1899.06.25
5,080 rows · 38,961 words · 421 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61.
τῆς 25 Ἰουνίου 1899.
(Παρασκευή).
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ ὥρᾳ 6 καὶ 20′ μ. μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως δὲν ἐτυπώθησαν ἀκόμη. Εὐθὺς ὡς τυπωθῶσι, θὰ διανεμηθῶσι καὶ θ’ ἀναγνωσθῶσι. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κυπαρισσίας διὰ ψηφίσματος ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ὁ Γεώργιος Σανσὼν, φαρμακοποιὸς, κάτοικος Κερκύρας, δι’ ἀναφορᾶς του παραπονεῖται ἐπὶ τῇ καθυστερήσει τῆς ὀφειλομένης αὐτῷ ὑπὸ τῆς Ἀδριατικῆς Ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρείας ἀποζημιώσεως. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἡρακλείας διὰ ψηφίσματός του ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ὅπως δοθῇ παράτασις τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν τῶν ἐτῶν 1896, 1897, 1898 καὶ 1899, ἵνα πληρώσωσιν οἱ ὀφειλέται ἄνευ προσθέτου φόρου καὶ τόκων.
§2ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ συσταθῇ τὸ ψήφισμα αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ διαταχθῶσι τὰ δέοντα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα τῶν δημοδιδασκάλων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, διατὶ δὲν ἀναγράφεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἔχω τὰ πρακτικὰ, ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς ἐρωτήσω.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν μοὶ εἴπητε ὅτι ἐψηφίσθη, καὶ δὲν ἔχει πλέον διὰ τοῦτο θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ σᾶς ὑποβάλω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ, ἡ δὲ χθεσινὴ συζήτησις νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν.
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ τροποποιηθέντος διεθνοῦς τηλεγραφικοῦ κανονισμοῦ. Ἕτερον σχέδιον νόμου, περὶ διοικήσεως τῶν ἐν Ζακύνθῳ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, Νοσοκομείου καὶ Ὀρφανοτροφείου, καὶ καθορισμοῦ τῶν πόρων πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Τρίτον νομοσχέδιον, περὶ διαθέσεως 6,000 δρ. ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Τολοφῶνος πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν Τολοφῶνι, ἐπινείῳ τοῦ δήμου Τολοφωνίων.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 350–352).
§12Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατόπιν τῶν χθὲς λεχθέντων ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ συνιστῶνται Κακουργιοδικεῖα ἐν Θεσσαλίᾳ· ἐν Λαρίσῃ μὲν κατὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον, κατὰ τὸν μῆνα δὲ Σεπτέμβριον εἰς τὰ λοιπὰ Πρωτοδικεῖα τῆς Θεσσαλίας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 353).
§14Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἔφεδροι τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσέλθωσι κατὰ τὸν πόλεμον εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, διότι τότε ὁ τουρκικὸς στρατὸς εἶχεν ὑπερβῆ τὰ σύνορα καὶ κατὰ συνέπειαν ὅλαι αἱ ἀρχαὶ εἶχον ἀποχωρήσει. Ἕνεκα τῆς μὴ προσελεύσεως αὐτῶν, κατὰ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος ἔπρεπε νὰ κληθῶσιν ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων, ἵνα δώσωσι λόγον. Τὸ Ὑπουργεῖον φρονεῖ, ὅτι ἤθελεν εἶναι ἄδικον τοῦτο, διότι ἡ μὴ προσέλευσις αὐτῶν δὲν προῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτῶν, ἀλλὰ ἐκ τῆς τότε ἐν γένει καταστάσεως. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ εἰρημένοι ἔφεδροι ἀπαλλάσσονται τῆς ποινικῆς καταδιώξεως.
§15ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν Θεσσαλῶν πρόκειται.
§16Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 354). Ὁ κύριος Ι. Ροῦφος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§18Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πάντες ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης· δυστυχῶς ὅμως, ὡς ἐνεργοῦνται οἱ διαγωνισμοὶ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, κάθε ἄλλο παρὰ δικαστὰς ἀξίους τοῦ ὀνόματος δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν. Δυστυχῶς μεταξὺ τῶν ἐπιτυχόντων βλέπω σήμερον ἄνθρωπον, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσι πολλαὶ κατηγορίαι. Λέγεται ὅτι ὁ ἐπιτυχὼν αὐτὸς ἔχει ἀπαλλαγῆ τοῦ στρατοῦ, ὑγιὴς ὤν, ὡς κωφός. Ὀνομάζεται Ψωμάκης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εὐαρεστούμενος ζητήσῃ παρὰ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα βεβαιωθῶμεν ἂν πράγματι ἔχεται ἀληθείας ἡ κατηγορία αὕτη.
§19Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μίαν σύστασιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος περὶ καπνοῦ νόμου ΒΝΕ τοῦ 1892 ἐξεδόθη Β. Διάταγμα τῆς 30 Δεκεμβρίου 1892, ὁρίζον τὰς καπνοφόρους ἐπαρχίας. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν εἰς ποίας διατυπώσεις ὑποβάλλεται ἡ παραγωγὴ τῶν μὴ καπνοφόρων ἐπαρχιῶν. Αἱ διατυπώσεις εἶναι τοιαῦται καὶ τοσαῦται, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ καλλιέργεια τοῦ προϊόντος τούτου εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐχαρακτηρίσθησαν διὰ τοῦ εἰρημένου διατάγματος ὡς καπνοφόροι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως προκαλέσῃ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὑπαχθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας εἰς τὰ εὐεργετήματα τοῦ διατάγματος τῆς 30 Δεκεμβρίου 1892, καθότι ἐν Εὐρυτανίᾳ πρὸ τοῦ ἔτους 1892 ἐγίνετο μεγάλη καλλιέργεια καπνοῦ, ἤδη δὲ ἡ καλλιέργεια αὕτη περιωρίσθη ἐπὶ ζημία τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην καὶ θὰ μεριμνήσῃ πρὸς ἔκδοσιν τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καὶ ἵνα μὴ ἐπαναλάβω τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ τὰς ἀκολούθους πληροφορίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας. Αὗται ἀνάγονται εἰς θέματα, περὶ ὧν δὲν ἐζητήθησαν μέχρι τοῦδε πληροφορίας παρ’ ἄλλων συναδέλφων (ἀναγινώσκει): «Αʹ) Πόσαι οἰκίαι ἀνηγέρθησαν κατ’ ἔτος κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, κεχωρισμένως, καὶ πόσα ἐργοστάσια, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 1894, 1895, 1896, 1897 καὶ 1898. Βʹ) Εἰς ποίας πόλεις ἐφαρμοσθέντος τοῦ συστήματος «ὅλα εἰς τὴν ὑπόνομον», παρέμεινε τὸ ἀρχέγονον σύστημα τῶν ἡμετέρων ὑπονόμων; Γʹ) Ἐὰν οἱ ὑπόνομοι θὰ ἦναι ἀδιήθητοι; Δʹ) Εἰς ποῖον ποσὸν ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐκροὰς τῶν ἐν Ἀθήναις οἰκιῶν, ἀφοῦ παρέχει εἰς ταύτας ὡς ἀντάλλαγμα, καὶ πῶς κατήρτισαν τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῶν οἱ ἁρμόδιοι; Εʹ) Εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἀνέλθωσι τὰ ὑπὸ τῶν ὑδροληπτῶν καταναλωθησόμενα δράμια ὕδατος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἤδη ὑπαρχουσῶν οἰκοδομῶν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; Ϛʹ) Ὁ καθαρισμὸς τῶν ὑπονόμων θὰ ἐνεργῆται διὰ τῆς διαρκοῦς καὶ καθημερινῆς εἰσροῆς, ἰδίως κατὰ τὴν νύκτα, (ὁπότε ἡ χρῆσις τοῦ ὕδατος παρὰ τῶν ὑδροληπτῶν ἐλαχίστη) ἢ διὰ τοῦ συστήματος τῶν «chasses d’ eau»; Ζʹ) Ποῦ θὰ ἐκβάλῃ ἡ κεντρικὴ ὑπόνομος Ἀθηνῶν καὶ εἰς ποίου εἴδους γαίας θὰ ῥίπτωνται τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα;»
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἕτεροι Βουλευταὶ ἐζήτησαν πληροφορίας καὶ ἀναμένουσιν αὐτάς.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν κατέθεσα τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διότι, καίτοι ἐζήτησα ταύτας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας ἀμέσως, δὲν ἔλαβον εἰσέτι αὐτάς, καθόσον, μέχρις ὅτου αὗται συλλεχθῶσιν, ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ χρόνος. Ἐλπίζω ὅτι αὔριον θὰ ἦμαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς πλείστας τῶν πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐζητήθησαν.
§22ΤΣΟΓΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Βονίτσης ἐξέδωκε ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ὅπως οἱ δῆμοι Ἀνακτορίων καὶ Σολίου ὑπαχθῶσι δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λευκάδος, καθὼς καὶ πρότερον. Συντάσσομαι καὶ ἐγὼ μὲ τὴν εὐχὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ψήφισμα τοῦτο.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§24ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐφρόντισα, Κύριοι, καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἀγορεύσει περὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ καταδείξω ἐπιμελῶς, τοῦτο μὲν πᾶν ὅ,τι ὀρθὸν καὶ ὑγιὲς, τοῦτο δὲ πάντα τὰ κενὰ, πάσας τὰς ἐλλείψεις καὶ πλημμελείας, τὰς ἀπαντώσας ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ, μάλιστα δ’ ἐν τῷ τελευταίῳ περὶ αὐτῆς νόμῳ τοῦ 1895, καὶ ἃς κέκληνται νὰ ἐπανορθώσωσι καὶ συμπληρώσωσι τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια. Οἱ ἐπαΐοντες, οἱ ἔχοντες δηλαδὴ ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς παρούσης καταστάσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς, πρὸς δὲ ὅσοι ἔχουσιν ἀναγνώσει ἐπισταμένως τά τε νομοσχέδια καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ὅσοι ἔχουσι παρακολουθήσει μετὰ προσοχῆς τὴν εἰσηγητικήν μου περὶ αὐτῶν ἀγόρευσιν, αὐτοί, ὡς νομίζω, εἶναι πάντες ἤδη πεπεισμένοι, ὅτι δὲν πρόκειται οὕτω νὰ καταλύσωμεν, ἀλλὰ νὰ πληρώσωμεν τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Ὑπάρχουσιν ὅμως, Κύριοι, καὶ οἱ μὴ ἔχοντες σαφῆ ἔννοιαν τοῦ πράγματος, ὡς μηδέποτε ἀσχοληθέντες εἰδικώτερόν πως περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μηδὲ τυχόντες τῆς εὐκαιρίας ν’ ἀναγνώσωσιν ἐπισταμένως τὰ νομοσχέδια καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἢ νὰ λάβωσιν ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν εἰρημένων κατὰ τὴν εἰσηγητικήν μου ἀγόρευσιν. Παρὰ τούτοις δύναται νὰ εὕρῃ πρόσφορον τὸ ἔδαφος ἡ κακοβουλία, ὅπως διαβάλῃ καὶ διασύρῃ τὰ νομοσχέδια, παριστῶσα ταῦτα ὡς μηδεμίαν εἰσάγοντα μεταρρύθμισιν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον ὡς ἀνατρέποντα ἄρδην πᾶν ὅ,τι καλὸν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ αὐτὴ μέχρι τοῦδε. Χάριν λοιπὸν αὐτῶν ἐπάναγκες ἐνόμισα, καταθέτων σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους αἰτηθείσας πληροφορίας, νὰ εἴπω τινά, πρὸς διασκέδασιν τῆς πλάνης, εἰς ἣν ἴσως ἔχει ἐμβάλει αὐτοὺς ἡ κακοβουλία. Ἐγράφη, Κύριοι, καὶ ὑπεστηρίχθη ὑπό τινων, ὅτι τὰ περὶ ὧν λόγος νομοσχέδια εἶναι αὐτὸ τοῦτο φωτοσβεστικά, διότι δῆθεν καταργοῦνται δι’ αὐτῶν πλεῖστα ὅσα σχολεῖα, ῥίπτονται δὲ εἰς τὸν δρόμον, τὸ δὴ λεγόμενον, πλεῖστοι ὅσοι δημοδιδάσκαλοι. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Ὡς μαρτυροῦσι τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τρεῖς ὅροι λαμβάνονται πρὸ ὀφθαλμῶν κατὰ τὴν σύστασιν καὶ διαβαθμολόγησιν τῶν σχολείων αὐτῆς: πρῶτον ἡ ἐπίσημος ἀπογραφὴ τοῦ Κράτους, δεύτερον ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, καὶ τρίτον τὸ πλησιόχωρον παροικιῶν ἢ χωρίων, δυναμένων νὰ συναπαρτίσωσιν ἕνα σχολικὸν συνδυασμόν. Ὑποβάλλω νῦν εἰς τὴν Βουλὴν στατιστικοὺς πίνακας, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπισήμου ἀπογραφῆς τοῦ Κράτους θ’ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων, ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὴν στατιστικὴν αὐτῶν, τὴν δημοσιευθεῖσαν πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα ἔτους ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη θ’ ἀποδειχθῇ πολὺ μεγαλειτέρα καὶ θ’ ἀνέλθῃ εἰς ἑκατοντάδας πολλάς, ὅταν ληφθῶσι πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ οἱ δύο ἄλλοι ὅροι τῆς συστάσεως καὶ διαβαθμολογήσεως τῶν σχολείων. Ἀφοῦ δὲ αὐξάνεται οὕτως ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων, εἶναι, νομίζω, ζήτημα πλέον κοινοῦ νοῦ, ἵν’ ἀποδεχθῇ τις, ὡς ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα, ὅτι αὐξάνεται καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν διδασκάλων...
§25Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δηλαδὴ τῶν γραμματοδιδασκάλων, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δημοδιδασκάλων.
§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πόθεν ἐξάγετε τοῦτο; Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὐδαμοῦ ἀπαντᾷ ἀναγραφομένη ἡ διάταξις, καθ’ ἣν μέλλουσιν οἱ γραμματοδιδάσκαλοι ν’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς γραμματιστὰς καὶ δημοδιδασκάλους. Τοὐναντίον μάλιστα ὑπάρχει ἐν αὐτῷ ἡ διάταξις, ὅτι οἱ γραμματισταί, καθ’ ὅσον μορφοῦνται τοιοῦτοι, θ’ ἀντικαθιστῶσι τοὺς γραμματοδιδασκάλους, οἵτινες οὕτως εἶναι ἀνεκτοὶ μόνον, ὡς ἀναγκαῖον κακόν. Οἱ γραμματισταὶ δὲ, ὡς θὰ ἴδωμεν βραδύτερον ἐκ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν τῶν νῦν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων, εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνώτεροι πολλῶν τριτοβαθμίων καὶ δευτεροβαθμίων δημοδιδασκάλων, χειροτονηθέντων τοιούτων ὑπὸ τῶν πάλαι ἐπιτροπῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς καὶ τοὺς γραμματιστὰς αὐτοὺς θεωροῦμεν κακόν, μικρότερον μὲν τῶν γραμματοδιδασκάλων, ἀνεκτὸν δὲ ὁπωσδήποτε, ἐφ’ ὅσον οὔτε ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοδιδασκάλων ἐπαρκεῖ, οὔτε οἱ πόροι τῶν δήμων καὶ τοῦ Κράτους, ἵνα μεταβάλωμεν ἀπὸ τοῦδε πάντα τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα καὶ γραμματεῖα εἰς τακτικὰ δημοτικὰ σχολεῖα μὲ δημοδιδασκάλους. Θὰ ἐχρειαζόμεθα, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρὸς τοῖς ὑπάρχουσιν ὑπερχιλίους ἔτι δημοδιδασκάλους, τοὺς ὁποίους, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας καὶ τῶν ὁμοφρόνων αὐτῷ, δὲν δυνάμεθα νὰ κόψωμεν ἀπὸ τὸν τοῖχον, τὸ δὴ λεγόμενον. Διὰ τοῦτο ἀνεχόμεθα τὸ γε νῦν ἔχον κατ’ ἀνάγκην τοὺς γραμματιστὰς καὶ γραμματοδιδασκάλους, ὅπως μὴ ἄλλως μείνωσι κλειστὰ ὑπὲρ τὰ 1000 σχολεῖα, ἡ δὲ πρόθεσίς μας εἶναι, καθ’ ὅσον θὰ μορφῶνται γραμματισταὶ καὶ δημοδιδάσκαλοι, ἐκεῖνοι μὲν ν’ ἀντικαθιστῶσι τοὺς γραμματοδιδασκάλους, οἱ δὲ δημοδιδάσκαλοι τοὺς γραμματιστάς. Δύνασθε δὲ τώρα, ἀνθρωπίνως σκεπτόμενοι, νὰ εὕρητέ τι λογικώτερον, ὀρθότερον καὶ δικαιότερον τούτου;
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ δὲν θ’ αὐξήσῃ τοιουτοτρόπως ἡ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ δὲ αὐτή, κατὰ τὸ σύστημά σας, τὸ δημόσιον ταμεῖον;
§28ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλπίζομεν ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος δαπάνη δὲν θὰ ὑπερβῇ κατὰ πολὺ τὴν νῦν γινομένην τοιαύτην.
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ δὰ θὰ ἦναι θαῦμα!
§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θαῦμα θὰ ἦναι μόνον διὰ τοὺς ἰδεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν ν’ ἀποφαίνωνται γνώμην εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, χωρὶς προηγουμένως νὰ μελετήσωσι τὰ κατ’ αὐτὰ ἐπισταμένως.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐμελέτα ἐπισταμένως καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν συνοδεύουσαν αὐτὸ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, θὰ ἐγίνωσκεν ὅτι ὑπὸ τὸν νόμον τοῦ 1895 ἐπανήλθομεν εἰς τὴν μακαρίαν ἐποχήν, τὴν πρὸ τοῦ 1892, καθ’ ἣν διωρίζοντο πολλοὶ διδάσκαλοι ἐκεῖ, ἔνθα εἷς καὶ μόνος θὰ ἤρκει, πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι μὲ πλήρεις τὰς ἀποδοχάς των ἐκεῖ, ἔνθα θὰ ἤρκει εἷς τριτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος, καὶ τἀνάπαλιν. Κατὰ τὸ νῦν ὅμως προτεινόμενον σύστημα θὰ συνιστῶνται καὶ διαβαθμολογῶνται τὰ σχολεῖα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου μετὰ πρότασιν καὶ γνωμοδότησιν τῶν ἑκασταχοῦ νομαρχιακῶν καὶ ἀνωτέρων ἐπιθεωρητῶν καὶ κατ’ ἀπόφασιν τοῦ ἑνὸς Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Οὕτω θὰ ἐφαρμόζωνται τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ τὰ αὐτὰ σταθμὰ ἁπανταχοῦ τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἔχῃ δὲ ἑκάστη πόλις, κωμόπολις καὶ χωρίον τὸ ἀναλογοῦν σχολεῖον καὶ τοὺς ἀναλογοῦντας διδασκάλους, οὐχὶ δὲ ὡς νῦν, ὅτε ἀλλαχοῦ μὲν συνιστῶνται περισσότερα καὶ ἀλλαχοῦ ὀλιγώτερα τοῦ δέοντος σχολεῖα, ἀλλαχοῦ διορίζονται περισσότεροι καὶ ἀλλαχοῦ ὀλιγώτεροι τοῦ δέοντος διδάσκαλοι. Ἔχουσιν ἐπὶ παραδείγματος συσταθῆ αὐθαιρέτως ὅλως πλήρη σχολεῖα καὶ ἔχουσι διορισθῆ πλείονες τοῦ ἑνὸς διδάσκαλοι ἐκεῖ, ὅπου ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν μόλις καὶ μετὰ βίας ἐξαρκεῖ δι’ ἓν μονοτάξιον κοινὸν σχολεῖον μὲ ἕνα καὶ μόνον διδάσκαλον, ἐνῷ ἀλλαχοῦ συμβαίνει τοὐναντίον. Πᾶσαι λοιπὸν αἱ ἀνωμαλίαι αὗται καὶ ἀταξίαι θὰ ἐκλίπωσιν, οἱ δὲ πλεονάζοντες νῦν δημοδιδάσκαλοι ἔν τισι σχολείοις θὰ διορισθῶσιν εἰς ἄλλα, στερούμενα ὅλως αὐτῶν. Ἄν δὲ λάβῃ τις πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὴν σύστασιν τῶν ἡμιημερησίων σχολείων, καθ’ ἣν εἷς καὶ ὁ αὐτὸς δημοδιδάσκαλος θὰ διορίζηται καὶ θὰ ὑπηρετῇ εἰς δύο σχολεῖα, θὰ ἴδῃ ὅτι οὕτω πως θὰ κατορθωθῇ ν’ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτικῶν σχολείων, χωρὶς ν’ αὐξήσῃ ἐπαισθητῶς ἡ καθόλου δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως...
§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Συζητεῖτε τὸ νομοσχέδιον;
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι· ἀπαντῶ μόνον πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ· ἐνῷ δ’ ἀπαντῶ πρὸς αὐτήν, νομίζω ὅτι παρέχω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, δυναμένας νὰ διαφωτίσωσιν αὐτήν, ὡς πρὸς τὰ νομοσχέδια τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἅτινα μέλλει ὅσον οὔπω νὰ συζητήσῃ.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Στέργετε νὰ σᾶς ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν;
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὐχαρίστως.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν σᾶς ἦναι δυνατόν, νὰ παραγγείλητε εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταρτίσωσι κατάλογον τῶν ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι τοῦδε ἐξελθόντων μὲ δίπλωμα δημοδιδασκάλου ἐκ τῶν Διδασκαλείων.
§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προθύμως θὰ πράξω τοῦτο, εἰ καὶ ὁμολογῶ ὅτι πολλὰ δὲν πρέπει νὰ προσδοκῶμεν ἐντεῦθεν. Ἡ κατάστασις δυστυχῶς τοῦ ἀρχείου τοῦ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν μου Ὑπουργείου, ὡς καὶ τῶν ἄλλων ἴσως, δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵαν θὰ ηὔχετό τις. Ἀμφιβάλλω, ἐὰν σώζωνται οἱ κατάλογοι τῶν γινομένων καθ’ ἕκαστον ἔτος δημοδιδασκάλων, οἵτινες δὲν δημοσιεύονται κἂν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Ἐγὼ σκέπτομαι ἀπὸ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους νὰ καθιερώσω τὴν τοιαύτην δημοσίευσιν. Πλὴν δὲν ἀρκεῖ νὰ γινώσκωμεν μόνον πόσοι οἱ ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ ἐντεῦθεν ἀπολυθέντες τῶν Διδασκαλείων ὡς δημοδιδάσκαλοι...
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸ μόνον ἐπεθύμουν.
§40ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἔπρεπε προσέτι νὰ γινώσκωμεν καὶ τίνες οἱ βαθμοὶ αὐτῶν καὶ πόσοι οἱ δυνάμενοι νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι τοῦτο κυρίως θὰ εἶχε πρακτικόν τινα σκοπὸν διὰ τὴν ἐπικειμένην συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἔπρεπε νὰ γινώσκωμεν τίνες ἐπιζῶσιν ἔτι ἐξ αὐτῶν καὶ τίνες οἱ τελευτήσαντες, τίνες οἱ παραμένοντες ἔτι διδάσκαλοι καὶ τίνες οἱ τραπέντες εἰς ἄλλα στάδια, οἱ κατορθώσαντες λ. χ. νὰ γείνωσι διδάκτορες τοῦ Πανεπιστημίου καὶ νὰ μετέρχωνται τὴν σήμερον τὸν δικηγόρον ἢ τὸν ἰατρόν.
§41ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οἱ βαθμοί των δὲν εἶναι γνωστοὶ ἐκ τῶν ἀπολυτηρίων ἐξετάσεων;
§42ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι, διότι μετὰ τὰς πρώτας ἐπὶ πτυχίῳ ἐξετάσεις ἔχουσιν ὑποστῆ ἤδη οἱ πλεῖστοι αὐτῶν καὶ προαγωγικὰς τοιαύτας, καθ’ ἃς ἄλλοι μὲν ἐκ δευτεροβαθμίων ἔγειναν πρωτοβάθμιοι, ἄλλοι δ’ ἐκ τριτοβαθμίων δευτεροβάθμιοι ἢ καὶ πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι. Τέλος ἔχομεν πολλὰς προσαυξήσεις τῶν μισθῶν ἐκ πενταετιῶν. Περὶ πάντων τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀκριβεῖς στατιστικὰς πληροφορίας, εἰ καὶ ἔχει συσταθῆ ἤδη ὑπὸ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ κ. Παναγιωτοπούλου καὶ τμῆμα στατιστικῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, οὗ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι νῦν ἐγώ. Σύγχυσίς τις, Κύριοι, ἀπήντα καὶ πρὶν ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἀλλὰ τὴν σύγχυσιν ταύτην μετέβαλεν εἰς ἀληθῆ κυκεῶνα ὁ νόμος τοῦ 1895, ὑφ’ ὃν οὐδεὶς κανὼν ἐφαρμόζεται, οὐδεμία ἀρχὴ ἀκολουθεῖται πλέον κατὰ τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1892 εἶχον καθορισθῆ αἱ θέσεις, εἰς ἃς διορίζοντο οἱ πρωτοβάθμιοι, οἱ δευτεροβάθμιοι καὶ οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, πρὸς δὲ οἱ γραμματισταὶ καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι. Ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον ἀφέθη πλήρης ἐλευθερία εἰς τὰ ἑκασταχοῦ Δημοτικὰ καὶ Ἐποπτικὰ Συμβούλια νὰ προτείνωσιν, ἵνα διορίζωνται εἰς θέσεις πρωτοβαθμίων δευτεροβάθμιοι καὶ τριτοβάθμιοι, καὶ τἀνάπαλιν. Πλὴν τούτου οἱ διορισμοὶ καὶ αἱ τοποθετήσεις αὐτῶν γίνονται ἀπ’ εὐθείας διὰ τῶν νομαρχῶν καὶ οὐχὶ πλέον διὰ τοῦ Ὑπουργείου.
§43ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ δὲν δίδουν αὐτὰς τὰς πληροφορίας;
§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ αὐτοὶ δυσκολεύονται, ἀδυνατοῦντες ἄλλως νὰ παρακολουθῶσι τὰς νῦν γινομένας μεταβολάς. Ἀπόδειξις τούτου τρανὴ εἶναι τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ αὐτοὶ ὑποδεικνύουσι τὸν διορισμὸν διδασκάλων, διωρισμένων ἤδη ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δύνανται, ἐξήρτηται ἐκ τῆς καλῆς των θελήσεως νὰ συντάξωσι καὶ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος πληροφορίας.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ νόμον ὀφείλουσι νὰ πράττωσι τοῦτο.
§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ νόμος πολλὰς ὑποχρεώσεις ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ κατὰ τρόπον πλατωνικόν, οὕτως ὥστε αὐτοὶ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ πληρῶσιν ἢ νὰ παραλείπωσιν αὐτάς. Ὁ νόμος ἐπὶ παραδείγματος ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς νὰ διορίζωσι διευθυντὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων, τῶν ἐχόντων πλείονας τοῦ ἑνὸς δημοδιδασκάλους, τοὺς πρωτοβαθμίους, καὶ μεταξὺ τούτων τοὺς ἀρχαιοτέρους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· ἀλλ’ αὐτοὶ διορίζουσι τοὺς νεωτέρους, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ τοὺς κατωτέρους τὸν βαθμόν.
§47ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πῶς τοῖς ἐπιτρέπεται αὐτό; Διατὶ δὲν τιμωροῦνται ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου;
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἀνώτεροι τοῦ νόμου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἐκ τούτου νὰ τοὺς τιμωρήσῃ, ἢ νὰ τοὺς ἐπιπλήξῃ κἄν, ὅταν οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταὶ παραβαίνωσι τὸν νόμον, οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ ὑπ’ αὐτῶν ἀθετούμενον δίκαιον. Ἐδημιουργήθη, Κύριοι, οὕτω πως τοιαύτη ἔκρυθμος κατάστασις ἐν τῇ διοικήσει τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὡς καθιερώθη οὗτος διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895, ὥστε μικρὸν μετὰ τὴν ἐφαρμογήν του ἠναγκάσθη αὐτὸς ὁ εἰσηγητής του Δημ. Πετρίδης ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς αὐτοὺς τὴν ἑξῆς ἐγκύκλιον: «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 25 Σεπτεμβρίου 1896. Ἀριθ. Πρωτ. 13869. Πρὸς τοὺς κ. κ. Νομαρχιακοὺς Ἐπιθεωρητὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων. Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 40 ἐδάφ. Εʹ, 47 § 3 καὶ 43 § 6 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ νόμου εἶναι τόσον σαφεῖς, ὥστε οὐδὲ νὰ ὑπομνήσῃ ὑμᾶς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι καθῆκον ἔχει ἕκαστος ἐξ ὑμῶν 1) νὰ ὑποβάλλῃ ἑκάστοτε εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἡμερολόγιον τῆς περιοδείας του καὶ λεπτομερῆ ἔκθεσιν, ἐν ᾗ νὰ ἀναγράφωνται αἱ παρατηρήσεις περὶ ἑκάστου κλπ. 2) νὰ φροντίζῃ νὰ ἀναγράφωνται ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐν λεπτομερείᾳ αἱ ἀνακοινώσεις καὶ προτάσεις τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ 3) νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πλῆρες ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως. Ἡ σαφήνεια, ἐπαναλαμβάνομεν, τῶν διατάξεων τούτων καθίστα, ὡς ἐνομίζομεν, περιττὴν καὶ ἁπλῆν ὑπόμνησιν τούτων τῶν καθηκόντων ὑμῶν. Ἀλλὰ, καθ’ ἃ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν πλείστων τῶν ὑφ’ ὑμῶν ὑποβληθέντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρακτικῶν συνάγεται, ἢ δὲν ἐπέμψατε πρὸς ἡμᾶς ἀντίγραφον πλῆρες τῶν πρακτικῶν, παραβάντες οὕτω τὸ ἄρθρον 43 § βʹ, ἢ καὶ εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια περιωρίσθητε νὰ ἀνακοινώσητε συντόμως τὰς προσωπικὰς ὑμῶν ἐκ τῆς ἐπισκέψεως τῶν σχολείων ἐντυπώσεις καὶ τὰς ἀποφάσεις, εἰς ἃς ὑμεῖς αὐτοὶ κατελήξατε, τὰ δὲ λοιπὰ μέλη τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, στερούμενα στοιχείων, ἐξ ὧν ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ περὶ τῆς διαγωγῆς καὶ τῆς ἱκανότητος ἑκάστου τῶν διδασκάλων γνώμη ἀντικειμενικὴ πεφωτισμένη, ἀπεδέξαντο τὰς ὑποκειμενικὰς ὑμῶν γνώμας ἄνευ συζητήσεως. Ὑποκατεστάθη λοιπὸν ἡ ἀπόφασις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὴν γνώμην τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ μετετέθησαν ἢ ἀπελύθησαν διδάσκαλοι καὶ διδασκάλισσαι, διότι οὕτως ἔδοξεν ἐνὶ ἀνθρώπῳ μετὰ μίαν τοῦ σχολείου ἐπίσκεψιν καὶ πολλάκις ἄνευ ἀπολογίας τοῦ δικαζομένου. Τοῦτο οὐδ’ ὑμᾶς τιμᾷ, κατάχρησιν ποιησαμένους τῆς δοθείσης ὑμῖν ἐξουσίας, οὐδὲ τοὺς λοιποὺς συμβούλους, ἀφ’ ὧν ἤλπιζεν ἡ Πολιτεία, ἡ ἀναθεῖσα αὐτοῖς τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων καθηκόντων, ὅτι μετὰ πλείονος στοργῆς καὶ ὀλιγωτέρας ἀδιαφορίας θὰ ἤσκουν τὸν πρέποντα ἔλεγχον τῶν διδασκάλων καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἐκφράζοντες ἐπὶ τοῖς γενομένοις τὴν λύπην ἡμῶν, ἐλπίζομεν, ὅτι τοῦ λοιποῦ θέλετε συμμορφοῦσθαι ἀκριβέστερον πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου διατασσόμενα. Ὁ Ὑπουργὸς Δ. Πετρίδης.» Κατὰ πόσον ὅμως, Κύριοι, ἐπραγματοποιήθησαν αἱ ἐλπίδες τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, περὶ τούτου πληροφορεῖ ἡμᾶς ἡ μόλις πρὸ μηνῶν ἀπευθυνθεῖσα πρὸς τοὺς αὐτοὺς ἐπιθεωρητὰς ἐγκύκλιος τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Μομφερράτου, ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 4,059 καὶ ἀπὸ 27 Μαρτίου 1899, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «.... Λυπούμεθα ὅτι πολλοὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν οὐδὲ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου ἀντελήφθησαν, οὐδὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου κατενόησαν. Πολλοὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν τῶν σχολείων εἰς ἐπουσιώδη τὸν νοῦν προσέχοντες ἠμέλησαν τῶν σπουδαιοτάτων· εἰς ἀλληλογραφίαν μικρολόγον κατατριβόμενοι, ἀφῆκαν ἐπὶ ἔτος δήμων ὅλων σχολεῖα ἀνεπιθεώρητα, διὰ παράβασιν δ’ ἀναξίων λόγου τύπων ἐτιμώρησαν διὰ βαρέων προστίμων πένητας δημοδιδασκάλους. Πρόθυμον ἔχοντες τὴν συνδρομὴν πολλῶν νομομηχανικῶν καὶ τῆς Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων Ἔργων εἰς οἰκοδομὴν διδακτηρίων, οὐδ’ ἐπεχείρησαν τοιαῦτα ἔργα. Οὐδέποτε ὑποδειγματικῶς πρὸ διδασκάλων ἐδίδαξαν, οὐδὲ ὡδήγησαν, οὐδένα παρῄνεσαν· χρῆσιν δὲ τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν, τῆς ἀπολύσεως, ἐποιήσαντο πρὶν ἢ πεισθῶσιν, ὅτι οἱ ἀπολυόμενοι, τιμωρηθέντες πρότερον ἐλαφροτέρᾳ ποινῇ, εἶχον ἀποδειχθῆ ἀνεπίδεκτοι βελτιώσεως· εἰς ἀπολύσεις διδασκάλων προέβησαν πρὶν ἢ βεβαιωθῶσιν ὅτι ὑπῆρχον καλλίτεροι τούτων ἀντικαταστάται, καὶ ἀφῆκαν ἐπὶ μακρὸν κλειστὰ τὰ σχολεῖα, ἀναρίθμητον δὲ σχεδὸν πλῆθος μεταθέσεων προέτειναν ἄνευ λόγου πολλάκις καὶ ἐν μέσῳ σχολικῷ ἔτει. Καὶ συντόμως εἰπεῖν, ἀντὶ νὰ καθοδηγήσωσιν, ἐνισχύσωσιν, ἐνθαρρύνωσιν, ἐμψυχώσωσι καὶ φρονηματίσωσι τοὺς Ἕλληνας δημοδιδασκάλους, οὕτω προσηνέχθησαν καὶ προσφέρονται πρὸς αὐτοὺς, ὥστε δὲν πιστεύουσιν οὗτοι ὅτι τῆς τυραννίας ἀπηλλάγησαν, ἀλλ’ ὅτι τυράννους μετήλλαξαν μόνον...» Ὁ μακαρίτης Πετρίδης, Κύριοι, ἐχαρακτήρισε τοὺς μὲν ἐπιθεωρητὰς αὐθαιρέτους, τὰ δὲ Ἐποπτικὰ Συμβούλια ὡς ἁπλᾶ νευρόσπαστα αὐτῶν· ὁ προκάτοχός μου, παριστῶν αὐτοὺς ὡς τυράννους, διατραγῳδεῖ τὴν τύχην τῶν ἀτυχῶν δημοδιδασκάλων ὑπὸ τοιούτους ἐπιθεωρητάς, καὶ τῶν σχολείων, ὧν πολλὰ μένουσιν οὕτως ἐπὶ μακρὸν κλειστὰ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Ἐγὼ οὔτ’ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει οὔτ’ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ μου ἀγορεύσει μετεχειρίσθην τόσον δριμεῖαν περὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν γλῶσσαν, ζητῶ δὲ μόνον νὰ ὑπαγάγω τὸ ἔργον αὐτῶν εἰς τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν ἀνωτέρων ἐπιθεωρητῶν καὶ τοῦ ὅλου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ἀπαρτιζομένου οὐχὶ ἐξ ἰδιωτῶν, ἰατρῶν, δικηγόρων καὶ παντοπωλῶν, ἀλλ’ ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν περὶ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ὡς τοιούτων μὴ δυναμένων νὰ καταστῶσι νευρόσπαστα τῶν ἄλλων. Καὶ ὅμως ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἐξανιστάμενοι κατὰ τοῦ τοιούτου νομοθετικοῦ μέτρου καὶ θέλοντες νὰ διαιωνίσωσι τὴν παροῦσαν αὐθαιρεσίαν καὶ τυραννίαν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐπὶ ἐκμηδενίσει τοῦ ἀνθρωπισμοῦ τῶν διδασκάλων, ἐπὶ προφανεῖ παραλύσει πολλῶν δημοτικῶν σχολείων! Εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐζήτει νὰ μάθῃ, πόσαι μὲν ἦσαν αἱ δημοδιδασκαλικαὶ μεταβολαὶ ὑπὸ τὸν νόμον τοῦ 1892, πόσαι δὲ αἱ ὑπὸ τὸν νόμον τοῦ 1895. Καταθέτω νῦν εἰς τὴν Βουλὴν δύο πίνακας, τὸν μὲν πρῶτον ἐμφαίνοντα τὰς δημοδιδασκαλικὰς μεταβολὰς τοῦ ἔτους 1894, τὸν δὲ δεύτερον τὰς τοῦ 1898. Ἐξέλεξα οὕτω, Κύριοι, τὸ τρίτον ἔτος μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1895 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1892, διότι μόλις τὸ ἔτος τοῦτο ἔχομεν πλήρη τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς ἑκατέρου αὐτῶν.
§49ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἀναφέρετε ἐν συνόλῳ τοὺς ἀριθμούς;
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ μεταβολαὶ ἀναγράφονται κατὰ μῆνας. Καθ’ ὅλον ὅμως τὸ ἔτος 1894 ἐγένοντο ἐπὶ μὲν τῶν διδασκάλων 651 διορισμοί, 978 μεταθέσεις, 481 ἀπολύσεις καὶ 18 παραιτήσεις, ἤτοι ἐν ὅλῳ 2128 μεταβολαί, ἐπὶ δὲ τῶν γραμματοδιδασκάλων 1174 διορισμοί, 114 μεταθέσεις, 940 ἀπολύσεις καὶ 1 παραίτησις, ἤτοι ἐν ὅλῳ 2228 μεταβολαί. Τὸ σύνολον τῶν τε δημοδιδασκαλικῶν καὶ τῶν γραμματοδιδασκαλικῶν μεταβολῶν ἀνῆλθε κατὰ ταῦτα εἰς 4356.
§51Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Γενικὴ ἀναστάτωσις!
§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐν ἔτει, Κύριοι, 1894 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς ἐμιμήθη, ὡς πρὸς τοὺς γραμματοδιδασκάλους, τὸ ἐν ἔτει 1893 παράδειγμά μου. Χάριν οἰκονομίας ἀπέλυσε καὶ αὐτός, ὡς ἐγὼ, κατὰ Μάϊον καὶ Ἰούνιον μῆνα τοὺς γραμματοδιδασκάλους, ὅπως τοὺς ἀναδιορίσῃ κατὰ Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον μῆνα, ἐξ οὗ ἐπῆλθεν οἰκονομία ἕξ ἑκατοστύων ὅλων χιλιάδων δραχμῶν. Εἰς 900 περίπου ἀνέρχονται αἱ ἀπολύσεις καὶ εἰς ἄλλους τόσους οἱ διορισμοί, οἱ χάριν οἰκονομίας γενόμενοι. Ἂν οὕτως ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ τὰς 1800, ὑπολείπονται ὡς 2500 μεταβολαί. Ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου τοῦ 1894 ἐγένοντο ἐν ἔτει 1898, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νῦν ἐν ἰσχύϊ νόμου, ὡς ἐμφαίνει ὁ σχετικὸς πίναξ, ὃν καταθέτω ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ ἑξῆς μεταβολαί. Ἐπὶ μὲν τῶν δημοδιδασκάλων διωρίσθησαν 579, μετετέθησαν 218, ἀπελύθησαν 195 καὶ παρῃτήθησαν 160, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1152· ἐπὶ δὲ τῶν γραμματιστῶν καὶ γραμματοδιδασκάλων διωρίσθησαν 399, μετετέθησαν 74, ἀπελύθησαν 185 καὶ παρῃτήθησαν 32, ἤτοι ἐν ὅλῳ 690. Τὸ σύνολον ἄρα τῶν τε δημοδιδασκαλικῶν καὶ γραμματοδιδασκαλικῶν μεταβολῶν ἀνῆλθεν ἐν ἔτει 1898 εἰς 1842, ἤτοι καθυστέρησε τῶν ἐν ἔτει 1894 γενομένων 2500 μεταβολῶν κατὰ 650 περίπου. Ἀλλὰ ποῖαί τινες εἶναι αἱ μεταβολαί, αἱ γενόμεναι ὑπὸ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον τοῦ 1895; Αἱ πρὸ τοῦ ἔτους τούτου μεταβολαὶ ἐγίνοντο συνήθως κατὰ τὸ τέλος ἑκάστου σχολικοῦ ἔτους, οὕτως ὥστε τὸν πρῶτον μῆνα τοῦ νέου σχολικοῦ ἔτους οἱ διδάσκαλοι εὑρίσκοντο πάντες σχεδὸν εἰς τὰς θέσεις των, τὰ δὲ σχολεῖα ἐλειτούργουν ἔκτοτε ἀπροσκόπτως. Αἱ μεταβολαὶ ὅμως ὑπὸ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον γίνονται καθ’ ὅλον τὸ σχολικὸν ἔτος ἀδιακρίτως. Κατὰ περίεργον μάλιστα σύμπτωσιν αἱ πλεῖσται τῶν μεταβολῶν γίνονται, ὡς θὰ ἴδητε ἐν τῷ σχετικῷ πίνακι, τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριον, Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον, εὐάριθμοι δὲ πάνυ κατὰ τοὺς λοιποὺς μῆνας καὶ ἰδίᾳ ἐν καιρῷ διακοπῶν. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί σημαίνει τοῦτο ὑπὸ τὰς νῦν ἰσχυούσας διατάξεις περὶ πληρώσεως κενῶν θέσεων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις; Οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον ἢ κλείσιμον τούτων ἐπὶ ἑβδομάδας καὶ μῆνας ὁλοκλήρους, καὶ δὴ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους! Ἀλλ’ οὕτω πως ἐννοεῖ ἕκαστος, ὅτι ἐκ τῶν 1842 μεταβολῶν ὑπὸ τὸν νῦν νόμον προέρχεται τόση ζημία εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὅση δὲν θὰ προήρχετο πρὶν οὐχὶ ἐκ 2500, ἀλλ’ οὐδ’ ἐκ 5000, οὐδ’ ἐξ 7500 ἴσως μεταβολῶν.
§53Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατί;
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ἅμα κενωθείσης θέσεως διδασκάλου, ἕως οὗ κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον εὐδοκήσῃ ὁ ἑκασταχοῦ ἐπιθεωρητὴς νὰ καλέσῃ τὸ ἁρμόδιον Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα προτείνῃ τὸν διοριστέον εἰς αὐτὴν διδάσκαλον, ἕως οὗ ἐκπνεύσῃ ἡ δίμηνος καθόλου προθεσμία, ἡ τεταγμένη διὰ τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, — διότι καὶ ταῦτα δὲν ἔχουσι πάντοτε προχείρους τοὺς διοριστέους διδασκάλους — ἕως οὗ τέλος λάβῃ γνῶσιν τοῦ πράγματος τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐξεύρῃ αὐτὸ τὸν διοριστέον διδάσκαλον, παρέρχονται αἱ ἑβδομάδες καὶ οἱ μῆνες, καθ’ οὓς τὸ σχετικὸν σχολεῖον μένει κλειστὸν καὶ δὴ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Ἐρωτῶ δὲ νῦν ὑμᾶς, Κύριοι, εἶναι τοῦτο βελτίωσις ἢ χειροτέρευσις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον τοῦ 1895; Ἐζητήθη πρὸς τούτοις παρά τινος τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν νὰ καταθέσω τὰς ἐκθέσεις τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον τοῦ 1895...
§55ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐταὶ πρέπει νὰ τυπωθῶσι, νομίζω.
§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐπλήρουν ὁλόκληρον ὀγκώδη τόμον, εἰς ὅ βεβαίως δὲν θὰ ἐπήρκει τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, θὰ παρήρχετο δὲ καὶ πολὺς χρόνος μέχρις ἐκτυπώσεώς των. Ἐγὼ καταθέτω αὐτὰς σήμερον, ὡς καὶ τὰς ζητηθείσας στατιστικὰς πληροφορίας. Ὡς δ’ ἐπὶ τούτων, καὶ ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων σᾶς ἀναφέρω νῦν τὰ κυριώτατα. Ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλουσι νὰ μελετήσωσιν αὐτὰς ἐπισταμένως, δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς. Πρὸ παντὸς ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, Κύριοι, ὅτι αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐκθέσεις συνετάχθησαν ὑπὸ τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐν ἔτει 1897, καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν καὶ αὖθις νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, καὶ δὴ κατ’ ἀκολουθίαν ἐγκυκλίου, ἣν ἀπηύθυνα τότε πρὸς αὐτούς. Οἱ ἐπιθεωρηταί, ὡς εἰκός, ἐξαίρουσι τὰ καλὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐπιθεωρήσεως, δι’ οὗ κατέστη ὁπωσδήποτε τακτικωτέρα καὶ ἀνελλιπεστέρα ἢ πρὶν ἡ λειτουργία τῶν δημοτικῶν σχολείων, οἱ δὲ διδάσκαλοι ἀπηλλάγησαν κατὰ τὸ δυνατὸν τῆς πολιτικῆς ἐπηρείας. Αὕτη εἶναι ἀλήθεια, ἣν οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἄλλος τις δύναται νὰ ἀρνηθῇ μετὰ λόγου. Εἶναι ἀλήθεια, ὑπὲρ ἧς ἡμεῖς ἀνέκαθεν συνηγορήσαμεν, χωρὶς ὅμως τοῦτο νὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς, ἵνα καταδείξωμεν τὰς ἐλλείψεις τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐπιθεωρήσεως, ὡς οὗτος ἐψηφίσθη ἐν ἔτει 1895, καὶ συστήσωμεν τὴν θεραπείαν αὐτῶν κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ, κατὰ τρόπον παρεμφερῆ πρὸς ἐκεῖνον, ὃν συνιστῶμεν νῦν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς αὐτὴν νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὰς ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν. Σχεδὸν πάντες οἱ ἐπιθεωρηταὶ καταδικάζουσιν, ὡς ἄστοχον ὅλως καὶ ἐπιβλαβῆ, τὴν ἀνάμιξιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἰς τὴν διοίκησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Λακωνίας κ. Προφαντόπουλος γράφει ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 639 καὶ ἀπὸ 30 Ἰουλίου 1897 ἐκθέσει αὑτοῦ (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὅπως προτείνωσι τὸν διοριστέον εἰς κενὴν θέσιν, δὲν δικαιοῖ τὰς προσδοκίας τοῦ νομοθέτου, ὅστις βεβαίως ἐνόμισεν, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἔχουσι κατὰ πλάσμα ἀσυγκρίτῳ λόγῳ μεῖζον παντὸς ἄλλου ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ τόπου των, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μεριμνήσωσι περὶ ἐκλογῆς καταλλήλου προσώπου· ἐξ ἐναντίας τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια οὔτε συναισθάνονται τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος, οὔτ’ ἐνεργοῦσιν αὐτοβούλως. Ἐξαρτώμενα ἐκ τοῦ δημάρχου ἢ ἐκ τοῦ ἀντιπάλου τοῦ δημάρχου, ἐνεργοῦσι κατὰ τὰς ἐμπνεύσεις τούτου ἢ ἐκείνου, ὅστις ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ δὴ ἐν τῇ παρούσῃ, φροντίζει πρὸ παντὸς περὶ τῆς θεραπείας τῆς πολιτικῆς λεγομένης ἀνάγκης. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι, ὅτι προτείνονται ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων οὐχὶ οἱ κρείττονες· συμβαίνει ὅθεν νὰ προτιμῶνται οἱ ἐξ ἐπιτροπῶν προερχόμενοι τῶν ἐκ τῶν Διδασκαλείων ἐξελθόντων, ἢ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι τῶν γραμματιστῶν. Ἐπίσης παρατηροῦμεν, ὅτι ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων προτιμῶνται οἱ ἐκ τοῦ αὐτοῦ δήμου καταγόμενοι, ὅπερ θεωρῶ ἐπιζήμιον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καθόσον οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ δήμῳ, ἐξ οὗ κατάγονται, ἔχουσι πλείονας λόγους, δυναμένους νὰ ἐκτοπίσωσιν αὐτοὺς ἐκ τοῦ καθήκοντός των... Ἀλλ’ ἡ ἀνάμιξις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων φέρει οὐ σμικρὰς δυσχερείας εἰς τὴν ἑξῆς περίπτωσιν· ὁσάκις Ἐποπτικὸν Συμβούλιον κρίνῃ, ὅτι διά τινα παραπτώματα ἢ διὰ λόγους οἰκογενειακοὺς ἢ τοπικοὺς ἢ ὑγιείας, συμφέρει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ν’ ἀπομακρυνθῇ διδάσκαλός τις ἐκ τῆς θέσεώς του, καὶ ἀποφασίσῃ τὴν μετάθεσίν του, δὲν πραγματοποιεῖται αὕτη, καθόσον δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ Δημοτικὸν Συμβούλιον συγκατατιθέμενον εἰς τοῦτο· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀναγκάζεται ἢ νὰ διατηρήσῃ τὸν διδάσκαλον τοῦτον εἰς τὴν θέσιν του, πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας, ἢ νὰ δείξῃ σκληρότητα, προβαῖνον εἰς ἀπόλυσιν, ἕνεκεν ἀδυναμίας περὶ τὴν χρῆσιν τοῦ ἐπιεικεστέρου μέτρου τῆς μεταθέσεως. Παρομοίως γεννᾶται δυσχέρεια, ὅταν πρὸς πλήρωσιν κενῆς θέσεως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνῃ τινὰ ἐκ τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελούντων, καὶ προκαλῇ οὕτω μετάθεσιν, ὑπὲρ ἧς δὲν συνηγοροῦσι λόγοι ὑπηρεσιακοί... Καθὼς ἐτροποποιήθη ὁ περὶ οὗ πρόκειται νόμος, δὲν εὑρίσκουσι πλέον δυσκολίας οἱ διδάσκαλοι εἰς τὴν τακτικὴν πληρωμὴν τῆς μισθοδοσίας των· οὐχ ἧττον ἡ ἔκδοσις τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων ὑπὸ τῶν δημάρχων εἶναι μέτρον ἀτυχὲς, καθόσον οὗτοι ἔχουσι συνήθως μετὰ τῶν διδασκάλων ἢ τῆς οἰκογενείας αὐτῶν συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας, ἑπομένως τινὲς τῶν δημάρχων δεικνύουσιν αὐθαιρεσίαν καὶ ἐκτελοῦσι τὸ ἔργον τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων κατὰ λόγον τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε ἀτομικῆς αὐτῶν σχέσεως ἢ τῆς κομματικῆς τοῦ διδασκάλου θέσεως. Πρὸς τούτοις ἐνταῦθα παρατηροῦμεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπέβαλεν ὑποχρεωτικῶς εἰς τοὺς ἀνεπαρκεῖς δήμους τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τῶν εἰσαγομένων πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ὡς καὶ τῶν ἀμέσων φόρων, ἀλλ’ ἀφῆκε τοῦτο εἰς τὴν προαίρεσιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἅτινα, πρὸς ἀποφυγὴν ἀντιδημοτικότητος, ἀπέχουσι νὰ ψηφίσωσιν αὔξησιν τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου. Ἐπειδὴ δὲ ἄνευ τοῦ μέτρου τούτου δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ χορηγηθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς δήμους ἡ κατὰ τόπους συνδρομὴ, οἱ δῆμοι χρεούμενοι ὑποδουλοῦνται οἰκονομικῶς εἰς τὸ Δημόσιον· τοῦτο δὲ ἤρχισαν νὰ συναισθάνωνται οἱ δήμαρχοι, καὶ ἐπιζητοῦσι περιορισμὸν δαπανῶν. Ἀλλὰ τὴν αὐτὴν γνώμην δὲν ἔχει καὶ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἀποφεύγει νὰ ἐγκρίνῃ μέτρα, ἀνακόπτοντα τὴν ἐξάπλωσιν τῆς στοιχειώδους παιδείας.» Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Εὐβοίας κ. Σαγκριώτης διὰ τῆς ἀπὸ 6 Αὐγούστου 1897, ἐκθέσεώς του ἀναφέρει (ἀναγινώσκει): «Ὁ ΒΤΜΘʹ νόμος εἶναι μὲν ἴσως ἔργον καλῆς προθέσεως ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον προϊὸν σπουδῆς καὶ οὐχὶ πολλῆς περισκέψεως ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον. Ἔδει βεβαίως νὰ χειραφετηθῇ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἵνα τὸ ἔργον αὐτῆς μὴ προσκόπτῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς πολιτικῆς. Ἔδει ν’ ἀπελευθερωθῶσιν οἱ λειτουργοὶ αὐτῆς ἀπὸ τῶν ἀδίκων πιέσεων καὶ καταδιώξεων, καὶ νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ὑπὸ προστατευτικοῦ νόμου, ἵνα ἐλεύθεροι ἀπὸ πάντων γενόμενοι δουλωθῶσι μόνῳ τῷ καθήκοντι καὶ ἐφεξῆς μόνῃ τῇ πιστῇ ἐκτελέσει αὐτοῦ προσέχωσιν. Ἐκ τούτου ἀναγκαῖος καθίσταται ὁ θεσμὸς τῆς ἐπιθεωρήσεως· ἵνα δὲ μὴ ποιῆται ὁ ἐπιθεωρητὴς κατάχρησιν τοῦ ἀξιώματος αὑτοῦ, ἀναγκαίως καὶ εὐλόγως ἔταξεν ἐπ’ αὐτοῦ ὁ νόμος τὴν ἀρχὴν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου....... Ἀλλ’ ὅμως παραλλήλως τῇ ἀρχῇ ταύτῃ ὥρισε καὶ ἑτέραν ἀρχήν, ἵνα ἀναμιγνύηται εἰς τὰ σχολικὰ πράγματα, τὴν τῶν δημάρχων καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ὡς δ’ ἐν ταῖς καθ’ ἕκαστον διατάξεσιν ὡρίσθησαν τὰ δικαιώματα ἑκατέρας τῶν ἀρχῶν τούτων, ἀντὶ νὰ κατορθώσῃ ὁ νόμος τὴν σύμπραξιν αὐτῶν πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον κοινὸν σκοπόν, τοὐναντίον ἐπήνεγκε διὰ τῆς ἀτόπου ἀναμίξεως τῆς δευτέρας εἰς τὰ ἔργα τῆς πρώτης τὴν πρὸς ἀλλήλας διαίρεσιν καὶ διχοστασίαν, ὥστε οὐ μόνον νὰ ὑποληφθῇ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ δευτέρα τῶν ἀρχῶν τούτων ἀνέλαβεν ἐκ συστήματος νὰ ἀντιπράττῃ πρὸς ὅ,τι ὀρθὸν καὶ καλὸν ἀποφασίζεται ὑπὲρ τῶν σχολικῶν ὑπὸ τῆς πρώτης· διότι, καὶ ἂν μὴ θεωρηθῇ ὡς ἀληθὴς ἡ μομφή, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ σχεδὸν ἀντιπροσωπεύει ἐν πολλοῖς τὴν πολιτικήν, ἣν ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ ἀποσκορακίσῃ ἀπὸ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὅμως ἐκ τοῦ ἀπεριορίστου δικαιώματος, ὅπερ ἐδόθη αὐτῇ, τοῦ προτείνειν ἀνεξελέγκτως τοὺς διοριστέους, καὶ ἐκ τῆς κατὰ τὸν νόμον ἀπαιτουμένης ἀναμίξεως αὐτῆς εἰς τὰ τῆς μεταθέσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν σχολείων καὶ εἰς αὐτὰ ἔτι τὰ τῆς ἀπολύσεως, προέκυψαν οὐκ ὀλίγα ἄτοπα καὶ οὐχὶ σπανίως ἐματαιώθη ἐκ τούτου ὅ,τι καλὸν ἐκ τοῦ νόμου προσεδοκᾶτο. Ὡς εἰ μὴ ἤρκει δὲ ἡ δυαδικὴ αὕτη ἀρχὴ πρὸς διεξαγωγὴν τῶν σχολικῶν ὑποθέσεων, ὁ ΒΤΜΘʹ νόμος ἐπέτρεψε νὰ ἐγκαθιδρυθῇ καὶ τρίτη, ἡ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἥτις οὐκ ὀλίγον συνετέλεσεν εἰς τὴν ταραχὴν τῶν σχολικῶν πραγμάτων καὶ εἰς τὴν βραδύτητα τῆς ἐκτελέσεως σπουδαίων καὶ ἐπειγουσῶν σχολικῶν ὑποθέσεων, διότι ἄνευ μὲν τῶν εὐχῶν ἢ τῶν ἀποφάσεων τῆς ἀρχῆς ταύτης τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ἀδύνατος ἀποβαίνει ἡ ἐκτέλεσις καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν κοινοτάτων σχολικῶν, καὶ ματαιοῦνται πολλάκις ἐνέργειαι μηδεμίαν ἐπιδεχόμεναι ἀναβολήν· ἐὰν δὲ πάλιν αἱ ἀποφάσεις ἢ εὐχαὶ αὐτῶν πληρωθῶσι, κινδυνεύει νὰ ἐκτελεσθῇ ὅ,τι ἀσύμφορον, ὅ,τι ἐναντίον πρὸς τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ πρέπον, ὅ,τι τέλος ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, εὐλόγως· διότι ἀρχὴ ἀδαὴς καὶ ἀνεπιτήδειος νὰ κρίνῃ περὶ ἀλλοτρίων αὐτῆς πραγμάτων, ὅταν λάβῃ ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἄδειαν νὰ εἰσχωρῇ εἰς αὐτά, σκέπτεται καὶ ἐνεργεῖ ἀναφανδὸν κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ κόμματος, ἢ τῶν ἰδίων συμφερόντων, ἀφοῦ ἄλλως καὶ ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ἀνεύθυνος.» Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Μεγαρεὺς ἀναφέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἐξελέγχει καὶ διορθοῖ διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τὴν ἐργασίαν τῶν διδασκάλων καὶ ἐπιβλέπει τὴν ἐν γένει διαγωγὴν αὐτῶν, παρέλκει ἐντελῶς τὸ δικαίωμα, ὅπερ παρέχεται εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ προκαλῶσι τὴν ἀπόλυσιν διδασκάλων «διὰ παραστάσεων ἠτιολογημένων». Μέχρι τοῦδε, ὁσάκις τοιαῦται ἠτιολογημέναι παραστάσεις Δημοτικῶν Συμβουλίων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ καθ’ ἡμᾶς Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, πάντοτε αὗται ἦσαν ἢ γελοῖαι (ἐζητήθη ἡ ἀπόλυσις διδασκάλου ὡς συμπεριπατοῦντος μετὰ στρατιωτῶν, διδασκαλίσσης ὡς στρεψάσης ἐν τῷ περιπάτῳ τὰ νῶτα εἰς τὸν δήμαρχον, ἑτέρας ὡς ὑβρισάσης τὸν δήμαρχον διὰ τῆς φράσεως «τὸν γράφω εἰς τὰ παπούτσια μου» κλπ.), ἢ ψευδεῖς (ἐζητήθη ἡ ἀπόλυσις διδασκάλου, ὡς ἀποπειραθέντος ἐμπρησμόν, ἑτέρου ὡς ἀνικάνου, ἄλλου ὡς σκανδαλωδῶς ἀναμιχθέντος εἰς τὰς ἐκλογὰς κλπ.), ἢ καὶ μοχθηρόταται ἐνίοτε, ὡς αἱ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ὑσιῶν, ὅπερ ἐντιμοτάτης διδασκαλίσσης ἐζήτει τὴν ἀπόλυσιν δι’ ἀνωμαλίας δῆθεν τοῦ ἰδιωτικοῦ αὐτῆς βίου, καὶ ὅπερ ἐνομίσαμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ καταγγείλωμεν ἐπὶ τούτῳ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἥτις ἐπαρκῶς τὴν μοχθηρίαν τῶν Συμβούλων ἐτιμώρησε.... «Πολλάκις διδάσκαλοι, ἀπολυόμενοι τῆς ὑπηρεσίας διὰ λόγους, δι’ οὓς ἢ οὐδέποτε ἢ μετὰ μακρὸν χρόνον ἔπρεπεν εἰς ταύτην νὰ ἐπανέλθωσι, προτείνονται ἀμέσως ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ὡς διοριστέοι καὶ μάλιστα εἰς τὰς θέσεις, ἐξ ὧν ἀπελύθησαν, ματαιουμένης οὕτω τῆς ὑπὲρ τῶν σχολείων ἐνεργείας ταύτης τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου... Ἄν κατὰ τὸ μέρος τοῦτο ὁ νόμος ἦτο συμπεπληρωμένος, βεβαίως οὔτε ἡ διδασκάλισσα..., ἀπολυθεῖσα διὰ τὴν μὴ ἀγαθὴν περὶ αὐτῆς τῆς κοινωνίας γνώμην, θ’ ἀναδιωρίζετο καὶ εἰς Ν. ἐκ Π. ἕνεκα τῆς δεδηλωμένης ὑπὲρ αὐτῆς γνώμης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ν., ἂν καὶ ἐζητήθη ἐκ νέου ἡ ἀπόλυσις ταύτης, θὰ μετετίθετο, οὔτε ὁ δημοδιδάσκαλος Ἰ. Μ., δὶς ἀπολυθεὶς ἐξ Ε, ὡς δίδων ἀφορμὰς νὰ σατυρίζηται ἐν τῷ ἑαυτοῦ προσώπῳ τὸ σεμνὸν τοῦ διδασκάλου ἀξίωμα, κατ’ ἐπανάληψιν ὡς διοριστέος θὰ προετείνετο, οὔτε ὁ Ν. Μ., ἀνικανώτατον καὶ ἀσυνειδητότατον γερόντιον, ἀπολυθεὶς θὰ ἦτο δυνατὸν ἐκ νέου ὡς διοριστέος εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν νὰ προταθῇ, οὔτε ἡ Α. Ε., ἀπολυθεῖσα ἐκ Γ. τοῦ Φ., ὡς ἐντελῶς ἄχρηστος, ὡς διοριστέα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν θὰ προετείνετο. Διὰ τὴν σπουδαιοτάτην ταύτην ἔλλειψιν τοῦ νόμου συμβαίνει, ἄλλοτε μὲν κακοηθέστατοι ἢ ἀνικανώτατοι διδάσκαλοι νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὡς ἐν Ν. ἡ Τ. καὶ ἐν Ε. ὁ Μ., ἄλλοτε δὲ διὰ τὴν ἐπιμονὴν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἐπὶ μῆνας πολλοὺς νὰ ἀργῶσι τὰ σχολεῖα, εἰς ἃ ἔτυχε τοιοῦτοι διδάσκαλοι νὰ εὑρεθῶσιν, ὡς ἐν Ἀγγελοκάστρῳ Σολυγείας καὶ Σκούρᾳ Φενεοῦ.» Τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ Διδασκαλείων νομοσχεδίου, δι’ οὗ μεταρρυθμίζεται ἐπὶ τὰ κρείττω ἡ ἐν αὐτοῖς μόρφωσις τῶν δημοδιδασκάλων, ὑποδεικνύουσιν οἱ ἐπιθεωρηταί, ἐν οἷς ἀναφέρουσι περὶ τῆς καταστάσεως τῶν παρόντων δημοδιδασκάλων. Οἱ αὐτοὶ διατραγῳδοῦσι καὶ τὴν κατάστασιν τῶν γραμματοδιδασκάλων, ἀποδεικνύοντες οὕτω τὴν ἀνάγκην ταχείας ἀντικαταστάσεώς των διὰ γραμματιστῶν, μορφουμένων ἐν Ὑποδιδασκαλείοις, ἅτινα κατωρθώθη δυστυχῶς, ὑπὸ τὸν νόμον τοῦ 1895, νὰ κλεισθῶσιν. Ὁ κ. Μεγαρεὺς γράφει ἐν τῇ μνημονευθείσῃ ἐκθέσει περὶ αὐτῶν (ἀναγινώσκει): «... Ἡ ἀτελὴς μόρφωσις τῶν πλείστων διδασκάλων.—Οἱ μὴ ἐκ τῶν ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ ἐντεῦθεν λειτουργούντων Διδασκαλείων προερχόμενοι δημοδιδάσκαλοι, γενικῶς εἰπεῖν, οὔτε τὴν ὕλην τῆς διδασκαλίας κατέχουσιν, οὔτε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν αὕτη δύναται νὰ μεταδοθῇ γινώσκουσιν. Αἱ ἀσκήσεις, ἃς οὗτοι ἠσκήθησαν, δὲν ἦσαν βεβαίως ἱκαναί, εἰς τὸ δυσχερέστερον ἔργον αὐτοὺς νὰ παρασκευάσωσι. Πᾶσα αὐτῶν ἡ ἐν τῷ σχολείῳ ἐνέργεια ἄστοχος ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀποβαίνει διότι δὲν προέρχεται ἐξ ἐπιγνώσεως τῆς αἰτίας καὶ τοῦ σκοποῦ αὐτῆς...... Ἐλλείψεις εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους τούτους (τοὺς ἐκ τῶν ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ ἐντεῦθεν λειτουργούντων Διδασκαλείων) παρατηροῦμεν σπανιώτερον μὲν εἰς τὰ ἄλλα μαθήματα, συνηθέστερον δὲ εἰς τὰ φυσιογνωστικὰ καὶ τὰ τεχνικά· θαυμαστὸν δὲ, ὅτι καὶ ἡ εἰς τὰ παιδαγωγικὰ μαθήματα μόρφωσις αὐτῶν τοσαύτας ἐλλείψεις οὐχὶ σπανίως παρουσιάζει, ὥστε ἀποροῦμεν πῶς ἐκρίθησαν ἱκανοὶ διὰ τὸ ἔργον τὸ παιδαγωγικὸν ἄνθρωποι, οἵτινες αὐτοὶ πολλάκις ἐστερημένοι ἀγωγῆς φαίνονται, ἀνίκανοι τὴν σημασίαν καὶ δύναμιν τῶν διαφόρων τῆς ἀγωγῆς μέσων νὰ ἐκτιμήσωσιν ἐλέγχονται, ἀδυναμίαν προφανῆ τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν παιδαγωγοῦσαν νὰ καταστήσωσιν ἔχουσιν· οὐδὲ δύναταί τις ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ πτυχίου ἀσφαλῶς περὶ τοῦ ποιοῦ αὐτῶν νὰ κρίνῃ, διότι φαίνεται ὅτι Διδασκαλεῖα καὶ ἐξεταστικαὶ ἐπὶ προαγωγῇ τούτων ἐπιτροπεῖαι ἠγωνίσθησαν νὰ καταστρέψωσι πᾶσαν τούτου σημασίαν..... Τῶν διδασκαλισσῶν ἡ μόρφωσις καθόλου πολὺ κατωτέρα τῶν ἀρρένων ὁμοτέχνων αὐταῖς ὑπάρχει· οὐδεμία αὐτῶν ὁρμᾶται ἀπὸ γνώσεως καὶ ἐπιστήμης εἰς τὴν χρῆσιν τῶν μέσων τῆς ἀγωγῆς, ὧν μηχανικὴ καὶ διὰ τοῦτο ἄστοχος ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ χρῆσις ὑπ’ αὐτῶν γίνεται. Ἀλλὰ τὸ κακὸν ἐνταῦθα φοβερώτερον εὕρομεν ἀλλαχοῦ λανθάνον· εἰς τὴν τάξιν τῶν διδασκαλισσῶν εἶχον παρεισφρήσει πολλαὶ, αἵτινες διὰ τὰς ἐν τῷ ἑαυτῶν βίῳ παρεκτροπὰς ἀνίκανοι διὰ τὸ ἔργον τῆς διαπλάσεως τοῦ ἤθους ἀθῴων κορασίων εἶχον καταστῆ.... Ἄλλη τάξις διδασκάλων εἶναι ἡ τῶν ἐργαζομένων ἐν γραμματοσχολείοις, ὧν ὁ ἀριθμὸς φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητος· μόνον κατὰ τὸν νομὸν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εὕρομεν λειτουργοῦντα 38 τοιαῦτα.... Ἐν αὐτοῖς συνήθως διδάσκουσι παιδάρια 17–20 ἐτῶν, ἀλλ’ ἐνίοτε καὶ ἄνθρωποι ἀποσκληρυνθέντες τὴν ψυχὴν ἐν παντοδαποῖς ἐν τῷ βίῳ ἀτυχήμασιν, ὡς μόνον προσὸν ἔχοντες ἀπολυτήριον σχολαρχείου! Τί ἡ Πολιτεία ἀναμένει παρὰ τῶν διδασκάλων τούτων, εἰς τὰς ἀπείρους ἢ ὀζώδεις τῶν ὁποίων χεῖρας τόσον πολύτιμον καὶ λεπτὴν ἐργασίαν ἐμπιστεύεται, ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν· ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, ἂν σκοπὸς τοῦ σχολείου δὲν ἦναι νὰ διδάξῃ τὴν τέχνην τοῦ ἀναγινώσκειν, γράφειν καὶ ἀριθμεῖν, ἀλλὰ νὰ μορφώσῃ τὸ ἦθος καὶ διαπλάσῃ τὸν χαρακτῆρα τῶν μαθητῶν, εἶναι ἀνάγκη, ἢ νὰ ἱδρυθῶσι πανταχοῦ σχολεῖα δημοτικά, ἢ νὰ ἀφεθῇ ἡ ἀγωγὴ τῶν ὑπὸ γραμματοδιδασκάλους παίδων εἰς τὴν φύσιν, ἥτις πολὺ προτιμότερος παιδαγωγὸς εἶναι τῶν αὐτοσχεδίων τούτων διδασκάλων.» Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν νομῶν Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου κ. Μπουκουβάλας ἀναφέρει (ἀναγινώσκει): «...... Οἱ νέοι διδάσκαλοι, οἱ ἐκ τῶν Διδασκαλείων ἀποφοιτῶντες, οἱ κατὰ νόμον εἰς τὰς θέσεις δικαίως προτιμώμενοι, διαψεύδουσι πολλάκις ἐν μέρει τὰς προσδοκίας, ἃς ἐπ’ αὐτῶν ἡ ὑπηρεσία ἐστήριξεν.... Ἀλλ’ οἱ πλείονες τούτων δὲν ἀποφοιτῶσι φέροντες ἐφόδια τοιαῦτα, ὅσα ἠδύναντο τὰ ἡμέτερα Διδασκαλεῖα νὰ παράσχωσιν, ἢ ὅσα ἀξιοῖ σήμερον τὸ δημοτικὸν σχολεῖον. Καὶ πρῶτον μὲν περὶ τὴν γλῶσσαν δὲν ἔχουσι πολλοὶ τούτων τὴν δέουσαν ἱκανότητα, δὲν δύνανται καί τινες τῶν πρωτοβαθμίων μάλιστα νὰ γράφωσιν ἀναμαρτήτως καὶ νὰ ἐκθέτωσιν εὐχερῶς τὰ ἑαυτῶν διανοήματα. Οἱ τριτοβάθμιοι μάλιστα πάντες σχεδὸν περιπίπτουσιν εἰς ἀσύγγνωστα ὀρθογραφικὰ ἁμαρτήματα, ἀγνοοῦντες πολλάκις στοιχειώδεις τῆς γραμματικῆς κανόνας. Ἰδίως δὲ οἱ ἐκ τοῦ Διδασκαλείου Πελοποννήσου ἀποφοιτῶντες εἶναι οἱ μᾶλλον ἀκατάρτιστοι, διότι εἰς τὰ Διδασκαλεῖα Ἑπτανήσου καὶ Ἀθηνῶν ἡ μόρφωσις τῶν δοκίμων γίνεται περὶ τὴν γλῶσσαν ἐντελεστέρα. Ἐν τοῖς πραγματικοῖς μαθήμασιν ὁμολογουμένως ἀποφοιτῶσιν ἔχοντες πλείονας γνώσεις, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὅσας ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν. Ἐν τοῖς φυσικοῖς καὶ μαθηματικοῖς ὑστεροῦσιν οὐκ ὀλίγον· ἡ διδασκαλία τῶν φυσικῶν μαθημάτων ἐν τοῖς Διδασκαλείοις δὲν γίνεται μετὰ τῆς προσηκούσης ἐπιστημοσύνης καὶ τέχνης. Πολλοὶ τῶν διδασκάλων π. χ. ἐδιδάχθησαν τὸν συνήθη μηχανικὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῶν τεσσάρων πράξεων τῶν ἀκεραίων ἀριθμῶν, μὴ δυνάμενοι οὔτε αὐτοὶ ν’ ἀντιληφθῶσιν, οὔτε τοὺς παῖδας νὰ διδάσκωσι τοὺς λόγους τῶν ἀριθμητικῶν φαινομένων. Ἐπίσης δὲν ἀσκοῦνται ἐνδελεχῶς ἐπὶ ποικίλων πρακτικῶν προβλημάτων, ὥστε ν’ ἀποκτήσωσι τὴν πεῖραν τῆς εὐχεροῦς καὶ ταχείας ἀντιλήψεως αὐτῶν. Τὴν αὐτὴν ὑστέρησιν καὶ εἰς τὰ φυσικὰ ἔχουσιν. Ἀλλὰ τὰ μαθήματα ἐκεῖνα, ὧν οἱ πλεῖστοι εἶναι ἀδαεῖς, εἶναι τὰ τεχνικά. Πολλοὶ τῶν διδασκάλων μοὶ ὁμολογοῦσιν ὅτι ὀλίγιστα μαθήματα μουσικῆς ἢ ἰχνογραφίας ἢ καλλιγραφίας ἢ γυμναστικῆς παρηκολούθησαν ἐν τοῖς Διδασκαλείοις. Διὰ τοῦτο ἐν τοῖς πλείστοις σχολείοις πενιχρὰ πρόοδος ἐν τούτοις ἐπιτελεῖται, μάλιστα δὲ εἰς τὴν γυμναστικὴν καὶ ἰχνογραφίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς γραμματοδιδασκάλους, προτείνω νὰ ἀντικατασταθῶσιν οἱ πλεῖστοι αὐτῶν διὰ γραμματιστῶν. Οἱ γραμματισταὶ εἶναι νέοι ἀσκηθέντες ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος ἐν τοῖς Ὑποδιδασκαλείοις καὶ ἑπομένως γνωρίζοντές πως καὶ σχολεῖον νὰ διευθύνωσι καὶ μετά τινος μεθόδου νὰ διδάσκωσιν, ἐνῷ οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων προτεινομένων γραμματοδιδασκάλων, στρατολογούμενοι συνήθως ἐκ τῶν ἀγρῶν, ἄνθρωποι μὴ εὐδοκιμοῦντες εἰς οὐδεμίαν ἐργασίαν, κατ’ ἀνεξήγητον τρόπον προμηθευθέντες ἓν ἀπολυτήριον ἑλληνικοῦ σχολείου, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀμαθεῖς, ἀπαιδαγώγητοι, ἄξεστοι, ἀμόρφωτοι, οὐ μόνον ἀδυνατοῦντες νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν παίδων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐνσπείροντες εἰς αὐτοὺς βάναυσα αἰσθήματα καὶ ὑποθάλποντες τὰς κακίας τῶν καὶ στρεβλοῦντες τὴν διάνοιάν των. Τέλειον τύπον τῶν κατ’ εὐφημισμὸν καλουμένων τούτων διδασκάλων γινώσκω τὸν γραμματοδιδάσκαλον Σ. Ν. Σ., ὃν ἀπορῶ πῶς ἐπὶ τόσους μῆνας ἀνέχεται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Ἡ ἀντικατάστασις τῶν πλειόνων γραμματοδιδασκάλων διὰ γραμματιστῶν ἐλάχιστον, ὡς γνωστόν, θὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς δημοτικοὺς προϋπολογισμούς, διότι ἐλαχίστη ὑπάρχει διαφορὰ τοῦ μισθοῦ τούτων καὶ τῶν γραμματοδιδασκάλων. Τινὲς δὲ γραμματοδιδάσκαλοι πρέπει ν’ ἀντικατασταθῶσιν, ὡς γίνεται λόγος ἐν ταῖς μερικαῖς ἐκθέσεσι. Διὰ τῶν μεταβολῶν τούτων ἐν τῷ προσωπικῷ τῶν σχολείων ἔχω ἐλπίδα ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις τῆς νήσου θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν δέουσαν περιωπήν. Παρακαλῶ δὲ θερμῶς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα, ὧν ζητεῖται ἡ ἀντικατάστασις. Παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον οὐχὶ μερικῶν ἀτόμων, ἀλλὰ τῆς ὅλης νήσου. Καὶ τὸ συμφέρον τῆς νήσου εἶναι νὰ παταχθῇ ἡ ἀγραμματωσύνη ἡ λυμαινομένη τὰς λαϊκὰς τάξεις, ἐξ ἧς προέρχεται ἡ βιαιότης τοῦ χαρακτῆρος, ἡ ἐκκολάπτουσα τὸ ἔγκλημα. Μόνον διὰ τῆς μορφώσεως τῶν πολιτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ μορφωθῇ ὁ χαρακτήρ· μόρφωσις δὲ πολιτῶν ἀδύνατον νὰ συντελεσθῇ διὰ διδασκάλων εἴτε κεκμηκότων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, εἴτε ἀμαθῶν, εἴτε πρὸς ψωμισμὸν μόνον ἀναδεχομένων τὸ διδασκαλικὸν ἔργον.» Οἰκτρὰν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν παριστῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν τὴν κατάστασιν τῶν διδακτηρίων καὶ τῶν σχολικῶν σκευῶν, καταγγέλλοντες ἐν ταὐτῷ καὶ τὴν παντελῆ ἔλλειψιν διδακτικῶν ὀργάνων, ὧν ἄνευ ἡ διδασκαλία δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι ἀτελεστάτη. Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, ὅστις ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν εἶναι ὁ χείριστος, ὁ κ. Παυλίδης, ἀναφέρει (ἀναγινώσκει): «... Οὐδὲν τῶν διδακτηρίων τοῦ νομοῦ Κυκλάδων δύναται νὰ θεωρηθῇ τέλειον ὑπὸ τὴν ἔποψιν κτιρίου καὶ ἐπιπλώσεως, ἔχον δηλαδὴ καὶ κατασκευὴν καλὴν καὶ ἔπιπλα καὶ ὄργανα διδακτικά, ὅσα καὶ ὅπως χρειάζονται. Ἐννέα μόνον διδακτήρια ἐξ 143 δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι καλὰ ὁπωσδήποτε καὶ λόγῳ κτιρίου καὶ λόγῳ διακοσμήσεως μὲ ἔπιπλα καὶ ὄργανα διδακτικά, θρανία, ἕδρας, πίνακας, εἰκόνας, χάρτας, κλπ. Μόλις 20 ὑπάρχουσιν, ἅτινα ὡς κτίρια μὲν εἶναί πως καλά, ἀλλ’ ἐλαχίστην διακόσμησιν ἔχουσιν, θρανία τινὰ καὶ ἕδρας καὶ μαυροπίνακας, ἀλλ’ οὔτε εἰκόνας, οὔτε χάρτας πολλοὺς κλπ. Περὶ τὰ 45 δὲ εἶναι τοιαῦτα, ἅτινα ὡς κτίρια εἶναι λίαν μέτρια, πρὸς τὸ κακὸν μᾶλλον κλίνοντα, διότι πάντοτε ἐλλείπει τι ἀναγκαῖον, ἢ παραθυρόφυλλον ἢ τοιοῦτόν τι. Ἐπίπλωσιν δὲ ἔχουσι τὴν χειρίστην καὶ ἐλλιπεστάτην, ὡς θρανία σεσαθρωμένα, ἔλλειψιν ἕδρας ἢ μαυροπινάκων, οὐδεμίαν δὲ εἰκόνα, οὐδὲ ἕνα γεωγραφικὸν χάρτην τῆς Ἑλλάδος. Τουλάχιστον ὅμως καλύπτουσι τοὺς μαθητὰς καὶ δὲν κινδυνεύουσιν ἀπὸ τὰς ἐπιρροὰς τῆς ἀτμοσφαίρας. Οἱ μαθηταὶ πολλάκις κάθηνται χαμαὶ ὀκλαδόν, ἢ ἐπὶ κορμῶν δένδρων, καὶ ἐγείρουν νέφος κονιορτοῦ, ὅταν κυλίωνται. Ὑπὲρ τὰ 60 διδακτήρια τοῦ νομοῦ δὲν εἶναι πλέον σχολεῖα, ἀλλ’ ἐλεειναὶ φωλεαὶ καὶ τρῶγλαι, αἵτινες πολλαχῶς ἐμποδίζουσι τὴν ἐργασίαν, διότι εἰς τὰς ἐπηρείας ὅλων τῶν καιρῶν ἐκθέτουσιν αὐτὰ, εἰς ἀνέμους, βροχὰς, ψύχη κλπ., καὶ τὸ αἴσθημα τῆς φιλοκαλίας πολλαχῶς καταστρέφουσι καὶ ἐπὶ μῆνα πολλάκις ἀνακόπτουσι τὴν ἐργασίαν. Ἐκ τούτων περὶ τὰ 15 πρέπει ἀμέσως νὰ κατεδαφισθῶσι, διότι ἢ θὰ καταπλακώσωσι τὰ παιδία, ὡς εἶναι ἐν Κέᾳ ἀμφότερα τὰ σχολεῖα ἀρρένων τε καὶ θηλέων,... ἢ παρ’ ὀλίγον ἤδη ἐπλάκωσαν ὑπὲρ τὰ 50 παιδία, ὡς συνέβη ἐν Ἀρνάδῳ τῆς Τήνου, καταπεσούσης τῆς στέγης αἰφνιδίως, ἐν ᾧ πρὸ πέντε ἡμερῶν ἐπροφητεύσαμεν τοῦτο ἐν τῇ ἐκθέσει ἡμῶν, ἢ ἄλλως οὐδὲ εἰς ζῷα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς κατοικία.» Ἐπιθυμεῖτε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἄλλας περικοπὰς ἐκ τῶν σχετικῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν;
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὄχι· ἀρκεῖ.
§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ὅμως ἀναγνωσθεισῶν περικοπῶν τί συνάγομεν; Τρία τινά· πρῶτον, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῶν δημάρχων καὶ δημοτικῶν συμβούλων εἰς τὴν διοίκησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἡ ἀποκέντρωσις ἐν αὐτῇ, ὑπὲρ ἧς κόπτονταί τινες παρ’ ἡμῖν, ἀντὶ ἀγαθοῦ, κακοῦ μεγάλου γίνεται πρόξενος· δεύτερον, ὅτι τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν μένει τὸ αὐτὸ καὶ ὑπὸ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον, χωρὶς οἱαδήποτε πραγματικὴ βελτίωσις νὰ ἐπέλθῃ εἰς αὐτό· τρίτον, ὅτι καὶ νῦν ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ οἰκτρὰ κατάστασις τῶν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς πρίν· καὶ νῦν οἱ μαθηταὶ φοιτῶσι κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τρώγλας, φθειρούσας καὶ τὴν ὑγείαν καὶ τὸ ἦθος αὐτῶν, καὶ νῦν ἀπαντᾷ ἡ αὐτὴ σπάνις καταλλήλων, σχολικῶν σκευῶν καὶ οἱωνδήποτε διδακτικῶν ὀργάνων. Ἀλλὰ ἀφοῦ, Κύριοι, ὁ νόμος τοῦ 1895, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτῶν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὧν ἡ τύχη θεωρεῖται τόσον στενῶς συνδεδεμένη πρὸς αὐτὸν, ἀπεδείχθη ἀνίκανος νὰ θεραπεύσῃ τόσον κεφαλαιώδεις ἐλλείψεις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τίς δύναται νῦν μετὰ λόγου νὰ κηρυχθῇ κατὰ πάσης μεταρρυθμίσεώς του; τίς ἐξ ὑμῶν θὰ εἶχε τόσην ἀστοργίαν πρὸς αὐτὸν τὸν τόπον, ὥστε νὰ ᾖναι ὑπὲρ τῆς διαιωνίσεως τῆς τοιαύτης οἰκτρᾶς καταστάσεως, ἥτις δύναται νὰ ἐμβάλῃ ἡμᾶς εἰς ἀπόγνωσιν καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ μέλλοντός μας;
§59ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐζήτησα νὰ καταθέσητε καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου σας καὶ τῶν δημοδιδασκάλων ἰδίως τῆς Κορινθίας.
§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ αὐτὰς θὰ καταθέσω καὶ περὶ αὐτῶν θὰ κάμω βραδύτερον λόγον. Πρὸ τούτου ὅμως θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, εἰς συμπλήρωσιν τῆς εἰκόνος, ἣν ἔχετε ἐκ τῶν μνημονευθεισῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν, νὰ καταθέσω καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητριῶν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Ὅτε, Κύριοι, προὐτάθη καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητριῶν, ὁμολογῶ ὅτι ἀντετάχθην κατ’ αὐτοῦ παντὶ σθένει. Αἱ πρῶται δ’ ἐπιθεωρήτριαι δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς προσδοκίας τῶν συνηγορησάντων ὑπὲρ αὐτῶν, ὡς τοὐλάχιστον μαρτυροῦσιν αἱ μέχρι τοῦ 1897 ἐκθέσεις των, αἵτινες περὶ παντὸς ἄλλου ζητήματος ἀσχολοῦνται ἢ περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν θηλέων. Ἀλλ’ ἔκτοτε, διορισθεῖσαι δύο νέαι ἐπιθεωρήτριαι, ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσεις, αἵτινες τιμῶσιν αὐτάς. Ἰδίᾳ τῆς ἑτέρας τούτων, τῆς κ. Μπουκουβάλα, αἱ ἐκθέσεις εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἀληθὴς φωτοτυπία τῶν ὑπ’ αὐτῆς ἐπιθεωρηθέντων δημοτικῶν σχολείων τῶν θηλέων. Ἐξ αὐτῆς δύναται ἕκαστος νὰ πληροφορηθῇ, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὸν ἐν ἰσχύι νόμον, ὑπὸ τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τὰ ἑκασταχοῦ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ὑπὸ τοὺς δημάρχους καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ἡ δεσποινὶς Ἑλένη Ν. Μπουκουβάλα γράφει ἐν τῇ ἀπὸ 23 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. γενικῇ αὐτῆς ἐκθέσει πρὸς τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον (ἀναγινώσκει): «....Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ διδασκαλικὸς κλάδος περιλαμβάνει εἰς τοὺς κόλπους του διδασκαλίσσας, δυναμένας νὰ προβληθῶσιν ὡς πρότυπον ποικίλης ἀρετῆς.... Ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ διδασκάλισσαι αὗται ἀποτελοῦσι σμικρὰν μειονότητα.... Αἱ πλεῖσται τῶν διδασκαλισσῶν ἡμῶν στεροῦνται τῶν προρρηθεισῶν ἀρετῶν. Πλὴν ἠθικῶν ὀλισθημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο πολλαχοῦ αἴτια, ὥστε κοινότητες πολλαὶ νὰ φεύγωσι τὰ σχολεῖα, φρονοῦσαι ὅτι δὲν ἔχει στήσει ἐν αὐτοῖς τὸν θρόνον της ἡ Αἰδὼς καὶ ἡ Σωφροσύνη, καὶ ἄλλαι κακίαι, ἐξ ὧν συγκροτεῖται ὁ χαρακτὴρ τῶν πλείστων διδασκαλισσῶν, δὲν συντελοῦσι πρὸς διάπλασιν τῆς ψυχῆς τῶν μαθητριῶν καὶ προαγωγὴν τοῦ ἤθους αὐτῶν.... Πολλαὶ τῶν διδασκαλισσῶν εἶναι τοσοῦτον ἐριστικαὶ, ὥστε σπανιώτατον νὰ μὴ εὕρῃ τις διχόνοιαν μεταξὺ συνυπηρετουσῶν τοιούτων. Ἡ διάστασις μάλιστα ἐπιτείνεται ἐπὶ τοσοῦτον πολλάκις, ὥστε καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλας ὁμιλίαν διακόπτουσι καὶ ἐναντίον ἀλλήλων δὲν ὀκνοῦσι ν’ ἀπευθύνωσιν ὕβρεις δεινὰς, καὶ ἐνώπιον μάλιστα τῶν μαθητριῶν, καὶ συκοφαντίας καὶ κατηγορίας νὰ ἐκτοξεύωσιν.... Ἄλλαι κακίαι, οὐκ ὀλίγον ἐπιβλαβῶς ἐπιδρῶσαι ἐπὶ τοῦ σχολείου, εἶναι ἡ ἔλλειψις ἀληθοῦς θρησκευτικοῦ συναισθήματος τῶν πλείστων διδασκαλισσῶν...! ἡ καταφρόνησις πρὸς τὰς οἰκιακὰς καὶ τὰς ἀγροτικὰς ἐργασίας.... ἡ προσποίησις περὶ τὴν συμπεριφορὰν καὶ μάλιστα περὶ τὴν προφορὰν — πολλαὶ ἐξ αὐτῶν τραυλίζουν, προφέρουν σεσυρμένως ἢ ἀτόνως τὸ ρ, ἀλλοιοῦν τὸν τόνον τῆς φωνῆς των, ὥστε νὰ καθίστανται καὶ κωμικαὶ καὶ ἀηδεῖς—.... ἡ ἔλλειψις ἀγάπης πρὸς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον — ἐὰν ἡ διδασκάλισσα ἦναι ἄγαμος....δὲν βλέπει τὴν ὥραν, πότε διὰ τοῦ ὑμεναίου νὰ ἀποτινάξῃ τὸν ζυγόν, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται δημοσία ὑπηρεσία.... ἡ ὑπηρεσία τῶν μητέρων διδασκαλισσῶν εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ σχολεῖα καὶ μάλιστα εἰς τὰ μονοτάξια.... ἐγκυμονοῦσαι προσέρχονται ἄνευ οὐδεμιᾶς ὀρέξεως εἰς τὸ σχολεῖον, τίκτουσαι δὲ ἀναγκάζονται ἐπὶ χρόνον πολὺν νὰ οἰκουρῶσι, καθ’ ὃν τὸ σχολεῖον μένει κλειστόν—.... Ταῦτα εἶναι τὰ κύρια ἐλαττώματα, τὰ καταισχύνοντα τὰς πλείστας τῶν διδασκαλισσῶν, τὰ καταρρίπτοντα τὸ γόητρον τῶν σχολείων τῶν θηλέων, τὰ ἀραιοῦντα τὰς μαθητικὰς τάξεις. .... Τὸ ὕψος τοῦ ζητήματος μοὶ ἐπιβάλλει τὴν παρρησίαν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ κυριώτατον Διδασκαλεῖον τῶν θηλέων, τὸ ἐν Ἀθήναις Ἀρσάκειον, ἐξ οὗ ἀπεφοίτησαν τὰ 9/10 τῶν σημερινῶν διδασκαλισσῶν, δὲν διέπλασεν, ὡς ἔδει, τοὺς χαρακτῆρας αὐτῶν. Ὑπῆρξεν ἐπιβλαβὲς καὶ ὀλέθριον εἰς τὸ Κράτος φυτώριον. Παρέλαβεν εἰς τοὺς κόλπους του ψυχὰς ἁγνὰς, καὶ ἐνέσπειρεν εἰς αὐτὰς τὰ σπέρματα τῶν εἰρημένων κακιῶν. Ὅσοι γνωρίζουσι τὰ μαστίζοντα τὸ Ἀρσάκειον κακὰ, θ’ ἀναγνωρίσωσιν αὐτὰ εἰς πολλὰς τῶν σήμερον ὑπηρετουσῶν διδασκαλισσῶν. Ἠθικὰ π. χ. ὀλισθήματα δὲν ἠκούσθησαν σπανίως ἐν τῷ Ἀρσακείῳ. Διχόνοια δεινὴ βασιλεύει μεταξὺ τοῦ προσωπικοῦ ἀρρένων καὶ θηλέων. Μῖσος πρὸς τὴν ἐργασίαν, τάσις εἰς τὴν ὀκνηρίαν, προσποίησις καὶ ἔλλειψις πάσης ἀγάπης πρὸς τὸ ἔργον των διακρίνει τὰς πλείστας καὶ τοὺς πλείστους ἐκ τῶν ἐργαζομένων ἐν τῷ πανελληνίῳ τούτῳ καθιδρύματι. Δὲν ἐνεπνεύσθη εἰς τὰς δοκίμους οὐδὲν τὸ ἰδανικόν. Οὐδὲν ἐνεθουσίασεν αὐτάς. Τὰ διδάγματα ταῦτα καταφαίνονται ἐν τῷ πρακτικῷ σταδίῳ τῶν διδασκαλισσῶν, ὧν καρπὸς εἶναι τὰ προμνησθέντα ἐλαττώματα αὐτῶν, τὰ καταρρίψαντα ἠθικῶς τὴν δημοτικὴν τῶν θηλέων ἐκπαίδευσιν. Ἀλλὰ τίς ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ τούτου; Ἡ Πολιτεία ἀπὸ πολλοῦ ἔχει καθῆκον νὰ μὴ παραμελήσῃ ἐπὶ πλέον τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν θηλέων. Δὲν πρέπει τοῦ λοιποῦ νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν μόρφωσιν τῶν διδασκαλισσῶν εἰς Διδασκαλεῖον, τὸ ὁποῖον κατεδείχθη ὅτι ἐμπνέει εἰς τὰς ψυχὰς τῶν εἰς αὐτὸ φοιτωσῶν ἢ ὑποθάλπει ἢ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ περιστείλῃ ὀλέθρια ἐλαττώματα. Ἀνάγκη ἀναπόδραστος, ἐὰν θέλωμεν νὰ σώσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν οἰκογένειαν, νὰ ἱδρύσῃ τὸ Κράτος ἴδια Διδασκαλεῖα, καὶ νὰ ἐκλέξῃ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν ἐκ τῶν σωφρονεστάτων, ἐργατικωτάτων καὶ μᾶλλον πεπαιδευμένων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. «....Νῦν δ’ ἐξετάσωμεν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὴν παιδονομικὴν, ἐπιστημονικὴν καὶ μεθοδικὴν ἱκανότητα τῶν διδασκαλισσῶν, ὡς ἀντελήφθην ταύτης ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως 32 σχολείων.... αʹ) Περὶ τῆς παιδονομικῆς ἀδεξιότητος. Ἐν τοῖς πλείστοις σχολείοις ἐπικρατεῖ ῥυπαρότης, ἀταξία, ἀκοσμία, ἀπάθεια.... βʹ) Περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος. Ἐνταῦθα καταφαίνεται ἡ ἀμέλεια καὶ ὁ πλημμελέστατος ὀργανισμὸς τοῦ Διδασκαλείου, ἐξ οὗ αἱ πλεῖσται τῶν διδασκάλων μας ἀποφοιτῶσιν. Εἶναι οἰκτρὸν νὰ βλέπῃ τις διδασκαλίσσας ἀστοιχειώτους εἰς τοιοῦτον βαθμόν.... Αἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, καὶ αὗται εἶναι αἱ πλεῖσται, τυγχάνουσι πάντη ἀνερμάτιστοι, τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καταφωρῶνται τόσον ἀδαεῖς, ὥστε ἀδυνατοῦσιν ὀλίγας γραμμὰς νὰ γράψωσι, χωρὶς νὰ περιπέσωσιν εἰς ἀσύγγνωστα ὀρθογραφικὰ καὶ συντακτικὰ ἁμαρτήματα. Ἀδυνατοῦσι νὰ κατανοήσωσι πολλάκις τεμάχια ἐκ τοῦ ἀναγνωστικοῦ βιβλίου, τὰ ὁποῖα εὐκολώτερον ἀντιλαμβάνονται εὐφυεῖς μαθήτριαι τῆς τετάρτης τάξεως. Καὶ τῶν λοιπῶν δὲ μαθημάτων εἶναι πάντη ἄγευστοι. Ἀδυνατοῦσι νὰ λύσωσι πρόβλημα τῶν τεσσάρων πράξεων τῶν ἀκεραίων ἀριθμῶν πεπλεγμένον πως. Τὴν Φυσικὴν Ἱστορίαν καὶ Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν διδάσκουν συνήθως ἐκ τοῦ βιβλίου, διότι δὲν ἐνθυμοῦνται τίποτε. Οὐδὲ λόγος δὲ δύναται νὰ γείνῃ περὶ τεχνικῶν μαθημάτων. Ἐν γένει αἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι εἶναι ἐστερημέναι πάσης ἐπιστημονικῆς μορφώσεως. Ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν θὰ ἦτο μέγα, ἐὰν ἡ ἀμάθεια περιωρίζετο μόνον εἰς ταύτας. Διότι τὸ πλῆθος τῶν διδασκαλισσῶν εἶναι τοσοῦτον, ὥστε ἡ Πολιτεία θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν κεκτημένων ἀνώτερον βαθμόν. Ἀλλὰ δυστυχῶς πολλαὶ ἐκ τῶν δευτεροβαθμίων καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν πρωτοβαθμίων ἀποδεικνύονται ὑστεροῦσαι ἐν πλείστοις μαθήμασι. Καταφανέστερος μάλιστα εἶναι ὁ ἐλλιπὴς αὐτῶν καταρτισμὸς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, εἰς τὰ Φυσικὰ καὶ εἰς τὰ Τεχνικὰ μαθήματα. γʹ) Περὶ τῆς μεθόδου. Ἐνταῦθα δυστυχῶς παρατηρεῖται ἡ μεγαλειτέρα ἀνικανότης. Δημοδιδάσκαλοι πρωτοβάθμιοι εἶναι πάντη περὶ τὴν μέθοδον πολλάκις ἐλλιπεῖς. Μάλιστα αἱ τὸ πρῶτον διοριζόμεναι ἀγνοοῦσι παντάπασι, πῶς νὰ πραγματευθῶσι τὰ διδακτικὰ θέματα, ταλαντευόμεναι ἀνὰ πᾶν βῆμα. Ὁ σκοπὸς τῆς διδασκαλίας ἑκάστου μαθήματος καὶ ἐν γένει τοῦ δημοτικοῦ σχολείου οὐδαμῶς κατενοήθη ὑπ’ αὐτῶν. Γνώσεις καὶ πάλιν γνώσεις, καὶ ταύτας μάλιστα οὐκ ὀλιγάκις πλημμελεῖς. Θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τινὰς ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Καὶ ἄρχομαι ἐκ τῶν Θρησκευτικῶν. Σπανιώτατα εὑρίσκει τις διδάσκαλον, γνωρίζουσαν καὶ δυναμένην νὰ διδάξῃ τὸ μάθημα τοῦτο συμφώνως πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἡ διδασκαλία του ἐπιδιώκει. Συνήθως ἀναγκάζουσι τὰς μαθητρίας νὰ ἀπομνημονεύωσι τὰ διάφορα κεφάλαια τῆς ἱστορίας τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης καὶ τῆς Κατηχήσεως, χωρὶς νὰ ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τῶν μαθητριῶν ἐπὶ τῶν σημείων ἐκείνων, ἐξ ὧν θὰ ἐξαχθῶσι τὰ προσήκοντα ἠθικὰ πορίσματα. Καρπὸς διδασκαλίας οὐδεὶς, ἐνθουσιασμὸς καὶ θερμότης περὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ ἀνύψωσις τοῦ πνεύματος πρὸς τὸ θεῖον καὶ ἀναρρίπισις τῶν θρησκευτικῶν συναισθημάτων ἀνύπαρκτος. Τὰ πάντα μηχανικὰ, ψυχρὰ, ἄνευ ζωῆς, ἄτονα. Αὐταὶ αἱ προσευχαὶ ψιττακίζονται, ἀπαγγελλόμεναι ἄνευ τῆς δεούσης κατανύξεως. Ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἡ ἀπαγγελία διδάσκεται μετ’ ἀφορήτου μονοτονίας. Ἐν τῇ Γραμματικῇ δὲν γίνεται ἡ δέουσα ἐφαρμογὴ ἐπὶ τῶν γυμνασμάτων καὶ ἀφθόνων παραδειγμάτων. Συνηθέστατον εἶναι τὸ φαινόμενον μαθητριῶν, δυναμένων ἀπνευστὶ νὰ ἀπαγγείλωσι πάντας τοὺς γραμματικοὺς κανόνας, καὶ ὅμως ὑποπιπτουσῶν εἰς σφάλματα τερατώδη, τὰ ὁποῖα κέκληται νὰ ἄρῃ ἀκριβῶς ἡ γνῶσις τῶν κανόνων τούτων. Ἐν τῇ Ἀριθμητικῇ βασιλεύει ἀποκτηνωτικὸς μηχανισμός. Οὔτε αἱ διδάσκαλοι γνωρίζουν ἐν πολλοῖς τὸν λόγον τῶν διαφόρων ἀριθμητικῶν φαινομένων, οὔτε ἑπομένως νὰ διδάξωσιν αὐτὸν δύνανται. Νὰ σκέπτωνται οὐδέποτε εἰθίσθησαν. Ἐν τῷ μαθήματι τούτῳ διδάσκουσαι καὶ διδασκόμεναι εἶναι μηχαναὶ ἑτεροκίνητοι. Τὰ φυσικὰ μαθήματα, διδασκόμενα ὡς διδάσκονται, οὐδόλως ὠφελοῦσι. Συνήντησα κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις μου πλεῖστα διδακτήρια περιβαλλόμενα ἐκ κήπων χλοερωτάτων ἀρχομένου τοῦ ἔαρος. Ἐξήτασα ἐν τοῖς σχολείοις τούτοις διάφορα θέματα ἐκ τῆς φυτολογίας, πεπεισμένη οὖσα, ὅτι θὰ ἐδιδάχθῃ τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς Φυσικῆς Ἱστορίας μὲ ἀκριβῆ ἐπὶ τῆς προκαλούσης φύσεως ἐποπτείαν. Ἀλλὰ πλάνη. Ἡ πέριξ φύσις ἦτο διὰ τὸ σχολεῖον νεκρά. Ἐνῷ ἐγνώριζον νὰ ἀποστηθίζωσι τὰ κεφάλαια περὶ ἐξευγενίσεως καὶ περὶ τροφῆς τῶν φυτῶν κλπ., ἠγνόουν ν’ ἀναλύσωσιν ἓν τοιοῦτον εἰς τὰ μέρη του. Ἀλλ’ ἀποτυχία οἰκτρὰ εἶναι ἐν τοῖς τεχνικοῖς μαθήμασιν· ἐζήτουν τετράδια καλλιγραφίας ἢ ἰχνογραφίας, καί μοι παρουσίαζον ἀκάθαρτα, μὲ ἰῶτες καὶ πάλιν ἰῶτες, ἀδιόρθωτα καὶ ἐλεεινά· μοὶ παρουσίαζον πενιχρότατά τινα ἰχνογραφήματα, ἀνώμαλα καὶ ἀκαλαίσθητα, καὶ ταῦτα πάλιν ἀδιόρθωτα. Ἡ Γυμναστικὴ ἐν τοῖς πλείστοις σχολείοις δὲν διδάσκεται καὶ διότι τινὲς τῶν ἐπιθεωρητῶν κατήργησαν τὸ μάθημα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι αἱ πλεῖσται τῶν διδασκαλισσῶν ὅλως ἀδαεῖς. Τὸ ᾆσμα ναὶ μὲν διδάσκεται καὶ ἐν πολλοῖς σχολείοις εὑρίσκει τις ποιάν τινα ἁρμονίαν, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ κακοφωνία καὶ ἡ παρατονία καὶ ἐν τούτῳ βασιλεύει. δʹ) Περὶ τῆς διοικητικῆς ἐλεεινότητος τῶν διδασκαλισσῶν. Πᾶσαι ἐξέρχονται ἐκ τῶν Διδασκαλείων ἄνευ τῶν ἀναγκαίων ἐφοδίων πρὸς διοίκησιν σχολείων. Ἅμα διοριζόμεναι εὑρίσκονται ἐν λαβυρίνθῳ. Ἀγνοοῦσι καὶ μίαν ἀναφορὰν νὰ συντάξωσιν· ὑπηρεσιακὰ βιβλία δὲν εἶδον ποτέ. Οἱ νόμοι κλπ. οἱ διέποντες τὰ σχολεῖα εἶναι τελείως ἄγνωστοι εἰς αὐτάς. Καὶ ἢ αὐτοσχεδιάζουσιν, ἕως ὅτου σὺν τῷ χρόνῳ ἀποκτήσωσι τὴν ἀναγκαίαν πεῖραν, ἢ μαθητεύουσι παρ’ ἄλλῃ τινὶ συναδέλφῳ, ἵνα διδαχθῶσιν ὅ,τι ἐν τοῖς Διδασκαλείοις ὤφειλον νὰ μάθωσιν.» Ἡ δεσποινὶς Μπουκουβάλα ὑποβάλλει εἶτα λεπτομερῆ ἔκθεσιν περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν σχολείων, ἅτινα ἐπεθεώρησεν. Ἐξ αὐτῆς ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ ἀποσπάσω τὸ ἑξῆς instantané (ἀναγινώσκει): «Δημοτικὴ Σχολὴ Κ... (πρωτευούσης ἐπαρχίας). «Ἐπιθεώρησις 24 Μαρτίου 1899. «Οἰκτρὰ καὶ ὑπὸ ἠθικὴν καὶ ὑπὸ πνευματικὴν ἔποψιν ἡ κατάστασις καὶ τοῦ σχολείου τούτου. Τὸ διδακτήριον εἶναι μὲν εὐρύχωρον καὶ εὐάερον, μὲ ὡραιοτάτην αὐλὴν, ἀλλὰ δυσωδῶς ἀκάθαρτον. Οὐδεμία ἐκ μέρους τῆς διευθύνσεως ἐπιτήρησις, οὐδεμία τάξις. Σκεύη κέκτηται ἐπαρκῆ. Ἀλλὰ τὸ σχολεῖον τοῦτο εἶναι ἀνάστατον ἕνεκεν ἔριδος δεινῆς καὶ μίσους ἀσπόνδου, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν διευθύντριαν τοῦ σχολείου Β. Μ. πρωτοβάθμιον καὶ τὴν Ι. Σ. δευτεροβάθμιον. Τοσαύτη δ’ ἔχθρα κατέχει τὰς μιαρὰς ψυχὰς τῶν γυναικῶν τούτων, ὥστε ἐνώπιον αὐτῶν τῶν μαθητριῶν μικροῦ δεῖν συνεπλέκοντο καὶ διεπληκτίζοντο. Μῆλον δὲ τῆς ἔριδος εἶναι νεανίας τις τῆς πόλεως, τὴν εὔνοιαν τοῦ ὁποίου ἑκατέρα ἀντιποιεῖται, ἡ δὲ τρίτη διδάσκαλος Ε. Η. δευτεροβάθμιος εἶναι ὁ κρίκος, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ συνδέσῃ τὰς δύο διισταμένας, εἰ καὶ ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι αὕτη ῥίπτει ἔλαιον εἰς τὴν πυράν. Ἀπεπειράθην νὰ διαλλάξω αὐτὰς, παραστήσασα τὴν ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν, ἣν ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν μαθητριῶν ἡ διάστασίς των αὕτη. Καὶ ἡ μὲν διευθύντρια ἐδείχθη συγκαταβατικωτέρα, ἀλλ’ ἡ ἀντίζηλος αὐτῆς ἔχει τοσοῦτον κότον ἐν τῇ ψυχῇ, ὥστε ἀποστέργει πᾶσαν συνεννόησιν. Ἡ συνδιαλλαγὴ λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀδύνατος. Χάριν λοιπὸν τοῦ γοήτρου τοῦ σχολείου, χάριν τοῦ ἤθους τῶν μαθητριῶν ἅμα τῷ πέρατι τοῦ σχολικοῦ ἔτους δέον νὰ χωρισθῶσι. Πρέπει νὰ ἐπέλθῃ καθαρμὸς τέλειος εἰς τὸ σχολεῖον τοῦτο. Νὰ μετατεθῶσι πᾶσαι καὶ νὰ ἔλθωσι νέα πρόσωπα, ἵνα ἀποπλυθῇ τὸ ῥυπαρὸν παρελθόν. Εὐκόλως λοιπὸν δύναται νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἐν οὕτως ἀνωμάλῳ καταστάσει εὑρισκομένου τοῦ σχολείου ἡ πρόοδος τῶν μαθητριῶν εἶναι μηδαμινή. Ἐν οὐδεμιᾷ τάξει καὶ ἐν οὐδενὶ μαθήματι εὗρον ἐπαρκῶς παρεσκευασμένας τὰς μαθητρίας.» Ἡ ἑτέρα, Κύριοι, ἐπιθεωρήτρια, ἡ μετ’ εἰδικότητος οὐχ ἧττον ἢ μετὰ παραστατικότητος ἀπεικονίζουσα τὴν κατάστασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν θηλέων ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἡ δεσποινὶς Ἐλπινίκη Δ. Καρακούση. Ἐκ τῶν ἐκθέσεών της ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀποσπάσω τὰ ἑξῆς μόνον (ἀναγινώσκει): «Δευτέρα Δημοτικὴ Σχολὴ θηλέων Κ... (πρωτευούσης νομοῦ). «...... Ἡ Σχολὴ αὕτη, κειμένη ἐν τῷ κέντρῳ τῆς Ἰσραηλιτικῆς συνοικίας, παρουσιάζει οἰκτρότατον θέαμα. Τὸ διδακτήριον ἀντὶ κήπου περιβάλλεται ἔξωθεν ὑπὸ βορβόρου καὶ ἀκαθαρσίας· ἐκεῖ ἀποταμιεύονται αἱ ἀκαθαρσίαι ὅλης τῆς ἀνωτέρω συνοικίας, ἐκεῖ εἶναι τὰ πλυντήρια τῶν Ἰουδαίων, ἐκεῖ λύονται αἱ διαφοραὶ αὐτῶν. Ἑπομένως ἀκαθαρσία καὶ θόρυβος ἀπερίγραπτος. Καὶ ἐντὸς ὅμως τὸ διδακτήριον ὄχι ὀλιγώτερον ἀκάθαρτον. Πρὸς στιγμὴν ἀμφέβαλλον, ἂν ἐν τῷ σκοτεινῷ καὶ βρωμερῷ ἐκείνῳ οἰκήματι διημέρευον ἄνθρωποι, καὶ δὴ μικρὰ τρυφερὰ πλάσματα. Ὑπὸ φρίκης κατελήφθην, ὅτε διελθοῦσα τὸν οὐδὸν τοῦ σχολείου τούτου καὶ εἰσελθοῦσα εἰς μίαν αἴθουσαν σκοτεινὴν καὶ ἀκάθαρτον, εἶδον νὰ μένωσιν ἐν αὐτῇ ἐφ’ ἑνὸς μὲν καθίσματος καθημένη μία παχεῖα, ἀκάθαρτος, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης φιλοκαλίας καὶ παντελῶς ἀμόρφωτος γυνὴ Ἰουδαία πλέκουσα, πέριξ δ’ αὐτῆς ἐπὶ βρωμεροῦ δαπέδου καθήμενα περὶ τὰ 30 νήπια, ἀπὸ 3 μέχρις 6 ἐτῶν, ἀκάθαρτα καὶ αὐτὰ, νυσταλέα καὶ κεκοπιακότα ἐκ τῆς ὁλημερινῆς ἐκείνης ἀκινησίας, ἀπὸ τῆς ἑβδόμης πρωϊνῆς ὥρας μέχρι τῆς ἑβδόμης ἑσπερινῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς κινήσεως σωματικῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναπτύξεως πνευματικῆς. Ἠρώτησα τὴν Ἰουδαίαν ταύτην: «τί κάμνεις μὲ αὐτὰ τὰ μικρὰ ἐδῶ;» καὶ μοὶ ἀπήντησε: «Τίποτε· τὰ φυλάττω μόνον!» Ἀπάνθρωπον τῇ ἀληθείᾳ! Εἰς τί ἔπταισαν ἆρά γε τὰ δυστυχῆ ταῦτα ἀθῷα πλάσματα καὶ κατεδικάσθησαν νὰ διέρχωνται τὴν καλλιτέραν αὐτῶν ἡλικίαν ἐν τοιούτῳ ἀθλίῳ δωματίῳ, ἀκίνητα, στερούμενα φωτὸς καὶ ἀέρος, καὶ νὰ μαραίνωνται, ὡς μαραίνεται τὸ στερούμενον φωτὸς καὶ ἀέρος φυτόν; Ἢ διότι εἶναι Ἰσραηλιτόπαιδες; Ἔκαμα τὰς δεούσας παρατηρήσεις εἰς τὴν διευθύντριαν τοῦ σχολείου τούτου Ε. Δ., ἥτις ἐδικαιολογήθη λέγουσα ὅτι αʹ) ὑπηρεσία πρὸς καθαρισμὸν τοῦ σχολείου δὲν ὑπάρχει, αἱ μαθήτριαι δὲν θέλουν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτῶν ἐπιτρέπουν εἰς αὐτὰς νὰ καθαρίζωσι τὸ σχολεῖον, ἀλλ’ οὔτε καὶ πληρώνουσι· βʹ) πέριξ τοῦ σχολείου εἶναι τόση ἀκαθαρσία, ὥστε αἱ μαθήτριαι διερχόμεναι ἐκεῖθεν καθ’ ἑκάστην μεταφέρουσιν αὐτὴν διὰ τῶν ποδῶν των ἐντός.... Αἱ ἐν τοιούτῳ οἰκήματι φοιτῶσαι μαθήτριαί εἰσιν 98, διδασκόμεναι ὑπὸ τεσσάρων διδασκαλισσῶν, τῶν Μ.Κ., Σ.Κ., Λ.Δ. καὶ Ε.Δ. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναφέρω τι περὶ διδασκαλίας, ἀφοῦ τὸ πρώτιστον τῶν μαθημάτων, ἡ καθαριότης, παραμελεῖται.»
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι λαμβάνει χώραν ἀταξία τις περὶ τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρεκλήθη ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ καταθέσῃ πληροφορίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν καταθέτει πληροφορίας, συζητεῖ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου καὶ ποιεῖται κατηγορητήριον κατὰ νόμου ἰσχύοντος, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνατροπὴν ἐπρότεινε διὰ νομοσχεδίου μήπω συζητηθέντος. Πάντες οἱ λόγοι οὗτοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλλει, βεβαίως δύνανται νὰ προταθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτε δύνανται νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ οἱ ἀντιλέγοντες καὶ νὰ φέρωσι παρατηρήσεις· νῦν ὅμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, καὶ ἀνατρέπει τὴν τάξιν τῶν συζητήσεων.
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἕκαστος, Κύριοι, ἔχει ἴδιον τρόπον ἀντιλήψεως τοῦ καθήκοντος. Ἐζητήθησαν παρ’ ἐμοῦ πληροφορίαι, καταθέτω αὐτάς. Ἐπειδὴ θὰ ἦτο δύσκολον εἰς πάντας τοὺς Βουλευτὰς νὰ φυλλομετρήσωσιν ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκθέσεις καὶ νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν, ἐνόμισα ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ καθῆκον, οὐ μόνον νὰ κάμω εἰσήγησιν τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν Βουλὴν πληροφοριῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ παράσχω καὶ περίληψίν τινα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωσι τὸν καιρὸν νὰ φυλλομετρήσωσι τὰς ἐκθέσεις ταύτας. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσωσιν ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκθέσεις, θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐξελέγξωσι τὸ ἀκριβὲς τῆς περιλήψεως, ἣν δίδω. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ πραγματικὴ, ἀλλὰ στυγνὴ καὶ ἀπαισία εἰκὼν, ἣν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις μετὰ ὑπερτριετῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1895, μὲ τὴν ἀποκέντρωσιν, μὲ τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια καὶ μὲ ἐτησίαν δαπάνην ἓξ περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν! Ἀπέναντι τῆς καταστάσεως ταύτης, τί ἐπαγγέλλεται, τίνας μεταρρυθμίσεις εἰσάγει τὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθὲν νομοσχέδιόν μου; Ἀκούσατε τί γράφει περὶ αὐτοῦ εἷς τῶν ἀρίστων ἐπιθεωρητῶν, ὁ κ. Μπουκουβάλας, ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «......Ἀλλ’ ὅμως, ὡς πολλάκις καὶ δι’ ἐκθέσεων παρεστήσαμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου τοῦ 1895 παρατηρηθέντα κενὰ, αἱ ἀσάφειαι περί τινας τῶν διατάξεων αὐτοῦ, τὸ δὲ σπουδαιότερον ἡ ἔλλειψις προνοίας περὶ βελτιώσεως τοῦ ποιοῦ τῶν δημοδιδασκάλων ἀπολύτως ἀναγκαίαν κατέστησε τὴν λῆψιν νομοθετικῆς προνοίας ἢ πρὸς πλήρωσιν καὶ διόρθωσιν τοῦ νόμου τούτου, ἢ πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ δι’ ἑτέρου, σῴζοντος μὲν τὰς παρατηρηθείσας καὶ ἀνομολογηθείσας ἐκείνου ἀρετὰς, διορθοῦντος δὲ τὰς ἐλλείψεις καὶ αἴροντος τὰς ἐξ αὐτοῦ δημιουργουμένας εἰς τὴν καθόλου λειτουργίαν τῶν σχολείων δυσχερείας. Τὸ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν σχέδιον νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπιτυχῶς φαίνεται ἐν πολλοῖς ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην· καὶ δὴ 1) Εἰσάγεται δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τὸ ἑνιαῖον καὶ τὸ κατὰ τὸ δυνατὸν ὁμοιόμορφον τῆς διδασκαλίας διὰ τῆς συστάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος σχολείων, ἐχόντων τὸν αὐτὸν ἐσωτερικὸν ὀργανισμόν· 2) νομοθετεῖται ἡ διδασκαλία πρακτικῶν τινων μαθημάτων εἰς βαθμὸν μὴ ἐκτρέποντα τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τοῦ κυρίου αὐτῆς σκοποῦ, τοῦ ἀνθρωπιστικοῦ· 3) ὡς πρὸς τὴν ὑποχρεωτικὴν φοίτησιν τῶν παίδων εἰς τὰ σχολεῖα, περιλαμβάνονται διατάξεις τοιαῦται, ὥστε νὰ παρέχηται ἐλπὶς, ὅτι ἡ στοιχειώδης μόρφωσις θὰ ἐξαπλωθῇ εὐρύτατα εἰς πάντα τὰ κοινωνικὰ στρώματα. Φρονοῦμεν δὲ ὅτι οἱ δισταγμοὶ περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι τοῦ θεσμοῦ τούτου δύνανται νὰ διασκεδασθῶσι, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, εἰ καὶ ἐν τῷ νόμῳ ͵ΒΤΜΘʹ δὲν ἀνεγράφετο ἀριδήλως καὶ λεπτομερῶς ὁ τρόπος τῆς ἐπιδιώξεως τῆς ὑποχρεωτικῆς φοιτήσεως, ὅμως καὶ ἡ ἀτελὴς τούτου ἐφαρμογὴ ἔσχε λαμπρότατα ἀποτελέσματα, ὡς μαρτυρεῖ ἡ σημαντικὴ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φοιτώντων εἰς τὰ σχολεῖα μαθητῶν· 4) λαμβάνεται ὡς βάσις πρὸς ἵδρυσιν καὶ διαβαθμολόγησιν τῶν διαφόρων σχολείων τοῦ Κράτους ὅ τε ἀριθμὸς τῶν κατοίκων καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, αἰρομένων οὕτω τῶν ἀνωμαλιῶν καὶ τῶν πλημμελειῶν, αἵτινες προέκυψαν ἐκ τῆς μονομεροῦς ἐν τούτῳ βάσεως, τῆς καθιερωθείσης διὰ τῶν νόμων ΒΠΕʹ καὶ ͵ΒΤΜΘʹ, ἐκείνου μὲν ἀποβλέψαντος μόνον εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων, τούτου δὲ μόνον εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν· 5) σπουδαιοτάτη πρόνοια λαμβάνεται περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ δημοδιδασκαλικοῦ κλάδου, θεσπιζομένων διατάξεων τοιούτων, ἀποβλεπουσῶν εἰς τὴν ἠθικὴν προαγωγὴν καὶ τὴν ὑλικὴν εὐημερίαν αὐτοῦ, ὥστε ἀνοίγεται στάδιον εὐρὺ εἰς τὴν φιλοπονίαν καὶ ἱκανότητα, καὶ ἐξεγείρεται ἡ πρὸς πρόοδον καὶ πρὸς κρείττονα καὶ ἐντελέστερον καταρτισμὸν ἐπιθυμία τῶν διδασκάλων· 6) ἡ διοίκησις τῶν σχολείων ἀνατίθεται εἰς ἄνδρας, ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς ἐκπαιδεύσεως προερχομένους καὶ ἀποτελοῦντας ἱεραρχίαν ἀπὸ τοῦ διδασκάλου μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐν ᾗ καθιεροῦνται τοιαῦται σχέσεις κατὰ τὰς διαφόρους βαθμίδας αὐτῆς, ὥστε αἱ μὲν ἀνώτεραι νὰ ἐλέγχωσι τὰς κατωτέρας, αὗται δὲ ἐν τοῖς πλείστοις νὰ περιορίζωσι τὴν ἐξουσίαν τῶν ἀνωτέρων. Ἀλλ’ ἡ σπουδαιοτάτη μεταβολὴ ἐν τῇ διοικήσει εἶναι, ὅτι ἓν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον διευθύνει πάσας τὰς ὑποθέσεις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὧν τινες μὲν διὰ τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ ἀνετίθεντο εἰς τὰ κατὰ νομοὺς Ἐποπτικὰ Συμβούλια, τινὲς δὲ εἰς τὰ Δημοτικά. Ἡ ἀρχὴ αὕτη τοῦ ΒΤΜΘʹ νόμου εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸ ὅτι ἡ διοίκησις οὕτως ἦτο διεσπασμένη οὐ μόνον ἐν τῷ Κράτει, ἀλλὰ καὶ ἐν ἑκάστῳ νομῷ. Καὶ εἰργάσθησαν μὲν, ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν, τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια εὐσυνειδήτως καὶ φιλοτίμως, ἀλλ’ ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ καὶ περὶ τῆς δράσεως τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν διοριστέων διδασκάλων καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ σχολικῇ ὑποθέσει δὲν ἀπέβλεψαν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ συμφέρον τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐδ’ ἐτήρησαν τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα. Ἀλλ’ ἤδη ὁ καταρτισμὸς ἑνὸς Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς σῴζει τὴν ἑνότητα ἐν τῇ διοικήσει, ἀφ’ ἑτέρου παρέχει τὴν ἐγγύησιν ἀπροσωποληψίας καὶ διὰ τὸ πολυμελὲς αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν ἐπαρκῆ περιφρούρησιν τῶν μελῶν αὐτοῦ ἀπὸ πάσης ἐπηρείας καὶ μάλιστα διὰ τὴν μὴ συγκέντρωσιν τῆς ὅλης ἐξουσίας εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ· 7) λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῆς ἱδρύσεως καὶ διαβαθμολογήσεως σχολείων, εἰς ἃ κατατοπίζονται διδάσκαλοι ὡρισμένου βαθμοῦ ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων καὶ μαθητῶν, ὥστε νὰ αἴρωνται αἱ ἀνωμαλίαι καὶ πλημμέλειαι, αἱ παρατηρηθεῖσαι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ΒΠΕʹ καὶ ΒΤΜΘʹ.» Παραπλησίαν, Κύριοι, κρίσιν ποιοῦνται περὶ τοῦ νομοσχεδίου μου καὶ οἱ τρεῖς ἄλλοι ἐπιθεωρηταὶ, οἱ μετασχόντες τῆς συζητήσεως αὐτοῦ ἐν τῇ εἰδικῇ ἐπιτροπῇ, οἱ κ.κ. Προφαντόπουλος, Παυλίδης καὶ Μεγαρεὺς, ὧν τὰς ἐκθέσεις ὑποβάλλω νῦν εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κορινθίας.
§63ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν δημοδιδασκάλων.
§64ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καταθέτω καὶ αὐτάς. Ἐκ μιᾶς δ’ αὐτῶν, τῆς τῶν δημοδιδασκάλων Τυρνάβου, ἣν ὁ βουλευτὴς κύριος Ροδόπουλος ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου μου, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἑξῆς περικοπὴν (ἀναγινώσκει): «Ἐπικροτοῦμεν τὰς διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου προτεινομένας μεταρρυθμίσεις καὶ συμπληρώσεις ὁμολογουμένων κενῶν τῆς σχολικῆς ἡμῶν νομοθεσίας· τὴν κατὰ τρία ἔτη ἀφ’ ἑνὸς εὔρυνσιν τοῦ χρόνου τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν μέχρι τῶν κωμῶν, τῶν καὶ μόλις 200 κατοίκους ἀριθμουσῶν, ἐπέκτασιν καὶ τὸ ὑποχρεωτικὸν καὶ ὁμοιόμορφον αὐτῆς, τὴν συμπλήρωσιν ἀφ’ ἑτέρου τοῦ κύκλου τῶν μαθημάτων, δι’ ὧν θὰ κατορθωθῇ ἡ ἐπίτευξις τοῦ ὀρθῶς καὶ σαφῶς τιθεμένου σκοποῦ τῆς καθόλου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· εἶτα τὴν ἐπὶ λογικωτάτης βάσεως ἐρειδομένην σύστασιν καὶ διαβαθμολόγησιν τῶν ἑκασταχοῦ ἐπαρκῶν δημοτικῶν σχολείων, ἥτις πάντοτε καὶ ἀσφαλῶς θὰ ὁδηγῇ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ἀναγκαίου ἀριθμοῦ τῶν διδασκάλων· τὴν ὤθησιν μετὰ ταῦτα, ἣν δι’ ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ἀμοιβῶν δίδει εἰς τὰ κυριώτερα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὄργανα, τοὺς δημοδιδασκάλους τουτέστιν, ὅπως ἀποτινάσσοντες τὴν ἐκ τῆς ἐλλείψεως κέντρου ἁμίλλης καὶ προαγωγῆς κατέχουσαν σήμερον αὐτοὺς νάρκην καὶ στασιμότητα βελτιώσωσιν ἑαυτούς· τὴν ἐπὶ ὑγιεστέρων ὡσαύτως βάσεων καθιέρωσιν τοῦ σωστικωτάτου θεσμοῦ τῆς ἐπιθεωρήσεως, μὴ ἀφιεμένης πλέον εἰς ἀνθρώπους ἰδιωτικῶς περὶ αὐτὴν ἔχοντας· τὴν ἐξασφάλισιν ὁμοίως τῆς οἰκονομικῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διοικήσεως, μὴ ἐξαρτωμένης εἰς τὸ ἑξῆς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας ἢ καχεξίας τῶν κατὰ μέγα μέρος ἐνδεῶν ἢ χρεωκοπημένων τῆς Ἑλλάδος δήμων· τέλος τὴν ἐν τῇ διοικήσει τῆς ἐκπαιδεύσεως δημιουργουμένην πρώτην ἤδη φορὰν θαυμασίαν ἑνότητα καὶ συνοχήν, ἥτις διὰ τῆς πολλαπλῆς σήμερον κατατμήσεως αὐτῆς εἰς δεκαπέντε κατὰ νομοὺς ἀνεύθυνα καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν ὅλως ἀδαῆ Ἐποπτικὰ Συμβούλια οὐδ’ ἐλάχιστα κατευοδοῦται, ἑνὸς μόνου, καὶ τούτου ὑπευθύνου, νῦν τὴν ὅλην αὐτῆς διοίκησιν ἔχοντος καὶ διενεργοῦντος αὐτὴν δι’ ἑνὸς καὶ μόνου, καὶ τούτου ἐξ εἰδικωτάτων ἀνδρῶν συγκροτουμένου καὶ ἀμεταβάτου, Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἐπιθεωρητῶν, ἐκ τῶν σπλάχνων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, αὐτῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως λαμβανομένων, καὶ τῶν διευθυντῶν τῶν σχολείων, πάντων μὲν τῷ ἀνωτάτῳ ἄρχοντι τῆς Παιδείας ὑπαλλήλων, μὴ ἐπηρεαζομένων ὅμως κατὰ τὴν πρόθεσιν τοῦ νομοθέτου ὑπὸ τῶν καθ’ ἑκάστην ὀρέξεων αὐτοῦ· ἐπικροτοῦμεν, λέγομεν, τὰς ὑπὸ τῆς πείρας καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου ἀναγκαίας ἀπὸ πολλοῦ θεωρηθείσας μεταρρυθμίσεις ταύτας, αἵτινες λίαν ἐπικαίρως διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καθιεροῦνται νῦν.» Παρομοίας, Κύριοι, καὶ ἐνθουσιωδεστέρας περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσεις ἔχει ὑποβάλει ὁ σύνδεσμος τῶν δημοδιδασκάλων Ἀθηνῶν καὶ τῶν περιχώρων, οὗτινος ὁ πρόεδρος κληθεὶς μετέσχε τῶν συζητήσεων ἐν τῇ εἰδικῇ ἐπιτροπῇ.
§65Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπεβλήθη καὶ ἄλλη ἔκθεσις, τῶν δημοδιδασκάλων Ἀθηνῶν.
§66ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸς τὴν γνώμην 70 περίπου δημοδιδασκάλων τοῦ Συνδέσμου, εἰς οὓς καταλέγονται οἱ κράτιστοι τῶν δημοδιδασκάλων τῆς Ἑλλάδος, συνελθόντες εἰς παρασυναγωγήν, ἀντέταξαν ἰδίαν γνώμην οἱ γνωστοὶ δημοδιδάσκαλοι Παπαπουλάκος, Χελιδώνης, Σκόθος, Κουκουδάκης, Κουτσουλόπουλος καὶ ἄλλοι τινὲς ὅμοιοι αὐτοῖς, ὑπογράψαντες ὑποβολιμαίαν τινὰ, ὡς ἔμαθον, ἀντέκθεσιν, ἐξ ἧς δύναται νὰ φωτισθῇ, ἂν θέλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας. Ἐγὼ καταθέτω καὶ αὐτήν. Καταθέτω ὡσαύτως τὰς ἐκθέσεις τοῦ Συνδέσμου τῶν δημοδιδασκάλων τοῦ Πηλίου, τῶν δημοδιδασκάλων Σύρου, δι’ ὧν ἐξορκίζεται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ ὑποβληθὲν εἰς αὐτὴν νομοσχέδιον...
§67ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ περὶ τῆς ἐκθέσεως τῶν δημοδιδασκάλων Κορινθίας δὲν μᾶς ἀναφέρετε τίποτε;
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καταθέτω καὶ αὐτήν, μὲ μόνην τὴν παρατήρησιν ὅτι, ὡς ἔχει αὐτὴ, συνετάχθη μετὰ πολλάς, ὡς φαίνεται, προσπαθείας, γενομένας παρ’ ἄλλων, οὓς δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω ἐνταῦθα....
§69ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πόθεν τὸ ἠξεύρετε;
§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς πληροφορίας μου. Πλὴν τούτου, πῶς εὑρίσκεται τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ μόνοι αὐτοὶ ὑπέβαλον τὴν ἔκθεσίν των διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ των; Ἐνῷ δὲ οὗτος ἐν τῇ διαβιβαστικῇ ἀναφορᾷ ἐνόμισεν ἐπάναγκες νὰ ἐξάρῃ ὅτι «καλῶς τὰ τῶν σχολείων πράγματα γινώσκουσιν» οἱ δημοδιδάσκαλοι Κορινθίας, ἐν τῇ ἀναφορᾷ πρὸς αὐτὸν δηλοῦσιν οὗτοι, ὅτι «ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς ὀφειλομένης πειθαρχίας ἀντήλλαξαν τὰς ἑαυτῶν σκέψεις, ὅπως δὲ μὴ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη περὶ τούτου ἀμφιβολία, συνησθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ τονίσωσι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι «σωφρόνως καὶ κοσμίως» προέβησαν εἰς τὴν μελέτην τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Καὶ οὕτως ὅμως δὲν ὀκνοῦσι καὶ αὐτοὶ νὰ ὁμολογήσωσι τὰ ἑξῆς: Συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ ὁμοιομόρφου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.... Ἡ ἰδέα τῆς ἑπταετοῦς φοιτήσεως εἶναι ἀρίστη, ἀποτελεῖ τὸ λαμπρότερον σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρέχει εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους ἀφορμὴν ὑπερηφανείας. Παρέχεται εἰς αὐτοὺς ἡ πολύτιμος εὐκαιρία νὰ δράσωσιν εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ λαοῦ καὶ ῥυθμικώτερον νὰ διαπλάσωσιν αὐτόν... Ὡς πρὸς τὰ ἡμιημερήσια σχολεῖα, οἱ δημοδοδάσκαλοι φρονοῦσιν, ὅτι ἔχουσιν ὑψηλότατον σκοπὸν νὰ ἀναπληρώσωσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἡ Πολιτεία ἡμῶν ἐπὶ πολλῶν πληθυσμῶν οὐδέποτε, ὡς ἄστοργος μητρυιά, ἐπεκτείνει μέχρις αὐτῶν τὴν ἐκπολιτιστικὴν χεῖρά της. Φιλάνθρωπον ἔργον θὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἡμιημερήσια σχολεῖα, περιορίζοντα τὴν ἐνέργειαν αὑτῶν ἐπὶ μικρῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν καὶ ἐπὶ τῶν συνοικιῶν τῶν ἐν σκηναῖς διαιτωμένων ποιμένων.... Ὡς πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους ἐπιθεωρητὰς, μετὰ χαρᾶς των παρατηροῦσιν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου συνεχίζονται αἱ εὐνοϊκαὶ διαθέσεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου....» Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι προτείνουσι διαφόρους τροποποιήσεις ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα τοῦ νομοσχεδίου καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ οἱ ἐπιθεωρηταί, αἵτινες δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἐν ταῖς λεπτομερείαις· ἐν συνόλῳ ὅμως πάντες εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ἀπεκδεχόμενοι ἐντεῦθεν ἀληθῆ βελτίωσιν καὶ πρόοδον ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει. Τοσαῦτα εἶχον νὰ εἴπω, καταθέτων εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ συζητήσω, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τυπώσῃ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός. Μοὶ ἐφάνησαν περίεργοι καὶ ἄξιοι νὰ τυπωθῶσιν, ἵνα ἴδωμεν, πῶς οἱ ἐπαγγελλόμενοι τὸν θετικολόγον κατώρθωσαν κἄτι τι, τὸ ὁποῖον πλησιάζει τὸν τετραγωνισμὸν τοῦ κύκλου, δηλαδὴ νὰ αὐξήσωμεν τὰ σχολεῖα ἀπὸ 2300 εἰς 3500, νὰ αὐξήσωμεν τοὺς διδασκάλους, καὶ νὰ καταστήσωμεν αὐτοὺς τελειοτέρους, διότι θ’ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοδιδασκάλων καὶ θὰ ἐλαττωθῇ ὁ τῶν γραμματοδιδασκάλων, νὰ αὐξήσωμεν τοὺς μαθητὰς ἀπὸ 150,000 εἰς 250,000, καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχ. οἰκονομίας εἰς τὴν σημερινὴν δαπάνην! Μοὶ φαίνεται τόσον μεγάλη ἡ ἀνακάλυψις αὕτη τῶν πρακτικῶν θετικολόγων, ὥστε ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔχω τὸ ἀτύχημα νὰ συμφωνῶ μὲ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ᾖμαι ἰδεολόγος ἐν σχέσει πρὸς τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, —καὶ συμφωνῶ εἰς τοῦτο μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶδον τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ κάτωθι τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, —ἐγὼ, λέγω, θὰ ᾖμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ κύψω εἰς τοὺς πρακτικοὺς θετικολόγους, ἐὰν πράγματι τοιαύτην ἔκαμαν ἀνακάλυψιν. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν, διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν εἶναι βεβαίως αὐτὴ ἡ στιγμὴ τῆς ἀναπτύξεως τῶν καλῶν ἢ κακῶν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐγὼ ἐπαινῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, διότι ὑποθέτω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τύψεως συνειδήσεως. Θὰ τὸν τύπτῃ ἡ συνείδησις, διότι νομοσχέδιον τοιούτου ὄγκου καὶ τοιαύτης σημασίας διῆλθεν ἀβρόχοις ποσίν, ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ μελέτης, ἄνευ ἀναπτύξεώς τινος, χθὲς εἰς τὰς 4 μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ τοῦτο τιμᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὸ νὰ αἰσθάνηται ὅτι διεπράχθη τι μὴ τακτικὸν ἐν τῇ ψηφίσει τῇ χθεσινῇ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ ἔρχηται σήμερον νὰ δίδῃ ἐξηγήσεις καὶ πληροφορίας.
§72ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, θέλων νὰ ἐπιδείξῃ ἑαυτὸν θετικολόγον, ἀπέδειξε δι’ ὅσων εἶπε πᾶν τοὐναντίον, ἤτοι, ὅτι δὲν βλέπει τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ ἠδύνατο νὰ ἰδεολογήσῃ. Διότι, ἐὰν ἤθελε νὰ θετικολογήσῃ, ὤφειλε νὰ μὴ λάβῃ τὸν λόγον πρὶν ἢ ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν αἰτιολογικὴν τούτου ἔκθεσιν.
§73Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἀνέγνωσα.
§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν τὸ εἴχετε πράγματι ἀναγνώσει, προσείχετε δὲ καὶ εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον πρὸ μικροῦ, ἀγορεύων ἐκ τοῦ βήματος δὲν θὰ ἐλέγετε νῦν, ὅσα εἴπετε. Ἐγὼ καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ διὰ τῆς πρώτης εἰσηγητικῆς καὶ διὰ τῆς σημερινῆς μου ἀγορεύσεως ἀπέδειξα κατὰ τρόπον ἀναντίρρητον, ὅτι ἄνευ αὐξήσεως ἐπαισθητῆς τῆς νῦν δαπάνης ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ ἔχωμεν καὶ πλείονα καὶ καλλίτερα τῶν νῦν σχολεῖα. Τοῦτο θεωρεῖ θαῦμα ὁ κύριος Καραπάνος· ἀλλὰ δὲν εἶναι θαῦμα βεβαίως δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέγνωσαν καὶ ἤκουσαν μετὰ προσοχῆς, τί ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἐλαττωθῇ κατὰ πολὺ τὸ νῦν ὑπεράριθμον προσωπικὸν πολλῶν δημοτικῶν σχολείων, θὰ συσταθῶσι δ’ ἑκατοστύες ὅλαι ἡμιημερησίων τοιούτων, ἀντὶ τῶν νῦν γραμματοσχολείων. Προκειμένου δὲ περὶ συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως....
§75Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν.
§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε διατὶ εἴπετε ὑμεῖς, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἄλλας ἰδέας περὶ ἀποκεντρώσεως ἐκείνων, τὰς ὁποίας καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον; Ρίπτετε τοὺς ὑπαινιγμούς σας, καὶ ὅταν ὕστερον πρόκειται νὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν, ζητεῖτε νὰ ὑπεκφύγητε, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι δὲν εἴπετε τίποτε. Λοιπὸν ἔχετε τὴν ὑπομονὴν τώρα ν’ ἀκούσητε τὴν ἀπάντησιν. Ἀληθῆ ἀποκέντρωσιν, καθ’ ὅσον δύναται ταύτην νὰ φέρῃ ἡ χώρα ἡμῶν, καθιεροῦμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου, πραγματικωτέραν μάλιστα ἐκείνης, ἣν καθιέρου ὁ νόμος τοῦ 1895. Διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον δύνανται μὲν τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια ν’ ἀποφασίσωσι τὴν μετάθεσιν καὶ ἀπόλυσιν διδασκάλων, ἔστω καὶ διὰ λόγους δικαιοτάτους, δικαιοῦται ὅμως καὶ ὁ Ὑπουργὸς, χωρὶς νὰ ὑπέχῃ εὐθύνην τινὰ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐκτελέσῃ, ἂν δὲν θέλῃ, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰς σχετικὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων καὶ νὰ ἐξουδετερώσῃ οὕτω τὴν ἐνέργειαν τούτων. Διὰ τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς, ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἢ νὰ δημοσιεύσῃ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τὴν ἀπόφασιν ταύτην μετ’ ἰδίας ἠτιολογημένης ἀποφάσεως περὶ τῆς ἀρνησικυρίας του. Πᾶς ἄλλος θετικολογῶν θὰ συνομολογήσῃ βεβαίως, ὅτι ἀληθῆ ἀποκέντρωσιν ἐνέχει τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον καὶ οὐχὶ ὁ νόμος τοῦ 1895. Ὁ κ. Καραπάνος ὅμως ἰδεολογῶν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τὰ ἐναντία.
§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον, καὶ μάλιστα εἶδον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤρθη καὶ μέχρι τοῦ Πλάτωνος διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὰς θετικολογικάς του ἰδέας. Παρακαλῶ ἐν τούτοις νὰ τυπωθῶσιν οἱ πίνακες καὶ διανεμηθῶσιν, ἂν πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κ. Ζῶτος).
§78Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ χαρίσῃ ὀλίγον τὴν προσοχήν του. Ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἰσχύων νόμος, ὁ τοῦ 1878, περὶ ἐκδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐκύρωσε σύμβασιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, «ἡ περὶ ἐκδόσεως αἴτησις μετὰ παντὸς δικαιολογητικοῦ ἐγγράφου ἀποστέλλεται ὑπὸ τῆς Πρεσβείας εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅστις ταύτην μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων ἀποστέλλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἰσάγει τὴν ὑπόθεσιν παρὰ τῷ Προέδρῳ τῶν Ἐφετῶν, ὅστις ἐκδίδει ἔνταλμα συλλήψεως. Δυνάμει τοιούτου ἐντάλματος συλλαμβάνεται ὁ καθ’ οὗ ἡ περὶ ἐκδόσεως αἴτησις.» Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πῶς, ἐνῷ τοσοῦτον σαφὴς εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα συνέλαβον τὸ παρελθὸν Σάββατον ἕνα Ἰταλόν, ὀνομαζόμενον Ἄγγελον Βιολοντζίλον, χωρὶς νὰ σταλῶσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν καὶ χωρὶς οὗτος νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα συλλήψεως, ὁ δὲ ἄνθρωπος αὐτὸς μένει κρατούμενος ἐπὶ τόσας ἤδη ἡμέρας; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἔπαυσαν ἰσχύοντες παρ’ ἡμῖν οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἔχωμεν τοὺς Ἰταλικοὺς—διότι ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἐξετέλεσαν ἔνταλμα συλλήψεως τοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ Παλέρμου.—Πῶς ἐπιτρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς νόμος; Ἢ μήπως εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι ὁ ζῆλος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρέπει νὰ ἦναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν νόμον; Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ πληροφορηθῇ, ἂν τὸ παρ’ ἐμοῦ καταγγελλόμενον εἶναι ἀληθὲς, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει νὰ τιμωρήσῃ παραδειγματικῶς τοὺς παραβάντας τὸν νόμον ὑπαλλήλους, διότι οὐδὲν ὀδυνηρότερον ἀπὸ τοῦ νὰ γινώμεθα καὶ εἰς τοὺς ξένους σκῶμμα, ὅτι δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ τηρῶμεν τοὺς ἰδίους ἡμῶν νόμους.
§79Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν καὶ θὰ ἐνεργήσω τὰ δέοντα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λυμπερόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§81Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον αἱ δικαστικαὶ διακοπαὶ ἄρχονται ἀπὸ 1 Ἰουλίου καὶ λήγουσι τῇ 1 Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι τὰ ἐνταῦθα δικαστήρια, ἰδίως τὸ Ἐφετεῖον καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, πρὸ δύο μηνῶν ἔκαμαν δικαστικὰς διακοπάς...
§82ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§83Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ δίδουν οὕτως ἀφορμὴν εἰς τὰ λοιπὰ δικαστήρια νὰ παραβιάζουν τὸν νόμον.
§84ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἀκριβές.
§85Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τῷ ὄντι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶναι ἢ ὄχι ἀκριβεῖς, καὶ νὰ μᾶς ὑποβάλῃ πίνακα τῶν ἀποφάσεων καὶ βουλευμάτων, τῶν ἐκδοθέντων κατὰ τοὺς μῆνας Ἀπρίλιον, Μάϊον καὶ Ἰούνιον ἐ. ἔ. ὑπὸ τῶν δικαστηρίων τούτων.
§86Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τοῦδε βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι πρὸ δύο μηνῶν ἔπαυσαν αἱ ἐργασίαι τῶν δικαστηρίων. Δι’ ἐγκυκλίου μου παρήγγειλα, ὅπως αἱ δικαστικαὶ συνεδριάσεις παραταθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον καὶ μὴ μένωσιν ὑποθέσεις ὑπὸ διάσκεψιν.
§87ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Καὶ αὔριον θὰ δικάσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος.
§88ΑΝΤ. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Ἀθήναις. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ παραστήσω τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ δικαστικὰ καταστήματα. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος, τὸ Ἐφετεῖον, τὸ Πρωτοδικεῖον, τὸ Κακουργιοδικεῖον συνεδριάζουν εἰς ἰδιωτικὰς οἰκίας διὰ τὰς ὁποίας καταβάλλει τὸ Δημόσιον 45,000 περίπου δραχμὰς ἐτησίως. Φαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἀποκτήσωμεν δικαστικὸν μέγαρον, διότι ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, νομίζω ὅτι εἶχε πολὺς λόγος γείνῃ περὶ τῆς οἰκοδομήσεως δικαστικοῦ μεγάρου, ἔκτοτε ὅμως οὐδὲν ἠκούσθη, ἂν πρόκειται ν’ ἀποκτήσωμεν δικαστικὸν μέγαρον, ἂν πρόκειται νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοιοῦτον ποσόν. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δηλώσῃ διὰ ποῖον λόγον δὲν δέχεται τὴν πρότασιν τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης Βασιλείου Μελᾶ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουσιν οὗτοι νὰ μετασκευάσουν τὸ πυρποληθὲν μέγαρον εἰς δικαστικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον νὰ περιλάβῃ τέσσαρας ἢ πέντε αἰθούσας καὶ ὅλα τὰ γραφεῖα Ἀρείου Πάγου Ἐφετείου, Κακουργιοδικείου καὶ Πρωτοδικείου. Τὸ σχέδιον ἀπεκρούσθη ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, διότι ὑπῆρξε, φαίνεται, σύγχυσις, ἐνόμισαν δηλαδὴ ὅτι πρόκειται περὶ ἀνεγέρσεως μεγάρου δαπάναις τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ οἰκοδομῆς μεγάρου ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ μόνον ἁπλῶς περὶ μισθώσεως, εἶναι δὲ συμφέρον τοῦτο εἰς τὸ Δημόσιον, διότι τὸ μίσθωμα, τὸ ὁποῖον καταβάλλομεν νῦν εἰς τοὺς ἰδιώτας διὰ τὰ διάφορα δικαστικὰ καταστήματα τῆς πρωτευούσης, θὰ καταβάλληται εἰς τοὺς ἐκτελεστὰς τῆς διαθήκης Μελᾶ, οἱ δὲ ἐκτελεσταὶ θὰ διαθέτωσι τὸ ποσὸν αὐτὸ πρὸς ἀνέγερσιν σχολείων. Ὑπάρχει μάλιστα καὶ ὅρος ἐν τῇ συμφωνίᾳ, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται τὸ Δημόσιον, ὅταν θέλῃ, νὰ ἀνεγείρῃ ἴδιον κατάστημα διὰ δικαστήρια, νὰ μεταχειρισθῇ δὲ τὸ περὶ οὗ πρόκειται εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Λοιπὸν δὲν βλέπω διατὶ νὰ μὴ μισθώσωμεν τοιοῦτον μέγαρον δικαστηρίων. Ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπέγραψα μετὰ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης Μελᾶ, ἂν δὲν ὑποβληθῇ ἐντὸς τῆς παρούσης συνόδου εἰς τὴν Βουλήν, θεωρεῖται ἄκυρος. Εἶναι δ’ ἐπωφελὴς πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατὶ δὲν θέλει νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§89Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τῷ ὄντι εὗρον, μόλις ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐκκρεμῆ σύμβασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε συνάψει ὁ προκάτοχός μου μετὰ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης Μελᾶ, δι’ ἧς ἀναλαμβάνουν αὐτοὶ τὴν μετασκευὴν εἰς δικαστικὸν μέγαρον τῆς πυρποληθείσης οἰκίας Μελᾶ ἐπὶ μισθώσει πρὸς τὸ Δημόσιον, ὡρίζετο δὲ πράγματι, ὅτι μετὰ 25 ἔτη ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ κενώσῃ τὴν οἰκίαν ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ νὰ τὴν μεταχειρισθῇ εἰς ἄλλην χρῆσιν, πάντοτε δὲ τὸ Δημόσιον ἦτο ὑπόχρεων διὰ πεντήκοντα ἔτη...
§90ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐντὸς τῆς εἰκοσιπενταετίας ἠδύνατο νὰ τὴν μεταχειρίζηται δι’ ἄλλην χρῆσιν.
§91ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ ἐξετάσῃ, κατὰ πόσον ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἡ οἰκία ἐκείνη ὡς μέγαρον περιλαμβάνον τὰ ἐν Ἀθήναις δικαστήρια. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παρεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν σύμβασιν, διότι φρονεῖ, ὅτι καὶ τὸ μέρος εἶναι ἀκατάλληλον καὶ ὁ χῶρος τῆς οἰκίας ἀνεπαρκής. Φαίνεται δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ σχεδίου, ὅπερ ἔχει ὑποβληθῆ, διότι ὅλοι οἱ διάδρομοι εἶναι στενόχωροι καὶ τὰ πάντα στενά. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τούτοις δὲν ἔμεινεν ἀργή· ἐφρόντισε δι’ οἰκοδόμησιν δικαστικοῦ μεγάρου, καὶ φρονεῖ ὅτι καταλλήλως δύναται τοῦτο νὰ οἰκοδομηθῇ ἐκεῖ, ὅπου σήμερον εἶναι τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον· ἡ θέσις εἶναι καταλληλοτάτη καὶ ὁ χῶρος ὑπερδιπλάσιος τῆς οἰκίας Μελᾶ, καὶ κατὰ συνέπειαν δυνάμεθα ἐκεῖ νὰ ἔχωμεν δικαστικὸν κατάστημα, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Εὑρισκόμεθα εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ δήμου Ἀθηναίων πρὸς ἀγορὰν τοῦ γηπέδου αὐτοῦ, ὑπάρχει δὲ καὶ σχέδιον οἰκοδομῆς δι’ ἐκεῖ. Ἄν ἀποτύχουν αἱ μετὰ τοῦ δήμου διαπραγματεύσεις ἡμῶν, ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ἀνεγείρῃ τὸ δικαστικὸν κατάστημα ἐπὶ γηπέδου δημοσίου καὶ καταλλήλου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος σύμβασιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ ὃν οὔτε θὰ τὴν φέρῃ.
§92ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§93Ν. ΣΠΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ ἐν τῷ πολέμῳ τραυματισθέντος καὶ ἀκρωτηριασθέντος στρατιώτου Μακροσκούφη, ἐκ Λαγγαδίων καταγομένου, χορηγήσῃ εἰς αὐτὸν τὸ ἀναγκαῖον βοήθημα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ταχίστης ἐπισκευῆς τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Λαγγαδίων, ἐξ οὗ, ἑτοιμορρόπου ὄντος, ἀπειλεῖται ἡ ὕπαρξις τῶν ἐν αὐτῷ μαθητῶν καὶ διδασκάλων.
§94Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε λόγος ἐγένετο περὶ τῶν παθόντων ἐν πολέμῳ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεσχέθη, ὅτι ὅσον οἷόν τε θᾶσσον ἤθελεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια καὶ περὶ τούτων, ἤτοι περὶ τῶν καταστάντων ἀνικάνων καὶ περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν φονευθέντων. Ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὰς παρακλήσεις μου μὲ τὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ.
§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἴμεθα εἰς τὸ τέρμα τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου.
§96ΑΘ. ΤΥΠΑΛ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρό τινων ἐτῶν ἐν φυλλαδίῳ ἐξέδωκε διάφορα ἐπίσημα ἔγγραφα, ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς κληρονομίας Ζάππα. Ἐπειδὴ ἐξεδόθη ἤδη ἡ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τελεσίδικος ἀπόφασις τοῦ Ρουμανικοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, διὰ τῆς ὁποίας ἀπορρίπτονται αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὡς καὶ ἄλλα σχετικὰ ἔγγραφα, περὶ τῶν ὁποίων καταθέτω γραπτὴν σημείωσιν.
§97Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς. Ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ, ἂν ἐγένετο ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τοῦ μακαρίτου Κωνσταντίνου Ζάππα, ὁ ὁποῖος, ἐπικαρπωτὴς ὢν τῆς περιουσίας τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα ἐν Ρουμανίᾳ, ἥτις περιῆλθε μετὰ ταῦτα εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τοῦ Ζαππείου, καὶ διαχειρισθεὶς ἐπὶ πολὺν χρόνον αὐτὴν, ὤφειλε νὰ δώσῃ λογοδοσίαν. Ἡ περιουσία αὕτη γνωρίζω ὅτι περιελάμβανεν ἀκίνητα ἀνήκοντα κατὰ τὴν διαθήκην εἰς τὸ Ζάππειον, ἅτινα δὲν περιῆλθον εἰς αὐτό. Ταῦτα ἐξεποιήθησαν χωρὶς οὐδὲ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τὸ Ζάππειον, εἰς ὃ ἀνῆκον. Τὸ συμφέρον τοιαύτης ἐρεύνης εἶναι πρόδηλον.
§98Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Σᾶς ἠρώτησα πρὸ ὀλίγου, κύριε Πρόεδρε, διὰ ποῖον λόγον δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, καὶ μοὶ ἀπηντήσατε, ἐλλείψει τῶν πρακτικῶν, ὅτι χθὲς ἐψηφίσθη. Λυποῦμαι, διότι δὲν παρευρέθην κατὰ τὴν ψήφισιν, ὅπως λάβω τὸν λόγον καὶ ὑποστηρίξω τὸ χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον τοῦ νομοθετήματος τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, κατὰ τῆς ὁποίας ἀνέκαθεν ἤμην κεκηρυγμένος. Ἀλλὰ λυποῦμαι συγχρόνως, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτοῦ δὲν ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμοι διατυπώσεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ οὕτω δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ ἔγκυρον τοῦ νομοθετήματος τούτου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὸ 1875 ἠκυρώσαμεν νομοθετήματα τῆς παρελθούσης Συνόδου καὶ τὰ ἠκυρώσαμεν, διότι δὲν ἐψηφίσθησαν συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸν αὐτὸν κίνδυνον διατρέχει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ καὶ ἐν καιρῷ διορθωθῇ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀπροσεξίας ἔλαβε χώραν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22 ἱσταμένου ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ ἀπεφάσισε τὰ ἑξῆς, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὕτω τροποποιηθὲν, ἐστάλη εἰς ἀνατύπωσιν». Κατὰ τὸν Κανονισμόν, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τροποποιηθέντος κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος συναρμόσῃ τὰς γενομένας δεκτὰς τροπολογίας, διατάσσει τὴν ἐκ νέου τύπωσιν αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ οὕτω συναρμολογηθὲν, τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς μίαν ἡμέραν πρὸ τῆς συζητήσεώς του, ἀναγράφεται πρὸς τρίτην συζήτησιν. Ἐνταῦθα ἐκ τῶν πρακτικῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν τύπωσιν τῶν τροπολογιῶν. Ἐτυπώθη ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον καὶ διενεμήθη, ἀλλὰ διενεμήθη χθὲς, ἑπομένως οὐδένα λόγον εἶχον νὰ πιστεύω, ὅτι ἤθελε συζητηθῆ αὐθημερὸν, καὶ οὕτω δὲν παρέμεινα, ὅπως ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου καὶ λάβω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ὑποστηρίξω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἐγένετο ἡ τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα, ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ νὰ ψηφισθῇ, κατ’ αὐτὸν τὸν Κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος λέγει: «τὸ δὲ μετὰ τὴν τρίτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν συναρμολογηθὲν σχέδιον, τυπούμενον κατὰ τὰ ἀνωτέρω, ἀναγινώσκεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐπὶ τοῦ συνόλου ψηφοφορίας». Ὥστε σήμερον ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις ἡ τρίτη κατ’ ἄρθρον, καὶ αὔριον ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ ψήφισις ἐπὶ τοῦ συνόλου. Παρεβιάσθησαν λοιπὸν δύο διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἑπομένως θεωρεῖται ἡ συζήτησις ὡς μὴ γενομένη· μὴ γενομένη δὲ, δὲν συμπληροῖ τὸν ἀριθμὸν τῶν τριῶν ἀναγνώσεων, τὰς ὁποίας διατάσσει τὸ Σύνταγμα. Ἑπομένως, ἐὰν θεωρήσητε τὸ νομοσχέδιον ὡς ψηφισθὲν, εἶναι ἐψηφισμένον ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἄλλοτε, συνειδυῖα ὅτι ἐγένετο ἀκύρως, τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς. Ἑπομένως παρακαλῶ, ὅ,τι ἐγένετο κατὰ παραδρομὴν, νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ γενόμενον, καὶ νὰ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
§99Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τίς σᾶς ἐβεβαίωσε, κύριε Ρικάκη, ὅτι ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον;
§100Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐψηφίσθη.
§101ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ λοιπὸν σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι παραμείνας μέχρι τέλους τῆς συνεδρίας δὲν ἀντελήφθην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίσθη, καθὼς καὶ πολλὰ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἅτινα φέρονται ὡς ψηφισθέντα, ὥστε ἠναγκάσθην κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδρίας νὰ πλησιάσω τὸν κ. Πρόεδρον καὶ νὰ ζητήσω νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τίνα νομοσχέδια ἐψηφίσησαν, ἵνα ἐξερχόμενος ἐντεῦθεν δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τὸν λαὸν, τί ἐψηφίσαμεν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν μοὶ ἔδωκεν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἁπλῶς μὲ προσέβλεψε μειδιῶν, παρεκάλεσα αὐτὸν τότε νὰ μὲ πληροφορήσῃ τοὐλάχιστον εἰς ποῖον νομοσχέδιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐσταματήσαμεν, καὶ μοὶ ἀπήντησεν ἐνώπιον τοῦ συναδέλφου ἐκ Πατρῶν κυρίου Παπαδιαμαντοπούλου, ὅτι ἐσταματήσαμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἐξελθὼν ὅμως τῆς αἰθούσης καὶ συνομιλῶν περὶ τούτων μετὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ρουσοπούλου καὶ ἄλλων συναδέλφων, ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐψηφίσθη. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μετὰ τὰ ἀτυχῆ γεγονότα, μετὰ τὰ ὁποῖα ἐπῆλθεν ἡ τοιαύτη κατάπτωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ διατηρήσωμεν, ἡμεῖς τοὐλάχιστον οἱ νέοι, οἱ τὸ πρῶτον εἰσελθόντες εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ νέα ἐποχὴ, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι ἀπεβάλομεν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον. Παρέστην χθὲς εἰς κατάστασιν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, οὐδὲ τολμῶ νὰ χαρακτηρίσω ὡς πρέπει. Εἶδον, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τινῶν Βουλευτῶν, ν’ ἀναγινώσκωνται ἐπικεφαλίδες μόνον νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων οὔτε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἄρθρων ἠδυνάμεθα ν’ ἀντιληφθῶμεν. Πρέπει, Κύριοι, τὰ γενόμενα νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ ἐξωθήσωμεν τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου καὶ ἄλλοτε ἐξωθήσαμεν αὐτά· πρέπει νὰ σταματήσωμεν πρὸ τῆς τοιαύτης ἐκνόμου καταστάσεως, ἵνα μὴ παράσχωμεν ὅπλα εἰς τοὺς ἐπιζητοῦντας τὴν κατάργησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ κατάχρησις αὕτη δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ἔθνος νὰ ἐπιδιώξῃ κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ καταστήσῃ σεβαστὰ τὰ δικαιώματά του καὶ τὸν καταστατικὸν νόμον τῆς Βουλῆς.
§102Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πρέπει ὅμως νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔργον τῶν Ἀντιπολιτεύσεων δὲν εἶναι ἡ κωλυσιεργία (θόρυβος).
§103ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἠρνήθημεν νὰ ἐργασθῶμεν· ἐψηφίσαμεν τόσα νομοσχέδια, μολονότι ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἠρνήθη τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν. Ἤδη ὅμως μᾶς ἀρνοῦνται οὐ μόνον τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἀνάγνωσιν (Θόρυβος).
§104Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀφοῦ ἦσθε παρὼν χθές, διατὶ δὲν διεμαρτυρήθητε;
§105ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Διεμαρτυρήθην, ἀλλ’ οὐδεὶς μὲ ἤκουσε (Θόρυβος). Ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, Κύριοι, σᾶς ἐξορκίζω νὰ ἐπανορθώσητε τὸ γενόμενον παράνομον καὶ νὰ δεχθῆτε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς νομιμότητος.
§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὸν λόγον, δηλῶ καὶ πάλιν, ὅτι δὲν πράττω τοῦτο ἵνα μεμφθῶ τινα. Ὁμιλῶ, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι νομοταγὴς, δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι καὶ πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπιθυμοῦσι νὰ ὦσι νομοταγεῖς. Ἐπίσης δὲ, ὑποθέτω, ὅτι ἐπιθυμεῖ καὶ ὀφείλει νὰ ἦναι νομοταγὴς καὶ ἡ διευθύνουσα τὴν πλειονοψηφίαν Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, αὐτὴ μάλιστα πρὸ πάντων. Οἱ λόγοι λοιπὸν, οὓς ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ἀναλύων τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, εἰσὶ τοσοῦτον σαφεῖς καὶ τοσοῦτον εὔγλωττοι, ὥστε νομίζω, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ γενόμενον χθὲς εἶναί τι παράτυπον, εἶναί τι μὴ λαβὸν χώραν, εἶναι, ὡς ἔλεγον οἱ Ρωμαῖοι, nullum, μηδέν. Ἀφίνω λοιπὸν τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, τὴν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ προκύπτουσαν, διότι περὶ ταύτης τοσοῦτον εἶναι σαφεῖς αἱ λέξεις τοῦ κειμένου τοῦ Κανονισμοῦ, ὥστε τοὐλάχιστον ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πᾶσα περὶ τούτου συζήτησις ἤθελεν εἶναι ματαία. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις κέκτηται, ὡς λέγουσι, συμπαγῆ πλειονοψηφίαν. Ὑπῆρξαν ὅμως καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις, αἵτινες μάλιστα εἶχον συμπαγεστέραν καὶ ἐνθουσιωδεστέραν (οἴσθησις) τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὅμως, ὁσάκις προέκειτο περὶ σπουδαίων νομοθετημάτων, θιγόντων αὐτοὺς τοὺς θεσμοὺς, τοὺς ῥιζικοὺς θεσμοὺς, τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας, αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι πάντοτε ἐπέτρεπον πλήρη ἐλευθερίαν ἐν τῇ συζητήσει. Ἐπὶ ἔτη πεντεκαίδεκα ἐκαθήμην εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) μεταξὺ τῶν ἀντιπολιτευομένων τὸν ἀείμνηστον ἐκ Μεσολογγίου ἡγέτην πολλάκις τῆς Κυβερνήσεως, ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι, ὁσάκις προέκειτο περὶ νομοσχεδίου φύσεως, οἵας τὸ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, καίτοι ἡ Βουλὴ συνέβαινε νὰ ἦναι βεβαρημένη ἐκ πολλῆς ἐργασίας, πάντοτε ἐπέτρεπε τήν τε ἐλευθέραν συζήτησιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης. Ἐάν ποτε ἐγένετο παράβασις τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἴσως εἰς τοῦτο ὤθησεν ὁ ἀκράτητος πολιτικὸς ἀνταγωνισμός, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ διευθύνοντες τότε τὰ κοινὰ ἐν τῇ συνειδήσει αὑτῶν βεβαίως μετενόουν, ὁσάκις μετεχειρίζοντο τὴν δύναμιν τῶν ἀριθμῶν. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1888 ἔτος ὁ Βασιλικὸς λόγος εἶχεν ὑποσχεθῆ καὶ δηλώσει κατηγορηματικῶς, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία τοῦ Κράτους ἤθελεν ἀντικατασταθῆ διὰ τῆς διοικητικῆς· διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅλοι, ὅτι πρὶν εἰσαχθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καθ’ ἧς ἡμεῖς τότε πάσῃ δυνάμει ἀντετάχθημεν, εἶχε γείνῃ ἀπόπειρα εἰσαγωγῆς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας εἰς τὸ Κράτος. Ὁ Βασιλικὸς λοιπὸν λόγος, ἐκφωνηθεὶς ἀπὸ τῆς ἕδρας ἐκείνης (δεικνύει τὸ Προεδρεῖον), ὑπέσχετο ὅτι τὸ παλαιὸν καθεστὼς ἤθελεν ἀντικαταστήσει νέον σύστημα. Ὁ Τύπος, ὁ φίλα φρονῶν τῇ Κυβερνήσει τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, εἶχεν ἀναγγείλει τὴν κατάργησιν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας διὰ μέλλοντος νομοθετήματος. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι φύλλον τι, φίλα φρονοῦν τότε τῇ Κυβερνήσει Τρικούπη, ἡ «Παλιγγενεσία», σφόδρα εἶχεν ἐπιτεθῆ κατὰ τοῦ καθεστῶτος τότε συστήματος τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Καὶ οὐ μόνον ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ τὸ Στέμμα ὑπέδειξε καθαρῶς καὶ δεδηλωμένως, ὅτι ἤθελεν ἀντικατασταθῆ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία διὰ τῆς διοικητικῆς, ἀλλὰ καὶ νομοσχέδιον ἐκ 34 ἄρθρων, τυπωθὲν, διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου δὲν ἐγένετο, οὐδ’ ἀνεγράφη αὐτὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Διατί; διότι πολλαὶ ὁμάδες, καὶ ἀνὰ τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος πολλοὶ τῶν κατοίκων, πολλοὶ τῶν ἐξεχόντων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, σύσσωμος ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ Τύπος, ὁ φίλα φρονῶν αὐτῇ, εἶχον δηλώσει, ὅτι πάσῃ δυνάμει ἤθελον ἀντιταχθῆ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Τὸ νομοσχέδιον ἄρα ἔμεινε χάρτης ἄγραφος. Ἐπέπρωτο δὲ μετὰ ἔτη τέσσαρα ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς στρατιωτικῆς. Ὁ ἀείμνηστος ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴς, εἰμὶ βέβαιος ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐνόησεν, ὅτι μέγας πολιτικὸς ἀνταγωνισμός, μεγάλη συζήτησις ἤθελεν ἐγερθῆ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ χώρᾳ, οὐ μόνον δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐκ συναρπαγῆς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ, σεβόμενος καὶ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων, ἀπέσυρεν αὐτό. Χθὲς τῷ ὄντι ἦτο ἀναγεγραμμένον τὸ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀντέκειτο εἰς τὴν οὕτω πως ἐπιψήφισιν εἰς τρίτην συζήτησιν, καίτοι δὲν ὑπάρχει περὶ τούτου ἀμφιβολία, ὑπὸ τίνα ὅμως ἀριθμὸν ἦτο ἐγγεγραμμένον; Τεσσαρακοστὸν ἕκτον! Πολλὰ νομοσχέδια προηγοῦντο, ὧν τὸ σύνολον τῶν ἄρθρων, κατὰ πρόχειρον ὑπολογισμὸν, ἀνήρχετο εἰς 650!! Τίς ἐχεφρονῶν δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, μετὰ τοσούτου κόπου συνεδριάζουσα ἀπὸ τῆς πέμπτης μετὰ μεσημβρίαν, ἤθελε κατορθώσει τὸ γιγάντειον ἔργον νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ 45 νομοσχέδια, ἐξ ἑκατοντάδων ἄρθρων συγκείμενα, ἵνα φθάσῃ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας; Διακρίνονται τῷ ὄντι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐκπαιδευτικά τινα νομοσχέδια διὰ τὴν μελέτην, ἥτις προηγήθη αὐτῶν,—τί λέγω μελέτην; — μελέτας, αἵτινες ἀποτελοῦσι τόμους! Ἐπαινῶ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ὑποθέσῃ ὅτι τὸ περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδιον, ἀποτελούμενον, ἂν ἀγαπᾶτε, ἐξ 168 ἄρθρων ἢ 210, ὥς τινες λέγουσι, νομοσχέδιον, ὅπερ πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνήγγειλεν, ὅτι ἄρδην μεταβάλλει τὸ καθεστὼς ἐκπαιδευτικὸν σύστημα καὶ ἐν πολλοῖς συμπληροῖ αὐτὸ, —λέγεται δὲ, ὅτι καὶ πολλὰ τῶν ἄρθρων εἶναι ἐψηφισμένα, εἶναι νόμος κείμενος, καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὰ τὰ ἄρθρα ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένα διὰ κυρτῶν γραμμάτων, ἵνα γνωρίζωμεν τίνα ψηφίζομεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ πρῶτον καὶ τίνα τὸ δεύτερον — ἀλλὰ, λέγω, τίς ὑπέθετεν ὅτι 210 ἄρθρα νόμου σπουδαιοτάτου ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι καὶ νὰ ψηφισθῶσιν, ἵνα ἔλθῃ ἐδῶ νὰ συζητήσῃ τὰς ἰδέας αὐτοῦ περὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ νομοσχεδίου; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, νομίζω ὅτι συνέβη εἰς ἐμὲ προσωπικῶς ἀτύχημα, καὶ δὲν θέλει, ἐλπίζω, ἐκληφθῆ ἐγωϊστικὸν ὅ,τι λέγω, ἂν ἐντείνω τὸν χαρακτηρισμὸν, ἀδικία προσωπικὴ κατ’ ἐμοῦ. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Τόσῳ δ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐθεώρησεν οὐσιώδεις τὰς παρ’ ἐμοῦ ζητηθείσας πληροφορίας, ὥστε ἐδέχθη τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, μέχρις οὗ ἤθελε προσκομίσει ταύτας. Καὶ ὅμως, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίσθη σήμερον τὴν πρωΐαν! Ἐγὼ χθὲς κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἤμην παρὼν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν κατέθηκε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Δὲν νομίζετε ὅτι ἦτο ἀδίκημα, ὅτι συνεζητήθη ἐν ᾧ ἐγὼ δὲν ἤμην παρών; Ἀλλὰ τίς ἠδύνατο νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἤθελε φθάσει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νομοσχεδίου, ἐνῷ προηγεῖτο ἄλλο, τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἐφ’ οὗ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ ἀγορεύσω;
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀνεβλήθη.
§108ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν, διότι ἠσθένουν. Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν. Τὸ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν ἐψηφίσθη;
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§110ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποθέτω, ὅτι πολλοὶ ἦσθε ἕτοιμοι νὰ συζητήσητε, τὸ περὶ δασῶν ἐψηφίσθη;
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§112ΛΕΒΙΔΗΣ. Δυστυχῶς καὶ αὐτὸς ὁ Τύπος δὲν δύναται νὰ παρακολουθήσῃ τὰ ἐνταῦθα γενόμενα, διότι συζητοῦμεν κατὰ τὴν 2αν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἐγὼ, Κύριοι, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι, ὅτε σήμερον εἶδον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐλλεῖπον τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὑπέθεσα ὅτι τοῦτο ἀπεσύρθη δι’ ἄλλην συνεδρίασιν, διότι ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν ἐφημερίδων δὲν εἶδον εἴδησίν τινα περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶχον φέρει τὸν φάκελον τῶν μελετῶν μου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἔστειλα τώρα φίλον μου νὰ μοῦ φέρῃ αὐτὸν, κατόπιν ἑορτῆς. Ἐρωτῶ, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τῶν περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νόμων ἐψηφίσθη;
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀνεβλήθη.
§114ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι αὐτὸ δὲν ἤθελε προκαλέσει συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον ἀγορεύσει ἐπὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ νομοσχεδίου, δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι, διότι δὲν ἦσαν παρόντες. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὅτε προχθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ἀρκούντως σαφῶς, ὅτι τινὲς τῶν παρατηρήσεών μου ἐκείνων ἔδει νὰ μελετηθῶσι. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὴν παρατήρησίν μου περὶ τοῦ ὅτι ἔδει νὰ ὁρισθῇ ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐν ἑκάστῳ τῶν νομῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεώρησεν εὔλογον, εἰπὼν ὅτι θέλει διατυπώσει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν παρατήρησίν μου αὐτήν. Ὅταν, Κύριοι, ταῦτα οὕτως ἔχωσιν, εἴτε τὸ πρᾶγμα ἐξετασθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅστις παρεβιάσθη ἀναμφισβητήτως, εἴτε ἐξετασθῇ πρακτικῶς, ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, οὕτως ἀναλυομένης, τί ἐξάγεται; Ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὅπερ μεταβάλλει ῥιζηδὸν τὸν καθεστῶτα νόμον, ὅπερ μεταβάλλει τὸ δημοτικὸν σύστημα καὶ οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι ῥηταῖς λέξεσι τὸ δημοτικὸν σύστημα ἀναγνωρίζεται ὡς διαρκὴς Συνταγματικὸς θεσμὸς τοῦ Κράτους, ὅτι, λέγω τὸ νομοσχέδιον, οὕτω πως συζητηθὲν, δὲν ἐψηφίσθη ὅπως δέον νὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας ἤθελε συζητηθῆ κατὰ τὰς βάσεις αὑτοῦ. Ἐγὼ μάλιστα ἐδήλωσα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἤμην διατεθειμένος νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ὅταν λοιπὸν ταῦτα οὕτως ἔχωσι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας, νὰ δεχθῶμεν ἄνευ διαμαρτυρίας τὴν τοιαύτην ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου; Καὶ εἶναι δυνατὸν θεσμός τις νὰ γίνηται ἀσπαστὸς μετὰ προθυμίας ἐν τῇ χώρᾳ, ὅταν ἀκουσθῇ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὅτι ἡρπάγη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐρήμην ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον πολεμήσει αὐτόν; Καὶ τί κερδίζει ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τοιοῦτον τρόπον νομοθετοῦσα; Μήπως ἡμεῖς, ἂν ἐνταῦθα δὲν δυνηθῶμεν νὰ πολεμήσωμεν τὸ νομοθέτημα τοῦτο, δὲν θέλομεν ζητήσει τὴν συνδρομὴν τοῦ Τύπου; Δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλα μέσα, δι’ ὧν θέλομεν κατορθώσει νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ ἡμῶν; Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου δὲν εἶναι τάχα ἐχέγγυον ὑπὲρ τῶν ἀντικρουόντων τὸ προκείμενον νομοθέτημα; ἐχέγγυον, ὅπερ θέλει ἐπιτρέψει αὐτοῖς νὰ προσβάλωσι τὸν θεσμὸν τοῦτον, νὰ καταδείξωσι τὴν ἀντισυνταγματικότητα αὐτοῦ, τὸ ὀλέθριον αὐτοῦ; Ἐγὼ, Κύριοι, εἰς πρώτην στιγμὴν, καθ’ ἣν ἤθελε παρουσιασθῆ συζήτησις, ἐν ᾗ νὰ δύναμαι νὰ συσχετίσω ὅσα εἶχον νὰ εἴπω κατὰ τοῦ θεσμοθετήματος τούτου, θέλω συζητήσει κατ’ ἀρχὴν περὶ τοῦ νόμου, θέλω καταδείξει ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ὑπάρχει θεσμὸς, οἷος ὁ ψηφισθεὶς σήμερον τὴν πρωΐαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θέλω ἀποδείξει, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἀπολυτόφρων Ρωσία, ὡς ἡμεῖς θεωροῦμεν αὐτὴν, ἐν μὲν ταῖς πόλεσιν ἔχει διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἑκάστης πόλεως ἐκλέγει ἐπιτροπὴν, ἥτις συμπαρεδρεύει τῷ ἀστυνόμῳ, καὶ ἐλέγχει καὶ ἐπιτηρεῖ τὰς πράξεις αὐτοῦ· ἐν δὲ τοῖς ἀγροτικοῖς δήμοις ὑπάρχει καθαρὰ δημοτικὴ ἀστυνομία, καὶ οὐχὶ διοικητική. Θέλω ἀποδείξει, ὅτι καὶ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Βυρτεμβέργῃ, ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἀγγλίᾳ, καθ’ ἅπαντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον ὑπάρχει δημοτικὴ ἀστυνομία. Τὸ γινόμενον σήμερον εἶναι πραξικόπημα οὐχὶ κατὰ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου. Καὶ ὅταν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, ὁποῖον κῦρος ἔχει ὁ θεσμὸς οὗτος, ὁ κατὰ τοιοῦτον τρόπον μὴ ψηφισθείς; Ἀγορεύων, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὁρμῶμαι ἐκ πνεύματος ἀντιπαθείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὐδὲν αἰσθάνομαι κατ’ αὐτῆς, οὔτε ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Ἀγορεύω ἐκ πεποιθήσεως. Καὶ ἂν χθὲς τὴν ἑσπέραν ἤμην ἐνταῦθα, ἤθελον ἀγορεύσει ἐπὶ πολὺ, ἤθελον ἐξετάσει τὸ ζήτημα καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰ καθέκαστα. Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς θέλει δυνηθῆ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐλευθέραν γνώμην, ἐκδηλουμένην καθ’ οἱονδήποτε τρόπον κατὰ θεσμοῦ, ὅστις δὲν ἔχει τὸ κῦρος, ὅπερ πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ νόμοι, οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἥτις εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τῶν λαῶν. Καὶ ἂς μὴ νομίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ζητοῦμεν, ὅπως θεωρηθῇ ὡς μηδαμῶς λαβοῦσα χώραν ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία, ἀφοῦ δὲν ἀνεγνώσθησαν καὶ τὰ πρακτικά. Ἂς μὴ ὑποθέσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ἂν ὑποχωρήσῃ εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, θέλει ἐκπέσει τοῦ κύρους αὑτῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως. Εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐξ ἀμελείας ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον (ἱλαρότης), ἐὰν δὲν δέχησθε τὴν ἔκφρασιν, ἔστω, ἐκ συναρπαγῆς. Ἀλλὰ τέλος πάντων λέγομεν, ὅτι ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον χωρὶς νὰ τηρηθῶσι τὰ δικαιώματα ἐκείνων, οἵτινες εἶχον δηλώσει, ὅτι ἤθελον ἀγορεύσει κατά τε τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Κατεπατήθησαν ὅμως πρωτίστως τὰ δικαιώματα τὰ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, κατεπατήθη ῥητὴ καὶ οὐσιαστικὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμὸς ἐννοεῖ, πεφωτισμένως, ἐμβριθῶς, μετὰ συζήτησιν λεπτομερῆ νὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι, καὶ μάλιστα νόμοι τόσον οὐσιώδεις καὶ σημαντικοί. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ κατεπατήθη ἀπὸ τῆς πρώτης γραμμῆς αὐτοῦ μέχρι τῆς τελευταίας. Διὰ τοῦτο τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον δὲν θέλω θεωρήσει, ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς, ὡς νόμον τοῦ Κράτους. Ἐξηγοῦμαι. Ἐγὼ προσωπικῶς πάντοτε θέλω ὑποστηρίζει, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι νόμος τοῦ Κράτους. Βεβαίως ἡ ὑποστήριξίς μου αὕτη οὐδεμίαν θέλει ἔχει πρακτικὴν σημασίαν, ἀλλὰ τέλος πάντων ἐγὼ θέλω ὑποστηρίζει καὶ θέλω λέγει πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἀντισυνταγματικός, οὐδεμίαν ἔχει ἰσχὺν καὶ οὐδὲν κῦρος.
§115Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Φαίνεται ὅτι ἡ κωλυσιεργία εἶναι συνταγματική.
§116Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὲ διαλόγους δὲν λύονται τὰ ζητήματα.
§117ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁμιλοῦσι περὶ πραξικοπήματος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀκαταπαύστως καὶ διαρκῶς διαπράττουσι πραξικοπήματα κατὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας· διότι ὁμολογουμένως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαστρέφουσι τὸν Κανονισμόν, διαστρέφουσι τὰ πράγματα καὶ ὁμιλοῦσιν ὡς ὁ προλαλήσας, πραξικοποῦσι κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα γεγονότων ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ Κανονισμοῦ. Πῶς ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα τὰ τῆς σήμερον πρωΐας, εἶναι γνωστόν· δυνάμεθα ἄλλως τε νὰ τὰ ἐπαναλάβωμεν ἀκριβῶς. Τί δὲ λέγει ὁ Κανονισμὸς, εἴμεθα πάντες εἰς θέσιν νὰ ἀναγνώσωμεν. Ἂς ἐξετάσωμεν πρῶτον τί λέγει ὁ Κανονισμὸς, καὶ μετὰ ταῦτα ἂς ἐξετάσωμεν τὰ γεγονότα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, πρὸς τὸν ὁποῖον τρέφω ἀμέριστον ὑπόληψιν, δὲν ἠξεύρω διατὶ δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ σύνολον τῆς παραγράφου τῆς ἀναφερομένης εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 22 Ἰουνίου, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται τάδε (ἀναγινώσκει): «... Ἐγένετο εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο (1) καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ νομοσχεδίου (περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας), ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς δευτέραν συζήτησιν, δηλώσαντος τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἀποδέχεται πάσας τὰς ὑποδεικνυομένας τροποποιήσεις ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπεξεργασθείσης τοῦτο εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὕτω τροποποιηθὲν, ἐστάλη πρὸς ἀνατύπωσιν... Μετὰ ταῦτα ἀπεφασίσθη, ὅπως ἡ τρίτη αὐτοῦ συζήτησις διεξαχθῇ κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 24 ἱσταμένου μηνός.»
§118ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§119ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν λοιπὸν τῆς 24 τοῦ μηνὸς, ἥτις ἦτο ἡ χθεσινὴ, ἀπεφασίσθη νὰ γείνῃ ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§120ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Τοῦτο δὲ κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς.
§121ΣΤΑΗΣ. Ἦτο δὲ ἀναγεγραμμένον, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς 46ον τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη τὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀφοῦ ἐγένετο γνωστὸν διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ γείνῃ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὴν 24 τοῦ μηνὸς, ἤτοι χθές.
§122ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο τὴν 25.
§123ΣΤΑΗΣ. Ἐξετάσωμεν ἤδη τὸν Κανονισμόν. Τί λέγει ὁ Κανονισμὸς ἐν ἄρθρῳ 42; (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ἑκάστης κατ’ ἄρθρον συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως, ὁ Πρόεδρος συναρμόζει τὰς παραδεχθείσας τροπολογίας καὶ ὑποτροπολογίας πρὸς τὸ σχέδιον. Τὸ οὕτω συναρμολογηθὲν σχέδιον τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς νέας συζητήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ εἰς τὴν ἄνευ προηγουμένης τυπώσεως συζήτησιν.» Ἐξετυπώθη ἢ δὲν ἐξετυπώθη τὸ νομοσχέδιον; διενεμήθη ἢ δὲν διενεμήθη;
§124ΡΙΚΑΚΗΣ. Διενεμήθη χθές.
§125ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν διενεμήθη.
§126ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι—διότι τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς— ὅτι χθὲς ἐγένετο ἡ διανομή. Ἀλλ’ εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν, ἀφοῦ μάλιστα διὰ προηγουμένης αὐτῆς ἀποφάσεως εἶχεν ὁρισθῆ ἡ 24η ὡς ἡμέρα συζητήσεως; Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ν’ ἀναιρέσῃ προηγουμένην αὐτῆς ἀπόφασιν. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὰ πράγματα καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα, ἄνευ ἐξαιρέσεως, στρέφονται κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, καὶ τῶν ὁποίων ἡ μόνη μέριμνα εἶναι νὰ βλάψωσι τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας. Σήμερον, κατὰ τὴν δευτέραν πρωϊνὴν ὥραν, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ὑπερβολικῇ αὐτοῦ ἀνεκτικότητι, τὴν ὁποίαν βεβαίως τὸ πλεῖστον τῆς πλειονοψηφίας μετ’ εὐχαριστήσεως κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν δὲν ἔβλεπε, προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴν κ. Ἀλεξάκην, ἵνα ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ δὲ καθέκαστα αὐτοῦ ἀναβληθῶσι δι’ ἄλλην ἡμέραν, λήξῃ δὲ μετὰ τοῦτο ἡ συνεδρία. Ἀλλ’ οἱ δύο ἢ τρεῖς ἀντιπολιτευόμενοι, οἱ ὁποῖοι παρευρίσκοντο ἐν τῇ συνεδρίᾳ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, οὐδὲ εἰς τοῦτο ἠθέλησαν νὰ ὑποχωρήσωσιν...
§127ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διὰ νὰ μὴ συμβῶσιν ὅσα συνέβησαν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐδέχθημεν.
§128ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζον ὅτι δὲν θὰ εἶχον τὸ θάρρος οἱ παρευρεθέντες κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίαν τρεῖς κύριοι συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ μὲ διακόπτωσιν, ἀφοῦ ἡ μομφὴ, ἣν οἱ προλαλήσαντες Βουλευταὶ, ἐκ Πατρῶν καὶ ἐξ Ἀττικῆς, ἐξέφεραν, κατ’ ἐκείνων ἐστρέφετο.
§129ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζετε.
§130ΣΤΑΗΣ. .. Ἀφοῦ ἑπομένως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπρότεινε νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, οἱ κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι κατ’ οὐδένα λόγον ἤθελον νὰ παραδεχθῶσι τὴν ἐπιεικεστάτην ταύτην πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπρότειναν ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἡ ὁποία ἀπέτυχε, διότι ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ. Μετὰ δὲ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου οἱ αὐτοὶ κύριοι ἐπρότειναν δευτέραν ἔνστασιν, ἐνῷ καταφανῶς ἡ Βουλὴ εὑρίσκετο ἐν ἀπαρτίᾳ. Τοῦτο δὲ δικαίως ἐξηρέθισε τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο πρέπον νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν ἑνὸς ἢ δύο Βουλευτῶν...
§131ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§132ΣΤΑΗΣ. .. οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ συζητήσωσιν, ἀλλὰ νὰ ἐμποδίσωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ κλονίσωσι τὰ θεμέλια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Τότε ἡ πλειονοψηφία, μὴ ἀνεχομένη νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν δύο ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἀπῄτησεν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεχώρησεν εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, οὕτω δὲ προέβημεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων.
§133ΛΑΠΠΑΣ. Μόνον αἱ ἐπικεφαλίδες τῶν νομοσχεδίων ἀνεγινώσκοντο.
§134ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἔχει ὑπερφυσικὴν δύναμιν, διότι μόνον ἐὰν εἶχε τοιαύτην θὰ ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ ἀπὸ τὴν κλίνην του τί ἐγίνετο ἐν τῇ Βουλῇ, διότι κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐκοιμᾶτο ὕπνον βαρύν. Ἐν τῇ Βουλῇ παρευρίσκετο ὁ κύριος Βελλιανίτης, ὡς καὶ ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§135ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ κύριος Λάππας.
§136ΣΤΑΗΣ. Ὁ κύριος Λάππας εὑρίσκετο μόνον μέχρι τῆς 1 ὥρας μετὰ μεσονύκτιον.
§137ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§138ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ γεγονότα ἔχουσιν ἀκριβῶς, ὡς ἐξέθηκα ὑμῖν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ, ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὑτῆς δικαιώματι, ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ ὅλα τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κακίσῃ αὐτήν.
§139ΡΙΚΑΚΗΣ. Βεβαίως ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν ἀπέβλεπον εἰς ἐμέ· διότι οὔτε ἀναρχικὸς εἶμαι, οὐδὲ θέλω νὰ διασείσω τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους, οὐδὲ μένω ἐδῶ μέχρι πρωΐας, ἵνα φέρω ἐμπόδια εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ λόγου τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ πράγματι, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὤφειλε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν Κανονισμὸν, δὲν ὥρισε τὴν ἐπιοῦσαν καὶ δὲν ἐπέτρεψε νὰ ἀναγραφῇ πρὸς συζήτησιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τὸ νομοσχέδιον ἐν τῆς ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς ἐπιούσης, ὅπως ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὁ Πρόεδρος, ἀλλὰ ῥητῶς εἶπεν, ὅτι τὴν 24 τοῦ μηνὸς θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον· διατί; διότι μέχρι τῆς 24 ἦτο δυνατὸν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐνισχύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνόει νὰ ᾖναι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ συνέβη νὰ μὴ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν βλέπω ἐν τούτῳ καμμίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία προσβάλλει εἴτε τὴν φιλοτιμίαν τῆς Βουλῆς, εἴτε κἀμμίαν ἄλλην νόμιμον ἐξουσίαν, ὥστε νὰ γίνεται τόσος πάταγος καὶ θόρυβος. Ἐγκαίρως ἐθεωρήθη τὸ παράπτωμα τοῦτο ἐξ ἀμελείας γενόμενον· ἐπανορθοῦται διὰ μιᾶς ἀναγνώσεως. Δὲν θὰ ᾖναι ἡ πρώτη φορά. Καὶ ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἐδέχθη νὰ ἐπανορθώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισεν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀποδίδω κακὴν πρόθεσιν εἰς τοὺς ψηφίσαντας τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἀντὶ νὰ γίνηται ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος καὶ ὁ πάταγος, εἶναι καλὸν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ νὰ συζητηθῇ ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα (Θόρυβος). Ἀκολουθεῖ, κύριε Πρόεδρε, ἡ πλειονοψηφία ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον κακῶς ἐξηγεῖ. Ἐπειδὴ ἄλλοτε καθιερώθησαν αἱ παννυχίδες, νομίζει ὅτι δύναται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ καὶ ἤδη. Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορά. Καὶ ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ διαφορά. Ἐὰν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἔκαμνε παννυχίδας, τὰς ἔκαμνεν ἐπὶ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἤρχιζεν ἐγκαίρως, ἀφ’ ἑσπέρας, καὶ ἐξηκολούθει καὶ μέχρι τῆς πρωΐας· οὐδέποτε ὅμως μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἀνέγνωσεν ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἶναι δὲ καὶ μία ἄλλη διαφορά, διότι ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς 24 τοῦ μηνὸς δὲν δύναται νὰ συζητῆται καὶ νὰ ψηφίζηται τὴν πρωΐαν τῆς 25.
§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Λησμονεῖτε τὸ σταφιδικόν!
§141Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ σταφιδικὸν ἤρχισεν ἀπὸ τῆς ἑσπέρας καὶ ἐξηκολούθησε μέχρι τῆς πρωΐας. Εἶναι λοιπὸν διαφορά. Ἐπειδὴ δὲ μὲ προκαλεῖτε, ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς τὸ εἴπω. Ἄλλο νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἑνὸς νομοσχεδίου ἐγκαίρως καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρι τῆς πρωΐας, καὶ ἄλλο ν’ ἀρχίσῃ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, δηλ. τὴν ἐπιοῦσαν, ὅτε δημιουργεῖτε μίαν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν ἐξεδόθη, διότι ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς 25 τοῦ μηνὸς μόλις πρὸ ὀλίγου διενεμήθη καὶ σεῖς τὴν πρωΐαν τῆς 25 ἐψηφίσατε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ σημερινῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Λοιπὸν ἀφήσατε αὐτὰς τὰς λεπτολογίας καὶ ἀκούσατέ με· πιστεύσατε δὲ, ὅτι δὲν ἔχω κανένα λόγον. Ζητῶ τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμὸν, προκειμένου μάλιστα περὶ τοιούτου νομοθετήματος σπουδαίου, ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁποίου εἶμαι κεκηρυγμένος, μεθ’ ὅλα ὅσα εἶπε κατ’ αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ θὰ τὸ ὑποστηρίξω, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ γείνωσι καί τινες τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαίας πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ καὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ. Οὐδεὶς λόγος ἀντιρρήσεως ὑπάρχει, ἀλλὰ μὴ θέλετε νὰ ὑποστηρίζητε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰ κείμενα καὶ μὲ τὸν Κανονισμὸν, καὶ νὰ γεννῶμεν ζητήματα καὶ παρεξηγήσεις ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει νὰ γεννῶνται.
§142ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται ἄπορον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἠθέλησε νὰ δώσῃ διδάγματά τινα περὶ καθηκόντων εἰς τὴν Βουλὴν, λησμονήσας ὅτι αὐτὸς ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰργάζετο, ὅτε ἦτο ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, οὐχὶ ὅπως προλάβῃ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα δέν συνέβησαν, ἀλλ’ εἰργάζετο, ὅπως καταστρέψῃ τὸν τόπον. Καὶ δὲν θὰ ἐλησμόνησεν ἡ Βουλὴ καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶσι μέρος αὐτῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ὅτι ἐν μιᾷ νυκτὶ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ σωθῇ ὁ δῆμος Πειραιῶς καὶ ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐκ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον συνεζητεῖτο τότε κατὰ τὰς μεσονυκτίους ὥρας, ἀνεγίνωσκεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ τροπάρια τῆς Κασσιανῆς ἐκ τοῦ βήματος ἐκείνου, ἵνα παρακωλύσῃ τὸ ὄντως ἐπωφελὲς ἐκεῖνο ἔργον...
§143ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόκειτο περὶ ὡρισμένης οἰκογενείας.
§144ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σιωπή!... Καὶ ἔχει τὸ θάρρος ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων νὰ ἔρχηται σήμερον τιμητὴς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἀποτρέψωσιν ἐκ τῶν ἐκτρόπων ὄντως τὴν Βουλήν. Τί συνέβη, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν; —διότι καὶ ἀνακριβείας ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. — Ὅτε ἡ ὥρα εἶχε φθάσει 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον καὶ ἐπρόκειτο κατὰ σειρὰν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, παραστάσεις ἐξ ὅλης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐγένοντο (καὶ μόνον αἱ ὁμάδες τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν ἦσαν σύμφωνοι), ἵνα ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου διὰ τὴν σήμερον. Εἶπον ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐγένοντο προτάσεις, καὶ παρακλήσεις ἀπηυθύνοντο πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ἵνα δεχθῶσι νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ σήμερον. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐπιμονῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα συζητηθῇ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον, ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, ὅτε μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ὕπνωττεν ἐκεῖ (δεικνύει τὸ ἐδώλιον τοῦ κ. Στάη), παρενέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐζήτησε συμβιβασμόν τινα, ἵνα δεχθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ κ. Πετρίδης, καὶ ὄχι ἐγὼ, ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας· ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, καὶ προέβη ἡ Βουλὴ εἶτα εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων, καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ 3ον ἄρθρον, ὅτε ἐγὼ ὑπέμνησα τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δώσει, δηλαδὴ ὑπέμνησα πρὸς αὐτὸν ὅτι ὑπεσχέθη, μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λησμονήσας τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει, δὲν ἐδέχθη, καὶ τότε ἐγὼ, ἵνα προλάβω τὰς συνεπείας τῶν παρεκτροπῶν, οὕτως εἰπεῖν, τὰς ὁποίας εἴδομεν ἀναπτυσσομένας σήμερον, δηλαδὴ τὴν συλλήβδην ψήφισιν 46 ὅλων νομοσχεδίων, καθ’ ἣν στιγμὴν πάντες ὕπνωττον καὶ ἄλλοι ἤρχοντο ἐκ τοῦ ὕπνου, περιτετυλιγμένοι τὰ νυκτικά των, διὰ νὰ εἴπωσι τὸ ναὶ, ἵνα προλάβω, λέγω, τοῦτο, ἐπρότεινα ἔνστασιν ἀπαρτίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ δυστυχῶς τινὲς τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχον συγκεντρωθῆ ἐνταῦθα, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ συνέβησαν κατόπιν ὅσα συνέβησαν ἔκτροπα.
§145Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νὰ εἴπητε καλλίτερον ἡ νομοταγὴς ὁμὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§146ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων.
§147Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ συγχαίρω τὸν συνάδελφον κ. Ἀλεξάκην, διότι εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ ἐν ἀπαρτίᾳ οὖσα προέβη εἰς τὰς ἐργασίας της (διάλογοι).
§148ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ προσέχῃ πολὺ τοῦ λοιποῦ, ἵνα μὴ γίνωνται παρεκτροπαί· διότι ἐσημειώθη Βουλευτὴς κατὰ τινα ψηφοφορίαν τῆς 18 τοῦ μηνὸς, ὅτι ἐψήφισεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως διὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκοιμᾶτο ἐν Πύργῳ τῆς Ἠλείας!
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§150ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ὁ βουλευτὴς κ. Μοσχούλας, ὁ ὁποῖος τὸ ἑσπέρας τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐκοιμᾶτο ἐν Πύργῳ τῆς Ἠλείας. Ὁ κύριος Μοσχούλας εἶναι παρὼν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν του. Ἔχει καθῆκον νὰ ὁμολογήσῃ, ἐὰν τότε ἦτο ἐδῶ καὶ ἐψήφισε (διάλογοι).
§151ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατὰ ποίαν ἡμέραν;
§152ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, 18 Ἰουνίου. Οὕτω συμβαίνουν ἔκτροπα καὶ ἐν τῷ Προεδρείῳ, καθ’ ἑκάστην μάλιστα (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔχει δίκαιον, διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Μοσχούλας εὑρίσκετο ἐν Ὀλυμπίᾳ. Ἀλλ’ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτήν: δὲν ἐννοεῖτε ὅτι εἶναι τυπογραφικὸν λάθος νὰ ἀναγραφῇ ὡς ψηφίσας ὁ κ. Μοσχούλας, ἀφοῦ ἔχετε πρότασιν ψηφισθεῖσαν διὰ 100 ψήφων ἀπέναντι 46; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐκ προθέσεως, τοῦ Προεδρείου; Προφανῶς ὄχι, διότι οὐδόλως ἐπηρέαζεν ἡ ψῆφος τοῦ κ. Μοσχούλα.
§154ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐὰν ὅμως οἱ παρόντες ἦσαν 118, ἐπηρέαζει ἢ ὄχι;
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε δὲν θὰ ἦτο τυπογραφικὸν λάθος, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξελεγχθῇ (διάλογοι). Ἡσυχάσατε Κύριοι.
§156ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔχετε τὸ ἐπίσημον πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων σας.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἔχω πρόχειρον (διάλογοι).
§158Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπιθυμοῦμεν ὅμως, ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ σαφῆ γνώμην, ἐὰν ἐπιτρέπωνται τυπογραφικὰ λάθη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς· διότι, ἐὰν ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνεχώμεθα εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τὰ τυπογραφικὰ λάθη, τότε ἀλλοίμονον! δὲν ὑπάρχουν πλέον πρακτικὰ, δὲν ὑπάρχουν πλέον νόμοι, δὲν ὑπάρχει πλέον τίποτε!
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν καθιεροῦται ἀρχὴ, ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται λάθη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσχωρήσῃ τυπογραφικὸν λάθος, καὶ δι’ αὐτὸ προτοῦ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ ἀναγινώσκονται, καὶ τὰ λάθη διορθοῦνται. Ἐὰν παρελείφθη τι, παρελείφθη ἡ διόρθωσις αὕτη. Ἀλλὰ τί πταίει τὸ Προεδρεῖον; Τὸ Προεδρεῖον πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν τοῦ ἐσφαλμένου.
§160Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἶναι φυσικὴ, διότι ὄντως εἶναι δυνατὸν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τοῖς τετυπωμένοις, ἅτινα ἀναγινώσκονται ἐνταῦθα, νὰ συμπέσῃ τοιοῦτον τυπογραφικὸν λάθος. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πᾶς λόγος περιττός· ἐὰν ὅμως συμβαίνῃ, ὥστε εἰς τὸ πρωτότυπον τοῦ ἐπισήμου πρωτοκόλλου διὰ τῆς μελάνης καὶ διὰ τῆς γραφίδος νὰ ἔχῃ γραφῆ ὅτι ἐψήφισεν ὁ κ. Μοσχούλας Ναὶ ἢ Ὄχι, ἐνῷ δὲν ἦτο ἐνταῦθα, τότε δὲν εἶναι τυπογραφικὸν λάθος.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς ἡ παρατήρησις ἐγένετο, ὅτι ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ἀναφέρεται, — τοῦτο ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ἀλεξάκης — ὅτι ὁ κ. Μοσχούλας τὴν 18 Ἰουνίου, καίτοι εὑρισκόμενος ἐν Ὀλυμπίᾳ, φέρεται ὡς ψηφίσας εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἱδρύσεως νομοῦ ἐν Καλαβρύτοις.
§162ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὴν πρωΐαν τῆς Παρασκευῆς ἐκείνης ἤμην ἐδῶ καὶ ἐψήφισα, κατόπιν δ’ ἀνεχώρησα.
§163Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὴν πρωΐαν τῆς Παρασκευῆς πρὸς τὸ Σάββατον, ἤτοι μετὰ τὸ μεσονύκτιον τῆς Παρασκευῆς, ὄχι τὴν πρωίαν τῆς Παρασκευῆς. Ἔχω ἐδῶ τὸ ἐπίσημον πρωτόκολλον ψηφοφορίας, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναφέρει ὡς ψηφίσαντα.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μοὶ τὸ δίδετε;
§165ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα (ἐγχειρίζει τὸ πρωτόκολλον εἰς τὸν Πρόεδρον).
§166Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι εἶπον, δὲν τὸ εἶπον ἵνα ἐλέγξω τὸ Προεδρεῖον, ἀλλ’ ἵνα μετατοπίσω τὰς εὐθύνας· διότι, ἀντὶ νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τὸ τυπογραφεῖον, τὴν ἔχει τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, κατὰ πλάνην βεβαίως, διότι ἐπὶ τοιούτου καταφώρου γεγονότος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πλαστογραφηθῇ ἡ γνώμη ἑνὸς Βουλευτοῦ. Τοῦτο δὲ νομίζω ὅτι προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Γορτυνίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τοιοῦτον λάθος, λάθος ὅμως οὐσιωδέστατον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει τὸ Προεδρεῖον εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του (διάλογοι).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι. Παρακαλῶ μίαν στιγμήν, νὰ ἴδω τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας. (Ἐνταῦθα ὁ κ. Ἀλεξάκης ἀνέρχεται εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα ἐξελέγξῃ τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας).
§168ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε! Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξελεγχθῇ βραδύτερον. Πρῶτον νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§170ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ διορθωθῇ ἀμέσως αὐτὸ (Θόρυβος).
§171ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Χάριν τῆς τάξεως εἶναι προτιμότερον νὰ γείνῃ ἡ ἐξέλεγξις ἀμέσως (διαμαρτυρίαι θορυβώδεις ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Φικιώρη, ἔχετε τὸν λόγον (θορυβώδεις διάλογοι).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, Κύριοι, εἰς τὰς θέσεις σας. Ὁρίστε, κύριε Φικιώρη.
§174Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀκριβῶς, Κύριοι, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ψηφίζονται οἱ νόμοι, δι’ αὐτὸ βλέπομεν τὸ φαινόμενον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως μᾶς ἐπαρουσίασε σήμερον. Πρὸ τοῦ 1892 εἴχομεν ἄλλον νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸ 1892 ἐψηφίσθη ἄλλος νόμος, κατὰ τὸ 1895 ἄλλος, καὶ σήμερον προτείνεται πάλιν ἄλλος νόμος. Διατὶ τοῦτο; διότι οἱ νόμοι ψηφίζονται τόσον ἀτελῶς καὶ τόσον πλημμελῶς κατηρτισμένοι, ὥστε ἀναγκάζονται νὰ ἔρχωνται οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ, ὄχι διὰ νὰ ζητῶσι τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐλλείψεων καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν πλημμελῶν, ἀλλὰ τὴν πλήρη κατάργησιν. Καὶ διατὶ αἱ τοιαῦται ἐλλείψεις καὶ ἀτέλειαι τῶν νόμων; διότι συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἠθέλησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ χθὲς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προέβαλε καὶ τὸ ὁποῖον ἂν ψηφισθῇ οὕτω πως, θὰ ἔλθῃ ἀναμφιβόλως μετὰ ταῦτα ἄλλος διάδοχός του, ἀξιῶν ἐπίσης, ὅτι αὐτὸς καὶ μόνος εἶναι σοφὸς, ἵνα προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάργησιν αὐτοῦ· καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε θὰ ἔχωμεν Κράτος ἄξιον τοῦ ὀνόματος τοῦ Κράτους καὶ ἄξιον τοῦ προορισμοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἔχει ὑπὲρ πᾶν ἄλλο. Δι’ αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιμείνω, ὅπως τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ρικάκη περὶ ἐπανορθώσεως τοῦ κακοῦ ἐκείνου, ὅπερ ἐγένετο χθὲς κατὰ τὸ μεσονύκτιον καὶ μέχρι πρωΐας διὰ τῆς ψηφίσεως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τόσων νομοσχεδίων μεγάλης σπουδαιότητος, διὰ τῶν ὁποίων πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι ἐλπίζει τὴν ἀνόρθωσιν ἐν γένει τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῷ Κράτει. Προτείνω μάλιστα, ἵνα ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Ρικάκη ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ πρὸς τοῦτο πιστεύω, ὅτι θὰ ἔχω συμφώνους καὶ ἄλλους δέκα ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§176ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν· εἶναι ὥρα.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· νὰ τελειώσῃ πρῶτον ἡ συζήτησις. Ὁρίστε, κύριε Δούνη.
§178Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς διεθρυλήθη ἀνὰ τὴν χώραν, ὅτι μεγάλη ὑπῆρχεν ἡ πιθανότης, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας θ’ ἀνελάμβανε τὰ ἡνία τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ... (πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἐξέρχονται τῆς αἰθούσης). Ἐὰν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ φύγουν οἱ κύριοι Βουλευταί, τότε καλλίτερον νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10ης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 55′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καπετανάκης.
§182ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Δούνης διέκοψε.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούνης, μάλιστα.
§184Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅτε μετὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐγνώσθη ὅτι ἡ πιθανότης μεγάλη ὑπῆρχεν, ὅτι τὴν τῶν κοινῶν διοίκησιν ἤθελεν ἀναλάβει ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτής, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἠσθάνσθη δυσαρέσκειάν τινα· τοὐναντίον, γνωρίζων τὸν ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν ὡς ἄνθρωπον ἀρίστης μορφώσεως καὶ νομίζων αὐτὸν νομοταγῆ, εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀναλαμβάνων τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ἓν καὶ μόνον μέλημα θὰ εἶχε, νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους. Δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δεινῶς πάσχει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρήγαγε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παράγῃ τὴν ἀποσύνθεσιν τὴν διοικητικὴν, τὴν κατάπτωσιν, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν ἐξασθένησιν τῆς ἐξουσίας, εἶναι ἡ ἔλλειψις τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους· ἐὰν δ’ ἐπῆλθον τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, — καὶ δὲν ἐννοῶ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν τὴν πολεμικὴν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς ἐπιμελητείας καὶ ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς ὑγειονομικῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, — ἐπῆλθον ἕνεκεν ἐλλείψεως σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ πάντες οἱ παρόντες Βουλευταί, νομίζω, ἐφρόνουν, καὶ δικαίως, ὅτι τὸ ἄριστον μέσον τῆς ἀνορθώσεως τῶν τῆς Πολιτείας πραγμάτων, ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, ἤθελεν εἶναι ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους. Ἀλλὰ ὀλίγη δυστυχῶς ἀπῃτήθη ἐργασία, ἵνα ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπλανᾶτο, ὀλίγου χρόνου διοίκησις τῶν κοινῶν ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ἀπῃτήθη, ἵνα πεισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι ἐκεῖνο τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον διεκρίθη διὰ τὴν πρὸς τοὺς νόμους ἀσέβειαν, ἐκεῖνο τὸ παρελθὸν δὲν κατεποντίσθη εἰς τὸ πέλαγος τῶν ἀτυχημάτων τῆς πατρίδος, ὑφίσταται δὲ καὶ σήμερον, ἐπὶ μεγάλῃ τῆς πατρίδος ἡμῶν ζημίᾳ. Καὶ πράγματι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλιπε τὴν ἁμαρτωλὸν ἐκείνην ὁδὸν καὶ ἔταμε νέαν ὁδὸν ἀνορθώσεως καὶ βελτιώσεως, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐξαγγέλληται, ὅτι ὁ ζῆλος ἑνὸς ὑπαλλήλου ἀνωτέρου εἶναι ἀνώτερος τοῦ νόμου; Πῶς δύναται νὰ πιστεύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι θέλουσιν ἀνορθωθῆ καὶ τὰ τῆς Πολιτείας καὶ τὰ τῆς κοινωνίας, ὅταν βλέπῃ ὅτι ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σοβαρώτατα τῶν ζητημάτων ἐν νομοσχεδίοις, διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν ὁποίων χρόνος πολὺς εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ἀπῃτήθη, καὶ διὰ τὴν μελέτην τῶν ὁποίων ὑπὸ τῆς Βουλῆς πολὺς χρόνος κατηναλώθη, καὶ ταῦτα δὲ ἄνευ κἂν ἀναγνώσεως συναρπαζόμενα εἰς νόμους μεταβάλλονται; Δὲν διαφεύγει ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὅτε ἐν Ἀγγλίᾳ, κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα, ἤρχισαν νὰ δυσφορῶσι διὰ τὴν διοικητικὴν καὶ τὴν δημοτικὴν κατάστασιν, συνεστάθη ἀμέσως μεγάλη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἔθηκεν ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὑπὸ τῆς καταστάσεως παραχθέντα, ὑπὸ μελέτην ἐμβριθῆ. Ἐπελθούσης ὅμως τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῆς περιπλοκῆς τῆς Ἀγγλίας εἰς τοὺς πολέμους τοὺς ἠπειρωτικοὺς, ἡ ἐπιτροπὴ ἔπαυσε τὸ ἔργον αὑτῆς. Τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἐπανελήφθη μετὰ τὴν μάχην τοῦ Βατερλώ...
§185Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Κἄτι γρήγορα! (γέλωτες).
§186ΔΟΥΝΗΣ. .. Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἀρξαμένη τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἀνατεμοῦσα τὴν ἐν γένει δημοτικὴν καὶ διοικητικὴν διοίκησιν, ἔφθασεν εἰς συμπέρασμα περὶ τὸ ἔτος 1832. Ἀλλὰ τὸ ἔργον αὐτῆς δὲν ἐκρίθη ἐπαρκές. Νέα δὲ κατὰ τὸ 1833 συνεστάθη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία συγκεντρώσασα ὅλα τὰ στοιχεῖα τῶν προηγουμένων ἐπιτροπῶν καὶ μελετήσασα αὐτὰ, μόλις ἠδυνήθη νὰ συντάξῃ τοὺς νόμους περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς διοικήσεως τῆς Ἀγγλίας κατὰ τὸ 1835, καὶ τότε ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μακρὸν συνεζητήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν, γενόμενα νόμοι τοῦ Κράτους. Ἔκτοτε δ’ ἐξακολουθεῖ ἡ διοίκησις ἐκείνη. Δὲν ἀγνοεῖται, ὅτι καὶ ἐν Ἰταλίᾳ τὸ αὐτὸ συνέβη. Ἤρχισεν ἡ μελέτη τῶν διοικητικῶν ζητημάτων ἀπὸ τοῦ 1859, πρὶν ἔτι ἐπέλθῃ ἡ ἕνωσις τῆς ὅλης Ἰταλίας, καὶ κατέληξε μόλις κατὰ τὸ 1880. Τί δὲ συμβαίνει παρ’ ἡμῖν; Παρ’ ἡμῖν, καίτοι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι πᾶσα παρανομία, πᾶσα ἡ ἀνώμαλος κατάστασις ἀπορρέει ἐκ τοῦ ὅτι ἡ διοίκησις χωλαίνει, καίτοι γνωρίζομεν, ὅτι δεῖται ἀνορθώσεως ἡ διοίκησις, ἵνα ἀνορθωθῶσι καὶ τὰ τῆς Πολιτείας καὶ τὰ τῆς κοινωνίας, ἐν τούτοις ἐκ τοῦ προχείρου συντάσσομεν νομοσχέδια, ὑποβάλλομεν αὐτὰ, καὶ ἐκ συναρπαγῆς τὰ ψηφίζομεν, καθιστῶντες αὐτὰ νόμους. Τίνα δὲ, κύριοι Βουλευταὶ, θέλετε νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ἐπὶ τῶν ψηφιζομένων νόμων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅταν μανθάνῃ, ὅτι οἱ παρ’ ἡμῶν ψηφιζόμενοι νόμοι δὲν τίθενται ὑπὸ βάσανον, δὲν μελετῶνται; Τίνα πεποίθησιν καὶ τίνα σεβασμὸν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς νόμους, τοὺς ὁποίους οἱ πλεῖστοι τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, καθ’ ἃ αὐτοὶ οὗτοι βεβαιοῦσι, δὲν ἔλαβον τὸν χρόνον οὔτε κἂν ν’ ἀναγνώσωσιν;
§187ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Νὰ μὴ κοιμῶνται.
§188ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας λέγει «νὰ μὴ κοιμῶνται». Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις ἀφίνει κἂν στιγμὴν νὰ ἀναπαυθῇ τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα; μήπως παρέχεται εἰς αὐτὸν ὁ καιρὸς, ὅπως ἀντλήσῃ δύναμιν πνευματικὴν ἢ σωματικήν; Βεβαίως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δύνανται καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν νὰ ἀναπαύωνται (ἱλαρότης). Ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν ἐκτελεῖται ὑπὸ τῶν τμηματαρχῶν, καὶ δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ ἐργασθῶσιν. Ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἔχουσι καὶ ἄλλας ἀσχολίας, ἀρκετὰ σοβαρὰς δι’ αὐτούς· καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἔχουσι πολὺ μεγαλειτέρας ἀσχολίας ἐκείνων, ἃς ἔχουσιν οἱ σήμερον παρακαθήμενοι εἰς τὰς ἕδρας των κύριοι Ὑπουργοί. Ἐὰν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἶχον τὰς ἀσχολίας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ λοιποὶ ἀντιπρόσωποι, βεβαίως δὲν θὰ ἐπέμενον, ἵνα μέχρι τῆς πέμπτης πρωϊνῆς ὥρας συζητῶνται τὰ νομοσχέδια, δὲν θὰ ἐπέμενον ἵνα οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐξαντλῶνται καὶ πνευματικῶς καὶ σωματικῶς, διότι θὰ ἐξηντλοῦντο πρῶτοι αὐτοί. Ἀλλὰ διότι ἔχουσιν ἀκριβῶς τὴν εὐκαιρίαν, καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν νὰ ἀναπαύωνται, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον αὐτοὶ δὲν ἐξαντλοῦνται. Ἕν μόνον ἐπιδιώκουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, τὴν ψήφισιν ὅπως–ὅπως τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, τὴν μετατροπὴν αὐτῶν εἰς νόμους. Καὶ εἶναι βεβαίως διὰ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς χρυσοῦν τοῦτο δέρας. Ἀλλ’ εἶναι δέρας χρυσοῦν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐμπεποτισμένον μὲ δηλητήρια, καὶ οὐαὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλ’ οὐαὶ συγχρόνως καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν! Ἐὰν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) δὲν ἐννοοῦν τοῦτο τὴν στιγμὴν ταύτην, θὰ τὸ ἐννοήσουν ἴσως μετ’ ὀλίγον χρόνον, καὶ τότε θὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι μία ἀλήθεια. Τὸ ἐνόησαν καὶ ἄλλαι πλειονοψηφίαι πολλάκις ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἴσως δὲν μετενόησαν, διότι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπικρατεῖ ἀληθὴς πόνος, ἀληθὴς μέριμνα ὑπὲρ τῶν κοινῶν.
§189Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Οὐδεὶς μεριμνᾷ;
§190ΔΟΥΝΗΣ. Οὐδένα βλέπω ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιάν.)
§191ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Σεῖς ἔχετε μεγαλείτερον πόνον!
§192ΔΟΥΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου.
§193ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις σας, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε ὅτι σεῖς μόνον ἔχετε τὸν πόνον αὐτόν.
§194ΔΟΥΝΗΣ. Νὰ ἦσθε πεπεισμένος, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ὑμεῖς τὸν ὁποῖον τιμῶ ὑπερβαλλόντως, ὅτι, ἐὰν τῶν κοινῶν ἐκήδετο ἡ πλειονοψηφία, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν οὕτω πως ἐπιψήφισιν, ἄνευ ἐπαρκοῦς συζητήσεως, νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ ἐπιδράσωσι βαθέως ἐπὶ τῆς διοικητικῆς καταστάσεως τῆς χώρας; Διὰ ποῖον λόγον ἡ πλειονοψηφία νὰ μὴ παρέχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα αὕτη μελετήσῃ ἐπαρκῶς καὶ φέρῃ τὰς σκέψεις καὶ τὰς παρατηρήσεις αὑτῆς, ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν κἄν διενοήθη νὰ φέρῃ κώλυμα τῇ Συμπολιτεύσει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου; (θόρυβος καὶ ἀντιρρήσεις). Οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις διενοήθη νὰ φέρῃ τὴν ἐλαχίστην δυσχέρειαν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Μίαν μόνον πρόθεσιν ἐξεδήλωσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὴν πρόθεσιν ἵνα πεφωτισμένην ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὴν πρόθεσιν ἵνα συντελέσῃ, ὅπως τὰ νομοθετήματα αὐτὰ, ἐντεῦθεν ἐξερχόμενα, ὦσιν ὡς οἷόν τε τελειότερα. Τὴν πρόθεσιν ταύτην δὲν ἐξετίμησεν ἀρκούντως ἡ Συμπολίτευσις, καὶ ἔχει ἄδικον, καὶ βλάπτει ἑαυτὴν καὶ ὄχι τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, μὴ δυναμένη ἄλλο τι νὰ πράξῃ, ὅπως συγκρατήσῃ τὴν Συμπολίτευσιν ἐκ τοῦ κατηφόρου, ἓν καθῆκον ἔχει, νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῶν γενομένων, ὅπως μὴ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας τῶν νομοθετημάτων.
§195Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τοιαύτας εὐθύνας πάντοτε νὰ φέρωμεν.
§196ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἓν ἔχει καθῆκον, προκειμένου περὶ νομοθετήσεως ἐπὶ τῶν σοβαρωτάτων παρ’ ἡμῖν διοικητικῶν κλάδων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τριακονταετίας δὲν ἐθίχθησαν, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει, λέγω, τὸ καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῶν γενομένων. Εἶναι πεπεισμένη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος καὶ ἡ Συμπολίτευσις θὰ μετανοήσῃ δι’ ὅσα πράττει. Εἶναι πεπεισμένη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡ πλειονοψηφία γοργῶς βαίνει πρὸς τὸ βάραθρον καὶ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν τῆς συνέσεως νὰ σταματήσῃ ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ σταματήσῃ, διὰ νὰ σώσῃ ἑαυτὴν ἀπὸ τὸν ὄλεθρον (εἰρωνικαὶ ἐπιφωνήσεις ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ νομίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι μικρὸν τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον γίνεται ὡς πρὸς τὰ νομοθετικὰ ἔργα ἐκ τῆς ἐντυπώσεως, ἡ ὁποία προξενεῖται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ εἶναι προϊόν ἐπιτροχάδην ψηφίσεως καὶ οὐχὶ μελέτης καὶ βασάνου εὐσυνειδήτου.
§197Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πῶς τὸ γνωρίζετε ὑμεῖς αὐτό;
§198ΔΟΥΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἐπιμένετε νὰ παρουσιάσητε ὡς νόμον, τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, θέλετε ἴδει ἐντὸς ὀλίγου, ὅταν ἐπιχειρήσητε νὰ τὸ ἐφαρμόσητε, ὁπόσας θέλει παρουσιάσει ἐλλείψεις καὶ ὁπόσην σφοδρὰν δυσπιστίαν τοῦ λαοῦ θέλει προκαλέσει...
§199ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Εἶσαι καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ὅλου!
§200ΔΟΥΝΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ἀντιπροσωπεύω τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§201Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ναυπλιώτη, ἐπὶ τέλους καὶ ὀλίγον σεβασμὸν πρὸς τὸν ῥήτορα! Βεβαίως εἶναι ἀντιπρόσωπος.
§202ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταί, ὁμιλῶ καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλῶ, εἶναι διότι γνωρίζω τί ἐστὶν ἐμπιστοσύνη πρός τινα νόμον παρὰ τῷ λαῷ. Γνωρίζω πόσον ὁ λαός, ὅταν δὲν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς νόμον τινὰ, ἀνθίσταται, πόσον διαμαρτύρεται, εἰς ποῖα καταφεύγει μέσα, ἵνα εἰς τὸν νόμον αὐτὸν μὴ ὑποταχθῇ. Ἐὰν ὁμιλῶ καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλῶ, εἶναι διότι, νέος, πρώτην φορὰν λαβὼν τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν Βουλήν, ἤλπιζον ὅτι ἤθελον ἐκ τῶν πρώτων βημάτων διδαχθῆ τὸν σεβασμὸν τὸν ἀπόλυτον πρὸς τοὺς νόμους. Δυστυχῶς συνέβη τὸ ἐναντίον. Δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐνταῦθα νὰ διδάσκηταί τις τὴν πρὸς τοὺς νόμους ἀσέβειαν.
§203ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρὰ τίνος;
§204ΔΟΥΝΗΣ. Καὶ τὴν διδασκαλίαν ταύτην τὴν ἔλαβον ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν, καὶ τὴν ἔλαβε δυστυχῶς μετ’ ἐμοῦ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διατὶ, Κύριοι Βουλευταί, κύριοι Ὑπουργοὶ, σεῖς οἱ κυβερνῶντες, διατὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐσπεύσατε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας; Ποία ἤθελεν εἶναι ἡ ἀπώλεια, ἐὰν συνεμορφοῦσθε πρὸς τὴν ἀπόφασιν τὴν ληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἀφίνατε τὸ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον, ἵνα συζητηθῇ πρεπόντως, ὅπως καὶ ἡμεῖς μορφοῦντες γνώμην δώσωμεν ψῆφον εὐσυνείδητον; Ποία βλάβη ἤθελε προσγείνῃ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, ποία βλάβη εἰς τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας; Ποία ἡ ἀνάγκη τῆς τοιαύτης σπουδῆς, ἡ ὁποία τὴν πλειονοψηφίαν ὑπεχρέωσεν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν οὑτωσί, κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας;
§205ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (δεξιόθεν). Διατὶ δὲν ἦσθε ἐδῶ;
§206Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸ νὰ ἤμεθα ἐδῶ, εἰς οὐδὲν θὰ ὠφέλει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ὠφέλει, θὰ ἦτο νὰ εἴχομεν καὶ τὸν χρόνον καὶ τὴν ἐλευθερίαν πλήρη καὶ ἀνεπηρέαστον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Τοιαύτης ἐλευθερίας ἐστερήθημεν. Πάντοτε προεβλήθησαν δυσχέρειαι. Πάντοτε προετάθησαν λόγοι, ἵνα ἐπισπεύδῃ ἡ Βουλὴ τὰς συζητήσεις, καὶ οὕτως ἐξέλιπεν ἡ πλήρης καὶ ἀρτία ἐλευθερία τῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων συζητήσεως. Ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ νομοθετήματα συζητῶνται καὶ ψηφίζωνται, ἓν εἶναι πάντοτε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον κυροῖ καὶ ἡ ἱστορία, ὅτι τὰ νομοθετήματα ταῦτα φέρουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὸ μικρόβιον νόσου θανατηφόρου καὶ εἶναι προωρισμένα εἰς βίον ὀλιγοχρόνιον. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐὰν τὰ νομοθετήματα ἦναι δι’ ὀλιγοχρόνιον βίον προωρισμένα, τί πρὸς τοῦτο; Ποῖον εἶναι τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται; Μήπως θὰ παύσῃ λειτουργοῦν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Μήπως δὲν θὰ συνέλθῃ καὶ αὖθις τὸ νομοθετικὸν σῶμα, ἵνα ψηφίσῃ ἄλλα; Συνομολογῶ, ὅτι τοῦτο γίνεται. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο, τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι τὸ μεγαλείτερον κακόν, τὸ ὁποῖον διαπράττεται κατὰ τῆς χώρας. Ἐπεθύμουν, μετὰ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ἡ χώρα, τὸ κακὸν τοῦτο, τὸ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη γινόμενον, νὰ μὴ ἐπανελαμβάνετο. Καὶ ἐπανελήφθη δυστυχῶς καὶ εἰς τρόπον, ὥστε δὲν κλονίζεται μόνον ἡ ἐμπιστοσύνη ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων, ἀλλὰ κλονίζεται καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη ἐπὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς ὑπάρξεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τίνα σκοπὸν ἔχουσιν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ὅταν οὑτωσὶ ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια; Δύναται μία Κυβέρνησις, σχηματιζομένη κατόπιν τῶν ἐκλογῶν, μετ’ ἀπόδειξιν τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, νὰ μὴ συγκαλῇ ποσῶς τὴν Βουλήν. Δύναται ἁπλῶς νὰ δημοσιεύῃ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τὰ νομοσχέδια αὐτῆς, ἵνα οὕτως εἰς νόμους μετατρέπωνται, καὶ οὕτω δὲν θὰ ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη νὰ συνερχώμεθα καὶ νὰ ταλαιπωρώμεθα ἐνταῦθα. Γνωρίζω, ὅτι τοῦτο ἐπιθυμεῖτε, ὅσοι ἀνήκετε εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην· ἀλλ’ ἐὰν αὔριον μετατοπισθῆτε, δὲν θὰ ἐπιθυμῆτε τοῦτο... (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν, θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§207ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Προσβάλλει ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, κύριε Πρόεδρε!
§208ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ μειονοψηφία, κατανοοῦσα ὅτι ἐνδέχεται παραδρομή τις νὰ προεκάλεσε τὰ γενόμενα κατὰ τὴν χθεσινὴν νύκτα, παρεκάλεσε τὴν πλειονοψηφίαν, ἵνα ἐπαναφέρῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυνατὸν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ὡς ἄκυρον νὰ προσβληθῇ (εἰρωνικαὶ ἐπιφωνήσεις ἐκ δεξιῶν). Ὅταν εἰς τὰ δικαστήρια προβάλωσι τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Συντάγματος καὶ πρὸς αὐτὸ συνδυάσωσι τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δύσκολον εἶναι νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι δικασταὶ, ἔχοντες πλήρη συνείδησιν τῶν νόμων, δὲν θέλουσι κηρύξει αὐτὸ ἄκυρον. Ἐὰν γεννηθῶσι σχέσεις μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῶν ἀστυνομικῶν καὶ τοῦ λαοῦ, παράγουσαι διαφορὰς δικαστικὰς, ὡς βεβαίως θέλουσι γεννηθῆ, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ συμφέρον νὰ θεωρήσῃ τὸν νόμον αὐτὸν ὡς ἄκυρον, νὰ ἦσθε πεπεισμένοι, ὅτι θέλει προβάλει τὸν λόγον τῆς ἀκυρότητος, καὶ ἴσως ἐπιτύχῃ ἀπόφασιν κηρύσσουσαν τὸν νόμον αὐτὸν ἄκυρον. Διατί ἡ πλειονοψηφία δὲν συναινεῖ εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τῆς μειονοψηφίας, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς συζήτησιν; (εἰρωνικαὶ ἐπιφωνήσεις ἐκ δεξιῶν). Διατί ἡ πλειονοψηφία δὲν θέλει νὰ τὸ μελετήσωμεν καλλίτερον, ἵνα ὁ νόμος αὐτός, τελειότερος γινόμενος, τιμήσῃ αὐτὴν ταύτην τὴν Κυβέρνησιν, αὐτὴν ταύτην τὴν πλειονοψηφίαν; Μίαν ἡμέραν ἔχετε νὰ χάσητε, μίαν συνεδρίασιν τὸ πολύ...
§209Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίωμα ἔχετε νὰ ἐλέγχητε· ὄχι νὰ παρακαλῆτε.
§210ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπεβλήθη πρὸ ἐμοῦ παράκλησις, καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνω, διότι χάριν τοῦ γενικοῦ καλοῦ καὶ εἰς παρακλήσεις ἀκόμη προβαίνομεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι, οἱ νόμοι, οἱ ἐντεῦθεν ἐξερχόμενοι, νὰ ἦναι νόμοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ὁ Ἑλληνικὸς λαός, νὰ ἦναι νόμοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἔχῃ πεποίθησιν, ὥστε νὰ ὑποταχθῇ μετ’ εὐλαβείας εἰς αὐτούς. Φοβοῦμαι, ὅτι εἰς τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα οὕτω παρατύπως, οὕτω παρανόμως καὶ οὕτως ἀβασανίστως, οὐ μόνον μετ’ εὐλαβείας δὲν θέλει ὑποταχθῆ ὁ λαός, ἀλλὰ καὶ θέλει διαμαρτυρηθῇ εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως (ἀναγινώσκονται)
§212Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ μέρος τῶν πρακτικῶν «ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, ἣν παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, προταχθὲν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας», δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἤμην καὶ ἐγὼ παρὼν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἀλλὰ δὲν ἀντελήφθημεν τοιαύτην πρότασιν.
§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο, καὶ πολὺ σαφῶς μάλιστα.
§214Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ χθὲς ἀπῆλθον τῆς αἰθούσης κατὰ τὴν δευτέραν πρωϊνὴν ὥραν· ὀλίγον πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς μου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δηλώσει, πρὸς συμβιβασμὸν τῶν διεστώτων, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἐδέχετο νὰ ψηφίσῃ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θ’ ἀνεβάλλετο ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις αὐτοῦ εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν. Ἐκ τῶν παρόντων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεώς τινες δὲν ἐδέχθησαν τὴν πρότασιν αὐτὴν, θεωροῦντες ὅτι οὔτε κατ’ ἀρχὴν ἦτο προσῆκον κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν καὶ μετὰ μακρὰν ἐργασίαν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τόσῳ σπουδαῖον νομοσχέδιον. Ἐζήτησαν λοιπὸν, ὅπως δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὸ νομοσχέδιον ἀναβληθῇ διὰ τὴν ἐπαύριον, καὶ μὴ γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ παρόντες τότε, κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν, ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἦσαν, φαίνεται, ἐπαρκεῖς, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὴν πρότασιν αὐτὴν, διότι τινὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἦσαν σύμφωνα, κατέφυγον εἰς τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἡ προσφυγὴ αὕτη δὲν διέφερε πράγματι τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, διότι κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ἄλλο νομοσχέδιον, καὶ ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν ὁ ἔντιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις εὑρέθη εἰς ἄμυναν, εἶναι ἄδικος, διότι ὁ σκοπὸς τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας ἦτο ἁπλῶς ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§215ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βλέπετε; Πολὺ ὡραῖα!
§216ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ εἶχε δηλώσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδεμία ἄλλη συζήτησις ἤθελε γείνῃ μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ δίκαιον ὅ,τι εἶπεν ὁ ἐκ Κυθήρων ἔντιμος Βουλευτὴς, ὅτι χειρῶν ἀδίκων ἤρξατο ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, νομίζω ὅτι ἐν Κοινοβουλίῳ δὲν δύνανται νὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐργασίαι προσηκόντως, ἂν δὲν ἐπικρατῇ ἐν ταῖς ἐργασίαις αὐτοῦ καλὴ πίστις καὶ ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας. Διότι ἀλλοίμονον, ἂν ἐν τῷ Συνεδρίῳ, ἐν ᾧ ἀντιπροσωπεύεται ὁ λαὸς, δὲν κρατῇ ἡ καλὴ πίστις. Αἱ ἐντυπώσεις ἐπὶ τοῦ λαοῦ ἐκ τοιούτου Κοινοβουλίου θέλουσιν εἶναι ἐλεειναί. Τάχιστα θέλει ἐκλίπει πᾶς σεβασμὸς πρὸς τὰ ἔργα καὶ τὰς ἀποφάσεις τοιαύτης ἀντιπροσωπείας. Πρῶτον δὲ καθῆκον ἐν ἔργῳ διεξαγομένῳ μετὰ καλῆς πίστεως εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει ἡ πλειονοψηφία νὰ ὑποβάλλῃ τὴν μειονοψηφίαν εἰς τοσοῦτον ὑπέρμετρον καὶ συνεχῆ ἐργασίαν, ὥστε νὰ ὠθῇ αὐτὴν εἰς ἔσχατα μέτρα, τὰ ὁποῖα νὰ φέρουν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἐξ ἀντιδράσεως νὰ λέγῃ «ἰδού! ἐψηφίσαμεν 40 νόμους ἐν μιᾷ ἑσπέρᾳ!» Οὐδέποτε ὁ λαὸς θὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοιαύτη νομοθετικὴ ἐργασία ἐβασανίσθη καὶ ἐψηφίσθη πρεπόντως, ὡς ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα. Τοιοῦτον ἔργον νομοθετικόν, περιφρονούμενον, δὲν θὰ ἐπιζήσῃ τῆς πλειονοψηφίας. Τοιοῦτόν τι ἐγένετο ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει. Ὑπὸ διαφόρους λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν παραδέχομαι ὡς ὀρθοὺς, παρεστάθη ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι ἀνυπόμονον ταχέως τὰ ἔργα αὐτὰ νὰ ἴδῃ μεταβαλλόμενα εἰς νόμους. Οἱ ἴδιοι οἱ εἰσηγησάμενοι αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν μεταβάλλονται εἰς διαιτητὰς καὶ θαυμαστὰς τῶν ἰδίων αὑτῶν ἔργων καὶ ἀνακηρύττουσιν ὡς τὰ ὠφελιμώτερα ἐκ τῶν προταθέντων ποτὲ, καὶ λέγουν ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ τὰ ψηφίσωμεν, ἄλλως δὲν ἔχομεν λόγον ὑπάρξεως ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀποροῦν, πῶς δὲν μένομεν ὅλον τὸ θέρος μέχρι τῆς πρωΐας καθ’ ἑκάστην συζητοῦντες τὰ νομοσχέδια αὐτῶν καὶ μεταβάλλοντες αὐτὰ εἰς νόμους. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἐκτιμῶμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τὰ ἔργα ὑμῶν, ὅσον καὶ ἂν ἀγαπῶμεν τὴν πατρίδα, δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ εἰς τοιαύτην ὑπέρμετρον, εἰς τοσοῦτον ἐξαντλοῦσαν καὶ παραλύουσαν τὸ σῶμα καὶ τὸν νοῦν αὐτῶν ἐργασίαν, διότι δὲν εἶναι χειρωνακτική τις ἐργασία τὸ νομοθετεῖν. Ἀλλὰ καὶ τοιαύτη τις ἂν ἦτο, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὰ ὅριά της. Τοιαύτη ἐργασία, ἣν ἐπιτελεῖ τὸ νομοθετικὸν σῶμα, ἐργασία κανονίζουσα καὶ διευθύνουσα ἁπάσας τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν, ἀπαιτεῖ πολὺ περισσοτέραν ἄνεσιν παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ ἐργασία ἡ διεξαγομένη νῦν ἐνταῦθα. Οἱ Ὑπουργοὶ, παρασκευάσαντες καὶ παρουσιάσαντες εἰς τὴν Βουλὴν ἑβδομήκοντα ἢ ὀγδοήκοντα νομοσχέδια, ἀπαιτοῦσιν, ἐπειδὴ αὐτοὶ τὰ ἐμελέτησαν καὶ τὰ εὗρον πλήρη καὶ ὠφέλιμα, ἵνα τὰ συζητήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ, χωρὶς νὰ δίδωσι κἂν εἰς αὐτὴν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ τὰ ἀναγνώσῃ. Ἀλλὰ μήπως ἀρκεῖ ἡ ἀνάγνωσις μόνον αὐτῶν; Ἀνάγκη νὰ μελετηθῶσι παρὰ τῶν Βουλευτῶν ἐπισταμένως τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ μελετηθῶσι συγκριτικῶς πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Πρὸς τοῦτο ἀνάγκη νὰ ἀναδράμῃ τις καὶ μελετήσῃ τὰς συζητήσεις τὰς ἄλλοτε γενομένας, διὰ νὰ μάθῃ διατὶ ἐψηφίσθησαν τότε. Ἴσως καὶ εἰς ξένας νομοθεσίας εἶναι ἀνάγκη τις νὰ προσφεύγῃ, ὅπως ἴδῃ τί ἀλλαχοῦ ἐγένετο ἐπὶ ὁμοίων θεμάτων. Λοιπὸν πολὺ φυσικὸν εἶναι, ἀναγκαζομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ὑπέρμετρον ἐργασίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ κεκμηκυῖα νὰ μὴ δύναται νὰ παρακολουθήσῃ μέχρι τοῦ ἄκρου, ὅπου ἐκείνη ὠθεῖ τὰς συζητήσεις καὶ τὴν ἐργασίαν, παρατείνουσα μέχρι τῆς τρίτης, τετάρτης καὶ πέμπτης πρωϊνῆς ὥρας ἐνίοτε τὰς συνεδριάσεις. Διότι, ἂν ὑπάρχουν παραδείγματα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ παρέμεινε μέχρι τῆς πρωΐας, αὐτὸ συνέβη σπανίως καὶ ἐξαιρετικῶς, ἐνῷ τὸ ἤδη συμβαῖνον γίνεται πρὸ μηνὸς καὶ πλέον. Ἀληθῶς ἀπὸ μηνὸς οὕτω διεξάγεται ἡ ἐργασία. Συνερχόμεθα κατὰ τὰς 5–5½ μ. μ., μένομεν μέχρι τῶν 8½–9 τῆς ἑσπέρας, ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς 10–10½ καὶ μένομεν μέχρι τῆς 2 ἢ 3 τῆς πρωΐας, ἐνίοτε δὲ καὶ μέχρι τῆς 4 ἢ 5 τῆς πρωΐας. Ἐξαντλεῖται οὕτω προδήλως καὶ πᾶν ἄλλο ἢ παρακολουθεῖ ὁλόκληρος καὶ ἐν ἐπιγνώσει ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας, καὶ ἂν οἱ κύριοι τῆς πλειονοψηφίας ἔχωσιν ἄπειρον πεποίθησιν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἐννοῶσιν οὔτε νὰ βασανίσωσιν οὔτε νὰ μελετήσωσιν αὐτὰ, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ πράττωσιν οὕτως, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν ἀντίθετον καθῆκον. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ὑπάρχει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἵνα ὑπάρχῃ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν ἀντίρροπος δύναμις, ἡ ὁποία νὰ βασανίζῃ καὶ συζητῇ λεπτομερῶς καὶ ἐπανειλημμένως τὰ ἔργα τὰ ὑποβαλλόμενα τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει ν’ ἀφίνηται ἐλευθέρα, δὲν ἀφίνεται δ’ ἐλευθέρα, ὅταν ἐξαναγκάζηται καθ’ ἡμέραν νὰ συζητῇ μέχρι τῆς πρωΐας. Δι’ αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ὅ,τι γίνεται, ὡς γίνεται, δὲν φέρει τὸν χαρακτῆρα κοινοβουλευτικοῦ ἔργου. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν φέρει τὸν τύπον τῆς νομιμότητος,—τότε θὰ ἦτο παράνομον, θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικόν,—ἀλλὰ βεβαίως ἐλλείπει ἐξ αὐτοῦ ὁ τύπος ὁ κοινοβουλευτικός, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι σεβαστόν, διότι οὐδεὶς θ’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ἐὰν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ ἀναγνωσθῶσιν αὔριον ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἴδωσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ὅτι 40 νομοσχέδια ἀνεγνώσθησαν ἐν μιᾷ ἢ δυσὶν ὥραις καί, κατὰ κοινὴν φήμην, οὐχὶ πλήρως, μὴ παρισταμένης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μηδενὸς ἔχοντος τὴν διάθεσιν νὰ συζητήσῃ, καὶ μεταξὺ αὐτῶν τινα σπουδαιότατα εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, βεβαίως δὲν δύναται νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν καὶ νὰ ἔχῃ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ λαός τις πρὸς τὸ Κοινοβούλιόν του καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ἀλλὰ τί γενήσεται; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα· διότι, ὑποθέτω, οὐδ’ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι πλέον τι ἢ ἔκτροπον παρουσίασεν ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις. Περὶ τῶν ἄλλων δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ κάμω σήμερον λόγον, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ψηφισθὲν χθὲς νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, νομίζω ὅτι φέρει περισσοτέραν εὐθύνην ἢ διὰ τὰ ἄλλα ἡ πλειονοψηφία. Περὶ αὐτοῦ, ὡς εἶναι γνωστόν, εἶχε ληφθῇ ἀπόφασις νὰ συζητηθῇ χθές, τὴν Πέμπτην, ἀλλ’ ὡρίσθη ἡ Πέμπτη, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος ἐξήγησε τότε, ὅπως ληφθῇ καιρὸς νὰ ἐκτυπωθῶσιν αἱ τροποποιήσεις καὶ διανεμηθῶσιν. Ἄρα ἐνόει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν Πέμπτην θὰ εἶχον διανεμηθῆ ἤδη αἱ τροπολογίαι εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρὸ 24 ὡρῶν, ὅπως καὶ αὐτὸς εἶπε καὶ ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει. Διὰ τοῦτο εἴδομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναγραφόμενον 46ον ἐν τῇ χθεσινῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὅσοι ἀνέγνωσαν χθὲς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, εἶπον ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ δὲν ἐδόθη ὁ καιρός, ὁ ὁποῖος ἐνόει νὰ δοθῇ μεταξὺ τῆς διανομῆς καὶ τῆς συζητήσεως, παρεκάλεσε νὰ τεθῇ, καὶ ἐτέθη 46ον, ὅπως συζητηθῇ σήμερον. Καὶ ἂν λοιπὸν θεωρήσωμεν, ὅτι τὰ χθὲς γενόμενα ἔχουσι πρόφασίν τινα, ἔστω καὶ δικαιολογίαν, ὅταν τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ 46, ἐξεφωνήθη πρὸς συζήτησιν, βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὸ καθῆκον νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἵνα μόνον μετὰ 24 ὥρας ἀπὸ τῆς διανομῆς συζητηθῇ, καὶ αἱ 24 ὧραι δὲν εἶχον παρέλθει. Τουναντίον μετὰ λύπης εἴδομεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἀκόμη εὑρίσκετο εἰς τὸ τρίτον νομοσχέδιον ἡ Βουλή, ἐζήτησεν, ὅπως ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὴν σειράν, ἣν κατεῖχεν ὡς 46ον, καὶ συζητηθῇ 3ον. Δὲν λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, ὅταν ζητῇ μάλιστα τοῦτο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας, νὰ μεταβάλῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ὅταν μάλιστα δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀντιλέγων...
§217Π. ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ. Ὑπῆρχον 9 ἀντιπολιτευόμενοι παρόντες, ἐν οἷς καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§218ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον εἷς τὴν ἀπαρτίαν παρίστατο.
§219Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἂν ὑπῆρξεν ἀντίρρησις, πολὺ περισσότερον ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ ἀπόφασις, ἡ ληφθεῖσα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, νομίζω τὴν Τρίτην, καὶ μὴ παρακολουθήσῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κατὰ παραδρομὴν περιελήφθη μεταξὺ τῶν συζητηθέντων νομοσχεδίων, καὶ νὰ δεχθῇ, ὅπως συζητηθῇ διὰ τρίτην φορὰν ἤδη.
§220Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, ἦσαν 25 εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον, ἔκαμαν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ ἀπῆλθον, λέγοντες εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὴν 6ην ὥραν τῆς ἑσπέρας ἤθελον φέρει ἔνστασιν ἀπαρτίας, ὅτι θὰ μεταβῶσι νὰ λάβωσι τὸ παγωτόν των. Χθὲς ἤλθομεν, ἵνα συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὡς εἶχεν ὁρισθῆ· ἐρχόμεθα ἐνταῦθα, ἀρχίζομεν τὴν συζήτησιν τὴν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ παρατείνεται αὕτη ἐπὶ πολλὰς ὥρας, ὅπως καὶ ἀπόψε, ὅτε εἶναι 12 ἡ ὥρα καὶ ἀκόμη δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ παραπονοῦνται ὅτι δὲν συζητοῦμεν τὰ νομοσχέδια! Πῶς θὰ τὰ συζητήσητε, ἀφοῦ δὲν ἀφίνετε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§221ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία εἶναι ὑπεύθυνος· αὐτὴ κωλυσιεργεῖ μὲ τὰς ἐπερωτήσεις.
§222Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Χθὲς ἀπῆλθον οἱ Κύριοι καὶ ἀφῆκαν μόνον 4 ἢ 5 Βουλευτὰς ὁμοφρονοῦντας αὐτοῖς.
§223ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦσαν 11.
§224Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἀναμιγνύω ἐγὼ τὸν ἀρχηγὸν τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§225Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἦσθε εὐγνώμονες καὶ νὰ μὴ εἰρωνεύησθε.
§226Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἰρωνεύομαι· ἀναφέρω τὰ γενόμενα. Συζητοῦμεν ἀπόψε περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων.
§227ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ ἐγκλημάτων.
§228Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀνέρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας καὶ μᾶς ὁμιλεῖ περὶ Ναπολέοντος τοῦ Αʹ. Ἰδοὺ τί θέλετε· νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ φύγωμεν. Βεβαίως ἡμεῖς, ἡ πλειονοψηφία, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ καθίσωμεν ἐνταῦθα μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου, ἵνα συζητῶμεν ὡς συζητοῦμεν ἐνταῦθα. Ἡ πλειονοψηφία ἐννοεῖ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ συζητῇ τὰ νομοσχέδια λεπτομερῶς καὶ σοβαρῶς, νὰ ἐπιφέρῃ ἐν ἀνάγκῃ ἐπὶ τούτων τὰς ἀναγκαίας τροπολογίας καὶ νὰ κάμνωμεν πραγματικὴν ἐργασίαν· ὄχι νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔπραξε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ὅτι δὲν ἔχει ἡ πλειονοψηφία πατριωτισμόν. Σεῖς ἔχετε τὸν πατριωτισμόν; Τὸν πατριωτισμὸν ἔπρεπε νὰ τὸν ἔχητε ὅτε ἦτο καιρός, ἀλλὰ τότε εἰργάσθητε ὡς εἰργάσθητε (θόρυβος).
§229Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πετροπουλάκης εἶπεν, ὅτι ἀνεγνώσθησαν τὰ νομοσχέδια, θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῖον θέλει νὰ εὕρῃ τὸν ταχύτερον ἀναγνώστην, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται ν’ ἀναγνώσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια ἐντὸς μιᾶς ὥρας; Εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι μέχρι τῆς 3ης πρωϊνῆς ὥρας δὲν εἶχεν ἀρχίσει ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων. Εἴχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀποτελούμενον ἐξ 168 ἄρθρων, εἴχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μὲ τὰς τροπολογίας ὁλόκληρον τόμον.
§230Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Οὔτε τὸ «οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν» ὑπῆρχε καιρὸς νὰ ἐπαναληφθῇ ἑξακοσιάκις, ὅσα εἶναι τὰ ἄρθρα τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὴν Συμπολίτευσιν νομοσχεδίων· πρὸς τοῦτο μόνον ἀπῃτεῖτο χρόνος τουλάχιστον τριῶν ὡρῶν (Θόρυβος).
§231Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀναντιρρήτως συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀκριβείας τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς ἢ μᾶλλον σημερινῆς συνεδριάσεως, ἂν τουτέστι τὰ πρακτικὰ ἐκθέτουσιν ἀκριβῶς ἢ μὴ τὰ συμβάντα κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι λάθος συμβαίνει ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω διὰ μαθηματικῶν ὑπολογισμῶν· θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω δὲ ὄχι: ὅπως ἀναστείλω τὴν ῥοπὴν τῆς πλειονοψηφίας πρὸς ψήφισιν τοσούτων νόμων ἐν μιᾷ στιγμῇ. Οὐδόλως ἐνδιαφέρομαι περὶ τῆς πλειονοψηφίας, — αἱ πλειονοψηφίαι εὐκόλως σχηματίζονται καὶ εὐκολώτερον ἀποσυντίθενται, — ἐνδιαφέρομαι ὅμως περὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας, καὶ οὐχὶ ὡς Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὡς Ἕλλην, διότι αἱ ὑπολήψεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι μέγα κεφάλαιον διὰ τὸ ἔθνος, ἡγέται δὲ πλειονοψηφιῶν πολὺ σπανίζουσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅταν δὲ αἱ ὑπολήψεις τῶν τοιούτων ἡγετῶν καταπίπτωσι, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Καθ’ ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε πρὸ ὀλίγου ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κύριος Λεβίδης, ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν χθεσινὴν μεταμεσονύκτιον συνεδρίασιν ἐν συνόλῳ 650 ἄρθρα. Κύριοι, πόσον χρονικὸν διάστημα θέλετε διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων τούτων καὶ τὴν πρόσκλησιν τῆς Βουλῆς πρὸς ψηφοφορίαν εἰς ἕκαστον τῶν ἄρθρων, καὶ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς ἀποφάσεως; θέλετε 2 λεπτὰ δι’ ἕκαστον ἄρθρον, ἵνα ἀναγνωσθῇ ὑπὸ τοῦ ταχυτέρου ἀναγνώστου, ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ προκληθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς; Χρειάζεται πρὸς τοῦτο χρονικὸν διάστημα 1300 πρώτων λεπτῶν τῆς ὥρας, ἤτοι 21 ὡρῶν καὶ 40′, ἐνῷ εἰς διάστημα μιᾶς ὥρας ἐψηφίσατε ὅλον αὐτὸν τὸν ὁρμαθὸν τῶν νομοσχεδίων. Τὴν 3¼ τῆς πρωΐας ἀνεχώρησα ἐγὼ ἐντεῦθεν, καὶ τότε ἤρξατο ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τὰ πρακτικὰ, τὴν 4ην ὥραν τῆς πρωΐας τῆς σήμερον ἐπερατώθη ὅλων τῶν νομοσχεδίων ἡ ψήφισις! Ἐὰν, Κύριοι, δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν ἐτελοῦντο ταῦτα εἰς ἄλλο σωματεῖον, βεβαίως ὁ Εἰσαγγελεὺς ἤθελε παρεμβῆ.
§232Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι σοβαρά!
§233ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἤμην καὶ ἐγὼ σοβαρὸς, θὰ ἐφοροῦσα μονύελον.
§234ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θ’ ἀνεγίνωσκες τότε καὶ θὰ ἔβλεπες καλλίτερον.
§235ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν 1ην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι μόνον εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἤθελε περιορισθῆ ἡ Βουλὴ, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἀνεχωρήσαμεν. Βλέποντες ὅμως σήμερον αἴφνης τὴν ψήφισιν τοσούτων νομοσχεδίων, δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο νὰ πράξωμεν ἢ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν λύπην μας, καὶ νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαίρησθε ἐπὶ τῇ πλειονοψηφίᾳ σας, οὐδὲ νὰ μᾶς φέρητε ἐνταῦθα τὸ παρελθόν. Ἐγὼ κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἤμην Βουλευτής· τὸ πρῶτον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, γνωρίζω δὲ, ὅτι τότε οὐχὶ πλέον τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων συνεδριάσεων παρετάθησαν μέχρι τῆς πρωΐας, καὶ κατὰ ταύτας δὲν ἤρχιζεν ἡ ἀνάγνωσις ἄρθρων μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἀλλὰ μόνον συζητουμένου νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάγνωσις εἶχεν ἀρχίσει πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, παρετείνετο ἡ συνεδρίασις, ἵνα περατωθῇ ἡ ψήφισις τοῦ ἀρξαμένου νομοσχεδίου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι παρετάθη ἡ συνεδρίασις ἅπαξ, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων νόμου, ἵνα σωθῇ ὁ δῆμος Πειραιῶς, καὶ ἐκείνου ἡ ἀνάγνωσις ἤρξατο ἀπὸ τῆς 5ης μετὰ μεσημβρίαν.
§236ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διωρθώσατε τὸν Πειραιᾶ μὲ τὸν νόμον σας ἐκεῖνον!
§237ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὁ Πειραιεὺς ὠφελήθη μεγάλως καὶ ἐσώθη.
§238ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ καταλάβητε τὴν περιουσίαν τῶν ἰδιωτῶν!
§239ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ πάρητε ἀπὸ ἐκεῖ τὰ ἑκατομμύρια καὶ θὰ ἱκανοποιηθῆτε (ἱλαρότης).
§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤκουσα πάντας τοὺς ἀγορεύσαντας. Δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ παρευρεθῶ κατὰ τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως τῆς χθὲς μετὰ τὴν διακοπήν· ἑπομένως δὲν ἀντελήφθην τῶν γενομένων. Σήμερον δὲ τὴν πρωίαν εἷς τῶν ἐμῶν φίλων μὲ ἐπεσκέφθη καὶ μοὶ ἔδειξε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἰς ἣν εἶχε σημειώσει τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεψηφίσθησαν χθές. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἤκουσα τὴν ἑσπέραν ταύτην, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι δύνανται νὰ τεθῶσιν ἐν ἐφαρμογῇ. Ἂν ὑπάρχωσί τινες, οἵτινες ἰσχυρίζονται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας περιέχει διατάξεις ἀντισυνταγματικὰς, δὲν εἴμεθα πλέον ἐν καιρῷ νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, δι’ ἧς αὕτη ἐπεψήφισεν αὐτό. Ἀλλ’ ἂν πράγματι περιέχῃ διατάξεις ἀντισυνταγματικὰς, ὁ νόμος οὗτος δὲν θέλει ζήσει, ἀλλὰ τάχιστα θέλει φονευθῆ, διότι δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, εἴτε ταύτης, εἴτε ἄλλης, διαδόχου αὐτῆς, θέλει ἀκυρωθῆ· ἐπειδὴ δὲ δὲν θέλει καταργηθῆ, ἀλλὰ θέλει ἀκυρωθῆ, θέλουσι καταστραφῆ τότε καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ παρήγαγεν, ἂν ἤθελε παραγάγει τοιαῦτα. Ἐὰν ὅμως δὲν περιλαμβάνῃ διατάξεις ἀντικειμένας εἰς τὸ Σύνταγμα, προβάλλεται δὲ ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη, ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ψαύσω τὸ θέμα, ἂν καὶ δὲν παρευρέθην εἰς τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἐτελέσθησαν τὰ καταγγελλόμενα, στηριζόμενος μόνον εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, τὰς ὁποίας ταῦτα ἀναγράφουσι. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, δύο εἶναι οἱ ὅροι, οἵτινες καθιστῶσι νομίμους τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ μὲν νὰ ᾖναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἤτοι νὰ ᾖναι παρόντες Βουλευταὶ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς, δεύτερον ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ ἐγένετο κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, ἤτοι νὰ ἐπεψήφισε τὸ νομοσχέδιον ἀριθμὸς Βουλευτῶν ἴσος πρὸς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν ἀποτελεσάντων τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς. Τότε ἡ γνώμη αὐτῶν εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα, δὲν ἐπροτάθη ἀντίρρησις, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπόλυτος πλειονοψηφία, διότι τὰ πρακτικὰ βεβαιοῦσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ δύναται νὰ προταθῇ ἡ ἐρώτησις, ἂν ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ. Τὰ πρακτικὰ ὅμως βεβαιοῦσιν, ὅτι δὶς ἐπροτάθη ἡ ἀντίρρησις αὕτη, καὶ ὅτι γενομένης μετρήσεως τῶν Βουλευτῶν ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ. Δὲν ἤμην παρών, ὡς εἶπον, ἀλλ’ ὁδηγούμενος ἀπὸ τὰ πρακτικὰ, —δὲν ἀμφισβητεῖται δὲ τὸ πιστὸν τῆς ἀφηγήσεως αὐτῶν, ἡ ἀκριβὴς ἔκθεσις αὐτῶν,—εὑρίσκω, ὅτι ἡ ψῆφος, ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἦτο ψῆφος συνταγματικῶς ἔγκυρος καὶ ἰσχυρὰ, δηλαδὴ δὲν ἔχει ἐλάττωμά τι, τὸ ὁποῖον νὰ καθιστᾷ τὴν ψῆφον μὴ σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ παρετηρήθη, ὅτι τὰ γενόμενα ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν χθὲς δὲν ἤμην παρὼν, ἐκ τῶν πρακτικῶν ὅμως καταφαίνεται, ὅτι ἔλαβον χώραν ἀνωμαλίαι κατὰ τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Κανονισμοῦ, «ὁ Πρόεδρος, ἀπαγγέλλων τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, προσδιορίζει συγχρόνως, ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἐπομένης». Ἡ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατάταξις τῶν ὑποβληθησομένων κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἀντικειμένων ἀνήκει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ταύτην διερμηνεύει ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, ὑπογράφων τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ δημοσιεύων αὐτήν. Ὅταν δ’ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις, κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Κανονισμοῦ, «ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ προκαλεῖ τὴν ἐπὶ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, καθ’ ἣν ἐτάχθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διοτάξει σειράν». Ἀφοῦ δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας ἦτο γεγραμμένον 46ον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἔπρεπε νὰ προτεθῇ εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν προτεταγμένων αὐτοῦ 45 ἄλλων νομοσχεδίων· ἀλλὰ, ὡς βεβαιοῦσι τὰ πρακτικὰ, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζήτησε νὰ προτεθῇ πρὸς συζήτησιν καὶ ψήφισιν τὸ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον οὐχὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν προτεταγμένων αὐτοῦ 45 νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν τριῶν πρώτων ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, οὕτω δὲ τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον ἀνεβιβάσθη κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἀπὸ τεσσαρακοστοῦ ἕκτου εἰς τέταρτον. Καὶ ὑπάρχει μὲν ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς διάταξις, ἡ τοῦ ἄρθρου 29, κατὰ τὴν ὁποίαν «πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα ἄλλων Βουλευτῶν», εἰκάζεται δ’ εὐλόγως, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προέτεινε τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἦτο δυνατὸν οὐχὶ δέκα, ἀλλὰ πλείονες Βουλευταὶ νὰ ὑποστηρίζωσι τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ οὕτω γενόμενα, καὶ ἂν δὲν ἀποτελῶσιν ἀναίρεσιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀποτελοῦσιν ὅμως ἀνωμαλίαν, διότι οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι τὴν πρωίαν τῆς χθὲς ἀνέγνων τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ εἶδον ὅτι ἀνεγράφετο τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας 46ον, ὑπέλαβον ὅτι δὲν ἤθελεν ἔλθει ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ κατὰ τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἔσπευσαν νὰ παρευρεθῶσι κατ’ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν...
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν Τρίτην νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Πέμπτης.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ τάξητε ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον τρίτον, καὶ ὄχι 46ον.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σημαίνει πολύ. Σημαίνει ὅτι δὲν ἐξετελέσατε τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου ἡμεῖς, οἱ ἀναγνόντες ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον εἶχε καταταχθῆ 46ον, δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀγορεύσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀνωμαλία αὕτη εἶναι ὄντως ἐλάττωμα, ἐμφιλοχωρῆσαν κατὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἐλάττωμα ὅμως ὄχι νομικὸν, ἀλλὰ κοινοβουλευτικὸν, βεβαίως δὲ ἠθικόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν δύναταί τις εὐλόγως νὰ προβάλῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας δὲν ἐψηφίσθη συνταγματικῶς. Ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἔχουσι σχεδὸν τὴν αὐτὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 65 αὐτοῦ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐργάζεται, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι ἀναντίρρητος, διότι οἱ πλεῖστοι διατείνονται, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἔργον αὐτῆς, μεταβάλλεται διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς. Ὁμολογῶ ὅμως τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω, ὅτι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα οὐδ’ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ τῆς Ἀγγλίας, ἡ ὁποία ἐργάζεται συνήθως μετὰ τὴν δείλην τῆς ἡμέρας, δὲν ὑπάρχει, λέγω, παράδειγμα, ὅτι ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἑβδομάδας ἐξηκολούθησεν ἐργαζομένη μέχρι τῆς 5ης ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, ἐφ’ ὅσον αἱ δυνάμεις μου τὸ ἐπιτρέπουσι· διὰ τοῦτο, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίων, ἐφ’ ὧν εἶχον καθῆκον νὰ ἀγορεύσω, ἠναγκαζόμην, ἕνεκα τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς διήρχοντο τὰς ἀναγνώσεις, μόλις νὰ προφθάνω νὰ λαμβάνω ἐπ’ αὐτῶν τὸν λόγον κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, μοὶ συνέβη δὲ νὰ ἀναγκασθῶ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἀναβῶ ἐπὶ τὸ βῆμα περὶ τὴν 4ην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Καθῆκον εἶχον νὰ ἀγορεύσω καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ προφθάσω, οὐδ’ ὑπέθετον, ὅτι ἤθελε συζητηθῇ τὴν παρελθοῦσαν νύκτα, εἰς τρίτην μάλιστα ἀνάγνωσιν. Ὅσοι ἔχουσι κατὰ τοὺς νόμους τὴν δύναμιν νὰ πράττωσι καὶ ἀποφασίζωσιν, ὀφείλουσι πρὸ πάντων νὰ φροντίζωσιν νὰ πείθωσι τοὺς ἄλλους, ὅτι πράττουσιν ὅ,τι πρέπει νὰ πράττωσιν, ὅτι ἀποφασίζουσιν ὅ,τι εὔλογον καὶ συμφέρον διὰ τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι αἱ πλειονοψηφίαι ἔχουν συμφέρον νὰ περιβάλλουν οὐχὶ μόνον διὰ τοῦ κύρους τοῦ νομικοῦ τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἠθικοῦ κύρους τὰς ἀποφάσεις καὶ πράξεις των· διότι οὕτως οὐ μόνον οἱ νόμοι ἐκτελοῦνται εὐκολώτερον, ὅταν ἐκεῖνοι, ἐφ’ ὧν θέλουσιν ἐκτελεσθῆ, ἦναι πεπεισμένοι, ὅτι ἐτηρήθησαν πᾶσαι αἱ διατάξεις καὶ ἡ Βουλὴ ἐλευθέρως συνεζήτησεν αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ἔτι, ἐφ’ ὧν δὲν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἤτοι οἱ πολλοὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κοινὴν γνώμην, οἵτινες πρέπει νὰ ἦναι ὡσαύτως πεπεισμένοι, ὅτι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, τοῦ μόνου ἀντιπροσωπευτικοῦ καὶ νομοθετικοῦ Σώματος, δὲν διεξάγονται ὡς διεξήχθησαν χθὲς τὴν νύκτα, καθ’ ἣν ἐν τρισὶν ὥραις συνεζητήθησαν δῆθεν καὶ ἐπεψηφίσθησαν τεσσαράκοντα σχεδὸν νομοσχέδια. Δὲν χρεωστῶ νὰ διδάξω τινὰ, ὅτι καὶ αἱ μειονοψηφίαι ἔχουσι καθήκοντα, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐποιησάμεθα μέχρι τοῦδε χρῆσιν πάντων τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Οἱ ὀλίγοι φίλοι, οἵτινες συνεννοοῦνται μετ’ ἐμοῦ, ἐξ ἐναντίας προσεπάθησαν νὰ συνδράμωσι τὴν Κυβέρνησιν, οὐδέποτε δὲ παρεκώλυσαν τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἴς τινα νὰ προβάλῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κωλυσιεργεῖ. Ὁμολογῶ, δὲ, ὅτι καὶ αἱ ἄλλαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁμάδες δὲν παρενέβαλον προσκόμματα, οὔτε παρεκώλυσαν μετὰ προαιρέσεως τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἄλλην ἐποχὴν, ἡμεῖς, ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ἐνησκήσαμεν πλήρη τὰ δικαιώματα τοῦ ἀντιπολιτευομένου. Καὶ ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν Ἀντιπολίτευσιν καθ’ ὃν χρόνον διετελοῦμεν ἡμεῖς ἐν τῇ ἀρχῇ, ὑπερηκόντισαν τὴν ἀντίδρασιν, ἐνασκήσαντες τὰ τοιαῦτα δικαιώματά των μετ’ ἀπροκαλύπτου κακοπιστίας. Ἡ ἐμὴ περὶ τούτου γνώμη εἶναι τώρα γνώμη ἐν πᾶσι τοῖς Κοινοβουλίοις τῆς Εὐρώπης, ἐνῷ πρὸ δεκαπέντε καὶ πλέον ἐτῶν ἐθεωρεῖτο ὡς μὴ ὀρθή. Τότε ἐφρόνουν, ὅτι μόνον ὅταν ἀπειλῆται τὸ κῦρος διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ μετέρχηται πᾶν μέσον, ὅπως παρακωλύσῃ τὴν ψήφισιν τοιούτων νομοθετημάτων. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἡ ἐξέλιξις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος κατέστησεν εὐρύτερον τὸν κύκλον τῶν δικαιωμάτων τῶν μειονοψηφιῶν. Πανταχοῦ δ’ ἤδη ἐγένετο ἀποδεκτόν, ὅτι πρέπει νὰ ἐνασκῶσι τὰ τοιαῦτα δικαιώματά των καὶ ὅταν ἀπειλῆται βλάβη τῶν δημοσίων συμφερόντων, ὁσάκις πείθωνται, ὅτι οἱ πρὸς συζήτησιν προβαλλόμενοι νόμοι ἀπειλοῦσι βλάβας. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ἔχομεν τοιαῦτα δικαιώματα, μηδόλως προσέχοντες εἰς τὰς μωρίας, τὰς ὁποίας ἐκ χυδαίας ἐμπαθείας ἢ ἀμαθείας, ὑπὸ τῆς ἰδιοτελείας προαγομένης, πολλάκις ἐδημοσίευσαν περὶ τούτου· κατὰ τὴν Σύνοδον ὅμως ταύτην προσεπαθήσαμεν νὰ μὴ ποιησώμεθα ἔτι χρῆσιν αὐτῶν, νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν θέλει αἰτιαθῆ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι παρενέβαλε πρόσκομμα εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀξιῶμεν νὰ μὴ πιεζώμεθα, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀντιτάξωμεν εἰς τὴν πίεσιν τὰ δικαιώματα ἡμῶν, διότι καὶ ἡ μειονοψηφία, ἂν ἀναγκασθῇ, δύναται νὰ πιέσῃ τὴν πλειονοψηφίαν. Δικαιούμεθα λοιπὸν νὰ ἀξιῶμεν νὰ μὴ ἐνασκῶσιν οἱ πλειότεροι πίεσιν ἐφ’ ἡμῶν. Τὸ συμφέρον ἡμῶν, ὡς πολιτευομένων, ἐνδέχεται νὰ ἐξυπηρετῆται, ὁσάκις τοιαύτη πίεσις ἐνασκῆται ἐφ’ ἡμῶν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ὁσάκις περιαγώμεθα πρὸ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀποβλέποντες εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ ἀναγκαζώμεθα νὰ προσφεύγωμεν εἰς τοιαῦτα μέσα· εὔχομαι δὲ, ἡ πλειονοψηφία νὰ ποιῆται συνταγματικὴν καὶ εὐπρεπῆ ἀνάπτυξιν τῶν δυνάμεών της, εὐλαβουμένη τὴν μειονοψηφίαν καὶ ἀπέχουσα παραπλησίων ἀπρεπῶν καταχρήσεων.
§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν ἔλαβε τὸν λόγον κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως ταύτης, διότι οὕτω δὲν ἠθέλομεν ἀκούσει τὰς ὑπερβολὰς, ἃς ἐπὶ 4 ὥρας ἀκούομεν καὶ αἱ ὁποῖαί εἰσιν ἄσχετοι πρὸς τὸ θέμα, περὶ οὗ πρόκειται. Ἠκούσαμεν ὅτι ἡ πλειονοψηφία διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς χθεσινῆς παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, ὅτι παρεβίασε τοὺς κανονισμοὺς, καὶ ὅτι οἱ νόμοι οἱ παρὰ τῆς πλειονοψηφίας ψηφισθέντες δὲν δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἠκούσαμεν τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, δηλοῦντος ὅτι αὐτὸς δὲν θέλει ὑποταχθῇ εἰς τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας, καὶ ὅτι θέλει προκαλέσει τοὺς ἐκλογεῖς, ὅπως μὴ ὑποταχθῶσιν εἰς αὐτόν...
§246ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§247Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην... Εἰς τὰς ὑπερβολὰς ταύτας δὲν εἶχον καθῆκον νὰ ἀπαντήσω. Δὲν πρόκειται περὶ ἐνεργείας ἀντισυνταγματικῆς, δὲν πρόκειται περὶ ψηφίσεως νόμου ἀντισυνταγματικοῦ, πρόκειται περὶ ἐνασκήσεως δικαιωμάτων. Εἰς ἡμᾶς ἀπόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων της ἡ πλειονοψηφία ὑπερέβη τὰ ὅρια. Πρὸς ἐξέτασιν τούτου νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον, ὅπως ἀναχθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Κατὰ τὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ταύτην συνεζητήσαμεν πολλὰ νομοσχέδια, τὰ πλεῖστα ὑπηρεσιακά. Εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ ὑπολογίσητε ταῦτα εἰς τὴν ἐργασίαν τὴν νομοθετικήν. Τὰ σπουδαῖα νομοθετήματα, ἅτινα ἐψηφίσθησαν, εἶναι τὰ δύο φορολογικά, τὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τὸ τοῦ φόρου τῶν ζῴων, τὸ νομοσχέδιον τὸ σταφιδικὸν, τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, τὸ νομοσχέδιον, τὸ χθὲς εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν, περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέχρι τοῦδε συζητηθέντα σπουδαῖα νομοθετήματα. Δὲν ἀναφέρω τὸ περὶ χωροφυλακῆς. Παρενεβάλομεν κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς μειονοψηφίας; Ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας συνεζητεῖτο τὸ σταφιδικὸν, ἐπὶ 8 τὸ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως. Ὅταν δὲ πλειονοψηφία ἐργαζομένη κατὰ Ἰούνιον ἐπιτρέπῃ τὴν ἐπὶ 8 ἡμέρας συζήτησιν ἑνὸς καὶ μόνου νομοσχεδίου, δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιέσθη. Ἀλλὰ πρὸ δύο ἡμερῶν ἐπῆλθεν ἀλλαγὴ, ὀφειλομένη βεβαίως οὐχὶ εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν διαφόρων ὁμάδων, διότι οὗτοι ἐννοοῦσιν, ὅτι διὰ τοιούτων μέσων οὐδὲν πολιτικὸν κέρδος δύνανται ἑαυτοῖς νὰ προσπορίσωσιν. Ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου οὐδεμία δίδεται προσοχή· ἐρωτᾶται ὁ κλητὴρ, ἂν ὁ δεῖνα Βουλευτὴς εἶναι παρὼν, καὶ ἀπαντᾷ, «ναὶ, εἶναι ἐδῶ», ἢ «τὸν εἶδον κατὰ τὴν συνεδρίασιν εἰς τὸ δωμάτιον». Τί συνέβη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Τετάρτης ἅμα τῇ ἀναγνώσει τοῦ καταλόγου; Γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ τὴν Τετάρτην δὲν εἰργάσθη ἡ Βουλή. Χθὲς τί συνέβη; — διότι πρέπει νὰ ἀναφέρω τὰ γεγονότα, ὅπως ἕκαστος πεισθῇ ποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ ἡμῶν καὶ ποία ἐκείνων, οἵτινες ὑπεχρέωσαν τὴν πλειονοψηφίαν, ὅπως τηρήσῃ τὴν πορείαν, ἣν ἐτήρησε.—Συνεζητεῖτο διὰ μακρῶν τὸ περὶ χωροφυλακῆς νομοσχέδιον, ἔλαβον τὸν λόγον πλεῖστοι, καὶ ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἦλθεν εἶτα ἡ σειρὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως· ἐπὶ τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν, ἄλλοι δ’ ὑπεστήριξαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Ὅπως συμβιβάσω τὰ διεστῶτα, προέτεινα τὴν ἑξῆς λύσιν· νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν ἄρθρων. Ὑπεσχέθην δὲ νὰ ἐγγράψω πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἐπιούσης τὸ νομοσχέδιον, ὅπως δώσω πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ προσέθηκα, ὅτι συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἡ πρότασίς μου ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δι’ ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας· ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, καὶ ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ· ἀλλὰ μόλις ἀνεγνώσθη τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὁ κ. Ἀλεξάκης ζητεῖ, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· καὶ ἰδοὺ μετὰ 5 λεπτὰ νέα ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ οὕτω καὶ ἐκ δευτέρου ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ· ἀπωλέσαμεν δ’ οὕτω δύο ὥρας εἰς τὴν διπλῆν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ὑμεῖς ἔχητε δικαιώματα, ἀναντιρρήτως ἔχει δικαιώματα καὶ ἡ πλειονοψηφία, καὶ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅταν ἡ πλειονοψηφία αἰσθάνηται, ὅτι θέλετε νὰ τὴν πιέσητε, εἶναι πιθανὸν, ὅτι εἰς τὴν διάθεσιν πιέσεως θὰ ἀπαντήσῃ διὰ πιέσεως, δηλαδὴ θὰ ἀποδώσῃ τὰ ἴσα. Ἄνθρωποι εἶναι οἱ μὲν, ἄνθρωποι εἶναι καὶ οἱ δέ. Διατί θέλετε νὰ ἀπαιτήσητε ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν αἰσθήματα νομιμοφροσύνης τοιαῦτα, ὅταν ὑμεῖς δὲν δεικνύητε διὰ τῆς διαγωγῆς σας, ὅτι ἔχετε διάθεσιν τοιαῦτα αἰσθήματα νὰ δείξητε; Προέβη λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν. Τότε ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, ἵνα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἐπαναφέρω τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀλήθειαν. Συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν,—καὶ παρατηρῶ, ὅτι οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον διάθεσιν νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο εἴτε εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν εἴτε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν,—συζητουμένου, λέγω, τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, οὐχὶ βεβαίως διὰ μακρῶν, ἀλλὰ συνεζήτησε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀπήντησα ἀκριβῶς εἰς αὐτὸν, καὶ ἤρχισα τὴν ἀπάντησίν μου διὰ τῶν λέξεων «ὁ κ. Βουλευτὴς, καίτοι δηλώσας ὅτι δὲν συζητεῖ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, μ’ ὅλα ταῦτα συνεζήτησεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς». Συνεζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ δὲν ὑπεστήριξε τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἐκείνην τὴν ἀνάγνωσιν. Συνεζήτησε, καὶ ἀπήντησα ἐγὼ, καὶ τότε εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀναβληθῇ μετὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἡ τρίτη ἀνάγνωσις διὰ τὴν Παρασκευήν· ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Βουλευτήν: «ὄχι, νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Πέμπτην». Ἦτο λοιπὸν γνωστόν, καὶ ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποδεχθῆ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας ἤθελε γείνῃ τὴν Πέμπτην...
§248ΛΕΒΙΔΗΣ. Διατὶ ἦτο 46ον;
§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀντιτάσσουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἦτο 46ον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἡ ἐξήγησις τούτου ἁπλουστάτη, ἄνευ ἀνάγκης νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅπως εὐηρεστήθη νὰ ὑποθέσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὅτι ὑπάρχει κακὴ πίστις. Τὸ νομοσχέδιον ἔμεινεν ἐν ᾗ θέσει ἦτο κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Τετάρτης. Δὲν ἐσκέφθην νὰ θέσω τὸ νομοσχέδιον 46ον. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἦτο 46ον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν τὴν ῥητὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητηθῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Πέμπτης. Ἐγὼ μάλιστα, ἐὰν εἶχον προαποφασίσει ν’ ἀναγνωσθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, ἠδυνάμην ν’ ἀφήσω τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰς τὴν θέσιν του. Ἀπ’ ἐναντίας μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ πρώτου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίου ἐζήτησα παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως συζητήσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ, ὅσοι ἤθελον νὰ συζητήσωσι. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὅλα ταῦτα ἐγένοντο παρόντων ἐννέα ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους παρακαλῶ νὰ δηλώσωσιν, ἂν τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα εἶναι ἢ ὄχι ἐντελῶς ἀκριβῆ. Τοιαύτη, Κύριοι, ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῆς Συμπολιτεύσεως κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη δὲν εἶναι καλὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν συστηματικῶς πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν· καλὸν βεβαίως δὲν εἶναι νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀρχὴν, ὅτι πρέπει τόσα νομοσχέδια νὰ ψηφίζωνται κατὰ μίαν νύκτα. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε τοῦτο, ὅτι, ἐὰν ἡ Συμπολίτευσις θεωρῇ ἑαυτὴν ὑπὸ πίεσιν διατελοῦσαν, δικαιολογεῖται, ὅταν εἰς τὴν πίεσιν ἀπαντᾷ διὰ τῆς ἐξασκήσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Καὶ βεβαίως ἐξάσκησις τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας εἶναι νὰ συζητήσῃ ὅπως ἂν αὕτη κρίνῃ, ἐγὼ δὲ δὲν παραδέχομαι τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅτι αἱ μειονοψηφίαι δύνανται πᾶν μέσον νὰ μετέλθωσιν, ἵνα ματαιώσωσι τὴν ἐνέργειαν τῶν πλειονοψηφιῶν. Ἐγὼ διετέλεσα πολλάκις ἐν μειονοψηφίᾳ, ἀλλ’ οὐδέποτε μετῆλθον τοιαῦτα μέσα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ὁ ἀριθμὸς κανονίζει τὰ πάντα· ἡ πλειονοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πράττῃ ὅ,τι τὸ γεγονὸς τοῦ ἀριθμοῦ δίδει εἰς αὐτὴν δικαίωμα νὰ κάμῃ. Βεβαίως ἡ μειονοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ, νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας της, ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ τῆς συζητήσεως ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὸν λαόν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ πέραν τούτου, κατ’ ἐμὲ, οὐδὲν δικαίωμα ἡ μειονοψηφία ἔχει. Πρέπει ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῶν κοινῶν. Αἱ μειονοψηφίαι δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς ἰδέας των, νὰ πολεμήσωσι τὰς ἰδέας τῆς πλειονοψηφίας, νὰ κατορθώσωσι νὰ πείσωσιν, ὅτι αἱ ἰδέαι τῆς πλειονοψηφίας εἶναι ἐπιζήμιοι εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἰδεῶν αὐτῶν νὰ προσπαθήσωσιν, ὅπως γείνωσι πλειονοψηφίαι. Πέραν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω ἕτερον δικαίωμα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, εὑρισκόμενος ἐν μειονοψηφίᾳ, δὲν ἔκαμνον χρῆσιν ἄλλου δικαιώματος. Βεβαίως, Κύριοι, μειονοψηφία, οὐχὶ ὁποία ἡ σημερινὴ, ἀλλὰ μειονοψηφία πολὺ μικροτέρα κατ’ ἀριθμόν, δύναται νὰ θέλῃ νὰ ματαιώσῃ τὰς ἐργασίας τῆς πλειονοψηφίας· ἀρκοῦσι δέκα Βουλευταὶ, ἀποφασισμένοι, ἵνα δεκάκις εἰς μίαν νύκτα ἢ εἰκοσάκις φέρωσιν ἔνστασιν ἀπαρτίας, ὅπως ματαιώσωσι τὴν ἐργασίαν τῆς πλειονοψηφίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς μειονοψηφίας φθάνει μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ; Βεβαίως ὄχι. Ἓν ζήτημα μένει μόνον. Παρεκωλύθημεν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας; Ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα παράπονον, ὀφείλω μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι παρὰ τοῖς ἀρχηγοῖς τῶν διαφόρων ὁμάδων ἡ Κυβέρνησις δὲν εὗρε δυσκολίαν ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ ἔργου της τοῦ νομοθετικοῦ· ἀλλὰ καλὸν θὰ ἦτο, ἵνα τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τὰ ἀνήκοντα εἰς τὰς διαφόρους ὁμάδας ἐμπνέωνται ἐκ τῶν ἰδεῶν, ἐξ ὧν καὶ οἱ ἀρχηγοὶ αὐτῶν ἐμπνέονται· διότι τότε ἠθέλομεν ἀποφύγει τὰ δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συμβαίνωσιν. Ἐγὼ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐζήτησα τίποτε, ἀλλὰ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐκφράσω παράπονον, διότι ἡ διαγωγὴ αὐτῆς δὲν μοὶ ἔδωκε δικαίωμα παραπόνου. Ἓν μόνον, Κύριοι, θεωρῶ καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Εἴμεθα εἰς τὰ τέλη τῆς Συνόδου. Βέβαιον εἶναι, ὅτι, ὅταν εἰς ἐπερωτήσεις καταναλίσκεται τὸ πλεῖστον μιᾶς συνεδριάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ παρατείνωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν πέραν τῆς 12 καὶ πέραν τῆς μιᾶς μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Γινώσκετε ὑμεῖς, ὅτι πολὺ σπανίως ἄρχεται ἡ Βουλὴ τῶν ἔργων της τῶν νομοθετικῶν πρὸ τῆς 11ης ὥρας τῆς νυκτός. Πόση ὥρα ἐργασίας μένει; Βεβαίως τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀπόλυτον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ χρῆσις μᾶλλον περιωρισμένη, ὅπως ἐπιτραπῇ, ἵνα κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἡ Βουλὴ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρὰ τῆς πλειονοψηφίας καὶ παρ’ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι διευθύνομεν τὴν πλειονοψηφίαν, θεωροῦνται ἐπιβαλλόμενα, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις εἶναι ἀναγκαία.
§250ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁρίσητε αὐτὰ, ἵνα τὰ μελετήσωμεν;
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι τώρα.
§252Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ τὰ ὁρίσωμεν. Μέχρι τοῦδε δὲ δὲν ἐδώσαμεν δείγματα ἐπιθυμίας, ὅπως πιέσωμεν τὴν μειονοψηφίαν. Πολλάκις εἴδετε, ὅτι, ὅτε ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου τινὸς, προθύμως συνηνέσαμεν εἰς τὴν ἀναβολὴν ταύτην. Ἀλλ’ ὅταν ἐχάσαμεν τὴν συνεδρίασιν τῆς Τετάρτης, ὅταν χθὲς κατὰ τὴν δευτέραν ὥραν δύο ἐνστάσεις ἀπαρτίας ἔγειναν, ἀπηντήσαμεν εἰς τὴν ἔνστασιν τῆς ἀπαρτίας διὰ τῆς ψηφίσεως πολλῶν νομοσχεδίων. Μὴ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τὸ τελεσθὲν θεωροῦμεν ὡς ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν σκοποῦμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν, διότι καὶ ἡμεῖς παραδεχόμεθα, ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὸ γενόμενον χθὲς δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ.
§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω παρατήρησίν τινα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅταν ἔκρινεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ περιορισθῇ κατὰ τὴν νύκτα τῆς χθὲς εἰς μόνην τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἢ νὰ ψηφίσῃ καὶ ἓν ἄρθρον αὐτοῦ...
§254Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἄρθρον.
§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔστω, τῆς ἀρχῆς μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ἡ κρίσις αὐτοῦ αὕτη ὑπηγορεύετο ἀπὸ τὴν συνείδησιν τῶν δημοσίων συμφερόντων, τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει, καὶ ἐκρίνετο ὑπ’ αὐτοῦ ὡς ὑπὸ τῶν δημοσίων τούτων συμφερόντων ἐνδεικνυμένη. Δὲν ἔκρινε τοῦτο ὡς παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιεῖτο ἡ πλειονοψηφία πρὸς τὴν μειονοψηφίαν, ἀλλ’ ἦτο μᾶλλον χειραγώγησις, ἣν οὗτος, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐποιεῖτο, τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως ὁδηγήσῃ αὐτὴν ἐπὶ τὸ προσῆκον. Ἔκρινεν ὅτι ἐξυπηρέτει τὰ δημόσια συμφέροντα, ἂν ὡδήγει τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἐνασκῇ ἐν εὐρύτητι τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ὅπως μὴ δώσῃ ἀφορμὴν παραπόνων πιέσεως εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι ἦτο σύμβασις, ἣν ἐζήτει νὰ συνομολογήσῃ, ἀλλ’ ἦτο καθῆκον, ὅπερ ἐξετέλει. Πῶς λοιπὸν ὑπέλαβεν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἰσηκούσθη ἡ πρότασις αὐτοῦ, εἶχε δικαίωμα représailles ἐπὶ τῇ παραβάσει τῆς συμβάσεως αὐτῆς, εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκδικηθῇ ἢ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς μὴ στέρξαντας εἰς τὴν πρότασίν του; Καὶ ἐτιμωροῦντο τὰ ἄτομα, ἢ παρεβλάπτοντο τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους διὰ τοῦ représailles τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ὡς πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν μειονοψηφιῶν, βεβαίως δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀσχοληθῶ, διὰ νὰ πείσω αὐτὸν, ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ δὲν εἶναι ὀρθή. Ὅταν δυνηθῇ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν μελέτην τῆς ἱστορίας τῆς τελευταίας δεκαπενταετίας τῶν Κοινοβουλίων πάσης τῆς Εὐρώπης, ὄχι μόνον τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γαλλίας, καὶ αὐτῆς τῆς Αὐστρουγγαρίας, ἐλπίζω ὅτι θέλει καταμάθει, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν μειονοψηφιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶσι, καὶ ὅτι, ὅταν αἱ πλειονοψηφίαι ὑπερβαίνωσι τὸ προσῆκον καὶ ἐκτείνωσι τὰ δικαιώματά των μέχρι τοῦ βαθμοῦ, καθ’ ὃν περιάγουσι τὰς μειονοψηφίας εἰς ἀνικανότητα νὰ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματά των, μέχρι τῆς ἀφαιρέσεως τῶν εὐκολιῶν, ὅσαι εἶναι αὐταῖς ἀναγκαῖαι, ὅπως συζητῶσι καὶ ψηφίζωσι, τότε αἱ πλειονοψηφίαι ἐκεῖναι ἀνατρέπουσι τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, καὶ ταχέως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰς στέλλει εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἦλθον. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ἀπευθύνω. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπρόκειτο καὶ περὶ τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, ὡς μέλος κόμματος, κατὰ τὸ παρελθὸν, πρέπει νὰ μὴ παραλίπω νὰ εἴπω, ὅτι, ὅτε παρετήρησα ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτε ἡμεῖς διετελοῦμεν ἐν τῇ ἀρχῇ, μετῆλθε τὰ δικαιώματα τῶν μειονοψηφιῶν, τῶν ὁποίων δικαιωμάτων ἐποιησάμην μνείαν, ἐνόουν βεβαίως τὸ κόμμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν καὶ ὁ κ. Θεοτόκης συνηγωνίζετο μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐὰν προσωπικῶς δὲν ἠγωνίζετο, ἐγὼ δὲν ἐπεβάρυνα τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ἰσχυρίσθην μόνον, ὅτι τῶν δικαιωμάτων τούτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐποιήσαντο χρῆσιν ἄπληστον καὶ μεγίστην οἱ πολιτικοὶ φίλοι αὐτοῦ, καὶ μάλιστα μετὰ κακοπιστίας, μὴ ἁρμοζούσης εἰς Κοινοβούλια, οὐδ’ εἰς Βουλευτάς.
§256ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§257Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μία σύστασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα χθές, περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείων ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον, δὲν διετυπώθη ἀκριβῶς εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ τὸ μέρος τοῦτο· ἔδωκα σημείωσιν.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ ἀκυρώσεως τῶν πρακτικῶν, κύριε Παπαγιαννακόπουλε;
§260ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὑποστηρίξωσι 10 τὴν πρότασίν σας, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 10). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου περὶ ἀκυρώσεως τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, ὡς ἔχουσι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Φλογαΐτης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς παρακαλεῖ αὐτὸν «νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πόσοι ἐκ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων κατηγγέλθησαν ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ὑπαγωγῆς τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον, ὡς διορισθέντες ἢ μετατεθέντες εἰς μέρη, ὅπου δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπηρετήσωσι, πόσοι ἐξ αὐτῶν κατεδικάσθησαν ἢ ἠθωώθησαν διὰ βουλευμάτων ἢ ἀποφάσεων καὶ πόσαι ἐκ τῶν κατ’ αὐτῶν καταγγελιῶν μένουσιν ἐκκρεμεῖς.» Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Μαντινείας κ. Ι. Μπακόπουλος κατέθεσε τὰς ἑπομένας δύο ἐπερωτήσεις.
§262ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸ ἱκανοῦ χρόνου ὑπέβαλον διὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ μέχρι σήμερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν, ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω αὐτὴν καὶ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τίνος ἕνεκα δὲν περιέλαβεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου ἀνάλογον πίστωσιν διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν κτημάτων τοῦ πρὸ τεσσάρων ἐτῶν καταληφθέντος Σταδίου· διότι, ἐνῷ ἐξεδόθη τῇ 21 Ἰουνίου 1895 Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐκηρύχθησαν ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριωτέα, λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ͵ΒΡΞΖʹ νόμου, τὰ σημειούμενα ἐν τῷ συνοδεύοντι τὸ διάταγμα διαγράμματι κτήματα κατὰ τὴν περιοχὴν τοῦ ἐν Ἀθήναις Σταδίου, οὔτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 οὔτε ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἑπομένων μέχρι τοῦ ἐνεστῶτος ἐτῶν περιελήφθη ἀνάλογος πίστωσις, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ͵ΒΡΞΖʹ νόμου τῆς 16 Φεβρουαρίου 1893 «ἀπαλοτρίωσις ἀκινήτων ἐπιτρέπεται μόνον ἐὰν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη ἡ ἀναγραφῇ ἐντὸς ἑξαμήνου ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Β. Διατάγματος πίστωσις εἰδικῶς εἰς τὰ τοῦ ἀπαλλοτριωθησομένου ἀκινήτου ἀφορῶσα καὶ ἐπαρκὴς πρὸς ὁλοσχερῆ ἐξόφλησιν τῆς ἐκκαθαρισθησομένης ἀποζημιώσεως. Τῆς διορίας παρελθούσης, ἂν μὴ ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη πίστωσις κατὰ τὰ ἀνωτέρω, παύει ἰσχῦον τὸ Β. Διάταγμα.» Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτω τὸ διάταγμα εἶναι ἄκυρον, κατελήφθησαν κτήματα ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως καὶ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὅπερ ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως πρέπει τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰδικῶς ἐπαρκῆ πίστωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν καταληφθέντων κτημάτων· ἄλλως ὀφείλει νὰ προσκαλέσῃ τούτους καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ εἰς αὐτὰ, ὅπως παύσῃ ἡ ἔκρυθμος αὕτη κατάστασις. Πέποιθα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακοινώσῃ τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν του εἰς τὴν Βουλὴν.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνι νομίμῳ λόγῳ, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας αἰτήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐπιτρέπεται ἡ διατήρησις τοῦ ἐν Κρανιδίῳ φαρμακείου Γεωργίου Λάσκαρη, ἐνῷ οὗτος πρὸ τεσσάρων μηνῶν καταταχθεὶς καὶ ὑπηρετῶν εἰς τὸν στρατὸν ὡς ἀνθυποφαρμακοποιὸς μόνιμος, ἐγκατέλιπεν ἔκτοτε ἀνεπιστρεπτὶ τὸ Κρανίδιον. Κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ περὶ φαρμακείων διατάγματος τῆς 5 Σεπτεμβρίου 1861, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ πλέον τῶν 15 ἡμερῶν ἀπομάκρυνσις τοῦ φαρμακοποιοῦ ἐκ τοῦ τόπου, ἔνθα τὸ φαρμακεῖόν του, ἄνευ ἀδείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον, ἕτερος φαρμακοποιὸς ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐποπτείαν τοῦ φαρμακείου. Οὐδεὶς δὲ τοιοῦτος λόγος συντρέχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου.»
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Α. Πεταλᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 355). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§264ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι παρευρέθητε χθὲς ἐνταῦθα, καθ’ ἣν ὥραν ἐπὶ τοῦ θέματος ἔφερα τὸν λόγον, ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἠθέλησα μεταξὺ ἄλλων νὰ ἀποδείξω, ὅτι, ὡς ὁρίζονται τὰ τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, εἶναι ἀπίθανον ὅτι θέλει εὕρει ἡ Κυβέρνησις νὰ κατατάξῃ εἰς τὴν χωροφυλακὴν τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, δι’ ὧν ἐλπίζει ὅτι ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀστυνομίας θέλει κατορθώσει, τῶν φυλακῶν περιοριζομένων ἀπὸ 3 εἰς 2, καὶ τῆς ποιότητος τῶν δύο αὐτῶν σωμάτων βελτιουμένης εἰς ὃν βαθμὸν κατὰ τὰς Ὑπουργικὰς γνώμας βελτιοῦται, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ξένων ὑπηρεσιῶν, εἰς ἃς μέχρι τοῦδε ἦτο καταδεδικασμένος· εἶχον ἐπικαλεσθῆ, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὴν ἐπικύρωσιν τῶν περὶ τοῦ διδομένου μισθοῦ λόγων μου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπὼν ὅτι, καθ’ ὅσον ἡ μνήμη μὲ ἐβοήθει, ἐνόμιζον ὅτι δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι μεταξὺ 40 καὶ 44 δραχμῶν ἔκειτο τὸ ποσόν, ὅπερ ἐχορηγεῖτο εἰς τοὺς χωροφύλακας κατὰ τὸν χρόνον τὸν πρὸ τῆς καταργήσεως τοῦ συστήματος τοῦ παλαιοῦ, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐπινεύσῃ, ὑπέθεσα δ’ ὅτι ἐπένευσεν εἰς τὴν περὶ 44 δραχμῶν βεβαίωσιν. Ἐδόθησαν ἔπειτα ἀπαντήσεις τινὲς, διαρκούσης τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅτε μετὰ τὸ τέλος αὐτῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συμβουλευθεὶς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐκράτει τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως»...
§265Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡμιλήσατε περὶ Ὄθωνος.
§266ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡμίλησα τόσον σαφῶς, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον μεταβολὴ τῶν πραγμάτων... Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσε τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», ἵνα μοὶ ἀποδείξῃ, ὅτι κακῶς ἰσχυρίσθην — ἐλέχθη ἡ λέξις — ὅτι 44 δραχμαὶ ἦτο ὁ μισθὸς τῶν χωροφυλάκων, καὶ ὅτι ὁ μισθὸς τῶν χωροφυλάκων ἀληθῶς ἦτο 27 δραχμαί.
§267Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). 95 λεπτὰ τὴν ἡμέραν.
§268Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ Ὄθωνος.
§269Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπὶ Ὄθωνος.
§270ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτε ἐλέγετε ταῦτα, ὅτι ἦσαν ἐσφαλαμένα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ περὶ μισθοῦ λεχθέντα. Ὁμιλήσας ἐγὼ, ἰσχυρίσθην ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς κατηργήθη τὸ σύστημα τὸ παλαιὸν, κατ’ ἐκείνους τοὺς χρόνους αἱ 44 αὗται δραχμαὶ ἐθεωροῦντο μὴ ἐπαρκεῖς, καὶ ἀνέφερα μάλιστα τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ ἡμῶν, τοῦ καταργήσαντος τὸ σύστημα ἐκεῖνο.
§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἤμην χθὲς ἐδῶ, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν. Ὑμεῖς θεωρεῖτε ἀνεπαρκὲς τὸ ποσὸν τῶν 50 δραχμῶν;
§272ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἰσχυρίσθην χθὲς, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον κατηργήθη τὸ σύστημα, εἶχεν ἀποδειχθῆ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀντὶ μισθοῦ διδομένου εἰς τοὺς χωροφύλακας, καὶ ὅτι ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμενος ἐν τῇ δυσχερείᾳ νὰ μὴ δύναται νὰ συγκρατήσῃ τοὺς κατατεταγμένους ἐν τῇ χωροφυλακῇ, διότι, ληξάσης τῆς θητείας αὐτῶν, λόγῳ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ μισθοῦ ἀπήρχοντο, ἀναγκασθεὶς δὲ διὰ τοῦτο νὰ κρατήσῃ ἑκατοντάδας ὅλας χωροφυλάκων ἐπὶ μῆνάς τινας, διότι ἡ χωροφυλακὴ ἐκενοῦτο σχεδὸν ἐντελῶς ἀνδρῶν...
§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἑπομένως φρονεῖτε ὅτι αἱ 50 δραχμαὶ εἶναι ἀνεπαρκεῖς;
§274ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι μετὰ 17 ἔτη αἱ 50 δραχμαὶ εἶναι ἀνεπαρκεῖς.
§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἔχετε σύμφωνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§276ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ὑπέδειξεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὗτος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐγὼ κακῶς εἶπον 44 δραχμάς, διότι 27 μόνον δραχμαὶ ἦσαν τότε ἡ ἀμοιβὴ τῶν χωροφυλάκων. Ἠναγκάσθην λοιπὸν σήμερον νὰ μὴ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν μνήμην μου, καὶ ἀναδραμὼν εἴς τε τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν τῆς Κυβερνήσεως εὗρον ὅτι ἐν ἔτει 1882 ἐψηφίσθη, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τότε, ὁ νόμος ᾼΩΘʹ τῆς 7 Μαΐου 1882, ὅστις ὥριζε τὰ τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων καθ’ ὃν τρόπον θέλω ἀναγνώσει (ἀναγινώσκει): «Ὁ μηνιαῖος μισθὸς τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς ὁρίζεται.... διὰ τὸν πεζὸν χωροφύλακα πρώτης τάξεως δρ. 50, διὰ τὸν πεζὸν χωροφύλακα δευτέρας τάξεως δρ. 48.» Ὥστε πραγματικῶς ἐλανθάσθην, ἀλλ’ ἐπὶ ἔλαττον· εἶπον 44 δραχμὰς, ἐνῷ τὸ πραγματικὸν ἦτο 48. Τοῦ δὲ ὑποβληθέντος τότε νομοσχεδίου, τοῦ μεταβληθέντος εἰς νόμον, προηγεῖτο εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ἥτις περιέχει πλήρη τὴν ἱστορίαν τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τῆς χωροφυλακῆς· ταύτην, σύντομον οὖσαν, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Ὁ μισθὸς τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς, προσδιορισθεὶς κατὰ πρῶτον διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Ἰουνίου Β. Διατάγματος, ἐκανονίσθη εἶτα διὰ τοῦ ἀπὸ 29 Μαΐου 1859 ὑπὸ στοιχ. ΦΝʹ νόμου...... Ἐν τούτοις καὶ ὁ οὕτως αὐξηθεὶς μισθὸς τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς κατέστη πρὸ πολλοῦ ἀνεπαρκὴς, ἕνεκα δὲ τούτου σήμερον, ὅτε ὑφίσταται τοιαύτη ὑπερτίμησις τῶν χρειωδῶν καὶ ἡ δύναμις τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς ὑπερεδιπλασιάσθη, δὲν ἀποβαίνει ἐφικτὸν, τὸ σῶμα τοῦτο, τὸ καταρτιζόμενον, λόγῳ τοῦ προορισμοῦ του, διὰ κατατάξεως μόνον ἐθελοντῶν κεκτημένων ὡρισμένα προσόντα, νὰ συμπληρωθῇ εἰς τὴν ὀργανικὴν δύναμιν. Διὸ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω...τὸ συνημμένον νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς.» Καὶ ἀκριβέστερον ἐρευνῶν ἐπὶ τοῦ θέματος εὗρον ἐν τῇ πρώτῃ εἰσαγωγῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκεῖνα, περὶ ὧν εἶπον χθὲς καὶ εὐρύτερον ἀνέπτυξα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἔφθασαν τότε τὰ τῆς χωροφυλακῆς, καίτοι ἦτο ηὐξημένος ἤδη ὁ μισθὸς, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, εἰς τοιαύτην στάσιν, ὥστε διαρκῶς μὲν νὰ μὴ ἦναι πλήρεις αἱ τάξεις τῆς χωροφυλακῆς, ἐλλείψει χιλιάδων, καθ’ ἑκατοντάδας δὲ νὰ ζητῶσι ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῆς χωροφυλακῆς οἱ κατατεταγμένοι ἐν αὐτῇ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς θητείας αὑτῶν, μὴ ἀνακατατασσόμενοι, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ ἀναγκασθῇ ἐπί τινα χρόνον νὰ κρατήσῃ αὐτοὺς ἐπὶ πλέον, ἵνα δυνηθῇ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ προνοήσῃ περὶ τηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Εὗρον λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου τότε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς ἔλεγε τὰ ἑπόμενα, ἅτινα ἡμεῖς, ὀπαδοὶ τότε ὄντες, βεβαίως ἠκούσαμεν, προσέξαντες εἰς αὐτὰ (ἀναγινώσκει): «Ὁ μισθὸς..... εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὴς καὶ δυσανάλογος πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ἄλλων πρὸς αὐτοὺς δυναμένων νὰ παραμοιωθῶσι στρατιωτικῶν ἢ πολιτικῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιελάβομεν αὔξησιν μηνιαίαν τοῦ μισθοῦ τῶν ὁπλιτῶν 10 δραχμῶν κατ’ ἄτομον, ἀλλὰ μελέτη μεταγενεστέρα τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ ἔπεισεν, ὅτι καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δέκα δραχμῶν δὲν ἐπιτυγχάνομεν τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, τουτέστι νὰ δυνάμεθα νὰ ἐκλέγωμεν τοὺς ὁπλίτας καὶ νὰ ἀποβάλλωμεν τῆς χωροφυλακῆς τοὺς ἀναξίους, διότι σήμερον, ὡς ἐκ τοῦ γλίσχρου τοῦ μισθοῦ, τοσοῦτον ὀλίγοι κατατάσσονται, ὥστε ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ ἀναγκάζεται νὰ παραβλέπῃ τὰς παραβιάσεις καὶ τὰ προσόντα τῶν χωροφυλάκων, ἵνα δύναται νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένας τὰς τάξεις τοῦ σώματος.» Ἠναγκάζετο ἡ ἀρχὴ, μὴ δυναμένη νὰ εὕρῃ διὰ τῶν ποσῶν τῶν ηὐξημένων ὑπὸ τῆς πρώτης αὐξήσεως καὶ τῶν αὐξανομένων ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 10 δραχμὰς, μὴ δυναμένη νὰ εὕρῃ τοὺς προσήκοντας ἐθελοντὰς διὰ τὴν χωροφυλακὴν, ἠναγκάζετο νὰ παραβλέπῃ καὶ νὰ κρατῇ εἰς τὰς τάξεις τοὺς κακοὺς, οὓς ἂν ἀπέπεμπε, δὲν εὕρισκεν ἐν τῇ χώρᾳ τῇ ἑλληνικῇ τοὺς θέλοντας ἀντ’ αὐτῶν νὰ καταταχθῶσι. Τοιαῦτα ἰσχυρίσθην ὅτι θέλουσι συμβῆ καὶ σήμερον ἕνεκεν ἀνεπαρκείας τοῦ ὁριζομένου μισθοῦ· λέγω δὲ, ὅτι, ἄν ἐκ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ μιᾶς ἢ δύο ἄλλων πόλεων, ἐν αἷς ὑπάρχει τις παρὰ ταῖς κατωτέραις τάξεσι στενοχωρία, εὑρεθῶσι πρὸς κατάταξιν ἐθελονταὶ, ἔχοντες τυπικὰ προσόντα, καὶ καταταχθῶσιν, εἶναι βέβαιον, ὅτι διὰ τῶν 50 δραχμῶν, τῶν παρεχομένων ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν θέλετε εὕρει ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ, ἐν τοῖς χωρίοις καὶ τοῖς ἀγροῖς, τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ καταταχθῶσι, μεταβαίνοντες μακρὰν τῆς ἑστίας αὐτῶν, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς. Τούτους τοὺς ἰσχυρισμούς μου τῆς χθὲς, εἰς οὓς ἔγεινεν ἀτυχὴς διάψευσις ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, θελησάντων νὰ ἀποδείξωσι τὴν βεβαίωσίν μου μὴ ἀκριβῆ, ἐζήτησα νὰ κυρώσω σήμερον δι’ ὅσων ἀνέγνωσα.
§277Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις μόνον, ὅπως ἐπανορθώσω ἀνακρίβειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων ἐπὶ Ὄθωνος...
§278ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
§279Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπόδειξις ὅτι ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ εἶναι ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής: «εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ ἀξία σήμερον τῶν 50 δραχμῶν ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὴν ἀξίαν τότε τῶν 40 δραχμῶν;» Καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνασθε νὰ ὁμιλήσητε διὰ τὸ 1882.
§280ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τὸ 1882 ὡμίλησα ἐγώ· δὲν ἠξεύρω τί ἀντελήφθητε ὑμεῖς.
§281Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ ἀντελήφθην ἐγώ. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς, ὅτι ἐζήτησα ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπικουρίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ ἦναι μακρὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ μὴ γινώσκω ἐγὼ τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον οἱ χωροφύλακες τότε, παρεκάλεσα, ὅπως προσκομισθῇ ὁ νόμος, καὶ ἦλθεν ὁ νόμος καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἀνακριβὴς ἦτο ἡ πληροφορία σας, διότι δυνάμει τοῦ νόμου ὁ μισθὸς ἦτο 95 λεπτὰ τὴν ἡμέραν. Αὐτὸ εἶναι. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀποδώσω εἰς ὑμᾶς ἀνακρίβειαν, ἐὰν ὑπέθετον ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ 1882. Κακὴ ἀντίληψις εἶναι μὲν, ἀλλ’ εἰς τὴν κακὴν ἀντίληψιν ὑπεπέσαμεν καὶ οἱ δύο.
§282Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). (Ὄρα Παράρτημα). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἀνδρ. Στεφανόπουλος).
§283Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατόπιν τῶν διὰ μακρῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς ὀλίγα ὑπολείπονται εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, ὅπως φωτίσω τὴν Βουλήν, ἢ μᾶλλον φωτισθῶ ἐκ τῆς συζητήσεως, τῆς ἐπὶ τοῦ θέματος γενομένης. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἶμαι τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον ἐδήλωσα τοῦτο, ὅτε εἶχεν ὑποβληθῆ παρόμοιον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπερ καὶ ἐψηφίσθη, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, εἶχεν ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τὸν αὐτὸν μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον σκοπόν, τουτέστι νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν τῶν ξένων εἰς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν καὶ νὰ ἀποδώσῃ αὐτὸν εἰς τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ αὐτοῦ ἔργα. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐβεβαίου τὴν Βουλήν, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅτι καὶ τὴν φρούρησιν ἀκόμη τῶν φυλακῶν θέλει ἀναλάβει ἡ χωροφυλακή, οὕτω τροποποιουμένη. Ἐπειδὴ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τὸν αὐτὸν ἔχει σκοπόν, τουτέστι νὰ συντελέσῃ οὐ μόνον εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, δι’ αὐτὸ θὰ τὸ ἐξετάσω ὑπὸ τὴν διπλῆν αὐτοῦ ἔποψιν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, ὡς εἶπον καὶ οἱ προαγορεύσαντες, συνδέεται στενώτατα μετὰ τοῦ ψηφισθέντος χθὲς νόμου περὶ ἀστυνομίας, διότι τῇ κοινῇ συμπράξει ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς θὰ ἀσφαλισθῇ τελείως ἡ χώρα. Οὕτως ὁ στρατὸς, οὐδεμίαν ἔχων πλέον ἀνάμιξιν εἰς τὰ τῆς δημοσίας ταύτης ὑπηρεσίας, θὰ μένῃ ἐλεύθερος, ὅπως ἀσχοληθῇ εἰς τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ αὐτοῦ ἔργα, περιοριζόμενος εἰς τὰς φρουρὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία ἤθελε καθορίσει εἰς τὸ στράτευμα. Ἐγενήθησαν ἀμφιβολίαι, ἂν ἡ χωροφυλακή, οὕτω συντασσομένη, θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμὸν αὐτῆς. Τὸ ἐμοὶ, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου. Ἐγεννήθη ἐπίσης ἀμφιβολία, ἂν ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγεγραμμένη, εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ ἂν ἀκόμη θὰ κατορθωθῇ ἡ πραγματοποίησις τῆς δυνάμεως ταύτης δι’ ἐθελοντῶν. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἡ χωροφυλακὴ καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ. Ὡς εἶπον, ἡ ὑπηρεσία τῆς χωροφυλακῆς εἶναι διττή· ἡ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, — καὶ πάντες γινώσκετε ὁποῖαι εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ταύτας,—καὶ ἡ τῆς φρουρήσεως τῶν φυλακῶν. Κατὰ προγενεστέραν ἐποχὴν συνετάχθησαν πίνακες, κατ’ ἐπερώτησιν—ἐνθυμοῦμαι μάλιστα καὶ τὸν ἐπερωτήσαντα—τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ, περὶ τῶν ἀσχολουμένων τότε εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν φρούρησιν ἐν γένει τῶν στρατιωτικῶν θέσεων. Κατὰ τοὺς πίνακας τούτους—καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ᾖναι ἡ αὐτὴ φρουροῦσα δύναμις— δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ ἀσφαλῶς περὶ τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία κέκληται νὰ ἀναλάβῃ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν. Εἰς τὸ Κράτος ὅλον ὑπάρχουσιν 27 ποινικαὶ φυλακαὶ, αἱ τῶν Ἀθηνῶν, Ἀμφίσσης, Αἰγίνης, Χαλκίδος κλπ.
§284ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ποινικαί.
§285ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οὕτω χαρακτηρίζονται.
§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ποινικαὶ καὶ ἐξεταστικαὶ μαζῆ.
§287ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐξεταστικαὶ ὑπάρχουσι δύο, ἡ τῆς Κερκύρας καὶ ἡ τῆς Λευκάδος.
§288Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σωφρονιστικαί.
§289Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ἀνάμικτοι αἱ φυλακαί. Δὲν ὑπάρχει διαφορά.
§290ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν νόμον ὑπάρχει.
§291ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἔτι καὶ δύο στρατιωτικαὶ φυλακαί, Ἀθηνῶν καὶ Ναυπλίου. Θὰ προστεθῶσιν ἴσως καὶ τέσσαρες ἀκόμη ἄλλαι φυλακαὶ εἰς τὰ τέσσαρα Πρωτοδικεῖα, τὰ μέλλοντα νὰ συσταθῶσιν εἰς τὰς νέας διοικήσεις. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν διοριζομένων καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην πρὸς φρούρησιν ὅλων αὐτῶν τῶν φυλακῶν, τόσον τῶν ἡμερησίων ὅσον καὶ τῶν νυκτοσκοπῶν, εὑρίσκομεν ὅτι ἀσχολοῦνται εἰς αὐτὰς περὶ τοὺς 695 ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶται, 14 σαλπιγκταί, 101 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 26 ἀξιωματικοί. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν καθ’ ἑκάστην διοριζομένων πρὸς φρούρησιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχομεν καὶ ἄλλας φυλακὰς, ἄλλας φρουρὰς, δηλαδὴ ἔχομεν φρουροὺς καὶ νυκτοσκοποὺς τῶν Τραπεζῶν, Ταμείων καὶ Ἀποθηκῶν. Τὸ ὅλον τούτων ἀνέρχεται μετὰ τῶν ἀνωτέρω εἰς 1784 ἄνδρας.
§292Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὰς δύο αὐτὰς φυλακάς;
§293ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ τοὺς διοριζομένους καθ’ ἑκάστην. Οἱ διοριζόμενοι καθ’ ἑκάστην ἄνδρες πρὸς φρούρησιν τῶν φυλακῶν, τῶν Τραπεζῶν, τῶν Ταμείων, τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου, τῶν στρατιωτικῶν φυλακῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν νυκτοφρουρῶν, πάντες οὗτοι ἀνέρχονται εἰς 1784 ἡμερησίως. Τῷ 1895, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μόνον διὰ τὰς φυλακὰς ἀπῃτοῦντο 2600...
§294Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ποτέ! Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§295ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἰδοὺ ἡ κατάστασις, ἐν λεπτομερείᾳ ἐκθέτουσα ταῦτα. Τὰ πράγματα δὲν μετεβλήθησαν.
§296Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ τηρῶ κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω.
§297ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ πίναξ εἶναι λεπτομερής. Ἀθηνῶν, λόγου χάριν....
§298ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι εἶναι ἡ δύναμις τῶν παλαιῶν. Ἔχομεν προσέτι ἓν εἰς τοῦ Συγγροῦ καὶ ἓν εἰς τὸν Μενδρεσέν.
§299ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μόνον τὸ Ἀβερώφειον προστίθεται. Δὲν ἠξεύρω ποία εἶναι ἡ ἐκεῖ καθ’ ἑκάστην διοριζομένη φρουρά.
§300ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μία στρατιωτικὴ φυλακὴ καὶ μία πολιτικὴ προσετέθησαν.
§301ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως ἐκ τούτων δὲν θὰ συμπεράνωμεν τὴν δύναμιν τὴν ἀπαιτουμένην. Διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἰς τὰς πόλεις, ἔνθα θὰ φρουρῇ ὁ ἀπηλλαγμένος τῶν ὑπηρεσιῶν ἐν γένει τῶν ξένων πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ στρατὸς, θὰ φρουρῇ καὶ τὰς φυλακὰς τῶν πόλεων τούτων.
§302ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ὅλοι οἱ στρατοὶ πράττουσι τοῦτο.
§303ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν θὰ πέμπηται εἰδικῶς εἰς τὰς πόλεις, ἔνθα ὑπάρχουσι φυλακαὶ πρὸς φρούρησιν αὐτῶν, δὲν θ’ ἀποσπῶνται τουτέστι τμήματα τοῦ στρατεύματος, ὅπως φρουρῶσι τὰς φυλακὰς τῆς Κυπαρισσίας καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου ὁ στρατὸς φρουρεῖ, ὅπου ἔχει τὴν ἕδραν, ἀναντιρρήτως ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἐκπληροῖ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, διότι αὕτη συντελεῖ πρὸς ἄσκησιν αὐτοῦ εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ὑπηρεσίας, ἀναγκαιότατον ἄλλως τε. Ἑπομένως ἡ ὑπηρεσία αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μία ἐκ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν μόρφωσιν αὐτοῦ, οὐδεμίαν ἐν τούτοις παρεμβάλλουσα δυσχέρειαν εἰς τὴν γενικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἄσκησιν. Ἐὰν λοιπὸν ἐξ ὅλων τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν θέσεων ἐξαιρέσωμεν τὰς φυλακὰς, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὰς ἕδρας, ἔνθα φρουρεῖ τὸ στράτευμα θὰ περιορίσωμεν κατὰ πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν καθ’ ἑκάστην διοριζομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην φρουρῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, καὶ ἡ διαρρύθμισις ἀκόμη τῶν φρουρῶν, καὶ ἡ ἐκλογὴ καταλλήλων οἰκημάτων, ἔνθα δὲν ὑπάρχουσι δημόσια τοιαῦτα δύναται κατὰ πολὺ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τούτου οὕτως, ὥστε ἡ καθ’ ἑκάστην ὁριζομένη δύναμις πρὸς φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ἔνθα δὲν ἑδρεύει ὁ στρατὸς, νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τοὺς 800 ἄνδρας, καὶ ἑπομένως ἂν τριπλασιάσωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, θὰ εὕρωμεν 2400. Διότι δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι αἱ ἀλλαγαὶ πρέπει νὰ ἦναι δύο. Αἱ ἀλλαγαὶ πρέπει νὰ ἦναι τρεῖς. Μίαν ἡμέραν θὰ φρουρῇ ὁ στρατιώτης, καὶ δύο θὰ ἀναπαύηται, διότι ἔχει καὶ ἄλλα καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ, πλὴν ἐκείνων τοῦ φρουροῦ, εἴτε χωροφύλαξ εἶναι, εἴτε στρατιώτης. Θὰ ἔχωμεν, λέγω, 2400 περίπου ἄνδρας, προωρισμένους διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν. Ἐὰν ἐκ τῆς ὁλικῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγεγραμμένης, ἀφαιρέσωμεν τοὺς 2400, ἀπομένει δύναμις ἱκανὴ, διότι ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς εἶναι 4680 ἁπλοῖ χωροφύλακες, ἢ 5400 μετὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Θὰ ἀπομείνωσι 3000 περίπου ὑπαξιωματικοὶ καὶ χωροφύλακες, οἵτινες, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι κατ’ ἄλλην στατιστικὴν πληροφορίαν οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῆς ὑπαίθρου χώρας δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 3000, καθόσον οὐδέποτε ἐχρησιμοιποιήθησαν πλειότεροι τούτων. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ὁλικὴ δύναμις, ἡ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου προερχομένη, εἶναι ἐπαρκὴς, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους ἀφ’ ἑτέρου. Ἀπομένει ὅθεν νῦν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα τὸ σχέσιν ἔχον πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ συμφωνήσω καθ’ ὁλοκληρίαν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὅπως ἡ χωροφυλακὴ ἀποτελέσῃ σῶμα ὠργανωμένον ὡς τὸ πεζικὸν, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὁποίου νὰ ταχθῇ ὁ ἀνώτερος κατὰ βαθμὸν, ὡς διοικητής. Ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς προέτεινε τὸν σχηματισμὸν συντάγματος, ὁ δὲ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιθεωρητὴς συνταγματάρχης νὰ χρησιμεύσῃ ὡς διοικητὴς τοῦ συντάγματος τούτου, τὸ οὕτω δὲ συντασσόμενον σύνταγμα ν’ ἀποτελεσθῇ ἐξ ἓξ ταγμάτων, διανεμομένων εἰς διάφορα σημεῖα τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ τοιαύτη ὀργάνωσις ἀληθῶς θὰ παρεῖχε μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις, ἀφ’ ἑνὸς μὲν περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῆς χωροφυλακῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ περὶ τῆς στρατιωτικῆς μορφώσεως τοῦ σώματος, καὶ ἤθελε προσδώσει ὅλην τὴν προσήκουσαν πειθαρχίαν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἧς αὕτη ἔχει μεγίστην ἀνάγκην πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς διττῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ χωροφυλακὴ ἀνέκαθεν, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, ὠργανώθη κατὰ ἐνωμοτίας, διότι ἡ ἐνωμοτία ἐκρίθη ὡς ἡ ἀνωτέρα μονὰς τῆς συστάσεως τῆς χωροφυλακῆς, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν αὕτη ἐκτελεῖ. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ εἰς σύνταγμα, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελεσθῇ ἐκ ταγμάτων, διότι τότε τὰ τάγματα ταῦτα ἤθελον ἀπομείνει μόνον μὲ τοὺς διοικητὰς, καθόσον πᾶσα ἡ δύναμις θέλει διανεμηθῆ εἰς ὅλην τὴν χώραν, εἴτε πρὸς φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ἀναλόγως τῆς φρουρᾶς, ἥτις ἤθελεν ἀποτελεσθῇ ἐκ μιᾶς ἢ πλειόνων ἐνωμοτιῶν, ἢ θέλει ἀσχοληθῆ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ τότε καὶ πάλιν θέλει κατατμηθῆ ὄχι μόνον εἰς ἐνωμοτίας, ἀλλὰ καὶ εἰς μικρότερα τῆς ἐνωμοτίας τμήματα, καὶ διὰ τοῦτο πολὺ ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον περιέλαβε τρεῖς ὑπαξιωματικοὺς εἰς ἑκάστην ἐνωμοτίαν, ἀντὶ τῶν δύο, οὓς ἔχει ἡ ἐνωμοτία τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου, διότι ἀληθῶς ἡ ἐνωμοτία, μὲ τὴν ηὐξημένην μάλιστα δύναμιν τῶν εἴκοσιν ἀνδρῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἦναι πάντοτε ἡνωμένη. Ποτὲ πλειότεροι τῶν τεσσάρων, πέντε ἢ καὶ ἕξ τὸ πολὺ χωροφυλάκων δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, δὲν συνεργάζονται πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, καὶ μόνον κατὰ τὴν νέαν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις θ’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, τὴν φρούρησιν δηλονότι τῶν φυλακῶν, θὰ ἴδωμεν δύο ἢ τρεῖς ἐνωμοτίας συνηνωμένας. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑπάρξωσι τὰ τάγματα αὐτὰ, ὅπως τὰ ἐννοεῖ βεβαίως ὁ κ. συνάδελφος, συγκεντρωμένα, ἀσκούμενα καὶ ἀποκτῶντα φρόνημα στρατιωτικὸν καὶ πρὸ πάντων τὴν πειθαρχίαν, ἐν γένει δὲ συντελοῦντα εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς χωροφυλακῆς εἰς σῶμα στρατιωτικόν. Ταῦτα πάντα ὅμως δὲν ἀποκλείουσι τὴν ἀρχὴν τῆς ἑνιαίας διοικήσεως, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν ἀκόλουθον σύστασιν, ὅπως ἀντὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἥτις κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς χωροφυλακῆς, ὑπὸ ἔποψιν διοικήσεως, ὑπὸ ἔποψιν ἐποπτείας καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐλέγχου, παρὰ μόνον ὡς ἁπλῆ ἐπιθεώρησις, ἱδρυθῇ ἄλλη τις ἀρχή, πλειότερον φέρουσα τὰ στοιχεῖα τῆς πραγματικῆς διοικήσεως. Εἶμαι ἀντίθετος κατ’ ἀρχὴν τῶν Ἀρχηγείων στρατοῦ, ὡς μονάδων διοικήσεως. Ἀλλὰ διὰ τὴν χωροφυλακὴν κατ’ ἀνάγκην τὸ ἀποδέχομαι, ὡς μὴ ὑπαρχούσης ἄλλης ἀρχῆς καταλληλοτέρας διὰ τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Ἐννοῶ διὰ τὸν στρατὸν τὰς μονάδας τῆς διοικήσεως, τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ὅρων, ὑπὸ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς τακτικῆς, οἷαι εἶναι τὰ συντάγματα, τὰ τάγματα, οἱ λόχοι, αἱ μικραὶ λεγόμεναι μονάδες, ἔτι δὲ αἱ ταξιαρχίαι, αἱ μεραρχίαι καὶ αἱ μοῖραι τοῦ στρατοῦ καὶ αἱ ἄνω τούτων, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὰς μεγάλας μονάδες. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν χωροφυλακὴν νὰ ἐννοήσωμεν συντάγματα, ταξιαρχίας καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, οὔτε τάγματα καὶ λόχους, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐνωμοτίαν. Δυνάμεθα ὅμως νὰ παραδεχθῶμεν ἀρχὴν διοικήσεως πραγματικῆς, καὶ ὡς τοιαύτην παρεδέχθησαν καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραδεχθῶμεν, τὸ Ἀρχηγεῖον. Τοιοῦτον τύπον ἔφερε καὶ ὁ συνταχθεὶς νόμος κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894, ὅτε ἱδρύθη τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν· παρόμοιον τύπον ἔφερε καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ψηφισθὲν κατὰ τὸ 1896, νομίζω, περὶ χωροφυλακῆς. Ἀρχηγεῖον καὶ τοῦτο ἔτασσεν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς χωροφυλακῆς. Ἀρχηγεῖον λοιπὸν καὶ ἡμεῖς σήμερον δυνάμεθα νὰ δημιουργήσωμεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ πολυαρίθμου τούτου στρατεύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι κατεσπαρμένον εἰς ὅλον τὸ Κράτος, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἀληθοῦς καὶ πραγματικῆς διοικήσεως διὰ νὰ συγκροτηθῇ, καὶ οὐχὶ ἐπιθεωρήσεως. Τὸ Ἀρχηγεῖον ὅθεν αὐτὸ, μετὰ ἐπιθεωρητῶν, οὓς θὰ ἔχῃ ὑπὸ τὰς διαταγάς του, θὰ δύναται νὰ ἐλέγχῃ καὶ νὰ ἐφορᾷ ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐν γένει τῆς χωροφυλακῆς. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἀντὶ τῆς Ἐπιθεωρήσεως, νὰ θέσωμεν Ἀρχηγεῖον χωροφυλακῆς, ὁ ἀρχηγὸς δὲ τούτου νὰ ἦναι ὑποστράτηγος, ἐὰν θέλητε, ἢ συνταγματάρχης.
§304Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς χωροφυλακῆς ὅμως, τοῦ αὐτοῦ ὅπλου.
§305ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι. Εἰς αὐτὸ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἤμεθα σύμφωνοι.
§306ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἠρώτησα, διὰ νὰ ἴδω τὴν ἰδέαν σας.
§307ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ ὑποστράτηγον, γενικὸν τουτέστιν ἀξιωματικόν, ἢ συνταγματάρχην ἐκλεγόμενον μεταξὺ τῶν συνταγματαρχῶν ὅλων τῶν ὅπλων καὶ τῆς χωροφυλακῆς.
§308ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀποκλείεται δηλαδὴ ὁ τῆς χωροφυλακῆς.
§309ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἀποκλείεται...
§310ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, οὕτω.
§311ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. Ἀλλὰ καὶ δὲν ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ τὸν ἀρχηγὸν ἐκ τῆς χωροφυλακῆς.
§312Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ὅμως θὰ γεννήσῃ σάλον.
§313ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀδιαφορῶ διὰ τὸν σάλον. Ἐξετάζω μόνον τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας· περὶ τοῦ σάλου δὲν ἐνδιαφέρομαι. Ἄλλως τε δὲν φρονῶ ὅτι θὰ γεννηθῇ σάλος, διότι οὐδένα ἡ διάταξις αὕτη παραβλάπτει.
§314Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι νέα διάταξις αὐτή.
§315ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι νέα. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι μετ’ ὀλίγον θέλει ὑποβληθῆ, κατὰ τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν πρώτων θὰ περιλαμβάνῃ ὑπηρεσίαν νέαν, ὅλως ἄγνωστον παρ’ ἡμῖν μέχρι τοῦδε, τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἐλπίζω, ὅτι θὰ συνταχθῇ ἐπὶ ἀληθῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ἐκείνων βάσεων, ἐφ’ ὧν σήμερον καταρτίζονται αἱ ἐπιτελικαὶ ὑπηρεσίαι πάντων ἐν γένει τῶν εὐρωπαϊκῶν στρατευμάτων. Ἡ ἐπιτελικὴ αὕτη ὑπηρεσία θ’ ἀποτελῆται ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικῶν, τῶν μελλόντων διὰ διαγωνισμοῦ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς ταύτην, καὶ οἵτινες θὰ ὦσιν ἐφωδιασμένοι διὰ πτυχίου τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ οὕτω παρεσκευασμένοι, θὰ καταλάβωσι τὰ ἀνώτερα τοῦ στρατοῦ ἀξιώματα. Ἐννοεῖται ὅτι καὶ οἱ ἀντισυνταγματάρχαι τῆς χωροφυλακῆς δὲν θὰ λείψωσιν ἀναγραφόμενοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ἐπιθεωρηταί, τρεῖς κατ’ ἐμὴν γνώμην· ἐπίσης θ’ ἀναγραφῇ εἷς ἀντιμοίραρχος, ὡς ὑπασπιστὴς τοῦ ἀρχηγοῦ, ἔτι δὲ εἷς ὑπομοίραρχος ἢ ἀνθυπομοίραρχος καὶ τὸ λοιπὸν προσωπικόν. Ταύτην ὅθεν ἔχω τὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ συστήματος ἐν γένει τῆς χωροφυλακῆς. Διαφωνῶ, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δι’ ἐθελοντῶν χωροφυλάκων συμπληρώσεως τῆς χωροφυλακῆς, πρὸς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅστις ὑπεστήριξε τὸ ἀδύνατον ταύτης ἕνεκα τῆς μικρᾶς μισθοδοσίας, τῆς καθοριζομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ...
§316ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπεστήριξα τὸ ἀπίθανον τῆς πληρώσεως τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ.
§317ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ μισθοδοσία τῶν 50 δραχμῶν τῶν ἁπλῶν χωροφυλάκων δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι μικρά. Τὸ τάγμα τῶν ἐθελοντῶν εὐζώνων, τὸ ὁποῖον συνεκροτήσαμεν κατὰ παρῳχημένην ἐποχὴν καὶ τὸ ὁποῖον ἔφεραν ὡς παράδειγμα, ὅτι δὲν συνεπληρώθη ἀμέσως, ἅμα τῇ συστάσει του, ἕνεκα τῶν μικρῶν ἀποδοχῶν, τοὐναντίον ἐπιρρωννύει τὴν ἰδέαν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς δι’ ἐθελοντῶν. Ὁ τότε ψηφισθεὶς νόμος ὥριζε τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἐθελοντῶν εὐζώνων εἰς 40 δραχμὰς, διότι ῥητῶς ἀνεφέρετο ἐν αὐτῷ, ὅτι πλὴν τοῦ ἄρτου θὰ λαμβάνωσι καὶ μίαν δραχμὴν καθ’ ἑκάστην. Ἀλλὰ μία δραχμὴ καθ’ ἑκάστην ἀποτελεῖ 30 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ὁ δὲ ἄρτος ἀποτελεῖ καὶ οὗτος 10 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἑπομένως τὸ ὅλον ἀποτελεῖ 40 δραχμάς. Καὶ ἐν τούτοις τὸ τάγμα αὐτὸ συνεπληρώθη εὐθὺς ὡς εὕρομεν τὸν κατάλληλον τρόπον τῆς κατατάξεως τῶν ἐθελοντῶν, διότι ἔδει νὰ φροντίσωμεν νὰ εὕρωμεν τούτους ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν εἰς θέσιν νὰ δώσωσι τοὺς καταλλήλους στρατιώτας· καὶ ἀληθῶς ἡ Δωρὶς, ἡ Εὐρυτανία, ἡ Ἀκαρνανία καὶ λοιπαὶ ἐπαρχίαι παρέσχον τὸ ὑλικὸν αὐτὸ καὶ τάχιστα συνεκροτήθη τὸ τάγμα τῶν ἐθελοντῶν εὐζώνων. Δὲν βλέπω ἐνταῦθα τὸν κ. ἐκ Δωρίδος βουλευτὴν, τὸν κύριον Λιδωρίκην, ὅστις τότε συνετέλεσεν οὐκ ὀλίγον εἰς τὴν ταχυτέραν συμπλήρωσιν τοῦ τάγματος. Τοῦτο ἐὰν γείνῃ καὶ σήμερον, θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ συμπλήρωσις ἐξ ἐκλεκτῶν ἀνδρῶν προϋπηρετησάντων εἰς τὸν στρατόν. Ὁ δὲ ὅρος τῆς κατατάξεως ἀπὸ τοῦ 25 ἔτους μέχρι τοῦ 40 ἢ 35, ὅπως, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ διορθώσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, καὶ πολὺ ὀρθῶς, δὲν φέρει προσκόμματα εἰς τὸν στρατὸν, τουτέστι δὲν ἀφαιρεῖ ἐκ τῶν τάξεων τῶν ἐφέδρων, ὥς τινες ἰσχυρίσθησαν ἐντεῦθεν, τοσαύτην δύναμιν ἀνδρῶν, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἀδύνατος ἡ συμπλήρωσις τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου, διότι οἱ ἔφεδροι τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ τῶν ἡλικιῶν τοῦ 23, τοῦ 24 καὶ 25 ἔτους, οἱ ἔφεδροι δηλονότι τῶν τριῶν ἡλικιῶν, ἀνερχόμενοι εἰς 30,000 ἄνδρας, ὁμοῦ μετὰ τῶν ὑπηρετουσῶν ἡλικιῶν, δύνανται νὰ παράσχωσι τὴν δύναμιν τὴν ἀπαιτουμένην τοῦ στρατοῦ τῆς εἰρήνης διὰ τὴν ἐμπόλεμον αὐτοῦ κατάστασιν. Ἑπομένως ἐὰν λείψῃ ἐκ τῶν ἐφέδρων τῶν ἡλικιῶν τοῦ 26 μέχρι τοῦ 35 ἔτους δύναμις ἴση πρὸς 3500 ἢ 4000 ἢ 5000 ἄνδρας, κατ’ οὐδὲν θὰ ἐλαττώσῃ τὴν ὁλικὴν δύναμιν τῆς ἐφεδρείας, παρὰ τὴν ἀνησυχίαν, ἣν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐξέφρασεν, ὅτι θ’ ἀφαιρεθῶσιν οὗτοι ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Διότι ὁ ἑλληνικὸς, ὁ στρατὸς, ἀποτελούμενος ἀπὸ τὰ ὑφιστάμενα σήμερον στελέχη, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξηθῶσι πλειότερον, δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ πλειοτέρους ἐφέδρους τῶν 5 ἕως 6 ἡλικιῶν ἐπιστρατευόμενος, ὑποτιθεμένου ὅτι καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες ὁπωσδήποτε θὰ συνεισφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν κλῆσιν τῶν ἐφέδρων. Δύναται λοιπὸν εὐχερῶς νὰ συμπληρωθῇ ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ μειωθῇ ὁ τακτικὸς στρατὸς, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ παρεμβληθῇ ἡ ἐλαχίστη δυσκολία εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι δυναταὶ μικραί τινες τροπολογίαι, τὰς ὁποίας θέλω προτείνει καὶ τὰς ὁποίας παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀποδεχθῇ. Εἰς τὴν σύνθεσιν π. χ. τῶν τριῶν Μοιραρχιῶν ὁ πίναξ ὑπὸ στοιχ. Α περιλαμβάνει ἕνα ὑπολοχαγὸν τοῦ οἰκονομικοῦ ὡς διαχειριστὴν, ὁ ὑπὸ στοιχεῖον Β περιλαμβάνει ἕνα ἀνθυπολοχαγὸν τοῦ οἰκονομικοῦ ὡς διαχειριστὴν, ἐπίσης τὸ αὐτὸ περιλαμβάνει καὶ ὁ πίναξ τοῦ προσωπικοῦ τῶν 10 νέων Μοιραρχιῶν. Δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάκρισις αὕτη τῶν βαθμῶν, προκειμένου περὶ τῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας· διὸ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, οἱ διαχειρισταὶ ὅλων τῶν Μοιραρχιῶν νὰ ἦναι ὑπολοχαγοὶ, καθόσον πρόκειται περὶ διαχειρίσεως χρημάτων, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡ χρηματικὴ διαχείρισις ἀνήκει μόνον εἰς τοὺς λοχαγούς. Μόνον οἱ λοχαγοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ διορίζονται ταμίαι. Ἔχω καὶ ἑτέραν προσθήκην. Κατὰ τὸν ἄρτι ψηφισθέντα νόμον περὶ ἐπιμισθίου χάριν τῶν διδακτικῶν βιβλίων, ὁμολογουμένως μία τάξις τῆς χωροφυλακῆς ἠδικήθη, ἡ τάξις τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνουσιν ἐπιμίσθιον, ὅπερ λαμβάνουσιν οἱ λοιποὶ ἀξιωματικοὶ, διότι τοῦτο κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος. Ἑπομένως ἀδικοῦνται σήμερον οἱ ἀνώτεροι οὗτοι.
§318Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ λάθος ἐγένετο τοῦτο.
§319ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ ὅτι ἐγένετο λάθος, ἐγὼ καταθέτω τὴν τροπολογίαν μου, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει γείνῃ ἀσπαστὴ, καὶ οὕτω τὸ ἀδίκημα αἴρεται.
§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς συνδέεται καὶ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ μετὰ τῆς ἀστυνομίας ἐν γένει, ὡς συνδέεται καὶ μετὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον, ὑπόκειται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμοὺς, πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀποτελεῖ δὲ καὶ μέρος τοῦ στρατοῦ, ἰδίως ὅταν ὁ στρατὸς καλῆται εἰς στρατιωτικὰς πράξεις. Ἀλλὰ πλὴν τούτου προωρίσθη, ἵνα παρέχῃ συνδρομὴν εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς πολιτικῆς διοικήσεως, καὶ προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἰς φρούρησιν τῶν φυλακῶν, εἰς μεταφορὰν ὑποδίκων καὶ καταδίκων, εἰς καταδίωξιν τῶν φυγοποίνων καὶ φυγοδίκων. Προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας εἰς τὴν ἐν ὑπαίθρῳ χώραν. Προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς συνοδείαν εἰσπρακτόρων, εἰς τὴν εἴσπραξιν δημοσίων ἐσόδων, εἰς φρούρησιν ταμείων καὶ εἰς συνοδείαν τῶν μεταφερομένων χρημάτων ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἑπομένως εἶναι σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πολλαπλᾶ καθήκοντα, τὰ σοβαρώτερα δὲ, τὰ μεγαλείτερα τῶν καθηκόντων αὐτοῦ εἶναι τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν. Διὰ τοῦτο, ὅτε εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐνόμιζον ὅτι ἦτο συμφέρον νὰ συγχωνεύσω εἰς τὴν χωροφυλακὴν πᾶσαν τὴν ἀστυφυλακὴν, πλὴν τῶν ἀστυφυλάκων τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· οὕτως ἐξῄρεσα 450 ἀστυφύλακας διὰ τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔμελλον νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἵνα ἐνασκῶσι τὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς δήμοις. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία δὲν καθιστᾶτο ἐν πάσαις ταῖς πόλεσι καὶ ταῖς κώμαις τοῦ Κράτους, ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις καὶ ταῖς ἐπαρχίαις καὶ τοῖς νομοῖς, διότι οἱ δῆμοι γʹ τάξεως καὶ αὐτοὶ οἱ τῆς βʹ τάξεως, ἐὰν δὲν εἶχον πληθυσμὸν ὡρισμένον, καὶ αὐτοὶ οἱ δῆμοι ἤθελον ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχωσι δημοτικὴν ἀστυνομίαν· καὶ ἀπέδιδον εἰς τοὺς δήμους ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι εἶχον ἀποδώσει εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Δυστυχῶς ἤδη εἶναι ὀψὲ, καὶ οὐδεμίαν δύναμαι νὰ φέρω τροπολογίαν, ἀφοῦ δὲν ηὐτύχησα νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς συνδέεται καὶ μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τοὺς ἰσχύοντας κατὰ τὴν περίοδον ταύτην νόμους, τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καταρτίζεται καθ’ ὃν τρόπον καταρτίζεται καὶ ὁ στρατὸς, δηλαδὴ κατατάσσονται εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κατατάσσονται εἰς τὸν στρατὸν καθ’ ὃν τρόπον κατατάσσονται ἐκεῖνοι, ἑπομένως κατατάσσονται εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἄνδρες οὐδεμίαν ἔχοντες παρασκευήν. Καὶ εἶχε μὲν διατάξει ὁ νόμος νὰ δοθῇ πρότερον στρατιωτική τις ἄσκησις εἰς τοὺς προωρισμένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, ἀπαιτήσας νὰ διατηρηθῶσιν ἓξ μῆνας ἐν ταῖς τάξεσι τῶν συνταγμάτων, εἰς ἃ κατετάχθησαν, ἦτο δὲ ἡ ἄσκησις αὕτη ἡ διδομένη εἰς τοὺς στρατιώτας μέχρι τῶν γυμνασίων τοῦ λόχου, ἀλλὰ καὶ ταύτην δὲν ἐλάμβανον πλήρη, διότι, πρὶν ἢ συμπληρωθῇ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος εἶχε τάξει, ἡ διοίκησις ἦτο ἠναγκασμένη νὰ ἀποσπᾷ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν συνταγμάτων εἰς τὴν χωροφυλακὴν μὴ διανύσαντας τὴν ἑξάμηνον ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, ἐὰν καταρτίσωμεν τὴν χωροφυλακὴν δι’ ἐθελοντῶν, δὲν θὰ λαμβάνωμεν πλέον τοὺς χωροφύλακας ἀπὸ τὸν στρατόν, ἐπειδὴ δὲ οἱ ἐθελονταὶ ἐξετέλεσαν προηγουμένην διετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν στρατὸν, θέλουσι πάντως ἔχει ἰδιότητας πληρεστέρας, ἀρτιωτέρας. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, ἀνέγραψεν ὡς προσὸν διὰ τοὺς ἐθελουσίως κατατασσομένους, νὰ προϋπηρέτησαν ὡς στρατιῶται, δὲν προσδιώρισεν ὅμως τὴν διάρκειαν τῆς στρατιωτικῆς των ὑπηρεσίας. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν εἰσαγάγει κατὰ τὸ 1896, καὶ ὅπερ εἶχε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀνεγράφετο ὅτι ἀπῃτεῖτο ὑπηρεσία διετὴς ἐν τῷ στρατῷ· ἐπειδὴ δὲ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εὑρεθῶσιν οἱ ἔχοντες διετῆ ὑπηρεσίαν, ἐδεχόμεθα τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ δοκιμασίᾳ...
§321Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ὁ φέρων ἄφεσιν βεβαίως διήνυσε διετῆ θητείαν. Διὰ τοῦτο εἰς τὸν νόμον ζητοῦμεν μόνον ἄφεσιν, καὶ δὲν ἀνεγράψαμεν τὸν χρόνον τῆς θητείας.
§322Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ διαθέσιμοι, οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη ἐν τῷ στρατῷ, ἀπολυόμενοι δὲν θὰ λάβωσιν ἄφεσιν;
§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἄγει εἰς ἀποτελέσματα πλήρη, διότι ἐν πρώτοις ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς δὲν θέλει ἐπαρκέσει εἰς πάσας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐξετέλει μέχρι τοῦδε ὁ τακτικὸς στρατός, ἑπομένως ὅτι δὲν θέλει ἀπαλλαγῆ ὁ στρατὸς ἀπὸ πάσας τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀλλοτρίας αὐτοῦ, εἰς τὰς ὁποίας ἀπησχολεῖτο. Ἤκουσα τοὺς ἀγορεύσαντας προχθές, οἵτινες ἀνεκήρυσσον εἶδός τι προγράμματος, ἓν ἔμβλημα, ὅπερ ἐπέγραψαν «ὁ στρατὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν στρατόν». Ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ἀρέσκονται εἰς τὰ προγράμματα καὶ τὰ ἐμβλήματα. Ἄλλοτε ἔλεγον «ἡ Κωπαΐς διὰ τῆς Κωπαΐδος», «ἡ σταφὶς διὰ τῆς σταφίδος». Προχθὲς ἤκουσα τὸ «tout à l’ égout». Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάζηται πρὸ παντός, ἂν πραγματοποιῶνται τῶν ἐμβλημάτων τούτων αἱ ἔννοιαι. Ἀπηλλάξατε τὸν στρατὸν τῶν ἀλλοτρίων αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν; Τοῦτο ἐξήρτηται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς. Κατὰ τὸν νόμον, ὃν ἡμεῖς εἴχομεν εἰσαγάγει, ἡ χωροφυλακὴ ἤθελεν ἀποτελεσθῆ ἀπὸ 5280 πεζοὺς χωροφύλακας καὶ ἀπὸ 224 ἐφίππους· ἂν προσθέσητε δ’ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, ἤτοι τοὺς ὑπαξιωματικούς, οἵτινες ἀνήρχοντο εἰς 240 ἐνωμοτάρχας καὶ 480 ὑπενωμοτάρχας τῆς πεζῆς χωροφυλακῆς, καὶ εἰς 16 ἐνωμοτάρχας καὶ 16 ὑπενωμοτάρχας τῆς ἐφίππου, ὁ ἀριθμὸς τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ἀνέρχεται εἰς 6,256. Ἀλλὰ ὁ ἀριθμὸς οὗτος θέλει ἐπαρκέσει, ἵνα ἐκτελέσῃ πάσας τὰς ἀλλοτρίας τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίας; Ἂν τυχὸν δὲν ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτὰς, ὁ στρατὸς δὲν ἐπανέρχεται εἰς τὸν στρατόν. Κατὰ τὸ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθὲν νομοσχέδιον, ἐπετρέπετο νὰ ζητῆται ἐνίσχυσις τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς δι’ ἀριθμοῦ εὐζώνων μέχρι τῶν 1000, μεταξὺ τῶν ὁποίων κατὰ πρῶτον λόγον θέλουσι ζητεῖσθαι οἱ δι’ ἐθελουσίας κατατάξεως καταταχθέντες 500 εὔζωνοι, μεθ’ οὓς θέλουσι ζητεῖσθαι καὶ ἄλλοι 500. Οὕτως ὁ ἀριθμὸς τῆς χωροφυλακῆς ἀνεβιβάζετο εἰς 7256. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, τυγχάνων τότε εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔκρινε τὸν ἀριθμὸν ἀνεπαρκῆ, καὶ ἤλεγχεν ἡμᾶς, ὅτι ἐματαιοπονοῦμεν, διότι οἱ 7256 ἄνδρες δὲν ἐπαρκοῦσι διὰ πάσας τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι πρέπει νὰ ἀναβιβάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων εἰς 9000 ἄνδρας, κατὰ συγκατάβασιν δ’ ἔστεργεν εἰς 8500 μόνον.
§324Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα.
§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη χθὲς τὴν νύκτα εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐπιτρέπει τὴν κατάταξιν 4400 ἀστυφυλάκων, καὶ ὅτι οἱ ἀστυφύλακες οὗτοι προστιθέμενοι εἰς τὴν ἐκ 5439 κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς ἀποτελοῦσι δύναμιν 9839, ἐνῷ κατὰ τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον τοῦ 1896, ἂν προσετίθεντο εἰς τοὺς 7256 ἄνδρας τῆς χωροφυλακῆς οἱ 450 διατηρητέοι τότε κατ’ αὐτὸ ἀστυφύλακες ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἡ δύναμις τῶν δύο σωμάτων τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυφυλακῆς θ’ ἀνήρχετο εἰς 7706, ἤτοι θὰ ἦσαν κατὰ 2100 ὀλιγώτεροι ἐκεῖνοι· ἀλλὰ τὸ νομοθετούμενον νῦν σύστημα ἰδίου σώματος χωροφυλακῆς καὶ ἰδίου σώματος ἀστυφυλακῆς εἶναι πολυτελὲς καὶ μεγάλα ποσὰ θέλει προσθέσει εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑπελόγιζε δ’ ὄντως κατὰ τὸ 1896 ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, καὶ τῶν φυλακῶν ἡ φρούρησις, καὶ ἡ καταδίωξις τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, καὶ ἡ μεταφορὰ τῶν ὑποδίκων καὶ φυγοδίκων, πᾶσαι αὗται αἱ ὑπηρεσίαι ἀπαιτοῦσιν ἀριθμὸν μέγαν, πλὴν τῆς καθαρῶς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δέ, ὅπερ ψηφίζομεν νῦν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς πεζῆς χωροφυλακῆς προσδιορίζεται εἰς 4440, τῆς δὲ ἐφίππου εἰς 240, ὁ δὲ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἤτοι τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν, τῆς πεζῆς εἰς 757, καὶ τῶν τῆς ἐφίππου εἰς 60, ἤτοι τὸ ὅλον τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῆς εἰς 5497. Ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος, τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἐκτελουμένης δι’ ἀστυφυλάκων, θέλει ἐπαρκέσει εἰς πάσας τὰς ὑπηρεσίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀμφέβαλλε τότε, ἂν θέλομεν εὑρεῖ τοσούτους ἐθελοντάς, ἵνα καταρτίσωμεν τὸ σῶμα, ἕνεκα τοῦ προσδιοριζομένου μικροῦ μισθοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσιν ἐθελονταὶ μὲ τὴν ἀντιμισθίαν τῶν 50 δραχμῶν. Κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον θέλουσι προστεθῆ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν 1464 ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται, ἡ δὲ δαπάνη, ἣν θέλει ἐπιφέρει, ἀνέρχεται εἰς 4,809,086.75· κατὰ δὲ τὸν πίνακα τὸν προσηρτημένον εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ νῦν δαπανώμενα, ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς 2,499,389.05, ἡ ἐπιγιγνομένη αὔξησις ἐξόδων συνίσταται εἰς δραχ. 2,309,697.70. Κατὰ δὲ τὸν πίνακα τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἡμεῖς εἴχομεν προτείνει, ἡ αὔξησις ἀνήρχετο εἰς 2,516,605, δηλαδὴ ἦτο ἀνωτέρα κατὰ δρ.206,907.30. Ἀλλὰ θέλομεν κατορθώσει οὕτω νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας; Τὸ ζήτημα τοῦτο θέλει λύσει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου. Τό γε νῦν ἔχον, δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς βέβαιον, ὅτι θέλομεν ἀπαλλάξει τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς ἀλλοτρίας αὐτοῦ ὑπηρεσίας. Ἡ αὔξησις μάλιστα τῶν φυλακῶν θέλει ἀναγκαίως ἐπιφέρει αὔξησιν ἀριθμοῦ φρουρῶν. Καὶ εἶπόν τινες, ὅτι αἱ φυλακαὶ ἁρμόζει νὰ φρουρῶνται ἀπὸ τὸν τακτικὸν στρατόν, διότι καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη χρησιμεύει, ὅπως ἐκπαιδεύωνται οἱ στρατιῶται, παρασκευάζοντες ἡμᾶς νὰ στέρξωμεν, ἵνα μὴ ἀνατεθῇ εἰς εἰς τὴν χωροφυλακὴν τῶν φυλακῶν ἡ φρούρησις, ὡς ἂν καὶ ἡ χωροφυλακὴ νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπως αὐτὴ καὶ οὐχὶ ὁ στρατὸς ἐκτελῇ τὰ τῆς φρουρήσεως τῶν φυλακῶν. Ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν ἄλλως θέλει παρακωλύσει τὴν διδασκαλίαν τῶν ἀσκήσεων εἰς μεγάλας ὁμάδας στρατοῦ, διότι ἕνεκα ταύτης θέλει εἶναι καὶ τότε ὁ στρατὸς κατεσπαρμένος, καὶ θέλει εἶναι δύσκολον νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι θέλει γενῆ δυνατὸν νὰ γείνωσιν ἀσκήσεις μεγαλειτέρων μονάδων. Τό γε νῦν ἔχον, αἱ ἀσκήσεις φθάνουσι μέχρι τῶν γυμνασίων τοῦ τάγματος, ἀμφιβάλλω δὲ καὶ ἂν μέχρι τῶν γυμνασίων τοῦ συντάγματος, διότι οἱ ἄνδρες τῶν συνταγμάτων ἐπίσης εἶναι κατατετμημένοι εἰς ἀλλοτρίας τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίας, οὐδαμοῦ δ’ εἰσὶ ταῦτα πλήρη ἐν ταῖς φρουραῖς, ἐν αἷς εἰσι τεταγμένα. Ἀλλὰ τὸ ψηφιζόμενον μέτρον ἀρκεῖ μόνον ἵνα βελτιώσῃ τὴν θέσιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ; Μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ μελετήσωμεν, νὰ ὀργανώσωμεν τὸν στρατὸν καλλίτερον, νὰ ληφθῇ πρόνοια σοβαρωτέρα περὶ αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπρότεινε σύστημα ἄλλο, καθ’ ὃ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν χωροφυλακὴν, ἀλλὰ μόνον στρατὸν, μέρος τοῦ ὁποίου νὰ ἐκπληροῖ τὰς ἐργασίας τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο πρέπει νὰ αὐξήσῃ ἡ ἐτησία ἀναλογία τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, τῶν κατατασσομένων εἰς τὸν στρατὸν, εἰς 15,000, καὶ ἐπειδὴ ἡ θητεία εἶναι διετὴς, θέλομεν ἔχει ὑπὸ τὰς σημαίας 30,000 στρατοῦ, κατὰ τὸ δεύτερον δ’ ἔτος θέλουσιν ἀποστέλλεσθαι 10,000, ἵνα ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ θέλουσιν εἶναι ὑπὸ τὰς σημαίας 20,000 ἄνδρας. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ μελέτην ἰδίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οἱ 30,000 ἄνδρες θέλουσιν ἀπαιτεῖ δαπάνην 30 ἑκατομμυρίων.
§326Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό.
§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅ,τι δαπανᾶται διὰ τὴν χωροφυλακὴν, θέλει δαπανηθῆ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ θέλομεν ἔχει αὔξησιν. Τὸ σύστημα τοῦτο εὗρεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου ὅτι θέλει ἔχει τὸ προτέρημα νὰ παρέχῃ πολυαρίθμους ἐφέδρους. Ἐνθυμοῦμαι ἔμβλημα, καὶ τοῦτο λεχθὲν ἄλλοτε περὶ τοῦ στρατοῦ: «Στρατὸς καθολικῆς στρατολογίας, ἔλεγον, εἶναι στρατὸς ἐφεδρείας». Ἀλλὰ ἔχομεν στρατὸν ἐφεδρείας; Εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀναφέρω τὴν κρίσιν μου περὶ τούτου· καὶ ὄντως ἐξέθηκα εἰς αὐτὴν κατὰ τὴν 18 Δεκεμβρίου 1396 ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Ἐπειδὴ δὲ τελευταῖον εἶπόν τινες, ὅτι ὤφειλον νὰ στέρξω κατὰ τὸ 1896 νὰ γένηται μυστικὴ συνεδρίασις, ἵνα ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἴχομεν στρατὸν, λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγνώριζε καλῶς τότε, ὅτι δὲν εἴχομεν στρατὸν, διότι τὴν πληροφορίαν ταύτην εἶχον δώσει πρὸς αὐτὴν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἰδοὺ δὲ ποῖά τινα ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 32 συνεδρίασιν αὐτῆς, τὴν 18 Δεκεμβρίου 1896, ἀναφερόμενα ἐν σελ. 800 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν στρατὸν ἔχομεν στελέχη, ἀλλ’ ἄνδρας δὲν εὑρίσκομεν, ἵνα ἀσκήσωμεν. Καὶ ἂν δὲν εὑρίσκωμεν ἄνδρας τῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν, κατὰ πλείονα λόγον δὲν εὑρίσκομεν ἐφέδρους. Καὶ ὅταν τὰ στελέχη δὲν ἔχωσιν ἄνδρας νὰ ἀσκήσωσι, δὲν ἀσκοῦνται οὐδὲ ταῦτα. Ἡ ἐκπαίδευσις τῶν στελεχῶν εἶναι ἀτελὴς, στρατὸν δὲ δὲν ἔχομεν. Ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ θεραπευθῇ· πρέπει νὰ θεραπευθῇ ἐν τῷ πόθῳ, ἵνα τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ συμπληρώσωσιν ἑαυτὰ στρατιωτικῶς διὰ διδασκαλίας, τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ τακτικοὶ στρατοὶ, ἵνα δυνηθῶμεν, ἐάν ποτε προσφύγωμεν καὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν, νὰ εὕρωμεν αὐτὴν οὐχὶ στρατιωτικῶς ὠργανωμένην, οὐχὶ ἐφεδρείαν Γερμανικὴν, ἀλλὰ διατηροῦσαν ἔτι ἐν τῇ μνήμῃ αὐτῆς τὸ σχολεῖον κἂν τοῦ στρατοῦ. Ἀληθῶς, ἂν ἀπευθυνθῶμεν σήμερον εἰς τὴν ἐφεδρείαν, αὕτη τυγχάνει ἄθροισμα ὁπλιτῶν, οἱ ὁποῖοι ὀλίγον διαφέρουσιν ἀπὸ τοὺς λαμβάνοντας τὸ ὅπλον διὰ νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ κυνήγιον, ἢ διὰ νὰ ἀσκηθῶσιν. Ἐν τούτοις ἔχομεν πόθους ὡς ἔθνος, τοὺς ὁποίους συνομολογοῦμεν ὡς ἄτομα.» Λοιπὸν ὁ στρατὸς ἐφεδρείας, ὃν κατηρτίσαμεν, εἶναι στρατὸς ἐφεδρείας μὴ ἀσκηθεὶς, ἀπομαθὼν δ’ ὅ,τι ἔμαθε, λησμονήσας ἴσως καὶ τοὺς στοιχειωδεστέρους κανόνας τῆς τακτικῆς, εἶναι ἑπομένως ὁμάδες ἀνδρῶν ἐνόπλων καὶ οὐχὶ στρατός. Ἔχομεν δὲ καὶ στελέχη μὴ παρασκευασθέντα. Ἰδοὺ ὁ στρατὸς ἡμῶν. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσῃ ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμός. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· εἶναι καὶ ἕτερον. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔλεγε προχθὲς, ὅτι δὲν πιστεύει οἱ κατὰ τὸ 1897 ἐπιστρατευθέντες ἄνδρες νὰ ὑπερέβαινον τὰς 50 χιλιάδας. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμὸς αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1897 ἐκλήθησαν τὴν 3 Φεβρουαρίου δύο ἡλικίαι ἐφέδρων, οἱ γεννηθέντες κατὰ τὰ ἔτη 1872 καὶ 1873, οἵτινες ἀνήρχοντο εἰς 44,016, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκαλοῦντο 14,800. Κατὰ τὴν 15 Φεβρουαρίου ἐκλήθησαν δύο ἕτεραι ἡλικίαι, οἱ γεννηθέντες κατὰ τὰ ἔτη 1870 καὶ 1871. Αὐτοὶ ἀνήρχοντο εἰς 44,794, ὧν ἐκαλοῦντο 14,118. Κατὰ τὴν 20 Φεβρουαρίου ἐκαλοῦντο τέσσαρες ἄλλαι ἡλικίαι, οἱ γεννηθέντες κατὰ τὰ ἔτη 1866, 1867, 1868 καὶ 1869, οἵτινες ἀνήρχοντο εἰς 82,817, ἐξ ὧν ἐκαλοῦντο εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ 45,817. Κατὰ δὲ τὴν 26 Μαρτίου 1897 οἱ ὑπὸ τὰ ὅπλα ἄνδρες ἀνήρχοντο ὑπὸ τὸ Αʹ Ἀρχηγεῖον εἰς 43,023, ὑπὸ τὸ Βʹ Ἀρχηγεῖον εἰς 23,769, καὶ ὑπὸ τὸ Γʹ Ἀρχηγεῖον εἰς 9,588, ἐν Κρήτῃ δὲ 1400. Τὸ ὅλον οἱ ὑπὸ τὰ ὅπλα εὑρισκόμενοι εἶχον ἀνέλθει κατὰ τὴν 26 Μαρτίου εἰς 77,780 ἄνδρας. Δὲν εἶχε προφθάσει ὁ ἐμὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συνάδελφος καὶ φίλος κ. Ν. Μεταξᾶς νὰ μοὶ δώσῃ σημείωσιν τῶν μετὰ τὴν 26 Μαρτίου προσελθόντων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ τοὺς προσελθόντας ἐκ τῶν κατὰ τὴν 6 καὶ τὴν 9 Ἀπριλίου συγκληθεισῶν δύο ἡλικιῶν τῶν ἐτῶν 1864 καὶ 1865. Ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀπετελεῖτο κατὰ τὴν 3 Φεβρουαρίου 1897 ἐκ 1967 ἀξιωματικῶν, ἐξ 171 ἀνθυπασπιστῶν, ἐκ 3244 ὑπαξιωματικῶν καὶ 16,397 στρατιωτῶν. Ἐκ τούτων δ’ ἦτο τεταγμένη ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς δύναμις 3982 ἀνδρῶν ὀνομαστική, πραγματικὴ δ’ ἐκ 2053 μόνον.
§328ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον εἴπετε, τῶν 77,780 περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἐθελονταί, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν εἰς τὰ διάφορα Ἀρχηγεῖα;
§329Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως περιλαμβάνονται οἱ ἐθελονταί, ἐφ’ ὅσον ἦσαν μέλη τῆς φάλαγγος.
§330Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ποίους ἐθελοντὰς ἐννοεῖτε;
§331ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοὺς ἔξωθεν.
§332Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς αὐτὸς τῶν 77,780 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διοικηθῇ. Δὲν εἶχε μόνον τὰς ἀτελείας, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀπετελεῖτο ἐξ ἐφέδρων, ἦτο ἄθροισμα ὁπλοφόρων, διότι οἱ ἔφεδροι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἶχον ἀπολυθῆ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶχον ποτὲ συγκληθῆ εἰς ἀσκήσεις. Καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπίσης δὲν εἶχον ἀσκηθῆ, διότι οὐδέποτε εἶχον συγκληθῆ οἱ ἔφεδροι εἰς ἀσκήσεις, ἑπομένως καὶ αὐτοὶ οὐδέποτε ἠσκήθησαν. Ἀλλὰ καὶ οἱ τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ δὲν ἐπήρκουν εἰς τὴν διοίκησιν τοσούτων ἀνδρῶν, ὑπῆρχεν ἀνάγκη πολλῷ περισσοτέρων ἀξιωματικῶν. Δὲν εἴχομεν ἐπαρκῆ στελέχη. Πολλάκις ἤκουσα νὰ γίνηται ἐπίκρισις τοῦ ὑπάρχοντος ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἰδίως διότι δι’ αὐτοῦ παρεσκευάζοντο στελέχη ὑπέρτερα τῶν ἀναγκῶν τοῦ ὑπὸ τὰ ὅπλα στρατοῦ. Ἀλλ’ ὑποθέτω, — καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ὑπόθεσίς μου εἶναι βάσιμος, — ὅτι εἶχον ταῦτα νομοθετηθῆ οὕτω διὰ νὰ ὑπάρχωσι στελέχη ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπαρκῆ, ἐάν ποτε ἤθελεν ὑπὸ τὰ ὅπλα συγκληθῆ ἡ ἐφεδρεία. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ παρασκευασθέντα πλέον τῆς ἀνάγκης στελέχη καὶ αὐτὰ δὲν ἐπήρκουν, ὅπως διοικήσωσι τοὺς ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐπιστρατευθέντας ἐφέδρους. Ὅτε δὲ κατὰ τὴν 6 καὶ 9 Ἀπριλίου συνεκλήθησαν οἱ γεννηθέντες κατὰ τὸ 1865 καὶ 1864, οἱ ὁποῖοι ἀνήρχοντο εἰς 25,208, δὲν ἐδόθη καιρὸς εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ στείλῃ τὸ δελτίον, τὸ δηλοῦν τὸν ἀριθμὸν τῶν προσελθόντων ὑπὸ τὰς σημαίας, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔστελλεν ἕως τότε, ἡ κατάταξις ὅμως τῶν προσελθόντων εἰς μονάδας ἀπέβαινε δυσχερεστάτη· δὲν ἦτο εὔκολον νὰ συνταχθῶσιν εἰς ἰδίας μονάδας, διότι δὲν εἶχον στελέχη. Ταῦτα ἦσαν τοῖς πᾶσι γνωστά, οὐδ’ ἦτο ἀνάγκη μυστικῆς συνεδριάσεως, διὰ νὰ μάθῃ ταῦτα ἡ Βουλή. Ἡ μυστικὴ συνεδρίασις ἤθελε χρησιμεύσει διὰ νὰ διαδώσωσιν οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι εἰς τὸ κοινὸν μυρία ψεύδη, νὰ κατασυκοφαντήσωσιν ἡμῶν καὶ νὰ ἐρεθίσωσιν ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον τὸν ἐν νευρικῷ ἐρεθισμῷ τυγχάνοντα λαόν. Αὐτοὶ οἱ προσελθόντες τότε εἰς Ἀθήνας καὶ μὴ καταταχθέντες ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω αἰτιῶν ἔφεδροι, αὐτοὶ ἦσαν οἱ ὑπὸ τῶν λεηλατησάντων τὰ ὁπλοπωλεῖα ἀποπλανηθέντες καὶ παρασυρθέντες εἰς διαδήλωσιν, διὰ νὰ προκληθῇ τότε ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν πρέπει καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν στελεχῶν νὰ λυθῇ. Πρέπει νὰ κατασταθῇ εὔκολον, οὐ μόνον νὰ συγκαλῶνται κατ’ ἔτος οἱ ἔφεδροι εἰς γενικὰς ἀσκήσεις, ἀλλὰ νὰ παρασκευασθῶσι καὶ στελέχη ἐπαρκῆ διὰ τὴν διοίκησιν τῆς ἐφεδρείας, ὅταν αὕτη συγκαλῆται ὑπὸ τὰ ὅπλα. Ὅσον δὲ πολυαριθμότεραι αἱ ἐφεδρεῖαι, τόσον πολυαριθμοτέρων στελεχῶν ὑπάρχει ἀνάγκη. Τὰ ζητήματα λοιπὸν, ὡς πείθεσθε, Κύριοι, εἰσὶ ζητήματα χρηματικά· ἑπομένως τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, δὲν ἀρκεῖ, ἵνα πιστεύσωμεν ὅτι ἠδυνήθημεν νὰ ἐπαναγάγωμεν τὸν στρατὸν εἰς τὸν στρατόν, ὡς δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀποξηράνωμεν τὴν Κωπαΐδα διὰ τῆς Κωπαΐδος· θέλομεν ἴσως δύνασθαι δι’ αὐτοῦ νὰ ἀσκῶμεν τοὺς ὑπὸ τὰ ὅπλα ἄνδρας τοῦ στρατοῦ εἰς ἀσκήσεις μεγαλειτέρας, ἀλλὰ δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἀσκῶμεν καὶ τὰς ἐφεδρείας εἰς γενικὰς ἀσκήσεις. Ἡ σύγκλησις μάλιστα τῶν ἐφεδρειῶν εἰς γενικὰς ἀσκήσεις προσκόπτει καὶ πρὸ ἄλλου κωλύματος, διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, αὕτη πρέπει νὰ γίνηται κατὰ νομοὺς, ἤτοι ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν νομῶν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκαλῶμεν τοὺς ἐφέδρους τοῦ νομοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὐτοῦ κατὰ τεσσαρακονθήμερον, ἠθέλομεν κατορθώσει τι αἰσθητὸν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, κατά τε τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, πρὸς καλλιτέραν παρασκευήν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο νὰ οἰκοδομήσωμεν στρατῶνας ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, διὰ νὰ στρατωνίζωνται οἱ συγκαλούμενοι ἔφεδροι, νὰ οἰκοδομήσωμεν δὲ ἐκεῖ καὶ ἀποθήκας, διὰ νὰ ἔχωμεν πρόχειρον καὶ τὸν ἱματισμὸν καὶ τὸν ὁπλισμὸν καὶ τὴν ἐξάρτησιν τῶν ἐφέδρων. Ἀλλὰ ταῦτα θέλουσιν ἐπιφέρει προσθήκας μεγάλων ποσῶν ἐξόδων εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνδέεται μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἄγει εἰς μελέτας περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, μᾶς ἄγει πρὸ δυσκολιῶν μεγάλων, τὰς ὁποίας εὔχομαι νὰ λύσωμεν, καὶ ποθῶ νὰ λύσωμεν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν θέλομεν λύσει τὰς δυσκολίας αὐτὰς πολιτευόμενοι ὡς πολιτευόμεθα. Ἐπειδὴ δὲ νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον περὶ τούτου, κρίνω ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐθέσαμεν ἐν ἐφαρμογῇ πρὸς καταρτισμὸν καὶ παρασκευὴν στρατοῦ, ἦσαν ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ· ἂν δὲ δὲν θέλωμεν νὰ πλανῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐλάχιστόν τι ἢ οὐδὲν εἴχομεν κατορθώσει μέχρι τοῦδε. Τίς δὲ δὲν ἤκουσε πολλάκις ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀπῃτεῖτο μυστικὴ συνεδρίασις διὰ νὰ τὰ ἀκούσῃ; Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον οὕτω; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα· ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως.
§333Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως.
§334Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἢ τοῦ διαδόχου αὐτοῦ· εἶναι ζήτημα ἐθνικόν. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἠθέλομεν ἀποφασίσει νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον καὶ σοβαρώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, πρέπει νὰ συνηθίσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς στερήσεις, εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὅσον εἶναι δυνατὸν μεγαλειτέρας ἁπλοποιήσεως τῆς διοικήσεως, εἰς περικοπὴν πολλῶν ἐξόδων, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ πράξωμέν τι ἐκ τοῦ μεγάλου ἔργου, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἐπιχειρήσει. Ταῦτα λέγω διὰ νὰ μὴ ἐνθαρρυνθῶσιν οἱ ἀκούοντες ὅτι ἐψηφίσαμεν τὸ νομοσχέδιον νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ὁ στρατὸς ἔρχεται εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὅτι ἐπετελέσαμεν τὴν ἀποστολήν μας. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐγὼ ἔχω εἰς τὰς λεπτομερείας παρατηρήσεις τινάς. Συντάσσομαι ἐντελῶς μὲ τὴν γνώμην τοῦ φίλου μου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου, ὡς πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, διότι ὁ προϊστάμενος τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν, ἵνα ἐνεργῇ· ἁπλοῦς δ’ ἐπιθεωρητὴς εἶναι κομιστὴς πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θέλει σπεύδει νὰ συλλέγῃ ἐπὶ τόπου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν προσώπων, ἵνα μεταδώσῃ αὐτὰς εἰς ἕτερον, ὁ ὁποῖος θέλει ἀποφασίζει ἐπ’ αὐτῶν καὶ διατάσσει, καὶ αὐτὸς θὰ ἦναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦτο ἁπλούστερον εἶναι νὰ τεθῇ ἀντὶ ἐπιθεωρητοῦ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὑπὸ τὸν ὁποῖον θέλουσιν ὑπάρχει οἱ τρεῖς ἐπιθεωρηταὶ ἀντισυνταγματάρχαι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον τῆς ἐπιθεωρήσεως, ὅπως φωτίζωσι τὸν ἀρχηγόν. Δὲν εἶμαι δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν μεγάλων βαθμῶν, καὶ φρονῶ ὅτι συνταγματάρχης ἤθελεν ἐπαρκεῖ νὰ ἦναι ἀρχηγός. Ἡ γνώμη μου μάλιστα εἶναι, ὅτι οἱ ὑποστράτηγοι ὑπερβαλλόντως ἐπλεόνασαν πλέον ἐν Ἑλλάδι. Κατὰ τὸ 1891 προεκάλεσα νόμον, ἵνα δίδηται μὲν εἰς τοὺς ἀποστρατευομένους μετὰ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου ἡ σύνταξις τοῦ ὑποστρατήγου, οὐχὶ δὲ καὶ ὁ βαθμὸς αὐτοῦ. Ἐὰν διαιρεθῇ ὁ στρατὸς εἰς δύο ἢ τρεῖς μεραρχίας, ἃς ἔχωμεν δύο ἢ τρεῖς ὑποστρατήγους. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναβιβάζωμεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑποστρατήγου μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρόνου πάντας τοὺς συνταγματάρχας, θέλομεν ἔχει στρατὸν ὑποστρατήγων, καὶ ἂν ὁ στρατὸς — ἐὰν δὲν λάβωμεν μέτρα σοβαρώτερα — θέλῃ εἶναι πάντοτε οἷος τυγχάνει σήμερον, θέλομεν ἀποδειχθῆ ἥκιστα σοβαροὶ, καὶ τὰ τοῦ στρατοῦ θέλουσι λαμβάνει ἐμφάνισιν ἱλαράν...
§335ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὸ 1891 ἐκάματε ὑποστράτηγον ἕνα ἀπόστρατον συνταγματάρχην δυνάμει τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1.
§336Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι τότε ἴσχυεν ὁ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου οἱ ἀποστρατευόμενοι συνταγματάρχαι.
§337ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δὲν ἴσχυεν ὁ νόμος.
§338Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν Νάξον πάντοτε.
§339ΣΤΑΗΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνάξιον λόγου (ἱλαρότης).
§340Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὑρίσκω διαφοράς τινας μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1896, καὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ συζητουμένου. Μὲ ἐνθαρρύνει δὲ διὰ νὰ ποιήσωμαι μνείαν τῶν διαφορῶν αὐτῶν ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφος ἐκ Κέας προέβαλε προχθές. Βεβαίως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποληφθῶ, ὅτι προτείνω τροπολογίαν, ἢ ὅτι προτείνω γνώμην, ἀλλὰ δὲν κρύπτω τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθω διατὶ αἱ διαφοραὶ αὗται εἰσήχθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Π. χ. τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον εἶχε περιληφθῆ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ, μοὶ φαίνεται ὅτι συνεπλήρου ἀτέλειαν τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς τοῦ 1883. Τὸ ἄρθρον 4 εἶχεν οὕτως: «Ἡ χωροφυλακὴ, ὡς σῶμα συμπληρωματικὸν τοῦ στρατοῦ, ὑπόκειται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ κανονισμούς, κατά τε τὴν ὀργάνωσιν, τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ σώματος τάξιν, καὶ ἑπομένως κατὰ ταῦτα ὑπάγεται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Αʹ μέρους ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1833 κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὰς ἐπενεχθείσας ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας διὰ μεταγενεστέρων νόμων καὶ Β. Διαταγμάτων».
§341Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν τὸ καταργοῦμεν αὐτό· ἡμεῖς καταργοῦμεν ὡρισμένα ἄρθρα.
§342Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κανονισμῷ τῆς χωροφυλακῆς τοιαύτη διάταξις, ἀλλ’ εἶναι προσθήκη εἰσαχθεῖσα διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1896· ἐθεώρησα δὲ τὴν προσθήκην ἀναγκαίαν, διότι ἐνθυμοῦμαι ἐκ τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπηρεσίας μου τὰς περὶ τούτου ἀμφισβητήσεις αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, προσέτι δὲ καὶ τὰς ἀμφισβητήσεις τούτου πρὸς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα. Ἡ διάταξις αὕτη διαγράφει τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων, καὶ ἐνδεικνύει μέχρι τίνος σημείου δύναται νὰ ἐκτείνηται ἡ ἐξουσία ἑκάστου αὐτῶν. Καὶ τὸ ἄρθρον 5 μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο ὅλως περιττόν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀναμνησθῇ καὶ αὐτοῦ, καὶ ἀναγινώσκω αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «Τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς καθιστῶσιν αὐτὴν σῶμα βοηθητικὸν τῆς διοικήσεως· ἑπομένως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν ὑπάγεται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ὁποίων καλεῖται πρὸς βοήθειαν τῆς διοικήσεως.» Τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα κανονίζουσι τὴν ἁρμοδιότητα τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον 6 εἶναι συμπληρωτικὸν (ἀναγινώσκει): «Πλὴν τῶν ἐν τῷ δευτέρῳ μέρει τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀναγραφομένων σχέσεων τοῦ σώματος μετὰ τῶν Ὑπουργείων ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἡ χωροφυλακὴ ὑπάγεται καὶ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον κατά τε τὴν ὑπηρεσίαν τῆς διοικήσεως καὶ τὴν φυλακὴν τῶν δασῶν, ἥτις τυγχάνει ἀνατεθειμένη αὐτῇ προσωρινῶς, καὶ κατὰ τὴν διάσωσιν καὶ τὴν κάρπωσιν τῶν κτήσεων τοῦ Δημοσίου, τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν τε μεταφερομένων δημοσίων χρημάτων καὶ τῶν ταμείων τοῦ Κράτους.» Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1896 συμπίπτει μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κέας (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις δὲν ἐξαρκῇ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς ἡ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ὡρισμένη δύναμις τοῦ σώματος, ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, τῇ αἰτήσει τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἐνισχύει αὐτὴν δι’ ἀνδρῶν τῶν ταγμάτων τῶν εὐζώνων, ὧν ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς χιλίους, ἀποστελλομένων ὅμως πρὸς ἐνίσχυσιν πρῶτον τῶν ἐθελουσίως καταταχθέντων, καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν τῶν ἐκ τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον συμπληροῦται ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς καὶ κατὰ τὸν πρὸ τῆς συμπληρώσεως τῆς κατὰ τὸν παρόντα νόμον δυνάμεως αὐτῆς χρόνον.» Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πραγματεύεται περὶ μοιράρχων, καὶ διατάσσει ὅτι οἱ μοίραρχοι εἶναι λοχαγοὶ αʹ τάξεως, οἱ δὲ ἀντιμοίραρχοι λοχαγοὶ βʹ τάξεως. Ἡ διάταξις αὕτη ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ 1891. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἄλλη τις διάταξις, ἡ τοῦ ἄρθρου 9, ἡ ὁποία, δὲν ἠξεύρω διατὶ, δὲν περιελήφθη ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ. Ἰδοὺ πῶς εἶχε τὸ ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπομοίραρχοι τῆς χωροφυλακῆς εἰσὶν ὑπολοχαγοί, οἱ δὲ ἀνθυπομοίραρχοι ἀνθυπολοχαγοί. Οἱ ἐνωμοτάρχαι αʹ τάξεώς εἰσιν ἐπιλοχίαι, οἱ δὲ τῆς βʹ τάξεως λοχίαι, καὶ οἱ ὑπενωμοτάρχαι δεκανεῖς.» Ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ γείνῃ εὐκρινεστέρα, ἀντικαθισταμένου διὰ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ προταθέντος κατὰ τὸ 1896 νομοσχεδίου. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 14 εἶχεν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν μετὰ τὴν ἀποστολὴν εἰς διαθεσιμότητα τῶν χωροφυλάκων κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1895 (προηγουμένου ἔτους) τυγχάνῃ πλήρης ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς, ἡ δὲ δύναμις τοῦ πεζικοῦ ὑπερβαίνῃ τὴν ὀργανικὴν δύναμιν αὐτοῦ, ἕνεκα τῆς μὴ μεταθέσεως εἰς τὴν χωροφυλακὴν τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1896 (τρέχοντος ἔτους τότε), τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν χωροφυλακὴν ἀριθμοῦ ἀνδρῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποστέλλει εἰς τὴν διαθεσιμότητα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου, ἐκ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ πεζικὸν κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1896 τοὺς πλεονάζοντας τῆς δυνάμεως τοῦ πεζικοῦ.» Ἐπειδὴ ἡ κατάστασις εἶναι μεταβατικὴ, πρέπει νὰ προβλέψωμεν περὶ τῶν περισσευόντων, περὶ τῆς ὑπερβασίας, ἥτις θέλει ἐπέλθει εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ ἐτησίου νόμου ὡρισμένον ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ δὲν θέλομεν πλέον καταρτίζει ἐξ αὐτοῦ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, καὶ θέλομεν καταρτίζει αὐτὸ δι’ ἐθελοντῶν· ἡ δὲ διάταξις αὕτη προβλέπει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον κανονίζονται τὰ τῶν τοιούτων ὑπερβασιῶν τοῦ ἀριθμοῦ.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§344Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ· ἀλλ’ ἕνεκα τῆς παθήσεως, ὡς παρατηρεῖτε, τοῦ λαιμοῦ μου παραιτοῦμαι.
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§347Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν φαίνεται ὅτι ἐδέχθη πολλὰς τροπολογίας, προταθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κέας καὶ ἄλλων Βουλευτῶν, δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν ἀπόψε τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, διότι, φαίνεται, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συναρμολογήσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅλας τὰς τροπολογίας, διότι δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς καὶ τί παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός· καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι μακρὸν νομοσχέδιον, οὔτε θὰ προκαλέσῃ ἄλλην τινὰ συζήτησιν, καλὸν εἶναι νὰ ἀφεθῇ ἡ συζήτησις τοῦ συνόλου δι’ αὔριον.
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας δεκτὰς τροπολογίας, ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ παράγραφον ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 1. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1882 ᾼΛΖʹ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὡς ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ͵ΒΡΟΣʹ νόμου τῆς 21 Φεβρουαρίου 1893, ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ αὐτοῦ ᾼΛΖʹ νόμου, τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου ᾼΦΛΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1897 περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου, ὡς καὶ ὁ προσηρτημένος εἰς τὸν ἄνω ͵ΒΡΟΣʹ νόμον ὑπὸ στοιχ. ΙΒʹ πίναξ, ἀντικαθίστανται ὡς ἕπεται. «Ἄρθρον 15 νόμου ΑΛΖʹ. «Ἡ χωροφυλακὴ ἀποτελεῖται· αʹ) Ἐκ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. βʹ) Ἐξ εἴκοσιν ἓξ (26) Μοιραρχιῶν, μιᾶς ἑκάστης τῶν ὁποίων ἕδρα ὁρίζεται ἡ πρωτεύουσα ἑκάστου νομοῦ. γʹ) Ἐκ τεσσαράκοντα τριῶν (43) ὑπομοιραρχιῶν, ὑπαγομένων εἰς τὰς ἄνω Μοιραρχίας καὶ ἑκάστης τῶν ὁποίων ἕδρα ὁρίζεται ἡ πρωτεύουσα ἑκάστης τῶν ἀπομενουσῶν 42 ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ὡς μὴ λογιζομένων τῶν 26 ἐπαρχιῶν, ἔνθα ἑδρεύουσιν αἱ Μοιραρχίαι τῶν νομῶν....»
§349Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἔχω νὰ φέρω μίαν παρατήρησιν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ ἀρχηγοῦ. Πρέπει ὁ ἀρχηγὸς νὰ μείνῃ ἐλεύθερος νὰ ἐκλέξῃ ὑπασπιστήν του ὅντινα θέλῃ.
§350Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Προσδιορίζομεν τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπασπιστοῦ.
§351ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νὰ θέσητε «λοχαγὸν», διότι πιθανὸν ὁ ἀρχηγὸς νὰ θέλῃ νὰ λάβῃ λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ ἢ ἄλλου σώματος.
§352Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς διότι θὰ ἦναι ὁ ὑπασπιστὴς, πρέπει νὰ ἦναι ἐκ τοῦ αὐτοῦ σώματος.
§353ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἔχω τὰς ἑξῆς τροπολογίας. Ἡ παράγραφος 3 νὰ ἀντικατασταθῇ ὡς ἑξῆς· «Οἱ ἐνωμοτάρχαι ἕν τε τῇ πεζῇ καὶ τῇ ἐφίππῳ χωροφυλακῇ εἰσι κατὰ τὰ ⅔ πρώτης τάξεως καὶ κατὰ τὸ ⅓ δευτέρας τάξεως.»
§354Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πολὺ καλά.
§355ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Πρὸς τούτοις νὰ προστεθῇ ὡς τελευταία παράγραφος τοῦ μέρους τούτου ἡ ἑξῆς· «Ἐκ τῶν εἰς ἑκάστην πεζὴν ἢ ἔφιππον ἐνωμοτίαν ἀνηκόντων χωροφυλάκων δύο εἰσὶ πρώτης τάξεως.»
§356Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.
§357ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Τώρα ἐν τῷ ἄρθρῳ 16 τοῦ τροποποιουμένου νόμου ΑΛΖʹ 2 13. Ἐδῶ, ὡς καὶ χθὲς ἀνέπτυξα, γίνεται ἓν ἀδίκημα εἰς τοὺς λοχαγοὺς τῆς χωροφυλακῆς. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τὰ ⅔ τῶν λοχαγῶν εἰς πάντα τὰ ἄλλα σώματα τοῦ στρατοῦ εἶναι πρώτης τάξεως, ἐνῷ εἰς τὴν χωροφυλακὴν εἶναι μόνον τὸ ⅕ πρώτης τάξεως.
§358Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ τροπολογία σας ἐπάγεται αὔξησιν δαπάνης, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν αὐτήν.
§359ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Τότε νὰ παραδεχθῆτε, οἱ διοικηταὶ τῶν Μοιραρχιῶν τῶν ὀκτὼ καὶ τῶν δέκα νὰ ἦναι μοίραρχοι.
§360Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ ζητεῖτε νὰ ἐφαρμόσητε ἐπὶ τῆς χωροφυλακῆς τὰ γιγνόμενα ἐπὶ τοῦ στρατοῦ. Πρόκειται περὶ σώματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει στελέχη, καὶ θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ ζητήσητε νὰ πορισθῆτε τὰ στελέχη ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ κατωτέρου. Ἔχετε λοιπὸν ἀνάγκην νὰ μὴ ἀναγκάζησθε νὰ φροντίσητε πῶς θέλετε πληρώσει καὶ τὰ κατώτερα στελέχη.
§361ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προβιβασμοῦ.
§362Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, διότι εἶναι λοχαγοὶ πρώτης τάξεως καὶ δευτέρας τάξεως.
§363ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι 100 δραχμῶν διαφορά.
§364ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Εἶναι 50 μόνον.
§365Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλετε προβιβάσει ὑπομοιράρχους, διὰ νὰ πληρώσητε τὰς θέσεις τῶν μοιράρχων.
§366ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον.
§367Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολλὰ εἶναι δίκαια, ἀλλά...
§368ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου ᾼΦΛΓʹ. Ἐν τῇ αʹ ἐδαφίῳ τῆς δευτέρας παραγράφου νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς: «ἂν δὲν συνεπλήρωσε τὸ 23 ἢ ὑπερέβη τὸ 35 ἔτος τῆς ἡλικίας αὑτοῦ.»
§369Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα, τὸ ἐδέχθην.
§370ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Τὸ βʹ ἐδάφιον τὸ ἔχω συμπληρώσει οὕτω: «ἂν δὲν ὑπηρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος...»
§371Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι, δὲν τὸ δέχομαι.
§372ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Σημειώσατε ὅτι ἄλλοτε ὑπηρέτουν ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ τρεῖς μῆνας μόνον, ἀνήκοντες εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Πιθανὸν νὰ παρουσιασθῶσι τοιοῦτοι πρὸς κατάταξιν.
§373Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπομεν διετῆ θητείαν. Ἐννοοῦμεν μὲ αὐτὸ δύο ἐτῶν ὑπηρεσίαν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ χωροφυλακῇ ἄνδρας γεγυμνασμένους, ἵνα ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των· διὰ τοῦτο θεωροῦμεν διετῆ τὴν θητείαν.
§374ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἐπίσης μετὰ τὸ «διαγωγὴν ἐξαίρετον» νὰ προστεθῇ «ἢ ἄμεμπτον».
§375Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ἐδέχθην αὐτό.
§376ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἐκ δὲ τοῦ ἐδαφίου δʹ νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις «ὁπωσδήποτε ὀρθῶς». Διότι πιθανὸν τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα τὸ «ὁπωσδήποτε ὀρθῶς» νὰ τὸ ἑρμηνεύσωσι διαφόρως.
§377Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἔχει, εἶναι πολὺ ἐπιεικεστέρα ἡ ἔκφρασις.
§378Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. «Ἄν δὲν ἀποδείξῃ ὅτι γνωρίζει νὰ ἀναγινώσκῃ καὶ νὰ γράφῃ».
§379Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§380Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ διαγραφῇ· νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
§381Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν μείνῃ, ἐνθαρρύνει πολὺ τὴν ἐπιείκειαν.
§382Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι δύο λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται.
§383Μ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. «Νὰ ἀναγινώσκῃ καὶ νὰ γράφῃ» ἁπλῶς. (Διάλογοι).
§384Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλλίτερον νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ «ὁπωσδήποτε ὀρθῶς».
§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· διαγράφεται.
§386ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου, ἐν στίχῳ τετάρτῳ, μετὰ τὰς λέξεις «ἂν δὲν ὑπερέβησαν τὸ 55 ἔτος τῆς ἡλικίας των» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐὰν ἡ διαγωγή των ἦτο τοὐλάχιστον ἄμεμπτος»· διότι δὲν ἀναφέρεται ἡ διαγωγή των.
§387Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ, διότι τὸ κείμενον περιέχει «ἐὰν ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν ἐκρίθη εὐδόκιμος».
§388Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Περὶ τῆς ἀνακατάξεως ἀναφέρει ὁ στρατολογικὸς νόμος.
§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Τὸ ἄρθρον 2 ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ περίοδον ὡς ἑξῆς: «Μισθὸς τῶν μὲν πεζῶν χωροφυλάκων ὁρίζονται 50 δραχμαὶ μηνιαίως, τῶν δ’ ὑπενωμοταρχῶν δραχμαὶ 55 καὶ τῶν ἐνωμοταρχῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως τῆς πεζῆς χωροφυλακῆς δραχμαὶ 60.»
§390Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§392ΤΡ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Προτείνω νὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον 4 τὸ ἑξῆς: «Ὁσάκις δὲ εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις δὲν ἐξαρκῇ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς ἡ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ὡρισμένη δύναμις τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς καὶ μετὰ τὴν κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον συμπλήρωσιν αὐτῆς, ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, τῇ αἰτήσει τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἐνισχύει αὐτὴν δι’ ἀνδρῶν τῶν ταγμάτων τῶν εὐζώνων, ὧν ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς χιλίους, ἀποστελλομένων ὅμως πρὸς ἐνίσχυσιν πρῶτον τῶν ἐθελουσίως καταταχθέντων, καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν τῶν ἐκ τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς.»
§393Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν σᾶς ἀρκεῖ τὸ ἄρθρον 3;
§394ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἰδοὺ τί συμβαίνει. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου καταργοῦνται τὰ ἄρθρα 11 καὶ 16 τοῦ νόμου ΑΦΛΓʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διὰ τῶν ὁποίων παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνισχύῃ τὴν χωροφυλακὴν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως.
§395Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν διασαλεύηται ἡ δημοσία τάξις, δὲν ἀρκεῖ ἡ χωροφυλακή, θὰ σταλῇ στρατός. Δὲν πρόκειται νὰ ἐνισχύσητε τὴν χωροφυλακὴν, πρόκειται νὰ στείλητε στρατὸν διὰ τὴν τάξιν. Θὰ ἀποσπάσωμεν μίαν ὀργανικὴν μονάδα, ἵνα παραμείνῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει).
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§397Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 5 ὁρίζονται οἱ νομοὶ, ἐν οἷς θὰ ἑδρεύωσιν αἱ Μοιραρχίαι αʹ τάξεως, ἤτοι αἱ Μοιραρχίαι «Ἀττικῆς, Ἀχαΐας, Κυκλάδων, Ἀκαρνανίας, Μεσσηνίας, Ἀρκαδίας, Εὐβοίας καὶ Φθιώτιδος». Ὁ νομὸς Λαρίσης, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τὰς μεγαλειτέρας δυσκολίας εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, παρελείφθη ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν Μοιραρχιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ διοικῶνται ὑπὸ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς.
§398ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω καὶ ἐγώ.
§399ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ νομῷ Λαρίσης, ἕνεκα τῆς θέσεώς του παρὰ τὰ σύνορα, ἕνεκα τῆς ἐν αὐτῷ πολλάκις συστάσεως ληστρικῶν συμμοριῶν πρὸς ἔξοδον εἰς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν, ἕνεκα τῶν σχέσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὁ μοίραρχος εὑρίσκεται μὲ τοὺς στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους τῆς Τουρκίας καθὼς καὶ μὲ τὸν Πρόξενον τῆς αὐτῆς Ἐπικρατείας διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, ἐπιβάλλεται νὰ διοικῆται ἡ Μοιραρχία Λαρίσης ὑπὸ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, διὰ νὰ ἐπαρκῇ ὁ ἀνώτερος οὗτος ἀξιωματικὸς εἴς τε τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας καὶ εἰς τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως, ὡς καὶ εἰς τὰ ἐν γένει δυσχερῆ κατὰ τὸν νόμον καθήκοντα τοῦ διοικητοῦ τῆς Μοιραρχίας. Δὲν πιστεύω αἱ αὐταὶ ἀνάγκαι νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὰς Κυκλάδας καὶ τὴν Εὔβοιαν, οἷαι παρουσιάζονται ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἐκ διεθνῶν σχέσεων ἀκόμη, ἡ ἐπιτετραμμένη τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἀσφαλείας ἀρχὴ νὰ ἐκπροσωπῆται ὡς οἷόν τε ἀξιοπρεπέστερον.
§400Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς τοὺς τρεῖς νομοὺς τῶν συνόρων.
§401ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ παντὸς εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης, διότι ἐκεῖ εἶναι αἱ μείζονες ἀνάγκαι. Προτείνω λοιπὸν, ὅπως ἀντὶ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν τῶν νομῶν, Κυκλάδων ἢ Εὐβοίας, διαγραφομένου ἐκ τοῦ ἄρθρου 5, — ἀπόκειται δ’ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὁρίσῃ αὐτὸν, — προστεθῇ ὁ νομὸς Λαρίσης.
§402Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔθεσα ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὰς περιφερείας τὰς ἐχούσας μεγάλους πληθυσμούς. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Τυρνάβου μοὶ φαίνονται λογικαὶ, καὶ δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ἀντὶ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων τὸν νομὸν Λαρίσης.
§403Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τῶν Τρικκάλων καὶ τῆς Ἄρτης.
§404ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω καὶ ἐγὼ, ὡς πρὸς τὸν νομὸν Τρικκάλων, διότι καὶ ὁ νομὸς Τρικκάλων εἰς τὴν αὐτὴν περίστασιν εὑρίσκεται.
§405Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πολὺ καλὰ. Ἀντὶ τῶν νομῶν «Κυκλάδων καὶ Εὐβοίας» νὰ τεθῇ «Λαρίσης καὶ Τρικκάλων».
§406ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§407ΤΡ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου, ἀντὶ «καταργοῦνται» ἁπλῶς, πρέπει νὰ τεθῇ «καταργοῦνται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου»· διότι κατωτέρω, ἐν ἄρθρῳ 8, ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. Ὁ κ. Τσαμαδὸς προτείνει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἄρθρον 8 τὸ ἑξῆς: «Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς λαμβάνουσιν εἴκοσι δραχμὰς κατὰ μῆνα διὰ διδακτικὰ βιβλία, ὡς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ σωμάτων, τὸ δὲ ἐν τῇ ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «ἐπιμίσθιον» στήλῃ τοῦ πίνακος τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ προσηρτημένου εἰς τὸν ὑπὸ στοιχ. ΦΝʹ νόμον τῆς 29 Μαΐου 1859, σημειούμενον χρηματικὸν ποσὸν καταργεῖται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου.»
§409Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νέον ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνει τὴν τάξιν ἄρθρου 9 (ἀναγινώσκεται).
§410ΤΡ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Προτείνω ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ διὰ τοῦ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς τυγχάνει καὶ ἐπιθεωρητὴς τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς· οἱ δὲ παρὰ τῷ Ἀρχηγείῳ ἀντισυνταγματάρχαι ἐπιθεωρηταὶ ἐνεργοῦσιν ἐπιθεωρήσεις τῶν Μοιραρχιῶν καὶ ὑπομοιραρχιῶν τακτικῶς τε καὶ ἐκτάκτως κατὰ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀρχηγοῦ. Τὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος. Ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ λοιπῶν παρὰ τῷ Ἀρχηγείῳ ἀξιωματικῶν κανονισθήσονται ἐπίσης διὰ Β. Διατάγματος, ἐφ’ ὅσον δὲν προβλέπεται περὶ αὐτῶν ἐν τῷ κανονισμῷ τῆς χωροφυλακῆς.»
§411ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§412Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι.
§413ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἐνεργεῖ τὴν ἐπιθεώρησιν;
§414ΤΡ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ὄχι· λέγει «διὰ Β. Διατάγματος». Ἐπιθεωρήσεις δὲν ἐνεργοῦνται παρὰ δυνάμει βασιλικοῦ διατάγματος.
§415ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νέον ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν προστεθὲν, λαμβάνει ἤδη τάξιν ἄρθρου 10 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ὁρισθήσεται διὰ Β. Διαταγμάτων.»
§416ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. «Διὰ Β. Διατάγματος», ὄχι «διὰ Β. Διαταγμάτων».
§417Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο θὰ γίνηται διαφορετικά.
§418ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
§419Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω καλὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου, ὅπως συναρμολογηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη.
§420Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§421ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 35′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).