1899.06.24
5,399 rows · 41,381 words · 437 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60.
(Τῆς 24 Ἰουνίου 1899).
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων, 58 καὶ 59).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατάδικοι ἐκ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ κρατουμένων ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ὅπως χορηγῆται εἰς τοὺς καταδίκους προθεσμία τις πρὸς ἀπότισιν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Κάτοικοι Λαρίσης δι’ ἀναφορᾶς των ὑποβάλλουσι παράπονα κατὰ τοῦ νομομηχανικοῦ Λαρίσης, ὅτι, παρὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου ἔδωκεν εἴς τινα Χριστόδουλον Ντούλαν ἄδειαν πρὸς οἰκοδόμησιν οἰκίας, ἐναντίον τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως.
§2Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νομομηχανικὸς Λαρίσης κ. Γράβαρης, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑποθέτω ὅτι ἔχει πολλὰς ἀφορμὰς ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐχορήγησε πρό τινος καιροῦ ἄδειαν οἰκοδομῆς εἴς τινα ἰδιοκτήτην, ἐνῷ τὸ οἰκόπεδον αὐτοῦ καθὼς καὶ τὰ συνεχόμενα μὲ αὐτὸ γειτονικὰ γήπεδα πρόκειται νὰ μεταρρυθμισθῶσι· πρόκειται ἡ ἐκδοθησομένη πρᾶξις μεταρρυθμίσεως νὰ περιλάβῃ ὀκτὼ ἢ δέκα συνεχῆ οἰκόπεδα, διότι κατηργήθησαν πολλαὶ δημοτικαὶ ὁδοὶ καὶ ἐχαράχθησαν ἄλλαι νέαι, ἐκ τούτων δὲ ἐδέησε νὰ μεταρρυθμισθῶσιν ὅλα τὰ γήπεδα ἐκεῖ καὶ νὰ λάβῃ ἕκαστον διέξοδον εἰς τὰς νέας σχηματισθείσας ὁδούς· πᾶς δ’ ὅστις κτίσῃ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς πράξεως μεταρρυθμίσεως, ἀσφαλῶς θέλει ὠφεληθῆ πρὸς βλάβην τῶν ἄλλων. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπανειλημμένως διέταξε τὸν κ. νομομηχανικὸν νὰ παύσῃ τὴν οἰκοδομήν, ἣν τόσον παρανόμως καὶ ἐπὶ ἀποκρύψει τῆς ἀληθείας ἐπέτρεψεν, ἀλλ’ αὐτὸς μὴ ὑπακούων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν διέταξε τὴν παῦσιν αὐτῆς. Ἀπ’ ἐναντίας παρακινεῖ τὸν ἰδιώτην νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν οἰκοδομήν. Τελευταίως ἠναγκάσθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ τὸν ἀστυνόμον νὰ παύσῃ τὴν οἰκοδομήν, καὶ πράγματι οὗτος τὴν εἶχε παύσει. Ὑπέβαλεν ὅμως ὁ κ. νομομηχανικὸς ἓν σχεδιογράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου παρέστησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτρέψῃ ἐν μέρει τὴν οἰκοδομὴν ἐκείνην πρὸς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ μεταρρυθμισθῇ, καὶ ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ οἰκοδομὴ εἰς τὸ μέρος, ὅπου πρόκειται νὰ μεταρρυθμισθῇ. Ἀλλ’ ὁ ἰδιώτης, λαβὼν τὴν διαταγὴν ταύτην, ἐξηκολούθησε νὰ κτίζῃ καὶ ἐπὶ τοῦ μέρους, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐπέτρεψε νὰ κτίσῃ. Ἐπειδὴ δὲ ἀπόκειται εἰς τὸν νομομηχανικὸν νὰ κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας, αὐτὸς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἐφαρμόζει αὐτὴν ὅπως πρέπει, καὶ οὕτως ὁ προστατευόμενος τοῦ κ. Γράβαρη κτίζει εἰς τὸ μέρος, ὅπου πρόκειται νὰ γείνῃ μεταρρύθμισις. Ἐκτὸς τούτου ὅμως, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου πρέπει νὰ ἀνακληθῇ· διότι κατὰ μὲν τὴν κρίσιν τοῦ μηχανικοῦ μία πλευρὰ τοῦ οἰκοπέδου δὲν πρόκειται νὰ μεταρρυθμισθῇ, ἀλλὰ κατὰ τὰ παράπονα τῶν ἰδιωτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλουν οὗτοι κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ μηχανικοῦ, ὅταν ἐκδοθῇ, δι’ ἐφέσεώς των, θ’ ἀναγκασθῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μεταβάλῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ μηχανικοῦ, δι’ ἧς μέρος μόνον τοῦ γηπέδου θὰ μεταρρυθμίζηται, καὶ νὰ μεταρρυθμίσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ τοῦ οἰκοπέδου τοῦ ἤδη οἰκοδομουμένου. Ἀλλὰ ἡ οἰκοδομὴ αὕτη, ἥτις θὰ ἦναι τότε συντετελεσμένη, θὰ παρεμποδίζῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς οἰκοδομῆς ἐκείνης, διατάξῃ δὲ τὸν νομομηχανικὸν νὰ σπεύσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὴν πρᾶξιν μεταρρυθμίσεως ὅλων τῶν γειτονικῶν πρὸς τὸ γήπεδον τοῦ Ντούλα Χριστοδούλου οἰκοπέδων ἐν συνόλῳ, ἵνα γνωρίσῃ ἕκαστος ἰδιοκτήτης, ἂν ἔχῃ πρόσοψιν εἰς τὴν ὁδὸν ἢ ὄχι, καὶ νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ κ. Γράβαρη, ὅστις ἐπιτρέπων εἰς καθένα νὰ κτίζῃ προτοῦ γείνουν αἱ νόμιμοι μεταρρυθμίσεις, τῷ δίδει τὰ μέσα νὰ κλείσῃ τοὺς γείτονας εἰς φωλεὰν ἄνευ ἐξόδου, καὶ τοιουτοτρόπως περιάγεται καὶ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς θέσιν νὰ μὴ δύναται νὰ ἄρῃ τὸ ἀδίκημα, διὰ τοῦ ὁποίου οἰκόπεδα μεγάλης ἀξίας δὲν θὰ δύνανται νὰ καταστῶσιν οἰκοδομήσιμα. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ περισσότερον περὶ τοῦ κ. Γράβαρη σήμερον. Ἂν δὲν σωφρονισθῇ, θὰ ἀναγκασθῶ προσεχῶς νὰ ἐκθέσω διὰ μακρῶν τὰ κατ’ αὐτόν.
§3Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς λεπτομερείας, νομίζω καθῆκόν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ πάσης μομφῆς κατὰ τοῦ κ. Γράβαρη. Ὁ κ. Γράβαρης εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων καὶ διακεκριμένων μηχανικῶν τοῦ Κράτους, εἶναι δὲ καὶ ἐκ τῶν εὐγενεστέρων ἀνθρώπων.
§4ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. 40 προτάσεις περὶ τιμωρίας του ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, περὶ ὧν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐν καιρῷ.
§5ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν γνωρίζω ἐγώ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἐν Πειραιεῖ μηχανουργεῖα «Ἥφαιστος» καὶ «Βασιλειάδης» δι’ αἰτήσεώς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι ν’ ἀπαλλαχθῶσι πάσης φορολογίας οἱ παρ’ αὐτῶν κατασκευαζόμενοι ὀρειχάλκινοι σωλῆνες ἐσωτερικῆς διαμέτρου 15 ἕως 23 χιλιοστῶν, χρήσιμοι διὰ ψυγεῖα τῶν ἀτμομηχανῶν.
§7Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἡ αἴτησις τῶν κυρίων βιομηχάνων Πειραιῶς, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ δασμοῦ οἱ ὀρειχάλκινοι σωλῆνες, διὰ τῶν ὁποίων κατασκευάζονται τὰ ψυγεῖα τῶν ἀτμομηχανῶν ἐνταῦθα, εἶναι δικαιοτάτη, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οἱ αὐτοὶ σωλῆνες, ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τὰ ψυγεῖα τῶν ἀτμομηχανῶν εἰσαγόμενοι, μένουσιν ἐλεύθεροι. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, πῶς, ἐνῷ οἱ αὐτοὶ σωλῆνες, τοῦ αὐτοῦ μεγέθους, τῶν αὐτῶν διαστάσεων, ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενοι, δὲν φορολογοῦνται, οἱ τῆς βιομηχανίας Πειραιῶς φορολογοῦνται. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα μετὰ τῆς προσοχῆς, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν διόρθωσιν ἐν καιρῷ.
§8Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην· εἰ δυνατὸν δὲ, νὰ δώσῃ νῦν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
§9Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ὑπόθεσιν καὶ θ’ ἀπαντήσῃ. Κάτοικοι Ζαβέρδας διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῇ μικρὰ ἐπιχορήγησις παρὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας Ἀκαρνανίας. Ἔμποροι καὶ βιομήχανοι Πειραιῶς ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἡ Χαρίκλεια Δ. Χοϊδᾶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπονείμῃ αὐτῇ σύνταξιν μηνιαίαν ἐκ δραχμῶν πεντήκοντα. Οἱ δημόται τοῦ δήμου Κτημενίων τῆς Εὐρυτανίας διὰ τηλεγραφήματος τοῦ δημάρχου αὐτῶν ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Λευκάδος διὰ ψηφίσματός του ἐκφράζει τὰς εὐχαριστίας αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μεταβάλῃ τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων ἀπὸ τῆς 5ης εἰς τὴν 6ην ὥραν, διότι ἕνεκα τοῦ καύσωνος εἶναι δύσκολον νὰ συνερχώμεθα ἐνωρίτερον.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἐφεξῆς ἡ ἕκτη ὥρα ὁρίζεται ὡς ὥρα ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων.
§13ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μεταβολὴ τῆς ὥρας θὰ μᾶς φέρῃ πάλιν μίαν ὥραν βραδύτερον (διαμαρτυρίαι καὶ φωναὶ δεξιόθεν). Παρακαλῶ, ἄφετε νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ ἄλλο, τοῦτο ἂς γείνῃ. Ὡρίσαμεν ὥραν τὴν πέμπτην καὶ κατορθώνομεν νὰ συνερχώμεθα τὴν ἕκτην. Ἂν ὁρίσωμεν τώρα τὴν ἕκτην, θὰ συνερχώμεθα τὴν ἑβδόμην.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Τὴν ἕκτην καὶ ἡμίσειαν τὸ βραδύτερον.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι ἡ ὥρα ἡ παρ’ ὑμῶν προσδιοριζομένη εἶναι ἁπλῶς ὥρα προαναγγελίας τῆς κανονικῆς συναθροίσεως. Δὲν εἶναι, ὅπως παρ’ ἄλλοις, ἡ ὁριζομένη καὶ ἀπαιτουμένη. Ἡμεῖς ἔχομεν ταύτην ὡς μήνυμα, ὅτι θὰ συνέλθωμεν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, ἢ μετὰ μίαν. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι θὰ ἀρχίσωμεν πρὸ τῆς ἑβδόμης. Ἀλλὰ τούτου ὑποτιθεμένου, κατ’ ἀνάγκην ἐνταυτῷ θέλετε δεχθῆ, ὅτι θὰ φθάσωμεν συνεδριάζοντες καὶ μέχρι τῆς πέμπτης τῆς πρωΐας. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀξιώσωμεν, ὅπως παρέχηται εἰς ἡμᾶς σχολή τις καὶ ἀνάπαυσις, ἀφοῦ ὅλην τὴν ἡμέραν ἐξ ἀνάγκης ἐπασχολούμεθα εἰς ἐργασίας.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς πληροφορῶ, ὅτι θὰ ἐφαρμόσωμεν κατὰ γράμμα τὸν Κανονισμόν. Ἐὰν μέχρι τῆς ἕκτης καὶ ἡμισείας δὲν συντελῆται ἀπαρτία, ἡ συνεδρίασις θὰ λύηται.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀξιόλογα.
§18ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅμως ὀφείλει νὰ συντρέχῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς πλειονοψηφίας (διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν καὶ θόρυβος).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις συντρέχει, κύριε Βουλευτά.
§20Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§21ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§22ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὀφείλει, λέγω, νὰ συντρέχῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὑπὲρ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, πρέπει νὰ δίδωσι πρῶτοι τὸ παράδειγμα εἰς ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους (διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).
§23Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις παρέχει πάντοτε ἄκραν ὑποστήριξιν (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴν ἀπρεπεῖς ἔννοιαι καὶ ἰδέαι, ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς θέλει νὰ ὁμιλήσῃ, διότι εἶναι ἀπρεπῆ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτής.
§25Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκε μομφήν.
§26ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐξήνεγκον μομφὴν καμμίαν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξήνεγκε μομφήν.
§28ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ τί ἄλλο εἶναι, ὅταν ἀποτείνηται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ λέγῃ, ὅτι αὕτη δὲν συντελεῖ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας;
§29ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ.....
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὀργίλως). Μὴ διακόπτετε! Δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα.
§31ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χθὲς ὅσοι ἦσαν εἰς τὴν Βουλὴν παρετήρησαν, ὅτι πάντα τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρῆσαν ἐνταῦθα.
§32ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Χθές; τέσσαρες μόνον.
§33ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πάντες δὲ οἱ ἀπόντες ἦσαν ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως.
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅλοι ἐδῶ ἤμεθα οἱ ἀντιπολιτευόμενοι.
§35ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἴκοσι δύο ἤμεθα.
§36ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἐκ τῶν ὑπουργικῶν ἦσαν μόλις εἴκοσι.
§37ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ σήμερον, ἀφοῦ ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, ἄνευ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς δύναται νὰ ὁμολογήσῃ καὶ τὸ Προεδρεῖον, ἀπαρτία δὲν θὰ ἐγίνετο, διότι οἱ παρόντες ἦσαν 131, ἐξ ὧν 38 ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Λοιπὸν οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ὅπως ἐκφράσῃ παράπονα, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις παρακωλύει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Οἱ παρακωλύοντες τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς εἶναι τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα δὲν σπεύδουσι νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰς ἐργασίας, εἰς τὰς ὁποίας καλοῦνται· ἐνόμιζον δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἤθελε φέρει τὰς δεούσας παρατηρήσεις, ὅτε τοιαύτας μομφὰς ἐξέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν μομφῆς οἱ λόγοι του.
§39ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ.....
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, ἀφήσατε.
§41Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐδηλώσατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν μέχρι τῆς ἕκτης καὶ ἡμισείας ὥρας δὲν συντελεσθῇ ἀπαρτία, θὰ λύηται ἡ συνεδρίασις. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέον μέχρι τῆς ἕκτης καὶ ἡμισείας νὰ ἔχῃ ἀναγνωσθῆ ὁ κατάλογος, διότι συμβαίνει νὰ ἀρχίζῃ εἰς τὰς 6 ἢ 6 καὶ ¼ καὶ νὰ παρατείνηται ἡ ἀνάγνωσις μέχρι τῆς ἑβδόμης, ὥστε πρέπει ὡρισμένως νὰ ὑπάρχῃ, ὅτι μέχρι τῆς ἕκτης καὶ ἡμισείας ὥρας δέον νὰ ἔχῃ ἀναγνωσθῆ ὁ κατάλογος.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖται.
§43ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπαναφέρω, κύριε Πρόεδρε, μίαν ἄλλην πρότασίν μου. Νομίζω ὅτι κατὰ τὸν νέον Κανονισμὸν δύναται ἄνευ διακοπῆς νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, μετὰ τὸ μεσονύκτιον δὲ νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις, διότι καθίσταται ἀφόρητος ἡ ἐργασία ἡ νομοθετικὴ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅταν ἐκβιάζωνται νὰ μένωσιν ἐνταῦθα μέχρι τῆς τετάρτης ἢ πέμπτης ὥρας τῆς πρωΐας· δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἀναγνώσωσι κἂν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται· ὅταν δ’ εἰς αὐτὴν τὴν Σύνοδον ὑποβάλλωνται σοβαρώτατα ζητήματα, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀξιοῖ καὶ νὰ ἐπιμένῃ ἡ πλειονοψηφία, ἵνα ὑποβαλλώμεθα εἰς κόπωσιν, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἡμᾶς ἀνικάνους νὰ παρακολουθῶμεν τὴν ἀνάγνωσιν κἂν τῶν νομοσχεδίων.
§44Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ ἔγγραφα περὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς ἐν Χάγῃ συνδιασκέψεως. Ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς μεταφράσεως Ἑλληνιστὶ τῶν ἐγγράφων καὶ τῆς τυπώσεως καὶ διανομῆς αὐτῶν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν μοί ἐξέφρασαν τὸ ἐνδιαφέρον νὰ λάβωσι γνῶσιν.
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν θὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα;
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσι.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 340 (α), σελ. 909–913). Ὁ κ. Ρουσόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§48ΜΕΛΕΤ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, κύριοι συνάδελφοι, φέρονται μέχρι τοῦδε ἀναγεγραμμένα 72 νομοθετήματα, ἐξ ὧν 45 ἀφορῶσιν εἰς κυβερνητικὰ νομοσχέδια, τὰ δὲ ἄλλα εἰς διαφόρους βουλευτικὰς προτάσεις. Ὑποθέτων δὲ, ἢ μᾶλλον πεποιθὼς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν θέσιν καὶ τὴν τύχην τῶν νομοθετημάτων τοῦ δευτέρου ἰδίως εἴδους ἡ προσθήκη καὶ καθυποβολὴ νέων βουλευτικῶν προτάσεων, —καὶ θέλω ἐξηγήσει ἀμέσως τὸν λόγον τῆς τοιαύτης γνώμης μου—τολμῶ νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν σας τὰ ἑξῆς. Πρῶτον πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 265 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τοῦ καθορίζοντος τὰς κατὰ τῆς ψευδομαρτυρίας ποινὰς, πρότασιν σκοποῦσαν κυρίως τὴν διαρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου τούτου κατὰ τρόπον καθιστῶντα ἐφικτὴν τὴν ἐφαρμογήν του, ἥτις ἄλλως, ὡς πασίγνωστον, ἀπεδείχθη ἐν τῇ πρακτικῇ ἐντελῶς ἀνέφικτος, προσκρούουσα κυρίως εἰς τὴν ἄκραν αὐστηρότητα τῶν προβλεπομένων κατὰ τῶν ψευδομαρτύρων δρακοντείων ποινῶν. Δεύτερον, Κύριοι, ἑτέραν πρότασιν, σχετικὴν πρὸς τὴν πρώτην καὶ ὁμοειδῆ, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου, ὅστις τιμωρεῖ τοὺς ἐνόχους ψευδῶν καταμηνύσεων. Σκοπεῖ δὲ καὶ ἡ πρότασις αὕτη τὴν διαρρύθμισιν τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ περὶ ἐξυβρίσεως καὶ περὶ τύπου ἐν γένει νόμου οὕτως, ὥστε νὰ καταστῇ καὶ τοῦτο ἐφαρμόσιμον. Καὶ τρίτον, πρότασιν νόμου περὶ μερικῆς τροποποιήσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ἀφορῶσαν ἰδίως εἰς τὸ προσὸν τῆς προσηκούσης πείρας τῶν διαγωνιζομένων ὑποψηφίων παρέδρων καὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας αὐτῶν. Συνοδεύω δὲ τὰς προτάσεις μου ταύτας δι’ ἐκθέσεων αἰτιολογικῶν, συντόμων μὲν, ἀλλ’ ἱκανῶν ν’ ἀπαλλάξωσιν ἐμὲ μὲν τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἀναπτύξω ταύτας καὶ διὰ ζώσης, ὑμᾶς δὲ τῆς ὀχληρίας τοῦ νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τοιαύτην ἀτερπῆ, ὅσον καὶ ἄκαιρον καὶ περιττὴν, ἐνασχόλησιν. Ἀλλ’ ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου εἶπον, ὅτι αἱ ἤδη ὑποβαλλόμεναι προτάσεις δὲν δύνανται νὰ παραβλάψωσι τὰς προϋποβληθείσας τοιαύτας, ὑποσχεθεὶς ἅμα νὰ ἐξηγήσω ὑμῖν καὶ τὸν λόγον τῆς γνώμης μου ταύτης. Πρὸς τοῦτο ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπομνήσω πρόσφατόν τινα, ὅσον καὶ σχετικὴν, ἀγόρευσιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Σταυροπούλου, καὶ διαβεβαιῶ τοὺς νεωτέρους ἰδίᾳ ἐξ ὑμῶν, ὅτι ἐκ τῆς πείρας τοῦ μακροῦ βουλευτικοῦ μου βίου ἐδιδάχθην καὶ γινώσκω ὡς κάλλιστα, ὅτι οὐδέποτε πρότασίς τις, μὴ ἀπορρέουσα ἐκ κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας, ἠξιώθη τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς Βουλῆς, ἢ ἔσχε τὴν ὑπερτάτην τιμὴν νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Τούτου ἕνεκα δὲν θὰ θεωρηθῶ βεβαίως τόσον ἀφελὴς, ὥστε νὰ ἐλπίζω, ὅτι δύνανται αἱ προτάσεις μου αὗται νὰ κριθῶσιν ἄξιαι κρείττονός τινος τύχης, δύναμαι δὲ μάλιστα νὰ διομολογήσω ἀνενδοιάστως ἐντεῦθεν, ὅτι διὰ τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν προτίθεμαι κυρίως νὰ παράσχω εὔλογον ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν τοσοῦτον φιλοτίμως καὶ ἀόκνως ἐργαζόμενον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μελετήσῃ τὰς προτάσεις ταύτας μετὰ τῶν σχετικῶν νόμων, ὧν ἐπιδιώκεται ἡ τροποποίησις, καὶ διὰ ἰδίου νομοσχεδίου ἐπιδιώξῃ τὰ βέλτιστα τῇ Δικαιοσύνῃ. Ἐνθαρρύνομαι δὲ εἰς τὸ τοιοῦτον διάβημα καὶ ἔκ τινος προηγουμένου, οὗτινος ἄς μοι ἐπιτραπῇ ἡ ἐγωϊστικὴ ἄλλως ὑπόμνησις. Εἶχον ὑποβάλει ἄλλοτε πρότασιν νόμου «περὶ τιμωρίας τῶν λιπομαρτύρων ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν» καὶ ἑτέραν «περὶ ἐκδικάσεως τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν»· ἀλλὰ δὲν ἐγένοντο αὗται δεκταί, ὡς προτάσεις Βουλευτοῦ. Βραδύτερον ὅμως υἱοθέτησεν ἀμφοτέρας τὰς προτάσεις ἐκείνας ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπιψηφισθεῖσαι αὗται κατέστησαν νόμοι τοῦ Κράτους, ἰσχύοντες ἔτι καὶ νῦν. Ἐν τούτοις παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ στέρξητε εἰς τὴν ἐκτύπωσιν τῶν προτάσεών μου τούτων καὶ τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἂν οὐχὶ δι’ ἕτερόν τινα λόγον, τοὐλάχιστον διὰ νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἐν αὐτῇ ἀναγεγραμμένα νομοθετήματα εἰς τὸν στρογγύλον ἀριθμὸν 75 ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακεδαίμονος ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 341–343).
§50ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἑκάστην, Κύριοι, ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρότασις νόμου, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης βουλευτοῦ κ. Γιαννακίτσα, περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων ᾼΣΛϚʹ τῆς 24 Ἰουλίου 1885 καὶ ᾼΦΠΔʹ τῆς 14 Δεκεμβρίου 1887. Ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι ἀφορῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον. Ὁ μὲν πρῶτος προνοεῖ περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν τοῦ εὐεργετικοῦ λεγομένου νόμου, ὁ δὲ δεύτερος ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπολοχαγοὺς τοῦ αὐτοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ νομοθέτης δὲν προέβλεψε περὶ τοῦ μέσου βαθμοῦ, τῶν ἀνθυπολοχαγῶν, ἑπομένως, ἐνῷ οἱ κατὰ βαθμὸν ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι αὐτῶν, ἀποστρατευόμενοι, προάγονται εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν, ἐὰν ἔχωσι πενταετῆ ὑπηρεσίαν, οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ ἀδικοῦνται, ὑπαγόμενοι εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Τοῦτο τὸ ἄδικον ἔρχεται νὰ ἄρῃ ἡ πρότασις νόμου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης συναδέλφου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἡ πρότασις αὕτη τεθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἔστωσαν βέβαιοι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλή, ὅτι θέλουσι πράξει ἔργον δικαιοσύνης. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺ διὰ συζητήσεων, διότι ἀποτελεῖται ἐξ ἑνὸς μόνον ἄρθρου, τὸ ὁποῖον θέλει ψηφισθῆ ταχέως. Ἐπιβάλλει δὲ τὴν προτίμησιν τῆς ψηφίσεως τῆς προτάσεως ταύτης καὶ ὁ λόγος, ὅτι πλεῖστοι τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικῶν, ἤτοι τῶν ἀνθυπολοχαγῶν τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, τίθενται εἰς ἀποστρατείαν λόγῳ ὁρίου ἡλικίας ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν, καὶ κινδυνεύουσιν οὕτω νὰ ἀπολέσωσι τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον θὰ εἶχον, ἐὰν ὁ νομοθέτης ἐλάμβανε πρόνοιαν περὶ αὐτῶν καὶ ἀφωμοίου αὐτοὺς πρὸς τοὺς λοιποὺς τῆς αὐτῆς κατηγορίας ἀξιωματικούς.
§51ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι πρόκειται περὶ ὀλίγων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται· πρόκειται περὶ τῶν ἀνθυπολοχαγῶν τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, οἵτινες, καίτοι ἔχοντες κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως καὶ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ, ὃν κέκτηνται, δὲν λαμβάνουν σύνταξιν ὑπολοχαγοῦ, ἐνῷ οἱ ἀνθυπασπισταί, οἱ ἔχοντες συμπεπληρωμένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ, ὃν κέκτηνται, λαμβάνουν σύνταξιν ἀνθυπολοχαγοῦ, ὡς τοῦτο συμβαίνει καὶ διὰ τοὺς λοχαγούς· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς, οὗτοι τότε μόνον δύνανται νὰ λάβωσι τὴν σύνταξιν τὴν ἀναλογοῦσαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ὅταν συμπληρώσωσιν ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Εἶναι δὲ τοιοῦτοι 4 ἢ 5 ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμπληρώσει τὸ ἕβδομον ἔτος ἐν τῷ βαθμῷ, ὃν κέκτηνται, δύο δ’ ἐξ αὐτῶν ἀποστρατεύονται μετὰ δύο μῆνας, ἐν τούτοις αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν ἀνώτερον βαθμὸν, οὔτε τὴν σύνταξιν τὴν ἀναλογοῦσαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ἐν ᾧ ἔχουσι πολυετῆ καὶ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ.
§52Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ πολλῶν συναδέλφων ἐκ Θεσσαλίας ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως λειτουργήσωσι τὰ Κακουργιοδικεῖα ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον, διότι ἔμειναν πολλαὶ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, μὴ ἐκδικασθεῖσαι· τοῦτο δὲ προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι δύο μόνον μῆνας ἐλειτούργησαν τὰ Κακουργιοδικεῖα καὶ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ προσδιορισθῶσιν ὅλαι αἱ ὑποθέσεις, καὶ διότι πολλαὶ ἐκ τῶν εἰσαχθεισῶν ἀνεβλήθησαν, μέγας δὲ ἀριθμὸς ὑποδίκων, ἀπὸ πολλῶν μηνῶν διατελούντων ἐν προφυλακίσει, βασανίζονται, ἀναμένοντες τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον ἴσως ὑπάρχει δυσχέρειά τις ἕνεκα τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας τῆς κληρώσεως τῶν ἐνόρκων, ἀλλὰ κατὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον εἶναι εὔκολον καὶ δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἵδρυσις Κακουργιοδικείων, καὶ ἰδίως ἐν Λαρίσῃ, ὅπου ἑδρεύει καὶ τὸ Ἐφετεῖον καὶ θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἐπαρκὴς ἀριθμὸς δικαστῶν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θ’ ἀποδεχθῇ τὴν σύστασίν μου ταύτην ἕνεκα τῶν ὑπαρχόντων διὰ τὴν Θεσσαλίαν ἐξαιρετικῶν λόγων. Ὑπάρχει σωρεία ὑποδίκων εἰς τὰς φυλακὰς, οἵτινες ζητοῦσι δικαιοσύνην. Μοὶ γράφει εἷς ὑπόδικος: «Γνωρίζω ὅτι θὰ ἀποθάνω εἰς τὰς φυλακὰς, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἀποθάνω ὑπόδικος». Αὐτὴν τὴν σύστασιν εἶχον νὰ ὑποβάλω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ ταχέως τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§53Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, διότι πράγματι εἶναι πολλοὶ ὑπόδικοι, ἀλλὰ γνωρίζετε τὰς δυσχερείας, αἵτινες ὑπάρχουν πρῶτον ὡς ἐκ τῶν διακοπῶν καὶ δεύτερον διότι κατὰ τὸν Ἰούλιον ἔχει παρέλθει ἡ ἐποχὴ τῆς κληρώσεως. Ἐν τούτοις θὰ προσπαθήσω νὰ φέρω νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ συγκροτηθῇ Κακουργιοδικεῖον ἐν Λαρίσῃ κατὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον.
§54Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸν Αὔγουστον δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνεκα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν.
§55Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Κατὰ τὰς διακοπὰς δὲν δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ δικαιοσύνη· διότι εἷς κατάδικος τὸ θέλει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συσταθῇ Κακουργιοδικεῖον εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἄλλως καὶ οἱ ἔνορκοι ἔχουσι τὰς ἐργασίας των· εἶναι ἔμποροι, γαιοκτήμονες καὶ ἄλλοι ἐπαγγελματίαι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται τὸν Αὔγουστον νὰ ἐργασθῶσιν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ γείνῃ Κακουργιοδικεῖον, νὰ μὴ γείνῃ μόνον εἰς Λάρισαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη.
§56ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τάχιστα τὸ νομοσχέδιον.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦναι καὶ ἐλαχίστη ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς πρόκειται νὰ ὁμιλήσω, τοσοῦτον ἔκτροπα καὶ ἀκατανόητά εἰσι τὰ κατὰ τὴν διάπραξιν αὐτῆς ἐκτελεσθέντα. Διὰ τοῦτο ἠξιώθη τῆς προσοχῆς ἐμοῦ, ὡς ἐλπίζω ὅτι θέλει ἀξιωθῆ καὶ τῆς προσοχῆς τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, διότι ὑπάγεται εἰς τὸν κλάδον αὐτοῦ. Ἐννέα ἡμέρας πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν Βουλευτῶν ἐπαύθη ὁ διευθύνων τὸ ταχυδρομικὸν καὶ τηλεφωνικὸν γραφεῖον τοῦ χωρίου Βελημαχίου τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος τῆς Γόρτυνος, καὶ ἐπεστάλη εἰς τὸν παυθέντα ἔγγραφον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκοινοῦτο εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐπαύθη διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, καταχωρισθέντος ἐν ἀριθμῷ τινι τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», καὶ ὅτι διωρίσθη ἀντ’ αὐτοῦ ὁ ὑπογραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Βελημαχίου Ἰωάννης Ἀποσκήτης. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις Εἰρηνοδικεῖον Βελημαχίου δὲν ὑπάρχει, ὁ δὲ διοριζόμενος ἐμνημονεύθη ἐν τῷ Β. Διατάγματι ὡς ὑπογραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Βελημαχίου, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι εἶχε τὸ προσὸν κατὰ τὸν νόμον νὰ διορισθῇ διευθυντὴς τοῦ ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεφωνικοῦ γραφείου. Ἔπειτα διωρίσθη τις ὀνομαζόμενος Ἰωάννης Ἀποσκήτης, ἀλλὰ τοιοῦτον ὄνομα φέρουσι τρεῖς ἐν τῷ χωρίῳ καὶ ἐν τῷ δήμῳ, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ μὲν ὀνομάζεται Ἰωάννης Θ. Ἀποσκήτης, ὁ ἕτερος Ἰωάννης Κ. Ἀποσκήτης, καὶ ὁ τρίτος Ἰωάννης Γ. Ἀποσκήτης. Ὁ παυθεὶς, ὅστις εἶναι ὁ δημοδιδάσκαλος κ. Θεόδωρος Λ. Ἀποσκήτης, ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων, καὶ ἀνέφερεν ὅτι Εἰρηνοδικεῖον ἐν Βελημαχίῳ δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅτι δὲν γνωρίζει εἰς ποῖον νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι τρεῖς ἔχουσι τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἐπώνυμον ἐκείνου, ὅστις διωρίσθη, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν μόνον ὁ εἷς ἔχει τὸ προσὸν τοῦ ἀπολυτηρίου Σχολαρχείου, ἀλλὰ καὶ οὗτος ἐτύγχανε διευθυντὴς Καπνοκοπτηρίου ἐν Καλαβρύτοις, οὐδ’ ὑποτίθεται ὅτι οὗτος εἶναι ὁ διορισθεὶς, οἱ δὲ δύο ἄλλοι εἶναι ποιμένες, μὴ ἔχοντες οὔτε ἀπολυτήριον Σχολαρχείου, οὔτε κἂν δημοτικοῦ σχολείου. Εἰς ταῦτα ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων δι’ ἐπισημειώσεως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἀπολυθέντος τῆς ὑπηρεσίας παρήγγειλεν αὐτῷ «νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ὡς διετάχθη, εἰς τὸν ὑπογραμματέα τοῦ Εἰρηνοδικείου Βελημαχίου Ἰωάννην Ἀποσκήτην, ὅστις θέλει τῷ ἐπιδείξει καὶ τὴν σχετικὴν διαταγὴν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως». Οὕτω δὲ ὁ ἀπολυθεὶς παρέδωκε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταχυδρομείου καὶ τηλεγραφείου εἰς τὸν Ἰωάννην Γ. Ἀποσκήτην, ὅστις τῷ ὑπέδειξε τὴν διαταγὴν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως, ἤτοι εἰς τὸν ἕτερον ἐκ τῶν γεωργῶν, διότι οὗτος, φαίνεται, εἶχε διορισθῆ καὶ χαρακτηρισθῆ ὡς ὑπογραμματεὺς Εἰρηνοδικείου. Ὀρθῶς διὰ τοῦτο ἐχαρακτήρισα τὰ διαπραχθέντα ὡς ἀκατανόητα καὶ ἔκτροπα. Καὶ ἐν πρώτοις ὁ διορισμὸς τοῦ διορισθέντος φαίνεται ὅτι συνεδέετο μὲ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς· ἀλλὰ πῶς δικαιολογεῖται ὁ διορισμὸς τοῦ διορισθέντος, ὅστις ἐχαρακτηρίσθη ὡς ὑπογραμματεὺς Εἰρηνοδικείου μὴ ὑπάρχοντος; Καὶ ἐχαρακτηρίσθη οὕτως ἐν τῷ Β. Διατάγματι, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνεγράφησαν οὕτω ψεύδη, ἤτοι ὅτι ὑπάρχει Εἰρηνοδικεῖον Βελημαχίου, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον. Οἱ Ὑπουργοὶ, ὡς ὑπεύθυνοι, προτείνουσιν εἰς τὸν Βασιλέα τὰς γνώμας των, αἵτινες περιβάλλονται διὰ τοῦτο διὰ τοῦ κύρους τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, καὶ εὐθύνονται διὰ τὰς γνώμας των ταύτας. Ἀλλὰ παράδειγμα ἀναγραφῆς ἐν τοῖς Β. Διατάγμασι πραγμάτων ψευδῶν δὲν ὑπάρχει, οὐδέποτε δὲ ἀνεγράφη τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχε. Πλὴν τούτου, διὰ τοῦ εἰρημένου Β. Διατάγματος διωρίσθη ἄνθρωπος μὴ ἔχων τὰ προσόντα. Ἐπὶ τούτου λοιπὸν προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν.
§58Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔλαβον ἀναφορὰν καταδίκου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπικαλεῖται ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν δικαιοσύνην αὐτῆς. Οὗτος διατελεῖ ἐπὶ 21 ἔτη κατάδικος, χωρὶς ἐν τῷ διαστήματι αὐτῷ νὰ λάβῃ τις πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ, διότι οὐδένα ἔχει, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ καταφύγῃ, καὶ ἑπομένως προσφεύγει εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου τὴν δέουσαν πρόνοιαν, τὴν δὲ Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§60ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν. Παρέστησα τότε τὴν ἀνάγκην, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ μὴ ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου οὐδεμιᾶς ἔτυχε προσοχῆς. Σήμερον μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐπαναλάβω τὴν αἴτησίν μου καὶ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ ἑξῆς. Ἀνέγνωσα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» πρόγραμμα ἀναγκαστικοῦ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πλειστηριασμοῦ κτήματος, τοῦ ὁποίου ὁ ἰδιοκτήτης ὤφειλε δραχμὰς 374, προσφέρει δὲ τὸ Δημόσιον ὡς πρώτην τιμὴν δραχ. 370, καὶ πλειστηριάζει σταφιδάμπελον 20 στρεμμάτων. Θὰ παρουσιασθῇ πλειοδότης νὰ προσφέρῃ 380 δραχμάς, καὶ οὕτω θὰ ἀφαιρέσῃ τὸ κτῆμα ἀπὸ τὸν δυστυχῆ ὀφειλέτην. Ἐνταῦθα ἐρχόμεθα νὰ φροντίσωμεν περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐργαζόμεθα νὰ τὸν καταστήσωμεν ἀκτήμονα! Πρὸς τί ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως; Τὸν ἐψηφίσαμεν διὰ τοὺς μεγαλοκτηματίας; Πρὸς τί μετεβάλομεν τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, ἀφοῦ θ’ ἀφήσωμεν τοὺς χωρικοὺς ἄνευ ἀμπέλων; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὕρῃ τρόπον νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν.
§61Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον φρονῶ ἄξιον, ἵνα σοβαρῶς τὸν ἀπασχολήσῃ, καὶ ἐγγύτατον πρὸς τὰς ἀτομικὰς αὐτοῦ γνώμας, γνωστὰς καὶ ἐκπεφρασμένας ἐκ παλαιοτέρων ἡμερῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως νῦν, ἀνελθὼν τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καλεῖται νὰ δώσῃ ὕπαρξιν καὶ σάρκα. Ὅτε πρὸ ἡμερῶν ἤχθη ἐπεισοδιακῶς ἐνταῦθα καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τῆς δράσεως τοῦ στρατοῦ, ἠκούσθησαν γνῶμαι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε στρατιώτης Ἕλλην, ὅστις νὰ ἐλιποτάκτησε, δὲν ὑπῆρξεν ἀξιωματικός, ὅστις νὰ ἐγένετο φυγάς. Ἐὰν ὑπάρχῃ πολλὴ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς πλήρους ἀκριβείας τῶν γνωμῶν τούτων, ἀλλ’ ἀμφισβήτησις οὐδεμία ὑπῆρξε, δὲν ὑπάρχει, δὲν θὰ ὑπάρξῃ, ὅτι τὸ σῶμα τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐξεπλήρωσεν οὕτω γενναίως τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ, ὥστε νὰ ἀπεκδέχηται παρὰ τῆς Πολιτείας πλείονα στοργὴν καὶ πλείονα πρόνοιαν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ, ὅτε παρήλαυνεν, ἀντισυνταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ τότε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς μάρτυς, καὶ ἠρωτήθη ποία ἦτο ἡ διαγωγὴ καὶ ἡ στρατιωτικὴ συμπεριφορὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν του ἐν τῷ πολέμῳ, ἠγέρθη καὶ εἶπεν: «ἦσαν ἥρωες! δὲν ἔκυψαν τὴν κεφαλὴν καὶ ἐπολέμουν ὄρθιοι». Ἐπρόκειτο περὶ τῆς μάχης τῶν Πέντε Πηγαδίων, ἔνθα ἄφθονον τὸ αἷμα τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἔβαψε τὴν γῆν. Ἀλλὰ παρομοίαν διαγωγὴν ἔδειξαν οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἐν Κρήτῃ, ὡς δύναται νὰ κυρώσῃ ὁ συνταγματάρχης κ. Θ. Λιμπρίτης, ἐὰν τυγχάνῃ ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ ἐν Βελεστίνῳ, ὅπως δύναται νὰ πληροφορήσῃ ὁ κύριος Γιαννικώστας· ἀλλὰ παντοῦ δύνανται οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπερηφάνως νὰ ἐγερθῶσι καὶ ἀνομολογήσωσι τὴν δρᾶσιν ἐν τῷ πολέμῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἐνθυμοῦμαι ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ, ὅτι ἐξετυλίχθη, καὶ ἐξετυλίχθη πολλάκις αὐτὴ ἡ εἰκών, ὅτι διηύθυναν ἀντὶ ἀξιωματικῶν τὰς διμοιρίας ἁπλοῖ ὑπαξιωματικοί, καὶ τὰς διηύθυναν τελεσφόρως. Ὑπῆρξε λόχος, τοῦ ὁποίου τὴν διεύθυνσιν εἶχεν ἀξιωματικὸς λοχαγός· οὗτος προσεβλήθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐκ νοσήματος εὐκοιλιότητος,—τὸ νόσημα ἦτο βεβαιωμένον ἐκ πιστοποιητικοῦ ἰατροῦ, δὲν γνωρίζω ὅμως ἐὰν προήρχετο ἐκ παθήσεως τοῦ στομάχου ἢ τῆς καρδίας,— καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ λόχου ἀνέλαβον ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς καὶ εἷς λοχίας. Προήχθησαν ἐν τούτοις ἑκατοντάδες ἀξιωματικῶν. Τί ἐγένετο ὅμως περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν; τίνα φροντίδα ἔλαβεν ἡ Πολιτεία περὶ αὐτῶν; διατὶ ἀφίνει νὰ μαραίνωνται οὗτοι εἰς τὴν ἀπογοήτευσιν, εἰς τὴν ἀπόγνωσιν; Ἡ Πολιτεία ἔχει εὐεργετικῶς προβλέψει· ἔχει διατάξεις διὰ τοὺς ἀποδείξαντας στρατιωτικὴν ἀρετὴν, καὶ διὰ τῶν διατάξεων τούτων ἀνοίγεται ἡ ὁδὸς τοῦ μέλλοντος δι’ αὐτούς. Ἀπευθύνομαι εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, γνωρίζοντος καὶ αἰσθανομένου τί δέον νὰ κάμῃ δι’ ἄνδρας διαπρέψαντας ἐν τῷ πολέμῳ...
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί νὰ τοὺς κάμῃ;
§63Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ μὲ ἐρωτᾷ εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τί νὰ τοὺς κάμῃ, ἀπαντῶ. Εἰς τοὺς διαφόρους στρατοὺς οἱ θρύλοι παρέδωκαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Μ. Ναπολέοντος, καὶ ἡ ἰδέα εἶναι ἑδραιωμένη εἰς ὅλους τοὺς στρατῶνας καὶ εἰς τὰ πνεύματα τῶν ἀνδρῶν, ὅτι πᾶς στρατιώτης φέρει ἐν τῷ στρατιωτικῷ αὐτοῦ σάκκῳ τὰς ἐπωμίδας τοῦ στρατάρχου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ νεώτεροι στρατιωτικοὶ ὅροι ἔκλεισαν τὸν σάκκον τοῦτον ἑρμητικῶς εἰς τὴν τοιαύτην φιλοδοξίαν, ἀλλ’ ἀφῆκαν μίαν ὁδὸν ἀνοικτὴν, ἵνα κερδήσῃ τὰς ἐπωμίδας ὁ ἁπλοῦς στρατιώτης, τὴν ὁδὸν τῆς ἐν πολέμῳ ἀνδραγαθίας, καὶ τὴν ὁδὸν ταύτην ἤνοιξαν ἡρωϊκῶς, ἡ διὰ τοῦ αἵματος αὐτῶν, πλεῖστοι ὑπαξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ ἐν ταῖς μάχαις τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Κρήτης καὶ ἐν τῷ πολέμῳ τῆς Θεσσαλίας. Τί ἐν τούτοις διεπράχθη ὑπὲρ αὐτῶν; Συνεστήθησαν ἐπιτροπαί, καὶ πάλιν ἐπιτροπαί, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοί, οἱ διαδεχθέντες μετὰ τὸν πόλεμον ὁ εἷς τὸν ἕτερον, εἰς οὐδὲν ἕτερον προέβησαν. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς ἐπὶ τέλους, ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ὁ ἄμεσον σχὼν ἀντίληψιν τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῆς ψυχῆς ταύτης τοῦ στρατεύματος, νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὰς δικαίας ταύτας ἀξιώσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν. Εἰς στιγμὰς δέ, κατὰ τὰς ὁποίας ἀθρόα ἡ νομοθετικὴ πρόνοια λαμβάνεται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς στιγμὰς, καθ’ ἃς προβάλλεται νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τῶν γενικῶν θέσεων, ζητήματος οἰκογενειακοῦ μέν, ἀλλ’ εἰς σάλον ἐμβαλόντος τὸν στρατόν, εἰς στιγμὰς, κατὰ τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζεται ἕτερον δίκαιον εἰς διάφορα σώματα τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐνομοθετήθη ἐπιμίσθιον πρὸς ἀγορὰν βιβλίων, εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἐν γένει περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τοιαύτη λαμβάνεται πρόνοια, δὲν εἶναι ἀστοργία τῆς Πολιτείας ἡ ἔλλειψις παντελοῦς μερίμνης καὶ ἀμέσου ὑπὲρ τῶν διαπρεψάντων κατὰ τὸν πόλεμον ὑπαξιωματικῶν; Ἐν ὀνόματι τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος τοῦ στρατεύματος, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπικαλοῦμαι τὴν σύντονον μέριμναν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἐπερωτῶν ὑμᾶς, προσδοκῶ τὴν ἀπάντησιν ταχεῖαν, ὄχι διὰ λόγων, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων.
§64Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τῆς συστάσεως, ἣν ἔσχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ ἐνισχύσω ταύτην, προσθέτων καὶ σκέψεις τινὰς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἐκ τῶν σπουδαίων ζητημάτων διὰ τὸν στρατὸν, εἰς ὃν ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον καὶ ἐγὼ ἀνήκω. Ὁ πόλεμος, ὃν διεξηγάγομεν πρὸ διετίας, εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἧτταν ἡμῶν, τὴν ὀφειλομένην ἰδίως εἰς τὴν γενικὴν τοῦ τόπου διαφοράν, καὶ τὴν ἐκ ταύτης προκύψασαν κακοδιοίκησιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μίαν μεγάλην μέλαιναν κηλῖδα, διακόπτουσαν τὴν ἔνδοξον τοῦ ἔθνους ἱστορίαν. Γνωστὸν ὅμως εἰς πάντας ἡμᾶς εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον τοῦτον, καίτοι οὗτος γενικῶς ἀπέβη καθ’ ἡμῶν, ὑπῆρξαν ἄτομά τινα, τὰ ὁποῖα, δοθείσης αὐτοῖς εὐκαιρίας, ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των κατὰ τρόπον καθιστῶντα τὰ ἄτομα ταῦτα ἄξια ἀμοιβῆς, ὡς προσενεγκόντα εἰς τὴν πατρίδα πᾶν ὅ,τι εἶχον νὰ προσενέγκωσιν. Ἐνῷ ὅμως ἀφ’ ἑνὸς τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀληθέστατον ἐξ ἄλλου εἶναι, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν γινώσκει, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι νὰ ὑποδείξωσι τοὺς ἀξίους οἱασδήποτε ἀμοιβῆς εἰς τὴν κεντρικὴν τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίαν διεχειρίσθησαν τὸ ζήτημα τοῦτο τόσον παρέργως, τόσον ἀφελῶς, ὥστε ἀντὶ νὰ διαφωτίσωσι τὴν ἀνωτέραν στρατιωτικὴν ἀρχήν, τὴν μόνην ἁρμοδίαν ν’ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, κατώρθωσαν διὰ τῆς ἐπιπολαιότητος, μεθ’ ἧς διεχειρίσθησαν τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ τὴν σκοτίσουν ἔτι μᾶλλον. Λέγω δὲ ὅτι τὴν ἐσκότισαν, διότι ἀληθῶς οἱ πλεῖστοι τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων καὶ συνταγμάτων κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἐκθέσεων περὶ τῶν γεγονότων, ὧν συμμετέσχον τὰ ὑπ’ αὐτοὺς τμήματα, ἐξακολουθοῦντες ἴσως νὰ διατελῶσιν ἀκόμη ἐν συγκινήσει, δὲν ἐνεθυμήθησαν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις των ἐκεῖναι ἦσαν τὰ κυριώτερα στοιχεῖα τῆς συντάξεως τῆς ἱστορίας τοῦ πολέμου ἐκείνου, καὶ ὅτι ἡ δικαίωσις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν προτάσεών των θὰ ἐπέδρων πολὺ ἐπὶ τὴν κατάστασιν μετ’ ὀλίγον τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ τοῦτο τὰς συστάσεις ὑπὲρ προσώπων ἐποιήσαντο ὁρμηθέντες οὐχὶ ἐκ τῆς συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ μόνον ἐκ φιλανθρωπίας. Τοῦτο τὸ αἴσθημα ἐπεκράτησε παρὰ τοῖς διοικηταῖς, καὶ διὰ τοῦτο οὗτοι ἐπλήρωσαν σελίδας ὁλοκλήρους ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν αὑτῶν δι’ ὀνομάτων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἰδίᾳ δὲ ὑπαξιωματικῶν, συνιστῶντες τὴν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προαγωγὴν αὐτῶν. Καὶ τί λέγουσι, νομίζετε, πολλοὶ τῶν διοικητῶν τούτων πρὸς δικαιολόγησιν τῆς συστάσεώς των ταύτης; Ἔτυχε, Κύριοι, νὰ ἀναγνώσω ποτὲ ἔν τινι γραφείῳ τινὰς τῶν ἐκθέσεων τούτων, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἀνεγίνωσκον αὐτάς, ᾐσθανόμην ῥεῦμα αἰδοῦς διαρρέον τὸ πρόσωπόν μου. Ὁ διοικητής, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν περὶ προαγωγῆς τοῦ συνιστωμένου πρότασίν του, ἔγραφε καὶ ἐβεβαίου, ὅτι ὁ συνιστώμενος εἶναι ἄξιος ἀμοιβῆς, διότι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς μάχης ἵστατο καὶ ἐμάχετο ὄρθιος, ὡσανεὶ ὁ διοικητὴς ἐκεῖνος ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν νὰ μάχωνται πρηνεῖς καὶ κεκρυμμένοι ἀσφαλῶς! Κατὰ τοιοῦτον λοιπὸν τρόπον συνετάχθησαν αἱ ἐκθέσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ταῖς ἐκθέσεσι ταύταις περιλαμβάνονται ὡς ἀνδραγαθήσαντες τόσοι, ὥστε δικαίως δύναταί τις νὰ ἐκφράσῃ τὴν μεγίστην ἀπορίαν του, πῶς, ἐνῷ πάντες ἠνδραγαθήσαμεν, εὑρέθημεν ἐντεῦθεν τοῦ Σπερχειοῦ, ἑκατοντάδα ὅλην καὶ πλέον σταδίων ἀπέχοντος ἀπὸ τῆς γραμμῆς, ἥτις πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου ἐχώριζεν ἡμᾶς ἀπὸ τῶν Τούρκων. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τῆς ἀμοιβῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν· τοὐναντίον κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀμοιβῆς, φρονῶ ὅμως, ὅτι πρέπει ν’ ἀμειφθῶσι διὰ προβιβασμοῦ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας προσήνεγκον, καὶ οὐχὶ πάντες οἱ ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἀναφερόμενοι, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φοβοῦμαι μὴ προαχθῶσι καὶ πολλοί, οἵτινες οὐδόλως ὠσφράνθησαν τὴν ὀσμὴν τῆς πυρίτιδος, πρᾶγμα ἄλλως τε, τὸ ὁποῖον ἐπάθομεν καὶ ἄλλοτε. Οἱ κανονισμοὶ ὁρίζουσι τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀδιαφιλονικήτως ἐπάγονται τὸν προβιβασμόν. Ἐπειδὴ δὲ γινώσκομεν, ὅτι οἱ κανονισμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγράψωσιν ὅλας τὰς πράξεις, δυνάμεθα, συμβουλευόμενοι αὐτοὺς καὶ λογικῶς κρίνοντες τὰ πράγματα, νὰ διακρίνωμεν τοὺς διὰ τῶν ἐκθέσεων συνιστωμένους εἰς κλάσεις διαφόρους. Ὅπωςδήποτε καὶ ἂν ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα, οἱαδήποτε σημασία καὶ ἂν δοθῇ εἰς τὰς ἐκθέσεις, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὑπῆρξαν ἔστω καὶ ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοί εἰσιν ἄξιοι ἀμοιβῆς. Λέγω ὅμως, ὅτι οἱ διοικηταὶ τῶν διαφόρων σωμάτων, συγχύσαντες τὰ πράγματα, ὡς μὴ τηρήσαντες τὴν ὑπὸ τῶν κανονισμῶν διαγραφομένην τάξιν, καὶ κληθέντες πολὺ μετὰ τὸν πόλεμον νὰ πράξωσιν ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξωσιν ἀμέσως μετὰ τὴν μάχην διὰ τῆς ἡμερησίας ἀναφορᾶς, ἀνέμιξαν μετὰ τῶν ἀληθῶς ἀνδραγαθησάντων καὶ τοὺς ἁπλοῦν καθῆκον ἐκπληρώσαντας, ἴσως δὲ, ὡς πιστεύω ἐγὼ, καὶ πολλοὺς ἐκ τῶν μὴ ἀνταποκριθέντων εἰς τὰς προσδοκίας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τῆς τοιαύτης ἀναμίξεως οὐ μόνον, ὡς εἶπον πρότερον, ἐσκότισαν τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ προὐκάλεσαν ἀληθῆ ἀναστάτωσιν, ἰδίως εἰς τὴν τάξιν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἀνήκων εἰς τὸν στρατὸν καὶ γνωρίζων, ἢ μᾶλλον ἀναγνωρίζων τὰς ὑπηρεσίας, ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸν στρατὸν οἱ ὑπαξιωματικοὶ, πλειστάκις ἐντεῦθεν συνηγόρησα ὑπὲρ αὐτῶν. Τολμῶ δὲ νὰ εἴπω, ὅτι πρῶτος ἐγὼ συνέταξα καὶ ὑπέβαλον πρὸ πενταετίας ἤδη νομοσχέδιον, σκοποῦν τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ πρὸ τριετίας ἐν ἰσχύϊ πολιτικὴ μερὶς κατέστησε νόμον τοῦ Κράτους, ἔκτοτε ἐφαρμοσθέντα. Διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον καὶ σήμερον, δοθείσης εὐκαιρίας, δὲν ἠδυνάμην νὰ σιωπήσω. Ἐνισχύων λοιπὸν καὶ σήμερον τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ μὴ ἀρκούμενος εἰς τὴν σύστασιν μόνον, παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν καὶ σκέψεις μού τινας, τὰς ὁποίας ἂν μελετήσῃ καὶ κρίνῃ καλὰς, τὸν παρακαλῶ καὶ νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ. Πολλοὶ, πλεῖστοί εἰσιν οἱ διὰ τῶν ἐκθέσεων συνιστώμενοι ὑπαξιωματικοὶ, πολλοὶ δ’ ἐκ τούτων βεβαίως πρέπει νὰ προβιβασθῶσι, καὶ θὰ προβιβασθῶσιν εὐθὺς ὡς ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου συγκροτηθεῖσα ἐκφρασθῇ ὑπὲρ τοῦ προβιβασμοῦ τινων ἐξ αὐτῶν· οἱ λοιποὶ, οἱ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς μὴ προβιβαστέοι, τί θὰ γείνωσι; Θὰ ἐξαναγκασθῶσι ν’ ἀποχωρήσωσιν ἐκ τοῦ στρατεύματος· ἀλλ’ αὐτοὶ εἶναι καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν σωματαρχῶν καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν ὄχι ἄξιοι προβιβασμοῦ, τοὐλάχιστον ἄξιοι ἐπαίνου, ἄξιοι τιμῆς. Συμφέρει τοιοῦτοι ἄνδρες ν’ ἀπομακρυνθῶσι τοῦ στρατεύματος; Ἴσως εἴπῃ τις «ἂς παρασημοφορηθῶσιν»· ἀλλὰ τὰ παράσημα κατέπεσαν, καὶ εἰς τοὺς νέους τούτους οὐδὲν προσθέτουσι, διότι οἱ πλεῖστοι τούτων, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἠδικήθησαν, καὶ ἀδικηθέντες καὶ οὐδὲν ἔχοντες νὰ ἐλπίζωσι, προτιμῶσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Οἱ πλεῖστοι τούτων ἐξῆλθον ἐκ τοῦ ἐν Κερκύρᾳ Προπαρασκευαστικοῦ Σχολείου ὑπαξιωματικῶν, εἰς ὃ κατετάχθησαν ἄγοντες ἡλικίαν 18 ἐτῶν, καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐξελθόντες τοῦ σχολείου ἐκείνου καὶ καταρτισθέντες καὶ πρακτικῶς ἐν τοῖς τάγμασι προσεπάθουν νὰ ἐπιτύχωσι τοῦ μόνου σκοποῦ των, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Σχολεῖον Ὑπαξιωματικῶν, ὅπως ἐκπαιδευόμενοι ἐκεῖ γείνωσιν ἀξιωματικοί, τὸ Κράτος, διὰ λόγους διαφόρους, ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ Σχολεῖον τοῦτο, ἢ περιώρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσαγομένων ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οἱ δυστυχεῖς οὗτοι, μὴ εἰσελθόντες, κατελήφθησαν ἤδη ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον ἂν ὑπερβῶσι, κατὰ τὸν νόμον δὲν δύνανται πλέον νὰ διαγωνισθῶσι καὶ νὰ εἰσέλθωσι· διαψευσθέντος δ’ οὕτω τοῦ ὀνείρου των, ἀναγκάζονται νὰ ἀσπασθῶσιν ἄλλα ἐπαγγέλματα, ξένα πρὸς τὰς παραδόσεις των, ἀλλὰ τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσωσιν αὐτοὺς τοὐλάχιστον ὑλικῶς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἰς τούτους πρέπει νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς ἡ ὑπηρεσία, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μελετῶντος τὸ ζήτημα καὶ ὑποβάλλοντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς διακριθέντας αὐτοὺς κατὰ τὸν πόλεμον νὰ εἰσέρχωνται καὶ εἰς τὸ Σχολεῖον, καίτοι καταληφθέντες ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Νομίζω δὲ, ὅτι τοῦτο εἶναι καὶ ἐπιβεβλημένον, διότι κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου μετὰ τριετίαν θὰ χηρεύσωσιν ἐν τῷ στρατῷ θέσεις περὶ τὰς τριακοσίας, ἃς δὲν θὰ δυνηθῶμεν βεβαίως νὰ συμπληρώσωμεν διὰ τῶν 25 ἢ 40, οἱ ὁποῖοι εἰσάγονται εἰς τὸ Σχολεῖον Ὑπαξιωματικῶν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τινὰς τῶν θέσεων τούτων πρέπει νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῶν ὑπερηλίκων αὐτῶν, ἀλλὰ καθ’ ὅλα χρησίμων ὑπαξιωματικῶν, διότι τοῦτο πράττοντες καὶ τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν ἱκανοποιοῦμεν καὶ τὸν στρατὸν δὲν ζημιοῦμεν, προικίζοντες αὐτὸν δι’ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν θέσιν των, ὡς προαχθέντες καὶ διότι ἐξεπαιδεύθησαν, ἀλλὰ καὶ διότι ἐδοκιμάσθησαν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει ὁ στρατιώτης νὰ δοκιμάζηται. Αὕτη εἶναι ἡ σκέψις, ἣν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶχον νὰ ὑποβάλω· ἐλπίζω δὲ, ὅτι αὕτη θέλει τύχει τῆς προσοχῆς τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ὡς συντελοῦσα εἰς τὸν συνδυασμὸν τῆς ἀμοιβῆς τῶν προσώπων μετὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν.
§65ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μετὰ λύπης ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα πειθαρχίας, καὶ ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ, ἐρχομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, βεβαίως δὲν ἔρχεται ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πειθαρχίας. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διατὶ συντελεῖ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διασάλευσιν τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, ἄνευ τῆς ὁποίας στρατὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Διασαλεύεται δὲ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ, ὁπόταν διὰ τῆς Βουλῆς ζητῆται ἡ ἱκανοποίησις μελῶν αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως ἔχουν δικαιώματα ἀμοιβῆς, ἕνεκα τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσέφερον εἰς τὴν πατρίδα κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Λίαν εὐγλώττως ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες τὸ θέμα, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναφέρω καὶ ἄλλας λεπτομερείας, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἀδικίαι ἔλαβον χώραν κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς καὶ τὰς ἀμοιβὰς. Διότι ἀμοιβαὶ εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ἡ σωρεία τῶν προβιβασμῶν, τοὺς ὁποίους αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις ἐνήργησαν συνεπείᾳ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ἀποτελεσμάτων, ἀμοιβαὶ εἶναι, κύριε Πρόεδρε, καὶ αἱ μὴ στερήσεις τῶν βαθμῶν, τοὺς ὁποίους διάφοροι ἀξιωματικοὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ φέρωσι, τιμωρία δὲ μεγίστη εἶναι ἡ μὴ ἀμοιβὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως εἶναι ἄξιοι προβιβασμοῦ. Εἶναι δὲ ἄξιον ἀπορίας, κύριε Πρόεδρε, πῶς, ἐνῷ περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ σκεπτόμεθα καὶ συζητοῦμεν, ἀκριβῶς συντελοῦμεν εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν αὐτοῦ. Διότι τὴν ἀποσύνθεσιν τοῦ στρατεύματος προκαλεῖτε, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τῶν ἑκάστοτε συσταθεισῶν ἐπιτροπῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς ἐξέτασιν τῶν ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων ἐκ μέρους τῶν διαφόρων κατὰ τμήματα ἀρχηγῶν ἢ σωματαρχῶν πρὸς ἀμοιβὴν ὑπαξιωματικῶν ὁμολογουμένως ἀνδραγαθησάντων. Διὰ τῆς τοιαύτης δ’ ὑμῶν ἐνεργείας διασαλεύεται ἡ πειθαρχία, μαραίνεται ὁ ζῆλος καὶ ἀπογοητεύονται ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Πατρὶς δύναται νὰ στηρίξῃ ἐλπίδας ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀποσπάσματά τινα ἐκ τῶν ἐπισήμων τούτων ἐκθέσεων. Ὁ ταγματάρχης, περὶ τοῦ ὁποίου κατ’ ἐπανάληψιν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, ὁ κύριος Α. Κοψίδας, δι’ ἀναφορᾶς του κατὰ Μάϊον τοῦ 1897 πρὸς τὸν συνταγματάρχην διοικητὴν τοῦ 7ου πεζ. συντάγματος, λέγει ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ὁ λοχίας τοῦ 2ου λόχου τοῦ ὑπ’ ἐμὲ τάγματος Ἀντωνιάδης Ἀναστάσιος, μαχόμενος ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ γενναίως καὶ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς 1ης διμοιρίας κατὰ τὴν μάχην τῆς 18 Ἀπριλίου, ἐπληγώθη κατὰ τὸν δεξιὸν πόδα σοβαρῶς· προτείνω δὲ, ὅπως οὗτος οὐ μόνον προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ, ἀλλὰ καὶ παρασημοφορηθῇ.» Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω καὶ ἕτερον ἀπόσπασμα ἐξ ἐκθέσεως ἐπισήμου (ἀναγινώσκει): «Ὁ συνταγματάρχης Ι. Δημόπουλος, διοικητὴς τῆς Βʹ μεραρχίας στρατοῦ, πρὸς τὴν Α. Β. Ὑψ. τὸν Διάδοχον, ἀντιστράτηγον, ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω, κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4559 ἀναφορᾶς μου, τῆς ἀπὸ 19 Ἰουλίου ἐ. ἔ. κλπ., ὅτι τὴν 6 Μαΐου π. ἔτους, ὅτε ἡ ταξιαρχία ἐμάχετο ἐν Δερβὲν Φούρκα, ἅπασα σχεδὸν ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ, ἐζητήθη μοι παρὰ τοῦ δεξιοῦ κέρατος ἐνίσχυσις. Ἐπειδὴ δὲ παρετήρησα, ὅτι τὸ ἠθικὸν τοῦ μόνου τμήματος, ὃ εἶχεν ἀπομείνει ὡς ἐφεδρεία, ἐξ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος περίπου λόχου, εἶχε κλονισθῆ, ἀμφιβάλλων δ’ ἂν ὁ κατὰ τύχην διοριζόμενος θὰ ἐξετέλει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἥτις ὄντως ἦτο ἐπικίνδυνος, ἕνεκα τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ἐδάφους, εἶπον «ὅστις ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἐκτελέσῃ ἐπικίνδυνόν τινα ὑπηρεσίαν, νὰ ἐξέλθῃ». Τὴν πρόσκλησίν μου ταύτην ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσῃ φιλοτίμως ὁ λοχίας τοῦ 1ου πεζικοῦ συντάγματος Τυπάλδος Βασίλειος, ὃν θεωρῶ διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην ἄξιον ἀμοιβῆς.» Ἡ δὲ Αὐτοῦ Β. Ὑψ. ὁ Διάδοχος ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, συστήσας αὐτὴν ὡς ἑξῆς: «Ὑποβάλλεται πρὸς τὸ Σ. Ὑπουργεῖον μὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι δεῖται (ὁ εἰρημένος λοχίας) ἀμοιβῆς καὶ ὅτι γνωρίζω αὐτὸν ἐκ τῆς εἰς τὸ 1ον Σύνταγμα ὑπηρεσίας του». Ὁμοίαν ἔκθεσιν ἔχω ἀνὰ χεῖρας ὑπὲρ τοῦ γενναίου λοχίου τοῦ 7ου πεζικοῦ συντάγματος Κριεζῆ Σόλωνος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν μάχην τῆς 5 Μαΐου ἐν Δομοκῷ, ἀγωνιζόμενος γενναίως ἵνα ἀποκρούσῃ τὰς ἐφόδους τοῦ ἐχθροῦ, ἐπληγώθη εἰς ἀμφοτέρους τοὺς μηροὺς, παρουσίᾳ τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ κ. Λ. Π. Νικητοπούλου. Ἐκθέσεις, κύριε Πρόεδρε, τοιαύτας δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω πλείστας ὅσας. Φρονεῖτε, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι μεγίστη ἀδικία πρὸς τοὺς ἄνδρας τοὺς ἐπιτελέσαντας οὑτωσὶ τὸ καθῆκον αὐτῶν ἡ μὴ παροχὴ οὐδεμιᾶς ἀμοιβῆς, ἐν ᾧ χρόνῳ μάλιστα διενεμήθησαν ἀφειδῶς οἱ βαθμοί; δὲν εἶναι ἀδικία πρωτοφανὴς ἡ τοιαύτη ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἐγκατάλειψις αὐτῶν; Φρονεῖτε ὅτι, ἐάν ποτε παρουσιασθῇ εὐκαιρία, θὰ ἐπιτελέσωσιν οὗτοι, ἢ ἄλλοι, ἔχοντες τὸ παράδειγμα ἐκείνων ὑπ’ ὄψιν, τὸ καθῆκον αὐτῶν μετὰ τῆς αὐτῆς ἀφοσιώσεως καὶ αὐτοθυσίας; Φρονεῖτε ὅτι εἶναι δίκαιον ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ μὴ ἀμείψῃ ἄνδρας ἀνδραγαθήσαντας καὶ πληγωθέντας ἐν πολέμῳ; Προεβλήθη παρά τινων τῶν προαγορευσάντων τὸ παρὰ τῶν ἐπιτροπῶν προβαλλόμενον ἐπιχείρημα, ὅτι ὑπάρχει σωρεία τοιούτων ἐκθέσεων, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι εὐχερὲς νὰ πιστοποιηθῇ ἐπισήμως τίνες ἦσαν οἱ ἀνδραγαθήσαντες. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, διότι ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν ὑπηρετησάντων κατὰ τὸν πόλεμον μόλις ἀπομένουσι σήμερον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἑκατὸν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχει καὶ ἡ κατηγορία ἡ ἀδικηθεῖσα, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτής. Ἑπομένως μεταξὺ τῶν ἑκατὸν τούτων ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προτείνονται εἰς τὰς ἐκθέσεις ὡς ἄξιοι ἀμοιβῆς, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι εὔκολον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὕρῃ τίνες εἶναι οἱ ἄξιοι τοιαύτης ἀμοιβῆς. Κατ’ ἐμὲ, εἶναι εὐχερὲς τὸ ἔργον, διότι εἶναι γνωστὸν τίνα τμήματα τοῦ στρατοῦ ἔλαβον μέρος εἰς τὰς μάχας. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀνδραγαθήσῃ ὑπαξιωματικός τις, ἐὰν τὸ τμῆμα στρατοῦ, εἰς ὃ ἀνήκει, δὲν ἔλαβε μέρος εἰς μάχην. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον, ὅτι ἡ Πολιτεία ὄχι μόνον δὲν ἤμειψεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν καὶ διεκρίθησαν, ἀλλὰ τοὐναντίον διέταξε νὰ καταδιωχθῶσιν, ἴσως καὶ ποινικῶς, οἱ ἔφεδροι τῆς τελευταίας ἐπιστρατείας, οἱ δῆθεν ὀφείλοντες ἐξ εἰδῶν ἱματισμοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον!
§66ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν διετάχθη ποινικὴ καταδίωξις, ἀλλ’ εἴσπραξις διὰ τοῦ εἰσπράκτορος.
§67ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Τὸ αὐτὸ εἶναι· διότι ὁ εἰσπράκτωρ δύναται νὰ φυλακίσῃ τοὺς μὴ δυναμένους νὰ πληρώσωσι τὰ ἐξ ἱματισμοῦ χρέη αὑτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον. Πεντήκοντα ἑπτὰ ἐκ τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἔχω πρόχειρα, ἀνήκοντες εἰς τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν τοῦ 1897, καταζητοῦνται ὑπὸ τοῦ εἰσπράκτορος καὶ ἀπειλοῦνται διὰ φυλακίσεως, διότι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλὴν αὑτῶν ἐξ εἰδῶν ἱματισμοῦ, διὰ τὰ ὁποῖα ἐχρεώθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν. Τίνος ἱματισμοῦ, κύριε Πρόεδρε; Τοῦ ἱματισμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἐχορήγησεν ἡ Πολιτεία εἰς αὐτούς; τοῦ ἱματισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀστόργως ἐγκατέλιπον εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Λαρίσης; Ἔχω τὴν ἀξίωσιν, κύριε Πρόεδρε,—καὶ πιστεύω ὅτι τὴν ἀξίωσιν ταύτην ἔχει καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα,—νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις σύντονα μέτρα, ἵνα ἐπέλθῃ ταχέως λύσις εὐνοϊκὴ ὑπὲρ τῶν καταδιωκομένων ἐπιστράτων λόγῳ ὀφειλῆς των πρὸς τὸ Δημόσιον ἐξ εἰδῶν ἱματισμοῦ.
§68Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι νέα ὑπόθεσις. Ἐὰν διὰ τὰ ἐνδύματα, τὰ ὁποῖα τοῖς ἔδωκαν καὶ ἐπῆγαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τὸν πόλεμον, τοὺς ζητοῦσι τώρα νὰ πληρώσουν τὰ ῥέστα, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκατανόητον, εἶναι ἀπίστευτον!
§69ΣΤΑΗΣ. Γνωρίζω ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἐφυλακίσθη ὑπὸ τοῦ εἰσπράκτορος συμπολίτης μου ἔφεδρος ἐξ ὀφειλῆς του πρὸς τὸ Δημόσιον δι’ εἴδη ἱματισμοῦ, χορηγηθέντος κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν, ἠναγκάσθην δὲ ἐγὼ νὰ καταβάλω τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα ἀποφυλακισθῇ. Δὲν νομίζω δὲ, κύριοι συνάδελφοι, δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις μεγαλειτέραν ἀδικίαν, διαπραττομένην ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Νὰ καταδιώκῃ τουτέστι πτωχοὺς πολίτας διὰ χρέος ἐξ ἱματισμοῦ ὀλίγων δραχμῶν, ἐν ᾧ χρόνῳ ἀμείβει τοὺς ἐγκαταλείψαντας ἀνὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον ὑλικὰ πολέμου ἀξίας ἑκατομμυρίων ὅλων δραχμῶν! Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ταχέως πρόνοιαν περὶ τῶν δύο σπουδαίων θεμάτων, περὶ ὧν ἀπησχόλησα ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλήν.
§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζω καὶ ἐγὼ ἐκ πληροφοριῶν, ἰδιαιτέρων μὲν, ἀλλὰ πάσης ἐμπιστοσύνης ἀξίων, ὅτι ἀξιωματικοὶ ἀνδραγαθήσαντες εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀπογοητεύσεως, διότι, καίτοι πληγωθέντες, καίτοι ἀνδραγαθήσαντες, καίτοι συσταθέντες ἴσως διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν σωματαρχῶν, δὲν ἐλήφθησαν κἂν ὑπ’ ὄψιν. Νομίζω λοιπὸν καθῆκόν μου, καίτοι πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τοῦ θέματος τούτου, νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου καὶ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο ληφθῇ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Πῶς δὲ θὰ δυνηθῇ νὰ καθαρίσῃ τὰς ἐκθέσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν τινὲς ἀνδραγαθήσαντες καὶ ἄλλοι ἁπλῶς εὐνοηθέντες ὑπὸ τῶν ὑποβαλόντων τὰς ἐκθέσεις, νομίζω ὅτι εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σκεφθῇ κατὰ τίνα τρόπον θὰ διευκρινήσῃ.
§71Δ. ΓΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κανονισμοὶ ὁρίζουσι τὰς πράξεις, αἵτινες χαρακτηρίζονται ὡς ἀνδραγαθίαι· τοιαῦται εἶναι ἡ κυρίευσις ἐχθρικῆς σημαίας, ἡ κυρίευσις πυροβόλου, ἡ ἀπελευθέρωσις αἰχμαλώτου, ἡ κυρίευσις ὀχυρώματος τοῦ ἐχθροῦ. Ἐὰν τοιαῦται πράξεις συνέβησαν κατὰ τὸν πόλεμον, τότε θὰ χαρῶμεν πολὺ νὰ μᾶς τὰς δείξωσιν οἱ ἁρμόδιοι καὶ ἀμείψωσι τοὺς ἐκτελέσαντας αὐτάς. Νὰ προσέξωμεν ὅμως, μὴ τυχὸν συμβῇ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅ,τι συνέβη κατὰ τὸ 1886, ὅτε σωρεία ὑπαξιωματικῶν προεβιβάσθη εἰς ἀξιωματικούς, πολλοὶ τῶν ὁποίων οὔτε ἔλαβον κἂν μέρος εἰς τὰς συμπλοκὰς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Γνωρίζετε τί συνέβη ἐν Ῥουμανίᾳ μετὰ τὸν ῥωσοτουρκικὸν πόλεμον· εὑρέθησαν πολλοὶ ἐν τῇ Ῥουμανικῇ Βουλῇ, οἵτινες ἐζήτησαν τὸν προβιβασμὸν ὑπαξιωματικῶν, γνωρίζομεν δὲ, ὅτι τότε πράγματι ἠνδραγάθησαν πολλοὶ ὑπαξιωματικοὶ, διότι πολλὰ ὀχυρώματα, ἰδίως περὶ τὴν Πλεῦναν, ἐκυρίευσαν διὰ τῆς λόγχης τὰ ῥουμανικὰ στρατεύματα. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ῥουμανίας ἀπήντησεν, ὅτι, ὅπως προαχθῇ τις καὶ λάβῃ βαθμὸν ἀξιωματικοῦ, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀνάλογα προσόντα καὶ ἰδίως ἐκπαίδευσιν. Τῷ παρέστησαν τότε, ὅτι αἱ τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν εἶχον πολὺ ἀραιωθῆ, καὶ ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς προαγωγὰς, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι τότε μόνον δύναται νὰ προαγάγῃ αὐτοὺς, ὅταν ἀποκτήσωσιν ἐν εἰδικῇ Σχολῇ τὰ προσόντα τῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα οἱ κανονισμοὶ ἀπαιτοῦσιν. Ἂν λοιπὸν καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπαξιωματικοὶ ἠνδραγάθησαν κατὰ τὸν πόλεμον, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς Σχολὴν, τὴν ὁποίαν νὰ ὀργανώσωμεν διὰ νόμου, καὶ ἐκ ταύτης νὰ ἐξέλθωσιν ἀξιωματικοί.
§72Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παρέλθωσιν ἀσυζητητεὶ καὶ ἄνευ διαμαρτυρίας. Ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμοὺς, κατὰ τοὺς ὁποίους, ἐὰν κυριεύσῃ ὁ στρατιωτικὸς ἐχθρικὴν σημαίαν, ἐὰν κυριεύσῃ ὀχύρωμα διὰ τῆς λόγχης, ἐὰν αἰχμαλωτίσῃ ἐχθρὸν, τότε μόνον θεωρεῖται ἀνδραγαθήσας. Πολὺ στενὴν ἑρμηνείαν δίδει εἰς τὸ πνεῦμα τῶν διατάξεων τούτων ὁ κ. Βουλευτής. Οὐδὲν τούτων ἐπράχθη κατὰ τὴν μάχην τῆς Ματαράγκας ὑπὸ τὸν τότε λοχίαν κ. Τερτίπην· ἀλλ’ οἱ τύποι τοῦ κυρίου Γίδα παρωράθησαν, καὶ πολὺ δικαίως, προκειμένου περὶ ὑπαξιωματικοῦ οὕτω περιφανῶς ἐκτελέσαντος τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐπαξίως ἔτυχεν ὁ τότε ὑπαξιωματικὸς ἀμοιβῆς ἐπὶ τῇ γενναίᾳ διαγωγῇ του. Κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Βόλου συναδέλφου, ὁ λοχίας Μοσχουλέας, ὁ ὁποῖος ἐτύγχανεν ὑπαξιωματικὸς εἰς τὴν μάχην τῶν Πέντε Πηγαδίων, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη πεντάκις τὰ πυρὰ τῶν ἐχθρικῶν πυροβόλων, ὁ ὁποῖος συνελήφθη ἄπνους τραυματίας, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη ἐπιθανάτιος ἐπὶ τοῦ προσώπου τὸν πυροβολισμὸν διὰ πιστόλας Γκέκα στρατιώτου, δὲν εἶναι ἀνδραγαθήσας! Ἄλλος, Κύριοι, ἔφεδρος ἀξιωματικὸς ἢ ὑπαξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι ὑπηρέτης ἐν Κερκύρᾳ καφφενείου, καὶ τὸν ὁποῖον ἐκάλεσεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κυναίγειρον τῆς μάχης τῶν Πέντε Πηγαδίων, δὲν ἐκυρίευσε σημαίαν, δὲν κατέλαβεν φρούριον, ἀλλὰ ἐπυροβόλησε, προσβληθεὶς ὑπὸ πέντε ἐχθρῶν, τὸν πρῶτον ἐπιτιθέντα Τοῦρκον, ὃν ἐφόνευσε, καὶ διὰ τῆς σπάθης καὶ τοῦ πολυκρότου, στῆθος πρὸς στῆθος πολεμῶν, καὶ κυκλωθεὶς ἐν μυθικῇ συμπλοκῇ, ἀφοῦ ἐφόνευσε δύο ἔτι ἐχθροὺς, ἐξ ὧν ὁ εἷς ἀξιωματικὸς, ἐσώθη κρεουργημένος, ἀπολέσας τὴν χρῆσιν τῆς ἀριστερᾶς χειρὸς διὰ σπαθίσματος, ἀλλὰ μὴ κερδήσας, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, μηδὲ τὸν τίτλον τοῦ ἀνδραγαθήσαντος! Οἱ τύποι δὲν θεωροῦσιν αὐτὸν ἀνδραγαθήσαντα, ἀναγνωρίζουσιν ὅμως ἀνδραγαθήσαντας τοὺς 500 ἢ 600 ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους μετὰ τὸν πόλεμον εἴδομεν κοσμηθέντας διὰ προσθέτου ἐπωμίδος! Ὑπάρχουσι βεβαίως μεταξὺ αὐτῶν πολλοί, οἱ ὁποῖοι περιποιοῦσι τιμὴν καὶ εἰς τὸ στράτευμα καὶ εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλ’ εἶναι καί τινες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι νὰ ὀνομάζωνται Ἕλληνες καὶ ἀξιωματικοί. Εἶναι γνωστόν, ὅτι καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Ἠπείρῳ πλεῖστοι ὑπαξιωματικοὶ ἠνδραγάθησαν — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν παραστάντων ἐκεῖ ἀξιωματικῶν, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Λιμπρίτου καὶ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, ἐὰν ὄντως δὲν εἶδον ὑπαξιωματικοὺς ἀνδραγαθήσαντας καὶ δικαιωμένους νὰ τύχωσι τῶν εὐφήμων τούτων λόγων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐρωτῶ, ἐὰν περὶ τούτου πρέπει νὰ δοθῇ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ παράδοξος ἑρμηνεία, ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ εἴπω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ προσθέσω ἔτι, εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς λύπης μου, ὅτι ἀξιωματικὸς τῆς μορφώσεως τοῦ κ. Γίδα τοσοῦτον στενῶς ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀρετῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀντὶ νὰ μὲ προλάβῃ, συνηγορῶν αὐτὸς ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, τιμῶν ἑαυτὸν καὶ τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐτίμησαν τὸν στρατόν.
§73Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Χωρὶς νὰ θέλω ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον πολλοὶ ἄνδρες ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ εἶναι ἄξιοι πάσης ἀμοιβῆς, ἀναγκάζομαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν μοὶ ἐμποιεῖ νὰ ἀκούω ἐνταῦθα συζητούμενον ζήτημα περὶ ἀμοιβῶν, πρὶν ἢ προηγηθῇ συζήτησις εὐρεῖα περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφυγομάχησαν καὶ εἶναι ἄξιοι πάσης τιμωρίας. Τοιαύτην συζήτησιν ἀνέμενε πρῶτον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τοῦ ὁποίου τὰ τέκνα ἐθυσιάσθησαν, καὶ οὐχὶ συζήτησιν περὶ ἀμοιβῶν. Πάντες λέγουσιν, ὅτι ὁ στρατὸς ἐφυγομάχησε, καὶ ὅμως οὐδένα τῶν ἀξιωματικῶν εἴδομεν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καταδικαζόμενον ἐπὶ τοιαύτῃ πράξει. Δὲν ἀρκοῦσιν αἱ ποιναὶ αἱ πειθαρχικαί, αἱ ἐπιβληθεῖσαι διὰ τῶν πειθαρχικῶν Συμβουλίων...
§74Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λοχαγὸς Φικιώρης ἐδέχθη δύο σφαίρας εἰς τὴν μάχην τοῦ Γκριτζόβαλι· τίνα ἀμοιβὴν ἔλαβε;
§75Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ προσώπων. Ἡ Βουλὴ πρῶτον ἔργον εἶχε νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως, τίνες εἶναι οἱ ὑπαίτιοι τῆς φυγῆς ἐκείνης, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν, καὶ εἶτα νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως περὶ ἀμοιβῶν. Μὴ νομίζετε, ὅτι διὰ τῶν ἠθικῶν ἀμοιβῶν μόνον δύνασθε νὰ κινήσητε τὸν ζῆλον τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, ὅπως εἰς ἄλλον πόλεμον ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους. Πρέπει πρῶτον νὰ πεισθῶσιν, ὅτι οἱ φυγομαχοῦντες καὶ δειλοὶ τιμωροῦνται.
§76Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ πόσων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις, ὅτι ἠνδραγάθησαν, διὰ νὰ μάθωμεν ἐπὶ τέλους πόσοι ἠνδραγάθησαν καὶ πόσα καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀνδραγαθήματα τοῦ τελευταίου πολέμου.
§77Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ ἐπιτελέσαντες τὸ καθῆκόν των, ἀλλ’ οὐδεὶς προήχθη δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Εἰς ἓν ἐπρόσεξεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ μετὰ τὸν πόλεμον ἀναλαβοῦσα τὴν διεύθυνσιν τῆς χώρας, εἰς τὸ νὰ καθαρίσῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι δὲν ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Πῶς διεξήχθη τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι εἰς πάντας γνωστόν. Μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἐθεωρήθησαν ὡς μὴ ἐπιτελέσαντες τὸ καθῆκόν των, παρεσύρθησαν καὶ ἄλλοι, ἐπιτελέσαντες ὁπωσδήποτε αὐτό. Μετὰ τοῦτο ἦλθεν ἡ ἐξέτασις τῶν ἐκπληρωσάντων τὸ καθῆκόν των ὑπαξιωματικῶν. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐτέθη ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐζητήθη ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἡ τακτοποίησις, δὲν μοὶ ἐφάνη ἐξ ἀρχῆς ὁ προσήκων. Ἐὰν μέχρι σήμερον δὲν ἔχωμεν ἀποτελέσματα, δὲν εἶναι διότι ἡ Πολιτεία δὲν ἐμερίμνησε περὶ τῶν πραγμάτων τούτων, ἢ ὅτι ἦτο ἄστοργος πρὸς αὐτούς. Ὑπῆρξεν ἀταξία. Δὲν ἐξεπληρώθη τὸ καθῆκον κατὰ τὸν πόλεμον, καθὼς γνωρίζουσιν οἱ ἀξιωματικοί, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν μάχην, τὰ γνωστά, τὰ βέβαια, τὰ ἀληθῆ, διὰ νὰ δύναται εὐχερῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἢ ὁ Ὑπουργὸς νὰ διεξαγάγῃ αὐτὰ τὰ ζητήματα ἄνευ παραπόνων, ἄνευ ἀδικημάτων. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐκλήθησαν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ διευθύνοντες ὀργανικὰς μονάδας, νὰ γνωρίσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοὺς ἐκπληρώσαντας τὸ καθῆκόν των, ὑπῆρξε τοιοῦτος, ὥστε, ἀντὶ νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον, τὸ ἐσκότισε περισσότερον. Συνεστάθηθαν ἐπιτροπαὶ καὶ ἀπὸ τὸν πρῶτον λαβόντα μετὰ τὸν πόλεμον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἀπὸ τὸν μετέπειτα. Ἀλλὰ καὶ αἱ δύο αὗται ἐπιτροπαὶ δὲν κατώρθωσαν εἰσέτι νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἀμέσως ἐκάλεσα τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς κ. Βάσσον, καὶ ὡμίλησα ἐπὶ μακρὸν μετ’ αὐτοῦ, μεθ’ ὃ ἔφερα τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ δύναμαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μετὰ πολλῆς τῆς προσοχῆς, μετὰ πολλοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς συνεζήτησαν ἐπὶ μακρὸν περὶ τῆς διευκρινήσεως καὶ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ζητήματος. Δυστυχῶς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ νῦν διευθῦνον τὰ κοινά, ἀσχοληθὲν εἰς ἄλλα σοβαρὰ ζητήματα, δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ φέρῃ λύσιν ἄμεσον καὶ ταχεῖαν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ζητήματος. Ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι δύσκολον τὸ ἔργον. Ἀλλὰ ἐλπίζω, ὅτι ὕστερον ἀπὸ τὰς βάσεις, αἱ ὁποῖαι ὁπωσδήποτε ἐτέθησαν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, θὰ δυνηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐγένετο μελέτη περὶ καθορισμοῦ κλίμακος ἀμοιβῶν, ἐγένετο μελέτη περὶ νομοθετικοῦ μέτρου ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες προήχθησαν εἰς ἀνθυπασπιστὰς δυνάμει τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου καὶ ἐπετέλεσαν ἐν τῷ πολέμῳ τὸ καθῆκόν των. Ἐσκέφθημεν περὶ νομοθετικοῦ μέτρου ὑπὲρ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τῶν ἐκπληρωσάντων κατὰ τὸν πόλεμον τὸ καθῆκόν των. Ὅλα αὐτὰ ὅμως εἶναι ὑπὸ συζήτησιν. Δὲν εἶναι ζητήματα τυχαῖα, δὲν εἶναι ζητήματα ἁπλᾶ· ὡς εἶπε δὲ καὶ ὁ ἐκ Φθιώτιδος κ. συνάδελφος, διὰ νὰ ὑπάρξῃ πειθαρχία, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δικαιοσύνη. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ διατηρήσωμεν καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν πειθαρχίαν, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ μὴ μᾶς βιάσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου. Εἶναι μέγα τὸ ἔργον. Ζητεῖται ἀμοιβὴ δι’ ὑπηρεσίαν αἵματος, καὶ αὕτη πρέπει νὰ ᾖναι ἀκριβεστάτη, νὰ ᾖναι τοῦ ἄκρου δικαίου. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ μᾶς ἐξωθήσῃ εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ταχεῖαν, διὰ νὰ μὴ γεννηθῶσι παράπονα.
§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σύστασιν καὶ εὐχὴν ὑπεβάλομεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως συντόμως ἐκτελέσῃ τὰ δέοντα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§80Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, «ἐκτὸς τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τηροῦνται καὶ ἐστενογραφημένα, τὰ ὁποῖα εἶναι λεπτομερὴς ἀφήγησις τῶν λεχθέντων ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς συνεδριάσεως; αὐτολεξεὶ γιγνομένη καὶ δημοσιευομένη εἰς ἐφημερίδα ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς». Προδήλως καὶ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Κανονισμοῦ ἐμφαίνει, ὅτι αἱ πράξεις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ γίνωνται γνωσταὶ εἰς τὸν λαὸν, ὅστις εἶναι ὁ ἁρμόδιος, ἀναγινώσκων τοιαύτας πράξεις, νὰ ἐλέγξῃ ἐν καιρῷ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, καὶ ν’ ἀποδώσῃ τὴν προσήκουσαν αὐτοῖς ἐκτίμησιν καὶ θέσιν. Δυστυχῶς ἄχρι τοῦδε δὲν ἐκτελεῖται ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ παρακαλῶ εἰδικῶς ὑμᾶς νὰ διατάξητε ἁρμοδίως τὴν ὑπηρεσίαν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ εἰρημένου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἤθελον προβῆ εἰς τοιαύτην παράκλησιν, ἀλλ’ ἠναγκάσθην εἰς τοῦτο, διότι οἱ δημοσιογράφοι, εἴτε ἐξ ἀβλεψίας, εἴτε ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως, δὲν ἐκθέτουν τὴν ἀλήθειαν ἐνίοτε, ἐνίοτε δὲ καὶ δολίως διασύρουν τὰς ὑπολήψεις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Καὶ ἂν ἐπέτρεπον, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀντίκρουσιν, βεβαίως ἦτο περιττὸν νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν, ζητῶν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Κανονισμοῦ· ἀλλ’ ἡ δημοσιογραφία ἀρνεῖται νὰ καταχωρίζωνται αἱ ἀντιλήψεις καὶ τῶν ἄλλων πρὸς ἐκτίμησιν ὑπὸ τῶν ἀναγνωστῶν καὶ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων. Διὰ πρακτικοῦ, κύριε Πρόεδρε, οἱ δημοσιογράφοι πάντες συνώμοσαν καὶ συνεφώνησαν νὰ διαστρέφουν τὰς ἀγορεύσεις καὶ νὰ μὲ κατασυκοφαντοῦν. Εἴδετε μετὰ πόσης χλεύης γράφουν περὶ ἐμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω ἐφημερίδα, οὔτε τυπογραφεῖον, ἵνα καταχωρίσω ἀπάντησιν. Λοιπὸν ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν προστασίαν σας ἐπὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε, διότι οὐδὲν ἄλλο ζητῶ, εἰμὴ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν τοιούτων δολίων μέσων διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς ἐπισήμου τῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ ἀποστομώνῃ τοὺς συκοφάντας, οἱ ὁποῖοι συνεφώνησαν προσέτι, κατὰ τὰς ἐρχομένας ἐκλογὰς νὰ μοῦ ἐπιτεθοῦν διὰ τοῦ ἰδίου τρόπου. Φαντασθῆτε, ἂν ἦναι δυνατὸν εἰς ἐμὲ νὰ ἀποκρούσω τοὺς συκοφάντας, ἀφοῦ οὔτε τὰ τυπογραφεῖα δὲν μὲ δέχονται οὔτε ἐν Ἀθήναις οὔτε ἐν Πειραιεῖ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, σεῖς, ὁ νομοταγὴς καὶ νομιμόφρων, νὰ διατάξητε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς ἀποστόμωσιν τῶν συκοφαντῶν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, κύριε Βουλευτά. Ὁ ἐκ Πυλίας βουλευτὴς κ. Γ. Ράλλης ὑποβάλλει τὸν ἑξῆς σύστασιν: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος διατάξῃ νὰ ἀνασταλῇ προσωρινῶς ἡ κατ’ αὐτὰς ἐνεργουμένη ἐν Κορώνῃ καταδίωξις ὑπὸ τοῦ ταμίου Πυλίας ἐναντίον ἀφυπηρετησάντων ναυτῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὀφειλόντων τὴν ἀξίαν τοῦ ἱματισμοῦ των, ὃν κατηνάλωσαν ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ ναυτικῷ, καθόσον οὗτοι, πένητες καὶ ἀκτήμονες ὄντες, μόνον κατ’ Αὔγουστον διὰ τῆς ἐργασίας των θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξοικονομήσωσι τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν καὶ καταβάλωσι τὴν ὀφειλήν των.»
§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑπόμενα ἔγγραφα, περὶ ὧν καταθέτω καὶ γραπτὴν σημείωσιν: αʹ) Τὸ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐν ἔτει 1890 ὑπόμνημα τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς Κελλενὲκ περὶ τῆς παρὰ τοῦ μηχανικοῦ Στράτου κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ ἐν μηνὶ Νοεμβρίῳ 1890 καταμετρήσεως τῶν πηγῶν Στυμφαλίας. βʹ) Τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβληθεῖσαν γενικὴν ἔκθεσιν ἢ ὑπόμνημα περὶ συμπλέγματος ὑπονόμων τοῦ Γάλλου μηχανικοῦ Durand Claye. γʹ) Τὴν ἔκθεσιν τῆς πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος τῶν ὑπονόμων διωρισμένης ἐπιτροπῆς, περὶ ἧς ἐν σελ. 3 τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως γίνεται λόγος. δʹ) Τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τούτῳ διωρισμένης ἐπιτροπῆς μηχανικῶν πρὸς ἐξέτασιν τῶν προτάσεων τῆς ἑταιρείας, μεθ’ ἧς συνωμολογήθη ἡ σύμβασις. εʹ) Τὴν πρὸς τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ προηγουμένης Κυβερνήσεως ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τούτῳ διορισθείσης ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν προηγουμένων προτάσεων τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν. στʹ) Τὸν ἐν σελίδι 7 τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἀναφερόμενον ὡς παρατεθειμένον, ἀλλὰ μὴ παρατεθειμένον, πίνακα τιμῆς τοῦ ὕδατος ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλας πόλεις.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Β. Λεώπουλος κατέθηκεν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Συμφώνως τῷ νόμῳ ΑΧΚΑʹ περὶ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ σώματος τῶν ἐργοδηγῶν, οἱ ὑπομηχανικοὶ, ὅταν συμπληρώσωσι τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ οἱ ἐργοδηγοὶ, ὅταν συμπληρώσωσι τὸ 55ον, τίθενται ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ σύνταξιν. Ἐν τούτοις, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου τούτου, εἰ καὶ συνεπλήρωσαν τὴν ἄνω ἀναφερομένην ἡλικίαν οἱ ὑπομηχανικοὶ 1) Δ. Μέγκλης, 2) Β. Ἀδριανίδης, 3) Γ. Μπλαστρόπουλος, καὶ οἱ ἐργοδηγοὶ αʹ τάξεως 1) Γ. Παπαδημητρίου, 2) Παναγ. Ζωγράφος καὶ 3) Μιχ. Βρεττὸς δὲν ἐτέθησαν ἔτι ὑπὸ σύνταξιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐφηρμόσθη ἐπ’ αὐτῶν ὁ νόμος.»
§84ΕΥΑΓΓ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν ἐν Λευκάδι πολλὰ ἐλέχθησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐξ ὅλων αὐτῶν ὅμως δὲν ἔμειναν εἰς τὴν μνήμην μου ἢ ἡ ἀναγνωσθεῖσα ἔκθεσις τοῦ κ. Ἀντωνιάδου, ὅστις, χρώμενος τῇ ἐν Λευκάδι εἰσαγγελικῇ θέσει του, διὰ μὴ ἀληθῶν γεγονότων προσεπάθει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν παρεμπόδισιν ἀνεγέρσεως τοιούτου δημοσίου ἐν Λευκάδι ἱδρύματος καὶ συνεπῶς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς τηρήσεως τῶν τότε ὑπ’ ἐνοικίῳ κατεχομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Εὐτυχῶς ὅμως αἱ φυλακαὶ ἀνηγέρθησαν καὶ πρὸ πολλοῦ κανονικῶς λειτουργοῦσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἕνεκεν τῶν ἀντιδράσεων δὲν συνεπληρώθησαν διάφορα ἐν αὐταῖς ἀναγκαῖα ἔργα, οἷα εἶναι ἡ πλακόστρωσις τῶν διαδρόμων λόγῳ καθαριότητος καὶ ὑγείας τῶν κρατουμένων, ἡ τελειοποίησις τοῦ ἐν αὐταῖς κατασκευασθέντος ναΐσκου, ἡ ἐπιδιόρθωσις τῆς στέγης τῶν μερῶν ἐκείνων, εἰς ἃ καταδείκνυται ἡ ἀνάγκη, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος διατάξῃ τὴν εἰς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀναγραφὴν τῆς δαπάνης, ἀναφερομένης εἰς τὸν ἀπὸ 12 Ἀπριλίου ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ μηχανικοῦ Λευκάδος, διὰ τὴν πλακόστρωσιν τῶν διαδρόμων καὶ ἐπιδιόρθωσιν τῆς στέγης τῶν φυλακῶν αὐτῆς.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθηκε τὰς παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ναυπλίας κ. Ποταμιάνου ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσωποκρατηθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1892–1896. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Σωτ. Κροκιδᾶς κατέθηκε τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν:
§86ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Κατὰ τὴν ΛΓʹ συνεδρίασιν τῆς 6 Μαρτίου τοῦ 1896 τῆς Βʹ Συνόδου τῆς Δʹ Περιόδου, ὁ τότε βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Μιλτ. Δάλλας ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν ἐπίσημον ἀλληλογραφίαν, τὴν σχετιζομένην πρὸς τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα τῷ 1890 ἀπεμακρύνθη ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἰατρὸς κ. Γ. Καραπαναγιώτης, καὶ πρὸς τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνεργείας τῆς Πρεσβείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ὡσαύτως καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 267 ἀπὸ 5 Μαΐου 1880 ἔκθεσις τοῦ ἐν Ἀδριανουπόλει Προξενείου μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων.» Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην, ἠναγκάσθη ὁ πρώην βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Π. Μερλόπουλος κατὰ τὴν ΛΒʹ συνεδρίασιν τῆς 18 Δεκεμβρίου 1896 τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς αὐτῆς Περιόδου νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν αἴτησιν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταξὺ τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του Ὑπουργείου καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἀπελάσεως τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου κ. Γ. Καραπαναγιώτου, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο σχετικὸν ἔγγραφον, παράσχῃ δὲ καὶ τὰς δεούσας πληροφορίας περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὑτοῦ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ.» Ἐκφράζων τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν ἔκπληξίν μου, ὅτι καὶ ἡ δευτέρα αἴτησις δὲν ἔτυχεν ἱκανοποιήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, υἱοθετῶ ἀμφοτέρας τὰς αἰτήσεις, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ὡς καὶ ὅσα ἔγγραφα σχετίζονται πρὸς τὴν διαρρύθμισιν τῶν ἰδιωτικῶν ὑποθέσεων τοῦ κ. Καραπαναγιώτου, εἰς τὴν ὁποίαν ἔκρινεν ἑαυτὸ ἁρμόδιον νὰ λάβῃ μέρος τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ τὴν ἐκ Κωνσταντιπόλεως ἀπομάκρυνσιν τοῦ εἰρημένου Ἕλληνος πολίτου. Πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ὑπηρεσιακοῦ ζητήματος, ἐπηρεάζοντος ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἡ δὲ Βουλὴ πρέπει νὰ μάθῃ ἐπὶ τέλους τὰ τῆς ὑποθέσεως, ὅπως κρίνῃ, τίνες οἱ τὰ ὕψιστα τῆς διπλωματικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας διαχειριζόμενοι.»
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρείας τῶν ἀδελφῶν Σταθάτου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ κ. Στράτος ἔχει πρῶτος τὸν λόγον· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ. Δεύτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Πατρίκιος.
§89ΤΡ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι δὲν εὕρισκον εὔλογον ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο. Δὲν εὕρισκον δὲ εὔλογον ἀφορμὴν, διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν μᾶς παρουσιάζει σύστημα νέον, ἀλλὰ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διατάξεων ἐχουσῶν σχέσιν πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἰδίως δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁπλιτῶν, τὸν κατὰ διάφορον τρόπον κανονισμὸν τῆς στρατολογίας τῶν χωροφυλάκων καὶ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν· τούτου δ’ ἕνεκα πολὺ εὐλόγως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν συνώδευσε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ λάβω ἤδη τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, προκληθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου προταθέντος συστήματος περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν ἔγκριτον συνάδελφον διὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν οὗτος εὐγενῆ καλωσύνην, ἀγορεύων προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ μνησθῇ τοσοῦτον εὐφήμως ἐμοῦ. Προκληθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ προταθέντος παρ’ αὐτοῦ συστήματος, μετὰ προσοχῆς, ὁμολογῶ, παρὰ τῆς Βουλῆς ἀκουσθέντος, τοῦ συστήματος τῆς κατὰ τάγματα καὶ λόχους συγκροτήσεως τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς εἰς διαφόρους ὡρισμένας περιφερείας κατανομῆς αὐτῆς, ἀποτελούσης οὕτω τῆς χωροφυλακῆς συντάγματα, κατὰ τὸν τύπον τῶν συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, ὑπὸ τὴν διοίκησιν συνταγματαρχῶν, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δηλῶ, ὅτι μεγίστην αἰσθάνομαι εὐχαρίστησιν, διότι μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία, ἵνα καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ὅτι τὸ προτεινόμενον σύστημα εἶναι τὸ μόνον, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ τὸ Κράτος ἡμῶν χωροφυλακὴν ἀξίαν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς της. Δὲν ἔρχομαι εἰς λεπτομερείας, οὐδὲ ἐπιχειρῶ νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἀνάπτυξιν τῶν λόγων, δι’ οὓς τὸ σύστημα τοῦτο κρίνεται ὡς τὸ καταλληλότερον, διότι τοῦτο λίαν εὐγλώττως καὶ σαφῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος, πᾶσα δὲ ἐκ μέρους ἐμοῦ προσθήκη ἀποβαίνει περιττή. Πολὺ δὲ εὐχαρίστως ἤθελον ἀκούσει, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται τὸ τοιοῦτον σύστημα, ἂν καὶ ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἐκπεφρασμένην ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ τοιούτου συστήματος γνώμην, δὲν γνωρίζω μόνον τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐθεώρησεν εὔκαιρον νὰ ἐφαρμόσῃ ἤδη τὸ σύστημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, τὸ σύστημα τοῦτο, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν συζητοῦντες περὶ αὐτοῦ...
§90Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀρνηθῇ κατὰ τρόπον ἀπόλυτον, καὶ πιθανὸν εἶναι νὰ δεχθῇ.
§91ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἔχω γνώμην, ὅτι τὸ προταθὲν σύστημα ὁπωσδήποτε θ’ ἀπαιτήσῃ πολὺ μεγαλειτέραν δαπάνην, καὶ νομίζω ὅτι, ὅπως σήμερον ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀκολουθήσῃ αὐτό· ἴσως δὲ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἀποδέχεται τὸ σύστημα τοῦτο, δὲν ἠθέλησε σήμερον νὰ παρουσιάσῃ τὸ σύστημα αὐτό.
§92ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶναι μεγάλη ἡ διαφορά;
§93ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἡ διαφορὰ πάντοτε θὰ ἦναι μεγάλη· θὰ ὑπερβῇ τὰς 500,000 δραχμὰς, ἴσως καὶ τὸ ἑκατομμύριον, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὴν χωροφυλακὴν. Ἂν ἀποδεχθῶμεν τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον μᾶς παρουσιάζει τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, βεβαίως ἡ διαφορὰ θὰ ἦναι μικροτέρα, θὰ ἦναι 250,000 δραχμῶν.
§94Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἄν καταρτίσωμεν τὰς μονάδας κατὰ τὸ προτεινόμενον σύστημα, ἔχομεν ἀνάγκην στελεχῶν.
§95ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Βεβαίως, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι χρειαζόμεθα μεγαλειτέραν δαπάνην. Εἰς συζήτησιν μᾶς καλεῖ ἤδη, Κύριοι, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, δὲν μᾶς παρουσιάζει νέον σύστημα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἠδύνατό τις νὰ συζητήσῃ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, μολονότι φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ ὑπὸ τὸν τύπον αὐτὸν νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον αὐτοτελὲς περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, διότι κατ’ ἔτος σχεδὸν μεταβάλλομεν τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοιουτοτρόπως ἔχομεν κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν ἄρθρων αὐτοῦ, καί, ὡς γνωρίζετε, ἔχομεν μέγαν ἀριθμὸν νόμων, εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ἀφορώντων, τοὺς ὁποίους ἐσχάτως ἠθέλησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κωδικοποιήσῃ καὶ συμπεριλάβῃ ἐν φυλλαδίῳ, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐγένετο. Πολλὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῶσι περὶ ὀργανισμοῦ τῆς παρ’ ἡμῖν χωροφυλακῆς καὶ περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς, διότι καὶ περὶ τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον, οὐδὲν ταῦτα φέρουσι σήμερον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, διότι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ νομοθετήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν καὶ συνεπείᾳ τῶν μελετῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐγκύπτει πᾶς τις ἀσχολούμενος περὶ τὰ στρατιωτικὰ, διὰ τοῦτο δὲ δὲν δυνάμεθα, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοιούτων μελετῶν, διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ οἰκονομικά μας, ἔχομεν δεδομένον, ὅτι πρέπει ἀναλόγως αὐτῶν νὰ δαπανῶμεν πρὸς βελτίωσιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως. Καὶ ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ ἐγὼ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Θὰ εἴπω δὲ τὰς λέξεις ταύτας, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς διακοπείσης ἀτυχῶς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βονίτσης Βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον μετὰ λύπης δὲν βλέπω καὶ σήμερον ἐνταῦθα. Ἐν τῷ προκειμένῳ, κύριοι Βουλευταὶ, δέον νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι ἀνάγκη, ὅπως πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὁ στρατὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν στρατὸν, ἀπαλλασσόμενος τουτέστιν ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ξένων πρὸς αὐτόν; Νομίζω ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τοιαύτη παρίσταται ἀνάγκη. Καὶ ἀφοῦ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου, τί πρέπει νὰ κάμωμεν; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τίνι τρόπῳ εἶναι δυνατὸν ὁ στρατὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ καθήκοντά του καὶ εἰς τὸν προορισμόν του. Τὴν τοιαύτην ἀνάγκην κατὰ τὸ 1896, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἀνεγνώρισε καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις, καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, διατελῶν τότε Πρωθυπουργὸς, ὑπέβαλε κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἐκείνου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, νομοσχέδια περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς καὶ περὶ μεταβολῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος. Ἀτυχῶς ὅμως τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα δὲν ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους, διότι δὲν ἐκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Καὶ λέγω ἀτυχῶς, διότι ὁμολογουμένως, ἐὰν ἔκτοτε ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, σήμερον ὁ στρατὸς θὰ ἦτο εἰς τὸ ἔργον του. Καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, κύριοι Βουλευταὶ, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ἔρχεται σήμερον καὶ φέρει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς καὶ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, διότι φρονεῖ, ὅτι δι’ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν ὁ στρατὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ. Καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν ἔχω γνώμην, ὅτι θέλει κατασταθῆ δυνατὸν, ἐὰν τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια ψηφισθῶσι καὶ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος μικροῦ ἢ μεγάλου νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, πρὸς τὸ ὁποῖον πάντες προσβλέπομεν. Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀκαρνανίας συνάδελφος παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπανόδου τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ κύρια αὐτοῦ ἔργα, ἀλλὰ διότι πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι δύο ἑκατομμύρια δρ. περίπου ἐπὶ πλέον τῶν ὅσων σήμερον δαπανῶμεν διὰ τὴν χωροφυλακὴν, καὶ διότι φοβεῖται μήπως τὰ δύο ταῦτα ἑκατομμύρια ἡ Κυβέρνησις ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, προτιμᾷ νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου...
§96ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Μάλιστα, τοῦτο εἶπεν.
§97ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο οὔτε ὀρθὸν οὔτε σοβαρὸν εἶναι.
§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς τὸ αὐτὸ ὑπεστήριξε.
§99ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ὄχι· ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς προέβαλε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προέβαλε, καὶ εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν θελήσῃ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος. Μᾶς εἶπεν ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀκαρνανίας Βουλευτὴς, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ στρατὸν ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἐξ ἑκάστης ἀπογραφῆς, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς καταβιβάζει εἰς 9,000 μόνον κληρωτοὺς, ἀπασχολήσωμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς τὰς 5,000, καὶ τοιουτοτρόπως ἔχωμεν τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας, τὰς δὲ 4,000 ἐκπαιδεύωμεν, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ ἀποτελέσωμεν τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Φρονῶ ὅμως, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου δὲν θὰ ἔχωμεν ἐφεδρείαν, —ἐφεδρείαν γεγυμνασμένην—διότι θὰ ἔχωμεν τὸ μεγαλείτερον τμῆμα τῆς ἀπογραφῆς ἐφεδρείαν ἀγύμναστον ἐντελῶς καὶ ξένην πρὸς τὰ στρατιωτικὰ, τὸ δὲ ὑπολειπόμενον μέρος σχετικῶς γεγυμνασμένον. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι τοῦτο κατ’ οὐδένα λόγον συμφέρει. Μᾶς εἶπεν ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος: «ἀφήσατε τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι, καὶ διὰ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανήσητε διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χωροφυλακῆς καὶ διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τοῦ ἀστυνομικοῦ, προτιμήσατε νὰ ἀγοράσητε ὑλικὸν πολέμου, οὗτινος στερούμεθα, ἐπίσης δὲ καὶ ὅπλα καὶ πυροβόλα νέου συστήματος». Ἀλλ’ ἐὰν ὁ στρατὸς μείνῃ εἰς ὃ σημεῖον εἶναι σήμερον, τουτέστι μείνῃ εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς φρουρήσεως τῶν φυλακῶν, τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, τῆς καταδιώξεως τῶν φυγοδίκων, τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τί θὰ χρησιμεύωσι τὰ ἐπαναληπτικὰ ὅπλα καὶ τὰ πυροβόλα τοῦ νέου συστήματος; Ἠθέλησεν ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ παραλληλίσῃ τὴν ἡμετέραν χωροφυλακὴν, πρὸς τὴν τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους, θέλων νὰ καταδείξῃ, ὅτι κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ παρ’ ἑκατέρου τῶν ἐθνῶν τούτων διατηρούμενον στράτευμα ἡμεῖς ἐνταῦθα διατηροῦμεν πολυαριθμοτέραν χωροφυλακήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐπιβάλλεται ἡμῖν τοῦτο, καὶ καλῶς γνωρίζει, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας μὲ τὴν Γαλλίαν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀναγκάζεται ἡ Ἑλλὰς νὰ διατηρῇ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τῆς χωροφυλακῆς, τὸν ὁποῖον σήμερον ἀναγκάζεται ν’ αὐξήσῃ, διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς ξένας πρὸς αὐτὸν ὑπηρεσίας. Προσέθηκεν ἐπίσης ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 5,400 ὁπλιτῶν, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἵνα ἀναλάβῃ ἡ χωροφυλακὴ ἁπάσας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ σήμερον ὁ στρατὸς καὶ ἡ χωροφυλακή. Ἐγὼ ὅμως δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ ἀριθμὸς οὗτος, διότι, κατὰ τὸ ἐπίσης ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, θὰ καταρτίσωμεν σῶμα ἀστυνομικὸν στρατιωτικῶς ὠργανισμένον καὶ ἔχον δύναμιν 5,300, νομίζω, ἀνδρῶν, σῶμα προωρισμένον καὶ τοῦτο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Καὶ διὰ τῶν δύο τούτων σωμάτων, ἐνισχυόντων ἄλληλα, βεβαίως θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς φρουρήσεως τῶν φυλακῶν, νομίζω, ὅτι κατ’ οὐδὲν θέλει βλαφθῆ τὸ στράτευμα, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς παρετήρησεν ἀγορεύων προχθές, ἐὰν εἰς τὰ κέντρα, ὅπου θὰ ἑδρεύωσι στρατιωτικὰ σώματα, καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ἑδρεύωσιν ἐκεῖ τοιαῦτα, ἐξακολουθῶσι τὰ σώματα ταῦτα νὰ διατηρῶσι τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν. Ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν, ἐπαναλαμβάνω, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ὑπηρεσία ἐκπαιδεύουσα τὸν στρατόν. Διὰ ταῦτα φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἀφοῦ, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ διαρρυθμισθῶσιν ἄλλως τὰ τῆς χωροφυλακῆς, ὀφείλομεν, ἐκπληροῦντες τὸν κοινὸν πόθον, δύναμαι νὰ εἴπω, τοῦ νὰ ἴδωμεν τὸν στρατὸν ἀπαλλασσόμενον ἐκ τῶν ξένων πρὸς τὸν προορισμόν του ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα σήμερον ἀσχολεῖται, καὶ ἐπανερχόμενον εἰς τὰ κύρια αὑτοῦ ἔργα, νὰ ὑπερψηφίσωμεν τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὡς καὶ τοῦ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, λαμβάνοντες βεβαίως ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναγκαίας καὶ δυνατὰς ἐπὶ τούτων τροποποιήσεις, διότι ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ταῦτα συντελοῦσιν ἀμέσως πρὸς τὸν πόθον τοῦ ἔθνους, νὰ ἀφήσωμεν δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μέριμναν τῆς ἐξευρέσεως τῶν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένων δαπανῶν, χωρὶς νὰ θελήσωμεν νὰ προβάλωμεν ἀδικαιολογήτους φόβους, μὴ τυχὸν αὕτη, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πρὸς τοῦτο δαπάνας, περικόψῃ τοιαύτας ἐκ τῶν ἀναγκαιουσῶν διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οἱ φόβοι οὗτοι εἶναι ἄκαιροι, διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τοῦ προγράμματος αὐτῆς καὶ διὰ τῶν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ἐπηγγέλθη, ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων μελημάτων αὐτῆς εἶναι καὶ ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ στρατοῦ, ὁ δὲ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἴσως καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ὑποβάλῃ τὸ σύστημα αὑτοῦ περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ μεριμνήσῃ πρωτίστως καὶ κατὰ μείζονα λόγον περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, ἡμεῖς δὲ νὰ ἐκφράζωμεν φόβους, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ περικόψῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προώρισεν αὕτη πρὸς τοῦτο; Ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, ἐθεώρησα καθῆκόν μου, προκληθείς, νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιφυλάσσομαι δὲν νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐπί τινων ἄρθρων αὐτοῦ. Πρὶν ἢ ὅμως καταλήξω τὸν λόγον, θεωρῶ καθῆκόν μου ἓν μόνον νὰ προσθέσω, γνωστὸν ἄλλως τε εἰς πάντας, ἤτοι, ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε στρατὸν ἄξιον τοῦ προορισμοῦ αὑτοῦ, φροντίσατε πρωτίστως νὰ καταρτίσητε χωροφυλὴν καλήν· ἐὰν θέλητε νὰ λειτουργήσωσιν ἀνελλιπῶς οἱ φορολογικοὶ νόμοι καὶ νὰ ἔχητε οὕτως οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν, φροντίσατε νὰ ἔχητε πρῶτον καλὴν καὶ ἐπαρκῆ χωροφυλακήν. Ἐκφράζω δὲ τὴν εὐχήν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις, κατανοοῦσα τὴν ἐκ τῆς ὑπάρξεως καλῆς χωροφυλακῆς μεγίστην ὠφέλειαν τοῦ Κράτους, ἀποφασίσῃ νὰ δαπανήσῃ καὶ ἔτι πλείονα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ἰδίως πρὸς αὔξησιν τῶν στελεχῶν τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἐπαρκῆ, ὡς διὰ τοῦ νομοσχεδίου διαρρυθμίζονται.
§100Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ὡς καὶ τὸ περὶ ἀστυνομίας συνδέονται ἀρρήκτως, καθόσον ἀμφότερα ταῦτα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν συντρέχουσι, τὸν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δι’ αὐτῶν τρανῶς καταδεικνύεται ἡ ἀγαθὴ προαίρεσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπαλλαχθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τῶν ξένων αὐτῷ ὑπηρεσιῶν. Οὗτος εἶναι ἀναμφιβόλως, Κύριοι, ὁ ἐπιδιωκόμενος θεμελιώδης σκοπός, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις, μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, τὸν ὁποῖον διεξήγαγε τὸ ἔθνος. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ ἀμφοτέρων τούτων τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ τὸν ἐπιδιωκόμενον, ὡς προεῖπον, σκοπόν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, Κύριοι, διττὸν ἔχει σκοπόν· πρῶτον μὲν νὰ συνδυάσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ψηφισθείσης ἐσχάτως διοικητικῆς διαιρέσεως, τοῦ Κράτους, καὶ δεύτερον, ὡς εἶπον, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ξένων αὐτῷ ὑπηρεσιῶν. Ὑπὸ τὴν πρώτην ἔποψιν ἐξεταζόμενον τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲν παρουσιάζει τὸ νέον. Πάντες, καὶ οἱ νεώτεροι, ἐνθυμοῦνται τὸν ἄλλοτε ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιζητεῖται ἡ ἀνασύστασις τῶν ὑπομοιραρχιῶν κατ’ ἐπαρχίας, ὡς ἄλλοτε ὑπῆρχον. Ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον. Θέλω μόνον εἴπει ὀλίγα, ἀφορῶντα εἰς τὰς λεπτομερείας. Γεννᾶται, Κύριοι, τὸ ζήτημα, τίς ἔσεται ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ σώματος τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον πολλὰ καὶ ποικίλα ἀνατίθενται καθήκοντα, καὶ τοῦ ὁποίου εὐρεῖα εἶναι ἡ δικαιοδοσία. Ὅτε, Κύριοι, ὑπῆρχεν ὁ προτεινόμενος καὶ σήμερον ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι πάντοτε ὑπῆρχεν ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, οἱ διαπρεπέστεροι δὲ ἀξιωματικοὶ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἐχρησίμευσαν περιοδικῶς ὡς ἀρχηγοὶ τῆς χωροφυλακῆς· ὁ μακαρίτης Βότσαρης, ὁ μακαρίτης Ἀρτέμης, ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης καὶ ἄλλοι διαπρεπεῖς ἀξιωματικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καὶ ὄντως, Κύριοι, ἔπρεπε καὶ πρέπει στιβαρὰ χεὶρ νὰ διοικῇ τὸ σῶμα τοῦτο τῆς χωροφυλακῆς, οὗτινος σήμερον μάλιστα ἡ δύναμις αὐξάνει κατὰ πολύ. Ὡς κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου ἐξέθηκε, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ τὴν ἔννοιαν τῆς διοικήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ. Ἔχομεν, Κύριοι, ἀρχηγοὺς στρατοῦ σήμερον, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὀλιγωτέραν δύναμιν ἔχουσιν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν των ἐκείνης, εἰς ἣν θὰ ἀνέλθῃ ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονῶ, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραδεχθῇ, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφῇ ἡ ἀνασύστασις τοῦ Ἀρχηγείου καὶ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τοῦ σώματος τούτου εἰς ἀρχηγὸν ἀνεξάρτητον. Διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ ἄλλο τι· θὰ λείψῃ ἡ συγκέντρωσις τῆς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις μεγάλως θ’ ἀπασχολῇ τὴν κεντρικὴν τοῦ Ὑπουργείου ὑπηρεσίαν, διότι ὁ ἀρχηγὸς θὰ ἔχῃ τὰ τῆς μεταθέσεως τῶν χωροφυλάκων, τὰ τῶν προτάσεων πρὸς προβιβασμόν, τὰ τῶν ἀνακρίσεων καὶ πλεῖστα ἄλλα. Φρονῶ λοιπὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν οὐσιώδη λόγον τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς ἀμέσου αὐτῆς διοικήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν γνώμην, ἣν ἐξέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής, ὡς καὶ ὁ προαγορεύσας, περὶ συντάξεως τῆς χωροφυλακῆς κατὰ συντάγματα καὶ τάγματα, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, βεβαίως ἡ γνώμη αὕτη στηρίζεται εἰς τὴν ἐντελεστέραν ἐκπαίδευσιν καὶ εἰς τὴν εὐστοχωτέραν διοίκησιν. Τὸ κατ’ ἐμέ, ἔχω ἐναντίαν γνώμην, πειθόμενος ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν, διότι ἡ χωροφυλακὴ ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας της οὐδέποτε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῇ κατὰ λόχους ἢ κατὰ τάγματα, σήμερον δὲ ἔχομεν τρανότατον παράδειγμα τὰ συντάγματα τοῦ πεζικοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι κατακερματισμένα πανταχοῦ. Π. χ. τὸ σύνταγμα τῶν Τρικκάλων ἔχει λόχους εἰς τὰς Καλάμας, διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας τὸ ἐπιβάλλουσιν. Ἑπομένως δὲν ἀναμένω πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τοιαύτης ἰδέας. Κύριοι, τὴν κατὰ συντάγματα, ταξιαρχίας κλπ. σύνταξιν τοῦ στρατεύματος τὴν ἐπέβαλλον δύο ὅροι εἰς τοὺς μεγάλους στρατοὺς, ἡ εὐχερεστέρα διοίκησις τῶν πολλῶν ἐκεῖ μικρῶν μονάδων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἑνιαία καὶ ὁμοειδὴς, οὕτως εἰπεῖν, διεύθυνσις τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐκεῖ ἐπεβλήθη ἀναγκαίως ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ σύνταξις τῶν μεμονωμένων πολλῶν ταγμάτων κατὰ συντάγματα, κατὰ ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας, ἐδῶ ὅμως δυστυχῶς, ὅπου αἱ ἀνάγκαι εἶναι πολλαὶ καὶ ποικίλαι, ὅπου ὁ ἀριθμὸς τῶν ταγμάτων δὲν εἶναι ἀρκετὰ μέγας, ὥστε νὰ παρουσιασθῶσι τοιαῦτα προσκόμματα, ὅπου ἡ ἐκπαίδευσις δυστυχῶς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὄχι μόνον γίνεται ἀτελῶς, ἀλλὰ δὲν γίνεται ποσῶς, δὲν ὑφίσταται τοιοῦτος λόγος. Ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι καὶ αὐτὸ ἓν σύστημα ὀργανισμοῦ, τὸ ὁποῖον παρεδέχθησαν ὅλοι οἱ στρατοὶ, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀκολουθήσωμεν.
§101ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν λέξιν; Δὲν ὡμίλησα περὶ συνταγμάτων, ἀλλὰ μόνον περὶ ταγμάτων.
§102ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Προκειμένου περὶ χωροφυλακῆς, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἔχω ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τυρνάβου περὶ συντάξεως αὐτῆς καὶ αὐτῶν τῶν ταγμάτων ἀκόμη, διότι ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀμφιβάλλω ἂν 5 χωροφύλακες θὰ εὑρίσκωνται ποτὲ εἰς μίαν ὑπομοιραρχίαν συγκεντρωμένοι. Ἑπομένως εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ, Κύριοι, τοιαύτη τις σύνταξις, ἥτις δυσχερείας καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν θὰ φέρῃ, δυσχερείας, ἃς ἡμεῖς οἱ ὑπηρετήσαντες εἰς τὸ στράτευμα γνωρίζομεν ἐκ τῆς πείρας; Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τοῦ μισθοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον ὥρισεν ὡς μισθὸν τῶν χωροφυλάκων 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα, τῶν δὲ ἐνωμοταρχῶν 60 δραχμάς. Φρονῶ ὅτι διὰ τῶν 50 αὐτῶν δραχμῶν εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ προσέλθωσιν ὡς χωροφύλακες ἐθελονταὶ προϋπηρετήσαντες εἰς τὸ στράτευμα. Παράδειγμα δὲ τρανότατον ἔχομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1894 ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἀείμνηστος Τρικούπης ἠθέλησε 500 ἐθελοντὰς νὰ συλλέξῃ καὶ καταρτίσῃ ἓν τάγμα εὐζωνικὸν διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ καίτοι ἀπεστάλησαν ἀξιωματικοὶ καταγόμενοι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας, διὰ νὰ καταπείσωσιν ἄνδρας ἐκεῖθεν, ἵνα προσέλθωσιν ὡς ἐθελονταί, μεγάλαι παρουσιάσθησαν δυσχέρειαι, καίτοι τότε προσεφέρετο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μία δραχμὴ πλειότερον. Ἡ γνώμη αὕτη, Κύριοι, εὐτυχῶς ἦτο ἄλλοτε καὶ γνώμη τοῦ νῦν ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1896 ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, δι’ οὗ καθώριζε τὴν αὐτὴν ἀντιμισθίαν, τότε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντέλεξε, καὶ ἐξέφερε γνώμην, ὅτι διὰ τῶν 50 αὐτῶν δραχμῶν καὶ διὰ τῶν 60 διὰ τοὺς ἐνωμοτάρχας δὲν θὰ κατωρθοῦτο νὰ προσέλθωσιν ἐθελονταί. Καὶ πράγματι, Κύριοι, διὰ τοὺς ἐνωμοτάρχας δύσκολον εἶναι, ὑφισταμένου σήμερον τοῦ νόμου περὶ κατατάξεως ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, δύσκολον εἶναι νὰ προσέλθωσι νέοι ἱκανοὶ, νέοι ἔχοντες τὰ προσόντα καὶ δυνάμενοι ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς. Θὰ προσέλθωσι μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες, καίτοι ἔχοντες διετῆ φοίτησιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καίτοι ἔχοντες δίπλωμα δικηγόρου, δὲν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των, δὲν δύνανται ν’ ἀποζήσωσιν ἐξ αὐτοῦ, καὶ προστρέχουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, εἶναι ὅμως ἄχρηστοι εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, καίτοι λέγω ταῦτα, δὲν προτείνω τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας, διότι, ὡς προεῖπον, εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ προσφέρῃ πλειότερα εἰς τοὺς ἐθελοντὰς, βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνθίστατο εἰς τοῦτο, — διότι τοιαύτην εἶχε γνώμην πρὸ διετίας. — Ἀλλὰ καίτοι μὴ ὑπαρχούσης κακῆς θελήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ, θὰ καταστῇ ἀνέφικτος ἡ κατάταξις καὶ ἡ προσέλευσις ἐθελοντῶν καὶ ἑπομένως πάλιν αἱ ὑπηρεσίαι τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν στρατόν. Ἤδη, Κύριοι, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἑτέραν αὐτοῦ ἔποψιν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, κύριοι Βουλευταί, ὅτε ἡ τότε Κυβέρνησις, ἧς ἤμην πολιτικὸς φίλος, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς, ἐξέφερα τὴν γνώμην, καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, καὶ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τοιαύτην πάντοτε, ὅτι θεωρῶ ἄδικον, τὰ ἔξοδα καὶ αἱ δαπάναι τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς νὰ λογίζωνται εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀγορεύων μάλιστα τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνέφερεν ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, ἃς ἡ χωροφυλακὴ προσφέρει εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην εἶναι γνωστή. Ὅλοι λέγομεν, ὅτι ἀπὸ τὸ ἴδιον ταμεῖον ἐξέρχονται τὰ χρήματα. Ναί, Κύριοι, ἀλλὰ, ὡς εἶπον ἄλλοτε, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ νῦν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει ὅτι προσφέρει 16 ἑκατομμύρια διὰ τὸν στρατὸν, ταῦτα δ’ εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξ αὐτῶν ὅμως τὰ 5 ἑκατομμύρια τὰ λαμβάνει ἡ ὑπηρεσία τῶν ἄλλων Ὑπουργείων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς. Τί ἀπομένει λοιπὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Μόνον 11 ἑκατομμύρια. Δὲν εἶναι λοιπὸν πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι εὑρισκόμεθα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διαθέτει διὰ τὸν προϋπολογισμόν του 16 ἑκατομμύρια; Εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη τὰ ἔξοδα τῆς χωροφυλακῆς ἀναγράφονται εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν μερίδα του εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα, καθὼς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τότε βεβαίως τὰ Ὑπουργεῖα ταῦτα θὰ ἦσαν φειδωλότερα ὡς πρὸς τὰς ἄλλας αὐτῶν δαπάνας, τὰς ὁποίας ὑποβάλλουσι περὶ αὐξήσεως μισθοδοσιῶν καὶ περὶ ἄλλων βελτιώσεων. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν δεσμεύωνται αἱ χεῖρές του κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅταν τῷ ἀφαιρῶνται 5 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ του, τί δύναται νὰ πράξῃ μὲ τὰ 11 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τῷ ἐναπομένουσιν; — ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ ὅτι δύναται νὰ ἐξεύρῃ ἄλλοθεν τὸ ποσὸν διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὸ μέλλον πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ὡς ἔλεγεν, ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, «ἐὰν τὰ 16 ἑκατομμύρια δὲν ἀρκοῦσι, ζητήσατε καὶ ἄλλα, καὶ θὰ σᾶς τὰ δώσωμεν». Ἐὰν ὑπάρχωσιν εὔκολα τὰ χρηματικὰ μέσα, οὐδὲν βεβαίως ἔχω νὰ εἴπω. Πάντοτε καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενα τὰ περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, δυστυχῶς δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἤκουσα λέγοντα, ὅτι προσεχῶς θὰ ὑποβάλῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἀναμένωμεν αὐτόν· ἀλλὰ ἐγὼ ἔχω γνώμην ἀλλοίαν. Δὲν γνωρίζω τί φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ἔχῃ ἣν γνώμην εἶχον καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ, δηλ. νὰ γραφῶσι μόνον ἐπὶ τοῦ χάρτου στελέχη μὲ βαθμοφόρους, οὐδόλως τοῦτο εἶναι ἐνθαρρυντικόν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι διὰ τὸν στρατὸν ἀπαιτεῖται χρῆμα, ἀπαιτεῖται δαπάνη, καὶ κατ’ ἐμὲ πρώτη βάσις τοῦ ὀργανισμοῦ εἶναι νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν εἰς τὸ στράτευμα, διότι τότε μόνον θὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἐκπαίδευσις, τότε μόνον θὰ μάθωσι τὰ στελέχη νὰ διοικῶσιν. Ἀπαιτοῦνται δὲ χρήματα τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καταργουμένων τῶν πολλῶν ἀπαλλαγῶν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἵνα ἐξευρεθῇ ὁ ἀναγκαῖος ἀριθμὸς ἀνδρῶν, θὰ καταργηθῇ μία πηγὴ προσόδου διὰ τὸ Δημόσιον, ὁποία εἶναι ἡ πηγὴ τῶν ἀπαλλαγῶν. Τί ἐννοοῦμεν, Κύριοι, ὅταν λέγωμεν, ὅτι θὰ ὀργανωθῇ ὁ στρατὸς, ὅταν ὁ στρατὸς αὐτὸς δὲν ἔχῃ ἢ 3400 ἄνδρας εἰς τὰ 10 συντάγματα τοῦ πεζικοῦ, ὅταν αὐτοὶ οἱ κληρωτοὶ, διὰ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ἀνέρχονται εἰς ἕνδεκα χιλιάδας, ἐνῷ πράγματι δὲν προσέρχονται ποτὲ πλείονες τῶν 8500; — διότι 1500 εἶναι τακτικῶς οἱ ἀνυπότακτοι, μέγας δὲ ἀριθμὸς τῶν προσερχομένων κηρύσσονται ἀνίκανοι ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν, ἢ παραπέμπονται εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας...
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι 8500 οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ 17 χιλιάδες, διότι πρέπει νὰ ὑπολογίσητε ἄλλους τόσους ἐκ τοῦ προηγουμένου ἔτους.
§104ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν αἱ 2400, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μεταβαίνουσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν.
§105Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου παύει πλέον ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ.
§106ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν διαρκῶς 10,000 ἄνδρας εἰς τὸ πεζικὸν, κατανεμομένους εἰς τὰ 10 συντάγματα κατὰ τὴν γνώμην σας· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ συντρέχωμεν διὰ τῶν κληρωτῶν τὴν χωροφυλακήν, διότι δὲν θὰ προσέλθωσιν οἱ ἐθελονταὶ, καὶ τότε θ’ ἀναγκασθῇ ἡ ὑπηρεσία νὰ καταφύγῃ πάλιν, ὡς καὶ ἀναγράφεται τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θ’ ἀναγκασθῇ, λέγω, νὰ καταφύγῃ πάλιν εἰς τὸ πεζικόν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, εὔχομαι καὶ ἐπιθυμῶ, ὅπως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου κατορθωθῇ ἡ ἀποξένωσις τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ὑπηρεσίαι, κατὰ σημείωσιν τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἀνέφερα, εἶναι πολλαὶ καὶ ποικίλαι, ὡς ἡ δασοφυλακή, ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία, ἡ ἀκολουθία τῶν εἰσπρακτόρων τοῦ Δημοσίου, ἡ συνοδεία τῶν καταδίκων κλπ. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας, εἰς ἃς σήμερον συντρέχει τὸ πεζικὸν, καθὼς καὶ διὰ τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον περὶ τοὺς 1000 ἄνδρες ἐκ τοῦ πεζικοῦ ἀπασχολοῦνται. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως: «τί νὰ κάμωμεν; Καλὸν εἶναι νὰ ἔχωμεν χωροφυλακὴν ἀπὸ 8,000 ἄνδρας, ὥστε ὁ στρατὸς νὰ ἀπαλλαγῇ ἐντελῶς ἀπὸ πάσης ξένης αὐτῷ ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ποῦ τὰ χρηματικὰ μέσα;» Εἰς τὴν ἐρώτησιν, Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος ν’ ἀπαντήσω, ἁρμοδία εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία γνωρίζει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις σκέπτεται περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐπιμένω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ ἐπιδιωκόμενος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀγαθὸς σκοπὸς, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι δύο καὶ τρία ἔτη ἐχρειάσθησαν ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1894, ἵνα συλλέξωμεν 500 ἐθελοντὰς, καὶ φοβοῦμαι ὅτι ματαίως θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ματαίως θὰ καταστῇ τοῦτο νόμος τοῦ Κράτους, ὡς συνέβη ἄλλοτε μὲ τοὺς νόμους περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§107Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θεωρῶ, Κύριοι, καὶ ἐγὼ ἀκατόρθωτον τὸ ἔργον, ὅπερ ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὡς καὶ τοῦ ἑτέρου περὶ ὀργανώσεως τῆς ἀστυνομίας ἐπιτύχῃ τοῦ διπλοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκει, τοῦ σκοποῦ νὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν καὶ χωροφαλακὴν καλλιτέραν τῆς σημερινῆς καὶ τοῦ σκοποῦ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν τῶν ἀλλοτρίων ἔργων, ἐξ ὧν σήμερον περισπώμενος ἀποτυγχάνει νὰ μορφωθῇ καὶ ἐκπαιδευθῇ. Ὅπως κατανοήσῃ ἡ Βουλὴ διατὶ θεωρῶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀποτυγχάνον τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ θέσω πρὸ ὑμῶν ἀκριβὲς τὸ θέμα, τοῦ ὁποίου τὴν λύσιν ἐπιδιώκομεν, διότι νομίζω, ὅτι κακῶς τεθὲν κακῶς λύεται, καὶ ἐπὶ κακῶς τεθέντος ζητήματος ἀδύνατος λύσις ὀρθή. Ἐὰν σκοπὸς ἡμῶν ἦναι, τὸν στρατὸν τὸν ὁποῖον νῦν ἔχομεν, ἢ καὶ ὀλιγώτερον ἀκόμη, νὰ τὸν ἐκπαιδεύσωμεν καὶ ἀσκήσωμεν, νομίζω ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Πολιτεία καὶ νὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος, ὅσα καλεῖται νὰ δαπανήσῃ. Σκοπὸς τοῦ Κράτους ἡμῶν πρέπει νὰ ἦναι ὄχι μόνον νὰ ἐκπαιδεύσῃ τὸν στρατὸν, ὃν ἤδη ἔχομεν, καὶ ἀσκήσῃ πρὸς πόλεμον, ἀλλὰ καὶ νὰ παρασκευάσῃ δύναμιν στρατιωτικὴν ἀνωτέραν τῆς νῦν, καὶ τοσαύτην, ὅσην δυνάμεθα νὰ παρασκευάσωμεν καὶ ὅση εἶναι ἀναγκαία, ὅπως ἐκπληρώσῃ μίαν ἡμέραν τὴν ἀποστολὴν ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ὁ τελευταῖος πόλεμος ἀπέδειξεν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἴχομεν παντελῶς στράτευμα παρεσκευασμένον πρὸς πόλεμον, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἴχομεν καὶ ἐπαρκὲς, ἀναλόγως τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ὅσον ἐπέβαλλον αἱ ἡλικίαι αἱ κληθεῖσαι εἰς ἐπιστράτευσιν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐκλήθησαν δέκα ἡλικίαι, ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν αἱ δέκα αὗται ἡλικίαι ἔδωκαν ἀριθμὸν πλείονα τῶν 50,000 ἀνδρῶν. Ἀνελόγισαν κατὰ μέσον ὅρον πέντε χιλιάδες στρατιωτῶν ἐξ ἑκάστης ἡλικίας. Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπὸ δέκα ἐτῶν ἤδη οἱ ἀπόγραφοι ἀνέρχονται κατ’ ἔτος εἰς 25 χιλιάδας καὶ πλέον, ὅτι δέκα ἡλικίαι, δηλ. 250,000 ἀπόγραφοι, ἠδυνήθησαν νὰ δώσωσι μόλις 50,000 στρατιώτας, καὶ τούτους ἀμορφώτους καὶ ἀπαρασκεύους ὅλως, βεβαίως πρέπει νὰ δεχθῇ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ πολέμου παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι ζήτημα μορφώσεως καὶ παρασκευῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ζήτημα ἀριθμοῦ ἀνδρῶν, ἀριθμοῦ στρατιωτῶν πρότερον. Διότι πάντες ἐνοήσατε, ἐξ ὅσων ἐγένοντο κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, ἅτινα ἄλλως ἔπρεπε καὶ ἠδυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς τοῦ πολέμου, καθ’ ὃν ἐκλήθημεν νὰ ἐνεργήσωμεν ἐν τοῖς συνόροις, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν νὰ παρουσιάσωμεν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ δύναμιν 100,000 ἀνδρῶν, καὶ ταύτην πρὶν ἔτι ὁ ἐχθρὸς λάβῃ καιρὸν νὰ συγκεντρώσῃ τὰς δυνάμεις του. Ἀλλὰ πρὸς παρασκευὴν τοσούτου ἀριθμοῦ στρατοῦ, ἀναλόγως βεβαίως πρὸς τὰ μέσα τοῦ Κράτους παρεσκευασμένου, βεβαίως ἀπαιτεῖται ἐπὶ ἄλλων βάσεων νὰ ἱδρύσωμεν καὶ τὰ τῆς στρατολογίας καὶ τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ στρατεύματος. Σήμερον παρὰ πᾶσι τοῖς στρατιωτικοῖς Κράτεσι θεωρεῖται ὡς κανὼν, ἐν ἐπιστρατείᾳ καὶ ἐν παραμοναῖς πολέμου νὰ καλῶνται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι στρατιῶται διὰ κλήσεως ἡλικιῶν ὀλιγωτέρων, ἀλλὰ διδουσῶν πολλοὺς ὁπλίτας· δίδουσι δὲ πολλοὺς ἄνδρας αἱ νεώτεραι ἡλικίαι, ὅταν δὲν ἠραιώθησαν δι’ ἀπαλλαγῶν, καὶ δίδουσι προθυμοτέρους πρὸς πόλεμον στρατιώτας, διότι εἶναι νέοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄγαμοι. Καὶ ὄχι μόνον οἱ νέοι στρατιῶται εἶναι προθυμότεροι νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις, ἀλλὰ καὶ παραμένουσι προθυμότερον ἐν τῷ στρατῷ, διότι δὲν περισπῶνται ἐκ τῶν οἰκογενειῶν των ἢ ἐκ τῶν οἰκογενειακῶν αὐτῶν ἀναγκῶν. Ὅταν καλῶνται πρὸς πόλεμον ἡλικίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπερέβησαν τὸ 26 ἢ 27 ἔτος, οἱ ἄνδρες, βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ ἀραιότεροι προσέρχονται καὶ εἰς τὸ στράτευμα μετὰ δυσφορίας παραμένουσιν, ἀναμιμνησκόμενοι τὰς συζύγους καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, διότι οἱ πλειότεροι εἶναι ἔγγαμοι καὶ πατέρες τέκνων· ὅταν δὲ τυγχάνωσι καὶ ἄποροι, καὶ κατέλιπον τὰς οἰκογενείας των ἄνευ μέσων συντηρήσεως, δυσκόλως μένουσιν εἰς τὰς τάξεις των. Ἡ μέριμνα περὶ τῶν οἰκογενειῶν των θέτει εἰς φοβερὰν δοκιμασίαν τὸ αἴσθημα τῆς πειθαρχίας καὶ τὴν ἀφοσίωσιν εἰς τὸ στρατιωτικὸν καθῆκον. Καὶ ἴσως μία τῶν αἰτιῶν, ἡ ὁποία ἐπήγαγε τὰς ἀθρόας κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον λιποταξίας, ἐκείνας αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν ἀκριβῶς εἰπεῖν λιποταξίαι ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ ἐγκατάλειψις τῶν στρατιωτικῶν τάξεων, ἦτο ἡ πρὸς τὰς οἰκογενείας των ἕλξις καὶ μέριμνα περὶ τῆς τύχης αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον αἱ ἡλικίαι τῶν νεωτέρων δὲν δίδουν μόνοι τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται μέριμνα περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀπόρων ἐφέδρων, ἡ συγκρότησις τοῦ στρατεύματος ἐν ὥρᾳ πολέμου θὰ στερῆται τῆς δεούσης συνοχῆς. Ἡ νεότης εἶναι πλέον πρόθυμος ἐν πολέμῳ καὶ πλέον ἀμέριμνος, ὅπερ εἶναι δύναμις. Ὅταν προσθέσητε εἰς αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα καὶ τὴν παραβίασιν τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, τὴν ὁποίαν πᾶς ἔφεδρος ᾐσθάνετο, καλούμενος καὶ μεταβαίνων εἰς τὰ σύνορα, διότι ἔβλεπεν, ὅτι ἐκ τῶν ἡλικιῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν καὶ ἐκ τοῦ χωρίου του, πολλοὶ ἔμειναν ἐν αὐτῷ, καὶ δὲν προσῆλθον, καίτοι ὑγιεῖς, καίτοι δυνάμενοι νὰ ὑπηρετήσωσι, κατορθώσαντες δι’ ἕνα οἱονδήποτε λόγον νὰ μὴ ἔλθωσιν ὡς αὐτὸς ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἵνα θυσιάσωσι τὴν ζωὴν αὑτῶν καὶ ὑποστῶσι τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστατο αὐτὸς, θὰ ἐννοήσητε διατὶ τοσοῦτον ἔσπευδον νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς τάξεις των. Διὰ τοῦτο πρέπει καὶ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῶν ἡμετέρων στρατιωτικῶν πραγμάτων νὰ ἐπιδιώξωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν, ὀλιγωτέρας ἡλικίας καλοῦντες εἰς ἐπιστρατείαν, νὰ ἔχωμεν περισσότερον ἀριθμὸν ἀνδρῶν. Τοῦτο βεβαίως θέλει διὰ πολλῶν μέτρων ἐπιτευχθῆ. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι τὸ τῆς ἡλικίας, ἀφ’ ἧς κατατάσσεται ὁ στρατιώτης. Ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἔθνη, ὡς τὸ Γερμανικὸν, ἔθνος βορειότερον ἡμῶν καὶ διὰ τοῦτο βραδυτέραν ἔχον τὴν ἀνάπτυξιν, κατατάσσουσιν ἐν τῷ στρατῷ τοὺς νέους ἀπὸ τοῦ 20 ἔτους ἄνευ βλάβης τινὸς, διατὶ νὰ μὴ κατατάσσωμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς ἡμετέρους νέους, ὅταν διατρέχωσι τὸ 20 ἔτος τῆς ἡλικίας των; Τοῦτο ἔχει σπουδαίας συνεπείας ἐπὶ τῆς συστάσεως τῶν ἐφεδρειῶν. Ἂν προσεκαλοῦμεν τοὺς νέους ἓν ἔτος πρότερον, θὰ εἴχομεν ἐν τῷ στρατῷ καὶ τῇ ἐφεδρείᾳ νεωτέρους ἄνδρας, οἵτινες ἠδύναντο μετὰ δύο ἔτη νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἤτοι τὸ 22 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ὅσον περισσότεραν νεότητα ἔχετε ἐν τῷ στρατῷ, τόσον περισσότερον πρέπει νὰ ἦσθε πεπεισμένοι καὶ περὶ τῆς πειθαρχίας ἐν πολέμῳ καὶ περὶ τῆς συνοχῆς τοῦ στρατεύματος καὶ τῆς προθυμίας εἰς τὸ νὰ ὑποστῶσι τοὺς κινδύνους καὶ νὰ θυσιάσωσι τὴν ζωὴν αὐτῶν. Ἡ νεότης εἶναι πλέον τολμηρὰ καὶ ῥιψοκίνδυνος. Ἀλλ’ ἡ μεγαλειτέρα προσπάθεια πρέπει νὰ καταβάλληται παρ’ ἑνὸς Κράτους, θέλοντος ἐν ὀλίγαις ἡλικίαις νὰ συγκαλῇ πολλοὺς ἐφέδρους, ὅπως διὰ τὰς στρατολογίας καλῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους ἀπογράφους κατ’ ἔτος. Ὅταν διὰ τῆς στρατολογίας κατ’ ἔτος ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ καλῶμεν πολλοὺς κληρωτοὺς, θὰ ἦναι δυνατὸν ἐν ἐπιστρατείᾳ, καλοῦντες πέντε ἢ ἓξ ἡλικίας μόνον, ἤτοι μέχρι τοῦ 26 ἢ 27 ἔτους ἐφέδρους, νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ στρατὸν ἄνω τῶν 100 χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀνδρῶν νέων καὶ πρὸ ὀλίγου ἀφυπηρετησάντων. Οὕτω θὰ ἔχωμεν ἐν βραχεῖ χρόνῳ ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἐν Ἑλλάδι δυνάμεθα εὐλόγως νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν παρασκευάσει πρὸς πόλεμον, καὶ θὰ ἔχωμεν αὐτὴν συγκεκροτημένην ἐκ τῶν καλλιτέρων διὰ πόλεμον ἡλικιῶν. Διότι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὁ πιθανὸς ἐν πολέμῳ ἐχθρὸς καὶ τὸ ὁποῖον τίθεται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, εἶναι οὐχὶ ἁπλῶς, πῶς καλλίτερον νὰ ἐξασκήσωμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ ἔχωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον ἀριθμὸν στρατιωτῶν. Οὕτως ἔθεσαν τὸ ζήτημα καὶ ἄλλα ἔθνη στρατιωτικώτερα ἡμῶν. Διὰ τοῦτο ἡ Γερμανία ἔλυσεν αὐτὸ ὡς προηγουμένως εἶπον, διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπηρετούντων. Ἀληθῶς τῷ 1893 ἀπεφάσισε νὰ δεχθῇ τὴν διετῆ θητείαν ἐν τῷ στρατῷ αὐτῆς, ἵνα ἔχῃ δι’ ὀλιγωτέρων ἡλικιῶν περισσοτέρους στρατιώτας. Διότι εἶδεν εἰς προγενεστέρους πολέμους, ὅτι δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς προσκλήσεις τῆς ἐπιστρατείας αἱ κλάσεις αἱ παλαιότεραι μεθ’ ὅσης προθυμίας ἀνταπεκρίνοντο αἱ νεώτεραι κλάσεις. Οἱ μέλλοντες πόλεμοι αὐτῆς θὰ ἀπαιτήσουν μεγαλειτέρους στρατοὺς, οἱ δὲ στρατοὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀποτελῶνται ἀπὸ νέα στοιχεῖα. Ἂν οὕτω θέσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ ζήτημα, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ λύσωμεν διὰ τῆς μεθόδου, ἣν καὶ αἱ πρὶν καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἠκολούθησαν, δηλαδὴ διὰ τῆς συγκροτήσεως χωροφυλακῆς ἐπαρκοῦς, ὅπως ἐκτελῇ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς σήμερον ἐκτελεῖ ὁ στρατὸς, καὶ διὰ τῆς διοργανώσεως τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἡ σκέψις, ἥτις ὡδήγησεν αὐτὰς, εἶναι ἁπλῆ, ἀλλ’ εἶναι ἐσφαλμένη, διότι κακῶς τίθεται τὸ ζήτημα. Ἐπειδὴ, λέγουν, ὁ στρατὸς ἀσχολεῖται εἰς ξένας ὑπηρεσίας καὶ δὲν ἐκγυμνάζεται, οὐδὲ μορφοῦται, ἂς συγκροτήσωμεν δύο ἕτερα σώματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἁπλοϊκὴ λύσις εἶναι καταστροφὴ τοῦ στρατοῦ καὶ καθιστᾷ ἄλυτον τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ ἔθνους. Ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ καὶ μεγαλειτέρου. Περὶ τῆς ἀποκτήσεως μεγάλου ἐπίσης στρατοῦ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ εὕρωμεν μίαν λύσιν. Ὅσον καὶ ἂν ἐκγυμνάσωμεν μικρὸν στρατὸν, οὐδὲν θὰ πράξωμεν ἐν πολέμῳ μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἀπαιτεῖται καὶ ἀριθμὸς μεγαλύτερος, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ σπεύσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι ναὶ μὲν μετὰ τὰ παθήματα τοῦ τελευταίου πολέμου δὲν θὰ προβῶμεν πλέον μετ’ ἐλαφρότητος καὶ πάλιν εἰς πόλεμον, ἢ δὲν θὰ διαπράξωμεν ὅσα πρὶν λάθη, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι πάντοτε εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν, καὶ δυνάμεθα, χωρὶς νὰ θέλωμεν, νὰ περιπλακῶμεν εἰς πόλεμον. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ καταρτίσωμεν ταχέως πολυάριθμον στρατὸν ἐκ τῶν νεωτέρων ἡλικιῶν τοῦ ἔθνους, καὶ τοῦτον νὰ ἐκγυμνάζωμεν πρὸς πόλεμον. Ἀνάγκη πρὸς τοῦτο κατατάξεως κατ’ ἔτος μεγαλειτέρου ἢ νῦν ἀριθμοῦ κληρωτῶν. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἀδύνατον, ἂν πρόκειται νὰ ἔχωμεν μεγάλην χωροφυλακὴν καὶ μεγάλην στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὡς ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ δαπάνη αὐτῶν δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ τὰς δαπάνας, ἃς ἀπαιτεῖ μεγαλείτερος στρατός. Ἡ ἰδέα μου εἶναι, ὅτι αἱ δυσκολίαι καὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας δὲν λύονται ἢ διὰ πολλοῦ μονίμου στρατοῦ. Ἐὰν ἔχωμεν πολὺν στρατόν, δυνάμεθα νὰ λύσωμεν καὶ τὰ δύο ζητήματα, νὰ ἔχωμεν δηλονότι καὶ στρατὸν μὴ ἀσχολούμενον διαρκῶς εἰς ξένας τοῦ προορισμοῦ του ὑπηρεσίας, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ στρατὸν πολυάριθμον καὶ ἠσκημένον.
§108Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τότε δὲν θὰ ἔχωμεν τίποτε.
§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν θέτωμεν ἀρχὰς ἀπολύτους ἐν τῇ διοργανώσει τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, αὗται γίνονται προσκόμματα καὶ πᾶσα ἄλλη λύσις, πλὴν ἐκείνης, ἣν ἐπιθυμοῦμεν, ἀποκλείεται. Βεβαίως τὸ ζήτημα καθίσταται ἄλυτον, ὅταν θέλητε στρατὸν ἀπολύτως οὐδὲ μίαν ἡμέραν ἀσχολούμενον ἐπὶ διετίαν εἰς ἄλλας ἐργασίας, πλὴν τῶν ἀσκήσεων, τῶν γυμνασίων τῶν στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ εἶναι τότε δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐπαρκῆ διὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας στρατόν; Εἶναι δυνατὸν ὁ προϋπολογισμὸς νὰ συντηρῇ αὐτὸν καὶ συνάμα πολυάριθμον χωροφυλακὴν καὶ ἀστυνομίαν; Εἶναι ὅμως δυνατὸν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῶν γνωριζόντων τὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ὅστις ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς καὶ διαρκῶς εἰς τὰς καθαρῶς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, τὸ δεύτερον δ’ ἔτος κατὰ μέγα μέρος ν’ ἀπασχολῆται εἰς τὰς διοικητικὰς ὑπηρεσίας. Σήμερον, ὡς γνωστὸν, ἀπὸ τοῦ τρίτου μηνὸς τῆς κατατάξεώς των οἱ στρατιῶται ἀποσπῶνται ἐντελῶς ἀγύμναστοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς...
§110Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ἀσχολοῦνται;
§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ βιάζεσθε· θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἀμέσως. Σήμερον οὐδεμία ἐκπαίδευσις γίνεται, διότι, ὡς εἶπον, ἀπὸ τοῦ τρίτου μηνὸς μετὰ τὴν κατάταξίν των οἱ στρατιῶται ἀποσπῶνται εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἱ δὲ ἀπομένοντες καθίστανται ἀνεπαρκεῖς νὰ συγκροτηθῶσιν, ὅπως ἀσκηθῶσι· καὶ εἰς τοῦτο ἀποδίδεται ἡ σημερινὴ παραλυσία τοῦ στρατοῦ. Ἐλλείψει στρατιωτῶν καὶ ἀσκήσεων, οὐδὲ τὰ στελέχη ἀσκοῦνται. Οἱ ἀξιωματικοὶ διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζουν νὰ διοικήσουν τὰς διαφόρους μονάδας στρατοῦ. Ἠδύναντο, ἂν εἶχον περισσοτέραν προθυμίαν, ὅπως ἐκ τῶν ἐνόντων ἐκγυμνάζωσι τὸ ὑπολειφθὲν στράτευμα. Πολλάκις τοῦτο εἶναι δυνατὸν, ἀλλ’ ἐξέλιπεν ἡ διάθεσις ἀπὸ τὰ στελέχη. Ὅτι εἶναι δυνατὸν, γνωρίζω ἀπὸ ἀξιωματικοὺς, οἵτινες μὲ ἐβεβαίωσαν πολλάκις, ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ καταστάσει εὑρισκόμενος ὁ στρατὸς, εἰς οἵαν εὑρίσκεται, ἠδύνατο νὰ ἐκτελῇ ἔργα ἀσκήσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως. Ἄν δὲν γίνεται, αἰτία τούτου εἶναι, ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει στρατιωτικὴ διοίκησις. Γνωρίζω ἀπὸ συνταγματάρχην τοῦ στρατοῦ, ὅτι ἠδύναντο πολλὰ γυμνάσια νὰ ἐκτελῶνται, καὶ ὅμως οὐδὲν γίνεται. Ἀπόδειξις ὅτι αὐτὸς τὸ ἐξετέλεσε. Πλὴν ποῦ διοίκησις! Στείλατε σήμερον μίαν πυροβολαρχίαν ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, στείλατέ την εἰς οἱανδήποτε ἐπαρχίαν θέλετε, καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· θὰ σᾶς παρουσιάσῃ ἡ ὑπηρεσία μετ’ ὀλίγον ἀπείρους προφάσεις, ὅτι πρέπει ν’ ἀνακληθῇ, διότι π. χ. ἀποθνήσκουν οἱ ἵπποι, ὅτι πρέπει ν’ ἀνακληθῇ διότι δὲν ὑπάρχουν ἀρκοῦντες ἄνδρες, ἵνα ἀσκηθῶσιν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν μεγάλαι δυνάμεις συγκεντρωμέναι τοῦ πυροβολικοῦ, διὰ νὰ μορφωθῶσιν αὗται, καὶ τὰ παρόμοια, καὶ θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ τὴν ἀνακαλέσητε. Σήμερον δὲν ἔχομεν στρατόν, καὶ δὲν ἔχομεν στρατὸν διότι ἡ δύναμις αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐπαρκής. Ποία νομίζετε ὅτι εἶναι σήμερον ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, ἡ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατηρτισμένη, εἴτε μὲ τὴν ἔκπτωσιν εἴτε ἄνευ αὐτῆς; Ἐὰν λάβητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι συγκριτικῶς πρὸς τὸν τοῦ 1898 ἔχει ἐλάττωσιν πιστώσεων κατὰ 5,192,707 δραχ. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἐλαττώσεως περίπου τὰ ⅘ εἶναι ἐλάττωσις ἀνδρῶν τῶν τεσσάρων σωμάτων καὶ τῶν νοσοκομείων...
§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Πρόχειρος ὁ λόγος ὑπῆρχεν, ἡ ἐπιστρατεία.
§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐπιστρατείαν... Περιώρισαν τὸ ποσὸν εἰς 15,967,000 δρ. μετὰ τῆς χωροφυλακῆς· ἄνευ αὐτῆς ἡ δαπάνη εἶναι 13,000,000. Ἂν παρατηρήσητε τὸν προϋπολογισμόν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν δαπανῶν συντηροῦνται 16,190 ἄνδρες τῶν τεσσάρων ὅπλων. Ἂν ὅμως ἐξετάσητε τὰς διαφόρους ἐκπτώσεις, αἵτινες γίνονται, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οἱ 16,190 κατέρχονται εἰς 10,800. Φαντάσθητε λοιπὸν τοιοῦτον στρατόν! Σημειώσατε ὅτι εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν περιλαμβάνονται καὶ ὑπαξιωματικοί, σαλπιγκταί, καὶ στρατιῶται, διότι πάντες αὐτοὶ ὁμοῦ ἀναγράφονται. Ὅταν δ’ ἀφαιρέσητε καὶ τοὺς λόγῳ ἀσθενείας, λόγῳ ὑπηρεσίας παρὰ τοῖς ἀξιωματικοῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 3000 περίπου...
§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι δά!
§115ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί; Πᾶς ἀξιωματικὸς καὶ ἐδῶ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίας κατορθώνει νὰ ἔχῃ ἕνα, ἀλλὰ καὶ δεύτερον ἐνίοτε ὑπηρέτην. Προσθέσατε καὶ τοὺς ἱπποκόμους... Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσητε καὶ τούτους, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι διατηρεῖται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἀριθμὸς μικρότερος τῶν 8000. Μὲ τοσοῦτον μικρὸν ἀριθμὸν στρατιωτῶν δὲν δύνασθε καὶ τὰς μὴ στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας νὰ ἐκτελῆτε καὶ στρατὸν νὰ ἀσκῆτε πρὸς πόλεμον. Ἐὰν ὅμως κατὰ τὴν πρότασίν μου ὑποθέσωμεν ὅτι ἔχομεν τὴν δαπάνην νὰ κρατῶμεν 15,000 εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν 25,000 νέων, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐλάχιστον κατ’ ἔτος νῦν διέρχονται ἐκ τῆς ἀπογραφῆς, καὶ 15,000 κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος, θὰ ἔχωμεν ὁλικὴν δύναμιν 30,000 στρατιωτῶν. Ἐκ τούτων δυνάμεθα νὰ ἀποσπῶμεν μετὰ τὸ πρῶτον ἔτος τοὺς ἀναγκαιοῦντας διὰ τὰς διοικητικὰς ὑπηρεσίας, ἃς σήμερον ἐκτελεῖ μετὰ τοῦ στρατοῦ ἡ χωροφυλακή. Τὸ ποσὸν αὐτῶν δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ τοὺς 9,000 ἄνδρας. Οἱ λοιποὶ θὰ μένουν καὶ τὸ δεύτερον ἔτος ἐν τῷ στρατῷ. Οἱ 9,000 θὰ ἦναι ἀρκούντως ἠσκημένοι. Εἰς ἔθνος τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζε μέχρι πρὸ ὀλίγου τὴν μονοετῆ θητείαν, ἔθνος τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐπαινοῦν ὅτι εὐκόλως καὶ ταχέως ἐκμανθάνει τὰ στρατιωτικὰ γυμνάσια ἀπὸ τῶν πρώτων μηνῶν, διατὶ θέλετε νὰ μὴ ἀρκῇ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀδιάλειπτος καὶ αὐστηρὰ ἄσκησις; Βεβαίως οὗτοι θὰ ἦναι πολὺ καλλίτεροι στρατιῶται ἢ οἱ σημερινοί, οἱ μόνον ἐπὶ 3 μῆνας ἀσκούμενοι. Μὴ λοιπὸν ἐξανίστασθε, ὅταν πρόκειται περὶ ἑτέρας λύσεως παρ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν συνιστᾶτε. Ἓν ἔτος ἐν τοῖς στρατῶσι καὶ τοῖς στρατοπέδοις τακτικῶς γυμναζόμενοι θὰ καθίστανται καλοὶ στρατιῶται, ἀλλὰ θὰ ἦναι καὶ πολλοί. Πλὴν μήπως αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι, εἰς τὰς ὁποίας κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος οἱ στρατιῶται αὐτοὶ θ’ ἀποστέλλωνται, δὲν ἐνέχουν τι τὸ στρατιωτικόν; μήπως ἡ φύλαξις τῶν φυλακῶν, αἱ καταδιώξεις τῶν φυγοδίκων, ἡ μεταβατικὴ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἐξάσκησις; Δὲν ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι εἶναι στρατιωτικὴ ὑπηρεσία τὸ νὰ συνοδεύῃ ὁ στρατιώτης τὸν εἰσπράκτορα, ἢ ἡ εἰσαγγελικὴ ὑπηρεσία καὶ τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατὶ ὅλας τὰς λεγομένας ξένας ὑπηρεσίας ἀνεξαιρέτως δὲν πρέπει νὰ ἐκτελῇ ὁ στρατὸς, καὶ θέλομεν αὐτὰς νὰ ἐκτελέσωμεν διὰ ἄλλων σωμάτων εἰδικῶν, ἐξ ἐθελοντῶν ἐκλεγομένων ἐπὶ μισθῷ ἀνωτέρῳ καὶ δαπάναις μεγαλειτέραις. Βεβαίως προτιμότερον θὰ ἦτο τοῦτο, ἀλλὰ θεωρητικῶς. Πρακτικῶς εἶναι ἀκατόρθωτον, ἐλλείψει χρημάτων. Ἂν δαπανήσωμεν πολλὰ διὰ νὰ ἔχωμεν πολυάριθμον χωροφυλακὴν, θὰ δαπανῶμεν ὀλίγα διὰ τὸν στρατὸν καὶ θὰ ἔχωμεν ὀλιγάριθμον στρατὸν, ὅπερ ἀποτυχία στρατιωτικῶς, διότι μόνον ἂν πρόκειται νὰ ἔχωμεν πολὺν στρατὸν πρέπει νὰ συντηρῶμεν στρατόν. Δύνασθε νὰ πράξητε ὅ,τι προτείνετε, ἀλλὰ θὰ ἔχητε στρατὸν μὲ μόνον 5,000 ἄνδρας καὶ θ’ ἀποτελέσητε τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν, ἧς ἔχομεν κατ’ ἐλάχιστον ἀνάγκην, δηλαδὴ τὸν ἀριθμὸν τῶν 90,000 ἐφέδρων, τὸν ὁποῖον δίδει τὸ σύστημα τὸ ἄλλο, μὲ μόνον πρόσκλησιν ἓξ ἡλικιῶν, θὰ τὸν ἀποτελέσητε, λέγω, μὲ 18–20 ἡλικίας, θὰ ἔχητε δὲ ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους πρὸ δεκαετίας καὶ εἰκοσαετίας ἴσως οὐδέποτε ἐκαλέσατε εἰς γυμνάσια καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ὡς ἔφεδροι ἐξετέλεσαν ἀπὸ μακροῦ χρόνου καμμίαν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἢ ἄσκησιν. Ἑπομένως θὰ ἔχητε στρατὸν, οἷον εἴχομεν πρὸ ὀλίγου καὶ χείρονα, ἐντελῶς ἀμόρφωτον, ἄνευ στρατιωτικοῦ πνεύματος, ἄνευ πειθαρχίας καὶ διὰ τοῦτο ἄχρηστον, ὅπως καὶ ἐν τῷ τελευταίῳ πολέμῳ. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν 30,000 ἄνδρας, ἐὰν ἐξ αὐτῶν τοὺς 15,000, τοὺς ὁποίους ἔδωκεν ἡ πρώτη ἡλικία, τοὺς ἀσκήσωμεν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀδιαλείπτως, μετὰ δὲ ταῦτα λάβωμεν ἐξ αὐτῶν τὰς 9,000 ἢ 10,000, ὁρίζοντες εἴτε διὰ τοῦ νόμου, εἴτε διὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἐξ αὐτῶν ποίους θέλομεν ἀποσπάσει εἰς τὰς ἀλλοτρίας λεγομένας ὑπηρεσίας, ἴσως τοὺς πλέον ἐγγραμμάτους, ἴσως τοὺς καλλίτερον ἐκπαιδευθέντας, καὶ αὐτοὺς ν’ ἀποστείλωμεν, ἀφίνοντες εἰς τὰς τάξεις τῶν τὰς 6 ἢ 5 ἄλλας χιλιάδας, ἵνα πληρέστερον ἐκγυμνασθῶσι. Τί θὰ μένωσι λοιπὸν εἰς τὰς τάξεις; Θὰ μένωσι 5,000 ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι μετὰ τῶν 15,000 ἄλλων, τῶν νεοσυλλέκτων, θ’ ἀποτελῶσι δύναμιν 20,000, δυναμένην νὰ συγκεντρῶται εἰς μεγάλας μονάδας καὶ νὰ ἐξασκῆται. Οὗτοι βεβαίως θὰ πράξωσι τὸ αὐτό· τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ δώσωσι 10,000 ἄνδρας εἰς τὰς διοικητικὰς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν οἱ 5,000 θὰ μένωσιν ἐπὶ διετίαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀσκούμενοι καὶ συντελοῦντες εἰς τὴν καλλιτέραν ἄσκησιν τῶν ἄλλων. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν 10,000 ἄνδρας ἀσκηθέντας διαρκῶς ἐπὶ ἓν ἔτος, θὰ ἔχωμεν δὲ 5,000 ἐξ ἑκάστης ἡλικίας ἐπὶ διετίαν ἀσκηθέντας. Τοιοῦτος στρατὸς νομίζω ὅτι θὰ δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Ἂν παρουσιάζῃ κατὰ τὰ ⅔ ἑκάστης ἡλικίας ἐλάσσονα ἄσκησιν τῆς τοῦ ἄλλου τρίτου, δυνατὸν εἶναι διὰ συχνοτέρας κλήσεως εἰς ἀσκήσεις νὰ ἐξισώσωμεν αὐτά. Δὲν βλέπω ἑπομένως τὰ ἐλαττώματα τῆς λύσεως, ἣν προτείνω, τοῦ ζητήματος, ὅπως ἔχωμεν ἠσκημένον, ἀλλὰ καὶ πολυάριθμον καὶ νεαρὸν διὰ πόλεμον στρατὸν, οὐχὶ δὲ ἠσκημένον μόνον, ἀλλ’ ὀλίγον καὶ κακοσύστατον. Ἂν βεβαίως εἴχομεν χρήματα, ὅπως διατηρῶμεν πολλὴν χωροφυλακὴν καὶ πολλὴν ἀστυνομίαν, ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἀζημίως ὅ,τι ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, διότι θὰ εἴχομεν καὶ πολὺν καὶ ἠσκημένον στρατόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, διατὶ χάριν μιᾶς ἰδέας ὀρθῆς, ἀλλ’ ἀσυμφόρου, νὰ θυσιάζωμεν τὸ ζήτημα τοῦ πολλοῦ στρατοῦ καὶ στρατοῦ ἐπαρκῶς ἠσκημένου; — διότι βεβαίως, ἔχοντες πολὺν στρατόν, δυνάμεθα νὰ τὸν ἐξασκήσωμεν. Ἐὰν ἔχωμεν ὀλίγον στρατὸν, διότι θὰ ἔχωμεν πολλὴν χωροφυλακὴν, δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ τὸν ἐξασκήσωμεν ὡς πρέπει, διότι θὰ ἦναι ὀλίγος, καὶ ἐὰν τὸν ἐξασκήσωμεν, θ’ ἀποτύχωμεν ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ὀλίγον στρατὸν διὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας.
§116Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν ἐρώτησιν. Ἐὰν ἔχωμεν στρατὸν, οἷον λέγετε, πολυάριθμον, ὁ στρατὸς αὐτὸς δὲν θὰ θέλῃ χρήματα;
§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται παρὰ μόνον περὶ 30,000.
§119ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Τρία ἑκατομμύρια μόνον θὰ στοιχίσῃ.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸν λογαριασμόν σας.
§121Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λοιπὸν ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν στρατὸν πολυάριθμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος δι’ ἀρκετοῦ ποσοῦ χρημάτων, πῶς εὑρίσκετε ὅτι αὐτὸς ὁ στρατὸς, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος, —μόνον οἱ ὁπλῖται καὶ οὐχὶ τὰ στελέχη ἐντελῶς, — πῶς εὑρίσκετε, ὅτι ὁ στρατὸς αὐτὸς θὰ δώσῃ ἐφεδρείαν; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἐξήγησιν.
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸ ζήτημα. Ἡ θητεία θὰ ἦναι διετής. Μήπως σήμερον δὲν ἔχετε τὸ αὐτό;
§123Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ τὸ μεταβάλωμεν.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περίεργον! Αὐτὸ εἶναι ζήτημα παράδοξον, ὅπερ θέτετε. Ἐπιθυμία σᾶς κατέλαβε νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἠσκημένον, ὅταν δὲ σᾶς ἐρωτῶμεν, καὶ πόσος θὰ ἦναι ὁ στρατὸς αὐτός; ἀπαντᾶτε 5,000.
§125ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀλίγον καὶ καλόν.
§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ στρατὸς δὲν εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων, ὧν ἔχει τις ἀνάγκην ὀλίγων καὶ καλῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἡμεῖς, ὡς τὰ ἄλλα Κράτη, στρατοῦ πολλοῦ. Αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ ἱστορία τοῦ τελευταίου πολέμου.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι· μᾶλλον ἔχει σχέσιν ὅ,τι ὑποστηρίζω μὲ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ μοὶ εἴπητε, διὰ τὰς 30,000 δὲν θὰ δαπανήσωμεν περισσότερα παρὰ διὰ τὰς 10,000 ἀνδρῶν;
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἦλθον ἀκόμη εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ συζητεῖτε.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ τὸ συζητήσω. Ἤδη θὰ ἐκφράσω τίνα ἰδέαν ἔχω περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ εἷς ἀξιωματικὸς καὶ ὑπαξιωματικὸς ἐν τῷ στρατῷ, ὅστις νὰ μὴ ἦναι παρεσκευασμένος καὶ νὰ μὴ δύνηται ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς πόλεμον, ὅτι δὲν πρέπει τὸ ἔθνος νὰ διατηρῇ εἴτε ἀξιωματικοὺς εἴτε στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἦναι ἱκανοὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου νὰ δράμωσιν εἰς ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος, ὅτι οὐδὲν, ὅπερ δὲν εἶναι δύναμις καὶ παρασκευὴ καὶ δαπάνη πρὸς πόλεμον, πρέπει νὰ γίνηται ἐν τῷ στρατῷ. Ὅλα πρέπει νὰ ἦναι ἀληθὴς παρασκευὴ πρὸς πόλεμον. Διότι, ἐὰν δὲν ὁρμώμεθα ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, δὲν θὰ ἔχωμεν στρατὸν, ἀλλ’ ἄθροισμα ἀνθρώπων ἀχρήστων ἐν ὥρᾳ κινδύνου, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, μεθ’ ὅλας τὰς δαπάνας, ἃς θὰ καταβάλλωμεν. Λοιπὸν πρέπει νὰ ὁρμώμεθα ἐν τῷ στρατιωτικῷ ζητήματι ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδέας, καὶ νὰ μὴ δεχώμεθα νὰ πληρώνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ἐν πολέμῳ νὰ χρησιμεύσωσιν. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς κινούμενος, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν χωροφυλακὴν νὰ μὴ ἔχωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀναπληρώσωμεν διὰ τοῦ στρατοῦ, οἰκονομοῦντες ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ὅλον τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον ἡ χωροφυλακὴ, ὡς σῶμα ἐξ ἐθελοντῶν, ἑπομένως πολυδάπανον, αὔριον δὲ πολυδαπανώτερον, ἀπαιτεῖ διὰ νὰ συντηρηθῇ. Δὲν λέγω βεβαίως ἡ σημερινὴ χωροφυλακὴ νὰ ῥιφθῇ εἰς τοὺς δρόμους. Ὀφείλομεν νὰ συμπεριλάβωμεν αὐτὴν εἰς τὸν στρατόν.
§133ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἡ ἀστυφυλακὴ νὰ συγχωνευθῇ εἰς τὸν στρατόν;
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀστυφυλακὴ ἠξεύρετε ὁποῖον ἄθροισμα εἶναι, καὶ ἂν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἐν πολέμῳ.
§135ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀστυφυλακή, ὅπως μέχρι τοῦδε, δι’ ἐθελουσίας κατατάξεως;
§136ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔθεσα.
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος ἀγορεύων ὑποστηρίζει, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλίπῃ ἡ ἀστυφυλακή.
§138Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι προτιμότερον ὁ ἀγορεύων νὰ ἀναπτύξῃ εὐρύτερον τὰς ἰδέας του, ὅπως δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἐννοήσωμεν;
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἐπιτρέπῃ ὁ ἀγορεύων...
§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιτρέπω· ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὲ ἐλέγχητε δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, οὐχὶ δὲ δι’ ὅσα δὲν εἶπον.
§142ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς ἠρώτησα, περὶ ἀστυφυλακῆς.
§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἦλθον ἀκόμη εἰς τὴν ἀστυφυλακήν.
§144ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς ἠρώτησα· ἐκτὸς τῶν 30,000 ἐννοεῖτε νὰ ἔχητε καὶ σῶμα ἀστυφυλακῆς;
§145ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ὅταν ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα.
§146ΔΑΟΥΤΗΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἀγορεύοντα.
§148ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξαρτᾶται.
§149Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐντὸς δέκα λεπτῶν δὲν τελειώνητε τὸν λόγον, θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν νὰ διακόψητε.
§150ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν δύναμαι μὲ τόσην ἀκρίβειαν νὰ ὁρίσω. Γίνονται καὶ διακοπαί.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἡμεῖς.
§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ κύριος Δεληγεώργης νομίζῃ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ διακόψωμεν, ἂς διακόψωμεν.
§153ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ ἔχῃ διάθεσιν.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10ης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 25′ μ. μ.)
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§156Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, πρὸ μικροῦ, ὅτι ὀφείλομεν καὶ δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὑπὸ τὰ ὅπλα, μέχρι 30 χιλιάδων ἀνδρῶν. Πρὸς ἐπάρκειαν τῆς συντηρήσεως τοσούτου στρατοῦ νομίζω κατὰ πρῶτον λόγον, ὅτι πρέπει ἡ χωροφυλακὴ κατὰ τὸ πλεῖστον νὰ ἐκλίπῃ, τὰ δὲ στελέχη αὐτῆς, τὰ σήμερον ὑπάρχοντα, νὰ συγχωνευθῶσιν ἐν τῷ μονίμῳ ἐνεργῷ στρατῷ. Ἐπρόσεξα εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμος Βουλευτὴς προέβαλεν, ὅπως ἡ χωροφυλακὴ ὀργανισθῇ κατὰ τάγματα, καὶ ἐκγυμναζομένη στρατιωτικῶς δύνηται ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ ὑπηρετῇ ὡς ὁ ἄλλος στρατός. Εὑρίσκω ὅμως, ὅτι περιέχει ἡ πρότασις αὕτη δύο μειονεκτήματα. Πρῶτον, ὅτι δυσχερὴς θὰ ἦναι, λόγῳ τῆς διασπορᾶς, ἡ ἐκγύμνασις τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως τοῦ λοιποῦ στρατοῦ· δεύτερον μειονέκτημα, ὅτι δὲν θὰ δύναται νὰ τροφοδοτῇ κατ’ ἔτος διὰ μεγάλου ἀριθμοῦ ἀνδρῶν τὰς ἐφεδρείας, ἐνῷ συμφέρον πρὸς καταρτισμὸν μεγάλου καὶ νεαροῦ πρὸς πόλεμον στρατοῦ ἔχομεν, ὅπως κατ’ ἔτος εἰσάγωμεν εἰς τὴν ἐφεδρείαν αὐτοῦ δύναμιν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέραν καὶ ἐπαρκῶς ἐκγεγυμνασμένην. Διατηροῦντες χωροφυλακὴν πολυάριθμον καὶ πολυδάπανον ἐξ ἐθελοντῶν, ναὶ μὲν θὰ ἔχωμεν, ἐὰν κατορθῶμεν νὰ τὴν ἐκγυμνάζωμεν, δύναμιν ἀρκούντως ἴσως ἐκγεγυμνασμένην, ὡς ὁ τακτικὸς στρατὸς, ἀλλὰ δὲν θὰ δύναται αὕτη νὰ παράσχῃ σπουδαίαν δύναμιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ, τοῦτο δὲ εἶναι μέγιστον μειονέκτημα, διότι διὰ μεγάλων δαπανῶν θὰ συντηρῶμεν μὲν δύναμιν, ἡ ὁποία θὰ δύναται νὰ χρησιμεύῃ πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ ὁποία θὰ ἦναι καὶ αὐτὴ ἠσκημένη, ἀλλὰ τοιαύτη χωροφυλακὴ δὲν θ’ ἀφίνῃ χρῆμα διὰ στρατὸν καὶ ἑπομένως δι’ ἐφεδρείας. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν καὶ πολλοῦ στρατοῦ ἀνάγκην. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη συζητεῖται, περὶ χωροφυλακῆς, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἡ δύναμις αὐτῆς ἀπαιτεῖ δαπάνην δραχ. 4,799,892.75. Παρατηρῶ, ὅπως προλάβω ἀντίρρησιν καὶ πάλιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη τῶν 4,799,892.75 εἶναι δαπάνη ἄνευ τῶν ἐκπτώσεων, ἑπομένως εἶναι διὰ τὴν ὀργανικὴν δύναμιν, ἐπειδὴ δὲ ἡ δαπάνη ἡ σημερινὴ ἀνέρχεται εἰς δρ. 2,499,389.05, θὰ στοιχίσῃ ἡ ἀναδιοργάνωσις περιπλέον δρ. 2,300,503.70. Ἀλλὰ θὰ στοιχίσῃ πολὺ περισσότερον ἡ νέα ὀργάνωσις τῆς χωροφυλακῆς. Βέβαιον δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι διὰ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ὀργανίζει τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐντελῶς ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός, δηλαδὴ νὰ ἐκτελῶνται αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ἐπιτεθειμέναι εἰς τὸν στρατὸν ἤδη ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς πᾶσαι, ἐκτὸς ἐννοεῖται τῆς ἀστυνομικῆς, καὶ συγχρόνως αἱ ὑπηρεσίαι αἱ βαρύνουσαι τὴν χωροφυλακὴν σήμερον ὡς χωροφυλακήν. Φρονῶ δηλονότι, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκτελῶνται πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι αὐταὶ διὰ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ὀργανίζει, δηλαδὴ διὰ 4680 χωροφυλάκων, 817 ὑπαξιωματικῶν καὶ 163 ἀξιωματικῶν. Παραλείπω τὴν φύλαξιν τῶν συνόρων, διότι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἡ φύλαξις τῶν συνόρων πρέπει νὰ μένῃ ἀνατεθειμένη εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα. Δὲν γνωρίζω ποίαν δύναμιν μετὰ τὴν μεταβολὴν τῶν συνόρων θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ φύλαξις αὐτῶν. Ἄλλοτε ὑπῆρχον 49 μεθοριακοὶ σταθμοὶ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ 15 ἐν Ἠπείρῳ, ἐθεωρεῖτο δὲ, ὅπως πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο λόγος, ὅτι δύναμις ἐκ 1200 ἀνδρῶν ἀπῃτεῖτο, ἐν πρώτῃ γραμμῇ ἐνιαχοῦ, ἀλλαχοῦ δ’ ἐν δευτέρᾳ γραμμῇ, πρὸς φύλαξιν τῆς παλαιᾶς μεθοριακῆς γραμμῆς. Ποίας σήμερον μεταβολὰς, ὡς πρὸς τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν ἀνδρῶν, ἀπαιτεῖ ἤδη διὰ τὴν φύλαξιν ἡ νέα μεταβολὴ τῶν συνόρων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι βεβαίως εἰς θέσιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ. Ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὴν νέαν χωροφυλακὴν τὴν φύλαξιν τῶν συνόρων, ἔχομεν τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ μεταβατικὴ ὑπηρεσία, κατὰ τὰ σημειώματα, ἅτινα, ἄλλοτε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπισήμως, ἀπαιτεῖ ἀριθμὸν 1096 ἀνδρῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν. Διὰ τὴν φύλαξιν τῶν φυλακῶν ἀπαιτεῖται ἡμερησίως ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ 14, ὑπαξιωματικῶν 132 καὶ ἀνδρῶν 1004, ἐπειδὴ δὲ ἀνὰ τρεῖς ἡμέρας καὶ μία ἀλλαγὴ φρουρᾶς, ὁ ὅλος ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς 3450 ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ δύο ἡμέρας νὰ μένουν ἐν τῷ στρατῶνι οἱ ἄνδρες καὶ μίαν ἡμέραν ἐκτὸς τοῦ στρατῶνος. Ἐκτὸς ὅμως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἐκτελοῦνται παρὰ τοῦ στρατοῦ, καί τινων ἄλλων, τὰς ὁποίας, ὡς μικροτέρας, παραλείπω, εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ ἡ χωροφυλακή, ὡς π.χ. διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ περίπου 700 ἄνδρας. Ἑτέρους 700 χωροφύλακας πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τοὺς ἀπαιτουμένους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ποινικῶν δικαστηρίων καὶ Στρατοδικείων, 250 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαφόρων Μοιραρχιῶν, 350 διὰ τὴν δασοφυλακὴν, 195 διὰ τὴν τηλεγραφικὴν, τηλεγραφητὰς δηλαδὴ χωροφύλακας. Ἐὰν εἰς τὴν δύναμιν αὐτὴν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 2195 ἄνδρας, προσθέσωμεν 1096 τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας, 3450 τῶν φυλακῶν καὶ 2300 τῆς ἀστυνομίας, θέλομεν ἔχει τὸ ὅλον ὑπὲρ τὰς 9000. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἀναγκαίως τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ἡ προσθήκη 10 νομῶν, 4 Πλημμελειοδικείων, 4 φυλακῶν, 10 Μοιραρχιῶν, καὶ ἐὰν ὑπολογίσωμεν τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς τοὺς περιπλέον εἰς μόνον 400, θέλομεν ἔχει ὑπὲρ τοὺς 9400, καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν τοὺς 2300 τῆς ἀστυνομίας, διότι ὀργανίζεται ἴδιον ἀστυνομικὸν σῶμα, πάλιν ἔχομεν ἀνάγκην 6741 τοὐλάχιστον χωροφυλάκων. Ἐὰν ἤδη παρατηρήσωμεν τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ὀργανίζει, θέλομεν ἴδει, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ ἀνδρῶν, δηλαδὴ ὑπάρχει ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον λέγει μὲν ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἀναπληρώσῃ διὰ τῆς μεγαλειτέρας ἱκανότητος καὶ ἀξίας τῶν χωροφυλάκων, καθὸ ἐθελοντῶν, οὓς ἐφεξῆς θὰ κατατάξῃ εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἀντὶ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι σήμερον κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ χωροφυλακῇ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρῇ τὴν ἐλπίδα αὐτὴν βάσιμον. Ἡ ποιότης καὶ αὐτῶν θὰ ἦναι ἐλεεινή. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται μείζων ἀριθμὸς ἄλλως, διότι λόγῳ τῆς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία εἶναι ὑπηρεσία κατὰ μικρὰ τμήματα διεξαγομένη, ἀπαιτεῖται ἀναλόγως μεγαλείτερος ἀριθμὸς ἀνδρῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Διὰ τοῦτο θέλομεν ἀναγκασθῆ μετ’ οὐ πολὺ, τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον σήμερον ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀναγκαῖον διὰ τὰς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὰς παλαιὰς καὶ τὰς νέας, δηλαδὴ τὰς τοῦ στρατοῦ, νὰ τὸν αὐξήσωμεν κατὰ 500 ἕως 600 τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ παραλείπων καὶ τὴν αὔξησιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἀναγκαίως θὰ συνεπαγάγῃ ἡ νέα ὀργάνωσις τῆς χωροφυλακῆς, περιορίζομαι ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς μου εἰς τὸν ἀριθμὸν, ὁ ὁποῖος σήμερον ὑπάρχει. Συνεπείᾳ τῆς νέας ὀργανώσεως, ὑπολογίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ μὲν ὅλον τῆς δαπάνης διὰ τὴν χωροφυλακὴν εἰς δρ. 4,799,892.75, τὸ δὲ περιπλέον ποσὸν εἰς δρ. 2,300,503.70. Λέγων ὅτι πρέπει νὰ συγχωνεύσωμεν τὰ στελέχη τῆς χωροφυλακῆς, τὰ νῦν ὑπάρχοντα, εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν, καὶ νὰ προσθέσωμεν 10,000 ἄνδρας εἰς τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ὅπως τὸ ὅλον τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἀνέρχηται εἰς δύναμιν 30,000 ἀνδρῶν, ἐννοῶ νὰ ἐπιτύχω τοῦτο διὰ τῆς προσθήκης εἰς τὰς δαπάνας τοῦ στρατοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν δρ. 4,799,892,75, ἃς κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀπαιτῇ ἡ νέα χωροφυλακή, ἂν καὶ θ’ ἀπαιτήσῃ πλείονα, διότι ἐπ’ αὐτῇ τῇ βάσει μόνον εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ μεταβολὴ, ἣν προτείνω, ὡς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει, ἐννοεῖται, τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ νέου τῆς ἀστυνομίας. Διότι σκοπός μου εἶναι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι μὲ τὴν πρόσθετον αὐτὴν δαπάνην τῶν 4,799,892 δρ., ἴσως καὶ κατὰ τι μικροτέραν, διότι μόνον μελέτη λεπτομερὴς ἐπὶ τῶν καθέκαστα παρ’ εἰδικοῦ ἀνδρὸς δύναται νὰ ὁρίσῃ τοὺς ἀκριβεῖς ἀριθμούς, μὲ τὴν δαπάνην, λέγω, αὐτὴν δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως ἐν τῷ στρατῷ 10,000 ἀνδρῶν περιπλέον, εἰς τὰ διάφορα ὅπλα διανεμηθησομένων ὑπὸ τὰ ὑπάρχοντα στελέχη καὶ ὑπὸ τὰ στελέχη τῆς σημερινῆς χωροφυλακῆς, ἅτινα προτείνω νὰ συγχωνευθῶσιν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ, πλὴν ἐλαχίστων. Βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον χωροφυλακήν, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτῆς θὰ ἔχωμεν 10,000 ἀνδρῶν στρατιωτικὴν δύναμιν χρήσιμον πρὸς πόλεμον, ἐτησίως προστιθεμένην, καὶ κατὰ 10,000 ἄνδρας αὐξάνουσαν κατ’ ἔτος τὴν σημερινὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ. Οἱ 10,000 αὐτοὶ ἄνδρες, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὰ ὑπάρχοντα στελέχη, ὡς εἶναι σήμερον ὁ ὀργανισμός, εἰς τὰ 10 δηλονότι συντάγματα τοῦ πεζικοῦ, εἰς τὰ 8 τάγματα τῶν εὐζώνων, εἰς τὰ 3 συντάγματα τοῦ πυροβολικοῦ, εἰς τὸ 1 σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ καὶ εἰς τὰ 3 συντάγματα τοῦ ἱππικοῦ, ἄνευ αὐξήσεως στελεχῶν, μὲ μόνην τὴν προσθήκην τῶν σημερινῶν στελεχῶν τῆς χωροφυλακῆς. Ταῦτα θὰ διανεμηθοῦν εἰς τὸ ὑπάρχον στράτευμα, καὶ εἶναι ἀναγκαῖα, διὰ τὸν λόγον, ὅτι θὰ ἔχωμεν ὑπηρεσίαν 8 ἢ 10 χιλιάδων ἀνδρῶν εἰς τὰς διαφόρους διοικητικὰς ὑπηρεσίας, οἱ ὁποῖοι προδήλως ἔχουν ἀνάγκην ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, τὰ δὲ στελέχη αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ μειώνουν ἐπιβλαβῶς τὴν συγκρότησιν τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἀποκλειστικὸν ἔργον θὰ ἔχῃ νὰ ἀσκῆται στρατιωτικῶς. Οἱ 10,000 αὐτοὶ ἄνδρες, ἂν τοὺς λάβωμεν ἄνευ τῶν στελεχῶν, ἀπαιτοῦσι δαπάνην 3,768,000 δραχ. διὰ μισθοδοσίαν, τροφὴν καὶ ἐνδυμασίαν, ἡ δὲ διανομὴ αὐτῶν εἰς τὰ ὑπάρχοντα στελέχη οὐδεμίαν βεβαίως ἀνωμαλίαν θὰ ἐπιφέρῃ, διότι καὶ κατὰ τὴν ὀργανικὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἡ δύναμις τῶν δέκα χιλιάδων δὲν ὑπερβαίνει τὰς διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ὁριζομένας ἀνάγκας. Οὕτω διὰ τῆς δαπάνης τῶν 4,799,000 δραχμῶν, ἃς θ’ ἀπαιτῇ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ χωροφυλακή, εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ ἡ δαπάνη τῆς μισθοδοσίας, ἡ ὁποία εἶναι κατὰ στρατιώτην 42 ἢ 44 λεπτὰ, τῆς τροφῆς καὶ τῆς ἐνδυμασίας τοῦ στρατιώτου, τὴν ὁποίαν ὑπελόγισα οἷα εἶναι καὶ ἐν τῷ πυροβολικῷ καὶ τῷ πεζικῷ καὶ ἱππικῷ, διότι μικραὶ εἶναι αἱ διαφοραί, ἑπομένως διὰ τῶν 4,799,000 δραχ. εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 3,768,000 δραχ. τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τοὺς 10,000 ἄνδρας, καὶ συγχρόνως ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 447,000 δραχμάς, καὶ ἡ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 563,000, ὡς ὀργανίζονται διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου. Ὥστε ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἔλλειμμα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἢ θὰ ὑπάρξῃ ἐλάχιστον ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον, προκειμένου περὶ τόσον μεγάλου ἔργου, ἂν κατορθωθῇ, βεβαίως ἀξίζει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ οὐ μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀστυνομικὸν νομοσχέδιον ὡς ἀναγράφει τὰς δαπάνας, δὲν τὰς ἀναγράφει πλήρεις· διότι, ἂν θέλωμεν νὰ ἐκτελέσῃ ἡ νέα διοικητικὴ ἀστυνομία τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερον συντρέχουν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Κράτει, λίαν ἐνωρὶς θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλον ἀριθμὸν ἀνδρῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν νομοθετουμένην δύναμιν. Σήμερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυφυλακῆς σημειοῦνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 345 ἀξιωματικοί, 302 ἐνωμοτάρχαι καὶ ὑπενωμοτάρχαι καὶ 1855 ἀστυφύλακες, τὸ ὅλον 2502, ἀλλὰ τὴν ἀστυνομίαν συντρέχει καὶ δύναμις χωροφυλάκων καὶ στρατιωτῶν, ἀνερχομένη εἰς 4235 ἄνδρας μετὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὥστε τὸ ὅλον ἀνέρχεται εἰς 6,737 ἄνδρας.
§157Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πόθεν ἀρύεσθε τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν; ὅτι 4235 ἄνδρες συντρέχουσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν;
§158ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Τὸν ἀρύομαι ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ 1896 ἐνώπιον τῆς τότε Κυβερνήσεως.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον προχθὲς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὡρισμένους.
§160ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν σήμερον διατίθενται ὀλιγώτεροι, δὲν γνωρίζω. Ἀλλὰ 4235 εἶναι οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ στρατιῶται, ἐκτὸς τῶν 1855 ἀστυφυλάκων, οἱ βοηθοῦντες. Ἄν αὐτὴ ἡ δύναμις θεωρηθῇ ὡς ἡ δύναμις ἡ τακτικὴ, ἡ ἀπαιτουμένη, ἐλλείπει, συγκριτικῶς πρὸς τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας ἀναγράφει, δύναμις 2217 ἀνδρῶν.
§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς δώσω πίνακα περιλαμβάνοντα τὸν ἀριθμόν.
§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν θεωρῆτε ἐσφαλμένον τὸν ἀριθμὸν, ἠμπορεῖτε νὰ τὸν ἀνασκευάσητε.
§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀναφέρετε.
§164ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Αὐτοὶ εἶναι ἰδανικοὶ ἀριθμοί. Ἡ ὑπηρεσία οὐδέποτε τοὺς ἔδωκε.
§165Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὥστε φρονεῖτε, ὅτι σεῖς ἔχετε ἀριθμοὺς πραγματικοὺς, καὶ ἡ ὑπηρεσία δίδει ἐσφαλμένους;
§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω, ἐλήφθησαν παρ’ ἀξιωματικῶν ἐργασθέντων ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐχορηγήθησαν ὅλα τὰ μέσα, ὅπως ἐξαγάγωσι τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς ἐπισήμως. Ἄν θέλητε τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ἔχω ἐδῶ· εἶναι ἐξηγμένοι ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνθαρρύνει νὰ θεωρῶ αὐτοὺς ἀκριβεῖς, εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἀνεφέροντο τότε ἀπὸ τοῦ βήματος, ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἀντεῖπε.
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ ἐπίσημος κατάστασις τῶν ἀριθμῶν, καὶ δύνασθε νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν (ἐγχειρίζει τῷ ἀγορεύοντι πίνακα).
§168ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐνταῦθα ἀναφέρονται 141 μόνον στρατιῶται. Τοὺς εὑρίσκω πολὺ ἠλαττωμένους.
§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δά! Πρόκειται περὶ ἐνισχύσεως ἀστυνομίας διὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ εἶναι ἀκριβέστατοι οἱ ἀριθμοί. Δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ ἐνισχύσεως τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἀστυνομίας. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα περὶ ἐνισχύσεως τῆς χωροφυλακῆς· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, νομίζω, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι σας, διότι ἀνεβιβάσατε τὸν ἀριθμὸν εἰς ἕξ χιλιάδας, καὶ εἴπετε ὅτι δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκετε διαφορὰν 1500, καὶ ἐκεῖ εἶσθε ὑπερβολικός. Βεβαίως ὑπάρχει μία διαφορά, ἀλλ’ ὄχι 1500, — εἰς 2000 μάλιστα ἀνεβιβάσατε τὴν διαφοράν, —ὑπάρχει μία διαφορά, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι τὴν διαφορὰν ταύτην θὰ καλύψῃ ἡ διαφορὰ τῆς ποιότητος τῶν ἀνδρῶν.
§170ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἐστηρίχθην ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι προσήχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 1896 καὶ εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἀντέλεξεν ἡ τότε Κυβέρνησις. Δὲν πιστεύω δὲ ὅτι διαφέρουν σήμερον ἀπὸ ὅ,τι ἦσαν τὸ 1896, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν χωροφυλακὴν καὶ ἀστυφυλακὴν ὀλιγώτεροι ἄνδρες παρὰ τότε. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἔχων τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ 1896, δὲν ἐζήτησα ἄλλους· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν μετεβλήθησαν αἱ ἀνάγκαι, οὔτε οἱ ἀριθμοί. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τοσοῦτος εἶναι ὁ ἀριθμὸς, δηλ. ἐλάσσων κατὰ 2217, τότε ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἀναγράφεται, τῶν 4,428,000 διὰ σήμερον, βεβαίως θὰ αὐξηθῇ μετ’ ὀλίγον χρόνον, ἂν ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, ἦναι ἀκριβὴς, καὶ θὰ ζητηθῇ αὔξησις παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἄλλως ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀποσπάσῃ πάλιν ἐκ τοῦ στρατοῦ ἐπικουρικοὺς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ θὰ καταντήσῃ ἐντελῶς ἀνεφάρμοστον ὅ,τι ἐπιδιώκουν τὰ δύο νομοσχέδια. Ἢ λοιπὸν θὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν καὶ ἡ δαπάνη, ἤ, ἂν μείνωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἀναγράφεται, θ’ ἀποσπάσωμεν καὶ πάλιν ἀριθμὸν ἀνδρῶν ἐκ τοῦ στρατοῦ, καὶ θὰ φέρωμεν τὴν παράλυσιν εἰς αὐτόν. Ὁπωςδήποτε ἐκ τῆς δαπάνης τῆς χωροφυλακῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα πρὶν καὶ ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 4,428,000 δραχμὰς, νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ ἡ δαπάνη ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τοὺς 10,000 ἄνδρας ἄνευ στελεχῶν, καὶ διὰ τὰ στελέχη τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα θὰ συγχωνευθῶσιν εἰς τὰ στελέχη τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ἰδοὺ ἐπὶ τίνος βάσεως στηρίζεται ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα. Βεβαίως εἶναι τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν ἔργον νὰ ἐξετάσουν καὶ βεβαιώσουν, ἂν οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐξήγαγον, ἦναι ἀκριβεῖς, ἢ ἂν ἡ μεταβολὴ, ἣν προτείνω, θέλει προκαλέσει πολὺ μεγαλειτέρας δαπάνας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ τυχὸν ἔλλειμμα, θὰ ἦναι τοῦτο τόσον μικρὸν, ὥστε ἀπέναντι τοῦ ἀποκτήματος τοῦ νὰ ἔχωμεν 30,000 ἐνεργὸν στρατὸν μὲ δαπάνην ἢ τὴν αὐτὴν, ἣν διὰ στρατὸν καὶ χωροφυλακὴν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νῦν, ἢ ὀλίγον διαφέρουσαν αὐτῆς, ἡ πρότασις ἀξίζει νὰ ἐφελκύσῃ καὶ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀξίζει δὲ πρὸ παντὸς νὰ ἐπισπάσῃ τὴν μέριμναν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποτυγχάνει καὶ εἰς τὸν ἄλλον αὐτοῦ σκοπὸν, τοῦ νὰ δώσῃ χωροφυλακὴν ἀξίαν τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς καὶ ὁποίαν ὅλοι ἐννοοῦμεν ὅτι δαπανῶντες περισσότερα πρέπει νὰ ἔχωμεν, χωροφυλακὴν δυναμένην νὰ ἐκτελῇ ἐντελῶς τὰ καθήκοντα αὑτῆς, καὶ τὰ εἰδικὰ καὶ τὰ πρόσθετα, καὶ ἱκανὴν νὰ ἐκτελῇ αὐτὰ κατὰ τρόπον ἀνεπίληπτον, μὴ δίδοντα ἑπομένως λαβὴν εἰς οὐδὲν παράπονον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν ἀκούομεν κατ’ αὐτῆς. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐλπίζω νὰ ἔχωμεν χωροφυλακὴν καλὴν οὔτε μετὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ὅτι οὐδαμοῦ δύναται νὰ ὑπάρξῃ χωροφυλακὴ καλὴ, ὅπου δὲν ὑπάρχει στρατὸς καλός. Ἡ χωροφυλακὴ δὲν εἶναι τάξις δημοσίων ὀργάνων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ εὑρίσκῃ ἡ Πολιτεία ὅπου ἂν θέλῃ. Εἶναι ὄργανα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται μόνον ἐν καλῶς ὠργανισμένῳ καὶ πειθαρχοῦντι στρατῷ καὶ τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἐκεῖθεν ἡ ἐξουσία μετὰ μακρὰν ὑπηρεσίαν καὶ δοκιμασίαν καὶ ὑπὸ ἐγγυήσεις, χορηγοῦσα ἐπαρκῆ ἀμοιβήν. Τὸ νὰ δίδῃ αὐτὴν ἡ ἐξουσία, μικρὰν ἀναλόγως τῶν πόρων της, εἶναι μάταιον. Νὰ ζητῶμεν δὲ νὰ ἔχωμεν χωροφυλακὴν καλὴν ἀπὸ στρατὸν, ὁ ὁποῖος δὲν διοικεῖται καλῶς καὶ δὲν ἀσκεῖται στρατιωτικῶς καὶ δὲν μορφώνει στρατιώτας, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς ἄλλην ἐποχὴν εἶχεν ἡ χωροφυλακὴ καὶ εὕρισκεν εὐκόλως ἐκ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἄνδρας καλοὺς, ἀλλὰ τότε καὶ μακροτέρα ἦτο ἡ θητεία καὶ καλλίτερον διῳκεῖτο, καὶ ἐν τῷ στρατῷ ἡ πειθαρχία ἦτο αὐστηροτέρα, καὶ ἡ πολιτικὴ δὲν εἶχεν εἰσχωρήσει καὶ ἐξασθενίσει τὸ αἴσθημα τῆς πειθαρχίας. Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ μόνον στρατὸς, πρέπει καὶ νὰ ζῇ ὑπὸ αὐστηρὰν πειθαρχίαν, ὥστε κυρίως αὐτὴ νὰ συντρέχῃ εἰς τὸ νὰ μορφώνῃ καὶ νὰ δίδῃ εἰς τὴν χωροφυλακὴν τοὺς καταλλήλους ἄνδρας. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἄλλοτε ὑπῆρχε καὶ ἄλλη πηγή, ἐξ ἧς ἐλαμβάνοντο καλοὶ χωροφύλακες. Αἱ ἐπαρχίαι τῆς Δυτικῆς κυρίως Ἑλλάδος περιεῖχον τάξιν τινὰ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο ἢ δὲν ἤθελον νὰ ἀσχοληθοῦν εἰς βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα, νὰ ἀσχοληθοῦν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, καὶ ἔμενον ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν ἰδέαν, εἰς τὰς ἕξεις τοῦ στρατιωτικοῦ ἐπαγγέλματος. Ὅταν τὸ Κράτος ἤθελε νὰ στρατολογήσῃ χωροφύλακας ἢ ἐθελοντάς, δὲν εἶχεν ἢ νὰ δηλώσῃ τοῦτο εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς, καὶ πλῆθος τοιούτων ἀνδρῶν, προθύμων καὶ καταλλήλων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς ἢ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, προσήρχοντο. Σήμερον ὅμως ποῦ νὰ ζητήσητε χωροφύλακας; Εἰς τοὺς ἀφυπηρετήσαντας; Ἀλλ’ αὐτοὶ πᾶν ἄλλο ἢ στρατιωτικὴν ἀγωγὴν ἔλαβον ἐν τῷ στρατῷ. Ἐκτὸς τούτου, αὐτὸ, τὸ νὰ ὑπάρχουν ἀφυπηρετήσαντες στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι μετὰ ἔτη οὐδὲν ἔργον νὰ ἔχουν, καὶ νὰ ζητοῦν ἀντὶ 50 δρ. νὰ καταταχθοῦν χωροφύλακες ἐπὶ τριετεῖ θητείᾳ, εἴτε ν’ ἀνανεώνουν κατὰ τὴν λῆξιν τὴν θητείαν αὐτῶν, ἀποδεικνύει ποίας ποιότητος θὰ ἦναι οἱ χωροφύλακες αὐτοί. Ἀναμφισβήτητον καὶ πρόδηλον εἶναι, ὅτι πρὸς συγκρότησιν ἀληθοῦς χωροφυλακῆς εἶναι ἀνεπαρκεστάτη ἡ μισθοδοσία τῶν 50 δραχμῶν. Ἀλλαχοῦ — καὶ ἀναφέρω ἰδίως τὴν Πρωσσίαν — οὐ μόνον μετὰ ἑπταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ γίνεται δεκτός τις νὰ καταταχθῇ ὡς χωροφύλαξ, ἀλλὰ καὶ ἡ μισθοδοσία αὐτοῦ ἀνέρχεται ἀπὸ 130 μέχρις 150 δραχμῶν. Βεβαίως τὸ Κράτος ἡμῶν δὲν δύναται σήμερον νὰ δώσῃ περισσότερα, ἀλλὰ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τὸν τῆς μισθοδοσίας τῆς ἀνεπαρκοῦς, δὲν θὰ ἔχωμεν καλοὺς χωροφύλακας, καὶ πρέπει διὰ τοῦτο νὰ μὴ ἐχώμεθα τῆς χωροφυλακῆς ὡς τοῦ μόνου μέσου, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατόν. Ἡ χωροφυλακὴ οὔτε πολλὴ δύναται νὰ ἦναι, ἀλλὰ καὶ πολλὴ ἂν ἦναι, δὲν θ’ ἀφήσῃ νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς, ἵνα ἐκγυμνάζηται, οὔτε καλὴ, δι’ ἔλλειψιν ἀληθοῦς στρατοῦ καὶ μέσων. Δὲν θέλω περισσότερον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, οὔτε νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασιν, χωρὶς νὰ ἔχω βεβαίως τὴν ἐλπίδα, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ δεκτή, ὅπως λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν συντόνως καὶ μελετήσωμεν καὶ βασανίσωμεν τὴν πρότασίν μου, δηλαδὴ πῶς εἶναι δυνατόν, καταργοῦντες τὴν χωροφυλακὴν καὶ συγχωνεύοντες αὐτὴν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν, νὰ ἀποκτήσωμεν τὰ μέσα, ὅπως συντηρῶμεν πολὺν στρατὸν καὶ καλῶς ἠσκημένον διὰ τὰς περιστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας τὸν προορίζομεν. Βεβαίως, ἐννοῶ, ὅτι τὸ ἁπλούστερον εἶναι νὰ ὑπάρχῃ χωροφυλακὴ καὶ ἀστυνομία ἀρκεταὶ, ὅπως μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην τοῦ στρατοῦ, συντηρούμεναι διὰ μεγαλειτέρας δαπάνης, συγκεκροτημέναι ἐξ ἐθελοντῶν καὶ ἀφίνουσαι τὸν στρατὸν νὰ ἀσκῆται εἰς τὰ τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἡ συντήρησις αὐτῶν θ’ ἀπαιτήσῃ ἀνώτερα τῶν δυνάμεών μας μέσα, ἀφοῦ δὲ δὲν ἔχομεν τὰ οἰκονομικὰ μέσα, ἀφοῦ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ὡς περισσεύματα, διὰ τῶν δηλώσεων, διὰ τῶν νέων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη πρέπει νὰ θεωρηθῶσι τετελεσμέναι, διότι ἐψηφίσθησαν, ἐξηντλήθησαν, θ’ ἀναγκασθῶμεν ἐλάχιστα νὰ διαθέτωμεν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἄξιον λόγου στρατὸν, ἀνάλογον πρὸς τὰς θυσίας, ἃς ποιούμεθα ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας. Ἐπὶ τόσον μικροῦ στρατοῦ οὐδεμία πολεμικὴ ἐνέργεια δύναται νὰ βασισθῇ. Διὰ τοῦτο ἀφίνουσιν εἰς ἀπορίαν πάντα τὰ διάφορα αὐτὰ νομοσχέδια καὶ αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, ἂν δηλ. θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν κανονικὰς πλέον καὶ τακτικὰς δαπάνας ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν ἀναδιοργανώσεως, ὁποῖαι εἶναι ἰδίως αἱ μετὰ τὸν πόλεμον ἐπιβαλλόμεναι. Διὰ τῶν δύο αὐτῶν νομοσχεδίων, τοῦ περὶ χωροφυλακῆς καὶ τοῦ περὶ ἀστυνομίας, ἐπιβάλλονται μεγάλαι δαπάναι, ἐνῷ εἶναι οὐχὶ εὐάρεστος ἡ κατάστασις ἡμῶν οἰκονομικῶς· ἐνῷ δ’ ἐπιβάλλονται δῆθεν χάριν τοῦ στρατοῦ, ἀκριβῶς εἶναι τὰ ἐχθρικώτερα εἰς τὸν στρατόν. Ὅσα ὑπέστημεν ἐν τούτοις ἐπιβάλλουσι ταχίστην μέριμναν, καὶ μέριμναν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσῃ εἰς κανενὸς τὴν κεφαλὴν, πρὸ πάντων εἰς κανενὸς τῶν κυβερνώντων σήμερον, ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, μετὰ τὰς μακρὰς ἀποτυχίας ἡμῶν, ὡς ζήτημα λελυμένον κατὰ τοῦ στρατοῦ πλέον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι οὐδεμία ἐφεξῆς πρέπει νὰ γίνηται περὶ αὐτοῦ σκέψις καὶ οὐδεμία θυσία, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν διατηροῦντες τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν καὶ ἔχοντες στρατόν τινα τοσοῦτον, ὅσος εἶναι ἀρκετὸς, ἵνα παρίσταται εἰς παρατάξεις, ἢ νὰ δικαιολογῇ τὴν ὕπαρξιν στελεχῶν μεγάλων, καίτοι ἄνευ οὐδεμιᾶς χρησιμότητος ὑπὲρ τοῦ ἔθνους καὶ ὠφελείας. Δὲν πιστεύω ὅτι ἔχει τις ἐνταῦθα τοιαύτας ἰδέας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπέμεινα, ὅπως ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην μου περὶ ἄλλου τρόπου καὶ ἄλλης μεθόδου πρὸς λύσιν τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ τὸ ἔθνος.
§171ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ σύστημα τὸ εἰσαγόμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐν συνόλῳ αὐτὸ τὸ παλαιὸν σύστημα, ἀφ’ οὗ διὰ λόγους κυρίως οἰκονομικοὺς ἀπεμακρύνθημεν. Θέτομεν πάλιν κατὰ μέρος τοὺς κληρωτοὺς, εἰς οὓς προσεφύγομεν λόγῳ τοῦ ὀλιγοδαπάνου τῆς συντηρήσεως αὐτῶν, καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τοὺς ἐθελοντὰς, οὓς ἐγκατελείψαμεν λόγῳ τοῦ πολυδαπάνου καὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς ἅμα τῆς προσφερομένης εἰς αὐτοὺς ἀμοιβῆς, εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη αἱ τάξεις τῆς χωροφυλακῆς δὲν συνεπληροῦντο, διότι δὲν εὑρίσκοντο οἱ προσερχόμενοι εἰς αὐτάς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ· ἦσαν 40 ἢ 44 δραχμαὶ, νομίζω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι βεβαίως ἕτοιμος νὰ ὁρίσῃ τὸ ἀκριβές. Ἀλλ’ εἴτε 40 εἴτε 44 δραχμαὶ προσεφέροντο τότε εἰς τοὺς χωροφύλακας, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἶχε παρατηρηθῆ τοιαύτη ἔλλειψις προθυμίας εἰς προσέλευσιν καὶ κατάταξιν, ὥστε ἦλθεν ὥρα, καθ’ ἣν, ἐπειδὴ αἱ τάξεις τῆς χωροφυλακῆς ὑπερμέτρως ἠραιοῦντο ληγούσης τῆς θητείας πολλῶν χωροφυλάκων, ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη ποτὲ, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνα τρόπον νὰ μεταχειρισθῇ, ὅπως ἀναβάλῃ ἐπί τινας μῆνας τὴν ἀπόλυσιν ἑκατοντάδων τινῶν χωροφυλάκων, προλαμβάνουσα παράλυσιν τῆς ὑπηρεσίας. Μετὰ δὲ τοῦτο, δι’ οὓς λόγους περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ἔφθασεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ συστήματος τῆς προσλήψεως τῶν χωροφυλάκων ἐκ τῶν κληρωτῶν. Εἰς τὸ σύστημα λοιπὸν τὸ παλαιὸν ἐπανερχόμεθα σήμερον, καὶ ἂν πρόκειται νὰ κριθῇ τὸ σύστημα ἀπολύτως καὶ καθ’ ἑαυτὸ, βεβαίως ἡ κρίσις εἶναι ὑπὲρ τοῦ εἰσαγομένου συστήματος, διότι τὸ σύστημα τῶν ἐθελοντῶν εἶναι τὸ ἁρμόζον εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, ἂν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς εἰσάγεται τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν τὸν ἀριθμὸν ἐκεῖνον τῶν χωροφυλάκων, ὃν ζητοῦμεν. Εἰς ἐμὲ πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἀμφιβάλλω. Κατὰ τοῦτο δὲ καὶ αἱ προεκφρασθεῖσαι ἤδη ὑπ’ ἄλλων ἀμφιβολίαι εἶναι ἐντελῶς σύμφωνοι πρὸς τὰς ἰδέας μου. Τὸ ἔδαφος, ἐξ οὗ θὰ παραλάβῃ τοὺς χωροφύλακας ἡ Κυβέρνησις, ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, αὐτὸ δὲ καθ’ ἑαυτὸ περιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτῶν τῶν προσελευσομένων, διότι ζητοῦνται οἱ χωροφύλακες ἐκ τῶν ἀγόντων ἡλικίαν 25 ἐτῶν καὶ ἄνω, μεταξὺ 25 καὶ 40, ζητοῦνται μεταξὺ τῶν γιγνωσκόντων νὰ γράφωσι καὶ νὰ ἀναγινώσκωσιν ὁπωσδήποτε ὀρθῶς, ἀνεκτῶς δηλαδή, ὄχι κακῶς, καὶ τῶν ἀπαλλασσομένων μετὰ πιστοποιήσεως «ἐξαιρέτου διαγωγῆς», καὶ προσφέρονται εἰς αὐτοὺς 50 δραχμαί, ἵνα προσέλθωσι καὶ καταταχθῶσι. Πάντες οἱ ὅροι οὗτοι εἶναι ἐκ τῶν δυσχεραινόντων καὶ ἐλαττούντων τὴν προσέλευσιν, ὁ ὅρος δὲ τῶν 50 δραχμῶν, ὡς παρετηρήθη ὑπὸ προαγορεύσαντος, βεβαίως ὑπὸ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ βίου δύναται εὐλόγως νὰ ἐξισωθῇ πρὸς τὸν ὅρον τῶν 40 ἢ 44 δραχμῶν, αἵτινες ὑπῆρχον ἀναγεγραμμέναι πρὸ 12 ἤδη καὶ 15 ἐτῶν, ὅτε οἱ χωροφύλακες ἠρνοῦντο ν’ ἀνακαταταχθῶσι, καὶ οἱ πολῖται, οἱ παλαιοὶ στρατιῶται, ἠρνοῦντο νὰ προσέλθωσι πρὸς κατάταξιν, ἠραιοῦντο δ’ οὕτως αἱ τάξεις τῆς χωροφυλακῆς, μηδέποτε ὑπάρξασαι πλήρεις. Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πίνακα, δυνάμενον νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς περὶ τούτων. Τὸ κατατεθὲν ἔγγραφον δὲν πληροῖ ἀκριβῶς τοὺς ὅρους τοὺς ζητουμένους. Ἀλλ’ ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ἦτο δύσκολον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ σήμερον προχείρως πληροφορίας πληρεστέρας περὶ παλαιοτέρου χρόνου. Κατὰ τὰς προσαχθείσας πληροφορίας, ἡ χωροφυλακὴ εἶχε τὸ 1884 ἔτος 4860 ἄνδρας, κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, ὄχι τοὺς πραγματικούς· τὸ 1885 τὸν αὐτὸν ἀριθμόν, τὸ 1886 τὸν αὐτὸν καὶ τὸ 1887 ἄνδρας 2300. Τότε, μεταξὺ τοῦ 1883 καὶ τοῦ 1887, εἶχεν ἐπέλθει ἐκείνη ἡ μεγάλη ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χωροφυλάκων, ἧς ἐμνημόνευσα, καὶ ἥτις, παραλύσασα τὴν ὑπηρεσίαν, ἐξηνάγκασε τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ προσφύγῃ εἰς παρακράτησιν καὶ τήρησιν τῶν ἀφυπηρετούντων χωροφυλάκων ἐπί τινας μῆνας ἐν ταῖς τάξεσιν, ἵνα σώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐκ τελείας παραλύσεως. Ἀμφιβάλλω λοιπόν, λέγω, ὅτι θὰ δυνηθῇ τὸ νομοσχέδιον, γινόμενον νόμος, νὰ συναγείρῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα εἰς τὰς τάξεις τὸν ἀριθμὸν τὸν ζητούμενον. Ζητεῖται δὲ ἀριθμὸς κατὰ τὸ νομοσχέδιον χωροφυλάκων 5497, σὺν καὶ τοῖς ὑπαξιωματικοῖς. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως εἶναι λεπτομέρεια ἀναγομένη εἰς τὸ δυνατὸν τῆς ἐφαρμογῆς καὶ μὴ δυναμένη νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος τοῦ συστήματος, διότι τὸ σύστημα ὁμολογουμένως εἶναι καλόν. Ἔρχομαι νῦν νὰ ἐξετάσω, ἂν ὁ σκοπός, δι’ ὃν τὸ σύστημα τοῦτο εἰσάγεται, καταργουμένου τοῦ νῦν ὑφισταμένου, εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ. Τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος τούτου γινομένης, πάντως πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὸν ὀργανισμὸν τὸν νέον τῆς ἀστυνομίας, τὸν νῦν εἰσαγόμενον, καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸν προϋπολογισμόν, διότι ἡ συνεξέτασις πάντων τούτων θέλει δώσει ἡμῖν τὰ φῶτα τὰ ἀπαραίτητα, ἵνα κρίνωμεν καὶ ἂν θὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς ἀνδρῶν, ὅπως πληρωθῇ ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, σκοπούσης, ὡς καὶ ὡμολόγησεν, ὡς, καὶ ἂν δὲν ἔλεγεν ἡ ἰδία, ἠθέλομεν συναγάγει ἐξ αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου τῶν νομοθετημάτων, ἅτινα ἐν τούτῳ προσάγει, ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ξένων εἰς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν, περιορίζουσα αὐτὸν εἰς τὰς καθαρῶς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας, καὶ ἂν θὰ συνυπάρξωσι πρὸς τούτοις οἱ ὅροι οἱ ἀπαραίτητοι, ὅπως μετὰ τὴν νομοθέτησιν τῶν δύο νέων ὀργανισμῶν ἐπιτευχθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ξένων ὑπηρεσιῶν. Ἐνταῦθα εἰς ἐμὲ γεννῶνται μεγάλαι ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ ἂν ἐξικνοῦνται εἰς τὸν σκοπὸν οἱ δύο νέοι ὀργανισμοί, συνδυαζόμενοι πρὸς τὸν ὑφιστάμενον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ νέος ὀργανισμὸς δὲν ὑπεβλήθη εἰς ἡμᾶς. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον ἄλλον ἢ ὡς ἐξητάσθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ὧν πολλαὶ παρατηρήσεις εἰς ἐμὲ ὑπῆρξαν ἀσπασταί, διότι συμφωνοῦσι πρὸς τὰ πορίσματα τῆς μελέτης, ἣν ἐγὼ διεξήγαγον. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως περὶ χωροφυλακῆς ποριζόμεθα ἄνδρας, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, 5497, ἐκ δὲ τοῦ νομοθετήματος περὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργανισμοῦ ποριζόμεθα ἄνδρας 4114, ἄνευ τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν ὑπολογίζω ἐνταῦθα τοὺς ἀξιωματικοὺς οὔτε τῆς ἀστυνομίας, οὔτε τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ μόνον τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς ὁπλίτας· ἐν ὅλῳ δηλαδὴ ἔχομεν ἄνδρας 9611, κατὰ τοὺς πίνακας τοὺς συνημμένους εἰς τὰ εἰσαγόμενα νομοθετήματα. Καὶ ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι, παρατηρῶ ὅτι ἐπὶ μὲν τῆς ἀστυνομίας ἔχομεν ἐπὶ πλέον τῆς σημερινῆς δυνάμεως ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀστυφύλακας 1857, ἐπὶ δὲ τῆς χωροφυλακῆς 1405, δηλαδὴ ἐν συνόλῳ ἐκ τῶν δύο ἔχομεν πλεόνασμα 3262 ἀνδρῶν. Τοῦτο τὸ πλεόνασμα προστίθεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις μέλλει νὰ ἐπασχοληθῇ εἰς τὰ ἔργα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ ν’ ἀνακουφίσῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τούτων, ἅτινα σήμερον ἐν μεγάλῳ μέρει ἀνατίθενται εἰς αὐτόν. Διότι καὶ ἡ χωροφυλακή, οὕτως αὐξανομένη, θέλει ἀνακουφίσει αὐτὸν, καὶ ἡ ἀστυνομία, ἥτις συνετέλει μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ἀνακούφισιν, οὕτως αὐξανομένη, θέλει ἀνακουφίσει αὐτὸν περισσότερον. Αὕτη λοιπὸν εἶναι ἡ δύναμις, ἐν συνόλῳ 9611 ἀνδρῶν, δύναμις ὑπερτεροῦσα τὴν σημερινὴν κατὰ 3262 ἄνδρας. Ἵνα ἀποκτήσωμεν τὴν διπλῆν ταύτην δύναμιν, τὴν ηὐξημένην, τὸ Κράτος θὰ δαπανήσῃ, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν, διὰ μὲν τὴν χωροφυλακὴν δρ. 4,809,086.75, διὰ δὲ τὴν ἀστυνομίαν δρ. 4,448,560, τὸ ὅλον δρ. 9,237,646. Ἐδαπανῶμεν δι’ ἀμφότερα ταῦτα μέχρι σήμερον, —καὶ ἔχω τὰ ποσὰ ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου Ὑπουργείου κατὰ τὴν ἀκριβῆ διάκρισιν—διὰ μὲν τὴν χωροφυλακὴν 2 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ δὲ τὴν ἀστυνομίαν 2,807,292 ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, —ἐνταῦθα περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἀπεσπασμένοι εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς χωροφυλακῆς τὰ μετατεθειμένα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.— Ἐν συνόλῳ δραχ. 4,807,292, αἵτινες ἀφαιρούμεναι ἐκ τῶν σήμερον προβλεπομένων 9,237,646 φέρουσιν εἰς πλεόνασμα δαπάνης 4,430,354 δρ. Εἰσάγομεν λοιπὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν πιστώσεις 4,430,354 δρ. ἐπὶ πλέον, ἵνα ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ξένων ὑπηρεσιῶν διὰ δυνάμεως 9611 ἀνδρῶν, ὑπερτερούσης τὴν σημερινὴν δύναμιν κατὰ 3262 ἄνδρας. Ἐλπίζω ὅτι ταῦτα ἐξετέθησαν σαφῶς πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει διατηρήσει αὐτὰ εἰς τὴν μνήμην διὰ τὰ περαιτέρω.
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως εἰς αὐτὰς τὰς δαπάνας, διὰ νὰ ἦσθε ἀκριβής, θὰ προσθέσητε καὶ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον διὰ τοὺς στρατιώτας τοὺς ἐνασχολουμένους πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς.
§173ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τοῦτο· αὐτὸ τοῦτο ἀκριβῶς σκοπῶ. Λοιπὸν ἐρωτῶ, ποία δύναμις ἠσχολεῖτο μέχρι σήμερον περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἴτε ἐλαμβάνετο ἡ δύναμις αὕτη ἐκ τῆς ἀστυνομίας, εἴτε ἐλαμβάνετο ἐκ τῆς χωροφυλακῆς, εἴτε ἐλαμβάνετο ὡς ἐπικουρία ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Τὴν δύναμιν ταύτην εὑρίσκω, στρογγύλως μὲν, ἀλλὰ μετ’ ἀκριβῆ μελέτην, καθωρισμένην ἐν τεύχει, εἰς οὗτινος τὴν ἐπίκλησιν δὲν πιστεύω ὅτι ἐφαντάσθητε ὅτι ἤθελεν προσφύγει ἐνταῦθα, δημοσιευθέντι ὑπὸ ξένων καὶ ἀποτελοῦντι τὴν βάσιν τοῦ ἐλέγχου, ὑφ’ ὃν σήμερον διακείμεθα. Εὑρίσκω, λέγω, τὴν δύναμιν ταύτην ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν ἐλεγκτῶν, ἥτις ἐχρησίμευσεν εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Ἰδοὺ τί λέγουσιν αὐταῖς λέξεσιν οἱ ἐλεγκταὶ ἐπὶ τοῦ θέματος, δικαιολογοῦντες κατά τινα τρόπον καὶ τὴν Ἑλλάδα διὰ τὰς δαπάνας, ἃς εἶχεν εἰσηγμένας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὑτῆς ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἡ προσοχὴ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεστήθη ἰδιαζόντως ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκφέρουσα εὐχὴν, ὅπως αἱ δαπάναι αὗται περιορισθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸν ἀκριβῶς ἀπαραίτητον ἐλάχιστον ὅρον, ἐν τούτοις ὀφείλει ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἐπὶ 21,000 ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, ἀποτελούντων τὸν μέσον ὅρον τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἀνδρῶν, 11,200, δηλαδὴ περίπου τὸ ἥμισυ, διατίθενται εἰς ὑπηρεσίας ἐσωτερικῆς ἀστυνομίας», — σημειωτέον δὲ, ὅτι ἐνταῦθα δὲν ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις παντελῶς τοὺς ὑπηρέτας τῆς ἀστυνομίας, — «ἤτοι χωροφύλακες 4400, ἐπικουρία χωροφυλακῆς 3000, φρούρησις φυλακῶν 3500, ἀξιωματικοὶ παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ 300, ἐν ὅλῳ 11,200» — στρογγύλος ἀριθμὸς, ἀλλ’ ἀκριβέστατος. — «Ὁ μισθὸς καὶ ἡ πρὸς συντήρησιν δαπάνη τῶν 11,200 τούτων ἀνδρῶν ἀνέρχονται εἰς ἓξ ἑκατομμύρια δραχμῶν περίπου, τουτέστι σχεδὸν 40% τῆς ὅλης δαπάνης.» Ἔχομεν λοιπὸν ἐδῶ βεβαιωμένα, μετὰ ἔλεγχον λεπτομερέστατον πάντων τῶν καθ’ ἡμᾶς, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ ἡμέτερα οἰκονομικὰ, μετὰ ἔλεγχον ἀκριβέστατον, καὶ τὴν δύναμιν τῶν ἀνδρῶν καὶ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν, ὅπερ δαπανῶμεν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, — κατὰ μέρος τιθεμένης τῆς ἀστυνομίας, διότι ταύτης ἡ δύναμις καὶ ἡ δαπάνη δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν ἔκθεσιν, — ἔχομεν 11,200 ἄνδρας, χωροφύλακας καὶ στρατιώτας, μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, ἀσχολουμένους εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἔχομεν 600 χιλιάδων δραχ. δαπάνην διὰ τούτους τοὺς 11,200 ἄνδρας. Λαμβάνω τὸν τύπον τοῦτον, καὶ ἐφαρμόζω αὐτὸν ἐνταῦθα. Ἐπὶ 21,000 ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ 11,200 ἀσχολοῦνται εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Μένουσιν εἰς τὸν στρατὸν 9,800. Οὗτοι μόνον μένουσιν ἀσχολούμενοι εἰς τὴν καθαρῶς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Εἰς τοὺς 11,200 ἄνδρας τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς ἔχομεν κατὰ τὸ καθεστὼς νὰ προσθέσωμεν 2257 ἄνδρας τῆς ἀστυνομίας, — 497 ὑπαξιωματικοὺς καὶ 1760 ὁπλίτας ἀστυφύλακας, — τὸ ὅλον ἄνδρας 13,457. Αὕτη εἶναι ἡ δύναμις, ἥτις μέχρι σήμερον ἀσχολεῖται εἰς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δύναμις στρατιωτικὴ, χωροφυλακῆς, ἀστυνομίας. Λαμβάνω νῦν τὴν σήμερον ἀναγραφομένην δύναμιν κατὰ τοὺς νέους ὀργανισμοὺς τῶν δύο Ὑπουργείων 9611 ἄνδρας. Μέχρι τῶν ἀναγκαίων κατὰ τ’ ἀνωτέρω διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν 13457 ἀνδρῶν, ἔλλειμμα — διότι ἐνταῦθα διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἔχομεν χωροφύλακας καὶ ἀστυφύλακας μόνον, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ νὰ εἰσαγάγωμεν στρατιώτας, οὓς ἀκριβῶς σκοποῦμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου σήμερον ἀπὸ τῶν ξένων εἰς τὸν στρατὸν ὑπηρεσιῶν — ἔλλειμμα 3846 ἀνδρῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τούτῳ δὲν περιέλαβον τοὺς ἀξιωματικοὺς συλλήβδην, προσθέτω τὸν ἀριθμὸν 500, — καίτοι εἶναι μικρότερος ὁ ἀριθμὸς — καὶ τοὺς 3846 τούτους ἄνδρας καταβιβάζω εἰς 3300. Ἐλλείπουσι λοιπὸν 3300 ἄνδρες· πόθεν θέλουσι ληφθῆ; Οὗτοι μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθησαν ἀναγκαῖοι, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ στρατὸς ἀπησχολεῖτο διὰ πολλῷ ἀνωτέρου ἀριθμοῦ ἀνδρῶν εἰς ἔργα ξένα τοῦ προορισμοῦ αὑτοῦ.
§174Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε· κάμνετε μίαν σύγχυσιν· δὲν λογαριάζετε ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγετε, διότι αὐξάνετε τὸν ἀριθμόν, διπλασιάζοντες ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ ἔλεγχος.
§175ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἐλέγχου ἀναφέρει 4200 χωροφύλακας, 3000 ἐπικουρίαν τῆς χωροφυλακῆς, 3000 διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν.
§176Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἱ 3000, τὰς ὁποίας ἀναφέρει διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, δὲν εἶναι ἐπικουρία.
§177ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὅλους τούτους τοὺς ἀριθμοὺς θεωρῶ δύναμιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι δὲν συμμερίζομαι τὴν πλήρη ὀρθότητα τῆς σκέψεως, ἥτις ἔχει καί τινα ὀρθότητα, ὅτι αἱ φυλακαὶ πρέπει νὰ φρουρῶνται ὑπὸ στρατιωτῶν· ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπηρεσία, ἔνθα διαφθείρεται παρ’ ἡμῖν ὁ στρατὸς, αὕτη εἶναι ἡ τῶν φυλακῶν, καὶ ἐκεῖ μετὰ τοῦ στρατοῦ διαφθείρονται καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν διοίκησιν τῶν φυλακῶν καὶ μετ’ αὐτῶν ἔτι περισσότερον οἱ φυλασσόμενοι κατάδικοι...
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ δύο μέρη δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ὑπολογισμοί σας· πρῶτον εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ Ἐλέγχου προβλέπονται τρεῖς ἀλλαγαί, ἡμεῖς δὲ ἐδηλώσαμεν, ὅτι ὁ ὑπολογισμός μας βασίζεται ἐπὶ δύο ἀλλαγῶν, τοῦτο δὲ δίδει ἡμῖν διαφορὰν 1300 ἀνδρῶν. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰς 3000, εἰς τὰς ὁποίας ἐφθάσατε, τοὺς 1300, βλέπετε ὅτι θὰ ἔχητε διαφορὰν 1700· ἐὰν τώρα λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφορὰν τοῦ ποιοῦ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἐλπίζω ὅτι θὰ συμφωνήσητε μαζή μου, ὅτι ἡ διαφορὰ ἔσται ἐλαχίστη. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι σήμερον ἔχετε ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ἀριθμοῦ μεγαλειτέρου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου θὰ ἔχητε ἀνάγκην, ὅταν τὸ ποιὸν τῶν χωροφυλάκων εἶναι καλλίτερον.
§179ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποδεικνύει περισσῶς ἐκεῖνο, ὅπερ ἰσχυρίσθην ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι, ὅπως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀποφανθῶμεν μετὰ φωτὸς, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶπε...
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς ἀναθέτομεν τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μας ὅμως ὑπολογίζομεν μόνον δύο ἀλλαγὰς,—ἐνῷ ὁ στρατὸς κάμνει τρεῖς—καθόσον δύο ἀλλαγαὶ εἶναι ἐπαρκεῖς.
§181Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίζῃ ὁ Ἔλεγχος ὅπως νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, δηλαδὴ τρεῖς ἀλλαγὰς, διότι καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, ἐγερθείσης ἐνταῦθα συζητήσεως, ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι πρὸς φύλαξιν τῶν φυλακῶν καὶ τῶν ἄλλων καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν ὁ στρατὸς, ἀπαιτοῦνται καθ’ ἡμέραν 1600 ἄνδρες.
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβληθέντων πινάκων δέον νὰ παραδεχθῶμεν, ὅπως ὑποθέσωμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ἐλέγχου ἀκριβεῖς, ὅτι ὑπολογίζει τρεῖς ἀλλαγάς. Πρέπει λοιπὸν νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, δηλαδὴ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀλλαγῶν καὶ τὴν διαφορὰν τῆς ποιότητος τῶν χωροφυλάκων.
§183ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξακολουθήσω κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οὓς ἐγὼ ἔκαμα, τηρουμένης πάντοτε τῆς ἐπιφυλάξεως τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις ἄλλως ἀφίνει ἡμᾶς ἐν ἐλλείψει 1600 ἀνδρῶν, καὶ ἵνα ἔχωμεν ἀσφαλῆ στρογγύλον ἀριθμὸν, ἂς εἴπωμεν 2000. Ὥστε πάντως καὶ κατ’ αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ 2000 ἄνδρες θὰ ληφθῶσιν ἐκ τοῦ στρατοῦ.
§184Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ ποιότης δὲν ἐξασφαλισθῇ, θὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ 3000 ἀνδρῶν.
§185Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐξ αὐτῆς τῆς διαφορᾶς τοῦ τρόπου τῆς κατατάξεως εἰς τὴν χωροφυλακὴν θὰ ἴδητε ποία θὰ ᾖναι ἡ διαφορὰ, διότι ἤδη θὰ ἔχωμεν τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν εἰς τὴν χωροφυλακήν.
§186ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυστυχῶς, κύριε Ὑπουργὲ, ἡ ἡλικία μου μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθόν, καθ’ ὃν χρόνον εἴχομεν χωροφυλακήν, ἧς ὁμοίαν ἀμφιβάλλω ἂν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν διὰ τοῦ συστήματος ὑμῶν· διότι ὅ,τι καὶ ἂν καταλογίσητε εἰς βάρος τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἐκείνην αὐστηρὰν πειθαρχίαν, ζῆλον βαίνοντα μέχρις ὑπερβολῆς, στρατιωτικὴν ἀγωγὴν ἀρχαίων στρατιωτῶν. Ὅτε δὲ ὑπὸ τοιαύτην χωροφυλακὴν, ἔχοντες σῶμα πρότυπον ἀληθῶς ἐκ διδαγμάτων Γερμανικῶν μετὰ τῆς ἐποπτείας, ἣν ἤσκει τότε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ αὐτὸς ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ὑπεχρεούμεθα οὐχ ἧττον νὰ προστρέχωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ σήμερον πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄλλο τι. Δὲν δύναται λογικῶς τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι σήμερον, ὑπὸ ὅρους χείρονας ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, ἡ ἐκ τοῦ στρατοῦ ἐπικουρία θὰ ᾖναι περιττή.
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι τότε δὲν εἴχομεν 4500 ἀστυφύλακας, καὶ ὅτι, ὅπως ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγός μας εἶπε, συζητῶν τὰ τῆς ἀστυνομίας, ἡ ἀστυνομία ἐνησκεῖτο ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν ὑπὸ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, ὁσάκις ἀνωμαλία τις παρίστατο. Ὥστε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ προσθέσητε καὶ τοὺς ἀστυφύλακας.
§188ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προσθέτω καὶ τοῦτο· ἀλλὰ λαμβάνω τὴν πρόνοιαν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ μεταβολὴ, ἣν ποιούμεθα, τοῦ νόμου τοῦ ἀστυνομικοῦ, θέλει χειροτερεύσει, οὐχὶ βελτιώσει τὴν ποιότητα· διότι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λέγητε ἐνταῦθα περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅσην δήποτε ἔκπτωσιν καὶ ἂν ἔπαθεν αὕτη μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου, φρονῶ ὅτι ἔτι καὶ νῦν περισώζονται τὰ ἀγαθὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διὰ δὲ τοῦ συστήματος, ὅπερ εἰσάγετε σήμερον, ἐπαναφέρετε ἡμᾶς εἰς ἀστυνομίαν κατωτέραν, ὁμοίαν ἐκείνης, ἣν εἴχομεν ἐν Ἀθήναις ἄλλοτε, διευθυνομένην ὑπ’ ἀστυνόμων πολιτῶν· καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε ἐν Ἀθήναις δὲν τολμᾶτε ν’ ἀπομακρύνητε ἀπὸ τῆς ἀστυνομίας τοὺς ἀξιωματικούς, διότι τὰ τῆς ἀστυνομίας ἐν Ἀθήναις προσέχετε καὶ προσέχουσι περισσότερον ἢ ὅσον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις· διὰ τοῦτο ἐφροντίσατε νὰ ἔχητε πειθαρχίαν καὶ διοίκησιν στρατιωτικὴν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ τῶν Ἀθηνῶν, ἃς ὅμως καταργεῖτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Τὸ δὲ ποιὸν τῆς ἀστυνομίας ὑμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι καλλίτερον, διότι, ὅτε ἔρχεσθε σήμερον καὶ ἐλαττοῦτε τοὺς μισθοὺς τῶν ἀστυφυλάκων, μόλις ἤδη ἀποζώντων δι’ ἑβδομήκοντα ἢ καὶ 80 δραχμῶν, εἰς 60, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ λέγητε εἰς τοὺς ἀρίστους αὐτῶν νὰ ἐγκαταλίπωσι τὴν ἀστυνομίαν ἀπερχόμενοι, τοὺς δὲ ἄλλους νὰ παρακινῆτε νὰ ἐξεύρωσιν, ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ εὔκολον εἰς αὐτοὺς, καὶ ἑτέρους πόρους. Καθ’ ἣν ὥραν ἔχετε τὴν ἄλλως δεδικαιολογημένην τάσιν αὐξήσεως τῶν μισθῶν...
§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκτὸς τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν οὐδεμίαν ἄλλην αὐξάνομεν.
§190ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἕνεκεν ἐλλείψεως πόρων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις, μὴ ἀναγνωρίζουσα ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη αὐξήσεως τῶν μισθῶν ἁπάντων τῶν ὑπαλλήλων...Καθ’ ἣν ὥραν ἔχετε τοιαύτας γνώμας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε ἄλλας, εἶναι παράδοξον νὰ ἔχητε ἐνταυτῷ καὶ τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ κάλλιον καὶ νὰ ἦναι ἀξιώτερος εἰς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος ἀστυνομικοῦ ἐκεῖνος, ὅστις πρότερον ἐλάμβανε, μόλις ἀποζῶν, 70 δραχμὰς, νῦν δὲ θέλει λαμβάνει μόνον 60.
§191Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ χωροφύλακες τοῦ Ὄθωνος δὲν ἦσαν ἐξησκημένοι, ὡς εἶναι οἱ σημερινοὶ χωροφύλακες, ἦσαν δὲ καὶ πολὺ ἐλάσσονες ἢ σήμερον, ὑπῆρχον δὲ καὶ ἀνάγκαι ὀλιγώτεραι τότε τῆς Πολιτείας, ὁ δὲ στρατὸς, ὁ ὁποῖος ἀπησχολεῖτο τότε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, ἦτο ἐπίσης πολὺ ὀλίγος, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἦσαν τότε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐθελονταί, ἦσαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐξέλεγον τὸ στρατιωτικὸν στάδιον ὡς ἐπάγγελμα. Κατὰ συνέπειαν δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι, ἂν τότε οἱ ἐθελονταὶ ἦσαν καλλίτεροι, ὡς χωροφύλακες καὶ ὡς στρατιῶται, καὶ ἐξεπλήρουν καλλίτερον τὸ καθῆκόν των, ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ σήμερον οἱ χωροφύλακες καὶ ἀστυφύλακες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὡς ἐπάγγελμα, θὰ ἦναι καλλίτεροι ἀπὸ πρίν.
§192ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχομεν λοιπὸν τοῦτο δεδομένον, ἔχομεν δεδομένον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, ὃν παρέχει τὸ σύστημα τὸ νέον ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πηγῶν, χωροφυλάκων καὶ ἀστυφυλάκων, εἶναι ἐνδεέστερος τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας σὺν ταῖς φυλακαῖς, δηλονότι τῶν 3300 ἀνδρῶν, ἔχετε δὲ καὶ τὴν διαφωνίαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ, τῆς μὲν Κυβερνήσεως λεγούσης ὅτι τὸ ποιὸν τῶν ἀνδρῶν καὶ ὁ κανονισμὸς τῶν φυλακῶν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπάρκειαν, ἐμοῦ δὲ ἰσχυριζομένου, ὅτι πάντως, ἐὰν μὴ ὁ ἀριθμός, ὃν ἐξ ἀρχῆς εἶπον, ἀλλὰ πάντως ὁ ἀριθμὸς τῶν 2000 ἀνδρῶν θὰ ληφθῇ ἐκ τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἀρχῆς τοῦ μὴ ἀναμιγνύεσθαι τοὺς στρατιώτας εἰς ἔργα δημοσίας ἀσφαλείας. Τούτου οὕτως ἔχοντος, ὥρα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον οὗτος ἐκ τῶν σχεδιαζομένων ἐπηρεάζεται καὶ τί μετὰ τὸν ἐπηρεασμὸν ὑπολείπεται διὰ τὸν στρατὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καθόσον δὲν ἔχει ὑποβεβλημένον σχέδιόν τι ἡ Κυβέρνησις, δεικνύον κατὰ πόσον καὶ εἰς πόσον τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ μεταβάλλονται. Τὰ πράγματα νῦν θέλουσι μεταβληθῆ, αὐξανομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπερχομένης ἐκ τούτου μικρᾶς ἐλαττώσεως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις ὅμως καλύπτεται ὑπὸ μείζονος αὐξήσεως δαπάνης. Ἐρχόμενος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξετάζω αὐτὸν κατὰ δύο ὄψεις. Πρῶτον παρέλαβον τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1893–1894 καὶ 1895, καὶ ἐξ αὐτῶν κατήρτισα μέσον ὅρον, ἔπειτα παρέλαβον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου, ὅστις φέρει ποσὸν δραχ. 15,967,374· ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν ἀπολογισμῶν εἶναι δραχ. 14,746,498, διαφορὰ δηλαδὴ 1,260,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1899. Θέλοντες νὰ εὕρωμεν τὸ ποσὸν τὸ ὑπολειπόμενον ὑπὲρ τῶν καθαρῶς στρατιωτικῶν δαπανῶν, ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 14,746,498 ἢ 15,967,374, κατὰ τὸ καθεστὼς σύστημα, πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν διὰ τὴν χωροφυλακὴν 2,000,000, καὶ ἵνα γείνῃ λογαριασμὸς πλήρης, εἰσάγω ἐνταῦθα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετατεθέντας, δρ. 123,000 διὰ τὴν χωροφυλακὴν καὶ 464,000 διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἀπεσπασμένους, τὸ ὅλον ἀθροιζόμενον πρὸς ἀφαίρεσιν δρ. 2,587,000. Μεταξὺ 2,587,000 καὶ 6,000,000, ἅτινα κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου ἀντιπροσωπεύουσι τὴν δαπάνην διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν 11,200 ἀνδρῶν, τῶν ἀσχολουμένων ἐκ στρατοῦ καὶ χωροφυλακῆς εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, μένει διαφορὰ 3,413,000 δραχμῶν, αἵτινες ἐὰν ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 2,000,000 διὰ τὴν χωροφυλακὴν ὑπολοίπου τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν προμνημονευθέντων ἀπολογισμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μένει ὑπόλοιπον ἐκ τούτου δραχ. 9,333,498, δαπανηθεισῶν ὑπὲρ τῶν κυρίων ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐφαρμόζω τώρα τὸν τύπον τοῦτον καὶ εἰς τὸ νέον καθεστώς. Ἀφαιρῶ ἀπὸ τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν τελευταίων ἀπολογισμῶν δραχμὰς 4,809,000 διὰ τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ἔχω ὑπόλοιπον 9,937,498. Ταύτας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἀπολογισμῶν τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ 11,158,288 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Τούτων οὕτως ἐχόντων, μεταξὺ 11,158,288 δαπανωμένων ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ τῆς καθαρῶς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, τῆς ἐκπαιδεύσεως, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς δαπάνης τῆς χωροφυλακῆς, καὶ 13,967,000, ἅτινα μένουσιν εἰς τὸν στρατιωτικὸν προϋπολογισμὸν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν νῦν δαπανῶν τῆς χωροφυλακῆς, ὑφισταμένου τοῦ σημερινοῦ συστήματος, εὑρίσκομεν διαφορὰν 2,809,000 ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 13,967,000 ὀφείλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ 4,000,000, τὰ ἀντιπροσωπεύοντα τὴν ὑπ’ ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ παρεχομένην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου συστήματος ὑπολογισμοὺς ἐκ τῶν 11,158,000 δραχ. πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν μόνον 2,000,000, διότι εἰς τόσον ὑπολογίζω τὴν δαπάνην διὰ τὴν ὑπηρεσίαν μόνον τῶν 2000 ἀνδρῶν, τῶν κατὰ τὰ εἰρημένα κριθέντων ἀναγκαίων εἰς ἐπικουρικὴν ὑπηρεσίαν δημοσίας ἀσφαλείας. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους τὸ ὑπολειπόμενον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰς καθαρὰς ἀνάγκας τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ νέον σύστημα θέλει εἶναι μικρότερον τοῦ ὑπολειπομένου σήμερον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ἄλλων διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν. Καὶ ἐρωτῶ, ἂν ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς ὑποστήριξιν προϋπολογισμοῦ τοιούτου, καθ’ ὃν μόνον 9,000,000 ὑπολείπονται διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως...
§193ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Καὶ πόθεν ἐξάγετε τοῦτο;
§194ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν σᾶς ἀρέσκουν οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα.
§195ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ἀριθμοὶ ἔχουσι γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν πρέπει τις νὰ κατανοῇ.
§196ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πιστεύω ὅτι ἐδόθη καὶ εἰς ἄλλους ἡ ἀντίληψις, ὥστε νὰ κατανοῶσι τὰ ἁπλᾶ ταῦτα.
§197ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θὰ μείνῃ ὅπως ἔχει.
§198ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε ζῆλον εἰς τὸ νὰ παρέχητε διαβεβαιώσεις. Ἐγὼ ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ ἔχητε τὸν αὐτὸν ζῆλον εἰς τὸ νὰ δίδητε καὶ ἐγγυήσεις. Τὸ βέβαιον εἶναι τοῦτο· ὅτι ἔχομεν ἐκ τῶν δύο νομοθετημάτων τούτων αὔξησιν δαπάνης 4,430,000 δραχμῶν. Ἀγνοῶ δὲ, ποῦ ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις, ἵνα νομίσῃ, ὅτι ἡ παροῦσα ὥρα ἦτο κατάλληλος εἰς προσθήκην τῆς τοιαύτης δαπάνης, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ πῶς θέλει κατορθώσει νὰ εὕρῃ τὰ πρὸς τὴν δαπάνην ταύτην· ὅτι δὲ τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἔχωμεν καὶ δηλώσεις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγομένας εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει εἶναι προφανὲς ὅτι ἐκτὸς τῆς προσθήκης τῶν εἰρημένων 4,430,000 δρ. θέλομεν ἔχει καὶ ἄλλα 1 ἢ 2 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον. Καὶ τοῦτο πολὺ φοβοῦμαι, ἂν λάβω ὑπ’ ὄψιν μικρούς τινας ὑπολογισμούς, οὓς, ἐλλείψει ἐπισήμων ἀριθμῶν, ἐπὶ ἀορίστων πως δεδομένων ἐξετέλεσα, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ τις τοὺς ἀκριβεῖς ἀριθμούς, ὅπως κατανοήσῃ, ὅτι ἐνταῦθα θὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια...
§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις, ἡ παρ’ ὑμῶν διεξαχθεῖσα, ἀπέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ κατ’ ἀνάγκην αὔξησις τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς πρώτης εἰσηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἴπομεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν δαπάνης· ἀλλ’ ὑμεῖς σχετίζετε τὴν αὔξησιν ταύτην μὲ τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὑποστηρίζετε, ὅτι μετὰ τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης διὰ τὴν χωροφυλακὴν δὲν θὰ μείνωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸν στρατὸν παρὰ 9 μόνον ἑκατομμύρια. Ὁ σκοπὸς τῆς ἀγορεύσεώς σας ὑπῆρξεν αὐτός. Ἐὰν εἴχετε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις, τὰς παρ’ ἡμῶν ὑποβληθείσας, δὲν ἠθέλετε ὑποστηρίξει ὅσα ὑπεστηρίξατε, ἀλλ’ ἠθέλετε ἀσχοληθῆ εἰς ἕτερον θέμα σπουδαιότερον. Νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ, ἐν ὅσῳ δὲν ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀσχέτους πρὸς τὸν προορισμόν του καὶ ὅλως ξένας πρὸς αὐτόν; Ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλομεν ἐπαρκέσει εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἐδηλώσαμεν ὅτι ἐφέτος δέον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν μέσων, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τῶν 6 μηνῶν· ὅταν δὲ ὑποβάλωμεν τὸ ὁριστικὸν οἰκονομικὸν σύστημα, ἵνα διαρκῶς ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας προκαλοῦσι τὰ δύο νομοσχέδια, ὅταν εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον ὑποβάλωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ θέλομεν καταρτίσει προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξωμεν, θὰ δυνηθῆτε νὰ εἴπητε, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ ἡμῶν δὲν εἶναι ἀληθεῖς.
§200ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο τὸ σύστημα τῆς συζητήσεως φέρει εἰς τὸ ἄτοπον, αἱ ἀγορεύσεις τῶν Ὑπουργῶν νὰ γίνωνται κατὰ φαρμακευτικὰς δόσεις. Ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἀφοῦ τόσοι ὡμίλησαν καὶ τόσαι γνῶμαι ἐξηνέχθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος, νὰ ἠγείρετό τις τῶν Ὑπουργῶν ἐγκαίρως, ἵνα φωτίσῃ τὴν Βουλήν, προλαμβάνων ἀνάπτυξιν πραγμάτων, ἅτινα οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θεωροῦσι διασεσαφημμένα.
§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἐκάμαμεν εἰσήγησιν.
§202ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμία ἐγένετο εἰσήγησις, ὥστε συζητοῦμεν μὲ τὰ ἴδια ἡμῶν φῶτα (Θόρυβος).
§203Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δὲν περιεστράφη ἡ συζήτησις.
§204ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ὡμίλησα ἐφ’ ὅσον σχετίζεται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· ἐπῄνεσα δὲ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα ὡς καλλίτερον τοῦ καταργουμένου. Ἐπειδὴ τὸ θέμα μου ἦτο μᾶλλον οἰκονομικὸν παρὰ στρατιωτικόν, δὲν εἶπον περὶ ὑμῶν τι. Πρὸ ἐμοῦ ὡμίλησαν διακεκριμένοι συνάδελφοι, ὁ Βουλευτὴς Τυρνάβου καὶ ὁ βουλευτὴς Λοκρίδος κ. Βασιλειάδης, εἰπόντες πράγματα πολλῆς προσοχῆς ἄξια· ὡμίλησε δὲ καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κέας.
§205Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κέας ἀνῄρεσε τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τῶν δύο συναδέλφων, οὓς ἀναφέρετε.
§206ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ παρετήρησεν, ὅτι ἀφῄρεσα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαχθέντα ποσά, περὶ ὧν ἐγένετο ὑπ’ ἐμοῦ λόγος οὐχὶ δι’ ἕτερόν τι, εἰμὴ διότι ἠθέλησα νὰ διακρίνω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς προϋπολογισμὸν δημοσίας ἀσφαλείας καὶ εἰς προϋπολογισμὸν στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ διὰ τῆς διακρίσεως νὰ ἀνακαλύψω τί ὑπολείπεται ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως· διὸ καὶ παρημέλησα τὰ ἄλλα ποσά...
§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ τῶν δύο νομοσχεδίων ἐπέρχεται αὔξησις δαπανῶν, ἀπέδειξα ὅτι δὲν ἐσκόπουν νὰ ἐλαττώσω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν αὔξησιν. Ἐὰν ἐσκεπτόμην ν’ ἀφαιρέσω ταύτας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν θὰ ἔλεγον ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐξάνουσι, διότι δὲν θὰ ἐγίνετο λόγος περὶ πραγματικῆς αὐξήσεως.
§208ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Habemus reum confitentem. Ἔχομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν συνομολογοῦντα καὶ ἔχομεν ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ δαπάνη ἐπὶ πλέον ἕνεκα τῶν δύο νομοσχεδίων εἶναι οὐχὶ ἡ τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἄλλη τις ἄγνωστος.
§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν δὲν θέλητε νὰ ἀντιληφθῆτε τί εἶπον, ἄλλο πρᾶγμα. Ἀσχολούμενοι εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, πρέπει νὰ ἐπαναλάβητε ὅ,τι εἶπον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς ὁ ἰδικός σας, καθ’ ὃν πᾶσα αὔξησις δαπάνης, προερχομένη ἐκ τῶν δύο νομοσχεδίων, ἐπιβάλλει ἀφαίρεσιν ποσοῦ ἴσου ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πᾶσα αὔξησις θὰ ὑπολογισθῇ χωριστά. Δὲν σχετίζομεν τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῆς χωροφυλακῆς μὲ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅλη ἡ ἀγόρευσίς σας ἦτο ἐντελῶς περιττή, διότι περιεστρέφετο εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν δύο νομοσχεδίων ἐλαττοῦται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἡ ψήφισις τῶν δύο νομοσχεδίων φέρει.
§210ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ προσθέσητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰ 2 ἑκατομμύρια τῆς χωροφυλακῆς.
§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμός, συνταχθεὶς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Ὑπεβάλομεν νομοσχέδια, ἀλλὰ δὲν ἐσχετίσαμεν τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, θὰ κάμωμεν τὰς ἀναγκαίας δηλώσεις, καὶ ἐὰν εὕρωμεν ὅτι ἀπαιτεῖται, συνεπείᾳ τοῦ σήμερον συζητουμένου νομοσχεδίου, αὔξησις πιστώσεως 2 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν χωροφυλακήν, θὰ ζητήσωμεν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ 2 ἑκατομμύρια. Τὸ αὐτὸ θέλομεν πράξει καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§212ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μόνον εἰς ταῦτα;
§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς ταῦτα.
§214ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι ἐπεφυλάττεσθε νὰ ἐλαττώσητε τὰς δαπάνας διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ.
§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν ὑποβάλωμεν τὸν νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, θὰ ἴδωμεν ἂν ἀπαιτῆται αὐτὴ ἡ δαπάνη, ἢ θ’ ἀπαιτηθῇ μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα.
§216ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δικαίως εἶπον ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια ἠδύναντο νὰ συζητηθῶσι καλῶς, μόνον ἂν ὑπῆρχον καὶ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν Κύριοι, ἵνα καταλήξω τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἔχω δύο μεγάλους δισταγμούς. Πρῶτον δισταγμόν, ὅτι διὰ τῶν ὀργανισμῶν, οὓς εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις, διστάζω νὰ πιστεύσω, ὅτι θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν τείνει λίαν ἀξιεπαίνως, τὸν σκοπὸν ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς ξένας ὑπηρεσίας. Διστάζω ἔπειτα νὰ πιστεύσω ἔτι μᾶλλον, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτρέπει ταύτην τὴν στιγμὴν τὰς χρηματικὰς καταβολὰς, ἃς προτείνει ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοὺς δύο τούτους δισταγμοὺς θέλω καταψηφίσει τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ λάβω δὲ ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν.
§217Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν ἐν σχέσει πρὸς τὰ στρατιωτικὰ, διότι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου δὲν θὰ γείνῃ ἀμέσως· μέχρις ὅτου ἡ χωροφυλακὴ ἐντελῶς καταρτισθῇ, θὰ παρέλθῃ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, ἑπομένως εἰς τὸν νέον προϋπολογισμὸν θὰ συμπεριλάβωμεν τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις.
§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κατάταξις ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, ἡ εὕρεσις τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου ἀπαιτεῖ χρόνον. Ἔχομεν δὲ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς γνωρίζει κάλλιστα ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, παρῆλθον πολλοὶ μῆνες ἕως ὅτου κατορθωθῇ νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν.
§219ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἀποβλέπω εἰς τὸν σταθερὸν προϋπολογισμόν.
§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴπομεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ ἥμισυ εἶναι ἀπολογισμὸς, εἴπομεν δὲ, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον θὰ φέρωμεν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προκαλεῖ, καὶ εἰς αὐξήσεις ἄλλας, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ἀπολύτως ἀναγκαίας.
§221Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν ἀπαντῶμεν εἰς ὅλους τοὺς ἀγορεύσαντας, ἀπαντῶ ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσωμεν· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κέας ἀνῄρεσε πάντα τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου λεχθέντα, λέξιν πρὸς λέξιν, ἰδέαν πρὸς ἰδέαν. Δὲν ἔμεινε λοιπὸν εἰς ἡμᾶς στάδιον, ὅπως ἀπαντήσωμεν. Ἐνθυμήθητε, παρακαλῶ, τί ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τυρνάβου, τί ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος, καὶ τί ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κέας, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι οὐδὲν σημεῖον, οὐδεμία γενικὴ γραμμὴ ἔμεινεν ἄνευ ἀναιρέσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδώσαμεν τὰς ἀπαιτουμένας διασαφήσεις. Δώσατέ μας εὐλόγους ἀφορμὰς, ἵνα σᾶς ἀπαντήσωμεν.
§222Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἀπεμακρύνθη ὀλίγον τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ ἐμὲ, σκοπὸς θεμελιώδης τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι, ὅτι πρέπει ὁ στρατὸς, ὡς ἐκφράζεται ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἑαυτόν. Πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια σήμερον εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς χεῖρας ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοῦ μέρους τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ἀποσπῶμεν ἀπὸ τὴν κυρίαν αὐτοῦ ὑπηρεσίαν, ἤτοι τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἔχοντες λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, ὀφείλομεν νὰ θέσωμεν τὰς βάσεις τῆς ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀναλάβῃ αὕτη τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ν’ ἀφεθῇ δὲ ὁ στρατὸς εἰς τὸν ἀληθῆ προορισμόν του. Ὅταν λοιπὸν θέσωμεν ἐν τῇ συζητήσει τὴν βάσιν ταύτην, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ πολυπραγμονῶμεν ἐν τοῖς καθέκαστα, προκειμένου περὶ δαπανῶν. Διότι, ἂν βλέπωμεν ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ διατηρήσωμεν στρατὸν ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του, τότε ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ σκεφθῇ, ὅτι, προκειμένου νὰ ἔχῃ στρατὸν ἀνίκανον καὶ ἀνεπιτήδειον πρὸς τὴν ἀποστολήν του, νὰ δαπανᾷ δὲ δυσαναλόγως πρὸς τὰς οἰκονομικάς της δυνάμεις, προτιμότερον νὰ σκεφθῇ, ἂν πρέπει νὰ ἔχῃ στρατὸν ἢ ὄχι. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦδε, διὰ λόγους κακῶς ἐννοουμένης οἰκονομίας, ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως. Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, πρέπει νὰ μὴ ἐπηρεασθῶμεν ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἀπαιτοῦνται μεγάλαι δαπάναι. Ἐγὼ μάλιστα φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ μισθοῦ 50 καὶ 60 δραχμῶν νὰ συντηρηθῇ σῶμα ἀστυφυλακῆς καὶ χωροφυλακῆς, καὶ διὰ τοῦτο, μὲ ὅλας τὰς ἀπαισιοδόξους σκέψεις τῶν προαγορευσάντων περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ συμβουλεύσω νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς καὶ διὰ τοὺς ἀστυφύλακας καὶ διὰ τοὺς χωροφύλακας. Ἂν ἴδωμεν κατόπιν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος τοῦτο, τότε θὰ σκεφθῶμεν περὶ μέτρων ἀποφασιστικωτέρων καὶ ῥιζικωτέρων, διότι δὲν ἐννοῶ, πῶς θὰ ἦναι ἀνεκτὸν ἐφεξῆς νὰ δαπανῶμεν διὰ στρατὸν, καὶ στρατὸν νὰ μὴ ἔχωμεν. Θέλετε στρατὸν, ὀλίγον μὲν, ἀλλ’ ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του; Θὰ δαπανήσητε ἰδιαιτέρως διὰ χωροφυλακὴν καὶ ἀστυνομίαν πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δὲν ἔχει ἡ χώρα τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος τοῦτο; τότε παραιτήσατε τὴν ἰδέαν τοῦ στρατοῦ. Μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν στιγμὴν, κύριε Πρόεδρε· δύο λέξεις μόνον πρὸς ἐπανόρθωσιν μιᾶς ἀνακριβείας. Ἐλέχθη πρὶν, ὅτι οἱ χωροφύλακες ἄλλοτε εἶχον 44 δραχμὰς μηνιαῖον μισθόν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἶχον 27 μόνον. Ὁ νόμος τοὐλάχιστον τοῖς ἔδιδεν 95 λεπτὰ καθ’ ἑκάστην.
§225ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργόν.
§226Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅτε, κύριε Πρόεδρε, ὡμίλει ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, τινὲς ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν εἶπον ὅτι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ποιὸν τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τοῦ λοιποῦ τὴν χωροφυλακὴν, ἔκριναν καλὸν νὰ μὴ ὑπολογίσωσι τρεῖς ἀλλαγὰς, ἀλλὰ δύο μόνον, ἤτοι ἔκλιναν ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἔχῃ χωροφύλακας διπλασίους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν θὰ χρησιμεύωσιν εἰς τὰς φρουρὰς καὶ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Τοῦτο ἐγὼ, ὡς ἄνθρωπος ἐπὶ πολλὰ ἔτη ζήσας ἐν τῷ στρατῶνι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς εἰδικώτερον, νὰ μοὶ λύσῃ αὐτὴν τὴν ἀπορίαν, πῶς δηλαδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρκέσωσιν οἱ διπλάσιοι κατ’ ἀνώτατον ὅρον χωροφύλακες. Ὑποθέσωμεν Μοιραρχίαν ὑποχρεουμένην νὰ διορίζῃ πεντήκοντα χωροφύλακας καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς διαφόρους φρουρὰς καὶ ὑπηρεσίας ἐν γένει. Ἡ Μοιραρχία αὕτη θὰ ἔχῃ, κατὰ τὴν γνώμην τῶν συνταξάντων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἑκατὸν χωροφύλακας· διορίζουσα τοὺς πεντήκοντα τὴν μίαν ἡμέραν, θὰ ἔχῃ τοὺς ἄλλους πεντήκοντα διὰ τὴν ἄλλην ἡμέραν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οἱ ἄνδρες οὗτοί εἰσιν ὑγιεῖς καὶ παρόντες, θὰ φρουρῶσιν ἐπὶ εἰκοσιτετράωρον καὶ θ’ ἀναπαύωνται ἐπὶ εἰκοσιτετράωρον ἐπίσης, ὅπερ ἐπαχθές, διότι κατὰ τοὺς κανονισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαυγάσματα τῆς ἀλανθάστου πείρας, ὁ στρατιώτης πρέπει νὰ ἀναπαύηται τοὐλάχιστον ἐπὶ τεσσαρακονταοκτάωρον. Ἀλλ’ οἱ ἄνδρες οὗτοι θὰ ἔχωσι σάρκας, ἢ θὰ κατασκευασθῶσιν ἐκ γρανίτου; Δὲν θὰ ἀσθενήσωσι; δὲν θὰ λάβωσι ποτὲ ἄδειαν; δὲν θ’ ἀπουσιάσῃ τις αὐθαιρέτως; Μία ἀσθένεια λοιπὸν τριῶν ἢ τεσσάρων ἢ πέντε χωροφυλάκων ἀνατρέπει τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐκ βάθρων.
§227Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐπρόσεξεν ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς κανονίζεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς περιφερείας καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ εἰς μίαν ἔκτασιν. Ἐὰν ἐπρόσεχε, θὰ ἔβλεπεν ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὸν ἠνησύχησε, λύεται.
§228ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν θὰ ἦτο ἆρά γε δυνατὸν νὰ μὲ εἰσαγάγητε δι’ ὀλίγων εἰς τὴν ἔννοιαν;
§229Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον εἶνε σαφὲς, καὶ σεῖς εἶσθε στρατιωτικὸς ἀνὴρ καὶ τὸ ἐννοεῖτε.
§230ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶμαι τόσον ἀγχίνους, ὁμολογῶ, καὶ θὰ μὲ ὑπεχρέου ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐὰν μὲ εἰσῆγε δι’ ὀλίγων εἰς τὸ ζήτημα.
§231Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ περιφέρεια, ἡ ὁποία ἔχει φυλακὰς καὶ ἡ ὁποία ἔχει περισσοτέραν ὑπηρεσίαν, δὲν ἔχει μεγαλειτέραν δύναμιν. Ἡ πεῖρα δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέδειξε ποῖαι ἐπαρχίαι ἔχουσιν ἀνάγκην περισσοτέρας δυνάμεως καὶ ποῖαι δὲν ἔχουν. Ὅπου ὑπάρχουσι φυλακαὶ, ἐκεῖ γνωρίζομεν ποίαν δύναμιν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διαθέτωμεν. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλοῦν.
§232Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Περὶ τῆς ἐμβριθείας, μετὰ τῆς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θὰ κατανείμῃ τὰς δυνάμεις τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὰς διαφόρους φρουρὰς, δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι τὰς προσπαθείας της δὲν θὰ στέψῃ ἐπιτυχία, καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν χωροφυλάκων δὲν εἶναι ἐπαρκής. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, Κύριοι, προσπαθοῦμεν νὰ καταρτίσωμεν σῶμα χωροφυλακῆς τοιοῦτον, ὥστε τοῦτο νὰ ἐξαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐξετέλει καὶ ἡ χωροφυλακὴ καὶ ὁ στρατός. Ἡ χωροφυλακὴ, συγκειμένη μέχρι τοῦδε ἐκ 3200 χωροφυλάκων καὶ δισχιλίων στρατιωτῶν, ἀποσπωμένων παρ’ αὐτῇ, ἐξετέλει τὰς ὑπηρεσίας, ἃς ἐξετέλει. Νῦν θ’ ἀποτελῆται ἐκ 5,000 ἀνδρῶν ἐν ὅλῳ. Ἐνῷ δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν χωροφυλάκων θὰ ᾖ ἐλάσσων τοῦ μέχρι τοῦδε κατὰ 200 περίπου, ἡ χωροφυλακὴ θ’ ἀναλάβῃ, σὺν ταῖς ὑπηρεσίαις, ἃς μέχρι τοῦδε ἐξετέλει, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς φυλακῆς φυλακῶν, ταμείων, Τραπεζῶν κλπ., τὴν ὁποίαν ἐξετέλει ὁ στρατὸς μετὰ τὴν παρὰ τῇ χωροφυλακῇ ἀπόσπασιν τῶν δισχιλίων ἀνδρῶν· ἡ ὑπηρεσία δὲ αὕτη ἀπήτει 1200, νομίζω, ἄνδρας καθ’ ἑκάστην, ἤτοι 3600 ἐν ὅλῳ, ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, κατ’ ἐμὲ, οὐσῶν τριῶν ἀλλαγῶν, καὶ οὐχὶ δύο, ὡς ἐσφαλμένως λίαν ὑπολογίζουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Πόθεν θὰ λάβῃ τοὺς ἄνδρας τούτους ἡ χωροφυλακή; Βλέπετε, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ὑπελογίσθησαν καλῶς, καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ, διότι ψηφιζόμενον ὡς ἔχει, θὰ διαψεύσῃ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐφαρμογῆς του ὅλας τὰς ἐπαγγελίας τοῦ Ὑπουργείου περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὁποίων παρεμβάλλει πρόσκομμα εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ.
§233Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα θὰ διορθωθοῦν διὰ τοῦ συστήματος τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητος.
§234Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητος, ἀλλὰ δι’ ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον δὲν θέλετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, διότι ἀπεφασίσατε νὰ μὴ τὸν λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ συζητήσητε εἰς τὸν ἀέρα. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Σήμερον τὸ πλεῖστον τῆς χωροφυλακῆς ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ὅταν μοὶ λέγητε, πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι δῆθεν πρέπει νὰ αὐξηθῇ κατὰ πολὺ ὁ ἀριθμὸς τῶν χωροφυλάκων, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας σήμερον ἐκτελεῖ ἡ χωροφυλακή, καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν ἐνίσχυσιν αὐτῆς ἐκ μέρους τοῦ στρατοῦ διὰ τόσων χιλιάδων ἀνδρῶν, καὶ ὅτι ἑπομένως κατὰ πολλὰς χιλιάδας πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατόν, λησμονεῖτε ὅτι ἐκ τῆς χωροφυλακῆς σήμερον ἡ περισσοτέρα δύναμις ἐκτελεῖ καθήκοντα ἀστυνομικά, καὶ ὅτι εἰς τὸ μέλλον, ψηφιζομένου τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας, δὲν θὰ ἐκτελῇ ἡ χωροφυλακὴ τ’ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἅπερ σήμερον ἐκτελεῖ. Ἀτυχῶς τὸ ζήτημα ὑπὸ οὐδενὸς συνεζητήθη μέχρι τοῦδε ὡς ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ. Καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι ἐὰν ἠθέλετε νὰ συζητήσητε τὸ ζήτημα, ἔπρεπε νὰ τὸ συζητήσητε κατ’ οὐσίαν, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσητε, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διατελεῖ οὗτος σήμερον; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ ἂν μὲν νομίζητε ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχων στρατὸς ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς, ἔπρεπε νὰ ζητήσητε τὴν μὴ ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῶν παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντων. Ὅταν ὅμως παραδέχησθε, ὅτι τὸ ἔθνος ἀπαιτεῖ σήμερον, ὅπως ὁ στρατὸς ἀποδοθῇ εἰς τὸ ἔργον του, δὲν πρέπει νὰ συζητήσητε, ὅπως μέχρι τοῦδε συζητεῖτε, δὲν πρέπει νὰ συζητήσητε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν μικρὰν αὐτοῦ ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς μεγαλειτέρας δαπάνης. Βεβαίως, Κύριοι, ὅταν πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ ἡ ἀστυνομία ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας σήμερον ἐκτελεῖ ἡ χωροφυλακή, ὅταν πρόκειται εἰς τὴν χωροφυλακὴν νὰ ἀναθέσωμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐκτελεῖ ὁ στρατός, ὅταν πρόκειται ν’ ἀποδώσωμεν τὸν στρατὸν εἰς τὸν προορισμόν του, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις δαπανῶν. Ὅπως ἀποφύγωμεν αὔξησιν δαπάνης, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἔχοντες τὸν στρατὸν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς σήμερον διατελεῖ. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ὑπεστήριξεν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς ὑφ’ οὓς ὅρους ὑπάρχει σήμερον. Θέλετε τοῦτο; Πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπητε. Ἀλλ’ ἀκούομεν αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος τοῦτο, ἐπὶ δύο ὥρας συζητοῦντας διὰ ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἔχομεν αὔξησιν δαπανῶν. Σᾶς ὑποβάλλομεν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων λαμβάνομεν τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς ἡμᾶς μέριμναν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ξένας πρὸς τὸν προορισμόν του, ἵνα κατόπιν ἀσχοληθῶμεν περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, διότι, ὅπως εἴπομεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ σήμερον. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν εἴχετε τὸν τελειότερον τῶν ὀργανισμῶν, τί θὰ ἐκάμνετε, ὅταν ὁ στρατὸς ἦναι κατατετμημένος εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους; Δύνασθε τὸν ὀργανισμὸν νὰ ἐφαρμόσητε; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Δὲν θέλετε νὰ ἔχητε στρατόν; τότε δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε: «δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλητε νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐπέρχεται αὔξησις δαπανῶν». Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε στρατὸν, ὑποδείξατε, πῶς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, διατηροῦντες τὴν χωροφυλακὴν, ὅπως τὴν ἔχομεν σήμερον, ἀναθέτοντες τουτέστι τὰ καθήκοντα αὐτῆς εἰς τὸν στρατόν. Αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἔπρεπε νὰ κάμητε. Ἐν ὅσῳ αὐτὴν τὴν συζήτησιν δὲν κάμνετε, βεβαίως θὰ ἔχητε ἀπαντήσεις ἐκ μέρους ἡμῶν, ὅπως καταδείξωμεν τὰς ἀνακριβείας τὰς λογιστικὰς, εἰς τὰς ὁποίας περιπίπτετε, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχητε οὐσιαστικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος συζήτησιν.
§235ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἀπό τινος χρόνου ἔχει διάθεσιν νὰ ἐρεθίζηται εὐκόλως...
§236Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐρεθίζομαι ποτέ.
§237ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ἐνῷ ἡμεῖς συζητοῦμεν ἁπλῶς ζητοῦντες νὰ εὑρεθῇ τὸ ὀρθὸν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται ὅτι ὅλα τὰ λεχθέντα ἐνταῦθα σήμερον ἐλέχθησαν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ ἐν τούτῳ περιέλαβε καὶ ἐμὲ μεταξὺ τῶν ἄλλων προαγορευσάντων. Ὁμολογῶ ὅτι εἰς ἐμὲ δύο ἰδίως τῶν προαγορευσάντων αἱ ἀγορεύσεις ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν, ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τυρνάβου καὶ ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡμεῖς ἀγορεύομεν εἰς τὸν ἀέρα· πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἐκεῖνος οἰκοδομεῖ εἰς τὸν ἀέρα. Διότι εἶναι τῷ ὄντι ὡραῖον πρᾶγμα νὰ ἐξαίρηται ὁμιλῶν περὶ στρατοῦ, καὶ καθεὶς ἐξ ἡμῶν εὔχεται νὰ ἴδῃ ἀνατέλλουσαν τὴν λαμπρὰν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὰ τοῦ στρατοῦ θέλουσι βαδίζει ὁμαλῶς· ἀλλ’ ἄλλο τὸ νὰ εὔχηταί τις καὶ νὰ ἐλπίζῃ σὺν τῷ χρόνῳ, καὶ ἄλλο τὸ νὰ σκέπτηται πῶς θὰ ἐκτελέσῃ τὰ τῆς βελτιώσεως. Βεβαίως ταπεινὴ σκέψις εἶναι ἡ περὶ τοῦ χρήματος, ἀλλ’ ἀκριβῶς αὕτη εἶναι ἡ σκέψις ἡ περὶ τοῦ θεμελίου. Ἄν δὲν ἔχητε τὸ χρῆμα, πῶς θὰ θεμελιώσητε στρατόν; Καὶ εἰς τί ἄλλο προσέκοψαν μέχρι σήμερον τὰ τοῦ στρατοῦ ἢ εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ χρήματος; Δὲν ἐγίνωσκον οἱ μέχρι σήμερον ἀσχοληθέντες εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, ὅλοι οἱ ἐπιφανεῖς ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος ἐκ περιτροπῆς, δὲν ἐγίνωσκον, ὅτι ὁ στρατὸς ἀπῄτει ἄλλας φροντίδας, καὶ ὄχι μόνον ἐκείνην, ἥτις παρεσχέθη αὐτῷ; Δὲν ἐγένετο τοσάκις λόγος περὶ στρατοῦ ὑπηρεσίας καὶ περὶ στρατοῦ ἐκπαιδεύσεως; δὲν ἐγένοντο περὶ τοῦ στρατοῦ ἀλλεπάλληλα σχέδια περὶ στρατολογίας, ὀργανισμοῦ κτλ.; Καὶ ποῦ προσέκοψαν ὅλα ταῦτα τὰ σχέδια; Προσέκοψαν εἰς τὸ οἰκονομικὸν μέρος· ἐνετείναμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὑπεβλήθημεν εἰς δαπάνας ἐπὶ δαπανῶν, ἐφθάσαμεν νὰ δαπανῶμεν 23,000,000 ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἠναγκάσθημεν εἰς ὑποχώρησιν· καὶ ἀπὸ ὑποχωρήσεως εἰς ὑποχώρησιν ἐφθάσαμεν μέχρι προϋπολογισμοῦ 15,000,000 μετὰ τῆς προθέσεως νὰ μὴ δαπανῶμεν μηδὲ ταῦτα τὰ 15,000,000. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν τοῦ παλαιοῦ. Ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν ὁ παλαιὸς, ὁσάκις ἀνέγραφεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὰ 15,000,000, βεβαίως ἀνέγραφεν αὐτὰ μετὰ τῆς προθέσεως νὰ δαπανήσῃ, εἰ δυνατὸν, μόνον 14,000,000. Καὶ ἠγάπα ἐκεῖνος τὸν στρατὸν, καὶ ὅ,τι ἔχομεν σήμερον ἄξιον λόγου ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ εἰς Σχολὰς καὶ λοιπὰ, εἰς ἐκεῖνον ὀφείλεται· ἀλλ’ ἠναγκάζετο νὰ περικόπτῃ τὰς δαπάνας. Καὶ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔχοντες τὴν καθολικὴν στρατολογίαν ἠναγκάσθημεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος νὰ αὐξήσωμεν τὰς ἀπαλλαγὰς, μέχρις ὅτου ἐφθάσαμεν νὰ κατηγορηθῶμεν ὑπὸ Ἑλλήνων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅτι ἐκ συναλλαγῆς ηὐξάνομεν τὰς ἀπαλλαγάς. Δὲν ηὐξάνομεν ἐκ συναλλαγῆς τὰς ἀπαλλαγὰς, ἀλλὰ διότι αἱ ἡλικίαι ἤρχοντο ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος πολυαριθμότεραι καὶ δὲν εἴχομεν τὸ χρῆμα τὸ ἀναγκαῖον, ὅπως συντηρήσωμεν τὰς ἡλικίας ὁλοκλήρους, διὰ τοῦτο ἀπηλλάσσοντο ἐπὶ πλέον ἐκτὸς τῶν μονογενῶν καὶ οἱ πρεσβύτεροι ζῶντος πατρὸς, καὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος προσετίθεντο ἢ ἐπετείνοντο οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς. Πολὺ δὲ φοβοῦμαι, μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις σήμερον ὁμιλεῖ περὶ βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, προσεχῶς φέρῃ καὶ αὐτὸς καμμίαν προσθήκην ἀπαλλαγῆς ἐκ τοιαύτης ἀνάγκης. Λοιπὸν δὲν εἶναι ταπεινὸν τὸ ζήτημα τοῦ χρήματος· εἶναι σπουδαιότατον. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν χρῆμα, ἵνα δαπανήσωμεν εἰς τὰς τοιαύτας ἀνάγκας, πρέπει νὰ περιγράψωμεν τὰς ἀνάγκας. Ἐλάβομεν ἤδη διδάγματα. Καὶ — ἂν λέγω τὸ πρῶτον σήμερον, λέγω τοῦτο διότι τώρα πρῶτον μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ — δὲν θὰ διστάσω νὰ ψηφίσω οἱανδήποτε περικοπὴν, καὶ ἄν ἔτι ἡ περικοπὴ πρόκειται νὰ ἀφαιρέσῃ στελέχη ἐκ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ περικοπὴ πρόκειται νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς ἐλάττωσιν τῶν ἀριθμῶν τοῦ στρατοῦ, ἐὰν τοῦτο ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§238Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἐλησμόνησα τίποτε· ἀλλ’ ὑμεῖς λησμονεῖτε περὶ ποίας ἐποχῆς ἐπρόκειτο τότε. Ὅτε ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγὸς ἡμῶν ἠναγκάζετο νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἰδέαν τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς ποίαν ἐποχὴν εὑρισκόμεθα; Εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς χρεωκοπίας, εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην, ὅπως πᾶσαν οἰκονομίαν κάμωμεν, ἵνα ἀποφύγωμεν τὴν χρεωκοπίαν· ἀτυχῶς αἱ ἐλαττώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν συνετέλεσαν, ὅπως μορφωθῇ ὁ στρατὸς, ἀλλὰ συνετέλεσαν εἰς τὴν παράλυσιν, τὴν ὁποίαν ἀτυχῆ γεγονότα μᾶς ἀπέδειξαν. Σήμερον τίθεται τὸ ζήτημα καθαρόν, καθαρώτατον, καὶ τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς: Πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ξένας πρὸς τὸν προορισμόν του; Τούτου γενομένου, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἂν ἔχωμεν χρήματα, ἵνα ἔχωμεν στρατόν. Καὶ ἂν μὲν ἔχωμεν χρήματα, θὰ εἴπωμεν «δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν, ὅπως ἔχωμεν στρατόν». Ἐὰν πρόκειται ὅμως νὰ σπαταλήσωμεν 10 ἢ 12 ἢ 15 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, ὅπως φθάσωμεν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δράσεως εἰς τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφθάσαμεν κατὰ τὸ 1897, προτιμῶ νὰ μὴ δαπανήσωμεν οὔτε ἓν λεπτὸν, ἀλλὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ τεθῇ καθαρά. Ἀφοῦ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν τῶν καθηκόντων τῶν ἐντελῶς ξένων πρὸς τὸν προορισμόν του, θὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Βουλήν: ἰδοὺ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ ὕπαρξις στρατοῦ, ἀλλὰ στρατοῦ πραγματικοῦ. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ἐπὶ πλέον ἰδανικὸν στρατὸν, ὅπως προετοιμάσωμεν καὶ ἄλλας καταστροφὰς, ὁμοίας πρὸς ἐκείνην τοῦ 1897. Ταῦτα δὲν ἐλησμόνησα, ταῦτα σεῖς ἐλησμονήσατε. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§239ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι σύμφωνος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ταῦτα; ὅτι θὰ καταργήσωμεν τὸ στράτευμα;
§240Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ὅτι θὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ εἴπωμεν: πρὸς ὕπαρξιν στρατοῦ ἀπαιτοῦνται αὐταὶ αἱ θυσίαι· εἶναι διατεθειμένη ἡ Βουλή, εἶναι διατεθειμένον τὸ ἔθνος νὰ κάμῃ τὰς θυσίας αὐτάς; τότε θὰ ἔχωμεν στρατόν. Ἐὰν δὲν ἦναι διατεθειμένον τὸ ἔθνος, ἐὰν δὲν ἦναι διατεθειμένη ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς θυσίας, εἶναι περιττὸν νὰ κολακευώμεθα, νομίζοντες ὅτι διὰ δαπάνης 9 ἢ 10 ἑκατομμυρίων δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, δυνάμενον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Πατρίδος.
§241ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ πόρους τοιούτους δὲν ἔχομεν, κατὰ συνέπειαν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαλύσωμεν τὸ στράτευμα.
§242Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα χρῄζει ψυχραιμοτέρας συζητήσεως...
§243Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶμαι ψυχρός, ψυχρότατος (ἱλαρότης).
§244Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ συζητῆται μετὰ τόσης θέρμης, ὅσην ἀρνεῖται ὅτι ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὸ ζήτημα τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀρρήκτως συνδέονται, καὶ συνδέονται μεγάλως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσωμεν σήμερον τὴν λύσιν τὴν ὁριστικὴν δύο ἐκ τῶν τμημάτων τοῦ ζητήματος τούτου, δηλαδὴ τοῦ ζητήματος τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ εἴπωμεν: ἢ θὰ ὑποστῆτε θυσίας, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ τὸ ἔθνος ἴσως, ἢ δὲν θὰ κάμωμεν στρατὸν, ἐὰν ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ὅπως ἔχει, δὲν ἐπιτρέπῃ τοῦτο. Ἐὰν ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δὲν ἐπιτρέπῃ τὴν ἐπιβολὴν νέων θυσιῶν ἐπὶ τῆς χώρας, ἀλλαχοῦ πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν τοὺς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν, — διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατὸν. — Ἐὰν ἡ χώρα δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας νέας, βεβαίως πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτάς· ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ μὴ δύναται, καὶ ἴσως δὲν δύναται· τότε ὀφείλομεν ἄλλως νὰ εὕρωμεν τοὺς πόρους τοὺς ἀναγκαίους διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅπως πρέπει νὰ ὀργανισθῇ, δηλ. συνδυάζοντες ἄλλως τὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ τὰ τῆς χωροφυλακῆς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ· διότι βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐκτελέσητε τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας δίδετε, ὅτι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 θὰ δυνηθῆτε νὰ φέρητε αὔξησιν πόρων 5–6 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτηθῶσι.
§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἠξεύρομεν.
§246Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλετε νὰ τὸ ἠξεύρητε, νὰ γνωρίζητε τὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἐὰν τὴν χώραν δὲν τὴν ἐμελετήσατε, ἐὰν δὲν γνωρίζητε τὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἔχετε δίκαιον νὰ εἴπητε ὅτι δὲν τὸ ἠξεύρετε.
§247ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Μίαν φορὰν μᾶς ἐχρεωκοπήσατε, ὄχι ἄλλην!
§248Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σιωπὴ σύ!
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ἀπευθύνησθε ὑβριστικῶς πρὸς Βουλευτὴν (θόρυβος).
§250Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖον ὕβρισα; (θόρυβος).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν, ἐὰν ἐπαναλάβητε τὸ ἴδιον.
§252Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ διακόπτουν τὸν ἀγορεύοντα, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὑμεῖς ἐπιτρέπετε νὰ μὲ διακόπτωσιν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς μου.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§254Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον δίκαιον νὰ τῷ κάμω τὴν παρατήρησιν.
§255Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε τὸν κ. Καραπάνον εἰς τὴν τάξιν, διότι εἶπεν εἰς ἕνα συνάδελφον «σιωπὴ σύ!»
§256ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἐκάμνετε παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅστις διέκοψε τὸν κ. Καραπάνον, ὁ κ. Καραπάνος δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν νὰ εἴπῃ «σιωπὴ σύ!»
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Καραπάνον, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπευθύνῃ παρατήρησιν ὑβριστικὴν πρὸς συνάδελφον.
§258Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν τὸ Προεδρεῖον δὲν ἐμποδίζῃ τὸν συνάδελφον αὐτὸν νὰ ἀπευθύνῃ ὕβρεις, βεβαίως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τῷ εἴπω «σιωπήσατε!»
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ὕβρισε ποσῶς.
§260ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶπεν ὅτι ἐδημοκόπησεν ὁ κ. Καραπάνος διὰ τῆς χρεωκοπίας.
§261ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ κάμω τὴν διακοπὴν καὶ ἄνευ τῆς ἀδείας του, ἀφοῦ εἴθισται ἐν τῇ Βουλῇ νὰ διακόπτῃ τοὺς ἄλλους ὁ Βουλευτής. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὑβρίσω, ἀλλ’ ἁπλῶς ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Καραπάνον, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἑκάστοτε νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὰ περὶ χρεωκοπίας.
§262ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἴπετε αὐτό.
§263ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Μᾶς ἠπείλει διὰ τοῦ φάσματος τῆς χρεωκοπίας καὶ δευτέραν φορὰν (θόρυβος).
§264Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὁμιλεῖ πάντοτε τόσον ἁβρῶς, ὥστε νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἄξιος ἐπιτιμήσεως (διάλογοι).
§265Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὅταν τις διακόπτῃ, νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν νὰ σιωπήσῃ.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα.
§267ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως ἔχει.
§268Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὴν διακοπὴν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ἀγορεύοντος. Ἐὰν λοιπὸν ὑμεῖς, ὁ τηρητὴς τοῦ Κανονισμοῦ, συγκατατίθησθε νὰ γίνηται διακοπή, τότε τὸ ζήτημα μεταβάλλεται Λοιπὸν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς τὸν διακόπτοντα «σιωπήσατε», πρὸ πάντων ὅταν ὁ διακόπτων μὲ διακόπτῃ διὰ τοιαύτης φράσεως. Παρακαλῶ νὰ ἐκτελέσητε τὰ καθήκοντά σας. Δὲν ἐννοῶ νὰ μὲ διακόψῃ κανείς.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε τὴν ὁμιλίαν σας, καὶ κανεὶς δὲν θὰ σᾶς διακόψῃ.
§270Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω πάλιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας συνδέονται ἀρρήκτως· δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ ἑνὸς ἑκάστου τῶν νομοθετημάτων τῶν ἀφορώντων εἰς ἓν τῶν τριῶν τούτων ζητημάτων, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της καὶ τὰ τρία συνάμα· δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῷ, ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου ἦναι τοιαύτη, ὥστε μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομμυρίων δρ. νέων δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσι τὰ δύο νομοσχέδια περὶ χωροφυλακῆς καὶ ἀστυνομίας, νὰ μὴ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ὀργανωθῇ στρατὸς, ὁποῖον πάντες ἐπιθυμοῦμεν. Γνωρίζοντες δὲ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἔχομεν δικαίωμα νὰ δυσπιστῶμεν, ὅτι θέλουσιν εὑρεθῆ οἱ ἀναγκαῖοι πόροι, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὁποῖον τὸν ἐπιθυμοῦμεν. Ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ τόπος δύναται νὰ ὑποστῇ νέας θυσίας τόσων ἑκατομμυρίων, εἶναι πεποίθησις θεωρητική, εἶναι πεποίθησις, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται βεβαίως ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, εἶναι πεποίθησις ἀνάλογος πρὸς ἐκείνην, ἥτις πρὸ ἐτῶν παρίστατο ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἠθέλομεν ἀποσοβήσει τὸ ἐπελθὸν εἰς τὸν τόπον δυστύχημα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὰ τρία νομοσχέδια πρέπει ἀπὸ κοινοῦ καὶ παραλλήλως νὰ γείνωσι γνωστὰ εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν δὲ, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὑποβληθῇ ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ οὗτος πρὶν ἀκόμη φθάσωμεν εἰς ὁριστικὸν συμπέρασμα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν· διότι τότε θέλομεν ἴδει ποῦ θέλει φθάσει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ποῖον ἔλλειμμα θὰ παρουσιάσῃ, ἐὰν καὶ πῶς θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ὡς τάχιστα καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν νὰ ὑποβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ἵνα γνωρίζωμεν ποῦ νὰ βαδίζωμεν.
§271Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐξ αἰτίας διακοπῆς τινος, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰπὼν «διὰ τοῦ συστήματος τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητος», καὶ εἰς ἣν ἀπήντησεν ἐν ἐρεθισμῷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ἐὰν ὁ τόνος τῆς φωνῆς ἤρκει νὰ προσδίδῃ τὸν τόνον, τὴν δύναμιν δηλαδὴ εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ἐν συζητήσει σοβαρᾷ, τὸ ζήτημα βεβαίως εἶναι λελυμένον ἀπόψε ὑπὲρ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις — πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν — ὡμίλησε λίαν ἐντόνως. Ἐὰν ὅμως δέον νὰ ἐρευνηθῇ τὸ θέμα βαθύτερον, νομίζω ὅτι ἡ φράσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἦτο ἀνταξία τοῦ πορίσματος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ὅλα αὐτὰ ἐλέχθησαν εἰς τὸν ἀέρα. Εἶναι εὔκολον νὰ λέγῃ τις τὴν φράσιν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὴν ἀποδεικνύῃ, ἐὰν δὲν πείθῃ τοὺς ἀκούοντας, εἶναι κίνδυνος νὰ εὑρεθῇ ὁ ἴδιος εἰς τὸ κενὸν αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον θέτει τοὺς λόγους τοῦ ἑτέρου. Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον ἀντιλαμβάνεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ἐγὼ προσέχων ἤκουσα, καὶ ἤκουσε πᾶσα ἡ Βουλή, καὶ συνεπέρανα, ὅτι δύο πορίσματα ἐξήχθησαν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Τὰ πορίσματα ταῦτα ἦσαν τοσοῦτον ἄξια λόγου, πρὸ παντὸς δὲ τόσον σαφῆ, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῶσι ποσῶς τὸ ὕφος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ποῖα εἶναι τὰ πορίσματα; Ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἀριθμῶν ὑπάρχει ὡρισμένη δύναμις πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δύο τοῦ τόπου συστημάτων, χωροφυλακῆς καὶ ἀστυνομίας, ἅτινα διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν εἰσὶν ὡρισμένα, ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος σήμερον διὰ τῶν δύο συστημάτων, τοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἐλαττοῦται εἰς ἀριθμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀπαιτῶνται ἔτι τρισχίλιοι ἄνδρες κατὰ τὸν κ. Δραγούμην, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε διὰ τοῦ στρατοῦ ἀνεπληροῦντο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς διπλῆς ἀλλαγῆς τῶν φρουρῶν ἔχομεν μείωσιν τῆς ἀπαιτουμένης μέχρι τοῦδε δυνάμεως 1300 ἀνδρῶν· ἄρα μένει ἀριθμὸς μόνον 1700 ἀνδρῶν, ὅστις θὰ ἐλλείπῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δύο συστημάτων, τοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Καὶ ὅτε ἠρώτησεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτής, «πόθεν θὰ οἰκονομήσωσιν αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν, ἂν μὴ ἐκ τοῦ στρατοῦ;», εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «θὰ τὸν ἀναπληρώσωμεν ἄλλως· ὁ ἀριθμὸς ὁ ὀλιγώτερος κατὰ 1700 ἄνδρας θέλει ἐπαρκέσει διὰ τῆς βελτιώσεως τοῦ ποιοῦ τῶν ἀνδρῶν τῶν δύο νέων συστημάτων». Βεβαίως τοῦτο θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχε σοβαρότητα, ἐὰν μᾶς ὑπεδείκνυε καὶ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις αὕτη. Ἀλλ’ ὅτε προέβαλεν ἓν μόνον, φυσικῶς ἐρχόμενον, ἐρώτημα ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής, «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ βελτίωσις αὕτη, ἀφοῦ ἐλαττοῦται καὶ ἡ ἤδη πενιχρὰ μισθοδοσία τῶν πτωχοτάτων ἀστυφυλάκων ἀπὸ 70 εἰς 60 δραχμάς», δὲν εἴχομεν καμμίαν ἀπάντησιν! Ἑπομένως εἶναι ὀρθὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι διὰ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης τῆς μισθοδοσίας θὰ ἔχωμεν ποιότητα ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἐγγύησιν οὐδεμίαν, τοὐναντίον μάλιστα, περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἐπαγγελιῶν καὶ τῶν τοιούτων περὶ ποιότητος καὶ βελτιώσεως θεωριῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐντεῦθεν τὸ ζήτημα ἦτο ἄξιον συζητήσεως, συνεζητήθη δὲ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται τοιαύτη ἐλαφρὰ διατύπωσις περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς σοβαρότητος τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἣν ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέπηται μόνον περὶ τῶν λόγων αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἓν μόνον τὸ πόρισμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· ἦτο καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς διὰ τῶν στατιστικῶν πινάκων καὶ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν, ἐπαρουσίασεν ἀκριβῶς τὰ ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιβαρυνθῇ σήμερον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τῶν δύο νέων νομοθετημάτων, ἀνήγαγε δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς ἑκατομμύρια ὅλα, καὶ ἠρώτησεν, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τὴν εἰς τὸν στρατὸν ἀπόδοσιν τῶν ἀπεσπασμένων εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀνδρῶν θὰ μείνῃ ὁ αὐτός· καὶ ἠγέρθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἶπε: «Λησμονεῖτε τὴν δήλωσίν μου, ὅτι θὰ αὐξήσω τὸ ποσὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». Βεβαίως, εἴμεθα σύμφωνοι, θὰ αὐξηθῇ ὁ προϋπολογισμός· ἀλλ’ ἡ ἐργασία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὥριζε τὰ ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπαυξηθῇ ἀναγκαίως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ δὲν ἐπήνεγκε τοῦτο μόνον τὸ ἀποτέλεσμα ἡ ἐργασία αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐπήνεγκε καὶ ἓν ἄλλο πόρισμα, προεκάλεσε τὴν δήλωσιν, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος· ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν τὰ ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ αὐξήσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἤμεθα ἱκανοὶ νὰ τὰ ἀνεύρωμεν, καὶ ἔσεισε τὸ φάσμα τοῦ διλήμματος, ἢ τὴν ἀξιοπρεπῆ δημιουργίαν τοῦ στρατοῦ νὰ ἐπιζητήσωμεν, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι ἐπαρκέσῃ οὗτος εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀξιώσεις καὶ εἰς τὴν ἀποστολήν του, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου τοῦ 1897, ἢ νὰ μειώσωμεν αὐτὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον...
§272Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτά· τὰ λέγετε σεῖς.
§273Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔναυλοι εἶναι ἀκόμη εἰς τὴν Βουλὴν αἱ τοιαῦται δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ... Ἀλλ’ εἴπετε καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη· ὅτε ἐγένετο ἡμῖν ἡ παρατήρησις, ὅτι διὰ τῶν συστημάτων τούτων ὑπάρχει ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια, καὶ ἠρωτήθητε, πόθεν θὰ τὰ λάβητε, ἀπηντήσατε ὅτι, «ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή, ἵνα νομοθετήσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸν ἐν τῷ μέλλοντι, κατὰ τὸ 1900, τότε βεβαίως θὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ τῶν δαπανῶν τούτων». Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἰς πολιτευτὰς τοῦ ἀναστήματος τοῦ πολιτικοῦ τοῦ κ. Θεοτόκη, εἰς πολιτευτὰς ἐννοοῦντας νὰ διοικήσωσι τὸν τόπον μὲ τὰς μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἐπηγγέλθησαν, ὅταν τοιαῦτα νομοσχέδια, ἀπαιτοῦντα πρόσθετον δαπάνην ἑκατομμυρίων, προβάλλουν πρὸς ψήφισιν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προσέρχωνται χωρὶς πρότερον νὰ ἔχωσιν ἐξεύρει τοὺς ἀντιστοίχους πόρους καὶ χωρὶς νὰ συνδυάζωσι ταῦτα πρὸς τὴν δεινὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου θέσιν. Ἡ ἄκοσμος συνεπῶς φράσις, ὅτι λέγονται λόγια εἰς τὸν ἀέρα, προσήκει οὐχὶ εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη.
§274Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω. Πρῶτον θὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου διὰ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν εἰσάγεται. Οὐδέποτε εἶδον ὀπαδόν, νομίζοντα ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἀνακεφαλαίωσιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀρχηγοῦ του, ὅπως πείσῃ τὴν Βουλὴν, — διότι ὅλη ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος δὲν ἦτο παρὰ ἀνακεφαλαίωσις τῆς ἀγορεύσεως, τὴν ὁποίαν διὰ μακρῶν, ἂν ὄχι πειστικῶν, ἐπιχειρημάτων ὁ ἀρχηγὸς αὐτοῦ εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν. — Τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα, τὴν ἔκαμα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος. Δὲν ἀπετάθην εἰς τὸν ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ἀλλ’ εἰς ὑμᾶς (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Γ. Ἀναστασόπουλον). Ὅτε εἰρωνικῶς εἴπετε, ὅτι «ὅλα θὰ διορθωθοῦν διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητος», τότε σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἐπιχειρήματα εἰς τὸν ἀέρα. Τουλάχιστον ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἀποδίδω.
§275Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐλαφρὸν αὐτὸ βάρος τῶν λόγων εἰς τὸν ἀέρα τὸ ἀναλαμβάνω ἐγώ.
§276Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸς ὑμᾶς ἀπετάθην, καὶ ἐπειδὴ συνήθως ὁ τόνος ὑμῶν εἶναι μᾶλλον τραγικὸς παρὰ εἰρωνικὸς, ἐκάματε δὲ ἐξαίρεσιν ἀκριβῶς ἀπόψε, καὶ μετεχειρίσθητε τὴν εἰρωνείαν, εἰς τὴν εἰρωνείαν ἀπήντησα ἀκριβῶς, ὅτι ἦτο τοῦτο ἐπιχείρημα εἰς τὸν ἀέρα.
§277Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μετεῖχε καὶ ὁ κ. Λιμπρίτης καὶ ἄλλοι.
§278Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸς ὑμᾶς ἀπετάθην καὶ εἶπον, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἐπιχειρήματα εἰς τὸν ἀέρα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ποιοῦ δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον τὸ θεωρεῖτε· διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ 1700 ἀνδρῶν, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀγνοῶν, ἐξ ἐκείνων τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν ἠσχολήθησαν, ὅτι χωροφύλακες λαμβανόμενοι ἐκ κληρωτῶν δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι εἷς χωροφύλαξ καλὸς δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ἄριστα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καθηκόντων, διὰ τὴν ὁποίαν σήμερον ἀπαιτοῦνται 3 ἢ 4 χωροφύλακες. Τοῦτο εἶναι γνωστόν. Ἡ χωροφυλακὴ, ἵνα ἐκτελέσῃ καλῶς τὰ καθήκοντα αὑτῆς, πρέπει ν’ ἀποκτήσῃ κῦρος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σήμερον ἡ χωροφυλακή. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θέλει ἐπιτρέψει εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν καλὴν χωροφυλακὴν, καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προσδοκῶμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μισθοῦ, περὶ τῆς ὁποίας πολὺς γίνεται λόγος, παρακαλῶ νὰ μὴ λησμονήσητε, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ μισθοῦ οὐδόλως ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας σήμερον, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐλήφθη ἡ δέουσα πρόνοια, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται μέγας ἀριθμὸς ἀστυφυλάκων δευτέρας τάξεως, καὶ εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν θὰ καταταχθῶσιν ὅλοι οἱ ὑπηρετοῦντες σήμερον, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ ἔχωσι τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον σήμερον λαμβάνουσιν. Ἐσκέφθημεν ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἀστυφυλακὴ θὰ γενικευθῇ εἰς ὅλον τὸ Κράτος, θὰ ἦτο ὅλως δυσανάλογον εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἂν εἰς ἀστυφύλακας, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὑπηρετήσουν εἰς τὰ χωρία, ἐδίδομεν μισθὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ὁρίζει. Ὅτε ἐπρόκειτο περὶ ἀστυφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὰς πόλεις, ὁ μισθὸς ὁ κανονιζόμενος ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας βεβαίως ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρ’ αὐτῶν τῶν ἀστυφυλάκων ἐζητοῦμεν· ὅτε ὅμως πρόκειται περὶ ἀστυφυλάκων, οἱ ὁποῖοι εἰς ὅλον τὸ Κράτος θὰ ὑπηρετήσωσιν, ἔπρεπε νὰ κανονίσωμεν ἄλλως τὰ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὰ χωρία δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσι λαμβάνοντες μισθὸν τρίτης τάξεως. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν δίδω εἰς ὑμᾶς, ὅπως ἀναπαύσω τὴν συνείδησίν σας καὶ μὴ ἀνησυχῆτε τόσον περὶ τῆς τύχης τῶν ἀστυφυλάκων, τῶν σήμερον ὑπηρετούντων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως θὰ ἔχωσι τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον σήμερον ἀπολαμβάνουσι.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§280ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι συνέβη τι κατὰ τὴν σύνταξιν ἢ τὴν ἀντιγραφὴν ἢ τὴν τύπωσιν τοῦ ἄρθρου 1, καὶ ἐκ τούτου βλέπομεν διατάξεις καταργουμένας, αἵτινες πρέπει νὰ διατηρηθῶσι, καὶ ἄλλας διατηρουμένας, ἐνῷ πρέπει νὰ καταργηθῶσι. Κατήρτισα τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἣν παραδίδω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα παρατηρήσῃ, μὴ τυχὸν ὑπάρχῃ σφάλμα τι, διορθωτέον κατ’ αὐτήν, ἐν τῇ συντάξει τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἰδοὺ αὕτη (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1882 ΑΛΖʹ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ΒΡΟϚʹ νόμου τῆς 21 Φεβρουαρίου 1893, ἡ § 3 τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ αὐτοῦ νόμου, τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου ΑΦΛΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου, ὡς καὶ ὁ προσηρτημένος εἰς τὸν ΒΡΟϚʹ νόμον ὑπὸ στοιχ. ΙΒʹ πίναξ, ἀντικαθίστανται ὡς ἕπεται.»
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατρίκιος ἔχει τὸν λόγον.
§282ΤΡ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ ἀποδεχθῇ, ὅπως ἀποτελεσθῇ Ἀρχηγεῖον χωροφυλακῆς, διότι ἡ ἐπιθεώρησις, ἐξασκοῦσα ἐποπτείαν μόνον ἐπὶ τοῦ παρόντος τῆς χωροφυλακῆς, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ διοίκησιν ἐπὶ τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ χωροφυλακή, συμποσουμένη εἰς τοσοῦτον ἀριθμόν, ἔχει ἀνάγκην διοικήσεως ἀμέσου· πρέπει νὰ ἔχῃ ἀρχηγὸν, ὁ ὁποῖος νὰ διοικῇ τὸ σῶμα τοῦτο, καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεξαγωγὴν ὅλων ἐκείνων τῶν ὑποθέσεων τῆς χωροφυλακῆς, αἵτινες κατ’ ἀνάγκην σήμερον ἀπασχολοῦσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑποθέτω ὅτι τῇ προσθήκῃ δύο ἀξιωματικῶν ἀκόμη δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο. Ἐν ᾗ ὅμως περιπτώσει μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ, ἂν ἐννοεῖ, ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἦναι ἐπιθεώρησις τῆς ὑπηρεσίας μόνον τῆς χωροφυλακῆς, ἢ ἐννοεῖ ὅτι θὰ ἔχῃ αὕτη καὶ τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ σώματος τούτου καὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ, ἢ θὰ ὑπάγηται τὸ σῶμα τοῦτο καὶ εἰς τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ΑΛΖʹ νόμου, ὡς τροποποιεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, λέγει ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ: «Οἱ ἐνωμοτάρχαι ἐν τῇ πεζῇ καὶ ἐφίππῳ χωροφυλακῇ εἰσιν ἐξ ἡμισείας πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως». Παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἀντὶ τούτου «τὰ ⅔ πρώτης τάξεως καὶ τὸ ⅓ δευτέρας τάξεως»· οὕτω δὲ οἱ ὑπαξιωματικοὶ θὰ δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀνωτέραν τινὰ βαθμίδα, διὰ νὰ προσεγγίζωσιν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀναγκαῖον ἐπίσης θεωρῶ νὰ προστεθῇ τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ ἑξῆς: «Ἐκ τῶν εἰς ἑκάστην πεζὴν ἢ ἔφιππον ἐνωμοτίαν ἀνηκόντων χωροφυλάκων δύο εἶναι πρώτης τάξεως», δηλ. ὑποδεκανεῖς. Διότι, ἀφοῦ θὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ὑποδεκανεῖς διὰ τὴν ἀλλαγὴν τῶν φρουρῶν. Ἡ § 13 τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ ΑΛΖʹ νόμου τροποποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἑξῆς: «Ἐν τῇ χωροφυλακῇ ἅπαντες οἱ μοίραρχοί εἰσι λοχαγοὶ πρώτης τάξεως, οἱ δὲ ἀντιμοίραρχοι λοχαγοὶ δευτέρας τάξεως.» Ὡς γνωρίζετε, διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἰς ἅπαντα τὰ σώματα οἱ λοχαγοὶ εἶναι κατὰ τὰ ⅔ πρώτης τάξεως καὶ κατὰ τὸ ⅓ δευτέρας τάξεως, εἰς τὸ ἱππικὸν δὲ ἅπαντες οἱ λοχαγοί εἰσι πρώτης τάξεως· μόνον εἰς τὴν χωροφυλακὴν συμβαίνει νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἓν τέταρτον μόνον πρώτης τάξεως. Αὐτὸ εἶναι ἀδίκημα διὰ τὴν χωροφυλακὴν, πρέπει δὲ καὶ εἰς τὴν χωροφυλακὴν νὰ ἔχωμεν τὰ δύο τρίτα τῶν λοχαγῶν πρώτης τάξεως. Ἐπίσης ἐν τῇ διατάξει τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου ᾼΦΛΓʹ, ὡς τροποποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν «οὐδεὶς δύναται νὰ καταταχθῇ ἐθελοντὴς, ἂν δὲν συνεπλήρωσε τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας του», τὸ 25 νὰ ὑποβιβασθῇ εἰς 23, διότι αὐτὴν τὴν ἡλικίαν θέλει καὶ ὁ στρατολογικὸς νόμος, τοῦτο δὲ θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἔχῃ ἡ χωροφυλακὴ ἀμέσως ἐθελοντὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀφυπηρετοῦσιν ἐκ τοῦ στρατεύματος· διότι, ὅταν ὁ στρατιώτης ἐξέλθῃ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ καὶ ἀναλάβῃ βιοποριστικόν τι ἐπάγγελμα, μένων δύο ἔτη μακρὰν τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ δύναται εὐκόλως νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἐνῷ, ὅταν δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἀμέσως εἰς τὴν χωροφυλακὴν, θὰ εἰσέρχηται ἄνευ μεσολαβήσεως ἑτέρου χρονικοῦ διαστήματος, συνεχίζων οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν του. Ἐπίσης καὶ τὸ τελευταῖον ὅριον τῶν 40 ἐτῶν εἶναι ὑπερβολικὸν, καὶ πρέπει νὰ τὸ καταβιβάσωμεν εἰς 37. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου δὲ ἐδαφίου, «ἂν δὲν ὑπηρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ», παρουσιάζεται ἀόριστόν τι, διότι δυνατὸν νὰ ὑπηρέτησε τρεῖς μῆνας μόνον. Θὰ τὸν δεχθῶμεν; Μετὰ δὲ τὸ «καὶ δὲν ἀφέθη μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον» νὰ προστεθῇ «ἢ ἄμεμπτον».
§283Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα, αὐτὸ τό δέχομαι.
§284ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. «Ἂν δὲν ἔχῃ ἀνάστημα 1 καὶ 58 τοῦ γαλλικοῦ μέτρου», λέγει τὸ γʹ ἐδάφιον τῆς αὐτῆς δευτέρας παραγράφου. Διὰ ἠξεύρω διατὶ μεταβάλλετε τὸ ἀνάστημα τοῦ 1,57 τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1833, ἀφοῦ τὸ ἐλάχιστον ἀνάστημα κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον εἶναι 1,54. «Οἱ ἀφυπηρετήσαντες ἐκ τῆς χωροφυλακῆς δύνανται νὰ ἀνακαταταχθῶσι κτλ. καὶ ἂν δὲν ὑπερέβησαν τὸ 55 ἔτος τῆς ἡλικίας των», λέγει ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Νὰ προστεθῇ: «καὶ ἐφ’ ὅσον ἀποδεικνύονται ἔχοντες τὰ ἀνωτέρω προσόντα καὶ δὲν συνεπλήρωσαν τὸν πρὸς ἀποστρατείαν χρόνον». Διότι εἶναι ἄδικον, ὁ ἐν τῇ χωροφυλακῇ ὑπηρετῶν καὶ μὴ συμπληρώσας τὸν χρόνον πρὸς σύνταξιν νὰ ἐξέλθῃ τῆς χωροφυλακῆς χωρὶς σύνταξιν.
§285Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας παρακαλῶ νὰ τὰς διατυπώσητε ἐγγράφως.
§286ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Μάλιστα.
§287Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κέας συνάδελφος, ἐπιτραπήτω μοι νὰ προσθέσω μίαν ἔτι, τὴν ἑξῆς. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου ᾼΦΛΓʹ, ὡς τροποποιεῖται διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, λέγει ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς χωροφύλακας νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐξ ὧν κατάγονται. Οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν τοιαύτην διάταξιν εἶναι γνωστοί· νομίζω ὅμως, ὅτι πρακτικὸν θὰ ἦτο, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν λόγων τούτων, νὰ ἐκανονίζοντο τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε οἱ χωροφύλακες οὐ μόνον εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὰς γειτνιαζούσας ἐπαρχίας νὰ μὴ ὑπηρετῶσιν. Ἰδοὺ δὲ διατί. Ὑποθέσωμεν χωροφύλακα καταγόμενον ἐκ τοῦ δήμου Τυμφρηστοῦ τῆς ἐπαρχίας μου. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, οὗτος δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ δήμῳ Νέας Μιζέλης, διότι ὁ δῆμος οὗτος, ὁ ἀπέχων 30 ὅλας ὥρας ἀπὸ τὸν δῆμον τοῦ χωροφύλακος, ἀνήκει εἰς τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν· δύναται ὅμως ὁ ἴδιος χωροφύλαξ νὰ τοποθετηθῇ καὶ ὑπηρετήσῃ ἐν Καρπενησίῳ, δύο ὥρας ἀπέχοντι τοῦ χωρίου καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ δῆμός του ὁλόκληρος συναλλάσσεται τακτικῶς. Ὁ χωροφύλαξ ὁ ἐκ τοῦ δήμου Μακρακώμης ἐπιτρέπεται νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς δασοφύλαξ τοῦ δήμου Μενελαΐδος, καίτοι εἰς τὰ δάση τοῦ δήμου τούτου, ἀνήκοντος οὐχὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος, ἀλλ’ εἰς τὴν τῆς Καρδίτσης, διημερεύουσι πάντες οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Μακρακώμης τῆς Φθιώτιδος, ἐξ οὗ καὶ ὁ φυλάσσων τὰ δάση ταῦτα. Ἂν λοιπὸν νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι ὁ χωροφύλαξ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ, πρέπει νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ χωροφύλακος καὶ ἐν ταῖς γειτνιαζούσαις ἐπαρχίαις, καὶ νὰ μὴ κανονίζῃ τὰ πράγματα κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν καταστρατήγησιν τῶν νόμων.
§288Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι δυνατόν, ἂν εὑρίσκηται εἰς τὴν γειτνιάζουσαν πρὸς τὴν ἐξ ἧς κατάγεται ἐπαρχίαν, παρὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, διότι ἐκεῖ δὲν θὰ ἔχῃ συγγενεῖς, οὔτε πολιτικοὺς φίλους.
§289ΚΡΙΤΣΑΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ πιστεύσω ποτὲ, ὅτι ὁ ἐξ Οἰτύλου λ.χ. καταγόμενος χωροφύλαξ, ὑπηρετῶν ἔν τινι δήμῳ τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, δὲν θὰ εὕρῃ ἐκεῖ συγγενεῖς του ἢ πολιτικούς του φίλους, χάριν τῶν ὁποίων νὰ κάμνῃ ὑποχώρησίν τινα. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶμαι πάντοτε κατὰ τῶν διαφόρων νόμων περὶ ἐντοπίων ἐν γένει ὑπαλλήλων, εἶμαι δ’ ἐναντίον αὐτῶν διότι ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι οἱοσδήποτε ὑπάλληλος, ὁπωςδήποτε συνδεδεμένος καὶ ἂν ᾖ πρὸς τὸν τόπον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπηρετεῖ, οὐδέποτε θὰ τολμήσῃ νὰ ὑποχωρήσῃ ὑπέρ τινος, ὅταν διατελῇ ὑπὸ αὐστηρὰν ἐπίβλεψιν ἐκ μέρους τοῦ προϊσταμένου του, καὶ διὰ τοῦτο εὐχαρίστως θὰ ἔβλεπον καταργουμένους τοὺς νόμους τούτους, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσι μόνον εἰς τὸ νὰ καθιστῶσι δυστυχεστέρους ἰδίως τοὺς μικροϋπαλλήλους.
§290Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδέα σας εἶναι αὐτή.
§291ΚΡΙΤΣΑΣ. Βεβαίως, ἰδέα μου εἶναι· ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ποτὲ ἐνταῦθα λέγων ξένας ἰδέας. Ἂν λοιπὸν πρόκειται νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν κατ’ ἐμὲ κακῶς τεθεῖσαν ἀρχήν, ὅπως μὴ οἱ ὑπάλληλοι ὑπηρετῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἵνα ὦμεν συνεπεῖς πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ἐκτείνωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν, ὡς εἶπον πρότερον, διότι, ἀφίνοντες τὴν διάταξιν ταύτην ὡς ἔχει, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτούς.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§294Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει· «Παρουσιαζομένων συμφώνως τῷ παρόντι νόμῳ ἐθελοντῶν κεκτημένων τὰ προσόντα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατατάσσων τούτους εἰς τὴν χωροφυλακὴν θέλει ἀποστέλλει εἰς διαθεσιμότητα ἴσον ἀριθμὸν ἐκ τῶν ἐν αὐτῇ συμφῳδὰ τῷ προτέρῳ νόμῳ ὑπηρετούντων κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1897, ἐμπροθέσμως καταταχθέντων, προτιμωμένων τῶν πλειότερον ὑπηρετησάντων...» Ὅταν πρόκειται περὶ στρατιωτῶν τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς καὶ στρατιωτῶν καταταχθέντων ἐμπροθέσμως, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποῖοι εἶναι οἱ πλειότερον ὑπηρετήσαντες. Ἡ ἡμέρα τῆς κατατάξεως ἑκάστης στρατολογικῆς κλάσεως εἶναι ὡρισμένη, εἶναι δὲ ὡρισμένον νὰ γίνηται ἡ κατάταξις ἐν τρισὶν ἡμέραις. Ἀλλ’ αἱ τρεῖς ἐκεῖναι ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας θεωρεῖται ὁ κληρωτὸς ἐρχόμενος ἐμπροθέσμως, θεωροῦνται ὡς μία καὶ μόνη. Πῶς θὰ διακρίνωμεν τότε τὸν πλειότερον ὑπηρετοῦντα μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν τῶν κατὰ τὴν ταύτην ἡμέραν καταταχθέντων καὶ τῶν εἰς τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν ἀνηκόντων; Μοὶ φαίνεται ὅτι περιττεύει αὐτὸ, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ.
§295Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 ἕως 8 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§296Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἄρθρον 9, ὡς ἑξῆς: «Ὁ χρόνος τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ὁρισθήσεται διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὡς ἄνω ἄρθρον 9, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου ὑπέβαλεν ἐγγράφους τροπολογίας ὁ βουλευτὴς Κέας κ. Πατρίκιος. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 346). Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Γαρουφαλιᾶς ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 347). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§298Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.
§299ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐμπρός! ἐμπρός!
§300ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι μία ἡ ὥρα!
§301ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Πρόκειται περὶ πρώτης συζητήσεως.
§302ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πάντες ἀναγνωρίζομεν τὸ πεπλανημένον τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει...
§303ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι δά!
§304ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πάντες οἱ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως. Σεῖς ἠμπορεῖ νὰ ἔχητε ἀλλοίαν γνώμην.
§305ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅταν λέγητε «πάντες», ὁμιλεῖτε καὶ ἐξ ὀνόματός μου.
§306ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀναγνωρίζω ἐγώ· σεῖς δὲν ἀναγνωρίζετε. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε.
§307ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Οἱ ὁμοφρονοῦντες.
§308ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οἱ ὁμοφρονοῦντες... Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θέλει προκαλέσει μακρὰς συζητήσεις καὶ θέλει δημιουργήσει ἴσως μέγαν κυκεῶνα. Ὁ καύσων ἀπό τινων ἡμερῶν κατέστη ἀφόρητος... (γέλωτες).
§309ΚΡΙΤΣΑΣ. Μὴ γελᾶτε!
§310ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. .. Δὲν ἔχετε δὲ ἀνάγκην ὑμεῖς νὰ ἀντιληφθῆτε τὸ τοιοῦτον, διότι νομίζω, ὅτι ὁ ἐγκέφαλος ὑμῶν θερμαίνεται εἰς τὴν κάμινον ταύτην, ὅπως οἱ ἑπτὰ παῖδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς (ἱλαρότης). Διὰ τοῦτο κρίνω ὀρθὸν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως καλλίτερον μελετηθῇ καὶ παρουσιασθῇ ὡς οἷόν τε ἄρτιον καὶ τέλειον.
§311ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Φαίνεται ὅτι δὲν ἦτο παρὼν ἐνταῦθα ὁ κ. Βουλευτής, ὅτε τῇ προτάσει μου παρεπέμφθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀνέμεινα τότε ἐπὶ πέντε ἡμέρας, ἵνα συνέλθῃ αὕτη καὶ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐπὶ ματαίῳ· διὸ παρεκάλεσα τὸν κύριον Πρόεδρον, ὅπως ὑπομνήσῃ αὐτὴν τὸ καθῆκόν της. Ἔκτοτε παρῆλθον οὐχὶ ὀκτὼ καὶ δέκα ἡμέραι, ἀλλ’ ἑβδομάδες ὁλόκληροι, χωρὶς νὰ συνέλθῃ τὸ παράπαν ἡ ἐπιτροπή. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι, νομίζω, λόγος, ἵνα μὴ ἐπιληφθῇ νῦν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἡ Βουλή. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν θὰ ἐλησμόνησε βεβαίως, ὅτι ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ὑπεβλήθη ἐν σχεδίῳ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς ἀπ’ εὐθείας, ἄνευ οἱασδήποτε προεπεξεργασίας ἐν ἐπιτροπῇ, ἄνευ οἱασδήποτε κἂν αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Εἰ καὶ ὑπῆρχε δὲ τότε ἐπιτροπή, ἥτις εἶχε δηλώσει ὅτι ἦτο πρόθυμος νὰ ἐργασθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἀξίωσιν τοῦ τότε διευθύνοντος τὴν πλειονοψηφίαν κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἐθεωρήθη πάντη περιττὴ ἡ τοιαύτη προεπεξεργασία αὐτοῦ. Τὸ προκείμενον ὅμως νομοσχέδιον συνοδεύεται ὑπὸ λεπτομερεστάτης αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἔχουσι δ’ ἐπεξεργασθῆ αὐτὸ δύο ἀλλεπάλληλοι ἐπιτροπαὶ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νῦν κάλλιστα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν...
§312Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ σύστημα πλημμελές.
§313ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. καὶ ἂν ἀποδειχθῇ κατ’ αὐτὴν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὄντως ἀμελέτητον, ἀβασάνιστον, ἐγὼ πρῶτος θὰ προτείνω νὰ γείνῃ νέα ἀπόπειρα πρὸς μελέτην αὐτοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§314ΔΑΟΥΤΗΣ. Εἶναι ἄλλα νομοσχέδια σπουδαιότερα.
§315Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι βεβαίως διότι πρέπει νὰ ἐξελεγχθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ τοῦ σπουδαιοτάτου, τῶν πολλῶν ἄρθρων καὶ τῆς ἀνάγκης μακρῶν συζητήσεων, τὰς ὁποίας, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον ἐμελετήθη καὶ ἐβασανίσθη ἀπὸ ἐπιτροπὰς, ἐξάπαντος θὰ προκαλέσῃ, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ νῦν. Ἄλλως δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον καὶ νὰ ζητῆται, ὅπως ἀποφήνηται αὕτη γνώμην. Τότε θὰ ἦτο περιττόν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἐλαττωμάτων τῆς κειμένης νομοθεσίας καὶ περὶ τοῦ εὐστόχου τῶν ἑπομένων ἄρθρων, τὰ ὁποῖα προτείνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἄνεσιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ καιρὸν νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ νὰ συζητήσῃ; Τώρα ἐφθάσαμεν εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται καὶ θέλει τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Ἐὰν τοιοῦτον νομοσχέδιον παρεμβληθῇ, βεβαίως θὰ συζητηθῇ ἐπιτροχάδην, καὶ τότε, δὲν λέγω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ δυσκολευθῇ νὰ τὸ ἀποδεχθῇ, ἴσως καὶ ἄνευ συζητήσεως, πεποιθὼς εἰς τὴν ἀξίαν αὐτοῦ καὶ τὴν βάσανον, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπ’ ἄλλων, ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν θὰ ἦναι, οὕτως εἰπεῖν, μία ὕβρις, τοιοῦτον σπουδαῖον νομοσχέδιον νὰ τὸ διέλθῃ ἄνευ συζητήσεως, πιεζομένη ἐκ τῆς ἐλλείψεως χρόνου καὶ ἐκ τῆς ὥρας τοῦ ἔτους καὶ τοῦ καύσωνος. Δι’ αὐτὸ νομίζω καλὸν, πρὸς τιμὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ χάριν αὐτῆς τῆς ὑπολήψεως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ οὗτος νὰ συζητηθῇ ἐν τοιαύταις ὥραις καὶ ἐν τοσοῦτον στενῷ χρόνῳ. Μόνος αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι. Λόγῳ ἑπομένως τῆς σπουδαιότητος δὲν πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ.
§316ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ σκοτίσωμεν τὴν ἐκπαίδευσιν.
§317ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν, ἀκούσασα τῆς μακρᾶς εἰσηγητικῆς ἀγορεύσεώς μου καὶ ἀναγνοῦσα τὴν τόσον ᾐτιολογημένην ἔν τε τοῖς καθόλου καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα ἔκθεσίν μου, νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἔχει ἀνάγκην αὐτὴ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ πρῶτον νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτοῦ. Ὑποτίθεται ὅτι ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχει ἀναγνώσει καὶ μελετήσει τὰ νομοσχέδια, τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν εἶναι ἕτοιμος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ προβάλῃ τὰς ἀντιρρήσεις του, ἂν ἔχῃ τοιαύτας, καὶ νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, δυναμένην νὰ συντελέσῃ εἰς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’ ἤκουσά τινος τῶν κ. Βουλευτῶν ἀναφωνοῦντος ὅτι «εἶναι ἄλλα νομοσχέδια σπουδαιότερα». Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβάλληται τοιοῦτος ἰσχυρισμός. Βάσις καὶ κρηπὶς πάσης μεταρρυθμίσεως εἶναι ἡ ἐκπαιδευτικὴ, ταύτης δὲ θεμέλιος λίθος ἡ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ ἔχητε καλοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἀξιωματικοὺς, ἤτοι καλὴν διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην, καλὸν στρατὸν καὶ ναυτικὸν καὶ καλὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν ἄνευ τῆς προσηκούσης αὐτῶν μορφώσεως; Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσητε καὶ χρηστοὺς πολίτας ἄνευ παιδείας; Ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ θεωρήσῃ τις ἄλλα νομοσχέδια σπουδαιότερα τῶν ἐκπαιδευτικῶν; Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, εἰπόντα ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι μακρὸν πολὺ καὶ δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν κατὰ τὴν δευτέραν τῆς παρούσης βουλευτικῆς περιόδου Σύνοδον, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἐξ ἴσου μακρὰ καὶ λεπτομερῆ θὰ ἦναι καὶ τὰ νομοσχέδια περὶ Μέσης καὶ Ἀνωτέρας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ νομοσχέδια, ὡς τὰ περὶ Ἱερᾶς Συνόδου, περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων, περὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, περὶ Μονῶν καὶ Ἐνοριῶν καὶ Ἐφημερίων. Ἂν δὲ δὲν κατορθώσωμεν ἓν τοὐλάχιστον τούτων νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπιψηφίσωμεν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, πότε θὰ συζητηθῶσι καὶ ἐπιψηφισθῶσιν ὅλα αὐτά; Δὲν θὰ ἦτο τοῦτο ὡσεὶ κατεδικάζετε τὴν Ἑλλάδα εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα νὰ μὴ ἐπιτύχῃ βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεώς της καὶ νὰ μὴ ἴδῃ σύστημα τελειότερον Μέσης καὶ Ἀνωτέρας Ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲ βελτίωσίν τινα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ; Οὐδαμοῦ δὲ τῆς ὑφηλίου, ὅπου κρατεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἠκούσθη ποτὲ, ὅτι μία ὁλόκληρος Σύνοδος δὲν ἐπαρκεῖ διὰ νὰ συζητηθῇ ἓν καὶ μόνον νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἂν δὲ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι καὶ τὸ σύνολον καὶ ἕκαστον ἄρθρον αὐτοῦ δὲν εἶναι ὡς γρανίτης λαξευτός, ὥστε νὰ ὑποστῇ πᾶσαν βάσανον καὶ πᾶσαν συζήτησιν, τότε ἂς ἀπορριφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα, Κύριοι, εἶναι ἤδη ἀπὸ δύο δεκαετηρίδων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει παρ’ ἡμῖν. Ἔκτοτε δὲν ἔχει παρέλθει περίοδος ἢ καὶ σύνοδος τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ μὴ συζητηθῇ αὐτὸ εὐρύτατα ἐνταῦθα. Ἔκτοτε ἔχει συζητηθῆ αὐτὸ εὐρύτατα καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν συλλόγοις καὶ ἐν εἰδικοῖς δημοσιεύμασι καὶ ἔχει διαφωτισθῆ περὶ αὐτοῦ ἡ συνείδησις ὄχι μόνον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι εἶναι ἡ Βουλὴ ἀπροπαράσκευος διὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν.
§318Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἔποψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἐντελῶς ἐγωϊστική. Δὲν νομίζω ὅτι Ὑπουργός τις ὀφείλει νὰ τίθηται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν θέσιν αὑτοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐπόψεως τῆς ἰδίας νὰ ζητῇ νὰ κρίνῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ φέρῃ τὰς γνώμας αὑτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, καὶ ὡς εἰδικὸς καὶ ὡς ἐπὶ μακρὸν χρόνον διοικήσας τὰ ἐκπαιδευτικὰ καὶ ὡς συζητήσας μετ’ ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδικῶν ἀνθρώπων τὰ τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως θεωρεῖ ἔργον εὐκολώτατον νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ συζητήσῃ καὶ μετὰ τῆς Βουλῆς, νομίζων ὅτι, ὅπως αὐτὸς κατέχει τὸ θέμα, παρασκευασθεὶς ἀπὸ μακροῦ καὶ μελετήσας πάσας τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν εὑρίσκονται καὶ ἄλλοι Βουλευταί. Διότι δὲν ἀγνοεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ὄχι μόνον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸς, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολλὰ νομοσχέδια ἀνέτως παρεσκεύασεν, οἱ δὲ ἄλλοι Ὑπουργοὶ ἐπίσης ἕκαστος πολλὰ νομοσχέδια παρεσκεύασαν, εἴτε ἴδια αὐτῶν ἔργα, εἴτε τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξ ὧν πολλὰ καὶ ἐπεψηφίσθησαν, τινὰ δὲ εἶναι ἐκκρεμῆ. Πῶς εἶναι δυνατὸν μία Βουλὴ νὰ ἐπαρκέσῃ ἐντὸς τόσον ὀλίγου χρόνου, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ὅλων αὐτῶν καὶ τὰ μελετήσῃ καὶ συζητήσῃ ὅλα αὐτὰ ἀπνευστὶ, καὶ νὰ μὴ δικαιῶται, ὁσάκις φέρωνται εἰς τὸ τέλος μακρῶν συνεδριάσεων τοιαῦτα νομοσχέδια, ὁποῖον τὸ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἡ συζήτησις αὐτῶν ἀναβληθῇ; Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέστησεν, ὅτι πολλὰ ζητεῖ ἡ Βουλὴ αὐτὴ, ἀπαιτοῦσα χρόνον, ὅπως συζητήσῃ νομοσχέδιον, ὁποῖον τὸ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐνῷ αὐτὸς ἔχει καὶ ἄλλα νομοσχέδια παρασκευάσει, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συζητηθῶσι καὶ δὲν ἀναμένουν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν θέλομεν ἀπαντήσει εἰς ἄλλο Κοινοβούλιον, ἐν συνόδῳ τόσον βραχείᾳ, ὁποία ὑπῆρξεν αὕτη, ἀφ’ ὅτου ἡ Βουλὴ ἤρξατο τῶν νομοθετικῶν ἔργων μέχρι σήμερον, νὰ ἐπιψηφισθῶσι τοσαῦτα σπουδαῖα νομοσχέδια. Ἀναφέρω τρία μόνον, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν, τὸ περὶ καταργήσεως τῶν φόρων τοῦ οἴνου καὶ τῶν ζώων καὶ ἀντικαταστάσεως τῶν φόρων τούτων δι’ ἄλλων καὶ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ ἔλυσεν ἕν ἐκ τῶν δυσκολωτέρων ζητημάτων· μόνον αὐτὰ ἀναφέρω, καὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἠδύναντο ὁλόκληρον σύνοδον ἄλλου Κοινοβουλίου νὰ ἀπασχολήσωσι, καὶ νὰ τιμήσωσι τὴν σύνοδον αὐτὴν ὡς φίλεργον καὶ φιλόπονον. Ἀφίνω καὶ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐψήφισε μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἔρχεσθε εἰς τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς συνόδου, ἐν μέσῳ αὐτοῦ τοῦ καύσωνος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον τηκόμεθα, καὶ ζητεῖτε νὰ συζητηθῇ τοσοῦτον μακρὸν καὶ σπουδαῖον νομοσχέδιον, καὶ ἀρνεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ ἀναβάλῃ, οὐχὶ διότι ἡ Βουλὴ θεωρεῖ, ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμον ἢ ὅτι δὲν παρεσκευάσθη μετὰ μελέτην καὶ ἐξέτασιν, ἀλλὰ διότι δι’ ἑαυτὴν ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἀναλόγως τοῦ χρόνου καὶ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησίς του δι’ ἄλλοτε. Τότε δὲν θὰ δυσκολεύηται ἡ Βουλὴ οὔτε ἐκ τοῦ χρόνου τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰς συζητήσεις, οὔτε ἐκ τοῦ καύσωνος, καὶ δὲν θὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολήν. Τότε μετὰ πάσης ἀνέσεως θὰ δύναται νὰ συζητήσῃ αὐτό. Δὲν ὑπάρχει πρόθεσις, ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὴ συζητηθῇ, ὅπως τὸ ἀποφύγωμεν, διότι τὸ θεωροῦμεν κακὸν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ θεωρήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος, ὅπως συζητηθῇ, διότι καὶ ἔγεινε μέχρι τοῦδε ἐργασία σπουδαία καὶ θέλει γείνῃ ἀκόμη, ὑποθέτω, τὰς ὑπολειπομένας ἡμέρας. Εἶναι ἄλλη ἐργασία, ἥτις δὲν ἀναβάλλεται. Αὕτη θέλει συζητηθῆ. Λοιπὸν ἂς μὴ ἐπιμένῃ θεωρῶν ζήτημα φιλοτιμίας, καὶ ἄνευ ἀνάγκης καυχώμενος — δικαίως, δὲν τὸ ἀμφισβητῶ αὐτὸ, — ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην μακρᾶς συζητήσεως καὶ μακρᾶς ἐξετάσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς.
§319ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ θέλω προσθέσει τὰς παρακλήσεις μου εἰς τὰς παρακλήσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μᾶς εἶπεν, ὅτι βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἀναγνώσει τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ καὶ νὰ τὰ συζητήσωμεν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἱ ὧραι, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀπομένουσιν, ἀφοῦ συζητήσωμεν ὅλην τὴν νύκτα, εἶναι ἐλάχισται. Δὲν ἐντρέπομαι νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὔτε ἐπρόφθασα κἄν νὰ τὸ ἀναγνώσω, ὄχι νὰ τὸ μελετήσω. Ἔχει δὲ τοιαύτην σπουδαιότητα, ὥστε βεβαίως θὰ ἦτο λίαν δυσάρεστον εἰς ἐμὲ νὰ παραστῶ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ πρὶν ἢ τὸ ἀναγνώσω. Ὑποθέτω ὅτι εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι ἐγὼ, καὶ πλεῖστοι ἄλλοι συνάδελφοι εὑρίσκονται, καὶ ἕνεκα τούτου καὶ μόνου τοῦ λόγου παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ, καὶ νὰ μᾶς ἀφήσῃ καθ’ ὅλον τὸ θέρος νὰ μελετήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς συμφέροντα θίγοντα τὰ τέκνα ἡμῶν, δηλαδὴ συμφέροντα ἐκ τῶν ὑψίστων.
§320Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἶναι σοβαρὸν τὸ νομοσχέδιον, δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀναβάλωμεν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶχον ζητήσει πληροφορίας τινὰς καὶ τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων τινῶν, ὡς καὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ Κράτους. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἔχουσι ζητήσει παρομοίας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν κατετέθησαν. Αἱ πληροφορίαι αὗται ὡς καὶ τὰ ἔγγραφα θὰ ἦναι πολὺ χρήσιμα πρὸς μελέτην καὶ πρὸς συζήτησιν τοῦ τόσον σπουδαίου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ νὰ καταστρέψῃ σύστημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μας πολὺ ἐπωφελῶς καὶ σωτηρίως ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς χώρας.
§321Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας· ἡμεῖς δὲν εἴμεθα σύμφωνοι.
§322ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου.
§323ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Τὰ πάντα ἔχω ἑτοιμάσει, καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητριῶν καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες μετέσχον τῆς προεπεξεργασίας τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, προσέτι δὲ τοὺς στατιστικοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἕτερος συνάδελφος ἐζήτησε. Πάντα ταῦτα θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Πρώτην ἤδη φορὰν ἐγείρεται ἡ ἀξίωσις, ὅτι πρέπει πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν νομοσχεδίου τινὸς ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν της ὅλας τὰς πληροφορίας ταύτας. Μέχρι τοῦδε, ὡς γνωστὸν, ἐζητοῦντο αἱ πληροφορίαι, ἐγίνετο ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν, ἐνίοτε δὲ καὶ μετὰ ταύτην, κατετίθεντο αὐταὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ἤδη καὶ πρὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως ἑτοιμάσει τὰς πληροφορίας, αἵτινες ἐζητήθησαν, καὶ ὅσαι ἀκόμη δὲν ἐζητήθησαν, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἐναπολειφθῇ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ νομοσχεδίου μου. Εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ὅτι, ἐὰν ἐπιμένω τόσον εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δὲν ἐπιμένω ἐκ λόγων φιλοτιμίας. Διότι δὲν ἠξεύρω, τίνα σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ φιλοτιμία, προκειμένου, Κύριοι, περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀφορώντων εἴς τε τὸ ἐνεστὼς καὶ εἰς τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς νομίζει ὅτι ἡ Σύνοδος αὕτη ἐπετέλεσε πολλὰ καὶ μεγάλα! Διατί; Διότι ἐπεψήφισε δύο ἢ τρία σπουδαῖα μεταρρυθμιστικὰ νομοσχέδια, ὡς τὸ σταφιδικὸν καὶ τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς τοιαῦτα καὶ τὰ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τοῦ οἴνου διὰ τοῦ φόρου τοῦ στρεμματικοῦ τῶν ἀμπέλων, ὡς καὶ τὴν μεταβολὴν τοῦ φόρου τῶν ζώων.
§324ΦΩΝΑΙ. Σπουδαιότατα!
§325ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως εἶναι σπουδαιότατα, ἀλλὰ διὰ τοὺς φορολογουμένους μόνον· οὐδ’ ἀπήτουν αὐτὰ μεγάλην μελέτην καὶ συζήτησιν, ἀφοῦ ἦσαν πρὸ πολλοῦ ἀποφασισμένα ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους. Ἦτο ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους ἀποφασισμένον ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καταθλιπτικὸς φόρος τοῦ οἴνου διὰ τοῦ στρεμματικοῦ. Ἦτο ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους ἀποφασισμένον νὰ μεταρρυθμισθῇ καὶ ὁ φόρος τῶν ζῴων, ὅπως δυνηθῇ ἡ κτηνοτροφία νὰ ἀναλάβῃ, ἐπ’ ἀγαθῷ οὐ μόνον τῆς τῶν κτηνοτρόφων τάξεως, ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας ὁλοκλήρου, ἥτις νῦν χάριν τῆς προμηθείας τοῦ κρέατος εἶναι ὑποτελὴς εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἦτο τὸ σταφιδικὸν, ἦτο τὸ θέμα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἐξήλθομεν ἐκ πολέμου ἀτυχοῦς, ἐκ πολέμου, ὅστις ἀπεκάλυψεν ὅλας τὰς πληγάς μας, ὅλας τὰς ἐλλείψεις. Μετὰ τὸν πόλεμον τοῦτον ἐκλήθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ν’ ἀποφασίσῃ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς περὶ τῆς τύχης καὶ τοῦ μέλλοντός του, ψηφίζων κατ’ αὐτὰς οὐχὶ πρόσωπα, ἀλλ’ ὡρισμένον πρόγραμμα, ἐπαγγελλόμενον τὴν περισυλλογὴν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν πάντων. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ πολιτικὴ ἡμῶν μερὶς ἀνέπτυξεν ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις αὑτοῦ πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἂν δ’ ἐκλήθη νῦν αὐτὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκλήθη ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι μέλλει νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο. Ἐκλήθη ἵνα πραγματοποιήσῃ ὅλας τὰς μεταρρυθμίσεις, ὧν ἔχει ἀνάγκην πᾶς κλάδος τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐν ἡμῖν, καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἡ Διοίκησις καὶ ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἡ Παιδεία καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις μᾶς ἐτίμησε διὰ τῆς ψήφου του, ἐννοεῖ ὅτι, ἐὰν δὲν προβῶμεν ὡς τάχιστα εἰς τὰς τοιαύτας μεταρρυθμίσεις, εἴμεθα καταδεδικασμένοι, ἂν ὄχι εἰς θάνατον, ἀλλ’ εἰς μαρασμὸν ἐθνικόν. Οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν ἀφορήτου ἡμῶν καταστάσεως. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται, Κύριοι, νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτας ῥιζικὰς μεταρυθμίσεις παντὸς κλάδου τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας, νομίζετε, νομίζει ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἰδιαιτέρως ἔχει ἐγκύψει εἰς τὴν μελέτην τῶν τοιούτων ζητημάτων, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσωμέν τι, ὅταν ἀρκώμεθα ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον Σύνοδον εἰς δύο ἢ τρία νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τοιαύτας μεταρυθμίσεις; Εἶναι δυνατὸν τότε νὰ ψηφισθῇ καθ’ ὅλην τὴν παροῦσαν βουλευτικὴν περίοδον καὶ πολλοστημόριον κἂν τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων; Ἀλλ’ ὁ καιρὸς, Κύριοι, οὐ μενετός. Δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ μίαν ἢ δύο Συνόδους ὅλας τὰς ἐκπαιδευτικὰς μεταρρυθμίσεις, ἐπὶ τόσας δὲ ἄλλας Συνόδους τὰς οἰκονομικὰς, τὰς διοικητικὰς, τὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ τὰς λοιπὰς μεταρρυθμίσεις. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα ἔχουσιν ὡριμάσει ἤδη καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ψηφίζει πρόσωπα, ἀλλὰ ψηφίζει ἰδέας. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδυσπετήσωμεν νῦν πρὸ τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας ἢ πρὸ τοῦ καύσωνος. Ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἐπεζήτησαν τὰς ψήφους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, γινώσκοντες ἐκ τοῦ προτέρου, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ θὰ εἰργάζοντο καὶ ὥρας καὶ ἡμέρας καὶ μῆνας πολλοὺς, καὶ δὴ καὶ ἐν ὥρᾳ θέρους καὶ ἐν ὥρᾳ χειμῶνος. Εἰργάσθη ἄλλοτε τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ἐν ὁμαλῇ καταστάσει πραγμάτων, καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον, εἰργάσθη κατὰ ἔτη 1885, 1892 καὶ 1895, ὅτε τὸ ἔθνος δὲν εὑρίσκετο ἐν οὕτω κρισίμῳ στιγμῇ, οὐδ’ εἶχεν ἐξέλθει πρὸ μικροῦ ἐκ πολέμου καταστρεπτικοῦ, ὡς νῦν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐργασθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν; Τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον θὰ ἀπηρνεῖτο ὅλως τὴν ἀποστολὴν αὑτοῦ, ἐὰν παρεγνώριζε τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελεῖ σήμερον τὸ ἔθνος ἡμῶν. Εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ἐπιβάλλεται νῦν διπλασία καὶ τριπλασία ἐργασία ἢ ἄλλοτε, διότι οὕτω καὶ μόνον θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του καὶ ὅτι ἐννοεῖ ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὅλους τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐπικρέμανται εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν τόπον. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον, συζητοῦντες, ἂν πρέπει νὰ προβῶμεν ἢ ὄχι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῆς, ὡς ἐμπρέπει τοῦτο εἰς σοβαροὺς ἄνδρας, καὶ ἂν ἴδωμεν ὅτι ἔχει πολλὰ τὰ κενά, τότε ἂς προβῶμεν ἢ εἰς τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς ἐπιτροπὴν ἢ εἰς ἀναβολὴν εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον. Πρὸ πάσης ὅμως συζητήσεως, πρὶν ἢ ἀκουσθῇ μία γνώμη ἀντίθετος πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐπὶ τρίωρον ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπεκαλέσθην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προβάλλει ὑπὲρ αὐτοῦ ἡ ἔκθεσις, ἡ μακρὰ καὶ λεπτομερής, τοῦ νομοσχεδίου, πρὶν ἢ ἀκούσωμέν τι ἐναντίον, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι ἄλλως νὰ ἐξηγήσω τοῦτο ἢ ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς ἡμᾶς καθῆκον.
§326Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως θεωρεῖ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως κατεπεῖγον, καθὼς καὶ ὅλα τὰ ἄλλα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ πάθῃ τι ἡ ἐκπαίδευσις, ἂν ψηφισθῇ νῦν ἢ ὄχι τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ μεταβάλλει τὰ πράγματα. Εἶναι ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφουσι διατάξεις καὶ θέτουσι κανόνας, καθ’ οὓς πρέπει νὰ γίνεται ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν, καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει ἐπὶ πολὺ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἵνα ἴδωμεν αὐτὴν βελτιουμένην. Μήπως ὅμως ἔχωμεν ἕτοιμον τὸ καλὸν προσωπικὸν τῶν δημοδιδασκάλων, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐκ τοῦ νόμου βελτίωσις; Δὲν νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι, ἂν ἐπὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας ἀνεβάλλετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου, θὰ ἦτο μέγα τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεγίνετο. Ἀναβολή τις διὰ νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀνετώτερον, θὰ ἦτο ὠφέλιμος καὶ εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν.
§327ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἐπετρέπετο νὰ ὁμιλήσῃ οὕτω. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναβολῆς ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν, πρόκειται περὶ ἀναβολῆς ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔτους. Ἐὰν ψηφισθῇ ἀπὸ τοῦδε τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου, ἐνῷ ἐὰν ψηφισθῇ τὸν προσεχῆ Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον, βεβαίως ἓν ὁλόκληρον σχολικὸν ἔτος θὰ ὑπάγῃ χαμένον. Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε, ἐὰν πονῶμεν αὐτήν, ἐὰν πονῶμεν τοὺς 250,000 Ἑλληνόπαιδας, οἱ ὁποῖοι φοιτῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα αὐτῆς, δὲν ἐπιτρέπεται οὐδ’ ἐπὶ ἕνα μῆνα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§328Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις δὲν πιστεύω νὰ εὑρίσκηται εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἀξιῶμεν κατὰ τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου τοσοῦτον σπουδαίου. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐζητήσαμεν πληροφορίας, καὶ αἱ πληροφορίαι δὲν προσήχθησαν. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν τὰς κατέθεσεν, ἐζήτησα τὰ ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν δημοδιδασκάλων, ὑπὸ τοῦ Συνδέσμου τῶν δημοδιδασκάλων, ἐζήτησα τὸ ὑπόμνημα τῶν δημοδιδασκάλων Τυρνάβου, τὸ ὁποῖον παρεκλήθη ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἀποστείλῃ πρὸς τύπωσιν καὶ διανομήν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν μᾶς ἀπεστάλη. Μανθάνω ὅτι αὔριον ὑποβάλλεται ὑπόμνημα καὶ παρὰ τῶν δημοδιδασκάλων Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ τοῦτο καλὸν εἶναι νὰ τὸ μελετήσωμεν. Πάντα ταῦτα χρειάζονται, ἵνα προβῶμεν εἰς συζήτησιν σπουδαίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται νὰ καταστρέψῃ σύστημα, τὸ ὁποῖον πολὺ ἐπωφελῶς διὰ τὸν τόπον λειτουργεῖ ἀπὸ πέντε ἐτῶν.
§329ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς βεβαίως δὲν ἔκαμε συμβόλαιον μὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ νὰ μένῃ Ὑπουργὸς ἐπ’ ἄπειρον διὰ νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ ἔχῃ λόγον ἰδιαίτερον, ἵνα ἐπιθυμῇ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιόν του. Κατέγεινεν εἰς τὴν μελέτην τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος, καὶ ἔκρινεν ὅτι τοῦτο δὲν λειτουργεῖ καλῶς, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ μακρὰν μελέτην ὑπέβαλε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς, ὅσοι ἐνέκυψαν εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ, θὰ εὕρωσιν ἄριστον. Τὸ περίεργον ὅμως εἶναι, ὅτι τινὲς δὲν ἐμελέτησαν οὔτε τὸ σήμερον λειτουργοῦν σύστημα, διότι, ἐὰν τὸ ἐμελέτων, δὲν ἤθελον τὸ ὑποστηρίζει· διότι σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐποπτεία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἄριστον· διότι τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα παραμένουσιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, οὐδὲν γνωρίζουσιν· οἱ βασιλίσκοι ἢ μᾶλλον οἱ τυρανίσκοι τῶν δημοδιδασκάλων, καὶ οὐ μόνον τῶν δημοδιδασκάλων ἀλλὰ — καίτοι εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὸ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν — καὶ τῶν δημοδιδασκαλισῶν, εἶναι οἱ ἐπιθεωρηταί. Εἶναι αἶσχος νὰ ἐξακολουθῇ ἰσχῦον αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διαφθείρει τὰ σχολεῖα!
§330ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως οἱ δημοδιδάσκαλοι ᾐσθάνθησαν ἀνακούφισιν ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, τί γράφει τὸ ὑπόμνημα τοῦ Συνδέσμου τῶν δημοδιδασκάλων τοῦ Πηλίου. Ἔχει εὐτυχῶς τυπωθῆ καὶ ἔχει σταλῆ αὐτὸ, ὅπως εἰς ἐμὲ, καὶ εἰς ὅλους τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οἵτινες γινώσκουσιν ἤδη μεθ’ ὁποίου ἐνθουσιασμοῦ ἀποφαίνονται ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου οἱ δημοδιδάσκαλοι Πηλίου. Δὲν εἶναι δὲ ἀλλοία καὶ ἡ γνώμη τῶν δημοδιδασκάλων Τυρνάβου, ὡς μαρτυρεῖ τὸ ὑποβληθὲν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα αὐτῶν, ὅπερ εἶναι ἀληθὴς πανηγυρικὸς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Σύνδεσμος τῶν δημοδιδασκάλων ἐν Ἀθήναις, παρὰ τὰς πολλὰς ῥᾳδιουργίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρ’ αὐτῷ, εὐθὺς ὡς ἔλαβε τὸ νομοσχέδιον, συνέταξεν ὑπόμνημα καὶ τὸ ἐδημοσίευσε διὰ τοῦ τύπου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνθουσιωδέστατα ἀποφαίνεται ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ γνῶμαι τῶν δημοδιδασκάλων δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ ἦναι ἅπασαι ἐνθουσιώδεις ὑπὲρ νομοσχεδίου, ὅπερ ἀποδίδει εἰς αὐτοὺς τὸν ἀνθρωπισμόν των. Ἐπίσης καὶ οἱ ἐπιθεωρηταί, οἱ μετασχόντες τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς προεπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον, οἵτινες μετέσχον τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιδοκιμάζουσι κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, καὶ δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Βόλου καὶ ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευταὶ, οἵτινες εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ μετάσχωσι τῶν συνεδριάσεων τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπῆς.
§331ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι, πῶς ἡ Βουλὴ, ἐργαζομένη ἀπὸ τοσούτου χρόνου, δὲν ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, καὶ δὴ καὶ τοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει τις, γινώσκων τὰ κατὰ τὴν δημοτικὴν παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσιν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ οἰκτείρῃ τὴν οἰκτράν αὐτῆς κατάστασιν. Ἐντεῦθεν δὲ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πᾶσα ἡ κακοδαιμονία, ἡ κατατρύχουσα τὴν χώραν ἡμῶν. Περὶ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἢ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἄλλοτε ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ νύκτας συνεζητήσαμεν, ἐπείσθησαν δὲ πάντες ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς του, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι ὑπὸ πάσας τὰς ἐπόψεις εἶναί τι τερατῶδες. Δὲν πρόκειται ἑπομένως νὰ συζητήσωμεν τὰ καθέκαστα αὐτοῦ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν κατ’ ἀρχήν, ἂν συμφωνῇ ἢ δὲν συμφωνῇ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τῆς δημοτικῆς παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως. Φαίνεται ὅτι ὑπάρχουσι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκουσιν ἀναγκαῖον νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, φρονοῦντες ὅτι εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ὑπάρχον καθεστώς, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ διαφθείρει τοὺς ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις διδασκομένους Ἑλληνόπαιδας, διαφθείρει τὸ φρόνημα, διαφθείρει τὸ ἦθος, τὸν νοῦν καὶ τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλληνοπαίδων.
§332ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ὑπερβολικά.
§333ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι ὑπερβολικὰ, διότι ἐκ τῶν ὑπηρετούντων δημοδιδασκάλων μόνον τὸ ἥμισυ εἶναι ἱκανοὶ καὶ ἄξιοι νὰ ἐπιτελέσωσι τὸ ὑψηλὸν αὑτῶν καθῆκον, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ εἶναι οὐ μόνον ἄχρηστοι, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς. Διὰ τοῦ δημοδιδασκάλου δὲ θὰ ἀποκτήσητε ἄνδρας ἀκεραίους, φρονηματίας καὶ πολίτας χρηστούς. Ἐὰν σήμερον στερῆται τὸ Κράτος, κατὰ γενικὸν κανόνα, ἀνδρῶν ἀκεραίων, λειτουργῶν τοῦ καθήκοντος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐλαττωματικὴν ἡμῶν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Δὲν φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νομοσχεδίου θὰ βελτιωθῶσιν, ὡς διὰ μαγείας, τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους θὰ γένηται ἀρχὴ βελτιώσεως.
§334ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λύετε τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ.
§335ΣΤΑΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ κρατήσῃ τὰς χεῖρας αὑτοῦ διὰ τῶν ἰδίων αὑτοῦ πεποιθήσεων, οὐδὲ διὰ τῶν νόμων θ’ ἀναχαιτισθῇ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἦναι ἐλεύθερος καὶ νὰ δίδῃ λόγον τῶν πράξεών του ἐνώπιον ἡμῶν (θόρυβος). Ἡ Βουλὴ ἔχει ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, δὲν εἶμαι δὲ ὑπερβολικὸς, λέγων ὅτι, ἂν δὲν πράξῃ τοῦτο, δὲν θὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμὸν αὑτῆς.
§336Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως καὶ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, θὰ συζητηθῇ, καθὼς καὶ πάντα τὰ ἄλλα συνεζητήθησαν, ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ πάντας τοὺς προαγορεύσαντας, ἂν τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον πρέπει νὰ ἀρχίσῃ συζήτησις ἐπὶ τόσον σοβαροῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως, ὁσάκις παρετείνοντο κατὰ τὸ παρελθὸν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, παρετείνοντο ἢ πρὸς περάτωσιν ἀρξαμένης συζητήσεως, ἢ ὅταν ἐπέκειτο κίνδυνος· ἀλλὰ νὰ ἀρχίσωμεν συζήτησιν κατὰ τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἀντίκειται εἰς τὴν λογικήν. Δὲν γνωρίζω ἂν εἰς τὴν πατρίδα τοῦ προαγορεύσαντος ἐπικρατεῖ ἡ διαφθορὰ, ἀλλ’ ἡ διαφθορά, ἣν ἀνέφερε, δὲν ὑπάρχει εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας τῶν ἄλλων διαμερισμάτων τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἐννοῶ δὲ κατὰ τί θέλει τὸ νομοσχέδιον μεταβάλει τὸν χαρακτῆρα τῶν δημοδιδασκάλων, ἂν κατ’ αὐτὴν τὴν ἑσπέραν ψηφισθῇ. Διότι μάθετε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς ἢ περὶ μεταθέσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Ὑποβάλλω πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, καὶ ζητῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§337ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπάρχουσιν οἱ νομίζοντες, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἵτινες θέλουσι νὰ ἀναβληθῇ τοῦτο διὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον. Ἐγὼ θὰ συγκατετιθέμην ἐν ἀνάγκῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον, ἀλλ’ ἀποκρούω τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον.
§338ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἄς τὸ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον καὶ βλέπομεν.
§339ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ περὶ τούτου ἡ Βουλή.
§340Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τις ἀμφισβητῶν τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ πλημμελὲς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συνετέλεσεν εἰς τὴν κακοδαιμονίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ἔθνος. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι πρέπει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις, ὅπως φέρῃ τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ὁ ἐκ Κυθήρων συνάδελφος ἐπιζητεῖ. Πρόκειται περὶ τῆς πρώτης μορφώσεως τῶν μικρῶν πολιτῶν, ἐξ ὧν θὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς στρατιώτας, ὅπως ἀνορθώσῃ τὸ ἔθνος. Τὸ νομοσχέδιον ζητεῖται νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, καθ’ ἣν ὀλίγαι ἡμέραι ὑπολείπονται μέχρι τῆς λήξεως αὐτῆς, ἔχομεν δὲ πλεῖστα ἄλλα νομοσχέδια, ἐπίσης σοβαρὰ καὶ ἄξια λόγου, ὑπὸ δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τόσον σπουδαῖον νομοσχέδιον ἐντὸς τόσον ὀλίγου χρόνου; Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἀναβάλῃ οὐχὶ διὰ μίαν ἢ δύο μόνον συνεδριάσεις, ἀλλὰ διὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον, τὸ νομοσχέδιον, ἵνα συζητηθῇ τοῦτο εὐρύτερον.
§341Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἐκ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ πᾶσα ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἀσχοληθῇ ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Ὁ κύριος Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα, ὅπως γείνῃ ἔναρξις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο μετ’ ἄλλων προτείνει τὴν ἀναβολήν. Ἠδυνάμεθα ὅμως νὰ περιορισθῶμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ εἶναι ἀργὰ, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων. Ἔχουσι δὲ ὅλην τὴν ἄνεσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἀναπτύξωσι τὰς θεωρίας των. Πρόκειται περὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, μένουσι δὲ ἕτεραι δύο, καθ’ ἃς οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ συζητήσωσιν.
§342Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πανθομολογούμενον τυγχάνει, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι σοβαρόν. Πρέπει ὅμως καὶ ἐπὶ τούτου νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις, ὅπως καταδειχθῶσι τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ καταδειχθῶσιν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως, ἵνα γείνωσι διορθώσεις καὶ τροποποιήσεις καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὰς ἑπομένας συζητήσεις.
§343Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν βλέπω πρὸς τί ἡ ἐπιμονή. Ἄν τὰ ἐπιχειρήματά σας ἦναι πραγματικὰ, ἐὰν εὑρίσκητε ἐλαττώματα, ταῦτα δύνασθε νὰ ὑποδείξητε κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων. Ἐγὼ εἶπον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπὶ τῶν ἄρθρων συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον, σήμερον δὲ μόνον νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχήν.
§344Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἀναβολὴν, διότι ἡ κυριωτέρα συζήτησις θὰ γείνῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἔχουσι καλῶς. Ἀλλ’ ἀνάγκη εὐρείας συζητήσεως, ὅπως ἴδωμεν τὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον ἐργάζεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπαρουσίασέ τι ἄρτιον. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὸ νομοσχέδιον θὰ προκαλέσῃ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἀρχίσωσιν αὐτὴν τὴν ὥραν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τήν ἀρχήν....(Θόρυβος).
§346Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς.
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε δέκα οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἀναβολήν; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δέκα Βουλευταί). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολήν....
§348ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε δεκαπέντε (θόρυβος).
§350ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνοματικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Ἀλεξ. Μ. Κανάρη, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 125 Βουλευτῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§353ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί! θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις;
§354ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Βεβαίως.
§355ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐλέχθη ὅτι δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ.
§356Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξακολουθήσῃ πλέον.
§357ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τότε δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§358ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δύνανται νὰ ἐξακολουθήσουν, κύριε Πρόεδρε, ἕως τὸ πρωῒ φέροντες ἐνστάσεις;
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως· δικαίωμα ἑκάστου Βουλευτοῦ εἶναι τοῦτο. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνοματικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 120. (Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).
§361ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμπρός, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§362Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς Σχολῆς τῶν Ὑπαξιωματικῶν, κύριε Πρόεδρε.
§363ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πέμπτον, περὶ προσωπικῆς κρατήσεως.
§364Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὄχι· ἂς ψηφισθῇ πρῶτον τὸ τέταρτον, περὶ ἐπιτηδευμάτων, καὶ ἀκολούθως τὸ περὶ ἀστυνομίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων).
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας.
§366ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡς ἐτροποποιήθη.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§368Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων σοβαρῶν δὲν ἐπιτρέπεται ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ προβῶμεν.
§369Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κάμετε ἔνστασιν.
§370ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἦναι νὰ κάμω ἔνστασιν, τὰ δικαιώματά μου τὰ γνωρίζω, χωρὶς νὰ λαμβάνω τὴν ἄδειαν κανενός. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος. Ὑπάρχουσι τοσαῦται τροπολογίαι, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς συζητήσωμεν εἰς τοιαύτην ὥραν.
§371Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἐπιμένομεν νὰ ψηφισθῇ.
§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§373ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀστυνομία τοῦ Κράτους ἀσκεῖται ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπαγομένη εἰς τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν του, διὰ σώματος ἀστυφυλακῆς, συνισταμένου ἐκ 4520 ἀνδρῶν, ἐξ ὧν 26 διευθυνταὶ τῆς ἀστυνομίας νομῶν, ὧν 10 αʹ, 7 βʹ καὶ 9 γʹ τάξεως· ἐξ 1 ἀξιωματικοῦ τῶν ἐφίππων σωμάτων προϊσταμένου τῆς ἀγροφυλακῆς τῆς περιφερείας τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· ἐξ 107 ἀστυνόμων, ὧν 21 αʹ, 20 βʹ καὶ 66 γʹ τάξεως· ἐξ 29 ἀστυϊάτρων, 1 ἀστυχημικοῦ καὶ 1 ἀστυκτηνιάτρου· ἐκ 210 ὑπαστυνόμων, ὧν 90 αʹ καὶ 120 βʹ τάξεως, καὶ ἐκ 4114 ἀστυφυλάκων, ὧν 314 ἐνωμοτάρχαι, ὧν 150 αʹ καὶ 164 βʹ τάξεως· ἐκ 200 ἀστυφυλάκων αʹ, 1000 βʹ καὶ 2600 γʹ τάξεως καὶ 24 στρατιωτῶν τοῦ ἱππικοῦ.»
§374Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐν τῷ τετάρτῳ στίχῳ ἀριθμὸς 4520 παρακαλῶ νὰ γείνῃ 4519, ἐν δὲ τῷ πέμπτῳ στίχῳ, ἀντὶ «ὧν 10 αʹ, 7 βʹ καὶ 9 γʹ τάξεως» νὰ τεθῇ ἁπλῶς «αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως». Νὰ προστεθῶσι δὲ ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου, μετὰ τὰς λέξεις «καὶ 2600 γʹ τάξεως» αἱ λέξεις «6 ὑπαξιωματικῶν».
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–6 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Μπασιᾶ, Παπαμιχαλοπούλου κλπ., ὅπως μετὰ τὴν ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ τῆς τρίτης παραγράφου λέξιν «ὑπαστυνόμου» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «βʹ τάξεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Μπασιᾶ, Παπαμιχαλοπούλου κλπ. (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9–24 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μαρκεζίνη, προτείνοντος νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Πάντες οἱ ἀστυνομικοὶ λειτουργοὶ ὑπάγονται...» κλπ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 26–29 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Μπασιᾶ, Παπαμιχαλοπούλου κλπ. (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 30, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 31 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 31, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Μπασιᾶ, Παπαμιχαλοπούλου κλπ., ὅπως μετὰ τὴν ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ τῆς πρώτης παραγράφου λέξιν «ἀστυνόμοι» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ ὑπαστυνόμοι αʹ τάξεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 32, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ.κ. Μπασιᾶ, Παπαμιχαλοπούλου κλπ. (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 34–36 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 37 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Μελετοπούλου, Πετρίδου κλπ. (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 37, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 38 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 39 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι τρεῖς τροπολογίαι· 1) τῶν κ.κ. Γ. Ἀναστασοπούλου, Στελλάκη, Καλογεροπούλου κλπ., 2) τῶν κ.κ. Μελετοπούλου, Πετρίδου κλπ. καὶ 3) τοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου. (Ἀναγνωσθεῖσαι αἱ τροπολογίαι αὗται, ἰδίᾳ ἑκάστη, ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 39, ὡς ἔχει).
§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 40 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι: 1) τῶν κ. κ. Γ. Ἀναστασοπούλου, Στελλάκη κλπ. καὶ 2) τοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου. (Ἀναγνωσθεῖσαι ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι αὗται, ἰδίᾳ ἑκατέρα, ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως).
§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 40, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 41 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι πέντε τροπολογίαι, μία τῶν κ. κ. Δούνη, Καΐρη κλπ., ἑτέρα τῶν κ.κ. Μπασιᾶ, Καπετανάκη καὶ Σαρσέντη, ἄλλη τοῦ κ. Ροδοπούλου, ἄλλη τῶν κ. κ. Κουντουριώτου, Γ. Πετροπουλάκη κλπ. καὶ ἄλλη τοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου. (Ἀναγνωσθεῖσαι αἱ τροπολογίαι αὗται, ἰδίᾳ ἑκάστη, ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως).
§382Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 41, ἀντὶ «εἰρηνοδίκης ἢ πταισματοδίκης ἐπὶ διετίαν» νὰ τεθῇ «εἰρηνοδίκης ἢ πταισματοδίκης ἐπὶ ἔτος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 41, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 42 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι 4 τροπολογίαι· 1) τῶν κ. κ. Δούνη, Καΐρη κλπ., 2) τοῦ κ. Ροδοπούλου, 3) τῶν κ. κ. Κουντουριώτου, Γ. Πετροπουλάκη κλπ. καὶ 4) τοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου. (Ἀναγνωσθεῖσαι αἱ τροπολογίαι αὗται ἀπορρίπτονται δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστης τούτων ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως).
§384ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 43 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσιν ἓξ τροπολογίαι· 1) τοῦ κ. Χατζηπέτρου, 2) τῶν κ. κ. Δούνη, Καΐρη κλπ., 3) τῶν κ. κ. Μπασιᾶ, Καπετανάκη καὶ Σαρσέντη, 4) τοῦ κ. Μαρκεζίνη, 5) τοῦ κ. Ροδοπούλου καὶ 6) τοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου.
§385Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἀφήσαμεν νὰ συζητήσωμεν εἰς τοιαύτην ὥραν; Πρὸς Θεοῦ! (Ἀναγνωσθεῖσαι αἱ ἀνωτέρω 6 τροπολογίαι, ἰδίᾳ ἑκάστη, ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως).
§386Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου γʹ, μετὰ τὰς λέξεις «ἔφεδρος ἀξιωματικός», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «ἢ διατελέσας τοιοῦτος καὶ παραιτηθεὶς τοῦ βαθμοῦ του, λόγῳ ἐθελουσίας κατατάξεως εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ᾼΦΛΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1881, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ͵ΒΡΠϚʹ τῆς 3 Μαρτίου 1893, καὶ ἔχων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς».
§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 43, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 44 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι τρεῖς τροπολογίαι· 1) τῶν κ. κ. Δούνη, Καΐρη κλπ., 2) τῶν κ. κ. Μπασιᾶ, Καπετανάκη καὶ Σαρσέντη καὶ 3) τοῦ κ. Ροδοπούλου. (Ἀναγνωσθεῖσαι αἱ τροπολογίαι αὗται ἀπορρίπτονται δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστης τούτων ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως).
§388Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 44 παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐδάφιον γʹ, ἔχον ὡς ἑξῆς: «γʹ) Ἔφεδρος ἀξιωματικὸς ἢ διατελέσας τοιοῦτος καὶ παραιτηθεὶς τοῦ βαθμοῦ του, λόγῳ ἐθελουσίας κατατάξεως εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ᾼΦΛΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ͵ΒΡΠϚʹ τῆς 3 Μαρτίου 1893.»
§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 44 μετὰ τῆς προσθήκης τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προταθέντος ἐδαφίου γʹ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 45 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ροδοπούλου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 45, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 46 (ἀναγινώσκει): «Διορίζονται κατὰ προτίμησιν ἐν ταῖς θέσεσι, περὶ ὧν προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 42 καὶ 43, οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοί, οἱ ἐν καιρῷ πολέμου ὑπηρετήσαντες.» Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι: 1) τῶν κ. κ. Μπασιᾶ, Παπαμιχαλοπούλου κλπ. καὶ 2) τῶν κ. κ. Κουντουριώτου καὶ Παπαγιαννακοπούλου. (Ἀναγνωσθεῖσαι αἱ τροπολογίαι αὗται, ἰδίᾳ ἑκατέρα, ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως).
§390Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Διορίζονται κατὰ προτίμησιν ἐν ταῖς θέσεσι, περὶ ὧν προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 43 καὶ 44, οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοί, οἱ μετασχόντες τοῦ τελευταίου πολέμου.»
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 46, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεραι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 47 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου. (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§392Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς διορίζεται, ἐὰν μὴ ὑπερέβη τὸ 35 ἔτος τῆς ἡλικίας, αʹ) ὁ διατελέσας ὑπαξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ ἢ τῆς χωροφυλακῆς, ἀπολυθεὶς μὲ βαθμὸν ἐπιλοχίου ἢ λοχίου καὶ μὲ ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον διαγωγήν, ἢ ὑπαξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, ἀπολυθεὶς μὲ ἀντίστοιχον βαθμὸν καὶ διαγωγὴν καλήν, προτιμωμένων ἐκ τούτων τῶν ἐχόντων ἀπολυτήριον Γυμνασίου, βʹ) ὁ ἀπολυθεὶς μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν ἐκ μὲν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς μὲ τὸν βαθμὸν δεκανέως καὶ μὲ ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον διαγωγήν, ἐκ δὲ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης μὲ ἀντίστοιχον βαθμὸν καὶ διαγωγὴν καλήν, ἐὰν ἔχῃ ἀπολυτήριον Γυμνασίου. γʹ) ὁ ἔχων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς.»
§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 47, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 48–52, ὡς ἔχουσιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 53 (ἀναγινώσκεται).
§395Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου, μετὰ τὴν λέξιν «γραφεύς», παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «δύναται νὰ διορισθῇ ἀστυφύλαξ βʹ τάξεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 53 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 54–66, ὡς ἔχουσιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 67 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Μπασιᾶ, Παπαμιχαλοπούλου κλπ. (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§397Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 67. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 67, ὡς ἐτροποποιήθη).
§398ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 68 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ.κ. Μπασιᾶ, Παπαμιχαλοπούλου κλπ. (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 68, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 69, ὡς ἔχει, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 70 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Μπασιᾶ, Παπαμιχαλοπούλου κλπ. (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 70, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 71 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Μπασιᾶ, Παπαμιχαλοπούλου κλπ. (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 71, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 72–74, ὡς ἔχουσιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 75 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 75, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 76 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 76, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 77–80, ὡς ἔχουσιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§401Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἄρθρον 81, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ὁ χρόνος τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ὁρισθήσεται διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ προτεινόμενον ἄρθρον 81 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§402ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως τώρα.
§403ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§404Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐμπρός, κύριε Πρόεδρε, νὰ τελειώσῃ ὅλη ἡ ἡμερησία διάταξις, ἀφοῦ ’πήραμε κατήφορο!
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ᾼΣΛΖʹ νόμου.
§406ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, κ. Πρόεδρε.
§407ΣΑΜΟΪΛΗΣ. Τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, κ. Πρόεδρε, διότι ἄλλως τὴν 1 Ἰουλίου θὰ γεμίσουν αἱ φυλακαί.
§408ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ἀνεβλήθη (θόρυβος).
§409Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως.
§410ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀνεβλήθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ᾼΣΛΖ’ νόμου).
§411ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῷ Σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδευομένων μαθητῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ νομοσχέδια: Περὶ συστάσεως συνοικισμοῦ τῶν Καμαρινιωτῶν καὶ ἄλλων Ἠπειρωτῶν. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου ΑΧΚΕʹ περὶ τελῶν χαρτοσήμου).
§412ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνιακῶν θέσεων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§413Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ ζʹ ἐδαφίῳ παρακαλῶ νὰ γείνωσιν αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις. Ἐν στίχῳ δευτέρῳ, μετὰ τὴν λέξιν «Λίμνης» νὰ προστεθῇ «Ἐλαίας, Ἀμοργοῦ, Λάκκας». Ἐν στίχῳ τρίτῳ, μετὰ τὴν λέξιν «Καλυδῶνος» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «Σιδαρίου, Χορευτοῦ». Νὰ προστεθῇ δὲ τρίτη παράγραφος μετὰ τὰς λέξεις «τελωνιακὸν φυλακεῖον» ἡ ἑξῆς: «Καταργεῖται τὸ τρίτης τάξεως ὑποτελωνεῖον Τριῶν Πλατάνων». Προσέτι εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1, ἐν μὲν τῷ τετάρτῳ στίχῳ ἀντὶ «Ἀμοργῷ» νὰ τεθῇ «Παπουλίῳ», ἐν δὲ τῷ πέμπτῳ στίχῳ ἀντὶ «Θήρας» νὰ τεθῇ «Τσάγεζι».
§414ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§415ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 348). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ΑΧΚΓʹ, ΒΡΚΒʹ καὶ ΒΤΛΕʹ. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 460,050 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. Περὶ τῶν νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Περὶ τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ διανομῆς καὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν κλπ. προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Περὶ συστάσεως δύο ἔτι συνεργείων πρὸς κατάρτισιν τῶν ἐκκαθαρίσεων τῶν τμημάτων τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν κλπ. καὶ ἀνασυστάσεως τῶν ὑπαρχόντων δύο ἑτέρων).
§416ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων.
§417Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε. Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὰ σπουδαῖα νομοσχέδια καὶ δεῖται συζητήσεως.
§418ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι ὄντως ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ τῶν κοινωφελεστέρων· ὑπόσχεται εὐεργεσίαν μεγάλην εἰς πολλοὺς πληθυσμούς. Διὰ τοῦτο μὴ φέρετε δυσκολίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§419ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§420Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ παρακαλῶ νὰ γείνωσιν αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις. Μετὰ τὴν ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ λέξιν «διατάξεις» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς περὶ τούτου αἰτήσεως τοῦ ὑλοτόμου, τῶν δασαρχῶν ὑπεχόντων προσωπικὴν εὐθύνην διὰ πᾶσαν ἀδικαιολόγητον ἀναβολὴν καὶ ἀφοῦ». Αἱ δὲ ἐν τῷ αὐτῷ καὶ τῷ ἑπομένῳ στίχῳ λέξεις «συγκεντρουμένων τῆς τε ξυλείας καὶ τῶν δασικῶν προϊόντω» ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «συγκεντρωθῶσιν ἥ τε ξυλεία καὶ τὰ δασικὰ προϊόντα».
§421ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§422Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶ). Παρακαλῶ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ λέξις «καί», νὰ προστεθῶσι δὲ μετὰ τὴν λέξιν «εἰρηνοδίκας» αἱ λέξεις «καὶ δημάρχους». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§423Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ παρακαλῶ νὰ γείνωσιν αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις. Αἱ ἐν τῷ βʹ στίχῳ λέξεις «δημοσίων δασῶν» ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «οἱουδήποτε δάσους». Νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν ἐν τῷ γʹ στίχῳ λέξιν «τι» αἱ λέξεις «πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον». Ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ ἐν τῷ αʹ καὶ βʹ στίχῳ τοῦ αʹ ἐδαφίου λέξεις «ἄνευ χρήσεως ὅμως πελέκεως ἢ πρίονος». Ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ ἐν τῷ βʹ στίχῳ τοῦ γʹ ἐδαφίου λέξεις «ὑλοτομῇ τις» διὰ τῶν λέξεων «κατασκευάζῃ τις ἄνθρακας σιδηρουργίας μέχρις ἑνὸς φορτίου (80 ὀκ.) καθ’ ἑκάστην, ὑλοτομῇ λιγόβεργας». Νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ τοῦ δʹ ἐδαφίου λέξιν «συλλέγῃ» αἱ λέξεις «τὰ ἑξῆς», μετὰ δὲ τὴν ἐν τῷ γʹ στίχῳ λέξιν «(χρυσόξυλον)» αἱ λέξεις «ἄνθος φιλύρας». Νὰ προστεθῇ δὲ ὡς εʹ ἐδάφιον, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, τὸ ἑξῆς: «εʹ) Ὅταν οἱ κάτοικοι κοινοτήτων ὑλοτομῶσιν ἐκ τῶν ἀνεγνωρισμένων κοινωτικῶν δασῶν τὴν διὰ τὰς ἰδίας ἀνάγκας ἀπαιτουμένην ξυλείαν πρὸς ἀνέγερσιν καὶ ἐπισκευὴν οἰκιῶν, καλυβῶν, ποιμνιοστασίων, καὶ κλώνους πρὸς περίφραξιν τῶν ἰδίων κτημάτων.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§424ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 349). (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ χρηματικοῦ χορηγήματος ἀπολυομένων τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ὁπλιτῶν. Περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ τελωνιακῷ δασμολογίῳ. Περὶ ἐκδόσεως καὶ ἐξοφλήσεως ἀντιγράφων γραμματίων παραδόσεως τῶν ὑπὸ τῶν ταμιῶν καὶ ὑποταμιῶν Θεσσαλίας ἐκδοθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1896 καὶ 1897 γραμματίων παραλαβῆς. Περὶ ἀγορᾶς οἰκοπέδου ἐν τῇ πόλει Βουκουρεστίου πρὸς ἀνέγερσιν πρεσβευτοῦ μεγάρου καὶ παρεκκλησίου. Περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τροχιοδρόμου ἐν Πάτραις).
§425ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἰσχύος τοῦ νόμου ΒΥϚʹ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, ἡ πρότασις νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ἰανουαρίου 1871 νόμου περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν).
§426ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου νόμων.
§427ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν ὑπέθετον ὅτι θὰ συνεζητεῖτο σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου νόμων, ὡς ἐκ τῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θέσεως αὐτοῦ, ἀναγραφομένου ἐν αὐτῇ εἰκοστοῦ τετάρτου, ἕνεκα δὲ τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας οὐδὲ τὸ κείμενον αὐτοῦ κατέχω, οὐδὲ τὰς σχετικὰς ἐπ’ αὐτοῦ σημειώσεις μου. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅλα ταῦτα, προκειμένου αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ μετ’ οὐ πολὺ νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἀφοῦ πρὸ τούτου ὑπέβαλον σχετικὴν πρότασιν νόμου, εἶτα δὲ τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ, θεωρῶ καθῆκόν μου ἐν βραχυτάτοις νὰ ὑποστηρίξω ταῦτα, καταδεικνύων σύναμα καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ κάλυψις τοῦ κατ’ ἔτος παρουσιαζομένου ἐλλείμματος τοῦ Ταμείου τούτου· ἀλλ’ ἐνῷ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει ἀναγράφεται τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ὡς ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 161,096.63, ἀφ’ ἑτέρου ὁμολογεῖται, ὅτι κατὰ 106,000 δραχμὰς μόνον αὐξάνονται αἱ εἰσπράξεις, διότι δέον ἐκ τῶν 200,000 δραχμῶν, εἰς ὅσας ὑπολογίζονται αἱ εἰσπράξεις τῶν νέων προτεινομένων φόρων, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ ἤδη ἐκ τῶν λιμενικῶν ταμείων καταβαλλόμενον 3% καὶ τὸ ἐκ τῶν ναυτικῶν δήμων ½%, οὕτω δὲ μένει νέον ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 55,000 περίπου, ὅπερ δύναται νὰ καλυφθῇ ἀκριβῶς, ἐὰν, ὡς ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου ἀναφέρω, προστεθῶσι 5% ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν φαρικῶν καὶ ἐξ ἀγκυροβολίας τελῶν, πρὸς δὲ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον ὁλόκληρον τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ὡς προσωρινὰ θεωρηθήτωσαν μέτρα, διότι ἡ κατάστασις τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου κατ’ ἔτος θὰ δεινῶται, ἂν μὴ ῥιζικώτερα ληφθῶσι μέτρα, ὡς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῆς προτάσεως νόμου ἀναφέρω. Πρὸς δὲ ἤθελον συστήσει, ἵνα διορισθῇ ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπή, ἥτις νὰ ἐξελέγχῃ τὰς ἀπονεμομένας συντάξεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ναυτολογίων καὶ οὐχὶ τῶν μητρώων, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ὁλογράφως καὶ οὐχὶ δι’ ἀριθμῶν ἔδει νὰ σημειῶται ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐργατῶν θαλάσσης, προσυπογράφοντος ἑκάστοτε τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, πρὸς ἀποφυγὴν καταχρήσεων. Πρὸς τούτοις νὰ ἐξερευνηθῇ, πόσοι ἐπιτυχόντες σύνταξιν, ὡς ἀνίκανοι ἢ παθόντες, ἀνέλαβον κατόπιν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν δημοσίαν ἢ ἰδιωτικὴν, ἀπολαμβάνοντες σύναμα τὴν σύνταξιν.
§428Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ τροπολογίαι ὑμῶν ἐλήφθησαν σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ προκειμένου περὶ φαρικῶν τελῶν δεσμευόμεθα ὑπὸ συμβάσεων, δέον δὲ πάντα ταῦτα νὰ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§429ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου καὶ μεταγραφῆς τῶν ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν καὶ προσημειώσεων καὶ μεταγραφῶν εἰς τὰ ἀπολεσθέντα ἢ ἐν μέρει καταστραφέντα βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν δήμων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσι).
§430ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§431Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῶσιν, ὅπως ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 3 προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «ὡς καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τῆς τοιαύτης ἐν τοῖς καταστραφεῖσι βιβλίοις ἐγγραφῆς»
§432Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–6, ὡς ἔχουσι).
§433ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§434Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω καλὸν ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ ἐν τῷ ιζʹ στίχῳ λέξεις «τροπὴν ταύτην» διὰ τῶν λέξεων «ἐκ νέου μεταγραφὴν καὶ τὴν κατὰ τὰ ἄνω αἴτησιν πρὸς τὸ δικαστήριον».
§435Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§436ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ἐκτελεσθέντων καὶ παραληφθέντων ἔργων ἐν τῷ στρατιωτικῷ νοσοκομείῳ Ἀθηνῶν καὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 81,089.82 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ Διδασκαλείων τῶν ἀρρένων. Περὶ ἱδρύσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀρχιτεκτονικῆς ὑπηρεσίας. Περὶ ναυτικῶν πειθαρχικῶν ποινῶν. Περὶ προσλήψεως ἱερέων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Περὶ ἀποδοχῶν τῶν τυμπανιστῶν τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ. Περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν. Περὶ συστάσεως εἰδικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν. Περὶ τῆς καὶ διὰ διπλοτύπων, ὑπὸ τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων ἐκδιδομένων, εἰσπράξεως τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν ἐπὶ τῶν δημαιρεσιῶν. Περὶ ἁλιείας καὶ διαθέσεως τοῦ κοραλλίου. Περὶ προστασίας τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ. Περὶ καταργήσεως τοῦ ἐν Κερκύρᾳ ταμιευτηρίου ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐξοικονομικὴ Τράπεζα ἐν Κερκύρᾳ». Περὶ ἀποδοχῆς τοῦ ἐν Παρισίοις συνομολογηθέντος τῇ 17)29 Ἰουνίου 1895 σχεδίου διεθνοῦς συμβάσεως διὰ τὴν προστασίαν τῶν ὠφελίμων τῇ γεωργίᾳ πτηνῶν. Περὶ κυνηγεσίας. Περὶ καταργήσεως τῶν διατάξεων περὶ διορισμοῦ μηνυτοῦ).
§437ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 π. μ. τῆς ἐπιούσης).