰνοπνευματοποιΐας, τὸ ὁποῖον παράγει 3000 καὶ 5000 ὀκάδας, θὰ πληρώνῃ τόσον φόρον, ὅσον θὰ πληρώνῃ καὶ ἓν ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον παράγει 500 ὀκάδας κατὰ εἰκοσιτετράωρον; Δὲν εἶναι κατάφωρος ἡ ἀνισότης; Δὲν πρέπει νὰ γείνῃ μία διάκρισις;
§383ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν οἰνοπνευματοποιὸν δικαίωμα καταναλώσεως, βεβαίως ὁ φόρος τῶν 500 δρ. ἤθελεν εἶναι ἐλάχιστος. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἐπιβαλλομένου δικαιώματος καταναλώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν παραγομένων οἰνοπνευμάτων, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουσιν αἱ διακρίσεις αὗται, ἐκεῖ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι ὡς πρὸς τὸ ἐπιτήδευμα δύσκολον νὰ γείνῃ τοιαύτη διάκρισις, διότι συνήθως κατορθοῦσι πάντες νὰ κατατάσσωνται εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν. Ἐὰν θέλητε νὰ δεχθῶ τὴν διάκρισιν αὐτὴν, τότε πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ 500 δραχμῶν καὶ νὰ φθάσωμεν μέχρι 10,000. Ὀλιγώτερον τῶν 500 δραχμῶν δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ.
§384ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο εἶναι καλλίτερον.
§385ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι τὴν διάκρισιν εἰς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον.
§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 12 τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§387Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ, μετὰ τὰς λέξεις «Β. Διατάγματος» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ὅπερ κυροῦται μετὰ τῶν διὰ τοῦ παρόντος νόμου τροποποιήσεων». Ἐν δὲ τῇ προτελευταίᾳ παραγράφῳ, μετὰ τὴν ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ λέξιν «ἐπιτηδεύματος» νὰ προστεθῇ: «1) εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὑδροκινήτου μύλου κατασκευῆς πυρίτιδος ἐκ δραχμῶν 50. 2)».
§388ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§389Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Γίνονται πολλαὶ καταχρήσεις εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν δηλοῦσι τὸ ἀληθὲς αὑτῶν ὀνοματεπώνυμον, καθιστῶντες οὕτω δύσκολον τὴν ἀναζήτησιν αὐτῶν πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου. Ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δηλοῦσι μὲν τὸ ἀληθὲς ὄνομα, ἀλλ’ ἐπιγράφουσιν εἰς τὸ κατάστημα αὑτῶν ἄλλο ὀνοματεπώνυμον, ὅταν δὲ μεταβαίνῃ ὁ εἰσπράκτωρ καὶ ἀναζητῇ αὐτοὺς, βλέπει ἐν τῷ καταλόγῳ ἐν τῇ δεῖνα ὁδῷ ὡρισμένον ὄνομα καὶ ἐπιτήδευμα, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκει τὸ κατάστημα. Οὕτω διαφεύγουσι πολλοὶ ἐκ τῆς φορολογίας. Διὰ τοῦτο, πρὸς ἀποφυγὴν τούτων, θεωρῶ καλὸν νὰ προστεθῇ ὡς δεύτερον ἐδάφιον τὸ ἑξῆς: «Εἰς τὰς αὐτὰς συνεπείας ὑπόκειται καὶ ὁ μὴ δηλώσας τὸ ἀληθὲς αὑτοῦ ὀνοματεπώνυμον τῇ Ἐφορίᾳ ἢ ἐπιγράψας ἐπὶ τῆς εἰσόδου τοῦ καταστήματος αὑτοῦ ἄλλο ὄνομα παρὰ τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ παρόντος νόμου δηλωθέν.» Τοιουτοτρόπως θὰ προληφθῶσι καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι συχνόταται.
§390Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν αὐτὸς ἐδήλωσεν ἐλαττωματικῶς τὸ ὄνομα αὑτοῦ, τότε δὲν θὰ ἔχῃ ἄδειαν. Ἐὰν ἐπὶ παραδείγματι εἷς, ὁ ὁποῖος φέρει τὸ ὄνομα Ἰωάννης Νικολάου, ἐδήλωσε Νικόλαος Ἰωάννου, καὶ λάβῃ τὴν ἄδειαν ὡς ἔχων ἄλλο ὄνομα, θεωρεῖται ἄνευ ἀδείας.
§391ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸν εὑρίσκει ὁ εἰσπράκτωρ.
§392ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸν εὕρῃ.
§393ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως θὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἀδείας, ὅταν ἔλαβε. Καλὸν εἶναι ὅ,τι ἐθέσατε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται δηλονότι νὰ ἐξασκῇ τις ἐπάγγελμα ἄνευ ἀδείας, ἀλλὰ δὲν σημαίνει, ὅτι πάντες οἱ ἐπιτηδευματίαι θὰ λαμβάνωσιν ἀνάγκην νὰ παρουσιάζωνται εἴτε ἐν τοῖς δικαστηρίοις εἴτε εἰς τὰς ἀρχάς. Θὰ ὑπάγῃ ὁ εἰσπράκτωρ καὶ δὲν θὰ εὕρῃ τὸ ὄνομα, ὅταν θὰ θελήσῃ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἕτερον ἥμισυ τοῦ φόρου.
§394Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἐπιβάλλετε πρόστιμον διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου μέχρι 500 δραχμῶν. Ποῖος θὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ προστίμου;
§395ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ὁ ἁρμόδιος οἰκονομικὸς ἔφορος. Τὸ λέγει τὸ ἄρθρον 19.
§396Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 19 ὁρίζει ποῖος ἐπιβάλλει τὰ πρόστιμα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἔχει).
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§398Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, παρακαλῶ, ποῖον θεωρεῖτε ἁρμόδιον εἰρηνοδίκην; τὸν εἰρηνοδίκην τῆς ἕδρας τοῦ ἐφόρου, ἢ τὸν εἰρηνοδίκην τῆς ἕδρας τοῦ ἐπιτηδευματίου; Εἶναι καλὸν νὰ ὁρισθῇ.
§399Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅπου δὲν ὁρίζει ὁ νόμος, ἁρμόδιος εἰρηνοδίκης εἶναι ἐκεῖνος, ἔνθα ἐργάζεται ὁ φορολογούμενος.
§400ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Παρατηρῶ ἐπίσης, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ πότε πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκδίκασις, διότι ὑποχρεοῖ τὸν εἰρηνοδίκην, ἵνα ἐντὸς μηνὸς δημοσιεύῃ τὴν ἀπόφασίν του, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρει καὶ πότε θὰ δικάζῃ. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ δικάζῃ ἐκ τοῦ πινακίου, καλὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ.
§401Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως. Ὁρίζεται ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§402Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ κοινοποίησις τῆς ἀνακοπῆς πρὸς τὸν εἰρηνοδίκην. Δὲν ἔχει κανένα λόγον. Εἰς τὸν ἔφορον τὸ ἐννοῶ, διότι εἶναι ὁ ἀντίδικος τοῦ ἀνακόπτοντος, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς τούτου ὑποχρεοῦμεν τὸν εἰρηνοδίκην ἐντὸς μηνὸς νὰ ἐκδίδῃ τὴν ἀπόφασίν του, ἀφ’ ἧς ἐκοινοποιήθη ἡ ἀνακοπή. Δὲν εἶναι τοῦτο λογικόν· διότι ὁ εἰρηνοδίκης δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἀφ’ ἧς συζητηθῇ ἐνώπιόν του ἡ ὑπόθεσις. Ἀλλὰ τὸ «ἀφ’ ἧς κοινοποιηθῇ ἡ ἀνακοπὴ» δὲν ἔχει κανένα λόγον. Ἐὰν ὁρισθῇ «ἀφ’ ἧς συζητηθῇ ἡ ἀνακοπὴ», εἶναι λογικόν. Δύναται νὰ κοινοποιηθῇ ἡ ἀνακοπὴ κατ’ ἄλλην ἡμέραν εἰς τὸν ἔφορον καὶ κατ’ ἄλλην εἰς τὸν εἰρηνοδίκην. Ποία εἶναι ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀρχίσῃ ἡ προσυζήτησις;
§403Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ εἰρηνοδίκης ἐνταῦθα δικάζει ὅπως δικάζει τὰς ἐφέσεις τῶν φορολογικῶν παραβάσεων. Ἡ ἀνακοπὴ θὰ κοινοποιηθῇ εἰς τὸν ἔφορον... (διάλογοι).
§404ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς ἤθελον νὰ εἴπω, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἢ ὄχι;
§405ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§406ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μένει ὅμως ἡ ἑτέρα παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου. Νὰ τεθῇ τοὐλάχιστον «ἀφ’ ἧς ἐκοινοποιήθη ἡ ἀνακοπὴ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην».
§407ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ «ἀφ’ ἧς κοινοποιηθῇ εἰς αὐτόν».
§408Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὴν τὴν διαδικασίαν τῶν ἀνακοπῶν, νὰ προσδιορισθῇ διὰ τοῦ νόμου τὸ ποσὸν τοῦ ἐπιβαλλομένου προστίμου ἑκάστοτε.
§409Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι εὔκολον αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐπιφέρωμεν τοιαύτας μεταβολὰς εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§410ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «εἰς αὐτὸν» μετὰ τὴν λέξιν «ἐκοινοποιήθη», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 20–24 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§411Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ τεθῇ ὡς τελευταῖον ἄρθρον, 25, τὸ ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεώς του.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἄρθρον 25, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§412ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτιμηθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων περὶ συστάσεως ἐκτάκτων Κακουργιοδικείων κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης καὶ περὶ μὴ ποινικῆς καταδιώξεως ὡς ἀνυποτάκτων τῶν ἐφέδρων τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι ἀναγκαιότατα καὶ δὲν ἔχουν καμμίαν ἀντίρρησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συζητηθῶσι πρὸ τῶν ἀρχαιολογικῶν νομοσχεδίων.
§413ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τόσων σοβαρῶν νομοσχεδίων, ὡς εἶναι τὰ ἀμέσως ἐρχόμενα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§414Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ σειρὰν ἔρχονται τὰ νομοσχέδια τὰ ἀρχαιολογικά, κατὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις, διότι, ὡς εἶναι συντεταγμένα, εἶναι ἐπὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς αὐτῶν· ἀλλὰ καὶ ἐάν τις ἔχῃ παρατηρήσεις νὰ κάμῃ ἐπ’ αὐτῶν, δύναται νὰ τὰς κάμῃ εἰς τὰς ἄλλας δύο ἀναγνώσεις. Ἡ Βουλὴ δὲ τόσῳ μᾶλλον πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐν οἷς τὸ πρῶτον εἶναι τὸ περὶ ἀρχαιοτήτων ἐν γένει, καθ’ ὅσον ἡ Κρητικὴ Πολιτεία ἤδη μᾶς προέλαβε καὶ ἐψήφισεν ἀπαράλλακτα τὸν νόμον τοῦτον, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν. Ἔχω ἐνταῦθα τὸ ἐπίσημον φύλλον τῆς Κρητικῆς Πολιτείας (ἐπιδεικνύει αὐτὸ), τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσεν ἤδη ὡς νόμον τῆς Κρητικῆς Πολιτείας ἀκριβῶς, ἀπαράλλακτα, σχεδὸν κατὰ λέξιν, τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν. Ἂς σπεύσωμεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς νὰ μιμηθῶμεν τὴν Κρήτην.
§415ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιοτήτων.
§416ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν παράκλησίν μου, ὅπως νομοσχεδίων μεγάλων, περιλαμβανόντων πολλὰ τὰ συζητήσιμα, πολλὰ ἄρθρα, μὴ ἄρχηται ἡ συζήτησις τὴν 2αν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον· αὔριον δύνασθε νὰ θέσητε αὐτὰ πρῶτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ προχωρήσωμεν ἔτι, δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς νομοσχέδια μικρά, μὴ προκαλοῦντα ἀντίρρησιν· π. χ. δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ παραχωρήσεως χώρου πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς, τὸ περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν Λαρίσῃ καὶ ἄλλα παρόμοια, ἀλλ’ ὄχι νομοσχέδια σοβαρώτατα.
§417ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν τακτικὴν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια. Αὔριον ἔχομεν πρῶτον τὸ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὰ ἀρχαιολογικά. Ἐὰν θέλητε νὰ συζητήσητε ἐπ’ αὐτῶν, συζητήσατε εἰς τὰς ἄλλας ἀναγνώσεις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίων, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχει ἐξεγερθῆ ἡ κοινωνία ὁλόκληρος, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἔχουν σοβαρὰν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχουν τινὲς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτῶν, δύνανται νὰ τὰς προβάλουν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§418ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν θέλητε νὰ ἐκβιάσητε τὴν συζήτησιν, ἐκβιάσατε αὐτὴν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν κατὰ τοιαύτην ὥραν (ἀποχωρεῖ).
§419ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε.
§420ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά!
§421ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ καὶ δι’ ἄλλα νομοσχέδια μείζονος σπουδαιότητος ἀληθῶς ὑπὸ διοικητικὴν ἔποψιν ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἀπὸ κοινῆς συμφωνίας εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἀσυζητητί. Εὐχῆς ἔργον, φρονῶ, θὰ ἦτο, ἂν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν, δὲν εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν περὶ ὧν πρόκειται νομοσχεδίων, καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ τὰ συζητήσωμεν.
§422ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ἦναι σπουδαῖα ἢ ὄχι, τοῦ ἐὰν ἦναι μακρὰ ἢ ὄχι, νομίζω ὅτι πέραν τῆς 2ας ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον δὲν πρέπει νὰ προχωρῇ ἡ συνεδρίασις.
§423ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου καὶ πρόκειται περὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακά.
§424ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐμπρός, κύριε Πρόεδρε.
§425ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§426ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν ἀπαρτίας;
§427ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§428ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Α. Παπαγιαννακοπούλου καὶ Μιχ. Στελλάκη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§429ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 45′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).